| 1646 | Ἔτος | Ἐλαχίστη | Ἀνωτάτη | Παρατηρήσεις | |
| 1647 | |||||
| 1648 | 1892 | 290 | 310 | ||
| 1649 | 1893 | 150 | 180 | ||
| 1650 | 1894 | 200 | 215 | ||
| 1651 | 1895 | 85 | 170 | ἐβράχη κατὰ τὸ ἔτος 1895 | |
| 1652 | 1896 | 150 | 180 | ||
| 1653 | 1897 | 180 | 220 | ||
| 1654 | 1898 | 150 | 190 | ||
| 1655 | 1899 | 190 | 235 | ||
| 1656 | 1900 | 500 | 600 | ||
| 1657 | 1901 | 220 | 240 | ||
| 1658 | 1902 | 140 | 180 | ||
| 1659 | 2255 | 2720 |
1903.05.27
2,787 rows · 20,986 words · 1 table · 235 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 84
τῆς 27 Μαΐου 1903.
(Τρίτη).
(Προεδρεύοντος τοῦ Προέδρου κ. Δ. Ράλλη).
(Γενομένης ἀπαρτίας ὥρᾳ 6 μ. μ. παρόντων 136 Βουλευτῶν, ἀναγινώσκονται καὶ ἐγκριθέντα ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐκ Μελιγαλᾶ τηλεγραφοῦσιν, ὅτι οἱ κάτοικοι τοῦ Δήμου Ἀνδανίας, συνελθόντες ἐν συλλαλητηρίῳ, παρακαλοῦσι τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἐπισπεύσῃ τὴν ἐπιψήφισιν τῆς συμβάσεως περὶ μονοπωλίου τῆς σταφίδος. Ὁ εἰρηνοδίκης Ληξουρίου τηλεγραφεῖ, ὅτι οἱ κάτοικοι, συνελθόντες ἐν συλλαλητηρίῳ, ἐνεχείρισαν αὐτῷ ψήφισμα ὑπὲρ τῆς συμβάσεως τοῦ μονοπωλίου καὶ τῆς βελτιώσεως τῶν τιμῶν τοῦ προϊόντος τῆς ἐπαρχίας Πάλλης. Ὁ δήμαρχος Κραθίδος τῶν Καλαβρύτων δι’ ὑπομνήματός του ὑποβάλλει παρατηρήσεις ἐπὶ τῆς συμβάσεως περὶ μονοπωλίου τῆς σταφίδος. Ὁ δήμαρχος Πατρέων πέμπει ψήφισμα τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου ὑπὲρ τῆς ταχείας ἐπιψηφίσεως τῆς περὶ μονοπωλίου τῆς σταφίδος συμβάσεως. Ἐπιθυμεῖ ἡ Βουλὴ νὰ ἀναγνωσθῇ;
§2ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα. (Ἀναγινώσκεται). Ἐξ Αἰγίου ὁ ἀντιπρόεδρος τοῦ αὐτόθι συλλόγου «Ἀράτου» ὑποβάλλει ψήφισμα τοῦ Συλλόγου, παρακαλοῦντος νὰ μετατεθῇ ὁ ἐκεῖ πταισματοδίκης λόγῳ τῆς διαγωγῆς αὐτοῦ.
§3Α. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀναφορᾶς ταύτης.
§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀμέσως. Ὁ δήμαρχος Ἴου ἀναφέρει, ὅτι ὁ ἐπιθεωρητὴς Κυκλάδων ἐνέκρινε τὴν ἀνέγερσιν δημοτικοῦ σχολείου ἐπὶ γηπέδου ἐπιβλαβοῦς εἰς τὴν ὑγείαν τῶν μαθητῶν. Ὑπόμνημα τῶν Χρήστου Κανέλλη, Μιχαὴλ Νικοπούλου καὶ Ἰωάννου Βασιλάκη περὶ ἀναδιοργανώσεως τοῦ σώματος τῆς τελωνοφυλακῆς. Ἡ χήρα τοῦ ἀποβιώσαντος ἀρχιμηχανικοῦ τοῦ Ναυτικοῦ Λαζάρου Τομπάζη ζητεῖ αὔξησιν τῆς συντάξεώς της. Οἱ ἔμποροι Πατρῶν δι’ ὑπομνήματός των παρακαλοῦσι νὰ τροποποιηθῇ τὸ νομοσχέδιον «περὶ συμπληρώσεως διατάξεών τινων τῶν περὶ φαρμακείων νόμων», ἐπιτρεπομένης τῆς πωλήσεως παρ’ αὐτῶν ὡρισμένων φαρμάκων. Ὁ βουλευτὴς κ. Θ. Φαρμακόπουλος ὑποβάλλει πρότασιν νόμου «περὶ κατασκευῆς ἁπλῶν ἔργων τῶν δημοτικῶν ὁδῶν δαπάνῃ τοῦ ταμείου τῆς ἐθνικῆς ὁδοποιΐας». Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ, μεθ’ ὃ θέλει ἐγγραφῆ ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει κατὰ τὴν σειράν της. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 486). Ὁ κύριος Γεράκης ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ ἐκ Κεφαλληνίας τηλεγραφήματος.
§5Κ. ΓΕΡΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, μεταξὺ τῶν ἐπαρχιῶν, αἵτινες μαστίζονται ἐκ τῆς πενίας ἕνεκα τῆς σταφιδικῆς κρίσεως, εἶναι καὶ ἡ ἐπαρχία Πάλλης. Οἱ ἐκεῖ σταφιδοκτήμονες, συνελθόντες καὶ μετὰ συνέσεως καὶ ψυχραιμίας διασκεφθέντες ἐπὶ τοῦ σπουδαίου ζητήματος, τὸ ὁποῖον παρουσιάζεται σήμερον, τῆς μονοπωλίας τοῦ κυριωτέρου προϊόντος τοῦ Κράτους, τῆς σταφίδος, διεβίβασαν τὸ ἀποτέλεσμα τῆς διασκέψεως ταύτης πρὸς ὅλους τοὺς Ἑπτανησίους Βουλευτὰς, ἤτοι πρὸς τοὺς κυρίους Ρωμᾶνον, Βενιεράτον, Τραυλόν, Βρυώνην, Ραφτόπουλον, Μαντζαβῖνον, Μονοκροῦσον, Δενδρινόν, Καλλίνικον, Ρώμαν, Στεφάνου, Λομβάρδον, Μελισσηνόν, Σκληρόν, Βαλαωρίτην, Τσαρλαμπᾶν καὶ Γεράκην. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς ἀπασχολήσω ἐπ’ ὀλίγον, ἀναγινώσκων τὸ τηλεγράφημα τοῦτο, τὸ ὁποῖον εἶναι σύντομον (ἀναγινώσκει): «Σταφιδοκτήμονες Πάλλης, συσκεφθέντες ἐπὶ συμβάσεως μονοπωλίου, τάσσονται κατ’ ἀρχὴν ὑπὲρ τούτου· πλὴν ὅμως, φρονοῦντες ὅτι Ἑπτάνησος ἀδικεῖται διὰ γενομένης ἐν καταρτισθείσῃ συμβάσει κατατάξεως σταφίδος αὐτῆς ἐν ἴσῃ μοίρᾳ μὲ σταφίδας Γαργαλιάνων, Φιλιατρῶν καὶ Πύργου, ἐνῷ ἀδιαφιλονικήτως ἐν ἐμπορίῳ ἀπολαμβάνει πάντοτε ἀνωτέρων τιμῶν τούτων, λόγῳ ὑπεροχῆς ποιότητος καὶ προνομιακῆς αὐτῆς θέσεως ἐν Ὁλλανδίᾳ, Βελγίῳ καὶ Γερμανίᾳ, ἀφοῦ μάλιστα ἐπιβαρύνεται ἐξαιρετικῶς διὰ πληρωμῆς διαφορᾶς δασμοῦ καὶ μεταβολῆς σταθμῶν, ὑποβάλλομεν θερμὴν παράκλησιν, ὅπως συντελέσητε ἐκ παντὸς τρόπου εἰς ἐπανόρθωσιν μεγάλης ἀδικίας, ὑποδεικνύοντες ἵνα ἡ ἑπτανησιακὴ σταφὶς ἀποτελέσῃ ἰδίαν αὐτοτελῆ κατηγορίαν, ὁριζομένων ἅμα τιμῶν αὐτῆς κατὰ 20 χρυσᾶ φράγκα τὸ χιλιόλιτρον ἀνωτέρων τῶν ἐν τῇ συμβάσει, ἢ ἀναλάβῃ Ἑταιρεία πληρωμὴν ὁλοκλήρου δασμοῦ καὶ παραλαμβάνῃ σταφιδόκαρπον Ἑπτανήσου εἰς λίτρας Ἰονικὰς, ὡς μέχρι σήμερον γίγνεται ἐν ἐμπορίῳ, καθόσον ἄλλως μονοπώλιον θέλει δεσμεύσει ἡμᾶς ἐπὶ εἰκοσαετίαν, χωρὶς τὸ παράπαν νὰ βελτιώσῃ τὴν θέσιν μας. Β. Ἀλεβιζᾶτος δικηγόρος Ν. Κλαδᾶς δικηγόρος Σ. Ἀντύπας δικηγόρος Μ. Τρέκας δικηγόρος Α. Λιβιερᾶτος δικηγόρος Γ. Λοβέρδος δικηγόρος Χ. Κλαδᾶς δικηγόρος (Ἔπονται ὑπὲρ τὰς διακοσίας ὑπογραφαί). Ὅμοιον τηλεγράφημα, κύριοι Βουλευταὶ, ἐστάλη πρό τινων ἡμερῶν καὶ ἐκ τῆς ἐμῆς ἐπαρχίας Κραναίας, ὅπερ καὶ ἀνεγνώσθη καὶ ἐκτυπωθὲν διενεμήθη πρὸς ὑμᾶς. Ἐκ τῶν τηλεγραφημάτων τούτων εὐτυχῶς ἐνισχύονται αἱ σκέψεις, τὰς ὁποίας ἀνεπτύξαμεν οἱ Ἑπτανήσιοι Βουλευταὶ ἀπὸ τοῦ βήματος, αἱ σκέψεις καὶ αἱ παρατηρήσεις, τὰς ὁποίας διετυπώσαμεν ἐγγράφως καὶ ὑπεβάλομεν διὰ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Βουλῆς πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως ἀνακοινώσῃ ταύτας εἰς τοὺς ἀντιπροσώπους τῆς Ἑταιρείας. Ἐκ τούτων ὅλων, Κύριοι, προκύπτει, ὅτι οὐδαμῶς ἡ θέσις τῆς Ἑπτανήσου μεταβάλλεται ἐκ τῶν διὰ τῆς συμβάσεως ὁρισθεισῶν τιμῶν, τοὐναντίον ἐπὶ μίαν εἰκοσαετίαν θὰ εὑρισκώμεθα εἰς ἣν κατάστασιν εὑρισκόμεθα καὶ σήμερον.
§6Κ. ΑΡΓΑΣΑΡΗΣ ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Μεταβάλλεται ἐπὶ τὰ χείρω.
§7Κ. ΓΕΡΑΚΗΣ. Ἀλλὰ καὶ εἰς ἔτι χειροτέραν, διότι, ἐνῷ ἠλπίζομεν, ὅτι μετὰ 3 ἢ 4 ἔτη θὰ ἔλθῃ ἡμέρα, κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ αὐξηθῶσιν αἱ τιμαὶ τοῦ προϊόντος μας, τώρα ἀπελπιζόμεθα, διότι δὲν ἔχομεν νὰ ἐπιτύχωμεν ἄλλο τι ἢ ἐλάττωσιν τιμῶν, καὶ οὐχὶ ὕψωσιν, δυνάμει τῆς συμβάσεως ταύτης. Εἶχον καθῆκον νὰ ὑποβάλω καὶ αὖθις εἰς τὴν Βουλὴν τὰς σκέψεις ταύτας, θὰ συστήσω δὲ πρὸς τὸν σεβαστὸν Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὸ ἀδίκημα, τὸ ὁποῖον προσγίγνεται εἰς τὴν Ἑπτάνησον ὡρισμένως, καὶ προσπαθήσῃ παντὶ σθένει νὰ ἐπιτύχῃ τὴν ὕψωσιν τῶν τιμῶν τῆς σταφίδος Κεφαλληνίας, διότι ἄλλως μετὰ θάρρους βεβαιῶ, ὅτι οἱ Ἑπτανήσιοι Βουλευταὶ οὐ μόνον θὰ καταψηφίσωσι τὴν σύμβασιν, ἀλλὰ καὶ παντὶ σθένει θὰ προσπαθήσωσι νὰ ματαιώσωσι πᾶσαν συνεδρίασιν, προκειμένου νὰ ψηφισθῇ μία τοιαύτη σύμβασις. (Εἰρωνικαὶ ἐπιφωνήσεις ἐκ δεξιῶν).
§8Α. ΜΟΝΟΚΡΟΥΣΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, δύναμαι νὰ διαβεβαιώσω τοὺς κυρίους Βουλευτὰς, ὅτι ἡ Κεφαλληνία ζητεῖ ἐν γένει ὑπεράσπισιν καὶ ἀρωγὴν καὶ ζητεῖ παρὰ τοῦ σεβαστοῦ καὶ ἀξιοτίμου κυρίου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως νὰ καθυποβάλῃ, ὡς εἶπον καὶ ἄλλοτε, πρὸς τοὺς κεφαλαιούχους Ἄγγλους καὶ νὰ ὑποδείξῃ εἰς αὐτοὺς τὴν πραγματικὴν ἀλήθειαν, ὅτι πράγματι ἡ σταφὶς Κεφαλληνίας θεωρεῖται προνομιοῦχος εἰς τὸ Βέλγιον καὶ εἰς τὴν Γερμανίαν, καὶ ὅτι πάντοτε ἡ σταφὶς Κεφαλληνίας ἔχει ἀνωτέρας τιμάς. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ μονοπώλιον, δὲν πιστεύω νὰ ὑπάρχῃ Βουλευτής, οὐ μόνον ἐκ τῶν σταφιδοφόρων ἐπαρχιῶν, ἀλλὰ καὶ ἐκ τῶν μὴ σταφιδοφόρων, ἐναντίος τοῦ μονοπωλίου· διότι, ἂν λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν τὴν κατάστασιν, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρισκόμεθα ἀπὸ τῆς ἐποχῆς, κατὰ τὴν ὁποίαν ἤρχισεν ἡ σταφιδικὴ κρίσις, θὰ ἴδωμεν, ὅτι ὁ λαὸς δικαίως εὑρίσκεται εἰς ἀγανάκτησιν, καὶ δύναται, ὡς εἶπον καὶ ἀπὸ τοῦ βήματος, καὶ αὐτὴ ἡ τάξις νὰ διασαλευθῇ, καὶ πρέπει νὰ προλάβωμεν τὸ τοιοῦτον. Ἐκεῖνο δὲ, τὸ ὁποῖον προτείνω, κύριε Πρόεδρε, εἰς τὴν Βουλὴν, εἶναι, εἰ δυνατὸν, νὰ ψηφισθῇ ἡ σύμβασις εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν, διὰ νὰ καταπαύσῃ αὐτὴ ἡ κατάστασις τοῦ πενομένου λαοῦ, καὶ εἰς τὴν δευτέραν καὶ τρίτην ἀνάγνωσιν δυνάμεθα νὰ ἔλθωμεν εἰς τὰς τροπολογίας, τὰς ὁποίας θὰ ὑποβάλῃ ὁ σεβαστὸς καὶ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως.
§9Α. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ λάβῃ ὑπὸ σπουδαίαν μέριμναν καὶ τὴν ἐξ Αἰγίου ἀναφορὰν τοῦ αὐτόθι συλλόγου «Ἀράτου», τὴν πρὸ μικροῦ ἀνακοινωθεῖσαν ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου, μεταξὺ ἄλλων παραστάσεων, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο αὐτῷ ἐξ Αἰγίου περὶ τῆς καταστάσεως, ἥτις ἐγεννήθη ἐκεῖ ὡς ἐκ τῆς—δὲν γνωρίζω πῶς νὰ τὴν χαρακτηρίσω—νευρικότητος τοῦ ἐκεῖ πταισματοδίκου.
§10Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ. Ἀκόμη ἐκεῖ εἶναι αὐτός;
§11ΧΑΡ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Θὰ τοὺς τελειώσῃ!
§12Α. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Προεκάλεσε δικαιοστάσιον, διέταξε τὴν σύλληψιν δικηγόρου ἡσύχου, καθ’ ἃ δὲ ἀναφέρονται ἐδῶ πολῖται, καὶ καθ’ ἃς ἔχω ἐπιστολὰς, περὶ τῆς ἀκριβείας τῶν ὁποίων δὲν ἔχω καμμίαν ἀφορμὴν νὰ ἀμφιβάλλω, ἐν μέσῃ ἀγορᾷ ἐξύβρισε τοὺς πολίτας Αἰγιαλείας, ἄνευ ἐξαιρέσεως, λούστρους, ἐξήγειρε δὲ ἀγανάκτησιν τοιαύτην, ὥστε ὀλίγου δεῖν νὰ προκαλέσῃ σκηνάς. Ἔχομεν, ὡς γνωρίζετε, ἀρκετὰ ἐναύσματα ἀνησυχίας ἐν Πελοποννήσῳ, καὶ δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ προσθέτωσι καὶ οἱ πταισματοδίκαι τοιαῦτα. Φαίνεται δὲ ἐκ τῆς ὅλης περιγραφῆς, ὅτι πᾶν ἄλλο παρὰ κατάλληλος δικαστὴς εἶναι ὁ περὶ οὗ ὁ λόγος πταισματοδίκης. Μοὶ ἐνθυμίζει οὗτος ἄλλον τινὰ πταισματοδίκην, ὅστις δι’ ἀποφάσεώς του κατεδίκασεν εἰς θάνατον κατηγορούμενόν τινα ἐπὶ πταίσματι, καὶ ἐζήτει καὶ μέσα ἐκτελέσεως ταχέα! Τοιαύτη εἶναι ἡ κατάστασις ἐκεῖ! Ταῦτα δὲ, κύριε Ὑπουργὲ, γνωρίζετε πρὸ καιροῦ.
§13Ε. ΚΟΚΚΕΒΗΣ. Πῶς ὀνομάζεται αὐτός;
§14Α. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν γνωρίζω ἀκριβῶς. Κουτρουβέλης, νομίζω.
§15Β. ΜΑΣΤΡΑΠΑΣ. Νὰ γνωρίζωμεν, μήπως ἔλθῃ εἰς ἡμᾶς.
§16Α. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ δὲν θέλω νὰ καταλήξω εἰς τὴν συνήθη σύστασιν, νὰ ζητήσω δηλ. νὰ μετατεθῇ ὁ κύριος πταισματοδίκης, — ὅπερ δυστυχῶς συχνάκις γίνεται ἐνταῦθα, προκειμένου ἰδίως περὶ ἀστυνόμων παρανομούντων ἢ κακῶς ἐκπληρούντων τὸ καθῆκόν των, ὧν ζητεῖται ἡ μετάθεσις. — Ἐκεῖνο ὅμως, τὸ ὁποῖον ἐπιθυμῶ, εἶναι νὰ παύσῃ εὑρισκόμενος εἰς τὸ Αἴγιον, ἵνα μὴ προκαλέσῃ σκηνὰς, καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν, ὄχι μόνον νὰ διαβεβαιοῖ, ἀλλὰ καὶ νὰ σπεύσῃ εἰς ἄρσιν τοῦ κακοῦ· διότι αἱ διαβεβαιώσεις αὐτοῦ δὲν ἀρκοῦσιν, ἵνα καθησυχάσωσι τὴν κοινωνίαν τοῦ Αἰγίου, γινώσκουσαν μάλιστα, ὅτι ἐπανειλημμένως ἐδόθησαν τοιαῦται διαβεβαιώσεις, ἀλλὰ δὲν ἐξετελέσθησαν μέχρι τοῦδε.
§17Α. ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ἀμέσως δὲν ἔσπευσα εἰς τὴν μετάθεσιν τοῦ πταισματοδίκου, διότι εἶχον διατάξει τὸν Εἰσαγγελέα νὰ ἐνεργήσῃ ἀνάκρισιν, ἵνα βεβαιωθῇ κατὰ πόσον τὰ κατὰ τοῦ πταισματοδίκου παράπονα ἦσαν βάσιμα. Πρὸ δύο ἢ τριῶν ἡμερῶν ἔλαβον ἔγγραφον τοῦ κ. Εἰσαγγελέως, συνιστῶντος νὰ γένηται ἡ μετάθεσις αὕτη. Συνεπείᾳ δὲ τοῦ ἐγγράφου τοῦ Εἰσαγγελέως ὑπεβλήθη ἤδη Διάταγμα περὶ μεταθέσεως τοῦ πταισματοδίκου, καὶ ἴσως αὔριον ἢ μεθαύριον δημοσιεύεται.
§18Κ. ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἐγώ, κύριε Πρόεδρε, τὸν λόγον.
§19ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σχετικῶς;
§20Κ. ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Σχεδόν.
§21ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐὰν δὲν ἦναι σχετικόν, ἔχει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν τὸν λόγον.
§22ΚΥΡ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ὑποβάλλω νομοσχέδιον περὶ ἀναβολῆς τῶν δημοτικῶν ἐκλογῶν διὰ τὴν πρώτην Κυριακὴν τοῦ μηνὸς Σεπτεμβρίου. Ἡ ἐπιβεβλημένη παράτασις τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς ἀφ’ ἑνός, καὶ ἀφ’ ἑτέρου ἡ σπουδαία νομοθετικὴ ἐργασία, ἡ ὁποία ὑπάρχει ἀκόμη ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, νομίζω ὅτι ἀρκούντως δικαιολογοῦσι τὴν ἀναβολὴν ταύτην. Ἐὰν ἡ Βουλὴ ἐγκρίνῃ τὸ κατεπεῖγον, δύναται νὰ προταχθῇ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, ἵνα ψηφισθῇ εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν σήμερον.
§23ΦΩΝΑΙ (ἑκατέρωθεν). Βεβαίως, βεβαίως.
§24Α. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Οὐδεμία ὑπάρχει ἀντίρρησις.
§25ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. Ὅταν δὲ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, θὰ ζητήσω τὴν πρόταξιν αὐτοῦ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 487).
§26Γ. ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, προχθές, τὴν δευτέραν ὥραν μετὰ τὸ μεσονύκτιον, ὅτε ἔληγεν ἡ συνεδρίασις, ἐγένετο λόγος, ὅπως ἀναβληθῇ ἡ ψήφισις τοῦ νομοσχεδίου περὶ τῆς συμβάσεως τοῦ μονοπωλίου τῆς σταφίδος. Δὲν ἀντέτεινα τότε, διότι καὶ ἡ Βουλὴ ἦτο κεκμηκυῖα καὶ μικρὸς ἀριθμὸς Βουλευτῶν παρίστατο. Ἤδη ὅμως, ὅτε ἡ Βουλὴ εἶναι πλήρης, καὶ διαρκούσης τῆς συνεδριάσεως πρόκειται νὰ ἀποφασίσῃ, θέτω ὑπὸ τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς τὸ ζήτημα, ὅτι, συμφώνως μὲ τὸν Κανονισμὸν αὐτῆς, ἀφοῦ ἐθεωρήθη περατωμένη ἡ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου, πρέπει νὰ προταχθῇ σήμερον πρὸ πάσης ἄλλης συζητήσεως ἡ ψήφισις αὐτοῦ εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν.
§27Π. ΜΑΝΕΤΑΣ. Ὅταν εἰσέλθωμεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§28ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σᾶς παρακαλῶ, κύριε Βουλευτά. Τὸ θέμα, τὸ ὁποῖον προβάλλετε, εἶναι ἐντελῶς πρόωρον. Πρόκειται περὶ προτάξεως εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Παρακαλῶ, ὅταν φθάσωμεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, νὰ λάβητε τὴν καλωσύνην νὰ ὑποβάλητε τὴν πρότασίν σας.
§29ΧΑΡ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Σχετικόν, κύριε Πρόεδρε.
§30ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ὑπάρχει θέμα, δὲν ὑπάρχει σχετικόν. Παρεκάλεσα τὸν κ. Βουλευτὴν Ἠλείας νὰ κάμῃ τὴν πρότασίν του, ὅταν φθάσωμεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§31ΧΑΡ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Σημειώσατέ με, παρακαλῶ, πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως διὰ σχετικὸν ζήτημα.
§32ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλά. Ὁ κ. Παναγιωτόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§33Ε. ΚΟΚΚΕΒΗΣ. Ὡμίλησεν ὁ κ. Παναγιωτόπουλος.
§34ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τί θέλετε;
§35Ε. ΚΟΚΚΕΒΗΣ. Θέλω ν’ ἀνακοινώσω ἓν ἔγγραφον.
§36ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλά. Ὁρίστε!
§37Ε. ΚΟΚΚΕΒΗΣ. Χθὲς τὴν νύκτα ἔλαβον τὸ ἑξῆς τηλεγράφημα, ἀπευθυνόμενον πρὸς τοὺς τέσσαρας βουλευτὰς Τριφυλίας, Κεφαλᾶν, Πονηρόπουλον, Ἀναστασόπουλον καὶ Κοκκέβην (ἀναγινώσκει): «Γνωσθέντος ὅτι ἐπίκειται ματαίωσις ἐπιψηφίσεως συμβάσεως μονοπωλίου, λαὸς Λιγουδίστης συνῆλθεν ἐν συλλαλητηρίῳ, καὶ ἀκούσας τοῦ ἰατροῦ Οἰκονομοπούλου, ἀπεφάσισε συστῆσαι Κυβερνήσει καὶ Βουλευταῖς νὰ ἐμμείνωσιν εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ μονοπωλίου, διότι ταύτης ματαιουμένης οὐδεὶς δύναται μαντεῦσαι ποῦ καταλήξει κατάστασις.»
§38ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Στυμφαλιάδης ἔχει τὸν λόγον.
§39Ε. ΚΟΚΚΕΒΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν ἐτελείωσα.
§40ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἴπετε, ὅτι θ’ ἀναγνώσητε ἓν τηλεγράφημα.
§41Ε. ΚΟΚΚΕΒΗΣ. Δὲν ἔχω νὰ ἀναπτύξω τὸ θέμα, κύριε Πρόεδρε· θέλω μόνον νὰ εἴπω, ὅτι δὲν θ’ ἀνεκοίνουν τὸ τηλεγράφημα τοῦτο, ἐὰν δὲν εἶχον ἰδεῖ ἐν τῇ ἐφημερίδι «Ἑστία», ὅτι ἐν Γαργαλιάνοις συνέβησαν συγκρούσεις αἱματηραὶ, ὧν βεβαίως ἔχει γνῶσιν ὁ κ. Πρωθυπουργός.
§42Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Οὐδεμίαν εἴδησιν ἔχομεν περὶ συγκρούσεων, γενομένων ἐν Γαργαλιάνοις, καὶ μάλιστα συγκρούσεων αἱματηρῶν. Ἔλαβον εἴδησιν, ὅτι ἐγένετο συλλαλητήριον ἐν Γαργαλιάνοις, ἐν τῷ ὁποίῳ ἐψηφίσθη ψήφισμα τῶν πολιτῶν ὑπὲρ τῆς συμβάσεως τοῦ μονοπωλίου τῆς σταφίδος, οὐχὶ ὅμως καὶ ὅτι ἔλαβον χώραν συγκρούσεις, καὶ δὴ αἱματηραί.
§43Ε. ΚΟΚΚΕΒΗΣ. Δὲν ἠξεύρω. Αὐτὰ γράφουν αἱ ἐφημερίδες.
§44Α. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Μὴ πιστεύετε τὰς ἐφημερίδας. Αἱ ἐφημερίδες γράφονται ἀπὸ ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι ἔχουσι ποικίλα ἐλατήρια.
§45ΑΛΕΞ. ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἐγὼ, κύριε Πρόεδρε, τὸ αὐτὸ τηλεγράφημα ἔλαβον ἐκ Λιγουδίστης, τὸ ὁποῖον ἀνεκοίνωσεν ὁ προλαλήσας κ. συνάδελφος. Τὸ συλλαλητήριον τοῦτο ἐκφράζει τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν καὶ ἡμεῖς ἔχομεν, ὅτι ἐπιβάλλεται ἡ ταχεῖα συζήτησις καὶ ἐπιψήφισις τοῦ νομοσχεδίου καὶ τῆς συμβάσεως. Ἀλλὰ μοὶ δίδεται ἀφορμὴ ἐκ τοῦ ἑτέρου τηλεγραφήματος, δι’ οὗ ἀναγγέλλεται, ὅτι νέον συλλαλητήριον ἐγένετο ἐν Γαργαλιάνοις, καὶ ὅτι φόβος κατέλαβε τὸν λαὸν τῶν σταφιδοφόρων ἐπαρχιῶν, ὅτι ἐνδεχόμενον νὰ ματαιωθῇ ἡ σύμβασις, μοὶ δίδεται, λέγω, ἀφορμὴ νὰ ἐρευνήσω τὰ αἴτια τοῦ φόβου τούτου, καὶ πρέπει νὰ ἀκουσθῇ ἡ φωνή μου, ἐρευνῶντος τὰ αἴτια ταῦτα καὶ διαμαρτυρομένου κατὰ ποικίλων διαδόσεων, αἵτινες κυκλοφοροῦσι, διότι εἶναι ἐνδεχόμενον, ἐκ τῶν διαδόσεων τούτων, ἐκ τῆς ἐξεγέρσεως ταύτης, νὰ συμβῶσιν ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα εὐτυχῶς δὲν συνέβησαν ἐν Γαργαλιάνοις, ὡς πρὸ μικροῦ ἐπισήμως ἐβεβαίωσεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Ἔφθασαν, Κύριοι, εἰς τὰς ἐπαρχίας δημοσιογραφικὰ φύλλα, ἐν τοῖς ὁποίοις ἀνεγράφετο, ὅτι αἱ παρατηρήσεις αἱ ὑποβληθεῖσαι ὑπὸ τῶν Βουλευτῶν πασῶν τῶν σταφιδοφόρων καὶ μὴ ἐπαρχιῶν, — τὰς ὁποίας ἐν τῇ προνοίᾳ αὑτοῦ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως προεκάλεσεν ἐπὶ τόσον σοβαροῦ ζητήματος, — οὐδένα ἄλλον σκοπὸν εἶχον ἢ νὰ παρακωλύσωσι τὴν ψήφισιν τῆς συμβάσεως, ὅτι αἱ παρατηρήσεις αὗται ἦσαν ἐργασία προελθοῦσα ἀπὸ κερδοσκόπους· ἐγράφη μάλιστα ἀτυχῶς καὶ ἔν τινι ἑσπερινῇ ἐφημερίδι χθὲς ἀνεπιφυλάκτως, ὅτι αἱ παρατηρήσεις, αἱ ὑποβληθεῖσαι ὑπὸ πολλῶν Βουλευτῶν, ἐγράφησαν καθ’ ὑπαγόρευσιν τῶν ἐμπόρων σταφίδος! Ἑπόμενον λοιπὸν εἶναι νὰ ἐξεγερθῇ ὁ λαὸς, ὁ ὁποῖος ἐπὶ δεκαετίαν ὁλόκληρον πάσχει, ὁ ὁποῖος ἐπὶ δεκαετίαν καὶ πλέον, ἐπὶ εἰκοσαετίαν ἴσως, μαστίζεται — διότι μέχρις αὐτῆς τῆς ἐποχῆς τοὐλάχιστον φθάνει ἡ μνήμη μου — ὑπὸ τῶν ἐμπόρων, τῶν αἰσχροκερδούντων εἰς βάρος αὑτοῦ, ὡς λίαν εὐγλώττως ἀνέπτυξεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Αἰγιαλείας ἀπὸ τοῦ βήματος. Ἀλλ’ ἐρωτῶ, Κύριοι, δὲν αἰσθανόμεθα, ὅτι ἔχομεν ὑποχρέωσιν, καὶ πολιτευόμενοι καὶ ἀρχαὶ καὶ τύπος ἀκόμη, νὰ ἤμεθα καλῆς πίστεως ἐν τῇ περιστάσει ταύτῃ; Τὴν διαμαρτυρίαν ταύτην, Κύριοι, ποιοῦμαι ἐνταῦθα, ἀπὸ τῆς θέσεως τῆς ἐπισήμου τῆς Βουλῆς, ἵνα μάθῃ καὶ ὁ λαός, εἰς τοῦ ὁποίου τὴν συνείδησιν ἐκλόνισαν τὴν ἐμπιστοσύνην ἐπὶ τοὺς ἀντιπροσώπους αὐτοῦ, ὅτι τὰ διαδιδόμενα οὐδὲν ἄλλο εἶναι ἢ διαβουκολήσεις προερχόμεναι ἐξ ἀνθρώπων ἐπιδιωκόντων ἴδια τέλη, ἢ νομιζόντων, ὅτι ἐξυπηρετοῦσι τὰ συμφέροντα τοῦ λαοῦ.
§46ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Μοσχούλας ἔχει τὸν λόγον.
§47Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ θέματος;
§48ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα.
§49Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸ ζήτημα τῆς συμβάσεως τοῦ μονοπωλίου τείνει νὰ καταστῇ ζήτημα δημοσίας τάξεως. Ἀχαλίνωτος, δύναταί τις νὰ εἴπῃ, κερδοσκοπία πολιτική, παρουσιαζομένη ἐν μέσῳ λαοῦ διατελοῦντος ἐν ἀπογνώσει ἕνεκα τῆς πενίας καὶ τῆς ἀσυνειδήτου ἐκμεταλλεύσεως αὐτοῦ ὑπὸ τῶν ἐμπόρων, τῶν διενεργούντων τοῦ εἴδους τούτου τὴν ἐμπορίαν, δημιουργεῖ καὶ γεννᾷ κινδύνους ἐμφυλίων σπαραγμῶν, διότι οἱ προστάται οὗτοι τοῦ λαοῦ, ὑπὸ μορφὴν ῥητόρων, παριστῶσιν εἰς αὐτὸν, ὅτι ἀντιπρόσωποι τοῦ λαοῦ δὲν ὑπάρχουσι πλέον δι’ αὐτόν, ὅτι ἐγκατέλειψαν αὐτόν, καὶ ὅτι αὐτοὶ εἶναι οἱ μόνοι προστάται αὐτοῦ! Τὸ ζήτημα, Κύριοι, βεβαίως δὲν εἶναι μικρόν. Ἀπειλεῖται ὄντως ἡ δημοσία τάξις, καὶ νομίζω, ὅτι αἱ διαστάσεις, τὰς ὁποίας ἀπειλεῖ νὰ λάβῃ ἡ κατάστασις αὕτη ἕνεκα τῆς ἐκκρεμότητος τοῦ ζητήματος καὶ τῆς ἐκμεταλλεύσεως τῆς ψυχολογικῆς καταστάσεως τοῦ ἐν εὐλόγῳ ἀπογνώσει διατελοῦντος λαοῦ, ἐπιβάλλουσι τὴν ὁριστικὴν καὶ ταχεῖαν λύσιν τοῦ ζητήματος καὶ τὴν ἀναγνώρισιν ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως τῆς βαρείας εὐθύνης, ἣν αὕτη διὰ τῆς μὴ υἱοθετήσεως τοῦ μονοπωλίου τῆς σταφίδος ἀναλαμβάνει ἀπέναντι λαοῦ ἀπειλοῦντος νὰ προβῇ εἰς τὰ ἔσχατα. Δὲν γνωρίζω ποῖα μέτρα ἡ Κυβέρνησις ἔλαβεν ἢ σκοπεῖ νὰ λάβῃ κατὰ τῶν ἀπατρίδων στασιαστῶν, τῶν ἐκμεταλλευομένων τὴν ἀπόγνωσιν, εἰς ἣν εὑρίσκεται ὁ λαὸς τῶν σταφιδοφόρων ἐπαρχιῶν, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι ἐπιβάλλεται εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ διδάξῃ τοὺς ὑπαιθρίους τούτους ῥήτορας, τοὺς ἀνοσίους ἐκμεταλλευτὰς τοῦ ζητήματος, ὅτι ὑπεράνω τοῦ πολιτικοῦ συμφέροντος καὶ τοῦ κομματικοῦ κέρδους ὑπάρχει τὸ συμφέρον τῆς πατρίδος, ὑπάρχει ἡ φωνὴ τοῦ νόμου. Καθημερινῶς ἐξαγγέλλονται ἐκ τῶν διαφόρων ἐπαρχιῶν εἰδήσεις, ὅτι ἡ δημοσία τάξις πρόκειται νὰ διασαλευθῇ, ὅτι εἷς ἀρχηγός, δὲν ἠξεύρω τίνος χωρίου, θὰ καταλάβῃ τὸν σιδηρόδρομον καὶ θὰ ἔλθῃ ἐδῶ, εἰς τὰς Ἀθήνας, ἵνα ἐπιβάλῃ εἰς ἡμᾶς νὰ ψηφίσωμεν τὴν σύμβασιν, ὡς ἔχει, χωρὶς νὰ γνωρίζῃ, ὅτι, ἂν ψηφίσωμεν τὴν σύμβασιν ὡς ἔχει, ἄνευ τροποποιήσεως αὐτῆς, θὰ ζωογονήσωμεν ἓν ἔκτρωμα. Ἐγὼ δὲ τοιοῦτον ἔκτρωμα δὲν θὰ ζωογονήσω διὰ τῆς ψήφου μου, χωρὶς ἡ σταφὶς τῆς Ὀλυμπίας νὰ καταταχθῇ εἰς τὴν τάξιν τῆς σταφίδος τῆς Ἠλείας, χωρὶς νὰ σταθεροποιηθῶσιν αἱ τιμαὶ καὶ νὰ μὴ ἐπιτρέπηται ἡ κατάσχεσις τοῦ σταφιδοκάρπου παρὰ τῶν δανειστῶν εἰς τὰς ἀποθήκας τῆς Ἑταιρείας. Τὴν γνώμην δὲ ταύτην ἐκφράζω ἀπροκαλύπτως, ἔστω καὶ ἂν πρόκηται νὰ μὲ ἀνασκολοπίσουν εἰς τὴν πλατεῖαν τοῦ Συντάγματος. Ὀφείλω νὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρωθυπουργὸν νὰ ἐπιστήσῃ τὴν προσοχήν του καὶ συστήσῃ πρὸς τοὺς ἁρμοδίους νομάρχας νὰ καθοδηγήσωσι τὸν λαόν, τὸν ὄντως ἐν ἀπογνώσει εὑρισκόμενον, ὅτι τὰ συμφέροντά του οὐδένα κίνδυνον διατρέχουσι παρ’ ἡμῶν· ἀλλὰ νομίζω προσέτι, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἔχει ὑποχρέωσιν νὰ διατάξῃ καὶ τοὺς κυρίους Εἰσαγγελεῖς νὰ ἐκτελέσωσι τὸ καθῆκόν των κατὰ τῶν οὕτως ἐκμεταλλευομένων τὸ ζήτημα τοῦτο.
