1904.02.03
2.527 στίχοι · 19.649 λέξεις · 172 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 13
τῆς 3 Φεβρουαρίου 1904.
(Τρίτη).
(Προεδρεύοντος τοῦ Προέδρου κ. Ν. Χατζίσκου).
(Γενομένης ἀπαρτίας ὥρᾳ 4 καὶ 40′ μ. μ. ἀναγινώσκονται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Ἐξαιρετικῶς, κύριε Πρόεδρε, ἐν τοῖς ἀναγνωσθεῖσι πρακτικοῖς τῆς χθεσινῆς συνεδριάσεως τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ Τυρνάβου καὶ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν λεπτομερέστερον παρ’ ἄλλοτε ἐκτίθενται· ἀλλ’ ἐνῷ κατεβλήθη μέριμνα λεπτομερῶς νὰ ἐκτεθῶσι, δὲν ἐλήφθη πρόνοια, ὅπως καὶ ἀκριβῶς ἐκτεθῶσι. Καλὸν ἤθελεν εἶσθαι ἑπομένως, ἐὰν νομίζητε, ὅτι πρέπει νὰ ὑπάρξῃ αὐτὴ ἡ λεπτομερὴς ἀφήγησις, ὅπως ἐκ τῶν ἐστενογραφημένων πρακτικῶν ληφθῶσι τὰ λεχθέντα ταῦτα, ἰδίως δὲ ἀπὸ τῆς τελευταίας ἀγορεύσεως τοῦ κ. Βουλευτοῦ Τυρνάβου, διότι οὔτε λέξεις τοιαύτας, χειρωνακτικάς, οἷας τὰ πρακτικὰ ἀναφέρουσι, μετεχειρίσθη ὁ κ. Βουλευτὴς Τυρνάβου, οὔτε περιώρισε τὸ ζήτημα εἰς τοὺς κυβερνῶντας. Δῆλον δὲ καθίσταται τοῦτο ἐκ τοῦ ὅτι ὁ ἀξιότιμος κ. ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργὸς ἐθεώρησε τὰ λεχθέντα ἐπαρκῆ καὶ ἀρκούσας τὰς δοθείσας ἐξηγήσεις, ὥστε νὰ μὴ ἦναι ἀνάγκη νὰ προβῇ εἰς ὅ,τι προέβη κατόπιν. Παρακαλῶ λοιπόν, τὰ ἐπίσημα πρακτικὰ νὰ συνταχθῶσι κατὰ τὸ μέρος τοῦτο συμφώνως πρὸς τὰ ἐστενογραφημένα πρακτικά.
§2Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Ἡ προσπάθεια τοῦ πρακτικογράφου, ὅπως κρατήσῃ ἐννοίας, ἃς μόνοι οἱ στενογράφοι δύνανται νὰ κρατήσωσι, διὰ τῆς μεθόδου, τὴν ὁποίαν κατέχουσι, παρέσυρεν αὐτὸν νὰ διατυπώσῃ τὰ θέματα, καθ’ ὃν τρόπον αὐτὸς ἤθελεν ἢ ἠδύνατο νὰ πράξῃ. Εἶναι παρὰ τὴν καθιερωμένην συνήθειαν ἡ λεπτομερὴς ἀναγραφή, ἥτις ἐγένετο ἐν τοῖς πρακτικοῖς, καὶ παρακαλῶ ὑμᾶς, κύριε Πρόεδρε, νὰ φροντίσητε περὶ τῆς διαγραφῆς πάντων τούτων, τὰ ὁποῖα ἀντιβαίνουσι καὶ εἰς τὴν ἀκρίβειαν καὶ εἰς τὴν ἀλήθειαν· ἐὰν δὲ ἡ Βουλὴ νομίσῃ, ὅτι ὑπάρχει ἀνάγκη ἐν τοῖς πρακτικοῖς τῆς χθεσινῆς συνεδριάσεως νὰ περιληφθῶσι τὰ λεχθέντα λεπτομερῶς, παρακαλῶ νὰ ληφθῶσι ταῦτα ἐκ τῶν ἐστενογραφημένων πρακτικῶν τῆς Βουλῆς. Ἐπειδὴ δὲ τοῦτο δὲν δύναται νὰ γείνῃ προχείρως σήμερον, —οὐδ’ ἐγὼ ἀναλαμβάνω, οὐδ’ ἄλλος τις δύναται νὰ τὸ πράξῃ, — παρακαλῶ ὑμᾶς, κύριε Πρόεδρε, νὰ φροντίσητε, ὅπως διορθωθῶσι τὰ πρακτικὰ καὶ ἀναγνωσθῶσιν εἰς τὴν ἑπομένην συνεδρίασιν.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μετὰ τὰς παρατηρήσεις τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Τυρνάβου Βουλευτοῦ θέλουσι διορθωθῆ τὰ πρακτικά. Ὡς γνωρίζετε, τὰ πρακτικὰ τὰ ἐπίσημα εἶναι σύντομος μνεία τῶν λεχθέντων, ἐπειδὴ δὲ τὸ ἐπεισόδιον τὸ λαβὸν χώραν χθὲς μεταξὺ τοῦ κ. ἐκ Τυρνάβου Βουλευτοῦ καὶ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν εἶναι σοβαρὸν καὶ ἀσύνηθες, ὁ πρακτικογράφος ἐνόμισεν, ὅτι ἔπρεπε νὰ παραβῇ τὸν κανόνα, ἵνα μὴ πιστευθῇ, ὅτι δὲν διηρμήνευσεν ἀκριβῶς τὰ λεχθέντα· ἀλλ’ ὡς παρετηρήθη ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ Τυρνάβου, ἡ διερμήνευσις δὲν ἐγένετο πιστῶς. Διὰ τοῦτο ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. ἐκ Τυρνάβου Βουλευτὴν νὰ δηλώσῃ, ἂν ἐπιθυμεῖ νὰ γείνῃ σύντομος μνεία ἐν τοῖς πρακτικοῖς τῶν λεχθέντων, ἢ νὰ ληφθῇ ἐκ τῶν ἐστενογραφημένων πρακτικῶν τὸ σχετικὸν μέρος.
§4Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Ἂν θὰ γείνῃ σύντομος μνεία, παρακαλῶ νὰ τὴν κάμητε ὑμεῖς, κύριε Πρόεδρε· δὲν ἐμπιστεύομαι εἰς τὸν πρακτικογράφον.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ κατὰ τὸ λοιπὸν αὐτῶν μέρος· ὅσον δ’ ἀφορᾷ τὸ μέρος, περὶ οὗ ἐγένετο ἡ ἀντίρρησις, θὰ γείνῃ σύντομος μνεία τῶν λεχθέντων.
§6Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἡ ὁποία ὅμως θ’ ἀναγνωσθῇ εἰς ἑτέραν συνεδρίασιν.
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα. Αὐτὸ τὸ μέρος θὰ διορθωθῇ καὶ θ’ ἀναγνωσθῇ εἰς τὴν αὐριανὴν συνεδρίασιν. Ὁ δικηγόρος κύριος Π. Πετροπουλάκης διὰ τηλεγραφικῆς ἀναφορᾶς του παρακαλεῖ ἐκ μέρους τῶν κατοίκων Λακεδαίμονος, ὅπως ἑνωθῇ σιδηροδρομικῶς ἡ ἐπαρχία αὕτη μετὰ τῆς λοιπῆς Ἑλλάδος. Οἱ κάτοικοι Ἀβραμίου τοῦ δήμου Ἀριστομένους τῆς Μεσσήνης παρακαλοῦσι δι’ ἀναφορᾶς των νὰ κατασκευασθῇ ἡ δημοσία ὁδὸς Ἀβραμίου–Μεσσήνης. Οἱ κάτοικοι τῶν ἀγροτικῶν δήμων Λαρίσης διὰ τηλεγραφικῆς ἀναφορᾶς των ἐκδηλοῦσι τὴν εὐγνωμοσύνην των πρὸς τὴν Κυβέρνησιν ἐπὶ τῇ ὑποβολῇ τοῦ νομοσχεδίου περὶ αὐξήσεως τοῦ εἰσαγωγικοῦ δασμοῦ τοῦ σίτου. Τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον Πειραιῶς ὑποβάλλει διὰ τοῦ βουλευτοῦ Ἀττικῆς κ. Ἰσιδώρου Κολιάτσου ψήφισμα, δι’ οὗ διερμηνεύει τὴν εὐχὴν τοῦ δήμου Πειραιῶς, ὅπως ἀποτελέσῃ οὗτος ἰδίαν ἐκλογικὴν περιφέρειαν. Ὁ κύριος Κολιᾶτσος ἔχει τὸν λόγον.
§8ΙΣΙΔ. ΚΟΛΙΑΤΣΟΣ. Ἡ εὐχή, κύριε Πρόεδρε, τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου Πειραιῶς, ὅπως ὁ Πειραιεὺς, ἀποσπώμενος ἀπὸ τῶν Ἀθηνῶν καὶ τῶν ἀγροτικῶν δήμων, ἀποτελέσῃ ἰδίαν ἐκλογικὴν περιφέρειαν, ἤγαγεν εἰς τὴν μνήμην μου σχετικὸν νομοσχέδιον, ὑποβληθὲν ὑπὸ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως, περὶ χωρισμοῦ τοῦ Πειραιῶς ἀπὸ τῆς ἐκλογικῆς περιφερείας Ἀττικῆς, τὸ ὁποῖον ἐψηφίσθη εἰς δύο μόνον ἀναγνώσεις, δὲν κατωρθώθη δὲ νὰ ψηφισθῇ καὶ εἰς τρίτην ἀνάγνωσιν, διότι ἐν τῷ μεταξὺ ἐματαιώθησαν αἱ ἐργασίαι τῆς ἐκτάκτου Συνόδου, μετά τινα δὲ χρόνον ἐκηρύχθη καὶ ἡ λῆξις τῶν ἐργασιῶν αὐτῆς. Οἱ λόγοι ἐν τούτοις, οἵτινες ὑπηγόρευσαν τότε τὴν ὑποβολὴν τοῦ νομοσχεδίου ἐκείνου, δὲν ἔπαυσαν ὑφιστάμενοι καὶ σήμερον· προϊόντος μάλιστα τοῦ χρόνου, ἐφ’ ὅσον ὁ Πειραιεὺς αὐξάνεται ὡς πόλις, καὶ κραταιοῦται ὡς παράγων ἐμπορικὸς καὶ βιομηχανικός, οἱ λόγοι τοῦ χωρισμοῦ καθίστανται ἐπιβλητικώτεροι. Ὅτε ὁ Πειραιεύς, κύριοι Βουλευταί, τὸ πρῶτον ὑπήχθη εἰς τὴν ἐκλογικὴν περιφέρειαν τῆς Ἀττικῆς, ἦτο, ὑπὸ τὴν ἔποψιν τοῦ πληθυσμοῦ, μία ἀσήμαντος καὶ ἀφανὴς πολίχνη, μὴ τολμῶσα νὰ προβάλῃ ἀξιώσεις ἰδίας καὶ ἀποκλειστικῆς ἀντιπροσωπείας. Διὰ τῆς παρόδου ὅμως τοῦ χρόνου ὁ πληθυσμὸς ηὔξησε τεραστίως, πρό τινων δὲ μόλις ἐτῶν οἱ συνιστῶντες τοὺς ἐκλογικοὺς συνδυασμοὺς τῆς ἐπαρχίας Ἀττικῆς ἐσκέφθησαν νὰ περιλάβωσιν ἐν τοῖς συνδυασμοῖς αὑτῶν καὶ πρόσωπα ἐκ τοῦ Πειραιῶς προερχόμενα, ἓν ἢ καὶ δύο. Ἀλλ’ ἡ τοιαύτη ἐκπροσώπησις τοῦ Πειραιῶς ἦτο ἀληθῶς ἐντελῶς ἀνεπαρκής, θὰ ἐνθυμεῖσθε δὲ, ὅσοι ἐξ ὑμῶν ἐτυγχάνετε Βουλευταὶ καὶ κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Βουλευτικὴν Περίοδον, ὅτι κατ’ ἐκείνην τὴν Περίοδον εἷς μόνον Βουλευτὴς ἀνεδείχθη ἐκ Πειραιῶς, ὁ τότε βουλευτὴς κ. Θεόδωρος Ρετσίνας, κατὰ δὲ τὴν παροῦσαν Βουλευτικὴν Περίοδον μόνον δύο, — οἱ δύο ἐκ Πειραιῶς ἀξιότιμοι συνάδελφοι· — ἐὰν μάλιστα ἀναζητήσητε τὰ αἴτια, τὰ ὁποῖα προεκάλεσαν τὴν ἐπιτυχίαν τῶν δύο ἐκ Πειραιῶς ἀγαπητῶν συναδέλφων, θὰ ἀνεύρητε αὐτὰ οὐχὶ τόσον εἰς τὴν ἐκ Πειραιῶς προέλευσιν αὐτῶν, — μολονότι τὰ πρόσωπα ταῦτα εἶναι λίαν προσφιλῆ εἰς τὸν Πειραιᾶ, — ὅσον εἰς τὴν ἐπικράτησιν τῆς συνταγματικῆς ἰδέας, ἥτις ἐκέρδησεν ὑπέροχον νίκην ἐν τῇ Ἀττικῇ, ἀφοῦ πάντες ἡμεῖς, οἱ Βουλευταὶ Ἀττικῆς, εἰς τὴν ἐπικράτησιν τῆς συνταγματικῆς ἰδέας ὀφείλομεν τὴν ἐπιτυχίαν μας ἐν Πειραιεῖ· καὶ ἐνῷ πάντες ἀναγνωρίζομεν καὶ ἀνομολογοῦμεν τὴν τοιαύτην ἀτελῆ ἐκπροσώπησιν τοῦ Πειραιῶς, οὐδεὶς ἐξ ἡμῶν ἀφ’ ἑτέρου ἀμφισβητεῖ, ὅτι ὁ Πειραιεὺς εἶναι πόλις ἔχουσα ὑπὲρ τὰς 70,000 πληθυσμόν, ὅτι ὁ Πειραιεὺς εἶναι πόλις μεγάλη, εὔελπις καὶ ἰσχυρά, γενναιότατα συνεισφέρουσα εἰς τὴν γενικὴν πρόοδον, ἡγουμένη τοῦ ἐμπορίου καὶ ἀποτελοῦσα κύκλον δράσεως ἀπὸ ἡμέρας εἰς ἡμέραν ἐκτεινόμενον εὐρύτερον. Τὸ ἐπιχείρημα, κύριε Πρόεδρε, τὸ ὁποῖον διαρκῶς ἀντιτάσσεται κατὰ τοῦ χωρισμοῦ τοῦ Πειραιῶς, ὅτι ἡμεῖς οἱ Βουλευταὶ τῆς ἐπαρχίας Ἀττικῆς εἴμεθα καὶ τοῦ Πειραιῶς ἀντιπρόσωποι, εἶναι ἐπιχείρημα ἔχον ὑπὲρ ἑαυτοῦ ὅλους τοὺς ἐξωτερικοὺς τύπους συντρέχοντας, οὐσιαστικῶς ὅμως ἀπομακρύνεται πολὺ ἀπὸ τὴν ἀλήθειαν. Πράγματι οἱ Βουλευταὶ τῆς ἐπαρχίας Ἀττικῆς εἴμεθα καὶ τοῦ Πειραιῶς ἀντιπρόσωποι, ἀλλὰ πρέπει νὰ ὁμολογήσωμεν, ὅτι, παρ’ ὅλην ἡμῶν τὴν καλὴν θέλησιν, οὐδέποτε κατωρθώσαμεν οὐδὲ θὰ κατορθώσωμεν νὰ διεισδύσωμεν εἰς τὸ πνεῦμα καὶ τὴν ψυχὴν τοῦ λαοῦ ἐκείνου, τοσοῦτον διαφόρου τοῦ λαοῦ τῆς ἰδικῆς μας πόλεως, οὔτε νὰ ἐξοικειωθῶμεν πρὸς τὰ ἰδιαίτερα συμφέροντα καὶ τὴν ἰδιαιτέραν ἀτμόσφαιραν, τὴν ὁποίαν ἐδημιούργησε δι’ ἑαυτὸν ὁ Πειραιεύς. Ὅσον καὶ ἂν κῆται ἐγγὺς τῶν Ἀθηνῶν ὁ Πειραιεὺς γεωγραφικῶς, οὐσιαστικῶς ἀπέχει πολὺ καὶ ὑπὸ τὴν ἔποψιν τοῦ προορισμοῦ καὶ ὑπὸ τὴν ἔποψιν τοῦ μέλλοντός του. Ὁ Πειραιεὺς ἔχει τοῦτο τὸ ἰδιάζον, ὅτι μεταξὺ ὅλων τῶν ἐμπορικῶν πόλεων τῆς Ἑλλάδος ἔχει τὴν μᾶλλον ἰδιόρρυθμον φυσιογνωμίαν· αἱ ἐπιχειρήσεις του, αἱ ἐργασίαι του, οἱ σκοποί του καὶ τὰ μέσα του τῷ ἐξησφάλισαν ἔξοχον θέσιν ἐν τῷ νεοελληνικῷ πολιτισμῷ, καὶ τὸ μέλλον αὐτοῦ παρουσιάζεται ἀπολύτως διάφορον τοῦ μέλλοντος ὅλων τῶν ἐμπορικῶν πόλεων. Θὰ ἦτο δὲ προφανὴς ματαιοπονία, ἂν ἐτόνιζον τὸ ζήτημα τοῦτο, διότι πάντες γνωρίζετε κάλλιον ἐμοῦ, ὅτι ὁ Πειραιεὺς πρωτοστατεῖ σήμερον εἰς ὅλην τὴν ἐμπορικὴν καὶ βιομηχανικὴν κίνησιν, καὶ πυκνώνει καθ’ ἑκάστην τὰς φάλαγγας τῶν ἀνδρῶν, οἱ ὁποῖοι ἀνοίγουν ἀκαταπόνητοι τὸν δρόμον τῆς εὐημερίας καὶ τῆς προαγωγῆς. Καὶ ἐνῷ ἡμεῖς ματαίως ἀγωνιζόμεθα νὰ διεισδύσωμεν εἰς ὅλην αὐτὴν τὴν πολυποίκιλον δρᾶσιν καὶ εἰς ὅλον τὸ πολύπλοκον σύστημα τῶν σκέψεων, ὑπάρχουσιν ἄνδρες, ἐκ Πειραιῶς προερχόμενοι, οἱ ὁποῖοι θὰ ἐδύναντο πολὺ ἐπιτυχέστερον ν’ ἀντιπροσωπεύσωσι τὴν πόλιν των ἐν τῇ Βουλῇ. Οἱ ἄνδρες οὗτοι, οἱ ὁποῖοι ἐμορφώθησαν εἰς τὸ πρακτικώτερον περιβάλλον τῆς πόλεώς των, οἱ ὁποῖοι διαπνέονται ἀπὸ εὐγενῆ φιλοδοξίαν νὰ προσφέρωσιν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῆς πατρίδος των τὰς γνώσεις των καὶ τὴν δραστηριότητά των, οἱ ἄνδρες, ἐπαναλαμβάνω, οὗτοι παραγκωνίζονται ὑφ’ ἡμῶν, οἵτινες δὲν δυνάμεθα τὰς αὐτὰς ἢ ἴσας κἄν νὰ παράσχωμεν ὑπηρεσίας εἰς τὸν Πειραιᾶ. Ὅ,τι εἰς αὐτοὺς ἔρχεται ἐκ φύσεως καὶ ἄνευ τινὸς δυσχερείας, ἡμεῖς πρέπει νὰ κοπιάσωμεν διὰ νὰ τὸ ἀποκτήσωμεν, καὶ νὰ κοπιάσωμεν ἴσως ἀνωφελῶς. Ἀλλ’ ἀνεξαρτήτως τῶν λόγων τούτων, τίς θὰ δυνηθῇ σήμερον ν’ ἀμφισβητήσῃ εἰς μίαν πόλιν, ἥτις ἐγκλείει τόσην ζωὴν, ὥστε νὰ δύναται νὰ μετεγγίζῃ ἐξ αὑτῆς καὶ εἰς ἄλλας πόλεις, χωρὶς νὰ χάσῃ αὐτή τι ἐξ αὑτῆς, τίς θὰ δυνηθῇ ν’ ἀμφισβητήσῃ τὴν εὔλογον καὶ δικαιοτάτην ἀξίωσιν, ἵνα ἀπ’ εὐθείας πέμπῃ εἰς τὸ Βουλευτήριον ἀντιπροσώπους ἐξερχομένους ἀπὸ τὰ σπλάγχνα αὐτῆς, χωρὶς νὰ ἐπικαλῆται τὴν συνδρομὴν τῶν Ἀθηνῶν καὶ τῶν ἀγροτικῶν δήμων; Λαὸς, τοῦ ὁποίου ἡ ἐργατικότης καὶ ἡ φιλοπονία ἐσημείωσαν τοιαύτην ἐπίζηλον θέσιν, δὲν δικαιοῦται ἆρά γε νὰ ἀξιοῖ παρ’ ἡμῶν τὴν ἐκπλήρωσιν τοῦ διακαεστάτου τούτου πόθου του; Φρονῶ λοιπόν, κύριε Πρόεδρε, ὅτι ἐπιβάλλεται εἰς πάντας ἡμᾶς νὰ παράσχωμεν πᾶσαν ἀρωγὴν πρὸς πρακτικὴν ἐφαρμογὴν τοῦ προγράμματος τοῦ Πειραιῶς, τὸ ὁποῖον εἶναι πρόγραμμα πανελλήνιον. Ἡ εἰδικὴ γνῶσις τῶν συμφερόντων αὐτοῦ θὰ εἰσαγάγῃ τὴν κυβερνητικὴν μέριμναν εἰς δρόμον κανονικὸν καὶ ἐπωφελῆ, καὶ εἰς τὰς πύλας τῆς πρακτικωτάτης πόλεως θὰ σταματήσῃ ἡ ἄσκοπος κατανάλωσις τῶν λόγων πρὸ τῆς ἀνάγκης καὶ τῆς ἐκτιμήσεως τῶν ἔργων. Ἀγορεύων ὑπὲρ τοῦ χωρισμοῦ τοῦ Πειραιῶς δὲν ἀγνοῶ, ὅτι ἀγορεύω ἐναντίον τοῦ πολιτικοῦ μου συμφέροντος, διότι γινώσκω καλῶς, ὅτι συντελουμένου τοῦ χωρισμοῦ τοῦ Πειραιῶς θὰ προκύψῃ ἀναμφισβητήτως στέρησις, καὶ τὴν στέρησιν ταύτην θέλομεν ὑποστῆ πάντες οἱ Βουλευταὶ τῆς Ἀττικῆς, διότι πάντες προσβλέπομεν πρὸς τὸν Πειραιᾶ ὡς πρὸς κέντρον πολιτικόν, τὸ ὁποῖον διεκρίθη ἔκπαλαι διὰ τὴν διαύγειαν τῆς πολιτικῆς του κρίσεως καὶ τὴν εἰλικρίνειαν τῶν πολιτικῶν του φρονημάτων. Ἀλλ’ οἱαδήποτε καὶ ἂν ᾖ ἡ στέρησις αὕτη, ὁσονδήποτε καὶ ἂν ᾖ μεγάλη, καθῆκον ἔχομεν οἱ Βουλευταὶ τῆς Ἀττικῆς, καὶ ἐξ εὐγνωμοσύνης πρὸς τὴν γείτονα πόλιν καὶ ἐξ ἀναγνωρίσεως τῶν δικαιωμάτων αὐτῆς, νὰ παρίδωμεν τὸ ἀτομικόν μας συμφέρον, προκειμένου νὰ ἀρθῇ ἡ ἐκλογικὴ ὑποτέλεια, ἥτις πιέζει σήμερον τὰ στήθη τοῦ Πειραϊκοῦ λαοῦ. Καταλήγων, Κύριοι, παρακαλῶ τὸν σεβαστὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως εὐαρεστούμενος ἀνακοινώσῃ τὴν γνώμην αὐτοῦ ἐπὶ τοῦ σπουδαιοτάτου τούτου ζητήματος, ὅπερ ἀποτελεῖ τὸν διακαέστερον πόθον τῶν Πειραιέων, καὶ νὰ στέρξῃ ν’ ἀναγραφῇ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον εἶχεν ὑποβάλει ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις.
§9Ν. Δ. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ἀφ’ ὅτου ἐψηφίσθη τὸ Σύνταγμα τοῦ 1843 ἔτους ὁ Πειραιεὺς ἀποτελεῖ μέρος τῆς ἐπαρχίας Ἀττικῆς. Λόγοι δὲ ἱστορικοὶ εἶχον συντελέσει, ἵνα μὴ ἀποσπασθῇ ὁ Πειραιεὺς τῆς ἐπαρχίας Ἀττικῆς καὶ ἀποτελέσῃ ἰδίαν ἐκλογικὴν περιφέρειαν καὶ ἐπαρχίαν. Οἱ καταρτίσαντες τοὺς ἰσχύοντας ἔτι νόμους ἐξ ἱστορικῶν λόγων δὲν ἠθέλησαν νὰ διχοτομήσωσι τὴν ἐπαρχίαν Ἀττικῆς καὶ ἀποσπάσωσιν ἀπ’ αὐτῆς τὸν Πειραιᾶ. Ἐθεώρησαν οἱ πατέρες ἡμῶν, ὅτι μὴ διαιροῦντες τὴν Ἀττικὴν εἰς δύο περιφερείας ἐπαρχιακὰς καὶ ἐκλογικὰς προσέφερον, οὕτως εἰπεῖν, φόρον εἰς τὴν ἱστορίαν τῆς χώρας ταύτης, ἧς αἱ δύο πόλεις ἀπὸ τῶν ἀρχαιοτάτων χρόνων εἰσὶν ἀδελφαί. Ἱστορικοὶ λόγοι ἐπίσης συνετέλεσαν εἰς τὴν ἐπαρχιακὴν διαίρεσιν τοῦ τόπου, οἵα σήμερον ὑφίσταται. Καὶ ῥίπτοντες βλέμμα εἰς τὴν ἐπαρχιακὴν διαίρεσιν τῆς Ἑλλάδος ὁλοκλήρου, θέλομεν ἀνεύρει τὴν ἱστορίαν τοῦ ἔθνους, ἥτις κατὰ τοιοῦτον τρόπον ἀντιπροσωπεύεται ὑπὸ τῶν ἐπαρχιῶν. Διὰ τοῦτο δὲν ἦτο εὐχερὲς τὸ ἔργον, νὰ προτείνῃ Κυβέρνησις οἱαδήποτε τὴν ἀπόσπασιν τῆς πόλεως Πειραιῶς ἀπὸ τῆς ἐπαρχίας Ἀττικῆς εἰς ἰδίαν ἐπαρχίαν καὶ ἰδίαν ἐκλογικὴν περιφέρειαν. Ἀλλὰ κατὰ τοὺς ὑστάτους τούτους χρόνου συμφέροντα μεγάλα ἐμπορικά, συμφέροντα βιομηχανικὰ ἐνέπνευσαν τὴν ἰδέαν εἰς πολλοὺς τῶν κατοίκων τῆς πόλεως Πειραιῶς, ὅπως ἀποτελέσωσιν ἰδίαν ἐκλογικὴν περιφέρειαν. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποδεχθῶ τὴν γνώμην, ὅτι οἱ ἐπὶ μακροὺς χρόνους ἀντιπροσωπεύσαντες τὴν Ἀττικὴν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, οἵ τε ζῶντες καὶ οἱ τετελευτηκότες, οὐδέποτε ἐφρόντισαν περὶ τῆς γείτονος πόλεως, τοῦ Πειραιῶς. Τοὐναντίον ὀφείλομεν εὐλάβειαν πρὸς τὴν μνήμην τῶν πρότερον ἐνταῦθα συνεδρευσάντων, ὀφείλομεν ἴσως εὐγνωμοσύνην καὶ πρὸς πολλοὺς ἐκ τῶν συνεδρευόντων σήμερον, ἐπὶ τῇ προνοίᾳ, ἣν πάντοτε ἐλάμβανον περὶ τῶν συμφερόντων τῆς πόλεως Πειραιῶς. Ἀλλὰ τοῦτο οὐδαμῶς κωλύει ἡμᾶς νὰ φρονῶμεν, ὅτι ἡ πρόοδος ἡ βιομηχανικὴ τοῦ Πειραιῶς, ἡ πρόοδος ἡ ἐμπορικὴ καὶ ἐν γένει ἡ πρόοδος ἡ κοινωνικὴ καὶ πολιτικὴ τοῦ Πειραιῶς εἰσι λόγοι συνηγοροῦντες, ἵνα ἀποτελέσῃ ἰδίαν ἐκλογικὴν περιφέρειαν ὁ Πειραιεύς, καὶ δὴ ἰδίαν ἐπαρχίαν. Ἐκφράζων δ’ ἐπὶ τούτου τὴν γνώμην τῆς Κυβερνήσεως, δηλῶ, ὅτι προθύμως θέλομεν δεχθῆ τὴν ἀπόσπασιν τῆς πόλεως Πειραιῶς ἀπὸ τῆς ἐπαρχίας Ἀττικῆς, ἀφοῦ πολλοὶ τῶν ἐν Πειραιεῖ ζητοῦσι τὴν ἀπόσπασιν ταύτην.
§10Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἓν τῶν προκατόχων Ὑπουργείων, τοῦ ὁποίου ἐτύγχανον Πρόεδρος, προέτεινεν εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου ἐπροτείνετο ὁ ἀποχωρισμὸς τῆς πόλεως καὶ τοῦ δήμου Πειραιῶς ἀπὸ τῆς ἄλλης ἐκλογικῆς περιφερείας τῆς ἐπαρχίας Ἀττικῆς. Οἱ λόγοι, οἱ ὁποῖοι προήγαγον ἡμᾶς εἰς τὸ μέτρον τοῦτο, δὲν ἦσαν οἱ λόγοι, οὓς ὑπέλαβεν ὁ κύριος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης. Οὗτος ὑπέλαβεν, ὅτι ἐζητεῖτο ὁ χωρισμὸς τῆς πόλεως καὶ τοῦ δήμου Πειραιῶς ἀπὸ τῆς λοιπῆς ἐκλογικῆς περιφερείας Ἀττικῆς, ἵνα ἡ περιφέρεια τοῦ δήμου Πειραιῶς ἔχῃ ἐν τῇ Βουλῇ συνηγόρους καὶ ἐπιμελητὰς τῶν δικαιωμάτων καὶ τῶν συμφερόντων αὐτοῦ. Εὐτυχῶς τὰ συμφέροντα τοῦ Πειραιῶς οὐδέποτε κατὰ τὸ παρελθὸν παρημελήθησαν ὑπό τινος τῶν Κυβερνήσεων, ἀλλὰ πάσῃ δυνάμει καὶ ἡ Βουλὴ καὶ τὰ Ὑπουργεῖα ἐφρόντισαν, ὅπως τὰ συμφέροντα τοῦ Πειραιῶς οὐ μόνον προστατευθῶσιν, ἀλλὰ καὶ προαχθῶσιν. Ἄλλοι λοιπὸν ἦσαν οἱ λόγοι, οἵτινες ὑπηγόρευσαν εἰς ἡμᾶς τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἐπροτείναμεν τότε. Ἡ πόλις τοῦ Πειραιῶς εἶναι μία ἐκ τῶν ὀλίγων βιομηχανικῶν πόλεων, αἱ ὁποῖαι ὑπάρχουσιν ἐν τῷ Κράτει, εἶναι δὲ πόλις διακρινομένη διὰ τὴν ἐμπορικὴν κίνησιν καὶ πρόοδον αὐτῆς. Ὑπελάβομεν λοιπόν, ὅτι ἤθελεν εἶσθαι χρησιμώτατον εἰς τὴν Βουλήν, ἵνα ἄνδρες ἐκ τῆς πόλεως Πειραιῶς προερχόμενοι, γνῶσται τῶν ἀναγκῶν τῆς βιομηχανίας καὶ τῆς ἐμπορικῆς κινήσεως αὐτοῦ, συνεδρεύωσι μεθ’ ἡμῶν, ὅπως διὰ τῶν εἰδικῶν γνώσεων αὐτῶν φωτίζωσι τὸ Κοινοβούλιον κατὰ τὰς συζητήσεις καὶ ἐργασίας αὐτοῦ. Πρὸς τοῦτο προετείναμεν τὸ νομοσχέδιον, ὑποθέτω δέ, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν θέλει διστάσει νὰ δώσῃ λευκὴν ψῆφον ὑπὲρ αὐτοῦ, ἀφοῦ καὶ ἡ Κυβέρνησις στέργει τὰς διατάξεις αὐτοῦ.
§11Ν. Δ. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ὑποθέτω ὅτι παρεξηγήθην ὑπὸ τοῦ ἐντίμου ἡγέτου τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Ἐγὼ εἶπον, ὅτι πάντες οἱ Βουλευταὶ ἐφρόντισαν περὶ τῶν συμφερόντων τῆς γείτονος πόλεως, ἀλλ’ ἐβεβαίωσα, ὅτι ἄλλοι εἶναι οἱ λόγοι, οἱ ὁποῖοι ἐπιβάλλουσι νὰ μὴ ἐξακολουθήσῃ ὑφισταμένη ἡ αὐτὴ περιφέρεια, ὅτι λόγοι ἐμπορικοὶ κλπ. ἐπιβάλλουσι τὴν διαίρεσιν τῆς ἐπαρχίας Ἀττικῆς εἰς δύο ἐκλογικὰς περιφερείας.
§12Α. ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ἑπομένως, ἀντιστάσεως μὴ οὔσης, καὶ πάντων ὁμοφρονούντων, τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον εἶναι εἰς δευτέραν ἀνάγνωσιν ἐψηφισμένον, ν’ ἀναγραφῇ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, ὅπως ψηφισθῇ εἰς τρίτην ἀνάγνωσιν.
§13ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Καὶ ν’ ἀναγραφῇ σήμερον.
§14Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Αὔριον.
§15ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θ’ ἀναγραφῇ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν τῆς αὔριον.
§16Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Καταθέτω σημείωμα εἰς ἀπάντησιν τῆς ἐπερωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Βοζίκη.
