1904.02.02
2.099 στίχοι · 15.659 λέξεις · 188 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 12
τῆς 2 Φεβρουαρίου 1904.
(Δευτέρα).
(Προεδρεύοντος τοῦ Προέδρου κ. Ν. Χατζίσκου).
(Γενομένης ἀπαρτίας ὥρᾳ 5 μ. μ. ἀναγινώσκονται καὶ ἐγκριθέντα ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον τοῦ δήμου Ὑδραίων διὰ ψηφίσματός του ἐκφράζει πρὸς τὴν Βουλὴν τὴν εὐχὴν νὰ ψηφισθῇ ἡ ἀπαιτηθησομένη δαπάνη διὰ τὴν κατασκευὴν ὁδοῦ ἀπὸ τοῦ λιμένος Ὕδρας μέχρι Καμινίων, τῆς ὁποίας αἱ σχετικαὶ μελέται καὶ ὁ προϋπολογισμὸς τῆς δαπάνης ἔχουσιν ἐγκριθῆ ὑπὸ τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου. Ἡ κυρία Χαρίκλεια Δ. Χοϊδᾶ ζητεῖ καὶ αὖθις δι’ ἀναφορᾶς της πρὸς τὴν Βουλὴν αὔξησιν τῆς συντάξεώς της.
§2ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐξ ἀμφοτέρων τῶν πτερύγων). Μάλιστα, μάλιστα.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καὶ τὸ Προεδρεῖον, διερμηνεῦον τὴν γνώμην τῆς Βουλῆς, συνιστᾷ ἰδιαιτέρως τὴν ἀναφορὰν ταύτην πρὸς τὴν Κυβέρνησιν. Ὁ Σάββας Λιάτσος, ἀσβεστοποιὸς, κάτοικος Ἀθηνῶν, δι’ ἀναφορᾶς του παρακαλεῖ τὴν Βουλὴν καὶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ φορολογήσῃ τὰ διὰ κὼκ λειτουργοῦντα καμίνια, διότι ταῦτα πληρώνουσι μόνον 5 δραχμὰς δι’ ἑκάστην κάμινον, ἐνῷ ἔπρεπε νὰ πληρώνωσι 5 δραχμὰς δι’ ἑκάστην ἐκκαμίνευσιν, ὡς πληρώνουσι τὰ διὰ πυρᾶς ἐκ ξύλων λειτουργοῦντα καμίνια. Ἐπιτροπὴ τοῦ λαοῦ Τρικκάλων διὰ τηλεγραφικῆς ἀναφορᾶς της παρακαλεῖ τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἀποσύρῃ τὸ νομοσχέδιον περὶ φορολογίας τῆς ἐγχωρίου ζακχάρεως, τὴν δὲ Βουλὴν νὰ μὴ ψηφίσῃ αὐτό. Ἐπιτροπὴ τοῦ λαοῦ τῆς πόλεως Ἀγρινίου διὰ τηλεγραφικῆς ἀναφορᾶς της παρακαλεῖ τὴν Βουλὴν νὰ μὴ ἐπιψηφίσῃ τὰ φορολογικὰ νομοσχέδια, ἀλλὰ διὰ περιστολῆς τῶν δαπανῶν τοῦ Κράτους νὰ ἐξοικονομίσῃ τὰ διὰ τὴν στρατιωτικὴν διοργάνωσιν τῆς χώρας ἀπαιτηθησόμενα ποσά. Οἱ κάτοικοι τῆς πόλεως Τυρνάβου διὰ τηλεγραφικῆς ἀναφορᾶς των παρακαλοῦσι τὴν Βουλὴν νὰ ἀπαλλάξῃ αὐτοὺς ἀπὸ τῶν φόρων τῶν ἀμπέλων καὶ τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, διότι τὰ προϊόντα αὐτῶν ἔπαθον μεγάλας ζημίας ἐκ τῆς χαλάζης. Πρὸ ἡμερῶν εἶχεν ἀποσταλῆ εἰς τὸ Προεδρεῖον τηλεγράφημα τῶν κατοίκων Νησίου τῆς Μεσήνης τὸ ὁποῖον ἀνεκοίνωσα εἰς τὴν Βουλήν. Διὰ τοῦ τηλεγραφήματος τούτου οἱ ἀναφερόμενοι ἐξέφραζον τὴν ἐπιθυμίαν των πρὸς τὴν Βουλὴν νὰ προταχθῶσι τὰ σταφιδικὰ νομοσχέδια, ὅπως δυνηθῶσι ν’ ἀνταποκριθῶσιν εἰς τε τὰς ἀτομικὰς αὐτῶν ἀνάγκας καὶ εἰς τὰς ἀνάγκας τοῦ Κράτους. Φαίνεται ὅμως, ὅτι ἡ περίληψις αὕτη τοῦ τηλεγραφήματος δὲν ἐθεωρήθη ἐπαρκὴς ὑπὸ τῶν κατοίκων τῆς πόλεως ἐκείνης, καὶ δι’ ἑτέρου τηλεγραφήματός των λέγουσι τὰ ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ἀποροῦντες εἴδομεν παρεξηγηθὲν τηλεγράφημα σταφιδεμπόρων περὶ προτάξεως σταφιδικῶν νομοσχεδίων καὶ ἀποδοχὴν φόρων. Λαὸς Μεσσήνης σύσσωμος ἐκφράζει εὐχὴν νὰ μὴ ψηφισθῶσι τὰ φορολογικὰ νομοσχέδια, διότι, πενόμενος ὡς ἐκ τῆς τύχης τῆς σταφίδος, ἀδυνατεῖ πληρῶσαι καὶ τοὺς νῦν ὑπάρχοντας φόρους.» Κατὰ καθῆκον ἀνακοινῶ τὸ τηλεγράφημα τοῦτο πρὸς τὴν Βουλήν. Ὀφείλω δὲ νὰ παρατηρήσω, ὅτι καλῶς διηρμήνευσα πρὸς αὐτὴν καὶ τὸ προηγούμενον τηλεγράφημα. Ἐπίσης ὁ λαὸς τῆς Λακεδαίμονος διὰ τηλεγραφήματός του καὶ ὁ Σύνδεσμος τῶν ἐν Ἀθήναις καὶ Πειραιεῖ Λακεδαιμονίων διὰ ψηφίσματός του παρακαλοῦσι τὴν Κυβέρνησιν νὰ μεριμνήσῃ περὶ ἑνώσεως τῆς ἐπαρχίας Λακεδαίμονος μετὰ τῶν λοιπῶν ἐπαρχιῶν τῆς Πελοποννήσου διὰ σιδηροδρομικῆς γραμμῆς.
§4Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε, ἐπὶ τῆς αἰτήσεως ταύτης.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ νὰ τελειώσουν αἱ ἀνακοινώσεις πρῶτον, καὶ κατόπιν σᾶς δίδω τὸν λόγον. Εἷς Βέλγος ὑπήκοος, παρεπιδημῶν ἐν Κερκύρᾳ, διὰ τηλεγραφικῆς ἀναφορᾶς του πρὸς τὴν Βουλὴν παρακαλεῖ νὰ μὴ δοθῇ ἀναδρομικὴ δύναμις εἰς τὴν ψηφισθησομένην συνθήκην μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Βελγίου περὶ ἀμοιβαίας ἐκδόσεως ἐγκληματιῶν, διότι ἡ συνθήκη αὕτη ὁρίζει, ὅτι «ἡ ἰσχὺς αὐτῆς ἄρχεται μετὰ δέκα ἡμέρας ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεώς της, κατὰ τοὺς ὑπὸ τῶν νόμων τῶν δύο Κρατῶν διαγραφομένους τύπους», διὰ δὲ τὰς πρὸ τῆς ἐνάρξεως τῆς ἰσχύος τῆς συνθήκης διαπραχθείσας πράξεις, ὅτι αὗται «δύνανται νὰ προκαλέσωσιν αἴτησιν περὶ ἐκδόσεως, ἂν τὰ ζητούμενα πρόσωπα κατέφυγον εἰς τὴν χώραν τοῦ εἰς ἔκδοσιν καλουμένου Κράτους μετὰ τὴν ὑπογραφὴν τῆς συνθήκης.»
§6Α. ΡΩΜΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Θ’ ἀπαντήσω εἰς τοῦτο, ὅταν ἔλθῃ τὸ νομοσχέδιον εἰς τρίτην συζήτησιν.
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Ἐμπορικὸς Σύλλογος Ἀθηνῶν ὑποβάλλει εἰς τὴν Βουλὴν τὸ ἑξῆς ψήφισμα:
§8ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει). «Ὁ Ἐμπορικὸς Σύλλογος Ἀθηνῶν, συνελθὼν εἰς ἔκτακτον Γενικὴν Συνέλευσιν, ἐψήφισε καὶ ἐνετείλατο τῷ Διοικητικῷ αὐτοῦ Συμβουλίῳ, ὅπως διαμαρτυρηθῇ πρὸς τὴν Σεβαστὴν Βουλὴν διὰ τὴν ἐπιβολὴν τῶν πέντε λεπτῶν ἐπὶ τῆς νομισματικῆς μονάδος τῶν εἰσαγωγικῶν τελῶν, διότι πρό τινων μόλις μηνῶν ηὐξήθη αὕτη κατὰ τρία λεπτά, ἡ δ’ ἐπιβάρυνσις αὕτη, ἀνερχομένη κατὰ τοὺς ὑπολογισμούς του εἰς πλέον τοῦ ἑκατομμυρίου δραχμῶν, ἐπαυξάνει τὴν ἤδη δυσχερῆ θέσιν τοῦ ἐμπορίου. Συγχρόνως ὅμως νὰ παρακαλέσῃ, ὅπως, ἐὰν ψηφισθῇ ἡ αὔξησις αὕτη, διατεθῇ, εἰ δυνατὸν, τὸ εἰσπραχθησόμενον ποσὸν ὑπὲρ τοῦ Ταμείου τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης.»
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τῆς πρώτης ἀναφορᾶς τὸν λόγον ἔχει ὁ κύριος Κουντουριώτης.
§10Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Ἡ αἴτησις, κύριε Πρόεδρε, τὴν ὁποίαν ἐλάβετε τὴν καλωσύνην ν’ ἀνακοινώσητε εἰς τὴν Βουλήν, καὶ τὸ ψήφισμα τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου Ὑδραίων εἶναι ἀναμφισβητήτως ἄξια μεγίστης προσοχῆς. Πρόκειται νὰ κατασκευασθῇ ὁδὸς, τῆς ὁποίας ἐπερατώθη ἤδη τὸ ἓν τῶν τμημάτων ἐπὶ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως, τῆς ὑπὸ τὸν ἀξιότιμον ἐκ Γόρτυνος Βουλευτήν. Εἶναι ὀρθὸν, εἶναι δίκαιον, ἡ Κυβέρνησις νὰ δώσῃ εἰς τὴν πόλιν τῆς Ὕδρας τὰ μέσα τῆς συγκοινωνίας, τῶν ὁποίων βεβαίως στερεῖται καὶ τὰ ὁποῖα οὐδέποτε δι’ οὐδενὸς τρόπου ἐζήτησεν· οὐδέποτε ἡ Ὕδρα ἐγένετο ὀχληρὰ εἴτε πρὸς τὴν Βουλὴν εἴτε πρὸς τὴν Κυβέρνησιν. Ἤδη νομίζω, ὅτι ἐπιβαλλομένη ὑποχρέωσις εἰς τὴν Κυβέρνησιν εἶναι νὰ ἐγκρίνῃ τὴν αἴτησιν ταύτην, καὶ ἀναγράψῃ εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους τὸ ἀναγκαῖον χρηματικὸν ποσὸν, τὸ ὁποῖον θ’ ἀπαιτηθῇ πρὸς κατασκευὴν τοῦ πρώτου τμήματος τῆς προχωρησάσης καὶ μελλούσης νὰ κατασκευασθῇ ταύτης ὁδοῦ.
§11Κ. ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Ὑπάρχει εἰδικὸς νόμος;
§12Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Ἐκ τῶν χρημάτων τοῦ ταμείου τῆς δημοτικῆς ὁδοποιίας, τὰ ὁποῖα οἱ συμπολῖταί μου καταβάλλουσι, καὶ τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ χρησιμοποιηθῶσιν. Ἔχω δι’ ἐλπίδος, ὅτι ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸς καὶ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως θὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν παράκλησίν μου καὶ τὴν παράκλησιν, τὴν ὁποίαν θὰ ἀπευθύνωσι καὶ οἱ ἕτεροι συνάδελφοι ἐξ Ὕδρας, καὶ θὰ δώσῃ τὰς δεούσας ὁδηγίας πρὸς ἐκτέλεσιν ἔργου λίαν ὠφελίμου εἰς τὸν τόπον, τὸν ὁποῖον ἀντιπροσωπεύω.
§13Π. ΓΚΙΚΑΣ. Ὑποθέτω ὅτι ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὀφείλει νὰ δώσῃ προσοχὴν ἐπὶ τοῦ ζητήματος, τὸ ὁποῖον τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον Ὕδρας ὑποβάλλει διὰ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Βουλῆς, ὅπως περιέλθῃ εἰς γνῶσιν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν. Ἀφ’ ἧς ἱδρύθη τὸ Ἑλληνικὸν Βασίλειον οὐδὲ ὀβολὸς ἐδαπανήθη διὰ τὴν Ὕδραν· οὔτε ὁδός τις κατεσκευάσθη ἐν αὐτῇ, οὔτε προκυμαία, οὔτε ἄλλο τι ἔργον ὑπὲρ τοῦ τόπου ἐκείνου, ὁ ὁποῖος πολλὰ συνεισέφερεν ὑπὲρ τῆς ἀνεξαρτησίας τῆς Ἑλλάδος. Μόνον κατὰ τὸ 1837, ὅτε συνέβησαν σεισμοὶ, οἱ ὁποῖοι ἐπέφεραν καταστροφὰς, ἡ τότε Κυβέρνησις ἠθέλησε νὰ ἔλθῃ ἀρωγὸς εἰς τοὺς ἐκ τῶν σεισμῶν παθόντας, καὶ ἀπέστειλε 30,000 δραχμὰς, ἵνα διανεμηθῶσιν εἰς τοὺς ἐνδεεστέρους τῶν κατοίκων. Τότε ὅμως ἤκμαζεν ἡ ἐμπορικὴ ναυτιλία, καὶ ἑπομένως ὁ τόπος εὑρίσκετο εἰς ἀνθηρὰν οἰκονομικὴν κατάστασιν· συνεπῶς ἐθεωρήθη μάταιον νὰ δαπανηθῶσι τὰ χρήματα ταῦτα ὑπὲρ τῶν παθόντων κατοίκων, καὶ παρεκλήθη ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐγκρίνῃ, ὅπως δι’ αὐτῶν κατασκευασθῇ ὁδός τις. Καὶ πράγματι τὰ χρήματα ταῦτα ἐχρησίμευσαν πρὸς κατασκευὴν ὁδοῦ ἢ μᾶλλον ἀτραποῦ, ἡ ὁποία ἑνώνει τοὺς δύο λιμένας, τὸν κεντρικὸν δηλαδὴ λιμένα καὶ τὸν λιμένα Μανδρακίου. Ἔκτοτε ἑκατομμύρια ἐπὶ ἑκατομμυρίων ἐδαπανήθησαν διὰ τὴν ὁδοποιίαν τοῦ λοιποῦ Κράτους, τὰ πλεῖστα ἀσκόπως, ἀλλ’ οὐδεμία Κυβέρνησις ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν καὶ τὴν Ὕδραν, ὅπως δαπανηθῶσι καὶ δι’ αὐτὴν ὀλίγα χρήματα. Ἐπ’ ἐσχάτων τέλος εὑρέθη Ὑπουργὸς, ἀνήκων εἰς οἰκογένειαν ἱστορικὴν, ἡ ὁποία πολλὰ ἐθυσίασεν ὑπὲρ τῆς ἀνεξαρτησίας τοῦ τόπου τούτου, ὅστις, ἀναγνωρίσας τὰ δικαιώματα τῆς Ὕδρας, ἔστειλε μηχανικὸν, ὁ ὁποῖος ἐχάραξε τὴν ὁδὸν καὶ συνέταξε τὸν προϋπολογισμὸν τῆς δαπάνης τοῦ ἔργου, μεθ’ ὃ ὁ Ὑπουργὸς ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλὴν τὸ σχετικὸν νομοσχέδιον, ἀλλὰ τοῦτο, δυστυχῶς, ἕνεκα τῆς ἐπελθούσης πολιτικῆς ἀνωμαλίας, δὲν κατέστη δυνατὸν νὰ ψηφισθῇ καὶ γείνῃ νόμος· οὐχ ἧττον ἐνόμισεν, ὅτι ἦτο τοσοῦτον ἐπιβεβλημένη ἡ ὑποχρέωσις τοῦ νὰ μεριμνήσῃ καὶ περὶ τῆς Ὕδρας, ὥστε ἠναγκάσθη νὰ χρησιμοποιήσῃ τὸ ποσὸν τῶν 2,000 δραχμῶν, τὸ ὁποῖον δυνάμει τοῦ νόμου ἐπετρέπετο αὐτῷ νὰ δαπανήσῃ πρὸς τοιοῦτον σκοπὸν, καὶ διέταξε καὶ ἐγένετο μειοδοτικὴ δημοπρασία πρὸς κατασκευὴν ἑνὸς τεμαχίου τοῦ δρόμου τούτου. Ἡ δημοπρασία ἐγένετο, καὶ κατεκυρώθη τὸ ἔργον διὰ τὸ εἰρημένον ποσὸν εἰς ἐργολάβον, ἀλλὰ τὸ Ὑπουργεῖον οὐδὲ διὰ τὴν μικρὰν ταύτην δαπάνην ἐγκρίνει τὴν δημοπρασίαν. Ὡς ἐκ τούτου ἠναγκάσθη τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον Ὑδραίων νὰ συνέλθῃ, καὶ διὰ τοῦ ὑποβληθέντος καὶ ἀναγνωσθέντος εἰς τὴν Βουλὴν ψηφίσματος παρακαλεῖ τὴν Κυβέρνησιν νὰ μεριμνήσῃ, — ἕως ὅτου ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον πρὸς πλήρη κατασκευὴν τῆς εἰρημένης ὁδοῦ, ἡ ὁποία θὰ ἑνώσῃ τοὺς δύο λιμένας, ἵνα δύνανται οἱ κάτοικοι, ὅταν κρούηται ὁ κώδων τοῦ κινδύνου τῶν πλοίων αὐτῶν, νὰ μεταβαίνωσιν, ὅπως ἐξασφαλίζωσι ταῦτα, — νὰ ἐπικυρώσῃ τοὐλάχιστον τὰ πρακτικὰ διὰ τὸ τμῆμα αὐτὸ, διὰ τὸ ὁποῖον ἐγένετο μειοδοτικὴ δημοπρασία. Ὑποθέτω ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως θὰ εὐαρεστηθῇ νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν παράκλησιν ταύτην τοῦ δήμου Ὑδραίων, ὅστις πολλὰ μὲν συνεισέφερεν, οὐδέποτε δὲ οὔτε ἐζήτησεν οὔτε ἔλαβέ τι παρὰ τοῦ Κράτους.
§14ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Καταθέτω τὰ αἰτηθέντα ἔγγραφα, τὰ σχετικὰ πρὸς τὰς ἐπερωτήσεις τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ ἐκ Γόρτυνος κ. Ἀλεξάκη.
§15Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Εἰς ἀπάντησιν τῆς ἐπερωτήσεως τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτοῦ περὶ τοῦ λοχίου Ἰωάννου Παπαδρόσου λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ καταθέσω τὰς ζητηθείσας πληροφορίας. Ἐπίσης, εἰς ἀπάντησιν ἐπερωτήσεως τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Τυρνάβου βουλευτοῦ κ. Λυμπρίτου διὰ τοὺς χωροφύλακας, τοὺς ὁποίους εἶδεν εἰς τὸ Στάδιον ἐπιστατοῦντας εἰς τὴν κατασκευὴν χανδάκων πρὸς καθορισμὸν γηπέδων ἰδιωτικῶν, λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ καταθέσω τὴν ἀπάντησιν τοῦ Ἀρχηγείου τῆς Χωροφυλακῆς.
§16Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Καὶ ἐγώ, κύριε Πρόεδρε, καταθέτω ἀπάντησιν εἰς τὴν ἐπερώτησιν τοῦ ἐκ Καρδίτσης ἀξιοτίμου βουλευτοῦ κ. Βελλίνη, περὶ ἀποπερατώσεως τῆς ἐθνικῆς ὁδοῦ Καρδίτσης–Ζωγλοπίου. Ἐπίσης καταθέτω ἀπάντησιν εἰς τὴν ἐπερώτησιν τοῦ ἐκ Καλαβρύτων ἀξιοτίμου βουλευτοῦ κ. Παπαδημητρίου περὶ τῆς μειοδοτικῆς δημοπρασίας διὰ τὴν κατασκευὴν τῆς γεφύρας Χαϊκάλη. Ἐπίσης καταθέτω ἀπάντησιν εἰς τὴν ἐπερώτησιν τοῦ βουλευτοῦ Πυλίας κ. Σάκκη περὶ τῆς μὴ ἐγκαίρου κοινοποιήσεως τῆς ἀπολύσεως τοῦ δημοτικοῦ εἰσπράκτορος τοῦ δήμου Κολωνίδων. Ἐπίσης καταθέτω ἀπάντησιν εἰς τὴν ἐπερώτησιν τοῦ βουλευτοῦ Σύρου κ. Βαφειαδάκη περὶ τοῦ ἀνδριάντος τοῦ Κολοκοτρώνη. Ἐπίσης, εἰς ἀπάντησιν ἐπερωτήσεως τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Αἰγίου βουλευτοῦ κ. Ἀσημακοπούλου, καταθέτω τὰ ζητηθέντα ἔγγραφα.
§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Ἀναστασόπουλος ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀναφορᾶς τοῦ λαοῦ Λακεδαίμονος.
§18Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐκτελῶν, κύριε Πρόεδρε, εὐάρεστόν τε καὶ ἱερὸν καθῆκον πρὸς τὴν γενέτειράν μου πόλιν τῆς Σπάρτης, συνηγορῶ ὑπὲρ τοῦ αἰτήματος τοῦ λαοῦ αὐτῆς. Ὁ λαὸς τῆς Λακεδαίμονος, συνελθὼν εἰς πάνδημον ἀληθῶς συλλαλητήριον, εἰς τὸ ὁποῖον μετέσχον καὶ ἀντιπρόσωποι τῶν δεκατριῶν δήμων τῆς ἐπαρχίας, οἱ δημοτικοὶ σύμβουλοι τῶν δήμων τούτων, καὶ πλῆθος λαοῦ, εἰς μυριάδας ἀνερχομένου, προέβη εἰς ψήφισμα, διὰ τοῦ ὁποίου ἐξαιτεῖται παρὰ τῆς Κυβερνήσεως τὴν δέουσαν ἐνέργειαν, ὅπως ἐπεκταθῇ ἡ γραμμὴ τοῦ σιδηροδρόμου ἀπὸ Λεονταρίου εἰς Σπάρτην. Ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Λακεδαίμονος κ. Φικιώρης νομίζω ὅτι θὰ λάβῃ τὸν λόγον καὶ θὰ δώσῃ λεπτομερεῖς πληροφορίας εἰς τὴν Βουλὴν περί τε τῶν εὐκολιῶν τοῦ αἰτήματος καὶ περὶ τῆς ἀπαιτουμένης δαπάνης. Ὁ λαὸς τῆς Λακεδαίμονος ἐξελέξατο ἐκ τῶν ἐνδημούντων ἐν Ἀθήναις Λακεδαιμονίων, ἐν οἷς ἐντυγχάνω καὶ ἐγὼ, ἐπιτροπὴν, ἵνα προβῇ εἰς τὰς καταλλήλους ἐνεργείας πρὸς ἐπιτέλεσιν τοῦ ἔργου. Ἡ σιδηροδρομικὴ αὕτη γραμμὴ δὲν πρόκειται μόνον νὰ ἐξυπηρετήσῃ μεγάλα συμφέροντα ὁλοκλήρου τῆς Πελοποννήσου, ἀλλὰ θὰ ἐξυπηρετήσῃ καὶ ὑπὸ ἄλλην ἔποψιν τὸν τόπον. Αἱ μυριάδες τῶν ξένων, αἵτινες ἔρχονται εἰς τὰς Ἀθήνας, ἵνα προσκυνήσωσι καὶ ἀποτίσωσι φόρον θαυμασμοῦ πρὸς τὰ ἔξοχα ἔργα τῆς ἀρχαιότητος, ἀναγκάζονται νὰ σταματῶσιν ἐν Ἀθήναις, λόγῳ τῆς ἀνεπαρκοῦς συγκοινωνίας, καὶ νὰ μὴ μεταβαίνωσιν εἰς Σπάρτην, ὅπου τόσα ἀρχαῖα κειμήλια καλοῦσιν αὐτούς. Καὶ ἐπὶ τέλους ἔχει δίκαιον ὁ λαὸς τῆς Σπάρτης, ζητῶν ὅ,τι ζητεῖ, ὁ λαὸς ἐκεῖνος, ὅστις τοσαῦτα συνεισφέρει, καὶ τοῦ ὁποίου τὸ νομοταγὲς πολλάκις ἔλαβεν ἀφορμὴν νὰ γνωρίσῃ ἡ Κυβέρνησις. Ἡ ἐπιτροπὴ θέλει ἐνεργήσει ἰδιαιτέρως ὅπου δεῖ. Σήμερον ἐγὼ παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ συστήσῃ τὴν ἀναφορὰν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, εἰς ἣν θέλομεν ἀπευθυνθῆ καὶ ἰδιαιτέρως, ἐξαιτούμενοι τὴν πραγμάτωσιν τῶν πόθων τοῦ λαοῦ τῆς Λακεδαίμονος.
§19Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Δι’ ἐπανειλημμένων τηλεγραφημάτων ἀνεκοινώθη καὶ πρὸς τὴν Βουλὴν καὶ πρὸς τὴν Κυβέρνησιν ὁ πόθος ὁ εὐλογώτατος καὶ δικαιότατος τοῦ λαοῦ τῆς Λακεδαίμονος, ὅπως συνδεθῇ ἡ ἐπαρχία αὕτη σιδηροδρομικῶς μετὰ τῆς λοιπῆς Ἑλλάδος. Ἡ ἀνακοίνωσις αὕτη τοῦ πόθου τοῦ λαοῦ τῆς Λακεδαίμονος βεβαίως μοὶ ἐπιβάλλει ἐπιτακτικὸν τὸ καθῆκον, ὅπως ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ἀναπτύξω τὰ δίκαια αἰτήματα αὐτοῦ· ἀλλ’ ἐπιθυμῶν, ὅπως τὴν ἀνάπτυξιν τῶν δικαίων αἰτημάτων τοῦ λαοῦ ἐκείνου ποιήσωμαι ἐπὶ βάσεων στερεῶν, ἐπὶ γεγονότων δεδομένων, ἀπέφυγον μέχρι σήμερον τὸ καθῆκον τοῦτο. Ἀναμένω, ὅπως ἡ Ἑταιρεία, ἥτις ἔχει προβῆ εἰς τὴν μελέτην τῆς γραμμῆς ἐκείνης, ὑποβάλῃ τ’ ἀποτελέσματα τῆς μελέτης αὐτῆς, καὶ τότε ἐπιφυλάσσομαι νὰ λάβω τὸν λόγον, ὅπως πείσω τὸν ἀξιότιμον κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι δὲν πρόκειται περὶ χρηματικῶν θυσιῶν μεγάλων, ὅπως νομίζουσί τινες, ἵνα κατασκευασθῇ ἡ γραμμὴ αὕτη. Ἐπιφυλασσόμενος κατὰ τὸν χρόνον ἐκεῖνον νὰ λάβω τὸν λόγον, παρακαλῶ τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ προσαγάγῃ τὸν πίνακα, τὸν ὁποῖον πρό τινων ἡμερῶν δι’ ἐπερωτήσεώς μου ἐζήτησα, περὶ τῶν εἰσπράξεων κατὰ τὴν τελευταίαν δεκαετίαν ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Λακεδαίμονος καὶ τῶν καθυστερήσεων αὐτῆς ἐκ τῶν ἀμέσων φόρων.
