1903.06.30
1,047 rows · 7,876 words · 81 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 18
Τῆς 30 Ἰουνίου 1903.
(Δευτέρα).
(Γενομένης ἀπαρτίας ὥρᾳ 9 καὶ 15′ π. μ., παρόντων 151 Βουλευτῶν, ἀναγινώσκονται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ πρακτικὰ συνετάχθησαν ἀντικανονικῶς ὀλίγον. Κατὰ τὴν τελευταίαν συνεδρίασιν, ἕνεκα τῶν λαβόντων χώραν, μετὰ τὴν λῆξιν τῆς συνεδριάσεως, ἀπεδόθη εἰς τὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς ἡ μομφή, ὅτι ἠθέλησε νὰ παρεμποδίσῃ τὸν λόγον. Τοιαύτην πρόθεσιν ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς οὐδεμίαν εἶχεν· ἀλλὰ μετὰ τὸ τέλος τῆς ἀγορεύσεως τοῦ τέως Πρωθυπουργοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Κερκύρας, βλέπων ὅτι ἐπιθυμία τῆς Βουλῆς ἦτο νὰ λυθῇ ἡ συνεδρίασις, καὶ συναινέσει τῆς Βουλῆς, ἐκδηλωθείσῃ διὰ βοῆς, ἔλυσε τὴν συνεδρίασιν. Ὑπάρχει ἀντίρρησις κατὰ τῶν πρακτικῶν;
§2Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Νομίζω ὅτι δικαιοῦμαι νὰ προβάλω παρατήρησιν ἐπὶ τοῦ τελευταίου μέρους τῶν ἐξηγήσεων, τὰς ὁποίας ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς ἔδωκε, καθ’ ἃς οὗτος ἔλυσε τὴν συνεδρίασιν ἀφοῦ ἔλαβε τὴν συναίνεσιν τῆς Βουλῆς. Τὰ πράγματα δὲν ἐγένοντο οὕτω· ἀλλ’ ἡ μὲν Ἀντιπολίτευσις ἐπεθύμει νὰ ὁμιλήσῃ, ἐλύθη ὅμως ἡ συνεδρίασις ἐνῷ εἶχον ἐγὼ ἐγερθῆ διὰ νὰ ὁμιλήσω· τότε δ’ ἠκούσθησαν ἐκ τῶν τάξεων ἡμῶν φωναὶ, ὅτι ἐλύθη ἡ συνεδρίασις ἄνευ τῆς συναινέσεως τῆς Βουλῆς. Ἐὰν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς ἕνεκα θορύβου δὲν ἀντελήφθη τοῦ γεγονότος τούτου, ὅτι δὲν εἶχεν ἀποφανθῆ ἡ Βουλή, καὶ ὑπέλαβεν ὅτι ἡ Βουλὴ εἶχεν ἀποφανθῆ, τοῦτο ἀπόκειται εἰς αὐτὸν νὰ τὸ βεβαιώσῃ· ἀλλ’ ὅτε ἔλυσε τὴν συνεδρίασιν, βεβαίως δὲν εἶχε δοθῆ ἡ συναίνεσις τῆς Βουλῆς.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀκριβῶς ἕνεκα τοῦ ἐγερθέντος θορύβου τὸ Προεδρεῖον δὲν ἠδυνήθη ν’ ἀντιληφθῇ. Νομίζων δ’ ὁ Πρόεδρος, ὅτι δὲν ὑπῆρχεν ἀντίρρησις πρὸς λύσιν τῆς συνεδριάσεως, προέβη εἰς τὴν λύσιν αὐτῆς.
§4ΑΛ. Θ. ΖΑΙΜΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸ γεγονὸς, τὸ ὁποῖον ἀνέφερεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος, ὅτι τουτέστι μετὰ τὴν ἀγόρευσιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Κερκύρας ἐπεθύμει νὰ ἀγορεύσῃ αὐτὸς ἢ ἄλλος τις ἐκ τῶν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, εἶναι γεγονὸς, τὸ ὁποῖον δὲν ὑπέπεσεν εἰς τὴν ἀντίληψιν ἡμῶν. Ἐὰν ἐγνωρίζομεν ὅτι ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος ἐπεθύμει νὰ διαδεχθῇ ἐπὶ τὸ βῆμα τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Κερκύρας, καθῆκον θὰ εἴχομεν,—καὶ ὁμιλῶ ἐν ὀνόματι τῶν φίλων μου καὶ ἐμοῦ—νὰ μὴ ἀποχωρήσωμεν τῆς συνεδριάσεως, ἀλλὰ νὰ παραμείνωμεν, ὅπως δυνηθῇ νὰ ὁμιλήσῃ ὁ κ. Βουλευτής.
§5Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, σᾶς παρακαλῶ, κατόπιν.
§6Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὅσα εἶπεν ὁ ἔντιμος προλαλήσας ἔχουσιν ἀνάγκην τῆς ἑξῆς συμπληρώσεως· ὅτι δὲν δύναταί τις νὰ ἐκφράσῃ τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ἔχει, πρὶν ἢ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλή, ἂν ἐπιθυμεῖ νὰ λυθῇ ἡ συνεδρίασις· ἑπομένως καὶ ἂν δὲν εἶχε ἐκδηλωθῆ δι’ αἰτήσεως τοῦ λόγου πρὸς τὸν Πρόεδρον ἐκ μέρους τῶν θελόντων νὰ ὁμιλήσωσιν ἡ ἐπιθυμία τοῦ νὰ ὁμιλήσωσι, τοῦτο συνέβη διότι ἐνόμιζον, ὅτι πρὶν ἢ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλὴ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ λυθῇ ἡ συνεδρίασις. Ἐγὼ μετὰ τὰς ἐξηγήσεις τοῦ κ. Προέδρου τῆς Βουλῆς οὐδεμίαν ἔχω νὰ φέρω ἀντίρρησιν. Ἀλλ’ ἐπειδὴ κατὰ τὴν συνεδρίασιν ἐκείνην ἀπηυθύνθησαν μομφαὶ καὶ κατ’ ἄλλων καὶ κατ’ ἐμοῦ, δηλῶ ὅτι, ἐπειδὴ δὲν θέλω σήμερον ἐξ ἀφορμῆς τῶν πρακτικῶν νὰ φέρω τὸν λόγον, θὰ φέρω τὸν λόγον ἐν ἄλλῃ συνεδριάσει, ἀπαντῶν εἰς τὰς μομφὰς, αἱ ὁποῖαι ἐξηνέχθησαν τότε.
§7Α. ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Τὴν αὐτὴν δήλωσιν ποιοῦμαι καὶ ἐγώ, κύριε Πρόεδρε, ὅτι ἐπιφυλάσσομαι νὰ δώσω τὴν δέουσαν ἀπάντησιν εἰς τὸν ἀξιότιμον ἐκ Κερκύρας Βουλευτήν.
§8Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Οὐδεὶς ἔχει τὸ δικαίωμα ν’ ἀμφισβητήσῃ τὸν τρόπον, καθ’ ὃν ἕκαστος δηλοῖ ὅτι ἀντελήφθη τὸ γεγονός. Ἡ ἀτομικὴ ἑκάστου ἀντίληψις εἶναι ἀνωτέρα παντὸς ἐλέγχου καὶ πάσης ἐξετάσεως. Ἀλλὰ τοῦτο δὲν ἀποστερεῖ καὶ ἡμᾶς τοῦ δικαιώματος νὰ διατυπώσωμεν μεγάλῃ τῇ φωνῇ τὰς ἡμετέρας ἐντυπώσεις, ἃς ἀπεκομίσαμεν κατὰ τὴν στιγμὴν ἐκείνην. Πρὶν ἢ ἀκόμη λήξῃ ἡ ἀγόρευσις τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Κερκύρας Βουλευτοῦ καὶ τέως Πρωθυπουργοῦ, ὁ ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος, ἠγέρθη ἐκ τῆς θέσεώς του, ἵνα ζητήσῃ τὸν λόγον. Ὑποθέτω, κύριε Πρόεδρε, ὅτι ὁ ζητῶν νὰ ἀνεύρῃ τὴν γνώμην τοῦ Κοινοβουλίου καὶ κατέχων τὴν θέσιν, ἣν ὑμεῖς κατέχετε ταύτην τὴν στιγμὴν, καθῆκον εἶχε καὶ ἔχει νὰ στρέψῃ τὸ βλέμμα αὑτοῦ πρὸς ἀμφοτέρας τὰς πτέρυγας, εὐθὺς δὲ ὡς ἤθελε στρέψει τὸ βλέμμα τὴν ἡμέραν ἐκείνην πρὸς τὴν ἀριστερὰν πτέρυγα, ἤθελεν ἴδει, ὅτι ὄρθιος ἵστατο ἐν τῇ θέσει αὑτοῦ, ὅπως λάβῃ τὸν λόγον, ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος βουλευτὴς κ. Δηλιγιάννης. Τοιαύτην ἐντύπωσιν λαμβάνων, δὲν ἦτο δυνατὸν οὐδὲ κἂν νὰ σκεφθῇ νὰ λύσῃ τὴν συνεδρίασιν. Πέπεισμαι δὲ, ὅτι τὴν ἐντύπωσιν ταύτην δὲν ἔλαβεν ὁ κ. Πρόεδρος, διότι τὸ βλέμμα αὑτοῦ εἶχεν ἐστραμμένον μόνον πρὸς τὴν δεξιὰν πτέρυγα.
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει ἄλλος τις τὸν λόγον;
§10ΑΝΤ. ΒΙΤΑΛΗΣ (ἀντιπρόεδρος). Αἰσθάνομαι, Κύριοι, τὴν ὑποχρέωσιν νὰ δώσω ἐξηγήσεις τινὰς ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, τοσούτῳ μᾶλλον, καθόσον ἐγὼ προχθὲς κατέλαβον τὴν ἕδραν τοῦ Προέδρου, μετὰ τὴν ἀποχώρησιν αὐτοῦ, κηρύξαντος τὴν λύσιν τῆς συνεδριάσεως. Ὡρισμένως τὸ ἄρθρον 16 τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς λέγει, ὅτι τῇ συναινέσει τῆς Βουλῆς λύεται ἡ συνεδρίασις. Τοῦτο ἔχων καὶ ἐγὼ ὑπ’ ὄψιν μου, ὅτε εἶδον ὅτι τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς διέφυγε τὸ ἐρώτημα τοῦτο, ἔσπευσα νὰ εἰδοποιήσω αὐτὸν νὰ πράξῃ τοῦτο. Ἐπειδὴ ὅμως καθ’ ἣν στιγμὴν ἀνῆλθον ἐπὶ τοῦ Προεδρείου εἶχεν ἀποσυρθῆ, ἡ δὲ Βουλὴ εὑρίσκετο ἐν ἀναστατώσει, ἀπηυθύνοντο δὲ ὕβρεις, τὰς ὁποίας ἐξεμεταλλεύθησαν καὶ οἱ ἐκ τῶν θεωρείων ἀκροαταί... Μία φωνή. Ἀντεγκλήσεις, ὄχι ὕβρεις.
§11ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἀντιλήψεως ζήτημα εἶναι τοῦτο.
§12ΑΝΤ. ΒΙΤΑΛΗΣ. .. ἐθεώρησα καθῆκόν μου νὰ καταλάβω τὴν προεδρικὴν ἕδραν, ὅπως ἀφ’ ἑνὸς μὲν ἀποσπάσω τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς, ἀφ’ ἑτέρου δὲ καταπνίξω τὰς διαφόρους ἔστω ἀντεγκλήσεις, ποιούμενος καὶ χρῆσιν τοῦ κώδωνος· τοῦθ’ ὅπερ καὶ κατώρθωσα.
§13Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Πρᾶξις ἑτοιμότητος.
§14ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Εὖγε!
§15ΑΝΤ. ΒΙΤΑΛΗΣ. Τὴν στιγμὴν ἐκείνην ὑπεβλήθη ἔνστασις μὴ ἀπαρτίας. Τὸ Προεδρεῖον μετὰ πάσης εἰλικρινείας ἐνήργησε τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ καταλόγου, καὶ ἀνεκοίνωσα τὸ ἀποτέλεσμα, καθ’ ὃ μὴ ὑπαρχούσης ἀπαρτίας, ἔλυσα τὴν συνεδρίασιν. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι, ἑπόμενος τῷ Κανονισμῷ, ἐν πάσῃ νομιμότητι ἐνήργησα πᾶν ὅ,τι ἐνήργησα.
§16ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀντίρρησις ἐπὶ τῆς κυρώσεως τῶν πρακτικῶν;
§18ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, ὄχι.
§19ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ πρακτικὰ ἐπικυροῦνται, ὡς ἔχουσιν. Ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἀπηύθυνε πρὸς τὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς τὸ ἑπόμενον ἔγγραφον (ἀναγινώσκει): «Πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς. «Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ἀνακοινώσω ὑμῖν, ὅτι ἡ Α. Μ. ὁ Βασιλεὺς εὐηρεστήθη νὰ διορίσῃ Πρόεδρον μὲν τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ προσωρινῶς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ἐμὲ, Ὑπουργοὺς δὲ, ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης τὸν κ. Π. Μερλόπουλον, ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν τὸν κ. Κυρ. Π. Μαυρομιχάλην, ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως τὸν κ. Θ. Φαρμακόπουλον, ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν καὶ προσωρινῶς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν τὸν συνταγματάρχην κ. Ἰωάν. Κωνσταντινίδην. «Ὁ Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου «Δ. Ράλλης.» Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Πρωθυπουργός.
