Ελένη
Digital corpus of Greek Parliamentary Proceedings
Index› Period ΙΣΤ · Session ΕΚΤΑΚΤΟΣ› Sitting 2

1903.06.05

3,501 rows · 25,753 words · 1 table · 270 turns

Date
1903.06.05
Presidency
Δ. Γ. ΡΑΛΛΗ & Ν. ΛΕΩΝΙΔΑ
Period
ΙΣΤ
Session
ΕΚΤΑΚΤΟΣ
Source
ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΩΝ ΣΥΖΗΤΗΣΕΩΝ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣ (1903)

§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 2

Τῆς 5 Ἰουνίου 1903.

(Πέμπτη).

(Προεδρεύοντος τοῦ Προέδρου κ. Δ. Γ. Ράλλη)

(Γενομένης ἀπαρτίας ὥρᾳ 6 μ. μ. ἀναγινώσκονται καὶ ἐγκριθέντα ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως)

§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνακοινῶ εἰς τὴν Βουλήν: Ὑπόμνημα τοῦ ἐξ Αἰγείρας σταφιδοκτήμονος Γεωργίου Κουβέλη, ὑποβάλλοντος κρίσεις ἐπὶ τῆς συμβάσεως περὶ μονοπωλίου τῆς σταφίδος. Τηλεγράφημα τοῦ δημάρχου τοῦ δήμου Στράτου τῆς ἐπαρχίας Βάλτου, παρακαλοῦντος νὰ ἀνασταλῇ ἐπὶ δίμηνον ἡ καταδίωξις τῶν ὀφειλετῶν τοῦ Δημοσίου. Τηλεγράφημα τῶν κατοίκων Καρατσολίου τοῦ Τυρνάβου, ἐπικαλουμένων τὴν ἀντίληψιν τῆς Κυβερνήσεως, διότι ῥαγδαιοτάτη βροχὴ μετὰ χαλάζης κατέστρεψεν ὁλόκληρον τὴν ἐσοδείαν τῶν πρωΐμων καὶ ὀψίμων καρπῶν. Τηλεγράφημα τῶν κατοίκων Μπρούφλιανης τῆς Φθιώτιδος, ἐπικαλουμένων τὴν ἀντίληψιν τῆς Κυβερνήσεως, διότι τὰ κτήματα αὐτῶν κατεστράφησαν ἐκ τῆς καταπεσούσης χαλάζης. Ὅμοιον τῶν κατοίκων Χαλίλης τῆς Φθιώτιδος. Τηλεγράφημα τῶν πιλοποιῶν καὶ πιλεμπόρων Σύρου, διαμαρτυρομένων κατὰ τοῦ ὑποβληθέντος νομοσχεδίου, δι’ οὗ τροποποιοῦνται αἱ διατάξεις τοῦ τελωνειακοῦ δασμολογίου περὶ φορολογίας τῶν πίλων καὶ πιλημάτων. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἔχει τὸν λόγον.

§2Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός, Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ προσωρινῶς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ καταθέσω δήλωσιν ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν περὶ προσθήκης δρ. 50,000 ἐν αὐτῷ, καὶ προσέτι δήλωσιν ἑτέραν περὶ προσθήκης δραχ. 163,008 καὶ ἐλαττώσεως δραχ. 39,835 ἐπὶ τῶν προϋπολογισμῶν τῶν Ὑπουργείων τῶν Ἐξωτερικῶν, τῆς Δικαιοσύνης, τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν. Ἡ ἐξαιρετικὴ κατάστασις, εἰς τὴν ὁποίαν περιῆλθον τὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ κατὰ τὴν προηγηθεῖσαν πρώτην Σύνοδον τῆς Βουλῆς, καθιστᾷ ἀναπόφευκτον, κατὰ πᾶσαν ἑβδομάδα ἢ κατὰ πάντα μῆνα νὰ ὑποβάλλω δηλώσεις προσθηκῶν ἐξόδων, διότι ὁ προϋπολογισμὸς συνετάχθη ἐπὶ τῇ βάσει τῶν νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα ἡμεῖς προεβάλομεν εἰς τὴν Βουλὴν καὶ διὰ τῶν ὁποίων ἐπροτείναμεν ἐλαττώσεις ἐπὶ ἐξόδων τῶν διαφόρων Ὑπουργείων· ἀφοῦ δὲ τὰ εἰρημένα νομοσχέδια δὲν ἐψηφίσθησαν καὶ τυγχάνουσιν ἔτι ἐκκρεμῆ, κατὰ πάντα μῆνα προστίθενται εἰς τὸν προϋπολογισμὸν ἔξοδα, ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα διὰ τῶν νομοσχεδίων ἀφῃροῦντο ἀπὸ τὸν προϋπολογισμόν. Διὰ τοῦτο προβάλλω τὴν δήλωσιν, ζητῶν δι’ αὐτῆς νὰ προστεθῶσιν 163,008 δραχ. εἰς τὰ ἔξοδα τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἕνεκα τοῦ μηνὸς Μαΐου, διότι καὶ κατ’ αὐτὸν δὲν ἐψηφίσθησαν τὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα εἰσηγάγομεν εἰς τὴν Βουλήν. Διὰ τοῦτο μάλιστα, κύριε Πρόεδρε, νομίζω ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐφελκύσω τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς ἐπὶ τῶν ἐργασιῶν αὐτῆς. Ὁ μήν, τὸν ὁποῖον διανύομεν, εἶναι ὁ ἕκτος μὴν τοῦ ἐνιαυτοῦ· ἡ Σύνοδος ἡ πρώτη διῆλθε πᾶσα, διότι φυσικῶς ἔληγε τὴν 8 τοῦ μηνὸς Ἰουνίου, σήμερον δὲ εἶναι ἡ πέμπτη τοῦ Ἰουνίου. Κατὰ τὸ διάστημα τοῦτο, ἐκ τῶν νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα εἰσηγάγομεν καὶ ἐπὶ τῶν ὁποίων στηρίζεται ὁ προϋπολογισμός, ὃν συνετάξαμεν καὶ εἰσηγάγομεν εἰς τὴν Βουλήν, ἐψηφίσθησαν δύο ἢ τρία, πάντα δὲ τὰ ἄλλα νομοσχέδια μένουσιν ἐκκρεμῆ· ἕνεκα δὲ τούτου αἱ ἐλαττώσεις, τὰς ὁποίας ἐσκοποῦμεν νὰ πραγματοποιήσωμεν ἐντὸς τοῦ 1903 ἐπὶ τῶν ἐξόδων τοῦ Κράτους, δὲν πραγματοποιοῦνται, ἑπομένως τὸ ἔτος βαίνει ἐπὶ τὰ πρόσω, κρατούντων ἔτι τῶν κατὰ τὰ παρελθόντα ἔτη ἰσχυόντων νόμων, οἱ ὁποῖοι ἐκανόνιζον τὰ ἔξοδα τοῦ Κράτους καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὁποίων συνετάσσοντο κατὰ τὸ παρελθὸν οἱ προϋπολογισμοί. Εἶπον ὅτι ὀφείλω νὰ προκαλέσω τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς, διότι ἡμεῖς ἐκλήθημεν εἰς τὴν ἀρχὴν ὑπὸ τοῦ Βασιλέως μετὰ τὰς ἐκλογὰς, πρὸ τῶν ἐκλογῶν δ’ ἐγνωστοποιήσαμεν εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν, διερχόμενοι τὰς ἐπαρχίας, πρόγραμμα, τὸ ὁποῖον ἐφρονοῦμεν ἡμεῖς ὅτι ἦτο ἀναγκαῖον νὰ ἐκτελεσθῇ, ἐπιβαλλόμενον μάλιστα ὑπὸ τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως τοῦ δημοσίου ταμείου καὶ τῆς χώρας. Αἱ ἐκλογαὶ ἀπέδειξαν, ὅτι αἱ γνῶμαι ἡμῶν ἐπεδοκιμάσθησαν ὑπὸ τῆς πλειονοψηφίας τῶν ἐκλογέων· οὕτως ἐσπεύσαμεν νὰ εἰσαγάγωμεν τὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα ἀποτελοῦσι τὸ πρόγραμμα τοῦτο. Ἀλλὰ τὰ νομοσχέδια ταῦτα οὐδὲ συζητοῦνται, οὐδ’ ἐψηφίσθησαν ἔτι. Δὲν ἀμφισβητῶ ὅτι δύνανται νὰ ὑπάρχωσί τινες καὶ ἐν τῇ Βουλῇ καὶ ἐκτὸς τῆς Βουλῆς, οἱ ὁποῖοι πιθανῶς φρονοῦσιν, ὅτι αὐτὰ, τὰ ὁποῖα ὑπεσχέθημεν εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν, δὲν ἦσαν σπουδαῖαι ὑποσχέσεις, ὅτι δὲν ἐπρόκειτο νὰ ἐπενέγκωμεν ἐλαττώσεις τῶν ἐξόδων, τὰς ὁποίας προεβάλομεν καὶ ὑπεσχέθημεν ὅτι ἠθέλομεν ἐπενέγκει, ὅτι διὰ τοῦτο δὲν πρέπει νὰ μεταβληθῇ τὸ σύστημα τὸ οἰκονομικόν, ὅπως εἶχεν ὀργανωθῆ μέχρι τοῦδε, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἐστηρίζοντο οἱ προϋπολογισμοὶ τοῦ 1900 καὶ 1901 καὶ 1902. Εἶναι δικαίωμα αὐτῶν νὰ φρονῶσιν οὕτω. Ἀλλὰ τοῦτο δὲν ἐφρόνησεν ἡ πλειονοψηφία τῶν ἐκλογέων τοῦ Κράτους, οἱ ὁποῖοι ἀπέστειλαν διὰ τῶν ἐκλογῶν τόσους Βουλευτὰς, ὅσοι ἀποτελοῦσι τὴν πλειονοψηφίαν, ἡ ὁποία ἀνέδειξε καὶ ὑποστηρίζει τὸ Ὑπουργεῖον· νομίζομεν δ’ ὅτι πρέπει νὰ ὑποχωρήσωσιν οἱ ταῦτα φρονοῦντες, ἵνα συζητηθῶσι τὰ νομοσχέδια καὶ ψηφισθῶσι καὶ γένωνται νόμοι. Νομίζω δ’ ὅτι, ἐὰν ἤθελε συμβῆ νὰ ἦναι ἀληθεῖς οἱ ἰσχυρισμοὶ αὐτῶν, ἐὰν ἤθελε συμβῆ ὄντως νὰ μὴ ἀπηγγείλαμεν ἡμεῖς σπουδαῖα πράγματα εἰς τοὺς ἐκλογεῖς τῆς Ἑλλάδος, ἐὰν ἐπλανήσαμεν αὐτοὺς, δόντες αὐτοῖς ὑποσχέσεις μὴ πραγματοποιήσιμους ἢ ἐπιζημίους διὰ τὸ Κράτος, συμφέρει εἰς αὐτοὺς τοὺς κυρίους, οἵτινες ἔχουσιν ἀντίθετον γνώμην ἡμῶν, οἵτινες φρονοῦσιν ὅτι πρέπει νὰ μείνῃ ἄθικτον τὸ οἰκονομικὸν καθεστὼς, τὸ ὁποῖον ἐλειτούργει μέχρι τοῦδε, νὰ ψηφισθῶσιν οἱ νόμοι καὶ νὰ ἐφαρμοσθῶσι, διὰ ν’ ἀποδειχθῇ, ὅτι οἱ ἰσχυρισμοί των ἦσαν ὀρθοὶ, ὅτι οἱ ἰσχυρισμοί των ἦσαν ἀληθεῖς. Ἑπομένως ἡμεῖς δὲν ζητοῦμεν νὰ παραιτηθῶσιν οἱ εἰρημένοι δικαιωμάτων, δὲν ζητοῦμεν νὰ τροποποιήσωσι τὰς γνώμας ταύτας, ἀλλὰ πάντως φρονῶ, ὅτι ἔχω δικαίωμα νὰ ζητήσω, ἵνα ἐπιληφθῇ ἡ Βουλὴ τέλος πάντων τῶν νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα προεβάλομεν, νὰ ζητήσω, ἵνα ἡ Βουλὴ συζητήσῃ ἐπ’ αὐτῶν. Ἐὰν ἡ Βουλὴ δὲν τὰ ἐγκρίνῃ, ἐὰν ἤθελεν ἀπορρίψει αὐτὰ, ἡμεῖς θέλομεν ἀπέλθει, καὶ ἄλλοι ἀνθ’ ἡμῶν θέλουσι κληθῆ εἰς τὴν ἀρχήν. Ἐὰν ὅμως ἡ Βουλὴ ἐγκρίνῃ αὐτὰ, θέλομεν προβῆ νὰ ἐφαρμόσωμεν τὸ πρόγραμμα ἡμῶν. Ἐὰν προβῶμεν εἰς τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ προγράμματος ἡμῶν καὶ ἐὰν τὰ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα προσδοκῶμεν ὅτι θέλουσιν ἐπέλθει διὰ τῶν νομοσχεδίων, καὶ διὰ τοῦτο ζητοῦμεν νὰ ψηφισθῶσιν, ἤθελον διαψεύσει ἡμᾶς, τόσῳ καλλίτερον δι’ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι δὲν εἶναι φίλοι τοῦ Ὑπουργείου. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι τὸ σύστημα τῆς ἀδρανείας, τῆς ἀπραξίας, τῆς προτάξεως νομοσχεδίων ἄλλων, εἶναι σύστημα παραλύσεως τῶν νομοθετικῶν ἐργασιῶν τοῦ Κοινοβουλίου, σύστημα παραλύσεως τῆς Κυβερνήσεως. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ ἐγκρίνῃ τροποποίησιν εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν, τὴν ὁποίαν προτείνω, νὰ ἀναγράψῃ τὰ περὶ ὧν εἴρηται νομοσχέδια πρὸ πάντων τῶν ἄλλων, καὶ νὰ μὴ προβῇ εἰς συζήτησιν, εἰμὴ μόνον τῶν νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα ἀποτελοῦσι τὸ πρόγραμμα τοῦ Ὑπουργείου· ὅταν δὲ ταῦτα ψηφισθῶσιν, ἂς συζητηθῶσι μετ’ αὐτὰ πάντα τὰ νομοσχέδια τοῦ τοπικοῦ ὀφέλους, πᾶν ἄλλο νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἤθελεν ἐγκρίνει ἡ Βουλή. Ἐὰν αὐτὰ τὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα ἀποτελοῦσι τὸ πρόγραμμα τοῦ Ὑπουργείου, δὲν ἤθελον ἐπιψηφισθῆ ὑπὸ τῆς Βουλῆς, αἴρεται πᾶσα διχογνωμία, ἄλλοι ἀνθ’ ἡμῶν ἔρχονται εἰς τὴν Ἀρχὴν, ἐφαρμόζουσι τὸ πρόγραμμα αὐτῶν, καὶ οὕτω διεξάγονται αἱ νομοθετικαὶ ἐργασίαι τοῦ Κοινοβουλίου. Ἐὰν ὅμως ἡ πλειονοψηφία ἐπιψηφίσῃ τὰ νομοσχέδια ἡμῶν, προβαίνομεν εἰς τὴν ἐκτέλεσιν αὐτῶν, καὶ τοιουτοτρόπως δυνάμεθα νὰ ἀναλάβωμεν τὴν εὐθύνην τῆς ἐπιτυχίας ἢ τῆς ἀποτυχίας τοῦ προγράμματος ἡμῶν. Τώρα, ὡς βαίνει ἡ Βουλὴ, παραλύομεν πάντες. Ἐγὼ δὲν εἶμαι ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι φρονοῦσιν, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ὑπάρχῃ πλήρης καὶ ἀπόλυτος ἡ ἐλευθερία τοῦ λόγου. Ἐγὼ ἴσως πρὸ πολλοῦ χρόνου ἐδόξασα καὶ ἐπίστευσα, ὅτι κατὰ τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα ἡ μειονοψηφία ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἀμύνηται κατὰ τῆς πλειονοψηφίας, ὅταν αἱ πλειονοψηφίαι τυφλώττωσι πρὸς τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους, ὅταν αἱ πλειονοψηφίαι βαίνωσιν εἰς νομοθέτησιν μέτρων, τὰ ὁποῖα βεβαίως θέλουσιν ἀποβῆ ὀλέθρια εἰς τὸν τόπον. Ἀλλ’ ὅταν πρόκηται περὶ προγράμματος, τὸ ὁποῖον ἐνεκρίθη ἤδη ὑπὸ τῆς πλειονοψηφίας τῶν ἐκλογέων, νομίζω ὅτι τὸ σύστημα τῆς τοιαύτης ἀμύνης κατὰ τῆς πλειονοψηφίας, τὸ σύστημα τῆς παρακωλύσεως ἀπὸ τὸ ἔργον αὐτῆς εἶναι σύστημα παρακωλυτικὸν, εἶναι σύστημα ἀντικοινοβουλευτικόν. Ἡμεῖς ἐφηρμόσαμεν, πρὶν ἢ ἐφαρμοσθῇ ἐν ἄλλαις κοινοβουλευτικαῖς Πολιτείαις, τὸ σύστημα τῆς κωλυσιεργίας· τὸ ἐφηρμόσαμεν ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ τούτῳ, ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, δημοσίᾳ, φανερὰ, καὶ οὐχὶ κρυπτόμενοι καὶ ἀρνούμενοι, ἀλλ’ ἀπαγγέλλοντες θεωρίαν συνταγματικὴν, κοινοβουλευτικήν· πολλάκις δ’ ἀπεδείχθη, ὅτι ἐφηρμόσαμεν αὐτὸ ὠφελίμως διὰ τὸν τόπον. Εἶναι δικαίωμα τῆς μειονοψηφίας, ὅταν πείθηται ὅτι μέτρον τι νομοθετικὸν καταστρέφει συμφέροντα τοῦ Κράτους, νὰ προσπαθήσῃ παντὶ τρόπῳ νὰ παρακωλύσῃ τὴν ἐπιψήφισιν αὐτοῦ. Ἡμεῖς παρεκωλύσαμεν τὴν ψήφισιν νομοθετημάτων τοιούτων ἑνὸς ἢ δύο κατὰ τὸ διάστημα τῆς τελευταίας τετραετίας, τῆς συμβάσεως τῆς Στυμφαλίας καὶ τοῦ νομοσχεδίου τὸ ὁποῖον ἐπροτάθη ὑπὸ τοῦ ἄλλοτε Ὑπουργοῦ τῆς Ἐκπαιδεύσεως πρὸς καταστρατήγησιν καὶ μετατροπὴν τοῦ νόμου περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, καὶ ὄντως παρεκωλύθη ἡ ψήφισις αὐτῶν· ἀλλ’ ὅτε ἐπρόκειτο περὶ τῶν ἄλλων μέτρων τοῦ Ὑπουργείου, ἡμεῖς συνετρέξαμεν τὸ Ὑπουργεῖον τοῦ κ. ἐκ Κερκύρας Βουλευτοῦ, καὶ τὸ συνετρέξαμεν διὰ νὰ διέλθῃ τὴν Σύνοδον τοῦ 1901, — ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ δὲ ὑπάρχουσι μέλη τοῦ Ὑπουργείου ἐκείνου, τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ ὁμολογήσωσι τοῦτο, — καὶ παρέσχομεν αὐτῷ συνδρομὴν εἰλικρινῆ, ἵνα ἐφαρμόσῃ τὰ μέτρα αὑτοῦ, διότι καὶ τὸ Ὑπουργεῖον τὸ ὑπὸ τὸν κ. ἐκ Κερκύρας Βουλευτὴν εἶχε πρόγραμμα, καὶ τὸ πρόγραμμα ἐκεῖνο ἐξετέλει. Λοιπὸν, ὅτε ἐπρόκειτο νὰ ἐφαρμόσῃ τὸ πρόγραμά του, παρέσχομεν εἰς αὐτὸ πᾶσαν συνδρομὴν, ἵνα ψηφισθῶσι τὰ νομοθετήματα, τὰ ὁποῖα τὸ Ὑπουργεῖον ἐκεῖνο ἐπρότεινεν εἰς τὴν Βουλὴν, ἐπολεμήσαμεν δὲ μόνον προτάσεις νόμων, αἱ ὁποῖαι δὲν ἀνῆκον εἰς τὸ πρόγραμμα τοῦ Ὑπουργείου· διότι τὸ πρόγραμμα τοῦ Ὑπουργείου τοῦ κ. ἐκ Κερκύρας Βουλευτοῦ δὲν εἶχεν ἀνακηρύξει μέτρα περὶ διοχετεύσεως τῶν ὑδάτων τῆς Στυμφαλίας, οὔτε μέτρα περὶ καταργήσεως τοῦ νόμου περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, ταῦτα δὲ τὰ δύο μέτρα ἡμεῖς παρεκωλύσαμεν νὰ ψηφισθῶσιν, εἰς πάντα δὲ τὰ ἄλλα νομοθετήματα οὐδὲν πρόσκομμα παρενεβάλομεν· καὶ ὅτε ἐνομίζομεν ὅτι νομοθέτημά τι ἤθελεν ἀποβῆ ἐπιβλαβὲς, καὶ τότε ἐψηφοφορήσαμεν μὲν κατ’ αὐτοῦ, ἀλλ’ οὐδέποτε παρενεβάλομεν πρόσκομμα εἰς τὴν ψήφισιν αὐτοῦ. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι ὑπάρχει ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τὸ συνταγματικὸν δικαίωμα, νὰ ζητήσῃ ἀπὸ τὴν Βουλὴν νὰ κανονίσῃ τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν οὕτως, ὥστε νὰ ἀναγραφῶσι πρὸ παντὸς ἄλλου τὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα ἀποτελοῦσι τὸ πρόγραμμα τῆς Κυβερνήσεως, μετὰ ταῦτα δὲ ἐν τῇ τάξει νὰ θέσῃ τὰ νομοσχέδια τὰ ἀφορῶντα τοπικὸν ὄφελος, τὸν προϋπολογισμὸν καὶ πάντα τὰ ἄλλα νομοθετήματα, τὰ ὁποῖα ἤθελεν ἐγκρίνει. Λέγω δὲ τοῦτο, διότι ἡ παράτασις ἡ περαιτέρω τῆς καταστάσεως ταύτης τῶν βουλευτικῶν ἐργασιῶν, ὡς μέχρι τοῦδε βαίνουσιν αὗται, εἶναι ἀνέφικτος εἰς ἡμᾶς, οὐδ’ ἐπιτρέπεται πλέον νὰ ἀνεχθῶμεν αὐτήν. Ἠνέχθημεν αὐτὴν, καὶ διήλθομεν ὁλόκληρον Σύνοδον κατὰ τὸ διαρρεῦσαν ἑξάμηνον. Ἠναγκάσθημεν νὰ καλέσωμεν ἔκτακτον Σύνοδον χάριν τῶν νομοθετημάτων τούτων. Ἀλλ’ ἐὰν ἀφήσωμεν νὰ παρέλθῃ καὶ ἡ ἔκτακτος Σύνοδος χωρὶς νὰ ψηφισθῶσι τὰ νομοθετήματα,—διότι ὁ προϋπολογισμὸς συνετάχθη ἐπὶ τῇ βάσει τῶν νομοθετημάτων τούτων,—ἐὰν λήξῃ καὶ ἡ ἔκτακτος ἄνευ προϋπολογισμοῦ, ἄνευ τῶν νομοθετημάτων τούτων, θέλει ἀναγραφῆ ἐν τῇ κοινοβουλευτικῇ ἱστορίᾳ παράδειγμα, τὸ ὁποῖον βεβαίως δὲν θέλει συνιστᾷ πολὺ τὸν τόπον ἡμῶν. Διὰ τοῦτο φρονῶ, ὅτι ἔχομεν εὐθύνην· εἰδοποιοῦμεν δὲ καὶ τὴν πλειονοψηφίαν καὶ τὴν μειονοψηφίαν, ὅτι, ἐὰν δὲν ἤθελον προβῆ εἰς τὴν συζήτησιν τῶν νομοσχεδίων τούτων, ἡμεῖς θέλομεν καταθέσει τὴν παραίτησιν ἡμῶν εἰς τὸν Ἡγεμόνα. Θέλομεν τότε ἀναφέρει εἰς τὸν Ἡγεμόνα, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν ἦτο διατεθειμένη νὰ συντελέσῃ, ὅπως συζητηθῇ καὶ ἐπιψηφισθῇ ἢ ἀπορριφθῇ τὸ πρόγραμμα ἡμῶν, καὶ ἑπομένως ἂς κρίνῃ ὁ Ἡγεμὼν εἴτε περὶ τῆς Βουλῆς, εἴτε περὶ τοῦ Ὑπουργείου. Ἐὰν κρίνῃ περὶ τοῦ Ὑπουργείου, θέλομεν καταλίπει τὴν ἀρχὴν, πεποιθότες ὅτι ἐξεπληρώσαμεν τὸ καθῆκον ἡμῶν, ὅτι εἰσηγάγομεν εἰς τὴν Βουλὴν πάντα τὰ νομοθετήματα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἦσαν ἀναγκαῖα πρὸς ἐκτέλεσιν τοῦ προγράμματος ἡμῶν, ἀλλ’ ὅτι ἡ Βουλὴ παρέλυσεν ἡμᾶς καὶ δὲν ἀφῆκε νὰ ψηφισθῶσι ταῦτα. Ἐὰν ἤθελε κρίνει ἄλλως, τὰ πράγματα θέλουσι λάβει τὴν τροπὴν, τὴν ὁποίαν ὁ Βασιλεὺς θέλει ἐγκρίνει νὰ δώσῃ. Λέγω πάντα τὰ νομοσχέδια, ἀλλὰ δὲν ἀκριβολογῶ, διότι δὲν εἰσηγάγομεν εἰσέτι νομοσχέδιον περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου περὶ Γενικῆς Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ. Ἡ Βουλὴ γνωρίζει ποίας ἔχω γνώμας περὶ τοῦ ἰσχύοντος νόμου περὶ Γενικῆς Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ. Ἐὰν ὁ ἐμὸς προκάτοχος καὶ ἀγαπητὸς φίλος μου κ. ἐκ Τυρνάβου Βουλευτὴς εἰσήγαγε νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου κατήργει τὸν νόμον περὶ Γενικῆς Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ, ἐξετέλει τὸν σκοπὸν, τὸν ὁποῖον ἡμεῖς εἴχομεν, ζητοῦντες τὴν τροποποίησιν τοῦ νόμου, ἀλλ’ ἐπεξέτεινε τὸν σκοπὸν ἡμῶν τοῦτον εἰς μερίμνας καθαρῶς στρατιωτικῆς κατ’ ἄλλο σύστημα ὀργανώσεως. Ἐγὼ βεβαίως δὲν ἔχω τὴν ἀξίωσιν, ἵνα ὑποσχεθῶ εἰς τὴν Βουλὴν τὴν ὀργάνωσιν τοῦ στρατοῦ, ἀλλ’ εἶχον καθῆκον ν’ ἀσχοληθῶ νὰ ἀφαιρέσω ἀπὸ τὸν νόμον τῆς Γενικῆς Διοικήσεως ὅ,τι ὑπῆρχεν ἐν αὐτῷ μὴ σύμφωνον πρὸς τὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος. Ὅθεν συνετάξαμεν νομοσχέδιον, δι’ οὗ ἀφῃρέσαμεν τὸν ἀντισυνταγματικὸν χαρακτῆρα τοῦ νόμου περὶ Γενικῆς Διοικήσεως, τὸ νομοσχέδιον δὲ τοῦτο θέλομεν εἰσαγάγει εἰς τὴν Βουλήν. Ἀλλὰ καὶ ἕτερον νομοσχέδιον ἔπρεπε νὰ εἰσαγάγωμεν, περὶ τῆς Εἰρηνοδικειακῆς Δικαιοσύνης, διότι τὸ σύστημα τὸ εἰρηνοδικειακὸν εἶναι πλημμελές· οἱ διοριζόμενοι εἰρηνοδίκαι τυγχάνουσι πάντοτε ὑπὸ τὴν ἐξάρτησιν τῆς πολιτικῆς, ἑπομένως ὑπὸ δρᾶσιν ἀλλοτρίαν τῆς ἀποστολῆς τῆς Δικαιοσύνης. Εἶναι δὲ ἀνάγκη νὰ ἐγκατασταθῇ πλῆρες σύστημα εἰρηνοδικειακῆς δικαιοσύνης, τὸ δὲ περὶ τούτου νομοσχέδιον ἠρξάμην νὰ συντάσσω, καὶ προέβην ἀρκούντως, ἐλπίζω δ’ ὅτι, εἴτε ὡς Βουλευτὴς, εἴτε ὡς Ὑπουργὸς, θέλω δυνηθῆ νὰ τὸ εἰσαγάγω εἰς τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς κατὰ τὴν ἑπομένην Σύνοδον. Καὶ ἕτερον νομοσχέδιον ὠφείλομεν νὰ προτείνωμεν, τὸ περὶ συστάσεως Μονοπωλίου τῶν διδακτικῶν βιβλίων τῆς Δημοτικῆς Ἐκπαιδεύσεως· ἀλλὰ καὶ τοῦτο, εἴτε ὡς Βουλευτὴς, εἴτε ὡς Ὑπουργὸς, ἐλπίζω νὰ δυνηθῶ νὰ εἰσαγάγω εἰς τὴν ἑπομένην Σύνοδον τῆς Βουλῆς. Ἑπομένως, πλὴν τοῦ περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου περὶ Γενικῆς Διοικήσεως νομοσχεδίου, ὅπερ θέλω εἰσαγάγει αὔριον ἢ τὸ Σάββατον, θέλομεν εἰσαγάγει καὶ τὸ περὶ Εἰρηνοδικειακῆς Δικαιοσύνης νομοσχέδιον καὶ τὸ ἄλλο περὶ μονοπωλίου τῶν διδακτικῶν βιβλίων κατὰ τὴν ἑπομένην Σύνοδον. Ζητοῦμεν δὲ σήμερον νὰ μᾶς συντρέξητε νὰ συζητηθῶσι τὰ προταθέντα ἤδη, καὶ ἂν ἐγκρίνητε αὐτὰ, θέλομεν ἐξακολουθήσει τὰ ἔργα ἡμῶν· ἂν ὄχι, καταψηφίσατε αὐτὰ, διὰ ν’ ἀπαλλαγῶμεν ἡμεῖς πάσης ὑποχρεώσεως. Ἀλλὰ τὸ νὰ ἀφίνωμεν ἐκκρεμεῖς τὰς νομοθετικὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς, δὲν ἐξυπηρετοῦμεν τὰ συμφέροντα τοῦ τόπου, ἀναλαμβάνομεν μεγίστην εὐθύνην, καὶ ἐπὶ τέλους δίδομεν παράδειγμα κοινοβουλευτικοῦ βίου ἐκτρόπου καὶ ἀντισυνταγματικοῦ.

§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αἱ ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ὑποβληθεῖσαι δηλώσεις θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 1–2).

§4Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἐὰν ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς ἤθελε περιορισθῆ εἰς συμβουλὰς πρὸς τὴν πλειονοψηφίαν, ἐὰν ἤθελε περιορισθῆ εἰς καθορισμὸν τῶν ἔργων τῆς ἐκτάκτου ταύτης Συνόδου, οὐδὲν θὰ εἶχον δικαίωμα νὰ λάβω τὸν λόγον καὶ ἀναμιχθῶ εἰς τὴν συζήτησιν· διότι δικαίωμα ἀπόλυτον τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ εἶναι νὰ διευθύνῃ τὰς ἐργασίας τῆς πλειονοψηφίας, ν’ ἀποτείνῃ συμβουλὰς εἰς ταύτην καὶ νὰ καθορίζῃ τὰ ἔργα αὐτῆς κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς Συνόδου. Ἀλλὰ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δὲν περιωρίσθη νὰ συμβουλεύσῃ τὴν πλειονοψηφίαν, οὐδὲ νὰ ὁρίσῃ τὸ πρόγραμμα τῶν ἐργασιῶν κατὰ τὴν ἔκτακτον ταύτην Σύνοδον, ἀλλ’ ἀποτεινόμενος πρὸς τὴν μειονοψηφίαν, ἐθεώρησε ταύτην ὑπεύθυνον διὰ τὴν παρακώλυσιν, ὡς εἶπε, τῶν ἔργων τῆς Βουλῆς καὶ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ προγράμματος, τὸ ὁποῖον ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀνέπτυξε πρὸ τῶν ἐκλογῶν, καὶ τὸ ὁποῖον κατὰ τὴν γνώμην του ἔτυχε τῆς ὑποστηρίξεως τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Ἔχω καθῆκον ν’ ἀπαντήσω εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ἀμυνόμενος ὑπὲρ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Καὶ ἐγὼ ὁμολογῶ, καὶ οὐδεὶς δύναται ν’ ἀμφισβητήσῃ, ὅτι παρῆλθε πᾶσα ἡ τακτικὴ Σύνοδος τῆς Βουλῆς χωρὶς ἡ Βουλὴ νὰ ἐργασθῇ· ἀλλ’ ἐξεταστέον, τίς ἔπταισεν εἰς τοῦτο; Τὸ πταίσιμον, κατ’ ἐμὴν ἰδέαν, ἀνήκει εἰς τὴν Κυβέρνησιν, τῆς ὁποίας τὴν ἐνέργειαν ἐχαρακτήρισε μέχρι τοῦδε ἔλλειψις διευθύνσεως. Διακοπὴ ἐπῆλθεν εἰς τὰς ἐργασίας, παράτασις ἐπ’ ἄπειρον τῶν συζητήσεων ἐπὶ τῶν ἐξελέγξεων τῶν ἐκλογῶν, αἵτινες κατέληξαν εἰς τὴν ἴσως οὐχὶ δικαίαν ἀκύρωσιν δύο ἢ τριῶν ἐκλογῶν· διεκόπησαν καὶ πάλιν αἱ ἐργασίαι, καὶ ὅτε ἡ Ἀντιπολίτευσις κατέδειξεν ὅτι εἶναι πρόθυμος νὰ συντρέξῃ τὴν Κυβέρνησιν, αἱ ἡμέραι παρήρχοντο, καὶ ἡ Βουλὴ δὲν συνεκαλεῖτο. Ἤρχισαν ἐπὶ τέλους αἱ συνεδριάσεις, καὶ ἐρωτῶ, δύναταί τις νὰ εἴπῃ, ὅτι ὑπῆρξε κατὰ ταύτας διεύθυνσις ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως; Βεβαίως ὄχι. Ἐὰν ἡ Κυβέρνησις διηύθυνε πράγματι τὰ ἔργα τῆς Βουλῆς, ἡ ψήφισις τῶν νομοσχεδίων θὰ ἐπετυγχάνετο. Ἀπόδειξις ἔστω, ὅτι, ὅτε ἠθέλησε νὰ ψηφισθῇ νομοσχέδιον, τὸ ἐπέτυχεν· ἠθέλησε νὰ ψηφίσῃ τὸ νομοσχέδιον περὶ παρατάσεως τοῦ προνομίου τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης καὶ τοῦ προνομίου τῆς Ἰονικῆς Τραπέζης, καὶ τὸ νομοσχέδιον ἐψηφίσθη. Ἀλλ’ ἦλθε τὸ σταφιδικὸν ζήτημα, καὶ κατηνάλωσεν ἡ Βουλὴ εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ ζητήματος τούτου 15 συνεδριάσεις, ἡ Κυβέρνησις δὲ διὰ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ἐδήλωσεν, ὅτι δὲν ἔχει γνώμην περὶ τοῦ ζητήματος, καὶ ἀφῆκε τὴν Βουλὴν ἐλευθέραν νὰ συζητῇ ἐπὶ πολλὰς ἡμέρας, καὶ μετὰ τοσαύτην ἀπώλειαν χρόνου ἠγέρθη ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ εἶπεν, ὅτι δὲν δύναται νὰ δεχθῇ τὸ ἀπεριόριστον τῆς παρακρατήσεως, οὐδὲ τὸν ὁρισμὸν ταύτης εἰς τὰ 25%, καὶ ὅτι, ἐὰν ταῦτα γείνωσι δεκτὰ παρὰ τῆς Βουλῆς, αἱ ὑφιστάμεναι συμβάσεις καὶ τὸ καθῆκον, ὅπερ ἔχει ἡ Κυβέρνησις, ἵνα σκέπτηται περὶ διατηρήσεως τῆς ἰσχύος αὐτῶν, ἐμποδίζουσι τὴν Κυβέρνησιν νὰ προβῇ εἰς κύρωσιν τοῦ νόμου. Ἐὰν ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς, καθ’ ἣν ἡ Βουλὴ προέβη εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ ζητήματος, αἱ δηλώσεις αὗται ἐγίνοντο, δὲν ἠθέλομεν καταναλώσει τόσον χρόνον ἄνευ οὐδενὸς πρακτικοῦ ἀποτελέσματος. Ἀργότερον ὑπεβλήθη εἰς τὴν Βουλὴν ἡ σύμβασις περὶ μονοπωλίου τῆς σταφίδος. Ἡ σύμβασις αὕτη ὑπεβλήθη εἰς τὴν Βουλὴν μετὰ τὰς διαπραγματεύσεις, τὰς ὁποίας διεξήγαγεν ἡ Κυβέρνησις. Ἀλλ’ ὑποβάλλουσα τὴν σύμβασιν ἡ Κυβέρνησις δὲν ἀνέλαβε τὴν εὐθύνην τῆς συμβάσεως, ὅτε ἡ ἐπ’ αὐτῆς συζήτησις ἤθελε περατωθῆ ταχέως, ἀλλὰ προεκάλεσε τὴν Βουλὴν, ἵνα ὑποβάλῃ τροπολογίας ἐπὶ ἑκάστου ἄρθρου τῆς συμβάσεως, ὅπως μετὰ τὴν ὑποβολὴν τῶν τροπολογιῶν ἐξακολουθήσῃ τὰς διαπραγματεύσεις, καὶ μετεβλήθη οὕτω τὸ Νομοθετικὸν Σῶμα εἰς Σῶμα διαπραγματευόμενον διὰ τῆς Κυβερνήσεως μετὰ τῆς Ἑταιρείας, καὶ κατηναλώθησαν 12 ἡμέραι διὰ τὸ ἔργον τοῦτο, τὸ ὁποῖον δὲν ἦτο ἔργον τῆς Βουλῆς, τοσούτῳ μᾶλλον, καθόσον ὅλαι αἱ τροπολογίαι, αἱ ὁποῖαι ἀνεπτύχθησαν κατὰ τὰς μακρὰς ἐπὶ δώδεκα ἡμέρας συζητήσεις, εἶχον ὑποβληθῆ ὑπὸ τῶν μελῶν τῆς ἐπιτροπῆς, ἥτις συνειργάσθη μετὰ κ. Πρωθυπουργοῦ διὰ τὸν καταρτισμὸν τῆς συμβάσεως· καθῆκον δ’ εἶχεν ἡ Κυβέρνησις, ἐὰν παρεδέχετο ὡς ὀρθὰς τὰς τροπολογίας, νὰ ἐπιμείνῃ εἰς ταύτας, καὶ ἂν δὲν ἐγίνοντο δεκταὶ ὑπὸ τῆς ἑταιρείας, νὰ μὴ προβῇ εἰς τὴν ὑπογραφὴν τῆς συμβάσεως· ἐὰν ἀπεναντίας ἐφρόνει, ὅτι ἡ μὴ ἀποδοχὴ τῶν τροπολογιῶν δὲν ἐπέτρεπεν αὐτῇ νὰ ἀρνηθῇ τὴν ὑπογραφὴν τῆς συμβάσεως, καθῆκον εἶχε νὰ ὑπογράψῃ ταύτην καὶ νὰ τὴν ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν, ἀναλαμβάνουσα τὴν εὐθύνην ταύτης καὶ ἐπιμένουσα εἰς τὴν ψήφισιν αὐτῆς. Ἐρωτῶ, πταίει ἡ Ἀντιπολίτευσις, ἐὰν τοσαῦται ἡμέραι κατηναλώθησαν εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ θέματος τούτου; Ἀλλὰ κατηγγέλθη ἡ Ἀντιπολίτευσις καὶ δι’ ἕτερον, ὅτι προετάχθησαν νομοσχέδια τοπικοῦ συμφέροντος, ὡς τὰ ὠνόμασεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, καίτοι ὁ τοιοῦτος ὁρισμὸς τῶν νομοσχεδίων τούτων δὲν εἶναι ἀκριβής. Καὶ ἐγὼ ἐρωτῶ, τίς ἀπῄτησε τὴν πρόταξιν τῶν νομοσχεδίων τούτων; ἡ Συμπολίτευσις ἢ ἡ Ἀντιπολίτευσις; Προφανῶς ταῦτα προετάχθησαν τῇ ἀπαιτήσει τῆς Συμπολιτεύσεως. Ἀλλὰ τίς διευθύνει τὰ τῆς Συμπολιτεύσεως; Βεβαίως ἡ Κυβέρνησις. Κατηγορήθη ἡ Ἀντιπολίτευσις ἐπὶ κωλυσιεργίᾳ. Ἐγὼ, κατ’ ἀντίθεσιν πρὸς τὰ δόγματα, τὰ ὁποῖα πολλάκις ἀνέπτυξεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, οὔτε παρεδέχθην, οὔτε παραδέχομαι, οὔτε θὰ παραδεχθῶ, ὅτι ἡ Ἀντιπολίτευσις ἔχει τὸ δικαίωμα διὰ κωλυσιεργίας νὰ ἐπιβάλλῃ τὴν γνώμην αὐτῆς· ἔχει τὸ δικαίωμα μόνον νὰ συζητῇ τὰ νομοσχέδια, νὰ προσπαθῇ νὰ πείσῃ τὴν Βουλὴν, ὅτι ταῦτα εἶναι ἐπιβλαβῆ, ὅταν θεωρῇ ταῦτα ἐπιζήμια, ἀλλὰ δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ὑπεισέλθῃ εἰς τὰ δικαιώματα τῆς πλειονοψηφίας, ἐμποδίζουσα αὐτὴν νὰ ψηφίσῃ ταῦτα, ἐὰν τὰ θεωρῇ ὠφέλιμα εἰς τὴν χώραν. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς κατηγορεῖ τὴν Ἀντιπολίτευσιν ἐπὶ κωλυσιεργίᾳ. Ἀλλὰ τὰ πράγματα ἀποδεικνύουσι τὴν κατηγορίαν ταύτην οὐ μόνον ἀβάσιμον, ἀλλὰ καὶ ἄδικον· τὰ πράγματα ἀποδεικνύουσιν, ὅτι ἡ Ἀντιπολίτευσις συνετέλεσε πάντοτε εἰς τὴν ἀπαρτίαν, καὶ ἔμενε μέχρι τῆς 2ας καὶ 3ης ὥρας μετὰ τὸ μεσονύκτιον συζητοῦσα, χωρὶς ποτε ἡ παρουσία τῶν μελῶν τῆς Συμπολιτεύσεως νὰ δικαιολογήσῃ τὴν παράτασιν ταύτην τῶν συνεδριάσεων. Διὰ τοῦτο λέγω, ὅτι αἱ κατηγορίαι κατὰ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως εἶναι ὅλως ἄδικοι. Βεβαίως δὲν αἰσθανόμεθα στοργὴν πρὸς τὰ νομοσχέδια τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, διὰ τῶν ὁποίων προτίθεται νὰ καταργήσῃ νόμους, τῇ πρωτοβουλίᾳ ἡμῶν ψηφισθέντας, ἀλλὰ καθῆκον ἔχομεν νὰ συζητῶμεν, ὅπως ἀποδείξωμεν, ὅτι τὰ μέτρα τὰ προτεινόμενα παρὰ τῆς Κυβερνήσεως δὲν συντελοῦσιν εἰς τὴν βελτίωσιν τῶν διαφόρων ὑπηρεσιῶν, καὶ ὅτι τὰ μέτρα ταῦτα ψηφιζόμενα δὲν θὰ φέρωσι τὰς οἰκονομίας, ἃς ἡ Κυβέρνησις προβλέπει. Ἔχομεν τὴν πεποίθησιν, ὅτι τὰ μέτρα τὰ προτεινόμενα, ἐφαρμοζόμενα, οὐ μόνον δὲν θέλουσι φέρει ἀξίαν λόγου οἰκονομίαν, ἀλλὰ καί τινα ἐξ αὐτῶν θέλουσι διαταράξει τὰς διαφόρους ὑπηρεσίας, πολλὰ δὲ τούτων θέλουσι διὰ τῆς διαταράξεως ταύτης συντελέσει εἰς τὴν ἐλάττωσιν τῶν ἐσόδων τοῦ Κράτους. Τοῦτο ὅμως δὲν ἐμποδίζει τοῦ νὰ ἤμεθα πρόθυμοι νὰ συντρέξωμεν διὰ τῆς ἐν ταῖς συνεδριάσεσι παρουσίας μας τὴν Κυβέρνησιν, συζητοῦντες, καθ’ ὃ ἔχομεν δικαίωμα καὶ καθῆκον, καὶ μὴ παρακωλύοντες. Ἀλλὰ ποῦ εὗρεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς τὴν παρακώλυσιν; Οὐδεὶς δύναται νὰ ἀρνηθῇ, ὅτι εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν εὐθὺς μετὰ τὴν διακοπὴν, πολλάκις δὲ καὶ πρὸ ταύτης. Ἐνθυμοῦμαι δὲ, ὅτι εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν εἰσήρχετο ἡ Βουλὴ, ὅτε ἡ νῦν Συμπολίτευσις ἦτο Ἀντιπολίτευσις, τὴν 1ην καὶ 2αν μετὰ τὸ μεσονύκτιον. Δὲν εἶναι δ’ ἀληθὲς τὸ λεχθὲν, ὅτι ἡ Ἀντιπολίτευσις ἐκωλυσιέργησε μόνον κατὰ τὴν συζήτησιν δύο νομοσχεδίων. Τοῦτο ἔπραξε κατὰ τὴν συζήτησιν παντὸς μέτρου προταθέντος ὑπὸ τῆς τότε Κυβερνήσεως, τοῦτο ἔπραξε πάντοτε καὶ κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ, τοῦ ὁποίου ἡ ψήφισις δὲν κατωρθοῦτο ἢ μετὰ μακρὰς συζητήσεις πολλῶν ἡμερῶν καὶ μετὰ τελευταίαν συζήτησιν εἴκοσιν ἢ τριάκοντα ὡρῶν. Τὸ γεγονὸς τοῦτο καὶ μόνον δὲν ἀποδεικνύει, ὅτι ἡ κωλυσιεργία τότε ἀπετέλει σύστημα ἐν διηνεκεῖ λειτουργίᾳ; Ταῦτα λέγω, ὅπως πείσω ὑμᾶς, ὅτι δὲν εἶναι βάσιμα καὶ δίκαια τὰ λεχθέντα παρὰ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, τὸν ὁποῖον παρακαλῶ, ὅταν κατηγορῇ τὴν Ἀντιπολίτευσιν, νὰ ἐξετάζῃ μετὰ προσοχῆς τὰ πράγματα, καὶ μετὰ τὴν ἐξέτασιν τῶν πραγμάτων ν’ ἀπευθύνῃ ἐπικρίσεις, ἐὰν τὰ πράγματα πείθωσιν αὐτὸν, ὅτι δύναται ταύτας νὰ διατυπώσῃ. Ἡ Ἀντιπολίτευσις θὰ ἐξακολουθήσῃ καὶ κατὰ τὴν Σύνοδον ταύτην τὰς ἀρχὰς, ἃς ἀνέκαθεν ἐτήρησε, θέλει δὲ συνδράμει τὴν Κυβέρνησιν, ἀδιαφοροῦσα ἐὰν τὰ πράγματα ἀπέδειξαν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν ἔχει ἀπαρτίαν. Ἡ Ἀντιπολίτευσις θέλει ἐξακολουθήσει συντελοῦσα εἰς τὴν ἀπαρτίαν. Ἀλλὰ μὴ λησμονεῖτε, ὅτι ἡ συνδρομὴ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως δὲν ἀρκεῖ. Ἔχετε ἀνάγκην διευθύνσεως, ἔχετε ἀνάγκην νὰ εἴπητε καθαρῶς καὶ σαφῶς, τί θέλετε. Ἐγένετο λόγος ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ καὶ περὶ στρατιωτικῶν νομοσχεδίων. Ἐάν τις ἤθελε μ’ ἐρωτήσει ἐὰν τὰ νομοσχέδια ταῦτα συνετέλεσαν εἰς τὴν παραλυσίαν, ἥτις διέκρινε τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς κατὰ τὴν τακτικὴν Σύνοδον, ἤθελον εἴπει, ὅτι ταῦτα ἀπετέλεσαν τὸ κύριον αἴτιον, διὰ τὸ ὁποῖον ἡ τακτικὴ Σύνοδος οὐδὲν ἔπραξε· διότι ὑπεβλήθησαν εἰς τὴν Βουλὴν κατὰ τρόπον οὐχὶ προωρισμένον νὰ ἄρῃ τὰς δυσκολίας, αἵτινες ἠδύναντο νὰ παρεμβληθῶσιν εἰς τὴν ψήφισιν αὐτῶν, ἀλλὰ κατὰ τρόπον προκαλοῦντα καὶ ἐπιτείνοντα τὰς δυσκολίας ταύτας. Ἀλλὰ δὲν εἶναι τοῦτο μόνον. Ἀπὸ τῆς ὑποβολῆς τῶν νομοσχεδίων τούτων ἤρχισαν διαπραγματεύσεις πρὸς μεταρρύθμισιν αὐτῶν· καὶ ἐνόσῳ αἱ διαπραγματεύσεις δὲν ἐπετύγχανον, τὰ νομοσχέδια ταῦτα κατήρχοντο ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει ἐκ τοῦ ἀριθμοῦ 20 εἰς τὸν ἀριθμὸν 80, καὶ ἐκ τούτου εἰς τὸν ἀριθμὸν 100. Ἐπειδὴ δὲ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ προτάξητε ταῦτα, διότι αἱ διαπραγματεύσεις δὲν κατέληγον εἰς συμπεράσματα, ἀπέβαινεν ὑμῖν ἀδύνατον νὰ προτάξητε ἄλλα, ἐκ τοῦ φόβου μὴ ἡ πρόταξις ἄλλων σπουδαίων νομοσχεδίων προκαλέσῃ τὴν πρόταξιν τῶν στρατιωτικῶν, ἥτις κατ’ οὐδένα λόγον ἐπετρέπετο ὑμῖν. Αὐτὰ εἶναι τὰ αἴτια, τὰ ὁποῖα παρήγαγον τ’ ἀποτελέσματα τὰ λυπηρὰ, τὰ ὁποῖα εἴδομεν. Εἰς ὑμᾶς ἀπόκειται ἵνα ταῦτα μὴ ἐπαναληφθῶσι κατὰ τὴν Σύνοδον ταύτην· ἀλλὰ πρὸς τοῦτο ἀπαιτεῖται θέλησις καὶ ἀπαιτεῖται διεύθυνσις. Ἔχω δὲ δι’ ἐλπίδος, ὅτι καὶ τὴν θέλησιν ταύτην θέλετε ἀποδείξει καὶ τὴν διεύθυνσιν δὲν θέλετε ἐγκαταλείψει.

§5Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Μοὶ ἐπιτρέπετε μίαν παρατήρησιν, κύριε Πρόεδρε; Νομίζω ὅτι κατὰ τὴν Σύνοδον τὴν τακτικὴν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς ἐζήτησε τὴν συνδρομὴν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως διὰ τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς, καὶ ὁ κ. ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως εἶπεν, ὅτι παρέχει πᾶσαν τὴν ὑποστήριξίν του διὰ τὰ νομοσχέδια τὰ συναφῆ πρὸς τὸν προϋπολογισμὸν καὶ διὰ τὸν προϋπολογισμόν. Παρακαλῶ νὰ διαψευσθῶ, ἂν αὐτὸ, τὸ ὁποῖον λέγω, δὲν ἦναι ἀκριβές. Κατὰ συνέπειαν δὲν ἠμπορεῖ νὰ παραπονεθῇ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι ἡ Ἀντιπολίτευσις δὲν παρέχει τὴν συνδρομήν της.

§6Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, θὰ ὑπομνήσω εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ὅτι μεταξὺ τῶν νομοσχεδίων τοῦ προγράμματός του εἶναι καὶ τὸ περὶ Νομαρχιῶν καὶ τὸ περὶ καταργήσεως τῶν Πρωτοδικείων. Τὰ ὑπομιμνήσκω, διότι δὲν τὰ ἀνέφερε.

§7Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Μὴ σπεύδετε, κύριε Πετροπουλάκη.

§8Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Πρέπει νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις οὐχὶ πρὸς τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Γυθείου, ὅστις ὑπέθεσεν, ὅτι δὲν εἰσήχθη ἔτι εἰς τὴν Βουλὴν τὸ νομοσχέδιον περὶ διοικητικῆς διαιρέσεως, ἀλλὰ πρὸς τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Κερκύρας, ὅστις παρέστησεν εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι, κατὰ τὴν γνώμην αὐτοῦ, ἐὰν αἱ ἐργασίαι κατὰ τὴν τακτικὴν Σύνοδον παρέλυσαν, αἰτία εἶναι ἡ εἰσαγωγὴ τῶν στρατιωτικῶν νομοσχεδίων. Δὲν τὸ φρονῶ· δύναμαι δὲ νὰ ἀναμνήσω εἰς ὑμᾶς τὰ γεγονότα, τὰ λαβόντα τότε χώραν, διὰ νὰ πεισθῆτε, ὅτι εὐλόγως δὲν τὸ φρονῶ. Δὲν γνωρίζω ποῖαι δυσκολίαι προέκυψαν ἐκ τῆς εἰσαγωγῆς τῶν εἰρημένων νομοσχεδίων· γνωρίζω μόνον, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ὑπέβαλε τὴν παραίτησίν του, καὶ ἐγένετο αὕτη δεκτή. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κερκύρας εἶπε περὶ διαπραγματεύσεων· ἀλλὰ δὲν γνωρίζω ποίας διαπραγματεύσεις ἐννοεῖ. Ἐγὼ ἐνθυμοῦμαι, ὅτι εἶπον εἰς τὴν Βουλὴν τετράκις ἢ πεντάκις, προκληθεὶς ὑπὸ Βουλευτῶν, οἵτινες ὑπέθετον ὅτι ἐγὼ δὲν σκοπῶ νὰ εἰσαγάγω νομοσχέδιόν τι περὶ τοῦ νόμου περὶ Γενικῆς Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ, εἶπον τότε εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι κατὰ τὴν γνώμην μου τρία ἐκ τῶν νομοσχεδίων πρέπει νὰ συζητηθῶσι κατὰ τὴν Σύνοδον ταύτην καὶ νὰ ψηφισθῶσιν ὑπὸ τῆς Βουλῆς· καὶ ἀνέφερα τὸ νομοσχέδιον περὶ τροποποιήσεως τοῦ περὶ Γενικῆς Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ νόμου, τὸ νομοσχέδιον περὶ στρατολογίας καὶ τὸ νομοσχέδιον περὶ ταμείου ὑλικοῦ τοῦ πολέμου. Αὐτὰ εἶπον τότε εἰς τὴν Βουλὴν, οὐδ’ ἐλησμόνησα αὐτὰ σήμερον. Ποίαν παραλυσίαν ἔφεραν αἱ δυσκολίαι, αἱ ὁποῖαι ἐδημιουργήθησαν ἐκ τῆς εἰσαγωγῆς τῶν νομοσχεδίων τῶν στρατιωτικῶν; Ἐὰν ἡμεῖς νομίζωμεν ὅτι πρέπει νὰ μελετηθῶσιν ἀκόμη ἐπί τινὰ καιρὸν τὰ ὑπόλοιπα νομοσχέδια, τὰ τρία ὅμως, τὰ ὁποῖα ἐμνημόνευσα, ἀξιῶ νὰ συζητηθῶσι κατ’ αὐτὴν τὴν Σύνοδον. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κερκύρας εὑρίσκει ἴσως, ὅτι ἡμεῖς δὲν εἴμεθα ἱκανοὶ νὰ διευθύνωμεν τὰς συζητήσεις τοῦ Κοινοβουλίου. Εἶναι γνώμη αὐτοῦ, οὐδ’ ἔχω νὰ παραπονεθῶ· χαίρω δέ, διότι, ἐὰν νομίζῃ ὅτι ἡμεῖς δὲν εἴμεθα ἱκανοὶ νὰ διευθύνωμεν τὰς συζητήσεις τοῦ Κοινοβουλίου, φρονεῖ πάντως, ὅτι αὐτὸς εἶναι ἱκανώτερος πρὸς τοῦτο. Ἀλλ’ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κερκύρας εἶχεν ἰσχυρὰν πλειοψηφίαν, ὑπάρχει δὲ φίλος του καὶ μέλος τοῦ ὑπ’ αὐτὸν Ὑπουργείου, τὸν ὁποῖον δὲν θέλω νὰ ὀνομάσω, ὅστις ἐνθυμεῖται, ὅτι εἶχε καὶ ὁ κ. Θεοτόκης τὴν ἀνάγκην τῆς συνδρομῆς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, αὕτη δὲ, ἡ τότε Ἀντιπολίτευσις, παρέσχε τὴν συνδρομὴν αὐτῆς πλήρη.

§9Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Τοῦτο τὸ βεβαιῶ, κύριε Πρόεδρε.

§10Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε, ἐπιτρέψατέ μοι νὰ ἐπανέλθω εἰς γεγονός τι, περὶ οὗ ἐγένετο λόγος. Ἓν μόνον γεγονὸς ἐνθυμοῦμαι. Ἐπρόκειτο περὶ συζητήσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ἡ συζήτησις αὕτη παρετείνετο ἐπ’ ἄπειρον· παρετείνετο ἡ συζήτησις αὕτη ἐπ’ ἄπειρον διὰ τοῦ συστήματος, τὸ ὁποῖον τότε δὲν ἐθεωρεῖτο ὡς κωλυσιεργία· ἀλλ’ ἐπὶ τέλους ὁ προϋπολογισμὸς ἐψηφίσθη, καὶ μετὰ τὴν ψήφισιν τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐπῆλθε συνεννόησις ὡς πρός τινα νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα ἡ Ἀντιπολίτευσις ἐπέμενεν, ὅπως μὴ ψηφισθῶσι. Τὰ νομοσχέδια δὲ ταῦτα, ὡς ἐνθυμοῦνται ὅσοι ἀπετέλουν μέρος τῆς Βουλῆς τῆς περιόδου ἐκείνης, ἦσαν νομοσχέδια τοπικοῦ συμφέροντος λεγόμενα, ἀλλὰ καὶ τότε ἡ Κυβέρνησις δὲν εἶχε προτάξει ταῦτα, ἀλλ’ εἶχεν ἀφήσει διὰ τὰς τελευταίας ἡμέρας τῆς Συνόδου, δηλ. διὰ τὰς παραμονὰς τῆς στιγμῆς, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐπρόκειτο νὰ λήξῃ ἡ Σύνοδος. Καὶ ἐπῆλθε συμφωνία τότε, ὅπως τεθῶσι κατὰ μέρος τὰ νομοσχέδια ἐκεῖνα, κατὰ τῶν ὁποίων ἐκωλυσιέργει ἡ Ἀντιπολίτευσις. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀλήθεια. Ὡς πρὸς τὸν προϋπολογισμὸν, συμφωνία ἐπῆλθε κατὰ τὴν 5ην πρωϊνὴν ὥραν, ἀφοῦ συνεζητεῖτο ὁ προϋπολογισμὸς ἐπὶ 30 ἡμέρας. Ἑπομένως, ἐὰν αὐτὴ εἶναι ἡ ἀρωγὴ, τὴν ὁποίαν ἔδωκεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἰς τὴν τότε Κυβέρνησιν, ὁμολογῶ ὅτι ἐγὼ ἀπέδωκα αὐτὴν ἑκατονταπλασίαν, διότι ἐπὶ ἑξάμηνον ἤδη παραμένομεν εἰς τὰς συνεδριάσεις, καὶ δι’ ἡμῶν καὶ μόνον δι’ ἡμῶν κατορθοῦται ἡ ἀπαρτία, καὶ τῇ ἀνοχῇ ἡμῶν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δύναται νὰ προβαίνῃ εἰς τὰ ἔργα τὰ κοινοβουλευτικά.

§11Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κερκύρας ἔχει ἀσθενῆ μνήμην, βεβαιῶν τὴν Βουλὴν, ὅτι ἡ συνεννόησις αὕτη ἐγένετο τὴν 5ην πρωϊνὴν ὥραν τῆς τελευταίας ἡμέρας τῆς συζητήσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Χαλκίδος ἂς ὁμολογήσῃ, ἂν ἐγένετο ἡ συνεννόησις τὴν 5ην πρωϊνὴν ὥραν, ἢ ἂν εἶχεν εὐαρεστηθῆ νὰ μοὶ κάμνῃ τὴν τιμὴν νὰ μὲ ἐπισκέπτηται οἴκοι καὶ νὰ συνεννοῆται μετ’ ἐμοῦ, ὅπως τακτοποιηθῇ ἡ ἐργασία τῆς Βουλῆς, φθάσωμεν δ’ οὕτως εἰς τὸ πέρας τῶν ἐργασιῶν.

§12Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Τότε ὀφείλω νὰ παρατηρήσω, ὅτι ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Χαλκίδος ἐνήργει ἄνευ ἐντολῆς.

§13Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπειδὴ προκαλοῦμαι, ὀφείλω νὰ εἴπω δύο λέξεις. Εἶχε ψηφισθῆ ὁ προϋπολογισμὸς, καὶ ἐπλησίαζε νὰ λήξῃ ἡ Σύνοδος· ἐγὼ τότε ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ἴδω ἐπανειλημμένως τὸν ἀξιότιμον κ. Πρωθυπουργὸν, τότε ἀρχηγὸν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, εἰς τὸν οἶκόν του, φέρων μετ’ ἐμοῦ τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, ὅπως συνεννοηθῶ μετ’ αὐτοῦ ἐπί τινων νομοσχεδίων. Ἡ Ἀντιπολίτευσις δὲν ἐνόει νὰ φέρῃ δυσκολίας καὶ δὲν εἶχεν ἀντίρρησιν, ὅπως ἡ Κυβέρνησις παραμερίσῃ τὰ ἄλλα, διὰ τὰ ὁποῖα ἐπρόκειτο νὰ γείνῃ συζήτησις. Ὁ κ. Δηλιγιάννης, ὀφείλω νὰ τὸ ὁμολογήσω, εἶχε τὴν καλωσύνην καὶ τὴν εὐγένειαν νὰ μὲ δεχθῇ πολλάκις καὶ συνεννοηθῇ μετ’ ἐμοῦ, ἵνα ὁρισθῶσι τὰ νομοσχέδια ἐκεῖνα, διὰ τὰ ὁποῖα ἡ Ἀντιπολίτευσις δὲν ἐνόει νὰ φέρῃ καμμίαν δυσκολίαν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως ψηφισθῶσι. Τῇ συνεννοήσει λοιπὸν μετὰ τοῦ τότε ἀρχηγοῦ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, ὅτι πλεῖστα ὅσα νομοσχέδια τοπικῶν συμφερόντων ἐψηφίσθησαν κατὰ τὴν Σύνοδον ἐκείνην.

§14ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ζητεῖ ἄλλος τις τὸν λόγον;

§15ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι.

§16ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν σᾶς παρακαλῶ. Αἱ διαφοραὶ μεταξὺ τῆς ἡμερησίας διατάξεως καὶ τοῦ σημειώματος τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως εἶναι ἐλάχισται· διότι τὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα ἀναγράφονται πρῶτα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν ὡς ἐπείγοντα, εἰσὶ τὸ νομοσχέδιον περὶ ἀστυνομικῆς διοικήσεως, τὸ νομοσχέδιον περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου περὶ ταχυδρομικῆς ὑπηρεσίας, τὸ περὶ καταργήσεως καὶ τροποποιήσεως διατάξεων τῶν νόμων ͵ΒΡΚΒʹ καὶ ͵ΒΧΙΘʹ. Ἐπίσης τὸ 4ον καὶ 5ον. Εἶναι μόνον ὀλίγα νέα κατωτέρω. Ἐὰν δὲν ὑπάρχῃ ἀντίρρησις...

§17ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι, ὄχι.

§18ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Νὰ ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος, τὸν ὁποῖον ὑπέγραψεν ὁ κ. Πρωθυπουργός.

§19ΓΕΡΑΚΗΣ. Ἐγὼ θὰ παρακαλέσω, κύριε Πρόεδρε, ἂν εἶναι δυνατὸν, νὰ προταχθῇ τὸ νομοσχέδιον περὶ τῶν καταστραφέντων ὑποθηκοφυλακείων.

§20ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Τράκας ἔχει τὸν λόγον.

§21Κ. ΤΡΑΚΑΣ. Κύριοι Βουλευταὶ, ἐλάβομεν τηλεγράφημα ἐκ μέρους τῶν κατοίκων τῶν χωρίων Μπρούφλιανης καὶ Χαλίλης τῆς Φθιώτιδος, διὰ τοῦ ὁποίου παραπονοῦνται, ὅτι τὴν 2 Ἰουνίου ἐπῆλθε χάλαζα μετὰ θυέλλης φοβερᾶς, καὶ κατέστρεψε τὰ προϊόντα ὅλα τοῦ χωρίου ἐκείνου. Εὑρίσκονται λοιπὸν ἐν ἀπελπιστικῇ καταστάσει ὅλοι οἱ κάτοικοι, ἀφοῦ κατεστράφησαν ὅλα τὰ προϊόντα αὐτῶν, ὄχι μόνον τὰ ἀμπέλια, ἀλλὰ καὶ τὰ σιτηρά.

§22Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Κύριε συνάδελφε, ἔλαβον καὶ ἐγὼ τηλεγράφημα ὅμοιον, καὶ ἔδωκα παραγγελίαν νὰ ἐξετασθῇ ἡ ὑπόθεσις.

§23ΤΡΑΚΑΣ. Παρακαλῶ θερμῶς νὰ μεριμνήσητε. Ὅ,τι θὰ κάμῃ ἡ Βουλὴ καὶ ἡ Κυβέρνησις περὶ τῶν λοιπῶν παθόντων νὰ κάμῃ καὶ περὶ αὐτῶν.

§24ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ Ζʹ τμῆμα τῆς Βουλῆς ὑπέβαλε τὴν ἔκθεσίν του ἐπὶ τῆς ἀναπληρωματικῆς ἐκλογῆς Τυρνάβου. Θὰ τυπωθῇ καὶ θ’ ἀναγραφῇ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν τῆς αὔριον ὡς πρῶτον ἀντικείμενον, διότι πρόκειται περὶ καταρτισμοῦ τοῦ Σώματος. (Ὅρα Παράρτημα ἀριθ. 3.)

§25ΚΥΡ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Καταθέτω ἀπάντησιν εἰς ἐπερώτησιν τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Τρικκάλων βουλευτοῦ κ. Ραδινοῦ, ἢ μᾶλλον εἰπεῖν καταθέτω φυλλάδιον τῆς Ζαππείου Ἐπιτροπῆς, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ χρησιμεύσῃ ὡς ἀπάντησις εἰς τὴν ἐπερώτησιν τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου. Ἐπίσης καταθέτω ἀπάντησιν εἰς ἐπερώτησιν τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Οἰτύλου συναδέλφου, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸν ταχυδρομικὸν ἐπιστάτην Πλάτσης τοῦ δήμου Λεύκτρου. Ὡσαύτως καταθέτω ἀπάντησιν εἰς ἐπερώτησιν τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Λακεδαίμονος βουλευτοῦ κ. Φικιώρη. Δὲν γνωρίζω, ἐὰν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ εὑρίσκεται τὴν στιγμὴν ταύτην ὁ ἀξιότιμος ἐκ Βόλου βουλευτὴς κ. Τοπάλης, ὁ ὁποῖος προχθὲς μὲ ἐπηρώτησε διὰ τὴν κατάστασιν τῶν ἀστυνομιῶν τῆς ἐπαρχίας Βόλου. Νομίζω, ὅτι αἱ αἰτιάσεις τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Βόλου συναδέλφου δὲν ἦσαν δεδικαιολογημέναι, ἦσαν μάλιστα ἄδικοι, καὶ δι’ αὐτὸ φρονῶ, ὅτι πρέπει ν’ ἀπαντήσω δι’ ὀλίγων λέξεων. Ἡ ἐπαρχία Βόλου ἔχει 10 ἀστυνομίας· τὴν ἀστυνομίαν Βόλου, ἥτις ἔχει ἀστυνόμον ἀξιωματικόν, τὴν ἀστυνομίαν Νηλείας, ἥτις ἐπίσης ἔχει ἀστυνόμον ἀξιωματικόν, τὴν ἀστυνομίαν Μακρυνίτσης, ἥτις ἐπίσης ἔχει ἀστυνόμον ἀξιωματικόν, τὴν ἀστυνομίαν Ἰωλκοῦ, ἥτις ἐπίσης ἔχει ἀστυνόμον ἀξιωματικόν, τὴν ἀστυνομίαν Ἀργαλαστῆς, ἥτις ἐπίσης ἔχει ἀστυνόμον ἀξιωματικόν, τὴν ἀστυνομίαν Αἰαντίου, ἥτις ἐπίσης ἔχει ἀξιωματικόν, τὴν τῆς Βοίβης, ὡσαύτως ἔχουσαν ἀξιωματικόν ἀστυνόμον, τὴν τῆς Κισσοῦ, ἥτις ἔχει ἐπίσης ἀξιωματικόν. Λοιπὸν παρατηρεῖτε, ὅτι ἔχομεν ὀκτὼ ἀστυνομίας μὲ ἀξιωματικούς. Ἡ ἀστυνομία Ζαγορᾶς ἐπίσης ἔχει ἀξιωματικόν, ὁ ὁποῖος ἐτοποθετήθη ἐκεῖ τῇ 10 Μαΐου διὰ Β. Διατάγματος, ἀλλ’ εἰσέτι δὲν μετέβη εἰς τὴν θέσιν του, διότι εἶναι ἀποσπασματάρχης, εὑρισκόμενος δὲν γνωρίζω εἰς ποῖον μέρος θὰ μεταβῇ ὅμως καὶ αὐτὸς εἰς τὴν θέσιν του. Ὥστε καὶ ἡ ἀστυνομία αὕτη θὰ πληρωθῇ ἐντὸς ὀλίγων ἡμερῶν. Ἡ μόνη κενὴ ἀστυνομία εἶναι ἡ ἀστυνομία Μηλεῶν. Ἦτο δυνατὸν ὅμως, Κύριοι, νὰ συμβῇ, ὥστε πλειότεραι ἀστυνομίαι τῆς ἐπαρχίας Βόλου νὰ μὴ ἔχωσιν ἀξιωματικούς, ὅπως συμβαίνει καὶ εἰς πολλὰς ἄλλας ἀστυνομίας τοῦ Κράτους· διότι δὲν ἀγνοεῖτε, ὅτι ἠναγκάσθην νὰ προβῶ εἰς ἀπόλυσιν περίπου 40 ἀστυνόμων, οὓς ἐθεώρησα ἀκαταλλήλους διὰ τὴν ἀστυνομικὴν ὑπηρεσίαν, τὴν ἀντικατάστασιν δὲ τῶν ἀστυνόμων τούτων ἐζήτησα ἀπὸ τὴν Γενικὴν Διοίκησιν· ὀφείλω δὲ νὰ ὁμολογήσω ἐν εἰλικρινείᾳ, ὅτι ἡ Γενικὴ Διοίκησις προθύμως πάντοτε μοὶ δίδει ἀξιωματικούς, καὶ σπεύδω μάλιστα νὰ εἴπω, ὅτι μοὶ δίδει καὶ τοὺς καλλιτέρους. Ἀλλὰ πάντα ταῦτα ἀπαιτοῦσι χρόνον, καὶ ὡς ἐκ τούτου δυνατὸν νὰ συμβῇ, ὡς προεῖπον, τινὲς τῶν ἀστυνομιῶν νὰ μὴ ἔχωσιν ἀξιωματικούς. Τὰς παρατηρήσεις ταύτας ἐνόμισα ὅτι ὤφειλον νὰ ποιήσωμαι εἰς τὴν Βουλὴν εἰς ἀπάντησιν τῆς ἐπερωτήσεως τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου ἐκ Βόλου.

§26ΦΙΛ. ΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἀπὸ τοῦ παρελθόντος Δεκεμβρίου ἡ ἀστυνομία Κισσοῦ–Μυρεσίου διατελεῖ ἄνευ ἀστυνόμου. Εἶχον παρακαλέσει καὶ τότε τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ συμπληρώσῃ ταύτην, ἀλλὰ δυστυχῶς ἡ φωνή μου δὲν εἰσηκούσθη. Ἤδη ἔλαβον τηλεγράφημα, καθὼς καὶ ἄλλοι ἐκ τῶν συναδέλφων μου, ὅτι ὁ ἐκεῖ ἑδρεύων ἀστυνομικὸς σταθμάρχης συνέλαβε πρὸ ἡμερῶν ἔμπορον ἐξ Αἰγύπτου ἐλθόντα, καὶ ἐφυλάκισεν αὐτὸν, διότι δὲν ἀνήκει εἰς τὸ πολιτικὸν κόμμα, εἰς τὸ ὁποῖον ὁ ἀστυνομεύων ἐκεῖνος προσφέρει τὰς ὑπηρεσίας του. Θὰ παρακαλέσω ἑπομένως τὸν κ. Ὑπουργὸν, ἐὰν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συμπληρώσῃ ἀκόμη τὴν ἀστυνομίαν Κισσοῦ–Μυρεσίου, νὰ μεταθέσῃ τουλάχιστον ἐκεῖθεν ταχέως τὸν ἀστυνομεύοντα.

§27Ν. ΓΟΥΛΙΜΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, οἱ κάτοικοι τοῦ χωρίου Ποδολοβίτσης τοῦ δήμου Οἰνιάδος τῆς ἐπαρχίας, τὴν ὁποίαν ἔχω τὴν τιμὴν ν’ ἀντιπροσωπεύω, μοὶ διεβίβασαν παράπονα ἐναντίον τῶν οἰκονομικῶν ἀρχῶν τῆς ἐπαρχίας, τὰ ὁποῖα καὶ πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον δι’ ἀναφορᾶς των ἀπηύθυναν. Τὰ παράπονα ταῦτα παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ν’ ἀκούσῃ ἐν ὀλίγαις λέξεσι, καὶ εἶμαι βέβαιος, ὅτι θέλει πεισθῆ περὶ τοῦ δικαίου τῶν παραπονουμένων. Ὁ οἰκονομικὸς ἔφορος Βονίτσης ἐκοινοποίησε πρὸς ἅπαντας σχεδὸν τοὺς κατοίκους τοῦ εἰρημένου χωρίου εἰδοποιήσεις ἢ προσκλήσεις, τῶν ὁποίων μίαν θὰ ἀναγνώσω πρὸς τὴν Βουλὴν, ἵνα ἴδητε περὶ τίνος πρόκειται (ἀναγινώσκει) «Ἀριθ. 51. Ὁ Οἰκονομικὸς Ἔφορος Βονίτσης «Πρὸς τὸν κ. Ἰωάννην Λιαροκάπην. «Καλεῖσθε ὅπως ἐντὸς προθεσμίας δεκαπέντε ἡμερῶν ἀπὸ τῆς παραλαβῆς τῆς παρούσης ὑποβάλητε αἴτησιν δηλώσεως πρὸς τὸν οἰκονομικὸν ἔφορον Βονίτσης, ἐφ’ ἁπλοῦ χάρτου συντεταγμένην καὶ κοινοποιητέαν διὰ δικαστικοῦ κλητῆρος, ὅπως συμφώνως τῷ νόμῳ ΑΣΜΖʹ τῆς 26 Ἰουλίου τοῦ 1885 περὶ παραχωρήσεως ἐθνικῶν, ἐπισκοπικῶν ἢ εἰς διαλελυμένας Μονὰς ἀνηκόντων γηπέδων, συμμορφούμενος μὲ τὸ ἄρθρον 16 τοῦ ἀνωτέρω νόμου, δηλώσητε οἰκίαν λιθόκτιστον ἀνώγειον μετὰ κήπου, καθόσον ἐν ἐναντίᾳ περιπτώσει θέλουσιν ἐπανέλθει εἰς τὴν κυριότητα τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ ταμείου, ἀνήκουσαι εἰς τὴν διαλελυμένην Μονὴν Ἁγίου Γεωργίου Ποδολοβίτσης· ἀπεναντίας δὲ, συμμορφούμενος μὲ τὸν νόμον, θέλετε τύχει μεγάλων εὐεργετημάτων. «Ἐν Ποδολοβίτσῃ τὴν 16 Μαΐου 1903. «Ὁ Οἰκονομικὸς Ἔφορος Βονίτσης καὶ α. α. «Ὁ Γραμματεὺς «Μ. Γουβέλης». Ἰδοὺ λοιπὸν περὶ τίνος πρόκειται. Ὁ οἰκονομικὸς ἔφορος Βονίτσης διεκδικεῖ ὁλόκληρον τὸ χωρίον, ἀξιῶν ὅτι τοῦτο κεῖται ἐπὶ ἑνὸς λειβαδίου τῆς διαλελυμένης Μονῆς Ἁγίου Γεωργίου Πόρτα, καὶ ὅτι συνεπῶς οἱ κάτοικοι δὲν ἔχουσιν οὔτε οἰκίας, οὔτε σταφιδαμπέλους, οὔτε ἀμπέλους, οὔτε κήπους, καὶ συνεπῶς, ἐὰν δὲν δηλώσωσι τὰς οἰκίας των, πρόκειται νὰ ἐξωσθῶσι τοῦ χωρίου των, καὶ νὰ συμβῇ καὶ ἐκεῖ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Μεγαρίδος ἀνέφερε πρό τινων ἡμερῶν. Ἀλλὰ τὸ χωρίον ἐκεῖνο ὑφίσταται πρὸ τῆς ἐπαναστάσεως, καὶ ἂν κρίνῃ τις ἐκ τοῦ ὀνόματός του, τὸ ὁποῖον εἶναι σλαυϊκὸν, ἢ κτίσις του χρονολογεῖται ἀπὸ τῆς ἐποχῆς, καθ’ ἣν οἱ Σλαῦοι διῆλθον τῆς Ἑλλάδος. Ζητοῦνται λοιπὸν οἱ κάτοικοι, οἱ ὁποῖοι ἔχουσιν οἰκίας λιθοκτίστους, ὄχι ἀπὸ τῶν γονέων των, ἀλλ’ ἀπὸ τῶν προπατόρων των, νὰ δηλώσωσι ταύτας, ἀπειλούμενοι ἄλλως δι’ ἐξώσεως. Ἐγὼ ἔχω ἀντίγραφον τοῦ Κώδικος τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ λειβαδίου τῆς Μονῆς τοῦ Ἁγίου Γεωργίου Πόρτας, τὸ ὁποῖον θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς ἀναγνώσω. Ὁ Κῶδιξ φέρει ὅρια τὰ ἑξῆς (ἀναγινώσκει) «Σημείωσις τῶν ὁρίων τοῦ λειβαδίου τῆς Μονῆς Ἁγίου Γεωργίου Πόρτας, κειμένου εἰς Ποδολοβίτσαν.—Ἄρχονται ἀπὸ Παλαιοκατοῦναν, σύνορον Ραχοῦλι κατὰ μεσημβρίαν, καὶ πηγαίνει εἰς τὸν Ἅγιον Ταξιάρχην καὶ εἰς τὸ ἄλλο Ραχοῦλι καὶ γυρίζει εἰς τὴν αὐλόπορταν, εἰς τὴν Σωτῆρα, καὶ πηγαίνει τὸν ἀνήφορον τὴν Λάκκα, καὶ ἐκεῖθεν κατ’ εὐθείαν εἰς τὰ Ἀμπελάκια, καὶ γέρνει εἰς τὸ Λάπατον, εἰς τὸν μυχὸν Λούτσαν, εἰς τὴν ράχιν, πέρνει τὸ ρεῦμα καὶ βγαίνει εἰς τὴν Δαφνοῦλαν εἰς τὸν Βάλτον.» Αὐτὰ εἶναι τὰ ὅρια τοῦ λειβαδίου. Τὸ χωρίον Ποδολοβίτσα κεῖται παρὰ τὴν ὄχθην τοῦ παταμοῦ Ἀχελώου, δὲν ἀναφέρει δὲ ὁ Κῶδιξ, ὅτι τὸ εἰρημένον λειβάδιον ἐκτείνεται μέχρι τοῦ Ἀχελώου, ὅτι εἶναι παραποτάμιον, ἑπομένως δὲν δύναται νὰ πιστευθῇ, ὅτι αἱ οἰκίαι τοῦ χωρίου, τὸ ὁποῖον εἶναι παραποτάμιον, ἐκτίσθησαν ἐπὶ μέρους τοῦ λειβαδίου, ὡς θέλει νὰ ἰσχυρισθῇ ὁ οἰκονομικὸς ἔφορος. Παρακαλῶ ἑπομένως τὸν ἀξιότιμον κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ μελετήσῃ τὴν ὑπόθεσιν καὶ ἐξετάσῃ τὸ ζήτημα, διότι πρόκειται περὶ ὁλοκλήρου χωρίου. Ἐὰν δὲ νομίσῃ, ὅτι ὑπάρχει ἀνάγκη πλείονος ἀναπτύξεως, νὰ καταθέσῃ τὰ σχετικὰ ἔγγραφα εἰς τὴν Βουλήν, ἵνα συζητήσωμεν ἐπ’ αὐτῶν· διότι, ἐὰν ἐκτελεσθῇ ἡ πρόσκλησις αὕτη τοῦ ἐφόρου, ἡ ὁποία, ὡς μοι γράφουσιν οἱ ἐπίτροποι τῆς κοινότητος, ἐκοινοποιήθη πρὸς ἅπαντας τοὺς κατοίκους, αὐτοὶ δὲν θὰ ἔχωσι πλέον οἰκίας. Ἐγὼ ἀπὸ τεσσαράκοντα ἐτῶν γνωρίζω τὸ χωρίον τοῦτο, ὥστε, καὶ ἐπὶ τῇ ὑποθέσει ὅτι κεῖται ἐπὶ θέσεως ἀνηκούσης εἰς τὸ λειβάδιον τῆς Μονῆς, πάλιν ἐπῆλθεν ἡ παραγραφή, καὶ μόνον τὰ δικαστήρια δύνανται ἐπὶ τοιούτου εἴδους ὑποθέσεων ν’ ἀποφανθῶσι.

§28ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Ἀργυρόπουλος.

§29Κ. ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐζήτησα, κύριε Πρόεδρε, τὸν λόγον διὰ ν’ ἀπαντήσω εἰς ὅσα ὁ κύριος Στυμφαλιάδης εἶπε προχθές, ὅτε ἐγὼ δὲν ἤμην παρών, ἀπουσιάζων ἐξ Ἀθηνῶν. Ἐπειδὴ ὅμως ἀπόψε ἀπουσιάζει ὁ κ. Στυμφαλιάδης, ἀναβάλλω τὴν ὁμιλίαν μου δι’ αὔριον.

§30Κ. ΓΕΡΑΚΗΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸν, ὅπως, εἰ δυνατόν, διατάξῃ τὸν ταμίαν Κεφαλληνίας ν’ ἀπολύσῃ ἐκ τῶν φυλακῶν τῶν διὰ πολιτικὰ χρέη κρατουμένων τὸν Νικόλαον Μπεκατῶρον, ὅστις συνελήφθη ὡς ὀφειλέτης τοῦ Δημοσίου δυνάμει μιᾶς ἀποφάσεως τοῦ Πλημμελειοδικείου, ἥτις ὄντως εἶχε καταστῆ τελεσίδικος, διότι εἶχεν ἀπορριφθῆ ἡ ἀνακοπὴ τοῦ ὀφειλέτου...

§31Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἐὰν εἴχετε τὴν καλωσύνην νὰ μοὶ δώσητε μίαν σημείωσιν, νὰ ἦσθε βέβαιος, ὅτι ἠθέλομεν προβῆ εἰς τὴν ἐξέτασιν τῆς ὑποθέσεως μετὰ τοῦ αὐτοῦ πόνου, μετὰ τοῦ ὁποίου καὶ ὑμεῖς ὁμιλεῖτε.

§32ΓΕΡΑΚΗΣ. Σᾶς εὐχαριστῶ, κύριε Πρόεδρε, ἀλλ’ ἐπιθυμῶ νὰ σᾶς δώσω ἐξηγήσεις διὰ τὴν ὑπόθεσιν ταύτην.

§33Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Θέλομεν τηλεγραφήσει εἰς Κεφαλληνίαν, ἵνα ἐξετασθῇ ἡ ὑπόθεσις καὶ ἀποδοθῇ τὸ δίκαιον· ἀρκεῖ νὰ μᾶς δώσητε σημείωσιν.

§34ΓΕΡΑΚΗΣ. Θὰ σᾶς εἴπω καὶ ἐγὼ ὀλίγα περὶ αὐτῆς. Ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς ἔκαμε καὶ δευτέραν ἀνακοπήν, καὶ κατὰ τὴν συνεπεία ταύτης δίκην ἠθωώθη. Τὴν ἀθωωτικὴν ἀπόφασιν ὑπέβαλεν εἰς τὸν ταμίαν Κεφαλληνίας, ἀλλ’ ὁ ταμίας δὲν ἐννοεῖ νὰ λάβῃ ταύτην ὑπ’ ὄψιν, καίτοι ἐξαφανίζεται δι’ αὐτῆς καθ’ ὁλοκληρίαν καὶ ἡ ἀπόφασις ἡ πρώτη, ἡ ἐρήμην, καὶ ἡ ἀπορρίψασα τὴν ἀνακοπήν του. Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ λάβῃ πρόνοιαν περὶ τοῦ ἀνθρώπου αὐτοῦ.

§35ΗΛ. ΜΠΑΣΔΕΚΗΣ. Πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν, κύριε Πρόεδρε, ἐν Τρικκάλοις καὶ εἰς ὅμιλον διαφόρων κυρίων, ὁ αὐτόθι δικαστὴς Μπογιατζῆς ἐξέφερε φράσεις ὑβριστικὰς ἐναντίον μου. Καὶ ὅσον μὲν ἀφορᾷ τὰς ὑβριστικὰς φράσεις, βεβαίως προσωπικῶς θέλει μὲ ἱκανοποιήσει ὁ κύριος οὗτος· ἐπειδὴ ὅμως ὁ ἐξυβρίσας εἶναι καὶ δημόσιος ὑπάλληλος, καὶ δὴ δικαστής, μὲ ὑβρίζει δὲ διότι δὲν μετατίθεται ἀπὸ τὰ Τρίκκαλα, ὅπου δὲν εἶναι εὐχαριστημένος νὰ μένῃ, παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης νὰ διατάξῃ αὐστηρὰς ἀνακρίσεις, καὶ ὅταν βεβαιωθῇ περὶ τῆς παρεκτροπῆς τοῦ εἰρημένου δικαστοῦ, νὰ τὸν τιμωρήσῃ αὐστηρότατα.

§36Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ μεγαλειτέρα του τιμωρία εἶναι νὰ μένῃ εἰς τὰ Τρίκκαλα, ἀφοῦ εἰς τοιαῦτα προέβη, ὅπως ἐπιτύχῃ τὴν ἐκεῖθεν μετάθεσίν του.

§37Ι. ΦΙΛΙΟΣ. Κατά τινα συνεδρίασιν τῆς ληξάσης Συνόδου εἶχον παρακαλέσει τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ μεριμνήσῃ, ἵνα, ἐν ᾗ περιπτώσει κατασκευασθῶσι προχώματά τινα ἐπὶ τῆς ἀριστερᾶς ὄχθης τοῦ Πηνειοῦ, ἡ ἐργασία ἐπεκταθῇ καὶ ἐπὶ τῆς δεξιᾶς ὄχθης, ὅπως μὴ παραβλαφθῶσι πολλὰ κτήματα, ἐν οἷς καὶ ὁ σιδηρόδρομος Θεσσαλίας, ὡς συνέβη κατὰ τὸ 1884, ὅτε ὑπέστησαν τὰ κτήματα ταῦτα μεγάλας βλάβας. Παρακαλῶ καὶ πάλιν τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ ἐπεκτείνῃ τὴν μέριμναν τῆς Πολιτείας καὶ ἐπὶ τῆς δεξιᾶς ὄχθης, καὶ ἰδίως εἰς τὸ χωρίον Μπαξιλάρ, ὅπου ὁ Πηνειὸς ἐξέρχεται τῆς κοίτης του καὶ καταλαμβάνει ὅλους τοὺς ἀγροὺς, οἱ δὲ δυστυχεῖς κάτοικοι τοῦ χωρίου τούτου, ἐὰν δὲν ληφθῶσι μέτρα μηχανικὰ, ἵνα προλάβωσι τὸν ἐκ τοῦ Πηνειοῦ κίνδυνον, θὰ μείνωσιν ἄνευ ἀγρῶν, καὶ τὸ χωρίον θὰ καταστραφῇ, ἡ δὲ Κυβέρνησις θὰ εὑρεθῇ εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ δώσῃ εἰς αὐτοὺς ἀγρούς. Θὰ παρακαλέσω ἑπομένως τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ διατάξῃ τοὺς μηχανικοὺς νὰ κάμωσι μελέτην καὶ ὑποβάλωσι προϋπολογισμὸν τῆς δαπάνης τῶν ἔργων, διότι ὑποθέτω ὅτι διὰ μικρᾶς δαπάνης δύναται νὰ διορθωθῇ τὸ πρᾶγμα. Ἡ μέριμνα δὲ τῆς Κυβερνήσεως θέλει δεόντως ἐκτιμηθῇ ὑπὸ τῶν κατοίκων τοῦ χωρίου τούτου.

§38Ι. Γ. ΡΟΥΦΟΣ. Πολλοὶ κάτοικοι τοῦ χωρίου Μποζαΐτι τῶν Πατρῶν μοὶ ἔγραψαν διαμαρτυρόμενοι δι’ ἀδίκημα, τὸ ὁποῖον προσγίνεται εἰς τὸ χωρίον αὐτῶν. Τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν διέταξε τὴν χάραξιν ὁδοῦ, ἡ ὁποία θὰ στοιχίσῃ 24,000 δραχμὰς καὶ ἡ ὁποία εἶναι προωρισμένη νὰ μὴ ἐξυπηρετῇ οὐδὲν συμφέρον, διότι πρόκειται δι’ αὐτῆς νὰ συνδεθῇ ὁ σταθμὸς Μποζαΐτικα μὲ τὸν σταθμὸν τοῦ Ῥίου. Ἐκεῖ μόνον κτήματα ὑπάρχουσι, καὶ βεβαίως εἰς τοὺς ὀλίγους ἰδιοκτήτας τῶν κτημάτων ἐκείνων θὰ ἦναι μεγάλη ἡ ὠφέλεια, ἐὰν γείνῃ ἡ ὁδὸς αὕτη, διότι θὰ μεταβαίνωσιν εὐχερῶς εἰς τὰς ἐξοχὰς αὑτῶν· ἀλλὰ τὸ χωρίον Μποζαΐτι, πυκνῶς οἰκούμενον καὶ ἀπωτέρω κείμενον, διαμαρτύρεται, καὶ δικαίως, διότι πρόκειται νὰ δαπανηθῶσι 24,000 δραχμαὶ ἀσκόπως. Τὸ περιεργότερον δ’ εἶναι, ὅτι δὲν χαράσσεται ἡ ὁδὸς, οὐδὲ κατασκευάζεται δι’ ἰδίου κονδυλίου, ὡς ὁ νόμος κελεύει, ἀλλὰ γίνεται τοῦτο διὰ τῶν χρημάτων τῶν προωρισμένων διὰ τὴν συντήρησιν τῶν ὁδῶν. Φρονῶ ὅτι διαφεύγει τὸν κ. Ὑπουργὸν ἡ λεπτομέρεια αὕτη, καὶ τὸν παρακαλῶ, πρὶν ἢ γείνῃ ἡ δαπάνη, νὰ μελετήσῃ τὸ ἔργον, ὅπως, ἀφοῦ τὸ Δημόσιον ὑποβάλλεται εἰς τὰ ἔξοδα ταῦτα, κατασκευασθῇ ἡ ὁδὸς διὰ τοῦ χωρίου Μποζαΐτι, ἵνα ἡ δαπάνη χρησιμεύσῃ χάριν τῶν πολλῶν καὶ οὐχὶ μόνον τῶν ὀλίγων.

§39ΚΥΡΙΑΚ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου μοὶ ἐγένετο λόγος καὶ ὑπὸ τῶν λοιπῶν συναδέλφων τῆς ἐπαρχίας Πατρῶν, καὶ ὑπεσχέθην εἰς αὐτοὺς, ὅτι θὰ ἐξετάσω τὸ ζήτημα.

§40ΑΧ. ΧΟΙΔΑΣ. Ἡ ὁδὸς, περὶ τῆς ὁποίας πρόκειται καὶ περὶ ἧς ὡμίλησεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, εἶναι ἡ ὁδὸς Πατρῶν–Κορίνθου· ἄρχεται ἀπὸ τὰς Πάτρας, ἀνακόπτεται ὅμως ἡμίσειαν ὥραν μακρὰν τῶν Πατρῶν, παρὰ τὸ χωρίον Μποζαΐτικα, ἕνεκα τοῦ χειμάρρου Χαράδρου. Ἀφ’ ἧς κατεσκευάσθη ἡ ὁδὸς αὕτη, δηλ. ἀπὸ 30 ἐτῶν, ὅτι κατεστράφησαν τὰ ἐπὶ τοῦ Χαράδρου διάφορα τεχνικὰ ἔργα καὶ ἡ γέφυρα, μελετᾶται τὸ ζήτημα τῆς ἑνώσεως τῆς ὁδοῦ. Ἄλλοτε ἐγένετο μεγάλη γέφυρα, ἀλλὰ δὲν ἐχρησίμευσε διόλου, διότι ἕνεκα πλημμύρας κατεστράφησαν τὰ ἑκατέρωθεν αὐτῆς προχώματα, καὶ ἔμεινε μόνον ἡ γέφυρα, χωρὶς νὰ διέλθῃ ἀπὸ εἰκοσαετίας ὕδωρ ὑπ’ αὐτήν, διότι ὁ χείμαρρος ἀλλάσσει κατ’ ἔτος κοίτην. Ἐγένετο κατόπιν σκέψις, πῶς ἐπὶ τέλους νὰ συνδεθῇ ἡ ὁδὸς, διότι διακόπτεται εἰς διάστημα ὥρας σχεδὸν, καὶ κατὰ συνέπειαν τὰ ἄλλα τμήματα τῆς ὁδοῦ ταύτης δὲν χρησιμεύουσι καθόλου. Ἐμελετήθη ἡ κατασκευὴ προχωμάτων εἰς τὸ ἄνω μέρος τοῦ χειμάρρου, ἀλλ’ ἡ πρὸς τοῦτο ἀπαιτουμένη δαπάνη 200,000 δραχμῶν ἦτο μεγάλη, καὶ διὰ τοῦτο οὐδεμία Κυβέρνησις ἐνέκρινε τὸ μέτρον τοῦτο. Ἐγένετο ἐπίσης σκέψις, ἐπὶ τοῦ χειμάρρου νὰ κατασκευασθῶσι τρεῖς γέφυραι, καὶ τὸ ἄλλο μέρος νὰ πλακοστρωθῇ, νὰ καθαρίζηται δὲ καθ’ ἕκαστον Ἀπρίλιον τὸ μέρος τοῦτο, ἵνα καθίσταται δυνατὴ ἡ συγκοινωνία κατὰ τοὺς μέχρι τῶν πρώτων βροχῶν μῆνας· ἀλλὰ καὶ τοῦτο ἀπῄτει μεγάλην δαπάνην. Ἕνεκα τούτων κατέληξαν εἰς τὸ τελευταῖον μέτρον, περὶ οὗ ὡμίλησεν ὁ κ. συνάδελφος, λαβὼν δῆθεν ἀφορμὴν ἐκ παραπόνων κατοίκων τοῦ χωρίου Μποζαΐτι, νὰ συνδεθῇ ἡ ὁδὸς κάτωθεν τῆς σιδηροδρομικῆς γραμμῆς, ἀριστερᾷ τῷ ἐκ Πατρῶν βαίνοντι, διότι ἄνωθεν τῆς ὁδοῦ ὑπάρχουσιν αἱ γέφυραι τοῦ σιδηροδρόμου καὶ τὰ ἄλλα ἔργα, καὶ φυλάσσεται τὸ μέρος ἐκεῖνο, οὕτως ὥστε ὁ σύνδεσμος τῆς ὁδοῦ νὰ ἦναι διαρκής. Τὸ χωρίον, τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ κ. συνάδελφος ὅτι βλάπτεται, ἀπέχει ἡμίσειαν ὥραν τῶν Πατρῶν. Μέχρις αὐτοῦ, ὡς ἐν ἀρχῇ εἶπον, ἡ ὁδὸς λειτουργεῖ ἐξ ἀρχῆς καὶ ἐπισκευάζεται τακτικῶς· ἐκτὸς τούτου συγκοινωνεῖ μὲ τὰς Πάτρας καὶ διὰ τοῦ σιδηροδρόμου, καὶ δὲν βλέπω τίνα βλάβην ὑφίσταται. Ἄλλο λοιπὸν ἤθελεν ἴσως νὰ εἴπῃ ὁ κ. συνάδελφος, φανταζόμενος ὅτι ἡ ὁδὸς αὕτη ἐξυπηρετεῖ συμφέροντα ἰδιωτικὰ, καὶ διὰ τοῦτο προέβη εἰς τὴν ἐπερώτησίν του, καὶ οὐχὶ διὰ παράπονα τῶν κατοίκων Μποζαΐτικα.

