1903.07.02
2,539 rows · 19,284 words · 200 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 20
τῆς 2 Ἰουλίου 1903.
(Τετάρτη).
(Γενομένης ἀπαρτίας ὥρᾳ 9 π. μ. ἀναγινώσκονται καὶ ἐγκριθέντα ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Ἠλίας Πουλόπουλος δι’ ὑπομνήματός του ὑποβάλλει παρατηρήσεις ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τροποποιήσεως διατάξεων τοῦ τελωνειακοῦ δασμολογίου», σχετικὰς πρὸς τὴν κατάταξιν τῶν πιλημάτων. Οἱ φαρμακοποιοὶ Λαμίας δι’ ἀναφορᾶς των ζητοῦσι τὴν ἀνάκλησιν τῆς εἰς τὸν Ι. Μαχαιρᾶν παραχωρηθείσης ἀδείας πρὸς ἵδρυσιν πέμπτου φαρμακείου ἐν Λαμίᾳ, ὡς παρανόμως ἐκδοθείσης. Οἱ κάτοικοι τοῦ δήμου Τιθορέας τῆς ἐπαρχίας Λοκρίδος δι’ ἀναφορᾶς των ἐπικαλοῦνται τὴν ἀρωγὴν τῆς Κυβερνήσεως, διότι τὰ κτήματα αὐτῶν κατεστράφησαν ὑπὸ τῆς χαλάζης. Ὁ ἐν ταῖς φυλακαῖς Παλαμηδίου κρατούμενος κατάδικος Φώτης Παλιὸς δι’ ἀναφορᾶς του παραπονεῖται, ὅτι δὲν συμπεριελήφθη εἰς τὸ Β. Διάταγμα, δι’ οὗ ἀπενεμήθη βασιλικὴ χάρις εἰς τοὺς πάσχοντας καταδίκους. Ὁ βουλευτὴς Λευκάδος κ. Γ. Σκληρὸς ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τροποποιήσεως τῶν περὶ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν Βουλευτῶν διατάξεων τοῦ ᾼΩΟϚʹ νόμου τῆς 2 Ἰανουαρίου 1891». Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 38).
§2Ν. ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Δύο λέξεις ἐπὶ τῆς ἀναφορᾶς τῶν φαρμακοποιῶν Λαμίας. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ λάβῃ ταύτην ὑπ’ ὄψιν, διότι συνεστήθησαν φαρμακεῖα, ὡς φαίνεται καὶ ἐκ τῆς μελέτης τῶν ἐγγράφων, παρὰ τὸν νόμον.
§3Κ. ΧΑΛΚΙΟΠΟΥΛΟΣ. Δύο λέξεις ἐπὶ τῆς ἀναφορᾶς τῶν κατοίκων τοῦ δήμου Τιθορέας. Καὶ ἄλλοτε ἀνεφέρθησαν εἰς τὴν Βουλὴν οἱ κάτοικοι τοῦ δήμου Τιθορέας, τῶν ὁποίων τὰ σπαρτὰ τελείως κατεστράφησαν, τὸ δὲ Ὑπουργεῖον, ὡς ἐνθυμοῦμαι καλῶς, ἐζήτησε πληροφορίας ἀπὸ τὸν Νομάρχην καὶ τὰς ἐπιτοπίους ἀρχὰς, ἂν ἐγένοντο ζημίαι, καὶ πόσαι τοιαῦται ἐγένοντο· ὡς δ’ εἶμαι πληροφορημένος, αἱ ἀρχαὶ ἀπήντησαν, ὅτι ἐπῆλθε τελεία καταστροφὴ τῶν δημητριακῶν καρπῶν, οἱ δὲ κάτοικοι στεροῦνται καὶ τοῦ ἄρτου. Ὑποθέτω δὲ, ὅτι τὰ ἔγγραφα ταῦτα ἀπεστάλησαν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν καὶ Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὰ ἔγγραφα ταῦτα, καὶ ν’ ἀποφασίσῃ, ἂν πρέπει νὰ δώσῃ βοήθημά τι· διότι εἶναι δίκαιον καὶ εὔλογον νὰ χορηγηθῇ βοήθημα εἰς τοὺς τελείως καταστραφέντας ἐκ τῆς χαλάζης, ὡς εἶναι βεβαιωμένον.
§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Τσαμαδὸς ἔχει τὸν λόγον πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως.
§5Ν. ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Δὲν προτίθεμαι, Κύριοι, ν’ ἀπασχολήσω ἐπὶ μακρὸν τὴν Βουλήν, διότι ἀναγνωρίζω τὸ πολύτιμον τοῦ ὑπολειπομένου χρόνου πρὸς συντέλεσιν τῶν νομοθετικῶν ἐργασιῶν, τοσούτῳ μᾶλλον, καθόσον καὶ τὰ κυνικὰ καύματα ἤρξαντο ἤδη ἀπὸ τῆς χθὲς, 1 Ἰουλίου· οὐχ ἧττον ἐπιβάλλεται ἀνάγκη νὰ λαλήσω καὶ αὖθις περὶ τοῦ ζητήματος τῆς σπογγαλιείας. Γινώσκετε τὰς περιπετείας τοῦ θέματος τούτου. Κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Βουλευτικὴν Περίοδον διὰ μακρῶν συνεζητήθη ὁ τρόπος, καθ’ ὃν ἁλιεύεται ὁ σπόγγος εἰς τὰ παράλια τῆς Ὀθωμανικῆς Αὐτοκρατορίας. Ἡ Κυβέρνησις ἡ τότε τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐκ Καλαβρύτων κατέβαλε πᾶσαν προσπάθειαν, ὅπως ἄρῃ τὰς δυσχερείας τὰς προερχομένας ἐκ τῆς Ὑψηλῆς Πύλης, ἥτις δι’ αὐτοκρατορικῆς διαταγῆς εἶχεν ἀπαγορεύσει τὴν ἁλιείαν τῶν σπόγγων διὰ σκαφάνδρων εἰς τὰ παράλια τῆς Ἀφρικῆς. Πράγματι δὲ ἡ Κυβέρνησις τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Καλαβρύτων Βουλευτοῦ κατώρθωσε νὰ ἄρῃ τὰς δυσχερείας ταύτας, καὶ ἐπετράπη — καίτοι εἶχεν ἀπαγορευθῆ διὰ τὸ ἔτος ἐκεῖνο — ἡ διὰ σκαφάνδρων ἁλιεία. Ἐννοεῖται ὅτι ἡ Ὀθωμανικὴ Κυβέρνησις κατὰ τὸ ἐπιὸν ἔτος, ἤτοι κατὰ τὸ ἐνεστώς, ἐπέμεινεν εἰς τὴν ῥητὴν ἀπαγόρευσιν τῆς διὰ σκαφάνδρων ἁλιείας οὐχὶ μόνον εἰς τοὺς Ἕλληνας, ἀλλὰ καὶ εἰς αὐτοὺς ἀκόμη τοὺς ἰθαγενεῖς. Ἐν τούτοις ἡ Κυβέρνησις τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Γόρτυνος Βουλευτοῦ καὶ πάλιν διηυκόλυνε τὴν διὰ σκαφάνδρων ἁλιείαν, ἐξευρεθέντος τοῦ τρόπου, ὅπως τὰ ἁλιευτικὰ πλοιάρια ἁλιεύωσι πέραν τῶν τριῶν μιλίων ἀπὸ τῆς ἀκτῆς, ὡς οὐδετέρας θαλάσσης, καὶ τότε παρεκαλέσαμεν τὸν κ. ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν Ὑπουργὸν, ὅπως κατὰ τὸ εἰωθὸς ἀποστείλῃ πλοῖον πολεμικὸν πρὸς προστασίαν τῶν σπογγαλιευτικῶν πλοιαρίων ἀπὸ πάσης ξενικῆς ἐπιθέσεως καὶ πρὸς παροχὴν ἰατρικῆς συνδρομῆς εἰς τοὺς πάσχοντας ἐκ διαφόρων νοσημάτων. Ἀλλὰ δυστυχῶς, ἐνῷ ταῦτα καλῶς ἐγένοντο, καὶ ἐνῷ τὰ πλοιάρια, ἐφοπλισθέντα, ὅπως καὶ κατὰ τὰ παρελθόντα ἔτη, ἀνεχώρησαν εἰς τὰ παράλια τῆς Ἀφρικῆς, ὁ κυβερνήτης τοῦ ἐκεῖ ἀποσταλέντος πολεμικοῦ πλοίου, δὲν ἠξεύρω πόθεν ὁρμώμενος, καὶ ποίας ἔχων ὁδηγίας, — οὐχὶ πλέον τὰς ἐπισήμους, ἀλλ’ ἰδιαιτέρας, — ἀπηγόρευσε τὴν διὰ σκαφάνδρων ἁλιείαν, καὶ ἀπηγόρευσε ταύτην κατὰ τρόπον παράδοξον καὶ ἥκιστα νόμιμον, διότι συνέλαβε πάντας τοὺς δύτας, τοὺς ὁπωσδήποτε παθόντας κατὰ προηγούμενα ἔτη, ἀπὸ δεκαετίας ἴσως, καὶ τοὺς συνέλαβεν ἐνῷ εἰργάζοντο, ἐπὶ τῷ λόγῳ δῆθεν, ὅτι ἦσαν ἀνίκανοι, διότι ἔπαθον ἐν τῷ βυθῷ τῆς θαλάσσης καθ’ ὃν χρόνον ἐξήσκουν τὸ ἐπάγγελμα τοῦ δύτου, καὶ καθεῖρξεν αὐτοὺς εἰς τὸ κύτος τοῦ πλοίου, λόγῳ ὅτι ἦσαν ἀνίκανοι πρὸς ἐργασίαν καὶ διότι ἦτο πιθανὸν νὰ πάθωσιν ἐκ νέου, καὶ ἐντεῦθεν νὰ συμβῶσι δυστυχήματα. Ἡ τοιαύτη πρᾶξις βεβαίως εἶναι καὶ αὐθαίρετος καὶ παράνομος, τοσούτῳ μᾶλλον, καθόσον οὐδεμία περὶ τούτου εἶχε δοθῆ εἰς τὸν εἰρημένον κυβερνήτην ἐπίσημος ὁδηγία. Παρακαλῶ δὲ τὸν κ. πρώην Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν νὰ βεβαιώσῃ τὴν Βουλήν, ἐὰν εἰς τὸν κυβερνήτην τοῦ πλοίου ἔδωσε διαταγὴν νὰ συλλάβῃ τοὺς δύτας καὶ νὰ ἐγκαθείρξῃ αὐτοὺς εἰς τὸ κύτος τοῦ πλοίου, λόγῳ ὅτι δὲν συμμορφοῦνται πρὸς τὰς πρὸς αὐτοὺς δοθείσας ὁδηγίας. Ἡ κατάστασις αὕτη, Κύριοι, εἶναι τοιαύτη, ὥστε φέρει εἰς ἀπόγνωσιν τοὺς πληθυσμοὺς τῶν τριῶν νήσων, οἵτινες κατέβαλον διὰ τὴν ἐφόπλισιν καὶ τὴν προετοιμασίαν τῶν πλοιαρίων αὐτῶν περὶ τὰ τρία καὶ πλέον ἑκατομμύρια δραχμῶν, καὶ ἂν τὰ πλοιάρια ταῦτα ἐπιστρέψωσι κενὰ σπόγγων εἰς τὰς νήσους, βεβαίως οἱ πληθυσμοὶ αὐτοὶ θὰ ὦσιν ἐντελῶς κατεστραμμένοι, βεβαίως θὰ ἔχωμεν ὄχι τὰς μαύρας σημαίας τῆς Ἠλείας, ἀλλὰ κἄτι χεῖρον, διότι οὐδένα ἄλλον πόρον ἔχουσιν, ὅπως ἐξοικονομήσωσι τὰς ἀνάγκας τοῦ βίου των, διότι ἐν Ὕδρᾳ οὐδὲ χόρτον φύεται, οὐδὲ ἄλλη ἐργασία δύναται νὰ δοθῇ εἰς τοὺς πληθυσμοὺς τούτους. Ἀλλ’ ἴσως αὐτὰ καὶ μόνα δὲν ἀποτελοῦσι τὸ δυστύχημα. Θέλετε νὰ μάθητε ὅλας τὰς συνεπείας; Πάντες οὗτοι, οἵ τε πλοίαρχοι καὶ οἱ σπογγαλιεῖς, ἐδάρησαν, κατὰ διαταγὴν τοῦ κυβερνήτου, διότι διεμαρτυρήθησαν οἱ μὲν πλοίαρχοι διὰ τὴν αὐθαίρετον καὶ παράνομον κατακράτησιν τῶν δυτῶν ἐκ τῆς ἐργασίας των, οἱ δὲ δύται διότι ἱκανοὶ ὄντες ν’ ἀσκήσωσι τὸ ἐπάγγελμά των, κατεκρατήθησαν καὶ αὐτοὶ παρὰ τοῦ κυβερνήτου, τοῦ παραδόξου ἀληθῶς τούτου ἀνδρὸς, καὶ δυστυχῶς καταγομένου ἐξ Ὕδρας, ὅστις, ἀντὶ νὰ προβῇ εἰς τοιαύτην αὐθαιρεσίαν, ὤφειλε τοὐναντίον νὰ συνδράμῃ τοὺς συμπολίτας του.
§6ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Διατὶ ἔπραξε ταῦτα;
§7ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Δὲν γνωρίζω ποίους λόγους εἶχεν ὁ ἄνθρωπος. Ἀλλὰ καὶ ἄν τινες ἐγκλημάτισαν, ἔπρεπε νὰ καταδιωχθῶσι συμφώνως πρὸς τοὺς κειμένους νόμους, καὶ ὄχι δι’ αὐθαιρέτου καὶ παρανόμου κατακρατήσεως νὰ ἐμποδισθῶσιν ἀπὸ τὰς ἐργασίας των. Ἡ παράνομος καὶ αὐθαίρετος αὕτη πρᾶξις, ἡ προκαλέσασα τὰς διαμαρτυρίας τῶν κατακρατηθέντων καὶ μαστιγωθέντων, ἐκτὸς τῶν ἄλλων θὰ προκαλέσῃ καὶ ἀγωγὰς ἀποζημιώσεων κατὰ τοῦ Δημοσίου, καὶ τὸ Δημόσιον βεβαίως θὰ ὑποχρεωθῇ ν’ ἀποζημιώσῃ πάσας τὰς βλάβας καὶ τὰς ζημίας. Ποῖαι δὲ εἶναι αἱ ζημίαι; Χιλιάδες δραχμῶν δι’ ἕκαστον πλοιάριον, δι’ ἕκαστον σκάφανδρον. Ὑπολογίσατε 70 Ὑδραϊκὰ πλοιάρια, προσθέσατε εἰς ταῦτα 40 ἴσως Αἰγίνης καὶ 10 ἕως 12 Σπετσῶν, καὶ θὰ εὕρητε τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον θὰ πληρώσῃ τὸ Δημόσιον διὰ τὰς ζημίας, ἀνερχομένας εἰς χιλίας δραχμὰς δι’ ἕκαστον πλοιάριον καὶ διὰ πᾶσαν ἡμέραν ἀργίας. Καὶ ταῦτα πάντα ἕνεκα τῆς αὐθαιρέτου καὶ ἐκνόμου ἐνεργείας τοῦ κυβερνήτου τοῦ εἰς τὰ παράλια τῆς Ἀφρικῆς ἀποσταλέντος πολεμικοῦ πλοίου. Ἑτέρα ζημία εἶναι, ὅτι ἄλλο ἔθνος, ἐπωφελούμενον τῆς τοιαύτης καταστάσεως, ἀνέλαβε τὴν ἁλιείαν τῶν σπόγγων διὰ τῶν αὐτῶν σκαφάνδρων, διότι εἶναι γνωστὸν, ὅτι μετακαλοῦνται ἐντεῦθεν εἰς Ἰσπανίαν δύται μετὰ τῶν πλοιαρίων καὶ σκαφάνδρων, ὅπως ἁλιεύσωσιν εἰς τὸν αὐτὸν τόπον καὶ διὰ τῶν αὐτῶν σκαφάνδρων τὸν σπόγγον, ὃν μέχρι τοῦδε ἁλιεύουσιν οἱ Ἕλληνες σπογγαλιεῖς. Ἀλλ’ ὑπάρχει καὶ τρίτη ζημία, ἡ χείρων πασῶν. Εὑρισκόμενοι ἐν ἀπογνώσει οἱ ἡμέτεροι ἁλιεῖς, τί νομίζετε ὅτι θ’ ἀναγκασθῶσι νὰ πράξωσι; Θ’ ἀλλάξωσι σημαίαν, καὶ θὰ ἴδωμεν ἐπαιρομένην τὴν σημαίαν τὴν Ὀθωμανικὴν εἰς τὰ Ἑλληνικὰ πλοιάρια, τὰ Ὑδραϊκὰ, Σπετσιωτικὰ, Αἰγινητικά· ὅπερ ἀναξιοπρεπὲς καὶ ἐξευτελιστικὸν διὰ τὴν Ἑλληνικὴν ναυτιλίαν. Δι’ ὅλους αὐτοὺς τοὺς λόγους θὰ παρακαλέσω τὴν Κυβέρνησιν, οἱαδήποτε μέτρα ἔχει νὰ ἐφαρμόσῃ, νὰ τὰ ἐφαρμόσῃ εἰς τὸ μέλλον, καὶ ὄχι εἰς τὸ παρὸν, διότι εἰς τὸ παρὸν δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ ἐφαρμοσθῶσιν ἄλλα μέτρα ἀπὸ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἀπὸ τεσσαρακονταετίας ἐφαρμόζονται, διότι τὸ σκάφανδρον δὲν εἶναι μηχάνημα ἄρτι ἐπινοηθὲν, εἶναι μηχάνημα τοῦ ὁποίου χρῆσιν ποιοῦνται ὅλα τὰ ἔθνη· εἰς ὅλα τὰ πολεμικὰ πλοῖα θὰ εὕρητε τὸ μηχάνημα τοῦτο δι’ ἐπισκευὴν τῶν πλοίων καὶ ἐξερεύνησιν τῶν πυθμένων. Ἐὰν συμβαίνωσι δυστυχήματά τινα, δι’ ἄλλου μέσου πρέπει νὰ προληφθῶσι ταῦτα. Ἐὰν, ἐπαναλαμβάνω, ἡ Κυβέρνησις ἔχει ἀλλοίαν γνώμην ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου, δύναται νὰ κανονίσῃ διὰ τὸ μέλλον τὸν τρόπον τῆς ἁλιείας, καὶ ὄχι τώρα, ὅτε κατεβλήθησαν 3 ἕως 4 ἑκατομμύρια, νὰ ζητῇ νὰ ἐφαρμόσῃ τὰ μέτρα ταῦτα ἐπὶ βλάβῃ καὶ ζημίᾳ τῶν ἐφοπλιστῶν, τῶν πλοιάρχων καὶ τῶν σπογγαλιέων. Ἤθελον λοιπὸν καὶ αὖθις παρακαλέσει τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἐκδώσῃ διαταγὴν περὶ ἀπολύσεως τῶν παρανόμως κρατουμένων δυτῶν καὶ πλοιάρχων, νὰ προβῇ δὲ εἰς πᾶσαν ἀνακριτικὴν ἐνέργειαν, ἐὰν συνέβησαν πιέσεις, διότι ἀπό τινος χρόνου φύλλον τι δημοσιογραφικὸν δημοσιεύει τοιαύτας φοβερὰς κακουργίας πλοιάρχων πρὸς δύτας, ὥστε ἐξανέστη ἅπασα ἡ Ἑλληνικὴ κοινωνία· ἀλλ’ εὐτυχῶς πάντα ταῦτα εἶναι μῦθοι κατὰ τὸ πλεῖστον. Πιθανὸν νὰ συνέβησαν πρὸ τεσσαρακονταετίας μικραί τινες παρεκτροπαὶ, αἵτινες ἔδωσαν ἀφορμὴν εἰς τὸν εὐφάνταστον τοῦτον δημοσιογράφον νὰ συγγράψῃ μυθιστόρημα, κινοῦν τὸ ἐνδιαφέρον τῶν φιλανθρώπων.
§8Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀξιωματικὸς τοῦ Ναυτικοῦ δημοσιεύει ταῦτα. Τίνας λόγους ἔχει;
§9ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Αὐτὸς ὁ κύριος, ὁ ὁποῖος δημοσιεύει ταῦτα ἐν τῇ «Ἑστίᾳ», δὲν εἶναι ἀξιωματικὸς τοῦ Ναυτικοῦ. Δὲν ἠξεύρω τίνας λόγους ἔχει. Ἐγὼ τοὺς γνωρίζω τοὺς λόγους καὶ ἴσως τοὺς γνωρίζετε καὶ ὑμεῖς· ἀλλ’ εἶναι ἀνάξιον ἀνδρὸς σπουδαίου νὰ δημοσιεύῃ τοιαῦτα εἰς τὰς ἐφημερίδας. Ἀλλὰ περὶ αὐτοῦ δὲν πρόκειται νῦν. Καταλήγων τὸν λόγον, θὰ παρακαλέσω τὴν Κυβέρνησιν ν’ ἀκολουθήσῃ τὸ παράδειγμα τῶν προκατόχων Κυβερνήσεων διὰ τὸ ἐνεστὼς, διὰ δὲ τὸ μέλλον ἂς κανονίσῃ τὴν ὑπηρεσίαν ταύτην ὡς νομίζει κάλλιον. Οὐδεμία ἀντίρρησις ὑπάρχει διὰ τὸ μέλλον, ἀλλὰ διὰ τὸ ἐνεστὼς ἔχει, νομίζω, ὑποχρέωσιν ν’ ἀκολουθήσῃ τὸ παρελθὸν, καὶ νὰ ἐπιτηρήσῃ τὴν ἀκριβῆ καὶ νόμιμον ἐφαρμογὴν τῶν διατάξεων τῆς διὰ σκαφάνδρων ἁλιείας. Ἔχω τηλεγράφημα, — καὶ ἄλλα ὅμοια τηλεγραφήματα ὑπάρχουσι, — τὸ ὁποῖον λέγει, ὅτι οἱ πλοίαρχοι καὶ οἱ σπογγαλιεῖς τῶν σπογγαλιευτικῶν πλοίων εὑρίσκονται εἰς τὴν ἀνάγκην, ἐὰν δὲν ἀντικατασταθῇ ὁ κυβερνήτης τοῦ πολεμικοῦ πλοίου, νὰ ἐγκαταλείψωσι τὰ πλοῖά των. Φαντασθῆτε εἰς ποίαν ἀπόγνωσιν ἔφθασαν οἱ ἄνθρωποι.
§10Ι. Θ. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν νὰ μοὶ χορηγήσῃ τὴν προσοχήν της καὶ νὰ καταπαύσουν ἐπὶ μικρὸν οἱ διάλογοι, διότι τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον πρόκειται νὰ πραγματευθῶμεν, καὶ ἐπὶ τοῦ ὁποίου ὡμίλησε πρὸ μικροῦ ὁ ἀξιότιμος συμπολίτης μου, εἶναι ὄντως σπουδαιότατον, ὥστε πρέπει νὰ ἐφελκύσῃ ἀμέριστον τὴν προσοχὴν καὶ τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς Βουλῆς. Λυποῦμαι, Κύριοι, διότι ἔρχομαι ν’ ἀπασχολήσω τὴν Βουλὴν εἰς περιστάσεις τοσοῦτον δεινὰς, διότι ἀναγνωρίζω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις, ἀναλαβοῦσα ἀρτίως κληρονομίαν ἐπαχθεστάτην, ἔχει ὑποχρεώσεις σοβαρωτάτας νὰ ἐκπληρώσῃ ἀπέναντι τῆς χώρας, τῆς ὁποίας διεσαλεύθη ἡ ἔννομος τάξις. Ἀλλ’ ἐνῷ τοῦτο ἀναγνωρίζω, ἔχω ἐπιβεβλημένην ἀφ’ ἑτέρου ὑποχρέωσιν νὰ ἐγείρω φωνὴν ὑπὲρ τῶν συμπολιτῶν μου, τῶν δεινοπαθούντων τὴν στιγμὴν ταύτην εἰς τὰς ἀξένους ἀκτὰς τῆς Ἀφρικῆς. Εἶναι γνωστὸν, Κύριοι, ὅτι οἱ συμπολῖται ἡμῶν, οὐδένα ἄλλον ἔχοντες πόρον, οὐδεμίαν ἔχοντες κτηματικὴν περιουσίαν ἐν τῷ τόπῳ αὐτῶν, ἐπεδόθησαν ἀνέκαθεν εἰς τὴν ναυτιλίαν· ἀλλὰ τῶν ἀγαθῶν τῆς ἐμπορικῆς ἱστιοφόρου ναυτιλίας ματαιωθέντων ἕνεκα τῆς ἀτμήρους ναυτιλίας, ἣν δὲν ἠδυνήθησαν νὰ παρακολουθήσωσιν, ἠναγκάσθησαν νὰ ἐπιδοθῶσιν εἰς τὴν ἁλιείαν τῶν σπόγγων. Τὸ παράδειγμα τῶν Ὑδραίων ἐμιμήθησαν καὶ ἄλλαι νῆσοι τοῦ Σαρωνικοῦ, ἡ Αἴγινα, αἱ Σπέτσαι καὶ ἄλλα τινὰ μέρη. Ἐκ τῆς σπογγαλιείας εἰσέρχεται κατ’ ἔτος εἰς τὴν χώραν ἡμῶν ποσὸν ἀνερχόμενον εἰς 5, 6, 7 καὶ πολλάκις 8 καὶ δέκα ἑκατομμύρια χρυσῶν φράγκων. Ἐννοεῖται, ὅτι ὁ πόρος οὗτος εἶναι πόρος σπουδαιότατος, πόρος ὁ ὁποῖος ἐπηρεάζει καὶ τὰ οἰκονομικὰ τοῦ δημοσίου θησαυροῦ, διότι εἰσερχόμενον τοσοῦτον χρυσίον εἰς τὴν χώραν ἡμῶν, δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ νὰ ἐπηρεάζῃ τὴν ἐπικαταλλαγήν. Εἶναι ἀποδεδειγμένον καὶ ἐξηκριβωμένον, ὅτι ὁσάκις εἴτε πλοῖα πολεμικὰ ξένου Κράτους, εἴτε πλοῖα ἐπὶ τῶν ὁποίων ἐπιβαίνουσι περιηγηταὶ, καταπλέωσιν εἰς Πειραιᾶ καὶ παραμένωσιν ἐπὶ δύο ἢ τρεῖς ἡμέρας, καταλείπουσιν ἐν τῇ ἀγορᾷ 100, 200 ἢ 300 χιλιάδας φράγκων χρυσῶν, ἡ ἐπίδρασις δὲ ἡ καὶ ἐκ τοῦ μικροῦ τούτου ποσοῦ εἶναι εὐεργετικὴ καὶ ἐπὶ τῆς κινήσεως τοῦ ἐμπορίου καὶ ἐπὶ τῆς χρηματιστικῆς ἀγορᾶς, ἥτις ἀμέσως διαδηλοῖ τοῦτο διὰ τῆς ἐλαττώσεως τῆς τιμῆς τοῦ χρυσοῦ. Φυσικὸν ἑπομένως εἶναι, πολὺ σοβαρώτερα καὶ εὐεργετικώτερα νὰ ὦσι τ’ ἀποτελέσματα, ὅταν χρυσίον 10,000,000, καὶ πλέον πολλάκις, εἰσέρχεται εἰς τὴν χώραν ἡμῶν διὰ τῆς σπογγαλιείας. Ὅτε παρενεβλήθησαν δυσκολίαι ἐκ μέρους τῆς ὁμόρου Ἐπικρατείας πρὸς ἐλευθέραν ἐξάσκησιν τῆς σπογγαλιείας, ἐζητήσαμεν τὴν συνδρομὴν τῆς Κυβερνήσεως, ἵνα διὰ τῶν ἐνεργειῶν αὐτῆς ἐπιτραπῇ εἰς ἡμᾶς, ὅπως ἐλευθέρως ἁλιεύωμεν εἰς τὰ παράλια τῆς Ἀφρικῆς. Ζητοῦντες δὲ τὴν συνδρομὴν τῆς Κυβερνήσεως, εἴχομεν τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις, ἀφορῶσα εἰς τὰ συμφέροντα, ὄχι μόνον τὰ τοπικὰ, ἀλλὰ καὶ εἰς τὰ γενικώτερα, ἤθελε χορηγήσει ἡμῖν ταύτην, ὅπως καὶ τὸ ἔπραξε, μετὰ προθυμίας καὶ ἀποτελεσματικῶς καὶ ἦτο συνδρομὴ ἠθικὴ, καὶ ἦτο συνδρομὴ, τὴν ὁποίαν οἱ συμπολῖται ἡμῶν πάντοτε μετ’ εὐγνωμοσύνης ἀνεγνώρισαν. Καὶ τὴν συνδρομὴν ταύτην ἐχορήγησε καὶ ἡ Κυβέρνησις ἡ ὑπὸ τὸν ἐκ Γόρτυνος ἀξιότιμον Βουλευτὴν καὶ ἡ Κυβέρνησις ἡ ὑπὸ τὸν ἐκ Καλαβρύτων ἀξιότιμον Βουλευτὴν καὶ ἡ Κυβέρνησις τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Κερκύρας πολιτευτοῦ. Ἐὰν αἱ Κυβερνήσεις αὗται, αἱ ὁποῖαι ἐπροθυμοποιήθησαν νὰ συντρέξωσιν ἡμᾶς, εἶχον τὴν γνώμην, ὅτι ἡ διὰ σκαφάνδρων ἁλιεία τῶν σπόγγων ὀλέθρια μόνον ἀποτελέσματα ἐπὶ τῶν διενεργούντων αὐτὴν ἤθελεν ἔχει, βεβαίως δὲν θὰ συνέτρεχον ἡμᾶς εἰς τὸ ἔργον τοῦ ὀλέθρου, ἀλλ’ ἤθελον συντελέσει νὰ παρακωλυθῇ τοιαύτη ἐπιχείρησις, διότι καὶ αἱ Κυβερνήσεις ἐκεῖναι θὰ εἶχον ἐν ἑαυταῖς τὸ στοιχειῶδες αἴσθημα τῆς φιλανθρωπίας, καὶ δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἀνέχωνται τὰς καταγγελλομένας σήμερον φαντασιώδεις ἑκατόμβας. Ἀφοῦ ἅπαξ πᾶσαι αἱ Κυβερνήσεις αὗται ἐνήργησαν καὶ συνέδραμον διὰ τῆς διπλωματικῆς ὁδοῦ καὶ διὰ τῶν μέσων, τὰ ὁποῖα χορηγεῖ ἡ Πολιτεία ἡμῶν, τὴν ἐπιχείρησιν τὴν πλουτοφόρον τῆς σπογγαλιείας, καὶ ἐχορήγησαν τὴν ἐπίσημον αὐτῶν προστασίαν διὰ τῆς ἀποστολῆς πολεμικοῦ πλοίου εἰς τοὺς ἄνδρας ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι εἰς τὰς ἀξένους ἐκείνας χώρας, ἀνασκαλεύοντες τὸν βυθὸν τῆς θαλάσσης, προσπαθοῦσι νὰ πορισθῶσι τὸν ἄρτον τῶν τέκνων των, ἀνεγνώρισαν τὸ ὀρθὸν καὶ ὠφέλιμον τῶν προσπαθειῶν ἡμῶν, ἀνεγνώρισαν τὴν ἐργασίαν ἡμῶν, ὡς πᾶσαν ἐργασίαν ἐπιτρεπομένην διὰ τὸν ἀγῶνα τοῦ βίου. Ἐὰν ἐναντίαν εἶχον πεποίθησιν, ἔπρεπε νὰ δηλώσωσι τοῦτο, ἔπρεπε νὰ εἴπωσι πρὸς ἡμᾶς: «δὲν δυνάμεθα νὰ σᾶς βοηθήσωμεν εἰς τὸ ἔργον τοῦτο, διότι μᾶς ἐμποδίζουν λόγοι ὑπὲρ τῶν συμφερόντων τῶν συμπολιτῶν ὑμῶν». Ἀλλ’ ἀφοῦ δὲν ἔπραξαν τοῦτο αἱ Κυβερνήσεις καὶ τοῦ ἀπωτέρου καὶ τοῦ προσφάτου παρελθόντος, οὐδὲν δικαίωμα ἔχει νὰ τὸ πράξῃ ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις, καὶ δὲν ἔχει τοιοῦτον δικαίωμα κατὰ μείζονα λόγον, διότι ἤδη ἡ ἐπιχείρησις ἔχει λάβει ὅλην αὐτῆς τὴν ἔντασιν, διότι ἐδαπανήθησαν ἑκατομμύρια ὁλόκληρα, διότι οἱ κεφαλαιοῦχοι, οἵτινες ἀπεφάσισαν νὰ δώσωσι τὸ χρῆμα αὐτῶν,—τὸ ὁποῖον συνέλεξαν κατόπιν ἀγώνων καὶ μόχθων,—ὅπως γείνῃ ἡ ἐπιχείρησις, εἶχον τὴν πεποίθησιν, ὅτι οὐδὲν ἤθελε παρεμβληθῆ κώλυμα. Διότι, ἐὰν ἐφαντάζοντο, ὅτι ἡ Κυβέρνησις εἶχεν ἀποφασίσει νὰ μὴ ἐπιτρέψῃ τὴν ἐνάσκησιν τῆς ἐπιχειρήσεως ταύτης, βεβαίως δὲν ἤθελον ἐκθέσει τὰ κεφάλαια αὐτῶν εἰς βεβαίαν καταστροφὴν, ἀλλ’ ἤθελον διαθέσει αὐτὰ ἄλλως. Ἀλλὰ τότε οἱ κάτοικοι τῆς Ὕδρας καὶ τῶν ἄλλων μερῶν ἤθελον ἀποδημήσει, διότι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ παραμένωσιν εἰς τὰς πατρίδας αὐτῶν, ὅπου θὰ εἶχον ὡς συντρόφους τὴν ἔνδειαν καὶ τὴν πενίαν...
§11Δ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς διακόψω, ἵνα σᾶς εἴπω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἀναγνωρίζει ὅλην τὴν σπουδαιότητα τῆς σπογγαλιείας, ὅτι οὐδὲν κώλυμα προτίθεται νὰ παρεμβάλῃ, ὅτι τοὐναντίον αὕτη προσπαθεῖ διὰ παντὸς τρόπου νὰ ἐνισχύσῃ αὐτήν. Ἀλλ’ ὑπάρχουν καὶ κανόνες φιλανθρωπίας, τοὺς ὁποίους μία πεπολιτισμένη Κυβέρνησις καὶ μία πεπολιτισμένη χώρα δὲν δύναται νὰ παρίδῃ. Ἐὰν θέλητε, ὁμιλήσατε περὶ αὐτοῦ. Ἀλλὰ σᾶς ὑπομιμνήσκω, ὅτι ἄλλοτε ἠγωνιζόμην περὶ τοῦ ζητήματος τούτου, καὶ θὰ εὕρητε εἰς τὰ πρακτικὰ τὰς μᾶλλον ἐπιμόνους ἀγορεύσεις μου ἐπ’ αὐτοῦ.
§12ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Ἐὰν εἶχον γνῶσιν, ὡς εἶπον, οἱ ἐφοπλισταὶ, ὅτι δὲν ἤθελον ἐπιτραπῆ εἰς αὐτοὺς ἡ ἐνάσκησις τῆς ἐπιχειρήσεως ταύτης, βεβαίως ἤθελον λάβει τὰ προσήκοντα μέτρα, βεβαίως ἤθελον ἀρνηθῆ τὴν χορήγησιν τῶν μέσων εἰς τοὺς κυβερνήτας τῶν πλοιαρίων, ὅπως ἀπέλθωσιν εἰς τὴν ξένην. Ἀλλ’ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως διακόπτων με εἶπεν, ὅτι καὶ αὐτὸς ἐνησχολήθη ἄλλοτε ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου,—καὶ χαίρω μανθάνων τοῦτο,—ἀλλ’ ὅτι δὲν πρέπει νὰ παραβλέπωμεν καὶ τοὺς κανόνας τῆς φιλανθρωπίας, καὶ ὅτι οἱ κανόνες τῆς φιλανθρωπίας πρέπει νὰ κανονίζουν τὸν τρόπον, καθ’ ὃν δυνάμεθα νὰ χορηγῶμεν τὴν συνδρομὴν ἡμῶν ἐπὶ οἱασδήποτε βιομηχανικῆς ἢ ἄλλης πλουτολογικῆς ἐπιχειρήσεως. Τὴν φιλανθρωπίαν πάντες ἀπεκδεχόμεθα, τῆς φιλανθρωπίας τὰς συνεπείας πάντες ἐπιζητοῦμεν, καὶ θέλομεν νὰ ἐφαρμόζωνται ἐπὶ τῶν ἐπιχειρήσεων τῶν βιομηχανικῶν καὶ τῶν πλουτολογικῶν· ἀλλ’ ὅταν ἡ φιλανθρωπία ἐξικνῆται μέχρι τῆς αὐθαιρεσίας, ἐπιτρέψατέ μοι, κύριε Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, νὰ παρατηρήσω εἰς ὑμᾶς, ὅτι τότε ἡ φιλανθρωπία παύει πλέον νὰ ἔχῃ λόγον, τότε ἡ φιλανθρωπία ἔρχεται νὰ καταλύσῃ καὶ τοὺς γραπτοὺς καὶ τοὺς ἀγράφους νόμους, καὶ νὰ διασαλεύσῃ τὴν δημοσίαν τάξιν. Διότι βεβαίως θὰ διασαλευθῇ ἡ δημοσία τάξις, ὅταν παρουσιάζηται ἡ φιλανθρωπία καὶ λέγῃ εἰς ἐκείνους οἱ ὁποῖοι κατέβαλον τὰς περιουσίας αὐτῶν ἵνα διενεργηθῇ ἐπιχείρησίς τις, ἐκ τῆς ὁποίας πρόκειται ν’ ἀποζήσωσι πληθυσμοὶ ὁλόκληροι, οἱ ὁποῖοι οὐδένα ἄλλον πόρον ἔχουσι: «σᾶς ἀπαγορεύω τὸ εἶδος αὐτὸ τῆς ἐργασίας!» Ἡ φιλανθρωπία ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει οὐδὲν ἄλλο δύναται νὰ φέρῃ ἀποτέλεσμα ἢ νὰ προξενήσῃ θυέλλας καὶ ἀνατροπὰς, αἱ ὁποῖαι θὰ ἔχωσι φοβερὸν ἀντίκτυπον ἐπὶ τῆς ἐννόμου τάξεως τῆς χώρας. Καὶ ἐὰν ὁ Πύργος καὶ ἡ Μπαρμπάσαινα εὑρίσκονται ἐν ἐξάψει καὶ ἐπαναστάσει οὐχὶ πταίσματι τῆς Πολιτείας, τοῦτ’ αὐτὸ θέλει συμβῆ καὶ εἰς τὰς ἐπαρχίας ἡμῶν, βεβαίως τοῦτ’ αὐτὸ θέλει συμβῆ, ἀλλὰ πταίσματι τῆς Πολιτείας, καὶ εἰς τοὺς θαλασσοπνιγομένους ἐκείνους ἄνδρας εἰς τὰ ἄξενα πελάγη τῆς Ἀφρικῆς, ἐὰν ἠθέλετε ἐπιμείνει εἰς τὰ μέτρα τῆς ἀπαγορεύσεως τῆς ἐνασκήσεως τῆς ἐπιχειρήσεως· διότι θέλουν εὑρεθῆ ἐν ἀπογνώσει, καὶ δὲν γνωρίζω ποῖον θέλει εἶσθαι τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ἀπογνώσεως τῶν ἀνθρώπων ἐκείνων. Βεβαίως ἡμεῖς θέλομεν πράξει πᾶν ὅ,τι εἶναι δυνατόν, ὅπως ἀποτρέψωμεν αὐτοὺς ἀπὸ σκοποὺς ἀντικειμένους εἰς τοὺς νόμους καὶ τὴν κοινὴν ἡσυχίαν· ἐν ᾗ περιπτώσει ἤθελον περιπτῆ εἰς ἀπόγνωσιν οἱ συμπολῖται ἡμῶν, βεβαίως δὲν ἠθέλομεν δώσει συμβουλὴν εἰς αὐτοὺς νὰ προσέλθωσιν ἔνοπλοι εἰς Πειραιᾶ διὰ νὰ διεκδικήσουν τὰ δικαιώματα αὐτῶν...
§13Δ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Σᾶς ὑπόσχομαι ὅτι οὐδεὶς θὰ προσέλθῃ ἔνοπλος, οὔτε θὰ τὸ ἐπιτρέψῃ ἡ ἐξουσία· καὶ σᾶς παρακαλῶ τοιαύτας διδαχὰς νὰ μὴ ἐκφέρητε ἀπὸ τοῦ βήματος.
§14ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Τὰ συμβάντα ἐπὶ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως, τὰ συμβάντα τοῦ προσφάτου παρελθόντος μὲ διδάσκουσιν, ὅτι αὐτὰ, τὰ ὁποῖα συνέβησαν ἐν ταῖς ἐπαρχίαις ἐκείναις, δύνανται νὰ συμβῶσι καὶ εἰς ἄλλας ἐπαρχίας· δύνανται καὶ ἄλλοι ἀτυχεῖς πολῖται, οἱ ὁποῖοι δὲν θέλουσιν ἔχει ὄχι μόνον ὑπερβάλλον κέρδος ἐκ τοῦ προϊόντος αὐτῶν, ἀλλὰ δὲν θέλουσιν ἔχει οὔτε τὸ προϊὸν αὐτὸ, ἀλλὰ θέλουσιν ἀπολέσει καὶ τὸ κεφάλαιον αὐτὸ, νὰ ἐξεγερθῶσι. Τί θέλετε νὰ πράξωσιν; Ἡ πεῖνα καὶ ἡ δυστυχία θέλουσι πιέσει καὶ ἐξαναγκάσει αὐτοὺς νὰ προβῶσιν εἰς πράγματα, τὰ ὁποῖα βεβαίως οὔτε ἡμεῖς οὔτε ἐκεῖνοι θεωροῦσι πρέποντα καὶ ἔννομα, ἢ πρόσφορα, ὅπως ἀνορθώσωσι τὰς καταστροφάς.
§15Δ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν ἐπιτρέπεται οὔτε ἀμφιβολία περὶ τούτου.
§16Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχετε γνῶσιν τοῦ καταλόγου τῶν ἐφέτος ἀποθανόντων μόνον ἐκ τῆς διὰ σκαφάνδρων σπογγαλιείας; Τὴν στιγμὴν ταύτην εἷς συνάδελφος μοὶ ἀνεκοίνωσεν ἓν τερατῶδες, τὸ ὁποῖον συνέβη ἐκεῖ, καὶ ἐκ τοῦ ὁποίου ἐξάγεται, ὅτι διενεργεῖται ἀληθὴς σωματεμπορία.
§17Π. ΓΚΙΚΑΣ. Δὲν εἶναι ἀληθῆ τὰ λεγόμενα. Ἀλλὰ μήπως διὰ τοῦ ἄλλου τρόπου ἁλιείας σπόγγων δὲν ἐπέρχονται δυστυχήματα; Πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν κατεπόθησαν ὑπὸ ἰχθύων τρεῖς δύται εἰς τὰ παράλια τῆς Κρήτης.
§18ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Οἱ λυρισμοὶ καὶ ἡ ποίησις καὶ αὐτὴ ἡ φιλανθρωπία, κύριε Ἀναστασόπουλε, εἰς ἐπιχειρήσεις βιομηχανικὰς καὶ πλουτολογικὰς οὐδένα τόπον ἔχουσιν. Ὅταν πρόκηται περὶ ὑπάρξεως ἐπαρχιῶν ὁλοκλήρων, δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ ἔρχησθε ὑμεῖς ἐνώπιον τῆς Βουλῆς καὶ διὰ μεμονωμένων γεγονότων νὰ θέλητε νὰ συναρπάσητε τῆς Βουλῆς τὴν ἐντύπωσιν, λέγοντες ὅτι συνέβησαν δυστυχήματα, ὅτι συνέβησαν ἀποτρόπαια πράγματα κατὰ τῶν ἀνθρώπων ἐκείνων, τῶν θαλασσοπνιγομένων, ὑπὲρ τῶν ὁποίων κηδόμεθα πλειότερον παντὸς ἄλλου καὶ τοὺς ὁποίους ἔχομεν ἄμεσον συμφέρον νὰ ὑπερασπίσωμεν. Καὶ εἰς ποίαν ἐπιχείρησιν βιομηχανικὴν ἢ μεταλλευτικὴν ἢ ναυτικὴν δὲν συνέβησαν καὶ δὲν συμβαίνουσι δυστυχήματα; Ἀλλ’ ἐὰν τὰ τοῦ βίου ἡμῶν διευθύνωσι τὰ αἰσθήματα μόνα τῆς φιλανθρωπίας καὶ ὁ λυρισμὸς, εἰς τὸν ὁποῖον ἀρέσκεσθε ὑμεῖς, τότε βεβαίως πρέπει ν’ ἀπαγορευθῇ πᾶσα ἐπιχείρησις, ἥτις περιέχει κινδύνους· ἐκεῖναι δ’ ἀκριβῶς αἱ ἐπιχειρήσεις, αἱ ἀποφέρουσαι μεγαλείτερα κέρδη, ἐνέχουσι καὶ τοὺς μεγαλειτέρους κινδύνους. Δὲν ἀρνοῦμαι, Κύριοι, ὅτι συνέβησαν δυστυχήματα ἐκ τῆς σπογγαλιείας, ἀλλὰ συνέβησαν τοιαῦτα οὐχὶ χθὲς, οὔτε σήμερον, ἀλλὰ κατὰ τὸ τριακονταετὲς καὶ τεσσαρακονταετὲς διάστημα, κατὰ τὸ ὁποῖον ἀνεπτύχθη καὶ διενεργεῖται ἡ ἐνάσκησις τῆς σπογγαλιείας. Καὶ τὰ γεγονότα ταῦτα, τὰ συμβάντα κατὰ διάστημα τοσοῦτον μακρὸν, εἷς κύριος δημοσιογράφος ἀνέλαβε νὰ καταστρώσῃ μυθιστορηματικῷ τῷ τρόπῳ καὶ νὰ τὰ παρουσιάσῃ ἐνώπιον τῆς κοινωνίας, καὶ νὰ ἐξεγείρῃ αὐτὴν, ὡς καὶ τὰς ἀρχὰς τὰς ἐντεταλμένας τὴν περιφρούρησιν τῶν δικαιωμάτων καὶ τῆς σωματικῆς ἀκεραιότητος τῶν πολιτῶν. Ἀλλ’ εἶναι γνωστοὶ οἱ λόγοι, οἵτινες παρώτρυναν τοὺς γράψαντας νὰ γράψωσιν ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἔγραψαν καὶ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἐξακολουθοῦσι νὰ γράφωσι καὶ σήμερον. Εἶναι γνωστὸν, Κύριοι, ὅτι ξένος τις, Γερμανὸς ἢ Φινλανδὸς,—δὲν γνωρίζω ποίας καταγωγῆς,—ἀπὸ ἐτῶν μισθωτὸν ὄργανον ἄλλων μερῶν, ἅτινα ἔχουν συμφέρον νὰ μὴ ἐνεργῆται ἡ σπογγαλιεία διὰ σκαφάνδρων, μισθωτὸν, λέγω, ὄργανον, περιέρχεται τὰς πρωτευούσας τῶν μερῶν ἐκείνων, εἰς τὰ ὁποῖα διενεργεῖται ἡ ἐπιχείρησις αὕτη, καὶ προσπαθεῖ διὰ συλλαλητηρίων καὶ διὰ πολλῶν ἄλλων μέσων νὰ πείσῃ τὰς Κυβερνήσεις, ὅτι τὸ σύστημα τοῦτο τῆς ἐνασκήσεως τῆς σπογγαλιείας εἶναι σύστημα, τὸ ὁποῖον δὲν ἐπιτρέπει οὔτε ἡ φιλανθρωπία, οὔτε τὸ καλῶς ἐννοούμενον συμφέρον τῶν ἐνασκούντων αὐτήν. Καὶ ὁ κύριος αὐτὸς κατὰ τὸ παρελθὸν ἀφίκετο καὶ ἐνταῦθα, καὶ προέβη εἰς τὰς ἐνεργείας του καὶ πρὸς κοινοὺς θνητοὺς καὶ πρὸς πρόσωπα εἰς σφαίρας ἄλλας εὑρισκόμενα, καὶ βεβαίως δι’ ὡραίων λόγων, διὰ ποιητικῶν καὶ αἰσθηματικῶν φράσεων, κατώρθωσε νὰ κινήσῃ τὴν συμπάθειαν, κατώρθωσε νὰ ἐμπνεύσῃ εἰς τὰ πρόσωπα ταῦτα τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἡ ἐνάσκησις τῆς σπογγαλιείας διὰ τοῦ σκαφάνδρου εἶναι καταστρεπτικὴ, εἶναι ἀπάνθρωπος. Καὶ δυσφορεῖ ὁ κ. ἐκ Μεγαρίδος Βουλευτὴς, διότι συνέβησαν δύο ἢ τρία δυστυχήματα. Ἀλλὰ καθ’ ἑκάστην, τῇ ἀνοχῇ τῆς Πολιτείας καὶ τῇ ὀλιγωρίᾳ αὐτῆς, συμβαίνουσι δυστυχήματα τραγικὰ, διὰ τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ αἰσχυνώμεθα νὰ λέγωμεν ὅτι εἴμεθα ἔθνος πεπολιτισμένον. Καὶ τίς ποτε ἔλαβε τὴν πρόνοιαν νὰ μεριμνήσῃ περὶ τῶν 800, περὶ τῶν 1000, περὶ τῶν 2000 θυμάτων, τὰ ὁποῖα ὑπολογίζω ὅτι ἔχομεν κατ’ ἔτος ἕνεκα λόγων φιλοτιμίας δῆθεν, ἀλλὰ κουτσαβακισμοῦ, λέγω ἐγὼ, καὶ οὐχὶ φιλοτιμίας; Καὶ ποῖον εἶναι τὸ μέτρον, τὸ ὁποῖον ἔλαβεν ἡ Πολιτεία πρὸς περιστολὴν τοῦ κακοῦ; Ποῖος εἶναι ὁ νόμος, ὁ ὁποῖος φροντίζει περὶ ἀφοπλισμοῦ τῶν πολιτῶν, ὅπως ἐμποδισθῇ ἡ τοιαύτη ἀνθρωποθυσία, ἡ ἐκτελουμένη καὶ συμβαίνουσα κατ’ ἔτος; Ἐγὼ τοὐλάχιστον δὲν γνωρίζω, εἰμὴ διατάξεις τινὰς ἀτελεῖς τοῦ ποινικοῦ νόμου. Καὶ ὅταν συμβαίνωσι τοιαῦτα, τὰ ὁποῖα δυνάμεθα νὰ περιστείλωμεν καὶ προλάβωμεν, ἐρχόμεθα σήμερον καὶ λέγομεν, ὅτι πρέπει νὰ ἐμποδίσωμεν τὴν ἐνάσκησιν τῆς ἐπιχειρήσεως ταύτης διότι συνέβησαν δυστυχήματα! Εἶναι λογικὸν τοῦτο; Ἀλλ’ ἐὰν συνέβησαν δυστυχήματα κατὰ τὴν διὰ σκαφάνδρων ἁλιείαν, πάλιν ἡ Πολιτεία εἶναι ὑπαίτιος, διότι δὲν ἐμερίμνησεν ἵνα μὴ συμβῶσιν, ἐνῷ ἠδύνατο ἐπιτυχῶς νὰ μεριμνήσῃ. Διότι, ἐὰν εἰς τὴν ἐπιχείρησιν ταύτην ἐφίστων οἱ ἁρμόδιοι τὴν προσοχήν των, θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ μὴ συμβαίνωσι δυστυχήματα, ἢ νὰ συμβαίνωσιν ἐκεῖνα μόνον, τὰ ὁποῖα οὐδεὶς δύναται νὰ προΐδῃ, οὐδεὶς δύναται νὰ ἐμποδίσῃ. Θὰ ἦτο δυνατὸν εἰς τὴν Πολιτείαν νὰ κανονίσῃ τὸν τρόπον τῆς χρήσεως τοῦ σκαφάνδρου οὕτως, ὥστε νὰ ἦναι δυνατὴ ἡ περιστολὴ τῶν δυστυχημάτων τούτων, θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ εἶχε νομοθετικῶς κανονισθῆ ὁ τρόπος οὗτος τῆς ἁλιείας. Ἀλλ’ αἱ Βουλαὶ δὲν ἔχουν συνήθως καιρὸν νὰ μεριμνῶσι περὶ τῶν ζωτικωτάτων τούτων ζητημάτων. Τῶν Βουλῶν ἀτυχῶς τὸ κύριον μέλημα κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη εἶναι ἡ λῆψις τοῦ προϋπολογισμοῦ, τὸν ὁποῖον ἐχαρακτήρισα ἄλλοτε καὶ χαρακτηρίζω καὶ νῦν ὡς ἀποτελοῦντα φενάκην διὰ τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, καὶ περὶ τὸν προϋπολογισμὸν αὐτὸν κατατριβόμεθα καὶ περὶ τὸν προϋπολογισμὸν αὐτὸν ἀγωνιζόμεθα καὶ κατασπαταλῶμεν τὸν πολύτιμον ἡμῶν χρόνον! Πάντα τὰ ἄλλα θεωροῦμεν περιτὰ καὶ παρέλκοντα, καὶ ἕνεκα τούτου εὑρισκόμεθα εἰς ὃ σημεῖον εὑρισκόμεθα. Ὤφειλε λοιπὸν ἡ Πολιτεία νὰ λάβῃ μέτρα χάριν τῆς σπογγαλιείας, καὶ δὴ τοιαῦτα, ὥστε νὰ δύναται ἐν δεδομένῃ στιγμῇ νὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα νὰ ἐπιβληθῇ εἰς τοὺς ἐνασκοῦντας τὴν ἐπιχείρησιν ταύτην, ὑπὲρ ἧς ἀγωνιζόμεθα σήμερον. Κατηρτίσθη ἄλλοτε, ἐπὶ τῆς Κυβερνήσεως τοῦ κ. Θεοτόκη, ἐπιτροπή, ἥτις συνέταξε νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον κατὰ τὴν ἐμὴν κρίσιν εἶναι ἀρτιώτατον, ἀλλὰ καὶ ἂν δὲν εἶχε τὸν τύπον τοῦ ἀρτίου, βεβαίως ἠδύνατο νὰ μελετηθῇ καὶ ὑπὸ τῆς νῦν Κυβερνήσεως, καὶ ἠδύνατο νὰ εἰσαχθῇ εἰς τὴν Βουλὴν πρὸς ἐπιψήφισιν καὶ νὰ γένηται νόμος τοῦ Κράτους, καὶ τότε νὰ δυνάμεθα νὰ λέγωμεν εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι εὑρίσκονται μακρὰν τῆς πατρίδος αὐτῶν: «Κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ νόμου τούτου θὰ ἐνασκήσητε τὴν σπογγαλιείαν· παραβαίνοντες δὲ τὰς διατάξεις ταύτας, τίθεσθε ἐκτὸς τοῦ νόμου, καὶ σᾶς ἐμποδίζομεν νὰ ἐξακολουθήσητε ἐργαζόμενοι κατὰ τρόπον ἀντιτιθέμενον πρὸς τὸν νόμον.» Ἀλλὰ τὸ νομοσχέδιον αὐτό, εἰς τὴν κατάρτισιν τοῦ ὁποίου πολλοὺς κατεβάλομεν κόπους, κατάκειται ἐν τοῖς ἀρχείοις τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, χωρὶς ἐλπίδα νὰ ἔλθῃ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Ὁμολογῶ, ὅτι ἡμεῖς ἐζητήσαμεν τὴν ἀποστολὴν τοῦ πλοίου, ἵνα παράσχῃ περίθαλψιν ἰατρικὴν πρὸς τοὺς τυχὸν ἔχοντας ἀνάγκην τοιαύτης συμπολίτας ἡμῶν, καὶ προστατεύσῃ αὐτοὺς κατὰ ἐπιθέσεων τυχὸν τῶν Βεγγαζίων ἢ ἄλλων πειρατικῶν πλοίων, καὶ τὴν ἀποστολὴν τοῦ πλοίου πρὸς τὸν σκοπὸν αὐτὸν, ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, ὅτι μετὰ προθυμίας ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς ἀπεδέχθη. Ἐζητήσαμεν λοιπὸν τὴν ἀποστολὴν τοῦ πλοίου, διὰ νὰ παράσχῃ τὴν ὑπηρεσίαν ταύτην πρὸς τοὺς συμπολίτας ἡμῶν, τὴν περίθαλψιν τὴν ἰατρικὴν καὶ τὴν προστασίαν αὐτῶν ἀπὸ τῶν ἐπιθέσεων, αἱ ὁποῖαι ἦτο ἐνδεχόμενον νὰ γείνωσι κατὰ τῶν πλοιαρίων αὐτῶν· ἀλλ’ ὁ κυβερνήτης τοῦ πλοίου τούτου, δὲν γνωρίζω τίνας ὁδηγίας λαβὼν καὶ ὑπό τινων λόγων ὠθούμενος, παρεγνώρισε τὰ καθήκοντα αὑτοῦ, παρεγνώρισεν ἴσως καὶ τὰς ὁδηγίας, τὰς ὁποίας ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἄρτης Βουλευτής, ὡς Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν, ἔδωκε πρὸς αὐτόν.
§19Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Πόθεν εἶναι ὁ πλοίαρχος;
§20ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Περιττὸν νὰ μοὶ ἀπευθύνητε τοιαύτην ἐρώτησιν. Ἐγὼ δὲν ἀναμιγνύομαι εἰς προσωπικὰ ζητήματα· σᾶς εἶπον ὅτι δὲν ἠξεύρω ἕνεκα τίνων ὁδηγιῶν ὁ ἀξιωματικὸς οὗτος, παρασυρόμενος, προέβη εἰς μέτρα, τὰ ὁποῖα δὲν ἦτο ἐπιτετραμμένον εἰς αὐτὸν νὰ λάβῃ. Ἀναγνωρίζω, ἔστω, πρὸς στιγμὴν, ὅτι συνέβησαν δυστυχήματα, ἀναγνωρίζω πρὸς στιγμήν, ὅτι αἱ μυθικαὶ αὗται ἀγριότητες, αἱ ὁποῖαι περιγράφονται εἰς τὰς ἐφημερίδας, ὄντως ἔλαβον χώραν· ἀλλ’ ἐπὶ τῇ βάσει τίνος νόμου, τίνος διατάξεως νομοθετικῆς προβαίνει ὁ ἀξιωματικὸς οὗτος εἰς παρακώλυσιν τῆς ἐργασίας; Αὐτὸ εἶναι τὸ ζήτημα. Καὶ νομίζετε ὅτι ἔχετε τὸ δικαίωμα, ἐὰν ἐγὼ σήμερον θελήσω νὰ μεταβῶ πρὸς ἁλιείαν ἐν ὥρᾳ κοσμοχαλασιᾶς, νομίζετε ὅτι ἔχει τὸ δικαίωμα ὁ λιμενάρχης τοῦ Πειραιῶς νὰ μοὶ εἴπῃ: «Κύριε, βαίνεις πρὸς αὐτοκτονίαν· σὲ ἐμποδίζω, σοῦ ἀπαγορεύω νὰ ἐξέλθῃς τοῦ λιμένος»;
§21ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Βεβαίως ἔχει τὸ δικαίωμα.
§22Δ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Καὶ νὰ σὲ ἀποστείλῃ εἰς τὸ κρατητήριον, πρὸς σωτηρίαν σου, ἔχει τὸ δικαίωμα.
§23ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Βεβαίως δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα, βεβαίως ἡ ἐξουσία δὲν δύναται νὰ ἐπέμβῃ, οὐδὲ δύναται νὰ ἐπέμβῃ, οὐδὲ δύναται νὰ χαρακτηρίσῃ τὸ διάβημά μου ὅπως αὐτὴ θέλει, ἐκτὸς ἐὰν ἔχῃ λόγους ἀποχρώντως δικαιολογοῦντας αὐτήν. Ἀλλ’ οὐδὲν βεβαίως δικαίωμα ἔχει ὁ κυβερνήτης τοῦ πολεμικοῦ πλοίου νὰ ζητήσῃ παρὰ τῶν ἀνθρώπων ἐκείνων νὰ μὴ ἐκτελέσωσι τὰ ἔργα αὐτῶν, καὶ δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα τοῦτο, διότι δὲν στηρίζεται ἐπὶ οὐδενὸς νόμου. Ἐὰν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης, ὡς Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν, ἔδωκε πρὸς αὐτὸν ὁδηγίας περὶ τοῦ τρόπου, κατὰ τὸν ὁποῖον πρέπει νὰ γίνηται ἡ ἁλιεία, περὶ τοῦ τρόπου κατὰ τὸν ὁποῖον πρέπει νὰ γίνηται ἡ περίθαλψις, δὲν δύναμαι νὰ παραδεχθῶ, ὅτι ἔδωκε πρὸς αὐτὸν ὁδηγίας νὰ παρακωλύσῃ τὴν ἁλιείαν, ἔστω καὶ ἂν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν ὁ τότε ἔλαβεν ὁδηγίας ἀπὸ ὑψηλοτέρας σφαίρας, διότι θὰ ἔπραττέ τι ἐναντίον τοῦ θεμελιώδους νόμου, διότι θὰ ἔπραττέ τι τὸ ἔκτροπον, διὰ τὸ ὁποῖον θὰ ὑπεῖχε βαρείας εὐθύνας. Ὅταν λοιπὸν ἡ πρᾶξις τοῦ κυβερνήτου τοῦ πλοίου, τοῦ ἀποσταλέντος πρὸς προστασίαν καὶ περίθαλψιν τῶν ἀνθρώπων ἐκείνων, τῶν καταγινομένων εἰς τὴν τοιαύτην ἐπιχείρησιν, βαίνωσι μέχρι τοῦ σημείου, ὥστε νὰ παραλύωσι τὴν ἐργασίαν αὐτῶν, νὰ καθιστῶσι τὴν ἐργασίαν ἀνέφικτον πλέον, ἀποτέλεσμα τούτου θὰ ἦναι ἡ ἐντελὴς καταστροφὴ αὐτῶν, ἡ πλήρης ἀπώλεια τῶν κεφαλαίων τῶν εἰς τὴν ἐπιχείρησιν ταύτην κατατεθειμένων. Καὶ νομίζετε, κύριε Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι τὸ Κράτος δὲν εἶναι ὑπεύθυνον διὰ τὴν πρᾶξιν ταύτην, διὰ τὴν ἐνέργειαν ταύτην τῶν ὀργάνων του; ὅτι τὸ Κράτος δὲν θὰ ἐκτεθῇ εἰς ἀποζημιώσεις, καὶ ἀποζημιώσεις μεγάλας, διὰ τὰς ζημίας, ἃς ὑπέστησαν οἱ κύριοι τῶν σκαφάνδρων;
§24Δ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐὰν ἡ παρεμπόδισις εἶναι αὐθαίρετος, οὐδεμία ὑπάρχει ἀμφιβολία, ὅτι ὑπέχει εὐθύνην καὶ τὸ Δημόσιον καὶ ὁ ὑπάλληλος ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἐνήργησε τὰς πράξεις τὰς αὐθαιρέτους· ἀλλὰ περὶ τούτου πρέπει νὰ πεισθῶμεν, καὶ πρὸ τούτου ὅλοι αὐτοὶ οἱ φιλιππικοὶ δὲν ἔχουσι κανένα λόγον.
§25ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Ἐγὼ δὲν ὁμιλῶ προσωπικῶς ἐναντίον οὐδενὸς, δὲν ὁμιλῶ ἐναντίον τῆς Κυβερνήσεώς σας, ὁμιλῶ περὶ Κυβερνήσεως, περὶ πάσης Κυβερνήσεως, ὡς ἀποτελούσης τι ἑνιαῖον· ὀφείλω δὲ νὰ τονίσω, ὅτι ἔχει εὐθύνην ἡ Κυβέρνησις, ὀφείλω νὰ τονίσω, ὅτι τὸ Κράτος θέλει ἐκτεθῆ εἰς μεγάλας καὶ ὑπερόγκους ἀποζημιώσεις, αἵτινες θέλουσιν ἀναμφισβητήτως ἀνέλθει εἰς ἑκατομμύρια, διότι δὲν ἔχω ἀμφιβολίαν, ὅτι τὰ δικαστήρια θέλουσιν ἀποδώσει δικαιοσύνην εἰς τοὺς ζημιωθησομένους, καὶ θέλουσιν ἀναγνωρίσει τὰ δικαιώματα αὐτῶν, τὰ ὁποῖα θέλει ἀναγκασθῆ ὁ πενιχρὸς θησαυρὸς ἡμῶν νὰ ἱκανοποιήσῃ τοῖς μετρητοῖς. Ἡ ἐπαρχία ἡμῶν, καίτοι θὰ ἐδικαιοῦτο, οὐδέποτε ὅμως ἐζήτησεν ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν νὰ χορηγήσῃ εἰς αὐτὴν τὰ μέσα τὰ ὑλικὰ, διὰ τῶν ὁποίων θέλομεν ἐνεργήσει τὰς ὑποθέσεις ἡμῶν. Ἡμεῖς ἐζητήσαμεν πάντοτε παρὰ τῆς Κυβερνήσεως νὰ χορηγήσῃ τὴν ἠθικὴν αὐτῆς συνδρομὴν, ἀλλ’ ἡ ἠθικὴ συνδρομὴ πρέπει νὰ ἦναι τοιαύτη, ὥστε νὰ μὴ κινδυνεύωμεν νὰ πάθωμεν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον θέλει κινδυνεύσει νὰ πάθῃ τὸ νήπιον, τοῦ ὁποίου ἡ μήτηρ, ἕνεκα στοργῆς ὑπερμέτρου, μετὰ παραφορᾶς περιπτυσσομένη αὐτὸ, δύναται νὰ τὸ ἀποπνίξῃ. Ἓν ζητοῦμεν ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν, νὰ παράσχῃ εἰς ἡμᾶς τὴν συμπάθειαν αὐτῆς, ἀλλ’ ὄχι μετὰ περιπτύξεως τοιαύτης, ὥστε νὰ ὑποστῶμεν τὸν δι’ ἀσφυξίας ὀδυνηρὸν θάνατον. Ἔχω εἰς χεῖράς μου, κύριοι Βουλευταὶ, σωρείαν τηλεγραφημάτων, ἀποσταλέντων παρὰ συμπολιτῶν μου, οἱ ὁποῖοι μετ’ ἀγανακτήσεως ἐκφράζονται περὶ τῶν ἐνεργειῶν τοῦ κυβερνήτου τοῦ πολεμικοῦ πλοίου· τοιαῦτα δὲ τηλεγραφήματα ἔλαβον καὶ οἱ ἄλλοι ἐνταῦθα συμπολῖταί μου.
§26Δ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἀναγνώσατέ τα.