§20Δ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Περιβεβλημένη, Κύριοι, ἡ Κυβέρνησις μὲ τὴν πλήρη ἐμπιστοσύνην τοῦ Στέμματος, προσέρχεται ἐνώπιον ὑμῶν, ὅπως ζητήσῃ ψῆφον ἐμπιστοσύνης παρὰ τῆς Βουλῆς, ἄνευ τῆς ὁποίας δὲν εἶναι δυνατὸν Κυβέρνησις κοινοβουλευτικὴ νὰ ὑπάρξῃ. Ἡ ψῆφος δὲ, τὴν ὁποίαν ζητεῖ παρ’ ὑμῶν ἡ Κυβέρνησις, ἐπιβάλλεται κατὰ τοσοῦτο μᾶλλον ἐπιτακτικῶς, καθόσον εἶναι γνωστὴ ἡ καταγωγὴ αὐτῆς, καθόσον εἶναι γνωστὸν, ὅτι ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις παρητήθη, καίτοι ἔχουσα περὶ ἑαυτὴν τὴν πλειοψηφίαν, ὅτι δ’ ἡμεῖς ἀνήκομεν εἰς τὴν μειοψηφίαν. Ἐν περιπτώσει καθ’ ἣν δὲν ἠθέλομεν ζητήσει προσερχόμενοι ἀμέσως ἐνώπιον ὑμῶν, ψῆφον ἐμπιστοσύνης παρὰ τῆς Βουλῆς, βεβαίως ἠθέλομεν κατέχει τὰ ἐδώλια τῶν Ὑπουργῶν ἄνευ δικαιώματος, διότι μόνον διὰ τῆς ψήφου τῆς Βουλῆς εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ κοινοβουλευτικὴ Κυβέρνησις, καὶ τοῦτον τὸν τύπον ἔχει καὶ τοῦτον τὸν τύπον θέλει νὰ ἔχῃ ἡ Κυβέρνησις ἡ ἄρτι καταρτισθεῖσα. Ἀλλ’ ὅπως θέσω, Κύριοι, τὴν Βουλὴν εἰς θέσιν, ἐν συνειδήσει νὰ χορηγήσῃ ἢ νὰ μὴ χορηγήσῃ τὴν ψῆφον αὐτῆς πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, εἶμαι ἠναγκασμένος ἐν ὀλίγοις νὰ ἐκθέσω τὰς σκέψεις αὐτῆς, σκέψεις, αἵτινες ὅμως δὲν εἶναι δυνατὸν, ἕνεκα τῆς ὅλως προσφάτου συγκροτήσεως αὐτῆς καὶ τοῦ ἐλαχίστου χρόνου, ὅστις ὑπολείπεται μέχρι πέρατος τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς, δὲν εἶναι, λέγω, δυνατὸν νὰ πραγματοποιηθῶσιν ἀμέσως. Αἱ σκέψεις τῆς Κυβερνήσεως ἀποβλέπουσιν εἰς τὴν φειδὼ τοῦ δημοσίου πλούτου, εἰς τὴν ἀνάπτυξιν τῶν παραγωγικῶν δυνάμεων τοῦ τόπου, εἰς τὴν ἐμπέδωσιν τῆς τάξεως καὶ τῆς ἀσφαλείας,—καὶ πρὸς τοῦτο οὐδενὸς θέλει φεισθῆ, ὅπως τὸ ἐπιτύχῃ,—εἰς τὴν ἐξασφάλισιν εὐπρεποῦς διοικήσεως καὶ ἀμερολήπτου δικαιοσύνης, καὶ εἰς τὴν κατὰ τὸ ἐφικτὸν ἀνάπτυξιν τῶν τε κατὰ ξηρὰν καὶ κατὰ θάλασσαν δυνάμεων τῆς χώρας (εὖγε! εὖγε! ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Τοιοῦτον εἶναι τὸ πρόγραμμα τῆς Κυβερνήσεως, καὶ τοῦτο ὑπισχνεῖται νὰ ἐπιτελέσῃ. Ἀλλὰ τοιοῦτον πρόγραμμα δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐκτελεσθῇ, ἀλλὰ μήτε νὰ σχεδιασθῇ, καὶ μήτε νὰ συζητηθῇ καὶ νὰ κυρωθῇ διὰ τῆς ψήφου ὑμῶν ἐντὸς τῶν ὀλίγων συνεδριάσεων τῆς Βουλῆς, αἱ ὁποῖαι ὑπολείπονται, ἀναγκαίως δὲ τὰ σχέδια τῆς Κυβερνήσεως θὰ ὑποβληθῶσιν εἰς τὴν ψῆφον ὑμῶν κατὰ τὴν τακτικὴν Σύνοδον τοῦ Νοεμβρίου. Σήμερον ἡ Κυβέρνησις ἔχει καθῆκον νὰ διατυπώσῃ τὰς σκέψεις αὐτῆς ἐπὶ τῶν μᾶλλον ἐπικαίρων καὶ ἐπὶ τῶν μᾶλλον ἐπειγόντων ζητημάτων, τὰ ὁποῖα καθ’ ὅλην τὴν πρώτην τακτικὴν Σύνοδον καὶ κατὰ τὸ διαρρεῦσαν τμῆμα τῆς ἐκτάκτου Συνόδου ἀπησχόλησαν τὴν Βουλήν, ἀπασχολοῦσιν ὅμως καὶ ὁλόκληρον τὴν κοινωνίαν καὶ ὁλόκληρον τὸ Ἑλληνικόν. Τοιαῦτα ζητήματα, Κύριοι, εἶναι τὸ τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἄνευ τοῦ ὁποίου δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ Κυβέρνησις, τὸ ζήτημα τὸ στρατιωτικόν, τὸ ὁποῖον, ἀπὸ μακροῦ χρόνου καταστὰν, ὡς μὴ ὤφελεν, ἀντικείμενον δημοσίας συζητήσεως, ἔφερεν ἴσως εἰς δισταγμοὺς περὶ προθέσεων, τὰς ὁποίας δὲν δύναταί τις, ἐν γνώσει διατελῶν τῶν πραγμάτων, νὰ μὴ χαρακτηρίσῃ ὡς εἰλικρινῆ ὑπὲρ τοῦ στρατοῦ μέριμναν. Ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἡ Κυβέρνησις ἐδέχθη μέσην ὁδὸν μεταξὺ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ὑποβληθέντος παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐκ Γόρτυνος, τοῦ καὶ ἡγέτου τοῦ κόμματος, ἐξ οὗ πηγάζει ἡ Κυβέρνησις, καὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ὑποβληθέντος παρὰ τῆς Κυβερνήσεως τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐκ Κερκύρας. Κατὰ τὰς δηλώσεις τῆς Κυβερνήσεως, αἵτινες ὅμως δὲν εἶναι τελειωτικαὶ καὶ αἵτινες μετ’ ὀλίγον θὰ διανεμηθῶσιν ὑμῖν, τὰ μὲν ἔσοδα θὰ ἀνέλθωσιν εἰς 119,994,362, τὰ δὲ ἔξοδα εἰς 117,978,902.54. Ἐντεῦθεν θὰ προκύψῃ, κατὰ τὰς προβλέψεις τῆς Κυβερνήσεως, πλεόνασμα ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τῆς χρήσεως τοῦ 1903 δρ. 2,015,659.46. Ἀλλὰ δὲν θέλω ν’ ἀποκρύψω ὑμῖν, Κύριοι, ὅτι τὰ 2 ἑκατομμύρια ἐκ τοῦ ποσοῦ τούτου δὲν εἶναι πραγματικὰ ἔσοδα, ἀνεγράφησαν δὲ τὰ δύο ἑκατομμύρια ταῦτα ἐν τοῖς ἐσόδοις μόνον ἐκ τῆς ἀνάγκης τῆς λογιστικῆς. Πρόκειται περὶ τῶν 2 ἑκατομμυρίων ἐκείνων, περὶ τῶν ὁποίων ἔγεινεν ἱκανὸς ἤδη λόγος ἐν τῇ Βουλῇ, καθόσον ἐπ’ αὐτῶν ἐπέστησεν ὁ πρώην Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὁ ἀξιότιμος ἐκ Παρνασσίδος Βουλευτὴς, τὴν προσοχήν του καὶ τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς. Τὰ 2 ἑκατομμύρια ταῦτα ἀνεγράφησαν μεταξὺ τῶν ἐσόδων, καθόσον ἀποδίδονται πρὸς ἐξόφλησιν ἴσου ποσοῦ ἐκ τοῦ δανείου τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ἐνῷ δὲ ὅλα τὰ δάνεια, τὰ ὁποῖα ἐπραγματοποίησε μέχρι σήμερον τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος, ἀνεγράφησαν εἰς τὰς κατὰ καιροὺς χρήσεις, εἰς τὰς χρήσεις ἐκείνας, κατὰ τὰς ὁποίας συνωμολογήθησαν, ὡς ἔκτακτον ἔσοδον, μόνον τὸ δάνειον τὸ ἐκ τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας ἐν οὐδεμιᾷ χρήσει ἀνεγράφη, περιλαμβάνεται δὲ μόνον ἐν τοῖς χρηματιστικοῖς λογαριασμοῖς. Ἀναγκαίως δὲ τὴν στιγμὴν, κατὰ τὴν ὁποίαν πρόκειται τὸ δάνειον αὐτὸ, εἴτε κατὰ τὸ ὅλον, εἴτε ἐν μέρει, νὰ ἐξοφλῆται, ὑπαγορεύεται νὰ ἀναγράφηται τὸ ἐξοφλούμενον ποσὸν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ὡς ἔκτακτον ἔσοδον. Ἀλλὰ πραγματικὸν ἔσοδον δὲν εἶναι, διότι πρόκειται περὶ χρημάτων, τὰ ὁποῖα ἐξέρχονται τοῦ δημοσίου ταμείου, καὶ ἀποδίδονται πρὸς ἀπόσβεσιν χρέους· μόνον δὲ δύνανται νὰ θεωρηθῶσιν ὡς ἔσοδον, ἐὰν λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν τὸ Γαλλικὸν λόγιον, ὅτι ὅστις πληρόνει τὰ χρέη του γίνεται πλουσιώτερος· καθ’ ὅσον δὲ δι’ αὐτῶν πληρόνομεν διὰ τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν, κατὰ τοσοῦτον γινόμεθα πλουσιώτεροι. Ἔχω καὶ ἑτέρας δηλώσεις νὰ ὑποβάλω, καὶ προσδοκῶ ἐκ τούτων αὔξησιν τοῦ πλεονάσματος τοῦ 1903 κατὰ τινας ἑκατοντάδας χιλιάδας δραχμῶν, ὥστε τὸ περίσσευμα θὰ ἦναι μεγαλείτερον τοῦ ἀναγγελθέντος. Ὀφείλω δὲ νὰ προσθέσω, ὅτι, κατὰ τὰς δηλώσεις τῆς Κυβερνήσεως, δὲν λαμβάνονται ὑπ’ ὄψιν τὰ νομοσχέδια ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ὑπεβλήθησαν παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐκ Γόρτυνος καὶ ἐπὶ τῶν ὁποίων ἐστήριζε τὰς οἰκονομίας του· δὲν περιελήφθησαν εἰς τὰς δηλώσεις τῆς Κυβερνήσεως τὰ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα δυνάμεθα νὰ προσδοκῶμεν ἐκ τῶν νομοσχεδίων ἐκείνων, διότι δὲν γνωρίζω ἐὰν θὰ ὑπάρξῃ ἱκανὸς χρόνος, ὅπως προβῇ ἡ Βουλὴ εἰς τὴν ἐπιψήφισιν αὐτῶν. Καθ’ ὅσον ἠθέλομεν εὐτυχήσει νὰ ἐπιτύχωμεν τὴν ψήφισίν τινων ἢ τοῦ ὅλου αὐτῶν, κατὰ τοσοῦτον αἱ οἰκονομίαι θὰ ἦναι μεγαλείτεραι, καὶ τὰ ἔξοδα θὰ ὑποβιβασθῶσιν, ἐντεῦθεν δὲ καὶ τὸ πλεόνασμα θὰ ἦναι μεγαλείτερον. Ταῦτα εἶχον νὰ εἴπω ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ἐπιφυλάσσομαι δὲ νὰ ἐκθέσω, τίνα εἶναι τὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα θεωροῦμεν ἀναπόφευκτα πρὸς ἐπιψήφισιν. Ἔρχομαι εἰς τὸ τρίτον ζήτημα, τὸ Σταφιδικὸν, τὸ ὁποῖον ἔφθασεν εἰς τὸ πλέον ὀξὺ σημεῖον, διότι τὸ ζήτημα τοῦτο ὑπῆρχε καὶ ὑπέβοσκεν ἀπὸ ὁλοκλήρου δεκάδος ἐτῶν. Ἀπὸ τοῦ 1893 ἤρχισε νὰ ὑποβιβάζηται ὁ πλοῦτος ὁ σταφιδικὸς, καὶ ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε συνετάραξε τὴν οἰκονομίαν ὅλων τῶν ἐπαρχιῶν, αἱ ὁποῖαι τὴν