§41Ι. Γ. ΡΟΥΦΟΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸν νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ καταθέσῃ τὰ σχετικὰ ἔγγραφα.

§42Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Παρακαλῶ τὸν ἀξιότιμον ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν Ὑπουργὸν νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ καταθέσῃ τὸν φάκελον τῶν ἐγγράφων τῶν ἀφορώντων τὴν κατασκευὴν τῆς προκυμαίας τοῦ Ναυστάθμου, τὸν ὁποῖον ἐζήτησα δι’ ἐπερωτήσεώς μου ἀπὸ τῆς 6 Μαΐου.

§43Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Παρακαλῶ νὰ καταθέσητε τὸ σημείωμά σας.

§44ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Τὸ κατέθεσα καὶ τότε, ἀλλὰ δὲν κατετέθη ὁ φάκελος.

§45Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν τὸ ἔλαβον. Παρακαλῶ τὸ γραφεῖον τῆς Βουλῆς νὰ μοὶ πέμψῃ τὸ σημείωμα.

§46ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ζητεῖ ἕτερός τις τὸν λόγον πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως; Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Ἐξακολούθησις τῆς κατ’ ἄρθρον πρώτης συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἀστυνομικῆς διοικήσεως. Ἄρθρον 1 (ἀναγινώσκεται). Ζητεῖ τις τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 1;

§47Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, πρὸ τούτου δύο λέξεις διὰ τὴν τάξιν τοῦ Κανονισμοῦ. Αἱ συζητήσεις θὰ διεξαχθῶσιν ἐπὶ τῆς ἡμερησίας διατάξεως, ἣν κατήρτισε χθὲς ὁ κ. Πρόεδρος ἀποφάσει τῆς Βουλῆς. Ἀλλ’ ἔχομεν νέαν Σύνοδον, καὶ ἐπειδὴ δὲν παρενεβλήθη χρονικὸν διάστημα μεταξὺ τῆς τακτικῆς καὶ τῆς ἐκτάκτου Συνόδου, δύναται νὰ νομισθῇ, ὅτι ἡ ἔκτακτος εἶναι συνέχεια τῆς τακτικῆς. Ἡ καθεστηκυῖα ἀρχὴ ὅμως, κατὰ τὸν Κανονισμὸν τῆς Βουλῆς, εἶναι ἄλλη, καὶ δέον τὰ νομοσχέδια, τὰ μείναντα ἀψήφιστα, νὰ εἰσαχθῶσιν ἐκ νέου.

§48Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Μόνον ὅταν πρόκηται περὶ δύο Περιόδων βουλευτικῶν γίνεται τοῦτο· ἀλλ’ ἤδη δὲν ἔχομεν δύο Περιόδους βουλευτικάς, ἀλλὰ δύο Συνόδους.

§49Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Συνιστῶ εἰς τὸν ἀξιότιμον Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως τὴν μελέτην τοῦ ζητήματος, καὶ τὸν παρακαλῶ αὔριον νὰ μᾶς εἴπῃ, ἂν εἶναι δικαία καὶ ὀρθὴ ἡ παρατήρησίς μου.

§50ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ῥητὴ διάταξις. Εἶναι ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 47 τοῦ Κανονισμοῦ, κατὰ τὴν ὁποίαν «τὰ νομοθετικὰ ἔργα, τὰ ἀρξάμενα καὶ διακοπέντα ἐκ τῆς λήξεως τῆς Συνόδου, δύνανται νὰ ἐπαναληφθῶσιν εἰς τὴν ἑπομένην Σύνοδον τῆς αὐτῆς Περιόδου, καθ’ ἣν εὑρίσκονται στάσιν». Συμφώνως λοιπὸν μὲ τὸ ἄρθρον 47 τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς τὸ Προεδρεῖον κατήρτισε τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.

§51ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Αὐτὸ γίνεται πάντοτε.

§52ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναμφιβόλως λοιπὸν εὑρισκόμεθα ἐντὸς τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου 47 τοῦ Κανονισμοῦ. Ἔχει τις τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ πρώτου ἄρθρου τοῦ νομοσχεδίου;

§53ΑΛΕΞ. ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ πρῶτον ἄρθρον, κύριοι Βουλευταί, τοῦ νομοσχεδίου, ὅπερ ἔχομεν πρὸ ἡμῶν, ἀποτελεῖ, οὕτως εἰπεῖν, τὸν θεμέλιον λίθον τοῦ νομοσχεδίου, ὅπερ ὑπὸ τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς ὑπεβλήθη. Διὰ τοῦ ἄρθρου τούτου καθορίζεται τὸ σύστημα, ἢ μᾶλλον καθορίζονται τὰ συστήματα, ἅτινα τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἠκολούθησε περὶ τὴν ὀργάνωσιν τῆς ἀστυνομίας τῆς χώρας, καὶ διὰ τοῦτο ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τούτου θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ἡ Βουλή, ἵνα εὐρύτερον συζητήσω, καὶ ὑπὸ τὴν ἱστορικὴν ἔποψιν τοῦ θεσμοῦ, ὅστις ἤδη κρατεῖ, καὶ ὑπὸ τὴν ἱστορικὴν ἔποψιν τοῦ θεσμοῦ, ὅστις ἴσχυε πρὸ τούτου. Ἀπὸ τοῦ ἔτους 1893, ἀναγνωρισθέντος ὑφ’ ἁπάντων, ὅτι τὸ κρατοῦν μέχρι τῆς ἐποχῆς ἐκείνης σύστημα τῆς δημοτικῆς ἀστυνομίας δὲν ἀπέδωκε τοὺς καρπούς, οὓς προσεδόκα ὁ νομοθέτης τοῦ διατάγματος τοῦ 1836 τοῦ περὶ δήμων νόμου, ὁρμηθεὶς ἐξ ἰδεῶν ἀποκεντρωτικῶν, ὄντως συμφώνων τῷ ἡμετέρῳ πολιτεύματι, ἀπὸ τοῦ ἔτους 1893, λέγω, εἰσήχθη τὸ κρατοῦν ἤδη ἀστυνομικὸν σύστημα. Μέγας ἀγὼν διεξήχθη κατὰ τούτου ἐκ μέρους τῆς μερίδος, τῆς ὁποίας προΐστατο καὶ προΐσταται καὶ νῦν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γορτυνίας Βουλευτὴς καὶ Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. Ὁ ἀγὼν τῆς πτέρυγος ταύτης ἐστηρίζετο εἰς τὸ κατὰ θεωρίαν ἴσως ὀρθὸν, ὅτι τὸ ἀστυνομεῖν, τὸ διευθύνειν τὰ τῆς τοπικῆς καὶ εἰδικῆς λεγομένης ἀστυνομίας, ἀνήκει εἰς τοὺς δήμους. Τὸ ἀποκεντρωτικὸν δόγμα λοιπὸν ἔπρεπε νὰ μένῃ καθιερωμένον, ὡς εἶχε διὰ τοῦ διατάγματος τοῦ 1836. Καὶ μετὰ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ θεσμοῦ τούτου, ὅτε εἰς τὴν πρώτην δοθεῖσαν εὐκαιρίαν ὁ εἰσαχθεὶς θεσμὸς ἠκρωτηριάσθη διὰ τῆς καταργήσεως τοῦ Ἀρχηγείου τῆς Χωροφυλακῆς, ὁ νῦν κ. Πρωθυπουργός, τότε ἡγούμενος τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ὀχυρούμενος ὄπισθεν τῆς θεωρίας, ὅτι δὲν πρέπει ν’ ἀποστερῶμεν τοὺς δήμους τῆς δημοτικῆς ἀστυνομικῆς διοικήσεως, ὅπερ εἶναι ἐλευθεριώτερον καὶ συμφωνότερον πρὸς τὰ αἰσθήματα τοῦ λαοῦ καὶ τὸ κρατοῦν πολίτευμα, κατεπολέμει τὸ σύστημα τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας, ὅπερ ἐθεωρήθη ὑπὸ τῆς τότε Κυβερνήσεως ὡς μόνον κατάλληλον ν’ ἀντικαταστήσῃ τὸ ὑφιστάμενον καθεστώς, τὸ πολλάκις, ἰδίως δ’ ἀπὸ τῆς Μεταπολιτεύσεως, ἀποδειχθὲν οὐ μόνον ἀλυσιτελές, ἀλλὰ καὶ ἐπιβλαβὲς εἰς τὴν δημοσίαν τάξιν. Διὰ τῆς καταργήσεως δὲ τοῦ Ἀρχηγείου τῆς Χωροφυλακῆς, μετὰ πάροδον δύο ἐτῶν, ὁ θεσμὸς οὗτος ἐξηρθρώθη, διότι τὸ Ἀρχηγεῖον τῆς Χωροφυλακῆς ἀπετέλει τὴν σπουδαιοτέραν ἐγγύησιν τῆς κανονικωτέρας καὶ ἀνεπηρεάστου ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου περὶ στρατιωτικῆς ἀστυνομίας. Ἀλλ’ ἴδωμεν, ἐὰν οἱ ὑποστηρίζοντες τὸ δόγμα τοῦτο ὑπῆρξαν πάντοτε συνεπεῖς. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὁ καὶ κατὰ τὸ 1896 Πρόεδρος αὐτῆς, εἰσηγητὴς νομοσχεδίου σκοποῦντος τὴν μεταβολὴν τοῦ κρατοῦντος συστήματος, καὶ τότε ὑπέβαλε σχέδιον νόμου, διὰ τοῦ ὁποίου πάλιν εἰσῆγε σύστημα οὐχὶ ἀπολύτως συνεπὲς πρὸς τὰς ἀρχάς, τὰς ὁποίας ἔθετο, ἀλλὰ σύστημα διπλοφυές, οὕτως εἰπεῖν. Ἀναγνωρίζων τὰ ἐλαττώματα τῆς δημοτικῆς ἀστυνομίας, καθιέρου διὰ τοῦ νομοσχεδίου ἐκείνου καὶ διετήρει ἐν τοῖς μεγάλοις κέντροις τὴν διοικητικὴν λεγομένην ἀστυνομίαν. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου, ὅπερ δὲν ἐγένετο νόμος τοῦ Κράτους, ἐψηφίσθη ὅμως ὑπὸ τῆς Βουλῆς, συνιστῶντο διοικητικαὶ μὲν ἀστυνομίαι ἐν ταῖς πρωτευούσαις τῶν νομῶν ὑποχρεωτικῶς, δυνητικῶς δ’ ἐπίσης διοικητικαὶ ἀστυνομίαι, μετὰ γνωμοδότησιν τοῦ ἁρμοδίου Εἰσαγγελέως τῶν Πλημμελειοδικῶν καὶ τοῦ Νομάρχου, ἐν τοῖς δήμοις ἐκείνοις, τῶν ὁποίων ὁ πληθυσμὸς ὑπερέβαινε τὰς 10,000 κατοίκων, καὶ ἐν ταῖς πρωτευούσαις τῶν ἐπαρχιῶν. Ἀγνοῶ, Κύριοι, ἐὰν τοῦτο ἦτο συνεπὲς πρὸς τὴν κρατοῦσαν τότε διοικητικὴν διαίρεσιν, διότι ὄντως αἱ πρωτεύουσαι ἐπαρχιῶν ἦσαν ἄγνωστοι κατὰ τὸν χρόνον ἐκεῖνον. Ἀλλ’ ἐν τούτοις τί διαβλέπομεν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ἐκείνῳ, τὸ ὁποῖον, ἐπαναλαμβάνω, ἐψηφίσθη μὲν ὑπὸ τῆς Βουλῆς, δὲν περιεβλήθη ὅμως τὴν κύρωσιν τοῦ Βασιλέως, τῇ βουλήσει αὐτοῦ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, μὴ ὑποβαλόντος εἰς κύρωσιν καὶ μὴ δημοσιεύσαντος αὐτό; Διαβλέπομεν, ὅτι καὶ ἐν τῷ νομοθετήματι τούτῳ ἀναγνωρίζεται, ὅτι ἡ δημοτικὴ ἀστυνομία δὲν ἦτο δυνατὸν λυσιτελῶς νὰ λειτουργήσῃ καθ’ ἅπαν τὸ Κράτος, ἀναγνωρίζεται, ὅτι ἦτο ἀνάγκη ἑτέρας ἀστυνομικῆς ἀρχῆς, ἀπορρεούσης οὐχὶ ἐκ τῶν δήμων, ἀλλ’ ἐξ αὐτῆς τῆς Πολιτείας ἀμέσως, χρησίμου ἵνα ἀσφαλίσῃ τὴν τάξιν εἰς τὰ μεγάλα κέντρα, ἐνῷ ἀφ’ ἑτέρου εἰς τὰ μικρὰ κέντρα ἀφίετο τὸ σύστημα τῆς δημοτικῆς ἀστυνομίας. Τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο, ὅπερ, ὡς εἶπον, δὲν ηὐτύχησε νὰ καταστῇ νόμος τοῦ Κράτους, ἐπανελήφθη καὶ κατὰ τὴν δευτέραν Σύνοδον τοῦ 1896, ἤτοι κατὰ μῆνα Δεκέμβριον, μὲ τινα παραλλαγήν, διότι καθ’ ὅλα τὰ λοιπὰ σημεῖα παραμένει ὁμοιόμορφον, ὡς εἶχε τὸ πρῶτον, ὅπερ ὑπεβλήθη εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ἐψηφίσθη· Ἡ μόνη παραλλαγή, ἥτις ἐχώρησεν ἐν τῷ δευτέρῳ ὑποβληθέντι νομοσχεδίῳ, ἦτο, ὅτι ἀντὶ τῶν ἀστυφυλάκων, ὡς κατωτέρων ἀστυνομικῶν ὀργάνων τῆς διοικητικῆς ἀστυνομίας, εἰσήγοντο, ὡς κατώτερα ὄργανα, χωροφύλακες. Ἐν ἀμφοτέροις τούτοις τοῖς νομοσχεδίοις παρατηρεῖται καὶ κυροῦται, ὅτι καὶ αὐτοὶ ἀκόμη οἱ ὑπέρμαχοι, καὶ αὐτοὶ ἀκόμη οἱ θιασῶται τῆς δημοτικῆς ἀστυνομίας ἀνεγνώρισαν, ὅτι τὸ σύστημα τοῦτο ἠστόχησεν ἐν Ἑλλάδι. Ἀλλὰ μήπως καὶ ὁ νομοθέτης τοῦ 1836, τοῦ ὁποίου τὴν θεωρητικὴν βάσιν ὁ ἀξιότιμος κ. Πρωθυπουργὸς ἐπεκαλέσθη κατά τινα τῶν προηγουμένων συνεδριάσεων ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ἐθεώρησεν, ὅτι ἦτο δυνατόν, ἀποβλέπων βεβαίως εἰς τὰ ἤθη τοῦ λαοῦ, εἰς τὴν κατάστασιν καὶ ἀνάπτυξιν αὐτοῦ, ἀπολύτως νὰ ἰσχύσῃ τῆς δημοτικῆς ἀστυνομίας τὸ σύστημα, τὸ ἀπορρέον ἐξ αὐτοῦ τοῦ δήμου, ἐξ αὐτῶν τῶν πολιτῶν ἀμέσως ἢ ἐμμέσως διὰ τῆς ἐκλογῆς τοῦ δημάρχου καὶ ὑπ’ αὐτοῦ ἀσκούμενον; Τοὐναντίον καὶ ἐν τῷ νομοθετήματι ἐκείνῳ ἀνευρίσκομεν τὰ σπέρματα τῆς διοικητικῆς ἀστυνομίας, εἰς ἐλάχιστον μὲν βαθμὸν, ἀλλ’ ὁπωσδήποτε μαρτυροῦντα, ὅτι ἀπομακρύνεται ὁ νομοθέτης τοῦ ἄκρως δημοτικοῦ συστήματος. Διότι δὲν παρέλιπεν ὁ νομοθέτης νὰ περιλάβῃ ἐν τῷ νόμῳ ἐκείνῳ διάταξιν, κατὰ τὴν ὁποίαν, προκειμένου ν’ ἀσκηθῶσι τὰ καθήκοντα τῶν ἀστυνόμων, οὐχὶ ὑπὸ τῶν δημάρχων πλέον ἢ τῶν ἀναπληρωτῶν αὐτῶν δημαρχικῶν παρέδρων, ἀλλ’ ὑπὸ εἰδικῶν ἀστυνόμων, τὸ δικαίωμα τοῦ διορισμοῦ αὐτῶν μετ’ ἐκλογῆς ἀπόκειται εἰς τὸν Βασιλέα, καὶ μόνον ἡ πρότασις ἀπόκειται εἰς τὸν οἰκεῖον δήμαρχον. Ἆρα εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς, ὅτε τὸ πρῶτον ἐθεσπίσθησαν τὰ περὶ ἀστυνομίας τῆς ἡμετέρας χώρας, ὁ νομοθέτης κατεῖδε τὴν ἀνάγκην τῆς οὐχὶ τελείας ἀποκεντρώσεως, καὶ δὲν ἠθέλησε νὰ παρασυρθῇ ὑπὸ τῶν θεωριῶν τῶν ἀποκεντρωτικῶν, αἱ ὁποῖαι δύνανται μὲν νὰ ὦσιν ὀρθαὶ καὶ σύμφωνοι πρὸς τὸ πολίτευμα ἡμῶν, ἀλλὰ δὲν συμβιβάζονται, ὡς εἶπον, πρὸς τὰ ἤθη τοῦ λαοῦ, πρὸς τὴν πολιτικὴν αὐτοῦ ἀνατροφὴν, ἥτις τὰ μέγιστα ἐπέδρασεν ἐπὶ μακρὸν χρόνον οὐχὶ ἐπ’ ἀγαθῷ, ἐφ’ ὅσον ἴσχυε τὸ σύστημα τὸ δημοτικόν. Ὁ νομοθέτης, λέγω, προὐνόησε νὰ θεραπεύσῃ τὴν ἀνάγκην ταύτην, ἀπομακρυνόμενος κατὰ τι τοῦ συστήματος τούτου τῆς δημοτικῆς ἀστυνομίας. Ἑπομένως, Κύριοι, μικτὸν σύστημα ὑπεβλήθη εἰς τὴν Βουλὴν καὶ κατὰ τὸ 1896, μικτὸν σύστημα ὑποβάλλεται καὶ σήμερον, καὶ οὐχὶ πλέον δυσυπόστατον, ὡς ἦτο τὸ σύστημα ἐκεῖνο, ἀλλὰ, δύναταί τις εἰπεῖν, τεθρυπόστατον. Καὶ λέγω τεθρυπόστατον, διότι κατὰ τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον ἔχομεν μίαν ἀστυνομίαν, τὴν στρατιωτικὴν, ἐκείνην δηλ. τὴν ἀστυνομίαν, ἐν τῇ ὁποίᾳ ὑπηρετοῦσιν ὡς ὄργανα διευθύνσεως ἀξιωματικοὶ ἀστυνόμοι. Ἡ ἀστυνομία αὕτη, ἡ στρατιωτική, θέλει λειτουργεῖ ἀναγκαίως ἐν τοῖς δήμοις Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς καὶ τοῖς περιχώροις, ἐν τοῖς δήμοις, οἱ ὁποῖοι ἀποτελοῦσιν ἤδη πρωτευούσας νομῶν, καὶ ἐν δώδεκα, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, ἑτέροις δήμοις. Ἔχομεν ἐπίσης ἑτέραν στρατιωτικὴν ἀστυνομίαν, ἢ μᾶλλον ἡμιστρατιωτικὴν, ἐν τοῖς δήμοις ἐκείνοις, οἵτινες θὰ μετακαλῶσι τὰ κατώτερα ὄργανα τῆς ἀστυνομίας διὰ νὰ ὑπηρετῶσι παρ’ αὐτοῖς, εἴτε δι’ ἔλλειψιν προσώπων, εἴτε διότι λόγοι δημοσίας ἀσφαλείας ἐπιβάλλουσι τὴν ἀνάγκην ταύτην τῶν δήμων. Οἱ δῆμοι οὗτοι θὰ καλῶσι, κατὰ τὸ ἄρθρον 4, ἀστυφύλακας, ἵνα ὑπηρετῶσιν. Ἔχομεν ὡσαύτως τὴν ἀστυνομίαν τὴν καθαρῶς δημοτικὴν τῶν ἑτέρων δήμων, τὴν ἀπορρέουσαν δηλονότι ἐμμέσως ἐκ τοῦ λαοῦ καὶ διὰ τῶν δημάρχων καὶ τῶν Δημοτικῶν Συμβουλίων ἐνασκουμένην, ἐν τῇ ὁποίᾳ θὰ ὑπηρετῶσι πολιτικοὶ κλητῆρες, ὡς ἀστυνομικὰ ὄργανα κατώτερα. Θὰ ἔχωμεν ὅμως καὶ τοὺς ἀπόρους δήμους, ἐν τοῖς ὁποίοις θὰ ὑπάρχῃ ἀνυπαρξία διοικήσεως ἀστυνομικῆς. Διὰ τοῦτο πρὸ ὀλίγου εἶπον, ὅτι ἀντὶ τοῦ μικτοῦ συστήματος, τὸ ὁποῖον κατὰ τὸ 1896 δὶς ὑπεστηρίχθη, σήμερον ἔχομέν τι χειρότερον ἐκείνου, σύστημα συγκείμενον ἐκ ποικίλων ἄλλων μικροτέρων ἀστυνομικῶν συστημάτων. Ἔψεξαν, Κύριοι, τὴν στρατιωτικὴν ἀστυνομίαν ὡς ἀστοχήσασαν, καὶ ἔλαβον ὡς ἐπιχειρήματα τῆς ἀποτυχίας αὐτῆς μεμονωμένα ἴσως γεγονότα, ἀφορῶντα εἰς ὡρισμένα πρόσωπα, εἰς ὄργανά τινα ἀστυνομικὰ, εἴτε ἀνώτερα, διευθύνοντα τὰ τῆς ἀστυνομίας, εἴτε καὶ κατώτερα. Δὲν ἀρνοῦμαι, ὅτι καὶ ἐγὼ ἀπὸ τῆς αἰθούσης ταύτης πολλάκις ἐβόησα κατὰ παρεκτροπῶν τῶν ὀργάνων τούτων. Ἀλλὰ τοῦτο εἶναι σπουδαῖον κατὰ τοῦ θεσμοῦ ἐπιχείρημα; Καὶ διατὶ λησμονοῦμεν τὰ ἐλαττώματα τῶν ὀργάνων τῆς δημοτικῆς ἀστυνομίας τῆς παλαιοτέρας ἐποχῆς; Καὶ διατὶ διαφεύγει τὴν μνήμην ἡμῶν, ὅτι ἡ δημοτικὴ ἀστυνομία ἐν τοῖς μικροῖς κέντροις κατὰ τὴν παλαιοτέραν ἐποχὴν ἀπετέλει τὰ κέντρα συμμοριῶν ἐγκληματικῶν, λυμαινομένων τὸν τόπον; Καὶ ἀγνοοῦμεν, Κύριοι, ὅτι ἀπὸ τοῦ 1863 καὶ μετέπειτα, ἰδίως δὲ κατὰ τὰ πρῶτα ἔτη μετὰ τὴν πολιτειακὴν μεταβολὴν, αἱ δημοτικαὶ ἀστυνομίαι οὐ μόνον ἀνίκανοι ἀπεδείχθησαν νὰ συγκρατήσωσι τὴν τάξιν ἐπὶ δεκάδας ὁλοκλήρους ἐτῶν, ἀλλὰ καὶ τελείαν ἀναρχίαν ἐπέφερον διὰ τοῦ φανατισμοῦ καὶ διὰ τῆς ἐξασκήσεως φατριαστικῶν ἐκδικήσεων τῶν ἀστυνομικῶν ὑπαλλήλων καὶ τῶν διευθυντῶν τῶν ἀστυνομιῶν; Ἐπιτραπήτω μοι, Κύριοι, νὰ ἀναφέρω ἓν ἱστορικὸν γεγονὸς, σχετιζόμενον μὲ τὴν καταργηθεῖσαν δημοτικὴν ἀστυνομίαν, σχετιζόμενον δ’ ἀκριβῶς μὲ τὴν ἐγκληματικότητα, τὴν ὁποίαν οὐ μόνον δὲν προελάμβανεν, οὐ μόνον δὲν περιέστελλεν, ἀλλὰ καὶ περιέθαλπε. Συνέβη ποτὲ ἔκ τινος πεδινοῦ δήμου τῆς ἡμετέρας ἐπαρχίας νὰ κλαπῇ ἵππος ἀξίας χιλίων δραχμῶν. Ὁ ἵππος οὗτος, καθ’ ἃς εἶχε πληροφορίας ὁ ἰδιοκτήτης αὐτοῦ, μετεκομίσθη εἰς δῆμόν τινα τῆς ὁμόρου ἐπαρχίας. Ἐπειδὴ δὲ προσελθὼν ὁ ἰδιοκτήτης πρός με, ἵνα ἐπικαλεσθῇ τὴν ἐπιστημονικὴν συνδρομήν μου πρὸς ποινικὴν καταδίωξιν τοῦ ἀγνώστου κλέπτου, μοὶ εἶπεν, ὅτι εἶχε τὴν πληροφορίαν ἢ τὴν ὑπόνοιαν, ὅτι ὁ ἵππος του μετηνέχθη εἰς ὡρισμένον δῆμον τῆς ὁμόρου ἐκείνης ἐπαρχίας, ἐθεώρησα καλὸν νὰ γράψω εἰς προσωπικὸν φίλον μου, ἄξιον ἐμπιστοσύνης, ἵνα μὲ πληροφορήσῃ πρωτίστως, ἐὰν πράγματι ὑπάρχει ὁ ἵππος ἐκεῖ. Μετ’ ὀλίγας ἡμέρας λαμβάνω ἀπάντησιν τοῦ προσώπου ἐκείνου, δι’ ἧς μὲ ἐπληροφόρει, ὅτι ὁ ἵππος, ἀκριβῶς ἢ κατὰ προσέγγισιν ὁ περιγραφόμενος, εἶχεν ἐκποιηθῆ καθ’ ὅλας τὰς νομίμους διατυπώσεις, ὡς εὑρεθεὶς περιπλανώμενος. Τοῦτο μοὶ ἐκίνησε τὴν ἀγανάκτησιν, διότι ἦτο γνωστὸν, ὅτι οὔτε περιεπλανήθη, οὔτε ἀπεμακρύνθη τοῦ τόπου τῆς διαμονῆς τοῦ κυρίου του, ἀλλ’ ὅτι ἐκλάπη. Ἦτο γνωστὸν τοῦτο οὐ μόνον εἰς τὸν ἰδιοκτήτην τοῦ ἵππου, ἀλλὰ καὶ εἰς τοὺς περιοίκους. Ἐσκέφθημεν λοιπὸν τότε, διότι ὁ μοχλὸς τῆς ὅλης ὑποθέσεως ἦτο ὁ ἀστυνομεύων τοῦ δήμου ἐκείνου, νὰ ὑποβληθῇ μήνυσις καὶ κατ’ αὐτοῦ καὶ κατὰ παντὸς τυχὸν ὑπαιτίου, ὃν εἶχεν ἀνακαλύψει ὁ ἰδιοκτήτης. Τί δὲ προέκυψεν; Ὅτι ὁ δημιουργὸς τῆς κλοπῆς ταύτης, ὁ διευθύνας τὴν ἑταιρείαν τῶν κλεπτῶν, ἦτο ὁ δημοτικὸς ἀστυνόμος, ὅστις, ἀφοῦ παρήγγειλε εἰς τὰ ὑπ’ αὐτὸν ὄργανα τῆς ζωοκλοπῆς νὰ κλέψωσι τὸν ἵππον ἐκεῖνον, παρήγγειλεν ἐπίσης νὰ ἀφήσωσι τοῦτον ἐλεύθερον, καὶ περιπλανώμενον συνέλαβεν αὐτὸν, τὸν παρέπεμψεν εἰς τὸν εἰρηνοδίκην, ἐξεδόθησαν τὰ προγράμματα, παρῆλθον αἱ νόμιμοι προθεσμίαι, καὶ κατόπιν ἐγένετο κύριος τοῦ ἵππου ὁ ἀγοραστὴς ἀντὶ 80 ἢ 90 δραχμῶν, αἵτινες δὲν ἐπήρκεσαν οὔτε εἰς τὴν πληρωμὴν τῶν ἀποζημιώσεων καὶ τῶν φυλακικῶν δικαιωμάτων. Αὐτὴ εἶναι ἡ εἰκὼν τῶν δημοτικῶν ἀστυνομιῶν!

§54ΓΚΟΤΣΗΣ. Ναί. Ἀλλ’ ἔχομεν παραδείγματα τοιαῦτα καὶ ἐπὶ τῆς παρούσης ἀστυνομίας.

§55ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν γνωρίζω. Ἀλλ’ ἐγὼ ἀνέφερα ἓν παράδειγμα ἐκ τῶν πολλῶν, τὰ ὁποῖα δύναταί τις νὰ ἀναφέρῃ ἐκ τῶν ἄθλων τῆς δημοτικῆς ἀστυνομίας.

§56Ν. ΦΑΡΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ προϊστάμενος τῆς ἀστυνομίας Ἄργους ἐπὶ ἓν ἢ δύο ἔτη, ἐξῆλθε τῶν ἀστυνομικῶν καθηκόντων των, κερδίσας περὶ τὰς 20 χιλιάδας δραχμάς!

§57ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸ εἶναι ἀνεξακρίβωτον.

§58Ν. ΦΑΡΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι λίαν ἐξηκριβωμένον παρ’ ὅλης τῆς κοινωνίας.

§59ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ τοὐλάχιστον ἀγνοῶ. Ἀκούονται τοιαῦται αἰτιάσεις κατὰ πολλῶν δημοσίων ὑπαλλήλων. Πολλοὶ δημόσιοι ὑπάλληλοι ὑπέκυψαν εἰς τὴν μομφὴν ταύτην.

§60Ν. ΦΑΡΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι βεβαιωμένον δυστυχῶς καὶ διὰ δικαστικῆς ἀποφάσεως.

§61ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε συνάδελφε, δὲν νομίζω ὅτι εἶναι ὀλιγώτερον ἐπικίνδυνον εἰς τὴν δημοσίαν τάξιν αὐτὸ, τὸ ὁποῖον λέγετε. Ἀλλὰ τοῦτο, ἠξεύρετε ποῦ ἔχει τὴν ἀρχήν του; Οὐχὶ ἐν τῷ προσωπικῷ τῆς ἀστυνομίας, ἀλλ’ ἀλλαχοῦ, ἐν τῷ θεσμῷ τῆς ποιμνιοβοσκῆς καὶ ἐν ἄλλοις νόμοις, οἱ ὁποῖοι χρήζουσι τροποποιήσεως. Διότι πόθεν ἐπιέσθησαν οἱ κτηνοτρόφοι; ἐκ τῆς ἀτελείας τῶν νομοθετημάτων, καὶ διὰ τοῦτο ἐπῆλθον αὐτὰ τὰ ἀποτελέσματα.

§62Ν. ΦΑΡΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀτέλεια τῶν προσώπων.

§63Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἐκ τῆς ἀτελοῦς λειτουργίας τῆς ποινικῆς δικαιοσύνης.

§64ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως καὶ ἐκ τῆς ἀτελοῦς λειτουργίας τῆς ποινικῆς δικαιοσύνης. Ἐγὼ πρὸ ἡμερῶν, ἐὰν παρευρέθητε κατὰ τὴν συνεδρίασιν ἐκείνην, εἶπον ὅτι χρήζουσι τροποποιήσεως οἱ σχετικοὶ νόμοι περὶ ἀπαγορεύσεως τῆς βοσκῆς τῶν ζώων, διότι ὁμολογουμένως αὐτοὶ παρέχουσι καὶ εἰς τοὺς ἀστυνομικοὺς λαβὴν νὰ χρηματίζωνται καὶ νὰ πιέζωσι. Καὶ ἐννοῶ οὐ μόνον τοὺς ἀνωτέρους, ἀλλὰ καὶ τοὺς κατωτέρους, τοὺς ἀστυφύλακας. Τὰ πλεῖστα δὲ τῶν παραπόνων γίνονται ἐκ μέρους τῶν ποιμένων καὶ τῶν κτηνοτρόφων, καὶ οἱ κτηνοτρόφοι ὑφίστανται τὰ πάνδεινα. Βεβαίως αὐτὰ πρέπει νὰ ἐκλείψωσι καὶ δύνανται νὰ ἐκλείψωσι· ταῦτα ὅμως δὲν ἀποτελοῦσιν ἐπιχείρημα ἐναντίον τῆς βάσεως τοῦ θεσμοῦ. Καὶ ἐνῷ τὸ νομοθέτημα τοῦτο προνοεῖ περὶ τῆς διπλοφυοῦς ἢ τριπλοφυοῦς αὐτῆς, ὡς εἶπον, ἀστυνομικῆς διοικήσεως, ἐνῷ δὲν ἀντικαθιστᾷ ἓν σύστημα πλῆρες καὶ ἑνιαῖον δι’ ἑτέρου ἑνιαίου συστήματος, ἐναρμονίως δυναμένου νὰ λειτουργήσῃ εἰς τὴν χώραν, διὰ νὰ δικαιολογηθῇ ἡ διατήρησις ἐν 35, νομίζω, δήμοις τοῦ Κράτους, τοῖς καὶ μεγαλειτέροις, τοῦ καθεστῶτος τοῦ ἀστυνομικοῦ, ἀναφέρεται ἐν τῇ αἰτιολογικῇ ἐκθέσει καὶ ὅτι «ἐλήφθη πρόνοια, ὅπως περιβληθῶσι δι’ ἐγγυήσεων τὰ τοῦ θεσμοῦ τούτου, ὥστε νὰ καταστήσωσι τοὺς διοικοῦντας τὰ τῆς ἀστυνομίας ἀκριβεῖς τῶν νόμων ἐκτελεστάς, διότι ἐκτὸς τοῦ ὅτι ὑποβάλλει αὐτοὺς (ὁ εἰσηγητὴς τοῦ νομοσχεδίου) διὰ πᾶσαν παράβασιν τῶν νόμων εἰς τὴν δικαιοδοσίαν τῶν πολιτικῶν δικαστηρίων», — ἴσως ἤθελεν ἐνταῦθα νὰ εἴπῃ «τῶν κοινῶν ποινικῶν δικαστηρίων» κυριολεκτικώτερον, — «ἀλλ’ ὑποβάλλει αὐτοὺς καὶ ὑπὸ τὸν ἔλεγχον καὶ τὴν ἐπιτήρησιν τῆς Κυβερνήσεως διὰ τῶν Νομαρχῶν.» Ἀλλ’ ἐρωτῶ, εἶναί τι νέον τοῦτο; Εἰσάγετε νέαν διάταξιν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, διὰ τῆς ὁποίας οἱ ὑπηρετοῦντες ἐν ταῖς διοικητικαῖς ἀστυνομίαις ἀξιωματικοὶ θὰ ὑποβάλλωνται εἰς τοιούτους περιορισμοὺς; Μήπως τοιαύτη διάταξις, ἀκριβῶς ὁμοία, δὲν ὑπάρχει καὶ ἐν τῷ κειμένῳ τοῦ κρατοῦντος συστήματος; Ἰδοὺ τί λέγει τὸ ἄρθρον 24 τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου, ὅπερ εἶναι πιστὴ ἀντιγραφὴ τοῦ ἰσχύοντος νόμου: «Πάντες οἱ ἀστυνόμοι καὶ οἱ ἐκτελοῦντες ἀστυνομικὰ καθήκοντα ὁπλῖται ὑπάγονται εἰς τὰ τακτικὰ ποινικὰ δικαστήρια διὰ πᾶσαν ἀξιόποινον πρᾶξιν, ἐκτὸς τῶν πλημμελημάτων καὶ κακουργημάτων τῶν προβλεπομένων ὑπὸ τοῦ βʹ τμήματος τοῦ τετάρτου βιβλίου τοῦ νόμου ΦΥΒʹ τῆς 19 Μαΐου 1860 περὶ στρατιωτικῆς ποινικῆς νομοθεσίας, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ νόμου ΑΨΞΕʹ τῆς 28 Μαΐου 1887.» Καὶ μήπως ἤδη δὲν διατελοῦσιν ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ τὴν πειθαρχικὴν ἐξουσίαν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν; Δὲν βλέπω λοιπὸν, τί νέον προσεθέσατε. Ἄρα ἀναγνωρίζετε, ὅτι, ἵνα τηρηθῇ ἡ ἀσφάλεια καὶ ἡ δημοσία τάξις εἰς τὸ Κράτος, ἔχετε ἀνάγκην τοῦ θεσμοῦ, τὸν ὁποῖον καταδικάζετε. Τὸ πλεῖστον ὅμως τῶν διατάξεων τοῦ νομοσχεδίου οὐδὲν ἕτερον εἶναι ἢ ἀντιγραφὴ τοῦ νόμου περὶ στρατιωτικῆς ἀστυνομίας, ἐπὶ πλέον δὲ διατηρεῖται τὸ καθεστὼς ὁλόκληρον. Ὡς εἶπον πρὸ ὀλίγου, ἐὰν ἔπταισεν ὁ θεσμὸς κατά τι, ἔπταισε κατὰ τοῦτο, ὅτι τὰ ὄργανα τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας δὲν ἐξελέγοντο μετὰ τῆς προσηκούσης προσοχῆς. Ἡ τάξις τῶν ἀστυφυλάκων καὶ τῶν κατωτέρων βαθμοφόρων καὶ τῶν χωροφυλάκων δὲν ἀπετελεῖτο ἐκ καταλλήλων προσώπων. Καὶ πῶς δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν, ὅτι πταίει ἡ στρατιωτικὴ ἀστυνομία, ὅταν δὲν ἐλήφθη μέριμνα παρὰ τῶν Κυβερνήσεων, ὅπως πᾶσαι αἱ ἀστυνομικαὶ θέσεις πληρῶνται ὑπὸ ἀξιωματικῶν, ἀλλ’ εὐρύταται περιφέρειαι διοικοῦνται ἀστυνομικῶς ὑπὸ ὑπαξιωματικῶν τῆς χωροφυλακῆς; Καὶ ὡς παράδειγμα ἀναφέρω τοὺς δήμους Ψωφίδος, Ἡραίας καὶ Ἐλευσῖνος τῆς Γορτυνίας, οἵτινες ἔχουσιν ἀστυνόμους ὑπαξιωματικούς. Ἀλλὰ, Κύριοι, τὸ σπουδαιότερον ζήτημα, ὅπερ πρέπει ν’ ἀπασχολήσῃ ἡμᾶς ἐν τῇ προκειμένῃ συζητήσει, εἶναι, ὅτι οἱ πλεῖστοι τῶν μικρῶν δήμων τοῦ Κράτους θὰ μείνωσιν ἄνευ ἀστυνομίας. Καὶ τότε φθάνομεν εἰς τὴν ἐντελῆ ἀνυπαρξίαν ἀστυνομίας. Ἐπιτρέπει μὲν τὸ ἄρθρον 5 τὴν λῆψιν ἀστυφυλάκων ἐκ τοῦ σώματος τῆς διοικητικῆς ἀστυνομίας, ἐκ τοῦ ἀποθεματικοῦ κεφαλαίου τῶν ἀστυφυλάκων, ἀλλὰ τὸ δῶρον εἶναι ἄδωρον, διότι ὑποχρεοῦμεν τοὺς δήμους αὐτοὺς νὰ καταβάλλωσι τὸ ἥμισυ τῶν ἐξόδων. Δὲν ἀγνοεῖτε δὲ, ὅτι ὑπάρχουσι καί τινες δῆμοι, οἵτινες οὐδὲ εἰς τὰς δαπάνας τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως δύνανται νὰ ἐπαρκέσωσι, καὶ περὶ τούτων προὐνόησεν ὁ νόμος τῆς 24 Μαρτίου 1900, ὅστις διὰ τοῦ ἄρθρου 11 ἀπαλλάσσει αὐτοὺς τῆς εἰσφορᾶς διὰ τὰ ἔξοδα τῆς ἀστυνομικῆς διοικήσεως. Καὶ ὅμως σήμερον ἐρχόμεθα νὰ ἐπιβαρύνωμεν αὐτοὺς διὰ τῶν δαπανῶν τούτων, καὶ δὲν προσφερόμεθα τοὐλάχιστον ν’ ἀποδώσωμεν εἰς αὐτοὺς ὅ,τι ὀφείλομεν ν’ ἀποδώσωμεν, ἀλλὰ καὶ αὐτὰ τὰ πρόστιμα τῶν πταισμάτων θεσπίζομεν νὰ εἰσάγωνται εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον, καὶ καταδικάζομεν οὕτω αὐτοὺς τοὺς ἀτυχεῖς δήμους, οἵτινες εἶναι ἄξιοι μείζονος προστασίας, διότι λόγῳ τῆς ἀνατροφῆς τῶν κατοίκων καὶ τῶν κακῶν ἕξεων αὐτῶν ἔχουσιν ἀνάγκην δραστηριωτέρας ἀστυνομίας, τοὺς καταδικάζομεν, λέγω, εἰς τὸ νὰ μὴ ἔχωσι προστασίαν τῆς περιουσίας αὐτῶν, τῆς τιμῆς καὶ τῆς ζωῆς των. Ἀλλ’ ἴσως εἴπῃ τις, ὅτι τότε τὰ καθήκοντα τὰ ἀστυνομικὰ θέλουσι πάλιν ἐκτελεῖ ὑπαξιωματικοὶ τῆς χωροφυλακῆς. Καὶ περὶ τούτου ἤκουσα προχθὲς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καταδικάζοντα τὴν στρατιωτικὴν ἀστυνομίαν, διότι τὰ κατώτερα ὄργανα τῆς ἀστυνομίας ἐκτρέπονται εἰς πράξεις προσβαλλούσας τὴν ἰδιωτικὴν περιουσίαν, καταγίνονται εἰς ὀρνιθοφαγίαν καὶ χοιριδιοφαγίαν. Ἀλλὰ τί θὰ συμβῇ, ὅταν ἐκλείψῃ πᾶν ἴχνος ἀστυνομίας ἀπὸ τοὺς ἀπόρους δήμους; Μήπως ὑπὸ τὸ εἰσαγόμενον σύστημα οἱ ἄνδρες τῆς χωροφυλακῆς δὲν θὰ ἦναι τεταγμένοι εἰς τὴν τήρησιν τῆς τάξεως; Κατὰ τί μεταβάλλεται τὸ σύστημα; Μάστιξ ἐθεωροῦντο τέως οἱ ὑπαξιωματικοὶ ἀστυνόμοι, καὶ τούτοις διατηροῦμεν καὶ ἤδη. Οὐδόλως βελτιοῦται ἡ κατάστασις. Λέγω δὲ, ὅτι ἐλλείψει πάσης ἀστυνομικῆς ἀρχῆς εἰς τοὺς μικροὺς δήμους θὰ ἐγείρῃ θρασεῖαν κεφαλὴν τὸ ἔγκλημα, θ’ ἀναπτυχθῇ ἡ φυγοδικία καὶ θὰ φθάσῃ μέχρι τῆς λῃστείας, θὰ εὑρεθῇ δὲ ἡ Κυβέρνησις εἰς τὴν ἀναπόδραστον ἀνάγκην ν’ ἀποστέλλῃ στρατιωτικὰ ἀποσπάσματα χάριν τῆς δημοσίας ἀσφαλείας. Ἀλλὰ μήπως καὶ ταῦτα δὲν καταπιέζουσι τὸν λαόν;

§65ΚΥΡΙΑΚ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Καὶ σήμερον τὰ στρατιωτικὰ ἀποσπάσματα καταδιώκουσι τοὺς λῃστάς.

§66ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀπὸ τῆς ἐποχῆς, καθ’ ἣν ἤρχισε λειτουργοῦσα ἡ στρατιωτικὴ ἀστυνομία, ἔχομεν παραδείγματα συλλήψεως φυγοδίκων καὶ λῃστῶν ὑπὸ ἀξιωματικῶν ἀστυνόμων. Καὶ ἀναφέρω τὸ παράδειγμα τῆς συλλήψεως τοῦ Πανοπούλου ἐν Πάτραις. Ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ μου ἐπίσης ὁ Τσεκερὲς συνελήφθη τῇ συνδρομῇ τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας. Ὡσαύτως καὶ ἕτεροι λῃστοφυγόδικοι, ὡς ὁ Ἀβραμέας κλπ.

§67ΚΟΚΚΕΒΗΣ. Τὰ ἀστυνομικὰ ὄργανα τῆς Κυπαρισσίας ἐξεδίωξαν τοὺς φυγοδίκους ἐκ τῆς ἐπαρχίας.

§68ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τοῦτο εἶναι λαμπρὸν κατόρθωμα τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας, ἐὰν ἐγένετο. Ὅτε δὲ ὑπῆρχε καὶ τὸ Ἀρχηγεῖον τῆς Χωροφυλακῆς, δύναμαι νὰ εἴπω, ὅτι ἡ στρατιωτικὴ ἀστυνομία ἔφερεν ἀγαθοὺς καρποὺς, ἐνῷ σήμερον, ὡς ἔχει, ἠκρωτηριασμένη δὲν δύναται νὰ παραγάγῃ τι ἀγαθόν. Θὰ ἐπέλθωσι δὲ χείρονα κακὰ διὰ τῆς εἰσαγωγῆς τοῦ συστήματος τῆς μικτῆς ἀστυνομίας.

§69ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Καιρὸς εἶναι νὰ διακόψωμεν.

§70Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὰς 9½ νὰ ἐπανέλθωμεν, κύριε Πρόεδρε.

§71Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Βεβαίως, κύριε Πρόεδρε, παρακαλῶ νὰ ἐπανέλθωμεν τῇ 9ῃ καὶ 30′.

§72ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις μέχρι τῆς 9½. (Γίνεται διακοπὴ ὥρᾳ 8 καὶ 30′ μ. μ. Ἐπαναλαμβάνεται δὲ ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 10 καὶ 25′ μ. μ.)

§73ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ συνεδρίασις! Ὑπάρχει ἀντίρρησις;

§74ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν ὑπάρχει καμμία ἀντίρρησις, ἀλλ’ ἤθελον παρακαλέσει ὑμᾶς, ἵνα παρακαλέσητε τὰ μέλη τῆς πλειονοψηφίας νὰ ἔρχωνται ἐνωρίτερον, διότι ἡμεῖς ἐρχόμεθα ἀπὸ τῆς ἐνάτης καὶ ἡμισείας, ἤδη δὲ παρατηρῶ, ὅτι, καίτοι ἡ ὥρα εἶναι 10½, μόνον 37 Βουλευταὶ τῆς Συμπολιτεύσεως εὑρίσκονται ἐν τῇ αἰθούσῃ. Αὔριον δὲ θὰ καταγγείλῃ πάλιν ἡμᾶς ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι κωλυσιεργοῦμεν.

§75Κ. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει δὲν ὑπάρχει ἀπαρτία.

§76Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ὄχι· εἶναι ἀπαρτία.

§77ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος.

§78ΣΤΑΗΣ. Δὲν γίνεται ἔνστασις, κύριε Πρόεδρε.

§79ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ ἀνάγνωσις τοῦ καταλόγου.

§80Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Βεβαίως, διότι ἔγεινεν ἔνστασις.

§81Κ. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀποσύρω τὴν ἔνστασιν.

§82ΣΤΑΗΣ. Δικαίωμα τοῦ ὑποβαλόντος εἶναι νὰ ἀνακαλέσῃ τὴν ἔνστασιν.

§83ΠΡΟΕΔΡΟΣ. (πρὸς τὸν Γραμματέα, ἀρξάμενον τῆς ἀναγνώσεως τοῦ καταλόγου). Ἀφήσατε. Ὁ κύριος Πονηρόπουλος παρακαλεῖται νὰ συνεχίσῃ τὸν λόγον του.

§84ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Συνεχίζων, Κύριοι, τὴν διακοπεῖσαν ὁμιλίαν μου, καὶ δὴ ἐπὶ τοῦ θέματος, ὅτι ἐν τοῖς ἀπόροις δήμοις δὲν θὰ ὑπάρχῃ οὔτε σκιὰ ἀστυνομίας, θὰ ὑπάρχῃ ὀνόματι μόνον ἀστυνομία καὶ οὐχὶ πράγματι, δὲν δύναμαι ἢ νὰ μνησθῶ καὶ τῶν γνωμῶν, ἃς ἄλλοτε ἐξήνεγκε μετὰ τῆς χαρακτηριζούσης αὐτὸν δεξιότητος καὶ εὐγλωττίας ὁ ἀξιότιμος κ. ἐξ Ἄρτης Βουλευτὴς καὶ νῦν ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν Ὑπουργός. Ἰδού, Κύριοι, τί ἔλεγεν ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου ὁ ἀξιότιμος κ. Καραπᾶνος,—διότι ἀκριβῶς καὶ τότε συνεζητεῖτο νομοσχέδιον παρεμφερὲς πρὸς τὸ ὑπὸ συζήτησιν, τὸ νομοσχέδιον δηλαδὴ τὸ εἰσαχθὲν κατὰ τὸν Δεκέμβριον τοῦ 1896, κατὰ τὸ ὁποῖον ἐν τισι μὲν δήμοις τοῦ Κράτους καθιεροῦτο τὸ σύστημα τῆς διοικητικῆς ἀστυνομίας, ἐν ἑτέροις δὲ δήμοις ἀφίετο ἡ δημοτικὴ ἀστυνομία, χωρὶς νὰ λαμβάνηται πρόνοια καὶ περὶ ἀνακουφίσεως τῶν δήμων τούτων, ἢ περὶ ἀπαλλαγῆς αὐτῶν ἀπὸ τῶν εἰσφορῶν, ἃς ὑποχρεοῦνται κατὰ τὸ νῦν ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον νὰ παρέχωσιν εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον (ἀναγινώσκει): «Κ. Καραπᾶνος. Νομίζω ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐξηγηθῇ εἰς τὴν Βουλὴν, ὅπως ἐν τῇ δευτέρᾳ ἀναγνώσει συζητήσωμεν μᾶλλον ἐν γνώσει περὶ τῆς εἰσφορᾶς, τὴν ὁποίαν εἰσπράττει τὸ Κράτος παρὰ τῶν δήμων, διότι κατὰ τὸ ἄρθρον 2, ἐν οἷς δήμοις δὲν συνιστᾶται στρατιωτικὴ ἀστυνομία οἱ ἀστυνόμοι ἐκλέγονται παρὰ τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου κατὰ τὸν νόμον τῆς 7 Μαρτίου 1891. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου θὰ ὑπάρχῃ καὶ ἡ χωροφυλακὴ, ἥτις κατὰ τὸν ψηφιζόμενον νόμον θὰ στέλλῃ δύναμιν ἀνάλογον τῶν ἀναγκῶν τοῦ δήμου. Θὰ ἔχωμεν λοιπὸν ἀντίθεσιν καθηκόντων· ἀφ’ ἑνὸς ὁ ἀστυνόμος, τὸν ὁποῖον θὰ ἐκλέγῃ τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον, ἀφ’ ἑτέρου οἱ χωροφύλακες μετὰ τοῦ ἐνωμοτάρχου. Ὁ ἐνωμοτάρχης, κατὰ τὸ πνεῦμα τῆς διατάξεως θὰ διατελῇ ὑπὸ τὰς διαταγὰς τοῦ ἀστυνόμου, τοῦ ἐκλεχθησομένου παρὰ τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου (ὡς νῦν θὰ ὑπάρχωσιν ἀστυφύλακες ὑπὸ τοὺς δημοτικοὺς ἀστυνόμους). «Δύναται νὰ φαντασθῇ τις τὸ παράχορδον, τὸ ὁποῖον θὰ ἐπέλθῃ...». Ἐπὶ τῇ ἀπαντήσει τότε τοῦ ἀξιοτίμου κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως περὶ τῆς εἰσφορᾶς τῶν δήμων διὰ τὰς ἀνάγκας τῆς ἀστυνομίας, ὅτι ἡ εἰσφορὰ αὕτη παύει, ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἄρτης Βουλευτὴς προστίθησι τὰ ἀκόλουθα: «Ἐγὼ εἶπον, ὅτι πλὴν τῆς διοικητικῆς ἀταξίας καὶ τῆς στρατιωτικῆς ὑπάρχει καὶ ἀντίφασίς τις ὑπὸ οἰκονομικὴν ἔποψιν. Ἐξ ὅσων ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἀπήντησεν ἐξάγω τὸ συμπέρασμα, ὅτι οἱ μὲν εὔποροι δῆμοι ἀπαλλάσσονται πάσης δαπάνης καὶ εἰσφορᾶς χάριν τῆς ἀστυνομίας, διότι τὴν συντήρησιν τῆς ἀστυνομίας ἀναδέχεται τὸ Κράτος, οἱ πτωχοὶ ὅμως δῆμοι μένουσιν ἐπιβεβαρημένοι μὲ τὴν δαπάνην τὴν ἀστυνομικήν. Διότι αὐτοί, ἀπολαμβάνοντες τὸ ἀγαθὸν τῆς δημοτικῆς ἀστυνομίας, πληρώνουσιν αὐτοὶ τοῦτο, πληρώνοντες τὸν ἀστυνόμον καὶ τὰ ἐνοίκια τοῦ ἀστυνομικοῦ καταστήματος καὶ τὸν φωτισμὸν κλπ. Νομίζω ὅτι τοῦτο ὑπὸ οἰκονομικὴν ἔποψιν ἔχει τι τὸ ἄδικον, ἵνα μὴ εἴπω ἄλλο τι. Δὲν ἐννοῶ ποία ἡ σκέψις, ἡ ὁποία ἐπεκράτησε· διότι βεβαίως, ἐὰν πρόκειται δῆμος τίς ν’ ἀποκτήσῃ τὴν δημοτικὴν ἐλευθερίαν, ἀξίζει νὰ τὴν πληρώσῃ, ἀλλὰ διατὶ νὰ μὴ πληρώσῃ ταύτην καὶ ὁ εὔπορος δῆμος; Τὸ νομοσχέδιον ἐν τῇ διατάξει ταύτῃ περιέχει τι τὸ ἄδικον, καὶ πρέπει νὰ εὑρεθῇ συνδυασμός τις διὰ τὴν παρουσιαζομένην ἀδικίαν....» Ὥστε ἀμφότερα τὰ ζητήματα, τὰ ὁποῖα ἠρευνήθησαν κατὰ τὴν συζήτησιν ἐκείνην, εἶναι καὶ σήμερον ἐρευνητέα. Διότι καὶ ὑπὸ διοικητικὴν ἔποψιν καὶ ὑπὸ διοικητικὴν εὐταξίαν, ὡς καὶ ὑπὸ οἰκονομικὴν ἔποψιν, εὑρισκόμεθα καὶ σήμερον εἰς ἣν μοῖραν εὑρισκόμεθα καὶ τότε. Τότε ὑπηρέτουν ὑπὸ τὰς διαταγὰς τῶν δημοτικῶν ἀστυνόμων οἱ χωροφύλακες, σήμερον θὰ ὑπαχθῶσι δυνάμει τοῦ ἄρθρου 4 τοῦ νομοσχεδίου ὑπ’ αὐτοὺς οἱ ἀστυφύλακες. Καὶ τότε ἠγέρθη ἡ αἰτίασις κατὰ τοῦ νομοσχεδίου, ὅτι δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ τηρηθῇ ἡ πειθαρχία, διότι ἐκτὸς τῶν ἄλλων δὲν θὰ ἠδύναντο νὰ ἐφαρμοσθῶσι καὶ αἱ διατάξεις τῆς στρατιωτικῆς ποινικῆς νομοθεσίας κατὰ τῶν ὑφισταμένων ὀργάνων, τῶν ἀπειθούντων ἢ ἐξυβριζόντων τυχὸν προϊστάμενον αὐτῶν. Καὶ τώρα τὸ αὐτὸ δύναται νὰ ἐπαναληφθῇ. Καὶ ἐπειδὴ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἀντέταξε τότε, ὅτι πάντες οἱ δῆμοι τοῦ Κράτους εἶναι ἄποροι, ὅτι καὶ αὐτὸς ὁ δῆμος Ἀθηναίων καὶ αὐτὸς ὁ δῆμος Πατρέων δὲν εὑρίσκεται ἐν εὐπορίᾳ, ὡς νομίζεται, ἐπέρχεται ἡ ἑξῆς ἀπάντησις τοῦ κ. ἐξ Ἄρτης Βουλευτοῦ (ἀναγινώσκει): «Ὅσον καὶ ἂν ἦναι ἄπορος ὁ δῆμος Ἀθηναίων ἢ Πατρέων, εἶναι εὐπορώτερος τοῦ δήμου Κοθωνίων ἢ Παρακαμπυλίων. Βεβαίως ὁ δῆμος ὁ μὴ ἔχων ἔσοδα εἶναι ἀπορώτερος τοῦ ἔχοντος καὶ δαπανῶντος πολλά. Ἀλλὰ σήμερον εἰσάγομεν νέον σύστημα, διὰ τοῦ ὁποίου δὲν συγκατατιθέμεθα νὰ δώσωμεν εἰς τοὺς δήμους δημοτικὴν ἀστυνομίαν. Ἀφαιροῦμεν μέρος τῶν ἐλευθεριῶν τῶν δήμων εἰς τὰς μεγάλας πόλεις, καὶ δίδομεν τοῦτο εἰς τὰ χωρία. Ἀλλὰ πῶς τὸ δίδομεν; Δὲν τὸ δίδομεν πλῆρες, διότι δὲν τοὺς ἀφίνομεν ἐλευθέρους νὰ διαχειρίζωνται τὰ τῆς ἀστυνομίας, ἀλλ’ ἐπιβάλλομεν νὰ διαχειρίζωνται αὐτὰ διὰ δημοσίας δυνάμεως, διὰ τῆς χωροφυλακῆς.» Ἀκριβῶς αὐτὸ δύνασθε, κύριε ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν Ὑπουργέ, νὰ παρατηρήσητε καὶ σήμερον, ὅτι πλεῖστοι δῆμοι τοῦ Κράτους θὰ μένωσι μὲ σκιὰν ἀστυνομίας, καὶ θὰ ἔχωμεν ὡς ἀποτέλεσμα, ἢ τὴν πλήρη ἀναρχίαν, τὴν πλήρη διασάλευσιν τῆς δημοσίας τάξεως ἐν τοῖς δήμοις ἐκείνοις, ἢ τὴν κατ’ ἀνάγκην ἀντικατάστασιν τῶν ἐλλειπόντων ἀστυνομικῶν ὀργάνων δι’ ὀργάνων τῆς χωροφυλακῆς, τὰ ὁποῖα θὰ καταστῶσιν ἔτι χειροτέρα μάστιξ παρ’ ὅ,τι εἶναι σήμερον τὰ ὄργανα τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας.

§85Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Εἴπετε ὅτι κατὰ τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον εἰς τοὺς δημοτικοὺς ἀστυνόμους θὰ ὑπάγωνται καὶ οἱ ἐνωμοτάρχαι τῆς χωροφυλακῆς. Ὑπάρχει τοιαύτη διάταξις ἐν τῷ νομοσχεδίῳ;

§86ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀστυφύλακες, εἶπον.

§87Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Φρονεῖτε ὅτι δὲν θὰ ὑπακούωσιν οἱ στρατιῶται εἰς αὐτούς;

§88ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι. Διότι ὑπόκεινται μόνον εἰς τὴν πειθαρχικὴν ἐξουσίαν αὐτῶν, καὶ εἰς τὴν χαλαρὰν πειθαρχίαν, τὴν ὁποίαν παρέχουσιν οἱ πολιτικοὶ νόμοι, οὐχὶ ὅμως καὶ εἰς τὴν αὐστηρὰν πειθαρχίαν τὴν στρατιωτικήν.

§89Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Φρονεῖτε ὅτι σήμερον εἰς τοὺς ἀστυνόμους δὲν εἶναι ὑπόχρεοι νὰ ὑπακούωσιν οἱ στρατιῶται;

§90ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ναί. Ἀλλὰ δὲν ἀγνοεῖτε ὅτι σήμερον, ἐὰν ὁ κατώτερος ἐξυβρίσῃ τινὰ ἀνώτερον, ἔχει νὰ δώσῃ λόγον, δυνάμει τῶν διατάξεων τῆς στρατιωτικῆς ποινικῆς νομοθεσίας, αἱ ὁποῖαι, οὖσαι αὐστηρότεραι, θὰ τιμωρήσωσιν αὐτὸν αὐστηρότερον. Ποία ἡ σχέσις μεταξὺ ἀστυφύλακος καὶ πολιτικοῦ ἀστυνόμου, ἀφίνω εἰς ὑμᾶς νὰ κρίνητε. Διότι καλλίτερον ἐμοῦ γνωρίζετε, ὅτι δὲν θὰ ἦναι ἡ εὐπείθεια τόσον μεγάλη, ὅσον ἡ στρατιωτική, διότι θὰ ἀσκῇ ἐξουσίαν πολιτικήν, θὰ δύναται νὰ ἐπιβάλλῃ εἰς αὐτοὺς ἢ τὴν ποινὴν τῆς ἐπιπλήξεως, ἢ τὴν τοῦ προστίμου, πέραν ὅμως τούτου δὲν θὰ δύναται νὰ ἀσκῇ πειθαρχικὴν ἐξουσίαν. Καὶ ἐγὼ, Κύριοι, φρονῶ, ὅτι ἡ στρατιωτικὴ ἀστυνομία, μετὰ τὴν ἐξάρθρωσιν, τὴν ὁποίαν ὑπέστη διὰ τῆς καταργήσεως τοῦ Ἀρχηγείου τῆς Χωροφυλακῆς, δὲν ἀποτελεῖ τὸ ἰδεῶδες, ὅτι ἐν πολλαῖς καὶ αὐτὴ ἠστόχησεν, ὅτι ἔχομεν ἀνάγκην νέου συστήματος, καὶ σύστημα τοιοῦτον δὲν ὤκνησεν ἡ Κυβέρνησις, ἡ ὑπὸ τὴν προεδρίαν τοῦ κ. ἐκ Κερκύρας πολιτευτοῦ καὶ σεβαστοῦ μοι ἀρχηγοῦ νὰ ὑποβάλῃ, ἀλλ’ ἀτυχῶς τὸ σύστημα τοῦτο δὲν κατέστη δυνατὸν νὰ ἐφαρμοσθῇ ἕνεκα λόγων οἰκονομικῶν. Ἔχομεν ἀνάγκην συστήματος πλήρους, ἑνιαίου, οὐχὶ ψηφιδωτοῦ, ὡς παρίσταται τὸ σημερινὸν νομοσχέδιον, συστήματος δυναμένου νὰ παγιώσῃ τὴν δημοσίαν τάξιν, καὶ ἐν πολλοῖς νὰ προαγάγῃ αὐτὴν καὶ τὴν εὐημερίαν τοῦ λαοῦ. Ἐφ’ ὅσον ὅμως δὲν δυνάμεθα τοιοῦτον σύστημα νὰ εἰσαγάγωμεν, εἴτε ἕνεκα λόγων οἰκονομικῶν, εἴτε ἕνεκα ἄλλων λόγων, βεβαίως πρέπει νὰ προκρίνωμεν τὸ ὑπάρχον σύστημα, τὸ ὁποῖον εἶναι μὲν κακὸν, ἀλλὰ ἐφ’ ὅσον δὲν ἔχομεν κρεῖσσον, ἵνα θέσωμεν εἰς ὑποκατάστασιν αὐτοῦ, δὲν πρέπει νὰ τὸ καταργήσωμεν. Ἐλπίζω ὅτι καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως δὲν θὰ θελήσῃ νὰ ἐπαναλάβῃ τὸ πείραμα, τὸ ὁποῖον δὶς ἐπανελήφθη κατὰ τὸ 1896, ἀπεύχομαι δὲ, τοιοῦτον σύστημα, οἷον προβάλλεται διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου, νὰ ἔλθῃ εἰς ἐφαρμογήν. Ἄς ἀναμείνωμεν, ἵνα βελτιουμένων τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους, ἵνα ἐξευρεσκομένων πόρων πλειοτέρων, ἐπιτύχωμεν σύστημα ἀρτιώτερον, εἴτε ἐφαρμόζοντες τὴν δημοτικὴν ἀστυνομίαν καὶ βελτιοῦντες αὐτὴν, καθ’ ὁλοκληρίαν ὅμως, εἴτε εἰσάγοντες σύστημα ἴδιον ἀστυνομίας ὠργανωμένης, μὲ διευθυντὰς καὶ πρόσωπα ἐκπεπαιδευμένα ἀστυνομικῶς. Διότι δὲν πρέπει νὰ ἀγνοῶμεν, Κύριοι, ὅτι τὸ ἀστυνομεῖν δὲν εἶναι ἔργον οὔτε τῶν στρατιωτικῶν βεβαίως, ἀλλ’ οὔτε καὶ παντὸς τυχόντος, τὸν ὁποῖον θὰ λάβωμεν ἐκ τῶν ὁδῶν διὰ τῆς προτάσεως τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου, διὰ τοῦ διορισμοῦ τοῦ δημάρχου, ἀλλ’ οὔτε καὶ ἐξ αὐτῶν ἀκόμη, δύναταί τις εἰπεῖν, τῶν ἐπιστημόνων. Ἀπαιτοῦνται ἰδιοφυΐαι ἀτομικαὶ καὶ παίδευσις εἰδικὴ διὰ τὰ πολλαπλᾶ καθήκοντα τῆς ἀρχῆς ταύτης. Φρονῶ, Κύριοι, ὅτι ἀκολουθοῦντες τὸ ἀρχαῖον λόγιον, ὅτι δὲν πρέπει νὰ κινῶμεν κακὸν εὖ κείμενον, ὀφείλομεν νὰ μὴ ψηφίσωμεν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο.

§91Ν. ΓΟΥΛΙΜΗΣ. Κύριοι Βουλευταὶ, μετὰ τὴν λαμπρὰν ὁμιλίαν τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Κερκύρας πολιτευτοῦ καὶ ἀρχηγοῦ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου, νομίζω ὅτι δὲν δύναταί τις νὰ προσθέσῃ τι ἐναντίον τοῦ νομοσχεδίου τούτου. Ἐγὼ λοιπὸν θὰ περιορισθῶ νὰ ὁμιλήσω μόνον ἐφ’ ὅσον σχετίζεται τοῦτο μετὰ τοῦ στρατιωτικοῦ ζητήματος. Βεβαίως δὲν θὰ ἐλάμβανον τὸν λόγον, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις καθαρῶς ἐζήτει, ἵνα οἱ ἀξιωματικοὶ ἀποχωρισθῶσιν ἐντελῶς ἀπὸ τῆς ἀστυνομικῆς ὑπηρεσίας καὶ ἐπανέλθωσιν εἰς τὸ στράτευμα. Θὰ ἐθεώρουν τοῦτο ὡς μίαν ἰδέαν περὶ τῆς ὀργανώσεως τοῦ στρατεύματος, ὅτι οἱ ἀξιωματικοὶ δὲν πρέπει ἀπολύτως νὰ ἀσχολῶνται εἰς ἀλλότρια τοῦ ἐπαγγέλματός των. Ἀλλ’ εἶμαι ἐναντίος τοῦ μικτοῦ συστήματος, τὸ ὁποῖον εἰσάγεται διὰ τοῦ νομοσχεδίου, διότι ἡ τοιαύτη ἀρχὴ δὲν λαμβάνεται ὑπ’ ὄψιν, καθόσον δὲν καταργεῖται ἡ στρατιωτικὴ ἀστυνομία ἐν γένει, διατηρεῖται ἐν μέρει εἰς 35 περίπου ἀστυνομίας, εἰς τὰς ὁποίας κατὰ τὸ νομοσχέδιον θὰ ὑπηρετῶσιν ἀξιωματικοὶ ὅλων τῶν ὅπλων· συνεπῶς περὶ τοὺς 60 ἢ 70 ἢ καὶ 80 ἀξιωματικοὶ θὰ ὑπηρετῶσιν εἰς τὴν στρατιωτικὴν ἀστυνομίαν. Κατ’ ἀκολουθίαν οἱ ἀξιωματικοὶ δὲν θὰ ἀσχολῶνται μόνον εἰς τὰ τοῦ ἐπαγγέλματός των, ἀλλὰ θὰ ἀσχολῶνται καὶ εἰς ἀλλότρια. Ἀλλ’ ἀφοῦ ἅπαξ ἐτέθη ἡ ἀρχὴ αὕτη, ἄς ἴδωμεν, ἂν εἶναι συμφέρον νὰ καταργηθῇ ἡ στρατιωτικὴ ἀστυνομία, ἢ ἂν δὲν εἶναι συμφέρον, τοὐναντίον, καὶ πρὸς τὴν οἰκονομικὴν πολιτικὴν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως καὶ πρὸς τὸ συμφέρον ἐν γένει αὐτοῦ ἀκόμη τοῦ στρατεύματος, νὰ διατηρηθῇ ἡ στρατιωτικὴ ἀστυνομία. Καὶ ἐγὼ μόνον ὑπ’ αὐτὴν τὴν ἔποψιν θὰ ὁμιλήσω. Κατὰ τὸν ὀργανισμὸν τοῦ στρατοῦ, τὸν ἰσχύοντα, κύριοι Βουλευταὶ, τὸ πεζικὸν ἀποτελεῖται ἀπὸ 10 συντάγματα, ὡς δὲ λέγει ὁ ὀργανισμὸς, ἕκαστον σύνταγμα ἀποτελεῖται ἀπὸ 2 τάγματα, τὸ 3ον δὲ τάγμα ἀποτελεῖται μόνον ἀπὸ τὰ στελέχη. Θὰ σᾶς εἴπω δὲ τὰ στελέχη ἑνὸς μόνου τάγματος, καὶ ἐξ αὐτῶν θὰ ἴδητε τὸν ἀριθμὸν τῶν ἀξιωματικῶν, οἵτινες εἶναι ἄνευ ὑπηρεσίας εἰς τὸ πεζικόν. Ἕκαστον τάγμα ἀποτελεῖται ἀπὸ ἕνα ταγματάρχην, ἀπὸ 5 λοχαγοὺς, 5 ὑπολοχαγοὺς, 8 ἀνθυπολοχαγοὺς καὶ 2 ἀνθυπασπιστάς. Ὥστε τὰ 10 αὐτὰ τάγματα περιλαμβάνουσι 10 ταγματάρχας, 50 λοχαγοὺς, 50 ὑπολοχαγοὺς, 80 ἀνθυπολοχαγοὺς καὶ 20 ἀνθυπασπιστάς, ἤτοι τὸ ὅλον 210 βαθμοφόρους, οἵτινες οὐδεμίαν ἀπολύτως ἔχουσιν ὑπηρεσίαν ἐν τῷ στρατεύματι, διότι κατὰ τὸν νόμον αὐτοὶ μόνον ὑπάρχουσιν ὡς στελέχη.

§92ΓΚΟΤΣΗΣ. Νὰ καταργηθῶσι τότε.

§93Ν. ΓΟΥΛΙΜΗΣ. Νὰ ἐξακολουθήσω, καὶ τὰς ἰδέας σας τὰς ἀναπτύσσετε κατόπιν. Ἄλλως τε ἐγὼ θὰ ἐξετάσω καὶ τὸ ζήτημα, ἂν πρέπει νὰ καταργηθῶσιν ἢ νὰ αὐξηθῶσιν. Ἐννοεῖται ὅτι θὰ ἐθεωρεῖτο, ὅτι ὀργανισμὸς περιέχων στελέχη τόσον πολυάριθμα, οἷα σᾶς ἀνέφερα, εἶναι πολυτελὴς καὶ πολυδάπανος καὶ ἄσκοπος ἴσως διὰ μικρὸν ἔθνος καὶ οὐχὶ εὔρωστον οἰκονομικῶς, ὡς εἶναι ἡ Ἑλλάς· ἀλλ’ ὅτε ὁ τοιοῦτος ὀργανισμὸς συνετάχθη, ἐλήφθη ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ἡ Ἑλλὰς ἔπρεπε νὰ ὑποστῇ καὶ θυσίας, ἐὰν θέλῃ νὰ ἔχῃ ἀξιόμαχον στρατιωτικὴν δύναμιν. Δὲν δύναται δὲ νὰ ἔχῃ ἀξιόμαχον στρατιωτικὴν δύναμιν, ἐὰν δὲν ἔχῃ στελέχη ἐπαρκῆ, ὥστε ἐν ὥρᾳ ἀνάγκης νὰ παρατάσσῃ στρατὸν ἀξιόμαχον· ἐγὼ δὲ φρονῶ, ὅτι οὔτε αὐτὸς ὁ ὑπάρχων ὀργανισμὸς ἐπαρκεῖ, διότι περιέχει στελέχη διὰ 38 μόνον τάγματα πεζικοῦ, καὶ βεβαίως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ νομίζῃ τις, ὅτι ἡ Ἑλλὰς ἐπαρκεῖ, ἐὰν δύναται νὰ παρατάξῃ 33,000 μόνον πεζικοῦ, ὅταν εἰς τὸν τελευταῖον πόλεμον ἡ Τουρκία εἶχεν 130 τάγματα πεζικοῦ· ἠδύνατό τις μάλιστα νὰ ὑποθέσῃ, ἢ μᾶλλον νὰ θεωρήσῃ ἀναμφισβήτητον, ὅτι ἡ Ἑλλὰς πρέπει εἰς τὸν νέον ὀργανισμὸν, τὸν ὁποῖον θὰ ψηφίσῃ ἡ Βουλὴ, νὰ σκεφθῇ περὶ αὐξήσεως τῶν στελεχῶν, διότι ἡ Ἑλλὰς δέον νὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψιν, ὅτι τοὐλάχιστον πρέπει νὰ δύναται νὰ παρατάξῃ 60,000 πεζικοῦ. Ὁ τελευταῖος πόλεμος ἀπέδειξε τὴν ἀνεπάρκειαν τῶν παραταχθεισῶν δυνάμεων.

§94Κ. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Μόνον τὴν ἀνεπάρκειαν;

§95Ν. ΓΟΥΛΙΜΗΣ. Σᾶς παρακαλῶ ἀφήσατε νὰ ἐξηγήσω ἐντελῶς. Δύνασθε κατόπιν νὰ ἔλθητε νὰ ἐξηγήσητε τὰς ἰδέας σας. Διατὶ μὲ διακόπτετε; Δὲν σᾶς εἶπον περὶ προβιβασμῶν, κύριοι Βουλευταί. Ἐγὼ εἶπον, ὅτι καλλίτερον εἶναι νὰ τὸν διαλύσητε αὐτὸν τὸν στρατὸν, οὔτε προβιβασμοὺς οὔτε τίποτε νὰ ἔχητε, καὶ νὰ γίνωμεν ἓν γεωργικὸν καὶ βιομηχανικὸν ἔθνος, ἀλλὰ θ’ ἀφήσωμεν τότε τὰ ἀπαράγραπτα δικαιώματα, τὰ ὁποῖα ἔχει ὁ Ἑλληνισμὸς νὰ διεκδικήσῃ. Ἐὰν ὅμως ἔχωμεν δικαιώματα νὰ διεκδικήσωμεν, πρέπει νὰ σκεφθῶμεν περὶ τοῦ τρόπου, κατὰ τὸν ὁποῖον θὰ τὰ διεκδικήσωμεν.

§96ΓΚΟΤΣΗΣ. Παρεγράφησαν.

§97Ν. ΓΟΥΛΙΜΗΣ. Δὲν παρεγράφησαν. Τοιαῦτα δικαιώματα οὐδέποτε παραγράφονται ἐθνικῶς. Λοιπόν, ἐὰν ἔχωμεν τοιαύτας ἰδέας περὶ ὀργανισμοῦ, ἐννοεῖται ὅτι, ἔχων τις ὑπ’ ὄψιν καὶ τὰ γλίσχρα μέσα τῆς χώρας καὶ τὴν μὴ οἰκονομικὴν εὐρωστίαν αὐτῆς, ἠδύνατο νὰ σκεφθῇ, ὅτι, καὶ ἂν δὲν ὑπῆρχεν ἡ στρατιωτικὴ ἀστυνομία, ἔπρεπε νὰ ἐπινοηθῇ, ὥστε ὁ ἀριθμὸς αὐτὸς — ἀριθμὸς μέγας — τῶν ἀξιωματικῶν νὰ δύναται ν’ ἀπασχολῆται, καὶ νὰ μὴ κατατρίβεται ἐν τῇ ἀργίᾳ, καὶ ἀφ’ ἑτέρου τὸ Κράτος νὰ μὴ μισθοδοτῇ ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι εἰς οὐδὲν καταγίνονται καὶ εἰς οὐδὲν δύνανται νὰ καταγίνωνται. Ἀφοῦ σήμερον δὲν ὑπάρχῃ ἐπαρκὴς ἀριθμὸς στρατιωτῶν διὰ τὰ ἤδη ὑπάρχοντα 20 τάγματα πεζικοῦ, — διότι, ἂν μεταβῆτε εἰς τοὺς στρατῶνας, θὰ ἴδητε τάγματα, τῶν ὁ ἀριθμὸς τῶν στρατιωτῶν ἑκάστου λόχου δὲν ὑπερβαίνει τοὺς 30 ἄνδρας, καὶ εἰς τὰ ὁποῖα ὁ ὅλος ἀριθμὸς τῶν στρατιωτῶν δὲν ἀποτελεῖ οὔτε τὴν δύναμιν ἑνὸς λόχου, — τί θὰ γείνῃ ἤδη διὰ τοὺς ἀξιωματικούς, τοὺς ὁποίους θ’ ἀνακαλέσητε, καταργουμένης τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας, καὶ τῶν ὁποίων ὁ ἀριθμὸς ἀνέρχεται εἰς 210, (οἵτινες μεταβαίνοντες εἰς τὸν στρατὸν δὲν θὰ ἔχωσι τί νὰ πράξωσι; Σήμερον τί γίνεται εἰς τοὺς στρατῶνας; Ἔρχονται οἱ λοχαγοὶ κατὰ σειρὰν εἰς τὰ γυμνάσια τοῦ λόχου ἅπαξ τοῦ μηνός. Ὥστε αὐτοὶ οἱ ὑπάρχοντες ἀξιωματικοὶ σήμερον δὲν ἐργάζονται, πολὺ δὲ περισσότερον δὲν θὰ ἐργάζωνται, ὅταν προσέλθωσι καὶ οἱ τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας. Θὰ ἦσθε δικαιολογημένοι, ἂν τοὐλάχιστον ἐφέρετε ὀργανισμὸν στρατοῦ, ἀπαιτοῦντα τὴν παρουσίαν ὅλων τῶν ἀξιωματικῶν· ἀλλ’ ἐνόσῳ τοιοῦτον δὲν φέρετε, διατὶ καὶ ἐναντίον τῆς οἰκονομικῆς πολιτικῆς ὑμῶν καταργεῖτε τὸ ὑπάρχον σύστημα; — διότι αὐτοὶ οἱ ἀξιωματικοί, εἴτε καταργηθῇ τὸ ὑπάρχον σύστημα, εἴτε μή, θὰ μισθοδοτῶνται, ἀδιάφορον ἐὰν θὰ μισθοδοτῶνται ἐκ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, τὸ ταμεῖον τοῦ Κράτους εἶναι ἓν καὶ τὸ αὐτό. Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνον αὐτοὶ οἱ ἀξιωματικοί, εἶναι καὶ οἱ 175 ἀνθυπασπισταὶ τοῦ στρατοῦ· ἐξ αὐτῶν δ’ ἴσως μόνον 75 εἶναι χρήσιμοι διὰ τὸ στράτευμα· καὶ οὕτως ἔχομεν καὶ 100 περίπου ἀνθυπασπιστὰς πλεονάζοντας, ἤτοι ἐν ὅλῳ 300 περίπου ἀξιωματικοὺς καὶ ἀνθυπασπιστὰς πλεονάζοντας ἐκ τῆς ὑπηρεσίας τοῦ στρατεύματος. Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνον αὐτοί· εἶναι καὶ οἱ εὐεργετικοὶ ἀξιωματικοί, οἱ τοῦ εὐεργετικοῦ νόμου δηλαδή, οἵτινες δύνανται νὰ παράσχωσι μεγάλας ὑπηρεσίας εἰς τὴν στρατιωτικὴν ἀστυνομίαν, οὐχὶ δὲ τόσον μεγάλας εἰς τὸ στράτευμα. Βεβαίως ὑπάρχει καὶ μειονέκτημα εἰς τὸν θεσμὸν τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας. Βεβαίως κατὰ τὴν ἀρχὴν τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ θεσμοῦ ὑπῆρξαν καὶ αὐθαιρεσίαι ἐκ μέρους τινῶν, καίτοι ὁ θεσμὸς δὲν ἐπρόφθασε νὰ λειτουργήσῃ, διότι οἱοσδήποτε μηχανισμὸς ἐν ἀρχῇ δὲν δύναται νὰ μὴ παρουσιάσῃ προσκόμματα· ταῦτα ὅμως ἐκλείπουσι διὰ τοῦ χρόνου. Νομίζω δέ, ὅτι ἡ στρατιωτικὴ ἀστυνομία, ὅπως ὁ νομοθέτης ἐθέσπισεν αὐτήν, ἂν ἀφίνετο νὰ λειτουργήσῃ, θὰ ἔφερεν ἄριστα ἀποτελέσματα. Εἶμαι εἰς θέσιν νὰ ἐκφέρω γνώμην, διότι κατὰ τὸ 1896, ὅτε ὑπηρέτουν εἰς τὸ τρίτον Ἀρχηγεῖον τοῦ στρατοῦ, διετάχθην παρὰ τῆς Κυβερνήσεως τοῦ ἀξιοτίμου καὶ νῦν Πρωθυπουργοῦ νὰ ἐπιθεωρήσω τὸν ὁπλισμὸν τοῦ στρατεύματος καὶ τῆς χωροφυλακῆς καὶ τῶν ἀστυνομιῶν ἐννέα νομῶν τοῦ Κράτους· Διῆλθον τὰ ⅔ σχεδὸν τῆς Ἑλλάδος, ὅλην τὴν Πελοπόννησον, Στερεὰν καὶ Κυκλάδας, καὶ πανταχόθεν ἀπεκόμισα τὰς ἀρίστας ἐντυπώσεις περὶ τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας· πανταχοῦ δήμαρχοι καὶ ἰδιῶται μοὶ ὡμολόγουν τ’ ἀγαθὰ τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας. Κατὰ τὸ ἔτος 1896 εἶχε καταργηθῆ τὸ Ἀρχηγεῖον τῆς Χωροφυλακῆς· γνωρίζω δέ, ὅτι εἰς αὐτὴν τὴν ἐπαρχίαν τοῦ ἀξιοτίμου Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, εἰς αὐτὴν τὴν Ἀρεόπολιν, ὑπῆρχε στρατιωτικὸς ἀστυνόμος, ὁ ὁποῖος ἀφῆκε λαμπρὰς ἀναμνήσεις, ὅτε δὲ μετετέθη, διὰ κωδωνοκρουσίας συνήχθη ὁ λαός, ὅπως τὸν προπέμψῃ, εἰς ἔνδειξιν εὐγνωμοσύνης, διότι διὰ τοῦ τρόπου του κατώρθωσε νὰ φέρῃ τὴν συμφιλίωσιν εἰς τὰ μέρη ἐκεῖνα κατὰ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ ἐθίμου, ὅπερ ὑπάρχει ἐν Μάνῃ· ἐγὼ αὐτὸς εἶδον τὴν οἰκίαν τοῦ δημάρχου ὠχυρωμένην, οἱ δὲ κάτοικοι μοὶ εἶπον, ὅτι ὁ ἀξιωματικὸς ἐκεῖνος κατώρθωσε νὰ φέρῃ τὴν συμφιλίωσιν. Εἰς τὴν Μονεμβασίαν, πρώην Βουλευτὴς, τοῦ ὁποίου ὁ ἀνεψιὸς εἶναι ἤδη Βουλευτὴς, μὲ ἐξώρκιζεν, ὅταν ἔλθω εἰς τὰς Ἀθήνας, νὰ παραστήσω τὰ ἀγαθὰ τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας. Ἐὰν ἡ ἀστυνομία αὐτὴ παρεξετράπη κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη, ἐὰν περιέπεσεν εἰς αὐθαιρεσίας, τοῦτο πρέπει ν’ ἀποδοθῇ εἰς τὴν κατάργησιν τοῦ Ἀρχηγείου· διότι ἀφέθησαν 400 ἀξιωματικοὶ ἄνευ ἀρχηγοῦ, γνωρίζετε δὲ, τί ἐστι στρατὸς ἄνευ ἀρχηγοῦ, διότι ὅ,τι καθιστᾷ ἀκμαίαν πᾶσαν δύναμιν ἔνοπλον εἶναι ἡ πειθαρχία, ἡ ἑνιαία διοίκησις· ὅταν δὲ αὐτὴ δὲν ὑπάρχῃ, παρουσιάζονται ὅλα τὰ μειονεκτήματα. Ὁ θεσμὸς τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας, βελτιούμενος διὰ τῆς ἐπαναφορᾶς τοῦ Ἀρχηγείου ὑπὸ οἱανδήποτε μορφὴν, ὥστε νὰ συμβιβάζηται μὲ τὰς συνταγματικὰς διατάξεις — διότι ἤκουσα ὅτι δὲν συμβιβάζεται, λόγῳ ὅτι τὸ Ἀρχηγεῖον ἦτο ἀρχὴ ἀνεύθυνος, — εἶναι θεσμὸς ἄριστος. Λοιπὸν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως δύναται νὰ τροποποιήσῃ τὸ σύστημα τοῦ Ἀρχηγείου, ὥστε νὰ συμβιβάζηται μὲ τὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος.

§98Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Φρονεῖτε ὅτι πρέπει νὰ ἐγκαθιδρυθῇ παρ’ ἡμῖν ἡ στρατιωτικὴ ἀστυνομία, καὶ αὐτὴ νὰ διοικῇ τὸ Κράτος; Καὶ νομίζετε ὅτι τοῦτο εἶναι συμφερώτερον παρὰ ὁ στρατὸς νὰ ἀσχολῆται εἰς τὰ ἔργα αὐτοῦ;

§99Ν. ΓΟΥΛΙΜΗΣ. Περὶ τούτου ὡμίλησα ἐν ἀρχῇ. Ἐγὼ λοιπὸν, κύριοι Βουλευταὶ, νομίζω ὅτι, ἐὰν ὄντως ἡ Βουλὴ ἀποβλέπῃ εἰς πραγματικὰς οἰκονομίας, πρέπει ν’ ἀποκρούσῃ τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον καὶ νὰ ζητήσῃ ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν νὰ ὑποβάλῃ ἕτερον, εἰς τὸ ὁποῖον νὰ συγχωνευθῇ ἡ στρατιωτικὴ ἀστυνομία καὶ ἡ χωροφυλακὴ, διότι οὕτω θὰ ὑπάρχῃ πραγματικὴ οἰκονομία. Κατὰ τὸ νομοσχέδιον τῆς Κυβερνήσεως περὶ καταργήσεως τῶν 10 νομῶν ἀνασυνιστῶνται 76 ὑπομοιραρχίαι, καὶ θὰ ἔχωμεν 76 ὑπομοιράρχους. Διὰ τοῦτο πρεσβεύω, ὅτι τὸ νομοσχέδιον δὲν ἀνταποκρίνεται εἰς τὰς οἰκονομικὰς βλέψεις τῆς Κυβερνήσεως, οὔτε εἰς τὴν ἰδέαν τῆς ἀσφαλείας καὶ τάξεως ἐν τῇ χώρᾳ, αἵτινές εἰσιν οἱ πρῶτοι παράγοντες τῆς οἰκονομικῆς εὐεξίας καὶ τῆς ἐνισχύσεως τῆς παραγωγῆς. Τί χρειάζονται οἱ νόμοι οἱ ψηφισθέντες περὶ ἀπονομῆς βραβείων εἰς φυτεύοντας δένδρα, ὅταν ὁ τυχὼν βοσκὸς τὰ καταστρέφῃ; Πῶς θὰ ἔχητε ἀσφάλειαν μὲ τοὺς δημοτικοὺς κλητῆρας, οἵτινες θὰ ἦναι οἱ ὑπηρέται τοῦ δημάρχου ἢ ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι παρέσχον ἢ πρόκειται νὰ παράσχωσιν ἐκλογικὰς ὑπηρεσίας εἰς τὸν δήμαρχον; Ὑπῆρξέ ποτε κλητὴρ δημοτικὸς, ἐκτελέσας νυκτερινὴν περιπολίαν εἰς τοὺς ἀγροτικοὺς δήμους; καὶ εἴδομέν ποτε ἐπὶ τῆς δημοτικῆς ἀστυνομίας ἀσφάλειαν εἰς τὰ χωρία; εἴδομεν ἐφαρμογὴν τῶν ἀγορανομικῶν διατάξεων περὶ ὑγείας, καθαριότητος καὶ τόσων ἄλλων, τὰ ὁποῖα μόλις ἀπὸ τῆς ἐφαρμογῆς τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας τὸ πρῶτον εἴδομεν εἰς τοὺς μικροὺς δήμους; Καὶ ὅμως ζητεῖτε, μετὰ ἐφαρμογὴν ἡμίσεως αἰῶνος τοῦ συστήματος τῆς δημοτικῆς ἀστυνομίας, νὰ ἐπανέλθωμεν καὶ πάλιν εἰς αὐτό! Ἐγὼ δ’ αὐτοὺς τοὺς λόγους νομίζω ὅτι τὸ νομοσχέδιον δὲν ἀνταποκρίνεται εἰς τὰς ἀνάγκας τῆς χώρας, οὐδὲ τὰς οἰκονομικὰς βλέψεις τῆς Κυβερνήσεως πληροῖ, καὶ διὰ τοῦτο προτείνω, ὅπως ἡ Βουλὴ τὸ καταψηφίσῃ.

