1903.06.23
2,502 rows · 19,434 words · 205 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 15
Τῆς 23 Ἰουνίου 1903.
(Δευτέρα).
(Γενομένης ἀπαρτίας ὥρᾳ 9 π. μ. ἀναγινώσκονται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀντίρρησις ἐπὶ τῶν πρακτικῶν;
§2Γ. ΜΕΛΙΣΣΗΝΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὰ πρακτικὰ ἐν ἀρχῇ τῆς τρίτης σελίδος ἀναφέρουσι τὰ ἑξῆς: «Ἠρώτησεν εἶτα τὴν Βουλὴν (ὁ Πρόεδρος), ἂν δίδει τὴν ἄδειαν νὰ προβῇ εἰς τὴν ἀπόλυσιν τῶν ὑπαλλήλων, ἡ δὲ Βουλὴ ἐδέχθη τὴν πρότασιν ταύτην.» Ἀλλὰ κατὰ τὸ ἄρθρον 75 τοῦ Κανονισμοῦ οἱ ὑπάλληλοι τῆς Βουλῆς διορίζονται ὑπὸ τοῦ Προεδρείου...
§3Ν. ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Διορίζονται.
§4Γ. ΜΕΛΙΣΣΗΝΟΣ. Μάλιστα, διορίζονται.
§5Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε,
§6Γ. ΜΕΛΙΣΣΗΝΟΣ. .. Εἰς δὲ τὸ ἄρθρον 77 τοῦ Κανονισμοῦ, παράγραφος γʹ, διατάσσονται ἐπὶ λέξει τὰ ἑξῆς: «Οἱ ὑπάλληλοι τῆς Βιβλιοθήκης τῆς Βουλῆς δύνανται νὰ ἀπολυθῶσι καὶ ν’ ἀντικατασταθῶσι δι’ ἄλλων μετὰ τὴν λῆξιν τῆς Βουλευτικῆς Συνόδου παρὰ τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς, προτάσει τοῦ Ἐφόρου τῆς Βιβλιοθήκης· οἱ δὲ ὑπάλληλοι καὶ οἱ κλητῆρες τῆς Βουλῆς ὑπὸ τοῦ Προέδρου αὐτῆς. «Μετὰ τὴν λῆξιν τῆς Συνόδου.»
§7Α. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ «μετὰ» εἶναι τυπογραφικὸν λάθος!
§8ΜΕΛΙΣΣΗΝΟΣ. Ἄ! εἶναι τυπογραφικὸν λάθος! Ἑπομένως, κύριε Πρόεδρε, φρονῶ, ὅτι ἡ ἐρώτησις, τὴν ὁποίαν κατὰ τὰ πρακτικὰ ὑπεβάλετε εἰς τὴν Βουλήν, δὲν ἔχει τὴν θέσιν της ἐπὶ τοῦ προκειμένου, διότι τοῦ Προεδρείου τῆς Βουλῆς δικαίωμα εἶναι νὰ παύῃ καὶ νὰ διορίζῃ τοὺς ὑπαλλήλους αὐτῆς. Συνεπῶς δέον νὰ διορθωθῇ τὸ σχετικὸν μέρος τῶν πρακτικῶν.
§9Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀληθῶς ἡ παρατήρησις τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Ζακύνθου εἶναι ὀρθή. Ἦτο περιττὴ ἡ ἐρώτησις τοῦ κ. Προέδρου τῆς Βουλῆς πρὸς τὸ Σῶμα, ἵνα παράσχῃ αὐτῷ τὸ δικαίωμα τοῦ ἀπολῦσαι τοὺς ὑπαλλήλους, διότι τὸ δικαίωμα τῆς ἀπολύσεως εἶναι ἀπόλυτον δικαίωμα τοῦ Προέδρου καὶ οὐχὶ τοῦ Προεδρείου. Ἄς ἀναγνώσωμεν τὰ ἄρθρα, καὶ τὰ ἄρθρα δίδουσι τοσοῦτον σαφῆ τὴν ἐξήγησιν, ὥστε ἐκπλήττομαι, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρχωσιν ἀντιλέγοντες ἢ ἀντιλέξοντες. Τὸ ἄρθρον 75 λέγει: «Εἰς τὸ Γραφεῖον τῆς Βουλῆς διορίζονται ὑπὸ τοῦ Προεδρείου: Εἷς Διευθυντὴς τοῦ Γραφείου ...» κλπ. Εἶναι τὸ ἄρθρον τοῦ Κανονισμοῦ, τὸ ὁποῖον δὲν μετεβλήθη ἀπὸ τῆς πρώτης ψηφίσεως τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς.
§10Γ. ΜΕΛΙΣΣΗΝΟΣ. Ποῖον ἄρθρον;
§11Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ 75. «Εἰς τὸ Γραφεῖον τῆς Βουλῆς διορίζονται...»
§12ΜΕΛΙΣΣΗΝΟΣ. Ὑπὸ τίνος;
§13Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπὸ τοῦ Προεδρείου (πρὸς τὸν κ. Μελισσηνόν). Καθήσατε. Μὴ ἔχετε τόσην ἀνυπομονησίαν. Τὸ ἄρθρον τοῦτο ἀπὸ τῆς ψηφίσεώς του δὲν μετεβλήθη. Τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς προέβαινεν εἰς διορισμοὺς, καὶ βραδύτερον εἰς ἀπολύσεις. Ὑπῆρξεν ὅμως ἀνωμαλία εἰς τὸν μηχανισμὸν τοῦτον, καὶ μετὰ ἔτη πολλὰ ἐπῆλθε τροποποίησις, καὶ ἀφέθη τὸ δικαίωμα τοῦ διορισμοῦ καὶ τῆς ἀπολύσεως εἰς μόνον τὸν Πρόεδρον, καὶ οὕτω τροποποιηθὲν τὸ ἄρθρον ἐν τῇ παραγράφῳ βʹ, ἔχει ὡς ἑξῆς: «Πάντες οἱ ὑπάλληλοι καὶ οἱ κλητῆρες τῆς Βουλῆς διορίζονται δι’ ἐγγράφου ὑπογεγραμμένου ὑπὸ τοῦ Προέδρου, κατὰ τὸν αὐτὸν δὲ τρόπον ἀπολύονται· δίδουσι δὲ τὸν ὑπὸ τοῦ νόμου ὁριζόμενον ὅρκον ἐνώπιον τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς.» Αὕτη εἶναι τροποποίησις ὑστέρως γενομένη. Ἀλλ’ ὅτε βραδύτερον ἐγένετο ἡ τροποποίησις αὕτη, δὲν ἐλήφθη πρόνοια, ἵνα ἐξαλειφθῇ ἡ πρώτη παράγραφος: «Εἰς τὸ Γραφεῖον τῆς Βουλῆς διορίζονται ὑπὸ τοῦ Προεδρείου κλπ.» Καὶ οὕτως ὑπάρχει ἀντίφασις μεταξὺ τῆς ὑστέρας τροποποιήσεως, τῆς μετὰ ἔτη γενομένης, πρὸς τὴν ἀρχικὴν βάσιν τοῦ ἄρθρου, καίτοι ἠδύνατό τις νὰ ἑρμηνεύσῃ κατὰ τὰ καθεστῶτα περὶ ἑρμηνείας, — καὶ γραμματικῶς καὶ λογικῶς καὶ ἱστορικῶς, — ὅτι αἱ μεταγενέστεραι διατάξεις καὶ εἰδικώτεραι εἶναι καὶ ἐπικρατέστεραι. Ἀλλ’ ἂν ἐγεννᾶτο τὸ ζήτημα, κύριε Πρόεδρε, ἐν τῇ ἐνεργείᾳ σας περὶ διορισμῶν, ἦτο δυνατὸν ν’ ἀμφισβητηθῇ τίς ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου ἡ ἰσχύουσα; ἡ πρώτη ἢ ἡ δευτέρα; ἡ κατὰ τὴν πρώτην ψήφισιν τοῦ Κανονισμοῦ ψηφισθεῖσα, ἢ ἡ κατὰ τὴν τροποποίησιν βραδύτερον; Ἀλλὰ δὲν πρόκειται περὶ τούτου. Πρόκειται περὶ τῆς ἀπολύσεως. Ἀφέθη διὰ τῆς πρώτης διατάξεως, μὴ διαγραφείσης, ἀμφισβητούμενον τὸ δικαίωμα τοῦ διορισμοῦ, ἀλλὰ τὸ δικαίωμα τοῦ ἀπολύειν εἶναι ἀπόλυτον. «Πάντες οἱ ὑπάλληλοι καὶ οἱ κλητῆρες τῆς Βουλῆς διορίζονται δι’ ἐγγράφου ὑπογεγραμμένου ὑπὸ τοῦ Προέδρου, κατὰ τὸν αὐτὸν δὲ τρόπον ἀπολύονται». Ἑπομένως ἀπολύονται δι’ ὑπογραφῆς τοῦ Προέδρου. Ἐὰν ἀμφισβητῆται τὸ δικαίωμα τοῦ Προέδρου πρὸς διορισμὸν, εἶναι ἀναμφισβήτητον τὸ δικαίωμά του τοῦ ἀπολύειν. Ἀλλ’ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Ζακύνθου ἀνέφερε τὸ ἄρθρον 77. Τὸ ἄρθρον 77 οὐδεμίαν ἐπιρροὴν, οὔτε ἐφαρμογὴν ἔχει ἐπὶ τοῦ συζητουμένου θέματος. Διότι τὸ προσωπικὸν τῆς Βουλῆς διαιρεῖται εἰς δύο, εἰς τὸ προσωπικὸν τῶν Γραφείων τῆς Βουλῆς καὶ εἰς τὸ προσωπικὸν τῆς Βιβλιοθήκης τῆς Βουλῆς.
§14Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Τὴν κάμνει ὁ Κανονισμὸς αὐτὴν τὴν διάκρισιν;
§15Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Τὴν κάμνει καὶ τὴν κάμνω ἐγὼ, ἐξηγῶν τὸν Κανονισμόν. Παρακαλῶ δὲ, ἐὰν ἀντιφρονῆτε, νὰ ἐγερθῆτε νὰ εἴπητε τὴν γνώμην σας. Ἄλλος εἶναι ὁ τρόπος τοῦ διορισμοῦ καὶ τῆς ἀπολύσεως τῶν ὑπαλλήλων τῆς Βουλῆς, καὶ ἄλλος τῶν ὑπαλλήλων τῆς Βιβλιοθήκης. Οἱ ὑπάλληλοι τῆς Βουλῆς ἐθεωρήθησαν πρόσωπα τῆς πολιτικῆς ὑπηρεσίας τῆς Βουλῆς, ἀλλ’ οὐχὶ καὶ οἱ τῆς Βιβλιοθήκης. Ἐκρίθη δ’ ὅτι δέον νὰ γίνεται ὁ διορισμὸς καὶ ἡ ἀπόλυσις τῶν μὲν τῆς Βιβλιοθήκης ὑπὸ τοῦ Προεδρείου καὶ ἐπὶ τῇ προτάσει τοῦ Ἐφόρου, τῶν δὲ ὑπαλλήλων καὶ κλητήρων τῆς Βουλῆς ὑπὸ τοῦ Προέδρου αὐτῆς. Ἤδη, ἐὰν προέβη ὁ Πρόεδρος εἰς ἀπόλυσιν ὑπαλλήλων οἱωνδήποτε, συνῳδὰ τῷ ἄρθρῳ 75, παραγράφῳ δευτέρᾳ, ὁ Πρόεδρος ἐφήρμοσε τὸν Κανονισμὸν, καὶ ἂν συμφωνῶ μετὰ τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Ζακύνθου συναδέλφου, συμφωνῶ μόνον κατὰ τοῦτο, ὅτι ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς δὲν εἶχεν ἀνάγκην νὰ ἐρωτήσῃ τὴν Βουλὴν, ἵνα προβῇ εἰς ἀπόφασιν. Ἔχει τὸ δικαίωμα ἐκ τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς. Ἐὰν προέβητε ἢ ἂν προβῆτε εἰς διορισμὸν νέων ὑπαλλήλων, ἴσως τότε θὰ γεννηθῇ τὸ ζήτημα, ἂν δύναται ὁ Πρόεδρος ἐν τῇ ἀντιφάσει τῶν διατάξεων τῆς αʹ καὶ βʹ παραγράφου τοῦ ἄρθρου 75 νὰ προβῇ εἰς τὸν διορισμόν.
§16ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπιτρέπεται νὰ δώσω μερικὰς ἐξηγήσεις;
§17Γ. ΜΕΛΙΣΣΗΝΟΣ. Ἐπειδὴ πρόκειται περὶ καθαρῶς νομικοῦ ζητήματος, θὰ ἀπαντήσω. Ὁ κ. συνάδελφος ἐκ Μεγαρίδος ὑπέμνησεν εἰς ἐμὲ καὶ εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι ὑπάρχει παράγραφος ἐν ἄρθρῳ 75 τοῦ Κανονισμοῦ, ἡ ὁποία ὁρίζει τὸν τρόπον, καθ’ ὃν διορίζονται καὶ παύονται οἱ ὑπάλληλοι τῆς Βουλῆς. Κατὰ τὴν παράγραφον ταύτην, «πάντες οἱ ὑπάλληλοι καὶ οἱ κλητῆρες τῆς Βουλῆς διορίζονται δι’ ἐγγράφου ὑπογεγραμμένου ὑπὸ τοῦ Προέδρου, κατὰ τὸν αὐτὸν δὲ τρόπον ἀπολύονται· δίδουσι δὲ τὸν ὑπὸ τοῦ νόμου ὁριζόμενον ὅρκον ἐνώπιον τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς.»
§18Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Πρέπει νὰ ὑπογράφῃ ὅλον τὸ Προεδρεῖον.
§19Γ. ΜΕΛΙΣΣΗΝΟΣ. Ἡ παράγραφος αὕτη δὲν ἀφορᾷ τὸν διορισμὸν, ἀλλ’ ἀφορᾷ τὸν τρόπον, μὲ τὸν ὁποῖον κοινοποιεῖται ὁ διορισμὸς ἢ ἡ ἀπόλυσις. Τὸ ἄρθρον 75 ἐν τῇ πρώτῃ αὑτοῦ παραγράφῳ ὡρισμένως ἀναγράφει, ὅτι «εἰς τὸ Γραφεῖον τῆς Βουλῆς διορίζονται ὑπὸ τοῦ Προεδρείου; εἷς Διευθυντὴς τοῦ Γραφείου, εἷς βοηθὸς αὐτοῦ κλπ» Ἡ δευτέρα παράγραφος, τὴν ὁποίαν ἀνεγνώσατε, κύριε συνάδελφε, ἀφορᾷ τὸν τρόπον τοῦ διορισμοῦ. «Πάντες οἱ ὑπάλληλοι καὶ οἱ κλητῆρες τῆς Βουλῆς διορίζονται δι’ ἐγγράφου ὑπογεγραμμένου ὑπὸ τοῦ Προέδρου». Εἶναι ὁ τρόπος, διὰ τοῦ ὁποίου διορίζονται. Δι’ ἐγγράφου βεβαίως. Εἰς τὸ ἔγγραφον αὐτὸ, διὰ τοῦ ὁποίου διορίζονται καὶ ἀπολύονται οἱ ὑπάλληλοι, δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ ἦναι ὑπογεγραμμένα τὰ λοιπὰ μέλη τοῦ Προεδρείου. Βεβαίως θὰ κοινοποιηθῇ ἓν ἔγγραφον εἰς τὸν διοριζόμενον ἢ ἀπολυόμενον ὑπάλληλον. Τὸ ἔγγραφον αὐτὸ παρὰ τίνος θὰ ὑπογραφῇ; Δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ ὑπογραφῇ παρ’ ὁλοκλήρου τοῦ Προεδρείου, ἀλλὰ παρὰ μόνου τοῦ Προέδρου. Ἑπομένως ἡ παρατήρησις τοῦ κ. συναδέλφου δὲν ἔχει σημασίαν, διότι δὲν πρόκειται περὶ τοῦ τρόπου τοῦ διορισμοῦ ἢ τῆς ἀπολύσεως, ἀλλὰ περὶ τοῦ ἐγγράφου, δι’ οὗ διορίζονται ἢ ἀπολύονται οἱ ὑπάλληλοι. Ἐν ἄρθρῳ 77 § γʹ, ὡς προεῖπον, ὁρίζεται, ὅτι μόνον μετὰ τὴν λῆξιν τῆς Συνόδου δύναται ὁ Πρόεδρος μόνος ν’ ἀπολύσῃ τοὺς ὑπαλλήλους τῆς Βουλῆς· ἀλλ’ ἐφ’ ὅσον διαρκεῖ ἡ Σύνοδος, τὸ δικαίωμα τοῦτο δὲν ἔχει ὁ Πρόεδρος, ἀλλὰ τὸ Προεδρεῖον. Εἶπεν ὁ κ. συνάδελφος, ὅτι μόνον ὅσον ἀφορᾷ ἓν ζήτημα συμφωνεῖ μετ’ ἐμοῦ, ὅτι ἐπράξατε κακῶς νὰ ἐρωτήσητε τὴν Βουλήν.
§20Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, δύο λέξεις παρακαλῶ.
§21Γ. ΜΕΛΙΣΣΗΝΟΣ. Ἀφήσατε νὰ τελειώσω!
§22ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἕνας ἕνας. Μὴ διακόπτετε. Ὅσοι θέλουσι νὰ ὁμιλήσωσιν ἐπὶ τοῦ ζητήματος, ἂς ζητήσωσι τὸν λόγον.
§23Γ. ΜΕΛΙΣΣΗΝΟΣ. Ἐγὼ φρονῶ, κύριε Πρόεδρε, ὅτι εἶναι περιττὸν νὰ ὑπάρχῃ Κανονισμὸς, διότι ἀφοῦ δύναται ὁ Πρόεδρος δι’ ἑνὸς ἐρωτήματος νὰ καταλύσῃ τὸν Κανονισμὸν, περιττὸν νὰ ὑπάρχῃ Κανονισμὸς, ἀλλὰ νὰ κάμωμεν ἓν καὶ μόνον ἄρθρον καὶ νὰ εἴπωμεν ὅτι εἶναι δικαίωμα τοῦ Προέδρου, ὁσάκις θέλῃ νὰ προβῇ εἰς οἱανδήποτε πρᾶξιν, νὰ ἐρωτᾷ τὴν Βουλὴν καὶ νὰ προβαίνῃ.
§24ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀκριβῶς δι’ αὐτὸ πρέπει νὰ δώσω ἐξηγήσεις, ἵνα μὴ παρεξηγῶμαι. Τὸ δικαίωμα τὸ ἀπόλυτον τοῦ Προέδρου, ὡς πρὸς τὴν ἀπόλυσιν τῶν ὑπαλλήλων τῆς Βουλῆς, κατὰ ῥητὴν διάταξιν τοῦ Κανονισμοῦ, εἶναι ἀναμφισβήτητον. Νομίζω δ’ ὅτι εἰς τὸ ζήτημα τῆς ἀπολύσεως δὲν χωρεῖ ἄλλη ἑρμηνεία. Μὴ ἀμφιβάλλων δ’ ὅτι τὸ δικαίωμα τῆς ἀπολύσεως εἶναι ἀποκλειστικὸν δικαίωμα τοῦ Προέδρου, δὲν ἐζήτησα τὴν ἄδειαν τῆς Βουλῆς, ἵνα προβῶ εἰς τὴν ἀπόλυσιν τῶν ὑπαλλήλων. Ἀνεκοίνωσα μόνον εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι οἱ ὑπάλληλοι αὐτῆς δὲν φροντίζουσι νὰ ἐκτελῶσι τὰ καθήκοντά των, ἀρνούμενοι πᾶσαν συνδρομὴν εἰς τὸ Προεδρεῖον, ἡ δὲ Βουλὴ μοὶ ἀπήντησε νὰ ἀπολύσω τοὺς ὑπαλλήλους τούτους.
§25Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπειδὴ συνεζητήθη τὸ ζήτημα περὶ τοῦ Κανονισμοῦ, θὰ ἦτο δὲ παράδοξον, ἐὰν ἡμεῖς οἱ Βουλευταὶ, ἐργαζόμενοι ἀπὸ πρωΐας μέχρις ἑσπέρας, ἠγνοοῦμεν τὰς διατάξεις τοῦ Κανονισμοῦ, εἶναι ἀνάγκη νὰ εἴπῃ τις ὀλίγας ἔτι λέξεις, εἶναι ἀνάγκη νὰ εἴπω, ἀπαντῶν εἰς τὸν ἀξιότιμον Βουλευτὴν ἐκ Ζακύνθου, ὅτι ἐν τῇ ἑρμηνείᾳ τῶν νόμων πρέπει νὰ λαμβάνῃ τις ὑπ’ ὄψιν τὴν ἱστορικὴν αὐτῶν ἀφετηρίαν. Ὁ Κανονισμὸς, ὁ ἄρτι ἐκδοθεὶς κατὰ τὴν Σύνοδον ταύτην, λέγει ἐν ἄρθρῳ 75.... Ἐπικαλοῦμαι τὴν προσοχήν σας, κύριοι Βουλευταί, διότι πρέπει διὰ τῆς λύσεως, τὴν ὁποίαν θὰ δώσωμεν, νὰ λύσωμεν τὰς χεῖρας τοῦ κ. Προέδρου· διότι παρουσιάσθη τὸ ἔκτακτον φαινόμενον, χάρις εἰς τὸ προσωπικὸν τῶν ὑπαλλήλων τῆς Βουλῆς, τῶν ὁποίων ἡ ἀπόλυσις ὑπὸ τοῦ Προέδρου ἀμφισβητεῖται, νὰ ἄρχηται ἡ συνεδρίασις τῆς Βουλῆς καὶ νὰ μὴ ὑπάρχῃ εἰς τὸ Προεδρεῖον οὔτε κατάλογος, οὔτε χαρτοφυλάκιον, οὔτε γραφίς!—Τὸ ἄρθρον λοιπὸν 75 ἀρχίζει ὡς ἑξῆς: «Εἰς τὸ Γραφεῖον τῆς Βουλῆς διορίζονται ὑπὸ τοῦ Προεδρείου...» Καὶ ἀναγινώσκων τις τὴν διάταξιν ταύτην, ἐκ πρώτης ἐπιπολαίου ἐντυπώσεως λαμβάνει τὴν ἰδέαν, ὅτι τὸ Προεδρεῖον διορίζει καὶ παύει. Ἀλλ’ εἶναι τὸ ἄρθρον 75 τοῦ μετὰ τὸ Σύνταγμα ψηφισθέντος Κανονισμοῦ, τὸ ὁποῖον λέγει: «Εἰς τὸ Γραφεῖον τῆς Βουλῆς διορίζονται ὑπὸ τοῦ Προεδρείου: εἷς Διευθυντὴς τοῦ Γραφείου κλπ.» Ἀλλὰ βραδύτερον, μετὰ πολλὰ ἔτη, συνεπείᾳ ἐρίδων, αἱ ὁποῖαι ἐλάμβανον χώραν μεταξὺ τῶν μελῶν τοῦ Προεδρείου πρὸς διανομὴν τῶν πολιτικῶν θέσεων, ἢ διότι ἔδει ν’ ἀφεθῇ εἰς τὸν Πρόεδρον, τὸν ἐκπροσωποῦντα τὸ Σῶμα, τὸ δικαίωμα τὸ ὑπέρτατον τοῦ διορίζειν ὑπαλλήλους πρόσωπα τῆς ἐμπιστοσύνης του, ἐγένετο μεταβολὴ τοῦ Κανονισμοῦ. Καὶ θέλετε νὰ ἴδητε ποία εἶναι ἡ μεταβολή; Σᾶς ἀναγινώσκω τὸ παλαιὸν ἄρθρον: «Εἰς τὸ Γραφεῖον τῆς Βουλῆς διορίζονται ὑπὸ τοῦ Προεδρείου εἷς Διευθυντὴς τοῦ Γραφείου, εἷς συντάκτης τῶν πρακτικῶν, εἷς βοηθὸς αὐτοῦ, δύο βοηθοί, δύο γραφεῖς κλπ. Τὸ Προεδρεῖον διορίζει προσέτι ἕνα εὐταξίαν, ἕνα ἀρχικλητῆρα καὶ 15 κλητῆρας. Τὸ Προεδρεῖον ὑποβάλλει εἰς ὅρκον πάντας τοὺς ὑπαλλήλους τοῦ Γραφείου». Εἰς τοῦτο προσετέθη βραδύτερον ἡ διάταξις: «Πάντες οἱ ὑπάλληλοι τῆς Βουλῆς διορίζονται ὑπὸ τοῦ Προέδρου δι’ ἐγγράφου κλπ.», χωρὶς ν’ ἀφαιρεθῇ ἡ ἀρχὴ τοῦ ἄρθρου, ἡ παρέχουσα τὸ δικαίωμα τοῦ διορισμοῦ εἰς τὸν Πρόεδρον. Σᾶς ἡρμήνευσε τὴν διάταξιν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Ζακύνθου, ὅτι ἐγένετο ἵνα κανονισθῇ ἐν τῷ ἄρθρῳ, ὅτι ἐγγράφως πρέπει νὰ γίνεται ὁ διορισμός. Αὐτὸ ἔλειπεν! ὡς νὰ ἐγίνετο πρότερον προφορικῶς! Πῶς δὲν καθωρίσθη λεπτομερέστερον, πῶς δέον ὁ διορισμὸς νὰ γίνηται! ἤτοι λαμβάνει ὁ Πρόεδρος τῆς γραφίδα, ἐμβαπτίζει αὐτὴν εἰς τὸ μελανοδοχεῖον, γράφει ἐπὶ τοῦ χάρτου κλπ.! Ἀλλὰ πρόκειται περὶ Σώματος ἀπαρτιζομένου ἐξ ἀνδρῶν, παρ’ ὧν δέον νὰ ἀξιοῖ τις σοβαρωτέραν ἐργασίαν. Κατ’ ἐμὴν γνώμην, διὰ τῆς διατάξεως «πάντες οἱ ὑπάλληλοι καὶ οἱ κλητῆρες τῆς Βουλῆς διορίζονται δι’ ἐγγράφου ὑπογεγραμμένου ὑπὸ τοῦ Προέδρου, καὶ κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον ἀπολύονται», ἠθέλησε ν’ ἀφαιρέσῃ ἡ Βουλὴ τὸ δικαίωμα τοῦτο ἀπὸ τὰς χεῖρας τοῦ Προεδρείου καὶ ἀναθέσῃ αὐτὸ εἰς τὸν Πρόεδρον. Ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι μελετῶσι τοὺς νόμους, γνωρίζουσιν ὅτι, ὅταν ὑπάρχωσι δύο διατάξεις ἀντικρουόμεναι, μία γενικὴ καὶ ἡ ἄλλη εἰδικὴ, ἡ εἰδικὴ εἶναι ἡ ἐπικρατεστέρα. Δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία, ὅτι ἐκ τῆς ἐξωτερικῆς καὶ ἱστορικῆς ἐρεύνης καὶ παραβολῆς τῶν διατάξεων τοῦ Κανονισμοῦ ἔχομεν λύσιν, ἐκ τοῦ Κανονισμοῦ ἀπορρέουσαν, σαφῆ καὶ κατηγορηματικὴν, ὅτι τὸ δικαίωμα τοῦ ἀπολύειν εἶναι δικαίωμα τοῦ Προέδρου. Τοὺς θέλοντας νὰ μετάσχωσι τῆς συζητήσεως παρακαλῶ νὰ λάβωσιν ὑπ’ ὄψιν ὅσα εἶπον, ἀλλὰ καὶ τοὺς διαφόρους Κανονισμούς, τοὺς ὁποίους ἀφίνω ἐπὶ τοῦ βήματος. Ἐὰν μετὰ ταῦτα ὑπάρξωσιν ἔτι συνάδελφοι, οἱ ὁποῖοι ἤθελον τυχὸν ἀμφισβητήσει τὴν ἀκρίβειαν τῶν λεχθέντων, ἢ διστάσει ν’ ἀποφανθῶσιν, εἰς τούτους συνιστῶ ν’ ἀναγνώσωσιν ἁπλῶς κατὰ χρονικὴν σειρὰν τὸν Κανονισμὸν καὶ τὰς μεταβολὰς αὐτοῦ.
§26Γ. ΜΕΛΙΣΣΗΝΟΣ. Ὁ κ. συνάδελφος ἐκ Μεγαρίδος, φρονῶ, ὅτι ἀντὶ νὰ ἐπιχύσῃ φῶς ἐπέχυσε σκότος.
§27ΧΑΡ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ὅπως καὶ ἂν ἔχῃ τὸ πρᾶγμα, ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου ἐλήφθη ἡ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς. Τὰ πρακτικὰ λαλοῦσι περὶ τούτου.
§28Γ. ΜΕΛΙΣΣΗΝΟΣ. Τοὐναντίον τὰ πρακτικὰ δὲν λέγουσι τίποτε, ὁ δὲ κ. Πρόεδρος εἶπεν, ὅτι θὰ διορθωθῶσι.
§29Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλ’ ἤδη δὲν πρόκειται περὶ συζητήσεως ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ, πρόκειται περὶ διορθώσεως τῶν πρακτικῶν.
§30Γ. ΜΕΛΙΣΣΗΝΟΣ. Ἵνα ἐπέλθῃ ἡ διόρθωσις τῶν πρακτικῶν, εἶναι ἐξεταστέος ὁ Κανονισμός, ἐπὶ τοῦ ὁποίου θὰ στηριχθῶμεν. Ὁ ἀξιότιμος ἐκ Μεγαρίδος συνάδελφος ἀνέγνωσε μόνον τὰ μέρη τοῦ Κανονισμοῦ, τὰ ὁποῖα συνέφερον εἰς τὸν κ. συνάδελφον, πάντα δ’ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἄρδην καταρρίπτουσι τὰ ὑπ’ αὐτοῦ λεχθέντα, ἀφῆκεν ἀκριβῶς ἐν τῷ σκότει. Ἰσχυρίσθη ὅτι, ἀφοῦ δὲν ἔρχωνται οἱ ὑπάλληλοι, ἀφοῦ ἀφίνωσι τὸν Πρόεδρόν μας ἄνευ καταλόγων, βεβαίως εἶναι ἄδικον καὶ παράτυπον νὰ διατηρῶνται οἱ ὑπάλληλοι οὗτοι εἰς τὰς θέσεις των. Βεβαίως τοῦτο εἶναι σοβαρὸν, καὶ διαβεβαιῶ τὴν Βουλὴν, ὅτι, ἐὰν ἐκαλούμην, ὡς μέλος τοῦ Προεδρείου, νὰ δώσω ψῆφον, ἤθελον δώσει ψῆφον ν’ ἀπολυθῶσι τοιοῦτοι ὑπάλληλοι· ἀλλὰ τοιαύτη πρόσκλησις δὲν μᾶς ἐγένετο, οὐδὲ μᾶς ἀνεκοινώθη κἂν δι’ ἐγγράφου τοῦ Προέδρου ἡ τοιαύτη στάσις τῶν ὑπαλλήλων.
§31ΕΠΑΜ. Ν. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος εἰς τὴν προχθεσινὴν συνεδρίασιν ὡς μόνον παράπτωμα τῶν ὑπαλλήλων τούτων ἀνέφερεν, ὅτι δὲν μετέβησαν νὰ συγχαρῶσιν αὐτὸν, πλὴν τοῦ Διευθυντοῦ, καὶ ὡς δεύτερον λόγον ἀνέφερεν, ὅτι ἐκ τοῦ Γραφείου του ἔλειπεν εἷς κονδυλοφόρος. Οὐδεμίαν ἑτέραν δικαιολογίαν ἀπολύσεως τῶν ὑπαλλήλων τούτων εὗρε.
§32Γ. ΜΕΛΙΣΣΗΝΟΣ. Δὲν ἤμην παρὼν κατὰ τὴν προχθεσινὴν συνεδρίασιν, ὅτε ὑπεβλήθησαν οἱ λόγοι οὗτοι παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου κ. Προέδρου· φρονῶ ὅμως, — καὶ γνωρίζω τὸν ἄνθρωπον, — ὅτι ἵσταται τόσον ὑψηλὰ, ὥστε δὲν δύναμαι νὰ παραδεχθῶ, ὅτι ἐπειδὴ δὲν τὸν συνεχάρησαν οἱ ὑπάλληλοι ἀπεφάσισε νὰ τοὺς ἀπολύσῃ. Ὁ Κανονισμὸς τῆς Βουλῆς εἰς τὸ ἄρθρον 75 ὡρισμένως καὶ κατηγορηματικῶς λέγει, ὅτι οἱ ὑπάλληλοι διορίζονται ὑπὸ τοῦ Προεδρείου. Ἀλλ’ ὁ κ. συνάδελφος σᾶς λέγει, ὅτι δὲν πρόκειται περὶ διορισμοῦ, ἀλλὰ περὶ ἀπολύσεως. Ἀλλὰ τὸ ἄρθρον 77 τοῦ Κανονισμοῦ ἐν τῇ τρίτῃ παραγράφῳ αὐτοῦ διατὶ νὰ λέγῃ, ὅτι μετὰ τὴν λῆξιν τῆς Συνόδου ἁρμόδιος ν’ ἀπολύῃ εἶναι ὁ Πρόεδρος; Ἄρα διαρκούσης τῆς Συνόδου ἁρμόδιος ν’ ἀπολύῃ τοὺς ὑπαλλήλους δὲν εἶναι ὁ Πρόεδρος. Ἰδοὺ πῶς ἔχει τὸ ἄρθρον: «Οἱ ὑπάλληλοι τῆς Βιβλιοθήκης τῆς Βουλῆς δύνανται ν’ ἀπολυθῶσι καὶ ν’ ἀντικατασταθῶσι δι’ ἄλλων μετὰ τὴν λῆξιν τῆς Βουλευτικῆς Συνόδου παρὰ τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς, προτάσει τοῦ Ἐφόρου τῆς Βιβλιοθήκης, οἱ δὲ ὑπάλληλοι καὶ οἱ κλητῆρες τῆς Βουλῆς ὑπὸ τοῦ Προέδρου αὐτῆς.» Ἀλλ’ ἐὰν δώσωμεν τὸ δικαίωμα εἰς τὸν Πρόεδρον δι’ ἑνὸς ἐρωτήματος νὰ μεταβάλλῃ τὸν Κανονισμὸν, τότε οὐδεμία διάταξις τοῦ Κανονισμοῦ ἔχει ἰσχύν.
§33ΜΙΧ. ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Ἀναμφισβήτητον τυγχάνει, ὅτι τὰ πρακτικὰ δέον νὰ διορθωθῶσι καὶ οὐχὶ μόνον ἡ πρώτη παράγραφος τῆς τρίτης σελίδος, ἀλλὰ καὶ ἡ τελευταία τῆς δευτέρας, ἔνθα ἀναφέρεται, ὅτι ὁ Πρόεδρος ἠναγκάσθη νὰ ἐγκαταστήσῃ ἰδίαν ὑπηρεσίαν. Τὶ ἐννοεῖ διὰ τούτου; Ὅτι ὁ ἴδιος διώρισε;
§34ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶπον ὅτι θέλω ἀπολύσει ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι δὲν ἐκπληροῦσι τὸ καθῆκόν των.
§35ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Ἑπομένως ἐκάματε προσωρινὴν ἐγκατάστασιν ἄλλων.
§36ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Ἐπὶ τίνι βάσει;
§37ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δυνάμει τοῦ ἄρθρου, τὸ ὁποῖον μὲ καλεῖ εἰς τὴν τήρησιν τῆς τάξεως ἐν τῇ Βουλῇ. Ἑπομένως δὲν γνωρίζω διατὶ παραπονεῖσθε. Ἐγὼ εἶχον ἀνάγκην νὰ διορίσω δύο ἢ τρεῖς ὑπαλλήλους.
§38ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Ἀκριβῶς τοῦτο θέλω νὰ εἴπω· ἐὰν ἦτο ἀποκλειστικὸν δικαίωμα τοῦ Προέδρου καὶ οὐχὶ τοῦ Προεδρείου. Ἑπομένως πρέπει νὰ ἀπαλειφθῇ ἐκ τῶν πρακτικῶν ἡ φράσις «ἠρώτησε τὴν Βουλὴν, ἂν δίδει τὴν ἄδειαν νὰ προβῇ εἰς τὴν ἀπόλυσιν τῶν ὑπαλλήλων, ἡ δὲ Βουλὴ ἐδέχθη τὴν πρότασιν ταύτην». Τοῦτο πρέπει νὰ ἀπαλειφθῇ. Παρεμπιπτόντως δὲ θέλω νὰ εἴπω, ἂν εἶναι δικαίωμα τοῦ Προεδρείου ἡ παῦσις. Διότι ῥητῶς τὸ ἄρθρον 75 ἀναγράφει, ὅτι οἱ ὑπάλληλοι διορίζονται δι’ ἐγγράφου ὑπογεγραμμένου ὑπὸ τοῦ Προέδρου. Ἀλλὰ τὸ δικαίωμα τοῦτο ἔχει ὁ Πρόεδρος, ὅταν προηγηθῇ ἡ γνώμη τοῦ Προεδρείου καὶ συνταχθῇ πρακτικόν. Τότε ὁ Πρόεδρος δι’ ἐγγράφου ὑπογεγραμμένου παρ’ αὐτοῦ διορίζει τοὺς ὑπαλλήλους. Φρονῶ ἀδιστάκτως, ὅτι αἱ τρεῖς πρῶται γραμμαὶ τῆς τρίτης σελίδος τῶν πρακτικῶν δὲν ἔχουσι θέσιν, καθὼς ἐπίσης καὶ αἱ τελευταῖαι τῆς δευτέρας σελίδος. Ἂν ὑπάρχῃ ἔλλειψις ἐν τῷ Κανονισμῷ, πρέπει νὰ διορθωθῇ, οὐχὶ δὲ νὰ δίδεται αὐθαίρετος ἑρμηνεία, διὰ νὰ μὴ συμβαίνουν τὰ ἄτοπα ταῦτα.
§39Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὡς εἶναι συντεταγμένη ἡ τελευταία παράγραφος τῆς δευτέρας σελίδος τῶν πρακτικῶν, γεννᾷ ἀπορίαν· διότι λέγει, ὅτι ὁ Πρόεδρος ἠναγκάσθη νὰ ἐγκαταστήσῃ ἰδίαν ὑπηρεσίαν ἐν τῷ Βουλευτηρίῳ, ἐπειδὴ οἱ ὑπάλληλοι ἔπαυσαν νὰ ἐκτελῶσι τὴν ὑπηρεσίαν αὐτῶν. Ἀλλὰ τί ἐννοεῖτε «ἰδίαν ὑπηρεσίαν»; Ἐννοεῖτε ἀνθρώπους, τοὺς ὁποίους περισυνελέξατε ἐκ τῶν προθαλάμων σας ἢ τῶν ὁδῶν καὶ ἐφέρατε ἐνταῦθα, ἵνα τοῖς ἐμπιστευθῆτε τὴν φρούρησιν τῆς τάξεως; Διότι δὲν ἐννοῶ, τί θὰ εἴπῃ «ἰδίαν ὑπηρεσίαν». Αὐτοὶ εἶναι ἰδιῶται; Πόθεν θὰ πληρωθῶσιν, ἐὰν προσφέρωσι δημοσίαν ὑπηρεσίαν; Οἱ ὑπάλληλοι, οἱ ὁποῖοι ὑπῆρχον, ἐπαύθησαν; Ἀλλὰ πῶς, ἀφοῦ δὲν δύνανται νὰ παυθῶσι; Πρέπει νὰ διορθωθῶσι τὰ πρακτικὰ, καὶ νὰ μᾶς εἴπητε, ἂν τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς ἔπαυσε τοὺς ὑπαλλήλους καὶ διώρισεν ἑτέρους· διότι, ὡς ἔχει ἡ φράσις, εἶναι ἐντελῶς ἔκτροπος· καθόσον, ἐὰν λέγητε ὅτι ἐφέρατε ἰδιαιτέρους ὑπαλλήλους, τότε ὁμοίως δύναται ἕκαστος ἐξ ἡμῶν νὰ φέρῃ τοιούτους. Ἕκαστος Βουλευτὴς τότε θὰ ἔχῃ ἰδίαν συνοδίαν ὑπαλλήλων ἢ φρουρῶν, ἀπαραλλάκτως ὅπως εἰς τὴν Πολωνικὴν Δίαιταν οἱ ἀντιπρόσωποι εἰσήρχοντο μὲ κουστωδίαν ἐνόπλων. Ἡμεῖς θεωροῦμεν ἄτοπον νὰ γραφῇ εἰς τὰ ἐπίσημα πρακτικὰ, ὅτι ἐφέρατε ἰδίαν ὑπηρεσίαν, καὶ ἐλπίζω ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος οἴκοθεν θὰ ζητήσῃ τὴν ἀπάλειψιν τῆς σχετικῆς φράσεως.
§40ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Νομίζω, κ. Πρόεδρε, ὅτι δὲν ἔχετε δικαίωμα νὰ φέρητε ξένους ἀνθρώπους ἐντὸς τῆς Βουλῆς, χωρὶς νὰ φέρωσι τὸν τύπον τοῦ διορισμοῦ τοῦ νομίμου ὑπαλλήλου. Διότι θὰ φθάσητε εἰς ἄτοπα, ἐὰν νομίζητε ὅτι ἔχετε τοιοῦτον δικαίωμα, ὅτι, ἐπειδὴ οἱ ὑπάλληλοι οἱ νομίμως διωρισμένοι δὲν ἐκτελοῦσι τὴν ὑπηρεσίαν των, ἠναγκάσθητε νὰ στρατολογήσητε ἄλλοθεν ἀνθρώπους, ἵνα ἐκτελῶσι τὴν ὑπηρεσίαν κατὰ τὰς διαταγὰς ὑμῶν. Ἀλλὰ, κύριε Πρόεδρε, ποῖα προσόντα ἔχουν αὐτοὶ, τοὺς ὁποίους περιεμαζεύσατε, ἵνα φέρητε ἐνταῦθα; Ἐὰν τοῦτο καθιερωθῇ, δύναται ἄλλος Πρόεδρος νὰ μᾶς φέρῃ ἀνθρώπους ἀπὸ τὰ κάτεργα καὶ νὰ διατάξῃ αὐτοὺς νὰ τηρῶσι τὴν τάξιν ἐν τῇ Βουλῇ! Εἰς αὐτὰ τὰ ἔκτροπα φθάνει ἡ πρᾶξίς σας. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι ἐκεῖνοι, εἰς τοὺς ὁποίους ἀνατίθεται ἡ τήρησις τῆς ἐσωτερικῆς τάξεως ἐν τῇ Βουλῇ, πρέπει νὰ ἦναι νομίμως διωρισμένοι, ἄλλως δὲν ἔχουν τὸ δικαίωμα νὰ ἐκτελῶσι καθήκοντα, πολὺ δὲ περισσότερον δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα ὁ Πρόεδρος νὰ ἀναθέσῃ εἰς αὐτοὺς καθήκοντα τοιαῦτα.
§41Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Ἀμφισβητεῖται ἡ ἔννοια τοῦ σχετικοῦ ἄρθρου τοῦ Κανονισμοῦ. Φρονῶ ὅτι ἡ Βουλὴ ἔχει τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ἀνεύρῃ τὴν ἀκριβῆ ἔννοιαν· ἐὰν δὲ δὲν ἤθελε πεισθῆ νὰ ἀνεύρῃ τὴν ἀληθῆ ἑρμηνείαν τοῦ Κανονισμοῦ, ἤθελε περιπέσει εἰς πολλὰ ἄτοπα. Νομίζω ὅτι τὸ πρᾶγμα εἶναι ἁπλοῦν, καὶ δὲν ἦτο ἀνάγκη νὰ ἔλθῃ νὰ τὸ διασαφήσῃ ὁ ἀξιότιμος ἐκ Μεγαρίδος συνάδελφος, ὅστις ἔχει ἀντίθετον γνώμην. Ὁ Κανονισμὸς εἶναι σαφής· διαιρεῖ τοὺς ὑπαλλήλους εἰς δύο κατηγορίας· εἰς ὑπαλλήλους τοῦ Γραφείου τῆς Βουλῆς καὶ εἰς ὑπαλλήλους τῆς Βιβλιοθήκης, καὶ προνοεῖ διαφόρως περὶ τούτων καὶ περὶ ἐκείνων. Ὡς πρὸς τοὺς ὑπαλλήλους τῆς Βιβλιοθήκης, λέγει τὸ ἄρθρον 77, ὅτι διορίζονται καὶ παύονται τῇ προτάσει τοῦ Ἐφόρου τῆς Βιβλιοθήκης, ἑπομένως ὁ Πρόεδρος δὲν δύναται νὰ ἀπολύσῃ αὐτοὺς, ἐὰν δὲν ἔχῃ πρότασιν τοῦ Ἐφόρου. Ὡς πρὸς δὲ τοὺς ὑπαλλήλους καὶ τοὺς κλητῆρας τῆς Βουλῆς, οὗτοι, κατὰ μὲν τὸ ἄρθρον 75 τοῦ Κανονισμοῦ, διαρκούσης τῆς Συνόδου τῆς Βουλῆς διορίζονται καὶ παύονται ὑπὸ τοῦ Προεδρείου, κατὰ δὲ τὸ ἄρθρον 77, μετὰ τὴν λῆξιν τῆς Συνόδου ὑπὸ μόνου τοῦ Προέδρου. Δὲν πιστεύω δὲ, ὅτι ὁ ἀξιότιμος ἐκ Μεγαρίδος συνάδελφος ἐπίστευσεν, ὅτι ἄλλως ἔχει τὸ πρᾶγμα, διότι δὲν πιστεύω, ὅτι ἦτο ἀνάγκη νὰ ἀναγράψῃ 15 στίχους τὸ ἄρθρον, ἵνα λύσῃ τὰς χεῖρας τοῦ Προέδρου, καὶ μεταθέσῃ τὸ δικαίωμα τοῦ Προεδρείου εἰς τὸν Πρόεδρον. Μόνον τὸ ἔγγραφον τοῦ διορισμοῦ καὶ τῆς ἀπολύσεως τῶν ὑπαλλήλων ὑπογράφει ὁ Πρόεδρος, κατὰ τὴν δευτέραν παράγραφον τοῦ ἄρθρου 75, ἀλλὰ διὰ τοὺς διορισμοὺς καὶ τὰς ἀπολύσεις ἀποφασίζει πάντοτε τὸ Προεδρεῖον διαρκούσης τῆς Συνόδου. Ἐλπίζω δὲ, ὅτι ὁ ἀξιότιμος ἐκ Καλαβρύτων συνάδελφος, ὅστις ἦτο ὁ συντάκτης καὶ εἰσηγητὴς τοῦ ἰσχύοντος Κανονισμοῦ, θὰ λάβῃ τὴν καλωσύνην νὰ μᾶς δώσῃ τὸν λόγον, ὁ ὁποῖος ἐξηνάγκασεν αὐτὸν εἰς τὴν μεταβολὴν ἢ μᾶλλον εἰς τὴν διασάφησιν τοῦ ἄρθρου 75 τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς. Κατὰ τὴν γνώμην μου λοιπὸν καὶ κατὰ τὸν Κανονισμὸν, κ. Πρόεδρε, ἐκτὸς πάσης συζητήσεως εἶναι, ὅτι δὲν δύνασθε ὑμεῖς μονομερῶς νὰ ἀπολύσητε τοὺς ὑπαλλήλους τῆς Βουλῆς, ὡς δὲν δύνασθε νὰ διορίσητε ὑμεῖς μονομερῶς. Θὰ συνέλθῃ τὸ Προεδρεῖον καὶ θ’ ἀποφασίσῃ, ὑμεῖς δὲ θὰ ἐκτελέσητε δι’ ἐγγράφου σας τὰς πράξεις καὶ ἀποφάσεις τοῦ Προεδρείου.
§42ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἄλλη ἀντίρρησις ἐπὶ τῶν πρακτικῶν;
§43ΕΠΑΜ. Ν. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἀναγνωρίζω δικαίαν τὴν ἀξίωσιν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Βουλῆς τοῦ νὰ ἔχῃ ὑπαλλήλους τῆς ἐμπιστοσύνης αὑτοῦ, καὶ ὡς μέλος τοῦ Προεδρείου τῆς Βουλῆς ἤθελον συντρέξει, ἐὰν ἐκαλούμην ν’ ἀποφανθῶ γνώμην ὑπὲρ τῆς προσθήκης μεταξὺ τῶν ὑπαλλήλων ἀνθρώπων τῆς ἐμπιστοσύνης αὐτοῦ. Ἀλλὰ δὲν δύναμαι ν’ ἀναγνωρίσω τὸ ἄλλο δικαίωμα εἰς τὸν Πρόεδρον, ὅτι δύναται μόνος του νὰ μεταβάλῃ τὸν Κανονισμόν. Ὡς ἀντιπρόσωπος τῆς πλειονοψηφίας τῆς Βουλῆς, τὰ πάντα δύναται ἴσως· ἀλλὰ πῶς; Διὰ τῆς κανονικῆς ὁδοῦ· εἰσάγων εἰς τὴν Βουλὴν πρότασιν τροποποιήσεως τοῦ Κανονισμοῦ, τὴν ὁποίαν βεβαίως ἡ πλειονοψηφία θ’ ἀποδεχθῇ. Τοῦτο δὲν θὰ ἐπέφερεν ἢ μίαν μικρὰν δαπάνην, 2,000 δραχμῶν, πρὸς νέαν ἀνατύπωσιν τοῦ Κανονισμοῦ, ὁ ὁποῖος μόλις πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν ἀνετυπώθη. Λοιπὸν θὰ ἦτο προτιμότερον εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς νὰ κάμῃ τὴν πρότασιν ταύτην, καὶ ἐντὸς μιᾶς ἢ δύο ἡμερῶν νὰ ἐπιτύχῃ τὴν τροποποίησιν τοῦ Κανονισμοῦ καὶ νὰ προβῇ εἰς τὴν ἀπόλυσιν τῶν ὑπαλλήλων καὶ τὴν ἀντικατάστασιν αὐτῶν δι’ ἄλλων τῆς ἐμπιστοσύνης αὐτοῦ.
§44Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ...
§45ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τῶν πρακτικῶν;
§46Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐπειδὴ τὰ πρακτικὰ ἀναγράφουσι συμβεβηκός, τὸ ὁποῖον δὲν νομίζω ὅτι εἶναι νόμιμον, ὅτι ἠδύνατο νὰ λάβῃ χώραν, διὰ τοῦτο θὰ συζητήσω ἐπὶ τῆς οὐσίας, οὐχὶ ἐπὶ τῶν πρακτικῶν.
§47ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν νὰ ἐπικυρωθῶσι τὰ πρακτικά.
§48Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν εἶναι δυνατόν, διότι ἀναγράφουσι γεγονός, τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ λάβῃ χώραν.
§49ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἂν εἶναι δυνατόν, νὰ μοὶ εἴπητε τὸ μέρος ἐκεῖνο ἀκριβῶς, διότι διωρθώθησαν ἐν μέρει τὰ πρακτικά.
§50Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. (ἀναγινώσκει). «Ἠρώτησεν εἶτα τὴν Βουλήν, ἂν δίδει τὴν ἄδειαν νὰ προβῇ εἰς τὴν ἀπόλυσιν τῶν ὑπαλλήλων, ἡ δὲ Βουλὴ ἐδέχθη τὴν πρότασιν ταύτην.»
§51ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ μέρος τοῦτο διωρθώθη ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει). «Ἀνεκοίνωσεν εἶτα εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι θὰ προβῇ εἰς τὴν ἀπόλυσιν τῶν ὑπαλλήλων τῆς Βουλῆς, ὅσοι ἠρνήθησαν νὰ ἐκτελῶσι τὰς ὑπηρεσίας των.»
§52Γ. ΜΕΛΙΣΣΗΝΟΣ. Ἐν εἴδει ἀνακοινώσεως, τὴν ὁποίαν ἐκάματε εἰς τὴν Βουλήν, ἢ ἐν εἴδει ἀπαντήσεως εἰς ἐπερώτησιν;
§53ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μοὶ ἐγένετο ἐπερώτησις παρὰ τοῦ κυρίου Λυμπρίτου.
§54ΜΕΛΙΣΣΗΝΟΣ. Δὲν ἀναγράφεται ἡ ἐπερώτησις αὕτη.
§55Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἰσχυρίζεσθε ὅτι ἔχετε τὸ δικαίωμα νὰ διορίζητε ἐκτάκτους ὑπαλλήλους; Τί ἰσχυρίζεσθε;
§56ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συζητοῦμεν ἐπὶ ζητήματος, τὸ ὁποῖον ἀκόμη δὲν ἔχει λάβει χώραν, διότι ἐγώ, ὡς Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, δὲν προέβην εἰς τίποτε· νομίζω ὅμως, ὅτι ἔχω ἐκ τοῦ Κανονισμοῦ τὸ δικαίωμα νὰ προβῶ. Ἑπομένως περιμείνατε πρῶτον τὴν ἐνέργειαν τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς, καὶ κατόπιν ὁμιλεῖτε.
§57ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἀνεκοινώσατε ὅμως κἄτι τι εἰς τὴν Βουλήν.
§58Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Πρόκειται περὶ δύο ἀνακοινώσεων.
§59ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἀνεκοινώσατε πρὸ μικροῦ εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι, ὡς ἔχοντες τὸ δικαίωμα τῆς τηρήσεως τῆς τάξεως ἐν τῇ Βουλῇ, ἔχετε τὸ δικαίωμα, πρὸς τοῖς ὑπαλλήλοις, οἱ ὁποῖοι δὲν ἐπαύθησαν, οἱ ὁποῖοι ὑπάρχουσι νομίμως διωρισμένοι, νὰ διορίσητε καὶ ἄλλους ἐκτάκτους, πρὸς τήρησιν τῆς τάξεως, ὡς εἴπετε.
§60ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εἶπον ὅτι ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ διορίσω.
§61Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Τί εἴπετε;
§62ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶπον μόνον, ὅτι οἱ ὑπάρχοντες ὑπάλληλοι τῆς Βουλῆς ἀρνοῦνται πρὸς ἐμὲ τὰς ὑπηρεσίας των.
§63Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ποῖοι ὀνομαστί;
§64ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ πρακτικογράφος.
§65ΧΑΡΙΛ. ΤΖΑΝΝΕΤΑΚΗΣ. Ἐδῶ εἶναι, κύριε Πρόεδρε.
§66ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει ὁρισθῆ πρὸς ἔναρξιν τῆς συνεδριάσεως ἡ 8η πρωϊνὴ ὥρα. Ὁ πρακτικογράφος δὲν ἐφάνη. Ποίαν ὥραν ἦλθεν ὁ πρακτικογράφος; Εἰς τὰς 9 καὶ κάτι. Ἑπομένως τί ἠθέλετε νὰ κάμω, σᾶς παρακαλῶ;
§67Γ. ΜΕΛΙΣΣΗΝΟΣ. Νὰ προσκαλέσητε τὸ Προεδρεῖον νὰ τὸν ἀπολύσῃ, ἐὰν δὲν ἐκτελῇ τὸ καθῆκόν του.
§68ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νομίζετε ὅτι ἠδυνάμην αὐτὴν τὴν στιγμὴν νὰ καλέσω τὸ Προεδρεῖον; Βεβαίως ὄχι! Ἀλλ’ εἶπον καὶ ἐπαναλαμβάνω, ὅτι, προκειμένου περὶ τῆς ἀπολύσεως τῶν ὑπαλλήλων, εἶναι δικαίωμα τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς· προκειμένου περὶ διορισμοῦ, εἶναι δικαίωμα τοῦ Προεδρείου.
§69Γ. ΜΕΛΙΣΣΗΝΟΣ. Ὅπως νομίζετε σεῖς.
§70ΕΠΑΜ. Ν. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τὸ συμβεβηκὸς τοῦ πρακτικογράφου ἔλαβε χώραν σήμερον καὶ οὐχὶ προχθές.
§71Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Νομίζω ὅτι τὸ πρᾶγμα εἶναι ἁπλοῦν. Ἐὰν ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, ἢ ἂν τὰ μέλη τοῦ Προεδρείου τῆς Βουλῆς δὲν ἔχωσιν ἐμπιστοσύνην ἐπὶ τὸ προσωπικὸν τὸ ἐργαζόμενον ἐν τῷ Γραφείῳ, ἔχουσι τρόπον, κατὰ τὸν ὁποῖον δύνανται ν’ ἀντικαταστήσωσι τὸ προσωπικὸν τοῦτο. Τὸν τρόπον ἀναγράφει ὁ Κανονισμός. Ἐὰν τὸ Προεδρεῖον δὲν συμφωνῇ μὲ τὸν κ. Πρόεδρον, εὐκολώτατον εἶναι νὰ προταθῇ ἡ μεταβολὴ τοῦ Κανονισμοῦ. Τὴν μίαν ἡμέραν θέλει προταθῆ ἡ μεταβολὴ τοῦ Κανονισμοῦ, τὴν ἐπιοῦσαν θέλει μεταβληθῆ ὁ Κανονισμὸς, διότι ἡ πλειονοψηφία θέλει σᾶς δώσει πᾶσαν ὑποστήριξιν, καὶ τότε, ἀντὶ νὰ διορίζῃ τὸ Προεδρεῖον, θέλει διορίζει τὸ προσωπικὸν τῶν Γραφείων τῆς Βουλῆς ὁ Πρόεδρος, κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ Κανονισμοῦ. Τὰ πράγματα θέλουσιν εἶσθαι ὁμαλὰ, καὶ ἡ πορεία σας ὁμαλή. Ἀλλ’ ἐὰν ἰσχυρίζησθε, ὅτι δύνασθε μόνος ὑμεῖς νὰ παύητε ὑπαλλήλους, οἱ ὁποῖοι διορίζονται ὑπὸ τοῦ Προεδρείου, τοῦτο δὲν εἶναι δυνατόν. Κανὼν εἶναι, ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται νὰ παύηται ὁ ὑπάλληλος, εἰμὴ ἀπὸ ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος διορίζει αὐτόν. Ὅταν διατείνησθε, ἐναντίον τοῦ Κανονισμοῦ, ὅτι δύνασθε μόνος νὰ παύσητέ τινα, παραβαίνετε τὸν Κανονισμὸν, ὁ Κανονισμὸς δὲν εἰς τὴν Βουλὴν ἔχει τὸν αὐτὸν λόγον, τὸν ὁποῖον ἔχει τὸ Σύνταγμα εἰς τὴν Πολιτείαν. Ἐὰν διάταξίς τις τοῦ Συντάγματος ἦναι πλημμελὴς, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ διορθωθῇ, διότι ἀπαιτεῖται νὰ ἐκτελεσθῶσιν αἱ διατάξεις τοῦ Συντάγματος, κατὰ τὰς ὁποίας ἀναθεωρεῖται τὸ Σύνταγμα. Ἀλλ’ εὐτυχῶς, διὰ τὸν Κανονισμὸν ἔχει ἄλλως τὸ πρᾶγμα· ὁ Κανονισμὸς ἀναθεωρεῖται καὶ μεταβάλλεται ἐν μιᾷ ἡμέρᾳ· ὁ Πρόεδρος προτείνει τὴν μεταβολὴν τοῦ Κανονισμοῦ, ἡ πλειονοψηφία ἐπιψηφίζει τὴν πρότασιν αὐτοῦ, ἀναγράφεται νέα διάταξις ἐν τῷ Κανονισμῷ, καὶ δυνάμει αὐτῆς ὁ Πρόεδρος διορίζει καὶ παύει ὅντινα θέλει. Ἀλλ’ ἐν ὅσῳ ὑπάρχῃ διάταξις ἰσχύουσα, ὅτι τὸ Προεδρεῖον διορίζει, ἐὰν διορίσητε ὑμεῖς παρεισάκτους ὑπαλλήλους, ἀντικαθιστῶντες τοὺς ὑπαλλήλους τοὺς διωρισμένους κατὰ τὸν Κανονισμὸν δι’ ὑπαλλήλων διοριζομένων ὑπὸ τοῦ Προέδρου, ἀθετεῖτε τὸν Κανονισμὸν, δηλαδὴ τὸ Σύνταγμα τῆς Βουλῆς. Ἀφοῦ δὲ ἡ μεταβολὴ τοῦ Κανονισμοῦ εἶναι τόσον εὔκολος, δὲν ἐννοῶ διατὶ αἱ περιπλοκαὶ αὗται. Ἀλλὰ δύναται ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς νὰ εἰσάγῃ ὑπαλλήλους, καθ’ ὃν χρόνον ἡ διάταξις τοῦ Κανονισμοῦ δὲν ἐπιτρέπει τοῦτο, παρὰ μόνον εἰς τὸ Προεδρεῖον; Νομίζω ὅτι δὲν δύναται. Καὶ ἂν ἡ Βουλὴ σᾶς τὸ ἐπέτρεψεν, ὑπερέβη τὰ καθήκοντα αὑτῆς, ἐνῷ ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ σέβηται τὸν Κανονισμὸν πλειότερον παντὸς ἄλλου, διότι διὰ τοῦ Κανονισμοῦ τηρεῖται ἡ τάξις, διὰ τοῦ Κανονισμοῦ δύναται νὰ ἐκπληροῖ τὰ καθήκοντά της κανονικῶς. Ἂν δὲν ὑπάρχῃ Κανονισμὸς, οὐδὲ συζήτησις δύναται νὰ γείνῃ, οὐδὲ ἡ Βουλὴ εἶναι δυνατὸν νὰ προβῇ εἰς ἀπόφασιν.
§72ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνω ἃ εἶπον, ὅτι δὲν διώρισα ὑπαλλήλους.
§73Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, μὲ συγχωρεῖτε. Εἶδον πρὸ μικροῦ ἐπὶ τοῦ γραφείου ὑμῶν ἕνα κύριον, ὁ ὁποῖος δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ εἰσέρχηται εἰς τὴν Βουλὴν καὶ νὰ ὁμιλῇ εἰς τὸν Πρόεδρον, ἂν δὲν ἦναι ὑπάλληλος. Λοιπὸν εἶναι ὑπάλληλος;
§74Γ. ΠΟΛΥΓΕΝΗΣ. Ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ταύτην τὴν στιγμὴν κρατεῖ τὰ πρακτικὰ, τί εἶναι;
§75ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπειδὴ ἀπουσίασεν ὁ πρακτικογράφος, ἦτο ἀνάγκη νὰ ἀναλάβῃ ἕτερος.
§76ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ἐδῶ εἶναι ὁ πρακτικογράφος.
§77ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἦλθεν εἰς τὰς 9.
§78ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ἐξ ἀρχῆς ἦτο ἐδῶ.
§79Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κατέχων ἤδη τὴν θέσιν τοῦ πρακτικογράφου εἶναι ἐκ τῆς ἰδίας ὑπηρεσίας, τὴν ὁποίαν ἐγκατεστήσατε. Μὲ ποῖον δικαίωμα ἐγκατεστήσατε ἐδῶ ἰδιωτικὴν ὑπηρεσίαν;
§80ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναπληρωτὴν ἐγκατέστησα.
§81Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Μὲ ποῖον δικαίωμα;
§82Δ. ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐν τῇ συζητήσει τοῦ ζητήματος τούτου, τοῦ ὁποίου τὴν σπουδαιότητα δὲν θέλω ν’ ἀμφισβητήσω ἐκ προοιμίων, ὁ σεβαστὸς ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως) ἀνέπτυξε γενικὴν ἀρχήν. Εἶπε πρὸ ὀλίγου, ὅτι δὲν δύναται νὰ παύῃ καμμία ἀρχὴ ἄλλη, παρὰ ἐκείνη, ἡ ὁποία διορίζει.
§83Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἡ ὁποία ἔχει τὸ δικαίωμα τοῦ διορίζειν.
§84ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸ λέγω. Ἀλλ’ ἂν δὲν μὲ ἀπατᾷ ἡ μνήμη, ἡ ἀρχὴ αὕτη ἐπὶ ἄλλου σπουδαιοτάτου ἀντικειμένου δὲν μοὶ φαίνεται ὅτι ἐτηρήθη ὑπὸ τοῦ σεβαστοῦ ἀρχηγοῦ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ὅτε ἦτο Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Καὶ τὸ παράδειγμα, τὸ ὁποῖον θὰ σᾶς φέρω, νομίζω ὅτι θὰ σᾶς προξενήσῃ αἴσθησιν διότι ἐκεῖ δὲν πρόκειται περὶ ὑπαλλήλων τῆς Βουλῆς ἢ περὶ κατωτέρων ὀργάνων τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, ἐκεῖ δὲν πρόκειται περὶ ἄλλου τινὸς θεσμοῦ ἐπουσιώδους, ἐκεῖ πρόκειται περὶ θεσμοῦ, τὸν ὁποῖον αὐτὸς ὁ σεβαστὸς Πρόεδρος τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως καὶ τὸ Ὑπουργεῖον τὸ προκάτοχον ἀνεκήρυξεν οἱωνεὶ ὡς θεμελιώδη θεσμὸν, ὡς ἁπτόμενον τίποτε ὀλιγώτερον ἢ αὐτῶν τῶν δικαιωμάτων τῶν δήμων. Τί λέγει, Κύριοι, τὸ νομοσχέδιον περὶ δημοτικῆς ἀστυνομίας; Τὸ νομοσχέδιον περὶ δημοτικῆς ἀστυνομίας ἀναγνωρίζει, ὅτι τὸ ἀστυνομεῖν, τὸ ἐνασκεῖν τὴν τοπικὴν ἀστυνομίαν, ἔστω, εἶναι δικαίωμα ἱερὸν τῶν δήμων, συμφυὲς πρὸς τὴν ὕπαρξιν καὶ τὴν λειτουργίαν τῶν δήμων, καὶ ἑπομένως, συνεπὴς πρὸς τὴν ἀρχὴν ταύτην ὁ ἀξιότιμος καὶ σεβαστὸς Πρόεδρος τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἀναγνωρίζει ὅτι τὸν ἀστυνόμον πρέπει νὰ ἐκλέγωσιν αἱ ἀρχαὶ τοῦ δήμου, τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον καὶ ὁ Δήμαρχος. Ποῖος παύει κατὰ τὸ νομοσχέδιον τὸν ἀστυνόμον; Τὸ Ὑπουργεῖον ἐπὶ τῇ προτάσει τοῦ νομάρχου!
§85Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μοῦ δίδετε τὴν ἄδειαν; Αὐτὸ διατάσσεται ἐκ νόμου. Νόμος τοῦ Κράτους ἰσχύων διατάσσει τοῦτο.
§86ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸ διατάσσεται ἐν νόμῳ, ἀλλὰ ὁ ἀξιότιμος καὶ σεβαστὸς Πρόεδρος τῆς Ἀντιπολιτεύσεως δὲν ὡμίλει περὶ νόμου ψηφιστέου, κατὰ παρέκκλισιν ἀπὸ τῆς ἀρχῆς, ἣν ἀνακηρύσσει ἀφ’ ἑνὸς, καὶ ἀφ’ ἑτέρου ὁμολογεῖ ὡς παραβιασθεῖσαν ἐν τῷ περὶ ἀστυνομίας νομοσχεδίῳ. Νομίζω ὅτι ἀντιλαμβάνομαι κἄτι τι ἐκ τῶν συζητήσεων, πότε συζητεῖ τις περὶ ἑρμηνείας νόμου καὶ πότε ἀνακηρύσσεται ἀρχή. Πρόκειται ἤδη περὶ ἑρμηνείας διατάξεως τοῦ Κανονισμοῦ, διατάξεως ἀμφιβόλου δῆθεν ἐννοίας, καὶ διὰ τὴν ἑρμηνείαν ὁ κ. Δηλιγιάννης ἐπικαλεῖται ὡς ἀρχὴν καὶ κανόνα ἀπαράβατον, ὅτι δὲν δύναται νὰ παύῃ, εἰμὴ ὁ ἔχων τὸ δικαίωμα τοῦ διορίζειν· ἄρα ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἡ ἔννοια τῆς διατάξεως τοῦ Κανονισμοῦ δὲν ἐπιτρέπεται νὰ ὑποτεθῇ διάφορος. Καὶ ἡ ἀρχὴ αὐτὴ ἐκ πρώτης ὄψεως φαίνεται λογική. Δὲν θὰ ἦτό τι παράδοξον ἀληθῶς, ἂν εἶχέ τις τὴν ἰδέαν, ὅτι δὲν δύναται ποτὲ μία ἀρχὴ νὰ παύῃ τὸν ὑπάλληλον, τὸν ὁποῖον ἄλλη ἀρχὴ διορίζει. Ἠμπορεῖ ἴσως νὰ περιστέλληται ἡ ἀπολύουσα ἀρχὴ ὑπὸ περιορισμῶν, ὑπὸ ὅρων ἐν τῇ ἀπολύσει, ἀλλ’ εἶναι λογικὸν τὸ νὰ ὑποτίθηται, ὅτι ἡ ἀρχὴ, ἡ ὁποία διορίζει, αὐτὴ δύναται καὶ νὰ παύῃ. Αὐτὸ λοιπὸν τὸ παράδοξον βλέπω ὅτι ὁ ἀξιότιμος καὶ σεβαστὸς Πρόεδρος τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἀνεκήρυξε τὴν ἀρχὴν ταύτην πρὸ ὀλίγου, ὅτι ἡ ἀρχὴ, ἡ ὁποία δύναται νὰ παύῃ, εἶναι ἐκείνη, ἡ ὁποία διορίζει.
