1903.06.10
3,198 rows · 24,051 words · 244 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 6
Τῆς 10 Ἰουνίου 1903.
(Τρίτη).
(Γενομένης ἀπαρτίας ὥρᾳ 6 καὶ 30′ μ. μ. ἀναγινώσκονται καὶ ἐγκριθέντα ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ τηλεγραφικοὶ βοηθοὶ Πατρῶν διὰ τηλεγραφήματός των παρακαλοῦσι τὴν Κυβέρνησιν νὰ μὴ περικόψῃ τὴν αὔξησιν τῆς μισθοδοσίας των. Ἐπίσης οἱ τηλεγραφικοὶ βοηθοὶ Λευκάδος ὑποβάλλουσιν ὁμοίαν αἴτησιν. Ὁ Πρόεδρος τοῦ Ἐμπορικοῦ Συλλόγου Κερκύρας ἀπέστειλε τηλεγράφημα τοῦ Συλλόγου, ἐκφράζοντος εὐχὴν ὑπὲρ τῆς μὴ αὐξήσεως τοῦ εἰσαγωγικοῦ δασμοῦ τῆς πρὸς κατασκευὴν τοῦ κηροῦ ἀπαραιτήτου πρώτης ὕλης, καὶ ἰδίᾳ τῆς παραφίνης. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἔχει τὸν λόγον.
§2Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Τὸ μέγα πολυτελὲς οἰκοδόμημα τῆς Ἐθνικῆς Βιβλιοθήκης, τὸ ἐγερθὲν δαπάνῃ τοῦ μακαρίτου Βαλλιάνου, παρεδόθη τελευταῖον εἰς τὸ Δημόσιον, πρὸ τῆς παραδόσεως δὲ μετεκομίσθησαν εἰς αὐτὸ τὰ βιβλία τῆς Ἐθνικῆς Βιβλιοθήκης καὶ κατὰ τὸ πλεῖστον ἐτοποθετήθησαν. Ἀλλ’ ἡ συντήρησις τοῦ καταστήματος ἀπαιτεῖ δαπάνας τινάς, περὶ ὧν μοὶ ἐστάλη σημείωσις· αἱ ἀναγκαιοῦσαι δὲ μέχρι τέλους τοῦ ἔτους δαπάναι ἀνέρχονται εἰς δραχμὰς 2,600, δι’ ἀντιμισθίαν κηπουροῦ, μίσθωμα ὕδατος, θέρμανσιν καὶ φωτισμόν. Τὴν περὶ τούτου δήλωσιν καταθέτω εἰς τὴν Βουλὴν, ἵνα τὸ ζητούμενον ποσὸν περιληφθῇ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ. Καταθέτω ἔτι δύο νομοσχέδια εἰδικῶν πιστώσεων, ἀναπληρωματικῶν, τὸ μὲν ἐκ δραχ. 88,265.92 ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1902, τὸ δὲ ἐκ δραχ. 370,000 ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1902. Καταθέτω καὶ τροπολογίαν, ἥτις θέλει προστεθῆ ὡς ἄρθρον 5 τοῦ νομοσχεδίου, δι’ οὗ κυροῦται ἡ σύμβασις μεταξὺ τῶν Τραπεζῶν καὶ τῆς Κυβερνήσεως. Διὰ τῆς προσθήκης ταύτης, ἂν ψηφισθῇ, προστατεύονται τὰ συμφέροντα τῶν ἀμπελοκτημόνων.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 18–21). Παρακαλῶ δὲ τὴν ἐπιτροπὴν τοῦ Προϋπολογισμοῦ νὰ συνέλθῃ πρὸς ἐξέλεγξιν τῶν ὑποβληθεισῶν πιστώσεων καὶ σύνταξιν τῶν σχετικῶν ἐκθέσεων.
§4Ν. ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ ὑποβολὴ τῆς τροπολογίας ὑπὸ τοῦ κυρίου Πρωθυπουργοῦ καθιστᾷ περιττὴν ἐκείνην, ἣν προετιθέμην νὰ ὑποβάλω. Ἰδοὺ τί συνέβη. Μετὰ τὴν διανομὴν χθὲς τῆς συμβάσεως καὶ τοῦ νομοσχεδίου τοῦ κυροῦντος αὐτὴν παρετήρησαν πολλοὶ τῶν συναδέλφων, ὅτι δὲν ἐλήφθη πρόνοια περὶ ἀπαγορεύσεως τῆς οἰνοποιήσεως τὰς σταφίδος, ὅπως προληφθῶσι τὰ ὀλέθρια ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα ἤθελον προκύψει διὰ τῆς παραγωγῆς οἴνου ἐκ σταφίδος πρὸς ἐσωτερικὴν κατανάλωσιν. Ἐπὶ τῇ ἰδιαιτέρᾳ ἐρωτήσει μου ὁ κ. Πρωθυπουργὸς μᾶς εἶπεν, ὅτι ἐλήφθη πρόνοια ἐν τῇ συμβάσει τῇ μεταξὺ τῶν Τραπεζῶν καὶ τῶν οἰνοπνευματοποιῶν. Εἶπον αὐτῷ, ὅτι δὲν εἶναι ἐπαρκὴς, ὅπως ἔχῃ ὑποχρεωτικὴν δύναμιν διὰ τοὺς ἀγοραστὰς τῆς σταφίδος, διότι τοιαύτη διὰ συμβάσεως ἀπαγόρευσις γεννᾷ μόνον ἐνοχικὸν δεσμὸν μεταξὺ τῶν συναλλαξαμένων, καὶ κατ’ ἀκολουθίαν δικαίωμα ἀποζημιώσεως ὑπὲρ τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης, ἐὰν οἰνοπνευματοποιός τις παραβῇ τὰ συμπεφωνημένα. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς μοὶ ἀνέθεσε τότε νὰ ἴδω τὸν ἔχοντα τὴν σύμβασιν κ. Διοικητὴν τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ὃν σήμερον πράγματι εἶδον, οὗτος δὲ μοὶ ἀνεκοίνωσε τὴν σχετικὴν σύμβασιν, ἐξ ἧς προκύπτει, ὅτι εἶχε ληφθῆ ἡ δέουσα πρόνοια· ἀλλ’ ἐκ τῆς μεταξὺ ἡμῶν συζητήσεως παρετηρήσαμεν, ὅτι πρέπει νὰ ληφθῇ ἡ δέουσα νομοθετικὴ πρόνοια πρὸς κύρωσιν τῆς ἀπαγορεύσεως διὰ τροπολογίας· ἐκ κοινῆς δὲ συνεννοήσεως συντάξαμεν τοιαύτην, τὴν ὁποίαν ὑπεβάλομεν εἰς τὸν ἀξιότιμον κ. Πρωθυπουργόν. Δὲν ἠξεύρω, ἂν ἐπέφερεν οὗτος τροποποίησίν τινα.
§5Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Οὐδεμίαν.
§6Ν. ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ τροπολογία ἔχει ὡς ἑξῆς: «Ἄρθρον 4. Τοῦ ἐκ παρακρατήματος σταφιδοκάρπου, ὡς καὶ τοῦ ἀγορασθησομένου ὑπὸ τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης κατὰ τοὺς ὅρους τῆς διὰ τοῦ παρόντος νόμου κυρουμένης συμβάσεως, ἀπαγορεύεται ἡ χρῆσις πρὸς οἰνοποίησιν ἀμέσως ἢ ἐμμέσως, ἐκτὸς ἐὰν τὸ ἐκ τοιαύτης οἰνοποιήσεως προϊὸν πρόκειται νὰ ἐξαχθῇ εἰς τὴν ἀλλοδαπήν. «Διὰ βασιλικοῦ διατάγματος ὁρισθήσονται αἱ λεπτομέρειαι τῆς ἐκτελέσεως τοῦ ἄρθρου τούτου. «Ὁ παρὰ τὴν διάταξιν ταύτην παραδίδων εἰς κατανάλωσιν ἐν τῇ ἡμεδαπῇ οἶνον ἐκ σταφίδος, ἀμέσως ἢ ἐμμέσως παραχθέντα, τιμωρεῖται κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ ἄρθρου 36 τοῦ ͵ΒΦΠΓʹ νόμου. «Τὸ ἑπόμενον ἄρθρον 4 λαμβάνει τὸν ἀριθμὸν 5.» Ἡ περὶ οἴνου ἐκ σταφίδος ἀπαγόρευσις ὑπάρχει καὶ ἐν τῷ σταφιδικῷ νόμῳ, ἐν ᾧ ἀπαγορεύεται ἡ οἰνοποίησις τοῦ παρακρατήματος ἀλλ’ ἐκτὸς τοῦ παρακρατήματος ὑπάρχει ἐν προκειμένῳ καὶ ἡ σταφὶς ἡ ὑπὸ τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης ἀγορασθησομένη, καὶ πρέπει νὰ ληφθῇ πρόνοια καὶ δι’ αὐτήν, διότι θὰ ἐπέλθῃ καταδολίευσις, διατεινομένων πάντοτε τῶν οἰνοποιῶν, ὅτι δὲν πρόκειται περὶ τοῦ παρακρατήματος, ἀλλὰ περὶ τῆς ἀγορασθείσης ὑπὸ τῆς Τραπέζης σταφίδος. Πιστεύω ὅτι ἡ Βουλὴ θὰ δεχθῇ τὴν τροπολογίαν.
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Καλαντζόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§8Ι. Κ. ΚΑΛΑΝΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀναμφισβητήτως, κύριοι Βουλευταί, εἶναι ἥκιστα ἐπαινετὴ ἡ τάσις ἐκείνη τῶν πολιτευομένων, οἵτινες λόγῳ δημοκοπίας, εἴτε ἐντὸς τοῦ Κοινοβουλίου, εἴτε ἐκτὸς αὐτοῦ, κάμνουσιν εἰκονικὰς ἐπικλήσεις, ὅτι ἔπαθον ἐκ θεομηνιῶν διάφορα διαμερίσματα τῆς ἐπαρχίας των ἀλλὰ φρονῶ, ὅτι ἀντιθέτως καθῆκον ἐπιτακτικὸν καὶ φιλάνθρωπον ἐπιβάλλει, ὅταν πρόκηται περὶ πραγματικῆς θεομηνίας, ὁ ἀντιπρόσωπος ὡρισμένου διαμερίσματος νὰ ἐγείρῃ φωνήν. Ἀπευθύνομαι λοιπὸν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν ἐκ μέρους διαφόρων πληθυσμῶν, οἵτινες πραγματικῶς ὑπέστησαν ζημίας ἐκ θεομηνίας, καὶ ἐπικαλοῦμαι τὴν μέριμναν τῆς Κυβερνήσεως ὑπὲρ τῶν συμπολιτῶν μου τῶν χωρίων Μεγάλης καὶ Μικρᾶς Λομποτινᾶς καὶ Χρυσόβου τοῦ δήμου Ἀποδοτίας τῆς Ναυπακτίας, οἵτινες ὑπέστησαν ζημίας μεγάλας, καταστραφέντων τῶν δημητριακῶν αὐτῶν καρπῶν καὶ τῶν ὀπωροφόρων δένδρων κατὰ τὴν 2 τρέχοντος μηνὸς ἐκ χαλάζης καταστρεπτικῆς. Αὐθεντικὰς πληροφορίας ἀνεκοίνωσε περὶ τούτου ὁ Εἰρηνοδίκης, ὁ Ἀστυνόμος καὶ ὁ Δήμαρχος πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν. Ἔχω δὲ ἀντίγραφα τῶν τηλεγραφημάτων, ἀνακοινωθέντα μοι ἰδιωτικῶς, καὶ παρακαλῶ νὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς ἀναγνώσω αὐτά, ὅπως πεισθῆτε περὶ τοῦ εὐλόγου τῆς συστάσεώς μου. (Ἀναγινώσκει τὰ τηλεγραφήματα). Ὑπὸ τὸ πνεῦμα αὐτὸ ἀκριβῶς ἐτηλεγράφησαν, ὡς προεἶπον, καὶ ὁ Δήμαρχος καὶ ὁ Ἀστυνόμος. Λαμβάνω ὅθεν τὴν τιμὴν νὰ παρακαλέσω τὸν σεβαστὸν Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅπως, ἐν ᾗ περιπτώσει ἀποφασίσωσι νὰ ἔλθωσιν ἀρωγοὶ διὰ νομοθετικῆς προνοίας καὶ εἰς ἄλλας κοινότητας, αἱ ὁποῖαι ὑπέστησαν τοιαύτας ζημίας, ὡς ἀνέγνωσα εἰς τὰς ἐφημερίδας κατὰ τὰς τελευταίας ἡμέρας, λάβωσιν ὑπ’ ὄψιν καὶ τὴν ὑποδειχθεῖσαν καὶ διὰ τῶν ἐπισήμων ἀρχῶν ἐπιβεβαιωθεῖσαν ζημίαν τῶν κατοίκων τῆς Ναυπακτίας, οἵτινες, ἐν τῇ ὑπερηφανείᾳ αὐτῶν, μεθ’ ὅλην τὴν πενίαν, τὴν ὁποίαν θὰ ὑποστῶσιν ἐκ τῆς γενομένης ζημίας, δὲν ἠθέλησαν νὰ φανῶσιν ὀχληροὶ εἰς τὴν Πολιτείαν, ὑποβάλλοντες ἀπ’ εὐθείας τοιαύτας παρακλήσεις. Εὐελπιστῶ, ὅτι ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸς θέλει λάβει ὑπ’ ὄψιν τὴν παράκλησίν μου ταύτην.
§9Κ. ΙΕΡΟΜΝΗΜΩΝ. Ἤθελον παρακαλέσει τὸν ἀξιότιμον ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν Ὑπουργὸν νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ καταθέσῃ πίνακα, ἐμφαίνοντα πόσα ἀτμόπλοια καὶ ποίας ἐθνικότητος, ἐμπορικὰ καὶ πολεμικὰ, κατέπλευσαν εἰς τὸν λιμένα Κέας ἀπὸ τοῦ ἔτους 1899 ἕως σήμερον. Εἶναι ἀνάγκη βεβαίως νὰ ἐξηγήσω τὸν λόγον, διὰ τὸν ὁποῖον ζητῶ τὴν κατάθεσιν τῶν πληροφοριῶν τούτων, διότι δὲν πρόκειται οὔτε περὶ τῆς ἰδιαιτέρας μου πατρίδος, οὔτε περὶ ἄλλων πολιτικῶν συμφερόντων, ἀλλὰ κυρίως πρόκειται περὶ τῆς ἀξιοπρεπείας τῆς ἐπισήμου Ἑλλάδος ἀπέναντι τῶν ξένων ἐπικρατειῶν. Ἐν Κέᾳ ἀπὸ τοῦ 1898 συνέστησαν ἀποθῆκαι γαιανθράκων, ἐκεῖ δὲ καθ’ ἑκάστην καταπλέουσιν ἀτμόπλοια πάσης ἐθνικότητος, ἀγγλικὰ ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον, γερμανικὰ, ἰταλικὰ, ὁλλανδικὰ καὶ ἐν γένει πάσης ἐθνικότητος. Ἀλλ’ ἐκτὸς τῶν ἐμπορικῶν ἀτμοπλοίων, λόγῳ τῆς θέσεως τοῦ λιμένος τῆς Κέας, καταπλέουσι καὶ στόλοι ὅλων τῶν ξένων Δυνάμεων, ἰδίως τῆς Ἀγγλίας τῆς Ἰταλίας, καὶ μέρος τοῦ ῥωσσικοῦ στόλου, ὁ ὁποῖος παραμένει εἰς τὰ ὕδατα τῆς Μεσογείου. Ὡς εἶναι γνωστὸν, εἰς τοὺς πλείστους τῶν λιμένων τοῦ Κράτους τὰ λιμενικὰ καὶ ὑγειονομικὰ ἐν γένει καθήκοντα εἶναι ἀνατεθειμένα εἰς τοὺς ὑποτελώνας· ἀλλ’ εἰς τούτους εἶναι ἀνατεθειμένη καὶ ἡ ἐφαρμογὴ τῆς τελωνειακῆς νομοθεσίας, καὶ οὐ μόνον τοῦτο, ἀλλ’ ἔχουσι καὶ τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ἐπαγρυπνῶσι καὶ ἐπιβλέπωσι τὰ τῆς καταδιώξεως τῶν λαθρεμπορίων, ἐπὶ πλέον δὲ ἐν ταῖς νήσοις, αἱ ὁποῖαι περιβρέχονται ὑπὸ τῆς θαλάσσης, εἶναι ὑποχρεωμένοι νὰ ἐπαγρυπνῶσιν, ἂν καὶ ἡ στρατιωτικὴ ἀστυνομία δεικνύει τὸ αὐτὸ ἐνδιαφέρον πρὸς καταδίωξιν τοῦ λαθρεμπορίου ἢ ἀφίνει ὅλους τοὺς ὅρμους τῶν νήσων ἐλευθέρους πρὸς μεταφορὰν λαθρεμπορίων. Ἔχοντες δὲ τόσον σπουδαῖα καθήκοντα νὰ ἐκτελῶσι, καὶ μελετῶντες βεβαίως καὶ τὴν τελωνειακὴν νομοθεσίαν, ἔχοντες δὲ καὶ τὴν ἐπαγρύπνησιν τῆς καταδιώξεως τῶν λαθρεμπορίων, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὦσιν ἐγκρατεῖς καὶ ἔμπειροι τῶν λιμενικῶν καὶ ὑγειονομικῶν διατάξεων. Ἐνῷ δὲ πανταχόθεν ἔχομεν τὰς λοιμώδεις νόσους, αἱ ὁποῖαι ἀπειλοῦσιν ἑκάστοτε τὴν Ἑλλάδα, ἡ ὑγειονομικὴ ὑπηρεσία εἶναι ἀνατεθειμένη εἰς αὐτοὺς, οὐδόλως εἰδότας τὰ τῶν ὑγειονομικῶν διατάξεων. Ἀλλ’ ἐκτὸς τῆς ὑγειονομικῆς ὑπηρεσίας, ἐκ τῆς ἀτελείας τῆς ὁποίας εἶναι δυνατὸν βεβαίως, ἰδίως ἐκ τῶν νήσων, νὰ ἔχωμεν τὴν εἰσβολὴν εἴτε τῆς πανώλους ἢ ἄλλης τινὸς λοιμώδους νόσου, ἡ ὁποία δύναται εὐκολώτατα νὰ εἰσβάλῃ εἰς τὴν Ἑλλάδα, ἰδίως ἐκ τῶν μερῶν τῆς Ἀνατολῆς, ἔχουσι καὶ τὰ λιμενικὰ καθήκοντα, ὡς λιμενάρχαι· ὁπόταν δὲ καταπλέωσιν ἀτμόπλοια ξένης ἐθνικότητος, πρῶτοι αὐτοὶ ἐπιβιβάζονται ἐπ’ αὐτῶν, ἵνα ἐλευθεροκοινωνήσωσι τὰ ἀτμόπλοια ταῦτα. Ἀλλ’ εἶναι δυνατὸν νὰ ὦσιν ἐν πλήρει γνώσει τῶν λιμενικῶν διατάξεων αὐτοί; Βεβαίως οὐχί. Οὕτω δὲ προκαλοῦσι τὰς εἰρωνείας τῶν πλοιάρχων τῶν καταπλεόντων ξένων ἀτμοπλοίων, καὶ ἰδίως τῶν πολεμικῶν. Ἀλλ’ ἐπὶ πλέον φαίνονται καὶ ἀπαιτητικοί· εἰσερχόμενοι δὲ εἰς τὰ ξένα ἀτμόπλοια, δὲν ἐννοοῦσι νὰ ἐξέλθωσιν, ἂν μή τι λάβωσι. Βεβαίως τοῦτο οὐδόλως εἶναι εὐπρεπὲς δι’ ὑπαλλήλους, εἰς οὓς εἶναι ἀνατεθειμένη ἡ ἀντιπροσωπεία τοῦ ἔθνους, καὶ διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι τὸ Κράτος πρέπει νὰ λάβῃ ἐπὶ τέλους ἰδιαιτέραν μέριμναν ἰδίως διὰ τοὺς λιμένας ἐκείνους, εἰς τοὺς ὁποίους καταπλέουσιν ἀτμόπλοια ξένης ἐθνικότητος. Καὶ λέγω ταῦτα διότι ἐγὼ αὐτὸς ἐγενόμην μάρτυς σκηνῶν, αἱ ὁποῖαι δὲν περιποιοῦσι τιμὴν οὔτε εἰς τοὺς ὑπαλλήλους αὐτοὺς, οὔτε εἰς τὸ Κράτος. Ὁ ὑποτελώνης Κέας, εἰς ὃν εἶχον ἀνατεθῆ ἐκτὸς τῶν λιμενικῶν καὶ ὑγειονομικὰ καθήκοντα, ἐπεβιβάσθη ἐπί τινος ἀτμοπλοίου, ἵνα ἐλευθεροκοινωνήσῃ τοῦτο. Μετὰ τὴν ἐπίσκεψιν τὴν ὑγειονομικὴν, ὁ κ. ὑποτελώνης καὶ λιμενάρχης ἐθεώρησε καλὸν νὰ λάβῃ τὸ πρόγευμά του ἐπὶ τοῦ ἀτμοπλοίου· ἀλλ’ ἐπειδὴ γλῶσσαν ξένην δὲν ἐγνώριζεν, οὔτε διερμηνέα εἶχεν, ἔδωκεν εἰς τὸν πλοίαρχον διὰ σχημάτων νὰ ἐννοήσῃ, ὅτι ἔπρεπε νὰ φάγῃ· ὅπερ καὶ ἐγένετο. Ἀλλὰ μήπως εἶναι αὐτὸ μόνον; Οὐδέποτε καταπλέει ἀτμόπλοιον, χωρὶς ὁ κ. ὑποτελώνης, ὁ ἐκπληρῶν, ὡς εἶπον, καὶ καθήκοντα ὑγειονομικὰ, νὰ λάβῃ τι. Ἐνθυμοῦμαι ὅτι εἶχε καταπλεύσει ἀτμόπλοιον μὲ φορτίον ὀρνίθων. Ἀφελῶς ἠρώτησεν ὁ ὑποτελώνης τὸν πλοίαρχον, ἐὰν αὐταὶ αἱ ὄρνιθες γεννῶσιν αἱ ἀφελεῖς ἐρωτήσεις του δὲν ἔμειναν ἄνευ ἀποτελέσματος, καὶ ὁ κ. ὑποτελώνης ἐξῆλθε τοῦ ἀτμοπλοίου φέρων κάλαθον ὁλόκληρον ᾠῶν. Μυρία ὅσα τοιαῦτα, Κύριοι, ἠδυνάμην ν’ ἀπαριθμήσω ὑμῖν, ἐκθέτοντα τὴν ὑπόληψιν τοῦ Κράτους, ἀλλὰ δὲν θέλω νὰ σᾶς ἀπασχολήσω. Ὅσα ἀνέφερα συνέβησαν ἐπὶ ἐμπορικῶν ἀτμοπλοίων. Ἀλλὰ παρόμοια συμβαίνουσι καὶ ἐπὶ πολεμικῶν ἀτμοπλοίων, τὰ ὁποῖα συχνότατα καταπλέουσιν εἰς Κέαν πρὸς ἀνθράκευσιν. Πρὸ ἑνὸς καὶ ἡμίσεος ἔτους εἶχε καταπλεύσει ἐκεῖ ὁλόκληρος ἀγγλικὸς στόλος, ὑπὸ τὸν πρίγκηπα Βάττεμβεργ. Μᾶς ἔκαμε μάλιστα τὴν τιμὴν ὁ πρίγκηψ νὰ ἐπισκεφθῇ τὴν πόλιν, καὶ μεταξὺ ἄλλων μετέβη πρὸς ἐπίσκεψιν καὶ τοῦ λιμενάρχου, ἀλλ’ εὐτυχῶς ὁ λιμενάρχης δὲν ἦτο ἐκεῖ.
§10ΦΩΤ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Ἦτο ἀξιωματικός;
§11Κ. ΙΕΡΟΜΝΗΜΩΝ. Εἶπον ὅτι ἐξεπλήρου χρέη λιμενάρχου ὁ ὑποτελώνης.
§12ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Πῶς ἐλέγετο;
§13Κ. ΙΕΡΟΜΝΗΜΩΝ. Δὲν γνωρίζω· ἀλλὰ νομίζω ὅτι σήμερον δὲν εὑρίσκεται ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ. Εἶπον λοιπόν, ὅτι εὐτυχῶς ὁ λιμενάρχης δὲν ἦτο ἐκεῖ. Ἀλλ’ ἐθεώρησε καθῆκόν του ν’ ἀνταποδώσῃ τὴν ἐπίσκεψιν εἰς τὸν πρίγκηπα.
§14ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ν’ ἀντεπισκεφθῇ αὐτόν.
§15Κ. ΙΕΡΟΜΝΗΜΩΝ. Μάλιστα· ν’ ἀνταποδώσῃ τὴν ἐπίσκεψιν. Ὁποίαν ἐντύπωσιν ἔκαμεν εἰς τὸν ναύαρχον, δὲν γνωρίζω. Τὸ μόνον, τὸ ὁποῖον γνωρίζω, εἶναι τὸ ἑξῆς· ὅτε ἐξήρχετο ὁ κ. λιμενάρχης, ἀντὶ πάσης ἄλλης φιλοφροσύνης ἐθεώρησε καλὸν ὁ ναύαρχος ν’ ἀποστείλῃ τεμάχιον ἀγγλικῆς φλανέλλας ἐπὶ τῆς λέμβου τοῦ ὑποτελώνου· διὰ τίνα λόγον, ἀγνοῶ. Ἀλλὰ καθ’ ἣν στιγμὴν τὸ ἔμαθον, ἠρυθρίασα διὰ λογαριασμὸν τοῦ κ. ὑποτελώνου.
§16Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Πότε ἔγειναν αὐτά;
§17Κ. ΙΕΡΟΜΝΗΜΩΝ. Πρὸ ἑνὸς καὶ ἡμίσεος ἔτους, ὅτε κατέπλευσεν εἰς Κέαν ὁ ἀγγλικὸς στόλος. Ἀλλὰ καὶ καθ’ ἑκάστην συμβαίνουσι τοιαῦτα, διότι τακτικῶς καταπλέουσιν ἐκεῖ πολεμικὰ πλοῖα, ὅπως θὰ ἴδητε ἐκ τοῦ πίνακος, τὸν ὁποῖον θὰ λάβῃ τὴν καλωσύνην ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ καταθέσῃ. Πρὸ ἑνὸς καὶ ἡμίσεως μηνὸς, ὅτε συνέβησαν τὰ γνωστὰ τραγικὰ συμβάντα ἐν Θεσσαλονίκῃ, ἐνῷ ἐπέστρεφεν ἐκεῖθεν ὁ ἰταλικὸς στόλος, εἶχε καταπλεύσει εἰς Κέαν πρὸς ἀνθράκευσιν. Ἔτυχε τότε νὰ ἦμαι καὶ ἐγὼ ἐκεῖ, ἐνόμισα δὲ καλὸν νὰ εἴπω εἰς τὸν κ. λιμενάρχην ν’ ἀπομακρυνθῇ τοῦ λιμένος, ἵνα μὴ ἔχωμεν τὰ αὐτὰ, τὰ ὁποῖα εἴχομεν μὲ τὸν Ἄγγλον ναύαρχον. Καὶ ταῦτα γίνονται μὲ τὸ ἐπίσημον Κράτος ἀπέναντι τῶν ἐπισήμων Κρατῶν τῶν ξένων Δυνάμεων! Νομίζω ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν, κατιδὼν τὴν ἀτέλειαν τοῦ ὀργανισμοῦ τῶν λιμένων τοῦ Κράτους, ὑπέβαλε σχετικὸν νομοσχέδιον. Ἐὰν προβλέπωνται ἐν αὐτῷ ὅλαι αἱ περιστάσεις, ἐὰν γίνωνται μελέται ἐπὶ τῆς καταστάσεως ὅλων τῶν λιμένων τοῦ Κράτους, τοῦτο θὰ τὸ ἐξετάσωμεν, ὅταν ἔλθῃ εἰς συζήτησιν τὸ νομοσχέδιον. Ἀλλ’ ἤδη νομίζω καθῆκον, λαμβάνων ἀφορμὴν ἐκ τῶν γεγονότων, ἅτινα ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ἀναφέρω εἰς τὴν Βουλήν, νὰ συστήσω ὅπως μελετηθῇ τὸ πρᾶγμα ὑπὸ εὐρυτέραν ἔποψιν τῶν λιμένων τοῦ Κράτους. Καὶ λέγω ὑπὸ εὐρυτέραν ἔποψιν, διότι δὲν νομίζω εὐπρεπὲς, εἰς λιμένας, εἰς τοὺς ὁποίους καταπλέουσιν ἀτμόπλοια ξένων ἐθνικοτήτων, τὸ Κράτος νὰ μὴ παρίσταται ἀξιοπρεπῶς· καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ παρίσταται ἀξιοπρεπῶς, ἐνόσῳ ὑπάρχουσι καὶ ὑφίστανται ὀργανισμοὶ περὶ τῶν λιμένων, οἷοι ὑφίστανται σήμερον. Εἰς τοὺς λιμένας, εἰς οὓς καταπλέουσι ξένα ἀτμόπλοια, δέον πάντως νὰ τοποθετηθῶσιν ἀξιωματικοί, διότι οὕτω μόνον εἶναι δυνατὸν ἀξιοπρεπῶς νὰ παρουσιαζώμεθα ἐνώπιον τῶν ξένων. Δὲν εἶναι δὲ οὐδ’ εὐπρεπὲς οὐδὲ δίκαιον νὰ ἀκούωμεν μεταξὺ τῶν ξένων, ὅτι ἡ Ἑλλὰς ὑπὸ ἔποψιν λιμενικῶν καὶ ὑγειονομικῶν ἀρχῶν εὑρίσκεται ἴσως ἕνα αἰῶνα ὀπίσω τῶν ἄλλων Κρατῶν. Σημειωτέον δ’ ὅτι εἰς ὅλα τὰ μεγάλα κέντρα τὰ ναυτικὰ ὑπάρχουσι λέσχαι ναυτικαί. Εἰς τὰς λέσχας αὐτὰς συνέρχονται ἅπαντες οἱ πλοίαρχοι τῶν ἀτμοπλοίων τῶν ἐμπορικῶν· ἐκεῖ ἀνταλλάσσουσι τὰς ἰδέας των, ἐκεῖ γίνεται λόγος περὶ ὅλων τῶν λιμένων, εἰς οὓς καταπλέουσι, καὶ περὶ τοῦ ποιοῦ τῶν ἐν αὐτοῖς ὑπαλλήλων. Καὶ πῶς ἄλλως εἶναι δυνατὸν νὰ γνωρίζωσι ταῦτα ἢ ἐκ τῶν συζητήσεων, αἱ ὁποῖαι γίνονται εἰς τὰ μεγάλα ναυτικὰ κέντρα, εἰς τὰ κέντρα τῆς Ρωσσίας, Ταϊγάνιον, Νικολάϊεφ, Ὀδησσόν, εἰς τὰ κέντρα τῆς Ἀγγλίας, ὅπου συνέρχονται οἱ πλοίαρχοι καὶ διὰ τὰ συμφέροντά των καὶ διὰ τὴν ἀνάπτυξιν τῶν ἐμπορικῶν καὶ τῶν ναυτικῶν αὐτῶν γνώσεων; Ἕνεκα ὅλων τούτων τῶν λόγων ἤθελον συστήσει εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν νὰ μελετήσῃ τὸ ζήτημα τῶν λιμένων τοῦ Κράτους ὑπὸ εὐρυτέραν ἔποψιν, καὶ ὅταν ἔλθῃ ἡ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ παραλίων τοῦ Κράτους, νὰ ἔχωμεν τὴν μελέτην ἐφ’ ὅλων τῶν λιμένων τοῦ Κράτους. Ἔχοντες δὲ τὰς πληροφορίας ταύτας, θὰ ἦναι δυνατὸν νὰ συζητήσωμεν εὐρέως, θὰ ἦναι δυνατὸν νὰ ἴδωμεν, τί δέον ἡ ἐπίσημος Ἑλλὰς νὰ πράξῃ, ἵνα εὐπροσώπως παρίσταται ἐνώπιον τῶν ξένων. Ταύτην τὴν σύστασιν εἶχον καθῆκον νὰ ὑποβάλω, καὶ πιστεύω, ὅτι θὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν. Δὲν ἀμφιβάλλω δὲ, ὅτι καὶ τὴν παράκλησίν μου, ἵνα καταθέσῃ τὸν πίνακα τῶν ξένων ἐμπορικῶν καὶ πολεμικῶν ἀτμοπλοίων, τὰ ὁποῖα κατέπλευσαν εἰς Κέαν, θὰ εἰσακούσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν.
§18Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Δὲν θὰ δυνηθῶ νὰ καταθέσω τὸν πίνακα τῶν πληροφοριῶν, ὅσαι ὑπάρχουσιν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον. Τὸ ἄλλο ζήτημα, τὸ ὁποῖον, δὲν ἠξεύρω διατί, ὁ κύριος Βουλευτὴς ἐκ Κέας ἠθέλησε νὰ ἀναπτύξῃ σήμερον, εἶναι ζήτημα, ὅπερ ὑποπίπτει εἰς τὰς αἰσθήσεις παντός. Ἀλλὰ δυστυχῶς γνωρίζει καὶ ὁ κ. Βουλευτής, ὡς καὶ πάντες, ὅτι διὰ νὰ ἔχωμεν ὅλας τὰς ἐσωτερικὰς ἡμῶν ἀρχὰς ἀξιοπρεπῶς ἀντιπροσωπευούσας τὸ Κράτος, ἀπαιτεῖταί τι, τὸ ὁποῖον δὲν ἔχομεν· ἀπαιτεῖται προϋπολογισμὸς ἐσόδων διπλασίων ἴσως ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἔχομεν. Καὶ αἱ λιμενικαὶ ἀρχαὶ ὑπάγονται καὶ αὗται εἰς τὴν κατηγορίαν ὅλων τῶν ἀρχῶν, τὰς ὁποίας εἴμεθα ἠναγκασμένοι, ὡς μικρὸν Κράτος, ὡς Κράτος μὴ ἔχον τὰ πλούτη τῶν ἄλλων Κρατῶν, νὰ διατηρῶμεν ὅσον μᾶς εἶναι δυνατὸν οἰκονομικώτερον. Ὅσον δ’ ἀφορᾷ τὴν ἐν γένει διαχείρισιν τῶν λιμένων, ὅπως ἀνεγνώρισεν ἤδη καὶ ὁ κ. Βουλευτής, ὑπάρχει κατατεθειμένον νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον εὔχομαι νὰ συζητήσῃ καὶ ψηφίσῃ ἡ Βουλή, καὶ τότε δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι θὰ ἐπέλθῃ σπουδαία βελτίωσις εἰς τὴν ἐν γένει διαχείρισιν τῶν λιμένων τοῦ Κράτους.
§19Ν. ΛΕΩΝΙΔΑΣ. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κέας ἐζήτησε κατάλογον τῶν καταπλεόντων πλοίων εἰς τὸν λιμένα Κέας. Ἐγὼ κατὰ τὰς τελευταίας ἡμέρας τῆς παρελθούσης Συνόδου εἶχον παρακαλέσει ὑμᾶς, κύριε Ὑπουργέ, νὰ καταθέσητε, εἰ δυνατόν, κατάλογον τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἐμπορικῶν ἡμῶν ἀτμοπλοίων καὶ τῆς χωρητικότητος ἑκάστου αὐτῶν· ἀλλὰ μέχρι σήμερον δὲν κατετέθη τοιοῦτος. Θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ καταθέσητε τὸν κατάλογον αὐτόν.
§20Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Δὲν ἔλαβον γνῶσιν. Μόλις λάβω παρὰ τοῦ Προεδρείου τὴν ἐπερώτησίν σας, θὰ πράξω ὅ,τι δυνατὸν, καὶ θὰ καταθέσω πᾶσαν πληροφορίαν, ἡ ὁποία ὑπάρχει εἰς τὸ Ὑπουργεῖον.
§21ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, εἷς ἐκ τῶν ψηφισθέντων κατὰ τὸ 1899 νόμων, τῶν μᾶλλον εὐεργετικῶν ὑπὲρ τῶν συμφερόντων τοῦ τόπου, εἶναι καὶ ὁ περὶ ἀρχαιοτήτων νόμος. Τὰ εὐεργετικὰ αὐτοῦ ἀποτελέσματα εἶναι τοῖς πᾶσι γνωστά, διότι ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς αὐτοῦ περιεσώθησαν κειμήλια τῶν προγόνων ἡμῶν μεγίστης σπουδαιότητος, ἐπλουτίσθησαν δὲ τὰ Μουσεῖα ἡμῶν δι’ ἀρχαιολογικῶν ἀντικειμένων ἀνεκτιμήτων. Μεταξὺ τῶν διατάξεων τοῦ νόμου τούτου ὑπάρχει καὶ προσωρινὴ διάταξις, καθ’ ἣν οἱ ἔχοντες συλλογὰς ἀρχαίων ἦσαν ὑποχρεωμένοι νὰ δηλώσωσι ταύτας εἰς τὴν Γενικὴν Ἐφορίαν τῶν ἀρχαιοτήτων, τὴν ἑδρεύουσαν ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, ἐντὸς ἓξ μηνῶν ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως τοῦ νόμου. Ἐνθυμοῦμαι ὅτι σωρεία δηλώσεων κατέκλυσε τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, ἡ ὑπηρεσία δὲ τοῦ Ὑπουργείου ἠσχολεῖτο ἐπὶ πολλοὺς μῆνας, ἵνα κατορθώσῃ νὰ ἐκκαθαρίσῃ τὰ τῆς καταγραφῆς τῶν διαφόρων τούτων δηλώσεων, καὶ ἑπομένως κρατήσῃ, ὡς ὁ νόμος κελεύει, τὰ ἀναγκαῖα διὰ τὰ Μουσεῖα ἡμῶν ἀρχαῖα, τὰ εὑρισκόμενα εἰς τὰς ἰδιωτικὰς συλλογάς, ἐπιστρέψῃ δὲ εἰς τοὺς ἰδιώτας τὰ μὴ χρήσιμα. Ὁ νόμος οὗτος ἐδημιούργησε τὴν καλουμένην Ἀρχαιολογικὴν Ἐπιτροπήν, ἀποτελουμένην παρὰ τοῦ Γενικοῦ Ἐφόρου τῶν ἀρχαιοτήτων καὶ πάντων τῶν ἐφόρων, τῶν διευθυνόντων συλλογὰς Μουσείων ἐν Ἀθήναις. Ἡ ἐπιτροπὴ αὕτη ἔχει σπουδαιότατα καθήκοντα, διότι οὐ μόνον ἀποφαίνεται περὶ τῆς γνησιότητος τῶν κειμηλίων τῆς ἀρχαιότητος καὶ τῆς χρησιμότητος αὐτῶν ἐν τοῖς Μουσείοις ἡμῶν, ἀλλὰ καὶ διότι ἀποφαίνεται περὶ τῆς ἀξίας καὶ τῆς ἀγορᾶς αὐτῶν ὑπὸ τοῦ Δημοσίου, ἡ ὁποία πολλάκις εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιβαρύνῃ τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους διὰ πολλῶν χιλιάδων δραχμῶν, ὡς τελευταῖον ἔλαβε χώραν κατὰ τὴν ἀνακάλυψιν τῶν ἀρχαιοτήτων τῶν Ἀντικυθήρων, χάριν τῶν ὁποίων κατέβαλε τὸ Κράτος εἰς τοὺς Συμαίους δύτας πλέον τῶν 160,000 δραχμῶν, ἀποφάσει τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἐπιτροπῆς. Ὁ νόμος ἔλαβε πρόνοιαν καὶ περὶ ἐκείνων, οἵτινες παρέλειψαν νὰ δηλώσωσιν ἐγκαίρως, ἤτοι ἐντὸς τῆς νομίμου ἑξαμήνου προθεσμίας, τὰς ἀρχαιότητος αὐτῶν. Ῥητῶς δὲ ἀναφέρεται ἐν τῷ ἄρθρῳ 33 τοῦ νόμου, ὅτι παρελθούσης τῆς ἑξαμήνου προθεσμίας πάντα τὰ μὴ δηλωθέντα ἀρχαῖα θεωροῦνται ὡς εὑρεθέντα μετὰ τὴν ἰσχὺν τοῦ περὶ ἀρχαιοτήτων νόμου τοῦ 1899, καὶ κατ’ ἀκολουθίαν ὑποβάλλονται εἰς τὰς ἐν αὐτῷ διατάξεις, τουτέστι κατάσχονται καὶ θεωροῦνται κτῆμα τοῦ Δημοσίου, οὐδεμιᾶς ἀποζημιώσεως ἀποδιδομένης εἰς τὸν κύριον αὐτῶν, πλὴν μικρᾶς ἀμοιβῆς εἰς τὸν ὑποδείξαντα αὐτά. Παρακαλῶ τὸν ἀξιότιμον ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως Ὑπουργὸν νὰ ἐπιστήσῃ τὴν προσοχήν του εἰς ὅσα θὰ εἴπω καὶ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, ἐὰν ὅσα θὰ ἐκθέσω ἔχονται ἀληθείας· διότι ἐγὼ ὁμολογῶ, ὅτι δὲν εἶναι εὔκολον νὰ δώσῃ τις πίστιν εἰς πάντα, ὅσα ἐξετέθησαν εἰς ἐμέ. Ἀνώτατος ὑπάλληλος τοῦ Κράτους, — δὲν ἔχω δὲ δυσκολίαν νὰ ἀναφέρω, ὅτι πρόκειται περὶ τοῦ κ. Κολλυβᾶ, τοῦ παρὰ τῇ Ἱερᾷ Συνόδῳ Βασιλικοῦ Ἐπιτρόπου καὶ παρὰ τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως δῆθεν ἐκτελοῦντος χρέη Γενικοῦ Γραμματέως, καθ’ οὗ πολλάκις καὶ ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ἠκούσθησαν παράπονα, ὡς ἀναμιγνυομένου σκανδαλωδῶς εἰς τὰς ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου τῆς Παιδείας.
§22ΑΛΕΞ. ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸν λόγον.