§20Κ. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Ἐπειδὴ καὶ ἐγὼ ἔχω καθῆκον νὰ λάβω μέρος εἰς τὴν συζήτησιν ταύτην, παρακαλῶ τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν καὶ τὴν ἔκθεσιν, τὴν ὁποίαν θέλει τῷ ὑποβάλει ἡ Ἑταιρεία, ἡ μελετήσασα τὴν γραμμὴν ταύτην.
§21ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Σπηλιάδης ἔχει τὸν λόγον.
§22Α. ΣΠΗΛΙΑΔΗΣ. Ὀκτὼ ἡμέραι παρῆλθον, κύριε Πρόεδρε, ἀφ’ ἧς ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργός, ἐρωτηθεὶς ὑπό τινος τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων περὶ τοῦ σταφιδικοῦ ζητήματος, ἐδήλωσεν, ὅτι ἐλπίζει ἐντὸς τριῶν ἡμερῶν τὸ πολὺ νὰ ἐξηγήσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰς σκέψεις τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, καὶ οὐδὲν μέχρι τοῦδε εἴδομεν. Ἡ βραδύτης αὕτη, ἐὰν συνδυασθῇ πρὸς εἰδήσεις ἐν τῇ δημοσιογραφίᾳ κυκλοφορούσας ἀπὸ χθές, εἰς δικαίαν ἀνησυχίαν δύναται νὰ ἐμβάλῃ τοὺς σταφιδικοὺς πληθυσμούς. Ἀνέγνωσα χθὲς εἰς τὰς ἐφημερίδας, ὅτι αἱ σκέψεις τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου προσκόπτουσι, δὲν ἠξεύρω εἰς τίνα προσκόμματα, καὶ σχεδὸν ναυαγοῦσιν. Ἐννοεῖτε ὅτι αἱ εἰδήσεις αὗται, κυκλοφοροῦσαι, δικαίαν ἀνησυχίαν γεννῶσιν εἰς τοὺς πληθυσμοὺς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἐλπίζουσιν εἰς τὰ μέτρα ταῦτα, ὡς εἰς σωτηρίαν. Ἐπεθύμουν λοιπὸν, ἐὰν ἦναι δυνατὸν, ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς νὰ διαψεύσῃ τὰς εἰδήσεις ταύτας, καὶ νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, ἐὰν νομίζῃ καλὸν, ὅτι θὰ καταλήξωσιν αἱ διαπραγματεύσεις εἰς ἀποτελέσματα, εἰς τίνα ἀποτελέσματα, καὶ πότε θὰ ἦναι δυνατὸν νὰ καταλήξωσιν.
§23Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Βεβαίως ὅσα ἀναγράφονται εἰς τὰς ἐφημερίδας εἰσὶν ἀνακριβῆ. Λυποῦμαι, διότι δὲν δύναμαι σήμερον ν’ ἀνακοινώσω λεπτομερείας. Ὅ,τι δύναμαι νὰ εἴπω εἶναι, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐξακολουθεῖ συνεννοουμένη μετὰ τῶν ἁρμοδίων. Προστίθημι δὲ, ὅτι καὶ σήμερον ἔτι ἡ Κυβέρνησις ἐπὶ ὥρας ἠσχολήθη ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, καὶ ἐλπίζω ὅτι ἐντὸς ὀλίγων ἡμερῶν ἔσομαι εἰς θέσιν νὰ παράσχω εἰς τὴν Βουλὴν θετικὰς πληροφορίας.
§24Κ. ΓΕΡΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, πολλοὶ συμπολῖταί μου, συνταξιοῦχοι τοῦ Ναυτικοῦ Ἀπομαχικοῦ Ταμείου, μὲ παρεκάλεσαν θερμῶς δι’ ἐπιστολῶν των νὰ συστήσω εἰς τὸν ἀξιότιμον κύριον ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν Ὑπουργὸν, ὅπως λάβῃ πρόνοιαν πρὸς θεραπείαν τοῦ ἑξῆς ἀτόπου. Ἀπὸ ἔτους σχεδὸν οἱ εἰρημένοι συνταξιοῦχοι, ἀντὶ νὰ λαμβάνωσι κατὰ τριμηνίαν τὴν μικρὰν σύνταξίν των, διὰ τῆς ὁποίας πορίζονται τὸν ἐπιούσιον ἄρτον, λαμβάνουσιν αὐτὴν κατὰ τετραμηνίαν, δηλαδὴ παρέρχεται εἷς μὴν ὁλόκληρος, καὶ κατόπιν πληρώνονται οἱ ἄνθρωποι αὐτοί. Τὸ αὐτὸ συνέβη καὶ κατὰ τὴν τελευταίαν τριμηνίαν, παρῆλθε δὲ ἤδη ὁλόκληρος ὁ Ἰανουάριος, καὶ ἀκόμη οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ δὲν ἔλαβον τὸ μικρὸν ποσὸν, τὸ ὁποῖον δικαιοῦνται νὰ λάβωσι. Θὰ παρακαλέσω ὅθεν τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ διατάξῃ, ὅσον τὸ δυνατὸν τάχιστα, νὰ καταβληθῇ τὸ χρῆμα εἰς τὸν ἐκεῖ ταμίαν, ὅπως ἐξοφλήσῃ τὰς συντάξεις αὐτὰς, προσέτι δὲ νὰ φροντίσῃ ν’ ἀποσταλῶσι καὶ τὰ φυλλάδια τοῦ τρέχοντος ἔτους, τὰ ὁποῖα εἰσέτι δὲν ἐστάλησαν.
§25ΣΠΥΡ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Ἡ ὑπόθεσις εἶναι γνωστὴ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, καὶ διέταξα ἤδη τὰ δέοντα.
§26Κ. ΓΕΡΑΚΗΣ. Σᾶς εὐχαριστῶ πολύ.
§27Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ. Ὁ Ἐμπορικὸς Σύλλογος Πατρῶν, κύριε Πρόεδρε, παρακαλεῖ τοὺς Βουλευτὰς Πατρῶν, μεταξὺ τῶν ὁποίων καταλέγομαι καὶ ἐγὼ, νὰ ἐπερωτήσωμεν τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, διατὶ δὲν ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν τὰς παραστάσεις αὐτοῦ πρὸς τροποποίησιν τοῦ σχεδίου τοῦ ἐν Πάτραις ἀνεγειρομένου τελωνείου, καὶ διατὶ ἰδίως ἀνεστάλη ἡ διαταγὴ τῆς μελέτης τῶν τροποποιήσεων καὶ τῆς συντάξεως τοῦ προϋπολογισμοῦ τῆς δαπάνης. Δὲν γνωρίζω, ἂν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν εἶναι ἐν γνώσει τῆς ὑποθέσεως ταύτης.
§28Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου ἐγένετο ἐνέργεια. Τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν ἐζήτησε πρὸ ἡμερῶν πάντα τὰ σχετικὰ ἔγγραφα, ἅτινα καὶ ἀπεστάλησαν εἰς αὐτὸ, ἀκριβῶς ὅπως κρίνῃ ἐπὶ τῶν παρατηρήσεων, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο, ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ σχεδίου. Τὰ ἔγγραφα ταῦτα εὑρίσκονται σήμερον εἰς χεῖρας τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ὁ ὁποῖος εἶναι ἁρμόδιος νὰ ἐξετάσῃ, ἂν τὸ σχέδιον ἐγένετο καλῶς, ἢ ἂν αἱ παρατηρήσεις τοῦ Ἐμπορικοῦ Συλλόγου Πατρῶν, ὡς πρὸς τὸ σχέδιον τοῦτο, πρέπει νὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν καὶ νὰ τροποποιηθῇ τὸ σχέδιον, τὸ ὁποῖον ἤδη ἐξετελέσθη. Περιμένω τὴν ἀπόφασιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅπως κανονίσω τὴν ἐνέργειάν μου ἐπὶ τοῦ προκειμένου.
§29Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ. Ποῖον σχέδιον ἐξετελέσθη;
§30Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Τοῦ τελωνείου Πατρῶν.
§31Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ. Ὡς εἶχε γείνῃ τὸ πρῶτον, μὴ ληφθεισῶν ὑπ’ ὄψιν τῶν τροποποιήσεων.
§32Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Τὸ σχέδιον εἶχεν ἐκτελεσθῆ. Ἑπομένως ἐκ μέρους μου οὐδεμία ἐνέργεια ἐγένετο. Ὑπεβλήθησαν παρατηρήσεις, ὡς πρὸς τὸ σχέδιον τοῦτο, ὑπὸ τοῦ Συλλόγου, διατεινομένου ὅτι τὸ σχέδιον, ὅσον ἀφορᾷ τὰ γραφεῖα καὶ τὰς ἀποθήκας, εἶχεν ἐλλείψεις τινάς. Ἐπὶ τούτῳ ἐστάλη ἐπιτροπὴ, ἀποτελουμένη ἐκ τριῶν μηχανικῶν καὶ ἑνὸς τμηματάρχου τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ ἡ ἐπιτροπὴ αὕτη, μετὰ ἐξέτασιν τοῦ πράγματος, ὑπέβαλε τὴν ἔκθεσίν της, καθ’ ἣν τὰ μέλη αὐτῆς διεφώνησαν ὡς πρὸς τὰ ζητήματα, τὰ ὁποῖα ὑπὸ τὴν σκέψιν αὐτῶν ἐτέθησαν. Ἐγὼ περιορίζομαι εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν. Ἐζήτησα ἀπὸ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ἁρμοδιώτερον βεβαίως νὰ κρίνῃ, ἂν αἱ ἀποθῆκαι, ὅπως ἐξετελέσθησαν, ἀνταποκρίνονται πρὸς τὸν σκοπόν, δι’ ὃν τὸ κτίριον ᾠκοδομήθη, καὶ ἂν τὰ γραφεῖα ἐγένοντο καλῶς ἢ ὄχι. Μετὰ τὴν ἀπάντησιν δὲ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ἐπὶ τῶν ζητημάτων τῶν ἀναφυέντων καὶ συμφώνως πρὸς τὴν γνώμην αὐτοῦ θέλω κανονίσει τὴν ἐνέργειάν μου.
§33Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ. Καὶ μίαν ἄλλην παράκλησιν ἔχω νὰ ἀπευθύνω πρὸς τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν. Ἐκ τῆς ἀπαντήσεως, ἡ ὁποία προσεκομίσθη εἰς ἐρώτησιν τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Καλαβρύτων βουλευτοῦ κ. Παπαδημητρίου, φαίνεται ὅτι ἡ δημοπρασία πρὸς μεταφορὰν καὶ τοποθέτησιν τῆς γεφύρας Χαϊκάλη ἔμεινεν ἡμιτελὴς ἢ μᾶλλον ἀνεστάλη, διότι δὲν ὑπάρχει πίστωσις. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ φροντίσῃ περὶ ἀναγραφῆς πιστώσεως ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, διότι δὲν ἔχει ἀναγραφῆ τοιαύτη.
§34Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Μάλιστα.
§35ΛΟΥΚΑΣ ΜΠΕΛΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἡ Κυβέρνησις, ἧς ἡγεῖτο ὁ ἐκ Γόρτυνος σεβαστὸς πολιτευτὴς, εἶχεν ὑποβάλει νομοσχέδιον μεταξὺ τῶν ἄλλων καὶ περὶ διοικητικῆς διαιρέσεως τοῦ Κράτους. Ἐπειδὴ διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου προτείνονται οἰκονομίαι λίαν ἀναγκαῖαι διὰ τὴν στρατιωτικὴν παρασκευὴν τῆς χώρας, δι’ ἣν πᾶσα ἡ Βουλὴ εἶναι σύμφωνος, παρακαλῶ ν’ ἀναγραφῇ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, καὶ ἐλπίζω, ὅτι ἡ Βουλὴ ὁμοφώνως θέλει ψηφίσει αὐτό.
§36ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θ’ ἀναγραφῇ ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει. Ὁ κύριος Ἀργυρόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§37Κ. ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Μετὰ τὴν σήμερον γενομένην κατάθεσιν τῶν ἐγγράφων, τῶν ἀφορώντων εἰς τὸν ἀνδριάντα Κολοκοτρώνη, ἀνάγκη νὰ προσθέσω ὀλίγας λέξεις. Συνεστήθη ἐπιτροπή, ἵνα κρίνῃ ποία γνώμη εἶναι ἡ ὀρθοτέρα, ἡ τοῦ καλλιτέχνου κ. Σώχου, ἢ ἡ τοῦ μηχανικοῦ τοῦ δήμου. Ἡ ἐπιτροπὴ ἀπετελέσθη ἐκ τριῶν προσώπων, ἀποχωρήσαντος δὲ τοῦ ἑνὸς, ἔμειναν δύο, ὁ κύριος Βροῦτος καὶ ὁ κύριος Ἰακωβίδης· καὶ ὁ μὲν κ. Ἰακωβίδης ἀπεφάνθη, ὅτι τὸ ἔργον δέον νὰ ἐκτελεσθῇ κατὰ τὴν γνώμην τοῦ κατασκευάσαντος αὐτὸ, καὶ ὅτι πᾶσα μεταβολὴ θὰ ἦναι ἄτεχνος καὶ θὰ ἀσχημίζῃ τὸ ἔργον, ὁ δὲ κ. Βροῦτος εἶπεν, ὅτι ὀρθὴ εἶναι ἡ γνώμη τοῦ κατασκευάσαντος τὸ ἔργον, ἀλλ’ ἐπίσης ὀρθὴ εἶναι καὶ ἡ τοῦ μηχανικοῦ τοῦ δήμου, αὐτὸς δὲ μᾶλλον κλίνει πρὸς τὴν δευτέραν. Ὁ κύριος Βροῦτος βεβαίως δὲν ἠθέλησε νὰ εἴπῃ ὅ,τι ὤφειλε νὰ εἴπῃ. Ἀλλ’ οὐδεὶς λόγος καὶ οὐδεὶς σκοπὸς ὑπῆρχε πρὸς σύστασιν τῆς ἐπιτροπῆς, διότι οὐδεμία γνώμη καὶ οὐδεμία θέλησις χωρεῖ ἐπὶ τοῦ προκειμένου, παρὰ μόνον ἡ γνώμη καὶ ἡ θέλησις τοῦ κατασκευάσαντος τὸ ἔργον. Ὁ κύριος Σῶχος λέγει: «Αὐτὸ εἶναι τὸ ἔργον μου· σᾶς ἀρέσει; πάρετέ το, ἐκτελέσατέ το· δὲν σᾶς ἀρέσει; ἀφήσατέ το· δὲν ἐπιτρέπω ὅμως καμμίαν μεταβολήν». Ποῦ ἠκούσθη νὰ ἔρχηται ἄλλος νὰ θέλῃ νὰ μεταβάλῃ τὸ ἔργον ἑνὸς καλλιτέχνου ἄνευ τῆς θελήσεως αὐτοῦ; Οὐδεὶς καλλιτέχνης ἐδέχθη ποτὲ τὸ τοιοῦτον, καὶ οὐδέποτε ἐγένετο αὐτό. Μόνον ἐδῶ δύνανται νὰ παρουσιάζωνται τοιαῦτα παράδοξα. Θέλουν ἀπὸ σκοποῦ νὰ στρεβλώσουν τὸ ἔργον, πρὸς βλάβην τῆς φήμης τοῦ καλλιτέχνου, τὸ ἔργον τοῦ ἀναμφισβητήτως ἐξοχωτέρου γλύπτου μεταξὺ τῶν Ἑλλήνων, τὸ ἔργον, εἰς τὸ ὁποῖον ἀπενεμήθη τὸ πρῶτον βραβεῖον ἐν τῇ Παγκοσμίῳ Ἐκθέσει τῶν Παρισίων, καὶ διὰ τὸ εὐχαριστῶ πρὸς τὸν κ. Σῶχον, ὁ ὁποῖος προσέφερε δωρεὰν ὅλην τὴν ἐργασίαν του πρὸς κατασκευὴν τοῦ ἀνδριάντος, τῶν ἀναγλύφων καὶ τοῦ βάθρου. Γνωρίζω ὅτι ἡ γνώμη τῶν ἁρμοδιωτάτων ἐνταῦθα, τοῦ κ. Καββαδία, τοῦ κ. Δαῖρπφελδ, τοῦ κ. Ἰακωβίδου καὶ ὅλων τῶν μηχανικῶν καὶ τῶν γλυπτῶν εἶναι ὑπὲρ τῆς γνώμης τοῦ κ. Σώχου, μετ’ ἀγανακτήσεως δὲ οὗτοι ἀποφαίνονται κατὰ τῆς ἀξιώσεως τοῦ μηχανικοῦ τοῦ δήμου καὶ κατὰ τύπους, ὡς οὐδενὸς ἔχοντος ἐξουσίαν νὰ μεταβάλλῃ κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν τὰ καλλιτεχνικὰ ἔργα τοῦ ἄλλου, καὶ κατ’ οὐσίαν. Ἄς ἐρωτηθῶσιν οὗτοι. Ἀλλ’ ἐπαναλαμβάνω, ὅτι οὐδεμία γνώμη καὶ οὐδεμία θέλησις δύναται νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν, ἐκτὸς τῆς θελήσεως τοῦ κατασκευάσαντος τὸ ἔργον κ. Σώχου. Παρακαλῶ τὸν κύριον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ διατάξῃ νὰ ἐκτελεσθῇ τὸ ἔργον, ὅπως κατεσκευάσθη τοῦτο ὑπὸ τοῦ καλλιτέχνου καὶ ἐβραβεύθη ἐν τῇ Ἐκθέσει τῶν Παρισίων, διὰ νὰ λείψῃ τὸ σκάνδαλον.
§38ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Φικιώρης ἔχει τὸν λόγον.
§39Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Ἓν τῶν ζωτικωτέρων ζητημάτων, τὰ ὁποῖα νομίζω ὅτι πρέπει ν’ ἀπασχολήσωσι καὶ τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὴν Βουλὴν, εἶναι καὶ τὸ ζήτημα τῶν μεταναστεύσεων, διὰ τῶν ὁποίων ὁσημέραι ἐρημοῦται ἡ Πελοπόννησος, ἐσχάτως δὲ, ὡς ἐκ τῶν ἐφημερίδων πληροφορούμεθα, ἤρξατο τὸ ζήτημα τοῦτο ν’ ἀναφαίνηται καὶ ἐν τῇ Θεσσαλίᾳ. Δὲν πρόκειται σήμερον ν’ ἀπασχολήσω τὴν Βουλὴν ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἄλλως κρίνω ἀναγκαῖον εὐρυτάτη νὰ γείνῃ συζήτησις, ἀλλὰ θὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ἰδίᾳ τοῦ ἀξιοτίμου ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν Ὑπουργοῦ, ὅπως μεριμνήσῃ περὶ τῆς θρησκευτικῆς συγκρατήσεως τῶν μεταναστῶν ἐν τῇ Ἀμερικῇ. Πολλαὶ χιλιάδες Ἑλλήνων ἐκεῖ εἶναι ἐγκαταλελειμμένοι τελείως, ὑπὸ ἔποψιν ἐκκλησιαστικὴν καὶ θρησκευτικήν. Τελευταῖον μετέβησαν ἐκεῖ Ἕλληνες ἱερεῖς, ἀλλ’ οὐκ οἶδα πῶς, ἐγεννήθησαν σκάνδαλα, τὰ ὁποῖα ἠνάγκασαν τὴν Ἱερὰν Σύνοδον νὰ τιμωρήσῃ καὶ ἀνακαλέσῃ αὐτούς. Θεωρῶ ἀνάγκην ἐπείγουσαν, νὰ διορισθῇ — καὶ διὰ νόμου, ἂν τοῦτο ἀπαιτῆται, — ἐπίσκοπος ἐν τῇ κεντρικωτέρᾳ πόλει τῆς Ἀμερικῆς, ὅπως συγκρατῇ πράγματι ὑπὸ θρησκευτικὴν ἔποψιν τοὺς ἐκεῖ μετανάστας Ἕλληνας, οἱ ὁποῖοι, ἐσχάτως καὶ μετὰ τῶν οἰκογενειῶν των μεταναστεύοντες ἐκεῖ, πασῶν τῶν ἱεροτελεστιῶν λαμβάνουσιν ἀνάγκην, ὡς διὰ γάμους, βαπτίσεις κλπ. Διὰ τοῦτο θερμῶς παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, ὅπως διὰ νομοθετικοῦ μέτρου μεριμνήσῃ, ἵνα διορισθῇ ἐπίσκοπος ἐκεῖ. Οἱ δὲ ἐκεῖ Ἕλληνες πάντες, ὡς εἶμαι εἰς θέσιν νὰ γνωρίζω, —καὶ τοιαύτην διαβεβαίωσιν πληροφοροῦμαι ὅτι ἔχει ὁ Σεβ. Μητροπολίτης,— εἶναι πρόθυμοι αὐτοὶ νὰ καταβάλλωσι τὴν δαπάνην τῆς ἱδρύσεως τοιαύτης Ἐπισκοπῆς· ἑπομένως νομίζω, ὅτι δὲν δύναται νὰ παρουσιασθῇ δυσκολία τις. Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ταύτῃ θὰ λάβω ἐπίσης τὴν τιμὴν νὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, νὰ μὴ παρίδῃ καὶ κατὰ τὴν Σύνοδον ταύτην τὰ Ἐκκλησιαστικὰ νομοσχέδια, ὡς μέχρι τοῦδε παρεῖδεν. Εἶναι ἀνάγκη ἐπιτέλους ἐπιτακτικὴ νὰ δοθῇ ἡ δέουσα προσοχὴ καὶ εἰς τὸν κλῆρον, τοῦ ὁποίου ἡ οὐχὶ καλὴ κατάστασις, ἡ σήμερον παρατηρουμένη, βεβαίως ἐπιδρᾷ χείριστα ἐπὶ τῆς διαπλάσεως καὶ ἠθικοποιήσεως τοῦ λαοῦ. Πρὸς τούτοις ἤθελον παρακαλέσει τὸν αὐτὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ μεριμνήσῃ καὶ περὶ τῆς πληρώσεως τῶν ἐπισκοπικῶν ἑδρῶν, τῶν κενωθεισῶν διὰ τῶν τελευταίων θανάτων. Μὴ νομίζετε, ὅτι τὸ ζήτημα τοῦτο εἶναι ἐξ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα δύνανται ἄνευ βλάβης νὰ ἀναβάλλωνται. Ἐγὼ αὐτός, ἐκ τῆς ἰδιαιτέρας μου ἐπαρχίας κρίνων, ἔχω σχηματίσει πεποίθησιν, ὅτι τὸ πλεῖστον τῆς ἐγκληματικῆς καταστάσεως, εἰς τὴν ὁποίαν διατελεῖ ὁ λαός, ὀφείλεται εἰς τὴν τελείαν ἐγκατάλειψιν αὐτοῦ ὑπὸ θρησκευτικὴν ἔποψιν. Ἐπειδὴ ἐπὶ 18 περίπου ἔτη εἶχεν ἐγκαταλειφθῆ ἄνευ ἐπισκόπου, τὸ θρησκευτικὸν αἴσθημα ἐν αὐτῇ εἶχε καταπέσει τελείως, καὶ ἕνεκα τῆς καταπτώσεως αὐτοῦ ἡ ἐπαρχία ἐμαστίζετο ὑπὸ παντοίων κακοποιῶν. Ἀφ’ ὅτου ὅμως, πρὸ δεκαετίας, ἔσχε τὴν εὐτυχίαν νὰ διορισθῇ ἀρχιεπίσκοπος Μονεμβασίας καὶ Σπάρτης ὁ νῦν Σεβ. Μητροπολίτης Ἀθηνῶν, ἔκτοτε ἤλλαξεν ἐντελῶς ὄψιν ὁ λαὸς τῆς Λακεδαίμονος, καὶ ἐπαισθητῶς ἠλαττώθησαν τὰ ἐγκλήματα. Ὁ διορισμὸς λοιπὸν τῶν ἐπισκόπων εἶναι ἀναγκαιότατος καὶ δὲν πρέπει νὰ ἀναβάλληται ἐπὶ πλέον. Δὲν ἐννοῶ διατί, ὅταν κενῶται θέσις πολιτικοῦ ὑπαλλήλου ἀνωτέρου, ἀμέσως σπεύδομεν νὰ συμπληρώσωμεν αὐτήν· λόγου χάριν, ἐὰν κενωθῇ θέσις νομάρχου, σπεύδομεν νὰ συμπληρώσωμεν αὐτήν, ἵνα μὴ μείνῃ ἄνευ διοικήσεως ὄχι ὁ λαὸς τοῦ νομοῦ, ἀλλὰ — ἂς μὴ τὸ ἀποκρύπτωμεν — τὸ κόμμα· ὅταν δὲ πρόκηται περὶ τοῦ ἀνωτάτου θρησκευτικοῦ ἀρχηγοῦ τοῦ νομοῦ, δὲν θεωροῦμεν ἀναγκαίαν καὶ παραμελοῦμεν τὴν πλήρωσιν τῆς θέσεως αὐτοῦ! Φρονῶ λοιπόν, ὅτι τοῦτο δὲν εἶναι ὀρθὸν, καὶ ἐπαναλαμβάνω τὴν περὶ τούτου παράκλησίν μου, θερμοτάτην, πρὸς τὸν κ. ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν Ὑπουργὸν, ὁ ὁποῖος βεβαίως ἔχει συναίσθησιν τῆς τοιαύτης καταστάσεως ἐκ τῆς ἐλλείψεως τῶν ἐπισκόπων.
