1903.05.08
2.705 στίχοι · 20.290 λέξεις · 339 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 71
Τῆς 8 Μαΐου 1903.
(Πέμπτη).
(Προεδρεύοντος τοῦ Προέδρου κ. Δ. Ράλλη).
(Γενομένης ἀπαρτίας ὥρᾳ 6 καὶ 20′ μ. μ. παρόντων 121 Βουλευτῶν, ἀναγινώσκονται καὶ ἐγκριθέντα ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ κάτοικοι τοῦ χωρίου Βραχατίου τῆς Κορίνθου διὰ τηλεγραφήματός των παρακαλοῦσι τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως ἐπισπευσθῇ ἡ ἐπιψήφισις τῆς συμβάσεως περὶ μονοπωλίου τῆς σταφίδος. Ὁ «Ἑλληνικὸς Πολυτεχνικὸς Σύλλογος» δι’ ἀναφορᾶς του παρακαλεῖ τὴν Βουλὴν νὰ μὴ ἐπιψηφίσῃ τὴν πρότασιν νόμου «περὶ εὐθύνης μηχανικῶν, ἀρχιτεκτόνων καὶ ἐργοδηγῶν διὰ τὴν ὑπέρβασιν τῶν ὑπ’ αὐτῶν συντασσομένων προϋπολογισμῶν», τὴν ὑποβληθεῖσαν ὑπὸ τοῦ ἐκ Νάξου βουλευτοῦ κ. Πρωτοπαπαδάκη, διότι ψηφιζομένη αὕτη ἤθελε προκαλέσει παντοίας παρερμηνείας, δυναμένας νὰ παραβλάψωσι τὰ συμφέροντα τῶν ἐργοδηγῶν, μηχανικῶν καὶ ἀρχιτεκτόνων.
§2ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ν’ ἀναγνωσθῇ, κύριε Πρόεδρε. (Ἀναγινώσκεται ἡ εἰρημένη ἀναφορά).
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ βουλευτὴς Κέας κ. Κ. Ἱερομνήμων ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ταμιακῆς ὑπηρεσίας». Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ, ἵνα ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 422).
§4ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Καταθέτω ἔγγραφον ἐπερώτησιν, σχετικὴν μὲ τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον «περὶ ταμιακῆς ὑπηρεσίας», καὶ παρακαλῶ τὸν ἀξιότιμον ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργόν, ὅπως εὐαρεστούμενος διατάξῃ ὅσον τάχιστα τὴν κατάθεσιν τῶν αἰτουμένων πληροφοριῶν, διότι κατὰ τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν τοῦ νομοσχεδίου θέλω καὶ ἐγὼ ἐπ’ ὀλίγον συζητήσει.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἐπερώτησις τοῦ κ. Στάη ἔχει ὡς ἑξῆς: «Παρακαλεῖται ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν πίνακα ἐμφαίνοντα ὀνομαστὶ τοὺς ἀπὸ 1 Δεκεμβρίου παρελθόντος ἔτους μέχρι σήμερον διευθύναντας ἢ διευθύνοντας ἤδη ἕκαστον τῶν ὑποταμείων τοῦ Κράτους, καὶ ποῖον βαθμὸν ἕκαστος τούτων φέρει. Ὡσαύτως νὰ καταθέσῃ πίνακα ἐμφαίνοντα τὰ ἐκκαθαρισθέντα ἢ ἐκκαθαρισθησόμενα ὑπὲρ ἑκάστου τούτων ποσοστὰ ἐξ εἰσπράξεων ἐπὶ δημοσίων ἢ δημοτικῶν ἐσόδων ἀπὸ 1 Ἰανουαρίου παρελθόντος ἔτους μέχρι σήμερον.»
§6Κ. ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ καταθέσω εἰς τὴν Βουλὴν ἐπερώτησιν πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ἀφορῶσαν τὸν διορισμὸν ἀμπελοφυλάκων ἐν τῷ χωρίῳ Νεοχωρίῳ τοῦ δήμου Φαρκαδόνος τῆς ἐπαρχίας μου. Ὅταν ὁ κ. Ὑπουργὸς εὐαρεστηθῇ νὰ καταθέσῃ τὰς αἰτουμένας πληροφορίας, θέλω λάβει τὸν λόγον.