§100ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ζητεῖ ἕτερός τις τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ πρώτου ἄρθρου;

§101Κ. ΓΕΡΑΚΗΣ. Ἐγὼ, κύριε Πρόεδρε. Κύριοι Βουλευταὶ, τὸ ἀστυνομικὸν ζήτημα ἔχει ἀπασχολήσει πολὺ τὰς κατὰ καιροὺς Κυβερνήσεις καὶ κατὰ διαφόρους περιόδους καὶ τὴν Βουλήν, δυστυχῶς ὅμως μέχρι σήμερον εἰς οὐδὲν κατελήξαμεν ὁριστικὸν ἀποτέλεσμα. Ὁ ὑφιστάμενος νόμος εἶναι νόμος, ὁ ὁποῖος ἐλήφθη ὡς μέτρον προσωρινὸν, τὴν ἀρχὴν δόντος τοῦ σεβαστοῦ πολιτευτοῦ ἐκ Μαντινείας κ. Κωνσταντοπούλου, ὁ ὁποῖος πρῶτος εἰσήγαγε τὴν στρατιωτικὴν ἀστυνομίαν εἰς τὴν ἀστυνομίαν Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς. Ἔρχεται κατόπιν ὁ μακαρίτης Τρικούπης, ὁ ὁποῖος χάριν οἰκονομιῶν συνεδύασε τὰ τοῦ στρατοῦ μετὰ τῆς ἀστυνομίας, καὶ ἐκ τούτου, φρονῶ, ὡς προσωρινὸν μέτρον ἠναγκάσθη νὰ εἰσαγάγῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὸν νόμον περὶ στρατιωτικῆς ἀστυνομίας, ὁ ὁποῖος ἔκτοτε μέχρι σήμερον ὑφίσταται καὶ λειτουργεῖ ἐν τῷ Κράτει. Ὁ νόμος, οὗτος, κατὰ τὴν γνώμην μου, δὲν ἀνταπεκρίθη εἰς τὰς ἐλπίδας ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐνόμιζον, ὅτι διὰ τοῦ συστήματος τούτου, ὡς μέτρου προσωρινοῦ, ἠδύναντο νὰ φέρωσι τ’ ἀποτελέσματα τὰ ὁποῖα προσεδόκων. Ἀπεδείχθη, ὅτι εἶναι ἀλυσιτελής· διότι, ἐὰν λάβωμεν ἀφ’ ἑνὸς τὴν ἐκπαίδευσιν τοῦ στρατοῦ καὶ ἀφ’ ἑτέρου ἐκεῖνον εἰς τὸν ὁποῖον θ’ ἀναθέσωμεν τὰ τῆς τιμῆς, τῆς ἀσφαλείας τῆς ἰδιοκτησίας καὶ τῆς προσωπικῆς ἐλευθερίας τοῦ ἀτόμου, τὰ τῆς ἀγορανομίας καὶ ὅλα τὰ ἄλλα δικαιώματα, τὰ ὁποῖα παρέχονται εἰς τὸν ἀστυνόμον δυνάμει τοῦ διατάγματος τοῦ 1836, θέλομεν ἴδει, ὅτι πάντα ἄλλον δυνάμεθα νὰ χρησιμοποιήσωμεν πρὸς αὐτὸν τὸν σκοπὸν, οὐχὶ ὅμως καὶ τὸν ἀξιωματικὸν τοῦ στρατοῦ. Ὁ χαρακτὴρ, ἡ φύσις, τὰ ἔθιμα τοῦ στρατιώτου δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ χρησιμεύσωσιν, ὅπως ὁ ἀξιωματικὸς τοῦ στρατοῦ δυνηθῇ νὰ διευθύνῃ καλῶς μίαν ἀστυνομίαν. Ὁ στρατιώτης εἶναι ἀρειμάνιος, εἶναι ἐπιβλητικός, ὁ στρατιώτης εἶναι συνειθισμένος νὰ διατάσσῃ, καὶ ἅμα τῇ διαταγῇ νὰ τὸν ὑπακούῃ ὁ κατώτερος· ἀλλ’ αὐτὰ τὰ χαρακτηριστικὰ δὲν δύνανται νὰ προσιδιάζωσιν εἰς ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος ἀνέλαβε τὰ καθήκοντα τοῦ ἀστυνομεῖν. Ὁ ἀστυνόμος πρέπει νὰ ᾖναι προσηνὴς πρὸς τοὺς πολίτας, πρέπει νὰ συμβιβάζῃ τὰ πράγματα, πρέπει νὰ μὴ ἀφαρπάζηται, νὰ μὴ ξυλοκοπῇ· ὁ ἀστυνόμος δὲν πρέπει ἀμέσως νὰ συλλαμβάνῃ καὶ ῥίπτῃ εἰς τὰ κρατητήρια, εἰς τὰ γνωστὰ ἐκεῖνα καταγώγια, πάντα, ὅστις ἤθελεν εὑρεθῆ ἐνώπιόν του, ἀδιαφορῶν ποίαν ἡ κοινωνικὴ τάξις τοῦ ἀτόμου. Πάντα ταῦτα πρέπει νὰ ἔχῃ ὁ ἀναλαμβάνων τὴν διεύθυνσιν μιᾶς ἀστυνομίας. Συμφώνως δὲ πρὸς τὰ ὀλίγα, τὰ ὁποῖα εἶπον, νομίζω ὅτι ὁ στρατιωτικὸς δὲν δύναται νὰ ᾖναι καλὸς ἀστυνόμος, δὲν δύναται νὰ διαχειρίζηται καλῶς τὴν ἀστυνομικὴν ἐξουσίαν. Εἰσάγεται καὶ αὖθις ἀτελὲς, ἀμελέτητον καὶ προσωρινὸν τὸ ἀστυνομικὸν ζήτημα πρὸς συζήτησιν ἐν τῇ Βουλῇ. Σᾶς βεβαιῶ ὅτι, ὅτε εἰσήχθη τὸ προκείμενον νομοσχέδιον ὑπὸ τοῦ κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργοῦ, ηὐχαριστήθην ἐκ καρδίας, νομίσας καὶ ἐγὼ, ὅτι θ’ ἀπαλλαγῶμεν ἑνὸς κακοῦ, ὅτι λύεται πλέον τὸ ζήτημα, καὶ ἅμα ὡς διενεμήθη τὸ νομοσχέδιον, ἐθεώρησα καλὸν νὰ τὸ ἀναγνώσω. Δυστυχῶς ἀμέσως ἀπὸ τοῦ πρώτου ἄρθρου ἀντιλαμβάνομαι, ὅτι δὲν πρόκειται περὶ νέου συστήματος, περὶ διοικητικῆς ἀστυνομίας, ἀλλὰ περὶ τοῦ αὐτοῦ συστήματος, τοῦ ὑφισταμένου καὶ σήμερον. Σᾶς βεβαιῶ, ὅτι ἠγανάκτησα, καὶ νομίζω, ὅτι ἡ ἀγανάκτησίς μου αὕτη εἶναι δικαία, διότι διὰ τοῦ εἰσαγομένου νομοσχεδίου δὲν ἀπαλλάσσεται ἡ χώρα τῶν στρατιωτικῶν ἀστυνόμων, οἱ ὁποῖοι νομίζουσιν, ὅτι δύνανται νὰ ἐκπληρῶσι τὸ καθῆκόν των διὰ διαταγῶν, διὰ τῆς ἐπιβολῆς, διὰ τῆς αὐθαιρεσίας. Τοῦτο ἀκριβῶς μὲ ἠνάγκασε νὰ ζητήσω καὶ ἐγὼ τὸν λόγον, ὅπως ὑψώσω τὴν φωνήν μου καὶ ἀναπτύξω τὴν γνώμην μου, καὶ νομίζω, ὅτι ἡ Βουλή, ἐὰν κρίνῃ ἀκριβῆ καὶ ὀρθὰ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα εἶπον ἤδη καὶ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα θέλω ἐκτυλίξει κατόπιν, θέλει ἀποδεχθῆ τὴν γνώμην μου· εἶναι ὅμως ἐλευθέρα νὰ δώσῃ ψῆφον ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου ἢ κατ’ αὐτοῦ. Τὸ νομοσχέδιον τὸ ὑπὸ συζήτησιν, κύριοι Βουλευταὶ, δὲν μεταρρυθμίζει κἄν τὸν ὑφιστάμενον νόμον. Ἂς μὴ ἀπατώμεθα ἐκ τῆς ἐπικεφαλίδος αὐτοῦ, ἥτις ἀναφέρει «περὶ ἀστυνομικῆς διοικήσεως», ἄνευ τῆς λέξεως στρατιωτικῆς. Δὲν ἔχομεν ἀνάγκην νὰ ἀναγνώσωμεν ὁλόκληρον τὸ νομοσχέδιον, ἵνα ἀνεύρωμεν, ὅτι δι’ αὐτοῦ δὲν καταργεῖται ἡ στρατιωτικὴ ἀστυνομία· διότι διὰ τοῦ εἰσαγομένου νομοσχεδίου τοὐναντίον ὑποστηρίζεται αὐτή, καὶ παγιοῦται πλέον καθ’ ὅλα ὁ νόμος περὶ στρατιωτικῆς ἀστυνομίας. Πρέπει λοιπὸν, κύριοι Βουλευταὶ, νὰ προσέξωμεν, ἵνα μὴ δώσωμεν τὴν ψῆφον ἡμῶν ἁπλῶς καὶ ὡς ἔτυχε καὶ παγιώσωμεν τὸ ὑφιστάμενον προσωρινῶς σύστημα τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας· διότι, ἐὰν δώσωμεν ψῆφον ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου καὶ γείνῃ τοῦτο νόμος τοῦ Κράτους, δὲν θὰ παρέλθῃ πολὺς χρόνος καὶ θέλομεν ἀναγκασθῆ νὰ συζητήσωμεν ἐκ νέου περὶ τοῦ ἀστυνομικοῦ ζητήματος. Ἀλλὰ διατὶ εἰσάγομεν καὶ συζητοῦμεν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο; Διὰ τοῦ εἰσαγομένου νόμου εἰσάγονται οὐχὶ ἓν σύστημα, ἀλλὰ δύο συστήματα, — δὲν ἀποδέχομαι τὸ τῆς χωροφυλακῆς ὡς τρίτον, θέτων τοῦτο κατὰ μέρος. — Εἰσάγεται τὸ σύστημα τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας, καὶ ὑποβάλλεται νομοσχέδιον περὶ αὐτῆς, εἰσάγεται δὲ καὶ πάλιν τὸ σύστημα τὸ καταργηθὲν, τῆς δημοτικῆς ἀστυνομίας. Ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις, νομίζω, πρὸ ἐτῶν πολλῶν, ἀφ’ ἧς εἰσήχθη τὸ σύστημα τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας, εἶχε πολὺ ἀντίθετον γνώμην ἐκείνης, τὴν ὁποίαν θέλει νὰ ἐφαρμόσῃ σήμερον. Διότι ἡ Κυβέρνησις, ὡς Ἀντιπολίτευσις τότε, ἀντεπολιτεύθη ὡρισμένως τὸ σύστημα ἐκεῖνο, καὶ πολὺ ὀρθῶς ἔπραξε· κατόπιν δ’ ὡς Κυβέρνησις, ἠθέλησε νὰ εἰσαγάγῃ νέον σύστημα καὶ καταργήσῃ τὸν ὑφιστάμενον νόμον τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας. Καταπολεμήσασα τὸν νόμον περὶ στρατιωτικῆς ἀστυνομίας τότε, καὶ θελήσασα ἔπειτα νὰ καταργήσῃ αὐτὸν καὶ εἰσαγάγῃ ἄλλον νόμον, βεβαίως ἦτο πεπεισμένη, ὅτι τὸ σύστημα ἐκεῖνο δὲν ἐλειτούργησε λυσιτελῶς. Ἀλλ’ ἐὰν δὲν ἐλειτούργησε μέχρι τῆς ἐποχῆς ἐκείνης λυσιτελῶς, βεβαίως δὲν ἐλειτούργησε καὶ μέχρι σήμερον, καὶ ἀφοῦ δὲν ἐλειτούργησε μέχρι τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, οὔτε μέχρι σήμερον λυσιτελῶς, ἀπορῶ, πῶς σήμερον ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν εἰσάγει τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, παγιῶν δι’ αὐτοῦ τὴν στρατιωτικὴν ἀστυνομίαν. Καὶ ἠθέλησαν νὰ ἐφαρμόσουν τὸ σύστημα τοῦτο μόνον εἰς τὴν πρωτεύουσαν τοῦ Κράτους, εἰς τὸν Πειραιᾶ, εἰς τὰς πρωτευούσας τῶν νομῶν καὶ εἰς τοὺς δήμους, ὧν ὁ πληθυσμὸς ὑπερβαίνει τὰς 11,000 κατοίκων, εἰς δὲ τοὺς δήμους τοὺς μὴ ὑπερβαίνοντας τὰς 11,000, ἀλλ’ ἔχοντας ὀλιγώτερον πληθυσμόν, εἰσάγουσι νέον σύστημα. Ἐνταῦθα δύναται νὰ ἐφαρμοσθῇ πολὺ καλὰ, νομίζω, τὸ ῥητὸν τοῦ φιλοσόφου Πασκὰλ, τὸ ὁποῖον λέγει: «Ἐκεῖθεν μὲν τῶν Πυρηναίων ἀλήθεια, ἐντεῦθεν δὲ ψεῦδος». Καὶ δικαίως ἐφαρμόζεται τὸ ῥητὸν τοῦτο ἐνταῦθα· διότι ἡ Κυβέρνησις διὰ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου ἀφ’ ἑνὸς μὲν μᾶς λέγει, ὅτι ἡ στρατιωτικὴ ἀστυνομία εἶναι καλὴ, ἀφ’ ἑτέρου δὲ, ὅτι «ἡ στρατιωτικὴ ἀστυνομία δὲν εἶναι καλὴ, καὶ διὰ τοῦτο προτείνω τὴν δημοτικήν.» Φρονῶ λοιπὸν καὶ ἐγὼ, ὅτι ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ ἐπικαλεσθῶ τὸ ῥητὸν τοῦ Πασκὰλ ἐν τῷ προκειμένῳ, καὶ νὰ εἴπω, ὅτι εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ἡ στρατιωτικὴ ἀστυνομία λειτουργεῖ καλῶς ἀφ’ ἑνὸς, ἀφ’ ἑτέρου δὲ κατὰ τὸ νομοσχέδιον δὲν λειτουργεῖ καλῶς, καὶ διὰ τοῦτο εἰσήχθη μεταρρύθμισις τοῦ ὑφισταμένου νόμου, καὶ ζητεῖται νὰ ἐφαρμοσθῇ εἰς τοὺς δήμους τοὺς ἔχοντας ὀλιγώτερον πληθυσμὸν τὸ σύστημα τῆς δημοτικῆς ἀστυνομίας. Ἀλλὰ διὰ τοῦ εἰσαγομένου νομοσχεδίου προσγίνεται καὶ μέγα ἀδίκημα. Διότι ἀφ’ ἑνὸς μὲν ἀποδεχόμεθα, ὅτι τὸ ἀστυνομικὸν σύστημα τὸ εἰσαγόμενον εἰς τὴν πρωτεύουσαν τοῦ Κράτους, εἰς τὸν Πειραιᾶ, εἰς τὰς πρωτευούσας τῶν νομῶν καὶ τοὺς δήμους τοὺς ἔχοντας πληθυσμὸν ἀνώτερον τῶν 11,000 κατοίκων, εἶναι λυσιτελὲς, εἰσάγομεν δὲ νόμον, ὁ ὁποῖος βεβαίως θὰ ἐξασφαλίσῃ καθ’ ὁλοκληρίαν τὸ ἄτομον, τὴν περιουσίαν του, τὴν ἰδιοκτησίαν του καὶ ὅλα ἐκεῖνα ἀκριβῶς, τὰ ὁποῖα ἀποβλέπουσι τὴν κοινωνίαν, ἀφ’ ἑτέρου ὅμως εἰς τοὺς ἄλλους δήμους, τοὺς ἔχοντας πληθυσμὸν ὀλιγώτερον, ἀποδίδομεν σύστημα ἀστυνομικὸν τοιοῦτον, ὥστε νὰ μὴ θέλωμεν νὰ ἐξασφαλίσωμεν καθ’ ὁλοκληρίαν οὔτε τὴν ἰδιοκτησίαν, οὔτε τὴν ἀσφάλειαν τοῦ ἀτόμου, οὔτε τὴν τιμήν του, οὔτε τοὺς ἀγρούς του, οὔτε τὰ τῆς ἀγορανομίας καὶ τὰ τοιαῦτα. Καὶ τοῦτο εἶναι δῆλον, φρονῶ, ὅταν γείνῃ ἡ ἑξῆς σκέψις. Ἀφοῦ τὸ Κράτος δὲν ἔρχεται ἀρωγὸν πρὸς τοὺς δήμους τοὺς ἔχοντας πληθυσμὸν ὀλιγώτερον τῶν 11,000, πῶς αὐτοὶ οἱ δῆμοι θὰ δυνηθῶσι νὰ ἔχωσιν ἀσφάλειαν; πῶς αὐτοὶ οἱ δῆμοι θὰ δυνηθῶσι ν’ ἀποκτήσωσιν ἀστυνομίαν; Εὔκολον εἶναι νὰ λέγωμεν, ὅτι οἱ δῆμοι οὗτοι δύνανται νὰ ζητήσωσι τὴν ἀρωγὴν τοῦ Κράτους, τὸ ὁποῖον Κράτος δύναται νὰ πληρώνῃ τὸ ἥμισυ τῶν ἐξόδων εἰς τοὺς ἀστυφύλακας καὶ, νομίζω, εἰς τοὺς ἀστυνόμους. Ἀλλ’ ἐρωτῶ, Κύριοι: Ἐὰν οἱ δῆμοι οὗτοι δὲν θελήσωσι νὰ ζητήσωσι τὴν ἀρωγὴν τοῦ Κράτους, ἐὰν οἱ δῆμοι οὗτοι δὲν θελήσωσιν ἀστυνομίαν δημοτικήν, τότε τί γίνεται; Εἶναι ὑποχρεωμένον τὸ Κράτος νὰ ἐξασφαλίσῃ τὸ ἄτομον καὶ τὴν περιουσίαν του. Ἀλλ’ ἐγὼ δὲν ἀποδέχομαι, ὅτι οἱ δῆμοι οὗτοι θὰ ἀρνηθῶσι νὰ ἔχωσιν ἀστυνομίαν δημοτικήν. Ἀλλ’ ἐὰν θέλωσιν οἱ δῆμοι οὗτοι νὰ ἔχωσιν ἀστυνομίαν δημοτικήν, δὲν θὰ δύνανται, διότι δὲν ἔχουσι τοὺς ἀπαιτουμένους πόρους, καὶ μὴ ἔχοντες τοὺς πόρους αὐτοὺς,—καθόσον εἶναι γνωστὸν, ὅτι δὲν τοὺς ἔχουσι,—πῶς εἶναι δυνατὸν ν’ ἀπολαύσωσι σύστημα ἀστυνομικὸν, ἔστω καὶ δημοτικῆς ἀστυνομίας; Ἐὰν ἀποδεχθῶμεν τὴν ἀρχὴν, ὅτι δύνανται νὰ ζητήσωσι τὴν ἀρωγὴν καὶ τὴν συνδρομὴν τῆς Κυβερνήσεως, ἔχουσι νὰ πληρώσωσι τὸ ἄλλο ἥμισυ, ἀφοῦ, καθὼς ἐλέχθη προηγουμένως, οἱ δῆμοι οὗτοι δὲν δύνανται νὰ διατηρήσωσιν οὔτε τὴν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν. Φρονῶ, κύριοι Βουλευταί, ὅτι μέγα ἄδικον προσγίνεται ἐκ τῆς διακρίσεως, ἡ ὁποία γίνεται ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, εἰς τοὺς δήμους αὐτοὺς, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχουσι τὸν ἀπαιτούμενον πληθυσμόν. Καὶ ὄχι μόνον ἄδικον προσγίνεται, ἀλλὰ καὶ δὲν ὑπάρχει ἰσότης μεταξὺ τῶν πολιτῶν. Τὸ Σύνταγμά μας, Κύριοι, δὲν κάμνει διακρίσεις· τὸ Σύνταγμα ἔχει ὅλους τοὺς πολίτας ἴσους. Ἀλλὰ διὰ τοῦ εἰσαγομένου νομοσχεδίου ἀφ’ ἑνὸς δεχόμεθα, ὅτι ἔχουσι προσόντα ἡ πρωτεύουσα τοῦ Κράτους, αἱ πρωτεύουσαι τῶν νομῶν καὶ τῶν δήμων τῶν ἐχόντων πληθυσμὸν ἀνώτερον τῶν 11,000.

§102Ν. ΓΟΥΛΙΜΗΣ. Εἶναι προσόν;

§103ΓΕΡΑΚΗΣ. .. Εἰς ἐκείνους δὲ, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχουσιν ἀκριβῶς τὸν πληθυσμὸν τῶν 11,000, εἰς αὐτοὺς δὲν δίδομεν τίποτε, καὶ ἐπειδὴ τοὺς εὑρίσκομεν ἐν πενίᾳ, τοὺς καταδιώκομεν!

§104Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Δὲν τοῖς δίδομεν τὸν Σκυλλάκο, τὸν ἐνωμοτάρχην!

§105ΓΕΡΑΚΗΣ. Ὥστε διὰ τοῦ εἰσαγομένου νομοσχεδίου φρονῶ ὅτι ἀφ’ ἑνὸς προσβάλλονται τὰ δικαιώματα τοῦ πολίτου, ἀφ’ ἑτέρου δὲ προσγίνεται καὶ μέγα ἀδίκημα εἰς τοὺς λαοὺς ἐκείνους, διότι δὲν ἀποδίδονται τὰ ἴσα εἰς αὐτούς. Εἰς τοῦτο, Κύριοι, πρέπει νὰ ἐπιστήσωμεν παρὰ πολὺ τὴν προσοχὴν ἡμῶν· διότι, ἐὰν ἐφαρμοσθῇ τὸ σύστημα τοῦτο, οἱ μόνοι, οἱ ὁποῖοι θ’ ἀκούσωσι πρῶτοι τὰ παράπονα καὶ τὰς οἰμωγὰς τῶν συμπολιτῶν των, θὰ ἤμεθα ἡμεῖς, καὶ κατόπιν ἡ Κυβέρνησις, καὶ κατόπιν θὰ ἔλθῃ τὸ ζήτημα εἰς τὴν Βουλήν. Δὲν πρέπει νὰ παραβλέψωμεν καθ’ ὁλοκληρίαν ταῦτα πάντα. Ὀφείλομεν νὰ συζητήσωμεν τὸ προκείμενον νομοσχέδιον καὶ νὰ συνδράμωμεν τὴν Κυβέρνησιν, ἀλλὰ νὰ μὴ θελήσῃ ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸς νὰ ἐπιβάλῃ νὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ὡς ἔχει, ἀλλ’ ὀφείλει ν’ ἀκούσῃ τὰς παρατηρήσεις, αἵτινες θὰ γείνωσιν ἐπ’ αὐτοῦ. Καὶ νομίζω ὅτι ἔχει καθῆκον νὰ ἀποσύρῃ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, ἵνα μελετήσῃ αὐτὸ, καλέσῃ δὲ καὶ ἄλλους, ἵνα τὸ συζητήσῃ, καὶ νὰ εἰσαγάγῃ νέον νομοσχέδιον εἰς τὴν Βουλήν, τὸ ὁποῖον νὰ δύναται νὰ φέρῃ ἀγαθοὺς καρποὺς εἰς τὴν κοινωνίαν, καθιστάμενον νόμος. Ἐλέχθη καὶ παρὰ τῶν προαγορευσάντων, ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο δὲν δύναται οὔτε τὰ οἰκονομικὰ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα ἐξ αὐτοῦ προσδοκᾷ ἡ Κυβέρνησις, νὰ φέρῃ, διότι δὲν δύναται νὰ λογισθῇ οἰκονομία ὁ περιορισμὸς τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἀστυφυλάκων. Διὰ τοῦ περιορισμοῦ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἀστυφυλάκων οὐδὲν ἄλλο πράττομεν ἢ νὰ παραλύωμεν καθ’ ὁλοκληρίαν τὴν ἀστυνομίαν, νὰ παραλύωμεν τὴν ἀσφάλειαν, καὶ νὰ ἐπαγέλθωμεν εἰς καθεστὼς πολὺ χειρότερον τῆς δημοτικῆς ἀστυνομίας, καθεστὼς πολὺ χειρότερον τοῦ ὑφισταμένου νόμου. Δὲν εἶναι δυνατὸν ν’ ἀστυνομευθῶσιν αἱ πόλεις, δὲν εἶναι δυνατὸν ν’ ἀσφαλισθῇ τὸ ἄτομον, ἡ τιμή, ἡ ζωὴ καὶ περιουσία αὐτοῦ μὲ ὅσους ἀστυφύλακας ἀναγράφει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐν τῷ προϋπολογισμῷ. Μὴ λησμονῶμεν, ὅτι σήμερον ἔχομεν εἰς τὰς πρωτευούσας τῶν νομῶν καὶ τὰς πρωτευούσας τῶν ἐπαρχιῶν διπλάσιον σχεδὸν ἀριθμὸν τῶν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἀναφερομένων ἀστυφυλάκων δι’ ἑκάστην ἀστυνομίαν· καὶ μ’ ὅλα ταῦτα ὁ ἀριθμὸς αὐτὸς δὲν ἐπαρκεῖ πρὸς ἀσφάλειαν τῶν δήμων αὐτῶν. Καθ’ ἡμέραν διαπράττονται ἐγκλήματα βδελυρὰ, ἐγκλήματα τοιαῦτα, τὰ ὁποῖα οὐ μόνον τὴν ἀγανάκτησιν τῶν συμπολιτῶν ἡμῶν ἐν ταῖς ἐπαρχίαις προκαλοῦσιν, ἀλλὰ καὶ τὸν Τύπον ἀπασχολοῦσι καὶ τὴν Βουλήν. Καὶ μ’ ὅλα ταῦτα ἡμεῖς προσπαθοῦμεν νὰ περιορίσωμεν, λόγῳ οἰκονομίας, τὸν ἀριθμὸν τῶν ἀστυφυλάκων! Νομίζω, Κύριοι, ὅτι δὲν πρέπει ν’ ἀποδεχθῶμεν τοῦτο, διότι οἱ πρῶτοι, οἱ ὁποῖοι θὰ μετανοήσωμεν, θὰ ἤμεθα ἡμεῖς. Βεβαίως — καὶ μετὰ θάρρους λέγω τοῦτο — ἡμεῖς θ’ ἀρχίσωμεν τὰ τηλεγραφήματα ἐκ τῶν ἐπαρχιῶν ἡμῶν, καὶ θὰ ἐφιστῶμεν τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως καὶ θὰ ζητῶμεν τὴν ἐνίσχυσιν τῆς ἀστυνομίας καὶ τὴν ἀποστολὴν ἀστυφυλάκων· ἀλλὰ τότε θὰ ἦναι ἀργά. Δὲν ἐννοῶ νὰ ἀπασχολήσω ὑμᾶς περισσότερον, κύριοι Βουλευταί. Δὲν νομίζω ὅτι εἶναι ἀνάγκη ν’ ἀναπτύξω περισσότερον τὸ ζήτημα, διότι καὶ αἱ δυνάμεις μου δὲν εἶναι ἀρκεταί, ὥστε νὰ ἐμβαθύνω περισσότερον εἰς τὸ προκείμενον ζήτημα. Ἐνόμισα ὅμως καλὸν νὰ ἐκφέρω καὶ ἐγὼ τὴν ταπεινήν μου γνώμην ἐπὶ τοῦ συζητουμένου νομοσχεδίου, νὰ ἐκφέρω τὴν γνώμην μου, ὅτι ἡ στρατιωτικὴ ἀστυνομία δέον καθ’ ὁλοκληρίαν νὰ καταργηθῇ, τὸ δὲ εἰσαγόμενον νομοσχέδιον δὲν καταργεῖ τὴν στρατιωτικὴν ἀστυνομίαν, ὡς εἶπον καὶ προηγουμένως καὶ ἐξακολουθῶ νὰ ἐπιμένω. Εἶναι καλὸν νὰ εἰσαχθῇ τέλος ἓν σύστημα ἑνιαῖον· εἴτε ἡ χωροφυλακὴ νὰ ἀναλάβῃ καὶ τὰ τῆς ἀστυνομίας, εἴτε νὰ ἐφαρμοσθῇ ἓν σύστημα ὡς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἰσήγαγεν ὁ ἀξιότιμος πολιτευτὴς καὶ εὐγενέστατος ἀρχηγός μου κ. Θεοτόκης κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Περίοδον. Τὸ σύστημα ἐκεῖνο ναὶ μὲν εἶναι πολυδάπανον, — τὸ ἀναγνωρίζομεν, — πλὴν ὅμως, καίτοι πολυδάπανον, δὲν πρέπει νὰ τὸ παραβλέψωμεν καθ’ ὁλοκληρίαν, διότι διὰ τοῦ συστήματος ἐκείνου καταργεῖται ἡ στρατιωτικὴ ἀστυνομία, διότι διὰ τοῦ συστήματος ἐκείνου μόνον προσδοκῶμεν τ’ ἀποτελέσματα ἀκριβῶς ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα δύνανται καὶ τὸ ἄτομον νὰ ἱκανοποιήσωσι καὶ τὴν περιουσίαν αὐτοῦ νὰ ἀσφαλίσωσιν.

§106Α. ΜΟΝΟΚΡΟΥΣΟΣ. Κύριοι Βουλευταὶ, ἐκ πείρας ὁμιλῶν θὰ εἴπω ἐν ὀλίγοις τὴν γνώμην μου ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς δημοτικῆς καὶ στρατιωτικῆς ἀστυνομίας. Περιέμενον τοὺς ἀξιοτίμους προαγορεύσαντας κυρίους Βουλευτὰς νὰ εἴπωσι πρὸς τὸν σεβαστὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, διὰ ποῖον λόγον δὲν καταργεῖται ὁλοσχερῶς ἡ στρατιωτικὴ ἀστυνομία, καὶ νὰ ἐπανέλθῃ ἡ δημοτικὴ ἀστυνομία, ἡ ὁποία θεωρεῖται ὡς πατὴρ τοῦ λαοῦ.

§107ΦΩΝΑΙ. Μήτηρ.

§108ΜΟΝΟΚΡΟΥΣΟΣ. Μήτηρ... Σᾶς παρακαλῶ. Ἂν δὲν εἶμαι εἰς κατάστασιν νὰ τοποθετήσω τὰς λέξεις σύμφωνα μὲ τὴν Γραμματικήν, δὲν πρέπει νὰ παραξενεύησθε, διότι ἐξηγήθην προηγουμένως, ὅτι ἐκ πείρας ὁμιλῶ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Ἤκουσα τὸν ἀξιότιμον Βουλευτὴν ἐκ Κερκύρας ἰσχυριζόμενον, ὅτι ἡ στρατιωτικὴ ἀστυνομία ἔφερεν ἀγαθοὺς καρποὺς εἰς τοὺς πληθυσμοὺς τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου. Δυστυχῶς ὅμως τὸ τοιοῦτον, κύριοι Βουλευταὶ, δὲν συνέβη, ἢ μᾶλλον δυνάμεθα νὰ παραδεχθῶμεν τὸ ἐναντίον, ὅτι πάντοτε ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ὑπέστη μαρτύρια ἀπὸ τὴν στρατιωτικὴν ἀστυνομίαν. Τοῦτο δύναμαι νὰ βεβαιώσω καὶ ἐγὼ, διότι καὶ εἰς τὴν ἐπαρχίαν μου συνέβησαν παρόμοια μὲ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἄλλοι ἀξιότιμοι συνάδελφοι ἀνέφεραν ὡς συμβάντα εἰς τὰς ἐπαρχίας αὐτῶν. Μήπως εἴχομεν στρατιωτικοὺς ἀστυνόμους, οἱ ὁποῖοι νὰ ἔχωσι τοὐλάχιστον νομικὰς γνώσεις, διὰ νὰ γνωρίζωσι νὰ ἐκπληρῶσιν ἀστυνομικὰ καθήκοντα; Εἴχομεν ἀστυνόμους γνωρίζοντας μόνον τὴν στρατιωτικὴν ὑπηρεσίαν, καὶ οὐδόλως γνωρίζοντας ποία εἶναι ἡ ἀστυνομικὴ ὑπηρεσία; εἴχομεν ἀστυνόμους, οἱ ὁποῖοι ἐνόμιζον, ὅτι ἐνώπιον αὐτῶν ὁ πολίτης ὁ φιλήσυχος εἶναι στρατιώτης ἄνευ πειθαρχίας, καὶ δὲν μετεχειρίζοντο τὸν φιλήσυχον πολίτην διὰ τρόπου εὐγενοῦς, — ὡς πάντοτε ἐφέρθησαν οἱ δημοτικοὶ ἀστυνόμοι, ὡς πάντοτε ἐφέρθησαν οἱ δήμαρχοι, ὡς πατέρες πρὸς τὰ τέκνα αὐτῶν, — ἀλλὰ πάντοτε παρεξετράπησαν, πάντοτε ἐξυλοκόπησαν, πάντοτε ἔπιασαν ἀπὸ ταὐτὶ τοὺς φιλησύχους πολίτας καὶ τοὺς ἐπέταξαν ἐντὸς τοῦ κρατητηρίου. Αὐτὰ εἶναι πράγματα, τὰ ὁποῖα οὐδεὶς ἐξ ὑμῶν, κύριοι Βουλευταὶ, δύναται ν’ ἀμφισβητήσῃ, διότι ὅλοι τὰ εἴδετε εἰς τὰς ἐπαρχίας σας. Τοιοῦτοι εἶναι δυστυχῶς ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον οἱ στρατιωτικοὶ ἀστυνόμοι. Ὁ δήμαρχος, ὁ ὁποῖος εἶναι ὁ ἐκλεκτὸς τοῦ λαοῦ καὶ εὐθύνεται ἐνώπιον αὐτοῦ, συναισθάνεται τὴν θέσιν του, διότι θὰ δώσῃ λόγον πρὸς τοὺς συμπολίτας του, μὲ τοὺς ὁποίους θὰ συζήσῃ καὶ πάντοτε μετ’ αὐτῶν θὰ εὑρίσκηται. Τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον θὰ ἐκλέγῃ, κατὰ τὸ νομοσχέδιον, τρία πρόσωπα, ἐκ τῶν τριῶν δ’ αὐτῶν προσώπων ὁ δήμαρχος θὰ διορίζῃ τὸν ἐντιμότερον καὶ τὸν ἱκανώτερον, διότι θὰ στιγματισθῇ παρὰ τοῦ λαοῦ, παρὰ τοῦ ὁποίου ἐξελέχθη, ἐὰν δὲν ἐκλέξῃ τὸ κατάλληλον ἄτομον. Ὁ ἀστυνόμος ὁ ἐκλεχθεὶς, ὁ ὁποῖος θὰ ἦναι ἀπὸ τὰ σπλάγχνα τοῦ λαοῦ, θὰ πονῇ καὶ θ’ ἀγαπᾷ τοὺς συμπολίτας του, καὶ ὅταν ἤθελον παρουσιασθῆ ἐνώπιον αὐτοῦ πολῖται εὑρισκόμενοι εἰς διενέξεις, θὰ φροντίζῃ, ὡς καλὸς πατὴρ, νὰ τοὺς συμβιβάζῃ καὶ τοὺς συμφιλιώνῃ, καὶ ὄχι νὰ τοὺς ξυλοκοπῇ καὶ τοὺς φυλακίζῃ, ἢ νὰ τοὺς εἰσάγῃ εἰς δίκην διὰ ψύλλου πήδημα, ὡς συμβαίνει συνήθως ἐπὶ τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας. Ὁ ἀστυνόμος ὁ στρατιωτικός, κύριοι Βουλευταί, οὐδέποτε ἐκάλεσε τὰ μέρη τὰ διαφερόμενα νὰ ἔλθωσιν εἰς συμβιβασμὸν, ἀλλὰ πάντοτε, καὶ διὰ τὰ ἐλάχιστα, ἢ χειροδοκεῖ, ἢ λαμβάνει σημείωσιν τῶν ὀνομάτων αὐτῶν καὶ τοὺς παραπέμπει ἐνώπιον τοῦ Πταισματοδικείου, διὰ νὰ τιμωρῶνται οἱ ἄνθρωποι μὲ κράτησιν ἢ μὲ πρόστιμον, καὶ ἡ κράτησις καὶ τὸ πρόστιμον φέρουν τὴν διχόνοιαν μεταξὺ τῶν προσώπων ἐκείνων, τὰ ὁποῖα καταδικάζονται. Ἡ δημοτικὴ ἀστυνομία, κύριοι Βουλευταί, καθ’ ἣν ἐποχὴν ἐλειτούργει, πάντοτε συμβιβαστικῶς ἔλυε τὰς μεταξὺ τῶν πολιτῶν διαφορὰς, καὶ ἐπέφερε τὴν ἀγάπην καὶ τὴν ὁμόνοιαν, καὶ δὲν ἐβλέπατε νὰ καταδιώκωνται οἱ ἄνθρωποι ἀδιακόπως ἀπὸ τὰ δικαστήρια καὶ τοὺς ταμίας. Σήμερον δὲ τί βλέπομεν; Βλέπομεν τὸν ἀστυφύλακα, βλέπομεν τὸν στρατιωτικὸν ἀστυνόμον, ὁ ὁποῖος δὲν σέβεται οὔτε τὴν προσωπικὴν ἐλευθερίαν τοῦ πολίτου, οὔτε τὴν περιουσίαν αὐτοῦ, ἀλλὰ διὰ τὰ παραμικρὰ πταίσματα δέρνει καὶ φυλακίζει αὐτὸν, ἢ τοῦ καταστρέφει τὴν περιουσίαν, ἀφαιρῶν παρανόμως τὰ ζῷά του, τὰς ὄρνιθας κλπ. Ὁ στρατιωτικὸς ἀστυνόμος δὲν φοβεῖται τὸν ποινικὸν νόμον, διότι δυστυχῶς ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον δὲν τιμωρεῖται, ἐνῷ ὁ δημοτικὸς ἀστυνόμος τρέμει τὰς συνεπείας αὐτοῦ, ἀλλὰ καὶ τὴν ὀργὴν τῶν συμπολιτῶν του, παρὰ τῶν ὁποίων ἀποδοκιμάζεται, ἐὰν τὰ ἔργα αὐτοῦ δὲν ἦναι σύμφωνα πρὸς τὸ δίκαιον καὶ τὰ συμφέροντα τοῦ πολίτου. Διὰ τοῦτο ἡ στρατιωτικὴ ἀστυνομία πρέπει νὰ καταργηθῇ καθ’ ὅλον τὸ Κράτος, καὶ ὄχι μόνον εἰς τοὺς δήμους, οἱ ὁποῖοι ἔχουσι πληθυσμὸν ὀλιγώτερον τῶν 11,000 κατοίκων, διὰ νὰ ὠφεληθῶμεν καὶ ἡμεῖς ἐκ τῆς ἀλλαγῆς τοῦ συστήματος καὶ νὰ μὴ εὑρισκώμεθα εἰς τὴν σημερινὴν κατάστασιν.

§109ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει ἄλλος τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ πρώτου ἄρθρου;

§110Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Ἐγώ, κύριε Πρόεδρε. Δύο, κύριοι Βουλευταί, εἶναι οἱ λόγοι, διὰ τοὺς ὁποίους εἶμαι κεκηρυγμένος κατὰ τοῦ συστήματος τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας· ὁ μὲν πρῶτος, διότι ἐφρόνουν καὶ φρονῶ, ὅτι ὁ ἀξιωματικὸς ὤφειλε καὶ ὀφείλει νὰ ἦναι προσηλωμένος εἰς τὰ ἔργα του, νὰ ἦναι ἀφωσιωμένος εἰς τὴν ὑπηρεσίαν του, τὴν καθαρῶς στρατιωτικήν, ὁ δ’ ἕτερος διότι ἐπίστευον καὶ πιστεύω, ὅτι εἰς συνταγματικὰ Κράτη δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ διοικῶνται οἱ πολῖται ὑπὸ στρατιωτικῶν ἀστυνόμων, διότι οἱ στρατιωτικοὶ ἐξ ἀνατροφῆς εἶναι οὕτως εἰθισμένοι μὲ τὴν ἐπιβολὴν πρὸς τοὺς στρατιώτας, ὥστε δὲν εἶναι εὔκολον ν’ ἀποβάλωσι τὴν ἕξιν αὐτὴν καὶ πρὸς τοὺς πολίτας. Καὶ ἔχομεν πλεῖστα ὅσα παραδείγματα, τὰ ὁποῖα ἀποδεικνύουσιν, ὅτι ἡ στρατιωτικὴ ἀστυνομία οὐ μόνον δὲν ἀπέφερε τοὺς καρποὺς, τοὺς ὁποίους ἀνέμενεν ἡ Πολιτεία παρ’ αὐτῆς, ὅσον ἀφορᾷ τὴν παγίωσιν τῆς τάξεως, ἀλλὰ τοὐναντίον ἐδημιούργησεν ἐγκλήματα, καὶ ἐδημιούργησεν αὐτὰ εἰς τοὺς πολίτας ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι εἶχον καὶ ἔχουσιν ἀκριβῶς ἀνάγκην ἀστυνομικῆς προστασίας, δηλαδὴ εἰς τοὺς ἀγροτικοὺς πληθυσμούς. Εἶναι γνωστὸν εἰς πάντας ὑμᾶς, κύριοι Βουλευταί, ὅτι ἐν τοῖς δήμοις τοῖς ἀγροτικοῖς ὡς ἀστυνόμοι ὑπηρέτουν μόνον σταθμάρχαι, εἴτε ἐνωμοτάρχαι, εἴτε ὑπενωμοτάρχαι, εἴτε χωροφύλακες, ἐν πολλοῖς δὲ μόνον χωροφύλακες. Οἱ χωροφύλακες αὐτοὶ εἶναι στρατιῶται, οἱ ὁποῖοι ἀφοῦ διανύσωσιν εἰς τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ τὰ ¾ τῆς θητείας των, μετατίθενται εἰς τὴν χωροφυλακὴν πρὸς συμπλήρωσιν τοῦ ὑπολοίπου χρόνου τῆς ὑπηρεσίας των· ὑπηρετοῦντες δὲ εἰς τὰς ἀστυνομίας τῶν διαφόρων δήμων ὡς ἀστυφύλακες, ἕνα εἶχον καὶ ἔχουσι σκοπόν· οὐχὶ πῶς νὰ φροντίζωσι διὰ τὴν τάξιν, ἀλλὰ πῶς νὰ ἀπέρχωνται ἐκεῖθεν μὲ τὸ βαλάντιον ὁπωσδήποτε πεπληρωμένον. Ἀλλ’ εἰς τοὺς ἀγροτικοὺς δήμους δὲν ὑπάρχουσιν εὔκολα τὰ μέσα πρὸς τοῦτο, διότι κρεοπώλης δὲν ὑπάρχει ἐν τῇ μικρᾷ κωμοπόλει τοῦ δήμου, ἵνα ἐξ αὐτοῦ κερδίσωσιν, ἰχθυοπώλης δὲν ὑπάρχει, ἵνα ἐξ αὐτοῦ ὠφεληθῶσιν· ἄλλο μέσον χρηματισμοῦ δὲν ὑπάρχει, διότι, ὡς δὲν ἀγνοεῖτε, εἰς τοὺς μικροὺς δήμους, ἢ μᾶλλον εἰς ὅλους τοὺς ἀγροτικοὺς δήμους ἡ πρωτεύουσα αὐτῶν ἀπαρτίζεται ἀπὸ 300 τὸ πολὺ οἰκογενείας. Ἐκεῖ ἔχετε τρία μπακάλικα, ἕνα εἰρηνοδίκην, ἐὰν ὑπάρχῃ Εἰρηνοδικεῖον εἰς τὸν δῆμον ἐκεῖνον, ἕνα διδάσκαλον καὶ τὸν δήμαρχον μὲ τὸν γραμματέα του, τοὺς ὁποίους θὰ εὕρητε εἰς τὸ καφενεῖον· οἱ δὲ λοιποὶ χωρικοὶ τὴν πρωΐαν θὰ πάρουν τὸ ζῷόν των, τὸ κλαδευτῆρί των, τὰ διάφορα γεωργικὰ ἐργαλεῖά των, καὶ θὰ μεταβῶσιν εἰς τοὺς ἀγρούς των. Ἑπομένως οἱ ἀστυνομεύοντες χωροφύλακες δὲν εὑρίσκουσιν ἀνθρώπους, ἵνα συναλλάσσωνται καὶ συζητῶσι μεταξύ των· ἔχουσι λοιπὸν ἀνάγκην νὰ τρέξωσιν εἰς τοὺς ἀγρούς, ὅπου ἀκριβῶς καὶ οἱ πολῖται ἔχουσιν ἀνάγκην προσοχῆς καὶ φυλάξεως. Μεταβαίνουσι λοιπὸν ἐκεῖ, καὶ τί εὑρίσκουσι; Τὸν χωρικὸν ἐργαζόμενον εἰς τὸ κτῆμά του, ὁ ὁποῖος παραπλεύρως ἔχει τὸ ζῷόν του δεμένον πρὸς βόσκησιν. Ὁ χωροφύλαξ, δυνάμει δῆθεν τοῦ περὶ ἀγροζημιῶν νόμου, συλλαμβάνει τὸ ζῷον τοῦ χωρικοῦ, καὶ λέγει εἰς αὐτόν: «τὸ ζῷόν σου εἶναι εἰς ἀπηγορευμένον μέρος καὶ ἑπομένως θέλω σύλληπτρα». Ὁ χωρικός, ἔχων τὸ δίκαιον, ἀμύνεται, ὁ χωροφύλαξ ἐπιμένει· ὁ ἄλλος χωρικός, ὁ ὁποῖος καλλιεργεῖ τὸν ἀγρόν του ἐκεῖ πλησίον, σπεύδει νὰ συντρέξῃ τὸν ἀδικούμενον πολίτην, ὁ δὲ χωροφύλαξ δὲν δύναται νὰ πάρῃ τὸ ζῷον, διότι οἱ χωρικοὶ εἶναι περισσότεροι, καὶ ἐντεῦθεν κάμνει μίαν καταγγελίαν, διὰ τῆς ὁποίας καταγγέλλει αὐτοὺς ἐπὶ ἀντιστάσει, καὶ οὕτως ἐγέμισαν αἱ φυλακαὶ τοῦ Κράτους. Ἐὰν δὲ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ζητήσῃ πληροφορίας ἀπὸ τοὺς διαφόρους Εἰσαγγελεῖς τοῦ Κράτους, τίνες καὶ πόσοι ἀπὸ τῆς συστάσεως τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας κατεδικάσθησαν ἐπὶ ἀντιστάσει κατὰ τῆς ἀρχῆς, θέλετε εὕρει ὅτι εἰς 300,000 τοὐλάχιστον ἀνέρχονται οἱ διὰ τοιοῦτον λόγον εἰσελθόντες εἰς τὰς φυλακάς. Δὲν εἶναι ὑπερβολικόν, καὶ νομίζω ὅτι πάντες τὸ γινώσκετε. Ἡ στρατιωτικὴ ἀστυνομία διὰ τοῦτο κατέστη καταθλιπτική, διότι ὁ ὀργανισμὸς αὐτῆς δὲν εἶναι ἄρτιος καὶ διότι ἡ ἀνατροφὴ τῶν στρατιωτικῶν δὲν εἶναι τοιαύτη, ὥστε νὰ ἐκπληρῶσιν ἀστυνομικὰ καθήκοντα. Αὐτὸς λοιπὸν εἶναι ὁ δεύτερος λόγος, ὁ ὁποῖος μὲ ἠνάγκασε καὶ μὲ ἀναγκάζει νὰ ἦμαι ὑπὲρ τῆς καταργήσεως τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας, καὶ διὰ τοῦτο ἐχάρην, ὅταν εἰς παρελθούσας Βουλευτικὰς συνόδους ἤκουον τὸν ἀξιότιμον Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως λέγοντα, ὅτι ἐν καιρῷ τῷ δέοντι θὰ καταργήσῃ τὴν στρατιωτικὴν ἀστυνομίαν, καὶ ηὐχόμην νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου νὰ δημιουργῆται διοικητικὴ ἀστυνομία, ἀλλ’ ἀστυνομία μεριμνῶσα πρωτίστως περὶ τῶν πραγμάτων ἐκείνων, τῶν ὁποίων ἔχει ἀνάγκην ὁ ἀγροτικὸς πληθυσμός. Ἀλλὰ τὸ ἀστυνομικὸν νομοσχέδιον, Κύριοι, τὸ ὁποῖον ὑπεβλήθη εἰς τὴν Βουλὴν, δὲν ἐκπληροῖ ἀκριβῶς τὰς ἀνάγκας τοῦ τόπου. Παρακαλῶ δὲ τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ προσέξουν εἰς ὅσα θὰ εἴπω, διότι ἐπιθυμῶ ἀληθῶς τὴν διόρθωσιν τοῦ ἀστυνομικοῦ νόμου. Καὶ περὶ τούτου ἄλλοτε, ὅτε ὁ ἀξιότιμος ἐκ Κερκύρας πολιτευτὴς καὶ ἀρχηγός μου ἦτο ἐν τῇ ἐξουσίᾳ, ὑπέβαλον αὐτῷ ἐν ὑπομνήματι τὴν γνώμην μου, διότι καὶ ὁ τότε προταθεὶς νόμος δὲν ἐπλήρου τὰς ἀνάγκας ἐν γένει τῆς χώρας. Φρονῶ λοιπὸν, ὅτι ἡ ἀστυνομία, ἡ μέλλουσα νὰ ἐφαρμοσθῇ εἰς αὐτὸν τὸν τόπον, πρέπει νὰ ἦναι ἀστυνομία καθαρῶς ἀστικὴ, καὶ ἰδιαιτέρως ἀγροτικὴ, ἐν τῇ ὁποίᾳ νὰ συγχωνευθῶσι καὶ οἱ ἀγροφύλακες ὁμοῦ, διότι οἱ ἀγροτικοὶ πληθυσμοὶ, ὡς εἶπον πρὸ μικροῦ, δὲν ἔχουσιν ἀνάγκην νὰ τοὺς φυλάξητε εἰς τὴν κωμόπολίν των,—διότι τὴν ἡμέραν δὲν θὰ εὕρητε ἐκεῖ κανένα,—ἔχουσιν ἀνάγκην ἀσφαλείας εἰς τοὺς ἀγρούς των, διότι ἐκεῖ ὁ χωρικὸς θὰ ποτίσῃ τὸ χωράφι του, καὶ ὅταν θελήσῃ νὰ πάρῃ τὸ νερὸ τοῦ γείτονός του, θὰ ἔλθῃ πρὸς αὐτὸν εἰς ῥῆξιν. Διὰ τοῦτο πρέπει ἡ ἀστυνομία νὰ συνδυασθῇ μὲ τὸ ζήτημα τῆς ἀγροφυλακῆς, διότι σήμερον ἀγροφύλακες ἐν τοῖς δήμοις δὲν ὑπάρχουσι, καθόσον πάντες οἱ ἀγροφύλακες, οἱ ὑποδεικνυόμενοι ἀπὸ τοὺς κατοίκους τῶν χωρίων, εἶναι οἱ πενέστεροι καὶ οἱ ἀθλιέστεροι, εἶναι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι καὶ μὲ τοὺς ζωοκλέπτας συνεννοοῦνται, εἶναι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι κάμνουσι τὰς ζημίας καὶ οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχουν τίποτε διατί; διότι οὐδεὶς καλὸς πολίτης δέχεται τὴν θέσιν τοῦ ἀγροφύλακος. Ἐὰν λοιπὸν συνδυασθῇ τὸ ζήτημα τῆς ἀγροφυλακῆς μὲ τὸ ζήτημα τῆς ἀστυνομίας, ἵνα διὰ νόμου διορίζωνται κατ’ ἀναλογίαν εἰς τοὺς δήμους οἱ ἀγροφύλακες, τὸ κακὸν θεραπεύεται. Πόσους ἔχομεν σήμερον ἀγροφύλακας εἰς ἕκαστον δῆμον; Ἕκαστος δῆμος ἀπαρτίζεται ἀπὸ 10 χωρία, κατὰ μέσον ὅρον οὐδὲν τῶν χωρίων τούτων ἔχει ὀλιγωτέρους τῶν δύο ἀγροφυλάκων, πολλὰ δ’ ἔχουσι καὶ τρεῖς. Οἱ ἀγροφύλακες οὗτοι πληρώνονται εἰς εἶδος ὑπὸ τῶν κατοίκων, καὶ ἂν ὑπολογίσητε κατὰ μέσον ὅρον, ἕκαστος τῶν ἀγροφυλάκων τούτων λαμβάνει 400 ἢ 500 δραχμὰς κατ’ ἔτος, πάντοτε εἰς εἶδος, ἐλάχιστα εἰς χρῆμα. Ἐὰν λοιπὸν λάβῃ ἡ Κυβέρνησις ὑπ’ ὄψιν τὸν ἀριθμὸν τῶν ἀγροφυλάκων ἐκείνων καὶ τὴν ἀμοιβὴν αὐτῶν, καὶ προσθέσῃ μικρὰν ἐπιχορήγησιν ἐκ τοῦ δημοσίου ταμείου, οὕτως ὥστε νὰ ἔχωσι 40 δραχμὰς κατὰ μῆνα, οἱ δὲ ἀγροφύλακες, ἐκ τοῦ δήμου ἐκλεγόμενοι, νὰ ἔχωσιν ὑπηρετήσει εἰς τὸν στρατὸν μὲ διαγωγὴν ἄμεμπτον, θὰ ἔχωμεν ἀγροφύλακας οὐχὶ τοὺς τελευταίους τοῦ χωρίου, ἀλλὰ τοὺς καλλιτέρους, διότι οὐδεὶς τούτων ἔχει 500 δραχμὰς ἐκ τῆς περιουσίας του καθαρὸν εἰσόδημα. Θὰ ἔχητε λοιπὸν εἰς ἕκαστον δῆμον 20 καλοὺς ἀγροφύλακας, καὶ τὸ Δημόσιον ἐλάχιστα πράγματα θὰ πληρώνῃ, διότι θὰ ὑποχρεωθῶσιν οἱ κάτοικοι νὰ πληρώνωσιν ὅ,τι καὶ σήμερον δίδουσιν εἰς εἶδος εἰς τοὺς ἀγροφύλακας, ἀλλὰ θὰ ἔχωσιν ἀσφάλειαν, ἐνῷ σήμερον δὲν ἔχουσιν. Οἱ ἀγροφύλακες δ’ οὗτοι θὰ χρησιμεύωσιν οὐ μόνον εἰς τὴν ἀγροτικὴν ἀσφάλειαν, εἰς τὴν φύλαξιν τῆς περιουσίας τῶν κατοίκων, ἀλλὰ καὶ εἰς ἄλλα ἔργα πολιτειακά· λόγου χάριν θὰ ἐξαλειφθῇ, εἶμαι βέβαιος, ἐντελῶς ἡ ζωοκλοπή· διότι, ὅταν οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ ἀναλάβωσιν ὑποχρεώσεις, ὁρκιζόμενοι μὲ θητείαν, ἀπέναντι τῆς ὑπηρεσίας των καὶ τοῦ ποινικοῦ νόμου, βεβαίως πάντα ζωοκλέπτην, ὁ ὁποῖος κατοικεῖ εἰς τὸ χωρίον των, θὰ τὸν γνωρίζωσι καὶ θὰ τὸν συλλαμβάνωσιν ἐγκληματοῦντα, ἢ θὰ προλαμβάνωσι τὴν ζωοκλοπήν· οὕτω δὲ θὰ ἐξαλειφθῶσι καὶ οἱ φυγόδικοι. Ἀλλ’ ὄχι μόνον εἰς αὐτὰ θὰ συντελέσωσιν, ἀλλὰ καὶ εἰς τὴν περιφρούρησιν τῶν δασῶν, τὰ ὁποῖα καταστρέφονται, καὶ τὰ ὁποῖα οὐδόλως προστατεύει σήμερον ἡ δασοφυλακὴ, διότι ὁ δασοχωροφύλαξ ἕνα μόνον ἔχει σκοπὸν, πῶς νὰ χρηματολογήσῃ· ἀναμένει εἰς τὸν δρόμον ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος ἐξυλεύθη εἰς τὸ δάσος, ἐπιστρέφοντα εἰς τὴν πόλιν, καὶ ἂν δὲν ἔχῃ ἄδειαν ξυλεύσεως, τοῦ ἀφαιρεῖ τὸ τσεκοῦρι του ἢ 5 δραχμὰς, διὰ νὰ τὸν ἀφήσῃ ἐλεύθερον, ἀφοῦ ἐκεῖνος κατέστρεψε τὸ δάσος, προξενήσας ζημίαν εἰς τὸ Δημόσιον. Τὸ σύστημα, Κύριοι, τὸ ὁποῖον ἐγὼ συνιστῶ, θὰ συντελέσῃ ἐκτὸς τῶν ἄλλων καὶ εἰς τὴν ἀπαλλαγὴν τοῦ Δημοσίου ἀπὸ μεγάλης δαπάνης: διότι, ἐὰν ὑποτεθῇ ὅτι ἔχετε ἀνάγκην, ὡς εἶπεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Βονίτσης Βουλευτὴς, ν’ ἀπομακρύνητε τοῦ στρατεύματος ἀξιωματικοὺς, δύνανται οὗτοι νὰ καταταχθῶσιν εἰς τὸ ἀστυνομικὸν ἐκεῖνο σῶμα, τὸ διοικητικὸν, τὸ ὁποῖον θὰ καταρτισθῇ, καὶ οὕτω καὶ τὸ Δημόσιον ἀπαλλάσσεται καὶ ἐκεῖνοι εὑρίσκουσιν ὑπηρεσίαν. Διότι ἐγὼ ἔχω τὴν γνώμην, ὅτι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἐπὶ ἓν ἢ δύο ἢ τρία ἔτη ὑπηρέτησεν εἰς ἀστυνομικὴν ὑπηρεσίαν, βεβαίως δὲν δύναται νὰ ἦναι καλὸς, διότι — ἂς μὴ κρυπτώμεθα ὄπισθεν τοῦ δακτύλου μας — εἶναι ἀδύνατον νὰ μὴ διαφθαρῇ ὁ ἄνθρωπος ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἐπὶ ἔτη ὑπηρέτησεν ὡς ἀστυνόμος· ὅσον σιδηροῦν χαρακτῆρα καὶ ἂν ἔχῃ, ὅσον ἠθικὸς καὶ ἂν ἦναι, βεβαίως θὰ παρασυρθῇ. Ἐντεῦθεν λοιπὸν ἠμπορεῖ νὰ ἐξοικονομηθῇ καὶ τὸ μέρος τὸ οἰκονομικὸν καὶ ἡ πληθώρα τῶν ἀξιωματικῶν, περὶ τῶν ὁποίων ἐλάλησεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος. Ἀλλὰ φρονῶ, ὅτι ἠμπορεῖ νὰ συντελέσῃ τὸ σύστημα τοῦτο καὶ εἰς τὴν εἴσπραξιν τῶν δημοσίων προσόδων, χωρὶς νὰ διατρέχωσι κίνδυνον οὔτε αἱ ὄρνιθες, οὔτε τὰ χοιρίδια καὶ οἱ ἀμνοὶ, περὶ τῶν ὁποίων ὡμίλει προχθὲς ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Διότι κατὰ τὸ σύστημα τοῦτο ὁ ταμίας θὰ λαμβάνῃ ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν διαταγὴν νὰ ὑποβάλλῃ εἰς τὸν Διευθυντὴν τῆς ἀστυνομίας τοῦ νομοῦ — διότι βεβαίως θὰ ἦναι ὠργανωμένον σῶμα — τοὺς καταλόγους τῶν διαφόρων ὀφειλετῶν τῆς περιφερείας του, καὶ ὁ Διευθυντὴς θ’ ἀποστέλλῃ τοὺς καταλόγους ἐκείνους εἰς τοὺς διαφόρους ἀστυνόμους, οἱ ἀστυνόμοι δ’ οὗτοι θὰ εἰδοποιῶσι τοὺς κατοίκους, — τοιχοκολλοῦντες καὶ ἀναγινώσκοντος ἐπ’ ἐκκλησίας πρὸ ἑνὸς μηνὸς τὴν εἰδοποίησιν, — ὅτι ὀφείλουσι νὰ πληρώσωσιν εἰς τὸ Δημόσιον αὐτὰ τὰ χρήματα, καὶ ὅτι μετὰ ἕνα μῆνα θὰ παρουσιασθῇ ὁ εἰσπράκτωρ, καὶ πρέπει νὰ ἦναι παρεσκευασμένοι διὰ νὰ πληρώσουν. Ὅταν λοιπὸν λήξῃ ὁ μὴν, θὰ πάρῃ ἀπὸ τὸν ταμίαν τὴν διαταγὴν ὁ εἰσπράκτωρ καὶ θὰ μεταβῇ εἰς τὸν Διευθυντὴν τῆς ἀστυνομίας, ὁ ὁποῖος θὰ τοῦ δώσῃ δύο ἀστυφύλακας, ἵνα τὸν συνοδεύσωσιν εἰς τὸν Μαραθῶνα, φερ’ εἰπεῖν, ὅπου θὰ τὸν παραδώσωσιν εἰς τὸν αὐτόθι ἀστυνόμον διὰ τὰ παραιτέρω, ὁ δὲ ἀστυνόμος θὰ τὸν συντρέξῃ εἰς τὴν εἴσπραξιν τῶν ὀφειλομένων δημοσίων ἐσόδων. Οὕτω δὲ βεβαίως θέλει ἀπαλλαγῆ καὶ μέγα μέρος τῆς χωροφυλακῆς ἐκ τῆς ἀσχολίας ταύτης, χίλιοι τοὐλάχιστον ἄνδρες, οἱ ὁποῖοι ἀπασχολοῦνται μὲ τοὺς εἰσπράκτορας, καὶ αἱ ὄρνιθες τῶν κατοίκων θὰ σώζωνται, καὶ τὸ Δημόσιον θὰ ἔχῃ οἰκονομίαν, καὶ αἱ εἰσπράξεις θὰ γίνωνται ἀνετώτερον καὶ τακτικώτερον. Οὕτω λοιπὸν, προστιθεμένων καὶ τῶν ἀγροφυλάκων εἰς τὴν ἀστυνομικὴν δύναμιν, θὰ ἔχητε πράγματι δημοσίαν ἀσφάλειαν, ἡ ὁποία θὰ ἐξυπηρετῇ τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους, καὶ πολὺ οἰκονομικῶς, οἱ δὲ πολῖται, ζῶντες ἐν ἀσφαλείᾳ καὶ ἀνέσει, θὰ εὐλογῶσι τὴν Κυβέρνησιν ἐκείνην, ἡ ὁποία ἐμερίμνησε περὶ τούτου. Διότι πρωτίστως Κύριοι, ἔχομεν ἀνάγκην ἀγροτικῆς ἀσφαλείας, ἐκ τῆς ἐλλείψεως τῆς ὁποίας γεννῶνται ὅλα τὰ κακὰ, καὶ ἐντεῦθεν ἐμειώθησαν καὶ αἱ πρόσοδοι τοῦ Κράτους. Μεριμνῶμεν διὰ γεωργικοὺς σταθμοὺς, μεριμνῶμεν περὶ Γεωργικῆς Ἑταιρείας, καὶ φυτεύομεν δενδρύλια, ἵνα μᾶς χρησιμεύσωσι πρὸς μεταφύτευσιν. Ἀλλ’ εἰς τί σᾶς χρησιμεύουσι πάντα ταῦτα, Κύριοι, ἄνευ ἀγροτικῆς ἀσφαλείας; Εἰς οὐδέν. Διότι εἶναι εὔκολον εἰς ἕνα γεωπόνον, ὁ ὁποῖος ἔχει μίαν ἔκτασιν εἴκοσι στρεμμάτων καὶ ὅλα τὰ μέσα, λιπάσματα καὶ τόσα ἄλλα, νὰ ἀναπτύσσῃ δενδρύλια πρὸς μεταφύτευσιν, ἀλλὰ βεβαίως οὐδεὶς χωρικὸς τολμᾷ σήμερον νὰ φυτεύσῃ τοιαῦτα, καὶ οὔτε ἔχει ἀνάγκην τοιαύτης διδασκαλίας· διότι ἐκεῖνος πηγαίνει νὰ κεντρώσῃ τὴν ἐλιά του, καὶ τὴν ἐπιοῦσαν αὕτη εἶναι κατεστραμμένη, καὶ ἕνεκα τούτου τὴν ἐγκαταλείπει· πηγαίνει νὰ σπείρῃ τὸν ἀγρόν του, καὶ τὴν ἐπιοῦσαν οὗτος εἶναι κατεστραμμένος, καὶ δι’ αὐτὸ φοβεῖται, καὶ εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ κάθηται μὲ τὸ τουφέκι εἰς τὸ χέρι, καὶ ἐντεῦθεν γεννῶνται μυρία ὅσα ἐγκλήματα. Ἐὰν ὅμως τοῦ δώσητε ἀγροτικὴν ἀσφάλειαν, μετὰ παρέλευσιν μιᾶς δεκαετίας θὰ ἔχητε μεταβεβλημένην εἰς κῆπον ὁλόκληρον τὴν Ἑλλάδα· διότι πάντες γιγνώσκουσι καλῶς νὰ καλλιεργῶσιν, ἀλλὰ φοβοῦνται. Ἀλλ’ ἴσως εἴπῃ τις, ὅτι τὸ Κράτος θὰ δαπανήσῃ οὕτω 500,000 δραχμὰς ἐπὶ πλέον διὰ τοὺς ἀγροτικοὺς πληθυσμούς, καὶ θὰ ἦναι ζημία εἰς τὸ Κράτος. Καμμία ζημία δὲν εἶναι, διότι ἡ ἀσφάλεια, τὴν ὁποίαν θὰ δώσητε εἰς τοὺς ἀγροτικοὺς πληθυσμούς, θ’ ἀποζημιωθῇ δεκαπλασίως ἐκ τῆς ἀναπτύξεως τῆς παραγωγῆς τῆς χώρας, καὶ θὰ εὐλογῇ, ἐπαναλαμβάνω, ὁ λαὸς τὴν Κυβέρνησιν ἐκείνην, ἡ ὁποία θὰ τοῦ δώσῃ τὴν ἀσφάλειαν ταύτην. Διὰ ταῦτα φρονῶ, ὅτι τὸ περὶ οὗ πρόκειται νομοσχέδιον εἶναι ἀνάγκη νὰ μελετηθῇ καλλίτερον, καὶ ἂς ἦναι βέβαιοι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅτι θὰ εὐεργετήσωσι τὸν τόπον, ἐὰν πληρέστερον καταρτίσωσι τὸ νομοσχέδιον, διὰ νὰ γείνῃ τι καλὸν καὶ ὠφέλιμον εἰς τὸν τόπον· διότι οὐδὲν καλὸν θέλετε ἐπιτύχει, ἐὰν ἐπιμείνητε νὰ ψηφισθῇ τὸ τρισύνθετον σύστημα τοῦ νομοσχεδίου· καὶ λέγω τρισύνθετον, διότι κατὰ τὸ νομοσχέδιον θὰ ὑπάρχῃ εἰς 26 πόλεις στρατιωτικὴ ἀστυνομία, καὶ εἰς 440 δήμους δημοτικὴ ἀστυνομία· ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνον αὐτό· διότι δῆμοί τινες ἐκ τῶν πόρων αὐτῶν δὲν δύνανται νὰ ἔχωσι περισσοτέρους ἀπὸ δύο ἢ τρεῖς κλητῆρας, ἐκεῖνοι δὲ οἱ δῆμοι, οἱ ὁποῖοι ἐπιθυμοῦν νὰ ἔχουν ἀστυνομίαν χάριν τῆς ἀσφαλείας τῶν κατοίκων, θὰ ζητῶσιν ἀλλαχοῦ ἀστυφύλακας; Κυβέρνησις λοιπὸν πατρικῶς σκεπτομένη δὲν πρέπει νὰ δημιουργῇ τὰ τοιαῦτα· οὐδὲ φαντάζομαι ὅτι ἡ Κυβέρνησις διὰ τοῦ συστήματος τῆς δημοτικῆς ἀστυνομίας ἠθέλησε νὰ ἐνισχύσῃ τοὺς δημάρχους. Ἡ Κυβέρνησις μεταβάλλεται, ἀλλ’ ἡ ἀστυνομία θὰ ὑπάρχῃ πάντοτε. Ἄλλως δὲ ὁ νέος θεσμὸς τῆς ἀστυνομίας, ὁ ἰσχύων σήμερον, ἐρρίζωσε, καὶ εἶναι δύσκολον νὰ μεταβληθῇ· ἀπόδειξις δὲ ὁ θόρυβος, ὅστις ἐγένετο, ὅτε ἐπρόκειτο νὰ καταργηθῇ ὁ θεσμὸς τῆς δημοτικῆς ἀστυνομίας καὶ εἰσαχθῇ ὁ τῆς στρατιωτικῆς. Ἐν τούτοις ὁ θεσμὸς τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας ἐν ἀρχῇ ἔκαμεν εἰς τὰς πόλεις καλὴν ἐντύπωσιν, διότι ἐπάταξε τὰ κακοποιὰ στοιχεῖα· ἀλλὰ μετ’ ὀλίγον τὰ πράγματα μετεβλήθησαν, καὶ ὅσοι τῶν κυρίων Βουλευτῶν παρηκολούθησαν τοὺς διαφόρους ἀστυνομικοὺς ἄθλους εἶναι ἀπεγοητευμένοι ἐκ τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας, καὶ ἐπιθυμοῦσι τὴν κατάργησιν αὐτῆς, ἀλλὰ κατάργησιν καὶ ἀντικατάστασιν μὲ σύστημα, τὸ ὁποῖον νὰ φέρῃ καρποὺς ἀγαθοὺς, ἀσφάλειαν εἰς τὸν τόπον καὶ ἡσυχίαν εἰς τοὺς πολίτας. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις θὰ συναινέσῃ νὰ ὑποβληθῇ τὸ ζήτημα εἰς ἐπιτροπὴν, ἥτις συντόμως νὰ μελετήσῃ τὸ νομοσχέδιον, καὶ μετὰ δύο ἢ τρεῖς ἡμέρας νὰ φέρῃ τὸ πόρισμα τῶν μελετῶν της εἰς τὴν Βουλήν. Διότι φρονῶ, ὅτι πάντες οἱ Βουλευταὶ εἶναι διατεθειμένοι νὰ ψηφίσωσι τοιοῦτο νομοθέτημα, τὸ ὁποῖον ἐκτὸς τῶν ἄλλων νὰ φέρῃ καὶ τὴν ἰσότητα, ὡς εἶπε καὶ ὁ ἐκ Κραναίας ἀξιότιμος συνάδελφος· διότι μεριμνῶμεν μόνον περὶ τῶν πρωτευουσῶν, τῶν Ἀθηνῶν καὶ ἄλλων μεγαλοπόλεων, ἐνῷ ἔξω, εἰς τοὺς δήμους, ὁ λαὸς ὑποφέρει καὶ ἔχει ἀνάγκην ὑποστηρίξεως καὶ συνδρομῆς. Παρακαλῶ λοιπὸν τὴν Κυβέρνησιν νὰ συναινέσῃ, ἵνα τὸ νομοθέτημα αὐτὸ μελετηθῇ καλλίτερον, ὥστε ψηφιζόμενον καὶ ἐφαρμοζόμενον νὰ παράσχῃ πραγματικὴν ὠφέλειαν καὶ ἀσφάλειαν εἰς τὸν λαόν.

§111Ι. ΠΑΛΑΣΚΑΣ. Πάντες, Κύριοι, γνωρίζομεν, ὅτι τὸ σύστημα τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας ἀπέτυχε, καὶ διὰ τοῦτο πανταχόθεν σήμερον ζητεῖται ἡ κατάργησις αὐτοῦ. Οἱ ἀξιωματικοὶ ἀστυνόμοι πρέπει νὰ ἐπανέλθουν εἰς τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ, διὰ νὰ χρησιμεύσουν εἰς ἄλλην στιγμήν, διότι παραμένοντες εἰς τὴν ἀστυνομίαν διαφθείρονται. Ἡ στρατιωτικὴ ἀστυνομία πρέπει ν’ ἀντικατασταθῇ διὰ τῆς δημοτικῆς, διότι ὁ πολίτης ἀστυνόμος, ὁ ἐντόπιος, γνωρίζει καλλίτερον τοῦ ἀξιωματικοῦ ἀστυνόμου τὰς ἀνάγκας καὶ τὰ ἔθιμα τοῦ τόπου, καὶ ὡς ἐκ τούτου δύναται νὰ συντελέσῃ περισσότερον εἰς τὴν παγίωσιν τῆς δημοσίας ἀσφαλείας καὶ τάξεως.

§112ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει ἄλλος τὸν λόγον;

§113ΑΠ. ΖΑΠΠΑΣ. Ὑπάρχει πρότασις τοῦ κ. Πετροπουλάκη, νὰ παραπεμφθῇ τὸ νομοσχέδιον εἰς ἐπιτροπήν.

§114ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑποστηρίζεται ὑπὸ δέκα Βουλευτῶν;

§115ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐγειρόμενοι). Μάλιστα.

§116ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν τοῦ κυρίου Πετροπουλάκη παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη.

§117ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.

§118ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν περὶ παραπομπῆς τοῦ νομοσχεδίου εἰς ἐπιτροπὴν ἐκ Βουλευτῶν λέγουσι Ναί, οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουσιν Ὄχι. (Γίνεται ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν, ὡς ψηφολεκτῶν, τῶν βουλευτῶν Εὐαγγ. Καναβαριώτου καὶ Μιχ. Στελλάκη, καὶ εἶτα ἡ διαλογή, κατὰ τὸ ἑπόμενον πρωτόκολλον ψηφοφορίας)

Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
Λέων Μελᾶς ΟΝικόλαος Γουναράκης
Στέργιος Μ. Καρανίκας ΟΘεόδωρος Λέκας Ο
Ἀνδρ. Παναγιωτόπουλος Ἰσίδωρος Κολιάτσος Ο
Κ. Ἀσημακόπουλος ΟΚωνστ. Ἀγγελόπουλος Ο
Εὐάγγ. Καναβαριώτης Νικόλαος Α. Στρᾶτος
Γεώργιος Μπαλτατζῆς Ἰωάννης Σ. Στάϊκος Ν
Κωνστ. Ἀργυρόπουλος ΟΚωνστ. Τοπάλης
Δημ. Γ. Μωραΐτης Φίλιππος Γιαννακόπουλος Ο
Ἐπαμ. Ἐμπειρῖκος Νικόλ. Σταματιάδης
Γεώργιος Πολυγένης ΟΔημ. Καρακίτης
Γεώργιος Καρπετόπουλος ΟΚωνστ. Φιλιππίδης
Ἰωάννης Ζωγράφος Ἀντών. Καρτάλης
Κωνστ. Γ. Καραπάνος ΟΝικόλ. Γουλιμῆς Ν
Ἰωάν. Γ. Καραπάνος ΟΚωνστ. Γρίβας Ν
Σπυρίδων Ν. Βαρζέλης ΟΚωνστ. Παπανικολῆς
Κωνστ. Β. Κοττίκας Θεόδωρος Π. Δηλιγιάννης Ο
Δημήτριος Γ. Ράλλης ΟἘπαμ. Ν. Δηλιγιάννης Ο
Ἀλέξανδρος Σκουζὲς ΟΠερικλῆς Ἀλεξάκης Ο
Κωνστ. Σμολένσκης Παναγ. Ταμπακόπουλος Ο
Νικόλαος Λεβίδης ΝἸωάν. Ἀντωνόπουλος Ο
Ἀθαν. Μουτσόπουλος ΟΧαρίλαος Τζαννετάκης Ο
Ἀντώνιος Ζυγομαλᾶς ΟΓεώργ. Πετροπουλάκης Ν
Κυριάκος Λιγυνὸς Μιχαὴλ Φωτιάδης
Λάμπρος Καλλιφρονᾶς ΟΒασίλ. Μαστραπᾶς Ν
Ἀνδρέας Ψύλλας ΟΚωνστ. Α. Λιδωρίκης
Ἀρ. Χ. Ἀναγνωστόπουλος ΟΠαναγιώτης Δ. Πετρίδης Ο
Μιχαὴλ Ι. Στελλάκης ΝἈθανάσιος Α. Γκράβας Ο
Γεώργ. Π. Καπιτσίνης Ἀναστάσ. Στυμφαλιάδης
Πάϊκος Λ. Ρίτσος ΟἈπόστολος Σ. Ζούζουλας Ο
Σταμάτιος Μήτσας ΝΚωνστ. Β. Χριστόπουλος
Δημ. Τσιτσάρας ΟἌθως Ι. Ρωμᾶνος Ν
Δημ. Χατζόπουλος Διονύσιος Π. Βινιεράτος
Γεώργ. Ἀλεξανδρόπουλος Κωνσταν. Α. Γεράκης
Ἰωάννης Σερπᾶνος Δημήτριος Β. Τραυλὸς
Κ. Ἀργασάρης Λομβάρδος ΝΣπυρίδων Ε. Στάης
Ἀλέξ. Σπ. Ρώμας Διονύσιος Καλούτσης
Γ. Ι. Μελισσηνὸς ΟΝικόλαος Τσοῦχλος
Διονύσιος Π. Στεφάνου Π. Σπυράκης Ο
Χρ. Ι. Στεφανόπουλος ΝἸωάννης Καλούτσης Ο
Ἀνδρ. Ι. Στεφανόπουλος ΝΧαράλαμπος Βοζίκης Ν
Ἰωάνν. Ν. Σισίνης Γεώργ. Α. Μαυρομιχάλης Ο
Ἀνδρ. Δ. Σπηλιάδης ΝἸωάν. Π. Μελετόπουλος
Διον. Π. Παυλόπουλος ΟΠέτρος Ν. Βαρβιτσιώτης
Ἰωάν. Θ. Ψημένος Στέφανος Κοπανίτσας
Γ. Λ. Κρεστενίτης ΟΓεώργιος Δ. Φικιώρης
Δημοσθ. Γ. Δόγκας Ἰωάννης Φίλιος Ο
Ν. Δαούτης Κωνσταντ. Καρακίτης
Ἰωάνν. Κόλλιας ΟἸωάννης Γιαννακίτσας
Λουκᾶς Γ. Μπέλλος Νικόλαος Μπουφίδης Ν
Χριστόφ. Ι. Ἀσιμῆς ΟἸωάννης Γ. Λάππας Ο
Πέτρος Ν. Δελένδας Περικλῆς Σ. Βαλαωρίτης Ν
Β. Μαρκεζίνης Γεώργιος Ι. Σκληρὸς
Τηλέμ. Α. Δενδρινὸς Εὐάγγ. Θ. Τσαρλαμπᾶς Ο
Γεώργιος Ν. Καλλίνικος ΟΚωνστ. Χαλκιόπουλος Ο
Λεωνίδας Π. Πετμεζᾶς Ἀχιλλεὺς Παπαλουκᾶς
Ἀλέξανδρος Θ. Ζαΐμης Γκίκας Μάστορης Ο
Ἀλέξανδρος Φωτήλας Ἰω. Μπακόπουλος Ο
Γεώρ. Χ. Παπαδημητρίου ΟΝικόλ. Τριανταφυλλᾶκος
Βασιλάκης Κ. Γιαννουσίου Κωνστ. Κωνσταντόπουλος
Αὐγερινὸς Ἀβέρωφ Παναγ. Παπαναστασίου Ο
Κωνσταν. Κρίτσας Παναγιώτης Μανέτας Ο
Ἰωάννης Δαμηλάτης Ἀθ. Πετρόπουλος Ο
Κωνσταντ. Ι. Φλέσσας Ἀθ. Ζέρβας Ο
Ἠλίας Π. Μαυρομιχάλης Γεώρ. Ἀναστασόπουλος Ν
Κίμων Βελλίνης Γεώργ. Νικολαΐδης Ο
Ι. Καφταντζόγλου ΟΚωνσταντῖνος Τρικούπης
Ι. Παλάσκας ΟΛεωνίδας Δεληγεώργης Ο
Δ. Τερτίπης Περικλῆς Μποῦτος
Ι. Καζαμπάκας ΟΠαναγ. Δ. Μερλόπουλος Ο
Α. Βασαρδάνης Σπυρ. Α. Κουμουνδοῦρος
Κ. Ζωγλόπίτης Ἰωάννης Νικολαΐδης
Νικόλαος Μπαλάφας Ἱπποκράτης Ι. Ἀπέργης
Νικόλαος Σταματιάδης ΟἈριστομένης Προβελέγγιος
Μιχαὴλ Στεφανίδης ΟΠ. Ι. Πρωτοπαπαδάκης Ν
Νικόλαος Νικολαΐδης ΟἘλευθέριος Ν. Μυκώνιος
Θεμιστοκλῆς Κόλλιας ΟΝικόλαος Κ. Κρίσπης Ν
Κωνστ. Γ. Ἱερομνήμων ΝΔημήτριος Ι. Φαρμάκης
Ἰωάννης Κ. Ρώτας ΟἸω. Κ. Καλαντζόπουλος Ο
Γεώργιος Ν. Θεοτόκης ΝἸωάννης Καναβὸς
Μιχαὴλ Ν. Θεοτόκης ΝΘεόδ. Κ. Φαρμακόπουλος Ο
Νικόλαος Σ. Μαρκέτης ΝΝικόλ. Κ. Φαρμακόπουλος Ο
Ἀλκίνοος Σ. Ζερβὸς Κωνσταντ. Χριστοδούλου
Γουλιέλμος Ι. Σκάρπας ΝἈθανάσιος Α. Πετσάλης Ο
Σπυρίδων Α. Ἀγάθος ΝΚυριακ. Π. Μαυρομιχάλης Ο
Περικλῆς Α. Ἀλαμᾶνος Κωνστ. Δ. Κουμουνδοῦρος
Ἠλίας Α. Πολίτης ΝΚυριακ. Λ. Μαυρομιχάλης Ο
Σπυρίδων Ι. Δεληγιάννης Φώτιος Π. Μοσχούλας
Νικόλαος Α. Παπαλέξης ΝΚ. Εὐθ. Χατζηπέτρος
Δημ. Α. Πολυχρονόπουλος ΟΣωτ. Ι. Χατζηγάκης Ο
Ἀνδρέας Μονοκροῦσος ΟΓεώργιος Ραδινὸς
Νικόλαος Γ. Μαντζαβῖνος Ἀπόστολος Ζάππας
Θεόδωρος Α. Βελλιανίτης ΟἨλίας Μπασδέκης Ο
Ἀνάργυρος Σιμόπουλος Σπυρίδων Γεωργόπουλος
Ἰωάννης Δελμοῦζος Ἀνδρέας Ι. Κεφαλᾶς
Δημήτριος Π. Νίκας ΝΕὐστάθιος Κοκκέβης
Κ. Δ. Γεροκωστόπουλος Ἀλέξ. Δ. Πανηρόπουλος
Ἀχιλλεὺς Χοϊδᾶς ΟΔ. Ἀναστασόπουλος Ο
Ἰωάννης Κ. Τσερτίδης ΟἈθ. Νικολίτσας Ο
Ἰωάννης Γ. Μ. Ροῦφος Ἀλέξ. Στάϊκος Ο
Κωνσταντῖνος Γκότσης ΟΓεώργιος Κορυζῆς Ο
Δημήτριος Π. Γούναρης ΝΘεόδωρος Λυμπρίτης Ο
Δ. Ἀνδρικόπ. ἢ Μπουκαούρης Λεων. Λαπαθιώτης Ν
Γεώργ. Ράλλης Παντελῆς Π. Γκίκας Ο
Παναγιώτης Π. Σάκκης ΟἸωάν. Θ. Κουντουριώτης
Νικόλαος Α. Μισυρλῆς ΝΝικόλαος Μ. Τσαμαδός
Νικόλ. Δ. Ραφτόπουλος ΟΝικόλαος Πλατσῆς
Ἰωάννης Α. Βρυώνης ΟΝ. Χατζῖσκος
Ἰωάννης Γ. Α. Γεωργιάδης ΟΧαρ. Εὐταξίας
Νικόλαος Γ. Λεωνίδας Κ. Δεδούσης
Διομήδης Ν. Κυριακὸς ΟΚομνᾶς Τράκας
Ἰωάννης Ν. Καλαμάρης ΟΝ. Κοντογιάννης Ο
Σταμ. Δ. Βαφειαδάκης Μιχαὴλ Κακαρᾶς
Κωνστ. Α. Τσιροπινᾶς Βασίλειος Βουδούρης
Ἐμμαν. Ε. Λαδόπουλος Γεώργιος Ἀβέρωφ
Ἀντώνιος Π. Βιτάλης ΟΝικόλ. Καλογερόπουλος
Ἰωάννης Ν. Σιγάλας ΟΝικόλαος Μαμούνης Ο
Κάρολος Μ. Βιτάλης ΟἸωάν. Θ. Βρατσάνος

§119ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψήφισαν ἐν ὅλῳ 124. Ἐκ τούτων 31 εἶπον Ναὶ καὶ 93 Ὄχι. Ἑπομένως ἡ πρότασις ἀπερρίφθη. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 1 τοῦ νομοσχεδίου, ὡς ἔχει, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 2. (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτόν, ὡς ἔχει). Ἄρθρον 3 (ἀναγινώσκεται).

§120Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου ἐπιφυλάσσομαι κατὰ τὴν δευτέραν ἢ τρίτην συζήτησιν νὰ ὑποβάλω τὰς σκέψεις μου εἰς τὴν Βουλήν. Προκειμένης ὅμως τῆς συζητήσεως περὶ τῶν καθέκαστα τοῦ νομοσχεδίου, ἔχω παρατηρήσεις τινὰς νὰ προβάλω, μεταξὺ δὲ τούτων καὶ ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 3. Νομίζω ὅτι παρέλκει ἡ διάταξις αὕτη, ἢ τοὐλάχιστον πρέπει νὰ διασαφηνισθῇ ἡ διαδικασία, καθ’ ἣν θ’ ἀποφασίζηται ὑπὸ τοῦ Εἰρηνοδίκου ἡ νομιμότης τῆς ἐκλογῆς. Ἡ ἀστυνομία εἶναι κλάδος διοικητικός, ἀνωτέρα δ’ αὐτῆς προϊσταμένη ἀρχὴ εἶναι ὁ Νομάρχης, καὶ οὐχὶ ἡ δικαστικὴ ἀρχή· ἐκεῖνος ἄρα ἔδει ν’ ἀποφαίνηται, ἐὰν ἐγένετο παρατυπία τις κατὰ τὴν ἐνέργειαν τῶν κατωτέρω διοικητικῶν ἀρχῶν, καὶ οὐχὶ αἱ δικαστικαὶ ἀρχαί. Ἀλλ’ ὡς ἔχει τὸ ἄρθρον 3, δὲν ὁρίζεται ἐν αὐτῷ, πῶς θὰ γείνῃ ἡ εἰσαγωγὴ παρὰ τῷ Εἰρηνοδίκῃ καὶ ἡ ἐκδίκασις ἐνώπιον αὐτοῦ τῆς νομιμότητος τῆς ἐκλογῆς. Κατ’ ἔνστασιν; κατ’ ἀνακοπὴν τῆς ἀποφάσεως τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου; ἢ θὰ ἐπιληφθῇ αὐτεπαγγέλτως ὁ Εἰρηνοδίκης; Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν παρακαλεῖται νὰ διασαφήσῃ κατὰ τίνα τρόπον θὰ εἰσαχθῇ εἰς τὴν ἔρευναν τοῦ Εἰρηνοδίκου τὸ ζήτημα τῆς νομιμότητος τῆς ἐκλογῆς.

§121ΚΥΡ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ὅπως φέρονται τὰ πρακτικὰ ἐνώπιον τοῦ Πρωτοδικείου, οὕτω θ’ ἀποστέλλωνται καὶ ἐνώπιον τοῦ Εἰρηνοδίκου, ὅστις θὰ ἐξετάζῃ τὸ ζήτημα τῆς νομιμότητος τῆς ἐκλογῆς.

§122Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸ λέγετε ὑμεῖς, ἀλλὰ τὸ νομοσχέδιον δὲν τὸ λέγει. Ἑπομένως κατὰ τὴν προσεχῆ συζήτησιν παρακαλῶ νὰ προστεθῇ ὅ,τι λέγει ὁ κύριος Ὑπουργός. Ἐὰν, ὡς εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς, πρόκειται νὰ καθιερωθῇ καὶ ἐνταῦθα ἡ ἐπὶ τῶν δημαιρεσιῶν διαδικασία, εἶναι ἐπιτακτικὸν ν’ ἀναγραφῇ τοῦτο.

§123Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Δὲν θὰ ἦναι, νομίζετε, ὀρθὸν, αἱ περὶ τῆς νομιμότητος τῆς ἐκλογῆς ἀποφάσεις νὰ ὦσι δι’ αἰτιολογικῆς ἐκθέσεως; Διότι κατὰ τίνα τρόπον θ’ ἀποφασίζῃ ὁ Εἰρηνοδίκης;

§124Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Πᾶσα ἀπόφασις δικαστικὴ, καὶ τοιαύτη εἶναι καὶ ἡ τοῦ Εἰρηνοδίκου, πρέπει νὰ ἦναι ἠτιολογημένη.

§125Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἀλλ’ ἔχω μίαν ἀπορίαν, ἧς παρακαλῶ νὰ γείνῃ διασάφησις. Αὐτοὶ οἱ ἀστυνόμοι προσόντα θὰ ἔχωσι μόνον τὸ νὰ ἦναι πολῖται Ἕλληνες;

§126Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Διὰ τὸν δημοτικὸν ἀστυνόμον ἔν τινι δήμῳ εἶναι δύσκολον νὰ προσδιορίσωμεν προσόντα. Τὸ προσὸν εἶναι ἡ ὑπόληψις, ἣν ἔχουσιν οἱ δημοτικοὶ σύμβουλοι περὶ αὐτοῦ.

§127Κ. ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἐπειδὴ ὅμως, κύριε Πρόεδρε, ὑπάρχουσι παραδείγματα δημοτικῶν ἀστυνόμων, διορισθέντων κατὰ τὸ παρελθὸν, ἀφοῦ διήνυσαν δεκαετῆ περίοδον εἰς τὰς φυλακὰς (ἐπὶ φόνοις καὶ ἄλλαις πράξεσι, καλὸν εἶναι νὰ προστεθῇ ἐδῶ: «ἐὰν δὲν κατεδικάσθησαν ἐπὶ κακουργήματι».

§128Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἀλλ’ ἐὰν κατεδικάσθησαν, δὲν ἔχουσι πολιτικὰ δικαιώματα.

§129ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Διωρίσθη, κύριε Πρόεδρε, δημοτικὸς ἀστυνόμος, ἄνθρωπος διατελέσας ἐπὶ δεκαετίαν ἐν ταῖς φυλακαῖς.

§130Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Κατὰ παράβασιν τοῦ νόμου καὶ τῶν ἐπιτηρούντων τὴν ἐφαρμογὴν αὐτοῦ.

§131ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Εἶχεν ἀποκατασταθῆ εἰς τὰ δικαιώματά του.

§132Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τότε ἔχει τὸ δικαίωμα.

§133ΜΟΝΟΚΡΟΥΣΟΣ. Δὲν δύναται νὰ γείνῃ φύλαξ εἰς Σωφρονιστήριον· δύναται νὰ γείνῃ ἀστυνόμος δημοτικὸς, ὅταν ὑποπέσῃ εἰς τοιαύτην πρᾶξιν;

§134ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν αἱ παρατηρήσεις σας κατὰ τὴν δευτέραν ἀνάγνωσιν. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 3, ὡς ἔχει, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀναγινώσκονται εἶτα καὶ γίνονται δεκτὰ ἄνευ ἀντιρρήσεως τὰ ἄρθρα 4–9).

§135ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 10 (ἀναγινώσκεται). Ἔχει τις τὸν λόγον;

§136Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐνταῦθα ὀφείλω νὰ ὑποβάλω παρατηρήσεις τινὰς εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, τὰς ὁποίας ὑποχρεοῦται νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν, διότι ἄνευ αὐτῶν, καὶ ἂν ἐψηφίζετο τὸ νομοσχέδιον, καὶ ἂν εἶχε σκοπὸν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ τὸ ἐφαρμόσῃ, θὰ εὑρίσκετο εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ μὴ δύναται νὰ τὸ ἐφαρμόσῃ. Διὰ τοῦ ἄρθρου 10, τὸ ὁποῖον δέον νὰ συνδυάσῃ τις πρὸς τὸ ἄρθρον 22, γεννῶνται αἱ ἑξῆς ἀπορίαι. Τὸ ἄρθρον 10 καθορίζει τὸ προσωπικὸν τῆς Διοικητικῆς Ἀστυνομίας Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς, καθορίζει τὰ πρόσωπα τῶν ἀξιωματικῶν καὶ τὸ λοιπὸν προσωπικόν, ἐν δὲ τῷ ἄρθρῳ 22 καθορίζεται τὸ ποσὸν τῶν διαφόρων ἀστυφυλάκων. Ἀλλ’ ἐὰν ἐψηφίζετο τὸ ἄρθρον τοῦτο ὡς ἔχει, ἠθέλομεν ἔχει τοὺς ἀξιωματικούς, ὑπολοχαγοὺς ἢ ἀνθυπολοχαγοὺς, ἠθέλομεν ἔχει τὸ προσωπικὸν τῶν ἀστυφυλάκων, ἀλλὰ δὲν ἠθέλομεν ἔχει τοὺς ὑπαξιωματικοὺς τῆς ἀστυφυλακῆς· διότι ἐν τῷ ἄρθρῳ 10 καθορίζονται ὁ Διευθυντὴς τῆς Ἀστυνομίας, οἱ ἀστυνόμοι ἑκάστου τμήματος, ἐν δὲ τῷ ἄρθρῳ 22 ὁρίζεται τὸ ποσὸν 600 ἀστυφυλάκων, ὑπηρετησόντων εἰς τὴν Ἀστυνομίαν Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς· ὁρίζεται ἔτι, ὅτι εἰς τὴν ὑπηρεσίαν ἑκάστου τμήματος τάσσεται εἷς ὑπολοχαγὸς ἀστυνόμος καὶ εἷς ὑπαστυνόμος, ἐννοεῖται δ’ ὅτι θὰ κατανεμηθῶσι καὶ οἱ 600 ἀστυφύλακες. Παραλείπεται ἐν τῷ ἄρθρῳ, καὶ εἶναι ἀνάγκη νὰ τεθῇ, ὅτι ἐν ἑκάστῳ τμήματι δέον νὰ διορισθῶσι δύο ἐνωμοτάρχαι βʹ τάξεως καὶ δύο ὑπενωμοτάρχαι, κατὰ τὸν καθεστῶτα νόμον. Δὲν δύναται νὰ λειτουργήσῃ εἷς νόμος μὲ ἀνωτέρους βαθμοφόρους καὶ μὲ ἁπλοῦς ὁπλίτας, ἐὰν δὲν ὑπάρχωσι καὶ ὑπαξιωματικοί. Δὲν ὑπάρχει δὲ καμμία πρόνοια περὶ τούτων. Εἰς τὰς παρατηρήσεις ταύτας προσθέτω καὶ τοῦτο, κύριε Ὑπουργέ. Ἐν τῷ ἄρθρῳ 22, ἐν ᾧ καταργεῖται ἡ στρατιωτικὴ ἀστυνομία, ἀναζῇ ἢ μένει ἐν τῇ ζωῇ ὁ θεσμὸς τῶν ἀστυφυλάκων· δὲν προνοεῖτε ὅμως περὶ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν θὰ διορίζωνται οὗτοι. Τοὺς ἀστυφύλακας τοὺς χρησιμοποιεῖτε ἐφ’ ὅσον ὑπάρχωσιν ἐκ τοῦ παρελθόντος. Ἀφ’ ἧς ὅμως στιγμῆς ἐκλείψωσι, δὲν ἔχετε καμμίαν θύραν, κανὲν προσὸν πρὸς κατάταξιν αὐτῶν. Ὁ νόμος, τὸν ὁποῖον καταργεῖτε, ὁ ΒΞΘʹ, ἐν τῷ ἄρθρῳ 10 καθορίζει τὸν τρόπον τῆς κατατάξεως, ἀναγράφει τὰ προσόντα, ἄνευ τῶν ὁποίων δὲν δύναται νὰ γείνῃ κατάταξις. Τὸ ἄρθρον 10 τοῦ καταργουμένου νόμου λέγει: «Κατατάσσεται ἀστυφύλαξ ἐπὶ πενταετεῖ θητείᾳ ὁ κατὰ τὸν περὶ στρατολογίας νόμον μὴ ἀποκλειόμενος τῆς στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας, ἄν: —αʹ), βʹ)» κτλ. Ἔχομεν ἕνα ἀριθμὸν ἤδη ἀστυφυλάκων. Οὗτοι ὑποτίθεται ὅτι θὰ ὑπηρετήσωσιν. Ἐὰν δὲν θελήσωσι νὰ ὑπηρετήσωσιν ὑπὸ τὰς διατάξεις τοῦ νέου νόμου, πόθεν θὰ λάβητε τοὺς ἀστυφύλακας, τοὺς ὁποίους βαπτίζετε μὲν μὲ τὸ ὄνομα τῶν ἀστυφυλάκων κατὰ τὸν παλαιὸν νόμον, ἀλλὰ τοὺς ὁποίους εἰσάγετε χωρὶς νὰ καθορίζητε καὶ τὸν τρόπον, καθ’ ὃν θέλετε κατατάξει αὐτοὺς, τὰ προσόντα, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ ἔχωσι, ἵνα καταταχθῶσι; Τίνα πρόνοιαν νομοθετικὴν ἔχετε, ἵνα κατατάξητε αὐτούς; τίνα προσόντα ἀναγράφετε; Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι ἐν τῷ ἄρθρῳ τούτῳ πρέπει νὰ προνοήσητε περὶ διατάξεως συμφώνου πρὸς τὸ ἄρθρον 10 τοῦ νόμου τοῦ καταργουμένου περὶ στρατιωτικῆς ἀστυνομίας, διότι αἱ διατάξεις τοῦ ἄρθρου τούτου εἶναι ὀρθαὶ καὶ ἀναγράφουσι προσόντα κατάλληλα διὰ τοὺς ἀστυφύλακας. Ἀλλὰ παρουσιάζεται καί τι κενόν, τὸ ὁποῖον ἐν τῇ διατάξει ταύτῃ, ἢ ἄλλῃ αὐτοτελεῖ, εἶναι ἀπαραίτητος ἀνάγκη νὰ καθορίσητε. Ἐν ἄρθρῳ 20, ὡς καὶ ἐν ἄλλῳ ἄρθρῳ τοῦ νομοσχεδίου, λέγετε, ὅτι «οἱ ἀστυφύλακες ἀποβάλλονται τῆς ὑπηρεσίας καὶ πρὸ τῆς λήξεως τῆς θητείας των». Ἔχοντες ὅμως ὑπ’ ὄψιν, κύριε Ὑπουργέ, τὸν νόμον τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας, κατὰ τὸν ὁποῖον καθορίζονται τὰ προσόντα τοῦ ἀστυφύλακος καὶ ὁ χρόνος τῆς θητείας, λέγετε ὅτι πρὸ τῆς λήξεως τῆς θητείας γίνεται τοῦτο. Ἀλλὰ ὁρίζετε ἐν τῷ νόμῳ τούτῳ τὴν θητείαν τοῦ ἀστυφύλακος; ἢ τὴν ἀφίνετε εἰς τὴν θέλησιν τοῦ κατατασσομένου; Εἶναι λοιπὸν ἄλλη ἔλλειψις αὕτη, ἥτις δέον νὰ πληρωθῇ. Ἑπομένως τρία εἶναι τὰ αἰτούμενα διὰ τῶν παρατηρήσεών μου τούτων. Πρῶτον, ὅτι πρέπει ἐν τῷ ἄρθρῳ νὰ τεθῇ ἀπαραιτήτως μετὰ τὸ: «Τάσσονται δ’ ὑπὸ τὰς διαταγὰς αὐτοῦ εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῆς Διευθύνσεως τῆς Διοικητικῆς Ἀστυνομίας, ἐν ἑκάστῳ μὲν τῶν ἀστυνομικῶν τμημάτων ἑκατέρας τῶν δύο πόλεων ἀνὰ εἷς ὑπολοχαγὸς, ὡς ἀστυνόμος, καὶ ἀνὰ εἷς ἀνθυπολοχαγὸς, ὡς βοηθὸς αὐτοῦ», ἡ φράσις «δύο ἐνωμοτάρχαι βʹ. τάξεως καὶ δύο ὑπενωμοτάρχαι».

§137ΚΥΡ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Μάλιστα.

§138Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Συμφωνεῖτε;

§139ΚΥΡ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Μάλιστα.

§140Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Δεύτερον, δέον νὰ καθορισθῶσι τὰ προσόντα τῶν ἀστυφυλάκων, συμφώνως τῷ ἄρθρῳ, τὸ ὁποῖον καταργεῖται, καὶ τρίτον, ἐνῷ ὁμιλεῖτε περὶ θητείας, δὲν καθορίζετε τὸν χρόνον τῆς θητείας. Τρίτον λοιπὸν εἶναι ὁ χρόνος τῆς θητείας, περὶ τῆς ὁποίας δέον νὰ τεθῇ ἰδίᾳ διάταξις.

§141Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὰ προσόντα τῶν ἀστυφυλάκων καὶ ἡ διάρκεια τῆς θητείας αὐτῶν θέλουσι κανονισθῆ δι’ ἰδίου νομοσχεδίου.

§142Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἀλλὰ παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε, νά μοὶ εἴπητε, ἐὰν ὁ νόμος αὐτὸς θὰ ἦναι διαρκὴς ἢ προσωρινός.

§143Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Διαρκέστατος, ἐν ὅσῳ δὲν καταργηθῇ δι’ ἄλλου.

§144Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἐὰν εἶναι διαρκὴς, τότε δὲν ἐννοῶ τὴν ἔννοιαν τῆς διατάξεως, καθ’ ἣν ἀναστέλλεται ἡ κατάταξις τῶν ἀστυφυλάκων· διότι, ὅταν ἔχητε διάταξιν νόμου, διὰ τῆς ὁποίας λέγετε, ὅτι ἀναστέλλεται ἡ κατάταξις τῶν ἀστυφυλάκων, χωρὶς νὰ ὁρίζητε καὶ πότε παύει ἡ ἀναστολὴ, θὰ εὑρεθῆτε ἡμέραν τινὰ ἄνευ ἀστυφυλάκων· ὁ δὲ νόμος βασίζεται ἐπὶ ὑπαρχούσης ἀστυφυλακῆς. Τώρα ἡ διάταξις εἶναι ῥητή· ἀπὸ τῆς ἐκδόσεως τοῦ νόμου τούτου, λέγει τὸ ἄρθρον, ἀναστέλλεται πᾶσα κατάταξις ἀστυφυλάκων. Ἐννοεῖται ὅτι ὅλοι γνωρίζομεν, ὅτι διὰ τῆς λήξεως τῆς θητείας ἢ διὰ θανάτου θέλει ἐλαττωθῆ ὁ ἀριθμὸς τῶν ἀστυφυλάκων. Ἀλλ’ ὅταν φθάσητε κάτω τοῦ ἀριθμοῦ τοῦ ὑπὸ τοῦ νόμου προβλεπομένου, τί θὰ γείνῃ; Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ μελετηθῇ τὸ ἄρθρον τὸ ἀναστέλλον ἀπολύτως τὴν κατάταξιν, καὶ νὰ ὁρισθῇ, ὅτι ἀναστέλλεται ἡ κατάταξις μέχρις οὗ ὁ ἀριθμὸς τῶν ἀστυφυλάκων περιορισθῇ εἰς τὸν δεῖνα ἀριθμόν· διότι ἄλλως θὰ ἔχητε ἀνάγκην νὰ προβῆτε εἰς κατάταξιν. Ὑπέβαλον τὰς παρατηρήσεις ταύτας, διότι ὁ κανονισμὸς τῶν προσόντων τῶν ἀστυφυλάκων κλπ. οὐδεμίαν σημασίαν θὰ ἔχῃ, ἐν ὅσῳ ὑπάρχει ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου, δι’ ἧς ἀναστέλλεται πᾶσα κατάταξις.

§145Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἀναγράφεται ἡ διάταξις αὕτη τῆς ἀναστολῆς τῆς κατατάξεως, διότι ὁ ὑπάρχων ἀριθμὸς τῶν ἀστυφυλάκων ὑπερβαίνει τὰς ἀνάγκας, τὰς ὁποίας ἐκρίναμεν ὅτι ἔχομεν. Κατὰ τὸν νόμον τοῦτον ἀρκοῦσι 1100–1200 ἀστυφύλακες, ἔχομεν δὲ 2200 περίπου. Διὰ τοῦτο ἀνεγράφη ἡ διάταξις, ἵνα ἀνασταλῇ ἡ περαιτέρω κατάταξις, μὴ αὐξηθῇ δὲ καὶ περαιτέρω ὁ ἀριθμὸς τῶν ἀνδρῶν τῆς ἀστυφυλακῆς. Ἀλλὰ κατὰ τὴν ἐμὴν γνώμην αἱ διατάξεις περὶ κατατάξεως τῶν ἀστυφυλάκων καὶ περὶ τῆς διαρκείας τῆς θητείας αὐτῶν καὶ περὶ τῆς ἀποβολῆς αὐτῶν χρήζουσιν ἀναθεωρήσεως. Διὰ τοῦτο θέλει συνταχθῆ νομοσχέδιον ἴδιον περὶ τούτου, τὸ ὁποῖον θέλει κανονίσει κατὰ τρόπον ἴσως κατά τι διάφορον τοῦ νῦν κανονίζοντος τὰ περὶ τούτου.

§146Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸ ἄρθρον 20 λέγει, ὅτι «οἱ ἀστυφύλακες ἀποβάλλονται τῆς ὑπηρεσίας καὶ πρὸ τῆς λήξεως τῆς θητείας των». Ἔχομεν λοιπὸν τὴν λέξιν «θητείαν». Ἀφοῦ δὲ τὴν ἔχομεν ἐν τῷ νόμῳ τούτῳ, δέον νὰ καθορίσωμεν πόση εἶναι ἡ θητεία· τριετής; πενταετής;

§147Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐν ὅσῳ δὲν τροποποιηθῇ ὁ νόμος περὶ ἀστυφυλακῆς,—εἴπομεν δὲ, ὅτι θέλομεν εἰσαγάγει νομοσχέδιον περὶ τούτου,—ἰσχύει ἡ διὰ τοῦ κρατοῦντος νόμου ὡρισμένη θητεία.

§148Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἀλλὰ τότε ὅλαι αὗται αἱ διατάξεις δύνανται νὰ μὴ ὑπάρξωσιν, ὡς καὶ ἡ διάταξις ἡ ὁποία ἀναστέλλει τὴν κατάταξιν ἀστυφυλάκων.

§149Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Διατὶ δύναται νὰ μὴ ὑπάρξῃ ἡ περὶ ἀναστολῆς διάταξις;

§150Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Καλῶς προνοήσαντες ἐδῶ δὲν ὁρίζετε μέχρι ποίου σημείου ἡ ἀναστολὴ φθάνει. Δὲν πρόκειται τότε περὶ διαρκοῦς νομοσχεδίου.

§151Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἡ ἀναστολὴ ἰσχύει ἐφ’ ὅσον ἰσχύει ὁ ὑπάρχων νόμος περὶ ἀστυφυλακῆς. Τὸ νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου θέλουσιν ὁρισθῆ αἱ διατάξεις τῶν προσόντων, τῆς θητείας καὶ τῆς ἀφέσεως, αὐτὸ θέλει κανονίσει καὶ τὴν παῦσιν τῆς ἀναστολῆς τῆς κατατάξεως. Ἐν ὅσῳ τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ δὲν συνταχθῇ καὶ ψηφισθῇ, διατὶ πρέπει νὰ ἐπιτρέπωμεν ν’ αὐξήσῃ ὁ ὑπάρχων ἀριθμός;

§152Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ὥστε δι’ ἄλλου νομοσχεδίου θὰ μεταβληθῇ ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου τούτου. Καὶ ἄλλην μίαν παρατήρησιν ἤθελον νὰ κάμω, ἢ μᾶλλον μίαν ἄλλην ἐξήγησιν ἤθελον νὰ ζητήσω. Θὰ δώσητε εἰς τοὺς δήμους ἀστυφύλακας, ὁσάκις οἱ δῆμοι ζητῶσιν ἀστυφύλακας, διότι ὑπάρχει ἡ φράσις ἐν τῷ νόμῳ «ἐκ τῶν ἐν τῷ σώματι τῆς ἀστυφυλακῆς κατατεταγμένων». Ἐρωτῶ, ἐκ τῶν σήμερον κατατεταγμένων; ἢ, προκειμένου περὶ διαρκοῦς νόμου, πάντοτε θὰ δίδητε ἀστυφύλακας;

§153Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τώρα ἔχομεν, κατὰ τὸν προϋπολογισμόν, ὃν εἰσηγάγομεν διὰ τὸ ἔτος 1903, ἀστυφύλακας 2132.

§154Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ἐκ τῆς μακρᾶς συζητήσεως μοὶ ἐγεννήθησαν δύο ἀπορίαι, καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ μοὶ δώσῃ ἐξήγησιν. Πρῶτον ἐπιθυμῶ νὰ μάθω, καταργεῖται ἢ οὔ ὁ ὑφιστάμενος νόμος; Ἐὰν καταργῆται ἐν μέρει, ποῖαι διατάξεις καταργοῦνται καὶ ποῖαι μένουσιν ἐν ἰσχύϊ; Διότι, ὡς παρατηρεῖτε, ἐνιαχοῦ ἀναφέρεται, ὅτι διατηρεῖται τὸ καθεστὼς· ἀναφέρεται δὲ οὕτως, ὥστε δὲν μένει ἀμφιβολία, ὅτι διατηρεῖται τὸ καθεστώς· εἰς ἐνίσχυσιν δ’ ἔρχεται ἡ ἀγόρευσις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅστις εἶπεν, ὅτι ἐν ὅσῳ δὲν προβληθῇ νέος νόμος, ἰσχύουσιν αἱ διατάξεις τοῦ ὑπάρχοντος. Εὐλόγως λοιπὸν γεννᾶται ἡ ἀπορία, ὑφίσταται ἢ καταργεῖται ἡ νῦν ἰσχύουσα ἀστυνομία; καὶ κατὰ πόσον καταργεῖται; Γίνεται δ’ ἐνταῦθα καὶ μία καινοτομία· δηλαδὴ παραδέχεται τὸ νομοσχέδιον, ὅτι δύναται νὰ διορισθῇ Διευθυντὴς τῆς Ἀστυνομίας Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς καὶ ἀπόστρατος ἀνώτερος ἀξιωματικὸς, ὁ ὁποῖος εἶναι πολίτης. Ἐγὼ δὲν ἔχω ἀντίρρησιν εἰς τοῦτο, ἀλλὰ θέλω νὰ ἐπεκταθῇ ἡ διάταξις καὶ νὰ διορίζηται καὶ πολίτης· διότι, ἀφοῦ δίδομεν τὸ δικαίωμα εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ διορίζῃ ἀπόστρατον, ὅστις εἶναι πολίτης, διατὶ νὰ μὴ ἐπιτρέψωμεν σαφῶς, ὅπως διορίζηται καὶ πολίτης, τὸ ὁποῖον θὰ ἦτο προτιμότερον;

§155Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι ἐπιτακτικὴ ἡ διάταξις.

§156ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ἐγὼ δὲν λέγω νὰ γείνῃ ἐπιτακτική. Ἐγὼ ἀρκοῦμαι εἰς τὸ ἐνδεικτικὸν τῆς διατάξεως, ἀλλ’ ἐπιθυμῶ νὰ μὴ περιορίζηται ἡ ἐνδεικτικότης αὐτῆς μέχρι τοῦ ἀποστράτου, ἀλλὰ νὰ ἐπεκταθῇ καὶ ἐπὶ παντὸς πολίτου, ἀφοῦ πολίτης εἶναι καὶ ὁ ἀπόστρατος, πολίτης μάλιστα θεωρούμενος ἀνίκανος δι’ ὡρισμένην δημοσίαν ὑπηρεσίαν.

§157Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Λεβαδείας ἐπρότεινε τὴν ἑξῆς θεωρίαν· ἀξιωματικὸς ἐν ἀποστρατείᾳ εἶναι πολίτης, ἄρα διορίζομεν πολίτην, καὶ ἑπομένως δύναται καὶ πολίτης νὰ διορισθῇ ἀστυνόμος ἐν Ἀθήναις, τῇ πρωτευούσῃ τοῦ Κράτους. Ἀλλὰ τοῦτο δὲν ἐξάγεται ἐκ τοῦ νόμου. Ὁ νόμος διατάσσει, ὅτι δύναται νὰ διορισθῇ καὶ ἀπόστρατος ἀξιωματικός. Τί εἶναι ἀπόστρατος; Εἶναι πολίτης, ὅστις ὑπηρέτησεν ὡς ἀξιωματικός, εἶναι ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος φέρει τὰ προσόντα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἔπρεπε νὰ ἔχῃ καὶ ἂν ἦτο ἐν ἐνεργείᾳ. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν παρατήρησιν, τίνες διατάξεις τοῦ ὑπάρχοντος νόμου ἰσχύουσι καὶ τίνες ὄχι, τοῦτο προκύπτει ἐκ τῆς μελέτης τοῦ νομοσχεδίου. Ἐὰν ὑπάρχῃ διάταξις καταργοῦσα τὸν νόμον, τοῦτο θέλει διατάττεσθαι ῥητῶς. Πᾶσαι λοιπὸν αἱ διατάξεις αἱ μὴ μετατρεπόμεναι ἰσχύουσι.

§158ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ἀποδέχομαι τὴν πρώτην παρατήρησιν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Ὡς πρὸς τὸ ἕτερον ζήτημα, ἔδωκεν ἀπάντησιν, τὴν ὁποίαν ἀνέμενον καὶ ἡ ὁποία συντελεῖ εἰς τὸ νὰ γείνῃ εὐρυτάτη συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου· διότι παρεδέχθη καὶ ἐπανέλαβεν, ἵνα τονισθῇ καλῶς, ὅτι ὁ ἀπόστρατος ἀξιωματικὸς εἶναι πολίτης, ἀλλ’ ὑπηρέτησεν ὡς ἀξιωματικός, καὶ ἑπομένως ἀπέκτησεν ὅλα τὰ προσόντα, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ ἔχῃ ὡς Διευθυντὴς τῆς Ἀστυνομίας. Τοῦτο θὰ χρησιμεύσῃ εἰς τὴν Βουλήν.

§159Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἔχει ὅλα τὰ προσόντα, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ ἔχωσιν ἐκεῖνοι, τοὺς ὁποίους καλεῖ ὁ νόμος.

§160Ι. ΣΤΑΙΚΟΣ. Ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεων ἐδήλωσεν, ὅτι μετὰ τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου θέλει ὑποβληθῆ ἕτερον, συμπληροῦν ἐλλείψεις τινὰς αὐτοῦ.

§161Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Περὶ ἀστυφυλάκων.

§162Ι. ΣΤΑΙΚΟΣ. Νομίζω ὅτι ἡ ὑποβολὴ ἑτέρου νομοσχεδίου, σχετικοῦ πρὸς τὸν νόμον, θέλει παρατείνει τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς ὡς ἐκ τῶν νέων συζητήσεων, αἵτινες θ’ ἀρχίσωσι. Δὲν βλέπω λοιπὸν τὸν λόγον, δι’ ὃν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν δὲν τροποποιοῦσι τὸ συζητούμενον νομοσχέδιον καὶ δὲν προσθέτουσιν ἄρθρα τινὰ, ἵνα ἔχωμεν ἓν νομοσχέδιον πρὸς συζήτησιν. Τὸ νὰ λέγωσιν ὅτι θέλουσιν ὑποβάλει καὶ ἕτερον νομοσχέδιον, τοῦτο σημαίνει, ὅτι τὸ ὑποβληθὲν δὲν ἐμελετήθη καλῶς. Ἐν τούτοις θὰ ἐξακολουθήσωμεν συζητοῦντες ἐπὶ τοιούτου νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον θὰ παρατείνῃ τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς, καὶ ἀφοῦ παραταθῶσιν αὗται, θὰ χαρακτηρισθῶμεν ἡμεῖς, ὅτι δὲν ἐργαζόμεθα ὡς πρέπει. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν νομίζω ὅτι ἔχει καθῆκον νὰ φέρῃ πᾶσαν τροποποίησιν, τὴν ὁποίαν ἤθελε νομίσει ὀρθὴν, ἀπὸ τοῦδε, ἵνα μὴ ἐπανερχώμεθα ἐπὶ τὰ αὐτά.

§163Α. ΨΥΛΛΑΣ. Μία παρατήρησιν ἔχω νὰ ὑποβάλω, καὶ παρακαλῶ νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν. Εἶναι γνωστὸν, ὅτι ἡ πόλις τοῦ Πειραιῶς ηὔξησε καταπληκτικῶς, καὶ πλησιάζει νὰ ἔχῃ πληθυσμὸν 60,000 κατοίκων· διὰ τοῦτο τὰ ἀστυνομικὰ τμήματα αὐτῆς πρέπει ν’ αὐξήσωσι. Βεβαίως δὲν πρέπει ἡ πόλις τοῦ Πειραιῶς νὰ χωρισθῇ τῆς Διευθύνσεως τῆς Ἀστυνομίας Ἀθηνῶν, διότι ὁ Πειραιεὺς εἶναι ἐπίνειον τῶν Ἀθηνῶν. Ἀλλ’ ἐν Πειραιεῖ πλὴν τῆς αὐξήσεως τῶν τμημάτων, τὴν ὁποίαν θεωρῶ ἀναγκαίαν, δύναται νὰ ὁρισθῇ εἷς ἀξιωματικός, λοχαγὸς ἢ ὑπολοχαγός, διὰ τὴν διεύθυνσιν τῶν τμημάτων τούτων.

§164ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 10, ὡς ἔχει, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀναγινώσκονται εἶτα καὶ γίνονται δεκτὰ ἄνευ ἀντιρρήσεως τὰ ἄρθρα 11–13).

§165ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 14 (ἀναγινώσκεται).

§166Ι. ΣΤΑΙΚΟΣ. Παρακαλῶ νὰ διασαφηνισθῇ, ἂν ὁ ἀνώτερος ἀξιωματικὸς θὰ λαμβάνῃ τὴν σύνταξίν του ἥμισυν, καὶ ποῖον. Διότι ἐν τῷ ἄρθρῳ ὁρίζεται, ὅτι οἱ ἀξιωματικοὶ οἱ ἐκτελοῦντες ἀστυνομικὰ καθήκοντα λαμβάνουσι τὸν μισθόν των· ἀλλ’ ἂν ἡ ὑπηρεσία θέλῃ νὰ διορίσῃ ἀξιωματικοὺς ἐν ἀποστρατείᾳ, πρέπει νὰ ὁρισθῇ καὶ ὁ μισθός, διότι αὐτοὶ λαμβάνουν σύνταξιν καὶ οὐχὶ μισθόν.

§167Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὰς ἀπορίας ταύτας λύει ὁ νόμος περὶ δημοσίου λογιστικοῦ. Κατ’ αὐτὸν οὐδεὶς δύναται νὰ λαμβάνῃ σύνταξιν καὶ μισθοδοσίαν. Οἱ ἀξιωματικοὶ οἱ ἔχοντες σύνταξιν, διοριζόμενοι δύνανται νὰ ἐκλέξωσιν, ἐὰν θέλωσι, νὰ λαμβάνωσι τὴν σύνταξιν ἢ τὸν μισθόν των.

§168ΣΤΑΙΚΟΣ. Ποῖον μισθόν; Διότι αὐτοὶ ἀποστρατευόμενοι λαμβάνουσιν ἕνα βαθμὸν περισσότερον.

§169Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τὸν μισθὸν, ὃν εἶχον ὅτε ἦσαν ἐν ἐνεργείᾳ.

§170Ι. ΣΤΑΙΚΟΣ. Ὑμεῖς ἐννοεῖτε, ὅτι ὁ ἀποστρατευόμενος ἀξιωματικός, διοριζόμενος ἐν τῇ ἀστυνομίᾳ, θὰ λαμβάνῃ τὸν μισθὸν τοῦ βαθμοῦ, ὃν εἶχεν ἀποστρατευθείς· ἀλλὰ δὲν δύναται ἐπανερχόμενος νὰ λάβῃ τὸν μισθὸν τοῦ ἐν ἐνεργείᾳ ἀξιωματικοῦ ἄνευ νόμου. Οἱ ἀξιωματικοί, ὡς γνωρίζετε, ἀποστρατευόμενοι καρποῦνται τοῦ εὐεργετήματος νὰ λαμβάνωσιν ἕνα βαθμὸν ἀνώτερον· πῶς εἶναι λοιπὸν δυνατόν, διορίζοντες ἀστυνόμον ἕνα συνταγματάρχην, νὰ τοῦ δώσητε τὸν μισθὸν τοῦ ἀντισυνταγματάρχου; Τοῦτο εἶναι πλημμελές, καὶ ἐπιτρέψατέ μοι νὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ μελετήσητε αὐτὸ τὸ ζήτημα.

§171Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Κατ’ ἐμὲ, δὲν ὑπάρχει ζήτημα· εἶναι τὸ πρᾶγμα ἁπλούστατον. Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν διὰ διατάγματος διορίζει ἕνα ἀπόστρατον ἀξιωματικὸν ὡς Διευθυντήν· ὁ ἀξιωματικὸς αὐτὸς δὲν λαμβάνει μισθὸν ἐνεργείας, ἀλλὰ τὸν μισθὸν τοῦ βαθμοῦ του. Δὲν ἐξετάζεται ποῖον μισθὸν ἐλάμβανεν ἐν τῷ βαθμῷ, ὃν εἶχεν, ὅτε ἦτο ἐν ἐνεργείᾳ, ἀλλὰ ποῖος ὁ μισθὸς τοῦ βαθμοῦ, ὃν ἔχει.

§172Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Νομίζω, ὅτι κατ’ ἄλλον τρόπον δύναται τὸ ζήτημα νὰ λυθῇ, ἀποδιδομένου εἰς τὸν Διευθυντὴν τῆς Ἀστυνομίας τοῦ μισθοῦ, ὃν εἶχεν ἡ θέσις αὕτη, ἀναλόγως τοῦ βαθμοῦ, ὃν ἔφερεν ἐν τῇ ἱεραρχίᾳ.

§173Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ μισθὸς, ὃν ἐλάμβανεν ὁ Διευθυντὴς τῆς Ἀστυνομίας, ὅτε δὲν ὑπῆρχεν ἡ στρατιωτικὴ ἀστυνομία, ἦτο ὁ μισθὸς τοῦ Νομάρχου, καὶ ἐπειδὴ ὁ μισθὸς τοῦ Νομάρχου ἦτο τότε 480 δραχμαί, ὁ Διευθυντὴς τῆς Ἀστυνομίας ἐλάμβανε 480 δραχμάς. Ἀλλὰ κατὰ τὸ νομοσχέδιον Διευθυντὴς τῆς Διοικητικῆς Ἀστυνομίας Ἀθηνῶν–Πειραιῶς διορίζεται ἀνώτερος ἀξιωματικός, ὁ ὁποῖος εἶναι εἴτε ἐν ἐνεργείᾳ, εἴτε ἀπόστρατος. Ποῖον μισθὸν ἐλάμβανεν ἐν τῷ στρατῷ ὁ ἐν ἐνεργείᾳ, δυνάμει τοῦ βαθμοῦ, τὸν ὁποῖον ἔχει; Εἶναι ἀντισυνταγματάρχης; ἐλάμβανε τὸν μισθὸν τοῦ ἀντισυνταγματάρχου· ἀλλ’ ἀποστρατευθεὶς προὐβιβάσθη εἰς συνταγματάρχην· ὡς Διευθυντὴς θέλει λαμβάνει τὸν μισθὸν τοῦ συνταγματάρχου.

§174Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Νομίζω, ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου κατέληξεν εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι δύναται νὰ διορισθῇ Διευθυντὴς τῆς Ἀστυνομίας Ἀθηνῶν–Πειραιῶς καὶ ὑποστράτηγος· ἀλλ’ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει δίκαιον εἶναι νὰ κανονισθῇ καὶ δι’ αὐτὸν μία ἀποζημίωσις. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 14, ὡς ἔχει. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 15 καὶ 16 ἄνευ ἀντιρρήσεως).

§175ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 17 (ἀναγινώσκεται).

§176Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐν τῷ ἄρθρῳ 17 § βʹ ἀναφέρεται, ὅτι «καὶ οἱ ἀστυφύλακες πρώτης τάξεως προβιβάζονται καὶ ἐκ τοῦ βαθμοῦ τούτου εἰς τὸν τοῦ ὑπενωμοτάρχου, καὶ ἐκ τοῦ βαθμοῦ τούτου εἰς τὸν τοῦ ἐνωμοτάρχου βʹ τάξεως, προτάσει τοῦ προϊσταμένου αὐτῶν Ἀστυνόμου, ὑποστηριζομένῃ ἠτιολογημένως ὑπὸ τοῦ Νομάρχου». Ἐν τοῖς ἄλλοις νόμοις περὶ τῆς χωροφυλακῆς καὶ ἀστυφυλακῆς ὑπάρχει νομοθετικὴ διάταξις ἀκριβεστέρα καὶ ὀρθοτέρα, ὁρίζουσα τὸν τρόπον τῆς προαγωγῆς. Ἀνάλογον διάταξιν δυνάμεθα νὰ περιλάβωμεν καὶ ἐνταῦθα, καὶ νὰ μὴ περιορισθῶμεν εἰς τὴν ὑποστήριξιν τοῦ Νομάρχου. Νομίζω ὅτι ἡ παρέμβασις τοῦ Νομάρχου πρὸς προβιβασμὸν παρέλκει.

§177ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Εἰς τὴν δευτέραν συζήτησιν! (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 17, ὡς ἔχει. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 18 καὶ 19 ἄνευ ἀντιρρήσεως).

§178ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 20 (ἀναγινώσκεται).

§179Ι. ΣΤΑΪΚΟΣ. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ ὑποβάλω παρατήρησίν τινα ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 20. Κατὰ τὸ ἄρθρον τοῦτο, ἐδάφ. βʹ, «οἱ ἀστυφύλακες ἀποβάλλονται τῆς ὑπηρεσίας, ἐὰν κατεδικάσθησαν ἐπὶ πλημμελήματι εἰς ποινὴν ἀνωτέραν τῆς τριμήνου φυλακίσεως». Ἀλλ’ εἶναι ἐνδεχόμενον, ἀστυφύλακες ὑποπεσόντες εἰς διαφόρους ἐγκληματικὰς πράξεις νὰ καταδικασθῶσι δεκάκις ἐπὶ πλημμελήματι, ἀλλ’ οὐδέποτε ἡ ποινὴ αὐτῶν νὰ ὑπερβῇ τὴν τρίμηνον φυλάκισιν. Ὁ τοιοῦτος ἀστυφύλαξ δὲν νομίζω ὅτι πρέπει νὰ παραμένῃ εἰς τὰς τάξεις τῆς χωροφυλακῆς. Διὰ τοῦτο θὰ παρακαλέσω τὸν ἀξιότιμον κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ προσθέσῃ μετὰ τὸ βʹ ἐδάφιον διάταξιν, καθ’ ἣν νὰ ἀποβάλλωνται τῆς ὑπηρεσίας καὶ οἱ καταδικασθέντες ἐπὶ πλημμελήματι δὶς ἢ τρὶς τοῦ ἔτους εἰς ποινὴν ὑπερβαίνουσαν τὴν δεκαπενθήμερον φυλάκισιν. Ὡς ἔχει σήμερον ἡ διάταξις τοῦ ψηφιζομένου νόμου, ἔχω τὴν ἰδέαν, ὅτι οὐδεὶς ἀστυφύλαξ, ὑποπεσὼν εἰς ἐγκληματικὴν πρᾶξιν, δι’ ἣν ἐτιμωρήθη μὲ φυλάκισιν μικροτέραν τῆς τριμήνου, θὰ ἀποπεμφθῇ τῶν τάξεων τῆς ἀστυφυλακῆς.

§180Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ἀκριβῶς διὰ τὴν περίπτωσιν, δι’ ἣν ὁμιλεῖτε, ἐτέθη τὸ ἐδάφιον γʹ, ὁρίζον ὅτι τῇ προτάσει τοῦ προϊσταμένου του καὶ τῇ γνωμοδοτήσει τοῦ Νομάρχου ἀποβάλλεται τοῦ σώματος τῆς ἀστυφυλακῆς πᾶς παρεκτρεπόμενος ἀστυφύλαξ.

§181ΣΤΑΪΚΟΣ. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι τὸ ἐδάφιον γʹ πραγματεύεται περὶ πράξεων μὴ ὑπαγομένων εἰς τὴν ἁρμοδιότητα τῶν ποινικῶν δικαστηρίων· τὸ ἐδάφιον γʹ εἶναι ὅλως ξένον πρὸς τὴν τροπολογίαν.

§182Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι εἰς τὸ ἐδάφιον βʹ πρέπει νὰ προστεθῶσι μετὰ τὸ «Ἐὰν κατεδικάσθησαν ἐπὶ πλημμελήματι» αἱ λέξεις «κατ’ ἀντιμολίαν». (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 20, ὡς ἔχει. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 21–28 ἄνευ ἀντιρρήσεως).

§183ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 29 (ἀναγινώσκεται).

§184Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον παρετηρήθη ἐν τῷ ἐλέγχῳ τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας, εἶναι ὅτι διάφοροι ἀξιωματικοὶ ἢ ὁπλῖται, κυρίως ἀξιωματικοὶ καὶ ὑπαξιωματικοὶ τῆς ἀστυφυλακῆς, κατηγγέλθησαν, ἐδικάσθησαν ἐν τοῖς Πλημμελειοδικείοις, κατεδικάσθησαν, ἀλλὰ ἐβράδυνεν ἡ ἐκτέλεσις τῆς ποινῆς αὐτῶν, καὶ τοιουτοτρόπως ἀξιωματικοὶ ἢ ὑπαξιωματικοὶ διαπράξαντες ἀδίκημα ἐν τινὶ ἐπαρχίᾳ καὶ καταδικασθέντες εἰς φυλάκισιν, ἐνῷ ἔδει, ἐκτελουμένης τῆς ποινῆς ταύτης, νὰ ἐκδιωχθῶσι τῆς ἀστυνομικῆς ὑπηρεσίας, συνεπείᾳ τῆς βραδείας ἐκτελέσεως τῆς ποινῆς παρέμειναν παρανόμως ἐν τῇ θέσει των, ἐξεγειρομένης τῆς κοινῆς συνειδήσεως. Ἑπομένως προτείνω, ἐν τῇ δευτέρᾳ παραγράφῳ, μετὰ τὰς λέξεις «Ἐκτελοῦνται δ’ αἱ τοιαῦται κατ’ αὐτῶν ἐπὶ πλημμελήματι ἀποφάσεις τῇ ἐπιμελείᾳ τοῦ ἁρμοδίου Εἰσαγγελέως», ἀντὶ «ὅστις ἀποστέλλει ἀντίγραφον αὐτῶν εἰς τὸ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργεῖον», νὰ τεθῇ: «ὅστις ἐντὸς 5 ἡμερῶν ἀποστέλλει ἀντίγραφον αὐτῶν εἰς τὸ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργεῖον, ὀφεῖλον ἐντὸς 10 ἡμερῶν νὰ διατάξῃ τὴν ἐκτέλεσιν». Ὑπάρχουσι, κύριε Ὑπουργέ, τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας ὁπλῖται ἢ ἀξιωματικοί, οἵτινες ἐδικάσθησαν καὶ κατεδικάσθησαν, καὶ αἱ ἀποφάσεις ἐστάλησαν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, δὲν διετάχθη ὅμως ἡ ἐκτέλεσις αὐτῶν.

§185Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Τοῦτο τροποποιεῖ ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου. Ὄντως ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 29 τροποποιεῖ τὴν ὑπάρχουσαν διάταξιν, καθ’ ἣν αἱ ἀποφάσεις ἐκτελοῦνται μόνον τῇ ἀδείᾳ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν. Κατὰ τὸ νομοσχέδιον δὲν ἐκτελοῦνται πλέον τῇ ἀδείᾳ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, ἀλλὰ τῇ ἐπιμελείᾳ τοῦ ἁρμοδίου Εἰσαγγελέως (ἀναγινώσκει): «Ἐκτελοῦνται δ’ αἱ τοιαῦται κατ’ αὐτῶν ἐπὶ πλημμελήματι ἀποφάσεις τῇ ἐπιμελείᾳ τοῦ ἁρμοδίου Εἰσαγγελέως, ὅστις ἀποστέλλει ἀντίγραφον αὐτῶν εἰς τὸ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργεῖον», διατί; «πρὸς ἐφαρμογὴν τῶν περὶ ἀργίας ἢ ἀποτάξεως διατάξεων τοῦ περὶ καταστάσεως τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ στρατοῦ νόμου», διὰ νὰ ἐφαρμοσθῇ τὸ δεύτερον μέρος, ἡ στρατιωτικὴ ποινή.

§186Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν τοιαύτη εἶναι ἡ ἑρμηνεία, τὴν ὁποίαν δίδετε, εἶναι ὀρθοτάτη ἡ διάταξις· ἀλλὰ πρέπει νὰ λεχθῇ, ὅτι ὁ Εἰσαγγελεύς, τὴν στιγμήν, καθ’ ἣν ὁ ἀξιωματικὸς καταδικάζεται ὑπὸ τοῦ Πλημμελειοδικείου, θὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα νὰ τὸν ἀποστέλλῃ εἰς τὰς φυλακάς.

§187Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Βεβαίως αὐτὸ λέγει.

§188ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸ γίνεται.

§189Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι γνωστόν, ὅτι προκειμένου περὶ καταδίκης ἀξιωματικῶν, ὁ Εἰσαγγελεὺς δὲν ἔχει τὴν δικαιοδοσίαν αὐτήν· τὴν ἔχει τὸ Φρουραρχεῖον.

§190Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ταῦτα εἶχον οὕτω μέχρι τοῦδε. Ἀλλὰ κατὰ τὸ νομοσχέδιον ὁ Εἰσαγγελεὺς ἐπιμελεῖται τῆς ἐκτελέσεως τῶν ἀποφάσεων αὐτῶν. Κατέχω τὸ φυλλάδιον τοῦτο, τὸ ὁποῖον περιέχει πάσας τὰς ἀποφάσεις, τὰς ἐκδοθείσας κατ’ ἀξιωματικῶν ἀστυνόμων. Καὶ δὲν πρέπει μὲν νὰ ἀναφέρω ὀνόματα, ἀλλ’ εὑρίσκω ἐν αὐτῷ, ὅτι π. χ. ὑπῆρξεν ἀνθυπασπιστής, ὅστις ἐτιμωρήθη πρῶτον ἐπὶ τραύμασι, δεύτερον ἐπὶ παραβάσει τοῦ νόμου περὶ καπνοῦ, τρίτον ἐπὶ ἐξυβρίσει τιμῆς, τέταρτον ἐπὶ ἐξυβρίσει, πέμπτον ἐπὶ ἀδίκῳ ἐπιθέσει, ἕκτον ἐπὶ ἐξυβρίσει τιμῆς· ἓξ ποινὰς εἶχε, καὶ ὅμως ἐξηκολούθει νὰ ἦναι ἀστυνόμος! Διὰ τοῦτο διὰ τοῦ νομοσχεδίου ῥητῶς διατάσσεται, ὅτι ἐκτελοῦνται αἱ ἀποφάσεις ἐπιμελείᾳ τοῦ ἁρμοδίου Εἰσαγγελέως, ὅστις ἀποστέλλει αὐτὰς ὕστερον εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, διὰ νὰ ἐφαρμόσῃ οὗτος τὰς περὶ ἀργίας καὶ ἀποτάξεως διατάξεις τοῦ περὶ καταστάσεως τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ στρατοῦ νόμου.

§191Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἡ καταδίκη ἑνὸς ἀξιωματικοῦ ἔχει δύο συνεπείας ἀμέσους· τὴν ἐκτέλεσιν τῆς ποινῆς, ἀλλ’ ἐκτὸς τῆς ποινῆς καὶ τὴν διοικητικὴν ἐνέργειαν διὰ τῆς συστάσεως Συμβουλίου, τὸ ὁποῖον ἀποφαίνεται περὶ θέσεως εἰς ἀργίαν δι’ ἀπολύσεως ἢ εἰς πρόσκαιρον τοιαύτην. Τὸ ἄρθρον ἐνταῦθα, ἐὰν πρόκειται νὰ ἐφαρμοσθῇ καθ’ ἣν ἑρμηνείαν δίδετε, εἶναι ἀνάγκη κἄπως σαφέστερον νὰ διατυπωθῇ, διότι προσκρούει πρὸς τὸ καθεστὼς περὶ ἐκτελέσεως τῶν ποινῶν ἐναντίον τῶν ἀξιωματικῶν· διότι ἡ Εἰσαγγελία δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα τῆς ἀμέσου ἐκτελέσεως.

§192Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ Ποινικὴ Δικονομία δὲν κάμνει καμμίαν ἐξαίρεσιν. Ἡ Ποινικὴ Δικονομία ἀναθέτει τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ἀποφάσεων εἰς τὸν Εἰσαγγελέα· ἀλλὰ δυνάμει ἐγκυκλίου τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν δὲν ἔχει δικαίωμα ὁ Εἰσαγγελεὺς νὰ ἐκτελέσῃ ἀπόφασιν κατὰ ἀξιωματικοῦ, ἐὰν δὲν εἰδοποιήσῃ τοῦτον.

§193Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἡ διάταξις αὕτη εἶναι ἀντίγραφον τοῦ νόμου, ὅστις ὅμως δὲν ἐφαρμόζεται. Κατὰ τὴν ἑρμηνείαν λοιπόν, τὴν ὁποίαν δίδει ὁ κ. Πρωθυπουργός, πρέπει νὰ τεθῇ: «Ἐκτελοῦνται δ’ αἱ τοιαῦται ἀποφάσεις παραχρῆμα παρὰ τοῦ ἁρμοδίου Εἰσαγγελέως, ὅστις ἀποστέλλει ἀντίγραφον αὐτῶν εἰς τὸ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργεῖον». Τὸ ἀντίγραφον, τὸ ὁποῖον ἀποστέλλει, εἶναι διὰ νὰ κρίνῃ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, ἂν πρέπει τὸν ἀξιωματικὸν αὐτοῦ, ὁ ὁποῖος ἐτιμωρήθη ἐπὶ πλημμελήματι, νὰ τὸν παραπέμψῃ εἰς Ἀνακριτικὸν Συμβούλιον, διὰ νὰ ἐφαρμοσθῶσι κατ’ αὐτοῦ αἱ διατάξεις περὶ ἀργίας κλπ. Ἀλλὰ πῶς ἐκτελοῦνται αἱ ἀποφάσεις; Τῇ ἐπιμελείᾳ τοῦ Εἰσαγγελέως.

§194ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλὰ μέχρι τοῦδε ἠξεύρετε πῶς ἐκτελοῦνται αἱ ἀποφάσεις;

§195Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ τεθῇ «παραχρῆμα».

§196Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Μάλιστα. Ἐὰν θέλητε καὶ ἄλλο τι νὰ προσθέσωμεν, δέχομαι, διότι ἡ ἔννοια εἶναι αὕτη.

§197ΧΑΡ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Μίαν παρατήρησιν ἔχω. Ἡ τοιαύτη ἔκπτωσις ἀπαγγέλλεται κατὰ τὸ ἄρθρον 29 μόνον «διὰ παραβάσεις τῶν ἀξιωματικῶν κατὰ τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν ἀστυνομικῶν καθηκόντων των». Εἶναι αὕτη ἡ λεγομένη παράβασις καθήκοντος τοῦ Ποινικοῦ Νόμου, ἢ εἶναι ἄλλη παράβασις διατάξεώς τινος τῶν νόμων;

§198Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὑμεῖς γνωρίζετε, ὅτι αἱ διατάξεις περὶ παραβάσεως καθηκόντων κατὰ τὸν Ποινικὸν Νόμον ἀναγράφονται ἐν τῷ ἄρθρῳ 487 τοῦ Ποινικοῦ Νόμου, τὸ ὁποῖον διαιρεῖται εἰς δύο παραγράφους· ἡ πρώτη παράγραφος ἐπιβάλλει τὴν πειθαρχικὴν ποινήν, ἡ δευτέρα ἐν ὑποτροπῇ μετὰ τὴν πειθαρχικὴν ποινὴν παραπέμπει εἰς τὸ Πλημμελειοδικεῖον. Λοιπόν, ἐὰν τιμωρηθῇ ὁ ἀστυνόμος ὑπὸ τῶν ἐχόντων τὸ δικαίωμα νὰ ἐνασκῶσι τὴν πειθαρχικὴν ἐξουσίαν ἐπ’ αὐτοῦ, καὶ περιπέσῃ πάλιν εἰς παράβασιν, παραπέμπεται εἰς τὸ Πλημμελειοδικεῖον, κατὰ τὸ ἄρθρον 487 τοῦ Ποινικοῦ Νόμου. Ἐνθυμοῦμαι, βλέπετε, καὶ τὰς διατάξεις τοῦ Ποινικοῦ Νόμου.

§199ΧΑΡ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Μετὰ τὰς παρατηρήσεις αὐτάς, κύριε Πρόεδρε, γεννᾶται τὸ ζήτημα, τί θὰ ἐκτελέσῃ ὁ Εἰσαγγελεύς; Πρῶτον δὲν πρόκειται παρὰ περὶ παραβάσεως καθήκοντος, τῆς ἀναγραφομένης εἰς τὸ ἄρθρον 487 τοῦ Ποινικοῦ Νόμου. Πᾶσα ἄλλη ἐπὶ πλημμελήματι καταδίκη εἶναι ἄσχετος, διότι τὴν ἔκπτωσιν ἐπιφέρει μόνον ἡ καταδίκη ἐπὶ πλημμελήματι.

§200Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Κατὰ τὸ ἄρθρον 24 τοῦ Ποινικοῦ Νόμου.

§201ΒΟΖΙΚΗΣ. (ἀναγινώσκει). «... ἡ ἐπὶ πλημμελήματι καταδίκη τῶν ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ τῆς ἀστυνομίας ἀξιωματικῶν διὰ παραβάσεις αὐτῶν κατὰ τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν ἀστυνομικῶν καθηκόντων των ἐπιφέρει ἀναγκαίως τὴν κατὰ τὸ ἄρθρον 24 τοῦ Ποινικοῦ Νόμου ἔκπτωσίν των ἀπὸ τῆς ἀστυνομικῆς ὑπηρεσίας». Μόνον ἐὰν καταδικασθῇ διὰ παράβασιν καθήκοντος, ἐκπίπτει· ἐὰν καταδικασθῇ διὰ τραῦμα, ἐὰν καταδικασθῇ δι’ ἄλλο τι πλημμέλημα, δὲν ἐκπίπτει. Συνεπῶς δὲν ἔχει νὰ ἐκτελέσῃ κατὰ τῶν ἀστυνόμων ἀξιωματικῶν ἀποφάσεις ὁ Εἰσαγγελεὺς διὰ φυλακίσεως, διότι ἡ παράβασις καθήκοντος, ἡ τιμωρουμένη ὑπὸ τοῦ ἄρθρου 487 τοῦ Ποινικοῦ Νόμου, δὲν τιμωρεῖται μὲ φυλάκισιν· διότι μόνον αἱ τοιαῦται ἀποφάσεις ἐπὶ πλημμελήματι ἐκτελοῦνται ἐπιμελείᾳ τοῦ Εἰσαγγελέως, δηλαδὴ αἱ ἀποφάσεις διὰ παράβασιν τοῦ ἄρθρου 487 τοῦ Ποινικοῦ Νόμου. Ἀφοῦ δ’ οὕτως ἔχει τὸ πρᾶγμα, δὲν βλέπω τί θὰ ἐκτελέσῃ ὁ Εἰσαγγελεύς.

§202Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Πρέπει νὰ ἀναγνώσω τὴν παράγραφον πρώτην τοῦ ἄρθρου 29, διότι νομίζω ὅτι αὐτὸ, τὸ ὁποῖον λέγετε, ὑπάρχει ἐν αὐτῇ (ἀναγινώσκει): «Ἐκτὸς τῶν περιπτώσεων, καθ’ ἃς ἡ καταδίκη στρατιωτικῶν συνεπιφέρει κατὰ τοὺς ἰσχύοντας νόμους τὴν στέρησιν τοῦ βαθμοῦ, ἡ ἐπὶ πλημμελήματι καταδίκη τῶν ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ τῆς ἀστυνομίας ἀξιωματικῶν διὰ παραβάσεις αὐτῶν κατὰ τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν ἀστυνομικῶν καθηκόντων των, ἐπιφέρει ἀναγκαίως τὴν κατὰ τὸ ἄρθρον 24 τοῦ Ποινικοῦ Νόμου ἔκπτωσίν των ἀπὸ τῆς ἀστυνομικῆς ὑπηρεσίας». Ἐκτὸς τῶν περιπτώσεων, αἱ ὁποῖαι ἐπιφέρουσι τὴν ἔκπτωσιν ἀπὸ τοῦ βαθμοῦ, ἐπιβάλλει τὴν ἔκπτωσιν ἀπὸ τῆς ἀστυνομικῆς ὑπηρεσίας ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 24 τοῦ Ποινικοῦ Νόμου.

§203Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Παρακαλῶ. Τὸ ἄρθρον 29 τοῦ νομοσχεδίου εἶναι ὄχι μόνον ἀσαφὲς καὶ ἀντιφατικὸν, ἀλλὰ κατ’ ἐμὲ δὲν περιλαμβάνει καμμίαν ἔννοιαν, μεθ’ ὅλας τὰς ἐξηγήσεις, τὰς ὁποίας ἔδωκεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, καὶ παρακαλῶ νὰ μὲ προσέξητε, διὰ νὰ ἴδωμεν, ἂν ἀντελήφθην καλῶς τοῦ πράγματος. Πρῶτον θὰ ὁμιλήσω περὶ τῆς δευτέρας παραγράφου τοῦ ἄρθρου, κατὰ τὴν ὁποίαν «ἐκτελοῦνται δ’ αἱ τοιαῦται κατ’ αὐτῶν ἐπὶ πλημμελήματι ἀποφάσεις τῇ ἐπιμελείᾳ τοῦ ἁρμοδίου Εἰσαγγελέως, ὅστις ἀποστέλλει ἀντίγραφον αὐτῶν εἰς τὸ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργεῖον», πρὸς τίνα σκοπόν; «πρὸς ἐφαρμογὴν τῶν περὶ ἀργίας ἢ ἀποτάξεως διατάξεων τοῦ νόμου». Δὲν θὰ ὑπάρξῃ ποτὲ τοιαύτη περίπτωσις κατὰ τὸ ἄρθρον αὐτό. Ποτέ! Διότι, ἐὰν ἐπέλθῃ καταδίκη, ἡ ὁποία κατὰ τὴν πρώτην παράγραφον συνεπάγεται τὴν στέρησιν τοῦ βαθμοῦ, ἡ περίπτωσις τῆς δευτέρας παραγράφου δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἔχῃ ἐφαρμογήν, διότι βεβαίως ὁ στερηθεὶς τοῦ βαθμοῦ του δὲν ἠμπορεῖ νὰ τεθῇ εἰς ἀπόταξιν, διότι ἐτέθη ἤδη· ἑπομένως ἡ πρώτη περίπτωσις ἐκλείπει. Ἔρχομαι εἰς τὴν δευτέραν, καθ’ ἣν «ἡ ἐπὶ πλημμελήματι καταδίκη τῶν ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ τῆς ἀστυνομίας ἀξιωματικῶν διὰ παραβάσεις αὐτῶν κατὰ τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν ἀστυνομικῶν καθηκόντων των ἐπιφέρει ἀναγκαίως τὴν κατὰ τὸ ἄρθρον 24 τοῦ Ποινικοῦ Νόμου ἔκπτωσίν των ἀπὸ τῆς ἀστυνομικῆς ὑπηρεσίας». Οὐδεμία παράβασις τοιαύτη, τιμωρουμένη ὡς πλημμέλημα, εἴτε ὡς παράβασις καθήκοντος, εἴτε δι’ ἄλλον λόγον, δύναται νὰ συνεπιφέρῃ τὴν ἀπόταξιν τοῦ ἀξιωματικοῦ. Ποτέ. Διότι δὲν εἶναι αἱ παραβάσεις αἱ ἐπὶ πλημμελήματι τοιαῦται, ὥστε νὰ συνεπιφέρῃ καμμία ἐξ αὐτῶν τὴν ἀπόταξιν ἢ τὴν εἰς ἀργίαν μετάθεσιν.

§204Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Μία ἀνήθικος πρᾶξις.

§205ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Εἶναι ἄλλη περίπτωσις ἐκείνη, ἐντελῶς ἄσχετος μὲ τὴν προκειμένην. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτων ὅλων ὁ νομοθέτης τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου 29 τί ἐπεζήτησε διὰ τῆς πρώτης παραγράφου τοῦ ἄρθρου; Ἐπεζήτησε νὰ τιμωρήσῃ δι’ ἐκπτώσεως ἀπὸ τῆς ἀστυνομικῆς ὑπηρεσίας τοὺς ἀξιωματικούς, οἱ ὁποῖοι ὑπέπεσαν εἰς παράβασιν καθήκοντος κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῆς ὑπηρεσίας τῆς ἀστυνομικῆς...

§206Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Διὰ πλημμέλημα κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν καθηκόντων των.

§207ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Τόσον τὸ καλλίτερον. Αὐτοῦ θὰ κατέληγον, καὶ περιέμενον νὰ μὲ διορθώσητε, διὰ νὰ γείνῃ ἐμφανέστερον τὸ πρᾶγμα. Καὶ βεβαίως αὐτὸ ἔπρεπε νὰ τεθῇ. Διατί; Διότι ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 24 τοῦ Ποινικοῦ Νόμου οὐδεμίαν ἔχει ἐφαρμογὴν ἐπὶ τῶν στρατιωτικῶν· διότι αἱ παραβάσεις τῶν καθηκόντων τῶν στρατιωτικῶν τιμωροῦνται πολὺ βαρύτερον, καὶ ἡ τιμωρία ἀναγράφεται ἐν τῇ στρατιωτικῇ ποινικῇ νομοθεσίᾳ· οὐδεμίαν δ’ ἐφαρμογὴν δύναται νὰ ἔχῃ ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 24 τοῦ Ποινικοῦ Νόμου ἐπὶ παραβάσεων τῶν στρατιωτικῶν καθηκόντων τῶν ἀξιωματικῶν. Ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 24 ἔχει ἐφαρμογὴν ἐπὶ παραβάσεων τῶν καθηκόντων τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων. Ἀλλὰ περὶ τίνος προνοεῖ ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου περὶ παραβάσεων τῶν καθηκόντων τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων, τοῦ 487, τὸ ὁποῖον ἀνέφερον; Προνοεῖ περὶ παραβάσεων μὴ ἀναγεγραμμένων ὡς πλημμελημάτων εἰδικῶν ὑπὸ τοῦ Ποινικοῦ Νόμου, ἀλλὰ παραβάσεων βεβαίως τῶν νόμων μὴ τιμωρουμένων ὑπὸ εἰδικῆς διατάξεως, ἢ παραβάσεων τῶν ἐγκυκλίων, διὰ τῶν ὁποίων ἔχουσι κανονισθῆ τὰ καθήκοντα αὐτῶν. Πρόκειται ἄρα οὐχὶ περὶ παντὸς πλημμελήματος εἰς τὸ ἄρθρον 487, ἀλλὰ περὶ εἰδικῶν πλημμελημάτων, χαρακτηριζομένων ὡς παραβάσεων καθήκοντος καὶ μὴ προβλεπομένων παρ’ ἄλλων διατάξεων τοῦ Ποινικοῦ Νόμου, διότι αἱ παραβάσεις τότε δὲν θὰ ἦσαν παράβασις καθήκοντος, ἀλλὰ θὰ ἦσαν παράβασις τῆς εἰδικῆς διατάξεως, καὶ ἤθελον τιμωρηθῆ συμφώνως πρὸς τὴν εἰδικὴν διάταξιν. Δέον λοιπὸν οὕτω νὰ διασκευασθῇ τὸ ἄρθρον: «Ἡ ἐπὶ πλημμελήματι καταδίκη τῶν ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ τῆς ἀστυνομίας ἀξιωματικῶν διὰ παραβάσεις αὐτῶν κατὰ τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν ἀστυνομικῶν καθηκόντων συνεπάγεται τὴν ἀπὸ τῆς ἀστυνομικῆς ὑπηρεσίας ἔκπτωσίν των.» Δὲν ἐννοεῖ βεβαίως παραβάσεις καθήκοντος μόνον, ἀλλὰ ἐννοεῖ παραβάσεις τιμωρουμένας ὑπὸ εἰδικῶν διατάξεων τοῦ Ποινικοῦ Νόμου.

§208Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Πλημμελήματα.

§209ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Πλημμελήματα, ἓν τραῦμα, ἢ οἱανδήποτε ἄλλην πρᾶξιν. Τί ζητεῖ ὁ νομοθέτης; ζητεῖ νὰ γείνῃ ὁ ἀξιωματικὸς ἔκπτωτος τῆς ἀστυνομικῆς ὑπηρεσίας, ὥστε περιττὴ ἡ ἐπίκλησις τοῦ ἄρθρου 24 τοῦ Ποινικοῦ Νόμου. Λοιπόν: «ἡ ἐπὶ πλημμελήμασι καταδίκη τῶν ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ τῆς ἀστυνομίας ἀξιωματικῶν διὰ παραβάσεις αὐτῶν κατὰ τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν ἀστυνομικῶν καθηκόντων των ἐπιφέρει ἀναγκαίως τὴν ἔκπτωσίν των ἀπὸ τῆς ἀστυνομικῆς ὑπηρεσίας». Οὕτω πρέπει νὰ διασκευασθῇ τὸ ἄρθρον, χωρὶς νὰ ἀναμίξωμεν τὸ ἄρθρον 24 τοῦ Ποινικοῦ Νόμου, τὸ ὁποῖον δὲν ἔχει καμμίαν θέσιν ἐδῶ καὶ καμμίαν ἐφαρμογήν.

§210Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν προστεθῇ «δι’ ἀδικήματα», λύεται τὸ ζήτημα.

§211ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ἔστω «δι’ ἀδικήματα». Ὅπως δήποτε δὲν χρειάζεται ἡ ἐπίκλησις τοῦ ἄρθρου 24 τοῦ Ποινικοῦ Νόμου, ἄρθρου, τὸ ὁποῖον οὐδεμίαν δύναται νὰ ἔχῃ ἐφαρμογὴν ἐπὶ στρατιωτικῶν. Ἅγιος ὁ σκοπός, νὰ κηρυχθῶσιν ἔκπτωτοι οἱ παραβάντες τοὺς νόμους τῆς ἀστυνομικῆς ὑπηρεσίας, ἀλλὰ δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐπικαλεσθῶμεν τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 24 τοῦ Ποινικοῦ Νόμου· διότι, ἐὰν ὑποθέσωμεν ὅτι καλεῖσθε νὰ ἐφαρμόσητε τὸ ἄρθρον 24 εἰς τὸν στρατιωτικόν, ὄχι ὡς ἀστυνόμον, ἀλλ’ ὡς στρατιωτικόν, κατὰ τίνα τρόπον θὰ ἐφαρμοσθῇ; Τί θὰ γείνῃ ὁ ἀξιωματικὸς αὐτός, κατὰ τοῦ ὁποίου ἐπιβάλλετε τὴν συνέπειαν τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου 24; Εἶχεν ἔλθει ἄλλοτε ἐδῶ τὸ ζήτημα, καὶ συνεζητήθη, καὶ ἐλύθη ἐσφαλμένως. Τί θὰ γείνῃ, ἐρωτῶ, ὁ ἀξιωματικὸς αὐτός; Θὰ τὸν κηρύξετε ἔκπτωτον τοῦ βαθμοῦ του; Ὄχι. Διότι δὲν λέγει αὐτὸ ὁ νόμος. «Ἔκπτωτον τῆς ὑπηρεσίας», λέγει ὁ νόμος· δηλ. εἰς τὸν λοχαγὸν δὲν θὰ δώσητε διοίκησιν λόχου· διότι ἄλλο τίποτε δὲν δύνασθε νὰ τοῦ κάμητε.

§212Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἔκπτωσιν ἀπὸ τῆς ἀστυνομικῆς ὑπηρεσίας.

§213ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ἀφοῦ λοιπὸν θέλετε νὰ τὸν κηρύξητε ἔκπτωτον τῆς ἀστυνομικῆς ὑπηρεσίας, νὰ τὸ εἴπητε ῥητῶς, χωρὶς νὰ ἐπικαλεσθῆτε τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 24 τοῦ Ποινικοῦ Νόμου, ἡ ὁποία οὐδεμίαν ἔχει ἐφαρμογήν. «Πᾶς ὁ τιμωρηθεὶς ἐπὶ πλημμελήματι διὰ παράβασιν τῶν καθηκόντων τῶν ἀστυνομικῶν, κηρύσσεται ἔκπτωτος τῆς ὑπηρεσίας τῆς ἀστυνομικῆς». Καὶ οὕτω πως πρέπει νὰ γείνῃ. Ὅταν καταδικασθῇ εἷς ἀξιωματικός, διότι ἔδειρεν ἕνα, ἢ δι’ οἱονδήποτε ἄλλο ἀδίκημα, εἰς φυλάκισιν, νὰ ἀποβληθῇ τῆς ἀστυνομικῆς ὑπηρεσίας. Τοῦτο βεβαίως πρέπει νὰ γείνῃ. Ἀλλὰ δι’ ἁπάσας τὰς παραβάσεις τῆς ὑπηρεσίας του, ἢ τῶν δι’ εἰδικῶν ὁδηγιῶν διατεταγμένων καθηκόντων του, νὰ τῷ ἐπιβάλλητε τὴν ἔκπτωσιν ἀπὸ τῆς ἀστυνομικῆς ὑπηρεσίας, βεβαίως δὲν εἶναι ὀρθόν, οὔτε δύναται νὰ ἔχῃ ἐφαρμογὴν ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 24 τοῦ Ποινικοῦ Νόμου.

§214Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Βεβαίως. Αὐτὸ ἐννοεῖ τὸ ἄρθρον.

§215Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Μοὶ φαίνεται ὅτι δὲν ἐστηρίχθητε ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου. Ἐλάβετε ὡς βάσιν τὴν παράβασιν τῶν καθηκόντων τὴν ἐν τῷ ἄρθρῳ 487 τοῦ Ποινικοῦ Νόμου. Ἀλλὰ δὲν ἔχει τὸ κείμενον οὕτω.

§216ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Οὕτως ὑμεῖς εἴπετε προτήτερα.

§217Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν ἔχει τὸ κείμενον οὕτω.

§218ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Καὶ ἐγὼ εἶπον, ὅτι δὲν ἔχει τὸ κείμενον οὕτω.

§219Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἀφήσατε. Τὸ κείμενον ἀναφέρει παράβασιν κατὰ τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν ἀστυνομικῶν καθηκόντων, δὲν ἀναφέρεται εἰς παράβασιν γενικήν, τὴν ἀφηρημένην τοῦ ἄρθρου 487 τοῦ Ποινικοῦ Νόμου. Ἐν τῷ ἄρθρῳ αὐτῷ ἡ παράβασις τοῦ καθήκοντος εἶναι δημιουργία πλημμελήματος ἀγνώστου, πλημμελήματος, τὸ ὁποῖον δὲν περιλαμβάνεται ἐν τῷ καταλόγῳ τῶν πλημμελημάτων τῶν ἀναγραφομένων ἐν τῷ Ποινικῷ Νόμῳ. Ποῖον εἶναι τὸ πλημμέλημα, τὸ ὁποῖον δημιουργεῖ; Ἡ μὴ ἐκπλήρωσις τῆς διαταγῆς τοῦ προϊσταμένου. Διατάσσει ὁ προϊστάμενος τὸν ὑφιστάμενον νὰ ἐκπληρώσῃ καθῆκόν τι, νὰ ἐκτελέσῃ πρᾶξίν τινα· ἐὰν ὁ ὑφιστάμενος δὲν ἐξετέλεσεν αὐτὴν ἐντὸς τῆς προθεσμίας, ἡ ὁποία ἐτάχθη, κατὰ τὸν νόμον τιμωρεῖται μὲ ἐπίπληξιν. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ διαταγὴ νὰ τὴν ἐκτελέσῃ· ἂν δὲν τὴν ἐξετέλεσε, τιμωρεῖται ἡ παράβασίς του ὡς πλημμέλημα, κατὰ τὸ ἄρθρον 487, καὶ κηρύσσεται ἔκπτωτος κατὰ τὸ ἄρθρον 24 τοῦ Ποινικοῦ Νόμου. Δὲν πρόκειται λοιπὸν μόνον περὶ τούτου, ἀλλὰ πρόκειται περὶ τῶν ἀστυνομικῶν καθηκόντων; Τί εἶναι παράβασις τῶν ἀστυνομικῶν καθηκόντων; Ἐνδέχεται ἡ παράβασις νὰ δύναται νὰ καταταχθῇ εἰς ὅλα τὰ πλημμελήματα.

§220Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Γράψατε «δι’ ἀδικήματα κατὰ τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν ἀστυνομικῶν καθηκόντων», καὶ λύεται τὸ ζήτημα.

§221Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἀδίκημα; Δὲν ἠξεύρω ἂν πᾶν πλημμέλημα εἶναι ἀδίκημα.

§222Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Κατὰ τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν καθηκόντων του, ὅταν διαπράττῃ παράβασιν, εἶναι πλημμέλημα.

§223Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐγὼ συμφωνῶ νὰ τεθῇ «πλημμελήματος».

§224ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἢ κακουργήματος.

§225Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Πλημμελήματος. Τελευταῖον εὑρέθην πρὸ ἀποφάσεως Ἀνακριτικοῦ Συμβουλίου, τὸ ὁποῖον εἶχε συστηθῆ καὶ τὸ ὁποῖον ἐγνωμοδότει νὰ τεθῇ εἰς ἀπόταξιν εἷς ἀξιωματικός· προεκάλεσα δὲ Β. Διάταγμα διὰ νὰ τεθῇ εἰς ἀπόταξιν ἐπὶ πλημμελήματι. Λοιπὸν αἱ παραβάσεις τῶν ἀστυνομικῶν καθηκόντων βεβαίως δὲν εἶναι τοιαῦται. Δυνατὸν ὅμως νὰ ὑπάρξωσι πλημμελήματα, τὰ ὁποῖα νὰ ἔχωσι τόσην βαρύτητα. Διὰ τοῦτο πρέπει νὰ ἐφαρμόζηται ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 24 τοῦ Ποινικοῦ Νόμου.

§226ΒΟΖΙΚΗΣ. Μετὰ τὴν ἔννοιαν, ἡ ὁποία ἐδόθη ἤδη καὶ ἡ ὁποία εἶναι ἡ ὀρθοτέρα, γεννᾶται τὸ ζήτημα: τοὺς καταδικαζομένους εἰς ποίαν φυλακὴν θὰ ἀπάγητε;

§227ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ποία δηλαδὴ ἔννοια εἶναι ἡ ὀρθοτέρα;

§228ΒΟΖΙΚΗΣ. Ὅτι πρόκειται περὶ παραβάσεως καθήκοντος γενικῶς, καὶ οὐχὶ μόνον τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου 487 τοῦ Ποινικοῦ Νόμου.

§229ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ὥστε εἰς τὴν δευτέραν ἀνάγνωσιν.

§230Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὄχι εἰς τὴν πρώτην. Ἐγὼ εἰς τὴν πρώτην παρατήρησιν, ὅτε οἱ κύριοι ἐκ Κυνουρίας καὶ ἐκ Μεγαρίδος Βουλευταὶ ἔλεγον περὶ παραβάσεως τῶν καθηκόντων, ἀνέμνησα τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 487 τοῦ Ποινικοῦ Νόμου, ἀλλὰ δὲν ἀπέκλεισα τὴν διάταξιν τοῦ κειμένου νομοσχεδίου, κατὰ τὴν ὁποίαν πρόκειται περὶ παραβάσεως τῶν ἀστυνομικῶν καθηκόντων, ἥτις δύναται νὰ περιλαμβάνῃ καὶ τὴν περίπτωσιν τοῦ ἄρθρου 487.

§231ΒΟΖΙΚΗΣ. Λοιπὸν μετὰ τὸν καθορισμὸν τῆς ἐννοίας τῆς διατάξεως μένει τοῦτο, ὅτι ὁ ἀξιωματικός, καταδικαζόμενος κατ’ ἀντιμολίαν ἐπὶ πλημμελήματι εἰς ποινὴν φυλακίσεως, θὰ ἀπάγηται εἰς τὰς φυλακάς;

§232ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πᾶσα καταδίκη ἐπὶ πλημμελήματι συνεπάγεται τὴν τιμωρίαν τοῦ ἄρθρου 24 τοῦ Ποινικοῦ Νόμου.

§233Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι, κύριε Πρόεδρε, αὐτὸ εἶναι φρικῶδες!

§234ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Φρικῶδες! Αὐτὴ εἶναι ἡ ἔννοια.

§235ΒΟΖΙΚΗΣ. Θὰ ἐκτελεσθῇ ἡ ἀπόφασις τοῦ δικαστηρίου, οὐ μόνον ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἔκπτωσιν, ἀλλὰ καὶ ὅσον ἀφορᾷ τὴν ποινήν. Ἐὰν δὲν θέλωμεν νὰ μείνῃ τοῦτο, νὰ τὸ διακρίνωμεν ἀπὸ τώρα. Ἐγὼ δὲν ὑποστηρίζω ἰδίαν γνώμην, ἀλλ’ ὅτι πρέπει νὰ γείνῃ διάκρισις· διότι θὰ ἁρπάζωσιν οἱ χωροφύλακες τὸν ἀξιωματικὸν καὶ θὰ τὸν ὁδηγῶσιν εἰς τὰς φυλακάς. Ἐὰν θέλωμεν τοῦτο, νὰ τὸ διακρίνωμεν. Μόνον καθορισμὸν ζητῶ ἐγώ. Θέλετε νὰ ἀπάγηται εἰς τὰς φυλακὰς ὁ ἀξιωματικὸς ἀπὸ τὸ Πλημμελειοδικεῖον μετὰ τὴν καταδίκην; Νὰ τὸ καθορίσωμεν.

§236Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Δύο λέξεις, διότι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς ἔδωκεν ἑρμηνείαν, ἥτις εἶναι γραμματικῶς ὀρθή, ἀλλ’ εἶναι αὐστηροτάτη, ἐὰν ἐφαρμοσθῇ. Ἰδοὺ τί συμβαίνει. Κατὰ τὴν διάταξιν, τὴν ὁποίαν ἔχετε, «ἡ καταδίκη στρατιωτικῶν διὰ παραβάσεις αὐτῶν κατὰ τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν ἀστυνομικῶν καθηκόντων των συνεπιφέρει ἀναγκαίως τὴν κατὰ τὸ ἄρθρον 24 τοῦ Ποινικοῦ Νόμου ἔκπτωσίν των ἀπὸ τῆς ἀστυνομικῆς ὑπηρεσίας». Κατὰ τὴν παρατήρησιν, τὴν ὀρθοτάτην, τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Λεβαδείας, πρέπει νὰ διαστείλωμεν ἐν τῷ ἀξιωματικῷ δύο ὑπηρεσίας, τὸ ἀξίωμα καὶ τὴν ὑπηρεσίαν.

§237ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βεβαίως.

§238Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑποθέσωμεν ὅτι εἶναι λοχαγός. Ἔχομεν τὸ ἀξίωμα τοῦ λοχαγοῦ, καὶ ἔχομεν καὶ τὴν ἀστυνομικὴν ὑπηρεσίαν. Ὡς ἔχει τὸ ἄρθρον, ὑπολαμβάνει τις, ὅτι μετὰ τὴν καταδίκην διὰ παράβασίν τινος ἐκ τῶν καθηκόντων τῆς ἀστυνομικῆς ὑπηρεσίας, ἤτοι δι’ ἀδίκημα κατὰ τὴν ἀστυνομικὴν ὑπηρεσίαν, ἐὰν καταδικασθῇ εἰς βαθμὸν πλημμελήματος, ἐκπίπτεται τῆς ἀστυνομικῆς ὑπηρεσίας, ἀλλὰ γίνεται καὶ ἔκπτωτος τοῦ βαθμοῦ, ὡς διατυποῦται ἐν τῷ ἄρθρῳ.

§239ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὄχι.

§240Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ποῦ φαίνεται;

§241Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Διότι λέγει ἡ διάταξις «κατὰ τὸ ἄρθρον 24 τοῦ Ποινικοῦ Νόμου».

§242ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὐτὸ καθορίζεται. Λέγει «τὴν ἔκπτωσίν των ἀπὸ τῆς ἀστυνομικῆς ὑπηρεσίας».

§243Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Λέγει τὸ κείμενον τοῦ νόμου.

§244Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀναγνώσατέ το. Ἡ φράσις «κατὰ τὸ ἄρθρον 24», μόνη αὐτή, ἐνδεικνύει καὶ τὴν ἔκπτωσιν ἀπὸ τοῦ ἀξιώματος.

§245Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὄχι.

§246Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ἄρθρον λέγει: «ἐπιφέρει τὴν ἔκπτωσίν των ἀπὸ τῆς ἀστυνομικῆς ὑπηρεσίας, κατὰ τὸ ἄρθρον 24 τοῦ Ποινικοῦ Νόμου». Ἀρκεῖ, νομίζω, νὰ τεθῇ: «ἐπιφέρει τὴν ἔκπτωσίν των ἀπὸ τῆς ἀστυνομικῆς ὑπηρεσίας», καὶ νὰ διαγραφῇ ἡ φράσις «κατὰ τὸ ἄρθρον 24 τοῦ Ποινικοῦ Νόμου».

§247Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐφ’ ὅσον ὁ ἀστυνόμος ἐκτελῇ ἀστυνομικὴν ὑπηρεσίαν, διανύῃ πολιτικὴν ὑπηρεσίαν, ὑπόκειται εἰς τὴν πολιτικὴν ἱεραρχίαν· ἡ πολιτικὴ δὲ καταστολὴ εἶναι ἡ καταστολὴ τοῦ Ποινικοῦ Νόμου, ἔκπτωσις ἀπὸ τοῦ ἀξιώματος, τὸ ὁποῖον ἔχει. Ὁ βαθμὸς αὐτοῦ ὑπάγεται εἰς τὸν στρατιωτικὸν χαρακτῆρα, κρίνεται καὶ δικάζεται κατὰ τὸν νόμον τὸν στρατιωτικόν. Πῶς στερεῖται ὁ ἀξιωματικὸς τοῦ βαθμοῦ του; Δὲν ἔχει τι κοινὸν ὁ βαθμὸς τοῦ ἀξιωματικοῦ μὲ τὴν ἀστυνομικὴν ὑπηρεσίαν.

§248ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναμφισβητήτως ἡ ἔννοια εἶναι αὕτη, ὅτι ἐπάγεται τὴν ἀποβολὴν τοῦ ἀπὸ τῆς ἀστυνομικῆς ὑπηρεσίας.

§249Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Πολὺ καλά!

§250ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἑπομένως δὲν ὑπάρχει θέμα.

§251ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ διαγραφῇ ἡ φράσις «κατὰ τὸ ἄρθρον 24 τοῦ Ποινικοῦ Νόμου».

§252ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ διαγραφῇ. Λοιπὸν οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 29.

§253Ι. ΣΤΑΙΚΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸν λόγον.

§254Ν. ΓΟΥΛΙΜΗΣ. Τὸν λόγον.

§255ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι ὁ κύριος Χαλκιόπουλος πρῶτον.

§256Κ. ΧΑΛΚΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅσον ἀφορᾷ, Κύριοι, τὴν ἐκτέλεσιν ἀποφάσεως τοῦ Πλημμελειοδικείου κατὰ τῶν ἀξιωματικῶν ἀστυνόμων, ἐπιτρέψατέ μοι νὰ ποιήσωμαι παρατηρήσεις τινάς. Ἐὰν ὁ ἀξιωματικὸς ἀστυνόμος καταδικασθῇ ἐπὶ παραδείγματι εἰς τριήμερον φυλάκισιν, συγχρόνως δὲ καταδικασθῶσι μετ’ αὐτοῦ καὶ ζωοκλέπται καὶ λωποδύται καὶ πάσης ἄλλης τάξεως ἄνθρωποι, ἐρωτῶ, οἱ χωροφύλακες, οἱ ὁποῖοι εἶναι τεταγμένοι ἵνα μεταφέρωσι τοὺς καταδικασθέντας λωποδύτας, τοὺς ζωοκλέπτας καὶ τοὺς ἐσχάτης τάξεως καταδίκους δεσμίους, δὲν ὑποχρεοῦνται νὰ συλλάβωσι συγχρόνως καὶ τὸν εἰς τριήμερον φυλάκισιν διὰ μικρὸν παράπτωμα καταδικασθέντα ἀξιωματικόν; καὶ δὲν ὑποχρεοῦνται, ὅπως δέσμιον μετὰ τῶν λωποδυτῶν καὶ ζωοκλέπτων τὸν μεταγάγωσιν εἰς τὰς φυλακάς; Ἐρωτῶ τὸν κ. Πρόεδρον, εἶναι ὑπόχρεοι νὰ μεταγάγωσι τὸν ἐν λόγῳ ἀξιωματικὸν δέσμιον καὶ φέροντα καὶ τὸ ξίφος του, φέροντα τὴν στολήν του καὶ φέροντα τὸ στέμμα; Ἐρωτῶ, ἐὰν τὸν μεταγάγωσι δέσμιον,—διότι ἔχουσιν ἀναντιρρήτως τὸ δικαίωμα τοῦτο, ἕνεκα φόβου δραπετεύσεως,— νομίζετε ὅτι εἶναι ἀξιοπρεπὲς καὶ ἁρμόζει νὰ μεταγάγωσιν αὐτὸν εἰς τὰς φυλακὰς οἱ κατώτεροί του χωροφύλακες δέσμιον; Καὶ νομίζετε ὅτι δὲν καταπίπτει τὸ γόητρον τοῦ ἀξιωματικοῦ καὶ ὅτι δὲν ἐκλείπει τελείως πλέον ἡ πειθαρχία τοῦ στρατοῦ, δὲν ἐξευτελίζεται εἷς ἀξιωματικός, Κύριοι, μεταγόμενος καθ’ ὃν ἐξέθηκα τρόπον; Αὐτὸ ἐρωτῶ, καὶ παρακαλῶ νὰ εὐαρεστηθῇ ὁ κ. Πρόεδρος νὰ δώσῃ τὰς δεούσας ἐξηγήσεις.

§257ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τότε νὰ μὴ τιμωρῆται!

§258ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ἐὰν σεῖς ὑποπέσητε εἰς ἀδίκημα καὶ καταδικασθῆτε, πῶς θὰ σᾶς μεταφέρωσιν εἰς τὰς φυλακάς;

§259ΧΑΛΚΙΟΠΟΥΛΟΣ. Σᾶς ἀπαντῶ, ὅτι ὁ ἀξιωματικὸς ἔχει ὑπὸ τὰς διαταγάς του τοὺς στρατιώτας, οἱ ὁποῖοι ὅμως θὰ τὸν δέσωσι καὶ θὰ τὸν περιαγάγωσιν ἐν στολῇ εἰς τὰς ὁδοὺς δέσμιον μέχρι τῶν φυλακῶν, πρὸς ἐξευτελισμὸν μέγιστον καὶ καταστροφὴν τῆς πειθαρχίας καὶ τοῦ γοήτρου τοῦ ἀξιωματικοῦ, ὅστις χάριν ὑψηλῆς ἰδέας τιμᾶται ἐξαιρετικῶς καὶ περικοσμεῖται διὰ στολῆς ἰδιαιτέρας ὑπὸ τῆς Πολιτείας.

§260Ν. ΓΟΥΛΙΜΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, αὐτὸ τὸ ζήτημα πρέπει νὰ διευκρινισθῇ.

§261ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι ζήτημα ἐκτελέσεως.

§262ΓΟΥΛΙΜΗΣ. Ὁ ἀξιωματικὸς δὲν μεταφέρεται διὰ χωροφυλάκων, οὐδὲ φυλακίζεται εἰς τὰς κοινὰς φυλακὰς μετὰ τῶν καταδίκων.

§263Δ. ΠΟΛΥΧΡΟΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ ἀξιωματικὸς ἔχει καὶ ἄλλα καθήκοντα, ἔχει καθήκοντα ἀνακριτικά, ἔχει καθήκοντα δημοσίου κατηγόρου. Πότε θὰ παραδώσῃ αὐτὴν τὴν ὑπηρεσίαν;

§264Ι. ΣΤΑΙΚΟΣ. Ὡς πρὸς τὴν δευτέραν παράγραφον, ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ κάμω τὴν ἑξῆς παρατήρησιν. Λέγει: «Ἐκτελοῦνται δ’ αἱ τοιαῦται κατ’ αὐτῶν ἀποφάσεις»— δηλαδὴ ἀποφάσεις, τὰς ὁποίας ἀναφέρει τὸ αʹ ἐδάφιον,—«τῇ ἐπιμελείᾳ τοῦ ἁρμοδίου Εἰσαγγελέως, ὅστις ἀποστέλλει ἀντίγραφον αὐτῶν εἰς τὸ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργεῖον πρὸς ἐφαρμογὴν τῶν περὶ ἀργίας κλπ. διατάξεων.» Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι διὰ νὰ ἐκτελεσθῇ ἀπόφασις κατ’ ἀξιωματικοῦ πρέπει νὰ ὑπάρξῃ ἡ ἔγκρισις τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, κατὰ ῥητὴν διάταξιν τοῦ νόμου.

§265ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἤδη ὑπάρχει νεωτέρα διάταξις.

§266Ι. ΣΤΑΙΚΟΣ. Ἡ ὁποία καταργεῖ τὴν διάταξιν ἐκείνην. Ἀλλ’ ἐγὼ νομίζω, ὅτι ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν δὲν ἔχει δώσει τὴν ἔννοιαν ταύτην· διότι, ἂν νομίζητε, ὅτι πρέπει ν’ ἀφαιρεθῇ τὸ δικαίωμα ἀπὸ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν τοῦ νὰ παραδίδῃ τὸν ἀξιωματικὸν εἰς τὴν Δικαιοσύνην, νὰ ἀφίνῃ δὲ τὸν ἀξιωματικὸν νὰ συλλαμβάνηται ἐκ τῶν ἐπωμίδων καὶ νὰ σύρηται εἰς τὰς φυλακάς, οὐδὲν ἐπράξατε· διότι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν εἶναι εἰς θέσιν νὰ κρίνῃ, ἂν πρέπει νὰ συλλάβῃ τὸν ἀξιωματικὸν ἐκεῖνον· ἄλλως ἀφαιρεῖτε τὴν ἀξιοπρέπειαν τοῦ ἀξιωματικοῦ. Κατὰ δεύτερον λόγον ὁ ἀξιωματικὸς δὲν εἶναι ἰδιώτης, οὐδὲ φυλακίζεται εἰς τὰς κοινὰς φυλακὰς, ἀλλ’ εἰς ὡρισμένας φυλακὰς, ἕνεκα τῆς ἀξιοπρεπείας αὐτοῦ· δὲν δύναται δὲ ὁ Εἰσαγγελεὺς νὰ τὸν στείλῃ εἰς τὰς κοινὰς φυλακὰς μετὰ τῶν λοιπῶν κακούργων. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι πρέπει ν’ ἀπαλειφθῇ ἐντελῶς ἡ διάταξις αὕτη τοῦ ἄρθρου. Ἑτέραν εὑρίσκω περίπτωσιν, περὶ ἧς οὐδεὶς ὡμίλησεν· εἶναι ἡ περίπτωσις, καθ’ ἣν ὁ ἀξιωματικὸς γίνεται ἔκπτωτος τοῦ βαθμοῦ καὶ τίθεται εἰς ἀργίαν καὶ ἀπόταξιν. Ἀλλὰ περὶ τούτου ὑπάρχει εἰδικὸς νόμος, ὁ περὶ καταστάσεως τῶν ἀξιωματικῶν, ὁ ὁποῖος ἐν ἄρθρῳ εἰδικῷ λέγει, ὅτι, ὅταν ἀξιωματικὸς καταδικασθῇ εἰς φυλάκισιν πλέον τῶν 6 μηνῶν, στερεῖται τοῦ βαθμοῦ του. Ὁ Ὑπουργὸς δὲ τῶν Στρατιωτικῶν δύναται νὰ τὸν παραπέμψῃ εἰς Ἀνακριτικὸν Συμβούλιον. Ἐνταῦθα λοιπὸν πρέπει νὰ γείνῃ διάκρισις, διότι ὁ ἀξιωματικὸς δύναται νὰ καταδικασθῇ δι’ ἀστυνομικὰς παραβάσεις, καὶ ἐκ τούτου νὰ μὴ ἐπιβληθῇ αὐτῷ ἡ ποινὴ τῆς ἀργίας. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς πρέπει νὰ μελετήσῃ τὸν νόμον.

§267Ν. ΓΟΥΛΙΜΗΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν δὲν ἔχει ὑπογράψει τὸν νόμον αὐτόν. Παρακαλοῦμεν νὰ ἡμᾶς εἴπῃ, ἐὰν δέχεται νὰ ὑπάγωνται οἱ ἀξιωματικοὶ εἰς τὰς διατάξεις τοῦ ἄρθρου τούτου.

§268ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 29 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 30 (ἀναγινώσκεται).

§269Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Τὸ ἄρθρον 30 λέγει, ὅτι ὁ Δήμαρχος ὀφείλει νὰ δέχηται τὰς κατὰ τῶν ἀστυνόμων καὶ τῶν παρὰ ταῖς ἀστυνομίαις ὁπλιτῶν μηνύσεις. Ἐννοεῖται, ὅτι ἤδη τὰς δέχεται ὡς δημοτικὸς ὑπάλληλος καὶ ὄχι ὡς ἀνακριτικὸς, διότι δὲν ἔχει πλέον ὁ Δήμαρχος τὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα ἀνατίθησιν ἡ Ποινικὴ Δικονομία εἰς τοὺς ἀνακριτικοὺς ὑπαλλήλους. Πρέπει ἑπομένως νὰ σημειωθῇ, ὅτι τὰς δέχεται ὡς ἀνακριτικὸς ὑπάλληλος. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 30, ὡς ἔχει. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ λοιπὰ ἄρθρα, ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς αʹ συζήτησιν).

§270ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρα 2 καὶ 20′ π. μ. τῆς ἐπιούσης).