§23ΣΤΑΗΣ. .. Ὁ ἀνώτατος οὗτος ὑπάλληλος τοῦ Κράτους ἰσχυρίζεται, ὅτι ὑπέβαλε δήλωσιν εἰς τὴν Γενικὴν Ἐφορείαν τῶν ἀρχαιοτήτων περὶ συλλογῆς ἀρχαίων, ἣν κατέχει, ἐντὸς τῆς νομίμου προθεσμίας τῶν 6 μηνῶν ἀπὸ τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ νόμου περὶ ἀρχαιοτήτων, τουτέστιν ἀπὸ τῆς 24 Ἰουλίου 1899, καὶ ζητεῖ σήμερον, ἤτοι μετὰ τέσσαρα περίπου ἔτη, νὰ κανονίσῃ ἡ Ἀρχαιολογικὴ Ἐπιτροπὴ τὴν ἀξίαν τῶν ἀρχαίων αὑτοῦ, ἣν ἀξίαν θὰ καταβάλῃ τὸ Δημόσιον ἢ ἡ Ἀρχαιολογικὴ Ἑταιρεία. Σημειώσατε, ὅτι ὁ νόμος δὲν ἀπαιτεῖ μόνον δήλωσιν τοῦ κατόχου ἀρχαίων πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Παιδείας, ὅτι κατέχει ἀρχαῖα, ἀλλ’ ἀπαιτεῖ καὶ τὴν ὑποβολὴν καταλόγου περιγραφικοῦ εἰς διπλοῦν, ὃν τὸν ἕτερον κεκυρωμένον λαμβάνει ὁ κάτοχος τῶν ἀρχαίων. Καθ’ ἃς ἔχω πληροφορίας, ἡ δήλωσις τοῦ κ. Κολλυβᾶ ὑπεβλήθη ἐκπροθέσμως εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, φέρει δὲ ἡμερομηνίαν τὴν τελευταίαν ἡμέραν τῆς ἑξαμήνου προθεσμίας· ὀρθῶς δὲ ἀπῄτησεν ὁ νομοθέτης σὺν τῇ δηλώσει τὴν ὑποβολὴν καὶ περιγραφικοῦ καταλόγου τῶν ἀρχαίων, ἵνα μὴ ὁ δηλώσας τὰ ἀρχαῖα προσκτήσηται καὶ ἄλλα μετὰ τὴν δήλωσιν, ἰσχυρισθῇ δὲ, ὅτι μεταξὺ τῶν δηλωθέντων ἦσαν καὶ ταῦτα. Οὕτω πᾶσα κατάχρησις εἶναι ἀδύνατος. Ἐνῷ λοιπὸν ἡ δήλωσις τοῦ παρὰ τῇ Ἱερᾷ Συνόδῳ Βασιλικοῦ Ἐπιτρόπου κ. Κολλυβᾶ εἶναι ἐκπρόθεσμος, καὶ οἱ περιγραφικοὶ κατάλογοι δὲν ὑπεβλήθησαν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, ἐν τούτοις ἡ Ἀρχαιολογικὴ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῆς Παιδείας ἀπὸ πολλῶν ἡμερῶν ἀσχολεῖται εἰς τὴν καταγραφὴν καὶ τὴν ἐκτίμησιν τῶν ἀρχαίων τοῦ κ. Κολλυβᾶ. Ἤκουσα μάλιστα, ὅτι καὶ ἔριδες ἔλαβον χώραν μεταξὺ τῶν μελῶν τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἐπιτροπῆς, διότι ἄλλοι μὲν τῶν ἐφόρων ὑποβιβάζουσι τὴν ἀξίαν τῶν ἀρχαίων τούτων, ἄλλοι δὲ ἐξογκοῦσιν αὑτήν, οὕτω δὲ ὑπάρχει διαφορὰ χιλιάδων δραχμῶν περὶ τὴν ἐκτίμησιν τῆς συλλογῆς τοῦ κ. Κολλυβᾶ. Περὶ μιᾶς κεφαλῆς π.χ. ἤκουσα, ὅτι ἓν τῶν μελῶν τῆς ἐπιτροπῆς, εἷς ἔφορος τῶν ἀρχαιοτήτων, ὁρίζει τὴν ἀξίαν αὐτῆς εἰς 2,000 δραχμάς, ἐνῷ ἕτερος ἀναβιβάζει αὐτὴν εἰς 12,000 δραχμάς...
§24ΚΥΡ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ προσωρινῶς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Εἰς ποῖον ἀνήκει αὐτὴ ἡ κεφαλή;
§25ΣΤΑΗΣ. Εἶπον κύριε Ὑπουργὲ, ὅτι πρόκειται περὶ συλλογῆς ἀρχαίων ἀνηκούσης εἰς τὸν κ. Κολλυβᾶν. Εἶπον ὅτι πρόκειται περὶ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου περὶ ἀρχαιοτήτων· εἶπον ὅτι πρόκειται περὶ ἀποζημιώσεως πολλῶν χιλιάδων δραχμῶν, ἃς θὰ καταβάλῃ τὸ Δημόσιον, ἢ, ἐὰν τὸ ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει ἀναγεγραμμένον νομοσχέδιον περὶ ἀρχαιολογικῆς ὑπηρεσίας ψηφισθῇ, ἡ Ἀρχαιολογικὴ Ἑταιρεία, καίτοι κατὰ τὴν γνώμην μου ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως ἔχει πάντως ὑποχρέωσιν ἐκ τοῦ νόμου περὶ ἀρχαιοτήτων νὰ ἀναγράψῃ πίστωσιν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ Κράτους πρὸς ἀγορὰν ἀρχαίων, ἐν ὅσῳ ἰσχύει ὁ νόμος περὶ ἀρχαιοτήτων. Ἀλλὰ τοῦτο εἶναι ἄλλο ζήτημα. Τό κύριον ζήτημα εἶναι, ἐὰν ἐγένετο ἡ δήλωσις ἐντὸς τῆς νομίμου προθεσμίας, καὶ ἐὰν συνυπεβλήθη ὁ περιγραφικὸς κατάλογος τῆς συλλογῆς τῶν ἀρχαίων τοῦ κ. Κολλυβᾶ. Ἐὰν ταῦτα ἐγένοντο συμφώνως ταῖς διατάξεσι τοῦ νόμου περὶ ἀρχαιοτήτων, γεννᾶται ζήτημα, πῶς ἀπὸ τοῦ 1899 μέχρι σήμερον, ἤτοι εἰς διάστημα τεσσάρων περίπου ἐτῶν, ἡ Ἀρχαιολογικὴ ὑπηρεσία δὲν ἐπελήφθη τῆς ἐξετάσεως τῶν ἀρχαίων τούτων, ἀφοῦ εἶναι γνωστὸν, ὅτι πᾶσαι αἱ ἐν Ἀθήναις ἰδιωτικαὶ συλλογαὶ ἀρχαίων ἐξετιμήθησαν καὶ κατεγράφησαν παρὰ τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἐπιτροπῆς; Ἀλλ’ ἐὰν δὲν ὑπεβλήθη δήλωσις καὶ περιγραφικὸς κατάλογος λεπτομερὴς, ὡς ὁ νόμος ἀπαιτεῖ, διατὶ δὲν κατέσχεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, ὡς εἶναι ὑποχρεωμένος, τὰ περὶ ὧν ὁ λόγος ἀρχαῖα, καὶ δὲν εἰσήγαγεν αὐτὰ εἰς τὸ Ἐθνικὸν Μουσεῖον, ὡς κτῆμα τοῦ Δημοσίου; Διατὶ προσέτι δὲν ἐζήτησε τὴν ἐφαρμογὴν ὁ κ. Ὑπουργὸς καὶ τῶν ἄλλων διατάξεων τοῦ περὶ ἀρχαιοτήτων νόμου, τῶν ἀφορωσῶν τὴν ποινικὴν καταδίωξιν καὶ τὸ χρηματικὸν πρόστιμον κατὰ τοῦ παραλείψαντος τὴν δήλωσιν; Θὰ καταθέσω γραπτὴν τὴν ἐπερώτησίν μου, καὶ θὰ παρακαλέσω τὸν ἀξιότιμον κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως νὰ καταθέσῃ τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα θὰ ζητήσω, διότι τότε θ’ ἀναπτύξω διὰ μακρῶν τὸ θέμα, περὶ τοῦ ὁποίου σήμερον εἶπον τὰ ὀλίγα ταῦτα.
§26ΑΛΕΞ. ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας μοὶ ὑπέμνησεν ἐπερώτησιν, ἣν ἀκριβῶς ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ θέματος καὶ περὶ τοῦ αὐτοῦ προσώπου ὑπέβαλον πρὸ πολλῶν ἡμερῶν εἰς τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως. Ἐνθυμοῦμαι ὅτι τότε ἐπηρώτησα πρῶτον, ἐὰν τῷ ὄντι ἔχεται ἀληθείας ἐπεισόδιόν τι, τὸ ὁποῖον ἐλέχθη ὅτι ἔλαβε χώραν ἐντὸς τοῦ Ὑπουργείου τῆς Ἐκπαιδεύσεως μεταξὺ τοῦ κ. Κολλυβᾶ, Βασιλικοῦ Ἐπιτρόπου παρὰ τῇ Ἱερᾷ Συνόδῳ, παριστῶντος τὸν Γενικὸν Γραμματέα τοῦ Ὑπουργείου τῆς Παιδείας, καὶ ἑτέρου ἀνωτέρου ὑπαλλήλου, καὶ δεύτερον τίνα θέσιν ἔχει ὁ κ. Κολλυβᾶς, καὶ ἂν ἐξακολουθῇ νὰ ἦναι Β. Ἐπίτροπος. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως ἀπηξίωσε ν’ ἀπαντήσῃ εἰς τὴν ἐπερώτησίν μου ἐκείνην, καίτοι ἐπρόκειτο περὶ γεγονότος, περὶ τοῦ ὁποίου εὔκολον ἦτο νὰ συλλέξῃ πληροφορίας. Σήμερον ὅμως ἠγέρθη ὁ πέπλος, ὁ περικαλύπτων τὴν ὑπόθεσιν ταύτην, διὰ τῶν πληροφοριῶν, τὰς ὁποίας παρέσχεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κυθήρων. Καὶ ἐννοῶ διατὶ ὁ κ. Κολλυβᾶς ἐπιθυμεῖ νὰ παραμένῃ ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῆς Παιδείας, προκειμένου περὶ τῆς ἀποτιμήσεως ἀρχαίων κειμηλίων, τὰ ὁποῖα βραδέως ἐπαρουσίασε καὶ τῶν ὁποίων ἡ ἀποτίμησις ἐπιθυμεῖ νὰ γένηται κατὰ τὴν ἀρέσκειάν του. Παρακαλῶ δὲ τὸν κ. Ὑπουργὸν, ἐὰν τὴν παρουσίαν τοῦ κ. Κολλυβᾶ ἐν τῷ Ὑπουργείῳ θεωρῇ ἀπαραίτητον, νὰ νομιμοποιήσῃ τοὐλάχιστον αὐτὸν ἐν τῇ θέσει. Σήμερον μανθάνω, ὅτι οὐδὲν ἔγγραφον ἐξέρχεται ἐκ τοῦ Ὑπουργείου τῆς Παιδείας ἄνευ τῆς ἐπιθεωρήσεως τοῦ κ. Κολλυβᾶ, ἄνευ δηλαδὴ τῆς ἐπιθεωρήσεως ἑνὸς ἰδιώτου.
§27ΚΥΡ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ προσωρινῶς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Ἀπορῶ πῶς ὁ ἀξιότιμος κ. συνάδελφος ἐπιμένει ἐπερωτῶν με περὶ τοῦ αὐτοῦ ἀντικειμένου, ἀφοῦ ἔλαβον ἤδη τὴν τιμὴν νὰ ἀπαντήσω ἐπὶ τῆς ἐπερωτήσεως, ὅτε ὑπέβαλεν αὐτήν. Εἶπον καὶ τότε, ὅτι ὁ κ. Κολλυβᾶς εἶναι Β. Ἐπίτροπος, ἤτοι ὑπάλληλος ὑφιστάμενος τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, καὶ συνεπῶς ἔχει δικαίωμα νὰ ἔρχηται εἰς τὸ Ὑπουργεῖον καὶ νὰ βλέπῃ τὸν Ὑπουργόν. Εἶπον ἐπὶ πλέον, ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως ἐνόμισε πολλάκις, ὅτι πρέπει νὰ μετακαλῆται αὐτὸν καὶ ὠφελῆται ἐκ τῶν φώτων αὐτοῦ. Αὐτὸ, τὸ ὁποῖον εἶπον προχθὲς, ἐπαναλαμβάνω καὶ σήμερον. Οὐδεμίαν ἐπίσημον θέσιν ἔχει ἐν τῷ Ὑπουργείῳ ὁ κ. Κολλυβᾶς, οὐδεμίαν δημοσίαν θέσιν, οὐδὲ ὑπογράφει κανὲν ἔγγραφον. Ἔρχεται εἰς τὸ Ὑπουργεῖον ὡς ὑπάλληλος, ὡς ὑφιστάμενος τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως καὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν.
§28ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ ἀπάντησις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐδόθη εἰς τὸ πρῶτον τῶν ἐρωτημάτων μου, ἀλλ’ οὐδεμία ἀπάντησις ἐδόθη εἰς τὸ δεύτερον. Περὶ τοῦ ἐπεισοδίου οὐδεμίαν ἀπάντησιν ἔλαβον. Ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς εὐηρεστήθη παραχρῆμα ν’ ἀπαντήσῃ εἰς τὴν ἐρώτησίν μου τότε, ὅτι ὁ κ. Κολλυβᾶς, καίτοι δὲν εἶναι τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Ἐκπαιδεύσεως ὑπάλληλος, εἶναι ὅμως Βασιλικὸς Ἐπίτροπος, ὑφιστάμενος αὐτοῦ, ἀλλὰ μὴ ἀνήκων εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου. Μετεκλήθη δ’ ἐκεῖ ὑπὸ τοῦ προκατόχου κ. Ὑπουργοῦ, ἵνα παράσχῃ τὰ φῶτά του. Ἐὰν ὁ Β. Ἐπίτροπος τῆς Ἱερᾶς Συνόδου δύναται νὰ ἐνεργῇ ὁπωσδήποτ’ ἂν θέλῃ, παραμένων εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, ἀφίνω εἰς τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς.
§29ΚΥΡ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Δὲν ἐνεργεῖ τίποτε.
§30ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ ἐνέργειά του εἶναι, ὅτι διαμένει διαρκῶς ἐν τῷ Ὑπουργείῳ, καὶ κλείει καὶ τὰ δωμάτια ἀνωτέρων ὑπαλλήλων. Τίνα ἄλλην ἐνέργειαν θέλετε νὰ κάμῃ, ἀφοῦ κρατεῖ καὶ τὰς κλεῖδας τῶν γραφείων; Αἱ τελευταῖαί μου δὲ πληροφορίαι εἶναι, ὅτι κρατεῖ καὶ τὰ ἔγγραφα. Βεβαίως δὲν ὑπογράφει αὐτὰ, διότι δὲν δικαιοῦται νὰ τὰ ὑπογράφῃ.
§31ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ι. Στάϊκος ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ ἄλλου ζητήματος.
§32Ι. ΣΤΑΪΚΟΣ. Εὑρίσκομαι εἰς τὴν δυσάρεστον θέσιν, κύριοι Βουλευταὶ, νὰ σᾶς ἀπασχολήσω ἐπὶ ζητήματος, τὸ ὁποῖον ἴσως ἤθελε μὲν θεωρηθῆ, ὅτι εἶναι ἀπόρροια πολιτικῶν συμφερόντων τῆς ἐπαρχίας μου, ἀλλὰ θέλω προσπαθήσει νὰ πείσω ὑμᾶς, ὅτι δὲν εἶναι τοιοῦτον, ἀλλ’ εἶναι ζήτημα ὑψίστης σημασίας, εἶναι ζήτημα ἀφορῶν ὑπαλλήλους ἀνωτέρους, ὑπηρετοῦντας παρὰ τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Οἰκονομικῶν, εἶναι ζήτημα ἀφορῶν ὑπαλλήλους, οἵτινες κατὰ διαφόρους ἐποχὰς ἐξηπάτησαν τοὺς κατὰ καιροὺς ἀξιοτίμους Ὑπουργοὺς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ ἐκ τῆς παραλείψεως τοῦ καθήκοντος τῶν ὑπαλλήλων τούτων κτῆμα ἀνῆκον εἰς τὴν ἀποκλειστικὴν κυριότητα καὶ κατοχὴν τοῦ Δημοσίου εὑρίσκεται εἰς χεῖρας ἰδιώτου. Ἐπαναλαμβάνω, ὅτι λυποῦμαι, διότι εὑρίσκομαι εἰς τὴν δυσάρεστον ταύτην θέσιν· τοῦτο δὲ λέγω, διότι δὲν ἐπιθυμῶ νὰ παρεξηγηθῶ. Ἐὰν τὸ περὶ οὗ πρόκειται κτῆμα δὲν ἦτο τόσον σοβαρᾶς ἀξίας, ἐὰν τὸ κτῆμα τοῦτο δὲν παρέβλαπτε τὰ συμφέροντα χιλιάδων ἀτόμων, κατοικούντων εἰς τὰς περιφερείας ἐκείνας καὶ ἐχόντων χιλιάδας ζώων, τὰ ὁποῖα ἐντὸς τοῦ κτήματος τούτου βόσκουσι, βόσκοντα δὲ ποτίζονται, βεβαίως ἤθελον σιωπήσει, ἵνα μὴ ἐκληφθῶ, ὅτι προσπαθῶ διὰ παντὸς μέσου νὰ βλάψω τὸν πολιτικόν μου ἀντίπαλον. Εἶναι μία ἐκ τῶν μεγαλειτέρων ἀπαιτήσεων τοῦ τόπου μου, μία ἐκ τῶν μεγαλειτέρων ἀπαιτήσεων τῶν κατοίκων, ὅπως ἀπαλλάξω αὐτοὺς διὰ τῆς ἐπεμβάσεως τῆς ἁρμοδίας ἀρχῆς τῆς μάστιγος καὶ τῶν πιέσεων, τὰς ὁποίας ὑφίστανται οἱ κάτοικοι οὗτοι ἀπὸ τοὺς μέχρι σήμερον πολιτευομένους καὶ κατόχους τοῦ κτήματος τούτου. Ἐκ τῆς ἀναγνώσεως τῶν ἐπισήμων ἐγγράφων θέλετε πεισθῆ, κύριοι Βουλευταὶ, ὅτι εἶναι λίαν περίεργον, πῶς ἐκώφευσαν αἱ ἀρχαὶ καὶ πῶς ἄφησαν τὸ κτῆμα νὰ ἐκφύγῃ τῶν χειρῶν τοῦ Δημοσίου, καὶ πῶς δὲν εὑρέθη οὔτε εἷς ἁρμόδιος ὑπάλληλος, ὅστις νὰ προστατεύσῃ τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου καὶ τῶν κατοίκων. Ἔχω πεποίθησιν, καὶ θέλετε ἰδεῖ, ὅτι εἶναι πρωτοφανὴς καὶ πρωτάκουστος ἡ ὑπόθεσις αὕτη· καὶ ἵνα μὴ παρατείνω τὴν συζήτησιν, θέλω περιορισθῆ νὰ ἀναγνώσω ὑμῖν τὰ σπουδαιότερα τῶν ἐγγράφων. Διότι, ἐὰν ἤθελον ἐκτυλίξει ὁλόκληρον τὴν ὑπόθεσιν, οὔτε δύο οὔτε τρεῖς συνεδριάσεις θὰ ἐπήρκουν. Ὡς γνωρίζετε, εἰς ὅλην τὴν χώραν ὑπάρχουσιν ἐθνικαὶ γαῖαι ἀπὸ τῆς ἀπελευθερώσεως τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου. Ἐκ τῶν γαιῶν τούτων πλεῖστοι κατέλαβον τοιαύτας, τὰς ὁποίας ἴσως καὶ κατέχουσιν ἔτι. Μεταξὺ τῶν καταλαβόντων τοιαύτας πρὸ πολλῶν ἐτῶν ὑπῆρξε καὶ ὁ πατὴρ τοῦ τέως βουλευτοῦ Βάλτου Δ. Καραγιάννη, ὁ ὁποῖος κατώρθωσε νὰ καταλάβῃ πρὸ πολλῶν ἐτῶν ἐθνικὸν κτῆμα, εὑρισκόμενον εἰς τὴν περιφέρειαν τῆς ἐπαρχίας μου. Τὸ Δημόσιον προσεπάθησε παντὶ σθένει, λαβὸν ἀφορμὴν ἐκ διαφόρων ἀναφορῶν καὶ παραπόνων τῶν κατοίκων, ἵνα τὸ κτῆμα τοῦτο περιέλθῃ πάλιν εἰς τὴν κυριότητά του. Μετὰ πολλῶν ἐτῶν ἀγῶνα κατώρθωσε τὸ Δημόσιον, ὅπως δι’ ἀποφάσεως τοῦ Ἀρείου Πάγου, κατόπιν ἀποφάσεων τῶν ἄλλων δικαστηρίων, ἀναγνωρισθῇ ὡς κύριον τοῦ κτήματος αὐτοῦ. Μετὰ τὴν ὁριστικὴν ἀπόφασιν τοῦ Ἀρείου Πάγου τὸ Δημόσιον ἐγκατεστάθη ἐντὸς τοῦ κτήματος, καὶ ἐγκατεστάθη πρῶτον διὰ συστάσεως στρατιωτικοῦ σταθμοῦ, διότι ὁ κατέχων τότε τὸ κτῆμα μετεχειρίζετο πᾶσαν βίαν, ὥστε εὑρέθη εἰς τὴν ἀναπόδραστον ἀνάγκην τὸ Δημόσιον νὰ μεταχειρισθῇ τὴν στρατιωτικὴν ἐξουσίαν, ὅπως καταστήσῃ σεβαστὴν τὴν ἀπόφασιν τοῦ Ἀρείου Πάγου. Μετὰ τὴν ἐγκατάστασιν τοῦ στρατιωτικοῦ σταθμοῦ τὸ Δημόσιον προέβη εἰς τὴν ἐνοικίασιν τοῦ κτήματος τούτου, οἱ δὲ ἀναδειχθέντες ἐνοικιασταὶ κατέλαβον τὸ κτῆμα καὶ ἐνέμοντο αὐτό. Μετά τινα χρόνον ἐγένετο δευτέρα ἐνοικίασις ἐκ μέρους τοῦ Δημοσίου, ἡ ὁποία ἐξηκολούθησε μέχρι τοῦ 1897. Κατὰ τὸ 1897, ἤτοι κατὰ τὴν ἐποχὴν τοῦ πολέμου, ἐπωφεληθεὶς τῆς ἀνωμάλου ἐκείνης περιστάσεως ὁ Δημήτριος Καραγιάννης, εἰσῆλθεν αὐθαιρέτως καὶ πάλιν εἰς τὸ κτῆμα, ἀποβαλὼν δῆθεν τοὺς ἐνοικιαστάς, ἐνῷ οὗτοι διηυκόλυναν εἰς αὐτὸν τὴν κατάληψιν, καίτοι κατόπιν διεμαρτυρήθησαν, ὅτι ἀπεβλήθησαν τοῦ κτήματος ὑπὸ τοῦ Καραγιάννη, μεταχειρισθέντος δῆθεν βίαν κατ’ αὐτῶν. Ὁ Οἰκονομικὸς Ἔφορος Βάλτου, λαβὼν γνῶσιν τῆς τοιαύτης τροπῆς τῆς ὑποθέσεως, ἐζήτησεν ὁδηγίας παρὰ τοῦ Ὑπουργείου, τὸ ὁποῖον διέταξεν αὐτὸν νὰ λάβῃ προσωρινὰ μέτρα, τῶν ὁποίων, κατὰ τὴν ἰδέαν μου, δὲν εἶχεν ἀνάγκην, διότι οὔτε μία ἡμέρα εἶχε παρέλθει ἀπὸ τῆς καταλήψεως, καὶ ἑπομένως ἠδύνατο νὰ τὸν ἀποβάλῃ ἀμέσως καὶ διὰ τῆς ἐξουσίας. Φαίνεται ὅμως, ὅτι καὶ ὁ Ἔφορος, χαριζόμενος εἰς τὸν Καραγιάννην, ἐνήργησεν ὡς ἐνήργησεν. Ἐπὶ τῶν προσωρινῶν μέτρων ἐξεδόθη ἀπόφασις τοῦ Εἰρηνοδικείου, ἀλλ’ ἀτυχῶς δὲν εἶχε λάβει μέρος εἰς τὴν συζήτησιν τῶν προσωρινῶν μέτρων ὁ Εἰρηνοδίκης, ἕνεκα λόγων, τοὺς ὁποίους παραλείπω, ἀλλ’ ὁ Γραμματεὺς τοῦ Εἰρηνοδικείου, ὁ ὁποῖος ἐξέδωκεν ἀπόφασιν ἐναντίον τῆς ἀποφάσεως τοῦ Ἀρείου Πάγου, καὶ ἀναγνωρίζουσαν ὅτι τὸ κτῆμα αὐτὸ ἀνῆκεν εἰς τὸν Καραγιάννην.
§33Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Κατὰ ποίαν ἐποχήν;
§34Ι. ΣΤΑΙΚΟΣ. Κατὰ τὸ 1898.
§35Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἡ ἀπόφασις τοῦ Ἀρείου Πάγου ποίαν χρονολογίαν φέρει;
§36Ι. ΣΤΑΙΚΟΣ. Τοῦ ἔτους 1897. Ἐπιτρέψατέ μοι ὅμως, κύριε Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, νὰ σᾶς δηλώσω, ὅτι ἡ ὑπόθεσις αὕτη δὲν ἀφορᾷ ποσῶς τὴν ὑμετέραν Κυβέρνησιν. Ἐξέδωκε λοιπὸν ἀπόφασιν ὁ Γραμματεὺς τοῦ Εἰρηνοδικείου, διὰ τῆς ὁποίας ἀπέβαλε τὸ Δημόσιον, τοῦ ὁποίου ἡ κυριότης καὶ κατοχὴ εἶχεν ἀναγνωρισθῆ δι’ ἀποφάσεως τοῦ Ἀρείου Πάγου. Καὶ οὕτως ὁ κ. Καραγιάννης ἔμεινεν ἐπί τινα χρόνον ἐφησυχάζων εἰς τὸ κτῆμα ἐκεῖνο. Ἡ ἀπόφασις αὕτη τοῦ Εἰρηνοδικείου ἐφεσιβλήθη ἐνώπιον τοῦ Πρωτοδικείου Μεσολογγίου, κατώρθωσεν ὅμως ὁ Καραγιάννης ἐν τῷ μεταξὺ νὰ νέμηται τὸ κτῆμα αὐτὸ, ἤτοι ἐπὶ ἓν περίπου ἔτος. Εἰς τὰ 1899 ἐξεδικάσθη ἡ ὑπόθεσις ἐνώπιον τοῦ Πρωτοδικείου Μεσολογγίου, ὅπερ διέταξε τὴν ἐξαφάνισιν τῆς ἀποφάσεως τοῦ Εἰρηνοδικείου, ὡς ἦτο φυσικὸν καὶ νόμιμον, καὶ ἀνεγνώρισε τὴν κυριότητα καὶ κατοχὴν τοῦ Δημοσίου. Ἡ ἀπόφασις τοῦ Πρωτοδικείου Μεσολογγίου τοῦ ἔτους 1899 ἐπεδόθη εἰς τὸν Δημήτριον Καραγιάννην νομίμως, κατὰ τὸ ἐπίσημον ἔγγραφον καὶ ἐπιδοτήριον τοῦ ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Οἰκονομικῶν Δικαστικοῦ Συμβούλου. Ἀλλὰ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν ἠρκέσθη μόνον εἰς τὴν ἐπίδοσιν τῆς ἀποφάσεως, χωρὶς νὰ προβῇ εἰς ἄλλα μέτρα, ἤτοι εἰς τὴν ἀποβολὴν τοῦ Καραγιάννη ἐκ τοῦ κτήματος ἐκείνου, καίτοι πρὸς τούτοις εἶχεν ἀγωγὰς τῶν ἐνοικιαστῶν κατὰ τοῦ Δημοσίου, αἱ ὁποῖαι μένουσι μέχρι σήμερον ἐκκρεμεῖς. Ὥστε οὐ μόνον τὸ Δημόσιον σήμερον δὲν κατέχει τὸ κτῆμα, ἀλλ’ ἔχει καὶ ἐκκρεμεῖς ἀπαιτήσεις τῶν ἐνοικιαστῶν περὶ ἀποζημιώσεως, διότι, ἀφοῦ ἀνεδείχθησαν ἐνοικιασταὶ ἐκεῖνοι συνεπείᾳ διακηρύξεων, καὶ τοὺς ἀνεγνώρισε τὸ Δημόσιον, ἀπεβλήθησαν αὐθαιρέτως· καίτοι δι’ ἀνηνέχθησαν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, καὶ τοῦτο, ἀναγνωρίσαν τὴν κυριότητα τοῦ Δημοσίου, διέταξε τὴν ἀποβολὴν τοῦ Καραγιάννη, αὕτη δὲν ἐξετελέσθη, διότι τὸ Ὑπουργεῖον περιωρίζετο μόνον εἰς τὴν ἔκδοσιν διαταγῶν, ἀδιαφοροῦν περὶ τῆς ἐκτελέσεως αὐτῶν καὶ εἰς οὐδεμίαν νόμιμον τιμωρίαν τῶν παραβαινόντων τὸ καθῆκόν των ὑπαλλήλων προβαῖνον. Ἔκτοτε λοιπὸν, καίτοι ἡ ἀπόφασις τοῦ Πρωτοδικείου ἐκοινοποιήθη νομίμως, ἐξακολουθεῖ νεμόμενος τὸ κτῆμα ὁ Δημήτριος Καραγιάννης, τὸ δὲ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν (τμῆμα δημοσίων κτημάτων), ἐν ᾧ ὤφειλε νὰ διατάξῃ τὴν ἀποβολὴν τοῦ Καραγιάννη ἐκ τοῦ κτήματος τοῦ Δημοσίου, ἀπευθύνει ἔγγραφον, ὑπογεγραμμένον ἀπὸ τὸν τμηματάρχην τοῦ εἰρημένου τμήματος, τὸ ὁποῖον θέλω σᾶς ἀναγνώσει. Μοὶ ἐπιβάλλεται δὲ, κύριοι Βουλευταὶ, νὰ ἀναγνώσω ὑμῖν τὰ σχετικὰ ἔγγραφα, ἵνα πεισθῆτε, ἂν ὄντως ἡ κατὰ τοῦ ἁρμοδίου τμηματάρχου καταγγελία μου εἶναι δικαία (ἀναγινώσκει): «Ἐν Ἀθήναις, τῇ 26 Μαρτίου 1901. «Διὰ τοῦ Ἀρχείου πρὸς τὸ Δικαστικόν. «Ἐπιστρέφομεν συνημμένως τὸ ὁμοιόριθμον 21 λήγοντος μηνὸς ἡμέτερον ἔγγραφον» (τὸ ὁποῖον θὰ σᾶς ἀναγνώσω κατόπιν) «καὶ παρακαλοῦμεν ὑμᾶς, ὅπως ἐκδώσητε τὴν ὑμετέραν γνώμην, ἂν πρὸς ἔγερσιν τῆς κατὰ Καραγιάννη ἀγωγῆς περὶ κυριότητος παρίσταται ἀνάγκη συγκεντρώσεως ἀποδεικτικῶν περὶ ταύτης στοιχείων, ἢ εἶναι ἀρκοῦσαι αἱ μέχρι τοῦδε ἐκδοθεῖσαι περὶ νομῆς ἀποφάσεις, αἵτινες ἀνεγνώρισαν τὴν νομὴν τοῦ Δημοσίου.» Ἐρωτᾷ ὁ τμηματάρχης τὸν Δικαστικὸν Σύμβουλον, ἂν πρέπῃ νὰ συλλέξῃ πληροφορίας, ἵνα κοινοποιήσῃ νέαν ἀγωγὴν, ἀφοῦ ἔχει ἀποφάσεις ἐνώπιόν του καὶ ἀφοῦ ἐκοινοποίησε καὶ ἀπόφασιν νέαν, ἡ ὁποία ἐξηφάνισε τὴν τοῦ Εἰρηνοδικείου! Τμηματάρχης, ἐὰν δὲν μὲ ἀπατᾷ ἡ μνήμη, εἶναι ὁ κ. Γεωργαντόπουλος.
§37Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Τοῦ πρώτου τμήματος;
§38Ι. ΣΤΑΙΚΟΣ. «Πρῶτον τμῆμα» γράφει.
§39ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὁ κ. Γεωργαντόπουλος εἶναι.
§40Ι. ΣΤΑΙΚΟΣ. Αὐτὸ εἶναι τὸ πρῶτον ἔγγραφον. Δεύτερον ἔγγραφον, ὑπογεγραμμένον ἀπὸ τὸν τμηματάρχην καὶ αὐτὸ, ὑπ’ ἀριθ. 25711... Αὐτὰ ὅλα, ἐπιτρέψατέ μοι καὶ πάλιν νὰ σᾶς πληροφορήσω, ὅτι ἔλαβον χώραν μετὰ τὴν ἔκδοσιν τῆς ὁριστικῆς ἀποφάσεως τοῦ Πρωτοδικείου, ἥτις ἐξηφάνισε τὴν ἀπόφασιν τοῦ Εἰρηνοδικείου (ἀναγινώσκει): «Ἐν Ἀθήναις, τῇ 16 Μαρτίου 1901. «Λίαν ἐπεῖγον. «Διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθμὸν 143981 τῆς 30 Δεκεμβρίου παρελθόντος ἔτους ὑμετέρου ἐγγράφου ἐπέμψατε ἡμῖν ἀπόγραφον τῆς ὑπ’ ἀριθ. 876 τοῦ 1899 ἀποφάσεως τοῦ Πρωτοδικείου Μεσολογγίου μετὰ τοῦ ἐπιδοτηρίου τῆς πρὸς τὸν πληρεξούσιον τοῦ Δ. Καραγιάννη κοινοποιήσεως αὐτῆς, ὅπως διατηρήσωμεν τὴν νομὴν τοῦ εἰς τὸ Δημόσιον ἐπιδικασθέντος κτήματος. Ἐπειδὴ ὅμως, καθ’ ἃ ἀναφέρει ἡμῖν ὁ Οἰκονομικὸς Ἔφορος Βάλτου, ὁ Καραγιάννης ἐξακολουθεῖ νὰ ἦναι ἐν τῇ νομῇ, παρακαλοῦμεν, ὅπως ἐκδώσητε ἡμῖν τὴν ὑμετέραν γνώμην, ἂν ἦναι ἐφικτὴ ἡ ἀποβολή του διὰ τοῦ ἀποσταλέντος ἡμῖν, ὡς προείρηται, ἀπογράφου τῆς τοῦ 1899 ἀποφάσεως, παρελθόντος ἔτους ἀπὸ τῆς εἰς τὸν ἀντίδικον κοινοποιήσεως αὐτῆς, καὶ μὴ ἐγκατασταθέντος τοῦ Δημοσίου.» Ἐρωτᾷ ὁ τμηματάρχης, ἐὰν πρέπῃ νὰ ἐγείρωσιν ἀγωγὴν ἐκ νέου καὶ νὰ μὴ ἐγκατασταθῇ τὸ Δημόσιον ἐπὶ τοῦ ἐν λόγῳ κτήματος, ἀφοῦ εἶναι ὁ Καραγιάννης νομεύς. — Φυσικὴ συνέπεια ἦτο, ἐφ’ ὅσον τὸν ἄφιναν νὰ μένῃ, αὐτὸς ἔμενε νομεὺς τοῦ κτήματος. Μήπως τὸν ἐξεδίωξαν; — Καὶ ζητεῖ πληροφορίας ἀπὸ τὸν Δικαστικὸν Σύμβουλον, στηριζόμενος εἰς τὴν ἀναφορὰν τοῦ Οἰκονομικοῦ Ἐφόρου Βάλτου, τὴν ὁποίαν θὰ σᾶς ἀναγνώσω. Πέμπεται δὲ καὶ μία διαταγή. Ὅλαι αὐταὶ αἱ διαταγαὶ, — διότι ἤθελον προηγουμένως νὰ σᾶς εἴπω, τί ἐλάμβανε χώραν, καὶ βεβαίως θέλετε πεισθῆ, — ἦσαν διαταγαί, τὰς ὁποίας ἠδύναντο νὰ ἐκδώσωσι πρόσωπα συμβληθέντα· θὰ ἴδητε δὲ τὸ πνεῦμα τῶν διαταγῶν καὶ τὸ πνεῦμα τῶν ἀναφορῶν τῶν ἁρμοδίων οἰκονομικῶν ἀρχῶν νὰ συναντῶνται πρὸς ἕνα καὶ μόνον σκοπὸν, ἵνα ἀφήσωσι τὸ κτῆμα εἰς χεῖρας τοῦ κ. Καραγιάννη...
§41Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Εἶχε διαταχθῆ ἀποβολὴ διὰ καμμιᾶς ἀποφάσεως κατὰ τοῦ Καραγιάννη;
§42Ι. ΣΤΑΙΚΟΣ. Βεβαίως. Τοῦ Ἀρείου Πάγου. Ἀλλὰ δὲν μοῦ χρησιμεύουν αἱ ἀποφάσεις σήμερον. Αὐτὰ χρησιμεύουν εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, τὰ ὁποῖα δυστυχῶς ἔχουσιν ἐξαφανισθῆ.
§43Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Μήπως ἔχετε τὴν ἀπόφασιν;
§44Ι. ΣΤΑΙΚΟΣ. Ἐκ τοῦ φακέλου αὐτοῦ ἔχει ἐξαφανισθῆ ἡ ἀπόφασις τοῦ Ἀρείου Πάγου, ὡς καὶ ἡ τοῦ Πρωτοδικείου Μεσολογγίου. Ἀλλὰ δὲν μὲ ἐνδιαφέρει τοῦτο, διότι θὰ σᾶς ἀναγνώσω ἐπίσημα ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι εὔκολον νὰ ἐξαφανισθῶσιν. Ἀναφέρει δὲ ὁ κ. Ἔφορος, ὅτι δὲν ἠδυνήθη νὰ εὕρῃ εἰς τὸ ἀρχεῖον τοῦ Βάλτου τίποτε περισσότερον, διότι ἐξηφανίσθη καὶ ἐκεῖθεν ὁλόκληρος ὁ φάκελος. Ἀλλὰ τοῦτο δὲν ἔχει ἐπιρροὴν, διότι εἶναι μνημονευμένοι οἱ ἀριθμοί.
§45ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τοῦ περιεχομένου τῶν ἀποφάσεων ἔχομεν ἀνάγκην. Ποῖον εἶναι τὸ περιεχόμενον τῶν ἀποφάσεων; τὸ διατακτικόν;
§46Ι. ΣΤΑΙΚΟΣ. Σᾶς εἶπον ὅτι ἀνεγνωρίσθη ἡ κυριότης.
§47ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἔχετε ἀποφάσεις ἐνώπιόν σας;
§48Ι. ΣΤΑΙΚΟΣ. Δὲν ἔχω.
§49ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τί συζητοῦμεν λοιπόν;
§50Ι. ΣΤΑΙΚΟΣ. Αὐτὸ ἀφορᾷ σᾶς. Ἐγὼ δὲν τὰ λέγω διὰ νὰ δικάσητε σεῖς, ἀλλὰ διὰ νὰ δικάσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν.
§51ΜΙΧ. ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Τότε δὲν τὰ λέγετε πρὸς τὴν Βουλήν.
§52Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Δὲν θεωρεῖτε φρόνιμον νὰ ἀναβάλητε μέχρις ὅτου εὑρεθῶσιν αἱ ἀποφάσεις;
§53Ι. ΣΤΑΙΚΟΣ. Ὄχι. Ἐὰν σεῖς τὸ θεωρῆτε φρόνιμον καὶ μοὶ φέρητε τὰς ἀποφάσεις αὐτάς.
§54Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης.
§55Ι. ΣΤΑΙΚΟΣ. Σεῖς ἐπειδὴ ἔχετε ἐνδιαφέρον. Ἀλλὰ, σᾶς παρακαλῶ, μὴ παρατείνετε τὴν συζήτησιν πολύ. Ἐγὼ δὲν ἔχω ἀνάγκην ἀποφάσεων. Θὰ σᾶς ἀναγνώσω ἐπίσημα ἔγγραφα, μνημονεύοντα τὰς ἀποφάσεις. Εἶναι τὰ ἐπίσημα ἔγγραφα τῶν διαφόρων Ὑπουργείων, δυνάμει τῶν ὁποίων ἐγκατεστάθη τὸ Δημόσιον, καὶ τὰ ὁποῖα ἔχουσι κῦρος μεῖζον τῶν ἀποφάσεων, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν οἱ Ὑπουργοὶ τῶν Στρατιωτικῶν καὶ Οἰκονομικῶν νὰ ἐνεργῶσιν ἀορίστως καὶ ἄνευ ἀποφάσεων. Καὶ ἄρχομαι ἐκ τοῦ πρώτου ἐγγράφου. Ἐγὼ δὲν ἐπεθύμουν νὰ παρατείνω τὴν συζήτησιν ταύτην, καὶ ἤθελον ὅσον τὸ δυνατὸν συντόμως ν’ ἀναπτύξω τὴν ὑπόθεσιν, ἵνα πείσω ὑμᾶς, ὅτι τὸ κτῆμα ἀνήκει εἰς τὸ Δημόσιον. Ἀλλ’ ἀφοῦ σεῖς ἐπιμένετε καὶ θέλετε νὰ προσαγάγω τὰς ἀποφάσεις, θὰ ἐξακολουθήσω καὶ σήμερον καὶ αὔριον.
§56Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Ἀποδίδετε μομφὴν εἰς τμηματάρχην, περὶ τοῦ ὁποίου δὲν ὑπάρχει δευτέρα γνώμη. Ὀφείλετε λοιπὸν νὰ ἔχητε τὰς ἀποφάσεις.
§57Ι. ΣΤΑΙΚΟΣ. Τὴν ἀποδίδω ἐκ τῆς θέσεως ταύτης με πλήρη εὐθύνην τῶν πράξεών μου. Τὸν καταγγέλλω ἐνώπιον τοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως καὶ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ἀποδεικνύων διὰ τῶν ἐγγράφων, ὅτι ἐξηπάτησε τοὺς ἁρμοδίους Ὑπουργούς.
§58ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸν Γεωργαντόπουλον ἐννοεῖτε ἢ τὸν Δικαστικόν;
§59Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Μὲ συγχωρεῖτε, ἐπειδὴ πρόκειται περὶ προσώπου; Τὸν τμηματάρχην τοῦ Αʹ τμήματος κ. Γεωργαντόπουλον γνωρίζω ἀπό τινων ἐτῶν, ὑπηρετήσαντα μετ’ ἐμοῦ κατὰ τὰ 1891, 1895 καὶ 1896. Τὸν εὗρον τίμιον ἄνθρωπον καὶ ἀκριβῆ εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ καθήκοντος.
§60ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ὑπάρχει λόγος.
