1903.06.11
3,227 rows · 24,439 words · 316 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 7
τῆς 11 Ἰουνίου 1903.
(Τετάρτη).
(Γενομένης ἀπαρτίας ὥρα 6 καὶ 50′ μ. μ. ἀναγινώσκονται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1Ν. ΛΕΩΝΙΔΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπὶ τῶν πρακτικῶν ἔχω μίαν παρατήρησιν. Ἐν σελίδι 3 ἀναγράφεται, ὅτι «ὁ βουλευτὴς Σπετσῶν κ. Λεωνίδας ὑπομιμνήσκει τῷ κ. Ὑπουργῷ τῶν Ναυτικῶν ἐπερώτησίν του περὶ τῆς ἡλικίας τῶν πλοίων κλπ.» Παρακαλῶ, ἀντὶ «περὶ τῆς ἡλικίας τῶν πλοίων κλπ.» νὰ τεθῇ «τὴν ἀφορῶσαν τὴν προσαγωγὴν πληροφοριῶν περὶ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἐμπορικῶν ἀτμοπλοίων, τῆς ἡλικίας καὶ τῆς χωρητικότητος ἑνὸς ἑκάστου αὐτῶν», διότι οὕτω πως διετύπωσα χθὲς τὴν ἐπερώτησίν μου.
§2ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρέπει νὰ ἔχητε ὑπ’ ὄψιν, ὅτι αὐτὴ ἦτο ὑπόμνησις, ἡ δὲ ἐπερώτησίς σας εἶναι ἤδη εἰς τὰ πρακτικά· ἑπομένως περιττεύει ἡ ἀναγραφὴ ἐνταῦθα ὁλοκλήρου τῆς ἐπερωτήσεως.
§3ΛΕΩΝΙΔΑΣ. Ἀφοῦ ἐγράφη εἰς τὰ πρακτικὰ, ἂς γραφῇ πλήρης.
§4Ι. ΣΤΑΙΚΟΣ. Ἐν τῇ αὐτῇ σελίδι, κύριε Πρόεδρε, ὄχι μόνον κατεχωρίσθησαν ἀνακρίβειαί τινες ἐν σχέσει πρὸς τὰ λεχθέντα χθὲς ὑπ’ ἐμοῦ περὶ τοῦ ἐθνικοῦ δάσους «Βάλτου», ἀλλὰ προσετέθησαν καὶ λέξεις, αἱ ὁποῖαι νομίζω, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ προστεθῶσι· διότι ἐν τῇ τελευταίᾳ παραγράφῳ ἀναφέρεται, ὅτι: «ὁ Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν κ. Δηλιγιάννης παρατηρεῖ τῷ ἀγορεύοντι»,—ὅστις ἤμην ἐγὼ, — «ὅτι δὲν εἶναι ὀρθὸν ν’ ἀπασχολῇ τὴν Βουλὴν ἐπὶ δύο ὥρας δι’ ὑπόθεσιν δικαστικῆς φύσεως, ἀφοῦ ὑπάρχῃ πλείστη καὶ σπουδαιοτάτη νομοθετικὴ ἐργασία ἐκκρεμής.»
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ. Ἐὰν ἔχητε νὰ κάμητε παρατηρήσεις περὶ τῶν λεχθέντων παρ’ ὑμῶν, εἶσθε ἐλεύθερος νὰ ὑποβάλητε τὰς τροπολογίας, τὰς ὁποίας νομίζετε ἀναγκαίας. Ἐὰν ὅμως πρόκηται νὰ κάμητε παρατηρήσεις καὶ θέλητε νὰ τροποποιήσητε τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, δὲν εἶναι ἔργον ἰδικόν σας.
§6Ι. ΣΤΑΙΚΟΣ. Δὲν ἐλέχθησαν αὐτά. Βεβαίως ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου εἶχε δικαίωμα νὰ ἀπευθύνῃ παρατήρησιν εἰς ἐμέ· ἀλλ’ ἐζήτησε διακοπὴν καὶ μὲ παρεκάλεσε νὰ συντομεύσω τὸν λόγον μου, διότι ὑπάρχει νομοθετικὴ ἐργασία ἀρκετή. Ἐὰν μοὶ ἀπηύθυνε τὴν παρατήρησιν, τὴν ὁποίαν ἀναγράφουσι τὰ πρακτικά, βεβαίως ἐπεβάλλετο εἰς ἐμὲ νὰ ἀπαντήσω ὡς ἔδει. Παρακαλῶ λοιπὸν νὰ διορθωθῇ τὸ μέρος τοῦτο, καὶ ἂς ἐρωτηθῇ περὶ τούτου ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου.
§7ΧΑΡ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Δηλαδὴ ἡ λέξις «παρατηρεῖ».
§8Ι. ΣΤΑΙΚΟΣ. Νὰ τεθῇ ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐζήτησε μίαν διακοπὴν, τὴν ὁποίαν ἐπέτρεψα, καὶ μὲ παρεκάλεσε νὰ συντομεύσω τὸν λόγον μου.
§9ΒΟΖΙΚΗΣ. Ἡ λέξις δὲν ἔχει τὴν ἔννοιαν, τὴν ὁποίαν ἀποδίδετε.
§10Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὰ ἐστενογραφημένα πραγματικὰ ἀναφέρουσι ταῦτα. Ἀπετάθητε πρὸς ἐμὲ (ἀναγινώσκει): «Ἐπείσθητε, κύριε Πρωθυπουργὲ, ὅτι τὸ κτῆμα ἀνήκει εἰς τὸ Δημόσιον;» Ἀπεκρίθην: «Ἐγὼ γνωρίζω, ὅτι σήμερον εἶναι ἡ δεκάτη τοῦ μηνὸς, ὑπολείπονται δ’ ἔτι 20 ἡμέραι, ἐξ ὧν πρέπει ν’ ἀφαιρέσωμεν τὰς Κυριακάς· ὥστε ὑπολείπονται 17 συνεδριάσεις. Ἔχομεν ἡμερησίαν διάταξιν ἀναγράφουσαν πληθὺν νομοσχεδίων, καὶ ἡμεῖς ἀσχολούμεθα εἰς ἱστορίαν ὑποθέσεων δικαστικῆς φύσεως. Αὐτὴ εἶναι ἡ γνώμη μου.»
§11Ι. ΣΤΑΙΚΟΣ. Ἀκριβῶς περὶ τούτου πρόκειται. Σήμερον ὅμως εἰς τὰ πρακτικὰ εἶναι ἀναγεγραμμένον, ὅτι παρετηρήσατε εἰς ἐμὲ, ἀγορεύοντα, ὅτι δὲν εἶναι ὀρθὸν νὰ ἀπασχολῶ τὴν Βουλὴν διὰ ζήτημα δικαστικόν.
§12Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Καὶ ἡ δευτέρα ἀπάντησίς μου (ἀναγινώσκει): «Εἶσθε κύριος νὰ ἐξακολουθήσητε, ἀλλὰ νομίζω ὅτι ἡ κατάστασις αὕτη δὲν πρέπει νὰ ἐξακολουθήσῃ κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον, διότι διατίθεμεν τὸν χρόνον εἰς ἐπερωτήσεις, ἐνῷ ἐγκαταλείπομεν ἐκκρεμῆ τὸν προϋπολογισμόν. Οὕτω δὲν ἐξυπηρετοῦμεν τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους.»
§13Ι. ΣΤΑΙΚΟΣ. Εὐχαριστῶ πολύ. Εἴμεθα σύμφωνοι. Ἀκριβῶς συμφωνεῖτε μαζή μου. Ἄρα τὰ πρακτικὰ δὲν εἶναι ἀκριβῆ. Συμφωνῶ μὲ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα εἶπεν ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. Λοιπὸν, κύριε Πρόεδρε, ἐπιθυμῶ καὶ παρακαλῶ νὰ ἐπέλθῃ ἡ δέουσα διόρθωσις εἰς τὰ πρακτικά.
§14ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διατυπώσατε πρότασιν.
§15Ι. ΣΤΑΙΚΟΣ. Θέλετε νὰ καταθέσω γραπτὴν πρότασιν;
§16ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βεβαίως· διότι δὲν δύνασθε νὰ ζητήσητε νὰ τροποποιηθῶσι τὰ λεχθέντα παρ’ ἄλλου.
§17Ι. ΣΤΑΙΚΟΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου δηλοῖ.
§18ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἐγκρίνει τὴν σύνταξιν τῶν πρακτικῶν, ὡς ἔχουσι.
§19ΒΟΖΙΚΗΣ. Ὁ κ. συνάδελφος δὲν ἀμφισβητεῖ τὰ λεχθέντα, ἀλλ’ ἀμφισβητεῖ τὸν χαρακτηρισμὸν αὐτῶν ὑπὸ τοῦ συντάκτου τῶν πρακτικῶν. Ἡ σύνταξις τῶν πρακτικῶν χαρακτηρίζει τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ κυρίου Προέδρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ὡς παρατήρησιν.
§20ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὲ συγχωρεῖτε νὰ σᾶς παρατηρήσω, ὅτι θέλετε νὰ εἰσαγάγητέ τι, τὸ ὁποῖον εἶναι πρωτοφανές.
§21ΒΟΖΙΚΗΣ. Ἡ παρατήρησις στρατιωτικῶς θεωρεῖται ἐπίπληξις. Αὐτὴ ἡ λέξις ζητεῖ ὁ κύριος Βουλευτὴς ν’ ἀφαιρεθῇ.
§22Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ κύριος Βουλευτὴς εἶναι στρατιωτικός, ἐγὼ δὲν εἶμαι στρατιωτικὸς (γέλωτες).
§23Ι. ΣΤΑΙΚΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἂς μὲ συγχωρήσῃ ὁ ἀξιότιμος Πρωθυπουργὸς νὰ παρατηρήσω, ὅτι ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ οὐδεμίαν ἰδιότητα στρατιωτικὴν ἔχω, καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει οὐδόλως ἐσκόπουν νὰ εἴπω, ὅτι ἡ παρατήρησις αὕτη ἀφορᾷ στρατιωτικόν. Ἀκριβῶς ὁμιλῶ ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης ὡς Βουλευτής, καὶ δὲν βλέπω τὸν λόγον, δι’ ὃν κατεχωρίσθησαν εἰς τὰ πρακτικὰ αἱ λέξεις αὗται. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι ἔπρεπε νὰ γραφῇ ἀκριβῶς ὅ,τι εἶπεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Παρακαλῶ πολὺ νὰ διαγραφῶσιν αἱ λέξεις «παρατηρεῖ τῷ ἀγορεύοντι, ὅτι δὲν εἶναι ὀρθὸν νὰ ἀπασχολῆται ἡ Βουλή», διότι αἱ λέξεις αὗται ἐννοοῦσι πράγματι παρατήρησιν· ἐὰν δὲ παραδεχθῶμεν, ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου εἶπε ταῦτα, ὑπεδείκνυεν εἰς ἐμὲ, ὅτι δὲν ἐγνώριζον τὸ καθῆκόν μου. Ἀλλὰ νομίζω ὅτι ἐγνώριζον καὶ γνωρίζω πολὺ καλὰ τὸ καθῆκόν μου.
§24ΒΟΖΙΚΗΣ. Νὰ τεθῇ «ὑπέδειξε τῷ ἀγορεύοντι.»
§25ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. «Ὑπέδειξε» μάλιστα.
§26Ι. ΣΤΑΙΚΟΣ. Ἐγὼ δὲν θὰ παύσω, ἐὰν δὲν ἐπέλθῃ ἡ δέουσα διόρθωσις.
§27ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἰδοὺ ποίαν θεωρῶ ὀρθὴν διατύπωσιν: «Ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου παρατηρεῖ, ὅτι δὲν εἶναι ὀρθὸν ν’ ἀπασχολῆται ἡ Βουλή».
§28Ι. ΣΤΑΙΚΟΣ. Ὄχι «παρατηρεῖ»,— μὲ συγχωρεῖτε,— ἀφοῦ δὲν τὸ ἐδήλωσε.
§29Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). «Φρονεῖ».
§30Ι. ΣΤΑΙΚΟΣ. Παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε, νὰ μὲ σημειώσητε, ὅπως λάβω τὸν λόγον, ἐὰν δὲν ἐπέλθῃ ἡ διόρθωσις.
§31ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ, πρὸ παντὸς, μὴ ἀπειλάς. Ἐνασκήσατε τὰ δικαιώματά σας πλήρη, ἀλλὰ μὴ ἀπειλεῖτε.
§32Ι. ΣΤΑΙΚΟΣ. Δὲν ἀπειλῶ, κύριε Πρόεδρε.
§33ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αἱ ἀπειλαί, νομίζω τοὐλάχιστον, πρέπει νὰ ὑποστηρίζωνται (θόρυβος).
§34Ι. ΣΤΑΙΚΟΣ. Οἱ κύριοι συνήγοροι περιττὸν νὰ ἀναμιγνύωνται.
§35ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐδέχθη μίαν λύσιν, ἡ ὁποία ἱκανοποιεῖ πάντα, καὶ δὲν δύναται ἢ νὰ ἱκανοποιῇ καὶ ὑμᾶς. Ὁ κ. Πρόεδρος ἐδέχθη ἀντὶ τοῦ «παρατηρεῖ» νὰ τεθῇ «φρονεῖ ὅτι» κλπ.
§36Ι. ΣΤΑΙΚΟΣ. Μάλιστα.
§37ΤΖΑΝΕΤΑΚΗΣ. Ἀντὶ Γιάννης, Γιαννάκης!
§38Ι. ΣΤΑΙΚΟΣ. Δὲν εἶναι Γιάννης–Γιαννάκης.
§39ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἄλλη ἀντίρρησις; Τὰ πρακτικὰ ἐπικυροῦνται κατὰ τὴν τροποποίησιν, ἣν ἐπήνεγκεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, καὶ τὴν πρότασιν τοῦ κ. Λεωνίδα. Τὸ ἐκ Πύργου τηλεγράφημα, τὸ ὁποῖον ἀνέγνωσε χθὲς ὁ κ. Δόγκας, τοῦ Θεοδώρου Τζαμαλῆ, μοὶ ἐδόθη ἀργὰ, καὶ διὰ τοῦτο δὲν ἠδυνήθην νὰ τὸ ἀνακοινώσω χθὲς πρὸ τῆς παρὰ τοῦ κ. Βουλευτοῦ γενομένης ἀνακοινώσεως. Εἶναι περιττὸν, νομίζω, νὰ τὸ ἐπαναλάβω.
§40ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Βεβαίως.
§41ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Ἐμπορικὸς Σύλλογος Πύργου ὑποβάλλει παρατηρήσεις ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ μεταρρυθμίσεως τοῦ τελωνειακοῦ δασμολογίου. Πρόκειται περὶ ὁλοκλήρου ὑπομνήματος, τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ εἰς ὅλας τὰς κλάσεις. Κάτοικοι τοῦ χωρίου Γιαννίτσης τῶν Καλαμῶν ἀπέστειλαν ἀναφορὰν, δι’ ἧς ζητοῦσι τὴν ἀποπομπὴν ἐκ τῆς Μονῆς Δημιόβης τῶν μοναχῶν Γερασίμου Χρισταθάκη καὶ Εὐθυμίου Γεωργανᾶ, ὡς ἀποπτυσάντων πάντα χαλινὸν ἠθικῆς. Κάτοικοι τοῦ δήμου Ἀριστομένους τῆς ἐπαρχίας Μεσσήνης δι’ ἀναφορᾶς των παραπονοῦνται, ὅτι καταδιώκονται διὰ πληρωμὴν ὀφειλομένων πρὸς τὸ Δημόσιον ἐκ καθυστερουμένων δόσεων γαιῶν καὶ φυτειῶν, καθ’ ἣν ἐποχὴν δὲν εὐποροῦσι, καὶ παρακαλοῦσι ν’ ἀνασταλῇ ἡ πληρωμὴ τῶν φόρων μέχρι τῶν μέσων Σεπτεμβρίου, ὅτε θὰ συγκομίσωσι τὰ προϊόντα αὐτῶν. Ἡ Χαρίκλεια Χοϊδᾶ, θυγάτηρ τοῦ ἱερολοχίτου Δημητρίου Χοϊδᾶ καὶ ἀδελφὴ τοῦ ἀποθανόντος πρώην βουλευτοῦ Ρόκου Χοϊδᾶ, ζητεῖ αὔξησιν τῆς συντάξεώς της.
§42ΦΩΝΑΙ (ἑκατέρωθεν). Μάλιστα, μάλιστα.
§43ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἀποσταλῇ εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως μετὰ τῆς συστάσεως τῆς Βουλῆς.
§44ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§45ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐκ Γαργαλιάνων τηλεγραφοῦσι, παρακαλοῦντες τὴν Βουλὴν, ὅπως ὁρισθῇ τιμὴ ἀγορᾶς σταφίδος παρὰ τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης δραχ. 140 καὶ ἡμέρα ἐνάρξεως τῆς ἀγορᾶς ἡ 15 Αὐγούστου εἰς ὅλα τὰ πρακτορεῖα τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης, διότι φρονοῦσιν ὅτι ἡ μεταξὺ Τραπεζῶν καὶ Δημοσίου σύμβασις, ἡ ὑπ’ ὄψιν τῆς Βουλῆς, δὲν ἀσφαλίζει διόλου τὰ συμφέροντα τῶν σταφιδοπαραγωγῶν. Ὁ κύριος Χατζηπέτρος ἔχει τὸν λόγον πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως.
§46Κ. ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Πρὸ τεσσάρων ἡμερῶν, κύριε Πρόεδρε, ἔλαβον τὴν τιμὴν, ὡς εἰσηγητὴς τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Λογιστικοῦ, νὰ καταθέσω εἰς τὴν Βουλὴν τὸν ἀπολογισμὸν τῆς ληξάσης Συνόδου καὶ τὸν προϋπολογισμὸν τῆς παρούσης Συνόδου μετὰ τῆς σχετικῆς ἐκθέσεως τῆς ἐπιτροπῆς. Ἀλλὰ, καθ’ ἃς ἔλαβον πληροφορίας παρὰ τοῦ Γραφείου τῆς Βουλῆς, μέχρι τοῦδε οὔτε ὁ ἀπολογισμὸς, οὔτε ὁ προϋπολογισμὸς, οὔτε ἡ ἔκθεσις τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Λογιστικοῦ τῆς Βουλῆς ἐστάλη εἰς τὸ Ἐθνικὸν Τυπογραφεῖον πρὸς τύπωσιν, ἐνῷ ῥητὴ διάταξις τοῦ Κανονισμοῦ ἐπιβάλλει εἰς τὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς, εὐθὺς ὡς κατατίθενται εἴτε ἐκθέσεις, εἴτε νομοσχέδια ἢ τροπολογίαι κλπ. νὰ στέλλωνται εἰς τὸ Τυπογραφεῖον πρὸς τύπωσιν καὶ διανομὴν εἰς τοὺς κ. Βουλευτάς. Ἐπεθύμουν νὰ γνωρίζω, ἂν ἡ πληροφορία, ἡ ὁποία μοὶ ἐδόθη ἐκ τοῦ Γραφείου τῆς Βουλῆς, εἶναι ἢ μὴ ἀκριβής. Διότι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, ἐὰν ἔχῃ ἀντίθετον γνώμην πρὸς τὴν γνώμην τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Λογιστικοῦ, ἡ ὁποία εἶναι ὁμόφωνος, καὶ παμψηφεὶ διετυπώθη ἐν τῇ ἐκθέσει, δύναται μόνον κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ ἢ τοῦ ἀπολογισμοῦ, ὡς Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς, νὰ λάβῃ τὸν λόγον καὶ πολεμήσῃ τὴν πρότασιν, δὲν δικαιοῦται ὅμως νὰ παρακωλύσῃ τὴν ἐκτύπωσιν, διανομὴν καὶ ἀναγραφὴν ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει, ὡς ὁ Κανονισμὸς ἐν ἄρθρῳ 85 ῥητῶς ὁρίζει.
§47ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§48ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὅταν ἔλθῃ ἡ ὥρα τῆς συζητήσεως, δὲν θὰ πτοηθῇ ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς νὰ ἐκθέσῃ τὴν γνώμην του ἐπὶ τῆς ἐκθέσεως τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Λογιστικοῦ. Ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς ἔχει καθῆκον νὰ ἐξελέγξῃ τὸν ἀπολογισμόν, πρὶν ἢ στείλῃ αὐτὸν πρὸς ἐκτύπωσιν. Ἑπομένως οὐδένα λόγον ἔχετε ν’ ἀνυπομονῆτε, τοσούτῳ μᾶλλον, καθ’ ὅσον ἐφρόντισα νὰ παραγγείλω ἁρμοδίως, ὅπως εἰς τοὺς κ. Βουλευτὰς δοθῇ μέρος τῆς ἀποζημιώσεως. Τὸ Σύνταγμα ῥητῶς ὁρίζει, ὅτι «οἱ ἐκπληρώσαντες τὰ καθήκοντά των Βουλευταὶ λαμβάνουσιν ἀποζημίωσιν». Ὥστε πρὸ τοῦ τέλους τῆς ἐκπληρώσεως τῶν καθηκόντων σας δὲν ἔχετε τὸ δικαίωμα ν’ ἀπαιτήσητε πλήρη τὴν ἀποζημίωσιν. Βεβαίως ἐχορηγήθη πάντοτε καὶ χορηγεῖται, καὶ ἐχορηγήθη καὶ παρ’ ἐμοῦ, πᾶσα εὐκολία εἰς τοὺς κ. Βουλευτάς· ἀλλ’ ἡ ἀξίωσις, ὅπως προπληρωθῇ ἡ ἀποζημίωσις, δὲν εἶναι νόμιμος. Ἐγὼ τοὐλάχιστον δηλῶ, ὅτι ἐν ὅσῳ δὲν λήξῃ ἡ Σύνοδος, δὲν θὰ ἐπιθεωρήσω ἄλλας ἀποδείξεις, πλὴν ἐκείνων, τὰς ὁποίας ἐπεθεώρησα ἤδη. Ὅταν δ’ ἐξελέγξω τὸν ἀπολογισμόν, τότε θὰ τὸν ἀποστείλω σὺν τῷ προϋπολογισμῷ πρὸς τύπωσιν.
§49ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Παρακαλῶ. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς δὲν ἀπήντησεν ἀκριβῶς εἰς τὰ λεχθέντα παρ’ ἐμοῦ· διότι ἐγὼ δὲν ἐζήτησα νὰ ψηφισθῇ ὁ προϋπολογισμὸς ἢ νὰ πληρωθῶσι τὰ χρήματα, τὰ ὁποῖα δικαιοῦνται νὰ λάβωσιν οἱ Βουλευταί, πρὸ ἢ μετὰ τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ προϋπολογισμοῦ. Δύναται ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς νὰ μὴ ἐξελέγξῃ, νὰ μὴ ὑπογράφῃ τὰς ἀποδείξεις τῶν Βουλευτῶν μέχρις οὗ λήξωσιν αἱ συνεδριάσεις τῆς Βουλῆς, δὲν ἔχει ὅμως δικαίωμα νὰ κρατήσῃ τὸν ἀπολογισμὸν ἢ τὸν προϋπολογισμόν, ἀλλ’ ὑποχρεοῦται ν’ ἀποστείλῃ αὐτὸν πρὸς τύπωσιν, συμφώνως πρὸς τὸ ἄρθρον 85 τοῦ Κανονισμοῦ, ἔχον ὡς ἑξῆς: «Ἄρθρον 85. Ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ κατὰ τὸ προηγούμενον ἄρθρον πίνακος ὁ Λογιστὴς τῆς Βουλῆς καταστρώνει τὸν ἀπολογισμὸν τῶν ἐξόδων, τὸν ὁποῖον ὑποβάλλει μεθ’ ὅλων τῶν δικαιολογητικῶν ἐγγράφων εἰς τὴν ἐπὶ τοῦ Λογιστικοῦ ἐπιτροπὴν, ἥτις, ἀφοῦ τὸν ἐπεξεργασθῇ καὶ φέρῃ οἱασδήποτε νομίζῃ ἐπ’ αὐτοῦ παρατηρήσεις, τὸν παραδίδει εἰς τὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς, ὅστις διατάσσει τὴν τύπωσιν καὶ διανομὴν αὐτοῦ τε καὶ τῆς ἐκθέσεως τῆς ἐπὶ τοῦ Λογιστικοῦ ἐπιτροπῆς τῆς Βουλῆς εἰς τοὺς Βουλευτάς, μεθ’ ἃ προκαλεῖ τὴν ἐπ’ αὐτῶν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς, δημοσιευομένην μετὰ τοῦ ἀπολογισμοῦ εἰς τὸ Παράρτημα τῆς Ἐφημερίδος τῶν Συζητήσεων τῆς Βουλῆς.» Πρόκειται ἄρα περὶ ὑποχρεώσεως καὶ καθήκοντος, τὸ ὁποῖον ἔχει ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, ν’ ἀποστέλλῃ ἀμέσως εἰς τὸ Τυπογραφεῖον πρὸς τύπωσιν τὸν ἀπολογισμὸν καὶ τὸν προϋπολογισμὸν τῶν ἐξόδων τῆς Βουλῆς εὐθὺς ὡς ἡ ἐπιτροπὴ παραδώσῃ αὐτοὺς εἰς τὸν κ. Πρόεδρον. Ἄλλο τὸ ζήτημα τῆς θεωρήσεως τῶν ἀποδείξεων τῶν Βουλευτῶν. Ὁ κ. Πρόεδρος εἶναι ἐλεύθερος νὰ θεωρήσῃ αὐτὰς ὁποτεδήποτε θελήσῃ, εἴτε μετὰ τὸ πέρας τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς, εἴτε μετὰ τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους. Τοῦτο οὐδεὶς, νομίζω, τῶν κ. Βουλευτῶν ἀμφισβητεῖ. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς, κατὰ τὴν ὑποχρέωσιν καὶ τὸ καθῆκον, τὸ ὁποῖον ἔχει, νὰ σπεύσῃ ν’ ἀποστείλῃ εἰς τὸ Ἐθνικὸν Τυπογραφεῖον τὸν προϋπολογισμὸν καὶ τὸν ἀπολογισμὸν τῶν ἐξόδων τῆς Βουλῆς μετὰ τῆς σχετικῆς ἐκθέσεως πρὸς τύπωσιν καὶ διανομήν.
§50ΑΛΕΞ. ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ζήτημα τὸ ὁποῖον ἀνεκίνησεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Τρικκάλων Βουλευτὴς, εἶναι καθαρῶς ζήτημα Κανονισμοῦ καὶ ἐφαρμογῆς αὐτοῦ. Νομίζω ὅτι δὲν πρόκειται περὶ τοῦ ζητήματος τοῦ οὐσιαστικοῦ, ἐὰν δέον νὰ πληρωθῇ τοῖς Βουλευταῖς ἡ ἀποζημίωσις, καὶ πότε δέον νὰ πληρωθῇ, καὶ ἂν ἐπαρκὴς εἶναι αὕτη. Τὸ ζήτημα τοῦτο τοῦ Κανονισμοῦ εἶναι ἐξ αὐτῶν τῶν κειμένων νόμων λελυμένον καὶ ἐξ αὐτοῦ τοῦ Συντάγματος· διότι οὐδεμία δύναται νὰ γείνῃ πληρωμὴ ἄνευ προϋπολογισμοῦ ἐψηφισμένου ὑπὸ τῆς Βουλῆς καὶ δεδημοσιευμένου. Ἦτο δυνατὸν μάλιστα καὶ νὰ μὴ λεχθῇ κἂν τοῦτο ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου, νὰ μὴ λεχθῇ δηλαδή, ἂν ἐδόθησαν τυχὸν ἢ ἐλήφθησαν ὑπό τινων τῶν κυρίων Βουλευτῶν ποσά τινα, καὶ ἂν ταῦτα εἶναι ἐπαρκῆ ἢ μή. Διότι φρονῶ, ὅτι οἱ Βουλευταὶ δὲν θὰ παύσωσιν ἐκπληροῦντες τὰ καθήκοντά των, καὶ ἂν δὲν λάβωσι τὰ ποσὰ ταῦτα ἐγκαίρως, καὶ ἂν ἔτι παρετείνετο ἡ πληρωμὴ μέχρι τέλους τῆς Συνόδου· διότι βεβαίως τὸ πνεῦμα τοῦ Συντάγματος εἶναι, ὅτι μετὰ τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν καθηκόντων του ὁ Βουλευτὴς λαμβάνει τὴν ἀποζημίωσιν.
§51Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι ἔξοδα ὁδοιπορικά.
§52ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως. Ἀλλ’ εἶναι ἄλλου πεδίου συζήτησις αὐτή. Ἐγὼ λέγω, ὅτι, ὡς εἶπεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Τρικκάλων, τὸ ζήτημα διαιρεῖται εἰς οὐσιαστικὸν καὶ τυπικὸν, εἰς ζήτημα προϋπολογισμοῦ καὶ εἰς ζήτημα Κανονισμοῦ. Ἤδη πρόκειται περὶ τοῦ δευτέρου.
§53ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δυστυχῶς προεκλήθη συζήτησις, ἐξευτελίζουσα τοὺς Βουλευτάς. Θυσιάζομεν ὅ,τι ἔχομεν διὰ νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν αἴθουσαν ταύτην, καὶ δεχόμεθα σήμερον παρατηρήσεις διὰ τὴν ἀποζημίωσιν, ἡ ὁποία εἶναι ἀναξία λόγου. (Θορυβώδεις διάλογοι).
§54ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω, κύριε Πρόεδρε, ὅτι τὸ ζήτημα εἶναι ζήτημα Κανονισμοῦ, καὶ δὲν εἶναι ὀρθὸν νὰ ἀναβάλληται ἡ διανομὴ τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ τοῦ ἀπολογισμοῦ.
§55ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ ἀπολογισμὸς εὐθύνει τὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς, καὶ ἔχει καθῆκον ὁ Πρόεδρος νὰ ἐξελέγξῃ αὐτὸν, συντασσόμενον παρὰ τοῦ Λογιστοῦ· ὑπεβλήθη δὲ ὁ ἀπολογισμὸς συγχρόνως μετὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ἐν ὅσῳ δὲν τελειώσῃ ἡ ἐξέλεγξις αὕτη, δὲν θὰ σταλῇ μήτε ὁ προϋπολογισμός, μήτε ὁ ἀπολογισμὸς πρὸς ἐκτύπωσιν.
§56Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Πρόκειται περὶ χρόνου μιᾶς ἢ δύο ἡμερῶν. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι εἶναι ἀνάξιον συζητήσεως τὸ πρᾶγμα.
§57ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καλλίτερον νὰ μὴ συνεζητεῖτο διόλου, παρὰ ὅπως συνεζητήθη.
§58ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν πρόκειται περὶ ζητήματος Κανονισμοῦ, πρόκειται περὶ ζητήματος συνταγματικοῦ. Ἐκείνους δὲ, οἱ ὁποῖοι ἐξανίστανται, παραπέμπω εἰς τὸ ἄρθρον 75 τοῦ Συντάγματος, ἐπικαλούμενος τὴν προσοχὴν αὐτῶν τοὐλάχιστον ἐπὶ τὴν ἀξιοπρέπειαν τοῦ Σώματος.
§59ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, μὲ συγχωρεῖτε νὰ εἴπω δύο λέξεις. Βεβαιωθῆτε ὅτι δὲν ἐξανέστην καθ’ ὑμῶν, ἐξανέστην κατὰ τῶν προκαλεσάντων τὴν συζήτησιν ταύτην ἐνταῦθα.
§60ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ἠξεύρω. Δὲν ὁμιλῶ περὶ ὑμῶν.
§61ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὴν αἴθουσαν τῆς Βουλῆς δὲν ἔπρεπε νὰ ὁμιλήσωσι περὶ τῆς ἀποζημιώσεως τῶν Βουλευτῶν, διότι δὲν ἀμφιβάλλω ὅτι οὐδεὶς τῶν Βουλευτῶν κατεδέχθη νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὴν αἴθουσαν ταύτην διὰ τὴν βουλευτικὴν ἐπιχορήγησιν. Εἶναι γνωστὸν εἰς ὅλον τὸν κόσμον, ὅτι διὰ νὰ ἐπιτύχωμεν καὶ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν αἴθουσαν ταύτην, θυσιάζομεν πᾶν ὅ,τι ἔχομεν, καὶ τὴν ὑγείαν μας καὶ τὴν ζωήν μας. Δὲν ἐρχόμεθα λοιπὸν νὰ ὁμιλῶμεν διὰ τὴς δεκάραις, τῆς παληαῖς ἢ τῆς νέαις, τὰς ὁποίας μᾶς δίδουν. Διὰ τοῦτο διαμαρτύρομαι κατὰ τῆς συζητήσεως, ἡ ὁποία προεκλήθη τὴν ἑσπέραν ταύτην, καὶ ἥτις ἔδωκεν ἀφορμὴν ἵνα ὁλόκληρος ἡ Βουλὴ δεχθῇ τὰς παρατηρήσεις τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς, τὰς ὁποίας ἀπέχω νὰ χαρακτηρίσω, εἴτε δικαίως εἴτε ἀδίκως.
§62ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀκριβῶς διότι τοιαύτην ἔχω γνώμην περὶ τῆς ἀξιοπρεπείας ἑνὸς ἑκάστου ἐξ ὑμῶν, καὶ διότι ἔχω πεποίθησιν ἐπὶ τὴν συναίσθησιν τῆς ἀξιοπρεπείας ταύτης, εἰς ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ὡμίλησαν, ὡς μὴ ὤφειλε, πρὶν ἔλθῃ τὸ ζήτημα πρὸς συζήτησιν, παρετήρησα, ὅτι ἕκαστος ἐξ ὑμῶν ὑφίσταται τόσας θυσίας, ὥστε βεβαίως ἡ ἀποζημίωσις, ἡ ὁποία χορηγεῖται, εἶναι γλίσχρα. Ἀλλὰ πρόκειται περὶ ἄλλου, περὶ ζητήματος τὸ ὁποῖον ἕκαστος ἡμῶν ἐννοεῖ.
§63Κ. ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Βεβαίως οὐδὲν καινὸν εἶπεν ὁ κ. ἐκ Μαντινείας Βουλευτὴς, οὔτε ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, εἰπόντες ὅτι δὲν εἰσερχόμεθα εἰς τὸ Κοινοβούλιον διὰ τὰς παληοδεκάρας, τὰς ὁποίας μᾶς δίδουν· διότι γνωρίζομεν ὅλοι πόσα ἐξοδεύομεν. Δὲν ὡμίλησα περὶ ἀποζημιώσεως, κύριε Βουλευτὰ ἐκ Μαντινείας, ἀλλ’ ὡμίλησα περὶ ζητήματος Κανονισμοῦ καὶ περὶ παραβάσεως τοῦ Κανονισμοῦ ἐκ μέρους τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς, νομίζων ὅτι εἶναι παράβασις, διότι τὸ ἄρθρον 85 τοῦ Κανονισμοῦ ἀναφέρει τὰ ἐπὶ τοῦ προκειμένου καθήκοντα καὶ δικαιώματα τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς. Δὲν ἔθιξα τὸ ζήτημα τῆς ἀποζημιώσεως. Ὅταν συζητηθῇ ὁ προϋπολογισμὸς τῶν ἐξόδων τῆς Βουλῆς, θὰ τὸ θίξω, διότι ἡ ὥρα αὕτη δὲν εἶναι ἡ κατάλληλος ἵνα ὁμιλήσωμεν περὶ τοῦ ζητήματος τούτου. Δὲν νομίζω δὲ, ὅτι ὁ κ. ἐκ Μαντινείας Βουλευτὴς ὤφειλε νὰ ἐκφρασθῇ ὅπως ἐξεφράσθη, διότι γνωρίζει καλῶς καὶ ἐμὲ καὶ τὴν Βουλὴν καὶ τὸν ἑαυτόν του.
§64ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἀμφιβάλλω ὅτι δὲν ὡμιλήσατε περὶ ἀποζημιώσεως βουλευτικῆς· ἀλλ’ ἡ συζήτησις, τὴν ὁποίαν προεκαλέσατε, προσβάλλει ὅλην τὴν Βουλὴν, καὶ διαμαρτύρομαι κατὰ τῆς τοιαύτης συζητήσεως.
§65ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὀφείλω νὰ δηλώσω, ὅτι, ἐὰν ἐπὶ τοῦ προκειμένου ζητήματος ἔλαβον τὸν λόγον, δὲν ἔλαβον αὐτὸν δι’ ὃν λόγον ὑπονοεῖ ὁ ἐκ Μαντινείας κ. Βουλευτής· ἐὰν δ’ ἀντελαμβάνετο ὁ κ. Βουλευτὴς τοῦτο, δὲν θὰ εἶχον ἀνάγκην ν’ ἀπασχολήσω καὶ πάλιν τὴν Βουλήν. Κύριε Πρόεδρε, ἔλαβον τὸν λόγον ἀκριβῶς διότι ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ ζητήματος, τὸ ὁποῖον ἀνεκίνησεν ὁ ἐκ Τρικκάλων ἀξιότιμος συνάδελφος, ἔφερεν, ὡς μὴ ὤφειλε, τὸ οὐσιαστικὸν ζήτημα. Πόθεν προῆλθεν ἡ ἀνακίνησις αὕτη τοῦ ζητήματος, εἶναι γνωστὸν εἰς τὴν Βουλήν· ἐλέχθη μάλιστα —καὶ τὸ ἐνθυμεῖται ὅλη ἡ Βουλὴ—ἐπὶ λέξει, ὅτι ἀρκετὰ εἶναι τὰ δοθέντα, κατὰ τρόπον ἐνδεικνύοντα, ὅτι ἐξηρτήθη ἐκ τούτου ἡ παραμονὴ τῶν κ. κ. Βουλευτῶν ἐνταῦθα, κατὰ τρόπον ἀπάδοντα εἰς τὴν βουλευτικὴν ἀξιοπρέπειαν. Ἐγὼ ἔλαβον τὸν λόγον διότι ἐθεώρησα ὅτι τὸ προκληθὲν ζήτημα εἶναι ζήτημα τάξεως καὶ Κανονισμοῦ, καὶ ὅλη ἡ γενομένη συζήτησις ἐγένετο διότι παρεξηγήθη ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Τρικκάλων. Βεβαίως δὲν εἶμαι ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι θὰ ἐξαρτήσωσι τὴν παραμονήν των ἐνταῦθα ἐκ τῆς ἀποζημιώσεως. Καθῆκον ὅμως εἶχον νὰ εἴπω ταῦτα χάριν τῆς τηρητέας τάξεως καὶ τῆς ἀξιοπρεπείας τῆς Βουλῆς.
§66ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κωνσταντόπουλος ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ ἄλλου ζητήματος.
§67Κ. ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ ἀξιότιμος πρώην ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸς, κύριοι Βουλευταὶ, μεριμνῶν ἀξιεπαίνως καὶ ὑπὲρ τῆς γεωργίας ἐν γένει καὶ ὑπὲρ τῶν γεωργικῶν συμφερόντων τῆς ἰδιαιτέρας ἡμῶν ἐπαρχίας, εἶχε συστήσει ἐν Τριπόλει Γεωργικὸν Σταθμόν. Ὁ Σταθμὸς οὗτος ἤθελε βεβαίως ἀποβῆ λίαν εὐεργετικὸς διὰ τὴν ἡμετέραν ἐπαρχίαν, διότι μεταξὺ ἄλλων ἤθελε συντελέσει καὶ εἰς τὴν βελτίωσιν τῶν οἴνων, οἱ ὁποῖοι ἐν τῇ ἡμετέρᾳ ἐπαρχίᾳ παράγονται εἰς μεγάλην ἀφθονίαν. Μετὰ τὴν σύστασιν τοῦ Σταθμοῦ ἐγένετο ἡ δέουσα πρόνοια, ἵνα ἐξευρεθῇ ὁ κατάλληλος χῶρος πρὸς οἰκοδομὴν τοῦ ἀπαιτουμένου καταστήματος. Ἐξευρέθη ὁ χῶρος, τὸ ἔργον ἐξετέθη εἰς μειοδοσίαν, καὶ κατεκυρώθη εἰς ἐργολάβον, ὁ ὁποῖος ἤρξατο τῆς κατασκευῆς τοῦ Γεωργικοῦ Σταθμοῦ· ἀλλ’ αἰφνιδίως μανθάνομεν μετ’ ἐκπλήξεως καὶ λύπης ἀκόμη, ὅτι ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν διέταξε τὴν παῦσιν τῶν ἐργασιῶν. Ἐννοεῖται, ὅτι ἐσπεύσαμεν νὰ παρακαλέσωμεν τὸν κύριον Ὑπουργὸν νὰ δηλώσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τοὺς λόγους, ἕνεκα τῶν ὁποίων προέβη εἰς τὴν τοιαύτην διακοπὴν τῶν ἐργασιῶν, καὶ νὰ καταθέσῃ τὰ σχετικὰ ἔγγραφα. Ὁ κ. Ὑπουργὸς εὐηρεστήθη πράγματι νὰ καταθέσῃ τὰ ἀφορῶντα τὴν ὑπόθεσιν ταύτην ἔγγραφα. Ἐκ τῆς μελέτης ὅμως αὐτῶν οὐ μόνον δὲν ἐπείσθημεν, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐξετέλεσεν ὅ,τι ὤφειλε νὰ ἐκτελέσῃ, ἀλλὰ τοὐναντίον ἐπείσθημεν, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς προέβη εἰς πρᾶξιν ἄδικον, ἀσύμφορον, ἔκνομον καὶ ἐπιβλαβῆ ἀκόμη καὶ εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον. Πιστεύω, Κύριοι, νὰ πείσω τὴν Βουλὴν, ὅτι ἡ ἐκτίμησις, τὴν ὁποίαν ὑποβάλλω περὶ τῆς πράξεως τοῦ Ὑπουργείου, εἶναι ἀληθής. Ὁ ἀναλαβὼν, Κύριοι, τὸ ἔργον ἐργολάβος ὤφειλε ν’ ἀποπερατώσῃ αὐτὸ ἐντὸς ἑξαμηνίας· τὸ ἔργον ὅμως ἤρξατο ἐκτελούμενον κατὰ τὸν Ὀκτώβριον μῆνα, γνωρίζετε δέ, ὅτι ὁ παρελθὼν χειμὼν ἦτο κυρίως χειμὼν βροχερός. Ὁ ἐργολάβος προέβη εἰς τὴν ἐκχωμάτωσιν τοῦ χώρου διὰ τὴν κατασκευὴν τῶν θεμελίων· ἀλλ’ ἐπήρχοντο βροχαί, καὶ ὁ χῶρος ἐκεῖνος ἐπληρώθη ὕδατος· προσεπάθησε νὰ ἐξαγάγῃ τὸ ὕδωρ τοῦτο, ἀλλὰ νέαι βροχαὶ ἀδιαλείπτως ἐπήρχοντο, αἱ ὁποῖαι κατέστησαν τὴν ἐργασίαν ἀδύνατον. Συνεπῶς ὁ ἐργολάβος δι’ ἀναφορᾶς του ᾐτήσατο ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν τὴν παράτασιν τῆς εἰρημένης προθεσμίας, ἕνεκα τῆς ἀνωτέρας ταύτης βίας, ἐπὶ πέντε ἀκόμη μῆνας. Τὴν αἴτησιν ταύτην τοῦ ἐργολάβου ὑπέβαλεν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν ὁ ἐπιβλέπων τὰς ἐργασίας Μηχανικὸς ἐν Τριπόλει δι’ ἐγγράφου ὑπ’ ἀριθ. 1788 τῆς 20 Δεκεμβρίου παρελθόντος ἔτους, ἐν ᾧ λέγει τὰ ἑξῆς (ἀναγινώσκει) «Ὑποβάλλοντες τὴν ἀναφορὰν τοῦ ἐργολάβου τῆς κατασκευῆς τοῦ Οἰνῶνος τοῦ Γεωργικοῦ Σταθμοῦ Τριπόλεως, αἰτουμένου παράτασιν τῆς ἑξαμήνου προθεσμίας, παρακαλοῦμεν τὸ Ὑπουργεῖον νὰ χορηγήσῃ τὴν αἰτουμένην πεντάμηνον παράτασιν, διότι ὄντως ὡς ἐκ τοῦ ἐπικρατοῦντος ἐνταῦθα χειμῶνος ἀδύνατος ἀποβαίνει αὐτῷ ἡ περάτωσις τῆς ἐργασίας ἐντὸς τῆς τασσομένης ὑπὸ τῆς συγγραφῆς τῶν ὑποχρεώσεων ἑξαμήνου προθεσμίας.» Βλέπετε, Κύριοι, ὅτι ὁ Μηχανικὸς Τριπόλεως, ὁ ἁρμόδιος καὶ ἐξ ἰδίας ἀντιλήψεως γνωρίζων τὰ πράγματα, συνιστᾷ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον νὰ γείνῃ δεκτὴ ἡ αἴτησις τοῦ ἐργολάβου, διὰ τοὺς ἐκτεθέντας λόγους, οἵτινες καὶ κατὰ τὸν νόμον ὑπεχρέουν τὸ Δημόσιον εἰς παράτασιν τῆς προθεσμίας. Ἀλλὰ παραδόξως ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν δὲν εὐηρεστήθη νὰ χορηγήσῃ τὴν προθεσμίαν ταύτην. «Εἰς ἀπάντησιν τῆς ἀναφορᾶς σας», λέγει ὁ κ. Ὑπουργὸς πρὸς τὸν Μηχανικὸν, «κοινοποιοῦμεν ὅτι δὲν ἐγκρίνομεν τὴν παρὰ τοῦ ἐργολάβου ζητουμένην παράτασιν πέντε μηνῶν πρὸς παράδοσιν τοῦ ἔργου». Σημειωτέον δὲ, ὅτι, ἐνῷ ἡ ἀναφορὰ ἀπεστάλη εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τὴν 20 Δεκεμβρίου 1902, ἡ ἀπάντησις ἀπεστάλη εἰς τὸν ἐργολάβον τὴν 15 Φεβρουαρίου ἐ. ἔ., ἤτοι μετὰ παρέλευσιν δύο περίπου μηνῶν. Τὴν 20 Δεκεμβρίου ὑπέβαλεν ὁ Μηχανικὸς τὴν αἴτησιν, τὴν 15 Φεβρουαρίου δίδεται ἀπάντησις ἀρνητική, ἐναντίον τῆς γνωμοδοτήσεως τοῦ Μηχανικοῦ.