§87ΜΙΧ. ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Ὡμίλησε δυνάμει τῶν κειμένων νόμων.
§88ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸ εἶπον ὡς ἐκ περισσοῦ, καὶ τὸ ἀνέφερα διότι εἰς ἐμὲ προὐξένησεν αἴσθησιν· διότι ἐκεῖ, ὅπου ἐπρόκειτο περὶ τῶν δικαιωμάτων καὶ τῆς αὐτονομίας τῶν δήμων, ἐκεῖ ἡ ἐξουδετέρωσις ὅλης αὐτῆς τῆς αὐτονομίας, ἡ ὁποία ἀνεκηρύχθη καὶ ἀνεγράφη εἰς τὴν σημαίαν προγράμματος, ἐπέρχεται προχειροτάτη, διότι ἐκεῖ τὸν ἀστυνόμον τὸν παύει ἡ κεντρικὴ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία. Ἀλλὰ δύναταί τις νὰ μοὶ ἀντιτάξῃ πρὸς ὑπεράσπισιν τοῦ νόμου ἐκείνου, — καὶ τοῦτο εἶναι διευκολυντικὸν, οὕτως εἰπεῖν, τῆς ἑρμηνείας τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς ἐπὶ τοῦ προκειμένου, ἐὰν ὑπάρχῃ ἀνάγκη ἑρμηνείας ἐκεῖ, ὅπου τὸ γράμμα τοῦ Κανονισμοῦ εἶναι σαφὲς, — ὅτι ὑπάρχουσιν ἀληθῶς περιστάσεις, κατὰ τὰς ὁποίας ὁ μὲν διορισμὸς δύναται ν’ ἀνατίθηται εἰς μίαν ἀρχὴν, ἀλλὰ προκειμένου περὶ ἐκτελέσεως ὑπηρεσίας, περὶ παραβάσεως καθηκόντων, δύναται τῷ ὄντι νὰ ἔρχηται προχειρότερον μία ἄλλη ἀρχὴ, ἡ ὁποία νὰ παύῃ τὸν παρεκτραπέντα Τοῦτο ἀπολύτως δὲν εἶναί τι παράχορδον. Παράχορδον ἠδύνατο μόνον νὰ ἦναι ἐκεῖ, ὅπου πρόκειται περὶ τῶν δικαιωμάτων τῶν δήμων καὶ περὶ ἀντιθέσεως ἄκρας, ἀφ’ ἑνὸς περὶ διορισμοῦ ὑπὸ τῶν δήμων, ἀφ’ ἑτέρου περὶ παύσεως ὑπὸ τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας. Πρόκειται ἐκεῖ περὶ ἀνατροπῆς τῆς ἀρχῆς, ἡ ὁποία τίθεται, πρόκειται περὶ ἀντιφαρμάκου, τὸ ὁποῖον καταστρέφει ἀληθῶς τὸ φάρμακον ἐντελῶς, καὶ ἐμπαίζει μᾶλλον τὸ φάρμακον, ἀφοῦ τὸν δημοτικὸν ἀστυνόμον τὸν παύει τὸ Ὑπουργεῖον. Ἀλλ’ ἀπολύτως δὲν δύναται ν’ ἀμφισβητήσῃ τις, ὅτι ὑπάρχουσι περιστάσεις, κατὰ τὰς ὁποίας μία ἀρχὴ δύναται νὰ διορίζῃ, μία ἄλλη νὰ παύῃ, διότι δύναται νὰ ὑπάρχῃ μία ἐπείγουσα ἀνάγκη πολλάκις διὰ τὴν παῦσιν. Ἀλλ’ ἐνῷ, Κύριοι, δὲν ἐσκέφθημεν περὶ μονιμότητος ἄλλων ὑπαλλήλων, ἐνῷ ἐθεωροῦμεν πρὸ ὀλίγου, ὅτι εἶναι ἐπουσιῶδές το νὰ ἔχῃ ἀνεξαρτησίαν τὸ Νομικὸν Συμβούλιον καὶ μονιμότητά τινα ὑπὸ ὅρους, οὐχὶ καὶ αὐτοὺς ἐξικνουμένους μέχρι τῆς ἰσοβιότητος, ἐδῶ θέλομεν ν’ ἀναγνωρίσωμεν τί; Ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται εἰς καμμίαν ἀρχὴν ἐν τῷ Κράτει νὰ ἀπολύσῃ τὸν ὑπάλληλον τῆς Βουλῆς, ἐνόσῳ ἡ Βουλὴ ἐργάζεται, καὶ πρέπει ἡ κυριαρχία ἴσως τοῦ λαοῦ νὰ ἐξεγερθῇ διὰ νὰ παυθῇ διαρκούσης τῆς Συνόδου τῆς Βουλῆς εἷς ὑπάλληλος τῆς Βουλῆς· διότι ἐκήρυξαν πρὸ ὀλίγου, ὅτι εἶναι ἀνεπίδεκτος παύσεως· οὐδεμία ἀρχὴ ὑπάρχει, διαρκούσης τῆς Συνόδου τῆς Βουλῆς, ἱκανὴ νὰ παύσῃ τοὺς ὑπαλλήλους τούτους, ὅ,τι δήποτε καὶ ἂν πράττωσι! Διότι λέγουσιν οἱ ἑρμηνευταὶ τοῦ Κανονισμοῦ, ὅτι μετὰ τὴν λῆξιν τῆς Συνόδου δύναται ὁ Πρόεδρος νὰ παύσῃ τοὺς ὑπαλλήλους, καὶ ἑπομένως, ἐφ’ ὅσον δὲν ἐπέρχεται ἡ λῆξις τῆς Συνόδου, οἱ ὑπάλληλοι τῆς Βουλῆς εἶναι ἀνεξέλεγκτοι! δὲν ὑπάρχει καμμία ἀρχὴ, ἡ ὁποία νὰ τοὺς ἀπολύσῃ! Λοιπὸν ἐν ὅσῳ ἐξακολουθοῦν αἱ ἐργασίαι τῆς Βουλῆς, οἱ ὑπάλληλοι τῆς Βουλῆς δύνανται, ἐὰν εὐαρεστῶνται, νὰ ἐμποδίζωσι τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς! Τί δύναται ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει νὰ γείνῃ, καὶ πῶς δύναται νὰ διορθωθῇ τὸ πρᾶγμα; Μόνον δι’ ἐπαναστάσεως! Καὶ ἐπειδὴ ἐσχάτως ἐπεκράτησεν ἡ συνήθεια τοῦ ἐπικαλεῖσθαι τὴν κυριαρχίαν τοῦ λαοῦ διὰ πᾶν ζήτημα, ἡ κυριαρχία τοῦ λαοῦ εἶναι τὸ πλέον προχειρότερον πρᾶγμα. Συναθροίζονται λόγου χάριν τινὲς πολῖται, καὶ ἔρχεται εἰς αὐτοὺς ἡ ὄρεξις νὰ θορυβῶσι, κτυπῶντες ἐπὶ τῶν τραπεζίων τῆς Πλατείας τοῦ Συντάγματος. Λοιπὸν αὐτοὶ οἱ πολῖται ἀσκοῦσι τὴν κυριαρχίαν τοῦ λαοῦ, τὴν ὁποίαν οὐδεὶς δύναται νὰ ἐμποδίσῃ (ἱλαρότης)· εἶναι ὁ λαὸς, ὁ ὁποῖος ἐγρηγορεῖ καὶ ὁ ὁποῖος ἐγρηγορῶν ἔχει τὸ δικαίμα νὰ κάμῃ τοὺς ἄλλους νὰ μὴ δύνανται νὰ κοιμηθῶσι (γέλως). Ἐπειδὴ λοιπὸν τὸ ἐπικαλεῖσθαι τὴν κυριαρχίαν τοῦ λαοῦ κατέστη κατὰ τοὺς τελευταίους χρόνους πολὺ πρόχειρον πρᾶγμα, διὰ νὰ παυθῶσιν οἱ ὑπάλληλοι τῆς Βουλῆς διαρκούσης τῆς Συνόδου, δὲν ἔχομεν παρὰ νὰ προκαλέσωμεν μίαν διαδήλωσιν. Καὶ οὕτως ὁ λαὸς ἐκφράζεται, ὅτι πρέπει νὰ παυθοῦν! Ἀλλ’ ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἐθεώρουν ὅτι δὲν εἶναι παράχορδον νὰ παύῃ ὁ Νομάρχης καὶ ὁ Ὑπουργὸς τὸν ἐκλεκτὸν τοῦ δήμου, τοῦ ὁποίου κατ’ αὐτοὺς τούτους ἡ θέσις εἶναι συμφυὴς μὲ τὸ δικαίωμα τοῦ δήμου, θεωροῦσιν ὅτι εἶναι παράχορδον καὶ πλέον σκανδαλῶδες, ἵνα οἱ ὑπάλληλοι τῆς Βουλῆς, οἱ διοριζόμενοι ὑπὸ τοῦ Προεδρείου, παύωνται παρὰ τοῦ Προέδρου, δηλαδὴ ὑπὸ ἀρχῆς τῆς αὐτῆς προελεύσεως ὡς καὶ τὸ Προεδρεῖον, τὸ ὁποῖον τοὺς διώρισε, καὶ ἑπομένως πρέπει νὰ φροντίσωμεν νὰ στραγγαλίσωμεν καὶ αὐτὸ τὸ γράμμα τοῦ Κανονισμοῦ, ὥστε νὰ ἐκλείψῃ αὐτὸ τὸ σκάνδαλον τὸ μέγα, τοῦ νὰ παύωνται οἱ ὑπάλληλοι τῆς Βουλῆς παρὰ τοῦ Προέδρου αὐτῆς.
§89Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ (ἤδη εἰσελθὼν ἐν τῇ αἰθούσῃ). Κύριε Πρόεδρε, δὲν ἔχετε τὸ δικαίωμα νὰ παραβιάζητε τὸν Κανονισμόν. Ὁ διωρισμένος πρακτικογράφος νὰ καθήσῃ εἰς τὴν θέσιν του, καὶ ὁ καθήμενος εἰς τὴν θέσιν του ἰδιώτης νὰ ἐξέλθῃ.
§90ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Ἔξω οἱ ἰδιῶται! (θόρυβος).
§91ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡσυχάσατε, διὰ νὰ σᾶς δώσω ἐξηγήσεις.
§92Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Ποῖος εἶναι αὐτὸς, ὁ ὁποῖος κάθηται εἰς τὴν θέσιν τοῦ πρακτικογράφου; Νὰ ἐξέλθῃ ἀμέσως!
§93ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἦσθε παρὼν, κύριε Ράλλη, ἐν ἀρχῇ τῆς συνεδριάσεως, καὶ δὲν γνωρίζετε, τί ἔλαβε χώραν. Ἡ συνεδρίασις ἤρχισε τὴν 8ην ὥραν, ὁ πρακτικογράφος ἦτο ἀπὼν, ἑπομένως ἦτο ἀνάγκη νὰ θέσω ἕνα ἄλλον ἐκεῖ, διὰ νὰ τηρήσῃ τὰ πρακτικά. Αὐτὸ ἀκριβῶς ἐγένετο.
§94ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὑπάλληλον ἔπρεπε νὰ θέσητε, ὄχι ἰδιώτην.
§95Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Ὁ ἰδιώτης νὰ φύγῃ ἀμέσως ἀπ’ ἐκεῖ.
§96ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἔχω καμμίαν δυσκολίαν νὰ θέσω πάλιν τὸν πρακτικογράφον εἰς τὴν θέσιν του, ἀλλ’ ἦτο ἀνάγκη νὰ ἐξηγήσω, διὰ τίνα λόγον προέβην εἰς τὸ μέτρον αὐτό.
§97Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Εἶσθε προϊστάμενος τῆς ὑπηρεσίας, καὶ ἔχετε δικαίωμα πειθαρχικῆς ἐξουσίας. Ἐὰν δὲν εὑρέθη εἰς τὴν θέσιν του κατὰ τὴν ὥραν τῆς ἐργασίας ὁ ὑπάλληλος τοῦ Γραφείου τῆς Βουλῆς, τιμωρήσατέ τον πειθαρχικῶς. Θέλετε νὰ τὸν παύσητε; Προκαλέσατε τὴν παῦσίν του νομίμως. Πάντες αὐτοὶ δεικνύει (τὴν δεξιὰν) εἶναι πλειονοψηφία, θέλουσι δὲ δεχθῆ τὴν πρότασιν, ἣν ἠθέλετε προτείνει, περὶ τροποποιήσεως τοῦ Κανονισμοῦ.
§98ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔπρεπεν ἡ Βουλὴ νὰ περιμένῃ τὸν πρακτικογράφον;
§99ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Δι’ ὑπαλλήλου ἔπρεπε ν’ ἀντικατασταθῇ, ὄχι δι’ ἰδιώτου, καὶ ἀπορῶ πῶς ἐπιμένετε.
§100Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν θὰ προχωρήσητε, ἐὰν δὲν κατέλθῃ ὁ ἰδιώτης καὶ δὲν καθήσῃ ὁ ὑπάλληλος.
§101ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶπον ὅτι δὲν ἔχω ἀντίρρησιν νὰ καθήσῃ ὁ πρακτικογράφος, καὶ ἂς καταλάβῃ τὴν θέσιν του. (Προσέρχεται καὶ καταλαμβάνει τὴν θέσιν τοῦ συντάκτου τῶν ἐπισήμων πρακτικῶν τῆς Βουλῆς ὁ ἐπὶ τούτῳ διωρισμένος ὑπάλληλος).
§102Δ. ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ἰδοὺ, Κύριοι, εἰς ὅτι χανόμεθα ὑπὸ τὰς περιστάσεις, τὰς ὁποίας πάντες ἀναγνωρίζομεν καὶ τὰς ὁποίας αἰσθάνεται ὁ τόπος! Ἀπευθύνομαι πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς, καὶ πρὸς αὐτὸν θέλω νὰ εἴπω νὰ μὴ καλέσῃ ἕνεκεν τοῦ Κανονισμοῦ τὸ Προεδρεῖον, διότι ὁ Κανονισμὸς εἶναι σαφέστατος, καὶ σᾶς λέγει (ἀναγινώσκει): «Οἱ ὑπάλληλοι τῆς Βιβλιοθήκης τῆς Βουλῆς δύνανται νὰ ἀπολυθῶσι καὶ ἀντικατασταθῶσι δι’ ἄλλων μετὰ τὴν λῆξιν τῆς Βουλευτικῆς Συνόδου παρὰ τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς, προτάσει τοῦ Ἐφόρου τῆς Βιβλιοθήκης, οἱ δὲ ὑπάλληλοι καὶ οἱ κλητῆρες τῆς Βουλῆς ὑπὸ τοῦ Προέδρου αὐτῆς.» Ὁ Κανονισμὸς λοιπὸν εἶναι σαφέστατος εἰς τὴν διάταξιν αὐτὴν, καὶ ἀνέθηκεν εἰς τὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς τὸ δικαίωμα νὰ παύῃ τοὺς ὑπαλλήλους τῆς Βουλῆς, ὁποτεδήποτε, κατ’ ἀντιδιαστολὴν πρὸς τοὺς ὑπαλλήλους τῆς Βιβλιοθήκης, δι’ οὓς καὶ μόνους τίθενται οἱ ἐν τῷ πρώτῳ ἐδαφίῳ περιορισμοὶ καὶ ὅροι τῆς λήξεως τῆς Συνόδου καὶ τῆς προτάσεως τοῦ Ἐφόρου. Ἐὰν δὲ ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς καλέσῃ τὸ Προεδρεῖον διὰ ν’ ἀποφασίσῃ περὶ τῆς παύσεως τῶν ὑπαλλήλων, νομίζω ὅτι θὰ παραβιάσῃ τὸν Κανονισμὸν, ἵνα περιορίσῃ τὴν ἐξουσίαν του. Λοιπὸν οἱ ὑπάλληλοι τῆς Βουλῆς, κατὰ τὴν ῥητὴν καὶ σαφῆ διάταξιν τοῦ Κανονισμοῦ, ἀπολύονται καὶ ἀντικαθίστανται ἀπεριορίστως ὑπὸ τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς. Ὅπου δὲ τὸ γράμμα εἶναι σαφὲς, ἑρμηνεῖαι δὲν χωροῦν. Ἀλλ’ ἦτον ἆρά γε δίκαιον νὰ μᾶς ἀπασχολήσῃ τοιοῦτον ζήτημα, ὅταν ἡμεῖς καὶ δι’ ἐγγράφων λίαν ἐπισήμων ἀνεκηρύξαμεν, ὅτι μέγα κακὸν εἰς τὸ Κράτος εἶναι νὰ διοικῆται ἄνευ προϋπολογισμοῦ; Χανόμεθα εἰς τοιοῦτον ζήτημα, λύκοι, σήμερον, καὶ ἀδιαφοροῦμεν διὰ τὴν κατάστασιν, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκεται ὁ τόπος!
§103Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τώρα ἐνθυμεῖσθε τὸν προϋπολογισμὸν, κύριε Βουλευτὰ ἐξ Εὐρυτανίας, καὶ ἔχετε τὸ θάρρος νὰ λέγητε ταῦτα;
§104ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ σᾶς ὁμολογῶ, ὅτι μέχρι τῆς στιγμῆς ταύτης δὲν ἐσκέφθην ποτὲ νὰ ἐπικαλεσθῶ τὸ ὀλίγον ἐκεῖνο πολιτικὸν θάρρος, τὸ ὁποῖον γνωρίζετε καλῶς ὅτι ἔχω, ἀλλὰ δύναμαι νὰ ἐπικαλεσθῶ ἐν πάσῃ στιγμῇ τὸ αἴσθημα τοῦ σεβασμοῦ, τὸν ὁποῖον ἐτήρησα ἀπέναντι τοῦ πρώην Πρωθυπουργοῦ, καὶ δύνασθε ν’ ἀνομολογήσητε πάντες, ὅτι μέχρι τοῦδε τοὐλάχιστον ἤθελον καὶ ἐν τοῖς πράγμασι νὰ τηρήσω τὸν σεβασμόν, ὄχι μόνον ἐν τοῖς λόγοις, ὡς ἐσχάτως ἐσυνηθίσθη. Ἐγώ, σεβαστὲ ἀρχηγὲ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἐνθυμεῖσθε τί ἔλεγον, ἐντεῦθεν ἀγορεύων, ὅτι ἐγὼ δὲν ἀπέδωκα μεγάλην σημασίαν εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο, τὸ ὁποῖον τοσάκις ἀνακινεῖτε, καὶ παριστᾶτε ὅτι ἐχάθημεν, διότι δὲν ἐψηφίσθη ἐγκαίρως ὁ προϋπολογισμὸς, καὶ ἔλεγον ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης, ὅτι ὁ Πρόεδρος τότε τῆς Κυβερνήσεως καὶ νῦν ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἀνεκήρυττε διὰ τοῦ Βασιλικοῦ Λόγου, ὅτι δύο πράγματα εἶναι τὰ μεγάλα, τὰ ὁποῖα πρέπει ν’ ἀπασχολήσωσι τὸν τόπον, ἡ ταχεῖα ψήφισις τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ ὁ καταρτισμὸς κοινοβουλευτικῶν Ὑπουργείων, ὅτι τὰ δημόσια πράγματα ἐβλάβησαν διότι ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις δὲν ἔφερε τὸν προϋπολογισμὸν ἐγκαίρως καὶ δὲν τὸν ἐψήφισεν. Αὐτὰ τὰ δύο ὡς κυριώτερα ἀνεκήρυττεν εἰς τὸν Βασιλικὸν Λόγον: Κοινοβουλευτικὸν Ὑπουργεῖον καὶ ταχεῖαν ψήφισιν τοῦ προϋπολογισμοῦ· ἐγὼ δὲ ἀπεναντίας εἶπον τότε, ὅτι δὲν ἐχάθη ὁ τόπος ἕως τώρα, διότι ἐψηφίζετο ὁ προϋπολογισμὸς ἕνα ἢ δύο μῆνας βραδύτερον, διότι ἐβλέπομεν τοὺς προϋπολογισμοὺς αὐτοὺς τῶν διαφόρων κομμάτων ἔστω καὶ ἀργὰ, ἀλλὰ δὲν ἐβλέπομεν κατὰ τί θὰ ἔσωζον τὸν τόπον, ἂν ἐψηφίζοντο ταχύτερον. Ἀλλὰ σήμερον, Κύριοι, πρόκειται περὶ γεγονότος τυχαίου, τὸ ὁποῖον, ἐπελθὸν πρότερον, ἠμπόδισε τὴν ψήφισιν τοῦ προϋπολογισμοῦ, ὡς ἀπαιτεῖ τὸ Σύνταγμα; ἢ πρόκειται περὶ παρελεύσεως σχεδὸν τοῦ ἔτους ὁλοκλήρου ὑπὸ τὴν Κυβέρνησιν τοῦ κυρίου Δηλιγιάννη ἄνευ προϋπολογισμοῦ; Ὁ κ. ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως κατὰ τὴν περίοδον ταύτην φαίνεται ὅτι διαφωνεῖ πρὸς τὴν ἀντίληψιν ἐκείνην, ἡ ὁποία θεωρεῖται κοινὴ ἀντίληψις. Θέλει —καὶ τὸ ἐπαναλαμβάνει παραδόξως—νὰ παραστήσῃ, ὅτι, ἐὰν δὲν ἐψηφίσθησαν τὰ νομοσχέδια, ἐὰν δὲν ἐψηφίσθη ὁ προϋπολογισμός, τοῦτο ἐγένετο ἐξ αἰτίας τῆς κωλυσιεργίας τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Ἀλλὰ, Κύριοι, τότε παύει πλέον πᾶσα συζήτησις, διότι ἡμεῖς δὲν συνεζητοῦμεν ἐν τῷ κρυπτῷ· συνεδριάζομεν δημοσίᾳ, καὶ ποῖος εἶχε κἄτι τι νὰ προτείνῃ, καὶ ποῖος εἶχεν ὡρισμένα σχέδια καὶ ἀποφάσεις, καὶ ποῖος δὲν εἶχεν, αὐτὰ ὑπέπιπτον εἰς τὴν ἀντίληψιν τοῦ κοινοῦ, καὶ δὲν πιστεύω νὰ εὑρεθῶσιν ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι θὰ ἐστερήθησαν καὶ τῶν πέντε αἰσθήσεων, ἵνα διαστρέψωσι τὰ πασίδηλα. Αὐτὰ δύνανται νὰ λέγωνται εἰς ἐπαρχίας ἀποκέντρους, αἱ ὁποῖαι δυνατὸν νὰ εὑρίσκωνται ἐν καταστάσει ἀγνοίας πλήρους ἢ συγχύσεως φρενῶν. Αὐτὰ δύνανται νὰ λέγωνται ἐκεῖ. Ἀλλὰ εἰς ἀνθρώπους διαμένοντας ἐν τῇ πρωτευούσῃ τοῦ Βασιλείου καὶ ἀκούοντας καὶ κρίνοντας δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ λέγωνται ταῦτα. Λοιπὸν μὴ ἐπαναλαμβάνετε, διὰ τὸ συμφέρον σας, ὅτι τὴν φορὰν ταύτην ἠμποδίσθησαν αἱ πολιτικαὶ ὑμῶν ἀρχαὶ καὶ τὰ σχέδια ἀπὸ τὴν κωλυσιεργίαν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Ἐγὼ δὲν ἔχω ἰδιαίτερον ἐνδιαφέρον οὔτε ὑπὲρ τῆς σημερινῆς Κυβερνήσεως, οὔτε καθ’ ὑμῶν. Εἶμαι ἴσως εἰς παρεμφερῆ τινα θέσιν ἀπέναντι ὑμῶν καὶ τῆς Κυβερνήσεως, καὶ δὲν διστάζω νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι ἡ προσωπική μου γνώμη ἦτο νὰ μείνητε εἰς τὴν ἐξουσίαν.
§105Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Πῶς ἐψηφίσατε;
§106Δ. ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Καλὰ θὰ ἐκάμνετε νὰ μὴ μὲ διακόψητε. Διότι ἐγὼ, ὅταν μία Κυβέρνησις μένῃ εἰς τὰ πράγματα καὶ φέρῃ πολλὰ σχέδια, καὶ εἰς τὰ σχέδια ἐκεῖνα τὰ συγκεκριμένα ἐκφράσῃ ὡρισμένην γνώμην, καὶ ἐγὼ ἐκφράσω ἀντίθετον, καὶ τὰ σχέδια μάλιστα ἐκεῖνα τὰ χαρακτηρίσῃ ὡς στοιχεῖα προγράμματος πολιτικοῦ, πρὸς ὃ ἐξέφρασα διαφωνίαν, θ’ ἀντέφασκον πρὸς ἐμαυτὸν, ἐὰν ἔδιδον ψῆφον πολιτικῆς ἐμπιστοσύνης. Ἡ ἔκφρασις ἐμπιστοσύνης πρὸς Κυβέρνησιν δὲν ἐκφράζει τὴν προσωπικὴν ἐμπιστοσύνην, τὴν ὁποίαν δύναταί τις νὰ ἔχῃ προκειμένου λόγου χάριν νὰ ἐκφρασθῇ ἐμπιστοσύνη πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως ὡς διαχειριζόμενον περιουσίαν τινά. Ταύτην θὰ ἐδεχόμην νὰ ἐκφράσω. Ἡ ἐμπιστοσύνη ἡ πολιτικὴ καὶ κοινοβουλευτικὴ ἐκφράζει τοῦτο, ὅτι ἀποδέχεταί τις τὸ πολιτικὸν πρόγραμμα, ἄρα τὰ σχέδια, τὰ ὁποῖα ἔφερεν εἰς τὴν Βουλὴν· ὁ τότε δὲ Πρωθυπουργὸς δὲν ἠδύνατο νὰ ἀρκῆται εἰς προσωπικὴν ἐκτίμησιν, ἀλλ’ ἤθελε θετικὴν πλειονοψηφίαν, εὑρεθεὶς δὲ ἀπέναντι τῆς ἀποσκιρτήσεως 16 τέως φίλων του, δὲν ἠθέλησε ν’ ἀφήσῃ τὸν ἀξιότιμον ἐκ Λεβαδείας Βουλευτὴν νὰ θέσῃ αὐτὸς τὸ ζήτημα εἰς τὴν Βουλήν, ὅτε ἠδύνατο νὰ ὑποτεθῇ, ὅτι ἠδύνατο καὶ ν’ ἀνακαλέσῃ τὴν πρότασιν ὁ Βουλευτὴς, ἢ ἄλλος τις ἐκ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως νὰ πολεμήσῃ αὐτὴν ὡς πρόωρον ἢ ἄκαιρον ὅλως. Ἀλλ’ ὁ τότε Πρωθυπουργὸς εἶπεν, ὅτι θέτει αὐτὸς τὸ ζήτημα, διότι δὲν ἠδύνατο καὶ δὲν ἤθελε νὰ δεχθῇ ἁπλῆν ἀνοχὴν τῆς πλειονοψηφίας. Ἐὰν λοιπὸν, ἀξιότιμε κύριε συνάδελφε, τεθέντων τῶν ζητημάτων ὡς ἐτέθησαν, χωρὶς ἐγὼ νὰ εὐθύνωμαι, ἤθελον ἐκφράσει τὴν ἐμπιστοσύνην μου διὰ τῆς ψήφου μου, τί θὰ ἔλεγον; ὅτι πάνθ’ ὅσα ἔλεγεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἦσαν ἀκριβῆ, καὶ τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα εἶχε φέρει, ἦσαν ὀρθά. Θὰ ἔλεγον δὲ ταῦτα διὰ τῆς ψήφου μου, ἐνῷ προηγουμένως εἶχον εἴπει, ὅτι ὅσα μὲν ἔλεγε δὲν ἦσαν ἀκριβῆ, τὰ δὲ μέτρα, τὰ ὁποῖα ἔφερε, δὲν ἦσαν ὀρθά, ἑπομένως θὰ ἔλεγον διὰ τῆς ψήφου μου ἀντίθετα τῶν λόγων μου. Ἕνεκα τούτου καὶ ἵνα ἦμαι συνεπὴς πρὸς ἐμαυτόν, δὲν ἠδυνάμην ἢ νὰ ἀρνηθῶ τὴν ἐμπιστοσύνην μου εἰς τὸν νῦν ἀρχηγὸν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Ἀλλ’ ἤθελον σᾶς παρακαλέσει νὰ μὴ προκαλῆτε ζητήματα, εἰς τὰ ὁποῖα γνωρίζετε, ὅτι εἶναι εὔκολον νὰ λάβητε τὴν ἀπάντησιν, τοὐλάχιστον ἀπὸ ἐμέ. Τὸ ἄρθρον, Κύριοι, τοῦ Κανονισμοῦ εἶναι τοσοῦτον καθαρὸν, ὥστε ἠδυνάμην νὰ εἴπω εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς, ὅτι, καίτοι ἠθέλησεν ἐκ μετριοφροσύνης νὰ προκαλέσῃ καὶ τὴν γνώμην τῆς Βουλῆς πρὸς ἐφαρμογὴν τοῦ Κανονισμοῦ, δὲν ἔπρεπε νὰ προκαλέσῃ τὸ ζήτημα, διότι τὸ γράμμα τοῦ Κανονισμοῦ εἶναι σαφές. Ἤθελον δὲ, Κύριοι,— ἀποτείνομαι πρὸς πάντας, διότι οὐδεμίαν προκατάληψιν ἔχω — ἤθελον προκαλέσει τοὺς πάντας νὰ ἀνανήψωμεν, εἰ δυνατὸν, ἀπὸ τῆς σκοτοδίνης, εἰς τὴν ὁποίαν περιήλθομεν τελευταῖον. Ἡ πλειονοψηφία μετέστη ἀπὸ τῆς πτέρυγος ἐκείνης εἰς ταύτην. Καὶ τί ἔπραττον πρὸ παντὸς ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἀνέγραψαν, ὅτι ἐκ τῆς Βουλῆς πρέπει νὰ προέρχηται ἡ Κυβέρνησις; Ἐγένετο ἡ μεταβολὴ τῆς πλειονοψηφίας, καὶ οἱ κοπτόμενοι ὑπὲρ τοῦ Συντάγματος, τῶν νόμων καὶ τῶν ἰδίων ἀρχῶν, ἀντὶ νὰ ἔλθωσι νὰ εἴπωσιν: «ἡ πλειονοψηφία ἀφῃρέθη ἀπὸ ἡμᾶς, καὶ ὑποκύπτομεν εὐλαβῶς», ἠθέλησαν νὰ ἐπικαλεσθῶσι τὴν ἄλλην ἀρχὴν, τὸν λαὸν, καὶ διὰ τοῦτο ἴσως ἐκ προνοίας εἶπον ἐν τῷ Βασιλικῷ Λόγῳ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις πρέπει νὰ προέρχηται ἀπὸ τὸν λαὸν, διότι ἴσως ὁ τότε Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως νὰ προὐνόει, ὅτι ἠδύνατο νὰ ὑποστῇ ἡ Κυβέρνησις περιπετείας, τὰς ὁποίας ὤφειλε νὰ προλάβῃ. Καὶ μόλις ἐγένετο ἡ μεταβολὴ τῆς πλειονοψηφίας, μόλις μετέστησαν 16 Βουλευταὶ ἀπὸ τὴν πτέρυγα ἐκείνην, ἡ ὁποία ἐσχάτως εἶχε κατακτήσει, φαίνεται, τὴν Κωνσταντινούπολιν, ἐνόμισαν ὅτι πρέπει νὰ γείνωσι ταραχώδεις διαδηλώσεις, νὰ γείνῃ ἐπανάστασις, ἀφοῦ 16 Βουλευταὶ ἐθεώρησαν ὅτι δύνανται νὰ μεταστῶσιν εἰς ἄλλην πτέρυγα. Λοιπὸν ἀμέσως ὁ λαὸς εἰς ἐνέργειαν, καὶ ἐνστάσεις ἀπαρτίας, διότι τὸ πολίτευμα παραβιάζεται τώρα! Κύριοι, ἂς συνέλθωμεν! Ἔχομεν ἴσως ἕκαστος καὶ πάντες ἀνησυχίας, καὶ διὰ τὴν τοιαύτην κατάστασιν ἔσχον τὴν τιμὴν νὰ εἴπω ἐσχάτως, χθὲς καὶ πρώην, ὅτι, ὅπως πολιτευόμεθα, ὠθούμεθα εἰς τὴν παραλυσίαν καὶ τὴν ἀναρχίαν, καὶ διὰ ταύτης εἰς τὸν δεσποτισμόν. Ἔλεγον ταῦτα, καὶ ἐφρόνουν ὅτι ἤθελον προκαλέσει τὴν προσοχὴν πάντων, ἵνα ἐννοήσωμεν, ὅτι ὑπάρχει ἐν τῷ ὀργανισμῷ τοῦ Κράτους τι, τὸ ὁποῖον ἔπρεπε νὰ διορθωθῇ. Διότι καὶ ὁ ἀείμνηστος Κουμουνδοῦρος, ὁ ἴσως νουνεχέστερος καὶ σωφρονέστερος τῶν πολιτευομένων, συγχρόνως δὲ καὶ ὁ ἀξιώτερος νὰ παρακάμπτῃ τοὺς σκοπέλους, κατεπονήθη ὑπὸ τὸ κρατοῦν σύστημα. Καὶ φωνάζετε πρὸς τὸν λαόν: «γρηγορεῖτε!» Διατί; Διότι ὁ ἀξιότιμος ἐκ Τριφυλίας Βουλευτὴς μετέστη εἰς τὴν Ἀντιπολίτευσιν, διότι ἄλλοι συνάδελφοι ἐθεώρησαν ὅτι ἔπρεπε νὰ ἐγκαταλείψωσι τὴν Κυβέρνησιν καὶ νὰ μεταστῶσιν εἰς ἄλλην πτέρυγα, διότι ἄλλοι συνάδελφοι εἶπον ἐν τῇ Βουλῇ ἐκεῖνο, τοῦ ὁποίου πολὺ μεγαλείτερα λέγονται ἐκτὸς τῆς αἰθούσης, ἐν τοῖς διαδρόμοις. Λοιπὸν διότι τὰ εἶπον ἐν τῇ Βουλῇ πρέπει νὰ ἐπικαλεσθῶμεν τὸν λαὸν, νὰ κάμωμεν ἐπανάστασιν κατὰ τοῦ συναδέλφου κ. Ἀλεξανδροπούλου;
§107Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὄχι διὰ νὰ γείνῃ ἐπανάστασις, ἀλλὰ διὰ νὰ κρίνῃ τὰ πράγματα.