1§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 2
2Τῆς 5 Ἰουνίου 1903.
3(Πέμπτη).
4(Προεδρεύοντος τοῦ Προέδρου κ. Δ. Γ. Ράλλη)
5(Γενομένης ἀπαρτίας ὥρᾳ 6 μ. μ. ἀναγινώσκον-
6ται καὶ ἐγκριθέντα ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς
7προηγουμένης συνεδριάσεως)
8§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνακοινῶ εἰς τὴν Βουλήν:
9Ὑπόμνημα τοῦ ἐξ Αἰγείρας σταφιδοκτήμονος Γεωργίου
10Κουβέλη, ὑποβάλλοντος κρίσεις ἐπὶ τῆς συμβάσεως περὶ μο-
11νοπωλίου τῆς σταφίδος.
12Τηλεγράφημα τοῦ δημάρχου τοῦ δήμου Στράτου τῆς
13ἐπαρχίας Βάλτου, παρακαλοῦντος νὰ ἀνασταλῇ ἐπὶ δίμη-
14νον ἡ καταδίωξις τῶν ὀφειλετῶν τοῦ Δημοσίου.
15Τηλεγράφημα τῶν κατοίκων Καρατσολίου τοῦ Τυρνάβου,
16ἐπικαλουμένων τὴν ἀντίληψιν τῆς Κυβερνήσεως, διότι ῥαγ-
17δαιοτάτη βροχὴ μετὰ χαλάζης κατέστρεψεν ὁλόκληρον τὴν
18ἐσοδείαν τῶν πρωΐμων καὶ ὀψίμων καρπῶν.
19Τηλεγράφημα τῶν κατοίκων Μπρούφλιανης τῆς Φθιώ-
20τιδος, ἐπικαλουμένων τὴν ἀντίληψιν τῆς Κυβερνήσεως, διότι
21τὰ κτήματα αὐτῶν κατεστράφησαν ἐκ τῆς καταπεσούσης
22χαλάζης.
23Ὅμοιον τῶν κατοίκων Χαλίλης τῆς Φθιώτιδος.
24Τηλεγράφημα τῶν πιλοποιῶν καὶ πιλεμπόρων Σύρου,
25διαμαρτυρομένων κατὰ τοῦ ὑποβληθέντος νομοσχεδίου, δι’ οὗ
26τροποποιοῦνται αἱ διατάξεις τοῦ τελωνειακοῦ δασμολογίου
27περὶ φορολογίας τῶν πίλων καὶ πιλημάτων.
28Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἔχει τὸν λόγον.
29§2Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός, Ὑπουργὸς
30ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ προσωρινῶς ἐπὶ τῶν Στρα-
31τιωτικῶν). Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ καταθέσω δήλωσιν ἐπὶ
32τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν περὶ
33προσθήκης δρ. 50,000 ἐν αὐτῷ, καὶ προσέτι δήλωσιν ἑτέ-
34ραν περὶ προσθήκης δραχ. 163,008 καὶ ἐλαττώσεως δραχ.
3539,835 ἐπὶ τῶν προϋπολογισμῶν τῶν Ὑπουργείων τῶν
36Ἐξωτερικῶν, τῆς Δικαιοσύνης, τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ τῶν
37Ἐκκλησιαστικῶν.
38Ἡ ἐξαιρετικὴ κατάστασις, εἰς τὴν ὁποίαν περιῆλθον τὰ
39τοῦ προϋπολογισμοῦ κατὰ τὴν προηγηθεῖσαν πρώτην Σύνο-
40δον τῆς Βουλῆς, καθιστᾷ ἀναπόφευκτον, κατὰ πᾶσαν ἑβδο-
41μάδα ἢ κατὰ πάντα μῆνα νὰ ὑποβάλλω δηλώσεις προσθη-
42κῶν ἐξόδων, διότι ὁ προϋπολογισμὸς συνετάχθη ἐπὶ τῇ βά-
43σει τῶν νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα ἡμεῖς προεβάλομεν εἰς τὴν
44Βουλὴν καὶ διὰ τῶν ὁποίων ἐπροτείναμεν ἐλαττώσεις ἐπὶ
45ἐξόδων τῶν διαφόρων Ὑπουργείων· ἀφοῦ δὲ τὰ εἰρημένα
46νομοσχέδια δὲν ἐψηφίσθησαν καὶ τυγχάνουσιν ἔτι ἐκκρεμῆ,
47κατὰ πάντα μῆνα προστίθενται εἰς τὸν προϋπολογισμὸν
48ἔξοδα, ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα διὰ τῶν νομοσχεδίων ἀφῃροῦντο
49ἀπὸ τὸν προϋπολογισμόν. Διὰ τοῦτο προβάλλω τὴν δήλω-
50σιν, ζητῶν δι’ αὐτῆς νὰ προστεθῶσιν 163,008 δραχ. εἰς τὰ
51ἔξοδα τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἕνεκα τοῦ μηνὸς Μαΐου, διότι
52καὶ κατ’ αὐτὸν δὲν ἐψηφίσθησαν τὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα
53εἰσηγάγομεν εἰς τὴν Βουλήν.
54Διὰ τοῦτο μάλιστα, κύριε Πρόεδρε, νομίζω ὅτι εἶναι
55ἀνάγκη νὰ ἐφελκύσω τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς ἐπὶ τῶν ἐρ-
56γασιῶν αὐτῆς. Ὁ μήν, τὸν ὁποῖον διανύομεν, εἶναι ὁ ἕκτος
57μὴν τοῦ ἐνιαυτοῦ· ἡ Σύνοδος ἡ πρώτη διῆλθε πᾶσα, διότι
58φυσικῶς ἔληγε τὴν 8 τοῦ μηνὸς Ἰουνίου, σήμερον δὲ εἶναι
59ἡ πέμπτη τοῦ Ἰουνίου. Κατὰ τὸ διάστημα τοῦτο, ἐκ τῶν
60νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα εἰσηγάγομεν καὶ ἐπὶ τῶν ὁποίων
61στηρίζεται ὁ προϋπολογισμός, ὃν συνετάξαμεν καὶ εἰσηγά-
62γομεν εἰς τὴν Βουλήν, ἐψηφίσθησαν δύο ἢ τρία, πάντα δὲ
63τὰ ἄλλα νομοσχέδια μένουσιν ἐκκρεμῆ· ἕνεκα δὲ τούτου αἱ
64ἐλαττώσεις, τὰς ὁποίας ἐσκοποῦμεν νὰ πραγματοποιήσωμεν
65ἐντὸς τοῦ 1903 ἐπὶ τῶν ἐξόδων τοῦ Κράτους, δὲν πραγμα-
66τοποιοῦνται, ἑπομένως τὸ ἔτος βαίνει ἐπὶ τὰ πρόσω, κρα-
67τούντων ἔτι τῶν κατὰ τὰ παρελθόντα ἔτη ἰσχυόντων νό-
68μων, οἱ ὁποῖοι ἐκανόνιζον τὰ ἔξοδα τοῦ Κράτους καὶ ἐπὶ τῇ
69βάσει τῶν ὁποίων συνετάσσοντο κατὰ τὸ παρελθὸν οἱ προϋ-
70πολογισμοί.
71Εἶπον ὅτι ὀφείλω νὰ προκαλέσω τὴν προσοχὴν τῆς Βου-
72λῆς, διότι ἡμεῖς ἐκλήθημεν εἰς τὴν ἀρχὴν ὑπὸ τοῦ Βασι-
73λέως μετὰ τὰς ἐκλογὰς, πρὸ τῶν ἐκλογῶν δ’ ἐγνωστοποιή-
74σαμεν εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν, διερχόμενοι τὰς ἐπαρχίας,
75πρόγραμμα, τὸ ὁποῖον ἐφρονοῦμεν ἡμεῖς ὅτι ἦτο ἀναγκαῖον
76νὰ ἐκτελεσθῇ, ἐπιβαλλόμενον μάλιστα ὑπὸ τῆς οἰκονομικῆς
77καταστάσεως τοῦ δημοσίου ταμείου καὶ τῆς χώρας. Αἱ ἐκλο-
78γαὶ ἀπέδειξαν, ὅτι αἱ γνῶμαι ἡμῶν ἐπεδοκιμάσθησαν ὑπὸ
79τῆς πλειονοψηφίας τῶν ἐκλογέων· οὕτως ἐσπεύσαμεν νὰ
80εἰσαγάγωμεν τὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα ἀποτελοῦσι τὸ πρό-
81γραμμα τοῦτο. Ἀλλὰ τὰ νομοσχέδια ταῦτα οὐδὲ συζητοῦν-
82ται, οὐδ’ ἐψηφίσθησαν ἔτι.
83Δὲν ἀμφισβητῶ ὅτι δύνανται νὰ ὑπάρχωσί τινες καὶ ἐν
84τῇ Βουλῇ καὶ ἐκτὸς τῆς Βουλῆς, οἱ ὁποῖοι πιθανῶς φρονοῦ-
85σιν, ὅτι αὐτὰ, τὰ ὁποῖα ὑπεσχέθημεν εἰς τὸν Ἑλληνικὸν
86λαὸν, δὲν ἦσαν σπουδαῖαι ὑποσχέσεις, ὅτι δὲν ἐπρόκειτο νὰ
87ἐπενέγκωμεν ἐλαττώσεις τῶν ἐξόδων, τὰς ὁποίας προεβάλο-
88μεν καὶ ὑπεσχέθημεν ὅτι ἠθέλομεν ἐπενέγκει, ὅτι διὰ τοῦτο
89δὲν πρέπει νὰ μεταβληθῇ τὸ σύστημα τὸ οἰκονομικόν, ὅπως
90εἶχεν ὀργανωθῆ μέχρι τοῦδε, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἐστηρίζοντο οἱ
91προϋπολογισμοὶ τοῦ 1900 καὶ 1901 καὶ 1902. Εἶναι δι-
92καίωμα αὐτῶν νὰ φρονῶσιν οὕτω. Ἀλλὰ τοῦτο δὲν ἐφρόνη-
93σεν ἡ πλειονοψηφία τῶν ἐκλογέων τοῦ Κράτους, οἱ ὁποῖοι
94ἀπέστειλαν διὰ τῶν ἐκλογῶν τόσους Βουλευτὰς, ὅσοι ἀπο-
95τελοῦσι τὴν πλειονοψηφίαν, ἡ ὁποία ἀνέδειξε καὶ ὑποστηρί-
96ζει τὸ Ὑπουργεῖον· νομίζομεν δ’ ὅτι πρέπει νὰ ὑποχωρή-
97σωσιν οἱ ταῦτα φρονοῦντες, ἵνα συζητηθῶσι τὰ νομοσχέδια
98καὶ ψηφισθῶσι καὶ γένωνται νόμοι. Νομίζω δ’ ὅτι, ἐὰν ἤ-
99θελε συμβῆ νὰ ἦναι ἀληθεῖς οἱ ἰσχυρισμοὶ αὐτῶν, ἐὰν ἤθελε
100συμβῆ ὄντως νὰ μὴ ἀπηγγείλαμεν ἡμεῖς σπουδαῖα πράγμα-
101τα εἰς τοὺς ἐκλογεῖς τῆς Ἑλλάδος, ἐὰν ἐπλανήσαμεν αὐτοὺς,
102δόντες αὐτοῖς ὑποσχέσεις μὴ πραγματοποιήσιμους ἢ ἐπιζη-
103μίους διὰ τὸ Κράτος, συμφέρει εἰς αὐτοὺς τοὺς κυρίους, οἵ-
104τινες ἔχουσιν ἀντίθετον γνώμην ἡμῶν, οἵτινες φρονοῦσιν ὅτι
105πρέπει νὰ μείνῃ ἄθικτον τὸ οἰκονομικὸν καθεστὼς, τὸ ὁ-
106ποῖον ἐλειτούργει μέχρι τοῦδε, νὰ ψηφισθῶσιν οἱ νόμοι καὶ
107νὰ ἐφαρμοσθῶσι, διὰ ν’ ἀποδειχθῇ, ὅτι οἱ ἰσχυρισμοί των
108ἦσαν ὀρθοὶ, ὅτι οἱ ἰσχυρισμοί των ἦσαν ἀληθεῖς.
109Ἑπομένως ἡμεῖς δὲν ζητοῦμεν νὰ παραιτηθῶσιν οἱ εἰρη-
110μένοι δικαιωμάτων, δὲν ζητοῦμεν νὰ τροποποιήσωσι τὰς
111γνώμας ταύτας, ἀλλὰ πάντως φρονῶ, ὅτι ἔχω δικαίωμα νὰ
112ζητήσω, ἵνα ἐπιληφθῇ ἡ Βουλὴ τέλος πάντων τῶν νομοσχε-
113δίων, τὰ ὁποῖα προεβάλομεν, νὰ ζητήσω, ἵνα ἡ Βουλὴ συζη-
114τήσῃ ἐπ’ αὐτῶν. Ἐὰν ἡ Βουλὴ δὲν τὰ ἐγκρίνῃ, ἐὰν ἤθελεν
115ἀπορρίψει αὐτὰ, ἡμεῖς θέλομεν ἀπέλθει, καὶ ἄλλοι ἀνθ’ ἡμῶν
116θέλουσι κληθῆ εἰς τὴν ἀρχήν. Ἐὰν ὅμως ἡ Βουλὴ ἐγκρίνῃ
117αὐτὰ, θέλομεν προβῆ νὰ ἐφαρμόσωμεν τὸ πρόγραμμα ἡμῶν.
118Ἐὰν προβῶμεν εἰς τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ προγράμματος ἡμῶν
119καὶ ἐὰν τὰ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα προσδοκῶμεν ὅτι θέ-
120λουσιν ἐπέλθει διὰ τῶν νομοσχεδίων, καὶ διὰ τοῦτο ζητοῦ-
121μεν νὰ ψηφισθῶσιν, ἤθελον διαψεύσει ἡμᾶς, τόσῳ καλλίτε-
122ρον δι’ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι δὲν εἶναι φίλοι τοῦ Ὑπουργείου.
123Νομίζω λοιπὸν, ὅτι τὸ σύστημα τῆς ἀδρανείας, τῆς ἀπρα-
124ξίας, τῆς προτάξεως νομοσχεδίων ἄλλων, εἶναι σύστημα
125παραλύσεως τῶν νομοθετικῶν ἐργασιῶν τοῦ Κοινοβουλίου,
126σύστημα παραλύσεως τῆς Κυβερνήσεως.
127Διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ ἐγκρίνῃ τροποποίη-
128σιν εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν, τὴν ὁποίαν προτείνω, νὰ
129ἀναγράψῃ τὰ περὶ ὧν εἴρηται νομοσχέδια πρὸ πάντων τῶν
130ἄλλων, καὶ νὰ μὴ προβῇ εἰς συζήτησιν, εἰμὴ μόνον τῶν νο-
131μοσχεδίων, τὰ ὁποῖα ἀποτελοῦσι τὸ πρόγραμμα τοῦ Ὑπουρ-
132γείου· ὅταν δὲ ταῦτα ψηφισθῶσιν, ἂς συζητηθῶσι μετ’ αὐτὰ
133πάντα τὰ νομοσχέδια τοῦ τοπικοῦ ὀφέλους, πᾶν ἄλλο νομο-
134σχέδιον, τὸ ὁποῖον ἤθελεν ἐγκρίνει ἡ Βουλή. Ἐὰν αὐτὰ τὰ
135νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα ἀποτελοῦσι τὸ πρόγραμμα τοῦ Ὑ-
136πουργείου, δὲν ἤθελον ἐπιψηφισθῆ ὑπὸ τῆς Βουλῆς, αἴρεται
137πᾶσα διχογνωμία, ἄλλοι ἀνθ’ ἡμῶν ἔρχονται εἰς τὴν Ἀρ-
138χὴν, ἐφαρμόζουσι τὸ πρόγραμμα αὐτῶν, καὶ οὕτω διεξά-
139γονται αἱ νομοθετικαὶ ἐργασίαι τοῦ Κοινοβουλίου. Ἐὰν ὅμως
140ἡ πλειονοψηφία ἐπιψηφίσῃ τὰ νομοσχέδια ἡμῶν, προβαίνο-
141μεν εἰς τὴν ἐκτέλεσιν αὐτῶν, καὶ τοιουτοτρόπως δυνάμεθα
142νὰ ἀναλάβωμεν τὴν εὐθύνην τῆς ἐπιτυχίας ἢ τῆς ἀποτυχίας
143τοῦ προγράμματος ἡμῶν. Τώρα, ὡς βαίνει ἡ Βουλὴ, παρα-
144λύομεν πάντες.
145Ἐγὼ δὲν εἶμαι ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι φρονοῦσιν, ὅτι δὲν
146πρέπει νὰ ὑπάρχῃ πλήρης καὶ ἀπόλυτος ἡ ἐλευθερία τοῦ
147λόγου. Ἐγὼ ἴσως πρὸ πολλοῦ χρόνου ἐδόξασα καὶ ἐπί-
148στευσα, ὅτι κατὰ τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα ἡ μειονο-
149ψηφία ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἀμύνηται κατὰ τῆς πλειονο-
150ψηφίας, ὅταν αἱ πλειονοψηφίαι τυφλώττωσι πρὸς τὰ συμφέ-
151ροντα τοῦ Κράτους, ὅταν αἱ πλειονοψηφίαι βαίνωσιν εἰς νο-
152μοθέτησιν μέτρων, τὰ ὁποῖα βεβαίως θέλουσιν ἀποβῆ ὀλέ-
153θρια εἰς τὸν τόπον. Ἀλλ’ ὅταν πρόκηται περὶ προγράμ-
154ματος, τὸ ὁποῖον ἐνεκρίθη ἤδη ὑπὸ τῆς πλειονοψηφίας τῶν
155ἐκλογέων, νομίζω ὅτι τὸ σύστημα τῆς τοιαύτης ἀμύνης
156κατὰ τῆς πλειονοψηφίας, τὸ σύστημα τῆς παρακωλύσεως
157ἀπὸ τὸ ἔργον αὐτῆς εἶναι σύστημα παρακωλυτικὸν, εἶναι
158σύστημα ἀντικοινοβουλευτικόν.
159Ἡμεῖς ἐφηρμόσαμεν, πρὶν ἢ ἐφαρμοσθῇ ἐν ἄλλαις κοινο-
160βουλευτικαῖς Πολιτείαις, τὸ σύστημα τῆς κωλυσιεργίας· τὸ
161ἐφηρμόσαμεν ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ τούτῳ, ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύ-
162τῃ, δημοσίᾳ, φανερὰ, καὶ οὐχὶ κρυπτόμενοι καὶ ἀρνούμενοι,
163ἀλλ’ ἀπαγγέλλοντες θεωρίαν συνταγματικὴν, κοινοβουλευ-
164τικήν· πολλάκις δ’ ἀπεδείχθη, ὅτι ἐφηρμόσαμεν αὐτὸ ὠφε-
165λίμως διὰ τὸν τόπον. Εἶναι δικαίωμα τῆς μειονοψηφίας,
166ὅταν πείθηται ὅτι μέτρον τι νομοθετικὸν καταστρέφει συμ-
167φέροντα τοῦ Κράτους, νὰ προσπαθήσῃ παντὶ τρόπῳ νὰ
168παρακωλύσῃ τὴν ἐπιψήφισιν αὐτοῦ. Ἡμεῖς παρεκωλύσαμεν
169τὴν ψήφισιν νομοθετημάτων τοιούτων ἑνὸς ἢ δύο κατὰ τὸ
170διάστημα τῆς τελευταίας τετραετίας, τῆς συμβάσεως τῆς
171Στυμφαλίας καὶ τοῦ νομοσχεδίου τὸ ὁποῖον ἐπροτάθη ὑπὸ
172τοῦ ἄλλοτε Ὑπουργοῦ τῆς Ἐκπαιδεύσεως πρὸς καταστρα-
173τήγησιν καὶ μετατροπὴν τοῦ νόμου περὶ δημοτικῆς ἐκπαι-
174δεύσεως, καὶ ὄντως παρεκωλύθη ἡ ψήφισις αὐτῶν· ἀλλ’ ὅτε
175ἐπρόκειτο περὶ τῶν ἄλλων μέτρων τοῦ Ὑπουργείου, ἡμεῖς
176συνετρέξαμεν τὸ Ὑπουργεῖον τοῦ κ. ἐκ Κερκύρας Βουλευ-
177τοῦ, καὶ τὸ συνετρέξαμεν διὰ νὰ διέλθῃ τὴν Σύνοδον τοῦ
1781901, — ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ δὲ ὑπάρχουσι μέλη τοῦ Ὑπουρ-
179γείου ἐκείνου, τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ ὁμολογήσωσι τοῦτο, —
180καὶ παρέσχομεν αὐτῷ συνδρομὴν εἰλικρινῆ, ἵνα ἐφαρμόσῃ
181τὰ μέτρα αὑτοῦ, διότι καὶ τὸ Ὑπουργεῖον τὸ ὑπὸ τὸν κ.
182ἐκ Κερκύρας Βουλευτὴν εἶχε πρόγραμμα, καὶ τὸ πρόγραμμα
183ἐκεῖνο ἐξετέλει. Λοιπὸν, ὅτε ἐπρόκειτο νὰ ἐφαρμόσῃ τὸ
184πρόγραμά του, παρέσχομεν εἰς αὐτὸ πᾶσαν συνδρομὴν, ἵνα
185ψηφισθῶσι τὰ νομοθετήματα, τὰ ὁποῖα τὸ Ὑπουργεῖον
186ἐκεῖνο ἐπρότεινεν εἰς τὴν Βουλὴν, ἐπολεμήσαμεν δὲ μόνον
187προτάσεις νόμων, αἱ ὁποῖαι δὲν ἀνῆκον εἰς τὸ πρόγραμμα
188τοῦ Ὑπουργείου· διότι τὸ πρόγραμμα τοῦ Ὑπουργείου τοῦ
189κ. ἐκ Κερκύρας Βουλευτοῦ δὲν εἶχεν ἀνακηρύξει μέτρα περὶ
190διοχετεύσεως τῶν ὑδάτων τῆς Στυμφαλίας, οὔτε μέτρα περὶ
191καταργήσεως τοῦ νόμου περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, ταῦτα
192δὲ τὰ δύο μέτρα ἡμεῖς παρεκωλύσαμεν νὰ ψηφισθῶσιν, εἰς
193πάντα δὲ τὰ ἄλλα νομοθετήματα οὐδὲν πρόσκομμα παρε-
194νεβάλομεν· καὶ ὅτε ἐνομίζομεν ὅτι νομοθέτημά τι ἤθελεν
195ἀποβῆ ἐπιβλαβὲς, καὶ τότε ἐψηφοφορήσαμεν μὲν κατ’ αὐ-
196τοῦ, ἀλλ’ οὐδέποτε παρενεβάλομεν πρόσκομμα εἰς τὴν ψή-
197φισιν αὐτοῦ.
198Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι ὑπάρχει ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τὸ
199συνταγματικὸν δικαίωμα, νὰ ζητήσῃ ἀπὸ τὴν Βουλὴν νὰ
200κανονίσῃ τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν οὕτως, ὥστε νὰ ἀνα-
201γραφῶσι πρὸ παντὸς ἄλλου τὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα ἀπο-
202τελοῦσι τὸ πρόγραμμα τῆς Κυβερνήσεως, μετὰ ταῦτα δὲ
203ἐν τῇ τάξει νὰ θέσῃ τὰ νομοσχέδια τὰ ἀφορῶντα τοπικὸν
204ὄφελος, τὸν προϋπολογισμὸν καὶ πάντα τὰ ἄλλα νομοθετή-
205ματα, τὰ ὁποῖα ἤθελεν ἐγκρίνει. Λέγω δὲ τοῦτο, διότι ἡ
206παράτασις ἡ περαιτέρω τῆς καταστάσεως ταύτης τῶν βου-
207λευτικῶν ἐργασιῶν, ὡς μέχρι τοῦδε βαίνουσιν αὗται, εἶναι
208ἀνέφικτος εἰς ἡμᾶς, οὐδ’ ἐπιτρέπεται πλέον νὰ ἀνεχθῶμεν
209αὐτήν. Ἠνέχθημεν αὐτὴν, καὶ διήλθομεν ὁλόκληρον Σύνο-
210δον κατὰ τὸ διαρρεῦσαν ἑξάμηνον. Ἠναγκάσθημεν νὰ καλέ-
211σωμεν ἔκτακτον Σύνοδον χάριν τῶν νομοθετημάτων τού-
212των. Ἀλλ’ ἐὰν ἀφήσωμεν νὰ παρέλθῃ καὶ ἡ ἔκτακτος
213Σύνοδος χωρὶς νὰ ψηφισθῶσι τὰ νομοθετήματα,—διότι ὁ
214προϋπολογισμὸς συνετάχθη ἐπὶ τῇ βάσει τῶν νομοθετημά-
215των τούτων,—ἐὰν λήξῃ καὶ ἡ ἔκτακτος ἄνευ προϋπολογι-
216σμοῦ, ἄνευ τῶν νομοθετημάτων τούτων, θέλει ἀναγραφῆ
217ἐν τῇ κοινοβουλευτικῇ ἱστορίᾳ παράδειγμα, τὸ ὁποῖον βε-
218βαίως δὲν θέλει συνιστᾷ πολὺ τὸν τόπον ἡμῶν.
219Διὰ τοῦτο φρονῶ, ὅτι ἔχομεν εὐθύνην· εἰδοποιοῦμεν δὲ καὶ
220τὴν πλειονοψηφίαν καὶ τὴν μειονοψηφίαν, ὅτι, ἐὰν δὲν ἤθε-
221λον προβῆ εἰς τὴν συζήτησιν τῶν νομοσχεδίων τούτων,
222ἡμεῖς θέλομεν καταθέσει τὴν παραίτησιν ἡμῶν εἰς τὸν Ἡγε-
223μόνα. Θέλομεν τότε ἀναφέρει εἰς τὸν Ἡγεμόνα, ὅτι ἡ Βουλὴ
224δὲν ἦτο διατεθειμένη νὰ συντελέσῃ, ὅπως συζητηθῇ καὶ ἐπι-
225ψηφισθῇ ἢ ἀπορριφθῇ τὸ πρόγραμμα ἡμῶν, καὶ ἑπομένως
226ἂς κρίνῃ ὁ Ἡγεμὼν εἴτε περὶ τῆς Βουλῆς, εἴτε περὶ τοῦ
227Ὑπουργείου. Ἐὰν κρίνῃ περὶ τοῦ Ὑπουργείου, θέλομεν
228καταλίπει τὴν ἀρχὴν, πεποιθότες ὅτι ἐξεπληρώσαμεν τὸ
229καθῆκον ἡμῶν, ὅτι εἰσηγάγομεν εἰς τὴν Βουλὴν πάντα τὰ
230νομοθετήματα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἦσαν ἀναγκαῖα πρὸς ἐκτέ-
231λεσιν τοῦ προγράμματος ἡμῶν, ἀλλ’ ὅτι ἡ Βουλὴ παρέλυ-
232σεν ἡμᾶς καὶ δὲν ἀφῆκε νὰ ψηφισθῶσι ταῦτα. Ἐὰν ἤθελε
233κρίνει ἄλλως, τὰ πράγματα θέλουσι λάβει τὴν τροπὴν, τὴν
234ὁποίαν ὁ Βασιλεὺς θέλει ἐγκρίνει νὰ δώσῃ.
235Λέγω πάντα τὰ νομοσχέδια, ἀλλὰ δὲν ἀκριβολογῶ,
236διότι δὲν εἰσηγάγομεν εἰσέτι νομοσχέδιον περὶ τροποποιή-
237σεως τοῦ νόμου περὶ Γενικῆς Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ. Ἡ
238Βουλὴ γνωρίζει ποίας ἔχω γνώμας περὶ τοῦ ἰσχύοντος νό-
239μου περὶ Γενικῆς Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ. Ἐὰν ὁ ἐμὸς
240προκάτοχος καὶ ἀγαπητὸς φίλος μου κ. ἐκ Τυρνάβου Βου-
241λευτὴς εἰσήγαγε νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου κατήργει τὸν
242νόμον περὶ Γενικῆς Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ, ἐξετέλει τὸν
243σκοπὸν, τὸν ὁποῖον ἡμεῖς εἴχομεν, ζητοῦντες τὴν τροποποίη-
244σιν τοῦ νόμου, ἀλλ’ ἐπεξέτεινε τὸν σκοπὸν ἡμῶν τοῦτον
245εἰς μερίμνας καθαρῶς στρατιωτικῆς κατ’ ἄλλο σύστημα ὀρ-
246γανώσεως. Ἐγὼ βεβαίως δὲν ἔχω τὴν ἀξίωσιν, ἵνα ὑπο-
247σχεθῶ εἰς τὴν Βουλὴν τὴν ὀργάνωσιν τοῦ στρατοῦ, ἀλλ’ εἶ-
248χον καθῆκον ν’ ἀσχοληθῶ νὰ ἀφαιρέσω ἀπὸ τὸν νόμον τῆς
249Γενικῆς Διοικήσεως ὅ,τι ὑπῆρχεν ἐν αὐτῷ μὴ σύμφωνον πρὸς
250τὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος. Ὅθεν συνετάξαμεν νομο-
251σχέδιον, δι’ οὗ ἀφῃρέσαμεν τὸν ἀντισυνταγματικὸν χαρα-
252κτῆρα τοῦ νόμου περὶ Γενικῆς Διοικήσεως, τὸ νομοσχέδιον
253δὲ τοῦτο θέλομεν εἰσαγάγει εἰς τὴν Βουλήν.
254Ἀλλὰ καὶ ἕτερον νομοσχέδιον ἔπρεπε νὰ εἰσαγάγωμεν,
255περὶ τῆς Εἰρηνοδικειακῆς Δικαιοσύνης, διότι τὸ σύστημα τὸ
256εἰρηνοδικειακὸν εἶναι πλημμελές· οἱ διοριζόμενοι εἰρηνοδίκαι
257τυγχάνουσι πάντοτε ὑπὸ τὴν ἐξάρτησιν τῆς πολιτικῆς, ἑπο-
258μένως ὑπὸ δρᾶσιν ἀλλοτρίαν τῆς ἀποστολῆς τῆς Δικαιοσύνης.
259Εἶναι δὲ ἀνάγκη νὰ ἐγκατασταθῇ πλῆρες σύστημα εἰρηνοδι-
260κειακῆς δικαιοσύνης, τὸ δὲ περὶ τούτου νομοσχέδιον ἠρξάμην
261νὰ συντάσσω, καὶ προέβην ἀρκούντως, ἐλπίζω δ’ ὅτι, εἴτε ὡς
262Βουλευτὴς, εἴτε ὡς Ὑπουργὸς, θέλω δυνηθῆ νὰ τὸ εἰσαγάγω
263εἰς τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς κατὰ τὴν ἑπομένην Σύνοδον.
264Καὶ ἕτερον νομοσχέδιον ὠφείλομεν νὰ προτείνωμεν, τὸ
265περὶ συστάσεως Μονοπωλίου τῶν διδακτικῶν βιβλίων τῆς
266Δημοτικῆς Ἐκπαιδεύσεως· ἀλλὰ καὶ τοῦτο, εἴτε ὡς Βουλευ-
267τὴς, εἴτε ὡς Ὑπουργὸς, ἐλπίζω νὰ δυνηθῶ νὰ εἰσαγάγω εἰς
268τὴν ἑπομένην Σύνοδον τῆς Βουλῆς.
269Ἑπομένως, πλὴν τοῦ περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου περὶ
270Γενικῆς Διοικήσεως νομοσχεδίου, ὅπερ θέλω εἰσαγάγει αὔ-
271ριον ἢ τὸ Σάββατον, θέλομεν εἰσαγάγει καὶ τὸ περὶ Εἰρη-
272νοδικειακῆς Δικαιοσύνης νομοσχέδιον καὶ τὸ ἄλλο περὶ
273μονοπωλίου τῶν διδακτικῶν βιβλίων κατὰ τὴν ἑπομένην
274Σύνοδον. Ζητοῦμεν δὲ σήμερον νὰ μᾶς συντρέξητε νὰ συζη-
275τηθῶσι τὰ προταθέντα ἤδη, καὶ ἂν ἐγκρίνητε αὐτὰ, θέλομεν
276ἐξακολουθήσει τὰ ἔργα ἡμῶν· ἂν ὄχι, καταψηφίσατε αὐτὰ,
277διὰ ν’ ἀπαλλαγῶμεν ἡμεῖς πάσης ὑποχρεώσεως. Ἀλλὰ τὸ νὰ
278ἀφίνωμεν ἐκκρεμεῖς τὰς νομοθετικὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς,
279δὲν ἐξυπηρετοῦμεν τὰ συμφέροντα τοῦ τόπου, ἀναλαμβάνομεν
280μεγίστην εὐθύνην, καὶ ἐπὶ τέλους δίδομεν παράδειγμα κοινο-
281βουλευτικοῦ βίου ἐκτρόπου καὶ ἀντισυνταγματικοῦ.
282§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αἱ ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως
283ὑποβληθεῖσαι δηλώσεις θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα
284Παράρτημα, ἀριθ. 1–2).
285§4Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἐὰν ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς ἤθελε
286περιορισθῆ εἰς συμβουλὰς πρὸς τὴν πλειονοψηφίαν, ἐὰν ἤθελε
287περιορισθῆ εἰς καθορισμὸν τῶν ἔργων τῆς ἐκτάκτου ταύτης
288Συνόδου, οὐδὲν θὰ εἶχον δικαίωμα νὰ λάβω τὸν λόγον καὶ
289ἀναμιχθῶ εἰς τὴν συζήτησιν· διότι δικαίωμα ἀπόλυτον τοῦ
290κ. Πρωθυπουργοῦ εἶναι νὰ διευθύνῃ τὰς ἐργασίας τῆς πλειο-
291νοψηφίας, ν’ ἀποτείνῃ συμβουλὰς εἰς ταύτην καὶ νὰ καθο-
292ρίζῃ τὰ ἔργα αὐτῆς κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς Συνόδου. Ἀλλὰ
293ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δὲν περιωρίσθη νὰ συμβουλεύσῃ τὴν
294πλειονοψηφίαν, οὐδὲ νὰ ὁρίσῃ τὸ πρόγραμμα τῶν ἐργασιῶν
295κατὰ τὴν ἔκτακτον ταύτην Σύνοδον, ἀλλ’ ἀποτεινόμενος
296πρὸς τὴν μειονοψηφίαν, ἐθεώρησε ταύτην ὑπεύθυνον διὰ τὴν
297παρακώλυσιν, ὡς εἶπε, τῶν ἔργων τῆς Βουλῆς καὶ τῆς ἐφαρ-
298μογῆς τοῦ προγράμματος, τὸ ὁποῖον ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀ-
299νέπτυξε πρὸ τῶν ἐκλογῶν, καὶ τὸ ὁποῖον κατὰ τὴν γνώμην
300του ἔτυχε τῆς ὑποστηρίξεως τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ.
301Ἔχω καθῆκον ν’ ἀπαντήσω εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν,
302ἀμυνόμενος ὑπὲρ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Καὶ ἐγὼ ὁμολογῶ,
303καὶ οὐδεὶς δύναται ν’ ἀμφισβητήσῃ, ὅτι παρῆλθε πᾶσα ἡ
304τακτικὴ Σύνοδος τῆς Βουλῆς χωρὶς ἡ Βουλὴ νὰ ἐργασθῇ·
305ἀλλ’ ἐξεταστέον, τίς ἔπταισεν εἰς τοῦτο; Τὸ πταίσιμον,
306κατ’ ἐμὴν ἰδέαν, ἀνήκει εἰς τὴν Κυβέρνησιν, τῆς ὁποίας τὴν
307ἐνέργειαν ἐχαρακτήρισε μέχρι τοῦδε ἔλλειψις διευθύνσεως.
308Διακοπὴ ἐπῆλθεν εἰς τὰς ἐργασίας, παράτασις ἐπ’ ἄπειρον
309τῶν συζητήσεων ἐπὶ τῶν ἐξελέγξεων τῶν ἐκλογῶν, αἵτινες
310κατέληξαν εἰς τὴν ἴσως οὐχὶ δικαίαν ἀκύρωσιν δύο ἢ τριῶν
311ἐκλογῶν· διεκόπησαν καὶ πάλιν αἱ ἐργασίαι, καὶ ὅτε ἡ Ἀντι-
312πολίτευσις κατέδειξεν ὅτι εἶναι πρόθυμος νὰ συντρέξῃ τὴν
313Κυβέρνησιν, αἱ ἡμέραι παρήρχοντο, καὶ ἡ Βουλὴ δὲν συνε-
314καλεῖτο.
315Ἤρχισαν ἐπὶ τέλους αἱ συνεδριάσεις, καὶ ἐρωτῶ, δύνα-
316ταί τις νὰ εἴπῃ, ὅτι ὑπῆρξε κατὰ ταύτας διεύθυνσις ἐκ μέ-
317ρους τῆς Κυβερνήσεως; Βεβαίως ὄχι. Ἐὰν ἡ Κυβέρνησις διηύ-
318θυνε πράγματι τὰ ἔργα τῆς Βουλῆς, ἡ ψήφισις τῶν νομο-
319σχεδίων θὰ ἐπετυγχάνετο. Ἀπόδειξις ἔστω, ὅτι, ὅτε ἠθέ-
320λησε νὰ ψηφισθῇ νομοσχέδιον, τὸ ἐπέτυχεν· ἠθέλησε νὰ ψηφίσῃ
321τὸ νομοσχέδιον περὶ παρατάσεως τοῦ προνομίου τῆς Ἐθνι-
322κῆς Τραπέζης καὶ τοῦ προνομίου τῆς Ἰονικῆς Τραπέζης,
323καὶ τὸ νομοσχέδιον ἐψηφίσθη. Ἀλλ’ ἦλθε τὸ σταφιδικὸν
324ζήτημα, καὶ κατηνάλωσεν ἡ Βουλὴ εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ
325ζητήματος τούτου 15 συνεδριάσεις, ἡ Κυβέρνησις δὲ διὰ
326τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ἐδήλωσεν, ὅτι δὲν ἔχει γνώμην περὶ
327τοῦ ζητήματος, καὶ ἀφῆκε τὴν Βουλὴν ἐλευθέραν νὰ συζητῇ
328ἐπὶ πολλὰς ἡμέρας, καὶ μετὰ τοσαύτην ἀπώλειαν χρόνου
329ἠγέρθη ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ εἶπεν, ὅτι δὲν
330δύναται νὰ δεχθῇ τὸ ἀπεριόριστον τῆς παρακρατήσεως, οὐδὲ
331τὸν ὁρισμὸν ταύτης εἰς τὰ 25%, καὶ ὅτι, ἐὰν ταῦτα γεί-
332νωσι δεκτὰ παρὰ τῆς Βουλῆς, αἱ ὑφιστάμεναι συμβάσεις
333καὶ τὸ καθῆκον, ὅπερ ἔχει ἡ Κυβέρνησις, ἵνα σκέπτηται περὶ
334διατηρήσεως τῆς ἰσχύος αὐτῶν, ἐμποδίζουσι τὴν Κυβέρνησιν
335νὰ προβῇ εἰς κύρωσιν τοῦ νόμου. Ἐὰν ἀπὸ τῆς πρώτης στιγ-
336μῆς, καθ’ ἣν ἡ Βουλὴ προέβη εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ ζητήμα-
337τος, αἱ δηλώσεις αὗται ἐγίνοντο, δὲν ἠθέλομεν καταναλώσει
338τόσον χρόνον ἄνευ οὐδενὸς πρακτικοῦ ἀποτελέσματος.
339Ἀργότερον ὑπεβλήθη εἰς τὴν Βουλὴν ἡ σύμβασις περὶ
340μονοπωλίου τῆς σταφίδος. Ἡ σύμβασις αὕτη ὑπεβλήθη εἰς
341τὴν Βουλὴν μετὰ τὰς διαπραγματεύσεις, τὰς ὁποίας διεξή-
342γαγεν ἡ Κυβέρνησις. Ἀλλ’ ὑποβάλλουσα τὴν σύμβασιν ἡ
343Κυβέρνησις δὲν ἀνέλαβε τὴν εὐθύνην τῆς συμβάσεως, ὅτε ἡ
344ἐπ’ αὐτῆς συζήτησις ἤθελε περατωθῆ ταχέως, ἀλλὰ προεκά-
345λεσε τὴν Βουλὴν, ἵνα ὑποβάλῃ τροπολογίας ἐπὶ ἑκάστου
346ἄρθρου τῆς συμβάσεως, ὅπως μετὰ τὴν ὑποβολὴν τῶν τρο-
347πολογιῶν ἐξακολουθήσῃ τὰς διαπραγματεύσεις, καὶ μετεβλή-
348θη οὕτω τὸ Νομοθετικὸν Σῶμα εἰς Σῶμα διαπραγματευό-
349μενον διὰ τῆς Κυβερνήσεως μετὰ τῆς Ἑταιρείας, καὶ κατη-
350ναλώθησαν 12 ἡμέραι διὰ τὸ ἔργον τοῦτο, τὸ ὁποῖον δὲν
351ἦτο ἔργον τῆς Βουλῆς, τοσούτῳ μᾶλλον, καθόσον ὅλαι αἱ
352τροπολογίαι, αἱ ὁποῖαι ἀνεπτύχθησαν κατὰ τὰς μακρὰς ἐπὶ
353δώδεκα ἡμέρας συζητήσεις, εἶχον ὑποβληθῆ ὑπὸ τῶν μελῶν
354τῆς ἐπιτροπῆς, ἥτις συνειργάσθη μετὰ κ. Πρωθυπουργοῦ διὰ
355τὸν καταρτισμὸν τῆς συμβάσεως· καθῆκον δ’ εἶχεν ἡ Κυβέρ-
356νησις, ἐὰν παρεδέχετο ὡς ὀρθὰς τὰς τροπολογίας, νὰ ἐπι-
357μείνῃ εἰς ταύτας, καὶ ἂν δὲν ἐγίνοντο δεκταὶ ὑπὸ τῆς ἑται-
358ρείας, νὰ μὴ προβῇ εἰς τὴν ὑπογραφὴν τῆς συμβάσεως· ἐὰν
359ἀπεναντίας ἐφρόνει, ὅτι ἡ μὴ ἀποδοχὴ τῶν τροπολογιῶν δὲν
360ἐπέτρεπεν αὐτῇ νὰ ἀρνηθῇ τὴν ὑπογραφὴν τῆς συμβάσεως,
361καθῆκον εἶχε νὰ ὑπογράψῃ ταύτην καὶ νὰ τὴν ὑποβάλῃ εἰς
362τὴν Βουλὴν, ἀναλαμβάνουσα τὴν εὐθύνην ταύτης καὶ ἐπιμέ-
363νουσα εἰς τὴν ψήφισιν αὐτῆς. Ἐρωτῶ, πταίει ἡ Ἀντιπολί-
364τευσις, ἐὰν τοσαῦται ἡμέραι κατηναλώθησαν εἰς τὴν συζή-
365τησιν τοῦ θέματος τούτου;
366Ἀλλὰ κατηγγέλθη ἡ Ἀντιπολίτευσις καὶ δι’ ἕτερον, ὅτι
367προετάχθησαν νομοσχέδια τοπικοῦ συμφέροντος, ὡς τὰ ὠνό-
368μασεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, καίτοι ὁ τοιοῦτος ὁρισμὸς τῶν
369νομοσχεδίων τούτων δὲν εἶναι ἀκριβής. Καὶ ἐγὼ ἐρωτῶ, τίς
370ἀπῄτησε τὴν πρόταξιν τῶν νομοσχεδίων τούτων; ἡ Συμ-
371πολίτευσις ἢ ἡ Ἀντιπολίτευσις; Προφανῶς ταῦτα προετά-
372χθησαν τῇ ἀπαιτήσει τῆς Συμπολιτεύσεως. Ἀλλὰ τίς διευ-
373θύνει τὰ τῆς Συμπολιτεύσεως; Βεβαίως ἡ Κυβέρνησις.
374Κατηγορήθη ἡ Ἀντιπολίτευσις ἐπὶ κωλυσιεργίᾳ. Ἐγὼ, κατ’
375ἀντίθεσιν πρὸς τὰ δόγματα, τὰ ὁποῖα πολλάκις ἀνέπτυξεν
376ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, οὔτε παρεδέχθην, οὔτε παραδέχομαι,
377οὔτε θὰ παραδεχθῶ, ὅτι ἡ Ἀντιπολίτευσις ἔχει τὸ δικαίω-
378μα διὰ κωλυσιεργίας νὰ ἐπιβάλλῃ τὴν γνώμην αὐτῆς· ἔχει
379τὸ δικαίωμα μόνον νὰ συζητῇ τὰ νομοσχέδια, νὰ προσπαθῇ
380νὰ πείσῃ τὴν Βουλὴν, ὅτι ταῦτα εἶναι ἐπιβλαβῆ, ὅταν θεω-
381ρῇ ταῦτα ἐπιζήμια, ἀλλὰ δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ὑπεισέλ-
382θῃ εἰς τὰ δικαιώματα τῆς πλειονοψηφίας, ἐμποδίζουσα αὐ-
383τὴν νὰ ψηφίσῃ ταῦτα, ἐὰν τὰ θεωρῇ ὠφέλιμα εἰς τὴν χώραν.
384Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς κατηγορεῖ τὴν Ἀντιπολίτευσιν ἐπὶ
385κωλυσιεργίᾳ. Ἀλλὰ τὰ πράγματα ἀποδεικνύουσι τὴν κα-
386τηγορίαν ταύτην οὐ μόνον ἀβάσιμον, ἀλλὰ καὶ ἄδικον· τὰ
387πράγματα ἀποδεικνύουσιν, ὅτι ἡ Ἀντιπολίτευσις συνετέλε-
388σε πάντοτε εἰς τὴν ἀπαρτίαν, καὶ ἔμενε μέχρι τῆς 2ας καὶ
3893ης ὥρας μετὰ τὸ μεσονύκτιον συζητοῦσα, χωρὶς ποτε ἡ
390παρουσία τῶν μελῶν τῆς Συμπολιτεύσεως νὰ δικαιολογήσῃ
391τὴν παράτασιν ταύτην τῶν συνεδριάσεων.
392Διὰ τοῦτο λέγω, ὅτι αἱ κατηγορίαι κατὰ τῆς Ἀντιπο-
393λιτεύσεως εἶναι ὅλως ἄδικοι. Βεβαίως δὲν αἰσθανόμεθα στορ-
394γὴν πρὸς τὰ νομοσχέδια τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, διὰ τῶν
395ὁποίων προτίθεται νὰ καταργήσῃ νόμους, τῇ πρωτοβουλίᾳ
396ἡμῶν ψηφισθέντας, ἀλλὰ καθῆκον ἔχομεν νὰ συζητῶμεν,
397ὅπως ἀποδείξωμεν, ὅτι τὰ μέτρα τὰ προτεινόμενα παρὰ
398τῆς Κυβερνήσεως δὲν συντελοῦσιν εἰς τὴν βελτίωσιν τῶν
399διαφόρων ὑπηρεσιῶν, καὶ ὅτι τὰ μέτρα ταῦτα ψηφιζόμενα
400δὲν θὰ φέρωσι τὰς οἰκονομίας, ἃς ἡ Κυβέρνησις προβλέπει.
401Ἔχομεν τὴν πεποίθησιν, ὅτι τὰ μέτρα τὰ προτεινόμενα,
402ἐφαρμοζόμενα, οὐ μόνον δὲν θέλουσι φέρει ἀξίαν λόγου οἰκο-
403νομίαν, ἀλλὰ καί τινα ἐξ αὐτῶν θέλουσι διαταράξει τὰς δια-
404φόρους ὑπηρεσίας, πολλὰ δὲ τούτων θέλουσι διὰ τῆς διατα-
405ράξεως ταύτης συντελέσει εἰς τὴν ἐλάττωσιν τῶν ἐσόδων
406τοῦ Κράτους. Τοῦτο ὅμως δὲν ἐμποδίζει τοῦ νὰ ἤμεθα
407πρόθυμοι νὰ συντρέξωμεν διὰ τῆς ἐν ταῖς συνεδριάσεσι
408παρουσίας μας τὴν Κυβέρνησιν, συζητοῦντες, καθ’ ὃ ἔχομεν
409δικαίωμα καὶ καθῆκον, καὶ μὴ παρακωλύοντες. Ἀλλὰ ποῦ
410εὗρεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς τὴν παρακώλυσιν; Οὐδεὶς δύνα-
411ται νὰ ἀρνηθῇ, ὅτι εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάτα-
412ξιν εὐθὺς μετὰ τὴν διακοπὴν, πολλάκις δὲ καὶ πρὸ ταύτης.
413Ἐνθυμοῦμαι δὲ, ὅτι εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν εἰσήρχετο
414ἡ Βουλὴ, ὅτε ἡ νῦν Συμπολίτευσις ἦτο Ἀντιπολίτευσις,
415τὴν 1ην καὶ 2αν μετὰ τὸ μεσονύκτιον. Δὲν εἶναι δ’ ἀλη-
416θὲς τὸ λεχθὲν, ὅτι ἡ Ἀντιπολίτευσις ἐκωλυσιέργησε μόνον
417κατὰ τὴν συζήτησιν δύο νομοσχεδίων. Τοῦτο ἔπραξε κατὰ
418τὴν συζήτησιν παντὸς μέτρου προταθέντος ὑπὸ τῆς τότε Κυ-
419βερνήσεως, τοῦτο ἔπραξε πάντοτε καὶ κατὰ τὴν συζήτησιν
420τοῦ προϋπολογισμοῦ, τοῦ ὁποίου ἡ ψήφισις δὲν κατωρθοῦτο
421ἢ μετὰ μακρὰς συζητήσεις πολλῶν ἡμερῶν καὶ μετὰ τε-
422λευταίαν συζήτησιν εἴκοσιν ἢ τριάκοντα ὡρῶν. Τὸ γεγονὸς
423τοῦτο καὶ μόνον δὲν ἀποδεικνύει, ὅτι ἡ κωλυσιεργία τότε
424ἀπετέλει σύστημα ἐν διηνεκεῖ λειτουργίᾳ;
425Ταῦτα λέγω, ὅπως πείσω ὑμᾶς, ὅτι δὲν εἶναι βάσιμα καὶ
426δίκαια τὰ λεχθέντα παρὰ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, τὸν ὁ-
427ποῖον παρακαλῶ, ὅταν κατηγορῇ τὴν Ἀντιπολίτευσιν, νὰ
428ἐξετάζῃ μετὰ προσοχῆς τὰ πράγματα, καὶ μετὰ τὴν ἐξέ-
429τασιν τῶν πραγμάτων ν’ ἀπευθύνῃ ἐπικρίσεις, ἐὰν τὰ
430πράγματα πείθωσιν αὐτὸν, ὅτι δύναται ταύτας νὰ διατυ-
431πώσῃ.
432Ἡ Ἀντιπολίτευσις θὰ ἐξακολουθήσῃ καὶ κατὰ τὴν Σύνο-
433δον ταύτην τὰς ἀρχὰς, ἃς ἀνέκαθεν ἐτήρησε, θέλει δὲ συνδρά-
434μει τὴν Κυβέρνησιν, ἀδιαφοροῦσα ἐὰν τὰ πράγματα ἀπέ-
435δειξαν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν ἔχει ἀπαρτίαν. Ἡ Ἀντιπολί-
436τευσις θέλει ἐξακολουθήσει συντελοῦσα εἰς τὴν ἀπαρτίαν.
437Ἀλλὰ μὴ λησμονεῖτε, ὅτι ἡ συνδρομὴ τῆς Ἀντιπολιτεύ-
438σεως δὲν ἀρκεῖ. Ἔχετε ἀνάγκην διευθύνσεως, ἔχετε ἀνάγ-
439κην νὰ εἴπητε καθαρῶς καὶ σαφῶς, τί θέλετε.
440Ἐγένετο λόγος ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ καὶ περὶ στρα-
441τιωτικῶν νομοσχεδίων. Ἐάν τις ἤθελε μ’ ἐρωτήσει ἐὰν τὰ
442νομοσχέδια ταῦτα συνετέλεσαν εἰς τὴν παραλυσίαν, ἥτις
443διέκρινε τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς κατὰ τὴν τακτικὴν
444Σύνοδον, ἤθελον εἴπει, ὅτι ταῦτα ἀπετέλεσαν τὸ κύριον αἴ-
445τιον, διὰ τὸ ὁποῖον ἡ τακτικὴ Σύνοδος οὐδὲν ἔπραξε· διότι
446ὑπεβλήθησαν εἰς τὴν Βουλὴν κατὰ τρόπον οὐχὶ προωρισμέ-
447νον νὰ ἄρῃ τὰς δυσκολίας, αἵτινες ἠδύναντο νὰ παρεμβλη-
448θῶσιν εἰς τὴν ψήφισιν αὐτῶν, ἀλλὰ κατὰ τρόπον προκα-
449λοῦντα καὶ ἐπιτείνοντα τὰς δυσκολίας ταύτας.
450Ἀλλὰ δὲν εἶναι τοῦτο μόνον. Ἀπὸ τῆς ὑποβολῆς τῶν
451νομοσχεδίων τούτων ἤρχισαν διαπραγματεύσεις πρὸς μεταρ-
452ρύθμισιν αὐτῶν· καὶ ἐνόσῳ αἱ διαπραγματεύσεις δὲν ἐπετύγ-
453χανον, τὰ νομοσχέδια ταῦτα κατήρχοντο ἐν τῇ ἡμερησίᾳ
454διατάξει ἐκ τοῦ ἀριθμοῦ 20 εἰς τὸν ἀριθμὸν 80, καὶ ἐκ
455τούτου εἰς τὸν ἀριθμὸν 100. Ἐπειδὴ δὲ δὲν ἦτο δυνατὸν
456νὰ προτάξητε ταῦτα, διότι αἱ διαπραγματεύσεις δὲν κατέ-
457ληγον εἰς συμπεράσματα, ἀπέβαινεν ὑμῖν ἀδύνατον νὰ
458προτάξητε ἄλλα, ἐκ τοῦ φόβου μὴ ἡ πρόταξις ἄλλων σπου-
459δαίων νομοσχεδίων προκαλέσῃ τὴν πρόταξιν τῶν στρατιω-
460τικῶν, ἥτις κατ’ οὐδένα λόγον ἐπετρέπετο ὑμῖν.
461Αὐτὰ εἶναι τὰ αἴτια, τὰ ὁποῖα παρήγαγον τ’ ἀποτελέ-
462σματα τὰ λυπηρὰ, τὰ ὁποῖα εἴδομεν. Εἰς ὑμᾶς ἀπόκειται
463ἵνα ταῦτα μὴ ἐπαναληφθῶσι κατὰ τὴν Σύνοδον ταύτην·
464ἀλλὰ πρὸς τοῦτο ἀπαιτεῖται θέλησις καὶ ἀπαιτεῖται διεύ-
465θυνσις. Ἔχω δὲ δι’ ἐλπίδος, ὅτι καὶ τὴν θέλησιν ταύτην
466θέλετε ἀποδείξει καὶ τὴν διεύθυνσιν δὲν θέλετε ἐγκαταλείψει.
467§5Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Μοὶ ἐπιτρέπετε μίαν παρα-
468τήρησιν, κύριε Πρόεδρε; Νομίζω ὅτι κατὰ τὴν Σύνοδον τὴν
469τακτικὴν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς ἐζήτησε τὴν συνδρομὴν
470τῆς Ἀντιπολιτεύσεως διὰ τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς, καὶ ὁ
471κ. ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως εἶπεν, ὅτι παρέχει πᾶσαν
472τὴν ὑποστήριξίν του διὰ τὰ νομοσχέδια τὰ συναφῆ πρὸς
473τὸν προϋπολογισμὸν καὶ διὰ τὸν προϋπολογισμόν. Παρακα-
474λῶ νὰ διαψευσθῶ, ἂν αὐτὸ, τὸ ὁποῖον λέγω, δὲν ἦναι ἀκρι-
475βές. Κατὰ συνέπειαν δὲν ἠμπορεῖ νὰ παραπονεθῇ ὁ κ. Πρω-
476θυπουργὸς, ὅτι ἡ Ἀντιπολίτευσις δὲν παρέχει τὴν συνδρο-
477μήν της.
478§6Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, θὰ ὑπομνήσω
479εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ὅτι μεταξὺ τῶν νομοσχεδίων τοῦ
480προγράμματός του εἶναι καὶ τὸ περὶ Νομαρχιῶν καὶ τὸ περὶ
481καταργήσεως τῶν Πρωτοδικείων. Τὰ ὑπομιμνήσκω, διότι
482δὲν τὰ ἀνέφερε.
483§7Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Μὴ σπεύδετε, κύριε Πετροπουλάκη.
484§8Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Πρέπει νὰ
485εἴπω ὀλίγας λέξεις οὐχὶ πρὸς τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Γυθείου,
486ὅστις ὑπέθεσεν, ὅτι δὲν εἰσήχθη ἔτι εἰς τὴν Βουλὴν τὸ νομο-
487σχέδιον περὶ διοικητικῆς διαιρέσεως, ἀλλὰ πρὸς τὸν κ. Βου-
488λευτὴν ἐκ Κερκύρας, ὅστις παρέστησεν εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι,
489κατὰ τὴν γνώμην αὐτοῦ, ἐὰν αἱ ἐργασίαι κατὰ τὴν τακτι-
490κὴν Σύνοδον παρέλυσαν, αἰτία εἶναι ἡ εἰσαγωγὴ τῶν στρα-
491τιωτικῶν νομοσχεδίων. Δὲν τὸ φρονῶ· δύναμαι δὲ νὰ ἀνα-
492μνήσω εἰς ὑμᾶς τὰ γεγονότα, τὰ λαβόντα τότε χώραν, διὰ
493νὰ πεισθῆτε, ὅτι εὐλόγως δὲν τὸ φρονῶ.
494Δὲν γνωρίζω ποῖαι δυσκολίαι προέκυψαν ἐκ τῆς εἰσαγω-
495γῆς τῶν εἰρημένων νομοσχεδίων· γνωρίζω μόνον, ὅτι ὁ κ.
496Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ὑπέβαλε τὴν παραίτησίν του,
497καὶ ἐγένετο αὕτη δεκτή. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κερκύρας εἶπε
498περὶ διαπραγματεύσεων· ἀλλὰ δὲν γνωρίζω ποίας διαπραγ-
499ματεύσεις ἐννοεῖ. Ἐγὼ ἐνθυμοῦμαι, ὅτι εἶπον εἰς τὴν Βου-
500λὴν τετράκις ἢ πεντάκις, προκληθεὶς ὑπὸ Βουλευτῶν, οἵ-
501τινες ὑπέθετον ὅτι ἐγὼ δὲν σκοπῶ νὰ εἰσαγάγω νομοσχέ-
502διόν τι περὶ τοῦ νόμου περὶ Γενικῆς Διοικήσεως τοῦ στρα-
503τοῦ, εἶπον τότε εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι κατὰ τὴν γνώμην μου
504τρία ἐκ τῶν νομοσχεδίων πρέπει νὰ συζητηθῶσι κατὰ τὴν
505Σύνοδον ταύτην καὶ νὰ ψηφισθῶσιν ὑπὸ τῆς Βουλῆς· καὶ ἀνέ-
506φερα τὸ νομοσχέδιον περὶ τροποποιήσεως τοῦ περὶ Γενικῆς
507Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ νόμου, τὸ νομοσχέδιον περὶ στρα-
508τολογίας καὶ τὸ νομοσχέδιον περὶ ταμείου ὑλικοῦ τοῦ πο-
509λέμου. Αὐτὰ εἶπον τότε εἰς τὴν Βουλὴν, οὐδ’ ἐλησμόνησα
510αὐτὰ σήμερον.
511Ποίαν παραλυσίαν ἔφεραν αἱ δυσκολίαι, αἱ ὁποῖαι ἐδη-
512μιουργήθησαν ἐκ τῆς εἰσαγωγῆς τῶν νομοσχεδίων τῶν στρα-
513τιωτικῶν; Ἐὰν ἡμεῖς νομίζωμεν ὅτι πρέπει νὰ μελετηθῶ-
514σιν ἀκόμη ἐπί τινὰ καιρὸν τὰ ὑπόλοιπα νομοσχέδια, τὰ
515τρία ὅμως, τὰ ὁποῖα ἐμνημόνευσα, ἀξιῶ νὰ συζητηθῶσι κατ’
516αὐτὴν τὴν Σύνοδον.
517Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κερκύρας εὑρίσκει ἴσως, ὅτι ἡμεῖς
518δὲν εἴμεθα ἱκανοὶ νὰ διευθύνωμεν τὰς συζητήσεις τοῦ Κοι-
519νοβουλίου. Εἶναι γνώμη αὐτοῦ, οὐδ’ ἔχω νὰ παραπονεθῶ·
520χαίρω δέ, διότι, ἐὰν νομίζῃ ὅτι ἡμεῖς δὲν εἴμεθα ἱκανοὶ νὰ
521διευθύνωμεν τὰς συζητήσεις τοῦ Κοινοβουλίου, φρονεῖ πάν-
522τως, ὅτι αὐτὸς εἶναι ἱκανώτερος πρὸς τοῦτο. Ἀλλ’ ὁ κ.
523Βουλευτὴς ἐκ Κερκύρας εἶχεν ἰσχυρὰν πλειοψηφίαν, ὑπάρ-
524χει δὲ φίλος του καὶ μέλος τοῦ ὑπ’ αὐτὸν Ὑπουργείου, τὸν
525ὁποῖον δὲν θέλω νὰ ὀνομάσω, ὅστις ἐνθυμεῖται, ὅτι εἶχε καὶ
526ὁ κ. Θεοτόκης τὴν ἀνάγκην τῆς συνδρομῆς τῆς Ἀντιπολι-
527τεύσεως, αὕτη δὲ, ἡ τότε Ἀντιπολίτευσις, παρέσχε τὴν συν-
528δρομὴν αὐτῆς πλήρη.
529§9Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Τοῦτο τὸ βεβαιῶ, κύριε Πρόεδρε.
530§10Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε, ἐπιτρέψατέ
531μοι νὰ ἐπανέλθω εἰς γεγονός τι, περὶ οὗ ἐγένετο λόγος.
532Ἓν μόνον γεγονὸς ἐνθυμοῦμαι. Ἐπρόκειτο περὶ συζητή-
533σεως τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ἡ συζήτησις αὕτη παρετείνετο
534ἐπ’ ἄπειρον· παρετείνετο ἡ συζήτησις αὕτη ἐπ’ ἄπειρον διὰ
535τοῦ συστήματος, τὸ ὁποῖον τότε δὲν ἐθεωρεῖτο ὡς κωλυσιερ-
536γία· ἀλλ’ ἐπὶ τέλους ὁ προϋπολογισμὸς ἐψηφίσθη, καὶ μετὰ
537τὴν ψήφισιν τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐπῆλθε συνεννόησις ὡς
538πρός τινα νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα ἡ Ἀντιπολίτευσις ἐπέμενεν,
539ὅπως μὴ ψηφισθῶσι. Τὰ νομοσχέδια δὲ ταῦτα, ὡς ἐνθυμοῦν-
540ται ὅσοι ἀπετέλουν μέρος τῆς Βουλῆς τῆς περιόδου ἐκείνης,
541ἦσαν νομοσχέδια τοπικοῦ συμφέροντος λεγόμενα, ἀλλὰ καὶ
542τότε ἡ Κυβέρνησις δὲν εἶχε προτάξει ταῦτα, ἀλλ’ εἶχεν
543ἀφήσει διὰ τὰς τελευταίας ἡμέρας τῆς Συνόδου, δηλ. διὰ
544τὰς παραμονὰς τῆς στιγμῆς, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐπρόκειτο νὰ
545λήξῃ ἡ Σύνοδος. Καὶ ἐπῆλθε συμφωνία τότε, ὅπως τεθῶσι
546κατὰ μέρος τὰ νομοσχέδια ἐκεῖνα, κατὰ τῶν ὁποίων ἐκω-
547λυσιέργει ἡ Ἀντιπολίτευσις. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀλήθεια.
548Ὡς πρὸς τὸν προϋπολογισμὸν, συμφωνία ἐπῆλθε κατὰ
549τὴν 5ην πρωϊνὴν ὥραν, ἀφοῦ συνεζητεῖτο ὁ προϋπολογισμὸς
550ἐπὶ 30 ἡμέρας. Ἑπομένως, ἐὰν αὐτὴ εἶναι ἡ ἀρωγὴ, τὴν
551ὁποίαν ἔδωκεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἰς τὴν τότε Κυβέρνησιν,
552ὁμολογῶ ὅτι ἐγὼ ἀπέδωκα αὐτὴν ἑκατονταπλασίαν, διότι ἐπὶ
553ἑξάμηνον ἤδη παραμένομεν εἰς τὰς συνεδριάσεις, καὶ δι’ ἡ-
554μῶν καὶ μόνον δι’ ἡμῶν κατορθοῦται ἡ ἀπαρτία, καὶ τῇ
555ἀνοχῇ ἡμῶν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δύναται νὰ προβαίνῃ εἰς τὰ
556ἔργα τὰ κοινοβουλευτικά.
557§11Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ κ. Βου-
558λευτὴς ἐκ Κερκύρας ἔχει ἀσθενῆ μνήμην, βεβαιῶν τὴν Βου-
559λὴν, ὅτι ἡ συνεννόησις αὕτη ἐγένετο τὴν 5ην πρωϊνὴν ὥραν
560τῆς τελευταίας ἡμέρας τῆς συζητήσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ.
561Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Χαλκίδος ἂς ὁμολογήσῃ, ἂν ἐγένετο ἡ
562συνεννόησις τὴν 5ην πρωϊνὴν ὥραν, ἢ ἂν εἶχεν εὐαρεστηθῆ
563νὰ μοὶ κάμνῃ τὴν τιμὴν νὰ μὲ ἐπισκέπτηται οἴκοι καὶ νὰ
564συνεννοῆται μετ’ ἐμοῦ, ὅπως τακτοποιηθῇ ἡ ἐργασία τῆς
565Βουλῆς, φθάσωμεν δ’ οὕτως εἰς τὸ πέρας τῶν ἐργασιῶν.
566§12Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Τότε ὀφείλω νὰ παρατηρήσω, ὅτι ὁ
567κ. Βουλευτὴς ἐκ Χαλκίδος ἐνήργει ἄνευ ἐντολῆς.
568§13Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπειδὴ προκαλοῦμαι,
569ὀφείλω νὰ εἴπω δύο λέξεις. Εἶχε ψηφισθῆ ὁ προϋπολογισμὸς,
570καὶ ἐπλησίαζε νὰ λήξῃ ἡ Σύνοδος· ἐγὼ τότε ἔλαβον τὴν τι-
571μὴν νὰ ἴδω ἐπανειλημμένως τὸν ἀξιότιμον κ. Πρωθυπουργὸν,
572τότε ἀρχηγὸν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, εἰς τὸν οἶκόν του, φέ-
573ρων μετ’ ἐμοῦ τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, ὅπως συνεννοηθῶ μετ’
574αὐτοῦ ἐπί τινων νομοσχεδίων. Ἡ Ἀντιπολίτευσις δὲν ἐνόει
575νὰ φέρῃ δυσκολίας καὶ δὲν εἶχεν ἀντίρρησιν, ὅπως ἡ Κυβέρ-
576νησις παραμερίσῃ τὰ ἄλλα, διὰ τὰ ὁποῖα ἐπρόκειτο νὰ γείνῃ
577συζήτησις. Ὁ κ. Δηλιγιάννης, ὀφείλω νὰ τὸ ὁμολογήσω, εἶχε
578τὴν καλωσύνην καὶ τὴν εὐγένειαν νὰ μὲ δεχθῇ πολλάκις
579καὶ συνεννοηθῇ μετ’ ἐμοῦ, ἵνα ὁρισθῶσι τὰ νομοσχέδια
580ἐκεῖνα, διὰ τὰ ὁποῖα ἡ Ἀντιπολίτευσις δὲν ἐνόει νὰ φέρῃ
581καμμίαν δυσκολίαν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως ψηφισθῶσι.
582Τῇ συνεννοήσει λοιπὸν μετὰ τοῦ τότε ἀρχηγοῦ τῆς Ἀντιπο-
583λιτεύσεως, ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, ὅτι πλεῖστα ὅσα νομοσχέ-
584δια τοπικῶν συμφερόντων ἐψηφίσθησαν κατὰ τὴν Σύνοδον
585ἐκείνην.
586§14ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ζητεῖ ἄλλος τις τὸν λόγον;
587§15ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι.
588§16ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν σᾶς παρακαλῶ. Αἱ διαφοραὶ με-
589ταξὺ τῆς ἡμερησίας διατάξεως καὶ τοῦ σημειώματος τοῦ
590κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως εἶναι ἐλάχισται· διότι τὰ
591νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα ἀναγράφονται πρῶτα εἰς τὴν ἡμερη-
592σίαν διάταξιν ὡς ἐπείγοντα, εἰσὶ τὸ νομοσχέδιον περὶ ἀστυ-
593νομικῆς διοικήσεως, τὸ νομοσχέδιον περὶ τροποποιήσεως τοῦ
594νόμου περὶ ταχυδρομικῆς ὑπηρεσίας, τὸ περὶ καταργήσεως
595καὶ τροποποιήσεως διατάξεων τῶν νόμων ͵ΒΡΚΒʹ καὶ ͵ΒΧΙΘʹ.
596Ἐπίσης τὸ 4ον καὶ 5ον. Εἶναι μόνον ὀλίγα νέα κατωτέρω.
597Ἐὰν δὲν ὑπάρχῃ ἀντίρρησις...
598§17ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι, ὄχι.
599§18ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Νὰ ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος, τὸν ὁποῖον
600ὑπέγραψεν ὁ κ. Πρωθυπουργός.
601§19ΓΕΡΑΚΗΣ. Ἐγὼ θὰ παρακαλέσω, κύριε Πρόεδρε, ἂν
602εἶναι δυνατὸν, νὰ προταχθῇ τὸ νομοσχέδιον περὶ τῶν κατα-
603στραφέντων ὑποθηκοφυλακείων.
604§20ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Τράκας ἔχει τὸν λόγον.
605§21Κ. ΤΡΑΚΑΣ. Κύριοι Βουλευταὶ, ἐλάβομεν τηλεγράφημα
606ἐκ μέρους τῶν κατοίκων τῶν χωρίων Μπρούφλιανης καὶ Χα-
607λίλης τῆς Φθιώτιδος, διὰ τοῦ ὁποίου παραπονοῦνται, ὅτι τὴν
6082 Ἰουνίου ἐπῆλθε χάλαζα μετὰ θυέλλης φοβερᾶς, καὶ κατέ-
609στρεψε τὰ προϊόντα ὅλα τοῦ χωρίου ἐκείνου. Εὑρίσκονται
610λοιπὸν ἐν ἀπελπιστικῇ καταστάσει ὅλοι οἱ κάτοικοι, ἀφοῦ
611κατεστράφησαν ὅλα τὰ προϊόντα αὐτῶν, ὄχι μόνον τὰ ἀμπέ-
612λια, ἀλλὰ καὶ τὰ σιτηρά.
613§22Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Κύριε συνά-
614δελφε, ἔλαβον καὶ ἐγὼ τηλεγράφημα ὅμοιον, καὶ ἔδωκα
615παραγγελίαν νὰ ἐξετασθῇ ἡ ὑπόθεσις.
616§23ΤΡΑΚΑΣ. Παρακαλῶ θερμῶς νὰ μεριμνήσητε. Ὅ,τι θὰ
617κάμῃ ἡ Βουλὴ καὶ ἡ Κυβέρνησις περὶ τῶν λοιπῶν παθόντων
618νὰ κάμῃ καὶ περὶ αὐτῶν.
619§24ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ Ζʹ τμῆμα τῆς Βουλῆς ὑπέβαλε τὴν ἔκ-
620θεσίν του ἐπὶ τῆς ἀναπληρωματικῆς ἐκλογῆς Τυρνάβου. Θὰ
621τυπωθῇ καὶ θ’ ἀναγραφῇ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν τῆς αὔ-
622ριον ὡς πρῶτον ἀντικείμενον, διότι πρόκειται περὶ καταρ-
623τισμοῦ τοῦ Σώματος. (Ὅρα Παράρτημα ἀριθ. 3.)
624§25ΚΥΡ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν
625Ἐσωτερικῶν). Καταθέτω ἀπάντησιν εἰς ἐπερώτησιν τοῦ
626ἀξιοτίμου ἐκ Τρικκάλων βουλευτοῦ κ. Ραδινοῦ, ἢ μᾶλλον
627εἰπεῖν καταθέτω φυλλάδιον τῆς Ζαππείου Ἐπιτροπῆς, τὸ
628ὁποῖον δύναται νὰ χρησιμεύσῃ ὡς ἀπάντησις εἰς τὴν ἐπερώ-
629τησιν τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου.
630Ἐπίσης καταθέτω ἀπάντησιν εἰς ἐπερώτησιν τοῦ ἀξιο-
631τίμου ἐξ Οἰτύλου συναδέλφου, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸν ταχυ-
632δρομικὸν ἐπιστάτην Πλάτσης τοῦ δήμου Λεύκτρου.
633Ὡσαύτως καταθέτω ἀπάντησιν εἰς ἐπερώτησιν τοῦ ἀξιο-
634τίμου ἐκ Λακεδαίμονος βουλευτοῦ κ. Φικιώρη.
635Δὲν γνωρίζω, ἐὰν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ εὑρίσκεται τὴν
636στιγμὴν ταύτην ὁ ἀξιότιμος ἐκ Βόλου βουλευτὴς κ. Τοπά-
637λης, ὁ ὁποῖος προχθὲς μὲ ἐπηρώτησε διὰ τὴν κατάστασιν
638τῶν ἀστυνομιῶν τῆς ἐπαρχίας Βόλου. Νομίζω, ὅτι αἱ αἰ-
639τιάσεις τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Βόλου συναδέλφου δὲν ἦσαν δεδι-
640καιολογημέναι, ἦσαν μάλιστα ἄδικοι, καὶ δι’ αὐτὸ φρονῶ,
641ὅτι πρέπει ν’ ἀπαντήσω δι’ ὀλίγων λέξεων.
642Ἡ ἐπαρχία Βόλου ἔχει 10 ἀστυνομίας· τὴν ἀστυνομίαν
643Βόλου, ἥτις ἔχει ἀστυνόμον ἀξιωματικόν, τὴν ἀστυνομίαν
644Νηλείας, ἥτις ἐπίσης ἔχει ἀστυνόμον ἀξιωματικόν, τὴν ἀ-
645στυνομίαν Μακρυνίτσης, ἥτις ἐπίσης ἔχει ἀστυνόμον ἀξιω-
646ματικόν, τὴν ἀστυνομίαν Ἰωλκοῦ, ἥτις ἐπίσης ἔχει ἀστυ-
647νόμον ἀξιωματικόν, τὴν ἀστυνομίαν Ἀργαλαστῆς, ἥτις ἐπί-
648σης ἔχει ἀστυνόμον ἀξιωματικόν, τὴν ἀστυνομίαν Αἰαν-
649τίου, ἥτις ἐπίσης ἔχει ἀξιωματικόν, τὴν τῆς Βοίβης,
650ὡσαύτως ἔχουσαν ἀξιωματικόν ἀστυνόμον, τὴν τῆς Κισ-
651σοῦ, ἥτις ἔχει ἐπίσης ἀξιωματικόν. Λοιπὸν παρατηρεῖτε,
652ὅτι ἔχομεν ὀκτὼ ἀστυνομίας μὲ ἀξιωματικούς. Ἡ ἀστυνο-
653μία Ζαγορᾶς ἐπίσης ἔχει ἀξιωματικόν, ὁ ὁποῖος ἐτοποθε-
654τήθη ἐκεῖ τῇ 10 Μαΐου διὰ Β. Διατάγματος, ἀλλ’ εἰσέτι
655δὲν μετέβη εἰς τὴν θέσιν του, διότι εἶναι ἀποσπασματάρ-
656χης, εὑρισκόμενος δὲν γνωρίζω εἰς ποῖον μέρος θὰ μεταβῇ
657ὅμως καὶ αὐτὸς εἰς τὴν θέσιν του. Ὥστε καὶ ἡ ἀστυνομία
658αὕτη θὰ πληρωθῇ ἐντὸς ὀλίγων ἡμερῶν. Ἡ μόνη κενὴ
659ἀστυνομία εἶναι ἡ ἀστυνομία Μηλεῶν. Ἦτο δυνατὸν ὅμως,
660Κύριοι, νὰ συμβῇ, ὥστε πλειότεραι ἀστυνομίαι τῆς ἐπαρ-
661χίας Βόλου νὰ μὴ ἔχωσιν ἀξιωματικούς, ὅπως συμβαίνει
662καὶ εἰς πολλὰς ἄλλας ἀστυνομίας τοῦ Κράτους· διότι δὲν
663ἀγνοεῖτε, ὅτι ἠναγκάσθην νὰ προβῶ εἰς ἀπόλυσιν περίπου
66440 ἀστυνόμων, οὓς ἐθεώρησα ἀκαταλλήλους διὰ τὴν ἀστυ-
665νομικὴν ὑπηρεσίαν, τὴν ἀντικατάστασιν δὲ τῶν ἀστυνόμων
666τούτων ἐζήτησα ἀπὸ τὴν Γενικὴν Διοίκησιν· ὀφείλω δὲ νὰ
667ὁμολογήσω ἐν εἰλικρινείᾳ, ὅτι ἡ Γενικὴ Διοίκησις προθύ-
668μως πάντοτε μοὶ δίδει ἀξιωματικούς, καὶ σπεύδω μάλιστα
669νὰ εἴπω, ὅτι μοὶ δίδει καὶ τοὺς καλλιτέρους. Ἀλλὰ πάντα
670ταῦτα ἀπαιτοῦσι χρόνον, καὶ ὡς ἐκ τούτου δυνατὸν νὰ
671συμβῇ, ὡς προεῖπον, τινὲς τῶν ἀστυνομιῶν νὰ μὴ ἔχωσιν
672ἀξιωματικούς.
673Τὰς παρατηρήσεις ταύτας ἐνόμισα ὅτι ὤφειλον νὰ ποιή-
674σωμαι εἰς τὴν Βουλὴν εἰς ἀπάντησιν τῆς ἐπερωτήσεως τοῦ
675ἀξιοτίμου συναδέλφου ἐκ Βόλου.
676§26ΦΙΛ. ΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἀπὸ τοῦ
677παρελθόντος Δεκεμβρίου ἡ ἀστυνομία Κισσοῦ–Μυρεσίου δια-
678τελεῖ ἄνευ ἀστυνόμου. Εἶχον παρακαλέσει καὶ τότε τὸν κ.
679Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ συμπληρώσῃ ταύτην, ἀλλὰ
680δυστυχῶς ἡ φωνή μου δὲν εἰσηκούσθη. Ἤδη ἔλαβον τηλε-
681γράφημα, καθὼς καὶ ἄλλοι ἐκ τῶν συναδέλφων μου, ὅτι ὁ
682ἐκεῖ ἑδρεύων ἀστυνομικὸς σταθμάρχης συνέλαβε πρὸ ἡμερῶν
683ἔμπορον ἐξ Αἰγύπτου ἐλθόντα, καὶ ἐφυλάκισεν αὐτὸν, διότι
684δὲν ἀνήκει εἰς τὸ πολιτικὸν κόμμα, εἰς τὸ ὁποῖον ὁ ἀστυνο-
685μεύων ἐκεῖνος προσφέρει τὰς ὑπηρεσίας του. Θὰ παρακαλέσω
686ἑπομένως τὸν κ. Ὑπουργὸν, ἐὰν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συμ-
687πληρώσῃ ἀκόμη τὴν ἀστυνομίαν Κισσοῦ–Μυρεσίου, νὰ μετα-
688θέσῃ τουλάχιστον ἐκεῖθεν ταχέως τὸν ἀστυνομεύοντα.
689§27Ν. ΓΟΥΛΙΜΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, οἱ κάτοικοι τοῦ χω-
690ρίου Ποδολοβίτσης τοῦ δήμου Οἰνιάδος τῆς ἐπαρχίας, τὴν
691ὁποίαν ἔχω τὴν τιμὴν ν’ ἀντιπροσωπεύω, μοὶ διεβίβασαν
692παράπονα ἐναντίον τῶν οἰκονομικῶν ἀρχῶν τῆς ἐπαρχίας,
693τὰ ὁποῖα καὶ πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον δι’ ἀναφορᾶς των ἀπηύ-
694θυναν. Τὰ παράπονα ταῦτα παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς
695Κυβερνήσεως καὶ Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ν’ ἀκού-
696σῃ ἐν ὀλίγαις λέξεσι, καὶ εἶμαι βέβαιος, ὅτι θέλει πεισθῆ
697περὶ τοῦ δικαίου τῶν παραπονουμένων.
698Ὁ οἰκονομικὸς ἔφορος Βονίτσης ἐκοινοποίησε πρὸς ἅπαν-
699τας σχεδὸν τοὺς κατοίκους τοῦ εἰρημένου χωρίου εἰδοποιή-
700σεις ἢ προσκλήσεις, τῶν ὁποίων μίαν θὰ ἀναγνώσω πρὸς τὴν
701Βουλὴν, ἵνα ἴδητε περὶ τίνος πρόκειται (ἀναγινώσκει)
702«Ἀριθ. 51.
703Ὁ Οἰκονομικὸς Ἔφορος Βονίτσης
704«Πρὸς τὸν κ. Ἰωάννην Λιαροκάπην.
705«Καλεῖσθε ὅπως ἐντὸς προθεσμίας δεκαπέντε ἡμερῶν ἀπὸ
706τῆς παραλαβῆς τῆς παρούσης ὑποβάλητε αἴτησιν δηλώσεως
707πρὸς τὸν οἰκονομικὸν ἔφορον Βονίτσης, ἐφ’ ἁπλοῦ χάρτου
708συντεταγμένην καὶ κοινοποιητέαν διὰ δικαστικοῦ κλητῆρος,
709ὅπως συμφώνως τῷ νόμῳ ΑΣΜΖʹ τῆς 26 Ἰουλίου τοῦ 1885
710περὶ παραχωρήσεως ἐθνικῶν, ἐπισκοπικῶν ἢ εἰς διαλελυμέ-
711νας Μονὰς ἀνηκόντων γηπέδων, συμμορφούμενος μὲ τὸ ἄρ-
712θρον 16 τοῦ ἀνωτέρω νόμου, δηλώσητε οἰκίαν λιθόκτιστον
713ἀνώγειον μετὰ κήπου, καθόσον ἐν ἐναντίᾳ περιπτώσει
714θέλουσιν ἐπανέλθει εἰς τὴν κυριότητα τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ
715ταμείου, ἀνήκουσαι εἰς τὴν διαλελυμένην Μονὴν Ἁγίου
716Γεωργίου Ποδολοβίτσης· ἀπεναντίας δὲ, συμμορφούμενος μὲ
717τὸν νόμον, θέλετε τύχει μεγάλων εὐεργετημάτων.
718«Ἐν Ποδολοβίτσῃ τὴν 16 Μαΐου 1903.
719«Ὁ Οἰκονομικὸς Ἔφορος Βονίτσης καὶ α. α.
720«Ὁ Γραμματεὺς
721«Μ. Γουβέλης».
722Ἰδοὺ λοιπὸν περὶ τίνος πρόκειται. Ὁ οἰκονομικὸς ἔφο-
723ρος Βονίτσης διεκδικεῖ ὁλόκληρον τὸ χωρίον, ἀξιῶν ὅτι τοῦτο
724κεῖται ἐπὶ ἑνὸς λειβαδίου τῆς διαλελυμένης Μονῆς Ἁγίου
725Γεωργίου Πόρτα, καὶ ὅτι συνεπῶς οἱ κάτοικοι δὲν ἔχουσιν
726οὔτε οἰκίας, οὔτε σταφιδαμπέλους, οὔτε ἀμπέλους, οὔτε κή-
727πους, καὶ συνεπῶς, ἐὰν δὲν δηλώσωσι τὰς οἰκίας των, πρό-
728κειται νὰ ἐξωσθῶσι τοῦ χωρίου των, καὶ νὰ συμβῇ καὶ ἐκεῖ
729ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Μεγαρίδος ἀνέ-
730φερε πρό τινων ἡμερῶν. Ἀλλὰ τὸ χωρίον ἐκεῖνο ὑφίσταται
731πρὸ τῆς ἐπαναστάσεως, καὶ ἂν κρίνῃ τις ἐκ τοῦ ὀνόματός
732του, τὸ ὁποῖον εἶναι σλαυϊκὸν, ἢ κτίσις του χρονολογεῖται
733ἀπὸ τῆς ἐποχῆς, καθ’ ἣν οἱ Σλαῦοι διῆλθον τῆς Ἑλλάδος.
734Ζητοῦνται λοιπὸν οἱ κάτοικοι, οἱ ὁποῖοι ἔχουσιν οἰκίας λι-
735θοκτίστους, ὄχι ἀπὸ τῶν γονέων των, ἀλλ’ ἀπὸ τῶν προ-
736πατόρων των, νὰ δηλώσωσι ταύτας, ἀπειλούμενοι ἄλλως δι’
737ἐξώσεως. Ἐγὼ ἔχω ἀντίγραφον τοῦ Κώδικος τοῦ ἐκκλησια-
738στικοῦ λειβαδίου τῆς Μονῆς τοῦ Ἁγίου Γεωργίου Πόρτας,
739τὸ ὁποῖον θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς ἀναγνώσω. Ὁ Κῶδιξ
740φέρει ὅρια τὰ ἑξῆς (ἀναγινώσκει)
741«Σημείωσις τῶν ὁρίων τοῦ λειβαδίου τῆς Μονῆς Ἁγίου
742Γεωργίου Πόρτας, κειμένου εἰς Ποδολοβίτσαν.—Ἄρχονται
743ἀπὸ Παλαιοκατοῦναν, σύνορον Ραχοῦλι κατὰ μεσημβρίαν,
744καὶ πηγαίνει εἰς τὸν Ἅγιον Ταξιάρχην καὶ εἰς τὸ ἄλλο
745Ραχοῦλι καὶ γυρίζει εἰς τὴν αὐλόπορταν, εἰς τὴν Σωτῆρα,
746καὶ πηγαίνει τὸν ἀνήφορον τὴν Λάκκα, καὶ ἐκεῖθεν κατ’
747εὐθείαν εἰς τὰ Ἀμπελάκια, καὶ γέρνει εἰς τὸ Λάπατον, εἰς
748τὸν μυχὸν Λούτσαν, εἰς τὴν ράχιν, πέρνει τὸ ρεῦμα καὶ
749βγαίνει εἰς τὴν Δαφνοῦλαν εἰς τὸν Βάλτον.»
750Αὐτὰ εἶναι τὰ ὅρια τοῦ λειβαδίου.
751Τὸ χωρίον Ποδολοβίτσα κεῖται παρὰ τὴν ὄχθην τοῦ πα-
752ταμοῦ Ἀχελώου, δὲν ἀναφέρει δὲ ὁ Κῶδιξ, ὅτι τὸ εἰρημένον
753λειβάδιον ἐκτείνεται μέχρι τοῦ Ἀχελώου, ὅτι εἶναι παρα-
754ποτάμιον, ἑπομένως δὲν δύναται νὰ πιστευθῇ, ὅτι αἱ οἰκίαι
755τοῦ χωρίου, τὸ ὁποῖον εἶναι παραποτάμιον, ἐκτίσθησαν ἐπὶ
756μέρους τοῦ λειβαδίου, ὡς θέλει νὰ ἰσχυρισθῇ ὁ οἰκονομικὸς
757ἔφορος.
758Παρακαλῶ ἑπομένως τὸν ἀξιότιμον κ. Πρόεδρον τῆς Κυ-
759βερνήσεως νὰ μελετήσῃ τὴν ὑπόθεσιν καὶ ἐξετάσῃ τὸ ζή-
760τημα, διότι πρόκειται περὶ ὁλοκλήρου χωρίου. Ἐὰν δὲ νο-
761μίσῃ, ὅτι ὑπάρχει ἀνάγκη πλείονος ἀναπτύξεως, νὰ καταθέ-
762σῃ τὰ σχετικὰ ἔγγραφα εἰς τὴν Βουλήν, ἵνα συζητήσωμεν
763ἐπ’ αὐτῶν· διότι, ἐὰν ἐκτελεσθῇ ἡ πρόσκλησις αὕτη τοῦ ἐφό-
764ρου, ἡ ὁποία, ὡς μοι γράφουσιν οἱ ἐπίτροποι τῆς κοινότη-
765τος, ἐκοινοποιήθη πρὸς ἅπαντας τοὺς κατοίκους, αὐτοὶ δὲν
766θὰ ἔχωσι πλέον οἰκίας. Ἐγὼ ἀπὸ τεσσαράκοντα ἐτῶν γνω-
767ρίζω τὸ χωρίον τοῦτο, ὥστε, καὶ ἐπὶ τῇ ὑποθέσει ὅτι κεῖ-
768ται ἐπὶ θέσεως ἀνηκούσης εἰς τὸ λειβάδιον τῆς Μονῆς, πάλιν
769ἐπῆλθεν ἡ παραγραφή, καὶ μόνον τὰ δικαστήρια δύνανται
770ἐπὶ τοιούτου εἴδους ὑποθέσεων ν’ ἀποφανθῶσι.
771§28ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Ἀργυρόπουλος.
772§29Κ. ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐζήτησα, κύριε Πρόεδρε, τὸν
773λόγον διὰ ν’ ἀπαντήσω εἰς ὅσα ὁ κύριος Στυμφαλιάδης εἶπε
774προχθές, ὅτε ἐγὼ δὲν ἤμην παρών, ἀπουσιάζων ἐξ Ἀθηνῶν.
775Ἐπειδὴ ὅμως ἀπόψε ἀπουσιάζει ὁ κ. Στυμφαλιάδης, ἀνα-
776βάλλω τὴν ὁμιλίαν μου δι’ αὔριον.
777§30Κ. ΓΕΡΑΚΗΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. ἐπὶ τῶν Οἰκο-
778νομικῶν Ὑπουργὸν, ὅπως, εἰ δυνατόν, διατάξῃ τὸν ταμίαν
779Κεφαλληνίας ν’ ἀπολύσῃ ἐκ τῶν φυλακῶν τῶν διὰ πολιτικὰ
780χρέη κρατουμένων τὸν Νικόλαον Μπεκατῶρον, ὅστις συνε-
781λήφθη ὡς ὀφειλέτης τοῦ Δημοσίου δυνάμει μιᾶς ἀποφάσεως
782τοῦ Πλημμελειοδικείου, ἥτις ὄντως εἶχε καταστῆ τελεσίδι-
783κος, διότι εἶχεν ἀπορριφθῆ ἡ ἀνακοπὴ τοῦ ὀφειλέτου...
784§31Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουρ-
785γὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἐὰν εἴχετε τὴν καλωσύνην
786νὰ μοὶ δώσητε μίαν σημείωσιν, νὰ ἦσθε βέβαιος, ὅτι ἠθέλομεν
787προβῆ εἰς τὴν ἐξέτασιν τῆς ὑποθέσεως μετὰ τοῦ αὐτοῦ πό-
788νου, μετὰ τοῦ ὁποίου καὶ ὑμεῖς ὁμιλεῖτε.
789§32ΓΕΡΑΚΗΣ. Σᾶς εὐχαριστῶ, κύριε Πρόεδρε, ἀλλ’ ἐπιθυ-
790μῶ νὰ σᾶς δώσω ἐξηγήσεις διὰ τὴν ὑπόθεσιν ταύτην.
791§33Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Θέλομεν τηλεγραφήσει εἰς Κε-
792φαλληνίαν, ἵνα ἐξετασθῇ ἡ ὑπόθεσις καὶ ἀποδοθῇ τὸ δίκαιον·
793ἀρκεῖ νὰ μᾶς δώσητε σημείωσιν.
794§34ΓΕΡΑΚΗΣ. Θὰ σᾶς εἴπω καὶ ἐγὼ ὀλίγα περὶ αὐτῆς.
795Ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς ἔκαμε καὶ δευτέραν ἀνακοπήν, καὶ
796κατὰ τὴν συνεπεία ταύτης δίκην ἠθωώθη. Τὴν ἀθωωτικὴν
797ἀπόφασιν ὑπέβαλεν εἰς τὸν ταμίαν Κεφαλληνίας, ἀλλ’ ὁ τα-
798μίας δὲν ἐννοεῖ νὰ λάβῃ ταύτην ὑπ’ ὄψιν, καίτοι ἐξαφανί-
799ζεται δι’ αὐτῆς καθ’ ὁλοκληρίαν καὶ ἡ ἀπόφασις ἡ πρώτη,
800ἡ ἐρήμην, καὶ ἡ ἀπορρίψασα τὴν ἀνακοπήν του.
801Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ εὐαρεστηθῇ
802νὰ λάβῃ πρόνοιαν περὶ τοῦ ἀνθρώπου αὐτοῦ.
803§35ΗΛ. ΜΠΑΣΔΕΚΗΣ. Πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν, κύριε Πρόε-
804δρε, ἐν Τρικκάλοις καὶ εἰς ὅμιλον διαφόρων κυρίων, ὁ αὐτόθι
805δικαστὴς Μπογιατζῆς ἐξέφερε φράσεις ὑβριστικὰς ἐναντίον
806μου. Καὶ ὅσον μὲν ἀφορᾷ τὰς ὑβριστικὰς φράσεις, βεβαίως
807προσωπικῶς θέλει μὲ ἱκανοποιήσει ὁ κύριος οὗτος· ἐπειδὴ
808ὅμως ὁ ἐξυβρίσας εἶναι καὶ δημόσιος ὑπάλληλος, καὶ δὴ δι-
809καστής, μὲ ὑβρίζει δὲ διότι δὲν μετατίθεται ἀπὸ τὰ Τρίκ-
810καλα, ὅπου δὲν εἶναι εὐχαριστημένος νὰ μένῃ, παρακαλῶ
811τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης νὰ διατάξῃ αὐστηρὰς
812ἀνακρίσεις, καὶ ὅταν βεβαιωθῇ περὶ τῆς παρεκτροπῆς τοῦ
813εἰρημένου δικαστοῦ, νὰ τὸν τιμωρήσῃ αὐστηρότατα.
814§36Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ μεγαλειτέρα του τιμω-
815ρία εἶναι νὰ μένῃ εἰς τὰ Τρίκκαλα, ἀφοῦ εἰς τοιαῦτα προέ-
816βη, ὅπως ἐπιτύχῃ τὴν ἐκεῖθεν μετάθεσίν του.
817§37Ι. ΦΙΛΙΟΣ. Κατά τινα συνεδρίασιν τῆς ληξάσης Συνό-
818δου εἶχον παρακαλέσει τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν
819Ἐσωτερικῶν νὰ μεριμνήσῃ, ἵνα, ἐν ᾗ περιπτώσει κατα-
820σκευασθῶσι προχώματά τινα ἐπὶ τῆς ἀριστερᾶς ὄχθης τοῦ
821Πηνειοῦ, ἡ ἐργασία ἐπεκταθῇ καὶ ἐπὶ τῆς δεξιᾶς ὄχθης,
822ὅπως μὴ παραβλαφθῶσι πολλὰ κτήματα, ἐν οἷς καὶ ὁ σιδη-
823ρόδρομος Θεσσαλίας, ὡς συνέβη κατὰ τὸ 1884, ὅτε ὑπέστη-
824σαν τὰ κτήματα ταῦτα μεγάλας βλάβας. Παρακαλῶ καὶ
825πάλιν τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ ἐπεκτείνῃ τὴν μέριμναν τῆς Πο-
826λιτείας καὶ ἐπὶ τῆς δεξιᾶς ὄχθης, καὶ ἰδίως εἰς τὸ χωρίον
827Μπαξιλάρ, ὅπου ὁ Πηνειὸς ἐξέρχεται τῆς κοίτης του καὶ
828καταλαμβάνει ὅλους τοὺς ἀγροὺς, οἱ δὲ δυστυχεῖς κάτοικοι
829τοῦ χωρίου τούτου, ἐὰν δὲν ληφθῶσι μέτρα μηχανικὰ, ἵνα
830προλάβωσι τὸν ἐκ τοῦ Πηνειοῦ κίνδυνον, θὰ μείνωσιν ἄνευ
831ἀγρῶν, καὶ τὸ χωρίον θὰ καταστραφῇ, ἡ δὲ Κυβέρνησις θὰ
832εὑρεθῇ εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ δώσῃ εἰς αὐτοὺς ἀγρούς.
833Θὰ παρακαλέσω ἑπομένως τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐ-
834σωτερικῶν νὰ διατάξῃ τοὺς μηχανικοὺς νὰ κάμωσι μελέτην
835καὶ ὑποβάλωσι προϋπολογισμὸν τῆς δαπάνης τῶν ἔργων,
836διότι ὑποθέτω ὅτι διὰ μικρᾶς δαπάνης δύναται νὰ διορθωθῇ
837τὸ πρᾶγμα. Ἡ μέριμνα δὲ τῆς Κυβερνήσεως θέλει δεόντως
838ἐκτιμηθῇ ὑπὸ τῶν κατοίκων τοῦ χωρίου τούτου.
839§38Ι. Γ. ΡΟΥΦΟΣ. Πολλοὶ κάτοικοι τοῦ χωρίου Μπο-
840ζαΐτι τῶν Πατρῶν μοὶ ἔγραψαν διαμαρτυρόμενοι δι’ ἀδί-
841κημα, τὸ ὁποῖον προσγίνεται εἰς τὸ χωρίον αὐτῶν. Τὸ Ὑ-
842πουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν διέταξε τὴν χάραξιν ὁδοῦ, ἡ
843ὁποία θὰ στοιχίσῃ 24,000 δραχμὰς καὶ ἡ ὁποία εἶναι
844προωρισμένη νὰ μὴ ἐξυπηρετῇ οὐδὲν συμφέρον, διότι πρό-
845κειται δι’ αὐτῆς νὰ συνδεθῇ ὁ σταθμὸς Μποζαΐτικα μὲ τὸν
846σταθμὸν τοῦ Ῥίου. Ἐκεῖ μόνον κτήματα ὑπάρχουσι, καὶ
847βεβαίως εἰς τοὺς ὀλίγους ἰδιοκτήτας τῶν κτημάτων ἐκείνων
848θὰ ἦναι μεγάλη ἡ ὠφέλεια, ἐὰν γείνῃ ἡ ὁδὸς αὕτη, διότι θὰ
849μεταβαίνωσιν εὐχερῶς εἰς τὰς ἐξοχὰς αὑτῶν· ἀλλὰ τὸ χω-
850ρίον Μποζαΐτι, πυκνῶς οἰκούμενον καὶ ἀπωτέρω κείμενον,
851διαμαρτύρεται, καὶ δικαίως, διότι πρόκειται νὰ δαπανηθῶσι
85224,000 δραχμαὶ ἀσκόπως. Τὸ περιεργότερον δ’ εἶναι, ὅτι
853δὲν χαράσσεται ἡ ὁδὸς, οὐδὲ κατασκευάζεται δι’ ἰδίου κον-
854δυλίου, ὡς ὁ νόμος κελεύει, ἀλλὰ γίνεται τοῦτο διὰ τῶν
855χρημάτων τῶν προωρισμένων διὰ τὴν συντήρησιν τῶν ὁδῶν.
856Φρονῶ ὅτι διαφεύγει τὸν κ. Ὑπουργὸν ἡ λεπτομέρεια
857αὕτη, καὶ τὸν παρακαλῶ, πρὶν ἢ γείνῃ ἡ δαπάνη, νὰ μελε-
858τήσῃ τὸ ἔργον, ὅπως, ἀφοῦ τὸ Δημόσιον ὑποβάλλεται εἰς
859τὰ ἔξοδα ταῦτα, κατασκευασθῇ ἡ ὁδὸς διὰ τοῦ χωρίου Μπο-
860ζαΐτι, ἵνα ἡ δαπάνη χρησιμεύσῃ χάριν τῶν πολλῶν καὶ
861οὐχὶ μόνον τῶν ὀλίγων.
862§39ΚΥΡΙΑΚ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ
863τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου μοὶ
864ἐγένετο λόγος καὶ ὑπὸ τῶν λοιπῶν συναδέλφων τῆς ἐπαρ-
865χίας Πατρῶν, καὶ ὑπεσχέθην εἰς αὐτοὺς, ὅτι θὰ ἐξετάσω
866τὸ ζήτημα.
867§40ΑΧ. ΧΟΙΔΑΣ. Ἡ ὁδὸς, περὶ τῆς ὁποίας πρόκειται καὶ
868περὶ ἧς ὡμίλησεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, εἶναι ἡ ὁδὸς Πα-
869τρῶν–Κορίνθου· ἄρχεται ἀπὸ τὰς Πάτρας, ἀνακόπτεται
870ὅμως ἡμίσειαν ὥραν μακρὰν τῶν Πατρῶν, παρὰ τὸ χωρίον
871Μποζαΐτικα, ἕνεκα τοῦ χειμάρρου Χαράδρου. Ἀφ’ ἧς κατε-
872σκευάσθη ἡ ὁδὸς αὕτη, δηλ. ἀπὸ 30 ἐτῶν, ὅτι κατεστρά-
873φησαν τὰ ἐπὶ τοῦ Χαράδρου διάφορα τεχνικὰ ἔργα καὶ ἡ γέ-