οἰκονομικήν των ὑπόστασιν ἐστήριζον ἐπὶ τῆς παραγωγῆς ταύτης. Πρὸς τὴν ἀνόρθωσιν τοῦ πλούτου τούτου τῶν σταφιδοφόρων ἐπαρχιῶν ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις, ἡ τοῦ κ. Δηλιγιάννη, συνωμολόγησε σύμβασιν περὶ μονοπωλίου, καὶ ὑπέβαλε νομοσχέδιον περὶ κυρώσεως αὐτῆς. Ἀτυχῶς ἡ σύμβασις αὕτη δὲν ἦτο δυνατὸν παρὰ νὰ ἐξεγείρῃ τὰ ἀντίθετα συμφέροντα, ἐκ δὲ τῶν δηλώσεων τοῦ πρώην Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν, τοῦ ἀξιοτίμου συμπολίτου μου κ. Σκουζὲ, καὶ ἐκ τῶν δηλώσεων τοῦ προκατόχου μου κ. Βουλευτοῦ ἐκ Κερκύρας γνωρίζετε τίνα εἶναι τὰ ἐπιπροσθοῦντα εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τῆς συμβάσεως κωλύματα, οὐδ’ ἔχω ἀνάγκην νὰ ὑπομνήσω ὑμῖν αὐτά· ἓν μόνον ὀφείλω νὰ προσθέσω, ὅτι εἰς τὰς διαμαρτυρίας τὰς διατυπωθείσας παρὰ τοῦ πρέσβεως τῆς Ἀγγλίας προσετέθη πρὸς νέαν ἐνίσχυσιν αὐτῶν ἡ ἐπίσημος παρ’ αὐτοῦ διαβίβασις διαμαρτυριῶν τοῦ Συνδέσμου τῶν παντοπωλῶν καὶ τῶν ἐμπορευομένων τὴν σταφίδα ἐν Ἀγγλίᾳ. Οὐδεὶς δὲ δύναται ν’ ἀμφισβητήσῃ, ὅτι, ἐν ᾗ περιπτώσει τὰ πράγματα μείνωσιν ὡς ἔχουσι σήμερον, θὰ ἦτο παραφροσύνη νὰ προβῇ ἡ Βουλὴ εἰς τὴν ἐπιψήφισιν καὶ κύρωσιν τῆς συμβάσεως, ἐξάπτουσα οὕτω τὴν κατ’ αὐτῆς ἀντίδρασιν (χειροκροτήματα). Ἀνάγκη ν’ ἀποβλέψωμεν εἰς τὸ νὰ ἄρωμεν τὰ ἐπιπροσθοῦντα ἐμπόδια· διότι, ἂν ἠθέλομεν ὠθήσει εἰς σύρραξιν, ἐκ ταύτης μόνον ἠθέλομεν συντελέσει εἰς τὴν καταστροφὴν τῶν σταφιδοφόρων ἐπαρχιῶν, προκαλοῦντες τὸν ἀποκλεισμὸν τῆς σταφίδος. Ἠκούσθη ἡ φωνὴ τῶν ἐπαρχιῶν ἐκείνων, ἐπιζητουσῶν τὴν ἐπιψήφισιν τῆς συμβάσεως, ἀφινουσῶν δὲ τὴν φροντίδα εἰς τὴν Κυβέρνησιν περὶ τῆς κυρώσεως ἢ μὴ κυρώσεως αὐτῆς, κατὰ λόγον τῆς ἄρσεως τῶν ἐπιπροσθούντων ἐμποδίων, ἢ τῆς μὴ ἄρσεως αὐτῶν. Ἀλλ’ ἡ τοιαύτη ἐπιτακτικὴ ἐντολὴ οὐδὲν ἐνέχει τὸ πρακτικὸν, προκειμένου περὶ ζητήματος τοσοῦτον λεπτοῦ καὶ σπουδαίου· τοὐναντίον, ἐὰν ὑπεκύπτομεν εἰς αὐτὴν, τοῦτο ἤθελε μᾶς φέρει ἀσφαλῶς εἰς ἄτοπα ἀποτελέσματα. Ἡ σκέψις μου εἶναι, ἐπαναλαμβάνω, ὅτι ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν ἠθέλομεν προβῆ, τῶν διαμαρτυριῶν παραμενουσῶν ἀκεραίων, εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τῆς συμβάσεως, ἠθέλομεν προκαλέσει ἴσως ἄμεσον τὸν ἀποκλεισμὸν ἐκ μέρους τῶν ἐμπορευομένων τὴν σταφίδα, ἴσως δὲ ἐξάψωμεν καὶ τὴν μῆνιν τῶν Δυνάμεων ἐκείνων, αἵτινες διαμαρτύρονται κατὰ τῆς περὶ μονοπωλίου συμβάσεως. Ἡμεῖς, ἔχοντες κοινὴν τὴν καταγωγὴν μὲ τὴν σύμβασιν, φρονοῦμεν ὅτι οὐδεὶς θέλει ἀμφισβητήσει τὰς προθέσεις ἡμῶν, ὅτι θέλομεν καταβάλει πᾶσαν προσπάθειαν, ὅπως θέσωμεν ἐκποδὼν τὰ ἐπιπροσθοῦντα κωλύματα. Θεωροῦμεν τοῦτο ὡς ζήτημα τιμῆς καὶ φιλοτιμίας διὰ τὴν Κυβέρνησιν, ἥτις, ἐπαναλαμβάνω, κοινὴν ἔχει τὴν καταγωγὴν μὲ τὴν σύμβασιν, ἀλλ’ ἀκριβῶς διὰ τοῦτο ἔχει ἡ Κυβέρνησις τὸ δικαίωμα νὰ ἀξιώσῃ, ὅπως ἀφεθῇ ἐλευθέρα εἰς τὸν κανονισμὸν τῆς ὑποθέσεως ταύτης καὶ μὴ δεσμευθῇ. Ἐν περιπτώσει δὲ, καθ’ ἣν ὑμεῖς — διότι οὐδενὶ ἄλλο ἀναγνωρίζω τὸ δικαίωμα τοῦτο — ἠθέλετε δεσμεύσει τὰς χεῖρας ἡμῶν, ἡ Κυβέρνησις δὲν δύναται νὰ μείνῃ εἰς τὴν ἀρχήν. Ὡς πρὸς τὴν ἐφετεινὴν ἐσοδείαν, ἐξησφαλίσθη ὁ τρόπος τῆς διαθέσεως τοῦ πλεονάσματος. Ἀλλ’ ὁ νόμος, ὁ ἄρτι ψηφισθεὶς, καὶ κυρωθεὶς ὑπὸ τοῦ Βασιλέως, δὲν ἐξασφαλίζει παρὰ δι’ ἓν ἔτος τὴν διάθεσιν τοῦ πλεονάσματος τῆς ἐσοδείας τοῦ σταφιδοκάρπου, τὴν ἐξασφαλίζει δὲ ἐπὶ μεγίστῃ θυσίᾳ τοῦ Δημοσίου,—πρέπει νὰ τὸ εἴπωμεν,—διότι ἠναγκάσθη τοῦτο νὰ ἐγγυηθῇ ἓξ ἑκατομμύρια δραχμῶν, ἵνα ἐπιτύχῃ τὴν ἀνακούφισιν τῶν σταφιδικῶν πληθυσμῶν. Ἐὰν ἐπιτευχθῇ ἡ ἄρσις τῶν δυσκολιῶν, αἵτινες παρεμπίπτουσιν εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τῆς συμβάσεως, τότε ἀσφαλίζεται ἐν μέρει ἡ τύχη τοῦ προϊόντος, ἐκ τοῦ ὁποίου προσδοκῶμεν οὐ μόνον τὴν ἄνεσιν τῶν σταφιδοφόρων ἐπαρχιῶν, ἀλλὰ καὶ τὴν ἀνόρθωσιν τῶν οἰκονομικῶν τῆς χώρας, διότι ἄνευ τοῦ ἐσόδου ἐκείνου ἀδύνατον ν’ ἀποβλέψωμεν εἰς τὴν ἀνόρθωσιν τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν. Ἀλλὰ καὶ ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν αἱ προσπάθειαι ἡμῶν πρὸς ἄρσιν τῶν κωλυμάτων δὲν ἤθελον ἀπολήξει εἰς ἀποτέλεσμα, ἡ Κυβέρνησις ἔχει καθῆκον νὰ μεριμνήσῃ καὶ ἔχει ὑπ’ ὄψιν παρεμφερῆ τινα συνδυασμὸν, ὁ ὁποῖος ἔχω τὴν πεποίθησιν ὅτι θέλει ἀσφαλίσει τὴν τιμὴν ἐκείνην, τὴν ὁποίαν δύναται ν’ ἀποδώσῃ τὸ μονοπώλιον, καὶ θέλει ἀσφαλίσει ὁριστικῶς τὴν τύχην τῶν σταφιδικῶν πληθυσμῶν. Δι’ αὐτοῦ δὲ τοῦ συνδυασμοῦ θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ διακανονισθῶσι καὶ τὰ χρέη τῶν σταφιδοφόρων ἐπαρχιῶν, διότι ἄνευ τούτων οὐδὲν θὰ πράξωμεν, διότι ἄλλως ὅ,τι ἤθελον προσπορισθῆ οἱ παραγωγοὶ θὰ πίπτῃ εἰς τὸ βάραθρον τῶν χρεῶν. Ἔχομεν δὲ καθῆκον, ὅταν πρόκηται περὶ τῆς οἰκονομικῆς ἀποκαταστάσεως τῆς Πελοποννήσου, ν’ ἀποβλέψωμεν εἰς γενναιότερα μέτρα, ἵνα δυνηθῶμεν νὰ χειραφετήσωμεν τὸν λαὸν ἐκεῖνον. Δι’ ὃ ἡ Κυβέρνησις θέλει προβῆ εἰς πᾶν μέτρον, ἐπιβαλλόμενον πρὸς τοῦτο. Ταῦτα εἶχον νὰ εἴπω ὑμῖν περὶ τοῦ σταφιδικοῦ ζητήματος. Ὑπολείπεται τὸ Στρατιωτικόν. Ἡ ψήφισις τοῦ νόμου περὶ Γενικῆς Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ ἐγέννησεν ὑπονοίας περὶ τῶν προθέσεων, εἰς ἃς ἀπέβλεπε καὶ ἐξ ὧν ὑπηγορεύθη τὸ νομοθέτημα ἐκεῖνο. Οὐδεὶς δύναται ν’ ἀμφισβητήσῃ, ὅτι ὁ νόμος οὗτος περιλαμβάνει διατάξεις ἀντικειμένας πρὸς τὸ Σύνταγμα, διότι ἀφ’ ἑνὸς καθιστᾷ ὑπεύθυνον τὸν Διάδοχον τοῦ Θρόνου, ὅστις, καίτοι μὴ ἀνακηρυσσόμενος ἀνεύθυνος, εἶναι πράγματι ἀνεύθυνος, ἀφ’ ἑτέρου δὲ ἀφαιρεῖ τὴν εὐθύνην ἀπὸ τοὺς κατὰ τὸ Σύνταγμα ὑπευθύνους. Ἀπὸ τῆς στιγμῆς καθ’ ἣν ὁ Βασιλεὺς εὐηρεστήθη νὰ μοὶ ἀναθέσῃ τὴν ἐντολὴν τοῦ σχηματισμοῦ τῆς Κυβερνήσεως, κατέγεινα πρὸς ἐξομάλυνσιν τοῦ ζητήματος τούτου, τὸ ὁποῖον δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ μένῃ ἐκκρεμὲς, φέρον διαταράξεις ἐν τῇ ἁρμονικῇ λειτουργίᾳ τῆς Γενικῆς Διοικήσεως καὶ παρεξηγήσεις. Καὶ ὡς πρώτην ἀπαρχὴν τῶν προσπαθειῶν ἡμῶν θὰ ὑποβάλω εἰς τὴν ψῆφον ὑμῶν νομοσχέδιον συντεταγμένον παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐκ Γόρτυνος, ἀλλὰ τροποποιημένον παρ’ ἐμοῦ. Κατὰ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, τὸ ὁποῖον αὔριον θὰ ὑποβληθῇ εἰς τὴν Βουλὴν, ὑπὸ τὴν Γενικὴν Διοίκησιν τοῦ στρατοῦ ὑπάγονται τὰ στρατιωτικὰ σώματα τοῦ Μηχανικοῦ, τοῦ Πυροβολικοῦ, τοῦ Ἱππικοῦ, τοῦ Πεζικοῦ, τῶν Εὐζώνων, οἱ λόχοι τῶν Νοσοκόμων καὶ τὸ Φρουραρχεῖον Ἀθηνῶν· δὲν ὑπάγονται δὲ ἡ Χωροφυλακὴ, ἡ Στρατιωτικὴ Δικαιοσύνη, αἱ Φυλακαὶ τῶν στρατιωτικῶν ὑποδίκων καὶ καταδίκων, ἡ Διεύθυνσις τοῦ ὑλικοῦ πολέμου, ἡ Στρατολογία, αἱ Γενικαὶ Ἀποθῆκαι τοῦ ὑλικοῦ, ἡ Ὑγειονομικὴ καὶ ἡ Οἰκονομικὴ ὑπηρεσία τοῦ στρατοῦ, πλὴν τῶν ἐν τοῖς ὑπὸ τὴν Γεν. Διοίκησιν τοῦ στρατοῦ στρατιωτικοῖς σώμασιν ὑπηρετούντων ὑγειονομικῶν καὶ οἰκονομικῶν ἀξιωματικῶν, ἡ στρατιωτικὴ ἐκπαίδευσις, ἡ δημοσία ἀσφάλεια καὶ ἡ Χαρτογραφικὴ ὑπηρεσία. Ἐκεῖνο, εἰς τὸ ὁποῖον σκοπεῖ κυρίως τὸ νομοσχέδιον, εἶναι νὰ παρεμποδίσῃ τὴν σύρραξιν τὴν μεταξὺ τῆς Γενικῆς Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ καὶ τοῦ ὑπευθύνου Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν. Κατὰ τὸν ὑφιστάμενον νόμον περὶ Γεν. Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ, ὁ Διάδοχος δύναται νὰ προτείνῃ ἀπολύτως τὰ τῆς τοποθετήσεως τῶν ἀξιωματικῶν, ὁ δὲ ὑπεύθυνος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν ὀφείλει νὰ ὑποκύψῃ εἰς τὴν πρότασιν τοῦ Γεν. Διοικητοῦ τοῦ στρατοῦ. Ἐντεῦθεν ἠδύνατο νὰ προκύψῃ ἡ ἑξῆς σύρραξις· ὁ μὲν Γενικὸς Διοικητὴς ἐν πεποιθήσει νὰ προέτεινε τὴν τοποθέτησιν οἱουδήποτε βαθμοφόρου, ὁ δὲ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, διάφορον ἔχων γνώμην περὶ τῆς προτεινομένης τοποθετήσεως, νὰ ἠρνεῖτο νὰ ὑποβάλῃ τὴν πρότασιν εἰς τὴν κύρωσιν τοῦ Βασιλέως, καὶ οὕτω τὰ τοῦ στρατοῦ ἔμενον ἐντελῶς χαλαρὰ καὶ ἐντελῶς παραλελυμένα· διότι ἢ ἔπρεπε νὰ ὑποκύψῃ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν εἰς τὴν ἄνευ ἐλέγχου πρότασιν τοῦ Γενικοῦ Διοικητοῦ, ὅτε ἐρχόμενος ἐνώπιον ἡμῶν θὰ ἔλεγεν, ὅτι οὐδεμίαν φέρει εὐθύνην, διότι ἦτο ἐκ τοῦ νόμου ἠναγκασμένος νὰ ὑποκύψῃ εἰς τὴν πρότασιν τοῦ Γεν. Διοικητοῦ, ἢ ὤφειλε ν’ ἀφήσῃ τὰ πράγματα ἐν ἐκκρεμότητι, νὰ μὴ ἐγκρίνῃ τὴν πρότασιν, ὅτε θὰ παρέλυον τὰ τοῦ στρατεύματος. Εἰς τὴν περίστασιν ταύτην ἐπέστησα τὴν προσοχήν μου, καὶ διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου προβάλλεται ἡ ἑξῆς τροποποίησις τοῦ νόμου περὶ Γενικῆς Διοικήσεως· ἐκτὸς τῶν ἄλλων, ὅτι, ἐν περιπτώσει καθ’ ἣν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν δὲν ἤθελεν ἐγκρίνει τὴν πρότασιν τὴν γενομένην παρὰ τῆς Γενικῆς Διοικήσεως, ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ζητήσῃ παρ’ αὐτῆς, ἢ νὰ διατυπώσῃ ἑτέραν, ἢ νὰ ὑποβάλῃ ᾐτιολογημένην ἔκθεσιν ὑπὲρ τῆς προτεινομένης τοποθετήσεως, ἐπὶ τῆς ὁποίας ἔχει ἀμφιβολίας περὶ τοῦ τελεσφόρου αὐτῆς ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν. Δύναμαι νὰ καυχηθῶ, Κύριοι, ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἀποτελεῖ εὐτυχῆ ἀπαρχὴν τῆς πολιτείας ἡμῶν, διότι ἐπιτυγχάνεται δι’ αὐτοῦ ἡ λύσις οὐσιώδους ζητήματος, τὸ ὁποῖον δὲν ἠδύνατο παρὰ νὰ γεννήσῃ καὶ αὐξήσῃ τὰς παρεξηγήσεις μεταξὺ τῆς Γενικῆς Διοικήσεως καὶ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου ἡ εὐθύνη ἀποδίδεται εἰς τὸν κατὰ τὸ Σύνταγμα ὑπεύθυνον, ὁ δὲ Διάδοχος τοῦ Θρόνου μένει ὡς ἀγαθοποιὸς δύναμις ἐν τῷ στρατεύματι, παρεμποδίζουσα τὴν εἰσβολὴν ἐπιρροῶν, πολιτικῶν ἢ ἄλλων, αἱ ὁποῖαι δὲν δύνανται παρὰ νὰ ἔχωσι φθοροποιὸν ἐπίδρασιν ἐπὶ τὸ στράτευμα. Ταῦτα εἶχον νὰ ἐκθέσω ὑμῖν, καὶ μετ’ αὐτὰ ὑποβάλλω εἰς τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς τὴν ἑξῆς πρότασιν: «Ἡ Βουλὴ, ἐκφράζουσα τὴν ἐμπιστοσύνην αὐτῆς πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, μεταβαίνει εἰς τὰ ἔργα της.» (Χειροκροτήματα παρατεταμένα ἐκ δεξιῶν.)
§21ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑποβάλλεται πρότασις ἐκ μέρους τοῦ κ. Προέδρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ἔχουσα ὡς ἑξῆς: «Ἡ Βουλὴ, ἐκφράζουσα τὴν ἐμπιστοσύνην αὐτῆς πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, μεταβαίνει εἰς τὰ ἔργα της»
§22Δ. ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν θέλω, Κύριοι, συγκεκριμένως καὶ ἀπὸ ἀπόψεώς τινος πρακτικῆς, πολιτικῆς, οὕτως εἰπεῖν, νὰ προέλθω εἰς παρατήρησιν ἐπὶ τῆς προτάσεως, εἰς τὴν ὁποίαν κατέληξεν ὁ κ. Πρωθυπουργός, τῆς προτάσεως τοῦ νὰ ἐπιζητήσῃ ἀμέσως τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς. Αἱ περιστάσεις ἴσως δικαιολογοῦσιν ἐπὶ τοῦ προκειμένου τὴν ἰδέαν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς ζητήσῃ τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς. Ἀλλ’ ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ κρίνωμεν ἀπὸ ἀπόψεως καθαρῶς συνταγματικῆς, ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ παρεμβάλω μίαν ἐπιφύλαξιν, τὴν ὁποίαν ὑποθέτω, ὅτι καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως κατ’ ἀρχὴν ἀποδέχεται, ὅτι κατὰ τὸ Σύνταγμα ἡμῶν, Κυβέρνησις, ἥτις διορίζεται ὑπὸ τοῦ Βασιλέως, εἶναι ἐντελῶς συνταγματικὴ, καὶ οὐδεμιᾶς ἔχει ἀνάγκην ἐγκρίσεως ἡ πρᾶξις τοῦ Βασιλέως, ὅπως παρίσταται τελεία καὶ πλήρης.
§23Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Νέα θεωρία αὐτή!
§24Δ. ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ θεωρία αὕτη παρίσταται ὡς νέα, ἴσως διότι θεωροῦμαι ὑπὸ τοῦ κ. συναδέλφου νέος, καὶ οὐχὶ ἐπὶ εἰκοσιπενταετίαν τιμώμενος παρὰ τῶν συμπολιτῶν μου διὰ τῆς ψήφου των, ὅπως ἀντιπροσωπεύω τούτους ἐν τῷ Βουλευτηρίῳ. Ἀλλὰ θὰ ἴδῃ ὁ κ. Βουλευτής, ὅτι ἡ θεωρία, ὡς ὀνομάζει ῥητὴν διάταξιν τοῦ Συντάγματος, δὲν εἶναι νέα. Ἔχω, κατὰ σύμπτωσιν εὐτυχῆ, πρόχειρον τὴν ἀπόδειξιν, ὅτι εἶναι μάλιστα πολὺ παλαιά, ὅσον καὶ ἀναλλοίωτος, ἡ θεωρία αὕτη παρ’ ἡμῖν, πολλάκις δὲ ἐνταῦθα ἐξηνέχθη ἀπὸ τοῦ βήματος ὑπὸ Βουλευτῶν καὶ Πρωθυπουργῶν. Ὑπῆρξέ ποτε περίστασις, καθ’ ἣν ὁ ἀοίδιμος Κουμουνδοῦρος ἐζήτησεν ἀμέσως, προσελθὼν εἰς τὴν Βουλήν, τὴν ψῆφον αὐτῆς, διὰ νὰ ἴδῃ, ἐὰν ἡ πλειονοψηφία τῆς Βουλῆς ἐνέκρινε τὸν διορισμόν. Ἠγέρθη τότε ὁ ἀοίδιμος Δεληγεώργης, ἀντίπαλος τοῦ ἀοιδίμου Κουμουνδούρου, καὶ σταματᾷ αὐτόν, καὶ λαμβάνων τὸν λόγον εἶπε τὰ ἑξῆς, τὰ κατὰ τὸν κ. Ἀγγελόπουλον πεπαλαιωμένα. Εἶπε πρὸς τὸν Κουμουνδοῦρον, ὅτι εἶναι παραβίασις τοῦ Συντάγματος αὐτό, τὸ ὁποῖον ἔπραττεν, εἶναι παραβίασις τῶν προνομιῶν τοῦ Στέμματος τὸ νὰ ζητῇ ψῆφον ἐμπιστοσύνης παρὰ τῆς Βουλῆς εὐθὺς ὡς ἐνεφανίζετο ἐνώπιον αὐτῆς, καὶ προσέθηκεν ὁ ἀοίδιμος Δεληγεώργης ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον πολλάκις ἀπὸ τοῦ βήματος ὑπεστήριξα, ὅτι ἡ Βουλὴ μόνον ἐμμέσως δύναται νὰ ἐκφράζῃ τὰς ἰδέας αὑτῆς περὶ Κυβερνήσεως, οὐδέποτε δὲ ἀμέσως καὶ ῥητῶς, οὕτως εἰπεῖν. Καὶ δὲν λέγω ταῦτα — ἐπαναλαμβάνω τὴν ὑπόμνησιν — διὰ νὰ μὴ ψηφίσω διὰ τὴν συγκεκριμένην περίπτωσιν τὴν πρότασιν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ἡ ὁποία ἐκφράζει βεβαίως μετριοφροσύνην κυβερνητικήν. Ἔλεγε τότε ὁ ἀοίδιμος Δεληγεώργης (ἀναγινώσκει): «Ἐφρόνουν πάντοτε καὶ φρονῶ, ὅτι τὰ δικαιώματα τῆς ἑκάστῃ ἐξουσίᾳ πρέπει νὰ διατηρῇ ἀνέπαφα καὶ πλήρη, καὶ ἐθεώρησα πάντοτε κακὴν τὴν ἐπέμβασιν τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ ἔθνους εἰς τὰ δικαιώματα τοῦ Στέμματος. Ἂν ἀντιπρόσωποι τοῦ ἔθνους θελήσωσι νὰ ἐπεμβῶσιν εἰς τὰ δικαιώματα τοῦ Ἡγεμόνος, θέλουσι διασεισθῆ τὰ θεμέλια τῆς Πολιτείας, διότι ὁ Ἡγεμὼν (καὶ δὲν ὁμιλῶ περὶ τοῦ σημερινοῦ, διότι θεωρητικῶς λαλῶ), θέλει σκανδαλισθῆ καὶ παραδειγματιζόμενος οὕτω θέλει κάμει καὶ ἓν ἔκνομον βῆμα. «Δυνάμει τῶν ἀρχῶν τούτων ἀποκρούω τὴν πρότασιν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, τοῦ νὰ συμπληρώσωμεν ἡμεῖς διὰ τῆς ψήφου μας τὸ δικαίωμα τοῦ Ἡγεμόνος τοῦ διορίζειν καὶ παύειν τοὺς Ὑπουργούς του, ὡς μὴ ἔχον ἀνάγκην συμπληρώσεως, καθὸ τέλειον...» Αὐτὰ ἔλεγεν ὁ ἀοίδιμος Δεληγεώργης. Καὶ δυνατὸν μὲν νὰ ὑπάρχωσί τινες, ἀρνούμενοι τὸ κῦρος τῆς γνώμης καὶ παντὸς ἄλλου καὶ τοῦ ἀοιδίμου Δεληγεώργη, καὶ δύνασθε καὶ σεῖς, κύριε Ἀγγελόπουλε, περὶ τούτων νὰ ἔχητε τελείως ἐλευθέρας τὰς γνώμας σας, ἀλλὰ τοὐλάχιστον ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τῆς παλαιότητος ἢ νεαρότητος (τῆς γνώμης, τὴν ὁποίαν ἐξέφρασα ἀπὸ τοῦ βήματος, παρακαλῶ, κύριε συνάδελφε, νὰ ὑποχωρήσητε, ἀνομολογοῦντες, ὅτι δὲν εἰσήγαγον νέαν τινὰ θεωρίαν. Ἀλλὰ σήμερον ἐξαιρετικῶς ὅλως καὶ ὑπὸ τὴν ἐπιφύλαξιν, οὕτως εἰπεῖν, ταύτην, ὅτι δὲν ἐννοοῦμεν νὰ προβῶμεν εἰς τὸν σολοικισμὸν τὸν συνταγματικόν, νὰ θεωρήσωμεν ὅτι ἡ Βουλὴ διορίζει καὶ παύει τοὺς Ὑπουργούς, δυνάμεθα νὰ ἀποδεχθῶμεν τὴν πρότασιν τοῦ ἀξιοτίμου κ. Πρωθυπουργοῦ ὡς ὑπαγορευομένην μὲν ὑπὸ ἐξαιρετικῶν περιστάσεων, μὴ ἐπηρεάζουσαν δὲ οὐδὲν τῶν δικαιωμάτων καὶ προνομιῶν τοῦ Στέμματος, καὶ ὡς μὴ τείνουσαν νὰ ἐπηρεάσῃ οὐ μόνον τὸ γράμμα, ἀλλὰ καὶ τὸ ἀληθὲς πνεῦμα τοῦ Συντάγματος. Διότι δὲν πρέπει, Κύριοι, ν’ ἀπομακρυνώμεθα ἀπὸ τοὺς κανόνας, τοὺς ὁποίους καθιεροῖ τὸ Σύνταγμα, τοσούτῳ μᾶλλον, καθόσον οὐδέποτε εὑρέθημεν εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ σκεφθῶμεν περὶ τῶν δικαιωμάτων, τὰ ὁποῖα ἔχει ἡ Βουλὴ ἐκ τῶν κοινοβουλευτικῶν ἐθίμων. Καὶ ἄλλοτε εἶχον τὴν τιμὴν νὰ εἴπω, ὅτι ὑπερκοινοβουλευτικὸν ἐν τῇ πράξει ἔχομεν πολίτευμα, καὶ οὐδ’ ἐπὶ στιγμὴν ἔμεινε ποτὲ Κυβέρνησις, τὴν ὁποίαν ἡ Βουλὴ δὲν ἠθέλησε. Καὶ αὐτὸ τοῦτο βεβαίως εἶχεν ὑπ’ ὄψιν ὁ κ. Πρωθυπουργός, ἐρχόμενος ἐνώπιον τῆς Βουλῆς νὰ ὑποδείξῃ, ὅτι πρὶν ἢ ἀναλάβῃ τὴν ἐξουσίαν εἶχεν ἐκ τῶν προτέρων τὴν βεβαιότητα, ὅτι ὑπὸ τὰς σημερινὰς περιστάσεις ἡ Βουλὴ θὰ συνέτρεχε τὴν Κυβέρνησιν, εἰς τὰ ζητήματα μάλιστα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα δεσπόζουσι πάσης ἄλλης σκέψεως. Οὐδὲν δὲ τὸ παράδοξον ἔπραξεν ἡ πτέρυξ αὐτή, ὅτε ἐπὶ τίνος ἰδίως συγκεκριμένης δηλώσεως τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ προθυμότατα ἐχειροκρότησεν. Ὅτε ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐδήλωσεν ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς σταφίδος, ὅτι πᾶν ἄλλο δύναται νὰ πράξῃ ἡ Κυβέρνησις σήμερον, οὐδέποτε δ’ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον, ἡ κοινὴ λογικὴ δὲν ἤθελεν ὑπαγορεύσει, τὸ ὁποῖον ἤθελε θεωρηθῆ ὡς ἔργον παραφροσύνης, ἡ πτέρυξ αὐτὴ ἐχειροκρότησε, καὶ δικαίως. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐδήλωσε πρὸς τὴν Βουλήν, ὅτι θὰ μεριμνήσῃ περὶ τῶν ἀντικειμένων ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἀποτελοῦσι τὸ κοινὸν μέλημα παντὸς κόμματος, ὅτι θὰ μεριμνήσῃ καὶ περὶ τῆς δημοσίας τάξεως καὶ περὶ τῆς ἀναπτύξεως τῆς παραγωγῆς τοῦ τόπου καὶ περὶ τῆς συντάξεως τῶν στρατιωτικῶν δυνάμεων. Ἀλλ’ ἐπίσης ἐν τῇ σοβαρότητι αὐτοῦ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς προέβη καὶ εἰς τὴν δήλωσιν, ὅτι, ἐὰν πρόκειται περὶ τοῦ νομοθετικοῦ προγράμματος, περὶ τούτου δὲν εἶναι καιρὸς νὰ συζητήσῃ ἡ Βουλή. Βεβαίως τὰ νομοσχέδια εἶναι ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα παρ’ ἡμῖν ἐκδηλοῦσι τὸ σύστημα τῶν ἰδεῶν μιᾶς Κυβερνήσεως· ἡ διαφορὰ τῶν γνωμῶν ἐκδηλοῦται διὰ τοῦ συστήματος τῶν νομοθετημάτων, τὰ ὁποῖα δὲν περιστρέφονται εἰς ἁπλᾶς καὶ ἐπουσιώδεις λεπτομερείας, ἀλλ’ ἐκδηλοῦσι σύστημα ὁλόκληρον πολιτικῶν ἰδεῶν. Ἀλλ’ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐν τῇ σοβαρότητι αὐτοῦ δὲν ἠδυνήθη νὰ προδικάσῃ ἐκ προκαταβολῆς ἐπὶ τοιούτων ἀντικειμένων, καὶ ἀφῆκεν αὐτὰ νὰ συζητηθῶσιν ἐν καιρῷ. Οὐδὲ σκανδαλίζει ἡμᾶς, ὑπὸ τίνα ἀρχηγὸν εὑρίσκεται ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις· τουλάχιστον τινες ἐξ ἡμῶν, μεθ’ ὧν ὑποθέτω, ὅτι κατὰ τὴν στιγμὴν ταύτην ὁμοφρονῶ, οὐδαμῶς προκαταλαμβάνονται ἐκ τῶν προσώπων, ἀποβλέποντες ἁπλῶς εἰς τὰ πράγματα. Καὶ αἱ ἰδέαι ἡμῶν αὗται ἐξεδηλώθησαν ἐπὶ συζητήσεων, περὶ τὰς ὁποίας ἐγένετο πόλεμος μεταξὺ τῶν δύο πτερύγων. Δὲν δυνάμεθα λοιπὸν νὰ διαψεύσωμεν τὰς ἰδέας αὐτάς, καὶ ὅταν παρίσταται ἄλλος πρόθυμος, δυνάμενος ν’ ἀποδεχθῇ τὴν ἐξουσίαν αὐτήν, ἡμεῖς οὐδένα ἔχομεν λόγον, ὅπως μὴ παράσχωμεν τὴν συνδρομὴν ἡμῶν, ἐν ταῖς περιστάσεσι μάλιστα ταῖς γνωσταῖς, καὶ νὰ χανώμεθα εἰς ἰδέας καὶ ἀνταγωνισμοὺς ἐπιπλάστους περὶ ἀνυπάρκτων πολλάκις διαφωνιῶν. Τούτου ἕνεκα, Κύριοι, εὐχαρίστως χαιρετίζομεν τὴν ἐμφάνισιν τῆς νέας Κυβερνήσεως, καὶ ἄνευ τινὸς ἀνυπομονησίας περιμένομεν τὴν περίστασιν ἐκείνην, καθ’ ἣν ἡ νέα Κυβέρνησις, μελετῶσα τὰ ζητήματα τοῦ τόπου, μελετῶσα τοὺς θεσμοὺς αὐτοῦ, θέλει ὑποβάλει εἰς τὴν Βουλὴν τὰς ἰδέας αὐτῆς, ἀδιάφορον ὑπὸ ποῖον τύπον καὶ ὑπὸ ποίαν ἐπιφάνειαν, ἵνα κρίνωμεν ἐπὶ τῶν ἰδεῶν καὶ ἐπὶ τῶν πραγμάτων· διότι δὲν δυνάμεθα νὰ λησμονῶμεν, ὅτι ὁ τόπος ἡμῶν διέρχεται κρίσιν φοβεράν, καὶ ὅτι πρωτίστως εἶναι ἀνάγκη νὰ καθαρισθῇ τὸ ἔδαφος, ἐπὶ τοῦ ὁποίου δύναται νὰ ὑπάρξῃ λογικὸς πολιτικὸς ἀνταγωνισμός. Ὁ πολιτικὸς ἀνταγωνισμὸς δὲν πρέπει νὰ ᾖναι τοῦ λοιποῦ πάλη ἀγρία καὶ λυσσώδης πρὸς κατάληψιν τῆς ἀρχῆς ἢ πρὸς διατήρησιν αὐτῆς. Ἐγείρεται, οὕτως εἰπεῖν, προκαταρκτικὸν ζήτημα, ἐπὶ τοῦ ὁποίου πάντως πρέπει νὰ συνεργασθῶμεν· ἐγείρεται προκαταρκτικὸν ζήτημα, τὸ νὰ μὴ ἦναι ὁ πολιτικὸς ἀνταγωνισμὸς ἀληθὴς παραφροσύνη, κατὰ τὴν ἐπίκαιρον χρῆσιν τῆς λέξεως, τὴν ὁποίαν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς μετεχειρίσθη (εὖγε! εὖγε! ἐκ δεξιῶν). Ὁ πολιτικὸς ἀνταγωνισμὸς δὲν πρέπει ποτὲ νὰ θέτῃ εἰς κίνδυνον τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους καὶ τὰ συμφέροντα τῆς δημοσίας τάξεως. Ὁ πολιτικὸς ἀνταγωνισμὸς ἐν τῇ ποικιλίᾳ τῶν γνωμῶν φέρει ἀκριβῶς τὴν ἁρμονίαν, τὴν πρόοδον καὶ τὴν συντήρησιν τῆς τάξεως, καὶ τὸ πολίτευμα τὸ κοινοβουλευτικὸν δύναται νὰ θεωρηθῇ ὡς ἐξόχως συντηροῦν τὴν τάξιν· διατί; διότι ἕκαστον κόμμα συλλογίζεται, ὅτι δύναται καὶ αὐτὸ νὰ ἔλθῃ εἰς τὴν ἀρχὴν, καὶ δὲν δύναται ποτὲ ν’ ἀνακηρύξῃ ἰδέας, αἱ ὁποῖαι καὶ αὐτὴν τὴν ἐμφάνισιν εἰς τὴν ἀρχὴν καὶ τὴν ἐξακολούθησιν τῆς διατηρήσεως τῆς ἀρχῆς δύνανται νὰ ματαιώσωσιν. Ὑπὸ ταύτας λοιπὸν τὰς ἐννοίας χαιρετίζοντες εὐχαρίστως τὴν ἐμφάνισιν τῆς νέας Κυβερνήσεως, ἀπεκδεχόμεθα παρ’ αὐτῆς, ἵνα συντελέσῃ εἰς τὴν ἐκκαθάρισιν τοῦ πραγματικοῦ ἐδάφους, ὅπως ὁ πολιτικὸς ἀνταγωνισμὸς, γενόμενος εὐπρεπὴς καὶ σοβαρὸς, συντελέσῃ οὐχὶ μόνον εἰς τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους, ἀλλὰ καὶ εἰς τὰ συμφέροντα ὁλοκλήρου τοῦ ἔθνους ἡμῶν, τὸ ὁποῖον παραλόγως τῷ ὄντι παρίσταται αὐτοκτονοῦν. (Εὖγε! εὖγε! Χειροκροτήματα ζωηρὰ ἐκ δεξιῶν).
§25Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν ἐγείρομαι ἵνα θίξω πάντα τὰ θέματα, τὰ ὁποῖα ὁ ἀξιότιμος ἐξ Εὐρυτανίας Βουλευτὴς ἔψαυσε, καὶ ἀπεφήνατο ἐπ’ αὐτῶν τὰς γνώμας αὐτοῦ. Τὰς ἰδίας αὐτοῦ θεωρίας περὶ Συνταγματικοῦ δικαίου, περὶ κοινοβουλευτικῶν παραδόσεων, ἔχει τὴν ἐλευθερίαν νὰ ἐκθέτῃ καὶ ἀναπτύσσῃ. Ἐὰν ἐσκόπει νὰ λογοδοτήσῃ ἐν ὀνόματι αὐτοῦ, ἢ ἐν ὀνόματι ἄλλων, περὶ τῆς ψήφου, ἣν αὐτὸς καὶ ἐκεῖνοι ἔδωσαν τὴν 14 Ἰουνίου, οὔτε ἡ ὥρα εἶναι κατάλληλος, οὔτε ἡ αἴθουσα αὕτη· προσδοκῶ δὲ, ὅτι θέλει ἔλθει ἡ ὥρα, κατὰ τὴν ὁποίαν θέλει λογοδοτήσει πρὸς ἐκείνους, διὰ τῆς ἐντολῆς τῶν ὁποίων περιεβλήθη. Ἐὰν δὲ πρόκειται περὶ διδασκαλίας καθηκόντων τῶν Βουλευτῶν ἢ τῶν πολιτικῶν ἀνδρῶν, οὔτε οἱ πολιτικοὶ ἄνδρες οὔτε οἱ Βουλευταὶ ἔχουσιν ἀνάγκην τῶν μαθημάτων τοῦ κ. Χατζοπούλου. Ἀλλὰ διότι ἐπειράθη νὰ ὑποκλέψῃ τὸ παρελθὸν, νὰ ἐπικαλεσθῇ τὴν πολιτείαν τοῦ παρελθόντος πρὸς ἑρμηνείαν τῶν κοινοβουλευτικῶν ἐθίμων καὶ τῶν συνταγματικῶν διατάξεων, ὤφειλον νὰ ἀναστῶ καὶ νὰ βεβαιώσω τὴν Βουλὴν, ὅτι βεβαίως κατὰ τὸ παρελθὸν, κατὰ τὴν πρώτην περίοδον τοῦ ἐπὶ τῆς ἐνεστώσης Βασιλείας Συνταγματικοῦ βίου τῆς Ἑλλάδος, ὑπῆρξαν γνῶμαι διάφοροι, ἀλλ’ οὔτε ὁ Κουμουνδοῦρος ἐδέχθη τὴν θεωρίαν τοῦ ἐξ Εὐρυτανίας Βουλευτοῦ, οὔτε ὁ Θρασύβουλος Ζαΐμης ἐδέχθη αὐτήν. Ὅτε κατὰ τὸ 1869 ὁ Θρασύβουλος Ζαΐμης, μειοψηφῶν ἐν τῇ Βουλῇ, ἐκλήθη ὑπὸ τοῦ Βασιλέως ἵνα σχηματίσῃ Κυβέρνησιν, πρῶτον ὅρον ὑπέβαλε πρὸς ἀποδοχὴν τῆς κλήσεως τοῦ Ἡγεμόνος τὴν διάλυσιν τῆς Βουλῆς, διότι ἔκρινε, καὶ ὀρθῶς, — καὶ ταύτην τὴν γνώμην ἔχομεν, — ὅτι ἔπρεπε ν’ ἀποφήνωνται οἱ ἐκλογεῖς, ὁ λαὸς τῆς Ἑλλάδος, ἂν μετέδιδον εἰς αὐτὸν τὴν ἐμπιστοσύνην των, διότι ἄνευ τῆς ἐμπιστοσύνης τῶν ἐκλογέων, ἐκδηλουμένης διὰ τῆς ψήφου τῶν ἀντιπροσώπων αὐτῶν, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ λειτουργήσῃ οὔτε ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία, οὔτε ἡ νομοθετική. Οὐδὲν ἔχω νὰ προσθέσω εἰς ταῦτα, διότι δὲν εἶναι ὥρα συζητήσεων, οὔτε ἐπιτρέπεται νὰ ἐκλάβω τὴν αἴθουσαν τοῦ Κοινοβουλίου ὡς αἴθουσαν διδασκαλίας τοῦ Κοινοβουλευτικοῦ δικαίου.