§7Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Εἰσάγω εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον «περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως ἐκ δρ. 72,780.49 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν τῆς χρήσεως τοῦ 1902». Ὡσαύτως δήλωσιν περὶ ἐπενεκτέων μεταβολῶν ἐν τοῖς προϋπολογισμοῖς τῶν Ὑπουργείων Οἰκονομικῶν, Ἐσωτερικῶν καὶ Στρατιωτικῶν τῆς χρήσεως τοῦ 1903. Εἰσάγω καὶ νομοσχέδιον «περὶ ἐγκρίσεως προϋπολογισμῶν διαφόρων δημοσίων ἔργων γεφυροδοποιΐας».
§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλεῖται ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ Προϋπολογισμοῦ νὰ συνέλθῃ πρὸς ἐξέλεγξιν τῶν ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως καὶ Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ὑποβληθέντων νομοσχεδίων περὶ χορηγίας πιστώσεων. Μετὰ τὴν ὑποβολὴν τῶν σχετικῶν ἐκθέσεων τὰ ὑποβληθέντα νομοσχέδια θέλουσι τυπωθῆ, διανεμηθῆ καὶ ἐγγραφῆ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν κατὰ τὴν σειράν των. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 423 καὶ 424). Ἡ ὑποβληθεῖσα δήλωσις, ἀφοῦ τυπωθῇ καὶ διανεμηθῇ, θέλει ληφθῆ ὑπ’ ὄψιν κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 425). Ὁ κύριος Γουλιμῆς ἔχει τὸν λόγον.
§9Ν. ΓΟΥΛΙΜΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, πρὸ τῆς διακοπῆς τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς εἶχον παρακαλέσει τὸν ἀξιότιμον Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ δηλώσῃ εἰς τὴν Βουλὴν, ἐὰν ἐσκόπει ἡ Κυβέρνησις νὰ ὑποβάλῃ τὸ νομοσχέδιον περὶ ἀνανεώσεως τῶν παλαιῶν χρεῶν, τὸ ὁποῖον εἶχεν ὑποβληθῆ εἰς τὴν Βουλὴν ὑπὸ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως καὶ εἶχε ψηφισθῆ εἰς δευτέραν ἀνάγνωσιν, δὲν εἶχε δὲ προφθάσει νὰ ψηφισθῇ εἰς τρίτην. Ἐπειδὴ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο εἶναι ὠφέλιμον οἰκονομικῶς, χωρὶς νὰ παραβλάπτωνται τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου, νομίζω ὅτι ὁλόκληρος ἡ Βουλὴ δὲν θὰ ἔχῃ ἀντίρρησιν, ὅπως συστήσῃ τὴν παράκλησίν μου ταύτην εἰς τὸν ἀξιότιμον Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ἵνα φέρῃ τὸ νομοσχέδιον εἰς τὴν Βουλήν, ἐὰν νομίζῃ, ὅτι τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους δὲν παραβλάπτονται. Εἶχε μάλιστα ὑποσχεθῆ ὁ κ. Πρωθυπουργός, ὅτι θὰ τὸ μελετήσῃ· ἀλλ’ ἐπειδὴ εἰσέτι δὲν τὸ ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλήν, ἐνόμισα ὅτι ἔπρεπε νὰ τῷ ὑπομνήσω τὴν ὑπόσχεσίν του.
§10Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Εὐχαριστῶ διὰ τὴν ὑπόμνησιν, τὴν ὁποίαν μοὶ ἀπευθύνετε. Καὶ πρὸ τῆς συστάσεως τῆς Βουλῆς—περὶ τῆς ὁποίας δὲν ἀμφιβάλλω—ἡ Κυβέρνησις ἐσκέφθη καὶ σκέπτεται νὰ εἰσαγάγῃ τὸ νομοσχέδιον. Γνωρίζετε ὅμως, ὅτι ὁ Ὕψιστος δὲν ἐδημιούργησε τὸν κόσμον ἐν μιᾷ ἡμέρᾳ.
§11Ι. Γ. ΡΟΥΦΟΣ. Ἐπαναλαμβάνω παράκλησιν πολλῶν Βουλευτῶν, νὰ ληφθῇ πρόνοια περὶ τῶν Ἐμπορικῶν Σχολῶν. Ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶχε δώσει ῥητὴν ὑπόσχεσιν, ὅτι μετὰ τὸ Πάσχα ἤθελε φέρει τοιοῦτο νομοσχέδιον. Ὑπομιμνήσκω τὴν σύστασιν ἡμῶν, ὡς καὶ τὴν ὑπόσχεσιν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, διότι ὑποθέτω, ὅτι μεταξὺ τῶν ἑπτὰ ἡμερῶν τῆς ἑβδομάδος ἠδύνατο νὰ καταναλωθῇ καὶ μία διὰ ζήτημα τοσοῦτον ἐνδιαφέρον καὶ σπουδαῖον.