874φυρα, μελετᾶται τὸ ζήτημα τῆς ἑνώσεως τῆς ὁδοῦ. Ἄλ-
875λοτε ἐγένετο μεγάλη γέφυρα, ἀλλὰ δὲν ἐχρησίμευσε διόλου,
876διότι ἕνεκα πλημμύρας κατεστράφησαν τὰ ἑκατέρωθεν αὐ-
877τῆς προχώματα, καὶ ἔμεινε μόνον ἡ γέφυρα, χωρὶς νὰ δι-
878έλθῃ ἀπὸ εἰκοσαετίας ὕδωρ ὑπ’ αὐτήν, διότι ὁ χείμαρρος
879ἀλλάσσει κατ’ ἔτος κοίτην. Ἐγένετο κατόπιν σκέψις, πῶς
880ἐπὶ τέλους νὰ συνδεθῇ ἡ ὁδὸς, διότι διακόπτεται εἰς διά-
881στημα ὥρας σχεδὸν, καὶ κατὰ συνέπειαν τὰ ἄλλα τμήματα
882τῆς ὁδοῦ ταύτης δὲν χρησιμεύουσι καθόλου. Ἐμελετήθη ἡ
883κατασκευὴ προχωμάτων εἰς τὸ ἄνω μέρος τοῦ χειμάρρου,
884ἀλλ’ ἡ πρὸς τοῦτο ἀπαιτουμένη δαπάνη 200,000 δραχ-
885μῶν ἦτο μεγάλη, καὶ διὰ τοῦτο οὐδεμία Κυβέρνησις ἐνέ-
886κρινε τὸ μέτρον τοῦτο. Ἐγένετο ἐπίσης σκέψις, ἐπὶ τοῦ
887χειμάρρου νὰ κατασκευασθῶσι τρεῖς γέφυραι, καὶ τὸ ἄλλο
888μέρος νὰ πλακοστρωθῇ, νὰ καθαρίζηται δὲ καθ’ ἕκαστον
889Ἀπρίλιον τὸ μέρος τοῦτο, ἵνα καθίσταται δυνατὴ ἡ συγ-
890κοινωνία κατὰ τοὺς μέχρι τῶν πρώτων βροχῶν μῆνας· ἀλλὰ
891καὶ τοῦτο ἀπῄτει μεγάλην δαπάνην. Ἕνεκα τούτων
892κατέληξαν εἰς τὸ τελευταῖον μέτρον, περὶ οὗ ὡμίλησεν ὁ κ.
893συνάδελφος, λαβὼν δῆθεν ἀφορμὴν ἐκ παραπόνων κατοί-
894κων τοῦ χωρίου Μποζαΐτι, νὰ συνδεθῇ ἡ ὁδὸς κάτωθεν τῆς
895σιδηροδρομικῆς γραμμῆς, ἀριστερᾷ τῷ ἐκ Πατρῶν βαίνοντι,
896διότι ἄνωθεν τῆς ὁδοῦ ὑπάρχουσιν αἱ γέφυραι τοῦ σιδηρο-
897δρόμου καὶ τὰ ἄλλα ἔργα, καὶ φυλάσσεται τὸ μέρος ἐκεῖνο,
898οὕτως ὥστε ὁ σύνδεσμος τῆς ὁδοῦ νὰ ἦναι διαρκής. Τὸ χω-
899ρίον, τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ κ. συνάδελφος ὅτι βλάπτεται, ἀπέ-
900χει ἡμίσειαν ὥραν τῶν Πατρῶν. Μέχρις αὐτοῦ, ὡς ἐν ἀρχῇ
901εἶπον, ἡ ὁδὸς λειτουργεῖ ἐξ ἀρχῆς καὶ ἐπισκευάζεται τα-
902κτικῶς· ἐκτὸς τούτου συγκοινωνεῖ μὲ τὰς Πάτρας καὶ διὰ
903τοῦ σιδηροδρόμου, καὶ δὲν βλέπω τίνα βλάβην ὑφίσταται.
904Ἄλλο λοιπὸν ἤθελεν ἴσως νὰ εἴπῃ ὁ κ. συνάδελφος, φαντα-
905ζόμενος ὅτι ἡ ὁδὸς αὕτη ἐξυπηρετεῖ συμφέροντα ἰδιωτικὰ,
906καὶ διὰ τοῦτο προέβη εἰς τὴν ἐπερώτησίν του, καὶ οὐχὶ διὰ
907παράπονα τῶν κατοίκων Μποζαΐτικα.
908§41Ι. Γ. ΡΟΥΦΟΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν
909Ὑπουργὸν νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ καταθέσῃ τὰ σχετικὰ ἔγγραφα.
910§42Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Παρακαλῶ τὸν ἀξιότιμον
911ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν Ὑπουργὸν νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ καταθέσῃ
912τὸν φάκελον τῶν ἐγγράφων τῶν ἀφορώντων τὴν κατασκευὴν
913τῆς προκυμαίας τοῦ Ναυστάθμου, τὸν ὁποῖον ἐζήτησα δι’ ἐ-
914περωτήσεώς μου ἀπὸ τῆς 6 Μαΐου.
915§43Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν).
916Παρακαλῶ νὰ καταθέσητε τὸ σημείωμά σας.
917§44ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Τὸ κατέθεσα καὶ τότε, ἀλλὰ
918δὲν κατετέθη ὁ φάκελος.
919§45Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν τὸ ἔλαβον. Παρακαλῶ τὸ γρα-
920φεῖον τῆς Βουλῆς νὰ μοὶ πέμψῃ τὸ σημείωμα.
921§46ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ζητεῖ ἕτερός τις τὸν λόγον πρὸ τῆς ἡμε-
922ρησίας διατάξεως;
923Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
924Ἐξακολούθησις τῆς κατ’ ἄρθρον πρώτης συζητήσεως τοῦ
925νομοσχεδίου περὶ ἀστυνομικῆς διοικήσεως.
926Ἄρθρον 1 (ἀναγινώσκεται).
927Ζητεῖ τις τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 1;
928§47Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, πρὸ τούτου
929δύο λέξεις διὰ τὴν τάξιν τοῦ Κανονισμοῦ.
930Αἱ συζητήσεις θὰ διεξαχθῶσιν ἐπὶ τῆς ἡμερησίας διατά-
931ξεως, ἣν κατήρτισε χθὲς ὁ κ. Πρόεδρος ἀποφάσει τῆς Βου-
932λῆς. Ἀλλ’ ἔχομεν νέαν Σύνοδον, καὶ ἐπειδὴ δὲν παρενε-
933βλήθη χρονικὸν διάστημα μεταξὺ τῆς τακτικῆς καὶ τῆς ἐκ-
934τάκτου Συνόδου, δύναται νὰ νομισθῇ, ὅτι ἡ ἔκτακτος εἶναι
935συνέχεια τῆς τακτικῆς. Ἡ καθεστηκυῖα ἀρχὴ ὅμως, κατὰ
936τὸν Κανονισμὸν τῆς Βουλῆς, εἶναι ἄλλη, καὶ δέον τὰ νο-
937μοσχέδια, τὰ μείναντα ἀψήφιστα, νὰ εἰσαχθῶσιν ἐκ νέου.
938§48Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Μόνον ὅταν πρόκηται περὶ δύο
939Περιόδων βουλευτικῶν γίνεται τοῦτο· ἀλλ’ ἤδη δὲν ἔχομεν
940δύο Περιόδους βουλευτικάς, ἀλλὰ δύο Συνόδους.
941§49Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Συνιστῶ εἰς τὸν ἀξιότιμον
942Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως τὴν μελέτην τοῦ ζητήματος, καὶ
943τὸν παρακαλῶ αὔριον νὰ μᾶς εἴπῃ, ἂν εἶναι δικαία καὶ ὀρθὴ
944ἡ παρατήρησίς μου.
945§50ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ῥητὴ διάταξις. Εἶναι ἡ διάταξις
946τοῦ ἄρθρου 47 τοῦ Κανονισμοῦ, κατὰ τὴν ὁποίαν «τὰ νομο-
947θετικὰ ἔργα, τὰ ἀρξάμενα καὶ διακοπέντα ἐκ τῆς λήξεως
948τῆς Συνόδου, δύνανται νὰ ἐπαναληφθῶσιν εἰς τὴν ἑπομένην
949Σύνοδον τῆς αὐτῆς Περιόδου, καθ’ ἣν εὑρίσκονται στάσιν».
950Συμφώνως λοιπὸν μὲ τὸ ἄρθρον 47 τοῦ Κανονισμοῦ τῆς
951Βουλῆς τὸ Προεδρεῖον κατήρτισε τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
952§51ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Αὐτὸ γίνεται πάντοτε.
953§52ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναμφιβόλως λοιπὸν εὑρισκόμεθα ἐντὸς
954τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου 47 τοῦ Κανονισμοῦ.
955Ἔχει τις τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ πρώτου ἄρθρου τοῦ νομοσχε-
956δίου;
957§53ΑΛΕΞ. ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ πρῶτον ἄρθρον, κύριοι
958Βουλευταί, τοῦ νομοσχεδίου, ὅπερ ἔχομεν πρὸ ἡμῶν, ἀποτε-
959λεῖ, οὕτως εἰπεῖν, τὸν θεμέλιον λίθον τοῦ νομοσχεδίου, ὅπερ
960ὑπὸ τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς ὑπεβλήθη. Διὰ τοῦ ἄρθρου τού-
961του καθορίζεται τὸ σύστημα, ἢ μᾶλλον καθορίζονται τὰ
962συστήματα, ἅτινα τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἠκολούθησε περὶ
963τὴν ὀργάνωσιν τῆς ἀστυνομίας τῆς χώρας, καὶ διὰ τοῦτο
964ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τούτου θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ἡ Βουλή, ἵνα εὐρύ-
965τερον συζητήσω, καὶ ὑπὸ τὴν ἱστορικὴν ἔποψιν τοῦ θεσμοῦ,
966ὅστις ἤδη κρατεῖ, καὶ ὑπὸ τὴν ἱστορικὴν ἔποψιν τοῦ θεσμοῦ,
967ὅστις ἴσχυε πρὸ τούτου.
968Ἀπὸ τοῦ ἔτους 1893, ἀναγνωρισθέντος ὑφ’ ἁπάντων, ὅτι
969τὸ κρατοῦν μέχρι τῆς ἐποχῆς ἐκείνης σύστημα τῆς δημοτι-
970κῆς ἀστυνομίας δὲν ἀπέδωκε τοὺς καρπούς, οὓς προσεδόκα ὁ
971νομοθέτης τοῦ διατάγματος τοῦ 1836 τοῦ περὶ δήμων νό-
972μου, ὁρμηθεὶς ἐξ ἰδεῶν ἀποκεντρωτικῶν, ὄντως συμφώνων
973τῷ ἡμετέρῳ πολιτεύματι, ἀπὸ τοῦ ἔτους 1893, λέγω,
974εἰσήχθη τὸ κρατοῦν ἤδη ἀστυνομικὸν σύστημα. Μέγας ἀγὼν
975διεξήχθη κατὰ τούτου ἐκ μέρους τῆς μερίδος, τῆς ὁποίας
976προΐστατο καὶ προΐσταται καὶ νῦν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γορτυ-
977νίας Βουλευτὴς καὶ Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου.
978Ὁ ἀγὼν τῆς πτέρυγος ταύτης ἐστηρίζετο εἰς τὸ κατὰ θεω-
979ρίαν ἴσως ὀρθὸν, ὅτι τὸ ἀστυνομεῖν, τὸ διευθύνειν τὰ τῆς
980τοπικῆς καὶ εἰδικῆς λεγομένης ἀστυνομίας, ἀνήκει εἰς τοὺς
981δήμους. Τὸ ἀποκεντρωτικὸν δόγμα λοιπὸν ἔπρεπε νὰ μένῃ
982καθιερωμένον, ὡς εἶχε διὰ τοῦ διατάγματος τοῦ 1836.
983Καὶ μετὰ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ θεσμοῦ τούτου, ὅτε εἰς τὴν
984πρώτην δοθεῖσαν εὐκαιρίαν ὁ εἰσαχθεὶς θεσμὸς ἠκρωτηριάσθη
985διὰ τῆς καταργήσεως τοῦ Ἀρχηγείου τῆς Χωροφυλακῆς, ὁ
986νῦν κ. Πρωθυπουργός, τότε ἡγούμενος τῆς Ἀντιπολιτεύσεως,
987ὀχυρούμενος ὄπισθεν τῆς θεωρίας, ὅτι δὲν πρέπει ν’ ἀποστε-
988ρῶμεν τοὺς δήμους τῆς δημοτικῆς ἀστυνομικῆς διοικήσεως,
989ὅπερ εἶναι ἐλευθεριώτερον καὶ συμφωνότερον πρὸς τὰ αἰ-
990σθήματα τοῦ λαοῦ καὶ τὸ κρατοῦν πολίτευμα, κατεπολέμει
991τὸ σύστημα τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας, ὅπερ ἐθεωρήθη
992ὑπὸ τῆς τότε Κυβερνήσεως ὡς μόνον κατάλληλον ν’ ἀντι-
993καταστήσῃ τὸ ὑφιστάμενον καθεστώς, τὸ πολλάκις, ἰδίως
994δ’ ἀπὸ τῆς Μεταπολιτεύσεως, ἀποδειχθὲν οὐ μόνον ἀλυσιτε-
995λές, ἀλλὰ καὶ ἐπιβλαβὲς εἰς τὴν δημοσίαν τάξιν. Διὰ τῆς
996καταργήσεως δὲ τοῦ Ἀρχηγείου τῆς Χωροφυλακῆς, μετὰ
997πάροδον δύο ἐτῶν, ὁ θεσμὸς οὗτος ἐξηρθρώθη, διότι τὸ Ἀρ-
998χηγεῖον τῆς Χωροφυλακῆς ἀπετέλει τὴν σπουδαιοτέραν ἐγ-
999γύησιν τῆς κανονικωτέρας καὶ ἀνεπηρεάστου ἐφαρμογῆς τοῦ
1000νόμου περὶ στρατιωτικῆς ἀστυνομίας. Ἀλλ’ ἴδωμεν, ἐὰν οἱ
1001ὑποστηρίζοντες τὸ δόγμα τοῦτο ὑπῆρξαν πάντοτε συνεπεῖς.
1002Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὁ καὶ κατὰ τὸ 1896 Πρό-
1003εδρος αὐτῆς, εἰσηγητὴς νομοσχεδίου σκοποῦντος τὴν μετα-
1004βολὴν τοῦ κρατοῦντος συστήματος, καὶ τότε ὑπέβαλε σχέδιον
1005νόμου, διὰ τοῦ ὁποίου πάλιν εἰσῆγε σύστημα οὐχὶ ἀπολύτως
1006συνεπὲς πρὸς τὰς ἀρχάς, τὰς ὁποίας ἔθετο, ἀλλὰ σύστημα
1007διπλοφυές, οὕτως εἰπεῖν. Ἀναγνωρίζων τὰ ἐλαττώματα τῆς
1008δημοτικῆς ἀστυνομίας, καθιέρου διὰ τοῦ νομοσχεδίου ἐκείνου
1009καὶ διετήρει ἐν τοῖς μεγάλοις κέντροις τὴν διοικητικὴν λε-
1010γομένην ἀστυνομίαν. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου, ὅπερ δὲν ἐγένετο
1011νόμος τοῦ Κράτους, ἐψηφίσθη ὅμως ὑπὸ τῆς Βουλῆς, συνι-
1012στῶντο διοικητικαὶ μὲν ἀστυνομίαι ἐν ταῖς πρωτευούσαις
1013τῶν νομῶν ὑποχρεωτικῶς, δυνητικῶς δ’ ἐπίσης διοικητικαὶ
1014ἀστυνομίαι, μετὰ γνωμοδότησιν τοῦ ἁρμοδίου Εἰσαγγελέως
1015τῶν Πλημμελειοδικῶν καὶ τοῦ Νομάρχου, ἐν τοῖς δήμοις
1016ἐκείνοις, τῶν ὁποίων ὁ πληθυσμὸς ὑπερέβαινε τὰς 10,000
1017κατοίκων, καὶ ἐν ταῖς πρωτευούσαις τῶν ἐπαρχιῶν.
1018Ἀγνοῶ, Κύριοι, ἐὰν τοῦτο ἦτο συνεπὲς πρὸς τὴν κρα-
1019τοῦσαν τότε διοικητικὴν διαίρεσιν, διότι ὄντως αἱ πρωτεύ-
1020ουσαι ἐπαρχιῶν ἦσαν ἄγνωστοι κατὰ τὸν χρόνον ἐκεῖνον.
1021Ἀλλ’ ἐν τούτοις τί διαβλέπομεν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ἐκείνῳ,
1022τὸ ὁποῖον, ἐπαναλαμβάνω, ἐψηφίσθη μὲν ὑπὸ τῆς Βουλῆς, δὲν
1023περιεβλήθη ὅμως τὴν κύρωσιν τοῦ Βασιλέως, τῇ βουλήσει
1024αὐτοῦ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, μὴ ὑποβαλόντος εἰς κύρωσιν
1025καὶ μὴ δημοσιεύσαντος αὐτό; Διαβλέπομεν, ὅτι καὶ ἐν τῷ
1026νομοθετήματι τούτῳ ἀναγνωρίζεται, ὅτι ἡ δημοτικὴ ἀστυ-
1027νομία δὲν ἦτο δυνατὸν λυσιτελῶς νὰ λειτουργήσῃ καθ’ ἅπαν
1028τὸ Κράτος, ἀναγνωρίζεται, ὅτι ἦτο ἀνάγκη ἑτέρας ἀστυ-
1029νομικῆς ἀρχῆς, ἀπορρεούσης οὐχὶ ἐκ τῶν δήμων, ἀλλ’ ἐξ
1030αὐτῆς τῆς Πολιτείας ἀμέσως, χρησίμου ἵνα ἀσφαλίσῃ τὴν
1031τάξιν εἰς τὰ μεγάλα κέντρα, ἐνῷ ἀφ’ ἑτέρου εἰς τὰ μικρὰ
1032κέντρα ἀφίετο τὸ σύστημα τῆς δημοτικῆς ἀστυνομίας. Τὸ
1033νομοσχέδιον ἐκεῖνο, ὅπερ, ὡς εἶπον, δὲν ηὐτύχησε νὰ κατα-
1034στῇ νόμος τοῦ Κράτους, ἐπανελήφθη καὶ κατὰ τὴν δευτέραν
1035Σύνοδον τοῦ 1896, ἤτοι κατὰ μῆνα Δεκέμβριον, μὲ τινα
1036παραλλαγήν, διότι καθ’ ὅλα τὰ λοιπὰ σημεῖα παραμένει
1037ὁμοιόμορφον, ὡς εἶχε τὸ πρῶτον, ὅπερ ὑπεβλήθη εἰς τὴν Βου-
1038λὴν καὶ ἐψηφίσθη· Ἡ μόνη παραλλαγή, ἥτις ἐχώρησεν ἐν
1039τῷ δευτέρῳ ὑποβληθέντι νομοσχεδίῳ, ἦτο, ὅτι ἀντὶ τῶν
1040ἀστυφυλάκων, ὡς κατωτέρων ἀστυνομικῶν ὀργάνων τῆς διοι-
1041κητικῆς ἀστυνομίας, εἰσήγοντο, ὡς κατώτερα ὄργανα, χω-
1042ροφύλακες. Ἐν ἀμφοτέροις τούτοις τοῖς νομοσχεδίοις παρα-
1043τηρεῖται καὶ κυροῦται, ὅτι καὶ αὐτοὶ ἀκόμη οἱ ὑπέρμαχοι,
1044καὶ αὐτοὶ ἀκόμη οἱ θιασῶται τῆς δημοτικῆς ἀστυνομίας
1045ἀνεγνώρισαν, ὅτι τὸ σύστημα τοῦτο ἠστόχησεν ἐν Ἑλλάδι.
1046Ἀλλὰ μήπως καὶ ὁ νομοθέτης τοῦ 1836, τοῦ ὁποίου τὴν
1047θεωρητικὴν βάσιν ὁ ἀξιότιμος κ. Πρωθυπουργὸς ἐπεκαλέσθη
1048κατά τινα τῶν προηγουμένων συνεδριάσεων ἀπὸ τοῦ βή-
1049ματος τούτου, ἐθεώρησεν, ὅτι ἦτο δυνατόν, ἀποβλέπων βε-
1050βαίως εἰς τὰ ἤθη τοῦ λαοῦ, εἰς τὴν κατάστασιν καὶ ἀνά-
1051πτυξιν αὐτοῦ, ἀπολύτως νὰ ἰσχύσῃ τῆς δημοτικῆς ἀστυνο-
1052μίας τὸ σύστημα, τὸ ἀπορρέον ἐξ αὐτοῦ τοῦ δήμου, ἐξ αὐ-
1053τῶν τῶν πολιτῶν ἀμέσως ἢ ἐμμέσως διὰ τῆς ἐκλογῆς τοῦ
1054δημάρχου καὶ ὑπ’ αὐτοῦ ἀσκούμενον; Τοὐναντίον καὶ ἐν τῷ
1055νομοθετήματι ἐκείνῳ ἀνευρίσκομεν τὰ σπέρματα τῆς διοικη-
1056τικῆς ἀστυνομίας, εἰς ἐλάχιστον μὲν βαθμὸν, ἀλλ’ ὁπωσδήπο-
1057τε μαρτυροῦντα, ὅτι ἀπομακρύνεται ὁ νομοθέτης τοῦ ἄκρως
1058δημοτικοῦ συστήματος. Διότι δὲν παρέλιπεν ὁ νομοθέτης νὰ
1059περιλάβῃ ἐν τῷ νόμῳ ἐκείνῳ διάταξιν, κατὰ τὴν ὁποίαν,
1060προκειμένου ν’ ἀσκηθῶσι τὰ καθήκοντα τῶν ἀστυνόμων,
1061οὐχὶ ὑπὸ τῶν δημάρχων πλέον ἢ τῶν ἀναπληρωτῶν αὐτῶν
1062δημαρχικῶν παρέδρων, ἀλλ’ ὑπὸ εἰδικῶν ἀστυνόμων, τὸ
1063δικαίωμα τοῦ διορισμοῦ αὐτῶν μετ’ ἐκλογῆς ἀπόκειται εἰς
1064τὸν Βασιλέα, καὶ μόνον ἡ πρότασις ἀπόκειται εἰς τὸν οἰ-
1065κεῖον δήμαρχον. Ἆρα εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς, ὅτε τὸ πρῶτον ἐθε-
1066σπίσθησαν τὰ περὶ ἀστυνομίας τῆς ἡμετέρας χώρας, ὁ νο-
1067μοθέτης κατεῖδε τὴν ἀνάγκην τῆς οὐχὶ τελείας ἀποκεντρώ-
1068σεως, καὶ δὲν ἠθέλησε νὰ παρασυρθῇ ὑπὸ τῶν θεωριῶν τῶν
1069ἀποκεντρωτικῶν, αἱ ὁποῖαι δύνανται μὲν νὰ ὦσιν ὀρθαὶ καὶ
1070σύμφωνοι πρὸς τὸ πολίτευμα ἡμῶν, ἀλλὰ δὲν συμβιβάζον-
1071ται, ὡς εἶπον, πρὸς τὰ ἤθη τοῦ λαοῦ, πρὸς τὴν πολιτικὴν
1072αὐτοῦ ἀνατροφὴν, ἥτις τὰ μέγιστα ἐπέδρασεν ἐπὶ μακρὸν
1073χρόνον οὐχὶ ἐπ’ ἀγαθῷ, ἐφ’ ὅσον ἴσχυε τὸ σύστημα τὸ δη-
1074μοτικόν. Ὁ νομοθέτης, λέγω, προὐνόησε νὰ θεραπεύσῃ
1075τὴν ἀνάγκην ταύτην, ἀπομακρυνόμενος κατὰ τι τοῦ συ-
1076στήματος τούτου τῆς δημοτικῆς ἀστυνομίας. Ἑπομένως,
1077Κύριοι, μικτὸν σύστημα ὑπεβλήθη εἰς τὴν Βουλὴν καὶ κατὰ
1078τὸ 1896, μικτὸν σύστημα ὑποβάλλεται καὶ σήμερον, καὶ
1079οὐχὶ πλέον δυσυπόστατον, ὡς ἦτο τὸ σύστημα ἐκεῖνο, ἀλλὰ,
1080δύναταί τις εἰπεῖν, τεθρυπόστατον. Καὶ λέγω τεθρυπό-
1081στατον, διότι κατὰ τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον ἔχομεν
1082μίαν ἀστυνομίαν, τὴν στρατιωτικὴν, ἐκείνην δηλ. τὴν ἀστυ-
1083νομίαν, ἐν τῇ ὁποίᾳ ὑπηρετοῦσιν ὡς ὄργανα διευθύνσεως
1084ἀξιωματικοὶ ἀστυνόμοι. Ἡ ἀστυνομία αὕτη, ἡ στρατιω-
1085τική, θέλει λειτουργεῖ ἀναγκαίως ἐν τοῖς δήμοις Ἀθηνῶν καὶ
1086Πειραιῶς καὶ τοῖς περιχώροις, ἐν τοῖς δήμοις, οἱ ὁποῖοι ἀπο-
1087τελοῦσιν ἤδη πρωτευούσας νομῶν, καὶ ἐν δώδεκα, ἂν δὲν
1088ἀπατῶμαι, ἑτέροις δήμοις. Ἔχομεν ἐπίσης ἑτέραν στρατιω-
1089τικὴν ἀστυνομίαν, ἢ μᾶλλον ἡμιστρατιωτικὴν, ἐν τοῖς δήμοις
1090ἐκείνοις, οἵτινες θὰ μετακαλῶσι τὰ κατώτερα ὄργανα τῆς
1091ἀστυνομίας διὰ νὰ ὑπηρετῶσι παρ’ αὐτοῖς, εἴτε δι’ ἔλλει-
1092ψιν προσώπων, εἴτε διότι λόγοι δημοσίας ἀσφαλείας ἐπι-
1093βάλλουσι τὴν ἀνάγκην ταύτην τῶν δήμων. Οἱ δῆμοι οὗτοι
1094θὰ καλῶσι, κατὰ τὸ ἄρθρον 4, ἀστυφύλακας, ἵνα ὑπηρετῶσιν.
1095Ἔχομεν ὡσαύτως τὴν ἀστυνομίαν τὴν καθαρῶς δημοτικὴν
1096τῶν ἑτέρων δήμων, τὴν ἀπορρέουσαν δηλονότι ἐμμέσως ἐκ τοῦ
1097λαοῦ καὶ διὰ τῶν δημάρχων καὶ τῶν Δημοτικῶν Συμβου-
1098λίων ἐνασκουμένην, ἐν τῇ ὁποίᾳ θὰ ὑπηρετῶσι πολιτικοὶ κλη-
1099τῆρες, ὡς ἀστυνομικὰ ὄργανα κατώτερα. Θὰ ἔχωμεν ὅμως
1100καὶ τοὺς ἀπόρους δήμους, ἐν τοῖς ὁποίοις θὰ ὑπάρχῃ ἀνυ-
1101παρξία διοικήσεως ἀστυνομικῆς. Διὰ τοῦτο πρὸ ὀλίγου εἶ-
1102πον, ὅτι ἀντὶ τοῦ μικτοῦ συστήματος, τὸ ὁποῖον κατὰ τὸ
11031896 δὶς ὑπεστηρίχθη, σήμερον ἔχομέν τι χειρότερον ἐκεί-
1104νου, σύστημα συγκείμενον ἐκ ποικίλων ἄλλων μικροτέρων
1105ἀστυνομικῶν συστημάτων.
1106Ἔψεξαν, Κύριοι, τὴν στρατιωτικὴν ἀστυνομίαν ὡς ἀστοχή-
1107σασαν, καὶ ἔλαβον ὡς ἐπιχειρήματα τῆς ἀποτυχίας αὐτῆς
1108μεμονωμένα ἴσως γεγονότα, ἀφορῶντα εἰς ὡρισμένα πρόσω-
1109πα, εἰς ὄργανά τινα ἀστυνομικὰ, εἴτε ἀνώτερα, διευθύνοντα
1110τὰ τῆς ἀστυνομίας, εἴτε καὶ κατώτερα. Δὲν ἀρνοῦμαι, ὅτι
1111καὶ ἐγὼ ἀπὸ τῆς αἰθούσης ταύτης πολλάκις ἐβόησα κατὰ
1112παρεκτροπῶν τῶν ὀργάνων τούτων. Ἀλλὰ τοῦτο εἶναι σπου-
1113δαῖον κατὰ τοῦ θεσμοῦ ἐπιχείρημα; Καὶ διατὶ λησμονοῦ-
1114μεν τὰ ἐλαττώματα τῶν ὀργάνων τῆς δημοτικῆς ἀστυνο-
1115μίας τῆς παλαιοτέρας ἐποχῆς; Καὶ διατὶ διαφεύγει τὴν
1116μνήμην ἡμῶν, ὅτι ἡ δημοτικὴ ἀστυνομία ἐν τοῖς μικροῖς
1117κέντροις κατὰ τὴν παλαιοτέραν ἐποχὴν ἀπετέλει τὰ κέντρα
1118συμμοριῶν ἐγκληματικῶν, λυμαινομένων τὸν τόπον; Καὶ ἀ-
1119γνοοῦμεν, Κύριοι, ὅτι ἀπὸ τοῦ 1863 καὶ μετέπειτα, ἰδίως
1120δὲ κατὰ τὰ πρῶτα ἔτη μετὰ τὴν πολιτειακὴν μεταβολὴν,
1121αἱ δημοτικαὶ ἀστυνομίαι οὐ μόνον ἀνίκανοι ἀπεδείχθησαν
1122νὰ συγκρατήσωσι τὴν τάξιν ἐπὶ δεκάδας ὁλοκλήρους ἐτῶν,
1123ἀλλὰ καὶ τελείαν ἀναρχίαν ἐπέφερον διὰ τοῦ φανατισμοῦ
1124καὶ διὰ τῆς ἐξασκήσεως φατριαστικῶν ἐκδικήσεων τῶν ἀστυ-
1125νομικῶν ὑπαλλήλων καὶ τῶν διευθυντῶν τῶν ἀστυνομιῶν;
1126Ἐπιτραπήτω μοι, Κύριοι, νὰ ἀναφέρω ἓν ἱστορικὸν γε-
1127γονὸς, σχετιζόμενον μὲ τὴν καταργηθεῖσαν δημοτικὴν ἀστυ-
1128νομίαν, σχετιζόμενον δ’ ἀκριβῶς μὲ τὴν ἐγκληματικότητα,
1129τὴν ὁποίαν οὐ μόνον δὲν προελάμβανεν, οὐ μόνον δὲν περιέ-
1130στελλεν, ἀλλὰ καὶ περιέθαλπε. Συνέβη ποτὲ ἔκ τινος πεδι-
1131νοῦ δήμου τῆς ἡμετέρας ἐπαρχίας νὰ κλαπῇ ἵππος ἀξίας
1132χιλίων δραχμῶν. Ὁ ἵππος οὗτος, καθ’ ἃς εἶχε πληροφορίας
1133ὁ ἰδιοκτήτης αὐτοῦ, μετεκομίσθη εἰς δῆμόν τινα τῆς ὁμόρου
1134ἐπαρχίας. Ἐπειδὴ δὲ προσελθὼν ὁ ἰδιοκτήτης πρός με, ἵνα
1135ἐπικαλεσθῇ τὴν ἐπιστημονικὴν συνδρομήν μου πρὸς ποινικὴν
1136καταδίωξιν τοῦ ἀγνώστου κλέπτου, μοὶ εἶπεν, ὅτι εἶχε τὴν
1137πληροφορίαν ἢ τὴν ὑπόνοιαν, ὅτι ὁ ἵππος του μετηνέχθη εἰς
1138ὡρισμένον δῆμον τῆς ὁμόρου ἐκείνης ἐπαρχίας, ἐθεώρησα κα-
1139λὸν νὰ γράψω εἰς προσωπικὸν φίλον μου, ἄξιον ἐμπιστοσύνης,
1140ἵνα μὲ πληροφορήσῃ πρωτίστως, ἐὰν πράγματι ὑπάρχει ὁ ἵπ-
1141πος ἐκεῖ. Μετ’ ὀλίγας ἡμέρας λαμβάνω ἀπάντησιν τοῦ προ-
1142σώπου ἐκείνου, δι’ ἧς μὲ ἐπληροφόρει, ὅτι ὁ ἵππος, ἀκρι-
1143βῶς ἢ κατὰ προσέγγισιν ὁ περιγραφόμενος, εἶχεν ἐκποιη-
1144θῆ καθ’ ὅλας τὰς νομίμους διατυπώσεις, ὡς εὑρεθεὶς περι-
1145πλανώμενος. Τοῦτο μοὶ ἐκίνησε τὴν ἀγανάκτησιν, διότι ἦτο
1146γνωστὸν, ὅτι οὔτε περιεπλανήθη, οὔτε ἀπεμακρύνθη τοῦ τό-
1147που τῆς διαμονῆς τοῦ κυρίου του, ἀλλ’ ὅτι ἐκλάπη. Ἦτο
1148γνωστὸν τοῦτο οὐ μόνον εἰς τὸν ἰδιοκτήτην τοῦ ἵππου, ἀλλὰ
1149καὶ εἰς τοὺς περιοίκους. Ἐσκέφθημεν λοιπὸν τότε, διότι ὁ
1150μοχλὸς τῆς ὅλης ὑποθέσεως ἦτο ὁ ἀστυνομεύων τοῦ δήμου
1151ἐκείνου, νὰ ὑποβληθῇ μήνυσις καὶ κατ’ αὐτοῦ καὶ κατὰ παν-
1152τὸς τυχὸν ὑπαιτίου, ὃν εἶχεν ἀνακαλύψει ὁ ἰδιοκτήτης. Τί
1153δὲ προέκυψεν; Ὅτι ὁ δημιουργὸς τῆς κλοπῆς ταύτης, ὁ διευ-
1154θύνας τὴν ἑταιρείαν τῶν κλεπτῶν, ἦτο ὁ δημοτικὸς ἀστυνόμος,
1155ὅστις, ἀφοῦ παρήγγειλε εἰς τὰ ὑπ’ αὐτὸν ὄργανα τῆς ζωοκλο-
1156πῆς νὰ κλέψωσι τὸν ἵππον ἐκεῖνον, παρήγγειλεν ἐπίσης νὰ
1157ἀφήσωσι τοῦτον ἐλεύθερον, καὶ περιπλανώμενον συνέλαβεν αὐ-
1158τὸν, τὸν παρέπεμψεν εἰς τὸν εἰρηνοδίκην, ἐξεδόθησαν τὰ προ-
1159γράμματα, παρῆλθον αἱ νόμιμοι προθεσμίαι, καὶ κατόπιν ἐγέ-
1160νετο κύριος τοῦ ἵππου ὁ ἀγοραστὴς ἀντὶ 80 ἢ 90 δραχμῶν,
1161αἵτινες δὲν ἐπήρκεσαν οὔτε εἰς τὴν πληρωμὴν τῶν ἀποζη-
1162μιώσεων καὶ τῶν φυλακικῶν δικαιωμάτων.
1163Αὐτὴ εἶναι ἡ εἰκὼν τῶν δημοτικῶν ἀστυνομιῶν!
1164§54ΓΚΟΤΣΗΣ. Ναί. Ἀλλ’ ἔχομεν παραδείγματα τοιαῦτα
1165καὶ ἐπὶ τῆς παρούσης ἀστυνομίας.
1166§55ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν γνωρίζω. Ἀλλ’ ἐγὼ ἀνέφερα
1167ἓν παράδειγμα ἐκ τῶν πολλῶν, τὰ ὁποῖα δύναταί τις νὰ
1168ἀναφέρῃ ἐκ τῶν ἄθλων τῆς δημοτικῆς ἀστυνομίας.
1169§56Ν. ΦΑΡΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ προϊστάμενος τῆς ἀστυ-
1170νομίας Ἄργους ἐπὶ ἓν ἢ δύο ἔτη, ἐξῆλθε τῶν ἀστυνομικῶν
1171καθηκόντων των, κερδίσας περὶ τὰς 20 χιλιάδας δραχμάς!
1172§57ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸ εἶναι ἀνεξακρίβωτον.
1173§58Ν. ΦΑΡΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι λίαν ἐξηκριβωμένον
1174παρ’ ὅλης τῆς κοινωνίας.
1175§59ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ τοὐλάχιστον ἀγνοῶ. Ἀκού-
1176ονται τοιαῦται αἰτιάσεις κατὰ πολλῶν δημοσίων ὑπαλλή-
1177λων. Πολλοὶ δημόσιοι ὑπάλληλοι ὑπέκυψαν εἰς τὴν μομφὴν
1178ταύτην.
1179§60Ν. ΦΑΡΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι βεβαιωμένον δυστυχῶς
1180καὶ διὰ δικαστικῆς ἀποφάσεως.
1181§61ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε συνάδελφε, δὲν νομίζω ὅτι
1182εἶναι ὀλιγώτερον ἐπικίνδυνον εἰς τὴν δημοσίαν τάξιν αὐτὸ,
1183τὸ ὁποῖον λέγετε. Ἀλλὰ τοῦτο, ἠξεύρετε ποῦ ἔχει τὴν ἀρχήν
1184του; Οὐχὶ ἐν τῷ προσωπικῷ τῆς ἀστυνομίας, ἀλλ’ ἀλλαχοῦ,
1185ἐν τῷ θεσμῷ τῆς ποιμνιοβοσκῆς καὶ ἐν ἄλλοις νόμοις, οἱ
1186ὁποῖοι χρήζουσι τροποποιήσεως. Διότι πόθεν ἐπιέσθησαν οἱ
1187κτηνοτρόφοι; ἐκ τῆς ἀτελείας τῶν νομοθετημάτων, καὶ διὰ
1188τοῦτο ἐπῆλθον αὐτὰ τὰ ἀποτελέσματα.
1189§62Ν. ΦΑΡΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀτέλεια τῶν προσώπων.
1190§63Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἐκ τῆς ἀτελοῦς λειτουργίας τῆς
1191ποινικῆς δικαιοσύνης.
1192§64ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως καὶ ἐκ τῆς ἀτελοῦς λει-
1193τουργίας τῆς ποινικῆς δικαιοσύνης.
1194Ἐγὼ πρὸ ἡμερῶν, ἐὰν παρευρέθητε κατὰ τὴν συνεδρία-
1195σιν ἐκείνην, εἶπον ὅτι χρήζουσι τροποποιήσεως οἱ σχετικοὶ
1196νόμοι περὶ ἀπαγορεύσεως τῆς βοσκῆς τῶν ζώων, διότι ὁμο-
1197λογουμένως αὐτοὶ παρέχουσι καὶ εἰς τοὺς ἀστυνομικοὺς λα-
1198βὴν νὰ χρηματίζωνται καὶ νὰ πιέζωσι. Καὶ ἐννοῶ οὐ μόνον
1199τοὺς ἀνωτέρους, ἀλλὰ καὶ τοὺς κατωτέρους, τοὺς ἀστυφύλα-
1200κας. Τὰ πλεῖστα δὲ τῶν παραπόνων γίνονται ἐκ μέρους τῶν
1201ποιμένων καὶ τῶν κτηνοτρόφων, καὶ οἱ κτηνοτρόφοι ὑφίσταν-
1202ται τὰ πάνδεινα. Βεβαίως αὐτὰ πρέπει νὰ ἐκλείψωσι καὶ
1203δύνανται νὰ ἐκλείψωσι· ταῦτα ὅμως δὲν ἀποτελοῦσιν ἐπιχεί-
1204ρημα ἐναντίον τῆς βάσεως τοῦ θεσμοῦ.
1205Καὶ ἐνῷ τὸ νομοθέτημα τοῦτο προνοεῖ περὶ τῆς διπλο-
1206φυοῦς ἢ τριπλοφυοῦς αὐτῆς, ὡς εἶπον, ἀστυνομικῆς διοική-
1207σεως, ἐνῷ δὲν ἀντικαθιστᾷ ἓν σύστημα πλῆρες καὶ ἑνιαῖον
1208δι’ ἑτέρου ἑνιαίου συστήματος, ἐναρμονίως δυναμένου νὰ λει-
1209τουργήσῃ εἰς τὴν χώραν, διὰ νὰ δικαιολογηθῇ ἡ διατήρησις
1210ἐν 35, νομίζω, δήμοις τοῦ Κράτους, τοῖς καὶ μεγαλειτέροις,
1211τοῦ καθεστῶτος τοῦ ἀστυνομικοῦ, ἀναφέρεται ἐν τῇ αἰτιο-
1212λογικῇ ἐκθέσει καὶ ὅτι «ἐλήφθη πρόνοια, ὅπως περιβληθῶσι
1213δι’ ἐγγυήσεων τὰ τοῦ θεσμοῦ τούτου, ὥστε νὰ καταστήσωσι
1214τοὺς διοικοῦντας τὰ τῆς ἀστυνομίας ἀκριβεῖς τῶν νόμων ἐκ-
1215τελεστάς, διότι ἐκτὸς τοῦ ὅτι ὑποβάλλει αὐτοὺς (ὁ εἰσηγη-
1216τὴς τοῦ νομοσχεδίου) διὰ πᾶσαν παράβασιν τῶν νόμων εἰς
1217τὴν δικαιοδοσίαν τῶν πολιτικῶν δικαστηρίων», — ἴσως ἤθε-
1218λεν ἐνταῦθα νὰ εἴπῃ «τῶν κοινῶν ποινικῶν δικαστηρίων»
1219κυριολεκτικώτερον, — «ἀλλ’ ὑποβάλλει αὐτοὺς καὶ ὑπὸ τὸν
1220ἔλεγχον καὶ τὴν ἐπιτήρησιν τῆς Κυβερνήσεως διὰ τῶν Νο-
1221μαρχῶν.»
1222Ἀλλ’ ἐρωτῶ, εἶναί τι νέον τοῦτο; Εἰσάγετε νέαν διά-
1223ταξιν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, διὰ τῆς ὁποίας οἱ ὑπηρετοῦντες ἐν
1224ταῖς διοικητικαῖς ἀστυνομίαις ἀξιωματικοὶ θὰ ὑποβάλλων-
1225ται εἰς τοιούτους περιορισμοὺς; Μήπως τοιαύτη διάταξις,
1226ἀκριβῶς ὁμοία, δὲν ὑπάρχει καὶ ἐν τῷ κειμένῳ τοῦ κρατοῦν-
1227τος συστήματος; Ἰδοὺ τί λέγει τὸ ἄρθρον 24 τοῦ προκει-
1228μένου νομοσχεδίου, ὅπερ εἶναι πιστὴ ἀντιγραφὴ τοῦ ἰσχύον-
1229τος νόμου:
1230«Πάντες οἱ ἀστυνόμοι καὶ οἱ ἐκτελοῦντες ἀστυνομικὰ κα-
1231θήκοντα ὁπλῖται ὑπάγονται εἰς τὰ τακτικὰ ποινικὰ δικα-
1232στήρια διὰ πᾶσαν ἀξιόποινον πρᾶξιν, ἐκτὸς τῶν πλημμελη-
1233μάτων καὶ κακουργημάτων τῶν προβλεπομένων ὑπὸ τοῦ βʹ
1234τμήματος τοῦ τετάρτου βιβλίου τοῦ νόμου ΦΥΒʹ τῆς 19
1235Μαΐου 1860 περὶ στρατιωτικῆς ποινικῆς νομοθεσίας, ὡς
1236ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ νόμου ΑΨΞΕʹ τῆς 28 Μαΐου 1887.»
1237Καὶ μήπως ἤδη δὲν διατελοῦσιν ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν τοῦ
1238Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ τὴν πειθαρχικὴν ἐξου-
1239σίαν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν; Δὲν βλέπω λοι-
1240πὸν, τί νέον προσεθέσατε. Ἄρα ἀναγνωρίζετε, ὅτι, ἵνα
1241τηρηθῇ ἡ ἀσφάλεια καὶ ἡ δημοσία τάξις εἰς τὸ Κράτος,
1242ἔχετε ἀνάγκην τοῦ θεσμοῦ, τὸν ὁποῖον καταδικάζετε. Τὸ
1243πλεῖστον ὅμως τῶν διατάξεων τοῦ νομοσχεδίου οὐδὲν ἕτερον
1244εἶναι ἢ ἀντιγραφὴ τοῦ νόμου περὶ στρατιωτικῆς ἀστυνο-
1245μίας, ἐπὶ πλέον δὲ διατηρεῖται τὸ καθεστὼς ὁλόκληρον. Ὡς
1246εἶπον πρὸ ὀλίγου, ἐὰν ἔπταισεν ὁ θεσμὸς κατά τι, ἔπταισε
1247κατὰ τοῦτο, ὅτι τὰ ὄργανα τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας
1248δὲν ἐξελέγοντο μετὰ τῆς προσηκούσης προσοχῆς. Ἡ τάξις
1249τῶν ἀστυφυλάκων καὶ τῶν κατωτέρων βαθμοφόρων καὶ τῶν
1250χωροφυλάκων δὲν ἀπετελεῖτο ἐκ καταλλήλων προσώπων.
1251Καὶ πῶς δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν, ὅτι πταίει ἡ στρατιωτικὴ
1252ἀστυνομία, ὅταν δὲν ἐλήφθη μέριμνα παρὰ τῶν Κυβερνή-
1253σεων, ὅπως πᾶσαι αἱ ἀστυνομικαὶ θέσεις πληρῶνται ὑπὸ
1254ἀξιωματικῶν, ἀλλ’ εὐρύταται περιφέρειαι διοικοῦνται ἀ-
1255στυνομικῶς ὑπὸ ὑπαξιωματικῶν τῆς χωροφυλακῆς; Καὶ ὡς
1256παράδειγμα ἀναφέρω τοὺς δήμους Ψωφίδος, Ἡραίας καὶ
1257Ἐλευσῖνος τῆς Γορτυνίας, οἵτινες ἔχουσιν ἀστυνόμους ὑπα-
1258ξιωματικούς.
1259Ἀλλὰ, Κύριοι, τὸ σπουδαιότερον ζήτημα, ὅπερ πρέπει
1260ν’ ἀπασχολήσῃ ἡμᾶς ἐν τῇ προκειμένῃ συζητήσει, εἶναι,
1261ὅτι οἱ πλεῖστοι τῶν μικρῶν δήμων τοῦ Κράτους θὰ μείνω-
1262σιν ἄνευ ἀστυνομίας. Καὶ τότε φθάνομεν εἰς τὴν ἐντελῆ
1263ἀνυπαρξίαν ἀστυνομίας. Ἐπιτρέπει μὲν τὸ ἄρθρον 5 τὴν
1264λῆψιν ἀστυφυλάκων ἐκ τοῦ σώματος τῆς διοικητικῆς ἀστυ-
1265νομίας, ἐκ τοῦ ἀποθεματικοῦ κεφαλαίου τῶν ἀστυφυλάκων,
1266ἀλλὰ τὸ δῶρον εἶναι ἄδωρον, διότι ὑποχρεοῦμεν τοὺς δή-
1267μους αὐτοὺς νὰ καταβάλλωσι τὸ ἥμισυ τῶν ἐξόδων. Δὲν
1268ἀγνοεῖτε δὲ, ὅτι ὑπάρχουσι καί τινες δῆμοι, οἵτινες οὐδὲ
1269εἰς τὰς δαπάνας τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως δύνανται νὰ
1270ἐπαρκέσωσι, καὶ περὶ τούτων προὐνόησεν ὁ νόμος τῆς 24
1271Μαρτίου 1900, ὅστις διὰ τοῦ ἄρθρου 11 ἀπαλλάσσει αὐ-
1272τοὺς τῆς εἰσφορᾶς διὰ τὰ ἔξοδα τῆς ἀστυνομικῆς διοική-
1273σεως. Καὶ ὅμως σήμερον ἐρχόμεθα νὰ ἐπιβαρύνωμεν αὐτοὺς
1274διὰ τῶν δαπανῶν τούτων, καὶ δὲν προσφερόμεθα τοὐλάχι-
1275στον ν’ ἀποδώσωμεν εἰς αὐτοὺς ὅ,τι ὀφείλομεν ν’ ἀποδώ-
1276σωμεν, ἀλλὰ καὶ αὐτὰ τὰ πρόστιμα τῶν πταισμάτων θε-
1277σπίζομεν νὰ εἰσάγωνται εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον, καὶ κατα-
1278δικάζομεν οὕτω αὐτοὺς τοὺς ἀτυχεῖς δήμους, οἵτινες εἶναι
1279ἄξιοι μείζονος προστασίας, διότι λόγῳ τῆς ἀνατροφῆς τῶν
1280κατοίκων καὶ τῶν κακῶν ἕξεων αὐτῶν ἔχουσιν ἀνάγκην
1281δραστηριωτέρας ἀστυνομίας, τοὺς καταδικάζομεν, λέγω,
1282εἰς τὸ νὰ μὴ ἔχωσι προστασίαν τῆς περιουσίας αὐτῶν, τῆς
1283τιμῆς καὶ τῆς ζωῆς των.
1284Ἀλλ’ ἴσως εἴπῃ τις, ὅτι τότε τὰ καθήκοντα τὰ ἀστυ-
1285νομικὰ θέλουσι πάλιν ἐκτελεῖ ὑπαξιωματικοὶ τῆς χωροφυ-
1286λακῆς. Καὶ περὶ τούτου ἤκουσα προχθὲς τὸν κ. Πρόεδρον
1287τῆς Κυβερνήσεως καταδικάζοντα τὴν στρατιωτικὴν ἀστυ-
1288νομίαν, διότι τὰ κατώτερα ὄργανα τῆς ἀστυνομίας ἐκτρέ-
1289πονται εἰς πράξεις προσβαλλούσας τὴν ἰδιωτικὴν περιου-
1290σίαν, καταγίνονται εἰς ὀρνιθοφαγίαν καὶ χοιριδιοφαγίαν.
1291Ἀλλὰ τί θὰ συμβῇ, ὅταν ἐκλείψῃ πᾶν ἴχνος ἀστυνομίας ἀπὸ
1292τοὺς ἀπόρους δήμους; Μήπως ὑπὸ τὸ εἰσαγόμενον σύστημα
1293οἱ ἄνδρες τῆς χωροφυλακῆς δὲν θὰ ἦναι τεταγμένοι εἰς τὴν
1294τήρησιν τῆς τάξεως; Κατὰ τί μεταβάλλεται τὸ σύστημα;
1295Μάστιξ ἐθεωροῦντο τέως οἱ ὑπαξιωματικοὶ ἀστυνόμοι, καὶ
1296τούτοις διατηροῦμεν καὶ ἤδη. Οὐδόλως βελτιοῦται ἡ κατά-
1297στασις. Λέγω δὲ, ὅτι ἐλλείψει πάσης ἀστυνομικῆς ἀρχῆς
1298εἰς τοὺς μικροὺς δήμους θὰ ἐγείρῃ θρασεῖαν κεφαλὴν τὸ ἔγ-
1299κλημα, θ’ ἀναπτυχθῇ ἡ φυγοδικία καὶ θὰ φθάσῃ μέχρι τῆς
1300λῃστείας, θὰ εὑρεθῇ δὲ ἡ Κυβέρνησις εἰς τὴν ἀναπόδραστον
1301ἀνάγκην ν’ ἀποστέλλῃ στρατιωτικὰ ἀποσπάσματα χάριν
1302τῆς δημοσίας ἀσφαλείας. Ἀλλὰ μήπως καὶ ταῦτα δὲν κατα-
1303πιέζουσι τὸν λαόν;
1304§65ΚΥΡΙΑΚ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ
1305τῶν Ἐσωτερικῶν). Καὶ σήμερον τὰ στρατιωτικὰ ἀπο-
1306σπάσματα καταδιώκουσι τοὺς λῃστάς.
1307§66ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀπὸ τῆς ἐποχῆς, καθ’ ἣν ἤρχισε
1308λειτουργοῦσα ἡ στρατιωτικὴ ἀστυνομία, ἔχομεν παραδείγ-
1309ματα συλλήψεως φυγοδίκων καὶ λῃστῶν ὑπὸ ἀξιωματικῶν
1310ἀστυνόμων. Καὶ ἀναφέρω τὸ παράδειγμα τῆς συλλήψεως τοῦ
1311Πανοπούλου ἐν Πάτραις. Ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ μου ἐπίσης ὁ
1312Τσεκερὲς συνελήφθη τῇ συνδρομῇ τῆς στρατιωτικῆς ἀστυ-
1313νομίας. Ὡσαύτως καὶ ἕτεροι λῃστοφυγόδικοι, ὡς ὁ Ἀβρα-
1314μέας κλπ.
1315§67ΚΟΚΚΕΒΗΣ. Τὰ ἀστυνομικὰ ὄργανα τῆς Κυπαρισσίας
1316ἐξεδίωξαν τοὺς φυγοδίκους ἐκ τῆς ἐπαρχίας.
1317§68ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τοῦτο εἶναι λαμπρὸν κατόρθωμα
1318τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας, ἐὰν ἐγένετο.
1319Ὅτε δὲ ὑπῆρχε καὶ τὸ Ἀρχηγεῖον τῆς Χωροφυλακῆς,
1320δύναμαι νὰ εἴπω, ὅτι ἡ στρατιωτικὴ ἀστυνομία ἔφερεν ἀγα-
1321θοὺς καρποὺς, ἐνῷ σήμερον, ὡς ἔχει, ἠκρωτηριασμένη δὲν
1322δύναται νὰ παραγάγῃ τι ἀγαθόν. Θὰ ἐπέλθωσι δὲ χείρονα
1323κακὰ διὰ τῆς εἰσαγωγῆς τοῦ συστήματος τῆς μικτῆς ἀστυ-
1324νομίας.
1325§69ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Καιρὸς εἶναι νὰ διακόψωμεν.
1326§70Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὰς 9½ νὰ ἐπανέλ-
1327θωμεν, κύριε Πρόεδρε.
1328§71Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Βεβαίως,
1329κύριε Πρόεδρε, παρακαλῶ νὰ ἐπανέλθωμεν τῇ 9ῃ καὶ 30′.
1330§72ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις μέχρι τῆς 9½.
1331(Γίνεται διακοπὴ ὥρᾳ 8 καὶ 30′ μ. μ. Ἐπαναλαμ-
1332βάνεται δὲ ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 10 καὶ 25′ μ. μ.)
1333§73ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ συνεδρίασις! Ὑπάρ-
1334χει ἀντίρρησις;
1335§74ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν ὑπάρχει καμμία
1336ἀντίρρησις, ἀλλ’ ἤθελον παρακαλέσει ὑμᾶς, ἵνα παρακαλέ-
1337σητε τὰ μέλη τῆς πλειονοψηφίας νὰ ἔρχωνται ἐνωρίτερον,
1338διότι ἡμεῖς ἐρχόμεθα ἀπὸ τῆς ἐνάτης καὶ ἡμισείας, ἤδη δὲ
1339παρατηρῶ, ὅτι, καίτοι ἡ ὥρα εἶναι 10½, μόνον 37 Βου-
1340λευταὶ τῆς Συμπολιτεύσεως εὑρίσκονται ἐν τῇ αἰθούσῃ.
1341Αὔριον δὲ θὰ καταγγείλῃ πάλιν ἡμᾶς ὁ κ. Πρωθυπουργὸς,
1342ὅτι κωλυσιεργοῦμεν.
1343§75Κ. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει δὲν
1344ὑπάρχει ἀπαρτία.
1345§76Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ὄχι· εἶναι ἀπαρτία.
1346§77ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος.
1347§78ΣΤΑΗΣ. Δὲν γίνεται ἔνστασις, κύριε Πρόεδρε.
1348§79ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ ἀνάγνωσις τοῦ καταλόγου.
1349§80Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Βεβαίως, διότι ἔγεινεν ἔνστασις.
1350§81Κ. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀποσύρω τὴν ἔνστασιν.
1351§82ΣΤΑΗΣ. Δικαίωμα τοῦ ὑποβαλόντος εἶναι νὰ ἀνακαλέ-
1352σῃ τὴν ἔνστασιν.
1353§83ΠΡΟΕΔΡΟΣ. (πρὸς τὸν Γραμματέα, ἀρξάμενον
1354τῆς ἀναγνώσεως τοῦ καταλόγου). Ἀφήσατε.
1355Ὁ κύριος Πονηρόπουλος παρακαλεῖται νὰ συνεχίσῃ τὸν
1356λόγον του.
1357§84ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Συνεχίζων, Κύριοι, τὴν διακοπεῖ-
1358σαν ὁμιλίαν μου, καὶ δὴ ἐπὶ τοῦ θέματος, ὅτι ἐν τοῖς ἀπόροις
1359δήμοις δὲν θὰ ὑπάρχῃ οὔτε σκιὰ ἀστυνομίας, θὰ ὑπάρχῃ
1360ὀνόματι μόνον ἀστυνομία καὶ οὐχὶ πράγματι, δὲν δύναμαι ἢ
1361νὰ μνησθῶ καὶ τῶν γνωμῶν, ἃς ἄλλοτε ἐξήνεγκε μετὰ τῆς
1362χαρακτηριζούσης αὐτὸν δεξιότητος καὶ εὐγλωττίας ὁ ἀξιότι-
1363μος κ. ἐξ Ἄρτης Βουλευτὴς καὶ νῦν ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν
1364Ὑπουργός. Ἰδού, Κύριοι, τί ἔλεγεν ἐπὶ τοῦ ζητήματος τού-
1365του ὁ ἀξιότιμος κ. Καραπᾶνος,—διότι ἀκριβῶς καὶ τότε συν-
1366εζητεῖτο νομοσχέδιον παρεμφερὲς πρὸς τὸ ὑπὸ συζήτησιν,
1367τὸ νομοσχέδιον δηλαδὴ τὸ εἰσαχθὲν κατὰ τὸν Δεκέμβριον
1368τοῦ 1896, κατὰ τὸ ὁποῖον ἐν τισι μὲν δήμοις τοῦ Κράτους
1369καθιεροῦτο τὸ σύστημα τῆς διοικητικῆς ἀστυνομίας, ἐν ἑ-
1370τέροις δὲ δήμοις ἀφίετο ἡ δημοτικὴ ἀστυνομία, χωρὶς νὰ
1371λαμβάνηται πρόνοια καὶ περὶ ἀνακουφίσεως τῶν δήμων τού-
1372των, ἢ περὶ ἀπαλλαγῆς αὐτῶν ἀπὸ τῶν εἰσφορῶν, ἃς ὑπο-
1373χρεοῦνται κατὰ τὸ νῦν ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον νὰ πα-
1374ρέχωσιν εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον (ἀναγινώσκει):
1375«Κ. Καραπᾶνος. Νομίζω ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐξη-
1376γηθῇ εἰς τὴν Βουλὴν, ὅπως ἐν τῇ δευτέρᾳ ἀναγνώσει συζη-
1377τήσωμεν μᾶλλον ἐν γνώσει περὶ τῆς εἰσφορᾶς, τὴν ὁποίαν
1378εἰσπράττει τὸ Κράτος παρὰ τῶν δήμων, διότι κατὰ τὸ ἄρ-
1379θρον 2, ἐν οἷς δήμοις δὲν συνιστᾶται στρατιωτικὴ ἀστυνο-
1380μία οἱ ἀστυνόμοι ἐκλέγονται παρὰ τοῦ Δημοτικοῦ Συμβου-
1381λίου κατὰ τὸν νόμον τῆς 7 Μαρτίου 1891. Ἀλλ’ ἐκτὸς
1382τούτου θὰ ὑπάρχῃ καὶ ἡ χωροφυλακὴ, ἥτις κατὰ τὸν ψηφι-
1383ζόμενον νόμον θὰ στέλλῃ δύναμιν ἀνάλογον τῶν ἀναγκῶν
1384τοῦ δήμου. Θὰ ἔχωμεν λοιπὸν ἀντίθεσιν καθηκόντων· ἀφ’
1385ἑνὸς ὁ ἀστυνόμος, τὸν ὁποῖον θὰ ἐκλέγῃ τὸ Δημοτικὸν Συμ-
1386βούλιον, ἀφ’ ἑτέρου οἱ χωροφύλακες μετὰ τοῦ ἐνωμοτάρχου.
1387Ὁ ἐνωμοτάρχης, κατὰ τὸ πνεῦμα τῆς διατάξεως θὰ δια-
1388τελῇ ὑπὸ τὰς διαταγὰς τοῦ ἀστυνόμου, τοῦ ἐκλεχθησομένου
1389παρὰ τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου (ὡς νῦν θὰ ὑπάρχωσιν
1390ἀστυφύλακες ὑπὸ τοὺς δημοτικοὺς ἀστυνόμους). «Δύναται
1391νὰ φαντασθῇ τις τὸ παράχορδον, τὸ ὁποῖον θὰ ἐπέλθῃ...».
1392Ἐπὶ τῇ ἀπαντήσει τότε τοῦ ἀξιοτίμου κ. Προέδρου τῆς
1393Κυβερνήσεως περὶ τῆς εἰσφορᾶς τῶν δήμων διὰ τὰς ἀνάγκας
1394τῆς ἀστυνομίας, ὅτι ἡ εἰσφορὰ αὕτη παύει, ὁ ἀξιότιμος ἐξ
1395Ἄρτης Βουλευτὴς προστίθησι τὰ ἀκόλουθα:
1396«Ἐγὼ εἶπον, ὅτι πλὴν τῆς διοικητικῆς ἀταξίας καὶ τῆς
1397στρατιωτικῆς ὑπάρχει καὶ ἀντίφασίς τις ὑπὸ οἰκονομικὴν
1398ἔποψιν. Ἐξ ὅσων ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἀπήντη-
1399σεν ἐξάγω τὸ συμπέρασμα, ὅτι οἱ μὲν εὔποροι δῆμοι ἀπαλ-
1400λάσσονται πάσης δαπάνης καὶ εἰσφορᾶς χάριν τῆς ἀστυνο-
1401μίας, διότι τὴν συντήρησιν τῆς ἀστυνομίας ἀναδέχεται τὸ
1402Κράτος, οἱ πτωχοὶ ὅμως δῆμοι μένουσιν ἐπιβεβαρημένοι μὲ
1403τὴν δαπάνην τὴν ἀστυνομικήν. Διότι αὐτοί, ἀπολαμβάνον-
1404τες τὸ ἀγαθὸν τῆς δημοτικῆς ἀστυνομίας, πληρώνουσιν αὐτοὶ
1405τοῦτο, πληρώνοντες τὸν ἀστυνόμον καὶ τὰ ἐνοίκια τοῦ ἀστυ-
1406νομικοῦ καταστήματος καὶ τὸν φωτισμὸν κλπ. Νομίζω ὅτι
1407τοῦτο ὑπὸ οἰκονομικὴν ἔποψιν ἔχει τι τὸ ἄδικον, ἵνα μὴ
1408εἴπω ἄλλο τι. Δὲν ἐννοῶ ποία ἡ σκέψις, ἡ ὁποία ἐπεκρά-
1409τησε· διότι βεβαίως, ἐὰν πρόκειται δῆμος τίς ν’ ἀποκτήσῃ
1410τὴν δημοτικὴν ἐλευθερίαν, ἀξίζει νὰ τὴν πληρώσῃ, ἀλλὰ
1411διατὶ νὰ μὴ πληρώσῃ ταύτην καὶ ὁ εὔπορος δῆμος; Τὸ νο-
1412μοσχέδιον ἐν τῇ διατάξει ταύτῃ περιέχει τι τὸ ἄδικον, καὶ
1413πρέπει νὰ εὑρεθῇ συνδυασμός τις διὰ τὴν παρουσιαζομένην
1414ἀδικίαν....»
1415Ὥστε ἀμφότερα τὰ ζητήματα, τὰ ὁποῖα ἠρευνήθησαν
1416κατὰ τὴν συζήτησιν ἐκείνην, εἶναι καὶ σήμερον ἐρευνητέα.
1417Διότι καὶ ὑπὸ διοικητικὴν ἔποψιν καὶ ὑπὸ διοικητικὴν εὐ-
1418ταξίαν, ὡς καὶ ὑπὸ οἰκονομικὴν ἔποψιν, εὑρισκόμεθα καὶ
1419σήμερον εἰς ἣν μοῖραν εὑρισκόμεθα καὶ τότε. Τότε ὑπηρέ-
1420τουν ὑπὸ τὰς διαταγὰς τῶν δημοτικῶν ἀστυνόμων οἱ χω-
1421ροφύλακες, σήμερον θὰ ὑπαχθῶσι δυνάμει τοῦ ἄρθρου 4 τοῦ
1422νομοσχεδίου ὑπ’ αὐτοὺς οἱ ἀστυφύλακες. Καὶ τότε ἠγέρθη ἡ
1423αἰτίασις κατὰ τοῦ νομοσχεδίου, ὅτι δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ
1424τηρηθῇ ἡ πειθαρχία, διότι ἐκτὸς τῶν ἄλλων δὲν θὰ ἠδύναντο
1425νὰ ἐφαρμοσθῶσι καὶ αἱ διατάξεις τῆς στρατιωτικῆς ποινικῆς
1426νομοθεσίας κατὰ τῶν ὑφισταμένων ὀργάνων, τῶν ἀπειθούν-
1427των ἢ ἐξυβριζόντων τυχὸν προϊστάμενον αὐτῶν. Καὶ τώρα
1428τὸ αὐτὸ δύναται νὰ ἐπαναληφθῇ.
1429Καὶ ἐπειδὴ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἀντέταξε
1430τότε, ὅτι πάντες οἱ δῆμοι τοῦ Κράτους εἶναι ἄποροι, ὅτι καὶ
1431αὐτὸς ὁ δῆμος Ἀθηναίων καὶ αὐτὸς ὁ δῆμος Πατρέων δὲν εὑ-
1432ρίσκεται ἐν εὐπορίᾳ, ὡς νομίζεται, ἐπέρχεται ἡ ἑξῆς ἀπάν-
1433τησις τοῦ κ. ἐξ Ἄρτης Βουλευτοῦ (ἀναγινώσκει):
1434«Ὅσον καὶ ἂν ἦναι ἄπορος ὁ δῆμος Ἀθηναίων ἢ Πα-
1435τρέων, εἶναι εὐπορώτερος τοῦ δήμου Κοθωνίων ἢ Παρακαμ-
1436πυλίων. Βεβαίως ὁ δῆμος ὁ μὴ ἔχων ἔσοδα εἶναι ἀπορώτερος
1437τοῦ ἔχοντος καὶ δαπανῶντος πολλά. Ἀλλὰ σήμερον εἰσάγο-
1438μεν νέον σύστημα, διὰ τοῦ ὁποίου δὲν συγκατατιθέμεθα νὰ
1439δώσωμεν εἰς τοὺς δήμους δημοτικὴν ἀστυνομίαν. Ἀφαιροῦμεν
1440μέρος τῶν ἐλευθεριῶν τῶν δήμων εἰς τὰς μεγάλας πόλεις, καὶ
1441δίδομεν τοῦτο εἰς τὰ χωρία. Ἀλλὰ πῶς τὸ δίδομεν; Δὲν τὸ
1442δίδομεν πλῆρες, διότι δὲν τοὺς ἀφίνομεν ἐλευθέρους νὰ δια-
1443χειρίζωνται τὰ τῆς ἀστυνομίας, ἀλλ’ ἐπιβάλλομεν νὰ δια-
1444χειρίζωνται αὐτὰ διὰ δημοσίας δυνάμεως, διὰ τῆς χωροφυ-
1445λακῆς.»
1446Ἀκριβῶς αὐτὸ δύνασθε, κύριε ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν Ὑπουρ-
1447γέ, νὰ παρατηρήσητε καὶ σήμερον, ὅτι πλεῖστοι δῆμοι τοῦ
1448Κράτους θὰ μένωσι μὲ σκιὰν ἀστυνομίας, καὶ θὰ ἔχωμεν ὡς
1449ἀποτέλεσμα, ἢ τὴν πλήρη ἀναρχίαν, τὴν πλήρη διασάλευσιν
1450τῆς δημοσίας τάξεως ἐν τοῖς δήμοις ἐκείνοις, ἢ τὴν κατ’ ἀ-
1451νάγκην ἀντικατάστασιν τῶν ἐλλειπόντων ἀστυνομικῶν ὀρ-
1452γάνων δι’ ὀργάνων τῆς χωροφυλακῆς, τὰ ὁποῖα θὰ κατα-
1453στῶσιν ἔτι χειροτέρα μάστιξ παρ’ ὅ,τι εἶναι σήμερον τὰ
1454ὄργανα τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας.
1455§85Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Εἴπετε ὅτι κατὰ τὸ ὑπὸ συζήτησιν
1456νομοσχέδιον εἰς τοὺς δημοτικοὺς ἀστυνόμους θὰ ὑπάγωνται
1457καὶ οἱ ἐνωμοτάρχαι τῆς χωροφυλακῆς. Ὑπάρχει τοιαύτη
1458διάταξις ἐν τῷ νομοσχεδίῳ;
1459§86ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀστυφύλακες, εἶπον.
1460§87Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Φρονεῖτε ὅτι δὲν θὰ ὑπακούωσιν οἱ
1461στρατιῶται εἰς αὐτούς;
1462§88ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι. Διότι ὑπόκεινται μόνον εἰς
1463τὴν πειθαρχικὴν ἐξουσίαν αὐτῶν, καὶ εἰς τὴν χαλαρὰν πει-
1464θαρχίαν, τὴν ὁποίαν παρέχουσιν οἱ πολιτικοὶ νόμοι, οὐχὶ ὅ-
1465μως καὶ εἰς τὴν αὐστηρὰν πειθαρχίαν τὴν στρατιωτικήν.
1466§89Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Φρονεῖτε ὅτι σήμερον εἰς τοὺς ἀστυ-
1467νόμους δὲν εἶναι ὑπόχρεοι νὰ ὑπακούωσιν οἱ στρατιῶται;
1468§90ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ναί. Ἀλλὰ δὲν ἀγνοεῖτε ὅτι σή-
1469μερον, ἐὰν ὁ κατώτερος ἐξυβρίσῃ τινὰ ἀνώτερον, ἔχει νὰ
1470δώσῃ λόγον, δυνάμει τῶν διατάξεων τῆς στρατιωτικῆς ποι-
1471νικῆς νομοθεσίας, αἱ ὁποῖαι, οὖσαι αὐστηρότεραι, θὰ τιμω-
1472ρήσωσιν αὐτὸν αὐστηρότερον. Ποία ἡ σχέσις μεταξὺ ἀστυ-
1473φύλακος καὶ πολιτικοῦ ἀστυνόμου, ἀφίνω εἰς ὑμᾶς νὰ κρί-
1474νητε. Διότι καλλίτερον ἐμοῦ γνωρίζετε, ὅτι δὲν θὰ ἦναι ἡ
1475εὐπείθεια τόσον μεγάλη, ὅσον ἡ στρατιωτική, διότι θὰ ἀσκῇ
1476ἐξουσίαν πολιτικήν, θὰ δύναται νὰ ἐπιβάλλῃ εἰς αὐτοὺς ἢ
1477τὴν ποινὴν τῆς ἐπιπλήξεως, ἢ τὴν τοῦ προστίμου, πέραν
1478ὅμως τούτου δὲν θὰ δύναται νὰ ἀσκῇ πειθαρχικὴν ἐξου-
1479σίαν.
1480Καὶ ἐγὼ, Κύριοι, φρονῶ, ὅτι ἡ στρατιωτικὴ ἀστυνομία,
1481μετὰ τὴν ἐξάρθρωσιν, τὴν ὁποίαν ὑπέστη διὰ τῆς καταρ-
1482γήσεως τοῦ Ἀρχηγείου τῆς Χωροφυλακῆς, δὲν ἀποτελεῖ τὸ
1483ἰδεῶδες, ὅτι ἐν πολλαῖς καὶ αὐτὴ ἠστόχησεν, ὅτι ἔχομεν ἀ-
1484νάγκην νέου συστήματος, καὶ σύστημα τοιοῦτον δὲν ὤκνη-
1485σεν ἡ Κυβέρνησις, ἡ ὑπὸ τὴν προεδρίαν τοῦ κ. ἐκ Κερκύρας
1486πολιτευτοῦ καὶ σεβαστοῦ μοι ἀρχηγοῦ νὰ ὑποβάλῃ, ἀλλ’ ἀ-
1487τυχῶς τὸ σύστημα τοῦτο δὲν κατέστη δυνατὸν νὰ ἐφαρμο-
1488σθῇ ἕνεκα λόγων οἰκονομικῶν. Ἔχομεν ἀνάγκην συστήμα-
1489τος πλήρους, ἑνιαίου, οὐχὶ ψηφιδωτοῦ, ὡς παρίσταται τὸ
1490σημερινὸν νομοσχέδιον, συστήματος δυναμένου νὰ παγιώσῃ
1491τὴν δημοσίαν τάξιν, καὶ ἐν πολλοῖς νὰ προαγάγῃ αὐτὴν καὶ
1492τὴν εὐημερίαν τοῦ λαοῦ. Ἐφ’ ὅσον ὅμως δὲν δυνάμεθα τοι-
1493οῦτον σύστημα νὰ εἰσαγάγωμεν, εἴτε ἕνεκα λόγων οἰκονο-
1494μικῶν, εἴτε ἕνεκα ἄλλων λόγων, βεβαίως πρέπει νὰ προκρί-
1495νωμεν τὸ ὑπάρχον σύστημα, τὸ ὁποῖον εἶναι μὲν κακὸν, ἀλλὰ
1496ἐφ’ ὅσον δὲν ἔχομεν κρεῖσσον, ἵνα θέσωμεν εἰς ὑποκατάστα-
1497σιν αὐτοῦ, δὲν πρέπει νὰ τὸ καταργήσωμεν.
1498Ἐλπίζω ὅτι καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως δὲν θὰ
1499θελήσῃ νὰ ἐπαναλάβῃ τὸ πείραμα, τὸ ὁποῖον δὶς ἐπανελή-
1500φθη κατὰ τὸ 1896, ἀπεύχομαι δὲ, τοιοῦτον σύστημα, οἷον
1501προβάλλεται διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου, νὰ ἔλθῃ
1502εἰς ἐφαρμογήν. Ἄς ἀναμείνωμεν, ἵνα βελτιουμένων τῶν οἰ-
1503κονομικῶν τοῦ Κράτους, ἵνα ἐξευρεσκομένων πόρων πλειο-
1504τέρων, ἐπιτύχωμεν σύστημα ἀρτιώτερον, εἴτε ἐφαρμόζοντες
1505τὴν δημοτικὴν ἀστυνομίαν καὶ βελτιοῦντες αὐτὴν, καθ’ ὁλο-
1506κληρίαν ὅμως, εἴτε εἰσάγοντες σύστημα ἴδιον ἀστυνομίας
1507ὠργανωμένης, μὲ διευθυντὰς καὶ πρόσωπα ἐκπεπαιδευμένα
1508ἀστυνομικῶς. Διότι δὲν πρέπει νὰ ἀγνοῶμεν, Κύριοι, ὅτι
1509τὸ ἀστυνομεῖν δὲν εἶναι ἔργον οὔτε τῶν στρατιωτικῶν βε-
1510βαίως, ἀλλ’ οὔτε καὶ παντὸς τυχόντος, τὸν ὁποῖον θὰ λά-
1511βωμεν ἐκ τῶν ὁδῶν διὰ τῆς προτάσεως τοῦ Δημοτικοῦ Συμ-
1512βουλίου, διὰ τοῦ διορισμοῦ τοῦ δημάρχου, ἀλλ’ οὔτε καὶ ἐξ
1513αὐτῶν ἀκόμη, δύναταί τις εἰπεῖν, τῶν ἐπιστημόνων. Ἀπαι-
1514τοῦνται ἰδιοφυΐαι ἀτομικαὶ καὶ παίδευσις εἰδικὴ διὰ τὰ
1515πολλαπλᾶ καθήκοντα τῆς ἀρχῆς ταύτης.
1516Φρονῶ, Κύριοι, ὅτι ἀκολουθοῦντες τὸ ἀρχαῖον λόγιον, ὅτι
1517δὲν πρέπει νὰ κινῶμεν κακὸν εὖ κείμενον, ὀφείλομεν νὰ μὴ
1518ψηφίσωμεν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο.
1519§91Ν. ΓΟΥΛΙΜΗΣ. Κύριοι Βουλευταὶ, μετὰ τὴν λαμπρὰν
1520ὁμιλίαν τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Κερκύρας πολιτευτοῦ καὶ ἀρχηγοῦ
1521τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου, νο-
1522μίζω ὅτι δὲν δύναταί τις νὰ προσθέσῃ τι ἐναντίον τοῦ νο-
1523μοσχεδίου τούτου. Ἐγὼ λοιπὸν θὰ περιορισθῶ νὰ ὁμιλήσω
1524μόνον ἐφ’ ὅσον σχετίζεται τοῦτο μετὰ τοῦ στρατιωτικοῦ
1525ζητήματος.
1526Βεβαίως δὲν θὰ ἐλάμβανον τὸν λόγον, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις
1527καθαρῶς ἐζήτει, ἵνα οἱ ἀξιωματικοὶ ἀποχωρισθῶσιν ἐντε-
1528λῶς ἀπὸ τῆς ἀστυνομικῆς ὑπηρεσίας καὶ ἐπανέλθωσιν εἰς
1529τὸ στράτευμα. Θὰ ἐθεώρουν τοῦτο ὡς μίαν ἰδέαν περὶ τῆς
1530ὀργανώσεως τοῦ στρατεύματος, ὅτι οἱ ἀξιωματικοὶ δὲν πρέ-
1531πει ἀπολύτως νὰ ἀσχολῶνται εἰς ἀλλότρια τοῦ ἐπαγγέλ-
1532ματός των. Ἀλλ’ εἶμαι ἐναντίος τοῦ μικτοῦ συστή-
1533ματος, τὸ ὁποῖον εἰσάγεται διὰ τοῦ νομοσχεδίου, διότι ἡ
1534τοιαύτη ἀρχὴ δὲν λαμβάνεται ὑπ’ ὄψιν, καθόσον δὲν καταρ-
1535γεῖται ἡ στρατιωτικὴ ἀστυνομία ἐν γένει, διατηρεῖται ἐν
1536μέρει εἰς 35 περίπου ἀστυνομίας, εἰς τὰς ὁποίας κατὰ τὸ
1537νομοσχέδιον θὰ ὑπηρετῶσιν ἀξιωματικοὶ ὅλων τῶν ὅπλων·
1538συνεπῶς περὶ τοὺς 60 ἢ 70 ἢ καὶ 80 ἀξιωματικοὶ θὰ ὑπη-
1539ρετῶσιν εἰς τὴν στρατιωτικὴν ἀστυνομίαν. Κατ’ ἀκολου-
1540θίαν οἱ ἀξιωματικοὶ δὲν θὰ ἀσχολῶνται μόνον εἰς τὰ τοῦ
1541ἐπαγγέλματός των, ἀλλὰ θὰ ἀσχολῶνται καὶ εἰς ἀλλότρια.
1542Ἀλλ’ ἀφοῦ ἅπαξ ἐτέθη ἡ ἀρχὴ αὕτη, ἄς ἴδωμεν, ἂν εἶ-
1543ναι συμφέρον νὰ καταργηθῇ ἡ στρατιωτικὴ ἀστυνομία, ἢ
1544ἂν δὲν εἶναι συμφέρον, τοὐναντίον, καὶ πρὸς τὴν οἰκονομι-
1545κὴν πολιτικὴν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως καὶ πρὸς
1546τὸ συμφέρον ἐν γένει αὐτοῦ ἀκόμη τοῦ στρατεύματος, νὰ
1547διατηρηθῇ ἡ στρατιωτικὴ ἀστυνομία. Καὶ ἐγὼ μόνον ὑπ’
1548αὐτὴν τὴν ἔποψιν θὰ ὁμιλήσω.
1549Κατὰ τὸν ὀργανισμὸν τοῦ στρατοῦ, τὸν ἰσχύοντα, κύ-
1550ριοι Βουλευταὶ, τὸ πεζικὸν ἀποτελεῖται ἀπὸ 10 συντάγ-
1551ματα, ὡς δὲ λέγει ὁ ὀργανισμὸς, ἕκαστον σύνταγμα ἀπο-
1552τελεῖται ἀπὸ 2 τάγματα, τὸ 3ον δὲ τάγμα ἀποτελεῖται
1553μόνον ἀπὸ τὰ στελέχη. Θὰ σᾶς εἴπω δὲ τὰ στελέχη ἑνὸς
1554μόνου τάγματος, καὶ ἐξ αὐτῶν θὰ ἴδητε τὸν ἀριθμὸν τῶν
1555ἀξιωματικῶν, οἵτινες εἶναι ἄνευ ὑπηρεσίας εἰς τὸ πεζικόν.
1556Ἕκαστον τάγμα ἀποτελεῖται ἀπὸ ἕνα ταγματάρχην, ἀπὸ
15575 λοχαγοὺς, 5 ὑπολοχαγοὺς, 8 ἀνθυπολοχαγοὺς καὶ 2 ἀν-
1558θυπασπιστάς. Ὥστε τὰ 10 αὐτὰ τάγματα περιλαμβάνουσι
155910 ταγματάρχας, 50 λοχαγοὺς, 50 ὑπολοχαγοὺς, 80 ἀν-
1560θυπολοχαγοὺς καὶ 20 ἀνθυπασπιστάς, ἤτοι τὸ ὅλον 210
1561βαθμοφόρους, οἵτινες οὐδεμίαν ἀπολύτως ἔχουσιν ὑπηρεσίαν
1562ἐν τῷ στρατεύματι, διότι κατὰ τὸν νόμον αὐτοὶ μόνον ὑπάρ-
1563χουσιν ὡς στελέχη.
1564§92ΓΚΟΤΣΗΣ. Νὰ καταργηθῶσι τότε.
1565§93Ν. ΓΟΥΛΙΜΗΣ. Νὰ ἐξακολουθήσω, καὶ τὰς ἰδέας σας
1566τὰς ἀναπτύσσετε κατόπιν. Ἄλλως τε ἐγὼ θὰ ἐξετάσω καὶ
1567τὸ ζήτημα, ἂν πρέπει νὰ καταργηθῶσιν ἢ νὰ αὐξηθῶσιν.
1568Ἐννοεῖται ὅτι θὰ ἐθεωρεῖτο, ὅτι ὀργανισμὸς περιέχων στε-
1569λέχη τόσον πολυάριθμα, οἷα σᾶς ἀνέφερα, εἶναι πολυτελὴς
1570καὶ πολυδάπανος καὶ ἄσκοπος ἴσως διὰ μικρὸν ἔθνος καὶ οὐχὶ
1571εὔρωστον οἰκονομικῶς, ὡς εἶναι ἡ Ἑλλάς· ἀλλ’ ὅτε ὁ τοι-
1572οῦτος ὀργανισμὸς συνετάχθη, ἐλήφθη ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ἡ Ἑλ-
1573λὰς ἔπρεπε νὰ ὑποστῇ καὶ θυσίας, ἐὰν θέλῃ νὰ ἔχῃ ἀξιόμα-
1574χον στρατιωτικὴν δύναμιν. Δὲν δύναται δὲ νὰ ἔχῃ ἀξιόμα-
1575χον στρατιωτικὴν δύναμιν, ἐὰν δὲν ἔχῃ στελέχη ἐπαρκῆ,
1576ὥστε ἐν ὥρᾳ ἀνάγκης νὰ παρατάσσῃ στρατὸν ἀξιόμαχον·
1577ἐγὼ δὲ φρονῶ, ὅτι οὔτε αὐτὸς ὁ ὑπάρχων ὀργανισμὸς ἐπαρ-
1578κεῖ, διότι περιέχει στελέχη διὰ 38 μόνον τάγματα πεζι-
1579κοῦ, καὶ βεβαίως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ νομίζῃ τις, ὅτι ἡ Ἑλ-
1580λὰς ἐπαρκεῖ, ἐὰν δύναται νὰ παρατάξῃ 33,000 μόνον πε-
1581ζικοῦ, ὅταν εἰς τὸν τελευταῖον πόλεμον ἡ Τουρκία εἶχεν
1582130 τάγματα πεζικοῦ· ἠδύνατό τις μάλιστα νὰ ὑποθέσῃ,
1583ἢ μᾶλλον νὰ θεωρήσῃ ἀναμφισβήτητον, ὅτι ἡ Ἑλλὰς πρέ-
1584πει εἰς τὸν νέον ὀργανισμὸν, τὸν ὁποῖον θὰ ψηφίσῃ ἡ Βουλὴ,
1585νὰ σκεφθῇ περὶ αὐξήσεως τῶν στελεχῶν, διότι ἡ Ἑλλὰς
1586δέον νὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψιν, ὅτι τοὐλάχιστον πρέπει νὰ δύναται
1587νὰ παρατάξῃ 60,000 πεζικοῦ. Ὁ τελευταῖος πόλεμος ἀπέ-
1588δειξε τὴν ἀνεπάρκειαν τῶν παραταχθεισῶν δυνάμεων.
1589§94Κ. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Μόνον τὴν ἀνεπάρκειαν;
1590§95Ν. ΓΟΥΛΙΜΗΣ. Σᾶς παρακαλῶ ἀφήσατε νὰ ἐξηγήσω
1591ἐντελῶς. Δύνασθε κατόπιν νὰ ἔλθητε νὰ ἐξηγήσητε τὰς ἰδέας
1592σας. Διατὶ μὲ διακόπτετε; Δὲν σᾶς εἶπον περὶ προβιβασμῶν,
1593κύριοι Βουλευταί. Ἐγὼ εἶπον, ὅτι καλλίτερον εἶναι νὰ τὸν
1594διαλύσητε αὐτὸν τὸν στρατὸν, οὔτε προβιβασμοὺς οὔτε τί-
1595ποτε νὰ ἔχητε, καὶ νὰ γίνωμεν ἓν γεωργικὸν καὶ βιομηχα-
1596νικὸν ἔθνος, ἀλλὰ θ’ ἀφήσωμεν τότε τὰ ἀπαράγραπτα δι-
1597καιώματα, τὰ ὁποῖα ἔχει ὁ Ἑλληνισμὸς νὰ διεκδικήσῃ. Ἐὰν
1598ὅμως ἔχωμεν δικαιώματα νὰ διεκδικήσωμεν, πρέπει νὰ σκε-
1599φθῶμεν περὶ τοῦ τρόπου, κατὰ τὸν ὁποῖον θὰ τὰ διεκδική-
1600σωμεν.
1601§96ΓΚΟΤΣΗΣ. Παρεγράφησαν.
1602§97Ν. ΓΟΥΛΙΜΗΣ. Δὲν παρεγράφησαν. Τοιαῦτα δικαιώ-
1603ματα οὐδέποτε παραγράφονται ἐθνικῶς.
1604Λοιπόν, ἐὰν ἔχωμεν τοιαύτας ἰδέας περὶ ὀργανισμοῦ, ἐν-
1605νοεῖται ὅτι, ἔχων τις ὑπ’ ὄψιν καὶ τὰ γλίσχρα μέσα τῆς
1606χώρας καὶ τὴν μὴ οἰκονομικὴν εὐρωστίαν αὐτῆς, ἠδύνατο
1607νὰ σκεφθῇ, ὅτι, καὶ ἂν δὲν ὑπῆρχεν ἡ στρατιωτικὴ ἀστυ-
1608νομία, ἔπρεπε νὰ ἐπινοηθῇ, ὥστε ὁ ἀριθμὸς αὐτὸς — ἀριθμὸς
1609μέγας — τῶν ἀξιωματικῶν νὰ δύναται ν’ ἀπασχολῆται, καὶ
1610νὰ μὴ κατατρίβεται ἐν τῇ ἀργίᾳ, καὶ ἀφ’ ἑτέρου τὸ Κρά-
1611τος νὰ μὴ μισθοδοτῇ ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι εἰς οὐδὲν κατα-
1612γίνονται καὶ εἰς οὐδὲν δύνανται νὰ καταγίνωνται.
1613Ἀφοῦ σήμερον δὲν ὑπάρχῃ ἐπαρκὴς ἀριθμὸς στρατιωτῶν
1614διὰ τὰ ἤδη ὑπάρχοντα 20 τάγματα πεζικοῦ, — διότι, ἂν
1615μεταβῆτε εἰς τοὺς στρατῶνας, θὰ ἴδητε τάγματα, τῶν ὁ
1616ἀριθμὸς τῶν στρατιωτῶν ἑκάστου λόχου δὲν ὑπερβαίνει
1617τοὺς 30 ἄνδρας, καὶ εἰς τὰ ὁποῖα ὁ ὅλος ἀριθμὸς τῶν στρα-
1618τιωτῶν δὲν ἀποτελεῖ οὔτε τὴν δύναμιν ἑνὸς λόχου, — τί θὰ
1619γείνῃ ἤδη διὰ τοὺς ἀξιωματικούς, τοὺς ὁποίους θ’ ἀνακαλέ-
1620σητε, καταργουμένης τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας, καὶ τῶν
1621ὁποίων ὁ ἀριθμὸς ἀνέρχεται εἰς 210, (οἵτινες μεταβαίνοντες
1622εἰς τὸν στρατὸν δὲν θὰ ἔχωσι τί νὰ πράξωσι; Σήμερον τί
1623γίνεται εἰς τοὺς στρατῶνας; Ἔρχονται οἱ λοχαγοὶ κατὰ σει-
1624ρὰν εἰς τὰ γυμνάσια τοῦ λόχου ἅπαξ τοῦ μηνός. Ὥστε αὐ-
1625τοὶ οἱ ὑπάρχοντες ἀξιωματικοὶ σήμερον δὲν ἐργάζονται,
1626πολὺ δὲ περισσότερον δὲν θὰ ἐργάζωνται, ὅταν προσέλθωσι
1627καὶ οἱ τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας. Θὰ ἦσθε δικαιολογη-
1628μένοι, ἂν τοὐλάχιστον ἐφέρετε ὀργανισμὸν στρατοῦ, ἀπαι-
1629τοῦντα τὴν παρουσίαν ὅλων τῶν ἀξιωματικῶν· ἀλλ’ ἐνόσῳ
1630τοιοῦτον δὲν φέρετε, διατὶ καὶ ἐναντίον τῆς οἰκονομικῆς
1631πολιτικῆς ὑμῶν καταργεῖτε τὸ ὑπάρχον σύστημα; — διότι
1632αὐτοὶ οἱ ἀξιωματικοί, εἴτε καταργηθῇ τὸ ὑπάρχον σύστημα,
1633εἴτε μή, θὰ μισθοδοτῶνται, ἀδιάφορον ἐὰν θὰ μισθοδοτῶν-
1634ται ἐκ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, τὸ ταμεῖον τοῦ
1635Κράτους εἶναι ἓν καὶ τὸ αὐτό.
1636Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνον αὐτοὶ οἱ ἀξιωματικοί, εἶναι καὶ
1637οἱ 175 ἀνθυπασπισταὶ τοῦ στρατοῦ· ἐξ αὐτῶν δ’ ἴσως μόνον
163875 εἶναι χρήσιμοι διὰ τὸ στράτευμα· καὶ οὕτως ἔχομεν καὶ
1639100 περίπου ἀνθυπασπιστὰς πλεονάζοντας, ἤτοι ἐν ὅλῳ
1640300 περίπου ἀξιωματικοὺς καὶ ἀνθυπασπιστὰς πλεονάζον-
1641τας ἐκ τῆς ὑπηρεσίας τοῦ στρατεύματος. Ἀλλὰ δὲν εἶναι
1642μόνον αὐτοί· εἶναι καὶ οἱ εὐεργετικοὶ ἀξιωματικοί, οἱ τοῦ
1643εὐεργετικοῦ νόμου δηλαδή, οἵτινες δύνανται νὰ παράσχωσι
1644μεγάλας ὑπηρεσίας εἰς τὴν στρατιωτικὴν ἀστυνομίαν, οὐχὶ
1645δὲ τόσον μεγάλας εἰς τὸ στράτευμα.
1646Βεβαίως ὑπάρχει καὶ μειονέκτημα εἰς τὸν θεσμὸν τῆς
1647στρατιωτικῆς ἀστυνομίας. Βεβαίως κατὰ τὴν ἀρχὴν τῆς
1648ἐφαρμογῆς τοῦ θεσμοῦ ὑπῆρξαν καὶ αὐθαιρεσίαι ἐκ μέρους
1649τινῶν, καίτοι ὁ θεσμὸς δὲν ἐπρόφθασε νὰ λειτουργήσῃ, διότι
1650οἱοσδήποτε μηχανισμὸς ἐν ἀρχῇ δὲν δύναται νὰ μὴ παρου-
1651σιάσῃ προσκόμματα· ταῦτα ὅμως ἐκλείπουσι διὰ τοῦ χρόνου.
1652Νομίζω δέ, ὅτι ἡ στρατιωτικὴ ἀστυνομία, ὅπως ὁ νομοθέτης
1653ἐθέσπισεν αὐτήν, ἂν ἀφίνετο νὰ λειτουργήσῃ, θὰ ἔφερεν ἄρι-
1654στα ἀποτελέσματα. Εἶμαι εἰς θέσιν νὰ ἐκφέρω γνώμην, διότι
1655κατὰ τὸ 1896, ὅτε ὑπηρέτουν εἰς τὸ τρίτον Ἀρχηγεῖον
1656τοῦ στρατοῦ, διετάχθην παρὰ τῆς Κυβερνήσεως τοῦ ἀξιοτί-
1657μου καὶ νῦν Πρωθυπουργοῦ νὰ ἐπιθεωρήσω τὸν ὁπλισμὸν
1658τοῦ στρατεύματος καὶ τῆς χωροφυλακῆς καὶ τῶν ἀστυνο-
1659μιῶν ἐννέα νομῶν τοῦ Κράτους· Διῆλθον τὰ ⅔ σχεδὸν τῆς
1660Ἑλλάδος, ὅλην τὴν Πελοπόννησον, Στερεὰν καὶ Κυκλάδας,
1661καὶ πανταχόθεν ἀπεκόμισα τὰς ἀρίστας ἐντυπώσεις περὶ
1662τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας· πανταχοῦ δήμαρχοι καὶ ἰδιῶ-
1663ται μοὶ ὡμολόγουν τ’ ἀγαθὰ τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας.
1664Κατὰ τὸ ἔτος 1896 εἶχε καταργηθῆ τὸ Ἀρχηγεῖον τῆς Χω-
1665ροφυλακῆς· γνωρίζω δέ, ὅτι εἰς αὐτὴν τὴν ἐπαρχίαν τοῦ ἀξιο-
1666τίμου Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, εἰς αὐτὴν τὴν Ἀρεόπο-
1667λιν, ὑπῆρχε στρατιωτικὸς ἀστυνόμος, ὁ ὁποῖος ἀφῆκε λαμ-
1668πρὰς ἀναμνήσεις, ὅτε δὲ μετετέθη, διὰ κωδωνοκρουσίας συν-
1669ήχθη ὁ λαός, ὅπως τὸν προπέμψῃ, εἰς ἔνδειξιν εὐγνωμοσύνης,
1670διότι διὰ τοῦ τρόπου του κατώρθωσε νὰ φέρῃ τὴν συμ-
1671φιλίωσιν εἰς τὰ μέρη ἐκεῖνα κατὰ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ ἐθί-
1672μου, ὅπερ ὑπάρχει ἐν Μάνῃ· ἐγὼ αὐτὸς εἶδον τὴν οἰκίαν
1673τοῦ δημάρχου ὠχυρωμένην, οἱ δὲ κάτοικοι μοὶ εἶπον, ὅτι ὁ
1674ἀξιωματικὸς ἐκεῖνος κατώρθωσε νὰ φέρῃ τὴν συμφιλίωσιν.
1675Εἰς τὴν Μονεμβασίαν, πρώην Βουλευτὴς, τοῦ ὁποίου ὁ ἀνε-
1676ψιὸς εἶναι ἤδη Βουλευτὴς, μὲ ἐξώρκιζεν, ὅταν ἔλθω εἰς τὰς
1677Ἀθήνας, νὰ παραστήσω τὰ ἀγαθὰ τῆς στρατιωτικῆς ἀστυ-
1678νομίας. Ἐὰν ἡ ἀστυνομία αὐτὴ παρεξετράπη κατὰ τὰ τε-
1679λευταῖα ἔτη, ἐὰν περιέπεσεν εἰς αὐθαιρεσίας, τοῦτο πρέπει
1680ν’ ἀποδοθῇ εἰς τὴν κατάργησιν τοῦ Ἀρχηγείου· διότι ἀφέ-
1681θησαν 400 ἀξιωματικοὶ ἄνευ ἀρχηγοῦ, γνωρίζετε δὲ, τί ἐστι
1682στρατὸς ἄνευ ἀρχηγοῦ, διότι ὅ,τι καθιστᾷ ἀκμαίαν πᾶσαν
1683δύναμιν ἔνοπλον εἶναι ἡ πειθαρχία, ἡ ἑνιαία διοίκησις· ὅταν
1684δὲ αὐτὴ δὲν ὑπάρχῃ, παρουσιάζονται ὅλα τὰ μειονεκτήματα.
1685Ὁ θεσμὸς τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας, βελτιούμενος
1686διὰ τῆς ἐπαναφορᾶς τοῦ Ἀρχηγείου ὑπὸ οἱανδήποτε μορ-
1687φὴν, ὥστε νὰ συμβιβάζηται μὲ τὰς συνταγματικὰς διατά-
1688ξεις — διότι ἤκουσα ὅτι δὲν συμβιβάζεται, λόγῳ ὅτι τὸ
1689Ἀρχηγεῖον ἦτο ἀρχὴ ἀνεύθυνος, — εἶναι θεσμὸς ἄριστος.
1690Λοιπὸν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως δύναται νὰ τροπο-
1691ποιήσῃ τὸ σύστημα τοῦ Ἀρχηγείου, ὥστε νὰ συμβιβάζηται
1692μὲ τὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος.
1693§98Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Φρονεῖτε ὅτι πρέπει νὰ
1694ἐγκαθιδρυθῇ παρ’ ἡμῖν ἡ στρατιωτικὴ ἀστυνομία, καὶ αὐτὴ
1695νὰ διοικῇ τὸ Κράτος; Καὶ νομίζετε ὅτι τοῦτο εἶναι συμφε-
1696ρώτερον παρὰ ὁ στρατὸς νὰ ἀσχολῆται εἰς τὰ ἔργα αὐτοῦ;
1697§99Ν. ΓΟΥΛΙΜΗΣ. Περὶ τούτου ὡμίλησα ἐν ἀρχῇ.
1698Ἐγὼ λοιπὸν, κύριοι Βουλευταὶ, νομίζω ὅτι, ἐὰν ὄντως ἡ
1699Βουλὴ ἀποβλέπῃ εἰς πραγματικὰς οἰκονομίας, πρέπει ν’ ἀπο-
1700κρούσῃ τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον καὶ νὰ ζητήσῃ ἀπὸ
1701τὴν Κυβέρνησιν νὰ ὑποβάλῃ ἕτερον, εἰς τὸ ὁποῖον νὰ συγ-
1702χωνευθῇ ἡ στρατιωτικὴ ἀστυνομία καὶ ἡ χωροφυλακὴ,
1703διότι οὕτω θὰ ὑπάρχῃ πραγματικὴ οἰκονομία. Κατὰ τὸ
1704νομοσχέδιον τῆς Κυβερνήσεως περὶ καταργήσεως τῶν 10
1705νομῶν ἀνασυνιστῶνται 76 ὑπομοιραρχίαι, καὶ θὰ ἔχωμεν
170676 ὑπομοιράρχους. Διὰ τοῦτο πρεσβεύω, ὅτι τὸ νομοσχέ-
1707διον δὲν ἀνταποκρίνεται εἰς τὰς οἰκονομικὰς βλέψεις τῆς
1708Κυβερνήσεως, οὔτε εἰς τὴν ἰδέαν τῆς ἀσφαλείας καὶ τάξεως
1709ἐν τῇ χώρᾳ, αἵτινές εἰσιν οἱ πρῶτοι παράγοντες τῆς οἰ-
1710κονομικῆς εὐεξίας καὶ τῆς ἐνισχύσεως τῆς παραγωγῆς. Τί
1711χρειάζονται οἱ νόμοι οἱ ψηφισθέντες περὶ ἀπονομῆς βρα-
1712βείων εἰς φυτεύοντας δένδρα, ὅταν ὁ τυχὼν βοσκὸς τὰ κατα-
1713στρέφῃ; Πῶς θὰ ἔχητε ἀσφάλειαν μὲ τοὺς δημοτικοὺς κλη-
1714τῆρας, οἵτινες θὰ ἦναι οἱ ὑπηρέται τοῦ δημάρχου ἢ ἐκεῖνοι
1715οἱ ὁποῖοι παρέσχον ἢ πρόκειται νὰ παράσχωσιν ἐκλογικὰς
1716ὑπηρεσίας εἰς τὸν δήμαρχον; Ὑπῆρξέ ποτε κλητὴρ δημοτι-
1717κὸς, ἐκτελέσας νυκτερινὴν περιπολίαν εἰς τοὺς ἀγροτικοὺς δή-
1718μους; καὶ εἴδομέν ποτε ἐπὶ τῆς δημοτικῆς ἀστυνομίας ἀσφά-
1719λειαν εἰς τὰ χωρία; εἴδομεν ἐφαρμογὴν τῶν ἀγορανομικῶν
1720διατάξεων περὶ ὑγείας, καθαριότητος καὶ τόσων ἄλλων, τὰ
1721ὁποῖα μόλις ἀπὸ τῆς ἐφαρμογῆς τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας
1722τὸ πρῶτον εἴδομεν εἰς τοὺς μικροὺς δήμους; Καὶ ὅμως ζη-
1723τεῖτε, μετὰ ἐφαρμογὴν ἡμίσεως αἰῶνος τοῦ συστήματος τῆς
1724δημοτικῆς ἀστυνομίας, νὰ ἐπανέλθωμεν καὶ πάλιν εἰς αὐτό!
1725Ἐγὼ δ’ αὐτοὺς τοὺς λόγους νομίζω ὅτι τὸ νομοσχέδιον
1726δὲν ἀνταποκρίνεται εἰς τὰς ἀνάγκας τῆς χώρας, οὐδὲ τὰς
1727οἰκονομικὰς βλέψεις τῆς Κυβερνήσεως πληροῖ, καὶ διὰ τοῦτο
1728προτείνω, ὅπως ἡ Βουλὴ τὸ καταψηφίσῃ.
1729§100ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ζητεῖ ἕτερός τις τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ
1730πρώτου ἄρθρου;
1731§101Κ. ΓΕΡΑΚΗΣ. Ἐγὼ, κύριε Πρόεδρε.
1732Κύριοι Βουλευταὶ, τὸ ἀστυνομικὸν ζήτημα ἔχει ἀπασχο-
1733λήσει πολὺ τὰς κατὰ καιροὺς Κυβερνήσεις καὶ κατὰ δια-
1734φόρους περιόδους καὶ τὴν Βουλήν, δυστυχῶς ὅμως μέχρι σή-
1735μερον εἰς οὐδὲν κατελήξαμεν ὁριστικὸν ἀποτέλεσμα. Ὁ ὑφι-
1736στάμενος νόμος εἶναι νόμος, ὁ ὁποῖος ἐλήφθη ὡς μέτρον προ-
1737σωρινὸν, τὴν ἀρχὴν δόντος τοῦ σεβαστοῦ πολιτευτοῦ ἐκ Μαν-
1738τινείας κ. Κωνσταντοπούλου, ὁ ὁποῖος πρῶτος εἰσήγαγε τὴν
1739στρατιωτικὴν ἀστυνομίαν εἰς τὴν ἀστυνομίαν Ἀθηνῶν καὶ
1740Πειραιῶς. Ἔρχεται κατόπιν ὁ μακαρίτης Τρικούπης, ὁ ὁ-
1741ποῖος χάριν οἰκονομιῶν συνεδύασε τὰ τοῦ στρατοῦ μετὰ τῆς
1742ἀστυνομίας, καὶ ἐκ τούτου, φρονῶ, ὡς προσωρινὸν μέτρον ἠ-
1743ναγκάσθη νὰ εἰσαγάγῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὸν νόμον περὶ στρα-
1744τιωτικῆς ἀστυνομίας, ὁ ὁποῖος ἔκτοτε μέχρι σήμερον ὑφί-