§27Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Βεβαίως. Ἀλλὰ πρὶν ἀναγνώσω τὰ τηλεγραφήματα ταῦτα, θὰ ἀναγνώσω ἐπιστολὴν, τὴν ὁποίαν σήμερον ἔλαβον, καὶ ἡ ὁποία ἔχει ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ὑψώσατε φωνὴν διαμαρτυρίας πρὸς τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὴν Βουλὴν, ἵνα τάχιστα ἀνακληθῇ τὸ ἀτμόπλοιον Κρήτη. Εἶναι ἀδύνατον νὰ σᾶς περιγράψωμεν τὰ βάσανα, τὰ ὁποῖα ὑποφέρομεν ἅπαντες οἱ πλοίαρχοι παρὰ τοῦ κ. Ζώτου. Αὐθαιρέτως καὶ ἄνευ οὐδενὸς λόγου ἀφαιρεῖ ἀπὸ τὰς μηχανὰς τοὺς ὑγιεῖς δύτας, συμβουλεύει τοὺς δύτας νὰ μὴ ἐργάζωνται, λέγων πρὸς αὐτούς: «Μὴ βουτᾶτε, βρέ! Τί θὰ σᾶς κάμουν; Ἐγὼ εἶμαι ’δῶ», καὶ τόσα ἄλλα. Ἔχει παραλύσει ἐντελῶς τὴν ἐργασίαν, καὶ ἂν δὲν ἀνακληθῇ, θὰ καταστραφῶμεν οἱ δυστυχεῖς, διότι ἔχει ἐξαιρέσει καὶ κρατεῖ ἐντὸς τοῦ ἀτμοπλοίου παρ’ ἑκάστης μηχανῆς ἀπὸ 2–3 δύτας, διὰ νὰ παρεμποδίσῃ τὴν ἐργασίαν.» Καὶ ἕπονται πλεῖσται ὑπογραφαὶ, ἀνήκουσαι εἰς τοὺς πλοιάρχους, οἱ ὁποῖοι παραπονοῦνται.
§28ΜΙΧ. ΣΤΕΛΛΑΚΗΣ. Ἀπὸ τοὺς δύτας ἔχετε παράπονα τοιαῦτα;
§29ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Τοῦτο δὲν εἶναι δυνατὸν, διότι πρῶτον ὁ δύτης εἶναι ἀγράμματος, δεύτερον δὲν ἔχει συμφέρον νὰ παραιτηθῇ, διότι αὐτὸς δὲν κατέβαλε κεφάλαια. Τοῦτο τὸ γνωρίζετε, ἀλλὰ νομίζετε ἴσως, ὅτι διὰ τῆς ἐρωτήσεως ταύτης ἐνισχύετε τὴν ὑπάρχουσαν ἰδέαν, ἕνεκα τῶν δημοσιευμάτων, ὅτι πράγματι συμβαίνουσι τὰ ἀναγραφόμενα τερατουργήματα.
§30ΣΤΕΛΛΑΚΗΣ. Ἡμεῖς τὰ γνωρίζομεν.
§31ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Τὰ γνωρίζετε ἀπὸ ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ἔχουσι συμφέρον νὰ παριστῶσιν ὡς πραγματικὰ γεγονότα τοιαῦτα, ὅλως ἀνύπαρκτα, ὅλως φαντασιώδη. Ἀλλὰ παραδέχομαι ὅτι συμβαίνουσι δυστυχήματα ἢ θάνατοι· εἶναι διὰ ταῦτα αἴτιος ὁ πλοίαρχος; εἶναι ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος ἔχει τὸ ὕπατον συμφέρον νὰ ἐπιτύχῃ εἰς τὴν ἐπιχείρησίν του καὶ πρὸς τοῦτο εἶναι ἀνάγκη πρὸ παντὸς νὰ περιποιηθῇ, ὅσον εἶναι δυνατὸν, τὸν δύτην; Διότι ὁ δύτης εἶναι τὸ ὄργανον, διὰ τοῦ ὁποίου θὰ φέρῃ εἰς τὴν ἐπιφάνειαν τὸ πολύτιμον ἐμπόρευμά του, διότι ὁ δύτης ἀκριβῶς εἶναι ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος θὰ βοηθήσῃ αὐτὸν εἰς τὸ νὰ ἁλιεύῃ ὅσον τὸ δυνατὸν περισσοτέρους σπόγγους, ἵνα σταθῇ δυνατὸν καὶ τὸ κεφάλαιόν του νὰ ἐξασφαλίσῃ καὶ κέρδος νὰ ἐπιτύχῃ· δὲν ἔχει κανὲν συμφέρον νὰ βυθίσῃ τὸν δύτην εἰς βάθος 40 καὶ 50 ὀργυιῶν, ὡς λέγετε ὑμεῖς, διότι εἶναι βεβαιωμένον, ὅτι τοῦτο θέλει ἐπιφέρει τὸν θάνατον τοῦ δύτου καὶ ἑπομένως τὴν καταστροφὴν τῆς ἐπιχειρήσεως· διότι, ἐπαναλαμβάνω, ἡ ἐπιχείρησις ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὴν ἐργασίαν τῶν δυτῶν, ἡ ἀπώλεια δὲ ἔστω καὶ ἑνὸς δύτου ἐπιφέρει συνήθως ματαίωσιν τοῦ προσδοκωμένου σκοποῦ, καὶ ἐντεῦθεν ζημίαι καὶ καταστροφαὶ καὶ εἰς τὸν πλοίαρχον καὶ εἰς τὸν ἐφοπλιστήν· ἀλλ’ εἶναι ἐξηκριβωμένον ἐπίσης, ὅτι εἰς βάθος 40 καὶ 50 ὀργυιῶν καὶ ἡ καταβύθισις δὲν εἶναι δυνατὴ καὶ σπόγγοι δὲν ὑπάρχουσιν. Ὥστε ὅλα αὐτὰ εἶναι κατασκευάσματα τῆς φαντασίας, κατασκευάσματα ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἕνα ἔχουσι σκοπὸν, νὰ παρεμποδίσωσι τὴν ἐνάσκησιν τῆς διὰ σκαφάνδρων ἁλιείας. Καὶ εἶναι μὲν εὐχερὲς νὰ γένηται τοῦτο, καὶ νὰ ἱκανοποιηθῇ ἡ φιλανθρωπία· ἀλλ’ ἡ ἐπιχείρησις αὕτη θὰ περιέλθῃ εἰς ξένας χεῖρας...
§32ΚΡΙΣΠΗΣ. Τόσον τὸ καλλίτερον.
§33ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Εἶναι λυπηρὸν νὰ λέγητε ὑμεῖς ταῦτα, ὑμεῖς, ὅστις κατάγεσθε ἐκ νήσου, ὑμεῖς ὅστις ἔχετε σχέσεις μετὰ τῆς σπογγαλιείας καὶ ναυτιλίας. Τὸ συμφέρον λοιπὸν τῶν πλοιάρχων τῶν καταγγελλομένων σήμερον ὡς καννιβάλων, ὡς ἀγρίων, εἶναι νὰ περιποιῶνται τοὺς ἀνθρώπους αὐτοὺς, τοὺς δύτας. Καὶ αὐτὸ τοῦτο πράττουσι, καὶ αὐτὸ τοῦτο εἶναι γνωστὸν ὅτι γίνεται καὶ παρὰ τῶν ἐξ Ὕδρας πλοιάρχων καὶ παρὰ τῶν ἐξ Αἰγίνης καὶ παρὰ τῶν ἐκ Σπετσῶν. Ἐκεῖνοι δὲ, οἱ ὁποῖοι φρονοῦσι τὰ ἐναντία, δὲν εὑρίσκονται βεβαίως ἐν τῷ δικαίῳ. Ἐγὼ ἐξ ἰδίας ἀντιλήψεως γνωρίζω, ὅτι, ἂν συμβαίνωσι δυστυχήματα, δὲν συμβαίνουσι διότι ἀγρίως καὶ βανδαλικῶς ἐφέρθη πρὸς τοὺς δύτας ὁ πλοίαρχος, ἀλλὰ διότι ἡ κατάστασις τῶν ἀνθρώπων ἐκείνων, τοὺς ὁποίους προσελκύει τὸ χρηματικὸν κέρδος, ἡ κατάστασις ἡ σωματικὴ εἶναι τοιαύτη, ὥστε δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀνθέξῃ εἰς καταβύθισιν εἰς βάθος ἔστω καὶ 15 ὀργυιῶν. Αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος. Ἀλλὰ διὰ τοῦτο εὐθύνεται ὁ πλοίαρχος, ἢ ὁ κεφαλαιοῦχος; Βεβαίως ὄχι. Βεβαίως εὐθύνεται ἐκεῖνος, ὅστις ἐλευθέρως συνεβλήθη διὰ πράξεως συμβολαιογραφικῆς μετὰ τοῦ πλοιάρχου, ὅστις προσειλκύσθη ὑπὸ τοῦ κέρδους ἴσως, διότι λαμβάνει 5 καὶ 6 καὶ 8 χιλιάδας δραχμὰς δι’ ἑξάμηνον μόνον ἀποζημίωσιν, ἀποζημίωσιν ὑπερβολικὴν, τὴν ὁποίαν οὐδεμία ἄλλη ἐπιχείρησις ἀποδίδει. Αὐτὴν τὴν σωματικὴν ἐξέτασιν εἶχε καθῆκον νὰ ἐνεργήσῃ ἡ Πολιτεία, δηλ. πρὶν ἢ γείνῃ ἡ ἐκκίνησις τῶν πλοιαρίων τούτων ν’ ἀποστείλῃ ἰατρὸν, ἵνα ἐξετάσῃ ἐὰν οἱ συμβαλλόμενοι ὡς δύται εἶναι καὶ σωματικῶς ἱκανοὶ, ὅπως μετέλθωσι τὸ ἐπάγγελμα τοῦτο. Καὶ ἔρχονται νὰ μεμφθῶσι τοὺς ἀτυχεῖς αὐτοὺς ἀνθρώπους, καὶ νὰ βεβαιώσουν ὅτι ἀγρίως, ὅτι μετὰ βαρβαρότητος φέρονται πρὸς τοὺς δύτας. Ἀλλ’ οἱ ταῦτα λέγοντες δὲν λέγουσι τὴν ἀλήθειαν, ἢ λέγουσιν ὑπερβολάς. Ἀλλ’ ὅταν οἱ δύται, οἱ κακῆς πίστεως, οἱ λαβόντες προκαταβολικῶς 5 ἢ 10 χιλιάδας δραχμὰς, ἀρνῶνται νὰ προσφέρωσι τὴν ὑπηρεσίαν των καὶ σπαταλῶσι τὸ χρῆμα τὸ προερχόμενον ἐκ τοῦ ἱδρῶτος τῶν πλοιάρχων καὶ κεφαλαιούχων εἰς τὰ καπηλεῖα τοῦ Πειραιῶς καὶ τὰ χασισοποτεῖα τῶν Ἀθηνῶν, πράττουσιν ἆρά γε ἔργον δικαιοσύνης, ἔργον ἄξιον ἐπαίνου; Καὶ δὲν καταστρέφεται ἐκ τούτου ὁ ἀτυχὴς πλοίαρχος ἄρδην; Ἀδίκως λοιπὸν καταφέρονται κατὰ τῶν πλοιάρχων, διότι, ὡς προεῖπον, τὸ συμφέρον τῶν πλοιάρχων εἶναι, ἵνα ὁ δύτης ᾖ ἐν καλῇ καταστάσει, διὰ νὰ δύναται ν’ ἀποδώσῃ εἰς αὐτοὺς ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐπιζητοῦσι, καὶ τὸ κεφάλαιον δηλ. καὶ κέρδος ἐπαρκὲς, ὅπως οἰκονομήσωσι τὰς βιωτικὰς ἀνάγκας καὶ ἑαυτῶν καὶ τῆς οἰκογενείας των. Λυποῦμαι πολὺ διότι ἠναγκάσθην ν’ ἀπασχολήσω τὴν Βουλὴν, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι εἶναι ἀποχρώντως δεδικαιολογημένη ἡ στάσις μου. Νομίζω δὲ, ὅτι πρέπει ἡ Κυβέρνησις νὰ διατάξῃ τὸν κυβερνήτην τῆς «Κρήτης» ν’ ἀποδώσῃ αὐθωρεὶ τοὺς δύτας, ἀλλὰ νὰ διατάξῃ τὸν κυβερνήτην ἀντιπλοίαρχον κατὰ τρόπον ἐπιτακτικὸν, καὶ ἂν ὑπάρχωσιν ἀσθενεῖς, δύναται νὰ περιθάλψῃ αὐτοὺς, ἀλλὰ τοὺς ἄλλους, τοὺς ὑγιεῖς, τοὺς λαβόντας τὸ μέγα μίσθωμα, ν’ ἀφήσῃ ἐλευθέρους, διὰ νὰ ἐνασκηθῇ ἡ πλουτοπαραγωγὸς αὕτη ἐπιχείρησις. Ἀλλ’ ἐγὼ ἤθελον προβῆ καὶ εἰς ἑτέραν παράκλησιν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ν’ ἀνακαλέσῃ δηλονότι τὸν κυβερνήτην, καὶ ἂν τοῦτο δὲν εἶναι δυνατὸν, ν’ ἀνακαλέσητε τὸ πλοῖον, κύριε Πρόεδρε τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, διότι μόνον διὰ τοῦ τρόπου αὐτοῦ θὰ περισωθῶσι τὰ συμφέροντα τῶν συμπολιτῶν ἡμῶν. Ἐπειδὴ ὅμως βλέπω ὑμᾶς διατεθειμένον νὰ μὴ πράξητε οὔτε τὸ ἓν οὔτε τὸ ἄλλο, διὰ τοῦτο ἀπευθύνω τὴν θερμὴν παράκλησιν, νὰ μὴ ἀφήσητε τοὺς πληθυσμοὺς αὐτοὺς ἐν μιᾷ στιγμῇ νὰ καταστραφῶσιν. Εἶναι ἐπιβεβλημένον εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ πράξῃ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ζητῶ, καὶ νὰ δώσῃ διαταγὰς τοιαύτας, ὥστε νὰ πραγματοποιηθῇ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ζητοῦσιν οἱ ἔντιμοι ἐκεῖνοι ἄνδρες, τῶν ὁποίων οἱ πατέρες τόσας θυσίας προσέφεραν εἰς τὴν πατρίδα καὶ τὰς ὁποίας βεβαίως θὰ σπεύσωσι καὶ οὗτοι νὰ συνεχίσωσιν, ἐάν ποτε παραστῇ ἀνάγκη. Ἡ ἀνάγκη εἶναι ἐπιβεβλημένη, ἡ ἀνάγκη εἶναι καταφανής, νὰ δώσωμεν εἰς αὐτοὺς τοὺς ἀνθρώπους χεῖρα βοηθείας, νὰ μὴ δίδωμεν δὲ ἀπόλυτον πίστιν εἴτε εἰς τὰς ἐκθέσεις τοῦ κυβερνήτου τοῦ πλοίου, εἴτε εἰς τὰς ἐκθέσεις τῶν ἐκεῖ προξένων τῆς Ἑλλάδος, ἀλλὰ νὰ δίδωμεν πίστιν εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἔχουσι τὸ συμφέρον καὶ διὰ τὴν κατάστασιν τῆς ὑγείας τῶν δυτῶν νὰ φροντίζωσι καὶ τὸ ἴδιον συμφέρον νὰ θεραπεύωσι· διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ πιστεύσωμεν, ὅτι 100 ἢ 150 ἄνδρες, ἔντιμοι οἰκογενειάρχαι, ἀπὸ ἐτῶν ἐργαζόμενοι, ταλαιπωρούμενοι, ὅπως εἰσφέρωσι καὶ εἰς τὸ Κράτος καὶ εἰς τὴν ἰδιαιτέραν αὑτῶν πατρίδα τὰ μέσα τῆς ὑπάρξεως καὶ τῆς εὐζωΐας, ὅτι οἱ ἄνδρες οὗτοι εἶναι τοσοῦτον ἀγρίας φύσεως, τοσοῦτον πεπωρωμένην ἔχουσι τὴν καρδίαν καὶ τὸ αἴσθημα, ὥστε νὰ παρίστανται μάρτυρες σκηνῶν ἀγρίων, σκηνῶν τραγικῶν, ὁποίας περιγράφουσιν αἱ ἐφημερίδες, αἵτινες ἀρύονται ταύτας εἴτε ἐκ τῶν ἐκθέσεων τῶν πλοιάρχων, εἴτε ἐκ τῶν ἐκθέσεων τῶν προξένων, οἱ ὁποῖοι βεβαίως κατ’ εἰσήγησιν τῶν ἐχόντων συμφέρον νὰ παρεμποδισθῇ ἡ σπογγαλιεία καὶ ὑπὸ τὴν ἐπίδρασιν αὐτῶν ὑποβάλλουσι τοιαύτας ἐκθέσεις. Διότι, ὡς προεῖπον, ὁ Φινλανδὸς ἐκεῖνος, ὁ μισθωτὸς, περιέρχεται τὰς χώρας καὶ προσπαθεῖ νὰ πείσῃ τοὺς πάντας, οὐδόλως δ’ ἀπίθανον νὰ ἔπεισε καὶ τοὺς προξένους ν’ ἀποστείλωσιν συγκινητικὰς ἐκθέσεις εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, τοῦ ὁποίου ἡ εὐμάλακτος καρδία συνεκινήθη ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε νὰ μὴ θέλῃ νὰ ἀκούσῃ τὰς δικαίας, τὰς εὐλόγους διαμαρτυρίας τῶν πασχόντων συμπολιτῶν ἡμῶν· ἀλλ’ ἡμεῖς εἴμεθα πεπεισμένοι, ὅτι δὲν εἶναι ἀκριβῆ τὰ γραφόμενα, ὅτι εἶναι φαντασιώδη. Πρόκειται λοιπὸν νὰ μὴ δώσωμεν προσοχὴν εἰς τεχνικὰς παραστάσεις, νὰ μὴ δώσωμεν πίστιν εἰς συμφεροντολογικὰς ἐνεργείας, ἀλλὰ ν’ ἀποβλέψωμεν πρωτίστως εἰς τὸ συμφέρον τῶν ἀληθῶς πασχόντων συμπολιτῶν ἡμῶν, νὰ ἴδωμεν τὴν ἀληθῆ ὄψιν τῶν πραγμάτων, καὶ νὰ συμβιβάσωμεν ταῦτα καὶ πρὸς τὴν ἐπιείκειαν καὶ πρὸς τοὺς νόμους τοῦ Κράτους.
§34Π. ΓΚΙΚΑΣ. Δὲν πρόκειται σήμερον, Κύριοι, νὰ ἐξετασθῇ, ἐὰν θὰ ἐπιτραπῇ ἐν τῷ μέλλοντι ἢ ὄχι ἡ διὰ σκαφάνδρων ἁλιεία· δὲν πρόκειται σήμερον νὰ ἐξετασθῇ, ἐὰν 25,000 ναυτικοῦ πληθυσμοῦ, περὶ τῶν ὁποίων οὐδεμία πρόνοια οὐδέποτε παρ’ οὐδεμιᾶς Κυβερνήσεως ἐλήφθη, μένωσιν ἐκτεθειμέναι εἰς τὸν διὰ τῆς πείνης θάνατον· δὲν πρόκειται σήμερον νὰ ἐξετασθῇ, ἐὰν ἡ σπογγαλιεία θὰ ἐκφύγῃ τῶν χειρῶν ἡμῶν καὶ θὰ μεταφερθῇ εἰς Ἰσπανικὰς χεῖρας, — διότι ἤδη Ἱσπανοὶ ἦλθον καὶ ἐμίσθωσαν δέκα σπογγαλιευτικὰ πλοῖα καὶ 30 σπογγαλιεῖς ἐξ Αἰγίνης, διὰ νὰ μεταβῶσι ν’ ἁλιεύσωσι δι’ αὐτῶν, ἦλθον δὲ καὶ εἰς τὴν Ὕδραν καὶ ἐζήτησαν νὰ μισθώσωσι πλοῖα καὶ δύτας, ἀλλὰ δὲν συνεφώνησαν, καὶ οὕτως ἐπὶ τοῦ παρόντος ἀπῆλθον, — δὲν πρόκειται νὰ ἐξετασθῇ, ἐὰν καὶ εἰς τὰς νήσους ἤρξατο ἡ μετανάστευσις, οὐδὲ προτίθεμαι νὰ παραστήσω εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι ἡ Ὕδρα καταστρέφεται καθ’ ὁλοκληρίαν, καὶ νὰ παρακαλέσω τὴν Κυβέρνησιν νὰ φροντίσῃ νὰ εὕρῃ τόπον, ἐν ᾧ νὰ μετοικήσωσι καὶ νὰ ζήσωσιν οἱ κάτοικοι αὐτῆς, διότι οἱ Ὑδραῖοι μόνον βιοποριστικὸν ἐπάγγελμα ἔχουσι τὴν λέμβον καὶ τὰ μικρὰ πλοιάρια, καὶ οὐδὲν ἄλλο· ἑπομένως, ἐὰν ἀπαγορευθῇ ἡ σπογγαλιεία, βεβαίως θ’ ἀποθάνωσιν ἐξ ἀσιτίας, ἢ θὰ μεταναστεύσωσι. Πρόκειται σήμερον νὰ ἐξετασθῇ, ἐὰν ἐπιχείρησις γενομένη τῇ ἐπινεύσει τῆς Κυβερνήσεως, καὶ τῆς ὁποίας τὸ προϊὸν ἀνέρχεται εἰς 5,000,000 δραχμὰς, πρόκειται νὰ καταστραφῇ. Ἀφοῦ ἐπὶ πολὺ ἠγωνίσθημεν νὰ λάβωμεν παρὰ τῆς ὁμόρου Ἐπικρατείας τὴν ἄδειαν νὰ ἁλιεύωμεν εἰς τὰ παράλια αὐτῆς, παρ’ ἐλπίδα εὕρομεν ἀντιμέτωπον τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν, καὶ δὴ ἀξιωματικὸν, ὁ ὁποῖος ἔχει καὶ ἰδίους λόγους νὰ καταδιώκῃ τοὺς ἐξ Ὕδρας καταγομένους πλοιάρχους καὶ δύτας. Συνεπείᾳ τούτου ἤχθη τὸ ζήτημα ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ὅπως ἐπικαλεσθῶμεν τὴν ἀρωγὴν τῆς Κυβερνήσεως, μόνον καὶ μόνον διὰ νὰ σώσωμεν τὴν ἐφετεινὴν παραγωγήν. Ἐὰν εἰς τὸ μέλλον νομίζῃ ἡ Κυβέρνησις, ὅτι δὲν πρέπει νὰ γείνῃ ἡ διὰ σκαφάνδρων ἁλιεία, δύναται νὰ τὸ δηλώσῃ προηγουμένως, ἵνα ἔχωμεν ἐν καιρῷ γνῶσιν τούτου. Βεβαίως ὁ κυβερνήτης τοῦ πλοίου δὲν εἶχεν ὁδηγίας τοιαύτας, οὔτε εἶχε δικαίωμα νὰ μετέλθῃ τὸν τρόπον, τὸν ὁποῖον μετέρχεται ἀπέναντι τῶν πλοιάρχων καὶ τῶν δυτῶν, διότι τὸ πλοῖον ἐστάλη, ὅπως προστατεύσῃ τὰ σπογγαλιευτικὰ πλοιάρια ἐναντίον τῶν ἐν τῷ πελάγει ἐπιθέσεων τῶν πειρατικῶν πλοίων καὶ κατὰ τῶν πιέσεων τῶν Βεγγαζίων, καὶ ἂν ὑφίσταντο ἐπίθεσιν ἐκ μέρους πειρατικῶν πλοίων, τότε νὰ προσφέρῃ τὴν προστασίαν του. Τί ἔπραξεν ὅμως ὁ κυβερνήτης τοῦ πλοίου; Περιῆλθεν ὅλα τὰ πλοιάρια, μεταβαίνων εἰς ἕκαστον αὐτῶν, καὶ ἐκτύπα τοὺς πόδας τῶν δυτῶν καὶ τοῖς ἔλεγεν: «Εἶσθε ἀσθενεῖς ἐκτυπήθητε, — κατὰ τὴν ναυτικὴν ἔκφρασιν, — νὰ μεταβῆτε εἰς τὸ θεραπευτήριον». Μετεβάλλετο εἰς ἰατρὸν, καὶ ἐξήταζε τοὺς δύτας. Καὶ οὐ μόνον τοῦτο, ἀλλ’, — δὲν ἠξεύρω ἂν εἶναι ἀκριβὲς, — λέγεται ὅτι προέβη καὶ εἰς βανδαλικὰς πράξεις, ἔδειρε δύτας καὶ κυβερνήτας σπογγαλιευτικῶν πλοίων. Καὶ βεβαίως θὰ εἶναι ἀληθὲς τοῦτο, διότι εἷς δύτης παρεπονεῖτο ὅτι ἀπώλεσε χιλίας δραχμὰς ἐκ τῆς ἐσοδείας ταύτης, διότι ὁ εἰρημένος κυβερνήτης ἐξεβίασε τὸν πλοίαρχον ν’ ἀφήσῃ αὐτὸν ἐλεύθερον ἐργασίας. Ἔλεγε δὲ ὁ κυβερνήτης οὗτος πρὸς τοὺς δύτας, τοὺς δῆθεν ὑπὸ θεραπείαν διατελοῦντας καὶ τοὺς ἄλλους: «Μὴ πηγαίνετε, βρὲ, νὰ ἁλιεύσητε· τί θὰ σᾶς κάμῃ ὁ πλοίαρχος; Ἐγὼ εἶμαι ἐδῶ!» Πολλοὶ δὲ δύται — καὶ οὗτοι εἶναι ἐκ τῶν λαβόντων τὰς μεγαλειτέρας προκαταβολὰς — δὲν μετέβαινον νὰ ἐργασθῶσιν. Ὅλως δ’ αὐθαιρέτως προέβη εἰς τὴν σύλληψιν 36 δυτῶν, καὶ οὕτως ἐματαίωσε καθ’ ὁλοκληρίαν τὸ ταξείδιον αὐτό. Ἐντεῦθεν δὲ θὰ ἐπέλθῃ μεγάλη ζημία εἰς τοὺς πλοιάρχους καὶ τοὺς κεφαλαιούχους, ἕνεκα τῶν ἐξόδων, εἰς τὰ ὁποῖα ὑπεβλήθησαν. Οἱ δύται βεβαίως χαίρουσι διὰ τὴν κατάστασιν αὐτὴν, διότι πάντες ἔχουσι λάβει προκαταβολικῶς, ἄλλος 3,000 καὶ ἄλλος 5,000 δραχμάς. Ἀλλ’ ἐὰν ματαιωθῇ τὸ ταξείδιον αὐτὸ καὶ ἐπέλθωσι ζημίαι, βεβαίως δὲν θὰ κερδίσῃ καὶ τὸ Δημόσιον, διότι, πλὴν τῶν ἄλλων, οἱ πλοίαρχοι καὶ οἱ κεφαλαιοῦχοι θὰ στραφῶσι κατ’ αὐτοῦ, καὶ θὰ ζητήσωσιν ὑπερόγκους ἀποζημιώσεις. Ὑπάρχουσι δύται, οἱ ὁποῖοι εἶχον προσβληθῆ ὑπὸ μικρᾶς παραλυσίας πρὸ πολλῶν ἐτῶν· τὸ πάθημά των εἶναι μικρὸν, καὶ δὲν τοὺς ἐμποδίζει νὰ ἐργάζωνται· εἶναι δὲ οἱ καλλίτεροι δύται, καὶ τοὺς ἐπιδιώκουσιν ὅλοι οἱ πλοίαρχοι. Ὅλους αὐτοὺς ὁ κύριος κυβερνήτης τοῦ πλοίου, περιερχόμενος τὰ πλοιάρια, τοὺς ἐκτύπα εἰς τοὺς πόδας καὶ τοὺς παρελάμβανε, — καίτοι διαμαρτυρομένους, διότι εἶχον λάβει προκαταβολικῶς χρήματα, — λέγων εἰς αὐτούς: «Πηγαίνετε εἰς τὸ νοσοκομεῖον». Ἐπικαλοῦνται οἱ ζητοῦντες τὴν ἀπαγόρευσιν τῆς διὰ σκαφάνδρων ἁλιείας λόγους φιλανθρωπίας· ἀλλὰ διατὶ μόνον διὰ τοὺς δύτας; Μήπως δὲν ὑπάρχουσιν ἄλλαι ἐπιχειρήσεις, ἐπίσης ἐπικίνδυνοι; Μήπως αἱ ἐργασίαι ἐν τοῖς μεταλλείοις καὶ τοῖς ὀρυχείοις δὲν εἶναι πολὺ περισσότερον ἐπικίνδυνοι καὶ δὲν ἀριθμοῦσι πολὺ πλείονα θύματα; Μήπως τὰ σκάφανδρα δὲν τὰ χρησιμοποιοῦσιν εἰς τὰς προκυμαίας καὶ εἰς τὰ πολεμικὰ πλοῖα, καὶ δὲν συμβαίνουσι καὶ ἐκεῖ θάνατοι ἐξ αὐτῶν; Βεβαίως ἡ φιλανθρωπία πρέπει νὰ ἐπικρατῇ πάντοτε, ὄχι ὅμως καθ’ ὑπερβολὴν, πρὸς καταστροφὴν ἐπιχειρήσεων, ἐξ ὧν χιλιάδες οἰκογενειῶν συντηροῦνται· δὲν πρέπει δὲ νὰ περιορισθῇ μόνον εἰς τοὺς δύτας, εἰς τοὺς σπογγαλιεῖς, ἀλλὰ καὶ εἰς ὅλους τοὺς ἐξ ἐπικινδύνων ἐπιχειρήσεων πάσχοντας. Διότι μήπως εἰς τὰ ἀνθρακωρυχεῖα δὲν συμβαίνουσι θάνατοι; μήπως καὶ εἰς τὴν ἐκμετάλλευσιν τοῦ ὑδραργύρου δὲν συμβαίνουσι θάνατοι; Ἐθεωρήθη ποτὲ, ὅτι πρέπει νὰ καταργηθῶσιν ὅλαι αὐταὶ αἱ ἐπιχειρήσεις, διότι ἐπέρχονται θάνατοι;
§35ΖΑΙΜΗΣ. Διὰ νόμου.
§36ΓΚΙΚΑΣ. Ἐὰν πρόκηται ν’ ἀπαγορευθῇ ἡ διὰ σκαφάνδρων ἁλιεία, ἂς ἀπαγορευθῇ διὰ νόμου, καὶ τοῦτο διὰ τὸ μέλλον, ὥστε νὰ μὴ ἐπέλθωσι ζημίαι· ἤδη ὅμως τοὺς δύτας αὐτοὺς, οἱ ὁποῖοι εἶναι ἱκανοὶ νὰ ἐργάζωνται, ὀφείλει νὰ ἀποδώσῃ εἰς τοὺς πλοιάρχους· ἐὰν δὲ ὑπάρχωσί τινες, οἱ ὁποῖοι προσεβλήθησαν κατὰ τὸ ταξείδιον τοῦτο, καὶ ἦναι τόσον σοβαρὰ ἡ ἀσθένεια αὐτῶν, ὥστε δὲν δύνανται νὰ ἐργασθῶσιν, αὐτοὺς βεβαίως δύνανται νὰ τοὺς κρατήσῃ. Ἀλλ’ εἶναι, λέγουσιν, ἀφιλανθρωπία διὰ τοὺς πάσχοντας δύτας. Ἀλλὰ δὲν θὰ ἦναι ὑψίστη ἀφιλανθρωπία νὰ πάθωσιν ἐκ πείνης 25,000 ψυχαὶ ναυτικοῦ πληθυσμοῦ;—διότι βεβαίως ἐκ πείνης θὰ πάθωσιν. Οἱ μὴ γνωρίζοντες δὲ τὰ πράγματα καὶ θέλοντες νὰ λάβωσιν ἰδέαν τῆς καταστάσεως ἐν τοῖς σπογγαλιευτικοῖς μέρεσιν ἔπρεπε νὰ μεταβῶσιν εἰς Ὕδραν πρὶν οἱ κεφαλαιοῦχοι δώσωσι τὰ χρήματά των, καὶ θὰ ἔβλεπον ἐκεῖ τὴν πραγματικὴν, ὄχι τὴν λεγομένην, πεῖναν.
§37ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Τὴν ἐκβίασιν νὰ λάβωσιν οἱ δύται χρήματα, καὶ τὰς ἀπειλάς.
§38ΓΚΙΚΑΣ. Λοιπὸν ἐπειδὴ τέλος πάντων ἔλαβε μεγάλας διαστάσεις τὸ ζήτημα, καὶ δὲν ἐπιθυμῶ ν’ ἀπασχολήσω ἐπὶ πολὺ τὴν Βουλὴν, θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν καὶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ διατάξωσι τὸν κυβερνήτην τοῦ πλοίου, ὅπως τοὺς δύτας ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι εἶναι ἱκανοὶ νὰ ἐργάζωνται καὶ οἱ ὁποῖοι δὲν προσεβλήθησαν κατὰ τὸ ταξείδιον τοῦτο, τοὺς ἀποδώσῃ εἰς τὰ πλοῖα, εἰς ἃ ἀνήκουσιν· ἐάν δέ τινες προσεβλήθησαν κατὰ τὸ ταξείδιον τοῦτο καὶ ἔχωσιν ἀνάγκην θεραπείας, νὰ τοὺς κρατήσῃ. Δὲν εἶναι δὲ καὶ βέβαιον τὸ γραφὲν ἐν ταῖς ἐκθέσεσι τοῦ κυβερνήτου· διότι π. χ. ὑπάρχει κατάστασις τῆς ὑγιειονομικῆς ὑπηρεσίας τοῦ πλοίου, ἥτις λέγει περὶ δύτου πάσχοντος: «προσελήφθη εἰς τὸ πλοῖον τὴν 25 Μαΐου, ἀφέθη τὴν 26»· εἰς δὲ τὰς παρατηρήσεις προστίθεται: «παράλυσις»! Μὰ εἶναι παράλυσις ἡ θεραπευομένη εἰς 24 ὥρας νόσος; Παρελήφθη εἰς τὸ πλοῖον τὴν 25, τὴν 26 ἀπολύεται. Δὲν εἶναι καταφανῶς ψευδὴς καὶ ἡ κατάστασις ἡ ἰατρικὴ καὶ ἡ ἔκθεσις τοῦ κυβερνήτου; Ἐὰν δὲ καὶ κατὰ τὰ ἄλλα ἐξελεγχθῇ ἡ ἔκθεσις τοῦ κυβερνήτου, θὰ ἴδητε ὅτι εἶναι ψευδής· διότι λέγει π.χ. ὁ κυβερνήτης ἐν τῇ ἐκθέσει του, ὅτι ἠπείλησε ναύκληρός τις δύτην, ὅτι θὰ τὸν σκοτώσῃ, διότι ἔπασχεν ἐξ ἀκρατείας τῶν οὔρων· ἐν τούτοις εἰς τὴν κατάθεσίν του ὁ δύτης δὲν λέγει τοιοῦτόν τι.