§40ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Σπουδαῖα εἶναι τὰ θέματα, ἐπὶ τῶν ὁποίων ὡμίλησεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Λακεδαίμονος. Ἐπὶ τῶν σπουδαίων τούτων θεμάτων αἱ πλεῖσται τῶν γνωμῶν αὐτοῦ εἶναι καὶ γνῶμαι τῆς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία ἀπέδειξε κατὰ τὸ παρελθόν, διὰ τῆς πληρώσεως δέκα ἐπισκοπικῶν θρόνων, τινὲς τῶν ὁποίων ἐχήρευον ἀπὸ τριακονταετίας, ὁποίαν σημασίαν ἀποδίδει εἰς τὴν βελτίωσιν τῶν τῆς Ἐκκλησίας. Ἀπέδειξεν ἡ Κυβέρνησις τοῦ 1901, ὁποίαν σημασίαν ἀποδίδει εἰς τὰ τῆς διευθετήσεως τῶν ἀφορώντων τὴν Ἐκκλησίαν, διὰ τῆς πληρώσεως ὅλων τῶν κενῶν θέσεων ἱεροκηρύκων ἀνὰ τὸ Κράτος. Καὶ σήμερον δὲ ἡ Κυβέρνησις μελετᾷ τὸ σπουδαῖον τοῦτο θέμα, τὴν πλήρωσιν τῶν κενῶν ἐπισκοπικῶν θρόνων, καὶ θέλει σπεύσει εἰς τὴν ἐκπλήρωσιν τοῦ πανελληνίου τούτου, δύναμαι νὰ εἴπω, πόθου. Ἡ Κυβέρνησις δὲν ὑστέρησε κατὰ τὸ παρελθὸν εἰς τὴν εἰσαγωγὴν νομοσχεδίων κανονιζόντων τὰ τοῦ Κλήρου καθόλου. Ἐὰν δ’ αἱ περιστάσεις ἐπιτρέψωσιν, ἂς ᾖναι βέβαιος ὁ κ. συνάδελφος, ὅτι καὶ πάλιν θὰ μεριμνήσῃ. Καὶ περὶ ἄλλου σπουδαιοτάτου θέματος ὡμίλησεν ὁ κ. συνάδελφος, περὶ διορισμοῦ ἐπισκόπου ἐν Ἀμερικῇ. Εἶναι γνωστὸν, ὅτι καὶ τὸ Ὑπουργεῖον καὶ ἡ Ἱερὰ Σύνοδος ἔλαβον ἀναφορὰς τῶν ἐν Βοστῶνι, Σικάγῳ καὶ ἀλλαχοῦ τῆς Ἀμερικῆς εὑρισκομένων Ἑλλήνων, ζητούντων, ὅπως ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις διορίσῃ ἐν Ἀμερικῇ ἐπίσκοπον. Ἡ Ἱερὰ Σύνοδος τῆς Ἐκκλησίας ἡμῶν ἀπηύθυνε πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐκκλησιαστικῶν ἔγγραφον, διὰ τοῦ ὁποίου συνιστᾷ τὴν διὰ νόμου ἵδρυσιν Ἐπισκοπικῆς ἕδρας ἐν Βοστῶνι, πόλει, ἡ ὁποία εἶναι τὸ κέντρον σχεδὸν τῶν ἐν Ἀμερικῇ εὑρισκομένων 69,000 Ἑλλήνων. Εἶναι τὸ θέμα σπουδαιότατον, ἀλλὰ παρακαλῶ τὴν Βουλὴν, ἐπὶ τοῦ παρόντος τοὐλάχιστον, νὰ μὴ ἐπιμείνῃ εἰς τὴν συζήτησιν αὐτοῦ, χάριν ἐθνικῶν συμφερόντων καὶ διότι μελετᾷ αὐτὸ ἡ Κυβέρνησις ἀπὸ πολλῶν καὶ διαφόρων ἐπόψεων. Ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου ἔλαβον καὶ ὑπόμνημα διακεκριμένου ἱεράρχου Ἀμερικανοῦ, διαμένοντος ἐν Ἀθήναις· ἐν τῷ ὑπομνήματι τούτῳ ἐκφέρονται σπουδαῖαι γνῶμαι, ἐν καταλλήλῳ δὲ στιγμῇ ἐλπίζω νὰ καταθέσω εἰς τὴν Βουλὴν καὶ τοῦτο τὸ ὑπόμνημα, ὡς καὶ τὸ σχετικὸν ἔγγραφον τῆς Ἱερᾶς Συνόδου.
§41ΧΑΡ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐγὼ οὐδέποτε συνεφώνησα πρὸς τοὺς ἀξιοτίμους συναδέλφους, τοὺς κεκηρυγμένους κατὰ τῶν μεταναστεύσεων. Συμφωνῶ πρὸς αὐτοὺς μόνον ἐν τούτῳ, ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ ληφθῇ πρόνοια, ἵνα μὴ οἱ μετανάσται, τῶν ὁποίων ὁ ἀριθμὸς ἀνῆλθεν εἰς 70,000 περίπου, ὡς βεβαιοῖ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, μένωσιν ἄνευ θρησκευτικῆς ἐπιβλέψεως. Ἤκουσα τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν ζητοῦντος νὰ καταπαύσῃ ἡ συζήτησις, καὶ βεβαιώσαντος ὅτι τὸ θέμα ἐξετάζεται ἀπὸ πολλῶν καὶ διαφόρων ἐπόψεων. Θέλω νὰ πιστεύσω, ὅτι μεταξὺ τῶν ἐπόψεων τούτων δὲν καταλέγεται καὶ ἡ δημοσιευθεῖσα εἰς τὰς ἐφημερίδας, ὅτι δηλαδὴ σκέπτεται ἡ Κυβέρνησις νὰ μὴ λάβῃ πρόνοιάν τινα περὶ τοῦ ζητήματος τούτου, νὰ μὴ στείλῃ ἀρχιεπίσκοπον ἐκεῖ, διὰ νὰ μὴ ἐνθαρρύνῃ τὴν μετανάστευσιν. Ἂν μεταξὺ τῶν σκέψεων τῆς Κυβερνήσεως ὑπάρχῃ καὶ τοιαύτη τις, εἶναι, νομίζω, ἀνάγκη νὰ φέρωμεν ἀπ’ ἀρχῆς εἰς συζήτησιν τὸ ζήτημα τῆς μεταναστεύσεως, διὰ νὰ πεισθῶμεν, ἂν συμφέρει νὰ ἀφεθῇ ἡ μετανάστευσις ἐλευθέρα, ἢ νὰ ληφθῇ ἀπαγορευτικὸν μέτρον κατὰ τῶν μεταναστεύσεων, καὶ ποῖον. Ἡ κατάστασις, ὅπως διατελεῖ μέχρι σήμερον, ἄνευ τινὸς ἀσφαλοῦς γνώμης περὶ τοῦ ἂν πρέπει ἢ μὴ νὰ ἐπιτραπῇ ἡ μετανάστευσις, ἢ ἂν πρέπει νὰ ἐνθαρρυνθῇ, καὶ ἂν ὠφελοῦν αἱ μεταναστεύσεις ἢ μή, ἡ κατάστασις αὕτη νομίζω ὅτι θίγει σπουδαῖα συμφέροντα, καὶ δημόσια ἐν Ἑλλάδι καὶ ἰδιωτικά. Εἶναι πιθανὸν ἡ ἰδική μου γνώμη νὰ ᾖναι ἐσφαλμένη, εἶναι πιθανὸν αἱ γνῶμαι τῶν δυναμένων νὰ συντελέσωσιν εἰς κατάπαυσιν τῶν μεταναστεύσεων νὰ ᾖναι ἐσφαλμέναι· ἂς γείνῃ μία συζήτησις, διὰ νὰ καθορισθῇ τὸ ζήτημα καὶ λείψουν τὰ ἡμίμετρα καὶ αἱ γνῶμαι, αἱ σχηματιζόμεναι ἐκ τῶν ἐντυπώσεων τῶν δημοσιογράφων καὶ τὰ μέτρα τὰ λαμβανόμενα ἐκ τῶν τοιούτων ἐπιπολαίων παραστάσεων. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι ἡ γνώμη τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, ἵνα καταπαύσῃ ἡ συζήτησις, δὲν πρέπει νὰ τύχῃ πραγματώσεως ἐν ὅλῳ της τῷ πλάτει, νομίζω δὲ ἀντιθέτως, ὅτι πρέπει νὰ ὁρίσωμεν ἡμέραν πρὸς συζήτησιν τοῦ ζητήματος τούτου, καὶ ἂν ἐκ τῆς συζητήσεως προκύψῃ ὅτι πρέπει νὰ λάβωμεν μέτρα, καὶ τίνα μέτρα, νὰ τὰ λάβωμεν.
§42Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Ἀληθῶς ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν ὑπέβαλεν ἄλλοτε τὸ νομοσχέδιον, περὶ οὗ ὡμίλησεν, ἀλλ’ αἱ περιστάσεις, ὡς εἶπε, — καὶ τὸ ἀναγνωρίζω, — δὲν ἐπέτρεψαν τότε τὴν συζήτησιν αὐτοῦ. Ἐγὼ ἐπαναλαμβάνω νὰ εἴπω, ὅτι νομίζω, ὅτι τὸ ζήτημα δὲν εἶναι ἐξ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ παραβλέπωνται χάριν ἄλλων νομοθετημάτων ἥττονος ἀξίας καὶ χρησιμότητος. Νομίζω, ὅτι μετὰ τὰ στρατιωτικὰ καὶ οἰκονομικὰ νομοσχέδια, τῶν ὁποίων τὴν ψήφισιν αἱ ἔκτακτοι σημεριναὶ ἀνάγκαι ἐπιβάλλουσι, πρέπει νὰ προταχθῶσι τὰ ἐκκλησιαστικά, διότι ἄλλως θὰ ἀφίνωμεν πάντοτε τὴν ἐπ’ αὐτῶν συζήτησιν κατὰ τὸ τέλος ἑκάστης Συνόδου, καὶ οὐδέποτε θὰ κατορθωθῇ ἡ ψήφισις αὐτῶν καὶ ἡ βελτίωσις τῆς Ἐκκλησίας, τοῦθ’ ὅπερ, καίτοι εἶναι ἀναγκαιότατον, οὐδέποτε ἐπεχειρήσαμεν, ἀφ’ ὅτου ἱδρύθη τὸ ἐλεύθερον Κράτος. Τοῦτο λοιπὸν ζητῶ ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργόν, ὅπως μετὰ τὴν ἐπιψήφισιν τῶν ὑπὸ τῶν περιστάσεων ἐπιβαλλομένων νομοσχεδίων συζητηθῶσι τὰ ἐκκλησιαστικά. Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ταύτῃ προσθέτω ἀκόμη τὰ ἑξῆς. Μέγιστον κακόν, Κύριοι, καὶ τῇ Θρησκείᾳ καὶ τῇ Ἐκκλησίᾳ γίνεται ἐκ τῆς ἐνεργείας τῶν ἐκλογῶν ἐν τοῖς ἱεροῖς ναοῖς. Τοὺς ναούς, οἵτινες ἐγκαινιάζονται, ἵνα ἐν αὐτοῖς λατρεύηται ὁ Θεὸς ἡμῶν, τούτους τὸ ἐπίσημον Κράτος, ὄχι ὁ λαός, μετέβαλε διὰ τοῦ ἐκλογικοῦ νόμου εἰς καπηλεῖα καὶ μαγειρεῖα, εἰς τόπον, ἐντὸς τοῦ ὁποίου διαπράττονται ὅσα δὲν διαπράττονται καὶ εἰς τὰ ῥυπαρώτερα τῶν καταστημάτων. Δὲν ἐπιτρέπεται ὑπὸ τῆς αἰδοῦς νὰ κατονομάσω ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ὁποῖα αἴσχη τελοῦνται ἐντὸς τῶν ἱερῶν ναῶν ἐν καιρῷ τῶν ἐκλογῶν, ἀλλὰ πιστεύω, ὅτι οὐδεὶς ὑπάρχει μεταξὺ ἡμῶν ὁ ἀγνοῶν, ὅτι ὄχι μόνον διὰ βλασφημιῶν, ὕβρεων καὶ παντοίων ἄλλων κακοηθειῶν καὶ ἀσεβειῶν, ἀλλὰ καὶ δι’ ἐγκληματικῶν πράξεων καὶ διὰ φόνων ἔτι βεβηλοῦνται οἱ διὰ τὴν λατρείαν τοῦ Θεοῦ προωρισμένοι ἱεροὶ οὗτοι τόποι. Εἶναι ὀρθὸν νὰ γίνηται τοῦτο; Ἐὰν ὅμως ἠδύνατο νὰ θεωρηθῇ τοῦτο ὡς ἐπιτρεπόμενον ἄλλοτε, δι’ ἔλλειψιν ἄλλων οἰκοδομημάτων, καταλλήλων πρὸς ἐνέργειαν ἐκλογῶν, σήμερον ὅμως, ὅτε τὰ πλεῖστα τῶν χωρίων, ἐν οἷς ὑπάρχουσιν ἐκλογικὰ τμήματα, ἔχουσι σχολεῖα, νομίζω ὅτι ἐπιβάλλεται εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἐκ σεβασμοῦ πρὸς τὸν Θεόν, νὰ ἄρῃ πλέον αὐτὴν τὴν ἀκοσμίαν καὶ ἀσέβειαν, καὶ νὰ μὴ ἐπιτρέπηται τοῦ λοιποῦ ἡ ἐνέργεια τῶν ἐκλογῶν ἐντὸς τῶν ναῶν, νὰ ὁρισθῶσι δὲ τὰ δημοτικὰ σχολεῖα ἢ ἄλλα δημόσια κτίρια ὡς ἐκλογικὰ καταστήματα. Πρέπει νὰ παύσῃ πλέον τὸ μέγα καὶ φοβερὸν τοῦτο κακόν.
§43ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Στεφανίδης ἔχει τὸν λόγον.
§44ΜΙΧ. ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἡ Σκῦρος, ἥτις εἶναι ἰδιαιτέρα μου πατρίς, ἔχει δὲ τὴν ἀτυχίαν νὰ ἦναι ἡ μᾶλλον ἀπομεμακρυσμένη νῆσος τοῦ Αἰγαίου, εἶχεν ἀποκτήσει ἀπὸ τοῦ ἔτους 1884 τηλεγραφεῖον, τὸ ὁποῖον ἐλειτούργει ἔκτοτε μέχρι τοῦδε κανονικῶς καὶ ἀπροσκόπτως, ἐσχάτως δὲ συνεστήθη καὶ τηλεφωνεῖον μεταξὺ τῆς πόλεως καὶ τοῦ ἐπινείου αὐτῆς, πρόκειται δὲ νὰ συστήσωσι καὶ ἄλλα τοιαῦτα ἐπὶ τῆς νήσου αἱ δύο ἑταιρεῖαι, αἵτινες ἔχουσιν ἐργασίας ἐν τῷ τόπῳ μεταλλευτικὰς, ἡ Ἀγγλικὴ ἑταιρεία «Marmor-Limited» καὶ ἡ ἑταιρεία ἐξαγωγῆς σιδηρολίθων τῶν κυρίων Σερπιέρη, Σκουζὲ κλπ. Παραδόξως ὅμως πρὸ μηνὸς ἐκλείσθη τὸ τηλεγραφεῖον, δι’ οὗ συνεκοινώνει ἡ νῆσος μετὰ τῆς λοιπῆς Ἑλλάδος καὶ τοῦ ἄλλου κόσμου ἐν γένει. Δὲν γνωρίζω διατὶ τοῦτο ἐγένετο· ἐξωδίκως ἐπληροφορήθην, δὲν δύναμαι ὅμως νὰ τὸ βεβαιώσω, οὔτε νὰ τὸ πιστεύσω, ὅτι διὰ κομματικοὺς λόγους ὁ τηλεγραφητὴς διετάχθη νὰ σφραγίσῃ τὰς μηχανὰς, νὰ στερεοποιήσῃ καὶ ἀσφαλίσῃ αὐτὰς ἀπέναντι παντὸς κινδύνου, νὰ κλείσῃ τὸ τηλεγραφεῖον καὶ ἔλθῃ εἰς Ἀθήνας. Ὁ τηλεγραφητὴς ἦλθεν εἰς Ἀθήνας καὶ παραμένει εἰσέτι ἐνταῦθα. Ἂν ἀληθῶς αἱ ἀνάγκαι τῆς κεντρικῆς ὑπηρεσίας ὑπηγόρευσαν τὴν ἀπόσπασιν τηλεγραφητοῦ παρ’ αὐτῇ, φρονῶ ὅτι πᾶν ἄλλο τηλεγραφεῖον, ἐκ τῶν ἐχόντων δύο καὶ τρεῖς ὑπαλλήλους, ἠδύνατο νὰ δώσῃ τηλεγραφητὴν, καὶ ὄχι ἡ Σκῦρος, ἡ ὁποία εὑρίσκεται ἀπομεμακρυσμένη εἰς ἀπόκεντρον μέρος, καὶ τῆς ὁποίας ἡ συγκοινωνία κατὰ τὸν χειμῶνα διακόπτεται ἐπὶ δύο καὶ τρεῖς μῆνας ἐνίοτε. Ἀκριβῶς δὲ τὴν ἐποχὴν ταύτην, καθ’ ἣν ὑπάρχει ὡς ἐκ τοῦ χειμῶνος διακοπὴ τῆς συγκοινωνίας, δὲν ὤφειλεν ἡ Διεύθυνσις τῶν τηλεγράφων νὰ διατάξῃ νὰ ἀναχωρήσῃ ὁ τηλεγραφητὴς ἐκεῖθεν. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ διατάξῃ ὅσον τὸ δυνατὸν ταχύτερον νὰ μεταβῇ ὁ ἴδιος ὑπάλληλος εἰς Σκῦρον, ἢ, ἂν φρονῇ, ὅτι πρέπει νὰ μεταβῇ, ἐναντίον τοῦ προμνησθέντος νόμου, ἄλλος ὑπάλληλος, ἂς διατάξῃ ἄλλον ὀλίγον μὲ ἐνδιαφέρει τὸ πρόσωπον. Περὶ τοῦ ζητήματος τούτου καταθέτω ἐπερώτησιν, δι’ ἧς παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, διὰ τίνας λόγους ἐκλείσθη τὸ τηλεγραφεῖον Σκύρου καὶ διετάχθη νὰ ἔλθῃ εἰς Ἀθήνας ὁ τηλεγραφητὴς διὰ λόγους ὑπηρεσίας ἢ δι’ ἄλλους; καὶ τίνας λόγους; Ἂν λόγοι κομματικοὶ προεκάλεσαν τὸ μέτρον τοῦτο, ἂς φροντίσουν τοὐλάχιστον οἱ κυβερνῶντες, οἵτινες εἰσήγαγον ἄλλοτε εἰς τὴν Βουλὴν τὸν νόμον περὶ ἀμεταθέτου τῶν τηλεγραφητῶν, νὰ καταργήσωσιν αὐτὸν δι’ ἄλλου νόμου. Κατὰ τὸν νόμον ΒΣΞΗʹ, ὡς γνωστὸν, οἱ τηλεγραφηταὶ δὲν μετατίθενται προτοῦ παρέλθῃ διετία ἀπὸ τῆς τοποθετήσεως αὐτῶν ἔν τινι γραφείῳ. Ὁ τηλεγραφητὴς Σκύρου δὲν ἔχει διετίαν ἐν τῇ θέσει του, ἔχει μόλις ἔτος· μήπως λοιπὸν, ἐπειδὴ δὲν ἠδύναντο νὰ τὸν μεταθέσουν, τὸν ἐκάλεσαν εἰς Ἀθήνας; Ὑπάρχει ἐξαιρετικὴ διάταξις ἐν τῷ νόμῳ ἐκείνῳ, ὅτι ἐπιτρέπεται μετάθεσις προσωρινὴ, ὅταν ὑπάρχῃ θεομηνία· ἀλλὰ τοιαύτη θεομηνία δὲν ὑπάρχει ἄλλη, ἐκτὸς τῆς ἐνσκηψάσης εἰς τοὺς διαφόρους κλάδους τῶν ὑπαλλήλων, σωρηδὸν μετατιθεμένων. Ἐκτὸς ταύτης ἔχω καὶ ἄλλην ἐπερώτησιν πρὸς τὸν ἴδιον κ. Ὑπουργὸν καὶ Πρωθυπουργόν. Πρόκειται περὶ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ ἄρθρου 39 τοῦ νόμου ᾼΦΚΗʹ περὶ στρατολογίας. Παρακαλῶ δὲ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, ἂν ὁ νόμος οὗτος λειτουργεῖ καθ’ ὅλον τὸ Κράτος ἢ μόνον εἰς τὴν Εὔβοιαν. Διετάχθη νὰ ἐγγραφῶσιν εἰς τοὺς στρατολογικοὺς καταλόγους πάντες οἱ ὑπαγόμενοι εἰς τὰς ἐξαιρέσεις τῶν ἄρθρων 37, 38 καὶ 39 τοῦ στρατολογικοῦ νόμου, οἱ ὑπὸ ὅρον ἀπαλλαγέντες μαθηταὶ τῶν Ἱερατικῶν Σχολῶν, οἱ φοιτηταὶ τῆς Θεολογίας κλπ. Κατ’ ἐμὴν γνώμην ὁ νόμος ᾼΦΚΗʹ εἶναι ἐσφαλμένος εἰς πολλὰς διατάξεις αὐτοῦ, ἰδίᾳ δὲ εἰς τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 39, διότι, καθ’ ἣν ἐποχὴν ἐπιτρέπεται εἰς τὸν μαθητὴν τῆς Ῥιζαρείου ἢ Ἱερατικῆς Σχολῆς καὶ εἰς τὸν φοιτητὴν τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς νὰ γείνῃ ἱερεύς, τὴν ἐποχὴν ἐκείνην τὸν ὑποχρεώνει νὰ γείνῃ στρατιώτης. Γνωρίζω ὅτι πολλοὶ ἐξ αὐτῶν ἐζήτησαν ἐπανειλημμένως, μόλις συνεπλήρωσαν τὸ τριακοστὸν ἔτος τῆς ἡλικίας των, νὰ γείνωσιν ἱερεῖς, ἀλλὰ δὲν ἠδυνήθησαν νὰ ἐπιτύχωσι τοῦ πόθου των τούτου, ἰδίᾳ δὲ οἱ ἐκ τῆς ἐπαρχίας Καρυστίας, ἣν ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ἀντιπροσωπεύω καὶ ἧς κατηργήθη ἡ Ἐπισκοπή, ἡ δὲ Ἀρχιεπισκοπὴ Χαλκίδος χηρεύει ἀπὸ ἐτῶν, ἀφ’ ὅτου ἀπεβίωσεν ὁ ἀρχιεπίσκοπος ἀοίδιμος Δεπάστας, καὶ δὲν δύνανται νὰ χειροτονηθῶσιν· ὑποβάλλοντες δὲ εἰς τὴν Ἱερὰν Σύνοδον αἰτήσεις χειροτονίας, παραπέμπονται εἰς τοὺς μὴ ὑπάρχοντας ἐπισκόπους. Ἀλλ’ ἐσχάτως οἱ καταγόμενοι ἐκ τῆς ἐπαρχίας Καρυστίας, νομίζω δὲ καὶ οἱ λοιποὶ ἐκ τῆς Εὐβοίας καταγόμενοι, ἐνεγράφησαν εἰς τοὺς οἰκείους στρατολογικοὺς ἐλέγχους. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, ἂν τὸ μέτρον τοῦτο εἶναι γενικὸν καθ’ ὅλην τὴν Ἑλλάδα. Νομίζω δέ, ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ ληφθῇ πρόνοια περὶ τροποποιήσεως τῆς διατάξεως ταύτης τοῦ νόμου, διότι, ὡς αὕτη ἔχει, ὁ κληρωτός, ἐνῷ δὲν δύναται νὰ γείνῃ ἱερεὺς πρὸ τῆς συμπληρώσεως τοῦ τριακοστοῦ ἔτους τῆς ἡλικίας του, μόλις συμπληρώσῃ ταύτην, ζητεῖται νὰ ὑπηρετήσῃ ὡς στρατιώτης. Παρακαλῶ λοιπόν, ἀφοῦ καὶ εἰς ἄλλα μέρη τοῦ Κράτους ὑπάρχουσι κληρωτοὶ ἔχοντες τοὺς αὐτοὺς λόγους τῆς ὑπὸ ὅρον ἀπαλλαγῆς, νὰ ληφθῇ πρόνοια νομοθετικὴ περὶ τούτου διὰ πάντας· ἄλλως τὸ διὰ τοὺς Καρυστινοὺς καὶ Εὐβοεῖς ἐφαρμοζόμενον μέτρον νὰ ἐφαρμοσθῇ δι’ ὅλους. Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ταύτῃ παρακαλῶ καὶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, ἐὰν διὰ λόγους ἄλλους, καὶ τίνας, πρὸς ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου ᾼΦΚΗʹ περὶ στρατολογίας, ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου ἐθεώρησεν ἀνυπότακτον ἢ φυγόστρατον τὸν ἑλληνοδιδάσκαλον Αὐλωναρίου Ἀριστείδην Παπασταματίου, καὶ ἀπέλυσεν αὐτὸν τῆς ὑπηρεσίας, ἐπὶ τῷ λόγῳ ὅτι καὶ οὗτος ἀπηλλάγη τῆς στρατιωτικῆς ὑποχρεώσεως, ὑπὸ ὅρον, ὡς μαθητὴς τῆς Ῥιζαρείου Σχολῆς, καὶ ὅτι ἤδη συμπληρώσας τὸ τριακοστὸν ἔτος τῆς ἡλικίας του δὲν ἐδήλωσεν οἴκοθεν, ὅτι δὲν προτίθεται νὰ γείνῃ ἱερεύς, καὶ ἑπομένως νὰ ἐγγραφῇ ἐν τοῖς στρατολογικοῖς ἐλέγχοις. Ἐὰν συνέβη τὸ τελευταῖον, τὸ Ὑπουργεῖον ἔπραξεν ἀδίκημα, ὅπερ δέον νὰ ἐπανορθώσῃ, διότι κατὰ τὰς διατάξεις τῶν ἄρθρων 40 καὶ 138 τοῦ νόμου περὶ στρατολογίας μόνον πρόστιμον ἐπιβάλλεται, καὶ διατάσσεται ἡ ἐγγραφὴ τῶν ὑπὸ ὅρον ἀπαλλαγέντων δυνάμει τῶν ἄρθρων 37–39 ἐν τῷ στρατολογικῷ ἐλέγχῳ, δὲν θεωροῦνται δ’ οὗτοι ἀνυπότακτοι ἢ φυγόστρατοι. Τὸ ἀδίκημα δὲ τοῦτο εἶναι ἔτι μεγαλείτερον, ἐὰν ἐξαιρετικῶς ἐφαρμόσθη δι’ αὐτὸν καὶ μόνον ἡ τοιαύτη ἐσφαλμένη κατ’ ἐμὲ ἑρμηνεία τοῦ νόμου. Δι’ ὃ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ ἐπεκτείνῃ τὰς πληροφορίας του γενικῶς καὶ νὰ πληροφορήσῃ δηλαδὴ τὴν Βουλήν, ἐπὶ τίνων ἄλλων ὑπαλλήλων τοῦ αὐτοῦ Ὑπουργείου ἐφήρμοσε τὸν νόμον τοῦτον, καὶ τίνες ἄλλοι καθ’ ὅλον τὸ Κράτος ὑπάρχουσιν οἱ μὴ συμμορφωθέντες πρὸς τὰς διατάξεις τοῦ ἄρθρου 10 τοῦ νόμου περὶ στρατολογίας καὶ ὅμως διατελοῦντες ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως Ὑπουργείου.