§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ ἀπεφάσισε κατὰ τὴν χθεσινὴν συνεδρίασιν νὰ ἐκλεχθῇ ὑπὸ τοῦ Προέδρου ἐπιτροπὴ ἐκ Βουλευτῶν πρὸς μελέτην τοῦ ζητήματος τῆς ἐγκαίρου δημοσιεύσεως τῆς «Ἐφημερίδος τῶν Συζητήσεων τῆς Βουλῆς». Τὴν ἐπιτροπὴν ταύτην κατήρτισα ἐκ τῶν ἑξῆς κυρίων Βουλευτῶν: Ἀλεξ. Θ. Ζαΐμη, Δ. Ράλλη, Λ. Δεληγεώργη, Κ. Καραπάνου, Ἀλεξ. Γ. Σκουζέ, Νικ. Μπουφίδου καὶ Ν. Καλογεροπούλου. Ἐάν τις τῶν κυρίων, οὓς ἀνέφερα, κωλύηται νὰ λάβῃ μέρος εἰς τὴν ἐπιτροπὴν ταύτην, παρακαλῶ νὰ τὸ δηλώσῃ, ὅπως ἀντικατασταθῇ δι’ ἑτέρου προσώπου.
§18Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ὁ βουλευτὴς Μεσσήνης κ. Μερλόπουλος κατά τινα τῶν προηγουμένων συνεδριάσεων εἶχε ζητήσει νὰ κατατεθῶσιν ἔγγραφά τινα τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης, ἀφορῶντα εἰς δικαστικὰς μετακινήσεις καὶ μεταβολάς. Τὸν φάκελον τοῦτον καταθέτω. Ὁ βουλευτὴς Σύρου κ. Βιτάλης ἐζήτησε νὰ κατατεθῇ πίναξ τῶν δαπανῶν, αἵτινες ἐγένοντο συνεπείᾳ τῶν μετακινήσεων τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων κατὰ τὰ ἔτη 1899 καὶ 1900. Καταθέτω κατάστασιν, ἐξ ἧς ἐμφαίνεται, ὅτι κατὰ τὸ 1899 αἱ τοιαῦται δαπάναι ἀνῆλθον εἰς δραχμὰς 45,000, κατὰ δὲ τὸ 1900 εἰς δραχμὰς 48,670.
§19ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως ὁ κ. Μποῦτος ἔχει τὸν λόγον.
§20ΠΕΡ. ΜΠΟΥΤΟΣ. Τὴν ἀναφοράν, τὴν ὁποίαν πρὸ μικροῦ, κύριε Πρόεδρε, ἀνεκοινώσατε εἰς τὴν Βουλήν, τῶν κατοίκων τοῦ χωρίου Ἀβραμίου τοῦ δήμου Ἀριστομένους περὶ κατασκευῆς ὁδοῦ συνδεούσης τὸ χωρίον τοῦτο μὲ τὴν πρωτεύουσαν τῆς ἐπαρχίας καὶ διὰ τοῦ μέρους ἐκείνου κατευθυνομένης πρὸς τὴν πρωτεύουσαν τῆς ἐπαρχίας Πυλίας, ὑποστηρίζω ἐκθύμως, διότι νομίζω, ὅτι δι’ αὐτῆς θὰ ἐξυπηρετηθῶσι τὰ συμφέροντα οὐ μόνον τῶν κατοίκων τοῦ χωρίου τούτου, ἀλλὰ καὶ τῶν κατοίκων τῶν ἐπαρχιῶν Μεσσήνης καὶ Πυλίας. Νῦν, κύριε Πρόεδρε, δι’ ὀλίγων θὰ ἔλθω εἰς ἄλλο θέμα. Χθὲς πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως ἔτυχε νὰ μὴ ἦμαι ἐνταῦθα, ὅτε ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Μεσσήνης καὶ πρώην Ὑπουργὸς κ. Μερλόπουλος ἀνεκοίνωσεν εἰς τὴν Βουλὴν τηλεγράφημα, ἀπευθυνόμενον πρὸς αὐτόν, τοῦ δημάρχου Οἰχαλίας, τὸ ὁποῖον καὶ κατέθηκεν εἰς τὸ Προεδρεῖον. Διὰ τοῦ τηλεγραφήματος τούτου παρεπονεῖτο ὁ δήμαρχος κατὰ τῶν πράξεων τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου· δὲν ὤκνησε δὲ ὁ κ. Βουλευτὴς μὲ πολὺ τιμητικὰ ἐπίθετα νὰ στολίσῃ τὴν πολιτικὴν τῆς ἀντιθέτου αὐτῷ μερίδος τοῦ τόπου ἐκείνου, καὶ διὰ τοῦτο εἶμαι ἠναγκασμένος σήμερον νὰ δώσω μίαν ἀπάντησιν, ἐπιφυλασσόμενος, λίαν προσεχῶς νὰ ἀποδείξω, ὅτι τὰ τιμητικὰ ταῦτα ἐπίθετα ἀνήκουσι μᾶλλον εἰς τὴν μερίδα, τὴν ὁποίαν ὑποστηρίζει ὁ ἔντιμος συνάδελφος, παρὰ εἰς ἐκείνην, εἰς ἣν ἀπέδωκε ταῦτα.
§21Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τί ἐπίθετα, κύριε συνάδελφε;
§22ΠΕΡ. ΜΠΟΥΤΟΣ. Βεβαίως δὲν θὰ ἐνθυμεῖσθε, τί εἴπετε. Εἴπετε, ὅτι τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον δὲν σέβεται τὸν νόμον κλπ.
§23Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι ἐπίθετον αὐτό.
§24ΠΕΡ. ΜΠΟΥΤΟΣ. Δὲν τὸ εἴπετε αὐτό;
§25Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως.
§26ΠΕΡ. ΜΠΟΥΤΟΣ. Ἀφίνω τὰ ἄλλα· ἀλλ’ αὐτὸ καὶ μόνον ἀρκεῖ, διὰ νὰ βεβαιωθῇ, ὅτι ἦσαν οὐχὶ τιμητικὰ ἐπίθετα.
§27Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Γραμματικὴ διαφορά.
§28ΠΕΡ. ΜΠΟΥΤΟΣ. Πρόκειται, κύριε Πρόεδρε, περὶ πράξεως τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου Οἰχαλίας· βεβαίως δὲν πρόκειται περὶ κυβερνητικῆς πράξεως, διότι εἶναι γνωστόν, ὅτι ἐγὼ δὲν τυγχάνω φίλος τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλ’ οὔτε ὁ κ. Βουλευτὴς Μεσσήνης δύναται νὰ ἔχῃ παράπονον κατὰ τῶν πράξεων τῆς Κυβερνήσεως, διότι εἶναι βεβαιωμένον, ὅτι τὸ καθεστὼς ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Μεσσήνης ὑφίσταται ὅπως τὸ ἀφῆκεν ὁ ἔντιμος συνάδελφος. Εἶναι γνωστόν, κύριε Πρόεδρε, ὅτι τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον συνέρχεται εἰς συνεδρίασιν, κατὰ τὸν νόμον περὶ δήμων καὶ τὸ Διάταγμα τοῦ 1836, πρῶτον ὅταν ὁ δήμαρχος ζητήσῃ τοῦτο ἐγγράφως ἀπὸ τὸν Πρόεδρον τοῦ Συμβουλίου, δεύτερον, ὅταν ὁ Πρόεδρος τοῦ Συμβουλίου θεωρήσῃ ἀναγκαίαν τὴν σύγκλησίν του, καὶ τρίτον, ὅταν τὸ τρίτον τῶν μελῶν τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου αἰτήσηται τὴν σύγκλησιν αὐτοῦ. Τὸ τελευταῖον ἔλαβε χώραν. Μετὰ τὴν ἐγκατάστασιν τῶν νέων δημοτικῶν ἀρχῶν ἑπτὰ σύμβουλοι, ἀποτελοῦντες πλέον τοῦ τρίτου τῶν μελῶν τοῦ Συμβουλίου, διότι εἶναι δῆμος πρώτης τάξεως, ᾐτήσατο ἀπὸ τὸν προεδρεύοντα νὰ συγκαλέσῃ τὸ Συμβούλιον, πρὸς ἐκλογὴν Προέδρου καὶ πρωτοκολλητοῦ. Ὁ προεδρεύων, καίτοι ἔλαβε τὴν αἴτησιν ταύτην, κοινοποιηθεῖσαν αὐτῷ διὰ κλητῆρος, παρέλειψεν ἐπὶ 40 περίπου ἡμέρας νὰ συγκαλέσῃ τὸ Συμβούλιον, ὁ δὲ νομάρχης, εἰς τὸν ὁποῖον παρεπονέθησαν οἱ δημοτικοὶ σύμβουλοι, ἐζήτησε διὰ τοῦ δημάρχου ἀπὸ τὸν προεδρεύοντα ἀπολογίαν. Ἀλλ’ ὁ κ. δήμαρχος ἐκώφευσε· διὰ τίνα λόγον, τὸ ἠξεύρει ὁ ἔντιμος Βουλευτὴς Μεσσήνης. Ἠναγκάσθη λοιπὸν ὁ νομάρχης νὰ ζητήσῃ τὴν ἀπολογίαν τοῦ προεδρεύοντος διὰ τοῦ ἀστυνόμου Οἰχαλίας. Ὅτε δὲ ἡ ἀπολογία ὑπεβλήθη εἰς τὸν νομάρχην, καὶ ὁ νομάρχης ἐξέδοτο τὴν ἀπόφασίν του, τότε ὁ προεδρεύων, μαθὼν τοῦτο, συνεκάλεσε τὸ Συμβούλιον διὰ τὴν 15 λήγοντος μηνὸς Ἰανουαρίου. Ἀλλ’ ὁ κ. δήμαρχος, καίτοι ἐγίνωσκεν, ὅτι τὸ Συμβούλιον συνεκλήθη ἀπὸ τὸν τακτικὸν προεδρεύοντα διὰ τὴν 15 Ἰανουαρίου, καὶ οἱ σύμβουλοι συνῆλθον ὅλοι εἰς τὴν πρωτεύουσαν τοῦ δήμου, τὴν ἡμέραν ἐκείνην ἔκλεισεν ἑρμητικῶς τὴν οἰκίαν τοῦ πατρός του, — διότι ἔν τινι δωματίῳ αὐτῆς ὑπάρχει τὸ δημαρχιακὸν κατάστημα, — καὶ τοιουτοτρόπως οἱ σύμβουλοι ἠναγκάσθησαν νὰ περιφέρωνται εἰς τὴν ἀγορὰν τῆς κωμοπόλεως καὶ εἰς τὰ καφενεῖα, μέχρις ὅτου ἦλθεν ἡ προσδιωρισμένη ὥρα, ὅτε ἀπελπισθέντες ἠναγκάσθησαν, ἐν ἀπαρτίᾳ εὑρεθέντες, νὰ συνέλθωσιν εἰς τὸν ἱερὸν ναὸν τοῦ Προδρόμου, καὶ ἐκεῖ νὰ συντάξωσι πρακτικὸν ἀναβολῆς, μὴ θέλοντες νὰ προβῶσιν ἀμέσως εἰς τὴν ἐκλογὴν τοῦ Προέδρου καὶ τοῦ πρωτοκολλητοῦ τοῦ Συμβουλίου. Τὸ πρακτικὸν τοῦτο, κύριε Πρόεδρε, διὰ τοῦ ὁποίου ἀνεβλήθη ἡ συνεδρίασις τοῦ Σώματος διὰ τὴν 20 τοῦ ἰδίου μηνὸς, τὸ ἐκοινοποίησαν εἰς τὸν κ. δήμαρχον διὰ δικαστικοῦ κλητῆρος, ἦτο δὲ καὶ γνωστὸν τοῦτο, διότι ἦσαν οἱ πάντες ἐν γνώσει τῆς θεατρικῆς αὐτῆς παραστάσεως, καὶ συγχρόνως ἐκλήθησαν διὰ δικαστικοῦ κλητῆρος καὶ οἱ ἀπόντες ἕξ δημοτικοὶ σύμβουλοι, ἵνα συνέλθωσι καὶ αὐτοὶ κατὰ τὰς 20 τοῦ ἰδίου μηνός. Τὴν 20 τοῦ μηνὸς Ἰανουαρίου συνῆλθον πάλιν οἱ σύμβουλοι εἰς τὴν πρωτεύουσαν τοῦ δήμου, ἀλλὰ καὶ κατὰ τὴν ἡμέραν ἐκείνην ὁ κ. δήμαρχος ἔκλεισε τὸ δημαρχιακὸν κατάστημα, καὶ μάτην οἱ σύμβουλοι ἔκρουον τὴν θύραν τοῦ καταστήματος· ἐλάμβανον μόνον τὴν ἀπάντησιν ἀπὸ τὴν κυρίαν δημάρχου, ὅτι ὁ κύριος δήμαρχος ἦτο ἀπὼν, καὶ τὸ δημαρχιακὸν κατάστημα ἦτο κεκλεισμένον. Τότε δεκατέσσαρες σύμβουλοι ἐκ τῶν 18, ἐξ ἀνάγκης μετέβησαν εἰς τὸν ἱερὸν ναὸν τῆς κωμοπόλεως, καὶ ἐξέλεξαν Πρόεδρον καὶ πρωτοκολλητὴν, καὶ εἶτα προέβησαν καὶ εἰς ἄλλα ἀντικείμενα, συντάξαντες τὰ νόμιμα πρακτικὰ, ἀντίγραφα τῶν ὁποίων ὑπέβαλον εἰς τὸν νομάρχην. Αὐτὴ, κύριε Πρόεδρε, εἶναι ἡ ἱστορία τῶν ἐνεργειῶν τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου. Τώρα, ἐὰν θὰ ἐγκριθῶσιν ἢ μὴ αἱ πράξεις τοῦ Συμβουλίου, μοὶ εἶναι ἐντελῶς ἀδιάφορον· ἀδιάφορον δὲ ἔπρεπε νὰ ἦναι καὶ εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν τὸν χθὲς ὁμιλήσαντα, διότι ὤφειλεν οὗτος πρῶτον νὰ περιμένῃ τὴν ἀπόφασιν εἴτε τοῦ νομάρχου εἴτε τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργοῦ, καὶ τότε νὰ ἔλθῃ ἐδῶ νὰ ζητήσῃ εὐθύνας, ἐὰν εἴτε ὁ νομάρχης εἴτε ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν ἐξέδιδεν ἀπόφασιν συμφέρουσαν αὐτῷ. Ἀλλὰ διὰ τῆς ὁμιλίας του τῆς χθεσινῆς, ἡ ὁποία ἦτο καθ’ ὅλα ἀνακριβὴς, διότι αὐτὰς τὰς πληροφορίας βεβαίως τῷ ἔδωκαν οἱ φίλοι του, ἠθέλησε νὰ προκαταλάβῃ τὴν ἐνέργειαν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Ἐγὼ δὲν ἔχω νὰ συστήσω τίποτε ἄλλο εἰς τὸν κ. Ὑπουργόν, παρὰ μόνον νὰ ἐξετάσῃ τὴν ὑπηρεσίαν, νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν ὅλα τὰ περιστατικὰ, καὶ ἂν βεβαιωθῇ — ὡς θὰ βεβαιωθῇ — ὅτι ὁ δήμαρχος καὶ κατὰ τὰς δύο συνεδριάσεις τοῦ Συμβουλίου ἐν γνώσει ἔκλεισε τὸ δημαρχιακὸν κατάστημα, σκοπῶν νὰ ματαιώσῃ τὰς συνεδριάσεις τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου, τότε ἂς ἐγκρίνῃ τὰς πράξεις τοῦ Συμβουλίου· ἄλλως ἂς ἀκυρώσῃ αὐτάς· εἰς ἐμὲ, ἐπαναλαμβάνω, εἶναι ἀδιάφορον. Ἀλλ’ ἐὰν ἀκυρώσῃ αὐτὰς, θὰ βεβαιωθῇ, ὅτι οἱ δήμαρχοι ἔχουσι τὸ δικαίωμα νὰ κλείωσι τὰ δημαρχιακὰ καταστήματα καὶ νὰ ματαιώνωσι τὰς συνεδριάσεις τῶν Δημοτικῶν Συμβουλίων. Προσθέτω ἀκόμη καὶ ἕν ἄλλο, κύριε Πρόεδρε. Παρακαλῶ τὸν ἁρμόδιον Ὑπουργὸν νὰ ζητήσῃ βεβαίωσιν ἀπὸ τὸν κ. νομάρχην Μεσσηνίας, φίλον τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Μεσσήνης συναδέλφου, ἂν τῷ ὄντι ὁ δήμαρχος ἠγνόει τὰς ἡμέρας τῶν συνεδριάσεων τοῦ Συμβουλίου, καὶ ἂν περιπλέον ὁ νομάρχης δὲν ἔχει εἰς χεῖράς του ἐπιδοτήριον, ἐξ οὗ ἀποδεικνύεται, ὅτι ἐκοινοποιήθη τὸ πρακτικὸν τῆς ἀναβολῆς τῆς συνεδριάσεως τῆς 15 Ἰανουαρίου πρὸς τὸν δήμαρχον, προσέτι δὲ καὶ ἀλλὰ ἐπιδοτήρια, ἐμφαίνοντα ὅτι προσεκλήθησαν καὶ οἱ ἄλλοι σύμβουλοι, οἱ κατὰ τὴν πρώτην συνεδρίασιν τοῦ Συμβουλίου ἀπουσιάσαντες, καὶ ἐκ τούτου θὰ βεβαιωθῇ, ποῖοι ἐνήργησαν κακῇ τῇ πίστει καὶ ἐξ ἰδιοτελείας πολιτικῆς παραβαίνουσι τὸν νόμον.
§29Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν δύναμαι τῇ ἀληθείᾳ, κύριε Πρόεδρε, νὰ ἐννοήσω τὴν ἀφορμὴν τῶν αἰτιάσεων τοῦ ἀξιοτίμου συμπολίτου μου κ. Μπούτου καθ’ ὅσον χθὲς ἀνεκοίνωσα εἰς τὴν Βουλὴν, ἐπικαλούμενος τὴν ἰδιαιτέραν μέριμναν καὶ προσοχὴν τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν. Δὲν δύναμαι, λέγω, νὰ ἐννοήσω τὴν ἀφορμὴν τῆς αἰτιάσεως τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου, διότι ὁ ἀξιότιμος συμπολίτης μου ὤφειλε νὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψει, ὅτι ὁ Βουλευτὴς ἔχει τὸ δικαίωμα καὶ τοῦ ἐπερωτᾶν καὶ τοῦ ἐλέγχειν τὴν Κυβέρνησιν, ἥτις τυχὸν παρανομεῖ ἢ δὲν ἐκτελεῖ τοὺς νόμους, ἀλλ’ ἔχει ἐπίσης τὸ δικαίωμα τοῦ συνιστᾶν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, τοῦ συνιστᾶν εἰς τὰ μέλη τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἀντικείμενα ἄξια τῆς προσοχῆς καὶ τῆς μελέτης αὐτῶν, τοῦ ποιεῖσθαι παραστάσεις εἰς τοὺς Ὑπουργοὺς, ἵνα ἐπιστήσωσι τὴν προσοχὴν αὐτῶν ἐκεῖ, ὅπου ἁρμόζει νὰ ἐπιστήσωσιν αὐτήν. Τοιοῦτόν τι ἔπραξα χθές· ἐπέστησα τὴν προσοχὴν τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν ἐπὶ τῶν τελεσθέντων, καθ’ ἃ διεβεβαίωσαν ἐμὲ ἐκεῖθεν ὁ δήμαρχος καὶ ἄλλοι πολῖται ἐξ Οἰχαλίας, κατὰ τὴν τελευταίαν συνεδρίασιν τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου Οἰχαλίας. Τὰ ἀναγγελθέντα μοι ἐκεῖθεν εἶναι πράγματι τόσον ἔκτροπα, τόσον παράνομα, ὥστε ἔδει νὰ προκαλέσωσι τὴν προσοχὴν τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, καὶ ἔδει νὰ προκαλέσωσι τὴν προσοχὴν αὐτοῦ εἰς τρόπον ὥστε νὰ παταχθῇ τὸ ἔγκλημα, ἂν ἔγκλημα ὄντως διεπράχθη. Ὁ κ. συμπολίτης μου Βουλευτὴς ἐκ Μεσσήνης ἀνέπτυξε πρὸ ὀλίγου εἰς τὴν Βουλὴν θεωρίας περὶ τῶν περιστάσεων, καθ’ ἃς συμφώνως πρὸς τὸν νόμον τὰ Δημοτικὰ Συμβούλια συνέρχονται εἰς συνεδρίασιν, καὶ ἠθέλησε μὲ τοῦτο νὰ παραστήσῃ, ὅτι δικαιωματικῶς οἱ ἀποτελοῦντες τὴν πλειονοψηφίαν τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου τοῦ δήμου Οἰχαλίας συνῆλθον εἰς συνεδρίασιν ἐν τῷ ναῷ τῆς Πανηγύρεως καὶ οὐχὶ ἐν τῷ δημαρχιακῷ καταστήματι. Παρέστησεν, ὅτι κατ’ ἀρχὰς ἦσαν 12 μέλη παρόντα, προσέθηκεν εἶτα 2, καὶ ἔγειναν 14, καὶ ὅτι ἔλειψαν μόνον 4, διὰ νὰ ἦναι πλῆρες τὸ Σῶμα, καὶ προέβησαν οὕτως εἰς ἀπόφασιν, κατὰ μὲν τὴν πρώτην συνεδρίασιν ἀναβαλόντες τὸ ἀντικείμενον τῆς συσκέψεως αὐτῶν, κατὰ δὲ τὴν δευτέραν διορίσαντες τὰ Ἐκκλησιαστικὰ Συμβούλια τοῦ δήμου καὶ τὸν δημοτικὸν εἰσπράκτορα, καὶ ἐκλέξαντες Πρόεδρον τοῦ Συμβουλίου. Καὶ ταῦτα παρέστησεν ὡς νόμιμα ὁ ἀξιότιμος συμπολίτης μου, διότι εἶπεν, ὅτι προσεκλήθη ὁ δήμαρχος εἰς συνεδρίασιν καὶ ὅτι ἀπέσχε, καὶ οὐ μόνον τοῦτο, ἀλλὰ καὶ ἀπέκλεισεν εἰς τὸ Συμβούλιον τὸ δημοτικὸν κατάστημα, τὸ ὁποῖον, ὡς εἶπεν, εὑρίσκεται εἰς ἓν δωμάτιον τοῦ οἴκου τοῦ πατρὸς τοῦ δημάρχου. Δύναμαι, Κύριοι, νὰ βεβαιώσω τὸν κ. Ὑπουργὸν καὶ τὴν Βουλὴν, ὅτι ταῦτα εἶναι ὅλως ἀνακριβῆ, διότι τὸ δημαρχιακὸν κατάστημα κατέχει ἕνα τῶν ὀρόφων τῆς μεγάλης οἰκίας τοῦ δημάρχου Οἰχαλίας, τὸ δημαρχιακὸν δὲ κατάστημα εἶναι πάντοτε προσιτὸν οὐ μόνον εἰς τοὺς δημοτικοὺς συμβούλους τοῦ δήμου Οἰχαλίας, ἀλλὰ καὶ εἰς πάντας τοὺς πολίτας. Ἦτο λοιπὸν δυνατὸν, ἐὰν οἱ σύμβουλοι ἤθελον νὰ συνεδριάσωσι, νὰ συνέλθωσιν εἰς τὸ Δημαρχεῖον, ἦτο δυνατὸν νὰ συνεδριάσωσι καὶ νὰ εἰδοποιήσωσι καὶ τὸν δήμαρχον. Ἐπικαλοῦνται ὅμως παραδόξως ἐπιδοτήριον δικαστικοῦ τινος κλητῆρος ἀφανοῦς καὶ ἀσήμου, καθ’ ὃ δῆθεν προσεκλήθη ὁ δήμαρχος νὰ παρευρεθῇ κατὰ τὴν συνεδρίασιν τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου. Ἀλλ’ ὁ δήμαρχος, κύριε Πρόεδρε, κατήγγειλεν ἤδη τὸν κλητῆρα ὡς πλαστογράφον, διότι ἐν τῇ ἐπισημότητι τῆς ἀρχῆς του βεβαιοῖ ψευδῆ πράγματα ὡς ἀληθῆ, βεβαιοῖ δηλαδή, ὅτι ἐπέδωκεν εἰς τὸν δήμαρχον πρόσκλησιν τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου, ἵνα παραστῇ κατὰ τὴν συνεδρίασιν, ἐνῷ τοῦτο οὐδόλως εἶναι ἀληθές. Ἡ δὲ καταγγελία αὕτη διεβιβάσθη ὑπὸ τοῦ κ. νομάρχου Μεσσηνίας εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν. Ὅλα ταῦτα, κύριε Πρόεδρε, εἰσὶ γεγονότα τοιαύτης φύσεως, ὥστε δεκάκις ἐκίνησαν τὴν προσοχήν μου, πολλῷ δὲ μᾶλλον προκειμένου περὶ δήμου τῆς ἐπαρχίας, ἣν ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ἀντιπροσωπεύω, καὶ κατὰ δίκαιον λόγον ἐπεκαλέσθην τὴν μέριμναν τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν ἐπὶ τῶν παρανομιῶν τούτων. Ἐποιησάμην δὲ τὴν πρὸς αὐτὸν σύστασιν ἐπὶ σκοπῷ, ἵνα μετὰ προσοχῆς μελετήσῃ τὰ τῆς ὑποθέσεως, καθ’ ἃ θ’ ἀνακοινώσῃ πρὸς αὐτὸν ὁ ἀμέσως προϊστάμενος τῆς διοικήσεως ἐν Μεσσηνίᾳ, ὁ κ. νομάρχης, καὶ ἂν ἐκ τῶν ἀνακοινώσεων αὐτοῦ τῶν ἐπισήμων πεισθῇ ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὅτι παρανομία ὄντως ἐτελέσθη κατὰ τὴν περίφημον ἐκείνην συνεδρίασιν τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου Οἰχαλίας, νὰ πατάξῃ τὴν παρανομίαν καὶ ἀκυρώσῃ τὰ ψηφισθέντα. Τοιαύτη ἦτο ἡ σύστασίς μου, κύριε Πρόεδρε, καὶ εἰς τοιοῦτον ἀφεώρα ἀντικείμενον· δὲν βλέπω δὲ διατί ὁ ἀξιότιμος συμπολίτης μου ἠθέλησε νὰ μὲ αἰτιαθῇ, διότι ἐποιησάμην τοιαύτην σύστασιν πρὸς τὸν ἀξιότιμον Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν.
§30ΠΕΡ. ΜΠΟΥΤΟΣ. Ἐνθυμεῖσθε πολὺ καλὰ, ὅτι τίποτε ἄλλο δὲν ἐζήτησα καὶ ἐγώ· ἐζήτησα μόνον νὰ φωτισθῇ ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου ἀπὸ τὴν προϊσταμένην δικαστικὴν ἀρχήν. Εἶναι ὅμως περίεργος ἡ τακτικὴ τοῦ ἐντίμου προλαλήσαντος. Χωρὶς νὰ γνωρίζῃ τὰ πράγματα καὶ χωρὶς νὰ ἠξεύρῃ λεπτομερείας, ὅ,τι τοῦ γράφουν ἀπ’ ἐκεῖ τὸ πιστεύει!
§31Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ πιστεύω, κύριε συνάδελφε, διότι ἐγένετο καὶ ἄλλοτε... Δὲν ἐγένοντο καὶ ἄλλοτε τοιαῦται συνεδριάσεις παράνομοι, κύριε Μποῦτε;
§32ΠΕΡ. ΜΠΟΥΤΟΣ. Ἐγὼ δὲν σᾶς διέκοψα, καὶ δὲν ἐπιθυμῶ νὰ μὲ διακόπτητε.
§33ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ, μὴ διακόπτετε, κύριε Βουλευτά. Δύνασθε ν’ ἀπαντήσητε κατόπιν.
§34ΠΕΡ. ΜΠΟΥΤΟΣ. Ὅταν ὁ κ. συνάδελφος ἔρχηται καὶ σᾶς λέγῃ, ὅτι τὸ μεσαῖον πάτωμα τῆς οἰκίας τοῦ πατρὸς τοῦ δημάρχου χρησιμεύει ὡς δημαρχιακὸν κατάστημα, εἶναι, Κύριοι, ὡς νὰ σᾶς λέγῃ, ὅτι τώρα εἶναι μεσάνυκτα, —καὶ λυποῦμαι πολὺ διὰ τὸν ἔντιμον συνάδελφον, —ἐνῷ, ἐπαναλαμβάνω, ἓν δωμάτιον τῆς οἰκίας ἐκείνης χρησιμεύει ὡς δημαρχιακὸν κατάστημα, καὶ τὴν ἡμέραν ἐκείνην ἦτο κεκλεισμένη ἑρμητικῶς ὁλόκληρος ἡ οἰκία.
§35ΠΑΝ. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχετε εἰσέλθει ποτέ, κύριε Μποῦτε, ἐκεῖ;
§36ΠΕΡ. ΜΠΟΥΤΟΣ. Ὄχι μόνον τὸ δωμάτιον τοῦ Δημαρχείου ἐκλείσθη, ἀλλ’ ἐκλείσθη ὁλόκληρος ἡ οἰκία, ἥτις ἔχει μίαν καὶ μόνην εἴσοδον. Τὸ ἄλλο δὲ, τὸ ὁποῖον ὁ κ. συνάδελφος εἶπεν, ὅτι ὁ δήμαρχος κατήγγειλε τὸν κλητῆρα, ἠξεύρετε πότε ὁ κ. δήμαρχος τὸ ἐσκέφθη; Ὅτε ὁ νομάρχης εἶπεν εἰς τὸν δήμαρχον, ὅτι κακῶς ἔπραξε, κλείσας τὸ δημαρχιακὸν κατάστημα, ἀφοῦ ἐγίνωσκεν, ὅτι τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον ἐκλήθη εἰς συνεδρίασιν διὰ τὴν 15 Ἰανουαρίου καὶ ὅτι τὸ Συμβούλιον ἀνέβαλε τὴν συνεδρίασίν του διὰ τὴν 20 ἰδίου μηνός. Λοιπὸν καὶ ἐγὼ εἰς τοῦτο ἐπιμένω, νὰ ληφθῶσιν αἱ πληροφορίαι ἀπὸ τὸν ἁρμόδιον νομάρχην, καὶ τὸ Ὑπουργεῖον ἂς ἀποφασίσῃ ὅ,τι θέλει. Θέλει νὰ ἀκυρώσῃ τὰς πράξεις αὐτάς; ἂς τὸ πράξῃ· ἀλλὰ τότε θ’ ἀφήσῃ τοὺς δημάρχους ἐλευθέρους νὰ κλείωσιν, ὁπόταν θέλωσι, τὰ δημαρχιακὰ καταστήματα, καὶ θ’ ἀναγκάσῃ τὰ Δημοτικὰ Συμβούλια νὰ περιφέρωνται εἰς τὰς ἀγυιὰς τῶν πρωτευουσῶν τῶν δήμων.
§37ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Δηλιγιάννης ἔχει τὸν λόγον.