§39Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸς εἶναι νέος θεραπευτικὸς τρόπος!
§40Π. ΓΚΙΚΑΣ. Αὐτὸ οὐδέποτε ἐγένετο. Περαίνων τὸν λόγον, καὶ διὰ νὰ μὴ σᾶς ἀπασχολήσω περισσότερον, θὰ παρακαλέσω καὶ πάλιν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν καὶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, τοὺς δύτας αὐτοὺς, οἱ ὁποῖοι δύνανται νὰ ἐργασθῶσι καὶ ἐζήτησαν νὰ ἐργασθῶσι, νὰ διαταχθῇ ὁ κυβερνήτης τοῦ πολεμικοῦ πλοίου νὰ τοὺς ἀποδώσῃ. Δὲν ἐννοῶ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι εἶναι σοβαρῶς προσβεβλημένοι. Αὐτοὺς ἂς τοὺς κρατήσῃ. Νὰ μὴ ματαιωθῇ ὅμως τὸ ταξείδιον καὶ νὰ μὴ καταστραφῶσιν οἱ καταθέσαντες τὰ κεφάλαιά των ἐφοπλισταὶ καὶ οἱ πλοίαρχοι.
§41ΛΕΩΝ ΜΕΛΑΣ. Πέπεισμαι, Κύριοι, ὅτι οἱ λαλήσαντες πρὸ ὀλίγου ἔντιμοι συνάδελφοι ἐξ Ὕδρας ὡμίλησαν ἐν πεποιθήσει, ὅτι ὅσα ὑπὲρ τοῦ δικαίου τῶν διὰ τηλεγραφημάτων ἐκ Βαρβαρίας παραπονουμένων πλοιάρχων τῶν σπογγαλιευτικῶν πλοίων εἶπον, εἰσὶ τὰ μόνα, ἅτινα ἔδει νὰ εἴπωσι. Διότι ἄλλως εἶναι φοβερὸν νὰ ὑπολάβῃ τις, ὅτι τρεῖς διακεκριμένοι βουληφόροι ἄνδρες παρέστησαν ἐνταῦθα σήμερον ὑπέρμαχοι τῶν ἰσχυρῶν κατὰ τῶν ἀδυνάτων καὶ ἀδικουμένων, θέντες τὴν πολιτικὴν πίεσιν, ἣν ὑφίστανται ἐκ μέρους τῶν ἰσχυρῶν τούτων, ὑπερτέραν τῆς στοιχειώδους φιλανθρωπίας.
§42Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸν λόγον.
§43ΜΕΛΑΣ. Ἐζήτησα τὸν λόγον, Κύριοι, διότι λαβὼν ἐκ συμπτώσεως γνῶσιν τῶν ἐν τοῖς παραλίοις τῆς Ἀφρικῆς κατὰ τὴν σπογγαλιείαν συμβαινόντων, ἐθεώρησα στοιχειῶδες καθῆκον φιλανθρωπίας ν’ ἀνακοινώσω ταῦτα εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ τιθέμενος ὁλοψύχως πρὸς τὸ μέρος τῆς πασχούσης καὶ δυναστευομένης τάξεως τῶν δυτῶν, νὰ προκαλέσω ἀπόφασιν τῆς Κυβερνήσεως, ἥτις νὰ μεριμνήσῃ συντόνως περὶ αὐτῶν. Ἤθελον δὲ εἶσθαι εὐτυχὴς, ἐὰν ἐκ τῆς συζητήσεως προέκυπτε γνώμη συναδέλφου συντελοῦσα εἰς διόρθωσιν τοῦ κακοῦ. Παρὰ προσώπου στενώτατα μετ’ ἐμοῦ συνδεομένου ἔλαβον ἐκ Τριπόλεως μακροτάτην ἐπιστολὴν, διαλαμβάνουσαν πλείστας ὅσας λεπτομερείας περὶ τῆς ἐκεῖ τελουμένης σπογγαλιείας.
§44Π. ΓΚΙΚΑΣ. Εἶναι γνωστὰ, καὶ ὅτι εἶναι ἀξιωματικὸς, καὶ ποῖαι εἶναι αἱ ἰδέαι του.
§45ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Εἶναι γνωστὰ. Τὰ ἔχει ἡ «Ἑστία» ὅλα αὐτά.
§46ΜΕΛΑΣ. Δὲν ἀρνοῦμαι, ὅτι πρόκειται περὶ ἀξιωματικοῦ ὑπηρετοῦντος ἐπὶ τῆς «Κρήτης». Ἀλλὰ βεβαιωθῆτε, ὅτι τὰ δημοσιευθέντα ἐν τῇ «Ἑστίᾳ», τὰ ὁποῖα ἄλλως τε εἰσιν ἀκριβέστατα, δὲν προῆλθον ἐξ αὐτοῦ. Τοὐναντίον ἐν τῇ μακροτάτῃ ταύτῃ ἐπιστολῇ οὐδόλως φαντάζεται ὁ γράφων, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ γνωσθῶσι τὰ γραφόμενά του ὑπὸ ἄλλου, πλὴν ἐμοῦ. Ἐὰν δὲν ἐπρόκειτο, Κύριοι, περὶ ἀξιωματικοῦ, οὗτινος τὴν εἰλικρίνιαν καὶ φιλαλήθειαν οὐδ’ ἐπὶ στιγμὴν δύναμαι νὰ θέσω ἐν ἀμφιβόλῳ, καὶ ἐὰν ἐν τῇ μακροτάτῃ ταύτῃ λυπηρᾷ συγγραφῇ δὲν ἀνεφέροντο λεπτομέρειαι τῶν συμβαινόντων ἐκεῖ, βεβαιωθῆτε ὅτι οὐδέποτε ἤθελον πιστεύσει, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ τελῶνται ἐκεῖ, εἰς τὰ παράλια τῆς Ἀφρικῆς, ἄγριαι ἀνθρωποκτονίαι καὶ ἀνθρωπομαρτύρια ἀπὸ πολλοῦ χρόνου ἐν πλήρει γνώσει τῆς Πολιτείας ἡμῶν...
§47Ν. ΓΟΥΛΙΜΗΣ ΚΑΙ ΑΛΛΟΙ. Ποῖος εἶναι ὁ ἀξιωματικός;
§48ΜΕΛΑΣ. Ἐπεθύμουν ν’ ἀπεσιώπων τὸ ὄνομα αὐτοῦ. Ἀλλ’ ἵνα ἀρθῇ καὶ ἡ ἐλαχίστη ἀμφιβολία περὶ τῆς ἀκριβείας τῶν γραφομένων, δὲν ἔχω δυσκολίαν νὰ τὸν ὀνομάσω, ἀφοῦ διαβεβαιώσω τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν, ὅτι ὁ ἀξιωματικὸς ἐκεῖνος ἐντελῶς ἀγνοεῖ ὅτι ὁμιλῶ σήμερον ἐν τῇ Βουλῇ περὶ τῆς ἐπιστολῆς του, καὶ εἶχεν ὑπ’ ὄψιν, ὅτι γράφων πρὸς τὴν οἰκογένειάν του, ἔγραφεν ἐλευθέρως, ζητῶν ἀνακούφισιν διὰ τῆς μεταδόσεως εἰς τοὺς οἰκείους του τῶν λυπηρῶν σκηνῶν, ὧν ἐγένετο μάρτυς. Ὁ ἀξιωματικὸς οὗτος εἶναι ὁ ἀδελφός μου Κωνσταντῖνος Μελᾶς, ἀνθυποπλοίαρχος, ὑπηρετῶν ἐπὶ τῆς «Κρήτης» καὶ τὴν εἰλικρίνειαν αὐτοῦ οὐδεὶς δύναται νὰ θέσῃ ἐν ἀμφιβόλῳ.
§49ΓΚΟΤΣΗΣ. Βεβαίως ὁ ἀδελφός σας δὲν γράφει ψεύδη.
§50ΜΕΛΑΣ. Δὲν σκοπῶ ν’ ἀνακοινώσω εἰς ὑμᾶς, Κύριοι, τὰ ἐν ταῖς 29 ταύταις σελίσιν ἀναφερόμενα. Καὶ τοῦτο δὲν θέλω πράξει, διότι ἀφ’ ἑνὸς θὰ κατηναλίσκετο χρόνος πολὺς, ἀφ’ ἑτέρου δὲ ἤθελον ἀκουσθῆ ἀπὸ τοῦ ἐπισήμου τούτου βήματος λεπτομέρειαι φρικαλεοτήτων, αἵτινες θὰ ἠμπόδιζον πλέον τὴν περαιτέρω κατάταξιν ἡμῶν τῶν Ἑλλήνων μεταξὺ τῶν πεπολιτισμένων ἐθνῶν. (Εὖγε! εὖγε!).
§51ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Καὶ ἡ κουμπουριαῖς ποῦ πέφτουν καθ’ ἡμέραν καὶ σκοτώνονται οἱ ἄνθρωποι; Εἶναι ὀλίγον;
§52ΜΕΛΑΣ. Ὁμιλεῖτε, κύριε συνάδελφε, περὶ τυχαίων κακουργημάτων, ἅτινα δὲν θὰ λείψωσιν ἐν οἱᾳδήποτε κοινωνίᾳ, καὶ διὰ τὰ ὁποῖα ὑπάρχουσι δικαστήρια, ἐνῷ ἐγὼ ὁμιλῶ περὶ συστηματικῆς ἀνθρωποκτονίας, τελουμένης ὑπὸ τὸ πρόσχημα ἐπιχειρήσεως, καὶ δι’ ἣν δυστυχῶς δὲν ἐλειτούργησε μέχρι τοῦδε ὁ ποινικὸς νόμος. Ἀλλ’ ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ἐπιθυμῇ νὰ ἔχῃ πλήρη εἰκόνα τῶν κατὰ τὴν σπογγαλιείαν τελουμένων, ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν Ὑπουργὸν, οὐχὶ νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν, ἀφοῦ χρόνος πρὸς συζήτησιν δὲν ὑπάρχει, ἀλλὰ νὰ καταστήσῃ πρὸς τοὺς κυρίους συναδέλφους του Ὑπουργοὺς γνωστὰς τὰς ληφθησομένας, ἐὰν εἰσέτι δὲν ἐλήφθησαν: 1ον) ἐκθέσεις τοῦ κυβερνήτου τῆς «Κρήτης»: 2ον) ἐκθέσεις τοῦ προξένου Βεγγάζης: 3ον) ἀνακρίσεις, εἰς τὰς ὁποίας προέβη ὁ κυβερνήτης τῆς «Κρήτης»: 4ον) ἐνόρκους καταθέσεις τῶν δυτῶν, τὰ ἱστορικὰ τῶν παθήσεων αὐτῶν καὶ τὰ δῆθεν παράπονα τῶν πλοιάρχων. Καλὸν δὲ θὰ ἦτο νὰ ἐγίνοντο γνωσταὶ προσέτι καὶ διαταγαὶ, ἃς ἔλαβεν ὁ κυβερνήτης τῆς «Κρήτης» πρὸ τοῦ ἀπόπλου. Ἡ μελέτη τῶν ἐκθέσεων τούτων θέλει ἀποκαλύψει πολλὰ εἰς ὑμᾶς. Ἐκεῖ θὰ ἴδητε, κύριοι Ὑπουργοὶ, τὴν συστηματικὴν πλαστογράφησιν τῶν ναυτολογίων, ἵνα ἀποκρύπτηται ὁ ἀριθμὸς τῶν ἐξαφανιζομένων θυμάτων. Ἐκεῖ θὰ ἰδῆτε τὴν ἐγκληματικὴν ἀκηδίαν τῶν πλοιάρχων, προκειμένου περὶ τῆς καθαριότητος τῶν μηχανῶν καὶ τῶν ἀεραγωγῶν σωλήνων, ἐκτὸς τῶν ὁποίων εὑρέθη ὕδωρ καὶ πολλάκις βρωμερὸν ἔλαιον λιπάνσεως. Ἐκεῖ θὰ ἰδῆτε τὸ φοβερὸν τῆς θερμότητος τῶν κυλίνδρων τῆς ἀεραντλίας· διότι τὰ ψυγεῖα δέχονται ἀνανέωσιν ψυχροῦ ὕδατος, μόνον ὁσάκις τὸ ἐνθυμηθῇ ἢ θελήσῃ ὁ πλοίαρχος, ἐνῷ ἐν τῷ μεταξὺ οὐδεὶς τὸν βυθὸν τῆς θαλάσσης ἐργαζόμενος δέχεται ἐπὶ τῆς κεφαλῆς του μόνον θερμὸν ἀέρα, συντελοῦντα εἰς τὴν ἀποπληξίαν. Ἐκεῖ θέλετε ἴδει, κύριοι Ὑπουργοὶ, τὴν συστηματικὴν ἀπόκρυψιν τῶν τελουμένων ἐπὶ τῶν πλοιαρίων ἐγκλημάτων ἐκ μέρους τῶν πλοιάρχων καὶ τῶν δημίων αὐτῶν κολαουζέριδων, καὶ τὸν φόβον, ὃν ἔχουσιν οἱ δύται, ν’ ἀπαντήσωσιν εἰς τοὺς ἀνακρίνοντας αὐτούς. Ἐκεῖ θέλετε ἴδει τὰ ὀνόματα τῶν ἐν βραχυτάτῳ διαστήματι ἀποβιωσάντων, ἢ μᾶλλον φονευθέντων, καὶ τὰς διαφόρους φάσεις βασανιστηρίων, δι’ ὧν διῆλθον οἱ ἐπὶ ἑβδομάδας ψυχορραγοῦντες καὶ μὴ δυνάμενοι παρ’ οὐδενὸς νὰ ζητήσωσι βοήθειαν. Ἐκεῖ θὰ ἴδητε τὸν ἀριθμὸν τῶν ἄλλων, τῶν πολλῶν καταδεδικασμένων εἰς θάνατον, διότι ἔπαθον ἤδη μερικὴν καταπληγίαν, καὶ μὴ δυνάμενοι νὰ χρησιμοποιηθῶσι πλέον, ὑφίστανται παντὸς εἴδους μαρτύρια, ὅπως ἐπιταχυνθῇ ὁ θάνατος καὶ ἀπαλλάξωσι τὸ πλοιάριον τῆς ἀχρήστου παρουσίας των. Ἰδού, Κύριοι, δεῖγμα στατιστικῆς (ἀναγινώσκει): «22 Ἰουνίου.—Ἐπανήλθομεν πρὸ ὀλίγου ἐκ μερικῆς ἐπιθεωρήσεως. Ἐπὶ 82 σπογγαλιέων 6 ἀπέθανον, 23 ὑγιαίνουσι, καὶ 53 ἔπαθον κατὰ τὸ μᾶλλον ἢ ἧττον. Παρελάβομεν ἐπὶ τοῦ πλοίου 29, τοὺς βαρύτερον παθόντας». Καὶ οὕτω καθεξῆς.
§53ΓΚΟΤΣΗΣ. Ἑκατόμβαι!
§54ΜΕΛΑΣ. Δὲν ἐπιθυμῶ νὰ ἀφηγηθῶ ἐνταῦθα λεπτομερείας τῆς ἀγριότητος τῶν πλοιάρχων, καὶ νὰ ἐκθέσω, πῶς ὁ εἷς ἐφονεύθη διότι τὴν παραμονὴν εἶχεν ἀρνηθῆ νὰ κάμῃ τρίτην κατάδυσιν διαρκείας 22 λεπτῶν, ἀναγκασθεὶς τὴν ἑπομένην νὰ κατέλθῃ εἰς τὸν βυθὸν, ὅπου καὶ πρὸς τιμωρίαν ἀφέθη περισσότερον, πῶς ὁ ἄλλος, ὁ δύστηνος Πιρλίγγος, ἀνελκυσθεὶς αἰφνιδίως καὶ κτυπήσας εἰς τὴν κεφαλὴν, ἔπαθε παραλυσίαν καὶ ἀκράτειαν οὔρων, καὶ ἐρρίφθη εἰς γωνίαν τοῦ πλοίου, ὅπου ἡ γάγγραινα κατέστρεψε τοὺς γλουτούς του, πῶς οἱ σκώληκες ἔτρωγον αὐτὸν ζῶντα, πῶς ὁ πλοίαρχος, ἀντιληφθεὶς ὅτι τὰ οὖρα ἔβλαπτον τοὺς ἀποθηκευομένους σπόγγους, ἔδειρε τὸν ψυχορραγοῦντα ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε οὗτος ἐν ἀπογνώσει διατελῶν ἔδεσε διὰ σπάγγου τὸ πέος του, τὸ ὁποῖον τὴν πρωΐαν εὑρέθη κεκομμένον! (αἴσθησις). Τοῦτο καταθέτουσιν οἱ ἐξετασθέντες μάρτυρες, καὶ βεβαίως περιέχεται ἐν τῇ ἐκθέσει τοῦ κυβερνήτου κ. Ζώτου. Δὲν προχωρῶ, κύριοι συνάδελφοι, διότι αἰσχύνομαι διὰ λογαριασμὸν πάντων ἡμῶν. Ἄλλως θέλω ἐν καιρῷ προκαλέσει τὸν ἔντιμον ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν κ. Ὑπουργὸν, ὅπως μοὶ δηλώσῃ, ἐὰν ἔστω καὶ κατὰ κεραίαν εὑρίσκεται ὁ ἐπιστολογράφος μακρὰν τῆς ἀληθείας. Ἀλλὰ πάντα ταῦτα μᾶς φέρουσι, Κύριοι, εἰς ἄλλην ἀπορίαν. Τί ἔπραξαν οἱ κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη ἀποσταλέντες ἐπὶ τῆς «Κρήτης» κυβερνῆται εἰς τὰ παράλια τῆς Ἀφρικῆς; Πῶς δὲν ἐξηγέρθησαν; πῶς δὲν κατήγγειλαν τὰς φρικαλεότητας ταύτας; Ἐὰν ἔστειλαν ἐκθέσεις, πῶς αἱ κατὰ καιροὺς Κυβερνήσεις ἐκώφευσαν; Ἐὰν πάλιν δὲν ἔστειλαν ἐκθέσεις, καταγγέλλοντες τὰ γενόμενα, πῶς δὲν ἐνόησαν ὅτι διὰ τῆς σιωπῆς τῶν ἐγίνοντο συνένοχοι φρικώδους ἀνθρωποθυσίας χάριν ποταπῶν κερδοσκοπικῶν ὀρέξεων ἄλλων; Καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει καταγγέλλω ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὅσους ὑπευθύνους δὲν ἔπραξαν τὸ καθῆκον αὑτῶν, καὶ συνιστῶ τὴν παραπομπὴν αὐτῶν εἰς Ἀνακριτικὸν Συμβούλιον, ὅπερ νὰ ἐξετάσῃ κατὰ πόσον οἱ κύριοι οὗτοι ἐξετέλεσαν τὸ καθῆκον αὑτῶν, ἀνταποκριθέντες εἰς τὰς προσδοκίας τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, ἥτις ἀφῆκεν εἰς χεῖρας αὐτῶν οὐ μόνον σπουδαῖα συμφέροντα, ἀλλὰ καὶ τόσας ἀνθρωπίνους ὑπάρξεις. Τοῦτο δὲ θέλει χρησιμεύσει ὡς μάθημα εἰς ἐκείνους, οἵτινες δὲν ἐννοοῦσιν, ὅτι, ὅταν φέρῃ τις τὸ στέμμα ἐπὶ τοῦ πηλικίου καὶ ἦναι περιβεβλημένος διὰ δικαιωμάτων, δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ γίνεται διὰ τῆς ῥαθυμίας αὑτοῦ συνένοχος βρωμερῶν καὶ ἀπανθρώπων πράξεων! (Εὖγε! εὖγε!).
§55Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Μὲ συγχωρεῖτε νὰ σᾶς διακόψω. Ὀφείλω νὰ δηλώσω εἰς ὑμᾶς, ὅτι ὁ προπέρυσι διοικῶν τὴν «Κρήτην» εἰς τὰ παράλια τῆς Ἀφρικῆς ἦτο ὁ ἀντιπλοίαρχος κ. Γ. Μπούμπουλης, ὅστις ἐξετέλεσεν ἄριστα τὸ καθῆκον, του, ἀποστείλας ἐκθέσεις ἀρκετὰ εἰλικρινεῖς. Ἀλλὰ δὲν θέλω νὰ ἐκταθῶ ἐπὶ τούτου πλειότερον τὴν στιγμὴν ταύτην.
§56ΜΕΛΑΣ. Δὲν πρόκειται περὶ τοῦ κ. Γ. Μπούμπουλη, διότι γνωρίζω κάλλιστα, ὅτι ἀπέστειλε μακροτάτας ἐκθέσεις, καὶ διὰ τοῦτο εἶπον, ὅτι ὅσοι δὲν ἐπετέλεσαν τὸ καθῆκον αὐτῶν εἰσι τιμωρητέοι. Ἄλλως τε, εἶναι γνωστὸς καὶ εἰς τὴν Βουλὴν ὁ κ. Μπούμπουλης.
§57Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπειδὴ ἐξηνέχθη βαρεῖα φράσις, παρακαλῶ, ἀγαπητὲ συνάδελφε, ἐξηγήσατε, τί ἐννοεῖτε, λέγοντες, ὅτι εἰσὶ ποταποὶ ὅσοι ἀποδειχθῶσι συνένοχοι τῶν ἀληθῶς ἀπαισίων φρικαλεοτήτων;
§58ΜΕΛΑΣ. Εἶπον καὶ ἐπαναλαμβάνω, ὅτι εἶναι, κατ’ ἐμὲ, συνένοχος εἰς αἰσχρὰς πράξεις ἐκεῖνος, ὅστις, μὴ ἐξεγειρόμενος, μὴ καταγγέλλων, καθ’ ἣν ἔχει ὑψίστην ὑποχρέωσιν, τοὺς παραβάτας τοῦ στοιχειώδους σεβασμοῦ πρὸς τὴν ζωὴν τοῦ πλησίον, ἀφίνων δὲ τὴν κατάστασιν ταύτην νὰ ἐξακολουθῇ τὸν δρόμον της μετὰ τῆς ἀνατολικῆς ῥαθυμίας, ἐξ ἧς πάσχομεν δυστυχῶς, γίνεται συνένοχος εἰς κακοηθείας. Δὲν ἐννοῶ βεβαίως, ὅτι ἔχει ὑλικὸν πρὸς τοῦτο συμφέρον. Ἀλλοίμονον εἰς ἡμᾶς, ἐὰν εἴχομεν φθάσει εἰς τοιοῦτο σημεῖον! Ἀλλ’ ἔρχομαι, Κύριοι, εἰς τὸ συμπέρασμα. Τὰ γενόμενα οὐκ ἀπογίνονται· ἀλλὰ τὰ συμβησόμενα, ὅταν τις ἦναι ἐν γνώσει αὐτῶν, προλαμβάνονται. Ὡς ἔχουσιν αἱ ἀόριστοι καὶ ὅλως ἀκαδημαϊκαὶ διαταγαί, αἱ δοθεῖσαι ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ πρὸς τὸν κυβερνήτην τῆς «Κρήτης», τὸ πολεμικὸν τοῦτο σκάφος, εἴτε εὑρίσκεται ἐκεῖ, εἴτε ὄχι, τοῦτ’ αὐτὸ εἶναι. Φωνάζομεν καὶ διαμαρτυρόμεθα ἐναντίον τῆς ἀπανθρωπίας τῶν πλοιάρχων τῶν σπογγαλιευτικῶν πλοίων, καὶ δὲν βλέπομεν, ὅτι ὁ μέγας ἔνοχος τῆς λυπηρᾶς ταύτης καταστάσεως, εἶναι αὐτὴ αὕτη ἡ Πολιτεία, ἥτις οὐδὲν περιοριστικὸν ἢ κανονιστικὸν τῆς σπογγαλιείας μέτρον ἔλαβεν. Ἡ κερδοσκοπία καὶ ἡ ἐκ ταύτης παραγομένη φοβερὰ μέθη εἶναι τοσοῦτον ἐπικίνδυνος ἐν παντὶ κλάδῳ, ὥστε πᾶσα εὐνομουμένη Πολιτεία ἔθεσεν ὡρισμένους φραγμοὺς εἰς αὐτήν. Πόσῳ μᾶλλον, εἶναι ὑπόχρεως εἰς τοῦτο, ὅταν ἐκ ταύτης ἀπειλῆται ἡ ὕπαρξις τόσων ἀνθρώπων; Καὶ διὰ τοῦτο ἐν μέτρῳ τινὶ δικαιολογῶ τὴν ἀπανθρωπίαν τῶν ἐκ τῆς κερδοσκοπίας μεθυσάντων πλοιάρχων, καὶ κατηγορῶ τὴν Πολιτείαν, ἥτις δὲν ἔθεσεν αὐτοὺς ὑπὸ τὸν ζυγὸν νόμου, ἀπαγορεύοντος εἰς αὐτοὺς νὰ νομίζωσιν, ὅτι ὁ σκοπὸς, ὃν ἐπιδιώκουσιν, ἁγιάζει τὰ μέσα, ἅτινα πρὸς ἐπίτευξιν αὐτοῦ χρησιμοποιοῦσι. Πρέπει ὁ νόμος νὰ ὑποβάλῃ τοὺς σπογγαλιεῖς εἰς κανονισμοὺς αὐστηρούς. Πρέπει νὰ ὁρίζηται ὁ ἀριθμὸς τῶν ἐφ’ ἑκάστου πλοίου δυτῶν, ἵνα μὴ συμβαίνῃ τὸ σήμερον λαμβάνον χώραν, ἤτοι νὰ ἐργάζηται πλοῖον ἐπὶ 5 ὁλοκλήρους μῆνας μετὰ τεσσάρων μόνον δυτῶν, οἵτινες ἁλιεύουσιν ἀπὸ τῆς ἀνατολῆς μέχρι τῆς δύσεως τοῦ ἡλίου, ὅταν δὲ οὗτοι ἀναποφεύκτως καταστῶσιν ἄχρηστοι, νὰ στέλλωνται εἰς τὸν βυθὸν τῆς θαλάσσης οἱ κωπηλάται! Πρέπει νὰ καταργηθῇ ἡ διὰ τῶν σκαφάνδρων ἁλιεία (εὖγε! εὖγε!), καὶ νὰ ἐφαρμοσθῶσι τὰ συστήματα, ἅτινα ἐφήρμοσαν ἡ Ἱσπανία καὶ ἡ Ἰταλία, περὶ ὧν ἄλλοτε θέλω ὁμιλήσει. Πρέπει νὰ γίνηται ἐξέλεγξις αὐστηρὰ τῶν ναυτολογίων καὶ κατὰ τὸν ἀπόπλουν καὶ κατὰ τὴν ἐπιστροφὴν τῶν σπογγαλιευτικῶν πλοιαρίων. Πρέπει ν’ ἀπαγορευθῇ ἡ σπογγαλιεία ἀπὸ τῆς 1ης Σεπτεμβρίου, διότι τότε ἔχουσι τελείως ἐξαντληθῆ οἱ σπόγγοι τῶν παραλίων, καὶ οἱ πλοίαρχοι ἀναγκάζουσι τοὺς αἰχμαλώτους αὐτῶν, οἵτινες δὲν εἶναι σκλάβοι τῆς κεντρώας Ἀφρικῆς, ἀλλ’ Ἕλληνες ἐλεύθεροι, ἀδελφοὶ ἡμῶν, νὰ κατέρχωνται εἰς βάθη 30, 35 καὶ πολλάκις 40 ὀργυιῶν, ὅπως εὕρωσι τὸ πολύτιμον ἀντικείμενον τῆς ἐμπορίας των. Καὶ λέγω ἀναγκάζουσι, διότι βεβαιότατα ἐν τῇ ἐκθέσει τοῦ κυβερνήτου τῆς «Κρήτης», ἣν θὰ λάβητε, κύριε Ὑπουργὲ, θὰ ἴδητε τὴν ἐφευρετικότητα τῶν πλοιάρχων, προκειμένου περὶ τῶν ἀπανθρώπων μαρτυρίων, εἰς ἃ ὑποβάλλονται οἱ δύται, ὅπως ἐκλέξωσιν ἢ τὰς 35–40 ὀργυιάς, ἢ τὸ μαρτύριον. Κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην πλέον τῶν 75% ἐκ τῶν δυτῶν ὑφίστανται ὁλικὴν ἢ μερικὴν παραλυσίαν. Πρέπει πρὸς ἀποφυγὴν τῶν μεγάλων βαθῶν ν’ ἀπαγορευθῇ ἐπίσης ἡ ἁλιεία τῶν μικρῶν καὶ τρυφερῶν σπόγγων εἰς τὰ ἀβαθῆ ὕδατα. Οὕτω, ἀφιεμένων τῶν μικρῶν σπόγγων νὰ ἀναπτυχθῶσι, καὶ οἱ πλοίαρχοι θὰ ἱκανοποιῶνται ἐκ τῆς μεγαλειτέρας αὐτῶν ἀξίας, καὶ οἱ δύται θὰ εὑρίσκωσι τοὺς σπόγγους εἰς ἀβαθῆ ὕδατα. Τοιαῦτά εἰσι τὰ ἀντικείμενα μελέτης καὶ συντόνου ἐφαρμογῆς ἐκ μέρους τῆς Πολιτείας, καὶ τοιαύτην τινὰ μέριμναν ἀναμένει πᾶς φιλάνθρωπος Ἕλλην παρὰ τῆς Βουλῆς κατὰ τὴν ἑπομένην Σύνοδον ἢ Περίοδον, ἀφοῦ τά γε νῦν δὲν ὑπολείπεται χρόνος πρὸς τοιαύτην ἐργασίαν. Πρέπει τέλος πάντων νὰ φανῇ τὸ Νομοθετικὸν Σῶμα μεριμνῶν καὶ περὶ τῶν δυστυχῶν ἐργατικῶν τάξεων, καὶ νὰ φανῇ ἡ Πολιτεία ἐπιβαλλομένη εἰς τοὺς ἀπανθρώπως κερδοσκοποῦντας.
§59Ν. ΜΙΣΥΡΛΗΣ. Ἰδίως ὁ ποινικὸς νόμος πρέπει νὰ λειτουργήσῃ.