§68ΚΥΡ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Μοὶ ἐπιτρέπετε μίαν ἐρώτησιν;
§69ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα.
§70ΚΥΡ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Διατὶ δὲν ἀναγινώσκετε καὶ τὴν ἔκθεσιν τοῦ Νομάρχου καὶ τῶν γεωπόνων;
§71ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Διότι αὐτὰ εἶναι προγενέστερα τῆς ἐκθέσεως τοῦ Νομάρχου, ἣν θὰ ἀναγνώσω. Πηγαίνω χρονολογικῶς. Οὕτως ἐχόντων τῶν πραγμάτων, αἴφνης, ἀγνοῶ πόθεν προκληθεὶς, παρεμβαίνει εἰς τὴν ὑπόθεσιν ὁ Νομάρχης Ἀρκαδίας, ὁ ὁποῖος ἀναφέρει τηλεγραφικῶς εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τὰ ἑπόμενα (ἀναγινώσκει): «Ἐπὶ τόπου Οἰνῶνος ἔχουσι συγκεντρωθῆ λίθοι πρὸς οἰκοδομὴν καὶ ἔχει ἐκσκαφῆ ἔκτασις. Οὐδὲν ἄλλο ἔχει γείνῃ, οὔτε θεμέλιος λίθος ἔχει τεθῆ εἰσέτι. Ἐνταῦθα ἡ ἀνέγερσις τοῦ Οἰνῶνος, ὡς ἔχει σχεδιασθῆ, κρίνεται ἐντελῶς ἄσκοπος, τὸ δὲ ἔδαφος, ἐφ’ οὗ ὡρίσθη ἡ ἀνέγερσις, ἐντελῶς ἀκατάλληλον, διότι ἀναβλύζουσιν ὕδατα, ἕνεκα τῶν ὁποίων δυσχερεστάτη ἡ ἑδραίωσις θεμελίων.» Ὡς βλέπετε, ὁ Νομάρχης θεωρεῖ ἑαυτὸν ἁρμοδιώτερον καὶ αὐτοῦ τοῦ Μηχανικοῦ, ὑποστηρίζων ὅτι τὸ ἔργον δὲν δύναται νὰ προχωρήσῃ ἕνεκεν ἀναβλυζόντων ὑδάτων! Τὴν ἀναφορὰν τοῦ Νομάρχου τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν ἀπέστειλε τὴν 31 Μαρτίου εἰς τὸν Μηχανικὸν, παραγγέλλον αὐτῷ τὰ ἑξῆς: «Πέμπομεν ὑμῖν τὴν ὑπ’ ἀριθ. 2228 ἐ. ἔ. τηλεγραφικὴν ἀναφορὰν τοῦ αὐτόθι Νομάρχου, καὶ παραγγέλλομεν νὰ λάβητε γνῶσιν τῶν ἀναφερομένων ἐν αὐτῇ, καὶ ἀναφέρητε ἡμῖν τὸ ταχύτερον, διὰ τίνα λόγον βραδύνουσιν αἱ ἐργασίαι τῆς κατασκευῆς τοῦ ἐν λόγῳ Οἰνῶνος.» Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν δὲν ἔδωκεν ἀμέσως πίστιν εἰς τὰς παραστάσεις τοῦ Νομάρχου, καὶ ἀπέστειλεν, ὡς ὤφειλε, τὸ ἔγγραφον εἰς τὸν Μηχανικὸν, ἵνα πεισθῇ κατὰ πόσον ἔχονται ἀκριβείας αἱ πληροφορίαι, τὰς ὁποίας, ἀγνοῶ πόθεν προκληθεὶς, τηλεγραφικῶς ὑπέβαλεν ὁ Νομάρχης. Ὁ Μηχανικὸς ὑπέβαλεν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον ἀπάντησιν ἐπὶ τῶν ἐγγράφων αὐτῶν τοῦ Νομάρχου καὶ τοῦ Ὑπουργοῦ, ἐν ᾗ ἐπαναλαμβάνει, ὅτι ὁ ἐργολάβος ἐπελήφθη ἀμέσως, ἀπὸ τῆς ἐγκαταστάσεώς του ἐν τοῖς ἔργοις, τῆς ἐκτελέσεως τῶν ἐργασιῶν, ἃς ἀνέλαβε, προβὰς εἰς τὴν ἐκσκαφὴν τῶν θεμελίων καὶ εἰς τὴν εἰσκόμισιν τῶν ἀναγκαιούντων ὑλικῶν, ἀλλ’ ὁ ἐνσκήψας βαρύτατος χειμὼν κατέστησεν ἀδύνατον τὴν πρόοδον τοῦ ἔργου, καὶ ὅτι ἦτο δίκαιον νὰ χορηγηθῇ εἰς τὸν ἐργολάβον ἡ παρ’ αὐτοῦ αἰτηθεῖσα παράτασις προθεσμίας, ἣν ὅμως τῷ ἠρνήθη τὸ Ὑπουργεῖον. Καθ’ ὅσον δ’ ἀφορᾷ τοὺς ἰσχυρισμοὺς τοῦ κ. Νομάρχου περὶ μὴ καταλλήλου τοῦ ἐδάφους, ἐφ’ οὗ ἀνηγείρετο ἡ οἰκοδομὴ, καὶ περὶ ἀναβλυζόντων ἐν αὐτῷ ὑδάτων, ὁ κ. Μηχανικὸς ἀπαντᾷ συντόμως ὡς ἑξῆς: «Ὡς πρὸς τὰ ἄλλα ζητήματα, περὶ ὧν καὶ μετ’ αὐθεντίας μνείαν ποιεῖται ἐν τῷ τηλεγραφήματί του, ὅπερ σὺν ταύτῃ ἐπιστρέφομεν, ὁ κ. Νομάρχης, δὲν ἀναφέρομέν τι.» Ἐνόμισεν ὁ κ. Μηχανικὸς, ὅτι οὐδ’ ἀπαντήσεως ἄξιαι ἦσαν αἱ παρατηρήσεις τοῦ Νομάρχου, ὅτι ἀναβλύζουσιν ὕδατα, καὶ ὅτι τὸ ἔδαφος εἶναι ἀκατάλληλον. Ἀλλὰ τὸ Ὑπουργεῖον οὐδεμίαν ἔδωσε προσοχὴν εἰς τὸ ἔγγραφον τοῦ Μηχανικοῦ, ἀλλ’ ἐκδίδει ἕτερον ἔγγραφον τῇ 17 Ἀπριλίου εἰς ἀπάντησιν τοῦ Μηχανικοῦ, δι’ οὗ διατάσσει τὴν ἀναστολὴν τῆς ἐκτελέσεως τῶν ἐργασιῶν τῆς κατασκευῆς τοῦ Οἰνῶνος ἐν Τριπόλει, διατάσσει δὲ καὶ τὸν Μηχανικὸν νὰ ἀναφέρῃ ἀμέσως, ὁποία ἔσεται ἡ ἀποζημίωσις τοῦ ἐργολάβου, διαλυομένης τῆς ἐργολαβίας. Ὥστε ἀναγνωρίζει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅτι δὲν ἐδικαιοῦτο νὰ προβῇ εἰς τὴν διάλυσιν τῆς συμφωνίας πρὸς κατασκευὴν τοῦ ἔργου ἄνευ ἀποζημιώσεως τοῦ ἐργολάβου, καὶ διὰ τοῦτο ζητεῖ πληροφορίας περὶ τοῦ ποσοῦ τῶν χρημάτων, ἃ θὰ ὑποχρεωθῇ τὸ Δημόσιον νὰ πληρώσῃ εἰς τὸν ἐργολάβον. Ὁ Μηχανικὸς, ἀπαντῶν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, ὑπολογίζει, ὅτι τὸ Δημόσιον θὰ πληρώσῃ σχεδὸν 8,000 δραχμάς. Ἀλλὰ καὶ μετὰ τὴν πληροφορίαν ταύτην ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν ἐδίστασε νὰ ἐκδώσῃ διαταγὴν πρὸς τὸν Νομάρχην περὶ ὁριστικῆς παύσεως τῶν ἐργασιῶν ὑπὸ τοῦ ἐργολάβου.
§72ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Θὰ λάβῃ τὰς 8,000;
§73ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ ζητήσῃ περισσότερα. Οὕτω συνέβησαν τὰ πράγματα. Καὶ ἤδη ἐξεταστέον, εἶναι ὀρθὴ καὶ συμφέρουσα ἡ τοιαύτη ἀπόφασις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ; Πῶς δικαιολογεῖ αὐτὴν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐν τῇ πρὸς τὴν Βουλὴν ἐκθέσει αὐτοῦ; Ἰσχυρίζεται ὅτι ὁ ἐργολάβος δὲν ἐξεπλήρωσε τὰς ὑποχρεώσεις του ἐντὸς τῆς ὡρισμένης προθεσμίας, καὶ ᾐτήσατο πεντάμηνον προθεσμίαν. Ἀλλὰ πῶς παρέβη τὰς ὑποχρεώσεις του, ἀφοῦ οἱ Μηχανικοὶ διαβεβαιοῦσιν, ὅτι οὐχὶ ἐξ ἀμελείας, ἀλλ’ ἕνεκα ἀνωτέρας βίας δὲν ἐπροχώρησε τὸ ἔργον; Ὅθεν ὁ ἰσχυρισμὸς οὗτος τοῦ κ. Ὑπουργοῦ εἶναι ἐντελῶς ἀνυπόστατος. Ἕτερον ἐπιχείρημα, τὸ ὁποῖον ἐπικαλεῖται ὁ κ. Ὑπουργὸς, εἶναι, ὅτι ἐκ τοῦ τηλεγραφήματος τοῦ Νομάρχου ἐπείσθη, ὅτι ὁ χῶρος, ἐφ’ οὗ ἡ οἰκοδομὴ, δὲν ἦτο κατάλληλος. Ἀλλὰ τὰ ἐπιχειρήματα, ὅσα ἀορίστως ὑπέβαλεν ὁ Νομάρχης, δὲν παρεδέχθη ὁ Μηχανικὸς, καὶ οὐδ’ ἀνασκευῆς ἄξια ἐθεώρησεν αὐτά. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπικαλεῖται ὑπὲρ αὐτῶν καὶ ἔκθεσιν ἐπιτροπῆς, γνωμοδοτούσης ἀληθῶς, ὅτι ὁ χῶρος δὲν ἦτο κατάλληλος. Ἀλλ’ ὑπάρχει καὶ ἑτέρα ἔκθεσις, ὅλως ἀντίθετος. Ἐκτὸς ὅμως τούτου τὸ ζήτημα τῆς ἐκλογῆς τοῦ χώρου εἶχεν ἤδη λυθῆ ὁριστικῶς, οὐδὲ ἠδύνατο ὁ Ὑπουργὸς νὰ διατάξῃ διὰ τοιοῦτον λόγον τὴν διάλυσιν ἐγκύρως συνομολογηθείσης ἐργολαβίας, ἀφοῦ μάλιστα ὑπάρχει καὶ ἔκθεσις ἑτέρας ἐπιτροπῆς, ἀποφαινομένης ὅτι ὁ χῶρος ἦτο κατάλληλος. Ἐπρόκειτο δ’ ἄλλως περὶ οἰκοπέδου τοῦ Δημοσίου, δι’ ὃ οὐδεμία ἀπῃτεῖτο δαπάνη· δι’ ὃ καὶ ὁ πρώην Ὑπουργὸς ἀπεφάσισε νὰ ἐγερθῇ ἐν αὐτῷ ἡ οἰκοδομή. Καὶ ἡ τοιαύτη δικαιολογία τοῦ κ. Ὑπουργοῦ δὲν ἔχει καμμίαν βάσιν. Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς προβάλλει καὶ ἕτερον ἐπιχείρημα, ὅτι παρανόμως ἐνήργησεν ὁ προκάτοχός του Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, συστήσας ἐν Τριπόλει Γεωργικὸν Σταθμὸν, διότι ὁ περὶ Γεωργικῶν Σταθμῶν νόμος δὲν ἐπιτρέπει, εἰμὴ ἕνα Γεωργικὸν Σταθμὸν εἰς ἕκαστον νομὸν, ὑπῆρχε δὲ Γεωργικὸς Σταθμὸς ἐν Βυτίνῃ, καὶ δὲν ἔπρεπε νὰ ἐγερθῇ ἕτερος ἐν Τριπόλει. Τὸ ἐπιχείρημα τοῦτο δὲν εὑρίσκω ὀρθόν. Ὁ περὶ Γεωργικῶν Σταθμῶν νόμος μεριμνᾷ περὶ τοῦ μέλλοντος, καὶ διατάσσει ὅτι εἰς πάντα νομὸν θέλει συσταθῆ Γεωργικὸς Σταθμός· δὲν ἐξαιρεῖ δὲ τοὺς νομοὺς, ἐν τοῖς ὁποίοις ὑπῆρχον οὐχὶ Γεωργικοὶ Σταθμοὶ, ἀλλ’ ἕτερα ἱδρύματα πρὸς προστασίαν τῆς γεωργίας· κατὰ συνέπειαν ὁ νόμος αὐτὸς ἔχει πλήρη ἐφαρμογὴν εἰς πάντας τοὺς νομούς. Ἀλλ’ ὑπάρχει καὶ ἕτερον ἐπιχείρημα, ὅτι αὐτὸς ὁ νόμος ἐν ἄρθρῳ 39 λέγει ῥητῶς, ὅτι διατηρεῖται ὁ ἐν Βυτίνῃ Σταθμὸς, ἀλλὰ διέπεται ἀπὸ τὸν συστήσαντα αὐτὸν προγενέστερον νόμον· κατὰ συνέπειαν ὁ περὶ Γεωργικῶν Σταθμῶν νόμος, ὁ κατόπιν ἐκδοθεὶς, οὐδόλως ἐφαρμόζεται ὡς πρὸς τὸν Σταθμὸν Βυτίνης, ὡς διεπόμενον ὑπὸ ἰδιαιτέρου νόμου. Ἑπομένως ἠδύνατο ὁ ἀξιότιμος πρώην Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, χωρὶς νὰ παραβῇ τὰς διατάξεις τοῦ περὶ Γεωργικῶν Σταθμῶν νόμου, νὰ συστήσῃ τοιοῦτον ἐν τῇ πρωτευούσῃ τοῦ νομοῦ. Ἀλλ’ ὑποθέτω πρὸς στιγμὴν, ὅτι εἶναι ἰσχυρὸν τὸ ἐπιχείρημα τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ὅτι δηλαδὴ ὁ προκάτοχός του οὐχὶ νομίμως ἐξέδωκε Β. Διάταγμα, δι’ οὗ ἐσύστησε Γεωργικὸν Σταθμὸν ἐν Τριπόλει· ἀλλ’ ἀφοῦ τὸ Δημόσιον μετὰ τὸ διάταγμα τοῦτο συνωμολόγησε σύμβασιν μετ’ ἐργολάβου πρὸς οἰκοδομὴν κτιρίου, ὁ ἐργολάβος οὗτος ἀπέκτησε δικαιώματα ἐκ τῆς μετὰ τοῦ Δημοσίου συμβάσεως, τὰ ὁποῖα δὲν ἠδύνατο νὰ προσβάλῃ ὁ Ὑπουργὸς, καὶ ἂν ἀκόμη οὐχὶ νομίμως συνέστη ὁ Σταθμὸς, διατάσσων αὐθαιρέτως τὴν ἀναστολὴν καὶ τὴν παῦσιν τῶν ἐργασιῶν, καὶ ὑποβάλλων τὸ Δημόσιον εἰς δαπάνας καὶ ἀποζημιώσεις. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου ἔχω τὴν γνώμην, ὅτι, ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἐφρόνει ὅτι ἡ διὰ διατάγματος γενομένη σύστασις τοῦ ἐν Τριπόλει Γεωργικοῦ Σταθμοῦ δὲν ἦτο νόμιμος, ὤφειλε νὰ προκαλέσῃ τὴν διὰ νέου διατάγματος ἀνάκλησιν αὐτοῦ· ἐνόσῳ δὲ τὸ συστῆσαν τὸν Σταθμὸν διάταγμα δὲν ἀνακαλεῖται, δὲν εἶχεν ὁ Ὑπουργὸς δικαίωμα νὰ σταματήσῃ τὰς ἐπὶ τῇ βάσει αὐτοῦ ἐκτελουμένας ἐργασίας. Ὅθεν φρονῶ, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς προέβη εἰς πρᾶξιν, ἥτις ὑπὸ πᾶσαν ἔποψιν, δημοσίου συμφέροντος, δικαιοσύνης, νομιμότητος, δὲν δύναται νὰ τύχῃ τῆς ἐγκρίσεως ἑνὸς ἀμερολήπτου ἐξεταστοῦ τῶν πραγμάτων, καὶ κατὰ συνέπειαν παρακαλῶ αὐτὸν νὰ σπεύσῃ νὰ διατάξῃ τὴν ἐξακολούθησιν του ἔργου, ἔστω καὶ διὰ νέας μειοδοσίας. Διότι, καὶ ἂν προτίθεται νὰ καταργήσῃ τὸν Σταθμὸν ὡς μὴ νομίμως συστηθέντα, δὲν ἀρκεῖ τοῦτο, ἵνα ματαιώσῃ, ἐπὶ βλάβῃ τοῦ Δημοσίου, τὴν οἰκοδομὴν κτιρίου, ὅπερ θὰ χρησιμεύσῃ εἰς τὸ Δημόσιον ἐν πάσῃ περιπτώσει, δυνατὸν δὲ μετ’ ὀλίγον νὰ ἐκδοθῇ ἕτερος νόμος, ἐπιτρέπων τὴν σύστασιν τοιούτου Σταθμοῦ ἐν Τριπόλει. Φρονῶ δ’ ὅτι ἀδικαιολόγητος εἶναι ἡ ἐνέργεια τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, καὶ ὅτι ἀδικεῖ καὶ τὴν γεωργίαν, ἀλλὰ καὶ ὅλην τὴν ἐπαρχίαν Μαντινείας, καὶ πρέπει νὰ ληφθῇ πρόνοια, ἵνα ἡ ἐπαρχία δικαιωθῇ, ὅσον οἷόν τε τάχιον.
§74ΚΥΡ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Αἱ ἐργασίαι τοῦ Γεωργικοῦ Σταθμοῦ Τριπόλεως διεκόπησαν ἕνεκα δύο λόγων, καθ’ ἡμᾶς σπουδαιοτάτων. Ὁ πρῶτος εἶναι, ὅτι ὁ ἐργολάβος δὲν συνεμορφώθη πρὸς τοὺς ὅρους τῆς δημοπρασίας, καὶ ἐζήτησε προθεσμίαν πεντάμηνον, ἵνα ἐξακολουθήσῃ τὸ ἔργον του. Καὶ εἶναι μὲν ἀληθὲς, ὅτι ὁ Μηχανικὸς ἐξέφρασε τὴν γνώμην, ἥτις ἐφάνη ἡμῖν λίαν ἐπιεικὴς, ὅτι ἠδύνατο νὰ δοθῇ εἰς τὸν ἐργολάβον ἡ προθεσμία, ἵνα ἐξακολουθήσῃ τὸ ἔργον αὐτοῦ· ἀλλ’ οἱ λόγοι τοῦ Μηχανικοῦ δὲν μᾶς ἔπεισαν. Ἔπεισαν ἡμᾶς οἱ λόγοι τοῦ Νομάρχου, ὁ ὁποῖος μᾶς ἐξέθηκεν, ὅτι τὸ ἔδαφος ἦτο λίαν ἀκατάλληλον. Καὶ ἀπόδειξις τούτου εἶναι, ὅτι ὁ ἐργολάβος μετὰ πάροδον πολλῶν μηνῶν δὲν ἠδυνήθη ἐργασθεὶς οὔτε τὰ θεμέλια νὰ θέσῃ· ἐκόμισε μόνον σωρούς τινας λίθων, ἀνώρυξεν ὀλίγους χάνδακας, καὶ οὐδὲν πλέον. Ἐπείσθημεν λοιπὸν, ὅτι, καὶ ἂν ἐδίδομεν εἰς αὐτὸν τὴν πεντάμηνον προθεσμίαν, ὁ ἐργολάβος, ἕνεκα τῆς ἀκαταλληλότητος τοῦ ἐδάφους, δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ προχωρήσῃ, καὶ διὰ τοῦτο ἐλάβομεν τὴν ἀπόφασιν, τὴν ὁποίαν ἐλάβομεν, βασισθέντες καὶ ἐπὶ ἐκθέσεως γεοπόνων, μεταβάντων ἐπὶ τόπου, οἵτινες μετὰ ἐξέτασιν ἐγνωμοδότησαν, ὅτι τὸ ἔδαφος εἶναι λίαν ἀκατάλληλον. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου ἐνομίσαμεν ὅτι ἡ ἵδρυσις Γεωργικοῦ Σταθμοῦ ἐν Τριπόλει ἦτο παράνομος· διότι ὁ νόμος, ὁ ψηφισθεὶς τῇ εἰσηγήσει ἡμῶν κατὰ τὸ 1897, περὶ ἱδρύσεως Γεωργικῶν Σταθμῶν, διαλαμβάνει τὰ ἑξῆς ἐν τῷ πρώτῳ ἄρθρῳ αὐτοῦ: «Πρὸς ἐνίσχυσιν καὶ ἀνάπτυξιν τῆς γεωργίας, κτηνοτροφίας κλπ. συνιστᾶται ἀνὰ εἷς Σταθμὸς εἰς ἕκαστον νομὸν καὶ ἀλληλοδιαδόχως». Τὸ ἐπιχείρημα, ὅτι ἐν τῷ νομῷ Ἀρκαδίας προϋπῆρχεν ὁ Σταθμὸς Βυτίνης, δὲν μᾶς ἔπεισε· διότι ἡμεῖς νομίζομεν, ὅτι, ἂν ὁ νόμος ἤθελε νὰ ἐξαιρέσῃ τὸν Σταθμὸν Βυτίνης, θὰ ἔλεγε ῥητῶς, ὅτι ἐξαιρεῖ αὐτόν· ἀλλὰ τοιοῦτόν τι οὐδαμοῦ βλέπομεν. Ἡμεῖς φρονοῦμεν τοὐναντίον, ὅτι ὁ νόμος ἐκεῖνος συνετάχθη ἐν πνεύματι δικαιοσύνης καὶ ἰσότητος, διότι ἤθελεν ἐν ἑκάστῳ νομῷ νὰ ἱδρύηται εἷς καὶ μόνος Γεωργικὸς Σταθμός· θὰ ἦτο δὲ καὶ ἀδικία καὶ ἀνισότης, νὰ ἱδρύωνται ἐν ἑκάστῳ νομῷ δύο καὶ τρεῖς Γεωργικοὶ Σταθμοί, οἱ δὲ λοιποὶ νομοὶ νὰ στερῶνται τοῦ εὐεργετήματος τούτου. Διὰ τοῦτο ἐνομίσαμεν, ὅτι εἴχομεν τὴν ὑποχρέωσιν νὰ μὴ ἐπιτρέψωμεν τὴν ἐξακολούθησιν τῶν ἐργασιῶν τοῦ Γεωργικοῦ Σταθμοῦ Τριπόλεως. Ὡμίλησαν καὶ περὶ τῆς ζημίας, ἥτις ἤθελεν ἐπιβαρύνει τὸ Δημόσιον ὡς ἐκ τῆς λύσεως τῆς ἐργολαβίας· ἀλλ’ ἡμεῖς φρονοῦμεν, ὅτι ἡ ἀποζημίωσις τῶν 8,000 δραχμῶν, ἥτις θέλει δοθῆ εἰς τὸν ἐργολάβον διὰ τὸ ὀλίγον ὑλικὸν, τὸ ὁποῖον μετέφερε, καὶ διὰ τοὺς χάνδακας, τοὺς ὁποίους ἀνώρυξεν, εἶναι ἐλαχίστη ἀπέναντι τοῦ ποσοῦ, ὅπερ ἤθελε δαπανηθῆ πρὸς ἀνέγερσιν τοῦ Σταθμοῦ ἐν λίαν ἀκαταλλήλῳ χώρῳ· διότι προϋπελογίσθησαν μὲν 39,000 δραχμαί, ἀλλ’ εἶναι γνωστὸν ἐκ τῶν προτέρων, ὅτι διὰ συμπληρωματικῶν προϋπολογισμῶν ἡ δαπάνη θέλει βεβαίως ὑπερβῆ τὰς 50,000 δραχμάς, ἕνεκα τοῦ ἀκαταλλήλου τοῦ μέρους καὶ διότι κακῶς προϋπελογίσθη τὸ ἔργον ἀρχικῶς. Ὁ ἀξιότιμος ἐκ Μαντινείας Βουλευτὴς συνηθίζει νὰ ἦναι λίαν αὐστηρὸς διὰ τοὺς ἄλλους. Ἡμεῖς ἐν τούτοις ὑπερβαλλόντως ἐχάρημεν, διότι τέλος πάντων εἴδομεν αὐτὸν μεταξὺ ἡμῶν· εἶναι ὅμως εὐχάριστον, ὅτι δὲν συνοδεύεται καὶ ὑπὸ δυνάμεως, διότι ἄλλως θὰ ἠδυνάμεθα ν’ ἀνησυχῶμεν περὶ τῆς τύχης ἡμῶν.
§75Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Εἶμαι, Κύριοι, ὑποχρεωμένος νὰ λάβω τὸν λόγον ἐπὶ θέματος, ἐπὶ τοῦ ὁποίου δὲν ἐπεθύμουν νὰ συζητήσω, διότι ἔχω ὁπωσδήποτε ἀνάμνησιν ὄχι εὐχάριστον. Τὸ θέμα τοῦτο εἶναι, ἂν ἐνήργησα νομίμως, συστήσας Γεωργικὸν Σταθμὸν ἐν τῇ ἰδιαιτέρᾳ μου πατρίδι Τριπόλει, ἐνῷ κατὰ τοὺς ἀντιφρονοῦντας δὲν ἠδυνάμην νὰ πράξω τοῦτο, ὑπάρχοντος Σταθμοῦ Γεωργικοῦ ἢ μᾶλλον Σχολῆς Γεωργικῆς ἐν Βυτίνῃ τοῦ δήμου Νυμφασίας τῆς ἐπαρχίας Γορτυνίας. Λέγω, ὅτι τὸ θέμα δὲν μοὶ εἶναι εὐχάριστον, διότι τοῦτο ἀπετέλεσεν ἕνα τῶν δημιουργηθέντων λόγων, δι’ οὓς μετὰ πρωτοφανοῦς πείσματος, ὡς ἐνθυμεῖσθε, ἐζητήθη ἡ ἀκύρωσις τῆς ἐμῆς ἐκλογῆς. Καὶ τότε ἠναγκάσθην διὰ μακρῶν νὰ ἀπαντήσω, καὶ νομίζω ὅτι ἔπεισα τὴν Βουλήν, ὅτι καὶ κατὰ νόμον ἐνήργησα καὶ πρὸς κοινωφελῆ σκοπὸν, ὅπως διὰ τῶν ἔργων καὶ οὐχὶ μόνον διὰ κενῶν λόγων ἐνισχύσω τὴν ἐθνικὴν παραγωγήν. Καὶ ἤδη ἐξ ὑποχρεώσεως ἐπαναλαμβάνω περιληπτικῶς τὰ τότε λεχθέντα. Ἡ ἐπαρχία Μαντινείας εἶναι κατ’ ἐξοχὴν οἰνοφόρος, ἀριθμοῦσα ὑπὲρ τὰς 40,000 στρέμματα ἀμπελώνων δεδηλωμένων· ἀλλ’ ὡς βεβαίως ἐνθυμεῖσθε, πολλάκις ἐγένετο ἐν τῇ Βουλῇ λόγος περὶ τῆς φυλλοξήρας, ἥτις ἀνεπτύχθη, οὐχὶ τῆς ἀμπελουργικῆς, ἀλλὰ τῆς ἀνθρωπολογικῆς, τῆς μεταναστεύσεως· κακοῦ, ὅπερ μετεδόθη ἀπὸ τῆς Λακωνικῆς εἰς τὴν Ἀρκαδίαν, καὶ ἤδη λυμαίνεται ὁλόκληρον τὴν Πελοπόννησον· πεντακισχίλιοι ἄλκιμοι νέοι ἐκ τῆς ἐπαρχίας Μαντινείας, ἡλικίας 16–35 ἐτῶν τὸ πλεῖστον, μετηνάστευσαν εἰς τὸ ἄλλο ἡμισφαίριον. Καὶ ἡ αἰτία τῆς μεταναστεύσεως ποία; Ἡ ἔλλειψις πλουτοφόρου ἐργασίας. Διότι ἀληθῶς ἡ ἐργασία, ὡς γίνεται παρ’ ἡμῖν, κατ’ ἀρχέγονον τρόπον, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπαρκέσῃ εἰς τὰς ἀνάγκας, τὰς ὁποίας ὁ νεώτερος βίος ἐδημιούργησεν. Ἡ ἐργασία τότε μόνον δύναται νὰ εὐδοκιμήσῃ, ὅταν ἐκ τῆς ἐπιστήμης καθοδηγῆται, ἀδύνατον δὲ νὰ παραγάγῃ ἄξια λόγου, ὅταν ἀφίνηται εἰς τὰς στοιχειώδεις γνώσεις τῶν ἀγροτῶν. Ἀντιπροσωπεύων συνεχῶς τὴν ἐπαρχίαν Μαντινείας ἀπὸ τοῦ ἔτους 1892, ἐσκέφθην ὅτι εἶχον καθῆκον νὰ μεριμνήσω πρὸς ἐνίσχυσιν τῆς παραγωγῆς τοῦ τόπου, διότι πλὴν τῆς οἰνοπαραγωγῆς ἀπεδείχθη τελευταῖον διὰ τῶν γενομένων δοκιμῶν, ὅτι τὸ ἔδαφος τῆς Μαντινείας εἶναι ἐπιτηδειότατον καὶ πρὸς καλλιέργειαν τοῦ περιφήμου καπνοῦ τῆς Ξάνθης καὶ Καβάλλας, ἀξιότιμος δὲ συμπολίτης μου, ἐν Καβάλλᾳ εἰδικῶς ἀσχολούμενος εἰς τὴν ἐμπορίαν τοῦ καπνοῦ, ἰδὼν τὸν παραχθέντα καπνὸν ἐν Μαντινείᾳ, μοὶ ἔλεγεν, ὅτι ἦτο πρώτης ποιότητος, ἢ καὶ ὑπέρτερος ἴσως τοῦ καπνοῦ τῆς Ξάνθης. Πρὸς ἐνίσχυσιν καὶ ἐπιστημονικωτέραν ἐκμετάλλευσιν τῶν δύο τούτων πλουτοφόρων κλάδων τῆς εὐδοκιμούσης ἐν Μαντινείᾳ γεωργίας ἵδρυσα τὸν Γεωργικὸν Σταθμὸν Τριπόλεως. Ἐπαναλαμβάνω ὅτι τὸ κύριον θέμα εἶναι, ἐὰν εἶχον ἐκ τοῦ νόμου τὸ δικαίωμα νὰ συστήσω Σταθμὸν ἐν Τριπόλει, διότι ὅλα τ’ ἄλλα, ὅσα ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν εἶπε πρὸς δικαιολογίαν τῆς ματαιώσεως τοῦ ἔργου, εἶναι ἄσχετα πρὸς τὸ θέμα, διαψεύδονται ὑπὸ τῶν πραγμάτων καὶ ἀντιφάσκουσι πρὸς αὐτὰς τὰς ἐκ τῶν ἐγγράφων ἐπισήμους πληροφορίας. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, κατειρωνευόμενος τοῦ σεβαστοῦ μοι συναδέλφου κ. Κωνσταντοπούλου, δικαίως ἐπιτιμήσαντος αὐτὸν διὰ τὴν ματαίωσιν τόσον κοινωφελοῦς ἔργου, εἶπεν: «Εὐτυχῶς ὁ κ. Κωνσταντόπουλος εἶναι μόνος ἐν τῇ Βουλῇ, ἄνευ πολιτικῆς δυνάμεως, ἄλλως θὰ ἐκινδύνευε τὸ Ὑπουργεῖον νὰ παραπεμφθῇ εἰς εἰδικὸν δικαστήριον. Μετὰ τόσης αὐστηρότητος κρίνει πάντοτε τὰς πράξεις μας.» Ἄτοπος εἰρωνεία! Ἐὰν ὁ κ. Κωνσταντόπουλος εἶναι ἀνίσχυρος ἐν τῇ Βουλῇ, ὅπερ καθ’ ὑμᾶς εἶναι εὐτύχημα, ἐγὼ εὐτυχῶς εὑρίσκομαι ἐν δυσαρέστῳ θέσει. Τὸ Ὑπουργεῖον, οὗ μετέχετε, ἡγεῖται τῆς πλειονοψηφίας, εἶναι δὲ, ὡς ἐκ τῶν πράξεών του ἀποδεικνύεται, καὶ δυσμενῶς πρὸς ἐμὲ διατεθειμένον· δύναται ἑπομένως οὐ μόνον νὰ ματαιώσῃ τὸ ἔργον, ὅπερ ἐπεχείρησα, ἀλλὰ καὶ νὰ κατηγορήσῃ ἐμοῦ ὡς παραβάντος τοὺς νόμους τῆς χώρας. Ἔχει καθῆκον πρὸς τοῦτο καὶ μάλιστα ἐκεῖθεν ἔπρεπε ν’ ἀρχίσῃ. Ἐγὼ, πεποιθὼς ὅτι δὲν παρέβην τοὺς νόμους, ἔχω τὸ θάρρος νὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ εἰσαγάγητε κατ’ ἐμοῦ κατηγορίαν· διότι τότε καὶ μόνον, ἐὰν ἀποδειχθῶ παραβάτης τῶν νόμων, θὰ μὲ πείσητε, ὅτι μετὰ παρρησίας καὶ εἰλικρινείας πολιτεύεσθε. Καὶ ἤδη ἐπὶ τὸ θέμα. Ὅπως ἀποφανθῶμεν ἐπισταμένως, ἐὰν ὁ νόμος παρεβάθη, ἀνάγκη νὰ ἑρμηνεύσωμεν τὸν κείμενον νόμον. Κατὰ τὸ ἔτος 1891 ἐψηφίσθη τὸ πρῶτον ὁ νόμος περὶ τοῦ Γεωργικοῦ Σταθμοῦ Βυτίνης. Κατὰ τὸν νόμον ἐκεῖνον, συνιστᾶτο ἐν Βυτίνῃ, ἰδιαιτέρᾳ πατρίδι τοῦ ἀειμνήστου εὐεργέτου τῆς γεωργίας Τριανταφυλλίδου, Γεωργικὴ σχεδὸν Σχολὴ, διῃρημένη εἰς τρία τμήματα, ὧν τὸ κυριώτατον εἶναι τὸ δασοκομικὸν, ἔπειτα τὸ γεωργικὸν, καὶ τελευταῖον τὸ λεπτοξυλουργικὸν, εἰς τὸ ὁποῖον πολλαὶ ἑκατοντάδες χιλιάδων δραχμῶν ἐδαπανήθησαν μέχρι σήμερον ὅλως ἀσκόπως. Μετὰ τὸν νόμον τοῦτον ἐψηφίσθη κατὰ τὸ ἔτος 1897 ὁ γενικὸς νόμος περὶ Γεωργικῶν Σταθμῶν. Κατὰ τὸν νόμον τοῦτον καταργοῦνται αἱ ὑπάρχουσαι Γεωργικαὶ Σχολαί, ἢ μεταβάλλονται εἰς Σταθμοὺς, καὶ προνοεῖται ἐν τῷ νόμῳ, ὅπως πλησίον τῆς πρωτευούσης ἑκάστου νομοῦ συστηθῇ εἷς τοὐλάχιστον Γεωργικὸς Σταθμὸς, τοῦ ὁποίου σκοπὸς θὰ ᾖναι ἡ διὰ πρακτικῶν μεθόδων μετάδοσις γεωργικῶν γνώσεων εἰς τοὺς γεωργούς. Ἀξιέπαινος πρόνοια ἀληθῶς· ὡς δ’ ἐνθυμεῖσθε, ὁ νόμος ἐψηφίσθη σχεδὸν ὁμοφώνως ὑπὸ τῆς Βουλῆς. Ἐν τῷ νόμῳ τούτῳ, ἄρθρ. 33, λαμβάνεται πρόνοια περὶ τοῦ Σταθμοῦ Βυτίνης. Ἰδοὺ τὸ κείμενον τοῦ νόμου (ἀναγινώσκει) «Ὁ Γεωργικὸς Σταθμὸς Βυτίνης διατηρεῖται, ὅπου καὶ νῦν εὑρίσκεται τὰ τῆς λειτουργίας δι’ αὐτοῦ θὰ κανονίζωνται κατὰ τὰς περὶ συστάσεως αὐτοῦ διατάξεις τοῦ νόμου ΑΩΨΕʹ. τῆς 19 Φεβρουαρίου 1891.» Ἐρωτῶ ἤδη πάντα γνωρίζοντα τοὺς κανόνας περὶ ἑρμηνείας τῶν νόμων, ἐὰν ἀνέγνω που, ὅτι εἶναι δυνατὸν εἰδικὸς νόμος, δι’ εἰδικὸν σκοπὸν ψηφισθεὶς, νὰ καταργηθῇ σιωπηρῶς διὰ νόμου γενικοῦ. Ἐγὼ τοὐλάχιστον κάλλιστα γνωρίζω, ὅτι μεταγενέστεροι γενικοὶ νόμοι σιωπηρῶς δὲν καταργοῦσι τοὺς προγενεστέρους εἰδικούς. Ἐὰν λοιπὸν ἑρμηνεύσωμεν τὸν νόμον τοῦτον συμφώνως πρὸς τὰ δόγματα τῆς ἐπιστήμης, θὰ εἴπωμεν, ὅτι ὁ νόμος ΒΥΞΕʹ. τοῦ 1897 περὶ συστάσεως Γεωργικῶν Σταθμῶν, ὡς γενικὸς, δὲν καταργεῖ σιωπηρῶς τὸν προηγούμενον εἰδικὸν νόμον τοῦ 1891 περὶ συστάσεως εἰδικοῦ Σταθμοῦ ἐν Βυτίνῃ. Τούτου δ’ ἐπιστημονικῶς τεθέντος, ἐρωτῶ: ἐὰν ὑποθέσωμεν ὅτι ὁ νομοθέτης ἐλησμόνει τελείως τὸν Σταθμὸν Βυτίνης, ἐὰν οὐδὲν περὶ τούτου ἔλεγεν, ὡς ἠδύνατο νὰ κάμῃ, θὰ ἦτο τις τόσον τολμηρὸς ἐνταῦθα, ὥστε νὰ εἴπῃ, ὅτι ὁ Σταθμὸς Βυτίνης κατηργήθη; Εἰς τοῦτον θ’ ἀντετάσσετο ὑπ’ αὐτοῦ τοῦ κυρίου Θ. Π. Δηλιγιάννη ὁ ἐπιστημονικὸς ἑρμηνευτικὸς κανὼν, καθ’ ὃν «οἱ μεταγενέστεροι γενικοὶ νόμοι δὲν καταργοῦσι σιωπηρῶς τοὺς προγενεστέρους εἰδικούς».
§76ΚΥΡ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἡ μνεία τοῦ Σταθμοῦ τῆς Βυτίνης ἐν τῷ νόμῳ δὲν ἀφορᾷ τὴν γενικὴν κατάστασιν, ἀλλ’ ἀφορᾷ μόνον τὸν ὀργανισμὸν τῶν δασικῶν τμημάτων.