§26Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, καὶ κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον καὶ κατὰ τὴν παροῦσαν δὲν ἔλαβον τὸν λόγον παρὰ μόνον προκειμένου περὶ ζητημάτων ἀφορώντων τὰ τοῦ στρατοῦ. Ἐὰν διεφώνησα πρὸς τὴν Κυβέρνησιν τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Γόρτυνος Βουλευτοῦ, διεφώνησα διότι δὲν ἔβλεπον προτασσόμενα εἰς τὴν συζήτησιν τὰ στρατιωτικὰ νομοσχέδια. Ἐὰν δὲ δὲν ὑπεστήριξα καὶ τὴν Κυβέρνησιν τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Κερκύρας πολιτευτοῦ, τοῦτο ἔπραξα διότι δὲν εἶχον τὴν πεποίθησιν, ὅτι αἱ ἰδέαι αὐτοῦ περὶ στρατιωτικῶν ζητημάτων συνεφώνουν μὲ τὰς ἰδικάς μου ἰδέας. Ἑπομένως καὶ εἰς τὴν παροῦσαν περίστασιν δὲν δύναμαι νὰ δώσω ψῆφον ἐμπιστοσύνης εἰς τὴν Κυβέρνησιν τοῦ κ. Ράλλη, ἐφ’ ὅσον δὲν μελετήσω τὸ νομοσχέδιον, περὶ τοῦ ὁποίου ὡμίλησεν ὁ ἀξιότιμος κ. Πρωθυπουργὸς, καὶ ἐφ’ ὅσον δὲν ἴδω τὴν πορείαν τῆς Κυβερνήσεως ταύτης εἰς τὰ στρατιωτικὰ ζητήματα. Συνεπῶς θὰ ἀρνηθῶ ψῆφον ἐμπιστοσύνης.
§27ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει ἄλλος τις τὸν λόγον; Νὰ ἀναγνωσθῇ καὶ πάλιν ἡ πρότασις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ.
§28ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ δεξιῶν). Δὲν εἶναι ἀνάγκη.
§29ΑΛΕΞ. Θ. ΖΑΙΜΗΣ. Ἤκουσα μετὰ προσοχῆς τὰς δηλώσεις, τὰς ὁποίας ἐποιήσατο ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, νομίζω δὲ, ὅτι καθῆκον ἔχω νὰ ἀνακοινώσω πρὸς τὴν Βουλὴν τὴν γνώμην τῶν πολιτικῶν φίλων μου καὶ ἐμοῦ. Γεγονὸς ὄχι σύνηθες ἐν ταῖς Κοινοβουλευτικαῖς πολιτείαις ἐπῆλθε πρό τινος, διότι Κυβέρνησις χαίρουσα τὴν πλειονοψηφίαν τῆς Βουλῆς παρῃτήθη τῆς ἀρχῆς, παρῃτήθη δὲ διότι ἡ δημοσία τάξις διεταράχθη ἐν τμήματί τινι τοῦ Κράτους. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς, κληθεὶς παρὰ τῆς Α. Μ. τοῦ Βασιλέως, ἐδέχθη νὰ σχηματίσῃ Κυβέρνησιν, τῆς Κυβερνήσεως δὲ ταύτης κύριον καὶ πρῶτον ἔργον εἶναι ἡ ἀποκατάστασις τῆς τάξεως. Οὕτως ἐχόντων τῶν πραγμάτων, νομίζομεν ὅτι ἐπιβεβλημένον καθῆκον ἔχομεν οἱ φίλοι μου καὶ ἐγὼ νὰ παράσχωμεν τὴν συνδρομὴν ἡμῶν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν. Ἑπομένως θέλομεν ψηφίσει τὸν προϋπολογισμὸν, τὸν ὁποῖον ἡ Κυβέρνησις ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλὴν, δὲν θέλομεν δὲ διστάσει ν’ ἀποδεχθῶμεν καὶ τὰς τροποποιήσεις τῶν μέτρων τῶν σχετικῶν πρὸς τὰ τῆς διοικήσεως τοῦ στρατοῦ, καθ’ ὅσον τουλάχιστον ἠδυνήθημεν ἐκ τῆς προφορικῆς εἰσηγήσεως τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ν’ ἀντιληφθῶμεν. Ἡμεῖς δὲν φρονοῦμεν, ὅτι ὁ θεσμὸς τῆς Γενικῆς Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ εἶναι ἀντισυνταγματικός. Ἡμεῖς ἐψηφίσαμεν τὸν θεσμὸν ἐκεῖνον, ψηφίζοντες δὲ αὐτὸν ἐψηφίσαμεν ἐν πλήρη συνειδήσει καὶ πεποιθήσει, ὅτι ὁ θεσμὸς ἐκεῖνος ἦτο συνταγματικὸς, τοιαύτην δ’ ἐξακολουθοῦμεν καὶ σήμερον ἔχοντες γνώμην. Ἀλλ’ ἂν σὺν τῷ χρόνῳ παρετηρήθη, ὅτι δὲν ἐλειτούργει ὅπως ἠλπίζετο, ἐὰν παρουσιάσθησαν προσκόμματα ἢ ἐφάνησαν ἐλλείψεις, καὶ ἂν ἐκρίθησαν ἀναγκαῖαι τροποποιήσεις, δὲν νομίζω ὅτι οἱ ψηφίσαντες ὑπὲρ τοῦ νόμου ἐκείνου κατ’ ἀρχὴν εἶναι ὑποχρεωμένοι δι’ αὐτὸ τοῦτο ν’ ἀποκρούσωσι καὶ τὰς τροποποιήσεις. Τὰς τροποποιήσεις λοιπὸν τὰς προβαλλομένας ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τῶν στρατιωτικῶν νομοσχεδίων θέλομεν ψηφίσει. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐποιήσατο λόγον καὶ περὶ θέματος φλέγοντος, τοῦ ἀφορῶντος τὴν σύμβασιν περὶ μονοπωλίου. Ὁμολογῶ ὅτι μετὰ μεγάλης χαρᾶς ἤκουσα τὰς δηλώσεις καὶ τὰς ἐκφράσεις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Νομίζω ὅτι ἡ γλῶσσα, τὴν ὁποίαν μετῆλθεν, εἶναι γλῶσσα ἁρμόζουσα εἰς κυβερνήτην. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶπεν, ὅτι δὲν ἀναγνωρίζει ἄλλην ἐξουσίαν παρὰ τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν. Ἔχει δίκαιον. Ἡμεῖς ἔχομεν πολίτευμα, τὸ ὁποῖον λειτουργεῖ. Ἡ Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία διαπνέεται ὑπὸ αἰσθημάτων ἀγάπης καὶ πρὸς τὸ τμῆμα αὐτὸ τὸ σταφιδικὸν, ὅπως καὶ πρὸς πάντα τὰ λοιπὰ τμήματα. Ἀνάγκη λοιπὸν, οἱ σταφιδικοὶ πληθυσμοὶ νὰ ἔχωσι πεποίθησιν ἐπὶ τοὺς ἀντιπροσώπους αὐτῶν. Ὑπὸ πίεσιν εἶναι ἀδύνατον νὰ ληφθῇ οἱονδήποτε μέτρον. Ἐνθυμοῦμαι πρὸ ὀκταετίας περίπου, ὅτε ἦλθεν εἰς συζήτησιν ὁ θεσμὸς τῆς παρακρατήσεως, ὅτι ἐξησκήθη ψυχολογική τις βία ἐπὶ τῆς Βουλῆς. Ἡ Βουλὴ ἐψήφισεν ὄχι ὅλως ἐλευθέρως τὸν θεσμὸν ἐκεῖνον. Καὶ τὰ ἀποτελέσματα τοῦ θεσμοῦ ἐκείνου βλέπομεν σήμερον. Διότι, ἐὰν γίνηται λόγος περὶ μονοπωλίου τῆς σταφίδος, ἐὰν γίνηται λόγος περὶ περιορισμοῦ τῆς ἐλευθέρας ἐμπορίας ἑνὸς προϊόντος, γίνεται λόγος μόνον διότι δὲν ὑπάρχει, ἢ νομίζομεν ὅτι δὲν ὑπάρχει ἄλλη λύσις, ὅπως ἐξέλθωμεν ἀπὸ τῆς κρίσεως, εἰς τὴν ὁποίαν κατὰ τὴν γνώμην μου μᾶς ἐνήγαγε τὸ τεχνητὸν τῆς παρακρατήσεως μέσον.
§30ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι ὀλίγον ἀργά.
§31ΑΛΕΞ. Θ. ΖΑΙΜΗΣ. Φρονοῦμεν λοιπὸν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις καλῶς πράττει, ἐπιθυμοῦσα ἐλευθέρως νὰ σκεφθῇ καὶ ν’ ἀποφασίσῃ περὶ τῶν συμφερόντων τῶν σταφιδικῶν πληθυσμῶν. Πεποίθησιν δ’ ἔχων εἰς τὰς δηλώσεις καὶ ἐπὶ τοῦ προκειμένου καὶ ἐπὶ τῶν ἄλλων θεμάτων τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, δηλῶ ὅτι οἱ φίλοι μου καὶ ἐγὼ θὰ ψηφίσωμεν τὴν πρότασιν τῆς ἐμπιστοσύνης. (Χειροκροτήματα ἐκ δεξιῶν).
§32Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Τῆς Κυβερνήσεως σχηματισθείσης ἐκ τῶν σπλάγχνων τοῦ κόμματος, εἰς τὸ ὁποῖον καὶ ἐγὼ ἀνήκω ἀναμφισβητήτως εἰς ταύτην θέλω δώσει ψῆφον ἐμπιστοσύνης. Ἀλλὰ ποιοῦμαι μίαν ἐπιφύλαξιν. Ἡ ἐπιφύλαξίς μου αὕτη εἶναι ἐκείνη, ἣν μοὶ ἐπιβάλλεται νὰ ποιήσωμαι ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Ἐπὶ θεμάτων ὡρισμένων ἔχω ἀποφανθῆ, καὶ ὑπέβαλον ἐνώπιον τῆς Βουλῆς νομοσχέδια. Τὰς γνώμας μου δὲ ἐκείνας οὐδένα ἔχω μέχρι τῆς στιγμῆς ταύτης λόγον νὰ νομίσω, ὅτι δὲν ἀποδέχεται ἡ Κυβέρνησις. Διὰ τοῦτο ἐπιφυλάσσομαι, ὅταν τὰ ζητήματα ταῦτα ἔλθωσιν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, σήμερον ἢ βραδύτερον, νὰ κρίνω καὶ κανονίσω τὸν τρόπον, καθ’ ὃν θέλω ψηφίσει κατὰ τὴν ἡμέραν ἐκείνην. Ἀλλὰ σήμερον, ὅτε δὲν πρόκειται παρὰ μόνον νὰ δοθῇ ἐν γένει ἡ ἔκφρασις τῆς ἐμπιστοσύνης πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ἥτις προέρχεται ἐκ τοῦ κόμματος, εἰς ὃ ἀνήκω, βεβαίως εἶμαι καὶ ἐγὼ ὑποχρεωμένος τὴν ψῆφον ταύτην νὰ δώσω ὑπὲρ αὐτῆς.
