1903.12.15
143 στίχοι · 1.056 λέξεις · 9 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 1
τῆς 15 Δεκεμβρίου 1903.
(Δευτέρα).
(Προεδρεύοντος τοῦ προσωρινοῦ Προέδρου κ. Δ. Τραυλοῦ).
(Γενομένης ἀπαρτίας ὥρᾳ 10 καὶ 25′ π. μ. ἀναγινώσκεται καὶ ἐγκριθὲν ἐπικυροῦται τὸ πρακτικὸν τῆς ἐνάρξεως τῆς Συνόδου. Ἀκολούθως προσελθόντες ὀμνύουσιν ἐπὶ τοῦ ἱεροῦ Εὐαγγελίου τὸν νενομισμένον ὅρκον οἱ ἄρτι ἐκλεγέντες βουλευταὶ Κωνστ. Ἀγαθοκλῆς (Φθιώτιδος) καὶ Κωνστ. Ἀλαμᾶνος (Κερκύρας).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀντικείμενον τῆς σημερινῆς συνεδριάσεως εἶναι ἡ ἐκλογὴ τοῦ ὁριστικοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς. Παρακαλῶ νὰ προσέλθωσι δύο ψηφολέκται.
§2Δ. ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον νὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ νὰ εἴπω δύο λέξεις. Εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ μὴ σιωπήσω, ἐὰν κατὰ τὴν ψηφοφορίαν ἐπὶ τῆς ἐκλογῆς τοῦ Προέδρου συμπίπτῃ νὰ ἔχω γνώμην ἐναντίαν καθιερωθείσης τινὸς τακτικῆς· διότι ἡ σιωπή μου ἤθελε προϋποθέσει, ὅτι ψηφοφορῶν ἐπὶ τῆς ἐκλογῆς τοῦ Προέδρου ἀποδέχομαι τὴν καθιερωθεῖσαν ταύτην τακτικήν. Καὶ ἡ καθιερωθεῖσα τακτικὴ ποία εἶναι; ὅτι ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς ἐκλογῆς τοῦ Προέδρου ἀποφαίνεται τὸ Κοινοβούλιον ἐπὶ τῶν ἰδεῶν τῆς Κυβερνήσεως, ἰδεῶν δὲ σήμερον μήπω εἰς τὴν Βουλὴν ἐκτεθεισῶν. Τὸ τοιοῦτον βεβαίως πᾶς τις ἀναγνωρίζει ὅτι εἶναι ἀσυμβίβαστον πρὸς αὐτὴν τὴν θεμελιώδη ἔννοιαν τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος, καθ’ ἣν ἡ πλειονοψηφία ὑποτίθεται ὅτι σχηματίζεται κατόπιν τῶν ἐν τῇ Βουλῇ διεξαγομένων συζητήσεων. Οὕτω μόνον τὸ νομικὸν πλάσμα τῆς πλειονοψηφίας ἔχει ἀξίαν, καθόσον πλειονοψηφία ὑπάρχουσα ἐκ τῶν προτέρων καὶ ἐκφραζομένη μόνον δι’ ἀριθμῶν δὲν ἔχει τὴν ἀξίαν τοῦ νομικοῦ πλάσματος, ὅτι κατόπιν συζητήσεως ἡ πλειονοψηφία τῆς Βουλῆς ὑποτίθεται ὅτι ἀποδέχεται τὴν ὀρθοτέραν τῶν γνωμῶν. Καὶ τεκμαίρεται οὕτως, ὅτι κατὰ τὴν αὐτὴν ἀναλογίαν ἡ πλειονοψηφία τοῦ λαοῦ ἤθελε πεισθῆ καὶ ἀποδεχθῆ τὴν ἰδίαν γνώμην. Καὶ ἄλλοτε δὲ συνέπεσεν ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς νὰ ἐκφράσω τὴν ἰδέαν, ὅτι ἡ ἐκλογὴ τοῦ Προέδρου δὲν πρέπει νὰ ἔχῃ χαρακτῆρα πολιτικόν, διότι ἐκφράζεται οὕτω κἄτι τι, τὸ ὁποῖον δὲν συμβιβάζεται οὔτε μὲ αὐτὴν τὴν κοινὴν λογικήν. Διὰ τοῦτο ἐθεώρησα ἐπίκαιρον, ἢ μᾶλλον ἐπιβαλλόμενον, νὰ δηλώσω ἐκ τῶν προτέρων, ὅτι ἡ ψῆφός μου, οἱαδήποτε καὶ ἂν ἦναι, δὲν ἔχει ἔννοιαν πολιτικήν, δὲν ἐκφράζει δηλαδὴ οὔτε προδικάζει ἐκ τῶν προτέρων τὰς γνώμας, τὰς ὁποίας ἀποδέχομαι, διότι αὗται ὑποτίθεται ὅτι θέλουσι μορφωθῆ ἐκ τῶν εἰσαγομένων ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὴν Βουλὴν προτάσεων. Ὥστε ὑπὸ τὴν ἔννοιαν ταύτην, οἱονδήποτε καὶ ἂν ἤθελον ψηφίσει ὡς Πρόεδρον, τοῦτο δὲν ἤθελε μεταβάλει τὴν γνώμην μου ταύτην οὔτε κατὰ κεραίαν, οὔτε τὰς σχέσεις μου τὰς κομματικὰς καὶ πολιτικὰς καὶ τὴν πορείαν μου τὴν γνωστήν, — τολμῶ μάλιστα εἰπεῖν, πασίγνωστον, — τὴν ὁποίαν ἀκολουθῶ, ἀλλὰ τοὐναντίον ἐκφράζω οὕτω τὰς ἰδέας μου ταύτας κατὰ τρόπον, κατ’ ἐμὲ καταλληλότερον καὶ προσφορώτερον, τοσοῦτο μᾶλλον, καθόσον αἱ ἰδέαι αὗται, — ἰδέαι καὶ τοῦ κόμματος, εἰς τὸ ὁποῖον ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ἀνήκω, — εἶναι ἰδέαι οὐ μόνον τῶν ἐν Ἑλλάδι, ἀλλὰ καὶ τῶν ἁπανταχοῦ τοῦ Ἑλληνισμοῦ Ἑλλήνων. Αἱ ἰδέαι δὲ αὗται εἶναι, ὅτι ἐκ τῶν περιστάσεων τῶν σημερινῶν τοῦ τόπου καὶ τῶν ἐπειγουσῶν μεγάλων ἀναγκῶν αὐτοῦ πρέπει νὰ σχηματίσωμεν τὰς γνώμας ἡμῶν σήμερον· αἱ περιστάσεις δ’ εἶναι τοιαῦται, ὥστε καὶ νέαι σκέψεις ἀκόμη ἐπεβλήθησαν εἰς πάντα τὰ κόμματα. Ἑπομένως ἡ προκατάληψις, ἡ ὁποία ὑπάρχει κατὰ τὴν ἐκλογὴν τοῦ Προέδρου, ὅτι διὰ τῆς περὶ αὐτοῦ ψήφου ἐκδηλοῦται προαποφασισμένη γνώμη τῆς Βουλῆς, δὲν εἶναι ὀρθή, διότι, ὡς εἶπον, δὲν διασώζεται οὕτως οὐδὲ τὸ τεκμήριον, τὸ ὁποῖον πρέπει πάντοτε νὰ διασώζηται, ὅτι ἡ πλειονοψηφία σχηματίζεται μετὰ τὰς ἐν τῇ Βουλῇ συζητήσεις. Αὕτη εἶναι ἡ γνώμη μου, τοιαύτην δέ, πιστεύω, ἀξιοῖ καὶ ἡ Κυβέρνησις νὰ ἔχωσι γνώμην καὶ αὐτοὶ οἱ τὸ ἰδιαίτερον αὑτῆς κόμμα ἀποτελοῦντες.