1745σταται καὶ λειτουργεῖ ἐν τῷ Κράτει. Ὁ νόμος, οὗτος, κατὰ
1746τὴν γνώμην μου, δὲν ἀνταπεκρίθη εἰς τὰς ἐλπίδας ἐκείνων,
1747οἱ ὁποῖοι ἐνόμιζον, ὅτι διὰ τοῦ συστήματος τούτου, ὡς μέ-
1748τρου προσωρινοῦ, ἠδύναντο νὰ φέρωσι τ’ ἀποτελέσματα τὰ
1749ὁποῖα προσεδόκων. Ἀπεδείχθη, ὅτι εἶναι ἀλυσιτελής· διότι,
1750ἐὰν λάβωμεν ἀφ’ ἑνὸς τὴν ἐκπαίδευσιν τοῦ στρατοῦ καὶ ἀφ’
1751ἑτέρου ἐκεῖνον εἰς τὸν ὁποῖον θ’ ἀναθέσωμεν τὰ τῆς τιμῆς,
1752τῆς ἀσφαλείας τῆς ἰδιοκτησίας καὶ τῆς προσωπικῆς ἐλευθε-
1753ρίας τοῦ ἀτόμου, τὰ τῆς ἀγορανομίας καὶ ὅλα τὰ ἄλλα δι-
1754καιώματα, τὰ ὁποῖα παρέχονται εἰς τὸν ἀστυνόμον δυνάμει
1755τοῦ διατάγματος τοῦ 1836, θέλομεν ἴδει, ὅτι πάντα ἄλλον
1756δυνάμεθα νὰ χρησιμοποιήσωμεν πρὸς αὐτὸν τὸν σκοπὸν, οὐ-
1757χὶ ὅμως καὶ τὸν ἀξιωματικὸν τοῦ στρατοῦ. Ὁ χαρακτὴρ,
1758ἡ φύσις, τὰ ἔθιμα τοῦ στρατιώτου δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ χρη-
1759σιμεύσωσιν, ὅπως ὁ ἀξιωματικὸς τοῦ στρατοῦ δυνηθῇ νὰ
1760διευθύνῃ καλῶς μίαν ἀστυνομίαν. Ὁ στρατιώτης εἶναι ἀρει-
1761μάνιος, εἶναι ἐπιβλητικός, ὁ στρατιώτης εἶναι συνειθισμένος
1762νὰ διατάσσῃ, καὶ ἅμα τῇ διαταγῇ νὰ τὸν ὑπακούῃ ὁ κα-
1763τώτερος· ἀλλ’ αὐτὰ τὰ χαρακτηριστικὰ δὲν δύνανται νὰ
1764προσιδιάζωσιν εἰς ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος ἀνέλαβε τὰ καθήκοντα τοῦ
1765ἀστυνομεῖν. Ὁ ἀστυνόμος πρέπει νὰ ᾖναι προσηνὴς πρὸς
1766τοὺς πολίτας, πρέπει νὰ συμβιβάζῃ τὰ πράγματα, πρέπει
1767νὰ μὴ ἀφαρπάζηται, νὰ μὴ ξυλοκοπῇ· ὁ ἀστυνόμος δὲν πρέ-
1768πει ἀμέσως νὰ συλλαμβάνῃ καὶ ῥίπτῃ εἰς τὰ κρατητήρια,
1769εἰς τὰ γνωστὰ ἐκεῖνα καταγώγια, πάντα, ὅστις ἤθελεν εὑ-
1770ρεθῆ ἐνώπιόν του, ἀδιαφορῶν ποίαν ἡ κοινωνικὴ τάξις τοῦ
1771ἀτόμου. Πάντα ταῦτα πρέπει νὰ ἔχῃ ὁ ἀναλαμβάνων τὴν
1772διεύθυνσιν μιᾶς ἀστυνομίας. Συμφώνως δὲ πρὸς τὰ ὀλίγα,
1773τὰ ὁποῖα εἶπον, νομίζω ὅτι ὁ στρατιωτικὸς δὲν δύναται νὰ
1774ᾖναι καλὸς ἀστυνόμος, δὲν δύναται νὰ διαχειρίζηται καλῶς
1775τὴν ἀστυνομικὴν ἐξουσίαν.
1776Εἰσάγεται καὶ αὖθις ἀτελὲς, ἀμελέτητον καὶ προσωρινὸν
1777τὸ ἀστυνομικὸν ζήτημα πρὸς συζήτησιν ἐν τῇ Βουλῇ. Σᾶς
1778βεβαιῶ ὅτι, ὅτε εἰσήχθη τὸ προκείμενον νομοσχέδιον ὑπὸ
1779τοῦ κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργοῦ, ηὐχαριστήθην ἐκ
1780καρδίας, νομίσας καὶ ἐγὼ, ὅτι θ’ ἀπαλλαγῶμεν ἑνὸς κακοῦ,
1781ὅτι λύεται πλέον τὸ ζήτημα, καὶ ἅμα ὡς διενεμήθη τὸ
1782νομοσχέδιον, ἐθεώρησα καλὸν νὰ τὸ ἀναγνώσω. Δυστυχῶς
1783ἀμέσως ἀπὸ τοῦ πρώτου ἄρθρου ἀντιλαμβάνομαι, ὅτι δὲν
1784πρόκειται περὶ νέου συστήματος, περὶ διοικητικῆς ἀστυ-
1785νομίας, ἀλλὰ περὶ τοῦ αὐτοῦ συστήματος, τοῦ ὑφισταμένου
1786καὶ σήμερον. Σᾶς βεβαιῶ, ὅτι ἠγανάκτησα, καὶ νομίζω, ὅτι
1787ἡ ἀγανάκτησίς μου αὕτη εἶναι δικαία, διότι διὰ τοῦ εἰσαγο-
1788μένου νομοσχεδίου δὲν ἀπαλλάσσεται ἡ χώρα τῶν στρα-
1789τιωτικῶν ἀστυνόμων, οἱ ὁποῖοι νομίζουσιν, ὅτι δύνανται νὰ
1790ἐκπληρῶσι τὸ καθῆκόν των διὰ διαταγῶν, διὰ τῆς ἐπιβο-
1791λῆς, διὰ τῆς αὐθαιρεσίας. Τοῦτο ἀκριβῶς μὲ ἠνάγκασε νὰ
1792ζητήσω καὶ ἐγὼ τὸν λόγον, ὅπως ὑψώσω τὴν φωνήν μου καὶ
1793ἀναπτύξω τὴν γνώμην μου, καὶ νομίζω, ὅτι ἡ Βουλή, ἐὰν
1794κρίνῃ ἀκριβῆ καὶ ὀρθὰ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα εἶπον ἤδη καὶ ἐ-
1795κεῖνα τὰ ὁποῖα θέλω ἐκτυλίξει κατόπιν, θέλει ἀποδεχθῆ
1796τὴν γνώμην μου· εἶναι ὅμως ἐλευθέρα νὰ δώσῃ ψῆφον ὑπὲρ
1797τοῦ νομοσχεδίου ἢ κατ’ αὐτοῦ.
1798Τὸ νομοσχέδιον τὸ ὑπὸ συζήτησιν, κύριοι Βουλευταὶ, δὲν
1799μεταρρυθμίζει κἄν τὸν ὑφιστάμενον νόμον. Ἂς μὴ ἀπατώ-
1800μεθα ἐκ τῆς ἐπικεφαλίδος αὐτοῦ, ἥτις ἀναφέρει «περὶ ἀστυ-
1801νομικῆς διοικήσεως», ἄνευ τῆς λέξεως στρατιωτικῆς. Δὲν
1802ἔχομεν ἀνάγκην νὰ ἀναγνώσωμεν ὁλόκληρον τὸ νομοσχέδιον,
1803ἵνα ἀνεύρωμεν, ὅτι δι’ αὐτοῦ δὲν καταργεῖται ἡ στρατιωτικὴ
1804ἀστυνομία· διότι διὰ τοῦ εἰσαγομένου νομοσχεδίου τοὐναν-
1805τίον ὑποστηρίζεται αὐτή, καὶ παγιοῦται πλέον καθ’ ὅλα ὁ
1806νόμος περὶ στρατιωτικῆς ἀστυνομίας. Πρέπει λοιπὸν, κύριοι
1807Βουλευταὶ, νὰ προσέξωμεν, ἵνα μὴ δώσωμεν τὴν ψῆφον
1808ἡμῶν ἁπλῶς καὶ ὡς ἔτυχε καὶ παγιώσωμεν τὸ ὑφιστάμενον
1809προσωρινῶς σύστημα τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας· διότι,
1810ἐὰν δώσωμεν ψῆφον ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου καὶ γείνῃ τοῦτο
1811νόμος τοῦ Κράτους, δὲν θὰ παρέλθῃ πολὺς χρόνος καὶ θέλο-
1812μεν ἀναγκασθῆ νὰ συζητήσωμεν ἐκ νέου περὶ τοῦ ἀστυνο-
1813μικοῦ ζητήματος.
1814Ἀλλὰ διατὶ εἰσάγομεν καὶ συζητοῦμεν τὸ νομοσχέδιον
1815τοῦτο; Διὰ τοῦ εἰσαγομένου νόμου εἰσάγονται οὐχὶ ἓν σύ-
1816στημα, ἀλλὰ δύο συστήματα, — δὲν ἀποδέχομαι τὸ τῆς χω-
1817ροφυλακῆς ὡς τρίτον, θέτων τοῦτο κατὰ μέρος. — Εἰσάγεται
1818τὸ σύστημα τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας, καὶ ὑποβάλλεται
1819νομοσχέδιον περὶ αὐτῆς, εἰσάγεται δὲ καὶ πάλιν τὸ σύ-
1820στημα τὸ καταργηθὲν, τῆς δημοτικῆς ἀστυνομίας. Ἀλλ’ ἡ
1821Κυβέρνησις, νομίζω, πρὸ ἐτῶν πολλῶν, ἀφ’ ἧς εἰσήχθη τὸ
1822σύστημα τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας, εἶχε πολὺ ἀντίθε-
1823τον γνώμην ἐκείνης, τὴν ὁποίαν θέλει νὰ ἐφαρμόσῃ σήμε-
1824ρον. Διότι ἡ Κυβέρνησις, ὡς Ἀντιπολίτευσις τότε, ἀντε-
1825πολιτεύθη ὡρισμένως τὸ σύστημα ἐκεῖνο, καὶ πολὺ ὀρθῶς
1826ἔπραξε· κατόπιν δ’ ὡς Κυβέρνησις, ἠθέλησε νὰ εἰσαγάγῃ νέον
1827σύστημα καὶ καταργήσῃ τὸν ὑφιστάμενον νόμον τῆς στρατιω-
1828τικῆς ἀστυνομίας. Καταπολεμήσασα τὸν νόμον περὶ στρατιω-
1829τικῆς ἀστυνομίας τότε, καὶ θελήσασα ἔπειτα νὰ καταργήσῃ
1830αὐτὸν καὶ εἰσαγάγῃ ἄλλον νόμον, βεβαίως ἦτο πεπει-
1831σμένη, ὅτι τὸ σύστημα ἐκεῖνο δὲν ἐλειτούργησε λυσιτελῶς.
1832Ἀλλ’ ἐὰν δὲν ἐλειτούργησε μέχρι τῆς ἐποχῆς ἐκείνης λυ-
1833σιτελῶς, βεβαίως δὲν ἐλειτούργησε καὶ μέχρι σήμερον, καὶ
1834ἀφοῦ δὲν ἐλειτούργησε μέχρι τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, οὔτε μέχρι
1835σήμερον λυσιτελῶς, ἀπορῶ, πῶς σήμερον ὁ κ. Ὑπουργὸς
1836ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν εἰσάγει τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, πα-
1837γιῶν δι’ αὐτοῦ τὴν στρατιωτικὴν ἀστυνομίαν. Καὶ ἠθέλη-
1838σαν νὰ ἐφαρμόσουν τὸ σύστημα τοῦτο μόνον εἰς τὴν πρω-
1839τεύουσαν τοῦ Κράτους, εἰς τὸν Πειραιᾶ, εἰς τὰς πρωτευούσας
1840τῶν νομῶν καὶ εἰς τοὺς δήμους, ὧν ὁ πληθυσμὸς ὑπερβαί-
1841νει τὰς 11,000 κατοίκων, εἰς δὲ τοὺς δήμους τοὺς μὴ ὑπερ-
1842βαίνοντας τὰς 11,000, ἀλλ’ ἔχοντας ὀλιγώτερον πληθυ-
1843σμόν, εἰσάγουσι νέον σύστημα. Ἐνταῦθα δύναται νὰ ἐφαρ-
1844μοσθῇ πολὺ καλὰ, νομίζω, τὸ ῥητὸν τοῦ φιλοσόφου Πα-
1845σκὰλ, τὸ ὁποῖον λέγει: «Ἐκεῖθεν μὲν τῶν Πυρηναίων ἀλή-
1846θεια, ἐντεῦθεν δὲ ψεῦδος». Καὶ δικαίως ἐφαρμόζεται τὸ ῥη-
1847τὸν τοῦτο ἐνταῦθα· διότι ἡ Κυβέρνησις διὰ τοῦ προκειμένου
1848νομοσχεδίου ἀφ’ ἑνὸς μὲν μᾶς λέγει, ὅτι ἡ στρατιωτικὴ ἀστυ-
1849νομία εἶναι καλὴ, ἀφ’ ἑτέρου δὲ, ὅτι «ἡ στρατιωτικὴ ἀστυ-
1850νομία δὲν εἶναι καλὴ, καὶ διὰ τοῦτο προτείνω τὴν δημοτι-
1851κήν.» Φρονῶ λοιπὸν καὶ ἐγὼ, ὅτι ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ ἐπι-
1852καλεσθῶ τὸ ῥητὸν τοῦ Πασκὰλ ἐν τῷ προκειμένῳ, καὶ νὰ
1853εἴπω, ὅτι εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ἡ στρατιωτικὴ ἀστυνομία λει-
1854τουργεῖ καλῶς ἀφ’ ἑνὸς, ἀφ’ ἑτέρου δὲ κατὰ τὸ νομοσχέδιον
1855δὲν λειτουργεῖ καλῶς, καὶ διὰ τοῦτο εἰσήχθη μεταρρύθμι-
1856σις τοῦ ὑφισταμένου νόμου, καὶ ζητεῖται νὰ ἐφαρμοσθῇ εἰς
1857τοὺς δήμους τοὺς ἔχοντας ὀλιγώτερον πληθυσμὸν τὸ σύστημα
1858τῆς δημοτικῆς ἀστυνομίας.
1859Ἀλλὰ διὰ τοῦ εἰσαγομένου νομοσχεδίου προσγίνεται καὶ
1860μέγα ἀδίκημα. Διότι ἀφ’ ἑνὸς μὲν ἀποδεχόμεθα, ὅτι τὸ
1861ἀστυνομικὸν σύστημα τὸ εἰσαγόμενον εἰς τὴν πρωτεύουσαν
1862τοῦ Κράτους, εἰς τὸν Πειραιᾶ, εἰς τὰς πρωτευούσας τῶν νο-
1863μῶν καὶ τοὺς δήμους τοὺς ἔχοντας πληθυσμὸν ἀνώτερον τῶν
186411,000 κατοίκων, εἶναι λυσιτελὲς, εἰσάγομεν δὲ νόμον, ὁ
1865ὁποῖος βεβαίως θὰ ἐξασφαλίσῃ καθ’ ὁλοκληρίαν τὸ ἄτομον,
1866τὴν περιουσίαν του, τὴν ἰδιοκτησίαν του καὶ ὅλα ἐκεῖνα
1867ἀκριβῶς, τὰ ὁποῖα ἀποβλέπουσι τὴν κοινωνίαν, ἀφ’ ἑτέρου
1868ὅμως εἰς τοὺς ἄλλους δήμους, τοὺς ἔχοντας πληθυσμὸν ὀλι-
1869γώτερον, ἀποδίδομεν σύστημα ἀστυνομικὸν τοιοῦτον, ὥστε
1870νὰ μὴ θέλωμεν νὰ ἐξασφαλίσωμεν καθ’ ὁλοκληρίαν οὔτε τὴν
1871ἰδιοκτησίαν, οὔτε τὴν ἀσφάλειαν τοῦ ἀτόμου, οὔτε τὴν τι-
1872μήν του, οὔτε τοὺς ἀγρούς του, οὔτε τὰ τῆς ἀγορανομίας
1873καὶ τὰ τοιαῦτα. Καὶ τοῦτο εἶναι δῆλον, φρονῶ, ὅταν γείνῃ
1874ἡ ἑξῆς σκέψις. Ἀφοῦ τὸ Κράτος δὲν ἔρχεται ἀρωγὸν πρὸς
1875τοὺς δήμους τοὺς ἔχοντας πληθυσμὸν ὀλιγώτερον τῶν 11,000,
1876πῶς αὐτοὶ οἱ δῆμοι θὰ δυνηθῶσι νὰ ἔχωσιν ἀσφάλειαν;
1877πῶς αὐτοὶ οἱ δῆμοι θὰ δυνηθῶσι ν’ ἀποκτήσωσιν ἀστυνο-
1878μίαν; Εὔκολον εἶναι νὰ λέγωμεν, ὅτι οἱ δῆμοι οὗτοι δύ-
1879νανται νὰ ζητήσωσι τὴν ἀρωγὴν τοῦ Κράτους, τὸ ὁποῖον
1880Κράτος δύναται νὰ πληρώνῃ τὸ ἥμισυ τῶν ἐξόδων εἰς τοὺς
1881ἀστυφύλακας καὶ, νομίζω, εἰς τοὺς ἀστυνόμους. Ἀλλ’ ἐρωτῶ,
1882Κύριοι: Ἐὰν οἱ δῆμοι οὗτοι δὲν θελήσωσι νὰ ζητήσωσι τὴν
1883ἀρωγὴν τοῦ Κράτους, ἐὰν οἱ δῆμοι οὗτοι δὲν θελήσωσιν ἀστυ-
1884νομίαν δημοτικήν, τότε τί γίνεται; Εἶναι ὑποχρεωμένον τὸ
1885Κράτος νὰ ἐξασφαλίσῃ τὸ ἄτομον καὶ τὴν περιουσίαν του.
1886Ἀλλ’ ἐγὼ δὲν ἀποδέχομαι, ὅτι οἱ δῆμοι οὗτοι θὰ ἀρνηθῶσι
1887νὰ ἔχωσιν ἀστυνομίαν δημοτικήν. Ἀλλ’ ἐὰν θέλωσιν οἱ δῆ-
1888μοι οὗτοι νὰ ἔχωσιν ἀστυνομίαν δημοτικήν, δὲν θὰ δύναν-
1889ται, διότι δὲν ἔχουσι τοὺς ἀπαιτουμένους πόρους, καὶ μὴ
1890ἔχοντες τοὺς πόρους αὐτοὺς,—καθόσον εἶναι γνωστὸν, ὅτι
1891δὲν τοὺς ἔχουσι,—πῶς εἶναι δυνατὸν ν’ ἀπολαύσωσι σύστημα
1892ἀστυνομικὸν, ἔστω καὶ δημοτικῆς ἀστυνομίας; Ἐὰν ἀπο-
1893δεχθῶμεν τὴν ἀρχὴν, ὅτι δύνανται νὰ ζητήσωσι τὴν ἀρω-
1894γὴν καὶ τὴν συνδρομὴν τῆς Κυβερνήσεως, ἔχουσι νὰ πληρώ-
1895σωσι τὸ ἄλλο ἥμισυ, ἀφοῦ, καθὼς ἐλέχθη προηγουμένως, οἱ
1896δῆμοι οὗτοι δὲν δύνανται νὰ διατηρήσωσιν οὔτε τὴν δημο-
1897τικὴν ἐκπαίδευσιν.
1898Φρονῶ, κύριοι Βουλευταί, ὅτι μέγα ἄδικον προσγίνεται
1899ἐκ τῆς διακρίσεως, ἡ ὁποία γίνεται ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, εἰς
1900τοὺς δήμους αὐτοὺς, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχουσι τὸν ἀπαιτούμενον
1901πληθυσμόν. Καὶ ὄχι μόνον ἄδικον προσγίνεται, ἀλλὰ καὶ
1902δὲν ὑπάρχει ἰσότης μεταξὺ τῶν πολιτῶν. Τὸ Σύνταγμά μας,
1903Κύριοι, δὲν κάμνει διακρίσεις· τὸ Σύνταγμα ἔχει ὅλους τοὺς
1904πολίτας ἴσους. Ἀλλὰ διὰ τοῦ εἰσαγομένου νομοσχεδίου
1905ἀφ’ ἑνὸς δεχόμεθα, ὅτι ἔχουσι προσόντα ἡ πρωτεύουσα τοῦ
1906Κράτους, αἱ πρωτεύουσαι τῶν νομῶν καὶ τῶν δήμων τῶν
1907ἐχόντων πληθυσμὸν ἀνώτερον τῶν 11,000.
1908§102Ν. ΓΟΥΛΙΜΗΣ. Εἶναι προσόν;
1909§103ΓΕΡΑΚΗΣ... Εἰς ἐκείνους δὲ, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχουσιν
1910ἀκριβῶς τὸν πληθυσμὸν τῶν 11,000, εἰς αὐτοὺς δὲν δίδο-
1911μεν τίποτε, καὶ ἐπειδὴ τοὺς εὑρίσκομεν ἐν πενίᾳ, τοὺς κατα-
1912διώκομεν!
1913§104Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Δὲν τοῖς δίδομεν τὸν Σκυλλάκο,
1914τὸν ἐνωμοτάρχην!
1915§105ΓΕΡΑΚΗΣ. Ὥστε διὰ τοῦ εἰσαγομένου νομοσχεδίου
1916φρονῶ ὅτι ἀφ’ ἑνὸς προσβάλλονται τὰ δικαιώματα τοῦ πο-
1917λίτου, ἀφ’ ἑτέρου δὲ προσγίνεται καὶ μέγα ἀδίκημα εἰς
1918τοὺς λαοὺς ἐκείνους, διότι δὲν ἀποδίδονται τὰ ἴσα εἰς αὐτούς.
1919Εἰς τοῦτο, Κύριοι, πρέπει νὰ ἐπιστήσωμεν παρὰ πολὺ τὴν
1920προσοχὴν ἡμῶν· διότι, ἐὰν ἐφαρμοσθῇ τὸ σύστημα τοῦτο,
1921οἱ μόνοι, οἱ ὁποῖοι θ’ ἀκούσωσι πρῶτοι τὰ παράπονα καὶ
1922τὰς οἰμωγὰς τῶν συμπολιτῶν των, θὰ ἤμεθα ἡμεῖς, καὶ
1923κατόπιν ἡ Κυβέρνησις, καὶ κατόπιν θὰ ἔλθῃ τὸ ζήτημα εἰς
1924τὴν Βουλήν. Δὲν πρέπει νὰ παραβλέψωμεν καθ’ ὁλοκληρίαν
1925ταῦτα πάντα. Ὀφείλομεν νὰ συζητήσωμεν τὸ προκείμενον
1926νομοσχέδιον καὶ νὰ συνδράμωμεν τὴν Κυβέρνησιν, ἀλλὰ νὰ
1927μὴ θελήσῃ ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸς νὰ
1928ἐπιβάλῃ νὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ὡς ἔχει, ἀλλ’ ὀ-
1929φείλει ν’ ἀκούσῃ τὰς παρατηρήσεις, αἵτινες θὰ γείνωσιν
1930ἐπ’ αὐτοῦ. Καὶ νομίζω ὅτι ἔχει καθῆκον νὰ ἀποσύρῃ τὸ
1931νομοσχέδιον τοῦτο, ἵνα μελετήσῃ αὐτὸ, καλέσῃ δὲ καὶ ἄλλους,
1932ἵνα τὸ συζητήσῃ, καὶ νὰ εἰσαγάγῃ νέον νομοσχέδιον εἰς τὴν
1933Βουλήν, τὸ ὁποῖον νὰ δύναται νὰ φέρῃ ἀγαθοὺς καρποὺς εἰς
1934τὴν κοινωνίαν, καθιστάμενον νόμος.
1935Ἐλέχθη καὶ παρὰ τῶν προαγορευσάντων, ὅτι τὸ νομο-
1936σχέδιον τοῦτο δὲν δύναται οὔτε τὰ οἰκονομικὰ ἀποτελέ-
1937σματα, τὰ ὁποῖα ἐξ αὐτοῦ προσδοκᾷ ἡ Κυβέρνησις, νὰ φέρῃ,
1938διότι δὲν δύναται νὰ λογισθῇ οἰκονομία ὁ περιορισμὸς τοῦ
1939ἀριθμοῦ τῶν ἀστυφυλάκων. Διὰ τοῦ περιορισμοῦ τοῦ ἀριθμοῦ
1940τῶν ἀστυφυλάκων οὐδὲν ἄλλο πράττομεν ἢ νὰ παραλύωμεν
1941καθ’ ὁλοκληρίαν τὴν ἀστυνομίαν, νὰ παραλύωμεν τὴν ἀσφά-
1942λειαν, καὶ νὰ ἐπαγέλθωμεν εἰς καθεστὼς πολὺ χειρότερον
1943τῆς δημοτικῆς ἀστυνομίας, καθεστὼς πολὺ χειρότερον τοῦ
1944ὑφισταμένου νόμου. Δὲν εἶναι δυνατὸν ν’ ἀστυνομευθῶσιν
1945αἱ πόλεις, δὲν εἶναι δυνατὸν ν’ ἀσφαλισθῇ τὸ ἄτομον, ἡ τιμή,
1946ἡ ζωὴ καὶ περιουσία αὐτοῦ μὲ ὅσους ἀστυφύλακας ἀναγράφει
1947ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐν τῷ προϋπολογισμῷ.
1948Μὴ λησμονῶμεν, ὅτι σήμερον ἔχομεν εἰς τὰς πρωτευού-
1949σας τῶν νομῶν καὶ τὰς πρωτευούσας τῶν ἐπαρχιῶν διπλά-
1950σιον σχεδὸν ἀριθμὸν τῶν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἀναφερομέ-
1951νων ἀστυφυλάκων δι’ ἑκάστην ἀστυνομίαν· καὶ μ’ ὅλα ταῦτα
1952ὁ ἀριθμὸς αὐτὸς δὲν ἐπαρκεῖ πρὸς ἀσφάλειαν τῶν δήμων
1953αὐτῶν. Καθ’ ἡμέραν διαπράττονται ἐγκλήματα βδελυρὰ,
1954ἐγκλήματα τοιαῦτα, τὰ ὁποῖα οὐ μόνον τὴν ἀγανάκτησιν
1955τῶν συμπολιτῶν ἡμῶν ἐν ταῖς ἐπαρχίαις προκαλοῦσιν, ἀλλὰ
1956καὶ τὸν Τύπον ἀπασχολοῦσι καὶ τὴν Βουλήν. Καὶ μ’ ὅλα
1957ταῦτα ἡμεῖς προσπαθοῦμεν νὰ περιορίσωμεν, λόγῳ οἰκονο-
1958μίας, τὸν ἀριθμὸν τῶν ἀστυφυλάκων! Νομίζω, Κύριοι, ὅτι
1959δὲν πρέπει ν’ ἀποδεχθῶμεν τοῦτο, διότι οἱ πρῶτοι, οἱ ὁποῖοι
1960θὰ μετανοήσωμεν, θὰ ἤμεθα ἡμεῖς. Βεβαίως — καὶ μετὰ θάρ-
1961ρους λέγω τοῦτο — ἡμεῖς θ’ ἀρχίσωμεν τὰ τηλεγραφήματα
1962ἐκ τῶν ἐπαρχιῶν ἡμῶν, καὶ θὰ ἐφιστῶμεν τὴν προσοχὴν τῆς
1963Κυβερνήσεως καὶ θὰ ζητῶμεν τὴν ἐνίσχυσιν τῆς ἀστυνο-
1964μίας καὶ τὴν ἀποστολὴν ἀστυφυλάκων· ἀλλὰ τότε θὰ ἦναι
1965ἀργά.
1966Δὲν ἐννοῶ νὰ ἀπασχολήσω ὑμᾶς περισσότερον, κύριοι
1967Βουλευταί. Δὲν νομίζω ὅτι εἶναι ἀνάγκη ν’ ἀναπτύξω περισ-
1968σότερον τὸ ζήτημα, διότι καὶ αἱ δυνάμεις μου δὲν εἶναι ἀρκε-
1969ταί, ὥστε νὰ ἐμβαθύνω περισσότερον εἰς τὸ προκείμενον
1970ζήτημα. Ἐνόμισα ὅμως καλὸν νὰ ἐκφέρω καὶ ἐγὼ τὴν τα-
1971πεινήν μου γνώμην ἐπὶ τοῦ συζητουμένου νομοσχεδίου, νὰ
1972ἐκφέρω τὴν γνώμην μου, ὅτι ἡ στρατιωτικὴ ἀστυνομία
1973δέον καθ’ ὁλοκληρίαν νὰ καταργηθῇ, τὸ δὲ εἰσαγόμενον νο-
1974μοσχέδιον δὲν καταργεῖ τὴν στρατιωτικὴν ἀστυνομίαν, ὡς
1975εἶπον καὶ προηγουμένως καὶ ἐξακολουθῶ νὰ ἐπιμένω.
1976Εἶναι καλὸν νὰ εἰσαχθῇ τέλος ἓν σύστημα ἑνιαῖον· εἴτε
1977ἡ χωροφυλακὴ νὰ ἀναλάβῃ καὶ τὰ τῆς ἀστυνομίας, εἴτε νὰ
1978ἐφαρμοσθῇ ἓν σύστημα ὡς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἰσήγαγεν ὁ ἀξιό-
1979τιμος πολιτευτὴς καὶ εὐγενέστατος ἀρχηγός μου κ. Θεοτό-
1980κης κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Περίοδον. Τὸ σύστημα ἐκεῖνο ναὶ
1981μὲν εἶναι πολυδάπανον, — τὸ ἀναγνωρίζομεν, — πλὴν ὅμως,
1982καίτοι πολυδάπανον, δὲν πρέπει νὰ τὸ παραβλέψωμεν καθ’
1983ὁλοκληρίαν, διότι διὰ τοῦ συστήματος ἐκείνου καταργεῖται
1984ἡ στρατιωτικὴ ἀστυνομία, διότι διὰ τοῦ συστήματος ἐκεί-
1985νου μόνον προσδοκῶμεν τ’ ἀποτελέσματα ἀκριβῶς ἐκεῖνα,
1986τὰ ὁποῖα δύνανται καὶ τὸ ἄτομον νὰ ἱκανοποιήσωσι καὶ
1987τὴν περιουσίαν αὐτοῦ νὰ ἀσφαλίσωσιν.
1988§106Α. ΜΟΝΟΚΡΟΥΣΟΣ. Κύριοι Βουλευταὶ, ἐκ πείρας ὁμι-
1989λῶν θὰ εἴπω ἐν ὀλίγοις τὴν γνώμην μου ἐπὶ τοῦ ζητήματος
1990τῆς δημοτικῆς καὶ στρατιωτικῆς ἀστυνομίας.
1991Περιέμενον τοὺς ἀξιοτίμους προαγορεύσαντας κυρίους Βου-
1992λευτὰς νὰ εἴπωσι πρὸς τὸν σεβαστὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερ-
1993νήσεως καὶ πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, διὰ
1994ποῖον λόγον δὲν καταργεῖται ὁλοσχερῶς ἡ στρατιωτικὴ ἀστυ-
1995νομία, καὶ νὰ ἐπανέλθῃ ἡ δημοτικὴ ἀστυνομία, ἡ ὁποία
1996θεωρεῖται ὡς πατὴρ τοῦ λαοῦ.
1997§107ΦΩΝΑΙ. Μήτηρ.
1998§108ΜΟΝΟΚΡΟΥΣΟΣ. Μήτηρ... Σᾶς παρακαλῶ. Ἂν δὲν εἶ-
1999μαι εἰς κατάστασιν νὰ τοποθετήσω τὰς λέξεις σύμφωνα μὲ
2000τὴν Γραμματικήν, δὲν πρέπει νὰ παραξενεύησθε, διότι ἐξη-
2001γήθην προηγουμένως, ὅτι ἐκ πείρας ὁμιλῶ ἐνώπιον τῆς
2002Βουλῆς.
2003Ἤκουσα τὸν ἀξιότιμον Βουλευτὴν ἐκ Κερκύρας ἰσχυ-
2004ριζόμενον, ὅτι ἡ στρατιωτικὴ ἀστυνομία ἔφερεν ἀγαθοὺς
2005καρποὺς εἰς τοὺς πληθυσμοὺς τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου. Δυσ-
2006τυχῶς ὅμως τὸ τοιοῦτον, κύριοι Βουλευταὶ, δὲν συνέβη, ἢ
2007μᾶλλον δυνάμεθα νὰ παραδεχθῶμεν τὸ ἐναντίον, ὅτι πάν-
2008τοτε ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ὑπέστη μαρτύρια ἀπὸ τὴν στρατιω-
2009τικὴν ἀστυνομίαν. Τοῦτο δύναμαι νὰ βεβαιώσω καὶ ἐγὼ,
2010διότι καὶ εἰς τὴν ἐπαρχίαν μου συνέβησαν παρόμοια μὲ
2011ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἄλλοι ἀξιότιμοι συνάδελφοι ἀνέφεραν ὡς
2012συμβάντα εἰς τὰς ἐπαρχίας αὐτῶν. Μήπως εἴχομεν στρα-
2013τιωτικοὺς ἀστυνόμους, οἱ ὁποῖοι νὰ ἔχωσι τοὐλάχιστον νομι-
2014κὰς γνώσεις, διὰ νὰ γνωρίζωσι νὰ ἐκπληρῶσιν ἀστυνομικὰ
2015καθήκοντα; Εἴχομεν ἀστυνόμους γνωρίζοντας μόνον τὴν
2016στρατιωτικὴν ὑπηρεσίαν, καὶ οὐδόλως γνωρίζοντας ποία εἶ-
2017ναι ἡ ἀστυνομικὴ ὑπηρεσία; εἴχομεν ἀστυνόμους, οἱ ὁποῖοι
2018ἐνόμιζον, ὅτι ἐνώπιον αὐτῶν ὁ πολίτης ὁ φιλήσυχος εἶναι
2019στρατιώτης ἄνευ πειθαρχίας, καὶ δὲν μετεχειρίζοντο τὸν
2020φιλήσυχον πολίτην διὰ τρόπου εὐγενοῦς, — ὡς πάντοτε ἐφέρ-
2021θησαν οἱ δημοτικοὶ ἀστυνόμοι, ὡς πάντοτε ἐφέρθησαν οἱ δή-
2022μαρχοι, ὡς πατέρες πρὸς τὰ τέκνα αὐτῶν, — ἀλλὰ πάντοτε
2023παρεξετράπησαν, πάντοτε ἐξυλοκόπησαν, πάντοτε ἔπιασαν
2024ἀπὸ ταὐτὶ τοὺς φιλησύχους πολίτας καὶ τοὺς ἐπέταξαν
2025ἐντὸς τοῦ κρατητηρίου. Αὐτὰ εἶναι πράγματα, τὰ ὁποῖα
2026οὐδεὶς ἐξ ὑμῶν, κύριοι Βουλευταὶ, δύναται ν’ ἀμφισβητήσῃ,
2027διότι ὅλοι τὰ εἴδετε εἰς τὰς ἐπαρχίας σας. Τοιοῦτοι εἶναι
2028δυστυχῶς ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον οἱ στρατιωτικοὶ ἀστυνόμοι.
2029Ὁ δήμαρχος, ὁ ὁποῖος εἶναι ὁ ἐκλεκτὸς τοῦ λαοῦ καὶ εὐ-
2030θύνεται ἐνώπιον αὐτοῦ, συναισθάνεται τὴν θέσιν του, διότι
2031θὰ δώσῃ λόγον πρὸς τοὺς συμπολίτας του, μὲ τοὺς ὁποίους
2032θὰ συζήσῃ καὶ πάντοτε μετ’ αὐτῶν θὰ εὑρίσκηται. Τὸ Δη-
2033μοτικὸν Συμβούλιον θὰ ἐκλέγῃ, κατὰ τὸ νομοσχέδιον, τρία
2034πρόσωπα, ἐκ τῶν τριῶν δ’ αὐτῶν προσώπων ὁ δήμαρχος θὰ
2035διορίζῃ τὸν ἐντιμότερον καὶ τὸν ἱκανώτερον, διότι θὰ στιγ-
2036ματισθῇ παρὰ τοῦ λαοῦ, παρὰ τοῦ ὁποίου ἐξελέχθη, ἐὰν δὲν
2037ἐκλέξῃ τὸ κατάλληλον ἄτομον. Ὁ ἀστυνόμος ὁ ἐκλεχθεὶς,
2038ὁ ὁποῖος θὰ ἦναι ἀπὸ τὰ σπλάγχνα τοῦ λαοῦ, θὰ πονῇ καὶ
2039θ’ ἀγαπᾷ τοὺς συμπολίτας του, καὶ ὅταν ἤθελον παρουσια-
2040σθῆ ἐνώπιον αὐτοῦ πολῖται εὑρισκόμενοι εἰς διενέξεις, θὰ
2041φροντίζῃ, ὡς καλὸς πατὴρ, νὰ τοὺς συμβιβάζῃ καὶ τοὺς συμ-
2042φιλιώνῃ, καὶ ὄχι νὰ τοὺς ξυλοκοπῇ καὶ τοὺς φυλακίζῃ, ἢ
2043νὰ τοὺς εἰσάγῃ εἰς δίκην διὰ ψύλλου πήδημα, ὡς συμβαίνει
2044συνήθως ἐπὶ τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας. Ὁ ἀστυνόμος
2045ὁ στρατιωτικός, κύριοι Βουλευταί, οὐδέποτε ἐκάλεσε τὰ μέρη
2046τὰ διαφερόμενα νὰ ἔλθωσιν εἰς συμβιβασμὸν, ἀλλὰ πάντοτε,
2047καὶ διὰ τὰ ἐλάχιστα, ἢ χειροδοκεῖ, ἢ λαμβάνει σημείωσιν
2048τῶν ὀνομάτων αὐτῶν καὶ τοὺς παραπέμπει ἐνώπιον τοῦ
2049Πταισματοδικείου, διὰ νὰ τιμωρῶνται οἱ ἄνθρωποι μὲ κρά-
2050τησιν ἢ μὲ πρόστιμον, καὶ ἡ κράτησις καὶ τὸ πρόστιμον
2051φέρουν τὴν διχόνοιαν μεταξὺ τῶν προσώπων ἐκείνων, τὰ
2052ὁποῖα καταδικάζονται.
2053Ἡ δημοτικὴ ἀστυνομία, κύριοι Βουλευταί, καθ’ ἣν ἐπο-
2054χὴν ἐλειτούργει, πάντοτε συμβιβαστικῶς ἔλυε τὰς μεταξὺ
2055τῶν πολιτῶν διαφορὰς, καὶ ἐπέφερε τὴν ἀγάπην καὶ τὴν
2056ὁμόνοιαν, καὶ δὲν ἐβλέπατε νὰ καταδιώκωνται οἱ ἄνθρωποι
2057ἀδιακόπως ἀπὸ τὰ δικαστήρια καὶ τοὺς ταμίας. Σήμερον δὲ
2058τί βλέπομεν; Βλέπομεν τὸν ἀστυφύλακα, βλέπομεν τὸν
2059στρατιωτικὸν ἀστυνόμον, ὁ ὁποῖος δὲν σέβεται οὔτε τὴν
2060προσωπικὴν ἐλευθερίαν τοῦ πολίτου, οὔτε τὴν περιουσίαν αὐ-
2061τοῦ, ἀλλὰ διὰ τὰ παραμικρὰ πταίσματα δέρνει καὶ φυ-
2062λακίζει αὐτὸν, ἢ τοῦ καταστρέφει τὴν περιουσίαν, ἀφαιρῶν
2063παρανόμως τὰ ζῷά του, τὰς ὄρνιθας κλπ. Ὁ στρατιωτικὸς
2064ἀστυνόμος δὲν φοβεῖται τὸν ποινικὸν νόμον, διότι δυστυχῶς
2065ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον δὲν τιμωρεῖται, ἐνῷ ὁ δημοτικὸς ἀστυνό-
2066μος τρέμει τὰς συνεπείας αὐτοῦ, ἀλλὰ καὶ τὴν ὀργὴν τῶν
2067συμπολιτῶν του, παρὰ τῶν ὁποίων ἀποδοκιμάζεται, ἐὰν τὰ
2068ἔργα αὐτοῦ δὲν ἦναι σύμφωνα πρὸς τὸ δίκαιον καὶ τὰ συμφέ-
2069ροντα τοῦ πολίτου.
2070Διὰ τοῦτο ἡ στρατιωτικὴ ἀστυνομία πρέπει νὰ καταρ-
2071γηθῇ καθ’ ὅλον τὸ Κράτος, καὶ ὄχι μόνον εἰς τοὺς δήμους,
2072οἱ ὁποῖοι ἔχουσι πληθυσμὸν ὀλιγώτερον τῶν 11,000 κατοί-
2073κων, διὰ νὰ ὠφεληθῶμεν καὶ ἡμεῖς ἐκ τῆς ἀλλαγῆς τοῦ συ-
2074στήματος καὶ νὰ μὴ εὑρισκώμεθα εἰς τὴν σημερινὴν κατά-
2075στασιν.
2076§109ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει ἄλλος τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ πρώτου
2077ἄρθρου;
2078§110Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Ἐγώ, κύριε Πρόεδρε.
2079Δύο, κύριοι Βουλευταί, εἶναι οἱ λόγοι, διὰ τοὺς ὁποίους
2080εἶμαι κεκηρυγμένος κατὰ τοῦ συστήματος τῆς στρατιωτικῆς
2081ἀστυνομίας· ὁ μὲν πρῶτος, διότι ἐφρόνουν καὶ φρονῶ, ὅτι ὁ
2082ἀξιωματικὸς ὤφειλε καὶ ὀφείλει νὰ ἦναι προσηλωμένος εἰς
2083τὰ ἔργα του, νὰ ἦναι ἀφωσιωμένος εἰς τὴν ὑπηρεσίαν του,
2084τὴν καθαρῶς στρατιωτικήν, ὁ δ’ ἕτερος διότι ἐπίστευον καὶ
2085πιστεύω, ὅτι εἰς συνταγματικὰ Κράτη δὲν εἶναι ἐπιτετραμ-
2086μένον νὰ διοικῶνται οἱ πολῖται ὑπὸ στρατιωτικῶν ἀστυνό-
2087μων, διότι οἱ στρατιωτικοὶ ἐξ ἀνατροφῆς εἶναι οὕτως εἰθι-
2088σμένοι μὲ τὴν ἐπιβολὴν πρὸς τοὺς στρατιώτας, ὥστε δὲν
2089εἶναι εὔκολον ν’ ἀποβάλωσι τὴν ἕξιν αὐτὴν καὶ πρὸς τοὺς
2090πολίτας. Καὶ ἔχομεν πλεῖστα ὅσα παραδείγματα, τὰ ὁποῖα
2091ἀποδεικνύουσιν, ὅτι ἡ στρατιωτικὴ ἀστυνομία οὐ μόνον δὲν
2092ἀπέφερε τοὺς καρποὺς, τοὺς ὁποίους ἀνέμενεν ἡ Πολιτεία
2093παρ’ αὐτῆς, ὅσον ἀφορᾷ τὴν παγίωσιν τῆς τάξεως, ἀλλὰ
2094τοὐναντίον ἐδημιούργησεν ἐγκλήματα, καὶ ἐδημιούργησεν
2095αὐτὰ εἰς τοὺς πολίτας ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι εἶχον καὶ ἔχουσιν
2096ἀκριβῶς ἀνάγκην ἀστυνομικῆς προστασίας, δηλαδὴ εἰς τοὺς
2097ἀγροτικοὺς πληθυσμούς.
2098Εἶναι γνωστὸν εἰς πάντας ὑμᾶς, κύριοι Βουλευταί, ὅτι ἐν
2099τοῖς δήμοις τοῖς ἀγροτικοῖς ὡς ἀστυνόμοι ὑπηρέτουν μόνον
2100σταθμάρχαι, εἴτε ἐνωμοτάρχαι, εἴτε ὑπενωμοτάρχαι, εἴτε
2101χωροφύλακες, ἐν πολλοῖς δὲ μόνον χωροφύλακες. Οἱ χωρο-
2102φύλακες αὐτοὶ εἶναι στρατιῶται, οἱ ὁποῖοι ἀφοῦ διανύσωσιν
2103εἰς τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ τὰ ¾ τῆς θητείας των, μετα-
2104τίθενται εἰς τὴν χωροφυλακὴν πρὸς συμπλήρωσιν τοῦ ὑπο-
2105λοίπου χρόνου τῆς ὑπηρεσίας των· ὑπηρετοῦντες δὲ εἰς τὰς
2106ἀστυνομίας τῶν διαφόρων δήμων ὡς ἀστυφύλακες, ἕνα εἶχον
2107καὶ ἔχουσι σκοπόν· οὐχὶ πῶς νὰ φροντίζωσι διὰ τὴν τάξιν,
2108ἀλλὰ πῶς νὰ ἀπέρχωνται ἐκεῖθεν μὲ τὸ βαλάντιον ὁπωσδή-
2109ποτε πεπληρωμένον. Ἀλλ’ εἰς τοὺς ἀγροτικοὺς δήμους δὲν
2110ὑπάρχουσιν εὔκολα τὰ μέσα πρὸς τοῦτο, διότι κρεοπώλης
2111δὲν ὑπάρχει ἐν τῇ μικρᾷ κωμοπόλει τοῦ δήμου, ἵνα ἐξ αὐ-
2112τοῦ κερδίσωσιν, ἰχθυοπώλης δὲν ὑπάρχει, ἵνα ἐξ αὐτοῦ ὠφε-
2113ληθῶσιν· ἄλλο μέσον χρηματισμοῦ δὲν ὑπάρχει, διότι, ὡς
2114δὲν ἀγνοεῖτε, εἰς τοὺς μικροὺς δήμους, ἢ μᾶλλον εἰς ὅλους
2115τοὺς ἀγροτικοὺς δήμους ἡ πρωτεύουσα αὐτῶν ἀπαρτίζεται
2116ἀπὸ 300 τὸ πολὺ οἰκογενείας. Ἐκεῖ ἔχετε τρία μπακάλικα,
2117ἕνα εἰρηνοδίκην, ἐὰν ὑπάρχῃ Εἰρηνοδικεῖον εἰς τὸν δῆμον
2118ἐκεῖνον, ἕνα διδάσκαλον καὶ τὸν δήμαρχον μὲ τὸν γραμμα-
2119τέα του, τοὺς ὁποίους θὰ εὕρητε εἰς τὸ καφενεῖον· οἱ δὲ
2120λοιποὶ χωρικοὶ τὴν πρωΐαν θὰ πάρουν τὸ ζῷόν των, τὸ κλα-
2121δευτῆρί των, τὰ διάφορα γεωργικὰ ἐργαλεῖά των, καὶ θὰ
2122μεταβῶσιν εἰς τοὺς ἀγρούς των. Ἑπομένως οἱ ἀστυνομεύον-
2123τες χωροφύλακες δὲν εὑρίσκουσιν ἀνθρώπους, ἵνα συναλλάσ-
2124σωνται καὶ συζητῶσι μεταξύ των· ἔχουσι λοιπὸν ἀνάγκην
2125νὰ τρέξωσιν εἰς τοὺς ἀγρούς, ὅπου ἀκριβῶς καὶ οἱ πολῖται
2126ἔχουσιν ἀνάγκην προσοχῆς καὶ φυλάξεως. Μεταβαίνουσι λοι-
2127πὸν ἐκεῖ, καὶ τί εὑρίσκουσι; Τὸν χωρικὸν ἐργαζόμενον εἰς τὸ
2128κτῆμά του, ὁ ὁποῖος παραπλεύρως ἔχει τὸ ζῷόν του δεμένον
2129πρὸς βόσκησιν. Ὁ χωροφύλαξ, δυνάμει δῆθεν τοῦ περὶ ἀγρο-
2130ζημιῶν νόμου, συλλαμβάνει τὸ ζῷον τοῦ χωρικοῦ, καὶ λέγει
2131εἰς αὐτόν: «τὸ ζῷόν σου εἶναι εἰς ἀπηγορευμένον μέρος καὶ ἑπο-
2132μένως θέλω σύλληπτρα». Ὁ χωρικός, ἔχων τὸ δίκαιον, ἀμύ-
2133νεται, ὁ χωροφύλαξ ἐπιμένει· ὁ ἄλλος χωρικός, ὁ ὁποῖος καλ-
2134λιεργεῖ τὸν ἀγρόν του ἐκεῖ πλησίον, σπεύδει νὰ συντρέξῃ τὸν
2135ἀδικούμενον πολίτην, ὁ δὲ χωροφύλαξ δὲν δύναται νὰ πάρῃ
2136τὸ ζῷον, διότι οἱ χωρικοὶ εἶναι περισσότεροι, καὶ ἐντεῦθεν
2137κάμνει μίαν καταγγελίαν, διὰ τῆς ὁποίας καταγγέλλει αὐ-
2138τοὺς ἐπὶ ἀντιστάσει, καὶ οὕτως ἐγέμισαν αἱ φυλακαὶ τοῦ
2139Κράτους. Ἐὰν δὲ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ζητήσῃ
2140πληροφορίας ἀπὸ τοὺς διαφόρους Εἰσαγγελεῖς τοῦ Κράτους,
2141τίνες καὶ πόσοι ἀπὸ τῆς συστάσεως τῆς στρατιωτικῆς ἀστυ-
2142νομίας κατεδικάσθησαν ἐπὶ ἀντιστάσει κατὰ τῆς ἀρχῆς, θέ-
2143λετε εὕρει ὅτι εἰς 300,000 τοὐλάχιστον ἀνέρχονται οἱ διὰ
2144τοιοῦτον λόγον εἰσελθόντες εἰς τὰς φυλακάς. Δὲν εἶναι ὑπερ-
2145βολικόν, καὶ νομίζω ὅτι πάντες τὸ γινώσκετε. Ἡ στρατιω-
2146τικὴ ἀστυνομία διὰ τοῦτο κατέστη καταθλιπτική, διότι ὁ
2147ὀργανισμὸς αὐτῆς δὲν εἶναι ἄρτιος καὶ διότι ἡ ἀνατροφὴ τῶν
2148στρατιωτικῶν δὲν εἶναι τοιαύτη, ὥστε νὰ ἐκπληρῶσιν ἀστυ-
2149νομικὰ καθήκοντα.
2150Αὐτὸς λοιπὸν εἶναι ὁ δεύτερος λόγος, ὁ ὁποῖος μὲ ἠνάγ-
2151κασε καὶ μὲ ἀναγκάζει νὰ ἦμαι ὑπὲρ τῆς καταργήσεως τῆς
2152στρατιωτικῆς ἀστυνομίας, καὶ διὰ τοῦτο ἐχάρην, ὅταν εἰς
2153παρελθούσας Βουλευτικὰς συνόδους ἤκουον τὸν ἀξιότιμον
2154Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως λέγοντα, ὅτι ἐν καιρῷ τῷ δέοντι
2155θὰ καταργήσῃ τὴν στρατιωτικὴν ἀστυνομίαν, καὶ ηὐχόμην
2156νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου νὰ
2157δημιουργῆται διοικητικὴ ἀστυνομία, ἀλλ’ ἀστυνομία μερι-
2158μνῶσα πρωτίστως περὶ τῶν πραγμάτων ἐκείνων, τῶν ὁποίων
2159ἔχει ἀνάγκην ὁ ἀγροτικὸς πληθυσμός.
2160Ἀλλὰ τὸ ἀστυνομικὸν νομοσχέδιον, Κύριοι, τὸ ὁποῖον ὑπε-
2161βλήθη εἰς τὴν Βουλὴν, δὲν ἐκπληροῖ ἀκριβῶς τὰς ἀνάγκας
2162τοῦ τόπου. Παρακαλῶ δὲ τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν τῶν Ἐσω-
2163τερικῶν καὶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ προσέξουν
2164εἰς ὅσα θὰ εἴπω, διότι ἐπιθυμῶ ἀληθῶς τὴν διόρθωσιν τοῦ
2165ἀστυνομικοῦ νόμου. Καὶ περὶ τούτου ἄλλοτε, ὅτε ὁ ἀξιότιμος
2166ἐκ Κερκύρας πολιτευτὴς καὶ ἀρχηγός μου ἦτο ἐν τῇ ἐξου-
2167σίᾳ, ὑπέβαλον αὐτῷ ἐν ὑπομνήματι τὴν γνώμην μου, διότι
2168καὶ ὁ τότε προταθεὶς νόμος δὲν ἐπλήρου τὰς ἀνάγκας ἐν γέ-
2169νει τῆς χώρας.
2170Φρονῶ λοιπὸν, ὅτι ἡ ἀστυνομία, ἡ μέλλουσα νὰ ἐφαρ-
2171μοσθῇ εἰς αὐτὸν τὸν τόπον, πρέπει νὰ ἦναι ἀστυνομία κα-
2172θαρῶς ἀστικὴ, καὶ ἰδιαιτέρως ἀγροτικὴ, ἐν τῇ ὁποίᾳ νὰ
2173συγχωνευθῶσι καὶ οἱ ἀγροφύλακες ὁμοῦ, διότι οἱ ἀγροτικοὶ
2174πληθυσμοὶ, ὡς εἶπον πρὸ μικροῦ, δὲν ἔχουσιν ἀνάγκην νὰ
2175τοὺς φυλάξητε εἰς τὴν κωμόπολίν των,—διότι τὴν ἡμέραν
2176δὲν θὰ εὕρητε ἐκεῖ κανένα,—ἔχουσιν ἀνάγκην ἀσφαλείας εἰς
2177τοὺς ἀγρούς των, διότι ἐκεῖ ὁ χωρικὸς θὰ ποτίσῃ τὸ χωράφι
2178του, καὶ ὅταν θελήσῃ νὰ πάρῃ τὸ νερὸ τοῦ γείτονός του, θὰ
2179ἔλθῃ πρὸς αὐτὸν εἰς ῥῆξιν. Διὰ τοῦτο πρέπει ἡ ἀστυνομία
2180νὰ συνδυασθῇ μὲ τὸ ζήτημα τῆς ἀγροφυλακῆς, διότι σήμερον
2181ἀγροφύλακες ἐν τοῖς δήμοις δὲν ὑπάρχουσι, καθόσον πάντες
2182οἱ ἀγροφύλακες, οἱ ὑποδεικνυόμενοι ἀπὸ τοὺς κατοίκους τῶν
2183χωρίων, εἶναι οἱ πενέστεροι καὶ οἱ ἀθλιέστεροι, εἶναι ἐκεῖ-
2184νοι, οἱ ὁποῖοι καὶ μὲ τοὺς ζωοκλέπτας συνεννοοῦνται, εἶναι
2185ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι κάμνουσι τὰς ζημίας καὶ οἱ ὁποῖοι δὲν
2186ἔχουν τίποτε διατί; διότι οὐδεὶς καλὸς πολίτης δέχεται
2187τὴν θέσιν τοῦ ἀγροφύλακος.
2188Ἐὰν λοιπὸν συνδυασθῇ τὸ ζήτημα τῆς ἀγροφυλακῆς μὲ
2189τὸ ζήτημα τῆς ἀστυνομίας, ἵνα διὰ νόμου διορίζωνται κατ’
2190ἀναλογίαν εἰς τοὺς δήμους οἱ ἀγροφύλακες, τὸ κακὸν θερα-
2191πεύεται. Πόσους ἔχομεν σήμερον ἀγροφύλακας εἰς ἕκαστον
2192δῆμον; Ἕκαστος δῆμος ἀπαρτίζεται ἀπὸ 10 χωρία, κατὰ
2193μέσον ὅρον οὐδὲν τῶν χωρίων τούτων ἔχει ὀλιγωτέρους τῶν
2194δύο ἀγροφυλάκων, πολλὰ δ’ ἔχουσι καὶ τρεῖς. Οἱ ἀγροφύλα-
2195κες οὗτοι πληρώνονται εἰς εἶδος ὑπὸ τῶν κατοίκων, καὶ
2196ἂν ὑπολογίσητε κατὰ μέσον ὅρον, ἕκαστος τῶν ἀγροφυλά-
2197κων τούτων λαμβάνει 400 ἢ 500 δραχμὰς κατ’ ἔτος, πάν-
2198τοτε εἰς εἶδος, ἐλάχιστα εἰς χρῆμα. Ἐὰν λοιπὸν λάβῃ ἡ
2199Κυβέρνησις ὑπ’ ὄψιν τὸν ἀριθμὸν τῶν ἀγροφυλάκων ἐκείνων
2200καὶ τὴν ἀμοιβὴν αὐτῶν, καὶ προσθέσῃ μικρὰν ἐπιχορήγησιν
2201ἐκ τοῦ δημοσίου ταμείου, οὕτως ὥστε νὰ ἔχωσι 40 δραχμὰς
2202κατὰ μῆνα, οἱ δὲ ἀγροφύλακες, ἐκ τοῦ δήμου ἐκλεγόμενοι,
2203νὰ ἔχωσιν ὑπηρετήσει εἰς τὸν στρατὸν μὲ διαγωγὴν ἄμεμ-
2204πτον, θὰ ἔχωμεν ἀγροφύλακας οὐχὶ τοὺς τελευταίους τοῦ
2205χωρίου, ἀλλὰ τοὺς καλλιτέρους, διότι οὐδεὶς τούτων ἔχει 500
2206δραχμὰς ἐκ τῆς περιουσίας του καθαρὸν εἰσόδημα. Θὰ ἔχητε
2207λοιπὸν εἰς ἕκαστον δῆμον 20 καλοὺς ἀγροφύλακας, καὶ τὸ
2208Δημόσιον ἐλάχιστα πράγματα θὰ πληρώνῃ, διότι θὰ ὑπο-
2209χρεωθῶσιν οἱ κάτοικοι νὰ πληρώνωσιν ὅ,τι καὶ σήμερον δί-
2210δουσιν εἰς εἶδος εἰς τοὺς ἀγροφύλακας, ἀλλὰ θὰ ἔχωσιν
2211ἀσφάλειαν, ἐνῷ σήμερον δὲν ἔχουσιν. Οἱ ἀγροφύλακες δ’ οὗ-
2212τοι θὰ χρησιμεύωσιν οὐ μόνον εἰς τὴν ἀγροτικὴν ἀσφά-
2213λειαν, εἰς τὴν φύλαξιν τῆς περιουσίας τῶν κατοίκων, ἀλλὰ
2214καὶ εἰς ἄλλα ἔργα πολιτειακά· λόγου χάριν θὰ ἐξαλειφθῇ,
2215εἶμαι βέβαιος, ἐντελῶς ἡ ζωοκλοπή· διότι, ὅταν οἱ ἄνθρωποι
2216αὐτοὶ ἀναλάβωσιν ὑποχρεώσεις, ὁρκιζόμενοι μὲ θητείαν, ἀπέ-
2217ναντι τῆς ὑπηρεσίας των καὶ τοῦ ποινικοῦ νόμου, βεβαίως
2218πάντα ζωοκλέπτην, ὁ ὁποῖος κατοικεῖ εἰς τὸ χωρίον των, θὰ
2219τὸν γνωρίζωσι καὶ θὰ τὸν συλλαμβάνωσιν ἐγκληματοῦντα, ἢ
2220θὰ προλαμβάνωσι τὴν ζωοκλοπήν· οὕτω δὲ θὰ ἐξαλειφθῶσι
2221καὶ οἱ φυγόδικοι. Ἀλλ’ ὄχι μόνον εἰς αὐτὰ θὰ συντελέσωσιν,
2222ἀλλὰ καὶ εἰς τὴν περιφρούρησιν τῶν δασῶν, τὰ ὁποῖα κατα-
2223στρέφονται, καὶ τὰ ὁποῖα οὐδόλως προστατεύει σήμερον ἡ
2224δασοφυλακὴ, διότι ὁ δασοχωροφύλαξ ἕνα μόνον ἔχει σκοπὸν,
2225πῶς νὰ χρηματολογήσῃ· ἀναμένει εἰς τὸν δρόμον ἐκεῖνον,
2226ὁ ὁποῖος ἐξυλεύθη εἰς τὸ δάσος, ἐπιστρέφοντα εἰς τὴν πό-
2227λιν, καὶ ἂν δὲν ἔχῃ ἄδειαν ξυλεύσεως, τοῦ ἀφαιρεῖ τὸ τσε-
2228κοῦρι του ἢ 5 δραχμὰς, διὰ νὰ τὸν ἀφήσῃ ἐλεύθερον, ἀφοῦ
2229ἐκεῖνος κατέστρεψε τὸ δάσος, προξενήσας ζημίαν εἰς τὸ
2230Δημόσιον.
2231Τὸ σύστημα, Κύριοι, τὸ ὁποῖον ἐγὼ συνιστῶ, θὰ συντε-
2232λέσῃ ἐκτὸς τῶν ἄλλων καὶ εἰς τὴν ἀπαλλαγὴν τοῦ Δημο-
2233σίου ἀπὸ μεγάλης δαπάνης: διότι, ἐὰν ὑποτεθῇ ὅτι ἔχετε ἀνάγ-
2234κην, ὡς εἶπεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Βονίτσης Βουλευτὴς, ν’ ἀπομα-
2235κρύνητε τοῦ στρατεύματος ἀξιωματικοὺς, δύνανται οὗτοι νὰ
2236καταταχθῶσιν εἰς τὸ ἀστυνομικὸν ἐκεῖνο σῶμα, τὸ διοικη-
2237τικὸν, τὸ ὁποῖον θὰ καταρτισθῇ, καὶ οὕτω καὶ τὸ Δημόσιον
2238ἀπαλλάσσεται καὶ ἐκεῖνοι εὑρίσκουσιν ὑπηρεσίαν. Διότι
2239ἐγὼ ἔχω τὴν γνώμην, ὅτι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἐπὶ ἓν ἢ δύο ἢ
2240τρία ἔτη ὑπηρέτησεν εἰς ἀστυνομικὴν ὑπηρεσίαν, βεβαίως
2241δὲν δύναται νὰ ἦναι καλὸς, διότι — ἂς μὴ κρυπτώμεθα ὄπι-
2242σθεν τοῦ δακτύλου μας — εἶναι ἀδύνατον νὰ μὴ διαφθαρῇ ὁ
2243ἄνθρωπος ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἐπὶ ἔτη ὑπηρέτησεν ὡς ἀστυνό-
2244μος· ὅσον σιδηροῦν χαρακτῆρα καὶ ἂν ἔχῃ, ὅσον ἠθικὸς καὶ
2245ἂν ἦναι, βεβαίως θὰ παρασυρθῇ. Ἐντεῦθεν λοιπὸν ἠμπορεῖ
2246νὰ ἐξοικονομηθῇ καὶ τὸ μέρος τὸ οἰκονομικὸν καὶ ἡ πλη-
2247θώρα τῶν ἀξιωματικῶν, περὶ τῶν ὁποίων ἐλάλησεν ὁ ἀξιό-
2248τιμος συνάδελφος.
2249Ἀλλὰ φρονῶ, ὅτι ἠμπορεῖ νὰ συντελέσῃ τὸ σύστημα
2250τοῦτο καὶ εἰς τὴν εἴσπραξιν τῶν δημοσίων προσόδων, χωρὶς
2251νὰ διατρέχωσι κίνδυνον οὔτε αἱ ὄρνιθες, οὔτε τὰ χοιρίδια καὶ
2252οἱ ἀμνοὶ, περὶ τῶν ὁποίων ὡμίλει προχθὲς ὁ κ. Πρόεδρος τῆς
2253Κυβερνήσεως. Διότι κατὰ τὸ σύστημα τοῦτο ὁ ταμίας θὰ
2254λαμβάνῃ ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν διαταγὴν νὰ
2255ὑποβάλλῃ εἰς τὸν Διευθυντὴν τῆς ἀστυνομίας τοῦ νομοῦ —
2256διότι βεβαίως θὰ ἦναι ὠργανωμένον σῶμα — τοὺς καταλό-
2257γους τῶν διαφόρων ὀφειλετῶν τῆς περιφερείας του, καὶ ὁ
2258Διευθυντὴς θ’ ἀποστέλλῃ τοὺς καταλόγους ἐκείνους εἰς τοὺς
2259διαφόρους ἀστυνόμους, οἱ ἀστυνόμοι δ’ οὗτοι θὰ εἰδοποιῶσι
2260τοὺς κατοίκους, — τοιχοκολλοῦντες καὶ ἀναγινώσκοντος ἐπ’
2261ἐκκλησίας πρὸ ἑνὸς μηνὸς τὴν εἰδοποίησιν, — ὅτι ὀφείλουσι
2262νὰ πληρώσωσιν εἰς τὸ Δημόσιον αὐτὰ τὰ χρήματα, καὶ ὅτι
2263μετὰ ἕνα μῆνα θὰ παρουσιασθῇ ὁ εἰσπράκτωρ, καὶ πρέπει
2264νὰ ἦναι παρεσκευασμένοι διὰ νὰ πληρώσουν. Ὅταν λοιπὸν
2265λήξῃ ὁ μὴν, θὰ πάρῃ ἀπὸ τὸν ταμίαν τὴν διαταγὴν ὁ εἰσ-
2266πράκτωρ καὶ θὰ μεταβῇ εἰς τὸν Διευθυντὴν τῆς ἀστυνομίας,
2267ὁ ὁποῖος θὰ τοῦ δώσῃ δύο ἀστυφύλακας, ἵνα τὸν συνοδεύσωσιν
2268εἰς τὸν Μαραθῶνα, φερ’ εἰπεῖν, ὅπου θὰ τὸν παραδώσωσιν
2269εἰς τὸν αὐτόθι ἀστυνόμον διὰ τὰ παραιτέρω, ὁ δὲ ἀστυνό-
2270μος θὰ τὸν συντρέξῃ εἰς τὴν εἴσπραξιν τῶν ὀφειλομένων
2271δημοσίων ἐσόδων. Οὕτω δὲ βεβαίως θέλει ἀπαλλαγῆ καὶ
2272μέγα μέρος τῆς χωροφυλακῆς ἐκ τῆς ἀσχολίας ταύτης, χί-
2273λιοι τοὐλάχιστον ἄνδρες, οἱ ὁποῖοι ἀπασχολοῦνται μὲ τοὺς
2274εἰσπράκτορας, καὶ αἱ ὄρνιθες τῶν κατοίκων θὰ σώζωνται,
2275καὶ τὸ Δημόσιον θὰ ἔχῃ οἰκονομίαν, καὶ αἱ εἰσπράξεις θὰ
2276γίνωνται ἀνετώτερον καὶ τακτικώτερον.
2277Οὕτω λοιπὸν, προστιθεμένων καὶ τῶν ἀγροφυλάκων εἰς
2278τὴν ἀστυνομικὴν δύναμιν, θὰ ἔχητε πράγματι δημοσίαν
2279ἀσφάλειαν, ἡ ὁποία θὰ ἐξυπηρετῇ τὰ συμφέροντα τοῦ Κρά-
2280τους, καὶ πολὺ οἰκονομικῶς, οἱ δὲ πολῖται, ζῶντες ἐν ἀσφα-
2281λείᾳ καὶ ἀνέσει, θὰ εὐλογῶσι τὴν Κυβέρνησιν ἐκείνην, ἡ
2282ὁποία ἐμερίμνησε περὶ τούτου. Διότι πρωτίστως Κύριοι, ἔχο-
2283μεν ἀνάγκην ἀγροτικῆς ἀσφαλείας, ἐκ τῆς ἐλλείψεως τῆς
2284ὁποίας γεννῶνται ὅλα τὰ κακὰ, καὶ ἐντεῦθεν ἐμειώθησαν καὶ
2285αἱ πρόσοδοι τοῦ Κράτους. Μεριμνῶμεν διὰ γεωργικοὺς σταθ-
2286μοὺς, μεριμνῶμεν περὶ Γεωργικῆς Ἑταιρείας, καὶ φυτεύο-
2287μεν δενδρύλια, ἵνα μᾶς χρησιμεύσωσι πρὸς μεταφύτευσιν.
2288Ἀλλ’ εἰς τί σᾶς χρησιμεύουσι πάντα ταῦτα, Κύριοι, ἄνευ
2289ἀγροτικῆς ἀσφαλείας; Εἰς οὐδέν. Διότι εἶναι εὔκολον εἰς
2290ἕνα γεωπόνον, ὁ ὁποῖος ἔχει μίαν ἔκτασιν εἴκοσι στρεμμά-
2291των καὶ ὅλα τὰ μέσα, λιπάσματα καὶ τόσα ἄλλα, νὰ ἀνα-
2292πτύσσῃ δενδρύλια πρὸς μεταφύτευσιν, ἀλλὰ βεβαίως οὐδεὶς
2293χωρικὸς τολμᾷ σήμερον νὰ φυτεύσῃ τοιαῦτα, καὶ οὔτε ἔχει
2294ἀνάγκην τοιαύτης διδασκαλίας· διότι ἐκεῖνος πηγαίνει νὰ
2295κεντρώσῃ τὴν ἐλιά του, καὶ τὴν ἐπιοῦσαν αὕτη εἶναι κα-
2296τεστραμμένη, καὶ ἕνεκα τούτου τὴν ἐγκαταλείπει· πηγαίνει
2297νὰ σπείρῃ τὸν ἀγρόν του, καὶ τὴν ἐπιοῦσαν οὗτος εἶναι κα-
2298τεστραμμένος, καὶ δι’ αὐτὸ φοβεῖται, καὶ εἶναι ὑποχρεωμένος
2299νὰ κάθηται μὲ τὸ τουφέκι εἰς τὸ χέρι, καὶ ἐντεῦθεν γεννῶν-
2300ται μυρία ὅσα ἐγκλήματα. Ἐὰν ὅμως τοῦ δώσητε ἀγροτι-
2301κὴν ἀσφάλειαν, μετὰ παρέλευσιν μιᾶς δεκαετίας θὰ ἔχητε
2302μεταβεβλημένην εἰς κῆπον ὁλόκληρον τὴν Ἑλλάδα· διότι
2303πάντες γιγνώσκουσι καλῶς νὰ καλλιεργῶσιν, ἀλλὰ φοβοῦνται.
2304Ἀλλ’ ἴσως εἴπῃ τις, ὅτι τὸ Κράτος θὰ δαπανήσῃ οὕτω
2305500,000 δραχμὰς ἐπὶ πλέον διὰ τοὺς ἀγροτικοὺς πληθυ-
2306σμούς, καὶ θὰ ἦναι ζημία εἰς τὸ Κράτος. Καμμία ζημία
2307δὲν εἶναι, διότι ἡ ἀσφάλεια, τὴν ὁποίαν θὰ δώσητε εἰς τοὺς
2308ἀγροτικοὺς πληθυσμούς, θ’ ἀποζημιωθῇ δεκαπλασίως ἐκ τῆς
2309ἀναπτύξεως τῆς παραγωγῆς τῆς χώρας, καὶ θὰ εὐλογῇ,
2310ἐπαναλαμβάνω, ὁ λαὸς τὴν Κυβέρνησιν ἐκείνην, ἡ ὁποία θὰ
2311τοῦ δώσῃ τὴν ἀσφάλειαν ταύτην.
2312Διὰ ταῦτα φρονῶ, ὅτι τὸ περὶ οὗ πρόκειται νομοσχέδιον
2313εἶναι ἀνάγκη νὰ μελετηθῇ καλλίτερον, καὶ ἂς ἦναι βέβαιοι
2314ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν,
2315ὅτι θὰ εὐεργετήσωσι τὸν τόπον, ἐὰν πληρέστερον καταρτί-
2316σωσι τὸ νομοσχέδιον, διὰ νὰ γείνῃ τι καλὸν καὶ ὠφέλιμον
2317εἰς τὸν τόπον· διότι οὐδὲν καλὸν θέλετε ἐπιτύχει, ἐὰν ἐπι-
2318μείνητε νὰ ψηφισθῇ τὸ τρισύνθετον σύστημα τοῦ νομοσχε-
2319δίου· καὶ λέγω τρισύνθετον, διότι κατὰ τὸ νομοσχέδιον
2320θὰ ὑπάρχῃ εἰς 26 πόλεις στρατιωτικὴ ἀστυνομία, καὶ εἰς
2321440 δήμους δημοτικὴ ἀστυνομία· ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνον αὐτό·
2322διότι δῆμοί τινες ἐκ τῶν πόρων αὐτῶν δὲν δύνανται νὰ ἔχωσι
2323περισσοτέρους ἀπὸ δύο ἢ τρεῖς κλητῆρας, ἐκεῖνοι δὲ οἱ
2324δῆμοι, οἱ ὁποῖοι ἐπιθυμοῦν νὰ ἔχουν ἀστυνομίαν χάριν τῆς
2325ἀσφαλείας τῶν κατοίκων, θὰ ζητῶσιν ἀλλαχοῦ ἀστυφύλακας;
2326Κυβέρνησις λοιπὸν πατρικῶς σκεπτομένη δὲν πρέπει νὰ
2327δημιουργῇ τὰ τοιαῦτα· οὐδὲ φαντάζομαι ὅτι ἡ Κυβέρνησις
2328διὰ τοῦ συστήματος τῆς δημοτικῆς ἀστυνομίας ἠθέλησε νὰ
2329ἐνισχύσῃ τοὺς δημάρχους. Ἡ Κυβέρνησις μεταβάλλεται,
2330ἀλλ’ ἡ ἀστυνομία θὰ ὑπάρχῃ πάντοτε. Ἄλλως δὲ ὁ νέος
2331θεσμὸς τῆς ἀστυνομίας, ὁ ἰσχύων σήμερον, ἐρρίζωσε, καὶ
2332εἶναι δύσκολον νὰ μεταβληθῇ· ἀπόδειξις δὲ ὁ θόρυβος, ὅστις
2333ἐγένετο, ὅτε ἐπρόκειτο νὰ καταργηθῇ ὁ θεσμὸς τῆς δημο-
2334τικῆς ἀστυνομίας καὶ εἰσαχθῇ ὁ τῆς στρατιωτικῆς. Ἐν
2335τούτοις ὁ θεσμὸς τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας ἐν ἀρχῇ
2336ἔκαμεν εἰς τὰς πόλεις καλὴν ἐντύπωσιν, διότι ἐπάταξε τὰ
2337κακοποιὰ στοιχεῖα· ἀλλὰ μετ’ ὀλίγον τὰ πράγματα μετε-
2338βλήθησαν, καὶ ὅσοι τῶν κυρίων Βουλευτῶν παρηκολούθησαν
2339τοὺς διαφόρους ἀστυνομικοὺς ἄθλους εἶναι ἀπεγοητευμένοι
2340ἐκ τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας, καὶ ἐπιθυμοῦσι τὴν κατάρ-
2341γησιν αὐτῆς, ἀλλὰ κατάργησιν καὶ ἀντικατάστασιν μὲ σύ-
2342στημα, τὸ ὁποῖον νὰ φέρῃ καρποὺς ἀγαθοὺς, ἀσφάλειαν εἰς
2343τὸν τόπον καὶ ἡσυχίαν εἰς τοὺς πολίτας.
2344Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις θὰ συναινέσῃ νὰ
2345ὑποβληθῇ τὸ ζήτημα εἰς ἐπιτροπὴν, ἥτις συντόμως νὰ μελε-
2346τήσῃ τὸ νομοσχέδιον, καὶ μετὰ δύο ἢ τρεῖς ἡμέρας νὰ φέρῃ
2347τὸ πόρισμα τῶν μελετῶν της εἰς τὴν Βουλήν. Διότι φρονῶ,
2348ὅτι πάντες οἱ Βουλευταὶ εἶναι διατεθειμένοι νὰ ψηφίσωσι
2349τοιοῦτο νομοθέτημα, τὸ ὁποῖον ἐκτὸς τῶν ἄλλων νὰ φέρῃ
2350καὶ τὴν ἰσότητα, ὡς εἶπε καὶ ὁ ἐκ Κραναίας ἀξιότιμος
2351συνάδελφος· διότι μεριμνῶμεν μόνον περὶ τῶν πρωτευουσῶν,
2352τῶν Ἀθηνῶν καὶ ἄλλων μεγαλοπόλεων, ἐνῷ ἔξω, εἰς τοὺς
2353δήμους, ὁ λαὸς ὑποφέρει καὶ ἔχει ἀνάγκην ὑποστηρίξεως
2354καὶ συνδρομῆς.
2355Παρακαλῶ λοιπὸν τὴν Κυβέρνησιν νὰ συναινέσῃ, ἵνα τὸ
2356νομοθέτημα αὐτὸ μελετηθῇ καλλίτερον, ὥστε ψηφιζόμενον
2357καὶ ἐφαρμοζόμενον νὰ παράσχῃ πραγματικὴν ὠφέλειαν καὶ
2358ἀσφάλειαν εἰς τὸν λαόν.
2359§111Ι. ΠΑΛΑΣΚΑΣ. Πάντες, Κύριοι, γνωρίζομεν, ὅτι τὸ
2360σύστημα τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας ἀπέτυχε, καὶ διὰ
2361τοῦτο πανταχόθεν σήμερον ζητεῖται ἡ κατάργησις αὐτοῦ.
2362Οἱ ἀξιωματικοὶ ἀστυνόμοι πρέπει νὰ ἐπανέλθουν εἰς τὰς
2363τάξεις τοῦ στρατοῦ, διὰ νὰ χρησιμεύσουν εἰς ἄλλην στιγμήν,
2364διότι παραμένοντες εἰς τὴν ἀστυνομίαν διαφθείρονται. Ἡ
2365στρατιωτικὴ ἀστυνομία πρέπει ν’ ἀντικατασταθῇ διὰ τῆς
2366δημοτικῆς, διότι ὁ πολίτης ἀστυνόμος, ὁ ἐντόπιος, γνωρίζει
2367καλλίτερον τοῦ ἀξιωματικοῦ ἀστυνόμου τὰς ἀνάγκας καὶ τὰ
2368ἔθιμα τοῦ τόπου, καὶ ὡς ἐκ τούτου δύναται νὰ συντελέσῃ
2369περισσότερον εἰς τὴν παγίωσιν τῆς δημοσίας ἀσφαλείας καὶ
2370τάξεως.
2371§112ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει ἄλλος τὸν λόγον;
2372§113ΑΠ. ΖΑΠΠΑΣ. Ὑπάρχει πρότασις τοῦ κ. Πετροπου-
2373λάκη, νὰ παραπεμφθῇ τὸ νομοσχέδιον εἰς ἐπιτροπήν.
2374§114ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑποστηρίζεται ὑπὸ δέκα Βουλευτῶν;
2375§115ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐγειρόμενοι). Μάλιστα.
2376§116ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν τοῦ κυρίου
2377Πετροπουλάκη παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρον-
2378ται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη.
2379§117ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Δι’ ὀνο-
2380μαστικῆς κλήσεως.
2381§118ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν περὶ παρα-
2382πομπῆς τοῦ νομοσχεδίου εἰς ἐπιτροπὴν ἐκ Βουλευτῶν λέ-
2383γουσι Ναί, οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουσιν Ὄχι.
2384(Γίνεται ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως,
2385ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν, ὡς ψηφολεκτῶν, τῶν βουλευ-
2386τῶν Εὐαγγ. Καναβαριώτου καὶ Μιχ. Στελλάκη, καὶ
2387εἶτα ἡ διαλογή, κατὰ τὸ ἑπόμενον πρωτόκολλον
2388ψηφοφορίας)
Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
2389Λέων Μελᾶς ΟΝικόλαος Γουναράκης
2390Στέργιος Μ. Καρανίκας ΟΘεόδωρος Λέκας Ο
2391Ἀνδρ. Παναγιωτόπουλος Ἰσίδωρος Κολιάτσος Ο
2392Κ. Ἀσημακόπουλος ΟΚωνστ. Ἀγγελόπουλος Ο
2393Εὐάγγ. Καναβαριώτης Νικόλαος Α. Στρᾶτος
2394Γεώργιος Μπαλτατζῆς Ἰωάννης Σ. Στάϊκος Ν
2395Κωνστ. Ἀργυρόπουλος ΟΚωνστ. Τοπάλης
2396Δημ. Γ. Μωραΐτης Φίλιππος Γιαννακόπουλος Ο
2397Ἐπαμ. Ἐμπειρῖκος Νικόλ. Σταματιάδης
2398Γεώργιος Πολυγένης ΟΔημ. Καρακίτης
2399Γεώργιος Καρπετόπουλος ΟΚωνστ. Φιλιππίδης
2400Ἰωάννης Ζωγράφος Ἀντών. Καρτάλης
2401Κωνστ. Γ. Καραπάνος ΟΝικόλ. Γουλιμῆς Ν
2402Ἰωάν. Γ. Καραπάνος ΟΚωνστ. Γρίβας Ν
2403Σπυρίδων Ν. Βαρζέλης ΟΚωνστ. Παπανικολῆς
2404Κωνστ. Β. Κοττίκας Θεόδωρος Π. Δηλιγιάννης Ο
2405Δημήτριος Γ. Ράλλης ΟἘπαμ. Ν. Δηλιγιάννης Ο
2406Ἀλέξανδρος Σκουζὲς ΟΠερικλῆς Ἀλεξάκης Ο
2407Κωνστ. Σμολένσκης Παναγ. Ταμπακόπουλος Ο
2408Νικόλαος Λεβίδης ΝἸωάν. Ἀντωνόπουλος Ο
2409Ἀθαν. Μουτσόπουλος ΟΧαρίλαος Τζαννετάκης Ο
2410Ἀντώνιος Ζυγομαλᾶς ΟΓεώργ. Πετροπουλάκης Ν
2411Κυριάκος Λιγυνὸς Μιχαὴλ Φωτιάδης
2412Λάμπρος Καλλιφρονᾶς ΟΒασίλ. Μαστραπᾶς Ν
2413Ἀνδρέας Ψύλλας ΟΚωνστ. Α. Λιδωρίκης
2414Ἀρ. Χ. Ἀναγνωστόπουλος ΟΠαναγιώτης Δ. Πετρίδης Ο
2415Μιχαὴλ Ι. Στελλάκης ΝἈθανάσιος Α. Γκράβας Ο
2416Γεώργ. Π. Καπιτσίνης Ἀναστάσ. Στυμφαλιάδης
2417Πάϊκος Λ. Ρίτσος ΟἈπόστολος Σ. Ζούζουλας Ο
2418Σταμάτιος Μήτσας ΝΚωνστ. Β. Χριστόπουλος
2419Δημ. Τσιτσάρας ΟἌθως Ι. Ρωμᾶνος Ν
2420Δημ. Χατζόπουλος Διονύσιος Π. Βινιεράτος
2421Γεώργ. Ἀλεξανδρόπουλος Κωνσταν. Α. Γεράκης
2422Ἰωάννης Σερπᾶνος Δημήτριος Β. Τραυλὸς
2423Κ. Ἀργασάρης Λομβάρδος ΝΣπυρίδων Ε. Στάης
2424Ἀλέξ. Σπ. Ρώμας Διονύσιος Καλούτσης
2425Γ. Ι. Μελισσηνὸς ΟΝικόλαος Τσοῦχλος
2426Διονύσιος Π. Στεφάνου Π. Σπυράκης Ο
2427Χρ. Ι. Στεφανόπουλος ΝἸωάννης Καλούτσης Ο
2428Ἀνδρ. Ι. Στεφανόπουλος ΝΧαράλαμπος Βοζίκης Ν
2429Ἰωάνν. Ν. Σισίνης Γεώργ. Α. Μαυρομιχάλης Ο
2430Ἀνδρ. Δ. Σπηλιάδης ΝἸωάν. Π. Μελετόπουλος
2431Διον. Π. Παυλόπουλος ΟΠέτρος Ν. Βαρβιτσιώτης
2432Ἰωάν. Θ. Ψημένος Στέφανος Κοπανίτσας
2433Γ. Λ. Κρεστενίτης ΟΓεώργιος Δ. Φικιώρης
2434Δημοσθ. Γ. Δόγκας Ἰωάννης Φίλιος Ο
2435Ν. Δαούτης Κωνσταντ. Καρακίτης
2436Ἰωάνν. Κόλλιας ΟἸωάννης Γιαννακίτσας
2437Λουκᾶς Γ. Μπέλλος Νικόλαος Μπουφίδης Ν
2438Χριστόφ. Ι. Ἀσιμῆς ΟἸωάννης Γ. Λάππας Ο
2439Πέτρος Ν. Δελένδας Περικλῆς Σ. Βαλαωρίτης Ν
2440Β. Μαρκεζίνης Γεώργιος Ι. Σκληρὸς
2441Τηλέμ. Α. Δενδρινὸς Εὐάγγ. Θ. Τσαρλαμπᾶς Ο
2442Γεώργιος Ν. Καλλίνικος ΟΚωνστ. Χαλκιόπουλος Ο
2443Λεωνίδας Π. Πετμεζᾶς Ἀχιλλεὺς Παπαλουκᾶς
2444Ἀλέξανδρος Θ. Ζαΐμης Γκίκας Μάστορης Ο
2445Ἀλέξανδρος Φωτήλας Ἰω. Μπακόπουλος Ο
2446Γεώρ. Χ. Παπαδημητρίου ΟΝικόλ. Τριανταφυλλᾶκος
2447Βασιλάκης Κ. Γιαννουσίου Κωνστ. Κωνσταντόπουλος
2448Αὐγερινὸς Ἀβέρωφ Παναγ. Παπαναστασίου Ο
2449Κωνσταν. Κρίτσας Παναγιώτης Μανέτας Ο
2450Ἰωάννης Δαμηλάτης Ἀθ. Πετρόπουλος Ο
2451Κωνσταντ. Ι. Φλέσσας Ἀθ. Ζέρβας Ο
2452Ἠλίας Π. Μαυρομιχάλης Γεώρ. Ἀναστασόπουλος Ν
2453Κίμων Βελλίνης Γεώργ. Νικολαΐδης Ο
2454Ι. Καφταντζόγλου ΟΚωνσταντῖνος Τρικούπης
2455Ι. Παλάσκας ΟΛεωνίδας Δεληγεώργης Ο
2456Δ. Τερτίπης Περικλῆς Μποῦτος
2457Ι. Καζαμπάκας ΟΠαναγ. Δ. Μερλόπουλος Ο
2458Α. Βασαρδάνης Σπυρ. Α. Κουμουνδοῦρος
2459Κ. Ζωγλόπίτης Ἰωάννης Νικολαΐδης
2460Νικόλαος Μπαλάφας Ἱπποκράτης Ι. Ἀπέργης
2461Νικόλαος Σταματιάδης ΟἈριστομένης Προβελέγγιος
2462Μιχαὴλ Στεφανίδης ΟΠ. Ι. Πρωτοπαπαδάκης Ν
2463Νικόλαος Νικολαΐδης ΟἘλευθέριος Ν. Μυκώνιος
2464Θεμιστοκλῆς Κόλλιας ΟΝικόλαος Κ. Κρίσπης Ν
2465Κωνστ. Γ. Ἱερομνήμων ΝΔημήτριος Ι. Φαρμάκης
2466Ἰωάννης Κ. Ρώτας ΟἸω. Κ. Καλαντζόπουλος Ο
2467Γεώργιος Ν. Θεοτόκης ΝἸωάννης Καναβὸς
2468Μιχαὴλ Ν. Θεοτόκης ΝΘεόδ. Κ. Φαρμακόπουλος Ο
2469Νικόλαος Σ. Μαρκέτης ΝΝικόλ. Κ. Φαρμακόπουλος Ο
2470Ἀλκίνοος Σ. Ζερβὸς Κωνσταντ. Χριστοδούλου
2471Γουλιέλμος Ι. Σκάρπας ΝἈθανάσιος Α. Πετσάλης Ο
2472Σπυρίδων Α. Ἀγάθος ΝΚυριακ. Π. Μαυρομιχάλης Ο
2473Περικλῆς Α. Ἀλαμᾶνος Κωνστ. Δ. Κουμουνδοῦρος
2474Ἠλίας Α. Πολίτης ΝΚυριακ. Λ. Μαυρομιχάλης Ο
2475Σπυρίδων Ι. Δεληγιάννης Φώτιος Π. Μοσχούλας
2476Νικόλαος Α. Παπαλέξης ΝΚ. Εὐθ. Χατζηπέτρος
2477Δημ. Α. Πολυχρονόπουλος ΟΣωτ. Ι. Χατζηγάκης Ο
2478Ἀνδρέας Μονοκροῦσος ΟΓεώργιος Ραδινὸς
2479Νικόλαος Γ. Μαντζαβῖνος Ἀπόστολος Ζάππας
2480Θεόδωρος Α. Βελλιανίτης ΟἨλίας Μπασδέκης Ο
2481Ἀνάργυρος Σιμόπουλος Σπυρίδων Γεωργόπουλος
2482Ἰωάννης Δελμοῦζος Ἀνδρέας Ι. Κεφαλᾶς
2483Δημήτριος Π. Νίκας ΝΕὐστάθιος Κοκκέβης
2484Κ. Δ. Γεροκωστόπουλος Ἀλέξ. Δ. Πανηρόπουλος
2485Ἀχιλλεὺς Χοϊδᾶς ΟΔ. Ἀναστασόπουλος Ο
2486Ἰωάννης Κ. Τσερτίδης ΟἈθ. Νικολίτσας Ο
2487Ἰωάννης Γ. Μ. Ροῦφος Ἀλέξ. Στάϊκος Ο
2488Κωνσταντῖνος Γκότσης ΟΓεώργιος Κορυζῆς Ο
2489Δημήτριος Π. Γούναρης ΝΘεόδωρος Λυμπρίτης Ο
2490Δ. Ἀνδρικόπ. ἢ Μπουκαούρης Λεων. Λαπαθιώτης Ν
2491Γεώργ. Ράλλης Παντελῆς Π. Γκίκας Ο
2492Παναγιώτης Π. Σάκκης ΟἸωάν. Θ. Κουντουριώτης
2493Νικόλαος Α. Μισυρλῆς ΝΝικόλαος Μ. Τσαμαδός
2494Νικόλ. Δ. Ραφτόπουλος ΟΝικόλαος Πλατσῆς
2495Ἰωάννης Α. Βρυώνης ΟΝ. Χατζῖσκος
2496Ἰωάννης Γ. Α. Γεωργιάδης ΟΧαρ. Εὐταξίας
2497Νικόλαος Γ. Λεωνίδας Κ. Δεδούσης
2498Διομήδης Ν. Κυριακὸς ΟΚομνᾶς Τράκας
2499Ἰωάννης Ν. Καλαμάρης ΟΝ. Κοντογιάννης Ο
2500Σταμ. Δ. Βαφειαδάκης Μιχαὴλ Κακαρᾶς
2501Κωνστ. Α. Τσιροπινᾶς Βασίλειος Βουδούρης
2502Ἐμμαν. Ε. Λαδόπουλος Γεώργιος Ἀβέρωφ
2503Ἀντώνιος Π. Βιτάλης ΟΝικόλ. Καλογερόπουλος
2504Ἰωάννης Ν. Σιγάλας ΟΝικόλαος Μαμούνης Ο
2505Κάρολος Μ. Βιτάλης ΟἸωάν. Θ. Βρατσάνος
2506§119ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψήφισαν ἐν ὅλῳ 124. Ἐκ τούτων 31
2507εἶπον Ναὶ καὶ 93 Ὄχι. Ἑπομένως ἡ πρότασις ἀπερρίφθη.
2508Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 1 τοῦ νομοσχεδίου, ὡς ἔχει,
2509παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσό-
2510τεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
2511Ἄρθρον 2. (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτόν,
2512ὡς ἔχει).
2513Ἄρθρον 3 (ἀναγινώσκεται).
2514§120Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομο-
2515σχεδίου ἐπιφυλάσσομαι κατὰ τὴν δευτέραν ἢ τρίτην συζή-
2516τησιν νὰ ὑποβάλω τὰς σκέψεις μου εἰς τὴν Βουλήν. Προ-
2517κειμένης ὅμως τῆς συζητήσεως περὶ τῶν καθέκαστα τοῦ νο-
2518μοσχεδίου, ἔχω παρατηρήσεις τινὰς νὰ προβάλω, μεταξὺ δὲ
2519τούτων καὶ ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 3.
2520Νομίζω ὅτι παρέλκει ἡ διάταξις αὕτη, ἢ τοὐλάχιστον
2521πρέπει νὰ διασαφηνισθῇ ἡ διαδικασία, καθ’ ἣν θ’ ἀποφασί-
2522ζηται ὑπὸ τοῦ Εἰρηνοδίκου ἡ νομιμότης τῆς ἐκλογῆς. Ἡ
2523ἀστυνομία εἶναι κλάδος διοικητικός, ἀνωτέρα δ’ αὐτῆς προϊ-
2524σταμένη ἀρχὴ εἶναι ὁ Νομάρχης, καὶ οὐχὶ ἡ δικαστικὴ ἀρχή·
2525ἐκεῖνος ἄρα ἔδει ν’ ἀποφαίνηται, ἐὰν ἐγένετο παρατυπία τις
2526κατὰ τὴν ἐνέργειαν τῶν κατωτέρω διοικητικῶν ἀρχῶν, καὶ
2527οὐχὶ αἱ δικαστικαὶ ἀρχαί.
2528Ἀλλ’ ὡς ἔχει τὸ ἄρθρον 3, δὲν ὁρίζεται ἐν αὐτῷ, πῶς
2529θὰ γείνῃ ἡ εἰσαγωγὴ παρὰ τῷ Εἰρηνοδίκῃ καὶ ἡ ἐκδίκασις
2530ἐνώπιον αὐτοῦ τῆς νομιμότητος τῆς ἐκλογῆς. Κατ’ ἔνστασιν;
2531κατ’ ἀνακοπὴν τῆς ἀποφάσεως τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου;
2532ἢ θὰ ἐπιληφθῇ αὐτεπαγγέλτως ὁ Εἰρηνοδίκης; Ὁ κ. Ὑπουρ-
2533γὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν παρακαλεῖται νὰ διασαφήσῃ κατὰ
2534τίνα τρόπον θὰ εἰσαχθῇ εἰς τὴν ἔρευναν τοῦ Εἰρηνοδίκου
2535τὸ ζήτημα τῆς νομιμότητος τῆς ἐκλογῆς.
2536§121ΚΥΡ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν
2537Ἐσωτερικῶν). Ὅπως φέρονται τὰ πρακτικὰ ἐνώπιον τοῦ
2538Πρωτοδικείου, οὕτω θ’ ἀποστέλλωνται καὶ ἐνώπιον τοῦ
2539Εἰρηνοδίκου, ὅστις θὰ ἐξετάζῃ τὸ ζήτημα τῆς νομιμότητος
2540τῆς ἐκλογῆς.
2541§122Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸ λέγετε ὑμεῖς, ἀλλὰ
2542τὸ νομοσχέδιον δὲν τὸ λέγει. Ἑπομένως κατὰ τὴν προσε-
2543χῆ συζήτησιν παρακαλῶ νὰ προστεθῇ ὅ,τι λέγει ὁ κύριος
2544Ὑπουργός. Ἐὰν, ὡς εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς, πρόκειται νὰ
2545καθιερωθῇ καὶ ἐνταῦθα ἡ ἐπὶ τῶν δημαιρεσιῶν διαδικασία,
2546εἶναι ἐπιτακτικὸν ν’ ἀναγραφῇ τοῦτο.
2547§123Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Δὲν θὰ ἦναι, νομίζετε, ὀρθὸν, αἱ περὶ τῆς
2548νομιμότητος τῆς ἐκλογῆς ἀποφάσεις νὰ ὦσι δι’ αἰτιολογικῆς
2549ἐκθέσεως; Διότι κατὰ τίνα τρόπον θ’ ἀποφασίζῃ ὁ Εἰρη-
2550νοδίκης;
2551§124Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Πᾶσα ἀπόφασις δικαστικὴ,
2552καὶ τοιαύτη εἶναι καὶ ἡ τοῦ Εἰρηνοδίκου, πρέπει νὰ ἦναι
2553ἠτιολογημένη.
2554§125Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἀλλ’ ἔχω μίαν ἀπορίαν, ἧς παρακαλῶ
2555νὰ γείνῃ διασάφησις. Αὐτοὶ οἱ ἀστυνόμοι προσόντα θὰ ἔχωσι
2556μόνον τὸ νὰ ἦναι πολῖται Ἕλληνες;
2557§126Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Διὰ τὸν δη-
2558μοτικὸν ἀστυνόμον ἔν τινι δήμῳ εἶναι δύσκολον νὰ προσ-
2559διορίσωμεν προσόντα. Τὸ προσὸν εἶναι ἡ ὑπόληψις, ἣν ἔχου-
2560σιν οἱ δημοτικοὶ σύμβουλοι περὶ αὐτοῦ.
2561§127Κ. ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἐπειδὴ ὅμως, κύ-
2562ριε Πρόεδρε, ὑπάρχουσι παραδείγματα δημοτικῶν ἀστυνό-
2563μων, διορισθέντων κατὰ τὸ παρελθὸν, ἀφοῦ διήνυσαν δεκαετῆ
2564περίοδον εἰς τὰς φυλακὰς (ἐπὶ φόνοις καὶ ἄλλαις πράξεσι,
2565καλὸν εἶναι νὰ προστεθῇ ἐδῶ: «ἐὰν δὲν κατεδικάσθησαν
2566ἐπὶ κακουργήματι».
2567§128Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἀλλ’ ἐὰν
2568κατεδικάσθησαν, δὲν ἔχουσι πολιτικὰ δικαιώματα.
2569§129ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Διωρίσθη, κύριε Πρόεδρε, δημοτικὸς
2570ἀστυνόμος, ἄνθρωπος διατελέσας ἐπὶ δεκαετίαν ἐν ταῖς φυ-
2571λακαῖς.
2572§130Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Κατὰ παράβασιν τοῦ νόμου καὶ
2573τῶν ἐπιτηρούντων τὴν ἐφαρμογὴν αὐτοῦ.
2574§131ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Εἶχεν ἀποκατασταθῆ εἰς τὰ δικαιώ-
2575ματά του.
2576§132Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τότε ἔχει τὸ δικαίωμα.
2577§133ΜΟΝΟΚΡΟΥΣΟΣ. Δὲν δύναται νὰ γείνῃ φύλαξ εἰς Σω-
2578φρονιστήριον· δύναται νὰ γείνῃ ἀστυνόμος δημοτικὸς, ὅταν
2579ὑποπέσῃ εἰς τοιαύτην πρᾶξιν;
2580§134ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν αἱ παρατηρήσεις
2581σας κατὰ τὴν δευτέραν ἀνάγνωσιν.
2582Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 3, ὡς ἔχει, παρακαλοῦνται
2583νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ
2584παρεδέχθη.
2585(Ἀναγινώσκονται εἶτα καὶ γίνονται δεκτὰ ἄνευ
2586ἀντιρρήσεως τὰ ἄρθρα 4–9).
2587§135ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 10 (ἀναγινώσκεται). Ἔχει τις
2588τὸν λόγον;
2589§136Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐνταῦθα ὀφείλω νὰ ὑποβάλω
2590παρατηρήσεις τινὰς εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν,
2591τὰς ὁποίας ὑποχρεοῦται νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν, διότι ἄνευ αὐ-
2592τῶν, καὶ ἂν ἐψηφίζετο τὸ νομοσχέδιον, καὶ ἂν εἶχε σκοπὸν
2593ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ τὸ ἐφαρμόσῃ, θὰ εὑρί-
2594σκετο εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ μὴ δύναται νὰ τὸ ἐφαρμόσῃ.
2595Διὰ τοῦ ἄρθρου 10, τὸ ὁποῖον δέον νὰ συνδυάσῃ τις πρὸς τὸ
2596ἄρθρον 22, γεννῶνται αἱ ἑξῆς ἀπορίαι. Τὸ ἄρθρον 10 καθο-
2597ρίζει τὸ προσωπικὸν τῆς Διοικητικῆς Ἀστυνομίας Ἀθηνῶν
2598καὶ Πειραιῶς, καθορίζει τὰ πρόσωπα τῶν ἀξιωματικῶν καὶ
2599τὸ λοιπὸν προσωπικόν, ἐν δὲ τῷ ἄρθρῳ 22 καθορίζεται τὸ
2600ποσὸν τῶν διαφόρων ἀστυφυλάκων. Ἀλλ’ ἐὰν ἐψηφίζετο τὸ
2601ἄρθρον τοῦτο ὡς ἔχει, ἠθέλομεν ἔχει τοὺς ἀξιωματικούς,
2602ὑπολοχαγοὺς ἢ ἀνθυπολοχαγοὺς, ἠθέλομεν ἔχει τὸ προσωπι-
2603κὸν τῶν ἀστυφυλάκων, ἀλλὰ δὲν ἠθέλομεν ἔχει τοὺς ὑπα-
2604ξιωματικοὺς τῆς ἀστυφυλακῆς· διότι ἐν τῷ ἄρθρῳ 10 καθο-
2605ρίζονται ὁ Διευθυντὴς τῆς Ἀστυνομίας, οἱ ἀστυνόμοι ἑκάστου
2606τμήματος, ἐν δὲ τῷ ἄρθρῳ 22 ὁρίζεται τὸ ποσὸν 600 ἀστυ-
2607φυλάκων, ὑπηρετησόντων εἰς τὴν Ἀστυνομίαν Ἀθηνῶν καὶ
2608Πειραιῶς· ὁρίζεται ἔτι, ὅτι εἰς τὴν ὑπηρεσίαν ἑκάστου τμή-
2609ματος τάσσεται εἷς ὑπολοχαγὸς ἀστυνόμος καὶ εἷς ὑπαστυ-
2610νόμος, ἐννοεῖται δ’ ὅτι θὰ κατανεμηθῶσι καὶ οἱ 600 ἀστυ-
2611φύλακες. Παραλείπεται ἐν τῷ ἄρθρῳ, καὶ εἶναι ἀνάγκη νὰ
2612τεθῇ, ὅτι ἐν ἑκάστῳ τμήματι δέον νὰ διορισθῶσι δύο ἐνω-
2613μοτάρχαι βʹ τάξεως καὶ δύο ὑπενωμοτάρχαι, κατὰ τὸν
2614καθεστῶτα νόμον. Δὲν δύναται νὰ λειτουργήσῃ εἷς νόμος μὲ
2615ἀνωτέρους βαθμοφόρους καὶ μὲ ἁπλοῦς ὁπλίτας, ἐὰν δὲν
2616ὑπάρχωσι καὶ ὑπαξιωματικοί. Δὲν ὑπάρχει δὲ καμμία πρό-
2617νοια περὶ τούτων.
2618Εἰς τὰς παρατηρήσεις ταύτας προσθέτω καὶ τοῦτο, κύριε
2619Ὑπουργέ. Ἐν τῷ ἄρθρῳ 22, ἐν ᾧ καταργεῖται ἡ στρατιω-
2620τικὴ ἀστυνομία, ἀναζῇ ἢ μένει ἐν τῇ ζωῇ ὁ θεσμὸς τῶν
2621ἀστυφυλάκων· δὲν προνοεῖτε ὅμως περὶ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν
2622θὰ διορίζωνται οὗτοι. Τοὺς ἀστυφύλακας τοὺς χρησιμο-
2623ποιεῖτε ἐφ’ ὅσον ὑπάρχωσιν ἐκ τοῦ παρελθόντος. Ἀφ’ ἧς
2624ὅμως στιγμῆς ἐκλείψωσι, δὲν ἔχετε καμμίαν θύραν, κανὲν
2625προσὸν πρὸς κατάταξιν αὐτῶν. Ὁ νόμος, τὸν ὁποῖον καταρ-
2626γεῖτε, ὁ ΒΞΘʹ, ἐν τῷ ἄρθρῳ 10 καθορίζει τὸν τρόπον τῆς
2627κατατάξεως, ἀναγράφει τὰ προσόντα, ἄνευ τῶν ὁποίων δὲν
2628δύναται νὰ γείνῃ κατάταξις. Τὸ ἄρθρον 10 τοῦ καταργου-
2629μένου νόμου λέγει: «Κατατάσσεται ἀστυφύλαξ ἐπὶ πεν-
2630ταετεῖ θητείᾳ ὁ κατὰ τὸν περὶ στρατολογίας νόμον μὴ ἀπο-
2631κλειόμενος τῆς στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας, ἄν: —αʹ), βʹ)» κτλ.
2632Ἔχομεν ἕνα ἀριθμὸν ἤδη ἀστυφυλάκων. Οὗτοι ὑποτίθεται
2633ὅτι θὰ ὑπηρετήσωσιν. Ἐὰν δὲν θελήσωσι νὰ ὑπηρετήσωσιν
2634ὑπὸ τὰς διατάξεις τοῦ νέου νόμου, πόθεν θὰ λάβητε τοὺς
2635ἀστυφύλακας, τοὺς ὁποίους βαπτίζετε μὲν μὲ τὸ ὄνομα τῶν
2636ἀστυφυλάκων κατὰ τὸν παλαιὸν νόμον, ἀλλὰ τοὺς ὁποίους
2637εἰσάγετε χωρὶς νὰ καθορίζητε καὶ τὸν τρόπον, καθ’ ὃν
2638θέλετε κατατάξει αὐτοὺς, τὰ προσόντα, τὰ ὁποῖα πρέπει
2639νὰ ἔχωσι, ἵνα καταταχθῶσι; Τίνα πρόνοιαν νομοθετικὴν
2640ἔχετε, ἵνα κατατάξητε αὐτούς; τίνα προσόντα ἀναγράφετε;
2641Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι ἐν τῷ ἄρθρῳ τούτῳ πρέπει νὰ προ-
2642νοήσητε περὶ διατάξεως συμφώνου πρὸς τὸ ἄρθρον 10 τοῦ
2643νόμου τοῦ καταργουμένου περὶ στρατιωτικῆς ἀστυνομίας,
2644διότι αἱ διατάξεις τοῦ ἄρθρου τούτου εἶναι ὀρθαὶ καὶ ἀνα-
2645γράφουσι προσόντα κατάλληλα διὰ τοὺς ἀστυφύλακας.
2646Ἀλλὰ παρουσιάζεται καί τι κενόν, τὸ ὁποῖον ἐν τῇ δια-
2647τάξει ταύτῃ, ἢ ἄλλῃ αὐτοτελεῖ, εἶναι ἀπαραίτητος ἀνάγκη
2648νὰ καθορίσητε. Ἐν ἄρθρῳ 20, ὡς καὶ ἐν ἄλλῳ ἄρθρῳ τοῦ
2649νομοσχεδίου, λέγετε, ὅτι «οἱ ἀστυφύλακες ἀποβάλλονται τῆς
2650ὑπηρεσίας καὶ πρὸ τῆς λήξεως τῆς θητείας των». Ἔχον-