§33Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἄς μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις πρὸς ἀναίρεσιν ἀνακριβείας, εἰς τὴν ὁποίαν φρονῶ ὅτι περιέπεσεν ὁ ἐκ Καλαβρύτων ἀξιότιμος Βουλευτής. Ὁ ἐκ Καλαβρύτων ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἀγορεύων εἶπεν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις παρῃτήθη, διότι διεταράχθη ἡ τάξις ἔν τισι διαμερίσμασι τοῦ Κράτους. Ἐγὼ ἐδήλωσα ῥητῶς, τίνες ἦσαν οἱ λόγοι, οἱ ὁποῖοι ἔπεισαν τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι εἶχε τὸ καθῆκον νὰ παραιτηθῇ. Εἶπον εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι διαταραχθείσης τῆς τάξεως ἕνεκα τοῦ σταφιδικοῦ ζητήματος, ἐθεωροῦμεν ἡμεῖς, ὅτι, καθ’ ἣν στιγμὴν παριστάμεθα ὡς πολέμιοι τῆς συμβάσεως, κατωρθώθη δὲ νὰ πιστευθῇ τοῦτο παρὰ τοῦ λαοῦ τοῦ ἐν ἐρεθισμῷ καὶ ἐξεγέρσει εὑρισκομένου, δὲν εἴχομεν τὸ κῦρος τὸ ἀπαιτούμενον, ὅπως ἐπιβληθῶμεν, καὶ ἑπομένως ἐνομίζομεν, ὅτι καθῆκον εἴχομεν, ἵνα παραιτούμενοι ἐπιτρέψωμεν εἰς ἐκείνους, ἐναντίον τῶν ὁποίων δὲν θὰ ὑπῆρχεν ἡ προκατάληψις, ἡ ὁποία ἐναντίον ἡμῶν ὑπῆρχεν, ὅπως ἀναλάβωσιν ἔργον, τὸ ὁποῖον θὰ δυνηθῶσιν, ἐλπίζω, νὰ φέρωσιν εἰς πέρας. Τὴν δήλωσιν ταύτην εἶχον καθῆκον, ἵνα ποιήσωμαι εἰς τὴν Βουλήν.
§34ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἐρωτήσω λοιπὸν τὴν Βουλὴν ἐπὶ τῆς προτάσεως τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ἅπαντες οἱ Βουλευταὶ ἑκατέρας τῶν πτερύγων). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἔχει ἄλλος τις τὸν λόγον πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως;
§35Δ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Εἶχον παρακαλέσει τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς ν’ ἀνασυντάξῃ τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, καὶ κατὰ τὰς σκέψεις τῆς Κυβερνήσεως ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς εὐηρεστήθη νὰ δώσῃ σύμφωνον διαταγήν. Θὰ ἐπεθύμουν ὅμως, ὅπως ἡ Βουλὴ συναινέσῃ εἰς τὴν ἀνασύνταξιν τῆς ἡμερησίας διατάξεως οὕτω. Ὡς πρῶτον ἀντικείμενον θὰ ἦναι ἡ τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ τοῦ δωδεκατημορίου τοῦ μηνὸς Ἰουνίου, διὰ τὸ ὁποῖον ἴσως δὲν θὰ ὑπάρχῃ ἀντίρρησις νὰ ψηφισθῇ καὶ σήμερον.
§36ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§37Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Κατόπιν θὰ ἦναι ἡ τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως ἐκ δραχμῶν 30,000 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1902». Μετὰ ταῦτα ἔρχονται δύο νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα εἶναι τοπικῆς ἀνάγκης, ἀλλ’ ἔχουσι γενικωτέραν σημασίαν. Κατόπιν τούτων ἔρχεται ὡς πέμπτον ἀντικείμενον τὸ νομοσχέδιον περὶ ἀστυνομικῆς διοικήσεως. Ἐπὶ τούτου ἡ Κυβέρνησις ὀφείλει νὰ κάμῃ τὴν ἑξῆς δήλωσιν. Πρόκειται περὶ νομοσχεδίου, τοῦ ὁποίου ἔχομεν ἀνάγκην, ἀλλὰ τὸ ὁποῖον δὲν δύναται νὰ ἐφαρμοσθῇ ἐπὶ τοῦ παρόντος, ἐπιθυμεῖ δὲ ἡ Κυβέρνησις νὰ προβῇ ἡ Βουλὴ εἰς τὴν ἐπιψήφισιν αὐτοῦ, ἵνα δυνηθῇ ἐν τῷ μεταξὺ νὰ βελτιώσῃ τὰς τυχὸν ὑφισταμένας ἀτελείας, καὶ οὕτω κατὰ Νοέμβριον δυνηθῇ νὰ φέρῃ πλῆρες σύστημα. Μετὰ ταῦτα ἔρχεται τὸ νομοσχέδιον «περὶ τροποποιήσεως τῶν περὶ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν Βουλευτῶν διατάξεων τοῦ ᾼΩΟϚʹ νόμου τῆς 2 Ἰανουαρίου 1891». Καὶ εἰς αὐτὸ ἡ Κυβέρνησις ἀποδίδει μεγίστην σημασίαν. Ἐκ τοῦ νομοσχεδίου τούτου οὐδὲν ἔχουσι νὰ φοβηθῶσιν οἱ πολιτικοὶ ἄνδρες, ἰδίᾳ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἔχουσι πεποίθησιν ἐπὶ τὰς ἰδίας αὑτῶν δυνάμεις· δύνανται μόνον νὰ φοβηθῶσι τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἤθελον χαρακτηρισθῆ ὡς παράσιτοι καὶ οἱ ὁποῖοι δὲν δύνανται νὰ σταθοῦν εἰς τοὺς πόδας των. Κατόπιν ἔρχονται δύο ἄλλα νομοσχέδια, καὶ ὡς ἕνατον ἀντικείμενον ἔρχεται ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ Κράτους. Ἤθελον παρακαλέσει, ὅπως πρὸ τοῦ προϋπολογισμοῦ τεθῇ ὡς ἕνατον ἀντικείμενον τὸ νομοσχέδιον «περὶ παρατάσεως τῆς προθεσμίας τῆς κατὰ τὸν νόμον ͵ΒΧϞΔʹ τοῦ 1900 ἀνανεώσεως τῶν ὀφειλομένων εἰς τὸ Δημόσιον ἐκ προκαταβολῶν καὶ διαφόρων ἐσόδων ἐκ παρελθουσῶν χρήσεων», διότι ἐξ αὐτοῦ θέλει πηγάσει ἔσοδον 200,000 δραχμῶν, ὡς ὑπελόγισεν ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις. Ἐπίσης παρακαλῶ νὰ τεθῇ ὡς δέκατον ἀντικείμενον τὸ νομοσχέδιον περὶ μεταρρυθμίσεων διατάξεών τινων τοῦ τελωνειακοῦ δασμολογίου, διότι δὲν δύναται τὸ ζήτημα αὐτὸ νὰ μείνῃ ἐκκρεμές.
§38Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι δύο νομοσχέδια.
§39Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Μάλιστα· καὶ τὸ δεύτερον. Ἐπίσης διὰ τὴν τακτοποίησιν τοῦ ζητήματος τῶν Ἐμπορικῶν Σχολῶν θὰ παρακαλέσω νὰ καταταχθῇ ὡς δωδέκατον ἀντικείμενον ἡ πρότασις νόμου περὶ Ἐμπορικῶν Σχολῶν, ἐπὶ τῆς ὁποίας ὅμως ἐπιφυλάσσεται ἡ Κυβέρνησις νὰ φέρῃ τροποποιήσεις. Μετὰ ταῦτα θὰ ἦναι ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους. Ἐὰν ἡ Βουλὴ ἐγκρίνῃ, παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς νὰ τηρήσῃ αὐτὴν τὴν τάξιν ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει.
§40ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συγκινεῖ πρὸς ταῦτα ἡ Βουλή;
§41ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§42ΚΟΚΚΕΒΗΣ. Παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὴν Βουλήν, ὅπως συναινέσῃ νὰ προταχθῶσιν ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει τὰ νομοσχέδια τὰ ἀφορῶντα τὰ ὑδραυλικὰ ἐν Τριφυλίᾳ.
§43Δ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ Κυβέρνησις δηλοῖ, ὅτι οὐδεμίαν μεταρρύθμισιν τῆς ἡμερησίας διατάξεως δέχεται.
§44ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει ἄλλος τις τὸν λόγον πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως;
§45Ι. Γ. ΡΟΥΦΟΣ. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐν τῇ ἀναπτύξει τοῦ προγράμματος τῆς ὑπ’ αὐτὸν Κυβερνήσεως ἔθιξε ζήτημα σπουδαιότατον, ἀφορῶν τοὺς σταφιδικοὺς πληθυσμούς, τὸ ζήτημα τοῦ διακανονισμοῦ τῶν χρεῶν, ὑποσχεθεὶς ὅτι θέλει ἐπιληφθῆ τῆς λύσεως αὐτοῦ, εἰσάγων τὸ προσῆκον νομοσχέδιον. Ἐπειδὴ ἔχω πλήρη πεποίθησιν, ὅτι δὲν πρόκειται περὶ πυροτεχνήματος, παρακαλῶ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν νὰ καταστήσῃ γνωστὸν πρὸς τὴν Βουλὴν καὶ τοὺς σταφιδικοὺς πληθυσμούς, ἐὰν πρόκειται, καὶ πότε, νὰ εἰσαγάγῃ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο.
§46Δ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Εἶπον ὅτι κατὰ Νοέμβριον, δὲν εἶπον διὰ τώρα. Ὑποθέτετε, ὅτι τοιοῦτο νομοσχέδιον εἶναι δυνατὸν νὰ παρασκευασθῇ εἰς διάστημα ὀλίγων ἡμερῶν; Εἶπον δὲ, ὅτι τοῦτο θὰ γείνῃ, μόνον ἐὰν ἤθελον ἀποτύχει αἱ διαπραγματεύσεις πρὸς ἄρσιν τῶν ὑπαρχουσῶν δυσχερειῶν ὡς πρὸς τὸ μονοπώλιον τῆς σταφίδος.
§47Α. ΜΟΝΟΚΡΟΥΣΟΣ. Τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως σέβομαι, ὅπως ὅλος ὁ κόσμος, διὰ τὰς ἀρχὰς, τὰς ὁποίας ἔχει. Λαμβάνω μόνον τὸν λόγον διὰ νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις διὰ τὸ ζήτημα τὸ σταφιδικόν. Ἐλέχθη ὅτι, ἐὰν ψηφισθῇ ἡ σύμβασις τοῦ μονοπωλίου προτοῦ ἀρθῶσιν αἱ ὑφιστάμεναι δυσχέρειαι, αἱ Δυνάμεις δύνανται νὰ ἐρεθισθῶσι καὶ νὰ προβῶσιν εἰς μέτρα, τὰ ὁποῖα θὰ καταστρέψουν τοὺς σταφιδικοὺς πληθυσμούς. Δὲν δύναμαι νὰ παραδεχθῶ, ὅτι εἶναι δυνατὸν αἱ Δυνάμεις νὰ μὴ λάβωσιν ὑπ’ ὄψιν τὴν κατάστασιν τῆς ἀπογνώσεως, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκονται οἱ σταφιδικοὶ πληθυσμοί, καὶ νὰ εἴπωσιν ὅτι θὰ μᾶς καταστρέψωσι διότι ἐψηφίσαμεν ἐκεῖνο, διὰ τὸ ὁποῖον αὐταὶ διεμαρτυρήθησαν πρὸς τὴν Κυβέρνησίν μας. Δύναται λοιπὸν, φρονῶ, νὰ ψηφισθῇ ἡ σύμβασις καὶ νὰ μὴ κυρωθῇ, ἐν τῷ μεταξὺ δὲ ἡ Κυβέρνησις νὰ προβῇ εἰς τὰς καταλλήλους ἐνεργείας πρὸς τὰς Δυνάμεις, ἵνα ἐγκαταλείψωσι τὰς ἀντιρρήσεις των. Ἐὰν ὅμως ἡ σύμβασις αὕτη δὲν ψηφισθῇ σήμερον, δύναμαι νὰ βεβαιώσω τὴν Βουλήν, ὅτι εἶναι τοιαύτη ἡ κατάστασις τῶν σταφιδικῶν πληθυσμῶν καὶ εἰς τοιαύτην εὑρίσκονται οὗτοι ἀπόγνωσιν, ὥστε βεβαίως τὰ ἀποτελέσματα δὲν θὰ ἦναι εὐχάριστα· διότι, ἐὰν δὲν ψηφισθῇ ἡ σύμβασις, οἱ σταφιδικοὶ πληθυσμοὶ θὰ καταλήξωσιν εἰς τὴν μετανάστευσιν. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι ἐπιβάλλεται εἰς τὴν Βουλήν, καὶ προτείνω νὰ ψηφίσῃ τὴν σύμβασιν, καὶ κατόπιν ἡ Κυβέρνησις νὰ μετέλθῃ ὅλα τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα ἐπιβάλλει τὸ καθῆκόν της ἀπέναντι τῶν Δυνάμεων.
§48ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οὐδεὶς ἄλλος ἔχει τὸν λόγον πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ βεβαιώσεως καὶ εἰσπράξεως καὶ κατὰ τὸν μῆνα Ἰούνιον τοῦ ἔτους 1903 τῶν ἐσόδων τοῦ Κράτους καὶ τῶν ἐσόδων τοῦ εἰδικοῦ ταμείου τῶν Φάρων καὶ Φανῶν καὶ τοῦ ταμείου τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου τῆς χρήσεως τοῦ 1903, καὶ περὶ χορηγίας πιστώσεως ἴσης πρὸς τὸ ἓν δωδεκατημόριον τῶν προϋπολογισθέντων ἐξόδων ἐν γένει διὰ τὴν χρῆσιν τοῦ ἰδίου ἔτους 1903». (Γίνεται δεκτὸν, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιρρήσεως).
§49ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως ἐκ δραχμῶν 30,000 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1902». (Γίνεται δεκτὸν, κατ’ ἀρχὴν καὶ ἄρθρον μόνον, ἄνευ ἀντιρρήσεως). Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἀπαλλοτριώσεως τῶν ὑπὸ τῆς ἐθνικῆς λεωφόρου Ἀθηνῶν–Παλαιοῦ Φαλήρου καταλαμβανομένων οἰκοπέδων». (Γίνεται δεκτὸν, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιρρήσεως). Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἑρμηνείας τοῦ ἄρθρου 11 τοῦ ΞΗʹ νόμου τῆς 22 Δεκεμβρίου 1847 περὶ δημοτικῶν φόρων». (Γίνεται δεκτὸν, κατ’ ἀρχὴν καὶ ἄρθρον μόνον, ἄνευ ἀντιρρήσεως).