§61Ι. ΣΤΑΙΚΟΣ. Ἐπιτρέψατέ μοι νὰ σᾶς βεβαιώσω καὶ ἐγὼ, ὅτι τὸν τμηματάρχην τοῦτον ἐγὼ δὲν ἐγνώρισα, οὔτε καὶ τὸν γνωρίζω. Ἐγὼ ἔχω καθῆκον σήμερον, στηριζόμενος εἰς τὰ ἐπίσημα ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα ἐζήτησα καὶ ἐμελέτησα, καὶ ἐκ τῶν ὁποίων ἀποδεικνύεται, ὅτι ἐκ τῆς ἀνοχῆς τοῦ ἁρμοδίου αὐτοῦ ὑπαλλήλου, ὅστις ἔχει ὑπογεγραμμένα τὰ περισσότερα ἔγγραφα καὶ ἐπὶ τῆς ὑπουργίας προηγουμένων Ὑπουργῶν, ἔχω καθῆκον νὰ εἴπω, ὅτι ἔλαβον χώραν τὰ ἔκνομα ταῦτα, καὶ ἕνεκα τῶν ἐκνόμων τούτων μέτρων εἶναι πλέον ἢ βέβαιον, ὅτι τὸ κτῆμα τοῦτο κατέχει παρανόμως ὁ Δημήτριος Καραγιάννης. Ἐγὼ δὲν θέλω νὰ εἴπω, ἂν σήμερον ὁ τμηματάρχης αὐτὸς πρέπει νὰ δώσῃ λόγον τοιούτων πράξεων ἢ πολλῶν ἄλλων. Ἐγὼ ἀπήντησα εἰς τὸν κ. ἐκ Κυνουρίας Βουλευτὴν, ὅτι σήμερον δὲν ἔχω ἀνάγκην τῶν δικαστικῶν ἀποφάσεων. Ἔχω τόσα ἐπίσημα ἔγγραφα, διὰ τῶν ὁποίων θέλω ἀποδείξει, ὅτι τὸ κτῆμα ἀνήκει εἰς τὸ Δημόσιον, εἰς ὑμᾶς δὲ, ὡς Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ἀπόκειται νὰ ἐξετάσητε τὰ ἔγγραφα ταῦτα, καὶ ἂν πεισθῆτε ὅτι τὸ κτῆμα δεδικαιολογημένως παρέμεινε μέχρι σήμερον καὶ παραμένει ἔτι εἰς τὸν Καραγιάννην, νὰ δώσητε τὴν δέουσαν λύσιν εἰς τὴν ὑπόθεσιν ταύτην. Ἐγὼ ὅμως ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἔχω καθῆκον νὰ εἴπω, ὅτι ὁ ἁρμόδιος ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης εἶναι ὁ τμηματάρχης τοῦ Αʹ τμήματος. Καὶ τίς δύναται νὰ ἀρνηθῇ τοῦτο;
§62Κ. ΑΣΗΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὴ ἡ ὑπόθεσις εὑρίσκεται ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων· ἔφυγεν ἀπὸ τὴν δικαιοδοσίαν τοῦ τμηματάρχου.
§63Ι. ΣΤΑΙΚΟΣ. Ὄχι· τὴν ὑπόθεσιν ταύτην διεχειρίσθη ἀκριβῶς ὁ τμηματάρχης τοῦ Αʹ τμήματος. Ἀλλ’ ἐν τῷ φακέλῳ τῶν ἐγγράφων θὰ ἴδητε ἀκόμη τὴν γνώμην τοῦ Δικαστικοῦ Συμβούλου, πῶς ἀποφαίνεται.
§64ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τὴν ἀπάντησιν τοῦ Δικαστικοῦ Συμβούλου νὰ μάθωμεν. Τί ἀπήντησεν ὁ Δικαστικὸς Σύμβουλος;
§65Ι. ΣΙΓΑΛΑΣ. Οὐδὲν γνωρίζω περὶ τῆς σχετικῆς ὑποθέσεως, ἀλλὰ τὸ πρόσωπον, περὶ τοῦ ὁποίου πρόκειται, ἐμπνέει καὶ εἰς ἐμὲ ἐμπιστοσύνην, οἵαν ἐκ πείρας ἐμπνέει καὶ εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως. Πέποιθα δὲ, ὅτι περὶ τοῦ ὑπαλλήλου τούτου τὴν αὐτὴν γνώμην ἐμόρφωσαν ἐκ πείρας καὶ ἅπαντες οἱ κατὰ καιροὺς Ὑπουργοὶ τῶν Οἰκονομικῶν,—καὶ ὁ κ. ἐκ Παρνασίδος Βουλευτὴς δὲν ἔχει, νομίζω, διάφορον γνώμην,—διότι πολλάκις ἀνέθεσαν εἰς αὐτὸν, ὡς γνωρίζω, ἐμπιστευτικὰς ὑπηρεσίας, καὶ ἀδιακρίτως κομματικῆς ἀποχρώσεως οἱ κατὰ καιροὺς Ὑπουργοὶ ἐτίμησαν αὐτὸν διὰ τῆς ἐμπιστοσύνης των, διότι καὶ νοήμων καὶ τιμιώτατος καὶ ἀκεραιότατος ὑπάλληλος εἶναι, διακρινόμενος μάλιστα δι’ ὅλα ταῦτα καὶ διὰ τὴν πενίαν του ἀκόμη, μετὰ τριακονταετῆ ὑπηρεσίαν. Ἀναμφιβόλως, κύριε συνάδελφε, ὁρμᾶσθε ἐξ ἀγαθῶν προθέσεων, εἶμαι δὲ καὶ ἐγὼ ὑπὲρ τοῦ αὐστηροτάτου ἐλέγχου, ἀλλὰ δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία, ὅτι εἰς αὐτὴν τὴν περίστασιν πλανᾶσθε, διότι, ὡς εἶπε καὶ ὁ κ. ἐκ Κυνουρίας συνάδελφος, ἔπρεπε νὰ καταρτίσητε πρῶτον πλήρη τὸν φάκελον, διὰ νὰ ἦσθε καὶ σεῖς εἰς θέσιν νὰ μᾶς πείσητε, καὶ ἡμεῖς εἰς θέσιν νὰ ἐννοήσωμεν ἐπακριβῶς τὰ τῆς καταγγελλομένης ὑποθέσεως. Ἀλλ’ ἐκ τοῦ φακέλου λείπουσιν αἱ ἀποφάσεις,—διὰ τὸ ὁποῖον βεβαίως δὲν φρονεῖτε, ὅτι εὐθύνεται ὁ κ. Γεωργαντόπουλος,—ἐκ τοῦ προσκομισθέντος δὲ φακέλου ἐξάγεται, ὅτι ὁ κ. τμηματάρχης, μὴ ἔχων τὰς ἀποφάσεις καὶ μὴ γινώσκων περὶ τίνος πρόκειται ἀκριβῶς, δὲν ἦτο εἰς θέσιν νὰ γνωρίζῃ τὰ πράγματα. Αὐτὸ δὲ, τὸ ὁποῖον εἴπετε, ὅτι ἐζήτει ἐπανειλημμένως γνώμας καὶ συμβουλὰς ἀπὸ τὸ Δικαστικὸν τμῆμα, ἀποδεικνύει ὅτι διετέλει ἐν ἀγνοίᾳ πολλῶν σπουδαιοτάτων ἐγγράφων, τὰ ὁποῖα ἐπικαλεῖται, οὐδὲ εἶναι, ὡς εἶπον, τμηματάρχης τοῦ Δικαστικοῦ τμήματος, διὰ νὰ ἔχῃ ὅλας τὰς δικογραφίας καὶ νὰ γνωρίζῃ εἰς ποῖον σημεῖον εὑρίσκεται ἑκάστη ὑπόθεσις. Ὀρθῶς λοιπὸν ἀπευθύνεται πρὸς τὸ Δικαστικὸν τμῆμα.
§66Ι. ΣΤΑΙΚΟΣ. Αὐτὸ δὲν ἦτο διακοπὴ, ἦτο ὁλόκληρος ἀγόρευσις, καὶ διὰ τοῦτο ἔπρεπε νὰ ἐπιφυλαχθῆτε ἀργότερον νὰ τὰ εἴπητε.
§67Ι. ΣΙΓΑΛΑΣ. Ἦτο ἐν τούτοις ἀναγκαῖον, ἵνα μὴ ἀδικῶνται οὕτω πρόσωπα ἄξια πάσης ὑπολήψεως.
§68Ι. ΣΤΑΙΚΟΣ. Ἐγὼ δὲν ἐσυνήθισα, οὔτε μοὶ ἀρέσκει νὰ ἀδικῶ πρόσωπα. Ἐὰν ἠδικήθη ὁ ἐν λόγῳ ὑπάλληλος, ἠδικήθη ἐκ τῆς ὑπηρεσίας, ἐκ τῶν ἐγγράφων τοῦ φακέλου τούτου. Αἱ ἀποφάσεις καὶ μόναι, κατὰ τὴν ἐμὴν γνώμην, δὲν ἔχουσι καμμίαν σπουδαιότητα· διότι, καὶ ἂν ἀκόμη δὲν ἤθελεν — ὅπερ δὲν πιστεύω — νὰ μοὶ δώσῃ τὸ ἁρμόδιον τμῆμα τὰς ἀποφάσεις, ἠδυνάμην νὰ τηλεγραφήσω εἰς Μεσολόγγιον, ὅπως μοὶ σταλῶσι. Νομίζω λοιπὸν ἐντελῶς περιττὸν νὰ προσαγάγω τὰς ἀποφάσεις τῶν δικαστηρίων, ἐφ’ ὧν τὸ ἁρμόδιον Ὑπουργεῖον στηριχθὲν ἐνήργησεν ὡς ἐνήργησεν. Ἐὰν ὅμως ἡ Βουλὴ νομίζῃ, ὅτι πρέπει νὰ προσαγάγω τὰς ἀποφάσεις, ἐπιφυλάσσομαι νὰ φέρω ταύτας. Ἐγὼ ἔχω ὑπ’ ὄψιν ἐν πρώτοις τὸ ἔγγραφον τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν τοῦ ἔτους 1898, — τοῦ ὁποίου τὴν γνησιότητα δὲν πιστεύω νὰ διαμφισβητῇ τις, — ἀπευθυνόμενον πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν καὶ ἔχον ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ἐν Ἀθήναις τῇ 14 Φεβρουαρίου 1898. «Ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Βάλτου ὑπάρχει πρὸς τοῖς ἄλλοις λειβαδίοις τοῦ Δημοσίου καὶ τὸ λεγόμενον Βάλτος, ὅπερ ἐξεμισθώθη τελευταίως, κατὰ τὸ 1896, πρός τινα Ζερβοπᾶνον.» (Ἐξεμισθώθη μετὰ τὴν ἐγκατάστασιν τοῦ Δημοσίου, ἥτις ἐγένετο συνεπείᾳ ἀποφάσεως τοῦ Ἀρείου Πάγου). «Ἐπὶ τοῦ λειβαδίου αὐτοῦ, τοῦ ἀδιαφιλονικήτως ἐθνικοῦ, εἶχεν ἐγείρει ἀπὸ ἐτῶν πάντη παραλόγους ἀξιώσεις Καραγιάννης τις, αἵτινες ἀπεκρούσθησαν δικαστικῶς· ἀλλ’ οὗτος καὶ μετὰ τοῦτο δὲν ἔπαυσεν ἐν εὐκαιρίᾳ νὰ καταλαμβάνῃ αὐτὸ αὐθαιρέτως καὶ τελευταίως κατὰ τὸ ἀπελθὸν ἔτος, ὁπότε, ἐπωφεληθεὶς ἐκ τῶν ἐκ τοῦ πολέμου ἀνωμαλιῶν, ἀπέβαλε τὸν ἐνοικιαστήν, καὶ καταλαβὼν ἔκτοτε νέμεται τὸ λειβάδιον. Ἐπειδὴ δὲ εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ προστατεύσωμεν τὴν περιουσίαν τοῦ Δημοσίου καὶ νὰ ἀνατρέψωμεν τὰς τοιαύτας αὐθαιρέτους πράξεις, ἀπειλούσας τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου καὶ δημιουργούσας δικαιώματα τοῦ ἐνοικιαστοῦ περὶ ἀποζημιώσεώς του, διετάξαμεν τὰς ἁρμοδίας στρατιωτικὰς ἀρχὰς ν’ ἀποβάλωσι τὸν Καραγιάννην αὐτὸν καὶ πάντα τρίτον, ἐνισχύσωσι δὲ τὸν ἐνοικιαστὴν εἰς ἐνάσκησιν τῶν δικαιωμάτων του.» Ὑποθέτω, ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον δὲν θὰ ἐξέδιδε τοιοῦτον ἔγγραφον, ἐὰν δὲν εἶχεν ὑπ’ ὄψιν τὴν ἀπόφασιν τοῦ Ἀρείου Πάγου... Ποίαν ἰδέαν ἔχετε σεῖς, κύριε Μερλόπουλε, ὁ ὁποῖος εἶσθε νομικός;
§69Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀντίθετον.
§70Ι. ΣΤΑΙΚΟΣ. Σᾶς συγχαίρω! Ἐγὼ ἐνόμιζον, ὅτι δὲν θὰ εἴχετε τὴν ὑπομονὴν νὰ μὲ ἀκούσητε ἐπὶ πολύ, ἀλλ’ ἀφοῦ μὲ ἀκούετε, δὲν δυσκολεύομαι νὰ ἐξακολουθήσω (ἀναγινώσκει): «... Ἐπειδὴ ὅμως ἡ ἀποβολὴ αὕτη θὰ ᾖ πρόσκαιρος, μὴ ὑπαρχούσης ἱκανῆς στρατιωτικῆς δυνάμεως, ἵνα παραμένῃ ἐκεῖσε, ἀποκρούουσα τὴν ἐπάνοδον τοῦ Καραγιάννη, οὗτος δὲ δραττόμενος τοιαύτης εὐκαιρίας, θέλει ἐπαναλάβει τὴν κατάληψιν τοῦ λειβαδίου, ἀποβάλλων τὸν ἐνοικιαστήν, διὰ ταῦτα παρακαλοῦμεν, κύριε συνάδελφε, ὅπως εὐαρεστούμενος διατάξητε, καὶ εἰ δυνατόν, τηλεγραφικῶς, τὴν σύστασιν ἐντὸς τοῦ λειβαδίου στρατιωτικοῦ σταθμοῦ, πρὸς ἐνίσχυσιν τοῦ ἐν λόγῳ ἐνοικιαστοῦ καὶ ἀπόκρουσιν πάσης ἀποπείρας νέας καταλήψεως τοῦ λειβαδίου ἐκ μέρους τοῦ Καραγιάννη ἢ οἱουδήποτε τρίτου. Ὁ Ὑπουργὸς «Στέφ. Στρεΐτ.» Τὸ ἔγγραφον εἶναι τῆς 14 Φεβρουαρίου 1898, ἤτοι μετὰ τὸν πόλεμον· ἀλλὰ κατ’ αὐτὴν τὴν ἐποχὴν τοῦ πολέμου ἔκαμε τὴν ἐνέργειαν μετὰ τῶν ἐνοικιαστῶν ὁ Καραγιάννης. Κατὰ τὰς ἐμὰς πληροφορίας, αὐτὸς συνεταιρίσθη μετὰ τῶν ἐνοικιαστῶν· ἀλλὰ δυστυχῶς δὲν δύναμαι νὰ τὸ ἀποδείξω. Ἐκεῖνοι δηλ. εἶπον, ὅτι ὁ Καραγιάννης τοὺς ἐξέβαλε βίᾳ, ὁ δὲ Καραγιάννης εἶπεν, ὅτι τὸ κτῆμα ἦτο ἰδικόν του. Ἐπὶ τοῦ ἐγγράφου αὐτοῦ ἐνεργήθησαν τὰ δέοντα, ἀλλὰ δυστυχῶς δὲν ἐπῆλθεν ἀποτέλεσμα, ἕνεκα ἐλλείψεως στρατιωτικῆς δυνάμεως καὶ ἕνεκα τῆς ἀνοχῆς τῶν ἀρχῶν καὶ τῆς ἠθικῆς ἐνισχύσεως, ἣν ἔλαβεν ὁ Καραγιάννης κατὰ τὸ 1899, γενόμενος Βουλευτής. Ἐπειδὴ δὲ ὁ Καραγιάννης ἐξηκολούθει παρενοχλῶν τοὺς ἐνοικιαστὰς καὶ ἐπιμένων, ἐναντίον τῆς ἀποφάσεως τοῦ Ἀρείου Πάγου, νὰ κρατῇ τὸ κτῆμα, ἐξεδόθη διαταγὴ τοῦ Ὑπουργείου, (ἥτις δὲν ὑπάρχει εἰς τὰ ἀρχεῖα) δι’ ἧς συνιστᾶτο ἐπιτροπή, ἥτις διετάχθη ὑπὸ τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργοῦ νὰ ἐκθέσῃ τὰ λαβόντα χώραν, ἐπὶ τῇ αἰτήσει τῶν ἐνοικιαστῶν τοῦ κτήματος τούτου. Ἡ ἐπιτροπὴ αὕτη, μετὰ τὴν δέουσαν ἐξέτασιν, συνέταξε καὶ ἀπέστειλεν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον ἀναφορὰν, ἔχουσαν ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ἐν Καρβασαρᾷ τῇ 22 Ἰανουαρίου 1896. «Διεξελθόντες μετ’ ἐπιστασίας τὴν περὶ τοῦ ἐν τῇ περιλήψει μνημονευομένου ἀντικειμένου ἀλληλογραφίαν, καὶ ἐξετάσαντες μετ’ ἀκριβείας τὰ κατ’ αὐτὸ, λαμβάνομεν τὴν τιμὴν νὰ φέρωμεν εἰς γνῶσιν τοῦ Ὑπουργείου τὸ ἐπὶ τούτου πόρισμα τῶν ἐνεργειῶν μας, εἰς ἐκτέλεσιν τῆς ἔναντι σημειουμένης ἐπιστρεφομένης ἐπισήμου διαταγῆς του. «Τὸ λειβάδιον «Βάλτος», χάρις εἰς τὴν δυστροπίαν τῶν Καραγιανναίων, ἐπὶ πολλὰ ἔτη ἦτο ἐπίδικον, ὡς γινώσκει τὸ Ὑπουργεῖον, μέχρις οὗ ὁ Ἄρειος Πάγος ἀπεφήνατο, ἐπιδικάσας τὴν κατοχὴν καὶ κυριότητα αὐτοῦ ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου, ἐγκαταστάντος τὴν 9 Ἀπριλίου 1887. Ἀλλ’ ἂν καὶ ἐγκατέστη τὸ Δημόσιον, ἂν καὶ ἐπὶ ἔτη ἀνετέθη ἡ φύλαξις τοῦ λειβαδίου ἀπὸ πάσης νέας αὐθαιρέτου καταλήψεως εἰς στρατιωτικὴν φρουρὰν, ἂν καὶ διετέθη δι’ ἐνοικιάσεως, ἐν τούτοις οἱ Καραγιανναῖοι, χωρὶς νὰ σεβασθῶσι τὸ δίκαιον καὶ τὴν ἀπόφασιν τοῦ ἀνωτάτου τοῦ Κράτους Δικαστηρίου, τὰ πάντα μηχανευθέντες, κατώρθωσαν ν’ ἀποκλείσωσιν ἐπὶ τοῦ παρόντος τὸ Δημόσιον τῆς καρπώσεως τοῦ λειβαδίου, καὶ ἐν τέλει νὰ νομιμοποιήσωσι τὰς αὐθαιρεσίας των διὰ τῶν συνημμένων ὑπ’ ἀριθ. 121 καὶ 182 τοῦ 1894 ἀποφάσεων τοῦ ἐνταῦθα Εἰρηνοδικείου....»
§71Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Οἱ ἐνοικιασταὶ δὲν ἐξεβλήθησαν;
§72Ι. ΣΤΑΙΚΟΣ. Κατ’ ἐμὲ, ἔγειναν τὰ πράγματα, ὡς λέγει ἡ κοινὴ παροιμία, ἀπὸ τοὺς τρεῖς τριγύρω. Αὐταὶ αἱ ἀποφάσεις ἐξηφανίσθησαν διὰ μεταγενεστέρας ἀποφάσεως τοῦ Ἐφετείου, ὥστε οὐδεμίαν ἔχουσιν ἰσχὺν (ἀναγινώσκει): «... διὰ τὴν ταχεῖαν μεταρρύθμισιν τῶν ὁποίων καλῶς θέλει πράξει τὸ Ὑπουργεῖον, ἂν συστήσῃ εἰς τὸν ἐν Μεσολογγίῳ πληρεξούσιον τοῦ Δημοσίου τὴν λῆψιν συντόνων μέτρων. «Καθ’ ὅσον δ’ ἀφορᾷ τὴν κάρπωσιν ἢ μὴ τοῦ λειβαδίου ὑπὸ τοῦ αἰτοῦντος ἐνοικιαστοῦ Σ. Μάργαρη, ἀναφέρομεν τὰς ἑξῆς λεπτομερείας. «Τὸ λειβάδιον, συνεπείᾳ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 535 ἀπὸ 28 Μαΐου 1890 διακηρύξεως τῆς Ἐφορίας, ἐξετέθη εἰς δημοπρασίαν ἐνοικιάσεως, ἀλλ’ ἕνεκα τῶν ὑπὸ τῶν Καραγιανναίων προβαλλομένων προσκομμάτων κατωρθώθη νὰ συντελεσθῇ αὕτη τὴν 23 Σεπτεμβρίου 1891, κοινοποιηθείσης τῆς πρὸς τοῦτο ὑπ’ ἀριθ. 86869]415 τῆς 28 Σεπτεμβρίου 1891 ἐγκριτικῆς διαταγῆς πρὸς τὸν ἀναδειχθέντα ἐνοικιαστὴν Μάργαρην τὴν 1 Ὀκτωβρίου ἰδίου ἔτους καὶ περὶ τὰς ἀρχὰς Ἰανουαρίου 1892, ἤτοι μετὰ 19 ὁλοκλήρους μῆνας ἀπὸ τῆς πρώτης δημοπρασίας, ἐγκαταστάντα· ἀλλὰ μολονότι ἐγκατέστη ἐν τῷ λειβαδίῳ, μολονότι ὑπενωκίασε τοῦτο εἰς ποιμένας, ἐν τούτοις καὶ κατὰ τοῦτο καθὼς καὶ κατὰ τὰ λοιπὰ ἔτη δὲν κατώρθωσε νὰ νεμηθῇ αὐτοῦ ἀνενοχλήτως ἢ ὁ ἴδιος ἢ οἱ ὑπενοικιασταί του, ἀποβαλλόμενοι ἐκ τοῦ λειβαδίου κατὰ καιροὺς μετὰ τῶν ποιμνίων των ὑπὸ τοῦ Δημ. Καραγιάννη, τῶν ἀδελφῶν καὶ τῶν ὀργάνων αὐτῶν διὰ τοὺς ὡς προέφημεν λόγους. «Ταῦτα πάντα καθὼς καὶ τὴν συνημμένην ἀλληλογραφίαν λαμβάνον ὑπ’ ὄψιν τὸ Σεβ. Ὑπουργεῖον, ἂς εὐαρεστηθῇ νὰ ἐκδώσῃ τὴν ἀπόφασίν του. «Εὐπειθέστατοι «Ὁ Εἰρηνοδίκης, ὁ Οἰκονομικὸς Ἔφορος καὶ ὁ ταμιεύων Βάλτου.» (Ἕπονται αἱ ὑπογραφαί). Ἐπὶ τῆς ἀναφορᾶς ταύτης τῆς ἐπιτροπῆς, συγκειμένης ἐκ τῶν τριῶν ἀρχῶν τοῦ τόπου, τὸ Ὑπουργεῖον ἔδωκε παραγγελίαν πρὸς τὸν ἀντιπρόσωπον τοῦ Δημοσίου, δικηγόρον ἐν Μεσολογγίῳ, ὅπως προβῇ δικαστικῶς, καὶ ἐξεδόθη ὁριστικὴ ἀπόφασις τοῦ Πρωτοδικείου Μεσολογγίου, δυνάμει τῆς ὁποίας ἐξηφανίσθη ἡ ἀπόφασις τοῦ Εἰρηνοδικείου. Ὅλα τὰ ἔγγραφα ταῦτα, τὰ ὁποῖα ἀνέγνωσα, καὶ ὅλα ὅσα θὰ ἀναγνώσω...
§73ΚΟΡΥΖΗΣ. Ἀλλοίμονον εἰς ἡμᾶς!
§74Ι. ΣΤΑΙΚΟΣ. Τί νὰ σᾶς κάμω;
§75ΚΟΡΥΖΗΣ. Νὰ τὰ εἴπητε μὲ λίγα λόγια.
§76Ι. ΣΤΑΙΚΟΣ. Σεῖς δὲν μὲ ἀφήκατε. Ἂς ὄψεσθε! Ἐὰν μοὶ δώσητε τὸν λόγον σας καὶ μὲ διαβεβαιώσητε ὅτι ἡ Βουλὴ πείθεται, ὅτι ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν εἶχε γνῶσιν τῶν ἐπισήμων ἐγγράφων ἀπὸ τῆς ἐποχῆς τοῦ 1898...
§77Θ. Κ. ΦΑΡΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀπὸ τῆς συστάσεως τοῦ Βασιλείου!
§78ΚΟΡΥΖΗΣ. Προκαταβολικῶς νὰ σᾶς δώσωμεν τὸν λόγον μας;
§79Ι. ΣΤΑΙΚΟΣ. Ὄχι ἀπὸ τῆς συστάσεως τοῦ Βασιλείου, κύριε Βουλευτά, ἀλλ’ ἀφ’ ὅτου τὸ Δημόσιον ἀνεγνωρίσθη κύριον καὶ κάτοχον. Ὁ ἁρμόδιος δ’ ἐπὶ τούτου εἶναι ὁ τμηματάρχης τοῦ τμήματος τῶν δημοσίων κτημάτων, δηλ. ὁ τοῦ πρώτου τμήματος τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν.
§80ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Εἶναι ἐντιμότατος ὑπάλληλος.
§81Ι. ΣΤΑΙΚΟΣ. Δὲν πρόκειται περὶ τούτου. Πιθανὸν νὰ ἐπλανήθη.
§82ΚΟΡΥΖΗΣ. Ὁ κ. Γεωργαντόπουλος εἶναι ὁ καλλίτερος ὑπάλληλος.
§83Ι. ΣΤΑΙΚΟΣ. Συμφωνῶ καὶ ἐγώ. Ἐξ ὅσων ἔλαβον ἀφορμὴν νὰ πληροφορηθῶ λέγω καὶ ἐγώ, ὅτι εἶναι ἐντιμότατος ὑπάλληλος. Ἀλλ’ ἐκ τῶν ἐγγράφων ἀποδεικνύεται σήμερον, ὅτι τὸ κτῆμα αὐτὸ εὑρίσκεται εἰς χεῖρας τοῦ Καραγιάννη, καὶ ὅτι ὁ ὑπάλληλος αὐτὸς δὲν ἐξετέλεσε τὸ καθῆκόν του. Ἐὰν τοῦτο προῆλθεν ἐξ ἀμελείας, ἢ ἐξ ἐπιπολαιότητος, ἢ ἐκ προθέσεως, ἐγὼ δὲν εἶμαι ἁρμόδιος νὰ κρίνω.
§84ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁρίσατε τὴν παράλειψιν, ἵνα ἀκούσῃ περὶ αὐτῆς ἡ Βουλή.
§85Ι. ΣΤΑΙΚΟΣ. Ἐγὼ δὲν ἀποδίδω τίποτε εἰς τὸν ὑπάλληλον· ἐκθέτω ἁπλῶς τὰ λαβόντα χώραν. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀναφορὰ τῶν ἀρχῶν τοῦ 1896. Αὐτὸ εἶναι τὸ ἔγγραφον τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, τὸ ὁποῖον ἐπικαλεῖται τὴν ἐπέμβασιν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, καὶ ζητεῖ τὴν ὁριστικὴν σύστασιν τοῦ σταθμοῦ.
§86ΓΚΟΤΣΗΣ. Τὸ ἔγγραφον αὐτὸ δικαιολογεῖ τὸν ὑπάλληλον.
§87Ι. ΣΤΑΙΚΟΣ. Αὐτὸ τὸ ἔγγραφον εἶναι τοῦ 1898, ἀλλ’ ἡ ἐνέργεια τοῦ τμηματάρχου εἶναι ἀπὸ τοῦ 1900 καὶ ἐντεῦθεν.
§88ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ Δικαστικὸς Σύμβουλος εἰς τὸ ἐρώτημα τοῦ τμηματάρχου τί ἀπήντησεν;
§89Ι. ΣΤΑΙΚΟΣ. Ὁ Δικαστικὸς Σύμβουλος εἶχεν ἀποφανθῆ δι’ ἐγγράφου του ἀπὸ 7 Φεβρουαρίου 1900 πρὸς τὸ πρῶτον τμῆμα ὑπὲρ τῆς ἀποπομπῆς τοῦ Καραγιάννη ἐκ τοῦ κτήματος (ἀναγινώσκει): «Διαβιβάζομεν πρὸς ὑμᾶς συνημμένως ἀντίγραφον τῆς ὑπ’ ἀριθ. 876 π. ἔ. ἀποφάσεως τοῦ Πρωτοδικείου Μεσολογγίου, δι’ ἧς ἐπὶ τῇ ἐφέσει τοῦ Δημοσίου ἐξηφανίσθη ἡ ὑπ’ ἀριθ. 454 τοῦ 1898 ἀπόφασις τοῦ Εἰρηνοδικείου Βάλτου, καὶ ἀπερρίφθη ἡ ἀπὸ 20 Μαΐου 1898 κλῆσις τοῦ Δ. Καραγιάννη περὶ προσωρινῶν μέτρων διὰ τὸ ἐν τῷ ἱστορικῷ τῆς ἀποφάσεως ἀναφερόμενον λειβάδιον, θεωρηθέντος ὅτι οὐδέποτε εἶχε νομὴν ἀνεπίληπτον ὁ ἀντίδικος, καὶ σᾶς παρακαλοῦμεν νὰ μεριμνήσητε, ὅπως διατηρηθῇ ἡ νομὴ τοῦ Δημοσίου ἐπὶ τοῦ λειβαδίου, ἀποπεμπομένου ἐξ αὐτοῦ τοῦ ἀντιδίκου.» Τὸ Αʹ τμῆμα διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 11955 τῆς 21 Δεκεμβρίου 1900 ἐγγράφου του, ἤτοι μετὰ δέκα ὁλοκλήρους μῆνας, ἐρωτᾷ τὸν Δικαστικὸν Σύμβουλον (ἀναγινώσκει): «Παρακαλοῦμεν τὸ Δικαστικὸν τμῆμα νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ γνωρίσῃ ἡμῖν, ἂν ἡ ὑπ’ ἀριθ. 876 τοῦ 1899 ἀπόφασις τῶν ἐν Μεσολογγίῳ Πρωτοδικῶν, δι’ ἧς ἐξηφανίσθη, ἐφέσει τοῦ Δημοσίου, ἡ ὑπ’ ἀριθ. 454 τοῦ 1898 ἀπόφασις τοῦ Εἰρηνοδικείου Βάλτου περὶ προσωρινῶν μέτρων, ἐκδοθεῖσα ὑπὲρ τοῦ Δ. Καραγιάννη καὶ κατὰ τοῦ Δημοσίου, ἐκοινοποιήθη τῷ ἀντιδίκῳ τοῦ Δημοσίου καὶ πότε.» Τῇ 29 Δεκεμβρίου 1900 τὸ αὐτὸ τμῆμα ζητεῖ παρὰ τοῦ Δικαστικοῦ Συμβούλου ἑτέραν συμπληρωτικὴν πληροφορίαν, ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ὑπομιμνήσκοντες τὸ ὁμοιάριθμον τῆς 21 φθίνοντος μηνὸς ἡμέτερον ἔγγραφον, παρακαλοῦμεν ὑμᾶς, ὅπως εὐαρεστηθῆτε νὰ ἀνακοινώσητε ἡμῖν, ἂν ἡ κατὰ τοῦ Δ. Καραγιάννη ἐκδοθεῖσα ὑπ’ ἀριθ. 876 τοῦ 1899 ἀπόφασις τῶν ἐν Μεσολογγίῳ Πρωτοδικῶν ἐκοινοποιήθη, διότι ἐπειγόμεθα νὰ ἐνεργήσωμεν τὰ καθ’ ἡμᾶς, ὅπως ἐγκαταστήσωμεν τὸ Δημόσιον.» Ἀπαντᾷ δὲ ὁ Δικαστικὸς Σύμβουλος τὴν ἐπιοῦσαν, ἤτοι τὴν 30 Δεκεμβρίου 1900, ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Εἰς ἀπάντησιν τοῦ ταυταρίθμου ὑμετέρου ἐγγράφου ἀποστέλλομεν ὑμῖν συνημμένως, ἐπὶ ἐπιστροφῇ, τὸ ἀπόγραφον τῆς ὑπ’ ἀριθ. 876 τοῦ 1899 ἀποφάσεως τοῦ Πρωτοδικείου Μεσολογγίου μετὰ τοῦ ἐπιδοτηρίου τῆς πρὸς τὸν πληρεξούσιον τοῦ Δ. Καραγιάννη κοινοποιήσεως αὐτῆς, καὶ ἀναφερόμεθα εἰς τὸ πρὸς ὑμᾶς ὑπ’ ἀριθ. 11955 τῆς 7 Φεβρουαρίου ἐ. ἔ. ἔγγραφόν μας περὶ διατηρήσεως τῆς νομῆς τοῦ κτήματος.» Αὐτὰ εἶναι τὰ δύο σπουδαιότατα ἔγγραφα τοῦ Δικαστικοῦ Συμβούλου, τὰ ὁποῖα φέρουσι, τὸ μὲν ἡμερομηνίαν τῆς 7 Φεβρουαρίου τοῦ 1900, τὸ δὲ ἄλλο τῆς 30 Δεκεμβρίου 1900, δηλ. μετὰ δέκα μῆνας! Ἀλλὰ τοιαύτη ἦτο ἡ ἐνέργεια τοῦ Ὑπουργείου· διότι βλέπετε, ὅτι ὁ Δικαστικὸς Σύμβουλος ἀπαντᾷ ὁσάκις ἐζήτει παρ’ αὐτοῦ πληροφορίας τὸ Αʹ τμῆμα, τὸ τμῆμα τῶν δημοσίων κτημάτων. Κατόπιν τῶν δύο αὐτῶν ἐγγράφων, διὰ τῶν ὁποίων ὁ Δικαστικὸς Σύμβουλος ἀπεφάνθη ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως αὐτῆς ὡς ἀπεφάνθη, δὲν νομίζετε ὅτι ἔπρεπε τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν νὰ διατηρήσῃ τὴν νομήν, καὶ ν’ ἀποβάλῃ ἐκ τοῦ κτήματος τὸν Καραγιάννην; Ὑπάρχουσι βεβαίως καὶ πολλὰ ἄλλα ἔγγραφα τοῦ Δικαστικοῦ Συμβούλου, ἀλλ’ ἐξ ὅλων τῶν λαβόντων χώραν ἐν τῇ ὑποθέσει ταύτῃ καταφαίνεται μία πλεκτάνη· δὲν δύναμαι δὲ νὰ σᾶς παραστήσω μετὰ πόσης ἐπιτηδειότητος διεξήχθη αὐτὴ ἡ ὑπόθεσις, ὥστε νὰ δίδηται εἰς ἐμὲ τὸ δικαίωμα νὰ αἰτιῶμαι τοῦ τμηματάρχου ἐκείνου, καίτοι θεωρῶ αὐτὸν ἐντιμότατον. Βλέπετε δέ, ὅτι δὲν στηρίζομαι εἰς ἰδικάς μου πληροφορίας, ἀλλ’ εἰς ἐπίσημα ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα ἠναγκάσθην νὰ ἐπικαλεσθῶ, διότι ὁ κύριος αὐτὸς ἠθέλησε διὰ τῆς δημοσιογραφίας νὰ παραστήσῃ ὅτι ψεύδομαι, ὁμιλῶν ἐν τῇ Βουλῇ. Ἐγὼ εἶχον ὑποχρέωσιν, ἐὰν ἀπεδεικνύετο ὅτι δὲν λέγω τὴν ἀλήθειαν, νὰ ὑποβάλω καὶ παραίτησιν ἀπὸ τοῦ βουλευτικοῦ ἀξιώματος· ἀλλὰ δὲν δύναμαι νὰ παραδεχθῶ, ὅτι ἦτο ὀρθὴ καὶ νόμιμος ἡ ἐνέργεια τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, ἀφοῦ γνωρίζομεν σήμερον, ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, ἀπό τινων ἐτῶν ἰδίως, ἐπῆρε κτήματα, τῶν ὁποίων ἦσαν κύριοι καὶ κάτοχοι ἄλλοι, τὸ κτῆμα δ’ αὐτὸ, διὰ τὸ ὁποῖον ἔχει δικαστικὰς ἀποφάσεις, ἀφῆκε νὰ τὸ νέμηται ὁ Καραγιάννης. Μετὰ τὸ τελευταῖον ἔγγραφον τοῦ Δικαστικοῦ Συμβούλου τῆς 30 Δεκεμβρίου 1900 ἐξεδόθη διαταγὴ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν πρὸς τὸν Οἰκονομικὸν Ἔφορον Βάλτου. Θὰ ἴδητε δὲ τί ἐπεβάλλετο, κατόπιν τῶν δύο αὐτῶν ἐγγράφων, νὰ πράξῃ τὸ ἁρμόδιον τμῆμα, καὶ τί ἔπραξεν. Ἐξέδωκε λοιπὸν διαταγὴν τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν πρὸς τὸν Οἰκονομικὸν Ἔφορον Βάλτου, ἡ ὁποία δὲν ὑπάρχει μὲν εἰς τὸν φάκελον αὐτὸν, ἀλλ’ ἐκ τοῦ πνεύματος, μὲ τὸ ὁποῖον ἀπαντᾷ ὁ Οἰκονομικὸς Ἔφορος τὴν 18 Ἰανουαρίου 1901 διὰ δύο ἀναφορῶν, προκύπτει ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον δὲν διέταξε τὴν ἀποβολὴν τοῦ Καραγιάννη καὶ τὴν ἐγκατάστασιν τοῦ Δημοσίου, ἀλλὰ διέταξεν ὅ,τι αὐτὸ ἐνόμιζεν ὅτι ἔπρεπε νὰ διατάξῃ. Ὡς εἶπον, ἀμφότεραι αἱ ἀναφοραὶ τοῦ Οἰκονομικοῦ Ἐφόρου Βάλτου φέρουσιν ἡμερομηνίαν 18 Ἰανουαρίου 1901. Ἡ πρώτη ἀναφορὰ, ὑπ’ ἀριθ. 106, ἔχει ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ἐπὶ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 14398 τῆς 8 Ἰανουαρίου 1901 διαταγῆς. «Ἐζητήσαμεν, συμφώνως τῇ ἐφ’ ᾗ ἀπαντῶμεν διαταγῇ, παρὰ τοῦ Γραμματέως τῶν ἐν Μεσολογγίῳ Πρωτοδικῶν διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 65 τῆς 12 ὑπερμεσοῦντος μηνὸς ἐγγράφου μας ἀντίγραφον τῆς ὑπ’ ἀριθ. 876 τοῦ 1899 ἀποφάσεως τοῦ ῥηθέντος Δικαστηρίου, δι’ ἧς ἐξηφανίσθη ἡ ὑπ’ ἀριθ. 454 τοῦ 1898 ἀπόφασις τοῦ ἐνταῦθα Εἰρηνοδικείου περὶ προσωρινῶν μέτρων, ἐκδοθεῖσα ὑπὲρ τοῦ Δημ. Καραγιάννη, ἀξιοῦντος δικαιώματα ἐπὶ γαιῶν ἐκτάσεως 400 περίπου στρεμμάτων, κειμένων ἐν τῇ θέσει Ἀλμυρῷ καὶ Βλύχα· ἅμα δὲ ἀποσταλῇ ἡμῖν τὸ αἰτηθὲν ἀντίγραφον τῆς ῥηθείσης ἀποφάσεως, θέλομεν προβῆ εἰς τὴν ἐνέργειαν τῶν διατασσομένων. «Ἐν τούτοις δὲν θεωροῦμεν ἄσκοπον νὰ ὑποβάλωμεν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τὴν ἐρώτησιν, ἂν δὲν ἀπαιτεῖται πρὸ τῆς συντάξεως τῆς ἐκθέσεως ἐγκαταστάσεως τοῦ Δημοσίου εἰς τὰς περὶ ὧν πρόκειται γαίας ἡ κοινοποίησις τῆς ἀποφάσεως μετ’ ἐπιταγῆς εἰς τὸν Δημ. Καραγιάννην, καὶ νὰ παρακαλέσωμεν συγχρόνως αὐτὸ, ὅπως, ἐὰν μὲν ἐγένετο ἡ τοιαύτη κοινοποίησις, εὐαρεστηθῇ νὰ μᾶς πέμψῃ τὸ σχετικὸν ἐπιδοτήριον, ἐὰν δὲ δὲν ἐκοινοποιήθη ἡ ἐν λόγῳ ἀπόφασις, θεωρῆται δὲ ἀναγκαία ἡ κοινοποίησις αὐτῆς, δοθῇ ἡμῖν ἡ δέουσα διαταγὴ, ἵνα προβῶμεν εἰς τὴν κοινοποίησίν της.» Αὐτὴ εἶναι ἡ μία ἀναφορά. Ἡ δευτέρα ἀναφορὰ τοῦ Ἐφόρου, ὑπ’ ἀριθ. 107, φέρουσα τὴν αὐτὴν ἡμερομηνίαν, λέγει (ἀναγινώσκει): «Ἤδη, ὅτε, ὡς ἐγένετο ἡμῖν γνωστὸν διὰ τῆς ἐφ’ ἧς ἀπαντῶμεν διαταγῆς, ἐξηφανίσθη διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 876 τοῦ 1899 ἀποφάσεως τῶν ἐν Μεσολογγίῳ Πρωτοδικῶν ἡ ὑπ’ ἀριθ. 454 τοῦ 1898 ἀπόφασις τοῦ ἐνταῦθα Εἰρηνοδικείου περὶ προσωρινῶν μέτρων, ἐκδοθεῖσα ὑπὲρ τοῦ Δημ. Καραγιάννη, ἀξιοῦντος δικαιώματα ἐπὶ γαιῶν ἐκτάσεως 400 περίπου στρεμμάτων, κειμένων ἐν τῇ θέσει Ἀλμυρῷ καὶ Βλύχα, ὅσον οὔπω δ’ ἐγκατασταθήσεται τὸ Δημόσιον, δυνάμει τῆς ἀνωτέρω ἀποφάσεως, εἰς τὰς γαίας ταύτας, πληροφοροῦμεν τὸ Ὑπουργεῖον, ὅτι ἡ ὑπὸ τὸ ὄνομα «Ἐθνικὸν λειβάδιον Βάλτος» πενταετὴς ἐνοικίασις τῶν ἐν λόγῳ γαιῶν λήγει τὴν 14 Νοεμβρίου ἀρξαμένου ἔτους. Παρακαλοῦμεν συνεπῶς, ὅπως δοθῇ ἡμῖν ἡ δέουσα διαταγὴ, ἐὰν ἦναι ἀνάγκη, νὰ ὑποβάλωμεν πρὸς θεώρησιν σχέδιον διακηρύξεως περὶ ἐνοικιάσεως τῶν ἐν λόγῳ γαιῶν ἐπὶ νέαν πενταετίαν.» Ὁ Ἔφορος ἐρωτᾷ τὸ Ὑπουργεῖον τὸν Ἰανουάριον τοῦ 1901, τὸ δὲ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, καίτοι ἔχει τὸ ἐπιδοτήριον τῆς κοινοποιήσεως τῆς ἀποφάσεως ἀπὸ τοῦ Δεκεμβρίου τοῦ 1900, δὲν διατάσσει τὴν ἀποβολὴν τοῦ Καραγιάννη, ἀλλὰ σταματᾷ ἡ ὑπόθεσις καὶ πάλιν, καὶ ἐπὶ τῶν ἀναφορῶν αὐτῶν τοῦ Ἐφόρου ἐξακολουθεῖ νέα ἀλληλογραφία. Ἐνῷ ὁ Ἔφορος ἐρωτᾷ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, ἐὰν πρέπει νὰ κοινοποιήσῃ ἐπιταγὴν νέαν, καὶ ἂν ἐκοινοποιήθη τοιαύτη, νὰ μὴ κοινοποιήσῃ νέαν, καὶ ἐνῷ τὸ Ὑπουργεῖον διατελεῖ ἐν γνώσει, διότι ἔχει ἐν τῷ ἀρχείῳ του τὰ ἔγγραφα τοῦ Δικαστικοῦ Συμβούλου καὶ τὸ ἐπιδοτήριον τῆς ἀποφάσεως, ἐκδίδει διαταγὴν πρὸς τὸν Ἔφορον, ὑπ’ ἀριθ. 6642 καὶ 6643 καὶ ἡμερομηνίαν 9 Φεβρουαρίου 1901, ἔχουσαν ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Εἰς ἀπάντησιν τῶν ὑπ’ ἀριθ. 106 καὶ 107 τῆς 18 παρελθόντος μηνὸς ὑμετέρων ἀναφορῶν παρατηροῦμεν ὅτι ἡ ὑπ’ ἀριθ. 876 τοῦ 1899 ἀπόφασις τοῦ Πρωτοδικείου Μεσολογγίου, ἡ ἐξαφανίσασα τὴν ὑπ’ ἀριθ. 454 τοῦ 1898 ἀπόφασιν τοῦ Εἰρηνοδικείου Βάλτου, τὴν ἐπιδικάσασαν προσωρινὰ μέτρα εἰς τὸν Δημήτρ. Καραγιάννην, ἐκοινοποιήθη τῷ ἀντιδίκῳ τούτῳ τοῦ Δημοσίου τὴν 29 Δεκεμβρίου π. ἔτους. Ἀλλ’ ὡς θὰ παρατηρήσητε ἐκ τῆς ἀποφάσεως ταύτης, τὴν 9 Ἀπριλίου 1887 ἐγκατεστάθη τὸ Δημόσιον ἐπὶ τῶν αὐτῶν γαιῶν δυνάμει τῶν ὑπ’ ἀριθ. 351 τοῦ 1879 καὶ 91 τοῦ 1886 ἀποφάσεων τοῦ Ἀρείου Πάγου καὶ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 763 τοῦ 1896 ἑτέρας ἀποφάσεως τοῦ Πρωτοδικείου Μεσολογγίου. «Ἑπομένως παραγγέλλεσθε νὰ ἀνεύρητε τὴν σχετικὴν δικογραφίαν μετὰ τῆς ἐκθέσεως ἐγκαταστάσεως τοῦ ἔτους 1896, καὶ νὰ προβῆτε εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ἀποφάσεων, αἵτινες ἐπεδίκασαν τῷ Δημοσίῳ τὰς ἐν λόγῳ γαίας, ἀποβάλλοντες τὸν Καραγιάννην. «Πάντως ὅμως θέλετε ἀναφέρει τοὺς λόγους, ὧν ἕνεκα ἀπὸ τοῦ ἔτους 1896, καθ’ ὃ ἐγκατέστη τὸ Δημόσιον, εὑρίσκεται ἀκόμη ἐν τῇ κατοχῇ ὁ Καραγιάννης, ἢ, ἐν ἀποφατικῇ περιπτώσει, εἰς τίνος τὴν κατοχὴν διετέλουν αἱ γαῖαι αὗται μέχρι σήμερον. «Ἀναμένομεν ταχεῖαν τὴν ἐκτέλεσιν τῆς παρούσης.» Ἐξεδόθη αὐτὴ ἡ διαταγή, ἥτις δὲν εἶναι ὁριστική, διατακτική, νὰ ἀποβάλῃ τὸν Καραγιάννην ἐκ τοῦ κτήματος, ἀλλ’ ἐξεδόθη ἐκ συνεννοήσεως, ἵνα εὑρεθῇ εἰς τὴν ἀνάγκην ν’ ἀπαντήσῃ ἐπ’ αὐτῆς ὁ Οἰκονομικὸς Ἔφορος, ὅστις καὶ ἀπήντησε διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 497 τῆς 10 Μαρτίου 1901 ἀναφορᾶς του ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ἐπὶ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 6642 καὶ 6643 τῆς 9 Φεβρουαρίου ἐ. ἔ. διαταγῆς. «Ἀπαντῶντες ἐπὶ τῆς ἔναντι διαταγῆς πληροφοροῦμεν τὸ Ὑπουργεῖον, ὅτι, εἰ καὶ κατ’ ἐπανάληψιν ἠρευνήσαμεν ἐν τῷ ἐν ἀνωμάλῳ καταστάσει εὑρισκομένῳ φακέλῳ, τῷ περιέχοντι τὴν ἀφορῶσαν τὸ ἐθνικὸν λειβάδιον «Βάλτος» ἀλληλογραφίαν, δὲν ἠδυνήθημεν νὰ ἀνεύρωμεν ἑτέραν ἔκθεσιν ἐγκαταστάσεως τοῦ Δημοσίου ἐπὶ τοῦ λειβαδίου τούτου, πλὴν τῆς κατὰ τὴν 9 Ἀπριλίου 1887 συνταχθείσης, ἥτις ὑπεβλήθη εἰς τὸ Ὑπουργεῖον διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 606 τῆς 11 ἰδίου μηνὸς καὶ ἔτους ἀναφορᾶς τῆς Ἐφορίας. Συνεπῶς ὑποβάλλομεν τὴν ἐρώτησιν, ἂν δυνάμει τῆς ἐκθέσεως ταύτης δυνάμεθα νὰ προβῶμεν εἰς τὴν ἀποβολὴν τοῦ Δημ. Καραγιάννη ἐκ τῶν ἐπιδικασθεισῶν τῷ Δημοσίῳ γαιῶν, ἢ εἶναι ἀνάγκη νὰ προηγηθῇ νέα ἐγκατάστασις, καὶ παρακαλοῦμεν τὸ Ὑπουργεῖον νὰ διατάξῃ τὰ εἰκότα ἐπὶ τοῦ προκειμένου· συγχρόνως δὲ ποιούμεθα γνωστὸν εἰς αὐτὸ, ὅτι πρὸς ἐκτέλεσιν τῶν ἀποφάσεων, δι’ ὧν ἐπεδικάσθησαν εἰς τὸ Δημόσιον αἱ ἐν λόγῳ γαῖαι, καὶ πρὸς ἀποβολὴν τοῦ Καραγιάννη ἐξ αὐτῶν θεωροῦμεν ἀναγκαίαν τὴν ἐν αὐταῖς σύστασιν στρατιωτικοῦ σταθμοῦ. «Τὸ περὶ οὗ πρόκειται λειβάδιον ἐνῳκιάσθη κατὰ τὸ ἔτος 1896 ἐπὶ μίαν πενταετίαν ὑπὸ τοῦ Ἰωάννου Ζερβοπάνου, τῇ ἐγγυήσει τοῦ Δημ. Κόντου, ἀντὶ δραχμῶν 4450· ἀλλ’ ἐπωφελούμενος ὁ Καραγιάννης τῆς τότε ἀνωμάλου καταστάσεως ἕνεκα τοῦ πολέμου, τὸ κατέλαβε, καὶ ἔκτοτε κατέχει αὐτὸ, ὁ δὲ ἐνοικιαστὴς καὶ ὁ ἐγγυητὴς τούτου ἤγειραν ἀγωγὴν περὶ ἀποζημιώσεως κατὰ τοῦ Δημοσίου, ἐφ’ ἧς ἐξεδόθη ἡ ὑπ’ ἀριθ. 6367 τοῦ 1899 ἀπόφασις τῶν ἐν Ἀθήναις Πρωτοδικῶν, διατάξασα ἀποδείξεις, αἵτινες καὶ διεξήχθησαν ἐσχάτως ἐνώπιον τοῦ ἐνταῦθα Εἰρηνοδίκου, ὡς εἰσηγητοῦ, ἀντίγραφον δὲ τῶν καταθέσεων τῶν ἐξετασθέντων μαρτύρων ὑπεβάλομεν εἰς τὸ Δικαστικὸν τμῆμα διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 475 τῆς 6 ὁδεύοντος μηνὸς ἀναφορᾶς μας. «Ἐν τέλει πληροφοροῦμεν τὸ Ὑπουργεῖον, ὅτι ἐβραδύναμεν εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τῆς ἐφ’ ἧς ἀπαντῶμεν διαταγῆς του, διότι κατεγείναμεν ἐπανειλημμένως πρὸς ἀνεύρεσιν τῆς ἐκθέσεως ἐγκαταστάσεως τοῦ ἔτους 1896, ἣν ὅμως, ὡς προεκτιθέμεθα, δὲν ἠδυνήθημεν νὰ ἀνεύρωμεν.»