§38Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν μοὶ εἶναι ἐπιτετραμμένον, κατὰ τὴν ἐμὴν γνώμην, ν’ ἀφήσω νὰ παρέλθωσιν ἐν σιγῇ τὰ κατὰ τὸ τέλος τῆς συνεδριάσεως τῆς χθὲς λαβόντα χώραν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ. Ἐὰν τοῦτο δὲν ἐγένετο χθές, δὲν ἦτο αἰτία ἡ λύσις τῆς συνεδριάσεως, ἥτις ὀρθῶς ἐγένετο, ἀλλ’ ἔπρεπε νὰ μὴ γένηται χθὲς περὶ τούτου συζήτησις, διότι κατὰ τὴν συνεδρίασιν ἐκείνην αἱ συζητήσεις καὶ αἱ ἀντίθετοι γνῶμαι, ὁ τρόπος, καθ’ ὃν αὗται ἐξετέθησαν καὶ διεπράχθησαν, εἶχον θερμάνει εἰς ἄκρον τὰ μέλη τοῦ Κοινοβουλίου, ἡ δὲ συζήτησις δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ διεξαχθῇ ἐν ἠρεμότητι καὶ γαλήνῃ. Σήμερον ὅμως, ὅτε παρῆλθεν ἡ θερμότης αὕτη, νομίζω ὅτι ἔχω καθῆκον νὰ προκαλέσω τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς ἐπὶ τοῖς χθὲς γενομένοις. Ἡ Βουλὴ εἶναι Σῶμα αὐθύπαρκτον καὶ κυρίαρχον. Αὐτὴ ἀποφασίζει περὶ τῆς ἐκπληρώσεως τῆς ἐντολῆς της καὶ τῆς διεξαγωγῆς καὶ τῆς κινήσεως τῶν ἔργων αὐτῆς, διότι, ἐὰν τὸ Στέμμα δὲν ἤθελε συγκαλέσει τὴν Βουλὴν ἐντὸς ὡρισμένου χρόνου, τὸ Σύνταγμα διέταξεν, ἵνα ἡ Βουλὴ συνέρχηται αὐτοδικαίως μόνη καὶ ἐπιλαμβάνηται τῶν ἔργων της. Ἐὰν κατὰ τὴν διεξαγωγὴν τῶν ἔργων αὐτῆς ἔχῃ ἀνάγκην χρημάτων, μόνη ἡ Βουλὴ προσδιορίζει τὰ ποσὰ καὶ μόνη ἡ Βουλὴ ψηφίζει αὐτὰ, ἡ δ’ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία ὀφείλει νὰ πληρώσῃ τὰ ψηφισθέντα ποσά. Ἐὰν μέλος τι τοῦ Κοινοβουλίου κατηγορῆται, αὐτὴ θέλει ἐξετάσει, ἂν πρέπει νὰ ἐπιτραπῇ ἡ καταδίωξις, ἀρνεῖται δ’ αὐτὴν, ὁσάκις ἤθελε κρίνει, ὅτι πολιτικοὶ λόγοι διεσκεύασαν πρᾶξιν ἀνύπαρκτον, ἕνεκα τῆς ὁποίας ζητοῦσι νὰ ἀφαιρέσωσιν ἀπὸ τὸ Κοινοβούλιον τὸ μέλος αὐτοῦ. Ἡ Βουλὴ εἶναι κυρία νὰ κανονίσῃ τὸν τρόπον τῶν ἐργασιῶν αὐτῆς, καὶ ἡ Βουλὴ ἔχει ἐπὶ κεφαλῆς αὐτῆς τὸν Πρόεδρον, ὁ ὁποῖος διερμηνεύει τὸ φρόνημα αὐτῆς, ὁ ὁποῖος ὁμιλεῖ ἐν ὀνόματι αὐτῆς, ὁ ὁποῖος ῥυθμίζει τὰ ἔργα αὐτῆς, διευθύνει τὰς συνεδριάσεις αὐτῆς, καὶ κανονίζει τὴν τάξιν ἐν αὐτῇ καὶ κατ’ αὐτήν, συμφώνως πρὸς τὰς ἀποφάσεις τῆς Βουλῆς, αἵτινες διετυπώθησαν ἐν τῷ Κανονισμῷ αὐτῆς. Χθὲς συνέβη δυσάρεστόν τι, τὸ ὁποῖον ἀνέτρεψε πᾶσαν ταύτην τὴν τάξιν. Ἐὰν ὑπελήφθη ὑπό τινος, ὅτι εἷς τῶν Βουλευτῶν, ὁ ἀξιότιμος ἐκ Τυρνάβου, ἠδίκησέ τινα, ἢ ἐξετράπη τοῦ προσήκοντος, ἁρμόδιος ἦτο ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς νὰ ἐνασκήσῃ τὴν ὑπὸ τῆς Βουλῆς ἀνατεθεῖσαν αὐτῷ ἐξουσίαν, καὶ ν’ ἀποκαταστήσῃ τὴν τάξιν κατὰ τὰς συνεδριάσεις, καὶ νὰ ἐπαναφέρῃ εἰς τὸ καθῆκον ἢ εἰς τὴν τάξιν πάντα τυχὸν παρεκτραπέντα Βουλευτὴν, πάντα τυχὸν ἀδικήσαντα· ἀλλὰ τὸ δικαίωμα τοῦτο τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς, τὸ ὁποῖον ὑπὸ τῆς Βουλῆς ἀνετέθη εἰς αὐτόν, εἷς ἐκ τῶν συναδέλφων Βουλευτῶν ἐξ Ἀττικῆς, ὅστις τυγχάνει καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, τὸ δικαίωμα τοῦτο δὲν ἀφῆκεν εἰς τὸν Πρόεδρον νὰ τὸ ἐνασκήσῃ, ἀλλ’ ἔσπευσε πρῶτος νὰ διεκδικήσῃ τὴν γενομένην τυχὸν εἰς αὐτὸν ἀδικίαν, ἣν ὑπέλαβεν ὅτι ἐγένετο αὐτῷ, καὶ νὰ ζητήσῃ αὐτὸς νὰ ἀνορθώσῃ αὐτὴν διὰ τῆς ἰδίας δυνάμεως, οὐχὶ διὰ τῶν μέσων, τὰ ὁποῖα ὁ Κανονισμὸς ἐπιτρέπει, ἀλλὰ διὰ μέσων, τὰ ὁποῖα οἱ νόμοι δὲν ἐπιτρέπουσι. Καὶ ὄντως, Κύριοι, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν — καὶ ἀναφέρω τὴν ἰδιότητα αὐτοῦ ταύτην, διότι ἡ ἰδιότης του αὕτη εἶναι λίαν ἐνδεικτική — ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ὁ ὁποῖος ἀποτελεῖ μέλος τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, εἰς ἣν ἀνετέθη ἡ ἐκτέλεσις τῶν νόμων καὶ ἡ τήρησις αὐτῶν, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἐζήτησε νὰ ἀνορθώσῃ τὸ ἀδίκημα, τὸ ὁποῖον ὑπέλαβεν ὅτι ἐγένετο πρὸς αὐτόν, προσφυγὼν εἰς πρᾶξιν, ἡ ὁποία ἀπαγορεύεται ἀπὸ τοὺς νόμους καὶ τιμωρεῖται ἀπὸ αὐτούς. Κατὰ τὸ ἄρθρον 209 τοῦ Ποινικοῦ Νόμου, «μὲ φυλάκισιν τὸ πολὺ τριῶν μηνῶν τιμωροῦνται ὅσοι ἐπροκάλεσαν ἢ ἐδέχθησαν τὴν πρόκλησιν εἰς μονομαχίαν, μολονότι αὕτη δὲν ἐξετελέσθη». Ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἀνήγγειλε μετ’ ἀταραξίας καὶ πεποιθήσεως ὅτι εἶναι ἐν τῷ νόμῳ, ὅτι ἐνασκεῖ νόμιμον δικαίωμα, ἀνήγγειλεν εἰς τὴν Βουλὴν καὶ εἰς τὸν Πρόεδρον αὐτῆς, ὅτι θὰ ἔστελλε μάρτυρας, ζητῶν ἱκανοποίησιν διὰ τῶν ὅπλων παρ’ ἐκείνου, τὸν ὁποῖον ὑπέλαβεν ἀδικήσαντα αὐτόν, δηλαδὴ περιέπεσεν εἰς πρᾶξιν, ἡ ὁποία τιμωρεῖται, κατὰ τὸ ἄρθρον 209 τοῦ Ποινικοῦ Νόμου, μὲ τρίμηνον φυλάκισιν, καὶ χαρακτηρίζεται ὡς πλημμέλημα (ἱλαρότης). Τὸ πρᾶγμα δὲν εἶναι ἀστεῖον, τὸ πρᾶγμα μοὶ ἐνδεικνύει τὴν πεποίθησιν τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, ὅτι δὲν ἔπραξέ τι ἔκτροπον καὶ εἰς τοὺς νόμους ἀντιβαῖνον, ἀλλὰ τι ὑπὸ τῶν νόμων συγχωρούμενον· ἢ δὲν γνωρίζω ποία ἄλλη ἰδέα καὶ γνώμη ἐνθαρρύνει αὐτὸν νὰ πιστεύῃ, ὅτι ἠδύνατο τοιοῦτον ἄγγελμα νὰ μεταδώσῃ εἰς τὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς καὶ τὴν Βουλήν. Ἀλλά, πλὴν τῆς ἀνευλαβείας πρὸς τὴν κυριαρχικὴν ἐξουσίαν τῆς Βουλῆς καὶ τὸν Πρόεδρον αὐτῆς, πλὴν τῆς παραβάσεως τοῦ Ποινικοῦ Νόμου πρέπει νὰ ἐξετάσω τὸ συμβεβηκὸς καὶ ὑπὸ ἄλλην ἔποψιν, τὴν συνταγματικήν, ὑπερτέραν, γενικοῦ συμφέροντος. Ἡ πρωτίστη βάσις τοῦ συνταγματικοῦ πολιτεύματος εἶναι ἡ ἐλευθερία περὶ τὸ συζητεῖν, ἡ ἐλευθερία τοῦ λόγου· δὲν ὑπάρχει ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ οὐδεὶς ἄλλος περιορισμός, εἰμὴ ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἐπιβάλλεται πρὸς τήρησιν τῆς τάξεως, ἥτις πρέπει νὰ ἐπικρατῇ κατὰ τὰς συζητήσεις· κατὰ τίνα δὲ τρόπον κανονίζεται ἡ τήρησις τῆς τάξεως, ἀναγράφουσιν αὐτὰ τὰ Κοινοβούλια ἐν τοῖς Κανονισμοῖς αὐτῶν, ἀλλὰ βεβαίως κατὰ πάντα ἄλλον, καὶ οὐχὶ κατὰ τὸν τρόπον, τὸν ὁποῖον ἐξελέξατο ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν. Τὴν ἐλευθερίαν αὐτὴν τοῦ λόγου περιστέλλει, καὶ ἂν δὲν περιστέλλῃ, περιορίζει τὰ μάλα δυσαρέστως, ἡ παρουσία Ὑπουργοῦ, ἀντιπροσωπεύοντος τὴν ὑλικὴν δύναμιν τοῦ Κράτους, καὶ ἐπικαλουμένου, πρὸς προστασίαν τῶν δικαιωμάτων του, ἢ πρὸς ἀπόκρουσιν τῶν αἰτιάσεων, τὰς ὁποίας ὑπολαμβάνει ὅτι ἀπευθύνονται πρὸς αὐτόν, ἐπικαλουμένου τὴν βίαν. Βία δὲ εἶναι ἡ μονομαχία, εἶναι ἐνάσκησις βίας, τὴν ὁποίαν, ἂν ἀκόμη προλήψεις τοῦ μεσαίωνος συντηρῶσιν ἐν ταῖς χώραις τῆς Εὐρώπης, ἀποκρούει ὅμως ἡ δικαιοσύνη καὶ ἡ ἐλευθερία. Μάλιστα παρ’ ἡμῖν, ἐπειδὴ κατάχρησις ἐγένετο περὶ ταύτην, ἐξεδόθη πρό τινος καὶ στρατιωτικὸς Κανονισμός, ὁ ὁποῖος κανονίζει πότε ἐπιτρέπεται ἢ εἶναι ἀνεκτὴ ἡ μονομαχία. Ἀλλ’ οὔτε ὁ στρατιωτικὸς οὗτος Κανονισμὸς ἐτηρήθη. Ἀλλὰ πρὸ πάντων καθῆκον ἔχομεν ἡμεῖς, τὰ μέλη τοῦ Κοινοβουλίου, ἀμυνόμενοι ἰδίως ὑπὲρ τῆς ἐλευθερίας τῆς Βουλῆς, τῆς ἐλευθερίας τοῦ λόγου, ἀμυνόμενοι ὑπὲρ τῶν θεσμῶν, διὰ τῶν ὁποίων οἱ πατέρες ἡμῶν ἐπροίκισαν τὸν τόπον, νὰ προσέξωμεν εἰς τὸ συμβεβηκὸς τῆς χθές, ἡμεῖς, οἵτινες ἠκούσαμεν τὸν Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν διακόπτοντα τὸν ἐπὶ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς ἱστάμενον ἔτι Βουλευτὴν ἐκ Τυρνάβου, καὶ ἀναγγέλλοντα εἰς αὐτὸν, ὅτι θὰ στείλῃ πρὸς αὐτὸν μάρτυρας!
§39Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Κύριοι Βουλευταί, ἀνέρχομαι ἐπὶ τοῦ βήματος, οὐχὶ διὰ ν’ ἀπολογηθῶ, — διότι δὲν εἶμαι κατηγορούμενος, — ἀνέρχομαι ἐπὶ τοῦ βήματος, μόνον καὶ μόνον διὰ νὰ ἐπανορθώσω ὅσας ἀνακριβείας εἶπεν ὁ ἀρχηγὸς τῆς μείζονος μερίδος τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Ὁ ἀξιότιμος ἀρχηγὸς τῆς μείζονος μερίδος τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἐβεβαίωσε τὴν Βουλήν, ὅτι ἐγὼ ἐζήτησα μονομαχίαν ἀπὸ τὸν ἀξιότιμον ἐκ Τυρνάβου Βουλευτήν. Ἐδῶ σφάλλεται ὁ ἀξιότιμος ἀρχηγὸς τῆς μείζονος μερίδος τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Ἠκούσατε, Κύριοι, τί συνέβη χθὲς τὴν ἑσπέραν. Ἀγορεύων ὁ ἀξιότιμος ἐκ Τυρνάβου Βουλευτὴς, παρεσύρθη, καὶ ἐν τῇ ῥύμῃ τοῦ λόγου του εἶπε φράσιν τινὰ, ἡ ὁποία κακῶς ἤχησεν εἰς τὰ ὦτά μου, τὰ ὁποῖα σᾶς βεβαιῶ ὅτι ἐκ γενετῆς μέχρι σήμερον οὐδεὶς ἐτόλμησε νὰ θίξῃ.
§40ΦΩΝΑΙ (ἐξ ἀριστερῶν). Ὤ! ὤ! ὤ!
§41Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ. Ὅτε ἦτο εἰς τὸ πέρας τοῦ λόγου του ὁ ἀξιότιμος κ. Λυμπρίτης, τὸν ἠρώτησα ἁπλῶς, ἂν διὰ τῆς φράσεως ἐκείνης, τὴν ὁποίαν ἐξεστόμισεν, εἶχε σκοπὸν νὰ θίξῃ ἐμέ. Μέχρι τινὸς ἐβεβαίωσεν, ὅτι οὐδένα τοιοῦτον σκοπὸν εἶχε, καὶ τότε ἀμέσως ἐγὼ ἔσπευσα νὰ τῷ εἴπω, ὅτι αὐτὸ μὲ ἀρκεῖ· ἀλλὰ δὲν περιωρίσθη ἕως ἐκεῖ· ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος· ἐπροχώρησε καὶ περαιτέρω, καὶ κατερχόμενος τοῦ βήματος ἐστράφη πρὸς τὴν Βουλὴν καὶ εἶπεν: «Ἄν ἐξ ὅσων εἶπον λέξις τις δύναται νὰ θεωρηθῇ ὡς ἀνάκλησις, εἶμαι ἕτοιμος νὰ δεχθῶ ἀμέσως τὴν πρόκλησιν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν.» Λησμονεῖτε, κύριε ἡγέτα τῆς μείζονος μερίδος τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ὅτι εἶμαι στρατιωτικός, λησμονεῖτε ὅτι τὸν βαθμὸν τοῦ στρατηγοῦ ἔλαβον ἐπὶ τοῦ πεδίου τῆς μάχης (εὖγε! εὖγε! ἐκ τῆς δεξιᾶς). Λησμονεῖτε, ὅτι δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον εἰς τὸν στρατιωτικὸν νὰ δέχηται προσβολάς· καὶ ἐν τούτοις ἐγὼ δι’ ὅλης τῆς ψυχραιμίας εἶπον πρὸς τὸν κ. ἐκ Τυρνάβου Βουλευτήν, ὅτι ἀμυνόμενος θὰ τῷ στείλω τοὺς μάρτυράς μου. Ἀλλ’ ὅστις στέλλει μάρτυρας, τοὺς στέλλει διὰ μονομαχίαν; Ἐδῶ εἶναι ἡ παρεξήγησις, τὴν ὁποίαν κάμνετε, κύριε ἀρχηγὲ τῆς μείζονος μερίδος τῆς Ἀντιπολιτεύσεως (ἱλαρότης)· ὅστις στέλλει μάρτυρας δὲν τοὺς στέλλει διὰ νὰ προκαλέσῃ τὸν ἄλλον εἰς μονομαχίαν, τοὺς στέλλει διὰ νὰ διευκρινήσῃ τὴν ὑπόθεσιν, ἐμπιστεύεται δηλαδὴ τὴν τιμήν του εἰς τοὺς μάρτυρας, καὶ εἰς αὐτοὺς ἀναθέτει, ἂν ἦναι δυνατὸν νὰ συμβιβασθῇ ἡ ὑπόθεσις, νὰ τὴν συμβιβάσουν, ἄλλως νὰ κανονίσουν τὰς συνεπείας, τὰς ὁποίας πρέπει νὰ ἔχῃ μία τοιαύτη ὑπόθεσις δι’ ἕνα στρατιωτικόν. Ἠμπόδισα ἐγὼ τὸν κ. Πρόεδρον νὰ ἐπεμβῇ εἰς τὴν ὑπόθεσιν καὶ νὰ ἐπαναφέρῃ ἐκεῖνον, ὅστις παρεξετράπη, εἰς τὴν τάξιν; Ποσῶς. Ἐπενέβην ἐγὼ εἰς τὰ καθήκοντα τοῦ Προέδρου;
§42ΠΡΟΕΔΡΟΣ (Ν. Χατζῖσκος). Δὲν ἤμην ἐγὼ ἐκείνην τὴν ὥραν ἐπὶ τῆς ἕδρας.
§43Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ. Κύριε ἀντιπρόεδρε, ἐπενέβην εἰς τὰ καθήκοντά σας;
§44Ι. ΓΙΑΝΝΑΚΙΤΣΑΣ (ἀντιπρόεδρος). Οὐδόλως.
§45Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ. Ἰδού, ὅτι ὁ προεδρεύσας χθὲς τὸ ὁμολογεῖ. Ἐγὼ ἁπλῶς ἠθέλησα νὰ κάμω ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἡ θέσις μου ἐπιβάλλει, ὥστε νὰ μὴ ἔχῃ τὸ δικαίωμα κανεὶς νά εἴπῃ τι ἀπρεπὲς εἰς ἐμὲ, ὁ ὁποῖος οὐδέποτε ἔδωκα ἀφορμὴν ἐνοχλήσεως εἰς ἄλλον, οὐδέποτε ἠδίκησά τινα, ἀλλὰ καὶ οὐδέποτε ἐπέτρεψα εἰς ἄλλον νὰ μὲ προσβάλῃ. Εἶπον, λέγω, ὅτι θὰ στείλω τοὺς μάρτυράς μου· μὲ τοῦτο δὲ ἐνόουν, ὅτι αὐτοὶ θὰ ἐξετάσουν τὴν ὑπόθεσιν, καὶ θὰ κανονίσουν, ποῖαι θὰ ἦναι αἱ συνέπειαι αὐτῆς. Ἀλλὰ μὲ καταγγέλλετε, κύριε ἀρχηγὲ τῆς μείζονος μερίδος τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἐκ παρανοήσεως ἴσως, ὅτι δὲν ἐσεβάσθην καὶ τὸ σχετικὸν περὶ μονομαχίας Διάταγμα. Ἀγνοεῖτε ὅμως, ὅτι τὸ Διάταγμα αὐτὸ, τὸ ὁποῖον ἐπεκαλέσθητε, τὸ συνέταξα ἐγὼ, ὡς Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ἵνα θέσω περιορισμοὺς εἰς τὴν μονομαχίαν μεταξὺ τῶν στρατιωτικῶν, καὶ μὴ διασαλεύηται ἡ σύμπνοια μεταξὺ τῶν ἀξιωματικῶν ἐν τοῖς Σώμασι. Τὸ Διάταγμα ὅμως αὐτὸ ἐξαιρεῖ τοὺς στρατηγοὺς καὶ συνταγματάρχας, κύριε ἡγέτα τῆς μείζονος μερίδος τῆς Ἀντιπολιτεύσεως (ἱλαρότης)· ἑπομένως, ὅταν βλέπητε, ὅτι ἓν Διάταγμα ἐν ἰσχύϊ θέλει τοὺς ἔχοντας ἀνώτατον βαθμὸν νὰ ἦναι μὴ μου ἅπτου ὡς πρὸς τὴν ἀξιοπρέπειαν, ἠθέλετε νὰ ἀφήσω ἐγὼ νὰ παρέλθῃ μία ὕβρις, ἥτις ἀπηυθύνθη πρὸς ἐμέ, καὶ πρὸς στιγμὴν μὲν ἀνεκλήθη, ἀλλὰ κατόπιν πάλιν ἐπανελήφθη ἐπὶ πεδίου τοιούτου, τὸ ὁποῖον δὲν μοὶ ἐπέτρεπε νὰ ἐγκαταλίπω τὴν περαιτέρω ἐπιζήτησιν τῆς ἐξηγήσεως; Οὐδόλως ἐγὼ προεκάλεσα τὸν ἀξιότιμον ἐκ Τυρνάβου Βουλευτήν· ἁπλῶς εἶπον αὐτῷ, ὅτι ἀμυνόμενος θὰ τῷ στείλω τοὺς μάρτυράς μου· καὶ ἐπαναλαμβάνω ὅτι οἱ μάρτυρες δὲν ἔχουν σκοπὸν προκλήσεως εἰς μονομαχίαν, ἀλλ’ ἔχουν σκοπὸν νὰ σταθμίσουν τὰ πράγματα, καὶ αὐτοὶ νὰ τὰ κανονίσουν οὕτως, ὥστε ἡ στολή, τὴν ὁποίαν φέρομεν, νὰ ἦναι πάντοτε ἀκηλίδωτος. (Εὖγε! εὖγε! ἐκ τῆς δεξιᾶς).
§46Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐὰν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἐπανέλαβεν ἑπτάκις νὰ μὲ ὀνομάζῃ ἀρχηγὸν τῆς μείζονος μερίδος τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, πρὸς εἰρωνείαν, ἢ πρὸς σάτυραν τοῦ ἐμοῦ κόμματος, οὐδόλως ἐνοχλοῦμαι, συνηθίζω δὲ νὰ περιφρονῶ τοὺς τοιούτους ὀνειδισμούς. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς ἀριστερᾶς).
§47Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ. (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Καὶ ἐγὼ περιφρονῶ.
§48Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐγὼ, ἐὰν ἦμαι ἡγέτης μείζονος ἢ ἐλάσσονος μερίδος τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, δὲν ἔπαυσα νὰ ἦμαι Βουλευτής, ἀντιπροσωπεύων τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν ἐνταῦθα, καὶ μεριμνῶν, καθ’ ὃ ἔχω καθῆκον, περὶ τῶν δικαιωμάτων αὐτοῦ. Ἂν ὁ κύριος Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς καὶ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἠγωνίσθη ὑπὲρ τῶν ἐθνικῶν συμφερόντων, ἡ πατρὶς ἐβράβευσεν αὐτόν, καὶ ἐγὼ τότε ἐκ τῶν πρώτων συνεχάρην αὐτὸν διὰ τηλεγραφήματος.
§49Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ. Ἀληθέστατον.
§50Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἡ πατρὶς ἀπέδωκεν αὐτῷ ὡς βραβεῖον τὸν βαθμὸν, τὸν ὁποῖον ἔχει· ἀλλὰ διὰ τοῦτο ὑπὲρ πάντα ἄλλον ὀφείλει νὰ ὑποτάσσηται εἰς τοὺς νόμους.
§51Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ. Ὑποτάσσομαι (ἱλαρότης).
§52Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. ... ὑποτάσσεται δὲ, ὅταν, νομίζων ὅτι ἀδικεῖται ὑπὸ ἄλλου ἐν τῇ Βουλῇ, ἀποτείνηται εἰς τὸν Πρόεδρον, ζητῶν παρ’ αὐτοῦ νὰ ἐπαναφέρῃ τὸν ἀδικοῦντα εἰς τὴν τάξιν, οὐχὶ δὲ, ὅταν ἀντὶ τούτου στέλλῃ μάρτυρας, προκαλῶν εἰς μονομαχίαν τὸν διακεκριμένον Βουλευτήν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν ἔλεγεν, ὅτι δὲν ἀνεμίχθη εἰς τὰ ἔργα τοῦ Προέδρου· ἀλλὰ οἱ λόγοι του οὗτοι οὐδεμίαν ἔχουσιν ἔννοιαν. Ἐγὼ δὲν διατίθεμαι νὰ ἐρευνήσω, ἂν ἀνεμίχθη ἢ ὄχι εἰς τὰ ἔργα τοῦ Προέδρου, γνωρίζω ὅμως, ὅτι, ὑπολαβὼν ὅτι ἠδικήθη ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Τυρνάβου, δὲν ἐπεκαλέσθη τὴν μέριμναν τοῦ Προέδρου, ἀλλ’ ἔσπευσε νὰ ἀναγγείλῃ εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι θέλει στείλει μάρτυρας εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Τυρνάβου. Ποία δὲ εἶναι ἡ ἔννοια τῆς ἀποστολῆς μαρτύρων; Ἡ ἀποστολὴ μαρτύρων, δὲν σκοπεῖ πρόκλησιν εἰς μονομαχίαν; Δὲν σκοπεῖται τοῦτο συνήθως διὰ τῆς ἀποστολῆς μαρτύρων; Δὲν ἤθελον ἀγανακτήσει, ἂν οἱοσδήποτε Βουλευτὴς ἤθελεν ἀποφασίσει νὰ προβῇ εἰς πρᾶξιν ἀντιβαίνουσαν εἰς τὸν Ποινικὸν Νόμον, καὶ νὰ προκαλέσῃ εἰς μονομαχίαν ἄλλον τινὰ, πολίτην, στρατιωτικὸν ἢ μή. Ἀλλ’ ἠγανάκτησα, ὅτε τὸ ἄγγελμα τῆς ἀποστολῆς μαρτύρων ἐδόθη ἐνώπιον τῆς Βουλῆς πληθούσης, ἐν πλήρει συνεδριάσει, διὰ νὰ τὸ ἀκούσῃ ὁ Πρόεδρος αὐτῆς καὶ νὰ τὸ ἀκούσῃ ἡ Ἑλλάς, ὅτι εἷς Βουλευτὴς, στρατιωτικὸς, ὑποστράτηγος, ὁ διὰ τοῦ προβιβασμοῦ του εἰς ὑποστράτηγον βραβευθεὶς κατὰ τὸν πόλεμον τοῦ 1897, προκαλεῖ εἰς μονομαχίαν, στέλλει μάρτυρας εἰς ἕτερον Βουλευτὴν, διότι οὗτος ἐπέκρινε κατὰ τοῦτον ἢ ἐκεῖνον τὸν τρόπον νομοθέτημα, τὸ ὁποῖον ἔχει προτείνει εἰς τὴν Βουλὴν ὁ Ὑπουργός. Δὲν γνωρίζω, ἂν εἰς ἡμᾶς τοὺς πολιτικοὺς, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχομεν τὰ στέρνα τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, οὔτε ἀσχολούμεθα εἰς τὰς μάχας, διὰ νὰ ἡττώμεθα ἢ νὰ νικῶμεν, ὄντες ἀπόλεμοι καὶ ἀπαράσκευοι, ἄν, λέγω, ἡ ἰδέα, ὅτι δὲν εἶναι ἀδύνατον ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν ἢ τῶν Στρατιωτικῶν νὰ μᾶς στείλῃ μάρτυρας, διὰ νὰ συνεννοηθῶμεν περὶ τῆς ἐννοίας λόγων ἡμῶν ἢ πράξεων ἐν τῇ Βουλῇ, δὲν γνωρίζω, λέγω, ἂν τοῦτο δὲν ἤθελεν ἐξασκήσει εἰς ἡμᾶς ἐπιρροὴν ἀποθαρρύνσεως. Κατ’ αὐτῆς τῆς ἐπιρροῆς τῆς ἀποθαρρύνσεως διαμαρτύρομαι ὡς Βουλευτὴς, ὡς πολίτης, οὐδὲν δὲ ἀξιῶ παρὰ τῆς Βουλῆς. Ἂν ἡ Βουλὴ ἤθελε κρίνει δίκαιον νὰ σιωπήσῃ, θέλει καταδείξει ὁποία εἶναι καὶ πῶς κρίνει περὶ τῆς ἀξιοπρεπείας της, καὶ πῶς ζηλοτύπως χειρίζεται τὴν ἑαυτῆς ἐξουσίαν, ἵνα προστατεύσῃ τὰ δικαιώματά της.
§53Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Σᾶς βεβαιῶ, ὅτι διὰ τῆς ὀνομασίας, τὴν ὁποίαν ἀπένειμα πρὸς τὸν ἀξιότιμον ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴν, ὃν ὠνόμασα ἀρχηγὸν τῆς μείζονος μερίδος τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, οὐδεμίαν πρόθεσιν εἶχον νὰ τὸν θίξω...
§54Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Πιστεύσατε ὅτι δὲν μὲ ἐνδιαφέρει διόλου.
§55Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ. .. Ἀλλὰ διαβεβαιῶ αὐτόν, ὅτι, ἂν εἶπεν ὅτι περιφρονεῖ τὰ ὅσα λέγονται, τότε καὶ ἐγὼ περιφρονῶ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι παρεξηγοῦσι τὰς προθέσεις μου. Ἀναγκάζομαι δὲ πρὸς τούτοις νὰ ὑπομνήσω εἰς τὸν ἀξιότιμον ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴν, ὅτι μετὰ πολλῆς αὐστηρότητος ἔκρινε τὸ χθεσινὸν ἐπεισόδιον, ἐνῷ εἰς ἄλλην ἐποχήν, ὅτε ἦτο Πρωθυπουργὸς, εἷς δὲ συνυπουργός του, ὁ ἀξιότιμος ἐξ Οἰτύλου Βουλευτής, ἐμονομάχησε μὲ ἀξιότιμον Βουλευτήν, ὁ ὁποῖος καὶ σήμερον παρακάθηται εἰς τὴν αἴθουσαν ταύτην ὡς Βουλευτὴς, δὲν ἔδειξε τὴν αὐτὴν ἀγανάκτησιν, τὴν ὁποίαν ἔδειξε τὴν ἑσπέραν ταύτην δι’ ἐμέ.
§56ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ἔγεινε πρόκλησις τότε μονομαχίας ἐν τῇ Βουλῇ;
§57Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ. Διηγοῦμαι ἓν γεγονός, διὰ νὰ ἔλθω εἰς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον θὰ εἴπω τώρα, ἵνα ἀπαντήσω ἀκριβῶς εἰς ὅσα εἶπεν ὁ ἀρχηγὸς τῆς μείζονος μερίδος τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Ὁ κ. ἐκ Γόρτυνος πολιτευτὴς, εἰς ἄλλην ἐποχὴν, Πρωθυπουργὸς ὤν, εἶχε συνυπουργόν του τὸν ἀδελφόν μου, — καὶ τὸ ἐνθυμεῖται πολὺ καλὰ, διότι τὸν ἔχει στεφανώσει, δηλαδὴ εἶναι καὶ κουμπάροι. — Ὁ ἀδελφός μου τότε, ὡς Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς ἦλθεν εἰς διένεξιν πρὸς τὸν τότε βουλευτὴν, συνταγματάρχην τοῦ πεζικοῦ, Βασιλειάδην Βασίλειον. Κατὰ τὴν συνομιλίαν των ὁ τότε Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν εἶπεν εἰς τὸν κ. Βασιλειάδην: «Θὰ σοῦ δείξω ἐσένα καὶ μέσα εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ἔξω!»
§58Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Αὐτὰ δὲν ἐλέχθησαν.
§59ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Δὲν ἐλέχθησαν. Ἤμεθα καὶ τότε Βουλευταί. Δὲν εἶναι ἀληθῆ.
§60ΦΩΝΑΙ (ἐξ ἀριστερῶν). Δὲν εἶναι ἀληθῆ, δὲν εἶναι ἀληθῆ (θόρυβος).
§61Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ. Μὴ φωνάζετε κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον. Νὰ σιωπήσητε (θόρυβος). Ἐγὼ δὲν εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ἦμαι τότε Βουλευτής, ἀλλὰ μὲ ἐβεβαίωσαν περὶ τούτου Βουλευταὶ τῆς πτέρυγος ταύτης.
§62Γ. ΠΟΛΥΓΕΝΗΣ ΚΑΙ ΑΛΛΟΙ. Εἶναι τὰ πρακτικά.
§63Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ. Ναί, ἀλλὰ τὰ πρακτικὰ κατηγγέλθησαν τὴν ἑσπέραν ταύτην, ὅτι δὲν εἶναι ἀκριβῆ.
§64Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐνθυμηθῆτε ὅτι ἐγὼ ὡμίλησα περὶ τῶν πρακτικῶν τῶν ἐπισήμων, τῶν πραγματευομένων περὶ τῶν ἐνεργειῶν καὶ πράξεων τῆς Βουλῆς, οὐδόλως δ’ ὡμίλησα περὶ τῶν πρακτικῶν τῶν ἐστενογραφημένων.
§65ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα, μάλιστα.
§66Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ. Σᾶς παρακαλῶ· δὲν ἐζητήθη νὰ διαγραφῇ μία παράγραφος;
§67ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὐτὸ θὰ διορθωθῇ, κύριε Ὑπουργέ.
§68Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ. Λοιπόν, ἐπαναλαμβάνω, ὁ τότε Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, κατόπιν τῆς σκηνῆς, ἡ ὁποία ἔλαβε χώραν εἰς τὴν Βουλήν, ἐμονομάχησε μὲ τὸν συνταγματάρχην Βασιλειάδην, ὁ δὲ Πρωθυπουργὸς τῆς ἐποχῆς ἐκείνης ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος πολιτευτὴς δὲν ἐσυγχίσθη, οὔτε ἐπεκαλέσθη τὴν ἐφαρμογὴν τῶν θεσμῶν, διὰ τοὺς ὁποίους ἐπεσκόπτετο μετὰ τόσου ἐνθουσιασμοῦ τὴν ἑσπέραν ταύτην.
§69Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, εἶναι ἀνάγκη νὰ δώσω μίαν ἐξήγησιν τῆς θέσεως, ἐν ᾗ εὑρισκόμεθα. Κρίνω ἀπαραίτητον, ὅπως ταύτην τὴν στιγμὴν τηρήσω σιγήν, σεβόμενος τὰ ἔθιμα, ἅτινα εἶναι ἐπιβεβλημένα. Ὅσον δ’ ἀφορᾷ τὰς λεπτομερείας τοῦ χθεσινοῦ συμβάντος, ὅταν τὰ ἐστενογραφημένα πρακτικὰ λάβωσι δημοσιότητα, τότε οὐ μόνον ἡ Βουλὴ θέλει κρίνει, — ἥτις καὶ χθὲς ἤκουσε καὶ ἔκρινεν, — ἀλλὰ καὶ ὁλόκληρος ὁ Ἑλληνισμὸς θέλει κρίνει περὶ τῶν χθὲς συμβάντων. Δὲν ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ φωτίσω ἐγὼ κανένα, ἀλλὰ θέλουσι φωτίσει τὰ ἐστενογραφημένα πρακτικὰ τῆς Βουλῆς.
§70Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν δὲν ἀπετέλει μέλος τοῦ Κοινοβουλίου κατὰ τὴν Περίοδον τοῦ 1895 καὶ 1896, ἑπομένως δὲν ἦτο παρὼν, δὲν ἤκουσεν αὐτοῖς ὠσὶ, δὲν εἶδεν αὐτοῖς ὄμμασι τὰ γενόμενα τότε· βεβαιῶ ὅμως αὐτὸν καὶ τὴν Βουλὴν σύμπασαν, ὅτι, ἐὰν ἔμαθε παρ’ ἄλλου, ὅτι ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς ὁ τότε Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν κ. Νικόλαος Σμόλενιτς εἶπε πρὸς τὸν συνταγματάρχην κ. Βασιλειάδην: «θὰ σοῦ δείξω καὶ ἐδῶ, εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ ἔξω», ὁ ἕτερος οὗτος δὲν εἶπεν αὐτῷ ἀκριβῆ πράγματα, δὲν εἶπεν αὐτῷ τὴν ἀλήθειαν. Βεβαιῶ μάλιστα τὴν Βουλὴν, ὅτι ἐγὼ δὲν ἐγνώριζον παντάπασιν, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν κ. Νικόλαος Σμόλενιτς ἐκάλεσε τότε εἰς μονομαχίαν τὸν συνταγματάρχην κ. Βασιλειάδην, ὅτε δὲ ἐκ τῶν ἐφημερίδων ἔμαθον, ὅτι ἐκάλεσεν αὐτὸν εἰς μονομαχίαν καὶ ὅτι ἐμονομάχησαν, εὐτυχῶς ἀναιμάκτως, ὁ κ. Νικόλαος Σμόλενιτς θὰ ἐνθυμηθῇ ποῖα εἶπον πρὸς αὐτὸν κατ’ ἰδίαν, παριστῶν, ὅτι τὰ γενόμενα δὲν ἦσαν σύμφωνα πρὸς τὴν τάξιν καὶ τὸ προσῆκον.