§45Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Παρακαλῶ νὰ δώσητε ἐγγράφως τὰς ἐπερωτήσεις σας.
§46ΜΙΧ. ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Καταθέτω αὐτὰς εἰς τὸ Προεδρεῖον.
§47ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Κουντουριώτης ἔχει τὸν λόγον.
§48Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Ἐκοινολογήθη χθὲς καὶ προχθές, ὅτι εἰς τὸ πολεμικὸν Ναυτικὸν ἔλαβε χώραν γεγονός, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ προκαλέσῃ τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἰδίᾳ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν. Ἐκοινολογήθη δηλαδή, ὅτι ὑπαξιωματικοὶ τοῦ Βασιλικοῦ Ναυτικοῦ ὑπὲρ τοὺς ἑκατὸν ὑπέβαλον τὰς παραιτήσεις αὐτῶν. Ἕνεκα τίνος λόγου ἀπεφάσισαν οἱ ὑπαξιωματικοὶ οὗτοι νὰ προβῶσιν εἰς τὸ τοιοῦτον διάβημα, εἶναι ἄγνωστον, τοὐλάχιστον εἰς ἐμέ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν, ἂν περιῆλθεν εἰς γνῶσιν αὐτοῦ τὸ διάβημα τοῦτο τῶν ὑπαξιωματικῶν, νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, τίνες οἱ λόγοι, οἱ ὁποῖοι ἐξηνάγκασαν τοὺς ἄνδρας τούτους νὰ ὑποβάλωσιν οὕτως ἀθρόως τὰς παραιτήσεις των.
§49ΣΠ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν ὑπεβλήθησαν ὄντως αἰτήσεις πρὸς ἀποστρατείαν ὑπὸ 15 περίπου ὑπαξιωματικῶν, καὶ ἐπρόκειτο καὶ ἄλλοι, περὶ τοὺς 60, νὰ ὑποβάλωσι παρομοίας αἰτήσεις πρὸς ἀπόληψιν συντάξεως. Τοῦτο δὲν εἶναι οὔτε κίνημα οὔτε διάβημα. Ἁπλῶς παρεξηγήθη τὸ ἄρθρον 5 τοῦ ὑποβληθέντος εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχεδίου περὶ συντάξεων, καὶ ἐνόμισαν, ὅτι πρόκειται νὰ χάσουν πέντε ἔτη ἀπὸ τὸν χρόνον τῆς συντάξεώς των. Εἰς αὐτοὺς ἐγένετο γνωστὸν, ὅτι ἐσφαλμένως ἀντελήφθησαν τοῦτο, καὶ τὸ πρᾶγμα ἐξωμαλύνθη.
§50Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ καταθέσῃ πίνακα, ἐμφαίνοντα τοὺς στρατευσίμους τῆς τελευταίας πενταετίας κατ’ ἔτος. Ἐπίσης ὅμοιον πίνακα ἐμφαίνοντα αʹ) πόσοι ἀπηλλάγησαν κατὰ τὰ τελευταῖα 5 ἔτη ὡς πρεσβύτεροι υἱοὶ ζώντων πατέρων καὶ μονογενεῖς, καὶ πόσοι ἐκ τῶν λοιπῶν, καὶ βʹ) πόσοι κατετάχθησαν κατὰ τὰ τελευταῖα 5 ἔτη εἰς τὸν στρατὸν ἐκ τῶν στρατευσίμων. Ἐν τῇ αἰτιολογικῇ ἐκθέσει τοῦ νομοσχεδίου περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου περὶ στρατολογίας ὑπάρχουσι πληροφορίαι τινὲς σχετικαί· ἀλλ’ ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐρευνήσῃ τοὺς πίνακας, εἶμαι βέβαιος, ὅτι θὰ εὕρῃ μεγάλην διαφοράν. Ἐπίσης θὰ παρακαλέσω τὸν κύριον Πρωθυπουργὸν καὶ Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, ἂν ἐγένετο σύρραξις μεταξὺ πολιτῶν ἐν Τρικκάλοις τῆς Θεσσαλίας εἰς συλλαλητήριον, τὸ ὁποῖον ἔλαβε χώραν ἐσχάτως, καὶ ἂν αἱ ἀρχαὶ ἀνέφεραν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον περὶ τούτου, καὶ διὰ τίνα λόγον ἐγένετο ἡ σύρραξις αὕτη.
§51ΣΠ. ΓΕΩΡΓΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ λαὸς τῶν Τρικκάλων, μαθὼν ὅτι ἡ Κυβέρνησις προνοεῖ ὑπὲρ τοῦ γεωργικοῦ πληθυσμοῦ, ἐπιβάλλουσα δασμὸν ἐπὶ τοῦ ἔξωθεν εἰσαγομένου σίτου 2½ λεπτῶν κατ’ ὀκᾶν, συνῆλθεν αὐθορμήτως εἰς ἐπιβλητικὸν συλλαλητήριον. Ἀρτοποιοί τινες ἐν τούτοις καὶ δύο ἢ τρεῖς ἄλλοι, οἱ ὁποῖοι ἔχουν ἱδρύσει ἐκεῖ καταστήματα, ἠθέλησαν νὰ φέρωσιν ἀντιπερισπασμόν, ὁ λαὸς ὅμως τοὺς ἐδίωξε κακὴν κακῶς.
§52Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Αἱ ἀρχαὶ ἀνέφεραν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, ὅτι ἐν τάξει ἔγεινε τὸ συλλαλητήριον μέχρι τῆς στιγμῆς, καθ’ ἣν ὀλίγα ἄτομα ἐπετέθησαν κατὰ τῶν ἀποτελούντων τὸ συλλαλητήριον, ὅτε ἀντηλλάγησαν λιθοβολισμοί τινες ἄνευ οὐδενὸς ἀπευκταίου ἀποτελέσματος. Ταῦτα λέγουσιν αἱ ἐκθέσεις τῶν ἀρχῶν.
§53Ν. ΣΤΑΜΑΤΙΑΔΗΣ. Ἤθελον παρακαλέσει τὸν κύριον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ μεριμνήσῃ, ὅπως ἡ Ἀτμοπλοϊκὴ Ἑταιρεία, ἥτις ἐκτελεῖ τὴν γραμμὴν Πειραιῶς–Κύμης–Σκύρου, ὑποχρεωθῇ νὰ ἐπεκτείνῃ αὐτὴν μέχρι Βόλου, διότι οἱ κάτοικοι τῆς Κύμης, πρωτευούσης τῆς ἐπαρχίας μου Καρυστίας, ὡς καὶ οἱ τῆς νήσου Σκύρου, προκειμένου νὰ μεταβῶσιν εἰς Βόλον, μέχρι τοῦ ὁποίου ἡ ἀπόστασις εἶναι ὀκτάωρος, εἶναι ὑποχρεωμένοι νὰ διανύσωσι 48 ὡρῶν ταξείδιον, διότι πρέπει νὰ ἔλθωσι πρῶτον εἰς Πειραιᾶ καὶ ἐκεῖθεν νὰ μεταβῶσιν εἰς Βόλον. Ἐπίσης παρακαλῶ νὰ ὑποχρεωθῇ τὸ αὐτὸ ἀτμόπλοιον, τὸ ὁποῖον διέρχεται 5 μίλια μακρὰν τῆς Καρύστου, νὰ προσεγγίζῃ εἰς Κάρυστον, διότι οἱ κάτοικοι δύο δήμων τῆς ἐπαρχίας Καρυστίας, τοῦ δήμου Καρυστίων καὶ τοῦ δήμου Μαρμαρίου, διὰ νὰ μεταβῶσιν εἰς τὴν πρωτεύουσαν, εἶναι ἠναγκασμένοι νὰ διανύσωσιν εἴκοσιν ὡρῶν ἀπόστασιν διὰ ξηρᾶς. Νομίζω, κύριε Πρόεδρε, ὅτι ἡ δαπάνη δὲν θὰ ἦναι πολὺ μεγάλη.
§54ΜΙΧ. ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Ἀληθῶς τὰ ὑπὸ τοῦ κ. συναδέλφου λεχθέντα εἶναι ἀληθῆ, ἀλλὰ δυστυχῶς ὑπάρχει σύμβασις, καὶ εἶναι δύσκολον τώρα νὰ πραγματοποιηθῶσι ταῦτα· ἔπρεπε νὰ ληφθῇ ἡ προσήκουσα πρόνοια ἐγωρίτερον. Εὐχῆς ἔργον ὅμως εἶναι νὰ μεριμνήσῃ ἡ Σ. Κυβέρνησις πρὸς τακτοποίησιν τῆς συγκοινωνίας τῶν τόπων ἐκείνων, ἣν δὲν ἔχουσιν οὔτε κατὰ ξηρὰν οὔτε κατὰ θάλασσαν, πρὸ παντὸς δὲ πρὸς θεραπείαν τοῦ ἀτόπου, τὸ ὁποῖον γίνεται συνήθως ὑπὸ τῆς ἀτμοπλοϊκῆς ἑταιρείας Τζὼν Μὰκ–Δούαλ, ἥτις, ἐνῷ διὰ συμβάσεως ἀνέλαβε τὴν κατὰ τὸ ἔτος τοῦτο ἐκτέλεσιν τῆς συγκοινωνίας καὶ ὑποχρεοῦται εἰς ἑβδομαδιαίαν ἀτμοπλοϊκὴν συγκοινωνίαν μεταξὺ Πειραιῶς, Λαυρίου, Κύμης καὶ Σκύρου καὶ τἀνάπαλιν, δὲν ἐκτελεῖ κανονικῶς τοὺς πλόας· καὶ ἄλλοτε μὲν οὐδόλως προσεγγίζει εἰς Σκῦρον τὸ ἐκτελοῦν τὴν συγκοινωνίαν ἀτμόπλοιον, —ὅπερ, εἰρήσθω ἐν παρόδῳ, εἶναι τὸ χείριστον τῆς ἑταιρείας,— ἄλλοτε δὲ προσεγγίζον δὲν ἐπιστρέφει εἰς Κύμην. Παρακαλῶ νὰ ληφθῇ ἡ δέουσα πρόνοια ἐκ μέρους τῆς Διευθύνσεως τῶν Ταχυδρομείων, ἵνα διαταχθῶσιν ἥ τε ἀτμοπλοϊκὴ ἑταιρεία Τζὼν Μὰκ–Δούαλ, ἥτις ἐκτελεῖ τὴν εἰρημένην γραμμήν, καὶ τὰ ἄλλα ἀτμόπλοια, τὰ ἐκτελοῦντα τὴν συγκοινωνίαν Πειραιῶς–Ἀλιβερίου, νὰ ἐκτελῶσι τὰς ὑποχρεώσεις, ἃς ἀνέλαβον, καὶ οὕτω ν’ ἀποκατασταθῇ τελειοτέρα συγκοινωνία καὶ διὰ τὴν Καρυστίαν, διότι εἶναι ἄδικον, μία τῶν μεγαλειτέρων ἐπαρχιῶν τοῦ Κράτους νὰ στερῆται πολλάκις πλέον τῆς ἑβδομάδος πάσης συγκοινωνίας.
§55ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Ἀλεξάκης ἔχει τὸν λόγον.
§56ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, καταθέσας φάκελον ἀφορῶντα τὴν ὑπόθεσιν τοῦ διορισμοῦ μηχανικοῦ ἐν τῇ Μονῇ Πετράκη, ἐλησμόνησε—δὲν ἠξεύρω διατί—νὰ καταθέσῃ καὶ τὰ δύο συμβόλαια, δηλαδὴ τὸ συμβόλαιον, διὰ τοῦ ὁποίου συνήφθη ἡ σύμβασις μεταξὺ τῆς Μονῆς καὶ τοῦ μηχανικοῦ...
§57ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Περιέχεται.
§58ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Δὲν ὑπάρχει οὔτε αὐτό, οὔτε τὸ συμβόλαιον, διὰ τοῦ ὁποίου ἐγένετο συμβιβασμὸς καὶ παρητήθη τῆς δίκης ἡ Μονή. Αὐτὰ τὰ συμβόλαια εἶναι χρησιμώτατα. Περιμένω λοιπὸν ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, καὶ τὸν παρακαλῶ, ἂν ἦναι δυνατόν, αὔριον νὰ καταθέσῃ ταῦτα, διότι πρὸ τούτου δὲν δύναμαι νὰ λάβω τὸν λόγον.
§59ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Εὐχαρίστως θὰ ζητήσω νὰ κατατεθῇ καὶ τὸ ἄλλο συμβόλαιον, ἂν ὑπάρχῃ, διότι πᾶν ὅ,τι ὑπάρχει κατετέθη.
§60ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ἐγὼ ῥητῶς ἐν τῇ ἐπερωτήσει μου εἶπον τί θέλω. Πῶς θὰ γείνῃ ἡ συζήτησις;
§61ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Θὰ ζητήσω ἀπὸ τὸ Ἡγουμενοσυμβούλιον τῆς Μονῆς νὰ στείλῃ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον αὔριον καὶ ἐκεῖνο τὸ συμβόλαιον, διὰ νὰ τὸ καταθέσω. Ἀλλὰ πρὸ ἡμερῶν ἐσπεύσατε. Ὅτε ἐγὼ ἐζήτησα δι’ ἐγγράφου νὰ κατατεθῶσι πάντα, σεῖς κατηγορητήριον ἐφέρατε.
§62ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Κύριε Ὑπουργέ, παρῆλθεν ἔκτοτε ἑβδομὰς καὶ πλέον. Διὰ νὰ παραγγείλητε εἰς τὴν Μονὴν, δὲν σᾶς χρειάζεται χρόνος περισσότερος τῆς ἡμισείας ὥρας.
§63ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Φρονεῖτε σεῖς.
§64ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ἡμεῖς σᾶς ἐχορηγήσαμεν ἑβδομάδα ὁλόκληρον, καὶ παραπονεῖσθε διὰ τοῦτο! Νομίζω ὅτι δὲν εἶσθε ἐν τῷ δικαίῳ.
§65ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Παρακαλῶ νὰ καταθέσητε ἐγγράφως τὴν αἴτησίν σας καὶ περὶ τούτου.
§66ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ἄλλην μίαν φοράν! Δηλαδὴ ζητεῖτε νὰ μὴ πράττωμεν τίποτε ἄλλο, παρὰ νὰ γράφωμεν διαρκῶς! Δύο συμβόλαια ζητῶ, τὰ ὁποῖα εἶναι γνωστά.
§67ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Γουναράκης ἔχει τὸν λόγον.
§68Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, πεντήκοντα γονεῖς ἐν Ἀθήναις, συμπολῖταί μου, μὲ παρεκάλεσαν νὰ ἐκδηλώσω ἓν παράπονον αὐτῶν καὶ μίαν παράκλησιν πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως. Τὰ τέκνα αὐτῶν φοιτῶσιν ὡς μαθηταὶ εἰς τὸ Βʹ Βαρβάκειον Λύκειον, παρῆλθον δὲ περίπου δέκα ἡμέραι, ἀφ’ ὅτου ἔπαυσαν ἐντελῶς τὰ μαθήματα, διότι μετετέθη ἢ ἐπαύθη—δὲν γνωρίζω ἀκριβῶς—ὁ σχολάρχης τοῦ Βʹ Σχολαρχείου τοῦ Βαρβακείου Λυκείου. Οἱ γονεῖς μετὰ λύπης βλέπουσιν, ὅτι τὰ τέκνα αὐτῶν θὰ ὦσιν ἠναγκασμένα ἐπὶ μακρὸν ἔτι χρόνον νὰ μὴ ἀκροῶνται μαθήματα. Τοσοῦτο δὲ μᾶλλον εἶναι λυπηρὸν τὸ γεγονός, καθόσον ἐπαύθη ἢ μετετέθη εἷς σχολάρχης, ὁ ὁποῖος καὶ διδάσκαλος ἄριστος εἶναι, ἀλλὰ καὶ παιδαγωγὸς ἔκτακτος, καὶ διὰ τοῦτο ὅλοι οἱ γονεῖς ἦσαν ἐνθουσιασμένοι μὲ αὐτόν, καθὼς καὶ οἱ μαθηταί του. Προχθὲς ἀνεγνώσθη μία ἀναφορὰ φοιτητῶν τοῦ Πανεπιστημίου, διὰ τῆς ὁποίας οὗτοι ἐζήτουν, ὅπως διορισθῶσιν ἐν τοῖς σχολείοις ἰδιαίτεροι διδάσκαλοι, οἱ ὁποῖοι νὰ διδάσκωσι τὴν ἐθνικὴν κατήχησιν εἰς τοὺς Ἑλληνόπαιδας. Ἦλθον οἱ αἰτοῦντες καὶ πρὸς ἐμέ· ἀπήντησα δ’ εἰς αὐτοὺς, ὅτι αὐτοὶ μὲν, ὡς φοιτηταί, πρέπει νὰ ἐξακολουθῶσι τὰ μαθήματά των, τὸ ζήτημα δὲ, τὸ ὁποῖον διὰ τῆς ἀναφορᾶς των ἀνεκίνησαν, ἀπαιτεῖ πολλὰ καὶ ἄλλα μέσα, ἀλλ’ ἰδίως αἴσθημα καὶ ἐνθουσιασμόν. Εἶπον πρὸς αὐτούς, ὅτι τὴν ἐθνικὴν κατήχησιν πρέπει νὰ τὴν αἰσθάνηται ἕκαστος διδάσκαλος καὶ νὰ τὴν διδάσκῃ εἰς τοὺς μαθητάς. Ἐξ ἰδίας ἀντιλήψεως γνωρίζω,—διότι εἶμαι πατὴρ μαθητοῦ,—ὅτι ὁ εἰρημένος διδάσκαλος ὁμολογουμένως ἀγαθὸν φρόνημα ἐνέπνευσεν εἰς τοὺς μαθητάς του διὰ τε τῆς διδασκαλίας καὶ τοῦ παραδείγματος αὐτοῦ, καὶ διὰ τοῦτο ὅλοι οἱ γονεῖς, πεντήκοντα τὸν ἀριθμὸν — καὶ μοὶ ἐφάνη τοῦτο λίαν περίεργον καὶ λίαν εὐφρόσυνον, — ὑπέγραψαν ἀναφορὰν, ὅπως παρακαλέσωσι τὸν κύριον Ὑπουργὸν, τοὐλάχιστον διὰ τοὺς τέσσαρας ὑπολοίπους μῆνας, ν’ ἀφήσῃ τὸν σχολάρχην εἰς τὴν θέσιν του, ὅπως συμπληρώσῃ τὴν διδασκαλίαν τῶν τέκνων των. Ἀληθὲς εἶναι, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς, εἰς τὸν ὁποῖον ἀνέφερα τὰ γεγονότα, ἦτο διατεθειμένος, ὅπως τὴν ἀπόλυσιν, ἐὰν ἦτο δυνατὸν, τὴν ἀνακαλέσῃ, καὶ διορίσῃ τὸν σχολάρχην ἀλλαχοῦ. Ἀνεκοίνωσα εἰς τοὺς γονεῖς τοῦτο. Ἀλλ’ οἱ γονεῖς κατὰ δεύτερον λόγον ἐνδιαφέρονται διὰ τὴν ἱκανοποίησιν ἑνὸς παθόντος, κατὰ πρώτιστον δὲ λόγον ἐνδιαφέρονται διὰ τὴν συνέχισιν τῆς διδασκαλίας τῶν τέκνων αὐτῶν, καὶ διὰ τοῦτο παρακαλοῦσι καὶ πάλιν τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, ὅπως, εἰ δυνατὸν, ἐὰν δὲν ὑπάρχῃ ἀδυναμία πλήρης, ἀφήσῃ τὸν διδάσκαλον αὐτὸν ἐπὶ τέσσαρας ἔτι μῆνας εἰς τὴν θέσιν του, τοσοῦτο μᾶλλον, καθόσον καὶ ὁ ἀντικαταστάτης αὐτοῦ — οἱοσδήποτε καὶ ἂν ἦναι — θ’ ἀφήσῃ καὶ αὐτὸς τοὺς πρώην μαθητάς του εἰς τὸ μέσον τῆς διδασκαλίας. Γνωρίζει δὲ ὁ κ. Ὑπουργὸς κάλλιον ἐμοῦ, ὅτι δὲν ἀντικαθίσταται εὐκόλως ἐν τῇ συνεχείᾳ τῆς διδασκαλίας ὁ διδάσκαλος. Δὲν εἶναι διδακτικὸν οὐδὲ παιδαγωγικὸν τὸ διακόπτειν τὴν διδασκαλίαν καὶ συνεχίζειν αὐτὴν διὰ τοῦ διορισμοῦ ἄλλου διδασκάλου. Πᾶσα ἄλλη ὑπηρεσία δύναται νὰ συνεχισθῇ ὑπὸ διαφόρων προσώπων, ἀλλὰ τοῦ διδασκάλου ἡ διδασκαλία πρέπει, τοὐλάχιστον κατὰ τὸ ἔτος, νὰ ἦναι συνεχὴς καὶ ἀρτία. Ταύτην τὴν παράκλησιν ὑποβάλλω, οὐχὶ τόσον ἐκ μέρους ἐμοῦ, ὅσον ἐκ μέρους τῶν 50 συμπολιτῶν μου Ἀθηναίων, οἱ ὁποῖοι ἔχουσι τὰ τέκνα αὐτῶν ἐν τῷ Βʹ Σχολαρχείῳ τοῦ Βαρβακείου Λυκείου.
§69Α. ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, καὶ εἰς ἐμὲ ἐγένοντο τὰ παράπονα ταῦτα, καὶ τὴν σύστασιν ταύτην διαβιβάζω θερμῶς εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας παρακαλῶν αὐτὸν νὰ ἐπανορθώσῃ τὸ ἄδικον.
§70Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπικαλοῦμαι τὴν προσοχὴν τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, πρὸς τὸν ὁποῖον ἀπευθύνω θερμὴν σύστασιν, ἀξίαν τῆς μερίμνης αὐτοῦ. Σήμερον ἔλαβον τηλεγράφημα, ἀποστελλόμενόν μοι ἐκ Μελιγαλᾶ, πρωτευούσης τοῦ δήμου Οἰχαλίας, διὰ τοῦ ὁποίου καταγγέλλονται πράγματα παράδοξα καὶ ἔκνομα, τελούμενα ἐν τῷ δήμῳ ἐκείνῳ. Δὲν εἶναι δὲ ἡ πρώτη φορὰ, κύριε Πρόεδρε, κατὰ τὴν ὁποίαν παρόμοια γεγονότα λαμβάνουσι χώραν ἐν τῇ Οἰχαλίᾳ, διότι καὶ ἄλλοτε παρόμοια συνέβησαν. Ἐκεῖ ὁ κομματικὸς ἀνταγωνισμὸς φαίνεται ὅτι ἔχει ἐξαφθῆ ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε οἱ τελοῦντες τὰ ὄργια αὐτὰ οὐδενὸς κήδονται, οὐδόλως εὐλαβοῦνται τοὺς νόμους, ἀλλ’ ὅ,τι συμφέρει εἰς τὸ κόμμα, τοῦτο καὶ πράττουσιν. Ἰδοὺ τί καταγγέλλεται διὰ τοῦ τηλεγραφήματος (ἀναγινώσκει): «Προχθὲς νομάρχης ὑπέβαλεν Ὑπουργείῳ Ἐσωτερικῶν ψηφίσματα Δημοτικοῦ Συμβουλίου περὶ ἐκλογῆς Προέδρου καὶ διορισμοῦ δημοτικοῦ εἰσπράκτορος τοῦ πρώην βουλευτοῦ Γεωργίου Λυμπεροπούλου. Τὰ ψηφίσματα ταῦτα εἶναι ἄκυρα, διότι τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον δὲν συνεδρίασεν ἐν δημαρχικῷ καταστήματι καὶ παρόντος ἐμοῦ, ἀλλ’ ἐν ἱερῷ ναῷ Πανηγύρεως καὶ ἀπόντος ἐμοῦ καὶ μὴ κληθέντων πάντων τῶν δημοτικῶν συμβούλων. Ὁ δὲ διορισμὸς τοῦ δημοτικοῦ εἰσπράκτορος ἐγένετο οὐχὶ διὰ μυστικῆς διὰ ψηφοδελτίων ψηφοφορίας. Ποιήσατε παραστάσεις Ὑπουργείῳ, ὅπερ δι’ ἀποφάσεών του ἐτῶν 1888 καὶ 1895 ἔχει ἀποφανθῇ, ὅτι ἀποφάσεις Δημοτικῶν Συμβουλίων συνεδριαζόντων ἐκτὸς δημαρχικοῦ καταστήματος εἶναι ἄκυροι.» Ὁ δήμαρχος Οἰχαλίας Π. Φωτόπουλος.» Τοιαῦτα συμβαίνουσιν ἐν τῷ δήμῳ ἐκείνῳ. Φαίνεται δὲ, ὅτι οἱ κομματικῶς διευθύνοντες τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον, ἀποφεύγοντες τὴν σύμπραξιν μετὰ τῶν λοιπῶν μελῶν αὐτοῦ, ὁδηγοῦσι τοὺς φίλους των εἰς συνεδριάσεις ἰδιαιτέρας, ἐν κρυπτῷ καὶ παραβύστῳ καταρτιζομένας, χωρὶς νὰ εἰδοποιηθῇ ἰδιαιτέρως ὁ δήμαρχος, διὰ νὰ ἦναι παρὼν, καὶ οὕτω προβαίνουσιν εἰς λῆψιν ἀποφάσεων περὶ διορισμοῦ δημοτικοῦ εἰσπράκτορος καὶ περὶ ἐκλογῆς Προέδρου. Τὸ χείριστον δὲ πάντων εἶναι, ὅτι οὐ μόνον αὐτὸς ὁ δήμαρχος δὲν εἰδοποιεῖται περὶ τῆς μελλούσης συνεδριάσεως τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου, ἀλλ’ οὔτε καὶ πάντες οἱ σύμβουλοι καλοῦνται εἰς τὰς συνεδριάσεις. Τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, ὡς καλῶς ἐνθυμοῦμαι, ὑπουργοῦντος ἄλλοτε τοῦ ἐξ Οἰτύλου βουλευτοῦ κ. Κυρ. Π. Μαυρομιχάλη, προκειμένου περὶ ὁμοίων ἀποφάσεων τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου Οἰχαλίας, ἐκ παρομοίου στασιαστικοῦ πνεύματος ὑπαγορευθεισῶν, ἀπεφήνατο αὐτὰς ἀκύρους, ἄκυρα δ’ ἐπίσης καὶ πάντα τὰ ψηφίσματα τὰ καταρτισθέντα κατὰ τοιοῦτον παράνομον τρόπον, ἤτοι τὰ ψηφίσματα τὰ συντελεσθέντα οὐχὶ ἐν τῷ δημαρχικῷ καταστήματι, ἐν τῷ ὁποίῳ ὀφείλει νὰ συνεδριάζῃ τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον, ἀλλὰ διαπραχθέντα ὁτὲ μὲν ἐν ὑπογείοις, ἄλλοτε δὲ εἰς τὸ Ἑλληνικὸν Σχολεῖον καὶ ἄλλοτε εἰς τὸ Εἰρηνοδικεῖον, ὅπου ὁ ἀρχηγὸς τῶν δημοτικῶν συμβούλων περιέφερεν αὐτούς. Νομίζω δὲ, ὅτι καὶ ἐπὶ παλαιοτέρας ὑπουργίας τοῦ καὶ νῦν κυρίου Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ Προέδρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἔχουσι ληφθῆ ἀποφάσεις, χαρακτηρίζουσαι ὡς ἄκυρα τὰ ζητήματα τὰ μὴ καταρτισθέντα ἐν τῷ δημαρχικῷ καταστήματι. Ἐπικαλοῦμαι λοιπὸν, κύριε Πρόεδρε, τὴν προσοχὴν τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἐπὶ τῶν γεγονότων τούτων, περὶ ὧν δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι θὰ ἀναφέρῃ αὐτῷ ὁ κ. νομάρχης Μεσσηνίας, καὶ παρακαλῶ αὐτὸν νὰ μελετήσῃ τὰ καταγγελθέντα εἰς τὸ Ὑπουργεῖον. Θὰ καταθέσω δὲ εἰς τὸ Προεδρεῖον καὶ τὸ τηλεγράφημα, τὸ ἀπευθυνόμενον πρὸς ἐμὲ, ἵνα διαβιβασθῇ πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅπως ἐκ τούτου λαμβάνων ἀφορμὴν ἐξετάσῃ τὰ καταγγελλόμενα ἐν σχέσει πρὸς τὰς προηγουμένας ἀποφάσεις τοῦ Ὑπουργείου ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου, καὶ ἐκδώσῃ δικαίαν καὶ νόμιμον ἀπόφασιν. Ὑπομιμνήσκω εἰς τὸν κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸν παράκλησίν μου γενομένην κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς 24 Ἰανουαρίου, ἤτοι πρὸ ἐννέα ἡμερῶν, καὶ παρακαλῶ αὐτὸν καὶ αὖθις, ὅπως τὰ δι’ ἐγγράφου σημειώματός μου ζητηθέντα ἔγγραφα φέρῃ ταχέως εἰς τὴν Βουλήν· διότι δὶς ἤδη ἐπὶ τῶν ἀντικειμένων, εἰς τὰ ὁποῖα ἀφορῶσι τὰ ἔγγραφα ταῦτα, προεκλήθη συζήτησις ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ἀλλὰ δὲν ἠδυνήθην δυστυχῶς νὰ μετάσχω αὐτῆς, ἀπουσιάζων κατὰ τὴν τελευταίαν συνεδρίασιν. Στερούμενος δὲ ἄλλως καὶ τῶν ἀναγκαίων ἐπισήμων πληροφοριῶν, αἵτινες ἐκ τῶν ἐγγράφων προκύπτουσι, δὲν ἠδυνάμην νὰ μετάσχω, ὡς ὤφειλον, τῆς συζητήσεως, ἀφοῦ δὲν εἶχον προσκομισθῆ εἰς τὴν Βουλὴν τὰ ζητηθέντα ἔγγραφα. Ἡ αἴτησίς μου ἐγένετο, ἐπαναλαμβάνω, κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς 24 Ἰανουαρίου. Εἶναι δὲ εὔκολον τὸ ἔργον· πρόκειται περὶ σχεδίων Διαταγμάτων καὶ σχεδίων ἐκθέσεων μετὰ τῶν σχετικῶν αὐτῶν ἐγγράφων.