§50Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν γνωρίζω ποίας ἔχει πληροφορίας ὁ κ. ἐξ Ὀλυμπίας Βουλευτής, ὅστις ἐχαρακτήρισε πρὸ μικροῦ τὴν ἐκδηλουμένην ἔν τισι τῶν σταφιδοφόρων ἐπαρχιῶν δυσφορίαν ὡς ἀποτέλεσμα πολιτικῆς κερδοσκοπίας...
§51Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Μὲ συγχωρεῖτε, κύριε Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως. Δὲν ἐνόησα ν’ ἀποδώσω εἰς πολιτικὸν κόμμα κερδοσκοπίαν. Ὁμιλῶ περὶ ἀτόμων ἐκμεταλλευομένων τὴν περίστασιν.
§52Α. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Θέλετε νὰ εἴπητε κομματικὴν κερδοσκοπίαν.
§53Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Ἀτόμων ἐχόντων βλέψεις τοπικάς. Διὰ τοῦτο διαμαρτύρομαι, διότι οὐδὲ κατὰ φαντασίαν κἄν διενοήθην ν’ ἀποδώσω πρὸς πολιτικὸν κόμμα οἱανδήποτε κερδοσκοπίαν.
§54Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἀλλὰ καὶ τοῦτο, φρονῶ, δύναται νὰ συζητηθῇ, ἤτοι, ἂν ἠδύναντο πολιτευόμενοι ἐν ταῖς ἐπαρχίαις ταῖς σταφιδοφόροις, ἀνήκοντες εἰς τοπικὰ κόμματα, νὰ ἐπιδρῶσιν ἐπὶ τοῦ φρονήματος τῶν συμπολιτῶν των, καὶ νὰ ἐξάπτωσι καὶ ἐρεθίζωσιν αὐτὸ, καὶ νὰ καθιστῶσι τοὺς συμπολίτας των τούτους ἐπικινδύνους εἰς τὴν δημοσίαν τάξιν. Νομίζω, ὅτι δὲν ἤθελεν εἶσθαι δυνατὸν νὰ γένηται τοῦτο. Ἂν δὲ ὑπάρχῃ μεγάλη ἐν τῇ χώρᾳ δυσφορία, πρέπει νὰ ὁμολογήσωμεν, ὅτι ἡ δυσφορία αὕτη, ἡ πρὸ παντὸς ὑπάρχουσα ἔν τισι τῶν ἐπαρχιῶν τῆς Πελοποννήσου, ἥτις, ὡς εἶπον, εἶναι μεγάλη, — δὲν λέγω μεγίστη, ἀλλὰ μεγάλη, — εὑρίσκω, ὅτι δὲν εἶναι ἀδικαιολόγητος δυσφορία. Διότι οἱ λαοὶ, οἱ καλλιεργοῦντες τὴν σταφίδα ἐν ταῖς ἐπαρχίαις ἐκείναις, ἐπὶ δέκα ἔτη ἢ ἐπὶ εἴκοσιν ἔτη, ὡς εἶπεν ὁ κ. ἐκ Τριφυλίας Βουλευτὴς, διατελοῦσιν ὑπὸ δοκιμασίαν ἀφόρητον, δανειζόμενοι ἵνα καλλιεργῶσι τὰς γαίας αὑτῶν, παράγοντες προϊόν, τὸ ὁποῖον ἀγωνίζονται νὰ πωλήσωσι, καὶ ὅταν δὲ πωλῶσιν αὐτὸ, πολλάκις δὲν δύνανται νὰ εὕρωσι τιμὰς ἐπαρκεῖς, ἵνα καλύψωσι τὰ ἔξοδα τῆς καλλιεργείας καὶ τὰ ἔξοδα τῆς συγκομιδῆς. Δὲν πρέπει δὲ νὰ ἐκπλησσώμεθα, ἂν τὸ φιλόκαινον πνεῦμα τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, — τὸ ὁποῖον παρ’ αὐτῷ, ὑπὲρ πάντα ἄλλον λαὸν, τρέφεται διὰ τοῦτο ὑπὸ τῆς δημοσιογραφίας, ἢ τῆς καινολογίας, — ἤκουσεν εἰδήσεις μὴ ἀκριβεῖς, καὶ ἀπεδέχθη τὰς εἰδήσεις ταύτας καὶ ἐπίστευσε ταύτας ὡς ἀληθεῖς. Λοιπὸν εὑρίσκω, ὅτι ἡ ἔξαρσις αὕτη τῆς δυσφορίας τοῦ σταφιδικοῦ πληθυσμοῦ εἶναι φυσική. Ἐν ταῖς σταφιδοφόροις ἐπαρχίαις ἐθεωρήθη, ὅτι ἡ καταρτισθεῖσα σύμβασις περὶ ἱδρύσεως μονοπωλίου τοῦ προϊόντος τῆς σταφίδος ἐπηγγέλλετο εἰς τοὺς σταφιδικοὺς πληθυσμοὺς τὴν ἐξασφάλισιν τοῦ μέλλοντος τῆς τύχης αὐτῶν. Ἡ ὑπόθεσις αὕτη, μεταποιηθεῖσα ὀλίγον κατ’ ὀλίγον εἰς πεποίθησιν, κατέστησεν αὐτοὺς τόσον εὐπίστους, ὥστε νὰ ἀποδέχωνται καὶ νὰ θορυβῶνται εἰς πᾶν ἄγγελμα, ὅπερ ἐσκόπει νὰ κλονίσῃ τὴν πεποίθησίν των ταύτην. Τελευταῖον δὲ ἀγγέλματα, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν ψηφίζει τὴν σύμβασιν, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν θ’ ἀποδεχθῇ αὐτὴν, ἐτάραξαν αὐτοὺς τοσοῦτον, ὥστε δὲν ἦτο ἀδύνατον νὰ δημιουργήσωσι κίνδυνον κατὰ τῆς δημοσίας τάξεως. Ἀλλὰ τὰ αἰσθήματα ταῦτα, ἅτινα διηγέρθησαν, εἶναι προϊόντα, εἶναι συνέπειαι εἰδήσεων μὴ ἀκριβῶν, διότι ἡ Βουλὴ οὐδεμίαν ἐξήνεγκε γνώμην κατὰ τῆς συμβάσεως, μόνην δὲ γνώμην ἐξήνεγκεν, ὅτι ἐπιθυμεῖ νὰ ἐπενεχθῶσιν ἐπ’ αὐτῆς βελτιώσεις τινὲς, ἢ συμπληρώσεις τινὲς, τὰ ὁποίας, ἄλλοι μὲν τῶν κυρίων Βουλευτῶν ταύτην, ἄλλοι δὲ ἐκείνην, ἐφρόνουν ὡς ἀναγκαίας. Ἂν δ’ ἐπὶ τοῦ μέτρου τούτου τῆς Βουλῆς ἐπῆλθέ τι, τὸ ὁποῖον ἴσως δὲν συμβιβάζεται πρὸς τοὺς πόθους τῶν σταφιδικῶν πληθυσμῶν, εἶναι, ὅτι δὲν ἐγένετο δυνατόν, ἢ δὲν γίνεται δυνατόν, ἡ σύμβασις νὰ ψηφισθῇ ὑπὸ τῆς Βουλῆς καὶ κυρωθῇ ὑπὸ τοῦ Βασιλέως μέχρι τῆς 1 Ἰουνίου. Ἕνεκα δὲ τούτου δὲν καθίσταται δυνατὸν εἰς τοὺς συμβληθέντας μετὰ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως Ἄγγλους ν’ ἀσχοληθῶσιν, ἵνα προβάλωσιν εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν τοὺς φερεγγύους ἐκείνους τραπεζίτας, ἢ Τραπέζας, οἵτινες ἤθελον ἐγγυηθῆ περὶ τῆς καταθέσεως τῶν 500 χιλιάδων λιρῶν, ἤτοι τοῦ ἡμίσεος τοῦ μετοχικοῦ κεφαλαίου τῆς Ἑταιρείας. Ἀφοῦ δὲ τοῦτο δὲν καθίσταται δυνατὸν νὰ γένηται, συνέπεια εἶναι τὸ νὰ μὴ ᾖ πιθανὸν νὰ ἐφαρμοσθῇ ἡ σύμβασις ἐπὶ τῆς ἐσοδείας τοῦ 1903. Ἀλλ’ ὅταν τοῦτο ἤθελε κατασταθῆ βέβαιον, δὲν ἐκρίνετο δὲ καὶ ἀδύνατον — καὶ δὲν ἐκρίνετο ἀδύνατον οὐ μόνον τοῦτο, ἤτοι ὅτι ἡ Βουλὴ ἦτο ἐνδεχόμενον νὰ μὴ κατασταθῇ δυνατὸν νὰ ψηφίσῃ τὴν σύμβασιν καὶ ὁ Βασιλεὺς νὰ κυρώσῃ αὐτὴν μέχρι τῆς 1 Ἰουνίου καὶ ὅτι ἕνεκα τούτου δὲν ἤθελεν εἶσθαι δυνατὸν νὰ εὑρεθῶσιν ὑπὸ τῶν συμβληθέντων μετὰ τῆς Κυβερνήσεως τὰ φερέγγυα πρόσωπα, ἅτινα ἤθελον ἐγγυηθῆ περὶ τῆς καταθέσεως τοῦ ἡμίσεος μετοχικοῦ κεφαλαίου, ἀλλὰ πλὴν τούτου δὲν ἐκρίνετο ἀδύνατον νὰ προκύψωσι καὶ εἰς αὐτοὺς τοὺς συμβληθέντας μετὰ τῆς Κυβερνήσεως δυσκολίαι πρὸς εὕρεσιν τοῦ ἀπαιτουμένου κεφαλαίου διὰ τὴν ἵδρυσιν τῆς Ἑταιρείας, — ὅταν, λέγω, πάντα ταῦτα ἦσαν ἐνδεχόμενα, προσῆκε νὰ ἑλκύσωσι τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως, ὡς πολλάκις ὑπηνιξάμην τοῦτο πρὸς τὴν Βουλήν. Λέγω δὲ πολλάκις, διότι δὶς ἢ τρὶς ὑπηνιξάμην εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι ἐγίνετο παρ’ ἡμῶν μελέτη περὶ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ δοθῇ ἡ προσήκουσα προστασία εἰς τοὺς σταφιδικοὺς πληθυσμοὺς διὰ τὴν ἐφετεινὴν συγκομιδὴν τοῦ προϊόντος, τὴν συγκομιδὴν τοῦ 1903. Ἀφοῦ δὲ οὕτως ἐκρίνετο, ἀφοῦ ἐξευρίσκετο τρόπος, δι’ οὗ νὰ κατασταθῇ κατορθωτὸν νὰ ἐξασφαλισθῇ ἡ ὀφειλομένη πρὸς τοὺς σταφιδικοὺς πληθυσμοὺς προστασία, νὰ ἀσφαλισθῇ ἡ τύχη τοῦ προϊόντος αὐτῶν κατὰ τὸ 1903, τότε ἡ Βουλὴ ἤθελε κατασταθῆ βεβαίως κυρία τοῦ πεδίου, κρίνουσα τὰ τῆς συμβάσεως ἐν πλήρει ἀνέσει, ὅτε ἤθελεν ἀποδεχθῆ πᾶν ὅ,τι ἤθελε κρίνει συμφέρον εἰς τὸν τόπον, καὶ δώσει τὴν ψῆφον αὐτῆς ἐπ’ αὐτοῦ. Πᾶσα λοιπὸν διάδοσις, καθ’ ἣν παρίσταται, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν εἶναι διατεθειμένη νὰ ψηφίσῃ τὴν σύμβασιν, ὅτι ἡ Βουλὴ ἐγκατέλιπε τὴν σύμβασιν, πᾶσα, λέγω, τοιαύτη διάδοσις εἶναι ψευδής, ἀλλ’ εὐλόγως ταράσσει τοὺς σταφιδικοὺς πληθυσμούς. Διὰ τὰς διαδόσεις ὅμως ταύτας εὐθύνονται ἐκεῖνοι, οἵτινες ἀρέσκονται νὰ διαδίδωσι τοιαύτας εἰδήσεις, ταράσσοντες τὸ δημόσιον φρόνημα τῶν συμπολιτῶν των. Ἐγὼ δὲν ἐκπλήσσομαι, πληροφορούμενος, ὅτι ἐπετάθη τοσοῦτον ἡ δυσφορία τῶν σταφιδικῶν πληθυσμῶν, καὶ ἐλπίζω, ὅτι οὐδ’ ὑμεῖς, κύριοι συνάδελφοι, ἐκπλήττεσθε, διότι γνωρίζετε τὰς δοκιμασίας, ἃς οἱ πληθυσμοὶ οὗτοι ὑπέχουσιν ἐπὶ σειρὰν ἐτῶν. Ἀλλ’ ἡ δυσφορία αὕτη ἡ μεγάλη εἶναι ἀδικαιολόγητος, ἀφοῦ, ἂν πρόκηται περὶ τῆς ἐπερχομένης συγκομιδῆς, αἱ προτάσεις, αἵτινες θέλουσι προταθῆ εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ἐν ἀνάγκῃ θέλουσι συμπληρωθῆ ἢ βελτιωθῆ ὑπ’ αὐτῆς, ἐλπίζω ὅτι θέλουσιν ἀσφαλίσει τὴν τύχην τοῦ προϊόντος τῆς συγκομιδῆς τοῦ 1903· ἂν δὲ καὶ ἡ τύχη τῆς συμβάσεως βελτιωθῇ καὶ συμπληρωθῇ κατὰ τὰς ἀρχομένας προσεχῶς συνεννοήσεις τῆς Κυβερνήσεως μετὰ τῶν συμβληθέντων μετ’ αὐτῆς Ἄγγλων, θέλει τότε κατορθωθῆ νὰ ἐξασφαλισθῇ καὶ ἐπὶ τὸ μέλλον τὸ πολύτιμον προϊόν, οὐδὲ θέλουσιν ἐξακολουθεῖ νὰ ὑπόκηται εἰς δισταγμοὺς καὶ ἀμφιβολίας, εἰς τὸ ἄγνωστον μέλλον, οἱ σταφιδικοὶ πληθυσμοί. Ἐπειδὴ δ’ ἔχω πεποίθησιν, ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς διαφέρει ἀπὸ τοὺς ἄλλους λαοὺς, καὶ ὅτι, καὶ ὅταν εὐλόγως ἐξαίρωνται ἐν τῇ ψυχῇ αὐτοῦ αἰσθήματα δυσφορίας ἐν περιστάσεσι δοκιμασίας, εἰς ἃς περιῆλθεν, οὐδὲ τότε καταλείπει αὐτὸν ἡ εὐγένεια τοῦ ἤθους του, καὶ τότε σέβεται τοὺς νόμους καὶ τὴν δημοσίαν τάξιν, διὰ τοῦτο δὲν ἀνησυχῶ, ὅτι δύναται νὰ διαταραχθῇ ἡ τάξις ἐν τῷ τόπῳ. Καὶ ἡμεῖς μὲν, ὡς Κυβέρνησις, ἐνῷ ἔχομεν τοιαύτην πεποίθησιν, οὐδὲν τῶν καθηκόντων ἡμῶν θέλομεν παραλείψει πρὸς ἐξασφάλισιν τῆς δημοσίας τάξεως, ἀλλ’ ἐλπίζω, ὅτι αἱ πληροφορίαι, ἃς δίδομεν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, θέλουσι μεταδοθῆ πανταχοῦ, καὶ θέλουσι πεισθῆ οἱ ἐν ταῖς σταφιδοφόροις ἐπαρχίαις συμπολῖται ἡμῶν, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ὑπολαμβάνωσιν ἑαυτοὺς ἐγκαταλειφθέντας εἰς τὴν ἀπελπισίαν. Ὅταν ὁμιλῇ τις περὶ τῶν συμφερόντων καὶ τῶν δικαιωμάτων τῶν λαῶν, πρέπει νὰ ἦναι ἐν τῇ ἀληθείᾳ, νὰ λέγῃ τὴν ἀλήθειαν. Διὰ τοῦτο μετὰ παρρησίας ὁμιλῶ καὶ λέγω τὴν ἀλήθειαν, ὡς ἀντιλαμβάνομαι ἐγὼ τῶν πραγμάτων. Ἀναγνωρίζω τὰς εὐλόγους ἀξιώσεις, τὴν εὔλογον δυσφορίαν τῶν σταφιδικῶν πληθυσμῶν, ἀλλὰ δὲν κρίνω, ὅτι ἐχειροτέρευσεν ἡ θέσις αὐτῶν τώρα, ἐν παραβολῇ πρὸς τὴν κατάστασιν, ἐν ᾗ ἐτύγχανον πρὸ τῶν τελευταίων μηνῶν, διότι οὐδὲν μέτρον ἐλήφθη ὑπὸ τῆς Βουλῆς, ὅπερ ἀφαιρεῖ ἀπ’ αὐτοὺς τὴν ἐλπίδα τῆς βελτιώσεως τῆς θέσεως αὐτῶν. Καὶ ἡ μὲν σύμβασις μένει ἐκκρεμὴς ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, καὶ θέλει πάλιν ἐπιληφθῆ αὐτῆς ἡ Βουλή, ὅταν γένωνται αἱ συνεννοήσεις, αἱ ἀπαιτούμεναι, μετὰ τῶν ἀντιπροσωπευόντων τὴν Ἑταιρείαν, αἱ συνεννοήσεις δὲ θέλουσι γείνῃ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν γνωμῶν καὶ τῶν προτάσεων, τὰς ὁποίας οἱ κύριοι Βουλευταὶ ἐξήνεγκον κατὰ τὴν γενομένην συζήτησιν εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν. Ἡμεῖς, οἵτινες θέλομεν συνεννοηθῆ μετὰ τῆς Ἑταιρείας, θέλομεν ἐκπληρώσει τὸ καθῆκον ἡμῶν πιστῶς, καὶ θέλομεν καταβάλει πᾶσαν προσπάθειαν, ἵνα πείσωμεν αὐτὴν ν’ ἀποδεχθῇ τὰ ὀρθὰ καὶ συντελέσῃ εἰς τὴν βελτίωσιν τῆς συμβάσεως, ὥστε νὰ καταστῇ δυνατὸν ἡ Βουλὴ νὰ ψηφίσῃ αὐτήν. Ἑπομένως, ἂν ἤθελέ τις ἐξετάσει περὶ τοῦ μέλλοντος, τὸ μέλλον δὲν δύναται νὰ παρασταθῇ, δὲν δύναται νὰ εἰκονισθῇ ὡς μέλλον ἀνησυχητικόν, μάλιστα ἀφοῦ ἐξασφαλισθῇ ἡ τύχη τῆς ἐφετεινῆς συγκομιδῆς, τῆς συγκομιδῆς τοῦ 1903, καὶ προστατευθῇ διὰ παντὸς θεμιτοῦ καὶ δυνατοῦ μέσου. Ἐπειδὴ δὲ πληροφορίαι τινὲς περὶ τῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα θέλομεν προβάλει εἰς τὴν Βουλήν, ἐν σχέσει πρὸς τὴν συγκομιδὴν τοῦ 1903, μεταδιδόμεναι εἰς τὴν Βουλὴν, θέλουσιν ἀκουσθῆ πάντως ὑπὸ τῶν σταφιδικῶν πληθυσμῶν, καὶ θέλουσι πείσει αὐτοὺς, ὅτι κατὰ τὴν ἐφετεινὴν συγκομιδὴν τοῦ 1903 δὲν θέλουσι μείνει ἐγκαταλελειμμένοι, διὰ τοῦτο δὲν διστάζω ἀπὸ τοῦδε, καὶ πρὶν ἢ εἰσαγάγω τὸ ἀπαιτούμενον νομοσχέδιον, νὰ μεταδώσω εἰς τὴν Βουλὴν ἰδέαν τινὰ τῶν προταθησομένων μέτρων. Κατὰ τὰς ὑπαρχούσας πληροφορίας, ἡ συγκομιδὴ τοῦ 1903 θέλει ἀνέλθει εἰς 350 ἑκατομμύρια, ἐπειδὴ δὲ ἐκ τῆς συγκομιδῆς τοῦ 1902 ὑπολείπονται 22 ἑκατομμύρια, τὰ ὁποῖα ἀποτελοῦσι τὸ ἀπόθεμα, ἐὰν ὑπολογισθῇ, ὅτι θέλουσιν ἐξαχθῆ 260 ἑκατομμύρια διὰ τοῦ ἐμπορίου, τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα θέλομεν προτείνει εἰς τὴν Βουλήν, ἀποτελοῦσι πρόνοιαν πρὸς προστασίαν, πρόνοιαν πρὸς διευκόλυνσιν τῆς διαθέσεως παντὸς ὑπολοίπου. Ἡ Τράπεζα ἡ Ἐθνικὴ, ἡ Τράπεζα τῶν Ἀθηνῶν, ἡ Τράπεζα ἡ Ἰονικὴ, συσκεφθεῖσαι, ἀπεφάσισαν νὰ συνομολογήσωσι μετὰ τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης δάνειον 6½ ἑκατομμυρίων δραχμῶν. Τὸ ποσὸν τοῦτο εἶναι ἡ στερεωτέρα ἄγκυρα, ἐπὶ τῆς ὁποίας δύναται νὰ στηριχθῇ ἡ ἐφετεινὴ συγκομιδή, ἀποτελεῖ πλήρη ἀσφάλειαν, καὶ ἑπομένως δὲν εὑρίσκω τὸν λόγον, διὰ τὸν ὁποῖον πρέπει νὰ ἐξακολουθῇ ἡ κρατοῦσα δυσφορία ἐν ταῖς ἐπαρχίαις ταῖς σταφιδοφόροις...
§55Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. 6,500,000;
§56Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Μέχρις ἓξ ἑκατομμυρίων καὶ ἡμίσεος. Τὸ δάνειον θέλει συνίστασθαι εἰς ἀνοικτὸν λογαριασμόν· ὁ δὲ τόκος ὁ συμφωνηθεὶς προσδιωρίσθη πρὸς 5½%, ἐπὶ ἐγγυήσει τοῦ Κράτους (ἐπιδοκιμασίαι). Διὰ τοῦτο ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι θέλει ἐπανέλθει ἡ γαλήνη ἐκεῖ, ὅπου ἐξέλιπε, καὶ ὅτι τὸ πρὸς τοὺς νόμους σέβας δὲν θέλει μειωθῆ ἐν τῇ ψυχῇ οὐδενὸς τῶν πολιτῶν τῶν σταφιδοφόρων ἐπαρχιῶν. (Ζωηρὰ χειροκροτήματα καὶ ἐπευφημίαι).
§57Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Βεβαίως ἡ δυσφορία τῶν σταφιδοπαραγωγῶν ἐξηγεῖ τὸν ἐρεθισμόν, ὁ ὁποῖος κατέλαβε τοὺς σταφιδοπαραγωγοὺς ὅλους. Ἐλπίζω ὅτι τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀνεκοίνωσε τὴν ἑσπέραν ταύτην εἰς τὴν Βουλήν, καὶ διὰ τῶν ὁποίων ἐξασφαλίζεται ἡ ἐσοδεία τοῦ 1903, θέλουσιν ἐξασκήσει μεγάλην ἐπιρροὴν πρὸς κατευνασμὸν τοῦ ἐρεθισμοῦ τοῦ κρατοῦντος. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐπίσης θέλει συντελέσει εἰς τὸν κατευνασμὸν τοῦτον, εἶναι ἡ ἀλήθεια, τὴν ὁποίαν εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ εἴπωμεν. Εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ δηλώσωμεν, Κύριοι, ὅτι ἀπατῶνται οἱ σταφιδοπαραγωγοί, ὅταν παριστᾶται αὐτοῖς, ὅτι ἡ Βουλὴ συνετέλεσεν εἰς τὴν βραδύτητα περὶ τὴν ἐκτέλεσιν καὶ τὴν ἐφαρμογὴν τῆς συμβάσεως, καὶ δι’ αὐτὸ ἐλυπήθην, ὅτε ἤκουσα τὸν κ. Πρωθυπουργὸν λέγοντα, ὅτι αἱ συζητήσεις αἱ λαβοῦσαι χώραν καὶ αἱ ὑποβληθεῖσαι τροπολογίαι συνετέλεσαν, ὥστε νὰ μὴ καταστῇ δυνατὸν νὰ ἐφαρμοσθῇ ἡ σύμβασις διὰ τὴν ἐφετεινὴ ἐσοδείαν. Τοῦτο, κατ’ ἐμὲ, δὲν εἶναι ἀκριβὲς, διότι ἡ Βουλὴ οὐδὲν ἕτερον ἔπραξεν ἐν τῷ θέματι τούτῳ, εἰμὴ νὰ ἐκτελέσῃ τὸ καθῆκον, τὸ ὁποῖον εἶχε, διότι ἡ Βουλὴ μετὰ μεγάλης προσοχῆς ὤφειλε νὰ ἐξετάσῃ τὰ τῆς συμβάσεως. Οὔτε ἦτο δυνατὸν νὰ φαντασθῇ τις, ὅτι σύμβασις, ἡ ὁποία πρόκειται νὰ δεσμεύσῃ τὴν χώραν ἐπὶ εἰκοσαετίαν, θὰ ἠδύνατο εἰς τρεῖς ἡμέρας νὰ ἀναγνωσθῇ καὶ ψηφισθῇ. Ἀλλὰ μήπως αἱ προταθεῖσαι τροπολογίαι, αἱ ὑποβληθεῖσαι συνεπείᾳ προκλήσεως αὐτοῦ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, εἶναι ἐκεῖναι, αἱ ὁποῖαι ἐματαίωσαν τὴν ἐφαρμογὴν τῆς συμβάσεως διὰ τὴν ἐφετεινὴν συγκομιδήν; Λησμονοῦμεν, Κύριοι, καὶ δὲν ἠξεύρω διατὶ λησμονοῦμεν, ῥητὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 38 τῆς συμβάσεως. Λησμονοῦμεν, ὅτι, ἂν δυνάμει τῆς συμβάσεως ἀνέλαβεν ἡ Κυβέρνησις τὴν ὑποχρέωσιν νὰ προκαλέσῃ τὴν ψήφισιν τῆς συμβάσεως μέχρι τῆς 1|14 Ἰουνίου, ἀνέλαβον ὅμως καὶ ἐκεῖνοι, οἵτινες συνηλλάχθησαν μετὰ τῆς Κυβερνήσεως ὑποχρεώσεις, τὰς ὁποίας ἐντὸς τῆς αὐτῆς προθεσμίας ὤφειλον νὰ ἐκτελέσωσι. Καὶ ποῖαι εἶναι αἱ ὑποχρεώσεις αὗται, Κύριοι; Ἡ σύμβασις ῥητῶς λέγει ἐν ἄρθρῳ 38: «Ἄν μέχρι τῆς 1|14 Ἰουνίου ἐ. ἔ. ψηφισθῇ ὑπὸ τῆς Βουλῆς ἡ παροῦσα σύμβασις, ἡ δὲ ἀνάδοχος Ἑταιρεία ἐντὸς τῆς αὐτῆς προθεσμίας ὑποβάλῃ τοῖς κ.κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ Οἰκονομικῶν Ὑπουργοῖς τὰς περὶ ἐγγυήσεως τοῦ ἡμίσεος τοῦ μετοχικοῦ κεφαλαίου κατὰ τὸ ἄρθρον πρῶτον τῆς παρούσης συμβάσεως δηλώσεις καὶ τὸ σχέδιον τοῦ καταστατικοῦ τῆς ἱδρυθησομένης Ἑταιρείας πρὸς ἔγκρισιν, δηλώσῃ δὲ συγχρόνως, ὅτι τὸ πολὺ ἐντὸς ἑπτὰ ἡμερῶν ἀπὸ τῆς ἐγκρίσεως τοῦ καταστατικοῦ θέλει ἐκδοθῆ εἰς δημοσίαν ἐγγραφὴν τὸ μετοχικὸν κεφάλαιον τῆς ἱδρυθησομένης Ἑταιρείας κλπ., ὑποχρεοῦται ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις νὰ ὁρίσῃ διὰ Β. Διατάγματος, ἐκδοθησομένου μέχρι τῆς 5|18 Ἰουλίου ἐ. ἔ., ὡς χρόνον ἐνάρξεως τῶν ἐργασιῶν τῆς Ἑταιρείας καὶ τοῦ προνομίου αὐτῆς τὴν 31 Ἰουλίου, 13 Αὐγούστου ἐ. ἔ.» Ἐρωτῶ, ὑπέβαλεν ἡ Ἑταιρεία εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὰς δηλώσεις ταύτας, τὰς ὁποίας ὤφειλε νὰ ὑποβάλῃ μέχρι 1 Ἰουνίου; εἶναι δὲ δυνατὸν νὰ ὑποβάλῃ τὰς δηλώσεις ταύτας μέχρι τῆς 1 Ἰουνίου; Ὑπέβαλεν ἡ Ἑταιρεία τὸ σχέδιον τοῦ καταστατικοῦ; εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποβληθῇ τοῦτο μέχρι 1 Ἰουνίου; Καὶ ἂν τοῦτο εἶναι δυνατόν, διατὶ ἡ Κυβέρνησις δὲν προβαίνει ταχέως εἰς τὰς διαπραγματεύσεις ἐπὶ τῶν τροποποιήσεων, ὅπως μέχρι τῆς 1 Ἰουνίου ψηφισθῇ ἡ σύμβασις; Πρέπει, ἐπαναλαμβάνω, νὰ λεχθῇ, ὅτι δὲν εἶναι ἡ βραδύτης περὶ τὴν ψήφισιν τῆς συμβάσεως, ἡ ὁποία ἐπέφερε τὴν μὴ ἐφαρμογὴν αὐτῆς ἀπὸ τῆς 31 Ἰουλίου 1903, ἀλλ’ εἶναι ἡ μὴ ἐκτέλεσις τῶν ὅρων ἐκ μέρους τῆς Ἑταιρείας, διότι ἡ ἀνάδοχος Ἑταιρεία ὤφειλε νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὸ καταστατικόν, ὤφειλε νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὰς δηλώσεις τῶν ἐγγυωμένων τὸ ἥμισυ τοῦ κεφαλαίου, μέχρι 1 Ἰουνίου. Ἀλλὰ τὰς ἐγγράφους ταύτας δηλώσεις, τὰς ὁποίας μέχρι σήμερον δὲν ὑπέβαλε, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποβάλῃ μέχρι τῆς 1 Ἰουνίου, οὔτε εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποβάλῃ τὸ καταστατικὸν μέχρι 1 Ἰουνίου. Ὅταν οἱ σταφιδικοὶ πληθυσμοὶ μάθωσι ποία εἶναι ἡ ἀλήθεια, θὰ παύσωσι πιστεύοντες, ὅτι ἡ Βουλὴ συνετέλεσεν εἰς τὴν μὴ ἐφαρμογὴν τῆς συμβάσεως κατὰ τὸ ἔτος 1903, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν κήδεται τῶν συμφερόντων τῶν σταφιδοπαραγωγῶν, ἀλλὰ καὶ θέλουσιν ἐννοήσει, ὅτι οὐδέποτε ἐπρόκειτο περὶ ἐφαρμογῆς τῆς συμβάσεως κατὰ τὸ 1903, καὶ ὅτι μόνον περὶ τῆς ἐφαρμογῆς τῆς συμβάσεως κατὰ τὸ 1904 πρόκειται. Καὶ τότε, ἂν πρόκηται περὶ ἐφαρμογῆς τῆς συμβάσεως κατὰ τὸ 1904, ἡ Βουλὴ ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἀξιώσῃ, ὅπως σύμβασις τοιαύτης σπουδαιότητος συζητηθῇ μετὰ ἠρεμίας, συζητηθῇ μετὰ γαλήνης καὶ μετὰ τῆς σπουδαιότητος ἐκείνης, ἡ ὁποία ἐμπρέπει εἰς σύμβασιν, ἥτις πρόκειται νὰ κανονίσῃ ἐπὶ εἴκοσιν ὅλα ἔτη τὴν ἐμπορίαν τοῦ σπουδαιοτέρου ἡμῶν προϊόντος. Εἶμαι δὲ πεπεισμένος, ὅτι ἡ ψήφισις τοῦ προσωρινοῦ μέτρου, τὸ ὁποῖον ἐν γενικαῖς γραμμαῖς ἀνεκοίνωσε τὴν ἑσπέραν ταύτην εἰς τὴν Βουλὴν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, θέλει ἐπιτρέψει εἰς πάντας νὰ ἐπανέλθωσιν εἰς τὴν γαλήνην ἐκείνην, ἡ ὁποία θέλει συντελέσει εἰς τὴν ἤρεμον συζήτησιν τῆς συμβάσεως, καὶ διὰ ταύτης εἰς τὴν ἐξασφάλισιν τῶν συμφερόντων τῶν σταφιδοπαραγωγῶν. Χάριν τῆς γαλήνης ταύτης καὶ τοῦ κατευνασμοῦ τοῦ ἐρεθισμοῦ τῶν σταφιδοπαραγωγῶν ἐθεώρησα ἐπάναγκες, ὅπως ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου λεχθῇ, ὅτι δὲν πταίει ἡ Βουλὴ, ἂν δὲν ἐφαρμοσθῇ ἡ σύμβασις κατὰ τὸ 1903, ἀλλὰ πταίει ἡ Ἑταιρεία, ἡ ὁποία δὲν ἐξετέλεσε τοὺς ὅρους τοὺς ἀναγραφομένους ἐν τῇ συμβάσει. (Ζωηραὶ ἐπιδοκιμασίαι ἐκ τῆς ἀριστερᾶς).