§90ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Θὰ ἐξακολουθήσητε πολύ; Διότι εἶναι καιρὸς νὰ διακόψωμεν.
§91Ι. ΣΤΑΙΚΟΣ. Ἀφοῦ ἀνέλαβον τὸν ἀγῶνα, θὰ ἐξακολουθήσω, ἵνα πείσω τὴν Βουλήν... Ἐπείσθητε, κύριε Πρωθυπουργέ, ὅτι τὸ κτῆμα ἀνήκει εἰς τὸ Δημόσιον;
§92Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐγὼ γνωρίζω, ὅτι σήμερον εἶναι ἡ δεκάτη τοῦ μηνὸς, ὑπολείπονται δ’ ἔτι 20 ἡμέραι, ἐξ ὧν πρέπει ν’ ἀφαιρέσωμεν τὰς τρεῖς Κυριακάς· ὥστε ὑπολείπονται 17 συνεδριάσεις. Ἔχομεν ἡμερησίαν διάταξιν ἀναγράφουσαν πληθὺν νομοσχεδίων, καὶ ὅμως ἀσχολούμεθα εἰς ἱστορίαν ὑποθέσεων δικαστικῆς φύσεως. Αὐτὴ εἶναι ἡ γνώμη μου.
§93Ι. ΣΤΑΙΚΟΣ. Ἡ ὑπόθεσις δὲν εἶναι δικαστική· ἀφορᾷ τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου.
§94Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐνώπιον τῆς Βουλῆς εἰσιν ὑπεύθυνοι οἱ Ὑπουργοί. Ἔχετε κατ’ αὐτῶν ν’ ἀναγγείλητε πρᾶξίν τινα; Ὁμιλεῖτε περὶ τοῦ τμηματάρχου· ἀλλ’ ὁ Ὑπουργὸς εἶναι ὑπεύθυνος. Ὑμεῖς ἐξετάζετε τὴν διαγωγὴν ἑνὸς τμηματάρχου.
§95Ι. ΣΤΑΙΚΟΣ. Ἐγὼ ἐκπληρῶ ἓν καθῆκον· ὑποβάλω ἔγγραφα, καὶ θὰ ἐπικαλεσθῶ τὴν ἀπόφασιν τοῦ Ὑπουργοῦ. Θέλω ν’ ἀποδείξω, ὅτι τὸ κτῆμα ἀνήκει εἰς τὸ Δημόσιον.
§96Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἡ ἀπόδειξις ὑμῶν δὲν ἔχει ἀξίαν, καθὼς καὶ ἡ γνώμη ἐμοῦ, ἐὰν εἴπω, ὅτι τὸ κτῆμα εἶναι δημόσιον. Ἀξίαν ἔχει ἡ ἀπόφασις τοῦ Δικαστηρίου, ἡ ὁποία ἐπιδικάζει, ἂν ἡ ὑπόθεσις ἦναι ἐκκρεμὴς ἐνώπιον τοῦ Δικαστηρίου. Δὲν ἔχω ἄλλο τι νὰ εἴπω.
§97Ι. ΣΤΑΙΚΟΣ. Δὲν ἔχω σκοπὸν νὰ παρατείνω τὴν συζήτησιν, διότι θὰ παρεξηγηθῶ, ὅτι μὴ ἔχων πλήρη τὰ ἔγγραφα ἦλθον ν’ ἀπασχολήσω ὑμᾶς. Μὲ προεκάλεσαν συνάδελφοι, ὧν οἱ πλεῖστοι ἀνήκουν εἰς τοὺς φίλους ὑμῶν.
§98Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Εἶσθε κύριος νὰ ἐξακολουθήσητε· ἀλλὰ νομίζω ὅτι ἡ κατάστασις αὕτη δὲν πρέπει νὰ ἐξακολουθήσῃ κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον, διότι διατίθεμεν τὸν χρόνον εἰς ἐπερωτήσεις μὴ ἐπειγούσας, ἐνῷ ἐγκαταλείπομεν ἐκκρεμῆ τὸν προϋπολογισμόν. Οὕτω δὲν ἐξυπηρετοῦμεν τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους.
§99Ι. ΣΤΑΙΚΟΣ. Ὑμεῖς διευθύνετε τὰς συνεδριάσεις. Ἐγὼ δηλῶ, ὅτι δὲν θὰ ἐξακολουθήσω ἐπὶ πολύ.
§100Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐγὼ δὲν εἶμαι ἁρμόδιος νὰ σᾶς ἐμποδίσω. Ζητῶ μόνον νὰ ἐξασφαλίσω τὴν εὐθύνην μου διὰ παντὸς μέσου. Λυποῦμαι ὅμως, ὅτι ἡ Βουλὴ παραμελεῖ τὴν νομοθετικήν της ἐργασίαν.
§101Ι. ΣΤΑΙΚΟΣ. Ἐγὼ πράττω τὸ καθῆκόν μου, θέλων νὰ πείσω ὑμᾶς περὶ τοῦ δικαίου μου. Ἐπιφυλάσσομαι νὰ ἐξακολουθήσω.
§102ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις μέχρι τῆς 9 καὶ 30′ μ. μ. (Γίνεται διακοπὴ ὥρᾳ 8 καὶ 30′ μ. μ. Ἐπαναλαμβάνεται δὲ ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 10 καὶ 30′ μ. μ.)
§103ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ συνεδρίασις. Ὁρίστε, κύριε Στάϊκε.
§104Ι. ΣΤΑΙΚΟΣ. Ἐν πρώτοις, κύριοι Βουλευταί, δηλῶ ὅτι δὲν δέχομαι διακοπὰς, ἵνα μὴ διὰ τῶν διακοπῶν παρατείνω περισσότερον τὸν λόγον μου. Προηγουμένως ἀνέγνωσα δύο ἔγγραφα τοῦ Δικαστικοῦ Συμβούλου, διὰ τῶν ὁποίων ἀποδεικνύεται, ὅτι ἐξεδόθη ἀπόφασις ὁριστικὴ τοῦ Πρωτοδικείου Μεσολογγίου, διὰ τῆς ὁποίας ἐξηφανίσθη ἡ ἀπόφασις τοῦ Εἰρηνοδικείου Βάλτου, δι’ ἧς ἐξεδικάσθη ἡ ὑπόθεσις καὶ ἐδόθησαν τὰ προσωρινὰ μέτρα ὑπὸ τοῦ Δ. Καραγιάννη. Ἤδη ἀναγινώσκω ἔγγραφον τοῦ Δικαστικοῦ Συμβούλου, ὑπ’ ἀριθ. 13193 τῆς 11 Φεβρουαρίου 1898, ἀπευθυνόμενον πρὸς τὸ Αʹ τμῆμα, περὶ τῆς ἐκδόσεως τῆς ἀποφάσεως, διὰ τοῦ ὁποίου ἐγγράφου παρακαλεῖ ὁ Δικαστικὸς Σύμβουλος τὸ Αʹ τμῆμα νὰ διατάξῃ τὴν ἀποβολὴν τοῦ Δ. Καραγιάννη ἐκ τοῦ κτήματος (ἀναγινώσκει): «Ὁ Δημήτριος Καραγιάννης, μετ’ ἐπανειλημμένας κατὰ διαφόρους ἐποχὰς ἀποπείρας πρὸς κατάληψιν τοῦ ἐν Καρβασαρᾷ ἐθνικοῦ λειβαδίου «Βάλτος», ἀπεκρούσθη καὶ διοικητικῶς καὶ δικαστικῶς ὑπὸ τοῦ Δημοσίου, ἀπορριφθεισῶν τελεσιδίκως δι’ ἀποφάσεων τοῦ Πρωτοδικείου Μεσολογγίου τῶν κατὰ τοῦ Δημοσίου ἀγωγῶν αὐτοῦ περὶ διαταράξεως κατοχῆς καὶ προσωρινῶν μέτρων. Δυνάμει δὲ τῆς τελευταῖον ἐκδοθείσης καὶ τελεσιδίκου καταστάσης ὑπ’ ἀριθ. 763 τοῦ 1896 ἀποφάσεως τοῦ Πρωτοδικείου Μεσολογγίου, δι’ ἧς ἀπερρίφθη ἡ περὶ προσωρινῶν μέτρων ἀπὸ 2 Μαρτίου 1894 κλῆσις τοῦ Καραγιάννη, τὸ Δημόσιον, ὡς γνωστὸν τῷ τμήματι, ἐκδιῶξαν τοῦτον, κατέλαβε τὸ λειβάδιον, καὶ συνέστησε μάλιστα στρατιωτικὸν σταθμὸν πρὸς φύλαξιν αὐτοῦ, κατὰ τὴν συνημμένην ὑπ’ ἀριθ. 1289 τοῦ 1896 ἀναφορὰν τοῦ Ἐφόρου Βάλτου, κατὰ Δεκέμβριον δὲ τοῦ 1896 ἐνωκίασε τὸ κτῆμα εἰς τὸν Ἰωάννην Ζερβοπᾶγον, καὶ ἐγκατέστησεν αὐτὸν ἐπισήμως ἐν τῇ νομῇ. «Ἀλλ’ ὁ Καραγιάννης περὶ τὰ μέσα τοῦ 1897, ἀποπειραθεὶς καὶ αὖθις λάθρᾳ τὴν κατάληψιν τοῦ κτήματος, ἐξηνάγκασε τὸν ἐνοικιαστὴν εἰς λῆψιν κατ’ αὐτοῦ προσωρινῶν μέτρων καὶ παῦσιν πάσης διαταράξεως, ἐφ’ ὧν ἀποδειχθείσης τῆς νομῆς, ἐπεβλήθη τῷ ἐνοικιαστῇ ὅρκος δι’ ἀποφάσεως τοῦ Εἰρηνοδικείου. Ἀλλ’ ὁ Καραγιάννης, πιστεύων ὅτι δύναται νὰ ὠφεληθῇ ἐκ τῆς παρελκύσεως τῆς δίκης, ἐξεκάλεσε τὴν ἀπόφασιν δι’ ἐφέσεως, ἐκκρεμοῦς εἰσέτι. Καὶ διὰ μὲν τὴν ταχίστην ἐκδίκασιν τῆς ἐφέσεως καὶ τὴν παρέμβασιν τοῦ Δημοσίου ἐν τῇ δίκῃ πρὸς ὑποστήριξιν τῆς νομῆς του καὶ ἀπόρριψιν τῆς κατὰ τοῦ ἐνοικιαστοῦ ἀγωγῆς τοῦ Καραγιάννη διετάξαμεν τὰ δέοντα. «Ἐπειδὴ ὅμως κατὰ τὰ ἀνωτέρω τὸ Δημόσιον ἐξακολουθεῖ ἔχον τὴν ἀνεπίληπτον νομὴν τοῦ κτήματος καὶ δι’ ἀπ’ εὐθείας πράξεων νομῆς καὶ διὰ τῆς ἐνοικιάσεως, τοῦτο δ’ ἄλλως τε ἐπεβεβαιώθη καὶ ἐκ τῆς διεξαγομένης μεταξὺ Καραγιάννη καὶ ἐνοικιαστοῦ ὡς ἄνω δίκης, σᾶς παρακαλοῦμεν νὰ διατάξητε τὴν ἀπέλασιν ἐκεῖθεν τοῦ Δ. Καραγιάννη, ἂν ὄντως, κατὰ τὴν ἀναφορὰν τοῦ ἐνοικιαστοῦ πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον, ἐξακολουθεῖ παρενοχλῶν αὐτὸν ἐν τῇ νομῇ δι’ εἰσελάσεως βόων πρὸς βόσκησιν, ἢ ἄλλως, καὶ τὴν προστασίαν τοῦ ἐνοικιαστοῦ ἐν τῇ νομῇ διὰ στρατιωτικῆς δυνάμεως καὶ διὰ συστάσεως ἐν τῷ κτήματι στρατιωτικοῦ σταθμοῦ πρὸς ἀπόκρουσιν ἐν τῷ μέλλοντι πάσης ἀποπείρας καταλήψεως τοῦ Καραγιάννη ἢ τρίτων, καὶ ἀποφυγὴν ζημιῶν τοῦ Δημοσίου» Κατόπιν τοῦ ἐγγράφου αὐτοῦ ἐνηργήθησαν ὅσα ἔπρεπεν ἐκ τοῦ νόμου νὰ ἐνεργηθῶσιν. Ἀπηλάθη τοῦ κτήματος ὁ Καραγιάννης, ἢ μᾶλλον κατέλαβε τοῦτο διὰ τοῦ στρατιωτικοῦ σταθμοῦ τὸ Δημόσιον· ἀλλ’ ὁ Καραγιάννης τὸ κατέλαβεν ἐκ νέου αὐθαιρέτως, καὶ ἐξηκολούθησεν ὁ ἀγών. Ὡς εἶπον προηγουμένως, ὁ Δικαστικὸς Σύμβουλος ἀναγγέλλει πρὸς τὸ Αʹ τμῆμα τοῦ Ὑπουργείου δι’ ἐγγράφου του, ὅτι ἐκοινοποιήθη ἡ ἐκδοθεῖσα ἀπόφασις. Ἀλλὰ τὸ Αʹ τμῆμα, ἐνῷ ἔδει, κατ’ ἐμὴν γνώμην, πρὸς ἐκτέλεσιν τῆς ὁριστικῆς πλέον καὶ τελεσιδίκου ἀποφάσεως, νὰ διατάξῃ τὴν ἀποπομπὴν τοῦ Καραγιάννη ἐκ τοῦ κτήματος, δὲν διέταξε ταύτην, ἀλλ’ ἀφῆκε νὰ παρέλθῃ μέγα χρονικὸν διάστημα, μεθ’ ὃ ἀποστέλλει ἔγγραφον πρὸς τὸν Οἰκονομικὸν Ἔφορον Βάλτου, ὑπ’ ἀριθ. 143981 τῆς 8 Ἰανουαρίου 1901, ἔχον ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 876 τῆς 15 Νοεμβρίου 1899 ἀποφάσεως τῶν ἐν Μεσολογγίῳ Πρωτοδικῶν ἐξηφανίσθη ἡ ὑπ’ ἀριθ. 454 τοῦ 1898 ἀπόφασις τοῦ Εἰρηνοδικείου Βάλτου περὶ προσωρινῶν μέτρων, ἐκδοθεῖσα ὑπὲρ τοῦ Δημ. Καραγιάννη, ἀξιοῦντος δικαιώματα ἐπὶ γαιῶν ἐκτάσεως 400 περίπου στρεμμάτων, κειμένων ἐν τῇ θέσει Ἁλμυρῷ τῆς περιφερείας Καρβασαρᾶ καὶ Βλύχα. «Ἤδη παραγγέλλεσθε νὰ λάβητε ἀντίγραφον τῆς ἀποφάσεως ταύτης καὶ ἐγκαταστήσητε τὸ Δημόσιον διὰ δικαστικοῦ κλητῆρος, καὶ ὑποβάλητε τὴν σχετικὴν τῆς ἐγκαταστάσεως ἔκθεσιν μετὰ πάσης σχετικῆς πληροφορίας περὶ τῶν ἐν λόγῳ γαιῶν.» Ὁ Οἰκονομικὸς Ἔφορος, ἀντὶ νὰ ἐκτελέσῃ τὴν διαταγὴν ταύτην τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, ὑποβάλλει τὴν ὑπ’ ἀριθ. 106 τῆς 18 Ἰανουαρίου 1901 ἀναφορὰν, ἣν προηγουμένως ἀνέγνωσα ὑμῖν καὶ ἐν τῇ ὁποίᾳ λέγει ἄλλα ἀντ’ ἄλλων. Τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν ἀποστέλλει πρὸς τὸν Οἰκονομικὸν Ἔφορον Βάλτου τῇ 21 Ἀπριλίου 1901 τὸ ἑξῆς «ἐπεῖγον» ἔγγραφον, ὑπ’ ἀριθ. 25711 (ἀναγινώσκει): «Ἀφοῦ κατὰ τὴν ὑπ’ ἀριθ. 497 τῆς 10 παρελθόντος μηνὸς ὑμετέραν ἀναφορὰν ὁ Δ. Καραγιάννης, καίτοι ἡττήθη κατὰ τὴν ὑπ’ ἀριθ. 876 τοῦ 1899 ἀπόφασιν τῶν ἐν Μεσολογγίῳ Πρωτοδικῶν, ἐκδοθεῖσαν ἐπὶ ἀξιώσεως αὐτοῦ ἐπὶ 400 στρεμμάτων γῆς, κειμένης κατὰ τὴν θέσιν Ἁλμυρὸς καὶ Βλύχα, ὅτι τὴν νομὴν αὐτῶν ἐκέκτητο ἀπὸ ἀμνημονεύτων ἐτῶν, ἐξακολουθεῖ νεμόμενος τὰς γαίας ταύτας, μὴ ἐκτελεσθείσης τῆς εἰρημένης ἀποφάσεως, ἀπὸ τοῦ ἔτους 1896 κατὰ τὴν προμνησθεῖσαν ἀναφοράν σας, παραγγέλλομεν, ὅπως ἐξακριβώσητε δυνάμει τίνος τίτλου τὸ Δημόσιον δύναται νὰ διεκδικήσῃ τὰς γαίας ταύτας, ἂν δηλονότι περιῆλθον αὐτῷ δικαιώματι πολέμου ἢ ἦσαν ἀδέσποτα κλπ. «Τὸ ὑμέτερον ἀποτέλεσμα θέλετε ὑποβάλει ταχέως, ὅπως ἐγείρωμεν ἀγωγὴν περὶ κυριότητος.» Ὁ Οἰκονομικὸς Ἔφορος Βάλτου ἀπαντᾷ τῇ 2 Μαΐου 1901 διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 708 ἀναφορᾶς του ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Εἰς ἀπάντησιν τῆς ὑπ’ ἀριθμὸν 25711 τῆς 21 Ἀπριλίου ἐ. ἔ. διαταγῆς ποιοῦμεν γνωστὸν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, ὅτι καθ’ ἃς ἠδυνήθημεν νὰ συλλέξωμεν πληροφορίας, αἱ ἐκ 400 στρεμμάτων γαῖαι, κείμεναι κατὰ τὴν θέσιν Ἁλμυρὸς καὶ Βλύχα, ἐφ’ ὧν ἀξιοῖ δικαιώματα ὁ Δ. Καραγιάννης, ἀνῆκον ἐπὶ Τουρκοκρατίας εἰς τὸ Ὀθωμανικὸν Δημόσιον, ἐντὸς δ’ αὐτοῦ ἔβοσκον καὶ ἐποτίζοντο τὰ ζῷα τῶν πλησιοχώρων χωρίων, καὶ ὅτι μετὰ τὴν ἀποκατάστασιν τοῦ Βασιλείου περιῆλθον εἰς τὸ Ἑλληνικὸν Δημόσιον, ὅπερ μετὰ δικαστικὸν ἀγῶνα κατὰ τοῦ Καραγιάννη, ἀποβάντα ὑπὲρ αὐτοῦ (τοῦ Δημοσίου), ἐνοικίασε κατὰ τὸ ἔτος 1896 τὰς περὶ ὧν πρόκειται γαίας ἐν δημοπρασίᾳ, ὡς ἀναφέρομεν διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 497 τῆς 10 Μαρτίου ἐ. ἔ. ἀναφορᾶς μας, ἐπὶ μίαν πενταετίαν εἰς τὸν Ἰωάννην Ζερβοπᾶνον ἀντὶ δρ. 4450· ἀλλ’ ἐπωφελούμενος ὁ Καραγιάννης τῆς τότε ἀνωμάλου καταστάσεως ἕνεκα τοῦ πολέμου, κατέλαβεν αὐτάς.» Ἀλλ’ ἴσως δὲν εἶχε λάβει ἐγκαίρως γνῶσιν τὸ Ὑπουργεῖον τῆς ἀπαντήσεως ταύτης τοῦ Ἐφόρου, καὶ διὰ τοῦτο ἀποστέλλει νέαν διαταγήν, ὑπὸ τὸν αὐτὸν ἀριθμὸν 25711 καὶ ἡμερομηνίαν 7 Μαΐου 1901, ἔχουσαν ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Παραγγέλλεσθε νὰ δώσητε λόγον, πῶς ἀπὸ τῆς 21 Ἀπριλίου ἐ. ἔτους, ὅτε διετάχθητε διὰ τῆς ὁμοιαρίθμου διαταγῆς περὶ συγκεντρώσεως στοιχείων πρὸς διεκδίκησιν τοῦ ὑπὸ τοῦ Καραγιάννη κατεχομένου λειβαδίου, δὲν ὑπεβάλετε τὸ ἀποτέλεσμα τῶν ἐνεργειῶν σας, ἐνῷ ἐδόθη ὑμῖν ἀφορμὴ νὰ κατανοήσητε τὴν προσγενομένην τῷ Δημοσίῳ ζημίαν.» Εἰς τὸ ἔγγραφον τοῦτο ἀπαντᾷ ὁ Οἰκονομικὸς Ἔφορος διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 891 τῆς 12 Μαΐου 1891 ἀναφορᾶς του ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ἀπαντῶντες ἐπὶ τῆς ἔναντι διαταγῆς, πληροφοροῦμεν τὸ Ὑπουργεῖον, ὅτι τὰς δι’ αὐτῆς αἰτουμένας πληροφορίας περὶ τῶν ὑπὸ τοῦ Δ. Καραγιάννη κατεχομένων γαιῶν ἐν τῇ θέσει Ἁλμυρῷ καὶ Βλύχα, ὑπεβάλομεν διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 708 τῆς 4 ὁδεύοντος μηνὸς ἀναφορᾶς μας.» Ταὐτοχρόνως, ἤτοι τὴν 12 Μαΐου 1901, ἀπαντᾷ τὸ Ὑπουργεῖον ἐπὶ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 708 ἀναφορᾶς τοῦ Ἐφόρου διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 45694 διαταγῆς ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Τὰ ἐν τῇ ὑπ’ ἀριθ. 708 ἀπὸ 2 ἱσταμένου μηνὸς ἀναφορᾷ σας ἐκτιθέμενα παραγγέλλεσθε νὰ ἐνισχύσητε διὰ λήψεως ἐγγράφων καταθέσεων μαρτύρων, μεταβαίνοντες ἐν ἀνάγκῃ ἐπὶ τόπου, καὶ ἀναφέρητε τὸν ἀριθμὸν καὶ τὴν χρονολογίαν τῆς ἀποφάσεως, ἥτις ἐπεδίκασεν εἰς τὸ Δημόσιον τὸ ὑπὸ τοῦ Δ. Καραγιάννη κατεχόμενον μέρος τοῦ λειβαδίου «Βάλτος», ζητήσητε δὲ καὶ ὑποβάλητε ἀντίγραφον τῆς ἀποφάσεως ταύτης. «Πρὸς τούτοις θέλετε ἐξακριβώσει, τί ἀπολαμβάνει ὁ Καραγιάννης ἐτησίως ἐκ τῆς κατεχομένης παρ’ αὐτοῦ ἐκτάσεως, καὶ ὁρισθῇ ἀκριβῶς τὸ χρονικὸν διάστημα, καθ’ ὃ νέμεται.» Δηλαδὴ τὸ Ὑπουργεῖον ζητεῖ μαρτυρικὰς καταθέσεις καὶ ἀντίγραφα ἀποφάσεων, ὧν εἶχε γνῶσιν πρὸ πολλοῦ!
§105ΑΧ. ΧΟΙΔΑΣ. Ποῖος ἦτο τότε Ὑπουργός;
§106Ι. ΣΤΑΙΚΟΣ. Ὁ ἀξιότιμος ἐκ Παρνασσίδος Βουλευτής.
§107ΧΟΙΔΑΣ. Ἀλλ’ ἀπουσιάζει ἤδη ὁ κύριος Σιμόπουλος.
§108Ι. ΣΤΑΙΚΟΣ. Μὴ σπεύδετε· διότι σᾶς εἶπον, ὅτι βραδύτερον θὰ κρίνητε, ἐὰν ἔχω δίκαιον ἢ ἄδικον. Ἑτέρα διαταγὴ τοῦ Ὑπουργείου, φέρουσα ἡμερομηνίαν 16 Μαΐου καὶ ἀριθ. 47914, διατάσσει τὰ ἑξῆς πρὸς τὸν Οἰκονομικὸν Ἔφορον (ἀναγινώσκει): «Εἰς ἀπάντησιν τῆς ὑπ’ ἀριθ. 891 ἀπὸ 12 ἱσταμένου ἀναφορᾶς σας παραγγέλλεσθε νὰ ἐκτελέσητε τὴν ὑπ’ ἀριθ. 45694 ἀπὸ 12 Μαΐου ἐ. ἔ. διαταγήν, διατάσσουσαν τὴν συγκέντρωσιν ἀποδεικτικῶν στοιχείων κυριότητος τοῦ Δημοσίου ἐπὶ τῶν ὑπὸ τοῦ Δ. Καραγιάννη κατεχομένων ἐν θέσει Ἁλμυρῷ καὶ Βλύχα ἐθνικῶν γαιῶν, διότι μέχρι τοῦδε μόνον δίκη περὶ νομῆς ἐγένετο, καθ’ ἣν ἡττήθη ὁ Καραγιάννης. «Ἐν τῇ ὑποβληθησομένῃ ἀναφορᾷ σας θέλετε περιγράψει τὴν ὁροθεσίαν τῶν ἐν λόγῳ γαιῶν. «Ἀναμένομεν ταχίστην τὴν περάτωσιν τῆς προκειμένης ὑποθέσεως.» Τὸ ἔγγραφον αὐτὸ εἶναι ὑπογεγραμμένον ἀπὸ τὸν τμηματάρχην, καὶ παραγγέλλεται δι’ αὐτοῦ ὁ Ἔφορος νὰ ὑποβάλῃ χαρτιὰ νέα!
§109Θ. Κ. ΦΑΡΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Διὰ νὰ ἐγερθῇ νέα ἀγωγή.
§110ΣΤΑΙΚΟΣ. Περιμένετε. Δὲν σᾶς ἔδωκαν καλὰς πληροφορίας.
§111Θ. Κ. ΦΑΡΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Οὐδεμίαν ἔχω πληροφορίαν.
§112ΣΤΑΙΚΟΣ. Τότε μὴ διακόπτετε, ἀφοῦ δὲν γνωρίζετε. Αὐτὰς τὰς διαταγὰς ἔστειλε τὸ Ὑπουργεῖον πρὸς τὸν Οἰκονομικὸν Ἔφορον Βάλτου κατόπιν τοῦ ἐγγράφου, τὸ ὁποῖον προηγουμένως, ἤτοι τὴν 16 Μαρτίου 1901, εἶχε στείλει πρὸς τὸ Δικαστικὸν τμῆμα, καὶ τὸ ὁποῖον σᾶς ἀνέγνωσα ἤδη. Δηλαδὴ τί συμβαίνει εἰς τὴν περίστασιν αὐτήν; Διὰ τῆς τοιαύτης ἀλληλογραφίας, ματαίας καὶ ὅλως ἀντικειμένης εἰς τὰς σχετικὰς διατάξεις τῶν νόμων, παρείλκυσε τὴν ὑπόθεσιν τὸ ἁρμόδιον τμῆμα, διὰ νὰ δώσῃ εἰς τὸν κ. Καραγιάννην τὸ δικαίωμα τῆς δῆθεν νομῆς, ἤτοι νὰ παρέλθῃ χρονικὸν διάστημα ἑνὸς ἔτους ἀπὸ τῆς ἐπιδόσεως τῆς ἀποφάσεως ἐκ μέρους τοῦ Δημοσίου πρὸς τὸν κ. Καραγιάννην. — Ἐὰν δὲ τοῦτο ἔγεινεν ἐν γνώσει τοῦ τμήματος ἢ ὄχι, ἄλλοι εἶναι ἁρμόδιοι νὰ ἐξετάσωσι. — Καὶ ἐρωτᾷ τὸ τμῆμα τὸν Δικαστικὸν Σύμβουλον, ποίαν γνώμην ἔχει ἐπὶ τοῦ ἐν τῷ ἀνωτέρω ἐγγράφῳ ζητήματος...
§113Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Τί ἀπήντησεν ὁ Δικαστικὸς Σύμβουλος;
§114Ι. ΣΤΑΙΚΟΣ. Ἐπὶ τοῦ ἐγγράφου τούτου δὲν ὑπάρχει ἀπάντησις εἰς τὸν φάκελον, ὃν ἔχω ἐνώπιόν μου... Καὶ ὄχι μόνον ἠρώτα τὸν Δικαστικὸν Σύμβουλον, ἀλλ’ ὅτε ἀπεστάλη τὸ ἔγγραφον τοῦτο εἰς τὸ Δικαστικὸν τμῆμα, ἀπεστάλη καὶ μία διαταγὴ πρὸς τὸν Οἰκονομικὸν Ἔφορον, ἵνα συλλέξῃ τὰς δεούσας πληροφορίας, τὴν ὁποίαν διαταγὴν ἀνέγνωσα προηγουμένως, καὶ ἐπὶ τῆς ὁποίας ἀπήντησεν ὁ Οἰκονομικὸς Ἔφορος ὅ,τι ἤθελε. Ἐστράφη δηλ. ἡ ὑπόθεσις εἰς πληροφορίας! Ἀφοῦ ὁ δικαστικὸς ἀγὼν εἶχε λήξει, ἀφοῦ τὸ Ὑπουργεῖον εἶχεν ἀπόφασιν ὁριστικὴν, ἐξηκολούθει ἡ ὑπηρεσία νὰ ζητῇ πληροφορίας, ἐὰν ὁ Καραγιάννης εἶναι κύριος τοῦ κτήματος ἢ νομεύς. Τὸ Ὑπουργεῖον ἐρωτᾷ τὸν Οἰκονομικὸν Ἔφορον Βάλτου, δυνάμει ποίων τίτλων τὸ Δημόσιον εἶναι κύριον τοῦ κτήματος ἐκείνου, καὶ ζητεῖ ἀπὸ τὸν Ἔφορον νὰ παρουσιάσῃ αὐτοὺς, διὰ νὰ ἐγείρῃ ἀγωγὴν τὸ Δημόσιον περὶ κυριότητος!! Αὐτὰ, Κύριοι, νομίζω ὅτι ἐν γνώσει γίνονται, καὶ φέρει εὐθύνην ὁ συντάξας τὸ ἔγγραφον τοῦτο. Τὸ ἠκούσατε, κύριοι Βουλευταί;
§115ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Τὸ ἠκούσαμεν.
§116ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι ἔγγραφον ὑπαγορευόμενον ὑπὸ τῆς συνειδήσεως καὶ τῆς ἐκπληρώσεως τοῦ καθήκοντος. Οἱοςδήποτε εὐσυνείδητος τμηματάρχης, θέλων νὰ ἐκπληρώσῃ τὸ καθῆκόν του, τοιοῦτον ἔγγραφον θὰ συνέτασσεν.
§117Ι. ΣΤΑΙΚΟΣ. Κατόπιν ὅλων αὐτῶν τῶν ἐγγράφων ἐσταμάτησεν ἡ ὑπόθεσις μέχρι τῆς 2 Ἰουλίου 1901, ὅτε τὸ Αʹ τμῆμα ἐξέδωκε νέον ἔγγραφον πρὸς τὸ Δικαστικὸν, ὑπ’ ἀριθ. 58238, ἔχον ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ἐπιστρέφομεν τὸ ὑπ’ ἀριθ. 25711 ἀπὸ 28 Μαρτίου ἐ. ἔ. ἔγγραφον ὑμῶν μετὰ τῶν συναφῶν καὶ τὴν ὑπ’ ἀριθ. 965 ἀπὸ 7 π. μηνὸς ἀναφορὰν τοῦ Ἐφόρου Βάλτου μετὰ μαρτυρικῶν καταθέσεων, ὅπως χρησιμεύσωσιν ὑμῖν διὰ τὴν κατὰ τοῦ Δημητρίου Καραγιάννη ἔγερσιν διεκδικητικῆς ἀγωγῆς πρὸς ἐκνίκησιν τοῦ ὑπ’ αὐτοῦ κατεχομένου ἐθνικοῦ λειβαδίου Βάλτος.» Ὥστε τὸ Δημόσιον κατὰ τὸ 1901 ἔπρεπε νὰ κάμῃ νέαν ἀγωγὴν, ἵνα διεκδικήσῃ τὸ κτῆμα, τοῦ ὁποίου ἡ κυριότης καὶ ἡ νομὴ ἐπεδικάσθησαν εἰς αὐτὸ δι’ ἀποφάσεων ὅλων τῶν Δικαστηρίων!
§118ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι ἡ κυριότης, ἀλλ’ ἡ νομή.
§119Ι. ΣΤΑΙΚΟΣ. Ἡ κυριότης· διότι ταύτην ἔλαβε τὸ Δημόσιον δι’ ἀποφάσεως τοῦ Ἀρείου Πάγου.
§120ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλ’ ὁ Ἄρειος Πάγος ἐδίκασε τὴν ἀναίρεσιν κατὰ τῆς ἀποφάσεως τοῦ Εἰρηνοδικείου. Δὲν τὰ γνωρίζετε αὐτὰ, καὶ δὲν πρέπει νὰ ἐπιμένητε.