§71Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν πρόκειται λοιπόν, κύριε Πρόεδρε, οὔτε περὶ θεσμῶν οὔτε περὶ νόμου, διότι, ἐὰν ἐπρόκειτο περὶ θεσμῶν ἢ περὶ νόμου, ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτής, ὁ τότε Πρωθυπουργός, δὲν ἤθελεν ἀρκεσθῆ ν’ ἀνακοινώσῃ κατ’ ἰδίαν εἰς τὸν συνυπουργὸν αὐτοῦ τὰς σκέψεις αὐτοῦ, ἀλλ’ ἤθελεν ἐν ὀνόματι τῶν θεσμῶν καὶ ἐν ὀνόματι τοῦ νόμου τιμωρήσει αὐτόν. Δὲν πρόκειται λοιπὸν περὶ θεσμῶν, δὲν πρόκειται περὶ νόμου, ἀλλὰ πρόκειται περὶ σκανδάλου, ὅπερ θέλομεν νὰ ῥίψωμεν ἐντὸς τῆς αἰθούσης ταύτης, ἐνῷ καθῆκον ἀπαραίτητον εἴχομεν, ἵνα τὰ συμβάντα τῆς χθὲς καλύψωμεν διὰ σιγῆς. Τὸ καθῆκον τοῦτο ἐπεβάλλετο εἰς ἡμᾶς, διότι οὐδεὶς παραδέχεται, ὅτι εἴχομεν τὴν ἑσπέραν ταύτην ἀνάγκην νὰ μάθωμεν ὅτι ἡ Βουλὴ εἶναι αὐθύπαρκτον Σῶμα, ὅτι ἡ Βουλὴ δύναται τὰς δαπάνας αὐτῆς νὰ κανονίσῃ ἡ ἰδία, ὅτι ἡ Βουλὴ ἐκλέγει τὸν Πρόεδρον αὐτῆς, ὅτι ὁ Πρόεδρος ἀντιπροσωπεύει αὐτήν. Εἶναι ταῦτα πράγματα εἰς πάντας γνωστά, οὔτε εἴχομεν ἀνάγκην νὰ μάθωμεν αὐτὰ τὴν ἑσπέραν ταύτην. Οὐδεὶς ἐπίσης εἶχεν ἀνάγκην νὰ μάθῃ, ὅτι ὁ λόγος παρ’ ἡμῖν εἶναι ἐντελῶς ἐλεύθερος, καὶ ὅτι ἡ ἐλευθερία τοῦ λόγου πρέπει νὰ ἦναι πάντοτε σεβαστή· ἀλλ’ οὐδεὶς περιέμενεν, ὅτι ἦτο δυνατὸν νὰ λεχθῇ, ὅτι ἔστω καὶ πρόκλησις εἰς μονομαχίαν ἠδύνατο νὰ περιορίσῃ τὴν ἐλευθερίαν τοῦ λόγου τῶν ἐνταῦθα παρακαθημένων, διότι οὐδεὶς δύναται νὰ ὑποστηρίξῃ, ὅτι ὑπάρχει ἔστω καὶ εἷς Βουλευτής, ὅστις πρὸ τοῦ φόβου μιᾶς προκλήσεως δὲν ἤθελε κάμει χρῆσιν τῆς ἀπολύτου ἐλευθερίας τοῦ λόγου. (Εὖγε! εὖγε! ἐκ δεξιῶν). Λυπηρὸν βεβαίως ἦτο τὸ συμβὰν τὸ χθεσινόν, ἀλλά, κατ’ ἐμὴν κρίσιν, τὸ συμβὰν τοῦτο διαφεύγει τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς. Ὁ κύριος ἐκ Τυρνάβου Βουλευτὴς ὁμιλῶν μετεχειρίσθη φράσιν, τὴν ὁποίαν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς ἐθεώρησε δι’ ἑαυτὸν προσβλητικήν. Ἐγένοντο ἐξηγήσεις, ἀλλ’ αἱ ἐξηγήσεις αὗται, μὴ θεωρηθεῖσαι ἐπαρκεῖς, προεκάλεσαν τὴν ἀποστολὴν μαρτύρων. Ἐδόθη ἰδιωτικὴ πλέον ἐνέργεια. Εἰς ταύτην οὐδεὶς ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ εἰσέλθῃ. Ἡ διένεξις ἡ ἐπελθοῦσα πρόκειται νὰ κριθῇ ὑπ’ ἀνδρῶν τεταγμένων πρὸς τοῦτο, καὶ ἡ κρίσις θέλει ὑποβληθῆ καὶ εἰς τὸν ἀξιότιμον ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴν καὶ εἰς τὸν ἀξιότιμον ἐκ Τυρνάβου. Διατὶ τὴν διαφορὰν νὰ ἀναγάγωμεν εἰς περιωπὴν τοιαύτην, ὥστε νὰ βλέπωμεν κινδύνους θεσμῶν καὶ κινδύνους νόμων; Καὶ δὲν εἶχε δικαίωμα, Κύριοι, νὰ ἐπικαλεσθῇ τὸν νόμον σήμερον ὁ κ. ἐκ Γόρτυνος Βουλευτής, διότι δὲν παρέστη ἡ στιγμή, ὅπως τυχὸν ὁ νόμος ἐφαρμοσθῇ, δὲν εἶχε δὲ τὸ δικαίωμα, διότι αὐτὸς ἄλλοτε εἰς ὁμοίας περιστάσεις ἐθεώρησεν ὅτι δὲν εἶχεν ἀνάγκην νὰ ἐπικαλεσθῇ τὸν νόμον. Ἐγὼ εὔχομαι νὰ μὴ εὑρεθῶμεν ποτὲ εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἐπικαλεσθῶμεν εἰς ὁμοίας περιστάσεις τὸν νόμον, εὔχομαι ἵνα αἱ συζητήσεις ἐν τῇ Βουλῇ διεξαχθῶσι κατὰ τρόπον μὴ δίδοντα ἀφορμὴν εἰς τοιαύτας παρεξηγήσεις. Τὸ εὔχομαι καὶ τὸ ἐπιθυμῶ, ἀλλὰ δὲν ἀνησυχῶ περὶ τῆς ἐλευθερίας τοῦ λόγον, διότι νομίζω, ὅτι πρόκλησις εἰς μονομαχίαν εἰς οὐδεμίαν ἀμφιβολίαν θέτει τὴν ἀρχὴν τῆς ἐλευθερίας τοῦ λόγου. (Χειροκροτήματα ἐκ δεξιῶν).
§72Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μοὶ φαίνεται, ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου δὲν εἶναι ἐν τῷ δικαίῳ, ἀπορῶν διατὶ ἐγὼ ἐμνημόνευσα τῶν δικαιωμάτων τῆς Βουλῆς καὶ τῆς ὑποστάσεως αὐτῆς καὶ τῆς ἐξουσίας αὐτῆς· δὲν εἶναι ἐν τῷ δικαίῳ, διότι ἐξ ἐναντίας ἡ τακτική, ἡ τηρηθεῖσα χθές, καθ’ ἣν ὥραν διεπράττοντο ἐκεῖνα, περὶ ὧν συζητοῦμεν, αὐτὴ ἀπῄτει νὰ ἀναμνήσω δημοσίᾳ ἐν τῇ Βουλῇ, ποίαν αὕτη ἔχει ἐξουσίαν καὶ ποῖα τὰ δικαιώματα αὐτῆς· διότι, ἐὰν ταῦτα ἦσαν γνωστά, ἤθελεν ἀπευθύνει παραστάσεις ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἰς τὸν συνάδελφόν του κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, καὶ ἤθελεν εἴπει αὐτῷ: «Συνάδελφε, μὴ ὀργίζεσαι· δὲν εἶναι προσήκουσα ἡ ἀποστολὴ μαρτύρων». Ἔπρεπε λοιπὸν νὰ ἀναμνήσω τὰ δικαιώματα τῆς Βουλῆς, ἵνα μάθῃ ἕκαστον τῶν μελῶν τοῦ Κοινοβουλίου καὶ ἕκαστος τῶν Ὑπουργῶν, τῶν διαχειριζομένων τὴν νομοτελεστικὴν ἐξουσίαν, ὅτι ἔχουσιν ὄχι μόνον δικαιώματα, ἀλλὰ καὶ ὑποχρεώσεις, καὶ πρωτίστη τῶν ὑποχρεώσεων αὐτῶν εἶναι νὰ συντελῶσι καὶ νὰ εἰσφέρωσιν ἕκαστος τὸ καθ’ ἑαυτὸν πρὸς τήρησιν τῆς τάξεως ἐν τῇ αἰθούσῃ τῶν συνεδριάσεων τῆς Βουλῆς. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς πάλιν ἐπανέλαβεν ὅ,τι εἶπεν ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ὅτι ἐγὼ κακῶς ἐπεκαλέσθην τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 209 τοῦ Ποινικοῦ Νόμου, ἐνῷ δὲν ἐπεκαλέσθην αὐτὴν ἄλλοτε, ὅτε ὁ κύριος Νικόλαος Σμόλενιτς ἐκάλεσεν εἰς μονομαχίαν τὸν κ. Β. Βασιλειάδην. Εἶπον πρὸ μικροῦ, τὸ ἐπαναλαμβάνω δὲ καὶ νῦν, ὅτι, ἐὰν ὁ τότε Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν κύριος Ν. Σμόλενιτς ἐκάλεσεν εἰς μονομαχίαν τὸν συνταγματάρχην κ. Β. Βασιλειάδην, ἠγνόει ὅλως ἡ Βουλὴ τοῦτο, τὸ ἔπραξεν ἐκτὸς τοῦ Βουλευτηρίου καὶ ἐν πλήρει ἀγνοίᾳ ἐμοῦ, τοῦ Προέδρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, διότι δὲν ἐγνώριζον οὔτε ὅτι προεκάλεσεν εἰς μονομαχίαν τὸν κ. Β. Βασιλειάδην, οὔτε ὅτι ἐμονομάχησεν, ἔμαθον δὲ τοῦτο ἐκ τῶν ἐφημερίδων μόνον, ὅτε εἶχε τελεσθῆ ἡ μονομαχία. Ἡ Βουλὴ ἦτο ἀλλοτρία τοῦ συμβεβηκότος, δὲν ἔλαβε καμμίαν γνῶσιν, εἰμὴ μόνον τὴν γνῶσιν, τὴν ὁποίαν ἔλαβον πάντες οἱ πολῖται, ὅτε ἀνέγνωσαν τοῦτο εἰς τὰς ἐφημερίδας.
§73Δ. ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐννοῶ τὴν εὐαισθησίαν φθάνουσαν ἔστω καὶ μέχρις ὑπερευαισθησίας, προκειμένου περὶ τοιούτου θέματος, ἀλλὰ τὴν ἐννοῶ περιοριζομένην μεταξὺ τῶν στρατιωτικῶν. Τὴν ὑπέρμετρον ὅμως ἐκείνην κοινοβουλευτικὴν ὑπερευαισθησίαν, ἣν ἠκούσαμεν σήμερον ἐκδηλουμένην, ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ μὴ τὴν συμμερισθῶ...
§74Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, πρέπει νὰ ἀκούωμεν. Ἂς εὐαρεστηθῇ ὁ κ. Βουλευτὴς νὰ ἔλθῃ εἰς τὸ βῆμα.
§75Α. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν ἀκούομεν τίποτε. Νομίζω ὅτι εἶναι εὔκολον νὰ διατάξητε νὰ ἐξέλθωσι τῆς αἰθούσης οἱ μὴ Βουλευταί.
§76ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διέταξα.
§77Δ. ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ (ἀπὸ τοῦ βήματος). Ἐγὼ θεωρῶ εὔλογον τὴν παρατήρησιν τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Τυρνάβου συναδέλφου, διότι, καὶ ἂν τὸ ζήτημα καθ’ ἑαυτὸ δὲν ἐπέβαλλε τὴν συζήτησιν τὴν ἐν τῇ Βουλῇ, ἀλλ’ ἡ θέσις τῶν προσώπων εἶναι τοιαύτη ἐν τῇ συνειδήσει καὶ τῇ ἐκτιμήσει τῆς Βουλῆς, ὥστε ἀληθῶς πᾶσα συζήτησις καὶ πᾶς λόγος τοῦ Βουλευτοῦ τοῦ λαμβάνοντος μέρος εἰς ταύτην πρέπει νὰ ἀκούηται παρὰ πάντων, πρὸ πάντων δὲ παρὰ τῶν ἀμέσως ἐνδιαφερομένων. Λέγω λοιπόν, ὅτι ἐννοῶ τὴν εὐαισθησίαν τὴν φθάνουσαν καὶ μέχρις ὑπερευαισθησίας, προκειμένου περὶ τοιούτου θέματος, ἀλλὰ περιοριζομένην μεταξὺ τῶν στρατιωτικῶν· ἀλλὰ τὴν κοινοβουλευτικὴν ὑπερευαισθησίαν, ὅταν θέλωμεν νὰ δείξωμεν τοιαύτην, ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ εἴπω, ὅτι τὴν θεωρῶ κάπως παράχορδον καὶ κάπως μὴ ἀντηχοῦσαν εἰς τὴν συνείδησιν κανενὸς ἐξ ἡμῶν, τὸ νὰ θέλωμεν δηλαδὴ νὰ ἐπιδείξωμεν ἀνησυχίαν, ὅτι τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα παρ’ ἡμῖν κινδυνεύει ἐκ τοιούτων ἐπεισοδίων, οἷον τὸ περὶ οὗ πρόκειται. Καὶ ἐπρόσεξα εἰς μίαν ἔκφρασιν τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Τυρνάβου συναδέλφου, τοῦ κ. Λιμπρίτου, εἰς τὴν τελευταίαν ἐκείνην ἔκφρασιν, καθ’ ἣν οὐ μόνον οἱ ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ εὑρισκόμενοι καὶ οἱ πολῖται οἱ ἐν Ἑλλάδι, ἀλλὰ καὶ ὁλόκληρος ὁ Ἑλληνισμὸς πρόκειται νὰ κρίνῃ περὶ τοῦ ἐπεισοδίου τούτου. Διαβεβαιῶ, πρὸς τιμὴν καὶ τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Τυρνάβου συναδέλφου, ὅτι, ἐὰν ὁ Ἑλληνισμὸς ἤθελε προσέξει εἰς τὸ ἐπεισόδιον τοῦτο καὶ ἤθελεν αἰσθανθῆ ἀνησυχίαν τινά, ἀκριβῶς διὰ τὴν πεποίθησιν, ἣν δύναται νὰ ἔχῃ, ὅτι ἄνδρες, οἷοι καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν καὶ ὁ ἀξιότιμος ἐκ Τυρνάβου συνάδελφος, οὐδαμῶς ἤθελον ὀλιγωρήσει, ἵνα ἐν διαφορετικῷ σταδίῳ ἐκτελέσωσι τὰ ἑαυτῶν καθήκοντα, ἠδύνατο νὰ ἀνησυχήσῃ μόνον, μὴ τυχὸν ἀπευκταῖόν τι ἤθελε συμβῆ εἰς ἄνδρας τοιούτους, οἷοι ὁ κ. Ὑπουργὸς καὶ ὁ κ. ἐκ Τυρνάβου Βουλευτής. Καὶ ἤθελεν ἀνησυχήσει σήμερον ἔτι μᾶλλον, ὑποθέτων ὅτι δὲν εἶναι ἀπίθανον νὰ χρησιμοποιήσῃ τοὺς τοιούτους ἄνδρας καὶ πάλιν, ὡς τοὺς ἐχρησιμοποίησε τοσοῦτον ἐπωφελῶς καὶ τοσοῦτον ἐπαξίως τῆς περὶ αὐτῶν ἐκτιμήσεως εἰς ἄλλας ἐθνικὰς περιστάσεις. Καὶ προκειμένου περὶ τοιούτων ἀνδρῶν, ἠδυνάμην μόνον νὰ ὑπενθυμίσω εἰς αὐτοὺς, ὅτι δὲν ἔχουσιν ἀνάγκην νὰ στρεβλώνωσι πολλάκις τὴν ἔννοιαν τὴν ἀκριβῆ προηγηθέντων λόγων αὐτῶν, προδίδοντες ἕνα φόβον ὅλως ἰδιάζοντα εἰς αὐτοὺς, τὸν φόβον μήπως τυχὸν θεωρηθῶσι φοβούμενοι. Οἱ ἄνδρες ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἀντεμετώπισαν τὸν ἐχθρὸν καὶ τὰς μυριάδας τῶν σφαιρῶν τοῦ ἐχθροῦ τοσοῦτον εὐδοκίμως, δὲν ἔχουσιν ἀνάγκην νὰ αἰσθάνωνται τοὺς τοιούτους φόβους, νὰ ὑποπτεύωσι δηλονότι μὴ θεωρηθῶσι φοβηθέντες ἐκ προσωπικῆς διαμάχης· δύνανται νὰ ἦναι ἐντελῶς ἥσυχοι καὶ ἀδιάφοροι· καὶ ὅσον πλέον ὑποχωροῦσιν εἰς τοιαῦτα ζητήματα, τοσοῦτον γίνονται ἀνώτεροι, τοσοῦτον ὑπενθυμίζουσιν εἰς πάντας, ὅτι, προκειμένου περὶ αὐτῶν, ἡ ἰδέα τοῦ φόβου, ἡ ἰδέα τῆς ὀλιγωρίας πρὸς τὴν φιλοτιμίαν, εἰς οὐδενὸς τὴν κεφαλὴν Ἕλληνος δύναταί ποτε νὰ εἰσχωρήσῃ (εὖγε! εὖγε! ἐκ δεξιῶν). Λοιπὸν τοιούτου εἴδους ἀνησυχίαν ἠδύνατο νὰ αἰσθανθῇ ὁ Ἑλληνισμὸς, ἀξιότιμε ἐκ Τυρνάβου συνάδελφε, προκειμένου καὶ περὶ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ καὶ περὶ ὑμῶν ἐπίσης. Ὑπὸ ἔποψιν κοινοβουλευτικήν, οὔτε ὁ Ἑλληνισμὸς θὰ ἀνησυχήσῃ, ὅτι παρεβιάσθη τὸ πολίτευμα, οὔτε ἡμεῖς δυνάμεθα νὰ μὴ κοιμηθῶμεν ἥσυχοι. Τὸ μόνον, ἀπὸ τὸ ὁποῖον δὲν θὰ κινδυνεύσωσιν οἱ θεσμοί, θὰ ἦναι τοῦ τοιούτου εἴδους ἐπεισόδια. Ἂς προσέχωμεν μόνον, ἂς προσέχωσιν ἰδίως ἐκεῖνοι, εἰς τοὺς ὁποίους παρίστανται ὁλογὲν προσβαλλόμενοι οἱ κοινοβουλευτικοὶ θεσμοὶ ἐν Ἑλλάδι, μήπως προσθέτομεν εἰς ἄλλας παραβιάσεις καὶ εἶδός τι ἀκουσίας βεβαίως διακωμωδήσεως, διότι νομίζω, ὅτι δὲν ἦτο πλέον κοινοβουλευτικὴ ὑπερευαισθησία αὐτή, ἥτις σήμερον ἐξεδηλώθη, ἀλλ’ εἶναι κοινοβουλευτικὴ σχολαστικότης. (Εὖγε! εὖγε! ἐκ δεξιῶν).
§78ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οὐδεὶς ἄλλος ἔχει τὸν λόγον. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Ἐξακολούθησις τῆς πρώτης συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου «περὶ συμπληρώσεως τοῦ νόμου ΑΦΛΗʹ τῆς 28 Μαΐου 1887 περὶ καταρτισμοῦ στελέχους ἀξιωματικῶν τῆς ἐφεδρείας τοῦ κατὰ γῆν στρατοῦ». (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιρρήσεως). Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἐφέδρων ἀξιωματικῶν τοῦ ὑγειονομικοῦ καὶ φαρμακευτικοῦ κλάδου». (Γίνεται δεκτὸν καὶ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο εἰς αʹ συζήτησιν, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιρρήσεως). Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ συμπληρώσεως τοῦ περὶ στρατιωτικῶν προβιβασμῶν ΧϞΕʹ νόμου τῆς 16 Ὀκτωβρίου 1861 καὶ τοῦ ΑΣΛΣʹ τῆς 24 Ἰουλίου 1885 νόμου». Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 1 (ἀναγινώσκεται).
§79Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Ἐπεθύμουν νὰ δώσῃ ἐξηγήσεις τινὰς ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν.—Παρακαλῶ ὅμως, κύριε Πρόεδρε, νὰ μὴ ἀναγινώσκωνται τὰ νομοσχέδια μετὰ τῆς σιδηροδρομικῆς ταχύτητος, μεθ’ ἧς ἀναγινώσκονται.— Ἐπεθύμουν, λέγω, νὰ δοθῇ ἐξήγησις ἐπὶ τοῦ τελευταίου ἐδαφίου τοῦ πρώτου ἄρθρου. Ὅλοι οἱ ἄλλοι ἀξιωματικοί, πλὴν τῶν ἀναφερομένων εἰς τὰ προηγούμενα ἐδάφια, προβιβάζονται κατ’ ἐκλογὴν καὶ οὐχὶ κατ’ ἀρχαιότητα;
§80Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Θέλω ὁμιλήσει περὶ αὐτοῦ.
§81ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Βουλευτὴς ζητεῖ ἐξήγησιν.
§82Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ. Πρέπει νὰ ἀναδράμητε εἰς τὸν νόμον τὸν τροποποιούμενον, ἵνα ἴδητε, τί τροποποιεῖται.
§83Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Κατὰ τοῦτο εἶναι ἄτακτος ἡ συζήτησις, διότι ἔπρεπε νὰ ἔχῃ συνεκτυπωθῆ καὶ ὁ καταργούμενος νόμος.
§84Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ. Ποῖος ἐμποδίζει νὰ προμηθευθῆτε αὐτόν;
§85Ν. ΓΟΥΛΙΜΗΣ. Ὁ παλαιὸς νόμος δὲν τροποποιεῖται καθόλου. Μόνον εἰς τὸ ἄρθρον 15 αὐτοῦ προστίθεται ἡ λέξις «λοχαγοῦ». Ὥστε ὅσα λέγονται περὶ προβιβασμοῦ εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ ὑπολοχαγοῦ καὶ ἀνθυπολοχαγοῦ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐφαρμοσθῶσι, διότι ὁ παλαιὸς νόμος δὲν τροποποιεῖται. Προστίθεται μόνον, ὡς εἶπον, ὅτι εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ λοχαγοῦ καὶ τοῦ ταγματάρχου γίνεται ἡ προαγωγὴ κατ’ ἐκλογὴν καὶ κατ’ ἀρχαιότητα. Τίποτε ἄλλο δὲν τροποποιεῖται. Ἑπομένως δὲν ἐννοεῖται ὅτι εἰς τοὺς λοιποὺς βαθμοὺς τοῦ ἀνθυπολοχαγοῦ καὶ ὑπολοχαγοῦ γίνεται ὁ προβιβασμὸς κατ’ ἐκλογὴν. Ὑπάρχει μάλιστα ἰσχύουσα διάταξις, καθ’ ἣν εἰς τοὺς βαθμοὺς αὐτοὺς ἡ προαγωγὴ γίνεται κατὰ τὰ δύο τρίτα κατ’ ἀρχαιότητα καὶ κατὰ τὸ ἓν τρίτον κατ’ ἐκλογὴν.
§86ΧΑΡ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ἀληθῶς αἱ φράσεις τοῦ πρώτου ἄρθρου τοῦ νομοσχεδίου, δι’ ὧν ἀντικαθίσταται τὸ ἄρθρον 15 τοῦ νόμου ΧϞΕʹ, εἶναι ἀκριβὴς ἀντιγραφὴ τοῦ ἄρθρου τούτου τοῦ νόμου, μὲ τὴν προσθήκην τῆς λέξεως «λοχαγοῦ». Ζητεῖται ἴσως δι’ αὐτῆς νὰ γίνηται κατ’ ἐκλογὴν καὶ ὁ προβιβασμὸς ἀπὸ τοῦ βαθμοῦ τοῦ ὑπολοχαγοῦ εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ λοχαγοῦ, καὶ ὄχι ὡς γίνεται σήμερον, κατὰ τοὺς κανόνας, καθ’ οὓς προβιβάζονται οἱ λοχαγοὶ εἰς ταγματάρχας.
§87Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ. Μὲ τὸ ἀόριστον δικαίωμα.
§88ΧΑΡ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ὄχι. Διότι καὶ σήμερον γίνεται ὁ προβιβασμὸς ὑπολοχαγοῦ εἰς λοχαγὸν κατ’ ἐκλογὴν, ἀλλὰ κατὰ τὸ ἓν τρίτον.
§89Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Οὐδέποτε ἐτηρήθη τοῦτο.
§90ΧΑΡ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ὑπάρχει ὅμως τὸ πρὸς τοῦτο δικαίωμα.
§91Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Καὶ ἐφηρμόσθη μετὰ τὸν πόλεμον.
§92Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐξαιρετικῶς.
§93ΧΑΡ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ἐὰν διὰ τῆς ἀντικαταστάσεως τοῦ ἄρθρου 15 τοῦ νόμου τοῦ 1861 ἐπιζητεῖται νὰ δοθῇ τὸ δικαίωμα εἰς τὸν Ὑπουργὸν νὰ προβιβάζῃ κατ’ ἐκλογὴν, καὶ καθ’ οὓς προβιβάζει κανόνας ἀπὸ τοῦ βαθμοῦ τοῦ λοχαγοῦ εἰς τὸν τοῦ ταγματάρχου, οὕτω καὶ ἀπὸ τοῦ ὑπολοχαγοῦ εἰς λοχαγόν, δὲν θέλει ἐπιτευχθῆ διὰ τοῦ νομοσχεδίου. Ὡς ἔχει ὁ παλαιὸς νόμος, ὁ προβιβασμὸς κατ’ ἐκλογὴν γίνεται εἰς τὸν βαθμὸν ταγματάρχου, ἀλλ’ ἐν τῷ νόμῳ ὑπῆρχε διάταξις, καθ’ ἣν ὁ βαθμὸς τοῦ ταγματάρχου ἀπονέμεται κατὰ τὸ ἥμισυ κατ’ ἀρχαιότητα καὶ κατὰ τὸ ἕτερον ἥμισυ κατ’ ἐκλογὴν, ὅπως ὑπάρχει διάταξις ἐν τῷ νόμῳ τοῦ 1861, καθ’ ἣν ὁ βαθμὸς τοῦ λοχαγοῦ ἀπονέμεται κατὰ τὸ ἓν τρίτον κατ’ ἐκλογὴν καὶ κατὰ τὰ δύο τρίτα κατ’ ἀρχαιότητα. Ἡ διάταξις αὕτη, καθ’ ἣν κανονίζεται τὸ ποσὸν τὸ ἀνῆκον εἰς τὴν ἐκλογὴν καὶ τὸ ποσὸν τὸ ἀνῆκον εἰς τὴν ἀρχαιότητα, δὲν ἐπαναλαμβάνεται διὰ τοῦ ἄρθρου τούτου, καὶ ἑπομένως μένει τὸ ζήτημα ἀόριστον.
§94Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Εἰς τὸ ἄρθρον 15 ἐπαναλαμβάνεται.
§95ΧΑΡ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ὁ παλαιὸς νόμος ὁρίζει τὸ ποσὸν αὐτὸ εἰς τὸ ἄρθρον 12, ὅπως ὁρίζει τὴν ἀναλογίαν τοῦ βαθμοῦ τοῦ ταγματάρχου εἰς τὸ ἄρθρον 13, τὰ ὁποῖα δὲν τροποποιοῦνται.
§96Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Εἰς ἄλλην ἐποχὴν οἱ προβιβασμοὶ ἐγίνοντο ἄνευ ἐξετάσεων, ἄνευ δοκιμασίας· λοιπὸν διὰ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ ἐπιδιώκεται, ὅπως οἱ προβιβασμοὶ ἐκτελῶνται εἰς τὸ μέλλον κατόπιν δοκιμασίας, ὡς γίνεται εἰς τὰ ἄλλα μέρη τοῦ κόσμου. Δι’ αὐτὸ ἐτέθη ἡ διάταξις, ὅτι «διὰ Β. Διατάγματος θέλουσιν ὁρισθῆ αἱ ἀπαιτούμεναι πρὸς προβιβασμὸν γνώσεις καὶ ἰδιότητες, ὡς καὶ ὁ τρόπος τῆς ἐκτιμήσεως αὐτῶν.» Ὁ τρόπος, δι’ οὗ ἐγίνετο ὁ προβιβασμὸς ἐκ τῶν διαφόρων βαθμῶν τῶν ὑπαξιωματικῶν εἰς τὸν τοῦ ἀνθυπασπιστοῦ, καὶ τοῦ ἀξιωματικοῦ εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ λοχαγοῦ καὶ ταγματάρχου κατ’ ἀρχαιότητα καὶ κατ’ ἐκλογὴν, δὲν καθωρίζετο ἄλλοτε μετὰ τῆς δεούσης αὐστηρότητος. Αὐτὸς εἶναι ὁ σκοπός.
§97ΧΑΡ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ὡς τροποποιεῖται τὸ ἄρθρον, ὁ σκοπὸς οὗτος δὲν ἐπιτυγχάνεται. Καὶ διὰ τοῦ νόμου τοῦ 1861 ἐδόθη τὸ δικαίωμα τῇ ἐκτελεστικῇ ἐξουσίᾳ νὰ ἐκδώσῃ Διάταγμα, κανονίζον τὰ προσόντα πρὸς προαγωγήν, τὸν τρόπον, καθ’ ὃν θέλει γίγνεσθαι ἡ ἐκλογὴ τῶν κατ’ ἐκλογὴν προαγομένων, τὰς ἐκθέσεις, αἵτινες προαπαιτοῦνται διὰ τὴν προαγωγὴν ἀπὸ τοῦ βαθμοῦ τοῦ λοχαγοῦ εἰς τὸν τοῦ ταγματάρχου, τὴν ἀναλογίαν, ἡ ὁποία πρέπει νὰ τηρῆται μεταξὺ τῶν διαφόρων βαθμῶν, καὶ ἄλλας λεπτομερείας, αἵτινες σήμερον εἶναι κεκανονισμέναι. Ἐξεδόθη δὲ συγχρόνως μὲ τὸν νόμον τὴν 16 Ὀκτωβρίου 1861 Διάταγμα, τὸ ὁποῖον διὰ πολλῶν Διαταγμάτων μετέπειτα ἐτροπολογήθη. Κατὰ τὸ Διάταγμα τοῦτο, ἵνα γένηται προβιβασμὸς λοχαγοῦ εἰς ταγματάρχην κατ’ ἐκλογὴν, ἀπαιτοῦνται ἐκθέσεις καί τινα ἄλλα. Ταῦτα δὲν ἀπαιτοῦνται διὰ τὸν προβιβασμὸν ὑπολοχαγοῦ εἰς λοχαγόν. Ἀλλὰ διὰ τῆς ὑπαγωγῆς καὶ τῶν ὑπολοχαγῶν σήμερον εἰς τὴν κατάστασιν τῶν λοχαγῶν, ὅσον ἀφορᾷ τὴν κατ’ ἐκλογὴν προαγωγὴν, ἀναφαίνεται ἕν κενόν· πῶς θὰ γίνεται ἡ κατ’ ἐκλογὴν προαγωγὴ αὐτῶν; Ζητεῖται νὰ ἐπιτραπῇ ἕτερόν τι, τὸ ὁποῖον καλύπτομεν· νὰ ἐκδοθῇ νέον Διάταγμα, κανονίζον τὰ προσόντα, δι’ ὧν δύναται νὰ γείνῃ ἡ προαγωγὴ ἀπὸ τοῦ κατωτέρου βαθμοῦ εἰς τὸν ἀνώτερον, διότι τὰ μέχρι τοῦδε ἐκδοθέντα Διατάγματα φαίνεται ὅτι δὲν ἀρκοῦσι.