§58Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Νομίζω, ὅτι ὁ συλλογισμὸς δὲν εἶναι ἀκριβής. Δὲν εἶναι ἀκριβὴς ὁ συλλογισμὸς, ὅτι ἡ Ἑταιρεία καθυστέρησε νὰ ἀποστείλῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὸ καταστατικὸν αὐτῆς καὶ ν’ ἀνακοινώσῃ τὰ ὀνόματα ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐδήλωσαν τὴν προθυμίαν νὰ καταθέσωσι τὸ ἥμισυ τοῦ κεφαλαίου, διότι ἡ προθεσμία λήγει μέχρι τῆς 1 Ἰουνίου, ἀφ’ ἧς εἴμεθα πέντε ἡμέρας μακρὰν, δὲν εἶναι δὲ ὑπόχρεως ἡ Ἑταιρεία νὰ σπεύσῃ πρὸ πέντε ἡμερῶν νὰ ἀνακοινώσῃ ταῦτα εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Ἂν συμβῇ νὰ μὴ ἦναι εἰς κατάστασιν νὰ τὸ πράξῃ μέχρι τῆς 1 Ἰουνίου, τὴν ἐπίκρισιν δὲν ἔχομεν τὸ δικαίωμα νὰ ἐκφέρωμεν ἀπὸ σήμερον, ἀλλὰ μόνον τὴν 2 ἢ τὴν 3 Ἰουνίου. Ἀλλ’ ἐγὼ δὲν ἀπηύθυνα κατηγορητήριον κατὰ τῆς Βουλῆς, ἀπορῶ δὲ, ποῦ εὗρεν ἐν τοῖς λόγοις μου ὁ κ. ἐκ Κερκύρας Βουλευτὴς τοιαύτην προαίρεσιν. Ἐγὼ ἐξήγησα, ὅτι τὰ γενόμενα ἦσαν ἀποτέλεσμα, οὐχὶ ὁ σκοπὸς τῆς Βουλῆς. Ἐὰν παρετείνοντο αἱ συζητήσεις μετὰ σκοποῦ κωλυσιεργίας, ἢ μετὰ σκοποῦ πονηροῦ, τοῦτο διαφέρει ὅλως τῆς παρατάσεως, τὴν ὁποίαν ἐπήνεγκον αἱ συζητήσεις ἕνεκα τῆς ἀνάγκης, ἕνεκα τῆς σπουδαιότητος τοῦ μέτρου, τὸ ὁποῖον συζητεῖ καὶ βασανίζει ἡ Βουλή. Τὴν συζήτησιν δὲ καὶ τὴν βάσανον τοῦ ἔργου τούτου τῆς συμβάσεως, ἥτις ὑπεβλήθη εἰς τὴν Βουλὴν, ἐγὼ πρῶτος, ὅτε εἰσήγαγον αὐτὴν εἰς τὴν Βουλὴν, συνέστησα εἰς τοὺς Βουλευτὰς, εἰπὼν, ὅτι πρέπει νὰ ἐξονυχίσωσι τὴν σύμβασιν καὶ νὰ ἐξετάσωσι καὶ ἀνατάμωσιν αὐτήν. Ἐὰν δὲ εἶπον, ὅτι ἡ λαβοῦσα χώραν παράτασις τῶν συζητήσεων ἐπέφερε τὴν ἐξάντλησιν τῶν μέχρι τῆς 1 Ἰουνίου προθεσμιῶν, δὲν εἶπον, ὅτι τοῦτο ἐσκόπει ἡ Βουλὴ καὶ τὸ ἔπραττε μεμελετημένως, ἀλλ’ εἶπον, ὅτι τοῦτο ἦτο συνέπεια τῶν συζητήσεων, τὰς ὁποίας ἡ Βουλὴ ὤφειλε νὰ διεξαγάγῃ, ἵνα ἐξετάσῃ καὶ ἀνατάμῃ τὴν σύμβασιν. Ἑπομένως δὲν ἦτο εὐκαιρία, ἵνα ἐπιτεθῇ τις κατὰ τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως δὲν ἦτο εὐκαιρία νὰ ἐπιτεθῇ οὐδὲ κατὰ τῆς Ἑταιρείας. Πρέπει νὰ ἔχωμεν ὑπομονήν· τὴν ὑπομονὴν δ’ εὐκολύνουσιν αὐτὰ τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα θέλομεν προτείνει προσεχῶς εἰς τὴν Βουλήν, καὶ τὰ ὁποῖα ἐξασφαλίζουσι τὴν συγκομιδὴν τοῦ 1903· πιθανῶς δὲ νὰ κρίνωμεν μετ’ ὀλίγον καὶ ἐπὶ τῆς συμβάσεως, μετὰ τὰς συμπληρώσεις καὶ βελτιώσεις, τὰς ὁποίας θέλομεν δυνηθῆ νὰ ἐπιτύχωμεν, ὡς θέλομεν κρίνει καὶ περὶ τῆς διαγωγῆς τῆς Ἑταιρείας, ὡς πρὸς τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν ὑποχρεώσεων, τὰς ὁποίας ἀνέλαβεν· ἀλλὰ τότε, οὐχὶ σήμερον.
§59Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Μίαν μόνον λέξιν, διότι πρόκειται περὶ τῆς ἀκριβείας πληροφορίας, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλον εἰς τὴν Βουλὴν. Ἐπὶ τοῦ προκειμένου φρονῶ, ὅτι ἡ πληροφορία ἡ ἐμὴ εἶναι ἀκριβεστάτη, διότι δυνάμει τοῦ ἄρθρου 38 ὑποχρεοῦται ἡ Ἑταιρεία νὰ ὑποβάλῃ μέχρι τῆς πρώτης Ἰουνίου τὰς δηλώσεις, συμφώνως πρὸς τὸ ἄρθρον 1 τῆς συμβάσεως. Τὸ δὲ ἄρθρον 1 τί λέγει; (ἀναγινώσκει) «Τὸ μετοχικὸν κεφάλαιον τῆς Ἑταιρείας ταύτης ὁρίζεται εἰς ἓν ἑκατομμύριον λιρῶν στερλινῶν τοὐλάχιστον, ἐξ ὧν πεντακοσίας χιλιάδας λίρας στερλίνας θέλουσιν ἐγγυηθῆ, δι’ ἣν περίπτωσιν τὸ περὶ οὗ πρόκειται ποσὸν δὲν ἤθελε καλυφθῆ κατὰ τὴν δημοσίαν ἐγγραφὴν, πρόσωπα τῆς ἐγκρίσεως τῶν κ. κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργῶν διὰ δηλώσεων ἐνυπογράφων αὐτῶν...» Ἐρωτῶ, ὑπεβλήθησαν ἐνυπόγραφοι δηλώσεις εἰς ὑμᾶς; Ὄχι. Εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποβληθῶσιν αὗται μέχρι τῆς 1 Ἰουνίου; Ὄχι. Ἔχετε πληροφορίας ἐξ Ἀγγλίας, ὅτι εὑρέθησαν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι εἶναι διατεθειμένοι νὰ ἐγγυηθῶσι τὸ ποσὸν τῶν 500,000 λιρῶν; Ὄχι.
§60Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Εἰς τὴν ἐρώτησίν σας ἀποκρίνομαι προχείρως, ὅτι αὐτὰ, τὰ ὁποῖα λέγετε, θὰ ἦναι ὀρθὰ καὶ πρέπει νὰ ἐφαρμοσθῶσι τὴν 2 Ἰουνίου, καὶ ὄχι τὴν 27 Μαΐου.
§61Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἐγὼ λέγω, ὅτι ἐνυπόγραφοι δηλώσεις δὲν εἶναι δυνατὸν πλέον νὰ ὑποβληθῶσιν, ἐὰν δὲν ἐστάλησαν μέχρι σήμερον.
§62Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Διὰ τηλεγραφήματος δύνανται ν’ ἀνακοινωθῶσι.
§63Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Αἱ ἐνυπόγραφοι δηλώσεις δὲν δύνανται διὰ τηλεγραφήματος ν’ ἀνακοινωθῶσι.
§64Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Θέλουσι παρουσιασθῆ ἐνώπιον τοῦ πρέσβεως τῆς Ἑλλάδος, διὰ νὰ τῷ εἴπωσιν: «ἔχομεν αὐτὰς τὰς δηλώσεις, καὶ νὰ τηλεγραφηθῇ τοῦτο εἰς τὴν Κυβέρνησιν».
§65Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Παραδέχομαι, ὅτι εἴμεθα ὑπόχρεοι, ἵνα μέχρι τῆς 1 Ἰουνίου ψηφίσωμεν τὴν σύμβασιν, ὅπως ἐφαρμοσθῇ αὕτη κατὰ τὸ 1903· ἀλλ’ ἀνεξαρτήτως τῆς ψηφίσεως ἢ μή, ἡ Ἑταιρεία ἔχει τὰς ἰδίας ὑποχρεώσεις, τὰς ὁποίας εἶχε καὶ δὲν ἐξετέλεσε μέχρι σήμερον, καὶ τὰς ὁποίας ἀδύνατον εἶναι νὰ ἐκτελέσῃ μέχρι τῆς 1 Ἰουνίου.
§66Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Καὶ ἡμεῖς ἐχαρίσαμεν τὴν προθεσμίαν αὐτήν;
§67Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἔχω, φαίνεται, τὸ ἀτύχημα νὰ μὴ ἐκφράζωμαι σαφῶς. Ἐγὼ διατείνομαι, ὅτι ἡ ὑποχρέωσις τῆς ψηφίσεως τῆς συμβάσεως μέχρι τῆς 1 Ἰουνίου εἶναι ἐντελῶς ἀνεξάρτητος τῆς ὑποχρεώσεως, ἣν ἡ Ἑταιρεία ἔχει, νὰ συμμορφωθῇ μὲ τοὺς ὅρους τοῦ ἄρθρου 38 ἐν συνδυασμῷ πρὸς τὸ ἄρθρον 1. Εἶναι δυνατὸν νὰ παραδεχθῶ, ὅτι, ἐπειδὴ δὲν ἐφθάσαμεν εἰς τὴν 1 Ἰουνίου, εἶναι πρόωρον τὸ λεχθὲν παρ’ ἡμῶν· ἀλλὰ διατείνομαι, ὅτι, μὴ ὑποβληθέντος εἰσέτι τοῦ καταστατικοῦ, καὶ μὴ γενομένων τῶν δηλώσεων, δὲν εἶναι δυνατὸν πλέον νὰ γείνωσιν αἱ δηλώσεις καὶ νὰ ὑποβληθῇ καὶ τὸ καταστατικὸν πρὸς ἔγκρισιν, ἄρα δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐκτελεσθῶσι μέχρι τῆς 1 Ἰουνίου αἱ ὑποχρεώσεις, ἃς ἀνέλαβεν ἡ Ἑταιρεία.
§68Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Τὰ πράγματα ἔχουσιν ἀληθῶς ὡς ἐξέθηκεν ὁ ἔντιμος προλαλήσας. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ προσέχωμεν μᾶλλον εἰς τὰ πράγματα. Οἱ ἀνάδοχοι καλῶς γινώσκουσιν, ὅτι μέχρι τῆς 1 Ἰουνίου ἡ Βουλὴ ἔμελλε νὰ ἔχῃ ἐψηφισμένην τὴν σύμβασιν, καὶ ὅτι αὐτοὶ ἀφ’ ἑτέρου ἔπρεπε νὰ ὑποβάλωσιν εἰς τὴν Κυβέρνησιν ὅλα, ὅσα τὸ ἄρθρον 38 τῆς συμβάσεως ἀνέγραψεν, ἵνα ἐφαρμοσθῇ τὸ μονοπώλιον κατὰ τὸ 1903. Ἀφ’ ἧς ὅμως ἡ σύμβασις ὑπεβλήθη εἰς τὴν Βουλήν, δὲν ἔπαυσαν ὄντες ἐνήμεροι τῶν συμβαινόντων ἐν Ἑλλάδι, ὅτι δηλαδὴ ἡ σύμβασις ἐπὶ ἡμέρας συνεζητήθη ἐν τῇ Βουλῇ, ὅτι ἐγένοντο πολλαὶ παρατηρήσεις, ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως συντομευθῶσιν αἱ συζητήσεις, ἐζήτησε νὰ διατυπωθῶσιν αἱ διάφοροι γνῶμαι εἰς τροπολογίας, ὅπως εὐκολώτερον δυνηθῇ νὰ συνεννοηθῇ μετὰ τῶν ἐνταῦθα ἀντιπροσώπων τῶν ἀναδόχων, καὶ δι’ αὐτῶν μετὰ τῶν ἐν Ἀγγλίᾳ, καὶ ὑποβάλῃ τὸ ἀποτέλεσμα εἰς τὴν Βουλήν. Τοῦτο ἐγένετο. Δὲν νομίζετε ὅμως, ὅταν τὰ πράγματα εὑρίσκωνται ἐν τῇ ἐκκρεμότητι ταύτῃ, ὅτι οἱ ἐν Ἀγγλίᾳ δύσκολον ἦτο νὰ σπεύσωσι, πρὶν ἢ βεβαιωθῶσιν, ἂν ἡ σύμβασις ἐψηφίσθη, νὰ δώσωσι τὴν συγκατάθεσιν αὐτῶν, νὰ παρουσιάσωσι τὰ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα θὰ ἐγγυηθῶσι τὰς πεντακοσίας χιλιάδας λίρας, καὶ τὸ καταστατικόν; Δὲν ἀρνοῦμαι, ὅτι ἦτο δυνατὸν καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τῆς συμβάσεως, δηλ. ἀνεξαρτήτως πάσης τροποποιήσεως τῆς συμβάσεως, νὰ ὑποβάλωσι τῇ Κυβερνήσει τὰ ὀνόματα τῶν ἐγγυητῶν διὰ τὸ ποσὸν τῶν 500,000 λιρῶν, ἢ τὸ καταστατικὸν τῆς Ἑταιρείας, ἀλλὰ δὲν εἶναι δίκαιον νὰ ἰσχυριζώμεθα, ὅτι δὲν ἐπηρεάζετο ἡ ἐνέργεια τῆς Ἑταιρείας ἐκ τῆς ἐκκρεμότητος τῆς συμβάσεως, καὶ ὅτι ὤφειλε νὰ ὑποβάλῃ τὰ ὀνόματα τῶν προσώπων τούτων, νὰ ὑποβάλῃ τὸ καταστατικὸν τῆς Ἑταιρείας. Οὐδεὶς ἐν τῇ Βουλῇ ἐπέκρινεν αὐτήν. Ἀφοῦ δὲ δὲν γίνεται ἐπίκρισις τῆς Βουλῆς ἐπὶ τῇ μὴ ἐφαρμογῇ τοῦ μονοπωλίου διὰ τὸ ἔτος τοῦτο, δὲν εἶναι δίκαιον ἀφ’ ἑτέρου νὰ ἐπιρρίπτητε εἰς τὴν Ἑταιρείαν τὴν ἀναβολὴν τῆς ἐκτελέσεως τῆς συμβάσεως. Δὲν δύναμαι νὰ ἐγγυηθῶ, ὅτι, καὶ ἂν ἐψηφίζετο ἡ σύμβασις μέχρι τῆς 1 Ἰουνίου, θὰ ἦτο δυνατὸν, ἡ Ἑταιρεία πάνθ’ ὅσα ἀναγράφονται ἐν τῇ συμβάσει νὰ τὰ ἐκτελέσῃ ἐμπροθέσμως, ὡς ἀπῄτησάν τινες, ἀλλὰ καὶ δὲν δύναμαι νὰ εἴπω, ὅτι ἀναμφισβητήτως ἡ Ἑταιρεία εἶναι παραίτιος τῆς μὴ ἐφαρμογῆς τοῦ μονοπωλίου. Τὸ κατ’ ἐμὲ, δὲν δίδω σημασίαν εἰς τὴν παροῦσαν συζήτησιν, διότι θεωρῶ, ὅτι ἦτο δυσκολώτατον νὰ ἐφαρμοσθῇ ἡ σύμβασις κατὰ τὸ ἔτος 1903. Ἐτέθη τὸ ἄρθρον 38 ἐν τῇ συμβάσει, ὅπως ὑπάρχῃ διὰ πᾶν ἐνδεχόμενον τὸ μέσον τῶν συντόμων προθεσμιῶν πρὸς ἐφαρμογὴν τοῦ μονοπωλίου κατὰ τὸ τρέχον ἔτος. Ὡς εἶπον καὶ ἄλλοτε, καὶ ὡς πάντες ἤδη γινώσκουσιν, ἡ δυσχέρεια δὲν εἶναι ἡ τῆς ἀνευρέσεως τοῦ ποσοῦ τῶν 500 χιλιάδων ἢ τοῦ 1,000,000 λιρῶν, ἀλλ’ ἡ ἐξομάλυνσις ἄλλης δυσχερείας, πολὺ σπουδαιοτέρας, ἐξ ἧς ἐξήρτηνται καὶ ἡ ἐγγύησις καὶ τὸ μετοχικὸν κεφάλαιον. Ἡ μεγάλη δυσχέρεια, ἥτις πρέπει νὰ ἀρθῇ πρὶν διὰ τὴν λειτουργίαν τοῦ μονοπωλίου τῆς σταφίδος, εἶναι ἡ ἀφαίρεσις αὐτῆς ἀπὸ τὰς χεῖρας τῶν ἐμπόρων καὶ τῶν μεσιτῶν, καὶ ἡ προσέλκυσις εἰς τὸ μονοπώλιον ὅλων τῶν παντοπωλῶν, οἵτινες πωλοῦσιν αὐτὴν σήμερον. Εἶναι ἡ σπουδαιοτέρα δυσχέρεια τοῦ μονοπωλίου, ἀλλὰ δι’ αὐτὴν οὔτε ἡ Βουλὴ εὐθύνεται οὔτε οἱ ἀποτελοῦντες τὴν Ἑταιρείαν. Πέποιθα, ὅτι οὗτοι προσεπάθησαν καὶ προσπαθοῦσι νὰ ἐπιτύχωσι τὴν σύμπραξιν τῶν παντοπωλῶν. Ἂν δὲν τὴν ἐπέτυχον μέχρι τοῦδε, δὲν εἶναι ἠθικῶς ὑπεύθυνοι οὐδ’ ἀξιοκατάκριτοι. Οὐδεὶς ἔψεξε τὴν Βουλὴν διὰ τὴν βραδύτητα, ἀλλὰ μὴ ἐπικρίνομεν καὶ τὴν Ἑταιρείαν, πρὶν περὶ τοῦ ἐναντίου βεβαιωθῶμεν.
§69Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Νομίζω, ὅτι δὲν πρέπει νὰ μείνῃ ἄνευ ἀπαντήσεως ἡ ἰδέα, τὴν ὁποίαν διετύπωσεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου, ἰσχυριζόμενος, ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν εἰς τὴν Ἑταιρείαν, γνωρίζουσαν τὰ ἐνταῦθα συμβαίνοντα, νὰ προβῇ εἰς τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν ὑποχρεώσεων, τὰς ὁποίας διὰ τῆς συμβάσεως ἀνέλαβε, διότι τοῦτο ἀποτελεῖ προσβολὴν οὐ μόνον κατὰ τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ πρὸ πάντων κατὰ τῆς Κυβερνήσεως, τῆς ὁποίας τὴν ὑπογραφὴν εἶχεν ἤδη ἡ Ἑταιρεία εἰς χεῖράς της. Δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ ὑποστηρίζωμεν ἐξ οἱουδήποτε πνεύματος, ὅτι, προκειμένου περὶ συμβάσεως, τὴν ὁποίαν ἡ Κυβέρνησις τῆς Ἑλλάδος ὑπέγραψε, καὶ ἡ ὁποία κατὰ τὰ 99 ἑκατοστά, λόγῳ τῆς ὑπογραφῆς αὐτῆς ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, ἔπρεπε νὰ θεωρηθῇ ὡς μέλλουσα νὰ ψηφισθῇ, δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ λέγωμεν, ὅτι ἠδύναντο οἱ Κύριοι οὗτοι νὰ θεωρήσωσιν, ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ Βουλὴ, ἀπασχοληθεῖσα εἰς μακρὰς συζητήσεις, παρέσχε τὴν ὑπόνοιαν, ὅτι δὲν ἐπρόκειτο νὰ καταλήξῃ εἰς ὁριστικὰ ἀποτελέσματα. Αἱ συμβάσεις, αἱ φέρουσαι τὴν ὑπογραφὴν τῶν Κυβερνήσεων, πανταχοῦ καὶ παρ’ ἡμῖν πάντοτε τυγχάνουσι τῆς ψήφου τῆς Βουλῆς, ἐκτὸς ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ἕνεκα λόγου δημοσίου συμφέροντος ἤθελε μεταβάλει γνώμην. Ἑπομένως ὤφειλεν ἡ μετὰ τῆς Κυβερνήσεως συμβληθεῖσα Ἑταιρεία νὰ ὑποβληθῇ εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ὑποχρεώσεων, ἃς ἀνελάμβανε διὰ τῆς συμβάσεως, ἐπὶ τῇ πεποιθήσει, ὅτι ἡ σύμβασις ἤθελε ψηφισθῆ· ἀκούοντες δὲ, ὅτι ἐγένοντο συζητήσεις ἐπὶ τῶν διαφόρων ἄρθρων τῆς συμβάσεως καὶ ὑπεβλήθησαν τροπολογίαι, ὤφειλον νὰ γνωρίζωσιν οἱ Κύριοι οὗτοι, ὅτι περὶ τῶν τροποποιήσεων τούτων θὰ ἤρχοντο εἰς συνεννόησιν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ἥτις ἤθελεν ὑποστηρίξει ὅ,τι ἤθελε νομίσει ὀρθόν. Ἀλλὰ τὸ ζήτημα δὲν εἶναι πλέον, ἂν ἡ παράτασις τῶν συζητήσεων ἠδύνατο νὰ ἐπιφέρῃ τὴν ματαίωσιν τῆς ψηφίσεως τῆς συμβάσεως, διότι ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡ Ἑλληνικὴ Βουλὴ εὑρίσκονται καὶ σήμερον ἀκόμη εἰς καιρὸν, καὶ αὔριον καὶ μεθαύριον, νὰ ψηφίσωσι μέχρι τῆς 1 Ἰουνίου τὴν σύμβασιν. Εἶναι γνωστόν, ὅτι, ἂν αἱ συνεννοήσεις, αἱ ὁποῖαι θὰ διεξαχθῶσιν ἢ διεξάγονται ὑπὸ τοῦ κυρίου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ἤθελον καταλήξει εἰς ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα ἡ Κυβέρνησις ἤθελεν ἀποδεχθῆ, ἠδύνατο ἡ σύμβασις καὶ αὔριον νὰ ψηφισθῇ. Ἀλλ’ ἡ ἐφαρμογὴ κατὰ τὸ 1903 ἐστὶν ἀπολύτως ἀδύνατος ἐξ ὑπαιτιότητος τῆς Ἑταιρείας καὶ οὐχὶ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς Βουλῆς, διότι, ἐπαναλαμβάνω, ἡ Βουλὴ εὑρίσκεται ἀκόμη εἰς καιρὸν νὰ ψηφίσῃ αὐτὴν, καὶ ἐγνώριζον οἱ Κύριοι, ὅτι, ἂν ἤρχοντο εἰς συνεννόησιν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ἦτο ἀναμφισβήτητον, ὅτι ἡ σύμβασις θὰ ἐψηφίζετο, ἤρκει μόνον νὰ ὑπεβάλλετο τὸ πόρισμα τῶν συνεννοήσεων εἰς τὴν Βουλὴν καὶ νὰ ὑπεδείκνυεν ἡ Κυβέρνησις εἰς αὐτὴν, ὅτι ἔδει νὰ ψηφισθῇ ἡ σύμβασις. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐδήλωσε προηγουμένως, ὅτι εἶναι πρόωρος ἡ ὑποβληθεῖσα παρατήρησις. Ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ νὰ διαφωνήσω πρὸς αὐτὸν, διότι θεωρῶ ὡς ἐκ τοῦ κειμένου τῆς συμβάσεως, ὅτι ὤφειλεν ἡ ἀνάδοχος Ἑταιρεία νὰ ἔχῃ ἤδη σήμερον ἐκπληρώσει τὰς ὑποχρεώσεις αὐτῆς. Κατὰ τὴν σύμβασιν, ὑποχρεοῦται νὰ ἐκτελέσῃ δύο ὅρους, τὸν ὅρον τῆς παροχῆς προσώπων, τὰ ὁποῖα ἤθελον ἐγγυηθῆ τὴν ἐξασφάλισιν ποσοῦ 500,000 λιρῶν, καὶ δεύτερον τὸν ὅρον τῆς ὑποβολῆς μέχρι τῆς 1 Ἰουνίου τοῦ καταστατικοῦ τῆς Ἑταιρείας πρὸς ἔγκρισιν. Ἂς ἐξετάσωμεν ἤδη, ἂν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐκτελεσθῶσι ταῦτα. Ἔχομεν δεδομένον τὴν στιγμὴν ταύτην, ὅτι δὲν ὑπεδείχθησαν εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὰ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα ὤφειλον νὰ δώσωσι τὴν ἐγγύησιν τῶν 500,000 λιρῶν, — διότι δὲν πρέπει νὰ λησμονῶμεν, ὅτι τὰ πρόσωπα πρέπει νὰ ἦναι τῆς ἐγκρίσεως τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, ὅπερ προϋποθέτει συνεννόησιν προηγουμένην καὶ ὑποβολὴν τοῦ καταλόγου τῶν προσώπων, ὅπως ἡ Κυβέρνησις δηλώσῃ, ἂν θὰ δεχθῇ τοὺς προτεινομένους. — Εἶναι δὲ βεβαιότατον, ὅτι μέχρι τῆς στιγμῆς ταύτης, 27 τοῦ μηνὸς, ἑσπέραν, ἡ ἀνάδοχος Ἑταιρεία δὲν ὑπέβαλε κατάλογον τῶν προσώπων, ὅπως ἡ Κυβέρνησις ἀποφανθῇ, ἂν ἐγκρίνει ἢ μὴ αὐτά. Ἐὰν δὲ τοῦτο συμβῇ αὔριον, εἶναι ἀδύνατον νὰ φθάσωμεν εἰς ἀποτέλεσμα, διότι δὲν ὑπάρχει χρόνος νὰ ἐκτελεσθῇ ὁ ὅρος τῆς συμβάσεως. Δὲν νομίζω δὲ, ὅτι μία τοιαύτη σοβαρὰ συνεννόησις εἶναι δυνατὸν νὰ γένηται τηλεγραφικῶς· οὐδὲ γνωρίζω, ἂν οἱ μεγάλοι τραπεζῖται ἐν Ἀγγλίᾳ — διότι περὶ τοιούτου τινὸς πρόκειται, ἀφοῦ πρόκειται ν’ ἀποδεχθῶμεν ἡμεῖς τὴν ἐγγύησιν ἐκείνων, — ἔχουσι πληρεξουσίους ἐν Ἑλλάδι, ἐκ τῶν προτέρων ἔχοντας τὴν εἰδικὴν πληρεξουσιότητα νὰ παρουσιασθῶσιν εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν καὶ ὑπογράψωσιν ἐν ὀνόματι ἐκείνων τὰς δηλώσεις. Εἶναι λοιπὸν ἀπολύτως ἀδύνατον, μέχρι τοῦ προσεχοῦς Σαββάτου νὰ πραγματοποιηθῶσι ταῦτα· καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει καθίσταται ἀδύνατος, ἐκ τῆς ἀδρανείας καὶ τῆς μὴ ἐκτελέσεως τοῦ ὅρου τούτου ἐκ μέρους τῆς ἀναδόχου Ἑταιρείας, ἡ ἐφαρμογὴ τῆς συμβάσεως κατὰ τὸ ἔτος 1903. Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνον ὁ ὅρος οὗτος, οὗ ἕνεκα κατέστη ἀδύνατος ἡ ἐφαρμογὴ τῆς συμβάσεως διὰ τὸ 1903· εἶναι καὶ ἕτερος ὅρος, ὁ τῆς ὑποβολῆς τοῦ καταστατικοῦ εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν πρὸς ἔγκρισιν. Καὶ ἂν τὰ ἄλλα, τὰ τῆς ἐγγυήσεως, ἠδύναντο νὰ διεξαχθῶσι τηλεγραφικῶς, ὅπερ εἶναι ἀδύνατον, τὰ τοῦ καταστατικοῦ εἶναι ἀπολύτως ἀδύνατον νὰ διεξαχθῶσιν ἄλλως ἢ διὰ τῆς ἀποστολῆς ἐγγράφου καταστατικοῦ εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν. Δὲν ἔχω ἀνάγκην νὰ ἐρωτήσω τὸν κ. Πρωθυπουργόν, διότι ἐβεβαιώθη τὸ πρᾶγμα ἐκ τῆς μὴ ἀπαντήσεως αὐτοῦ περὶ τούτου, ὅτι δὲν ἀνηγγέλθη κἄν εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν, ἂν συνετάχθη τοιοῦτο καταστατικόν. Μέχρι τῆς σήμερον, Κύριοι, μέχρις αὐτῆς τῆς στιγμῆς δὲν ἀνηγγέλθη, ὅτι συνετάχθη τὸ καταστατικόν. Τὸ καταστατικὸν εἶναι ἔγγραφον, τὸ ὁποῖον θὰ προκαλέσῃ μεγάλας μελέτας, μέχρι δὲ σήμερον δὲν συνετάχθη· ἀλλὰ καὶ ἂν ἦτο συντεταγμένον σήμερον, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ φθάσῃ εἰς τὴν Ἑλλάδα μέχρι τῆς 1 Ἰουνίου· ἔπρεπε νὰ ἦναι συντεταγμένον τὸ καταστατικὸν ἀπὸ τῆς παρελθούσης Κυριακῆς, διὰ νὰ ἦναι δυνατὸν νὰ φθάσῃ εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν ἐγκαίρως. Καὶ εἶναι ἀναγκαῖον νὰ προβῶ εἰς ὅλην αὐτὴν τὴν λεπτομερῆ ἀνάπτυξιν, διότι πρέπει νὰ γείνῃ τοῖς πᾶσι καταφανὲς καὶ γνωστόν, ὅτι ἡ μὴ ψήφισις τῆς συμβάσεως δὲν προῆλθεν οὔτε ἐξ ὑπαιτιότητος τῆς Κυβερνήσεως, οὔτε ἐξ ὑπαιτιότητος τῆς Βουλῆς. Ἔπρεπε λοιπὸν ἀπὸ τῆς παρελθούσης Κυριακῆς νὰ ἦναι ἕτοιμον τὸ καταστατικὸν, διὰ νὰ φθάσῃ ἐνταῦθα καὶ ἐγκριθῇ, ἀφοῦ προηγουμένως μεταφρασθῇ καὶ μελετηθῇ. Πόσος χρόνος ἀπαιτεῖται, διὰ νὰ γείνωσι πάντα ταῦτα; Μιᾶς ἡμέρας χρόνος δὲν θὰ δοθῇ εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν, ἵνα τὸ μελετήσῃ; Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ προβῇ εἰς τὴν ἔγκρισιν τοῦ καταστατικοῦ τοσοῦτον σοβαρᾶς Ἑταιρείας χωρὶς νὰ τὸ μελετήσῃ; Ἀλλ’ ὄχι μόνον τὴν ἡμέραν αὐτὴν, τὸν χρόνον μιᾶς ἡμέρας, δὲν ἔδωκαν, ἀλλὰ καὶ κατέστησαν ἀπολύτως ἀδύνατον τὴν ἀποστολὴν τοῦ καταστατικοῦ μέχρι τῆς πρώτης Ἰουνίου· διότι, ἀφοῦ ἕως σήμερον δὲν ἐγένετο ἀποστολὴ, ἀδύνατον πλέον εἶναι νὰ περιέλθῃ εἰς χεῖρας τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως τὸ καταστατικὸν πρὸ τῆς πρώτης Ἰουνίου. Καὶ ἐπιθυμῶ νὰ ἐρωτήσω τὸν κ. Βουλευτὴν Μεσολογγίου, εἶναι δυνατὸν πλέον τηλεγραφικῶς νὰ γείνωσιν αἱ περὶ τοῦ καταστατικοῦ συνεννοήσεις, νὰ μεταβιβάζωνται τηλεγραφικῶς τὰ ἄρθρα τοῦ καταστατικοῦ, διὰ νὰ ὑποβληθῶσι πρὸς ἔγκρισιν;
§70Π. Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Πῶς γνωρίζετε, ὅτι τὸ καταστατικὸν δὲν ἔγεινεν ἤδη;
§71Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Διότι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως δὲν ἐδήλωσεν οὔτε δηλοῖ, ὅτι ἔχει ἐδῶ τὸ καταστατικόν.
§72Π. Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Μετὰ τὴν πρώτην Ἰουνίου ἔχετε τὸ δικαίωμα νὰ κάμνητε τοιαύτην συζήτησιν.
§73Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Διατί; Πῶς θέλετε νὰ φέρητε ἀντιρρήσεις εἰς θέμα, τὸ ὁποῖον οὐδεμίαν ἐπιδέχεται ἀντίρρησιν; Ἐγὼ εἶπον, ὅτι, ἀφοῦ μέχρι σήμερον δὲν ἀνηγγέλθη κἄν, ὅτι συνετάχθη τὸ καταστατικόν...
§74Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Προαναγγέλλεται αὐτό;
§75Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Παρακαλῶ, κύριε συνάδελφε· νομίζετε, ὅτι ἔχομεν ἀντιδικίαν; Εἶναι ζήτημα τοῦτο, εἰς τὸ ὁποῖον νομίζετε ὅτι ἐπιτρέπεται νὰ παρίστασθε ὡς ἀντίδικος; Ἐγὼ φρονῶ, ὅτι εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο ὁμοδικοῦμεν. Εἶναι περίεργον, πῶς εὑρίσκονται μεταξὺ ἡμῶν συνάδελφοι, οἱ ὁποῖοι νομίζουσιν, ὅτι πρέπει νὰ ἀντείπωσιν εἰς πράγματα, τὰ ὁποῖα δὲν ἐπιδέχονται ἀντιλογίαν.
§76Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Καὶ δὴ ὁ Ἀγγελόπουλος!
§77Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Νομίζω, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἐπιτρέψωμεν εἰς αὐτοὺς τοὺς Κυρίους ν’ ἀμφισβητήσωσι τὴν τιμὴν τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, τὴν τιμὴν τῆς Βουλῆς· διότι ἔχουσιν εἰς χεῖράς των τὴν ὑπογραφὴν τῆς Κυβερνήσεως, καὶ δὲν ἐπιτρέπεται νὰ εἴπωσιν, ὅτι, ἐπειδὴ ἐφρόνουν, ὅτι δὲν θὰ ψηφισθῇ ἡ σύμβασις ὑπὸ τῆς Βουλῆς, δὲν προέβησαν εἰς τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν ὑποχρεώσεων, τὰς ὁποίας δι’ αὐτῆς ἀνέλαβον. Ἔχουσιν εἰς χεῖράς των τὴν ὑπογραφὴν τοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως καὶ τὴν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, καὶ ἔπρεπε νὰ γνωρίζωσιν, ὅτι, ἀφοῦ ἡ Κυβέρνησις ὑπέγραψε τὴν σύμβασιν, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ μὴ μεριμνήσῃ ἵνα ψηφισθῇ αὕτη ὑπὸ τῆς Βουλῆς, τροποποιουμένη ὅπως τὰ συμφέροντα τοῦ τόπου καὶ τὰ συμφέροντα τῶν παραγωγῶν ὑπαγορεύουσιν. Ἀλλ’ αὐτοὶ δὲν ἐξετέλεσαν τὰς ὑποχρεώσεις των...
§78Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἤθελον νὰ ἐκτελέσωσι τὰς ὑποχρεώσεις των, ἢ εὑρίσκοντο ἐν ἀνεπαρκείᾳ νὰ τὰς ἐκτελέσωσι;
§79Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Δὲν γνωρίζω διατὶ δὲν τὰς ἐξετέλεσαν· ἐκεῖνο ὅμως, διὰ τὸ ὁποῖον εἶμαι βέβαιος καὶ διὰ τὸ ὁποῖον ἀνῆλθον ἐπὶ τοῦ βήματος, εἶναι τοῦτο, ὅτι αὐτοὶ δὲν ἐξεπλήρωσαν τὰς ὑποχρεώσεις, τὰς ὁποίας ἀνέλαβον διὰ τῆς συμβάσεως· καὶ ἂν διὰ τὴν ἐφετεινὴν ἐσοδείαν δὲν ἦναι δυνατὴ ἡ ἐφαρμογὴ τῆς συμβάσεως, τοῦτο προέρχεται οὐχὶ ἐξ ὑπαιτιότητος τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς Βουλῆς, ἀλλ’ ἐξ ὑπαιτιότητος αὐτῶν τῶν ἰδίων· διότι, καὶ ἂν προέβαινεν ἡ Βουλὴ αὔριον ἢ μεθαύριον εἰς τὴν ψήφισιν τῆς συμβάσεως, οὐδὲν τὸ πρακτικὸν διὰ τὸ τρέχον ἔτος ἤθελεν ἐπέλθει, διότι οὗτοι δὲν προέβησαν εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ὑποχρεώσεων, ἃς ἀνέλαβον νὰ ἐκτελέσωσι διὰ τῆς συμβάσεως. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι πρέπει καλῶς νὰ τονισθῇ καὶ ἐννοηθῇ τοῦτο, ὅτι, ἐφ’ ὅσον εἶχον εἰς χεῖράς των τὴν ὑπογραφὴν τῆς Κυβερνήσεως, ὤφειλον νὰ σπεύσωσι νὰ συμμορφωθῶσι πρὸς τὴν σύμβασιν, νὰ ἐκτελέσωσι τὰς ὑποχρεώσεις, τὰς ὁποίας ἀνέλαβον διὰ τῆς συμβάσεως, διότι τότε, ἀφοῦ καὶ σήμερον ὑπάρχει καιρὸς, θὰ ἦτο δυνατὴ ἡ ψήφισις τῆς συμβάσεως μέχρι τῆς 1 Ἰουνίου.