§12Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Βεβαίως συνετέλεσεν εἰς τὴν ἀναβολὴν τῆς εἰσαγωγῆς τοῦ νομοσχεδίου ἡ ἀσθένεια τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως· ὀφείλω ὅμως καὶ ἐγὼ νὰ ὁμολογήσω, ὅτι τέσσαρας ὥρας καθ’ ἑκάστην ἐπὶ 24 ἤδη ἡμέρας καταναλίσκω εἰς τὴν μελέτην τῆς συμβάσεως περὶ μονοπωλίου τῆς σταφίδος.
§13Ι. Γ. ΡΟΥΦΟΣ. Παρακαλῶ τὸν ἀξιότιμον ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργόν, ἵνα εὐαρεστούμενος πληροφορήσῃ ἡμᾶς, τίνα μέτρα ἔλαβε διὰ τοὺς μαθητὰς τῆς τρίτης τάξεως τῆς Κασσαβετείου ἐν Ἀϊδινίῳ Γεωργικῆς Σχολῆς, οἵτινες ἐξηναγκάσθησαν νὰ παραιτηθῶσι τῆς Σχολῆς.
§14ΚΥΡ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Οἱ μαθηταὶ οὗτοι, ἐπειδὴ προέβησαν εἰς πράξεις ἀντιπειθαρχικάς, ἐτιμωρήθησαν· ἡ τιμωρία των δὲ δὲν ὑπῆρξε καὶ πολὺ αὐστηρά. Ἐνομίσαμεν ὅμως, ὅτι ἔπρεπε νὰ τοὺς τιμωρήσωμεν, κατόπιν τῆς ἐκθέσεως τοῦ διευθύνοντος τὴν Γεωργικὴν Σχολὴν καὶ τῆς ἐκθέσεως τοῦ νομάρχου.
§15Ι. Γ. ΡΟΥΦΟΣ. Νομίζω ὅτι δὲν ὑπάρχει κίνημα ἀντιπειθαρχικόν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς γνωρίζει ὅτι ἐτιμωρήθησαν, διότι ἀπεδόθη ὑπὸ τοῦ ἁρμοδίου καθηγητοῦ ἡ κατηγορία, ὅτι οἱ μαθηταὶ τῆς τρίτης τάξεως κατέστρεψαν τὸν μεταξοσκώληκα τῆς Σχολῆς· ἀλλ’ ἐνηργήθησαν ἀνακρίσεις, καὶ οὐδὲν προέκυψεν, ὡς καὶ τὸ ἐπίσημον πρακτικὸν λέγει. Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ τιμωρηθῶσιν, ὅταν οὐδὲν ἔπραξαν; πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ θεωρηθῶσιν ὡς ὑπεύθυνοι καὶ ὑπαίτιοι, ὅταν ἐκ τῆς ἀνακρίσεως οὐδὲν προέκυψε κατ’ αὐτῶν;
§16ΚΥΡ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Νομίζω ὅτι ἡ συζήτησις αὕτη δὲν ἔχει τὸν τόπον της· πρέπει νὰ ἐπερωτήσητε πρῶτον τὸν Ὑπουργὸν, νὰ ζητήσητε τὴν κατάθεσιν τῶν σχετικῶν ἐγγράφων, καὶ κατόπιν νὰ συζητήσητε. Ἐγὼ εἶμαι ἕτοιμος νὰ καταθέσω τὰ ἔγγραφα, ἐκ τῶν ὁποίων θὰ προκύψῃ, ὅτι τὰ πράγματα δὲν εἶναι ὡς τὰ παριστᾶτε.
§17Ι. Γ. ΡΟΥΦΟΣ. Σᾶς παρακαλῶ νὰ τὰ καταθέσητε.
§18ΚΥΡ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Μάλιστα.
§19ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ἔχει τὸν λόγον.