§71Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Τὰ ἔγγραφα ὅλα εὑρέθησαν καὶ θέλουσι κατατεθῆ αὔριον. Πρόκειται μόνον νὰ συνταχθῇ εἷς πίναξ τῶν ἐγγράφων, διότι εἶναι πολλά, καὶ πιθανὸν νὰ ἀπολεσθῶσι.
§72ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει ἄλλος τις τὸν λόγον πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως; Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. (Ἐνταῦθα καταλαμβάνει τὴν ἕδραν τοῦ Προέδρου ὁ ἀντιπρόεδρος κ. Ι. Γιαννακίτσας).
§73Γ. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Ὡς γνωστὸν, κύριε Πρόεδρε, τὰ τμήματα τῆς Βουλῆς, τὰ προεξελέγξαντα τὰς ἀναπληρωματικὰς ἐκλογὰς Κερκύρας καὶ Λακεδαίμονος, κατέθηκαν πρὸ ἡμερῶν τὰς ἐκθέσεις αὑτῶν εἰς τὴν Βουλήν, αὗται δ’ ἐτυπώθησαν καὶ διενεμήθησαν, δὲν ἀνεγράφησαν ὅμως σήμερον εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Ἤθελον παρακαλέσει ὑμᾶς, κύριε Πρόεδρε, νὰ ἐρωτήσητε τὴν Βουλήν, καὶ ἐλπίζω ὅτι αὕτη θὰ εὐαρεστηθῇ νὰ προβῇ ἀμέσως εἰς τὴν συζήτησιν τῶν εἰρημένων ἐκλογῶν, καθόσον κατὰ τὸν Κανονισμὸν (ἄρθρον 34) δύναται νὰ προβῇ ἀμέσως.
§74ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Βεβαίως. Ἀντίρρησις δὲν ὑπάρχει.
§75ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγκρίνει ἡ Βουλὴ τὴν πρότασιν;
§76ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§77Α. ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Προηγοῦνται πάντοτε αἱ ἐκλογαί. (Ἀναγινώσκεται ἡ ἔκθεσις τοῦ Αʹ τμήματος ἐπὶ τῆς ἀναπληρωματικῆς ἐκλογῆς Λακεδαίμονος).
§78ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἔγκυρον τῆς ἐκλογῆς Λακεδαίμονος παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται πάντες). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Οἱ παραδεχόμενοι ὅτι ὁ ἐκλεγεὶς βουλευτὴς Λακεδαίμονος κύριος Δημοσθένης Ματάλας ἔχει τὰ νόμιμα προσόντα παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται πάντες). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἑπομένως ἀνακηρύσσεται βουλευτὴς Λακεδαίμονος ὁ κ. Δ. Ματάλας. (Ἀναγινώσκεται ἡ ἔκθεσις τοῦ Ζʹ τμήματος ἐπὶ τῆς ἀναπληρωματικῆς ἐκλογῆς Κερκύρας). Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἔγκυρον τῆς ἐκλογῆς Κερκύρας παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται πάντες). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Οἱ παραδεχόμενοι ὅτι ὁ ἐκλεγεὶς βουλευτὴς Κερκύρας κ. Κ. Ἀλαμᾶνος κέκτηται τὰ ὑπὸ τοῦ νόμου ὁριζόμενα προσόντα παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται πάντες). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἑπομένως ἀνακηρύσσεται βουλευτὴς Κερκύρας ὁ κ. Κ. Ἀλαμᾶνος. Συζήτησις ἐπὶ τῶν προτάσεων περὶ τροποποιήσεως διατάξεών τινων τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς.
§79Α. ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Αἱ τροπολογίαι τοῦ ἐφόρου θὰ συμψηφισθῶσι;
§80Ν. ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Κύριοι Βουλευταί, εἶναι γνωστὸν εἰς πάντας τὸ ἄτοπον, τὸ ὁποῖον λαμβάνει χώραν ἀπὸ πολλοῦ καιροῦ, ὡς πρὸς τὴν ἔγκαιρον δημοσίευσιν τῆς «Ἐφημερίδος τῶν Συζητήσεων τῆς Βουλῆς». Πάντες οἱ ἐγκύψαντες εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο ἐπείσθησαν, ὅτι τρία τινὰ εἶναι τὰ αἴτια: πρῶτον ἡ ἀνεπάρκεια τοῦ Ἐθνικοῦ Τυπογραφείου, καθ’ ὃν χρόνον ἰδίως ἐργάζεται ἡ Βουλή, δεύτερον ἡ ἀνεπάρκεια κατὰ ποιὸν τῶν ἀντιγραφέων τῶν στενογραφημάτων, καὶ τρίτον ἡ ἀπροθυμία τῶν Βουλευτῶν περὶ τὴν ἐπιθεώρησιν τῶν χειρογράφων. Καὶ ὡς πρὸς μὲν τὸ ζήτημα τῆς ἀνεπαρκείας τοῦ Ἐθνικοῦ Τυπογραφείου, νομίζω ὅτι πᾶσα Κυβέρνησις εὐχερῶς δύναται νὰ λύσῃ αὐτό, ἐὰν, καθ’ ὃν χρόνον συνεδριάζει ἡ Βουλή, αὐξήσῃ κατά τι τὸ προσωπικὸν, τὸ ἀπαιτούμενον πρὸς ἐκτύπωσιν. Ἄλλως τε καὶ τὸ ποσὸν τῶν 2,000 δραχμῶν διὰ τὰ ἔντυπα τῆς Βουλῆς, τὸ ἀναγραφόμενον εἰς τὰ ἔξοδα τοῦ Προϋπολογισμοῦ τῆς Βουλῆς, αὐτὸ συνήθως δὲν χρησιμοποιεῖται, καὶ δύναται πᾶσα Κυβέρνησις, προσθέτουσα καὶ ποσόν τι ἐπὶ πλέον, νὰ ἐξεύρῃ τὸ ἀναγκαῖον προσωπικὸν πρὸς τύπωσιν.
§81Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Νομίζω ὅτι διὰ τοῦ τελευταίου νόμου, ὁ ὁποῖος ἐψηφίσθη εἰς τὰ 1902 ἢ 1903, ἐθεραπεύθη ἡ ἀνάγκη αὕτη.
§82Ν. ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Ἄλλως τε ἡ ἀνάγκη τῆς ἀνεπαρκείας τοῦ Ἐθνικοῦ Τυπογραφείου, κατὰ τὴν δήλωσιν τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Γόρτυνος Βουλευτοῦ, ἐθεραπεύθη διὰ νόμου. Ὥστε δύναται τὸ Ἐθνικὸν Τυπογραφεῖον νὰ ἐπαρκέσῃ, ὁσάκις παρουσιάζηται ἀνάγκη ἐργασίας μεγαλειτέρας, καὶ εἰς τὴν ἐκτύπωσιν τῶν ἐστενογραφημένων πρακτικῶν. Τὰ δύο ἄλλα αἴτια εἶναι, ὡς προεῖπον, ἡ ἀνεπάρκεια τῶν ἀντιγραφέων καὶ ἡ ἀπροθυμία τῶν κυρίων Βουλευτῶν περὶ τὴν ἐπιθεώρησιν τῶν χειρογράφων. Ὡς γνωστόν, μέχρι τοῦδε διωρίζοντο δέκα ὀκτὼ ἀντιγραφεῖς. Ἀλλ’ οὗτοι, ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, δὲν ἐξεπλήρουν τὸ καθῆκον αὐτῶν. Οἱ στενογράφοι ἑκάστοτε παρεπονοῦντο. Διὰ τοῦτο ὑπέβαλον τροποποίησιν, ὅπως ἀναλάβωσι τὴν ἀντιγραφὴν οἱ στενογράφοι, προσλαμβάνοντες ἐπὶ ἰδίᾳ αὐτῶν εὐθύνῃ εἰδικοὺς ἀντιγραφεῖς, ἀντὶ ἐπιδόματος μικροῦ, 80 δραχμῶν μηνιαίως, ἐφ’ ὅσον διαρκοῦσιν αἱ ἐργασίαι τῆς Βουλῆς, διδομένου εἰς ἕκαστον τῶν στενογράφων. Διὰ τῆς τροποποιήσεως ταύτης οὐ μόνον ἐκλείπουσι τὰ παράπονα, βελτιουμένης τῆς ὑπηρεσίας, ἀλλὰ καὶ οἰκονομία εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τῶν ἐξόδων τῆς Βουλῆς ἐπέρχεται. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἀπροθυμίαν τῶν κυρίων Βουλευτῶν περὶ τὴν ἐπιθεώρησιν τῶν χειρογράφων, νομίζω ὅτι, ἐὰν ὁρισθῇ χρονικόν τι διάστημα, 10 ἕως 15 ἡμερῶν, καθ’ ὃ οἱ κύριοι Βουλευταὶ, πρὸς οὓς ἀποστέλλονται τὰ χειρόγραφα πρὸς διόρθωσιν, νὰ ἐπιστρέφωσιν αὐτά, ἄλλως νὰ δημοσιεύωνται οἱ λόγοι αὐτῶν ἐν τῇ «Ἐφημερίδι τῶν Συζητήσεων τῆς Βουλῆς», ὡς ἔχουσι γραφῆ ὑπὸ τῶν στενογράφων, δυνατὸν καὶ ἡ ἔλλειψις αὕτη νὰ θεραπευθῇ.
§83Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ ΚΑΙ ΑΛΛΟΙ. Δὲν εἶναι δυνατόν.
§84Ν. ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Λέγετε, Κύριοι, ὅτι δὲν εἶναι δυνατόν. Ὀφείλω ὅμως νὰ παρατηρήσω εἰς πάντας ὑμᾶς, κρίνων ἐξ ἰδίων, ὅτι, ἐκτὸς ἐλαχίστων ἐξαιρέσεων,—καὶ ἴσως τὴν πρώτην ἐξαίρεσιν ἀποτελεῖ ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος,—πάντες οἱ κύριοι Βουλευταὶ κρατοῦσι τὰ χειρόγραφα τῶν λόγων αὐτῶν ἐπὶ τρεῖς καὶ τέσσαρας ἢ πέντε καὶ ἕξ μῆνας εἰς τὰς οἰκίας των, χωρὶς νὰ τὰ ἐπιστρέφωσιν εἰς τὸν ἁρμόδιον ὑπάλληλον.
§85Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἔτος ὁλόκληρον.
§86Ν. ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Καὶ ἔτος. Ἀρκεῖ νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι ἡ «Ἐφημερὶς τῶν Συζητήσεων τῆς Βουλῆς» ἔχει νὰ ἐκτυπωθῇ ἐπὶ τρία ὁλόκληρα ἔτη. Ἐλλείπουσι τὰ πρακτικὰ τῶν δύο τελευταίων Συνόδων τῆς παρελθούσης Περιόδου καὶ τὰ τῆς Αʹ Συνόδου τῆς τρεχούσης Περιόδου.
§87Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐκ τῆς τρεχούσης Περιόδου ἐτυπώθησαν μόνον τὰ τῆς ἐκτάκτου Συνόδου, ἥτις ἔληξε κατὰ τὸν Ἰούνιον τοῦ παρελθόντος ἔτους.
§88Ν. ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Αὐτὰ ἐτυπώθησαν, διότι ἦσαν ὀλίγαι αἱ συνεδριάσεις. Αὐτοὶ εἶναι οἱ λόγοι, οἵτινες μὲ ἠνάγκασαν νὰ προτείνω τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα ἐπρότεινα, ὅπως ἄρω τὰ ἄτοπα. Διὰ τούτων δὲ τῶν μέτρων, ἀντὶ νὰ ἐπέρχηται αὔξησις τῶν δαπανῶν, ἐπέρχεται ἐλάττωσις αὐτῶν κατ’ ἀρκετὸν ποσόν. Νομίζω δὲ, ὅτι ἀνταποκρίνομαι εἰς τὴν ἐπιθυμίαν τῆς Βουλῆς, ἐπιφέρων οἰκονομίας καὶ εἰς τὸ ἔκτακτον προσωπικὸν τῶν κλητήρων καὶ τοῦ ἀρχικλητῆρος αὐτῶν διὰ τῆς καταργήσεως τῶν θέσεων τούτων, διότι ἐπείσθην κατὰ τὸ ὀλιγοχρόνιον μέχρι τοῦδε διάστημα τῆς προεδρίας μου, ὅτι διὰ τῶν τακτικῶν κλητήρων δυνάμεθα νὰ ἐπαρκέσωμεν εἰς τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς, χωρὶς νὰ ἔχωμεν ἀνάγκην τῶν ἐκτάκτων. Τὰς παρατηρήσεις ταύτας εἶχον νὰ ὑποβάλω, ἀπόκειται δὲ εἰς τὴν Βουλὴν ν’ ἀποδεχθῇ αὐτάς.
§89ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ. Καθ’ ἃ ἐπληροφορήθην, συμβαίνει, Βουλευταὶ νὰ κρατῶσιν ὑπὲρ τὸν συνήθη χρόνον τὰς ἀγορεύσεις των, τὸ δὲ γραφεῖον δὲν δύναται ν’ ἀναπληρώσῃ ταύτας, διότι δὲν κρατεῖται ἀντίγραφον αὐτῶν, ἀλλ’ ἀποστέλλεται τὸ πρωτότυπον. Πρέπει λοιπὸν νὰ προστεθῇ, ὅτι οἱ Βουλευταὶ λαμβάνουσιν ἀντίγραφον.
§90Ν. ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Ὑποβάλλετε τροποποίησιν.
§91Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Τὰ πρωτότυπα εἶναι τὰ στενογραφήματα.
§92ΕΛ. ΜΥΚΩΝΙΟΣ. Εἶναι καλὸν νὰ διορισθῇ εἷς ἀρχιστενογράφος, ἵνα πρὸς αὐτὸν ἀπευθύνωνται οἱ μετὰ τοῦ γραφείου συγκοινωνοῦντες. Διὰ τοῦτο προτείνω νὰ διορισθῇ εἷς ἀρχιστενογράφος, ἐκ τῶν ἀρχαιοτέρων στενογράφων, μὲ 20 δραχμὰς περισσότερον κατὰ μῆνα. Δὲν ἐνδιαφέρομαι διὰ πρόσωπα, καὶ διὰ τοῦτο προτείνω νὰ διορισθῇ τοιοῦτος ὁ ἀρχαιότερος. Ἡ δαπάνη εἶναι ἐλαχίστη.
§93ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐὰν ἡ Βουλὴ τὸ θέλῃ, δὲν ἔχω ἀντίρρησιν.
§94Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ παρατηρήσω βραχύτατά τινα ἐπὶ τῶν τροποποιήσεων τοῦ Κανονισμοῦ, τὰς ὁποίας προτείνει ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, καὶ δὴ ἐπὶ τῆς τροποποιήσεως τοῦ ἄρθρου 68 περὶ τῶν ἐστενογραφημένων πρακτικῶν. Τὸ ζήτημα τοῦτο, ὡς γνωρίζετε, πολλάκις ἀπησχόλησε τὴν Βουλήν. Δὲν ὑπῆρξε Περίοδος αὐτῆς, καθ’ ἣν νὰ μὴ γείνῃ συζήτησις περὶ τοῦ προσφορωτέρου τρόπου πρὸς ταχεῖαν ἐκτύπωσιν τῶν ἐστενογραφημένων πρακτικῶν. Ἀείποτε οἱ κύριοι Βουλευταὶ ἐπεδείξαντο ζῆλον, ὅπως ἐπιτευχθῇ ἡ ταχυτέρα ἐκτύπωσις τῶν πρακτικῶν, ἀλλ’ ὁ ζῆλος οὗτος ἐπεδείχθη ἁδρότατα μόνον ἐν λόγοις, οὐχὶ ὅμως καὶ ἐν ἔργοις καὶ αὐτῶν τῶν κ. Βουλευτῶν καὶ τῶν ἑκάστοτε Προεδρείων. Δὲν πρόκειται νὰ ἐλέγξω τινά, ἀλλὰ θέλω νὰ καταδείξω τὰ πράγματα, ἵνα ἴδωμεν, ἂν δύναται νὰ γείνῃ τι ἄλλως, ἢ καὶ διὰ τῆς τροποποιήσεως τῆς ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου προτεινομένης. Νομίζω ὅτι οὐδὲν δύναται νὰ γείνῃ διὰ τῆς τροποποιήσεως ταύτης, διότι δι’ αὐτῆς ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς ζητεῖ νὰ προστεθῇ διάταξις, καθ’ ἣν ὁ Βουλευτής, λαμβάνων πρὸς θεώρησιν τὰ χειρόγραφα τῶν ὑπ’ αὐτοῦ λεχθέντων, δύναται νὰ ἐπιστρέψῃ ταῦτα ἐντὸς 15 ἡμερῶν, ἄλλως δημοσιεύονται διὰ τῆς «Ἐφημερίδος τῶν Συζητήσεων τῆς Βουλῆς» ὡς ἐγράφησαν ὑπὸ τοῦ στενογράφου. Ἀλλὰ ποίαν τινὰ ἀποστολὴν ἔχει ἡ «Ἐφημερὶς τῶν Συζητήσεων τῆς Βουλῆς»; Ἔχομεν τὰ ἐπίσημα πρακτικά, τὰ ὁποῖα τὴν ἑπομένην ἑκάστης συνεδριάσεως ἀναγινώσκονται καὶ κυροῦνται ὑπὸ τῆς Βουλῆς· ἐκτὸς αὐτῶν ἔχομεν καὶ τὰ ἐστενογραφημένα πρακτικά, τὰ ὁποῖα δυστυχῶς σήμερον ἔχουσι σημασίαν μόνον ἱστορικήν, ἔχουσιν ἀποστολήν, ἵνα χρησιμεύσωσι μόνον ὡς βάσις μελετῶν τοῦ ἱστορικοῦ τοῦ μέλλοντος. Ἄλλοτε προεβλήθη εἰς τὴν Βουλὴν ἡ πρότασις, ὅπως καὶ τὰ ἐστενογραφημένα πρακτικὰ δημοσιεύωνται τὴν ἐπιοῦσαν ἑκάστης συνεδριάσεως. Ἐὰν τοῦτο κατωρθοῦτο, θὰ ἦτο πράγματι ἄριστος ὁ σκοπός.
§95Κ. ΑΡΓΑΣΑΡΗΣ ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Εἶχε κατορθωθῇ τοῦτο ἄλλοτε.