§77Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Ἀπαντῶ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν. Αὐτὸ, τὸ ὁποῖον ἔπραξεν ὁ νομοθέτης, εἶναί τι πλέον· διότι, ὡς εἶπον, ἐὰν δὲν ἔλεγέ τι, οὐδεὶς θὰ ἐτόλμα νὰ εἴπῃ, ὅτι ὁ Σταθμὸς Βυτίνης κατηργήθη, ἀφοῦ ἔχει συστηθῆ δι’ εἰδικοῦ νόμου. Ἀλλὰ τί ἔπραξεν ὁ νομοθέτης; Ἔπραξε καί τι πλέον· δὲν ἀφῆκεν εἰς τὴν ἐπιστήμην νὰ εἴπῃ, ὅτι ὁ Σταθμὸς τῆς Βυτίνης δὲν κατηργήθη, ἀλλὰ ῥητῶς καὶ φανερῶς εἶπεν ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἄλλως τε θὰ ἔλεγεν ἡ ἐπιστήμη, ὅτι ὁ Σταθμὸς Βυτίνης διατηρεῖται. Καὶ ὅταν εἶπε ταῦτα ὁ νομοθέτης, ἐπιτρέπεται εἰς κανένα νὰ ἀμφιβάλλῃ, ὅτι ὁ Σταθμὸς οὗτος κατ’ ἐξαίρεσιν, δυνάμει τοῦ εἰδικοῦ νόμου, λειτουργεῖ; Ἀλλὰ καὶ ἂν ἦτο καί τις ὁ ἀμφιβάλλων, δὲν ἔχει ἢ νὰ ῥίψῃ ἓν βλέμμα εἰς τὴν εἰσηγητικὴν ἔκθεσιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ συστάσεως τῶν Γεωργικῶν Σταθμῶν, ἢ νὰ ἀναγνώσῃ τὴν ὁμιλίαν τοῦ ἀξιοτίμου κ. Βουλευτοῦ ἐξ Οἰτύλου, Ὑπουργοῦ τότε ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, ἵνα πεισθῇ, ὅτι ἐν τῷ Σταθμῷ τῆς Βυτίνης ἐγένετο ῥητὴ ἐξαίρεσις, καὶ ἴδῃ καὶ τοὺς λόγους, ἕνεκα τῶν ὁποίων ῥητὴ ἐξαίρεσις ἐγένετο παρὰ τοῦ Ὑπουργοῦ, προθύμως δ’ ἐγένετο δεκτὴ καὶ παρὰ τῆς Βουλῆς. Ἰδοὺ τί λέγει ῥητῶς ἡ εἰσηγητικὴ ἔκθεσις τοῦ νόμου ἐκείνου (ἀναγινώσκει): «Ὡς τοποθεσία τῶν Σταθμῶν ὡρίσθη γενικῶς κατὰ προτίμησιν ἡ παρὰ τὰς πρωτευούσας. Τὸ μέτρον τοῦτο ἐθεωρήθη ἀναγκαιότατον, καθόσον αἱ τῶν νομῶν πρωτεύουσαι ἐν Ἑλλάδι εἶναι τὸ κατ’ ἐξοχὴν κοινὸν ἐντευκτήριον τῶν γεωργῶν ὅλων τῶν ἐπαρχιῶν τοῦ αὐτοῦ νομοῦ· οἱ γεωκτήμονες, οἱ καλλιεργηταί, οἱ κτηνοτρόφοι, ἐρχόμενοι συχνὰ εἰς τὴν πρωτεύουσαν τοῦ νομοῦ, χάριν ποικίλων ὑποθέσεων καὶ χάριν, θὰ ἔχωσι συχνὰ τὴν εὐκαιρίαν νὰ ἐπισκέπτωνται τὸν ἐν αὐτῷ Γεωργικὸν Σταθμὸν, καὶ νὰ βλέπωσι καὶ περιεργάζωνται τὰ ἐν αὐτῷ ἔργα, ἐξ ὧν θὰ λαμβάνωσι χρήσιμα παραδείγματα καὶ ὁδηγίας γεωργικάς. Ἂν ἡ τῶν Σταθμῶν ἵδρυσις ἐγίνετο εἰς ἄλλο μέρος τοῦ νομοῦ, μακρὰν τῆς πρωτευούσης, ποῖος θὰ εἶχε τὴν εὐκολίαν νὰ ἐπισκέπτηται αὐτόν; Ἐνῷ παρὰ τὴν πρωτεύουσαν ἱδρυόμενος ὁ Σταθμὸς θὰ ἦναι τὸ κοινὸν συνάντημα ὅλων τῶν γεωργικῶν δήμων τοῦ νομοῦ. Τεθέντος διὰ τῶν ἀνωτέρω τοῦ κανόνος, ὅτι οἱ Σταθμοὶ θὰ γίνωνται παρὰ τὰς πρωτευούσας, ἀκολουθεῖ ἡ δικαιολογία τῆς διατηρήσεως ὅλως ἐξαιρετικῶς καὶ τοῦ Σταθμοῦ Βυτίνης (ἀναγινώσκει): «Ὁ ἐν Βυτίνῃ ἀπὸ ἐτῶν λειτουργῶν Γεωργικὸς Σταθμὸς ἐθεωρήθη ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς ἀναγκαιότατος διὰ τὴν ἀγροτικὴν διδασκαλίαν τῶν ὀρεινῶν τῆς Ἀρκαδίας πληθησμῶν, οἵτινες ζῶσι πρὸ πάντων διὰ τῆς γεωργίας, τῆς κτηνοτροφίας, τῆς τυροκομίας καὶ ὑλοτομίας· τοσούτῳ δὲ μᾶλλον ἡ διατήρησις τοῦ Σταθμοῦ ἐν Βυτίνῃ ἐθεωρήθη ἀναγκαία, καθ’ ὅσον εὐεργετοῦνται δι’ αὐτοῦ ἰδιαιτέρως οἱ συμπολῖται τοῦ ἀοιδίμου Τριανταφυλλίδου, εἰς οὗ τὴν γενέτειραν κώμην ἐθεωρήθη δίκαιον καὶ πρέπον νὰ ἱδρυθῇ ὁ Σταθμὸς οὗτος. Ἑπομένως τὰ τοῦ Σταθμοῦ τούτου θὰ μείνωσιν ὡς διεσκευάσθησαν διὰ τοῦ εἰδικοῦ νόμου τοῦ 1891, διότι ἡ ἀφομοίωσις δὲν εἶναι ἐφικτὴ, τοῦ Σταθμοῦ Βυτίνης περιέχοντος καὶ τμῆμα δασονομικὸν καὶ λεπτοξυλουργικόν.» Αὐτὰ δὲ ταῦτα ἐπαναλαμβάνει ἐν τῇ πρὸς τὴν Βουλὴν τότε ὁμιλίαν του καὶ ὁ εἰσηγητὴς τοῦ νόμου, ὁ ἐξ Οἰτύλου Βουλευτὴς καὶ Ὑπουργὸς καὶ τότε τῶν Ἐσωτερικῶν.
§78ΚΥΡ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Δὲν εἶναι αὐτὸς ὁ Σταθμὸς τοῦ νομοῦ Ἀρκαδίας.
§79Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Περὶ τούτου ἀκριβῶς πρόκειται. Λοιπὸν, ὅταν τοιαῦτα ἔχωμεν, Κύριοι, τὰ πορίσματα ὄχι μόνον τῆς ἐπιστήμης, ἀλλὰ καὶ κατὰ τὴν γνώμην τοῦ εἰσηγητοῦ τοῦ νόμου, κατὰ τὴν ἰδικήν μου τοὐλάχιστον ἀντίληψιν, εἶναι φανερὸν, ὅτι ὁ Σταθμὸς τῆς Βυτίνης διετηρήθη δυνάμει τοῦ εἰδικοῦ ἐξαιρετικοῦ νόμου, ὡς ἐκ περισσοῦ δὲ ὁ γενικὸς νόμος καὶ ῥητὴν ἐποιήσατο μνείαν. Λέγω ὡς ἐκ περισσοῦ, διότι μόνον ἐὰν προυτίθετο ὁ νομοθέτης ἐν τῷ γενικῷ νόμῳ νὰ καταργήσῃ τὸν Σταθμὸν τῆς Βυτίνης, εἶχεν ἀνάγκην διὰ ῥητῆς διατάξεώς του νὰ δηλώσῃ τοῦτο. Ἀλλὰ πλὴν τούτου τοῦ ἐπιχειρήματος, καὶ ἐκ τοῦ συνόλου τῶν κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ νόμου λεχθέντων συνάγεται, ὅτι εἰς τὸν νομὸν Ἀρκαδίας ἤθελεν ὁ νομοθέτης νὰ ἐπιδαψιλεύσῃ ἐξαιρετικὴν εὔνοιαν, λόγῳ κυρίως τῆς ἐκεῖθεν καταγωγῆς τοῦ ἀειμνήστου Τριανταφυλλίδου. Εὕρισκεν ἐξαιρετικὴν εὔνοιαν, μόνον ἐὰν ἠδύνατο νὰ συστηθῇ κατὰ τὸν γενικὸν νόμον ὁ Σταθμὸς παρὰ τὴν Τρίπολιν, πρωτεύουσαν τοῦ νομοῦ, νὰ διατηρηθῇ δὲ ἐξαιρετικῶς καὶ ὁ Σταθμὸς Βυτίνης. Ἄλλως κατὰ τοὺς ἐναντιοφρονοῦντας, ἐὰν ὁ νομὸς Ἀρκαδίας μένῃ μὲ μόνον τὸν ἀπώτατον Σταθμὸν τῆς Βυτίνης, τοῦτο μόνον δὲν ἀποτελεῖ εὔνοιαν τοῦ νομοθέτου, ἀλλ’ ἀκριβῶς τοὐναντίον, ἄκραν δυσμένειαν. Ἑπομένως, κατὰ τὴν ἰδικήν μου ἀντίληψιν, ἐνήργησα ἐντελῶς νομίμως. Ἀλλὰ διατὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἔσπευσε νὰ διαλύσῃ τὰς νομίμους ἐμοῦ ἐνεργείας, ἐπὶ προφανεῖ ζημίᾳ τοῦ Δημοσίου; Λέγω ἔσπευσε, διότι ἐγὼ δὲν ἠδυνάμην νὰ φαντασθῶ, ὅτι ἔργον τοσοῦτον σπουδαῖον ἦτο δυνατὸν νὰ διαλυθῇ κατὰ τοιοῦτον τρόπον καὶ διὰ μόνον τὸν λόγον, ὅτι τηλεγραφικῶς ὁ κ. Νομάρχης — δὲν ἔλαβε κἂν τὸν κόπον οὔτε νὰ γράψῃ—ἀνέφερεν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν, ὅτι τὸ ἔδαφος κατεκλύσθη ὑπὸ ἀναβλυζόντων ὑδάτων! (Ἀναγινώσκει τὸ τηλεγράφημα). Κύριοι, μοὶ ἐπιτρέπεται νὰ εἴπω, ὅτι δὲν εἶναι ἀληθὲς τὸ περιεχόμενον τοῦ τηλεγραφήματος. Δὲν θὰ τὸ ἔλεγον, ἂν δὲν ἐγνώριζον τὰ πράγματα ἐξ ἰδίας ἀντιλήψεως, καὶ ἂν δὲν ἐγνώριζον, ὅτι ἀκριβῶς περὶ τοῦ ἐναντίου πρόκειται· διότι, ὡς εἶπον καὶ τότε, ἀπὸ τοῦ Φεβρουαρίου μηνὸς ἐσκεπτόμην καὶ ἐφρόντιζον περὶ τῆς ἐξευρέσεως τοῦ καταλλήλου τόπου. Ὁ τόπος, ἐν τῷ ὁποίῳ ἱδρύεται ὁ Σταθμὸς ὁ Γεωργικὸς, πάσχει μόνον τὴν ἔλλειψιν, ὅτι δὲν ἔχει ὕδωρ· ἀλλὰ τὴν ἔλλειψιν ταύτην προσφέρεται φιλοτίμως νὰ θεραπεύσῃ ὁ δῆμος Τριπόλεως, προσενεγκὼν 5 δράμια ὕδατος ἐκ τῆς πόλεως· διότι ἔχει τὸ προτέρημα, καὶ οὐχὶ τὸ ἐλάττωμα, ὁ Σταθμὸς ὁ Γεωργικὸς νὰ κῆται εἰς ἀπόστασιν 200 ἀκριβῶς μέτρων ἀπὸ τῆς πόλεως. Τοῦτο ἄλλως προκύπτει καὶ ἐκ τῶν ἐγγράφων· διότι ὁ Μηχανικὸς ῥητῶς λέγει: «δόσατε εἰς τὸν ἐργολάβον παράτασιν προθεσμίας»· ὄχι διότι ἀναβλύζουσιν ὕδατα, ἀλλὰ διότι, ἐνῷ εἶχε σκάψει εἰς βάθος 6 μέτρων τὰ ὑπόγεια τοῦ Σταθμοῦ, ὁ φοβερὸς χειμὼν, ὁ ὁποῖος ἐνέσκυψε καὶ ὁ ὁποῖος, δύναταί τις εἰπεῖν, εἶναι συνήθης ἐν Τριπόλει, διότι πρὸ πάντων ὑετώδεις εἶναι ἐκεῖ οἱ καιροὶ, ἐγέμισεν ἀπὸ βρόχιον ὕδωρ, οὐχὶ ἀπὸ ὕδωρ ἀναβλύζον, τὸ μέρος, εἰς τὸ ὁποῖον ὁ ἐργολάβος ἤθελε νὰ ἐργασθῇ. Ἀντὶ δὲ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ δώσῃ παράτασιν προθεσμίας, ἐπωφελεῖται τῆς τηλεγραφικῆς ἀναφορᾶς τοῦ κυρίου Νομάρχου Ἀρκαδίας, βεβαιοῦντος ἀναρμοδίως, ὅτι ὕδατα ἀναβλύζουσιν ἐκεῖ, καὶ διαλύει, ἐπὶ προφανεῖ ζημίᾳ τοῦ Δημοσίου, τὴν ἐργολαβίαν. Δὲν εἶναι λοιπὸν ἀληθὲς, ὅτι ἀναβλύζουσιν ὕδατα, ἀλλ’ ὁ ἀληθὴς λόγος εἶναι ἐκεῖνος, τὸν ὁποῖον σήμερον μετὰ παρρησίας εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅτι νομίζει τὸ ἔργον μου ἀντικείμενον πρὸς τοὺς νόμους. Ἀλλὰ τότε τοῦτο ὠφείλετε νὰ εἴπητε ἀκριβῶς, καὶ οὐχὶ νὰ διαλύσητε τὴν μίσθωσιν δι’ ἄλλον λόγον· διότι τότε θὰ εἴχετε καὶ ἕνα ὑπεύθυνον, ὁ ὁποῖος ἐγένετο ὑπαίτιος ζημίας ἀδίκου εἰς τὸ Κράτος, καὶ κατὰ τοῦ ὁποίου ἔπρεπε νὰ ἦσθε εἰς θέσιν νὰ προκαλέσητε τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς περὶ παραπομπῆς αὐτοῦ ἐνώπιον τοῦ εἰδικοῦ διὰ τοὺς Ὑπουργοὺς Δικαστηρίου. Ἀλλὰ, Κύριοι, ἀρκούντως σᾶς ἐκούρασα, ἐπιμένων ν’ ἀποδείξω, ὅτι νόμιμα καὶ ὠφέλιμα ἔπραξα. Ἂς ἐξετάσωμεν νῦν, τίς ὁ λόγος τῆς καταργήσεως τοῦ Σταθμοῦ Τριπόλεως, ὁ κατ’ ἐμὲ πραγματικός. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος—δὲν τὸν κακίζω διὰ τοῦτο—ἔχει πολλὴν στοργὴν πρὸς τὸν Σταθμὸν Βυτίνης, διότι ἐνθυμεῖσθε καλῶς, ὅτι κατὰ τὸ ἔτος 1895 πρὸς τὸ 1896 πάλιν εἰσήγαγε νομοσχέδιον εἰς τὴν Βουλὴν περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ δασοκομικοῦ τμήματος τοῦ Γεωργικοῦ Σταθμοῦ Βυτίνης, εἰς τὸ ὁποῖον περιελάμβανεν, ἐκ μεγάλης αὐτοῦ στοργῆς πρὸς τὴν Σχολὴν, καὶ διάταξιν, καθ’ ἣν μεταξὺ ἰσοβαθμίων, ἀπολυομένων ἀπὸ τῆς Σχολῆς, εἰς τὰς δημοσίας θέσεις θὰ προτιμῶνται οἱ ἐκ Νυμφασίας καταγόμενοι. Ἤμην καὶ τότε Βουλευτὴς, καὶ ἐνθυμοῦμαι τὴν συζήτησιν, διότι ἔλαβον εἰς ταύτην μέρος. Τότε ἐγένετο μακροτάτη ἐνταῦθα συζήτησις, προκληθεῖσα ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου νῦν τῆς Βουλῆς, τοῦ βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς κ. Ράλλη. Οὗτος ἔκαμε τὴν ὀρθὴν παρατήρησιν, ὅτι ἡ διάταξις, καθ’ ἣν θὰ προτιμῶνται εἰς τὰς δημοσίας θέσεις οἱ ἐκ Νυμφασίας καταγόμενοι, ἀντίκειται εἰς τὸ τρίτον ἄρθρον τοῦ πολιτεύματος; κατὰ τὸ ὁποῖον ἐνώπιον τοῦ νόμου εἶναι πάντες ἴσοι. Ἡ συζήτησις ἐγένετο μακροτάτη. Ἐνθυμοῦμαι μάλιστα, ὅτι πλὴν τοῦ κυρίου Ράλλη καὶ ἐμοῦ τὴν αὐτὴν γνώμην ὑποστήριξε καὶ ὁ νῦν Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν κ. Καραπᾶνος διὰ μακροτάτων· ἐνθυμοῦμαι ὅτι τὴν αὐτὴν γνώμην εἶχε καὶ ὁ κ. Μερλόπουλος, νομίζω, καὶ ὁ κ. Χατζόπουλος. Ἡ συζήτησις ἐγένετο ζωηροτάτη, ὁ δὲ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος, καὶ τότε καὶ νῦν Πρωθυπουργὸς, ἀφοῦ προεκάλεσε ψηφοφορίαν ἐπὶ τῆς ἐνστάσεως τοῦ ἀπαραδέκτου, λόγῳ τῆς ἀντισυνταγματικότητος τῆς διατάξεως, ἡ δὲ Βουλὴ δι’ ὅλης τῆς πλειονοψηφίας, τῆς ὁποίας τότε ἡγεῖτο ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος, εἶπεν ὅτι δὲν εἶναι ἀντισυνταγματικὴ ἡ διάταξις καὶ δὲν εἶναι ἀπαράδεκτος, τότε ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος, ἀνελθὼν ἐπὶ τὸ βῆμα, εἶπεν ὅτι, διὰ νὰ μὴ ὑπάρξῃ καμμία παρεξήγησις, συναινεῖ νὰ διαγραφῇ ἡ διάταξις αὕτη, καίτοι δὲν εἶναι ἀντισυνταγματική. Καὶ τοῦτο λέγω πρὸ πρὸ παντὸς, ὅπως μὴ δυσαρεστηθῇ ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης, ὁ ὁποῖος, φαίνεται, πολὺ δυσηρεστήθη τότε, μεταχειρισθεὶς μάλιστα τὴν φράσιν, τὴν ὁποίαν ἐν τοῖς πρακτικοῖς ἀνέγνωσα, ὅτι, «ἐὰν ὁ νόμος ψηφισθῇ ὡς ἔχει, τότε ὁλόκληρος ἡ Ἑλλὰς θὰ ἦναι τιμάριον τῶν δημοτῶν Νυμφασίας», εἰς τὴν ὁποίαν φράσιν ἀπήντησεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως μετὰ τῆς χαρακτηριζούσης αὐτὸν χαριτολογίας, ὅτι διὰ νὰ μὴ γείνῃ τιμάριον ἡ λοιπὴ Ἑλλὰς εἰς τοὺς συνεπαρχιώτας του, συναινεῖ εἰς τὴν ἀπάλειψιν τῆς διατάξεως. Ἐπηκολούθησε δὲ τότε διαλογικὴ συζήτησις, διὰ τοὺς ἀκροατὰς φαιδροτάτης φύσεως, μεταξὺ τοῦ Πρωθυπουργοῦ κ. Δηλιγιάννη καὶ τοῦ νῦν Προέδρου τῆς Βουλῆς κ. Ράλλη, ἣν ὁ βουλόμενος δύναται νὰ ἀναγνώσῃ ἐν τοῖς πρακτικοῖς. Ἰδοὺ λοιπὸν ὁ εἷς λόγος. Πλὴν τούτου ἔμαθον ἀσφαλῶς, ὅτι εἰς τὸ Γεωργικὸν τμῆμα τῆς Σχολῆς Βυτίνης ὑπάρχουσι τόσαι ἐλλείψεις, ὥστε ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἠναγκάσθη νὰ μισθώσῃ κτῆμα, ἵνα ἀσκῶνται οἱ σπουδάζοντες ἐκεῖ τὴν γεωπονίαν, κτῆμα τὸ ὁποῖον—δὲν θὰ τὸ πιστεύσητε—δὲν κεῖται οὐδ’ ἐν τῇ Βυτίνῃ, οὐδὲ πλησίον τῆς Βυτίνης, οὐδὲ εἰς ἀπόστασιν ὥρας ἀπὸ τῆς Βυτίνης· τὸ κτῆμα κεῖται ἐκτὸς τῆς ἐπαρχίας Γόρτυνος, κεῖται ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Μαντινείας, καὶ ἀπέχει τρεῖς ὁλοκλήρους ὥρας ἀπὸ τοῦ σταθμοῦ τοῦ Γεωργικοῦ.
§80Π. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Δύο ὥρας.
§81ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Δὲν ὑπάρχει δὲ οὔτε ὁδὸς, καὶ ἡ τρίωρος ἀπόστασις ἀποβαίνει πεντάωρος καὶ ἐπικίνδυνος. Ἐγὼ ὅμως νομίζω, Κύριοι, ὅτι, ἐὰν τοῦτο εἶναι ἀληθὲς,— καὶ θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ φέρῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὸ συμβόλαιον τὸ μισθωτήριον,—αὐτὸ ἀποτελεῖ παράβασιν ἀκριβῶς τοῦ νόμου· διότι βεβαίως οἱ σπουδάζοντες τὴν γεωπονίαν δὲν εἶναι προωρισμένοι νὰ γείνωσι περιπατητικοὶ φιλόσοφοι, διὰ νὰ μεταβαίνωσι τρεῖς ὥρας μακρὰν, ἵνα ἀσκηθῶσιν εἰς τὴν γεωπονίαν· βεβαίως δὲ παραβαίνουσι τοὺς νόμους ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι μισθοῦσι κτήματα εἰς ἀπόστασιν τριῶν ὡρῶν, χωρὶς νὰ ἔχωσι πρὸς τοῦτο δικαίωμα ἐκ τοῦ νόμου· διότι ὑπάρχει μὲν διάταγμα βασιλικὸν περὶ ἐκτελέσεως τοῦ νόμου περὶ Γεωργικῶν Σταθμῶν τοῦ 1897, τὸ ὁποῖον προνοεῖ, ὅτι δύνανται νὰ συστηθῶσι Γεωργικοὶ Σταθμοὶ καὶ εἰς κτήματα μισθούμενα, ἀλλὰ τὸ διάταγμα ἐκεῖνο ὁμιλεῖ περὶ ἐγκαταστάσεως Γεωργικῶν Σταθμῶν. Κατὰ πρῶτον μὲν λόγον λέγει τὸ Β. Διάταγμα, ὅτι εἰς δημόσια κτήματα θὰ ἐγκαθίστανται οἱ Γεωργικοὶ Σταθμοὶ, καὶ ἂν τοῦτο ἦναι ἀδύνατον, εἰς κτήματα Μονῶν ἢ δήμων· ἐὰν δὲ καὶ τοῦτο ἦναι ἀδύνατον, δύναται τὸ Κράτος νὰ μισθώσῃ πολυετῶς κτῆμα ἰδιωτικὸν, ἀλλ’ ὑπὸ ὅρους, τοὺς ὁποίους λεπτομερῶς ἀναγράφει τὸ διάταγμα. Νὰ μισθώσῃ πρὸς τίνα σκοπόν; Διὰ νὰ ἐγκαταστήσῃ ἐν τοῖς ἀγροῖς τὸν Σταθμόν. Οὐδεὶς ὅμως ἐφαντάσθη, ὅτι Σταθμὸν ἐγκατεστημένον ἐν Βυτίνῃ δύναται νὰ προικίσῃ μὲ ἀγρὸν, χάριν γεωπονικῶν ἐργασιῶν, Σταθμὸν κείμενον εἰς ἄλλην ἐπαρχίαν καὶ εἰς ἀπόστασιν τριῶν ὡρῶν. Ὅταν, κύριε Ὑπουργὲ, φέρητε τὸ μισθωτήριον συμβόλαιον, θὰ ἀνέλθω πάλιν εἰς τὸ βῆμα.
§82ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ἄλλη ὑπόθεσις αὐτή.
§83ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Πολὺ σχετική.
§84ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Διότι ἐγένετο αὐτὸ εἰς τὰς παραμονὰς τῆς ἐκλογῆς.
§85ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Μὴ μὲ ἀναγκάζετε νὰ εἴπω τὸν ἄνθρωπον.
§86ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Νὰ τὸν εἴπητε. Εἶναι ἐντιμότατος ἄνθρωπος.
§87ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Φέρετε τὸ συμβόλαιον, καὶ θὰ τὰ εἴπωμεν.
§88ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει ἄλλος τις τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ ζητήματος;
§89Π. ΜΑΝΕΤΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, παρακαλῶ νὰ ἐπιτρέψητε καὶ εἰς ἐμὲ νὰ προσθέσω ὀλίγας λέξεις ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου. Ἐκ τῶν λεχθέντων ὑπὸ τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν ἀποδεικνύεται, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἀπεφάσισε τὴν κατάπαυσιν τῶν ἔργων πρὸς οἰκοδομὴν τοῦ καταστήματος τοῦ Γεωργικοῦ Σταθμοῦ ἐν Τριπόλει, καὶ τὴν ματαίωσιν τοῦ σχετικοῦ Β. Διατάγματος. Ἡ πρᾶξις αὕτη τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν νομίζω ὅτι εἶναι ἄδικος, καταδικάζει δὲ τὴν γεωργικωτέραν ἐπαρχίαν τοῦ νομοῦ Ἀρκαδίας, τὴν ἐπαρχίαν Μαντινείας, ὡς καὶ τὴν ἐπαρχίαν τῆς Μεγαλοπόλεως, εἰς στασιμότητα γεωργικὴν, καὶ ἀρνεῖται εἰς αὐτὰς πᾶσαν συνδρομὴν πρὸς ἀνάπτυξιν καὶ πρόοδον γεωργικὴν εἴτε διὰ τῶν στοιχειωδῶν μέσων, τὰ ὁποῖα ὁ σχετικὸς νόμος περὶ ἱδρύσεως Γεωργικῶν Σταθμῶν ἀναφέρει, εἴτε διὰ παραδειγματικῆς διδασκαλίας, εἴτε διὰ προμηθείας ἐργαλείων τελειοτέρων κλπ., πάντες δὲ οἱ ἀγρόται καὶ γεωργοὶ τῶν δύο τούτων ἐπαρχιῶν μένουσιν ἀποκεκλεισμένοι πάσης τοιαύτης συνδρομῆς. Εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅτι εἰς τὸ μέτρον τοῦτο προέβη διότι ὁ νόμος τῷ ἐπέβαλλε τοῦτο, καθόσον ὁ νόμος περὶ Γεωργικῶν Σταθμῶν ὁρίζει, ὅτι εἰς πάντα νομὸν εἷς καὶ μόνος Σταθμὸς ἱδρύεται, ἐν δὲ τῷ νομῷ Ἀρκαδίας ὑπάρχει τοιοῦτος, ὁ ἐν Βυτίνῃ. Ἡ δικαιολογία αὕτη, κύριε Πρόεδρε, μοὶ φαίνεται ὅλως διόλου ἐπουσιώδης καὶ ἄστοχος· διότι ὁ Σταθμὸς τῆς Βυτίνης πᾶν ἄλλο εἶναι ἢ Σταθμὸς Γεωργικός. Εἶναι Σταθμὸς δασονομικὸς, εἶναι Σταθμὸς ξυλουργικὸς, ἐλάχιστα δὲ ἀσχολεῖται εἰς γεωργικὰς ἐργασίας, διότι καὶ ὁ τόπος εἶναι ἐντελῶς πρὸς τοῦτο ἀκατάλληλος· εἶναι δὲ ὁ Σταθμὸς τῆς Βυτίνης καὶ ἄχρηστος διὰ τὰ λοιπὰ μέρη τοῦ νομοῦ, διότι εὑρίσκεται εἰς ἀπόκεντρον μέρος τῆς ἐπαρχίας, μὲ τὸ ὁποῖον δὲν συγκοινωνοῦσι τ’ ἄλλα μέρη τοῦ νομοῦ, καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν κατὰ συνέπειαν ν’ ἀπολαύσωσιν οὐδενὸς ἐκ τῶν ὠφελημάτων, τὰ ὁποῖα ἡ ἵδρυσις τῶν Σταθμῶν ἐπαγγέλλεται. Ἀλλὰ καὶ ἂν ὑποθέσωμεν ὅτι τυπικῶς ὑπάρχει δυσκολία τις εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ διατάγματος περὶ ἱδρύσεως Σταθμοῦ ἐν Τριπόλει συμφώνως πρὸς τὸν νόμον, ὁ κ. Ὑπουργὸς ἤθελε πράξει ὀρθότερον, κατὰ τὴν ἰδέαν μου, ἐὰν προεκάλει νόμον, διὰ τοῦ ὁποίου νὰ ἄρῃ τὴν δυσκολίαν, μεταβάλλων τὸν Σταθμὸν τῆς Βυτίνης εἰς καθαρῶς δασονομικὸν ἢ ξυλουργικὸν, ἢ ἐπιτρέπων τὴν σύστασιν καὶ δευτέρου Σταθμοῦ, χαρακτηρίζων δ’ ἐκεῖνον ὡς ἱδρυθέντα πρὸς τιμὴν καὶ χάριν τῆς μνήμης τοῦ ἀειμνήστου ἱδρυτοῦ. Διατὶ λοιπὸν νὰ ματαιώσῃ τὴν σύστασιν τοῦ Σταθμοῦ ἐν Τριπόλει, καὶ νὰ στερήσῃ τὰς δύο γεωργικωτάτας ἐπαρχίας, τῆς Μαντινείας καὶ τῆς Μεγαλοπόλεως, τῶν ὠφελημάτων τῆς ἱδρύσεως τῶν Σταθμῶν; Θὰ ἦτο ὀρθότερον, ἐὰν ἐφρόντιζε νὰ τακτοποιήσῃ τὴν ὑπόθεσιν οὕτως, ὥστε νὰ μὴ ὑπάρχῃ τὸ κώλυμα, εἰς τὸ ὁποῖον ἐστηρίχθη.
§90Κ. ΤΡΑΚΑΣ. Ὁ νομὸς Φθιώτιδος εἶναι ὁ σπουδαιότερος τῶν νομῶν, καὶ ὅμως δὲν ἔχει κανένα Σταθμόν.
§91Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν πρόκειται, Κύριοι, περὶ Γεωργικοῦ Σταθμοῦ. Γεωργικὸς Σταθμὸς δὲν εἶναι τὸ ἔργον, τὸ ὁποῖον γίνεται ἐν Τριπόλει, τοῦ ὁποίου τὴν μὴ κατασκευὴν διέταξεν ὁ κ. Ὑπουργὸς, ἀλλὰ Σταθμὸς οἰνολογικός. Περὶ τούτου θὰ πεισθῇ ὁλόκληρος ἡ Βουλή. Καὶ ἰδοὺ πῶς ἔχει ἡ ἱστορία του. Ὁ συμπολίτης μου πρώην Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ἀξιέπαινον μέριμναν δείξας περὶ τῶν τοπικῶν ἐκεῖ συμφερόντων, ἀπέστειλεν ἐπιτροπὴν, ὅπως ἐξεύρῃ χῶρον πρὸς ἵδρυσιν Γεωργικοῦ Σταθμοῦ. Ὅτε τὴν ἐνέργειαν ταύτην τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπληροφορήθην καὶ ἐγὼ, ἐνόμισα, ὅτι ὁ συμπολίτης μου πρώην Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἐνήργει παρὰ τὸν νόμον, διότι εἶχον ἐν τῇ μνήμῃ μου ἀμυδρὰν ἰδέαν περὶ τῶν κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ νόμου περὶ Γεωργικῶν Σταθμῶν, καὶ ἐνόμιζον, ὅτι εἷς καὶ μόνος Γεωργικὸς Σταθμὸς ἦτο δυνατὸν νὰ ἱδρυθῇ ἐν ἑκάστῳ νομῷ, καὶ τοιοῦτος εἶχον ἀκούσει, ὅτι ἦτο ὁ Γεωργικὸς Σταθμὸς τῆς Βυτίνης· κατόπιν ὅμως μελέτης τοῦ νόμου ἐπείσθην, ὅτι ὁ συμπολίτης μου πρώην Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἦτο ἐντὸς τοῦ νόμου. Διότι, ἰδοὺ, πῶς ἔχει ὁ νόμος (ἀναγινώσκει): «Ἄρθρον 1. Πρὸς ἐνίσχυσιν καὶ ἀνάπτυξιν τῆς γεωργίας, κτηνοτροφίας καὶ τῶν σχετικῶν βιομηχανιῶν, συνιστῶνται ἀνὰ εἷς Γεωργικὸς Σταθμὸς εἰς ἕκαστον νομὸν καὶ ἀλληλοδιαδόχως Γεωργικοὶ Σταθμοὶ, κατὰ προτίμησιν ἐν ταῖς πρωτευούσαις τῶν νομῶν, ὑπαγόμενοι εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν». Ἀφοῦ δ’ ἐν τοῖς ἑπομένοις ἄρθροις ὁμιλεῖ ὁ νόμος περὶ τοῦ ὀργανισμοῦ τῶν Γεωργικῶν Σταθμῶν, ἐν ἄρθρῳ 33 ποιεῖται ὅλως ἐξαιρετικὴν μνείαν τοῦ Γεωργικοῦ Σταθμοῦ τῆς Βυτίνης, ὁ ὁποῖος καὶ ἐκεῖνος δὲν εἶναι γεωργικὸς Σταθμὸς, ὡς θέλω ἀποδείξει. Διότι ῥητῶς λέγει ἐν ἄρθρῳ 33, ὅτι «ὁ Γεωργικὸς Σταθμὸς τῆς Βυτίνης διατηρεῖται». Ἐὰν τὸ πνεῦμα τοῦ νόμου ἦτο, ὅτι ὁ Γεωργικὸς Σταθμὸς τῆς Βυτίνης, ὁ κείμενος ἐντὸς τῆς Ἀρκαδίας, εἶναι ὁ Γεωργικὸς Σταθμὸς ὁ ὑπὸ τοῦ νόμου ὁριζόμενος, βεβαίως δὲν εἶχεν ἀνάγκην νὰ κάμῃ εἰδικὸν λόγον. Ὥστε ὁ πρῶτος λόγος, δι’ ὃν ὁ κ. Ὑπουργὸς διέταξε τὴν παῦσιν τοῦ ἔργου, δὲν εἶναι ὀρθός.
§92Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Μίαν λέξιν. Δὲν νομίζετε ὅτι ἦτο πρόνοια τοῦ νομοθέτου, ἵνα μὴ ἐφαρμοσθῇ ἡ ἄλλη διάταξις, ἡ προγενεστέρα, ὅτι ἱδρύονται ἐν τῇ πρωτευούσῃ τοῦ νομοῦ;
§93ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τοῦτο εἶναι ζήτημα ἐκτελέσεως· ἄλλως ὁ Σταθμὸς Βυτίνης προϋπῆρχε τοῦ νόμου. Προκειμένου νὰ ἐκτελεσθῇ ὁ νόμος, ἠδύνατο ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία νὰ ὁρίσῃ τὸν Σταθμὸν ἐν Βυτίνῃ, καὶ οὐχὶ ἀλλαχοῦ τοῦ νομοῦ Ἀρκαδίας. Ὁ νόμος ὅμως, θέλων νὰ καταστήσῃ ἐντελῶς ἀνεξάρτητον τὸν Γεωργικὸν Σταθμὸν τὸν ἐν Βυτίνῃ, ἔκαμεν ἴδιον λόγον, καὶ εἶπεν «ἐκτὸς τῶν Γεωργικῶν Σταθμῶν».
§94ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Δὲν τὸ λέγει.
§95ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν τὸ λέγει, ἀλλ’ ὑπονοεῖται. Εἶναι τόσον σαφὴς ὁ νόμος, ὥστε νὰ μὴ ἐπιδέχηται ἄλλην ἑρμηνείαν, εἰμὴ, ὅτι πλὴν τοῦ Γεωργικοῦ Σταθμοῦ Ἀρκαδίας θὰ μένῃ καὶ ὁ Γεωργικὸς Σταθμὸς τῆς Βυτίνης. Ἡ ἐπιτροπὴ, τὴν ὁποίαν ὥρισεν ὁ συμπολίτης μου πρώην Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν πρὸς ἐξεύρεσιν τοῦ τόπου πρὸς ἵδρυσιν Γεωργικοῦ Σταθμοῦ, δὲν ἐξεῦρε τοιοῦτον, καὶ δὲν ἐξεῦρε διότι οὐδαμοῦ τῆς Μαντινείας εἰσὶ γαῖαι ἀδέσποτοι, τὰς ὁποίας ἠδύνατο ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία νὰ καταλάβῃ πρὸς ἵδρυσιν Γεωργικοῦ Σταθμοῦ. Ἦλθεν εἰς διαπραγματεύσεις μετὰ τινός συμπολίτου μου, ὅπως ἀγοράσῃ τὰς γαίας αὐτοῦ, ἀλλὰ αἱ γαῖαι ἐκεῖναι εἶχον ὑπερτιμηθῆ. Χρήματα λοιπὸν ὁ συμπολίτης μου καὶ πρώην Ὑπουργὸς δὲν εἶχεν εἰς τὴν διάθεσίν του, ἵνα ἀγοράσῃ τὰς γαίας αὐτάς. Θέλων ὅμως νὰ πραγματοποιηθῇ ἡ μέριμνα καὶ ἡ διάθεσίς του περὶ τῶν τοπικῶν συμφερόντων, μετέβαλε διὰ Β. Διατάγματος τὸ ὄνομα, καὶ ἀπὸ Γεωργικοῦ Σταθμοῦ ὠνομάσθη οὗτος Οἰνολογικὸς Σταθμός. Δὲν πρόκειται λοιπὸν περὶ Γεωργικοῦ Σταθμοῦ, πρόκειται περὶ Οἰνῶνος.
§96ΜΑΝΕΤΑΣ. Ὑπάρχει τοιοῦτον διάταγμα περὶ μεταβολῆς;
§97ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Γνωρίζω τὴν διακήρυξιν.
§98ΚΥΡ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Δὲν πρόκειται περὶ Οἰνῶνος, ὅπως λέγετε. Ναὶ μὲν οὕτω πως ὠνόμαζε τὸν Γεωργικὸν αὐτὸν Σταθμὸν, ἀλλὰ τὸ διάταγμα, διὰ τοῦ ὁποίου ἱδρύεται οὗτος, λέγει ὅτι ἱδρύεται Γεωργικὸς Σταθμὸς ἐν Τριπόλει, ὑπὸ τὴν ἐπωνυμίαν «Γεωργικὸς Σταθμὸς Ἀρκαδίας».
§99ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Λοιπὸν, ἐὰν πρόκειται περὶ Γεωργικοῦ Σταθμοῦ Ἀρκαδίας, ἐπεθύμουν νὰ γείνῃ εἷς Γεωργικὸς Σταθμὸς, ἔχων τοὐλάχιστον χῶμα καὶ νερόν. Ἀλλ’ οὔτε χῶμα, οὔτε νερὸν ὑπάρχει ἐκεῖ, ὅπου ἱδρύεται, διότι αἱ γαῖαι τιμῶνται ἐκεῖ 500 δραχμὰς κατὰ στρέμμα!
§100ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Ὁ Νομάρχης λέγει, ὅτι ἀναβλύζει ὕδωρ, ἐνῷ ἐζήτουν 500 δραχμὰς κατὰ στρέμμα!
§101ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ λέγω τὴν ἀλήθειαν, καὶ γνωρίζετε τὸν τόπον, ὅτι δὲν ὑπάρχει ὕδωρ.
§102ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Τοῦτο εἶπον καὶ ἐγώ.
§103ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ὑπάρχει ὕδωρ ἀναβλύζον.
§104ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ...
§105ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ, κύριε Κωνσταντόπουλε. Ἐὰν κατῳκεῖτε εἰς τὴν Τρίπολιν, θὰ ἠξεύρατε τὰ πράγματα. Ἀλλὰ νομίζετε ὅτι διαφωνῶ πρὸς ὑμᾶς; Ἐγὼ δὲν διαφωνῶ. Ἐγὼ θὰ σᾶς ὑποστηρίξω, ἀλλὰ θὰ σᾶς ὑποστηρίξω καθ’ ὃν τρόπον ἀπαιτεῖ ἡ ἀλήθεια, καὶ ὄχι ὅπως φανῶ ἀρεστὸς εἰς τοὺς συμπολίτας μου, ἵνα λάβω τὰς ψήφους αὐτῶν. Ἀλλ’ αἱ γαῖαι ἐκεῖναι, ἐν αἷς κτίζεται ὁ Οἰνὼν, δὲν ἐπιτρέπεται νὰ δηλωθῶσι κατὰ τὸν νόμον περὶ ἐθνικῆς γῆς, ὡς μὴ ἀπέχουσαι πεντακόσια μέτρα τοῦ σχεδίου τῆς πόλεως, κατέχονται ὅμως ὑπὸ Τριπολιτῶν ἀπὸ ἀμνημονεύτων ἐτῶν, καὶ τοῦτο εἶναι τὸ μεγαλείτερον πρόσκομμα, διὰ τὸ ὁποῖον ἡ διάθεσις τοῦ πρώην Ὑπουργοῦ δὲν ἠδύνατο νὰ ἐκτελεσθῇ, διότι ἐπρόκειτο νὰ ἀποβάλῃ Τριπολίτας ἐκ γαιῶν, τὰς ὁποίας κατέχουσι ἀπὸ ἀμνημονεύτων χρόνων. Διὰ τοῦτο προεκήρυξεν, ὅτι πρόκειται νὰ κατασκευασθῇ εἰς Οἰνὼν, διαστάσεων ὄχι πολὺ εὐρειῶν. Γίνονται τέσσαρες τοῖχοι καὶ ἓν ὑπόγειον. Ὑπελογίσθη τὸ ἔργον ἀντὶ 35,000 δραχμῶν...
§106ΚΥΡ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. 49,000.