§20ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Καταθέτω ἐγγράφους ἀπαντήσεις εἰς ἐπερωτήσεις τῶν ἀξιοτίμων βουλευτῶν 1) Λοκρίδος κ. Ἀχ. Παπαλουκᾶ, 2) Λακεδαίμονος κ. Γ. Φικιώρη καὶ 3) Κυνουρίας κ. Καλούτση περὶ τῶν ἐν Νεαπόλει τῆς Ἰταλίας εἰς τὸ προαύλιον τῆς αὐτόθι Ἑλληνικῆς Ἐκκλησίας συμβάντων.
§21ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Τσιτσάρας ἔχει τὸν λόγον.
§22Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Πρὸ καιροῦ, κύριε Πρόεδρε, ὑπέβαλον παράκλησιν πρὸς τὸν ἀξιότιμον ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸν, ἵνα εὐαρεστηθῇ νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τέσσαρας φακέλους, ἀφορῶντας ὡρισμένα δάση. Σήμερον κατὰ τύχην παρευρισκόμην εἰς τὸ γραφεῖον τοῦ κ. Γενικοῦ Γραμματέως τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, παρίστατο δὲ ἐκεῖ καὶ ἡ ὑπηρεσία ἡ ἁρμοδία διὰ τοὺς φακέλους αὐτούς· ἠρώτησα τὸν τμηματάρχην, ὁ ὁποῖος μοὶ εἶπεν, ὅτι οὐδεμίαν αὐτὸς ἔχει γνῶσιν τῆς αἰτήσεώς μου. Παρακαλῶ καὶ πάλιν τὸν σεβαστὸν Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ καταθέσῃ τοὺς φακέλους αὐτοὺς, διότι εἶναι ἀνάγκη νὰ κατατεθῶσι διὰ νὰ γείνῃ συζήτησις.
§23Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, οἱ κάτοικοι τοῦ χωρίου Βάθειας τοῦ δήμου Χαλκιδέων ὑποβάλλουσι δι’ ἐμοῦ εἰς τὴν Βουλὴν, ἵνα ἀποσταλῇ πρὸς τὸν ἁρμόδιον Ὑπουργὸν, ἀναφορὰν, δι’ ἧς ζητοῦσιν, ὅπως τὸ χωρίον αὐτῶν καὶ τὰ πέριξ αὐτοῦ χωρία ἀποσπασθῶσι τοῦ δήμου Χαλκιδέων, καὶ ἀποτελέσωσιν ἴδιον δῆμον, ὡς εἶχε μέχρι τοῦ 1849, ὅτε ἐκ λόγων, οἵτινες ὑπεβλήθησαν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, ἐγένετο ἡ ἀπόσπασις τοῦ χωρίου τούτου καὶ τῶν πέριξ αὐτοῦ, καὶ ἀπετέλεσαν ἕνα δῆμον μετὰ τοῦ δήμου Χαλκιδέων. Καταθέτω τὴν ἀναφορὰν ταύτην, ὅπως διαβιβασθῇ εἰς τὸν ἁρμόδιον Ὑπουργὸν, καὶ παρακαλῶ αὐτὸν νὰ μελετήσῃ αὐτὴν, καὶ ἂν εὕρῃ ὀρθὴν τὴν αἴτησιν ταύτην, νὰ λάβῃ τὰ δέοντα μέτρα. Ἤδη ἀναγκάζομαι, καίτοι σπανίως πράττω τοῦτο, νὰ ἀπευθύνω ἐπερώτησίν τινα, ἐν εἴδει συστάσεως καὶ παρακλήσεως, πρὸς τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν περί τινος ὑπαξιωματικοῦ τῶν νοσοκόμων, τοῦ ἐπιλοχίου Νίκα Δημητρίου, ὅστις τὠόντι ἠδικήθη, παρερμηνευθέντος τοῦ νόμου περὶ ἐξετάσεως τῶν ὑπαξιωματικῶν πρὸς εἰσαγωγὴν εἰς τὴν Σχολὴν τῶν Ὑπαξιωματικῶν. Τὸ ζήτημα ἔχει ὡς ἑξῆς. Οὗτος ὑπηρέτει ἐν τῇ Διλοχίᾳ τῶν νοσοκόμων, εἶχε δὲ ἐν τῷ βαθμῷ τοῦ ὑπαξιωματικοῦ ἐπὶ δύο ἔτη, προσὸν ἀπαιτούμενον, ἵνα τις ὑποστῇ τὰς ἐξετάσεις πρὸς εἰσαγωγὴν εἰς τὴν Σχολὴν τῶν Ὑπαξιωματικῶν· συνεπείᾳ ὅμως τῆς περὶ τὸ γράφειν ἱκανότητος αὐτοῦ καὶ ἄλλης ἐμπειρίας, ἀπεσπάσθη παρὰ τῆς Διλοχίας εἰς τὸ Γραφεῖον τοῦ Σώματος. Ἡ ὑπηρεσία ἐθεώρησεν, ὅτι ἡ ἀπόσπασις αὐτοῦ αὕτη παρὰ τῷ Γραφείῳ τῆς Διλοχίας ἀποτελεῖ κώλυμα κατ’ αὐτοῦ, ὅπως εἰσέλθῃ εἰς τὴν Σχολὴν, ἐνῷ εἶναι βέβαιον, ὅτι οἱ στρατιωτικοὶ ὀργανισμοὶ τὴν ἀπόσπασιν εἰς τὰ Γραφεῖα τῶν Σωμάτων θεωροῦσιν ὡς ἐκτέλεσιν ὑπηρεσίας. Τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν ἠρώτησε περὶ τούτου τὸν διοικητὴν τῆς Διλοχίας τῶν νοσοκόμων, ὁ δὲ διοικητὴς ἀπήντησε δι’ ἐγγράφου ἠτιολογημένου, ὅτι θεωρεῖ, ὅτι κατὰ τοὺς Κανονισμοὺς ὁ ἐπιλοχίας οὗτος ἐξετέλει ὑπηρεσίαν προσδίδουσαν αὐτῷ τὸ δικαίωμα, ἵνα ὑποστῇ ἐξετάσεις καὶ εἰσαχθῇ εἰς τὴν Σχολήν. Ἀλλὰ τὸ Ὑπουργεῖον, μὴ ἀρκεσθὲν εἰς τὴν δήλωσιν ταύτην τῆς Διοικήσεως τῆς Διλοχίας τῶν νοσοκόμων, ἀπέστειλε καὶ ἀνώτερον ἀξιωματικὸν, ἵνα ποιήσηται ἐξέτασιν περὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης. Ὁ ἀνώτερος οὗτος ἀξιωματικὸς ὑπέβαλεν εἰς τὸν τότε Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν τὴν δέουσαν ἔκθεσιν, ἐν ᾗ ἐβεβαίου, ὅτι ὁ ῥηθεὶς ὑπαξιωματικὸς μόνον κατὰ τὰς ὥρας τῆς σχολῆς αὐτοῦ ὑπηρέτει ἐν τῷ Γραφείῳ. Ἐν τούτοις μετὰ τὴν ἐπιτυχίαν αὐτοῦ κατὰ τὰς ἐξετάσεις, καθ’ ἃς ἐκρίθη ἱκανὸς ἵνα εἰσέλθῃ εἰς τὴν Σχολὴν, καὶ μάλιστα ὡς εἷς τῶν ἀριστευσάντων, τὸ Ὑπουργεῖον διέγραψεν αὐτὸν ἐκ τοῦ καταλόγου τῶν μελλόντων νὰ εἰσέλθωσιν, ἐπὶ τῷ λόγῳ, ὅτι ἡ ἀπόσπασις αὐτοῦ ἐπί τινας ὥρας, ὅτε αὐτὸς δὲν εἶχεν ὑπηρεσίαν, εἰς τὸ Γραφεῖον τοῦ Σώματος θεωρεῖται, ὅτι δὲν δύναται νὰ προσδώσῃ αὐτῷ τὸ δικαίωμα τῆς εἰσαγωγῆς εἰς τὴν Σχολὴν, διότι δὲν κρίνεται, ὅτι αὐτὸς εἶχε συμπληρώσει τὴν διετῆ ὑπηρεσίαν. Τοῦτο ὅμως, Κύριοι, καθ’ ἃ ἐγὼ ἐδυνήθην νὰ πεισθῶ, ἐρευνήσας τοὺς νόμους, εἶναι ἐντελῶς ἀβάσιμον, διότι οἱ ἄνδρες τῶν λόχων διαιροῦνται εἰς δύο κατηγορίας, εἰς παρόντας καὶ εἰς ἀπόντας, παρόντες δὲ θεωροῦνται ἀκόμη καὶ οἱ διατελοῦντες ἐν φυλακῇ καὶ οἱ διατελοῦντες ἐν εἰδικῇ ὑπηρεσίᾳ, ὡς ἐπὶ τοῦ προκειμένου. Περὶ τούτου μάλιστα ὑπάρχει εἰδικὴ ἐγκύκλιος τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, ἑρμηνεύουσα κατὰ τοιαύτην τινὰ ἐκδοχὴν τὴν ἀπόσπασιν εἰς τὰς εἰδικὰς