§96Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν πρόκηται τοῦτο νὰ κατορθωθῇ, πρέπει πᾶσαν διάταξιν καὶ πᾶσαν αὐστηρότητα ἐν τῇ διατάξει ταύτῃ νὰ ψηφίσωμεν, ἵνα ἐπιτευχθῇ ὁ σκοπὸς οὗτος· ἀλλ’ ἐν ὅσῳ δὲν λαμβάνεται τοιαύτη πρόνοια, ἐν ὅσῳ δὲν λαμβάνεται πρόνοια περὶ συστάσεως εἰδικῆς ὑπηρεσίας περὶ τούτου καὶ ἐν τῷ Ἐθνικῷ Τυπογραφείῳ καὶ ἐν τῇ Βουλῇ, τί φέρετε τὴν διάταξιν ταύτην; Θέλετε ἀπόδειξιν περὶ τοῦ ἐναντίου τῶν πορισμάτων, εἰς τὰ ὁποῖα προέβη ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς; Σᾶς φέρω παράδειγμα τὴν ἔκτακτον Σύνολον τῆς παρούσης Περιόδου, ἧς τὰ πρακτικὰ ἐτυπώθησαν, ἐνῷ δύο προηγουμένων Συνόδων δὲν εἶναι ἔτι ἐκτυπωμένα. Διατὶ δὲ συνέβη τοῦτο; Διότι ἐπιμελεῖται ἡ ὑπηρεσία. Διετάχθη τὸ Ἐθνικὸν Τυπογραφεῖον νὰ προμηθευθῇ ἀρκετοὺς στοιχειοθέτας, οἱ δὲ κύριοι Βουλευταὶ δὲν ἠμέλησαν νὰ ἐπιστρέψωσι τὰ χειρόγραφα τῶν ἀγορεύσεών των. Ἐπιθυμῶ, κύριε Πρόεδρε, ἵνα ἡ Βουλὴ συζητήσῃ καὶ λάβῃ οἱονδήποτε μέτρον περὶ τῆς ἐκτυπώσεως τῶν ἐστενογραφημένων πρακτικῶν, ὅπως καταφαίνηται τὴν ἑπομένην ἑκάστης συνεδριάσεως, τί ἀκριβῶς ἐλέχθη ἐν τῇ Βουλῇ· διότι, ὅταν μετὰ δύο ἢ τρία ἔτη δημοσιεύωνται ταῦτα, εἶναι δύσκολον νὰ ἀνεύρῃ τις τὴν ἀλήθειαν τῶν λεχθέντων, ἢ τὴν πραγματικότητα αὐτῶν. Διότι πολλάκις συνέβη νὰ ἀναγινώσκῃ τις ἐν τοῖς πρακτικοῖς τὰ λεχθέντα ὅλως διαφορετικὰ τῶν πραγματικῶν. Πολλάκις ὑποστηρίζει τις τῶν κ. Βουλευτῶν τι ἐν τῇ Βουλῇ, ἀπαντᾷ ἕτερος, καὶ κατόπιν ὁ πρῶτος θίξας τὸ θέμα ἀνταπαντᾷ βραχύτατά τινα· ταῦτα ὅμως γίνονται μακρότατα εἰς τὰ ἐστενογραφημένα πρακτικά, καὶ ἐπειδὴ ταῦτα δὲν ἐλέχθησαν κατὰ τὴν συζήτησιν, παριστάνεται ὁ ἀπαντήσας Βουλευτὴς τὸ ὀλιγώτερον γελοῖος. Πολλάκις παρεντίθενται φράσεις μὴ λεχθεῖσαι. Προχθὲς ἐδημοσιεύθη εἴς τινα ἐφημερίδα ἀγόρευσις τοῦ βουλευτοῦ κ. Ζυγομαλᾶ περὶ τῶν ἀντισηκωμάτων τῶν ἀπαλλασσομένων. Ὁ κύριος Βουλευτὴς ὀρθῶς εἶπεν ὅσα εἶπε περὶ τῶν ἀντισηκωμάτων, ἀλλὰ μετὰ μίαν περίολον, καθ’ ἣν εἶπε: «γνωρίζετε τί ζητεῖτε διὰ τῆς μεταβολῆς τοῦ νόμου; νὰ πληρώσῃ ὁ ὀρφανὸς δραχμὰς 400!»· καὶ προσθέτει ὁ στενογράφος ἢ ὁ τυπογράφος ἐν παρενθέσει τὴν λέξιν συγκίνησις! Τοῦτο εἶναι ἄτοπον. Ἐὰν λοιπόν, Κύριοι, θέλητε νὰ συζητήσωμεν σπουδαίως ἐπὶ τοῦ θέματος, ὅπως δημοσιεύωνται τὰ πράγματι λεχθέντα ἐν τῇ Βουλῇ, καὶ οὐχὶ λόγοι πλαστοί, πρέπει νὰ ἐπιζητήσωμεν τὴν ἔγκαιρον ἐκτύπωσιν τῶν ἐστενογραφημένων πρακτικῶν. Ἡ πρότασις, ὡς ὑποβάλλεται ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου εἶναι ἑτεροσκελής· λύει τὸ ἓν ζήτημα χωρὶς νὰ λύσῃ καὶ τὸ ἕτερον. Καὶ τὸ ζήτημα τὸ κύριον εἶναι τὸ τῆς ταχείας ἐκτυπώσεως τῶν πρακτικῶν, τὸ ὁποῖον μένει εἰς τὴν θέσιν του, διότι πρὸς τοῦτο χρειάζεται ἰδιαιτέρα ὑπηρεσία ἐν τῷ Ἐθνικῷ Τυπογραφείῳ καὶ ἰδιαιτέρα ὑπηρεσία ἐν τῇ Βουλῇ. Δύναται τοῦτο νὰ πραγματοποιηθῇ; ἀπεδείχθη ἐκ τοῦ παρελθόντος ὅτι δύναται· χρήζει ὅμως, ὡς εἶπον, ἰδιαιτέρας ὑπηρεσίας ἐν τῷ Τυπογραφείῳ καὶ ἐν τῇ Βουλῇ, πρὸς τούτοις δὲ χρήζει καὶ τῆς προθυμίας τῶν κυρίων Βουλευτῶν, εἰς ἣν οὕτω θὰ ἐξαναγκασθῶσι· διότι, ὅταν ὁ Βουλευτὴς γνωρίζῃ, ὅτι, ἂν δὲν ἀποδώσῃ εἰς τὸ ἁρμόδιον γραφεῖον τὰς πρὸς θεώρησιν σταλείσας αὐτῷ ἀγορεύσεις του, οὐχὶ μετὰ 15 ἡμέρας, ἀλλὰ τὴν ἐπιοῦσαν τῆς λήψεως, θὰ δημοσιευθῶσιν αὗται ὡς ἐγράφησαν ὑπὸ τῶν στενογράφων, θὰ σπεύσῃ νὰ ἀποδώσῃ ταύτας. Ἀλλὰ πολλάκις ἡ ἀντίληψις τῶν στενογράφων, εἴτε ἐκ τοῦ θορύβου τῆς Βουλῆς, εἴτε ἐκ τῆς ταχύτητος τοῦ ἀγορεύοντος, εἴτε καὶ ἐξ ἄλλου λόγου, δὲν ἐπαρκεῖ, πολλάκις δὲ καὶ ἡ κακὴ ἀντίληψις τοῦ στενογράφου συντελεῖ, διότι δὲν ἔφθασαν ἴσως εἰς τὴν περιωπὴν τῶν πρώτων στενογράφων, ὥστε νὰ δύναται ν’ ἀντιληφθῇ ἕκαστος αὐτῶν τὴν ἔννοιαν πάντων τῶν ἐν τῇ ῥύμῃ τοῦ λόγου τῶν Βουλευτῶν λεγομένων, καὶ ἕνεκα τούτου ἀντίθετοι πολλάκις ἔννοιαι καὶ ἀντίθετοι λόγοι τῶν πράγματι λεχθέντων ἀναγράφονται ἐν τοῖς στενογραφήμασιν. Ὁ κίνδυνος λοιπὸν, τὸν ὁποῖον θὰ ἔχῃ ὁ Βουλευτὴς, νὰ ἴδῃ τὰς ἀγορεύσεις του δημοσιευομένας ἄνευ ἰδικῆς του ἐπιθεωρήσεως, κίνδυνος προερχόμενος ἐξ αὐτοῦ, καὶ ὁ ἕτερος ὁ κίνδυνος, ὁ ἐκ τῶν στενογράφων, θέλουσιν ἀναγκάσει τοὺς κυρίους Βουλευτὰς εἰς τὴν ταχεῖαν ἀπόδοσιν τῶν στενογραφημάτων. Διὰ τοῦτο πρέπει νὰ λάβητε, κύριε Πρόεδρε, μέτρα περὶ τῆς ταχείας δημοσιεύσεως τῶν πρακτικῶν, ἥτις θέλει διορθώσει τὰ πάντα. Ἐὰν ψηφισθῇ ἡ πρότασις ὑμῶν ὡς ἔχει, τὰ στενογραφήματα θὰ παραμένωσιν εἰς τὰ ντουλάπια τῶν γραφείων τῆς Βουλῆς. Νομίζω ὅτι τὸ ζήτημα τοῦτο πρέπει ν’ ἀπασχολήσῃ τὴν Βουλήν. Προτείνω δὲ νὰ συσταθῇ ἐπιτροπὴ ἐκ Βουλευτῶν, ὅπως μελετήσῃ τὸ ζήτημα τοῦτο καὶ παρουσιάσῃ εἰς τὴν Βουλὴν ἄρτιον σχέδιον ἐργασίας πρὸς ἐνήμερον καὶ ταχεῖαν ἐκτύπωσιν τῶν ἐστενογραφημένων πρακτικῶν. Πολλάκις ἐκτὸς τῶν ἄλλων ἠγέρθησαν παράπονα, τὰ ὁποῖα καὶ ἡ καλὴ θέλησις ἔστιν ὅτε τῶν κυρίων δημοσιογράφων καὶ ἡ κακὴ ἀκουστικὴ τῆς Βουλῆς ἐδημιούργησαν, καὶ ἐκ τούτου ἠγέρθησαν διαμαρτυρίαι, καὶ ἐπῆλθον διαψεύσεις καὶ ὕβρεις καὶ ἄλλα. Ἐλέχθη προχθές, ὅτι ὁ κύριος Ἀσημακόπουλος προσωνομάσθη ὑπὸ τοῦ κυρίου Σταΐκου παράσιτος. Τοῦτο βεβαίως δὲν εἶχεν ἀνάγκην διαψεύσεως ὑπὸ τοῦ κ. Σταΐκου, διότι τὸ διέψευσεν ὅλη ἡ Βουλὴ, δὲν ἦτο δὲ καὶ δυνατὸν νὰ λεχθῇ τοῦτο περὶ τοῦ κ. Ἀσημακοπούλου. Δὲν ἔλειψαν οὐχ ἧττον ἐπανειλημμένως νὰ δημιουργηθῶσι σκάνδαλα ἕνεκα τῶν κακῶς ἀναγραφομένων ἐν ταῖς ἐφημερίσι πολλάκις. Διὰ ταῦτα λοιπὸν εἰς μὲν τὴν μίαν πρότασιν εἶμαι σύμφωνος, τὴν περὶ εὐπροσωποτέρας ὑπηρεσίας τοῦ Στενογραφικοῦ Γραφείου, ἀφοῦ μάλιστα ἐπέρχονται καὶ οἰκονομίαι· ἀλλὰ προκειμένου περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἄρθρου 68, νομίζω ὅτι δὲν εἶναι ἐπαρκὴς ἡ προτεινομένη διόρθωσις, καὶ προτείνω, ἵνα ἡ Βουλὴ συναινέσῃ νὰ συσταθῇ ἐπιτροπὴ ἐκ πέντε συναδέλφων, ὑπὸ τὴν προεδρίαν τοῦ κυρίου Προέδρου τῆς Βουλῆς, ὅπως μελετήσῃ τὸ θέμα καὶ ὑποβάλῃ πρότασιν ἐπαρκῆ διὰ πάντα τὰ ζητήματα.
§97Ν. ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Ἐγὼ, θέλων νὰ θεραπεύσω τὴν ἔλλειψιν τῆς μὴ ἐγκαίρου δημοσιεύσεως τῆς «Ἐφημερίδος τῶν Συζητήσεων τῆς Βουλῆς», ὑπέβαλον τὴν περὶ ἧς πρόκειται τροποποίησιν· ἀλλὰ δὲν ἔχω δυσκολίαν νὰ παραδεχθῶ τὴν πρότασιν τοῦ κ. ἐκ Μεγαρίδος Βουλευτοῦ περὶ συστάσεως ἐπιτροπῆς ἐκ Βουλευτῶν πρὸς μελέτην τοῦ ζητήματος.
§98ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν εἶναι ἀνάγκη ἐπιτροπῆς.
§99Ν. ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Ἀλλ’ ὀφείλω νὰ παρατηρήσω, ὅτι ἡ κυρία αἰτία τῆς μὴ ἐγκαίρου δημοσιεύσεως τῆς «Ἐφημερίδος τῶν Συζητήσεων τῆς Βουλῆς» εἶναι ἡ καθυστέρησις ὑπὸ τῶν κυρίων Βουλευτῶν τῶν πρὸς θεώρησιν ἀποστελλομένων αὐτοῖς ἀγορεύσεών των.
§100Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Αἱ μεταρρυθμίσεις, αἱ ὁποῖαι προτείνονται ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Βουλῆς, δὲν φαίνονται προωρισμέναι, κατ’ ἐμὴν ταπεινὴν κρίσιν, νὰ συντελέσωσιν οὐδ’ ὁπωστιοῦν εἰς τὴν βελτίωσιν τῶν πραγμάτων. Ὁ κ. Πρόεδρος φαντάζεται, ὅτι διὰ τῆς διδομένης προθεσμίας τῶν 15 ἡμερῶν εἰς τοὺς κυρίους Βουλευτὰς πρὸς ἐπιδιόρθωσιν τῶν λόγων των θὰ ἐπέλθῃ τὸ εὐχάριστον ἀποτέλεσμα τῆς ἐγκαίρου δημοσιεύσεως τῶν ἐστενογραφημένων πρακτικῶν τῆς Βουλῆς. Ἀλλ’ ἐρωτῶ, ποία εἶναι ἡ ἔγκαιρος δημοσίευσις τῶν πρακτικῶν τούτων; Τὰ δημοσιευόμενα ἐστενογραφημένα πρακτικὰ ὀνομάζονται «Ἐφημερὶς τῶν Συζητήσεων τῆς Βουλῆς», διότι ὑποτίθεται, ὅτι πραγματικῶς δημοσιεύονται ὡς ἐφημερὶς καθ’ ἑκάστην, ὅπως καὶ οἱ Βουλευταὶ καὶ ἡ Ἑλληνικὴ κοινωνία λαμβάνωσι γνῶσιν τῶν λεχθέντων ἐντὸς τῆς Βουλῆς. Διὰ τοῦτο ὁ προορισμὸς τῆς «Ἐφημερίδος τῶν Συζητήσεων τῆς Βουλῆς» εἶναι νὰ δημοσιεύωνται τὴν ἐπιοῦσαν ἑκάστης συνεδριάσεως τὰ ἐστενογραφημένα πρακτικά. Ἐν Γαλλίᾳ ἐπετεύχθη τοῦτο· τὸ «Journal Officiel» δημοσιεύεται τὴν ἑπομένην ἑκάστης συνεδριάσεως, καὶ περιέχει τοὺς λόγους τοὺς ἐκφωνηθέντας ἐν τῇ Γερουσίᾳ καὶ ἐν τῇ Βουλῇ. Περὶ τούτου λοιπὸν δέον νὰ ληφθῇ πρόνοια. Διὰ τῶν προτεινομένων ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου μεταρρυθμίσεων τὰ ἐστενογραφημένα πρακτικὰ πάλιν θὰ διανέμωνται, ἀφοῦ καταρτισθῶσιν εἰς τεῦχος, κατὰ τὸ τέλος τῆς Συνόδου, καὶ ἑπομένως θὰ ἔχωσι πάντοτε χρησιμότητα μόνον ἱστορικήν. Διότι, καὶ ἂν μετὰ τὰς 15 ἡμέρας, τὰς ὁποίας τάσσει ὡς προθεσμίαν ὁ κύριος Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, ἐπιστρέφωνται ὑπὸ τῶν κ. Βουλευτῶν τὰ πρὸς θεώρησιν ἀποστελλόμενα αὐτοῖς χειρόγραφα τῶν ἀγορεύσεών των, πάλιν εἰς τὸ αὐτὸ ἀποτέλεσμα θὰ καταντήσωμεν, διότι καὶ τότε ἡ ἐκτύπωσις αὐτῶν καὶ ἡ διανομὴ εἰς τόμον δὲν θὰ ἦναι δυνατὸν νὰ συντελεσθῇ πρὸ τῆς παρελεύσεως ἑνὸς τοὐλάχιστον ἔτους. Ἐὰν λοιπὸν θέλωμεν βελτίωσιν τῆς καταστάσεως, πρέπει νὰ καταστήσωμεν τὴν «Ἐφημερίδα τῶν Συζητήσεων τῆς Βουλῆς» ἐφημερίδα πραγματικήν, ἐφημερίδα ἡμερησίαν, δημοσιευομένην τὴν ἐπιοῦσαν ἑκάστης συνεδριάσεως καὶ διανεμομένην εἰς τοὺς Βουλευτὰς καὶ τὴν Ἑλληνικὴν κοινωνίαν· ἄλλως οὐδένα σκοπὸν καὶ οὐδεμίαν χρησιμότητα θὰ ἔχωσιν αἱ προτεινόμεναι μεταρρυθμίσεις.
§101ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν τοῦ κυρίου Ἀναστασοπούλου περὶ συστάσεως ἐπιτροπῆς ἐκ Βουλευτῶν πρὸς μελέτην τοῦ ζητήματος τῆς ἐγκαίρου δημοσιεύσεως τῆς «Ἐφημερίδος τῶν Συζητήσεων τῆς Βουλῆς» παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Τὸν καταρτισμὸν τῆς ἐπιτροπῆς θ’ ἀνακοινώσῃ τὸ Προεδρεῖον αὔριον. Προβαίνομεν κατωτέρω. Παράγραφος δευτέρα.
§102ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει). «Ἐκ τοῦ ἄρθρου 75 τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς καταργοῦνται τὰ ἐδάφια ιζʹ. κʹ καὶ καʹ τῆς πρώτης παραγράφου, ἔχοντα οὕτω: «Δεκαοκτὼ ἔκτακτοι ἀντιγραφεῖς. Εἷς ἀρχικλητὴρ ἐπὶ τῶν ἐκτάκτων κλητήρων. Δέκα ἔκτακτοι κλητῆρες.»
§103Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἡ διάταξις τῆς παραγράφου δευτέρας τῶν προτεινομένων τροποποιήσεων, ἡ ἀφορῶσα τοὺς ἐκτάκτους ἀντιγραφεῖς, ὅπως καὶ ἡ διάταξις τῆς παραγράφου τρίτης συνδέονται ἀμέσως μὲ τὴν ἐπιθυμίαν τῆς ταχυτέρας ἐκδόσεως τῆς «Ἐφημερίδος τῶν Συζητήσεων τῆς Βουλῆς». Τὸ μόνον ζήτημα, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ χωρισθῇ τοῦ ζητήματος τῆς ταχείας δημοσιεύσεως τῶν πρακτικῶν, εἶναι τὸ ζήτημα τῶν ἐκτάκτων κλητήρων. Ἐὰν ὁ κ. Πρόεδρος νομίζῃ τοῦτο ἐπεῖγον, δέον νὰ εἰσαγάγῃ ἰδίαν πρότασιν, ἀφορῶσαν τοὺς ἐκτάκτους κλητῆρας τῆς Βουλῆς. Ἀλλ’ ὅσον ἀφορᾶ τὸ ζήτημα τῆς ταχείας δημοσιεύσεως τῶν πρακτικῶν, ἡ ἐπιτροπὴ δὲν πρέπει ἐπ’ αὐτοῦ νὰ προδικάσῃ, ἀλλ’ ἁπλῶς νὰ μελετήσῃ αὐτό. Διότι, ἐὰν γείνῃ δεκτὴ ἡ γνώμη, ὅπως τὰ πρακτικὰ τῆς Βουλῆς δημοσιεύωνται τὴν ἐπιοῦσαν ἑκάστης συνεδριάσεως, δηλαδὴ νὰ συντάσσωνται καὶ δημοσιεύηται ἡμερησία «Ἐφημερὶς τῶν Συζητήσεων τῆς Βουλῆς», βεβαίως ὅλον τὸ δι’ αὐτὴν ἀσχολούμενον ἤδη προσωπικὸν ἄλλως πως πρέπει νὰ ὀργανωθῇ. Εἰς τὰ πλεῖστα τῶν εὐρωπαϊκῶν Κοινοβουλίων ὑπάρχει ὑπηρεσία τῆς διορθώσεως τῶν πρακτικῶν. Ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ ταύτῃ ὑπάρχουσι 2 ἢ 3 ὑπάλληλοι, οἱ ὁποῖοι ποιοῦνται μίαν διόρθωσιν τῶν πρακτικῶν. Τὰ πρακτικὰ τῆς Βουλῆς ὑποβάλλονται εἰς τὸν ὁμιλήσαντα Βουλευτὴν διωρθωμένα, δὲν ἔχει ἑπομένως οὗτος ἢ νὰ ἀναγνώσῃ ταῦτα καὶ ἐπιφέρῃ διορθώσεις τινάς, ἅς ἤθελε νομίσει ἀναγκαίας, ἵνα ἑτοιμασθῶσι τὰ πρακτικά. Ἐνταῦθα ὅμως δὲν συμβαίνει τοῦτο, ἐνταῦθα ἴσως οἱ ὁμιλοῦντες θὰ ἔτυχε νὰ λάβωσιν, εἴτε ἕνεκα ἀντιλήψεως ἐλαττωματικῆς τῶν στενογράφων, εἴτε ἕνεκα θορύβου ἢ ἄλλων λόγων, τὰ πρακτικὰ τῶν ἀγορεύσεών των οὕτω πως γεγραμμένα, ὥστε νὰ μὴ ἐννοῶσι τί εἶπον, νὰ ἀναγκάζωνται δὲ συχνὰ νὰ συντάττωσιν οἱ ἴδιοι τὴν ἰδέαν, ἥν ἐξέφρασαν. Βεβαίως, ἐὰν ὑπῆρχεν εἰδικὴ ὑπηρεσία ἐπαρκὴς, δὲν θὰ συνέβαινε τοῦτο. Πρέπει λοιπὸν νὰ σκεφθῶμεν, ἄν αἱ δαπάναι, τὰς ὁποίας περικόπτομεν σήμερον διὰ τῆς τροποποιήσεως, τὴν ὁποίαν προτείνει ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, καὶ αἱ εἰσαγόμεναι οἰκονομίαι ἐπιτρέπουσι τὸν καταρτισμὸν τοιαύτης ὑπηρεσίας· διότι, ἄν τοῦτο δὲν ἐπιτρέπηται, εἴτε ἕνεκα οἰκονομικῶν λόγων εἴτε ἕνεκα ἐλλείψεως καταλλήλων προσώπων, τότε εἶναι περιττὴ ἡ τροπολογία, καθόσον, εἴτε μετὰ 15 ἡμέρας ἐπιστραφῶσι τὰ πρακτικὰ εἴτε μετὰ δύο μῆνας, τὸ τεῦχος τῆς «Ἐφημερίδος τῶν Συζητήσεων τῆς Βουλῆς» δὲν θὰ ἔχῃ ἢ ἱστορικὴν μόνον ἀξίαν. Ἄλλως τε ὑπῆρχε διάταξις, ἡ ὁποία ὥριζεν, ὅτι αἱ ἀγορεύσεις τῶν Βουλευτῶν, αἱ μὴ ἐπιστραφεῖσαι ἐγκαίρως, δημοσιεύονται ἐν τῷ παραρτήματι, καὶ ἄν δὲν προλάβωσι καὶ τὸ παράρτημα, δὲν δημοσιεύονται ποσῶς. Ἡ μελέτη, τὴν ὁποίαν ἡ ἐπιτροπὴ πρέπει νὰ ποιήσηται, δέον νὰ τείνῃ εἰς τὸ νὰ καταστῇ δυνατόν, ὅπως τὴν ἐπιοῦσαν ἢ τὴν μετεπιοῦσαν ἑκάστης συνεδριάσεως ἔχωμεν τὰ πρακτικά. Εἶναι δὲ τοσοῦτο μᾶλλον ἀναγκαῖον τοῦτο, καθόσον εἰς τὰ δημοσιευόμενα ἐν ταῖς ἐφημερίσι πρακτικὰ τῶν συνεδριάσεων τῆς Βουλῆς, βεβαίως ἕνεκα κακῆς ἀντιλήψεως ἢ ἄλλων λόγων, βλέπομεν ἀλλοιουμένους τοὺς λόγους τῶν ἀγορευόντων Βουλευτῶν. Διὰ τοῦτο ἐπαναλαμβάνω, ὅτι δὲν πρέπει νὰ θιχθῇ τὸ ζήτημα τῶν ἀντιγραφέων διὰ τοῦ σχεδίου τῆς προτεινομένης τροποποιήσεως τοῦ Κανονισμοῦ, ἵνα μὴ προδικάσωμεν τὸ ζήτημα τῆς ὁλικῆς μελέτης τῆς ἐγκαίρου δημοσιεύσεως τῶν πρακτικῶν. Ἐὰν ὁ κύριος Πρόεδρος θέλῃ νὰ ψηφισθῶσιν αἱ οἰκονομίαι αἱ ἀφορῶσαι τοὺς ἐκτάκτους κλητῆρας, αὗται εἶναι ἄσχετοι πρὸς τὸ ἄλλο ζήτημα, καὶ δυνάμεθα νὰ τὰς ψηφίσωμεν.
§104Α. ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ὅλαι αἱ οἰκονομίαι νὰ ψηφισθῶσι.
§105Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Βεβαίως.
§106Ν. ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Τὰ ὑπὸ τοῦ κ. Καραπάνου λεχθέντα περὶ τῆς προτεινομένης καταργήσεως τῶν θέσεων τῶν 18 ἀντιγραφέων, κατ’ ἐμὲ, δὲν ἔχουσι σχέσιν πρὸς τὴν ῥύθμισιν τῆς ταχείας δημοσιεύσεως τῶν πρακτικῶν. Διὰ τῆς καταργήσεως τῶν 18 ἀντιγραφέων καὶ τῆς ἀναθέσεως τῆς ὑπηρεσίας ταύτης εἰς τοὺς στενογράφους ἐπιτυγχάνεται, ἀφ’ ἑνὸς οἰκονομία μεγάλη, ἀφ’ ἑτέρου δὲ θέλει γίγνεσθαι τακτικωτέρα καὶ ταχυτέρα ἡ ἀντιγραφὴ καὶ ἡ ἀποστολὴ τῶν χειρογράφων.
§107Α. ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ὄχι μόνον θέλει γίγνεσθαι τακτικωτέρα ἡ ἀντιγραφὴ, ἀλλὰ καὶ θέλομεν ἔχει δι’ αὐτὴν ὑπευθύνους τοὺς στενογράφους, καὶ προσέτι ἀπαλλαττόμεθα καὶ ὅλου τοῦ προσθέτου αὐτοῦ προσωπικοῦ, τὸ ὁποῖον γνωρίζομεν τί εἶναι.
§108ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀναγνωσθεῖσαν παράγραφον βʹ τῶν προτεινομένων τροποποιήσεων τοῦ Κανονισμοῦ, ὡς ἔχει, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Παράγραφος τρίτη. (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτή, ὡς ἔχει). Ὑπάρχει καὶ τροπολογία τοῦ ἐκ Νάξου βουλευτοῦ κυρίου Μυκωνίου, ἔχουσα οὕτω: «Εἷς ἀρχιστενογράφος πρὸς δραχμὰς 340 μηνιαίως· τρεῖς στενογράφοι αʹ τάξεως πρὸς δραχμὰς 320.» Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν ταύτην παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Οὐδεὶς ἐγείρεται). Ἡ πρότασις ἀπερρίφθη.
§109Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, παρακαλῶ, μίαν διασάφησιν· περιλαμβάνονται εἰς τοὺς στενογράφους, οἱ ὁποῖοι θὰ λαμβάνουν τὰς 80 δραχμὰς κατὰ μῆνα διὰ τὴν ἀντιγραφήν, καὶ οἱ δόκιμοι;
§110ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὄχι. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ κυρώσεως τῆς μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Βελγίου συνομολογηθείσης συνθήκης περὶ ἀμοιβαίας ἐκδόσεως ἐγκληματιῶν καὶ τῆς τηρητέας πρὸς ἔκδοσιν διαδικασίας.»
§111ΑΘΩΣ ΡΩΜΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Ἐν ἄρθρῳ 19 τῆς ὑπὸ συζήτησιν συνθήκης περιλαμβάνεται διάταξις, καθ’ ἣν «αἱ πρὸ τῆς ἐνάρξεως τῆς ἰσχύος τῆς παρούσης συνθήκης διαπραχθεῖσαι πράξεις δὲν δύνανται νὰ προκαλέσωσιν αἴτησιν περὶ ἐκδόσεως, εἰμὴ μόνον ἂν τὰ ζητούμενα πρόσωπα κατέφυγον εἰς τὴν χώραν τοῦ εἰς ἔκδοσιν καλουμένου Κράτους μετὰ τὴν ὑπογραφὴν αὐτῆς». Τὴν διάταξιν ταύτην παρεδέχθημεν, διότι ὑπετίθετο, ὅτι τὴν ὑπογραφὴν τῆς συνθήκης ταύτης ἤθελεν ἐπακολουθήσει ἐντὸς μικροῦ χρονικοῦ διαστήματος ἡ ψήφισις καὶ ἐπικύρωσις αὐτῆς. Ἔκτοτε ὅμως παρῆλθον 2½ ἔτη, κατὰ τὰ ὁποῖα πολλοὶ ἐκ Βελγίου κατέφυγον εἰς τὴν Ἑλλάδα, οἵτινες θὰ ἠδύναντο νὰ δώσωσιν ἀφορμὴν εἰς τὴν Βελγικὴν Κυβέρνησιν πρὸς αἴτησιν ἐκδόσεως, καίτοι τοσοῦτον μακρὸν χρονικὸν διάστημα παρῆλθεν ἀφ’ ὅτου κατέφυγον εἰς Ἑλλάδα. Ὅθεν ἐγένοντο διαπραγματεύσεις μετὰ τῆς Βελγικῆς Κυβερνήσεως, ἥτις ἐδέχθη δι’ ἐγγράφου δηλώσεως νὰ μὴ ζητήσῃ τοὺς Βέλγους ἐγκληματίας, οἱ ὁποῖοι μέχρι τῆς σήμερον κατέφυγον εἰς τὸ Ἑλληνικὸν ἔδαφος. Τὴν δήλωσιν ταύτην ἔκρινα ἀναγκαῖον νὰ ποιήσωμαι πρὸς τὴν Βουλήν, εἰς ἀπάντησιν τοῦ ἐκ Κερκύρας τηλεγραφήματος, τὸ ὁποῖον σήμερον ἀνεκοινώθη εἰς τὴν Βουλήν, καὶ τοῦ ὁποίου ἀντίγραφα ἐστάλησαν πρός τινας τῶν κυρίων Βουλευτῶν. Διὰ τῆς δηλώσεως ταύτης δὲν τροποποιεῖται ἡ σύμβασις, ἀλλ’ ἀναλαμβάνει ἡ Βελγικὴ Κυβέρνησις τὴν ὑποχρέωσιν νὰ μὴ ἐκζητήσῃ εἰμὴ ἐκείνους μόνον τοὺς ἐγκληματίας, οἵτινες ἀπὸ τῆς ἑπομένης ἡμέρας, καθ’ ἣν ἤθελε ψηφισθῆ εἰς τρίτην ἀνάγνωσιν ὑπὸ τῆς Βουλῆς ἡ σύμβασις, ἤθελον καταφύγει εἰς τὸ ἡμέτερον ἔδαφος.