§80Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Τὸ ζήτημα δὲν εἶναι, ὅτι, ὅπου ἔφθασαν τὰ πράγματα, δὲν εἶναι δυνατὸν βεβαίως νὰ ἐφαρμοσθῇ τὸ μονοπώλιον διὰ τὴν ἐσοδείαν τοῦ τρέχοντος ἔτους. Ἡ πρώτη Ἰουνίου, ἡ ὁποία εἶναι ἡ μοιραία προθεσμία, μετ’ ὀλίγας ἡμέρας ἐπέρχεται. Οὔτε τὸ ἔγγραφον τῶν παρεχόντων τὴν ἐγγύησιν αὐτῶν διὰ τὸ ποσὸν τῶν 500,000 λιρῶν ἔφθασεν εἰς χεῖρας τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, οὔτε τὸ καταστατικόν, οὔτε τίποτε ἐγένετο ἐξ ὅσων ἀναφέρει τὸ ἄρθρον 38. Ἀλλὰ δὲν εἶναι αὐτὸ τὸ ζήτημα. Τὸ ζήτημα εἶναι, ἂν δὲν πταίει μὲν ἡ Βουλὴ, ἀλλὰ πταίουσιν οἱ ἱδρυταὶ τῆς Ἑταιρείας. Ὁ ἔντιμος προλαλήσας ἠθέλησε νὰ ὑποστηρίξῃ, ὅτι αὐτοὶ πταίουσιν, ἀλλὰ τὸ ὀρθὸν καὶ δίκαιον εἶναι νὰ εἴπωμεν, ὅτι ἡ βραδύτης ἐπῆλθε καὶ ἐπέρχεται οὐχὶ ἐξ ἀφορμῆς τῆς Βουλῆς ἢ τῶν ἀναδόχων, ἀλλ’ ἐκ τῆς φύσεως τῶν πραγμάτων, διότι δὲν ἠδύναντο νὰ ἐκτελεσθῶσιν ἐντὸς τῶν προθεσμιῶν ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἔπρεπε νὰ ἐκτελεσθῶσιν, ὅπως ἄρξηται ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ μονοπωλίου ἀπὸ τοῦ ἔτους τούτου. Εἶπε πολλὰ περὶ τοῦ καταστατικοῦ ὁ ἔντιμος προλαλήσας, ὅτι τὸ καταστατικὸν ἀκόμη δὲν ἔφθασεν, ὅτι τὸ καταστατικὸν πρέπει νὰ τὸ μελετήσῃ ἡ Κυβέρνησις πρὶν δώσῃ τὴν συγκατάθεσίν της, καὶ καιρὸς δὲν μένει. Ἀλλ’ ὅλα ταῦτα, ὅσα περὶ τοῦ καταστατικοῦ εἶπεν, ὅπως ἐπιρρίψῃ τὰς εὐθύνας τῆς ἀναβολῆς εἰς τὴν Ἑταιρείαν, αὐτὰ, κατ’ ἐμὲ, ἀπαλλάττουσι τὴν Ἑταιρείαν. Διότι, πῶς θέλετε, ἡ Ἑταιρεία νὰ συντάξῃ καὶ ὑποβάλῃ τὸ καταστατικὸν εἰς τὸ ἕτερον συμβαλλόμενον μέρος, ὅταν δὲν ἔχῃ τὴν σύμβασιν, ἐφ’ ἧς θὰ βασισθῇ τὸ καταστατικόν;
§81Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Πῶς δὲν ἔχει;
§82Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὅταν ἡ σύμβασις, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλεν ἡ Κυβέρνησις καὶ ὑπέγραψεν ἡ Ἑταιρεία, ἀκόμη δὲν συνεζητήθη ἐν τῇ Βουλῇ, διότι διεκόπησαν αἱ ἐπ’ αὐτῆς συζητήσεις, ὅταν πολλαὶ ὑπεβλήθησαν τροποποιήσεις, ἐπ’ αὐτῶν δὲ τῶν τροποποιήσεων πρόκειται νὰ ἐρωτηθῇ καὶ ἀποφανθῇ ἡ Ἑταιρεία, πῶς θέλομεν καὶ ζητοῦμεν τὸ καταστατικόν; Δύναται νὰ φθάσῃ εἰς τοιοῦτον βαθμὸν ἁπλοϊκότητος ἡ Ἑταιρεία, ὥστε νὰ συντάξῃ καταστατικὸν ἐπὶ τῇ βάσει συμβάσεως, ἡ ὁποία δὲν εἶναι ἀκόμη τελειωτικὴ, ὁριστική;
§83Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Τοιαύτην ὑποχρέωσιν ἀνέλαβε.
§84Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δὲν εἶναι ἀκριβὲς ἀπολύτως. Ἔπρεπε νὰ ἔχῃ καὶ τὴν σύμβασιν μὴ ἀμφισβητουμένην καὶ βεβαίαν. Φανερὸν, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν Ἑταιρεία, ἡ ὁποία ἀνέλαβε τὴν ὑποχρέωσιν νὰ συντάξῃ καταστατικὸν καὶ ὑποβάλῃ αὐτὸ εἰς τὴν ἔγκρισιν τοῦ ἑτέρου τῶν δύο συμβαλλομένων μερῶν ἐντὸς προθεσμίας, νὰ τὸ πράξῃ, ὅταν δὲν ἔχῃ τὴν σύμβασιν. Ἀλλὰ θὰ μοὶ εἴπητε, ὅτι ἔχει τὴν σύμβασιν, τὴν ὁποίαν ἡ Κυβέρνησις ὑπέγραψε· καὶ ἐπ’ αὐτοῦ μὲ ἠλέγξατε, ὅτι ἐτόλμησα νὰ εἴπω πρὸ ὀλίγου, ὅτι δὲν ὑπάρχει σύμβασις, ἀφοῦ τοιαύτη ὑπάρχει, φέρουσα τὴν ὑπογραφὴν τῆς Κυβερνήσεως, ὑπογραφὴν, ἥτις ἐγγυᾶται, ὅτι αὕτη ἐξ ἅπαντος θὰ ψηφισθῇ. Εἴπετε, ὅτι κακῶς ἔπραξα νὰ θέσω τὴν ψήφισιν τῆς συμβάσεως ἐν ἀμφιβόλῳ. Αὐτὸ εἶναι ἓν ἐπιχείρημα. Ἀλλ’ ἐγὼ δὲν θεωρῶ τὸ ἐπιχείρημα ἰσχυρόν. Αὐτὴ ἡ ἰδία Κυβέρνησις φρονεῖ, ὅτι δὲν δικαιοῦται νὰ ἐξομοιώσῃ τὴν σύμβασιν περὶ τοῦ μονοπωλίου τῆς σταφίδος πρὸς τὰ ἄλλα συνήθη νομοθετικὰ ἔργα, τὰ ὁποῖα καθ’ ἡμέραν αἱ Κυβερνήσεις θεωροῦσιν ἀναγκαῖον νὰ ὑποβάλλωσιν εἰς τὴν Βουλήν. Ἡ διαφορὰ μεταξὺ αὐτῶν εἶναι μεγάλη. Τὰ ἄλλα νομοθετικὰ ἔργα ὑποβάλλουσιν αἱ Κυβερνήσεις εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ ζητοῦσι τὴν ἐπιψήφισιν αὐτῶν, ἐνασκοῦσαι τὴν δημοσίαν αὐτῶν ἐξουσίαν περὶ τῶν δημοσίων συμφερόντων. Τὰ ἀντικείμενα τῶν νομοθετημάτων αὐτῶν εἶναι συνήθως ἐκ τῶν κανονιζομένων διὰ νόμων, ἐκ τῶν ἀναγομένων εἰς τὴν δικαιοδοσίαν τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας. Τοῦτο καθ’ ἡμέραν γίνεται. Ἀλλ’ ἐπὶ τοῦ σταφιδικοῦ ζητήματος ἡ Κυβέρνησις δὲν ἐνεργεῖ ὡς Κράτος, ὡς δημοσία ἐξουσία, διαχειριζομένη δημόσια συμφέροντα. Ἐν τῷ σταφιδικῷ ζητήματι, ἐν τῷ μονοπωλίῳ τῆς σταφίδος, πρόκειται νὰ κανονισθῶσι διὰ νόμου τὰ ἰδιωτικὰ συμφέροντα, τὰ τοῦ σταφιδικοῦ προϊόντος τῶν 80,000 παραγωγῶν τῆς Ἑλλάδος. Ἀναμιγνύεται εἰς αὐτὰ ἡ Κυβέρνησις, οὐχὶ διότι εὑρίσκει ὅτι ἔχει δικαίωμα ν’ ἀναμιχθῇ, ἀλλὰ διότι βλέπει, ὅτι μεγάλα ἐθνικὰ συμφέροντα διακινδυνεύοντα καλλίτερον δύνανται νὰ προστατευθῶσι· βλέπει ὅτι ὅλοι οἱ παραγωγοὶ, —δὲν ἠξεύρω ἂν ὑπάρχουσί τινες αὐτῶν ὄντες ἀντίθετοι τοῦ μονοπωλίου, —ὅτι ὅλος ὁ σταφιδικὸς πληθυσμὸς εἶναι σύμφωνοι νὰ διατίθηται ἡ σταφὶς διὰ τοῦ μονοπωλίου καὶ οὐχὶ διὰ τοῦ ἐλευθέρου ἐμπορίου. Ἀφοῦ ἐπείσθη, ὅτι πάντες θέλουν τὸ μονοπώλιον, ἡ Κυβέρνησις ἐνόμισεν, ὅτι ἠδύνατο νὰ παρεμβῇ ὑπὲρ αὐτῶν καὶ συνομολογήσῃ τὰ τῆς συμβάσεως τοῦ μονοπωλίου. Ἀλλὰ παρεμβαίνει ὡς εἰκαζόμενος ἀντιπρόσωπος τῶν χιλιάδων αὐτῶν σταφιδοπαραγωγῶν, καὶ συμφώνως πρὸς τὴν θέλησιν καὶ τὴν γνώμην αὐτῶν προέβη νὰ κανονίσῃ τὰ τῆς περιουσίας αὐτῶν ταύτης, τὰ τῶν τιμῶν καὶ τὰ ἄλλα. Εἶναι τοῦτο ἡ συνήθης κατάστασις τῶν πραγμάτων, ὥστε νὰ δικαιοῦσθε νὰ εἴπητε, ὅτι, ἀφοῦ ἡ Κυβέρνησις ὑπέγραψε τὴν σύμβασιν, ὀφείλει νὰ ἔλθῃ εἰς τὴν Βουλὴν καὶ νὰ εἴπῃ πρὸς αὐτὴν, ὅτι πρέπει νὰ τὴν ψηφίσῃ, ὡς λέγει περὶ ἄλλων νομοσχεδίων;
§85Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Δὲν εἶπον τοιαῦτα πράγματα.
§86Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Λέγετε, ὅτι, ἀφοῦ ἅπαξ ὑπέγραψεν ἡ Κυβέρνησις τὴν σύμβασιν, δὲν ἐπιτρέπεται εἰς τὴν Ἑταιρείαν νὰ διστάζῃ, ὅτι ἔχει τὴν σύμβασιν εἰς χεῖράς της, καὶ ὅ,τι ἔγεινε πρέπει νὰ τὸ θεωρήσῃ ὡς τετελεσμένον, καὶ νὰ προβῇ εἰς τὰ περαιτέρω. Ἐγὼ δὲν εἶμαι αὐτῆς τῆς γνώμης. Ἐγὼ τὰ ἐναντία φρονῶ ἐπὶ τοῦ θέματος τοῦ μονοπωλίου, καὶ διὰ τοῦτο ὑπεστήριξα εἰς τὴν ἐπιτροπὴν, ὅτι, ἂν ἤθελε παρουσιασθῇ ἐν τῇ Βουλῇ ἀντιπρόσωπος σταφιδοφόρου ἐπαρχίας οἱασδήποτε μετὰ τὴν ὑποβολὴν τῆς συμβάσεως καὶ ἤθελεν ὑποστηρίξει — ἀλλὰ διερμηνεύων ἀληθῶς καὶ εἰλικρινῶς τὸ φρόνημα τῆς ἐπαρχίας του — ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ὅτι βλάπτονται οἱ συμπολῖται αὐτοῦ ἐκ τῆς συμβάσεως, καὶ ὅτι δὲν ἐννοοῦν νὰ ὑποταχθῶσιν εἰς ζημιοῦσαν αὐτοὺς σύμβασιν, νομίζω ὅτι εἶχε καθῆκον ἡ Κυβέρνησις τῆς πλειονοψηφίας νὰ εἴπῃ καθαρῶς, ὅτι δὲν ἐπιμένει τοιαύτην σύμβασιν νὰ ἐπιβάλῃ, οὔτε νὰ συστήσῃ εἰς τὴν Βουλήν. Ἐπὶ τοιούτων ἰδιωτικῶν συμφερόντων καὶ δικαιωμάτων δὲν πρέπει νὰ παρεμβαίνῃ ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία ἢ ὅταν πάντες σχεδὸν συμφωνῶσι. Λοιπὸν οἱ Ἄγγλοι ἀνάδοχοι ἐγίνωσκον, ὅτι περὶ τοιαύτης συμβάσεως πρόκειται, περὶ συμβάσεως ἰδιωτικῆς κυρίως φύσεως, καὶ ὅτι ἐν τῇ Βουλῇ ἤθελεν ὑποβληθῆ κυρίως εἰς τοὺς ἀντιπροσώπους 80,000 παραγωγῶν σταφίδος, οἱ ὁποῖοι διερμηνεύουσι τὰς γνώμας αὐτῶν. Πάντες οὗτοι θὰ τὴν ἐξήταζον κατὰ τὰ συμφέροντα τῶν συνεπαρχιωτῶν αὐτῶν, καὶ θὰ προέβαινον ὁ μὲν εἰς τὴν δεῖνα τροποποίησιν, ὁ ἄλλος εἰς τὴν δεῖνα. Τοῦτο καὶ ἐγένετο. Καλῶς ἔπραξαν οἱ Βουλευταὶ, ὑποβαλόντες τὰς γνώμας καὶ τροποποιήσεις αὐτῶν. Οὐδεὶς τοὺς κατακρίνει διὰ τοῦτο. Ἀλλὰ ταῦτα θέτουσιν ἐν ἀμφιβόλῳ τὴν σύμβασιν, καὶ οἱ ἀνάδοχοι βλέπουσι τοῦτο, καὶ συμφώνως ἐνεργοῦσιν. Ἀλλὰ δὲν συμμερίζομαι ἐπίσης τὸν ἔλεγχον καὶ τὴν ἐπίκρισιν, ἥτις γίνεται, τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι κακῶς δὲν ἠθέλησε νὰ εἴπῃ εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι τὴν σύμβασιν θεωρεῖ πλήρη, τελείαν, ὑπηρετοῦσαν ἐντελῶς τὰ συμφέροντα τοῦ τόπου, καὶ νὰ τὴν ψηφίσῃ ἡ Βουλή.
§87Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ποῖος εἶπεν αὐτὸ τὸ πρᾶγμα;
§88Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Καθ’ ἡμέραν λέγεται.
§89Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Οὐδέποτε ἐλέχθη ἐνταῦθα.
§90Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Αὐτὸ, τὸ ὁποῖον εἴπετε πρὶν καὶ ἐπανελάβετε πολλάκις, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ ἐκστομίσω τὴν φράσιν, ὅτι ἡ Ἑταιρεία δὲν ἔχει ἀκόμη ἐνώπιόν της σύμβασιν, διότι αὕτη ὑπεγράφη πλέον, δὲν εἶναι ὀρθόν.
§91Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ποῖος τὰ εἶπεν αὐτά;
§92Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δὲν ἀρνοῦμαι, ὅτι ἡ Ἑταιρεία ἠδύνατο νὰ ὑποβάλῃ τῇ Κυβερνήσει τὰ ὀνόματα τῶν ἐγγυητῶν καὶ τὸ καταστατικὸν, μὴ λαμβάνουσα ὑπ’ ὄψιν, ποία θὰ ἦναι ἡ τύχη τῆς συμβάσεως, καὶ ἀρκουμένη εἰς τὴν ὑποβολήν. Ἀλλ’ ἂν ἡ σύμβασις τροποποιηθῇ, οὔτε ἡ ἐγγύησις οὔτε τὸ καταστατικὸν ἔχουν τὴν προτέραν αὐτῶν βάσιν, καὶ θὰ μετεβάλλοντο. Ταῦτα δὲν ἐγένοντο ὅμως. Ἀλλὰ διὰ τοῦτο δὲν δέχομαι, ὅτι ὑπῆρξεν ἀδικαιολόγητος ἡ παράλειψις, καὶ ὅτι τοῦτο εἶναι ἡ αἰτία, δι’ ἣν δὲν ἐφαρμόζεται ἐφέτος ἡ σύμβασις τοῦ μονοπωλίου. Δὲν γνωρίζω, ποῖαι θὰ ἦναι αἱ μεταβολαὶ τῆς συμβάσεως· ἀλλὰ δύνανται νὰ ἦναι σπουδαῖαι. Δὲν προδικάζω, οὐδὲ θεωρῶ, ὅτι αἱ τροποποιήσεις, αἱ ὁποῖαι ὑπεβλήθησαν, ἐνέχουσιν ἐκ μέρους τῶν ὑποβαλόντων αὐτὰς πνεῦμα ἀπορρίψεως τῆς συμβάσεως· ἀλλ’ ὅπως δήποτε εἶναι ἐξ ἐκείνων, αἱ ὁποῖαι δύνανται νὰ φέρωσι μεταβολὴν πραγμάτων. Οἱ ἱδρυταὶ καθ’ ἡμέραν τηλεγραφοῦσι πρὸς ἀλλήλους. Προχθὲς εἶχον μάθει, ὅτι ὁ ἐν Ἀθήναις ἀντιπρόσωπος αὐτῶν εἶχε τηλεγραφήσει αὐτοῖς νὰ ἦναι ἐν συνεδριάσει διαρκῶς, ὅπως ἀποφανθῶσιν ἀμέσως ἐφ’ ὅσον ἤθελε τοὺς ἐρωτήσει. Δυνατὸν οἱ λόγοι τῆς ἀναβολῆς νὰ ἦναι καὶ ἄλλοι, ἀλλὰ καὶ αἱ δίκαιαι ἄλλαι παρατηρήσεις ἐπί τινων διατάξεων τῆς συμβάσεως δὲν εἶναι ἀνάξιον προσοχῆς συμβὰν διὰ τοὺς ἀναδόχους. Χωρὶς νὰ ἦμαι ἐναντίος τῶν τροποποιήσεων, αἱ ὁποῖαι ὑπεβλήθησαν, λέγω ὅτι αὗται δὲν εἶναι γεγονὸς ἀσήμαντον καὶ ἀνάξιον λόγου, μὴ δικαιολογοῦν καὶ τῆς Ἑταιρείας τὴν ἐφεκτικότητα· καὶ δὲν πρέπει νὰ καταγγέλλωμεν, ὅτι ἡ ἀναβολὴ αὐτῆς εἰς τὴν πλήρωσίν τινων ὑποχρεώσεών της ἔχει σημασίαν ἄλλην, δηλαδὴ ἀτελείας τῆς συμβάσεως ἢ ἀτελεῖς πληροφορίας περὶ τῶν προσώπων.
§93Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Ἐξ ὅσων, Κύριοι, ὁ ἀξιότιμος ἐκ Μεσολογγίου συνάδελφος εἶπε, δὲν ἠδυνήθην ν’ ἀντιληφθῶ πολλά. Μόνον ἓν ἀντελήφθην· ὅτι ἡ σύμβασις δὲν θὰ ἐπιψηφισθῇ ἢ δὲν θὰ ἐφαρμοσθῇ μέχρι τῆς 1 Ἰουνίου, διότι παρεμποδίζουσι τὴν ἐπιψήφισιν αὐτῆς αἱ ὑποβληθεῖσαι εἰς τὴν Βουλὴν τροπολογίαι. Ἑπομένως ἐπέρριψε τὸ βάρος εἰς τὴν Βουλήν. Ἀλλ’ ἐγὼ λέγω, ὅτι αὐτὴ εἶναι ἡ γλῶσσα ἡ καθαρὰ καὶ σαφὴς, τὴν ὁποίαν πρέπει πάντοτε ἡ Βουλὴ νὰ τηρῇ, προκειμένου περὶ ζητήματος τόσον σοβαροῦ, οἷον εἶναι τὸ σταφιδικόν. Ἐὰν ἀπ’ ἀρχῆς ἐλέγομεν τὰ πράγματα, ὡς ἔχουσιν, εἰς τοὺς σταφιδικοὺς πληθυσμοὺς, δὲν ἠθέλομεν φθάσει σήμερον ἐδῶ, ὅπου εὑρισκόμεθα. Ἀλλὰ δυστυχῶς οὐ μόνον τότε δὲν ἐλέγομεν ὅ,τι ἠσθανόμεθα, ἀλλὰ καὶ σήμερον ἀκόμη ζητοῦμεν νὰ διαστρέψωμεν αὐτὸ τοῦτο τὸ πρᾶγμα· διατί; Διότι ἀφ’ ἧς ἡμέρας ὁ ἀξιότιμος ἐκ Κερκύρας Βουλουτὴς καὶ ἀρχηγὸς τοῦ κόμματος, εἰς ὃ καὶ ἐγὼ ἀνήκω, εἶπεν, ὅτι πρέπει νὰ παύσῃ πᾶσα συζήτησις ἐπὶ τῶν τροπολογιῶν καὶ νὰ ὑποβληθῶσιν αὗται ἐγγράφως εἰς τὴν Βουλὴν, — ἔχουσι δὲ, νομίζω, ἔκτοτε παρέλθει 6 ἢ 7 ἡμέραι...
§94Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ὀκτώ.
§95Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. .. ἤρξαντο αἱ τροπολογίαι ὑποβαλλόμεναι ὑπὸ τῶν κυρίων Βουλευτῶν. Εἶναι δὲ γνωστὸν, ὅτι πᾶσαι αἱ τροπολογίαι ἐκεῖναι δυνατὸν ν’ ἀποτελῶσιν ὀγκώδη φάκελον, ἀλλὰ δὲν διΐστανται πολὺ αἱ γνῶμαι τῶν ὑποβαλόντων αὐτὰς, διότι ἐπὶ τριῶν ἢ τεσσάρων ἄρθρων στηρίζονται. Ὑπεβλήθησαν δὲ καί τινες ἄλλαι τροπολογίαι τοπικοῦ ἐνδιαφέροντος, αἱ ὁποῖαι δὲν εἶναι πολλῆς σημασίας. Εἶχε λοιπὸν τὸν καιρὸν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ συνεννοηθῇ μετὰ τῶν ἐνταῦθα ἀντιπροσώπων τῆς Ἑταιρείας καὶ νὰ τοῖς εἴπῃ: «Κύριοι, αὐτὰ εἶναι τὰ πράγματα· τηλεγραφήσατε καὶ ζητήσατε ἀπάντησιν ἐπὶ τούτων.» Καὶ ἂν μὲν οἱ ἀνάδοχοι ἀπήντων, ὅτι δὲν ἀποδέχονται τὰς τροπολογίας, νὰ ἔλθῃ εἰς τὴν Βουλὴν καὶ νὰ μᾶς εἴπῃ: «Οἱ ἀνάδοχοι δὲν ἀποδέχονται τὰς τροπολογίας· ἐπιμένω εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τῆς συμβάσεως· ἐὰν δὲ ἡ σύμβασις ψηφισθῇ, ὡς ὑπεβλήθη εἰς τὴν Βουλὴν, θὰ λειτουργήσῃ ἀπὸ τοῦ τρέχοντος ἔτους, τουτέστιν ἀπὸ 1 Ἰουνίου. Τὴν ἀποδέχεσθε; ναὶ ἢ οὔ;» Καὶ τότε θὰ εἶχε τὴν γνώμην τῆς Βουλῆς. Θὰ ἐμάνθανον δὲ καὶ οἱ παραγωγοὶ τὴν ἀλήθειαν, καὶ οὕτω δὲν θὰ εἴχομεν τοὺς Μπαρμπασαινιώτας ἀφ’ ἑνὸς, τοὺς Πυργίους ἀφ’ ἑτέρου, καὶ δὲν ἠξεύρω ποίους ἄλλους ἐκ τρίτου, δὲν θὰ εἴχομεν ἀνάστατον ἕνα πληθυσμὸν ἀπὸ 800,000 κατοίκους, καὶ οὐχὶ ἀπὸ 80,000, ὡς ὁ ἀξιότιμος ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτὴς εἶπε, — διότι πάντες οἱ σταφιδοπαραγωγοὶ ἐνδιαφέρονται σοβαρῶς ἐπὶ τοῦ ζητήματος, — καὶ δὲν θὰ εἶχεν αὐτὴν τὴν συγκίνησιν ὅλος αὐτὸς ὁ κόσμος καὶ ἡμεῖς αὐτοὶ καὶ τὸ Κράτος ὁλόκληρον ἐπὶ τόσον καιρὸν, καθ’ ὃν ἀπερρόφησε πᾶσαν ἄλλην σκέψιν, εἴτε ἐσωτερικὴν εἴτε ἐξωτερικὴν, τὸ ζήτημα τοῦτο. Τώρα ἔρχεται ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ μᾶς λέγει, ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ ἀναμένωμεν, καὶ δὲν πρέπει νὰ ἐκφράζωμεν γνώμην ἀπὸ τοῦδε, ὅτι ἡ σύμβασις δὲν θὰ ἐφαρμοσθῇ ἀπὸ τῆς 1 Ἰουνίου, διότι ὑπολείπονται ἀκόμη 5 ἡμέραι, καὶ ἑπομένως μόνον τὴν 2 Ἰουνίου ἔχομεν δικαίωμα νὰ εἴπωμεν τοῦτο. Ἐὰν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἔχῃ πεποίθησιν, ὅτι ἡ σύμβασις αὕτη εἶναι δυνατὸν νὰ λειτουργήσῃ ἀπὸ 1 Ἰουνίου, ἂς δηλώσῃ τοῦτο εἰς τὴν Βουλὴν· ἂς ζητήσῃ τὴν ἑσπέραν ταύτην νὰ ψηφισθῇ εἰς πρώτην καὶ αὔριον εἰς δευτέραν ἀνάγνωσιν, ὡς ὑπεβλήθη, ἡ σύμβασις, καὶ νὰ μείνῃ ἡ τρίτη ἀνάγνωσις μόνον, καθ’ ἣν νὰ ἐξετάσῃ καὶ συζητήσῃ τὰς τροπολογίας. Ἐὰν δὲν ἔχῃ αὐτὴν τὴν πεποίθησιν, εἶναι περιττὰ τὰ νὰ ἴδωμεν, νὰ συζητήσωμεν, νὰ συνεννοηθῶμεν, καὶ νὰ μάθωμεν· καὶ νὰ ἔχωμεν οὕτως ὅλον τὸν κόσμον εἰς ἀνησυχίαν, διατί; Διότι νομίζομεν, ὅτι ὠφελούμεθα πολιτικῶς! Ἐγὼ νομίζω, Κύριοι, ὅτι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος προσκαίρως ὠφελεῖται πολιτικῶς, χωρὶς νὰ ἀποβλέπῃ εἰς τὸ μέλλον, ὅσον εὐφυὴς καὶ ἂν ἦναι ὁ πολιτευόμενος οὗτος καὶ νομίζῃ ὅτι ἠμπορεῖ νὰ ἐξαπατήσῃ προσωρινῶς τὸν κόσμον, θὰ ἔλθῃ ἡ στιγμή, — καὶ ἴσως πολὺ ταχέως, — καθ’ ἣν πικρῶς θὰ μεταμεληθῇ διὰ τὴν πλάνην, εἰς τὴν ὁποίαν κρατεῖ τὸν κόσμον ἐκεῖνον. Νομίζω λοιπὸν καλόν, καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ δηλώσῃ, ἂν ἔχει πεποίθησιν, ὅτι θὰ ἐφαρμοσθῇ ἀπὸ 1 Ἰουνίου ἡ σύμβασις, καὶ νὰ ζητήσῃ νὰ ψηφισθῇ αὕτη ἀμέσως εἰς πρώτην καὶ δευτέραν ἀνάγνωσιν.
§96ΔΙΟΝ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Κύριοι Βουλευταί, ἀναγκάζομαι νὰ λάβω τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ παρεμπίπτοντος τούτου, διότι ἠπόρησα, ἀκούσας τὸν ἐκ Μεσολογγίου ἀξιότιμον συνάδελφον καὶ ἔγκριτον νομικὸν ἀπαγγέλλοντα ἀποφθέγματα, τὰ ὁποῖα βεβαίως ἀμφιβάλλω ἂν καὶ ὁ ἴδιος τὰ πιστεύει· διότι, ὅτε ἤκουσα αὐτοῦ λέγοντος, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ὑπέγραψε τὴν σύμβασιν ταύτην ὡς ἀντιπρόσωπος καὶ πληρεξούσιος τῶν σταφιδοκτημόνων, τῇ ἀληθείᾳ ἠπόρησα. Καὶ δὲν εἶναι ἆρά γε ἡ κυριαρχία τοῦ Κράτους, συμβαλλομένου, κηδομένου βεβαίως καὶ τῶν συμφερόντων τῶν σταφιδοπαραγωγῶν, ἀλλὰ πρὸ παντὸς τοῦ γενικοῦ συμφέροντος τῆς χώρας; Καὶ δὲν ἐπανελήφθη πολλάκις καὶ κατὰ κόρον ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅτι τὸ ζήτημα τὸ σταφιδικὸν συνδέεται πρὸς ὕψιστα συμφέροντα τῆς Πολιτείας; Καὶ εἶχεν ἀνάγκην πληρεξουσίου ἡ Κυβέρνησις ἐκ μέρους τῶν σταφιδοκτημόνων, ἵνα περιορίσῃ τὸ ἐμπόριον τῆς σταφίδος; Καὶ τοῦτο δὲν εἶναι δικαίωμα τοῦ Κράτους; καὶ μόνον ἐν ὀνόματι τοῦ δικαιώματος τούτου δὲν ἠδύνατο νὰ συμβληθῇ ἡ Κυβέρνησις; Διὰ τοῦτο, Κύριοι, φρονῶ, ὅτι κακῶς ἐχαρακτηρίσθη ἡ σύμβασις καὶ ἡ εἰς ταύτην μετοχὴ τῆς Κυβερνήσεως. Ἀφοῦ δὲ ἡ Κυβέρνησις ἔθεσε τὴν ὑπογραφὴν αὐτῆς ὑπὸ τὴν σύμβασιν ταύτην, ὑποχρεοῦται νὰ ἐκπληρώσῃ τὰς ὑποχρεώσεις, τὰς ὁποίας ἀνέλαβεν, ὅπως ὑποχρεοῦνται νὰ ἐκπληρώσωσι τὰς ἑαυτῶν ὑποχρεώσεις καὶ οἱ συνυπογράψαντες ἀντιπρόσωποι τῆς ὁμάδος τῶν Ἄγγλων κεφαλαιούχων. Καὶ ἔρχομαι εἰς τὸ ἄρθρον 38, καὶ ζητῶ πρὸ παντὸς νὰ ἴδωμεν, ποίας ὑποχρεώσεις ἐπιβάλλει εἰς ἑκάτερον τῶν συμβαλλομένων μερῶν. Τὸ ἄρθρον 38 ἐπιβάλλει ὑποχρεώσεις εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν, ἀλλ’ ἐπιβάλλει συγχρόνως ὑποχρεώσεις καὶ εἰς τὴν ὁμάδα τῶν Ἄγγλων κεφαλαιούχων, ὑποχρεώσεις παραλλήλως βαινούσας καὶ ἀποκλειομένας ἐκ προθεσμιῶν ὡρισμένων εἰς ἀμφοτέρους. Προκειμένου δὲ περὶ τοιαύτης ὑποχρεώσεως, ὑποχρεώσεως ἐν ἀμφοτεροβαρεῖ συμβάσει, δύναται ὁ εἷς νὰ περιμένῃ τὸν ἕτερον, διὰ νὰ ἴδῃ, ἂν θὰ ἐκπληρώσῃ τὴν ὑποχρέωσίν του ἐκεῖνος, ἵνα τὴν ἐκπληρώσῃ καὶ αὐτός; Διότι εἰς τοιοῦτον συμπέρασμα κατηντήσαμεν· ἂν ἔχωμεν προθεσμίαν, ἵνα ἐκπληρώσωμεν τὰς ὑποχρεώσεις μας, καὶ ἂν ὁ ἕτερος τῶν συμβαλλομένων πρέπει ἐκ τῆς προθεσμίας τῆς ἰδικῆς μας νὰ ἐμποδισθῇ ἢ ὄχι! Ἀλλ’ ἡ προθεσμία ἐτέθη δι’ ἑκάτερον τῶν συμβαλλομένων, καὶ ἑκάτερος τῶν συμβαλλομένων ἐντὸς τῆς προθεσμίας ταύτης ὀφείλει τὸ καθ’ ἑαυτὸν νὰ ἐκπληρώσῃ τὴν ὑποχρέωσίν του, οὐδὲ δύναται νὰ εἴπῃ εἰς τὸν ἕτερον: «ἐπειδὴ σὺ πιθανῶς θὰ ἦσαι ἐν πταίσματι, τίθεμαι καὶ ἐγὼ ἀπὸ τοῦδε ἐν πταίσματι». Ἀλλ’ αἱ συμβάσεις, καὶ δὴ συμβάσεις φέρουσαι τοιοῦτον χαρακτῆρα, δὲν ἐκτελοῦνται οὕτω. Δυνατὸν τοιαῦται συμβάσεις μεταξὺ ἰδιωτῶν νὰ ἐκπληρῶνται οὕτως, ἀλλὰ προκειμένου περὶ τῆς ἀξιοπρεπείας τοῦ Κράτους, τοὐλάχιστον τοῦτο ὀφείλει νὰ σεβασθῇ τὴν ὑπογραφήν του. Καὶ ποίας ὑποχρεώσεις ἀνέλαβε; Τὸ ἄρθρον 38 νομίζω ὅτι εἶναι καθαρώτατον (ἀναγινώσκει): «Ἄρθρον 38. Ἄν μέχρι τῆς 1)14 Ἰουνίου ἐ. ἔ. ψηφισθῇ ὑπὸ τῆς Βουλῆς ἡ παροῦσα σύμβασις, ἡ δὲ ἀνάδοχος Ἑταιρεία ἐντὸς τῆς αὐτῆς προθεσμίας ὑποβάλῃ τοῖς κ. κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ Οἰκονομικῶν Ὑπουργοῖς τὰς περὶ ἐγγυήσεως τοῦ ἡμίσεος τοῦ μετοχικοῦ κεφαλαίου κατὰ τὸ ἄρθρον πρῶτον τῆς παρούσης συμβάσεως δηλώσεις καὶ τὸ σχέδιον τοῦ καταστατικοῦ τῆς ἱδρυθησομένης Ἑταιρείας πρὸς ἔγκρισιν, δηλώσῃ δὲ συγχρόνως, ὅτι τὸ πολὺ ἐντὸς ἑπτὰ ἡμερῶν ἀπὸ τῆς ἐγκρίσεως τοῦ καταστατικοῦ θέλει ἐκδοθῆ εἰς δημοσίαν ἐγγραφὴν τὸ μετοχικὸν κεφάλαιον τῆς ἱδρυθησομένης Ἑταιρείας, μέχρι τῆς δὲ 1)14 Ἰουλίου ἐ. ἔ. ἤθελε, δημοσιευθέντος τοῦ κυρώσοντος τὴν παροῦσαν σύμβασιν νόμου, ἔχει συσταθῆ ἡ Ἑταιρεία καὶ ἤθελεν ὑπάρχει καταβεβλημένον ὁλόκληρον τὸ ἐξ ἑνὸς ἑκατομμυρίου λιρῶν στερλινῶν μετοχικὸν αὐτῆς κεφάλαιον, ὑποχρεοῦται ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις νὰ ὁρίσῃ διὰ Β. Διατάγματος, ἐκδοθησομένου μέχρι τῆς 5)18 Ἰουλίου ἐ. ἔ., ὡς χρόνον ἐνάρξεως τῶν ἐργασιῶν τῆς Ἑταιρείας καὶ τοῦ προνομίου αὐτῆς τὴν 31 Ἰουλίου (13 Αὐγούστου) ἐ. ἔ.»
§97Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Θὰ τὸ εἴπωμεν ἐν καιρῷ, διότι παραμονεύει νὰ ἐκτελέσωσιν οἱ ἄλλοι τὰς ὑποχρεώσεις των.