§107ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. .. Ὁ ἐργολάβος ἦτο ὑπόχρεως, τὴν 4 Μαΐου νὰ παραδώσῃ τὸ ἔργον τέλειον. Ἀλλ’ αἴφνης μανθάνω ἐν Τριπόλει, ὅτι τὸ ἔργον ἔπαυσεν. Ὅτε ἔμαθον τὰ γενόμενα, ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν ἐκήρυξεν ἔκπτωτον τὸν ἐργολάβον, μετέβην ἐπὶ τόπου, ἵνα παρατηρήσω ποῖον ἔργον ἦτο αὐτὸ, καὶ ἀντελήφθην ὅτι οἱ ἐργολάβοι εἶχον ἀνασκάψει τὸ ὑπόγειον καὶ ἀρκετὰς πέτρας πέριξ αὐτοῦ. Ἕνεκα τοῦ λόγου τούτου ἠδύνατο ὁ κ. Ὑπουργὸς νομίμως νὰ κηρύξῃ τοὺς ἐργολάβους ἐκπτώτους, ὡς μὴ ἐκπληρώσαντας τὰς ὑποχρεώσεις των. Ἀλλὰ τὸ νόμιμον δὲν εἶναι πάντοτε καὶ δίκαιον, καὶ ἐπὶ τοῦ προκειμένου εἶναι ἄδικος ἡ πρᾶξις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ· διότι ὄχι μόνον οἱ ἐργολάβοι θέλουσι ζημιωθῆ, ἀλλὰ καὶ ὁ τόπος θέλει βλαβῆ, στερούμενος ἔργου δυναμένου νὰ ἐξυπηρετήσῃ τὴν πρόοδον τοῦ τόπου. Καὶ προκειμένου μάλιστα νὰ ζημιωθῇ τὸ Δημόσιον, ἀποζημιῶνον τὸν ἐργολάβον μὲ 8,000 δραχμὰς, ὅπως γνωμοδοτεῖ ὁ Μηχανικὸς, ἢ διὰ περισσοτέρων, ὅπως εἶπεν ὁ ἀξιότιμος συμπολίτης μου κ. Κωνσταντόπουλος, μοὶ φαίνεται ὅτι διὰ μικρᾶς ἀκόμη θυσίας ἠδύνατο νὰ συντελεσθῇ τὸ ἔργον αὐτὸ, τὸ ὁποῖον, ἐὰν δὲν ἐκτελῇ τὸν προορισμόν του ἐπὶ τοῦ παρόντος, βαθμηδὸν ὅμως καὶ κατ’ ὀλίγον δύνανται νὰ ἐπαυξηθῶσιν αἱ οἰκοδομαὶ, δύνανται νὰ ἀγορασθῶσιν αἱ πέριξ γαῖαι καὶ νὰ γείνῃ Γεωργικὸς Σταθμὸς, ὁ ὁποῖος πρέπει νὰ γείνῃ ἐν Τριπόλει καὶ ὁ ὁποῖος κατὰ τὸν νόμον ἔπρεπε νὰ ἔχῃ γείνῃ πρὸ πενταετίας, ἀπὸ τῆς ἰσχύος τοῦ νόμου, ὅστις ἐψηφίσθη ἐν ἔτει 1897. Ὁ δὲ Γεωργικὸς Σταθμὸς ὁ ἐν Βυτίνῃ ὑπάρχων εἶναι ἄσχετος μὲ τοὺς Γεωργικοὺς Σταθμοὺς, τοὺς ὁποίους ὁ νόμος ὥρισε νὰ ἱδρύωνται ἐν ἑκάστῃ πρωτευούσῃ τοῦ νομοῦ. Ἀλλ’ ἐν Βυτίνῃ, ὅπως εἶπον καὶ οἱ ἀξιότιμοι προαγορεύσαντες, δὲν εἶναι Σταθμὸς καταγινόμενος εἰς τὴν γεωργίαν...
§108ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Πῶς;
§109ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ... Ἴσως ἤδη, μὲ τὴν ἐκμίσθωσιν τοῦ κτήματος τοῦ Φωτάκου, τὸ ὁποῖον ὄντως ἀπέχει 2½ ὥρας τῆς Βυτίνης, εἶναι ὅμως τελείως κατάλληλον πρὸς γεωργικὰς δοκιμὰς, διότι καὶ νερὸν ἄφθονον ἔχει καὶ ἡ γῆ κατάλληλος πρὸς γεωργικὰς μελέτας εἶναι, ἴσως ἤδη καταγείνῃ εἰς γεωργικὰς ἐργασίας. Ἐν Βυτίνῃ κυρίως ἡ Σχολὴ ἐκείνη καταγίνεται εἰς ξυλουργικὰς ἐργασίας, καταγίνεται εἰς τυροκομίαν, καταγίνεται εἰς διαφόρους ἄλλους κλάδους τῆς γεωργίας, ἀλλ’ εἰς κυρίως γεωργικὰς ἐργασίας δὲν καταγίνεται ποτὲ, διότι δὲν ὑπάρχει ἐκεῖ χῶμα. Διὰ τοῦτο θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ ἀνακαλέσῃ τὴν ἀπόφασίν του περὶ ἀναστολῆς τοῦ προκειμένου ἔργου, ἀφοῦ ἄλλως δὲν πρόκειται περὶ ζημίας τοῦ Δημοσίου πολλῶν χιλιάδων δραχμῶν, προκειμένου ν’ ἀποζημιώσῃ τέλος πάντων τοὺς ἐργολάβους διὰ τὰς δαπάνας, ἃς ὑπέστησαν ἄχρι τοῦδε. Ἐνδεχόμενον, κ. Ὑπουργὲ, ἡ ἀπόφασίς σας περὶ ἀναστολῆς τοῦ ἔργου τυπικῶς νὰ ἦναι νόμιμος, εἶναι ὅμως ἄδικος· εἶναι ἄδικος καὶ διὰ τὸν τόπον καὶ διὰ τοὺς ἐργολάβους, διότι οἱ μὲν ἐργολάβοι βεβαίως θέλουσι ζημιωθῆ, ὁ τόπος δὲ θέλει χάσει ἓν ἔργον, τὸ ὁποῖον νομίζουσιν ὅτι θὰ ἔχῃ ἕνα προορισμόν. Ὅπως γίνεται ἐπὶ τοῦ παρόντος, ἴσως δὲν ἔχει κανένα προορισμόν. Ἐὰν ὅμως βαθμηδὸν καὶ κατ’ ὀλίγον βελτιωθῶσι καὶ αἱ οἰκοδομαὶ καὶ αἱ γαῖαι, αἱ πέριξ ἀγορασθεῖσαι, βεβαίως θέλει ἐξυπηρετηθῆ ἡ γεωργία ἐν Μαντινείᾳ. Καὶ βεβαιωθῆτε ὅτι ἐν Μαντινείᾳ πολλὴν ἐπίδοσιν ἔχουσιν οἱ κάτοικοι εἰς τὴν γεωργίαν. Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ ἀνακαλέσῃ τὴν διαταγήν του περὶ ἀναστολῆς τοῦ ἔργου καὶ διατάξῃ τὴν πρόοδον αὐτοῦ, ἀφοῦ δὲν πρόκειται τὸ Δημόσιον νὰ ζημιωθῇ πολλὰς χιλιάδας δραχμῶν.
§110Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§111ΚΥΡ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Δὲν ἔχομεν ἀντίρρησιν νὰ μελετήσωμεν τὸ ζήτημα, καὶ ἂν πεισθῶμεν, ὅτι ἔχομεν ἀνάγκην νομοθετικῆς προνοίας, τότε θὰ δυνηθῶμεν ἴσως νὰ λάβωμεν τοιαύτην ἀπόφασιν καὶ ὑποβάλωμεν εἰς τὴν Βουλὴν τὸ πόρισμα τῶν σκέψεων ἡμῶν. Οἱ ἀξιότιμοι προλαλήσαντες ὡμίλησαν πολὺ περὶ τῆς ζημίας, τὴν ὁποίαν δῆθεν ὑπέστη τὸ Δημόσιον. Ἡμεῖς φρονοῦμεν ἀδιστάκτως, ὅτι τὸ Δημόσιον οὐδεμίαν ὑπέστη ζημίαν, ὑπέστη μᾶλλον ὄφελος, διότι ἡ ἀποζημίωσις τῶν 8,000 δραχμῶν, τὴν ὁποίαν θὰ ὑποχρεωθῶμεν νὰ δώσωμεν εἰς τὸν ἐργολάβον, δὲν εἶναι τίποτε, καθ’ ἡμᾶς, ἀπέναντι τῆς δαπάνης, ἡ ὁποία προϋπελογίσθη μὲν εἰς 39,000 δραχμὰς, ἀλλὰ πάντες γνωρίζετε τίνα σημασίαν ἔχουσιν οἱ τοιοῦτοι προϋπολογισμοί. Εἶναι ἀναντίρρητον, ὅτι ὁ Σταθμὸς οὗτος θέλει στοιχίσει πλέον τῶν 50,000 δραχμῶν, καὶ δὲν πιστεύω νὰ ὑπάρχῃ τις ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ὁ ὁποῖος νὰ φρονῇ, ὅτι ὑπερβάλλω ἐν τῇ ἐκτιμήσει μου ταύτῃ. Λοιπὸν, ἐὰν πρόκηται νὰ δαπανηθῶσι 50,000 περίπου δραχμαὶ διὰ τὴν ἵδρυσιν ἑνὸς Σταθμοῦ, ὁ ὁποῖος κατὰ τὴν κρίσιν τῶν γεωπόνων, τῶν μόνων δυναμένων νὰ κρίνωσιν ἐπὶ τοῦ προκειμένου, οὐδένα πρακτικὸν σκοπὸν ἐκπληροῖ, νομίζω ὅτι εἶναι προτιμότερον νὰ λύσωμεν τὴν ἐργολαβίαν, καὶ νὰ καταπαύσῃ τὸ ἔργον· καὶ τοῦτο ἐπράξαμεν ἐν πεποιθήσει καὶ ἐν συνειδήσει. Ἐὰν δὲ οἱ ἀξιότιμοι προλαλήσαντες δὲν ἀνεγίνωσκον μόνον τὸ τηλεγράφημα τοῦ Νομάρχου, ἀλλ’ ἀνεγίνωσκον καὶ τὴν ἔκθεσιν τῶν γεωπόνων, οἱ ὁποῖοι κατ’ ἐμὲ εἶναι οἱ καταλληλότεροι καὶ εἰδικώτεροι ν’ ἀποφανθῶσιν ἐπὶ τοῦ προκειμένου, ἤθελον πεισθῆ, ὅτι καλῶς ἔπραξα, διακόψας τὰς ἐργασίας ταύτας.
§112Κ. ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἐπικαλεῖται μίαν γνωμοδότησιν γεωπόνων. Ἀλλ’ ἐν τῷ φακέλλῳ αὐτῷ ὑπάρχει νεωτέρα γνωμοδότησις, μᾶλλον δεδικαιολογημένη, ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ὁποίας ἐπείσθη ὁ πρώην Ὑπουργὸς νὰ διατάξῃ τὴν κατασκευὴν τοῦ Σταθμοῦ εἰς τὸ μέρος ἐκεῖνο. Ἡ θέσις, Κύριοι, εἰς τὴν ὁποίαν γίνεται ὁ Σταθμὸς, εἶναι λίαν κατάλληλος, ἡ δὲ θέσις ἡ ἄλλη, τὴν ὁποίαν ὑποδεικνύουσιν ἐκεῖνοι, εὑρίσκεται εἰς τὸ ἄκρον τῆς πόλεως, θέλει δὲ δαπανήσει τὸ Δημόσιον πολὺ περισσότερα χρήματα, προσκτώμενον τὰς περὶ ὧν εἴρηται γαίας, ἐνῷ, ὅπου νῦν γίνεται ὁ Σταθμὸς, ἄνευ δαπάνης προέβη εἰς τὸ ἔργον. Ἄλλως τε ἡ ἀποζημίωσις τοῦ ἐργολάβου θ’ ἀνέλθῃ μὲν κατὰ τὸν Μηχανικὸν εἰς 8,000 δραχμὰς, ἀλλ’ εἰς τὸ Δικαστήριον, Κύριος οἶδε, τί θὰ ζητήσῃ αὐτὸς ὁ ἐργολάβος. Διατὶ λοιπὸν ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ μὴ σπεύσῃ νὰ διατάξῃ τὴν πρόοδον τοῦ ἔργου, ἵνα τάχιστα ἔλθῃ εἰς πέρας, ἀλλὰ νὰ μᾶς παραπέμπῃ εἰς τὰς ἑλληνικὰς καλένδας, ὑποσχόμενος νὰ φέρῃ νόμον εἰς τὴν Βουλὴν κλπ.; Ἀμέσως πρέπει νὰ διατάξῃ νὰ γείνῃ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶναι ὀρθὸν καὶ δίκαιον, διότι ἐζημίωσε τὴν ἐπαρχίαν Μαντινείας, καὶ εἶναι ὑπόχρεως νὰ ἀνορθώσῃ τὴν ζημίαν αὐτήν.
§113Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Ὡς εἶπον ἐπανειλημμένως, ἐβράδυνα ν’ ἀποφασίσω περὶ τοῦ Σταθμοῦ, διότι ἐσκεπτόμην νὰ εὕρω τὸν κατάλληλον χῶρον, ἀλλὰ πρὸ πάντων νὰ μὴ δαπανήσω πολλά. Ἀληθῶς ἡ μία τῶν ἐπιτροπῶν, μεταξὺ τῶν δύο τόπων, ἤτοι τοῦ τόπου, εἰς ὃν διέταξα νὰ γείνῃ τὸ ἔργον, καὶ ἑνὸς ἑτέρου χώρου, τὸν ὁποῖον προσέφερον ἰδιῶται, προὐτίμησε τὸν ὑπὸ τῶν ἰδιωτῶν προσφερόμενον. Ἀλλ’ ὁ ὑπὸ τῶν ἰδιωτῶν προσφερόμενος δὲν ἦτο κατάλληλος, διότι εἶχε τὸ ἀντίθετον προτέρημα, ἐνῷ ὁ τόπος, τὸν ὁποῖον προὐτίμησα, ἦτο μὲν ἄνυδρος ὁμολογουμένως, ἀλλὰ τὸ ἄνυδρον αὐτοῦ ἐθεραπεύετο ἐκ τοῦ προορισμοῦ τοῦ Σταθμοῦ. Διότι, ὡς ἐνθυμεῖσθε, τὸ διάταγμα προσδιώριζε ῥητῶς, ὅτι ὁ Σταθμὸς θ’ ἀσχολῆται κυρίως εἰς τὴν οἰνοποιίαν καὶ τὴν καπνοφυτείαν· ἀλλὰ διὰ τὴν καπνοφυτείαν δὲν ἀπαιτεῖται ὕδωρ· μόνον κατὰ τὴν φύτευσιν ἑκάστης ῥίζης καπνοῦ ἀπαιτοῦνται 100 δράμια ὕδατος. Τὸ ἄνυδρον λοιπὸν τοῦ τόπου ἐθεραπεύετο διὰ προμηθείας ὕδατος· ἀλλ’ εἴχομεν τὴν ἐλπίδα, κατὰ τὴν γνώμην καὶ τοῦ κ. Πρωτοπαπαδάκη, ὅτι θὰ εὑρίσκετο ὕδωρ, διότι εἰς ἀπόστασιν 50 μέτρων ὑπάρχει φρέαρ. Εἰς δὲ τὸν χῶρον, ὅπου ἐπρότεινεν ἡ ἐπιτροπὴ νὰ συστηθῇ ὁ Σταθμὸς, τὰ κτήματα, λόγῳ τῶν μεταναστεύσεων, ὡς εἶπον, ὑπερετιμήθησαν, καὶ ὑπερεπολλαπλασιάσθη ἡ ἀξία αὐτῶν, φθάσασα εἰς 700 δρ. τὸ στρέμμα· ἐὰν δὲ ἠθέλομεν ὑποχρεωθῆ νὰ ἀγοράσωμεν 100 στρέμματα, ἐχρειαζόμεθα τουλάχιστον 70,000 δραχμάς. Αὐτὸς δὲ κυρίως ἦτο ὁ λόγος, δι’ ὃν προὐτίμησα τὸν χῶρον ἐκεῖνον, καὶ ὄχι δημοκοπικῶς, ὡς εἶπεν ὁ κ. Μπακόπουλος. Τὰ κτήματα κατέχονται ὑπὸ συνδημοτῶν μου, καὶ προὐτίμησα νὰ δυσαρεστήσω 50 τουλάχιστον συνδημότας μου, παρὰ νὰ ἐκθέσω τὸ Δημόσιον εἰς ματαίαν δαπάνην 70,000 δραχμῶν.
§114Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Ὁ νόμος ὁ ψηφισθεὶς τὴν 10 Ἀπριλίου 1900 περὶ μηχανικῶν τῶν ἐμπορικῶν ἀτμοπλοίων ἀπέδειξε κατὰ τὴν ἐφαρμογὴν αὐτοῦ πολλὰς ἐλλείψεις. Περὶ τούτου μοὶ ἐγένοντο παρατηρήσεις ὑπὸ πολλῶν εἰδικῶν προσώπων καὶ ἐκ τῆς ὑπηρεσίας, καὶ ἐν τῇ Βουλῇ πολλάκις ἐγένετο λόγος περὶ τῆς ἀνάγκης τῆς τροποποιήσεως τοῦ νόμου τούτου. Συνέταξα λοιπὸν νομοσχέδιον, τροποποιοῦν τὸν νόμον τοῦτον. Μολονότι, ὡς ἐργάζεται ἡ Βουλὴ, πολλὰς ἐλπίδας δὲν δύναμαι νὰ ἔχω ὅτι θὰ ψηφισθῇ, οὐχ ἧττον, ὅσῳ μικρὰν καὶ ἂν ἔχω περὶ τούτου ἐλπίδα, ἡ ἀνάγκη, ἡ ὁποία παρουσιάζεται, καὶ ἡ σπουδαιότης τοῦ ζητήματος διὰ τὴν ναυτιλίαν, ἡ ἀνάγκη αὕτη μὲ ἔπεισεν, ὅτι πρέπει νὰ ὑποβάλω τὸ νομοσχέδιον, καὶ παρακαλῶ τὴν Βουλὴν, εἰς πρώτην εὐκαιρίαν νὰ τὸ συζητήσῃ.
§115ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, σελ. 109).
§116Ν. ΜΑΝΤΖΑΒΙΝΟΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ ἐπιστήσῃ τὴν προσοχήν του ἐπὶ καταγγελίας τοῦ ἐν Κὲρτς προξένου τῆς Ἑλλάδος κατὰ 60 πλοιάρχων, καταγγελθέντων ἄνευ λόγου.
§117ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Τὰ παράπονα ταῦτα περιῆλθον εἰς γνῶσίν μου διὰ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, εὐθὺς δ’ ὡς ἔλαβον τὸ ἔγγραφον, συνεννοηθεὶς καὶ πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν, ἔδωσα ἑρμηνείαν, ὅτι κακῶς ἡρμήνευσεν ὁ πρόξενος τὸν νόμον, καὶ ἀπέστειλα τὰς ἀναγκαίας ὁδηγίας, ἵνα παύσῃ ἡ ἐφαρμογὴ αὕτη.
§118Ν. ΜΑΝΤΖΑΒΙΝΟΣ. Ἀντίγραφον τοῦ ἐγγράφου, δι’ οὗ ἐδόθησαν αἱ ὁδηγίαι, πόθεν δύναμαι νὰ λάβω;
§119ΣΚΟΥΖΕΣ. Ἀντίγραφον δύνασθε νὰ λάβητε ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν.
§120Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Ὡς εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, ἡ καταγγελία τοῦ ἐν Κερτσίῳ προξένου κατὰ πολλῶν πλοιάρχων ἐγένετο εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν. Καὶ ἐγὼ ἐνόμιζον, ὅτι ἡ καταγγελία αὕτη δὲν ἦτο βάσιμος· συνεννοήθην ἑπομένως μετὰ τοῦ συναδέλφου μου, ὁ ὁποῖος ἔχει τὴν αὐτὴν γνώμην, ὅτι ἡ ἑρμηνεία, τὴν ὁποίαν ἔδωσεν ὁ πρόξενος περὶ τῶν προξενικῶν δικαιωμάτων, εἶναι ὑπερβολικὴ, καὶ μετὰ τὴν συνεννόησιν ταύτην καὶ τὴν ἑρμηνείαν, τὴν ὁποίαν ἔδωσεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, ἀπήντησα, ἢ μᾶλλον θ’ ἀπαντήσω εἰς τὸν πρόξενον, ὅτι δὲν ἔχει δικαίωμα νὰ ζητῇ ὅ,τι ζητεῖ παρὰ τῶν πλοιάρχων. Ἐπὶ τῆς καταγγελίας δὲ, τὴν ὁποίαν ἐποιήσατο εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν κατὰ τῶν αὐτῶν πλοιάρχων, βεβαίως οὐδὲν θέλω ἐνεργήσει.
§121ΝΙΚΑΣ. Παρακαλῶ ὅμως τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ διατάξῃ τὴν ἐπιστροφὴν τῶν χρημάτων εἰς τοὺς πλοιάρχους ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι, συμφώνως πρὸς τὴν ἑρμηνείαν τοῦ προξένου, κατέβαλον τὰ τοιαῦτα δικαιώματα.
§122ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Καὶ τοῦτο θέλω πράξει, ὡς ἔπραξα τοῦτο περὶ ἑνὸς ἢ δύο ἑτέρων προξένων. Πρέπει ὅμως νὰ εἴπω εἰλικρινῶς, ὅτι ὅ,τι ἔγεινε δὲν ἔγεινεν ἐκ καταχρήσεως, ἀλλ’ ἐκ κακῆς ἑρμηνείας τοῦ νόμου, καὶ δι’ αὐτὰ διέταξα τοὺς προξένους ν’ ἀποδώσωσι τὰ χρήματα εἰς τοὺς πλοιάρχους, ὅπερ καὶ ἐγένετο. Τὸ αὐτὸ θέλω πράξει καὶ ἐν τῇ προκειμένῃ περιπτώσει.
§123ΕΥΑΓΓ. ΤΣΑΡΛΑΜΠΑΣ. Ἀναφορὰ ἐκ Λευκάδος κατὰ τοῦ Ἐπιθεωρητοῦ τῶν δημοτικῶν σχολείων κ. Ι. Σιώρη μὲ ὑποχρεώνει νὰ ἀνέλθω ἐπὶ τὸ βῆμα, ἵνα ἐκθέσω τὰς καταγγελλομένας πράξεις, ἃς ἐξετέλεσεν ὁ εἰρημένος Σιώρης πρὸς ἐξυπηρέτησιν πολιτικῶν συμφερόντων, ἐπὶ βλάβῃ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, σκοπῶν οὕτω νὰ προκαλέσω τὰς κατ’ αὐτοῦ ἐνεργείας τῆς Κυβερνήσεως. Κύριοι Βουλευταὶ, ἀπὸ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως νόμου τρεῖς μέχρι τοῦδε διωρίσθησαν Ἐπιθεωρηταὶ ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ καὶ τῷ νομῷ Λευκάδος· ἐκπληρῶ δὲ καθῆκον, ἐκφράζων ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου τὴν εὐγνωμοσύνην ἐμοῦ τε καὶ τῶν συμπατριωτῶν μου διὰ τὸν ζῆλον, τὴν ἐπιμέλειαν καὶ τὴν ἀμεροληψίαν, ἡ ὁποία διέκρινε τοὺς πρώτους διορισθέντας κ. κ. Πάγκαλον καὶ Μάραν· λυποῦμαι δὲ ἐκ βάθους καρδίας, μὴ δυνάμενος νὰ εἴπω τὰ αὐτὰ καὶ περὶ τοῦ νῦν ὑπηρετοῦντος κ. Σιώρη. Οὗτος, ἐπιλήσμων γενόμενος τῆς θέσεως τοῦ Ἐπιθεωρητοῦ καὶ τῶν προνομίων, τὰ ὁποῖα ὁ νόμος τῷ χορηγεῖ, ἐγένετο πολιτικὸς κομματάρχης, μεταχειρισθεὶς τὴν εἰς αὐτὸν δοθεῖσαν παρὰ τοῦ νόμου δύναμιν πρὸς ἐξυπηρέτησιν κομματικῶν συμφερόντων, μὴ διστάσας δὲ νὰ προβῇ καὶ εἰς ἐγκληματικὰς πράξεις. Ἐπὶ τῷ σκοπῷ τούτῳ ἔπαυσε τὸν δημοδιδάσκαλον τοῦ χωρίου Βουκερῆς, ἱερέα Κακλαμάνην, ἄνευ ἐπιθεωρήσεως, τὸν ἀείποτε μετὰ ζήλου ἐκπληρώσαντα τὰ καθήκοντά του καὶ τυχόντα τῶν ἐπαίνων ἀμφοτέρων τῶν πρώην Ἐπιθεωρητῶν· καὶ τοῦτο ἔπραξεν ὁ κ. Σιώρης διότι οἱ συγγενεῖς τοῦ δημοδιδασκάλου δὲν συνήνουν νὰ ὑποταχθῶσιν εἰς τὰς πολιτικὰς ἀπαιτήσεις τοῦ κ. Σιώρη· ἐκτὸς δὲ τῆς ἄλλης ζημίας, ἀφῆκεν ἀργοῦν τὸ δημοτικὸν σχολεῖον ἐπὶ δύο περίπου μῆνας. Ὡσαύτως ἔπαυσε τὸν δημοδιδάσκαλον Γ. Κοψιδᾶν ἄνευ ἐπιθεωρήσεως, διὰ τοὺς μνησθέντας πολιτικοὺς λόγους, ἀφήσας ἀργοῦν ἐπὶ ὁλόκληρον ἑπτάμηνον τὸ παρ’ αὐτοῦ διευθυνόμενον σχολεῖον. Μετέθεσε τὸν διευθυντὴν τοῦ δημοτικοῦ σχολείου τῆς πρωτευούσης τοῦ δήμου Καρυᾶς, πρωτοβάθμιον δημοδιδάσκαλον Εὐάγγελον Καραμποΐκην, εἰς τὸ μικρὸν σχολεῖον τοῦ χωρίου Ἐγκλουβῆς, διότι δὲν ἠδυνήθη νὰ παρασύρῃ τοὺς συγγενεῖς του εἰς τὰς πολιτικὰς ἀπαιτήσεις του, διορίσας ἀντ’ αὐτοῦ νεαρὸν δημοδιδάσκαλον, κάτοικον τοῦ χωρίου Καρυᾶς, δευτεροβάθμιον καὶ μονοετῆ ὑπηρεσίαν διδασκαλικὴν ἔχοντα, πρὸς παντελῆ παραλυσίαν τοῦ σχολείου ἐκείνου. Μὴ ἀρκεσθεὶς δὲ εἰς τοῦτο, μετέθεσεν ἐξ Ἰθάκης εἰς Καρυὰν τὸν δημοδιδάσκαλον Σταύρακα, ὅστις εἶχε παυθῆ παρὰ τῶν προηγουμένων Ἐπιθεωρητῶν ἕνεκεν ἀμελείας καὶ ἀνικανότητος· τοῦτο δ’ ἔπραξεν, ὅπως ἐπηρεάσῃ τὰς συνειδήσεις τῶν συγγενῶν τοῦ δημοδιδασκάλου, κατοίκων τοῦ αὐτοῦ χωρίου, παραβλέπων ὅτι ὁ ἀριθμὸς τῶν μαθητῶν δὲν ἐδικαιολόγει τὸν διορισμὸν καὶ τετάρτου δημοδιδασκάλου. Πρὸς ἐξυπηρέτησιν ὡσαύτως πολιτικῶν συμφερόντων προὐτίμησε νὰ τοποθετήσῃ τὸ διδακτήριον οὐχὶ εἰς προσφερομένην οἰκίαν εὐήλιον, ἔχουσαν ἐμβαδὸν 70 τετραγωνικῶν μέτρων καὶ φωτιζομένην ἐξ ἑπτὰ παραθύρων, ἀλλ’ εἰς οἰκίαν ἔχουσαν ἐμβαδὸν 48 τετραγ. μέτρων, ἀνήλιον καὶ φωτιζομένην μόνον ἐκ τριῶν παραθύρων, ἵνα ἐν αὐτῇ διδάσκωνται οἱ 100 περίπου μαθηταὶ τοῦ σχολείου· τοῦτο δ’ ἔπραξεν, ὡς εἶπον, πρὸς ἐξασφάλισιν τῆς πολιτικῆς ὑποστηρίξεως, ἣν ἐπεδίωκε. Διὰ τὸν αὐτὸν δὲ σκοπὸν καὶ τὸ σχολεῖον τῶν θηλέων καὶ ἐτοποθέτησεν εἰς στενόχωρον καὶ ἀνήλιον οἰκίαν, εὑρισκομένην εἰς τὸ μᾶλλον ἀπόκεντρον μέρος τοῦ χωρίου τούτου. Ἀλλ’ ὡς νὰ μὴ ἤρκουν ταῦτα πάντα, καὶ εἰς ἐγκληματικὰς προέβη πράξεις ὁ περὶ οὗ ὁ λόγος Ἐπιθεωρητὴς, βασιζόμενος εἰς τὴν ὑποστήριξιν τοῦ κόμματος, ὅπερ ἐξυπηρέτει διὰ τὰς πράξεις δὲ ταύτας ὁ Νομάρχης Λευκάδος ἐπέδωκεν εἰς τὸν Εἰσαγγελέα Λευκάδος μήνυσιν τὴν 25 Ἰανουαρίου 1903, καταγγέλλων τὸν εἰρημένον κ. Σιώρην ἐπὶ ἀντιποιήσει ἀρχῆς, ψευδεῖ πιστοποιήσει καὶ παραβάσει καθήκοντος. Ἐστηρίζετο δὲ ἡ μήνυσις αὕτη ἐπὶ τῶν ἀκολούθων ἐπισήμων ἐγγράφων. αʹ) Διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 1082 ἐγγράφου τῆς 5 Ὀκτωβρίου πρὸς τὸν Νομάρχην Λευκάδος ὁ κ. Ἐπιθεωρητὴς προὐκάλεσε παρὰ τοῦ Νομάρχου τὸν διορισμὸν τοῦ δημοδιδασκάλου Οἰκονομοπούλου εἰς χωρίον Καλαμίτσι τοῦ δήμου Ἐξανθείας, ὡς προτεινόμενον δῆθεν παρὰ τοῦ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου, ἐνῷ οὐδεμία τοιαύτη ἐγένετο πρότασις. βʹ) Ἀντιληφθεὶς ὅτι ὁ Νομάρχης εἶχε γνωρίσει τὴν μὴ ὕπαρξιν προτάσεως τοῦ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου, καὶ θέλων νὰ καλύψῃ τὴν παρανομίαν του ταύτην, δι’ ἑτέρου ἐγγράφου, ὑπ’ ἀριθ. 1105 τῆς 17 Ὀκτωβρίου, πληροφορεῖ τὸν Νομάρχην, ὅτι κατὰ λάθος ἐσημειώθη ἡ εἰς Καλαμίτσιον τοποθέτησις τοῦ Οἰκονομοπούλου, διότι διὰ πράξεως ὑπ’ ἀριθ. ΙΖʹ ὁ διορισμὸς ἐγένετο διὰ τὸ χωρίον Κάββαλον τοῦ δήμου Σφακιωτῶν, καὶ οὐχὶ εἰς Καλαμίτσιον τοῦ δήμου Ἐξανθείας. Ἀλλ’ ἐξ ἀναφορᾶς ὑπ’ ἀριθ. 322 τῆς 22 Ὀκτωβρίου τοῦ Δημάρχου Ἐξανθείας πρὸς τὸν Νομάρχην προκύπτει, ὅτι ὁ Δήμαρχος οὗτος ἐγκατέστησεν εἰς τὸ σχολεῖον τοῦ χωρίου Καλαμιτσίου τὸν Οἰκονομόπουλον συνεπείᾳ ἐγγράφου τοῦ αὐτοῦ Ἐπιθεωρητοῦ, βεβαιοῦντος ὅτι ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ διορισμοῦ τοῦ Νομάρχου ὑπ’ ἀριθ. 3861 ὁ δημοδιδάσκαλος οὗτος ἔδωκεν ἐνώπιον αὐτοῦ τὸν ὅρκον τῆς ὑπηρεσίας, χωρὶς ὅμως νὰ ὑπάρχῃ διορισμὸς, καὶ χωρὶς νὰ ἔχῃ αὐτὸς τὸ δικαίωμα νὰ ὁρκίζῃ τοὺς δημοδιδασκάλους. γʹ) Δι’ ἐγγράφου ὑπ’ ἀριθμὸν 1088 τῆς 7 Ὀκτωβρίου προὐκάλεσε τὸν διορισμὸν τοῦ δημοδιδασκάλου Ἠλία Κουμουνδούρου εἰς Κατωχώριον τοῦ δήμου Ἐλλομένου, ψευδῶς βεβαιώσας, ὅτι ὁ διορισμὸς ἐγένετο τῇ προτάσει τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου. δʹ) Δι’ ἑτέρου ἐγγράφου, ὑπ’ ἀριθ. 1885 τῆς 9 Ὀκτωβρίου 1902, διὰ τῆς αὐτῆς μεθόδου προὐκάλεσε τοὺς διορισμοὺς εἰς σχολεῖόν τι τῆς Ἰθάκης τῶν Πρωϊνοῦ καὶ Γιαννοπούλου, ἐνῷ ἐξ ἐγγράφου τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Λευκάδος καὶ Προέδρου τοῦ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου, ὑπ’ ἀριθ. 8 τῆς 14 Ὀκτωβρίου 1902, καὶ ἐξ ἑτέρου, ὑπ’ ἀριθ. 1100 τῆς 10 Ὀκτωβρίου 1902, ἀποδεικνύεται, ὅτι οὐδεμία ἐγένετο πρότασις περὶ διορισμοῦ τῶν εἰρημένων δημοδιδασκάλων. Ἐπὶ τῶν καταγγελθεισῶν τούτων πράξεων ἐξεδόθη τὴν 3 Μαρτίου 1903 βούλευμα τοῦ Συμβουλίου τῶν ἐν Λευκάδι Πλημμελειοδικῶν, ἀποτελουμένου ἐκ τοῦ Εἰσαγγελέως κ. Σαρηγιάννη, τοῦ Προέδρου κ. Κωλέττη καὶ ἑνὸς δικαστοῦ, τὸ ὁποῖον, ἐνῷ ἀφ’ ἑνὸς παραδέχεται τὴν ἀπόδειξιν τῆς κατηγορίας, ἀφ’ ἑτέρου ἀπαλλάσσει τὸν κατηγορούμενον πάσης κατηγορίας, ὡς ἐνεργήσαντα οὐχὶ ἐκ δόλου, ἀλλ’ ἐκ κουφότητος. Τὴν νέαν ταύτην δικαστικὴν ὁμολογίαν ἐσεβάσθη καὶ ὁ κατηγορούμενος, ἀποδεχθεὶς τὸν εἰς αὐτὸν δοθέντα χαρακτηρισμὸν, καὶ τοιουτοτρόπως ἐξακολουθεῖ νὰ ἦναι Ἐπιθεωρητὴς, διευθύνων τὰ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως τοῦ νομοῦ Λευκάδος! Παραδίδω εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς τὸν φάκελον αὐτὸν, καὶ τὸν παρακαλῶ νὰ τὸν ἀποστείλῃ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, ἐπικαλούμενος τὴν ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου ἀπόφασίν του. Πληροφορῶ δὲ πρὸς τούτοις, ὅτι καὶ δι’ ἄλλας τῆς αὐτῆς φύσεως παρανομίας, ἃς ὁ Ἐπιθεωρητὴς κ. Σιώρης ἐξετέλεσεν ἐν Ἰθάκῃ, ὑπάρχουν ἐκκρεμεῖς κατηγορίαι κατ’ αὐτοῦ εἰς τὸν ἐν Κεφαλληνίᾳ Εἰσαγγελέα, ὅπου δικαστικῶς ὑπάγεται ἡ νῆσος αὕτη.
§124Γ. ΣΚΛΗΡΟΣ. Συνηγορῶ καὶ ἐγὼ ὑπὲρ τῶν λεχθέντων ὑπὸ τοῦ σεβαστοῦ συναδέλφου, καὶ παρακαλῶ τὸν κύριον Ὑπουργὸν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὰ παράπονα ταῦτα, διότι εἶναι καιρὸς πλέον νὰ μετατεθῇ ἢ νὰ παυθῇ ὁ Ἐπιθεωρητὴς τῶν δημοτικῶν σχολείων Λευκάδος.
§125Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Κατὰ τὸν νόμον, μόνον τὸ Ἐποπτικὸν Συμβούλιον ἔχει δικαίωμα νὰ προτείνῃ τὴν μετάθεσιν ἢ τὴν παῦσιν.
§126Ν. ΛΕΩΝΙΔΑΣ. Ἐκ Κωνσταντινουπόλεως ἔλαβον ἐπιστολὴν συμπολιτῶν μου, οἱ ὁποῖοι παραπονοῦνται διὰ τὴν ἄδικον φορολογίαν τῶν ζυγιστικῶν, τὴν ὁποίαν ἐπιβάλλουσιν αἱ ἐπιτόπιαι ἀρχαί, ἀφοῦ κατὰ τὴν μεταξὺ Τουρκίας καὶ Ἑλλάδος συνθήκην ἡ Ἑλλὰς ἀφομοιοῦται πρὸς τὰ μᾶλλον εὐνομούμενα Κράτη. Παρὰ τῶν ξένων ὑπηκόων τῶν ἄλλων Κρατῶν ἐν Τουρκίᾳ δὲν εἰσπράττεται φόρος ζυγιστικῶν, ἀναγκάζονται δὲ οἱ Ἕλληνες ὑπήκοοι ν’ ἀλλάξωσιν ὑπηκοότητα διὰ ν’ ἀπαλλαγῶσι τοῦ φόρου. Διὰ τοῦτο ὑπέβαλον παράπονα καὶ πρὸς τὴν Πρεσβείαν τὴν Ἑλληνικὴν, ἥτις ὑπεσχέθη ὅτι θὰ ἐργασθῇ ἐπὶ τούτου, μοὶ γράφουσι δὲ νὰ παρακαλέσω καὶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅπως καὶ ἐντεῦθεν γείνωσι παραστάσεις.
§127ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Θέλω ἐξετάσει περὶ τούτου καὶ θέλω ἐνεργήσει τὰ δέοντα.
§128ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οὐδεὶς ἕτερος εἶναι ἐγγεγραμμένος. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις μέχρι τῆς δεκάτης ὥρας. (Γίνεται διακοπὴ ὥρᾳ 8 καὶ 30′ μ. μ. Ἐπαναλαμβάνεται δὲ ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 10 μ. μ.).
§129ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ συνεδρίασις. Ὑπάρχει ἀντίρρησις; Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ βεβαιώσεως καὶ εἰσπράξεως κατὰ τὸν μῆνα Ἰούνιον τοῦ ἔτους 1903 τῶν ἐσόδων τοῦ Κράτους καὶ τῶν ἐσόδων τοῦ εἰδικοῦ ταμείου τῶν Φάρων καὶ Φανῶν καὶ τοῦ ταμείου τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου τῆς χρήσεως τοῦ 1903, καὶ περὶ χορηγίας πιστώσεως ἴσης πρὸς τὸ ἓν δωδεκατημόριον τῶν προϋπολογισθέντων ἐξόδων ἐν γένει διὰ τὴν χρῆσιν τοῦ ἰδίου ἔτους 1903». (Γίνεται δεκτὸν, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιρρήσεως).
§130ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως ἐκ δραχμῶν 30,000 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1902». (Γίνεται δεκτὸν, κατ’ ἀρχὴν καὶ ἄρθρον μόνον, ἄνευ ἀντιρρήσεως).
§131ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ κυρώσεως συμβάσεως μεταξὺ τοῦ Δημοσίου καὶ τῶν Τραπεζῶν Ἐθνικῆς τῆς Ἑλλάδος, Ἀθηνῶν, Ἰονικῆς καὶ Σταφιδικῆς τῆς Ἑλλάδος». Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 1 (ἀναγινώσκεται).
§132ΣΠ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Διὰ τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ νομοσχεδίου κυροῦται ἡ σύμβασις ἡ μεταξὺ τοῦ Δημοσίου καὶ τῶν Τραπεζῶν Ἐθνικῆς τῆς Ἑλλάδος, Ἀθηνῶν, Ἰονικῆς καὶ Σταφιδικῆς. Δυνάμει δὲ τοῦ ἄρθρου 2 τῆς συμβάσεως ταύτης ὁρίζεται, ὅτι ἡ παραλαβὴ τῆς σταφίδος ὑπὸ τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης γενήσεται ἐν ταῖς ἀποθήκαις αὐτῆς ἐν Πάτραις, Πύργῳ, Κυπαρισσίᾳ καὶ Καλάμαις, δὲν ὁρίζεται δὲ ἀποθήκη ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Μεσσήνης. Τοῦτο εἶναι ἀδικώτατον, διότι ἡ ἐπαρχία Μεσσήνης, ὡς εἶναι γνωστὸν, ἔχει μεγάλην παραγωγὴν, εἶναι δὲ πολυδάπανος ἡ μεταφορὰ τοῦ σταφιδοκάρπου εἰς τὰς ὁριζομένας ἀποθήκας. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν, παρακαλῶ δὲ καὶ τοὺς ἄλλους συναδέλφους νὰ ἑνώσωσι τὰς παρακλήσεις των πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως μεριμνήσῃ περὶ προσθήκης ἀποθήκης καὶ ἐν Μεσσήνῃ.