§60ΜΕΛΑΣ. Βεβαίως πρέπει ὁ ποινικὸς νόμος νὰ λειτουργήσῃ, ἀλλὰ πρέπει νὰ θεσμοθετηθῶσιν εἰδικαὶ ἐπὶ τοῦ κλάδου τούτου τῆς ἐμπορίας διατάξεις. Ἀλλ’ ἐπειδὴ ὑπολείπονται μόνον δύο ἢ τρεῖς συνεδριάσεις τῆς Βουλῆς, καὶ ἑπομένως ἀδύνατος καθίσταται ὁ διὰ νομοθετήματος κανονισμὸς τῶν τῆς σπογγαλιείας, ὅστις πρέπει ν’ ἀφεθῇ διὰ τὴν προσεχῆ Σύνοδον, φρονῶ ὅτι ἤθελεν ἡ Βουλὴ ἐπιτελέσει ὕψιστον φιλανθρωπίας καθῆκον, ἐὰν ἐζήτει παρὰ τῆς Κυβερνήσεως προληπτικὰ τοὐλάχιστον μέτρα. Τοιαῦτα μέτρα εἰσὶν ὁδηγίαι πρὸς τὸν ἔντιμον καὶ ἱκανὸν κυβερνήτην τῆς «Κρήτης» κ. Ζῶτον, ὅστις ἐκπληροῖ τὸ καθῆκον αὑτοῦ μετὰ ζήλου καὶ λίαν ἐπιτυχῶς, οὐχὶ δὲ ὡς ὄργανον ξένων ἐπιδράσεων, ὡς ἀδίκως ἐρρίφθη κατ’ αὐτοῦ ἡ μομφὴ πρὸ ὀλίγου, νὰ δοθῶσι, λέγω, πρὸς αὐτὸν ὁδηγίαι σαφέστεραι, ἀφίνουσαι αὐτῷ μεγαλειτέραν ἐλευθερίαν, ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἐπὶ τῆς «Κρήτης» διάσωσιν τῶν παθόντων δυτῶν, νὰ περιβληθῇ δὲ καὶ ἀστυνομικὰ καθήκοντα τηρήσεως τῆς τάξεως καὶ σεβασμοῦ πρὸς τὴν ζωὴν τοῦ πλησίον· τοιαῦτα δὲ δικαιώματα ἀσφαλῶς ἔχει, ἀφοῦ εἶναι ἀξιωματικὸς ἐντεταλμένος τὴν φρούρησιν τῶν πλοιαρίων καὶ ἑπομένως ἀντιπροσωπεύων ἐν τῇ σφαίρᾳ τῆς δικαιοδοσίας του τὴν Πολιτείαν καὶ τὰ καθήκοντα αὐτῆς. Διότι, ὡς ἔχουσι σήμερον αἱ πρὸς τὸν κυβερνήτην τῆς «Κρήτης» διαταγαί, τὸ ὁπλιταγωγὸν χρησιμεύει μόνον ὡς πρόχειρον νοσοκομεῖον, ἐν τῷ ὁποίῳ γίνονται σκηναὶ διαρκεῖς μεταξὺ τῶν πλοιάρχων, ζητούντων νὰ ἐπιστραφῶσιν αὐτοῖς τὰ νοσηλευόμενα ἀνδράποδα, καὶ τῶν ἀξιωματικῶν, ἀρνουμένων τὴν ἀπόδοσιν τῶν θυμάτων, ἀλλὰ μέχρις ὁρίου μόνον δυναμένων νὰ κρατήσωσι ταῦτα. Ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι ὁ ἐντιμότατος κ. Πρωθυπουργὸς δὲν θέλει ποτὲ συναινέσει εἰς τὴν ἀνάκλησιν τοῦ ὁπλιταγωγοῦ «Κρήτης», ἢ τοῦ κυβερνήτου αὐτῆς κ. Ζώτου, ἑνὸς τῶν καλλίστων ἡμῶν ἀξιωματικῶν. Τοῦτο ζητοῦσιν οἱ ἐξ Ὕδρας συνάδελφοι, μόνον διότι ἀπαιτοῦσι τοῦτο οἱ ἰσχύοντες κομματάρχαι αὐτῶν, οἱ ἐνδιαφερόμενοι ἐν τῇ σπογγαλιείᾳ· ἄλλως πέπεισμαι, ὅτι καὶ αὐτοὶ οἱ ἴδιοι ἐνδομύχως ποθοῦσι τὴν παραμονὴν τῆς «Κρήτης» εἰς τὰ ὕδατα ἐκεῖνα· διότι, μολονότι προσεπάθησαν νὰ πείσωσι τὴν Βουλὴν διὰ τῶν ἀγορεύσεών των, ὅτι εἰσὶ σκληρόκαρδοι, δὲν κατώρθωσαν τοῦτο, καθόσον εἶναι γνωστὴ καὶ ἡ εὐγένεια τῆς ψυχῆς των καὶ ἡ λεπτότης τῶν αἰσθημάτων των. Ἐπίσης ἤθελον θερμῶς παρακαλέσει τὸν κ. ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν Ὑπουργὸν νὰ διέτασσε τὴν παῦσιν τῆς σπογγαλιείας ἀπὸ τῆς 1ης Σεπτεμβρίου, διότι τότε ἔχουσι τελείως ἐξαντληθῆ οἱ σπόγγοι τῶν παραλίων, καὶ οἱ πλοίαρχοι, ἀκολουθοῦντες τὴν φορὰν τῆς κερδοσκοπίας, ἀναγκάζουσι τοὺς δύτας, ὡς εἶπον ἤδη, νὰ καταδύωνται εἰς βάθη 30 ἢ καὶ 40 ὀργυιῶν, ὅτε πλέον 75% ἐξ αὐτῶν καταστρέφουσι τελείως τὴν ὑγείαν των. Εἰς τὸ μέτρον τοῦτο ἔχουσι προβῆ καὶ πάντα τὰ ἄλλα Κράτη, ὅσα ἔχουσι τοιούτου εἴδους ἐμπορίαν. Αὕτη, Κύριοι, εἶναι ἐν ὀλίγοις ἡ θλιβερὰ ἱστορία τῆς σπογγαλιείας, ὅπως διενεργεῖται νῦν. Δὲν νομίζω ὅτι ἐπιτρέπεται ἡμῖν, ἀφοῦ γνωρίζομεν πλέον πάντα ταῦτα, νὰ ὀλιγωρήσωμεν καὶ νὰ μὴ μεριμνήσωμεν περὶ τῆς ἐργατικῆς ταύτης τάξεως, τῆς ζώσης «κρυφὰ ἀπὸ τὸν Θεὸν», ὡς λέγει ὁ λαός. Τὸ λεχθὲν ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ὕδρας συναδέλφου, ὅτι, ἀφοῦ ἡ Πολιτεία δὲν μεριμνᾷ περὶ τῶν ἄλλων ἐργατικῶν τάξεων, τῆς βιομηχανίας καὶ τῶν μεταλλείων, δὲν εἶναι δίκαιον νὰ μεριμνήσῃ μονομερῶς περὶ τῶν σπογγαλιέων, νομίζω ὅτι οὐδὲ βάσιμον εἶναι, οὐδὲ ὀρθόν. Βάσιμον δὲν εἶναι διότι πολλάκις εἰσήχθησαν ἐνώπιον τῶν ποινικῶν δικαστηρίων μηχανικοί, οἵτινες ἐθεωρήθησαν ὡς ὑπόλογοι τῶν καταστροφῶν, αἵτινες συνέβησαν εἴτε ἐν στοαῖς μεταλλείων, εἴτε ἐν μηχανουργείοις. Ὀρθὸς δὲ δέν μοι φαίνεται ὁ συλλογισμός, διότι, ἔστω καὶ ἂν δὲν εἶχε ληφθῆ μέριμνα περὶ τῶν ἄλλων ἐργατικῶν τάξεων, δὲν εἶναι οὗτος λόγος, ὥστε παρουσιαζομένης εὐκαιρίας νὰ προστατευθῶσιν ἐργάται ὡρισμένου κλάδου ἐμπορίας, καὶ δὴ τῆς ἐπικινδυνωδεστέρας, νὰ λέγωμεν ὅτι δὲν δυνάμεθα νὰ πράξωμέν τι ὑπὲρ αὐτῶν, ἀφοῦ δὲν ἐπράξαμέν τι ὑπὲρ τῶν ἄλλων. Ἐγώ, Κύριοι, γνωρίζω, ὅτι δύναταί τις, εἴτε ἐν τῇ διπλωματίᾳ, εἴτε προκειμένου περὶ δικαστικῶν ἀποφάσεων ἢ περὶ νομολογίας τοῦ Ἀρείου Πάγου, εἴτε ἐν ἄλλαις περιστάσεσι, νὰ ζητήσῃ τὸ προηγούμενον, καὶ ἐξ αὐτοῦ νὰ λύσῃ τὸ ὁμοίας φύσεως παρουσιαζόμενον ζήτημα. Ἀλλ’ ὁμολογῶ, ὅτι, προκειμένου περὶ φιλανθρωπίας, καὶ φιλανθρωπίας ἀφορώσης τὴν μεγάλην τάξιν τῶν ἐργατῶν, οἵτινες ἀποτελοῦσιν αὐτὴν ταύτην τὴν ὑπόστασιν τοῦ Κράτους, οὗτινος διευθύνετε ὑμεῖς τὰς τύχας, ὁμολογῶ, λέγω, ὅτι προηγούμενον ἀκηδίας ἢ ἀπανθρωπίας δὲν δύναμαι νὰ παραδεχθῶ ὅτι εἶναι συγγνωστὸν ἢ δεκτόν. Ἀλλὰ θὰ μοὶ εἴπητε: «ἐὰν πραγματικῶς ὑφίστανται τόσα δεινὰ, διατὶ ἀσπάζονται οἱ δύται τὸ σκληρὸν τοῦτο ἐπάγγελμα;» Ἁπλούστατα· διότι ἄκοντες μεταβαίνουσιν εἰς τὰ παράλια τῆς Ἀφρικῆς. Καὶ ἰδοὺ πῶς. Γίνεται μετὰ τέχνης πολλῆς ἡ στρατολόγησις τῶν δυτῶν ὑπὸ τῶν πλοιάρχων· οὗτοι τὸν χειμῶνα ἐκλέγουσι τὰ θύματά των μεταξὺ τῶν οἰκονομικῶς κατεστραμμένων, ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον· δανείζουσι πρὸς αὐτοὺς χρήματα μὲ τόκον ὑπέρογκον, ἔρχεται ἡ ἐποχὴ τοῦ ἀπόπλου δι’ Ἀφρικήν, ζητοῦσι τὸ χρῆμά των, δὲν δύναται ὁ δυστυχὴς ὀφειλέτης ν’ ἀποδώσῃ τὸ δάνειον, καὶ ἀκὼν ἄκων προσλαμβάνεται ὡς ἐνέχυρον ὁ ἴδιος. Ἢ γίνεται διὰ τῆς μεθόδου τῶν ὑποσχέσεων πρὸς ξένους ἐντελῶς τῶν τῆς θαλάσσης, καὶ διὰ τοῦτο βλέπομεν εἰς τὸν κατάλογον τῶν κατὰ τὸν μῆνα Ἰούνιον παθόντων ὀνόματα κατοίκων τῆς Τεγέας, τοῦ Αἰγίου, τῆς Τριπόλεως, τῆς Σπάρτης, τοῦ Βελεστίνου καὶ οὕτω καθεξῆς. Καὶ πάλιν, ἐπειδὴ κατὰ τὴν τελευταίαν στιγμὴν δειλιῶσι τὰ θύματα, ἐπιδεικνύεται αὐτοῖς τὸ χρῆμα, ὅπως θαμβωθῶσιν οἱ πειναλέοι, δίδεται εἰς αὐτοὺς προκαταβολικῶς μέγα μέρος τῆς ἀμοιβῆς, παρατίθεται αὐτοῖς πλούσιον γεῦμα (τὸ κλασικὸν τσιμποῦσι), καὶ μετὰ φοβερὰν οἰνοποσίαν ἐπιβιβάζονται τὴν νύκτα ἐπὶ τῶν πλοιαρίων, καὶ ἀπάγονται. Καὶ μήπως νομίζετε, Κύριοι, ὅτι χρησιμεύει εἴς τι τὸ χρῆμα αὐτὸ, τὸ διδόμενον εἰς τοὺς διαρκῶς μεθύοντας κατὰ τὰς τελευταίας ἡμέρας στρατολογηθέντας δύτας; Ἐξατμίζεται ἐντὸς ἡμερῶν ἐν ὀργίοις καὶ θυσίαις, ἃς εὐδαιμόνως βλέπουσιν οἱ πλοίαρχοι, διότι ἐξασφαλίζεται πλειότερον ἡ κατοχὴ τοῦ θύματος, ὅπερ θ’ ἀναγκασθῇ νὰ ἐπιβῇ τοῦ πλοίου, ὅπως λάβῃ τὸ ὑπόλοιπον, ὅπερ κατεκρατήθη διὰ τὸ τέλος τῆς ἁλιείας...
§61Π. ΓΚΙΚΑΣ. Αὐτὰ εἶναι πράγματα, τὰ ὁποῖα σεῖς δὲν τὰ γνωρίζετε, ἀφοῦ δὲν εἶσθε ἀπὸ τὰ μέρη αὐτά.
§62ΜΕΛΑΣ. Αὐτὰ εἶναι πράγματα, τὰ ὁποῖα σεῖς δὲν θέλετε νὰ γνωρίζωμεν ἡμεῖς, οἱ ὁποῖοι δὲν εἴμεθα ἀπὸ τὰ μέρη αὐτά. Ἀλλ’ ἐπιτρέψατέ μοι, ἀξιότιμε κύριε συνάδελφε, νὰ εἴπω εἰς ὑμᾶς, ὅτι τὰ γνωρίζω θετικῶς, καὶ ὅτι μοὶ εἶναι ἀδύνατον νὰ δεχθῶ διάψευσιν ἐξ ὑμῶν, ἀφοῦ πρῶτος ἐγὼ ἀνεγνώρισα τὸ δύσκολον τῆς θέσεως ὑμῶν τῶν Βουλευτῶν Ὕδρας, τῶν ἀγορευσάντων καὶ εὑρισκομένων ὑπὸ μεγάλην πολιτικὴν πίεσιν.
§63ΓΚΙΚΑΣ. Δὲν πρόκειται περὶ πιέσεως. Ἂν δὲν δίδετε ὑμεῖς πίστιν εἰς τὰ λεγόμενά μας, δὲν δίδομεν οὔτε ἡμεῖς εἰς τὰ λεγόμενά σας.
§64ΜΕΛΑΣ. Ἀδιαφορῶ τελείως. Εἶσθε ἐντελῶς ἐλεύθερος νὰ δίδητε ἢ μὴ πίστιν εἰς τὰ λεγόμενα συναδέλφου σας ἀγωνιζομένου μόνον ὑπὲρ τοῦ δικαίου καὶ τῆς φιλανθρωπίας.
§65ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Εἰς οὐδεμίαν πίεσιν ὑποβαλλόμεθα. Ἡμεῖς λέγομεν ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα εἶναι ἀληθῆ.
§66ΜΕΛΑΣ. Σᾶς ἔδωκα ἐν τούτοις σήμερον ἀφορμὴν καὶ περίστασιν νὰ εἴπητε τ’ ἀληθῆ, καὶ δὲν εἴχετε τὸν ἡρωϊσμὸν νὰ πράξητε τοῦτο.
§67ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε τὸν ἀγορεύοντα. Ἐὰν ἐπιθυμῆτε κατόπιν, ἀπαντᾶτε.
§68ΜΕΛΑΣ. Ἐγὼ δὲν σκοπῶ νὰ κατηγορήσω οὐδένα. Διότι καὶ τοὺς ἐξ Ὕδρας, Σπετσῶν καὶ Αἰγίνης πλοιάρχους σπογγαλιεῖς συγχωρῶ, ἀφοῦ ἀφέθησαν ὑπὸ τῆς Πολιτείας ἀχαλίνωτοι εἰς τὴν κερδοσκοπίαν.
§69ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Εἶναι ἀσυγχώρητοι.
§70ΜΕΛΑΣ. .. καὶ τοὺς προστάτας αὐτῶν Βουλευτὰς ἐν μέρει δικαιολογῶ, καίτοι, ἐὰν ἤμην εἰς τὴν θέσιν αὐτῶν, ἤθελον δι’ ὅλης μου τῆς δυνάμεως πατάξει τὴν συστηματικὴν ταύτην ἀνθρωποφαγίαν, τιθέμενος ἐγκαρδίως πρὸς τὸ μέρος τῶν μικρῶν καὶ ἀδυνάτων. Ἀλλ’ ἀνῆλθον εἰς τὸ βῆμα τοῦτο, μόνον διότι, γενόμενος ἐνήμερος τῶν συμβαινόντων, ἐθεώρησα, ὅτι σιγῶν θὰ ἐγινόμην συνένοχος τῆς καταστάσεως. Καὶ ἔρχομαι μόνον, ὅπως παρακαλέσω τὴν Κυβέρνησιν τοῦ ἐντιμοτάτου ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτοῦ καὶ τὴν Βουλὴν ὁλόκληρον, ἐὰν πεισθῶσιν ὅτι εἶναι αἶσχος διὰ τὴν Ἑλλάδα νὰ ἀποθνήσκωσιν ἢ νὰ καταστρέφωσι τελείως τὴν ὑγείαν τῶν τόσοι εὐσταλεῖς νέοι χάριν τῆς κερδοσκοπίας ὀλίγων, ἐὰν πεισθῶσιν ὅτι ὅλως ἀδίκως ἀπέθανον ἢ ἐντελῶς ἔπαθον παραπληγίαν οἱ Φίλιππος Τρίκκας, Λάζαρος Γιαμαρέλλος, Γ. Ντάκος, Γ. Ροδίτης, Βασ. Βατικιώτης, Α. Πάσχας, Κ. Πιρλίγκος, Ι. Κρεμμύδας, Γ. Περάματζης, Σταμάτ. Ἀνδρῆς, Γ. Ταϊφᾶς, Σπ. Κάτσας καὶ ἄλλοι πολλοί· ἐὰν πεισθῇ, λέγω, Κυβέρνησις καὶ Βουλή, ὅτι ἡ ἀνθρωποκτονία καὶ τὰ ἀνθρωπομαρτύρια ταῦτα ἀποτελοῦσιν αἶσχος διὰ τὴν Ἑλλάδα, καὶ ὅτι γινόμενα γνωστὰ εἰς τὸν ἔξω κόσμον μᾶς παριστῶσιν ἀνικάνους νὰ λέγωμεν ὅτι ἀνήκομεν εἰς πεπολιτισμένον Κράτος, ἔχον Βασιλέα, ἔχον Βουλὴν καὶ Βουλευτὰς, ἔχον Κυβέρνησιν, νόμους καὶ ἐν γένει λαὸν εὐσυνείδητον, τότε βεβαίως ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἡ μὲν Βουλὴ, ἡ παροῦσα ἢ ἄλλη, κατὰ τὴν προσεχῆ Σύνοδον θέλει λάβει ὁριστικὰ νομοθετικὰ μέτρα ὑπὲρ τῶν σπογγαλιέων, ἡ δὲ Κυβέρνησις θέλει ἀμέσως διατάξει τὸν ἐκπληροῦντα τὸ καθῆκον αὐτοῦ κυβερνήτην τῆς «Κρήτης» κ. Ζῶτον νὰ ἐξακολουθήσῃ ἀπτοήτως τὴν ἐνάσκησιν τῶν καθηκόντων αὐτοῦ, ὅπως ὑποχρεωθῶσιν οἱ πλοίαρχοι νὰ περιποιῶνται πλειότερον τοὺς δύτας αὐτῶν, καὶ θέλει ἐπίσης διατάξει τὴν παῦσιν τῆς σπογγαλιείας ἀπὸ τῆς 1ης Σεπτεμβρίου, ἵνα μὴ αὐξηθῇ κατὰ δεκάδας ἔτι ὁ κατάλογος τῶν θυμάτων τῆς ἐπικινδύνου ταύτης ἐμπορίας. Ταῦτα ἐὰν γείνωσι, δύνανται νὰ ἐξιλεώσωσιν ὀλίγον τὴν Πολιτείαν διὰ τὴν μέχρι τοῦδε ἀκηδείαν αὐτῆς.
§71Ν. ΜΙΣΥΡΛΗΣ. Νὰ λειτουργήσῃ ὁ ποινικὸς νόμος.
§72ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ κύριοι Κ. Χρηστόπουλος, Ἀπ. Ζάππας καὶ Γ. Ραδινὸς ὑποβάλλουσι πρότασιν νόμου, δι’ ἧς ζητοῦσι τὴν ἀναβολὴν τῶν διὰ τὴν 7ην Σεπτεμβρίου ὁρισθεισῶν δημαιρεσιῶν. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 39).
§73Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ποῖος τὸ ὑποβάλλει αὐτό;
§74ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ κύριοι Χρηστόπουλος, Ζάππας καὶ Ραδινός. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἔχει τὸν λόγον.
§75Δ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Πρὸ παντὸς ὀφείλω νὰ βεβαιώσω τὴν Βουλήν, ὅτι ἡ ἄρτι σχηματισθεῖσα Κυβέρνησις εἰς οὐδεμίαν προέβη μέχρι σήμερον ἐνέργειαν, κατέγεινεν ὅμως νὰ ἐξετάσῃ πῶς ἔχουσι τὰ πράγματα, καὶ τὴν ἀντίληψιν αὐτῆς περὶ τῶν πραγμάτων θὰ ὑποβάλω πρὸς τὴν Βουλήν. Φρονῶ ὅτι τὸ θέμα εἶναι ἱκανῶς σπουδαῖον, ὅπως μὴ θελήσωμεν νὰ παρεμβάλωμεν ὑπερβολὰς εἴτε περὶ τῶν μὲν, εἴτε περὶ τῶν δὲ, ὀφείλομεν δὲ ἀναγκαίως νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν τὰς παραστάσεις τῶν ἀρχῶν, τοῦ κυβερνήτου τοῦ πλοίου τοῦ πολεμικοῦ, τοῦ ἀποσταλέντος ἐκεῖ, ὡς καὶ τῶν προξένων ἡμῶν· οὐδ’ εἶναι δυνατὸν νὰ δώσωμεν πίστιν εἰς τὰ τηλεγραφήματα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἀπέστειλαν οἱ ἐνδιαφερόμενοι καὶ οἱ ὑπὸ τὴν δικαιοδοσίαν τῶν ἀρχῶν τούτων εὑρισκόμενοι, διότι τὰ τηλεγραφήματα αὐτὰ εἶναι τοιαῦτα, ὥστε ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος κ. Κουντουριώτης δὲν ἐτόλμησε νὰ τὰ ἀναγνώσῃ. Ἔχω δὲ ὑπ’ ὄψιν μου τηλεγραφήματα, τὰ ὁποῖα εὐηρεστήθη νὰ μοὶ ἀνακοινώσῃ ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς ἐξ Ὕδρας, ὑποστράτηγος κ. Τσαμαδὸς, ἐκ τῶν ὁποίων ἓν προκύπτει, ὅτι ζητοῦσι τὴν ἀντικατάστασιν τοῦ κυβερνήτου. Ἀλλὰ διὰ τίνα λόγον ζητοῦσι τὴν ἀντικατάστασιν αὐτοῦ; Ὁ κυβερνήτης ὑπερέβη τὰ ὅρια τῆς δικαιοδοσίας του; ὁ κυβερνήτης διέπραξεν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἀπεδόθη εἰς αὐτὸν ἐντεῦθεν; Ἠθέλησεν ἕνεκα λόγων ἀτομικῶν, ἕνεκα σκέψεων ἐκδικήσεως, νὰ ἀδικήσῃ ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ἔχουσι τὴν ἐπιχείρησιν τῶν σπογγαλιευτικῶν πλοιαρίων; Δὲν φρονῶ. Καὶ διὰ τοῦτο, ὅτε μοὶ ἐτέθη τὸ αἴτημα, ἢ τὸ ἐρώτημα, ἂν θ’ ἀνακαλέσωμεν τὸν πλοίαρχον, εἶπον ὄχι. Καὶ εἶπον ὄχι, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν τὴν διοίκησιν νὰ παραδώσωμεν εἰς τοὺς ἰδιώτας. Καὶ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον λέγω περὶ τῆς «Κρήτης» καὶ περὶ τοῦ κυβερνήτου τῆς «Κρήτης», τὸ λέγω δι’ ὁλόκληρον τὴν διοίκησιν. Ἔχει καθῆκον ἡ Κυβέρνησις, πᾶν παράπονον διατυπούμενον κατὰ τῆς διοικήσεως καὶ κατὰ τῶν ὀργάνων αὐτῆς νὰ προσπαθήσῃ νὰ τὸ ἐξακριβώσῃ· ἀλλ’ ἐκ τοῦ ὅτι ἐνίσταται οἱοσδήποτε ἰδιώτης, ἐὰν εἰσηκούομεν ἀμέσως αὐτοῦ, ἐνέργεια τοιαύτη βεβαίως ἤθελε παραλύσει εἰς χεῖρας τῆς Κυβερνήσεως τὴν διοίκησιν. Ἐὰν εἰσηκούομεν τῶν αἰτήσεων τῶν ἐφοπλιστῶν τῶν σπογγαλιευτικῶν πλοίων, εἰς τίνα θέσιν θὰ εὑρισκόμεθα; Θ’ ἀνεκαλοῦμεν τὸν Ζῶτον, θ’ ἀνεκαλοῦμεν τὸν Μελᾶν, θ’ ἀνεκαλοῦμεν τοὺς διαδόχους αὐτῶν, καὶ οὕτω καθεξῆς, καθ’ ὅσον δὲν ἤθελον ὑποκύψει εἰς τὰ θελήματά των. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἔχει καθῆκον ἡ Κυβέρνησις νὰ πράξῃ, εἶναι νὰ ἐξακριβώσῃ ἐὰν τὰ παράπονα τὰ διατυπούμενα εἶναι πραγματικὰ· κατὰ πόσον ὑπάρχει κατάχρησις τῆς ἐξουσίας ἐκ μέρους ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐνετάλησαν νὰ ἐπιβλέπωσι τὰ σπογγαλιευτικὰ πλοῖα, διότι αὐτὸ εἶναι τὸ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον ἔχει ὁ κυβερνήτης τῆς «Κρήτης», ὅστις ἀπεστάλη πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦ νὰ προστατεύσῃ τὴν σπογγαλιείαν, ἀλλὰ προστατεύων τὴν σπογγαλιείαν ἔχει καὶ πάντα τὰ ἀστυνομικὰ καθήκοντα, εἶναι περιβεβλημένος δι’ ὅλης τῆς ἀστυνομικῆς ἐξουσίας, καὶ τὴν ἀστυνομικὴν ἐξουσίαν θὰ τὴν διαχειρισθῇ βεβαίως πρὸς τὸ συμφέρον τῆς σπογγαλιείας. Βεβαίως ἡ Κυβέρνησις ὀφείλει νὰ ἐξετάσῃ, πῶς ὁ κυβερνήτης τῆς «Κρήτης» διεχειρίσθη τὴν ἀστυνομικὴν ἐξουσίαν, ἀλλὰ τὰ ἀποτελέσματα τὰ μέχρι τοῦδε, τὰ ὁποῖα ἔχει ἡ Κυβέρνησις, εἶναι ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα βεβαιοῦνται ἐν ταῖς ἐπισήμοις ἐκθέσεσι τοῦ κυβερνήτου καὶ τῶν ἀξιωματικῶν. Ἔχομεν μίαν ἔκθεσιν τῆς 22 Ἰουνίου (δὲν εἶναι δυνατὸν δὲ νὰ ὑποθέσῃ ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἐξ Ὕδρας, ὅτι εἴτε ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις, εἴτε ἡ προκάτοχος, εἴτε ἡ προπροκάτοχος, ὑπηγόρευσεν αὐτὴν τὴν ἔκθεσιν. Δὲν θὰ ἀναγνώσω ἐξ αὐτῆς παρὰ μόνον τὰς σχετικὰς πληροφορίας, θὰ ζητήσω δὲ νὰ ἐξακριβώσω καὶ τὸ γεγονὸς, τὸ ὁποῖον διετυπώθη παρ’ ἑνὸς τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων ὡς πρὸς τὴν παρέμβασιν τοῦ κυβερνήτου τῆς «Κρήτης», ὅτι προέβη μέχρι τοσούτου, ὥστε νὰ ὑποχρεώσῃ τοὺς πλοιάρχους εἰς δόσιν χρημάτων.
§76Π. ΓΚΙΚΑΣ. Εἶπον, ὡς ἐλέχθη, δὲν τὸ ἐβεβαίωσα.
§77Δ. ΡΑΛΛΗΣ. (ἀναγινώσκει). «... Κατὰ τὴν ἀνωτέρω ἐπιθεώρησιν ἡμῶν ἐξηκριβώθησαν θάνατοι μὲν δυτῶν 5, τῶν Ἠλία Βυτοράκη, ἀνήκοντος εἰς τὸ ὑπὸ τὴν κυβέρνησιν τοῦ Πάνου Τζουρντοῦ πλοῖον ἐξ Ὕδρας, Γεωρ. Περάμαντζη, εἰς τὸ τοῦ Δημ. Τζουρντοῦ, Σταματίου Ἀνδρῆ εἰς τὸ τοῦ Ν. Βλαχοπούλου ἐξ Ὕδρας, Βασιλ. Ταϊφᾶ εἰς τὸ τοῦ Σ. Μπουτσάτσου, καὶ Σπυρ. Γκάτσου, εἰς τὸ τοῦ Ἀναστ. Στρατηγοῦ ἐξ Αἰγίνης, ἁπάντων ταφέντων εἰς τὴν ἀμμώδη παραλίαν Φόρου... Ἐκτὸς τούτου, ἐκ τῶν ἐπιθεωρηθέντων 82 δυτῶν 23 εὑρέθησαν ἐντελῶς ὑγιεῖς, 30 ἐλαφρῶς πάσχοντες καὶ 29 βαρέως πάσχοντες, οἵτινες καὶ εἰσήχθησαν ἐν τῷ θεραπευτηρίῳ τοῦ ὑφ’ ἡμᾶς πλοίου...» Ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἐξ Ὕδρας, μεθ’ ὅλην τὴν εἰλικρινῆ ἀφήγησιν τῶν γεγονότων, δὲν ἔδωσε τὴν δικαιολογίαν· καὶ ἡ δικαιολογία εἶναι, ὅτι οἱ παράλυτοι ἐκεῖνοι, οἱ ὑποστάντες προγενεστέρως προσβολὴν παραλυσίας, εἶναι οἱ ἱκανώτεροι, διότι ἀπεδείχθη, ὅτι αὐτοὶ εἶναι οἱ δεδοκιμασμένοι, οἱ τολμηρότεροι, καὶ διὰ τοῦτο οἱ πλοίαρχοι ἐπιμόνως ἐπιζητοῦσιν αὐτούς· ἀλλ’ ἡ πάθησις, τὴν ὁποίαν ὑπέστησαν, δὲν ἐπιτρέπει εἰς αὐτοὺς τὴν ἐξακολούθησιν τοῦ ἔργου των, καὶ εὐλόγως ὁ κυβερνήτης τῆς «Κρήτης» ἀρνεῖται νὰ παραδώσῃ αὐτοὺς, καὶ δι’ αὐτὸ παραπονοῦνται κατὰ τῆς ἐκτελέσεως τῶν ἀστυνομικῶν καθηκόντων τοῦ κυβερνήτου. Διότι τί ζητοῦσιν αὐτοὶ οἱ κύριοι; ζητοῦσιν, ὅπως ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι εὑρίσκονται ἐν τοῖς θεραπευτηρίοις, — 29 τὸν ἀριθμὸν, — ἀπέλθωσιν ἐκεῖθεν καὶ παραδοθῶσιν εἰς τοὺς πλοιάρχους πρὸς ἐξακολούθησιν τοῦ ἔργου των. Αὐτὰ, Κύριοι, προκύπτουσιν ἐκ τῶν ἐκθέσεων. Διετυπώθησαν ὅμως παράπονα κατὰ τῆς ἐνεργείας τοῦ κυβερνήτου, καὶ, ὡς εἶπον, ἡ Κυβέρνησις, λαμβάνουσα τούτων γνῶσιν, θὰ ζητήσῃ νὰ ἐξακριβώσῃ τὰ περὶ τούτου, καὶ οὐδ’ ἐπὶ στιγμὴν θέλει διστάσει νὰ λάβῃ τὰ ἐπιβληθησόμενα μέτρα. Ἐκεῖνο ὅμως, τὸ ὁποῖον ἀρνεῖται νὰ πράξῃ, ὑπὸ οἱανδήποτε πίεσιν, εἶναι νὰ ἀνακαλέσῃ τὸν κυβερνήτην, περὶ τοῦ ὁποίου ἔχει τὴν πεποίθησιν, ὅτι εἰς ἓν καὶ μόνον ἀποβλέπει, νὰ ἐπιτελέσῃ τὸ καθῆκόν του, καθῆκον ἐπιβαλλόμενον ἐκ τῆς θέσεως καὶ τῆς ἁρμοδιότητος αὐτοῦ.
§78Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Δὲν ἀναφέρει περὶ ἀποβιωσάντων;
§79Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Ἀναφέρει (ἀναγινώσκει): «Ἐκ τῶν μέχρι τοῦδε ἐπισήμως βεβαιωθέντων ἀπεβίωσαν ἐν ὅλῳ δύται 10, συμπεριλαμβανομένων καὶ τῶν ἐν Βεγγάζῃ τοιούτων, μὴ ὑπολογιζομένων δὲ τῶν τυχὸν συμβάντων θανάτων οὐ μόνον εἰς τὰ μέχρι τοῦδε ἐπιθεωρηθέντα πλοῖα, ἀλλὰ καὶ εἰς τὰ μήπω ἐπιθεωρηθέντα τοιαῦτα, τὰ πέραν τῆς Τζέρμπας καὶ παρὰ τὰ Σφὰξ ἁλιεύοντα.» Τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν, ἀποστέλλον τὸ πλοῖον πρὸς ἐπίβλεψιν καὶ προστασίαν τῶν σπογγαλιευτικῶν πλοίων, εἶχε βεβαίως καθῆκον νὰ διαγράψῃ λεπτομερῶς τὰ ἐπιβαλλόμενα τῷ κυβερνήτῃ αὐτοῦ καθήκοντα, καὶ τὰ διέγραψεν· ὁ κυβερνήτης δὲ λέγει, ὅτι οὐ μόνον δὲν ὑπερέβη, ἀλλὰ καὶ ὑπελείφθη ἐν τῇ αὐστηρότητι τῶν διαταγῶν, ἃς ἔλαβε, διότι εἰς περίπτωσιν, καθ’ ἣν ἤθελεν ἐφαρμόσει τὰς διαταγὰς ταύτας, δὲν θὰ ἠδύνατο οὔτε ἓν πλοῖον νὰ ἁλιεύσῃ.