§98ΔΙΟΝ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Ἡ προθεσμία εἶναι σαφῶς ὡρισμένη δι’ ἑκάτερον τῶν συμβαλλομένων· ἡ 1)14 Ἰουνίου. Ἐὰν λοιπὸν ἑκάτερος τῶν συμβαλλομένων ἐκτελέσῃ ὅλα αὐτὰ τὰ ἐὰν, τὰ ὁποῖα προβλέπει τὸ ἄρθρον 38, ἡ σύμβασις θὰ ἐφαρμοσθῇ κατὰ τὸ ἐκδοθησόμενον Β. Διάταγμα. Δὲν ἔχει λοιπὸν ἀνάγκην οὔτε ἡ Κυβέρνησις, καὶ σὺν αὐτῇ ἡ Βουλὴ, νὰ παραμονεύῃ τοὺς πρὸς αὐτὴν συμβληθέντας, οὔτε ἐκεῖνοι νὰ παραμονεύωσι τὴν Κυβέρνησιν, τί θὰ κάμῃ μέχρι τῆς 1)14 Ἰουνίου. Καὶ τοῦτο, ὡς πρὸς τὸν χαρακτῆρα τῆς ῥήτρας τῆς συνομολογηθείσης διὰ τοῦ ἄρθρου 38. Ἐντεῦθεν ἔρχεται ἐξεταστέον τὸ ζήτημα: εἶναι δυνατὸν νὰ ἐκπληρωθῶσιν αἱ ὑποχρεώσεις, τὰς ὁποίας ἡ ἀνάδοχος Ἑταιρεία ἀνέλαβε, μέχρι τῆς 1|14 Ἰουνίου; Δὲν θὰ ἐπαναλάβω ὅσα ὁ ἀξιότιμος ἐκ Λεβαδείας συνάδελφος εἶπεν εἰς τὴν Βουλὴν, διότι καθαρώτατα, ἀναλυτικώτατα καὶ σαφέστατα τὰ ἐξέθηκεν. Ἕν καὶ μόνον θὰ προσθέσω. Προκειμένου περὶ τοιούτου καταστατικοῦ, Κύριοι, ἔχομεν τὴν πεῖραν τοῦ παρελθόντος. Ἀνάλογος πρὸς τὴν παροῦσαν ῥήτρα ὑπῆρχεν ἐν τῇ συμβάσει περὶ τοῦ σιδηροδρόμου Πειραιῶς–Δεμερλῆ, καὶ αἱ συζητήσεις ἐπὶ τοῦ καταστατικοῦ ἐκείνου παρετάθησαν ἐπὶ τρεῖς μῆνας, διῆλθον δὲ διὰ τοῦ καταστατικοῦ ἐκείνου τρεῖς Κυβερνήσεις, ἡ ὑπὸ τὸν κ. ἐκ Κερκύρας Βουλευτὴν, ἡ ὑπὸ τὸν κ. ἐκ Καλαβρύτων, δὲν ἠξεύρω δὲ μὴ εὗρε τὸ καταστατικὸν καὶ τὴν ὑπὸ τὸν κ. ἐκ Γόρτυνος· καὶ συνεζητοῦντο διατί; διότι ἀνάλογος καὶ ἐκεῖ περίστασις ὑπῆρχεν· εἴχομεν Συμβούλιον κεντρικὸν ἐν Παρισίοις, ἐπιτροπὴν ἀντιπροσωπεύουσαν τὸ Συμβούλιον ἐδῶ, εἴχομεν ἀξίωσιν παρεμβολῆς ἐν τῷ καταστατικῷ διατάξεων, τὰς ὁποίας ἦτο ἀδύνατον ἡ Κυβέρνησις νὰ παραδεχθῇ. Καὶ τώρα τὸ καταστατικὸν τῆς προκειμένης Ἑταιρείας τοῦ μονοπωλίου τῆς σταφίδος, τὸ ὁποῖον θὰ διαρκέσῃ ἐπὶ ὁλόκληρον εἰκοσαετίαν, καὶ ἐπὶ τοῦ ὁποίου θὰ στηριχθῶσιν αἱ ἐργασίαι μας, ἢ δυνάμει τοῦ ὁποίου θὰ ἐνασκηθῇ ὁ ἔλεγχος τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τῆς Ἑταιρείας ταύτης, εἶναι δυνατὸν νὰ συζητηθῇ καὶ ἀποφασισθῇ ἐντὸς εἰκοσιτεσσάρων ὡρῶν; Ἐὰν δὲ τὸ καταστατικὸν τοῦτο μέχρι τοῦδε δὲν συνετάχθη, ἢ δὲν ἀνεχώρησε τοὐλάχιστον ἐξ Ἀγγλίας διὰ τοῦ ταχυδρομείου, εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποβληθῇ μέχρι τοῦ προσεχοῦς Σαββάτου; Ἀφίνω κατὰ μέρος τὰ τῆς ἐγγυήσεως, διότι βεβαίως, ἂν ἡ Ἑταιρεία παρουσιάσῃ ὡς ἐγγυητὰς γνωστοὺς καὶ εὐρωπαϊκῆς φήμης τραπεζίτας, ὡς παραδείγματος χάριν τὸν Χάμπρο, τὸν Ἐρλάγκερ, τὸν Γύψ καὶ δὲν ἠξεύρω τίνας ἄλλους κεφαλαιούχους, ἡ Κυβέρνησις ἡ Ἑλληνικὴ δὲν θὰ διστάσῃ νὰ τοὺς παραδεχθῇ· ἀλλ’ ἂν παρουσιάσῃ κεφαλαιούχους, περὶ τῶν ὁποίων ἡ Κυβέρνησις θὰ ἔχῃ ἀνάγκην νὰ ζητήσῃ πληροφορίας, — ἔστω καὶ τηλεγραφικῶς — περὶ τοῦ ἀξιοχρέου καὶ τῆς φερεγγυότητος αὐτῶν, δύνανται πάντα ταῦτα ἐντὸς τεσσάρων μόνον ἡμερῶν νὰ γείνωσι; Κατ’ οὐδεμίαν λοιπὸν περίπτωσιν, φρονῶ, δύναται ν’ ἀποδοθῇ αἰτίασις εἴτε εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν, εἴτε εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι ἐκ πταίσματος αὐτῶν προέρχονται αἱ βραδύτητες...
§99ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι δυνητικὴ ἡ διάταξις.
§100ΔΙΟΝ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Δυνητική, ἀλλ’ ὑπὸ προθεσμίαν.
§101Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ. Καθιέρωσεν ἀδύνατον αἵρεσιν, ἢ σχεδὸν ἀδύνατον.
§102ΔΙΟΝ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Δὲν δύναται λοιπὸν νὰ λεχθῇ καὶ νὰ ὑποστηριχθῇ, ὅπως ἔξω τῆς Βουλῆς ἐλέχθη, — διότι ἐν τῇ Βουλῇ δὲν ἐπανελήφθη τοῦτο, ἀλλὰ κατὰ κόρον καθ’ ἑκάστην ἐπαναλαμβάνεται ἐν ταῖς ἐφημερίσιν, — ὅτι τὸ πλῆθος, ὁ ὄγκος, ὁ τόμος τῶν τροπολογιῶν συνεπάγει τὰς βραδύτητας αὐτὰς περὶ τὰς διαπραγματεύσεις. Κύριοι, πάντες ὑμεῖς ἐλάβετε ἀντίτυπα τῶν τροπολογιῶν τῶν προταθεισῶν. Τὰς τροπολογίας αὐτὰς τὰς ἔχετε.
§103ΑΛΕΞ. ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Συγχωνεύονται δὲ εἰς 22 ἐν ὅλῳ.
§104ΔΙΟΝ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. .. πᾶσαι δὲ αἱ τροπολογίαι αὗται συνήθως ἐπὶ τῶν αὐτῶν ἄρθρων ἐνδιατρίβουσιν· εἶναι δὲ συντομώταται, διότι οὐδεμία τῶν τροπολογιῶν ὑπερβαίνει τὸ ἥμισυ φύλλον.
§105ΚΩΝΣΤ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι ὄγκος, ἀλλὰ πληθύς.
§106ΔΙΟΝ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Ἔστω καὶ πληθύς. Βεβαίως ὅμως 585 δὲν εἶναι, ὅπως διατυμπανίζεται.
§107Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν πιστεύω νὰ ἦμαι ὑπεύθυνος διὰ τὰ γραφόμενα.
§108ΔΙΟΝ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Δὲν ἐννοῶ ὑμᾶς. Ἐπειδὴ μοὶ λέγετε ὅτι δὲν εἶναι ὄγκος, ἀλλὰ πληθὺς, διὰ τοῦτο σᾶς ἀπαντῶ. Μακρὰν ἐμοῦ ἡ ἰδέα τοῦ νὰ σᾶς θεωρήσω ὑπεύθυνον διὰ τὰς φληναφίας αὐτάς.
§109Α. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Δυνατὸν νὰ ἦναι 500, ἢ καὶ 1000, ἀλλὰ τρεῖς ἐξ αὐτῶν εἶναι αἱ σπουδαιότεραι.
§110ΔΙΟΝ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Κύριε Στεφανόπουλε, ἐγὼ δὲν τυρβάζω περὶ τὸν ἀριθμόν. Ἐγὼ θέλω ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου νὰ διαψεύσω τὸ εἰς τὰς πρωϊνὰς ἐφημερίδας γραφὲν, ὅτι ἀνέρχονται εἰς 585 αἱ τροπολογίαι, καὶ ὅτι, καθ’ ἣν στιγμὴν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς συνεδρίαζεν ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Οἰκονομικῶν, τῷ ἔφεραν νέον ὁρμαθὸν τροπολογιῶν. Τοῦτο καὶ μόνον ἠθέλησα ν’ ἀμφισβητήσω, τοῦτο νὰ ἐλέγξω, τὴν ἀνακρίβειαν τῶν λεγομένων, καὶ τοῦτο λέγω, διότι αἱ διαδόσεις αὗται ἐξεγείρουσι τὰ πλήθη, φρονοῦντα ὅτι ἐκ τῆς Βουλῆς ἔρχεται ἡ ἀντίδρασις, ὅτι ὑπάρχουσιν ὑπόκωφοι καὶ ὑπονομευτικαὶ ἀντιδράσεις, διὰ νὰ μὴ ψηφισθῇ ἡ σύμβασις. Καὶ τίς ἐξ ὑμῶν, Κύριοι, ἐν συνειδήσει δὲν δύναται νὰ μαρτυρήσῃ, ὅτι οὐδὲν ὑπῆρξε ζήτημα ἄλλο, ὅπερ τοσοῦτον ψυχραίμως, τοσοῦτον σοβαρῶς καὶ τοσοῦτον περιληπτικῶς συνεζητήθη ἐν τῇ Βουλῇ, ὅσον ἡ σύμβασις, περὶ ἧς πρόκειται; Διότι εἰς τὰ δάκτυλα μετροῦνται οἱ ἀνελθόντες ἐπὶ τοῦ βήματος, ἵνα συζητήσωσιν ἐπὶ τῆς συμβάσεως, πάντες δὲ συνεμορφώθημεν πρὸς τὴν πρόσκλησιν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, νὰ ὑποβάλωμεν ἐγγράφως τὰς παρατηρήσεις μας· καὶ ἐγὼ σκοπὸν εἶχον, μετὰ τὴν πρώτην ἀγόρευσίν μου, νὰ ἐπανέλθω ἐπὶ τὴν συζήτησιν τῆς συμβάσεως, διότι ἤθελον νὰ ἐνδιατρίψω εἰς τὰς λεπτομερείας, ἀλλὰ παρῃτήθην τῆς ἰδέας ταύτης, διὰ νὰ μὴ μοὶ ἀποδοθῇ, ὅτι ἐκ πνεύματος ἀντιδράσεως ἐγένετο τοιαύτη συζήτησις. Ἐὰν δὲ ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς ἔχῃ πεποίθησιν, ὅτι ἡ σύμβασις δύναται νὰ ἐφαρμοσθῇ ἐφέτος, ἐπαναλαμβάνω καὶ ἐγὼ ὅ,τι ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γυθείου συνάδελφος εἶπε πρὸ ὀλίγου· ἂς φέρῃ τὴν σύμβασιν, ἵνα τὴν ψηφίσωμεν ὅπως ἔχει, καὶ ἂς ἐπιφυλαχθῇ ὁ κ. Πρωθυπουργός· ἐὰν προβαίνων εἰς τὰς διαπραγματεύσεις ἴδῃ, ὅτι ἐκ τῶν τροπολογιῶν αἱ οὐσιωδέστεραι γίνονται ἀποδεκταὶ, ἔχει πάντοτε καιρὸν, εἴτε νὰ ἐπαναφέρῃ τὸ ζήτημα ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, εἴτε καὶ μέχρι τῆς κυρώσεως ὑπὸ τοῦ Βασιλέως ν’ ἀποφασίσῃ, ἀλλὰ πρὸ παντὸς πρέπει, τὰ ὄργανα τῆς Κυβερνήσεως τὰ ἐν ταῖς ἐπαρχίαις, ὅπου μεγάλη ἐξέγερσις ὑπάρχει, νὰ καθοδηγῇ ἡ Κυβέρνησις καὶ νὰ φωτίζῃ περὶ τῶν γιγνομένων ἐνταῦθα, ὥστε νὰ διαψεύδωσι τὰς ἐκ προθέσεως καὶ κακοβουλίας διασπειρομένας φήμας, αἵτινες ἐξεγείρουσι δικαίως τὰ πλήθη. Ταῦτα καὶ μόνον εἶχον νὰ παρατηρήσω.
§111ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Κύριε Πρόεδρε, νὰ διακόψωμεν.
§112ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλετε νὰ διακόψωμεν; Θὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ συζήτησις ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ θέματος;
§113Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ὄχι πλέον. Ἀρκετά.
§114ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σᾶς παρακαλῶ, μίαν στιγμήν. Εἶναι ἐγγεγραμμένοι κατὰ σειρὰν νὰ ὁμιλήσωσιν ὁ κ. Στυμφαλιάδης, ὁ κ. Γεράκης...
§115Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ θέματος;
§116ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ ἄλλου... Μετὰ τὸν κ. Γεράκην ὁ κ. Τοπάλης, ὁ κ. Στελλάκης κλπ. Ἀλλὰ μετὰ τὴν διακοπήν.
§117Λ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Καὶ ἐγὼ ἔχω ζητήσει τὸν λόγον.
§118ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σεῖς ἔχετε τὸν λόγον μετὰ τοὺς κυρίους Πονηρόπουλον, Καλαντζόπουλον καὶ Κωνσταντόπουλον. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις μέχρι τῆς 9 καὶ 30′. (Γίνεται διακοπὴ ὥρᾳ 8 καὶ 30′ μ. μ. Ἐπαναλαμβάνεται δὲ ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 10 καὶ 25′ μ. μ.)
§119ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ διακοπεῖσα συνεδρίασις. Ἀνακοινῶ εἰς τὴν Βουλὴν τηλεγράφημα τῶν κτηματιῶν τῶν χωρίων Ἀγριδέϊκα καὶ Μουρλᾶ τοῦ Αἰγίου, ἐκφερόντων γνώμας ἐπὶ τῆς συμβάσεως τοῦ μονοπωλίου τῆς σταφίδος. Ὅμοιον τῶν κατοίκων τοῦ δήμου Φλεσιάδος τῆς Τριφυλίας ὑπὲρ τῆς ταχείας ἐπιψηφίσεως τῆς συμβάσεως ταύτης. Ὁ κύριος Στυμφαλιάδης ἔχει τὸν λόγον.
§120Α. ΣΤΥΜΦΑΛΙΑΔΗΣ. Πρὸ μηνός, κύριε Πρόεδρε ὑπέβαλον ἐπερώτησιν πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν περὶ προβιβασμοῦ ἀνθυπασπιστοῦ τινος τοῦ πυροβολικοῦ εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ ἀνθυπολοχαγοῦ τοῦ αὐτοῦ ὅπλου. Ἐπανέλαβον δὲ μετὰ πάροδον δέκα ἡμερῶν ἀπὸ τότε, ὑπομνήσας εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τὴν ἐπερώτησιν ταύτην.
§121Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Δὲν ἠδυνήθην μέχρι τοῦδε νὰ σᾶς ἀπαντήσω, ἀλλὰ θέλω σᾶς ἀπαντήσει τάχιστα.
§122Α. ΣΤΥΜΦΑΛΙΑΔΗΣ. Ἁπλῆν ὑπόμνησιν κάμνω.
§123Κ. ΓΕΡΑΚΗΣ. Καθῆκον ἔχω νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν ἀναφοράν, ἥτις μοὶ ἀπεστάλη ὑπὸ τοῦ ἐν Ἀργοστολίῳ δικηγόρου κ. Π. Ἀννίνου Καβαλιεράτου, καὶ ἣν θὰ ἐγχειρίσω πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον, μετὰ θερμοτάτης παρακλήσεως, ὅπως ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν, διότι ἀφορᾷ ζήτημα γενικοῦ ἐνδιαφέροντος, ἔχον ἐν ὀλίγοις ὡς ἑξῆς. Πρὸ δύο ἐτῶν ἀπετεφρώθη τὸ ὑποθηκοφυλακεῖον τοῦ Εἰρηνοδικείου Σαμαίων, οὐδέποτε δ’ ἔκτοτε περὶ τούτου ἐλήφθη μέτρον τι νομοθετικόν· κατὰ συνέπειαν παραβλάπτονται τὰ συμφέροντα ὁλοκλήρου πληθυσμοῦ, διότι οὐ μόνον ἀγοραπωλησίαι δὲν δύνανται νὰ γείνωσιν, ἀλλὰ καὶ πολλὰ ἔκτροπα συμβαίνουσι· κατασχέσεις καὶ πλειστηριασμοὶ δὲν δύνανται νὰ ἐκτελεσθῶσι, διότι, μὴ ὑπαρχόντων βιβλίων ἀπογραφῆς καὶ ὑποθηκῶν, ὡς ἀποτεφρωθέντων ὅλων αὐτῶν, πᾶσα ἐκτέλεσις εἶναι ἀδύνατος καὶ ἀμφίβολος. Προκειμένου περὶ πλειστηριασμοῦ, δὲν κοινοποιοῦνται οἱ ἐνυπόθηκοι δανεισταί, ἐκποιοῦνται τὰ κτήματα, καὶ οἱ ἄνθρωποι οὗτοι χάνουσι πᾶν δικαίωμα, τὸ ὁποῖον ἔχουσιν. Ἀλλ’ οὔτε δάνεια ἐπὶ ὑποθήκῃ εἶναι δυνατὸν νὰ ἐνεργηθῶσι, διότι οὐδεμίαν ὁ δανειστὴς ἔχει ἐμπιστοσύνην, ὅτι τὰ κτήματα τοῦ ζητοῦντος νὰ δανεισθῇ εἶναι ἐλεύθερα. Ἀπέναντι λοιπὸν τῆς καταστάσεως ταύτης πολὺ καλῶς ἔπραξαν οἱ κύριοι συνάδελφοι ἐκ Σάμης καὶ ὑπέβαλον τὴν ὑπ’ ἀριθμὸν 116 ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει ἀναγεγραμμένην πρότασιν νόμου. Θὰ παρακαλέσω δὲ ὑμᾶς, κύριε Πρόεδρε, καὶ τὴν Βουλὴν νὰ προταχθῇ ἡ πρότασις αὕτη, ἢ νὰ λάβῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης τὴν καλωσύνην νὰ εἰσαγάγῃ αὐτὸς νομοσχέδιον σχετικόν, τὸ ὁποῖον νὰ προταχθῇ καὶ ψηφισθῇ, ἀφοῦ οὐδεμία θὰ ὑπάρξῃ ἀντίρρησις παρ’ οὐδενὸς τῶν κυρίων Βουλευτῶν.
§124ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Τοπάλης ἔχει τὸν λόγον, ἀλλὰ εἶναι ἀπών. Ὁ κύριος Στελλάκης, ἐπίσης. Ὁ κ. Πονηρόπουλος, ἐπίσης. Ὁ κύριος Καλαντζόπουλος.
§125Ι. Κ. ΚΑΛΑΝΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ ὀλιγώτερον πασῶν τῶν ἐπαρχιῶν ἀπασχολήσασα τὴν Βουλήν, κύριοι Βουλευταί, ὑπῆρξεν ἡ ἐπαρχία Ναυπακτίας, ἐν σχέσει πρὸς τὴν ὑπὸ συζήτησιν σύμβασιν περὶ μονοπωλίου τῆς σταφίδος. Καὶ ἐν τούτοις ἡ ἐπαρχία αὕτη ἠδικήθη περισσότερον πάσης ἄλλης, σχετικῶς πρὸς τὴν διαβάθμισιν καὶ κατάταξιν τοῦ σταφιδοκάρπου αὐτῆς ἐν τῷ ἄρθρῳ 9 τῆς συμβάσεως, ὑπὸ τῶν μελῶν τῆς ἐπιτροπῆς. Νομοταγῶς ὅμως φερομένη, καὶ εὐλαβουμένη τὸ μεγαλεῖον καὶ τὴν ἀξιοπρέπειαν τῆς Βουλῆς, ἅπαξ μόνον ἀνεφέρθη πρὸς αὐτὴν διὰ τηλεγραφήματος, παριστῶσα συνοπτικῶς τὰ δίκαια αὐτῆς παράπονα. Ταυτοχρόνως ὅμως οἱ συμπολῖταί μου, ἐκ παραλλήλου πρὸς τὸ τηλεγράφημα, ὑπέγραψαν καὶ ἀναφοράν, δι’ ἧς λεπτομερέστερον παριστῶσι τὰ δίκαια, ὡς προεῖπον, παράπονά των. Ταύτην διεβίβασε δι’ ἐπιστολῆς πρὸς ἐμὲ ὁ κ. δήμαρχος Ναυπακτίδος, παρακαλῶν με νὰ καταθέσω αὐτὴν εἰς τὸ Προεδρεῖον. Πρὶν ἢ καταθέσω τὴν ἀναφορὰν ταύτην, παρακαλῶ νὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς ἀναγνώσω αὐτήν, διότι ἐκ τοῦ προοιμίου θέλετε ἰδεῖ, ὅτι, ἂν αἱ πλεῖσται τῶν σταφιδοφόρων ἐπαρχιῶν συνταράττωσι τὴν δημοσίαν τάξιν, εἴτε διὰ τηλεγραφημάτων πρὸς τὴν Βουλὴν εἴτε καὶ διὰ τῆς δημοσιογραφίας, κατὰ τρόπον μὴ νομοταγῆ, ἡ ἐπαρχία μου, μεθ’ ὅλην τὴν ἀδικίαν τὴν ἐπιγιγνομένην εἰς αὐτὴν, ἐκφράζεται ὅπως πρέπει νὰ ἐκφράζωνται πολῖται εὐλαβούμενοι τοὺς νόμους καὶ τὴν δημοσίαν τάξιν (ἀναγινώσκει): «Πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς. Κύριε Πρόεδρε. Σπαράσσεται ἡ Ἑλλὰς ἀπ’ ἄκρου εἰς ἄκρον, καὶ ἰδίως αἱ σταφιδοφόροι ἐπαρχίαι αὐτῆς. Ἀπὸ τῆς ἐνάρξεως τῶν περὶ μονοπωλίου τοῦ σταφιδοκάρπου διαπραγματεύσεων συλλαλητήρια κατὰ τόπους διοργανοῦνται, καὶ πολυτρόπως οἱ σταφιδικοὶ πληθυσμοὶ ἀναμιγνύονται καὶ ἐπιβάλλονται, οὕτως εἰπεῖν, πιέζοντες τὴν Βουλὴν εἰς τὴν σχεδὸν ἀσυζητητὶ ἐπιψήφισιν τῆς συμβάσεως, ἔστω καὶ ἂν αὕτη περιέχῃ ὅρους καταθλιπτικοὺς καὶ ἐπιβλαβεῖς διὰ τοὺς παραγωγοὺς καὶ τὴν ἐν γένει τύχην τοῦ μοναδικοῦ προϊόντος. Μόνη ἡ Ναυπακτία, κύριε Πρόεδρε, καθ’ ὅλον τοῦτον τὸν σάλον ἔμεινεν ἥσυχος, πεποιθυῖα, ὅτι οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ ἔθνους ἔχουσι τὸ σθένος, ὅπως ἀνεπηρεάστως κρίνωσι καὶ διΐδωσι τοὺς τυχὸν ἐπιβλαβεῖς ὅρους τῆς συμβάσεως, οὐδόλως λαμβάνοντες ὑπ’ ὄψιν τὴν ἐκβιαστικὴν στάσιν τῶν παραγωγῶν. Ἐν τούτοις ἡ Ναυπακτία, ἡ τόσον σωφρόνως καὶ νομοταγῶς θεωμένη καὶ παρακολουθοῦσα τὰς διαπραγματεύσεις, μετὰ λύπης παρατηρεῖ, ὅτι κατὰ τὴν κατάταξιν τῶν διαφόρων ποιοτήτων καὶ τοπικῶν προελεύσεων τοῦ σταφιδοκάρπου, τῶν ἀναγραφομένων ἐν τῇ συμβάσει, ὁ σταφιδόκαρπος αὐτῆς δυσαναλόγως καὶ ἀδίκως κατετάχθη εἰς τὴν γʹ, δʹ καὶ εʹ κατηγορίαν μετὰ τοῦ σταφιδοκάρπου Μεσολογγίου, Δύμης καὶ Πατρῶν, ἐνῷ ὁ σταφιδόκαρπος τῆς Ναυπακτίας, ὡς ἐκ τῆς ποιότητος αὐτοῦ, δικαιωματικῶς ἔδει νὰ καταταχθῇ εἰς τὴν βʹ, γʹ καὶ δʹ κατηγορίαν, διότι...» Καὶ ἐξακολουθοῦσιν οὕτως ἀναπτύσσοντες ἐπιχειρήματα, τὰ ὁποῖα ἀντλοῦσιν ἐκ τῆς φωνῆς τῶν πραγμάτων, καὶ δι’ ὧν παριστῶσι τὸ δίκαιον αὐτῶν — τὸ ὁποῖον, σημειώσατε, πανδήμως ἀναγνωρίζεται, — ἀλλὰ τὰ μέλη τῆς ἐπιτροπῆς, ἐν τῇ κατατάξει τῶν ποιοτήτων, καίτοι, κατ’ ἰδιαιτέρας αὐθεντικὰς πληροφορίας, ἐγένετο λόγος ἐν τῇ ἐπιτροπῇ καὶ ἀνεγνώρισαν, ὅτι ἡ σταφὶς τῆς Ναυπακτίας ἔπρεπεν εὐλόγως καὶ δικαίως νὰ καταταχθῇ εἰς τὴν βʹ, γʹ καὶ δʹ κατηγορίαν, κατέταξαν αὐτὴν εἰς τὴν εʹ κατηγορίαν. Ὡς δικαιολογίαν δὲ τῆς προφανοῦς ταύτης ἀδικίας ἔφεραν τὸν λόγον, ὅτι, ἂν καὶ δευτέρας ἐπαρχίας τὸν σταφιδόκαρπον, ἐκτὸς τῆς τῶν Πατρῶν, κατέτασσον εἰς τὴν βʹ, γʹ καὶ δʹ κατηγορίαν, ἔστω καὶ δικαίως, θὰ προεκάλουν ἴσως τὴν ἀντιζηλίαν ἄλλων ἐπαρχιῶν, καὶ δὲν ἔπρεπε νὰ τὴν προκαλέσωσιν, ἀφοῦ ἄλλως τε ἐπρόκειτο περὶ μικροῦ ποσοῦ, ἑνὸς περίπου ἑκατομμυρίου λιτρῶν. Νομίζω ὅτι ἡ δικαιολογία αὕτη δὲν εἶναι ἀποχρῶσα, διότι ἡ κατάταξις τοῦ σταφιδοκάρπου τῆς Ναυπακτίας εἰς τὰς εἰρημένας τρεῖς κατηγορίας θὰ ἐστηρίζετο εἰς τὸ δίκαιον καὶ τὴν λογικὴν καὶ εἰς τὴν φωνὴν τῶν πραγμάτων. Εἶναι γνωστὸν, κύριοι Βουλευταὶ, καὶ ἀναντίρρητον μεταξὺ τῶν σταφιδεμπόρων, ὅτι ἡ σταφὶς τῆς Ναυπακτίας, μετὰ τὴν τοῦ Παναριτίου, κατέχει τὴν πρώτην θέσιν, σχετικῶς πρὸς τὰς ἐκλεκτὰς ποιότητας τοῦ Αἰγίου, κατὰ προτίμησιν δὲ ἀγοράζεται, ἐν μέρει μὲν ὑπὸ τῶν σταφιδεμπόρων τοῦ Αἰγίου, ἐν μέρει δὲ ὑπὸ τῶν σταφιδεμπόρων τῶν Πατρῶν. Καὶ οἱ μὲν σταφιδέμποροι τοῦ Αἰγίου ἀποστέλλουσιν αὐτὴν εἰς τὴν Ἀγγλίαν, ἐπιθέτοντες τὴν ἐπιγραφὴν «Βοστίτσα», ἀκριβῶς δηλ. πράττοντες ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐγὼ μετὰ τοῦ ἐκ Δωρίδος ἀξιοτίμου συναδέλφου κ. Λιδωρίκη πρὸ πολλοῦ ἐζητήσαμεν νὰ γείνῃ δεκτὸν, ἀλλὰ δυστυχῶς ἀπερρίφθη ὑπὸ τῆς Βουλῆς, οἱ δὲ σταφιδέμποροι τῶν Πατρῶν, ἀγοράζοντες τὸ ὑπόλοιπον, χρησιμοποιοῦσι τοῦτο, ὅπως δι’ ἀναμίξεως αὐτοῦ μετ’ ἄλλου ποιότητος κατωτέρας παρουσιάσωσι καλὴν ποιότητα, ἢ μᾶλλον διορθώσωσι τὴν κατωτέραν ποιότητα τοῦ σταφιδοκάρπου τῶν Πατρῶν. Αἱ πληροφορίαι αὗταί εἰσιν ἀκριβεῖς, ἀλλ’ ἐνισχύονται ἔτι μᾶλλον καὶ ἐκ τοῦ γεγονότος, ὅτι πρὸ πολλοῦ, ὅτε κατ’ ἐποχήν τινα οἱ σταφιδέμποροι τῶν Πατρῶν ἀπεφάσισαν νὰ ἀποστείλωσιν ἀπ’ εὐθείας εἰς τὴν Ἀγγλίαν καὶ ἀπέστειλαν ἐν ἰδιαιτέροις κιβωτίοις τὸν σταφιδόκαρπον τῆς Ναυπακτίας μὲ τὴν εἰδικὴν ἐπιγραφὴν «Lepant», τοσοῦτον ἐξετιμήθη ἡ ποιότης αὐτοῦ, ὥστε ἀκριβῶς, ὡς ἀνέπτυξα μέχρι τοῦδε, κατετάχθη εἰς τὴν δευτέραν ποιότητα τοῦ Αἰγίου. Ἐπειδὴ ὅμως Κύριοι, πιθανὸν τὰ ἐπιχειρήματα ταῦτα νὰ θεωρηθῶσιν ὀλίγον ἀκαδημαϊκὰ, θέλω ἀναπτύξει ὑμῖν δι’ ἁπτοτέρων ἐπιχειρημάτων τὴν ἀλήθειαν τῶν λεγομένων. Ἐν ταῖς τροπολογίαις, τὰς ὁποίας κατέθηκα εἰς τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς, ἀναφέρω καὶ τιμολόγιον τοῦ σταφιδοκάρπου τῆς Ναυπακτίας κατὰ τὴν τελευταίαν ἑνδεκαετίαν, τὰς λεπτομερείας τοῦ ὁποίου παρακαλῶ νὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ ἀνακοινώσω πρὸς ὑμᾶς, κύριοι Βουλευταί. (Ἀναγινώσκει): Τιμολόγιον τοῦ σταφιδοκάρπου Ναυπακτίας, κατ’ ἐλάχιστην καὶ ἀνωτάτην τιμὴν, κατὰ τὴν τελευταίαν ἑνδεκαετίαν 1892–1902. Τιμαὶ κατὰ χιλιόλιτρον ἑνετικόν.
| Ἔτος | Ἐλαχίστη | Ἀνωτάτη | Παρατηρήσεις |
| 1892 | 290 | 310 | |
| 1893 | 150 | 180 | |
| 1894 | 200 | 215 | |
| 1895 | 85 | 170 | ἐβράχη κατὰ τὸ ἔτος 1895 |
| 1896 | 150 | 180 | |
| 1897 | 180 | 220 | |
| 1898 | 150 | 190 | |
| 1899 | 190 | 235 | |
| 1900 | 500 | 600 | |
| 1901 | 220 | 240 | |
| 1902 | 140 | 180 | |
| 2255 | 2720 |
Ὥστε κατὰ μέσον ὅρον ἡ ἐλαχίστη τιμὴ καθ’ ὅλην τὴν ἐνδεκαετίαν ἦτο 205 δραχμαὶ κατὰ χιλιόλιτρον, ἡ δὲ ἀνωτάτη 245. Ἤδη διὰ τῆς κατατάξεως, ἡ ὁποία ἀδίκως, ὡς προεῖπον, ἐγένετο ἐν τῇ συμβάσει, οὐδεμία βελτίωσις ἐπέρχεται ὡς πρὸς τὰς τιμὰς τοῦ σταφιδοκάρπου τῆς Ναυπακτίας· διότι, λαμβάνων ὑπ’ ὄψιν τὸν μέσον ὅρον τῆς τιμῆς τοῦ φράγκου μεταξὺ τῶν 140 λεπτῶν, τοῦ κατωτάτου δηλαδὴ ὅρου, ὡς ὁρίζεται ἐν τῇ συμβάσει, καὶ τῶν 157 τῆς σήμερον τρεχούσης τιμῆς, ἐξάγω τὸ συμπέρασμα, ὅτι ψηφιζομένου τοῦ μονοπωλίου ἡ κατωτάτη τιμὴ θὰ ἦναι 202 δραχμαί, καὶ ἡ ἀνωτάτη 265, ἀκριβῶς διὰ τὸν λόγον, ὃν προεῖπον, ὅτι ἡ κατάταξις εἶναι δυσανάλογος καὶ ἄδικος. Ἐν τέλει ἐπικαλοῦμαι ὑπὲρ τοῦ δικαίου τῆς ἐπαρχίας μου καὶ ἠθικόν τι ἐπιχείρημα, τὴν ὁμολογίαν,—κατὰ τὴν στιγμὴν ταύτην, ἐὰν ἦναι δυνατὸν—τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Μεσολογγίου βουλευτοῦ κ. Δεληγεώργη, ὡς ἀνήκοντος εἰς ὅμορον ἐπαρχίαν, καὶ τῶν ἐκ Πατρῶν καὶ ἐξ Αἰγιαλείας ἀξιοτίμων συναδέλφων, οἱ ὁποῖοι ἐκ φήμης, λόγῳ τῆς γειτνιάσεως, βεβαίως ἔχουσι γνῶσιν τῆς ἀληθείας τῶν λόγων μου.
§126Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐπειδὴ μὲ προκαλεῖτε, ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, ὅτι ἐν τῇ ἐπιτροπῇ, ὁσάκις ἐγένετο λόγος περὶ τῆς σταφίδος τῆς Ναυπακτίας, παρ’ ὅλων ἀνεγνωρίσθη, ὅτι πρέπει νὰ καταταχθῇ μετὰ τῶν ἐκλεκτῶν ποιοτήτων τοῦ Αἰγίου, μεθ’ ὧν συνήθως ἀναμιγνύεται καὶ ἀποστέλλεται εἰς τὸ ἐξωτερικόν. Ἐνθυμοῦμαι, ὅτι οὐδὲν τῶν μελῶν τῆς ἐπιτροπῆς ἔφερεν ἀντίρρησίν τινα. Διὰ τίνα ὅμως λόγον δὲν κατετάχθη διὰ τοῦ ἄρθρου 9 τῆς συμβάσεως μετὰ τῶν ἐκλεκτῶν τοῦ Αἰγίου, αὐτὸ εἶναι παράδοξον· διότι οὐδεὶς λόγος ὑπῆρξεν.
§127Ι. Κ. ΚΑΛΑΝΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Εὐχαριστῶ, κύριε συνάδελφε.
§128Α. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπειδὴ ἐπεκαλέσθητε τὴν μαρτυρίαν καὶ ἐμοῦ, ὀφείλω νὰ σᾶς κάμω τὴν παρατήρησιν, ὅτι ἡ ἀνησυχία ὑμῶν δὲν εἶναι εὔλογος, διότι καὶ ἡ σταφὶς τῆς ἐπαρχίας Ναυπακτίας δύναται νὰ καταταχθῇ εἰς ἀνωτέραν ποιότητα, κατὰ τὴν σύμβασιν, ὅπως καὶ πᾶσαι αἱ ποιότητες δύνανται νὰ καταβιβασθοῦν, ἀναλόγως τῆς κρίσεως, τὴν ὁποίαν θὰ κάμῃ ἡ διαιτησία. Οἱ προσδιορισμοὶ δὲ, τοὺς ὁποίους ἀναγράφει ἡ σύμβασις, ἔχουσιν ἄλλον λόγον, νὰ ὁρίσωσιν, ἂν θὰ πληρώνῃ ἡ Ἑταιρεία 40,000,000, ἢ ὀλιγώτερα ἢ πλειότερα, καὶ πότε θὰ ἀναλάβῃ τὰ πλειότερα. Ἀλλ’ ἡ διαιτησία θ’ ἀποφασίσῃ, ἂν ἡ σταφὶς τῆς ἐπαρχίας σας θὰ ἀνήκῃ εἰς τὴν βʹ, γʹ, δʹ ἢ εἰς κατηγορίαν, ὅπως καὶ διὰ τὴν σταφίδα τῆς Αἰγιαλείας καὶ διὰ τὴν σταφίδα τῶν ἄλλων ἐπαρχιῶν. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀλήθεια, ἡ προκύπτουσα ἐκ τῆς συμβάσεως, τὴν ὁποίαν καλὸν εἶναι νὰ μάθουν καὶ οἱ σταφιδοπαραγωγοί.