§98Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὑπάρχει Διάταγμα τοιοῦτον πρὸς ἐκτέλεσιν τοῦ ἄρθρου 15;
§99ΧΑΡ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Μάλιστα· τὸ ἀπὸ 16 Ὀκτωβρίου 1861. Τὸ ζήτημα ὅμως εἶναι, ὅτι τὸ Διάταγμα ἐκεῖνο δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μεταβληθῇ διὰ νέου Διατάγματος, διότι ἐδόθη τῇ ἐκτελεστικῇ ἐξουσίᾳ ἐφάπαξ ἡ ἐντολὴ νὰ ἐκδώσῃ συμπληρωματικὸν τοῦ νόμου Διάταγμα· τὸ Διάταγμα τοῦτο ἐξεδόθη, καὶ ἑπομένως ἐξηντλήθη ἡ ἐντολὴ, σήμερον δ’ ἔχομεν ἀνάγκην νέας ἐντολῆς καὶ τὴν ἐντολὴν ταύτην ζητεῖ τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον. Διότι, ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ θεωρηθῶσι ἀρκετὰ τὰ προσόντα τὰ διὰ τοῦ Διατάγματος ἐκείνου ὁρισθέντα δὲν θὰ ὑπῆρχεν ἀνάγκη τῆς τροποποιήσεως ταύτης. Ἦτο δυνατὸν νὰ τροποποιήσητε κάλλιστα τὰ ἄρθρα 12 καὶ 13 τοῦ νόμου τοῦ 1861, ἀλλ’ ὄχι νὰ τροποποιήσητε καὶ τὰ Διατάγματα τὰ νομοθετικὰ, τὰ ἐκδοθέντα πρὸς ἐκτέλεσιν τοῦ νόμου, καὶ προσθέσητε εἰς ἄρθρον τοῦ Διατάγματος τοῦ 1861 τὴν λέξιν «λοχαγοῦ». Ἀλλ’ ἐφ’ ὅσον δὲν γίνεται τοῦτο, δικαιοῦμαι νὰ φρονῶ, ὅτι ἐπιζητεῖται ἡ ἔκδοσις νέου Διατάγματος νομοθετικοῦ πρὸς συμπλήρωσιν τῶν κενῶν τοῦ νόμου τοῦ 1861. Νομίζω δὲ, ὅτι τοιαύτη ἐντολὴ δὲν πρέπει νὰ δοθῇ, ὄχι μόνον διότι πρόκειται περὶ ζητήματος θίγοντος καὶ τοῦ στρατοῦ ἐν γένει τὰ συμφέροντα καὶ τὰ τῶν ἀξιωματικῶν αὐτοῦ, ἀλλὰ καὶ διότι ἔχω τὴν ἰδέαν, ὅτι ἡ Βουλὴ πρέπει ὅσον τὸ δυνατὸν πλειότερον νὰ ἀρνῆται τὴν ἐντολὴν πρὸς ἔκδοσιν νομοθετικῶν Διαταγμάτων. Ἔχω τὴν ἰδέαν, ὅτι τὰ ζητήματα ταῦτα πάντα πρέπει νὰ συζητῶνται ἐν τῇ Βουλῇ καὶ νὰ κανονίζωνται ὑπ’ αὐτῆς, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ κανονισθῶσι μεμονωμένως ὑπὸ τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, καὶ δικαίως, τοιαῦτα ζητήματα. Ἔχω μάλιστα προσέτι τὴν ἰδέαν, ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται εἰς τὴν Βουλὴν δυνάμει τῶν διατάξεων τοῦ Συντάγματος νὰ δίδῃ ἐντολὴν νομοθετικὴν εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν. Ἐὰν ἐξακολουθήσωμεν δίδοντες ἐντολὴν εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν νὰ κανονίζῃ τὰ πρὸς ἐκτέλεσιν τῶν νόμων λεπτομερῆ ζητήματα, ἐὰν ἐξακολουθήσωμεν, ὡς ζητεῖται οὐ μόνον διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν στρατιωτικοῦ νομοσχεδίου, ἀλλὰ καὶ δι’ ἄλλων στρατιωτικῶν νομοσχεδίων, νὰ δίδωμεν ἐκτεταμένην ἐντολὴν τῇ ἐκτελεστικῇ ἐξουσίᾳ, ἵνα κανονίζῃ διαφόρους ὑποθέσεις, ἡ ὕπαρξις τῆς Βουλῆς καθίσταται περιττή, ἐκτρεπόμεθα δὲ συγχρόνως καὶ αὐτῆς τῆς βάσεως τοῦ Συντάγματος, τῆς διακρίσεως τῶν ἐξουσιῶν. Ἐπὶ τοῦ προκειμένου δ’ ἐπέρχεται πλήρης σύγχυσις τῶν ἐξουσιῶν, ἀνατιθεμένων νομοθετικῶν καθηκόντων τῇ ἐκτελεστικῇ ἐξουσία. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ἡ κοινοβουλευτικὴ νομολογία καθιέρωσε τοιαύτην τακτικὴν, ἀλλ’ ἐξ ὅσων γνωρίζω, ἀφ’ ἧς εἶμαι Βουλευτὴς, πάντοτε ἐγίνετο περιωρισμένη χρῆσις τοῦ δικαιώματος τῆς νομολογίας, πάντοτε ἡ Βουλὴ, ὁσάκις ἔδωκε δικαίωμα τῇ ἐκτελεστικῇ ἐξουσίᾳ νὰ ἐκδώσῃ νομοθετικὸν Διάταγμα, τὸ ἔδωκε περιωρισμένον καὶ μόνον διὰ τὸ Διάταγμα τῆς ἐφαρμογῆς. Οὐδέποτε ἔδωκε δικαίωμα εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν νὰ κανονίσῃ περιπτώσεις, αἱ ὁποῖαι μόνον διὰ νόμου δύνανται νὰ κανονισθῶσιν. Ὅταν πρόκηται περὶ προσόντων πρὸς προβιβασμὸν, εἰς ὅλους τοὺς κλάδους τῆς δημοσίας ὑπηρεσίας ὁ νόμος καὶ οὐχὶ νομοθετικὸν Διάταγμα κανονίζει τὰ προσόντα· λόγος, διὰ νὰ ὑπάρξῃ ἐξαίρεσις εἰς τὸν στρατὸν, δὲν ὑπάρχει. Ἐὰν ὁ κύριος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν ἤθελεν ἀποδείξει, ὅτι ὑπάρχουσι λόγοι ἰδιαίτεροι, ἐπιβάλλοντες τὴν χορήγησιν ἐντολῆς πρὸς ἔκδοσιν νομοθετικοῦ Διατάγματος, λόγοι καθαρῶς στρατιωτικοὶ, ἤθελον εἴπει καὶ ἐγὼ, ὅτι, ἀκολουθοῦντες τὴν κακῶς δημιουργηθεῖσαν, ἀλλὰ δημιουργηθεῖσαν τέλος πάντων κοινοβουλευτικὴν νομολογίαν, πρέπει νὰ δώσωμεν τοιαύτην ἐντολήν· ἀλλ’ ἐγὼ ἐπὶ τοῦ προκειμένου τοιαύτην ἀνάγκην δὲν βλέπω· βλέπω τοὐναντίον, ὅτι θὰ ἐκδοθῇ νομοθετικὸν Διάταγμα, Διάταγμα δηλαδὴ, τὸ ὁποῖον θὰ ἰσχύῃ ὡς νόμος πρὸς ἐκτέλεσιν τοῦ ἄρθρου τούτου τοῦ Διατάγματος, καὶ ἐν τῷ Διατάγματι τῷ ἐκδοθησομένῳ θέλουσι κανονισθῆ τὰ προσόντα, αἱ περιπτώσεις, αἱ ἰδιότητες πρὸς προαγωγήν. Ἐὰν μάλιστα δοθῇ ἡ ἐντολὴ, ὡς ζητεῖται, ἀόριστος, θέλουσιν ἐκδίδεσθαι κατὰ καιροὺς Διατάγματα κανονίζοντα τὰ προσόντα, καὶ θέλουσι προκύψει πιθανὸν, καὶ οὐχὶ ἐκ προθέσεως, διατάξεις δυνάμεναι νὰ παραγάγωσιν ἀδικήματα· ποῖα δὲ δύνανται νὰ ἦναι τ’ ἀποτελέσματα ἀδικημάτων ἐν τῷ στρατῷ, ὁ κύριος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν καὶ οἱ συνάδελφοι οἱ ἐκ τοῦ στρατοῦ προερχόμενοι κάλλιον ἐμοῦ γνωρίζουσιν. Ὁ κύριος συνάδελφος, ὁ διαβεβαιώσας με πρὸ ὀλίγου, ὅτι δὲν ὑπάρχει Διάταγμα τοῦ 1861, δύναται νὰ λάβῃ γνῶσιν τούτου εἰς τὸ τεῦχος αὐτὸ (ἐπιδεικνύει τεῦχος τῶν κωδίκων Θ. Φλογαΐτου)· εἶναι τῆς 16 Ὀκτωβρίου 1861. Τὸν διαβεβαιῶ δὲ, ὅτι καὶ ἕτερα Διατάγματα ἔχουσιν ἐκδοθῆ, ἀλλ’ αὐτὸ εἶναι τὸ κύριον. Καταλήγων λοιπὸν προτείνω, γενικῶς μὲν νὰ θεωρηθῇ ἀπαράδεκτος ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τούτου, διότι ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἀναθέτῃ τὰ καθήκοντα αὐτῆς εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν, εἰδικῶς δὲ καὶ μετέπειτα, ἐὰν ἡ γνώμη αὕτη ἀπορριφθῇ, προτείνω, τὸ μὲν νὰ ἀναγραφῶσιν ὅσον τὸ δυνατὸν λεπτομερῶς ἐν τῷ νόμῳ αἱ οὐσιωδέστεραι διατάξεις τοῦ Διατάγματος τοῦ 1861, αἱ κανονίζουσαι τὰς ἰδιότητας καὶ τὰ προσόντα τῶν ἀξιωματικῶν πρὸς προαγωγὴν, τὸ δὲ νὰ ἀναγραφῇ ἐν τῷ νόμῳ, ὅτι ἡ ἐντολὴ δίδεται πρὸς ἔκδοσιν Διατάγματος ἐφάπαξ.
§100ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Στάϊκος ἔχει τὸν λόγον.
§101Ι. ΣΤΑΙΚΟΣ. Δὲν ἀρνοῦμαι, κύριοι Βουλευταὶ, ὅτι τὸ ἄρθρον 15 τοῦ νομοσχεδίου εἶναι ὅμοιον πρὸς τὸ ἄρθρον 15 τοῦ ἰσχύοντος νόμου περὶ προβιβασμῶν, σὺν τῇ προσθήκῃ τῆς λέξεως λοχαγοῦ. Βεβαίως ἡ προσθήκη τῆς λέξεως λοχαγοῦ ἐγένετο ἀποκλειστικῶς καὶ μόνον πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦ νὰ ἐπεκταθῇ τὸ δικαίωμα τοῦ κατ’ ἐκλογὴν προβιβασμοῦ καὶ ὡς πρὸς τὸν βαθμὸν τοῦ ὑπολοχαγοῦ εἰς τὸν τοῦ λοχαγοῦ, ὡς γίνεται σήμερον διὰ τὸν βαθμὸν τοῦ λοχαγοῦ εἰς τὸν τοῦ ταγματάρχου. Ἀλλὰ εἰς τοῦτο δὲν θέλω ἐπὶ τοῦ παρόντος ἐπιμείνει, ἵνα μὴ παρατείνω τὴν ἀγόρευσίν μου. Θὰ ἐξετάσω ὅμως αὐτὸ καθ’ ἑαυτὸ τὸ ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου τούτου ἐν σχέσει μὲ τὸν νόμον περὶ προβιβασμῶν, διότι νομίζω, ὅτι καὶ ἐν τῷ ἰσχύοντι νόμῳ ὑπάρχει τοιαύτη διάταξις, ἥτις ἐπιτρέπει, ἵνα διὰ Βασιλικοῦ Διατάγματος κανονισθῶσιν αἱ γνώσεις καὶ αἱ ἰδιότητες τῶν ἀξιωματικῶν, οἱ ὁποῖοι πρέπει νὰ προβιβάζωνται κατ’ ἀρχαιότητα καὶ κατ’ ἐκλογήν. Ἐγὼ εἶμαι τῆς γνώμης, ὅτι ἡ διάταξις ἐκείνη ἐκ τοῦ νόμου αὐτοῦ ἔπρεπε ν’ ἀπαλειφθῇ, διὰ νὰ μὴ ἐπέρχωνται τὰ ἀδικήματα, τὰ ὁποῖα εἶναι γνωστὰ εἴς τινας ἐξ ἡμῶν. Πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον ἐθεώρησα καθῆκόν μου δι’ ὀλίγων νὰ εἴπω, ὅτι ὑπάρχει Διάταγμα, ὡς καὶ ὁ προλαλήσας ἀνέφερε, τὸ ὁποῖον εὑρίσκεται ἐν ἰσχύϊ, καὶ τὸ ὁποῖον ἀπορρέει ἐκ τοῦ νόμου τοῦ 1861. Τὸ Διάταγμα τοῦτο ἐν ἄρθρῳ 20 ὁρίζει τὰ προσόντα, ἤτοι τὰς γνώσεις καὶ τὰς ἰδιότητας, αἱ ὁποῖαι ἀπαιτοῦνται διὰ τοὺς ἀξιωματικοὺς, ὅπως προβιβασθῶσιν εἰς τὸν ἀμέσως ἀνώτερον βαθμὸν, ἀλλ’ οὐδεμίαν ἰδιότητα ἢ γνῶσιν ἀπαιτεῖ, διὰ νὰ προβιβασθῇ τις ἐκ τοῦ βαθμοῦ τοῦ ὑπολοχαγοῦ εἰς τὸν τοῦ λοχαγοῦ, διότι, ὡς γνωρίζετε πάντες, ἰδίᾳ δὲ οἱ στρατιωτικοὶ, ἐπιτρέπεται καὶ νῦν ὁ κατ’ ἐκλογὴν προβιβασμὸς καὶ ἀπὸ τοῦ βαθμοῦ τοῦ ἀνθυπολοχαγοῦ εἰς τὸν τοῦ ὑπολοχαγοῦ, ἀλλὰ τοῦτο δὲν ἐφηρμόσθη μέχρι σήμερον, καὶ δὲν ἐφηρμόσθη, διότι ἐσκέφθησαν οἱ κατὰ καιροὺς Ὑπουργοὶ τῶν Στρατιωτικῶν καὶ οἱ ἐπιθεωρηταὶ τοῦ στρατοῦ νὰ μὴ προτείνωσι τοιούτους προβιβασμοὺς, ἐπὶ τῇ ἰδέᾳ, ὅτι ἤθελε δημιουργηθῆ κενὸν μεταξὺ τῶν ἀξιωματικῶν, διότι ἀτυχῶς δὲν κρίνονται ἐξ ἴσου οἱ ἀξιωματικοὶ ἐκεῖνοι, οἵτινες μεταξὺ τῶν ἀξιωματικῶν κέκτηνται τὰ ἀπαιτούμενα προσόντα πρὸς προβιβασμόν.
§102Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν ὑπάρχει καὶ τρόπος διακρίσεως, διότι οὐδεὶς ἔκαμεν ἐξαιρετικόν τι σύγγραμμα ἢ προσέφερεν ἄλλην ἐξαιρετικὴν ὑπηρεσίαν.
§103Ι. ΣΤΑΙΚΟΣ. Ἀναγνωρίζω, ὅτι ἔχετε δίκαιον. Δι’ αὐτοὺς τοὺς λόγους ἐπεκράτησεν ἡ συνήθεια, ἵνα ἡ διάταξις αὕτη τοῦ νόμου καὶ τὰ Διατάγματα μένωσι νεκρά.
§104Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Ἐφηρμόσθη ἄλλοτε ὁ νόμος δι’ ὡρισμένην περίπτωσιν, ἐπὶ στρατιωτικῇ ἀρετῇ, ὅτε ὁ συγγενής σας νῦν ὑποστράτηγος κ. Δημοσθένης Στάϊκος, ἐγένετο ὑπολοχαγὸς κατ’ ἐκλογήν.
§105Ι. ΣΤΑΙΚΟΣ. Ἐγένετο ὑπολοχαγὸς, διότι διεκρίθη ἐπὶ στρατιωτικῇ ἀρετῇ κατὰ συμπλοκὴν μετὰ λῃστῶν, ἐξαιρετικῶς. Ἀλλ’ ὑπάρχει καὶ ἄλλη διάταξις τοῦ νόμου, ἡ ὁποία ἐπιτρέπει τὸν κατ’ ἐκλογὴν προβιβασμόν, ἰδίως ὅταν πρόκηται περὶ ἐπιθεωρήσεων. Τὸ ἄρθρον 20 τοῦ ἀπὸ 16 Ὀκτωβρίου 1864 Β. Διατάγματος λέγει (ἀναγινώσκει): «Προβιβασμὸς κατὰ σειρὰν ἀρχαιότητος δὲν ἀπονέμεται εἰς ἀξιωματικὸν, ἂν οὗτος δὲν διατελῇ ἐν ἐνεργείᾳ ἢ ἐν ἀργίᾳ συνεπείᾳ διαλύσεως Σώματος, καταργήσεως θέσεως, ἐπανόδου ἐξ αἰχμαλωσίας, ἢ δὲν ἦναι αἰχμάλωτος. Πᾶς ἀξιωματικός, παρὰ τοὺς κανόνας ἀπὼν, οὐδεμιᾶς πρὸς προβιβασμὸν κατ’ ἀρχαιότητα ἀξιώσεως δικαιοῦται· ὁ εἰς αὐτὸν κατὰ σειρὰν ἀρχαιότητος ἀνήκων προβιβασμὸς ἀπονέμεται τῷ ἀμέσως ἑπομένῳ αὐτοῦ. Μετὰ τὴν εἰς τὸ οἰκεῖον δὲ Σῶμα ἐπάνοδόν του ὁ ἀξιωματικὸς οὗτος ἀναλαμβάνει διὰ τὸ μέλλον τὰ πρὸς προβιβασμὸν δικαιώματά του.» Τὸ ἄρθρον ἐκεῖ σταματᾷ. Δὲν ἀπαιτεῖ γνώσεις καὶ ἰδιότητας διὰ νὰ προβιβασθῇ τις κατὰ σειρὰν ἀρχαιότητος ἀπὸ τοῦ βαθμοῦ τοῦ ὑπολοχαγοῦ εἰς τὸν τοῦ λοχαγοῦ, ἐνῷ διὰ τὸν βαθμὸν τοῦ λοχαγοῦ εἰς τὸν τοῦ ταγματάρχου ὁρίζει τὸ Διάταγμα τὰ ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ἐκτὸς τῶν ἀνωτέρω ὅρων, προβιβασμὸς εἰς τὸν βαθμὸν ταγματάρχου εἰς οὐδένα τῶν λοχαγῶν ἀπονέμεται κατὰ σειρὰν ἀρχαιότητος, ἂν διὰ τῶν ἀπαιτουμένων γνώσεών του περί τε τὰ γράμματα, τὴν ὑπηρεσίαν, τὰς ἀσκήσεις καὶ τὴν λογιστικότητα δὲν καθίσταται ὠφέλιμος εἰς τὴν θέσιν τοῦ ταγματάρχου, ὡς ὑποδιοικητοῦ καὶ ὡς προέδρου τῆς οἰκονομίας, ἂν δὲν ἀνέδειξε διοικητικὴν ἱκανότητα, ἀγχίνοιαν περὶ τὴν ὑπηρεσίαν, σταθερότητα χαρακτῆρος, στρατιωτικὴν ἀρετὴν καὶ ἀξιοπρέπειαν, ὥστε νὰ καθίσταται οὗτος ἀναμφισβητήτως ὠφέλιμος διὰ τὴν ὑπηρεσίαν ἀνωτέρου ἀξιωματικοῦ ἐν γένει.» Αὐταὶ εἶναι αἱ γνώσεις αἱ ἀπαιτούμεναι διὰ τὸν βαθμὸν τοῦ ταγματάρχου, ἐνῷ αἱ γνώσεις αἱ ἀπαιτούμεναι διὰ τὸν βαθμὸν τοῦ λοχαγοῦ δὲν ὑπάρχουσι καὶ δὲν ἀπαιτοῦνται διὰ τοῦ ἐν ἰσχύϊ Διατάγματος· ἀλλὰ τὰς γνώσεις ταύτας τὸ Διάταγμα τοῦτο ἑρμηνεύει καὶ τὰς λέγει ἰδιότητας, διότι ἐν τῇ κατωτέρω παραγράφῳ λέγει τὰ ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ἐκτὸς ἰδιοτήτων ὁ κατὰ σειρὰν ἀρχαιότητος προβιβασμὸς ἀπονέμεται, ὅταν ὁ κεκτημένος τὸ πρὸς τοῦτο δικαίωμα ἀξιωματικὸς κέκτηται συνάμα καὶ τὴν ἀπαιτουμένην ἐν γένει ἱκανότητα διὰ τὴν χηρεύουσαν θέσιν, ἣν πρόκειται νὰ καθέξῃ.» Τοῦτο, ἐννοεῖται, οὐδεμίαν θέσιν ἔχει ἐνταῦθα, τὸ ἔθεσεν ὅμως καὶ αὐτό. Ἐν τῇ τελευταίᾳ δὲ παραγράφῳ λέγει (ἀναγινώσκει): «Κατὰ τὴν ἐτησίαν γενικὴν ἐπιθεώρησιν ἕκαστος τῶν ἐπιθεωρητῶν, ἐρανιζόμενος τὰς περὶ τῶν προμνησθεισῶν ἰδιοτήτων τῶν λοχαγῶν πληροφορίας καὶ ἐκ τῶν συστάσεων τῶν σωματαρχῶν καὶ ἐκ τῶν φύλλων ποιότητος καὶ δι’ ἰδίας ἀντιλήψεως, ὡς ἐξ αὐτῶν τῶν ἐργασιῶν τῆς ἐπιθεωρήσεως, ὑποβάλλει εἰς τὸν ἡμέτερον Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν ἠτιολογημένην ἔκθεσιν, δηλοῦσαν τοὺς κεκτημένους τὰς πρὸς προβιβασμὸν κατ’ ἀρχαιότητα ἀπαιτουμένας γνώσεις καὶ ἰδιότητας λοχαγοὺς, ὡς καὶ τοὺς στερουμένους αὐτῶν ἐν μέρει ἢ ὁλοκλήρως.» Ἀλλὰ, Κύριοι, δὲν πρόκειται σήμερον νὰ διορθώσωμεν τὸ Βασιλικὸν Διάταγμα τὸ ἐν ἰσχύϊ, πρόκειται νὰ νομοθετήσωμεν, πρόκειται νὰ κωδικοποιήσωμεν τὸν νόμον περὶ προβιβασμῶν, πρόκειται νὰ καθορίσωμεν τὰ δικαιώματα τῶν ἀξιωματικῶν, πρόκειται νὰ ἐμποδίσωμεν εἰς τὸ μέλλον τὰ ἀδικήματα, ἅτινα μέχρι σήμερον ἐγίνοντο εἰς τὸ στράτευμα, καὶ δι’ αὐτοὺς τοὺς λόγους ἔχομεν καθῆκον πρωτίστως ἡμεῖς νὰ θέσωμεν φραγμὸν, καὶ ν’ ἀποδώσωμεν τὰ δικαιώματα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ζητοῦσι σήμερον οἱ ἀξιωματικοὶ παρὰ τῆς Πολιτείας. Νομίζω, ὅτι οἱ στρατιωτικοὶ νόμοι, ὅταν ψηφίζωνται, πρέπει νὰ μὴ περιέχωσι διατάξεις, τὰς ὁποίας νὰ δύνανται νὰ ἐφαρμόζωσιν οἱ κατὰ καιροὺς Ὑπουργοὶ κατὰ τὴν κρίσιν των. Πρέπει νὰ ψηφισθῶσι νόμοι, ἐπὶ τῶν ὁποίων οὐδεμία πλέον ἑρμηνεία νὰ ἐπιτρέπηται, ἵνα μὴ ἀδικῶνται οἱ ἀξιωματικοὶ τοῦ στρατοῦ. Ἔχω τὴν γνώμην, ὅτι τότε μόνον πρέπει νὰ ψηφίζωνται τοιοῦτοι νόμοι, ὅταν ὑπάρχῃ ἐν αὐτοῖς διάταξις ἀπαγορεύουσα, ὅπως διὰ Βασιλικοῦ Διατάγματος κανονίζωνται αἱ ἰδιότητες καὶ αἱ γνώσεις αἱ ἀπαιτούμεναι πρὸς προβιβασμὸν τῶν ἀξιωματικῶν. Ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ὅστις ὑπέβαλε τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον πρὸς ψήφισιν εἰς τὴν Βουλὴν, δέχηται, ὅτι αἱ γνώσεις καὶ αἱ ἰδιότητες, αἵτινες ἀπαιτοῦνται πρὸς προβιβασμὸν εἰς τοὺς βαθμοὺς τοῦ λοχαγοῦ καὶ τοῦ ταγματάρχου, ἢ καὶ εἰς ὑποδεεστέρους βαθμοὺς, ὅτι αἱ γνώσεις αὗται πρέπει νὰ ἀναγράφωνται ἐν τῷ νόμῳ, καὶ διὰ ῥητῆς διατάξεως ν’ ἀπαγορευθῇ πᾶσα ἑρμηνεία αὐτῶν διὰ Βασιλικοῦ Διατάγματος, τότε μόνον, Κύριοι, ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι θὰ παύσωσιν αἱ διενέξεις μεταξὺ τῶν ἀξιωματικῶν καὶ πᾶσα ἰδέα, ἥτις ἐπικρατεῖ, ἴσως καὶ ἐσφαλμένως, μεταξὺ τῶν ἀξιωματικῶν, ὅτι ἀδικοῦνται. Ἡμεῖς δὲ εἴμεθα εἰς θέσιν νὰ κρίνωμεν, ἂν αἱ γνώσεις, τὰς ὁποίας ἡ Πολιτεία ἐπιβάλλει νὰ ἔχωσιν οἱ ἀξιωματικοὶ, εἶναι ἀναγκαῖαι, καὶ ἂν οἱ μὴ ἔχοντες τὰς γνώσεις ταύτας πρέπει νὰ παραμένωσιν ἐν τῷ στρατεύματι. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν νὰ δεχθῇ ν’ ἀπαλειφθῶσιν ἐκ τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου αἱ λέξεις «Διὰ Βασιλικοῦ Διατάγματος θέλουσιν ὁρισθῆ αἱ ἀπαιτούμεναι πρὸς προβιβασμὸν γνώσεις καὶ ἰδιότητες, ὡς καὶ ὁ τρόπος τῆς ἐκτιμήσεως αὐτῶν», νὰ ὁρισθῶσι δὲ ἐν τῷ ἄρθρῳ τούτῳ αἱ γνώσεις καὶ αἱ ἰδιότητες, ἃς νομίζει ὅτι πρέπει νὰ ζητῇ ἡ ὑπηρεσία παρὰ τῶν ἀξιωματικῶν τῶν ὑπηρετούντων ἐν τῷ στρατεύματι.
§106Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, θεωρῶ ὀρθὴν τὴν καινοτομίαν, ἣν εἰσάγει τὸ νομοσχέδιον, ὅσον ἀφορᾷ τοὺς λοχαγοὺς, διότι νομίζω, ὅτι, ὁσάκις πρόκηται περὶ προαγωγῆς εἰς βαθμὸν, ἐν ᾧ ὑπάρχει διοίκησις, ὅπως εἰς τὸν λόχον, τὰ τάγματα, τὰ συντάγματα, πρέπει πολὺ αὐστηρότερα νὰ κανονίζῃ ὁ νόμος τὰ προσόντα καὶ τὴν δοκιμασίαν, εἰς ἣν πρέπει νὰ ὑποβληθῶσι πρὶν προαχθῶσιν. Εἰς τοὺς βαθμοὺς τούτους ὑπάρχει τι τὸ ἐξαιρετικὸν, ὑπάρχει διοίκησις μονάδος, ἀπαιτεῖται δὲ καὶ διοικητικὸν πνεῦμα, ἀπαιτεῖται ἑπομένως νὰ ἔχωσιν ἰδιαιτέρας τινὰς γνώσεις οἱ βαθμοφόροι οὗτοι. Ἐὰν ἁπλῶς παραδεχθῶμεν, ὅτι διὰ τῆς ἀρχαιότητος δύνανται οὗτοι νὰ προάγωνται εἰς τοὺς βαθμοὺς τῆς διοικήσεως μονάδων, μὴ λαμβάνοντες ὑπ’ ὄψιν τὰς ἀπαιτήσεις τῆς διοικήσεως τῶν σημερινῶν στρατῶν, θὰ βλάψωμεν εἰς μίαν τῶν σπουδαιοτέρων ἀναγκῶν τὸν ἡμέτερον στρατόν. Διὰ τοὺς βαθμοὺς αὐτοὺς πρέπει ν’ ἀποδεικνύηται, ὅτι εἶναί τις ἱκανός. Μάλιστα φρονῶ, ὅτι οὐ μόνον διὰ τὸν βαθμὸν τοῦ λοχαγοῦ καὶ τοῦ ταγματάρχου πρέπει τοιαῦτα προσόντα καὶ τοιαύτη δοκιμασία ν’ ἀπαιτῶνται ὑπὸ τοῦ νόμου, ἀλλὰ καὶ δι’ αὐτὸν τὸν βαθμὸν τοῦ συνταγματάρχου. Διότι ἀκριβῶς ἡ θέσις τοῦ συνταγματάρχου εἶναι ἡ ἀνωτέρα θέσις ἀξιωματικοῦ, εἰς ἣν ὑπηρετεῖ τις πρὶν προαχθῇ εἰς τὰς γενικὰς θέσεις τοῦ στρατοῦ, ὡς τὴν τοῦ ὑποστρατήγου καὶ λοιπάς. Πρέπει διὰ τοῦτο ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος καλεῖται νὰ διοικήσῃ ἓν σύνταγμα, νὰ δοκιμασθῇ οὐ μόνον ὅτε ἐγένετο λοχαγὸς ἢ ταγματάρχης, νὰ δοκιμασθῇ καὶ διὰ νὰ λάβῃ τὸν βαθμὸν καὶ τὴν διοίκησιν συνταγματάρχου, δηλ. ἂν ὑπηρετῶν ἀπέκτησε τὴν πεῖραν καὶ τὰς γνώσεις, τὰς ὁποίας πρέπει νὰ ἔχῃ, ἵνα διοικήσῃ σύνταγμα. Ὁ νόμος δὲν ἀναγράφει δοκιμασίαν διὰ τὸν βαθμὸν τοῦ συνταγματάρχου, ἀλλ’ ἐν ἄλλοις Κράτεσιν ἀπαιτεῖται τοῦτο. Θὰ ηὐχόμην λοιπὸν καὶ διὰ τὸν βαθμὸν τοῦ συνταγματάρχου νὰ ἀνέγραφεν ὁ νόμος τὴν ἀνάγκην προσόντων καὶ δοκιμασίας. Ἀλλὰ προκειμένου νὰ ὁρισθῶσι τὰ προσόντα καὶ αἱ ἰδιότητες, αἵτινες ἀπαιτοῦνται, εἴτε πρόκειται περὶ προβιβασμοῦ κατ’ ἀρχαιότητα, εἴτε πρόκειται περὶ προβιβασμοῦ κατ’ ἐκλογὴν, νομίζω ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἀφίνωνται εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν, ἀλλὰ πρέπει νὰ κανονίζωνται ἐν τῷ νόμῳ. Πρέπει νὰ δεχθῶμεν, ὅτι αἱ ἰδιότητες καὶ ἡ δοκιμασία περὶ ὑπάρξεως τῶν προσόντων τοῦ ἀξιωματικοῦ πρὸς προβιβασμὸν συνδέονται μὲ τὸν βαθμὸν αὐτόν· ὡς δὲ, προκειμένου περὶ βαθμοῦ καὶ ἀφαιρέσεως αὐτοῦ, ἔκρινεν ἀναγκαῖον αὐτὸ τὸ Σύνταγμα νὰ ὁρίσῃ, ὅτι δὲν ἀφαιρεῖται, διότι ὁ βαθμὸς ἀποτελεῖ εἶδος ἰδιοκτησίας, ἥτις δὲν πρέπει ν’ ἀφαιρῆται ἢ εἰς τὰς περιστάσεις, ἃς τὸ Σύνταγμα ὁρίζει, οὕτω καὶ ὁ προβιβασμὸς ἢ ὁ μὴ προβιβασμὸς τοῦ ἀξιωματικοῦ πρέπει νὰ τίθηται ὑπὸ τὴν προστασίαν τῶν νόμων, καὶ οὐχὶ νὰ κανονίζηται ἑκάστοτε ὑπὸ τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας διὰ Διαταγμάτων. Ἡ δικαιοσύνη περὶ τοὺς προβιβασμοὺς εἶναι θεμέλιον τῆς πειθαρχίας ἐν τῷ στρατῷ, καὶ πρέπει ν’ ἀσφαλίζηται ὅσον τὸ δυνατὸν περισσότερον ὑπὸ τῶν νόμων. Πρέπει νὰ γνωρίζῃ ὁ ἀξιωματικὸς ἐν τῷ νόμῳ ἀναγεγραμμένα ἀμετάβλητα τὰ προσόντα καὶ τὸν τρόπον τῆς δοκιμασίας, καὶ νὰ τείνῃ πρὸς ἀνώτερον βαθμὸν ἐν πλήρει ἀσφαλείᾳ, καὶ νὰ προσπαθῇ ν’ ἀποκτήσῃ αὐτά. Οὐδεὶς νόμος, κανονίζων τὰ προσόντα δημοσίων ὑπαλλήλων, ἀφῆκεν εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν νὰ κανονίζῃ ὅπως αὐτὴ θέλει ἑκάστοτε τοιαῦτα· διατὶ νὰ δοθῇ ἡ ἐξουσία αὕτη, προκειμένου περὶ στρατοῦ, εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν; Νομίζω ὅτι καὶ εἰς τὸν στρατὸν πρέπει ἀκριβῶς, ἀλλὰ γενικῶς, αἱ ἰδιότητες καὶ τὰ προσόντα πρὸς προβιβασμὸν ν’ ἀναγραφῶσιν ἐν τῷ νόμῳ, ἡ δὲ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία δύναται μόνον τὰς λεπτομερείας εἴτε τῆς δοκιμασίας εἴτε τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν βεβαιοῦνται, νὰ κανονίζῃ ἑκάστοτε καὶ μεταβάλλῃ, ἀλλ’ ἐγκαίρως πάντοτε. Διὰ τοῦτο συμφωνῶ καὶ ἐγὼ πρὸς ἐκείνους τῶν προλαλησάντων, οἱ ὁποῖοι ὑπέδειξαν, ὅτι πρέπει ἐν τῷ νόμῳ νὰ περιληφθῶσι ταῦτα. Νομίζω ὅτι τοῦτο δὲν θὰ ἦτο δύσκολον, προκειμένου περὶ καθορισμοῦ τῶν προσόντων τῶν ἀξιωματικῶν πρὸς προβιβασμὸν κατὰ βαθμόν. Θὰ ἐξέφραζον μάλιστα τὴν ἐπιθυμίαν, ὅπως καὶ ὁ βαθμὸς τοῦ συνταγματάρχου μὴ δίδηται ἄνευ βεβαιώσεως ἁρμοδίως τῶν ἰδιοτήτων καὶ τῶν προσόντων, τὰ ὁποῖα ὁ βαθμὸς αὐτὸς καὶ τὰ βάρη καὶ αἱ εὐθῦναι αὐτοῦ ἤθελον ὑποδείξει εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν ὡς ἀναπόφευκτα.
§107Γ. ΚΑΡΠΕΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τόσοι νόμοι καὶ τόσα Διατάγματα ἀνεκινήθησαν τὴν ἑσπέραν ταύτην, ὥστε θαῦμα εἶναι, πῶς δὲν μᾶς ἀπεμάκρυναν ἀπὸ τὸ ὑπὸ συζήτησιν θέμα. Πρόκειται περὶ διατάξεως ὁριζούσης τὴν κατ’ ἐκλογὴν προαγωγὴν τῶν ὑποδεεστέρων ἀξιωματικῶν. Καὶ εἶναι μὲν ἀληθὲς, ὅτι ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 12 τοῦ νόμου τοῦ 1861 προβλέπει τὴν περίπτωσιν ταύτην, καὶ ὁρίζει ὅτι «ἐκ τῶν χηρευουσῶν θέσεων ἀνθυπολοχαγῶν, ὑπολοχαγῶν καὶ λοχαγῶν ἀπονέμονται ἐν ἑκάστῳ ὅπλῳ, στρατιωτικῷ σώματι ἢ κλάδῳ, τὰ μὲν δύο τρίτα κατ’ ἀρχαιότητα, τὸ δὲ ἕτερον τρίτον κατ’ ἐκλογὴν, εἰς τοὺς ἀνθυπασπιστὰς, ἀνθυπολοχαγοὺς καὶ λοχαγοὺς»· ἡ διάταξις ὅμως αὕτη τοῦ νόμου δὲν ἔλαβε σάρκα, διότι δὲν ἐξεδόθη τὸ σχετικὸν Διάταγμα, τὸ ὁποῖον θὰ καθώριζε τὰ προσόντα τῶν ὑποδεεστέρων ἀξιωματικῶν, ἵνα προαχθῶσι, κατ’ ἐκλογὴν, διότι οὐδέποτε Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, καίτοι τοσοῦτος ἔκτοτε παρῆλθε χρόνος, ἀπετόλμησε νὰ ἐκδώσῃ τοιοῦτον Διάταγμα, διότι προέβλεπε τοὺς κινδύνους, τοὺς ὁποίους θὰ προεκάλει τοιαύτη διάταξις. Διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου, εἰς τὸ ἄρθρον 1, ἐδάφιον βʹ αὐτοῦ, ὁρίζεται, ὅτι «διὰ Β. Διατάγματος θέλουσιν ὁρισθῆ αἱ ἀπαιτούμεναι πρὸς προβιβασμὸν γνώσεις καὶ ἰδιότητες, ὡς καὶ ὁ τρόπος τῆς ἐκτιμήσεως αὐτῶν, εἰς τοὺς βαθμοὺς τοῦ λοχαγοῦ καὶ ταγματάρχου κατ’ ἀρχαιότητα καὶ κατ’ ἐκλογὴν». Ἡ διάταξις αὕτη ἔρχεται ν’ ἀντιστρατευθῇ πρὸς τὴν διάταξιν τοῦ παλαιοῦ νόμου, τοῦ νόμου τοῦ ἔτους 1861, διότι κατὰ τὸν παλαιὸν νόμον (ἄρθρον 12 αὐτοῦ) προβλέπεται μὲν ἡ κατ’ ἐκλογὴν προαγωγὴ τῶν κατωτέρων ἀξιωματικῶν, ἀλλὰ τίθεται ὅριον, ὁρίζεται ὅτι τὰ μὲν ⅔ τῶν κατωτέρων ἀξιωματικῶν προάγονται κατ’ ἀρχαιότητα, τὸ δ’ ἕτερον ⅓ κατ’ ἐκλογὴν, ἐνῷ διὰ τοῦ σήμερον ὑποβαλλομένου νομοσχεδίου οὐ μόνον δὲν ἐπαναφέρεται ἡ διάταξις αὕτη, ἀλλ’ ἀπόλυτον δίδεται δικαίωμα εἰς τὸν Ὑπουργὸν νὰ προάγῃ κατ’ ἐκλογὴν κατωτέρους ἀξιωματικούς. Ὅταν τόσα παρῆλθον ἔτη, καὶ οὐδεὶς Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν ἐσκέφθη, ὅτι θὰ ἦτο ἀνάγκη νὰ ἐκδοθῇ τὸ Βασιλικὸν Διάταγμα, τὸ ὁρίζον τὰ προσόντα πρὸς προβιβασμὸν κατ’ ἐκλογὴν τῶν ὑποδεεστέρων ἀξιωματικῶν, ὅταν τόσοι ἀντιπαρῆλθον Ὑπουργοί, καὶ οὐδεὶς ἐσκέφθη, ὅτι θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ προβῇ εἰς προαγωγὴν κατ’ ἐκλογὴν κατωτέρων ἀξιωματικῶν, βεβαίως θὰ ὑπῆρχεν ὁ δικαιολογητικὸς λόγος, καὶ ὁ λόγος οὗτος θὰ ἦναι μέγας καὶ σοβαρός. Ἐγὼ μάλιστα, ἀντιθέτως πρός τινας τῶν ἀξιοτίμων προλαλησάντων, δὲν θὰ ἤθελον νὰ ὁρισθῇ διὰ τοῦ νόμου ὁποῖα προσόντα πρέπει νὰ ἔχωσιν οἱ κατ’ ἐκλογὴν προβιβασθησόμενοι κατώτεροι ἀξιωματικοί· θὰ ἐπεθύμουν δηλαδὴ, ὄχι μόνον Βασιλικὸν Διάταγμα, ἀλλ’ οὔτε νόμος νὰ περιέχῃ τὰ προσόντα ταῦτα, καὶ διὰ τοῦτο ζητῶ ν’ ἀπαλειφθῇ ὁριστικῶς ἡ διάταξις, ἡ ἐπιτρέπουσα τὴν κατ’ ἐκλογὴν προαγωγὴν τῶν κατωτέρων ἀξιωματικῶν. Ὑπὲρ πᾶσαν ἄλλην περίπτωσιν, σήμερον οἱ κατώτεροι ἀξιωματικοὶ εἶναι ἴσοι, ὡς ἐκ τῆς προελεύσεώς των, διότι προέρχονται ἀπὸ Στρατιωτικὰς Σχολὰς, καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τεθῇ ἐν ἀμφιβόλῳ, ὅτι ὁ εἷς ἔχει ἐλλείψεις τινὰς, καὶ ὁ ἕτερος εἶναι ὑπέρτερος τοῦ ἄλλου. Ἐὰν ἦτο δυνατὸν νὰ περιληφθῇ ἐν τῷ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίῳ περιορισμός τις, οὗτος ἔπρεπε νὰ ἀφορᾷ εἰς ὀλίγους ἀξιωματικοὺς κατωτέρους, οἵτινες εὑρίσκονται εἰς τὸ στράτευμα συνεπείᾳ προβλέψεων ἄλλων νόμων εὐεργετικῶν. Ἴσως εἶναι ἀνάγκη νὰ τεθῇ φραγμὸς διὰ τοὺς ἐπ’ ἀνδραγαθίᾳ προαχθέντας. Τούτους ἡ Πολιτεία ἤμειψε, προαγαγοῦσα εἰς ἀξιωματικούς, ἀλλὰ δὲν ἕπεται, ὅτι τοῦτο πρέπει νὰ πράττῃ πάντοτε καὶ διὰ τοὺς ἐφεξῆς βαθμοὺς ἀβασανίστως. Διὰ τοῦτο, προκειμένου περὶ τῶν ἀξιωματικῶν τούτων, δέον νὰ λαμβάνηται ὑπ’ ὄψιν, ὅτι σήμερον οἱ ἀξιωματικοὶ πρέπει νὰ συγκεντρῶσιν ἐπιστημονικὴν μόρφωσιν, καὶ κατὰ τοῦτο ἴσως τὸ νομοσχέδιον ἔχει λόγον· ἀλλὰ προκειμένου περὶ τῶν ἀξιωματικῶν τῶν προερχομένων ἐκ Στρατιωτικῶν Σχολῶν, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ προβῇ οἱοσδήποτε Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν εἰς προβιβασμὸν κατ’ ἐκλογὴν τῶν κατωτέρων. Οἱ ἑκάστοτε Ὑπουργοί, ἀπὸ τοῦ 1861 μέχρι σήμερον, οὕτως ὑπελόγιζον τὰ πράγματα, καὶ δὲν εὗρον λόγον, καὶ δὲν ἐτόλμησαν νὰ προκαλέσωσι Βασιλικὸν Διάταγμα, ὁρίζον τὰ προσόντα τὰ ἀπαιτούμενα, ἵνα προαχθῇ ὑποδεέστερος ἀξιωματικὸς κατ’ ἐκλογήν. Δὲν εἶναι ὁ βαθμὸς τοῦ ἀνθυπολοχαγοῦ ἢ τοῦ ὑπολοχαγοῦ, ὁ ὁποῖος θὰ δείξῃ τὰ ἰδιαίτερα προσόντα ἑνὸς ἀξιωματικοῦ, προκειμένου νὰ προαχθῇ οὗτος. Τὰ προσόντα ταῦτα βεβαίως πρέπει νὰ λαμβάνωνται ὑπ’ ὄψιν, προκειμένου νὰ προαχθῇ εἰς λοχαγὸς εἰς ταγματάρχην, διότι ἐκεῖ πρόκειται περὶ διοικήσεως ἀνωτέρας μονάδος, καὶ πρέπει νὰ συγκεντροῖ ὁ ἀξιωματικὸς μεγαλείτερα προσόντα ὑπὲρ τοὺς ἄλλους. Ἴσως τὸ μέτρον τῆς ἐκλογῆς δι’ ὅλους τοὺς βαθμοὺς νὰ ἦτο τὸ ἰδεῶδες τῆς στρατιωτικῆς ὀργανώσεως· ἀλλ’ ὁ στρατός μας δὲν εἶναι προηγμένος ἐπὶ τοσοῦτον σήμερον, ὥστε νὰ ἐξασφαλίσῃ τὸ μέτρον τοῦτο. Ἂς ἀφεθῇ τοῦτο διὰ τὸ ἀπώτερον μέλλον. Σήμερον δὲν ἔχομεν ἐχέγγυα ὅτι θὰ ἦναι ἀμερόληπτος ἡ ἐκτίμησις τῶν ἀνωτέρων. Διὰ τοῦτο κηρύσσομαι οὐ μόνον κατὰ τῆς διατάξεως ταύτης τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου, ἀλλὰ καὶ κατὰ τῆς τοῦ ἄρθρου 12 τοῦ παλαιοῦ νόμου, θέλω δὲ ὑποβάλει τροποποίησιν, διὰ τῆς ὁποίας θὰ προτείνω τὴν κατάργησιν τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου 12 τοῦ νόμου τοῦ 1861.
§108Ν. ΓΟΥΛΙΜΗΣ. Ἠκούσατε, κύριε Πρόεδρε, τὸν ἀξιότιμον Βουλευτὴν ἐξ Ἄργους λέγοντα καὶ ἀνομολογοῦντα, ὅτι ἀπαιτοῦνται ἐξαιρετικὰ προσόντα διὰ τὸν βαθμὸν τοῦ ταγματάρχου, καὶ διὰ τὸν βαθμὸν τοῦτον ἐζήτει καὶ παρεδέχετο ὅτι δέον ἐξαιρετικῶς ν’ ἀπονέμηται ὑπὸ τῆς Πολιτείας, ἀλλὰ δὲν παραδέχεται τοῦτο καὶ διὰ τὸν βαθμὸν τοῦ λοχαγοῦ, ἢ μᾶλλον τοῦ ὑπολοχαγοῦ. Ἀλλὰ λησμονεῖ ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, ὅτι ὁ βαθμὸς τοῦ λοχαγοῦ εἶναι σήμερον ἡ πρώτη βαθμὶς τοῦ ἀξιωματικοῦ, τοῦ διευθύνοντος κατὰ τὸν πόλεμον. Ὁ βαθμὸς τοῦ λοχαγοῦ εἶναι τοιαύτης φύσεως, ὥστε εἶναι ὁ σπουδαιότερος σταθμὸς μετὰ τὸν βαθμὸν τοῦ συνταγματάρχου· διότι κατὰ λόχους, κατὰ πυροβολαρχίας, κατὰ ἴλας μάχεται ὁ στρατός. Συνεπῶς ἐν ταῖς πυροβολαρχίαις οἱ πυροβολάρχαι, ἐν τοῖς λόχοις οἱ λοχαγοί, ἐν ταῖς ἴλαις οἱ ἴλαρχοι θὰ διοικήσωσι τὰς πρώτας μονάδας τῆς μάχης, ἐνῷ ὁ ταγματάρχης θὰ διοικήσῃ σύνολόν τι τοιούτων μονάδων, διότι δὲν μάχεται τὸ τάγμα ὁλόκληρον, ἀλλὰ κατὰ λόχους, οὔτε ὁ μοίραρχος τοῦ πυροβολικοῦ, ὁ διοικῶν, δύναται νὰ δώσῃ τοιαύτην ὤθησιν, οἵαν ὁ διοικῶν τὴν πυροβολαρχίαν. Διὰ τοῦτο τὸ παρὸν νομοσχέδιον ἀπαιτεῖ διὰ τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν καθηκόντων τοῦ λοχαγοῦ προσόντα διακεκριμένα, διὰ τοῦτο δὲ καὶ δίδει τὸ δικαίωμα εἰς τὴν Πολιτείαν νὰ ἐκλέξῃ τοὺς μέλλοντας νὰ διοικήσωσι τὰς πρώτας μονάδας μάχης, καὶ ἑπομένως ὁ στρατὸς πρέπει ν’ ἀποτελῆται ἀπὸ βαθμοφόρους, οἵτινες νὰ ἔχωσιν ὅλα τὰ προσόντα, διὰ τὰ ὁποῖα ἡ Πολιτεία τοσαῦτα θυσιάζει ὑπὲρ αὐτῶν. Πρέπει λοιπόν, κατ’ ἐμὴν γνώμην, ἡ Βουλὴ νὰ ψηφίσῃ τὸ νομοσχέδιον, ὡς ἔχει, διότι αὐτό, τὸ ὁποῖον φοβεῖται ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐξ Ἄργους, δὲν νομίζω ὅτι εἶναι ὀρθόν. Δὲν βλέπω τὸν λόγον, δι’ ὃν ἔχει ἀφορμὴν νὰ φοβῆται. Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, οἱοσδήποτε, ὅστις ἐφήρμοζε τὸν προηγούμενον νόμον, ὁ αὐτὸς θὰ ἐφαρμόζῃ εἰς τὸ μέλλον καὶ τὸν ψηφιζόμενον. Ἑπομένως δὲν ἔχομεν νὰ φοβώμεθα παράβασιν τοῦ νόμου, διότι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν εἶναι ἐκεῖνος, ὅστις θὰ ὑποβάλλῃ τὰ Διατάγματα διὰ τὴν ἀπονομὴν τῶν βαθμῶν παρὰ τοῦ Βασιλέως, καὶ ἑπομένως θὰ ἔχῃ τὴν εὐθύνην ἐνώπιον τῆς Βουλῆς διὰ τὴν τοιαύτην ἀπονομήν...
§109Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ. Οὐδεμίαν εὐθύνην θὰ ἔχῃ.
§110Ν. ΓΟΥΛΙΜΗΣ. Δὲν βλέπω, ποῦ βλέπετε τὴν ἔλλειψιν τῆς εὐθύνης, ἀφοῦ ἄνευ τῆς ὑπογραφῆς τοῦ Ὑπουργοῦ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐκτελεσθῇ Διάταγμα. Δὲν βλέπω διατὶ ἡ Πολιτεία πρέπει νὰ φοβῆται νὰ δώσῃ εἰς ἐκεῖνον, ὅστις ἔχει τὴν εὐθύνην τῆς διοικήσεως τοῦ στρατοῦ, τὰ μέσα, ἵνα ἀπονέμῃ τοὺς βαθμοὺς εἰς τοὺς ἱκανοὺς ἀξιωματικούς. Δὲν βλέπω τὸν λόγον, διατὶ ἡ Πολιτεία νὰ μὴ δώσῃ εἰς τὸν ὑπεύθυνον τὰ μέσα, ὅπως οἱ βαθμοὶ ἀπονέμωνται εἰς ἐκείνους, οἵτινες ὄντως εἶναι ἄξιοι αὐτῶν. Ἡ προέλευσις τῶν ἀξιωματικῶν ἐκ τῶν Σχολῶν εἶναι πράγματι ἡ αὐτή· ἀλλὰ δύναταί τις νὰ ἀρνηθῇ, ὅτι κατόπιν οἱ ἀξιωματικοί, εἴτε διὰ τῆς μελέτης εἴτε δι’ ἄλλων προσόντων, τὰ ὁποῖα ἀπέκτησαν κατὰ τὸ στάδιόν των, δὲν ἐγένοντο οἱ μὲν ὑπέρτεροι τῶν δέ; Μήπως, ἐάν τις ἔχῃ δίπλωμα τοῦ Πανεπιστημίου, εἶναι ἀρκετὸν τοῦτο καὶ μόνον ἐνώπιον τοῦ Ἀρείου Πάγου, ὥστε ἄνευ τινὸς ἐλέγχου νὰ τῷ δώσῃ ὁ Ἄρειος Πάγος τὸ δικαίωμα νὰ γείνῃ δικαστὴς, ἢ νὰ καταλάβῃ ἄλλην τινὰ θέσιν; Βεβαίως δὲν ἀρκεῖ μόνον τὸ δίπλωμα· ἀπαιτεῖται καὶ ἐκεῖ νὰ ὑποστῇ ἔλεγχον. Διατὶ λοιπὸν δὲν πρέπει νὰ καθιερωθῇ τὸ τοιοῦτον καὶ διὰ τὸν βαθμὸν τοῦ λοχαγοῦ, ὅστις εἶναι ὁ ἀξιωματικὸς ὁ διοικῶν τὰς πρώτας μονάδας τῆς μάχης;
§111Γ. ΚΑΡΠΕΤΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ εἰς ἐμὲ δὲν διέφυγον αἱ ὑποχρεώσεις, τὰς ὁποίας πρέπει νὰ ἔχωσιν οἱ διοικοῦντες λόχους, καὶ διὰ τοῦτο δὲν θὰ μακρηγορήσω περὶ αὐτοῦ. Ἀλλ’ ἔθεσα ἐνώπιον τῆς Βουλῆς τὴν σημερινὴν πραγματικὴν κατάστασιν τῶν ὑποδεεστέρων ἀξιωματικῶν, καὶ εἶπον ὅτι οὗτοι προέρχονται ἀπὸ σχολεῖα, τὰ ὁποῖα, ἐὰν δὲν τοὺς προδιαθέτωσι διὰ στρατηγούς, ἀσφαλῶς ὅμως τοὺς προδιαθέτουσι διὰ λοχαγούς. Ὅσον δ’ ἀφορᾷ τὴν προταθεῖσαν αἰτιολογίαν ὑπὸ τοῦ σεβαστοῦ συνταγματάρχου, θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ προσθέσω, ὅτι ἐν αὐτοβουλίᾳ ἐνεργείας σήμερον οὐχὶ σπανίως εὑρίσκεται καὶ ὁ τελευταῖος δεκανεύς. Ἐγὼ εἶπον, ὅτι ὅλοι οἱ σημερινοὶ κατώτεροι ἀξιωματικοί, οἱ προερχόμενοι ἀπὸ τὰς Σχολάς, συγκεντροῦσι τὰ προσόντα, τοὐλάχιστον διὰ νὰ ἦναι λοχαγοί. Ἀφήσατε τὰς ἀνωτέρας μελέτας διὰ τοὺς ἄλλους βαθμούς. Μὴ ἐπιμένετε νὰ ψηφισθῇ τοιοῦτο νομοσχέδιον, διότι σᾶς βεβαιῶ, ὅτι, ἐπιψηφίζοντες τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, οὐδὲν ἄλλο πράττετε ἢ ῥίπτετε τὸν σπόρον τῆς ἐπαναστάσεως εἰς τοὺς ὑποδεεστέρους ἀξιωματικούς. Ἐνεργήσατε προληπτικῶς. Ἡ διαμαρτυρία μου εἶναι εἰλικρινής. Ἐπαναλαμβάνω, ὅτι ἡ προέλευσις τῶν ὑποδεεστέρων ἀξιωματικῶν ἀποκλείει τελείως τὸν σκοπὸν τῶν κατ’ ἐκλογὴν προβιβασμῶν. Ἔχετε χρόνον ἀρκετὸν καὶ μέσα ἄφθονα, διὰ νὰ προκρίνητε τοὺς διὰ τὸν βαθμὸν τοῦ ταγματάρχου λοχαγούς. Ἐπαναλαμβάνω δ’ ὅτι, ἐὰν ἐγὼ κατ’ ἀρχὴν τάσσωμαι κατὰ τῆς διατάξεως ταύτης, ἔχω ὑπὲρ ἐμοῦ τὸ ὅτι ἀπὸ τοῦ 1861 μέχρι σήμερον οὐδεὶς Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν ἀπετόλμησε νὰ προκαλέσῃ Βασιλικὸν Διάταγμα, ὁρίζον τὰ προσόντα τῆς κατ’ ἐκλογὴν προαγωγῆς τῶν ὑποδεεστέρων ἀξιωματικῶν, πολλῷ δὲ ἧττον νὰ προβῇ εἰς προαγωγὴν κατ’ ἐκλογὴν κατωτέρων ἀξιωματικῶν· οὐδὲ πρέπει σήμερον νὰ ἔλθητε ν’ ἀνατρέψητε διάταξιν, ἡ ὁποία ἰσχύει ἐπὶ τόσα ἔτη.
§112Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Μόνον ἡ φράσις, ἥτις ἠκούσθη ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ὅτι οὐδεὶς Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν μέχρι σήμερον ἀπετόλμησε νὰ ἐφαρμόσῃ τὸν κατ’ ἐκλογὴν προβιβασμὸν εἰς τοὺς ὑποδεεστέρους βαθμούς, μὲ φέρει ἐπὶ τὸ βῆμα. Εἰς ἄλλην ἐποχὴν, κύριοι Βουλευταί, τὸ Σῶμα τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ πεζικοῦ, τοῦ ἱππικοῦ, τοῦ ὑλικοῦ πυροβολικοῦ κλπ. ἐστρατολογεῖτο ἐκ τῶν ὑπαξιωματικῶν τοῦ στρατοῦ, οἱ ὁποῖοι προήρχοντο ἐκ τῶν κληρούχων, τῶν ἀντικαταστατῶν καὶ τῶν ἐθελοντῶν, οἵτινες ἀπήρτιζον τὸ στράτευμα τοῦτο. Οἱ ἀξιωματικοὶ, οἱ ὁποῖοι προήρχοντο ἐκ τῶν τάξεων αὐτῶν, οὐδεμίαν μάθησιν εἶχον· οἱ διοικηταὶ τῶν συνταγμάτων ἢ τῶν ταγμάτων ἦσαν ἐκεῖνοι, οἵτινες προῆγον τοὺς ἀξιωματικοὺς, βασιζόμενοι μόνον εἰς τὰς ἀσκήσεις καὶ εἰς τὰς ὑπηρεσίας, τὰς ὁποίας οὗτοι προσέφερον κατὰ τὴν καταδίωξιν τῆς ληστείας καὶ εἰς τὴν δημοσίαν ἀσφάλειαν ἐν γένει. Ἑπομένως ἐκ τῶν ἀξιωματικῶν ἐκείνων· ποία ἐκλογὴ ἠθέλετε νὰ γείνῃ; Ἕν στάδιον τότε ὑπῆρχε μόνον, τὸ τῆς στρατιωτικῆς ἀρετῆς, καὶ ὅσοι διεκρίνοντο ἐπὶ στρατιωτικῇ ἀρετῇ προήγοντο κατ’ ἐκλογήν. Καὶ ἐνθυμοῦμαι ὅτι ὁ μακαρίτης πατήρ μου πολλάκις, ὡς Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, ἐφήρμοσεν εἰς τοιαύτας περιστάσεις τὸν κατ’ ἐκλογὴν προβιβασμὸν εἰς τοὺς κατωτέρους βαθμούς. Ἐνθυμεῖσθε ἀκόμη, — καὶ εἶναι βεβαίως ἀξιωματικοὶ, οἱ ὁποῖοι ἐνθυμοῦνται, — ὅτι ὁ μακαρίτης συνταγματάρχης καὶ κατόπιν ἀπόστρατος ὑποστράτηγος Τσῆρος προήχθη εἰς λοχαγὸν κατ’ ἐκλογὴν, διότι κατέστρεψεν ὁλόκληρον ληστρικὴν συμμορίαν εἰς τὸ Ζεμενό. Σήμερον ὅμως οἱ ἀξιωματικοὶ προέρχονται ἐκ τῶν Στρατιωτικῶν Σχολῶν διά τε τὸ πεζικὸν, τὸ ἱππικὸν, τὸ πυροβολικὸν, τὸ μηχανικὸν κλπ. Ἡ μάθησις ἐπικρατεῖ σήμερον εἰς τὸ στράτευμα, καὶ ἑπομένως δὲν εἶναι μόνη ἡ στρατιωτικὴ ἀρετὴ, ἐκείνη, ἡ ὁποία διακρίνει τὸν ἀξιωματικὸν, ἀλλ’ αὕτη πρέπει νὰ συνοδεύηται μετὰ τῆς μαθήσεως, ἡ ὁποία δέον νὰ ἦναι πλήρης εἰς τοὺς ἀξιωματικοὺς ὅλων τῶν βαθμῶν. Διὰ τοῦτο δὲ εἰς ὅλα τὰ μέρη τοῦ κόσμου οἱ ἀξιωματικοὶ προάγονται κατ’ ἐκλογὴν ἐπὶ τῇ βάσει ἐξετάσεων, αἱ ὁποῖαι διεξάγονται ἐπὶ ὡρισμένου προγράμματος· δηλαδὴ μετὰ τὰς ἐξετάσεις καταρτίζονται οἱ πίνακες, καὶ γίνονται οἱ προβιβασμοὶ κατ’ ἐκλογήν. Ἐὰν ὅμως συμπέσῃ νὰ συμβαδίζῃ ἡ ἀρχαιότης μὲ τὴν ἐκλογὴν, τότε προάγονται ταυτοχρόνως, ὡς τοῦτο συμβαίνει εἰς τοὺς ἀνωτέρους βαθμούς. Ὁ ταγματάρχης λ. χ. προάγεται εἰς ἀντισυνταγματάρχην κατ’ ἀρχαιότητα· ἐν τούτοις δὲν τίθεται ἐν τῷ Διατάγματι ἡ φράσις «κατ’ ἀρχαιότητα», ἀλλὰ τίθεται «κατ’ ἐκλογήν».
§113ΧΑΡ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Δὲν τίθεται, διότι δὲν τὴν ἔχει ὁ νόμος.
§114Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ. Μάλιστα, δὲν τίθεται, διότι δὲν τὴν ἔχει ὁ νόμος. Δι’ αὐτὸ λοιπὸν ὑποστηρίζω καὶ ἐγὼ τὴν διάταξιν τοῦ νομοσχεδίου, ὅτι οἱ ἀξιωματικοὶ πρέπει νὰ προάγωνται κατ’ ἐκλογήν. Ἀλλὰ δὲν θὰ προάγωνται κατ’ ἐκλογὴν ὅπως τύχῃ· θὰ προάγωνται κατ’ ἐκλογὴν, ἐπὶ τῇ βάσει μιᾶς δοκιμασίας, ἡ ὁποία θὰ πιστοποιῇ, ὅτι οὐδεὶς ἀξιωματικὸς θὰ ἀδικῆται κατὰ τὴν ἐκλογὴν ταύτην.
§115Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Αὐτὸ πρέπει νὰ ἀναγράφηται ἐν τῷ νόμῳ.
§116Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ. Τὸ λέγει τὸ νομοσχέδιον (ἀναγινώσκει): «Διὰ Βασιλικοῦ Διατάγματος θέλουσιν ὁρισθῆ αἱ ἀπαιτούμεναι πρὸς προβιβασμὸν γνώσεις καὶ ἰδιότητες, ὡς καὶ ὁ τρόπος τῆς ἐκτιμήσεως αὐτῶν· α) εἰς τοὺς διαφόρους βαθμοὺς τῶν ὑπαξιωματικῶν, συμπεριλαμβανομένου καὶ τοῦ βαθμοῦ τοῦ ἀνθυπασπιστοῦ· β) εἰς τοὺς βαθμοὺς τοῦ λοχαγοῦ καὶ ταγματάρχου κατ’ ἀρχαιότητα καὶ κατ’ ἐκλογήν· καὶ γ) εἰς πάντας τοὺς λοιποὺς βαθμοὺς κατ’ ἐκλογήν.» Εἰς ἐμὲ, εἰσάγοντα τὰ νομοσχέδια ταῦτα, δὲν ἐπιτρέπεται νὰ φαντασθῶ ὀπισθοβουλίαν ἐκ μέρους ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι...
§117Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Εἶναι ἀντισυνταγματικὸν καθ’ ὁλοκληρίαν· καὶ θὰ ἐπικαλεσθῶ τὴν γνώμην τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Γόρτυνος Βουλευτοῦ.
§118Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι δὲν τὸ θεωρῶ ἀντισυνταγματικὸν, διότι ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία δίδει τὸ δικαίωμα εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν νὰ ἑρμηνεύσῃ τὸν νόμον διὰ Β. Διατάγματος.
§119Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἄλλο ἑρμηνεία καὶ ἄλλο καθορισμὸς νομοθετικῶν διατάξεων διὰ Β. Διατάγματος.
§120Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ. Εἰς πολλὰς περιστάσεις λέγεται, ὅτι διὰ «Β. Διατάγματος θὰ καθορισθῇ ὁ τρόπος τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου τούτου».
§121Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐγένετο ὑπέρβασις ἐκ μέρους τῆς Βουλῆς. Ἔκαμε μίαν ὑπέρβασιν καὶ ὁ μακαρίτης Ὄθων. Ἀλλ’ ἀμφισβητεῖται τὸ ζήτημα.
§122Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ. Διὰ τοῦτο λοιπὸν εἰς τοὺς ἄλλους στρατοὺς καὶ οἱ ἀνθυπολοχαγοὶ καὶ οἱ ὑπολοχαγοὶ καὶ οἱ λοχαγοὶ καὶ οἱ ταγματάρχαι προβιβάζονται κατόπιν ἐξετάσεων. Οἱ ἀντισυνταγματάρχαι καὶ συνταγματάρχαι δοκιμάζονται ἐπὶ τοῦ πεδίου τῶν ἀσκήσεων πρακτικῶς. Τοῖς δίδονται θέματα, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ λύσωσιν ἐκεῖ, ἐνώπιον τοῦ ἐπιθεωρητοῦ καὶ ὅλων τῶν ἀνωτέρων ἀξιωματικῶν, οἱ ὁποῖοι παρίστανται· ἑπομένως ἡ ἱκανότης αὐτῶν ἐκεῖ πιστοποιεῖται· οὐδεὶς δὲ σήμερον, οὐδ’ αὐτὸς ὁ συνταγματάρχης, προάγεται εἰς ὑποστράτηγον, καὶ οὗτος εἰς ἀντιστράτηγον, ἐὰν δὲν δοκιμασθῇ. Οὕτω πως ἐκαθαρίσθη ὁ γαλλικὸς στρατὸς, διὰ τῶν ἐπιθεωρητῶν, ἤτοι τοῦ στρατηγοῦ Γκαλιφὲ καὶ λοιπῶν, ἐπὶ τῶν πεδίων· κατὰ τὰς μεγάλας ἀσκήσεις ἐγένετο ὁ ἔλεγχος τῆς ἱκανότητος τῶν ὑποστρατήγων καὶ ἀντιστρατήγων ἀκόμη, καὶ ἀπ’ ἐκεῖ παρηγγέλθησαν οἱ ἀνίκανοι ν’ ἀποχωρήσωσι καὶ νὰ ζητήσωσι τὴν ἀποστρατείαν των. Αὐτὴ ἡ ἰδέα ἐπεκράτησε καὶ διὰ τὸν ἡμέτερον στρατὸν, διότι μέχρι τοῦδε ὑπῆρχεν ἡ λεγομένη ρουτίνα. Σήμερον πρόκειται νὰ τάμωμεν νέαν ὁδὸν, διὰ τῆς ὁποίας νὰ κατορθώσωμεν νὰ ἔχωμεν στράτευμα ἄξιον τοῦ προορισμοῦ του· πρωτίστως δὲ διὰ τὴν ἐργασίαν ταύτην ἀπαιτεῖται ἡ ἐκλογὴ, διότι, ὡς εἶπον καὶ ἐν ἄλλῃ συνεδριάσει τῆς Βουλῆς, μόνον διὰ τῆς ἐκλογῆς θὰ εὕρητε τὰς ἱκανότητας, καὶ οὐχὶ εἰς τὴν ἀρχαιότητα. Διὰ τοὺς λόγους τούτους ἐπιμένω εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου.