§3ΑΧ. ΠΑΠΑΛΟΥΚΑΣ. Εἶμαι ὑποχρεωμένος καὶ ἐγὼ, Κύριοι, νὰ κάμω τὴν δήλωσιν πρὸς τὴν Βουλήν, ὅτι τὴν ψῆφόν μου κατὰ τὴν σημερινὴν ἐκλογὴν θέλω διαθέσει ὑπὲρ τοῦ κυρίου Χατζίσκου, ἕνεκα λόγων ἰδιαιτέρων, συνδεόντων με στενώτατα καὶ πρὸς αὐτὸν καὶ πρὸς τὴν Φθιώτιδα, καίτοι ἀποκλειστικῶς ἀνήκω εἰς τὸ κόμμα τοῦ ἐριτίμου κυρίου Ζαΐμη, τοῦ ὁποίου τὰς ἀρχὰς ἀπαρεγκλίτως ἀκολουθῶ. Λυποῦμαι δὲ ἐγκαρδίως, διότι τὴν στιγμὴν ταύτην δὲν δύναμαι νὰ ἐκδηλώσω φιλικὴν γνώμην πρὸς τὸν κύριον Μποῦτον, πρὸς τὸν ὁποῖον τρέφω πολλὴν ὑπόληψιν.
§4ΔΙΟΝ. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Δηλῶ καὶ ἐγὼ συγχρόνως πρὸς τὸν κύριον προλαλήσαντα, ὅτι ἡ ψῆφός μου θέλει εἶσθαι ψῆφος προσωπικῆς ἐκτιμήσεως.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ ψηφοφορία. (Παρατεθεισῶν δύο ψηφοδόχων καλπῶν ἐπὶ τοῦ βήματος, γίνεται μυστικὴ διὰ ψηφοδελτίων ψηφοφορία, κατὰ τὸ ἄρθρον 62 τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς, ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν τῶν βουλευτῶν Γ. Ραδινοῦ καὶ Γ. Μελισσηνοῦ, ὡς ψηφολεκτῶν. Μεθ’ ὃ γίνεται ἡ διαλογή).
§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψηφοφόρησαν ἐν ὅλῳ 214. Τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ψηφοφορίας ἔχει ὡς ἑξῆς: Ὁ κύριος Νικόλαος Χατζῖσκος ἔλαβε ψήφους 125, ὁ κ. Κυριακούλης Π. Μαυρομιχάλης 54, ὁ κ. Περικλῆς Μποῦτος 21. Εὑρέθησαν δὲ καὶ 14 ψηφοδέλτια λευκά. Ἑπομένως Πρόεδρος τῆς Βουλῆς ἐξελέγη δι’ ἀπολύτου πλειονοψηφίας ὁ κ. Νικόλαος Χατζῖσκος βουλευτὴς Φθιώτιδος. Παρακαλεῖται ὁ κ. Χατζῖσκος νὰ προσέλθῃ νὰ καταλάβῃ τὴν ἕδραν τοῦ Προέδρου. (Ὁ κ. Ν. Χατζῖσκος προσελθὼν καταλαμβάνει τὴν ἕδραν τοῦ Προέδρου).