§129Ι. Κ. ΚΑΛΑΝΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Εὐχαριστῶ, κύριε συνάδελφε, διότι εἴχετε τὴν εὐγενῆ καλωσύνην νὰ βεβαιώσητε καὶ ὑμεῖς τὸ ἄδικον τῆς κατατάξεως τοῦ σταφιδοκάρπου τῆς Ναυπακτίας. Τὸ φάρμακον ὅμως, τὸ ὁποῖον μοὶ συνιστᾶτε πρὸς καταστολὴν τῆς εὐλόγου ἀνησυχίας μου, παραπέμποντές με εἰς τὸ κριτήριον τῆς διαιτησίας, εἶναι λίαν ἀκαδημαϊκὸν καὶ ἀκροσφαλές. Καλλίτερον θὰ ἦτο νὰ μοὶ δώσητε σχετικὴν ἐξήγησιν, ὡς μέλος τῆς ἐπιτροπῆς, πῶς τὸ ὑμέτερον δόγμα, ὅπερ παριστάνετε τόσον ἀκίνδυνον, δὲν ἐφηρμόσθη καὶ ἐν τῇ κατατάξει τοῦ σταφιδοκάρπου Πατρῶν, ἀναβιβασθέντος μετὰ φιλοστόργου, ἀλλὰ καὶ μεροληπτικῆς προφανῶς μερίμνης, εἰς τὴν βʹ, γʹ καὶ δʹ κατηγορίαν, ὑπεράνω δηλαδὴ τοῦ σταφιδοκάρπου Ναυπακτίας, οὗτινος πανθομολογουμένως ὑστερεῖ ἀσυγκρίτῳ τῷ λόγῳ. Τέλος πάντων, διὰ νὰ μὴ ἀπασχολῶ τὴν Βουλὴν ἐπὶ πλέον, ἀφοῦ ἄλλως ἐπιστοποιήθη τρανῶς ἐνώπιον αὐτῆς τὸ δίκαιον τῶν παραπόνων τῶν συμπολιτῶν μου, καταθέτω τὴν ἀναφορὰν αὐτῶν, καὶ παρακαλῶ τὸν σεβαστὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ συστήσῃ ταύτην θερμῶς εἰς τοὺς ἀντιπροσώπους τῆς Ἑταιρείας. Ταῦτα περὶ τοῦ ζητήματος τούτου. Ἤδη ἐπιλαμβάνομαι ἑτέρου ζητήματος, ζωτικοῦ δι’ ἓν δημοτικὸν διαμέρισμα τῆς ἐπαρχίας μου. Ἐν πολλοῖς παρατηρεῖται, κύριοι Βουλευταὶ, πλημμελὴς ἡ διοικητικὴ διαίρεσις τοῦ Κράτους ἐπαρχιακῶς. Τοιαύτη δὲ πλημμέλεια παρατηρεῖται ἀτυχῶς καὶ εἰς τὸ δημοτικὸν διαμέρισμα τοῦ δήμου Παρευηνίων τῆς Ναυπακτίας, τὸ ὁποῖον φυσικῶς διαχωρίζεται ἐκ τῆς Ναυπακτίας διὰ τοῦ ποταμοῦ Εὐήνου καὶ συνορεύει μᾶλλον πρὸς τὴν ἐπαρχίαν Τριχωνίας, καὶ εἰς αὐτὴν ἔπρεπε νὰ ὑπάγηται. Ἀλλ’ ἀτυχῶς κατὰ τὴν διοικητικὴν διαίρεσιν τοῦ Κράτους δὲν ἐγένετο τοῦτο. Ἐκτὸς δὲ τοῦ λόγου τούτου, καὶ ἄλλοι πολλοὶ ἀποχρῶντες λόγοι ἐπέβαλλον τὸ τοιοῦτον· ἐν πρώτοις ὁ δῆμος Παρευηνίων ἀπέχει ἀπὸ τῆς πρωτευούσης τῆς Ναυπακτίας 20 ὥρας καὶ πλέον, ἐνῷ ἀπὸ τῆς πρωτευούσης τῆς Τριχωνίας, τὸ Ἀγρίνιον, ἀπέχει πολὺ ὀλιγώτερον, καὶ ἡ συγκοινωνία μετὰ τοῦ Ἀγρινίου εἶναι πολὺ εὔκολος, διότι γίνεται κατὰ τὸ πλεῖστον δι’ ἁμαξιτῆς ὁδοῦ, διὰ μέσου τοῦ Κεφαλοβρύσου, πρωτευούσης τοῦ δήμου Παμφίας τῆς Τριχωνίας, ἀπέχοντος δίωρον μόλις τῆς Κονίσκης, πρωτευούσης τοῦ δήμου Παρευηνίων, ἐνῷ νῦν οἱ κάτοικοι τοῦ εἰρημένου δήμου συγκοινωνοῦσι μετὰ τῆς Ναυπακτίας κατὰ τρόπον πρωτογενῆ. Ὡς εἶπον, Κύριοι, διαχωρίζει τὸν δῆμον αὐτὸν ἐκ τῆς Ναυπακτίας ὁ ποταμὸς Εὔηνος, ὃν διέρχονται οἱ κάτοικοι, πῶς νομίζετε; — καὶ τὸ ἀναφέρω πρὸς δόξαν τῆς Ἑλληνικῆς Πολιτείας! — διέρχονται αὐτὸν ἐντὸς κοφίνου, μεταφερομένου ἐναερίως διὰ σχοινίων! Ἀκριβῶς λοιπὸν ἡ φυσικωτέρα γειτνίασις καὶ ἐπικοινωνία μετὰ τῶν κατοίκων τῆς Τριχωνίας, ἡ πληρεστέρα διευκόλυνσις τῆς συγκοινωνίας αὐτῶν μετ’ αὐτῆς, ἐξηνάγκασαν τοὺς κατοίκους τοῦ δήμου Παρευηνίων νὰ συναλλάσσωνται ἐμπορικῶς μετὰ τῶν κατοίκων τῆς Τριχωνίας, καὶ μετ’ αὐτῶν καὶ μόνον νὰ εὑρίσκωνται εἰς ἄμεσον καὶ διηνεκῆ σχέσιν ἀπὸ δεκαετηρίδων ὅλων. Καὶ οὕτω τὰς ἰδιωτικὰς αὑτῶν σχέσεις, κατὰ φυσικὴν τροπὴν καὶ λεληθότως πως, συνῆψαν μετὰ τῶν κατοίκων τῆς Τριχωνίας ἔκτοτε· τοὺς πολιτειακοὺς ὅμως δεσμοὺς αὐτῶν ἐξακολουθοῦσι, παρὰ τὴν θέλησίν των, μετὰ τῆς Ναυπακτίας, μὴ ἐπιτευχθείσης μέχρι τοῦδε τῆς διοικητικῆς καὶ δικαστικῆς αὐτῶν ὑπαγωγῆς εἰς τὴν Τριχωνίαν νομοθετικῶς, καίτοι πολλάκις ἐζητήθη ὑπ’ αὐτῶν ἁρμοδίως ἡ πραγμάτωσις τοῦ πολυχρονίου καὶ διακαοῦς πόθου αὐτῶν, ἀπορρέοντος καὶ ὑπαγορευομένου ἐκ τῶν καθόλου συμφερόντων αὐτῶν, ὡς προανέφερα. Ἀναγνωρίσασα ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις τὸ δίκαιον τῆς αἰτήσεως τῶν Παρευηνίων, ὑπέβαλε διὰ τοῦ τότε ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργοῦ νομοσχέδιον πρὸς τὴν Βουλὴν, ἀλλὰ ἡ ἐπιψήφισις αὐτοῦ δὲν ἐπετεύχθη, ἕνεκα τοῦ ὑπερβολικοῦ τῆς τότε ὑποβληθείσης νομοθετικῆς ἐργασίας. Καὶ νῦν πάλιν οἱ ἀγαπητοί μου συμπολῖται τοῦ δήμου Παρευηνίων δι’ ἀναφορᾶς πανδήμου καὶ ψηφίσματος τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου, ἀνακοινωθέντων πρὸ ἡμερῶν εἰς τὴν Βουλὴν, ἐζήτησαν τὴν προσάρτησιν αὐτοῦ διοικητικῶς καὶ δικαστικῶς εἰς τὴν ἐπαρχίαν Τριχωνίας. Βεβαίως, κύριοι Βουλευταὶ, λυπηρὸν καὶ ἄχαρι εἶναι δι’ ἐμὲ νὰ γείνω εἰσηγητὴς τοῦ ἀποχωρισμοῦ ἑνὸς δήμου τῆς ἐπαρχίας μου, ἀλλὰ δὲν ἐδίστασα νὰ ἐπιτελέσω καὶ τοιοῦτον καθῆκον, ἥκιστα εὐχάριστον δι’ ἐμέ, ἀναλογισθεὶς ὅτι θὰ διέπραττον ἀδικίαν, ἂν ἤθελον ἀντιστρατευθῆ εἰς τὴν δικαίαν καὶ εὔλογον ταύτην εὐχὴν τῶν συμπολιτῶν μου Παρευηνίων, ὑπαγορευομένην καὶ ἐπιβαλλομένην εἰς αὐτοὺς ὑπὸ τῆς ἀτέγκτου φωνῆς τῶν πραγμάτων, καίτοι ἄντικρυς εὑρισκομένην πρὸς τὴν φωνὴν τῆς καρδίας αὐτῶν. Λαμβάνω ὅθεν τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω σχετικὴν πρότασιν νόμου, ὑπογεγραμμένην ὑπ’ ἐμοῦ καὶ τῶν ἀξιοτίμων ἐκ Τριχωνίας συναδέλφων κ. κ. Ἀθ. Νικολίτσα καὶ Ἀλεξ. Σταΐκου, καὶ παρακαλῶ μετ’ αὐτῶν τὴν Βουλὴν, ὅπως τὴν περιβάλῃ διὰ τῆς ψήφου αὐτῆς.
§130ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ Ναυπακτίας ὑποβληθεῖσα πρότασις νόμου «περὶ ἀποσπάσεως τοῦ δήμου Παρευηνίων ἐκ τῆς ἐπαρχίας Ναυπακτίας καὶ προσαρτήσεως αὐτοῦ εἰς τὴν τῆς Τριχωνίας» θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ, μεθ’ ὃ θέλει ἐγγραφῆ ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει κατὰ τὴν σειράν της. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 488).
§131ΑΡ. ΑΝΑΓΝΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἐγὼ παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν, ὡς πρὸς τὴν κατάταξιν τῆς σταφίδος, καὶ τὴν ἡμετέραν ἐπαρχίαν, ἥτις παράγει ἐκλεκτὸν πρᾶγμα, κατὰ τὴν ψήφισιν δὲ τοῦ ἰσχύοντος ἔτι σταφιδικοῦ νόμου ἡ σταφὶς τῆς ἐπαρχίας ἡμῶν κατελογίσθη εἰς τὴν ποιότητα τῆς Αἰγιαλείας. Δὲν γνωρίζω, κατὰ πόσον οἱ κύριοι ἐξ Αἰγιαλείας συνάδελφοι θὰ δεχθῶσι τοῦτο.
§132ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Πόσας λίτρας παράγετε;
§133ΑΡ. ΑΝΑΓΝΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. 400,000 ἀλλ’ ἔχομεν καὶ νέας φυτείας, καὶ μετὰ διετίαν θὰ παράγωμεν ποσὸν ἄνω τοῦ ἑκατομμυρίου. Ἐλπίζω ὅτι ὁ σεβαστὸς κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως θὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν τροπολογίαν ἡμῶν.
§134Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὰς τροπολογίας πάσας παρέδωκα ἤδη εἰς τοὺς ἀντιπροσώπους τῆς Ἑταιρείας· εὑρίσκεται ἐν αὐταῖς καὶ ἡ ἰδική σας;
§135ΑΡ. ΑΝΑΓΝΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα.
§136ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Πονηρόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§137ΑΛΕΞ. ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι Βουλευταὶ, διεδόθη καὶ ἐδημοσιεύθη εἴς τινας ἐφημερίδας, ὅτι πρό τινων ἡμερῶν λυπηρὸν ἐπεισόδιον ἔλαβε χώραν ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως· ἄνθρωπός τις, ὀνομαζόμενος Κολυβᾶς, προέβη εἰς τὸ κλείσιμον τῆς θύρας τοῦ γραφείου τοῦ τμηματάρχου τῆς Μέσης Ἐκπαιδεύσεως, καὶ ἠμπόδισεν αὐτὸν νὰ ἐργασθῇ. Δυσκολεύομαι νὰ πιστεύσω, ὅτι εἶναι αὐτὸς οὗτος ὁ Κολυβᾶς, ὁ Βασιλικὸς Ἐπίτροπος παρὰ τῇ Ἱερᾷ Συνόδῳ, διότι δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω, ποίαν θέσιν ἔχει ὁ παρὰ τῇ Ἱερᾷ Συνόδῳ Ἐπίτροπος εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Παιδείας. Λαμβάνων ἀφορμὴν ἐκ τοῦ ἐπεισοδίου τούτου, ἐρωτῶ τὸν κ. ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως Ὑπουργὸν, τίνα θέσιν ἔχει ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῆς Παιδείας; — διότι γνωστὸν, ὅτι δὲν δύναταί τις νὰ ἔχῃ δύο δημοσίας ὑπηρεσίας, καὶ ἂν διατελῇ εἰς δύο ὑπηρεσίας, ἔπρεπε νὰ ληφθῇ πρόνοια περὶ ἐφαρμογῆς τῆς σχετικῆς διατάξεως τοῦ νόμου περὶ ὀργανισμοῦ τῶν Ὑπουργείων· ἐὰν δὲ δὲν διετέλει ἀνώτατος ὑπάλληλος τοῦ Ὑπουργείου, ἐν τίνι δικαιώματι ἔκλεισε τὴν θύραν εἰς τὸν τμηματάρχην κ. Δημητριάδην; Ὁ κ. Ὑπουργὸς εἶναι βεβαίως εἰς θέσιν νὰ μᾶς πληροφορήσῃ, ἂν ἔλαβε χώραν τὸ ἐπεισόδιον.
§138ΚΥΡ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ προσωρινῶς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Δὲν ἔχω δυσκολίαν νὰ σᾶς πληροφορήσω, ὅτι ὁ κ. Κολυβᾶς ἐξακολουθεῖ νὰ ἦναι Βασιλικὸς Ἐπίτροπος, καὶ συνεπῶς δὲν δύναται νὰ ἦναι Γενικὸς Γραμματεὺς τοῦ Ὑπουργείου τῆς Παιδείας. Ἤρχετο εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Παιδείας, καὶ, ὡς ἐκ τῆς ἰδιότητός του καὶ τῶν γνώσεων τῶν εἰδικῶν, τὰς ὁποίας ἔχει, συνέτρεχε τὸν ἀσθενοῦντα νῦν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, ὅστις, νομίζω, ἠδύνατο νὰ ἐπικαλεσθῇ τὴν συνδρομήν του. Ὡς πρὸς τὸ ἐπεισόδιον, τὸ ὁποῖον ἀνεφέρατε, καὶ τὸ ὁποῖον ἀνέγνωσα καὶ ἐγὼ εἰς τὰς ἐφημερίδας, ἠρώτησα ἡμέραν τινὰ, ἂν συνέβη τοιοῦτόν τι, καὶ μοὶ ἀπήντησαν, ὅτι δὲν συνέβη τίποτε.
§139ΑΛΕΞ. ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Μοὶ εἶπον, ὅτι ὁ κ. Κολυβᾶς συνειργάζετο μετὰ τῶν ὑπαλλήλων τοῦ Ὑπουργείου, κατὰ παράβασιν τοῦ νόμου.
§140ΚΥΡ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Πᾶς τις δύναται νὰ προσέρχηται εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, ὅταν ὁ Ὑπουργὸς τὸν καλῇ. Οὐχ ἧττον, θὰ ζητήσω πληροφορίας περὶ τῆς ἐπεμβάσεως αὐτοῦ, διότι βεβαίως δὲν εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ κλείσῃ τὸ γραφεῖον τοῦ τμηματάρχου.
§141ΑΛΕΞ. ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ χάριν τοῦ γοήτρου τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Παιδείας καὶ τοῦ Ὑπουργείου ὡμίλησα, καὶ καλὸν εἶναι τὰ γεγονότα ταῦτα νὰ διαλευκανθῶσι.
§142ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει ἄλλος τις τὸν λόγον πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως; Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Ὅτε ἐν ἀρχῇ τῆς σημερινῆς συνεδριάσεως ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλὴν τὸ νομοσχέδιον περὶ ἀναβολῆς τῶν δημοτικῶν ἐκλογῶν, συνέστησε νὰ συζητηθῇ, εἰ δυνατόν, ἀπόψε εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν. Δέχεται τοῦτο ἡ Βουλή;
§143ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§144ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἀναβολῆς τῆς ἐνεργείας τῆς ψηφοφορίας πρὸς ἐκλογὴν τῶν νέων δημοτικῶν ἀρχῶν.» Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 1 (ἀναγινώσκει): «Ἡ κατὰ τὴν πρώτην Κυριακὴν τοῦ προσεχοῦς μηνὸς Ἰουλίου ἐνεργηθησομένη ψηφοφορία πρὸς ἐκλογὴν τῶν νέων δημοτικῶν ἀρχῶν ἀναβάλλεται διὰ τὴν πρώτην Κυριακὴν τοῦ προσεχοῦς μηνὸς Σεπτεμβρίου, ἤτοι τὴν ἑβδόμην τοῦ μηνὸς τούτου.»
§145Κ. ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Παρακαλῶ, εἰ δυνατόν, ὁ κύριος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ ἡ Βουλὴ νὰ δεχθῶσιν, ὅπως ἀντὶ τῆς 7 Σεπτεμβρίου ὁρισθῇ ὡς χρόνος τῆς ἐνεργείας τῶν ἐκλογῶν ἡ 31 Αὐγούστου.
§146ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, ὄχι.
§147Κ. ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Ἐὰν τοῦτο ἦναι δύσκολον, τότε ἂς ὁρισθῇ ἡ 21 Σεπτεμβρίου, διότι ἀκριβῶς τὴν 7 Σεπτεμβρίου ἄρχεται ἡ ἐμποροπανήγυρις Τρικκάλων, εἶναι δὲ αὕτη ἡ μόνη περίστασις, κατὰ τὴν ὁποίαν οἱ ἐκεῖ ἔμποροι δύνανται νὰ συναλλαγῶσι καὶ λάβωσι χρήματα. Δὲν δύναται δὲ νὰ ἀναβληθῇ ἡ πανήγυρις Τρικκάλων δι’ ἄλλην ἡμέραν, διότι συμπίπτουν ἄλλαι πανηγύρεις εἰς ἄλλους τόπους. Δὲν βλέπω τὸν λόγον, διατὶ νὰ μὴ ἀναβληθῶσιν αἱ δημοτικαὶ ἐκλογαὶ ἐπὶ μίαν ἔτι ἑβδομάδα, προκειμένου νὰ καταστραφῶσι τὰ συμφέροντα ὁλοκλήρου ἐπαρχίας, οὐδὲ βλέπω ποία ζημία θὰ προκύψῃ ἐκ τῆς ἀναβολῆς τῶν ἐκλογῶν ἐπὶ μίαν ἔτι ἑβδομάδα.
§148Γ. ΡΑΔΙΝΟΣ. Καὶ ἐγὼ φέρω τροπολογίαν διὰ τὸν αὐτὸν λόγον ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 1.
§149Ν. ΓΟΥΛΙΜΗΣ. Καὶ ἐγὼ φρονῶ, κύριε Πρόεδρε, ὅτι καλὸν εἶναι ν’ ἀναβληθῶσιν αἱ δημοτικαὶ ἐκλογαὶ διὰ τὴν τελευταίαν ἑβδομάδα τοῦ Σεπτεμβρίου.
§150ΣΠ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Πρῶτον νομίζω, ὅτι πρέπει ν’ ἀπαλειφθῶσιν αἱ λέξεις «προσεχοῦς» καὶ ἀπὸ τὸν Ἰούλιον καὶ ἀπὸ τὸν Σεπτέμβριον, καὶ δεύτερον, ἀντὶ τῆς 7 Σεπτεμβρίου, προτιμότερον νὰ τεθῇ ἡ πρώτη Ὀκτωβρίου, διότι τὴν ἐποχὴν ἐκείνην οὐδεὶς τῶν γεωργῶν ἔχει ἐργασίαν.
§151ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§152ΕΤΕΡΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, ὄχι.
§153Γ. ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Ἐγὼ, κύριε Πρόεδρε, παρακαλῶ τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ δεχθῇ ὡς ἡμέραν τῶν ἐκλογῶν τὴν πρώτην Κυριακὴν τοῦ Ὀκτωβρίου, διότι καθ’ ὅλον τὸν μῆνα Σεπτέμβριον πανταχοῦ τῆς Ἑλλάδος οἱ ἄνθρωποι καταγίνονται εἰς τὸν τρυγητὸν τῶν ἀμπέλων.
§154ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ βουλευτὴς Τρικκάλων κ. Ραδινὸς ὑποβάλλει ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 1 τὴν ἑξῆς τροπολογίαν, ἡ ὁποία θὰ τυπωθῇ καὶ διανεμηθῇ, ὅπως ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν κατὰ τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν: «Ἡ κατὰ τὴν πρώτην Κυριακὴν τοῦ προσεχοῦς μηνὸς Ἰουλίου ἐνεργηθησομένη ψηφοφορία πρὸς ἐκλογὴν τῶν νέων δημοτικῶν ἀρχῶν ἀναβάλλεται διὰ τὴν προτελευταίαν Κυριακὴν τοῦ προσεχοῦς μηνὸς Σεπτεμβρίου, ἤτοι τὴν 21 τοῦ μηνὸς τούτου.»
§155ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, ὄχι.
§156ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διατὶ φωνάζετε; Δὲν ψηφοφορεῖται ἡ τροπολογία.
§157Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ὑπάρχει ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει ἀναγεγραμμένον νομοσχέδιον, οὗτινος τὴν ἀρχὴν τοὐλάχιστον ἐγὼ κρίνω ὀρθὴν, «περὶ τροποποιήσεως τοῦ περὶ δημαιρεσιῶν νόμου», καθ’ ὃ ὁρίζεται ἄλλη μὲν ἡμέρα πρὸς ἐκλογὴν τοῦ δημάρχου, καὶ ἄλλη πρὸς ἐκλογὴν τῶν παρέδρων καὶ τῶν δημοτικῶν συμβούλων Μήπως εἶναι δυνατὸν—λέγω πρὸς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν—τὸ νομοσχέδιον τοῦτο νὰ προστεθῇ ὡς ἄρθρον ἀκροτελεύτιον εἰς τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο;
§158Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὸ νομοσχέδιον περὶ ἀναβολῆς τῶν δημοτικῶν ἐκλογῶν εἶναι νομοσχέδιον προσωρινὸν, τὸ δὲ ἄλλο διαρκὲς καὶ μόνιμον. Διὰ τοῦτο δύνανται νὰ συναρμολογηθῶσιν, ὄχι ὅμως ν’ ἀποτελέσῃ τὸ δεύτερον νομοσχέδιον ἄρθρον τοῦ πρώτου.
§159Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐγὼ εἶμαι τῆς γνώμης, ὅτι ὁ χρόνος, τὸν ὁποῖον ὁρίζει τὸ νομοσχέδιον πρὸς ἐνέργειαν τῶν δημοτικῶν ἐκλογῶν, εἶναι ὁ καταλληλότερος, διότι πρέπει νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ὑπάρχουσι καὶ ἐπαρχίαι ὀρειναὶ, τῶν ὁποίων κατὰ τὰ τέλη Σεπτεμβρίου οἱ πλεῖστοι τῶν κατοίκων φεύγουσι καὶ μεταβαίνουσιν εἰς τὰ πεδινὰ μέρη. Ἐὰν θελήσωμεν νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν, ὅτι τὴν 7 Σεπτεμβρίου εἶναι πανήγυρις εἰς τὰ Τρίκκαλα, τὴν 10 Σεπτεμβρίου εἰς τὸν Τύρναβον, τὴν 17 ἀλλαχοῦ, δὲν θὰ δυνηθῶμεν ποτὲ νὰ εὕρωμεν χρόνον κατάλληλον πρὸς ἐνέργειαν τῶν δημοτικῶν ἐκλογῶν.
§160ΗΛ. ΜΠΑΣΔΕΚΗΣ. Καὶ ἐγὼ εἶχον τηλεγράφημα τοῦ Ἐμπορικοῦ Συλλόγου Τρικκάλων, διὰ τοῦ ὁποίου παρακαλοῦσι νὰ μὴ ὁρισθῶσιν αἱ δημοτικαὶ ἐκλογαὶ τὴν 7 Σεπτεμβρίου, διότι γίνεται πανήγυρις ἐκεῖ. Παρακαλῶ λοιπὸν ν’ ἀναβληθῶσι δι’ ἄλλην ἡμέραν αἱ ἐκλογαί.
§161ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Πότε ἐλάβετε τὸ τηλεγράφημα, ἀφοῦ μόλις σήμερον ὑπεβλήθη τὸ νομοσχέδιον περὶ ἀναβολῆς τῶν δημοτικῶν ἐκλογῶν;
§162ΗΛ. ΜΠΑΣΔΕΚΗΣ. Καταστρέφονται, κύριε Πρόεδρε, πλεῖστα συμφέροντα ἐκ τῆς ἐνεργείας τῶν ἐκλογῶν κατὰ τὴν ἡμέραν ἐκείνην.
§163Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Ποῖα συμφέροντα;
§164ΗΛ. ΜΠΑΣΔΕΚΗΣ. Διότι, ἐπαναλαμβάνω, κατὰ τὴν ἡμέραν τῆς 7 Σεπτεμβρίου γίνεται ἐν Τρικκάλοις μεγίστη ἐμπορικὴ πανήγυρις, καὶ συρρέουσιν ἐκεῖ καὶ συναλλάσσονται χιλιάδες ἀνθρώπων ἐξ ὅλων τῶν μερῶν τῆς Θεσσαλίας. Πάντα δὲ ταῦτα θέλουσι ματαιωθῆ διὰ τῆς ἐνεργείας τῶν ἐκλογῶν κατὰ τὴν ἡμέραν ἐκείνην.
§165Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Ὡς γνωστόν, κύριε Πρόεδρε, ἡ Ἑλλὰς διαιρεῖται εἰς ὀρεινοὺς δήμους καὶ πεδινοὺς δήμους· καὶ οἱ μὲν κάτοικοι τῶν πεδινῶν δήμων οὐδέποτε μεταβαίνουσιν εἰς τοὺς ὀρεινοὺς πρὸς καλλιέργειαν, ἐνῷ οἱ κάτοικοι τῶν ὀρεινῶν κατέρχονται πάντοτε εἰς τοὺς πεδινούς. Πρόκειται λοιπὸν νὰ συναρμολογηθῶσι τὰ συμφέροντα τῶν δύο τούτων κατηγοριῶν. Διότι πρέπει οἱ ἐκλογεῖς νὰ ἦναι παρόντες κατὰ τὸν χρόνον τῆς ἐκλογῆς, πρέπει νὰ προσπαθήσωμεν νὰ ἀνεύρωμεν τὴν ἡμέραν τὴν κατάλληλον, ὥστε οἱ ἐκλογεῖς εἰς ὅλους τοὺς δήμους νὰ ἦναι παρόντες. Πότε λοιπὸν καὶ διὰ τοὺς ὀρεινοὺς καὶ διὰ τοὺς πεδινοὺς δήμους συμπίπτει οἱ δημόται νὰ ἦναι παρόντες; Ἀκριβῶς τὴν 7 Σεπτεμβρίου συμπίπτει νὰ μὴ ἦναι κανείς.
§166ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, ὄχι.
§167Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Καὶ ἐπειδὴ διακόπτομαι ἀπὸ τὸν ἀξιότιμον κ. Παπαναστασίου καὶ τὸν κ. Ἀλεξάκην, τοὺς διαβεβαιῶ, ὅτι εἰς τὸν τόπον των οὐδεὶς ἐκ τῶν δημοτῶν θὰ ἦναι παρών.
§168Π. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἠξεύρετε τοῦτο σεῖς καλλίτερον ἀπὸ ἡμᾶς;
§169Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Τὴν 21 Σεπτεμβρίου, ἀναμφισβήτητον εἶναι, ὅτι οἱ κάτοικοι τῶν ὀρεινῶν δήμων εὑρίσκονται εἰς τὸν τρυγητὸν τῶν ἀμπέλων, καὶ ὅταν ἦναι εἰς τὸν τρυγητὸν ὁ κόσμος, εἶναι παρὼν, τὴν δὲ Κυριακὴν αἱ ἐργασίαι παύουσι. Πρέπει λοιπὸν ἢ τὴν 21 ἢ τὴν 28 Σεπτεμβρίου νὰ ὁρισθῶσιν αἱ ἐκλογαί. Τὴν 7ην Σεπτεμβρίου, ἀναμφισβήτητον εἶναι, ὅτι ἐξακολουθοῦσι καὶ αἱ σταφιδικαὶ ἐργασίαι εἰς τὰς σταφιδοφόρους ἐπαρχίας, καὶ οἱ δημόται τῶν ὀρεινῶν δήμων εἶναι εἰς τὰ πεδινὰ μέρη. Συνεπῶς δὲν πρέπει νὰ στερήσωμεν τοὺς ἀνθρώπους αὐτοὺς τοῦ ἐκλογικοῦ δικαιώματος.
§170Ν. ΓΟΥΛΙΜΗΣ. Καὶ ἐγὼ συνηγορῶ ὑπὲρ τῆς προτάσεως τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Κυνουρίας, ἀλλὰ δι’ ἄλλους λόγους. Εἰς τὴν ἐπαρχίαν μου ὁλόκληροι οἱ ἐκλογικοὶ πληθυσμοὶ διαμένουσιν ἀπὸ τῆς 10 Αὐγούστου μέχρι τῆς 15 Σεπτεμβρίου ἐντὸς τοῦ δάσους τῆς Μανίνας πρὸς συλλογὴν τοῦ βαλανιδοκάρπου. Συνεπῶς ἢ θέλουσιν ἐγκαταλείψει τὰς ἐργασίας αὐτῶν, ἢ θέλουσιν ἀπόσχει τῆς ἐκλογῆς καὶ τῆς ἐκτελέσεως τοῦ ἐκλογικοῦ των δικαιώματος. Παρακαλῶ λοιπὸν νὰ ὁρισθῇ ὡς ἡμέρα τῶν ἐκλογῶν ἢ ἡ 21 ἢ ἡ 28 Σεπτεμβρίου.
§171ΚΥΡ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Δὲν εἶναι ἡ πρώτη φορὰ, καθ’ ἣν αἱ δημοτικαὶ ἐκλογαὶ, ἀναβληθεῖσαι, ὡρίσθησαν κατὰ τὸν μῆνα Σεπτέμβριον, καὶ μάλιστα κατὰ τὴν πρώτην ἑβδομάδα.
§172ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Εἰς τὰ 1895 τὴν 10 Σεπτεμβρίου, εἰς τὰ 1899 τὴν 5 Σεπτεμβρίου.
§173ΚΥΡ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Ὁμολογῶ, ὅτι τὴν φορὰν ταύτην ἐσκέφθημεν, ἂν ἦτο δυνατὸν νὰ τὰς προσδιορίσωμεν τὴν 14 Σεπτεμβρίου, ἤτοι τὴν δευτέραν Κυριακήν. Ἐπειδὴ ὅμως κατ’ ἐκείνην τὴν Κυριακὴν τυγχάνει νὰ ἦναι ἑορτὴ, δὲν ἐκρίναμεν ὀρθὸν ν’ ἀπομακρύνωμεν τὸν κόσμον ἀπὸ τὴν Ἐκκλησίαν, καὶ ἐπροτιμήσαμεν τὴν πρώτην Κυριακὴν τοῦ Σεπτεμβρίου.
§174ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§175ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει ἄλλος τις τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 1; Αἱ ὑποβληθεῖσαι τροπολογίαι θὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν κατὰ τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 1, ὡς ἔχει, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 2. (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν, ὡς ἔχει). Ἄρθρον 3 (ἀναγινώσκει): «Ἐξαιρετικῶς διὰ τὴν περίοδον ταύτην ἡ διὰ τοῦ νόμου ϠΞΔʹ τῆς 17 Μαΐου 1882 προθεσμία τῶν τριάκοντα ἡμερῶν, ἐντὸς τῶν ὁποίων ὀφείλει τὸ Ἐφετεῖον νὰ ἐκδώσῃ τὴν ἀπόφασίν του, περιορίζεται εἰς δέκα.»
§176Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ προθεσμία ἡ τασσομένη τῶν δέκα ἡμερῶν εἶναι ἀνεπαρκής. Πρόκειται νὰ ἐφεσιβληθῇ μία ἀπόφασις ἐνώπιον τοῦ Ἐφετείου. Τὸ δεκαήμερον διάστημα δὲν εἶναι ἐπαρκὲς πρὸς μελέτην καὶ ἔκδοσιν τῆς ἀποφάσεως. Φρονῶ ὅτι πρέπει νὰ ἦναι 20 τοὐλάχιστον ἡμερῶν.
§177Κ. ΒΕΛΛΙΝΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐγὼ φρονῶ, ὅτι οὐδένα λόγον ἔχει ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 3, διότι πρότερον μὲν, ὅτε διὰ τοῦ εἰδικοῦ νόμου ἐσυντομεύετο ὁ χρόνος ὁ μεταξὺ τῆς ἐνεργείας τῶν δημοτικῶν ἐκλογῶν καὶ τῆς ἐγκαταστάσεως τῶν νέων ἀρχῶν, βεβαίως ἦτο ἀνάγκη νὰ τεθῇ τοιαύτη διάταξις, ἀλλὰ σήμερον, ὅτε 85 ἡμέραι μεσολαβοῦσιν, ὡς καὶ κατὰ τὸν ἰσχύοντα νόμον, ἀπὸ τῆς ἐνεργείας τῶν ἐκλογῶν μέχρι τῆς ἐγκαταστάσεως τῶν νέων ἀρχῶν, τίνα λόγον ἔχει ἡ συντόμευσις τῆς προθεσμίας; Βεβαίως οὐδένα· τοὐναντίον μάλιστα ὑπάρχει καὶ λόγος σπουδαῖος νὰ μὴ περιορισθῶσιν αἱ προθεσμίαι, διότι καὶ τὸ Πρωτοδικεῖον καὶ τὸ Ἐφετεῖον, ἐκδικάζοντα ἐκλογὰς, λαμβάνουσιν ὑπ’ ὄψιν ὄχι μόνον τὰ πρακτικὰ, ἀλλὰ καὶ τὰς διαφόρους ἀποφάσεις καὶ τὰς ἐνεργουμένας ἀνακρίσεις καὶ τὰ βουλεύματα, καὶ ἐπὶ τῇ βάσει αὐτῶν ἐκδίδουσι τὴν ἀπόφασίν των. Ἀφοῦ λοιπὸν δὲν ὑπάρχει λόγος συντομεύσεως τῆς προθεσμίας, διατὶ νὰ ὑπάρχῃ μία τοιαύτη διάταξις; 85 ἡμέραι μεσολαβοῦσι καὶ νῦν, 85 ἐμεσολάβουν καὶ πρότερον. Ἕνεκα τούτου φρονῶ, ὅτι παρέλκει ὁλόκληρος ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 3.
§178ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σᾶς παρακαλῶ νὰ ὑποβάλητε τὰς τροπολογίας σας, ὅπως ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν κατὰ τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 3, ὡς ἔχει, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 4 (ἀναγινώσκεται).
§179Γ. ΡΑΔΙΝΟΣ. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 4 ἔχω τροπολογίαν, ἣν καὶ καταθέτω.
§180ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ τυπωθῇ καὶ θὰ διανεμηθῇ, ἵνα ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν κατὰ τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 491). (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 4, ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς πρώτην συζήτησιν).
§181Κ. ΓΕΡΑΚΗΣ. Θὰ παρακαλέσω, κύριε Πρόεδρε, ἂν ἦναι δυνατὸν, νὰ προταχθῇ τὸ ὑπ’ ἀριθ. 116 νομοσχέδιον «περὶ ἐγγραφῆς ἐκ νέου καὶ μεταγραφῆς τῶν ἐγγεγραμμένων ὑποθηκῶν, προσημειώσεων καὶ μεταγραφῶν εἰς τὰ ἀποτεφρωθέντα βιβλία τοῦ δήμου Σαμαίων.»