§80Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Περὶ δυτῶν μὴ ἐγγεγραμμένων ἐν τῷ ναυτολογίῳ ἀναφέρει ὁ κυβερνήτης:
§81Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Σᾶς παρακαλῶ. Ἔρχεται πρῶτον τὸ ζήτημα τῆς κλοπῆς ἑνὸς δύτου, Γεωργίου Καντζουράκη. Ὁ κλαπεὶς παρεπονέθη, καὶ ἠναγκάσθη ὁ κυβερνήτης τῆς «Κρήτης», ὡς ἐκ τῶν ἀστυνομικῶν του καθηκόντων, νὰ προβῇ εἰς ἀνακρίσεις, καὶ λέγει: (ἀναγινώσκει): «Περὶ τοῦ ἐνδιαφέροντος, τὸ ὁποῖον δεικνύουσιν οἱ κυβερνῆται διὰ τοὺς προσβαλλομένους καὶ καθισταμένους ἀνικάνους διὰ πᾶσαν ἐργασίαν δύτας, ἔστω δεῖγμα τὸ ἑξῆς γεγονός, ὅπερ ἔλαβε χώραν ἐπὶ τοῦ πλοίου τοῦ ἐξ Ὕδρας κυβερνήτου Νικολάου Καζνέστη. Ἐπὶ τοῦ πλοίου τούτου προσεβλήθη ἐκ παραλυσίας ὁ δύτης Γ. Καντζουράκης, καὶ κατὰ τὴν ἐπιθεώρησιν προσελήφθη ἐπὶ τοῦ θεραπευτηρίου τοῦ ὑφ’ ἡμᾶς πλοίου. Ὁ ῥηθεὶς κυβερνήτης, μόλις ἀντελήφθη ὅτι ὁ δύτης οὗτος ἐπρόκειτο νὰ κρατηθῇ ἐν τῷ θεραπευτηρίῳ, παρήγγειλεν εἰς ἔμπιστον αὐτῷ ἐν τῷ πλοίῳ του πρόσωπον νὰ διαρρήξῃ τὸ κιβώτιον τοῦ ἐν λόγῳ δύτου καὶ ἀφαιρέσῃ ἅπαντα τὰ ἐν αὐτῷ ὑπάρχοντα χρήματα, δύο δακτυλίδια καὶ ἓν ὡρολόγιον. Πράγματι ὁ ἔμπιστος αὐτοῦ ναύτης διέρρηξε τὸ κιβώτιον, καὶ ἀφῄρεσε τὰ χρήματα καὶ ἄλλα τιμαλφῆ ἀντικείμενα, καὶ ἀπέστειλεν ἐπὶ τοῦ ὑφ’ ἡμᾶς πλοίου μόνον τὰ ἐνδύματα τοῦ δυστυχοῦς δύτου. Ἀναγκασθέντες ἐκ τῶν διαμαρτυριῶν τοῦ κλαπέντος δύτου νὰ ἐνεργήσωμεν ἀνακρίσεις, ἐπείσθημεν ὅτι πράγματι εἶχε λάβει χώραν ἡ ἀγρία αὕτη κλοπὴ τῶν χιλίων δραχμῶν, παρεδέχθη δὲ ὁ κυβερνήτης, οὐχὶ πρὸ πάσης ἀνακρίσεως, νὰ δώσῃ εἰς τὸν ἐν λόγῳ δύτην 25 εἰκοσάφραγκα, τὰ ὁποῖα παρελάβομεν καὶ κρατοῦμεν ἐν τῷ ὑφ’ ἡμᾶς πλοίῳ μετὰ τῶν ἄλλων πραγμάτων τοῦ δύτου, τῶν εὑρεθέντων ἐν τῷ δωματίῳ τοῦ κυβερνήτου, κάτωθεν τῆς στρωμνῆς του.» Ἐπρόκειτο λοιπὸν περὶ κλοπῆς, ἡ ὁποία διεπράχθη κατὰ τοῦ δύτου αὐτοῦ, τοῦ καταστάντος παραλύτου, παρὰ τοῦ ἰδίου κυβερνήτου τοῦ ἐν ᾧ ὑπηρέτει πλοίου. Αὐτὴ εἶναι, Κύριοι, ἡ ἔκβασις, ἡ ὁποία ἐξετελέσθη παρὰ τοῦ κυβερνήτου τῆς «Κρήτης» ἐπὶ ἑνὸς τῶν πλοιάρχων! Εὐτυχῶς αἱ ἐκθέσεις τοῦ κυβερνήτου τῆς «Κρήτης» ἐνισχύονται καὶ ἐπιβεβαιοῦνται ἀπὸ τὰς ἐκθέσεις τῶν προξένων ἡμῶν, καὶ διὰ τοῦτο φρονῶ, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποθέσῃ τις, ὅτι ὁ κυβερνήτης τῆς «Κρήτης» ὑπερέβη καὶ κατὰ κεραίαν τὴν ἀνατεθεῖσαν εἰς αὐτὸν ἐντολήν. Τὰ παράπονα, τὰ ὁποῖα ἐγείρονται, ἐγείρονται διότι ὁ κυβερνήτης εὐσυνειδήτως ἐπετέλεσε τὸ καθῆκόν του, ἀλλ’ οὐχ ἧττον, ἐπειδὴ διετυπώθησαν παράπονα, θέλω, συνεννοούμενος μετὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν, μετὰ πάσης αὐστηρότητος ἐξετάσει τὰ πράγματα ἐν πάσῃ λεπτομερείᾳ, θέλομεν ζητήσει πᾶσαν πληροφορίαν τηλεγραφικῶς ἀπὸ τὸν κυβερνήτην, ἐν περιπτώσει δὲ, καθ’ ἣν ἠθέλομεν ἔχει τὴν παραμικρὰν ἀμφιβολίαν περὶ τῆς εἰλικρινείας τῶν παραστάσεων αὐτοῦ, θέλομεν ἀποστείλει καὶ ἐπιθεωρητὴν, ὅπως προβῇ εἰς ἀνακρίσεις περὶ τῆς ἀκριβείας τῶν παραπόνων. Νομίζω ὅτι αἱ ὑπερβολαὶ ἐπὶ τοιούτων θεμάτων δὲν πρέπει νὰ λαμβάνωσι χώραν, διότι καθεὶς ἐξ ἡμῶν ἔχει καθῆκον νὰ μεριμνήσῃ εἰλικρινῶς περὶ τῆς σπογγαλιείας, ἐκ τῆς ὁποίας ὄχι μόνον πορίζονται τὸν ἄρτον των οἱ εἰς αὐτὴν ἀσχολούμενοι, ἀλλὰ καὶ περιπλέον, εἰς τὴν σπογγαλιείαν ὀφείλουσι τὴν εὐημερίαν των καὶ ἡ νῆσος τῶν Σπετσῶν καὶ ἡ νῆσος τῆς Ὕδρας καὶ ἡ Αἴγινα. Ἔχομεν λοιπὸν τὸ καθῆκον νὰ ἐνισχύσωμεν τὴν σπογγαλιείαν κατὰ τὸ ἐφικτὸν, ἀλλ’ ἔχομεν καὶ ἕτερον καθῆκον, διὰ νὰ μὴ ἐπέλθῃ ἀνεπανόρθωτος ζημία, νὰ λάβωμεν ὅλα τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα ὑπαγορεύονται ὑπὸ τῆς λογικῆς· διότι μετ’ ὀλίγον, ἐν περιπτώσει καθ’ ἣν ἐξακολουθήσῃ αὐτὴ ἡ βάρβαρος ναυτολογία καὶ ἡ βάρβαρος ἐκτέλεσις τῆς σπογγαλιείας, θέλει στειρεύσει καὶ ἡ πηγὴ, ἐκ τῆς ὁποίας προέρχεται ὁ πλοῦτος οὗτος, καὶ κατὰ τοσοῦτον θέλει ἐλαττωθῆ ὁ ναυτικὸς πληθυσμὸς, ὥστε ὄχι μόνον δὲν θὰ ᾖναι δυνατὸν ἐπὶ διπλασίῳ καὶ τριπλασίῳ μισθώματι νὰ εὑρίσκωνται δύται, ἀλλ’ οὔτε νὰ κινῶνται τὰ σπογγαλιευτικὰ πλοῖα. Δὲν εἶναι δὲ ἀκριβὲς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὁ ἕτερος τῶν ἀγορευσάντων συναδέλφων εἶπεν, ὅτι προκαταβάλλονται δάνεια τοῖς δύταις ἐπὶ τόκῳ μεγάλῳ. Ποτὲ δὲν συνήφθη οἱονδήποτε συμβόλαιον, οἱονδήποτε ἔγγραφον μεταξὺ τῶν ἐφοπλιστῶν καὶ τῶν δυτῶν. Ναυτολογοῦνται δὲ κατὰ περίεργον τρόπον. Τὰς τελευταίας ἡμέρας ὁ ἐφοπλιστὴς ἔχει ἤδη ἀποφασίσει τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον θὰ προσφέρῃ εἰς ἕνα ἕκαστον, καὶ ἐν ὥρᾳ εὐωχίας, ἐν ὥρᾳ εὐθυμίας προσέρχεται καὶ τὸ δίδει κρυφίως, καὶ τοῦτο ἀποτελεῖ τὸ συμβόλαιον μεταξὺ τοῦ ἐφοπλιστοῦ καὶ τοῦ δύτου. Ἀλλὰ παρακαλῶ, Κύριοι, νὰ ἔχητε ὑπ’ ὄψιν, ὅτι τὰ πλεῖστα τῶν παραπόνων ἐγείρονται ἐκ μέρους ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἔχουσιν ὑλικὸν συμφέρον, ἢ ἐξ ἄλλων λόγων, ὡς ἐκ ζηλοτυπίας, οὔτε εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποθέσῃ τις, ὅτι εἰς ἀξιωματικὸς τοῦ ναυτικοῦ ἀνώτερος, ἕνεκα ἀντιζηλιῶν, ἕνεκα πολιτικοῦ ἀνταγωνισμοῦ.
§82ΓΚΙΚΑΣ. Δὲν ἐλέχθη αὐτό. Εἶναι ἄλλοι λόγοι.
§83Δ. ΡΑΛΛΗΣ. .. ἤθελεν ἐπιλάθεσθαι τῆς θέσεώς του, ὥστε τὴν ἐξουσίαν, ἡ ὁποία τῷ ἀνετέθη, νὰ χρησιμοποιήσῃ πρὸς ἐξυπηρέτησιν τῆς πολιτικῆς. Τοῦτο θὰ ἦτο λίαν εὐτελὲς δι’ ἕνα ἀξιωματικόν· θὰ ἦτο ἀνάξιος οὗτος νὰ φέρῃ τὸ Στέμμα καὶ νὰ ἀνήκῃ εἰς τὰς τάξεις τοῦ Ναυτικοῦ! Μεταβαίνω εἰς ἕτερον ἀντικείμενον, εἰς τὸ ζήτημα τὸ σταφιδικόν. Εὐτυχῶς αἱ εἰδήσεις περὶ τῶν τροποποιήσεων τοῦ Γαλλικοῦ δασμολογίου εἶναι κἄπως ἐνθαρρυντικαὶ, διότι δὲν ἐψηφίσθη ἡ ὑποβληθεῖσα τροπολογία, αἱ δὲ ἐργασίαι τῆς Βουλῆς διεκόπησαν ἀπὸ ἡμερῶν, δηλαδὴ ἀπὸ τῆς παραμονῆς τῆς ἀναχωρήσεως τοῦ Προέδρου κ. Λουμπὲ εἰς Ἀγγλίαν. Ἰδοὺ πῶς συνέβησαν τὰ πράγματα. Εἶχεν ἀναγραφῆ τὸ σχετικὸν νομοσχέδιον ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει, καὶ μεταξὺ τῶν πρώτων, ἀλλ’ ὑπὸ τὸν ὅρον, ὅτι δὲν ἤθελε προκαλέσει συζήτησιν, ὅρον τοῦ ὁποίου καὶ ἡμεῖς ἔχομεν πεῖραν ἐνταῦθα. Εὐτυχῶς κατὰ τὴν τελευταίαν ὥραν εἷς Βουλευτὴς ἐζήτησε νὰ ἐγγραφῇ, ἵνα λάβῃ τὸν λόγον. Ἐντεῦθεν γίνεται παρατήρησις. Ὁ Πρόεδρος τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῶν τελωνείων κ. Νόελ εἶπεν ἐπὶ λέξει τὰ ἑξῆς: «Διὰ τῆς ἀναβολῆς τοῦ νομοσχεδίου τούτου ἐπιφέρεται μεγάλη βλάβη εἰς τοὺς ἀμπελοκτήμονας.» Ὁ Albert Sarraut, ὁ ὁποῖος ἦτο εἰσηγητὴς τῆς ἐπιτροπῆς, λέγει ἀκριβῶς τὰ αὐτὰ (ἀναγινώσκει): «Ἐπιμένομεν διαμαρτυρόμενοι κατὰ τῆς ἀναγραφῆς ταύτης, ἥτις παρουσιάζεται τὴν τελευταίαν στιγμήν. Πρὸ ὀκτὼ ἡμερῶν, ἐπ’ ὀνόματι τῆς ἐπιτροπῆς τῶν τελωνείων ἐφέραμεν τὸ ζήτημα ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, καὶ ἐζητήσαμεν, ὅπως τὸ νομοσχέδιον ἀναγραφῇ ἐν ἀρχῇ τῆς ἡμερησίας διατάξεως· ἀλλ’ ὅπως ἀποκρούσωσι τὴν αἴτησίν μας, ἀντέλεξαν ὅτι θὰ ἐγίνετο συζήτησις· ἔκτοτε ὅμως οὐδεὶς ἐνεγράφη, καὶ μόνον τὴν τελευταίαν στιγμὴν ἐγείρουσι συζήτησιν. Ἐν τούτοις πρόκειται περὶ κατεπείγοντος νομοσχεδίου, προωρισμένου νὰ περιστείλῃ σημαντικὸν δόλον καὶ ἐνδιαφέροντος οὐ μόνον τὴν ἀμπελοφυτείαν, ἀλλὰ καὶ τοὺς καταναλωτὰς τῶν ἐργατικῶν τάξεων, δηλητηριαζομένους διὰ τῶν φρικωδῶν ἀναμίξεων, ἃς τοῖς πωλοῦσιν ὑπὸ τὸ ὄνομα τοῦ οἴνου καὶ αἵτινες κατασκευάζονται διὰ σταφίδων. (Πολὺ καλά! πολὺ καλά!). Καὶ ἱκανοποιεῖται ἐκ τοῦ νομοσχεδίου ὄχι μόνον ἡ ἀμπελουργία μας, ἀλλὰ καὶ αἱ ἐργατικαὶ τάξεις, αἱ ὁποῖαι δηλητηριάζονται ἐκ τοῦ δῆθεν οἴνου, ὁ ὁποῖος παράγεται ἐκ σταφίδος ξηρᾶς. Οὐχ ἧττον, ἐπειδὴ ὁ Κανονισμὸς λέγει ῥητῶς, — καὶ ὁ Κανονισμὸς ἰσχύει ἐκεῖ, — ὅτι δὲν δύναται νὰ μὴ ἐπιτραπῇ συζήτησις, ἐδέχθησαν, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον, καὶ οὕτω, ἐπελθούσης τῆς διακοπῆς τῶν συνεδριάσεων τῆς Βουλῆς, ἔμεινεν ἐκκρεμὲς τὸ νομοσχέδιον μέχρι τοῦ Ὀκτωβρίου. Ὥστε ἤδη ἔχομεν καιρὸν νὰ ἐργασθῶμεν. Τὰ ἔγγραφα εἶναι πάντα ἐνταῦθα, ἀλλ’ ἐπεθύμουν νὰ μὴ δημοσιευθῶσι, διότι ἀναγκαίως τὸ ζήτημα εἰσέρχεται εἰς διαπραγματεύσεις, αἱ ὁποῖαι δύνανται ἐκ τῆς δημοσιεύσεως τῶν ἐγγράφων νὰ ζημιωθῶσι.
§84ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ μὴ κατατεθῶσι.
§85Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Ἐνταῦθα ἔχω καὶ στατιστικὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας χθὲς ἐζήτησεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Μεσολογγίου. Κατ’ αὐτάς, ἐξήχθη εἰς Γαλλίαν σταφίς: τὸ 1899 λίτραι ἑνετικαὶ 13,576,453, ἀξίας φράγκων χρυσῶν 2,036,468· τὸ 1900 λίτραι 7,906,877, ἀξίας φρ. χρυσῶν 2,799,034· τὸ 1901 λίτραι 1,261,577, ἀξίας φρ. χρυσῶν 334,653.
§86Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὥστε κατήλθομεν εἰς τὸ ὄγδοον περίπου!
§87Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Ἴσως ἡ πληροφορία εἶναι ἀτελής, ἀλλ’ ἐπειδὴ ἐζητήθη χθές, ἔσπευσα νὰ τὴν φέρω. Παρακαλῶ ὅμως νὰ μὴ γείνῃ συζήτησις. Ἡ Κυβέρνησις, ἔχουσα ὑπ’ ὄψιν τὴν σπουδαιότητα τοῦ θέματος, θέλει προσπαθήσει διὰ παντὸς τρόπου ν’ ἀποτρέψῃ τὸ μέτρον, τὸ ὁποῖον ἡ Γαλλικὴ Κυβέρνησις εἰσήγαγεν εἰς τὴν Βουλήν.
§88Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν νομίζω ἀναγκαῖον νὰ ἐκταθῶ. Ἐζήτησα μόνον τὸν λόγον, διότι, ὅτε ἀπεστάλη τὸ πλοῖον εἰς τὰ παράλια τῆς Ἀφρικῆς, διηύθυνα ἐγὼ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν. Ὅτε συνέτασσον τὰς ὁδηγίας, εὑρισκόμην ἀπέναντι ἀντιθέτων ἰδεῶν καὶ ἀντιθέτων συμφερόντων· ἀπέναντι τοῦ συμφέροντος, τοῦ ἀναμφισβητήτως σπουδαίου, τῆς προστασίας τῶν σπογγαλιέων, καὶ τοῦ συμφέροντος τῆς φιλανθρωπίας, τὸ ὁποῖον ἐπιβάλλεται εἰς πᾶσαν Κυβέρνησιν, κατόπιν τῶν καταγγελθέντων κατὰ τῶν κυβερνητῶν τῶν πλοιαρίων τῶν σπογγαλιευτικῶν. Μετὰ τὴν συνεννόησιν, ἥτις ἐπῆλθε μετὰ τῆς Τουρκικῆς Κυβερνήσεως, ὅπως ἐπιτρέπηται ἡ διὰ σκαφάνδρων ἁλιεία πέραν τῶν τριῶν μιλίων ἀπὸ τῆς παραλίας, ἔδωκα ὁδηγίας, αἱ ὁποῖαι ἀφεώρων εἰς τὴν προστασίαν τῶν σπογγαλιευτικῶν πλοίων ἀπέναντι πάσης παραβάσεως, καὶ ἐφρόντισα ἵνα τὸ ἀποσταλὲν ὁπλιταγωγὸν «Κρήτη» λάβῃ πλήρη καὶ τέλειον χαρακτῆρα Νοσοκομείου, ὅπως ἐν αὐτῷ ἐπιτυγχάνηται ἡ θεραπεία τῶν ἀσθενούντων, καὶ τρίτον ἔδωκα ὁδηγίας ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τῆς σπογγαλιείας καὶ ὡς πρὸς τὴν τακτοποίησιν τοῦ προσωπικοῦ, διότι, ὡς ἐλέχθη, συνέβαινον ἀταξίαι καὶ ὡς πρὸς τὸ προσωπικὸν τῶν ἁλιευτικῶν πλοίων. Ἔδωκα ὁδηγίας, ὅσον ἀφορᾷ τὸ προσωπικὸν, περὶ τῆς ἐκτελέσεως τῆς καταβιβάσεως καὶ ἀναβιβάσεως τῶν δυτῶν, ὑπὸ ὅρους γνωστοὺς, τοὺς ὁποίους οἱ γινώσκοντες τὸ θέμα τοῦτο παραδέχονται, καὶ ἀνέθηκα τὴν ἐπίβλεψιν ὅλων τούτων εἰς τὸν πλοίαρχον κ. Ζῶτον. Δὲν νομίζω δὲ, ὅτι ὁ κ. πλοίαρχος παρέβη τὰς ὁδηγίας αὐτάς· διότι βεβαίως καθῆκον εἶχεν, ἐὰν πράγματι εὗρεν ἀναμφισβητήτως ἀσθενεῖς δύτας ἢ χαρακτηρισθέντας ὡς ἀσθενεῖς ἀπὸ τὸν ἰατρὸν, νὰ περιθάλψῃ αὐτοὺς ἐν τῷ πλοίῳ. Ἐὰν ἐζήτησε νὰ συντάξῃ στατιστικὰς πληροφορίας, πληροφορίας ἐπισήμους, καὶ εἰς τοῦτο ἔπραξε τὸ καθῆκον του, διότι ἐκ τῶν ἐπισήμων πληροφοριῶν, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὁδηγιῶν, αἱ ὁποῖαι ἐδόθησαν εἰς τὸν πλοίαρχον τῆς «Κρήτης», θὰ ἦναι εὔκολον εἰς οἱανδήποτε Κυβέρνησιν νὰ μορφώσῃ γνώμην ἐπὶ τοῦ ζητήματος, καὶ εἶναι ἀνάγκη νὰ σχηματισθῇ θετικὴ γνώμη, ἄνευ ὑπερβολῶν, ὅπως νομοθετικῶς ὁρισθῇ ὁ τρόπος τῆς ἁλιείας τῶν σπόγγων. Ἡ πρόθεσίς μου ἦτο, ὅπως κατόπιν τούτων ὅλων ὑποβληθῇ εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ψηφισθῇ νόμος κανονίζων τὸν τρόπον τῆς σπογγαλιείας, διότι οὕτω μόνον εἶναι δυνατὸν νὰ παρακωλυθῶσιν ὅλαι αἱ πράξεις, αἱ ἀντιτιθέμεναι εἰς τὴν κοινοτέραν φιλανθρωπίαν, καὶ νὰ εὐοδωθῇ ἡ ἐπιχείρησις αὕτη τῆς σπογγαλιείας. Τοῦτον τὸν σκοπὸν εἶχον αἱ ὁδηγίαι, τὰς ὁποίας ἔδωκα. Νομίζω δὲ, ὅτι δὲν εἶναι ἐπωφελὲς, μήτε ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς σπογγαλιείας, μήτε ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς πραγματοποιήσεως τῶν φιλανθρωπικῶν αἰσθημάτων, ἅτινα εἰς πάντα ἐπιβάλλονται, νὰ γίνεται ἐπὶ τῇ βάσει ὑπερβολικῶν ἴσως πληροφοριῶν ἡ τοιαύτη συζήτησις. Νομίζω ὅτι τὸ ζήτημα εἶναι ἀρκετὰ θετικὸν καὶ ἀρκετῆς σπουδαιότητος καὶ ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῶν συμφερόντων τῶν τριῶν νήσων καὶ ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῶν γενικωτέρων συμφερόντων τῆς χώρας, τῶν οἰκονομικῶν καὶ τῶν νομισματικῶν. Ἡ φιλανθρωπία ἔχει τὰ δικαιώματά της, ἀλλὰ καὶ τὰ ὑλικὰ συμφέροντα τῶν νήσων καὶ τῆς χώρας ἔχουσι τὰ δικαιώματά των. Ταῦτα ἐξέθηκα ὡς πληροφορίας καὶ ὡς γνώμας. Συνιστῶ δὲ εἰς τε τοὺς ἐνδιαφερομένους ὑπὲρ τῶν σπογγαλιέων καὶ εἰς τοὺς ἐνδιαφερομένους ὑπὲρ τῆς σπογγαλιείας νὰ μὴ φέρωσι τὸ ζήτημα εἰς ἄκαιρον καὶ ἐπὶ τῇ βάσει ὑπερβολικῶν πληροφοριῶν συζήτησιν, δυναμένην νὰ βλάψῃ αὐτό.
§89ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μπέλλος ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ ἄλλου ζητήματος.
§90Λ. ΜΠΕΛΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἀπηυδήσαμεν καὶ οἱ Βουλευταὶ καὶ τὸ κοινὸν ἐπὶ μῆνας συνεχεῖς ἀκούοντες περὶ σταφίδος καὶ μόνον περὶ σταφίδος καὶ αἰωνίως περὶ σταφίδος. Ὁμολογῶ δὲ, ὅτι μετὰ δυσφορίας τινὸς, ἂν ὄχι καὶ μετ’ ἀγανακτήσεως, ἀκούεται ἡ συζήτησις αὕτη. Οὐχ ἧττον ἡ δυσφορία τῶν πληθυσμῶν τῶν πασχόντων εἶναι πολὺ ἀνωτέρα ἀφ’ ὅ,τι κοινῶς πιστεύεται καὶ περιγράφεται· πιστεύω ὅμως, ὅτι δύναται νὰ κατορθωθῇ, καὶ ἡ Βουλὴ ν’ ἀπαλλαγῇ τῆς ἀπωλείας τοῦ χρόνου τοῦ πολυτίμου καὶ ἡ Κυβέρνησις ν’ ἀπαλλαγῇ τῶν ἐνοχλήσεων, χωρὶς συνάμα νὰ παύσῃ ἡ Ἀντιπροσωπεία τοῦ Ἔθνους ἐφιστῶσα τὴν προσοχὴν αὐτῆς καὶ παρακολουθοῦσα καὶ μελετῶσα τὸ ὕψιστον καὶ ζωτικώτατον τοῦτο ζήτημα. Διὰ ταῦτα προτείνω, νὰ διορισθῇ διαρκὴς Σταφιδικὴ Ἐπιτροπὴ, ἀφοῦ κηρυχθῇ πρῶτον τὸ ζήτημα ἐθνικὸν καὶ ἀποβάλῃ πᾶσαν, καὶ τὴν ἐλαχίστην ἔστω, χροιὰν πολιτικοῦ ἀνταγωνισμοῦ. Ἡ ἐπιτροπὴ δ’ αὕτη νομίζω, ὅτι πρέπει ν’ ἀπαρτισθῇ ἀπὸ τὸν ἐκ Γόρτυνος σεβαστὸν πολιτευτὴν κ. Δηλιγιάννην, ἀπὸ τὸν ἐκ Κερκύρας βουλευτὴν κ. Γ. Θεοτόκην, ἀπὸ τὸν ἐκ Μεσολογγίου κ. Δ. Δεληγεώργην, ἀπὸ τὸν κ. Δ. Γ. Ράλλην, ἀπὸ τὸν κύριον Ἀλέξ. Ζαΐμην, ἀπὸ τὸν κ. Σιμόπουλον καὶ ἀπὸ τὸν κ. Κ. Καραπᾶνον, οἱ ὁποῖοι νὰ παραλάβωσιν ὡς συνεργάτας ἐκ τῶν σταφιδοφόρων ἐπαρχιῶν τοὺς ὄντας ἐν γνώσει τῶν πραγμάτων. Εἶχον τὸ καθῆκον νὰ φέρω τὴν γνώμην ταύτην, περὶ τῆς ὁποίας δὲν ἀπασχολῶ οὐδ’ ἐπὶ στιγμὴν τὴν Βουλήν, ἐπιφυλάσσομαι ὅμως ν’ ἀνακοινώσω τὴν γνώμην μου εἰς τὴν συσταθησομένην ἐπιτροπήν, ἔχων τὴν ἰδέαν, ὅτι τὸ ζήτημα ἔχει ἤδη λύσει ἡ Βουλὴ συμφώνως πρὸς τὸ ὀρθὸν καὶ τὸ δίκαιον. Καὶ ταῦτα ἐπὶ τῇ πεποιθήσει ὅτι εἶμαι ὁ τελευταῖος λαλῶν ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου ἐν τῇ Βουλῇ. Καθῆκον ὅμως φρονῶ ὅτι ἔχω, νὰ ἐκθέσω διὰ βραχυτάτην καὶ ἐν συντομίᾳ τὰ πράγματα, ὡς ἔχουσι· θέλω δὲ ὡς φωνογράφος ἐκθέσει ὅσα εἶδον καὶ ὅσα ἤκουσα διὰ βραχυτάτων, καὶ παρακαλῶ νὰ μὴ δυσφορῆτε, διότι πρόκειται περὶ σπουδαιοτάτου ζητήματος.
§91ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Δὲν θὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν;
§92ΜΠΕΛΛΟΣ. Ἡ Βουλὴ σήμερον ἄρχεται τῶν σπουδαιοτέρων αὐτῆς ἐργασιῶν. Σήμερον ἀρχίζουν τὰ μεγάλα νομοθετικὰ ἔργα, τὰ στρατιωτικά, τὰ ἐκπαιδευτικά, τὰ οἰκονομικά. Ἂς μείνωμεν 5 ἢ 10 ἡμέρας ἀκόμη. Ἔχει τὴν αὐταπάρνησιν ἡ Βουλή, νὰ ὑπηρετῇ ἐπὶ τόσους μῆνας συνεχεῖς, ὅπως οὐδεμία ἄλλη Βουλὴ μέχρι τοῦδε. Λοιπὸν χρονογραφικῶς, κύριε Πρόεδρε, σᾶς λέγω, ὅτι μέχρι μὲν τοῦ Ἰσθμοῦ τὸν σιδηρόδρομον δὲν ὑποδέχονται παρὰ οἱ περίεργοι τῶν χωρίων· ἀλλ’ ἀπὸ τοῦ σταθμοῦ καὶ πέραν παρατηρεῖται ἔκτακτος ἀνυπομονησία, καὶ ἀνάρπαστοι γίνονται αἱ ἐφημερίδες ὑπὸ τῶν χωρικῶν πάσης τάξεως. Ἔφθασα εἰς Πάτρας.
§93ΓΕΡΑΚΗΣ. Ἔληξεν ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ ἀπὸ χθές, κύριε Πρόεδρε. Τέλος πάντων δὲν εἶναι κατάστασις αὐτή. Παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε τὸν λόγον.
§94ΜΠΕΛΛΟΣ. Ἐν Πάτραις, κύριε Πρόεδρε, πρῶτον συνήντησα ἀνώτερον ἀξιωματικόν, ἔντιμον καὶ ἀξιοπρεπῆ, ὁ ὁποῖος μοὶ εἶπεν, ὅτι τὰ χωρία τῶν Πατρῶν...(θόρυβος).
§95ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν θὰ πολιτευθῆτε ἐκεῖ, κύριε Μπέλλε.
§96ΜΠΕΛΛΟΣ. Σᾶς ἐνοχλῶ; Ἐγὼ θεωρῶ καθῆκόν μου νὰ ἐκθέσω τὰ πράγματα, ὅπως ἔχουσι.
§97Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Μπέλλε, εἰς τὴν ἐπιτροπήν, ἡ ὁποία θὰ συστηθῇ, καλλίτερον.
§98ΜΠΕΛΛΟΣ. Ἀφήσατε νὰ μάθητε τὰ πράγματα, διότι νομίζουσιν ὅτι τὰ πολιτικὰ πάθη εἶναι ἡ ἀφορμή. Τίποτε, Κύριοι· εἶναι ζήτημα ὑπάρξεως. Ὁ εὐγενὴς καὶ ὑπερήφανος ἐκεῖνος λαὸς κατέφυγεν εἰς τὰ ἔσχατα, κατέλυσε τὰς ἀρχάς, ἐπαναστάτησεν, ἀλλὰ πρὸς τιμὴν τοῦ εὐγενοῦς ἐκείνου καὶ εὐφυεστάτου λαοῦ λέγω, ὅτι οἱ χωρικοί, 8,000 ἔνοπλοι, ἐπὶ δύο ἡμερονύκτια νηστικοί, δὲν ἐπείραξαν οὔτε ἓν σῦκον, δὲν ἠνώχλησαν κανένα.
§99Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶχον γείνῃ τὰ σῦκα ἀκόμη.
§100ΜΠΕΛΛΟΣ. Ἐπωλοῦντο εἰς τὰς ὁδούς.
§101ΜΙΧ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἡσύχασαν τώρα;
§102ΜΠΕΛΛΟΣ. Ἡσύχασαν, ἀλλὰ κατὰ τὸ φαινόμενον. Ἐγὼ ἐπιθυμῶ νὰ γείνῃ ἡσυχία πραγματικὴ (διακοπαὶ ἐξ ἀριστερῶν).
§103Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Μὴ διακόπτετε, νὰ τελειώσῃ.
§104ΜΠΕΛΛΟΣ. Λοιπόν, κύριε Πρόεδρε, τὰ πράγματα ἔχουσιν οὕτω. Ὁ λαὸς ἐκεῖνος, πάσχων ἀπὸ δεκαετίας, ἀπὸ τοῦ 1892, ὢν κατάχρεως καὶ μὴ προφθάνων νὰ πληρόνῃ οὔτε τοὺς τόκους τῶν χρεῶν του, ἀφοῦ ἡ ἀξία τῶν κτημάτων καὶ τῆς γῆς κατέπεσεν εἰς τὸ ¼, ἴσως καὶ εἰς τὸ ⅒, —ἐν Πάτραις μοὶ ἔλεγον ὅτι τὰ κτήματα οὐδεμίαν ἀξίαν ἔχουσιν, διότι ὁ καρπὸς, τὸ προϊόν τῶν κτημάτων των, μόλις καλύπτει τὰ ἔξοδα τῆς καλλιεργείας, καὶ οὐδ’ αὐτὰ ὁλόκληρα, προχθὲς δὲ ὁ κ. Σπηλιάδης, ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Ἠλείας, μοὶ ἔλεγεν, ὅτι δαπανήσας 125 δραχμὰς διὰ τὴν καλλιέργειαν τῆς σταφιδαμπέλου του πρὸς παραγωγὴν 1000 λιτρῶν σταφίδος, εἰσέπραξε μόνον δρ. 100, ὁ λαὸς λοιπὸν ἐκεῖνος, ὁ εὐγενὴς καὶ εὐφυέστατος, ἐν τοιαύτῃ οἰκονομικῇ καχεξίᾳ καὶ δυσφορίᾳ εὑρισκόμενος, ἠναγκάσθη νὰ προβῇ εἰς τὰ ἔσχατα. Διὰ ταῦτα καθῆκον, νομίζω, τῆς Βουλῆς εἶναι, ἀνεξαρτήτως κομματικῶν ὑπολογισμῶν καὶ πολιτικῶν παθῶν, νὰ θεωρήσῃ τὸ σταφιδικὸν ζήτημα ὡς ζήτημα ἐθνικὸν, καὶ νὰ παραδεχθῇ τὴν πρότασίν μου περὶ συστάσεως διαρκοῦς ἐπιτροπείας ἐξ ἀξιοσεβάστων προσώπων, τὰ ὁποῖα ὠνόμασα καὶ τὰ ὁποῖα ἀντιπροσωπεύουσι βεβαίως τὴν φρόνησιν τοῦ ἔθνους. Ὀφείλω δὲ νὰ συγχαρῶ ἐπίσης τῷ ἀξιοτίμῳ Προέδρῳ τῆς Κυβερνήσεως διὰ τὴν βαθεῖαν διάγνωσιν, τὴν ὁποίαν ἔκαμε, τῆς καταστάσεως, διότι δὲν εἶναι τὸ κύριον ζήτημα τὸ σταφιδικὸν ζήτημα, ἀλλὰ μᾶλλον τὸ τοῦ διακανονισμοῦ τῶν χρεῶν. Σᾶς εἶπον ὅτι οἱ ἄνθρωποι εἶναι κατεστραμμένοι, κατάχρεοι, ἀπὸ δεκαετίας ὀφείλοντες ὑπερόγκους τόκους, προστιθεμένους εἰς τὸ κεφάλαιον, καὶ καταντᾷ, ὥστε σταφιδοκτήμων, ὅστις ἐδανείσθη 2,000 δραχμὰς, νὰ ὀφείλῃ σήμερον 20,000! Ὥστε τὸ ζήτημα τοῦ διακανονισμοῦ τῶν χρεῶν εἶναι μᾶλλον τὸ κύριον ζήτημα. Ὥστε σοφώτατα, νομίζω, ἡ Κυβέρνησις προέβλεψε καὶ ὑπεσχέθη τὴν διακανόνισιν τῶν χρεῶν, θέλουσι δὲ τὰ δύο μαζὺ φέρει τὴν γαλήνην, τὴν ἡσυχίαν καὶ τὴν εὐημερίαν εἰς μέγα μέρος τῆς Ἑλλάδος, εἰς τὴν Πελοπόννησον.
§105Γ. ΡΟΥΦΟΣ. Μεταξὺ τῶν νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐθεώρησε πρέπον νὰ προταχθῶσι τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἀνέφερε καὶ τὸ νομοσχέδιον περὶ Ἐμπορικῶν Σχολῶν, ἀναγνωρίζων ὡς ἀναγκαίαν καὶ δικαίαν τὴν ἀξίωσιν καὶ τῶν μαθητῶν καὶ τῶν διδασκάλων. Δυστυχῶς σήμερον, παρὰ τὰς δηλώσεις τὰς ῥητὰς τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, εἶδον συνέντευξιν εἴς τινα ἐφημερίδα τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, ἀναιροῦσαν τὰς δηλώσεις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Ἐπιθυμοῦμεν νὰ γνωρίζωμεν, ἂν εἶναι ἀκριβεῖς αἱ δηλώσεις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως.