§50Δ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Παρακαλῶ νὰ ψηφισθῇ καὶ τὸ νομοσχέδιον περὶ παραγραφῆς τῶν ἀπαιτήσεων τῶν δήμων κλπ.
§51ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τοῦ χρόνου τῆς παραγραφῆς τῶν ἀπαιτήσεων τῶν δήμων ἢ τῶν ἐνοικιαστῶν οἱωνδήποτε δημοτικῶν φόρων». Ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ ἔχει τροπολογίαν ὁ κ. Πολυγένης. Θὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν κατὰ τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον, κατ’ ἀρχὴν καὶ ἄρθρον μόνον, ἄνευ ἀντιρρήσεως).
§52Δ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὰ ὑπ’ ἀριθμὸν 6.
§53ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τροποποιήσεως τῶν περὶ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν Βουλευτῶν διατάξεων τοῦ ᾼΩΟΑʹ νόμου τῆς 2 Ἰανουαρίου 1891».
§54ΑΛΕΞ. Θ. ΖΑΪΜΗΣ ΚΑΙ ΑΛΛΟΙ. Δὲν διενεμήθη τὸ νομοσχέδιον, κύριε Πρόεδρε.
§55Δ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Εἰς τὴν δευτέραν ἀνάγνωσιν θὰ διανεμηθῇ. Εἶναι δύο ἄρθρα (ἀναγινώσκει): «Ἄρθρον 1. Ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 2 τοῦ ᾼΩΟϚʹ νόμου τῆς 2 Ἰανουαρίου 1891 «περὶ μεταρρυθμίσεως διατάξεων τῶν περὶ ἐκλογῆς τῶν Βουλευτῶν νόμων» ἀντικαθίσταται διὰ τῆς ἑπομένης: «Μέτρον πρὸς προσδιορισμὸν τοῦ ἐξ ἑκάστης ἐπαρχίας ἐκλεκτέου ἀριθμοῦ Βουλευτῶν ὁρίζεται ὁ ἀριθμὸς τῶν δέκα καὶ τεσσάρων χιλιάδων δημοτῶν, προστιθεμένου ἑνὸς Βουλευτοῦ, ὁσάκις τὸ ὑπόλοιπον ὑπερβαίνῃ τὸν ἀριθμὸν τῶν τεσσάρων χιλιάδων δημοτῶν. «Οὐδέποτε δ’ ἐπιτρέπεται ὁ ἀριθμὸς τῶν Βουλευτῶν ἐπαρχίας τινὸς νὰ ὑπερβαίνῃ τοὺς δέκα, ὁσοσδήποτε καὶ ἂν ἦναι ὁ ἀριθμὸς τῶν δημοτῶν αὐτῆς». «Ἄρθρον 2. Ὁ δῆμος Πειραιῶς ἀποτελεῖ ἰδίαν ἐκλογικὴν περιφέρειαν, κατ’ ἐξαίρεσιν τῶν περὶ ἐκλογικῆς περιφερείας διατάξεων τῶν ἰσχυόντων περὶ ἐκλογῆς Βουλευτῶν νόμων»
§56ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Ζητοῦμεν τὴν ἀναβολήν.
§57ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑποβάλλετε πρότασιν περὶ ἀναβολῆς;
§58ΕΤΕΡΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, ὄχι.
§59ΤΗΛ. ΔΕΝΔΡΙΝΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὑποβάλλω ἔνστασιν περὶ μὴ ἀπαρτίας.
§60ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος. Ὁ κ. Ραδινὸς καὶ ὁ κ. Καναβαριώτης παρακαλοῦνται νὰ ἔλθωσιν ὡς ψηφολέκται.
§61ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Δὲν ὑπεβλήθη ἔνστασις περὶ μὴ ἀπαρτίας, κύριε Πρόεδρε.
§62ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὥστε κακῶς ἀντελήφθη τὸ Προεδρεῖον (ἱλαρότης). Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου...
§63Γ. Ν. ΚΑΛΛΙΝΙΚΟΣ. Δὲν ὑπάρχει ἀπαρτία, κύριε Πρόεδρε.
§64ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπεβλήθη ἔνστασις περὶ μὴ ἀπαρτίας. Θ’ ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος. (Ἐνταῦθα τὴν ἕδραν τοῦ Προέδρου καταλαμβάνει ὁ ἀντιπρόεδρος κ. Χαλκιόπουλος). (Ἀναγινώσκεται ὁ ὀνομαστικὸς τῶν Βουλευτῶν κατάλογος, ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν, ὡς ψηφολεκτῶν, τῶν βουλευτῶν Γ. Καλλινίκου καὶ Εὐαγγ. Καναβαριώτου. Μεθ’ ὃ γίνεται ἡ διαλογή).
§65ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ εἶναι ἐν ἀπαρτίᾳ, παρόντων 178 Βουλευτῶν. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσι.
§66ΚΥΡ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Κύριε Πρόεδρε, μίαν παρατήρησιν ἔχω νὰ κάμω πρὸς τὴν Βουλήν. Παρακαλῶ, τὸ προκείμενον νομοσχέδιον νὰ ψηφισθῇ εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν σήμερον, προτίθεμαι δὲ κατὰ τὴν δευτέραν ἀνάγνωσιν νὰ κάμω ἐνώπιον τῆς Βουλῆς προφορικὴν εἰσήγησιν. Ἐὰν προβληθῶσιν ἀντιρρήσεις ἢ τροποποιήσεις, εἴμεθα πρόθυμοι νὰ δεχθῶμεν ἐκείνας, αἵτινες εἶναι δυνατὸν νὰ γείνωσιν δεκταί.
§67Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ δηλώσῃ, ἐὰν θὰ ἐνεργηθῇ νέα ἀπογραφὴ τῶν κατοίκων, διότι ἤκουσα ὅτι πρόκειται νὰ ἐνεργηθῇ τοιαύτη.
§68ΚΥΡ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Λαμβάνοντες ὑπ’ ὄψιν, ὅτι προσεχῶς θὰ ἔχωμεν δημοτικὰς ἐκλογὰς, ἐσκέφθημεν ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ προβῶμεν εἰς τὴν ἀπογραφὴν τῶν κατοίκων, ἕνεκα τῶν περιπλοκῶν, τὰς ὁποίας φυσικῷ τῷ λόγῳ γεννῶσιν αἱ ἐκλογαί. Ὡς ἐκ τούτου λοιπὸν ἀνέβαλον τὴν ἀπογραφήν.
§69ΑΛΕΞ. Θ. ΖΑΙΜΗΣ. Ἀφοῦ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν σκοπεῖ νὰ ὑποβάλῃ τροποποίησιν τοῦ νομοσχεδίου, νομίζω ὅτι ὑποχρεοῦμαι νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχήν του...
§70Δ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὄχι νὰ ὑποβάλῃ, ἀλλὰ νὰ δεχθῇ.
§71ΑΛ. Θ. ΖΑΙΜΗΣ. Ἔστω.... Ἔχω νὰ κάμω παρατήρησίν τινα. Νομίζω ὅτι ἡ δευτέρα παράγραφος τοῦ πρώτου ἄρθρου ἀντίκειται εἰς τὸ Σύνταγμα, διότι ὁρίζει, ὅτι ὁ ἀριθμὸς τῶν Βουλευτῶν ἐπαρχίας τινὸς δὲν δύναται νὰ ὑπερβαίνῃ τοὺς 10. Ἀλλὰ τὸ ἄρθρον 68 τοῦ Συντάγματος ὁρίζει, ὅτι ὁ ἀριθμὸς τῶν Βουλευτῶν προσδιορίζεται ἀναλόγως τοῦ πληθυσμοῦ, ἑπομένως δὲν δύναται ὁ νόμος νὰ προσδιορίζῃ ἀριθμὸν ὡς ἀνώτατον ὅριον. Νομίζω λοιπόν, ὅτι ὑπ’ αὐτὴν τὴν ἔποψιν ὁ κ. Ὑπουργὸς πρέπει νὰ τροποποιήσῃ τὸ νομοσχέδιον. Ἐπίσης πρέπει νὰ ἐξετάσῃ μήπως διὰ τὸν αὐτὸν λόγον πρέπει νὰ τροποποιηθῇ διάταξις τῆς πρώτης παραγράφου, καθ’ ἣν ὁσάκις τὸ ὑπόλοιπον ὑπερβαίνῃ τὸν ἀριθμὸν τῶν τεσσάρων χιλιάδων δημοτῶν, προστίθεται εἷς Βουλευτὴς, καὶ ἥτις ἀντίκειται ἐπίσης εἰς τὸ Σύνταγμα, διότι δὲν ὑπάρχει ἀναλογία, δὲν δίδονται οἱ Βουλευταὶ ἀναλόγως τοῦ πληθυσμοῦ, ὡς ὁρίζει τὸ Σύνταγμα, ἀλλὰ κατ’ ἄλλον τρόπον. Ὡς πρὸς τὸ ἄρθρον 2, νομίζω, —καίτοι κατ’ οὐσίαν μοὶ φαίνεται ὀρθὴ ἡ διάταξις,—ὅτι τοῦτο, διὰ συνταγματικοὺς λόγου, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γένηται, ἐὰν πρὶν δὲν χωρισθῇ διοικητικῶς ὁ Πειραιεὺς ἀπὸ τῆς ἐπαρχίας Ἀττικῆς. Διότι κατὰ τὸ Σύνταγμα οἱ Βουλευταὶ ἐκλέγονται κατ’ ἐπαρχίας, κατὰ διοικητικὰς περιφερείας· ἑπομένως, ἐὰν θέλητε νὰ ὑποβάλητε τοιαύτην πρότασιν, πρέπει νὰ προτάξητε νομοσχέδιον περὶ ἀποσπάσεως τοῦ δήμου Πειραιῶς ἀπὸ τῆς ἐπαρχίας Ἀττικῆς.
§72Ν. ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, ἐὰν ἡ διάταξις αὕτη ἐφαρμόζεται καὶ ἐπὶ τῶν προνομιούχων νήσων.
§73Δ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Αἱ προνομιοῦχοι ἐπαρχίαι ἐξαιροῦνται. Δι’ αὐτὰς ὑπάρχει ῥητὴ διάταξις τοῦ Συντάγματος. Ὅσον ἀφορᾷ τὰς παρατηρήσεις τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Καλαβρύτων Βουλευτοῦ, δὲν φρονῶ ὅτι δύναται νὰ ὑπάρξῃ περίπτωσις ἐφαρμογῆς, ὅπως αὐξηθῇ ὁ ἀριθμὸς τῶν Βουλευτῶν· δηλαδὴ οὐδεμία ἐπαρχία ὑπάρχει, ἡ ὁποία νὰ δύναται νὰ δώσῃ πλείονας τῶν 10 Βουλευτῶν, διότι ἀπὸ τῆς Ἀττικῆς, ἡ ὁποία σήμερον δίδει μεγαλείτερον ἀριθμὸν Βουλευτῶν, ἀφαιρεῖται ὁ Πειραιεύς.
§74Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν πρόκειται περὶ τοῦ δυνατοῦ γενέσθαι, ἀλλ’ ἐὰν ἀντίκειται εἰς τὸ Σύνταγμα.
§75Δ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Μάλιστα· καὶ διὰ τοῦτο εἶπον, ὅτι, καὶ ἂν ἤθελε θεωρηθῆ ὅτι ἀντίκειται, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ αὔξησις. Τὸ 2ον ἄρθρον ἀναμφισβητήτως συνεπάγεται τὴν ὑποβολὴν νομοσχεδίου, διὰ τοῦ ὁποίου ἡ πόλις τοῦ Πειραιῶς καὶ τὰ περίχωρα θ’ ἀποτελέσωσιν ἰδίαν ἐπαρχίαν.
§76ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Φωτήλας καὶ Κοκκέδης ὑποβάλλουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ συζητουμένου νομοσχεδίου, ἡ ὁποία θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ.
§77ΤΗΛ. ΔΕΝΔΡΙΝΟΣ. Νομίζω, κύριε Πρόεδρε, ὅτι δὲν πρόκειται περὶ συμφερόντων σπουδαίων, ἕνεκα τῶν ὁποίων νὰ δεικνύηται τοιαύτη σπουδή. Νομίζω ὅτι δύναται ν’ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις δι’ αὔριον.
§78ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, ὄχι!
§79ΔΕΝΔΡΙΝΟΣ. Ὑποβάλλω πρότασιν ἀναβολῆς τοῦ νομοσχεδίου, κύριε Πρόεδρε· παρακαλῶ δὲ ν’ ἀποφανθῇ ἡ Βουλὴ δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως ἐπὶ τῆς προτάσεώς μου.
§80ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχουσι 15 Βουλευταὶ ὑποστηρίζοντες τὴν δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως ψηφοφορίαν ἐπὶ τῆς προτάσεως τοῦ βουλευτοῦ Ἰθάκης κ. Δενδρινοῦ; (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Δὲν βλέπω παρὰ δύο μόνον ὑποστηρίζοντας τὴν πρότασιν. Ἑπομένως αὕτη, κατὰ τὸν Κανονισμόν, δὲν δύναται νὰ τεθῇ εἰς ψηφοφορίαν δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως. (Γίνεται δεκτὸν εἰς πρώτην συζήτησιν καὶ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον).
§81ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρα 11 π. μ.)