§182ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εἶναι νομοσχέδιον, εἶναι πρότασις νόμου· ἀφορᾷ δὲ εἰς πολὺ σπουδαῖον ζήτημα.
§183Κ. ΓΕΡΑΚΗΣ. Δὲν ὑπάρχει καμμία ἀντίρρησις.
§184ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρόκειται περὶ μεγίστων συμφερόντων, ταῦτα δὲ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ κανονισθῶσιν ἐπὶ τῇ βάσει μιᾶς προτάσεως νόμου, τῆς ὁποίας δὲν ἔλαβε γνῶσιν ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργός. Διὰ τοῦτο καλὸν νὰ ζητήσητε νὰ τεθῇ αὔριον ἐκ τῶν πρώτων εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, ὅπως λάβῃ καιρὸν καὶ ὁ Ὑπουργὸς νὰ μελετήσῃ αὐτήν.
§185Κ. ΓΕΡΑΚΗΣ. Πολὺ καλά. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν πρότασιν νόμου ταύτην, καὶ, εἰ δυνατὸν, νὰ ζητήσῃ παρὰ τῆς Βουλῆς τὴν πρόταξιν αὐτῆς.
§186ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ τεθῇ μεταξὺ τῶν πρώτων εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν τῆς αὔριον. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ χορηγίας εἰδικῆς πιστώσεως ἐκ δραχμῶν 3409.59 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν τῆς χρήσεως τοῦ 1902».
§187ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. (Ὄρα Παράρτημα).
§188Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Τὴν συμβουλὴν τοῦ Βουλευτοῦ Κυθήρων, ὅτι πρέπει νὰ ἤμεθα προσεκτικώτεροι, ἀποδέχομαι, ἀλλὰ δὲν ἀποδέχομαι καὶ τὸν συλλογισμὸν αὐτοῦ· διότι ὁ κ. Βουλευτὴς ἐπαναφέρει ζήτημα, τὸ ὁποῖον συνεζητήθη καὶ ἄλλοτε, ἰσχυριζόμενος, ὅτι δὲν ὑπάρχουσιν εἰδικαὶ πιστώσεις, ὅτι ὁ νόμος τοῦ 1871 δὲν ἔχει καμμίαν ἰσχὺν, καὶ ὅτι μόνον αἱ διατάξεις τοῦ λογιστικοῦ νόμου τοῦ 1852 ἰσχύουσιν. Αὐτὴ εἶναι θεωρία, τὴν ὁποίαν δὶς ἤδη ἀπήγγειλε, καὶ ἡ Βουλὴ δὶς δὲν ἀπεδέχθη, ἀποδεχθεῖσα τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ἡμεῖς εἴπομεν, δηλαδὴ ὅτι ὑπάρχει ἐν ἰσχύϊ ὁ νόμος τοῦ 1871, καὶ ὅτι ὑπάρχουσιν εἰδικαὶ πιστώσεις. Τοῦτο μάλιστα ἀποδεικνύεται καὶ ἐκ τοῦ ὅτι καὶ αὐτὸς ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν τοῦ 1902 ἀνεγνώρισε τὸν νόμον τοῦ 1871, καὶ διὰ τοῦτο εἰσήγαγε καὶ αὐτὸς τὴν εἰδικὴν ταύτην πίστωσιν. Ἑπομένως δὲν εἶναί τι ἐξαιρετικόν, τὸ ὁποῖον ἡμεῖς ἐποιήσαμεθα, ζητήσαντες τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου τοῦ 1871, ἀφοῦ καὶ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν τοῦ 1902, ὁ κύριος Νέγρης, ἀνεγνώρισεν αὐτὸν ἰσχύοντα, καὶ δυνάμει αὐτοῦ ἐζήτησεν εἰδικὴν πίστωσιν. Λοιπὸν τὴν εἰδικὴν ταύτην πίστωσιν, τὴν ὁποίαν ἐζήτησεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν τοῦ 1902, καὶ ἡ ὁποία τότε δὲν ἐψηφίσθη, ζητοῦμεν σήμερον καὶ ἡμεῖς, διὰ νὰ τακτοποιήσωμεν λογαριασμὸν ἐκκρεμῆ. «Ἀλλὰ διατὶ ζητεῖτε νὰ καταλογισθῇ ἐπὶ τῆς χρήσεως τοῦ 1902;», ἐρωτᾷ ὁ Βουλευτὴς Κυθήρων. Διότι ἐπὶ τῆς χρήσεως τοῦ 1902 ἐζήτει αὐτὴν καὶ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν τοῦ 1902· καὶ ἐζήτει αὐτὴν ἐπὶ τῆς χρήσεως τοῦ 1902 μετά τινος λόγου, διότι τότε ἀνεγνωρίσθη καὶ ἐβεβαιώθη ἡ ἀνάγκη. Ἑπομένως δὲν καταλαμβάνω, τί ἀξιοῖ ὁ Βουλευτὴς Κυθήρων.
§189ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. (Ὄρα Παράρτημα).
§190ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἐμπρός, κύριε Πρόεδρε. (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἀνωτέρω νομοσχέδιον, κατ’ ἀρχὴν καὶ ἄρθρον μόνον, εἰς γʹ συζήτησιν, ἄνευ ἑτέρας παρατηρήσεως).
§191ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Ἔχομεν ἄλλας δύο πιστώσεις, κύριε Πρόεδρε.
§192ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι ἄλλαι δύο πιστώσεις, αἱ ὑπ’ ἀριθ. 26 καὶ 27.
§193Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Διατὶ δὲν προβαίνομεν κατὰ τάξιν;
§194Ν. ΓΟΥΛΙΜΗΣ. Κατὰ τὸ παρελθὸν Σάββατον, ὅτε προσδιωρίσατε τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, ὡρίσατε νὰ ἀναγραφῇ καὶ τὸ ὑποβληθὲν νομοσχέδιον περὶ ἀνανεώσεως τῶν παλαιῶν χρεῶν, τὸ ὁποῖον μετ’ ἀπορίας μου βλέπω, ὅτι δὲν ἔχει ἀναγραφῆ.
§195ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι ὑπ’ ἀριθ. 12.
§196Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Θέλει συζητηθῆ καὶ τὸ νομοσχέδιον περὶ παλαιῶν χρεῶν, ἀλλὰ πρέπει νὰ προβῶμεν εἰς τὰ νομοσχέδια, διὰ τῶν ὁποίων ἐλαττοῦνται δαπάναι τοῦ Κράτους, διότι ἐπ’ αὐτῶν στηρίζεται ὁ Προϋπολογισμός, καὶ πρέπει τέλος πάντων νὰ φθάσωμεν εἰς τὴν ψήφισιν τῶν νομοσχεδίων τῶν σχετιζομένων μὲ τὸν Προϋπολογισμόν. Ἑκάστη ἡμέρα, ἡ ὁποία παρέρχεται, ἐπάγει δαπάνας τοῦ Δημοσίου, αἱ ὁποῖαι ἀνέρχονται ἕνεκα τοῦ ἑνὸς νομοσχεδίου εἰς 300 χιλιάδας, καὶ ἕνεκα τοῦ ἄλλου νομοσχεδίου εἰς ἓν ἑκατομμύριον, καὶ οὕτως ἐπιβαρύνεται τὸ δημόσιον ταμεῖον διὰ δαπανῶν μὴ ἀναγκαίων.
§197Ν. ΓΟΥΛΙΜΗΣ. Οὔτε πέντε λεπτὰ τῆς ὥρας δὲν χρειάζονται, κύριε Πρόεδρε, πρὸς ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ παλαιῶν χρεῶν.
§198Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τέλος πάντων ἐπιμένω νὰ συζητήσωμεν τὰ νομοσχέδια κατὰ σειράν.
§199ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν προβαίνομεν κατὰ σειράν, καὶ θὰ φθάσωμεν καὶ εἰς τὸ ὑπ’ ἀριθ. 12. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ καταργήσεως καὶ τροποποιήσεως διατάξεων τῶν νόμων ͵ΒΡΚΒʹ τῆς 31 Δεκεμβρίου 1892 καὶ ͵ΒΧΙΘʹ τῆς 10 Ἰουλίου 1899».
§200Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Σᾶς παρακαλῶ νὰ τὸ ἀναβάλωμεν, διότι ἀπουσιάζει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν.
§201ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τότε θ’ ἀναβληθῇ καὶ τὸ ἀμέσως ἑπόμενον «περὶ τροποποιήσεως τοῦ ͵ΒΨΗʹ νόμου τῆς 31 Μαρτίου 1900 περὶ μεταρρυθμίσεως τῶν προξενικῶν νόμων».
§202Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μάλιστα.
§203ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλονται καὶ τὰ δύο, καὶ προβαίνομεν εἰς τὸ ὑπ’ ἀριθ. 4. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἀστυνομικῆς διοικήσεως». Ζητεῖ τις τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀρχῆς;
§204Ι. ΚΑΦΤΑΝΤΖΟΓΛΟΥ. Θὰ παρακαλέσω, ὅπως τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἀναβληθῇ, διότι ἡ οἰκονομία τοῦ ὅλου νομοσχεδίου σχετίζεται μὲ τὸ ὑποβληθὲν νομοσχέδιον περὶ διοικητικῆς διαιρέσεως. Ἐν τῷ ἄρθρῳ 22 παρατηρῶ, ὅτι ὡς βάσις τοῦ νόμου περὶ ἀστυνομικῆς διοικήσεως ἐτέθη διὰ τοῦ περὶ διοικητικῆς διαιρέσεως νομοσχεδίου ὁ καθορισμὸς τῶν νομῶν εἰς 16, ἡ δὲ ὅλη οἰκονομία τοῦ νομοσχεδίου τούτου ἐρείδεται ἐπὶ τῆς βάσεως ταύτης. Συνεπῶς ζητῶ τὴν ἀναβολὴν τοῦ νομοσχεδίου τούτου μέχρις ἐπιψηφίσεως τοῦ περὶ διοικητικῆς διαιρέσεως.
§205Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Οὐδεμίαν ἔχει συνάφειαν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο μὲ τὸ περὶ διοικητικῆς διαιρέσεως τοῦ Κράτους. Ἐὰν ἡ ἀστυνομία ἀνιδρύηται κατὰ νομοὺς εὐρυτέρους, τοῦτο οὐδεμίαν σημασίαν ἔχει οὔτε ἐπηρεάζει παντάπασι τὴν τύχην τοῦ νομοσχεδίου περὶ διοικητικῆς διαιρέσεως.
§206Ι. ΚΑΦΤΑΝΤΖΟΓΛΟΥ. Ἡ ὅλη οἰκονομία, κ. Πρόεδρε.
§207Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἀποδείξατε. Ποία οἰκονομία; εἰς ποῖον μέρος;
§208Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Δὲν νομίζω, ὅτι τὸ λεχθὲν ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ εἶναι ἐντελῶς ἀκριβές, διότι πᾶς ὅστις ἀνέγνωσε τὸ νομοσχέδιον τοῦτο γινώσκει, ὅτι αὐτὸ βασίζεται ἐπὶ τῇ βάσει 16 νομῶν, ἐπὶ τῇ βάσει δὲ τῶν 16 νομῶν ὑπολογίζεται ὁ ἀριθμὸς τῶν ἀστυφυλάκων. Ἑπομένως ἡ διάταξις ἡ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ὑπάρχουσα, ἡ σχετιζομένη πρὸς τὸν ἀριθμὸν τῶν ἀστυφυλάκων, πρέπει ἐντελῶς νὰ μεταβληθῇ, ἐὰν ὑποθέσωμεν, ὅτι δὲν ἔχομεν 16 νομοὺς, ἀλλ’ ἔχομεν 26. Δεύτερον, ἐν τῷ νομοσχεδίῳ περὶ διοικητικῆς διαιρέσεως ὑπάρχει διάταξις περὶ Μοιραρχιῶν, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ νοηθῇ δημοτικὴ ἀστυνομία ἐν τοῖς πλείστοις ἀγροτικοῖς δήμοις ἄνευ προβλέψεως περὶ χωροφυλάκων· τοιαύτη δὲ πρόβλεψις ἐν τῷ νομοσχεδίῳ περὶ ἀστυνομίας δὲν ὑπάρχει. Ἑπομένως φρονῶ, ὅτι ἐπιβάλλεται νὰ προταχθῇ τοῦ νομοσχεδίου τούτου ἡ συζήτησις τοῦ περὶ διοικητικῆς διαιρέσεως. Ἐὰν ὅμως ἡ Κυβέρνησις φρονῇ, ὅτι δὲν πρέπει νὰ γείνῃ ἡ πρόταξις αὕτη, νομίζω ἀναγκαῖον, ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργὸς νὰ μελετήσῃ τὸ νομοσχέδιον περὶ ἀστυνομίας καὶ μεταβάλῃ τὰς διατάξεις, αἱ ὁποῖαι σχετίζονται πρὸς τὸ νομοσχέδιον περὶ διοικητικῆς διαιρέσεως, ἵνα μὴ εὑρεθῶμεν εἰς τὴν ἀδυναμίαν τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου. Πρὸς ἀπόδειξιν τούτου φέρω ἓν παράδειγμα. Κατὰ τὸ νομοσχέδιον ἡ στρατιωτικὴ ἀστυνομία — διότι πρόκειται πάντοτε περὶ στρατιωτικῆς ἀστυνομίας καὶ οὐχὶ δημοτικῆς — πρόκειται νὰ ἐφαρμοσθῇ εἰς τὰς πρωτευούσας τῶν νομῶν καὶ τοὺς δήμους τοὺς ἔχοντας πληθυσμὸν ἄνω τῶν 11,000. Θέλομεν ἐξετάσει καὶ τοῦτο ἀργότερον, καὶ θὰ προκαλέσω τὴν προσοχὴν ὑμῶν εἰς τὴν διάταξιν ταύτην, διότι μοὶ φαίνεται, ὅτι τὸ νομοσχέδιον συνετάχθη μετὰ μεγάλης ταχύτητος· πρόκειται περὶ 11,000; πρόκειται περὶ 12,000; Δὲν γνωρίζω. Ἐν ἑνὶ ἄρθρῳ ἀναφέρεται, ὅτι πρόκειται περὶ 12,000...
§209Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι τυπογραφικὸν λάθος.
§210Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ὁ κύριος Ἀγγελόπουλος λέγει, ὅτι πρόκειται περὶ τυπογραφικοῦ λάθους. Τότε, ἐρωτῶ, τὸ λάθος εἶναι εἰς τὰς 11,000 ἢ εἰς τὰς 12,000; Ὅλα ταῦτα πρέπει νὰ τὰ μελετήσῃ ὁ κ. Ὑπουργός. Ἀλλὰ πρέπει νὰ μελετήσῃ καί τι ἄλλο. Ἔχει τὴν γνώμην, ὅτι ὑπάρχουσιν ἐν τῷ Κράτει τόσοι δῆμοι, ἔχοντες 11,000, ὅσοι ἀναφέρονται εἰς τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον συζητοῦμεν; Τὸν παρακαλῶ νὰ ἐξετάσῃ τὴν ἀπογραφὴν, καὶ θέλει ἰδεῖ, ὅτι ἀπατᾶται, ὡς πρὸς τὸν ἀριθμὸν τῶν τοιούτων δήμων. Βεβαίως ὁ ὑπολογισμὸς γίνεται ἐπὶ τῇ βάσει αὐτῇ, τῇ ἐσφαλμένῃ. Ἀλλ’ ἐὰν παραδεχθῶμεν, ὅτι οἱ νομοὶ γίνονται δεκαὲξ καὶ οὐχὶ εἰκοσιὲξ, ἔχομεν τέσσαρας πρωτευούσας νομῶν, αἱ ὁποῖαι δὲν ἀνήκουσιν οὔτε εἰς τὴν κατηγορίαν τῶν πρωτευουσῶν, οὔτε εἰς τὴν κατηγορίαν τῶν δήμων τῶν ἐχόντων πληθυσμὸν 11,000, διότι ὑπάρχουσι τέσσαρες δῆμοι, ὧν ἕκαστος δὲν ἔχει πληθυσμὸν 11,000. Ἑπομένως, ἐὰν παραδεχθῆτε ἀριθμὸν νομῶν εἰκοσιὲξ, δὲν δύνασθε παρὰ νὰ παραδεχθῆτε καὶ ἀριθμὸν ἀστυφυλάκων πολὺ μεγαλείτερον ἐκείνου, τὸν ὁποῖον ἀναγράφετε ἐν τῷ νομοσχεδίῳ. Νομίζω ὅτι αἱ παρατηρήσεις αὗται εἶναι τόσον σπουδαῖαι, ὥστε εἶναι ἀναγκαῖον ν’ ἀναβληθῇ, τοὐλάχιστον μέχρις αὔριον, ἡ συζήτησις, ὅπως δυνηθῇ ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργὸς νὰ λάβῃ αὐτὰς ὑπ’ ὄψιν καὶ προβῇ εἰς τὴν διόρθωσιν τοῦ νομοσχεδίου· διότι ὑπάρχουσι λάθη τοιαῦτα εἰς τὴν βάσιν ἀκριβῶς τοῦ νομοσχεδίου, ὥστε καθίσταται πολὺ δύσκολος ἡ συζήτησις, ἐκτὸς ἐὰν μᾶς προκαλέσητε εἰς ὑπόδειξιν ὅλων αὐτῶν τῶν ἀσυνεπειῶν, αἱ ὁποῖαι προκύπτουσιν ἐκ τῆς κακῆς συντάξεως τοῦ νομοσχεδίου, καὶ ἑπομένως μᾶς ὑποβάλητε εἰς κόπον, τὸν ὁποῖον δυνάμεθα ν’ ἀποφύγωμεν αὔριον, ἐὰν, ὡς πιστεύω, διορθωθῇ τὸ νομοσχέδιον κατὰ τὰς παρατηρήσεις, ἃς ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω.
§211ΚΥΡ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἡμεῖς δὲν εὑρίσκομεν, ὅτι ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ὑπάρχει ἀσυνέπεια. Ὑπάρχει μόνον ἓν τυπογραφικὸν λάθος εἰς ἓν τῶν ἄρθρων· διότι ἡ ἔκθεσις ἡ αἰτιολογικὴ, ἣν βεβαίως ἀνεγνώσατε, ὁμιλεῖ περὶ δήμων ἐχόντων 11,000 κατοίκους, εἰς τοὺς ὁποίους ἐγκαθίσταται ἡ δημοτικὴ ἀστυνομία. Ὁ ἀριθμὸς 12,000 ὑπάρχει μόνον εἰς ἓν ἄρθρον ἐκ τυπογραφικοῦ λάθους· ἀλλὰ δὲν δύναται τὸ τυπογραφικὸν λάθος νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸ ἕτερον ζήτημα, ὅτι, ἂν δὲν ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον περὶ διοικητικῆς διαιρέσεως, θὰ ἔχωμεν πολὺ πλειοτέρας ἀστυνομίας διοικητικὰς, νομίζω ὅτι καὶ τοῦτο δὲν εἶναι ἀκριβές· διότι, ἂν λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν τὸν πληθυσμὸν τῶν 11,000 κατοίκων, τὸν ὁποῖον ἀναγράφομεν ὡς βάσιν πρὸς ἐγκατάστασιν τῆς διοικητικῆς ἀστυνομίας, θέλομεν παρατηρήσει, ὅτι ὁ δῆμος Κορινθίων καὶ ὁ δῆμος Λετρίνων καὶ ὁ δῆμος Παγασῶν καὶ ὁ δῆμος Καρδίτσης θὰ ἔχωσι διοικητικὴν ἀστυνομίαν. Ἰδοὺ λοιπὸν τέσσαρες νομοὶ ἐκ τῶν ἤδη ὑπαρχόντων, οἱ ὁποῖοι θὰ ἔχωσι διοικητικὴν ἀστυνομίαν. Ποῖοι μένουσι μὴ ἔχοντες διοικητικὴν ἀστυνομίαν, ἐὰν δὲν ψηφισθῇ ὁ νόμος τῆς διοικητικῆς διαιρέσεως; Ἡ Κυπαρισσία, τὸ Γύθειον, ἡ Λευκὰς, ἡ Ἄμφισσα, τὸ Καρπενήσιον καὶ ἡ Λεβαδεία. Ὅσον ἀφορᾷ τοὺς ἓξ αὐτοὺς νομοὺς, ἂν δὲν ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον περὶ διοικητικῆς διαιρέσεως, τὸ ὁποῖον ὑπεβάλομεν, τότε ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ θὰ προσθέσωμεν 102,000 δραχμὰς, τὰς ὁποίας ὑπελογίσαμεν, καὶ τότε θὰ συμπεριληφθῶσι καὶ αὐτοὶ εἰς τὴν διοικητικὴν ἀστυνομίαν.
§212Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἀλλὰ παρακαλῶ νὰ μοὶ εἴπητε, οἱ ἀριθμοὶ τῶν ἀστυφυλάκων δὲν θὰ μεταβληθῶσι;
§213ΚΥΡ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Σᾶς εἶπον, ὅτι, ἐν ᾗ περιπτώσει δὲν ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον περὶ διοικητικῆς διαιρέσεως, καὶ δὲν περιληφθῶσιν οἱ ἐξ αὐτοὶ νομοὶ, τότε θὰ προσθέσωμεν τὸ ποσὸν 102,000 δραχμῶν, κατὰ τοὺς ἡμετέρους ὑπολογισμοὺς, καὶ ἐννοεῖται, ὅτι ἐν τῷ ποσῷ τούτῳ συμπεριλαμβάνεται καὶ ὁ ἀριθμὸς τῶν ἀστυφυλάκων, ἐνωμοταρχῶν κλπ.
§214Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Παρακαλῶ. Ὑμεῖς ἀπαντῶντες περιωρίσθητε εἰς τὸ ζήτημα τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ἐγὼ δὲν ἔκαμα λόγον περὶ τοῦ ζητήματος τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ἐγὼ εἶπον, ὅτι ἔχετε διάταξιν τοῦ ἄρθρου 22, ἡ ὁποία λέγει: «Εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῆς Διευθύνσεως τῆς Διοικητικῆς Ἀστυνομίας Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς τάσσονται ἐκ τῶν ἐν τῷ σώματι τῆς ἀστυφυλακῆς κατατεταγμένων ἑξακόσιοι ἐν ὅλῳ ἀστυφύλακες, ὧν οἱ εἴκοσι αʹ τάξεως, οἱ τεσσαράκοντα βʹ τάξεως, καὶ οἱ πεντακόσιοι τεσσαράκοντα γʹ τάξεως. Διὰ τὴν ὑπηρεσίαν δὲ τῶν ἀστυνομιῶν τῶν ἐν ταῖς ὑπολοίποις δέκα καὶ πέντε πρωτευούσαις νομῶν, καὶ τοῖς δήμοις, ὧν ὁ πληθυσμὸς ὑπερβαίνει τὰς δώδεκα χιλιάδας, προσδιορίζονται πεντακόσιοι ἀστυφύλακες, ἐκ τῶν ὁποίων οἱ πεντήκοντα αʹ τάξεως, οἱ ἑκατὸν καὶ εἴκοσι βʹ τάξεως, καὶ οἱ τριακόσιοι τριάκοντα γʹ τάξεως, κατανεμόμενοι εἰς τὰς εἰρημένας ἀστυνομίας ὑπὸ τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργείου ἀναλόγως τῆς ἀνάγκης αὐτῶν.» Ἀλλὰ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐφαρμοσθῇ ἡ διάταξις αὕτη, διότι βεβαίως, ἐὰν ἡ διαίρεσις ἡ διοικητικὴ μείνῃ ὅπως ἔχει, ὁ ἀριθμὸς τῶν ἀστυφυλάκων δὲν εἶναι ἐπαρκής. Δὲν πρόκειται λοιπὸν περὶ Προϋπολογισμοῦ. Ἀλλὰ καὶ δὲν ἀρκεῖ ἡ διάταξις ἡ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, ἡ χορηγοῦσα πίστωσιν, ὅπως ἔχητε δικαίωμα νὰ ἔχητε ἀριθμὸν ἀνώτερον. Ἑπομένως πρέπει νὰ μελετήσητε τὸ ζήτημα, καὶ ἂν νομίζητε, ὅτι θὰ μείνωσιν εἰκοσιὲξ νομοὶ, νὰ ὁρίσητε τὸν ἀριθμὸν τῶν ἀστυφυλάκων ἀναλόγως πρὸς τοὺς εἰκοσιὲξ νομοὺς, διότι ἔχετε ἓξ πρωτευούσας, αἱ ὁποῖαι δὲν περιλαμβάνονται ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ὑμῶν. Δὲν εἶναι λοιπὸν ζήτημα πιστώσεως, ἀλλ’ εἶναι ζήτημα καθορισμοῦ ἀριθμοῦ ἀστυφυλάκων, δηλαδὴ διάταξις σπουδαία. Διὰ τοῦτο εἶπον, ὅτι ἡ ἀναβολὴ ἕως αὔριον θὰ ἐπέτρεπεν εἰς ὑμᾶς νὰ μελετήσητε, ὅπως ἴδητε, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ διατυπώσητε τὸ ἄρθρον αὐτό· διότι δὲν δύναμαι νὰ ὑποθέσω, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ διατυπωθῇ ἄρθρον ὑπὸ τὴν ἔννοιαν, ἐὰν μὲν ἐξακολουθήσῃ ἡ νῦν ἰσχύουσα διοικητικὴ διαίρεσις ὑφισταμένη, ὅτε θὰ ἔχωμεν 26 νομοὺς, τότε θὰ ἔχωμεν ἀνάγκην τόσων, ἐὰν δὲ γείνῃ δεκτὸς ὁ νόμος ὁ περιορίζων τὸν ἀριθμὸν τῶν νομῶν, τότε θὰ ἦναι ὁ ἀριθμὸς τόσος. Βεβαίως τοιαύτη διατύπωσις νομικὴ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γείνῃ. Τὸ δὲ ζήτημα τῆς πιστώσεως εἶναι ὅλως ἄσχετον. Ἑπομένως νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ ἀσχοληθῆτε περὶ τούτου. Ἔκαμα καὶ ἄλλην παρατήρησιν, ὅτι, ἂν ὁ ἀριθμὸς τῶν 12,000, ὁ μνημονευόμενος ἐν τῷ ἄρθρῳ 15 τοῦ νομοσχεδίου, ἀποτελῇ λάθος τυπογραφικὸν, — τὸ ὁποῖον ὅμως ἐπαναλαμβάνεται ἐν τῷ ἄρθρῳ 22, — ὑπάρχει ἄλλη παρατήρησις, ὅτι δὲν ὑπάρχουσιν αὐτοὶ οἱ δῆμοι, τοὺς ὁποίους ὑποθέτετε· ὅτι ὁ πληθυσμὸς τῶν δήμων τούτων δὲν ἀνέρχεται εἰς 12,000, ὅπως εἴπετε. Ἐξετάσατε τὴν σελίδα τὴν σχετικὴν, καὶ θὰ ἴδητε.
§215Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Κύριε Βουλευτὰ, εἶμαι βέβαιος, ὅτι τὸ νομοσχέδιον εἶναι μελετημένον, ὅτι οἱ κατάλογοι τῶν δήμων εἶναι κατηρτισμένοι συμφώνως πρὸς τὸν πληθυσμόν. Πάντα ταῦτα θέλω σᾶς ἀποδείξει κατὰ τὴν δευτέραν ἀνάγνωσιν, θέλετε δὲ πεισθῆ, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀτέλειά τις. Προτείνατε τώρα ὑμεῖς οἱασδήποτε παρατηρήσεις ἔχετε, καὶ κατὰ τὴν δευτέραν ἀνάγνωσιν θέλω σᾶς ἀνακοινώσει τὰς πληροφορίας, διότι δὲν ἔχω μετ’ ἐμοῦ νῦν τὰ ἔγγραφα.
§216Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Αὐτὸ τὸ σύστημα δὲν εἶναι καλόν. Εἰς τὴν δευτέραν ἀνάγνωσιν βεβαίως δυνάμεθα νὰ συζητήσωμεν· ἀλλὰ παρακαλῶ νὰ μοὶ εἴπητε, πῶς θὰ συζητήσω ἐγὼ περὶ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἀστυνομιῶν, ἐνῷ δὲν ἠξεύρω ποίας ἰδέας ἔχει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν;
§217Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐπιφυλαχθῆτε εἰς τὴν δευτέραν ἀνάγνωσιν νὰ ἴδητε.
§218Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἐὰν νομίζητε ὀρθὸν, ἂς ψηφισθῇ ἄνευ συζητήσεως εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν, ὅπως δυνηθῇ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ μελετήσῃ τὸ ζήτημα διὰ τὴν δευτέραν ἀνάγνωσιν.
§219Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Αὐτὸ ἀφορᾷ ἡμᾶς. Ἡ συνήθεια εἶναι, τὰ νομοσχέδια νὰ συζητῶνται εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν, νὰ προβάλλωνται παρατηρήσεις, καὶ ἐπὶ τῶν παρατηρήσεων τούτων ν’ ἀπαντῶσιν οἱ Ὑπουργοὶ κατὰ τὴν δευτέραν ἀνάγνωσιν.
§220Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Δὲν ἤθελον κάμει τὴν παρατήρησιν ταύτην, ἐὰν δὲν ἦτο σαφὲς πλέον, ὅτι τὸ νομοσχέδιον συνετάχθη ἐπὶ τῇ βάσει ἄλλης διοικητικῆς διαιρέσεως. Διότι δὲν δύνασθε νὰ ἀρνηθῆτε, ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο συνετάχθη ὑπὸ τοῦ συντάξαντος αὐτὸ ἐπὶ τῇ βάσει διοικητικῆς διαιρέσεως, ἥτις δὲν λειτουργεῖ σήμερον καὶ ἣν προτείνετε διὰ τοῦ παρ’ ὑμῶν ὑποβληθέντος νομοσχεδίου περὶ μεταβολῆς τῆς διοικητικῆς διαιρέσεως.
§221Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὸ νομοσχέδιον περὶ διοικητικῆς διαιρέσεως εἶναι ὑπ’ ὄψει τῆς Βουλῆς. Ἐὰν τοῦτο δὲν ψηφισθῇ, τότε βεβαίως θὰ φέρωμεν τροποποιήσεις.
§222Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Προτοῦ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον περὶ διοικητικῆς διαιρέσεως, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ψηφίσωμεν ἕτερον νομοσχέδιον, βασιζόμενον ἐπ’ αὐτοῦ; Διὰ τοῦτο εἶπον πρὸς τὴν Βουλήν, ὅτι τινὲς διατάξεις τοῦ ἀστυνομικοῦ νομοσχεδίου πρέπει νὰ διατυπωθῶσιν οὕτως, ὥστε νὰ δύνανται νὰ ἐφαρμοσθῶσι, καὶ ἂν τὸ νομοσχέδιον τῆς διοικητικῆς διαιρέσεως δὲν ψηφισθῇ ὑπὸ τῆς Βουλῆς. Ἀλλ’ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐπιμένει νὰ μὴ δίδῃ ἀπάντησιν ἐπὶ τούτου. Δὲν ἔχω σκοπὸν νὰ παρελκύσω τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου, διότι ἠδυνάμην πρὶν ἢ λάβω μέρος εἰς τὴν συζήτησιν νὰ εἴπω, ὅτι εἶμαι καὶ κατὰ τῆς ἀρχῆς καὶ κατὰ τῶν καθέκαστα, καὶ νὰ ἐκφράσω οὕτως ἐλευθέρως τὴν γνώμην μου, ν’ ἀφήσω δὲ ἐλευθέραν τὴν Βουλήν, ἵνα, καθ’ ὃ ἔχει δικαίωμα, ἀποφασίσῃ. Δὲν σκοπῶ λοιπὸν νὰ παρεμβάλω δυσχερείας, ἀλλ’ ἐπιθυμῶ νὰ φέρω τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν εἰς θέσιν νὰ δυνηθῇ νὰ διορθώσῃ τὰς διατάξεις, ὧν ἡ διόρθωσις θ’ ἀπήλλασσεν ἡμᾶς τῶν παρατηρήσεων τούτων.
§223Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Θέλομεν δώσει πληροφορίας κατὰ τὴν δευτέραν ἀνάγνωσιν.
§224Γ. ΡΑΔΙΝΟΣ. Νομίζω, ὅτι νομοσχέδια τοιαύτης σπουδαιότητος πρέπει νὰ συζητῶνται, ἔστω καὶ εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν, παρούσης τῆς Βουλῆς.
§225Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Σᾶς παρακαλῶ.
§226Γ. ΡΑΔΙΝΟΣ. Ἐγὼ δὲν ἀντιπροσωπεύω ταύτην τὴν στιγμὴν τὴν ὑμετέραν ἐπιθυμίαν, ἀντιπροσωπεύω ἐλευθέρως τὴν γνώμην μου, καὶ λέγω, ὅτι ἦτο δυνατὸν νὰ φωτισθῶμεν, ἐὰν ἀμφότεραι αἱ πτέρυγες ἦσαν πλήρεις.
§227ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰπέτε καθαρῶς, τί θέλετε;
§228Γ. ΡΑΔΙΝΟΣ. Προτείνω τὴν ἀναβολὴν τοῦ νομοσχεδίου δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.