§133Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ παράκλησις, τὴν ὁποίαν ἀπηύθυνεν ὁ ἀξιότιμος συμπολίτης μου κ. Σπ. Κουμουνδοῦρος, πηγάζει καὶ ἐκ τοῦ δικαιώματος, τὸ ὁποῖον ἔχει ἡ ἐπαρχία Μεσσήνης, νὰ ἔχῃ καὶ αὕτη ἀποθήκην. Παρακαλοῦμεν λοιπὸν τὸν σεβαστὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ μεριμνήσῃ, ἵνα συστηθῇ ἀποθήκη καὶ ἐν Μεσσήνῃ, τροποποιουμένης κατὰ τοῦτο τῆς συμβάσεως. Διὰ τοῦ ἄρθρου 2 ὁρίζεται, ὅτι ἡ Τράπεζα θὰ ἀγοράζῃ καὶ θ’ ἀποθηκεύῃ τὴν σταφίδα εἰς τὰς ἀποθήκας, ἃς ἔχει ἐν Πάτραις, Πύργῳ, Κυπαρισσίᾳ καὶ Καλάμαις. Ἀλλ’ ἡ ἐπαρχία Μεσσήνης ἔχει τὴν μεγαλειτέραν παραγωγὴν, καὶ εἶναι γνωστὸν, ὅτι πολὺ μικρότερα ποσότης σταφίδος παράγεται ἐν ἄλλαις ἐπαρχίαις ἢ ἐν Μεσσήνῃ, αἱ δύο δ’ ἐπαρχίαι Καλαμῶν καὶ Μεσσήνης ἔχουσι παραγωγὴν 65,000,000 λιτρῶν, τῶν ὁποίων τὸ πλεῖστον παράγεται ἐν Μεσσήνῃ. Ἐὰν οἱ παραγωγοὶ ὑποχρεωθῶσι νὰ μεταφέρωσιν ἀπὸ Μεσσήνης εἰς Καλάμας τὸν σταφιδόκαρπόν των καὶ παραδίδωσιν αὐτὸν εἰς τὴν ἐν Καλάμαις ἀποθήκην, θὰ ὑποστῶσι μεγάλην μείωσιν τῆς τιμῆς τῆς διὰ τῆς συμβάσεως συνομολογηθείσης, διότι θὰ πωλήσωσιν αὐτὸν εἰς τιμὴν 110 ἢ 115 δραχμῶν. Δίκαιον εἶναι ἑπομένως νὰ ἱδρυθῇ ἀποθήκη οὐχὶ ἐν Καλάμαις, ἀλλ’ ἐν Μεσσήνῃ, ἥτις εἶναι τὸ κέντρον τῆς παραγωγῆς· ἢ, ἐὰν τοῦτο δὲν εἶναι δυνατὸν, πρέπει πάντως νὰ ὁρισθῇ ἐν τῇ συμβάσει, ὅτι ἡ Τράπεζα ὑποχρεοῦται νὰ ἱδρύσῃ εἰδικὴν ἀποθήκην ἐν Μεσσήνῃ. Διότι πῶς εἶναι δυνατὸν ν’ ἀφήσωμεν ἐπαρχίαν, ἥτις ἔχει 45,000,000 παραγωγὴν, μειονεκτοῦσαν πρὸς ἐπαρχίαν, ἡ ὁποία ἔχει 15 ἢ 20 ἑκατομμυρίων παραγωγὴν; Ὅτι δὲ ὑπερτερεῖ ἡ ἐπαρχία Μεσσήνης κατὰ τὴν παραγωγὴν, ἔχομεν ἀποδείξεις, κατὰ τῶν ὁποίων οὐδὲν δύναται ν’ ἀντιταχθῇ. Ἔχω πρόχειρον τὸν τελευταῖον ἰσολογισμὸν τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης τοῦ ἔτους 1901–1902, καὶ ἐξ αὐτοῦ δύναταί τις νὰ κρίνῃ περὶ τῆς παραγωγῆς ἑκάστης ἐπαρχίας, ἐξετάζων καὶ συγκρίνων τὰ ποσὰ, τὰ ὁποῖα ἡ Σταφιδικὴ Τράπεζα διέθεσε πρὸς δανεισμὸν τῶν παραγωγῶν. Ἐντεῦθεν θέλετε ἴδει πόσον πλεονεκτεῖ ἡ τῆς ἐπαρχίας Μεσσήνης.
§134Κ. ΦΛΕΣΣΑΣ. Οἱ παραγωγοὶ τῶν Καλαμῶν δὲν δανείζονται.
§135ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐκ τοῦ ἰσολογισμοῦ τῆς Τραπέζης βλέπετε, ὅτι αὕτη διέθεσεν ἐν Μεσσήνῃ 590,000 δραχμὰς, ἐν Καλάμαις δὲ μόνον 143,000. Ἀλλὰ δέχομαι ὅτι οἱ Καλάμιοι δὲν καταδέχονται νὰ δανεισθῶσι, κατὰ τὴν βεβαίωσιν τοῦ κ. Φλέσσα. Θὰ σᾶς φέρω ὅμως ἑτέραν ἀπόδειξιν. Ἔχω ὑπ’ ὄψιν μου ἕτερον πίνακα, ἀναγραφόμενον ἐν τῷ αὐτῷ ἰσολογισμῷ τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης, τὸν πίνακα τῆς χρεώσεως τῶν παραγωγῶν διὰ τῆς παροχῆς θειϊκοῦ χαλκοῦ· βλέπομεν δ’ ἐν αὐτῷ, ὅτι ἡ μὲν ἐπαρχία Καλαμῶν ἐχρεώθη διὰ 38,800 ὀκάδων, ἡ δὲ ἐπαρχία Μεσσήνης δι’ 140,000 ὀκάδων. Πῶς εἶναι λοιπὸν δυνατὸν, οὕτως ἐχόντων τῶν πραγμάτων, τοιαύτης οὔσης τῆς παραγωγῆς τῆς ἐπαρχίας Μεσσήνης, νὰ δεχθῶμεν νὰ ὑπάρχῃ μία μόνον ἀποθήκη διὰ τὰς δύο ἐπαρχίας; καὶ αὕτη ἐν Καλάμαις, νὰ μὴ ὑπάρχῃ δὲ τοιαύτη ἐν Μεσσήνῃ, ὅπου κεῖται τὸ κέντρον τῆς παραγωγῆς; Ἐὰν δὲ ἡ ἀξίωσις, ὅπως ἡ μόνη αὐτὴ διὰ τὰς δύο ἐπαρχίας ἀποθήκη ἱδρυθῇ ἐν Μεσσήνῃ δὲν θεωρηθῇ δικαία, τότε ἂς ἱδρυθῇ τοιαύτη ἐν Καλάμαις, ἀλλ’ ἂς ἱδρυθῇ καὶ ἐν Μεσσήνῃ. Παρακαλῶ λοιπὸν καὶ ἐγὼ μετὰ τῶν κ. κ. συναδέλφων τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ δεχθῇ, ὅπως ἐπιζητηθῇ ἡ μεταβολὴ αὕτη τῆς συμβάσεως.
§136Ν. ΜΙΣΥΡΛΗΣ. Δὲν ἀμφισβητῶ, ὅτι ἡ Μεσσήνη ἔχει μεγάλην παραγωγήν, νομίζω ὅμως, ὅτι, ἐπειδὴ ἐν τῇ συμβάσει ὡρίσθησαν τέσσαρες ἀποθῆκαι, ὁ δὲ προσδιορισμὸς αὐτῶν ἔχει σημασίαν καὶ πρέπει νὰ καταστῇ ἀντικείμενον διαπραγματεύσεων μετὰ τῶν ἀγοραστῶν, διότι αἱ ἀποθῆκαι εἶναι ὁ τόπος τῆς παραδόσεως τοῦ σταφιδοκάρπου, καὶ ἐπειδὴ φρονῶ, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἀναβληθῇ ἡ ψήφισις τοῦ νομοσχεδίου χάριν τῶν διαπραγματεύσεων τούτων, νομίζω ὅτι δύναται καὶ ἀρκεῖ νὰ τεθῇ διάταξις ἐν τῷ νόμῳ, καθ’ ἣν ἡ Σταφιδικὴ Τράπεζα δύναται νὰ συστήσῃ καὶ ἀλλαχοῦ ἀποθήκας τῇ ἐγκρίσει τῆς Κυβερνήσεως.
§137Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὅτε συνεζητεῖτο ἡ σύμβασις μεταξὺ τῶν διευθυντῶν τῶν Τραπεζῶν καὶ ἡμῶν, τὴν παράκλησιν ταύτην ἐποιησάμην ἐγὼ, παραστήσας, ὅτι ὁ ἀριθμὸς τῶν τεσσάρων ἀποθηκῶν εἶναι ἀνεπαρκὴς, καὶ ἔπρεπε καὶ εἰς ἄλλα μέρη νὰ συστηθῶσι τοιαῦται. Ἡ Σταφιδικὴ Τράπεζα ἐπέμενεν, ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ προσθέσῃ καὶ ἄλλας ἀποθήκας, καὶ δὲν ἔστερξε νὰ προστεθῶσιν ἄλλαι ἀποθῆκαι.
§138ΣΠ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Νομίζω, κύριε Πρόεδρε, ὅτι ἡ αἴτησίς μας εἶναι δικαία, καὶ θὰ σᾶς παρακαλέσωμεν νὰ ἐπιμείνητε.
§139Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν ἀμφισβητῶ, ὅτι οἱ ἀγορασταὶ τῆς σταφίδος, οἱ συμβαλόμενοι μετὰ τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης, ἐπιθυμοῦσι νὰ πολλαπλασιάσωσι τὰς ἀποθήκας, καὶ ὁ κύριος Πρόεδρος εἶχε δίκαιον, εἰπὼν, ὅτι παρέστησε τὴν ἀνάγκην τῆς συστάσεως περισσοτέρων ἀποθηκῶν, ἀλλ’ ὅτι δὲν ἐπέτυχε τοῦτο. Ἐγὼ οὐδεμίαν ἀμφιβολίαν ἔχω, ὅτι ἐγειρόμενοι σήμερον καὶ ζητοῦντες πολλαπλασιασμὸν τῶν ἀποθηκῶν, ματαιοπονοῦμεν. Ἀλλὰ θέλω νὰ παρατηρήσω συγχρόνως, ὅτι ματαίως ὑπὲρ τοῦ ἔργου ἐνεθουσιάσθημεν, ἀφοῦ ἐγένετο, ὡς ἐγένετο, καὶ μάτην ζητοῦμεν νὰ τύχωμεν ὅρων καλλιτέρων, ἐπὶ τετελεσμένου ἤδη ἔργου συζητοῦντες. Ἀλλ’ ἡ ζημία ἡ ἐκ τῶν ὀλίγων ἀποθηκῶν εἶναι πρόδηλος· διότι, ἐὰν ἐπιβαρύνωμεν τοὺς παραγωγοὺς τῆς σταφίδος μὲ τὰ ἔξοδα τῆς μεταφορᾶς εἰς τὰς ἀποθήκας τῆς Τραπέζης, ἐλαττοῦμεν καταφανῶς τὴν τιμὴν τῶν 130 δραχμῶν· ἡ ἐλάττωσις δὲ δὲν εἶναι μόνον ζημία λόγῳ τῆς ἐλαττώσεως τῶν 130 δραχμῶν, ἀλλὰ ζημία καὶ λόγῳ τοῦ πολλαπλασιασμοῦ, τῆς αὐξήσεως τῆς προσφορᾶς, ἣν ἐν τούτοις θέλομεν νὰ ἐλαττώσωμεν. Διότι δὲν θ’ ἀρνηθῆτε, ὅτι λόγῳ τῆς σμικρύνσεως τοῦ ποσοῦ τῶν 130 δραχμῶν ἕνεκα τῶν ἐξόδων τῆς μεταφορᾶς θ’ αὐξήσῃ ἡ προσφορὰ εἰς τὸ ἐλεύθερον ἐμπόριον σταφίδος μὲ τιμὰς κατωτέρας, ὅση εἶναι ἡ ἐλάττωσις τῆς τιμῆς τῶν 130 δρ. ἐκ τῶν ἐξόδων τῆς μεταφορᾶς. Εἰς τὴν Τράπεζαν θὰ πωλῶσιν ἐκεῖνοι μᾶλλον, ὅσοι εἶναι ἐγγὺς τῶν ἀποθηκῶν παραλαβῆς· οἱ ἄλλοι θὰ προτιμῶσι νὰ πωλῶσιν εἰς τοὺς ἐμπόρους, οἱ ὁποῖοι προσφέρουσι τιμὰς κατά τι ἀνωτέρας τῶν ἐλαττωμένων τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης ἐκ τῶν ἐξόδων τῆς μεταφορᾶς. Ἀλλὰ τότε τί θὰ ἔχωμεν; Ἀντὶ τῶν διακοσίων ἑξήκοντα ἑκατομμυρίων λιτρῶν, ἐπὶ τῶν ὁποίων στηρίζεται τῆς συμβάσεως ὁ μηχανισμὸς καὶ διὰ τῶν ὁποίων, ἐὰν μόνον τὸ ποσὸν αὐτὸ ἐξαχθῇ εἰς τὸ ἐξωτερικὸν, ἐπιτυγχάνεται εὐλόγως ἀνύψωσις τῶν τιμῶν τῆς σταφίδος, θὰ ἐξάγηται τοὐναντίον μεγαλείτερον ποσόν, καὶ προσφερόμενον εἰς τὰς ξένας ἀγορὰς θὰ ὑποτιμᾷ ἀναγκαίως αὐτήν. Ἂν ἡ τιμὴ τῶν 130 δραχμῶν δύναται νὰ κρατήσῃ ἐν Ἑλλάδι τοσοῦτον ποσὸν, ὥστε μόνον 260 ἑκατομμύρια νὰ ὑπολειφθῶσι διὰ τὸ ἐξωτερικὸν, ἡ τιμὴ τῶν 120 καὶ 115 καὶ 110 δραχμῶν, ἣν πράγματι προσφέρει ἡ Σταφιδικὴ Τράπεζα, δὲν δύναται νὰ κρατήσῃ τὸ αὐτὸ ποσὸν, διότι θὰ προσφέρῃ ἀνωτέραν τιμὴν τὸ ἄλλο ἐμπόριον. Ὁ διαγωνισμὸς θ’ αὐξήσῃ τὴν ἐξαγωγὴν, καὶ ἑπομένως καὶ τὴν ὑποτίμησιν. Ἐπὶ τούτου ἐφιστῶ τὴν προσοχὴν ἐκείνων, οἵτινες εὑρίσκουσιν, ὅτι τὰ πάντα σκοπίμως καὶ ἐπωφελῶς ὑπὲρ τῶν παραγωγῶν διερρυθμίσθησαν διὰ τῶν φανερῶν καὶ μυστικῶν συμβάσεων, καὶ ὅτι πρέπει τὸ ταχύτερον νὰ σπεύσωμεν νὰ ψηφίσωμεν τὰ προτεινόμενα. Ἐνδεχόμενον τὸ σχέδιον ν’ ἀποτύχῃ, καὶ οὐδὲν καλὸν νὰ ἐπέλθῃ, ὡς ἐκτελεῖται.
§140Ν. ΜΙΣΥΡΛΗΣ. Δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία, ὅτι ὁ προσδιορισμὸς τῶν τόπων τῆς παραλαβῆς, ὁ ἐν ἄρθρῳ 20 τῆς συμβάσεως, εἶναι εἰς ἄκραν ἀντίφασιν πρὸς τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 1, καθ’ ἣν ἡ Σταφιδικὴ Τράπεζα εἶναι ὑποχρεωμένη νὰ ἀγοράζῃ σταφίδα τῆς κατωτάτης ποιότητος. Τὸ συμπέρασμα τῆς διατάξεως ταύτης εἶναι, ὅτι πρέπει νὰ ὑπάρχωσιν ἀποθῆκαι ἐκεῖ, ἔνθα παράγεται ἡ τελευταία ποιότης τῆς σταφίδος, ἐνῷ διὰ τοῦ ἄρθρου 2 προσδιορίζονται τόποι ἐκεῖ, ἔνθα παράγεται σταφὶς ἀνωτέρας ποιότητος, ὡς λόγου χάριν ἐν Πάτραις, ὅπου ἡ σταφὶς εἶναι ἀσυγκρίτῳ τῷ λόγῳ ἀνωτέρα τῆς σταφίδος τῆς Μεσσήνης καὶ τῆς Πυλίας. Δὲν βλέπω λοιπὸν τὸν λόγον, διατὶ νὰ ὑποχρεωθῶσιν αἱ ἐπαρχίαι Μεσσήνης καὶ Πυλίας νὰ μεταφέρωσι τὴν σταφίδα των εἰς Πάτρας καὶ νὰ ἐπιβαρύνωνται διὰ μεγάλων ἐξόδων μεταφορᾶς, καὶ διατὶ νὰ μὴ ὁρισθῶσι τόποι παραλαβῆς καὶ ἐν Πυλίᾳ καὶ Μεσσήνῃ.
§141Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Νομίζετε ὅτι πρέπει νὰ ὑπάρχῃ καὶ ἐν Πυλίᾳ;
§142ΜΙΣΥΡΛΗΣ. Βεβαίως. Τί χρειάζεται ἡ ἀποθήκη ἐν Πάτραις, ἔνθα παράγεται σταφὶς ἀνωτέρας ποιότητος; Ἑπομένως εἶναι ἀναπόδραστος ἀνάγκη νὰ ὁρισθῶσι καὶ ἡ Μεσσήνη καὶ ἡ Πυλία ὡς τόποι μεταφορᾶς τῆς σταφίδος. Χθὲς σᾶς ἀνέπτυξα, ὅτι, ἐὰν ἀφαιρεθῶσι τὰ ἔξοδα τῆς μεταφορᾶς καὶ οἱ φόροι οἱ λιμενικοὶ καὶ οἱ δημοτικοὶ, ἡ τιμὴ τῆς σταφίδος, ἣν θ’ ἀγοράζῃ ἡ Σταφιδικὴ Τράπεζα, κατέρχεται εἰς τὰς 110 δραχμὰς, καὶ οὕτως οὐδεμίαν ἀνακούφισιν προσφέρομεν εἰς τὰς ἐπαρχίας.
§143Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἔχετε καὶ ἕτερον δικαίωμα, νὰ μὴ θελήσητε νὰ πωλήσητε.
§144ΜΙΣΥΡΛΗΣ. Τὸ γνωρίζομεν ἀλλ’ οὕτως οὐδεμία ἀσφάλεια ὑπάρχει, διότι οὕτω θὰ ἐπέλθῃ ἐξαγωγὴ πλέον τῶν 260,000,000, καὶ ἑπομένως φθάνομεν εἰς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἠθελήσαμεν ν’ ἀποφύγωμεν. Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν ταῦτα.
§145Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Σᾶς εἶπεν ὁ κ. Πρόεδρος, ὅτι τὸ ἐζήτησεν, ἀλλὰ δὲν ἐγένετο δυνατὸν νὰ τὸ δεχθῶσι.
§146ΜΙΣΥΡΛΗΣ. Ἐγὼ ὤφειλον νὰ κάμω τὴν παρατήρησιν, ἣν εἶχον ἐντολὴν νὰ κάμω.
§147Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Καὶ ἐγὼ σᾶς πληροφορῶ, ὅτι ἐγένετο λόγος καὶ συζήτησις περὶ τούτου, ἀλλ’ ἡ Σταφιδικὴ Τράπεζα δὲν τὸ ἐδέχθη.
§148Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Οἱ ἄλλοι, οἱ ὄπισθεν τῆς Τραπέζης.
§149Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἔστω· οἱ ἄλλοι δὲν τὸ ἐδέχθησαν.
§150ΣΠ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, θὰ παρακαλέσω τοὐλάχιστον, ἐὰν τοῦτο δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γείνῃ, διότι δὲν ἐνδίδει ἡ Σταφιδικὴ Τράπεζα, ἢ αἱ ὄπισθεν αὐτῆς, νὰ μεριμνήσητε νὰ παραδεχθῶσιν, ἵνα παραδίδηται τὸ πρᾶγμα εἰς τὰς ἀποθήκας τῆς παρακρατήσεως, διότι τοῦτο μᾶς ἐνδιαφέρει τὰ μέγιστα.
§151Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν δύναμαι νὰ σᾶς εἴπω ὄχι, καίτοι, ὁμιλῶν καὶ περὶ τούτου, ὁμολογῶ ὅτι, ἐὰν δὲν δύναμαι νὰ σᾶς εἴπω ὄχι, δὲν εἶμαι ἐξουσιοδοτημένος νὰ σᾶς εἴπω καὶ τὸ ἐναντίον.
§152Κ. ΓΕΡΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἡ Ζάκυνθος, ἡ Κεφαλληνία καὶ ἡ Λευκὰς ἀποκλείονται καθ’ ὁλοκληρίαν τῆς συμβάσεως.
§153ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ σταφὶς ἐκείνη εἶναι προωρισμένη διὰ τὴν Ὁλλανδίαν.
§154Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Πρὸ ἡμερῶν, κύριε Γεράκη, μᾶς ἐλέγετε, ὅτι εἶναι διὰ τὴν Ὁλλανδίαν.
§155ΓΕΡΑΚΗΣ. Ἀλλὰ δὲν ἐσκέφθη ὁ κ. Ἀγγελόπουλος, ὅτι τοῦτο δὲν εἶναι λόγος ν’ ἀποκλεισθῶμεν τῆς συμβάσεως, καὶ ὅτι ὑπάρχει καὶ φόβος βροχῆς. Ἐὰν ἡμεῖς δὲν ἔχωμεν τὰ εὐεργετήματα τῆς συμβάσεως καὶ ἀποφασίσωμεν νὰ πωλήσωμεν εἰς τὴν Σταφιδικὴν Τράπεζαν, τότε βεβαίως ἡ καθοριζομένη τιμὴ διὰ τὴν σταφίδα τῶν περιφερειῶν τούτων δὲν θὰ ἦναι ἀνωτέρα τῶν 90 δραχμῶν ἕνεκα τῶν ἐξόδων τῆς μεταφορᾶς. Ἄλλως τε πρέπει νὰ γνωρίζῃ ὁ κ. Ἀγγελόπουλος, ὅτι ὑπάρχει καὶ κατωτάτη ποιότης.
§156Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐπὶ τῇ προβλέψει τῆς ἐνδεχομένης βροχῆς, — ἐπειδὴ δὲν εἶναι ἀδύνατον καὶ ἐνδέχεται νὰ βρέξῃ, — αὐτὴν τὴν περίπτωσιν θέλετε νὰ προβάλητε;
§157ΓΕΡΑΚΗΣ. Ὄχι μόνον, ἀλλὰ λέγω καὶ τὸ ἑξῆς· ὅτι ἡ Ζάκυνθος, ἡ Κεφαλληνία καὶ ἡ Λευκὰς παράγουσι καὶ κατωτάτην ποιότητα, τὴν ὁποίαν δυνάμεθα καὶ ἡμεῖς νὰ πωλήσωμεν πρὸς 130 δραχμάς. Ὅταν ὅμως μᾶς ἀποκλείητε τὸ δικαίωμα νὰ τὴν πωλήσωμεν εἰς τὸν τόπον τῆς παραγωγῆς, καὶ μᾶς λέγητε νὰ τὴν στείλωμεν εἰς Πάτρας, ὅπως εἶναι δυνατὸν νὰ τὴν πωλήσωμεν 130 δραχμάς;
§158ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅτε συνεζητεῖτο ἡ σύμβασις τοῦ Μονοπωλίου, μᾶς ἐλέγετε ὅτι ἡ σταφὶς τῆς Κεφαλληνίας εἶναι ἀνωτέρας ποιότητος· τώρα πῶς εὑρίσκετε ὅτι εἶναι κατωτέρας;
§159ΓΕΡΑΚΗΣ. Ἀλλ’ ὅταν βρέχηται ἡ σταφὶς, πάντοτε βλάπτεται ἡ ποιότης αὐτῆς καὶ γίνεται κατωτέρα, καὶ ὡς ἔχομεν ἐκλεκτὴν καὶ τρεχουμένην, ἔχομεν καὶ κατωτάτην.
§160ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ προτείνω τι, τὸ ὁποῖον...
§161Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ζητεῖτε τὴν ἀναβολήν; Ἀλλὰ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶπεν, ὅτι δὲν δύναται νὰ μεταβάλῃ τίποτε.
§162ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι· ἀλλὰ θὰ προτείνω τι, τὸ ὁποῖον δὲν συνδέεται μὲ τὴν ἀνάγκην τῆς ἀναβολῆς,
§163ΓΕΡΑΚΗΣ. Τὸ βέβαιον εἶναι, ὅτι αὐτὰ εἶναι περιττὰ, διότι θὰ ψηφισθῇ ἀπόψε ἡ σύμβασις, ὡς ἔχει.
§164ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ προτείνω τροποποίησιν, ἡ ὁποία δὲν μεταβάλλει τὴν σύμβασιν. Δὲν πρόκειται βεβαίως περὶ νόμου, τὸν ὁποῖον ἔχομεν ἡμεῖς τὴν ἐξουσίαν νὰ μεταβάλωμεν· πρόκειται περὶ συμβάσεως τῆς Κυβερνήσεως μετὰ τῶν Τραπεζῶν. Ἀλλ’ ἐπεθύμουν νὰ παρεμβληθῇ ἐν τῇ συμβάσει διάταξις, ἥτις νὰ καθιστᾷ δυνατὴν τὴν ἵδρυσιν καὶ ἄλλων ἀποθηκῶν, ὅπου ἤθελε κριθῇ ἀναγκαῖον. Εἶναι λοιπὸν δυνατόν.
§165ΓΕΡΑΚΗΣ. Ἐὰν τροποποιηθῇ ἡ σύμβασις, μάλιστα.
§166ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Σᾶς παρακαλῶ. Δύναται νὰ ψηφισθῇ ἡ διάταξις, παρεντιθεμένη ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, χωρὶς νὰ ἀλλοιωθῇ τὸ κείμενον τῆς συμβάσεως. Τὸ κείμενον τῆς συμβάσεως θὰ μείνῃ ὡς ἔχει. Ἀφοῦ ὑπεγράφη ἡ σύμβασις παρὰ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως καὶ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν ἀφ’ ἑνὸς καὶ παρὰ τῶν ἀντιπροσώπων τῶν Τραπεζῶν ἀφ’ ἑτέρου, ἡ σύμβασις θὰ μείνῃ ὡς ἔχει· ἀλλ’ ἡ Βουλὴ ἔχει τὴν ἐξουσίαν, τὸν νόμον, ὅστις θὰ κυρώσῃ τὴν σύμβασιν, νὰ τὸν καταρτίσῃ ὡς ἤθελε κρίνει ἀναγκαῖον. Προτείνω λοιπὸν, ὅπως ἐν αὐτῷ τῷ νόμῳ περιληφθῇ διάταξις, καθ’ ἣν θὰ ἦτο δυνατὴ ἡ ἵδρυσις ἀποθηκῶν ὅπου ἤθελε κριθῇ τοῦτο ἀναγκαῖον, μετὰ συνεννόησιν μεταξὺ τῶν συμβαλλομένων μερῶν. Ἡ πρότασις εἶναι ἀνάγκη νὰ προστεθῇ ὡς ἴδιον ἄρθρον ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, ἐπιτρέπον εἰς τὴν Σταφιδικὴν Τράπεζαν, ἐν συνεννοήσει πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, νὰ συστήσῃ καὶ ἄλλας ἀποθήκας, πλὴν τῶν ἀναφερομένων ἐν τῷ ἄρθρῳ 2 τῆς συμβάσεως καὶ τοῖς ἑπομένοις. Ἡ σύμβασις οὕτω μένει ἀκεραία, χωρὶς νὰ μεταβάλληται τὸ σχετικὸν ἄρθρον αὐτῆς. Ἐὰν ἡ Βουλὴ ἐγκρίνῃ, παρακαλῶ νὰ περιληφθῇ ἄρθρον ὑπὸ τοιοῦτον πνεῦμα ἐν τῷ νομοσχεδίῳ τῷ κυροῦντι τὴν σύμβασιν.
§167ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει ἕτερός τις τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 1;
§168ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐγώ, κύριε Πρόεδρε.
§169ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα.
§170ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ νομοσχεδίου ὁμιλῶν, θὰ λάβω ἀφορμὴν νὰ φέρω παρατηρήσεις ἐπὶ ἄρθρων τῆς συμβάσεως. Τὸ ἄρθρον 12 τῆς συμβάσεως λέγει τὰ ἑξῆς: «Ἄν ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἤθελε συμβληθῆ περὶ προνομίου ἐξαγωγῆς σταφίδος διὰ συμβάσεως, θέλει περιλάβει ἐν τῇ συμβάσει ταύτῃ τὸν ὅρον, ὅτι ἡ ἀποκτήσουσα τὸ ἐν λόγῳ προνόμιον Ἑταιρεία δὲν δικαιοῦται οὔτε ἡ ἰδία νὰ καταναλίσκῃ σταφίδα εἰς βιομηχανικὴν χρῆσιν, οὐδὲ νὰ πωλήσῃ τοιαύτην εἰς ἄλλους ἐπὶ τοιαύτῃ χρήσει πρὸ τῆς 1 Ἰανουαρίου 1906.» Δὲν γνωρίζω ἂν θὰ ψηφισθῇ καὶ πότε τὸ μονοπώλιον τῆς σταφίδος. Ἀλλὰ διαβλέπω ἐν τῷ ἄρθρῳ τούτῳ διαθέσεις ἐκ μέρους τῶν συμβληθέντων μετὰ τῆς Τραπέζης, ὅπως μέχρι τῆς 1 Ἰανουαρίου 1906 ἐμποδίσωσι τὴν πώλησιν πρὸς βιομηχανικὴν χρῆσιν, ἢ τὴν βιομηχανικὴν κατεργασίαν ὑπὸ τῆς ἐνδεχομένης Ἑταιρείας μονοπωλίου τῆς σταφίδος οἱουδήποτε ποσοῦ αὐτῆς, ὅπως διατηρήσῃ αὕτη τὴν ἀξίαν της ἐν ταῖς ἀγοραῖς. Ἀλλ’ εἶναι τοιαύτη ἀπαγόρευσις ἀναγκαία; Ἀπὸ τοῦ Σεπτεμβρίου τοῦ 1903 θὰ γένωνται οἱ οἰνοπνευματοποιοὶ κύριοι ποσοῦ σταφίδος ἀληθῶς μεγάλου, τὸ ὁποῖον θὰ χρησιμοποιηθῇ εἰς βιομηχανικὰς χρήσεις, ἰδίως εἰς κατασκευὴν οἴνου, κονιάκ, μιστελίου. Ἀλλ’ ἔχομεν τρία ἔτη μέχρι τῆς 1 Ἰανουαρίου 1906, καὶ τὸ χρονικὸν αὐτὸ διάστημα εἶναι ὑπέρμετρον διὰ τὸ ποσὸν ἐκεῖνο σταφίδος. Ὑποθέτω, ὅτι προέβαλλον οἱ συμβαλλόμενοι εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὴν ἀξίωσιν ταύτην περὶ περιορισμοῦ τῶν δικαιωμάτων τῆς Ἑταιρείας τοῦ Μονοπωλίου οὐχὶ τόσον διότι ἔχουν ἀνάγκην τοσοῦτον μεγάλου χρονικοῦ διαστήματος, ἵνα ἐξοδεύσουν τὰ προϊόντα αὑτῶν τὰ ἐκ τῆς σταφίδος, ἀλλὰ μᾶλλον διότι, θεωροῦντες ἐχθρὸν αὑτῶν τὸ μονοπώλιον, θέλουν νὰ παρεμβάλουν αὐτῷ δυσκολίας εἰς τὴν χρησιμοποίησιν τῆς σταφίδος πρὸς οἱανδήποτε βιομηχανικὴν χρῆσιν ἐν Ἑλλάδι, εἴτε ἀπευθείας, εἴτε δι’ ἄλλου. Ἀλλ’ ὅπως καὶ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Παρνασσίδος χθὲς ἐβεβαίου, καὶ ὅπως τὰ πράγματα πείθουν, θὰ ἦναι τὸ ποσὸν, ὅπερ θ’ ἀγοράσουν, ἐλάχιστον. Ὡς γνωρίζετε, 52,000,000 θὰ ἦναι τὸ παρακράτημα ἐπὶ ποσοῦ 260,000,000 ἐξαχθησομένου. 35 ἢ 38 ἑκατομμύρια, νομίζω, ὑπελόγιζεν ὁ κ. Σιμόπουλος, ὅτι θὰ ἦναι τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον θ’ ἀγορασθῇ παρὰ τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης. Ἐγὼ, καθ’ ἃ προεῖπον, λόγῳ τῶν ἐξόδων τῆς μεταφορᾶς αὐτῶν, τὰ ὁποῖα θὰ ἐλαττώσωσι τὴν τιμὴν τῶν 130 δραχμῶν, περιμένω, ὅτι πολὺ μεγαλύτερον θὰ ἦναι τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον θὰ ἐξαχθῇ. Καὶ θ’ αὐξήσῃ μὲν τὸ παρακράτημα ἕνεκα τούτου, ἀλλὰ θὰ ἐλαττωθῇ τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον θ’ ἀγοράζωσιν ἀντὶ 130 δραχμῶν. Οὕτω δὲν ἔχει νὰ ἐπιβαρυνθῇ ἐλάχιστον ποσὸν σταφίδος ὡς παρακράτημα, ἀλλὰ θὰ ἐπιβαρυνθῇ συγχρόνως ἐπὶ 130 δραχμῶν μικρότερον ποσὸν σταφίδος. Ὡς καὶ προηγουμένως εἶπον, ἡ Σταφιδικὴ Τράπεζα ἐκεῖ θ’ ἀγοράσῃ, ὅπου πράγματι αἱ 130 δραχμαὶ θὰ ἦναι πραγματικὴ τιμή. Ἐκεῖ ὅμως, ὅπου θὰ ἐλαττῶται λόγῳ τῶν ἐξόδων τῆς μεταφορᾶς εἰς τὰς ἀποθήκας της, θὰ προτιμῶνται οἱ ἔμποροι τοῦ ἐλευθέρου ἐμπορίου, ὅταν προσφέρωσι 2 ἢ 3 δραχμὰς περισσότερον τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης. Νομίζω διὰ τοῦτο, ὅτι τὸ ὅλον ποσὸν σταφίδος θὰ ἦναι 70,000,000 λίτραι. Εἶναι ὅμως τόσον μέγα τὸ ποσὸν αὐτὸ, ὥστε ν’ ἀπαιτῶσιν οἱ κύριοι αὐτοὶ μέχρι τῆς 1 Ἰανουαρίου τοῦ 1906 νὰ μὴ δύναται νὰ πωλῇ τὸ Μονοπώλιον; Δὲν ἀσφαλίζομεν αὐτοὺς οὕτω μᾶλλον διὰ τὸ παρακράτημα; Τί εἶναι ποσὸν 70,000,000 σταφίδος, ὥστε νὰ ζητοῦν 3 ἔτη προστασίας διὰ νὰ τὸ πωλήσουν; Τὸ ποσὸν αὐτὸ, ἐὰν εἶναι ἀληθῆ τὰ λεγόμενα περὶ μεγάλης ζητήσεως οἴνου ἐκ μέρους τῆς Γαλλίας, λόγῳ τῆς ἐκ τῶν παγετῶν τοῦ Ἀπριλίου καταστροφῆς μεγάλου μέρους τῆς ἐσοδείας τῶν ἀμπέλων αὐτῆς, φρονῶ, ὅτι εὐκόλως καὶ ἐπικερδῶς θὰ ἐξαγάγουν. Ἀλλὰ καὶ ἡ συνήθης, ἡ τακτικὴ ζήτησις τοῦ μιστὲλ ἀρκεῖ διὰ τὴν ἐξόδευσίν του. Ἀλλ’ ἔστω· φοβοῦνται οἱ οἰνοπνευματοποιοὶ τῆς συμβάσεως, ὅτι δὲν θὰ δυνηθῶσι νὰ διαθέσωσιν ἐντὸς τοῦ χρονικοῦ αὐτοῦ διαστήματος ἅπαν τὸ ποσὸν αὐτό. Πλὴν τότε δὲν πρέπει νὰ ὁρισθῇ ἡ ἀπαγόρευσις κατὰ τὸν τρόπον αὐτὸν τὸν ἀπόλυτον, διὰ προθεσμίας δηλονότι μέχρι 1 Ἰανουαρίου 1901, ἄνευ ἐξετάσεως, ἂν εὑρίσκονται ἀληθῶς κάτοχοι προϊόντος παραχθέντος ἐξ αὐτοῦ τοῦ ποσοῦ τῆς σταφίδος, ἔστω μετὰ τοῦ παρακρατήματος· διότι θὰ ἦναι ἄδικον νὰ ἐμποδίζηται ἐπὶ 3 ἔτη ἓν μονοπώλιον, ἐὰν ὑποθέσωμεν ὅτι τὸ μονοπώλιον πρόκειται νὰ ἐγκατασταθῇ, νὰ ἐμποδίζηται, λέγω, διατί; Διότι ἦλθεν εἰς τὸν νοῦν τινων βιομηχάνων νὰ ἱδρύσωσι μίαν ἐπιχείρησιν, καὶ φοβοῦνται, καὶ θέλουν ἐγγυήσεις μέχρι τῆς 1 Ἰανουαρίου 1906. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον θὰ ἐπροτίμων, ἀφοῦ δὲν εἶναι δυνατὴ μεταβολὴ τῆς συμβάσεως, νὰ προστεθῇ τοὐλάχιστον, ὅτι μόνον ἐφ’ ὅσον μέχρι τῆς 1 Ἰανουαρίου 1906 ὑπάρχῃ τοιοῦτο προϊὸν ἐκ τῆς σταφίδος ἀπώλητον καὶ ἕνεκα τούτου ὁ διαγωνισμὸς ἐκ μέρους τοῦ Μονοπωλίου ἀπειλῇ τοῖς οἰνοπνευματοποιοῖς ζημίας, ἀπαγορεύεται εἰς αὐτὸ ἡ κατεργασία ἢ πώλησις σταφίδος ἐν Ἑλλάδι. Ἀλλ’ ἐπίσης νὰ ὁρισθῇ, ὅτι, ἐὰν τὸ ἀπώλητον αὐτὸ προϊὸν ἤθελε τὸ ἐξαγοράσει ἡ Ἑταιρεία τοῦ Μονοπωλίου ἐπὶ τῇ τιμῇ, ἡ ὁποία βεβαιοῦται, ὅτι εἶναι δικαία, ἡ ἀπαγόρευσις θὰ παύῃ. Αὐτὴ εἶναι ἡ δικαία ἐκτίμησις τῶν πραγμάτων. Ἀλλὰ, διότι σήμερον εὑρίσκονται εἰς μεγάλας ἀνάγκας οἱ παραγωγοὶ τῆς σταφίδος, καὶ ζητοῦσι, νομίζοντες ὅτι τοιουτοτρόπως θὰ πωλήσουν εἰς καλλιτέρας τιμὰς,—ὅπερ εἶναι πλάνη, διότι θ’ ἀποδεχθῇ, ὅτι ἡ τιμὴ τῆς σταφίδος θὰ ἦναι ἐκείνη, τὴν ὁποίαν καὶ ἄνευ τῆς συμβάσεως, θὰ ἐλάμβανον, — καὶ ζητοῦσιν ὅπως–ὅπως τὴν σύμβασιν, δὲν εἶναι πρέπον καὶ δίκαιον νὰ ὑποβάλωμεν αὐτοὺς εἰς ἐπιζημίους ὅρους, οὓς ὑπαγορεύουν εἴτε ἄνθρωποι ἄνευ κεφαλαίων, εἴτε ἄπληστοι κερδοσκόποι. Διὰ τοῦτο ἐπιμένω νὰ ὁρισθῇ, ὅτι, ἐν ᾗ περιπτώσει κατὰ τὴν τριετίαν σώζεται ἀπώλητον προϊὸν ἐκ τῆς σταφίδος, τὸ προϊὸν αὐτὸ θὰ δικαιοῦται νὰ ἀγοράσῃ τὸ Μονοπώλιον εἰς τὴν τιμὴν, ἡ ὁποία κρίνεται ὡς ἡ δικαία, καὶ νὰ μὴ ὑποχρεῶται εἰς μίαν κακόβουλον καὶ αὐθαίρετον ἀπαγόρευσιν. Ἄνευ τούτου θεωρῶ τὸν ὅρον ὡς καταπίεσιν, καὶ ὄχι μόνον καταπίεσιν, ἀλλὰ καὶ ἐκ πνεύματος ἐκδικήσεως ὑπαγορευθέντα, διότι οἱ ἴδιοι εἶναι οἱ διεξαγαγόντες τὸν σφοδρὸν πόλεμον ἐναντίον τοῦ Μονοπωλίου, οἵτινες ἔρχονται ἤδη μετὰ τὴν ἀποτυχίαν τοῦ Μονοπωλίου, καὶ ἐκμεταλλευόμενοι τὴν ἀπελπισίαν κατὰ τὴν ἐφετεινὴν ἐσοδείαν τῶν παραγωγῶν, λέγουσι πρὸς αὐτούς: «Ἄ! Κύριοι, ἠθέλετε καὶ θέλετε τὸ Μονοπώλιον; Λοιπὸν θὰ σᾶς ἀναγκάσωμεν ἡμεῖς μέχρι τοῦ 1906 νὰ μὴ τὸ ἀποκτήσητε, καὶ ἂν προσφέρηται ὑμῖν. Ἀκολούθως βλέπομεν τί θὰ γείνῃ.» Ἀσθενέστερος τόπος διὰ νὰ πράττῃ ὅ,τι τὸν συμφέρει ἀπὸ τὴν Ἑλλάδα δὲν ὑπάρχει. Αὐτὸς εἶναι ὁ σκοπὸς τῆς συμβάσεως, καὶ Κύριος οἶδεν, ἂν δὲν θὰ ἔλθωσιν οἱ αὐτοὶ καὶ τὸ ἑπόμενον ἔτος, εὑρίσκοντες ἀνοικτὸν πάλιν τὸ στάδιον, νὰ ἐπιβάλωσιν εἰς τοὺς παραγωγοὺς χειροτέρους ὅρους. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὸν κύριον Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ἐὰν ἐγκρίνῃ, νὰ ὑποδείξῃ εἰς αὐτοὺς τοὺς κυρίους τὸ ἄτοπον τῆς ἀπολύτου ἀπαγορεύσεως μέχρι τῆς 1 Ἰανουαρίου 1906 κατὰ τῆς ἐνδεχομένης Ἑταιρείας τοῦ Μονοπωλίου, καὶ νὰ ἀρκεσθῶσιν εἰς τοῦτο, ὅτι, ἐφ’ ὅσον ὑπάρχῃ προϊὸν ἐκ τῆς σταφίδος, περὶ ἧς ἡ σύμβασις, νὰ ἔχωσι τὸ δικαίωμα ν’ ἀπαιτῶσι παρὰ τοῦ Μονοπωλίου νὰ μὴ πωληθῇ παρ’ αὐτοῦ σταφίς, ἢ νὰ μὴ κατασκευασθῇ ἐκ σταφίδος βιομηχανικόν τι προϊὸν ἀπειλοῦν διαγωνισμὸν πρὸς ὅμοιον, διότι πιθανὸν τὸ Μονοπώλιον νὰ παραγάγῃ ἄλλο τι προϊόν. Ὑποθέσατε ὅτι αὐτοὶ ἔχουσιν οἶνον μόνον, καὶ ἡ Ἑταιρεία τοῦ Μονοπωλίου θέλει νὰ κατασκευάσῃ μιστέλιον ἢ οἰνοπνεύματα. Δὲν ἐννοῶ διατὶ ν’ ἀπαγορεύηται τότε.
§171Α. ΚΕΦΑΛΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἀφοῦ τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον θ’ ἀγοράσῃ ἡ Σταφιδικὴ Τράπεζα, δὲν θὰ ἔχῃ διόλου διάφορον σκοπὸν ἐκείνου, τὸν ὁποῖον ἔχει τὸ παρακράτημα, νομίζω ὅτι δύνανται νὰ ὑπάρξωσιν ἀποθῆκαι ἐκεῖ, ἔνθα ὑπάρχουσιν ἀποθῆκαι παρακρατήσεως, καὶ τὴν ὑπηρεσίαν ταύτην, χωρὶς νὰ τὴν κάμωσιν ἄλλοι ὑπάλληλοι, ὅτε θὰ προστεθῇ δαπάνη εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τῆς Τραπέζης, τὴν ὑπηρεσίαν ταύτην νὰ ἐνεργῶσιν οἱ πράκτορες· διότι ὅπου εἶναι ἀποθῆκαι παρακρατήσεως, ἐκεῖ ὑπάρχουσι καὶ πράκτορες. Φρονῶ, λοιπὸν, ὅτι, ἀφοῦ οἱ ἀγορασταὶ θὰ ὑποχρεωθῶσι νὰ ἀγοράζωσιν ὁλόκληρον τὸ ποσὸν τῆς παρακρατήσεως καὶ τὸ ἀγορασθησόμενον ὑπὸ τῆς Τραπέζης, δὲν ὑπάρχει καμμία δυσκολία νὰ μὴ θελήσωσι νὰ συσταθῶσι πλειότεραι ἀποθῆκαι τῶν τεσσάρων, τὰς ὁποίας ἔχει τὸ νομοσχέδιον. Διὰ τοῦτο θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ κανονισθῇ ἡ ὑπόθεσις δι’ οἱουδήποτε τρόπου ἤθελεν ἐγκρίνει ὁ κ. Πρόεδρος, ὥστε νὰ ἐπιτραπῇ εἰς τὴν Σταφιδικὴν Τράπεζαν νὰ συστήσῃ ἀποθήκας πανταχοῦ, ὅπου ὑπάρχουσιν ἀποθῆκαι παρακρατήσεως, καὶ τὴν ὑπηρεσίαν ταύτην νὰ ἐνεργῶσιν οἱ πράκτορες τῆς Τραπέζης.
§172ΓΚΟΤΣΗΣ. Ὑπάρχει τροπολογία τοιαύτη.
§173ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει ἄλλος τις τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 1; Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 1 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἡ τροπολογία τοῦ κ. Μερλοπούλου θὰ τεθῇ ὡς ἀκροτελεύτιον ἄρθρον.
§174ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχω καὶ δευτέραν τροπολογίαν, κύριε Πρόεδρε. Θὰ τὴν ὑποβάλω μετὰ τὸ τέλος τῆς ἀναγνώσεως τῶν ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου.
§175Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Διατὶ ἀναμιγνύετε τὴν μίαν μὲ τὴν ἄλλην;
§176ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ προαναγγέλλω εἰς τὸν κ. Πρόεδρον διὰ νὰ μοὶ δώσῃ τὸν λόγον.
§177ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 2 (ἀναγινώσκεται).
§178ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐπὶ τοῦ δευτέρου ἄρθρου ἐπανέρχομαι, παρατηρῶν ὅτι ἄνευ κυρώσεως νομοθετικῆς καὶ τῆς ἑτέρας συμβάσεως τῆς 9 Ἰουνίου, ἡ ὁποία ἔχει ὑπογραφῆ μεταξὺ τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης καὶ τῆς Οἰνοποιητικῆς καὶ Γεωργικῆς Ἑταιρείας, τῆς Τραπέζης Ἀθηνῶν καὶ τοῦ Ἀνδρέου Καμπᾶ, κινδυνεύει ἡ σύμβασις νὰ μὴ ἔχῃ ἰσχύν· διότι κατὰ τὸ σήμερον ἰσχῦον καθεστὼς δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα ἡ Σταφιδικὴ Τράπεζα νὰ διαθέτῃ τὸ προϊὸν τοῦ παρακρατήματος, εἰμὴ διὰ δημοπρασίας. Νομίζω ὅτι τοῦτο ἀναφέρεται ἐν τῷ καταστατικῷ αὐτῆς, τῷ ἐγκριθέντι διὰ Β. Διατάγματος· ἐὰν δὲ ὑποθέσωμεν ὅτι ἐφαρμόζεται ὁ λογιστικὸς νόμος, λόγῳ τοῦ ὅτι πρόκειται περὶ δημοσίας διαχειρίσεως, ἀπαγορεύεται καὶ ὑπ’ αὐτοῦ.
§179ΜΙΣΥΡΛΗΣ. Τὸ ὁρίζει ὁ νόμος.
§180ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δὲν ἐνθυμοῦμαι ἂν ὁ νόμος ἢ τὸ καταστατικὸν τὸ ὁρίζει, ἀλλ’ εἴτε τὸ ἓν εἴτε τὸ ἄλλο, ἀπαγορεύεται εἰς τὴν Σταφιδικὴν Τράπεζαν νὰ διαθέτῃ ἄλλως ἢ διὰ δημοπρασίας τὸ παρακράτημα. Ἐὰν λοιπὸν πρὶν ψηφισθῇ ὁ νόμος, ὁ ἐπιτρέπων σήμερον εἰς τὴν Σταφιδικὴν Τράπεζαν νὰ πωλῇ καὶ τὸ παρακράτημα ἄνευ δημοπρασίας, ἔχῃ ὑπογραφῆ σύμβασις τοιαύτη, αὕτη εἶναι ἄκυρος, διότι ὑπεγράφη ὑπὸ τὸ κράτος νόμου, ὁ ὁποῖος καθιστᾷ ἄκυρον πᾶσαν διάθεσιν τοῦ παρακρατήματος ἄνευ δημοπρασίας. Λοιπὸν ἡ ὑπογραφεῖσα σύμβασις τῆς 9 Ἰουνίου, περὶ ἧς ὁμιλεῖ τὸ ἄρθρον 6 τῆς συζητουμένης συμβάσεως, εἶναι ἄκυρος, καὶ τῆς ἀκυρότητος αὐτῆς οὐδεμίαν θεραπείαν φέρει τὸ ἄρθρον 2 τοῦ νομοσχεδίου, ὡς μεταγενέστερον. Τοῦτο διδάσκουν οἱ νόμοι.
§181ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὴ ἡ σύμβασις ἢ ἡ ἑτέρα;
§182ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἡ ἑτέρα, τῆς 9 Ἰουνίου. Ὑπεγράφη τὴν 9 Ἰουνίου, ἐνῷ σήμερον ἔχομεν 11 Ἰουνίου, καὶ εἰσέτι τὸ νομοσχέδιον οὔτε ἐψηφίσθη οὔτε ἐκυρώθη. Ἄρα ἡ σύμβασις ὑπεγράφη ὑπὸ Ἑταιρείας, ἡ ὁποία δὲν εἶχεν ἀκόμη τὴν ἐξουσίαν νὰ πωλῇ ἄνευ δημοπρασίας. Δὲν κυροῦμεν δὲ σήμερον αὐτὴν τὴν σύμβασιν διὰ τοῦ νομοσχεδίου, ὁπότε θὰ ἐδίδετο κῦρος καὶ ἰσχὺς εἰς τὴν διάταξιν ἐκείνην, ἀλλὰ κυροῦμεν ἄλλην σύμβασιν, ὅλως ἄλλο ἔχουσαν ἀντικείμενον. Ὡς γίνεται, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ δώσῃ ἰσχὺν εἰς ἄκυρον καὶ ἀνίσχυρον ἀπ’ ἀρχῆς σύμβασιν. Καὶ δυνάμει τῶν γενικῶν ἀρχῶν τοῦ δικαίου καὶ δυνάμει τοῦ νόμου περὶ χαρτοσήμου δὲν δύναται τοιαύτη σύμβασις νὰ ἦναι ἰσχυρά. Δὲν ἔχω καμμίαν δυσπιστίαν πρὸς τὴν εἰλικρίνειαν τῶν συναψάντων τὴν σύμβασιν ἐκείνην, ἀλλὰ τίς οἶδεν, ἂν αὔριον, παρατηροῦντες ὅτι ἡ ἐπιχείρησις, τὴν ὁποίαν ἀπεδέχθησαν, δὲν ἀποβαίνει εὐχάριστος, δὲν θὰ ἀρνηθῶσι νὰ ἐκτελέσωσιν αὐτήν. Μὴ ἀμφιβάλλετε ὅτι τὰ δικαστήρια θὰ εἴπωσιν ῥητῶς, ὅτι τοιαύτη σύμβασις εἶναι κατὰ τοῦτο ἄκυρος καὶ ἄνευ ἰσχύος. Ἴσως γεννηθῶσιν ἐν τοιαύτῃ περιστάσει ἀπαιτήσεις ἀποζημιώσεων, ἀλλὰ τὰ δικαστήρια εἶναι ἀδύνατον νὰ μὴ κηρύξωσιν ἄκυρον σύμβασιν γενομένην ὑπὸ τὸ κράτος νόμου μὴ ἐπιτρέποντος τοιαύτην ἐξουσίαν εἰς τὴν Σταφιδικὴν Τράπεζαν. Ἐπιθυμεῖ ἡ Βουλὴ νὰ ψηφίσῃ νόμον, ὅστις δὲν ἰσχυροποιεῖ τὴν ἑτέραν ἐκείνην σύμβασιν, ἡ ὁποία κινδυνεύει διὰ τοῦτο νὰ μὴ ἐκτελεσθῇ; Εἶναι κυρία νὰ τὸ πράξῃ· ἀλλ’ ἐγὼ ὤφειλον νὰ παραστήσω τὴν ἔλλειψιν αὐτὴν, ὅπως ἢ ὑποβληθῇ νῦν εἰς τὴν Βουλὴν καὶ κυρωθῇ καὶ ἡ ἑτέρα ἐκείνη σύμβασις τῆς 9 Ἰουνίου, ἢ ἀναλάβῃ ἡ Κυβέρνησις τὴν εὐθύνην νὰ ὑπογραφῇ ἐκ νέου ἡ σύμβασις ἐκείνη μετὰ τὴν κύρωσιν τοῦ νόμου. Καὶ διὰ νὰ μὴ ὑποβληθῶσιν οἱ συμβαλλόμενοι εἰς χαρτόσημον, τὸ ὁποῖον βεβαίως ἀνέρχεται εἰς σπουδαῖον ποσὸν, ἂς τεθῇ ἄρθρον ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, διὰ τοῦ ὁποίου νὰ ἐπιτρέπηται ἡ σύναψις συμβάσεως ἐπὶ ἁπλοῦ χάρτου, ὥστε ν’ ἀποφύγωμεν ὅ,τι εἶπε προχθὲς ὁ ἔντιμος ἐκ Παρνασσίδος Βουλευτὴς, ὅτι θέλομεν νὰ ὑποβάλωμεν τοὺς συμβαλλομένους εἰς πληρωμὴν νέου τέλους χαρτοσήμου. Ἄνευ αὐτῆς τῆς θεραπείας, ἢ τῆς κυρώσεως δηλαδὴ ῥητῶς διὰ νόμου τῆς συμβάσεως, ἢ τῆς ἐπαναλήψεως τῆς ὑπογραφῆς τῆς μεταξὺ τῶν συμβαλλομένων συμβάσεως μετὰ τὴν κύρωσιν τοῦ ψηφιζομένου σήμερον νόμου, νομίζω, ὅτι τρέχομεν τὸν κίνδυνον, ὅστις πιθανὸν νὰ μὴ ἦναι ἄφευκτος, ἀλλὰ τέλος πάντων εἶναι εἷς κίνδυνος, νὰ ἴδωμεν τὴν σύμβασιν μὴ λειτουργοῦσαν. Ἡ σύμβασις, ἥτις ἐπενοήθη πρὸς ἀνακούφισιν τῶν σταφιδοπαραγωγῶν, ἀφορᾷ σπουδαιότατα συμφέροντα, καὶ χάριν αὐτῶν ἡ μέριμνα, ἥτις λαμβάνεται, πρέπει νὰ στηρίζηται ἐπὶ ἀσφαλοῦς βάσεως. Διὰ τοῦτο ἐφείλκυσα τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς, εὔχομαι δὲ ἡ παρατήρησις καὶ οἱ φόβοι μου νὰ διαψευσθῶσιν ἐκ τῶν πραγμάτων, ἂν νῦν δὲν ἐπέλθῃ διόρθωσις τῶν ἀτάκτως γενομένων.
§183Δ. Π. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§184ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὅσα εἶπεν ὁ ἔντιμος προλαλήσας περισσότερον μ’ ἐνισχύουσι νὰ ὑποστηρίξω ὅ,τι προηγουμένως ὑπεστήριξα. Παρενέβη τὸ Κράτος δῆθεν εἰς ἰδιωτικὰς ὑποθέσεις. Ἐγὼ, ἐκτὸς πάσης παρεμβάσεως τοῦ Κράτους, εἶπον ὅτι, κατὰ τὰς ἀρχὰς τοῦ δικαίου καὶ κατὰ τοὺς κειμένους νόμους, ὅ,τι ἐγένετο μεταξὺ τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης καὶ τῶν ἑτέρων συμβαλλομένων διὰ τῆς συμβάσεως τῆς 9 Ἰουνίου, ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἄνευ δημοπρασίας διάθεσιν τοῦ παρακρατήματος εἶναι ἄκυρον· αὐτὴ ἡ σύμβασις εἶναι ἄκυρος ἐκ τῆς βάσεως καὶ ἀπ’ ἀρχῆς, οὕτως ὥστε αὐτὸ, τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ προλαλήσας, ὅτι διὰ μεταγενεστέρας πράξεως, δι’ ἐγκρίσεως τοῦ ἀκύρως γενομένου δύναται νὰ κυρωθῇ τὸ ἄκυρον, δὲν εἶναι ἀληθὲς, καὶ δὲν εἶναι ἀληθὲς ἀκριβῶς εἰς τὴν περίπτωσιν αὐτήν. Αὐτὸ τὸ ὁποῖον εἶπεν, ὅτι κυροῦνται διὰ μεταγενεστέρας πράξεως συμβάσεις, αἱ ὁποῖαι ἦσαν ἄκυροι ἔκ τινος λόγου, δὲν ἰσχύει ἐπὶ ἐκείνων, αἵτινες δὲν ἔλαβον κἂν ὕπαρξιν λόγῳ θεμελιώδους ἢ δημοσίας τάξεως ἐλαττώματος, καὶ διὰ τοῦτο ὡς ἀνύπαρκτοι δὲν δύνανται νὰ συμπληρωθῶσι διὰ μεταγενεστέρας πράξεως τοῦ ἑνὸς ἢ τῶν δύο συμβαλλομένων μερῶν, συνήθως τοῦ ἑνὸς. Τοῦτο καθ’ ἡμέραν γίνεται ἐν τῷ ἰδιωτικῷ δικαίῳ. Βλέπομεν ἀληθῶς, ὅτι συνομολογεῖται μία πρᾶξις. Αὐτὴ ἡ πρᾶξις φέρει ἐλάττωμα ἀναγόμενον εἰς οὐσιῶδες συστατικὸν τῆς συμβάσεως, ἢ παραβιάζον διατάξεις, διατυπώσεις δημοσίας τάξεως· τοιαύτη πρᾶξις εἶναι ἀπ’ ἀρχῆς ἄκυρος, δὲν ἔλαβεν ὕπαρξιν νόμιμον, δὲν δύναται νὰ ἰσχυροποιηθῇ, νὰ λάβῃ ὕπαρξιν διὰ μεταγενεστέρας κυρώσεως. Τὰ ἀνύπαρκτα δὲν κυροῦνται. Μόνον αἱ ὑπάρξασαι νόμῳ συμβάσεις, ἀλλὰ φέρουσαι ἐλάττωμα δυνάμενον νὰ στηρίξῃ ἀγωγὴν περὶ ἀκυρώσεως ἐνώπιον τῶν Δικαστηρίων, δύνανται νὰ ἰσχυροποιηθῶσι διὰ μεταγενεστέρας πράξεις. Ἀλλ’ ἐπὶ τοῦ προκειμένου δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἔλθῃ καὶ νὰ εἴπῃ εἷς Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὅστις κατήρτισεν ἄνευ δημοπρασίας μίαν σύμβασιν: «Ἐγὼ ἐγκρίνω αὐτὴν τὴν ἄκυρον σύμβασιν, καὶ θέλω νὰ θεωρῆται ἔγκυρος ἐφεξῆς.»
§185ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ ἀνήλικος;
§186ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Εἶναι ἄλλο. Ὁ ἀνήλικος ἔχει ἐξουσίαν, ἀλλ’ ὀφείλει νὰ τηρῇ ὡρισμένας διατυπώσεις, ὁσάκις π. χ. πρόκηται νὰ διαθέσῃ περιουσίαν ἑαυτοῦ. Σᾶς ἐνόησα, Ἄν οὗτος γενόμενος ἐνήλικος δύναται νὰ ἰσχυροποιήσῃ πρᾶξιν, καθ’ ἣν δὲν ἐτηρήθησαν αἱ ἐπὶ ἀνηλίκων διατυπώσεις, ὁ λόγος εἶναι, ὅτι πρόκειται περὶ παραλείψεως, ἥτις καθιστᾷ οὐχὶ ἀνύπαρκτον, ἀλλ’ ἀκυρώσιμον τὴν σύμβασιν, καὶ ἐπ’ αὐτῶν εἶναι δεκτὴ ἡ μεταγενεστέρα κύρωσις. Ἀλλ’ ἡ παράλειψις τῆς δημοπρασίας εἶναι δημοσίας τάξεως, καὶ καθιστᾷ τὴν πρᾶξιν ἀπ’ ἀρχῆς ἀνύπαρκτον, καὶ ἀθεράπευτον διὰ βραδυτέρας ἐγκρίσεως. Δὲν ὑποθέτω νὰ ὑπάρχῃ ἐναντία γνώμη ἐν τῇ Βουλῇ μεταξὺ τῶν νομομαθῶν.
§187ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀκυρώσιμον.
§188ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἄλλο ἀκυρώσιμον καὶ ἄλλο ἀπ’ ἀρχῆς ἄκυρον καὶ ἀνύπαρκτον. Ὅταν ἐναντίον τῶν στοιχειωδῶν ὅρων ἢ διατάξεων δημοσίας τάξεως συνάπτητε ἓν συμβόλαιον, δὲν δύνασθε διὰ μεταγενεστέρας συναινέσεως νὰ τὸ κυρώσητε. Ἀλλοίμονον, ἐὰν ἐξηρτᾶτο ἐκ τῶν ἰδιωτικῶν θελήσεων, τί; ἡ παράλειψις τῶν ἐγγυήσεων δημοσίας τάξεως, τὰς ὁποίας ἔθεντο οἱ νόμοι! Ἔρχεται εἷς νόμος καὶ λέγει: «Δὲν ἐπιτρέπω εἰς τὴν Σταφιδικὴν Τράπεζαν νὰ διαθέτῃ ἄνευ δημοπρασίας τὸν σταφιδόκαρπον· πράττει, διαθέτουσα ἄλλως, μίαν ἄκυρον ἀπ’ ἀρχῆς πρᾶξιν». Ἔρχεται ὅμως ἔπειτα καὶ λέγει «τὴν ἐγκρίνω». Λέγω ὅτι δὲν δύναται νὰ τὴν ἐγκρίνῃ καὶ ἰσχυροποιήσῃ. Ἦλθε νόμος, ἐπιτρέπων μετὰ τὴν ἄκυρον ἐκείνην πρᾶξιν τὴν ἄνευ δημοπρασίας πώλησιν. Ἔστω· ἀλλ’ ὁ νόμος θὰ ἰσχύσῃ ἀπὸ τῆς ἐποχῆς μόνον, ἀφ’ ἧς θὰ τεθῇ εἰς ἐνέργειαν· ἀπὸ τῆς ἐποχῆς, ἀφ’ ἧς ἐδημοσιεύθη. Ἔκτοτε βεβαίως δύνανται αἱ Τράπεζαι καὶ οἱ οἰνοπνευματοποιοὶ νὰ διαθέτωσι τὸν ἄνευ δημοπρασίας ἀγορασθέντα παρ’ αὐτῶν σταφιδόκαρπον. Ἀλλὰ δὲν δύνασθε ἐπίσης, τὸν καρπὸν, τὸν ὁποῖον παρὰ τὸν νόμον διεθέσατε, διότι εἷς νόμος ἦλθε μεταγενεστέρως, νὰ εἴπητε, ὅτι καλῶς τὸν διεθέσατε καὶ νομίμως. Νομίζω ὅτι δὲν εἶναι δίκαιον νὰ ὑποστηρίζωμεν ἐν τῇ Βουλῇ τοιαύτας ἐκνόμους πράξεις, καὶ πέποιθα ὅτι ἡ Κυβέρνησις θὰ θελήσῃ ἢ νὰ κυρωθῇ νομίμως ἡ σύμβασις διὰ νομοσχεδίου ἄλλου, ἢ νὰ ἐπαναληφθῇ τὸ συμβόλαιον μετὰ τὴν κύρωσιν τοῦ νέου νόμου, καὶ ἐπειδὴ τὸ χαρτόσημον εἶναι πολὺ ὡς ἐξ τῆς ἀξίας, θὰ προκαλέσῃ τὴν ἄδειαν τῆς Βουλῆς περὶ τῆς μὴ πληρωμῆς χαρτοσήμου καὶ πάλιν.
§189ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει ἕτερός τις τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 2;
§190ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι.
§191ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Προτείνετε τροπολογίαν τινά;
§192ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Οὐδεμίαν.
§193ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 2 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 3 (ἀναγινώσκεται). Ἔχει τις τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 3;
§194Α. ΚΕΦΑΛΑΣ. Τὸ ἄρθρον 3 τοῦ νομοσχεδίου καὶ τὸ 11 τῆς συμβάσεως δὲν ἔχουσι καμμίαν σχέσιν πρὸς τὸν κύριον σκοπὸν τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ καὶ τῆς συμβάσεως, διότι δι’ αὐτῶν καθιεροῦται ἕτερος τρόπος εἰσπράξεως τῶν ὀφειλομένων πρὸς τὴν Τράπεζαν ὑπὸ τῶν μετόχων αὐτῆς τοῦ μέχρι τοῦδε ἰσχύοντος. Διὰ τοῦ νόμου τοῦ ἰσχύοντος δύναται ἡ Σταφιδικὴ Τράπεζα νὰ ἐπιδιώξῃ τὴν εἴσπραξιν τῶν ὀφειλομένων πρὸς αὐτὴν ὑπὸ τῶν μετόχων αὐτῆς διοικητικῶς, διὰ τῶν δημοσίων ταμιῶν καὶ ὑποταμιῶν τοῦ Κράτους. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι ἀρκοῦσα ἐγγύησις εἶναι νὰ γίνηται ἡ διοικητικὴ καταδίωξις διὰ τῶν δημοσίων ταμιῶν, καὶ δὲν ὑπάρχει καμμία ἀνάγκη τῶν εἰδικῶν εἰσπρακτόρων, οἱ ὁποῖοι βεβαίως, ὡς μὴ δημόσιοι ὑπάλληλοι, δὲν παρέχουσι τὰς αὐτὰς ἐγγυήσεις περὶ τῆς ἀμεροληψίας καὶ περὶ τῆς ἐν γένει καλῆς ἐκπληρώσεως τῶν καθηκόντων των. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι τὰ ἄρθρα αὐτὰ περιττεύουσιν ἐντελῶς· διότι, ἀφοῦ ἔχομεν τὸν ἰσχύοντα νόμον, ὁ ὁποῖος προβλέπει περὶ τῆς καταδιώξεως, δὲν ὑπάρχει λόγος νὰ ὁρίσωμεν νέους εἰσπράκτορας, δηλ. νὰ αὐξήσωμεν τὰ ἔξοδα τῆς Τραπέζης, καὶ ἴσως νὰ γεννήσωμεν ἀφορμὰς πρὸς μεροληψίαν, πρὸς καταπίεσιν τῶν ὀφειλετῶν τῆς Τραπέζης, τῶν μὴ φίλα φρονούντων πρὸς τοὺς κ. συμβούλους. Φρονῶ ἑπομένως, ὅτι τὸ ἄρθρον αὐτὸ ἐντελῶς πρέπει νὰ ἀπαλειφθῇ, ἢ τοὐλάχιστον, κύριε Πρόεδρε, ἐὰν ὁ σεβαστὸς Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐπιμένῃ, νομίζω ὅτι καλὸν θὰ ἦτο ν’ ἀνατεθῇ ἡ εἴσπραξις εἰς τοὺς εἰσπράκτορας τῆς Τραπέζης.
§195Α. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸ θὰ κάμῃ.
§196ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὐτὸ λέγει καὶ αὐτὸ γίνεται. Τὰ ἐντάλματα ἐκδίδονται ἀπὸ τοὺς ταμίας καὶ εἰσπράκτορας τῆς Τραπέζης. Ἔχει ἕτερος τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 3; Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 3 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Ν. Καλογερόπουλος, Ν. Λεβίδης, Γ. Ἀναστασόπουλος, Β. Μαρκεζίνης, Κ. Χρηστόπουλος, Ι. Γ. Ροῦφος, Δημ. Ἀνδρικόπουλος ἢ Μπουκαούρης καὶ Κ. Σμολένσκης προτείνουσιν ἀμέσως μετὰ τὸ ἄρθρον 3, ὡς ἄρθρον 4, τὴν ἑξῆς τροπολογίαν (ἀναγινώσκεται).
§197Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ τροπολογία αὕτη εἶναι ἀκριβῶς ὁμοία μὲ τὴν τροπολογίαν, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὡς ἄρθρον 5. Ἔχει τὴν αὐτὴν ἔννοιαν μὲ τὰς αὐτὰς λέξεις. Ἑπομένως ἡ τροπολογία ἡ ἰδική μας παρέλκει.
§198Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Συγχωνεύεται.
§199ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀποσύρεται λοιπόν.
§200Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα.
§201ΣΠ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Καὶ μένει ἡ τροπολογία τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως.
§202ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γ. Σκληρὸς, βουλευτὴς Λευκάδος, προτείνει μετὰ τὸ ἄρθρον 3 νὰ προστεθῶσι τὰ ἑξῆς: «Τοῦ ἐκ παρακρατήματος σταφιδοκάρπου καὶ τοῦ ἀγορασθησομένου ὑπὸ τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης ἢ ἄλλων κατὰ τοὺς ὅρους τῆς διὰ τοῦ παρόντος νόμου κυρουμένης συμβάσεως ἀπαγορεύεται ἡ χρῆσις πρὸς οἰνοποίησιν ἢ μιστελοποίησιν ἀμέσως ἢ ἐμμέσως, ἐκτὸς ἐὰν τὸ ἐκ τοιαύτης οἰνοποιήσεως προϊόν πρόκηται νὰ ἐξαχθῇ εἰς τὴν ἀλλοδαπήν. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ὑποχρεοῦται νὰ ἀγοράζῃ 50% οἴνου ἢ μιστελίου ἑλληνικοῦ πρὸς ἀνάμιξιν. Ἡ τιμὴ τῶν ὑλῶν τούτων ὁρίζεται κατ’ ἔτος διὰ βασιλικοῦ διατάγματος. «Ὁ παρὰ τὴν διάταξιν ταύτην παραδίδων εἰς κατανάλωσιν ἐν τῇ ἡμεδαπῇ οἶνον ἐκ σταφίδος ἀμέσως ἢ ἐμμέσως παραχθέντα τιμωρεῖται κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ ἄρθρου 36 τοῦ ΒΦΠΓʹ νόμου. «Τὸ ἑπόμενον ἄρθρον 4 λαμβάνει τὸν ἀριθμὸν 5.»
§203Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἡ τροπολογία αὕτη, κύριε Πρόεδρε, περιλαμβάνεται εἰς τὴν πρότασιν τοῦ κυρίου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως.
§204ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βεβαίως. Ὁ κ. Σκληρὸς ἀποσύρει τὴν πρότασίν του;
§205Γ. ΣΚΛΗΡΟΣ. Δὲν εἶδον τὴν τροποποίησιν τοῦ κ. Προέδρου.
§206Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Εὑρίσκω ὅτι εἶναι πολὺ τὸ ποσὸν τῶν 50%. Ἂν ἠλαττοῦτο, θὰ ἤμην καὶ ἐγὼ σύμφωνος, διότι ἡ ἀντίρρησις, ἥτις γίνεται, ὅτι πρόκειται περὶ ἰδιωτικῆς βιομηχανίας, περὶ οἰνοπαραγωγῶν, οἵτινες τὸ προϊόν αὐτῶν εἶναι ἐλεύθεροι νὰ διαθέσωσιν ὅπως θέλουσι, δὲν εἶναι ὀρθή. Ἄν ἐπρόκειτο περὶ τοιούτου ἢ περὶ ἐλευθέρου βιομηχάνου, ὅστις μεταποιεῖ σταφίδα εἰς οἶνον καὶ τὴν ἐξάγει εἰς τὸ ἐξωτερικὸν, βεβαίως θὰ ἦτο ἄτοπον νὰ ζητῶμεν ν’ ἀναμιγνύῃ τὸν οἶνον αὐτὸν, τὸν σταφιδίτην, μὲ οἶνον ἄλλον ἐκ σταφυλῶν· ἀλλὰ προκειμένου περὶ βιομηχάνων, οἱ ὁποῖοι ἀγοράζουσιν ἅπαν τὸ παρακράτημα, καὶ τὸ ἀγοράζουσιν εἰς πολὺ κατωτέραν τιμὴν ἐκείνης, ἡ ὁποία εἶναι ἡ τοῦ ἐλευθέρου ἐμπορίου, διότι, ὡς εἶπον, πωλεῖται ἅπαν διὰ μιᾶς, παρακωλυομένου τοῦ διαγωνισμοῦ μεταξὺ τῶν διαφόρων οἰνοπνευματοποιῶν, οἵτινες οὔτε τὰ κεφάλαια ἔχουσιν, ἵνα ἀγοράζωσιν, οὔτε τὰ χρήματα διὰ μεγάλης ἐγγυήσεως ἔχουσιν, ὡς ἀπαιτεῖ ἡ Σταφιδικὴ Τράπεζα, περὶ τοιούτων, λέγω, βιομηχάνων προκειμένου, τὸ πρᾶγμα διαφέρει. Οὗτοι ἀγοράζουσι τὴν σταφίδα πρὸς 60 δραχμὰς τὸ χιλιόλιτρον. Ἐξ αὐτῆς τῆς 60 δραχμῶν ἀξίας σταφίδος, προσθήκῃ δι’ ἄλλα ἔξοδα καὶ 10–15 δραχμῶν ἀκόμη, ἔστω δι’ 70–80 δραχμῶν, ἐπιτυγχάνουσι χιλίας ὀκάδας καὶ πλέον οἴνου, τὸν ὁποῖον πωλοῦσι πρὸς 25 τοὐλάχιστον λεπτὰ τὴν ὀκᾶν, καὶ ἀπολαμβάνουσι 250 δραχμάς. Εἰς τοῦτο συντελεῖ ὁ νόμος, καὶ διὰ τοῦτο ἔχει, νομίζω, δικαίωμα τὸ Κράτος, τὸ ὁποῖον ὀφείλει νὰ ἐνδιαφέρηται καὶ ὑπὲρ τῶν ἀμπελοκτημόνων, νὰ ζητῇ νὰ προστατεύσῃ ἐν τῇ ἐξαγωγῇ τῶν τοιούτων οἴνων ἐν τῷ ἐξωτερικῷ τοὺς οἴνους ἐκείνους τῆς χώρας, οἱ ὁποῖοι πρὶν ἐξήγοντο καὶ εἰσῆγον χρήματα εἰς τὰς ἐπαρχίας ἐξ ὧν παρήγοντο. Τοιαῦται εἶναι ἡ Χαλκὶς, ἡ Κέρκυρα, ἡ Λευκὰς, ἡ Θήρα. Οὐ μόνον δ’ ἐξετόπισαν τὸν οἶνον αὐτὸν, ὅστις ἐξήγετο εἰς τὸ ἐξωτερικὸν καὶ κατηναλίσκετο εἰς τὸ ἐξωτερικὸν, ἀλλ’ ἀπεδίωξαν καὶ ἐκ τῶν ἐσωτερικῶν ἀγορῶν τὸν ἐκ σταφυλῆς οἶνον συχνότατα. Τὸν βαθμὸν τοῦ διαγωνισμοῦ τοῦ ἐκ παρακρατήματος σταφιδίτου πρὸς τὸν ἐντόπιον οἶνον ἐκ σταφυλῆς δὲν δεικνύουν ἑπομένως μόνον τὰ βιβλία τῶν Τελωνείων τοῦ Κράτους. Τὸν διαγωνισμὸν ὑπέστησαν καὶ ἐν τῇ ἐσωτερικῇ καταναλώσει, ὡς δύναταί τις νὰ πεισθῇ, ἐξετάζων τὴν ἐσωτερικὴν ἀγορὰν ἐν Ἀθήναις καὶ ἀλλαχοῦ. Οὕτως ἐν Ἀθήναις μοσχάτος οἶνος, ὅστις ἐπωλεῖτο πρὶν πρὸς 80 λεπτὰ, ἤδη πωλεῖται πρὸς 40 ἢ 50, διότι δὲν εἶναι ἢ σταφιδίτης, ὅστις ἀνεμίχθη μὲ 10 ἢ 15% μοσχάτου ἢ ἄλλου οἴνου. Τοῦτο εἶναι εὔκολον, διότι ὁ σταφιδίτης δὲν στοιχίζει πλέον τῶν 12 λεπτῶν κατ’ ὀκᾶν, ὡριμάζει ταχύτερον τοῦ ἐκ σταφυλῆς, καὶ ἀντέχει εἰς τὴν ἐξαγωγὴν, ἐνῷ ὁ ἐκ σταφυλῆς ἔχει ἀνάγκην ἀναμίξεως μὲ οἰνόπνευμα, ὅπως ταξειδεύσῃ ἄνευ βλάβης. Ἐν τῷ διαγωνισμῷ ἑπομένως ὑπερισχύει καὶ διὰ τῆς εὐθηνίας καὶ διὰ τῶν ἰδιοτήτων αὐτοῦ ὁ σταφιδίτης. Αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον δύναταί τις εὐλόγως νὰ ὑποστηρίξῃ τοιαύτην πρότασιν. Δὲν εἶναι δὲ νέον γεγονὸς τοῦτο· λαμβάνει χώραν ἤδη, διότι οἱ ἐξάγοντες εἰς τὸ ἐξωτερικὸν σταφιδίτην ἀναμιγνύουσιν αὐτὸν μὲ οἶνον ἐκ Λευκάρος ἐρυθροῦ χρώματος, ὅπως ἤκουσα παρ’ αὐτῶν τῶν ἐξαγόντων τοὺς οἴνους αὐτοὺς, διότι καὶ χρῶμα δίδει καὶ τὴν ἄλλην γεῦσιν, ἡ ὁποία καθιστᾷ αὐτὸν εὐπρόσδεκτον εἰς τὸ ἐξωτερικόν. Δὲν νομίζω λοιπὸν, ὅτι εἶναι ἐντελῶς ἀδικαιολόγητος ἢ ἐπιζήμιος εἰς τοὺς ἐξαγωγεῖς τοιαύτη ἀξίωσις, ἀλλ’ ὄχι εἰς ἀναλογίαν 50%, ἀλλὰ μόνον 20%.
§207Γ. ΣΚΛΗΡΟΣ. Εὐχαριστῶ τὸν ἐκ Μεσολογγίου ἀξιότιμον Βουλευτὴν διὰ τὴν συνηγορίαν του ὑπὲρ τῆς τροπολογίας μου· ἀλλὰ νομίζω ὅτι ἡ ἀναλογία τῶν 50% δὲν εἶναι μεγάλη, καὶ δύναται νὰ τεθῇ ὁ ὅρος αὐτὸς, ὁ ὁποῖος οὔτε τοὺς σταφιδοπαραγωγοὺς παραβλάπτει, οὔτε τὴν Σταφιδικὴν Τράπεζαν.
§208Δ. Π. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Ἀλλὰ διὰ τῆς τροπολογίας ταύτης ἐπεμβαίνομεν ὄχι μόνον εἰς τὰ δικαιώματα τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης, ἀλλὰ καὶ εἰς τὸν τρόπον τῆς κατασκευῆς τοῦ οἴνου· ὑποχρεοῦμεν δηλ. αὐτοὺς τοὺς ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι θὰ ἀγοράζωσι τὴν σταφίδα, νὰ κατασκευάζωσι τοὺς οἴνους των οὐχὶ ὅπως αὐτοὶ γνωρίζουσιν, ἀλλ’ ὅπως ἡμεῖς ἐννοοῦμεν. Νομίζω ὅτι τοιοῦτον δικαίωμα δὲν ἔχει ἡ Πολιτεία, καὶ παρακαλῶ ν’ ἀπορριφθῇ ἡ τροπολογία τοῦ κ. Σκληροῦ.
§209ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέτω λοιπὸν εἰς ψηφοφορίαν τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Σκληροῦ. Οἱ παραδεχόμενοι αὐτὴν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Ἄρθρον 4 (ἀναγινώσκεται).
§210Ν. ΠΑΠΑΛΕΞΗΣ. Ἐπρότεινα τὴν ἀπάλειψιν τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ.
§211ΑΛΕΞ. ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τίνα λόγον ἔχει τὸ ἄρθρον αὐτό; Παρακαλῶ νὰ ἐξηγήσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν.
§212Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Αἱ ἐξηγήσεις ἐδόθησαν προχθές. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τὰς ἐπαναλαμβάνωμεν εἰς ἑκάστην συζήτησιν.
§213ΣΠ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§214ΔΙΟΝ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Τὸ ἄρθρον 4 νομίζω ὅτι προκαλεῖ τὰς ἑξῆς σκέψεις. Ἀπὸ τῆς πρώτης ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου περὶ Σταφιδικῆς Τραπέζης κατεδείχθη, ὅτι ἡ Συνέλευσις τῶν μετόχων, ἡ συνερχομένη ἐτησίως, δὲν εἶναι ἱκανὴ νὰ δώσῃ τ’ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα προσεδόκα ὁ νόμος, διότι εἶναι λίαν πολυπληθής, καὶ δὲν δύναται νὰ φθάσῃ ποτὲ εἰς συμπεράσματα προκειμένου δὲ περὶ προσωπικῶν ζητημάτων, ἔχομεν τὸ παρελθὸν, τὴν ἐκλογὴν τῶν συμβούλων τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης, ἡ ὁποία εἶναι ἀληθὴς βαβυλωνία.
§215ΣΠ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν ἔχετε δίκαιον· δὲν ἐπήγατε ποτὲ ἐκεῖ.
§216ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Ἤκουσα... Ὑποθέτω λοιπὸν, ὅτι, ἐὰν ἡ Συνέλευσις, ἡ μέλλουσα νὰ συνέλθῃ τὸ ἔτος τοῦτο, κατὰ Σεπτέμβριον μῆνα, ἔχῃ ὑπ’ ὄψιν ὅτι θ’ ἀλλάξῃ τὸ Συμβούλιον, καὶ μάλιστα καθ’ ἣν στιγμὴν τὸ Συμβούλιον καλεῖται νὰ ἐφαρμόσῃ τὴν νέαν ταύτην σύμβασιν, πολὺ φοβοῦμαι, ὅτι θὰ ἦναι, ἂν ὄχι ἄλλο, τοσοῦτον θορυβώδης, ὥστε πιθανὸν νὰ φθάσῃ εἰς συμπεράσματα ἀπροσδόκητα. Τοῦτο ἔχουσα ὑπ’ ὄψιν της ἡ ἐπιτροπὴ ἡ ἀσχοληθεῖσα εἰς τὴν σύνταξιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ μεταβολῆς τοῦ κειμένου νόμου, ἐκανόνισε τὰ τῆς Συνελεύσεως τῶν μετόχων δι’ ἀντιπροσώπων οὕτως, ὥστε διὰ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν συνερχομένων ἀντιπροσώπων τῶν μετόχων νὰ ἦναι δυνατὸν νὰ ἐπέλθῃ συνεννόησις εὐκολωτέρα. Διὰ τοῦτο θὰ παρεκάλουν τὴν Κυβέρνησιν νὰ δηλώσῃ, ἐὰν σκοπεῖ νὰ κυρώσῃ τὸν νόμον τὸν ψηφισθέντα ὑπὸ τῆς Βουλῆς. Τότε νομίζω, ὅτι ἡ μέλλουσα νὰ συνέλθῃ τὴν 10 Σεπτεμβρίου Συνέλευσις θὰ δύναται νὰ ἐκπληρώσῃ τὰ διαγραφόμενα ὑπὸ τοῦ Καταστατικοῦ καὶ τοῦ νόμου καθήκοντα, καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει καὶ ἐγὼ συντάσσομαι πρὸς τὴν γνώμην τῶν προαγορευσάντων, ὅτι δὲν εἶναι ὀρθὸν νὰ ἀργήσῃ ἡ ἐνέργεια τῶν μετόχων, ἡ ἔκφρασις τῆς γνώμης αὐτῶν, ἀφοῦ κατὰ τὸν νόμον κατ’ ἔτος ἀποφαίνεται ἡ Συνέλευσις περὶ τῆς ἐκλογῆς τοῦ Συμβουλίου. Ἐὰν ὅμως ἡ Κυβέρνησις δὲν σκοπῇ νὰ φέρῃ ἐνώπιον τοῦ Βασιλέως τὸν νόμον ἐκεῖνον πρὸς κύρωσιν, τότε νομίζω ὅτι δύναται ἡ Κυβέρνησις νὰ φέρῃ εἰδικὸν νομοσχέδιον, ἀντιγράφον τὰ ἄρθρα τὰ ἤδη ψηφισθέντα, τὰ σχετικὰ πρὸς τὴν Συνέλευσιν τῶν μετόχων, νὰ μὴ συντελέσῃ ὅμως, ὥστε νὰ ἀργῇ τὸ δικαίωμα τοῦτο τῶν μετόχων, τὸ ἀνεγνωρισμένον, ἐπὶ τῷ λόγῳ ὅτι πρέπει νὰ παραμείνῃ τὸ Συμβούλιον τὸ νῦν ὑπάρχον διότι αὐτὸ, διαπραγματευθὲν τὴν σύμβασιν, εἶναι εἰς κατάστασιν νὰ γνωρίζῃ κάλλιον παντὸς ἄλλου νὰ ἐφαρμόσῃ ἢ διευθύνῃ τὰ τῆς ἐφαρμογῆς τῆς συμβάσεως. Ἄλλως δὲν δέχομαι τὴν γνώμην τῶν προαγορευσάντων, τουτέστιν ὅτι πρέπει ν’ ἀπαλειφθῇ τὸ ἄρθρον αὐτὸ, διότι, κατ’ ἐμὴν γνώμην, θὰ ἦναι πολὺ ταραχώδης ἡ Συνέλευσις τοῦ Σεπτεμβρίου ἐὰν ἐφαρμοσθῇ ὁ κείμενος νόμος.
§217Ν. ΜΙΣΥΡΛΗΣ. Μετὰ τὴν δήλωσιν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ὅτι θέλει κυρώσει τὸν ψηφισθέντα ἤδη νόμον, δὲν ὑπάρχει ἀνάγκη ν’ ἀπαλειφθῇ τὸ ἄρθρον. (Διάλογοι).
§218ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐὰν κυρωθῇ ὁ νόμος, ἀναγκαίως ἡ Συνέλευσις θὰ συνέλθῃ δυνάμει τοῦ νέου νόμου· τὸ ἄρθρον 4 ἀναβάλλει τὴν Συνέλευσιν τὴν συνερχομένην δυνάμει τοῦ κειμένου νόμου, ἑπομένως δύναται νὰ μείνῃ τὸ ἄρθρον.