§108Δ. ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔπρεπε νὰ γνωρίζητε, ὅτι ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι παριστῶσιν ἐν ταῖς ὁδοῖς τὸν λαὸν κατὰ τὴν ἰδέαν σας, δύνανται ν’ ἀναγκάσωσι πολλοὺς ἀσθενεῖς χαρακτῆρας νὰ προβῶσιν εἰς ὀλεθρίας πράξεις ἢ παραλείψεις. Καὶ τί πολίτευμα θὰ ἦναι αὐτὸ, κατὰ τὸ ὁποῖον οἱ Βουλευταὶ θὰ κρατῶνται δι’ ἐκβιάσεως εἰς τὴν μίαν ἢ τὴν ἄλλην πτέρυγα; Ἐφ’ ὅσον—λέγω τοῦτο οὐχὶ βεβαίως προκειμένου περὶ ἐμαυτοῦ — δὲν ὑπάρχωσι, δὲν παρουσιάζωνται μεγάλα ζητήματα καὶ ἀρχαὶ πραγματικαί, οὐ μόνον ἐπιτρέπεται ἡ μεταβολὴ τῶν πολιτικῶν σκέψεων εἰς ἕκαστον Βουλευτὴν, ἀλλὰ καὶ σωτήριον ἀποβαίνει νὰ ἔχωσιν οἱ Βουλευταὶ ἀπόλυτον πρὸς τοῦτο ἐλευθερίαν. Μόνον αἱ ἀληθεῖς πολιτικαὶ ἀρχαί, τὰ ἀληθῆ πολιτικὰ προγράμματα ἀποτελοῦσιν ἠθικὸν περιορισμὸν ἀνώτερον παντὸς ἄλλου. Ἕνεκα τούτου θέλω τὴν εὐκολίαν τῶν μεταστάσεων διὰ τοὺς ἄλλους, τὴν ὁποίαν οὐδαμῶς χρειάζομαι δι’ ἐμαυτόν. Θὰ λάβω ἴσως ἀφορμὴν, ἀλλὰ φείδομαι τοῦ χρόνου, θὰ λάβω ἀφορμὴν ἄλλοτε νὰ ἐπαναλάβω ὅσα ἀπὸ εἰκοσιοκταετίας πολλάκις ἐπανέλαβον. Ἀλλὰ κρίνω καλὸν μόνον νὰ προκαλέσω τὴν προσοχὴν πάντων, καὶ τῆς μιᾶς πτέρυγος καὶ τῆς ἄλλης, ὅτι, καθ’ ὃν τρόπον βαδίζομεν, βαίνομεν γοργῷ τῷ ποδὶ πλέον εἰς τὴν κατάλυσιν τῶν θεσμῶν. Καὶ λέγω, Κύριοι, ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅτι δὲν φοβοῦμαι τὰς ἐπιβουλὰς τὰς ἐκ τῶν ἄνω, ἢ τὰς παραβιάσεις τὰς αὐθαιρέτους· φοβοῦμαι διὰ τοὺς θεσμοὺς τὴν ἐκ τῶν κάτω προσβολὴν, τὴν ἐκ τῆς ἀπογοητεύσεως καὶ τῆς ἀπελπισίας τοῦ λαοῦ, ἡ ὁποία δύναται νὰ φέρῃ τὴν πτῶσιν τῶν θεσμῶν ἐν τῇ συνειδήσει τοῦ λαοῦ. Καὶ ὅταν οἱ θεσμοὶ πέσωσιν ἐν τῇ συνειδήσει τοῦ λαοῦ, πίπτουσι καὶ ἐν τοῖς πράγμασι — καὶ εἴμεθα ἴσως εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο. — Ἐὰν θέλητε, Κύριοι, δὲν πρόκειται μεγάλην θυσίαν νὰ διαπράξητε. Ἐὰν ἐπρόκειτο, ἐὰν ἐνόμιζον ὅτι παραιτουμένη ἡ Κυβέρνησις ἡ σημερινὴ καὶ ἐπιστρέφουσα τὴν ἐξουσίαν εἰς ὑμᾶς, ἠδύνατο νὰ φέρῃ τὴν διάσωσιν τοῦ τόπου αὐτοῦ, καὶ δὲν τὸ ἔπραττεν, ἐγὼ τοὐλάχιστον ἠμποροῦσα νὰ ταχθῶ μεταξὺ ὑμῶν. Ἠδυνάμην καὶ μέχρι τούτου νὰ προβῶ, ἐὰν ἐνόμιζον ὅτι μεταφερομένη ἡ ἐξουσία ἀπὸ ἐκείνου τοῦ μέρους εἰς ὑμᾶς, θὰ ἀνετέλει σήμερον εἰς τὴν διάσωσιν τῶν πραγμάτων. Συλλογισθῆτε, Κύριοι, εἰς ποῖον σημεῖον εὑρισκόμεθα. Σήμερον φωνάζουν εἰς τὰς ὁδούς: «Ἐπανάστασις τῆς Πελοποννήσου!» Καὶ οἱ Ἠλεῖοι ἐξεγείρονται, καὶ ἐξεγείρονται ζητοῦντες μονοπώλιον, σύμβασιν: μᾶς λέγουσι: «συμβληθῆτε! συμβληθῆτε!» Δὲν ἠξεύρω τί θὰ μᾶς εἴπωσιν, ἐὰν τοὺς ἐρωτήσωμεν, μετὰ τίνος νὰ συμβληθῶμεν; Θέλετε νὰ συμβληθῶμεν μὲ τὸν ἑαυτόν μας; «Συμβληθῆτε! Θέλομεν μονοπώλιον!» Καὶ ποῖος λέγει τὸ ἐναντίον; «Ἠμπορεῖ νὰ εὑρεθοῦν ἄλλοι!» Λοιπὸν περιμένετε νὰ εὑρεθοῦν ἄλλοι. Ἀλλ’ ἐὰν θέσωμεν εἰς ἐπανάστασιν τὸν τόπον, τότε θὰ προσέλθωσιν ἆρά γε οἱ συμβαλλόμενοι μετὰ τοῦ τόπου αὐτοῦ; Καὶ ὡς ἐνίσχυσις, ὅπως εὑρεθῶσιν ἄνθρωποι νὰ συμβληθῶσι μετὰ τοῦ Κράτους, θεωρεῖται τὸ νὰ ἐπέλθῃ κἄποια ἀναρχία! Οὕτως ἐνισχύεται ἡ ἰδέα τοῦ νὰ γείνῃ μονοπώλιον ὑπὸ περιστάσεις καὶ ὅρους εὐνοϊκούς; Διὰ νὰ γείνῃ σύμβασις, θεωρεῖται ὡς τὸ ἁπλούστερον μέσον μία ἐπανάστασις! Καὶ ἀπαιτοῦσιν ἀπὸ τὸν Πρωθυπουργὸν νὰ λάβῃ τὴν ῥάβδον καὶ τὸν σάκκον καὶ νὰ τρέχῃ ζητῶν νὰ εὕρῃ: «Ποῖος θέλει νὰ συμβληθῇ; Ἔχομεν τὴν σταφίδα, καὶ θέλομεν νὰ τὴν πωλήσωμεν!» Ἐγὼ δὲν ἠξεύρω, Κύριοι, ἐάν τις, ἔχων οἰκίαν ἢ μαγαζεῖον πρὸς ἐνοικίασιν, συμφέρον ἔχῃ νὰ ἐξέρχηται εἰς τὰς ὁδούς, ζητῶν τοὺς ἐνοικιασπάς· διότι κατὰ τοιοῦτον τρόπον, μὰ τὴν ἀλήθειαν, πολὺ κακοὺς ἐνοικιαστὰς θὰ εὕρῃ καὶ πολὺ ὀλίγα προσφέροντας. Νομίζω ἀπεναντίας, ὅτι θὰ κάμῃ ἁπλούστατα ὅ,τι κάμνω καὶ ἐγὼ καὶ πάντες, ὅσοι ἔχουσι κἄτι τι νὰ ἐνοικιάσωσι· τοιχοκολλεῖ ἓν ἐνοικιαστήριον. Ἡμεῖς τὸ ἐνοικιαστήριον τὸ ἐτοιχοκολλήσαμεν, ἀλλὰ δὲν ἔρχονται οἱ συμβαλλόμενοι. Μᾶς παρουσιάσθη εἷς, ὁ ὁποῖος εἶπεν, ὅτι συμβάλλεται. Παρουσιάζεται τώρα καὶ μᾶς λέγει, ὅτι δὲν παραδέχεται τοὺς ὅρους, τοὺς ὁποίους περιεῖχε τὸ προσχέδιον. Καὶ ἡμεῖς εἴμεθα ὑπὲρ τοῦ μονοπωλίου. Καὶ ἐγὼ δὲν παραδέχομαι, Κύριοι, τὴν ἀρχήν, ἡ ὁποία δὲν ὑπεστηρίχθη μέν, ἀλλ’ ἐλέχθη παρά τινος συναδέλφου, ὅτι ἠδύνατό τις νὰ ἦναι κατ’ ἀρχὴν κατὰ τοῦ μονοπωλίου, ὡς παραβιάζοντος διατάξεις τοῦ Συντάγματος. Ἀλλ’ ἐγώ, προκειμένου περὶ διατάξεων τοῦ Συντάγματος, μὲ τὰς ὀλίγας γνώσεις, τὰς ὁποίας ἔχω περὶ τοῦ Συντάγματος, καὶ τὰς ὁποίας κινδυνεύω τελευταῖον νὰ χάσω ἐντελῶς, ἔχω τὴν ἰδέαν, ὅτι, ἐφ’ ὅσον δὲν πρόκειται περὶ τοῦ διαχωρισμοῦ καὶ τοῦ καταρτισμοῦ τῶν πολιτικῶν ἐξουσιῶν, αἱ ἄλλαι διατάξεις τῶν Συνταγμάτων κανονίζονται ἐν τῇ ἐφαρμογῇ ὑπὸ τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας, καὶ διὰ τοῦτο μέγας δημοσιολόγος σᾶς λέγει, ὅτι εἶναι περιτταὶ αἱ διατάξεις ἐκεῖναι ἐν τοῖς Συντάγμασιν. Ὅταν τὸ Σύνταγμα σᾶς λέγῃ, ὅτι ἕκαστος εἶναι ἐλεύθερος νὰ δημοσιεύῃ τὰς ἰδέας του, καὶ σᾶς προσθέτῃ «τηρῶν τοὺς νόμους τοῦ Κράτους», θὰ εἴπῃ ὅτι παραπέμπει εἰς ἡμᾶς νὰ κανονίσωμεν τοῦτο. Ὅταν σᾶς λέγῃ περὶ ἐλευθερίας τῆς ἰδιοκτησίας, ἀπὸ τὸ ἄλλο μέρος ὅμως σᾶς θέτῃ περιορισμούς, οἱ ὁποῖοι πολλάκις ματαιοῦσι τὴν ἰδιοκτησίαν, θὰ εἴπῃ ὅτι ἀναφέρεται τὸ Σύνταγμα εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν. Καὶ δὲν δύναται κανεὶς νὰ φωνάξῃ, ὅτι τὸ μονοπώλιον παραβιάζει τὸ Σύνταγμα, διότι τότε παραβιάζει τὸ Σύνταγμα καὶ ὁ νόμος, ὁ ὁποῖος δὲν σᾶς ἀφίνει, λόγου χάριν, εἰς τὴν ὁδὸν Κηφισίας, ἐὰν ἔχητε οἰκόπεδον, νὰ κτίσητε ἐλευθέρως, διότι πρέπει ὑποχρεωτικῶς ν’ ἀφήσητε τόπον διὰ περιβόλι. Κατ’ ἀρχὴν κατὰ τοῦ μονοπωλίου οὐδεὶς ὑπάρχει, καὶ ὅμως συνέβη σήμερον διατάραξις τῆς τάξεως μὲ τὴν ἰδέαν τοῦ μονοπωλίου. Ζητῶ συγγνώμην, Κύριοι, διότι παρεξέβην καὶ κατεχράσθην τῆς ὑπομονῆς σας. Εἴμεθα εἰς τὰς τελευταίας ἡμέρας, μεθ’ ἃς θὰ ἐπανέλθωμεν εἰς τὸν λαὸν, ἵνα δώσωμεν λόγον, καὶ δὲν ἠξεύρω τί θὰ ἀπολογηθῶμεν.
§109ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ. Κύριε συνάδελφε, μίαν ἁπλῆν ἐρώτησιν θὰ σᾶς ἀπευθύνω.
§110ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τῶν πρακτικῶν;
§111ΣΚΟΥΖΕΣ. Σᾶς ἤκουσα, κύριε συνάδελφε, μετὰ προσοχῆς θρησκευτικῆς ἀγορεύοντα, καὶ εἴπετε ἐν ἀρχῇ, ὅτι ἐπικροτεῖτε τὴν πρότασιν τοῦ κ. Προέδρου, καὶ ἠθέλετε τὸν ἐνθαρρύνει νὰ ἐπιμείνῃ εἰς ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐσκέφθη νὰ πράξῃ, διότι τὸ ἄρθρον τοῦ Κανονισμοῦ εἶναι ῥητόν. Ὡμιλήσατε περὶ παντοίων ἄλλων ἀντικειμένων, λίαν ἐνδιαφερόντων, ἀλλὰ μόνον δι’ αὐτὸ τὸ ζήτημα δὲν μᾶς εἴπετε τίποτε. Δὲν μοὶ κάμνετε τὴν χάριν—ἴσως καὶ ἐγὼ εὑρίσκομαι ἐν τῇ ἀπάτῃ—νὰ μοὶ εἴπητε, ποῖον εἶναι τὸ ἄρθρον, τὸ ὁποῖον ῥητῶς ἀναφέρει τοῦτο; Εἴπετε ὅτι τὸ ἄρθρον τοῦ Κανονισμοῦ ῥητῶς ἀναφέρει, ὅτι ὁ Πρόεδρος δύναται νὰ παύσῃ τοὺς ὑπαλλήλους τῆς Βουλῆς· ἀλλὰ τὸ ἄρθρον αὐτὸ δὲν μᾶς τὸ εἴπετε. Δὲν μᾶς κάμνετε τὴν χάριν νὰ μᾶς τὸ εἴπητε; Εἴμεθα πρόθυμοι νὰ φωτισθῶμεν.
§112ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Σᾶς παρακαλῶ, τώρα ἤλθετε;
§113ΣΚΟΥΖΕΣ. Σᾶς ἤκουσα ἀπ’ ἀρχῆς μετὰ προσοχῆς,—δὲν ἔφυγα ἀπὸ τὴν θέσιν μου,—ἀλλὰ μόνον περὶ αὐτοῦ δὲν ἤκουσα νὰ εἴπητε τίποτε, καὶ ἐπειδὴ ἀνέγνωσα τὸ ἄρθρον 75 τοῦ Κανονισμοῦ, καὶ εὑρίσκω ὅτι ὅ,τι εἴπετε δὲν ἐφαρμόζεται ἐν τῇ προκειμένῃ περιπτώσει, διὰ τοῦτο ἤθελον νὰ μᾶς ἐξηγήσητε. Ἐὰν δὲν θέλετε, κύριος εἶσθε.
§114ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ πρακτικὰ ἐπικυροῦνται, ὡς διωρθώθησαν. Τὸν λόγον ἔχει ὁ κύριος Ζυγομαλᾶς.
§115Δ. ΠΑΥΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχω νὰ ἀνακοινώσω ἓν τηλεγράφημα.
§116ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Προηγεῖται ὁ κ. Ζυγομαλᾶς.
§117ΠΑΥΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι ἐπεῖγον.
§118ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ἐγὼ ὑποχωρῶ.
§119ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τότε θὰ λάβητε ἄλλην σειράν. Ὁρίστε, κύριε Παυλόπουλε.
§120ΠΑΥΛΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ κατὰ τὴν παρελθοῦσαν συνεδρίασιν τῆς Βουλῆς καὶ σήμερον ἐλάβομεν πολλὰ καὶ ποικίλα τηλεγραφήματα ἐκ τῶν σταφιδοφόρων ἐπαρχιῶν.
§121ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Ἐγὼ δὲν ἔλαβον τίποτε. Ἐκ τῆς ἐπαρχίας σας νὰ λέγητε.
§122ΠΑΥΛΟΠΟΥΛΟΣ. .. Οἱ τηλεγραφοῦντες παριστῶσι διὰ τελευταίαν φοράν... (διακοπαὶ ἐκ δεξιῶν, διαμαρτυρίαι ἐκ τῆς ἀριστερᾶς).
§123ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σᾶς παρακαλῶ, μὴ διακόπτετε.
§124Ι. Γ. ΡΟΥΦΟΣ. Πρὸ παντὸς νὰ μὴ προκαλῇ διακοπὰς ὁ ἀγορεύων.
§125ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κατόπιν δύνασθε νὰ τὸν ἀντικρούσητε εἰς ὅσα λέγει.
§126ΓΙΑΝΝΑΚΙΤΣΑΣ. Ἐβαρύνθημεν νὰ ἀκούωμεν διὰ τὴν σταφίδα.
§127ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σᾶς παρακαλῶ.
§128ΠΑΥΛΟΠΟΥΛΟΣ. Οἱ τηλεγραφοῦντες διὰ τελευταίαν φορὰν ἀπευθύνονται πρὸς τὴν Βουλὴν καὶ τὴν Κυβέρνησιν, διότι ἐκ τῆς ἀγορεύσεως τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως δὲν ἐπείσθησαν ἐπακριβῶς, ὅτι ἡ σύμβασις τοῦ μονοπωλίου τῆς σταφίδος ἐναυάγησε. Τὴν γνώμην τῶν τηλεγραφούντων εἶχον καὶ ἔχω καὶ ἐγώ, καὶ τοῦτο κατὰ τὴν τελευταίαν συνεδρίασιν τῆς Βουλῆς ἐξεδήλωσα ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου. Λέγω ὅτι ἔχω τὴν γνώμην αὐτήν, διότι οἱ κύριοι ἰσχυρισμοὶ, τοὺς ὁποίους ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἐπεκαλέσθη, καὶ ἕνεκα τῶν ὁποίων ἐπείσθη ὅτι ἡ σύμβασις ἐναυάγησε, τουτέστιν ἀφ’ ἑνὸς ἡ ἀντίρρησις ἡ γραπτὴ τοῦ ἀξιοτίμου πρέσβεως τῆς Ἀγγλίας καὶ αἱ προφορικαὶ παραστάσεις τῶν ἄλλων πρέσβεων, ἀφ’ ἑτέρου ἡ ἀποχώρησις δύο μελῶν τοῦ Συνδικάτου, τοῦ μέλλοντος νὰ συστήσῃ τὴν ἀνάδοχον Ἑταιρείαν, οἱ ἰσχυρισμοὶ αὐτοὶ δὲν εἶναι ἐπαρκεῖς. Ὀφείλω, κύριοι Βουλευταί, μὲ ὅλην τὴν ἀγωνίαν, ἡ ὁποία κατέχει τὴν Βουλὴν ἐπὶ 7 ἤδη μῆνας, νὰ εἰσέλθω εἰς τὴν ἀνάπτυξιν τῶν γεγονότων, πῶς ἐπῆλθον αὐτὰ τὰ γεγονότα, δι’ ὀλιγίστων βεβαίως, ἀλλ’ ὀφείλω νὰ δώσω τὰς ἐξηγήσεις ταύτας. Ὅτε τὸ πρῶτον ἐγένετο λόγος περὶ συμβάσεως τοῦ μονοπωλίου τῆς σταφίδος, ἐνθυμοῦνται ἅπαντες οἱ κύριοι Βουλευταί, πῶς εἰσήλασαν εἰς τὰς Ἀθήνας ὅλοι οἱ σταφιδέμποροι τῶν Πατρῶν, κύριον σκοπὸν ἔχοντες τίνι τρόπῳ νὰ ἀντιδράσωσι κατὰ τῆς συμβάσεως τοῦ μονοπωλίου (Θόρυβος ἐν τῇ δεξιᾷ).
§129ΜΑΝΤΖΑΒΙΝΟΣ. Ποῖος τοὺς ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν;
§130ΠΑΥΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν δέχομαι διακοπάς.
§131Ι. Γ. ΡΟΥΦΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, αὐτὰ τὰ ὁποῖα λέγει ὁ κ. Παυλόπουλος, ἀποτελοῦσιν ὕβριν πρὸς τὴν Βουλήν. Ἐὰν θέλῃ νὰ δημοκοπήσῃ, ἔχει ἄλλο πεδίον.
§132Γ. ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε.
§133Α. ΧΟΙΔΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸ φάρμακον τὸ προχθεσινὸν θὰ τεθῇ εἰς ἐνέργειαν, ἂν δὲν παύσωσιν αἱ διακοπαί.
§134ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ....
§135ΠΑΥΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ βεβαίως δὲν θὰ ὁμιλήσω περὶ τῶν 350 ἑκατομμυρίων (γέλωτες). Καὶ ἐπειδὴ οἱ κύριοι αὐτοὶ δὲν κατώρθωσαν ν’ ἀποπλανήσωσι τοὺς Βουλευτὰς ἐκ τῆς πεποιθήσεως, τὴν ὁποίαν οὗτοι εἶχον σχηματίσει, ὅτι ἡ σύμβασις τοῦ μονοπωλίου τῆς σταφίδος εἶναι ὠφέλιμος εἰς τοὺς σταφιδοπαραγωγοὺς, ἐγκατέλειψαν τὸ ἐνταῦθα ἔδαφος, ὡς μὴ πρόσφορον εἰς τὰς ἀξιώσεις των, εἰς τὰς ἐπιθέσεις των, καὶ μετέβησαν ἀλλαχοῦ. Ὀφείλετε, Κύριοι, νὰ γνωρίζητε, πῶς διενεργεῖται ἐν τῷ ἐξωτερικῷ τὸ ἐμπόριον τῆς σταφίδος, καὶ ἰδίως ἐν τῇ κυριωτέρᾳ ἀγορᾷ τῆς καταναλώσεως, τῇ Ἀγγλίᾳ. Ὀλίγα μόνον ἄτομα εἶναι τὰ διέποντα τὴν ἀγορὰν τῆς σταφίδος ἐν ὅλῳ τῷ Ἡνωμένῳ Βασιλείῳ τῆς Μεγάλης Βρεττανίας, αὐτοὶ δὲ οἱ ὀλίγοι κύριοι διευθύνουσιν ὅλους τοὺς ἄλλους μικροπωλητὰς τῶν ξηρῶν καρπῶν, οἱ δὲ μικροπωληταὶ λαμβάνουσι καὶ τὰς πιστώσεις των παρ’ ἐκείνων, οἱ παραλῆπται δ’ ἔχουσι κάμει ἴδιον Συνδικάτον μετὰ τῶν μεταπρατῶν, καὶ συμφωνίαν, δι’ ἧς ἀπαγορεύεται εἰς πάντα ἄλλον νὰ ἀναμιχθῇ εἰς τὰ τοῦ ἐμπορίου τῆς σταφίδος.
§136Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ αἰσχρότερον εἶδος μονοπωλίου!
§137ΠΑΥΛΟΠΟΥΛΟΣ. Λοιπὸν κοινὸν συμφέρον τῶν μεγαλεμπόρων τῆς σταφίδος, τῶν μικρεμπόρων, τῶν πωλητῶν καὶ τῶν παραληπτῶν ἐμπόρων συνήνωσεν ὅλους αὐτοὺς, ὅπως ἐπιτεθῶσι κατὰ τοῦ μονοπωλίου.
§138ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχουσι καὶ συμβόλαιον κάμει.
§139ΠΑΥΛΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα, καὶ θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου νὰ ζητήσῃ τὸ ἐπίσημον συμβόλαιον, τὸ ὁποῖον ἔχουσι κάμει.
§140Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Διὰ τῆς ἐν Λονδίνῳ Πρεσβείας νὰ ζητηθῇ.
§141ΠΑΥΛΟΠΟΥΛΟΣ. Συνηνώθησαν ὅλοι, καὶ κοινῇ συμπράξει ἐνήργησαν παρὰ τοῖς ἐκεῖ πολιτευομένοις, ἢ παρὰ τῇ ἐκεῖ Κυβερνήσει, καὶ ἐγένετο ἡ ἀντίδρασις ἐκεῖθεν, καὶ ἐντεῦθεν αἱ παραστάσεις τοῦ ἀξιοτίμου πρεσβευτοῦ τῆς Ἀγγλίας. Ἰδοὺ πόθεν προέρχεται, Κύριοι, ἡ ἀντίρρησις τοῦ πρέσβεως τῆς Ἀγγλίας. Ἐάν τις μελετήσῃ τὴν μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Ἀγγλίας σύμβασιν τοῦ 1890,—καὶ ἂν ἐγὼ δὲν εἶμαι εἰς θέσιν, ὑπάρχουσιν ὅμως ἐνταῦθα ἄλλα ἔντιμα μέλη, γνωρίζοντα πολὺ καλῶς τὰ τῆς συμβάσεως ταύτης, καὶ εἰς τὴν γνώμην ἐκείνων πειθόμεθα,—θὰ ἴδῃ, ὅτι ἡ σύμβασις μεταξὺ Ἀγγλίας καὶ Ἑλλάδος οὐδόλως προσκρούει εἰς τὴν σύμβασιν περὶ μονοπωλίου τῆς σταφίδος ὀφείλομεν κατὰ συνέπειαν καὶ ἐγὼ καὶ οἱ τηλεγραφοῦντες νὰ πειθώμεθα, ὅτι ἡ σύμβασις αὕτη ἐκ μόνης ταύτης τῆς ἀντιρρήσεως δὲν ἐναυάγησεν. Ἑπομένως ἀπομένει καιρὸς εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἐργασθῇ καὶ ἐξομαλύνῃ τὰς ἐκ τῆς αἰτίας ταύτης ἐπελθούσας εἰς τὴν σύμβασιν δυσχερείας. Ἔρχομαι ἤδη εἰς τὸν δεύτερον ἰσχυρισμὸν, τὸν τῆς ἀποχωρήσεως τῶν κ. κ. Μπρόδερτον καὶ Μπακχάουζ ἐκ τοῦ Συνδικάτου. Ὅτε ἐγένοντο γνωστὰ τὰ μέλη τοῦ Συνδικάτου τούτου, ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Παρνασσίδος καὶ νῦν Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν οὐδόλως ἐποιήσατο μνείαν περὶ Μπρόδερτων. Ἀνέφερε, νομίζω, ἓξ ἢ ἑπτὰ ἕτερα μέλη. Ἀλλ’ ἐκ τῶν μελῶν ἐκείνων οὐδὲν ἕτερον ἀπεσύρθη. Κατὰ συνέπειαν, ἐὰν τὰ μέλη τὰ ὑφιστάμενα αὐτοῦ τοῦ Συνδικάτου.
§142ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ....
§143ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε.
§144ΜΕΛΙΣΣΗΝΟΣ. Νὰ τοῖς εἴπητε, κύριε Πρόεδρε, νὰ μὴ διακόπτωσι, διότι θὰ ἐφαρμόσωμεν τὸ φάρμακον τὸ προχθεσινόν.
§145ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Νὰ τὸ ἐφαρμόσητε, κύριε. Ὁρίστε!
§146ΜΕΛΙΣΣΗΝΟΣ. Δὲν εἶναι ἀπαρτία, κύριε Πρόεδρε.
§147ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπιμένετε;
§148ΜΕΛΙΣΣΗΝΟΣ. Ἐπιμένω, μάλιστα.
§149ΧΟΙΔΑΣ ΚΑΙ ΑΛΛΟΙ. Παραιτεῖται.
§150ΜΕΛΙΣΣΗΝΟΣ. Ὅταν κάμητε ἔνστασιν σεῖς, δύνασθε νὰ παραιτηθῆτε αὐτῆς. Ἐγὼ δὲν παραιτοῦμαι.
§151ΠΑΥΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, δηλῶ ὅτι εἶμαι παρών.
§152ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καθήσατε εἰς τὰς θέσεις σας, κύριοι Βουλευταί. Θ’ ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος. (Ἀναγινώσκεται ὁ ὀνομαστικὸς κατάλογος τῶν Βουλευτῶν, ὑπὸ τὴν ἐπίβλεψιν τῶν βουλευτῶν Γ. Ραδινοῦ καὶ Π. Σάκκη, ὡς ψηφολεκτῶν. Μεθ’ ὃ γίνεται ἡ διαλογή).
§153ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρόντες 139. Ἡ Βουλὴ εἶναι ἐν ἀπαρτίᾳ. Παρακαλεῖται ὁ κ. Παυλόπουλος νὰ συνεχίσῃ τὴν ἀγόρευσίν του.
§154ΠΑΥΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπαναλαμβάνω, Κύριοι, ὅτι ὁ δεύτερος ἰσχυρισμὸς τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι ἡ σύμβασις ἐναυάγησε, διότι οἱ ὑπογράψαντες ταύτην Μπρόδερτον καὶ Μπακχάουζ ἀπεσύρθησαν, νομίζω ὅτι δὲν εἶναι σοβαρὸς, διότι οἱ κύριοι οὗτοι ὑπέγραψαν τὴν σύμβασιν κατ’ ἐντολὴν τοῦ Συνδικάτου. Ἐὰν ὑπέγραφον τὴν σύμβασιν δι’ ἑαυτοὺς μόνον, τότε σύμβασις δὲν θὰ ὑφίστατο ἀλλ’ ἐφ’ ὅσον ὑπέγραψαν καὶ κατ’ ἐντολὴν τῶν ἄλλων, τοῦτο δὲν ἐπιφέρει τὸ ναυάγιον τῆς συμβάσεως· διότι, ἂν ὑποθέσωμεν ὅτι ἤρχετο οὐχὶ ὁ Μπρόδερτον ἢ ὁ Μπακχάουζ, ἀλλ’ ἄλλος τις καὶ ὑπέγραφε τὴν σύμβασιν, τότε αὕτη δὲν ἤθελεν ὑποστῆ τὸ ναυάγιον. Τοῦτο λέγω οὐχὶ ἐπιμένων, ἀλλ’ ἂν πεισθῇ ἡ Βουλὴ καὶ ὁλόκληρος ὁ σταφιδοπαραγωγὸς πληθυσμὸς, ὅτι τὰ ἐναπομείναντα μέλη τοῦ Συνδικάτου παρέχουσιν ἀπόλυτον πεποίθησιν διὰ τὴν ἀνάληψιν τῆς ἐπιχειρήσεως, τοῦτο ὀφείλει νὰ γνωρίζῃ ἡ Βουλὴ, καὶ νὰ τὸ γνωρίζῃ ἐκ θετικῆς πηγῆς. Διὰ τοῦτο θὰ παρακαλέσω τὸν ἀξιότιμον Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ὡς καὶ τὸν πρώην τοιοῦτον, νὰ πληροφορήσωσι τὴν Βουλήν, ἐὰν ὁ Duprè καὶ ὁ Dunn, (τὰ ἐναπομείναντα μέλη τοῦ Συνδικάτου, ἔχωσι ἢ δὲν ἔχωσι τὴν ἀπαιτουμένην φερεγγυότητα διὰ τὴν ἀνάληψιν τοῦ ἔργου· διότι, ἐὰν δὲν τὴν ἔχωσι, τότε σύμβασις δὲν ὑφίσταται, δὲν ἔχομεν πρὸ ἡμῶν σοβαροὺς ἀνθρώπους· ἐν ὅσῳ ὅμως δὲν ἔχωμεν τοιαύτην πληροφορίαν, μᾶς ἐπιβάλλεται νὰ ἐπιμένωμεν, ὅτι ἡ σύμβασις δὲν ἐναυάγησε, δὲν ἐματαιώθη. Ἐφ’ ὅσον δ’ ἐμπνεώμεθα ὑπὸ τῆς πεποιθήσεως ταύτης, καὶ ἐφ’ ὅσον ἦναι γνωστὸν ὁποῖα δεινὰ θὰ ἐπέλθωσιν εἰς τοὺς σταφιδικοὺς πληθυσμούς, ἐὰν ἡ σύμβασις δὲν πραγματοποιηθῇ, —γνωρίζει δὲ ἡ Βουλὴ ὅλα τὰ δεινὰ, τὰ ὁποῖα θὰ ἐπακολουθήσωσιν εἰς τὴν σταφιδοπαραγωγὴν ἐκ τῆς ματαιώσεως τῆς συμβάσεως, καὶ τὰ ὁποῖα ἐπὶ πολὺ καὶ διὰ μακρῶν ἀπησχόλησαν τὴν Βουλήν,—τί θέλετε νὰ πράξωσιν οἱ σταφιδοπαραγωγοί; πῶς νὰ ἐκδηλώσωσι τὸ φρόνημά των, ἵνα μὴ εἴπω τὴν πεῖνάν των; Ζητοῦσι τὴν ψήφισιν τῆς συμβάσεως, ἐὰν αὕτη ὑφίσταται, διότι δι’ αὐτῆς ἐλπίζουσιν ὅτι θὰ εὕρωσι τὴν σωτηρίαν των, καὶ οὐ μόνον τὴν ἰδικήν των, ἀλλὰ καὶ τὴν σωτηρίαν τοῦ ἔθνους. Ἐγὼ δὲν εἶμαι ἐκ τῶν μεγάλων πολιτικῶν ἀνδρῶν, ἵνα ἵσταμαι ὑψηλὰ καὶ σκέπτωμαι, ὅτι οὐδεμία ζημία δύναται νὰ ἐπέλθῃ εἰς τὰ γενικὰ συμφέροντα, ἐὰν μία ἐπαρχία καταστραφῇ· διότι ὁ προϋπολογισμὸς μετὰ πάροδον ἑνὸς ἢ δύο ἐτῶν θὰ ἐπανέλθῃ εἰς τὴν κανονικήν του τροχιὰν, ὡς συμβαίνει εἰς ὅλας τὰς χρήσεις. Ἐγὼ ὁρμῶμαι ἐκ τοῦ αἰσθήματος τοῦ σταφιδικοῦ, ἐκ τοῦ αἰσθήματος τοῦ ἀντιπροσώπου σταφιδοφόρου ἐπαρχίας· διότι ἐμέ, ἐπιτρέψατέ μοι νὰ εἴπω, οὐδόλως ἐνδιαφέρει ὁ προϋπολογισμὸς καὶ τὰ μέλλοντα μέτρα, τὰ ὁποῖα δύναται νὰ λάβῃ ἡ Πολιτεία ὑπὲρ τοῦ ἔθνους (θόρυβος). Ἐκφράζω τὴν γνώμην ἐκείνων, τοὺς ὁποίους ἀντιπροσωπεύω, καὶ λέγω ὅτι εἰς αὐτοὺς οὐδεμίαν ἐπιρροὴν ἔχει ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ Κράτους καὶ τὰ ἄλλα μέτρα τῆς Κυβερνήσεως· διότι, ὅταν ἐγὼ πάσχω οἰκονομικῶς, καὶ συνεπῶς καὶ ἠθικῶς, καὶ δὲν ἦμαι ἱκανὸς νὰ συντελέσω εἰς τὴν βελτίωσιν καὶ τὴν πρόοδον τοῦ ἔθνους, τίνα ὕπαρξιν θέλετε νὰ ἔχωσιν οἱ σταφιδοπαραγωγοὶ, ὅταν τὸ ⅓ αὐτῶν ἤθελε καταστραφῆ, ἐὰν δὲν ληφθῇ ὁριστικὸν ὑπὲρ τῆς σωτηρίας αὐτῶν μέτρον; Καὶ ὅταν ἤμεθα πεπεισμένοι, ὅτι, ἐὰν δὲν ληφθῇ τοιοῦτο μέτρον, θὰ ἐπέλθῃ ἀφεύκτως ἡ καταστροφὴ, μᾶς λέγητε ὅτι καταπονοῦμεν τὴν Βουλήν, ὁμιλοῦντες περὶ τῆς σταφίδος ἀδιακόπως! Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι κατεπονήσαμεν τὴν Βουλὴν πολὺ, παρηνωχλήσαμεν αὐτήν, ἀλλ’ εἶναι τὸ ζήτημα λίαν σοβαρόν δι’ ἡμᾶς, ὥστε μᾶς ἐπιτρέπεται νὰ ἐπικαλεσθῶμεν τὴν εὐμένειαν τῆς Βουλῆς, ἵνα ἐπέλθῃ σοβαρά σκέψις καὶ ἀπόφασις ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου. Κατὰ συνέπειαν, Κύριοι, θὰ παρακαλέσω τὸν ἀξιότιμον Πρόεδρον τῆς Βουλῆς καὶ τὴν Βουλήν, ὡς καὶ τὸν ἀξιότιμον Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ἐὰν ἀποδειχθῇ, ὅτι ὑφίσταται ἡ σύμβασις, νὰ προταχθῇ αὕτη τοῦ προϋπολογισμοῦ, διότι τοῦτο μόνον θέλει συντελέσει εἰς τὴν κατεύνασιν τοῦ ἐρεθισμοῦ τῶν σταφιδοπαραγωγῶν, διὰ τὸν ὁποῖον κατηγοροῦσιν ἐμοῦ, διαδίδοντες ὅτι ὑποκινῶ αὐτοὺς, ἐνῶ τὸ ἀντίθετον πράττω. Ἐὰν ἡ Κυβέρνησις διὰ τῶν καταλλήλων διαπραγματεύσεων καὶ παραστάσεων δὲν κατορθώσῃ νὰ πείσῃ τὰς Δυνάμεις, αἵτινες ἔφερον ἀντιρρήσεις ἐπὶ τῆς συμβάσεως, νὰ ἄρωσι ταύτας, εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἐναπόκειται νὰ μὴ κυρώσῃ τὴν σύμβασιν ψηφιζομένην. Κατὰ συνέπειαν παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ ἐπιτρέψῃ νὰ προταχθῇ ἡ σύμβασις πρὸ τοῦ προϋπολογισμοῦ. Οἱ συμπολῖταί μου τηλεγραφοῦσι πρὸς ἐμὲ καὶ τοὺς λοιποὺς συναδέλφους ἐξ Ἠλείας νὰ ἀπόσχωμεν τῶν συνεδριάσεων τῆς Βουλῆς, ἐν ᾗ περιπτώσει δὲν προταχθῇ ἡ σύμβασις πρὸ τῆς συζητήσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ἐγὼ οὐδὲν ἕτερον ἔπραξα ἢ νὰ ἐκδηλώσω εἰς τὴν Βουλὴν τὴν γνώμην, ἣν οὗτοι ἐπιβάλλουσιν εἰς τοὺς ἀντιπροσώπους αὐτῶν. (Ἀναγινώσκει τὸ τηλεγράφημα).