§229Α. ΣΤΥΜΦΑΛΙΑΔΗΣ. Θὰ ὁμιλήσω, διότι εἶναι τόσον σπουδαῖον τὸ ζήτημα τῆς μεταβολῆς τοῦ συστήματος τῆς ἀστυνομικῆς διοικήσεως, ὥστε πρέπει νὰ διορθωθῇ τὸ νομοσχέδιον, διότι δὲν εἶναι ἀνάλογον πρὸς τὴν σπουδαιότητα τοῦ ζητήματος, οὔτε πιστεύω νὰ εὑρεθῇ ἔστω καὶ ἓν ἄρθρον αὐτοῦ εἰς τὴν θέσιν του. Ὑπάρχει ἐργασία, κατ’ ἐπανάληψιν γενομένη καὶ πλήρης, ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐσωτερικῶν περὶ τοῦ ποία ἀστυνομία δύναται νὰ ἐφαρμοσθῇ εἰς τὸ Κράτος. Ταύτην τὴν ἐργασίαν πρέπει νὰ συμβουλευθῇ ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὑποβάλλων τοιοῦτο νομοσχέδιον. Πρόκειται νὰ ἐπανέλθωμεν εἰς σύστημα, τὸ ὁποῖον κατεδίκασε τὸ Κράτος πρὸ πολλῶν ἐτῶν, καὶ πρέπει μετὰ πολλῆς περισκέψεως νὰ ἐπανέλθωμεν εἰς αὐτὸ, ἐγκαταλείποντες ἄλλο σύστημα. Κατ’ ἀρχὴν πρόκειται νὰ ἐφαρμόσωμεν τὸν νόμον αὐτὸν ἐπὶ 16 νομῶν, ἐνῷ ἔχομεν 26 νομούς. Ἐὰν δὲ δὲν ψηφισθῇ ὁ νόμος περὶ διοικητικῆς διαιρέσεως, τὸν ὁποῖον ὑπέβαλεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, εἴμεθα ἠναγκασμένοι νὰ κάμωμεν νέον νόμον περὶ ἀστυνομίας, ἵνα ἐπαναφέρωμεν τὸν ἤδη ψηφιζόμενον εἰς τὴν ἀληθῆ κατάστασιν. Πρέπει λοιπὸν πρὸ παντὸς νὰ συζητήσωμεν τὸ νομοσχέδιον περὶ ἀστυνομίας συμφώνως πρὸς τοὺς νομοὺς, τοὺς ὁποίους ἔχομεν σήμερον, καὶ νὰ ψηφίσωμεν αὐτὸ κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε, καὶ ἂν εὑρεθῶμεν εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ψηφίσωμεν ἄλλον νόμον περὶ μετατροπῆς τοῦ συστήματος τῆς διοικητικῆς διαιρέσεως καὶ κάμωμεν 16 νομοὺς, νὰ μὴ βλαβῇ ὁ νόμος περὶ ἀστυνομίας, ὁ νῦν ψηφιζόμενος, ἐκ τῆς ἐλαττώσεως τῶν νομῶν, οὓς ἔχομεν, εἰς 16. Ἐὰν δὲ δὲν θέλῃ ἡ Κυβέρνησις νὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ὑφισταμένου συστήματος τῆς διοικητικῆς διαιρέσεως, ἂς προτάξῃ τὸ νομοσχέδιον περὶ διοικητικῆς διαιρέσεως. Τοῦτο εἶναι φυσικώτερον. Ἀλλὰ, ὡς νομοθετοῦμεν, βεβαίως δὲν νομοθετοῦμεν περὶ βελτιώσεως τοῦ ἀστυνομικοῦ καθεστῶτος καὶ διὰ τὸ Κράτος ὅλον, ἀλλὰ καὶ διὰ τὰς Ἀθήνας εἰδικῶς, διὰ τὰς ὁποίας πρέπει νὰ ληφθῇ ἰδιάζουσα πρόνοια. Οὐδαμῶς οἱ νομοθέται προενόησαν περὶ τῆς ἀστυνομίας Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς. Καὶ ἂν ὑπῆρξέ τις Διευθυντὴς τῆς ἀστυνομίας ταύτης, αὐτὸς βεβαίως γνωρίζει, τί συμβαίνει ἐν αὐτῇ ἕνεκα τῆς παραλυτικῆς καταστάσεως, εἰς ἣν εὑρίσκεται ἡ ἀστυνομία αὕτη ἕνεκα ἐλλείψεως ὀργανισμοῦ καὶ κανονισμοῦ αὐτῆς. Οὐδεμία λαμβάνεται πρόνοια καὶ νῦν, διὰ τοῦ συζητουμένου νομοσχεδίου, περὶ τῆς ἀστυνομίας Ἀθηνῶν, ἀλλ’ ἀφίνεται αὕτη νὰ διοικηθῇ μὲ ὀργανισμὸν θεσμοθετηθέντα πρὸ 30 ἐτῶν. Γνωρίζετε οἱ πλεῖστοι ἐξ ὑμῶν, ὅτι τὸ ἕκτον τμῆμα, τὸ ἀποτελούμενον ἐκ τῆς συνοικίας τῆς Βάθειας, πρὸ 35 ἐτῶν εἶχε μόνον χιλίους κατοίκους. Καὶ ὅμως διοικεῖται καὶ σήμερον ὡς διῳκεῖτο τότε! Φαντασθῆτε, ὅτι τὸ πρῶτον τμῆμα περιελάμβανε τὴν ἔκτασιν τὴν ἀπὸ τῶν ἀνακτόρων διὰ τῶν στύλων τοῦ Ὀλυμπίου Διὸς καὶ τῆς Ἀκροπόλεως μέχρι τοῦ Θησείου· σήμερον ὅμως περιλαμβάνει καὶ ὁλόκληρον τὸ Βατραχονήσιον μέχρι τῆς Γαργαρέτας. Εἶναι καταπληκτικὴ ἡ ἔκτασις, τὴν ὁποίαν κατέλαβεν ἔκτοτε ἡ πόλις, καὶ κατὰ συνέπειαν ὁ τρόπος, καθ’ ὃν εἶναι κατατεταγμένη ἡ ἀστυνομία τῶν Ἀθηνῶν, εἶναι ἀτελὴς, ἀνεπαρκὴς, ἄχρηστος σχεδὸν, παρεμβάλλων προσκόμματα εἰς τὴν τήρησιν τῆς δημοσίας ἀσφαλείας. Προβάλλεται λοιπὸν σήμερον νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον χρήζει ἀνασκευῆς ἀπὸ ἄκρου εἰς ἄκρον. Ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἴδῃ τὴν ἐν πολλοῖς σοφὴν ἐργασίαν περὶ ἀστυνομίας, τὴν ὑπάρχουσαν ἐν τῷ Ὑπουργείῳ, μόνος θὰ ἀποσύρῃ τὸ νομοσχέδιον, πειθόμενος, ὅτι οὐδὲ σκέψις πρέπει νὰ γείνῃ περὶ ἐπανόδου τῆς δημοτικῆς ἀστυνομίας, διότι τοῦτο θὰ ἦτο πλήρης ἀναχρονισμὸς, μεθ’ ὅσα καὶ ἂν λέγωνται, ὅτι ἡ ἀστυνομία ἀπορρέει ἐξ αὐτῆς τῆς φύσεως τῆς δημοτικῆς ἐξουσίας. Ἡ δημοτικὴ ἀστυνομία ἀπεδείχθη ἀνίκανος, καὶ θὰ ἦναι τοιαύτη καὶ εἰς τὰ μικρὰ κέντρα καὶ εἰς τὰ μεγάλα. Φαντασθῆτε μάλιστα, πῶς θὰ διοικήσῃ ἡ δημοτικὴ ἀστυνομία πρὸ παντὸς εἰς τὰ μικρὰ κέντρα, ὅπου ἄλλη ἀρχὴ ὑπάρχει ἀντιλήπτωρ τῶν πολιτῶν, ἐὰν ἡ ἀστυνομία αὕτη ἀκολουθήσῃ τὴν παλαιὰν πορείαν. Θὰ προστατεύωνται ὑπ’ αὐτῆς μόνον οἱ πολιτικοὶ φίλοι τῆς ἰσχυούσης μερίδος. Ἐὰν δύνασθε νὰ εἴπητε, ὅτι ἀπέτυχεν ἡ στρατιωτικὴ ἀστυνομία, τοῦτο πρέπει νὰ εἴπητε ἑκατοντάκις πλειότερον διὰ τὴν ἀστυνομίαν, ἣν πρόκειται νὰ ἐπαναφέρητε. Δὲν δύναμαι δυστυχῶς ἐκ τοῦ προχείρου νὰ εἴπω, πόσα καὶ ποῖα ἀκόμη ἐλαττώματα ἔχει τὸ νομοσχέδιον, διότι δὲν ἐπίστευον ὅτι θ’ ἀρχίσῃ ἀπόψε ἡ συζήτησις αὐτοῦ. Ἐν τούτοις καὶ τώρα δύναμαι νὰ εἴπω ἄρθρον πρὸς ἄρθρον τὰς σημαντικωτέρας ἀτελείας του. Βεβαίως ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν δὲν ἔπρεπε νὰ ἀνεχθῇ νὰ παρουσιασθῇ εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον μὲ τὴν διάταξιν, καθ’ ἣν αἱ ποιναὶ κατὰ τῶν ἀξιωματικῶν θὰ ἐφαρμόζωνται, ἐπεμβαίνοντος καὶ τοῦ Εἰσαγγελέως. Δὲν ἐννοῶ διὰ τούτου, ὅτι οἱ ἀξιωματικοὶ φοβοῦνται νὰ παρουσιασθῶσιν εἰς τὰ Δικαστήρια τῆς πατρίδος, ὅπως δώσωσι λόγον τῶν πράξεών των, ἀλλ’ ὀφείλω νὰ παρατηρήσω, ὅτι τοῦτο ἀντιβαίνει πρὸς τὸ στρατιωτικὸν καθεστώς, διότι δὲν πρέπει νὰ ἐξομοιωθῇ ὁ ἀξιωματικὸς πρὸς τὸν τελευταῖον κατσικοκλέπτην.
§230Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Περὶ τούτου λέγει τὸ νομοσχέδιον.
§231Α. ΣΤΥΜΦΑΛΙΑΔΗΣ. Πρέπει νὰ διορθωθῇ τὸ νομοσχέδιον, ἢ ἄλλως ν’ ἀναβληθῇ.
§232ΚΥΡ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ὁ ἀξιότιμος ἐκ Κορινθίας συνάδελφος καὶ φίλος μου κ. Στυμφαλιάδης, ὁ εἰδικώτατος, ὁμολογῶ, καὶ ἐντριβέστατος ἐν τοῖς θέμασι τούτοις, ἀφοῦ τοσοῦτον ηὐδοκίμησεν ἐν τῇ ἀστυνομικῇ ὑπηρεσίᾳ, ὡμίλησε περὶ πολλῶν πραγμάτων, ὡμίλησε δὲ καὶ περί τινος ἐκθέσεώς του, εὑρισκομένης, ὡς λέγει, ἐν τοῖς ἀρχείοις τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, καὶ τὴν ὁποίαν ἔκθεσιν λυποῦμαι ὅτι δὲν ηὐτύχησα νὰ ἀναγνώσω. Δὲν ὡμίλησεν ὅμως περὶ τοῦ νομοσχεδίου, εἰμὴ μόνον ἵνα προτείνῃ τὴν ἀναβολὴν αὐτοῦ. Εἶμαι ὑποχρεωμένος, Κύριοι, νὰ ἐκθέσω εἰς τὴν Βουλὴν τοὺς λόγους, οἵτινες ἠνάγκασαν ἡμᾶς νὰ ὑποβάλωμεν εἰς τὴν εὐμενῆ ὑμῶν κρίσιν καὶ ψῆφον τὸ προκείμενον νομοσχέδιον, ἐκθέτοντες ὑμῖν τὰς γενικὰς αὐτοῦ γραμμάς. Ὅταν δὲ εἰσέλθωμεν εἰς τὰ καθέκαστα, θέλομεν σπεύσει νὰ δώσωμεν ἐπὶ τοῦ προκειμένου πάσας τὰς ἐξηγήσεις, αἵτινες θέλουσι μᾶς ζητηθῆ. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, Κύριοι, φέρει δύο ὄψεις. Εἶναι ἀφ’ ἑνὸς νομοσχέδιον ἐπαναφορᾶς εἰς τὴν δημοτικὴν ἀστυνομίαν, ὑπὸ τοὺς ὅρους καὶ τὰς συνθήκας περίπου τοῦ προϋπάρχοντος νόμου περὶ δημοτικῆς ἀστυνομίας, καὶ νομοσχέδιον περὶ ἐπεκτάσεως τῆς διοικητικῆς ἀστυνομίας ἀπὸ τῆς πρωτευούσης τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου εἰς πάσας τὰς πρωτευούσας τῶν νομῶν, ὡς καὶ εἰς τὰ κέντρα ἐκεῖνα, ἔνθα ὁ πληθυσμὸς ὑπερβαίνει τὰς 11,000 κατοίκων· εἶναι ἀφ’ ἑτέρου νομοσχέδιον οἰκονομιῶν· διότι, ἐνῷ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1902 ἀναγράφεται διὰ τὴν στρατιωτικὴν ἀστυνομίαν ποσὸν 3,267,704 δραχμῶν, ἐὰν τὸ ἡμέτερον νομοσχέδιον γείνῃ νόμος τοῦ Κράτους, θέλομεν δαπανήσει μόνον 1,670,096, δηλαδὴ ἐπὶ ἔλαττον πλέον τοῦ ἑνὸς καὶ ἡμίσεος ἑκατομμυρίου. Δὲν πιστεύω νὰ ἀπορῇ τις σοβαρῶς διὰ τὴν ὑποβολὴν τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου· ὅταν δὲ ὁμιλῇ τις ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης, πρέπει ἐν πάσῃ εἰλικρινείᾳ νὰ λέγῃ τὴν ἀλήθειαν. Ἡ ἀλήθεια δὲ εἶναι, ὅτι ἡ στρατιωτικὴ ἀστυνομία δὲν ἀπέδωκε τοὺς καρποὺς, τοὺς ὁποίους πολλοὶ προσεδόκων ἀπ’ αὐτῆς. Πολλοὶ καὶ ποικίλοι εἰσὶν οἱ λόγοι, ἕνεκεν τῶν ὁποίων ὁ θεσμὸς οὗτος δὲν ἐπέτυχε. Καθ’ ἡμᾶς, ὁ σπουδαιότερος λόγος τῆς ἀποτυχίας αὐτοῦ εἶναι, ὅτι εἰς τὰ μικρότερα κέντρα δὲν ἐτοποθετήθησαν πάντοτε ἀξιωματικοί, ἀλλ’ ὑπαξιωματικοί, ἐνωμοτάρχαι καὶ ὑπενωμοτάρχαι, πολλάκις δὲ καὶ ἁπλοῖ χωροφύλακες, οἵτινες κατέρριψαν καὶ κατερρύπαναν τὸν θεσμόν. Ὁ ἕτερος λόγος, καθ’ ἡμᾶς, εἶναι, ὅτι ἐν τοῖς μεγάλοις κέντροις δὲν ἐτοποθετήθησαν πάντοτε τὰ κατάλληλα πρόσωπα, πλεῖστοι δὲ ἀξιωματικοί, οἵτινες δὲν διεκρίνοντο ἐν τῷ στρατῷ, προθύμως παρεχωροῦντο διὰ τὴν ἀστυνομικὴν ὑπηρεσίαν. Πῶς δὲ ἦτο δυνατὸν οἱ μὴ διακρινόμενοι ἐν τῷ στρατεύματι νὰ διακριθῶσιν ἐν τῇ ἀστυνομικῇ ὑπηρεσίᾳ, τῇ παρεχούσῃ τόσους σκοπέλους καὶ τόσους πειρασμούς; Γνωρίζω ποῖα ἐπιχειρήματα θέλουσι καὶ πάλιν προβάλει εἰς ἡμᾶς. Θέλουσι καὶ πάλιν μᾶς εἴπει: «διατὶ νὰ καταργηθῇ τὸ Ἀρχηγεῖον τῆς Χωροφυλακῆς;» Κύριοι, τὸ Ἀρχηγεῖον τῆς Χωροφυλακῆς ὤφειλε νὰ καταργηθῇ, διότι, ὡς καὶ ἄλλοτε εἶπον ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης, ἦτο ἀρχὴ ἀνεύθυνος καὶ ἀνεξάρτητος, ἐν τοῖς κοινοβουλευτικοῖς δὲ πολιτεύμασιν εὐθύνην ὑπέχουσι μόνον οἱ Ὑπουργοί. Καὶ ὅμως οἱ Ὑπουργοὶ ἠναγκάζοντο νὰ δίδωσι λόγον ἐνώπιον τῆς Βουλῆς διὰ πράξεις, τὰς ὁποίας οὔτε εἶχον διατάξει, ἀλλ’ οὔτε κἂν ἐγνώριζον. Μετὰ τὴν κατάργησιν λοιπὸν τοῦ Ἀρχηγείου τῆς Χωροφυλακῆς ὁλόκληρος ἡ ἐξουσία ἐπανῆλθεν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν. Οὐδένα θέλομεν νὰ λυπήσωμεν, οὐδένα θέλομεν ν’ ἀδικήσωμεν, οὐδ’ ἐπιθυμοῦμεν νὰ μειώσωμεν τὴν ἀξίαν τῶν προκατόχων ἡμῶν. Ὀφείλομεν ὅμως ἐν πάσῃ εἰλικρινείᾳ νὰ ὁμολογήσωμεν, ὅτι, ἂν ἐδίδετο μείζων προσοχὴ εἰς τὴν ἐκλογὴν τῶν προσώπων, καὶ ἂν οἱ ἀξιωματικοὶ ἀστυνόμοι ἐτοποθετοῦντο μόνον τῇ ὑποδείξει τῆς ὑπηρεσίας, ὁ θεσμὸς τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας, καὶ μετὰ τὴν κατάργησιν τοῦ Ἀρχηγείου τῆς Χωροφυλακῆς, θὰ ἠδύνατο ἴσως νὰ μείνῃ εἰς τὴν προσήκουσαν περιωπήν, μ’ ὅλας τὰς ὑπερβολὰς καὶ μ’ ὅλας τὰς παρεκτροπὰς, τὰς ὁποίας, ὡς ἐκ τοῦ ἤθους αὐτῶν καὶ τῶν στρατιωτικῶν αὐτῶν ἕξεων, οἱ κύριοι ἀξιωματικοὶ ἐδείκνυον ἐν τῇ ἀρχῇ πρὸ πάντων τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ θεσμοῦ. Πλὴν ὁ θεσμὸς, διὰ τοῦτον ἢ δι’ ἐκεῖνον τὸν λόγον, ἀπέτυχεν, ὀφείλομεν δ’ ὅσον τάχιστα νὰ σκεφθῶμεν περὶ τῆς ἀντικαταστάσεως αὐτοῦ. Τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον προβάλλεται εἰς τὴν ψῆφον ὑμῶν, Κύριοι, ἐπαναφέρει, ὡς καὶ ἐν ἀρχῇ τοῦ λόγου μου εἶπον, τὴν δημοτικὴν ἀστυνομίαν ἐν τοῖς μικροτέροις δήμοις, μέ τινας ὅμως παραλλαγάς. Δυνάμει τοῦ προϋπάρχοντος νόμου περὶ δημοτικῆς ἀστυνομίας, ὁ ἀστυνόμος, ὡς γνωστόν, διωρίζετο τῇ προτάσει τοῦ δημάρχου διὰ Βασιλικοῦ Διατάγματος. Δυνάμει τοῦ ἡμετέρου νομοσχεδίου οἱ ἀστυνόμοι καὶ ὑπαστυνόμοι ὑποδεικνύονται διὰ ψηφοφορίας τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου, ἀνὰ τρεῖς δι’ ἑκάστην θέσιν, ὁ δὲ δήμαρχος ἐκλέγει ἐκεῖνον, τὸν ὁποῖον νομίζει καταλληλότερον· οἱ ἀστυνόμοι διορίζουσι κατόπιν τὸ κατώτερον προσωπικὸν, ἐπὶ τῶν ἐνστάσεων δὲ τῆς ἐκλογῆς τούτου ἀποφαίνεται ὁ εἰρηνοδίκης. Εἶπον ὡσαύτως, ἀρχόμενος τοῦ λόγου, ὅτι ἐπεκτείνομεν τὴν διοικητικὴν ἀστυνομίαν ἀπὸ τῆς πρωτευούσης τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου εἰς πάσας τὰς πρωτευούσας τῶν νομῶν, ὡς καὶ εἰς τοὺς δήμους ἐκείνους, τῶν ὁποίων ὁ πληθυσμὸς ὑπερβαίνει τὰς 11 χιλιάδας κατοίκων, διότι ἐνομίσαμεν, ὅτι καὶ οἱ εὐπορώτεροι τῶν δήμων—δὲν γνωρίζω δὲ, ἂν ὑπάρχουσι πολλοὶ τοιοῦτοι παρ’ ἡμῖν,—δὲν δύνανται νὰ ἐπαρκέσωσιν εἰς ἀστυνομίαν εὐπρόσωπον καὶ ὅπως δήποτε πολυδάπανον, οἵαν ἀπαιτοῦσιν αἱ μεγάλαι πόλεις καὶ τὰ μεγάλα κέντρα. Οἱ δὲ δῆμοι, οἵτινες ὡς ἐκ τοῦ πληθυσμοῦ αὐτῶν, τοῦ προκύπτοντος ἐκ τῆς τελευταίας ἀπογραφῆς, θέλουσιν ἔχει τὴν διοικητικὴν ἀστυνομίαν, εἶναι οἱ ἑξῆς· οἱ δῆμοι Λαυρεωτικῆς, Ἄργους, Κορινθίας, Αἰγίου, Λετρίνων, Ἤλιδος, Μυρτουντίων, Ὀλυμπίων, Ἐράνης, Τυρνάβου, Παγασῶν, Καρδίτσης. Ἐὰν δὲ εἰς τοὺς δήμους τούτους προσθέσωμεν καὶ τὰς 16 πρωτευούσας τῶν νομῶν, θέλομεν ἔχει ἐν συνόλῳ 28 διοικητικὰς ἀστυνομίας. Μοὶ ἐγένετο πρὸ μικροῦ ἡ παρατήρησις, τί θέλει συμβῆ ἐὰν δὲν ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον περὶ καταργήσεως τῆς διοικητικῆς διαιρέσεως. Ἡμεῖς ἐπιθυμοῦμεν νὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον περὶ καταργήσεως τῆς διοικητικῆς διαιρέσεως τοῦ Κράτους. Ἀλλὰ καὶ ἂν τυχὸν δὲν καταργηθῇ ἡ ὑπάρχουσα νῦν διοικητικὴ διαίρεσις, μόνον 6 ἀστυνομίαι διοικητικαὶ θέλουσι προστεθῆ εἰς τὰς 28, ἃς προανέφερα· ἤτοι: Γυθείου, Κυπαρισσίας, Λεβαδείας, Ἀμφίσσης, Καρπενησίου καὶ Λευκάδος. Λέγω 6 μόνον, διότι αἱ λοιπαὶ πρωτεύουσαι, αἱ τῆς Ἠλείας, Κορινθίας, Μαγνησίας καὶ Καρδίτσης, δικαιοῦνται, ὡς ἐκ τοῦ πληθυσμοῦ αὐτῶν, νὰ ἔχωσι διοικητικὴν ἀστυνομίαν. Τοιαῦται ἐν συνόψει εἰσὶν αἱ γενικαὶ γραμμαὶ τοῦ ἡμετέρου νομοσχεδίου. Τολμῶμεν δὲ νὰ συστήσωμεν αὐτὸ εἰς τὴν εὐμενῆ ὑμῶν κρίσιν, δι’ ὅλους τοὺς λόγους, οὓς ἐξέθεσα ὑμῖν, ἀλλὰ καὶ δι’ ἄλλον, σημαντικώτατον καθ’ ἡμᾶς, λόγον. Πολὺς ἀπό τινος χρόνου γίνεται λόγος περὶ ἀναδιοργανώσεως τοῦ στρατεύματος. Ἀναδιοργάνωσις ὅμως τοῦ στρατεύματος δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ, νομίζω, ἐὰν οἱ κύριοι ἀξιωματικοὶ δὲν ἐπανέλθωσιν εἰς τὸ κύριον αὐτῶν ἔργον, δηλονότι εἰς τὸν στρατόν. Καθ’ ἣν δὲ στιγμὴν νέφη τοσοῦτον ἀπειλητικὰ ἀναφαίνονται εἰς τὸν ὁρίζοντα τῆς Ἀνατολῆς, ἐνομίσαμεν ὅτι εἴχομεν τὴν ὑποχρέωσιν νὰ φέρωμεν ἄνευ ἀναβολῆς ἐνώπιον ὑμῶν τὰ μέτρα, ἅτινα κατὰ τὴν κρίσιν ἡμῶν ἐξυπηρετοῦσι τὴν ἰδέαν τῆς ἐθνικῆς ἡμῶν ἀποκαταστάσεως. (Εὖγε! εὖγε!).
§233Δ. ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπροτάθη πρὸ ὀλίγου, κύριοι Βουλευταί, ἡ ἀναβολή, ἀλλὰ δὲν θεωρῶ ἀδικαιολόγητον, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς ὁ εἰσαγαγὼν τὸ νομοσχέδιον, ὡς ἔχων μεμελετημένην τὴν οὐσίαν τοῦ θέματος, ἔσπευσε νὰ διαφωτίσῃ τὴν Βουλὴν καὶ περὶ τοῦ οὐσιαστικοῦ μέρους τοῦ ζητήματος· ὥστε δὲν θὰ ἦναι παράδοξον, ἐάν τις, ἐπανερχόμενος εἰς τὸ θέμα, τὸ ὁποῖον εἶναι τὸ τῆς ἀναβολῆς, παρεκτραπῇ ὀλίγον καὶ μέχρι τῆς οὐσίας. Ἀλλ’ ἐγώ, ὡς οἷόν τε, θὰ περιορισθῶ ἐπὶ τῆς ἀναβολῆς· μὲ τὴν ἰδέαν δὲ τῆς ἀναβολῆς σχετίζεται βεβαίως ἡ σπουδαιότης τοῦ ζητήματος κατὰ τοῦτο, ὅτι θέματα τοιαῦτα, τοιαύτης σπουδαιότητος, ἔχουσιν ἀνάγκην καὶ χρόνου πολλοῦ καὶ μελέτης μακρᾶς, πρὶν εἰσαχθῶσιν εἰς τὴν Βουλήν. Ἡ τάξις ἡ ἀστυνομικὴ εἶναι ὁ ἐπιούσιος ἄρτος τῶν κοινωνιῶν· ἐὰν θέλῃ δὲ νὰ σκεφθῇ τις εἰδικῶς ἐπὶ τῶν πραγμάτων τοῦ τόπου ἡμῶν, βεβαίως θέλει ἀναγνωρίσει, ὅτι, ἂν ἦναι πρᾶγμα, τοῦ ὁποίου ἰδίως στερεῖται ὁ τόπος, εἶναι ἡ τάξις ἡ ἀστυνομική· ἀπὸ τὴν ἔλλειψιν δὲ τῆς τάξεως τῆς ἀστυνομικῆς πηγάζουσιν ἴσως ἄπειρα κακὰ, τὰ ὁποῖα μαστίζουσι τὸν τόπον ἡμῶν. Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἐθεώρησεν, ὅτι, ἂν τὸ σύστημα τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας ἀπέτυχε, πρόχειρον τὸ μέσον, ἵνα τὸ διορθώσῃ· «ἐπανερχόμεθα εἰς τὸ παρελθόν»! Ἡ ἐπάνοδος εἰς τὸ παρελθὸν ἐθεωρήθη ἀρκετὸν μέσον θεραπείας. Ἀλλὰ καὶ πῶς ἐπανερχόμεθα εἰς τὸ παρελθόν; Ρίπτω ἓν βλέμμα εἰς τὴν αἰτιολογικὴν ἔκθεσιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, καὶ παρατηρῶ τῷ ὄντι μίαν καινοτομίαν ἐπὶ τῆς θεμελιώδους ἰδέας τοῦ δικαιώματος τοῦ ἀστυνομεῖν· διότι εἰς τὴν ἔκθεσίν του λέγει ὁ κύριος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅτι τὸ ἀστυνομεῖν εἶναι φυσικὸν δικαίωμα τῶν δήμων, ἀπόρροια δὲ τῆς τοιαύτης ἰδέας εἶναι, ὅτι οἱ ἀστυνόμοι πρέπει νὰ ἐκλέγωνται ὑπὸ τοῦ λαοῦ, καὶ νῦν θὰ ἐκλέγωνται ἐμμέσως, διότι τὴν ἐκλογὴν αὐτῶν θὰ κάμνῃ τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον, ὅπερ ἐκλέγεται ὑπὸ τοῦ λαοῦ. Ἐγὼ ἐξεπλάγην, ἀναγνοὺς τὴν ἔκθεσιν, ἥτις ἀναφέρει: «Γνωστὸν τυγχάνει, ὅτι τὸ ἀστυνομεῖν εἶναι φυσικὸν δικαίωμα τῶν δήμων»: καὶ κατόπιν: «Διὰ τοῦτο καὶ ὁ νομοθέτης διὰ τοῦ Β. Διατάγματος τῆς 31 Δεκεμβρίου τοῦ 1836 ὥρισεν, ὅτι ἡ ἀστυνομία θέλει ἐνεργεῖσθαι ὑπὸ τῶν δήμων δι’ ἰδιαιτέρων ὀργάνων, ἐν ὀνόματι, κατ’ ἐπιταγὴν καὶ ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν τῆς Κυβερνήσεως.» Ἐγὼ αὐτὸ τὸ «διὰ τοῦτο» δὲν ἐννοῶ, ὅτι, ἐπειδὴ εἶναι ἀναμφισβήτητον φυσικὸν δικαίωμα τῶν δήμων, δὲν τὸ ἀναγνωρίζει ὁ νόμος, ὁ ὁποῖος ἀπ’ ἐναντίας ἀναγνωρίζει, ὅτι τὸ ἀστυνομεῖν ἐνασκεῖται κατ’ ἐπιταγὴν τῆς Κυβερνήσεως. Ὁ νόμος ὁ ὑπάρχων ἀκριβῶς δὲν ἀναγνωρίζει τὸ δικαίωμα τοῦ ἀστυνομεῖν ὡς δικαίωμα τῶν δήμων, διότι λέγει, ὅτι ἐνεργεῖται ἐν ὀνόματι, κατ’ ἐπιταγὴν καὶ ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν τῆς Κυβερνήσεως. Δὲν ἀναγνωρίζει λοιπὸν τὴν ἀρχήν, τὴν ὁποίαν ὑμεῖς, κύριε Ὑπουργέ, ἀναγνωρίζετε. Εἶναι περιττὸν νὰ εἰσέλθω εἰς τὴν εὐρεῖαν ἀνάπτυξιν τοῦ ζητήματος τούτου, ἂν δηλαδὴ τὸ ἀστυνομεῖν εἶναι δικαίωμα τῶν δήμων ἢ ὑπάρχει κατὰ παραχώρησιν τοῦ Κράτους, ὡς octroi. Ἐν πολλαῖς νομοθεσίαις γίνεται διάκρισις, διότι εὐλόγως πολλοὶ ἀναγνωρίζουσιν, ὅτι, ὡς πᾶν νομικὸν πρόσωπον, τὸ ὁποῖον ἔχει αὐτοτελῆ ὕπαρξιν, οὕτω καὶ ἔτι μᾶλλον ὁ δῆμος ἔχει ἀνάγκην καὶ εἴδους τινὸς εἰδικῆς ἀστυνομίας, ἵνα δύνηται νὰ ὑπάρξῃ· ἀλλὰ δὲν δύναμαι νὰ παραδεχθῶ τὴν ἀνακήρυξιν, ὅτι τὸ ἀστυνομεῖν θεωρεῖται φυσικὸν καὶ ἀποκλειστικὸν δικαίωμα τῶν δήμων, διότι δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω, πῶς ἡ ἀσφάλεια ἑνὸς δήμου δὲν σχετίζεται μὲ τὴν ἀσφάλειαν τοῦ ὅλου Κράτους. Καὶ ὁ μὲν κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν εἶναι συνεπὴς πρὸς ἑαυτὸν, πρὸς τὴν ἰδέαν, ὅτι τὸ ἀστυνομεῖν εἶναι φυσικὸν δικαίωμα τῶν δήμων, καὶ διὰ τοῦτο συνεπὴς ὁ προτεινόμενος νόμος φέρει τὴν ἔμμεσον ἐκλογὴν τοῦ ἀστυνόμου ὑπὸ τοῦ λαοῦ, ὡς ἦτο συνεπὴς καὶ ὁ προηγούμενος νόμος, καθ’ ὃν διωρίζετο ὁ ἀστυνόμος διὰ Βασιλικοῦ Διατάγματος, διότι ὁ νόμος τοῦ 1836 ἐθεώρει, ὅτι τὸ ἐν τοῖς δήμοις ἀστυνομεῖν ἐνησκεῖτο ἐν ὀνόματι, κατ’ ἐπιταγὴν καὶ ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν τῆς Κυβερνήσεως. Λοιπόν, κύριε Ὑπουργέ, καὶ ὑπὸ τὴν ἔποψιν ταύτην εἰσάγετε μίαν καινοτομίαν ῥιζικὴν, μεταβάλλοντες τὰ καθεστῶτα, ἐνῷ νομίζετε καὶ παριστᾶτε ἐν τῇ ἐκθέσει, ὅτι συμμορφοῦσθε πρὸς ταῦτα. Ἀλλ’ ἂς ἀφήσωμεν τὴν θεωρίαν καὶ ἂς ἔλθωμεν εἰς τὴν πρακτικὴν ἔποψιν. Μελετῶντες τὸ θέμα, ποία ἀστυνομία δύναται νὰ ἐκπληρώσῃ τὸν ἐπιδιωκόμενον σκοπὸν, ἵνα σχηματίσωμεν γνώμην, θὰ εἴχομεν ἀνάγκην στατιστικῆς, ἵνα εἴπωμεν, ὅτι σπουδαῖόν τι καὶ σοβαρὸν καὶ ὁριστικὸν ἐπράξαμεν, ἐὰν καταργοῦντες τὸ καθεστὼς ἐπανέλθωμεν εἰς τὸ πρὸ αὐτοῦ. Δὲν χρειαζόμεθα στατιστικὴν περὶ τοῦ πόσα πταίσματα εἰσήχθησαν κατ’ ἔτος ὑπὸ τὸ κράτος τῆς δημοτικῆς ἀστυνομίας, καὶ πόσα ὑπὸ τὸ κράτος τῆς στρατιωτικῆς. Ἡ πληθὺς τῶν πταισματικῶν ὑποθέσεων βαίνει ἀκριβῶς κατ’ ἀναλογίαν τοῦ πολιτισμοῦ. Τὰ πταίσματα, αἱ πταισματικαὶ παραβάσεις ἐκεῖ ἀκριβῶς παρίστανται πολυπληθέστεραι, ὅπου ὑπάρχει πολιτισμός, διότι ἐκεῖ καὶ τὰ ἐλάχιστα προξενοῦσιν αἴσθησιν, καὶ ἀπαγορεύονται καὶ τιμωροῦνται παραβάσεις ἀστυνομικαί, περὶ ὧν οὐδὲ ἰδέα ὑπάρχει παρά τισι μὴ πεπολιτισμέναις κοινωνίαις. Γενικῶς εἶναι βέβαιον, ὅτι τὴν δημοτικὴν ἀστυνομίαν χαρακτηρίζει ἡ παράλειψις, ἐνῷ τὴν στρατιωτικὴν πολλάκις ἡ βία καὶ ἡ αὐθαιρεσία. Τὴν ἀστυνομίαν τὴν δημοτικὴν χαρακτηρίζει ἡ ἐντελὴς ἐγκατάλειψις πάσης ἐπιτηρήσεως ἀστυνομικῆς· ὥστε διὰ τοῦ νέου νομοσχεδίου θὰ ἐπανηρχόμεθα εἰς τὴν γνωστὴν πρώτην κατάστασιν. Δὲν εἶμαι ὑπὲρ τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας, ἀλλὰ δὲν εἶμαι καὶ ὑπὲρ τῆς δημοτικῆς· ἀλλ’ ἂν ἠδυνάμην νὰ ἦμαι ὑπὲρ τῆς δημοτικῆς, θὰ διετήρουν πλῆρες τὸ προηγούμενον σύστημα, καθ’ ὃ ἀναμιγνύεται καὶ τὸ Κράτος εἰς τὰ τῆς δημοτικῆς ἀστυνομίας. Σήμερον ὅμως καθιστῶμεν διὰ τοῦ νέου νομοσχεδίου τὴν ἀστυνομίαν καθαρῶς δημοτικήν, καὶ ἀφίνομεν ταύτην εἰς τὴν ἐκλογὴν τὴν ὑπὸ τοῦ λαοῦ δι’ ἐμμέσου ἐκλογῆς, διότι τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον εἶναι προϊὸν τῆς καθολικῆς ψηφοφορίας, τὸ δὲ Δημοτικὸν Συμβούλιον εἶναι, κατὰ τὸ νομοσχέδιον, ἐκεῖνο, ὅπερ ἐκλέγει τὸν ἀστυνόμον. Ἀλλ’ ἐν τῇ καθολικῇ ψηφοφορίᾳ, ἐξ ἧς πηγάζει τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον, θὰ ψηφίσῃ καὶ ὁ ταραξίας τῶν ὁδῶν, καὶ ὁ καταστροφεὺς τῶν ἀγρῶν σκηνίτης, καὶ ὁ λωποδύτης καὶ πᾶς ἄλλος ἔχων συμφέρον μᾶλλον εἰς τὴν μὴ τήρησιν τοῦ νόμου. Ἀλλ’ ἐνῷ κατὰ τὸ νομοσχέδιον ἡ ἀστυνομικὴ ἀρχὴ ἀναγνωρίζεται ὡς καθαρῶς δημοτική, πῶς δὲν λαμβάνεται ὑπ’ ὄψιν τὸ Σύνταγμα, τὸ ἀναγράφον, ὅτι αἱ δημοτικαὶ ἀρχαὶ ἐκλέγονται δι’ ἀμέσου καθολικῆς ψηφοφορίας, οὐχὶ δι’ ἐμμέσου, οἵαν εἰσάγετε διὰ τοῦ νέου νομοσχεδίου; Καὶ ἰδού, ὅτι τὸ νέον νομοθέτημά σας εἶναι καὶ ἀντισυνταγματικόν, ἀφοῦ θεωρεῖτε τὸν ἀστυνόμον ὡς δημοτικὴν ἀρχήν, τὴν ὁποίαν ἀφίνετε εἰς τὴν διὰ τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου ἐκλογήν, ἄρα τὴν ἔμμεσον ἐκλογήν. Ὁ παλαιὸς νόμος ἐθεώρει τὸν ἀστυνόμον ὡς ἀρχὴν κυρίως δημοσίαν, ἤτοι τοῦ Κράτους, καὶ οὐσιωδῶς ἐξήρτα αὐτὸν ἐκ τῆς Κυβερνήσεως, ἥτις καὶ διώριζεν αὐτόν. Τὸ σύστημα λοιπὸν δὲν εἶναι ἀρκούντως μεμελετημένον ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, τοῦ ὁποίου ἀναγνωρίζω βεβαίως τὴν μέριμναν τὴν εἰλικρινῆ, τὴν ὑπὲρ τῶν δημοσίων πραγμάτων. Τούτου δ’ ἕνεκα παρακαλῶ αὐτὸν νὰ δεχθῇ τὴν πρότασιν περὶ ἀναβολῆς, ἵνα δώσῃ καιρὸν καὶ εἰς τὴν Βουλὴν καὶ εἰς τὴν κοινωνίαν νὰ μελετήσουν τὸ θέμα· διότι δὲν πρόκειται μόνον περὶ καταργήσεως τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας, ἀλλὰ καὶ περὶ δημιουργίας νέου καθεστῶτος.
§234Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡμεῖς τὸ θέμα ἐμελετήσαμεν· τὸ σύστημα μελετᾶται ἀπὸ τοῦ 1893, τὸ δὲ νομοσχέδιον εἶναι ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ἀπὸ ἓξ ἤδη μηνῶν. Βεβαίως ὅμως δέχομαι ἀναβολὴν διὰ τὴν αὔριον, διότι παρῆλθεν ἡ ὥρα.
§235ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται τὸ νομοσχέδιον δι’ αὔριον. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρα 12 καὶ 45′ τῆς νυκτός).