§121Ι. ΣΤΑΙΚΟΣ. Ἐὰν δὲν γνωρίζω ἄλλα νομικὰ, τὴν προκειμένην ὑπόθεσιν γνωρίζω καλῶς. Ἀλλὰ διὰ νὰ πεισθῆτε περὶ τῆς χειρίστης καταστάσεως ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ ἐκείνῃ κατὰ τὴν ἐποχὴν τοῦ 1901, καὶ πρὶν ἢ προβῶ εἰς τὴν ἀνάγνωσιν ἑνὸς ἐγγράφου, τὸ ὁποῖον ἔχει συνταχθῆ ὑπὸ τριμελοῦς ἐπιτροπῆς ἁρμοδίων ἐκεῖ ὑπαλλήλων, ἔχω καθῆκον νὰ σᾶς ἀναφέρω τὰ ἑξῆς. Τὸ κτῆμα αὐτὸ, κατόπιν ἐπιμόνου ἀπαιτήσεως τῶν κατοίκων, — διότι μικροῦ δεῖν νὰ γείνῃ ἐπανάστασις εἰς τὰ μέρη ἐκεῖνα, — ἐξηναγκάσθησαν αἱ ἀρχαὶ νὰ τὸ ἐκθέσωσιν εἰς δημοπρασίαν, καὶ ὅλα τὰ ἔγγραφα ταῦτα νὰ τὰ θεωρήσωσιν ὡς μὴ ὑπάρχοντα. Καὶ ἔκαμε διακήρυξιν ὁ Οἰκονομικὸς Ἔφορος, καὶ τὸ ἐξέθεσεν εἰς δημοπρασίαν κατὰ τὸ 1901. Ἀλλ’ ὁ Καραγιάννης, ἔχων τότε εἰς χεῖράς του τὴν δημοτικὴν ἀρχὴν, συνεκέντρωσε διαφόρους φίλους του, καὶ παρημπόδιζε πάντα ἄνθρωπον νὰ λάβῃ μέρος εἰς τὴν δημοπρασίαν διὰ τὴν ἐνοικίασιν τοῦ κτήματος αὐτοῦ. Βεβαίως δὲ, εἰς τοὺς τόπους τοὺς μικροὺς, ὅταν αἱ ἀρχαὶ φέρωσιν ἐμπόδια, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ προσέλθωσιν οἱ ἐπιθυμοῦντες, ἵνα λάβωσι μέρος εἰς τὴν δημοπρασίαν. Εὑρέθη ὅμως εἷς ἄνθρωπος, ὅστις εἶχε τὸ θάρρος νὰ παρουσιασθῇ ὡς ἐνοικιαστής, ἐπὶ κινδύνῳ καὶ τῆς ζωῆς του. Προσήνεγκε μικρὸν ποσὸν, ἀφοῦ προηγουμένως συνενοήθη μετὰ τῶν ἀρχῶν, ἵνα τὸν ἐγκαταστήσωσι, καὶ συστήσωσιν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τὴν ἐνοικίασιν ταύτην, ἀφοῦ τὸ Δημόσιον ἐγκαταστῇ εἰς τὸ κτῆμα αὐτὸ καὶ παύσῃ ἡ προηγουμένη κατάστασις. Ἐγένετο λοιπὸν ἡ δημοπρασία, καὶ μετὰ ταῦτα συνετάχθη τὸ πρακτικὸν αὐτὸ, τῆς 11 Μαρτίου τοῦ 1891, τὸ ὁποῖον θὰ σᾶς ἀναγνώσω, καὶ θὰ παρακαλέσω νὰ τὸ ἀκούσητε, διότι εἶναι ἄξιον πάσης προσοχῆς (ἀναγινώσκει): «Ἐν Καρβασαρᾷ καὶ ἐν τῷ Ἐφοριακῷ καταστήματι συνελθόντες σήμερον ἡμεῖς, ὅ τε εἰρηνοδίκης Βάλτου Πανούσης Ὑψηλάντης, ὁ Οἰκονομικὸς Ἔφορος Ἰωάννης Ν. Βελλιανδρῆς καὶ ὁ ταμίας Χρῆστος Νᾶνος, ἵνα συσκεφθέντες ἀποφανθῶμεν περὶ τῆς ἐνεργηθείσης χθὲς δημοπρασίας περὶ πενταετοῦς ἐνοικιάσεως τοῦ ἐθνικοῦ λειβαδίου «Βάλτου», κειμένου εἰς τὴν περιφέρειαν τοῦ δήμου Ἀμβρακίας, καὶ λαβόντες ὑπ’ ὄψιν τὰ πρακτικὰ αὐτῆς, δι’ ὧν ἀνεδείχθη τελευταῖος πλειοδότης ὁ Δημήτριος Προκάκης, τῇ ἰδίᾳ αὐτοῦ ἐγγυήσει καὶ ἀντὶ δραχμῶν ἑκατὸν (100), ἀποφαινόμεθα: «Ἐπειδὴ τὸ εἰρημένον λειβάδιον φιλονικεῖται (ἡ κατοχὴ αὐτοῦ καὶ ἡ κυριότης) μεταξὺ τοῦ Δημοσίου καὶ τῶν Καραγιανναίων, κατοίκων ἐνταῦθα, καὶ μολονότι τὸ Δημόσιον ἐπέτυχε τελεσίδικον ἀπόφασιν περὶ τῆς κυριότητος αὐτοῦ, μ’ ὅλα ταῦτα οἱ Καραγιανναῖοι, καίτοι καθ’ ὅλον τὸ παρελθὸν ἔτος ἐφυλάσσετο ἡ χορτονομὴ αὐτοῦ παρὰ στρατιωτῶν, δὲν ἄφησαν οὔτε νὰ ἐνοικιασθῇ παρ’ οὐδενὸς, οὔτε νὰ νεμηθῇ τὸ Δημόσιον, θεωροῦμεν συμφέρον τοῦ Δημοσίου, ἵνα ἐγκρίνῃ τὴν προσφορὰν ταύτην ἐπ’ ὀνόματι τοῦ Δ. Προκάκη, διὰ νὰ καταλάβῃ οὗτος τὴν κατοχὴν τοῦ λειβαδίου τῇ ὑποστηρίξει τοῦ Δημοσίου, καὶ ἑπομένως εἰς μέλλουσαν ἐνοικίασιν θέλουσιν ἔχει τὸ θάρρος οἱ θέλοντες νὰ ἐνοικιάσωσιν αὐτὸ νὰ προσφέρωσι τὴν πρέπουσαν ἀξίαν τῆς χορτονομῆς αὐτοῦ· ἄλλως θέλει ἀποβαίνει ἐπ’ ἄπειρον ματαία ἡ ἐνέργεια τῶν δημοπρασιῶν αὐτῶν καὶ ἄνευ οὐδενὸς ἀποτελέσματος. Ὁ δὲ προσφερτὴς οὗτος, διὰ νὰ καθέξῃ τὸ εἰρημένον λειβάδιον, θέλει ἐκτεθῆ καὶ εἰς κινδύνους, ὡς ἐκ τοῦ σύνεγγυς γινώσκομεν, καὶ εἰς δαπάνας οὐ σμικρὰς, διὰ νὰ ἔχῃ φύλακας νὰ ἀποπέμπωσι τὰ εἰσβάλλοντα ζῷα πάντοτε κατὰ προτροπὴν τῶν Καραγιανναίων, καὶ αὐτὸς δὲ ὁ κήρυξ κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος, ὅτε πάλιν ἐξετέθη πρὸς ἐνοικίασιν τὸ εἰρημένον δάσος, παρουσίᾳ τῶν ἀρχῶν, ἐδάρη παρ’ αὐτῶν (τῶν Καραγιανναίων) οἰκτρότατα, καὶ ἤδη ἠρνήθη νὰ κηρύξῃ, καὶ ἠναγκάσθη ὁ ἴδιος ὁ Ἔφορος νὰ κηρύξῃ εἰς ἐπήκοον πάντων, καὶ ἐπαρουσιάσθη ὁ Δημήτριος Προκάκης, ὅστις προσέφερε τὸ ἀνωτέρω ποσόν. Κατὰ συνέπειαν ἐναπόκειται εἰς τὸ Ὑπουργεῖον ν’ ἀποφασίσῃ ὅ,τι ἐγκρίνει» (Ἔπονται αἱ ὑπογραφαὶ τοῦ Εἰρηνοδίκου, τοῦ Οἰκονομικοῦ Ἐφόρου καὶ τοῦ Ταμίου Βάλτου). Ἐκτὸς ὅλων αὐτῶν, Κύριοι, ὑπάρχει καὶ ἐπιστολὴ ἑνὸς δικηγόρου, ἡ ὁποία εἶχε σταλῆ πρὸς τὸν ἀείμνηστον Τρικούπην, ὅτε ἦτο Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν. Ἀπὸ τότε ἀκόμη ὁ δικηγόρος αὐτὸς ἐζήτει τὴν ἐπέμβασιν τοῦ Ὑπουργείου διὰ τὴν αὐθαίρετον κατοχὴν τοῦ κτήματος ἐκείνου καὶ διὰ τὴν βίαν, τὴν ὁποίαν μετεχειρίζετο τότε ὁ Καραγιάννης, ὡς δημοτικὸς ἄρχων, μετὰ τῶν ὑπ’ αὐτὸν, πιέζων τοὺς κατοίκους. Καὶ ὄντως τὸ Ὑπουργεῖον τότε διέταξε τὸν Οἰκονομικὸν Ἐπιθεωρητὴν Ἐξαρχάκον νὰ μεταβῇ ἐπὶ τόπου, ἐνεργήσῃ ἐξετάσεις καὶ ὑποβάλῃ τὸ πόρισμα. Ἀλλ’ ἔκθεσις τοῦ κ. Ἐξαρχάκου δὲν ὑπάρχει ἐν τῇ δικογραφίᾳ, καὶ θεωρῶ περιττὸν νὰ ἀναγνώσω τὸ ἔγγραφον τοῦ Ὑπουργείου, ἵνα μὴ παρατείνω ἐπὶ πλέον τὸν λόγον. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἱστορία τῆς ὑποθέσεως. Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τῶν ἐγγράφων αὐτῶν, Κύριοι, θεωρῶ καθῆκον νὰ ἐξηγήσω εἰς τὴν Βουλὴν τὰ ἑξῆς. Ἐγὼ ἀπέδωκα τὴν ἐνέργειαν ταύτην, τὴν πλημμελῆ, εἰς τὸν ἁρμόδιον τμηματάρχην τοῦ Αʹ τμήματος. Βεβαίως ἄλλοι εἶναι ἁρμόδιοι νὰ κρίνωσιν, ἂν ἐκ προθέσεως ἐνήργησεν, ἢ ἐξ ἐπιπολαιότητος, ἢ ἐξ ἀμελείας. Ἐκεῖνο ὅμως, τὸ ὁποῖον ἔχω καθῆκον νὰ τονίσω περισσότερον, διότι ἴσως παρεξηγηθῇ ἡ ἐνέργεια αὕτη, εἶναι τὸ ἑξῆς. Ἡ σκανδαλώδης αὕτη ἐνέργεια ἤρξατο ἀπὸ τῆς 20 Δεκεμβρίου τοῦ 1900, ὅτε ἐπεστράφη τὸ ἔγγραφον τοῦ Δικαστικοῦ Συμβούλου πρὸς τὸ Αʹ τμῆμα, καὶ ἀνεγνωρίζετο ὅτι ἐπεδόθη ἡ ἀπόφασις εἰς τὸν Δημήτριον Καραγιάννην, ἀπεστέλλετο δὲ καὶ τὸ ἐπιδοτήριον, καὶ συνεπῶς ἐπεβάλλετο τότε εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ διατάξῃ τὴν ἐκ νέου ἐγκατάστασιν τοῦ Δημοσίου. Ὁ κ. Καραγιάννης μέχρι τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, ἤτοι μέχρι τοῦ Δεκεμβρίου τοῦ 1900, ἦτο φίλος τῆς Κυβερνήσεως τῆς ὑπὸ τὸν ἀξιότιμον ἐκ Κερκύρας Βουλευτὴν, Ὑπουργὸς δὲ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ἦτο ὁ ἀξιότιμος ἐκ Παρνασσίδος βουλευτὴς κ. Σιμόπουλος. Βεβαίως, Κύριοι, οὐδεὶς ἐξ ἡμῶν δύναται νὰ παραδεχθῇ, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς ἠδύνατο νὰ εἴπῃ εἰς τὸν τμηματάρχην νὰ παραλείψῃ τὸ καθῆκόν του, νὰ μὴ ἐνεργήσῃ τὴν κατάληψιν τοῦ περὶ οὗ πρόκειται κτήματος, ἀφοῦ μάλιστα τὴν 22 Δεκεμβρίου ὁ Καραγιάννης, Βουλευτὴς ὢν, μετ’ ἄλλων ἐννέα Βουλευτῶν ἐγκατέλιπε τὴν Κυβέρνησιν Θεοτόκη–Σιμοπούλου, ἔπαυσε δηλαδὴ νὰ ἦναι φίλος αὐτῆς· καὶ ἂν ἤθελον παραδεχθῆ πρὸς στιγμὴν, ὅτι ὡς πολιτικὸς φίλος τοῦ κ. Σιμοπούλου ἠδύνατο νὰ καρπωθῇ μίαν τοιαύτην ὠφέλειαν διὰ τῆς ἐντολῆς, τὴν ὁποίαν θὰ ἔδιδεν—ὅπερ ἐγὼ δὲν πιστεύω ποτὲ—ὁ κ. Σιμόπουλος εἰς τὸν τμηματάρχην, νὰ ἀμελήσῃ τὴν ὑπόθεσιν ταύτην, ἢ νὰ ἐνεργήσῃ ἄλλως, οὐδὲν συμφέρον εἶχεν ὁ κ. Σιμόπουλος· διότι μᾶλλον συμφέρον εἶχε νὰ καταδιώξῃ τὸν Καραγιάννην, ὁ ὁποῖος μετ’ ἄλλων 9 Βουλευτῶν, ὡς εἶπον καὶ ὡς γνωρίζετε πάντες, ὅσοι ἦσθε τότε Βουλευταί, τὴν 22 Δεκεμβρίου ἔφυγεν ἐκ τῆς μερίδος τῶν κ. κ. Θεοτόκη–Σιμοπούλου καὶ ἐτάχθη εἰς τὴν μερίδα τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Ὥστε, ἐὰν ἠθέλετε παραδεχθῆ, ὅτι ἡ ἐνέργεια αὕτη ἐγένετο παρανόμως, βεβαίως ἐγένετο ἀπὸ τὸν ἁρμόδιον τμηματάρχην. Δὲν θέλω νὰ εἴπω, ὅτι οἱ Ὑπουργοὶ δὲν εἶναι ὑπεύθυνοι διὰ τὰς παρανόμους πράξεις τῶν ὑπαλλήλων· βεβαίως εἶναι ὑπεύθυνοι, —καὶ συνυπεύθυνοι εἶναι οἱ τμηματάρχαι, —ἀλλὰ πρέπει νὰ παραδεχθῶμεν, ὅτι δὲν εἶναι εὔκολον πρᾶγμα νὰ εἴπῃ τις, ὅτι, ἐὰν εἷς τμηματάρχης θέλῃ νὰ κάμῃ τοιαύτην ἐνέργειαν, ὑπογράφων ὁ ἴδιος ὅλα τὰ ἔγγραφα, ἐνεργῶν διὰ μέσου ὅλων τῶν τμημάτων καὶ μὴ ἀναφέρων ποσῶς περὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης εἰς τὸν ἁρμόδιον Ὑπουργὸν, ὅτι τὴν εὐθύνην φέρει ὁ Ὑπουργός. Ἰδίᾳ δὲ φρονῶ, ὅτι οὐδεὶς δύναται νὰ εἴπῃ, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς ἐκεῖνος φέρει τὴν εὐθύνην, διότι σᾶς ἔφερα τρανοτάτην ἀπόδειξιν. Καὶ ἐπὶ πλέον μάλιστα σᾶς βεβαιῶ, Κύριοι, ὅτι μετέβην ἡμέραν τινὰ ἐγὼ αὐτὸς προσωπικῶς, μὴ ὢν Βουλευτής, καὶ ἔκαμα παραστάσεις εἰς τὸν ἀξιότιμον Βουλευτὴν ἐκ Παρνασσίδος, τότε Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ τῷ εἶπον ὅτι ὁ ἁρμόδιος τμηματάρχης δὲν ἐνήργει συμφώνως πρὸς τὸν νόμον, καὶ ὅτι, καίτοι ὑπῆρχεν ἀπόφασις τοῦ Δικαστηρίου διατάσσουσα τὴν ἀποβολὴν τοῦ Δημ. Καραγιάννη ἐκ τοῦ κτήματος, δὲν ἐξετελεῖτο αὕτη ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου. Ὁ κ. Σιμόπουλος ἐξεμάνη, καὶ ἀμέσως ἐκάλεσε τὸν κ. Γεωργαντόπουλον ἐνώπιόν μου, καὶ τὸν ἠρώτησε, τί συμβαίνει ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης. Ὁ κ. τμηματάρχης ἀπήντησεν, ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον δὲν ἔχει ἀπόφασιν τοιαύτην. Ἀλλὰ παρεμβὰς ἐγὼ εἶπον: «Μὲ συγχωρεῖτε, κύριε τμηματάρχα, ἐγὼ ἔρχομαι ἐκ Καρβασαρᾶ· ὁ Ἔφορος Βάλτου μοὶ ἔδειξεν ἀναφορὰν, τὴν ὁποίαν σᾶς στέλλει, καὶ ἡ ἀναφορὰ αὕτη μνημονεύει ὅτι ἔλαβε γνῶσιν τῆς δικαστικῆς ἀποφάσεως, δυνάμει τῆς ὁποίας ὁ Δημ. Καραγιάννης ἔπαυσεν ὢν νομεύς.» Τότε ὁ κ. Σιμόπουλος διέταξε τὸν τμηματάρχην νὰ ἐξετάσῃ καλῶς τὴν ὑπόθεσιν καὶ ἐνεργήσῃ ὅ,τι πρέπει. Ἔκτοτε ἐγὼ ἀπεμακρύνθην τῶν Ἀθηνῶν, μεταβὰς εἰς Θεσσαλίαν, καὶ ἡ ὑπόθεσις αὕτη ἐσιωπήθη. Εἰς τὰ 1901, ὡς γνωρίζετε, παρῃτήθη ἡ Κυβέρνησις Θεοτόκη, καὶ ἦλθεν εἰς τὴν ἀρχὴν ἡ Κυβέρνησις Ζαΐμη. Ἐξηκολούθησε πάλιν ἡ αὐτὴ ἐνέργεια ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης, καὶ ἐνῷ ἀπὸ τοῦ 1900 ἔχομεν ὁριστικὴν καὶ τελεσίδικον ἀπόφασιν, ἥτις ἐπεδίκασε τὸ κτῆμα αὐτὸ ὡς ἀνῆκον κατὰ νομὴν καὶ κυριότητα εἰς τὸ Δημόσιον, ἐξακολουθεῖ ὁ Καραγιάννης νὰ νέμηται αὐτὸ καὶ νὰ ἦναι κύριος τοῦ κτήματος τούτου. Ἔχω τὴν πεποίθησιν, Κύριοι, ὅτι δὲν ἔμεινεν εἰς ὑμᾶς καμμία ἀμφιβολία, ὅτι τὸ κτῆμα τοῦτο ἀνήκει εἰς τὸ Δημόσιον. Πιθανόν τινες νὰ φρονῶσιν, ὅτι δὲν ἀνήκει. Ἐγὼ ὅμως ἔχω πεποίθησιν, κατόπιν τῆς ἐκτυλίξεως ὅλων τῶν συμβάντων, ὅτι ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, μελετῶν τὰ ἔγγραφα ταῦτα, τὰ ὁποῖα δὲν ἀφίνουσιν οὐδὲ τὴν ἐλαχίστην ἀμφιβολίαν, θὰ διατάξῃ ἀμέσως καὶ τηλεγραφικῶς τὴν ἀποβολὴν τοῦ Καραγιάννη ἐκ τοῦ κτήματος τοῦ Δημοσίου, καὶ ἂν ὁ Καραγιάννης ἔχει δικαιώματα κατὰ τοῦ Δημοσίου, ἂς ἐγείρῃ ἐκεῖνος ἀγωγὴν κατὰ τοῦ Δημοσίου, διότι σήμερον τὸ Δημόσιον δὲν δύναται ν’ ἀνοίξῃ αὐτὸ νέον δικαστικὸν ἀγῶνα δι’ ὑπόθεσιν, ἐπὶ τῆς ὁποίας ἔχει δύο ὁριστικὰς ἀποφάσεις. Δὲν δύναμαι νὰ παραδεχθῶ, ὅτι τὸ Δημόσιον δὲν δύναται νὰ διατηρήσῃ τὴν περιουσίαν αὑτοῦ. Διὰ τοῦτο οἱ κάτοικοι Βάλτου, στηριζόμενοι εἰς τὰς ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου ἀποφάσεις τῶν δικαστηρίων, ἀναμένουσι τὴν ἀπόφασιν τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως καὶ Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅπως ἀποβάλῃ τὸν Καραγιάννην ἐκ τοῦ κτήματος ἐκείνου ἀφ’ ἑνὸς, ἀφ’ ἑτέρου δ’ ἐπιτρέψῃ ἐλευθέραν τὴν πότισιν τῶν ζώων των· διότι, ὡς γνωρίζετε, εἰς τὰ ἐθνικὰ κτήματα, εἰς τὰ ὁποῖα ὑπάρχει ὕδωρ, οἱ κύριοι τῶν ζώων, ποτίζοντες αὐτὰ, οὐδὲν πληρώνουσιν. Ὑπάρχει ψαθὶ, τὸ ὁποῖον μεταχειρίζονται καὶ οἱ ποιμένες καὶ οἱ γεωργοὶ πρὸς κατασκευὴν τῶν καλυβῶν των, καὶ διὰ τὸ ψαθὶ αὐτὸ φορολογοῦνται οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ ὑπὸ τοῦ Καραγιάννη, διότι τὸ διεκδικεῖ ὡς κτῆμά του. Οὐδαμοῦ γίνεται τὸ τοιοῦτον. Εἶναι λοιπὸν ὑποχρεωμένοι οἱ κάτοικοι νὰ ἀντιστῶσι κατὰ τῆς τοιαύτης ἐκνόμου ἐνεργείας, διότι σήμερον δὲν δύνανται ν’ ἀναγνωρίσωσιν, ὅτι ὁ Καραγιάννης εἶναι κύριος καὶ κάτοχος τοῦ κτήματος τούτου, καὶ βεβαίως αἱ τοιαῦται ἐνέργειαι θὰ ἔχωσι σοβαρὰς συνεπείας, ἐὰν ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν δὲν διατάξῃ τὴν ἀπέλασιν τοῦ Δημ. Καραγιάννη ἐκ τοῦ κτήματος τούτου.
§122ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Γιαννακόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§123ΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Παραιτοῦμαι, κύριε Πρόεδρε.
§124ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δόγκας ἔχει τὸν λόγον.
§125Δ. ΔΟΓΚΑΣ. Σήμερον ἔλαβον τηλεγράφημα, ἀπευθυνόμενον καὶ πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς καὶ πρὸς τοὺς βουλευτὰς κ. κ. Στεφανοπούλους, διὰ τοῦ ὁποίου ὁ συνδημότης μου Θεόδωρος Τζαμαλῆς καταγγέλλει, ὅτι 15 ἀστυφύλακες τῆς ἀστυνομίας τοῦ δήμου Ὀλυμπίων, μεταβάντες εἰς τὸ χωρίον Λαγατούρα, ἐπετέθησαν ἀναιτίως κατὰ τοῦ Βλασίου Τζαμαλῆ, καὶ ἐκακοποίησαν αὐτόν. (Ἀναγινώσκει τὸ τηλεγράφημα). Τὸ τηλεγράφημα τοῦτο καταθέτω εἰς τὸ Προεδρεῖον, καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν τὸ ταχύτερον νὰ ἐκτοπίσῃ αὐτοὺς τοὺς καννιβάλους ἀπὸ τὴν ἀστυνομίαν Ὀλυμπίων, διότι μόλις ἀπηλλάγη ὁ δῆμος αὐτὸς ἀπὸ τὸν περιβόητον Γράτσον, ἀπέκτησεν ἄλλους 15 Γράτσους χειροτέρους. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ ζητήσῃ πληροφορίας, καὶ ὅταν βεβαιωθῇ περὶ τοῦ ἀδικήματος τούτου, νὰ πράξῃ τὸ καθῆκόν του. Ἐπίσης παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης ν’ ἀποστείλῃ τὸ τηλεγράφημα τοῦτο πρὸς τὸν κ. Εἰσαγγελέα Ἠλείας, πρὸς τὸν ὁποῖον κατηγγέλθη ἡ πρᾶξις, καὶ νὰ διατάξῃ τὴν ταχεῖαν δικαστικὴν καταδίωξιν τῶν καταγγελλομένων ἀστυνομικῶν ὀργάνων.
§126ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ τηλεγράφημα αὐτὸ, καίτοι ἀπευθύνεται καὶ πρὸς τὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς, δὲν τὸ ἔλαβον.
§127ΔΟΓΚΑΣ. Βεβαίως, ἐὰν τὸ ἐλαμβάνετε, κύριε Πρόεδρε, θὰ τὸ ἀνεκοινοῦτε. Δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία.
§128ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ζητήσω νὰ πληροφορηθῶ διὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, διατὶ δὲν ἀπεστάλη τὸ τηλεγράφημα τοῦτο εἰς τὸν Πρόεδρον. Ζητεῖ ἄλλος τὸν λόγον πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως;
§129Ι. ΣΙΓΑΛΑΣ. Δύο λέξεις, κύριε Πρόεδρε. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, εἰ δυνατόν, νὰ προσαγάγῃ πίνακα τῶν τελωνισθέντων πιλημάτων ἀπὸ 1 Ἰανουαρίου τρέχοντος ἔτους μέχρι σήμερον, κατὰ χρονολογικὴν σειρὰν καὶ μετὰ τῶν ὀνομάτων τῶν εἰσαγαγόντων πιλήματα. Ἐὰν εἶναι ἀνάγκη, κύριε Πρόεδρε, θὰ καταθέσω γραπτὴν τὴν παράκλησιν ταύτην.
§130ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βεβαίως.
§131ΣΙΓΑΛΑΣ. .. ἵνα ὑπάρχῃ κατατεθειμένος ὁ ζητούμενος πίναξ πρὸ τῆς συζητήσεως τοῦ σχετικοῦ νομοσχεδίου.
§132ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ζητεῖ ἄλλος τις τὸν λόγον πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως; Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Ἡ ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους Ἐπιτροπὴ ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ βεβαιώσεως καὶ εἰσπράξεως καὶ κατὰ τὸν μῆνα Ἰούνιον τοῦ ἔτους 1903 τῶν ἐσόδων τοῦ Κράτους καὶ τῶν ἐσόδων τοῦ εἰδικοῦ Ταμείου τῶν Φάρων καὶ Φανῶν καὶ τοῦ Ταμείου τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1903, καὶ περὶ χορηγίας πιστώσεως ἴσης πρὸς τὸ ἓν δωδεκατημόριον τῶν προϋπολογισθέντων ἐξόδων ἐν γένει διὰ τὴν χρῆσιν τοῦ ἰδίου ἔτους 1903». Ἐπίσης ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως ἐκ δραχμῶν 30,000 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1902». Ἀμφότεραι αἱ ἐκθέσεις αὗται θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ, θ’ ἀναγραφῶσι δὲ τὰ σχετικὰ νομοσχέδια πρῶτα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν τῆς αὔριον. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 23–24). Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ κυρώσεως συμβάσεως μεταξὺ τοῦ Δημοσίου καὶ τῶν Τραπεζῶν Ἐθνικῆς τῆς Ἑλλάδος, Ἀθηνῶν, Ἰονικῆς καὶ Σταφιδικῆς τῆς Ἑλλάδος». Ὁ κύριος Σκληρὸς ἔχει τὸν λόγον.
§133Γ. ΣΚΛΗΡΟΣ. Ἡ σύμβασις αὕτη, κύριε Πρόεδρε, παραλείπει ἐντελῶς τοὺς σταφιδοπαραγωγούς. Νομίζω ὅτι δὲν εἶναι ὀρθὸν νὰ παραλείψωμεν τὰ συμφέροντα αὐτῶν. Πρέπει λοιπὸν νὰ προβλέψωμεν οὐ μόνον διὰ τὰ συμφέροντα τῶν οἰνοποιῶν, ἀλλὰ καὶ διὰ τὰ τῶν σταφιδοπαραγωγῶν.
§134ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὑπεβλήθη τροπολογία.
§135ΣΚΛΗΡΟΣ. Ἡ τροπολογία, ἡ ὁποία ὑπεβλήθη, δὲν ἀρκεῖ, νομίζω, διὰ τοὺς σταφιδοπαραγωγούς. Φρονῶ ὅτι εἶναι καλὸν, ἐὰν τὸ ἐκ τῆς οἰνοποιήσεως ἢ μιστελοποιήσεως τῆς σταφίδος προϊὸν πρόκειται νὰ ἐξαχθῇ εἰς τὸ ἐξωτερικὸν, νὰ ὑποχρεωθῇ ἡ Σταφιδικὴ Τράπεζα (ἢ ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι θὰ κάμωσι τὴν οἰνοποίησιν ἢ τὴν μιστελοποίησιν) νὰ ἀγοράζῃ 50% οἴνου ἢ μιστελίου Ἑλληνικοῦ πρὸς ἀνάμιξιν. Οὕτω, νομίζω, ἱκανοποιοῦνται καὶ οἱ οἰνοπαραγωγοί. Προτείνω λοιπὸν τροπολογίαν ἐπὶ τῇ βάσει ταύτῃ.
§136Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Καὶ ἐγὼ θεωρῶ δικαίαν, κύριε Πρόεδρε, τὴν πρότασιν, καίτοι οὐχὶ εἰς αὐτὴν τὴν ἔκτασιν, διότι ὅ,τι ζητεῖ ὁ προλαλήσας συμβαίνει. Σήμερον οἱ περισσότεροι, ἐξάγοντες σταφιδίτην οἶνον, τὸν ἀναμιγνύουσι μετὰ οἴνων ἐρυθροῦ χρώματος, ἵνα δώσῃ χρῶμα, διότι, ὡς γνωστὸν, δὲν ἔχει χρῶμα. Ἡ ἀναλογία εἶναι 15 ἕως 20%. Ἐὰν δὲν θέλῃ ἡ Βουλὴ, ἂς μὴ ὑπερβῇ τὸν ὅρον αὐτόν. Ἀλλὰ καλὸν θὰ ἦτο νὰ ἐπιβληθῇ διὰ τοῦ νόμου τοιαύτη ὑποχρέωσις εἰς τοὺς ἐξαγωγεῖς, διότι ὁμολογουμένως ὁ διαγωνισμὸς τοῦ σταφιδίτου πρὸς τοὺς ἄλλους οἴνους γίνεται ἐπὶ βλάβῃ τῶν ἀμπελοκτημόνων, τῶν οἰνοπαραγωγῶν, οὐ μόνον ἐν τῇ ἐσωτερικῇ καταναλώσει, ἀλλὰ καὶ ἐν τῇ ἐξωτερικῇ. Ὑπάρχουσιν οἶνοι ὡρισμένων μερῶν τῆς Ἑλλάδος, οἱ ὁποῖοι ἀπὸ μακροῦ χρόνου ἐξάγονται εἰς τὸ ἐξωτερικόν. Ὁ σταφιδίτης ἀπό τινος ἀπετέλεσε διαγωνισμὸν ἐπιζήμιον, διότι γίνεται ἐκ σταφίδος τῆς παρακρατήσεως εὐθηνοτάτης, δηλ. ὑπὸ τὴν προστασίαν νόμων ἐξαιρετικῶν. Διὰ τοῦτο καλὸν θὰ ἦτο, ἄν, προτεινομένης τῆς συμβάσεως σήμερον, περιελαμβάνετο ἐν αὐτῇ τοιαύτη διάταξις, ὑποχρεοῦσα τοὺς ἐξαγωγεῖς τοῦ σταφιδίτου ν’ ἀναμιγνύωσι μέχρις ἀναλογίας 20%, οἶνον ἐκ σταφυλῶν. Σημειωτέον δὲ, ὅτι τοῦτο δὲν θὰ εὕρῃ ἀντιρρήσεις ἀπὸ τοὺς ἐξαγωγεῖς τοῦ σταφιδίτου, διότι ἤδη γίνεται τοῦτο.
§137Δ. Π. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§138ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀλλὰ βεβαίως δὲν εἶναι ἀπόρροια τῆς συζητήσεως.
§139ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Ἐθεώρησα καθῆκόν μου νὰ μὴ ἀφήσω τὰ λεχθέντα ἀπαρατήρητα.
§140ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ναί. Ἀλλὰ μᾶλλον θὰ ἦναι ἐπίκαιροι αἱ παρατηρήσεις σας μετ’ ὀλίγον.
§141ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Δὲν ἔχω ἀντίρρησιν.
§142ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 2, κύριε Πρόεδρε, θὰ ὁμιλήσω, διότι ἐπὶ τοῦ πρώτου δὲν ἔχω ἀντίρρησιν.
§143ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλά. Μετ’ ὀλίγον. Ἔχει τις τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου;
§144Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπὶ τῆς ἀρχῆς θεωρῶ ἀναγκαῖον νὰ φέρω δύο παρατηρήσεις ἐπὶ δύο ἐλλείψεων, τὰς ὁποίας εὑρίσκω ἐν τῷ νομοσχεδίῳ καὶ αἱ ὁποῖαι, ἐὰν ἦναι πραγματικαὶ, καθιστῶσι κατ’ ἐμὲ τόσον ἐλαττωματικὴν τὴν σύμβασιν, ὥστε δέον ἡ Βουλὴ νὰ ἐπιστήσῃ σύντονον τὴν προσοχὴν αὐτῆς. Οὐδαμοῦ ἐν τῇ συμβάσει βλέπω ν’ ἀπαγορεύηται εἰς τὴν Σταφιδικὴν Τράπεζαν, ἢ εἰς ἐκείνους οἱ ὁποῖοι θ’ ἀγοράσωσι τὴν σταφίδα ἀπὸ τὴν Σταφιδικὴν Τράπεζαν καὶ οἱ ὁποῖοι εἶναι ὡρισμένα πρόσωπα, οὐδαμοῦ, λέγω, βλέπω ν’ ἀπαγορεύηται νὰ ἐξάγωσι τὴν σταφίδα εἰς τὸ ἐξωτερικόν. Πιθανὸν νὰ ἀντείπῃ τις, ὅτι τοῦτο ἐννοεῖται. Ἀλλὰ δὲν νομίζω ὅτι ἀρκεῖ. Ἀκριβῶς ὁ κανονισμὸς τῆς παρούσης συμβάσεως σκοπὸν ἔχει διὰ τοῦ παρακρατήματος ν’ ἀφαιρέσῃ ἐκ τῆς ἀγορᾶς τοῦ πλεονάσματος τῆς σταφίδος, νὰ περιορίσῃ εἰς τὰ 260 ἑκατομμύρια ἐνετικῶν λιτρῶν περίπου τὴν ἐξακτέαν σταφίδα, καὶ τοιουτοτρόπως νὰ φέρῃ αὔξησιν τῶν τιμῶν. Ἀλλ’ ἂν ἐπιτραπῇ εἰς αὐτοὺς, οἱ ὁποῖοι θὰ γείνωσιν οἱ κάτοχοι τῆς σταφίδος, νὰ ἐξάγωσι καὶ τὴν σταφίδα αὐτὴν εἰς τὸ ἐξωτερικὸν καὶ νὰ τὴν πωλῶσιν ὡς ξηρὸν καρπὸν, νομίζω ὅτι ἀποτυγχάνει ὁ σκοπὸς τῆς συμβάσεως. Διὰ τοῦτο ἐπεθύμουν νὰ μάθω παρὰ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ἂν πραγματικῶς ἡ τοιαύτη ἐλευθερία ὑπάρχει, καὶ ἂν εἶναι δυνατὸν νὰ εὑρεθῶμεν ἀπέναντι αὐτοῦ τοῦ ἀτόπου, νὰ ἴδωμεν ἐξαγομένην... (ἀνυπομονησία). Παρακαλῶ. Δὲν ὑπάρχουν ἐν τῇ συμβάσει ὅλαι αὐταὶ αἱ ἀπορίαι;
§145Ν. ΜΙΣΥΡΛΗΣ. Θὰ παρακαλέσωμεν τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ καταθέσῃ τὴν σύμβασιν.
§146ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Εἰς αὐτὸ θὰ ἔλθω. Ἐπαναλαμβάνω, ἐν τῇ συμβάσει τῇ ὑποβεβλημένῃ, ἐπὶ τῆς ὁποίας καλεῖται ν’ ἀποφανθῇ ἡ Βουλὴ, δὲν ὑπάρχει ἀναγεγραμμένος ὁ περιορισμὸς οὗτος. Πιθανὸν νὰ ὑπάρχῃ ἐν ἄλλῃ συμβάσει. Σκοπὸν εἶχον νὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρόεδρον, ὅπως ὑποβάλῃ καὶ τὴν σύμβασιν αὐτὴν, τὴν μεταξὺ τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης καὶ τῶν οἰνοπνευματοποιῶν. Ποιεῖται μνείαν αὐτῆς, ἀλλὰ δὲν τὴν ἔχομεν.
§147ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Εἰς τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν (θόρυβος).
§148ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ, Κύριοι. Θέλετε νὰ κανονίσητε τὸν τρόπον τοῦ σκέπτεσθαι ἑνὸς ἑκάστου; Ἐὰν νομίζῃ καλὸν νὰ ὑποβάλῃ τὰς παρατηρήσεις του εἰς τὴν δευτέραν ἀνάγνωσιν, θὰ τὰς ὑποβάλῃ.
§149ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δευτέρα ἀνάγνωσις εἶναι σήμερον.
§150ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βεβαίως. Εἶναι καλλίτερον νὰ ὑποβληθῶσι τώρα, διότι θὰ μελετηθῶσι.
§151ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἡ παντελὴς ἄγνοια τῶν τιμῶν, εἰς ἃς θὰ πωληθῇ ἡ σταφὶς, εἶναι ἑτέρα ἀτέλεια. Λέγεται ἐν τῇ συμβάσει, ὅτι ἐπιτρέπεται ἰδιαιτέρως διὰ δημοπρασίας νὰ πωληθῇ αὐτὴ ἡ σταφὶς, ἀλλὰ δὲν λέγεται εἰς ποίας τιμάς. Ἐκ τούτου ὅμως αἱ συνέπειαι δύνανται νὰ ἦναι πολλαί· δύνανται νὰ ἐπέλθωσιν ζημίαι, καὶ οὐ μόνον νὰ μὴ ἀφήσῃ κανὲν κέρδος τὸ παρακράτημα, ὁποῖον ἄφινε μέχρι τοῦδε, ἀλλ’ ἴσως ἀφήσῃ καὶ ζημίαν. Πιθανὸν ἐν τῇ συμβάσει, ἡ ὁποία δὲν ὑπεβλήθη, νὰ γίνεται περὶ τούτου λόγος. Ἀνάγκη ἡ Βουλὴ, ψηφίζουσα τὴν σύμβασιν, ἡ ὁποία συζητεῖται, νὰ ἔχῃ καὶ ἐκείνην ὑπ’ ὄψιν, διότι δύναται νὰ ἐπηρεάσῃ τὰς ἀποφάσεις αὐτῆς. Θὰ παρακαλέσω διὰ τοῦτο τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ εὐαρεστηθῇ, ἐὰν δὲν ὑπάρχῃ λόγος τις, νὰ ὑποβάλῃ καὶ τὴν σύμβασιν αὐτὴν, καὶ εἰ δυνατὸν, ἐγκαίρως, ὥστε εἰς τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν νὰ ἦναι ἐν γνώσει αὐτῆς ἡ Βουλή. Αὕτη θὰ μᾶς ὁδηγήσῃ νὰ γνωρίσωμεν τὰς συνεπείας τὰς ἄλλας, αἱ ὁποῖαι δὲν φαίνονται, νὰ μάθωμεν ἂν ὑπάρχει ἀπαγόρευσις τῆς πωλήσεως, καὶ ποῖαι αἱ τιμαὶ, εἰς τὰς ὁποίας θὰ πωληθῇ τὸ ποσὸν αὐτό.
§152ΓΚΟΤΣΗΣ. Εἰς ἃς ἐπωλήθη.
§153ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Βεβαίως.
§154Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἔρχομαι εἰς ἐπικουρίαν ἐκείνων, οἵτινες φρονοῦσιν, ὅτι εἶναι ἀπαραίτητος ἀνάγκη νὰ κατατεθῇ ἡ σύμβασις μεταξὺ τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης καὶ τῶν οἰνοπνευματοποιῶν, διότι αὕτη ἀποτελεῖ τὸ περιεχόμενον τῆς συμβάσεως, τὴν ὁποίαν συζητοῦμεν. Ἐκείνη ἡ σύμβασις εἶναι τὸ περιεχόμενον τῆς συζητουμένης. Ἀλλ’ ἀκριβῶς αὐτὸ τὸ περιεχόμενον ἀγνοοῦμεν. Ὁ τρόπος τῆς διαθέσεως τοῦ παρακρατήματος ἐν τῷ παρελθόντι καθωρίσθη διὰ νόμου. Ἀλλ’ ἤδη δὲν ὑπάρχει δι’ ἐφέτος ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ νόμου ἐκείνου· πῶς δηλαδὴ θὰ διατεθῇ αὐτὸ τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον θὰ λάβωσιν οἱ οἰνοπνευματοποιοὶ διὰ τῆς παρούσης συμβάσεως καὶ τὸ ὁποῖον ἂς ἀποκαλέσωμεν οἱονεὶ παρακράτημα. Ἀλλὰ διὰ τῆς νομοθετήσεως τῆς παρούσης συμβάσεως καὶ τῆς καταργήσεως ἑπομένως τοῦ ἰσχύοντος μέχρι τοῦδε νόμου πρόδηλος κίνδυνος ὑπάρχει, μὴ οἰνοπνευματοποιοὶ ἐξάγωσιν εἰς τὸ ἐξωτερικὸν αὐτούσιον τὴν σταφίδα. Τοῦτο δὲν φαίνεται πιθανὸν νὰ γίνηται, ἀλλ’ ἡμεῖς διὰ νὰ νομοθετήσωμεν πρέπει νὰ ἔχωμεν ἀσφαλὲς καὶ βέβαιον κείμενον. Πλὴν δὲ τούτου πρέπει νὰ γνωρίζωμεν καὶ τὸν τρόπον τῆς διαθέσεως τοῦ παρακρατήματος τούτου.
§155ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σᾶς παρακαλῶ, μὴ τὸ χαρακτηρίζετε ὡς παρακράτημα. Ἐννοεῖτε τὸν λόγον, διὰ τὸν ὁποῖον σᾶς διακόπτω.