§219ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§220ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 4, ὡς ἔχει, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀναγινώσκεται εἶτα καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ κατὰ τὴν προηγουμένην συζήτησιν προστεθὲν ἄρθρον 5).
§221ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Παρνασσίδος πρότεινεν ὡς ἄρθρον 6 τὸ ἑξῆς: «Ὁ εἰς τὰς ἀποθήκας τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης εἰσαχθεὶς σταφιδόκαρπος καὶ τὸ τυχὸν ὀφειλόμενον δι’ αὐτὸ τίμημα οὔτε κατάσχεται εἰς χεῖρας τῆς Τραπέζης ὡς τρίτου, οὔτε διεκδικεῖται.»
§222ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχω μίαν προσθήκην ἀκόμη, διότι δὲν εἶναι ἄρτιον τὸ ἄρθρον. Εἰς τὸ τέλος τοῦ ἐδαφίου τούτου πρέπει νὰ προστεθῶσι τὰ τοῦ ἄρθρου τοῦ νόμου ΒΦΠΓ. Τότε δὲν ὑπῆρχε λόγος νὰ ἐξαιρεθῇ τῆς κατασχέσεως καὶ διεκδικήσεως τὸ τίμημα, διότι δὲν ἐπληρόνετο τοιοῦτον ὑπὸ τῆς Τραπέζης· σήμερον ὅμως, ὅτε πρόκειται ν’ ἀγοράζηται ὑπὸ τῆς Τραπέζης ἓν μέρος τοῦ σταφιδοκάρπου, θὰ συμβῇ τὸ ἑξῆς: οἱ ἔχοντες λαμβάνειν παρὰ τῶν σταφιδοκτημόνων θὰ καταστήσωσι κατοικίαν των τὰ γραφεῖα τῆς Τραπέζης, καὶ ὅταν ὁ ὀφειλέτης των προσέρχηται εἰς τὰς ἀποθήκας θὰ κατάσχωσι τὸν καρπόν· ἐκτὸς ἐὰν ὁ ὀφειλέτης καταφύγῃ εἰς ἕτερον μέτρον· ἀντὶ νὰ προσκομίζῃ ὁ ἴδιος τὸν καρπόν του εἰς τὰς ἀποθήκας τῆς Τραπέζης, νὰ ἀναθέτῃ εἰς ἕτερον νὰ προσκομίζῃ αὐτὸν, ὑπὸ τινα ὅμως ἀμοιβήν. Εἶναι δὲ προσῆκον νὰ μὴ ἐξαναγκάσωμεν τοὺς σταφιδοκτήμονας νὰ μετέλθωσι τὸ μέσον τοῦτο. Ὡς ἐκ τούτου θεωρῶ, ὅτι εἶναι καλλίτερον ν’ ἀπαγορεύσωμεν τὴν κατάσχεσιν τοῦ σταφιδοκάρπου.
§223Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Οἱ νόμοι οἱ κυροῦντες συμβάσεις εἶναι σχεδὸν στερεότυποι· περιορίζονται εἰς δύο ἢ τρία ἄρθρα, κυροῦντα τοὺς ὅρους τῆς συμβάσεως, ἐκτὸς ἐὰν πρόκηται νὰ τεθῶσιν ἐξαιρετικαί, ἴσης πρὸς τὴν διάρκειαν τῆς συμβάσεως διαρκείας, δικονομικαὶ διατάξεις. Ἐπὶ τοῦ προκειμένου ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Παρνασσίδος διὰ τῆς παρεμβολῆς τῶν προσθέτων ἄρθρων, τὰ ὁποῖα ὑπέβαλε, προτείνει τι τὸ ὁποῖον εἶναι ξένον τοῦ νομοσχεδίου· διότι αἱ διατάξεις, τὰς ὁποίας προτείνει, ἔχουσι τὸν τύπον παγιότητος. Πρόκειται περὶ τῆς ἐσοδείας τοῦ 1903. Ἡ διάταξις, τὴν ὁποίαν παρεμβάλλει, περὶ τοῦ ἀκατασχέτου, ἀφορᾷ εἰς τὸν σταφιδόκαρπον τὸν εἰσαχθησόμενον κατὰ τὸ 1903 εἰς τὰς ἀποθήκας τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης. Ἐν τῷ ἄρθρῳ 4 τῆς συμβάσεως ὑπάρχει πρόνοια, ὅτι ἅπας ὁ σταφιδόκαρπος, ὁ περιερχόμενος εἰς τὴν Σταφιδικὴν Τράπεζαν, καθίσταται ὑπέγγυος εἰς τὰς συμβαλλομένας Τραπέζας, ἑπομένως πᾶσα κατάσχεσις τοῦ ὑπεγγύου τούτου σταφιδοκάρπου δὲν ἔχει νομικὰς συνεπείας. Ἐὰν ἄρα ψηφίσωμεν τὴν διάταξιν, τὴν ὁποίαν προτείνει ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Παρνασσίδος, φρουροῦμεν τὴν περιουσίαν τῆς Τραπέζης ἀπέναντι τρίτων, οἱ ὁποῖοι ἔχουσι λαμβάνειν. Ἐὰν συμβῇ, κατὰ τὸ προστιθέμενον ἄρθρον 6, νὰ καθυστερήσῃ ἡ Σταφιδικὴ Τράπεζα πρὸς τὰς Τραπέζας τὰς δανειστικὰς, αὗται ἔχουσι τὸ δικαίωμα νὰ προβῶσιν εἰς ἐκτέλεσιν. Καὶ κατὰ τίνα τρόπον θὰ ζητήσῃ τὸ ἀπαιτητὸν κεφάλαιον ἡ ὁμὰς τῶν Τραπεζῶν ἢ διὰ τῆς ἐκτελέσεως; Καὶ ὅμως διὰ τῆς γενικῆς ἐκφράσεως τοῦ ἄρθρου 6 θὰ καθίσταται ἀδύνατον εἰς τοὺς ἄλλους νὰ κατάσχωσι τὸν σταφιδόκαρπον. Ἐὰν ὅμως θέλητε νὰ δώσωμεν τὸν τύπον τῆς προσωρινότητος εἰς τὸ ἄρθρον 6, δύναμαι νὰ δεχθῶ τὴν πρότασιν, τροποποιουμένην ὡς ἑξῆς: «Ὁ εἰς τὰς ἀποθήκας εἰσαχθεὶς σταφιδόκαρπος κατὰ τὸ ἄρθρον 4 τῆς συμβάσεως κλπ.», ὅτε ἡ διάταξις θὰ ζήσῃ ὅσον καὶ ἡ σύμβασις· ἐνῷ, ὡς τίθεται ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ, θὰ ζήσῃ καὶ κατόπιν, διὰ τῆς προτάσεώς μου δὲ καθίσταται προσωρινή.
§224Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως, ὅπως διετυπώθη ἡ διάταξις, ἀφορᾷ εἰς τὸ μέλλον. Οὐδεμίαν δ’ ἀντίρρησιν ἔχω νὰ διατυπωθῇ ἡ διάταξις ὑπὸ τύπον προσωρινόν.
§225Ν. ΜΙΣΥΡΛΗΣ. Φρονῶ ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν θὰ συναινέσῃ εἰς τὴν πρότασιν τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Παρνασσίδος Βουλευτοῦ, οὐχὶ διότι παρεισάγεται εἰς τὸν νόμον τὸν κυροῦντα τὴν σύμβασιν παγία διάταξις, ἄρδην ἀνατρέπουσα τὴν Πολιτικὴν Δικονομίαν, ἀλλὰ καὶ δι’ ἕτερον λόγον. Καὶ πρῶτον, πάντες ἐνταῦθα θεωροῦμεν, ὅτι πρέπει νὰ λάβωμεν μέτρα περὶ ἐκτελέσεως, διότι ἡ κίνησις τῶν κεφαλαίων δὲν προστατεύεται ἐπαρκῶς, καὶ ἕνεκα τούτου ἐξέλιπεν ἡ πίστις. Καθ’ ἣν ἐποχὴν ζητοῦμεν νὰ μεταβάλωμεν τὰς διατάξεις τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας, ἵνα ἐπαναφέρωμεν τὴν πίστιν, παρουσιάζεται πρότασις, ἡ ὁποία δίδει νέον κτύπημα εἰς τὸ κεφάλαιον, διότι ἀπαγορεύει τὴν κατάσχεσιν τοῦ σταφιδοκάρπου. Καὶ διατὶ νὰ στερήσωμεν τὸν δανειστὴν, ὁ ὁποῖος ἔδωκε τὸ χρῆμά του, ἵνα παραχθῇ ὁ καρπὸς, τοῦ μέσου νὰ τὸ ἀναλάβῃ; Ἀντὶ νὰ προστατεύσωμεν τὸ κεφάλαιον, πράττομεν τὸ ἐναντίον, παρὰ τὰς διαθέσεις τῆς Βουλῆς, αἱ ὁποῖαι ἐξεδηλώθησαν ἐπανειλημμένως κατὰ διαφόρους περιόδους πρὸς προστασίαν τῶν κεφαλαίων διὰ τῆς μεταβολῆς τῶν σχετικῶν διατάξεων τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Παρνασσίδος εἶπεν, ὅτι δυνατὸν ὁ σταφιδοπαραγωγὸς νὰ πωλήσῃ εἰς ἕτερον· ἀλλὰ καὶ τοῦτο εὐκόλως δὲν γίνεται, διότι εἶναι πρᾶξις εἰκονικὴ, ἡ ὁποία δύναται ν’ ἀποδειχθῇ ἐπὶ δικαστηρίου. Ἐλπίζω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν θέλει συναινέσει εἰς τὰ μέτρα ταῦτα, παρεισαγόμενα μάλιστα κατὰ τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν τοῦ νομοσχεδίου. Ταῦτα πρέπει νὰ εἰσαχθῶσι δι’ ἰδιαιτέρου νομοσχεδίου, ὅπερ νὰ ψηφισθῇ τρὶς ὑπὸ τῆς Βουλῆς. Φρονῶ λοιπὸν, ὅτι οὔτε ἡ Κυβέρνησις πρέπει νὰ συναινέσῃ, οὔτε ἡ Βουλὴ νὰ παραδεχθῇ τοιοῦτο μέτρον.
§226Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅσοι δὲν παρηκολούθησαν τὰ ἀφορῶντα εἰς τὸν τρόπον καὶ τὰς αἰτίας τῆς δημιουργίας τῶν ἐπιβαρυνόντων τοὺς σταφιδοκτήμονας παλαιῶν χρεῶν δικαιοῦνται νὰ συνηγορῶσιν ὑπὲρ τῶν δανειστῶν· ὅσοι ὅμως γινώσκουσι πῶς ἐδημιουργήθησαν τὰ χρέη τῶν σταφιδοκτημόνων, ὁποῖαι περιπλοκαὶ, ὁποῖαι χαώδεις πληγαὶ διακρίνουσι τὰ χρέη ταῦτα, οὐδένα λόγον ἔχουσι νὰ συνηγορῶσιν ὑπὲρ τῶν παρουσιαζομένων σήμερον δανειστῶν τῶν σταφιδοκτημόνων. Τό γε νῦν ἔχον δὲν θὰ βελτιωθῇ ἡ θέσις τῶν δανειστῶν τούτων, ἂν ὁ σταφιδόκαρπος ὁ πωληθησόμενος εἰς τὴν Σταφιδικὴν Τράπεζαν ὑποβάλληται εἰς κατάσχεσιν ἢ διεκδίκησιν ἐκ μέρους τῶν δανειστῶν· διότι, ὡς καὶ πρότερον εἶπον, ὁ ὀφειλέτης σταφιδοκτήμων θὰ ὑποβληθῇ εἰς φορολογίαν τινά, ὅπως τὸν καρπὸν αὑτοῦ ἀποστείλῃ εἰς τὰς ἀποθήκας τῆς Τραπέζης, ἢ μᾶλλον ὅπως πωλήσῃ πρὸς αὐτὴν δι’ ἑτέρου προσώπου.
§227Ν. ΜΙΣΥΡΛΗΣ. Διαβεβαιῶ τὸν ἀξιότιμον ἐκ Παρνασσίδος Βουλευτὴν, ὅτι τὸ μέτρον τοῦτο δὲν ὠφελεῖ τοὺς σταφιδοκτήμονας, ἀλλὰ μᾶλλον τοὺς βλάπτει. Πῶς θέλετε σήμερον νὰ ἐκτοπίσητε αὐτὰ τὰ κεφάλαια, διὰ νὰ καταστρέψητε τὴν πίστιν;
§228Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐγὼ ποιοῦμαι τὴν παρατήρησιν, ὅτι καθιεροῦται ἓν προνόμιον δι’ αὐτῆς τῆς διατάξεως ὑπὲρ τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης, καὶ θὰ συρρέωσιν ὅλοι οἱ ὀφείλοντες εἰς οἱονδήποτε, ἵνα πωλῶσιν εἰς τὴν Τράπεζαν αὐτὴν τὸν καρπὸν αὐτῶν, ὅπως μὴ δύνανται νὰ καταδιωχθῶσι διὰ κατασχέσεων.
§229ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν θὰ τεθῇ εἰς ψηφοφορίαν τὸ προτεινόμενον ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Παρνασσίδος ἄρθρον 6 (ἀναγινώσκεται).
§230Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπάρχει ὑποτροπολογία ἰδική μου, καθ’ ἣν αἱ τελευταῖαι λέξεις τοῦ ἄρθρου «οὔτε διεκδικεῖται» ἀπαλείφονται· τοῦτο δὲ, διότι θεωρῶ τὴν τελευταίαν ταύτην διάταξιν περιττὴν, διότι διὰ τῆς ἀναμίξεως ἡ Σταφιδικὴ Τράπεζα γίνεται κυρία τοῦ παραδοθέντος αὐτῇ καρποῦ.
§231ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Τὸ περιττὸν δὲν βλάπτει.
§232Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Παρνασσίδος παρεδέχθη νὰ προστεθῇ εἰς τὸ ὑπ’ αὐτοῦ προτεινόμενον ἄρθρον ἡ φράσις «κατὰ τὸ ἄρθρον 4 τῆς συμβάσεως.»
§233ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν διατυπωθεῖσαν ὡς ἄρθρον 6 τροπολογίαν τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Παρνασσίδος, μὲ τὴν προσθήκην τῶν λέξεων «κατὰ τὸ ἄρθρον 4 τῆς συμβάσεως», παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται πολλοί. Ἀμφίβολον τὸ ἀποτέλεσμα).
§234ΜΙΣΥΡΛΗΣ. Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη, κύριε Πρόεδρε.
§235ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἐρωτήσω τὸ ἀντίθετον. Οἱ μὴ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν ταύτην τοῦ κ. Σιμοπούλου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ ὀλιγώτεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη τὴν πρότασιν.
§236ΜΙΣΥΡΛΗΣ. Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, κύριε Πρόεδρε.
§237ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑποστηρίζεται ἡ πρότασις περὶ ψηφοφορίας δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως;
§238ΜΙΣΥΡΛΗΣ. Ἐὰν δὲν ὑποστηρίζηται ἡ πρότασις, φέρω ἔνστασιν περὶ μὴ ἀπαρτίας.
§239ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλά. Θ’ ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος. (Ἀναγινώσκεται ὁ ὀνομαστικὸς τῶν Βουλευτῶν κατάλογος. Μεθ’ ὃ γίνεται ἡ διαλογή).
§240ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ εἶναι ἐν ἀπαρτίᾳ. Παρόντες 136. Ὁ κ. Σιμόπουλος προτείνει καὶ ἄρθρον 7, ἔχον ὡς ἑξῆς: «Εἰς τὸ ἄρθρον 36 τοῦ νόμου ΒΦΠΓʹ τῆς 17 Ἰουνίου 1899 προστίθεται ὡς τετάρτη παράγραφος ἡ ἑπομένη. «Τιμωρεῖται ὡσαύτως ἐπὶ ἁπλῇ χρεωκοπίᾳ κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ Ἐμπορικοῦ Νόμου ὁ προπωλήσας σταφιδόκαρπον, ἐν περιπτώσει μὴ ἐκπληρώσεως τῶν ὑπ’ αὐτοῦ ἀναληφθεισῶν ὑποχρεώσεων. Ἡ περὶ τούτου μήνυσις δύναται ν’ ἀπευθυνθῇ τῷ ἁρμοδίῳ Εἰσαγγελεῖ καὶ ὑπὸ τῆς Διευθύνσεως τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης.»
§241Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπειδὴ ἐγένοντο ἀντιρρήσεις ὡς πρὸς τὴν τιμωρίαν τὴν ἐπιβαλλομένην εἰς τὸν προπωλητὴν, νομίζω πρέπον νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν, ὅτι αἱ πράξεις τῶν προπωλήσεων ἐγένοντο ἀείποτε παραίτιοι βλάβης εἰς τὰ συμφέροντα τῶν σταφιδοκτημόνων, τὸ δὲ σπουδαιότερον, οἱ προπωληταὶ ἐργάζονται ἄνευ εὐθύνης. Ἂν ἡ πρᾶξις τῆς προπωλήσεως ἀποβαίνῃ ἐπικερδὴς εἰς τὸν προπωλητὴν, ἀναγνωρίζει οὗτος αὐτὴν, καὶ πορίζεται τὸ προκύψαν κέρδος· ἂν ἡ πρᾶξις ἀποβαίνῃ ἐπιζήμιος αὐτῷ, ὁ προπωλητὴς δὲν τὴν ἀναγνωρίζει, καὶ εἰς οὐδεμίαν ὑποβάλλεται ζημίαν. Διὰ τοῦτο ἐτροποποίησα τὴν τροπολογίαν μου ὡς ἑξῆς: «Τιμωρεῖται ὡσαύτως διὰ φυλακίσεως τὸ πολὺ ἑνὸς ἔτους ὁ προπωλήσας σταφιδόκαρπον, ἐν περιπτώσει μὴ ἐκπληρώσεως τῶν ὑπ’ αὐτοῦ ἀναληφθεισῶν ὑποχρεώσεων.»
§242Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ. Μοὶ φαίνεται, ὅτι εἶναι ἀδύνατον, προκειμένου νὰ ψηφίσωμεν νομοσχέδιον περὶ συμβάσεως, νὰ παρεισαγάγωμεν τοιαύτην διάταξιν. Εἶναι δὲ καὶ πολὺ ἐπικίνδυνον, διότι, ὅπως μάλιστα ἐτροποποίησε τὴν τροπολογίαν ὁ εἰσαγαγὼν αὐτὴν, εἶναι φόβος νὰ ἐγκλεισθῶσιν εἰς τὰς φυλακὰς ὅλοι οἱ παραγωγοὶ, διότι ὁ προπωλῶν καὶ μὴ ἐκπληρῶν τὰ συμπεφωνημένα τιμωρεῖται διὰ φυλακίσεως. Οἱοσδήποτε προπωλητὴς θὰ ὑπόκηται εἰς τὴν τιμωρίαν ταύτην.
§243ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ὁ παραγωγός.
§244ΓΚΟΤΣΗΣ. Βεβαίως. Διότι καὶ ὁ παραγωγὸς εἶναι προπωλητής.
§245ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Διότι πολλάκις εὑρίσκεται εἰς τὴν ἀνάγκην καὶ προπωλεῖ τὴν παραγωγήν του.
§246Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐγὼ εἶμαι κατὰ τῆς προπωλήσεως, καὶ θεωρῶ αὐτὴν ὡς μίαν τῶν σπουδαιοτέρων αἰτιῶν τῆς καταπτώσεως τῶν τιμῶν. Ἐπιθυμῶ ἑπομένως νὰ διατυπωθῶσιν ἄρθρα, δι’ ὧν νὰ παρακωλύηται ἡ προπώλησις. Ἀλλ’ ὡς διατυποῦται ἐν τῷ ἄρθρῳ ἡ ἀπαγόρευσις τῆς προπωλήσεως, εἶναι ἀνεπαρκὴς, καὶ ἀποτυγχάνει ἀναγκαίως τοῦ σκοποῦ, διότι ἡ προπώλησις εἶναι τιμωρητέα ἐπὶ νομίμῳ τινὶ λόγῳ, ὁ δὲ λόγος ὅτι δὲν ἔχει ὁ προπωλῶν τὸ πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον προπωλεῖ, —αὐτοῦ τοὐλάχιστον στηρίζονται ὅσοι τὴν προπώλησιν ἀπηγόρευσαν, ἐὰν δὲν τιμωρῶσι, διότι ἀληθῶς τινα τῶν Κρατῶν ἠμπόδισαν τὰς προπωλήσεις τινῶν εἰδῶν, ἰδίως ἐν Γερμανίᾳ ἀπὸ τοῦ 1897 τὴν προπώλησιν ἐν τοῖς χρηματιστηρίοις τῶν δημητριακῶν,—ὁ λόγος, λέγω, αὐτὸς δὲν εἶναι ὀρθός. Εἶναι ἀπηγορευμένη ἐνταχοῦ ἡ προπώλησις, ὅταν δὲν ἔχῃ τις τὸ προπωλούμενον πρᾶγμα, ἐπέρχεται δ’ ἐκ τούτου ὡς συνέπεια ἡ ἀκυρότης τῆς πράξεως. Ἀλλ’ οὐδαμοῦ γνωρίζω νὰ ἐπεβλήθη διὰ τὴν ἔλλειψιν τοῦ πωληθέντος πράγματος ποινὴ, καὶ ποινὴ τόσον βαρεῖα, ὁποία ἡ διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι καλλίτερον θὰ ἦναι, ἐν ἄλλῃ εὐκαιρίᾳ νὰ διατυπώσωμεν εὐκρινέστερον καὶ λυσιτελέστερον τὰ τοῦ περιορισμοῦ τῆς προπωλήσεως.
§247Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ γείνῃ νόμος ἰδιαίτερος.
§248ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. συνάδελφον νὰ μὴ βιάζηται διὰ τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου. Διότι τί λέγει ἡ τροπολογία τοῦ κ. βουλευτοῦ ἐκ Παρνασσίδος; (ἀναγινώσκει): «Τιμωρεῖται ὡσαύτως διὰ φυλακίσεως τὸ πολὺ ἑνὸς ἔτους ὁ προπωλήσας σταφιδόκαρπον, ἐν περιπτώσει μὴ ἐκπληρώσεως τῶν ὑπ’ αὐτοῦ ἀναληφθεισῶν ὑποχρεώσεων.» Ἀλλ’ αἱ ὑποχρεώσεις, τὰς ὁποίας ἀνέλαβεν ὁ προπωλητὴς, εἶναι πολὺ πιθανὸν νὰ μὴ δύνανται δι’ ἄλλους λόγους, παρὰ τὴν ἔλλειψιν τοῦ σταφιδοκάρπου, νὰ ἐκπληρωθῶσιν. Εἶναι ἀληθῶς ἐπιζήμιον τὸ ὅτι δὲν ἔχει τις τὸ πρᾶγμα, ὅπερ πωλεῖ, διότι ἐκ τούτου προέρχονται ζημίαι, καθόσον πρᾶγμα τὸ ὁποῖον δὲν παρήχθη ἔτι, σταφὶς ἡ ὁποία δὲν ἡτοιμάσθη, δὲν ἀπεξηράνθη ἀκόμη, προπωλεῖται, καὶ προπωλεῖται εἰς τιμὰς χαμηλάς. Αὐτὸ δημιουργεῖ προσφορὰν μὴ ἀληθῆ, δημιουργεῖ ἑπομένως προσφορὰν μεγαλειτέραν ἐκείνης, ἡ ὁποία ὑπάρχει ἢ δύναται πραγματικῶς νὰ ὑπάρξῃ καὶ ἐν ἐποχῇ, ἣν αὐθαιρέτως δημιουργεῖ ὁ ἀγοραστὴς, οὐχὶ ὁ πωλητὴς, καὶ δι’ αὐτοῦ ὑποβιβάζει τὰς τιμάς. Ἐννοῶ λοιπὸν νὰ τιμωρῆται ὁ προπωλητής, ὅταν δὲν ἔχῃ τὸν καρπόν, διότι κερδοσκοπεῖ ἐπὶ ἀδίκῳ ζημίᾳ τῶν πωλητῶν. Ὅταν τοῦτο γίνηται συστηματικῶς καὶ ἀποτελῇ ἐχθρικὴν δύναμιν, ἐργαζομένην ἐναντίον τῶν παραγωγῶν, πρέπει νὰ περιορίζηται. Ἀλλὰ νὰ τιμωρῆται μὲ τοσοῦτον βαρεῖαν ποινήν, διότι ὁ προπωλήσας δὲν ἐκπληρώνει τὰς ὑποχρεώσεις του, εἶναι ὑπερβολικόν. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον θὰ συστήσω ν’ ἀποσυρθῇ ἡ τροπολογία.
§249Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Τί ν’ ἀποσυρθῇ; Περὶ τίνος πρόκειται;
§250ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀκούσατε περὶ τίνος πρόκειται. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Παρνασσίδος τὴν τροπολογίαν τὴν ἀρχικήν, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλεν ὡς ἄρθρον 7 τοῦ νομοσχεδίου, διατυποῖ ὡς ἑξῆς: «Εἰς τὸ ἄρθρον 36 τοῦ ΒΧΠΓʹ νόμου τῆς 17 Ἰουνίου 1899 προστίθεται ὡς τετάρτη παράγραφος ἡ ἑπομένη: «Τιμωρεῖται ὡσαύτως διὰ φυλακίσεως τὸ πολὺ ἑνὸς ἔτους ὁ προπωλήσας σταφιδόκαρπον, ἐν περιπτώσει μὴ ἐκπληρώσεως τῶν ὑπ’ αὐτοῦ ἀναληφθεισῶν ὑποχρεώσεων.» Δηλαδὴ ἡ διάταξις αὕτη περιλαμβάνει κύρωσιν τῶν προπωλήσεων.
§251Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὁ λόγος εἶναι ὁ ἑξῆς· διὰ νὰ ἐπέλθῃ καὶ δι’ αὐτοῦ τοῦ τρόπου ὕψωσις τῶν τιμῶν.
§252Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Πρόκειται περὶ τροπολογίας, καὶ ὅταν εἰσάγωμεν παρομοίας διατάξεις, πιστεύετε σοβαρῶς, ὅτι ἔχομεν τροπολογίας; Τί πρᾶγμα τροπολογοῦμεν; Τὴν ἐλευθερίαν τοῦ πολίτου διακανονίζομεν διὰ τροπολογίας, δεομένης μόνον μιᾶς ἀναγνώσεως πρὸς νομοθέτησιν! Τὴν ἐλευθερίαν τοῦ πολίτου οὕτω διαχειριζόμεθα! Τὸ πολυτιμότερον ἀγαθὸν αὐτοῦ ζητοῦμεν ἐλαφρῶς νὰ τὸ καταστήσωμεν ἀντικείμενον τροπολογιῶν! Μά, πρὸς Θεοῦ, κύριε Πρόεδρε! εἰσερχόμεθα εἰς τοιαύτην ὁδόν!
§253Π. ΣΑΚΚΗΣ. Εἶναι νόμος κατὰ τῆς λῃστείας.
§254ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Ἐὰν νομίζητε, κύριε συνάδελφε, ὅτι δύναται νὰ ἐπιτραπῇ διάταξις φύσεως τοιαύτης νὰ εἰσαχθῇ ἐν τῇ συμβάσει ὡς τροπολογία, ἔχετε τὰς ἰδέας σας. Ἄφετέ με νὰ ἔχω τὰς ἰδικάς μου. Ἀλλ’ εἶναι καταφανές, ὅτι ἡ εἰσαγομένη ὡς τροπολογία ποινικὴ διάταξις εἶναι ἀντικείμενον ἰδίου νόμου, ὁ ὁποῖος δέον νὰ εἰσαχθῇ εἰς τὴν Βουλὴν καθ’ ὃν τρόπον εἰσάγονται οἱ νόμοι, καὶ νὰ ψηφισθῇ εἰς τρεῖς ἀναγνώσεις, μετὰ τρεῖς δυνατὰς συζητήσεις. Ἐδῶ ὑπάρχει ἡ ἐγγύησις τῆς κατὰ Σύνταγμα καὶ κατ’ ὀρθὸν λόγον νομοθετήσεως. Εἶναι τόσον κατάδηλον τὸ πρᾶγμα, ὥστε θεωρῶ τερατώδεις τὰς γενομένας προτάσεις, καὶ μάλιστα παρ’ ἀνδρῶν, οἵτινες ἔδει νὰ ἦναι οἱ διδάσκαλοι ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ, καὶ δὲν θεωρῶ ἀξίαν τὴν Βουλὴν νὰ ἐξακολουθήσῃ συζητοῦσα περαιτέρω, προκειμένου περὶ ποινικῶν διατάξεων, καθ’ ἃς δύναται νὰ τιμωρηθῇ ὁ πολίτης μὲ εἱρκτήν, καὶ μάλιστα νὰ συζητῇ τὴν πρώτην ὥραν μετὰ τὸ μεσονύκτιον, χωρὶς νὰ γνωρίζῃ περὶ τίνος πρόκειται, οὐδὲ περὶ τίνος νομοθετεῖ, καὶ μάλιστα διὰ τοῦ νέου συστήματος τῶν τροπολογιῶν.
§255ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ τροποποίησις ἐξετυπώθη ἀπὸ τῆς χθές, καὶ διενεμήθη εἰς τοὺς κυρίους Βουλευτάς· δὲν βλέπω δὲ οὐδὲν τὸ ἀπαράδεκτον οὔτε ἐκ τοῦ Κανονισμοῦ, οὔτε ἐκ τοῦ Συντάγματος, τοῦ νὰ προταθῇ ἡ προσθήκη οἱασδήποτε διατάξεως εἴτε τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου, εἴτε τῆς συμβάσεως τῆς κυρουμένης ὑπὸ τούτου. Ἑπομένως εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ θέσω εἰς ψηφοφορίαν τὴν διάταξιν ταύτην. Ὁ κύριος Γκότσης ἔχει τὸν λόγον.
§256Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ. Ὁ εἰσηγητὴς τῆς τροπολογίας σκοπεῖ διὰ τῶν λέξεων τούτων νὰ κανονίσωμεν θέμα, τὸ ὁποῖον ὄντως ἀπασχολεῖ τὴν κοινωνίαν τῶν σταφιδοφόρων ἐπαρχιῶν. Πρόκειται τουτέστι διὰ τῆς τροπολογίας νὰ περισταλῇ τὸ κακὸν τῶν προπωλήσεων, διὰ τῶν ὁποίων ὄντως ἐξευτελίζονται αἱ τιμαὶ τῆς σταφίδος. Ἀλλ’ ὅπως διατυποῦται ἡ τροπολογία, διατρέχομεν τὸν κίνδυνον νὰ ἴδωμεν εἰς τὰς φυλακὰς ὅλους τοὺς σταφιδοπαραγωγοὺς, διότι ὅλοι οἱ σταφιδοπαραγωγοὶ προπωλοῦσι τὸν σταφιδόκαρπόν των. Οὗτοι συντάσσουσι συμβόλαια, διὰ τῶν ὁποίων ὑποχρεοῦνται νὰ παραδώσωσιν εἰς τὰς ἀποθήκας τοῦ Α ἢ τοῦ Β τὸν σταφιδόκαρπον, τὸν ὁποῖον παρήγαγον ἐκ τῶν κτημάτων των. Ἐὰν δὲν τὸν παραδώσωσι, θὰ ὑποστῶσι τὴν ποινὴν τοῦ νόμου τούτου; Ζήτημα τόσον σοβαρὸν, τὸ ὁποῖον ἀπασχολεῖ ἀπὸ τοσούτου χρόνου τὴν κοινωνίαν, δὲν λύεται διὰ δύο φράσεων ἐπὶ τῆς συμβάσεως· θ’ ἀπασχολήσῃ τὴν Βουλὴν ἐπὶ πολλὰς ἴσως Συνόδους. Διότι δὲν πρόκειται μόνον ν’ ἀποφύγωμεν τὰ ἄτοπα, τὰ ὁποῖα ὑπέδειξα πρὸ ὀλίγου. Ὅταν πρόκηται νὰ ἀπαγορεύσωμεν τὰς προπωλήσεις, δεσμεύομεν τὸ ἐμπόριον, καὶ πρέπει νὰ προσέξωμεν πολὺ, μήπως ἀντὶ ὠφελειῶν γενώμεθα πρόξενοι ζημιῶν πρὸς ἐκείνους ἀκριβῶς, οὓς ζητοῦμεν νὰ προστατεύσωμεν. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν τοιαύτη τροπολογία νὰ γείνῃ δεκτή.
§257ΔΙΟΝ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Εἶναι ἀνεγνωρισμένον καὶ πανθολογούμενον, ὅτι τὸ σύστημα τῶν προπωλήσεων, ὅπως τὸ μετέρχεται ἡ κερδοσκοπία ἐπὶ τῆς σταφίδος, συνετέλεσε τὰ μέγιστα, ἵνα ἐξευτελίσῃ τὰς τιμὰς· καὶ τοῦτο, Κύριοι, ἐκ τῆς πείρας γνωρίζω. Γνωρίζω ὅτι δὲν εἶναι νέον τὸ σύστημα αὐτὸ τῶν προπωλήσεων, τὸ ὁποῖον εἰς ἄλλους τόπους ὀνομάζεται προστύχιον, γίνεται δ’ ἐπὶ πολλῶν προϊόντων. Ἐν Αἰγύπτῳ π. χ. ἀφ’ ἧς ἡ Ἀγγλικὴ κατοχὴ ἀνέλαβε τὴν διοίκησιν τῆς ἐπαρχίας ἐκείνης, τὸ πρῶτον βῆμα, τὸ ὁποῖον ἔκαμεν, ἦτο ν’ ἀπαγορεύσῃ τὰς προπωλήσεις τῶν βαμβακίων, διότι δι’ αὐτοῦ τοῦ τρόπου ἐπιέζοντο οἱ Φελλάχοι, καὶ ἦσαν αἰωνίως εἰς κατάστασιν πτωχεύσεως. Τὸ σύστημα τοῦτο τὸ μετῆλθον ἄλλοτε οἱ Ἑβραῖοι ἐν Κερκύρᾳ, καὶ τοὺς ἐμιμήθησαν καὶ οἱ Χριστιανοὶ ἔμποροι, καὶ κατεστράφησαν καὶ ἐκεῖ οἱ παραγωγοί. Τὸ σύστημα τοῦτο ἦτο καὶ ἀρχαιόθεν γνωστὸν ἐν Βενετίᾳ, ὅπου βλέπομεν νόμους ἀλληλοδιαδόχως ἀπαγορεύσαντας εἰς τὰς διαφόρους ἐπαρχίας τῆς Ἑνετίας τὸ σύστημα τοῦτο τῶν προπωλήσεων. Νομίζω ὅτι, ἀφοῦ πρόκειται νὰ λάβωμεν μέτρα, ἵνα σώσωμεν τοὺς παραγωγὺς καὶ συγχρόνως νὰ διευκολύνωμεν τὸ ἐμπόριον τῆς σταφίδος, ἐπιβάλλεται νὰ ληφθῇ μέτρον ἀπαγορευτικὸν τῶν προπωλήσεων, διότι τοιουτοτρόπως, φρονῶ, θ’ ἀνακουφίσωμεν τὸ ἐμπόριον, τὸ ἀληθὲς ἐμπόριον, τὸ εἰλικρινὲς ἐμπόριον, τὸ ἐν καλῇ πίστει ἐμπόριον τῆς σταφίδος. Ἀλλὰ δὲν εἶμαι ὑπὲρ τῆς ἀπαγορεύσεως διὰ ποινικῆς διατάξεως. Νομίζω, ὅτι δυνάμεθα νὰ φθάσωμεν εἰς τὸ αὐτὸ ἀποτέλεσμα, ἀπαγορεύοντες τὰς προπωλήσεις, καὶ διατάσσοντες, ὅτι δὲν γεννᾶται ἐκ τῶν συμβάσεων τούτων ἀγωγή. Ἅμα καθιερώσητε τοῦτο, προπώλησις δὲν θὰ γείνῃ. Ἀλλὰ πρέπει καὶ νὰ ἐννοηθῶμεν περὶ τῆς σημασίας τῆς λέξεως προπώλησις. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι πρέπει ν’ ἀπαγορευθῶσιν αἱ πωλήσεις ἢ προπωλήσεις σταφιδοκάρπου πρὸ τῆς ἐνάρξεως τῆς συγκομιδῆς.
§258Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Διατὶ μόνον σταφιδοκάρπου;
§259ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Ἄλλο ζήτημα τώρα, ἂν πρέπει νὰ ληφθῇ γενικὸν μέτρον. Πρῶτον, κύριε συνάδελφε ἐκ Παξῶν, ἐν Κερκύρᾳ ἀπαγορεύονται αἱ προπωλήσεις.
§260ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ἀλλ’ ἐν Παξοῖς, Ζακύνθῳ, Λευκάδι καὶ Κεφαλληνίᾳ ἐπιτρέπονται.
§261ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Εἰς τὴν Ζάκυνθον οὐδέποτε μετῆλθον αὐτὸ τὸ ἐμπόριον. Ἐγὼ ἐκ τῆς δικαστικῆς μου πρακτικῆς γνωρίζω, ὅτι ἄλλοτε τοῦτο ἐγίνετο ἐν Εὐβοίᾳ, διότι ἦσαν ὑπόλοιπα ἀπὸ τῆς Ἑνετικῆς κατοχῆς. Ἦσαν γνωστὰ ἐν τῇ Ἑνετικῇ πρακτικῇ αὐτὰ τὰ λεγόμενα προστύχια, ὡς τὰ ὠνόμαζον διὰ τῆς λέξεως τῆς ἑλληνικῆς οἱ Ἑνετοί. Λοιπὸν νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ τεθῇ ὡς ὅριον τῆς ἀπαγορεύσεως πάσης προπωλήσεως «μέχρι τῆς ἐνάρξεως τῆς συγκομιδῆς». Πᾶσα πώλησις πρὸ τῆς συγκομιδῆς γενομένη, ὑπόσχεσις δηλ. πρὸς παράδοσιν σταφιδοκάρπου, νὰ θεωρῆται ἄκυρος· τουτέστι τὸ ἐμπόριον τοῦ σταφιδοκάρπου, νὰ μὴ ἐπιτρέπηται, εἰμὴ ὅταν καὶ τὸ προϊὸν ἦναι ἕτοιμον πρὸς παράδοσιν, νὰ μὴ ὑποχρεῶται δὲ ὁ παραγωγὸς νὰ πωλῇ εἰς τὸν ἔμπορον, εἰς τὸν κερδοσκόπον, ἐπὶ τιμῇ, τὴν ὁποίαν ἐπιβάλλει ὁ κερδοσκόπος, δανείζων πρὸς αὐτὸν ἢ δίδων προκαταβολὰς, νὰ μὴ δύναται νὰ ἐπιβάλλῃ τιμὴν, τὴν ὁποίαν ὁ κερδοσκόπος ὁρίζει, ὁ δὲ παραγωγὸς, ἐν ἀνάγκῃ εὑρισκόμενος, ἀποδέχεται ἐπὶ τῇ προσφορᾷ χρημάτων, τῶν ὁποίων ἔχει ἀπόλυτον ἀνάγκην καθ’ ἣν στιγμὴν συνομολογεῖ τὸ συμβόλαιον· διότι, καὶ νομικῶς ἂν ἐξετάσωμεν τὸ πρᾶγμα, τὰ συμβόλαια αὐτὰ εἶναι ἄκυρα, διότι ὁ εἷς τῶν συμβαλλομένων εὑρίσκεται ὑπὸ τὸ κράτος ψυχολογικῆς βίας, τουτέστιν ὑπὸ τὸ κράτος τῆς ἀνάγκης τοῦ νὰ πορισθῇ χρήματα, ἐκ τῆς ὁποίας ὠφελεῖται ὁ ἀγοράζων, διὰ νὰ ἀγοράσῃ εἰς τιμὴν εὐτελῆ, ἐπὶ βλάβῃ τοῦ ἑνὸς τῶν συμβαλλομένων. Ἐνδεικνύεται λοιπὸν ἡ παρέμβασις τῆς Πολιτείας, ἵνα ἀπαγορεύσῃ τὰ τοιαῦτα ἀνήθικα συμβόλαια. Καὶ ἐν ὀνόματι τοῦ λόγου τούτου αἱ Πολιτεῖαι παρενέβησαν, ὄχι διὰ νὰ ἐμποδίσωσι τὴν ἐλευθερίαν τῶν συναλλαγῶν, τὴν ἐλευθερίαν τὴν εἰλικρινῆ, τὴν ἐν καλῇ πίστει γιγνομένην, ἀλλὰ τὴν ἐμπορίαν τὴν ἐνέχουσαν ἐν ἑαυτῇ τι τὸ ἀνήθικον.
§262ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Στοιχεῖα κυβείας.
§263ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Βεβαίως. Λοιπὸν ὑπ’ αὐτὴν τὴν ἔποψιν βεβαίως πρέπει νὰ ληφθῇ ἓν μέτρον.
§264ΓΚΟΤΣΗΣ. Ὑπ’ αὐτὸν τὸν τύπον, μάλιστα.
§265ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Ν’ ἀπαγορευθῶσιν αἱ πωλήσεις σταφίδος πρὸ τῆς συγκομιδῆς.
§266ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καὶ γενόμεναι νὰ θεωρῶνται ἄκυροι;
§267ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Νὰ μὴ παρέχηται ἀγωγή. Λοιπὸν νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ εἴπωμεν, ὅτι εἶναι ἄκυρος πᾶσα πώλησις σταφιδοκάρπου πρὸ τῆς συγκομιδῆς, ἥτις συνήθως ἄρχεται ἀπὸ τῆς 10 Αὐγούστου.
§268ΣΠ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. 20 Αὐγούστου.
§269ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Καὶ τότε νομίζω, ὅτι δι’ αὐτοῦ τοῦ τρόπου δυνάμεθα νὰ θέσωμεν φραγμὸν εἰς τὴν κατάχρησιν αὐτὴν, ἡ ὁποία γίνεται ἐπὶ βλάβῃ καὶ καταπιέσει τῶν παραγωγῶν καὶ πρὸς ἀθέμιτον ὄφελος.