§155Α. ΣΠΗΛΙΑΔΗΣ. Δικαίως ἴσως ἀσχάλλετε καὶ ἀδημονεῖτε, κύριοι συνάδελφοι, ὁσάκις πρόκειται περὶ σταφίδος, διότι ἐπὶ ἑπτάμηνον ἤδη οὐδὲν ἄλλο ἀντικείμενον ἠκούσατε συζητούμενον ἐν τῇ Βουλῇ· ἀλλὰ τὰ παράπονά σας ταῦτα ἔπρεπε νὰ στρέφητε κατ’ ἐκείνων, οἵτινες, οὐδὲν μέτρον λαμβάνοντες, ἀναγκάζουσιν ἡμᾶς νὰ ἐπιμένωμεν ζητοῦντες θεραπείαν. Μὴ παραπονεῖσθε κατὰ τῶν συμπολιτῶν μου, τῶν ἐν ἀληθεῖ ὑπερερεθισμῷ εὑρισκομένων, ὡς ζητούντων δῆθεν πράγματα παράλογα, ὡς ἀξιούντων τὴν ψήφισιν συμβάσεως ἐντελῶς ἀνυπάρκτου. Ἂν ἐγνωρίζετε τὰ πράγματα ἐπίσης καλῶς, ὡς ἡμεῖς τὰ γνωρίζομεν, ἂν ἐμελετᾶτε τὴν ἀλληλουχίαν τῶν διαφόρων γεγονότων μετὰ τῆς προσοχῆς, μεθ’ ἧς ἡμεῖς ἀναγκαζόμεθα νὰ μελετῶμεν αὐτὰ, βεβαίως θὰ μετεμελεῖσθε, διότι ἀδικεῖτε τοὺς συμπολίτας μου, θεωροῦντες αὐτοὺς παραλόγους. Πρὸ στιγμῶν μόλις, ὁμιλῶν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὁ εὔγλωττος ἐξ Εὐρυτανίας συνάδελφος κ. Χατζόπουλος, κατειρωνεύετο τῶν συμπολιτῶν μου, παριστῶν αὐτοὺς ὡς τὰ μᾶλλον παράλογα πράγματα ἀξιοῦντας. Ἔλεγεν ὅτι οἱ συμπολῖταί μου, ἀξιοῦντες τὴν ψήφισιν τῆς συμβάσεως, ἀξιοῦσιν οὐδὲν ἄλλο ἢ νὰ λάβῃ ἡ Πολιτεία τὴν ῥάβδον τοῦ Κραβαρίτου καὶ νὰ περιέρχηται τὴν Εὐρώπην, ζητοῦσα Ἑταιρείαν καὶ μονοπώλιον. Ἡ φράσις εἶναι καὶ ἀπηνὴς καὶ ἄδικος. Ἐὰν ὁ φίλος μου καὶ ἔντιμος ἐξ Εὐρυτανίας συνάδελφος ἠκολούθει, ὡς ἀκολουθῶ ἐγώ, τὰ πρὸ τοῦ ζητήματος τοῦ μονοπωλίου, τὰ περὶ τῆς τύχης τῆς συμβάσεως, θὰ συνωμολόγει μετ’ ἐμοῦ, ὅτι συμπολῖταί μου, ζητοῦντες νὰ προταχθῇ καὶ ἐπιψηφισθῇ ἡ περὶ μονοπωλίου σύμβασις, δὲν ζητοῦσι τι, ὅπερ τοῖς παρεστάθη ὡς μὴ ὑπάρχον, δὲν ἐπιδιώκουσί τι ἀδύνατον. Τοὐναντίον, ζητοῦσιν ὅ,τι παρίσταται εἰς αὐτοὺς οὐ μόνον ὡς δυνατὸν, ἀλλ’ ὡς εὔκολον καὶ ἀναγκαῖον γενέσθαι, ὑπὸ ὁλοκλήρου κόμματος, κόμματος αὐτοκαλουμένου ἐθνικοῦ. Ὅστις ἀναγινώσκει τὴν ἐφημερίδα «Πρωΐαν», ὄργανον διερμηνεῦον ἐν τῇ δημοσιογραφίᾳ ἐπισήμως τὰς γνώμας τοῦ σεβαστοῦ ἐκ Γόρτυνος πολιτευτοῦ, θὰ πεισθῇ περὶ τῆς ἀληθείας τῶν λόγων μου. Καθ’ ἑκάστην γράφει, ὅτι ἡ σύμβασις ὑπάρχει καὶ ὅτι ἡ ψήφισις αὐτῆς ἐπιβάλλεται. Εἶναι λοιπὸν παράλογοι οἱ συμπολῖταί μου, ζητοῦντες ὅ,τι ὁλόκληρον κόμμα, πρὸ μικροῦ ἀντιπροσωπεῦον τὴν πλειονοψηφίαν τοῦ ἔθνους, διακηρύττει ὡς δυνατὸν, ὡς εὔκολον, ὡς ἐπιβαλλόμενον; Ὅσοι παρευρέθημεν κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς παρελθούσης Πέμπτης καὶ ἠκούσαμεν τὰς ἀγορεύσεις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, τοῦ σεβαστοῦ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἀρχηγοῦ καὶ τοῦ ἐγκρίτου ἐκ Μεσολογγίου βουλευτοῦ κ. Δεληγεώργη, — καὶ βεβαίως ἐγὼ ἤμην μεταξὺ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἤκουσαν αὐτὰς μετὰ προσοχῆς μεγίστης καὶ εὐλαβείας, διότι εἶμαι ἐκ τῶν φρονούντων ἀδιστάκτως, ὅτι ἐν τῷ μονοπωλίῳ ἔγκειται ἡ σωτηρία τῆς σταφιδοπαραγωγῆς, — ὅσοι, λέγω, παρευρέθημεν κατὰ τὴν συνεδρίασιν ἐκείνην, μίαν ἀπεκομίσαμεν ἐντύπωσιν, ἓν συνεκομίσαμεν πόρισμα, ὅτι σύμβασις μονοπωλίου δὲν ὑπάρχει. Καὶ ἡ ἰδέα αὕτη καὶ ἡ ἐντύπωσις αὕτη ἐγέννησεν εἰς τὴν ψυχὴν τοῦ εὐγενοῦς ἐξ Ἠλείας συναδέλφου μου κυρίου Κρεστενίτου τὴν ἀνάγκην νὰ ποιήσηται σύστασιν, ὅπως ἡ Κυβέρνησις ζητήσῃ καὶ λάβῃ ἄδειαν παρὰ τῆς Βουλῆς πρὸς ἐπιδίωξιν νέας συμβάσεως μετ’ ἄλλης Ἑταιρείας, ἥτις ἤθελεν εὑρεθῆ καὶ εἰς ἣν νὰ λάβωσι μέρος καὶ οἱ ἐν Ἀγγλίᾳ παντοπῶλαι. Ἂν ἡ ἰδέα εἶναι εὔστοχος καὶ πρακτική, δὲν ἐξετάζω, ἀποδεικνύει ὅμως, προταθεῖσα μετὰ τὸ πέρας τῶν ἀγορεύσεων ἐκείνων ὑπὸ φίλου τοῦ τέως Πρωθυπουργοῦ καὶ μονοπωλιακοῦ συναδέλφου, ὅτι πόρισμα γενικὸν τῆς συζητήσεως ἐκείνης ἦτο ἡ πεποίθησις, ὅτι περὶ τῆς συμβάσεως, τῆς ἤδη ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει ἐγγεγραμμένης, οὐδεὶς ἠδύνατο νὰ γένηται λόγος. Τὰ γεγονότα, ἅτινα ἐπιστώθησαν, κύριοι συνάδελφοι, διὰ τῶν ἀγορεύσεων ἐκείνων, καὶ μὲ κατέθλιψαν καὶ μὲ κατέπληξαν. Εἶμαι ἐξ ἐκείνων, οἵτινες φρονοῦσι μετὰ πεποιθήσεως, ὅτι μόνον διὰ τοῦ μονοπωλίου εἶναι δυνατὴ ἡ ἀληθὴς σωτηρία. Ὑπάρχουσιν ἴσως καὶ ἄλλα μέτρα, ἅτινα δύνανται βαθμηδὸν νὰ ἄρωσι τὴν κρίσιν, ἀλλὰ πάντων ὑπερέχει τὸ μονοπώλιον. Ὑπερέχει δὲ καὶ διὰ πολλοὺς ἄλλους καὶ οὐσιώδεις λόγους, ἀλλὰ καὶ διότι εἰς τὸ μέτρον τοῦτο συμπίπτουσιν αἱ γνῶμαι ὅλων τῶν σταφιδικῶν πληθυσμῶν. Βλέπων καταστρεφομένας τὰς ἐλπίδας μου περὶ πραγματοποιήσεως αὐτῶν, κατεθλίβην, ὁμολογῶ, ἀλλὰ καὶ κατεπλάγην, βλέπων καὶ ἀκούων ὁπόσα σπουδαῖα γεγονότα ἀπεκρύπτοντο ἐπιμελῶς καὶ ἀπὸ τὴν Βουλὴν καὶ ἀπὸ τοὺς σταφιδικοὺς πληθυσμούς. Ἀλλ’ ὅτε μετὰ δύο ἡμέρας ἀνεγίνωσκον ἐν τῇ «Πρωΐᾳ», —διότι εἶμαι τακτικὸς ἀναγνώστης αὐτῆς,— ὅτι ἡ σύμβασις ὑπάρχει, ὅτι ἡ σύμβασις ζῇ, ὅτι πρέπει νὰ ψηφισθῇ, κατ’ ἀρχὰς ἔτριψα τοὺς ὀφθαλμοὺς, ἐπίστευσα ὅτι ὠνειρευόμην ὡραῖον ὄνειρον, ἀλλ’ ἀνανήφων ἐκ τῆς καταπλήξεως, ἤρχισα νὰ ἀναθαρρῶ. Καὶ ἔλεγον κατ’ ἐμαυτόν: Βεβαίως ἡ σύμβασις ὑπάρχει· διότι πῶς εἶναι δυνατὸν ἓν ὁλόκληρος κόμμα, ἀντιπροσωπευόμενον ὑπὸ ἀνδρὸς, οἷος ὁ σεβαστὸς ἐκ Γόρτυνος πολιτευτὴς, οὗτινος τὰς γνώμας διερμηνεύει ἡ «Πρωΐα», νὰ θέλῃ νὰ μεταχειρισθῇ πρὸς δημοκοπίαν ζήτημα τοσοῦτον μέγα, τοσοῦτον σπουδαῖον, ζήτημα ζωῆς ἢ θανάτου ἑκατοντάδων χιλιάδων Ἑλληνικῶν πληθυσμῶν; Πῶς δύναταί τις νὰ φαντασθῇ, ὅτι ἄνθρωπος, ὅστις λέγει ὅτι ὁλόκληρον τὸν βίον του ἀφιέρωσεν εἰς τὸν ὑπὲρ τῆς εὐημερίας τοῦ τόπου ἀγῶνα, ὅτι ἀνὴρ, εἰς οὗ τὴν ἱστορικὴν οἰκογένειαν τόσας ὀφείλει χάριτας τὸ ἔθνος, θὰ διεγείρῃ τοὺς ἀπηλπισμένους συμπολίτας μου, προκαλῶν καὶ αἱματοχυσίαν ἴσως, χωρὶς νὰ ἔχῃ πεποίθησιν, ὅτι ἡ σύμβασις ὑπάρχει, ὅτι ἡ σύμβασις θὰ πραγματοποιηθῇ; Καὶ οὕτως ἀναθαρρήσας, ἐτάχθην καὶ τάσσομαι παρὰ τὸν πλευρὸν τοῦ νέου αὐτοῦ Λαζάρου, τῆς συμβάσεως, καὶ θέλω διὰ τῆς ψήφου μου καὶ διὰ τῆς φωνῆς μου ἐπιδιώξει τὴν ἐπιψήφισιν αὐτῆς. Καὶ ἀφοῦ ἐγὼ τοιαῦτα ἀπεφάσισα, καὶ ἀφοῦ ἐγὼ, χωρὶς νὰ φοβῶμαι τὸν κίνδυνον τοῦ παραλογισμοῦ, θὰ ψηφίσω ὑπὲρ τῆς προτάξεως τῆς συμβάσεως, πῶς θέλει ὁ ἔντιμος ἐξ Εὐρυτανίας συνάδελφος νὰ μὴ πεισθῶσιν οἱ συμπολῖταί μου, οἱ τόσα πάσχοντες, οἱ εἰς τοιαύτην ἀπόγνωσιν εὑρισκόμενοι, καὶ νὰ θεωρηθῶσι παράλογοι, ἀφοῦ χθὲς ἀνεγίνωσκον ἐν τῇ «Πρωΐᾳ», ἀφοῦ δηλαδὴ εἶδον τὸν σεβαστὸν ἐκ Γόρτυνος τέως Πρωθυπουργὸν λέγοντα τὰ ἑξῆς; (ἀναγινώσκει): «Καὶ ἐν τῷ μέσῳ τῆς πενίας καὶ τῆς ἀπογνώσεως αὐτοῦ ὁ λαὸς τῆς Πελοποννήσου δὲν ἀπώλεσε τὴν περίσκεψιν αὑτοῦ. Ὅτε ἔμαθεν, ὅτι ἡ νέα Κυβέρνησις ὡς πρῶτον καθῆκον αὑτῆς ὑπέλαβε νὰ ῥίψῃ μὲν ὑπαινιγμούς τινας κατὰ τῆς τέως Κυβερνήσεως ὡς πρὸς τὴν διαχείρισιν τοῦ ζητήματος τοῦ μονοπωλίου τῆς σταφίδος, νὰ κηρύξῃ δὲ τὴν σύμβασιν ὡς μὴ ὑπάρχουσαν δῆθεν, ὡς μὴ δυναμένην πλέον νὰ ψηφισθῇ, ἕνεκα τῶν ἀντιρρήσεων ἐνίων ξένων Κυβερνήσεων, συνῆλθε καὶ εἶπε: «Διατὶ ἐγκαταλείπετε τὴν σύμβασιν, ἀφοῦ ἡ Ἑταιρεία ἀπεδέχθη πάσας σχεδὸν, καὶ τὰς σπουδαιοτέρας, τροπολογίας τῆς Βουλῆς; Ψηφίσατε αὐτὴν, ὡς ἐτροποποιήθη, ἐργασθῆτε ἔπειτα νὰ πείσητε τὰς ξένας Κυβερνήσεις, ὅτι ἡ σύμβασις, μὲ τὸν ὅρον μάλιστα τοῦ δικαιώματος τῆς ἐξαγορᾶς ὑπὸ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, ὃν ἀπεδέχθη ἡ Ἑταιρεία, οὔτε εἰς τὰς μετ’ αὐτῶν συνωμολογημένας ἐμπορικὰς συνθήκας ἀντιβαίνει, οὔτε τὰ συμφέροντα τῶν καταναλωτῶν τῆς σταφίδος ζημιοῖ, ἀφοῦ θὰ παρέχῃ αὐτοῖς τὴν σταφίδα εἰς τιμὰς ὡρισμένας, μετριωτέρας ἐκείνων, εἰς τὰς ὁποίας τὴν ἀγοράζουσιν ἤδη ἀπὸ τοὺς μεταπράτας καὶ τοὺς παντοπώλας. Ἐὰν δὲ καὶ τότε δὲν ἤθελον πεισθῆ αἱ ξέναι Κυβερνήσεις νὰ ἀνακαλέσωσι τὰς ἀντιρρήσεις των, ὁ Βασιλεὺς ἂς μὴ κυρώσῃ τὸν νόμον τῆς συμβάσεως, καὶ ἡ σύμβασις ἂς μὴ ἐφαρμοσθῇ.» Καὶ ἐν ἄλλῳ ὁμοίως ἑπομένῳ ἄρθρῳ: «Ἀντὶ τούτων τί ἐστοχάσθη ἡ Κυβέρνησις, ὅπως καταστείλῃ τὴν λαίλαπα, ἥτις προέβλεπεν ὅτι ἤθελεν ἐκραγῆ παρὰ τοῖς σταφιδικοῖς πληθυσμοῖς ὑπὸ τοῦ κηρύγματος αὐτῆς; Ἐστοχάσθη νὰ παραποιήσῃ τὴν ἔννοιαν τῶν λόγων τοῦ ἡγέτου ἡμῶν καὶ τοῦ κ. Δεληγεώργη. Καὶ ἐξεπέμφθησαν προχθὲς τὴν ἑσπέραν τηλεγραφικαὶ ἐπίσημοι καὶ ἰδιωτικαὶ ἐγκύκλιοι, παριστῶσαι, ὅτι δῆθεν καὶ ὁ κ. Θ. Π. Δηλιγιάννης καὶ ὁ κ. Δεληγεώργης ὡνωμολόγησαν μετὰ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὅτι ἡ σύμβασις εἶναι ἀδύνατον νὰ ψηφισθῇ πλέον. Ἤκουσε κανεὶς τὸν ἡγέτην τῆς Ἀντιπολιτεύσεως καὶ τὸν ἐκ Μεσολογγίου πολιτευτὴν νὰ εἴπῃ τοιαῦτα;» Καὶ σημειώσατε, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι ἐν Ἠλείᾳ ὑπάρχουσι πολλοὶ οἱ ἀναγινώσκοντες τὴν «Πρωΐαν», ὑπάρχουσι πλεῖστοι λατρεύοντες τὸν κ. Δηλιγιάννην, οἵτινες μεταδίδουσι καὶ κηρύττουσι τοὺς λόγους τῆς «Πρωΐας» ὡς Εὐαγγέλιον,—ἀμετάφραστον, ἐννοεῖται,—διδάσκοντες τὸν λαὸν τὴν ἀλήθειαν. Ὅταν συγχρόνως βλέπωσι τὸν ἔγκριτον ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτὴν ἀπαρνούμενον τὴν ἀγόρευσίν του ἐκείνην, καὶ λέγοντα ἐν συνεντεύξει αὐτοῦ πρὸς τὸν συντάκτην τῆς «Ἀστραπῆς», ὅτι ἡ σύμβασις δύναται νὰ ψηφισθῇ, καὶ ὅτι ἡ ὁμιλία του κατὰ τὴν ἑσπέραν τῆς Πέμπτης παρεχαράχθη ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, τότε πῶς θὰ τολμήσητε, ἔντιμε ἐξ Εὐρυτανίας συνάδελφε, νὰ ὀνομάσητε τοὺς Ἠλείους παραλόγους, ζητοῦντας ὅ,τι ὑποδεικνύουσιν αὐτοῖς ὡς δυνατὸν καὶ εὔκολον, ὡς ὀρθὸν, δύο τόσον ἔγκριτοι, τόσον ἐπίσημοι τοῦ Κοινοβουλίου ἄνδρες; Ὅτι ἡ «Πρωΐα» θεωρεῖται παρ’ ὅλου τοῦ κόσμου ὡς ἡ ἐπίσημος τοῦ τέως Πρωθυπουργοῦ γλῶσσα, οὐδεὶς ὑπάρχει ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ μου μὴ πιστεύων. Διὰ ταύτης βαπτίζονται οἱ συνδυασμοὶ, διὰ ταύτης ἀφορίζονται οἱ τὰ ἐναντία φρονοῦντες. Ἐγὼ, κύριοι συνάδελφοι, ὁμολογῶ, ὅτι, ὅτε ταῦτα πάντα ἀνέγνωσα, ἤρχισα ἀληθῶς νὰ δυσπιστῶ πρὸς τὴν ἀντίληψίν μου, πρὸς τὴν ἀντίληψιν πάντων ἐκείνων, οἵτινες ἐκ τῶν πρώτων ἀγορεύσεων ἐπίστευσαν ὡς συμφωνοῦντας τοὺς ἀγορεύσαντας κατὰ τὴν συνεδρίασιν ἐκείνην. «Δὲν εἶμαι ἐγὼ ἐκεῖνος,—ἔλεγεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἰς τὸν ἐπίλογον τῆς ἀγορεύσεώς του,—ὅστις παρὰ τὰς διαμαρτυρίας, τὰς ἐπισήμους πλέον, τῶν Δυνάμεων, παρὰ τὰς διαμαρτυρίας τῶν παντοπωλῶν, παρὰ τὴν ἀποχώρησιν τῶν δύο μελῶν τοῦ Συνδικάτου, εἰς ὧν τὴν οἰκονομικὴν ὑπόστασιν ἐστηρίζετο ἡ σύμβασις, θὰ ἐπιχειρήσω τὴν ψήφισιν τῆς συμβάσεως ταύτης.»—«Καὶ τίς», ἀπήντα ὁ σεβαστὸς ἐκ Γόρτυνος πολιτευτὴς «ἐβίασεν ἢ δύναται νὰ βιάσῃ ὑμᾶς νὰ ψηφίσητε τὴν σύμβασιν παρὰ τὰς διαμαρτυρίας τῶν Δυνάμεων, παρὰ τὰς διαμαρτυρίας τῶν παντοπωλῶν; Ὑπερθεματίζων δὲ ὁ ἔγκριτος ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτὴς, ἔλεγεν ἐν τῷ ἐπιλόγῳ τῆς μακρᾶς ἀγορεύσεώς του, ὅτι ἀληθῶς ματαιοπονοῦμεν συζητοῦντες, μεθ’ ὅσα ἔλαβον χώραν, καὶ ὅτι εἶναι γελοῖον νὰ φαντασθῇ τις, ὅτι πρέπει νὰ ψηφισθῇ ἡ σύμβασις, ἐφ’ ὅσον δὲν ἀρθῶσιν αἱ διαμαρτυρίαι τῶν Ἄγγλων παντοπωλῶν, καὶ δὲν γείνῃ ἀποδεκτὴ ἡ σύμβασις παρ’ ὁλοκλήρου τοῦ Ἀγγλικοῦ λαοῦ. Ἀλλὰ πάντα ταῦτα δὲν ἦσαν ἢ ὄνειρον, ἡ δὲ ἀλήθεια διαλαλεῖται ὑπὸ τῆς «Πρωΐας», καὶ ἐπικυροῦται ὑπὸ τῆς συνεντεύξεως τοῦ κ. Δεληγεώργη, τῆς ἐν τῇ σημερινῇ «Ἀστραπῇ» δημοσιευομένης. Καὶ ὄχι μόνον ὁ λαὸς πείθεται, ὅτι ἡ σύμβασις ὑπάρχει, ἀλλὰ καὶ ἐγὼ δυσπίστως ἔχομαι πρὸς ὅ,τι τὴν ἡμέραν ἐκείνην ἤκουσα. Ἐλπίζω, ὅτι θὰ μετανοεῖτε ἤδη, ἔντιμε καὶ ἀγαπητὲ ἐξ Εὐρυτανίας συνάδελφε, διότι τόσον αὐστηρῶς ἐκρίνατε τοὺς συμπολίτας μου. Ἐδείχθητε πρὸς αὐτοὺς ἄδικος, καταλογίσαντες αὐτοῖς παραλογισμόν. Δὲν παραλογίζονται, ἀκολουθοῦντες τὰς συμβουλὰς καὶ γνώμας τόσων διακεκριμένων μελῶν τοῦ Κοινοβουλίου. Ἐγὼ δὲ, ὅστις τόσον καλῶς γνωρίζω, τί ἐστὶ μονοπώλιον διὰ τοὺς συμπολίτας μου, ὅστις κατανοῶ ὑπὸ ποίων συμφορῶν μαστίζονται καὶ ὑπὸ ποίων κινδύνων ἀπειλοῦνται, ἐγὼ, ὅστις οὐδόλως ἀγνοῶ εἰς ποίων χεῖρας εὑρίσκεται τὸ σταφιδικὸν ἐμπόριον καὶ ποῖαι αἱ τῶν ἐμπόρων πρὸς τοὺς παραγωγοὺς σχέσεις, σχέσεις δούλων πρὸς κυρίους, σχέσεις πενομένων πρὸς πλουτίζοντας ἐκ τῆς αὐτῆς αἰτίας, τῆς σταφίδος δηλαδὴ, σύνοιδα ὁποῖον πρὸς αὐτοὺς ἔχω καθῆκον. Καθῆκον ἔχω, ἐπιβεβλημένον ὑπὸ τῆς λογικῆς καὶ τῆς δυνάμεως τῶν πραγμάτων, οὐ μόνον νὰ ὑπερψηφίσω τῆς προτάξεως τῆς συμβάσεως πρὸς συζήτησιν, οὐ μόνον νὰ ἀπόσχω τῶν συνεδριάσεων τῆς Βουλῆς, ἂν τοῦτο δὲν γένηται, ἀλλ’ ἔχω καθῆκον καὶ νὰ δηλώσω ἐπισήμως ἀπὸ τοῦ ἱεροῦ τούτου βήματος, ὅτι, ἂν ὁ σεβαστὸς ἐκ Γόρτυνος πολιτευτὴς ἢ ὁ ἔγκριτος ἐκ Μεσολογγίου συνάδελφος ἀναλάβωσι μετὰ θάρρους τὴν σημαίαν τοῦ μονοπωλίου καὶ ὑποσχεθῶσι τὴν πραγμάτωσιν αὐτοῦ, θὰ ἐγκαταλείψω τὴν πτέρυγα, εἰς ἣν κάθημαι ἀνέκαθεν, καὶ θὰ καθήσω παρὰ τὸ πλευρὸν αὐτῶν, παρέχων αὐτοῖς, ἄνευ οὐδεμιᾶς ἄλλης ἀξιώσεως, τὴν ψῆφον καὶ πᾶσαν τὴν συνδρομήν μου. Ἂς εἴπωσιν ἐν τῇ Βουλῇ ὅ,τι καὶ ἐν τῇ δημοσιογραφίᾳ λέγουσιν, ἂς τὸ εἴπωσι κατηγορηματικῶς οἱ ἴδιοι, καὶ οὐχὶ δι’ ἄλλων, διότι οὐδ’ ἡ φωνὴ τοῦ ἐμοῦ συναδέλφου κ. Παυλοπούλου, οὐδ’ ἡ ἐμὴ δύνανται νὰ ἀκουσθῶσιν, ἀλλ’ ἡ φωνὴ αὐτῶν ἔχει καὶ κῦρος καὶ ἐπισημότητα, δύναται δὲ νὰ ἀκουσθῇ, καὶ ἡ Βουλὴ νὰ ψηφίσῃ τὴν σύμβασιν, ἥτις νὰ μὴ κυρωθῇ πρὸ τῆς διαλευκάνσεως πασῶν τῶν δυσχερειῶν καὶ προσκομμάτων· ἂς ἐνθαρρύνωσιν ἡμᾶς, τοὺς πιστεύοντας εἰς τὸ μονοπώλιον, καὶ πολλοὺς τότε ὀπαδοὺς θὰ εὕρωσι. Δὲν ἀρκεῖ ἡ πρότασις τοῦ κ. Παυλοπούλου περὶ προτάξεως τῆς συμβάσεως, δὲν ἀρκεῖ ἡ εἰδικὴ τῆς προτάσεως ταύτης ὑποστήριξις· πρέπει νὰ υἱοθετήσῃ ταύτην κόμμα ὁλόκληρον, ἵνα καὶ τὴν εὐθύνην ἔχῃ καὶ τὴν ἐμπιστοσύνην, καὶ τότε μόνον δικαιοῦνται καὶ ἐν τῇ δημοσιογραφίᾳ νὰ τὸ λέγωσι, τότε μόνον δύνανται νὰ μέμφωνται ἐκείνους, οἵτινες δὲν τὸ πράττουσιν. Ἀλλὰ καὶ ἡ νῦν Κυβέρνησις, λέγουσα ὅτι δὲν δύναται νὰ ψηφισθῇ ἡ σύμβασις, ὡς μὴ πλέον ὑπάρχουσα, διατρανοῦσα ὅτι αὕτη ἐναυάγησε, νομίζει ὅτι τοῦτο μόνον εἶναι ἀρκετόν; Καὶ ἂν ἐναυάγησεν ἡ σύμβασις, καὶ ἂν οὐδεὶς δύναται νὰ γένηται πλέον περὶ μονοπωλίου λόγος, ἐπιμενουσῶν τῶν Δυνάμεων εἰς τὰς διαμαρτυρίας αὐτῶν, δυστυχῶς δὲν ἐξέλιπε διὰ τοῦτο καὶ ἡ σταφιδικὴ κρίσις, δὲν ἐμειώθη ὁ ἐπαπειλῶν τὴν καταστροφὴν κίνδυνος. Ὀφείλει ἡ Κυβέρνησις νὰ ἔχῃ γνώμας περὶ σταφίδος, ὀφείλει ταύτας νὰ ἀνακοινώσῃ εἰς τὴν Βουλὴν καὶ εἰς τὸ ἔθνος. Ἄς μὴ ὁπλισθῇ καὶ αὕτη μὲ τὴν ἀκατανόητον διὰ Κυβερνήσεις δικαιολογίαν, ὅτι οἱ ἀπαρτίζοντες αὐτὴν δὲν ἐκαλλιέργησαν ἢ δὲν ἐκληρονόμησαν σταφιδαμπέλους. Ἀρκετὸν ἦτο, ὅτι τὸ ἠκούσαμεν ἅπαξ· ἂς μὴ ἐπαναληφθῇ, πρὸς Θεοῦ, τοιαύτη πρόφασις. Ὁ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς ἐδήλωσεν εἰς μίαν τῶν παρελθουσῶν συνεδριάσεων, ὅτι ἀκόμη ἦτο ἀντιπολιτευόμενος, ὅτι ἔχει σχέδιον, λῦον τὸ σταφιδικὸν ζήτημα, καὶ ὅτι δὲν εἰσάγει αὐτὸ, ἐκ φόβου μὴ φανῇ ἀντιδρῶν κατὰ τοῦ μονοπωλίου. Καὶ καλῶς ἔπραξε, διότι ὅ,τι δήποτε καὶ ἂν ᾖναι τὸ σχέδιον αὐτὸ, θὰ ᾖναι βεβαίως κατώτερον τοῦ μονοπωλίου. Καὶ ἐνόσῳ ὑπάρχῃ ἐλπὶς περὶ ἐπιτυχίας τῆς ἰδέας τοῦ μονοπωλίου, πρέπει ἐκεῖ νὰ ἐμμείνωμεν, διότι ἐκεῖ ὑπάρχει ἡ σωτηρία, ἐκεῖ ὑπάρχει ἡ χειραφέτησις τοῦ παραγωγοῦ ἀπὸ τὴν κηδεμονίαν τοῦ σταφιδικοῦ ἐμπορίου, κηδεμονίαν, τὴν ὁποίαν ἴσως δὲν θὰ ἀνεχθῇ ἐπὶ πλέον ὁ παραγωγὸς, ὁ παράγων καὶ μὴ κατορθῶν οὐδὲ νὰ ἀποζῇ ἐκ τῆς παραγωγῆς του. Ἀλλ’ ἂν ἡ Κυβέρνησις πείθηται ἢ θέλῃ πεισθῆ, ὅτι οὐδεμία δύναται ν’ ἀπομένῃ ἐλπὶς, ἡ ἀναγγελία τῆς ἀπελπισίας ταύτης, ἡ ἀνακοίνωσις τοῦ ναυαγίου τούτου πρέπει πάντως νὰ συνοδεύηται ὑπὸ μέτρων δυναμένων νὰ θεωρηθῶσιν ὡς λύσις τοῦ Σταφιδικοῦ ζητήματος. Πρὶν ἢ κατέλθω τοῦ βήματος, κύριοι συνάδελφοι, ἐπαναλαμβάνω νὰ δηλώσω, ὅτι εἶμαι ἕτοιμος νὰ προσφέρω τὴν ψῆφόν μου, τὴν συνδρομήν μου, πρὸς τὸν σεβαστὸν ἐκ Γόρτυνος πολιτευτὴν, ἢ πρὸς τὸν ἔγκριτον ἐκ Μεσολογγίου συνάδελφον, ἂν ἤθελον ἀναλάβει τὴν πραγματοποίησιν τοῦ μονοπωλίου.