§106Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ Κυβέρνησις θεωρεῖ, ὅτι ἐπιβάλλεται νὰ ληφθῇ πλέον ἓν μέτρον περὶ τῶν Ἐμπορικῶν Σχολῶν. Ἐζήτησα δὲ ἀμέσως τὴν πρότασιν νόμου τὴν ὑποβληθεῖσαν, ἵνα τὴν μελετήσω, καὶ ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν ἠθέλομεν πεισθῆ, ὅτι δυνάμεθα νὰ υἱοθετήσωμεν αὐτὴν, νὰ προβῶμεν ἀμέσως εἰς τὴν ψήφισιν αὐτῆς, ἄλλως θὰ διατυπώσωμεν ἴδιον νομοσχέδιον. Ἐντὸς τῆς συνεδριάσεως τῆς αὔριον ἢ θὰ ζητήσω νὰ προταχθῇ ἡ πρότασις αὕτη καὶ ψηφισθῇ, ἢ ἄλλως θὰ ὑποβάλω νομοσχέδιον σχετικόν.
§107ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ βουλευτὴς Ναυπακτίας κ. Καναβὸς ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τροποποιήσεως τῶν περὶ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν Βουλευτῶν διατάξεων τοῦ ΑΩΟϚʹ νόμου τῆς 2 Ἰανουαρίου 1891». Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 40). Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἔχει τὸν λόγον.
§108Ι. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω σχέδιον νόμου μετὰ τῆς σχετικῆς ἐκθέσεως «περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου ͵ΒΨΟΓ τῆς 25 Μαρτίου 1900 περὶ Γενικῆς Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ», περὶ οὗ νομοσχεδίου ἔκαμε λόγον ὁ σεβαστὸς Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως κατὰ τὴν ἐμφάνισιν αὐτῆς ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Παρακαλῶ δὲ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς νὰ διατάξῃ τὴν τύπωσιν καὶ διανομὴν τοῦ νομοσχεδίου τούτου, καὶ ἀναγράψῃ αὐτὸ ὡς πρῶτον ἀντικείμενον εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§109ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 41).
§110Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὑποθέτω ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀντίρρησις, ἐπειδὴ πρόκειται περὶ σπουδαιοτάτου ἀντικειμένου, νὰ ἀναγραφῇ ὡς πρῶτον εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν τῆς αὔριον.
§111ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§112ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Σκληρὸς ἔχει τὸν λόγον.
§113ΦΩΝΑΙ. Εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§114Γ. ΣΚΛΗΡΟΣ. Παραιτοῦμαι, κύριε Πρόεδρε.
§115ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Ραδινός.
§116Γ. ΡΑΔΙΝΟΣ. Παραιτοῦμαι.
§117ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§118Ν. ΜΙΣΥΡΛΗΣ. Εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, κύριε Πρόεδρε, ἀναγράφονται διάφορα νομοσχέδια, μέλλοντα νὰ πληρώσωσιν ὑψίστας τοπικὰς ἀνάγκας, νομοσχέδια, διὰ τὰ ὁποῖα ἐνδιαφέρονται σπουδαιότατα οἱ ἀγροτικοὶ πληθυσμοί. Τὰ νομοσχέδια ταῦτα δὲν ἔχουσι συζήτησιν, δὲν ἔχουσιν ἀντίρρησιν. Θὰ παρεκάλουν λοιπὸν τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὴν Βουλὴν νὰ δεχθῇ, ὅπως τὰ νομοσχέδια ταῦτα προταχθῶσι καὶ ψηφισθῶσι· διότι ἐκεῖνοι, τοὺς ὁποίους ἀντιπροσωπεύομεν, ἐνδιαφέρονται περισσότερον νὰ ἔχωσιν ὕδωρ νὰ πίωσι, παρὰ νὰ ψηφισθῶσι τὸ νομοσχέδιον περὶ ἀπαλλοτριώσεως τῶν γηπέδων Φαλήρου καὶ τὰ λοιπὰ ἀναγραφόμενα ὡς πρῶτα ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει. Τουλάχιστον ἐγώ, καὶ δὲν ἀμφιβάλλω καὶ οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι, τοὺς ὁποίους ἐπίσης ἐνδιαφέρουσι τὰ νομοσχέδια, περὶ ὧν εἶπον, ἔχομεν ἐπιτακτικὴν ἐντολὴν νὰ ἐπιμείνωμεν διὰ τὴν ψήφισιν τῶν νομοσχεδίων τούτων. Ὁ λαὸς πάσχει, ἀσθενεῖ ἕνεκα τῆς ἐλλείψεως ὕδατος, καὶ διὰ τοῦτο μᾶς δίδει τὴν ἐπιτακτικὴν ἐντολὴν νὰ ὑψώσωμεν φωνὴν ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ καὶ ζητήσωμεν τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου τούτου. Πολὺ ὀλίγον, ἐπαναλαμβάνω, ἐνδιαφέρεται ὁ τόπος ἡμῶν, ὁ ὁποῖος ζητεῖ ὕδωρ, διὰ τὰ νομοσχέδια τὰ ὁποῖα προτάσσονται τοῦ προϋπολογισμοῦ. Διὰ τοῦτο θὰ παρακαλέσω καὶ τὴν Βουλὴν καὶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ προταχθῶσι καὶ ψηφισθῶσι τὰ νομοσχέδια, περὶ ὧν ἐνδιαφερόμεθα, ὡς λίαν ἐπειγούσης ἀνάγκης, ἀφοῦ μάλιστα δὲν θὰ ὑπάρξῃ συζήτησις ἐπὶ τούτων. Ἄλλως ἐγὼ ἔχω ῥητὴν ἐντολὴν νὰ διαμαρτυρηθῶ.
§119Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Φρονῶ, κ. Πρόεδρε, ὅτι ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος δὲν ἔχει ἀνάγκην νὰ διαμαρτυρηθῇ, διότι μετὰ κοινὴν συνεννόησιν ἐγένετο ἡ κατάταξις τῶν διαφόρων νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα ἡ Κυβέρνησις θεωρεῖ ὡς ἐπείγοντα καὶ ὡς ἀναπόφευκτα πρὸς τὴν ὕπαρξιν αὐτῆς. Ἐγὼ, καὶ ὡς Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, ἀπέδειξα, ὅτι οὐδέποτε ὑπετίμησα τὰ νομοσχέδια τῆς τοπικῆς ἀνάγκης καὶ τῆς τοπικῆς ὠφελείας, οὐδεμίαν δ’ ἔχω δυσκολίαν, ὅπως συντελέσω εἰς τὴν ψήφισιν αὐτῶν· ἀλλὰ πρὸ παντὸς, Κύριοι, δὲν νομίζετε ὅτι εἶναι μᾶλλον ἐπείγουσα ἀνάγκη νὰ δώσωμεν εἰς τὸ Κράτος τὰ μέσα, ὧν ἔχει ἀπόλυτον ἀνάγκην;
§120ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§121Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Λοιπὸν ἂς παύσῃ πλέον ἡ ματαιολογία, καὶ ἂς προβῶμεν τέλος πάντων εἰς τὰ ἔργα ἡμῶν ταῦτα, ἀμέσως δὲ μετ’ αὐτὰ θέλω προτείνει ἐγὼ αὐτὸς νὰ προταχθῶσι τὰ νομοσχέδια τῆς μᾶλλον ἐπειγούσης τοπικῆς ἀνάγκης καὶ ὠφελείας.
§122Ν. ΜΙΣΥΡΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὰ νομοσχέδια ταῦτα δὲν ἐπιδέχονται συζήτησιν, καὶ δύνανται εὐχερέστατα νὰ ψηφισθῶσιν. Οὐδεὶς βεβαίως θέλει νὰ προσκόψῃ τὸ ἔργον τῆς Κυβερνήσεως, τὸ ὁποῖον πάντες ὁμολογοῦμεν ὅτι σπεύδει. Ἀλλὰ διὰ τὰ νομοσχέδια τῆς ἀπολύτου τοπικῆς ἀνάγκης δὲν πρόκειται παρὰ περὶ ἁπλῆς μόνον ἀναγνώσεως. Διατὶ νὰ μὴ δεχθῇ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ θυσιάσωμεν 5 ἢ 10 λεπτὰ τῆς ὥρας διὰ νὰ ψηφισθῶσιν, ἀφοῦ μάλιστα τινὰ ἐξ αὐτῶν ἔχουσι ψηφισθῆ εἰς πρώτην καὶ δευτέραν ἀνάγνωσιν;
§123ΕΛ. ΜΥΚΩΝΙΟΣ. Παύσατε τὰς ἐπερωτήσεις διὰ νὰ προβῶμεν.
§124ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ χορηγίας εἰδικῆς πιστώσεως ἐκ δρ. 370,000 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1902». Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον μόνον (ἀναγινώσκεται).
§125Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως τοῦ νομοσχεδίου τούτου ἡ ψήφισις δέον νὰ μὴ ἀναβληθῇ, διότι πρόκειται ν’ ἀποδοθῇ τὸ δίκαιον εἰς ἀνθρώπους, τῶν ὁποίων ἡ ἰδιοκτησία κατελήφθη ὑπὸ τοῦ Παναθηναϊκοῦ Σταδίου. Ἀλλ’ ἐν τῇ ἀποζημιώσει αὐτῶν εἶναι πρέπον νὰ ἐφαρμοσθῶσιν αἱ διατάξεις τοῦ νόμου ΒΠΣΖ τῆς 14 Φεβρουαρίου 1893 περὶ ἀρχαιοτήτων, διότι ὁ νόμος ἐκεῖνος διέγραψε κατὰ τίνα τρόπον ἐκτιμῶνται τὰ γήπεδα ἢ τὰ κτήματα ἐν γένει, τὰ ὁποῖα ἀπαλλοτριοῦνται χάριν τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρείας. Ἐν τῷ παρελθόντι ἐγένοντο τοιαῦται ἐκτιμήσεις πρὸς ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου, ἀλλὰ δὲν ἀπέβη δυνατὸν ν’ ἀποδοθῇ εἰς τοὺς ἰδιοκτήτας ἡ ἀποζημίωσις ἡ προσήκουσα, διότι δὲν ἀνεγράφη ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἡ ἀνάλογος πίστωσις. Τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον πληροῖ τὸ κενὸν, διότι ἀναγράφει τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον κατ’ ἀνώτατον ὅρον δύναται νὰ δοθῇ εἰς ἀποζημίωσιν τῶν ἰδιοκτητῶν. Εἶναι ὅμως πρέπον, ἐν τῷ νομοσχεδίῳ νὰ ἀναγραφῇ, ὅτι ἡ ἀποζημίωσις αὕτη θὰ κανονισθῇ κατὰ τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 4 τοῦ νόμου ΒΠΣΖ τῆς 14 Φεβρουαρίου 1903. Ὑποθέτω, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν δὲν θὰ ἔχῃ ἀντίρρησιν.
§126Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὑπάρχουσιν ἀποφάσεις δικαστικαί.
§127ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλ’ αὐτὸ δὲν ἀνατρέπει τὸν νόμον, οὐδὲ δύναται ν’ ἀνατραπῇ ὁ νόμος διὰ δικαστικῆς ἀποφάσεως. Παρακαλῶ τὸν ἀξιότιμον Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ὅπως τὴν ὑπόθεσιν ταύτην μελετήσῃ ἐπισταμένως, καὶ ἐὰν εὕρῃ τὴν ὑπ’ ἐμοῦ προτεινομένην τροπολογίαν εὔλογον, ν’ ἀποδεχθῇ ταύτην.
§128Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐὰν εἶναι δυνατὸν, ἀπέναντι τῶν ἀποφάσεων τῶν δικαστικῶν, αἱ ὁποῖαι ὑπάρχουσι, νὰ γείνῃ τροποποίησίς τις, βεβαίως θὰ ἦμαι ὑπὲρ τῆς τροποποιήσεως ταύτης. Σᾶς παρακαλῶ νὰ διατυπώσητε τὴν τροπολογίαν σας.
§129ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ ἐπ’ ἐσχάτων ᾐτησάμην τὴν γνώμην τοῦ Δικαστικοῦ Συμβούλου καὶ ἄλλων ἐγκρίτων νομομαθῶν, οἵτινες ὑπῆρξαν σύμφωνοι, ὅτι δύναται νὰ ἐπικρατήσῃ ὁ νόμος τῶν δικαστικῶν ἀποφάσεων, ὅταν αὗται εὑρίσκωνται εἰς προφανῆ ἀντίφασιν. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι δύναται εἰς τὸ ἄρθρον μόνον, μετὰ τὰς λέξεις «πρὸς πληρωμὴν ἀποζημιώσεων εἰς διαφόρους ἰδιοκτήτας γηπέδων, κειμένων ἐντὸς καὶ πέριξ τοῦ Παναθηναϊκοῦ Σταδίου καὶ καταληφθέντων ἀναγκαστικῶς ἕνεκεν ἀρχαιολογικῆς ἀνάγκης», νὰ προστεθῇ: «ὁρισθησομένων κατὰ τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 4 τοῦ ͵ΒΠΣΖʹ νόμου τῆς 14 Φεβρουαρίου 1893».
§130Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Πῶς ἐπιγράφεται ὁ νόμος οὗτος;
§131ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω «περὶ ἀρχαιολογικῶν ἀνασκαφῶν».
§132ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Ἐγώ, κύριε Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, νομίζω ὅτι ἡ τροπολογία αὕτη δὲν εἶναι ἀναγκαία, διότι δυνάμει τοῦ νόμου περὶ ἀπαλλοτριώσεως γίνεται ἡ ἀπαλλοτρίωσις· δὲν ἔλαβε δὲ χώραν μέχρι τοῦδε, διότι δὲν εἶχεν ἀναγραφῆ τὸ ἀπαιτούμενον χρηματικὸν ποσὸν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ Κράτους. Δὲν δύναται δὲ νὰ γείνῃ ἄλλως ἢ κατὰ τὰς διατάξεις τῶν ἄρθρων 4 καὶ 5 τοῦ νόμου «περὶ ἀναγκαστικῆς ἀπαλλοτριώσεως ἀκινήτων πρὸς συντήρησιν καὶ ἀνεύρεσιν ἀρχαιοτήτων». Τοῦτο ἀναφέρεται ἐν τῇ αἰτιολογικῇ ἐκθέσει τοῦ νομοσχεδίου, διὰ τοῦ ὁποίου ζητεῖται ἡ πίστωσις τῶν 370,000 δραχμῶν.
§133ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας ἤθελεν ἀναγνώσει τὸ νομοσχέδιον, ἤθελε πεισθῆ, ὅτι δὲν πρόκειται ἡ ἀποζημίωσις νὰ γείνῃ κατὰ τὸν νόμον, διότι οὐδεμία μνεία τούτου γίνεται· δι’ αὐτὸ δὲ καὶ προέτεινα τὴν τροπολογίαν. Ἄλλως ὁ κ. Πρωθυπουργὸς θὰ μελετήσῃ τὸ νομοσχέδιον.
§134ΣΤΑΗΣ. Ἐν τῷ μόνῳ ἄρθρῳ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου ἀναφέρεται, ὅτι «πρὸς πληρωμὴν γηπέδων, καταληφθέντων ἀναγκαστικῶς ἕνεκεν ἀρχαιολογικῶν ἀναγκῶν» χορηγεῖται ἡ τοιαύτη πίστωσις, ἐν τῷ εἰδικῷ δὲ νόμῳ περὶ ἀπαλλοτριώσεως ἀναγκαστικῆς, λόγῳ ἀρχαιολογικῶν ἀναγκῶν, ἀναφέρεται, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γένηται ἡ ἀπαλλοτρίωσις ἄλλως ἢ κατὰ τὸν νόμον τοῦτον, ἀφοῦ ἀναγραφῇ πίστωσις εἰδικὴ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ Κράτους. Διὰ τοῦτο ὀρθῶς ἔχει τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἐπιτρέπει τὴν ἀναγραφὴν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ Κράτους τῆς ἀναγκαίας πιστώσεως.
§135ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ μόνον ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου, ὡς ἔχει, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσι. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἡ τροπολογία τοῦ κ. Σιμοπούλου θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ, ἵνα ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν κατὰ τὴν δευτέραν συζήτησιν. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 42). Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως ἐκ δραχμῶν 88,265.92 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν τῆς χρήσεως τοῦ 1902». (Γίνεται δεκτὸν, κατ’ ἀρχὴν καὶ ἄρθρον μόνον, ἄνευ ἀντιρρήσεως).
§136ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἀπαλλοτριώσεως τῶν ὑπὸ τῆς ἐθνικῆς λεωφόρου Ἀθηνῶν– Παλαιοῦ Φαλήρου καταλαμβανομένων οἰκοπέδων». (Γίνεται δεκτὴ ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου ἄνευ ἀντιρρήσεως. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον, ὡς ἔχει).
§137ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 2 (ἀναγινώσκεται).
§138Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Εἰς τὸ δεύτερον ἐδάφιον θὰ ἔχῃ γείνῃ λάθος τυπογραφικὸν, διότι, ὡς ἔχει, οὐδεμία ἔννοια ἐξάγεται. Ἀκούσατε πῶς ἔχει τὸ βʹ ἐδάφιον (ἀναγινώσκει): «Μετὰ τὸν κανονισμὸν δὲ τῆς ἀποζημιώσεως τοῦ ὑπὸ τῆς κατὰ τὸν νόμον ΑΧΜΒʹ ἐπιτροπῆς κατατεθειμένου κατὰ τὰς διατάξεις τούτου εἰς τὸ Κεντρικὸν Ταμεῖον τοῦ τιμήματος τῆς ἀποζημιωτέας ἐκτάσεως ἐκ τοῦ πρὸς κατασκευὴν τῆς λεωφόρου διατεθειμένου χρηματικοῦ ποσοῦ, ἡ πρὸς κατασκευὴν τῆς λεωφόρου καθ’ ὅλον τὸ πλάτος αὐτῆς ἀπαιτουμένη ἔκτασις καταλαμβάνεται ἀκωλύτως. Οὐδεμία ἔννοια ἐξάγεται ἐκ τούτου.
§139Δ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐπαναλαμβάνεται ἡ ἔννοια τῆς πρώτης διατάξεως. Τὸ πρῶτον ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου προβλέπει περὶ ἀποζημιώσεως τοῦ ἡμίσεος τῆς ἐκτάσεως, ἀλλ’ ὑπολείπεται τὸ ἕτερον ἥμισυ, ὅπερ θ’ ἀποζημιωθῇ ἀπὸ τοὺς παροδίους, κατὰ τοὺς κειμένους περὶ ὁδοποιίας νόμους· ἀλλ’ ἐντεῦθεν δὲν παρεμποδίζεται ἡ κατάληψις. Αὐτὸ ἐννοεῖ τὸ ἄρθρον 2, ὅτι, καίτοι ἀπεζημιώθη ὁ ἰδιοκτήτης μόνον κατὰ τὸ ἥμισυ, καίτοι δὲν ἐφηρμόσθη ἡ διαδικασία ἡ διὰ τοὺς παροδίους κεκανονισμένη, οὐχ ἧττον προοδεύει τὸ ἔργον, καταλαμβανομένης τῆς ἐκτάσεως, τῆς ἀπαιτουμένης πρὸς κατασκευὴν τῆς λεωφόρου καθ’ ὅλον τὸ πλάτος αὐτῆς.
§140Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἴσως περιττεύει τὸ ἄρθρον «τοῦ» μετὰ τὴν λέξιν «Ταμεῖον».
§141Δ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Μάλιστα. Ν’ ἀπαλειφθῇ τὸ ἄρθρον «τοῦ».
§142ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 2, ὡς ἐτροποποιήθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 3. (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν, ὡς ἔχει).
§143Δ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Νομίζω ὅτι πρέπει νὰ δοθῇ μία προσφυγὴ κατὰ τῆς ἀποφάσεως τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, καὶ διὰ τοῦτο προτείνω νὰ προστεθῇ ὡς ἄρθρον 4 τὸ ἑξῆς: «Ἐπιτρέπεται προσφυγὴ ἐνώπιον τῶν ἐν Ἀθήναις Πρωτοδικῶν κατὰ τῆς ἐν τῷ ἄρθρῳ 1 τοῦ παρόντος νόμου ἀποφάσεως τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν ἐντὸς προθεσμίας μηνὸς, ἀλλ’ ἡ προσφυγὴ αὕτη δὲν ἀναστέλλει τὴν κατάληψιν τοῦ κτήματος. Ἡ προσφυγὴ ὑπάγεται εἰς τὴν ἐπ’ ἀναφορᾷ διαδικασίαν, κατὰ δὲ τῆς ἀποφάσεως τῶν Πρωτοδικῶν οὐδὲν ἐπιτρέπεται ἔνδικον τακτικὸν ἢ ἔκτακτον μέσον.»
§144Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν ἀνοιχθῇ ἡ δικαστικὴ ὁδὸς εἰς τοὺς ἰδιοκτήτας τῶν καταλαμβανομένων γηπέδων, πολλοὶ τούτων θὰ προσφύγωσιν εἰς τὰ δικαστήρια διὰ τὸν κανονισμὸν τῆς ἀποζημιώσεως, εἶναι δὲ γνωστὸν, ὅτι ταῦτα πολλάκις μέχρι τοῦδε ἐπεδίκασαν ἀποζημιώσεις δυσαναλόγους πρὸς τὴν πραγματικὴν ἀξίαν τῶν καταληφθέντων κτημάτων, ἐντεῦθεν δὲ μεγάλως ἐζημιώθη τὸ δημόσιον ταμεῖον. Κατὰ τοὺς κειμένους νόμους, τοὺς ἰδιοκτήτας τῶν καταλαμβανομένων γηπέδων, κειμένων ἐντὸς τοῦ σχεδίου τῆς πόλεως, ἀποζημιώνουσιν οἱ παρόδιοι. Ἤδη ἡ τοιαύτη ὑποχρέωσις τῶν παροδίων περιορίζεται εἰς τὸ ἥμισυ τῆς ἀξίας τῆς καταλαμβανομένης ἐκτάσεως, τοῦ ἑτέρου ἡμίσεος ἀποζημιουμένου ἐκ τοῦ πρὸς κατασκευὴν τῆς λεωφόρου προωρισμένου κληροδοτήματος τοῦ ἀοιδίμου Συγγροῦ. Αὐτὸς δὲ εἶναι ὁ σκοπὸς τοῦ νομοσχεδίου, ν’ ἀπαλλάξῃ δηλαδὴ τοὺς παροδίους ἀπὸ τὸ ἥμισυ τῆς ἀποζημιώσεως.
§145Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Κατὰ τὸ ἄρθρον 1 τὸ ἥμισυ τοῦ καταλαμβανομένου γηπέδου θέλει ἀποζημιωθῆ ἐκ τοῦ κεφαλαίου τοῦ διατεθειμένου πρὸς κατασκευὴν τῆς λεωφόρου, τὸ δὲ ἕτερον ἥμισυ ὑπὸ τῶν παροδίων. Προκειμένου περὶ τῶν παροδίων, μετὰ τὴν ἔρευναν τῆς ἐπιτροπῆς ὁ Ὑπουργὸς ἀποφαίνεται περὶ τοῦ τιμήματος, ἀλλ’ ὁ ἰδιοκτήτης ἔχει τὸ δικαίωμα τῆς προσφυγῆς. Ἐν περιπτώσει καθ’ ἣν πρόκειται περὶ ἀπαλλοτριώσεως καταλαμβανομένου γηπέδου, ὁ ἰδιοκτήτης δι’ αἰτήσεως δύναται νὰ προσβάλῃ τὴν ἀπόφασιν τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῆς ἐκτιμήσεως, ἡ δὲ ἀπόφασις αὕτη τῆς ἐπιτροπῆς καὶ ἡ αἴτησις περὶ καθορισμοῦ τιμήματος ἄλλου παρὰ τοῦ ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς καθωρισμένου ὑποβάλλεται ἐνώπιον τοῦ Πρωτοδικείου κατὰ τὴν ἐπ’ ἀναφορᾷ διαδικασίαν. Βεβαίως, μὲ ὅλην τὴν καλὴν θέλησιν, τὴν ὁποίαν δύναται νὰ ἔχῃ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, δὲν δύναται νὰ προσφέρῃ εἰς τὸν ἰδιοκτήτην, τοῦ ὁποίου τὸ κτῆμα πρόκειται ν’ ἀπαλλοτριωθῇ ἀναγκαστικῶς τὰς ἐγγυήσεις ἐκείνας, τὰς ὁποίας προσφέρουν τὰ δικαστήρια. Ἐντεῦθεν δὲ θὰ ἐκλείψῃ καὶ πᾶν παράπονον, καὶ δὲν θὰ γίνεται ὁ Ὑπουργὸς τὸ θῦμα τῆς πλεονεξίας τοῦ ἰδιοκτήτου, ὁ ὁποῖος θὰ λέγῃ, ὅτι ἠδικήθη. Διατὶ θέλετε, ἡ Διοίκησις νὰ συγκομίσῃ τοιαύτην εὐθύνην; Λοιπὸν δύναται νὰ λυθῇ ἁπλούστερον τὸ ζήτημα.
§146ΒΟΖΙΚΗΣ. Θὰ καταβάλληται τὸ ἥμισυ τῆς ἀποζημιώσεως ἀπὸ τὸ Δημόσιον.
§147Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Ἀπὸ τὸ κληροδότημα.
§148ΒΟΖΙΚΗΣ. Δὲν ἔχομεν δηλαδὴ προκαταβεβλημένην τὴν ἀποζημίωσιν. Τοῦτο, νομίζω, συγκρούεται μὲ τὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος.
§149Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Πρόκειται περὶ ἑνὸς νόμου δημευτικοῦ, διότι αἱ διαστάσεις, αἱ ὁποῖαι ἀπεδόθησαν εἰς τὴν λεωφόρον, ἐὰν αἱ ἀπαλλοτριώσεις ἐπρόκειτο νὰ ἐνεργηθῶσιν ἐπὶ τῇ βάσει τῶν νόμων περὶ ὁδοποιΐας, οὐδεμία ὑπάρχει ἀμφιβολία, ὅτι θὰ ἐπέφερον πραγματικὴν δήμευσιν. Κατὰ τὸ πλεῖστον ἡ λεωφόρος αὕτη διέρχεται διὰ κτημάτων, τὰ ὁποῖα εἶναι ἐκτὸς τοῦ σχεδίου τῆς πόλεως, 40 μέτρων πλάτους. Καὶ δύναταί τις νὰ ἔχῃ μόνον τόσην ἔκτασιν. Ἀλλ’ ἡ λεωφόρος διέρχεται δι’ ἑνὸς ἀγροῦ, καὶ ἀφαιρεῖ ἓν τμῆμα ἑκατέρωθεν. Αὐτὸς ὁ ἰδιοκτήτης θὰ χάσῃ 40 μέτρα καθ’ ὅλον τὸ μῆκος, χωρὶς νὰ ἔχῃ οὐδὲν ἄλλο δικαίωμα ἀποζημιώσεως, παρὰ τὸ ἐπὶ τοῦ ἡμίσεος τῆς ἀξίας τοῦ καταλαμβανομένου γηπέδου καταβαλλόμενον ἐκ τοῦ κεφαλαίου τοῦ κληροδοτήματος διὰ τὴν κατασκευὴν τῆς λεωφόρου. Οὕτω θέλει λάβει τὸ ἥμισυ τοῦτο, τὸ ὁποῖον ἄλλως τε δὲν θὰ ἐλάμβανε ποσῶς. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι δὲν θὰ ὑπάρξῃ δυσχέρεια.
§150Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐν τῷ νομοσχεδίῳ πρόκειται περὶ κανονισμοῦ ἀποζημιώσεως, ὅσον ἀφορᾷ τὸ μέρος τῆς λεωφόρου Συγγροῦ, τὸ ὁποῖον κεῖται ἐντὸς τοῦ σχεδίου τῆς πόλεως, καὶ περὶ αὐτοῦ εἰσάγει τὴν καινοτομίαν, ὅτι μετὰ τὴν ἔκθεσιν τοῦ ἐπὶ τῆς ἐκτιμήσεως νομομηχανικοῦ, ἡ ὁποία ἐπικυροῦται ἀπὸ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, γίνεται ἡ πληρωμή. Ὁ νόμος ὁ κείμενος σήμερον, προκειμένου περὶ τῶν γηπέδων τῶν καταλαμβανομένων ὑπὸ ὁδῶν ἐντὸς τοῦ σχεδίου τῆς πόλεως, λέγει ὅτι μετὰ τὴν ἔκθεσιν τοῦ μηχανικοῦ, ὅστις ὁρίζει πόσον μέρος τοῦ γηπέδου κατέλαβεν ἡ ὁδὸς καὶ πόσον μέρος ἀναλόγως τῆς προσόψεως βαρύνει ἕκαστον ἰδιοκτήτην, ὁρίζεται ἡ ἀποζημίωσις, εἰς ἣν δικαιοῦται ἕκαστος, καὶ ὑποβάλλεται ὁ ἀναλογισμὸς εἰς τοὺς ἐνδιαφερομένους, οἵτινες, ἐὰν δὲν συμφωνήσουν, προσφεύγουν εἰς τὸ Δικαστήριον. Λοιπὸν ἡ ἐκτίμησις τῶν ἐκτιμητῶν δὲν εἶναι ὑποχρεωτικὴ διὰ τοὺς ἰδιοκτήτας. Τὴν ἔκθεσιν τῆς ἐκτιμήσεως, ἣν συνέταξαν οἱ δύο ἐκτιμηταὶ, ἂν θέλουν, ἐκτελοῦν τὰ συμβαλλόμενα μέρη· ἐὰν δὲν συμφωνήσουν, προσφεύγουν εἰς τὸν Πρόεδρον τῶν Πρωτοδικῶν. Αὕτη εἶναι ἡ διαδικασία σήμερον. Δὲν νομίζω ὅτι ὑπάρχει ἰδιαίτερος λόγος νὰ μεταβάλωμεν τὴν διαδικασίαν ταύτην ἤδη, καὶ νὰ ὁρίσωμεν, ὅτι θ’ ἀναμιγνύηται ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ θὰ κρίνῃ αὐτὸς, ἀφοῦ μάλιστα δέχεται ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἐὰν τὰ μέρη δὲν εὐχαριστῶνται, νὰ προσφεύγουν ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων. Φρονῶ διὰ τοῦτο, ὅτι δέον νὰ μείνῃ ὡς ἔχει ὁ κείμενος νόμος, καθ’ ὃν, ὁσάκις καταλαμβάνηται γήπεδόν τι, ὁρίζονται ὑπ’ ἀμφοτέρων τῶν μερῶν δύο ἐκτιμηταί, οἱ ὁποῖοι ὁρίζουν τὴν ἀξίαν, καὶ ἐν διαφωνίᾳ ἀποφαίνεται ἡ δικαστικὴ ἐξουσία.
§151Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Ἀλλὰ τοῦτο συνεπάγεται χρονοτριβήν.
§152ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐὰν ἐξετάσωμεν τὸ πρᾶγμα καλῶς, φαίνεται ὅτι προκειμένου περὶ τοῦ τμήματος τῆς λεωφόρου, τὸ ὁποῖον κεῖται ἐντὸς τῆς πόλεως Ἀθηνῶν, θὰ ἐφαρμοσθῇ ἡ διάταξις, τὴν ὁποίαν σᾶς εἶπον· δηλαδὴ θὰ διορίζωνται δύο πραγματογνώμονες, οἱ ὁποῖοι θ’ ἀποφαίνωνται· ἐν περιπτώσει δὲ ἀσυμφωνίας, προσφεύγουν τὰ ἐνδιαφερόμενα μέρη εἰς τὸ Δικαστήριον. Ἀλλ’ ἤδη ἐνθυμοῦμαι, ὅτι ἡ διαδικασία αὕτη ὁρίζεται διὰ τὰς ἐντὸς τοῦ σχεδίου τῆς πόλεως ὁδούς.
§153Δ. ΡΑΛΛΗΣ. (Πρωθυπουργός). Τώρα ἐνθυμοῦμαι, τίς ὁ νόμος. Εἶναι ὁ περὶ ἀντιπλημμυρικῶν ἔργων, καὶ ἀναγράφει ἰδίαν διαδικασίαν. Ἡ διαδικασία αὕτη ἔχει ὡς ἑξῆς. Ἐπιτροπὴ συγκειμένη ἀπὸ τὸν Νομάρχην, ἢ τούτου κωλυομένου ἀπὸ τὸν Εἰρηνοδίκην, ἀπὸ τὸν Μηχανικὸν καὶ ἀπὸ τὸν Οἰκονομικὸν Ἔφορον τῆς περιφερείας, εἰς ἣν ὑπάγεται τὸ κτῆμα, προβαίνει εἰς τὴν ἐκτίμησιν, συντάσσει ἕνα πίνακα, καὶ εἶτα δίδει τὴν ἔκθεσίν της διὰ τὴν ἀποζημίωσιν...
§154ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐντὸς τοῦ σχεδίου τῆς πόλεως.
§155Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Καὶ ἐκτὸς τοῦ σχεδίου τῆς πόλεως... Κατὰ τῆς ἀποφάσεως ταύτης ἐπιτρέπεται προσφυγή. Αὐτὴν τὴν προσφυγὴν θέλομεν νὰ κανονίσωμεν. Ἐὰν θελήσωμεν νὰ δεχθῶμεν τὸν τρόπον, τὸν ὁποῖον καθιεροῖ ὁ νόμος περὶ ὁδοποιΐας, θὰ φθάσωμεν εἰς τὸ ἀπροχώρητον. Ἐν περιπτώσει καθ’ ἣν δὲν ἤθελον οἱ πραγματογνώμονες συμφωνήσει, τότε λύεται ἡ διαφορὰ διὰ τοῦ Δικαστηρίου, ἐνῷ κατὰ τὴν διαδικασίαν, ἣν ἀναγράφει ὁ νόμος περὶ ἀντιπλημμυρικῶν ἔργων, δὲν κωλύεται τὸ ἔργον, καθόσον ἔχετε μίαν ἐπιτροπὴν ἐντελῶς ἀμερόληπτον, ἡ ὁποία προβαίνει εἰς τὴν ἐκτίμησιν.