§7Ν. ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ (Πρόεδρος). Ἀναμετρῶ, κύριοι Βουλευταί, τὸ δυσχερὲς τοῦ ἔργου, εἰς ὃ μὲ ἐκάλεσεν ἡ εὐμενὴς ψῆφος ὑμῶν, καὶ συναισθάνομαι τὰς συμπαρομαρτούσας εἰς αὐτὸ εὐθύνας. Ἀλλ’ ἡ τιμή, διὰ τῆς ὁποίας μὲ περιεβάλετε, εἶναι τοιαύτη, ὥστε πᾶσαν θέλω καταβάλει προσπάθειαν, ἵνα μὴ ὑστερήσω τῶν ἀγαθῶν ὑπὲρ ἐμοῦ προσδοκιῶν σας. Σεβασθείς, ἀφ’ ἧς εἰσῆλθον εἰς τὴν ἐθνικὴν ταύτην αἴθουσαν, τὸν Κανονισμὸν τῆς Βουλῆς πάντοτε, αὐτὸν καὶ μόνον θέλω ἔχει ὑπόγραμμον τῆς ὑπ’ ἐμοῦ διευθύνσεως τῶν συνεδριάσεων τῆς Βουλῆς. Ἀλλ’ ὅπως αὗται βαίνωσιν ἀπροσκόπτως καὶ ὁμαλῶς, ἔχω ἀνάγκην τῆς ὑμετέρας συνδρομῆς, καὶ δὴ κατὰ τὰς κρισίμους ταύτας περιστάσεις τῆς χώρας, αἵτινες ἐπέβαλον τὴν ἄνευ διαταράξεως τῶν δημοσίων οἰκονομικῶν παρουσίαν τῆς Βουλῆς, πρὸς ἣν στρέφει τὸ βλέμμα καὶ τὸν νοῦν ὁ Ἑλληνικὸς λαός, ἀπεκδεχόμενος μετὰ πεποιθήσεως παρὰ τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ ἔθνους τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν ἐθνικῶν ἀναγκῶν. Καὶ παρ’ ὅλας τὰς κατὰ τοῦ Ἑλληνικοῦ Κοινοβουλίου ἐνίοτε ἐκτοξευομένας μομφάς, ἐὰν ἐπισκοπήσῃ τις τὴν ἀπ’ ἀρχῆς μέχρι σήμερον πορείαν αὐτοῦ, θέλει κατίδει, ὅτι εἰς τὰς κρισίμους περιστάσεις τῆς χώρας ἓν αἴσθημα ἐκυριάρχησεν ἐν τῷ Ἑλληνικῷ Κοινοβουλίῳ, τὸ αἴσθημα τοῦ πατριωτισμοῦ καὶ τῆς αὐταπαρνήσεως τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ ἔθνους. (Χειροκροτήματα παρατεταμένα ἐκ τῆς αἰθούσης καὶ τῶν θεωρείων). Ἐπὶ τῇ πεποιθήσει ὅτι εἰς τὰς συνειδήσεις πάντων ἡμῶν ὑπερέχει τὸ ἰδεῶδες τῆς πατρίδος, καλούσης ἡμᾶς εἰς κοινὴν συνεργασίαν ἐπ’ ἀγαθῷ αὐτῆς, καταλαμβάνω τὴν ἕδραν τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς, σφίγγων τὰς χεῖρας ὑμῶν ἐξ αἰσθήματος εὐγνωμοσύνης. (Εὖγε! καὶ παρατεταμένα χειροκροτήματα ἐκ τῆς αἰθούσης καὶ τῶν θεωρείων). Θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν νὰ ἐκφράσῃ τὰς εὐχαριστίας της πρὸς τὸν κ. προσωρινὸν Πρόεδρον.
§8ΦΩΝΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ ἤδη ὑμᾶς, ὅπως αὔριον τὴν δεκάτην ὥραν πρὸ μεσημβρίας προσέλθητε εἰς τὴν Βουλὴν, ἵνα προβῶμεν εἰς τὴν ἐκλογὴν τῶν λοιπῶν μελῶν τοῦ Προεδρείου καὶ τοῦ ἐφόρου τῆς Βιβλιοθήκης, ὡς καὶ τῶν διαρκῶν ἐπιτροπῶν τῆς Βουλῆς. Μὴ ὑπάρχοντος ἑτέρου ἀντικειμένου λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρᾳ 11 καὶ 45′. π. μ.)