§156Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Νὰ ἐπιδιώξῃ, νὰ προσπαθήσῃ νὰ πραγματοποιήσῃ.
§157Α. ΣΠΗΛΙΑΔΗΣ. Καὶ ἐγὼ ἐπιδιώκω. Ἀλλ’ ἔστω καὶ τοῦτο. Ἄς δηλώσωσιν ὅμως καθαρῶς, ἀπεριφράστως, ἐδῶ, ἐν τῇ Βουλῇ, ὅτι πρέπει νὰ προταχθῇ ἡ σύμβασις πρὸς συζήτησιν, ὅτι ἐλπίζουσι μετὰ πιθανότητος, ὅτι πᾶσαι αἱ δυσχέρειαι θὰ ἐξομαλυνθῶσιν, ὅτι ὑφίσταται πλήρης ἡ οἰκονομικὴ ὑπόστασις τῆς Ἑταιρείας μετὰ τὴν ἀποχώρησιν τῶν δύο μελῶν αὐτῆς, καὶ ἐγὼ ἐμμένω εἰς τὴν δήλωσίν μου. Ἐπίσης δηλῶ, ὅτι θέλω ψηφίσει ὑπὲρ τῆς προτάξεως τῆς συμβάσεως, καὶ ἂν τοῦτο δὲν γένηται δεκτὸν, καὶ οὐδὲν ἄλλο μέτρον λῦον ὁριστικῶς τὸ σταφιδικὸν ζήτημα δὲν προταθῇ, ἐγὼ θὰ ἀπόσχω τῶν συνεδριῶν τῆς Βουλῆς, διότι, μὰ τὴν ἀλήθειαν, δὲν ἠξεύρω εἰς τί θὰ ἐχρησίμευεν ἡ ἐνταῦθα παρουσία μου, ὅταν δὲν δύναμαι νὰ δώσω ἄρτον εἰς τοὺς συμπολίτας μου.
§158Ε. ΚΟΚΚΕΒΗΣ. Δὲν θὰ ὁμιλήσω, ἀλλ’ ἁπλῆν δήλωσιν θὰ κάμω. Ἐνθυμοῦμαι ὅτι κατά τινα συνεδρίασιν τοῦ Μαΐου, ὅτε εἰσήχθη ἡ σύμβασις ἡ ἐγκαταλειφθεῖσα, ἐγὼ καὶ ὁ κ. Κουμουνδοῦρος ἐπροτείναμεν νὰ ψηφισθῇ εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν· ἀλλ’ ἡ φωνή μας ἐχάθη καὶ δὲν ἠκούσθη, διότι οὔτε τὴν πρότασίν μας ταύτην ἐδέχθη ὁ τότε Πρωθυπουργὸς κ. Δηλιγιάννης...
§159Γ. ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Ἐλησμονήσατε ἐμὲ, κύριε Κοκκέβη. Ἐγὼ πρῶτος τὸ ἐζήτησα.
§160ΚΟΚΚΕΒΗΣ. Μάλιστα... Καὶ ἐνῷ ἐζητοῦμεν ἐπιμόνως νὰ ψηφισθῇ τότε ἡ σύμβασις εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν, ὁ κ. Δηλιγιάννης ἠρνήθη. Καὶ τί μᾶς εἶπεν; «Ἐξονυχίσατε τὴν σύμβασιν!» Καὶ τί ἄλλο μᾶς εἶπε κατόπιν; «Ὑποβάλετε τροπολογίας.» Ὑπεβάλαμεν καὶ τὰς τροπολογίας· καὶ ἐνῷ ἀνεμένομεν νὰ ἔλθῃ ἡ σύμβασις ἐκείνη μετὰ τὰς τροπολογίας, μέχρι σήμερον μένει εἰς τὸν δρόμον, καὶ οὔτε ἐφάνη ἀκόμη ὁ κομιστὴς αὐτῆς ἐκ Λονδίνου. Τουναντίον διεδίδετο καὶ ἐμάθομεν, ὅτι ἀπεχώρησαν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι διὰ τῆς συμβάσεως ἦσαν ὑπόχρεοι νὰ ἔχωσι μέρος, διότι ἄνευ τῶν δύο προσώπων, τοῦ Μπόρδερτον καὶ τοῦ Μπακχάουζ, σύμβασις δὲν ὑπάρχει, καθόσον ῥητὸς ὅρος ἐν αὐτῇ ἀναγράφεται, ὅτι ἄνευ αὐτῶν σύμβασις δὲν ὑφίσταται. Ἀλλ’ ἀφοῦ ἐκεῖνοι ἀπεχώρησαν καὶ συμβαλλόμενα μέρη δὲν ὑπάρχουν, οὔτε σύμβασις ὑπάρχει.
§161Γ. ΜΕΛΙΣΣΗΝΟΣ. Οἱ κύριοι Δυπρὲ καὶ Ντουὲν τί εἶναι;
§162ΚΟΚΚΕΒΗΣ. Ἐν τούτοις ἐπιμένω καὶ ζητῶ νὰ εἰσαχθῇ ἡ σύμβασις. Ἐδηλώσαμεν, — διότι εἶμαι ὑπὲρ τοῦ μονοπωλίου, ἔστω καὶ μὲ κατώτερον ὅριον τιμῶν, — καὶ ἀκόμη ἐξακολουθῶ νὰ δηλῶ ἐν ὀνόματι 30 Βουλευτῶν ἐκ τῶν σταφιδοφόρων ἐπαρχιῶν, ὅτι ὅστις ἔλθῃ νὰ δηλώσῃ, ὅτι ἀναλαμβάνει νὰ ψηφίσῃ τὴν σύμβασιν καὶ τὴν καταστήσῃ νόμον τοῦ Κράτους, καὶ ἂν ὁ κ. Δηλιγιάννης δηλώσῃ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅτι δύναται νὰ εἰσάξῃ τὴν σύμβασιν αὐτὴν καὶ τὴν καταστήσῃ νόμον τοῦ Κράτους καὶ τὴν κάμῃ νὰ λειτουργήσῃ, τοῦ δηλοῦμεν καὶ ὑποσχόμεθα καὶ οἱ 30 Βουλευταὶ νὰ τὸν ὑποστηρίξωμεν ὡς Κυβέρνησιν, — καὶ τὸν καλοῦμεν νὰ τὸ δηλώσῃ. — Καὶ λέγω τοῦτο, διότι ἐφάνησαν νέοι πατριῶται, ὅπως ἀνέγνωσα σήμερον εἰς τηλεγραφήματα ἐκ Πύργου, ὁ Γερμενίτης, δικηγόρος, καὶ ἄλλοι, οἱ ὁποῖοι λέγουσιν, ὅτι ἡμεῖς ἀνεκόψαμεν τὴν ψήφισιν τῆς συμβάσεως, διότι ἐγκατελίπομεν τὴν Κυβέρνησιν τοῦ κ. Δηλιγιάννη. Καὶ ποίαν σύμβασιν ἀνεκόψαμεν, ἀφοῦ δὲν ὑπῆρχε; Καὶ διότι δὲν ὑπῆρχε, μᾶς ἔφερε τὴν σύμβασιν τοῦ δανείου τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης ὁ κ. Δηλιγιάννης, δηλαδὴ τὸ μέτρον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον πρὸ μηνῶν ἐζητήσαμεν καὶ τὸν παρεκαλοῦμεν νὰ εἰσαγάγῃ, καὶ διὰ τῆς ψηφίσεως τῆς συμβάσεως τῶν Τραπεζῶν μετὰ τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης ἔλεγεν ὅτι θὰ μᾶς δοθῇ χρόνος καὶ θὰ ἐπωφεληθῶμεν αὐτοῦ, ἵνα σκεφθῶμεν, ἂν μᾶς συμφέρῃ νὰ ψηφίσωμεν τὴν σύμβασιν τοῦ μονοπωλίου, ἀφοῦ ἐλήφθη τὸ μέτρον τῆς ἐξασφαλίσεως τοῦ ἐφετενοῦ εἰσοδήματος, καὶ διὰ τοῦ μέτρου τούτου ἐνόησεν ὁ σταφιδικὸς κόσμος, ὅτι δὲν ἔχομεν ὀλιγώτερον πατριωτισμὸν ἀπὸ τὸν κ. Γερμενίτην καὶ τοὺς ἄλλους ἀγορητὰς, οἱ ὁποῖοι λόγῳ προσωπικοῦ δημοτικοῦ συμφέροντος ἐξεγείρουσιν τὸν λαὸν, ὅτι ὑπάρχει σύμβασις μονοπωλίου καὶ δὲν ψηφίζεται. Καὶ ἐνῷ ἡ Κυβέρνησις διεκήρυττεν, ὅτι δὲν ὑπάρχει σύμβασις, ἄφινε τοὺς πατριώτας αὐτοὺς νὰ συγκροτῶσι συλλαλητήρια, καὶ δὲν τοὺς ἥρπαζεν ἀπὸ τ’ αὐτὶ νὰ τοὺς στείλῃ ἐκεῖ, ὅπου τοὺς πρέπει. Καὶ ἐνῷ ἡμεῖς ἐψηφίσαμεν μέτρα, ἵνα κρατήσωμεν τὴν τιμὴν τῆς σταφίδος, καὶ ἐφροντίσαμεν νὰ μὴ στερηθῶσι τοῦ ἄρτου αὐτῶν οἱ σταφιδοπαραγωγοὶ, ἔρχονται οἱ πατριῶται οὗτοι καὶ λέγουσιν, ὅτι ἀνεκόψαμεν ἡμεῖς τὸ ἔργον τῆς Κυβερνήσεως καταψηφίσαντες αὐτήν. Ποῖον ἔργον ἀνεκόψαμεν; Δὲν ἐζητήσαμεν ἡμεῖς νὰ ψηφισθῇ ἡ σύμβασις ἡ ἐγκαταλειφθεῖσα εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν, ὡς εἶχε, μόλις εἰσήχθη, χωρὶς νὰ θέλωμεν οὔτε μεταβολὰς, οὔτε τροποποιήσεις; Καὶ τὴν ἐζητήσαμεν οἱ τρεῖς, ἐγὼ, ὁ κ. Κρεστενίτης καὶ ὁ κ. Κουμουνδοῦρος. Δὲν ἔχομεν λοιπὸν ἡμεῖς πατριωτισμὸν, ἀλλ’ ἔχουσιν οἱ δημεγέρται; Ἐπαναλαμβάνω νὰ κάμω τὴν δήλωσιν αὐτήν. Ἐὰν ὁ κ. Δηλιγιάννης ἀνέλθῃ εἰς τὸ βῆμα καὶ δηλώσῃ ὅτι αὐτὸς θὰ εἰσαγάγῃ τὴν σύμβασιν αὐτὴν καὶ θὰ τὴν καταστήσῃ νόμον τοῦ Κράτους, καὶ θὰ λειτουργήσῃ αὕτη, ἔχει τὸν λόγον μου, ὅτι θὰ τὸν ὑποστηρίξωμεν καὶ οἱ 30 Βουλευταὶ πρὸς περάτωσιν τοῦ ἔργου.
§163Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μὲ προεκάλεσαν δύο συνάδελφοι, ὁ βουλευτὴς ἐξ Ἠλείας κ. Σπηλιάδης καὶ ὁ ἐκ Τριφυλίας κ. Κοκκέβης. Μὲ προεκάλεσαν, λέγω, κατὰ τρόπον, ὁ ὁποῖος μετεποίει τὴν Βουλὴν εἰς δημοπρατήριον, διότι μὲ ἐβεβαίουν, ὅτι κατὰ τὴν δημοπρασίαν ταύτην, ἐὰν ἐγὼ πλειοδοτήσω ὑπὲρ τὴν προσφορὰν τοῦ κ. ἐκ Κερκύρας Βουλευτοῦ, τοῦ Προέδρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, θέλουσι καταταχθῆ εἰς τὴν φιλικὴν ταύτην πτέρυγα οἵ τε προκαλοῦντές με Βουλευταὶ καὶ ἄλλοι. Ἀλλ’ ἐγὼ δὲν συνηθίζω νὰ ἐμπορεύωμαι τὰς γνώμας μου, οὔτε τὰς ψήφους ἐμοῦ ἢ τῶν φίλων μου. Τὴν γνώμην, ἣν εἶχον, εἶπον ὅτε ἠγόρευσα εἰς τὴν Βουλὴν, διαδεχθεὶς ἐπὶ τὸ βῆμα τὸν ἐκ Κερκύρας κ. Βουλευτὴν καὶ νῦν Πρωθυπουργόν. Τὴν γνώμην δὲ ταύτην καὶ τότε εἶχον, καὶ τὴν γνώμην ταύτην καὶ νῦν ἔχω. Τί παρέστησεν ἡ συνεδρίασις ἐκείνη, κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κερκύρας, ἅμα γενόμενος Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ἔσπευσε νὰ ἀναβῇ ἐπὶ τὸ βῆμα καὶ ἐποιήσατο τὰς γνωστὰς δηλώσεις πρὸς τὴν Βουλήν; Ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου παρέστησεν ἑαυτὸν πιεζόμενον, ἀπειλούμενον, βασανιζόμενον, ὡς εἰ ἠνάγκαζον αὐτὸν νὰ στέρξῃ τὴν σύμβασιν ἐναντίον τῆς θελήσεως τῶν Δυνάμεων, καὶ παρίστα ἑαυτὸν ὑπὸ τὰς πιέσεις καὶ ἀναγκαζόμενον οὐδεμίαν νὰ δώσῃ προσοχὴν εἰς τὴν γνώμην τῶν Δυνάμεων, ἀλλὰ νὰ ὑποστηρίξῃ ἐν τῇ Βουλῇ τὴν σύμβασιν. Καὶ ἔλεγε τότε πρὸς τὴν Βουλὴν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι οὐδέποτε θὰ πράξῃ τοῦτο, διότι αὐτὸς δὲν δύναται νὰ ὑποσχεθῇ εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι θέλει προτείνει εἰς αὐτὴν νὰ ψηφίσῃ σύμβασιν, τὴν ὁποίαν αἱ Δυνάμεις ἀποκρούουσιν. Ἀνέβην λοιπὸν ἐπὶ τὸ βῆμα διὰ νὰ λύσω αὐτὰ τὰ δεσμὰ, τὰ ὁποῖα παρίστα ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὅτι περιέβαλλον αὐτὸν, καὶ ἀπηύθυνα τὴν ἐρώτησιν, ποῖος ἐν τῇ Βουλῇ ἐζήτησε παρὰ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ νὰ ὑποστηρίξῃ ἐν τῇ Βουλῇ τὴν σύμβασιν καὶ νὰ ζητήσῃ τὴν ἐπιψήφισιν αὐτῆς, ἐὰν αἱ Δυνάμεις ἀνθίστανται, ἐὰν αἱ Δυνάμεις παριστῶσιν, ὅτι ἡ σύμβασις αὕτη ἀναιρεῖ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα ἔχουσιν ἐκ συμβάσεων ἢ συνθηκῶν μετὰ τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους; Ἠγόρευσα τότε καὶ εἶπον ταῦτα διὰ νὰ καταδείξω, ὅτι οὐδεὶς ἐζήτησε παρὰ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ τοιοῦτόν τι, διὰ νὰ δώσω πλήρη τὴν ἐλευθερίαν εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου νὰ πράξῃ ὅ,τι ἂν ἐγκρίνῃ, οὐδὲ ν’ ἀφήσω αὐτῷ ἀφορμὴν νὰ ἰσχυρισθῇ ποτε, ὅτι ἡμεῖς τουλάχιστον, ἡ Ἀντιπολίτευσις, ἐζητήσαμεν νὰ ἀναγκάσωμεν αὐτὸν νὰ συστήσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὴν συζήτησιν καὶ ἐπιψήφισιν τῆς συμβάσεως, περὶ ἧς πρόκειται, quand même, καὶ ἂν αἱ Δυνάμεις ἐπιμένωσι καὶ ἀντιλέγωσι, καὶ ὅτι ἐπεμένομεν ἡμεῖς ζητοῦντες παρ’ αὐτοῦ καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει νὰ προτείνῃ ἐν τῇ Βουλῇ τὴν συζήτησιν καὶ νὰ ζητήσῃ παρ’ αὐτῆς τὴν ἐπιψήφισιν τῆς συμβάσεως καὶ νὰ ὑποβάλῃ αὐτὴν πρὸς κύρωσιν εἰς τὸν Ἡγεμόνα. Ἀλλ’ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶχε προβῆ καὶ ἐπὶ ἄλλο τι· ἐσκόπει ν’ ἀποδείξῃ, ὅ,τι ἡμεῖς, ἐν τῇ Κυβερνήσει διατελοῦντες, δὲν ἐπράξαμεν ὅτι εἴχομεν καθῆκον νὰ πράξωμεν, ὅτι ἐσταυρώσαμεν τὰς χεῖρας, καὶ οὐδὲν εἴπομεν πρὸς τὰς Δυνάμεις, διότι δὲν παρεστήσαμεν εἰς αὐτὰς, ὅτι αἱ ἀντιρρήσεις αὐτῶν δὲν φαίνονται εἰς ἡμᾶς δίκαιαι, διότι δὲν εἴπομεν πρὸς αὐτὰς, ὅτι κατὰ τὴν γνώμην ἡμῶν αἱ ἐν τῇ συμβάσει ἀναγεγραμμέναι διατάξεις δὲν ἀθετοῦσι τὰς ὑποχρεώσεις τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους, τὰς ἀναγεγραμμένας ἐν ταῖς συμβάσεσι, τὰς ὁποίας εἴχομεν συνομολογήσει μετὰ τῶν Δυνάμεων τούτων, οὐδ’ ἀνεπτύξαμεν εἰς αὐτὰς, ὅτι ἕνεκα τῆς συμβάσεως δὲν ἐπέρχεται αὔξησις τῆς τιμῆς τῆς σταφίδος ἐν ταῖς ἀγοραῖς τοῦ Λονδίνου, τὸ ὁποῖον ἡ Μεγάλη Βρεττανία εἶχε κατὰ νοῦν νὰ ἐξασφαλίσῃ, ὅτε συνήνεσε νὰ ἐλαττώσῃ τὸν εἰσαγωγικὸν δασμὸν ἀπὸ 6 σελλίνια εἰς 2.
§164ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀπὸ 7 εἰς 2.
§165Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. .. Οὐδ’ ἐποιησάμεθα λόγον τινὰ, διὰ ν’ ἀποδείξωμεν ὅτι διὰ τῆς συμβάσεως περὶ μονοπωλίου δὲν ἀθετοῦμεν τὰς ὑποχρεώσεις, τὰς ὁποίας τὸ Κράτος ἔχει ἀναλάβει διὰ συμβάσεων πρὸς τὴν Ἰταλίαν ἢ πρὸς τὰ ἄλλα Κράτη, τὴν Γερμανίαν ἢ τὴν Ὁλλανδίαν, διὰ τῶν ὁποίων συμβάσεων ἔχει τὸ Κράτος ὑποσχεθῆ, ὅτι θέλει ἀφήσει ἐλεύθερον τὸ ἐμπόριον καὶ ὅτι ἤθελε παρέχει εἰς τοὺς ὑπηκόους τῶν Δυνάμεων ἐκείνων τὰ αὐτὰ πλεονεκτήματα καὶ τὰ αὐτὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα ἀπολαμβάνουσιν ἐν τῷ Κράτει ἡμῶν οἱ πολῖται τῶν μᾶλλον εὐνοουμένων ἐθνῶν. Ὅτε ταῦτα ἔλεγεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, κατενόουν ὅτι ἠδίκει ἡμᾶς, διότι ἡμεῖς εἴχομεν πράξει ὅ,τι ὠφείλομεν νὰ πράξωμεν. Τί εἴχομεν ἡμεῖς πρὸ ὀφθαλμῶν ἡμῶν; Προφορικὰς παραστάσεις τοῦ κ. πρέσβεως τῆς Μεγάλης Βρεττανίας, προφορικὰς παραστάσεις ἐπίσης τοῦ κ. πρέσβεως τῆς Γερμανίας, τοῦ κ. πρέσβεως τῆς Ἰταλίας καὶ τοῦ κ. ἀντιπροσώπου τῆς Κυβερνήσεως τῶν Κάτω Χωρῶν. Εἰς τὰς προφορικὰς ταύτας παραστάσεις ὁ ἐμὸς συνάδελφος, ὁ τότε κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, νοσῶν καὶ ἕνεκα τούτου οἰκουρῶν, ἀπήντησεν ἀμέσως πρὸς τοὺς κυρίους πρέσβεις, παραστήσας αὐτοῖς, ὡσαύτως προφορικῶς καὶ οὗτος, ὅτι τὰ ἐπιχειρήματα αὐτῶν δὲν στηρίζονται ἐπὶ τῶν συνθηκῶν, καὶ ὅτι ἕνεκα τούτου δὲν εἴχομεν ἡμεῖς τοιαύτην ὑποχρέωσιν ἐξ αὐτῶν. Ἔσπευσε δὲ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, προϊδὼν ὅτι ἐνδεχόμενον ἦτο, οἱ Ὑπουργοὶ τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Μεγάλης Βρεττανίας, τῆς Γερμανίας, τῆς Ἰταλίας ἢ τῶν Κάτω Χωρῶν νὰ ποιήσωνται τοιαύτας παραστάσεις περὶ τούτου καὶ πρὸς τοὺς ἀντιπροσώπους τῆς Ἑλλάδος, τοὺς διαπεπιστευμένους παρὰ ταῖς Δυνάμεσι ταύταις, ἔσπευσε ν’ ἀνακοινώσῃ εἰς τούτους ὅσα αὐτὸς εἶχεν εἰπεῖ πρὸς τοὺς κυρίους πρέσβεις τῆς Ἀγγλίας, τῆς Γερμανίας, τῆς Ἰταλίας καὶ τῶν Κάτω Χωρῶν, ὅπως οἱ ἀντιπρόσωποι τῆς Ἑλλάδος, οἱ διαπεπιστευμένοι παρὰ ταῖς Κυβερνήσεσι τῶν Κρατῶν τούτων, γνωρίζωσι τί ἐφρόνει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ ἡ Κυβέρνησις, καὶ ποίους ὁ ἐμὸς συνάδελφος, Ὑπουργὸς τότε ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν, προέβαλεν εἰς τοὺς πρέσβεις τῶν εἰρημένων Δυνάμεων λόγους, ὅπως ἀποδείξῃ αὐτοῖς, ὅτι αἱ παραστάσεις αὐτῶν δὲν ἐστηρίζοντο ἐπὶ τῶν συνθηκῶν ἢ συμβάσεων. Ἀλλὰ γραπτὰς παραστάσεις οὐδεὶς τῶν κυρίων πρέσβεων εἶχεν ἀπευθύνει εἰς τὴν Κυβέρνησιν, πλὴν τοῦ κυρίου πρέσβεως τῆς Ἀγγλίας, ὅστις εἶπε τότε εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν, κλινήρη ὄντα, ὅτι εἶχεν ἐντολὴν νὰ ἀπευθύνῃ καὶ γραπτὰς παραστάσεις, ἀλλ’ ὅτι ἐπειδὴ τὸ συμβολικὸν λεξικὸν δὲν διηρμήνευε πιστῶς τὰ ἐν τῷ πρὸς αὐτὸν ἐπισταλέντι τηλεγραφήματι, τῷ συμβολικῶς γεγραμμένῳ, ἀναγεγραμμένα, ἐζήτησε διασαφήσεις περαιτέρω, καὶ ὅταν ἤθελε λάβει αὐτὰς, ἔμελλε ν’ ἀπευθύνῃ καὶ γραπτὰς πρὸς τὴν Κυβέρνησιν παραστάσεις. Καὶ ὄντως ἀπηύθυνεν ὁ κ. πρέσβυς τῆς Ἀγγλίας εἰς τὸν τότε ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργὸν καὶ γραπτὰς παραστάσεις διὰ διακοινώσεως φερούσης ἡμερομηνίαν τῆς 11)24 Ἰουνίου, ἣν ὁ ἐμὸς συνάδελφος ἔλαβε, καὶ ἔστειλεν ἀντίγραφον αὐτῆς πρός με, ὡς πρὸς Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν ἢ ὡς πρὸς Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. Ποία δ’ ἦτο ἡ ἡμέρα, καθ’ ἣν ἔλαβον τὸ ἀντίγραφον τῆς κατὰ τὴν προτεραίαν ἐπισταλείσης πρὸς τὸν τότε Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν διακοινώσεως τοῦ κ. πρέσβεως τῆς Ἀγγλίας;
§166ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Ἡ παραμονὴ τῆς ἡμέρας τῆς πτώσεως τῆς Κυβερνήσεως.
§167Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἦτο ἡμέρα Πέμπτη τῆς ἑβδομάδος.
§168Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἦτο ἡ ἡμέρα τῆς ψηφοφορίας.