§156ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι λέξις ἐπικίνδυνος, κύριε Γουναράκη.
§157ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Διὰ τὸ ἐπικίνδυνον τὴν ἀποσύρω. Δόσατε οἱονδήποτε ὄνομα θέλετε. Τὰ πράγματα δὲν μεταβάλλονται ἐκ τοῦ ὀνόματος. Ἀρκεῖ ὅτι συνεννοούμεθα περὶ τίνος πρόκειται. Πρόκειται λοιπὸν, Κύριοι, περὶ ἑνὸς ποσοῦ, τὸ ὁποῖον θὰ ἀγορασθῇ. Λοιπὸν πρέπει νὰ κανονίσωμεν τὸν τρόπον τῆς διαθέσεως αὐτοῦ τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον ἀγοράζουσιν οἱ οἰνοπνευματοποιοὶ, καθ’ ὃν τρόπον νομοθετικῶς ἐκανονίσαμεν καὶ τὸν τρόπον τῆς διαθέσεως καὶ τὴν οἰνοπνευματοποίησιν τοῦ παρακρατήματος. Ἀλλὰ ταῦτα πάντα ἀγνοοῦμεν, διότι δὲν ἀναφέρονται ἐν τῇ συμβάσει, τὴν ὁποίαν νομοθετοῦμεν. Εἶναι λοιπὸν ἀπαραίτητον νὰ κατατεθῇ ἡ σύμβασις, διὰ νὰ ἔχωμεν τὸ περιεχόμενον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον θὰ νομοθετήσωμεν. Ἄλλως ψηφίζομεν τύποις ἄγνωστον οὐσίαν.
§158ΓΟΥΝΑΡΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§159Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Αὐτὸ ἀκριβῶς, τὸ ὁποῖον ἐπεκαλέσθη ὁ προλαλήσας ὡς μέσον, ἵνα ἡσυχάσῃ τὴν συνείδησιν τῆς Βουλῆς, εἶναι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ ἐξεγείρῃ τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς. Ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Πατρῶν ἐπεκαλέσθη τὴν ἱστορίαν τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης, καὶ εἶπεν ὅτι δὲν πρέπει ποσῶς νὰ φοβώμεθα, ὅτι κατ’ αὐτὴν τὴν περίστασιν τὰ πράγματα δὲν θέλουσι κανονισθῆ ὡς ἐκανονίσθησαν εἰς ἄλλας περιστάσεις. Ἀλλ’ ὁ διακανονισμὸς τῶν συμφερόντων τῶν σταφιδοπαραγωγῶν, οἱ ὁποῖοι ἐπὶ 4 καὶ 5 ἔτη παρέδωσαν εἰς τὴν διαχείρισιν τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης τὸ παρακράτημα, ἡ διαχείρισις, λέγω, αὕτη, ἡ τόσον ἀτυχής, ἀποδεικνύει ὅτι πρέπει ἐν λεπτομερείᾳ νὰ γνωρίζῃ ἡ Βουλή, πῶς ἐκανονίσθησαν ἰδιαιτέρως μεταξὺ αὐτῆς καὶ ἐκείνων, οἵτινες ἀγοράζουν τὸν σταφιδόκαρπον, τὰ τῆς ἀγορᾶς αὐτῆς. Πιθανὸν, λαμβάνοντες γνῶσιν τῆς συμβάσεως, νὰ μὴ ἀνησυχήσωμεν. Τὸ κατ’ ἐμὲ, ἐὰν εἶχον λάβει γνῶσιν αὐτῆς καὶ ἔβλεπον ὅρους, ὧν ἡ δημοσίευσις ν’ ἀπειλῇ ζημίας, οὐδεμίαν ἤθελον φέρει παρατήρησιν· ἀλλὰ διότι ἀκριβῶς δὲν γνωρίζω αὐτὴν, καὶ διότι ἀποτεινόμενος εἰς τὸ παρελθὸν δὲν ἐνισχύομαι νὰ πιστεύω, ὅτι πάντοτε περιεφρουρήθησαν τὰ συμφέροντα τῶν σταφιδοπαραγωγῶν ἐπαρκῶς καὶ ἐπωφελῶς, δι’ αὐτὸν τὸν λόγον ἤγειρα ἀμφιβολίας. Δὲν εἶναι ἀδιάφορον, ὡς ἐλέχθη, ποία εἶναι ἡ τιμὴ, εἰς τὴν ὁποίαν συνεφώνησαν ὅτι θέλουν πληρώσει τὴν σταφίδα εἰς τὴν Σταφιδικὴν Τράπεζαν οἱ ἀγορασταὶ τῆς σταφίδος. Γνωρίζομεν ὅτι συνωμολογήθη ἓν δάνειον παρὰ τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης, καὶ ὅτι ὑπάρχει καὶ ποσόν τι, ἀνῆκον εἰς αὐτήν· διὰ τῶν ποσῶν ὅμως αὐτῶν δὲν θὰ καλυφθῶσιν αἱ δαπάναι τῆς ἀγορᾶς τοῦ σταφιδοκάρπου παρὰ τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης. Θὰ χρησιμεύσῃ ἐν τοιαύτῃ περιστάσει εἰς πληρωμὴν τῆς ζημίας, ἡ ὁποία θὰ προέλθῃ ἐκ τῆς διαφορᾶς μεταξὺ τῆς δαπάνης πρὸς ἀγορὰν τῆς σταφίδος καὶ τῶν εἰσπράξεων ἐκ τῆς πωλήσεως αὐτῆς, τὸ ἀντίτιμον τοῦ παρακρατήματος. Τοῦτο κατὰ τὸ παρελθὸν ἄφινεν ἓν κέρδος εἰς τὴν Τράπεζαν· διότι, ἀφοῦ ἐπληρόνετο ὁ φόρος τοῦ Δημοσίου καὶ τὰ ἔξοδα τῆς διαχειρίσεως, ἀπέμενε ποσόν τι, ὅπερ ἐχρησίμευε διὰ τὰ δάνεια τῆς καλλιεργείας. Κατὰ τὴν προσεχῆ περίοδον θὰ ἔχωμεν νὰ καλύψωμεν πολὺ μεγαλείτερον ποσὸν διαχειρίσεως· διότι, ἐὰν 250,000 ἢ 300,000 δραχμαὶ ἐπήρκουν διὰ τὴν διαχείρισιν τοῦ παρακρατήματος, ἤδη πρόκειται νὰ διαχειρισθῶμεν πολὺ μεγαλείτερον ποσὸν, διπλάσιον καὶ πλέον ἴσως. Διὰ τοῦτο ποσὸν 500,000 δραχμῶν δὲν θὰ ἐπαρκέσῃ. Ὥστε θὰ ἔχωμεν μεγαλειτέραν δαπάνην διαχειρίσεως, προσέτι δὲ τοὺς τόκους τοῦ δανείου, τὸ ὁποῖον θέλουν χορηγήσει αἱ Τράπεζαι πρὸς τὴν Σταφιδικὴν Τράπεζαν διὰ τὴν ἀγορὰν τοῦ σταφιδοκάρπου, καὶ τὸν φόρον τοῦ Δημοσίου. Τίς ἐγγυᾶται, ὅτι τὰ ποσὰ ταῦτα δὲν θὰ καλυφθῶσιν ἐπὶ ζημίᾳ τῶν σταφιδοπαραγωγῶν, δηλαδὴ μὲ τὸ ἀντίτιμον τοῦ παρακρατήματος, ἐκ τοῦ ὁποίου τίποτε πλέον δὲν θὰ ὑπολειφθῇ διὰ τοὺς παραγωγοὺς, ὡς ἄλλοτε; Βεβαίως δὲν εἴμεθα εἰς θέσιν νὰ κάμωμεν ὑπολογισμὸν ἐπὶ τῇ βάσει τῆς τιμῆς, εἰς τὴν ὁποίαν ὑπελογίσθη ὅτι θὰ πωλῆται ἡ σταφὶς, τὴν ὁποίαν θ’ ἀγοράζουν οἱ οἰνοπνευματοποιοὶ, διότι δὲν γνωρίζομεν αὐτήν· ἀλλὰ πιθανώτατα θὰ προκύπτῃ ζημία. Ἂς κάμωμεν ἕνα ἁπλούστατον ὑπολογισμόν· ἂς ὑποθέσωμεν ὅτι τὸ ποσὸν σταφίδος, τὸ ὁποῖον θὰ παραχθῇ τὸ τρέχον ἔτος, ἀνέρχεται εἰς 380 ἑκατομμύρια λιτρῶν. Ἀνέφερε μίαν ἡμέραν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι τὸ ἀπόθεμα, τὸ ὁποῖον ὑπάρχει ἐκ τῆς περυσινῆς παραγωγῆς, ἀνέρχεται εἰς 22,000,000 λίτρας. Ἑπομένως θὰ ἔχωμεν τὸ ὅλον 402,000,000 λίτρας. Ὑπολογίζομεν νὰ ἐξαγάγωμεν 260,000· τὸ παρακράτημα τῶν 260,000,000 ἀνέρχεται εἰς 52,000,000· θὰ ὑπολειφθῇ ἑπομένως ποσὸν 90,000,000 λιτρῶν, τὸ ὁποῖον πρόκειται ν’ ἀγορασθῇ πρὸς 130 δραχμὰς ἡ χιλιὰς. Ποσὸν 90,000,000 λιτρῶν πρὸς 130 δραχμὰς ἡ χιλιὰς ἀπαιτεῖ ἀξίαν 11,700,000 δραχμῶν.
§160Α. ΣΠΗΛΙΑΔΗΣ. Δὲν θὰ ἦναι οὔτε 80,000,000, οὔτε 70,000,000.
§161ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Βεβαίως δὲν εἶναι.
§162ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἔστω· ἀλλ’ αἱ πληροφορίαι, αἱ πρὸ 15 ἡμερῶν δοθεῖσαι, ἦσαν, ὅτι τὸ ποσὸν ὅλον μετὰ τοῦ ἀποθέματος ἀνέρχεται εἰς τὸ ποσὸν, ὅπερ ἀνέφερα. Ἀλλ’ ἂς λάβωμεν μικρότερον ποσὸν, ἂς λάβωμεν 380,000,000 λίτρας· ἀφαιρέσατε 260,000,000, αἱ ὁποῖαι θὰ ἐξαχθῶσι, μένουν 120,000,000· ἀφαιρέσατε παρακράτημα 52,000,000, μένουν 70,000,000 περίπου. Λοιπὸν 70,000,000 λίτραι πρὸς 130 δραχμὰς ἡ χιλιὰς κάμνουν 9,100,000 δραχμάς. Πόσας ἄλλας δαπάνας θὰ προσθέσωμεν εἰς αὐτὸ τὸ ποσόν; Θὰ προσθέσωμεν 300,000 δρ. διὰ τόκους τοῦ συνομολογηθησομένου δανείου, καὶ ἔχομεν 9,400,000 δραχμάς· τὸν φόρον τοῦ Δημοσίου, καὶ ἔχομεν 10,800,000. Προσθέσατε 500,000 δραχμὰς δι’ ἔξοδα ἀποθηκῶν καὶ προσωπικοῦ, καὶ ἔχομεν 11,300,000 δρ. Εἰς τί ποσὸν πρέπει νὰ πωληθῇ τὸ ποσὸν αὐτὸ τοῦ σταφιδοκάρπου, τὸ ὁποῖον ὁλόκληρον θὰ μένῃ εἰς τὴν Ἑλλάδα;—διότι, ὡς ἐβεβαίωσεν ὁ ἐκ Πατρῶν ἀξιότιμος Βουλευτὴς, οὐδὲ καθ’ ὑπόνοιαν πρέπει νὰ ὑποθέσωμεν, ὅτι θὰ ἐξαχθῇ ὁ σταφιδόκαρπος οὗτος.—Θὰ ἔχωμεν 70,000,000, καὶ 52,000,000 παρακράτημα, τὸ ὅλον 122,000,000 λίτρας, αἱ ὁποῖαι πρέπει νὰ καταναλωθῶσιν ἐν τῷ ἐσωτερικῷ. Πρέπει τὰ 122,000,000 αὐτὰ λιτρῶν νὰ πωληθῶσιν εἰς τοιαύτην τιμὴν, ὥστε οὐ μόνον ν’ ἀποδώσουν τὸ ποσὸν αὐτὸ τῶν 11,300,000, ἀλλὰ καὶ ν’ ἀφήσουν ἓν περίσσευμα ἴσον πρὸς ἐκεῖνο, ὅπερ ἀνελόγει πρὶν ἐκ μόνου τοῦ παρακρατήματος. Βεβαίως ἄνω τῶν 115 δραχμῶν. Τὸ παράδειγμα αὐτὸ ἀνέφερα, ἵνα δείξω, ὅτι εἶναι λίαν ἐνδιαφέρον νὰ βεβαιωθῶμεν εἰς ποίας τιμὰς θ’ ἀγοράζηται ἡ σταφὶς τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης, καὶ εἰς ποίαν θ’ ἀγοράζηται τὸ παρακράτημα ὑπὸ τῆς ὁμάδος τῶν οἰνοπνευματοποιῶν, ὅπως μάθωμεν ποίαν ζημίαν θὰ ἔχωμεν ἐν συγκρίσει πρὸς τὰ παρελθόντα ἔτη. Δὲν εἶναι λοιπὸν ἐπουσιῶδες, ὡς ἠθέλησαν νὰ παραστήσουν, τὸ νὰ μάθωμεν ταῦτα. Ἐὰν ὑπάρχωσιν ὅροι ἐν τῇ συμβάσει, οἱ ὁποῖοι δὲν πρέπει ν’ ἀποκαλυφθῶσιν ἐν τῇ Βουλῇ, ὅροι οἱ ὁποῖοι θίγουν τὰ συμφέροντα τῶν οἰνοπαραγωγῶν, ἂς μὴ ἀποκαλυφθῶσιν, ἐὰν ἐκ τῆς παρασιωπήσεως αὐτῶν δὲν βλάπτωνται τὰ συμφέροντα τῶν παραγωγῶν. Ἀλλ’ ἐὰν ταῦτα θίγωνται, τὸ συμφέρον τῶν οἰνοπαραγωγῶν πρέπει νὰ ὑποχωρήσῃ εἰς τὸ τῶν παραγωγῶν, καὶ ἡ Κυβέρνησις πρέπει νὰ καταστήσῃ γνωστοὺς ὅσους ἐγκρίνῃ ὅρους πρὸς διαφώτισιν τῆς Βουλῆς. Ἡ Βουλὴ δὲν πρέπει ν’ ἀποφασίζῃ ἐν ἀγνοίᾳ οὐσιωδῶν τῆς συμβάσεως ὅρων. Ἐπιμένω διὰ τοῦτο παρακαλῶν τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ἐὰν δὲν νομίζῃ πρέπον ν’ ἀνακοινώσῃ ὁλόκληρον τὴν σύμβασιν, νὰ ἀνακοινώσῃ τοὐλάχιστον τὰ δύο θέματα, περὶ ὧν ἐλάλησα, καὶ πᾶν ἄλλο, τὸ ὁποῖον νομίζει ὅτι πρέπει νὰ γνωρίζῃ ἡ Βουλὴ, ὅπως σχηματίσῃ πλήρη ἰδέαν περὶ τῆς συμβάσεως.
§163Ν. ΜΙΣΥΡΛΗΣ. Καὶ ἐγὼ, κύριε Πρόεδρε, βεβαίως δὲν θὰ ἐπιμείνω νὰ κατατεθῇ ἡ σύμβασις, ἐὰν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νομίζῃ, ὅτι παραβλάπτονται τὰ συμφέροντα τῶν σταφιδοπαραγωγῶν.
§164Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸ δὲν τὸ γνωρίζομεν, ἐὰν ὑπάρχῃ καὶ ἄλλη σύμβασις.
§165ΜΙΣΥΡΛΗΣ. Εἰς τὸ ἄρθρον 6 ἀκριβῶς ἀναφέρεται, ὅτι ὑπάρχει σύμβασις, χρονολογουμένη ἀπὸ 9 Ἰουνίου ἐ. ἔ.
§166Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Περὶ τούτου δὲν ὑπάρχει ἀντίρρησις, διότι ἐγὼ ἀνεκοίνωσα εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτε εἰσῆγον τὸ νομοσχέδιον, ὅτι συνωμολογήθη τοιαύτη σύμβασις.
§167ΜΙΣΥΡΛΗΣ. Τοῦτο εἶναι πασίγνωστον, διότι ἀναφέρεται εἰς τὸ ἄρθρον 6. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι, ἐὰν δὲν ὑπάρχῃ κώλυμα, πρέπει νὰ κατατεθῇ ἡ σύμβασις ἐκείνη, πρῶτον διότι, ὡς εἶπε καὶ ὁ ἐκ Μεσολογγίου ἀξιότιμος συνάδελφος, πρέπει νὰ ἦναι γνωστὸν ἐπισήμως καὶ θετικῶς ἐν τῇ Βουλῇ, ὅτι δὲν πρόκειται περὶ ἐξαγωγῆς εἰς τὴν ἀλλοδαπὴν τοῦ ἀγορασθησομένου σταφιδοκάρπου, καὶ δεύτερον πρέπει νὰ γνωρίζωμεν τὰς τιμὰς, εἰς τὰς ὁποίας οἱ οἰνοπνευματοποιοὶ θέλουσιν ἀγοράζει τὴν σταφίδα. Τοῦτο θέλει δώσει τὸ ἐνδόσιμον νὰ κρίνωμεν, ἐὰν εἶναι δικαιολογημένη ἡ τιμὴ τῶν 130 δραχμῶν, εἰς τὴν ὁποίαν θέλει ἀγοράζει τὸ ποσὸν ἡ Σταφιδικὴ Τράπεζα. Διότι, Κύριοι, ἡ τιμὴ τῶν 130 δραχμῶν βεβαίως δὲν εἶναι ἱκανοποιητικὴ διὰ τοὺς σταφιδοπαραγωγοὺς, διότι βεβαίως θὰ ἐξαιρέσητε τοὺς φόρους, οἱ ὁποῖοι θὰ κρατῶνται ἀπὸ τοὺς σταφιδοπαραγωγοὺς, τοὺς φόρους τοὺς δημοτικοὺς καὶ λιμενικοὺς, θὰ ἐξαιρέσητε τὰ ἔξοδα τῆς μεταφορᾶς, διότι διὰ τὴν μεταφορὰν π. χ. ἀπὸ Πύλου εἰς Καλάμας πρέπει νὰ λογαριάσητε πέντε ἢ ἓξ δραχμὰς τὴν χιλιάδα, θέλετε δὲ καὶ 15 δραχμὰς διὰ διάφορα ἔξοδα· θέλουσι μείνει λοιπὸν 117 δραχμαὶ καθαραὶ εἰς τὸν παραγωγὸν, καὶ ἐγὼ τοὐλάχιστον ὀφείλω νὰ ποιήσωμαι τὴν παρατήρησιν, ὅτι δὲν εἶναι ἱκανοποιητικὴ ἡ τιμὴ αὕτη, καὶ νὰ διαμαρτυρηθῶ. Διότι δὲν εἶναι μόνον τοῦτο, ὅτι ἡ τιμὴ διὰ τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον θ’ ἀγοράζῃ ἡ Σταφιδικὴ Τράπεζα, δὲν εἶναι ἱκανοποιητικὴ, ἀλλ’ ἡ τιμὴ αὕτη εἶναι ἐνδεικτικὴ καὶ διὰ τὴν τιμὴν, εἰς τὴν ὁποίαν θὰ πωληθῇ ἡ σταφὶς εἰς τὸ ἐξωτερικόν. Τοῦτο λοιπὸν θεωρῶ ἐπιβλαβέστατον εἰς τοὺς σταφιδοπαραγωγοὺς, καὶ δι’ αὐτὸ πρέπει νὰ κατατεθῇ ἡ σύμβασις, ἵνα ἴδωμεν μήπως εἶναι δυνατὸν νὰ δοθῇ τιμὴ μεγαλειτέρα, ὅπως ἱκανοποιῶνται οἱ σταφιδοπαραγωγοὶ, καὶ διὰ τοῦτο παρακαλῶ, ἐὰν δὲν ὑπάρχῃ κώλυμά τι, νὰ κατατεθῇ ἡ σύμβασις.
§168Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἡ παρατήρησις τοῦ κυρίου Βουλευτοῦ ἐκ Πυλίας μοὶ ἀναμιμνήσκει τὰς ἡμέρας τῆς συζητήσεως τῆς συμβάσεως περὶ παραχωρήσεως τῆς σταφίδος εἰς τὴν Ἑταιρείαν τοῦ Μονοπωλίου. Τότε οἱ ἀντιπρόσωποι τῶν σταφιδοφόρων ἐπαρχιῶν ἡμιλλῶντο νὰ ἀναβιβάσωσι τὴν τιμὴν τῆς σταφίδος, τῆς παραγομένης ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ ἑκάστου, εἰς μεγαλείτερον βαθμὸν ἐκείνου, ὃν ἀνέγραφεν ἡ σύμβασις. Ἀλλὰ τότε ὑπῆρχεν εἷς λόγος, ὁ ὁποῖος δὲν ὑπάρχει σήμερον, διότι νῦν πᾶς ὅστις δὲν στέργει νὰ πωλήσῃ πρὸς 130 δρ. τὸ χιλιόλιτρον τὴν σταφίδα του δύναται νὰ κρατήσῃ τὸν καρπόν του, μηδεμιᾶς ἐπιβαλλομένης αὐτῷ ὑποχρεώσεως. Αἱ περιστάσεις τῶν παραγωγῶν καὶ τὸ ἐμπόριον τῆς σταφίδος ἐπιβάλλουσι νῦν καθήκοντα εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν, ὅπως προνοήσῃ νὰ διαρρυθμισθῶσι τὰ τῆς ἐφετεινῆς ἐσοδείας, πρὸς ἀποφυγὴν ζημιῶν καὶ συμφορῶν εἰς τοὺς σταφιδοπαραγωγούς. Ποία δὲ εἶναι ἡ πρόνοια, τὴν ὁποίαν ἔπρεπε νὰ προβάλωμεν; καὶ μέχρι τίνος ὁρίου ἤθελεν ἐπεκταθῆ; Ἡ ἔρευνα τῶν θεμάτων τούτων εἶναι συναφὴς πρὸς τὴν ἐξέτασιν τῆς καταστάσεως τῶν παραγωγῶν καὶ τοῦ ἐμπορίου. Οἱ πλεῖστοι φρονοῦσιν, ὅτι θέλει ὑπάρξει ἓν ποσὸν ἀνερχόμενον εἰς ὀγδοήκοντα ἢ ἑβδομήκοντα ἑκατομμύρια λιτρῶν, καὶ ὅτι ὑπολείπεται ἔτι ποσὸν ἐκ τῆς περυσινῆς ἐσοδείας. Ἡ κατάστασις τῆς ἐμπορίας δὲν ἐνθαρρύνει νὰ ἐπαναπαυθῶμεν εἰς τὴν ζήτησιν τοῦ ποσοῦ, τὴν γενησομένην ἀπὸ τὸ ἐμπόριον, ἀλλ’ ἐνδεικνύει ὅτι πρέπει νὰ τρέψωμεν ποσὸν τοῦ σταφιδοκάρπου εἰς τὴν βιομηχανίαν, πρὸς τοῦτο δ’ ἔπρεπε νὰ ἀποβλέψωμεν, λαμβάνοντες τὴν ἀναγκαίαν φροντίδα. Δι’ ὃ ἐπεβλήθη εἰς τὴν Σταφιδικὴν Τράπεζαν νὰ ἀγοράσῃ τὸ περιπλέον ποσὸν τῆς σταφίδος. Πόσον θέλει εἶσθαι τοῦτο, δὲν γνωρίζομεν, διότι ἐξαρτᾶται ἐκ τοῦ παραχθησομένου ποσοῦ καὶ τοῦ ποσοῦ τοῦ παραδοθησομένου εἰς τὸ ἐμπόριον, εἰς τὸ ὁποῖον προστεθήσεται καὶ τὸ ὑπάρχον ἀπόθεμα. Ἀλλ’ ἡ Σταφιδικὴ Τράπεζα δὲν ἔχει μεγάλα κεφάλαια, ἵνα προβῇ εἰς τὴν ἀγοράν· ἦτο ἠναγκασμένη νὰ ζητήσῃ δάνεια, καὶ πρὸς τοῦτο εἶχεν ἀνάγκην τῆς συνδρομῆς τοῦ Κράτους. Ὑπεσχέθημεν λοιπὸν νὰ παρακαλέσωμεν τὴν Βουλήν, ὅπως ἐγγυηθῶμεν εἰς τοὺς δανειστὰς τῆς Τραπέζης, καὶ ὑπελογίσαμεν ὅτι ἠδύνατο νὰ ἀρκέσῃ ποσὸν 6,500,000, τὰ ὁποῖα θέλει διαθέσει ἡ Σταφιδικὴ Τράπεζα πρὸς τοῖς ἄλλοις κεφαλαίοις, τὰ ὁποῖα ἔχει, εἰς ἀγορὰν τῆς σταφίδος· ἀλλ’ ἔπρεπε νὰ φροντίσωμεν καὶ πῶς θέλει διαθέσει τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον θέλει ἀγοράσει. Τὰ 6,500,000 θέλει λαμβάνει κατὰ δόσεις, θέλει δὲ πληρόνει ἀπέναντι τοῦ χρέους της καθ’ ὅσον πωλεῖ· ἑπομένως οἱ τόκοι δὲν πρέπει νὰ ὑπολογισθῶσιν ἐπὶ τοῦ ποσοῦ τῶν 6,500,000, διότι θέλουσιν εἶσθαι ὀλιγώτεροι, ἀφοῦ οὔτε τὸ ποσὸν τοῦ δανείου θέλει λάβει ἀμέσως, οὔτε θέλει πληρόνει τοὺς τόκους εἰς ὡρισμένας δόσεις. Ἔπρεπε δὲ ἡ Σταφιδικὴ Τράπεζα νὰ φροντίσῃ, πῶς θέλει διαθέσει τὸ ποσὸν, ὅπερ δὲν δύναται ν’ ἀποστείλῃ εἰς Εὐρώπην καὶ θέλει τρέψει εἰς βιομηχανικὴν χρῆσιν, θέλει δὲ πωλήσει πρὸς οἰνοπνευματοποίησιν ἢ μιστελοποίησιν. Ἐφροντίσαμεν δὲ νὰ μὴ ἐπέλθῃ ἀνταγωνισμὸς πρὸς τὴν οἰνοποιΐαν, ἢ πρὸς ὡρισμένην τάξιν οἰνοπνευματοποιῶν. Ἀλλὰ ποῖοι εἶναι οἱ ὅροι, ὑφ’ οὓς ἡ Σταφιδικὴ Τράπεζα δανείζεται τὰ χρήματα, ἢ ἐκεῖνοι, καθ’ οὓς συνεβλήθη μὲ τοὺς οἰνοπνευματοποιούς; Ταῦτα εἶναι λεπτομέρειαι, αἱ ὁποῖαι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐνδιαφέρωσι τὴν Βουλήν. Ἀλλὰ γνωρίζω ὅτι ἐλήφθη πρόνοια πρὸς ἀπόδοσιν ἀσφαλῆ τοῦ δανείου ὑπὸ τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης. Οὕτως αἱ Τράπεζαι, αἱ χορηγοῦσαι τὸ δάνειον, δὲν θέλουσι ζημιωθῆ, οὔτε τὸ Δημόσιον θέλει ὑποστῆ ζημίαν, ἐγγυώμενον· διότι οἱ καταβάλλοντες τὸ δάνειον, θέλουσιν ἔχει πρὸς ἐγγύησιν καὶ τὸ Δημόσιον καὶ τὸ προϊόν.
§169Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κύριον Πρωθυπουργὸν νὰ δηλώσῃ, ἂν θὰ καταθέσῃ τὴν σύμβασιν· διότι ἄνευ τῆς γνώσεως αὐτῆς ἀδύνατον νὰ νομοθετήσωμεν. Τί νὰ νομοθετήσωμεν; τί νὰ εἴπωμεν, ὅτι παραδεχόμεθα ὡς νόμον, χωρὶς νὰ γνωρίζωμεν ὑπὸ ποίους ὅρους, ὑπὸ ποίας συνθήκας συνεβλήθησαν οἱ οἰνοπνευματοποιοὶ μὲ τὴν Σταφιδικὴν Τράπεζαν; Ἀλλ’ ὑπάρχει ἀνάγκη γνώσεων πολλῶν, ἵνα κατανοήσῃ τις εἰς τίνα ἄτοπα φέρει τοιοῦτος τρόπος νομοθετήσεως; Ὑπάρχει ἐθνικὸς λόγος ἀνώτερος, ὁ ὁποῖος παρεμποδίζει τὴν ὑποβολὴν τῆς συμβάσεως; Θὰ ἐσιώπων, ὑπείκων εἰς τὴν ἀνάγκην. Ἀλλ’ ἐνόσῳ δὲν ἐνδεικνύεται τοιοῦτος κίνδυνος, εἶναι ἄτοπον καὶ κατὰ θεωρίαν καὶ κατὰ πρᾶξιν νὰ ζητῆτε νὰ ψηφίσωμεν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον περιέχεται ἐν συμβάσει, τὴν ὁποίαν δὲν γνωρίζομεν, καὶ διὰ τοῦτο ζητῶ νὰ κατατεθῇ αὕτη. Εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι ἐγένετο φροντὶς νὰ μὴ διατεθῇ μετὰ διαγωνισμὸν τὸ περίσσευμα τῆς σταφίδος. Κατὰ τοῦ τοιούτου τρόπου τῆς διαθέσεως ἐγένοντο παράπονα ὑπὸ τῶν λοιπῶν οἰνοπνευματοποιῶν, οἱ ὁποῖοι ἔχουσι καταστήματα οἰνοπνευματοποιΐας καὶ μιστελοποιΐας. Οἱ ἀποτελοῦντες τὸν σύνδεσμον καὶ συμβληθέντες μετὰ τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης θ’ ἀγοράσωσι πρὸς 81 δραχ. τὴν χιλιάδα τὴν σταφίδα, εἰς δὲ τοὺς ἄλλους οἰνοπνευματοποιοὺς θὰ τὴν προσφέρωσι πρὸς 120 δραχμάς. Ἑπόμενον εἶναι, ὅτι οἱ τελευταῖοι, ἂν ὄντως οὕτως ἔχωσι τὰ πράγματα, δὲν δύνανται ν’ ἀγοράσωσιν. Ἰδοὺ λοιπὸν, ὅτι ἐκ τῆς γνώσεως τῆς συμβάσεως ἀμέσως θὰ κριθῇ, ἂν καλῶς θὰ πράξῃ ἡ Σταφιδικὴ Τράπεζα νὰ παραδώσῃ ὅλον τὸ περίσσευμα εἰς τοὺς ἀποτελοῦντας τὸν σύνδεσμον, τὸ ὁποῖον οὗτοι θὰ διαθέσωσι κατόπιν πρὸς 120 δραχμάς, κρατοῦντες αὐτοὶ ἀντὶ 81 δρ. τὸ ὑπόλοιπον· καὶ ἐνῷ οὕτω θὰ πράττωσι, θὰ τεθῶσιν οἱ τοῦ συνδέσμου ἐκτὸς διαγωνισμοῦ, ὑπερτεροῦντες καὶ κατανικῶντες ἐν τῇ ἀγορᾷ τοὺς ἀντιπάλους οἰνοπνευματοποιοὺς, οἱ ὁποῖοι ἔχουσι πλήρη ἐγκατάστασιν δι’ οἰνοποίησιν καὶ μιστελοποίησιν, καὶ κάμνουσι μεγίστην ἐξαγωγήν. Καὶ ὁ μὲν ἰδιώτης ὅπως βούλεται διαθέτει τὰ τῆς περιουσίας του· ἀλλ’ ἐὰν νομίζωσί τινες, ὅτι ἡ Σταφιδικὴ Τράπεζα εἶναι ἵδρυμα ἰδιωτικὸν, πλανῶνται. Ὅταν ζητῆται ἡ ἐγγύησις τοῦ Κράτους, ἔχει δικαίωμα τὸ Κράτος νὰ ἐξασφαλίσῃ τὴν ἰσότητα ἐν τῷ διαγωνισμῷ πάντων τῶν βιομηχάνων. Ἄν ἡ δύναμις τῶν Τραπεζῶν, ἐκμεταλλευομένη τὴν ἀνάγκην τοῦ Κράτους, ἀποφασίζῃ μόνη αὐτὴ, τότε πρέπει τοὐλάχιστον νὰ δηλωθῇ ὁ γινόμενος ἐκβιασμὸς, εἰς ὃν νὰ ὑποκύψωμεν χάριν τῶν σταφιδοπαραγωγῶν, ἀλλὰ καὶ νὰ διαμαρτυρηθῶμεν, καὶ θὰ διαμαρτυρηθῶμεν ἐντόνως καὶ μετ’ ἀγανακτήσεως.
§170Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Περὶ τούτων ὀφείλω νὰ δώσω διασάφησιν. Τὴν σύμβασιν τὴν συνομολογηθεῖσαν μεταξὺ τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης καὶ τῶν οἰνοπνευματοποιῶν δὲν κατεθέσαμεν εἰς τὴν Βουλὴν, διότι εἴχομεν τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ἐξακολουθοῦμεν νὰ ἔχωμεν, ὅτι ἡ σύμβασις αὕτη δὲν χρῄζει νομοθετικῆς κυρώσεως· εἶναι σύμβασις μεταξὺ τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης καὶ τῶν οἰνοπνευματοποιῶν. Ἐπὶ τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης τὸ Κράτος ἔχει δικαίωμα ἐπιτηρήσεως καὶ ἐλέγχου, ἀλλὰ τοῦτο δὲν καθιστᾷ ἀναγκαίαν τὴν κύρωσιν, παράγει δὲ μόνον τὴν ὑποχρέωσιν αὐτοῦ, ὅταν ζητηθῇ, νὰ παρέχῃ πληροφορίας εἰς τὴν Βουλὴν· δύναμαι δὲ καὶ ἀπὸ τοῦδε νὰ σᾶς δώσω πληροφορίας περὶ τῶν οἰνοπνευματοποιῶν, οἱ ὁποῖοι ἠθέλησαν ν’ ἀγοράσωσιν ἀπὸ τὴν Σταφιδικὴν Τράπεζαν τὴν σταφίδα. Οἱ πρῶτοι συναλλασσόμενοι εἶναι οἱ κύριοι Ζάννος καὶ Ρὼς, Χαρίλαος καὶ Καμπᾶς. Διατὶ συνηλλάχθη μὲ αὐτούς; Διότι αὐτοὶ ἠδύναντο νὰ παράσχωσιν ἐγγυήσεις χρηματικὰς πρὸς πληρωμὴν εἰς τὴν Σταφιδικὴν Τράπεζαν τοῦ ἀντιτίμου τῆς σταφίδος, τὴν ὁποίαν ἡ Σταφιδικὴ Τράπεζα θέλει ἀγοράσει. Τὴν ἐγγύησιν παρέχει μία τῶν Τραπεζῶν, τῶν καταβαλλουσῶν τὸ χρῆμα, ἡ τῶν Ἀθηνῶν. Εἰς ἐμὲ παρέστησαν καὶ δι’ ἐπιστολῆς καὶ προσωπικῶς οἱ οἰνοπνευματοποιοὶ Φαλήρου καὶ Πειραιῶς, ὁ κ. Κοτσώνης, ὁ κ. Φιλόπουλος, ὁ κ. Σαμαρᾶς, ὁ κ. Πουρῆς, παραπονούμενοι ὅτι ἀποκλείονται ἀπὸ τῆς ἀγορᾶς τῆς σταφίδος. Εἶχον ὄντως προσέλθει εἰς τὴν οἰκίαν μου, καθ’ ὃν χρόνον συνεζητεῖτο ἡ σύμβασις μετὰ τῆς Ἑταιρείας περὶ μονοπωλίου τῆς σταφίδος, οἱ εἰρημένοι οἰνοπνευματοποιοὶ καὶ οἱ τῆς Σύρου καὶ τῆς Χαλκίδος, καὶ ἐζήτησαν νὰ μετάσχωσι τῆς ἀγορᾶς τῆς σταφίδος· παραπονέθησαν διότι παρεχωρεῖτο τότε ἡ σταφὶς εἰς τοὺς Ἄγγλους καὶ δὲν παρείχετο εἰς τὴν βιομηχανίαν. Ἐξήγησα εἰς αὐτοὺς, ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ πραγματοποιηθῇ ἡ ἐπιθυμία των, ἥτις εὑρίσκετο ἐν ἀντιθέσει πρὸς τὰς ἐπιθυμίας ἄλλων τάξεων βιομηχανίας. Ἐὰν πωλῆται ἡ σταφὶς πρὸς κατασκευὴν οἰνοπνεύματος, οἱ οἰνοπνευματοποιοὶ βεβαίως ὠφελοῦνται, ἀλλὰ δὲν πωλεῖται ἡ σταφὶς εἰς τοὺς οἰνοπνευματοποιοὺς, εἰμὴ τότε, ὅταν ἡ σταφὶς δὲν δύναται νὰ ἐξαχθῇ εἰς τὸ ἐμπόριον. «Ὅθεν, εἶπον αὐτοῖς, πρέπει νὰ ζημιώνηται, νὰ καταστρέφηται ἡ τάξις τῶν σταφιδοπαραγωγῶν διὰ νὰ κερδαίνητε ὑμεῖς, ἡ τάξις τῶν οἰνοπνευματοποιῶν.» Ἐζήτησαν τότε παρ’ ἐμοῦ καὶ μοὶ ἐξέφρασαν μετ’ ἐπιμονῆς τὴν ἐπιθυμίαν, — ἵνα μὴ εἴπω μὲ παρεκάλεσαν,—νὰ φροντίσω, ἵνα δοθῇ εἰς αὐτοὺς ποσόν τι ἐκ τῆς σταφίδος. Μοὶ εἶπον δὲ, καὶ ἐν τῇ ἐπιστολῇ των ἔγραψαν, ὅτι δύνανται ν’ ἀγοράσωσι μέχρι τοσούτου ποσοῦ. Τώρα οἱ κύριοι Χαρίλαος, Καμπᾶς, καὶ Ζᾶννος καὶ Ρὼς ἀγοράζουσι τὸ ποσὸν τῆς σταφίδος, τὸ ὑπολειφθησόμενον μετὰ τὴν ἐξαγωγὴν τῆς παραγωγῆς. Οἱ ἀγορασταὶ δ’ οὗτοι πωλοῦσι πρὸς τοὺς οἰνοπνευματοποιοὺς τοῦ Πειραιῶς ποσὸν ὡρισμένον. Ἀλλὰ ἐνῷ ταῦτα εἶχον οὕτω, προσῆλθεν εἰς ἐμὲ καὶ ὁ κ. Μεταξᾶς, τὸν ὁποῖον δὲν ἐγνώριζον, καὶ μοὶ ἐδήλωσεν, ὅτι θέλει καὶ αὐτὸς ν’ ἀγοράσῃ σταφίδα. Συνέστησα αὐτῷ ν’ ἀποταθῇ πρὸς τὸν Διευθυντὴν τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ἀλλὰ καὶ ἐγὼ ἔγραψα, συστήσας εἰς τὰς Τραπέζας τὴν ἀξίωσιν ταύτην τῶν οἰνοπνευματοποιῶν. Ἀλλὰ προβάλλεται ἀξίωσις ἄλλη· ἡ ὑποχρέωσις τῶν οἰνοπνευματοποιῶν νὰ καταναλίσκωσι τὸ προϊὸν τῆς βιομηχανίας των μόνον ἐν τῷ ἐσωτερικῷ. Ἐξήτασα τὰ περὶ τούτου, καὶ ἔλαβον πληροφορίας, ὅτι οἱ οἰνοπνευματοποιοὶ τοῦ Φαλήρου δὲν ἐξάγουσιν εἰς τὴν ἀλλοδαπὴν οἰνόπνευμα πάντες, καὶ οἱ ἐξάγοντες ἐξάγουσιν ὀλίγον ποσόν. Νομίζω δὲ, ὅτι δὲν πρόκειται νὰ ὑποστῶσι ζημίαν τινὰ ἕνεκα τῆς ὑποχρεώσεως ταύτης. Προετιμήθησαν ἀληθῶς οἱ κ. κ. Ζᾶννος καὶ Ρὼς, Χαρίλαος καὶ Καμπᾶς, ἀλλὰ τοῦτο ἐγένετο ἕνεκα τῆς χρηματικῆς ἐγγυήσεως, τὴν ὁποίαν προσέφερον, ἐνῷ οἱ κύριοι Πουρῆς, Φιλόπουλος καὶ Κοτσώνης δὲν ἠθέλησαν νὰ δώσωσιν ἐγγύησιν. Πρέπει δὲ νὰ σᾶς παρατηρήσω, ὅτι μεταξὺ τῶν συναγωνισθέντων ὑπάρχει καί τις ἐπιχείρησις μεγάλη. Ὅτε ἐπεσκέφθην πρὸ δύο ἐτῶν τὰς Καλάμας, ἐπεσκέφθην καὶ τὸ κατάστημα τῶν κ. κ. Ζάννου καὶ Ρὼς, εὗρον δὲ ἐγκατάστασιν μεγάλην, πλουσιωτάτην, εὗρον ἀποθήκας μεγάλας, μιστελίου μέγα ποσόν. Ἐν τούτοις κατεβάλομεν πᾶσαν προσπάθειαν, ἵνα ἀσφαλίσωμεν τὴν συμμετοχὴν τῶν κεφαλαιούχων, καὶ ἐλπίζω ὅτι θέλομεν καταλήξει εἰς εὐχάριστον ἀποτέλεσμα.