§112ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ. Δὲν θὰ γείνῃ πρόσθετον πρωτόκολλον;
§113Α. ΡΩΜΑΝΟΣ. Δὲν ἐκρίθη ἀναγκαῖον νὰ γείνῃ πρόσθετον πρωτόκολλον. Ἐν τῷ νομοσχεδίῳ περὶ κυρώσεως τῆς συνθήκης ταύτης περιλαμβάνεται διάταξις ἔχουσα ὡς ἑξῆς: «Ἄρθρον 6. Ἐὰν τὸ Συμβούλιον τῶν Ἐφετῶν ἐγνωμοδότησεν ὑπὲρ τῆς παραδοχῆς τῆς αἰτήσεως, ἡ ἔκδοσις δύναται νὰ ἐπιτραπῇ διὰ Βασιλικοῦ Διατάγματος, προκαλουμένου ὑπὸ τοῦ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργοῦ.» Ὥστε πάντως ἡ ἔκδοσις οἱουδήποτε εἶναι δυνητικὴ διὰ τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν. Ἤδη δ’ ἔχομεν καὶ τὴν ἔγγραφον δήλωσιν τῆς Βελγικῆς Κυβερνήσεως. Ἐννοεῖται, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποθέσωμεν, ὅτι θὰ ἐκζητήσῃ ἡ Βελγικὴ Κυβέρνησις ἐγκληματίαν τινά, ὅστις μέχρι σήμερον ἔχει καταφύγει εἰς τὴν Ἑλλάδα· ἀλλὰ καὶ ἂν τοῦτο ἤθελε ζητήσει, ἔχει τὸ δικαίωμα ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις νὰ τὸν ἐκδώσῃ ἢ νὰ μὴ τὸν ἐκδώσῃ· στηριζομένη δὲ ἐπὶ τῆς ἀλληλογραφίας, ἥτις ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου διημείφθη, ἐννοεῖται, ὅτι δὲν θέλει προβῆ εἰς τοιαύτην ἔκδοσιν, ἥν, ἐπαναλαμβάνω, ἡ Βελγικὴ Κυβέρνησις δὲν θὰ ἐπιζητήσῃ. Ἡ δήλωσις λοιπὸν αὕτη ἐκρίθη ἐπαρκὴς ὑπὸ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, καὶ ἤθελον παρακαλέσει τὴν Βουλὴν νὰ ἀρκεσθῇ εἰς αὐτήν.
§114Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Νομίζω ὅτι ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἤθελον εἶσθαι ἀναγκαῖον, τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν ἀντίγραφον τῆς δηλώσεως τῆς Βελγικῆς Κυβερνήσεως, νὰ τυπωθῇ δὲ αὕτη, νὰ διανεμηθῇ καὶ νὰ ἀναγραφῇ εἰς τὰ πρακτικά.
§115Α. ΡΩΜΑΝΟΣ. Μάλιστα. Καταθέτω εἰς τὸ Προεδρεῖον τὴν δήλωσιν ταύτην.
§116ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ καταχωρισθῇ ἐν τοῖς ἐπισήμοις πρακτικοῖς.
§117Α. ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, νομίζω ὅτι δὲν εἶναι κανονικὸς ὁ τρόπος οὗτος, νομίζω δέ, ὅτι θὰ δημιουργήσῃ δυσχερείας καὶ θὰ δημιουργήσῃ καὶ τὸ ἄτοπον προηγούμενον, τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι ὀρθόν, τοῦ νὰ περιληφθῇ διάταξις, ὅτι ὁ νόμος ἰσχύει ἀπὸ τῆς τρίτης ψηφίσεως αὐτοῦ ὑπὸ τῆς Βουλῆς. Νομίζω ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν καλῶς ἤθελε πράξει, δεχόμενος, ὅπως, ἀντὶ «ἀπὸ τῆς τρίτης ψηφίσεως» τεθῇ, ὅτι ἡ ἰσχὺς τῆς συμβάσεως ἄρχεται ἀπὸ τῆς ἀνταλλαγῆς τῶν ἐπικυρώσεων· διότι ἄλλως, ἐνῷ λαμβάνομεν μέριμναν περὶ τῆς ψήφου τῆς Βουλῆς, δὲν λαμβάνομεν μέριμναν περὶ ἄλλης ἀρχῆς, ἡ ὁποία ἔχει γνώμην, ὡς καὶ ἡ Βουλή, καὶ δικαιοῦται νὰ ἐκφράσῃ ταύτην, κυροῦσα ἢ μὴ τὸ ψηφισθὲν νομοσχέδιον· διότι, ἐὰν ὁ Βασιλεὺς δὲν κυρώσῃ τὸν νόμον, τί γενήσεται; Θὰ ἰσχύῃ ἡ σύμβασις; Εἶναι δυνατὸν τοῦτο;
§118ΑΘΩΣ ΡΩΜΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Νομίζω, ὅτι, ἀφοῦ, ὡς ἤκουσεν ὁ κ. Βουλευτής, ἐπῆλθεν ἡ συμφωνία αὕτη μετὰ τῆς Βελγικῆς Κυβερνήσεως, ἤθελεν εἶσθαι ἄτοπον νὰ ἐπανέλθωμεν εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο. Διὸ παρακαλῶ αὐτὸν νὰ μὴ ἐπιμείνῃ. Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ταύτῃ θέλω δώσει καὶ τὴν πληροφορίαν, τὴν ὁποίαν ἐζήτησε παρ’ ἐμοῦ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης εἶπεν ἐν τῇ Βουλῇ, ὅτι κατὰ τὴν γνώμην του πρὸ 8 ἢ 10 ἐτῶν συνωμολογήθη σύμβασις περὶ ἐκδόσεως μεταξὺ Γαλλίας καὶ Βελγίου.
§119Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Πρὸ ὀλίγων ἐτῶν, εἶπον.
§120Α. ΡΩΜΑΝΟΣ. Σήμερον εἶμαι εἰς θέσιν νὰ σᾶς δώσω τὴν πληροφορίαν, ὅτι τὸ Βέλγιον συνωμολόγησε τὴν πρώτην μετὰ τῆς Γαλλίας συνθήκην τὴν 22 Ὀκτωβρίου τοῦ 1835, δηλαδὴ πρὸ 70 ἐτῶν.
§121Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ δώσω μίαν ἐξήγησιν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν δὲν ἤκουσεν ἴσως ποτέ, ὅτι ἡ μετάβασις Γάλλου καταχραστοῦ εἰς τὸ Βέλγιον εἶχεν ἄλλην ἔννοιαν· δηλαδὴ ὅσοι ἔκλεπτον ἐν Γαλλίᾳ μετέβαινον εἰς Βέλγιον, καὶ ἐν ἡσυχίᾳ ἐνέμοντο τὰ ποσά, τὰ ὁποῖα εἶχον κλέψει. Τοῦτο βεβαίως διὰ τῆς συνθήκης, τὴν ὁποίαν ἀνέφερεν ὁ κύριος Ὑπουργός, δὲν μετεβλήθη. Ὑπῆρξε σύμβασις μεταξὺ Γαλλίας καὶ Βελγίου περὶ ἐκδόσεως δι’ ὡρισμένα κακουργήματα, τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι καιρὸς τώρα νὰ ἀναφέρω. Ἐκεῖνο ὅμως, τὸ ὁποῖον εἶναι βέβαιον, — καὶ τὸ ὁποῖον δὲν δύναται νὰ ἀρνηθῇ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν, — εἶναι, ὅτι ὀλίγα μόνον ἔτη ἔχουσι παρέλθει, ἀφ’ ὅτου ἡ φράσις μετέβη εἰς Βέλγιον ἔχασε τὴν σημασίαν, ἣν εἶχεν ἐν Γαλλίᾳ, δηλαδὴ, ὅτι ἔκλεψε τὸ ταμεῖον, τὸ ὁποῖον τῷ ἐνεπιστεύθησαν, καὶ μετέβη εἰς τὸ Βέλγιον. Διὰ τοῦτο ἠρώτησα, πότε συνεβλήθη ἡ Γαλλία μετὰ τοῦ Βελγίου· διότι βεβαίως ἡ θεωρία, τὴν ὁποίαν ἀνέπτυξεν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅτι εἶναι καθῆκον ἐπιβεβλημένον εἰς ἕκαστον Κράτος νὰ συνομολογῇ τοιαύτας συνθήκας ἐκδόσεως, μοὶ ἐφάνη πολὺ ὑπερβολικὴ, μοὶ ἐφάνη καθ’ ὑπερβολὴν αἰσθηματική. Ἀνήκει ἡ θεωρία αὕτη εἰς τὴν ἐποχὴν, καθ’ ἣν ἡ αἰσθηματικὴ πολιτικὴ ἀπετέλει μέρος τῆς ἐν γένει πολιτικῆς. Τοῦτο ὅμως δὲν συμβαίνει σήμερον. Καὶ ἂν ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργὸς θελήσῃ νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν του οἱονδήποτε σύγγραμμα τοῦ διεθνοῦς δικαίου, π. χ. τὸ τοῦ Κάλβου, θὰ ἴδῃ, ὅτι δὲν εἶναι μόνον ὁ Πούφενδορφ, ὁ ὑπ’ αὐτοῦ μνημονευθεὶς συγγραφεὺς, ὁ ὁποῖος ἀποκρούει τὴν αἰσθηματικὴν πολιτικήν. Οἱ ἡμίσεις τῶν συγγραψάντων περὶ διεθνοῦς δικαίου ἀποκρούουσι τὴν αἰσθηματικὴν πολιτικὴν, καὶ λέγουσιν, ὅτι τὰ Κράτη δὲν ἔχουσιν αἰσθήματα, τὰ Κράτη ἔχουσι συμφέροντα, καὶ τὰ συμφέροντα ταῦτα ἐπιδιώκουσι, καὶ δὲν θυσιάζουσι τὰ συμφέροντά των. Λέγω δὲ ταῦτα ἀνεξαρτήτως τῆς προκειμένης συνθήκης, ἐὰν δηλαδὴ αὕτη ἀφορᾷ εἰς θυσίαν συμφερόντων. Ἀλλὰ παρακαλῶ τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ μᾶς πληροφορήσῃ, πότε ἡ σύμβασις μεταξὺ Γαλλίας καὶ Βελγίου παρεδέχθη τὴν ἀμοιβαίαν ἔκδοσιν τῶν κλεπτῶν.
§122Α. ΡΩΜΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Σᾶς ἔδωκα τὰ ἐπίσημα κείμενα.
§123Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐγὼ καὶ πρὸ ὀλίγων ἐτῶν ἤκουσα ἐν Παρισίοις τὴν φράσιν «μετέβη εἰς Βέλγιον», καὶ μοὶ ἔτυχε ν’ ἀκούσω, ὅτι τὴν φράσιν ταύτην μετεχειρίζοντο προκειμένου περὶ ταμιῶν Τραπεζῶν, οἱ ὁποῖοι ἔκλεπτον τὰ χρήματα τῶν Τραπεζῶν, τὰ ὁποῖα τοῖς εἶχον ἐμπιστευθῆ, καὶ μετέβαινον εἰς Βέλγιον, διὰ νὰ τὰ φάγωσι μὲ τὴν ἡσυχίαν των.
§124ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου εἰς τρίτην συζήτησιν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀναγινώσκονται εἶτα καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 1 ἕως 4 ἄνευ ἀντιρρήσεως). Ἄρθρον 5.
§125ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει). «Ἡ ᾐτιολογημένη γνωμοδότησις τοῦ Συμβουλίου περὶ ἀπορρίψεως τῆς αἰτήσεως ἐκδόσεως εἶναι ἀμετάκλητος καὶ ἀποκλείει τὴν ἔκδοσιν.»
§126Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ. Ἡ φράσις «ᾐτιολογημένη γνωμοδότησις» δύναται νὰ γεννήσῃ ζητήματα. Νὰ τεθῇ καλλίτερον «ἡ ἔκθεσις» ἢ «ἡ ἀπόφασις».
§127Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τὸ «ᾐτιολογημένη» παρέλκει.
§128Δ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Δὲν πρόκειται περὶ ἀποφάσεως δικαστικῆς, ἀλλὰ περὶ γνωμοδοτήσεως.
§129Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ. Μάλιστα.
§130Δ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Ὡς ἐκ τούτου πρέπει νὰ ᾖναι ᾐτιολογημένη.
§131Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ. Ἀλλὰ δύναται νὰ γεννηθῇ ἀντίρρησις, ὅτι δὲν εἶναι ἐπαρκῶς ᾐτιολογημένη.
§132Δ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Δὲν θὰ γείνῃ ἔφεσις κατὰ τῆς γνωμοδοτήσεως ταύτης.
§133Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ. Τὸ «ᾐτιολογημένη» ἠμπορεῖ νὰ λείψῃ. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 5, ὡς ἔχει, ἄνευ ἑτέρας ἀντιρρήσεως. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ λοιπὰ ἄρθρα, ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου, εἰς τρίτην συζήτησιν).
§134ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ συστάσεως καὶ ὀργανισμοῦ Σώματος Γενικῶν Ἐπιτελῶν».
§135Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Κύριε Πρόεδρε, ἀναβάλλεται αὐτό, διότι κατὰ λάθος ἐνεγράφη τρίτον ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει. Πρέπει νὰ προηγηθῶσι τὰ εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν στρατιωτικὰ νομοσχέδια.
§136ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ συμπληρώσεως τοῦ νόμου ΑΦΛΗʹ τῆς 28 Μαΐου 1887 περὶ καταρτισμοῦ στελέχους ἀξιωματικῶν τῆς ἐφεδρείας τοῦ κατὰ γῆν στρατοῦ». Τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀρχῆς ἔχει ὁ κύριος Λιμπρίτης.
§137Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Τὰ στελέχη τῶν ἀξιωματικῶν τῆς ἐφεδρείας, κατὰ τὸ νομοσχέδιον, καταρτίζονται: «αʹ) ἐξ ἀποστράτων ἀξιωματικῶν τοῦ κατὰ ξηρὰν στρατοῦ, βʹ) ἐκ παραιτηθέντων ἀξιωματικῶν τοῦ κατὰ ξηρὰν στρατοῦ, καὶ γʹ) ἐκ τῶν εἰς τὴν Προπαρασκευαστικὴν Σχολὴν τῶν ἐφέδρων ἀξιωματικῶν φοιτησάντων καὶ τυχόντων τοῦ βαθμοῦ ἐφέδρου ἀξιωματικοῦ». Καὶ περὶ μὲν τῶν ἐξερχομένων ἐκ τοῦ στρατεύματος διὰ παραιτήσεως καλῶς ὁρίζει τὸ νομοσχέδιον, ὅτι ἀπαιτεῖται πρότασις τοῦ Γενικοῦ Διοικητοῦ τοῦ στρατοῦ, ἵνα γένωνται δεκτοὶ ὡς ἀξιωματικοὶ ἔφεδροι. Διὰ τοὺς ἀποστρατευομένους ὅμως εὑρίσκω τὴν σχετικὴν διάταξιν τοῦ νομοσχεδίου μὴ ἐπαρκῆ, διότι δι’ ἁπλῆς προτάσεως τοῦ Γενικοῦ Διοικητοῦ οὗτοι ἐγγράφονται εἰς τὰ στελέχη τῆς ἐφεδρείας. Νομίζω ὅτι θὰ ἦτο ὀρθότερον, ἂν ἐθέτομεν ἕνα περιορισμόν· διότι, κατ’ ἐμὴν κρίσιν, ἵνα κρίνωμεν πεπεισμένως, ὅτι ἀξιωματικός τις ἀποστρατευόμενος πρέπει νὰ ἐγγραφῇ εἰς τὸ στέλεχος τῶν ἐφέδρων ἀξιωματικῶν, δὲν ἀρκεῖ ἡ πρότασις μόνον τοῦ Γενικοῦ Διοικητοῦ πρὸς τὸν Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, ἀλλὰ θὰ ἦτο ἴσως ἀπαραίτητον νὰ ζητηθῇ καὶ ἡ γνώμη τῶν σωματαρχῶν, παρ’ οἷς ὁ ἀξιωματικὸς οὗτος ὑπηρέτησε τοὐλάχιστον κατὰ τὴν τελευταίαν τετραετίαν. Ὡς πρὸς τοὺς ἐκ τῶν κληρωτῶν ἐφέδρους ἀξιωματικούς, οἵτινες κέκτηνται τὰ προσόντα, ὅπως καταστῶσι τοιοῦτοι, —εἶναι δὲ οὗτοι οἱ φοιτηταὶ τοῦ Πανεπιστημίου, οἱ μαθηταὶ τοῦ Σχολείου τῶν Βιομηχάνων Τεχνῶν κλπ.—εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ ἀνατρέξω εἰς τὰ νομοσχέδια τὰ ὑπ’ ἐμοῦ ὑποβληθέντα, τὰ ὁποῖα παρεγράφησαν ἤδη, ἐνῷ ἠδύναντο νὰ ὦσι χρήσιμα εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι θέλουσι νὰ φωτισθῶσι καὶ νὰ δώσωσι δεδικαιολογημένην ψῆφον ἐπὶ τῶν ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίων. Νομίζω ὅτι καθῆκον εἶχε τὸ Προεδρεῖον, σὺν τῇ διανομῇ τῶν νομοσχεδίων τῶν ὑποβληθέντων ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργοῦ, νὰ διατάξῃ νὰ διανεμηθῶσι πρὸς τοὺς κυρίους Βουλευτὰς καὶ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐγὼ εἶχον ὑποβάλει· διότι ἠδύνατο ἡ Βουλὴ νὰ εὕρῃ τινὰς διατάξεις ἐπωφελεῖς καὶ συμφερούσας· ἀλλὰ τοῦτο δὲν ἐγένετο, ἐγὼ δὲ δὲν ἐνδιαφέρομαι ἀτομικῶς, ἵνα ζητήσω τοῦτο. Ἐν τούτοις θὰ ἀναφέρω τὴν διάταξιν, ἣν περιέλαβον ἐν τῷ ἐμῷ νομοσχεδίῳ «περὶ στρατολογίας», διότι ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ἐκείνῳ περιελαμβάνοντο καὶ διατάξεις περὶ τῶν ἐφέδρων ἀξιωματικῶν, τῶν ἐκ τῶν κληρωτῶν προερχομένων. Ἡ ἐπιθυμία τοῦ συντάξαντος τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον εἶναι, ὅπως, ἐκτὸς τῶν γνώσεων, αἵτινες κρίνονται ὑπὸ ἐπιτροπῆς καὶ δι’ ἐξετάσεων μετὰ τὴν ἀποφοίτησιν ἐκ τῆς Προπαρασκευαστικῆς Σχολῆς, κρίνηται καὶ ἡ περὶ τὰς στρατιωτικὰς ἰδιότητας ἱκανότης αὐτῶν μετὰ ταῦτα· πρὸς τοῦτο δὲ ὁρίζει τὸ νομοσχέδιον, ὅτι ἐπὶ τρεῖς μῆνας μετὰ τὴν ἐκ τῆς Σχολῆς ἔξοδον θὰ ἐκτελῶσι τὰ καθήκοντα στρατιώτου καὶ ὑπαξιωματικοῦ, καὶ μετὰ τοῦτο θὰ δύνανται νὰ λάβωσιν ὁριστικῶς τὸν βαθμὸν τοῦ ἐφέδρου ἀξιωματικοῦ. Αἱ ὑπ’ ἐμοῦ προταθεῖσαι τότε διατάξεις εἰσὶν αἱ ἀκόλουθοι· θὰ σᾶς παρακαλέσω δὲ νὰ προσέξητε εἰς τὰ τῶν διατάξεων τούτων, καὶ νὰ κάμωμεν μίαν σύγκρισιν, ἂν ἐκεῖναι ἦσαν πληρέστεραι καὶ ἐπραγματοποίουν τὸν σκοπόν, τὸν ὁποῖον προτίθεται νὰ ἐξυπηρετήσῃ ὁ ὑποβαλὼν τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον. Κατὰ τὸ ἐμὸν νομοσχέδιον, πάντες οἱ κληρωτοὶ, καὶ ἐκεῖνοι ἀκόμη, οἱ ὁποῖοι εἶναι προωρισμένοι διὰ τὴν Σχολὴν τῶν ἐφέδρων ἀξιωματικῶν, προσέρχονται κατὰ τὴν πρώτην Φεβρουαρίου καὶ παραμένουσιν ἐν τῷ στρατεύματι κατὰ τοὺς μῆνας Φεβρουάριον, Μάρτιον, Ἀπρίλιον καὶ Μάϊον. Κατὰ τοὺς τέσσαρας τούτους μῆνας παραμένοντες ἐν τῷ στρατεύματι οἱ ἔφεδροι οὗτοι ἀσκοῦνται μετὰ τῶν συστρατιωτῶν των· εἶναι δὲ τότε ἡ ἐποχή, καθ’ ἣν λαμβάνουσι χώραν μεγάλαι ἀσκήσεις, ἡ δὲ ὑπηρεσία εὑρίσκει εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς τὴν εὐκαιρίαν νὰ κρίνῃ αὐτοὺς, ἂν ἔχουσι τὰς ἰδιότητας, τὰς ἀπαιτουμένας διὰ τὸν ἀξιωματικὸν τῆς ἐφεδρείας· καὶ ἂν μὲν ἔχωσι ταύτας, ἐπὶ τῇ προτάσει τῶν σωματαρχῶν ἐκείνων, ὑπὸ τὰς διαταγὰς τῶν ὁποίων ὑπηρετοῦσιν, ἀποστέλλονται εἰς τὴν Σχολὴν, ἄλλως παραμένουσιν εἰς τὰ Σώματα, ὅπου προάγονται κανονικῶς εἰς ὑπαξιωματικούς. Τοιουτοτρόπως ἔχομεν ἐκ τῶν προτέρων βεβαίαν τὴν ἱκανότητα καὶ τὰ στρατιωτικὰ προσόντα, τὰ ὁποῖα ἀπαιτοῦνται, ὅπως εἰσαχθῶσιν εἰς τὴν Σχολήν· εἰσαγόμενοι δὲ εἰς τὴν Σχολὴν τὴν 1 Ἰουνίου, ἐξακολουθητικῶς ἐκπαιδεύονται μέχρις Ἰανουαρίου, ἤτοι ἐπὶ ἑπτὰ μῆνας· κατὰ Ἰανουάριον ἐξετάζονται, καὶ ἀπὸ 1 Φεβρουαρίου κατατασσόμενοι ὡς ἀνθυπολοχαγοὶ ἄρχονται ἀμέσως τῆς ὑπηρεσίας τοῦ βαθμοῦ των. Ἐπιτρέψατέ μοι δὲ γενικὴν νὰ ἔχω γνώμην, ὡς πρὸς τὰς Στρατιωτικὰς Σχολὰς, ὅτι γίνεται μεγάλη κατάχρησις ἐν Ἑλλάδι τῶν διακοπῶν. Ἐν διακοπαῖς διάγουσιν οἱ φοιτηταὶ τοῦ Πανεπιστημίου κατὰ τοὺς ὀκτὼ μῆνας τοῦ ἔτους, μόνον δὲ ἐπὶ δύο ἢ τρεῖς μῆνας φοιτῶσιν εἰς τὰ μαθήματα. Ἐπίσης οἱ μαθηταὶ τῶν Γυμνασίων καὶ τῶν Ἑλληνικῶν σχολείων καὶ αὐτῶν τῶν δημοτικῶν σχολείων πολὺν καταναλίσκουσι χρόνον εἰς ἐξετάσεις καὶ διακοπάς. Ἀλλ’ ἐὰν οἱ φοιτηταὶ τοῦ Πανεπιστημίου καὶ οἱ μαθηταὶ τῶν Γυμνασίων καὶ τῶν Ἑλληνικῶν καὶ δημοτικῶν σχολείων πολὺν χρόνον διάγουσιν ἐν διακοπαῖς, τοῦτο ἀφορᾷ τὸν ἑκάστοτε ἁρμόδιον Ὑπουργὸν, καὶ αὐτὸς ἂς μεριμνήσῃ. Ἀλλὰ προκειμένου περὶ τῶν Στρατιωτικῶν Σχολῶν, φρονῶ ὅτι αἱ διακοπαὶ, ἤτοι νὰ παύωσιν ἐπὶ ὡρισμένον χρόνον τὰ μαθήματα, εἶναι πρᾶγμα ὅλως ἄσκοπον, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ ἐκλείψῃ πρὸς τὸ συμφέρον τοῦ στρατοῦ. Φέρω δὲ ὡς παράδειγμα τὴν Ναυτικὴν Σχολὴν τῶν δοκίμων. Οἱ δόκιμοι οὗτοι, ἀφοῦ περατώσωσι τὰ μαθήματά των, μετ’ ὀλίγας ἡμέρας, καθ’ ἃς τοῖς ἐπιτρέπεται νὰ μένωσι παρὰ τοῖς οἰκείοις των, εἰσέρχονται εἰς πλοῖον, πρὸς τοῦτο προωρισμένον, καὶ ἐν πλῷ ἀσκοῦνται καὶ διδάσκονται. Δὲν νομίζετε, ὅτι ἡ διάταξις αὕτη, ἡ τόσον σοφὴ διὰ τοὺς δοκίμους, εἶναι καιρὸς νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν καὶ διὰ τὰς Σχολὰς τὰς Στρατιωτικάς; Ἐὰν τὸ σύστημα τοῦτο ἐφαρμοσθῇ καὶ διὰ τὰς λοιπὰς Στρατιωτικὰς Σχολὰς, οἱ μαθηταὶ αὐτῶν τὸν χρόνον τῶν διακοπῶν θὰ διαθέτωσιν εἰς τὰς ἐφαρμογὰς,—αἱ ἐφαρμογαὶ δὲ δὲν εἶναι ἐκπαίδευσις, εἶναι ἄσκησις,—καὶ οὕτως ἡ κατὰ τὸ διάστημα τῶν μαθημάτων ἄσκησις θὰ ᾖναι βραχυτέρα· ἐκ τῶν ἐφαρμογῶν δ’ ἐπανερχόμενοι κατὰ Σεπτέμβριον, δύνανται νὰ παραμένωσιν ἐπὶ δεκαπενθήμερον παρὰ ταῖς οἰκογενείαις των. Οὕτω δὲ οἱ προωρισμένοι νὰ καταστῶσιν ἔφεδροι ἀξιωματικοί, εἰσερχόμενοι πρὸς ἐκπαίδευσιν ἐν τῇ Σχολῇ, μετὰ τὴν τετράμηνον ἄσκησιν παρὰ τοῖς Σώμασιν, ἔσονται βεβαίως καὶ πειθαρχικώτεροι καὶ ἐπιμελέστεροι, καὶ θέλουσι προαχθῆ ἐν ταῖς σπουδαῖς αὐτῶν, μετὰ τὸ πέρας δ’ αὐτῶν, θέλουσι δοκιμασθῆ εἰς τὰς θεωρητικὰς γνώσεις, ἃς ἀπέκτησαν ἐν τῇ Σχολῇ. Μετὰ τὴν δοκιμασίαν δὲ ταύτην, ἤτοι τὰς ἐξετάσεις καὶ τὴν ἐπιτυχίαν αὐτῶν, θέλουσιν ἐξέλθει εἰς τὸ στράτευμα ὡς ἀνθυπολοχαγοί, πρὸς ἐκτέλεσιν τῶν σχετικῶν τοῦ βαθμοῦ τούτου καθηκόντων καὶ δὲν θὰ συμβαίνωσιν ἔκτροπα. Διότι πολλοὶ τῶν στρατιωτικῶν ἴσως ἐνθυμοῦνται τὸ πρὸ ὀλίγου καιροῦ συμβὰν ἔν τινι τῶν συνταγμάτων. Εἷς ἔφεδρος ἀνθυπολοχαγός, ἐκτελῶν χρέη δεκανέως, ἦλθεν εἰς ἀντεγκλήσεις μὲ τὸν λοχίαν· ἐνῷ δηλαδὴ ἦτο ἀνώτερος, ὑβρίζετο ὑπὸ τοῦ κατωτέρου! Ἡ ὑπόθεσις ἦλθεν εἰς τὸ Στρατοδικεῖον, ἀλλὰ τὸ Δικαστήριον, λόγῳ ἀμφιβολιῶν, ἠθώωσε τὸν λοχίαν. Δὲν εἶναι λοιπὸν προτιμότερον, τὸν τοιοῦτον ἔφεδρον νὰ τὸν περιβάλωμεν πρῶτον μὲ τὸν βαθμὸν τοῦ ἀνθυπολοχαγοῦ, καὶ εἶτα νὰ τὸν στείλωμεν νὰ ἐκτελέσῃ τὴν ὑπηρεσίαν ταύτην; Νομίζω ὅτι, ἐὰν ἐπιθυμῇ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, δύναται ν’ ἀναζητήσῃ τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον τότε εἶχον ὑποβάλει. Ἂς μελετήσῃ τὰς διατάξεις αὐτοῦ, καὶ ἂν τὰς κρίνῃ ἐπωφελεῖς, ἂς τὰς περιλάβῃ ἐν τῷ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίῳ.