§169Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δηλαδὴ ἦτο ἡ 12 Ἰουνίου, ἡμέρα Πέμπτη, καθ’ ἣν παρήλασσον διὰ τοῦ βήματος τούτου οἱ διάφοροι κύριοι Βουλευταί, τῆς Μακεδονίας οἱ φιλοπάτριδες καὶ πρόμαχοι καὶ οἱ ὑπ’ ἀγανακτήσεως καταληφθέντες καθ’ ἡμῶν, διότι δὲν ἐξετελέσαμεν τὸ πρόγραμμα ἡμῶν, δηλοῦντες ὅτι στεροῦσι τοῦ λοιποῦ ἡμᾶς τῆς ἐμπιστοσύνης αὑτῶν. Τὴν 12 Ἰουνίου, τὴν ἡμέραν ἐκείνην, ἡ Βουλὴ ἀφῄρεσεν ἀπὸ ἡμᾶς τὴν ἐμπιστοσύνην της, ἡμεῖς δὲ κατελίπομεν τὴν ἀρχὴν, οὐδ’ ἀπέκειτο εἰς ἡμᾶς ν’ ἀπαντήσωμεν πρὸς τὴν γραπτὴν διακοίνωσιν τοῦ κ. πρέσβεως τῆς Ἀγγλίας. Τί ὑπελείπετο λοιπόν; Ὑπελείπετο νὰ γένωνται αἱ προσήκουσαι παραστάσεις εἰς τὴν γραπτὴν διακοίνωσιν τοῦ κ. πρέσβεως τῆς Ἀγγλίας, εἰς τὴν Κυβέρνησιν τῆς Μ. Βρεττανίας καὶ πρὸς τὰς ἄλλας ἴσως Δυνάμεις, ἵνα ἀναπτυχθῶσι διὰ τῶν γραπτῶν τούτων παραστάσεων ἡμῶν οἱ διάφοροι λόγοι, τοὺς ὁποίους ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν προφορικῶς εἶχε προβάλει εἰς τοὺς ἐπισκεφθέντας αὐτὸν πρέσβεις, ἢ καὶ ἄλλοι λόγοι, τοὺς ὁποίους ἡ μελέτη τῆς ὑποθέσεως ἤθελε πείσει τὸν κ. Ὑπουργὸν, ὅτι προσῆκε νὰ ἀνακοινώσῃ εἰς τὰς Δυνάμεις ταύτας, ἵνα πείσῃ αὐτὰς, ὅτι ἡ ἀξίωσις αὐτῶν δὲν στηρίζεται ἐπὶ τῶν συνθηκῶν. Ἀλλ’ ἐπῆλθε καὶ ἄλλο συμβεβηκὸς, ἡ ἀποχώρησις ἀπὸ τοῦ Συνδικάτου τῶν κ. κ. Μπακχάουζ καὶ Μπρόδερτον. Ὁ κ. Μπακχάουζ, ἐκ τῶν πληροφοριῶν, τὰς ὁποίας εἴχομεν λάβει ἡμεῖς περὶ αὐτοῦ, ἀνήκει εἰς τὴν τάξιν τῶν μεσιτῶν, ἀλλὰ κρίνεται ὡς ἄνθρωπος ἔντιμος καὶ ὡς μεσίτης πρώτης τάξεως. Ὁ κ. Μπρόδερτον κρίνεται ὡς ἄνθρωπος κατέχων οἰκονομικὴν δύναμιν, τραπεζιτικὴν πίστιν. Ἄν ἡ ἀποχώρησις τῶν δύο τούτων ἐξησθένισε τὸ Συνδικάτον, — ὅπερ δὲν ἀμφισβητῶ, — τί ὑπελείπετο νὰ πράξωμεν; Νὰ ἐρωτήσωμεν, νὰ ἐξετάσωμεν, νὰ μάθωμεν, νὰ πληροφορηθῶμεν, ποίαν τὰ ὑπολειπόμενα μέλη τοῦ Συνδικάτου, ὁ κ. Φρειδερῖκος Δυπρὲ καὶ ὁ κ. Νεύτων Δάϊν, ἔχουσι τραπεζιτικὴν δύναμιν, ποίαν τραπεζιτικὴν πίστιν, ὅπως κρίνωμεν, ἂν αὐτοὶ μόνοι δύνανται νὰ ἐμπνεύσωσι τόσην πίστιν, τόσην ἐμπιστοσύνην εἰς τὸν χρηματιστικὸν κόσμον, ὅπως πορισθῶσιν αὐτοὶ τὸ ἓν ἑκατομμύριον λιρῶν στερλινῶν, τὸ ὁποῖον ἀπαιτεῖται, ἵνα ἐκτελεσθῶσιν αἱ διατάξεις τῆς συμβάσεως, ἢ, ἂν αὐτοὶ δὲν ἔχωσι τόσον κῦρος οἰκονομικὸν, ἂν εἶναι δυνατὸν νὰ εὑρεθῶσιν ἄλλοι, ἢ μὴ τυχὸν παρουσιάσθησαν μέχρι τοῦδε τοιοῦτοι, ἕτοιμοι νὰ εἰσαχθῶσιν εἰς τὸ Συνδικάτον, συμπληροῦντες τὸ μὴ ἐπαρκοῦν, τὸ ἀτελὲς οἰκονομικὸν κῦρος τῶν ὑπολειφθέντων κυρίων Δάϊν καὶ Δυπρέ. Ἐὰν τὰ δύο ταῦτα ζητήματα ἐλύοντο ἀρνητικῶς, ἐὰν, μεθ’ ὅλας τὰς παραστάσεις, τὰς ὁποίας ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἤθελεν ἀνακοινώσει εἰς τὰς τέσσαρας μνημονευθείσας Δυνάμεις, προσπαθοῦσα νὰ πείσῃ αὐτὰς, ὅτι διὰ τῆς συμβάσεως ταύτης δὲν ἀθετοῦμεν τὰς πρὸς αὐτὰς ἀνειλημμένας ὑποχρεώσεις τοῦ Κράτους, ἐὰν μεθ’ ὅλας ταύτας τὰς παραστάσεις αἱ Δυνάμεις ἐπέμενον, βεβαίως δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ πλέον ἡ σύμβασις. Ἀλλ’ ἐγένετο τοῦτο; Βεβαίως δὲν ἐγένετο ἀκόμη. Ἐὰν γένηται τοῦτο, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ποιήσηται παραστάσεις πρὸς τὰς τέσσαρας Δυνάμεις, πρὸ πάντων εἰς τὴν Ἀγγλίαν, ἀλλὰ καὶ εἰς τὴν Γερμανίαν καὶ εἰς τὴν Ἰταλίαν καὶ εἰς τὰς Κάτω–Χώρας, προσπαθοῦσα νὰ πείσῃ αὐτὰς, ὅτι διὰ τῆς συμβάσεως δὲν ἀθετοῦνται αἱ ὑποχρεώσεις, τὰς ὁποίας ἔχομεν ἀναλάβει διὰ συνθηκῶν πρὸς τὰς Δυνάμεις ταύτας, ἐὰν, λέγω, ἡ Κυβέρνησις πράξῃ τοῦτο, καὶ μ’ ὅλον τοῦτο αἱ Δυνάμεις δὲν πεισθῶσι, καὶ ἐπιμείνωσιν εἰς τὴν γνώμην αὐτῶν, ὅτι ἡ σύμβασις αὕτη ἀναιρεῖ τὰς πρὸς αὐτὰς ὑποχρεώσεις ἡμῶν, τὰς διὰ συνθηκῶν συνωμολογημένας, βεβαίως σύμβασις δὲν ὑφίσταται. Οὐδεὶς δύναται νὰ ζητήσῃ, νὰ συμβουλεύσῃ, νὰ προτρέψῃ τὴν Κυβέρνησιν τῆς Ἑλλάδος, ἐὰν ταῦτα γείνωσι καὶ ταῦτα καταλήξωσιν οὕτω, νὰ προβῇ, ἐναντίον τῶν παραστάσεων τῶν Δυνάμεων, εἰς τὴν συνομολόγησιν καὶ τὴν κύρωσιν τῆς συμβάσεως. Ἀλλ’ ἐρωτῶ, ἐγένοντο ταῦτα; Ὑπάρχει τις βεβαιῶν, ὅτι ἐγένοντο ταῦτα; Βεβαίως οὐδεὶς, διότι δὲν ἐγένοντο ἔτι ταῦτα. Δὲν ἐγένοντο δὲ, ὄχι διότι ἡμεῖς παρημελήσαμεν νὰ πράξωμεν τοῦτο, ἀφοῦ τὴν Πέμπτην τῆς παρελθούσης ἑβδομάδος, τὴν ἡμέραν καθ’ ἣν ἐπίπτομεν ἐν τῇ Βουλῇ, ἀνεγινώσκομεν πρώτην φορὰν τὴν γραπτὴν διακοίνωσιν, τὴν ὁποίαν ὁ κ. πρέσβυς τῆς Ἀγγλίας εἶχεν ἀποστείλει εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν τὴν προτεραίαν, ἤτοι τὴν Τετάρτην, τὴν 11 Ἰουνίου. Ἀλλ’ ἀποχωρησάντων τοῦ κ. Μπακχάουζ καὶ τοῦ κ. Μπρόδερτον, ἐγένετο ἔρευνα ἐν Ἀγγλίᾳ, ποίας εἰς τὸν ἐκεῖ ἀντιπροσωπεύοντα τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν ἔδωκεν ὁ νέος ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργὸς ὁδηγίας; Ἠρεύνησεν ὁ ἐν Λονδίνῳ πρέσβυς τῆς Ἑλλάδος κατὰ τὰς ὁδηγίας του ταύτας, ἔμαθεν, ἐπληροφορήθη, ἂν εὑρέθησαν ἄλλοι, ἔχοντες ἐπαρκῆ οἰκονομικὴν δύναμιν, ἱκανὴν τραπεζιτικὴν πίστιν, οἵτινες ἔστερξαν νὰ εἰσαχθῶσιν εἰς τὸ Συνδικάτον καὶ ν’ ἀποτελέσωσι μέρος αὐτοῦ; Εἶχε λάβει κἂν ὁδηγίας ὁ ἐν Λονδίνῳ κ. πρέσβυς τῆς Ἑλλάδος νὰ ἐρευνήσῃ, καὶ ἠρεύνησε συμφώνως πρὸς ταύτας, ἂν ὁ κ. Δυπρὲ καὶ ὁ κ. Δάϊν ἔχουσι τόσην τραπεζιτικὴν πίστιν, ἢ τόσον οἰκονομικὸν κῦρος, ὥστε νὰ δύνανται καὶ αὐτοὶ μόνοι, ἄνευ ἄλλου τινὸς, νὰ ἐμπνέωσι πίστιν ἱκανὴν πρὸς εὕρεσιν τοῦ ἑκατομμυρίου τῶν λιρῶν στερλινῶν; Ἐὰν ταῦτα ἐγένοντο, ἐὰν ἐξ αὐτῶν συνήχθη ὡς πόρισμα, ὡς ἀποτέλεσμα τῶν γενομένων ἐρευνῶν, ὅτι ὁ κ. Δυπρὲ καὶ ὁ κ. Δάϊν δὲν ἔχουσιν ἐπαρκὲς οἰκονομικὸν κῦρος, δὲν ἔχουσι τόσην τραπεζιτικὴν δύναμιν, ὥστε νὰ ἐμποιήσωσιν ἐμπιστοσύνην εἰς τὰ κεφάλαια, καὶ νὰ δυνηθῶσι νὰ εὕρωσιν ἀφεύκτως τὸ ἑκατομμύριον τῶν λιρῶν, ἂν ἐκ τῶν γενομένων ἐρευνῶν συνήχθη πόρισμα, ὅτι, ἀποχωρησάντων τῶν κ. κ. Μπακχάουζ καὶ Μπρόδερτον, δὲν εἶναι δυνατὸν οὔτε ἄλλοι νὰ εὑρεθῶσιν, ἵνα εἰσαχθῶσιν εἰς τὸ Συνδικάτον καὶ συμπληρώσωσι τὴν οἰκονομικὴν πίστιν, τὴν τραπεζικὴν δύναμιν τῶν ὑπολειφθέντων μελῶν, οὔτε αὐτοὶ οἱ ὑπολειπόμενοι ἐν τῷ Συνδικάτῳ ἔχουσιν ἐπαρκῆ οἰκονομικὴν δύναμιν, ὅπως κατασταθῇ αὐτοῖς δυνατὸν νὰ εὕρωσι τὸ ἑκατομμύριον τῶν λιρῶν, τότε καθίσταται δῆλον, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐκτελεσθῶσιν αἱ ὑποχρεώσεις, τὰς ὁποίας οἱ μετὰ τοῦ Κράτους συμβαλλόμενοι ἤθελον ἀναλάβει διὰ τῆς συμβάσεως, ἐὰν αὕτη ἐψηφίζετο ὑπὸ τῆς Βουλῆς καὶ ἐκυροῦτο ὑπὸ τοῦ Βασιλέως, τότε βεβαίως δὲν ὑφίστατο σύμβασις. Διὰ τοῦτο, καθ’ ἣν ἡμέραν ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἠγόρευε πρὸς τὴν Βουλὴν, καθ’ ἣν ὥραν ἐγὼ διεδεχόμην αὐτὸν, εὐλόγως ἠπόρουν, καὶ ὀρθῶς ἠρώτων τὸν κ. Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, διατὶ ἐτύγχανεν ἐν ἀγανακτήσει, ὡς ἂν ἐπιέζομεν αὐτὸν, ὡς ἂν ἐστενοχωροῦμεν αὐτὸν, ὡς ἂν ἠναγκάζομεν αὐτὸν νὰ προβῇ εἰς τὴν ἐπιψήφισιν καὶ τὴν κύρωσιν τῆς συμβάσεως, καὶ ἂν ἔτι αἱ Δυνάμεις ἀντέλεγον, καὶ ἂν αἱ Δυνάμεις διεμαρτύροντο; Εἰπέ τις τοιοῦτόν τι πρὸς ὑμᾶς, κύριε Πρωθυπουργέ; Οἱ προκάτοχοι ὑμῶν, οἵτινες ἔμελλον νὰ ἦναι ἀντιπολιτευόμενοι ὑμῶν, σᾶς εἴπομέν ποτε τοιοῦτόν τι; Πῶς ἐνεφανίσθητε ἐπὶ τοῦ βήματος στενοχωρούμενοι, πιεζόμενοι, καὶ μὲ πρόσωπον καταπόρφυρον βεβαιοῦντες τὴν Βουλὴν ἐν ἀγανακτήσει, ὅτι εἶναι ἀδύνατον ὑμεῖς νὰ ὑποστηρίξητε τὴν σύμβασιν περὶ μονοπωλίου ἐναντίον τῆς γνώμης τῶν Δυνάμεων, νὰ ζητήσητε τὴν κύρωσιν αὐτῆς, ἀφοῦ αἱ Δυνάμεις ἀντιλέγωσι; Σᾶς εἶπέ τις, ὅτι, ἂν ἐξετάσητε καὶ πεισθῆτε ὅτι μόνοι οἱ ὑπολειπόμενοι δύο, ὁ κ. Δυπρὲ καὶ ὁ κ. Δάϊν, δὲν ἔχουσιν ἱκανὴν τραπεζιτικὴν δύναμιν, δὲν ἔχουσιν ἱκανὸν οἰκονομικὸν κῦρος, ὅπως κατασταθῇ πιθανὴ ἡ εὕρεσις τοῦ ἑνὸς ἑκατομμυρίου λιρῶν στερλινῶν, πρέπει οὐχ ἧττον νὰ προχωρήσητε; Σᾶς εἶπέ τις τοιοῦτόν τι; Ὄχι. Ταῦτα ἔλεγον τότε διὰ νὰ ἀμυνθῶ ὑπὲρ τοῦ συναδέλφου μου Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν, ὑπὲρ Ὑπουργείου, τοῦ ὁποίου ἐτύγχανον μέλος, διότι πλαγίας ἐξετοξεύετε κατ’ αὐτοῦ αἰτιάσεις, πάντας δὲ τοὺς Ὑπουργοὺς ἐπεβάρυνεν ἡ εὐθύνη, ἐν ᾗ περιπτώσει ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν δὲν ἐξεπλήρου τὸ καθῆκόν του, ἀμυνόμενος κατὰ τῶν παραστάσεων τῶν Δυνάμεων, ἐὰν ἔκρινεν αὐτὰς μὴ βασιζομένας ἐπὶ τῶν συνθηκῶν. Ἀμυνόμενος λοιπὸν ὑπὲρ τοῦ Ὑπουργείου, τοῦ ὁποίου ἐτύγχανον μέλος, ἔλεγον ταῦτα. Ὁ λόγος μου εἶναι δεδημοσιευμένος ἐν τῷ ὑπ’ ἀριθ. 2354 τῆς 20 Ἰουνίου φύλλῳ τῆς «Πρωΐας», καὶ ὁ λόγος μου ἐξωτερικεύει τὰ διανοήματά μου, οὐδεὶς δ’ ἄλλος ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ παριστᾷ τὰ διανοήματά μου, εἰμὴ ἐγὼ αὐτὸς, ὅταν ὁμιλῶ ἢ ὅταν γράφω μὲ τὴν ὑπογραφήν μου. Τί ἔλεγον διὰ τοῦ λόγου τούτου; (ἀναγινώσκει ἐκ τῆς «Πρωΐας»): Ἀλλ’ ἐὰν τὰ μετὰ τὴν ἀποχώρησιν τῶν παραιτηθέντων ὑπόλοιπα μέλη τοῦ Συνδικάτου δυνηθῶσι νὰ εὕρωσι νέα μέλη, νέους συναδέλφους, ἔχοντας τὴν προσήκουσαν οἰκονομικὴν δύναμιν, ἔχοντας οἰκονομικὴν ὑπόστασιν ἱκανὴν, ὅπως δυνηθῶσι νὰ ἐμποιήσωσιν ἐμπιστοσύνην εἰς τὴν Ἑλλάδα καὶ εἰς τὴν Εὐρώπην, ὅπως δυνηθῶσι νὰ εὕρωσι τὰ κεφάλαια, τὰ ἀπαιτούμενα πρὸς ἐκτέλεσιν τῶν ὑποχρεώσεων, τὰς ὁποίας διὰ τῆς συμβάσεως ἀναλαμβάνουσι, βεβαίως τότε ἡ Κυβέρνησις δὲν δύναται νὰ ἐγκαταλίπῃ τὴν σύμβασιν, ἐὰν ἡ Ἀγγλία ἢ αἱ ἄλλαι Δυνάμεις δὲν ἐπιμένωσιν εἰς τὰς ἀντιρρήσεις των.» Ἐκήρυξα λοιπὸν τὴν σύμβασιν μὴ ὑπάρχουσαν ὑπὸ δύο ὅρους, ὑπὸ δύο μόνον περιπτώσεις, ὑπὸ τὴν περίπτωσιν, καθ’ ἣν ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, καὶ ἀφοῦ ἤθελεν ἀναλύσει, συζητήσει καὶ καταδείξει τὰ πράγματα, δὲν ἤθελε δυνηθῆ νὰ πείσῃ τὰς Δυνάμεις, ὅτι ἡ περὶ μονοπωλίου σύμβασις δὲν ἀντιβαίνει εἰς τὰς μετ’ αὐτῶν συνθήκας ἢ συμβάσεις, αἱ δὲ Δυνάμεις ἤθελον ἐπιμείνει εἰς τὴν ἀξίωσίν των, δεύτερον ὑπὸ τὴν περίπτωσιν, καθ’ ἣν οἱ ὑπολειπόμενοι δύο, ὁ κ. Δυπρὲ καὶ ὁ κ. Δάϊν, δὲν εἶχον τὴν ἀπαιτουμένην δύναμιν, τὸ ἀπαιτούμενον τραπεζιτικὸν κῦρος, ἵνα εὕρωσι τὸ ἑκατομμύριον τῶν λιρῶν στερλινῶν, ἢ καθ’ ἣν ἄλλοι, ὁμότιμοι κατὰ τὸ οἰκονομικὸν κῦρος, κατὰ τὴν τραπεζιτικὴν δύναμιν, δὲν ἤθελον στέρξει ν’ ἀντικαταστήσωσιν ἐν τῷ Συνδικάτῳ τοὺς κ. κ. Μπακχάουζ καὶ Μπρόδερτον, συμπληροῦντες ἐπαρκῶς τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν τῆς Ἑταιρείας. Τότε βεβαίως δὲν ὑπῆρχε πλέον σύμβασις. Ταῦτα εἶπον ἐγὼ, δὲν εἶπον δὲ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἐπισήμως διὰ τηλεγραφικῆς ἐγκυκλίου ἀνεκοίνωσε πρὸς τὰς δημοτικὰς ἀρχὰς τῆς Ἠλείας, ἀπορῶ δὲ, πῶς ἔλαβε χώραν τοιαύτη παραδρομὴ, διότι ἡ ὑπογραφὴ, τὴν ὁποίαν φέρει ἡ εἰρημένη ἐγκύκλιος, εἶναι ὑπογραφὴ ἀνθρώπου ὑπερβαλλόντως νοήμονος, ὁ ὁποῖος καὶ ὅταν γράφῃ, ἠξεύρει τί γράφει, καὶ ὅταν ὁμιλῇ, ἠξεύρει τί ὁμιλεῖ. Ἰδοὺ ποῖά τινα ἀνήγγειλεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν εἰς τὰς διοικητικὰς καὶ εἰς αὐτὰς τὰς δημοτικὰς ἀρχὰς τοῦ Κράτους διὰ τῆς ἐγκυκλίου ταύτης, ἣν ἔχω ἐν χερσὶν ἔντυπον (ἀναγινώσκει) «Μετὰ Πρόεδρον Κυβερνήσεως πρώην Πρωθυπουργὸς κ. Δηλιγιάννης, ἀνελθὼν τὸ βῆμα, ἐδήλωσεν, ὅτι πάντα τὰ ὑπὸ τοῦ Πρωθυπουργοῦ κ. Θεοτόκη λεχθέντα εἰσὶν ἀληθῆ, καὶ ὅτι αὐτὸς οὐδέποτε θὰ συμβουλεύσῃ τὴν Κυβέρνησιν νὰ προβῇ εἰς τὴν ὑπογραφὴν καὶ ἐπιψήφισιν συμβάσεως, ἐναντίον τῆς ἀντιρρήσεως ἔστω καὶ μιᾶς μόνης Δυνάμεως.»
§170Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Νομίζω ἀκριβές.
§171Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Πῶς; Ἀκριβὲς εἶναι, ὅτι εἶπον, ὅτι ἦσαν ἀληθῆ πάντα τὰ ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ λεχθέντα; Δὲν ἐνέδειξα εἰς αὐτόν, ὅτι ἔπρεπε νὰ προβῇ εἰς παραστάσεις πρὸς τὰς Δυνάμεις, διὰ νὰ πείσῃ αὐτὰς, ὅτι ἡ σύμβασις δὲν ἀντιβαίνει εἰς τὰς συνθήκας; Εἶχε πράξει τοῦτο; Εἶχε ποιήσει παραστάσεις; Εἶχε προσπαθήσει νὰ πείσῃ τὰς Δυνάμεις, καὶ αὗται δὲν εἶχον πεισθῆ; Εἶχεν ἐξετάσει, ἂν ὑπῆρχον ἄλλοι, στέργοντες ν’ ἀντικαταστήσωσιν ἐν τῷ Συνδικάτῳ τοὺς κ. κ. Μπακχάουζ καὶ Μπρόδερτον, καὶ δὲν εὑρέθησαν τοιοῦτοι; Εἶχεν ἐξετάσει, ἂν οἱ κ. κ. Δυπρὲ καὶ Δάϊν εἶχον τόσην οἰκονομικὴν δύναμιν, ἵνα δυνηθῶσι νὰ εὕρωσι τὸ ἑκατομμύριον τῶν λιρῶν, καὶ ἐκ τῶν ἐξετάσεων ἐπείσθη, ὅτι ἡ οἰκονομικὴ δύναμις αὐτῶν δὲν ἐπήρκει; Ἀλλ’ ὁ κ. Δεληγεώργης εἶπεν ὅσα ἐγράψατε ὑμεῖς ὅτι εἶπε;
§172ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Τώρα θὰ ὁμιλήσω.
§173Κ. ΑΣΗΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τί εἶναι αὐτά! Πλαστογράφησις φανερά!
§174Γ. ΜΕΛΙΣΣΗΝΟΣ. Λάθος!
§175Α. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι· εἶναι ἓν μέρος ἐξ ὅσων εἶπεν ὁ κ. Πρόεδρος.
§176Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐμὲ, τὸν Θεόδωρον Δηλιγιάννην, κολακεύει ἡ τακτική, τὴν ὁποίαν μετῆλθεν ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν. Μὲ κολακεύει, διότι ἐδήλωσε δι’ αὐτῆς, ὅτι εἶχεν ἀνάγκην νὰ προσδώσῃ κῦρος εἰς τὸ κῦρος τῶν λόγων του, καὶ ἐπεκαλέσθη τὴν μαρτυρίαν ἐμοῦ. Ὑποθέτω ὅτι καὶ ὁ κ. ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτής, τὸν ὁποῖον ἐξόχως τιμῶ, αἰσθάνεται τὸ ἴδιον αἴσθημα, καὶ βεβαίως οὐδ’ αὐτὸς δυσηρεστήθη, διότι τοιαύτη ἐγένετο χρῆσις τῶν λόγων αὐτοῦ.
§177ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἐγὼ πάντοτε δίδω κῦρος εἰς τοὺς λόγους ὑμῶν.
§178Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Οὕτως ἔχουσι, Κύριοι, τὰ πράγματα. Τί φρονοῦμεν λοιπὸν περὶ τῆς συμβάσεως; Ἀναλαμβάνομεν ἐργολαβικῶς νὰ ψηφίσωμεν καὶ νὰ κυρώσωμεν τὴν σύμβασιν, ὅπως ἔχουσι τὰ πράγματα, διὰ νὰ κατορθώσωμεν νὰ ἔχωμεν εἰς τὰς τάξεις ἡμῶν τὸν κ. Κοκκέβην! (γέλωτες). Ἀλλ’ ἐγὼ, σᾶς βεβαιῶ, Κύριοι, ὅτι, ἐὰν χιλίους Κοκκέβηδες ἤθελον ἀκούσει ὑπισχνουμένους ὅτι θέλουσι μεταστῆ ἀπὸ τῶν τάξεων, εἰς τὰς ὁποίας χθὲς μετέστησαν, καὶ θέλουσιν ἐπανέλθει εἰς τὰς ἡμετέρας τάξεις, τὰς ὁποίας προχθὲς ἐγκατέλιπον, οὐδέποτε ἤθελον προσέξει εἰς αὐτοὺς, πολλῷ δ’ ἧσσον ἤθελον πλαστογραφήσει τὴν γνώμην μου, οὐδὲ ἤθελον ψευσθῆ ἐνώπιον τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ἢ ἐνώπιον ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐκπορεύονται ἀπὸ τὴν κυριαρχίαν αὐτοῦ, (εὖγε! εὖγε! ἐξ ἀριστερῶν) διὰ νὰ κερδοσκοπήσω, ὡς κερδοσκοποῦσιν ἐκεῖνοι, οἵτινες ζητοῦσι παροχὰς καὶ χάριτας, διὰ νὰ ἐμπορευθῶσιν αὐτάς. Λέγω ταῦτα διὰ νὰ τὰ ἀκούσωσι καὶ οἱ προσφιλεῖς πολῖται, οἱ ὁποῖοι κατοικοῦσι τὴν ὡραίαν ἐκείνην καὶ εὐφορωτάτην ἐπαρχίαν, τὴν Ἠλείαν. Βεβαίως συνδέομαι μετὰ τῆς Ἠλείας, διότι ἐκεῖ διῆλθον τὰ πρῶτα ἔτη τῆς μικρᾶς ἡλικίας τῆς νεότητός μου, ἐκεῖ τὸ πρῶτον ἠρξάμην νὰ σπουδάζω τὰ γράμματα, ἐκεῖ κατοικοῦσι χιλιάδες συμπολιτῶν μου, ὑπὲρ τῆς τύχης τῶν ὁποίων ἐνδιαφέρομαι, ὡς ἐνδιαφέρεσθε πάντες ὑμεῖς ὑπὲρ τῆς τύχης τῶν συμπολιτῶν ὑμῶν. Βεβαίως αἱ χιλιάδες ἐκεῖναι τῶν συμπολιτῶν μου ἔχουσι κοινὴν τὴν τύχην μετὰ τῶν Ἠλείων. Βεβαίως ἐπιθυμῶ νὰ προσέλθω ἐπίκουρος, νὰ συντελέσω ἵνα σωθῶσι πᾶσαι αὗται αἱ προσφιλέσταται ὑπάρξεις ἀπὸ τῶν οἰκονομικῶν κινδύνων, οἱ ὁποῖοι ἀπειλοῦσι τὴν χώραν ἐκείνην. Ἀλλὰ μὲ ὅλα τὰ αἰσθήματά μου ταῦτα, μὲ ὅλην τὴν ἀγάπην καὶ τὸ ἐνδιαφέρον, τὸ ὁποῖον ἔχω διὰ τοὺς κατοίκους τῆς ὡραίας ἐκείνης ἐπαρχίας, ποτὲ δὲν θέλω πλαστογραφήσει τὴν γνώμην μου, ποτὲ δὲν θέλω εἰπεῖ ψεύματα εἰς αὐτούς. «Λοιπὸν τί φρονεῖτε;» Φρονῶ ὅτι ἡ σύμβασις δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ θεωρηθῇ ἐξαφανισθεῖσα ἔτι, πολλῷ δ’ ἧσσον ὅτι εἶναι ἐξηφανισμένη, ἐν ὅσῳ δὲν γένωνται παραστάσεις πρὸς τὰς τέσσαρας Δυνάμεις, δὲν ἀναλυθῶσιν εἰς αὐτὰς τὰ πράγματα, αἱ διατάξεις τῆς συμβάσεως καὶ τῶν συνθηκῶν, δὲν καταβληθῶσι προσπάθειαι, ἵνα πεισθῶσιν, ὅτι ἡ σύμβασις δὲν ἀναιρεῖ τὰς ὑποχρεώσεις τοῦ Κράτους πρὸς αὐτάς. Βεβαίως δὲν πρέπει νὰ κριθῇ ἐξηφανισμένη, ἐν ὅσῳ δὲν καταβληθῶσι προσπάθειαι, δὲν γένωνται ἔρευναι, δὲν συναχθῇ πληροφορία βεβαία, ὅτι μόνοι οἱ κ. κ. Δυπρὲ καὶ Δάϊν δὲν ἔχουσι τοιαύτην τραπεζιτικὴν πίστιν, τοιαύτην οἰκονομικὴν δύναμιν, ὥστε νὰ δυνηθῶσι νὰ ἑλκύσωσι τὰ κεφάλαια εἰς τὴν ἐπιχείρησιν ταύτην, ἐμπνεύσωσιν ἐμπιστοσύνην εἰς τοὺς κεφαλαιούχους, ὅπως παρισθῶσι τὸ ἑκατομμύριον τῶν λιρῶν στερλινῶν, ἐν ὅσῳ δὲν βεβαιωθῇ, ἐν περιπτώσει τοιαύτῃ, ὅτι οὐδ’ ἄλλοι, ἔχοντες δύναμιν οἰκονομικὴν, ἔχοντες τραπεζιτικὸν κῦρος, ἔστερξαν ἢ στέργουσι νὰ μετάσχωσι τῆς Ἑταιρείας τοῦ Μονοπωλίου. Ἐν ὅσῳ ταῦτα δὲν βεβαιωθῶσιν, ἐν ὅσῳ ταῦτα εἶναι εἰσέτι ἄγνωστα, ἐν ὅσῳ μεταξὺ χιλίων ἐνδεχομένων πιθανοτήτων δύναται νὰ ὑπάρξῃ μία κἂν πιθανότης, ὅτι αἱ Δυνάμεις ἤθελον ἀναγνωρίσει ὅτι ἡ σύμβασις δὲν ἀθετεῖ τὰς ὑποχρεώσεις ἡμῶν, ἢ ἐν ὅσῳ δὲν βεβαιωθῇ ὅτι οὔτε οἱ ὑπολειπόμενοι ἐν τῷ Συνδικάτῳ κ. κ. Δυπρὲ καὶ Δάϊν ἐπαρκοῦσι πρὸς εὕρεσιν τοῦ ἀπαιτουμένου χρηματικοῦ κεφαλαίου, οὔτε ἄλλοι εὑρέθησαν ἢ δύνανται νὰ εὑρεθῶσιν, ὅπως συμπληρώσωσι τὴν οἰκονομικὴν δύναμιν τῆς Ἑταιρείας πρὸς εὕρεσιν τοῦ εἰρημένου κεφαλαίου, δὲν δύναμαι νὰ κηρύξω, Κύριοι, ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅτι ἐξηφανίσθη ἡ σύμβασις. Καὶ ταῦτα μὲν οὕτως ἔχουσι. Πρὸς τοὺς προτείναντας δὲ, ὅτι εἰσὶν ἕτοιμοι εἰς μεταστάσεις νέας καὶ εἰς πηδήματα, ὀφείλω ν’ ἀπαντήσω, ὅτι ὅσοι ἔχουσι διάθεσιν νὰ πωλήσωσι τὰς ψήφους των, ἂς εὕρωσιν ἄλλους ἀγοραστάς. (Εὖγε! εὖγε! χειροκροτήματα ἐξ ἀριστερῶν).
§179Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Βεβαίως, Κύριοι, περὶ ἀγορᾶς ψήφων δὲν πρόκειται, διότι οὔτε ἐκεῖνοι, τοὺς ὁποίους ὑπηνίχθη ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος, εἶναι διατεθειμένοι νὰ πωλήσωσι τὰς ψήφους των, οὔτε ἐγὼ εἶμαι διατεθειμένος νὰ ἀγοράσω ψήφους.
§180Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν πρόκειται περὶ ὑμῶν.
§181Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἐγὼ, Κύριοι, μετὰ πλήρους ἀκριβείας, μετὰ πλήρους εἰλικρινείας ἐξέθηκα τὰ τῆς συμβάσεως, καὶ κατὰ τῶν παρ’ ἐμοῦ ἐκτεθέντων οὐδὲν ἠδυνήθητε νὰ εἴπητε. Παρέστησα εἰς τὴν Βουλὴν δι’ ἐπισήμων ἐγγράφων, ὅτι κατὰ τῆς συμβάσεως διαμαρτυρίαι προφορικαὶ ἀνεκοινώθησαν εἰς τὸν πρώην ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργὸν παρὰ τριῶν Κυβερνήσεων χωρῶν, ἐν αἷς καταναλίσκεται ἡ σταφίς· παρέστησα εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι διαμαρτυρία ἔγγραφος ἀνεκοινώθη εἰς αὐτὸν ἐκ μέρους τῆς Ἀγγλικῆς Κυβερνήσεως. Εἶπον δὲ εἰς ἀπάντησιν τῶν λεχθέντων καὶ γραφέντων περὶ διαβημάτων τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως (ὅτε δὲ μὲ προεκαλέσατε διὰ τῆς ἐρωτήσεως, ἐὰν ἐλέχθησαν ἐντὸς τῆς αἰθούσης ταύτης, σᾶς ἀπήντησα: «δὲν εἶπον ποῦ ἐλέχθησαν, εἶπον ὅτι ἐλέχθησαν»,) εἶπον ὅτι ἐλέχθη καὶ ἐγράφη ὅτι ἐγένοντο διαβήματα ἐκ μέρους τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, καὶ ὅτι συνεπείᾳ τούτων ἦτο δυνατὴ ἡ ἄρσις τῶν διαμαρτυριῶν, καὶ ἀπέδειξα διὰ τῶν ἐγγράφων, ὅτι τὰ διαβήματα ταῦτα δὲν εἶχον γείνῃ, ἀπέδειξα δὲ τοῦτο ἀριδήλως. Τὸ δὲ ἐπιχείρημα ὑμῶν, ὅτι χρόνος δὲν ὑπῆρχεν, ὅπως διατυπωθῶσιν αἱ διαμαρτυρίαι τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, δὲν νομίζω, ὅτι εἶναι ἀκριβές· διότι ναὶ μὲν, ὡς εἶπον, ἀναγνώσας ἅπαντα τὰ ἔγγραφα, ὁ τέως Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν εἰς τὰς προφορικὰς διαμαρτυρίας ἀπήντησε προφορικῶς δι’ ἐπιχειρημάτων τινῶν, ἀλλ’ ἐνῷ ἡ πρώτη διαμαρτυρία, ἡ τῆς Ἰταλικῆς Κυβερνήσεως, ἀνεκοινώθη εἰς αὐτὸν τὴν 4 Ἰουνίου, αἱ ἕτεραι δὲ τὴν 5, ἐνῷ ἐκ τοῦ ἐγγράφου τῆς 4 Ἰουνίου ἐξάγεται, ὅτι καὶ πρὸ τῆς διαμαρτυρίας ὁ πρεσθευτὴς τῆς Ἰταλίας ἐν γενικῇ ὁμιλίᾳ εἶχεν εἴπει, ὁποία εἶναι ἡ γνώμη τῆς Κυβερνήσεώς του ἐπὶ τῆς συμβάσεως, οὐδὲν εὕρομεν ἐν τῷ Ὑπουργείῳ στοιχεῖον, ἀποδεικνῦον ὅτι ἐδόθησαν διαταγαὶ εἰς τοὺς πρέσβεις τῆς Ἑλλάδος, ὅπως προβῶσιν εἰς διαβήματα παρὰ ταῖς Κυβερνήσεσι, παρ’ αἷς εἶναι διαπεπιστευμένοι. Καὶ εἶπεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος μετὰ τῆς μεγάλης εὐστροφίας, ἡ ὁποία τὸν χαρακτηρίζει, ὅταν θέλῃ νὰ ὑπεκφύγῃ ζήτημά τι: «Καὶ τί ἠδυνάμεθα νὰ κάμωμεν; Ἀπήντησεν ἀμέσως ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν». Ἀλλὰ πιστεύω, ὅτι ὁ πολύπειρος Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος, ὁ ἔχων διπλωματικὴν πεῖραν πολὺ ἀνωτέραν βεβαίως ἐμοῦ καὶ ἀνωτέραν παντὸς ἄλλου καθημένου ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, δὲν δύναται βασίμως νὰ ἰσχυρισθῇ, ὅτι τὰ ἐπιχειρήματα, τὰ ὁποῖα ἐνόμιζεν ὅτι ἔπρεπε νὰ ἀντιτάξῃ κατὰ τῶν ἀνακοινωθεισῶν διαμαρτυριῶν, ἔδει νὰ ἀνακοινώσῃ μόνον εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι τὰς διαμαρτυρίας ὑπεστήριζον, ἀλλὰ φρονῶ ὅτι θέλει ἀναγνωρίσει, ὅτι τὰ ἐπιχειρήματα ταῦτα ἔδει ν’ ἀναπτυχθῶσι παρ’ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι εἶχον συμφέρον, ὅπως τὰ ἐπιχειρήματα ταῦτα διατυπώσωσι κατὰ τρόπον δυνάμενον νὰ πείσῃ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι προέβησαν εἰς τὰς διαμαρτυρίας, καὶ τοιοῦτοι εἶναι οἱ πρεσβευταὶ τῆς Ἑλλάδος· ἀλλ’ οὐδεμία ἐδόθη αὐτοῖς πρὸς τοῦτο ὁδηγία. Οὐδέποτε ἤθελον ὑποθέσει, ὅτι ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος ἤθελε νομίσει, ὅτι θὰ ἠδύνατο ὁ πρεσβευτὴς τῆς Ἀγγλίας νὰ παραστήσῃ εἰς τὴν Κυβέρνησίν του τὰ ἐπιχειρήματα κατὰ τῆς διακοινώσεως, τὴν ὁποίαν ἐνετάλη παρὰ τῆς Κυβερνήσεώς του νὰ ποιήσηται, μετὰ τῆς αὐτῆς δυνάμεως καὶ πειστικότητος, ὡς θὰ εἶχε καθῆκον νὰ πράξῃ ὁ πρεσβευτὴς τῆς Ἑλλάδος παρὰ τῇ Ἀγγλικῇ Κυβερνήσει. Ταῦτα εἶπον καὶ ταῦτα ἐξ ἐπισήμων ἐγγράφων ἀπεδεικνύοντο, διότι ἐν τοῖς ἐγγράφοις τούτοις ὁ τέως κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ἔλεγεν: «Ἀνακοινῶ ταῦτα πρὸς γνῶσίν σας, ἐπιφυλασσόμενος νὰ δώσω ὁδηγίας, ἐὰν νομίσω ὅτι πρέπει νὰ προβῆτε εἰς ἕτερόν τι διάβημα». Καὶ ταῦτα ὡς πρὸς τὰς διαμαρτυρίας τῶν Δυνάμεων. Ἀλλ’ ἂς ἔλθωμεν εἰς τὰ πράγματα, διότι τὰ λεχθέντα παρὰ τοῦ πρώην Πρωθυπουργοῦ περὶ τῶν ἐνεργειῶν τῆς ὑπὸ τὴν προεδρίαν του Κυβερνήσεως ἐλέχθησαν, ὅπως ἀπαντήσῃ εἰς ὑποτιθεμένην ἐκ μέρους μου ἐπίκρισιν. Ἐγὼ δὲν ἐπέκρινα κανένα. Ἐγὼ ἴσως ἤθελον παραδεχθῆ, ὅτι τὸ διάστημα τὸ χρονικὸν ἦτο τοιοῦτον, ὥστε δὲν ἐπέτρεψεν εἰς τὸν πρώην Ὑπουργὸν τὸν Ἐξωτερικῶν νὰ λάβῃ ἀπάντησιν εἰς τὸ ἔγγραφον, τὸ ὁποῖον ἀπηύθυνε πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ διὰ τοῦ ὁποίου ἀνεκοίνου εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, τὸν βεβαίως ἁρμοδιώτερον ἐν τῷ ζητήματι τούτῳ, τὰ διαβήματα τῶν ξένων πρέσβεων. Δὲν ἐπέκρινα, ἀλλ’ ἠθέλησα ν’ ἀπαντήσω εἰς τὰ κατ’ ἐπανάληψιν λεχθέντα καὶ γραφέντα, ὅτι εἶχον γείνῃ διαβήματα, ἐκ τῶν ὁποίων ἠδύνατό τις νὰ ἐλπίσῃ τὴν ἄρσιν τῶν διαμαρτυριῶν τῶν Δυνάμεων, καὶ ἔλεγον ὅτι αἱ διαμαρτυρίαι ὑφίστανται, μ’ ὅλα τὰ ἐπιχειρήματα, τὰ ὁποῖα κατὰ τῶν διαμαρτυριῶν ἀντετάχθησαν...