§171Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Νομίζω, κύριε Πρόεδρε, ὅτι αὐτοὶ δὲν θὰ λάβωσιν οὐδόλως. Ὑπάρχουσι καταστήματα, τὰ ὁποῖα ἐργάζονται εἰς τὴν οἰνοποίησιν καὶ μιστελοποίησιν τῆς σταφίδος, καὶ ἀποστέλλουσιν αὐτὴν εἰς τὸ ἐξωτερικόν. Αὐτὰ εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐργασθῶσιν, ἀγοράζοντα τὴν σταφίδα πρὸς 120 δραχμάς. Διὰ τοῦτο δὲν εἶναι ἀκριβὲς, ὅτι ηὐχαριστήθησαν ὡς πρὸς τὴν διάθεσιν τοῦ ποσοῦ πρὸς 120 δραχμάς. Τὸ ποσὸν παρέχουσιν οἱ συμβληθέντες μετὰ τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης, οὐχὶ διότι θέλουσι νὰ εὐχαριστήσωσι τοὺς ἄλλους, τοὺς ἀνταγωνιστάς των, ἀλλὰ διότι προβλέπουσιν ὅτι θ’ ἀναγκασθῶσι νὰ λάβωσι πλειότερον ποσὸν ἢ ὅσον χρειάζονται, καὶ διὰ τοῦτο τὸ ποσὸν αὐτὸ, προτιμῶσιν, ἀντὶ νὰ τὸ ἀποστείλωσιν εἰς τὸ ἐξωτερικὸν, νὰ τὸ καταναλώσωσιν εἰς τὸ ἐσωτερικόν. Τὸ ἀληθὲς εἶναι, ὅτι ἐζητήθησαν ἐγγυήσεις παρὰ τῶν ἀγοραστῶν, ἀλλὰ πρέπει νὰ ὑπολογίσωμεν, ὅτι τὸ Κράτος ἔρχεται αὐτὸ καὶ ἐγγυᾶται εἰς τὰς Τραπέζας. Καὶ ἐρωτῶ: αἱ Τράπεζαι δὲν ἐμπιστεύονται εἰς τὸ Κράτος; ἢ μήπως θεωροῦσιν ἀνωτέραν τὴν ἐγγύησιν τῶν συμβαλλομένων, ὡς τοιούτων, τῆς ἐγγυήσεως τοῦ Κράτους;
§172ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Δὲν περιέχει τοιοῦτόν τι ἡ σύμβασις.
§173ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Βλέπετε λοιπὸν, ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ προσαχθῇ ἡ σύμβασις, διὰ νὰ γνωρίζωμεν καὶ ἡμεῖς ἐπισήμως, ὡς γνωρίζετε σεῖς ἰδιαιτέρως, τοὺς ὅρους αὐτῆς. Πάντως ὅμως τὸ γεγονὸς εἶναι, ὅτι, ἐνῷ ἡ Τράπεζα ἀφ’ ἑνὸς παρέχει δάνειον, ἀφ’ ἑτέρου καὶ ἐγγυᾶται ὑπὲρ τῶν ὀφειλετῶν καὶ βεβαίως δὲν εἶναι δυνατὸν διαγωνιζόμενος ἔμπορος ἢ βιομήχανος νὰ ἔχῃ ἐγγύησιν ἐξισουμένην πρὸς τὴν ἐγγύησιν, ἣν παρέχει πρὸς ἑαυτὴν ἡ Τράπεζα Ἀθηνῶν,— διότι περὶ τούτου κυρίως πρόκειται.—Φυσικῷ τῷ λόγῳ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γείνῃ ἐλεύθερον ἐμπόριον καὶ διαγωνισμὸς περὶ τῆς ἀγορᾶς τοῦ παρακρατήματος ὑπὸ τοιούτους ὅρους. Ὅταν ἔρχωνται πολῖται, ὡς οἱ οἰνοπνευματοποιοὶ Πειραιῶς καὶ ἄλλων μερῶν, καὶ λέγωσιν: «ὑποθηκεύομεν τὰ καταστήματά μας· δόσατέ μας σταφίδα 100,000 δραχμῶν», ὅταν τὸ Κράτος παρέχῃ τὴν ἐγγύησίν του, ἐρωτῶ, δὲν εἶναι ὑπολογισμὸς ὑπὲρ τῶν μονοπωλιακῶν ἰδεῶν νὰ καταστήσωμεν σωματεῖα καὶ ὁμάδας, ἵνα συγκεντρώσωμεν τὸ κέρδος εἰς αὐτάς; Μήπως τὸ ἴδιον δὲν ἀπεπειράθησαν νὰ ἐπιτύχωσι πρό τινων ἐτῶν, ὅτε διετέθη ὁ σταφιδόκαρπος ὁ ἐκ τῆς παρακρατήσεως ὑπὲρ ὡρισμένης ὁμάδος; Καὶ ὅτε ἀνεκοινώθη εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι ἐγένετο μονοπώλιον διαθέσεως τοῦ παρακρατήματος, ὁ κ. Σιμόπουλος, Ὑπουργὸς τότε ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, τηλεγραφικῶς συνεννοήθη μετὰ τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης ἐν Πάτραις, καὶ ἐπῆλθεν ἡ ματαίωσις τῆς συμφωνίας καὶ ἡ συμφώνως πρὸς τὰς ἀνάγκας πάσης τῆς ἀγορᾶς διάθεσις τοῦ παρακρατήματος. Κύριοι, ἀρκετὸν εἶναι, καὶ καταστρεπτικὸν διὰ τὴν παραγωγὴν, ὅτι ἡμεῖς εὑρισκόμεθα ὑπὸ τὸ βάρος ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας· μὴ ἐκζητῶμεν διὰ παντὸς τρόπου, τὸ κακὸν τοῦτο, τὸ ὁποῖον δὲν δυνάμεθα νὰ διορθώσωμεν, νὰ τὸ ἐπαυξήσωμεν, προσθέτοντες σωρείαν ἄλλων μέτρων, ἐπιδεινούντων τὴν κατάστασιν τῆς ἀγορᾶς καὶ διασαλευόντων τὸν ὑπολογισμὸν τῆς παραγωγῆς. Καταλήγων ἰσχυρίζομαι, ὅτι καὶ εὔλογον καὶ ὠφέλιμον εἶναι, διότι εἰς οὐδὲν προσκρούει, νὰ ζητηθῇ, ὅπως ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἔχουσιν ἤδη ἐγκαταστάσεις πρὸς παραγωγὴν, προσφέρωσι τὴν ἐγγύησίν των, ὄντες βιομήχανοι ἀξιόχρεοι, καὶ λάβωσι καὶ αὐτοὶ 2 ἢ 3 ἑκατομμύρια λίτρας σταφίδος διὰ τὴν βιομηχανίαν τὴν ἀναγκαίαν. Τοῦτο εἶναι καὶ δίκαιον καὶ κοινωνικῶς ὠφέλιμον, ἀλλ’ ἰδίως ἐμπνέει τὴν πεποίθησιν εἰς πάντα, ὅτι καὶ εἰς τοῦτο τὸ Κράτος εἶναι εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχῃ ἓν ἀσφαλὲς ἔδαφος μία ἐμπορικὴ ἐπιχείρησις· διότι, ἐὰν λείψῃ ἡ ἀσφάλεια αὕτη, εἶναι ἀδύνατον νὰ σᾶς ἀγαπήσουν τὰ κεφάλαια καὶ νὰ προσέλθουν καὶ νὰ διατηρηθῶσιν ἐν τῷ τόπῳ. Τὸ πολὺ εἰς μίαν, περιωρισμένην καὶ ταύτην, ἐπιχείρησιν δύνανται ἀσφαλῶς νὰ διατεθῶσιν, εἰς μετατροπὴν τῶν δηλαδὴ εἰς καλλιμάρμαρα μόνον τῶν Ἀθηνῶν οἰκοδομήματα.
§174Δ. Π. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§175Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Ἡ καλὴ πίστις εἶναι ἡ βάσις, τὴν ὁποίαν συμβουλεύω νὰ τηρῇ εἰς τὰς συζητήσεις ὁ νεκρὸς συνάδελφος, ὁ ὁποῖος πολλὰ ὑπόσχεται εἰς ἡμᾶς. Πρὸ παντὸς δὲν ἐπιτρέπεται εἰς αὐτὸν νὰ παραμορφώνῃ τὰ γεγονότα.
§176Δ. Π. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Δὲν παρεμόρφωσα οὐδὲν γεγονός. Ἀποδείξατε τοῦτο.
§177Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Δὲν εἶπον ἐγὼ—καὶ ἐπικαλοῦμαι τὴν μαρτυρίαν τῆς Βουλῆς—ὅ,τι ἰσχυρίσθητε. Ἐγὼ εἶπον τὸ ἑξῆς. Ὑπὸ τοὺς αὐτοὺς ὅρους, ὑπὸ τοὺς ὁποίους ἀπεδέχθησαν καὶ οἱ συναλλαχθέντες πρὸς τὴν Σταφιδικὴν Τράπεζαν ν’ ἀγοράζωσι σταφίδα, ὑπὸ τοὺς αὐτοὺς πρέπει αὕτη νὰ χορηγήσῃ σταφίδα καὶ εἰς τοὺς λοιποὺς οἰνοπνευματοποιοὺς. Οὐδὲ εἶπον ὅτι πρὸ τῶν συμφερόντων αὐτῶν πρέπει νὰ ὀρρωδήσωμεν· διότι εἶπον ῥητῶς, ὅτι ὑπάρχουσιν ἀνώτερα συμφέροντα τῶν συμφερόντων τῶν οἰνοπνευματοποιῶν. Ἐδήλωσα καὶ τοῦτο, ποιούμενος τὴν σύστασιν ταύτην, καὶ εἶπον, ὅτι ἡ σύμβασις θὰ ψηφισθῇ ἐπὶ τέλους, καὶ ἂν ἀκόμη, παρὰ τὴν ἐπιβαλλομένην ἀνάγκην, δὲν θὰ ἠδύνατο ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ φέρῃ τὴν σύμβασιν, νὰ ὑποβάλῃ ταύτην. Διότι εἶναι μεγάλη ἡ ἀνάγκη, ἡ ὁποία πιέζει ἡμᾶς. Εὑρισκόμεθα πρὸ σοβαροῦ ζητήματος, τοῦ ὁποίου τὴν σημασίαν ἀναγνωρίζω, ἂν οὐχὶ πλειότερον, τοὐλάχιστον ὅσον καὶ ὁ προλαλήσας. Ὀφείλομεν ὅμως νὰ καυτηριάσωμεν τὸν γινόμενον βιασμὸν, εἰς τὸν ὁποῖον μᾶς ὑποβάλλουσιν, ὅπως θυσιάσωμεν συμφέροντα μερικώτερα, τὰ ὁποῖα ἠδυνάμεθα νὰ μὴ θυσιάσωμεν, ψηφίζοντες τὴν σύμβασιν.
§178Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ποῖος, Κύριοι, εἶναι ὁ βιασμὸς, περὶ τοῦ ὁποίου ὡμίλησε πρὸ ὀλίγου ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς συνάδελφος; Ποῖος εἶναι ὁ βιασμὸς τῶν συμφερόντων, ὅστις ἐτελέσθη διὰ τῆς συμβάσεως τῆς εἰσαχθείσης εἰς τὴν Βουλὴν, ἥτις συνετελέσθη μεταξὺ τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης καὶ τινος ἐπιτροπῆς τῶν οἰνοπνευματοποιῶν; Ποία εἶναι ἡ ἐκβίασις τῶν οἰνοπνευματοποιῶν, οἱ ὁποῖοι συνεβλήθησαν μετὰ τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης, οἵτινες ὑπεχρεώθησαν ἐκ τῆς συμβάσεως μετὰ τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης ν’ ἀγοράζωσι τὸ προϊόν; Καὶ ποῖον εἶναι τὸ συμφέρον τὸ κοινωνικὸν, τὸ ὁποῖον καταστρέφεται, ἀσχέτως ἐὰν ἡ σύμβασις αὕτη ψηφισθῇ ἢ μή; Τὸ συμφέρον 5 ἢ 10 οἰνοπνευματοποιῶν τῆς χώρας; Ἀλλὰ διὰ τοῦ νομοσχεδίου καὶ τῆς συμβάσεως, ἡ ὁποία δι’ αὐτοῦ πρόκειται νὰ κυρωθῇ, προτιθέμεθα νὰ προστατεύσωμεν τὰ συμφέροντα 75 ὁλοκλήρων χιλιάδων οἰκογενειῶν σταφιδοπαραγωγῶν· καὶ περὶ τούτων προνοεῖ ἡ σύμβασις. Τοῦτο εἶναι τὸ συμφέρον τὸ κοινωνικὸν, τοῦ ὁποίου καλεῖται ἡ Βουλὴ νὰ ἀναλάβῃ τὴν προστασίαν. Εὑρίσκει μηδαμινὸν ὁ κ. Βουλευτὴς τὸ ἔργον τοῦ νὰ προστατευθῶσιν 75,000 οἰκογένειαι, ἀπέναντι τῆς ζημίας τῶν συμφερόντων 5 ἢ 10 ἀτόμων; Νομίζω ὅτι εἶναι πλέον ἢ δίκαιον νὰ ὑποχωρήσωσι τὰ συμφέροντα αὐτῶν ἀπέναντι τῶν συμφερόντων τῶν 75,000 οἰκογενειῶν. Οὗτος εἶναι ὁ σκοπὸς τοῦ νομοσχεδίου. Βιασμὸν, εἶπεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς, ὅτι καθιεροῖ ἡ σύμβασις, χωρίσασα τοὺς μὲν ἀπὸ τοὺς δὲ, χωρίσασα τὰ πρόβατα ἀπὸ τὰ ἐρίφια. Καὶ εἶπεν: «αὐτοὺς μὲν προστατεύετε, ἐκείνους δὲ ἀποκεφαλίζετε». Ἀλλὰ τοῦτο οὐδόλως εἶναι ἀληθές. Περὶ τίνος πρόκειται; Ὑποχρεοῦμεν τὴν Σταφιδικὴν Τράπεζαν νὰ ἀγοράσῃ ἐκ τῆς παραγωγῆς τοῦ ἐπιόντος ἔτους τὸ πέραν τῶν 260,000,000 ποσόν. Πῶς θὰ ἀγορασθῇ τὸ ποσὸν τοῦτο; Διὰ χρημάτων τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης. Ἀλλὰ ταῦτα εἶναι περιουσία τῶν σταφιδοπαραγωγῶν, ἑπομένως θ’ ἀγορασθῇ διὰ χρημάτων αὐτῶν. Δὲν θὰ δυνηθῆτε δὲ νὰ ὑποχρεώσητε ὑμεῖς τοὺς σταφιδοπαραγωγοὺς; ἢ τὸ ὄργανον αὐτῶν,—διότι ὡς τοιοῦτον ἐνομοθετήθη ἡ Σταφιδικὴ Τράπεζα,—ἵνα διαθέσῃ, ὅπως ὑμεῖς βούλεσθε, τὸ προϊόν τῆς ἀγορᾶς, τῆς γενομένης διὰ τῶν χρημάτων αὐτῶν.
§179Ι. ΣΤΑΙΚΟΣ. Ἐγγυᾶται τὸ ἔθνος.
§180ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν ἡ Σταφιδικὴ Τράπεζα ἀγοράζῃ διὰ τῶν ἰδίων αὐτῆς χρημάτων, διὰ τῶν χρημάτων, ἅτινα εἶναι χρήματα καὶ τῶν σταφιδοπαραγωγῶν, εἶναι ὀρθὸν οἱ σταφιδοπαραγωγοὶ νὰ διαθέσωσι τὸν εἰς αὐτοὺς ἀνήκοντα καρπὸν κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον. Πῶς ὑμεῖς ἀξιοῦτε παρὰ τῶν σταφιδοπαραγωγῶν, τῶν καταβαλόντων τὸ χρῆμα διὰ τὴν ἀγορὰν, νὰ διαθέσωσι τὸ ἀγορασθὲν πρᾶγμα εἰς τοὺς οἰνοπνευματοποιοὺς, οἱ ὁποῖοι ἐξηρέθησαν τῆς συμβάσεως; Ἐγένετο λόγος περὶ συναγωνισμοῦ καὶ περὶ ἄλλων. Δὲν ἠξεύρω ἐὰν ἔγεινε συναγωνισμὸς μεταξὺ ὁμάδων οἰνοπνευματοποιῶν, θελόντων νὰ συμμετάσχωσιν εἰς τὴν ἀγοράν. Ἀλλὰ τὸ γεγονὸς εἶναι τοῦτο, ὅτι ἡ Τράπεζα, ἅπαξ ἀγοράσασα τὸ προϊὸν, εἶναι ἐλευθέρα καὶ πρέπει νὰ ᾖναι ἐλευθέρα νὰ διαθέσῃ τὸ προϊὸν τοῦτο. Ἀλλὰ καὶ αὐτὰ ἀκόμη, Κύριοι, τὰ συμφέροντα τῶν οἰνοπνευματοποιῶν ἐκείνων, οἵτινες δὲν περιελήφθησαν ἐν τῇ συμβάσει καὶ τῶν ὁποίων πρόμαχος καὶ προστάτης ἀνηγέρθη ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτής, καὶ αὐτὰ τὰ συμφέροντα τῶν οἰνοπνευματοποιῶν τούτων ἐπαρκῶς προστατεύονται διὰ τῆς συμβάσεως κατὰ τοῦτο, καθ’ ὅσον, ἂν δὲν προστατεύωνται, οὐδόλως παραβλάπτονται δι’ αὐτῆς. Ἡ σύμβασις ἰσχύει διὰ τὸ ἔτος τοῦτο· δι’ αὐτῆς λαμβάνονται μέτρα προσωρινὰ διὰ τὴν ἐπικειμένην ἐσοδείαν· ἀλλὰ μέχρι τοῦδε τί ἔπραττον οἱ οἰνοπνευματοποιοὶ ἐκεῖνοι, οἱ ἐργαζόμενοι ἐν τῇ χώρᾳ; Ἐπρομηθεύοντο τὴν πρώτην αὑτῶν ὕλην ἐκ τῶν ἀποθηκῶν τῆς Τραπέζης. Ἀλλὰ τοῦτο μήπως δὲν θὰ συμβῇ καὶ ἐν τῷ μέλλοντι; Ἡ ὑποχρέωσις τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης, ἵνα πωλήσῃ τὸν σταφιδόκαρπον εἰς τοὺς μετ’ αὐτῆς συμβληθέντας οἰνοπνευματοποιοὺς, ἀφορᾷ τὸν σταφιδόκαρπον τὸν ἀγορασθησόμενον πέραν τῆς παραγωγῆς τῶν 260,000,000 λιτρῶν. Ἀλλὰ πλὴν τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον θὰ ὑπερβαίνῃ τὸ ποσὸν τῶν 260 ἑκατομμυρίων, ἡ Σταφιδικὴ Τράπεζα κατὰ τὴν ἐπιοῦσαν ἐσοδείαν θ’ ἀποταμιεύσῃ ἐν ταῖς ἀποθήκαις αὑτῆς καὶ ἕτερον ποσὸν σημαντικόν. Τῷ ὄντι, ἐὰν ἡ ἐξαγωγὴ δὲν βεβαιωθῇ ὅτι θ’ ἀνέλθῃ εἰς 260 ἑκατομμύρια, τὸ ποσὸν τὸ ἀποταμιευθησόμενον εἰς τὰς ἀποθήκας τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης θὰ ἀνέλθῃ εἰς 50 ἑκατομμύρια λιτρῶν, τὸ ποσὸν δὲ τοῦτο τοῦ σταφιδοκάρπου δύναται ἡ Σταφιδικὴ Τράπεζα νὰ διαθέσῃ κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ νόμου «περὶ συστάσεως τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης καὶ περὶ φορολογίας τοῦ σταφιδοκάρπου». Ἰδοὺ λοιπὸν ἐλεύθερον στάδιον συναγωνισμοῦ, ἰδοὺ στάδιον δημοπρασίας διὰ πάντας τοὺς βουλομένους νὰ συναγωνισθῶσι καὶ προμηθευθῶσι τὴν πρώτην ὕλην τῆς βιομηχανίας αὑτῶν.
§181Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅλον τὸ ποσὸν θὰ τὸ λάβῃ ἡ Σταφιδικὴ Τράπεζα;
§182ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν τὸ λέγει ἡ σύμβασις, κατ’ ἐμὲ, αὐτό.
§183Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν ᾖναι ἀκριβὲς αὐτὸ, εἴμεθα σύμφωνοι.
§184ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ διαθέσῃ ἡ Σταφιδικὴ Τράπεζα τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον θ’ ἀγοράσῃ πέραν τῶν 260,000,000 λιτρῶν ἀπὸ τοὺς παραγωγοὺς, καθ’ ὃν τρόπον ὁρίζει ἡ σύμβασις, ἡ συνομολογηθεῖσα μετὰ τῆς οἰνοπνευματοποιητικῆς καὶ Γεωργικῆς Ἑταιρείας καὶ τοῦ Ἀνδρέα Καμπᾶ, τὸ ποσὸν, λέγω, τὸ ὁποῖον θ’ ἀγοράσῃ δι’ ἰδιωτικῆς συμφωνίας, συνομολογηθησομένης μεταξὺ αὐτῆς καὶ τῶν σταφιδοπαραγωγῶν, οὐχὶ δὲ τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον θ’ ἀποταμιευθῇ εἰς τὰς ἀποθήκας τῆς Τραπέζης λόγῳ φορολογίας εἰς εἶδος.
§185ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἀναγνώσατε, κύριε συνάδελφε, τὸ ἄρθρον 10 τῆς συμβάσεως. Ἐκεῖ περιλαμβάνονται καὶ τὰ δύο (ἀναγινώσκει): «Εἰς τὴν Σταφιδικὴν Τράπεζαν θέλει χορηγηθῆ διὰ τοῦ κυρώσοντος τὴν παροῦσαν σύμβασιν νόμου ἡ ἄδεια τῆς ἐξωδίκου καὶ ἄνευ δημοπρασίας πωλήσεως τοῦ σταφιδοκάρπου, τοῦ ὁριζομένου ἐν τῷ ἄρθρῳ 4 τῆς παρούσης συμβάσεως.»
§186ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ἄρθρον 4 λέγει (ἀναγινώσκει): «Τὸ ἀγορασθησόμενον παρὰ τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζῃ πλεόνασμα σταφιδοκάρπου ὀφείλει αὕτη νὰ συγκεντρώσῃ ἐν ταῖς ἀποθήκαις αὑτῆς ἐν Πάτραις, Πύργῳ, Καλάμαις καὶ Κυπαρισσίᾳ, τὸ δ’ ἐκ παρακρατήσεως φόρου εἰς εἶδος προερχόμενον ποσὸν ἐν ταῖς ἐκ τοῦ νόμου ὑφισταμέναις ἀποθήκαις αὐτῆς.» Εἶναι ἰδιαιτέρα διάταξις ἡ ἀφορῶσα τὴν εἰς εἶδος φορολογίαν. Δὲν βλέπω λοιπὸν, Κύριοι, διατὶ ἐζητήθη ἡ κατάθεσις τῆς συμβάσεως τῆς ἰδιαιτέρας, τῆς συνομολογηθείσης μεταξὺ τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης καί τινων οἰνοπνευματοποιῶν. Ἐγὼ εἶπον καὶ ἐπαναλαμβάνω, ὅτι σύμβασις δὲν ὑπάρχει, μεθ’ ὅλας τὰς ἀντιρρήσεις, τὰς ὁποίας ἔχει ὁ ἀξιότιμος ἐκ Πυλίας Βουλευτής· διότι, ἐνόσῳ δὲν ἐγκριθῇ παρὰ τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης ἡ σύμβασις, αὕτη δὲν εἶναι τετελεσμένη, σύμβασις δὲν ὑπάρχει· διότι, ἐνόσῳ δὲν ψηφισθῇ ἡ σύμβασις αὕτη, ἡ εἰσαγομένη εἰς τὴν Βουλὴν πρὸς νομοθετικὴν κύρωσιν, καὶ ἡ ἑτέρα σύμβασις οὐδὲν ἔχει κῦρος. Τίνα λοιπὸν σύμβασιν ζητοῦσι; Τὸ ἐνδιαφέρον τῶν κυρίων συναδέλφων, τῶν ζητησάντων νὰ κατατεθῇ ἡ σύμβασις εἰς τὴν Βουλὴν, προέρχεται ἐκ τῆς προνοίας, ὅπως διὰ τῆς συμβάσεως ἐπιτευχθῇ ὁ ἐπιδιωκόμενος σκοπός. Ἀλλὰ μετὰ τὴν δήλωσιν τὴν κατηγορηματικὴν, τὴν ὁποίαν ῥητῶς ἐποιήσατο ὁ σεβαστὸς Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως πρὸς τὴν Βουλὴν, καὶ καθ’ ἣν διὰ τῆς συμβάσεως θὰ ληφθῇ πρόνοια, ὅπως τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον θὰ διατεθῇ παρὰ τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης εἰς πώλησιν πρὸς τοὺς οἰνοπνευματοποιοὺς, καταναλωθῇ ὁλόκληρον ἐν τῷ ἐσωτερικῷ, μετὰ τὴν δήλωσιν, λέγω, ταύτην οὐδεὶς ὑπολείπεται λόγος, ὅπως ζητήσωμεν νὰ βεβαιωθῶμεν, θέτοντες τὸν δάκτυλον εἰς τὸν τύπον τῶν ἥλων, λαμβάνοντες ἀνὰ χεῖρας καὶ ψηλαφοῦντες τὴν σύμβασιν αὐτὴν, τὴν συνομολογηθεῖσαν παρὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ὅτι οὕτως ἔχει τὸ πρᾶγμα. Ἡ βεβαίωσις τοῦ σεβαστοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως εἶναι πλέον ἢ ἀρκοῦσα, ἵνα πείσῃ ὑμᾶς, ὅτι πᾶσα πρόνοια ἐλήφθη, ἵνα ὁ σκοπὸς ὁ ἐπιδιωκόμενος διὰ τῆς συμβάσεως τῆς ὑπὸ συζήτησιν ἐξασφαλισθῇ τελείως. Εἶναι λοιπὸν ματαιοπονία, κύριοι Βουλευταὶ, εἶναι παρέλκυσις τῆς συζητήσεως, παρέλκυσις ἄγουσα ἴσως εἰς κακὰ, πολὺ κακὰ ἀποτελέσματα, τὸ νὰ ζητῶμεν νὰ προσαχθῇ ἡ σύμβασις εἰς τὴν Βουλὴν. Τί θέλομεν νὰ ἴδωμεν ἐκ τούτου; Εἰπέ τις τῶν κ. συναδέλφων, ὅτι πρέπει νὰ ἴδωμεν, ἐὰν οἱ ὅροι, ὑπὸ τοὺς ὁποίους ἡ Σταφιδικὴ Τράπεζα θὰ πωλήσῃ εἰς τοὺς οἰνοπνευματοποιοὺς τὸν σταφιδόκαρπον, εἶναι συμφέροντες εἰς αὐτήν. Ἀλλὰ τοῦτο δὲν ἀνήκει εἰς τὴν Βουλὴν νὰ κρίνῃ· τοῦτο ἀνήκει εἰς τὴν Σταφιδικὴν Τράπεζαν, ὡς ἔχουσαν τὴν ἐξουσίαν ἐκ τοῦ νόμου νὰ διαχειρισθῇ τὴν ἰδίαν ἑαυτῆς περιουσίαν· τοῦτο ἀνήκει εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἐξετάσῃ, εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἥτις κατὰ τοὺς νόμους ἔχει τὴν ἐπίβλεψιν, τὸν ἔλεγχον τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης, οὐδόλως δὲ εἰς τὴν Βουλήν. Διὰ τοὺς λόγους αὐτοὺς, Κύριοι, φρονῶ, ὅτι οὐδεὶς ὑπάρχει λόγος, οὐδεμία περίπτωσις ἐπιβάλλει ἡμῖν νὰ ζητήσωμεν νὰ κατατεθῇ εἰς τὴν Βουλὴν ἡ σύμβασις, περὶ τῆς ὁποίας πρόκειται. Νομίζω δὲ, ἐπαναλαμβάνω, ὅτι ἡ δήλωσις ἡ γενομένη παρὰ τοῦ σεβαστοῦ Προέδρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ὅτι ἐλήφθη πρόνοια διὰ τῆς συμβάσεως, ἵνα μὴ ὁ πωληθησόμενος εἰς τοὺς οἰνοπνευματοποιοὺς σταφιδόκαρπος ἐξαχθῇ εἰς τὸ ἐξωτερικὸν, εἶναι πλέον ἢ ἐπαρκὲς διὰ τὴν Βουλήν.
§187Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, μεθ’ ὅσα εἶπεν ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἐγὼ τοὐλάχιστον ἐπὶ τῶν δύο ζητημάτων, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἐζήτησα ἐξηγήσεις, ἔλαβον τὴν ἀπάντησιν. Πρῶτον ἐβεβαίωσεν, ὅτι δὲν πρόκειται περὶ δικαιώματος ἐξαγωγῆς. Τὸ πλεόνασμα, τὸ ὁποῖον θ’ ἀγοράσῃ ἡ Σταφιδικὴ Τράπεζα ὑπὲρ τὸ παρακράτημα, θὰ μείνῃ ἐν τῷ τόπῳ.
§188Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Καὶ ἐκ τοῦ κειμένου ἀκόμη ἐξάγεται.
§189ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δὲν νομίζω.
§190Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. «Τὸ πλεόνασμα τοῦτο», λέγει τὸ ἄρθρον 1 τῆς συμβάσεως, «ἀγορασθήσεται ἐκ τῆς κατωτέρας ποιότητος τῆς σταφίδος.»
§191ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Τοῦτο εἶναι ἔμμεσον. Ἐξ ἐναντίας ἐκ τῶν μέχρι τοῦδε γενομένων γνωστῶν ἐβεβαιώθη, ὅτι σταφὶς, καὶ πρὸς 140 δραχμὰς ἀγορασθεῖσα, συμφέρει νὰ μεταποιηθῇ καὶ καταναλωθῇ ἐν τῷ ἐσωτερικῷ. Καὶ ἄνω τῶν 140 δραχμῶν συμφέρει, ἐξ ὅσων γνωρίζω καὶ ἐξ ὅσων γίνονται. Ἐν τούτοις θ’ ἀγοράζηται πρὸς 130· ἂν δὲ λάβῃ τις ὑπ’ ὄψιν, ὅτι τὸ παρακράτημα θ’ ἀγοράζηται εἰς μικρὰς τιμὰς ὑπὸ τῶν ἰδίων, ἡ τιμὴ εἶναι πράγματι μικροτέρα τῶν 130 δραχ. δι’ αὐτούς. Ἀφίνω ὅτι θὰ ἐπιβαρυνθῇ ὁ παραγωγὸς, μεταφέρων τὸν σταφιδόκαρπον αὐτὸν εἰς τὰς ὀλίγας ἀποθήκας, ἃς ὁρίζει ὁ νόμος, μὲ ἔξοδα μεταφορᾶς, καὶ μάλιστα ὅταν θὰ μεταφέρῃ αὐτὸν διὰ θαλάσσης. Ὁπωσδήποτε ἔχομεν τὴν διαβεβαίωσιν τοῦ κυρίου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι ἐν τῇ συμβάσει τῇ ἄλλῃ καθορίζεται σαφέστερον, ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται ἡ ἐξαγωγὴ τῆς σταφίδος αὐτῆς εἰς τὸ ἐξωτερικόν. Ἀλλ’ ἔχομεν καὶ ἑτέραν διαβεβαίωσιν αὐτοῦ, ποία θὰ ἦναι ἡ τιμὴ, εἰς τὴν ὁποίαν θ’ ἀναλογῇ ὁ σταφιδόκαρπος, τὸν ὁποῖον εἴτε θὰ ἀγοράζῃ πρὸς 130 δραχμὰς, εἴτε θὰ λαμβάνῃ ἐκ τῆς παρακρατήσεως ἀπὸ τὴν Σταφιδικὴν Τράπεζαν ἡ ὁμάς. Εἶπεν ὅτι θ’ ἀναλογῇ 81 δραχμὰς κατὰ χιλιάδα. Ἔχοντες τὴν τιμὴν αὐτὴν, δυνάμεθα νὰ ἐκτιμήσωμεν τὰ καλὰ καὶ τὰ κακὰ ἀποτελέσματα τῆς συμβάσεως. Βεβαίως σύμβασις διὰ τῆς ἀγορᾶς καὶ τῆς ἀφαιρέσεως ἐκ τῆς ἀγορᾶς ποσοῦ 50 ἢ 60 ἢ 70 ἑκατομμυρίων πρὸς τιμὴν 130 δραχμῶν, θὰ βελτιώσῃ τὴν τιμὴν τοῦ μέλλοντος νὰ ἐξαχθῇ ποσοῦ. Οὕτω τὰ 260 ἑκατομμύρια, ἅτινα θὰ ἐξαχθῶσι, θὰ τύχωσι μεγαλειτέρων τιμῶν παρ’ ἂν δὲν ἠγοράζοντο τὰ 50 ἢ 70 αὐτὰ ἑκατομμύρια καὶ ἀφίνοντο νὰ βαρύνωσι τὴν ἀγορὰν τῆς ἐξαγωγῆς. Ὑπ’ αὐτὴν τὴν ἔποψιν ἐπέρχεται ὠφέλεια, ἀλλ’ οὐχὶ ἄνευ ζημιῶν. Ἡ ζημία εἶναι ἡ κατωτέρα τιμὴ, εἰς ἣν θὰ πωλῆται τὸ παρακράτημα, οἱ τόκοι τῶν δανείων, οὓς θὰ καταβάλλῃ ἡ Σταφιδικὴ Τράπεζα πρὸς τὰς ἄλλας Τραπέζας, τὰ μεγαλείτερα ἔξοδα διοικήσεως καὶ διαχειρίσεως, ἅτινα ἐξ ἀνάγκης ἀπαιτοῦνται, αἱ μακραὶ προθεσμίαι πρὸς καταβολὴν τοῦ ἀντιτίμου τῆς πωληθείσης σταφίδος. Πάντα ταῦτα θ’ ἀπορροφῶσιν ἤδη ὅ,τι πρὶν ὑπελείπετο ἐκ τοῦ παρακρατήματος εἰς τὴν Σταφιδικὴν Τράπεζαν καὶ ἐχρησίμευεν εἰς τὴν χορήγησιν τῶν δανείων πρὸς τοὺς σταφιδοκτήμονας. Ἂς ὑποθέσωμεν ὅτι 50 ἑκατομμύρια μόνον λιτρῶν ἀγοράζει πρὸς 130 δραχμὰς ἡ Σταφιδικὴ Τράπεζα· θ’ ἀπαιτηθῶσιν 6,500,000 δραχμαί· ἐὰν προσθέσωμεν τὸν φόρον τοῦ Δημοσίου 1,400,000, ἐὰν προσθέσωμεν ἔξοδα διοικήσεως 500,000 δραχμὰς, καὶ 300,000 τόκον, ἔχομεν ἐν συνόλῳ 8,700,000. Ἤδη πόσον ποσὸν ἔχομεν, τὸ ὁποῖον θ’ ἀναλογίσῃ πρὸς 81 δραχμάς; Ἔχομεν 112 ἑκατομμύρια. Ταῦτα πρὸς 81 δραχμὰς θὰ δώσωσιν 9,072,000 δραχμάς. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει θὰ ὑπολειφθῇ ἓν ποσὸν 800,000 δραχμῶν περίπου, τὸ ὁποῖον θὰ ἦναι τὸ ἀντίτιμον τοῦ παρακρατήματος, τὸ ὁποῖον κατὰ τὴν μέχρι σήμερον ἰσχύουσαν νομοθεσίαν ἀνήκει εἰς τοὺς σταφιδοπαραγωγούς. Ἑπομένως ἀντὶ τριῶν ἑκατομμυρίων δραχμῶν θὰ ἔχωμεν 800,000 μόνον, τὰς ὁποίας μόνας θὰ διανείμῃ εἰς δάνεια ἢ Σταφιδικὴ Τράπεζα. Ἐὰν ὅμως ὑποθέσωμεν, ὅτι εἶναι 60 ἑκατομμύρια τὸ ποσὸν, ὅπερ θ’ ἀγοράσῃ πρὸς 130 δραχμὰς, καὶ αὐξήσωσιν ἀναλόγως τὰ ἄλλα ἔξοδα, θὰ ἔχωμεν 10,000.000 δραχμὰς, ἐνῶ τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον θ’ ἀποδώσωσι τὰ 112 ἑκατομμύρια, εἶναι 9,072,000. Ὥστε 10 καὶ πλέον ἑκατομμύρια δραχ. εἶναι τὰ ἔξοδα, 9,072,000 τὰ ἔσοδα· ὥστε θὰ ὑπάρξῃ ζημία περὶ τὸ ἑκατομμύριον· δηλ. θ’ ἀπολέσωμεν ὅλον τὸ ἀντίτιμον τοῦ παρακρατήματος, καὶ θὰ ἐπιβαρυνθῇ ἡ Σταφιδικὴ Τράπεζα μὲ ζημίαν ἑκατομμυρίου περίπου.
§192Ν. ΜΙΣΥΡΛΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§193Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπειδὴ ἀνηνέχθησαν ὑπό τινων τῶν προλαλησάντων ἀριθμοὶ καὶ ὑπολογισμοὶ, νομίζω ἀναγκαῖον νὰ παράσχω, τὸ ἐπ’ ἐμοὶ, πληροφορίας τινὰς, πρὸς μείζονα τοῦ θέματος διευκρίνησιν. Ἐὰν πρόκειται νὰ κατατεθῇ ἡ σύμβασις ἡ συνομολογηθεῖσα μεταξὺ τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης, τῶν Οἰνοπνευματοποιῶν καὶ τῆς Τραπέζης τῶν Ἀθηνῶν, περὶ τούτου δύναται νὰ κρίνῃ ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. Δὲν ἐπιτρέπεται ὅμως εἰς ἡμᾶς νὰ ὑπολάβωμεν, ὅτι δὲν ἐλήφθη πρόνοια διὰ τῆς συμβάσεως ταύτης, ὅπως τὸ ποσὸν τοῦ σταφιδοκάρπου, τὸ ὁποῖον πρόκειται ν’ ἀγοράσωσιν οἱ οἰνοπνευματοποιοὶ παρὰ τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης, ἀναλάβωσι τὴν ὑποχρέωσιν νὰ μὴ ἐξαγάγωσιν εἰς τὴν ἀλλοδαπήν· διότι, ὡς γνωστὸν, ὑπάρχει ἐν λειτουργίᾳ νόμος, κατὰ τὸν ὁποῖον δὲν ἐπιτρέπεται ἡ οἰνοποίησις ἢ μιστελοποίησις ἢ μόνον πρὸς ἐξαγωγήν· ἵνα δὲ εὑρίσκωμαι ἐν τῇ ἀκριβείᾳ, ὀφείλω νὰ σημειώσω, ὅτι δὲν ὑπάρχει νόμος λειτουργῶν νῦν, ἀλλ’ εἶναι ὁ νόμος, τὸν ὁποῖον ἐψήφισεν ἡ Βουλὴ, καὶ ὁ ὁποῖος τοιαύτην περιλαμβάνει διάταξιν. Καὶ ἐπειδὴ γινώσκομεν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐδήλωσεν εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι πρόκειται τὸ νομοσχέδιον τοῦτο νὰ μεταβληθῇ εἰς νόμον, βεβαίως ἡ ἀπαγόρευσις αὕτη ὑπάρχει ἐν τῷ νόμῳ. Ἔχω ὅμως τὴν πεποίθησιν, ὅτι καὶ ἐν τῇ συμβάσει, ἡ ὁποία συνωμολογήθη μεταξὺ τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης, τῶν Οἰνοπνευματοποιῶν καὶ τῆς Τραπέζης τῶν Ἀθηνῶν, ἐλήφθη τοιαύτη πρόνοια.
§194Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δηλαδὴ νὰ μὴ ἐξάγηται σταφιδόκαρπος;
§195ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ σταφιδόκαρπος, τὸν ὁποῖον θ’ ἀγοράζωσιν οἱ οἰνοπνευματοποιοὶ, δὲν ἐπιτρέπεται νὰ ἐξαχθῇ αὐτούσιος.
§196Κ. ΑΣΗΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Πρόκειται περὶ τοῦ παρακρατήματος.
§197ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ παρακράτημα, κατὰ τὴν ἔννοιαν τῆς συμβάσεως, τὴν ὁποίαν ἔχομεν ὑπ’ ὄψιν, καὶ τῆς συμβάσεως τῆς μεταξὺ Σταφιδικῆς Τραπέζης, Οἰνοπνευματοποιῶν καὶ Τραπέζης Ἀθηνῶν ἥτις βεβαίως δὲν περιέχει ἀντίθετον διάταξιν, ὑποβάλλεται εἰς τοὺς αὐτοὺς ὅρους, εἰς οὓς ὑποβάλλεται καὶ τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον θ’ ἀγοράσῃ ἡ Σταφιδικὴ Τράπεζα. Ἑπομένως δὲν ὑπάρχει διάκρισις μεταξὺ αὐτοῦ. Διάκρισίς τις ὑπάρχει ἐν τῷ συνόλῳ. Ποσοστόν τι ἐξ αὐτοῦ προσδιορίζεται διὰ τὴν ἐσωτερικὴν κατεργασίαν καὶ κατανάλωσιν, τὸ δὲ ὑπόλοιπον πρὸς παραγωγὴν προϊόντων προωρισμένων νὰ καταναλωθῶσιν εἰς τὸ ἐξωτερικόν.
§198ΑΣΗΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς οἶνον;
§199ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ εἰς οἶνον καὶ εἰς μιστέλιον.