§123ΧΑΡ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Οὐδεὶς ὑπάρχει ὁ ἀρνούμενος, ὅτι εἶναι ἀνάγκη διὰ τὴν προαγωγὴν νὰ ὑπάρχωσι προσόντα. Πάντες συνομολογοῦμεν, ὅτι χρειάζονται προσόντα καὶ γνώσεις ἐν ἀναλογίᾳ πρὸς τοὺς βαθμοὺς, τοὺς ὁποίους πρόκειται νὰ καταλάβωσιν οἱ προαγόμενοι. Κατὰ τοῦτο συμφωνῶ μὲ τὸν κ. Ὑπουργόν· ἀλλ’ εὑρίσκω, ὅτι πάντα ταῦτα ἔχουσι κανονισθῆ μέχρι τοῦδε διὰ τῶν νόμων καὶ Διαταγμάτων, τὰ ὁποῖα ἀνέφερα πρότερον. Ἐὰν τὰ Διατάγματα ἐκεῖνα, καὶ ἂν ὁ νόμος, ὅπως ἐγένετο, ἔχωσιν ἐλλείψεις τινὰς, ἐὰν ἔχωσιν ἀνάγκην συμπληρώσεως, δύναται νὰ ὑποβληθῇ σχέδιον νόμου περὶ συμπληρώσεως τοῦ Διατάγματος ἐκείνου περὶ προσόντων καὶ περὶ συμπληρώσεως τοῦ νόμου, καὶ νὰ συζητήσωμεν ἐπὶ τῶν ἐλλείψεων, τὰς ὁποίας ἔχει παρατηρήσει ἡ ὑπηρεσία, καὶ νὰ εὕρωμεν κατὰ τίνα τρόπον δύνανται νὰ πληρωθῶσι τὰ κενά. Ἡμεῖς λοιπὸν, οὐδὲν ἐξ ὅσων εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἀμφισβητοῦντες, θέτομεν τὸ ζήτημα ἀλλαχοῦ, ἐκεῖ, ὅπου δὲν εἰσέρχεται ὁ κ. Ὑπουργός· τὸ θέτομεν ἐν τούτῳ· ὑπάρχει Διάταγμα ἰσχῦον, ὑπάρχει Διάταγμα ἀναγράφον τὰ προσόντα. Ποῖαι αἱ διατάξεις τοῦ Διατάγματος τούτου; Εἶναι ἐσφαλμέναι; Ἔλθετε νὰ τὰς διορθώσητε. Μὴ ζητεῖτε ὅμως διὰ τῆς προτάσεως περὶ ἀντικαταστάσεως τοῦ ἄρθρου 15 τοῦ νόμου τοῦ 1861 νὰ ἐπιτρέψητε εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν νὰ ἐκδώσῃ Διάταγμα κανονιστικὸν τῶν προσόντων πρὸς προαγωγήν· διότι ἐννοοῦμεν νὰ συζητήσωμεν ἐνταῦθα τὰ προσόντα, ἐννοοῦμεν νὰ συζητήσωμεν τίνες ἰδιότητες καὶ τίνα προσόντα ἀπαιτοῦνται πρὸς προαγωγήν. Δὲν βλέπω δὲ διατὶ νὰ μὴ γείνῃ ἡ συζήτησις αὕτη. Δὲν θὰ χρειασθῇ ἴσως παρὰ ὀλίγαι λέξεις νὰ προστεθῶσιν εἰς τὸ Διάταγμα τοῦ 1861, διότι, ἂν τοῦτο εἶχε καί τινας ἐλλείψεις, αὗται θὰ πληρωθῶσι διὰ νεωτέρου Διατάγματος. Ἀλλ’ ἐνῷ καταργεῖται τὸ Διάταγμα τοῦ 1861, δὲν ἀναγράφεται εἰς τὸ νομοσχέδιον, ὅτι καταργεῖται. Αὐτὰ εἶναι ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα μὲ ἔκαμαν νὰ λάβω τὸν λόγον· διότι βεβαίως γεννᾶται τὸ ζήτημα, καταργουμένης τῆς διατάξεως, ἡ ὁποία ἐπέτρεψε τὴν ἔκδοσιν τοῦ Διατάγματος κατὰ τὸ 1861, δύναται νὰ ἰσχύῃ τὸ Διάταγμα ἐκεῖνο; Ὄχι. Ἀνεκλήθη ἡ ἐντολή· δίδεται σήμερον νέα ἐντολή. Ἀλλ’ εἶναι ἀνάγκη νὰ δοθῇ νέα ἐντολὴ ἀορίστως; Ἴσως τότε θὰ ἦτο ἀνάγκη νὰ δοθῇ νέα ἐντολή, διότι ἴσως δὲν ὑπῆρχε προηγούμενον Διάταγμα, κανονίζον τὰ προσόντα, ἴσως νὰ μὴ ὑπῆρχον συγκεντρωμέναι αἱ πληροφορίαι περὶ τῶν ἀπαιτουμένων προσόντων καὶ περὶ τῶν ἐλλείψεων τῶν παρατηρηθεισῶν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν· ἀλλὰ σήμερον ἔχομεν ἐφαρμογὴν τεσσαρακονταετῆ τοῦ Διατάγματος, ἔχομεν πλήρη γνῶσιν τῶν ἐλλείψεων, ἔχομεν πλήρη γνῶσιν τῶν κενῶν, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ πληρώσωμεν. Φέρετε μίαν πρότασιν, ἵνα πληρωθῶσι τὰ κενά· μὴ ζητεῖτε ὅμως τὴν ἀνατροπὴν ὅλου τοῦ παρελθόντος καὶ πλήρη ἐλευθερίαν πρὸς νομοθετικὴν ἐργασίαν.
§124Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Θέλετε ἀναγραφὴν τῶν προσόντων;
§125ΧΑΡ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Θέλω ἀναγραφὴν τῶν προσόντων, καὶ ὅσον τὸ δυνατὸν λεπτομερεστέραν ἀναγραφὴν τῶν ἰδιοτήτων· δὲν ἐννοῶ ν’ ἀφεθῇ κανὲν κενὸν, διότι πᾶσα τοιαύτη ἀοριστία θὰ δώσῃ καιρὸν εἰς τὴν αὐθαιρεσίαν νὰ προβῇ εἰς ἀδικήματα. Δὲν δύνασθε δὲ ν’ ἀρνηθῆτε, ὅτι δύναται νὰ ὑπάρξῃ καὶ ἐν τῷ στρατῷ αὐθαιρεσία, ἀφοῦ εἰς πάντα κλάδον δύναται νὰ ὑπάρξῃ. Ἐὰν δοθῇ τὸ δικαίωμα εἰς ὀλίγους νὰ κανονίζωσι τὰ προσόντα καὶ νὰ διευθύνωσι, θὰ προκύψωσιν ἀδικήματα, τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ προκύψωσιν, ὅταν τὸν κανονισμὸν τῶν προσόντων τὸν ἐπεξεργασθῇ ἡ Βουλή.
§126Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις, πρὶν ἢ ἀναμιχθῶ εἰς τὴν συζήτησιν ἐντελῶς. Ἐὰν ἄλλοτε, κατὰ παράβασιν τῶν κειμένων νόμων, ἐδόθη τὸ δικαίωμα εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν νὰ κανονίσῃ νομοθετικὴν ἐργασίαν διὰ Β. Διατάγματος, δὲν ἕπεται ἐκ τούτου, ὅτι τὸ δικαίωμα αὐτὸ πρέπει νὰ ἐξακολουθήσῃ καὶ εἰς περιστάσεις, καθ’ ἃς δὲν εἶναι εὔκολον νὰ προβῶμεν εἰς τοιαύτας ἐνεργείας.
§127ΧΑΡ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Μὲ συγχωρεῖτε νὰ σᾶς ὑποδείξω μίαν εὐκολίαν; Νὰ ψηφίσωμεν μίαν διάταξιν, δυνάμει τῆς ὁποίας νὰ ἀνατεθῇ εἰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον νὰ νομοθετῇ ἐπὶ ὅλων τῶν ζητημάτων!
§128Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Προκαλῶ τὸν ἀξιότιμον ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴν, τὸν μόνον ἐπιζῶντα ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι συνέταξαν τὸ Σύνταγμα, τὴν αὐθεντίαν αὐτοῦ ζητῶ, προκειμένου περὶ τοιούτου νομοθετήματος, διακυβεύοντος τὴν τύχην τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ ἑλληνικοῦ στρατοῦ καὶ κατὰ συνέπειαν τὴν τύχην τῆς πατρίδος· ἤθελον νὰ μοὶ εἴπῃ, ἂν τοιαῦταί τινες διατάξεις εἶναι συνταγματικαί, καὶ ἂν ἐπιτρέπεται εἰς τὴν Βουλὴν νὰ ἐκχωρήσῃ μὲ τόσην ἀφέλειαν τὰ δικαιώματα αὐτῆς. Ἐπὶ Ὄθωνος, Κύριοι, τὸ Κράτος διῳκεῖτο μοναρχικῶς, ἐβασίλευεν ἀπόλυτος μοναρχία, καὶ ἡ Συνέλευσις ὑπεισῆλθεν εἰς δικαιώματα δικτατωρικά· ὑπεβλήθη ἡ πρότασις αὕτη εἰς τὸν Βασιλέα Ὄθωνα, καὶ τὴν ἐπεκύρωσε διὰ τῆς ὑπογραφῆς του, καὶ ἔδωκεν αὐτὸ τὸ δικαίωμα εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν. Σήμερον ἐκεῖνοι, οἵτινες διαχειρίζονται τὸ Διάταγμα ἐκεῖνο, ἔχουσι τὴν γνώμην, ὅτι ὁ Βασιλεὺς Ὄθων δὲν εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ παραχωρήσῃ εἰς κανένα τὴν ἐξουσίαν αὐτήν, καὶ θεωροῦσι τὸ Διάταγμα ἐκεῖνο ὅτι εἶναι ἄκυρον ἐντελῶς, καὶ τὰ Δικαστήρια σχεδὸν σήμερον ἀποφαίνονται κατὰ τοῦ Διατάγματος ἐκείνου, ὅταν παρουσιάζωνται πρὸ αὐτῶν τοιαῦτα ζητήματα. Δὲν ἔχομεν κατὰ συνέπειαν τὸ δικαίωμα νὰ δώσωμεν εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν δικαιώματα, τὰ ὁποῖα κατὰ τὸ Σύνταγμα ἀνήκουσι μόνον εἰς ἡμᾶς. Κατὰ συνέπειαν νομίζω, ὅτι εἰς τὸν νόμον πρέπει νὰ ἀναγραφῇ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ζητεῖτε νὰ κανονισθῇ διὰ Β. Διατάγματος, διότι ἡ Βουλή, τὸ ἔθνος, ὀφείλει νὰ γνωρίζῃ, κατὰ τίνα τρόπον θὰ προάγωνται οἱ ἀξιωματικοί, ποῖα θὰ ἦναι τὰ προσόντα αὐτῶν, διὰ νὰ προαχθῶσι κατ’ ἐκλογὴν, καὶ τότε θὰ ἦναι εὔκολος, Κύριοι, ἡ ἐκτίμησις τῆς ἱκανότητος κατ’ ἄλλον τρόπον ἀπὸ τὴν ἐπιθεώρησιν. Σήμερον γίνεται μία ἐπιθεώρησις, κατ’ ἐμὲ ἐντελῶς ἔκτροπος, μὴ ἀποδεικνύουσα τίποτε, οὐδεμίαν ἱκανότητα τῶν ἀξιωματικῶν, διότι εἶναι δυνατὸν εἷς ἀξιωματικὸς ν’ ἀποστηθίσῃ ὅ,τι θέλετε καὶ νὰ τὸ ἀπαγγείλῃ, δὲν εἶναι ὅμως δυνατὸν νὰ τὸ ἐφαρμόσῃ, ὅταν δὲν τὸ ἔχῃ μελετημένον. Πρέπει νὰ τὸ γνωρίζῃ ἀκριβῶς. Λοιπὸν δὲν εἶναι εὔκολον, καὶ ὡς τοιοῦτο δὲν πρέπει καὶ ν’ ἀναγραφῇ εἰς τὸ νομοσχέδιον. Ἐγώ, Κύριοι, ἀντιτάσσομαι καὶ κατὰ τοῦ τρόπου, κατὰ τὸν ὁποῖον ζητεῖ ἡ Πολιτεία σήμερον νὰ ἐπιβάλῃ τὴν προαγωγὴν τῶν ἀξιωματικῶν, καὶ ἀντιτάσσομαι, ἐν ὅσῳ ἡ Πολιτεία, ἡ ὁποία συνέταξε συμβόλαιον μὲ τὸν πολίτην, τὸν καταταχθέντα εἰς τὸν στρατὸν, ἵνα ὑπηρετήσῃ ὑπὸ τοιαύτας συνθήκας, δὲν ἀνταποκρίνεται εἰς τὰς συνθήκας αὐτάς. Εἰσάγετε τοὺς ὑπαξιωματικοὺς καὶ τοὺς νέους εἰς τὰς Σχολὰς, τοὺς ἀποδίδετε, ἐξερχομένους ἐκ τῶν Σχολῶν, εἰς τὸν στρατὸν, καὶ ἀπ’ ἐκεῖ τοὺς διασκορπίζετε εἰς ὑπηρεσίας ξένας τῆς ἀποστολῆς αὐτῶν. Εἶναι σύμφωνον τὸ Κράτος πρὸς τὸ συμβόλαιον, τὸ ὁποῖον συνέταξε πρὸς τὸν στρατιώτην αὐτόν; καὶ δικαιοῦται τὸ Κράτος νὰ ζητήσῃ ἀπὸ τὸν στρατιώτην αὐτὸν νὰ ἐπιδείξῃ τὴν ἱκανότητά του κατὰ τρόπον, τὸν ὁποῖον ἤθελεν ὁρίσει εἴτε Διάταγμα κανονιστικὸν εἴτε νόμος; Διὰ νὰ ὑποβάλητε εἰς τοιαύτας εὐθύνας καὶ συνθήκας καὶ ὑποχρεώσεις τοὺς ἀξιωματικούς, ὀφείλετε ν’ ἀνταποκριθῆτε πρὸς τὴν σύμβασιν, τὴν ὁποίαν ἔχετε πρὸς αὐτούς. Ἀλλ’ ἐνῷ τοὺς ἀποστέλλετε εἰς τὴν ἐσωτερικὴν ἐντελῶς ὑπηρεσίαν τοῦ Κράτους, εἰς τὴν ἀστυνομίαν καὶ εἰς τὴν καταδίωξιν καὶ εἰς τὴν εἴσπραξιν τῶν φόρων, καὶ τοὺς κρατεῖτε ὁλόκληρα ἔτη ἐκεῖ, ἔρχεσθε σήμερον καὶ λέγετε, ὅτι τὸν δεῖνα ἀξιωματικὸν τὸν θεωρεῖτε ἀνίκανον διὰ νὰ λάβῃ τὸν ἀμέσως ἀνώτερον βαθμόν, τὸν ἄλλον τὸν θεωρεῖτε ἱκανόν! Ποῦ διακρίνετε τὴν ἱκανότητα ταύτην; Εἰς τὰ συγγράμματα; εἰς τὰς ἀσκήσεις τὰς μεγάλας; Ἐὰν θέλητε νὰ συζητῆτε σοβαρῶς καὶ νὰ κάμνητε νόμους, πρέπει νὰ σκέπτησθε σοβαρῶς καὶ νὰ ὑποβάλλητε νομοθετήματα ἐν τῷ περιβόλῳ τούτῳ σοβαρά. Δὲν εἶναι δὲ σοβαρὰ τὰ νομοθετήματα τὰ γινόμενα ὑπὸ τοιαύτας συνθήκας, καὶ ἂν ἠδύνατο νὰ ἔχῃ κῦρος εἰς τὸ Κοινοβούλιον ἡ θέλησίς μου, ἤθελον ἀντιταχθῆ ἐρρωμένως εἰς τὸν κατὰ τοιοῦτον τρόπον κανονισμὸν τῆς τύχης τῶν ἀξιωματικῶν. Οὐδαμοῦ τοῦ κόσμου, εἰς οὐδὲν Κοινοβούλιον, προκειμένου περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ, καὶ προκειμένου περὶ τοιούτων νομοθετημάτων ῥιζικῶν, οὐδέποτε ὑποβάλλονται τοιαῦτα νομοσχέδια, κλονίζοντα καὶ ἀπειλοῦντα τὴν ὕπαρξιν τῆς Πολιτείας ἐκ τῶν ἀναντιρρήτως μελλόντων νὰ ἐπέλθωσιν ἀδικημάτων μετὰ τὴν ψήφισιν αὐτῶν. Ἤκουσα πρὸ μικροῦ ἀνώτερον ἀξιωματικὸν ἐνταῦθα, λέγοντα, ὅτι πρέπει ὁ βαθμὸς τοῦ λοχαγοῦ νὰ ἀπονέμηται κατ’ ἐκλογὴν, διότι διοικεῖ μονάδας. Ἀληθῶς ὑπὸ τὰς ἐντυπώσεις τοῦ πολέμου τοῦ 1897 δικαίως ἐξήνεγκε τοιαύτην γνώμην, ἀλλ’ ἐὰν ἀνεγίνωσκε τὴν ἔκθεσιν τῆς Α. Ὑψηλότητος τοῦ Διαδόχου, ἤθελεν ἰδεῖ, ὅτι δὲν τῷ ἐπετρέπετο νὰ εἴπῃ αὐτὸ, τὸ ὁποῖον εἶπεν ἐδῶ. Ἐκεῖ ἤθελε μάθει, πόσον ἡ Α. Ὑψηλότης κατακρίνει τὴν τοιαύτην κατάτμησιν τῶν μονάδων, καὶ ἤθελεν ἰδεῖ ἐκεῖ, ποῦ ἀποδίδει ἡ Α. Ὑψηλότης τὴν ἀποτυχίαν ἡμῶν ἐν τῷ πολέμῳ κατὰ τὸ πλεῖστον. Βεβαίως δὲ, ἐὰν μὲ ἤκουεν ὁ ἐπιθεωρητὴς τοῦ στρατοῦ, ἤθελεν ἐκτιμήσει δεόντως τὴν ὁμιλίαν τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου. Ἐλπίζω, Κύριοι, ὅτι ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς, γνωρίζων τὸ ἑαυτοῦ καθῆκον, θὰ συμπληρώσῃ τὴν ὁμιλίαν μου, διότι ἐγὼ εἶμαι νέος, εἶμαι δὲ καὶ ξένος πρὸς αὐτὰ τὰ ζητήματα, ὅσον δὲν εἶναι ὁ κ. ἐκ Γόρτυνος Βουλευτής.
§129ΧΑΡ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Νέος τὴν ἡλικίαν;
§130Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Νέος βεβαίως καὶ κατὰ τὸ σφρίγος καὶ κατὰ τὴν ἡλικίαν· καὶ θὰ τὸ ἀποδείξω κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ ὁρίου ἡλικίας τῶν ἀξιωματικῶν. Ἀλλ’ ἐπειδὴ μοὶ δίδετε τὴν εὐκαιρίαν, θὰ τὸ εἴπω καὶ αὐτὴν τὴν στιγμὴν, διότι τοιαύτη συκοφαντία ἐξετοξεύθη κατ’ ἐμοῦ, ὅτι δηλ. ἀδικοῦμαι ἐκ τοῦ νομοσχεδίου ἐκείνου, καὶ διὰ τοῦτο εἶμαι κατὰ τῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα ὑπεβλήθησαν εἰς τὴν Βουλήν. Θὰ ἀποδείξω τότε διὰ τῆς Ἐπετηρίδος τοῦ στρατοῦ, ὅτι τοὐναντίον ὠφελοῦμαι ἐκ τοῦ νομοσχεδίου, διότι μετὰ τὴν ψήφισιν αὐτοῦ γίνομαι ἀμέσως συνταγματάρχης.
§131Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Θὰ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις, κύριε Πρόεδρε;
§132Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Πρώτη ἀνάγνωσις εἶναι.
§133Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, θεωρῶ εὐχάριστον, ὅτι ἐδόθη ἀφορμὴ νὰ συζητηθῶσι τὰ στρατιωτικὰ νομοσχέδια, ἵνα λάβωμεν γνῶσιν καὶ ἡμεῖς οἱ μὴ στρατιωτικοὶ, διότι ἐπιτροχάδην ἀναγινώσκονται τὰ νομοσχέδια, καὶ δὲν ἀντιλαμβανόμεθα, οὐδ’ εἶναι δυνατὸν νὰ κρίνωμεν περὶ τῶν διατάξεων, τὰς ὁποίας περιέχουσι τὰ στρατιωτικὰ νομοσχέδια. Κύριε Πρόεδρε, δύο σπουδαῖαι γνῶμαι προβάλλουσι κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου, ἡ μία γνώμη εἶναι ἡ τοῦ κ. ἐκ Βονίτσης συναδέλφου, ὁ ὁποῖος νέαν θεωρίαν, πρωτοφανῆ, μᾶς ὑπέδειξεν, ὅτι πρέπει ν’ ἀκολουθήσωμεν· μᾶς εἶπεν, ὅτι πρέπει νὰ ἐμπιστευθῶμεν τελείως εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν, καὶ δὲν πρέπει νὰ ἔχωμεν καμμίαν δυσπιστίαν εἰς αὐτὴν, διότι αὐτὴ προέρχεται ἐκ τοῦ στρατοῦ, καὶ αὐτὴ εἶναι ἡ ἁρμοδία, αὐτὴ εἶναι ἡ ἱκανή, αὐτὴ εἶναι ἡ ἐνδιαφερομένη διὰ τὸν στρατόν· συνεπῶς δυνάμεθα νὰ ψηφίσωμεν ἓν ἄρθρον, διὰ τοῦ ὁποίου νὰ λέγωμεν, ὅτι τὰ τοῦ στρατοῦ κανονίζονται διὰ Β. Διαταγμάτων, χωρὶς νὰ ψηφίσωμεν οὐδὲ ὀργανισμὸν, οὐδὲ νόμον περὶ στρατολογίας, οὐδὲ νόμον περὶ ὁρίου ἡλικίας. Ἀλλὰ μία τοιαύτη διάταξις βεβαίως, κύριε Πρόεδρε, θὰ ἦτο ἀντικειμένη πρὸς τὰ ἔργα τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ καὶ πρὸς αὐτὸ τὸ Σύνταγμα, καὶ συνεπῶς δὲν δύναμαι ἢ νὰ ἀποκρούσω τοιαύτην θεωρίαν. Ἡ ἑτέρα γνώμη, κύριε Πρόεδρε, ἐξηνέχθη ὑπὸ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι φρονοῦσιν, ὅτι καὶ τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν ἀπαρτίζουσιν ἄνθρωποι, καὶ συνεπῶς ἐνδεχόμενον καὶ αὐτοὶ νὰ πλανηθῶσιν. Ἠθέλησαν λοιπὸν νὰ προλάβωσι τυχὸν ἀδίκημα ἐν τῷ στρατῷ, ὅπερ ἤθελε διασαλεύσει τελείως καὶ τὴν πειθαρχίαν καὶ ἐν γένει τὸν σεβασμὸν πρὸς τοὺς ἀνωτέρους. Ἡ γνώμη αὕτη, ἡ ὁποία εἶναι ἀπότοκος πείρας μεγάλης, πρέπει νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν. Δὲν πρέπει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν νὰ ἐπιμείνῃ εἰς τὴν διάταξιν τοῦ πρώτου ἐδαφίου. Εἶναι ἐνδεχόμενον κατὰ τὸ 1861, ὅτε ἐψηφίζετο ὁ νόμος ἐκεῖνος, νὰ ἐζητήθη ὁ διὰ Β. Διατάγματος κανονισμὸς τοῦ τρόπου τῆς προαγωγῆς καὶ τῆς ἐκτιμήσεως τῶν ἀξιωματικῶν· εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ ἐγένετο τοῦτο δεδικαιολογημένως, διότι τὸ πρῶτον ἴσως ἐφηρμόσθη τοιοῦτος νόμος. Ἀλλὰ σήμερον, ἀφοῦ διέρρευσαν ἔκτοτε 42 ἔτη, καὶ εἴδετε ὅλας τὰς περιστάσεις, αἱ ὁποῖαι δύνανται νὰ ἀναφανῶσι, διὰ τίνα λόγον νὰ μὴ ἀναγράψητε ταύτας ἐν τῷ νόμῳ; διὰ τίνα λόγον νὰ ἀφήσητε ἐν τῇ συνειδήσει τοῦ κόσμου τὸν φόβον, ὅτι εἶναι ἐνδεχόμενον ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία νὰ πλανηθῇ καὶ νὰ ἀδικήσῃ; Διὰ τίνα λόγον νὰ μὴ προλάβωμεν τὸ τοιοῦτον, περιορίζοντες τὰς περιστάσεις, καθ’ ἃς δύναται νὰ γείνῃ ὁ προβιβασμός;
§134Γ. ΚΑΡΠΕΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, διὰ νὰ καταρρίψῃ τὸν ἰσχυρισμόν μου, ὅτι οὐδείς ποτε προέβη εἰς τὴν προαγωγὴν ὑποδεεστέρου κατ’ ἐκλογὴν, ἀνεμνήσθη τῆς προαγωγῆς τοῦ μακαρίτου Τσήρου. Δὲν γνωρίζω, κατὰ ποίαν ἐποχὴν ἐγένετο τοῦτο, γνωρίζω ὅμως, ὅτι ὁ μακρίτης Τσῆρος προήχθη συνεπείᾳ εἰδικοῦ νόμου, προβλέποντος τοιαύτην περίπτωσιν, διὰ στρατιωτικὴν ἀρετήν, ὁ λόγος δ’ ἐκεῖνος οὐδεμίαν σχέσιν ἔχει μὲ τὸ συζητούμενον νομοσχέδιον.
§135Ι. ΣΤΑΙΚΟΣ. Ἄν ὁ ἀξιότιμος κύριος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν δηλώσῃ, ὅτι θὰ ἐπιφέρῃ εἰς τὸ νομοσχέδιον τὰς τροποποιήσεις, αἱ ὁποῖαι ὑπεδείχθησαν κατὰ τὴν σημερινὴν συζήτησιν, θέλω ψηφίσει τοῦτο εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν· ἄν ὅμως ἐπιμείνῃ νὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον ὡς ἔχει, δηλῶ, ὅτι θὰ τὸ καταψηφίσω, καὶ θὰ ζητήσω τὴν δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως ψηφοφορίαν ἐπ’ αὐτοῦ.
§136Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι, νομίζω, ὑποχρεωμένος ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν νὰ σχηματίσῃ γνώμην ἐναντίον τοῦ νομοσχεδίου, διότι ὑπεβλήθησαν ἀντίθετοι γνῶμαι. Τὰ ζητήματα, τὰ ὁποῖα θ’ ἀπασχολήσουν τὴν Βουλὴν κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ παρόντος νομοσχεδίου, εἶναι δύο· πρῶτον, δέον ἡ προαγωγὴ καὶ τῶν λοχαγῶν νὰ γίνηται κατ’ ἐκλογήν, ἢ νὰ ἀφεθῶμεν εἰς τὸν παλαιὸν νόμον, τὸν ἐπιτρέποντα αὐτὴν κατ’ ἀρχαιότητα; Δεύτερον, εἶναι συνταγματικὸν νὰ ἀφεθῇ εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν ἡ προαγωγὴ ἐπὶ τῇ βάσει προσόντων καὶ ἰδιοτήτων, αἵτινες θὰ κανονισθῶσι διὰ Βασιλικοῦ Διατάγματος; Ἰδοὺ τὸ δεύτερον ζήτημα. Αἱ ἐπ’ αὐτῶν ἐξενεχθεῖσαι γνῶμαι ἀντιφέρονται. Ὑπάρχουσί τινες, οἱ ὁποῖοι ἀποκρούουσιν ἀπολύτως τὸν κατ’ ἐκλογὴν προβιβασμόν, ἀπὸ διακεκριμένους δὲ ἀξιωματικοὺς ἐγὼ δὲν ἀπεξεδεχόμην τοιαύτην γνώμην· δὲν ἔπρεπε νὰ καθιερωθῇ ἐντελῶς ἄνευ ἐξαιρέσεως ὁ κανὼν τῆς προαγωγῆς τῶν ἀξιωματικῶν ἀπὸ τοῦ βαθμοῦ τοῦ λοχαγοῦ μόνον κατ’ ἀρχαιότητα, διότι εἶναι δυνατὸν μεταξὺ τῶν ἐχόντων μίαν σειρὰν πρὸς προβιβασμὸν κατ’ ἀρχαιότητα νὰ ὑπάρχωσί τινες, πάντως ἱκανοὶ καὶ ἄξιοι τοῦ ἀνωτέρου βαθμοῦ, ἀλλ’ οὐχὶ τόσον ἱκανοὶ, ὅσον οἱ νεώτεροι αὐτῶν. Ἀλλ’ ὅσα ἐπιχειρήματα ἤκουσα δὲν μὲ πείθουσιν, ὅτι πρέπει νὰ εἴπωμεν, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ψηφίσωμεν νόμον ἐξασφαλίζοντα τὴν κατ’ ἐκλογὴν προαγωγὴν τῶν ἀξιωματικῶν, συμπεριλαμβανομένου καὶ τοῦ βαθμοῦ τοῦ λοχαγοῦ. Ἴσως τὸ ζήτημα, οὕτω παριστανομένης τῆς εἰκόνος τῶν πραγμάτων, ἠδύνατο νὰ ἐξασφαλισθῇ, ἐὰν παρεδεχόμεθα, ὅτι ὅσοι προέρχονται ἐκ Στρατιωτικῶν Σχολῶν ἔχουσι τὴν ἔνδειξιν τῆς ἴσης ἱκανότητος, καὶ ἑπομένως μόνον ἡ ἀρχαιότης θὰ κανονίσῃ τὰ τῆς προαγωγῆς αὐτῶν. Ἀλλὰ τὰ ἐπιχειρήματα τὰ ἐξενεχθέντα δὲν ἦσαν ἀρκετὰ, ἵνα πείσωσιν ἡμᾶς, ὅτι πρέπει νὰ διαγράψωμεν τὴν κατ’ ἐκλογὴν προαγωγὴν καὶ νὰ ἀρκεσθῶμεν εἰς τὸν προαιώνιον νόμον τῆς κατ’ ἀρχαιότητα προαγωγῆς. Τὸ ζήτημα τοῦτο εἶναι λίαν σοβαρὸν, καὶ νομίζω, ὅτι, ὡς τίθεται ἐνώπιον τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, οὐδέποτε ἔπρεπε νὰ τεθῇ, οὐδὲ εἶναι εἰς θέσιν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν νὰ εἴπῃ τὴν στιγμὴν ταύτην: «ναὶ, συμφωνῶ, ὅτι δύναται νὰ τροποποιηθῇ» — ἢ «δὲν συμφωνῶ νὰ τροποποιηθῇ», — μὲ τὸ μαχαῖρι εἰς τὸ λαιμὸ, κατὰ τὸ δὴ λεγόμενον, ἐπὶ τόσον σοβαροῦ ζητήματος. Δέον νὰ λησμονήσωμεν τὰς διενέξεις ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου ἀπόψε. Τὸ ζήτημα εἶναι ὑπέρτερον· πρόκειται ἡ Βουλὴ σήμερον νὰ κανονίσῃ τὸ μέλλον τοῦ ἀνασυνιστωμένου στρατοῦ ἡμῶν, τοὐλάχιστον τῆς τάξεως τῶν λοχαγῶν. Εἶναι λίαν σοβαρὸν τὸ ζήτημα, ἂν πρέπει νὰ καθορισθῇ καὶ ἐξασφαλισθῇ ἡ προαγωγὴ αὐτῶν ἐπὶ τῇ βάσει μόνον τοῦ προσόντος τῆς ἀρχαιότητος, καὶ νὰ μὴ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν αἱ ἄλλαι ἰδιότητες τῆς κατ’ ἐκλογὴν, κατόπιν ἐξετάσεως, προαγωγῆς. Τὸ ζήτημα εἶναι σοβαρὸν, καὶ ἐπιχειρήματα σοβαρὰ ἠκούσθησαν ἐντεῦθεν καὶ ἐκεῖθεν· καὶ δὲν νομίζω ὅτι πρέπει νὰ χωρήσωμεν μετὰ τόσης σπουδῆς, κατὰ τοιοῦτον τρόπον, μὴ ἐξασφαλίζοντα τὴν λύσιν αὐτοῦ μετὰ ὥριμον συζήτησιν πρὸς ψήφισιν τῶν νομοσχεδίων. Μετὰ τὰς ἐξενεχθείσας γνώμας πρέπει νὰ εὕρωμεν μέσον τινὰ ὅρον, ἐξασφαλίζοντα τὴν ἀρχαιότητα, ἀλλ’ ἐξασφαλίζοντα κατὰ τὴν προαγωγὴν σὺν τῇ ἀρχαιότητι καὶ τὴν ἱκανότητα. Νομίζω δὲ, ὅτι οἱ ἀξιωματικοὶ οἱ συνειδότες ἐν τοῖς στέρνοις αὑτῶν τὰ καθήκοντά των πρὸς τὸν στρατὸν, ἀξιωματικοὶ, οἱ ὁποῖοι ἀπέκτησαν οὐχὶ ἐν λόγοις ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ τὴν στρατιωτικὴν αὑτῶν ἀρετὴν, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ διατρέξωσι κινδύνους, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ παροραθῶσι. Δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ πιστευθῇ, ὅτι θὰ παροραθῶσιν οὗτοι. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου τοῦ ζητήματος, προκύπτει ἕτερον ζήτημα, ζήτημα συνταγματικὸν, ἂν εἶναι δυνατὸν ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία ν’ ἀπεμπολήσῃ τὰ δικαιώματά της. Τὸ ζήτημα δὲν εἶναι πρωτοφανές· ἀπησχόλησεν ἀείποτε τὴν Βουλὴν, καὶ οἱ στερρῶς ἐχόμενοι τῆς λειτουργίας τῆς συνταγματικῆς μηχανῆς, καὶ οἱ πάντοτε κινδύνους διαβλέποντες ἀφαιρέσεως δικαιωμάτων τοῦ Κοινοβουλίου, οὐχὶ ἀδικαιολογήτως, ἀείποτε κατεψήφισαν ἢ συνεζήτησαν ἐναντίον τοῦ μέτρου τούτου. Βεβαίως τὸ μέτρον εἶναι ἐπικίνδυνον, καὶ εἰς τὸν κατήφορον τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας εἰς τὸ νὰ μεταθέτῃ τὰ δικαιώματά της διὰ νομοθετικῶν μέτρων εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν δὲν εἶναι ἀδύνατον νὰ προέλθωμεν μέχρι τοῦ νὰ ἴδωμεν βραδύτερον, ὅτι πραγματικῶς ἀπεξεδύθημεν τῶν δικαιωμάτων, τὰ ὁποῖα ἔχομεν, ὡς ἀντιπρόσωποι τοῦ ἔθνους, ἵνα περιφρουρήσωμεν τὴν λειτουργίαν τοῦ Συντάγματος, καὶ τοῦτο εἶναι ἀντικείμενον συζητήσεως σοβαρᾶς καὶ ἀπαθοῦς. Ἀτυχῶς βλέπω τὸ πνεῦμα τῆς Βουλῆς εἰς τοῦτο τεῖνον ἐπὶ τοῦ δευτέρου ζητήματος, τῆς ἀναγραφῆς τῶν προσόντων. Τὸ ζήτημα εἶναι σαφές. Ἐρωτῶ, δύναται νὰ δίδωμεν κινδύνους τοιούτους ἐκ τοῦ Διατάγματος, τὸ ὁποῖον θὰ κανονίσῃ τὰς ἰδιότητας ἐκείνων, οἵτινες κατ’ ἐκλογὴν θὰ προαχθῶσιν;
§137ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Μάλιστα.