§182Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὅτι τὰ ἀποτελέσματα τῶν διαβημάτων ἐπέφεραν τὴν ἄρσιν;
§183Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἐγράφη ὅτι ἐγένοντο διαβήματα, δι’ ὧν ἠλπίζετο, ὅτι θὰ ἐπήρχετο ἡ ἄρσις τῶν διαμαρτυριῶν, καὶ ἀπέδειξα, ὅτι τοιαῦτα διαβήματα δὲν ἐγένοντο. Ἀλλὰ δὲν περιωρίσθην, Κύριοι, εἰς ταῦτα, ἀλλ’ ἀνέφερα καὶ ἄλλας κατὰ τῆς συμβάσεως ἀντιδράσεις καὶ ἄλλους κινδύνους· ἀλλὰ περὶ τούτων οὔτε κατὰ τὴν πρώτην ἀγόρευσιν ὑμῶν ἐθεωρήσατε πρέπον ν’ ἀσχοληθῆτε, οὔτε καὶ σήμερον ἐθεωρήσατε ὅτι ἦτο ἐπιβεβλημμένον νὰ διατρίψητε. Εἶπον εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι ἀπὸ τῆς 12 Μαΐου ἐγένοντο διαμαρτυρίαι ἔντονοι ἐκ μέρους τῶν πωλητῶν τῆς σταφίδος· εἶπον ὅτι αἱ διαμαρτυρίαι αὗται ἀνεκοινώθησαν εἰς τὴν Βουλήν, ἀλλ’ ὅτι ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ δὲν ἐδόθη εἰς αὐτὰς ἡ δέουσα προσοχή, ἀλλ’ εἶπον ὅτι ἐκ τῶν ἐγγράφων ἐξάγεται, ὅτι ἡ Κυβέρνησις εἶχε δώσει εἰς ταύτας μεγάλην προσοχήν, διότι διὰ δύο τηλεγραφημάτων ἐζήτει παρὰ τοῦ ἐν Λονδίνῳ πρεσβευτοῦ νὰ πληροφορήσῃ αὐτὴν περὶ τῆς σπουδαιότητος τῶν διαμαρτυριῶν αὐτῶν, καὶ ἀνεκοίνωσε τὰς ἀπαντήσεις τοῦ ἐν Λονδίνῳ πρεσβευτοῦ. Καὶ ἐκ τῶν ἀπαντήσεων τούτων τί ἐξάγεται, Κύριοι; Ἐξάγεται, ὅτι μεγίστη προσοχὴ πρέπει νὰ δοθῇ εἰς τὰς διαμαρτυρίας τῶν πωλητῶν, διότι κατὰ τὴν διαβεβαίωσιν τοῦ πρεσβευτοῦ τῆς Ἑλλάδος εἶναι ἀποφασισμένοι οἱ πωληταὶ ὅλοι, οὐχὶ μόνον τοῦ Λονδίνου, ἀλλ’ ὅλων τῶν πόλεων τῆς Ἀγγλίας, νὰ συνασπισθῶσι καὶ πολεμήσωσι τὴν σύμβασιν, καὶ ἐνεργήσωσι νὰ μὴ γίνηται πλέον κατανάλωσις τῆς σταφίδος, ἀρνούμενοι τὴν πώλησιν αὐτῆς· καὶ εἶπον ὅτε μεγάλη προσοχὴ ἔπρεπε νὰ δοθῇ εἰς τὰς διαμαρτυρίας ταύτας· διότι, ἐὰν πρὸς στιγμὴν ἔχητε πόλεμον ἐκ τῶν πωλητῶν, θὰ καταστρέψητε τὴν κατανάλωσιν, ἐπὶ καταστροφῇ τῶν σταφιδοφόρων ἐπαρχιῶν. Ταῦτα εἶπον, καὶ εἰς ταῦτα οὐδὲν ἀπήντησεν ὁ ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς οὔτε εἰς τὴν πρώτην ἀγόρευσίν του, οὔτε εἰς τὴν σημερινήν. Ἀνέπτυξα κατόπιν διὰ μακρῶν τὸ ζήτημα τῆς ἀποχωρήσεως τῶν κ. κ. Μπακχάουζ καὶ Μπρόδερτον. Ἀνέγνωσα τὴν ἐπιστολήν, τὴν ὁποίαν οἱ κύριοι οὗτοι ἀπηύθυναν πρὸς τὸν Πρωθυπουργόν, ἀνέγνωσα τὰς τροπολογίας, ἃς προέτειναν τῷ Συνδικάτῳ καὶ τὰς ὁποίας ἡ πλειονοψηφία αὐτοῦ ἀπέρριψε, καὶ ἐκ τῆς ἐπιστολῆς καὶ ἐκ τῶν τροπολογιῶν τί προέκυπτεν; Ὅτι οἱ κύριοι οὗτοι ἐπρότειναν τροπολογίας εἰς τοὺς ὅρους τῆς παρὰ τῶν ἀντιπροσώπων αὐτῶν ὑπογραφείσης συμβάσεως· ἐπρότειναν, λέγω, τροπολογίας τοιαύτας, ὥστε δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ γείνῃ σκέψις περὶ συμβάσεως, ἐὰν ἐπρόκειτο αἱ τροπολογίαι αὗται ν’ ἀποτελέσωσιν ἄρθρα τῆς συμβάσεως, καὶ εἶπον ὅτι ἡ ἀπόρριψις τῶν τροπολογιῶν τούτων ἐκ μέρους τῆς πλειονοψηφίας τῶν μελῶν τοῦ Συνδικάτου ἐπέφερε τὸ ἀποτέλεσμα, ἵνα οἱ κύριοι οὗτοι ἀποχωρήσωσι τῆς ἐν ὀνόματι αὐτῶν ὑπογραφείσης συμβάσεως, καὶ παρέστησα εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι κατὰ τὴν ὑποβολὴν τῆς συμβάσεως ὁ ὑποβαλὼν τὴν σύμβασιν Πρωθυπουργὸς ἐδήλωσεν εἰς τὴν Βουλὴν ῥητῶς,—καὶ τοῦτο οὐδεὶς δύναται ν’ ἀμφισβητήσῃ, διότι ἅπαντες οἱ παρακαθήμενοι ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ἠκούσατε τὰς δηλώσεις τοῦ τότε Πρωθυπουργοῦ,—ἐδήλωσεν ὁ τότε Πρωθυπουργός, ὅτι ὁ κ. Μπρόδερτον κυρίως ἀπετέλει τὴν οἰκονομικὴν ταύτην ὑπόστασιν, ἥτις μόνη ἐπέτρεπε τὴν ἐλπίδα τῆς πραγματοποιήσεως τῆς συμβάσεως, ὥστε ἀπῄτησεν ὁ τότε Πρωθυπουργὸς, ἵνα ἐν τῷ καταστατικῷ περιληφθῇ ἄρθρον, δυνάμει τοῦ ὁποίου ὁ κ. Μπρόδερτον ἔπρεπε ν’ ἀποτελέσῃ μέρος καὶ τοῦ Συνδικάτου καὶ τοῦ πρώτου Διοικητοῦ Συμβουλίου τῆς συσταθησομένης Ἑταιρείας, καὶ γνωρίζετε ἅπαντες, ὅτι τοιοῦτον ἄρθρον ὑπάρχει ἐν τῇ συμβάσει. Καὶ εἶπον εἰς τὴν Βουλὴν: «Καθ’ ἣν στιγμὴν ἀποσύρονται ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι παρὰ τῶν ὑπογραψάντων τὴν σύμβασιν ἐθεωροῦντο ὡς ἀποτελοῦντες τὴν οἰκονομικὴν ὑπόστασιν, ἥτις μόνη ἐπέτρεπεν εἰς ἡμᾶς τὴν ἐλπίδα πραγματοποιήσεως τῆς συμβάσεως, εἶναι δυνατὸν νὰ θεωρηθῇ, ὅτι ὑπάρχει σύμβασις;» Ἐδήλωσα δὲ εἰς τὴν Βουλὴν ἐν ἑτέρᾳ ἀγορεύσει μου, ὅτι, καίτοι τὰ πράγματα εἶχον ὅπως παρέστησα ταῦτα εἰς τὴν Βουλὴν, ἐθεώρουν ὅτι ἡ Κυβέρνησις καθῆκον εἶχε νὰ προβῇ εἰς τὰ ἀναγκαῖα διαβήματα, ὅπως, εἰ δυνατὸν, μεταπείσῃ τὰς ξένας Κυβερνήσεις τῶν ξένων χωρῶν, ἐν αἷς καταναλίσκεται ἡ σταφὶς, νὰ μὴ ἐπιμείνωσιν εἰς τὰς διαμαρτυρίας αὑτῶν, ὅτι καθῆκον εἶχε νὰ προβῇ εἰς διαβήματα, ὅπως, εἰ δυνατὸν, κατορθωθῇ νὰ παύσῃ ἡ ἀντίδρασις τῶν παντοπωλῶν ἐν Ἀγγλίᾳ, τῶν ὁποίων ἡ ἀντίπραξις, ὅπως ὀρθότατα παρετήρησεν ὁ κ. ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτὴς, ἤθελε φέρει ἀναγκαίως εἰς τὴν καταστροφὴν οὐχὶ μόνον τοῦ μονοπωλίου, ἐάν ποτε ἤθελε συνομολογηθῇ τοῦτο, ἀλλὰ καὶ τῆς σταφίδος διὰ τῆς καταστροφῆς τῆς καταναλώσεως. Εἶπον ὅτι, ἐὰν τὰ διαβήματα ταῦτα δὲν ἤθελον ἐπιφέρει ἀγαθὸν ἀποτέλεσμα, λόγος περὶ συμβάσεως δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ γείνῃ. Καὶ τί εἶπεν ὁ κ. πρώην Πρωθυπουργὸς ἐν τῇ ἀγορεύσει του, δι’ ἧς ἀπήντησεν εἰς ὅσα ἐγὼ εἶπον εἰς τὴν Βουλὴν; καὶ τί ἐπανέλαβε σήμερον ἀπὸ τοῦ βήματος; Εἶπε τότε (ἀναγινώσκει): «Οὐδεὶς παρέστησεν ἐν τῇ Βουλῇ, οὐδ’ ἐκτὸς αὐτῆς, ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ Βουλὴ ἔπρεπε νὰ προβῇ εἰς τὴν νομοθέτησιν τῆς συμβάσεως, ὁ δὲ Βασιλεὺς νὰ κυρώσῃ αὐτὴν, καὶ ἐν ᾗ περιπτώσει αἱ Μεγάλαι Δυνάμεις, οὐχὶ καὶ αἱ τέσσαρες, ἀλλὰ καὶ μόνον μία ἐξ αὐτῶν, ἤθελον διαμαρτυρηθῆ, ἰσχυριζόμεναι ὅτι διὰ τῆς συμβάσεως ἀναιροῦνται αἱ ὑποχρεώσεις, τὰς ὁποίας ἡ Ἑλλὰς ἀνέλαβε διὰ τῶν συνθηκῶν, τὰς ὁποίας εἶχε συνομολογήσει μετὰ τῆς διαμαρτυρομένης Δυνάμεως. Τίς εἶπεν, ὅτι πρέπει νὰ μὴ προσέξωμεν εἰς τὰς παραστάσεις τῶν Δυνάμεων, ὅτι πρέπει ν’ ἀδιαφορήσωμεν εἰς τὰς διαμαρτυρίας αὐτῶν, καὶ ἂν ἀναγγέλλωσιν, ὅτι θέλουσι καταγγείλει τὴν σύμβασιν, ἣν ἔχουσι συνομολογήσει μεθ’ ἡμῶν, ὅτι καὶ τότε ἡμεῖς πρέπει νὰ προβῶμεν εἰς τὴν ἐπιψήφισιν καὶ τὴν κύρωσιν αὐτῆς; Ἡ ὑπόθεσις, τὴν ὁποίαν ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἐποιήσατο, εἶναι ὑπόθεσις, ἥτις ἐπὶ οὐδεμιᾶς βάσεως στηρίζεται, διότι οὐδεὶς ἐπρότεινεν, οὐδεὶς ἐζήτησεν ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἰσχυρίσθη ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι δὲν θέλει δυνηθῆ νὰ παραδεχθῇ· οὐδ’ ἦτο ἀνάγκη νὰ βεβαιώσῃ τὴν Βουλὴν, ὅτι θέλει ἀντιτάξει ἄρνησιν εἰς πρότασιν, ἣν οὐδεὶς ἐπρότεινεν, οὐδὲ εἶναί τις διατεθειμένος νὰ προτείνῃ, οὐδ’ αὐτοὶ οἱ σταφιδοκτήμονες ἦσαν διατεθειμένοι τοιαύτην νὰ προβάλωσιν ἀξίωσιν. Οὐδεὶς συνεβούλευσε νὰ ψηφισθῇ ἡ σύμβασις, καθ’ ἣν περίπτωσιν ἤθελον ἀντιταχθῆ μία ἢ πολλαὶ Δυνάμεις.» Καὶ τί εἶπον ἐγὼ, Κύριοι; Κατὰ τί διαφέρουσι τὰ λεχθέντα παρ’ ἐμοῦ πρὸς τὰ λεχθέντα παρ’ ὑμῶν, κύριε Βουλευτὰ ἐκ Γόρτυνος; Ὅ,τι εἶπον ἐγὼ ἐπανελάβετε καὶ ὑμεῖς. Διότι ὅ,τι εἶπον ἐγὼ φέρει εἰς τὸ συμπέρασμα, εἰς τὸ ὁποῖον κατ’ ἀνάγκην φέρει ὅ,τι εἴπετε ὑμεῖς. Καὶ τὸ συμπέρασμα τοῦτο εἶναι τὸ ἑξῆς...
§184Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μοὶ ἐπιτρέπετε;
§185Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἐπιτρέψατέ μοι νὰ τελειώσω τὴν διατύπωσιν τῆς ἰδέας μου, τότε δὲ θὰ περιμένω τὴν ἀπάντησίν σας. Ἐρωτῶ, καὶ ἐπὶ τῇ ὑποθέσει, — ἡ ὁποία ἐκ τῶν παρ’ ὑμῶν ἄλλοτε λεχθέντων περὶ τῆς οἰκονομικῆς ὑποστάσεως τοῦ Μπρόδερτον, ἴσως δὲν ἐπιτρέπεται νὰ γείνῃ, — ἐρωτῶ, καὶ ἐπὶ τῇ ὑποθέσει, ὅτι τὰ τότε παρ’ ὑμῶν λεχθέντα δὲν ἦσαν ἐντελῶς ἀκριβῆ, καὶ ὅτι τὰ ἀπομείναντα τρία μέλη τοῦ Συνδικάτου παρουσιάζουσιν ὑπόστασιν οἰκονομικὴν τοιαύτην, ὥστε νὰ παρέχωσι τὴν ἐλπίδα, — καὶ βλέπετε ὅτι μεταχειρίζομαι ἀκριβῶς τὰς λέξεις τῶν ὁποίων εἴχετε κάμει χρῆσιν, — ὥστε νὰ παρέχωσι, λέγω, τὴν ἐλπίδα, ὅτι θέλουσι πραγματοποιήσει τὴν σύμβασιν, ἐρωτῶ, καὶ ἐπὶ τῇ ὑποθέσει ταύτῃ, πρὶν ἢ ἀρθῶσιν αἱ διαμαρτυρίαι τῶν Δυνάμεων, συμβουλεύετε νὰ προβῶμεν εἰς τὴν ψήφισιν τῆς συμβάσεως; (Ὄχι! ὄχι!). Ἰδού, κύριοι Βουλευταί, καὶ κύριοι Βουλευταὶ ἐξ Ἠλείας, οἱ ὁποῖοι ἔρχεσθε καὶ λέγετε «προτάξατε τὴν σύμβασιν», ἰδοὺ ἡ ἀπάντησις, ἡ ὀρθὴ καὶ λογικὴ τοῦ ἐκ Γόρτυνος πολιτευτοῦ. Πρὸς ταύτην συντάσσομαι πληρέστατα, διότι τοιαύτην διετύπωσα ἀπὸ τῆς πρώτης ἡμέρας, καθ’ ἣν ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου ἠγόρευσα.
§186Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐὰν ὑμεῖς, ὡς κατεθέσατε εἰς τὴν Βουλὴν τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα εἶχον ἀνταλλαγῆ μεταξὺ τοῦ πρώην Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ τῶν πρέσβεων τῆς Ἑλλάδος παρὰ ταῖς Δυνάμεσιν, αἵτινες ἐποιήσαντο τὰς παραστάσεις, ἐὰν, λέγω, ὑμεῖς καταθέσητε ὡσαύτως εἰς τὴν Βουλὴν καὶ τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα ἀντηλλάξατε μετὰ τῶν παρὰ ταῖς Δυνάμεσι ταύταις ἡμετέρων πρέσβεων, καὶ φέρητε τὴν ἀπόδειξιν, ὅτι αἱ Δυνάμεις, μεθ’ ὅλας τὰς παραστάσεις ταύτας ὑμῶν, δὲν ἔστερξαν νὰ παραδεχθῶσιν, ὅτι ἡ περὶ μονοπωλίου σύμβασις δὲν ἀντιβαίνει εἰς τὰς διατάξεις τῶν συνθηκῶν, ἀλλ’ ἐπιμένουσιν εἰς τὴν γνώμην των, βεβαίως δὲν σᾶς συμβουλεύω νὰ θεωρῆτε τὴν σύμβασιν ὑπάρχουσαν. Λοιπὸν ἀπαιτεῖται προηγουμένως ν’ ἀποδειχθῇ, ὅτι ὑμεῖς ἐπράξατε ὅ,τι ἦτο δυνατὸν νὰ πράξητε, ὅτι προσεπαθήσατε νὰ πείσητε τὰς Δυνάμεις, ὅτι ἡ σύμβασις δὲν ἀντίκειται εἰς τοὺς ὅρους τῶν συνθηκῶν, τὰς ὁποίας ἔχομεν συνομολογημένας μετ’ αὐτῶν, καὶ ὅτι, παρ’ ὅλας τὰς προσπαθείας ὑμῶν, αὗται ἐπιμένουσι τότε βεβαίως σύμβασις δὲν ὑπάρχει.
§187Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐπιμένω εἰς τὴν ἐρώτησίν μου, τὴν ὁποίαν διατυπῶ καὶ ἐκ δευτέρου. Ἠρώτησα, πρὶν ἢ αἱ διαμαρτυρίαι τῶν Δυνάμεων ἀρθῶσι, πρὶν ἢ ἔχωμεν τὴν πεποίθησιν, ὅτι αἱ διαμαρτυρίαι αὗται ἤρθησαν, ὑπάρχει τις δυνάμενος νὰ συμβουλεύσῃ τὴν ψήφισιν τῆς συμβάσεως; Αὐτὸ ἠρώτησα, καὶ εἰς αὐτὸ παρακαλῶ νὰ ἀπαντήσητε.
§188Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἰδοὺ τί λέγει ὁ κύριος πρέσβυς τῆς Ἀγγλίας ἐν τῷ ἐγγράφῳ του τῆς 11/24 Ἰουνίου (ἀναγινώσκει): «Ἡ Κυβέρνησις τῆς Α. Μεγαλειότητος τοῦ Βασιλέως τῆς Μεγάλης Βρεττανίας, στηρίζουσα ἐπὶ τῶν ἀνωτέρω τὰς ἀντιρρήσεις αὐτῆς κατὰ τῆς ἱδρύσεως μονοπωλίου ἐξαγωγῆς τῆς σταφίδος, ἐπιφυλάσσει ἑαυτῇ τὸ δικαίωμα, ὅπως, ἐν περιπτώσει κυρώσεως ὑπὸ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως τοιούτου μονοπωλίου, καταγγείλῃ τὴν ἐμπορικὴν συμφωνίαν μεταξὺ Μεγάλης Βρεττανίας καὶ Ἑλλάδος τῆς 28 Μαρτίου 1900.»
§189Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Νὰ μὴ παίζωμεν μὲ τὰς λέξεις. Δὲν ἦτο δυνατὸν ὁ πρέσβυς τῆς Ἀγγλίας νὰ εἴπῃ ἕτερόν τι ἐκείνου, τὸ ὁποῖον εἶπε, διότι ὁ πρέσβυς τῆς Ἀγγλίας δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ εἴπῃ, ὅτι εὐθὺς ὡς ψηφισθῇ ἡ σύμβασις τοῦ μονοπωλίου θέλει προβῆ εἰς τὴν καταγγελίαν τῆς συμφωνίας τῆς ἐμπορικῆς· διότι, ἐν ὅσῳ δὲν κυρωθῇ ἡ σύμβασις, δὲν γεννᾶται εἰς αὐτὸν δικαίωμα νὰ καταγγείλῃ τὴν σύμβασιν, διότι διὰ τῆς κυρώσεως ἡ σύμβασις λαμβάνει σάρκας ἀπέναντι τῶν τρίτων. Ἀλλ’ ἐρωτῶ, εἶναι δυνατὸν, ἐν ὅσῳ αἱ διαμαρτυρίαι δὲν ἀρθῶσι, νὰ προβῶμεν εἰς τὴν ψήφισιν τῆς συμβάσεως;
§190ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Βεβαίως.
§191Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Μοὶ λέγουσι «βεβαίως», καὶ ἀπαντῶ εἰς αὐτούς: Εἶναι λογικὸν, ἐνῷ ἐγένοντο διαβήματα καὶ ἐνῷ περιμένομεν τὰ ἐκ τῶν διαβημάτων τούτων ἀποτελέσματα, εἶναι δυνατὸν νὰ συμβουλεύσῃ τις, ὅπως ἡ Ἑλληνικὴ Βουλὴ προβῇ εἰς τὴν ψήφισιν τῆς συμβάσεως, ὅτε εἶναι βέβαιον, ὅτι διὰ τῆς ψηφίσεως τῆς συμβάσεως, ἤθελε καταστήσει τὰ διαβήματα ταῦτα ἀνίκανα, ἵνα φέρωσιν ἀποτέλεσμα; Διότι βεβαίως ἡ ψήφισις τῆς συμβάσεως, καθ’ ἣν στιγμὴν συζητοῦνται αἱ κατὰ τοῦ μονοπωλίου τῆς σταφίδος διαμαρτυρίαι τῶν ξένων Κυβερνήσεων, ἤθελε θεωρηθῆ ὡς πρόκλησις πρὸς τὰς Κυβερνήσεις, αἱ ὁποῖαι κατὰ τῆς συμβάσεως διεμαρτυρήθησαν, καὶ ἐγὼ τὴν εὐθύνην ταύτην δὲν ἀναλαμβάνω. Ἐὰν ὑπάρχῃ τις, ὁ ὁποῖος ἀναλαμβάνει τοιαύτην εὐθύνην, τὸν παρακαλῶ νὰ ἐγερθῇ νὰ τὸ εἴπῃ.
§192ΧΟΙΔΑΣ. Τὸ ζήτημα αὐτὸ, ὡς πολλάκις ἐρρήθη, δὲν εἶναι πολιτικόν· κατὰ συνέπειαν, ψηφιζομένης τῆς συμβάσεως, δὲν δεσμεύεται ἡ Κυβέρνησις νὰ τὴν ὑποβάλῃ εἰς κύρωσιν.
§193Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἐγὼ ἔθεσα τὸ ζήτημα ὡς ἑξῆς: Ὑπάρχει τις ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, λογικῶς σκεπτόμενος, ὁ ὁποῖος εἶναι δυνατὸν νὰ εἴπῃ, ὅτι, ἐνῷ ἡ Κυβέρνησις ἡ Ἑλληνικὴ προέβη εἰς διαβήματα, ὅπως πείσῃ τὰς Κυβερνήσεις τῶν χωρῶν, ἐν αἷς καταναλίσκεται ἡ σταφὶς, ὅτι ἡ σύμβασις τοῦ μονοπωλίου τῆς σταφίδος δὲν ἀντίκειται εἰς τὴν ἐμπορικὴν συμφωνίαν μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Ἀγγλίας καὶ εἰς τὴν συνθήκην τῆς Ἰταλίας, τὴν ὁποίαν ἐπικαλεῖται ἡ Ἀγγλία, ἡ Γερμανία καὶ ἡ Ὁλλανδία, ἐρωτῶ, ὑπάρχει τις, ὁ ὁποῖος, καθ’ ἣν στιγμὴν διαπραγματεύσεις τοιαῦται διεξάγονται καὶ διαβήματα τοιαῦτα γίνονται, ἤθελε συμβουλεύσει, ὅπως διὰ τῆς ψηφίσεως τῆς συμβάσεως προκαλέσωμεν τὴν Ἀγγλίαν, τὴν Γερμανίαν, τὴν Ὁλλανδίαν καὶ τὴν Ἰταλίαν, παρ’ ὧν ζητοῦμεν νὰ ἐγκαταλείψωσι τὰς ἰδέας αὐτῶν καὶ παραδεχθῶσι τὰς ἰδικάς μας; Τοιοῦτόν τι οὐδεὶς ὀρθῶς σκεπτόμενος δύναται νὰ συμβουλεύσῃ, διότι ἤθελε φοβηθῆ, ὅτι ἡ Ἀγγλία θὰ ἠδύνατο νὰ εἴπῃ: «Καθ’ ἣν στιγμὴν θέλετε νὰ μὲ πείσητε, ὅτι ἡ σύμβασις τοῦ μονοπωλίου δὲν ἀναιρεῖ τὸν σκοπὸν τῆς ἐμπορικῆς συμφωνίας μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Ἀγγλίας, δὲν ἀντιστρατεύεται πρὸς τὸ ἄρθρον 6 τῆς Ἰταλικῆς συνθήκης, τὸ ὁποῖον ἐπικαλοῦμαι, καθ’ ἣν στιγμὴν ἀνεκοίνωσα εἰς ὑμᾶς ἔγγραφον διαμαρτυρίαν κατὰ τῆς συμβάσεως, πρὶν ἢ λήξωσιν αἱ διαπραγματεύσεις, πρὶν ἢ μὲ πείσητε, ὅτι ὅ,τι ὑπεστήριξα ἐγὼ δὲν εἶναι ὀρθὸν, ἔρχεσθε καὶ ψηφίζετε τὴν σύμβασιν, ψηφίζετε τὴν σύμβασιν εἰς τὸ πεῖσμα τῆς διαμαρτυρίας, τὴν ὁποίαν ἀνεκοίνωσα.»
§194Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπὸ τὴν αἵρεσιν τῆς ἐγκρίσεως.
§195Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν ἡ Ἑλληνικὴ Βουλὴ νὰ ψηφίσῃ σύμβασιν ὑπὸ τὴν αἵρεσιν τῆς ἐγκρίσεως ξένου Κράτους· διότι ἀνεξαρτήτως, ὅτι τοῦτο ἤθελεν ἀποτελέσει ἄρνησιν τῆς ἐθνικῆς κυριαρχίας, ἐὰν ψηφίσητε τὴν σύμβασιν ὑπὸ τὴν αἵρεσιν τῆς ἐγκρίσεως, θὰ καταστρέψητε τὰς διαπραγματεύσεις, αἱ ὁποῖαι πρὸς τὴν Ἀγγλίαν διεξάγονται· διότι, ὅταν εἴπητε, ὅτι ἐκ τῆς θελήσεως τῆς Ἀγγλίας ἐξαρτᾶται ἡ κύρωσις τῆς συμβάσεως, εἶναι τὸ ἴδιον, ὡς νὰ λέγητε εἰς τὴν Ἀγγλίαν «μὴ ἐγκρίνετε τὴν σύμβασιν».
§196ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Διὰ τὴν παρακράτησιν πῶς δὲν συνέβη τὸ ἴδιον;
§197Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Μὴ συγχέετε τὸ ζήτημα τοῦτο, διότι εἶναι ὅλως ἄσχετον πρὸς τὸ ὑπὸ συζήτησιν θέμα. Ἐπικαλεῖσθε τὰ λαβόντα χώραν ἐν σχέσει πρὸς τὴν παρακράτησιν. Ἴδωμεν τί συνέβη ὡς πρὸς τὴν παρακράτησιν. Ἐν ὅσῳ τὸ δικαίωμα τοῦ ὁρισμοῦ τοῦ παρακρατήματος εἶχεν ἀφεθῆ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν, ἡ Ἀγγλία ἔλεγε: «Δὲν στέργω τὴν αὔξησιν τοῦ ποσοστοῦ τῆς παρακρατήσεως, καὶ καταγγέλλω τὴν σύμβασιν». Ὅτε ὅμως τὸ δικαίωμα τοῦτο ἀνετέθη εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν, εἶπεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν: «Ἀδιαφορῶ, ἐὰν ἀνεγράφη ἐν τῷ νόμῳ τὸ 24%· σᾶς λέγω ὅμως, ὅτι, ἐὰν ὑμεῖς παραδεχθῆτε τὸ 24%, θὰ καταγγείλω τὴν σύμβασιν». Ποῖος παραλληλισμὸς ὑπάρχει μεταξὺ τῶν δύο ὑποθέσεων; ποία σχέσις ὑπάρχει μεταξὺ τῶν δύο ζητημάτων; Ὁπωσδήποτε, Κύριοι, αἱ γνῶμαί μου, αἱ ἰδέαι μου, αἱ ἀποφάσεις μου εἶναι ἐκεῖναι, τὰς ὁποίας τρίτην φορὰν ἤδη ἐνώπιον ὑμῶν ἀνέπτυξα. Οὔτε ἐν ἀγανακτήσει ἀνέπτυξα τὰ ζητήματα ταῦτα, οὔτε παρέστησα τὸν ἑαυτόν μου θῦμα τοῦ καταναγκασμοῦ· διότι ἐγὼ δὲν παραδέχομαι ὅτι οἱ πολιτικοὶ ἄνδρες εἶναι ποτὲ θύματα καταναγκασμοῦ, ὅταν ἔχωσιν εἰς τὸ θυλάκιον αὑτῶν τὰς παραιτήσεις των· εἶναι ἀνεξάρτητοι, καὶ οὔτε φοβοῦνται νὰ γείνωσιν, οὔτε εἶναι δυνατὸν ποτὲ νὰ γείνωσι θύματα καταναγκασμοῦ. Ἐγὼ οὐδέποτε θὰ πράξω ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἡ συνείδησίς μου μοὶ λέγει ὅτι δὲν δύναμαι νὰ πράξω, ὅτι δὲν ὀφείλω νὰ πράξω, ἐὰν θέλω νὰ προστατεύσω τὰ συμφέροντα τῶν σταφιδοπαραγωγῶν. Εἶναι καιρὸς νὰ ἐννοήσωσιν οἱ σταφιδοπαραγωγοί, ὅτι περὶ μονοπωλίου, τὸ ὁποῖον ἐθεωρήθη παρ’ αὐτῶν καὶ θεωρεῖται παρ’ ὅλων ὡς μέσον δυνάμενον νὰ θέσῃ τέρμα εἰς τὴν κακοδαιμονίαν αὐτῶν, ὅτι περὶ μονοπωλίου δὲν δύναται νὰ γείνῃ λόγος πρὶν ἢ ἀρθῶσιν αἱ δυσκολίαι, αἱ ὁποῖαι παρεμβαλλόμεναι ἤθελον ὄχι μόνον καταστρέψει τὸ μονοπώλιον, ἐάν ποτε ἤθελε ψηφισθῆ ἡ σύμβασις, ἀλλ’ ἀνεπανορθώτως ἤθελον καταστρέψει τὴν σταφίδα. Διότι, Κύριοι, μὴ λησμονεῖτε, ὅτι, ἂν ἐξ ἐνεργείας ἡμῶν, ἐξ ἐνεργείας ὑπαγορευομένης ἐκ τῆς ἐπιθυμίας τοῦ νὰ φέρωμεν στιγμιαῖον κατευνασμόν, εἰς τὸν ἐρεθισμὸν τῶν πνευμάτων, ἠθέλομεν ἔχει ὡς ἀποτέλεσμα τὴν αὔξησιν τῶν εἰσαγωγικῶν τελῶν ἐν Ἀγγλίᾳ, ἐν Ὁλλανδίᾳ, ἐν Γερμανίᾳ, τότε καὶ ἡ καταστροφὴ τῆς σταφίδος θὰ ἦτο ὁριστικὴ, καὶ οὐδεμία σύμβασις μονοπωλίου, ὅσον ἰσχυρὰ οἰκονομικῶς καὶ ἂν ἦναι ἡ Ἑταιρεία, θὰ ἠδύνατο νὰ προστατεύσῃ τὴν σταφίδα, διότι ὁ περιορισμὸς τῆς καταναλώσεως ἤθελε προκύψει ἐκ τῆς αὐξήσεως τῶν τελῶν, καὶ ὁ περιορισμὸς τῆς καταναλώσεως θὰ ἦτο καταστροφὴ τῆς σταφίδος. Πρέπει νὰ εἴπωμεν εἰς τοὺς πληθυσμοὺς τῶν σταφιδοφόρων ἐπαρχιῶν, οἵτινες εὑρίσκονται ἐν ἐρεθισμῷ καὶ ἐξάψει, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γείνῃ λόγος περὶ συμβάσεως μονοπωλίου, ἐνόσῳ δὲν ἀρθῶσιν αἱ δυσκολίαι, αἱ ἐκ τῶν διαμαρτυριῶν τῶν ξένων Κυβερνήσεων προερχόμεναι, καὶ ἐνόσῳ δὲν ἀρθῶσιν ἢ τοὐλάχιστον δὲν μειωθῶσιν αἱ δυσκολίαι, αἱ ἐκ τῆς στάσεως τῶν παντοπωλῶν προερχόμεναι. Ὅσον δὲ ἀφορᾷ εἰς τὴν ἐξέτασιν τῆς οἰκονομικῆς ὑποστάσεως τῶν ἀπομεινάντων μελῶν τοῦ Συνδικάτου, αὕτη κατ’ ἀνάγκην ἐπιβάλλεται πρὸ πάσης ἐνεργείας. Ἑπομένως, Κύριοι, πρέπει διὰ παντὸς τρόπου νὰ πείσωμεν τὸν λαὸν τῶν σταφιδοφόρων ἐπαρχιῶν, ὅτι ἡ ἐπιμονὴ αὐτοῦ πρὸς ἄμεσον ψήφισιν συμβάσεως μονοπωλίου εἶναι ἀδικαιολόγητος. Ἄλλως τε δὲν πρόκειται περὶ τῆς ἐσοδείας τῆς ἐφετεινῆς· τὴν ἐσοδείαν ταύτην ἐξησφάλισε τὸ μέτρον, τὸ ὁποῖον ἡ Βουλὴ ἐψήφισεν. Εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἀπόκειται νὰ ἐξακολουθήσῃ τὰ διαβήματά της πρὸς ἄρσιν τῶν δυσκολιῶν, αἱ ὁποῖαι παρουσιάσθησαν, εὐτυχὴς δ’ ἔσομαι, — διότι τὸ συμφέρον τῶν σταφιδοπαραγωγῶν εἶναι συμφέρον γενικὸν τῆς χώρας, — εὐτυχὴς ἔσομαι, ἂν δυνηθῶ νὰ κατορθώσω τὴν ἄρσιν τῶν δυσκολιῶν καὶ νὰ εὑρεθῶ μετὰ τὴν ἄρσιν τούτων πρὸ Ἑταιρείας δυναμένης νὰ παρέχῃ τὴν ἐλπίδα, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ἐκτελέσῃ τὰς ὑποχρεώσεις, τὰς ὁποίας διὰ τῆς συμβάσεως ἤθελεν ἀναλάβει. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς ἀριστερᾶς).
§198ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ διακόψωμεν, κύριε Πρόεδρε, διὰ νὰ γευματίσωμεν.
§199ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κρεστενίτης ἔχει τὸν λόγον.
§200Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἂν νομίζητε, ὅτι ἡ συζήτησις θὰ παραταθῇ ἐπὶ πολύ.
§201Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Θὰ ὁμιλήσωσιν ὁ κ. Ζυγομαλᾶς, ὁ κ. Πετρίδης καὶ ἄλλοι.
§202Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Τότε ἂς ἀναβάλωμεν δι’ αὔριον. Ἀλλὰ παρακαλῶ νὰ ἀρχίζωμεν ἀκριβῶς τὴν 8ην ὥραν πρὸ μεσημβρίας.
§203Α. ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν νὰ καταθέσῃ τὰ ἔγγραφα.
§204Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Θέλω τὰ καταθέσει αὔριον.
§205ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρα 12 καὶ 45′ τῆς μεσημβρίας).