§200ΑΣΗΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὥστε ἐπιτρέπεται καὶ εἰς οἶνον νὰ καταναλίσκηται;
§201ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὸ ἐξωτερικὸν μόνον. Ὁ ἐκ Μεσολογγίου ἀξιότιμος συνάδελφος ἐξέφρασε τὴν ἀπορίαν, ὅτι ἡ Τράπεζα ἡ Σταφιδικὴ ἐκ τῆς συμβάσεως, τὴν ὁποίαν συνωμολόγησε, θέλει ζημιωθῆ. Ὅτι θὰ ζημιωθῇ, δὲν τίθεται ἐν ἀμφιβολίᾳ· διότι, ἐὰν παραδεχθῶμεν, ὅτι θὰ ἔχωμεν ἐξαγωγὴν 260 ἑκατομμυρίων χιλιολίτρων σταφίδος διὰ τὰς ἀνάγκας τῶν γνωστῶν ἀγορῶν καταναλώσεως, —ἡ ὑπόθεσις δ’ αὕτη εἶναι βάσιμος, διότι γινώσκομεν τὴν γενομένην ἐξαγωγὴν κατὰ τὰ δύο παρελθόντα ἔτη, γινώσκομεν δὲ καὶ τὴν γενομένην ἐξαγωγὴν κατὰ τὸ λῆγον ἤδη ἔτος, καθ’ ὃ ἀνῆλθεν εἰς 252 ἑκατομμύρια,—ἐπὶ τοῦ ποσοῦ τῶν 260 ἑκατομμυρίων ἡ Τράπεζα ἡ Σταφιδικὴ θὰ εἰσπράξῃ 52,000,000. Αὐτὸ τὸ ποσὸν θὰ ἔχῃ δωρεάν. Πρέπει νὰ ὑπολογίσωμεν τὴν παραγωγὴν τοῦ σταφιδικοῦ ἔτους 1903. Κατὰ τὰς πληροφορίας ὅλων, ἡ παραγωγὴ ὑπολογίζεται εἰς 350 ἢ 345 ἢ 340 ἑκατομμύρια. Πρέπει νὰ παραδεχθῶμεν πρὸς ὑπολογισμὸν μίαν βάσιν. Ὑπάρχουσί τινες οἱ ὁποῖοι φρονοῦσιν, ὅτι ὑπάρχει ἀπόθεμα 22 ἑκατομμυρίων ἐκ τοῦ λήγοντος σταφιδικοῦ ἔτους, ὑπάρχουσιν ἄλλοι, οἱ ὁποῖοι ἀμφισβητοῦσι τὸ ποσὸν τοῦτο, ὑπολογίζοντες τοῦτο ὀλιγώτερον. Ἀλλ’ ἐγὼ νομίζω, ὅτι εἴτε εἰς 22 ἑκατομμύρια, εἴτε εἰς 12 ἑκατομμύρια ἀνέρχεται τὸ ἀπόθεμα τοῦτο, δὲν πρέπει τοῦτο νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν εἰς τοὺς ὑπολογισμούς, εἰς τοὺς ὁποίους πρέπει νὰ προέλθωμεν, ἵνα κρίνωμεν περὶ τοῦ μέλλοντος, διότι πάντοτε ἡ παραγωγὴ τῆς σταφίδος, καὶ εἰς τὰ ἀφορώτερα ἔτη ἀκόμη, ἄφινεν ἓν ἀπόθεμα, κυμαινόμενον μεταξὺ 10 ἕως 25 ἑκατομμυρίων. Εἶναι γεγονὸς ἐκ τῆς πείρας τῶν παρελθόντων ἐτῶν βεβαιωμένον. Ἔχομεν λοιπὸν τῆς Τραπέζης τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ἀγοράσῃ, πρὸς ὑφαίρεσιν τοῦ πλεονάσματος, τί ποσόν; Τριάκοντα καὶ ὀκτὼ ἑκατομμύρια. 350 ἑκατομμύρια εἶναι ὁ ὑπολογισμὸς τῆς παραγωγῆς. Ἐξ αὐτῶν θ’ ἀφαιρέσωμεν 260 ἑκατομμύρια ὡς δαπανηθησόμενα διὰ τοῦ ἐμπορίου εἰς τὰς ἀγορὰς τῆς καταναλώσεως, καὶ θ’ ἀφαιρέσωμεν καὶ 52 ἑκατομμύρια λόγῳ παρακρατήματος. Οὕτω θ’ ἀπομείνωσι 38,000,000. Διὰ τὰ 38 ἑκατομμύρια ἡ Τράπεζα θὰ δαπανήσῃ κατὰ τὴν σύμβασιν, πρὸς 130 δραχμάς, 4,940,000· θὰ πληρώσῃ φόρον εἰς τὸ Δημόσιον, πρὸς τέσσαρας δραχμὰς κατὰ χιλιόλιτρον, 1,040,000· θὰ καταβάλῃ ἔξοδα πλέον τῶν τακτικῶν διὰ τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον θ’ ἀγοράσῃ, δραχ. 300,000 περίπου.
§202ΜΙΣΥΡΛΗΣ. Ὄχι.
§203ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτοὶ εἶναι οἱ ὑπολογισμοὶ, εἰς τοὺς ὁποίους προέρχονται οἱ εἰδικώτερον εἰς τὴν ἐργασίαν ταύτην ἀσχολούμενοι.
§204Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τὰ ἔξοδα διαχειρίσεως ἔχουσι φθάσει εἰς 300,000.
§205ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ λαμβάνω τὸν μέσον ὅρον. Ἡ Σταφιδικὴ Τράπεζα θὰ πληρώσῃ διὰ τὸ δάνειον, τὸ ὁποῖον συνωμολόγησε, τόκον. Πρέπει νὰ ὑπολογίσωμεν 5½% ἐπὶ τῶν 6½ ἑκατομμυρίων δι’ ἓν ἔτος, ἤτοι ποσὸν δραχμῶν 557,500, ὅπως παρετήρησε καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Κατὰ ταῦτα, ἡ Σταφιδικὴ Τράπεζα θὰ καταβάλῃ ἐν ὅλῳ δραχ. 6,837,500. Τί θὰ εἰσπράξῃ ἡ Τράπεζα κατὰ τὴν σύμβασιν, τῆς ὁποίας οἱ ὅροι εἶναι γνωστοί; Θὰ εἰσπράξῃ ἐπὶ 90 ἑκατομμυρίων, τὰ ὁποῖα θὰ πωλήσῃ πρὸς τοὺς οἰνοποιοὺς πρὸς δραχμὰς 88 καὶ 55/00 κατὰ χιλιάδα ἑνετικῶν λιτρῶν, δραχμὰς 7,969,500.
§206ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Διατί;
§207ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Διότι τίθενται βαθμίδες εἰς τὴν κλίμακα τῶν τιμῶν. Ὑπάρχουσι διάφοροι τιμαί, ὁ μέσος δὲ ὅρος ἀνέρχεται εἰς δραχμὰς 88 καὶ 55/00.
§208ΜΙΣΥΡΛΗΣ. Πῶς τὸ ἠξεύρετε;
§209ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι ἔγγραφον ἰδιωτικὸν, εἶναι ἐπίσημον, δημοσιευθὲν καὶ εἰς τὰς ἐφημερίδας.
§210ΜΙΣΥΡΛΗΣ. Δι’ αὐτὸ ἐπιμένομεν νὰ κατατεθῇ ἡ σύμβασις.
§211ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Αἱ τιμαὶ καθορίζονται εἰς 75, 100 καὶ 125 δραχμὰς, ὁ μέσος δὲ ὅρος, ἐπαναλαμβάνω, εἶναι δραχμαὶ 88 καὶ 55/00. Θὰ εἰσπράξῃ λοιπὸν 7,969,500· ἄρα θὰ ἔχῃ πλεόνασμα ἐκ δραχ. 1,132,000. Ὑποστηρίζεται ὅμως καὶ ἑτέρα τις γνώμη, ὅτι, ἀντὶ 90 ἑκατομμυρίων, ἐὰν εἶναι μείζων ἡ παραγωγὴ, θὰ ὑπάρξῃ πλεόνασμα ἀνώτερον τῶν 38,000,000. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἡ τιμὴ θὰ ἦναι μικροτέρα. Ἑπομένως ὀφείλομεν νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψιν, ὅτι εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ εὑρεθῇ ἠναγκασμένη ἡ Σταφιδικὴ Τράπεζα ν’ ἀγοράσῃ εἰσέτι 25 ἑκατομμύρια, δι’ ἃ ὀφείλει νὰ καταβάλῃ, πρὸς 130 δραχμὰς, 3,250,000. Κατὰ τὴν σύμβασιν, ἂν πρόκειται ν’ ἀγοράσωσιν οἱ οἰνοπνευματοποιοὶ ἕτερα 25 ἑκατομμύρια, ἡ τιμὴ ἐλαττοῦται εἰς δραχ. 82 καὶ 60/00 κατὰ χιλιόλιτρον ἐπὶ τοῦ ὅλου ποσοῦ τῶν λιτρῶν 115,000,000, ὅτε ἡ Σταφιδικὴ Τράπεζα θὰ εἰσπράξῃ ἐν ὅλῳ δραχμὰς 9,499,000. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, ἐπειδὴ κατέβαλεν ἤδη δρ. 10,087,500, ἡ Τράπεζα θὰ ἔχῃ ζημίαν ἐκ δραχ. 588,500. Εἶπον ἀρχόμενος τοῦ λόγου, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία, ὅτι ἡ Τράπεζα ἡ Σταφιδικὴ ὑφίσταται ζημίαν ἐκ τῆς συμβάσεως ταύτης. Ἀπέναντι ὅμως τῆς μεγάλης ὑπηρεσίας, τὴν ὁποίαν θέλει προσφέρει εἰς τὴν σταφιδοπαραγωγὴν, ἐκ τῆς ὁποίας ἔλαβε τὴν ὕπαρξιν, ἐξ ἧς ἀπέκτησεν ὅσα ἔχει χρήματα, καὶ διὰ τὸ μέλλον τῆς ὁποίας ὀφείλει νὰ μεριμνᾷ, βεβαίως ἡ ζημία, ἣν θέλει ὑποστῆ, δὲν πρέπει νὰ λαμβάνηται ὑπ’ ὄψιν. Ἤκουσα πρὸ ὀλίγου νὰ γίνηται λόγος περὶ ἐλευθερίας τοῦ ἐμπορίου, περὶ ἐλευθερίας τῶν συναλλαγῶν, ἤτοι ὅλας τὰς θεωρίας τῆς Πολιτικῆς Οἰκονομίας ἤκουσα ἀπόψε ὑπό τινος τῶν συναδέλφων ἀπαγγελθείσας· ἀλλ’ ὅταν συζητῶμεν περὶ μέτρου, τὸ ὁποῖον ἐπιβάλλεται ὑπὸ ἐκτάκτων ἀναγκῶν, περὶ μέτρου, τὸ ὁποῖον ἀρχικῶς ἐχαρακτηρίσθη ὑπὸ τῶν πρὸς τὰς θεωρίας ἐξωκειωμένων συναδέλφων ὡς σύμφωνον πρὸς τὰς ἀρχὰς τῆς Πολιτικῆς Οἰκονομίας, τὸ ὁποῖον μόνον ἐδικαιολογήθη ἐκ τῆς ἰδέας, ὅτι ἡ παρακράτησις εἶναι ἓν εἶδος συνεταιρισμοῦ τῶν σταφιδοπαραγωγῶν πρὸς σωτηρίαν των, ἐπειδὴ δὲν δύνανται ὅλοι οἱ σταφιδοκτήμονες νὰ συνεννοηθῶσι καὶ λάβωσι τὰ πρὸς σωτηρίαν τῆς σταφιδοπαραγωγῆς ἀναγκαῖα μέτρα, νομίζω ὅτι τοιαῦται θεωρίαι ἢ μᾶλλον τοιοῦτοι ἀφορισμοὶ, περὶ ἐλευθερίας ἐμπορικῆς καὶ περὶ ἐλευθερίας περὶ τὴν παραγωγὴν, δὲν δικαιολογοῦνται ἐν συζητήσει θέματος, οἷον τὸ προβαλλόμενον διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου.
§212Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε.
§213ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Σήμερον ἔχομεν ὡς θέμα τὸ ἐπιβαλλόμενον εἰς τὴν Πολιτείαν καὶ εἰς ἡμᾶς καθῆκον, νὰ σώσωμεν τοὺς σταφιδικοὺς πληθυσμοὺς ἐκ τοῦ ἀπειλοῦντος αὐτοὺς κινδύνου. Νὰ τοὺς σώσωμεν κατὰ τίνα τρόπον; Ἀφαιροῦντες ἐκ τῆς παραγωγῆς τὸ πλεόνασμα ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον, εἰσερχόμενον εἰς τὰς ἀγορὰς τῆς καταναλώσεως, θὰ καταστήσῃ τὴν σταφίδα ἀζήτητον, ἢ θὰ τὴν ὑποβάλῃ εἰς ἐξευτελιστικὰς τιμάς. Δι’ αὐτὸ οὐ μόνον ἡ Σταφιδικὴ Τράπεζα ἀναλαμβάνει ὑποχρεώσεις ἐπὶ προφανεῖ αὐτῆς ζημίᾳ, ἀλλὰ καὶ τὸ Κράτος ἔρχεται ἐπίκουρον, παρέχον τὴν ἐγγύησίν του πρὸς συνομολόγησιν τοῦ δανείου. Ἀλλὰ καὶ εἰς τοῦτο ἀντιλέγουσί τινες τῶν προαγορευσάντων. Διατὶ, κατ’ αὐτοὺς, ἀφοῦ τὸ Κράτος ἔρχεται ἐπίκουρον καὶ δίδει τὴν ἐγγύησίν του, νὰ ζητῶνται τοσαῦται ἐγγυήσεις ἀπὸ τὴν Σταφιδικὴν Τράπεζαν; Διατὶ δὲ νὰ προτιμῶνται ὡρισμένης κατηγορίας οἰνοπνευματοποιοί; Προτιμῶνται οὗτοι, διότι παρέχουσιν ἐγγυήσεις μείζονας, ὅτι θὰ ἐκπληρώσωσιν ὅσας ἀναλαμβάνουσιν ὑποχρεώσεις ἐμπροθέσμως. Αἱ Τράπεζαι, πρὸς μείζονα πρόσθετον ἀσφάλειαν, ἐζήτησαν τὴν ἐγγύησιν τοῦ Κράτους. Προὐνόησαν ὅμως, ὅπως αἱ ὑποχρεώσεις τῶν οἰνοπνευματοποιῶν, αἱ ὑποχρεώσεις τῆς Τραπέζης Ἀθηνῶν καὶ αἱ ὑποχρεώσεις τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης ὁρισθῶσι τοιαῦται, ὥστε νὰ μὴ διατρέχῃ τὸ Κράτος τὸν κίνδυνον νὰ ζημιωθῇ. Κατ’ ἐμὲ, δὲν συμβάλλει εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου ἡ κατάθεσις τοῦ συμβολαίου, ὅπερ συνωμολογήθη μεταξὺ τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης καὶ τῶν οἰνοπνευματοποιῶν, καθόσον ἡ Βουλὴ δὲν ἔχει ἀνάγκην μείζονος φωτισμοῦ, ὅπως ἀποφανθῇ ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου. Ὁπωσδήποτε τὸ ζήτημα τῆς καταθέσεως τοῦ συμβολαίου ἀνάγεται εἰς τὴν ἐκτίμησιν τῆς Κυβερνήσεως. Ἐπειδὴ ἔλαβον τὸν λόγον, νομίζω ὅτι δύναμαι νὰ παρατηρήσω ἀπὸ τοῦδε, ὅτι τὸ ἄρθρον 2 τοῦ νομοσχεδίου διετυπώθη ἐλαττωματικῶς, διότι, ἐνῷ εἶναι γνωστὸν ὅτι συνωμολογήθη ἡ σύμβασις αὕτη, τὸ ἄρθρον 2 τοῦ νομοσχεδίου ἔχει οὕτως: «Ἐπιτρέπεται τῇ Σταφιδικῇ Τραπέζῃ ἡ ἐξώδικος καὶ ἄνευ δημοπρασίας πώλησις τοῦ σταφιδοκάρπου τοῦ ἀναφερομένου ἐν τῷ ἄρθρῳ 4 τῆς συμβάσεως τῆς ὁριζομένης ἐν τῷ ἄρθρῳ 1 τοῦ παρόντος». Τὸ «ἐπιτρέπεται» ὑποθέτει, ὅτι δὲν συνωμολογήθη, ἐνῷ ἤδη ἡ σύμβασις αὕτη συνωμολογήθη. Κατὰ τοὺς κειμένους νόμους, ἡ Σταφιδικὴ Τράπεζα δὲν δύναται νὰ πωλήσῃ τὸν σταφιδόκαρπον παρὰ διὰ δημοπρασίας. Δι’ αὐτὸ προτείνεται διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου νὰ ἐπιτραπῇ ἡ ἐξαίρεσις αὕτη. Λοιπὸν ἀντὶ τοῦ «ἐπιτρέπεται», — ἵνα μὴ παρουσιασθῇ ἀνάγκη νὰ γείνῃ καὶ δεύτερον συμβόλαιον,—φρονῶ, ὅτι δύναται νὰ διατυπωθῇ τὸ ἄρθρον τοῦτο ὡς ἑξῆς: «Ἐγκρίνεται ἡ γενομένη ἤδη παρὰ τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης ἐξώδικος καὶ ἄνευ δημοπρασίας πώλησις τοῦ σταφιδοκάρπου τοῦ ἀναφερομένου ἐν τῷ ἄρθρῳ 4 τῆς συμβάσεως τῆς ὁριζομένης ἐν τῷ ἄρθρῳ 1 τοῦ παρόντος.»
§214ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Περὶ ἀγνώστων πραγμάτων νὰ εἴπῃ ἡ Βουλή;
§215ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Γίνεται λόγος εἰς τὸ ἄρθρον.
§216Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ κατατεθῇ ἡ σύμβασις, διὰ νὰ ἐγκριθῇ ὑπὸ τοῦ νόμου.
§217ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν πρόκειται περὶ τούτου. Ζητεῖται νὰ ἐγκριθῇ ἡ ἄνευ δημοπρασίας πώλησις τοῦ σταφιδοκάρπου. Διὰ τοῦτο τὸ ἄρθρον λέγει «ἡ ἐξώδικος καὶ ἄνευ δημοπρασίας πώλησις τοῦ σταφιδοκάρπου.» Λοιπὸν περὶ τούτου πρόκειται. Ἐγένετο ἤδη ἡ ἐξώδικος καὶ ἄνευ δημοπρασίας πώλησις.
§218Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ποῦ;
§219ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ λέγει τὸ ἄρθρον 5.
§220Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν λέγει.
§221ΜΙΣΥΡΛΗΣ. Ἡ τελευταία παράγραφος.
§222ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ παράγραφος αὕτη ἀναγράφει πάντα τὰ δικαιώματα τῶν Τραπεζῶν, τὰ προερχόμενα ἐκ τῶν ὅρων τῆς συμβάσεως μετὰ τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης. Διὰ τοῦτο ἐπαναλαμβάνω, ὅτι κατὰ τὴν γνώμην μου εἰς οὐδὲν θὰ χρησιμεύσῃ τὸ μεταξὺ τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης καὶ τῶν οἰνοπνευματοποιῶν συμβόλαιον, καὶ ἂν τοῦτο κατατεθῇ εἰς τὴν Βουλήν.
§223Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Βεβαίως ἕκαστος εἶναι γνωστὸς ἐν τῇ Βουλῇ, ἀλλ’ εἰς οὐδένα θὰ ἐπιτρέψω νὰ μεταχειρίζηται ἐμὲ ὡς ἀφορμὴν πρὸς ἐπίδειξιν φιλολάων αἰσθημάτων πρὸς πολιτικὴν κερδοσκοπίαν. Τίς ὑπῆρχεν ἡ ἀφορμὴ, ὅπως ὁ τελευταῖον λαλήσας Βουλευτὴς ἐκ Παρνασσίδος δείξῃ τὴν γνωστὴν εἰς πάντας ἀντιπάθειαν καὶ ἐχθρότητα, τὴν ὁποίαν ἔχει εἰς τὰ διδάγματα τῆς ἐπιστήμης; Δὲν τὸν συγχαίρω διὰ τοῦτο. Ἂν εἰς τὴν πεῖραν, τὴν ὁποίαν ἔχει, εἶχε καὶ τὴν ἐπιστημονικὴν ἀντίληψιν καὶ ἔμπνευσιν, θὰ καθίστατο ὑπέροχος. Ἐγὼ, ξένος πρὸς τὰ τελούμενα ἐν τοῖς παρασκηνίοις, διότι πάντοτε δημόσιον διάγω βίον, ζητῶ νὰ κατατεθῇ ἐν τῇ Βουλῇ ἡ σύμβασις, ἧς ἀγνοῶ τὸ περιεχόμενον. Πρὸς ἀντίκρουσιν δὲ τῆς δικαίας καὶ εὐλόγου ἀπαιτήσεώς μου ἔρχονται νὰ καταδείξωσιν εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι αὐτοὶ γνωρίζουν τὸ περιεχόμενον τῆς συμβάσεως· τὸ γνωρίζουν δὲ προδήλως ἐξ αὐτῶν τῶν ἐνδιαφερομένων. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Παρνασσίδος ἠγόρευσεν ἐπὶ τῇ βάσει γνώσεως τῆς συμβάσεως, ἀναφέρων ἀριθμοὺς, ὑπολογίζων καὶ μορφώσας γνώμην ἐκ τῶν ἀγνώστων τῇ Βουλῇ, τὴν ὁποίαν ἐξέθεσε πρὸ ἡμῶν. Πῶς θέλετε, ἐγὼ, ἐστερημένος τῶν στοιχείων αὐτῶν, νὰ ἀπαντήσω εἰς ἐκεῖνο;
§224Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Τὴν ἐδημοσίευσαν αἱ ἐφημερίδες.
§225ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Τὸ «ἐδημοσίευσαν αἱ ἐφημερίδες» εἴπετέ το ἐντονώτερον, διὰ νὰ ἀντιληφθῇ ὁ κ. ἐκ Παρνασσίδος Βουλευτὴς τὰς νέας μεθόδους τῆς νομοθετήσεως, ἃς ἐφεῦρον καὶ εἰσηγοῦνται. Τονίσατε καλῶς, ὅτι πρόκειται τὰ γραφόμενα ἐν ταῖς ἐφημερίσι νὰ μεταβληθῶσιν εἰς νόμους.
§226Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐν τῷ ἄρθρῳ 6 ἀναφέρεται ἡ σύμβασις ἡ γενομένη μεταξὺ τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης καὶ τῆς Οἰνοποιητικῆς καὶ Γεωργικῆς Ἑταιρείας Χαριλάου κλπ. Αὐτὸ δὲ τὸ ἄρθρον κυροῦμεν ἡμεῖς διὰ τοῦ νομοσχεδίου· ἄρα ἔδει νὰ ἔχωμεν καὶ τὴν σύμβασιν ἐκείνην.
§227ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Ἀλλ’ ἀκριβῶς περὶ τούτου πρόκειται. Τὴν σύμβασιν ζητῶ ἐγὼ, καὶ εἰς ἀπάντησιν ἐγένετο ἡ εἰκονικὴ ἐπίθεσις κατ’ ἐμοῦ. Ἀκριβῶς εἰς τὴν αἴτησίν μου ταύτην ἀπαντῶσι τὰ ἄκαιρα καὶ οὐδεμίαν θέσιν ἔχοντα ἐν τῇ συζητήσει, ὅτι τάχα δὲν λυπούμεθα καὶ ἡμεῖς τοὺς σταφιδικοὺς πληθυσμοὺς, οἱ ὁποῖοι δίδουσι τὸ ἰδικόν των πρᾶγμα, τὴν σταφίδα των, καὶ πλουτίζουν δι’ αὐτῆς οἱ ἄλλοι. Καὶ τὰ λέγουσιν αὐτὰ εἰς ἀντίκρουσιν τῶν θεωριῶν τῶν ἰδικῶν μου δῆθεν, καὶ παρίστανται ὡς εὐεργέται τῶν σταφιδικῶν πληθυσμῶν. Καὶ ἐνῷ ταῦτα νῦν λέγουσι, πολλάκις τοὺς ἠκούσαμεν εἰς ἄλλην σειρὰν ἰδεῶν νὰ τονίζωσι καὶ νὰ ἐπαναλαμβάνουν, ὅτι οἱ οἰνοπνευματοποιοὶ ἔσωσαν τὴν σταφιδοπαραγωγήν. Ἔχουσι καὶ τοὺς δύο ἰσχυρισμοὺς προχείρους, καὶ κατὰ τὴν περίστασιν ἀνακοινοῦσι πότε τὸν ἕνα καὶ πότε τὸν ἄλλον. Καὶ πάλιν θὰ παρακαλέσω νὰ κατατεθῇ ἡ σύμβασις, ἵνα ἀπαντήσωμεν εἰς ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα εἶπεν ὁ κ. ἐκ Παρνασσίδος Βουλευτής· ἐπαναλέγω δὲ, καὶ τὸ τονίζω, ὅτι οὐδέποτε ἔθεσα τὸ συμφέρον, τὸ ὁποῖον ὑπάρχει, ὄχι τὸ οἰκονομικὸν, ἀλλὰ τὸ πολιτικὸν, τὸ ὁποῖον παρεσκευάζετο ἐκ τῆς εἰσαγωγῆς τῆς συμβάσεως τοῦ μονοπωλίου. Τὴν σοβαρότητα τοῦ ζητήματος τὴν θεωρῶ πολιτικὴν, ὄχι οἰκονομικήν· διότι, ἐὰν ἦτο οἰκονομικὴ μόνον, καὶ αὐτὴν τὴν σύμβασιν δὲν θὰ τὴν ἐψήφιζον. Κατανοῶ λοιπὸν τὴν ἀδυναμίαν, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρέθη ὁ τόπος, καὶ διὰ τοῦτο πρὸ τῶν δύο ζητημάτων, τῆς σωτηρίας τῶν σταφιδοκτημόνων καὶ τῆς ὠφελείας τῆς ἐγχωρίου βιομηχανίας, βεβαίως θὰ προτιμήσω τὸ πρῶτον, ἀλλὰ θὰ τὸ πιστοποιήσω καὶ ἐκ τετάρτου, διαμαρτυρόμενος κατὰ τοῦ ἐκβιασμοῦ, διαμαρτυρόμενος κατὰ τῆς εἰσαγωγῆς τοιούτου τρόπου νομοθετήσεως. Οὕτως ἀντιλαμβάνομαι τὸ καθῆκόν μου, καὶ οὕτως ἀντιλαμβανόμενος αὐτὸ, μὲ τὰς θεωρίας μου ἔχω τὴν συνείδησίν μου ἥσυχον, ἀφίνων εἰς ἄλλους νὰ χαίρωνται τὴν πεῖράν των.
§228Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁμολογῶ ὅτι λυποῦμαι διότι ὑπελάβετε ὅτι ἐγένετο αἰτίασις καθ’ ὑμῶν, καὶ ἐκρίνατε, ὅτι ἐδόθη εἰς ὑμᾶς ἀφορμὴ, ἵνα ἀμυνθῆτε ὑπὲρ ὑμῶν αὐτῶν. Ἐγὼ ὁμολογῶ, ὅτι δὲν διέγνων τοιαύτην αἰτίασιν, γενομένην περὶ ὑμῶν· ἀλλὰ καὶ ἂν διεγίνωσκον τοιαύτην, ἤθελον δώσει εἰς ὑμᾶς τὴν γνώμην νὰ παραιτηθῆτε πάσης ἀμύνης, διότι ἡ αἰτίασις δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ φθάσῃ μέχρις ὑμῶν. Τὸ συμπέρασμα, εἰς τὸ ὁποῖον κατελήξατε, εἶναι τὸ ἀληθές. Ὑπάρχει ἔκτακτος καὶ μεγίστη ἀνάγκη, ἡ ἀνάγκη δὲ αὕτη μᾶς ἠνάγκασε, διότι ἐλάβομεν πλήρη συνείδησιν αὐτῆς, νὰ σκεφθῶμεν, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ σώσωμεν πολυπληθῆ τάξιν παραγωγῶν τῆς Ἑλλάδος ἀπὸ κινδύνους, οἱ ὁποῖοι ἐφαίνοντο ἐπερχόμενοι καὶ ἀπειλοῦντες αὐτούς. Οἱ οἰνοπνευματοποιοὶ τοῦ Φαλήρου καὶ τοῦ Πειραιῶς εἰσὶ γνωστοὶ εἰς ἐμὲ, καὶ ὁσάκις μοὶ ἐδόθη ἀφορμὴ, ἐν τῷ κύκλῳ τῆς ἐμῆς ἐνεργείας, παρέσχον εἰς αὐτοὺς πᾶσαν συνδρομήν· καὶ κατὰ τὴν περίπτωσιν ταύτην συνηγόρησα ὑπὲρ αὐτῶν, καὶ προσεπάθησα νὰ προστατεύσω τὰ συμφέροντα αὐτῶν. Ἴσως, ὡς ἄνθρωπος, ὡς μέλος τῆς κοινωνίας, ἴσως δὲν εἶχον τόσον ἐνδιαφέρον ὑπὲρ τῶν ἄλλων, ὅσον εἶχον ὑπὲρ αὐτῶν· ἀλλὰ πρὸ παντὸς εἶχον καθῆκον νὰ κλείσω τοὺς ὀφθαλμούς μου, καὶ πρὸς ἕνα μόνον νὰ ἐργασθῶ σκοπὸν, πῶς δυνάμεθα νὰ συντελέσωμεν, ἵνα ἐξασφαλίσωμεν τὴν ἐφετεινὴν συγκομιδὴν τοῦ σταφιδοκάρπου. Τὸ μέτρον, τὸ ὁποῖον ἐπροτείναμεν εἰς τὴν Βουλὴν, βεβαίως δὲν εἶναι μέτρον, τὸ ὁποῖον ἐπιτρέπει ἡ ἐπιστήμη· ἴσως ἤθελον εὑρεθῆ ἄνδρες νὰ τὸ χαρακτηρίσωσιν ὡς κοινωνιστικὸν, καὶ βεβαίως, ἐὰν ἦτο μέτρον διαρκὲς καὶ μόνιμον, ἤθελεν ἐπικριθῆ ὑπὸ τῆς ἐπιστήμης· εἶναι ὅμως μέτρον ἀνάγκης, μάλιστα μετὰ τὰς διαφόρους περιπλοκάς, τὰς ὁποίας ἔλαβεν ἄλλη ἐπιχείρησις, ἡ ἐπιχείρησις τῶν διαπραγματεύσεων μετὰ τῆς ἑταιρείας τῶν Ἄγγλων περὶ μονοπωλίου τῆς σταφίδος. Διὰ τοῦτο ἓν συνιστῶ εἰς τὴν Βουλήν, νὰ σταματήσῃ τὴν συζήτησιν, νὰ μὴ προχωρήσῃ περαιτέρω, καὶ νὰ συναινέσῃ νὰ ψηφισθῇ ἡ σύμβασις.
§229ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου εἰς δευτέραν συζήτησιν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 1. (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν ἄνευ ἀντιρρήσεως). Ἄρθρον 2 (ἀναγινώσκεται).
§230Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ὡς καὶ πρὸ ὀλίγου παρετήρησα, ἀπόκειται εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ κρίνῃ, ἐὰν δὲν πρέπει νὰ τροποποιηθῇ τὸ ἄρθρον οὕτω· «Ἐγκρίνεται...»
§231Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Σᾶς ἤκουσα. Δὲν εἶναι δυνατὸν, διότι τότε ἡ σύμβασις ἐκείνη πρέπει νὰ προσαρτηθῇ εἰς τὸ νομοσχέδιον. (Διάλογοι).
§232Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἐγὼ φρονῶ, ὅτι ἔχει καλῶς τὸ νομοσχέδιον, ὡς ὑπεβλήθη, καὶ πρέπει νὰ ἐννοήσῃ ἡ Βουλὴ, ὅτι τὸ μόνον, τὸ ὁποῖον ἔχει καθῆκον, εἶναι νὰ ψηφίσῃ νόμον ἐπιτρέποντα εἰς τὴν Σταφιδικὴν Τράπεζαν νὰ προβῇ εἰς τὴν πώλησιν ἄνευ δημοπρασίας. Κατ’ οὐδένα δὲ λόγον δὲν πρέπει ἐν τῷ νόμῳ νὰ γένηται λόγος περὶ τῆς συμβάσεως, τὴν ὁποίαν κατήρτισεν ἡ Σταφιδικὴ Τράπεζα μὲ τοὺς οἰνοπνευματοποιούς· Α, Β, Γ. Τοῦτο εἶναι ζήτημα, τὸ ὁποῖον δὲν ἀφορᾷ οὔτε τὴν Βουλὴν, οὔτε τὴν Κυβέρνησιν. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι πρὸς τὸ συμφέρον τοῦ ζητήματος καὶ τῆς λύσεως, τὴν ὁποίαν πάντες ἐπιθυμοῦμεν, δὲν πρέπει νὰ ἐπιμείνωμεν, ἵνα γένηται λόγος περὶ ἐκείνης τῆς συμβάσεως· πρέπει νὰ μείνῃ τὸ νομοσχέδιον, ὡς ἔχει. Ὑπάρχουν περιστάσεις, καθ’ ἃς ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ ἀφίνῃ ἀπόλυτον τὴν εὐθύνην καὶ τὸ δικαίωμα εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἐνεργήσῃ, ἐν τῇ πεποιθήσει ὅτι ἡ Κυβέρνησις, λαμβάνουσα ὑπ’ ὄψιν τὰ συμφέροντα καὶ τὸ καθῆκον, τοῦ ὁποίου ἔχει πλήρη τὴν συναίσθησιν, θέλει λάβει ὅλα τὰ μέτρα τὰ δυνατὰ, ὅπως κανονίσῃ πρὸς τὸ καλλίτερον ἅπαντα τὰ συμφέροντα. Ἡ Κυβέρνησις βεβαίως γινώσκει, ποῖα εἶναι τὰ καθήκοντα αὐτῆς, ἀλλὰ γινώσκει ὅτι πρὸ παντὸς ἄλλου πρέπει νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὸ συμφέρον τῶν σταφιδοπαραγωγῶν, νομίζω δὲ, ὅτι τὸ συμφέρον τοῦτο δὲν ἐξυπηρετοῦμεν, ποιούμενοι μνείαν τῆς συμβάσεως ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, καὶ ζητοῦντες κυρίως νὰ ὑποβληθῇ αὕτη εἰς τὴν Βουλήν. Αὐτὰ φρονῶ, καὶ αὐτὰ εἶχον καθῆκον νὰ ἀνακοινώσω.
§233Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἂν ἐζητήσαμεν τὴν ὑποβολὴν τῆς συμβάσεως, τὴν ἐζητήσαμεν ἀκριβῶς διότι δὲν ἀνταποκρίνεται εἰς τὴν περίστασιν, περὶ τῆς ὁποίας ὡμίλησεν ὁ ἐκ Κερκύρας ἔντιμος Βουλευτής. Καὶ ὅσον μὲν ἀφορᾷ τὰς τιμὰς, αὗται ἔχουσι βεβαίως ὁρισθῆ, καὶ δὲν ὑπολείπεται τίποτε εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ ὁρίσῃ. Ἡ ἐπίβλεψις τῆς Κυβερνήσεως δὲν ἔχει πλέον στάδιον· ἡ σταφὶς ἅπασα εἶναι πωλημένη, ἀλλ’ αἱ τιμαὶ μεταβάλλονται, ὡς εἶπεν ὁ ἐκ Παρνασσίδος κ. Βουλευτὴς, διότι ἀναλόγως τοῦ ποσοῦ ἀναβαίνουν καὶ καταβαίνουν. Αὐτὸς δ’ εἶναι ὁ λόγος, δι’ ὃν ἐζητήσαμεν τὴν σύμβασιν. Ἀλλ’ ἀφοῦ ἅπαξ ἐγένετο τοῦτο, καὶ ἐμάθομεν ποῖαι θὰ ἦναι αἱ τιμαὶ καὶ τὸ ἀποτέλεσμα τῆς συμβάσεως, δηλαδὴ ποία θὰ ἦναι ἡ ζημία, — διότι, ὡς ὡμολόγησεν ὁ ἐκ Παρνασσίδος συνάδελφος, πάντοτε ζημία θὰ ἐπέρχηται, — δὲν ἐπιμένω νὰ κατατεθῇ, ἐὰν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νομίζῃ δι’ ἄλλους λόγους, ὅτι δὲν πρέπει νὰ κατατεθῇ. Διευκρινίσθησαν τὰ ζητήματα. Θὰ ἐρωτήσω μόνον, ὡς πρὸς τοὺς «ἰδίους εἰσπράκτορας», θὰ ἔχωμεν προσθήκην νέων εἰσπρακτόρων, ἢ θὰ μείνῃ ὅ,τι ὁρίζει ὁ ὑπάρχων νόμος, ὅτι οἱ εἰσπράκτορες εἶναι τοῦ Δημοσίου;
§234Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Οἱ ταμίαι ἐκδίδουσι τὰ ἐντάλματα, ἀλλ’ ἡ Σταφιδικὴ Τράπεζα ὑπέλαβεν ὅτι δὲν εἶναι ἀπίθανον οἱ ὑπὸ τοῦ Δημοσίου διοριζόμενοι νὰ μὴ ἔχωσι τὸ ἐνδιαφέρον, ὅπως ἐκτελῶσι τὴν ὑπηρεσίαν ταύτην, καὶ ὅτι συμφέρον ἔχει ἡ Τράπεζα νὰ εἰσπράττῃ τὰ χρήματά της ἐγκαίρως. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 2, ὡς ἔχει. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 3 καὶ 4).
§235ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Κυβέρνησις προτείνει τὴν προσθήκην καὶ ἄρθρου 5, ἔχοντος ὡς ἑξῆς: «Ἄρθρον 5. Τοῦ ἐκ παρακρατήσεως σταφιδοκάρπου, ὡς καὶ τοῦ ἀγορασθησομένου ὑπὸ τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης κατὰ τοὺς ὅρους τῆς διὰ τοῦ παρόντος νόμου κυρουμένης συμβάσεως, ἀπαγορεύεται ἡ χρῆσις πρὸς οἰνοποίησιν ἀμέσως ἢ ἐμμέσως, ἐκτὸς ἐὰν τὸ ἐκ τοιαύτης οἰνοποιήσεως προϊὸν πρόκειται νὰ ἐξαχθῇ εἰς τὴν ἀλλοδαπήν. «Διὰ Β. Διατάγματος ὁρισθήσονται αἱ λεπτομέρειαι τῆς ἐκτελέσεως τοῦ ἄρθρου τούτου. «Ὁ παρὰ τὴν διάταξιν ταύτην παραδίδων εἰς κατανάλωσιν ἐν τῇ ἡμεδαπῇ οἶνον ἐκ σταφίδος ἀμέσως ἢ ἐμμέσως παραχθέντα τιμωρεῖται κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ ἄρθρου 36 τοῦ ΒΦΠΓʹ νόμου.» Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 5 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ὁ κύριος Σκληρὸς ὑποβάλλει τροπολογίαν. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ, ὅπως ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν κατὰ τὴν τρίτην συζήτησιν. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 25).
§236Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἐγὼ ὑποβάλλω πρότασιν περὶ προσθήκης τεσσάρων ἄρθρων. Ἐπειδὴ δὲ ὑποθέτω, ὅτι τὸ προταθὲν ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ Λευκάδος πρόκειται νὰ γείνῃ 5ον, τὸ ἄρθρον, τὸ ὁποῖον προτείνω ἐγώ, εἶναι 6ον, ἔχει δ’ ὡς ἑξῆς: «Ὁ εἰς τὰς ἀποθήκας τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης εἰσαχθεὶς σταφιδόκαρπος καὶ τὸ τυχὸν ὀφειλόμενον δι’ αὐτοῦ τίμημα οὔτε κατάσχεται εἰς χεῖρας τῆς Τραπέζης ὡς τρίτου, οὔτε διεκδικεῖται.» Τοῦτο δὲ, διότι μέχρι τοῦδε δὲν ὑπῆρχε λόγος νὰ κατάσχηται. Προτείνω καὶ ἄρθρον 7ον, ἔχον ὡς ἑξῆς: «Εἰς τὸ ἄρθρον 36 τοῦ νόμου ΒΦΠΓʹ τῆς 17 Ἰουνίου 1899 προστίθεται ὡς τετάρτη παράγραφος ἡ ἑπομένη: «Τιμωρεῖται ὡσαύτως ἐπὶ ἁπλῇ χρεωκοπίᾳ κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ Ἐμπορικοῦ Νόμου ὁ προπωλήσας σταφιδόκαρπον, ἐν περιπτώσει μὴ ἐκπληρώσεως τῶν ὑπ’ αὐτοῦ ἀναληφθεισῶν ὑποχρεώσεων. Ἡ περὶ τούτου μήνυσις δύναται ν’ ἀπευθυνθῇ τῷ ἁρμοδίῳ Εἰσαγγελεῖ καὶ ὑπὸ τῆς Διευθύνσεως τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης.» Τοῦ ἄρθρου τούτου ὁ σκοπὸς εἶναι νὰ προλάβῃ τὰς προπωλήσεις, αἵτινες μέχρι τοῦδε ἐλάμβανον χώραν ἐπὶ ζημίᾳ τῶν σταφιδοπαραγωγῶν. Διότι πολλοὶ προβαίνουσιν εἰς προπωλήσεις χωρὶς νὰ ἔχωσι τὴν ἀναγκαίαν ἱκανότητα. Ὁσάκις τὰ πράγματα ἔχωσι δυσμενῶς καὶ δὲν δύνανται ν’ ἀνταποκριθῶσιν εἰς τὰς ὑποχρεώσεις των, οὐδὲν ἔχουσι ν’ ἀπολέσωσιν. Εἶναι ἀνάγκη ἐπίσης νὰ τεθῇ ἐν τέλει ἓν ἄρθρον, ἔχον οὕτω: «Πᾶσα διάταξις ἀντιβαίνουσα εἰς τὸν παρόντα νόμον καταργεῖται.» Πρέπει νὰ τεθῇ ἐπίσης, ὅτι «ἡ ἰσχὺς τοῦ παρόντος νόμου ἄρχεται ἀπὸ τῆς εἰς τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως καταχωρίσεώς του.»
§237ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καὶ πότε λήγει; διότι ὁ νόμος εἶναι προσωρινός. Αἱ προτάσεις ὑμῶν θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ, ἵνα ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν κατὰ τὴν τρίτην συζήτησιν. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 26). Οἱ παραδεχόμενοι τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς δευτέραν συζήτησιν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἰσχύος καὶ διὰ τὸ ἔτος 1904 τοῦ ὑπὸ τοῦ Δικαστηρίου τῶν Πρωτοδικῶν Παρνασσίδος ἐν ἔτει 1902 κηρυχθέντος ὁριστικοῦ καταλόγου τῶν ἐνόρκων.» (Γίνεται δεκτὸν, κατ’ ἀρχὴν καὶ ἄρθρον μόνον, ἄνευ ἀντιρρήσεως).
§238ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τῆς ἐκ νέου ἐγγραφῆς ὑποθηκῶν, μεταγραφῶν κλπ. τῶν ἐγγεγραμμένων ἐν τοῖς καταστραφεῖσι βιβλίοις τῶν Ὑποθηκοφυλακείων δήμων τινῶν τῆς Θεσσαλίας καὶ τῶν δήμων Φαλάρων καὶ Σαμαίων.»
§239ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Αὔριον.
§240ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τροποποιήσεως διατάξεων τοῦ περὶ ταχυδρομικῆς, τηλεγραφικῆς καὶ τηλεφωνικῆς ὑπηρεσίας νόμου τῆς 1 Ἰουνίου 1900.»
§241ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Αὔριον, αὔριον.
§242ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Ἐπ’ αὐτοῦ θὰ γείνῃ συζήτησις, ἀλλὰ ἀπόψε δὲν εἶναι δυνατὸν, διότι παρῆλθεν ἡ ὥρα. Ζητοῦμεν τὴν ἀναβολὴν διὰ τὴν αὔριον.
§243ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται καὶ αὐτό. (Ἀναγινώσκονται εἶτα καὶ γίνονται δεκτὰ εἰς αʹ συζήτησιν, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιρρήσεως, τὰ νομοσχέδια: 1) «Περὶ τοῦ ἐνοικίου τοῦ ἐν Κωνσταντινουπόλει Πρεσβευτικοῦ καταστήματος». 2) «Περὶ καταργήσεως τοῦ περὶ νομῶν καὶ τῆς διοικήσεως αὐτῶν ͵ΒΧΕʹ νόμου». 3) «Περὶ Ἐπαρχιακῶν Συμβουλίων»).
§244ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σκληρὸς ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ ͵ΒΨΗʹ τῆς 31 Μαρτίου 1900 νόμου περὶ μεταρρυθμίσεως τῶν προξενικῶν νόμων». Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 27). Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρα 1 καὶ 40′ μετὰ τὸ μεσονύκτιον).