§270Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἡ περίπτωσις, τὴν ὁποίαν ἀνέφερεν ὁ ἔντιμος προλαλήσας, δὲν ἐξαντλεῖ τὸ κακόν. Εἶναι βεβαίως μία περίπτωσις, ἀλλὰ δὲν ἕπεται, ὅτι μετὰ τὴν παραγωγὴν τοῦ σταφιδοκάρπου δὲν γίνονται προπωλήσεις, καὶ προπωλήσεις ἐπὶ μειώσει ἐξευτελιστικῇ τῶν τιμῶν τῆς σταφίδος. Αὐτὰ βλέπομεν καθ’ ἡμέραν, καὶ αὐτὸ εἶναι τὸ συνηθέστερον. Τὸ κακὸν εἶναι τοῦτο· ὅτι ἄνθρωποι μὴ ἔχοντες σταφιδόκαρπον ἐν ταῖς ἀποθήκαις αὑτῶν τὸν πωλοῦσιν ἐν τῷ ἐξωτερικῷ. Ἐπειδὴ διὰ νὰ τὸν παραδώσωσι μίαν ἡμέραν, πρέπει νὰ ἐξευτελίσωσι τὰς τιμὰς, διὰ νὰ τὸν ἀγοράσωσιν ἐπὶ κέρδει, εὐκόλως κατορθοῦσι τοῦτο, διότι οὐδεὶς ἀγοράζει ἀκριβότερον, ἀφοῦ ἡ σταφὶς προσφέρεται εὐθηνοτέρα διὰ τῶν προπωλητῶν, καὶ ἀφοῦ οἱ προπωλοῦντες καὶ οἱ προσφέροντες τὸν καρπόν των εἶναι οἱ περισσότεροι. Δύναμις ἀντιστάσεως εἰς τοὺς παραγωγοὺς δὲν ὑπάρχει, οἱ δὲ ἔχοντες πραγματικὰ κεφάλαια ἀγορασταὶ συμφέρον ἔχουσι νὰ περιμένωσι τοὺς προπωλητὰς νὰ καταβιβάσωσι τὰς τιμάς. Ἐὰν δεχθῶμεν μόνον τὴν περίπτωσιν, τὴν ὁποίαν ἀνέφερεν ὁ ἔντιμος ἐκ Ζακύνθου Βουλευτὴς, βεβαίως προλαμβάνομεν καὶ καθιστῶμεν ἴσως ἀνεφάρμοστον ἐν τῷ μέλλοντι αὐτὴν τὴν περίπτωσιν τοῦ πωλεῖν σταφιδόκαρπον πρὸ τῆς παραγωγῆς. Ἀλλὰ τὸ μέγιστον μέρος τῶν καταχρήσεων γίνεται μετὰ τὴν παραγωγὴν, καὶ ἔχω τὴν ἰδέαν, ὅτι, ἐὰν περιορισθῶσιν εἰς τὸν πρὸ τῆς συγκομιδῆς χρόνον, θὰ ἐπιταθῶσιν εἰς τὸν μετὰ τὴν συγκομιδὴν, καὶ θὰ ἔχωμεν πλέον ἐντεταμένον τὸ κακόν. Τοῦτο λέγω οὐχὶ ἵνα πολεμήσω τὴν ἰδέαν περὶ παρεμποδίσεως τῶν προπωλήσεων, ἀλλ’ ἵνα συνηγορήσω ὑπὲρ τῆς γνώμης, ὅτι ἐν ἄλλῳ νόμῳ δέον ν’ ἀποφασίσῃ ἡ Βουλὴ περὶ τούτου. Ἀπὸ τοῦδε ἂς ὁρίσῃ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς μίαν ἐπιτροπὴν, ἐκ τριῶν ἢ πέντε Βουλευτῶν, ἐνήμερων εἰς τὰ τοῦ ἐμπορίου τῆς σταφίδος, ὅπως μελετήσωσι καὶ καταρτίσωσιν ἓν νομοσχέδιον. Εἴδετε ὅτι ἕτερος τῶν κ. συναδέλφων ἐπρότεινε νὰ ἐπεκταθῇ ἡ πρότασις ἀπὸ τῆς σταφίδος καὶ εἰς ἄλλα προϊόντα. Νὰ ἐξετασθῇ καὶ τοῦτο, καὶ ἐν ἀνάγκῃ καὶ αὐτὸ νὰ γείνῃ. Ἂν γίνωνται καὶ ἀλλαχοῦ κερδοσκοπικαὶ πράξεις τόσαι καὶ μεθ’ ὁμοίας συστηματικότητος, ὥστε νὰ ἐπέρχηται πολλὴ καὶ ἄδικος ζημία, λόγῳ τῆς ὑποτιμήσεως τῶν προϊόντων, εἰς τοὺς παραγωγοὺς αὐτῶν, ἂς ἐπεκταθῇ ἡ ἀπαγόρευσις. Διὰ τοῦτο θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν νὰ μὴ ἐπιμείνωμεν νῦν νὰ λύσωμεν ζήτημα, ὅπερ ἀπασχολεῖ ἐκτὸς ἡμῶν καὶ ἄλλα Κράτη. Ἔν τισιν αὐτῶν ἐλύθη νομοθετικῶς. Ἀφοῦ δ’ ἔχωμεν νομοθετήματα ἄλλων Κρατῶν, διατὶ δὲν θέλομεν πρότερον νὰ τὰ μελετήσωμεν; Οὐδεὶς ἐφρόντισε νὰ ἐγκύψῃ εἰς αὐτὰ, διότι δὲν ἐνόμιζεν, ὅτι ἤθελε τόσον ταχέως παρουσιασθῆ τοιαύτη περίπτωσις. Ἂς μελετηθῶσι τὰ ξένα νομοθετήματα. Ὑπάρχουσιν ἐν πᾶσιν ἀμφιβολίαι, καὶ ἀπαντῶσι δυσκολίαι ἀποτρέπουσαι τὰς Βουλὰς νὰ ψηφίσωσιν αὐτά· διότι δὲν ἀγνοεῖτε, ὅτι οἱ νόμοι ἀφ’ ἑνὸς ἔχουσι τὰ καλὰ, ἀλλ’ ἀφ’ ἑτέρου ἔχουσι καὶ τὰ κακὰ, καὶ πρέπει μετὰ πολλῆς προσοχῆς νὰ νομοθετῶνται, ὥστε νὰ ἐπιτυγχάνηται δι’ αὐτῶν τὸ περισσότερον καλὸν μὲ τὸ ὀλιγώτερον κακόν. Δὲν θ’ ἀπολεσθῇ τὸ ἐμπόριον τῆς σταφίδος, ἐὰν ἀπόψε δὲν ψηφισθῇ ὁ νόμος αὐτός. Δύναται νὰ ψηφισθῇ μετὰ 10 ἢ 15 ἡμέρας, ἀφοῦ ἡ ἐσοδεία καὶ αἱ προπωλήσεις βεβαίως δὲν ἤρχισαν ἀκόμη.
§271ΓΚΟΤΣΗΣ. Ἤρχισαν.
§272ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἀλλ’ ἐκ τούτου δὲν ἕπεται, ὅτι πρέπει ἀπόψε νὰ νομοθετήσωμεν, περιπίπτοντες εἰς λάθη λόγῳ τῆς σπουδῆς.
§273Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Αἱ θεωρίαι, τὰς ὁποίας ἀνέπτυξεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Ζακύνθου ἐναντίον τῶν προπωλήσεων, τῶν καλυπτουσῶν τὴν κυβείαν τοῦ ἐμπορίου τῆς σταφίδος, θὰ εἶχον βεβαίως τὴν θέσιν των, ἐὰν ἀπόψε συνεζητεῖτο αὐτοτελὲς νομοσχέδιον, προνοοῦν ἐναντίον τοῦ εἴδους τούτου τοῦ ἐμπορίου. Ἀλλ’ ἀπόψε τί συζητοῦμεν; Τίνα τίτλον ἔχει τὸ νομοσχέδιον καὶ ποῖον τὸ περιεχόμενον τοῦ νομοσχεδίου; Συζητοῦμεν περὶ νομοσχεδίου κυροῦντος σύμβασιν μεταξὺ τοῦ Δημοσίου καὶ τῶν Τραπεζῶν Ἐθνικῆς, Ἰονικῆς, Ἀθηνῶν καὶ Σταφιδικῆς Τραπέζης. Συζητοῦμεν περὶ νομοσχεδίου ἔχοντος καὶ ὀφείλοντος νὰ ἔχῃ τὸν τύπον τῆς προσωρινότητος, καὶ ὅταν λήξῃ ἡ σύμβασις αὕτη, θὰ ἔχωμεν μίαν διάταξιν μετέωρον εἰς τὸ κενὸν τόσον εὐρείας ἐφαρμογῆς, ἡ ὁποία ἐπιβάλλει δεσμὰ γενικῶς κατὰ τῆς ἐλευθερίας τοῦ ἐμπορίου, ἐνῷ εἶναι ἡ κυβεία, τὴν ὁποίαν ζητεῖ νὰ κτυπήσῃ αὐτὴ ἡ διάταξις. Εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρχωσι καὶ εἰλικρινεῖς προπωλήσεις μεγάλης ἢ μικρᾶς παραγωγῆς, καὶ κατὰ τὴν γενικὴν διάταξιν τοῦ νόμου δύναται νὰ περιληφθῇ εἰς τὴν τοιαύτην καταδίωξιν καὶ τὴν ποινὴν καὶ ὁ εὐθύτερος παραγωγὸς, ὁ ὁποῖος δὲν ἐπροπώλησε λόγῳ κυβείας. Λέγω λοιπὸν, ὅτι θὰ ἔχωμεν τοῦτο τὸ ἄτοπον, προφανῶς, ὅτι θὰ ἔχωμεν μίαν διάταξιν ὁριστικὴν, ἡ ὁποία θὰ καταταχθῇ εἰς τοὺς ὀργανικοὺς νόμους τοῦ τόπου, παγιωτάτην, ἐνῷ ὅλα τ’ ἄλλα τοῦ νομοσχεδίου τούτου θ’ ἀποθάνωσι κατὰ τὴν 1 Σεπτεμβρίου τοῦ 1904. Ἀλλὰ καθιεροῦμεν καὶ ἓν περίεργον προηγούμενον διὰ τὰ νομοσχέδια. Τὸ Σύνταγμα δὲν καθιέρωσε ματαίως καὶ ὅλως διόλου ἀφιλοσοφήτως τὴν διάταξιν, ὅτι δι’ ἕκαστον νομοσχέδιον πρέπει νὰ γίνηται τριπλῆ ἀνάγνωσις καὶ συζήτησις· ἔπραξε τοῦτο διότι ἠθέλησε ν’ ἀφήσῃ καιρὸν εἰς τοὺς Βουλευτὰς, ἵνα μελετῶσι τὰς διαφόρους διατάξεις ἑκάστου νομοσχεδίου, ὅπως γινώσκωσι περὶ τίνος συζητοῦσι καὶ περὶ τίνος ψηφίζουσιν. Ἡμεῖς ἔχομεν ὑπ’ ὄψιν μίαν σύμβασιν, τὴν τελευταίαν δὲ στιγμὴν κλιβανίζεται εἰς αὐτοτελὴς νόμος. Εἴμεθα παρεσκευασμένοι εἰς τὴν τοιαύτην συζήτησιν; Τὸ Σύνταγμα, ἵνα ἀποφύγῃ τοὺς κινδύνους τῶν τοιούτων ἐξ ὑπογυίου τὴν τελευταίαν στιγμὴν ὑποβαλλομένων διατάξεων, καθώρισε τὴν πανηγυρικὴν διαδικασίαν τῶν τριῶν ἀναγνώσεων, τῶν τριῶν συζητήσεων. Θέλετε νὰ ἴδητε τοὺς κινδύνους καταφώρους τῶν τοιούτων νομοθετημάτων; Θὰ σᾶς τοὺς εἴπω. Ἀλλὰ πρὶν ἢ προβῶ εἰς τοῦτο θὰ σᾶς ἐρωτήσω, διατὶ εἰς τὸν νόμον αὐτὸν περὶ κυρώσεως συμβάσεως μετὰ Τραπεζῶν μονοετοῦς νὰ μὴ νομοθετήσωμεν καὶ περὶ οἰκονομικῶν ἐπιθεωρητῶν, νὰ μὴ νομοθετήσωμεν καὶ περὶ ἐπιθεωρητῶν τῶν δημοτικῶν σχολείων; Διατὶ νὰ μὴ νομοθετήσωμεν καὶ περὶ ἄλλων κενῶν τῆς νομοθεσίας μας, εἴτε τῆς ἀστικῆς, εἴτε τῆς ποινικῆς; Θέλετε νὰ ἴδητε τοὺς κινδύνους τῶν ἀμελετήτων νομοθετημάτων; Τοὺς εὑρίσκετε ἐδῶ. Ποία εἶναι ἡ πρώτη πρότασις τοῦ νομοσχεδίου; (ἀναγινώσκει): «Τιμωρεῖται ὡς ὑπαίτιος ἁπλῆς χρεωκοπίας ὁ προπωλήσας σταφιδόκαρπον...» Ἀλλ’ ἵνα τιμωρηθῇ τις ἐπὶ ἁπλῇ χρεωκοπίᾳ, πρέπει νὰ ἦναι πρῶτον ἔμπορος, καὶ πρέπει νὰ κηρυχθῇ εἶτα εἰς κατάστασιν πτωχεύσεως. Καὶ εἶναι δυνατὸν νὰ θεωρηθῇ ἔμπορος ὁ σταφιδοπαραγωγὸς, ὁ προπωλήσας διὰ τὰς πραγματικάς του ἀνάγκας, νὰ τιμωρῆται δὲ ἐπὶ ἁπλῇ χρεωκοπίᾳ, χωρὶς νὰ ἦναι ἔμπορος, χωρὶς νὰ κηρυχθῇ εἰς κατάστασιν πτωχεύσεως; Ἀλλ’ εἶναι παράδοξος καὶ ὑπὸ τὴν ἔποψιν ἁπλῶς τῆς λογικῆς ἐρεύνης ἡ διάταξις αὕτη. Τιμωρεῖται μέχρι φυλακίσεως ἑνὸς ἔτους ὁ σταφιδοπαραγωγὸς ὁ προπωλήσας σταφιδόκαρπον. Διατὶ νὰ τιμωρηθῇ; Ποῖον τὸ ἀδίκημα τὸ διαπραχθέν; Ὁ κύριος συνάδελφος ἐκ Ζακύνθου ὑπέδειξεν, ὅτι δὲν εἶναι ἀδύνατον νὰ ὑπάρξῃ ἡ κυβεία μετὰ τῶν προπωλήσεων. Εἶναι δυνατὸν, ἀλλ’ ἔχετε ἄλλας διατάξεις κατὰ τῶν διαπραττόντων τὴν κυβείαν ταύτην, ἔχετε δὲ καὶ τὰ ἀποτελέσματα ἀκυρούμενα διὰ τῆς ἀστικῆς νομοθεσίας, ὅταν εἰκονικὰς πωλήσεις διαπράττωσιν. Ἐδῶ τί ἀδίκημα διαπράττεται; Ἐὰν ἡ προπώλησις καλύπτῃ δόλον, ἔχομεν τὰς γενικὰς διατάξεις τοῦ Ποινικοῦ Νόμου, καθ’ ἃς ὁ δόλος τιμωρεῖται· ἐὰν ἦναι ἐμπορευόμενος, καὶ ἵνα ἐλαττώσῃ τὴν γενικὴν αὑτοῦ περιουσίαν προεπώλησε καὶ ἠλάττωσε τὴν ἐμπορικήν του περιουσίαν, τότε τοῦτο βεβαίως συνεπάγεται τὴν καταδίωξιν καὶ ἐπὶ δολίᾳ χρεωκοπίᾳ ἀκόμη· ἔχομεν δὲ τὴν ποινὴν τὴν ἐκ τοῦ γενικοῦ Ποινικοῦ Νόμου. Ἐνταῦθα ἐλέχθη, ὅτι διὰ τῆς διατάξεως, τὴν ὁποίαν κατὰ τοιοῦτον τρόπον τελευταῖον μετερρύθμισαν, ζητοῦσι νὰ προστατεύσωσι τὴν τιμὴν τῆς σταφίδος. Ἀλλὰ τὸν κίνδυνον ἐνέδειξεν ὁ ἐκ Πατρῶν συνάδελφος κ. Γκότσης. Εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξωσι πολλοὶ οἱ οὕτω προπωλοῦντες. Ἀλλ’ εἶναι γνωστὸν, ὅτι ὑπάρχουσιν οἱ περισσότεροι σταφιδοπαραγωγοὶ, οἱ ὁποῖοι προπωλοῦσιν, ὡς ἔχοντες ἀνάγκην πραγματικήν.
§274ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Ὄχι.
§275Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως. Διότι, ἐὰν ἔχω σταφιδάμπελον καὶ ὑποβληθῶ εἰς ὑποχρεώσεις, ἵνα λάβω χρήματα πρὶν ἔλθῃ ἀκόμη ἡ παραγωγὴ, καὶ ἀποδώσω τὸ χρῆμα, ἢ χάριν τῆς καλλιεργείας προπωλήσω, ἢ διότι θέλω νὰ συντηρήσω τὰ τέκνα μου ἢ τὰ ἐκπαιδεύσω, ἢ νὰ ἐνδυθῶ ἢ τραφῶ, τί διατάσσεται κατ’ ἐμοῦ, ὁ ὁποῖος, ἐν πλήρει τῇ καλῇ πίστει, ἐν ὅλῳ τῷ δικαιώματι τῆς ἰδιοκτησίας πωλῶ τὴν σταφίδα; Χονδρικῶς ὑπάγομαι εἰς καταδίωξιν καὶ φυλάκισιν! Λοιπὸν, ἀνεξαρτήτως τῆς διατάξεως τῆς ἀντικειμένης εἰς τὸν ὀρθὸν λόγον, εἰς τὰ νομικὰ καθεστῶτα, εἰς τὸν τύπον τῆς συνταγματικῆς διατάξεως, ἓν ὀφείλομεν σφόδρα νὰ περιέπωμεν ἡμεῖς· οἱ κίνδυνοι ἀκριβῶς τῶν ἀνθρώπων ἐκείνων, τῶν σταφιδοπαραγωγῶν, τοὺς ὁποίους ζητοῦσι νὰ προστατεύσωσι διὰ τῆς προσθήκης τοῦ ἄρθρου τούτου, ὅλα ταῦτα, Κύριοι, ὑπαγορεύουσιν, ἵνα ἐγκαταλείψῃ ὁ κύριος ἐκ Παρνασσίδος Βουλευτὴς τὴν πρότασιν· ἐὰν δὲ ὄντως ὑπάρχῃ τοιαύτη ἀνάγκη, ὥστε τόσον ἔκτροπα μέσα νὰ λάβωμεν, ὑπάρχει καιρὸς νὰ ὑποβληθῇ ἴδιον σχέδιον μελετημένον, καὶ συζητήσωμεν ἐπ’ αὐτοῦ.
§276ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Παρνασσίδος ἀποσύρει τὸ σχετικὸν ἄρθρον. Ἐδῶ ἔρχεται ἡ τροπολογία τοῦ κ. Μερλοπούλου, ὡς ἄρθρον ἕβδομον (ἀναγινώσκει): «Ἐπιτρέπεται εἰς τὴν Σταφιδικὴν Τράπεζαν, ὅπως ἐκ τῶν ἐν τῇ συμβάσει ὁριζομένων τεσσάρων ἀποθηκῶν πρὸς παραλαβὴν τοῦ ἀγορασθησομένου σταφιδοκάρπου ἱδρύσῃ μετὰ προηγουμένην συγγενόησιν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν καὶ ἄλλας τοιαύτας εἰς πόλεις, ἔνθα ἡ τοιαύτη ἵδρυσις ἤθελε θεωρηθῆ ἀναγκαία.» Πρόκειται περὶ ἀδείας, καὶ ἑπομένως...
§277Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν ἀρκεῖ μόνον ἡ συναίνεσις τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης· ἀπαιτεῖται ἡ συναίνεσις καὶ τῶν ἄλλων μερῶν. Μὲ ἐνοήσατε, ὑποθέτω.
§278ΠΡΟΕΔΡΟΣ. «Μετὰ προηγουμένην συνεννόησιν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν.» Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Μερλοπούλου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη.
§279Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἔχω νὰ ὑποβάλω ἑτέραν τροπολογίαν.
§280ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διατυπώσατέ την (θόρυβος).
§281Π. ΓΚΙΚΑΣ. Θὰ φύγωμεν, νὰ μὴ γείνῃ ἀπαρτία. Δὲν ὑπάρχουσιν ἄλλα προϊόντα;
§282ΜΙΧ. ΣΤΕΛΛΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐσταφιδιάσαμεν ἐδῶ μέσα πλέον!
§283ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σᾶς παρακαλῶ, κύριε Γκίκα· ἄλλη τροπολογία εἶναι. Κύριε Μερλόπουλε, λοιπὸν ἔχετε ἄλλην τροπολογίαν;
§284ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα.
§285ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διατυπώσατέ την λοιπὸν (ἐξακολουθεῖ ὁ θόρυβος).
§286ΣΤΕΛΛΑΚΗΣ. Ἔνστασιν μὴ ἀπαρτίας θὰ κάμωμεν, νὰ φύγωμεν ὅλοι.
§287ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι κατάστασις αὐτὴ, κύριε Πρόεδρε!
§288ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι, πῶς εἶναι δυνατὸν ν’ ἀμφισβητῆτε τὴν ἀξίαν μιᾶς τροπολογίας, ἡ ὁποία δὲν ὑπεβλήθη ἀκόμη;
§289ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἄλλοτε, Κύριοι, ἀνεκινήθη ἐν τῇ Βουλῇ ζήτημα, τὸ ὁποῖον εἶναι μεγάλης σπουδαιότητος, τὸ ζήτημα τῶν δελτίων ἀποταμιεύσεως. (Θόρυβος).
§290Ν. ΣΤΑΜΑΤΙΑΔΗΣ ΚΑΙ ΑΛΛΟΙ. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μείνωμεν.
§291ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸ, τὸ ὁποῖον ἔχω νὰ προτείνω, συμβάλλει εἰς τὴν ἀκριβῆ ἐκτέλεσιν τῆς συμβάσεως. Σήμερον περισσεύουσι περὶ τὰ 11 ἑκατομμύρια λιτρῶν εἰς δελτία ἀποταμιεύσεως. Αὐτὰ τὰ δελτία, ἐὰν μείνωσιν ἀδιάθετα μέχρι τῆς 6 Σεπτεμβρίου, μέχρι τῆς ὁποίας ἐπιτρέπεται κατὰ τὸν νόμον εἰς τὴν ἐξαγωγὴν τοῦ σταφιδοκάρπου ἡ χρησιμοποίησις αὐτῶν, θέλουσιν ἀποζημιωθῆ ἀπὸ τὴν Σταφιδικὴν Τράπεζαν. Ἡ Σταφιδικὴ Τράπεζα, πληρόνουσα αὐτὰ εἰς τὴν τιμὴν, εἰς ἣν ἐπωλήθη τὸ παρακράτημα, πρὸς 80 δραχμὰς κατὰ χιλιάδα, θὰ καταβάλῃ εἰς τοὺς κατόχους αὐτῶν 880,000 δραχμάς. Δὲν ἐνδιαφέρει λοιπὸν ἡμᾶς τοῦτο; δὲν ἐνδιαφέρει τὴν Σταφιδικὴν Τράπεζαν; δὲν εἶναι ἄξιον τῆς προσοχῆς ὑμῶν; Ἀλλ’ ὑπάρχει καὶ ἕτερος κίνδυνος, Κύριοι.
§292ΚΟΛΙΑΤΣΟΣ. Ἐγὼ δὲν ἐνόησα!
§293ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Διότι δὲν ἡσυχάζετε. Ἀφήσατε νὰ ἐξηγηθῶ, διὰ νὰ ἴδητε ὅτι πρόκειται περὶ σπουδαίου ζητήματος. Εἶναι γνωστὸν, Κύριοι, ὅτι ὑπάρχει ἀπόθεμα ἐκ περυσινῆς ἐσοδείας. Ἐφ’ ὅσον λοιπὸν τὸ ἀπόθεμα τοῦτο μένῃ ἀδιάθετον, ἐπὶ τοσοῦτον ἡ Σταφιδικὴ Τράπεζα ὑποχρεοῦται διὰ τῆς συμβάσεως νὰ ἀγοράσῃ περιπλέον ποσόν. Θὰ ἀγοράσῃ τὸ περιπλέον τῶν 260 ἑκατομμυρίων ἐκ τῆς ἐπερχομένης ἐσοδείας, θ’ ἀγοράσῃ δὲ καὶ ὅ,τι ὑπολείπεται ἀδιάθετον ἐκ τῆς ἐφετεινῆς. Ἐὰν τὸ ποσὸν αὐτὸ ἦναι 20 ἑκατομμύρια, θὰ προστεθῶσιν 20 ἑκατομμύρια εἰς τὸ ποσὸν τὸ ὁποῖον θ’ ἀγοράσῃ ἐκ τῆς ἐπερχομένης ἐσοδείας· ἐὰν ἦναι 30 ἑκατομμύρια, θὰ προστεθῶσι 30. Ἐφ’ ὅσον δ’ αὐξάνῃ τὸ ποσὸν, ἐπὶ τοσοῦτον καὶ αἱ καταβολαὶ τῆς Τραπέζης αὐξάνουσι. Πρόκειται λοιπὸν νὰ μειώσωμεν τὸ ποσὸν τὸ μένον ἀδιάθετον. Καὶ ὑπάρχει μέσον νὰ μειώσωμεν τὸ ποσὸν αὐτό. Καὶ ἰδοὺ πῶς. Κατὰ τὸν νόμον τοῦ 1899 «περὶ φορολογίας τοῦ σταφιδοκάρπου καὶ περὶ συστάσεως Σταφιδικῆς Τραπέζης», πᾶς ἔμπορος, ἐξάγων σταφιδόκαρπον εἰς τὸ ἐξωτερικὸν, ὀφείλει νὰ δώσῃ ἀποδείξεις ἀποταμιεύσεως, ἤτοι δελτία, εἰς τὸ Τελωνεῖον· ἀλλὰ δύναται, ἐὰν δὲν εὕρῃ τοιαύτας ἀποδείξεις, νὰ παράσχῃ εἰς τὴν τελωνειακὴν ἀρχὴν ἐγγύησιν...
§294ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Διὰ τὸν ἕνα μῆνα.
§295ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Διὰ τὸν μῆνα τὸν ἑπόμενον, ἤτοι ἀπὸ τῆς 5 Αὐγούστου μέχρι 5 Σεπτεμβρίου... Οὕτω δὲν χρησιμοποιοῦνται πλέον αἱ μένουσαι ἀδιάθετοι ἀποδείξεις ἀποταμιεύσεως. Ἐὰν δὲ ὅλοι οἱ ἐξάγοντες ἀπὸ 5 Αὐγούστου μέχρι 5 Σεπτεμβρίου κάμωσι χρῆσιν τοῦ δικαιώματος τοῦ διὰ τοῦ ἄρθρου 29 τοῦ νόμου ἀναγνωριζομένου, καὶ παράσχωσιν ἀξιοχρέους ἐγγυήσεις, θὰ ἐξακολουθήσωσι μένουσαι ἀδιάθετοι ὅλαι αἱ ἐκδεδομέναι ἀποδείξεις μέχρι τῆς 6 Σεπτεμβρίου. Τί θέλει γείνῃ τότε; Ἡ Σταφιδικὴ Τράπεζα ὑποχρεοῦται νὰ ἐξαγοράζῃ τὰς ἀποδείξεις ἐκείνας· διὰ νὰ τὰς ἐξαγοράσῃ δὲ, θὰ καταβάλῃ τὸ τίμημα αὐτῶν ἐπὶ τῇ τιμῇ, εἰς τὴν ὁποίαν ἐπώλησε τὸ παρακράτημα, πρὸς 70 καὶ 80 δραχμάς. Τοῦτο ἀντιπροσωπεύει ἓν ποσὸν λίαν σημαντικὸν διὰ τὸ ταμεῖον τῆς Τραπέζης. Εἶναι λοιπὸν προφανὴς ἡ ζημία, ἡ ὁποία προέρχεται ἐκ τοῦ νόμου τοῦ 1899. Ἀλλ’ εἶναι καὶ ἡ ἑτέρα, ἡ ὁποία προέρχεται ἐκ τούτου. Γνωστὸν ὅτι ὑπάρχει ἀδιάθετον ποσὸν ἐκ τῆς περισυνῆς ἐσοδείας. Ἐφ’ ὅσον δὲ ὁ νόμος ἐπιτρέπει ἀπὸ 5 Αὐγούστου μέχρι 5 Σεπτεμβρίου νὰ παρέχωνται ἀξιόχρεοι ἐγγυήσεις, ὁ σταφιδόκαρπος οὗτος θὰ μένῃ ἀδιάθετος. Οὐδεὶς θὰ σπεύσῃ νὰ παραδώσῃ αὐτὸν εἰς τὰς ἀποθήκας τῆς Τραπέζης, ὅπως αἱ ἐκ τῆς ἀποταμιεύσεως ἀποδείξεις χρησιμοποιηθῶσι κατὰ τὴν ἐξαγωγήν· διότι ἐφ’ ὅσον δὲν θὰ ὑπάρχῃ ζήτησις τοιούτων ἀποδείξεων, δὲν θὰ ὑπάρχῃ καὶ ἡ ἀνάγκη ἀποταμιεύσεως τοῦ καρποῦ εἰς τὰς ἀποθήκας τῆς Τραπέζης. Ἐὰν λοιπὸν ἄρωμεν τὴν διάταξιν τοῦ νόμου τοῦ 1899, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐπιτρέπεται νὰ παρέχωσιν οἱ ἐξάγοντες ἀξιόχρεων ἐγγύησιν εἰς τὴν τελωνειακὴν ἀρχήν, καὶ ὑποχρεώσωμεν αὐτοὺς νὰ προσάγωσιν ἀποδείξεις ἀποταμιεύσεως, θὰ ἐπιτύχωμεν δύο τινά· ἀφ’ ἑνὸς μὲν θὰ κατορθωθῇ, ὅπως αἱ μένουσαι μέχρι τοῦδε ἀδιάθετοι ἀποδείξεις διατεθῶσι κατὰ τὴν ἐξαγωγήν, ἀφ’ ἑτέρου δὲ, ὅπως ὁ καρπὸς ὁ μένων ἀδιάθετος ἐν τῷ ἐσωτερικῷ ἐκ τῆς περυσινῆς ἐσοδείας ἀποταμιευθῇ εἰς τὰς ἀποθήκας τῆς Τραπέζης, ἵνα ἐκδοθῶσιν ἀποδείξεις ἀποταμιεύσεως, αἵτινες θέλουσι χρησιμοποιηθῆ κατὰ τὴν ἐξαγωγὴν μέχρι τῆς 5 Σεπτεμβρίου, καὶ οὕτω τὸ μένον ἀδιάθετον ποσὸν ἐκ τῆς παραγωγῆς τῆς περυσινῆς θὰ ἐλαττωθῇ, ἂν δὲν θὰ ἐκλείψῃ ἐντελῶς...
§296Ν. ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ περισσεύσῃ ἐκ τῆς ἐφετεινῆς.
§297ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τί ἐφετεινῆς; Ἐκ τῆς ἐφετεινῆς ἡ Τράπεζα ὑποχρεοῦται νὰ ἀγοράσῃ πᾶν ὅ,τι ἀπομένει ἄνω τῶν 260 ἑκατομμυρίων. Ἡ διάταξις τῆς συμβάσεως εἶναι ῥητή.
§298Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὴν σύμβασιν τὴν ἔχομεν, τὴν γνωρίζομεν. Παύσατε λοιπὸν, παρακαλῶ, νὰ ἀναγινώσκητε.
§299ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἀναγινώσκω τὴν σύμβασιν, κύριε Πρόεδρε. Διατυπώνω τὴν τροπολογίαν μου (θόρυβος καὶ ἀνυπομονησία). Ἡ τροπολογία μου φέρει μεταρρύθμισιν τῆς τρίτης παραγράφου τοῦ ἄρθρου 28 τοῦ νόμου ͵ΒΦΠΓʹ τοῦ 1899.
§300ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Μετερρυθμίσθη αὐτό.
§301ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν μετερρυθμίσθη τὸ ἄρθρον 28. Ἡ τροπολογία ἀφορᾷ εἰς τὴν τρίτην παράγραφον, κύριε Στεφάνου! Ἰδοὺ ἡ τροπολογία μου (ἀναγινώσκει): «Εἰς τὸ νομοσχέδιον προστίθεται ἴδιον ἄρθρον, ἔχον ὡς ἑξῆς: «Ἡ τρίτη παράγραφος τοῦ ἄρθρου 28 τοῦ νόμου ͵ΒΦΠΓʹ τῆς 17 Ἰουνίου 1899 συμπληροῦται οὕτω: «Αἱ ἀποδείξεις ἀποταμιεύσεως εἰσι δεκταὶ ἐν τοῖς τελωνείοις εἰς καταβολὴν τοῦ εἰς εἶδος φόρου κατὰ τὴν διάρκειαν τοῦ σταφιδικοῦ ἔτους, (5 Αὐγούστου μέχρι 4 Αὐγούστου τοῦ ἑπομένου ἔτους) ἐντὸς τοῦ ὁποίου ἐξεδόθησαν, καὶ ἐπὶ ἕνα ἔτι μῆνα ἀπὸ τῆς λήξεως τοῦ ἔτους τούτου. Διαρκοῦντος τοῦ ἔτους τούτου, ἐπιτρέπεται εἰς τὴν τελωνειακὴν ἀρχὴν τοῦ λιμένος τῆς ἐξαγωγῆς, ἐν ἐλλείψει ἀποδείξεων ἀποταμιεύσεως, νὰ δέχηται ἐγγυήσεις ἀξιοχρέους περὶ τῆς ἐντὸς μηνὸς προσαγωγῆς τῶν ὑπὸ τοῦ νόμου ἀπαιτουμένων ἀποδείξεων ἀποταμιεύσεως μέχρι τοῦ ἡμίσεος ποσοῦ τοῦ εἰς εἶδος καταβλητέου φόρου.»
§302Α. ΑΒΕΡΩΦ ΚΑΙ ΑΛΛΟΙ. Εἰς τὴν τετάρτην ἀνάγνωσιν!
§303Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Βλάπτετε τ’ ἀποτελέσματα τῆς συμβάσεως.
§304ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν νομίζω, κύριε Ὑπουργὲ, νὰ βλάπτω. Τουναντίον νομίζω, ὅτι συντελῶ πλειότερον, ἵνα ἐκτελεσθῇ ἡ σύμβασις.
§305Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐννοεῖτε τὸν κ. Καραπάνον.
§306ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ παραδίδω τὴν τροπολογίαν μου εἰς τὸ Προεδρεῖον. Ἐὰν δὲ νομίζητε ὅτι βλάπτονται τὰ συμφέροντα τῶν παραγωγῶν τὰ ἐκ τῆς συμβάσεως, ἂς καταψηφισθῇ.
§307ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Μερλοπούλου, τὴν ὑπ’ αὐτοῦ ἀναγνωσθεῖσαν καὶ κατατεθεῖσαν, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Ὁ βουλευτὴς Παρνασσίδος κ. Σιμόπουλος προτείνει τὰς ἑπομένας δύο τυπικὰς διατάξεις. Νὰ προστεθῇ ἄρθρον 7, τὸ ἑξῆς: «Πᾶσα διάταξις ἀντιβαίνουσα εἰς τὸν παρόντα νόμον ἀκυροῦται.» Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν ταύτην παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ὡς ἄρθρον δὲ 8 νὰ προστεθῇ τὸ ἑξῆς: «Ἡ ἰσχὺς τοῦ παρόντος νόμου ἄρχεται ἀπὸ τῆς εἰς τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως καταχωρίσεώς του.» Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν ταύτην παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Τὸ σύνολον θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ, ὅπως ψηφισθῇ αὔριον, διότι ἐγένοντο διάφοροι τροπολογίαι.
§308ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, ὄχι· ἀπόψε.
§309ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν οἱ παραδεχόμενοι τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς τρίτην συζήτησιν, ὡς ἐτροποποιήθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
§310ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Αὔριον πλέον.
§311ΚΟΚΚΕΒΗΣ. Νὰ ἐπικυρωθοῦν τὰ πρακτικά.
§312ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ τῆς δεξιᾶς). Ἂς ἐξακολουθήσωμεν.
§313ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τῆς ἐκ νέου ἐγγραφῆς ὑποθηκῶν, μεταγραφῶν κλπ. τῶν ἐγγραμμένων ἐν τοῖς καταστραφεῖσι βιβλίοις τῶν Ὑποθηκοφυλακείων δήμων τινῶν τῆς Θεσσαλίας καὶ τῶν δήμων Φαλήρων καὶ Σαμαίων». Ὁ κύριος Βελλίνης ἔχει τὸν λόγον.
§314ΚΙΜ. ΒΕΛΛΙΝΗΣ. Καίτοι νομίζω ὅτι θὰ ἦτο προτιμότερον διὰ νόμου εἰδικοῦ, παγίου, νὰ καθορισθῇ ἐφ’ ἅπαξ, ὅτε ὁσάκις ἐπέρχεται ἀπώλεια βιβλίων ὑποθηκῶν, μεταγραφῶν κλπ. ἐξ οἱασδήποτε αἰτίας, ἡ Κυβέρνησις διὰ Β. Διατάγματος νὰ ὁρίζῃ ἑνὸς μηνὸς προθεσμίαν, ἐντὸς τῆς ὁποίας νὰ γίνωνται ἐκ νέου αἱ ἐγγραφαὶ, ἐν τούτοις καὶ οὕτω θέλω ἐξετάσει τί σκοπεῖ τὸ προκείμενον νομοσχέδιον. Δι’ αὐτοῦ ζητεῖται ἡ ἐφαρμογὴ διατάξεων νόμων, ὧν αἱ προθεσμίαι ἔληξαν, καὶ οὐ μόνον τοῦτο, ἀλλ’ ἐνῷ διὰ τῶν νόμων ͵ΒΧΑʹ καὶ ͵ΒΧΟΔʹ, ἰδίως δὲ διὰ τοῦ νόμου ͵ΒΧΟΔʹ ἐπεβάλλετο ἡ ἐκ νέου ἐγγραφὴ εἰς τὰ βιβλία τῶν κατασχέσεων μόνον ἐκείνων αἱ ὁποῖαι εἶχον ἐνεργηθῆ μέχρι τῆς 11 Ἀπριλίου 1897, καθόσον ὁ νόμος αὐτὸς ἀφεώρα μόνον τὴν ἀπώλειαν τῶν βιβλίων τὴν γενομένην ἕνεκα τοῦ πολέμου, ἤδη ζητεῖται ἡ ἐφαρμογὴ αὐτοῦ τοῦ νόμου διὰ τὴν ἀπώλειαν βιβλίων πολὺ μεταγενεστέραν, ἤτοι μέχρι τοῦ 1902, χωρὶς νὰ λαμβάνηται πρόνοια, τί θὰ γείνῃ ἐν τῷ μεταξὺ, ἤτοι ἀπὸ τοῦ 1897 μέχρι τοῦ 1902. Ὁ νόμος προνοεῖ νὰ προστατεύσῃ τὰ συμφέροντα τῶν διαφόρων δανειστῶν διὰ τὰς κατασχέσεις τὰς ἐνεργηθείσας πρὸ πέντε ἐτῶν. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι, ὅπως ἔχουσιν αἱ διατάξεις αὗται καθὼς καὶ αἱ τοῦ νόμου ͵ΒΧΑʹ, ὁ ὁποῖος ὁρίζει τρίμηνον προθεσμίαν ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως τοῦ νόμου, μετὰ τὴν ὁποίαν πᾶσα ἐγγραφὴ οὐδενὸς ἀπολαύει προνομίου, δὲν θέλουσιν ἐφαρμοσθῆ, ἢ ἄλλως, ἐὰν ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον ὡς ἔχει καὶ καταστῆ νόμος τοῦ Κράτους, ἐντελῶς τὸ ἀντίθετον ἀποτέλεσμα θὰ ἐπέλθῃ, διότι ὁ νόμος, ὡς ἔχει, σκοπεῖ νὰ προστατεύσῃ ἀκριβῶς τοὺς δανειστὰς, τῶν ὁποίων αἱ ὑποθῆκαι, αἱ μεταγραφαὶ κλπ. ἀπωλέσθησαν διὰ τῆς ἀπωλείας τῶν βιβλίων· τοῦτο ὅμως δὲν ἐπιτυγχάνεται, διότι διὰ τοῦ νόμου ͵ΒΧΑʹ ὁρίζεται τρίμηνος προθεσμία ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως τοῦ νόμου, μετὰ τὴν ὁποίαν πᾶσα ἐγγραφὴ δὲν ἀπολαύει προνομίου τινός. Ἐὰν λοιπὸν θέλητε νὰ ἐφαρμόσητε τὸν νόμον ἐκεῖνον, ἐφαρμόσατέ τον· ἀλλ’ ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ νόμου ἐκείνου δὲν φέρει κανὲν ἀποτέλεσμα, διότι ἡ προθεσμία ἔχει λήξει, καὶ πρέπει νὰ παρατείνωμεν τὴν προθεσμίαν αὐτὴν ἐκ νέου, διὰ νὰ ἐφαρμοσθῇ αὐτὸς ὁ νόμος. Ὡς ἔχει λοιπὸν τὸ νομοσχέδιον, δὲν θὰ ἐκπληρώσῃ τὸν σκοπὸν τοῦ νομοθέτου καὶ πρέπει νὰ μεταβληθῇ καὶ συμπληρωθῇ οὕτως, ὥστε ἡ προθεσμία νὰ ἄρχηται ὄχι ἀπὸ τοῦ 1897, ἀλλ’ ἀπὸ τῆς ἀπωλείας τῶν βιβλίων τῶν παλαιῶν. Ἄλλως, ἐὰν μείνῃ τὸ νομοσχέδιον ὡς ἔχει, οὐδὲν ἀποτέλεσμα θὰ ἐπέλθῃ, διότι οἱ νόμοι, τοὺς ὁποίους ζητεῖ νὰ ἐφαρμόσῃ, πρὸ πολλοῦ ἔχουν ἀπολέσει τὴν ἰσχύν των διὰ τῆς παρελεύσεως τῆς προθεσμίας.
§315ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑποβάλετε τὴν τροπολογίαν σας, καὶ κατ’ ἀνάγκην τὸ νομοσχέδιον θ’ ἀναβληθῇ, διότι εἶναι εἰς τρίτην ἀνάγνωσιν. Ἐπίσης ἀναβάλλεται τὸ περὶ ταχυδρομικῆς, τηλεγραφικῆς καὶ τηλεφωνικῆς ὑπηρεσίας νομοσχέδιον. (Ἀναγινώσκονται εἶτα καὶ γίνονται δεκτὰ εἰς βʹ συζήτησιν, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιρρήσεως, τὰ ἑξῆς νομοσχέδια: 1) Περὶ τοῦ ἐνοικίου τοῦ ἐν Κωνσταντινουπόλει Πρεσβευτικοῦ καταστήματος. 2) Περὶ καταργήσεως τοῦ περὶ νομῶν καὶ τῆς διοικήσεως αὐτῶν ͵ΒΧΕʹ νόμου. 3) Περὶ ἐπαρχιακῶν Συμβουλίων).
§316ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Παπαναστασίου, Μουτσόπουλος καὶ Ζυγομαλᾶς ὑποβάλλουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τροποποιήσεως διατάξεων τοῦ νόμου περὶ ταχυδρομικῆς, τηλεγραφικῆς καὶ τηλεφωνικῆς ὑπηρεσίας». Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 28). Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρα 1 καὶ 30′ μετὰ τὸ μεσονύκτιον).