§156ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Κατὰ τὸ ἄρθρον 2, «διὰ τὴν ἐκτίμησιν καὶ ἀποζημίωσιν τοῦ τελευταίου τούτου ἡμίσεος ἐφαρμοσθήσονται αἱ διατάξεις τοῦ ᾼΧΜΒʹ τοῦ 1888 περὶ ἀπαλλοτριώσεως καταλαμβανομένων γαιῶν καὶ κτημάτων νόμου, μετὰ τὸν κανονισμὸν δὲ τῆς ἀποζημιώσεως τοῦ ὑπὸ τῆς κατὰ τὸν νόμον ᾼΧΜΒʹ ἐπιτροπῆς κατατεθειμένου κατὰ τὰς διατάξεις τούτου εἰς τὸ Κεντρικὸν ταμεῖον τιμήματος τῆς ἀποζημιωτέας ἐκτάσεως ἐκ τοῦ πρὸς παρασκευὴν τῆς λεωφόρου διατεθειμένου χρηματικοῦ ποσοῦ, ἡ πρὸς κατασκευὴν τῆς λεωφόρου καθ’ ὅλον τὸ πλάτος αὐτῆς ἀπαιτουμένη ἔκτασις καταλαμβάνεται ἀκωλύτως.» Δὲν ἐνθυμοῦμαι ἐὰν ὁ ᾼΧΜΒʹ εἶναι ὁ νόμος οὗτος. Νομίζω ὅτι εἶναι ἄλλος, καὶ φοβοῦμαι, ὅτι, ὅπως διετυπώσατε τὸ ἄρθρον, θὰ ἦναι δυνατὸν ν’ ἀπαντήσῃ δυσχερείας ἡ ἐφαρμογή.
§157Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Ἐν τῷ νόμῳ αὐτῷ ὑπάρχει ἀναγεγραμμένη τοιαύτη διάταξις, καὶ ἑπομένως τὸ προτεινόμενον ἄρθρον εἶναι χρήσιμον, ὡς διετυπώθη.
§158ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ ἀναγνωσθῇ τὸ ἄρθρον 4. (Ἀναγινώσκεται). Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 4 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς τρίτην συζήτησιν, ὡς ἐτροποποιήθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
§159Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν σχέδιον νόμου «περὶ συμπληρώσεως τοῦ ἄρθρου 3 τοῦ νόμου ΒϚΗʹ τῆς 1 Ὀκτωβρίου 1892 περὶ μεταρρυθμίσεως τῶν νόμων περὶ προσόντων τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων». Κατὰ τὸν ἀρτίως διενεργηθέντα διαγωνισμὸν πρὸς πλήρωσιν ὀκτὼ θέσεων ἐμμίσθων παρέδρων ἀνεφάνη περίπτωσις, περὶ τῆς ὁποίας ὁ κείμενος νόμος οὐδὲν προβλέπει. Τουτέστι κατὰ τὸν διαγωνισμὸν ἓξ μὲν τῶν διαγωνισθέντων ἔλαβον βαθμοὺς, οἵτινες δίδουν μὲν εἰς αὐτοὺς τὸ δικαίωμα νὰ διορισθῶσιν εἰς τὴν θέσιν ἐμμίσθου παρέδρου, εἶναι ὅμως διάφοροι ἀλλήλων ἐν τῇ κλίμακι τῆς βαθμολογίας, τρεῖς δ’ ἐκ τῶν ἄλλων ἔλαβον μὲν βαθμοὺς δίδοντας τὸ δικαίωμα τοῦτο, ἀλλ’ ὁμοίους κατὰ δύναμιν καὶ μέχρι τοῦ κλάσματος τῆς μονάδος, ἤτοι εὑρέθησαν ἐν ὁμοιοβαθμίᾳ.
§160Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ἀλλὰ πάντοτε ἔλαβον βαθμὸν ἐπιτρέποντα τὴν κατάληψιν θέσεως ἐμμίσθου παρέδρου.
§161ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα. Ὁ νόμος θεωρεῖ διοριστέους εἰς τὴν θέσιν τοῦ ἐμμίσθου παρέδρου τοὺς εὐδοκιμήσαντας ἐν διαγωνισμῷ, διεξαγομένῳ ἐνώπιον ἐπιτροπῆς, ὁριζομένης κατὰ τὸν νόμον. Εὐδοκιμήσαντας δὲ θεωρεῖ τοὺς λαβόντας τοὐλάχιστον τὸν βαθμὸν «καλῶς». Ποιεῖται δὲ τὴν διάκρισιν, ὅτι μεταξὺ τῶν πλειόνων εὐδοκιμησάντων προτιμᾶται ὁ λαβὼν ἀνώτερον βαθμόν. Μεταξὺ τῶν διαγωνισθέντων τελευταίως ἓξ ἔλαβον βαθμὸν ἀνώτερον τοῦ «καλῶς» καὶ ἀνώτερον τοῦ βαθμοῦ τῶν τριῶν τελευταίων, ἀλλ’ οἱ τρεῖς οὗτοι ἔλαβον μὲν τὸν βαθμὸν «καλῶς» καί τι κλάσμα, ἀλλ’ ἀριθμητικῶς βαθμὸν ἴσον. Καὶ οὕτω, μολονότι δικαιοῦνται νὰ λάβωσι τὴν θέσιν καὶ οἱ τρεῖς, πρέπει δύο μόνον ἐξ αὐτῶν νὰ διορισθῶσι, διότι δι’ ὀκτὼ θέσεις προεκηρύχθη ὁ διαγωνισμός. Ἐπειδὴ δὲ ὁ νόμος δὲν προνοεῖ περὶ τῆς περιπτώσεως αὐτῆς καὶ δὲν δύναται νὰ διορισθῶσι κατὰ τὸν νόμον καὶ κατὰ τὴν προκήρυξιν τοῦ Ὑπουργείου πλείονες τῶν ὀκτὼ, ὑπάρχει ἀνάγκη, ὅπως νομοθετικῶς ληφθῇ πρόνοια, ἵνα τακτοποιηθῇ ἡ ἀνωμαλία αὕτη. Ἀλλ’ ἐπειδὴ καὶ εἰς τὸ μέλλον ἐνδέχεται νὰ παρουσιασθῇ ὁμοία περίπτωσις, ὥστε νὰ ἦναι δυσχερὴς ἡ θέσις τοῦ Ὑπουργοῦ, προκειμένου περὶ ὁμοίας ἐκλογῆς, ἔκρινα ἀναγκαῖον νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν σχέδιον νόμου, τὸ ὁποῖον προνοεῖ περὶ τῆς περιπτώσεως ταύτης καὶ διὰ τὴν ἐνεστῶσαν ἀνωμαλίαν καὶ διὰ τὸ μέλλον.
§162Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Πῶς λύετε τὸ ζήτημα;
§163ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ὥστε εἶναι καὶ ἑρμηνευτικὸς ὁ νόμος.
§164ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν φρονῶ ὅτι εἶναι ἑρμηνευτικὸς, ἀλλὰ νομίζω ὅτι τὰ τῆς περιπτώσεως, ἥτις ἐγέννησε τὴν δυσχέρειαν ταύτην, εἶναι δυνατὸν νὰ τακτοποιηθῶσι διὰ τοῦ νόμου, καθ’ ὅσον ἀφορῶσι τὸ ἀτέλεστον μέρος τῆς ὑποθέσεως, τὸ ἀτέλεστον δὲ μέρος εἶναι τὸ ἀναγόμενον εἰς τὴν ὑποβολὴν διαταγμάτων διορισμῶν. Τὰ τοῦ διαγωνισμοῦ διεξήχθησαν ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ἐν ἰσχύϊ νόμου, καὶ καλῶς διεξήχθησαν τὰ ἀφορῶντα τὸν διαγωνισμὸν, καὶ ὡς πρὸς ταῦτα ὁ νόμος εἶναι πλήρης. Ἀλλ’ ὅσον ἀφορᾷ τὰ μετὰ τὸν διαγωνισμὸν, ὡς πρὸς ταῦτα ὁ νόμος εἶναι ἀνεπαρκὴς, μὴ προνοῶν περὶ ὅλων τῶν ἐνδεχομένων περιπτώσεων. Ἐκ τούτου δὲ γεννᾶται ἡ ἀνάγκη τῆς συμπληρώσεως αὐτοῦ, καὶ περὶ τῆς συμπληρώσεως ταύτης προνοεῖ τὸ εἰσαγόμενον νομοσχέδιον. Τὸ νομοσχέδιον ὁρίζει, ὅτι, ἐν ᾗ περιπτώσει ἐπέλθῃ ἰσοβαθμία μεταξὺ τινων ἐκ τῶν διαγωνιζομένων καὶ εὐδοκιμησάντων, τὴν τάξιν αὐτῶν ἐν τῷ καταρτιζομένῳ πίνακι ὁρίζει ὁ κλῆρος, ἡ κλήρωσις δ’ ἐνεργεῖται ἐν δημοσίᾳ συνεδριάσει τοῦ Ἀρείου Πάγου, τοῦ Προέδρου αὐτοῦ ἐξάγοντος τοὺς κλήρους. Ὀφείλω νὰ εἴπω, ὅτι ἐγένετο καὶ ἑτέρα σκέψις, ὅπως μεταξὺ τῶν ἐν ἰσοβαθμίᾳ εὑρισκομένων προτιμηθῶσιν οἱ ἔχοντες βαθμὸν ἀνώτερον ἐν τῷ Πανεπιστημιακῷ διπλώματι, ἢ οἱ ἔχοντες μακρότερον χρόνον ὑπηρεσίας δικηγορικῆς ἀλλὰ πάντα ταῦτα ἐνόμισα ὡς μὴ δικαιολογοῦντα ἐπαρκῶς τὴν προτίμησιν, διότι καὶ ὁ βαθμὸς τοῦ Πανεπιστημιακοῦ διπλώματος καὶ ἡ ὑπηρεσία ἡ προηγουμένη ἡ δικηγορικὴ οὐδεμίαν ἄλλην σημασίαν ἔχουσιν ἢ νὰ μαρτυρήσωσι καὶ νὰ χρησιμεύσωσιν ὡς τεκμήρια περὶ τῆς ἱκανότητος τοῦ διοριστέου· ἀλλ’ ὅτε ἐπῆλθεν ὁ διαγωνισμὸς ἐνώπιον τῆς ἐπιτροπῆς, τὴν ὁποίαν ὁρίζει ὁ νόμος, καὶ ἐκρίθη ἤδη δι’ αὐτοῦ ἡ ἱκανότης τῶν διαγωνισθέντων, ἔχομεν τὴν ἀπόδειξιν πλήρη περὶ τῆς ἱκανότητος αὐτῶν, ἡ δὲ ἀπόδειξις αὕτη παρουσιάζει τοὺς διαγωνισθέντας ὡς ἐν ἀπολύτῳ ἰσοβαθμίᾳ εὑρισκομένους καὶ μὴ δυναμένους νὰ διακριθῶσιν ἀπ’ ἀλλήλων κατὰ λόγον μείζονος ἱκανότητος. Δὲν ἔχει λοιπὸν σημασίαν τινὰ ὁ διάφορος βαθμὸς, ὁ ὁριζόμενος ἐν τῷ Πανεπιστημιακῷ διπλώματι, οὔτε καὶ ὁ προγενέστερος χρόνος τῆς δικηγορικῆς ὑπηρεσίας. Διὰ τοῦτο δικαιότερον καὶ ὀρθότερον ἔκρινα, ὅπως ὁ κλῆρος ἀποφασίσῃ περὶ τῶν διοριστέων. Ὑπὸ τὴν ἔννοιαν ταύτην συνετάχθη τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον, ἐπειδὴ προνοεῖ περὶ περιστάσεως δεομένης ἀμέσου θεραπείας, θὰ παρακαλέσω νὰ συναινέσῃ ἡ Βουλὴ ν’ ἀναγραφῇ μεταξὺ τῶν πρώτων ἀντικειμένων εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν τῆς αὔριον.
§165ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ τυπωθῇ πρῶτον.
§166ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 43). Προβαίνομεν κατωτέρω.
§167Δ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὸ τέταρτον ἀντικείμενον, παρακαλῶ.
§168ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἀστυνομικῆς διοικήσεως.
§169Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου κατὰ τὴν πρώτην αὐτοῦ συζήτησιν ἔλαβον τὸν λόγον καὶ ὑπέβαλον παρατηρήσεις τινὰς, τῶν ὁποίων τὴν ὀρθότητα ἀνεγνώρισαν καὶ ὁ τότε καὶ νῦν Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ ὁ σεβαστὸς Πρόεδρος τῆς τότε Κυβερνήσεως. Διὰ τῶν παρατηρήσεων τούτων ὑπέδειξα ὡς ἀναγκαίας τροπολογίας τινὰς, ἄνευ τῆς ψηφίσεως τῶν ὁποίων εἶναι ἀνέφικτος ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ νομοσχεδίου. Καὶ ναὶ μὲν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς παρούσης Κυβερνήσεως ἐδήλωσεν, ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο δὲν θέλει ἐφαρμοσθῆ ψηφιζόμενον, ἀλλὰ θέλει τῷ χρησιμεύσει ὡς μελέτη, προκειμένου ὅμως ὅπως δήποτε νὰ ψηφισθῇ, δέον νὰ ψηφισθῇ μετὰ τῶν ὑποβληθεισῶν τροπολογιῶν, ἄνευ τῶν ὁποίων ἀδύνατος ἡ ἐφαρμογὴ αὐτοῦ. Ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν εὐαρεστῆται νὰ ἀκούσῃ, θέλω ὑπομνήσει τὰς ἀναγκαίας ταύτας τροποποιήσεις ἐπὶ διαφόρων διατάξεων τοῦ νομοσχεδίου. Π. χ. δὲν λαμβάνεται πρόνοια ἐν τῷ νομοσχεδίῳ περὶ ὑπαξιωματικῶν τῆς ἀστυφυλακῆς ἐν τῇ Διοικητικῇ Ἀστυνομίᾳ Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς, δὲν λαμβάνεται πρόνοια περὶ τοῦ μέλλοντος προσωπικοῦ τῶν ἀστυφυλάκων, διότι λαμβάνεται ὡς δεδομένον, ὅτι ὑπάρχει ἤδη γνωστὸς ἀριθμὸς ἀστυφυλάκων, ἀλλὰ βραδύτερον ὁ ἀριθμὸς τῶν ἀστυφυλάκων θὰ ἐλαττωθῇ, θὰ ἐκλίπῃ κατ’ ὀλίγον, ἢ θὰ ὑπάρξωσιν ἀστυφύλακες, οἱ ὁποῖοι δὲν θὰ θεωρήσωσιν ὑποχρέωσιν αὐτῶν νὰ ἀναλάβωσι νέαν θητείαν. Πόθεν τότε θὰ λάβητε τοὺς ἀναγκαίους ἀστυφύλακας, ἀφοῦ διὰ τοῦ νομοσχεδίου οὐδὲν ὁρίζεται περὶ τοῦ τρόπου τῆς κατατάξεως καὶ τῶν προσόντων τῶν ἀστυφυλάκων; Ὑπάρχουσιν ἐπίσης ἄλλαι περιπτώσεις, καθ’ ἃς ὁ διορισμὸς τῶν ἀστυνόμων κρίνεται ὑπὸ τοῦ Εἰρηνοδίκου. Ἀλλὰ πῶς θὰ ὑποβάλληται ἡ διαδικασία αὕτη εἰς τὸν Εἰρηνοδίκην; Καὶ πολλαὶ ἄλλαι ἐλλείψεις, ἃς ὑπέδειξα. Ἐνθυμοῦμαι, ὅτι τὴν ἑσπέραν ἐκείνην καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς τότε Κυβερνήσεως ἀνεγνώρισαν τὴν ὀρθότητα τῶν παρατηρήσεών μου, καὶ εἶπον ὅτι θέλουσι ληφθῆ αὗται ὑπ’ ὄψιν, ὁ δὲ κ. Πρόεδρος τῆς τότε Κυβερνήσεως προσέθηκεν, ὅτι περὶ τούτων θὰ ληφθῇ πρόνοια δι’ ἰδιαιτέρου νομοσχεδίου.
§170Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὡς πρὸς τὴν τελευταίαν παρατήρησιν, ὅτι τὰ ἀναγραφόμενα ἐν τῷ νομοσχεδίῳ περὶ ἀποφάσεως τοῦ Εἰρηνοδίκου κλπ. δὲν ἔχουσι ὀρθῶς, αὕτη δὲν μοὶ ἐφάνη βάσιμος, καὶ δὲν ἔχω τὴν γνώμην αὐτήν.
§171Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Αὕτη εἶναι ἐκ τῶν ἀσημάντων λεπτομερειῶν. Νομίζω ὅτι σᾶς ἐφάνησαν βάσιμα τὰ ἑξῆς. Κύριοι Βουλευταί, ἐν τῷ ἄρθρῳ αὐτῷ...
§172Δ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἀλλὰ μὲ συγχωρεῖτε. Διατὶ ἐπεκτείνεσθε; Ἡ ὥρα, νομίζω, παρῆλθεν. Εἶναι μία παρὰ δέκα. Ἐὰν πρόκειται κατὰ τὴν δευτέραν ἀνάγνωσιν νὰ γείνῃ συζήτησις, βεβαίως δὲν δύναται νὰ συζητηθῇ τὸ νομοσχέδιον...
§173ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ ἀναβληθῇ.
§174Δ. ΡΑΛΛΗΣ. .. Ἐὰν ὅμως πρόκειται ὅλαι αἱ τροπολογίαι νὰ γείνωσι κατὰ τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν, δυνάμεθα ἐπιτροχάδην νὰ τὸ διέλθωμεν σήμερον. Ἄλλως νὰ τὸ ἀναβάλωμεν.
§175Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Νὰ τὸ ἀναβάλωμεν. Ἀλλὰ θέλω νὰ κάμω τὴν ἑξῆς παρατήρησιν. Ἀφοῦ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐδήλωσεν, ὅτι τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ δὲν πρόκειται νὰ ἐφαρμοσθῇ ὡς νόμος, ἀλλὰ νὰ χρησιμεύσῃ ὡς βάσις μελετῶν εὐρυτέρων τοῦ θέματος, σπουδαιοτάτου ὄντος ἀληθῶς, νομίζω ὅτι θὰ χάσωμεν πολὺν καιρόν, διότι πολλοὶ θὰ συζητήσωσιν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου, καὶ μακραὶ θὰ γείνωσιν ἀγορεύσεις.
§176Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Ἄς τὸ ἀναβάλωμεν δι’ αὔριον, ἐὰν ὑπάρχῃ ἀντίρρησις.
§177ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ἄς τὸ ἀναβάλωμεν, καὶ βλέπωμεν. Διότι ἐὰν παραταθῇ ἡ συζήτησις, θὰ χάσωμεν ἡμέρας.
§178Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Ἐὰν ὑπάρχῃ πρόθεσις νὰ συζητήσωμεν ἀπὸ τῆς δευτέρας ἀναγνώσεως, βεβαίως.
§179ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Βεβαίως.
§180Κ. ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα. Νὰ γείνῃ ἡ συζήτησις εἰς τὴν δευτέραν ἀνάγνωσιν, καὶ τὴν τρίτην τὴν παρερχόμεθα τυπικῶς.
§181Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Τότε παρακαλῶ νὰ φθάσωμεν εἰς τὸ ὑπ’ ἀριθ. 8.
§182ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ παρατάσεως τῆς προθεσμίας τῆς κατὰ τὸν νόμον ͵ΒΧϞΔʹ τοῦ 1900 ἀνανεώσεως τῶν ὀφειλομένων εἰς τὸ Δημόσιον ἐκ προκαταβολῶν καὶ διαφόρων ἐσόδων ἐκ παρελθουσῶν χρήσεων.» Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 1 (ἀναγινώσκεται).
§183Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἀφορᾷ εἰς τροποποίησιν νόμου, ὅστις ἐψηφίσθη τῇ εἰσηγήσει ἐμοῦ, ὡς Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. Ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς αὐτοῦ ἀπεδείχθη, ὅτι ἐνεδεικνύοντο τροποποιήσεις τινὲς αὐτοῦ. Ὁ διαδεχθεὶς ἐμὲ ἀξιότιμος τέως βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς κ. Νέγρης ὑπέβαλε νομοσχέδιον περὶ τροποποιήσεως τῶν διατάξεων τοῦ νόμου τούτου. Πρὶν ἢ ἀκόμη συζητηθῇ ὑπὸ τῆς Βουλῆς προέβαλον τροποποιήσεις ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου ἐκείνου διὰ τροπολογίας, ἥτις φέρει χρονολογίαν 12 Φεβρουαρίου 1902. Ἐπειδὴ δὲν ἦλθεν εἰς συζήτησιν τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο, ἦτο φυσικὸν νὰ μὴ συζητηθῶσι καὶ αἱ προταθεῖσαι ὑπ’ ἐμοῦ τροποποιήσεις. Τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο ὑπεβλήθη ἐκ νέου ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου πρώην Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ἐκ Γόρτυνος Βουλευτοῦ, τὸ δὲ νομοσχέδιον αὐτό, τὸ νῦν ὑπὸ συζήτησιν, εἶναι περίπου ἀντιγραφὴ τῆς τροπολογίας, τὴν ὁποίαν τότε εἶχον τὴν τιμὴν νὰ προβάλω. Αἱ παρατηρούμεναι διαφοραὶ ἐν τῇ διατυπώσει τῶν ἄρθρων προέρχονται ἰδίως ἐκ τῆς παρελεύσεως πολλοῦ χρόνου, ἐπαγομένου τὴν μεταβολὴν τῶν προθεσμιῶν. Δι’ αὐτό, ὅτε τὸ πρῶτον εἰς πρώτην συζήτησιν ἦλθε τὸ νομοσχέδιον, περὶ οὗ συζητοῦμεν, εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω τροποποιήσεις, φερούσας χρονολογίαν 28 Μαΐου 1903. Παρεκάλεσα καὶ τότε τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὅπως μελετήσῃ τὰς ὑπ’ ἐμοῦ ὑποβληθείσας τροπολογίας, καὶ κατὰ τὴν δευτέραν συζήτησιν προβάλῃ τὴν ἰδίαν αὐτοῦ γνώμην. Ἂν δὲν ἀπατῶμαι, μοὶ ἐφάνη, ὅτι δὲν ἐδείχθη ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δύσκολος εἰς τὴν ἀποδοχὴν τῶν ὑπ’ ἐμοῦ προβληθεισῶν τροποποιήσεων, αἱ ὁποῖαι δὲν ἐσκόπουν ἢ τὴν πληρεστέραν καὶ ἀρτιωτέραν ἐφαρμογὴν τῶν διατάξεων τοῦ νομοσχεδίου. Εἶχον τότε, ἐπὶ παραδείγματι, προβάλει ἀκόμη καὶ τὴν μεταρρύθμισιν τοῦ τίτλου τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον δὲν ἔχει ἑτέραν σημασίαν ἢ τυπικὴν ὅλως. Ὡς πρὸς τὸ πρῶτον δὲ ἄρθρον, εἶχον παρατηρήσει, ὅτι, ὡς ἔχει τὸ νομοσχέδιον, δὲν ὑπηρετεῖ τὸν σκοπὸν, εἰς ὃν κυρίως ἀφορᾷ, διότι αἱ προθεσμίαι, τῶν ὁποίων τὴν παράτασιν τὸ ἄρθρον 1 προβλέπει, ἤδη ἔληξαν· ἑπομένως δὲν πρόκειται περὶ παρατάσεως ἁπλῶς· πρόκειται καὶ περὶ αὐθορμήτου ὑπὸ τῶν ὀφειλετῶν ἀνανεώσεως οὐχὶ πλέον ἐκ παρατάσεως τῆς προθεσμίας τοῦ νόμου ἐκείνου, ἀλλὰ προθεσμίας δημιουργημένης διὰ τοῦ νομοσχεδίου. Εἶναι τὸ πρᾶγμα μᾶλλον τυπικὸν καὶ μᾶλλον συντελεστικὸν εἰς τὴν ἐφαρμογὴν τῶν διατάξεων τοῦ νόμου τούτου. Εἰς τὸ ἄρθρον 2 ἐπίσης τυπικαί τινες προτείνονται τροποποιήσεις ὡς πρὸς τὴν διαίρεσιν τῶν χρεῶν εἰς μικροτέρας δόσεις, πρὸς διευκόλυνσιν τῶν ὀφειλετῶν. Εἰς τὸ ἄρθρον 3 ὡσαύτως προτείνεται μεταβολὴ σκοποῦσα τὴν διευκόλυνσιν τῆς ταμιακῆς ὑπηρεσίας. Εἰς δὲ τὸ ἄρθρον 5 προβάλλεται ἡ τροποποίησις τοῦ χρόνου τοῦ ἔτους 1898 εἰς 1900, διότι, ἀφοῦ ἅπαξ περιήλθομεν εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ κανονίσωμεν τὰ πρὸς τὸ Δημόσιον χρέη τοῦ παρελθόντος, νομίζω ὅτι πρέπει νὰ σταματήσωμεν εἰς σημεῖον ἐγγύτερον, ὅπως καὶ τοῦ Δημοσίου τὰ συμφέροντα ἐξυπηρετήσωμεν καὶ τῶν ὀφειλετῶν τὴν θέσιν διευκολύνωμεν. Δὲν λέγω ταῦτα διὰ νὰ ἀναστείλω τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου.
§184Δ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὑπεβλήθησαν αἱ τροπολογίαι ὑμῶν;
§185ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως· ὑπεβλήθησαν ἀπὸ τῆς 28 Μαΐου 1903. Ἐὰν ὑπέμνησα τὰς ἐμὰς τροπολογίας, δὲν τὰς ὑπέμνησα πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦ νὰ μὴ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον σήμερον.
§186Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἡ τελευταία τροπολογία δὲν εἶναι ὀρθή. Νομίζω ὅτι τὰ ἔτη 1899 καὶ 1900 εἶναι ἔτη ἐγγυτέρων χρήσεων, καὶ διὰ τοῦτο εἶχον προτείνει νὰ σταματήσωμεν εἰς τὴν χρῆσιν τοῦ 1898. Ὅσον δ’ ἐγγύτερον εἶναι αἱ χρήσεις, τοσοῦτον εὐκολώτερον νὰ εἰσπραχθῶσι τὰ ὀφειλόμενα.
§187ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Πρόκειται πρὸ πάντων περὶ τῶν πρὸς τὸ Δημόσιον χρεῶν, ἅτινα κατέστησαν δυσείσπρακτα· ἐὰν δ’ ἐπιμείνωμεν νὰ εἰσπραχθῶσι ταῦτα ἀμέσως εἰς ἀκέραιον μετὰ τοῦ παρομαρτοῦντος προστίμου καὶ τῶν τόκων, θὰ εὑρεθῶμεν πρὸ τῆς ἀδυναμίας τῶν ὀφειλετῶν, καὶ οὐδὲν θὰ εἰσπράξωμεν, ἐνῷ, ἂν παράσχωμεν εἰς αὐτοὺς τὴν εὐκολίαν, ὅπως πληρώσωσι τὰ χρέη αὐτῶν κατὰ προθεσμίας, θέλομεν πορίσει εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον σπουδαίαν πρόσοδον. Ἰδοὺ πῶς ἔχει ἡ διάταξις (ἀναγινώσκει): «Ἡ διάταξις τῆς § βʹ τοῦ ἄρθρου 10 τοῦ νόμου ͵ΒΧϞΔʹ, περὶ πληρωμῆς τοῦ ἐκ τῶν χρήσεων 1896 ἕως 1898 ἡμίσεος τῶν χρεῶν τῶν δήμων ἐπεκτείνεται καὶ ἐπὶ τοῦ ὅλου τῶν καθυστερούντων ἐκ προκαταβολῶν ἐξόδων τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως τῶν δημοτικῶν χρήσεων τῶν ἐτῶν 1899 καὶ 1900 καὶ ἐξ εἰσφορᾶς ὑπὲρ τῆς διοικητικῆς ἀστυνομίας τῆς κατὰ τὸν νόμον ΣΙΒʹ τοῦ 1852 χρήσεως τοῦ ἔτους 1899.» Ἀλλὰ, ἐπαναλαμβάνω, δὲν προέβαλον τὴν πρότασίν του νὰ γένωνται ἀποδεκταὶ αἱ τροπολογίαι, τὰς ὁποίας προτείνω, ἐκ τοῦ σκοποῦ νὰ παρακωλύσω τὴν ἐν τῇ σημερινῇ συνεδριάσει ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου. Νομίζω ὅτι εἶναι δευτέρα ἀνάγνωσις.
§188Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Τρίτη. Θὰ ζητήσωμεν τὴν ἀναβολὴν δι’ αὔριον.
§189ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ ἐνόμιζον, ὅτι εἶναι δευτέρα. Τότε παρακαλῶ νὰ ἀναβληθῇ δι’ αὔριον.
§190Δ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἂς ἀναβληθῇ δι’ αὔριον, διὰ νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν τὰς τροπολογίας τοῦ κ. ἐκ Παρνασίδος Βουλευτοῦ. Ἀλλ’ ἐπιθυμῶ, σήμερον, εἰ δυνατόν, νὰ τὰς ἀναπτύξητε.
§191ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι σαφεῖς καὶ δὲν χρήζουσιν ἀναπτύξεως. Εἶναι πρῶτον ὁ τίτλος. Ὁ τίτλος τοῦ νομοσχεδίου νὰ μεταβληθῇ ὡς ἑξῆς: «Περὶ ἀνανεώσεως καθυστερούντων χρεῶν πρὸς τὸ Δημόσιον καὶ τοὺς δήμους καὶ περὶ τροποποιήσεως τῶν διατάξεων τοῦ νόμου ͵ΒΧϞΔʹ τοῦ 1900». Δεύτερον τὸ ἄρθρον 1. Τὸ ἄρθρον 1 ἔχει ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ὡς ἑξῆς: «Τὰ χρέη, περὶ ὧν προνοεῖ τὸ ἄρθρον 1 τοῦ νόμου ͵ΒΧϞΔʹ τῆς 24 Μαρτίου 1900, ὅσα δὲν ἀνενεώθησαν μέχρι τῆς 31 Δεκεμβρίου 1901, ἐπιτρέπεται ν’ ἀνανεωθῶσι μέχρι τῆς 31 Δεκεμβρίου 1904. «Ἡ προθεσμία αὕτη ἰσχύει πρὸς ἀνανέωσιν καὶ τῶν καθυστερούντων εἰς τοὺς δήμους ἐκ συμβεβαιουμένων καὶ συνεισπραττομένων τοῖς δημοσίοις δημοτικῶν φόρων, περὶ ὧν προνοεῖ τὸ ἄρθρον 14 τοῦ νόμου ͵ΒΧϞΔʹ». Προέτεινα νὰ μεταρρυθμισθῇ ὡς ἑξῆς: «Ἄρθρον 1. Πρὸς αὐθόρμητον ὑπὸ τῶν ὀφειλετῶν ἀνανέωσιν τῶν μετὰ τὴν 31 Δεκεμβρίου 1901 ὑπολειφθέντων καθυστερούντων ἐκ τῶν περὶ ὧν τὸ ἄρθρον 1 τοῦ νόμου ͵ΒΧϞΔʹ τῆς 24 Μαρτίου 1900 προνοεῖ χρεῶν πρὸς τὸ Δημόσιον χορηγεῖται νέα μέχρι τῆς 31 Δεκεμβρίου 1904 προθεσμία. Ἡ νέα αὕτη προθεσμία ἰσχύει πρὸς ἀνανέωσιν καὶ τῶν ὑπολειφθέντων μετὰ τῶν αὐτῶν, ὡς εἴρηται, τῇ 31 Δεκεμβρίου 1901 καθυστερούντων πρὸς τοὺς δήμους ἐκ συμβεβαιουμένων καὶ συνεισπραττομένων τοῖς δημοσίοις δημοτικῶν φόρων, περὶ ὧν προνοεῖ τὸ ἄρθρον 14 τοῦ ἰδίου ͵ΒΧϞΔʹ νόμου.» Κατ’ ἐμὲ, ἡ προτεινομένη διατύπωσις εἶναι πληρεστέρα καὶ ἀρτιωτέρα. Δὲν νομίζω ὅτι δύναται νὰ ὑπάρξῃ ὡς πρὸς τοῦτο δευτέρα γνώμη.
§192Δ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Θὰ τὴν μελετήσω διὰ τὴν αὔριον.
§193ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Κατὰ τὰ ἄλλα αἱ προτεινόμεναι τροπολογίαι εἶναι διατετυπωμέναι, καὶ ὑποθέτω ὅτι δὲν ἔχουσιν ἀνάγκην ἄλλης ἀναπτύξεως.
§194Γ. ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἐγὼ ἔχω ὑποβάλει τροπολογίας ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 2 τοῦ νομοσχεδίου καὶ ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 6, αἱ ὁποῖαι εἶναι τυπωμέναι. Ἐπειδὴ παρῆλθεν ἡ ὥρα, δὲν τὰς ἀναπτύσσω· παρακαλῶ δὲ νὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν.
§195ΑΛΕΞ. ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπίσης καὶ ἐγὼ ἔχω ὑποβάλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 2, καὶ παρακαλῶ νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν.
§196Δ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἔχω ἐδῶ τροπολογίας τοῦ κ. Σιμοπούλου καὶ τοῦ κ. Ἀλεξανδροπούλου· ἰδικήν σας δὲν ἔχω.
§197ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Στείλατέ μοι τὴν τροπολογίαν σας, κύριε Πονηρόπουλε.
§198ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι τυπωμένη ἀπὸ τῆς 29 Μαΐου.
§199Δ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Μάλιστα· τὴν εὗρον. Παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε, νὰ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου διὰ τὴν αὔριον, καὶ νὰ λύσητε τὴν συνεδρίασιν, διότι παρῆλθεν ἡ ὥρα.
§200ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρα 1 μ. μ.