2651τες ὅμως ὑπ’ ὄψιν, κύριε Ὑπουργέ, τὸν νόμον τῆς στρα-
2652τιωτικῆς ἀστυνομίας, κατὰ τὸν ὁποῖον καθορίζονται τὰ
2653προσόντα τοῦ ἀστυφύλακος καὶ ὁ χρόνος τῆς θητείας, λέ-
2654γετε ὅτι πρὸ τῆς λήξεως τῆς θητείας γίνεται τοῦτο. Ἀλλὰ
2655ὁρίζετε ἐν τῷ νόμῳ τούτῳ τὴν θητείαν τοῦ ἀστυφύλακος; ἢ
2656τὴν ἀφίνετε εἰς τὴν θέλησιν τοῦ κατατασσομένου; Εἶναι
2657λοιπὸν ἄλλη ἔλλειψις αὕτη, ἥτις δέον νὰ πληρωθῇ.
2658Ἑπομένως τρία εἶναι τὰ αἰτούμενα διὰ τῶν παρατηρή-
2659σεών μου τούτων. Πρῶτον, ὅτι πρέπει ἐν τῷ ἄρθρῳ νὰ
2660τεθῇ ἀπαραιτήτως μετὰ τὸ: «Τάσσονται δ’ ὑπὸ τὰς δια-
2661ταγὰς αὐτοῦ εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῆς Διευθύνσεως τῆς Διοι-
2662κητικῆς Ἀστυνομίας, ἐν ἑκάστῳ μὲν τῶν ἀστυνομικῶν τμη-
2663μάτων ἑκατέρας τῶν δύο πόλεων ἀνὰ εἷς ὑπολοχαγὸς, ὡς
2664ἀστυνόμος, καὶ ἀνὰ εἷς ἀνθυπολοχαγὸς, ὡς βοηθὸς αὐτοῦ»,
2665ἡ φράσις «δύο ἐνωμοτάρχαι βʹ. τάξεως καὶ δύο ὑπενωμο-
2666τάρχαι».
2667§137ΚΥΡ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν
2668Ἐσωτερικῶν). Μάλιστα.
2669§138Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Συμφωνεῖτε;
2670§139ΚΥΡ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Μάλιστα.
2671§140Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Δεύτερον, δέον νὰ καθορι-
2672σθῶσι τὰ προσόντα τῶν ἀστυφυλάκων, συμφώνως τῷ ἄρθρῳ,
2673τὸ ὁποῖον καταργεῖται, καὶ τρίτον, ἐνῷ ὁμιλεῖτε περὶ θη-
2674τείας, δὲν καθορίζετε τὸν χρόνον τῆς θητείας. Τρίτον λοι-
2675πὸν εἶναι ὁ χρόνος τῆς θητείας, περὶ τῆς ὁποίας δέον νὰ τεθῇ
2676ἰδίᾳ διάταξις.
2677§141Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὰ προσόντα
2678τῶν ἀστυφυλάκων καὶ ἡ διάρκεια τῆς θητείας αὐτῶν θέ-
2679λουσι κανονισθῆ δι’ ἰδίου νομοσχεδίου.
2680§142Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἀλλὰ παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε, νά
2681μοὶ εἴπητε, ἐὰν ὁ νόμος αὐτὸς θὰ ἦναι διαρκὴς ἢ προσω-
2682ρινός.
2683§143Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Διαρκέ-
2684στατος, ἐν ὅσῳ δὲν καταργηθῇ δι’ ἄλλου.
2685§144Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἐὰν εἶναι διαρκὴς, τότε δὲν ἐννοῶ
2686τὴν ἔννοιαν τῆς διατάξεως, καθ’ ἣν ἀναστέλλεται ἡ κατά-
2687ταξις τῶν ἀστυφυλάκων· διότι, ὅταν ἔχητε διάταξιν νόμου,
2688διὰ τῆς ὁποίας λέγετε, ὅτι ἀναστέλλεται ἡ κατάταξις τῶν
2689ἀστυφυλάκων, χωρὶς νὰ ὁρίζητε καὶ πότε παύει ἡ ἀναστολὴ,
2690θὰ εὑρεθῆτε ἡμέραν τινὰ ἄνευ ἀστυφυλάκων· ὁ δὲ νόμος βα-
2691σίζεται ἐπὶ ὑπαρχούσης ἀστυφυλακῆς.
2692Τώρα ἡ διάταξις εἶναι ῥητή· ἀπὸ τῆς ἐκδόσεως τοῦ νό-
2693μου τούτου, λέγει τὸ ἄρθρον, ἀναστέλλεται πᾶσα κατάταξις
2694ἀστυφυλάκων. Ἐννοεῖται ὅτι ὅλοι γνωρίζομεν, ὅτι διὰ τῆς
2695λήξεως τῆς θητείας ἢ διὰ θανάτου θέλει ἐλαττωθῆ ὁ ἀριθμὸς
2696τῶν ἀστυφυλάκων. Ἀλλ’ ὅταν φθάσητε κάτω τοῦ ἀριθμοῦ
2697τοῦ ὑπὸ τοῦ νόμου προβλεπομένου, τί θὰ γείνῃ; Διὰ τοῦτο
2698νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ μελετηθῇ τὸ ἄρθρον τὸ ἀναστέλλον
2699ἀπολύτως τὴν κατάταξιν, καὶ νὰ ὁρισθῇ, ὅτι ἀναστέλλεται
2700ἡ κατάταξις μέχρις οὗ ὁ ἀριθμὸς τῶν ἀστυφυλάκων περιο-
2701ρισθῇ εἰς τὸν δεῖνα ἀριθμόν· διότι ἄλλως θὰ ἔχητε ἀνάγκην
2702νὰ προβῆτε εἰς κατάταξιν.
2703Ὑπέβαλον τὰς παρατηρήσεις ταύτας, διότι ὁ κανονισμὸς
2704τῶν προσόντων τῶν ἀστυφυλάκων κλπ. οὐδεμίαν σημασίαν
2705θὰ ἔχῃ, ἐν ὅσῳ ὑπάρχει ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου, δι’ ἧς ἀνα-
2706στέλλεται πᾶσα κατάταξις.
2707§145Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἀναγρά-
2708φεται ἡ διάταξις αὕτη τῆς ἀναστολῆς τῆς κατατάξεως,
2709διότι ὁ ὑπάρχων ἀριθμὸς τῶν ἀστυφυλάκων ὑπερβαίνει τὰς
2710ἀνάγκας, τὰς ὁποίας ἐκρίναμεν ὅτι ἔχομεν. Κατὰ τὸν νό-
2711μον τοῦτον ἀρκοῦσι 1100–1200 ἀστυφύλακες, ἔχομεν δὲ
27122200 περίπου. Διὰ τοῦτο ἀνεγράφη ἡ διάταξις, ἵνα ἀνα-
2713σταλῇ ἡ περαιτέρω κατάταξις, μὴ αὐξηθῇ δὲ καὶ περαιτέρω
2714ὁ ἀριθμὸς τῶν ἀνδρῶν τῆς ἀστυφυλακῆς. Ἀλλὰ κατὰ τὴν
2715ἐμὴν γνώμην αἱ διατάξεις περὶ κατατάξεως τῶν ἀστυφυ-
2716λάκων καὶ περὶ τῆς διαρκείας τῆς θητείας αὐτῶν καὶ περὶ
2717τῆς ἀποβολῆς αὐτῶν χρήζουσιν ἀναθεωρήσεως. Διὰ τοῦτο
2718θέλει συνταχθῆ νομοσχέδιον ἴδιον περὶ τούτου, τὸ ὁποῖον
2719θέλει κανονίσει κατὰ τρόπον ἴσως κατά τι διάφορον τοῦ
2720νῦν κανονίζοντος τὰ περὶ τούτου.
2721§146Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸ ἄρθρον
272220 λέγει, ὅτι «οἱ ἀστυφύλακες ἀποβάλλονται τῆς ὑπηρε-
2723σίας καὶ πρὸ τῆς λήξεως τῆς θητείας των». Ἔχομεν λοιπὸν
2724τὴν λέξιν «θητείαν». Ἀφοῦ δὲ τὴν ἔχομεν ἐν τῷ νόμῳ
2725τούτῳ, δέον νὰ καθορίσωμεν πόση εἶναι ἡ θητεία· τριετής;
2726πενταετής;
2727§147Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐν ὅσῳ
2728δὲν τροποποιηθῇ ὁ νόμος περὶ ἀστυφυλακῆς,—εἴπομεν δὲ,
2729ὅτι θέλομεν εἰσαγάγει νομοσχέδιον περὶ τούτου,—ἰσχύει ἡ
2730διὰ τοῦ κρατοῦντος νόμου ὡρισμένη θητεία.
2731§148Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἀλλὰ τότε ὅλαι αὗται αἱ διατάξεις
2732δύνανται νὰ μὴ ὑπάρξωσιν, ὡς καὶ ἡ διάταξις ἡ ὁποία ἀνα-
2733στέλλει τὴν κατάταξιν ἀστυφυλάκων.
2734§149Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Διατὶ δύναται νὰ μὴ ὑπάρξῃ ἡ
2735περὶ ἀναστολῆς διάταξις;
2736§150Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Καλῶς προνοήσαντες ἐδῶ δὲν ὁρίζετε
2737μέχρι ποίου σημείου ἡ ἀναστολὴ φθάνει. Δὲν πρόκειται
2738τότε περὶ διαρκοῦς νομοσχεδίου.
2739§151Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἡ ἀναστολὴ ἰσχύει ἐφ’ ὅσον
2740ἰσχύει ὁ ὑπάρχων νόμος περὶ ἀστυφυλακῆς. Τὸ νομοσχέδιον,
2741διὰ τοῦ ὁποίου θέλουσιν ὁρισθῆ αἱ διατάξεις τῶν προσόντων,
2742τῆς θητείας καὶ τῆς ἀφέσεως, αὐτὸ θέλει κανονίσει καὶ
2743τὴν παῦσιν τῆς ἀναστολῆς τῆς κατατάξεως. Ἐν ὅσῳ τὸ
2744νομοσχέδιον αὐτὸ δὲν συνταχθῇ καὶ ψηφισθῇ, διατὶ πρέπει
2745νὰ ἐπιτρέπωμεν ν’ αὐξήσῃ ὁ ὑπάρχων ἀριθμός;
2746§152Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ὥστε δι’ ἄλλου νομοσχεδίου θὰ μετα-
2747βληθῇ ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου τούτου.
2748Καὶ ἄλλην μίαν παρατήρησιν ἤθελον νὰ κάμω, ἢ μᾶλλον
2749μίαν ἄλλην ἐξήγησιν ἤθελον νὰ ζητήσω. Θὰ δώσητε εἰς
2750τοὺς δήμους ἀστυφύλακας, ὁσάκις οἱ δῆμοι ζητῶσιν ἀστυ-
2751φύλακας, διότι ὑπάρχει ἡ φράσις ἐν τῷ νόμῳ «ἐκ τῶν ἐν τῷ
2752σώματι τῆς ἀστυφυλακῆς κατατεταγμένων». Ἐρωτῶ, ἐκ
2753τῶν σήμερον κατατεταγμένων; ἢ, προκειμένου περὶ διαρκοῦς
2754νόμου, πάντοτε θὰ δίδητε ἀστυφύλακας;
2755§153Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τώρα ἔχομεν, κατὰ τὸν προϋ-
2756πολογισμόν, ὃν εἰσηγάγομεν διὰ τὸ ἔτος 1903, ἀστυφύ-
2757λακας 2132.
2758§154Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ἐκ τῆς μακρᾶς συζητήσεως μοὶ
2759ἐγεννήθησαν δύο ἀπορίαι, καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν
2760τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ μοὶ δώσῃ ἐξήγησιν. Πρῶτον ἐπιθυμῶ
2761νὰ μάθω, καταργεῖται ἢ οὔ ὁ ὑφιστάμενος νόμος; Ἐὰν
2762καταργῆται ἐν μέρει, ποῖαι διατάξεις καταργοῦνται καὶ
2763ποῖαι μένουσιν ἐν ἰσχύϊ; Διότι, ὡς παρατηρεῖτε, ἐνιαχοῦ ἀνα-
2764φέρεται, ὅτι διατηρεῖται τὸ καθεστὼς· ἀναφέρεται δὲ οὕτως,
2765ὥστε δὲν μένει ἀμφιβολία, ὅτι διατηρεῖται τὸ καθεστώς·
2766εἰς ἐνίσχυσιν δ’ ἔρχεται ἡ ἀγόρευσις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν
2767Ἐσωτερικῶν, ὅστις εἶπεν, ὅτι ἐν ὅσῳ δὲν προβληθῇ νέος
2768νόμος, ἰσχύουσιν αἱ διατάξεις τοῦ ὑπάρχοντος. Εὐλόγως
2769λοιπὸν γεννᾶται ἡ ἀπορία, ὑφίσταται ἢ καταργεῖται ἡ νῦν
2770ἰσχύουσα ἀστυνομία; καὶ κατὰ πόσον καταργεῖται; Γίνεται
2771δ’ ἐνταῦθα καὶ μία καινοτομία· δηλαδὴ παραδέχεται τὸ
2772νομοσχέδιον, ὅτι δύναται νὰ διορισθῇ Διευθυντὴς τῆς Ἀστυ-
2773νομίας Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς καὶ ἀπόστρατος ἀνώτερος
2774ἀξιωματικὸς, ὁ ὁποῖος εἶναι πολίτης. Ἐγὼ δὲν ἔχω ἀντίρ-
2775ρησιν εἰς τοῦτο, ἀλλὰ θέλω νὰ ἐπεκταθῇ ἡ διάταξις καὶ νὰ
2776διορίζηται καὶ πολίτης· διότι, ἀφοῦ δίδομεν τὸ δικαίωμα
2777εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ διορίζῃ ἀπόστρατον, ὅστις εἶναι πο-
2778λίτης, διατὶ νὰ μὴ ἐπιτρέψωμεν σαφῶς, ὅπως διορίζηται
2779καὶ πολίτης, τὸ ὁποῖον θὰ ἦτο προτιμότερον;
2780§155Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι ἐπιτακτικὴ ἡ
2781διάταξις.
2782§156ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ἐγὼ δὲν λέγω νὰ γείνῃ ἐπιτακτική.
2783Ἐγὼ ἀρκοῦμαι εἰς τὸ ἐνδεικτικὸν τῆς διατάξεως, ἀλλ’ ἐπι-
2784θυμῶ νὰ μὴ περιορίζηται ἡ ἐνδεικτικότης αὐτῆς μέχρι τοῦ
2785ἀποστράτου, ἀλλὰ νὰ ἐπεκταθῇ καὶ ἐπὶ παντὸς πολίτου,
2786ἀφοῦ πολίτης εἶναι καὶ ὁ ἀπόστρατος, πολίτης μάλιστα
2787θεωρούμενος ἀνίκανος δι’ ὡρισμένην δημοσίαν ὑπηρεσίαν.
2788§157Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ κ. Βου-
2789λευτὴς ἐκ Λεβαδείας ἐπρότεινε τὴν ἑξῆς θεωρίαν· ἀξιωμα-
2790τικὸς ἐν ἀποστρατείᾳ εἶναι πολίτης, ἄρα διορίζομεν πολί-
2791την, καὶ ἑπομένως δύναται καὶ πολίτης νὰ διορισθῇ ἀστυ-
2792νόμος ἐν Ἀθήναις, τῇ πρωτευούσῃ τοῦ Κράτους. Ἀλλὰ
2793τοῦτο δὲν ἐξάγεται ἐκ τοῦ νόμου. Ὁ νόμος διατάσσει,
2794ὅτι δύναται νὰ διορισθῇ καὶ ἀπόστρατος ἀξιωματικός. Τί
2795εἶναι ἀπόστρατος; Εἶναι πολίτης, ὅστις ὑπηρέτησεν ὡς
2796ἀξιωματικός, εἶναι ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος φέρει τὰ προσόντα
2797ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἔπρεπε νὰ ἔχῃ καὶ ἂν ἦτο ἐν ἐνεργείᾳ.
2798Ὅσον ἀφορᾷ τὴν παρατήρησιν, τίνες διατάξεις τοῦ ὑπάρ-
2799χοντος νόμου ἰσχύουσι καὶ τίνες ὄχι, τοῦτο προκύπτει ἐκ
2800τῆς μελέτης τοῦ νομοσχεδίου. Ἐὰν ὑπάρχῃ διάταξις καταρ-
2801γοῦσα τὸν νόμον, τοῦτο θέλει διατάττεσθαι ῥητῶς. Πᾶσαι
2802λοιπὸν αἱ διατάξεις αἱ μὴ μετατρεπόμεναι ἰσχύουσι.
2803§158ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ἀποδέχομαι τὴν πρώτην παρατήρησιν
2804τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Ὡς πρὸς τὸ ἕτερον ζήτημα, ἔδωκεν
2805ἀπάντησιν, τὴν ὁποίαν ἀνέμενον καὶ ἡ ὁποία συντελεῖ εἰς
2806τὸ νὰ γείνῃ εὐρυτάτη συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομο-
2807σχεδίου· διότι παρεδέχθη καὶ ἐπανέλαβεν, ἵνα τονισθῇ καλῶς,
2808ὅτι ὁ ἀπόστρατος ἀξιωματικὸς εἶναι πολίτης, ἀλλ’ ὑπηρέ-
2809τησεν ὡς ἀξιωματικός, καὶ ἑπομένως ἀπέκτησεν ὅλα τὰ
2810προσόντα, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ ἔχῃ ὡς Διευθυντὴς τῆς Ἀστυ-
2811νομίας. Τοῦτο θὰ χρησιμεύσῃ εἰς τὴν Βουλήν.
2812§159Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἔχει ὅλα τὰ προσόντα, τὰ
2813ὁποῖα πρέπει νὰ ἔχωσιν ἐκεῖνοι, τοὺς ὁποίους καλεῖ ὁ νόμος.
2814§160Ι. ΣΤΑΙΚΟΣ. Ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνή-
2815σεων ἐδήλωσεν, ὅτι μετὰ τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ ὑπὸ συζήτησιν
2816νομοσχεδίου θέλει ὑποβληθῆ ἕτερον, συμπληροῦν ἐλλείψεις
2817τινὰς αὐτοῦ.
2818§161Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Περὶ ἀστυ-
2819φυλάκων.
2820§162Ι. ΣΤΑΙΚΟΣ. Νομίζω ὅτι ἡ ὑποβολὴ ἑτέρου νομοσχε-
2821δίου, σχετικοῦ πρὸς τὸν νόμον, θέλει παρατείνει τὰς ἐργασίας
2822τῆς Βουλῆς ὡς ἐκ τῶν νέων συζητήσεων, αἵτινες θ’ ἀρχί-
2823σωσι. Δὲν βλέπω λοιπὸν τὸν λόγον, δι’ ὃν ὁ κ. Πρωθυπουρ-
2824γὸς καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν δὲν τροποποιοῦσι
2825τὸ συζητούμενον νομοσχέδιον καὶ δὲν προσθέτουσιν ἄρθρα
2826τινὰ, ἵνα ἔχωμεν ἓν νομοσχέδιον πρὸς συζήτησιν. Τὸ νὰ
2827λέγωσιν ὅτι θέλουσιν ὑποβάλει καὶ ἕτερον νομοσχέδιον, τοῦτο
2828σημαίνει, ὅτι τὸ ὑποβληθὲν δὲν ἐμελετήθη καλῶς. Ἐν τούτοις
2829θὰ ἐξακολουθήσωμεν συζητοῦντες ἐπὶ τοιούτου νομοσχεδίου,
2830τὸ ὁποῖον θὰ παρατείνῃ τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς, καὶ ἀφοῦ
2831παραταθῶσιν αὗται, θὰ χαρακτηρισθῶμεν ἡμεῖς, ὅτι δὲν ἐρ-
2832γαζόμεθα ὡς πρέπει. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν νο-
2833μίζω ὅτι ἔχει καθῆκον νὰ φέρῃ πᾶσαν τροποποίησιν, τὴν
2834ὁποίαν ἤθελε νομίσει ὀρθὴν, ἀπὸ τοῦδε, ἵνα μὴ ἐπανερχώ-
2835μεθα ἐπὶ τὰ αὐτά.
2836§163Α. ΨΥΛΛΑΣ. Μία παρατήρησιν ἔχω νὰ ὑποβάλω, καὶ
2837παρακαλῶ νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν.
2838Εἶναι γνωστὸν, ὅτι ἡ πόλις τοῦ Πειραιῶς ηὔξησε κατα-
2839πληκτικῶς, καὶ πλησιάζει νὰ ἔχῃ πληθυσμὸν 60,000 κατοί-
2840κων· διὰ τοῦτο τὰ ἀστυνομικὰ τμήματα αὐτῆς πρέπει
2841ν’ αὐξήσωσι. Βεβαίως δὲν πρέπει ἡ πόλις τοῦ Πειραιῶς νὰ
2842χωρισθῇ τῆς Διευθύνσεως τῆς Ἀστυνομίας Ἀθηνῶν, διότι
2843ὁ Πειραιεὺς εἶναι ἐπίνειον τῶν Ἀθηνῶν. Ἀλλ’ ἐν Πειραιεῖ
2844πλὴν τῆς αὐξήσεως τῶν τμημάτων, τὴν ὁποίαν θεωρῶ ἀναγ-
2845καίαν, δύναται νὰ ὁρισθῇ εἷς ἀξιωματικός, λοχαγὸς ἢ ὑπο-
2846λοχαγός, διὰ τὴν διεύθυνσιν τῶν τμημάτων τούτων.
2847§164ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 10, ὡς ἔχει,
2848παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσό-
2849τεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
2850(Ἀναγινώσκονται εἶτα καὶ γίνονται δεκτὰ ἄνευ
2851ἀντιρρήσεως τὰ ἄρθρα 11–13).
2852§165ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 14 (ἀναγινώσκεται).
2853§166Ι. ΣΤΑΙΚΟΣ. Παρακαλῶ νὰ διασαφηνισθῇ, ἂν ὁ ἀνώτε-
2854ρος ἀξιωματικὸς θὰ λαμβάνῃ τὴν σύνταξίν του ἥμισυν,
2855καὶ ποῖον. Διότι ἐν τῷ ἄρθρῳ ὁρίζεται, ὅτι οἱ ἀξιωματικοὶ
2856οἱ ἐκτελοῦντες ἀστυνομικὰ καθήκοντα λαμβάνουσι τὸν
2857μισθόν των· ἀλλ’ ἂν ἡ ὑπηρεσία θέλῃ νὰ διορίσῃ ἀξιωμα-
2858τικοὺς ἐν ἀποστρατείᾳ, πρέπει νὰ ὁρισθῇ καὶ ὁ μισθός, διότι
2859αὐτοὶ λαμβάνουν σύνταξιν καὶ οὐχὶ μισθόν.
2860§167Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὰς ἀπο-
2861ρίας ταύτας λύει ὁ νόμος περὶ δημοσίου λογιστικοῦ. Κατ’
2862αὐτὸν οὐδεὶς δύναται νὰ λαμβάνῃ σύνταξιν καὶ μισθοδο-
2863σίαν. Οἱ ἀξιωματικοὶ οἱ ἔχοντες σύνταξιν, διοριζόμενοι δύ-
2864νανται νὰ ἐκλέξωσιν, ἐὰν θέλωσι, νὰ λαμβάνωσι τὴν σύν-
2865ταξιν ἢ τὸν μισθόν των.
2866§168ΣΤΑΙΚΟΣ. Ποῖον μισθόν; Διότι αὐτοὶ ἀποστρατευό-
2867μενοι λαμβάνουσιν ἕνα βαθμὸν περισσότερον.
2868§169Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τὸν μισθὸν, ὃν εἶχον ὅτε ἦσαν
2869ἐν ἐνεργείᾳ.
2870§170Ι. ΣΤΑΙΚΟΣ. Ὑμεῖς ἐννοεῖτε, ὅτι ὁ ἀποστρατευόμενος
2871ἀξιωματικός, διοριζόμενος ἐν τῇ ἀστυνομίᾳ, θὰ λαμβάνῃ τὸν
2872μισθὸν τοῦ βαθμοῦ, ὃν εἶχεν ἀποστρατευθείς· ἀλλὰ δὲν δύ-
2873ναται ἐπανερχόμενος νὰ λάβῃ τὸν μισθὸν τοῦ ἐν ἐνεργείᾳ
2874ἀξιωματικοῦ ἄνευ νόμου. Οἱ ἀξιωματικοί, ὡς γνωρίζετε,
2875ἀποστρατευόμενοι καρποῦνται τοῦ εὐεργετήματος νὰ λαμ-
2876βάνωσιν ἕνα βαθμὸν ἀνώτερον· πῶς εἶναι λοιπὸν δυνατόν,
2877διορίζοντες ἀστυνόμον ἕνα συνταγματάρχην, νὰ τοῦ δώσητε
2878τὸν μισθὸν τοῦ ἀντισυνταγματάρχου; Τοῦτο εἶναι πλημ-
2879μελές, καὶ ἐπιτρέψατέ μοι νὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ μελετή-
2880σητε αὐτὸ τὸ ζήτημα.
2881§171Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Κατ’ ἐμὲ,
2882δὲν ὑπάρχει ζήτημα· εἶναι τὸ πρᾶγμα ἁπλούστατον. Ὁ
2883Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν διὰ διατάγματος διορίζει ἕνα
2884ἀπόστρατον ἀξιωματικὸν ὡς Διευθυντήν· ὁ ἀξιωματικὸς αὐ-
2885τὸς δὲν λαμβάνει μισθὸν ἐνεργείας, ἀλλὰ τὸν μισθὸν τοῦ
2886βαθμοῦ του. Δὲν ἐξετάζεται ποῖον μισθὸν ἐλάμβανεν ἐν τῷ
2887βαθμῷ, ὃν εἶχεν, ὅτε ἦτο ἐν ἐνεργείᾳ, ἀλλὰ ποῖος ὁ μισθὸς
2888τοῦ βαθμοῦ, ὃν ἔχει.
2889§172Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Νομίζω, ὅτι κατ’ ἄλλον τρόπον
2890δύναται τὸ ζήτημα νὰ λυθῇ, ἀποδιδομένου εἰς τὸν Διευθυν-
2891τὴν τῆς Ἀστυνομίας τοῦ μισθοῦ, ὃν εἶχεν ἡ θέσις αὕτη,
2892ἀναλόγως τοῦ βαθμοῦ, ὃν ἔφερεν ἐν τῇ ἱεραρχίᾳ.
2893§173Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ μισθὸς,
2894ὃν ἐλάμβανεν ὁ Διευθυντὴς τῆς Ἀστυνομίας, ὅτε δὲν ὑπῆρ-
2895χεν ἡ στρατιωτικὴ ἀστυνομία, ἦτο ὁ μισθὸς τοῦ Νομάρχου,
2896καὶ ἐπειδὴ ὁ μισθὸς τοῦ Νομάρχου ἦτο τότε 480 δραχμαί,
2897ὁ Διευθυντὴς τῆς Ἀστυνομίας ἐλάμβανε 480 δραχμάς.
2898Ἀλλὰ κατὰ τὸ νομοσχέδιον Διευθυντὴς τῆς Διοικητικῆς
2899Ἀστυνομίας Ἀθηνῶν–Πειραιῶς διορίζεται ἀνώτερος ἀξιω-
2900ματικός, ὁ ὁποῖος εἶναι εἴτε ἐν ἐνεργείᾳ, εἴτε ἀπόστρατος.
2901Ποῖον μισθὸν ἐλάμβανεν ἐν τῷ στρατῷ ὁ ἐν ἐνεργείᾳ, δυνά-
2902μει τοῦ βαθμοῦ, τὸν ὁποῖον ἔχει; Εἶναι ἀντισυνταγμα-
2903τάρχης; ἐλάμβανε τὸν μισθὸν τοῦ ἀντισυνταγματάρχου·
2904ἀλλ’ ἀποστρατευθεὶς προὐβιβάσθη εἰς συνταγματάρχην· ὡς
2905Διευθυντὴς θέλει λαμβάνει τὸν μισθὸν τοῦ συνταγματάρχου.
2906§174Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Νομίζω, ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουρ-
2907γικοῦ Συμβουλίου κατέληξεν εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι δύνα-
2908ται νὰ διορισθῇ Διευθυντὴς τῆς Ἀστυνομίας Ἀθηνῶν–Πει-
2909ραιῶς καὶ ὑποστράτηγος· ἀλλ’ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει δί-
2910καιον εἶναι νὰ κανονισθῇ καὶ δι’ αὐτὸν μία ἀποζημίωσις.
2911(Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 14, ὡς ἔχει. Μεθ’ ὃ
2912ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 15
2913καὶ 16 ἄνευ ἀντιρρήσεως).
2914§175ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 17 (ἀναγινώσκεται).
2915§176Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐν τῷ ἄρθρῳ 17 § βʹ ἀνα-
2916φέρεται, ὅτι «καὶ οἱ ἀστυφύλακες πρώτης τάξεως προβιβά-
2917ζονται καὶ ἐκ τοῦ βαθμοῦ τούτου εἰς τὸν τοῦ ὑπενωμο-
2918τάρχου, καὶ ἐκ τοῦ βαθμοῦ τούτου εἰς τὸν τοῦ ἐνωμοτάρχου
2919βʹ τάξεως, προτάσει τοῦ προϊσταμένου αὐτῶν Ἀστυνόμου,
2920ὑποστηριζομένῃ ἠτιολογημένως ὑπὸ τοῦ Νομάρχου». Ἐν τοῖς
2921ἄλλοις νόμοις περὶ τῆς χωροφυλακῆς καὶ ἀστυφυλακῆς ὑπάρ-
2922χει νομοθετικὴ διάταξις ἀκριβεστέρα καὶ ὀρθοτέρα, ὁρίζουσα
2923τὸν τρόπον τῆς προαγωγῆς. Ἀνάλογον διάταξιν δυνάμεθα
2924νὰ περιλάβωμεν καὶ ἐνταῦθα, καὶ νὰ μὴ περιορισθῶμεν εἰς
2925τὴν ὑποστήριξιν τοῦ Νομάρχου. Νομίζω ὅτι ἡ παρέμβασις
2926τοῦ Νομάρχου πρὸς προβιβασμὸν παρέλκει.
2927§177ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Εἰς τὴν δευτέραν συζήτησιν!
2928(Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 17, ὡς ἔχει. Μεθ’ ὃ ἀνα-
2929γινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 18 καὶ
293019 ἄνευ ἀντιρρήσεως).
2931§178ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 20 (ἀναγινώσκεται).
2932§179Ι. ΣΤΑΪΚΟΣ. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν
2933Ἐσωτερικῶν νὰ ὑποβάλω παρατήρησίν τινα ἐπὶ τοῦ ἄρθρου
293420. Κατὰ τὸ ἄρθρον τοῦτο, ἐδάφ. βʹ, «οἱ ἀστυφύλακες ἀπο-
2935βάλλονται τῆς ὑπηρεσίας, ἐὰν κατεδικάσθησαν ἐπὶ πλημ-
2936μελήματι εἰς ποινὴν ἀνωτέραν τῆς τριμήνου φυλακίσεως».
2937Ἀλλ’ εἶναι ἐνδεχόμενον, ἀστυφύλακες ὑποπεσόντες εἰς δια-
2938φόρους ἐγκληματικὰς πράξεις νὰ καταδικασθῶσι δεκάκις ἐπὶ
2939πλημμελήματι, ἀλλ’ οὐδέποτε ἡ ποινὴ αὐτῶν νὰ ὑπερβῇ
2940τὴν τρίμηνον φυλάκισιν. Ὁ τοιοῦτος ἀστυφύλαξ δὲν νομίζω
2941ὅτι πρέπει νὰ παραμένῃ εἰς τὰς τάξεις τῆς χωροφυλακῆς.
2942Διὰ τοῦτο θὰ παρακαλέσω τὸν ἀξιότιμον κ. Ὑπουργὸν τῶν
2943Ἐσωτερικῶν νὰ προσθέσῃ μετὰ τὸ βʹ ἐδάφιον διάταξιν, καθ’
2944ἣν νὰ ἀποβάλλωνται τῆς ὑπηρεσίας καὶ οἱ καταδικασθέν-
2945τες ἐπὶ πλημμελήματι δὶς ἢ τρὶς τοῦ ἔτους εἰς ποινὴν ὑπερ-
2946βαίνουσαν τὴν δεκαπενθήμερον φυλάκισιν. Ὡς ἔχει σήμερον
2947ἡ διάταξις τοῦ ψηφιζομένου νόμου, ἔχω τὴν ἰδέαν, ὅτι οὐδεὶς
2948ἀστυφύλαξ, ὑποπεσὼν εἰς ἐγκληματικὴν πρᾶξιν, δι’ ἣν ἐτι-
2949μωρήθη μὲ φυλάκισιν μικροτέραν τῆς τριμήνου, θὰ ἀποπεμ-
2950φθῇ τῶν τάξεων τῆς ἀστυφυλακῆς.
2951§180Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ἀκριβῶς διὰ τὴν περίπτωσιν, δι’
2952ἣν ὁμιλεῖτε, ἐτέθη τὸ ἐδάφιον γʹ, ὁρίζον ὅτι τῇ προτάσει
2953τοῦ προϊσταμένου του καὶ τῇ γνωμοδοτήσει τοῦ Νομάρχου
2954ἀποβάλλεται τοῦ σώματος τῆς ἀστυφυλακῆς πᾶς παρεκ-
2955τρεπόμενος ἀστυφύλαξ.
2956§181ΣΤΑΪΚΟΣ. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι τὸ ἐδά-
2957φιον γʹ πραγματεύεται περὶ πράξεων μὴ ὑπαγομένων εἰς
2958τὴν ἁρμοδιότητα τῶν ποινικῶν δικαστηρίων· τὸ ἐδάφιον γʹ
2959εἶναι ὅλως ξένον πρὸς τὴν τροπολογίαν.
2960§182Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι εἰς τὸ ἐδάφιον
2961βʹ πρέπει νὰ προστεθῶσι μετὰ τὸ «Ἐὰν κατεδικάσθησαν
2962ἐπὶ πλημμελήματι» αἱ λέξεις «κατ’ ἀντιμολίαν».
2963(Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 20, ὡς ἔχει. Μεθ’ ὃ ἀνα-
2964γινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 21–28
2965ἄνευ ἀντιρρήσεως).
2966§183ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 29 (ἀναγινώσκεται).
2967§184Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον παρε-
2968τηρήθη ἐν τῷ ἐλέγχῳ τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας, εἶναι
2969ὅτι διάφοροι ἀξιωματικοὶ ἢ ὁπλῖται, κυρίως ἀξιωματικοὶ
2970καὶ ὑπαξιωματικοὶ τῆς ἀστυφυλακῆς, κατηγγέλθησαν, ἐδι-
2971κάσθησαν ἐν τοῖς Πλημμελειοδικείοις, κατεδικάσθησαν, ἀλλὰ
2972ἐβράδυνεν ἡ ἐκτέλεσις τῆς ποινῆς αὐτῶν, καὶ τοιουτοτρό-
2973πως ἀξιωματικοὶ ἢ ὑπαξιωματικοὶ διαπράξαντες ἀδίκημα
2974ἐν τινὶ ἐπαρχίᾳ καὶ καταδικασθέντες εἰς φυλάκισιν, ἐνῷ
2975ἔδει, ἐκτελουμένης τῆς ποινῆς ταύτης, νὰ ἐκδιωχθῶσι τῆς
2976ἀστυνομικῆς ὑπηρεσίας, συνεπείᾳ τῆς βραδείας ἐκτελέσεως
2977τῆς ποινῆς παρέμειναν παρανόμως ἐν τῇ θέσει των, ἐξεγει-
2978ρομένης τῆς κοινῆς συνειδήσεως.
2979Ἑπομένως προτείνω, ἐν τῇ δευτέρᾳ παραγράφῳ, μετὰ
2980τὰς λέξεις «Ἐκτελοῦνται δ’ αἱ τοιαῦται κατ’ αὐτῶν ἐπὶ
2981πλημμελήματι ἀποφάσεις τῇ ἐπιμελείᾳ τοῦ ἁρμοδίου Εἰσαγ-
2982γελέως», ἀντὶ «ὅστις ἀποστέλλει ἀντίγραφον αὐτῶν εἰς τὸ
2983ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργεῖον», νὰ τεθῇ: «ὅστις ἐντὸς
29845 ἡμερῶν ἀποστέλλει ἀντίγραφον αὐτῶν εἰς τὸ ἐπὶ τῶν
2985Στρατιωτικῶν Ὑπουργεῖον, ὀφεῖλον ἐντὸς 10 ἡμερῶν νὰ
2986διατάξῃ τὴν ἐκτέλεσιν». Ὑπάρχουσι, κύριε Ὑπουργέ, τῆς
2987στρατιωτικῆς ἀστυνομίας ὁπλῖται ἢ ἀξιωματικοί, οἵτινες
2988ἐδικάσθησαν καὶ κατεδικάσθησαν, καὶ αἱ ἀποφάσεις ἐστά-
2989λησαν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, δὲν διετάχθη
2990ὅμως ἡ ἐκτέλεσις αὐτῶν.
2991§185Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Τοῦτο τρο-
2992ποποιεῖ ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου. Ὄντως ἡ διάταξις τοῦ
2993ἄρθρου 29 τροποποιεῖ τὴν ὑπάρχουσαν διάταξιν, καθ’ ἣν αἱ
2994ἀποφάσεις ἐκτελοῦνται μόνον τῇ ἀδείᾳ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν
2995Στρατιωτικῶν. Κατὰ τὸ νομοσχέδιον δὲν ἐκτελοῦνται πλέον
2996τῇ ἀδείᾳ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, ἀλλὰ τῇ ἐπι-
2997μελείᾳ τοῦ ἁρμοδίου Εἰσαγγελέως (ἀναγινώσκει): «Ἐκ-
2998τελοῦνται δ’ αἱ τοιαῦται κατ’ αὐτῶν ἐπὶ πλημμελήματι
2999ἀποφάσεις τῇ ἐπιμελείᾳ τοῦ ἁρμοδίου Εἰσαγγελέως, ὅστις
3000ἀποστέλλει ἀντίγραφον αὐτῶν εἰς τὸ ἐπὶ τῶν Στρατιωτι-
3001κῶν Ὑπουργεῖον», διατί; «πρὸς ἐφαρμογὴν τῶν περὶ ἀρ-
3002γίας ἢ ἀποτάξεως διατάξεων τοῦ περὶ καταστάσεως τῶν
3003ἀξιωματικῶν τοῦ στρατοῦ νόμου», διὰ νὰ ἐφαρμοσθῇ τὸ
3004δεύτερον μέρος, ἡ στρατιωτικὴ ποινή.
3005§186Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν τοιαύτη εἶναι ἡ ἑρμη-
3006νεία, τὴν ὁποίαν δίδετε, εἶναι ὀρθοτάτη ἡ διάταξις· ἀλλὰ
3007πρέπει νὰ λεχθῇ, ὅτι ὁ Εἰσαγγελεύς, τὴν στιγμήν, καθ’ ἣν
3008ὁ ἀξιωματικὸς καταδικάζεται ὑπὸ τοῦ Πλημμελειοδικείου,
3009θὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα νὰ τὸν ἀποστέλλῃ εἰς τὰς φυλακάς.
3010§187Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Βεβαίως αὐτὸ λέγει.
3011§188ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸ γίνεται.
3012§189Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι γνωστόν, ὅτι προκει-
3013μένου περὶ καταδίκης ἀξιωματικῶν, ὁ Εἰσαγγελεὺς δὲν ἔχει
3014τὴν δικαιοδοσίαν αὐτήν· τὴν ἔχει τὸ Φρουραρχεῖον.
3015§190Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ταῦτα εἶχον οὕτω μέχρι τοῦδε.
3016Ἀλλὰ κατὰ τὸ νομοσχέδιον ὁ Εἰσαγγελεὺς ἐπιμελεῖται τῆς
3017ἐκτελέσεως τῶν ἀποφάσεων αὐτῶν. Κατέχω τὸ φυλλάδιον
3018τοῦτο, τὸ ὁποῖον περιέχει πάσας τὰς ἀποφάσεις, τὰς ἐκδο-
3019θείσας κατ’ ἀξιωματικῶν ἀστυνόμων. Καὶ δὲν πρέπει μὲν
3020νὰ ἀναφέρω ὀνόματα, ἀλλ’ εὑρίσκω ἐν αὐτῷ, ὅτι π. χ. ὑπῆρ-
3021ξεν ἀνθυπασπιστής, ὅστις ἐτιμωρήθη πρῶτον ἐπὶ τραύμασι,
3022δεύτερον ἐπὶ παραβάσει τοῦ νόμου περὶ καπνοῦ, τρίτον ἐπὶ
3023ἐξυβρίσει τιμῆς, τέταρτον ἐπὶ ἐξυβρίσει, πέμπτον ἐπὶ ἀδίκῳ
3024ἐπιθέσει, ἕκτον ἐπὶ ἐξυβρίσει τιμῆς· ἓξ ποινὰς εἶχε, καὶ
3025ὅμως ἐξηκολούθει νὰ ἦναι ἀστυνόμος! Διὰ τοῦτο διὰ τοῦ
3026νομοσχεδίου ῥητῶς διατάσσεται, ὅτι ἐκτελοῦνται αἱ ἀπο-
3027φάσεις ἐπιμελείᾳ τοῦ ἁρμοδίου Εἰσαγγελέως, ὅστις ἀπο-
3028στέλλει αὐτὰς ὕστερον εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτι-
3029κῶν, διὰ νὰ ἐφαρμόσῃ οὗτος τὰς περὶ ἀργίας καὶ ἀποτάξεως
3030διατάξεις τοῦ περὶ καταστάσεως τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ
3031στρατοῦ νόμου.
3032§191Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἡ καταδίκη
3033ἑνὸς ἀξιωματικοῦ ἔχει δύο συνεπείας ἀμέσους· τὴν ἐκτέλε-
3034σιν τῆς ποινῆς, ἀλλ’ ἐκτὸς τῆς ποινῆς καὶ τὴν διοικητικὴν
3035ἐνέργειαν διὰ τῆς συστάσεως Συμβουλίου, τὸ ὁποῖον ἀπο-
3036φαίνεται περὶ θέσεως εἰς ἀργίαν δι’ ἀπολύσεως ἢ εἰς πρόσ-
3037καιρον τοιαύτην. Τὸ ἄρθρον ἐνταῦθα, ἐὰν πρόκειται νὰ ἐφαρ-
3038μοσθῇ καθ’ ἣν ἑρμηνείαν δίδετε, εἶναι ἀνάγκη κἄπως σα-
3039φέστερον νὰ διατυπωθῇ, διότι προσκρούει πρὸς τὸ καθε-
3040στὼς περὶ ἐκτελέσεως τῶν ποινῶν ἐναντίον τῶν ἀξιωματικῶν·
3041διότι ἡ Εἰσαγγελία δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα τῆς ἀμέσου ἐκτε-
3042λέσεως.
3043§192Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ Ποινικὴ Δικονομία δὲν κά-
3044μνει καμμίαν ἐξαίρεσιν. Ἡ Ποινικὴ Δικονομία ἀναθέτει
3045τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ἀποφάσεων εἰς τὸν Εἰσαγγελέα· ἀλλὰ
3046δυνάμει ἐγκυκλίου τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν δὲν
3047ἔχει δικαίωμα ὁ Εἰσαγγελεὺς νὰ ἐκτελέσῃ ἀπόφασιν κατὰ
3048ἀξιωματικοῦ, ἐὰν δὲν εἰδοποιήσῃ τοῦτον.
3049§193Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἡ
3050διάταξις αὕτη εἶναι ἀντίγραφον τοῦ νόμου, ὅστις ὅμως δὲν
3051ἐφαρμόζεται. Κατὰ τὴν ἑρμηνείαν λοιπόν, τὴν ὁποίαν δίδει
3052ὁ κ. Πρωθυπουργός, πρέπει νὰ τεθῇ: «Ἐκτελοῦνται δ’ αἱ
3053τοιαῦται ἀποφάσεις παραχρῆμα παρὰ τοῦ ἁρμοδίου Εἰσ-
3054αγγελέως, ὅστις ἀποστέλλει ἀντίγραφον αὐτῶν εἰς τὸ ἐπὶ
3055τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργεῖον». Τὸ ἀντίγραφον, τὸ ὁποῖον
3056ἀποστέλλει, εἶναι διὰ νὰ κρίνῃ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρα-
3057τιωτικῶν, ἂν πρέπει τὸν ἀξιωματικὸν αὐτοῦ, ὁ ὁποῖος ἐτι-
3058μωρήθη ἐπὶ πλημμελήματι, νὰ τὸν παραπέμψῃ εἰς Ἀνα-
3059κριτικὸν Συμβούλιον, διὰ νὰ ἐφαρμοσθῶσι κατ’ αὐτοῦ αἱ
3060διατάξεις περὶ ἀργίας κλπ. Ἀλλὰ πῶς ἐκτελοῦνται αἱ ἀπο-
3061φάσεις; Τῇ ἐπιμελείᾳ τοῦ Εἰσαγγελέως.
3062§194ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλὰ μέχρι τοῦδε ἠξεύρετε πῶς
3063ἐκτελοῦνται αἱ ἀποφάσεις;
3064§195Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ τεθῇ «παραχρῆμα».
3065§196Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Μάλιστα.
3066Ἐὰν θέλητε καὶ ἄλλο τι νὰ προσθέσωμεν, δέχομαι, διότι ἡ
3067ἔννοια εἶναι αὕτη.
3068§197ΧΑΡ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Μίαν παρατήρησιν ἔχω. Ἡ τοιαύτη
3069ἔκπτωσις ἀπαγγέλλεται κατὰ τὸ ἄρθρον 29 μόνον «διὰ παρα-
3070βάσεις τῶν ἀξιωματικῶν κατὰ τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν ἀστυ-
3071νομικῶν καθηκόντων των». Εἶναι αὕτη ἡ λεγομένη παρά-
3072βασις καθήκοντος τοῦ Ποινικοῦ Νόμου, ἢ εἶναι ἄλλη παρά-
3073βασις διατάξεώς τινος τῶν νόμων;
3074§198Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὑμεῖς γνω-
3075ρίζετε, ὅτι αἱ διατάξεις περὶ παραβάσεως καθηκόντων κατὰ
3076τὸν Ποινικὸν Νόμον ἀναγράφονται ἐν τῷ ἄρθρῳ 487 τοῦ
3077Ποινικοῦ Νόμου, τὸ ὁποῖον διαιρεῖται εἰς δύο παραγράφους·
3078ἡ πρώτη παράγραφος ἐπιβάλλει τὴν πειθαρχικὴν ποινήν, ἡ
3079δευτέρα ἐν ὑποτροπῇ μετὰ τὴν πειθαρχικὴν ποινὴν παρα-
3080πέμπει εἰς τὸ Πλημμελειοδικεῖον. Λοιπόν, ἐὰν τιμωρηθῇ ὁ
3081ἀστυνόμος ὑπὸ τῶν ἐχόντων τὸ δικαίωμα νὰ ἐνασκῶσι τὴν
3082πειθαρχικὴν ἐξουσίαν ἐπ’ αὐτοῦ, καὶ περιπέσῃ πάλιν εἰς
3083παράβασιν, παραπέμπεται εἰς τὸ Πλημμελειοδικεῖον, κατὰ
3084τὸ ἄρθρον 487 τοῦ Ποινικοῦ Νόμου. Ἐνθυμοῦμαι, βλέπετε,
3085καὶ τὰς διατάξεις τοῦ Ποινικοῦ Νόμου.
3086§199ΧΑΡ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Μετὰ τὰς παρατηρήσεις αὐτάς, κύριε
3087Πρόεδρε, γεννᾶται τὸ ζήτημα, τί θὰ ἐκτελέσῃ ὁ Εἰσαγγε-
3088λεύς; Πρῶτον δὲν πρόκειται παρὰ περὶ παραβάσεως καθή-
3089κοντος, τῆς ἀναγραφομένης εἰς τὸ ἄρθρον 487 τοῦ Ποινικοῦ
3090Νόμου. Πᾶσα ἄλλη ἐπὶ πλημμελήματι καταδίκη εἶναι ἄσχε-
3091τος, διότι τὴν ἔκπτωσιν ἐπιφέρει μόνον ἡ καταδίκη ἐπὶ
3092πλημμελήματι.
3093§200Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Κατὰ τὸ
3094ἄρθρον 24 τοῦ Ποινικοῦ Νόμου.
3095§201ΒΟΖΙΚΗΣ. (ἀναγινώσκει). «... ἡ ἐπὶ πλημμελήματι
3096καταδίκη τῶν ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ τῆς ἀστυνομίας ἀξιωματικῶν
3097διὰ παραβάσεις αὐτῶν κατὰ τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν ἀστυνο-
3098μικῶν καθηκόντων των ἐπιφέρει ἀναγκαίως τὴν κατὰ τὸ
3099ἄρθρον 24 τοῦ Ποινικοῦ Νόμου ἔκπτωσίν των ἀπὸ τῆς ἀστυ-
3100νομικῆς ὑπηρεσίας». Μόνον ἐὰν καταδικασθῇ διὰ παράβασιν
3101καθήκοντος, ἐκπίπτει· ἐὰν καταδικασθῇ διὰ τραῦμα, ἐὰν
3102καταδικασθῇ δι’ ἄλλο τι πλημμέλημα, δὲν ἐκπίπτει. Συνε-
3103πῶς δὲν ἔχει νὰ ἐκτελέσῃ κατὰ τῶν ἀστυνόμων ἀξιωματι-
3104κῶν ἀποφάσεις ὁ Εἰσαγγελεὺς διὰ φυλακίσεως, διότι ἡ παρά-
3105βασις καθήκοντος, ἡ τιμωρουμένη ὑπὸ τοῦ ἄρθρου 487 τοῦ
3106Ποινικοῦ Νόμου, δὲν τιμωρεῖται μὲ φυλάκισιν· διότι μόνον
3107αἱ τοιαῦται ἀποφάσεις ἐπὶ πλημμελήματι ἐκτελοῦνται ἐπι-
3108μελείᾳ τοῦ Εἰσαγγελέως, δηλαδὴ αἱ ἀποφάσεις διὰ παρά-
3109βασιν τοῦ ἄρθρου 487 τοῦ Ποινικοῦ Νόμου. Ἀφοῦ δ’ οὕτως
3110ἔχει τὸ πρᾶγμα, δὲν βλέπω τί θὰ ἐκτελέσῃ ὁ Εἰσαγγελεύς.
3111§202Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Πρέπει νὰ ἀναγνώσω τὴν παρά-
3112γραφον πρώτην τοῦ ἄρθρου 29, διότι νομίζω ὅτι αὐτὸ, τὸ
3113ὁποῖον λέγετε, ὑπάρχει ἐν αὐτῇ (ἀναγινώσκει): «Ἐκτὸς
3114τῶν περιπτώσεων, καθ’ ἃς ἡ καταδίκη στρατιωτικῶν συν-
3115επιφέρει κατὰ τοὺς ἰσχύοντας νόμους τὴν στέρησιν τοῦ βαθ-
3116μοῦ, ἡ ἐπὶ πλημμελήματι καταδίκη τῶν ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ τῆς
3117ἀστυνομίας ἀξιωματικῶν διὰ παραβάσεις αὐτῶν κατὰ τὴν
3118ἐκπλήρωσιν τῶν ἀστυνομικῶν καθηκόντων των, ἐπιφέρει
3119ἀναγκαίως τὴν κατὰ τὸ ἄρθρον 24 τοῦ Ποινικοῦ Νόμου
3120ἔκπτωσίν των ἀπὸ τῆς ἀστυνομικῆς ὑπηρεσίας». Ἐκτὸς τῶν
3121περιπτώσεων, αἱ ὁποῖαι ἐπιφέρουσι τὴν ἔκπτωσιν ἀπὸ τοῦ
3122βαθμοῦ, ἐπιβάλλει τὴν ἔκπτωσιν ἀπὸ τῆς ἀστυνομικῆς ὑπη-
3123ρεσίας ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 24 τοῦ Ποινικοῦ Νόμου.
3124§203Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Παρακαλῶ. Τὸ ἄρθρον 29 τοῦ νομο-
3125σχεδίου εἶναι ὄχι μόνον ἀσαφὲς καὶ ἀντιφατικὸν, ἀλλὰ κατ’
3126ἐμὲ δὲν περιλαμβάνει καμμίαν ἔννοιαν, μεθ’ ὅλας τὰς ἐξη-
3127γήσεις, τὰς ὁποίας ἔδωκεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, καὶ παρα-
3128καλῶ νὰ μὲ προσέξητε, διὰ νὰ ἴδωμεν, ἂν ἀντελήφθην καλῶς
3129τοῦ πράγματος. Πρῶτον θὰ ὁμιλήσω περὶ τῆς δευτέρας
3130παραγράφου τοῦ ἄρθρου, κατὰ τὴν ὁποίαν «ἐκτελοῦνται δ’ αἱ
3131τοιαῦται κατ’ αὐτῶν ἐπὶ πλημμελήματι ἀποφάσεις τῇ ἐπι-
3132μελείᾳ τοῦ ἁρμοδίου Εἰσαγγελέως, ὅστις ἀποστέλλει ἀντί-
3133γραφον αὐτῶν εἰς τὸ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργεῖον»,
3134πρὸς τίνα σκοπόν; «πρὸς ἐφαρμογὴν τῶν περὶ ἀργίας ἢ
3135ἀποτάξεως διατάξεων τοῦ νόμου». Δὲν θὰ ὑπάρξῃ ποτὲ
3136τοιαύτη περίπτωσις κατὰ τὸ ἄρθρον αὐτό. Ποτέ! Διότι, ἐὰν
3137ἐπέλθῃ καταδίκη, ἡ ὁποία κατὰ τὴν πρώτην παράγραφον
3138συνεπάγεται τὴν στέρησιν τοῦ βαθμοῦ, ἡ περίπτωσις τῆς
3139δευτέρας παραγράφου δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἔχῃ ἐφαρμογήν, διότι
3140βεβαίως ὁ στερηθεὶς τοῦ βαθμοῦ του δὲν ἠμπορεῖ νὰ τεθῇ
3141εἰς ἀπόταξιν, διότι ἐτέθη ἤδη· ἑπομένως ἡ πρώτη περί-
3142πτωσις ἐκλείπει. Ἔρχομαι εἰς τὴν δευτέραν, καθ’ ἣν «ἡ ἐπὶ
3143πλημμελήματι καταδίκη τῶν ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ τῆς ἀστυνο-
3144μίας ἀξιωματικῶν διὰ παραβάσεις αὐτῶν κατὰ τὴν ἐκπλή-
3145ρωσιν τῶν ἀστυνομικῶν καθηκόντων των ἐπιφέρει ἀναγκαίως
3146τὴν κατὰ τὸ ἄρθρον 24 τοῦ Ποινικοῦ Νόμου ἔκπτωσίν των
3147ἀπὸ τῆς ἀστυνομικῆς ὑπηρεσίας». Οὐδεμία παράβασις τοι-
3148αύτη, τιμωρουμένη ὡς πλημμέλημα, εἴτε ὡς παράβασις
3149καθήκοντος, εἴτε δι’ ἄλλον λόγον, δύναται νὰ συνεπιφέρῃ
3150τὴν ἀπόταξιν τοῦ ἀξιωματικοῦ. Ποτέ. Διότι δὲν εἶναι αἱ
3151παραβάσεις αἱ ἐπὶ πλημμελήματι τοιαῦται, ὥστε νὰ συν-
3152επιφέρῃ καμμία ἐξ αὐτῶν τὴν ἀπόταξιν ἢ τὴν εἰς ἀργίαν
3153μετάθεσιν.
3154§204Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Μία ἀνήθικος πρᾶξις.
3155§205ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Εἶναι ἄλλη περίπτωσις ἐκείνη, ἐντελῶς
3156ἄσχετος μὲ τὴν προκειμένην.
3157Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτων ὅλων ὁ νομοθέτης τῆς διατάξεως τοῦ
3158ἄρθρου 29 τί ἐπεζήτησε διὰ τῆς πρώτης παραγράφου τοῦ
3159ἄρθρου; Ἐπεζήτησε νὰ τιμωρήσῃ δι’ ἐκπτώσεως ἀπὸ τῆς
3160ἀστυνομικῆς ὑπηρεσίας τοὺς ἀξιωματικούς, οἱ ὁποῖοι ὑπέ-
3161πεσαν εἰς παράβασιν καθήκοντος κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῆς
3162ὑπηρεσίας τῆς ἀστυνομικῆς...
3163§206Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Διὰ πλημμέλημα κατὰ τὴν ἐκτέ-
3164λεσιν τῶν καθηκόντων των.
3165§207ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Τόσον τὸ καλλίτερον. Αὐτοῦ θὰ κατέ-
3166ληγον, καὶ περιέμενον νὰ μὲ διορθώσητε, διὰ νὰ γείνῃ ἐμφα-
3167νέστερον τὸ πρᾶγμα. Καὶ βεβαίως αὐτὸ ἔπρεπε νὰ τεθῇ.
3168Διατί; Διότι ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 24 τοῦ Ποινικοῦ Νό-
3169μου οὐδεμίαν ἔχει ἐφαρμογὴν ἐπὶ τῶν στρατιωτικῶν· διότι
3170αἱ παραβάσεις τῶν καθηκόντων τῶν στρατιωτικῶν τιμω-
3171ροῦνται πολὺ βαρύτερον, καὶ ἡ τιμωρία ἀναγράφεται ἐν τῇ
3172στρατιωτικῇ ποινικῇ νομοθεσίᾳ· οὐδεμίαν δ’ ἐφαρμογὴν δύ-
3173ναται νὰ ἔχῃ ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 24 τοῦ Ποινικοῦ Νό-
3174μου ἐπὶ παραβάσεων τῶν στρατιωτικῶν καθηκόντων τῶν
3175ἀξιωματικῶν. Ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 24 ἔχει ἐφαρμογὴν
3176ἐπὶ παραβάσεων τῶν καθηκόντων τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων.
3177Ἀλλὰ περὶ τίνος προνοεῖ ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου περὶ παρα-
3178βάσεων τῶν καθηκόντων τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων, τοῦ 487,
3179τὸ ὁποῖον ἀνέφερον; Προνοεῖ περὶ παραβάσεων μὴ ἀναγε-
3180γραμμένων ὡς πλημμελημάτων εἰδικῶν ὑπὸ τοῦ Ποινικοῦ
3181Νόμου, ἀλλὰ παραβάσεων βεβαίως τῶν νόμων μὴ τιμωρου-
3182μένων ὑπὸ εἰδικῆς διατάξεως, ἢ παραβάσεων τῶν ἐγκυ-
3183κλίων, διὰ τῶν ὁποίων ἔχουσι κανονισθῆ τὰ καθήκοντα αὐ-
3184τῶν. Πρόκειται ἄρα οὐχὶ περὶ παντὸς πλημμελήματος εἰς
3185τὸ ἄρθρον 487, ἀλλὰ περὶ εἰδικῶν πλημμελημάτων, χαρα-
3186κτηριζομένων ὡς παραβάσεων καθήκοντος καὶ μὴ προβλε-
3187πομένων παρ’ ἄλλων διατάξεων τοῦ Ποινικοῦ Νόμου, διότι
3188αἱ παραβάσεις τότε δὲν θὰ ἦσαν παράβασις καθήκοντος,
3189ἀλλὰ θὰ ἦσαν παράβασις τῆς εἰδικῆς διατάξεως, καὶ ἤθελον
3190τιμωρηθῆ συμφώνως πρὸς τὴν εἰδικὴν διάταξιν.
3191Δέον λοιπὸν οὕτω νὰ διασκευασθῇ τὸ ἄρθρον: «Ἡ ἐπὶ
3192πλημμελήματι καταδίκη τῶν ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ τῆς ἀστυ-
3193νομίας ἀξιωματικῶν διὰ παραβάσεις αὐτῶν κατὰ τὴν ἐκ-
3194πλήρωσιν τῶν ἀστυνομικῶν καθηκόντων συνεπάγεται τὴν
3195ἀπὸ τῆς ἀστυνομικῆς ὑπηρεσίας ἔκπτωσίν των.»
3196Δὲν ἐννοεῖ βεβαίως παραβάσεις καθήκοντος μόνον, ἀλλὰ
3197ἐννοεῖ παραβάσεις τιμωρουμένας ὑπὸ εἰδικῶν διατάξεων τοῦ
3198Ποινικοῦ Νόμου.
3199§208Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Πλημμελήματα.
3200§209ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Πλημμελήματα, ἓν τραῦμα, ἢ οἱανδή-
3201ποτε ἄλλην πρᾶξιν.
3202Τί ζητεῖ ὁ νομοθέτης; ζητεῖ νὰ γείνῃ ὁ ἀξιωματικὸς ἔκ-
3203πτωτος τῆς ἀστυνομικῆς ὑπηρεσίας, ὥστε περιττὴ ἡ ἐπί-
3204κλησις τοῦ ἄρθρου 24 τοῦ Ποινικοῦ Νόμου. Λοιπόν: «ἡ ἐπὶ
3205πλημμελήμασι καταδίκη τῶν ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ τῆς ἀστυνο-
3206μίας ἀξιωματικῶν διὰ παραβάσεις αὐτῶν κατὰ τὴν ἐκπλή-
3207ρωσιν τῶν ἀστυνομικῶν καθηκόντων των ἐπιφέρει ἀναγ-
3208καίως τὴν ἔκπτωσίν των ἀπὸ τῆς ἀστυνομικῆς ὑπηρεσίας».
3209Οὕτω πρέπει νὰ διασκευασθῇ τὸ ἄρθρον, χωρὶς νὰ ἀναμίξω-
3210μεν τὸ ἄρθρον 24 τοῦ Ποινικοῦ Νόμου, τὸ ὁποῖον δὲν ἔχει
3211καμμίαν θέσιν ἐδῶ καὶ καμμίαν ἐφαρμογήν.
3212§210Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν προστεθῇ «δι’ ἀδική-
3213ματα», λύεται τὸ ζήτημα.
3214§211ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ἔστω «δι’ ἀδικήματα». Ὅπως δήποτε
3215δὲν χρειάζεται ἡ ἐπίκλησις τοῦ ἄρθρου 24 τοῦ Ποινικοῦ
3216Νόμου, ἄρθρου, τὸ ὁποῖον οὐδεμίαν δύναται νὰ ἔχῃ ἐφαρμο-
3217γὴν ἐπὶ στρατιωτικῶν. Ἅγιος ὁ σκοπός, νὰ κηρυχθῶσιν ἔκ-
3218πτωτοι οἱ παραβάντες τοὺς νόμους τῆς ἀστυνομικῆς ὑπηρε-
3219σίας, ἀλλὰ δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐπικαλεσθῶμεν τὴν διάτα-
3220ξιν τοῦ ἄρθρου 24 τοῦ Ποινικοῦ Νόμου· διότι, ἐὰν ὑποθέσω-
3221μεν ὅτι καλεῖσθε νὰ ἐφαρμόσητε τὸ ἄρθρον 24 εἰς τὸν στρα-
3222τιωτικόν, ὄχι ὡς ἀστυνόμον, ἀλλ’ ὡς στρατιωτικόν, κατὰ
3223τίνα τρόπον θὰ ἐφαρμοσθῇ; Τί θὰ γείνῃ ὁ ἀξιωματικὸς αὐ-
3224τός, κατὰ τοῦ ὁποίου ἐπιβάλλετε τὴν συνέπειαν τῆς διατά-
3225ξεως τοῦ ἄρθρου 24; Εἶχεν ἔλθει ἄλλοτε ἐδῶ τὸ ζήτημα,
3226καὶ συνεζητήθη, καὶ ἐλύθη ἐσφαλμένως. Τί θὰ γείνῃ, ἐρωτῶ,
3227ὁ ἀξιωματικὸς αὐτός; Θὰ τὸν κηρύξετε ἔκπτωτον τοῦ βαθ-
3228μοῦ του; Ὄχι. Διότι δὲν λέγει αὐτὸ ὁ νόμος. «Ἔκπτωτον
3229τῆς ὑπηρεσίας», λέγει ὁ νόμος· δηλ. εἰς τὸν λοχαγὸν δὲν θὰ
3230δώσητε διοίκησιν λόχου· διότι ἄλλο τίποτε δὲν δύνασθε νὰ
3231τοῦ κάμητε.
3232§212Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἔκπτωσιν
3233ἀπὸ τῆς ἀστυνομικῆς ὑπηρεσίας.
3234§213ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ἀφοῦ λοιπὸν θέλετε νὰ τὸν κηρύξητε
3235ἔκπτωτον τῆς ἀστυνομικῆς ὑπηρεσίας, νὰ τὸ εἴπητε ῥητῶς,
3236χωρὶς νὰ ἐπικαλεσθῆτε τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 24 τοῦ
3237Ποινικοῦ Νόμου, ἡ ὁποία οὐδεμίαν ἔχει ἐφαρμογήν. «Πᾶς
3238ὁ τιμωρηθεὶς ἐπὶ πλημμελήματι διὰ παράβασιν τῶν καθη-
3239κόντων τῶν ἀστυνομικῶν, κηρύσσεται ἔκπτωτος τῆς ὑπηρε-
3240σίας τῆς ἀστυνομικῆς». Καὶ οὕτω πως πρέπει νὰ γείνῃ.
3241Ὅταν καταδικασθῇ εἷς ἀξιωματικός, διότι ἔδειρεν ἕνα, ἢ
3242δι’ οἱονδήποτε ἄλλο ἀδίκημα, εἰς φυλάκισιν, νὰ ἀποβληθῇ
3243τῆς ἀστυνομικῆς ὑπηρεσίας. Τοῦτο βεβαίως πρέπει νὰ γείνῃ.
3244Ἀλλὰ δι’ ἁπάσας τὰς παραβάσεις τῆς ὑπηρεσίας του, ἢ τῶν
3245δι’ εἰδικῶν ὁδηγιῶν διατεταγμένων καθηκόντων του, νὰ τῷ
3246ἐπιβάλλητε τὴν ἔκπτωσιν ἀπὸ τῆς ἀστυνομικῆς ὑπηρεσίας,
3247βεβαίως δὲν εἶναι ὀρθόν, οὔτε δύναται νὰ ἔχῃ ἐφαρμογὴν ἡ
3248διάταξις τοῦ ἄρθρου 24 τοῦ Ποινικοῦ Νόμου.
3249§214Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Βεβαίως. Αὐτὸ ἐννοεῖ τὸ ἄρθρον.
3250§215Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Μοὶ φαί-
3251νεται ὅτι δὲν ἐστηρίχθητε ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου. Ἐλάβετε ὡς
3252βάσιν τὴν παράβασιν τῶν καθηκόντων τὴν ἐν τῷ ἄρθρῳ 487
3253τοῦ Ποινικοῦ Νόμου. Ἀλλὰ δὲν ἔχει τὸ κείμενον οὕτω.
3254§216ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Οὕτως ὑμεῖς εἴπετε προτήτερα.
3255§217Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν ἔχει τὸ κείμενον οὕτω.
3256§218ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Καὶ ἐγὼ εἶπον, ὅτι δὲν ἔχει τὸ κείμενον
3257οὕτω.
3258§219Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἀφήσατε. Τὸ κείμενον ἀνα-
3259φέρει παράβασιν κατὰ τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν ἀστυνομικῶν
3260καθηκόντων, δὲν ἀναφέρεται εἰς παράβασιν γενικήν, τὴν ἀφη-
3261ρημένην τοῦ ἄρθρου 487 τοῦ Ποινικοῦ Νόμου. Ἐν τῷ ἄρ-
3262θρῳ αὐτῷ ἡ παράβασις τοῦ καθήκοντος εἶναι δημιουργία
3263πλημμελήματος ἀγνώστου, πλημμελήματος, τὸ ὁποῖον δὲν
3264περιλαμβάνεται ἐν τῷ καταλόγῳ τῶν πλημμελημάτων τῶν
3265ἀναγραφομένων ἐν τῷ Ποινικῷ Νόμῳ. Ποῖον εἶναι τὸ πλημ-
3266μέλημα, τὸ ὁποῖον δημιουργεῖ; Ἡ μὴ ἐκπλήρωσις τῆς δια-
3267ταγῆς τοῦ προϊσταμένου. Διατάσσει ὁ προϊστάμενος τὸν ὑφι-
3268στάμενον νὰ ἐκπληρώσῃ καθῆκόν τι, νὰ ἐκτελέσῃ πρᾶξίν
3269τινα· ἐὰν ὁ ὑφιστάμενος δὲν ἐξετέλεσεν αὐτὴν ἐντὸς τῆς
3270προθεσμίας, ἡ ὁποία ἐτάχθη, κατὰ τὸν νόμον τιμωρεῖται
3271μὲ ἐπίπληξιν. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ διαταγὴ νὰ τὴν ἐκτε-
3272λέσῃ· ἂν δὲν τὴν ἐξετέλεσε, τιμωρεῖται ἡ παράβασίς του
3273ὡς πλημμέλημα, κατὰ τὸ ἄρθρον 487, καὶ κηρύσσεται ἔκ-
3274πτωτος κατὰ τὸ ἄρθρον 24 τοῦ Ποινικοῦ Νόμου. Δὲν πρό-
3275κειται λοιπὸν μόνον περὶ τούτου, ἀλλὰ πρόκειται περὶ τῶν
3276ἀστυνομικῶν καθηκόντων; Τί εἶναι παράβασις τῶν ἀστυνο-
3277μικῶν καθηκόντων; Ἐνδέχεται ἡ παράβασις νὰ δύναται νὰ
3278καταταχθῇ εἰς ὅλα τὰ πλημμελήματα.
3279§220Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Γράψατε «δι’ ἀδικήματα
3280κατὰ τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν ἀστυνομικῶν καθηκόντων», καὶ
3281λύεται τὸ ζήτημα.
3282§221Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἀδίκημα; Δὲν ἠξεύρω ἂν πᾶν
3283πλημμέλημα εἶναι ἀδίκημα.
3284§222Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Κατὰ τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν
3285καθηκόντων του, ὅταν διαπράττῃ παράβασιν, εἶναι πλημ-
3286μέλημα.
3287§223Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐγὼ συμφωνῶ νὰ τεθῇ «πλημ-
3288μελήματος».
3289§224ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἢ κακουργήματος.
3290§225Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Πλημμελήματος.
3291Τελευταῖον εὑρέθην πρὸ ἀποφάσεως Ἀνακριτικοῦ Συμ-
3292βουλίου, τὸ ὁποῖον εἶχε συστηθῆ καὶ τὸ ὁποῖον ἐγνωμοδότει
3293νὰ τεθῇ εἰς ἀπόταξιν εἷς ἀξιωματικός· προεκάλεσα δὲ Β.
3294Διάταγμα διὰ νὰ τεθῇ εἰς ἀπόταξιν ἐπὶ πλημμελήματι.
3295Λοιπὸν αἱ παραβάσεις τῶν ἀστυνομικῶν καθηκόντων βε-
3296βαίως δὲν εἶναι τοιαῦται. Δυνατὸν ὅμως νὰ ὑπάρξωσι πλημ-
3297μελήματα, τὰ ὁποῖα νὰ ἔχωσι τόσην βαρύτητα. Διὰ τοῦτο
3298πρέπει νὰ ἐφαρμόζηται ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 24 τοῦ Ποι-
3299νικοῦ Νόμου.
3300§226ΒΟΖΙΚΗΣ. Μετὰ τὴν ἔννοιαν, ἡ ὁποία ἐδόθη ἤδη καὶ ἡ
3301ὁποία εἶναι ἡ ὀρθοτέρα, γεννᾶται τὸ ζήτημα: τοὺς καταδι-
3302καζομένους εἰς ποίαν φυλακὴν θὰ ἀπάγητε;
3303§227ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ποία δηλαδὴ ἔννοια εἶναι ἡ ὀρθοτέρα;
3304§228ΒΟΖΙΚΗΣ. Ὅτι πρόκειται περὶ παραβάσεως καθήκοντος
3305γενικῶς, καὶ οὐχὶ μόνον τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου 487 τοῦ
3306Ποινικοῦ Νόμου.
3307§229ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ὥστε εἰς τὴν δευτέραν ἀνάγνωσιν.
3308§230Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὄχι εἰς τὴν πρώτην. Ἐγὼ
3309εἰς τὴν πρώτην παρατήρησιν, ὅτε οἱ κύριοι ἐκ Κυνουρίας
3310καὶ ἐκ Μεγαρίδος Βουλευταὶ ἔλεγον περὶ παραβάσεως τῶν
3311καθηκόντων, ἀνέμνησα τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 487 τοῦ
3312Ποινικοῦ Νόμου, ἀλλὰ δὲν ἀπέκλεισα τὴν διάταξιν τοῦ κει-
3313μένου νομοσχεδίου, κατὰ τὴν ὁποίαν πρόκειται περὶ παρα-
3314βάσεως τῶν ἀστυνομικῶν καθηκόντων, ἥτις δύναται νὰ περι-
3315λαμβάνῃ καὶ τὴν περίπτωσιν τοῦ ἄρθρου 487.
3316§231ΒΟΖΙΚΗΣ. Λοιπὸν μετὰ τὸν καθορισμὸν τῆς ἐννοίας τῆς
3317διατάξεως μένει τοῦτο, ὅτι ὁ ἀξιωματικός, καταδικαζόμε-
3318νος κατ’ ἀντιμολίαν ἐπὶ πλημμελήματι εἰς ποινὴν φυλακί-
3319σεως, θὰ ἀπάγηται εἰς τὰς φυλακάς;
3320§232ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πᾶσα καταδίκη ἐπὶ πλημμελήματι συνε-
3321πάγεται τὴν τιμωρίαν τοῦ ἄρθρου 24 τοῦ Ποινικοῦ Νόμου.
3322§233Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι, κύριε Πρόεδρε, αὐτὸ
3323εἶναι φρικῶδες!
3324§234ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Φρικῶδες! Αὐτὴ εἶναι ἡ ἔννοια.
3325§235ΒΟΖΙΚΗΣ. Θὰ ἐκτελεσθῇ ἡ ἀπόφασις τοῦ δικαστηρίου,
3326οὐ μόνον ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἔκπτωσιν, ἀλλὰ καὶ ὅσον ἀφορᾷ τὴν
3327ποινήν. Ἐὰν δὲν θέλωμεν νὰ μείνῃ τοῦτο, νὰ τὸ διακρίνωμεν
3328ἀπὸ τώρα. Ἐγὼ δὲν ὑποστηρίζω ἰδίαν γνώμην, ἀλλ’ ὅτι πρέ-
3329πει νὰ γείνῃ διάκρισις· διότι θὰ ἁρπάζωσιν οἱ χωροφύλακες
3330τὸν ἀξιωματικὸν καὶ θὰ τὸν ὁδηγῶσιν εἰς τὰς φυλακάς. Ἐὰν
3331θέλωμεν τοῦτο, νὰ τὸ διακρίνωμεν. Μόνον καθορισμὸν ζητῶ
3332ἐγώ. Θέλετε νὰ ἀπάγηται εἰς τὰς φυλακὰς ὁ ἀξιωματικὸς
3333ἀπὸ τὸ Πλημμελειοδικεῖον μετὰ τὴν καταδίκην; Νὰ τὸ
3334καθορίσωμεν.
3335§236Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Δύο λέξεις, διότι ὁ κ. Πρόε-
3336δρος τῆς Βουλῆς ἔδωκεν ἑρμηνείαν, ἥτις εἶναι γραμματικῶς
3337ὀρθή, ἀλλ’ εἶναι αὐστηροτάτη, ἐὰν ἐφαρμοσθῇ. Ἰδοὺ τί συμ-
3338βαίνει. Κατὰ τὴν διάταξιν, τὴν ὁποίαν ἔχετε, «ἡ καταδίκη
3339στρατιωτικῶν διὰ παραβάσεις αὐτῶν κατὰ τὴν ἐκπλή-
3340ρωσιν τῶν ἀστυνομικῶν καθηκόντων των συνεπιφέρει ἀναγ-
3341καίως τὴν κατὰ τὸ ἄρθρον 24 τοῦ Ποινικοῦ Νόμου ἔκ-
3342πτωσίν των ἀπὸ τῆς ἀστυνομικῆς ὑπηρεσίας». Κατὰ τὴν
3343παρατήρησιν, τὴν ὀρθοτάτην, τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Λεβα-
3344δείας, πρέπει νὰ διαστείλωμεν ἐν τῷ ἀξιωματικῷ δύο ὑπη-
3345ρεσίας, τὸ ἀξίωμα καὶ τὴν ὑπηρεσίαν.
3346§237ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βεβαίως.
3347§238Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑποθέσωμεν ὅτι εἶναι λο-
3348χαγός. Ἔχομεν τὸ ἀξίωμα τοῦ λοχαγοῦ, καὶ ἔχομεν καὶ
3349τὴν ἀστυνομικὴν ὑπηρεσίαν. Ὡς ἔχει τὸ ἄρθρον, ὑπολαμ-
3350βάνει τις, ὅτι μετὰ τὴν καταδίκην διὰ παράβασίν τινος ἐκ
3351τῶν καθηκόντων τῆς ἀστυνομικῆς ὑπηρεσίας, ἤτοι δι’ ἀδί-
3352κημα κατὰ τὴν ἀστυνομικὴν ὑπηρεσίαν, ἐὰν καταδικασθῇ
3353εἰς βαθμὸν πλημμελήματος, ἐκπίπτεται τῆς ἀστυνομικῆς
3354ὑπηρεσίας, ἀλλὰ γίνεται καὶ ἔκπτωτος τοῦ βαθμοῦ, ὡς δια-
3355τυποῦται ἐν τῷ ἄρθρῳ.
3356§239ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὄχι.
3357§240Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ποῦ φαίνεται;
3358§241Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Διότι λέγει ἡ διάταξις
3359«κατὰ τὸ ἄρθρον 24 τοῦ Ποινικοῦ Νόμου».
3360§242ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὐτὸ καθορίζεται. Λέγει «τὴν ἔκπτωσίν
3361των ἀπὸ τῆς ἀστυνομικῆς ὑπηρεσίας».
3362§243Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Λέγει τὸ κείμενον τοῦ νόμου.
3363§244Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀναγνώσατέ το. Ἡ φράσις
3364«κατὰ τὸ ἄρθρον 24», μόνη αὐτή, ἐνδεικνύει καὶ τὴν ἔκπτω-
3365σιν ἀπὸ τοῦ ἀξιώματος.
3366§245Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὄχι.
3367§246Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ἄρθρον λέγει: «ἐπιφέρει
3368τὴν ἔκπτωσίν των ἀπὸ τῆς ἀστυνομικῆς ὑπηρεσίας, κατὰ τὸ
3369ἄρθρον 24 τοῦ Ποινικοῦ Νόμου». Ἀρκεῖ, νομίζω, νὰ τεθῇ:
3370«ἐπιφέρει τὴν ἔκπτωσίν των ἀπὸ τῆς ἀστυνομικῆς ὑπηρε-
3371σίας», καὶ νὰ διαγραφῇ ἡ φράσις «κατὰ τὸ ἄρθρον 24 τοῦ
3372Ποινικοῦ Νόμου».
3373§247Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐφ’ ὅσον ὁ
3374ἀστυνόμος ἐκτελῇ ἀστυνομικὴν ὑπηρεσίαν, διανύῃ πολιτι-
3375κὴν ὑπηρεσίαν, ὑπόκειται εἰς τὴν πολιτικὴν ἱεραρχίαν· ἡ πο-
3376λιτικὴ δὲ καταστολὴ εἶναι ἡ καταστολὴ τοῦ Ποινικοῦ Νό-
3377μου, ἔκπτωσις ἀπὸ τοῦ ἀξιώματος, τὸ ὁποῖον ἔχει. Ὁ βαθ-
3378μὸς αὐτοῦ ὑπάγεται εἰς τὸν στρατιωτικὸν χαρακτῆρα, κρί-
3379νεται καὶ δικάζεται κατὰ τὸν νόμον τὸν στρατιωτικόν. Πῶς
3380στερεῖται ὁ ἀξιωματικὸς τοῦ βαθμοῦ του; Δὲν ἔχει τι κοι-
3381νὸν ὁ βαθμὸς τοῦ ἀξιωματικοῦ μὲ τὴν ἀστυνομικὴν ὑπη-
3382ρεσίαν.
3383§248ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναμφισβητήτως ἡ ἔννοια εἶναι αὕτη, ὅτι
3384ἐπάγεται τὴν ἀποβολὴν τοῦ ἀπὸ τῆς ἀστυνομικῆς ὑπηρεσίας.
3385§249Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Πολὺ καλά!
3386§250ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἑπομένως δὲν ὑπάρχει θέμα.
3387§251ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ διαγραφῇ ἡ φράσις «κατὰ τὸ
3388ἄρθρον 24 τοῦ Ποινικοῦ Νόμου».
3389§252ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ διαγραφῇ.
3390Λοιπὸν οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 29.
3391§253Ι. ΣΤΑΙΚΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸν λόγον.
3392§254Ν. ΓΟΥΛΙΜΗΣ. Τὸν λόγον.
3393§255ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι ὁ κύριος Χαλκιόπουλος πρῶτον.
3394§256Κ. ΧΑΛΚΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅσον ἀφορᾷ, Κύριοι, τὴν ἐκτέ-
3395λεσιν ἀποφάσεως τοῦ Πλημμελειοδικείου κατὰ τῶν ἀξιω-
3396ματικῶν ἀστυνόμων, ἐπιτρέψατέ μοι νὰ ποιήσωμαι παρα-
3397τηρήσεις τινάς. Ἐὰν ὁ ἀξιωματικὸς ἀστυνόμος καταδικασθῇ
3398ἐπὶ παραδείγματι εἰς τριήμερον φυλάκισιν, συγχρόνως δὲ
3399καταδικασθῶσι μετ’ αὐτοῦ καὶ ζωοκλέπται καὶ λωποδύται
3400καὶ πάσης ἄλλης τάξεως ἄνθρωποι, ἐρωτῶ, οἱ χωροφύλακες,
3401οἱ ὁποῖοι εἶναι τεταγμένοι ἵνα μεταφέρωσι τοὺς καταδικα-
3402σθέντας λωποδύτας, τοὺς ζωοκλέπτας καὶ τοὺς ἐσχάτης
3403τάξεως καταδίκους δεσμίους, δὲν ὑποχρεοῦνται νὰ συλλά-
3404βωσι συγχρόνως καὶ τὸν εἰς τριήμερον φυλάκισιν διὰ μικρὸν
3405παράπτωμα καταδικασθέντα ἀξιωματικόν; καὶ δὲν ὑπο-
3406χρεοῦνται, ὅπως δέσμιον μετὰ τῶν λωποδυτῶν καὶ ζωοκλέ-
3407πτων τὸν μεταγάγωσιν εἰς τὰς φυλακάς; Ἐρωτῶ τὸν κ.
3408Πρόεδρον, εἶναι ὑπόχρεοι νὰ μεταγάγωσι τὸν ἐν λόγῳ
3409ἀξιωματικὸν δέσμιον καὶ φέροντα καὶ τὸ ξίφος του, φέ-
3410ροντα τὴν στολήν του καὶ φέροντα τὸ στέμμα; Ἐρωτῶ,
3411ἐὰν τὸν μεταγάγωσι δέσμιον,—διότι ἔχουσιν ἀναντιρρήτως
3412τὸ δικαίωμα τοῦτο, ἕνεκα φόβου δραπετεύσεως,— νομίζετε
3413ὅτι εἶναι ἀξιοπρεπὲς καὶ ἁρμόζει νὰ μεταγάγωσιν αὐτὸν εἰς
3414τὰς φυλακὰς οἱ κατώτεροί του χωροφύλακες δέσμιον; Καὶ
3415νομίζετε ὅτι δὲν καταπίπτει τὸ γόητρον τοῦ ἀξιωματικοῦ
3416καὶ ὅτι δὲν ἐκλείπει τελείως πλέον ἡ πειθαρχία τοῦ στρα-
3417τοῦ, δὲν ἐξευτελίζεται εἷς ἀξιωματικός, Κύριοι, μεταγό-
3418μενος καθ’ ὃν ἐξέθηκα τρόπον; Αὐτὸ ἐρωτῶ, καὶ παρακαλῶ
3419νὰ εὐαρεστηθῇ ὁ κ. Πρόεδρος νὰ δώσῃ τὰς δεούσας ἐξηγήσεις.
3420§257ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τότε νὰ μὴ τιμωρῆται!
3421§258ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ἐὰν σεῖς ὑποπέσητε εἰς ἀδίκημα καὶ
3422καταδικασθῆτε, πῶς θὰ σᾶς μεταφέρωσιν εἰς τὰς φυλακάς;
3423§259ΧΑΛΚΙΟΠΟΥΛΟΣ. Σᾶς ἀπαντῶ, ὅτι ὁ ἀξιωματικὸς
3424ἔχει ὑπὸ τὰς διαταγάς του τοὺς στρατιώτας, οἱ ὁποῖοι ὅμως
3425θὰ τὸν δέσωσι καὶ θὰ τὸν περιαγάγωσιν ἐν στολῇ εἰς τὰς
3426ὁδοὺς δέσμιον μέχρι τῶν φυλακῶν, πρὸς ἐξευτελισμὸν μέγι-
3427στον καὶ καταστροφὴν τῆς πειθαρχίας καὶ τοῦ γοήτρου τοῦ
3428ἀξιωματικοῦ, ὅστις χάριν ὑψηλῆς ἰδέας τιμᾶται ἐξαιρετικῶς
3429καὶ περικοσμεῖται διὰ στολῆς ἰδιαιτέρας ὑπὸ τῆς Πολιτείας.
3430§260Ν. ΓΟΥΛΙΜΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, αὐτὸ τὸ ζήτημα πρέ-
3431πει νὰ διευκρινισθῇ.
3432§261ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι ζήτημα ἐκτελέσεως.
3433§262ΓΟΥΛΙΜΗΣ. Ὁ ἀξιωματικὸς δὲν μεταφέρεται διὰ χω-
3434ροφυλάκων, οὐδὲ φυλακίζεται εἰς τὰς κοινὰς φυλακὰς μετὰ
3435τῶν καταδίκων.
3436§263Δ. ΠΟΛΥΧΡΟΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ ἀξιωματικὸς ἔχει καὶ
3437ἄλλα καθήκοντα, ἔχει καθήκοντα ἀνακριτικά, ἔχει καθή-
3438κοντα δημοσίου κατηγόρου. Πότε θὰ παραδώσῃ αὐτὴν τὴν
3439ὑπηρεσίαν;
3440§264Ι. ΣΤΑΙΚΟΣ. Ὡς πρὸς τὴν δευτέραν παράγραφον, ἂς μοὶ
3441ἐπιτραπῇ νὰ κάμω τὴν ἑξῆς παρατήρησιν. Λέγει: «Ἐκτε-
3442λοῦνται δ’ αἱ τοιαῦται κατ’ αὐτῶν ἀποφάσεις»— δηλαδὴ
3443ἀποφάσεις, τὰς ὁποίας ἀναφέρει τὸ αʹ ἐδάφιον,—«τῇ ἐπι-
3444μελείᾳ τοῦ ἁρμοδίου Εἰσαγγελέως, ὅστις ἀποστέλλει ἀντί-
3445γραφον αὐτῶν εἰς τὸ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργεῖον
3446πρὸς ἐφαρμογὴν τῶν περὶ ἀργίας κλπ. διατάξεων.» Ἀλλὰ
3447νομίζω, ὅτι διὰ νὰ ἐκτελεσθῇ ἀπόφασις κατ’ ἀξιωματικοῦ
3448πρέπει νὰ ὑπάρξῃ ἡ ἔγκρισις τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιω-
3449τικῶν, κατὰ ῥητὴν διάταξιν τοῦ νόμου.
3450§265ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἤδη ὑπάρχει νεωτέρα διάταξις.
3451§266Ι. ΣΤΑΙΚΟΣ. Ἡ ὁποία καταργεῖ τὴν διάταξιν ἐκείνην.
3452Ἀλλ’ ἐγὼ νομίζω, ὅτι ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσω-
3453τερικῶν δὲν ἔχει δώσει τὴν ἔννοιαν ταύτην· διότι, ἂν νομί-
3454ζητε, ὅτι πρέπει ν’ ἀφαιρεθῇ τὸ δικαίωμα ἀπὸ τὸν Ὑπουρ-
3455γὸν τῶν Στρατιωτικῶν τοῦ νὰ παραδίδῃ τὸν ἀξιωματικὸν
3456εἰς τὴν Δικαιοσύνην, νὰ ἀφίνῃ δὲ τὸν ἀξιωματικὸν νὰ συλ-
3457λαμβάνηται ἐκ τῶν ἐπωμίδων καὶ νὰ σύρηται εἰς τὰς φυ-
3458λακάς, οὐδὲν ἐπράξατε· διότι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτι-
3459κῶν εἶναι εἰς θέσιν νὰ κρίνῃ, ἂν πρέπει νὰ συλλάβῃ τὸν
3460ἀξιωματικὸν ἐκεῖνον· ἄλλως ἀφαιρεῖτε τὴν ἀξιοπρέπειαν τοῦ
3461ἀξιωματικοῦ. Κατὰ δεύτερον λόγον ὁ ἀξιωματικὸς δὲν εἶναι
3462ἰδιώτης, οὐδὲ φυλακίζεται εἰς τὰς κοινὰς φυλακὰς, ἀλλ’ εἰς
3463ὡρισμένας φυλακὰς, ἕνεκα τῆς ἀξιοπρεπείας αὐτοῦ· δὲν δύ-
3464ναται δὲ ὁ Εἰσαγγελεὺς νὰ τὸν στείλῃ εἰς τὰς κοινὰς φυλα-
3465κὰς μετὰ τῶν λοιπῶν κακούργων. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι
3466πρέπει ν’ ἀπαλειφθῇ ἐντελῶς ἡ διάταξις αὕτη τοῦ ἄρθρου.
3467Ἑτέραν εὑρίσκω περίπτωσιν, περὶ ἧς οὐδεὶς ὡμίλησεν·
3468εἶναι ἡ περίπτωσις, καθ’ ἣν ὁ ἀξιωματικὸς γίνεται ἔκπτω-
3469τος τοῦ βαθμοῦ καὶ τίθεται εἰς ἀργίαν καὶ ἀπόταξιν. Ἀλλὰ
3470περὶ τούτου ὑπάρχει εἰδικὸς νόμος, ὁ περὶ καταστάσεως τῶν
3471ἀξιωματικῶν, ὁ ὁποῖος ἐν ἄρθρῳ εἰδικῷ λέγει, ὅτι, ὅταν
3472ἀξιωματικὸς καταδικασθῇ εἰς φυλάκισιν πλέον τῶν 6 μηνῶν,
3473στερεῖται τοῦ βαθμοῦ του. Ὁ Ὑπουργὸς δὲ τῶν Στρατιω-
3474τικῶν δύναται νὰ τὸν παραπέμψῃ εἰς Ἀνακριτικὸν Συμ-
3475βούλιον. Ἐνταῦθα λοιπὸν πρέπει νὰ γείνῃ διάκρισις, διότι
3476ὁ ἀξιωματικὸς δύναται νὰ καταδικασθῇ δι’ ἀστυνομικὰς
3477παραβάσεις, καὶ ἐκ τούτου νὰ μὴ ἐπιβληθῇ αὐτῷ ἡ ποινὴ
3478τῆς ἀργίας. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς πρέπει
3479νὰ μελετήσῃ τὸν νόμον.
3480§267Ν. ΓΟΥΛΙΜΗΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν
3481δὲν ἔχει ὑπογράψει τὸν νόμον αὐτόν. Παρακαλοῦμεν νὰ ἡμᾶς
3482εἴπῃ, ἐὰν δέχεται νὰ ὑπάγωνται οἱ ἀξιωματικοὶ εἰς τὰς
3483διατάξεις τοῦ ἄρθρου τούτου.
3484§268ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 29 παρακα-
3485λοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ
3486Βουλὴ παρεδέχθη.
3487Ἄρθρον 30 (ἀναγινώσκεται).
3488§269Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Τὸ ἄρθρον 30 λέγει, ὅτι ὁ Δήμαρχος
3489ὀφείλει νὰ δέχηται τὰς κατὰ τῶν ἀστυνόμων καὶ τῶν παρὰ
3490ταῖς ἀστυνομίαις ὁπλιτῶν μηνύσεις. Ἐννοεῖται, ὅτι ἤδη τὰς
3491δέχεται ὡς δημοτικὸς ὑπάλληλος καὶ ὄχι ὡς ἀνακριτικὸς,
3492διότι δὲν ἔχει πλέον ὁ Δήμαρχος τὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα
3493ἀνατίθησιν ἡ Ποινικὴ Δικονομία εἰς τοὺς ἀνακριτικοὺς ὑπαλ-
3494λήλους. Πρέπει ἑπομένως νὰ σημειωθῇ, ὅτι τὰς δέχεται ὡς
3495ἀνακριτικὸς ὑπάλληλος.
3496(Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 30, ὡς ἔχει. Μεθ’ ὃ
3497ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ λοιπὰ ἄρ-
3498θρα, ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς αʹ συ-
3499ζήτησιν).
3500§270ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρα 2 καὶ 20′
3501π. μ. τῆς ἐπιούσης).