§138Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Οἱ κύριοι Βουλευταὶ Κυνουρίας, καίτοι ἀντιτίθενται ἐν τοῖς πολιτικοῖς φρονήμασι, συνηντήθησαν ἐν τῇ ἰδέᾳ τοῦ ὅτι, ἀνεξαρτήτως τῶν κινδύνων, τοὺς ὁποίους διαβλέπουν πολὺ αἰσθητοὺς ἐν τούτῳ τῷ ζητήματι, δέον νὰ ἔχῃ γνῶσιν ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία, τίνα θὰ ἦναι τὰ προσόντα, τὰ ὁποῖα διὰ Βασιλικοῦ Διατάγματος θέλουν καθορισθῆ, διότι σήμερον ἡ στρατιωτικὴ ἐπιστήμη ἔχει προχωρήσει εἰς τοιοῦτον σημεῖον, ὥστε ἐν καιρῷ δύναται ν’ ἀπαιτηθῇ, ὅτι πρέπει νὰ προτιμηθῇ εἰς προαγωγὴν ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος γνωρίζει τὴν Ἀγγλικήν. Δύναται νὰ γείνῃ τοῦτο, ὁπότε εἷς ἐκ τῶν συναδέλφων, ὁ κ. Στάϊκος, ὅστις θὰ ἔχῃ ὅλα τὰ χαρίσματα πρὸς προαγωγὴν, θ’ ἀποκλεισθῇ, διότι θὰ ἀγνοῇ τὴν Ἀγγλικήν. Εἶναι σοβαρὰ ἡ παρατήρησις αὕτη, καὶ διὰ τοῦτο συμφωνῶ καὶ ἐγὼ μετὰ τῶν συναδέλφων, ὅτι ἐκτὸς τῶν ἄλλων κινδύνων ὑπάρχει καὶ ὁ κίνδυνος, μήπως ἄγνωστα προσόντα ἀναγραφῶσιν ἐν τοῖς Βασιλικοῖς Διατάγμασι, δυνάμενα νὰ προκαλῶσιν ὅσα εἶπον. Οὔτε λαμβάνω ὑπ’ ὄψιν τοὺς κινδύνους, τοὺς ὁποίους εἶπεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἄργους, περὶ ἐπαναστάσεως, διότι ἀξιωματικοὶ, οἵτινες ἐκ προσωπικῶν συμφερόντων ὁρμώμενοι εἶναι δυνατὸν νὰ ἀπειλήσωσι τὴν δημοσίαν τάξιν, ἢ νὰ συζητήσωσι διατάξεις, αἵτινες συζητοῦνται καὶ ψηφίζονται ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ τούτῳ, οἱ ἀξιωματικοὶ οὗτοι δὲν εἶναι ἱκανοὶ νὰ διεκδικήσωσιν ὄχι πλέον τὰς ἀνωτέρας βαθμίδας, ἀλλ’ οὔτε νὰ εὑρίσκωνται ἐν τῷ στρατεύματι, διότι πρώτη ἀρετὴ τοῦ στρατιώτου εἶναι ἡ πειθαρχία, τὸ πείθεσθαι τοῖς κειμένοις νόμοις. Κίνδυνος βεβαίως τοιοῦτος, πρὸς τιμὴν τῶν ἀξιωματικῶν, δὲν ὑπάρχει· ἡ νομοθετικὴ ὅμως ἐξουσία πρέπει νὰ διϋλίσῃ τὰ ζητήματα ταῦτα, διότι εἶναι σοβαρὰ, ἰδίως δὲ πρέπει νὰ διατελῇ ἐν γνώσει, τίνα εἶναι τὰ προσόντα, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ ὁρισθῶσι. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν δύναται νὰ μελετήσῃ περισσότερον, ἡμεῖς δὲ νὰ ψηφίσωμεν εἰς πρώτην συζήτησιν τὸ νομοσχέδιον, καὶ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐρρίφθησαν ἐν τῇ συζητήσει, νὰ χρησιμεύσωσιν ὡς ἐφόδια καὶ φῶς ἀρτιωτέρας ἐργασίας κατὰ τὰς ἑπομένας δύο συζητήσεις, καὶ ἐκ τούτου νομίζω, δὲν ἔχει νὰ ἀπολέσῃ ἢ νὰ κερδίσῃ τι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν. Προτείνω λοιπὸν νὰ λήξῃ ἡ συζήτησις ἐπὶ τούτου, οἱ προτείναντες δὲ τροποποιήσεις νὰ συμφωνήσωσιν, ὅπως κατὰ τὴν δευτέραν συζήτησιν συζητηθῶσιν αὗται, διότι κατ’ ἄλλον τρόπον θέλομεν φθάσει καὶ πάλιν εἰς σημεῖον, ὥστε νὰ ἀνακοπῇ τὸ μέτρον τῆς συζητήσεως τῶν στρατιωτικῶν νομοσχεδίων.
§139ΔΙΟΝ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Ἂς μὴ φανῇ παράδοξον εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι ἔρχομαι νὰ ἀναμιχθῶ εἰς ζήτημα ἀναγόμενον εἰς πρότασιν περὶ μεταρρυθμίσεως νόμου στρατιωτικοῦ. Ἀναγκάζομαι εἰς τοῦτο, διότι ἤκουσα προβαλλόμενον λόγον ἀντισυνταγματικότητος τοῦ προτεινομένου νομοσχεδίου. Ἤκουσα ἐπίσης προβαλλόμενον, ὅτι δὲν πρέπει ν’ ἀπαλλοτριώσῃ τὰ δικαιώματα αὑτῆς ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία, ἀναθέτουσα εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν τὸν κανονισμὸν θέματος ἀνήκοντος ἀποκλειστικῶς εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν. Ὁμολογῶ ὅτι μοὶ ἐφάνησαν ταῦτα ὀλίγον τι παράδοξα, καὶ διὰ τοῦτο ἀκριβῶς ἐζήτησα τὸν λόγον, διότι ἤθελον νὰ εἴπω εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι ὁ νόμος τοῦ ἔτους 1861 περὶ προβιβασμοῦ τῶν στρατιωτικῶν, ὁ προταθεὶς εἰς τὴν Βουλὴν τὴν τότε ὑπὸ τοῦ μακαρίτου Βότσαρη, τοῦ ἀνεγνωρισμένης αὐθεντίας ἀξιωματικοῦ, εἶναι καθαρὰ καὶ πιστὴ ἀντιγραφὴ τοῦ Γαλλικοῦ νόμου, ὁ δὲ νόμος ὁ Γαλλικὸς περὶ στρατιωτικῶν προβιβασμῶν ἐψηφίσθη ἐπὶ Λουδοβίκου Φιλίππου, ὅτε αἱ συνταγματικαὶ ἐλευθερίαι τῆς Γαλλίας δὲν ἐτίθεντο ἐν ὑπόπτῳ. Διὰ τοῦ προτεινομένου νομοσχεδίου οὐδὲν ἄλλο προτείνεται ἢ ἡ μεταρρύθμισις τοῦ ἀντιστοίχου ἄρθρου τοῦ νόμου τοῦ 1861, τὸ ὁποῖον ἔχει ἀκριβῶς ὅπως τὸ προτεινόμενον, μὲ μόνην τὴν διαφορὰν τῆς προσθήκης τῆς λέξεως «λοχαγοῦ». Καὶ διὰ τοῦ νόμου τοῦ 1861 ὡρίζετο, ὅτι διὰ Β. Διατάγματος «θέλουσιν ὁρισθῆ αἱ ἀπαιτούμεναι πρὸς προβιβασμὸν γνώσεις καὶ ἰδιότητες, ὡς καὶ ὁ τρόπος τῆς ἐκτιμήσεως αὐτῶν». Καὶ τότε δὲν ἐθεωρήθη ἀντισυνταγματικὸν τοῦτο, καὶ ὀρθῶς δὲν ἐθεωρήθη ἀντισυνταγματικόν. Ἀφίνω κατὰ μέρος, ὅτι εἶναι ἀντιγραφὴ τὸ ἄρθρον τοῦ ἀντιστοίχου ἄρθρου τοῦ Γαλλικοῦ νόμου, κατὰ τὸν ὁποῖον ὡρίζετο, ὅτι «par Réglement d'administration publique», τουτέστιν ὅτι διὰ Βασιλικοῦ Διατάγματος θέλουσιν ὁρισθῆ τὰ τῶν ἰδιοτήτων τῶν προβιβαστέων· ἀφίνω, λέγω, κατὰ μέρος, ὅτι καὶ ἐν Γαλλίᾳ οὕτω γίνονται τὰ πράγματα, ἀλλὰ τὸ νὰ ζητῶμεν νὰ ὁρισθῶσιν ἐν τῷ νόμῳ τὰ προσόντα τῶν προβιβαστέων, νομίζω ὅτι εἶναι δυσχερὲς, διὰ τὸν ἑξῆς λόγον. Ἐννοῶ πολὺ καλὰ, ὅτι, προκειμένου περὶ νόμου ὁρίζοντος τὰ προσόντα διορισμοῦ ἢ προαγωγῆς ὑπαλλήλων ὑπηρετούντων ἐν τοῖς διαφόροις κλάδοις, τοῖς μὴ στρατιωτικοῖς, τὰ προσόντα ταῦτα δύνανται νὰ κανονισθῶσι διὰ τοῦ νόμου, διότι συνήθως διὰ τὸν διορισμὸν ἢ θ’ ἀπαιτηθῇ ἀπολυτήριον Γυμνασίου, ὅπερ εἶναι εὔκολον νὰ προσαχθῇ παρὰ τοῦ αἰτοῦντος τὸν διορισμὸν, ἐὰν ὑπάρχῃ, ἢ θ’ ἀπαιτηθῇ δίπλωμα Πανεπιστημίου, ὅπερ ὡσαύτως εἶναι εὐχερέστατον νὰ προσαχθῇ, ἢ θ’ ἀπαιτηθῇ καὶ δικηγορικὴ ἄδεια, ἥτις ἐπίσης εἶναι εὔκολον νὰ προσαχθῇ. Προκειμένου δὲ περὶ προαγωγῆς, τί ἀπαιτοῦσι συνήθως οἱ νόμοι; χρόνον ὑπηρεσίας, διάστημα χρονικόν, καθ’ ὃ ὑπηρέτησεν ὁ πρὸς προαγωγὴν εἰς τὸν ἀνώτερον βαθμὸν ὑποψήφιος. Τὰ προσόντα δὲ ταῦτα εἶναι εὐχερέστατον νὰ βεβαιωθῶσι καὶ ν’ ἀποδειχθῶσι. Προκειμένου ὅμως περὶ προαγωγῆς ἀξιωματικοῦ, θ’ ἀπαιτηθῶσι προσόντα καὶ ἠθικὰ καὶ τεχνικά· ὅσον δὲ καὶ ἂν λεπτολογήσῃ ὁ νόμος, θὰ προσκόψῃ πάντοτε εἰς τὸ ζήτημα τῆς ἐκτιμήσεως τῶν προσόντων τούτων, καὶ συγχρόνως τῆς βεβαιώσεως. Ἀπόδειξις δὲ εἶναι, ὅτι κατὰ τὸν κείμενον νόμον τὰ προσόντα ταῦτα ἐβεβαιοῦντο διὰ τῶν κατ’ ἔτος ἢ κατὰ καιροὺς ἐκτελουμένων ἐπιθεωρήσεων, ἐν ἐλλείψει δὲ τῶν ἐπιθεωρήσεων τούτων, διὰ τῶν ἐκθέσεων τῶν σωματαρχῶν. Τὸ νὰ θέλωμεν λοιπὸν, Κύριοι, ἐγγυήσεις, ὅπως ἡ βεβαίωσις τῶν προσόντων τούτων γείνῃ ἀσφαλεστέρα, τοῦτο τὸ ἐννοῶ· ἀλλὰ νὰ καθαρισθῶσι τὰ προσόντα ταῦτα ἐν τῷ νόμῳ, ἐπὶ τῷ λόγῳ ὅτι πρέπει νὰ γνωρίζῃ ὁ ἀξιωματικὸς ἐπὶ τῇ βάσει τίνων προσόντων θ’ ἀποκτήσῃ τὸν βαθμὸν, δὲν τὸ ἐννοῶ. Καὶ μήπως τὸ Διάταγμα, τὸ ὁποῖον θὰ κανονίσῃ τὰ προσόντα, δὲν θὰ δημοσιευθῇ καὶ δὲν θὰ ᾖναι γνωστόν;
§140Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Μοὶ ἐπιτρέπετε;
§141ΔΙΟΝ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Μάλιστα.
§142Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Εἰς τὸν νόμον περὶ συστάσεως καὶ ὀργανισμοῦ Σώματος Γενικῶν Ἐπιτελῶν καθωρίσθησαν προσόντα, τὰ ὁποῖα, ἐὰν δὲν τὰ ἐνθυμῆσθε ταύτην τὴν στιγμὴν καὶ ἐπιθυμῆτε, δύναμαι νὰ σᾶς ἀναγνώσω. Καὶ εἰς τὸ νομοσχέδιον τὸ ὑπὸ συζήτησιν δύνανται νὰ τεθῶσι παρόμοιά τινα προσόντα, τὰ ὁποῖα ἤθελε κρίνει ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, καὶ τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ ἀναγραφῶσι κατὰ τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν.
§143ΔΙΟΝ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Ποῖος θὰ ᾖναι ὁ κριτὴς, κύριε Βουλευτά;
§144Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὅλους κριτὰς ὁρίσῃ ὁ νόμος. Εἰς τὸν νόμον περὶ Γενικῶν Ἐπιτελῶν εἶναι τὸ αὐτό. Μήπως τὸ Διάταγμα δὲν θὰ ἔχῃ κριτάς; Αὐτοὺς τοὺς κριτάς, τοὺς ὁποίους θὰ ἔχῃ τὸ Διάταγμα, νὰ τοὺς ἔχῃ καὶ ἐδῶ.
§145ΔΙΟΝ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Ἐὰν εἰς τὸν Ὑπουργὸν τὸν μέλλοντα νὰ ἐκτελέσῃ τὸν νόμον δὲν ἔχητε ἐμπιστοσύνην, ὅ,τι δήποτε καὶ ἂν κάμητε, ὅσα θέλετε προσόντα θέσατε εἰς τὸν νόμον ἢ εἰς τὸ Διάταγμα, ὁ Ὑπουργὸς ὁ μὴ ἐκπληρῶν τὸ καθῆκόν του δὲν θὰ τὸ ἐκπληρώσῃ.
§146Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἂς μοὶ συγχωρήσῃ ὁ ἔντιμος συνάδελφος νὰ τῷ εἴπω, ὅτι αὐτὸ δὲν εἶναι σοβαρὸν ἐπιχείρημα.
§147ΔΙΟΝ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Διατὶ θέλετε νὰ τεθῇ εἰς τὸν νόμον; διότι φοβεῖσθε τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν.
§148ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Βεβαίως.
§149Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Διατὶ ὑμεῖς δὲν θέλετε νὰ τεθῇ;
§150ΔΙΟΝ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Διότι εἰς οὐδενὸς Κράτους τοὺς νόμους περὶ στρατιωτικῶν προβιβασμῶν τίθενται τοιαῦτα.
§151Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Σεῖς θέλετε αὐτὰ εἰς νόμον, τὸν ὁποῖον ψηφίζετε τώρα.
§152ΔΙΟΝ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Κύριε συνάδελφε, ἠμπορεῖτε νὰ μὲ διδάξητε, — ἐγὼ βεβαίως δὲν ἔχω καμμίαν αὐθεντίαν, λαλῶν ἐπὶ τοιούτου θέματος, — ἀλλὰ γνωρίζετε κάλλιστα, καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν πρὸ ὀλίγου ἔκαμε μνείαν τούτου, ὅτι σήμερον εἰς ὅλα τὰ Κράτη ὡς βάσιν πρὸς προβιβασμὸν ἐδέχθησαν τὰς ἐξετάσεις, δηλαδὴ τὴν δοκιμασίαν, καὶ δι’ αὐτῆς περιώρισαν τὸ δικαίωμα τῆς αὐθαιρέτου ἐκλογῆς τοῦ Ὑπουργοῦ. Ἐὰν τοιαύτη διάταξις εἰσαχθῇ καὶ ἐδῶ, δὲν ἔχετε τὴν ἀσφάλειαν τῆς ἐκτιμήσεως; Θὰ μοὶ ἀπαντήσητε: «καὶ τί κάμνουσιν αἱ διάφοροι ἐπιτροπαί, αἱ ἐξεταστικαί, αἱ ὁποῖαι ἐξετάζουσιν;» Ἀλλ’ ἐὰν ὅλα τὰ θέσωμεν ἐν ἀμφιβόλῳ, ἐὰν οὐδεμίαν ἐμπιστοσύνην ἔχωμεν εἰς κανένα, σᾶς βεβαιῶ, ὅτι οὔτε ὁ νόμος θὰ μᾶς ἀσφαλίσῃ.
§153Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Φαίνεται ὅτι δὲν παρηκολούθησε τὴν συζήτησιν ὁ κ. συνάδελφος. Δι’ αὐτὸ δὲν συμφωνοῦμεν.
§154ΧΑΡ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Δύο λέξεις ἀκόμη, Κύριοι. Ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἐκ Ζακύνθου ἐχαρακτήρισε τὰς παρατηρήσεις μου περὶ ἀντισυνταγματικότητος τῆς διατάξεως ὡς παραδόξους, καὶ ἀνέμενον ἀπὸ τὸν ἔγκριτον νομομαθῆ νὰ ἀποδείξῃ, ὅτι ἀληθῶς συνταγματικῶς ἔχει ἡ προτεινομένη διάταξις· ἀλλ’ ἀντὶ τούτου μᾶς διεβεβαίωσεν, ὅτι αὐτὰ συνέβαινον ἄλλοτε καὶ εἰς τοὺς Παρισίους! (ἱλαρότης). Ἀλλ’ αὐτὸ δὲν εἶναι ἀπόδειξις, ὅτι ἡ διάταξις εἶναι συνταγματική. Ἡ διάταξις, περὶ ἧς πρόκειται, εἶναι ἀντισυνταγματική, ὡς ἀντισυνταγματικὴ εἶναι καὶ ἡ διάταξις τοῦ νόμου τοῦ 1861, ὡς ἀντισυνταγματικαὶ εἶναι πᾶσαι αἱ διατάξεις τῶν νόμων, αἱ ὁποῖαι χορηγοῦσι τὸ δικαίωμα εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν νὰ ἐκδίδῃ νομοθετικὰ Διατάγματα· τοῦτο δὲν δύνασθε νὰ τὸ ἀρνηθῆτε. Ἐὰν ὑποκύπτωμεν εἰς τὴν ἀνάγκην, ἡ ὁποία παρήγαγε μίαν ἀνωμαλίαν, πρέπει νὰ φροντίζωμεν νὰ ὑποκύπτωμεν ὅσον τὸ δυνατὸν ὀλιγώτερον. Ἡμεῖς δὲν ἠρνήθημεν οὔτε ἀρνούμεθα, ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ γίνηται ἡ προαγωγὴ δυνάμει προσόντων· οὔτε ἀρνούμεθα τὴν μεταρρύθμισιν, ἡ ὁποία ζητεῖται, τὸ νὰ προάγωνται καὶ οἱ ἀξιωματικοὶ ἀπὸ τοῦ βαθμοῦ τοῦ ὑπολοχαγοῦ εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ λοχαγοῦ κατ’ ἐκλογήν· εἴμεθα σύμφωνοι. Ζητοῦμεν τὸν περιορισμὸν τῆς ἐλευθερίας, τὴν ὁποίαν ζητεῖ νὰ δώσῃ εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν τὸ νομοσχέδιον· ζητοῦμεν νὰ ἦναι ἀναγεγραμμένα τὰ προσόντα καὶ αἱ περιπτώσεις τῆς προαγωγῆς. Θέλετε νὰ σᾶς ὑποδείξω ἕνα κίνδυνον; Ἐνῷ ὁμολογῶ, — καὶ ἂς μὴ κακοφανῇ εἰς οὐδένα ἐκ τῶν στρατιωτικῶν συναδέλφων, — ὅτι ἐγὼ εἶμαι ὑπὲρ τοῦ περιορισμοῦ τοῦ δικαιώματος τοῦ ἐκλέγεσθαι εἰς τοὺς ἀξιωματικοὺς, ἐν τούτοις φοβοῦμαι, μὴ διὰ τοῦ ἐκδοθησομένου Διατάγματος περιορισθῇ ὑπὸ τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας καὶ οὐχὶ ὑπὸ τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας τὸ δικαίωμα τοῦτο. Πῶς θὰ ἐμποδίσητε τὸν Ὑπουργὸν, τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν, ἡ ὁποία ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἀναγράψῃ τὰ προσόντα, ὅπως ἔχει ἀναγράψει τὰ προσόντα εἰς τὸ Διάταγμα τὸ ὑπάρχον, ὅτι οὐδεὶς τῶν ἐν ἐνεργείᾳ ἀξιωματικῶν προάγεται, οὐδεὶς τῶν ἐν ἀπουσίᾳ προάγεται, πῶς θὰ τὸν ἐμποδίσητε νὰ προσθέσῃ καὶ ὅτι «οὐδεὶς τῶν ἐν διαθεσιμότητι προάγεται»; Ἐγὼ θέλω νὰ ἀποκλεισθῶσιν ἐκ τῆς Βουλῆς οἱ στρατιωτικοὶ, ἀλλὰ θέλω νὰ συζητήσῃ ἡ Βουλὴ καὶ ἀποφασίσῃ περὶ τούτου, οὐχὶ δὲ νὰ λυθῇ τοῦτο διὰ Β. Διατάγματος. Ἰδοὺ εἷς κίνδυνος· ἐὰν θέλητε καὶ ἄλλους, δυνάμεθα νὰ σᾶς ὑποδείξωμεν κατὰ τὴν δευτέραν συζήτησιν.
§155Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Εἰς ἓν νομοσχέδιον ἢ ὀργανισμὸν ἐκ τῶν ὑποβληθέντων ἀναγράφεται αὐτὸ, τὸ ὁποῖον λέγετε, καὶ λέγει, ὅτι οὐδεὶς δύναται νὰ προαχθῇ, ἐὰν δὲν ὑπηρετήσῃ τοσοῦτον χρονικὸν διάστημα εἰς τὸν στρατὸν, καὶ ἐμμέσως ἀφαιρεῖ τὸ δικαίωμα τῆς συνταγματικότητος, τὸ ὁποῖον ὅμως δὲν θὰ δυνηθῇ νὰ τὸ ἀφαιρέσῃ, διότι τὰ Δικαστήρια θὰ κρίνωσι.
§156Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Δὲν ἠδυνήθην νὰ ἐννοήσω τὴν γνώμην τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Ζακύνθου συναδέλφου, εἰπόντος ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ περιληφθῶσιν εἰς τὸν νόμον τὰ προσόντα, τὰ ὁποῖα ἀπαιτοῦνται, ὅπως προαχθῇ εἰς ὑπολοχαγὸς εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ λοχαγοῦ...
§157ΔΙΟΝ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Τὰ ἠθικά.
§158Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Τὰ ἠθικά... Καὶ ἐνῷ ταῦτα ἔλεγεν, ἀμέσως κατόπιν ἀνέφερεν, ὅτι πάντα ταῦτα θὰ περιληφθῶσιν εἰς τὸ κανονιστικὸν Διάταγμα. Δὲν γνωρίζω δὲ, ἀφοῦ πάντως θὰ περιληφθῶσιν εἰς τὸ Διάταγμα, τί θὰ ἐμποδίσῃ ἢ τί τὸ ἄτοπον ἔχει νὰ περιληφθῶσιν εἰς τὸν νόμον.
§159Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν θὰ ἐμποδίσῃ κανεὶς, ἐὰν τὸ θέλῃ ἡ Βουλὴ νὰ κρίνῃ οὕτως ἢ οὕτως.
§160Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ἀλλ’ ἐν τῇ συζητήσει ταύτῃ παρατηρῶ, ὅτι ὁ φόβος, ὁ κατέχων τοὺς ἀγορεύσαντας, μήπως συμβῶσιν ἀδικήματα κατὰ τὴν ἐνάσκησιν τοῦ δικαιώματος, τὴν ὁποίαν θὰ παράσχῃ εἰς τὴν νομοτελεστικὴν ἐξουσίαν ἡ διάταξις αὕτη, εἶναι ἡ κυρία ἀφορμὴ, ἡ προκαλοῦσα τὴν συζήτησιν. Ὁ φόβος οὗτος φρονῶ ὅτι διὰ παντὸς τρόπου δέον νὰ ἐξαλειφθῇ, ὅπως ἐπέλθῃ γαλήνη εἰς τὰ πνεύματα τῶν κατωτέρων ἀξιωματικῶν. Κατὰ τὸν νόμον τοῦ 1861 προήγοντο ἀπὸ τοῦ βαθμοῦ τοῦ ὑπολοχαγοῦ εἰς τὸν τοῦ λοχαγοῦ, ἢ τοῦ ἀνθυπολοχαγοῦ εἰς τὸν τοῦ ὑπολοχαγοῦ, τὰ ⅔ κατ’ ἀρχαιότητα, ἀφίνετο δὲ τὸ ⅓, ὅπως προαχθῇ κατ’ ἐκλογήν. Ὁ νόμος οὗτος δὲν ἐφηρμόσθη, καὶ δὲν ἐφηρμόσθη, καθ’ ἣν ἐποχὴν, ὡς ἔλεγεν ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, οἱ ἀξιωματικοὶ τῶν ὅπλων τοῦ πεζικοῦ, τοῦ ἱππικοῦ καὶ τοῦ ὑλικοῦ πυροβολικοῦ προήρχοντο ἐκ τῶν τάξεων ἐκείνων τῶν ὁπλιτῶν, οἵτινες οὔτε μάθησιν εἶχον οὔτε προσόντα ἄλλα μορφώσεως ἐκέκτηντο ἢ μόνον τὴν προσωπικὴν αὐτῶν ἀνδρείαν ἢ εὐφυΐαν. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἄργους ὑπεστήριξε, — καὶ νομίζω ὅτι ὑπεστήριξεν ὀρθῶς, — ὅτι οἱ ἀξιωματικοὶ σήμερον οἱ ἐξερχόμενοι ἐκ τῶν Στρατιωτικῶν Σχολῶν, ἔχουσι σχεδὸν πάντες τὰ εἰς τοὺς κατωτέρους βαθμοὺς τοῦ ἀξιωματικοῦ ἀπαιτούμενα προσόντα προαγωγῆς, διότι πάντες οὗτοι ἔχουσιν ὑποστῆ τὴν δοκιμασίαν ταύτην· εἰσῆλθον εἰς τὴν Σχολὴν τῶν Εὐελπίδων, ὑπέστησαν μίαν ἐξέτασιν δοκιμαστικὴν τῆς εἰσαγωγῆς αὐτῶν, κατέχουσιν ἑπομένως προσόντα τινά· κατόπιν ἐφοίτησαν ἐπὶ πέντε ἔτη ὁλόκληρα, ἐδιδάχθησαν κύκλον μαθημάτων, καὶ ὑπέστησαν ἐξετάσεις, ὅπως ἐξέλθωσιν ἀξιωματικοί. Οἱ ὑποστάντες τὰς τοιαύτας ἐξετάσεις, οἱ διδαχθέντες πέντε ἔτη εἰς τὴν Στρατιωτικὴν Σχολὴν, ὑποθέτω ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ἀπέκτησαν τὰ προσόντα, ὅπως φθάσωσι μὲ τὰ ἐφόδια ταῦτα εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ λοχαγοῦ εἰς ἕν τεχνικὸν ὅπλον. Τὸ αὐτὸ συμβαίνει καὶ διὰ τοὺς ὑπαξιωματικοὺς τοὺς εἰσερχομένους εἰς τὴν Σχολὴν τῶν ὑπαξιωματικῶν. Διὰ νὰ εἰσέλθωσιν οὗτοι ἐκεῖ, ὑφίστανται μίαν δοκιμαστικὴν ἐξέτασιν, κατόπιν φοιτῶσιν ἐπὶ τρία ἔτη, ὑφίστανται δύο ἐξετάσεις, καὶ ὑφιστάμενοι ταύτας βεβαίως κατέχουσι τὰ προσόντα, ὅπως ἀνέλθωσι μέχρι τοῦ βαθμοῦ τοῦ λοχαγοῦ τοῦ πεζικοῦ ἢ τοῦ ἱππικοῦ. Αἱ γνώσεις τῶν ἀξιωματικῶν τῶν κατωτέρων βαθμῶν δὲν εἶναι μεγάλαι, καὶ αἱ διαφοραὶ κατ’ ἀκολουθίαν μεταξὺ αὐτῶν δὲν δύναται νὰ ὦσι μεγάλαι. Διαφέρει, ἄν τις διακριθῇ ἐπὶ ἐξαιρετικῇ ἰδιοφυΐᾳ καὶ ἀναλάμψῃ μεταξὺ αὐτῶν μεγάλη στρατιωτικὴ ἰδιοφυΐα. Αὐτός, ἐν περιπτώσει καθ’ ἣν δράσῃ ἐν πολέμῳ, πάντως θὰ διακριθῇ, διότι κυρίως ἡ διάκρισις κατὰ τὴν ὥραν τῆς δράσεως καταφαίνεται. Ὁ φόβος, ὁ ὁποῖος γεννᾶται, μήπως καταφόρως ἀνίκανοι ἀξιωματικοὶ προαχθῶσι, προβλέπεται ὑπὸ τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου 4 τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου, ἔνθα ἀναφέρεται ὅτι «δύναται νὰ τεθῇ εἰς ἀποστρατείαν αὐτεπαγγέλτως, ἕνεκα ἀνιάτου νοσήματος ἢ ἕνεκα ἀποδεδειγμένης σωματικῆς ἀνικανότητος, κατὰ τὰς διατάξεις τῶν περὶ καταστάσεως τῶν ἀξιωματικῶν καὶ περὶ συντάξεων νόμων, ἢ ἕνεκα ἀνικανότητος περὶ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν στρατιωτικῶν καθηκόντων, καὶ ἀξιωματικὸς μὴ ἔχων τὸ πρὸς σύνταξιν ἀποστρατείας δικαίωμα...» κλπ. Κατ’ ἀκολουθίαν, ὅταν ἔχωμεν τὴν διάταξιν ταύτην τοῦ ἄρθρου 4, τὸ ὁποῖον κανονίζει κατὰ τίνα τρόπον οἱ ἀξιωματικοὶ θὰ ἀποβάλλωνται τοῦ στρατοῦ, εἴτε θὰ παραμένωσιν εἰς τὸν αὐτὸν βαθμὸν, ἐὰν κριθῶσιν ἀνίκανοι, νομίζω ὅτι ὁ φόβος οὗτος αἴρεται.
§161Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἦσαν Σχολαὶ τότε.
§162Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ναί· διότι κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, τὴν ὁποίαν ἀναφέρει ὁ ἀξιότιμος ἐκ Μεγαρίδος συνάδελφος, δὲν ὑπῆρχον Σχολαί. Ἐγίνοντο ἀξιωματικοὶ ἀπὸ ἁπλῶν ὁπλιτῶν, προήγοντο εἰς ἀξιωματικούς, καὶ ἀνήρχοντο πᾶσαν τὴν βαθμολογικὴν κλίμακα. Ἀλλὰ σήμερον, ὅτε οὗτοι ἐξέρχονται ἀπὸ τὰς Σχολὰς, ἀναντιρρήτως φέρουσι τὰ ἐφόδια, τὰ ὁποῖα ἀπαιτοῦνται, ὅπως ἀνέλθῃ τις εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ λοχαγοῦ. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι, ἐν ᾗ περιπτώσει ὑπερισχύσῃ ἡ διάταξις τοῦ νομοσχεδίου, πρέπει τοὐλάχιστον νὰ καθορισθῶσιν ἐν τῷ νόμῳ τὰ προσόντα, τὰ ὁποῖα ἀπαιτοῦνται, ὅπως προαχθῇ τις ἀπὸ τοῦ βαθμοῦ τοῦ ὑπολοχαγοῦ εἰς τὸν τοῦ λοχαγοῦ· δέον ταῦτα νὰ ἀναγραφῶσιν εἰς τὸν νόμον καὶ νὰ μὴ ἀφεθῇ ἡ πρᾶξις τῆς προαγωγῆς εἰς τὴν ἐκτίμησιν ἐκείνου, ὅστις θὰ ἐπιθεωρήσῃ τὸν ἀξιωματικὸν, ἢ, ἐὰν δὲν θέλωμεν τοῦτο νὰ τεθῇ ἐν τῷ νόμῳ, τότε ἂς δεχθῶμεν τὸ σύστημα, τὸ ὑπάρχον ἐν Γαλλίᾳ, τουτέστι νὰ προσέρχωνται αὐτοθελήτως εἰς ἐξετάσεις οἱ ἀξιωματικοὶ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι θέλουσι νὰ προαχθῶσιν εἰς ἀνωτέραν βαθμίδα. Τοῦτο, ὅπερ γίνεται σήμερον εἰς τὴν Γαλλίαν, εἶναι καὶ τὸ ὀρθότερον, διότι τότε οἱ κατέχοντες ἰδιαιτέραν στρατιωτικὴν ἰδιοφυΐαν θὰ δύνανται νὰ ἐπιδείξωσιν αὐτὴν κατόπιν ἐξετάσεων νὰ μὴ παρέχηται ὅμως ἀπόλυτος ἐλευθερία εἰς τὴν ἐκτίμησιν τοῦ Ὑπουργοῦ, ὅπως προάγωνται εἰς ἀνώτερον βαθμὸν, διότι τότε ἀναντιρρήτως θέλουσι συμβῆ ἀδικήματα.
§163ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Προτείνετε λοιπὸν τροπολογίαν;
§164Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἀνεπτύχθησαν τοσαῦται γνῶμαι καὶ τοιαῦται, ὥστε εἰς ὅλους ἡμᾶς ἐμβάλλουσι τὴν ὑποχρέωσιν, προκειμένου νὰ νομοθετήσωμεν περὶ τόσον σοβαροῦ ζητήματος, νὰ μελετήσωμεν τέλος πάντων ὅλας αὐτὰς τὰς γνώμας τὰς ἐξενεχθείσας. Ἀλλ’ ἡ ὥρα δὲν εἶναι κατάλληλος, καὶ πρέπει νὰ ἀναβληθῇ.
§165Γ. ΜΠΑΛΤΑΤΖΗΣ. Εἰς τὴν δευτέραν ἀνάγνωσιν.
§166Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Κατὰ τὴν πρώτην ἀνάγνωσιν σχηματίζεται, κύριε Πρόεδρε, ἕν τεκμήριον, τὸ ὁποῖον εἶναι ἀναγκαῖον, προκειμένου περὶ τοιούτου νομοσχεδίου, τοσοῦτον σοβαροῦ, κρίνοντος τὴν τύχην τοῦ στρατεύματος, ὑπὲρ οὗ πάντες μεριμνῶμεν καὶ κοπτόμεθα.
§167Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Πρόκειται περὶ τροπολογίας· δὲν πρόκειται περὶ τεκμηρίου.
§168ΕΠΑΜ. Ν. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐν πάσῃ περιπτώσει ὁ κ. Καλούτσης προτείνει ἀναβολήν.
§169Α. ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Κύριε Πρόεδρε...
§170ΕΠΑΜ. Ν. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐπροτάθη ἀναβολὴ, κύριε Πρόεδρε.
§171Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Κύριε Πρόεδρε, εἶναι προκεχωρημένη ἡ ὥρα. Ἂς ἀναβληθῇ διὰ τὴν αὔριον.
§172ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται. (Λύεται ἡ συνεδρίασις, ὥρᾳ 8 καὶ 20′ μ. μ.)