§138Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Κατὰ τὸ ἄρθρον 1 τοῦ νομοσχεδίου «περὶ συμπληρώσεως τοῦ νόμου ᾼΦΛΗʹ τῆς 28 Μαΐου 1887 περὶ καταρτισμοῦ στελέχους ἀξιωματικῶν τῆς ἐφεδρείας τοῦ κατὰ γῆν στρατοῦ» τὰ ἄρθρα 1 καὶ 2 τοῦ νόμου τούτου τροποποιοῦνται ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ἄρθρον 1. Καταρτίζεται στέλεχος ἀξιωματικῶν τῆς ἐφεδρείας τοῦ κατὰ ξηρὰν στρατοῦ καὶ τῆς ἐθνοφρουρᾶς, προωρισμένον νὰ παρέχῃ ἐν ἐπιστρατεύσει καὶ ἐν πολέμῳ τὸ ἀναγκαιοῦν εἰς ἅπαντα τὰ ὅπλα καὶ Σώματα καὶ εἰς ἁπάσας τὰς ὑπηρεσίας συμπληρωτικὸν προσωπικόν, εἰς τὸν ἐνεργὸν στρατόν, εἰς τὴν ἐφεδρείαν αὐτοῦ, εἰς τὴν ἐθνοφρουρὰν καὶ εἰς τὴν ἐφεδρείαν αὐτῆς, ὅπου καλούμενον ὑπηρετεῖ, τοποθετούμενον κατὰ τὰς ἀνάγκας τῆς ὑπηρεσίας. Ἄρθρον 2. Τὸ στέλεχος τῶν ἀξιωματικῶν τῆς ἐφεδρείας ἀντλεῖται: ά) ἐξ ἀποστράτων ἀξιωματικῶν τοῦ κατὰ ξηρὰν στρατοῦ· βʹ) ἐκ παραιτηθέντων ἀξιωματικῶν τοῦ κατὰ ξηρὰν στρατοῦ· γʹ) ἐκ τῶν εἰς τὴν Προπαρασκευαστικὴν Σχολὴν τῶν ἐφέδρων ἀξιωματικῶν φοιτησάντων καὶ τυχόντων τοῦ βαθμοῦ ἐφέδρου ἀξιωματικοῦ.» Ὁ ἀξιότιμος ἐκ Τυρνάβου Βουλευτὴς εἶπεν, ὅτι ὑπάρχει μία ἔλλειψις ἐκεῖ, διότι καλλίτερον θὰ ἦτο, ἡ ἐκλογὴ τῶν ἐφέδρων ἀξιωματικῶν νὰ μὴ στηρίζηται μόνον ἐπὶ τῆς προτάσεως τοῦ Γενικοῦ Διοικητοῦ τοῦ στρατοῦ, ἀλλὰ νὰ προϋπάρχῃ καὶ μία ἀπόφασις μιᾶς ἐπιτροπῆς, ἂν δὲν ἀπατῶμαι.
§139Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Ὄχι.
§140Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ. Δὲν εἴπετε αὐτό; Γνώμην τῶν σωματαρχῶν θέλετε;
§141Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Ἐγὼ εἶπον, ἡ πρότασις νὰ στηρίζηται εἰς τὴν γνωμάτευσιν τῶν σωματαρχῶν, οἵτινες κατὰ τὴν τελευταίαν τετραετίαν διῴκησαν τοὺς ἀποστρατευομένους ἀξιωματικούς· δὲν ἀνέφερα ἐπιτροπάς. Ἐγὼ θέλω νὰ ἀκουσθῇ καὶ ἡ γνώμη τοῦ στρατεύματος.
§142Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ. Δὲν λέγω τὸ ἐναντίον. Ἡ γνώμη τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ Τυρνάβου εἶναι ὀρθή, ἀλλ’ ὑπάρχει ἐν τῷ νομοσχεδίῳ.
§143Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Δὲν ὑπάρχει.
§144Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ. Διότι ποῦ ἀλλοῦ στηρίζεται ἡ γνωμάτευσις τοῦ σωματάρχου παρὰ εἰς τὰ φύλλα ποιότητος τῶν ἀξιωματικῶν; Ὁ ἀξιωματικὸς ἀποστρατευόμενος πρέπει νὰ ἔχῃ ὑπηρετήσει δεκάδας ἐτῶν ἐν τῷ στρατῷ. Τὸ ποιὸν αὐτοῦ λοιπὸν εἶναι γνωστὸν ἐν τῷ στρατεύματι, πιστοποιεῖται δὲ κατὰ τὴν ἐκ τοῦ στρατεύματος ἔξοδόν του καὶ ἐκ τοῦ φύλλου ποιότητος. Ἄρα ἐκεῖ ὑπάρχει ἡ γνωμάτευσις τοῦ σωματάρχου, διότι ὁ σωματάρχης εἶναι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἐπικυροῖ τὰ φύλλα ποιότητος. Ὥστε ἡ γνώμη τοῦ κ. Βουλευτοῦ Τυρνάβου καὶ συνταγματάρχου ὑπάρχει ἐν τῷ νομοσχεδίῳ.
§145Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Ἀλλὰ διατὶ θέλετε πρότασιν τῆς Γενικῆς Διοικήσεως, ἀφοῦ ἔχετε τὰ φύλλα ποιότητος; Χρειάζεται ὅμως γνώμη καὶ περὶ τῆς κατὰ τὴν ἔξοδόν του ἐκ τοῦ στρατεύματος ἱκανότητος τοῦ ἀξιωματικοῦ.
§146Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ. Τὰ φύλλα ποιότητος ὑπάρχουσι, καὶ ἐπὶ τῶν φύλλων ποιότητος θὰ στηριχθῇ ἡ γνωμάτευσις τοῦ Γενικοῦ Διοικητοῦ τοῦ στρατοῦ.
§147Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Καὶ ἂν αὕτη δὲν συμφωνῇ μὲ τὰ φύλλα ποιότητος;
§148Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ. Δὲν ἠμπορεῖ νὰ μὴ συμφωνῇ.
§149Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Αὐτὸ θέλομεν νὰ προλάβωμεν.
§150Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ. Διατὶ θέλετε νὰ παραδεχθῶ, ὅτι ἡ Γενικὴ Διοίκησις δὲν θὰ ἐκτελέσῃ τὸ καθῆκόν της; Δὲν ἠμπορῶ ἐγὼ τουλάχιστον νὰ κάμω τοιαύτην σκέψιν.
§151Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Τοιαύτην σκέψιν ἐγὼ δὲν κάμνω, ἀλλὰ κάμνω τὴν σκέψιν, ὅτι εἶναι προτιμότερον, ἡ τύχη καὶ ἡ φιλοτιμία τοῦ ἀξιωματικοῦ νὰ μὴ ἐξαρτᾶται ἐξ ἑνὸς μόνου προσώπου, ἀλλὰ νὰ ἐξαρτᾶται ἐξ ὅλης τῆς ὑπηρεσίας. Ἐὰν δὲ ὑμεῖς, ὡς Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, λάβητε ὑπ’ ὄψιν τὰ φύλλα ποιότητος καὶ ἐκ τούτων σχηματίσητε ἐναντίαν γνώμην, δὲν θέλετε δυνηθῆ νὰ μεταβάλητε τὴν πρότασιν, ἡ ὁποία σᾶς ἐγένετο. Τὰ φύλλα ποιότητος θὰ τὰ λάβητε ὑπ’ ὄψιν, ἀλλὰ τὴν μεταβολὴν δὲν θὰ τὴν φέρητε.
§152Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ. Ἐπαναλαμβάνω λοιπὸν, ὅτι ἡ ἰδέα τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Τυρνάβου Βουλευτοῦ, κατὰ τὴν γνώμην μου, ἐνυπάρχει ἐν τῷ νομοσχεδίῳ.
§153Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Εἰς τὸ νομοσχέδιον δὲν ὑπάρχει.
§154Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ. Δεύτερον ὁ κ. ἐκ Τυρνάβου Βουλευτὴς ἀπαιτεῖ πλειοτέραν, συστηματικωτέραν, ἵνα εἴπω οὕτω, πρακτικὴν ἐκπαίδευσιν τῶν ἐκ τῆς Σχολῆς τῶν ἐφέδρων ἐξερχομένων ἀξιωματικῶν. Ἐπὶ τούτου, καίτοι δὲν ἀμφισβητῶ τὴν γνώμην τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Τυρνάβου Βουλευτοῦ, θ’ ἀναφερθῶ εἰς τὴν πεῖραν, θ’ ἀναφερθῶ εἰς τὸ τί ὁ πόλεμος τοῦ 1897 ἀπέδειξε διὰ τοὺς ἐφέδρους ἀξιωματικοὺς, τοὺς ἐξελθόντας ἐκ τῆς Σχολῆς τῶν ἐφέδρων ἀξιωματικῶν, συμφώνως πρὸς τοὺς ἰσχύοντας τότε νόμους καὶ τὰς διατάξεις, τὰς αὐτὰς διατάξεις, αἱ ὁποῖαι ὑπάρχουσιν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ. Γενικὴ πεποίθησις, κύριοι Βουλευταὶ, ὑπάρχει, ὅτι ὁ θεσμὸς τῶν ἐφέδρων ἀξιωματικῶν ἐπέτυχε πληρέστατα, οἱ δὲ ἔφεδροι ἀξιωματικοὶ κατὰ τὸν πόλεμον ἔπραξαν τὸ καθῆκόν των, καὶ τόσον μάλιστα, ὥστε νὰ θεωρῶνται ἀνώτεροι παντὸς ἐπαίνου.
§155Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε.
§156ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίστε.
§157Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Εἶναι λυπηρόν, ὅτι δὲν κατορθώνω νὰ γείνω καταληπτός. Προσπαθῶ πάντοτε, ἀλλὰ δὲν δύναμαι. Καὶ περὶ μὲν τῶν ἐφέδρων ἀξιωματικῶν σπεύδω ἀμέσως νὰ ἀπαντήσω εἰς τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ὅτι ἡ ἀποστροφὴ αὐτοῦ ἦτο περιττὴ πρὸς ἐμέ. Ὑπῆρξα ὑποδιοικητὴς τῆς Σχολῆς τῶν ἐφέδρων ἀξιωματικῶν, διευθύνων διοικητής, καὶ καθηγητὴς τῆς Σχολῆς ταύτης, ἑπομένως καὶ ἐκ προσωπικῆς φιλοτιμίας θὰ εἶχον τὴν γνώμην, ἣν καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἔχει. Ἐγὼ δ’ ἔχω ἔτι πλέον πεφωτισμένην γνώμην, διότι καὶ ἐγὼ εἶχον ἐν Κρήτῃ ἀξιωματικοὺς ἐφέδρους, καὶ γνωρίζω πόσον ἀξίζουν, καὶ μάλιστα τοὺς εἶδον καὶ νικῶντας, ὄχι ἡττωμένους.
§158Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ. Σᾶς συγχαίρω.
§159Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Τοὺς εἶδον νικῶντας καὶ ὄχι φεύγοντας.
§160Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ. Ὡς εἶδον καὶ ἐγὼ τοὺς ἰδικούς μου, ὅτε εἶχον τὴν τιμὴν νὰ διοικῶ τὴν Γʹ ταξιαρχίαν ἐν Βελεστίνῳ.
§161Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Λέγω λοιπόν, ὅτι τοὺς ἐφέδρους ἀξιωματικοὺς τοὺς εἶδον καὶ νικῶντας καὶ ἐν τῇ ἀσκήσει τῶν ἔργων αὐτῶν τοὺς διῴκησα καὶ τοὺς ἐξεπαίδευσα· ἑπομένως δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ ὑπερασπισθῇ τις αὐτούς, διότι οὐδόλως ἐμέμφθην αὐτῶν. Ἐγὼ ἔρχομαι ἀκόμη ταύτην τὴν στιγμὴν νὰ συνηγορήσω ὑπὲρ αὐτῶν τῶν δυστυχῶν, τοὺς ὁποίους ὑποβάλλετε εἰς ἐξευτελισμόν, διότι, ἀφοῦ τοὺς ὀνομάσητε ἀξιωματικούς, τοὺς ἀναγκάζετε νὰ ἐκτελῶσι χρέη μαγείρου, χρέη θαλαμοφύλακος, χρέη συσσιτιάρχου, χρέη τὰ ὁποῖα τοὺς θέτουσιν ὑπὸ τὸν ἔλεγχον τῶν ὑποδεεστέρων. Θέλω λοιπὸν νὰ τοὺς προστατεύσω· τὴν προστασίαν δ’ αὐτῶν ἐζήτησα παρ’ ὑμῶν. Ἐζήτησα ὅμως καὶ τί ἄλλο, τὴν προστασίαν τοῦ συμφέροντος τοῦ Κράτους. – Ὑπῆρξα διοικητὴς τῶν ἐφέδρων ἀξιωματικῶν, καὶ ἐνθυμοῦμαι ὁρμαθὸν ἀνθρώπων, τοὺς ὁποίους μοὶ ἀπέστειλαν ἐκεῖ, ἀνικάνους καὶ ἀχρήστους, προσπαθοῦντας ν’ ἀποτύχωσι, διὰ νὰ ἐξέλθωσιν ὡς ὑπαξιωματικοί, διότι θὰ εἶχον οὕτω μισθὸν ὑπαξιωματικοῦ, ἐνῷ ὡς ἀξιωματικοὶ ἔχουσι μισθὸν στρατιώτου, ἑπομένως βάρη περισσότερα, καὶ ὀλιγωτέρας ἀπολαυάς. Συμπεριεφέροντο οὗτοι ἐν τῇ Σχολῇ κατὰ τρόπον, ὁ ὁποῖος ἦτο δυσάρεστος εἰς τοὺς συναδέλφους των, δυσάρεστος καὶ εἰς τοὺς προϊσταμένους των. Καὶ τί ἐζήτησα πρὸ ὀλίγου; Ἐζήτησα, ἀντὶ νὰ ἐπιτάσσηται ἡ στρατιωτικὴ ἐκπαίδευσις, νὰ προτάσσηται ἡ ἄσκησις αὐτῶν ὡς ὁπλιτῶν. Εἶπον, ὅτι ἡ στρατιωτικὴ ἐκπαίδευσις, ὅπως τὴν θέλει τὸ νομοσχέδιον, εἶναι σφαλερὰ καὶ ὅτι δέον νὰ δοκιμασθῶσι πρῶτον ἐν τῷ στρατῷ, ἂν ἔχουσι τὰ στρατιωτικὰ προσόντα. Ἀλλοίμονον εἰς τὸν πατέρα, ὁ ὁποῖος πρὶν ἢ δοκιμάσῃ τὰς δυνάμεις τοῦ υἱοῦ του τὸν ἀποστέλλει εἰς ἔργον, διὰ τὸ ὁποῖον εἶναι ἀνίκανος, τὸν ἀποστέλλει νὰ γείνῃ ἰατρός, ἐνῷ αὐτὸς δὲν δύναται νὰ γείνῃ οὐδὲ κουρεύς, τὸν ἀποστέλλει νὰ γείνῃ δικηγόρος, ἐνῷ αὐτὸς τραυλίζει! Βεβαίως τὸν γονέα αὐτὸν θὰ τὸν θεωρήσητε ἀνόητον. Διατὶ καὶ ἐγὼ νὰ μὴ κατατάξω, τὸ Κράτος μεταξὺ τῶν ἀνοήτων, τοὺς κυβερνῶντας τὸ Κράτος μεταξὺ τῶν ἀνοήτων κυβερνητῶν, ὅταν πρὶν δοκιμάσωσι τὴν ἀξίαν τῶν περὶ ὧν πρόκειται ἐφέδρων τοὺς ἀποστέλλωσιν, ἵνα ἐκπαιδευθῶσι; Τοῦτο λοιπὸν ἐζήτησα, τὸ τρίμηνον νὰ προταχθῇ. Ἐν τῷ στρατεύματι δὲ θὰ ᾖναι οἱ ἔφεδροι οὗτοι κατὰ ποίαν ἐποχήν; θὰ ᾖναι τὴν ἐποχήν, καθ’ ἣν θὰ ἐκτελεσθῶσιν αἱ μεγάλαι ἀσκήσεις, καθ’ ὃν χρόνον ὁ ἔφεδρος αὐτὸς θέλει ἀληθῶς δοκιμασθῆ. Ἀλλὰ τοῦτο μόνον ἐζήτησα; Ἐζήτησα καὶ ἄλλο τί· ἐζήτησα ἄνευ διακοπῆς νὰ γίνηται ἡ ἐκπαίδευσις. Τί δὲ ἐπέρχεται ἐκ τούτου; ὅτι ὁ ἔφεδρος ἐξερχόμενος τῆς Σχολῆς θὰ ὑπηρετήσῃ ὡς ἀνθυπολοχαγὸς πάλιν κατὰ τὸ τετράμηνον ἐκεῖνο διάστημα, καθ’ ὃ θὰ συμπέσωσιν αἱ δύο ἡλικίαι καὶ κατὰ τὸ ὁποῖον θὰ λάβωσι χώραν αἱ μεγάλαι ἀσκήσεις, εἰς ἃς θὰ λάβῃ οὕτω δὶς μέρος. Σεῖς θέλετε, καθ’ ὃν χρόνον θὰ γίνωνται αἱ ἀσκήσεις, τὴν ἐποχὴν τῆς προσελεύσεως, αὐτὸς νὰ εὑρίσκηται ἐν τῇ Σχολῇ, καὶ ἐγὼ θέλω νὰ συμμετάσχῃ εἰς τὰς μεγάλας ἀσκήσεις, καὶ μετά τοῦτο πλέον, ἔχων τὸ γόητρον τὸ στρατιωτικόν, δοκιμασθεὶς καὶ ἐκτιμηθείς, νὰ σταλῇ εἰς τὴν Σχολήν, ἵνα συμπληρώσῃ τὰς γνώσεις αὑτοῦ τὰς θεωρητικὰς καὶ ἀκολούθως νὰ ἐξέλθῃ, ἵνα ἐκτελέσῃ τὰ καθήκοντα τοῦ ἀνθυπολοχαγοῦ. Ἀλλὰ πότε πάλιν; κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην τοῦ τετραμήνου, κατὰ τὸ ὁποῖον εἶναι πραγματικὴ ἡ ἐκπαίδευσις αὐτοῦ. Αὐτὰ εἶχον νὰ εἴπω. Οὐδὲ τῶν ἐφέδρων ἀξιωματικῶν, τῶν ὑπαρχόντων, τὴν ποιότητα κατηγόρησα, οὐδὲ τίποτε ἐξ αὐτῶν, διότι, ὡς σᾶς εἶπον, τοὺς ἐξεπαίδευσα, τοὺς διῴκησα καὶ τοὺς εἶδον καὶ ἐν πολέμῳ νικῶντας.
§162Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Κύριε Βουλευτά, παρακαλῶ, μίαν στιγμήν.
§163Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Εὐχαρίστως.
§164Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ. Χωρὶς νὰ σᾶς ἀποδώσω τὰ αὐτὰ πρὸς ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα εἴπετε, θὰ σᾶς ζητήσω ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ὅλης μίαν ἐξήγησιν.
§165Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Μάλιστα.
§166Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ. Τί ἐννοεῖτε, εἰπόντες ὅτι θεωρεῖτε τοὺς κυβερνήτας ἀνοήτους;
§167Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Εἶπον ὅτι, ὅπως εἷς γονεύς...
§168Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ. Παρακαλῶ. Ἐννοεῖτε νὰ θίξητε ἐμέ;
§169Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Ἆ! Ὄχι, κύριε Ὑπουργέ.
§170Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ. Εἶσθε συνταγματάρχης, κύριε Βουλευτά, καὶ εἴμεθα ἐξ ἴσου φιλότιμοι. Δὲν ἐννοῶ νὰ σᾶς θίξω, ἀλλ’ οὐδὲ θὰ σᾶς ἐπιτρέψω ποτὲ νὰ μὲ θίξητε. Λοιπὸν ἐπαναλαμβάνω καὶ πάλιν νὰ σᾶς ἐρωτήσω, εἴχετε καμμίαν πειρακτικὴν διάθεσιν, ὅτε εἴπετε αὐτά, ναὶ ἢ ὄχι;
§171Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Θέλετε νὰ σᾶς ἀπαντήσω;
§172Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ. Ναί.
§173Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Καθήσατε εἰς τὴν θέσιν σας, καὶ θὰ σᾶς ἀπαντήσω.
§174Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ. Ὁρίστε.
§175Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Δὲν θ’ ἀπαντήσω διὰ μακρῶν. Εἶπον, ὅτι, ὅπως εἷς γονεύς, ἀποστέλλων τὸν τραυλίζοντα υἱόν του διὰ νὰ σπουδάσῃ τὰ νομικά, πράττει ἀνοησίαν, ὅπως εἷς πατήρ, ὁ ὁποῖος, βλέπων ὅτι ὁ υἱός του οὐδὲ τοῦ κουρέως τὴν δεξιότητα δύναται νὰ ἔχῃ, εἶναι ἀνόητος, ἀποστέλλων αὐτὸν διὰ νὰ γείνῃ χειροῦργος, οὕτω καὶ εἰς κυβερνήτης, τὸ Κράτος, ἀποστέλλων τοὺς περὶ ὧν πρόκειται ἐφέδρους νὰ σπουδάσωσι, διὰ νὰ γείνωσιν ἀξιωματικοί, ἐνῷ δὲν ἐδοκίμασεν αὐτοὺς ἂν ἔχουσι στρατιωτικὰς ἰδιότητας.
§176Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ. Ἀφοῦ λέγετε «τὸ Κράτος», αὐτὸ ἀρκεῖ.
§177Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Ὄχι, ὄχι. Παρακαλῶ. Εἶπον ὅτι τὸ Κράτος θὰ ἦναι ἀνόητον, θὰ ἦναι ἀπερίσκεπτον, ἐὰν τοὺς ἀποστείλῃ. Καὶ ἐπειδὴ τὸ Κράτος εἶναι προσωποποιημένον, εἶπον ὁ γονεύς, ὁ πατήρ, ὁ κυβερνήτης· καὶ τὸ ἐπαναλαμβάνω. Δὲν εἶπον ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, διότι δὲν τοὺς ἀποστέλλετε ὑμεῖς, τοὺς ἀποστέλλουσιν οἱ σωματάρχαι, γνωματεύοντες. Ἀλλ’ ὁ κυβερνήτης τοὺς ἀποστέλλει πότε; ὅταν δὲν θέλῃ νὰ δεχθῇ τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ἐγὼ προτείνω, λέγων «δοκιμάσατέ τους πρίν». Εἶναι τὸ πνεῦμα τοῦ νομοθέτου, ὑμεῖς δὲ δὲν εἶσθε νομοθέτης. Ἀλλ’ ἐγὼ σᾶς λέγω, ὅτι οὐδὲ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι παρεσκεύασαν τὸ νομοσχέδιον, οὐδὲ ὑμεῖς θίγεσθε, καὶ ἐπιτρέψατέ μοι νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι ἡ συζήτησις ἐνταῦθα πρέπει νὰ ἦναι ἐλευθέρα. Ἐπειδὴ δὲ ἐπεκαλέσθητε τὴν εὐθύτητά μου, ἥτις εἶναι γνωστή, θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς εἴπω, χωρὶς νὰ σᾶς κακοφανῇ, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποτιμήσω ἐγὼ οὐδ’ ἐπ’ ἐλάχιστον ὑμᾶς, ἑπομένως οὐδὲ νὰ ἀποδώσω εἰς ὑμᾶς τίτλον τοιοῦτον. Μὴ θέλετε ὅμως νὰ νομίσητε, ὅτι ἐγὼ διὰ τούτων ἀναιρῶ ὅ,τι εἶπον. Ἔρχομαι καὶ διὰ τρίτην φορὰν ἤδη νὰ ἐξηγήσω τοὺς λόγους μου, καὶ ἂν ἡ Βουλὴ εὕρῃ εἰς ὅσα ἐγὼ εἶπον τὴν παραμικρὰν ἀνάκλησιν, ἐγὼ τότε θὰ εἴπω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, ὅτι εἶμαι ἕτοιμος νὰ δεχθῶ πᾶσαν πρόκλησιν.
§178Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ. Δὲν προκαλῶ, ἀλλ’ ἀμυνόμενος θὰ σᾶς στείλω τοὺς μάρτυράς μου, χωρὶς νὰ προκαλῶ (Θόρυβος).
§179Γ. Ν. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν λύετε τὴν συνεδρίασιν;
§180Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Δὲν ὑπάρχει ἀπαρτία, κύριε Πρόεδρε.
§181ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Λύσατε τὴν συνεδρίασιν, κύριε Πρόεδρε.
§182ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διατί;
§183ΧΑΡΙΛ. ΤΖΑΝΝΕΤΑΚΗΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ συζήτησις.
§184ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπεβλήθη ἔνστασις περὶ μὴ ἀπαρτίας. Θ’ ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος.
§185ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ συζήτησις ὑπὸ τοιαύτας συνθήκας.
§186Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ν’ ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος.
§187ΧΑΡ. ΤΖΑΝΝΕΤΑΚΗΣ. Δὲν θέλετε νὰ ἐννοήσητε, ὅτι πρέπει νὰ λύσητε τὴν συνεδρίασιν; Ἀναγνώσατε τὸν κατάλογον. (Ἀναγινώσκεται ὁ ὀνομαστικὸς τῶν Βουλευτῶν κατάλογος, ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν τῶν βουλευτῶν Περ. Ἀλεξάκη καὶ Κ. Γεράκη, ὡς ψηφολεκτῶν· μεθ’ ὃ γίνεται ἡ διαλογή).
§188ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ὑπάρχει ἀπαρτία. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρᾳ 9 μ. μ.)