ὑπηρεσίας. Ἑπομένως παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν καὶ σεβαστὸν Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως ζητήσῃ παρὰ τοῦ ἁρμοδίου τμήματος τοῦ Ὑπουργείου τὸν φάκελον τῆς ὑποθέσεως ταύτης καὶ μελετήσῃ αὐτὸν, καὶ ἂν πεισθῇ, ὅτι τὰ πράγματα ἔχουσιν ὡς ἐγὼ ἑρμηνεύω αὐτά, ν’ ἀποδώσῃ τῷ ὑπαξιωματικῷ τούτῳ τὸ δίκαιον, ὅπερ κέκτηται. Δὲν ἤθελε δὲ εἶσθαι, νομίζω, λογικὸν νὰ μὴ εἰσέλθῃ αὐτὸς εἰς τὴν Σχολὴν, λόγῳ ὅτι ἐλήφθη τὸ μέτρον, ἐφέτος νὰ μὴ εἰσέλθωσιν ὑπαξιωματικοὶ εἰς τὴν Σχολὴν, καθόσον ὁ ὑπαξιωματικὸς οὗτος κέκτηται τὸ δικαίωμα ἐκ τῶν παρελθουσῶν ἐξετάσεων, καθ’ ἃς ἐπέτυχε, — καὶ ἐκ τῶν πρώτων μάλιστα, — ὅπως εἰσέλθῃ εἰς τὴν Σχολήν. Περὶ τούτου καταθέτω καὶ ἔγγραφον ἐπερώτησιν.
§24Π. Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Ἡ ὑπόθεσις, περὶ τῆς ὁποίας ἐποιήσατο λόγον ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς συνάδελφος, εἶναι δικαιοτάτη. Ὁ περὶ οὗ ὁ λόγος λοχίας εἶναι συμπολίτης μου, ὑπηρετῶν ἀπὸ ἐτῶν εἰς τὴν Διλοχίαν τῶν νοσοκόμων. Ὑπεβλήθη εἰς ἐξετάσεις τελευταῖον, — πρὸ δύο ἐτῶν, νομίζω — καὶ ἐκρίθη ἐκ τῶν πρώτων ἱκανὸς νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὴν Σχολὴν τῶν Ὑπαξιωματικῶν, ἀριστεύσας.
§25Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Πέρυσι.
§26Π. Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Ἀλλ’ ἐκτὸς τῆς ἀδικίας, ἡ ὁποία ἐγένετο εἰς τὸν εἰρημένον λοχίαν, καθ’ ἃ ἀνέπτυξεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, παρομοία ἀδικία ἐγένετο καὶ εἰς ἕτερον λοχίαν, — συμπολίτην μου καὶ αὐτὸν, — καὶ ὑπὸ τὰς αὐτὰς περιστάσεις, ὑπὸ τὰς ὁποίας ἐγένετο εἰς τὸν Δ. Νίκαν. Ὁ λοχίας Μπουνάτσος, ἐπίσης ἐκ τῆς ἐπαρχίας μου καταγόμενος, ἠρίστευσε καὶ αὐτὸς, ὅπως καὶ ὁ Νίκας, εἰς τὰς ἐξετάσεις, καὶ ἐκρίθη ἄξιος νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὴν Σχολὴν τῶν Ὑπαξιωματικῶν, μεταξὺ τῶν πρώτων καὶ αὐτός. Δὲν γνωρίζω ποίας εἰσηγήσεις εἶχεν ἡ τότε ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν τότε, νομίζω, ἦτο ὁ κύριος Κόρπας, καὶ διὰ μιᾶς μονοκονδυλιᾶς ἀπέσβεσε τοὺς δύο ἀριστεύσαντας τούτους νέους ὑπαξιωματικούς, ἄριστα δὲ καὶ εὐδοκίμως ὑπηρετοῦντας ἐν τῷ στρατεύματι, τοὺς ἀπέσβεσεν ἐκ τοῦ καταλόγου τῶν μελλόντων νὰ εἰσέλθωσιν εἰς τὴν Σχολήν. Ἰσχυρίζεται δὲ ἡ ὑπηρεσία, ὅτι τὸ δίκαιον οὐσιαστικῶς εἶναι ὑπὲρ αὐτῆς, οὐχὶ ὅμως καὶ τυπικῶς. Δὲν γνωρίζω, ποῦ ἀκριβῶς στηρίζεται, λέγουσα ταῦτα, ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν. Διὰ τοῦτο ἠναγκάσθην νὰ κάμω παραστάσεις ἰδιαιτέρας πρὸς τὸν ἀξιότιμον ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργόν, καὶ νὰ παρακαλέσω αὐτὸν νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ μελετήσῃ τὴν ὑπόθεσιν καὶ ἐπαναφέρῃ τὸ δίκαιον εἰς τὴν θέσιν του, ἀποδίδων δικαιοσύνην εἰς τοὺς εἰρημένους δύο ὑπαξιωματικούς· διότι φρονῶ, ἐκ τῆς μελέτης, τὴν ὁποίαν ἐποιησάμην, τῶν σχετικῶν νόμων, ὅτι ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου δὲν ἀπεφάνθη ὀρθῶς ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, ἠδίκησε δὲ προφανῶς ἀμφοτέρους, διότι καὶ ὁ Νίκας ἐξεπλήρωσε τὴν ὑπηρεσίαν, ἣν ὤφειλε νὰ ἐκπληρώσῃ ἐν τῷ συντάγματί του, καὶ ὁ ἕτερος λοχίας Μπουνάτσος, ὑπηρετῶν τότε εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, παρουσιάσθη εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου, καὶ ἐζήτησε νὰ ἐπανέλθῃ εἰς τὸ Σῶμά του, καὶ παύσῃ πλέον ἡ ἀπόσπασις αὐτοῦ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν· διότι ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου ἰσχυρίζεται, ὅτι τῷ ὑπελείποντο 10 ἢ 15 ἡμέραι διὰ νὰ συμπληρώσῃ διετῆ μάχιμον ὑπηρεσίαν, καθ’ ἃ ὁ νόμος κελεύει· ἀλλ’ αἱ δέκα ἡμέραι εἶναι αἱ ἡμέραι, κατὰ τὰς ὁποίας ἐξετέλει μάχιμον ὑπηρεσίαν ἐν τῷ Ὑπουργείῳ, ἀφοῦ διετάχθη ἡ ἐπάνοδός του εἰς τὸ Σῶμά του, ἐκρατήθη δὲ ἀκουσίως παρὰ τῷ Ὑπουργείῳ· ἀλλὰ καὶ αἱ ἡμέραι, κατὰ τὰς ὁποίας ἐζήτησε νὰ ἐπανέλθῃ εἰς τὸ Σῶμά του, παρουσιασθεὶς προσηκόντως εἰς τοὺς προϊσταμένους του, ἔπρεπε νὰ λογισθῶσιν ὡς μάχιμος ὑπηρεσία· οἱ προϊστάμενοί του ὅμως τότε ἠρνήθησαν νὰ τὸν ἐπαναφέρωσιν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τὴν στρατιωτικὴν, ἐναντίον καὶ τῆς ἐπιθυμίας αὐτοῦ καὶ ἑτέρας διαταγῆς, τὴν ὁποίαν τότε τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν εἶχεν ἐκδώσει, καὶ διὰ τῆς ὁποίας ἐγκαθίστα εἰς τὴν θέσιν τοῦ Μπουνάτσου ἕτερον ὑπαξιωματικὸν τοῦ στρατεύματος. Νομίζω, κύριε Πρόεδρε, ὅτι ἡ ὑπόθεσις εἶναι ἀρκετὰ σπουδαία, διότι πρόκειται περὶ ἀδικήματος μεγάλου, τὸ ὁποῖον προσγίνεται εἰς δύο ἀρίστους ὑπαξιωματικούς· εὐελπιστῶ δὲ, ὅτι ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως θὰ λάβῃ ὑπὸ σοβαρὰν ἔποψιν τὸ ζήτημα, θὰ ἐξετάσῃ αὐτὸ, καὶ θὰ ἀποδώσῃ δικαιοσύνην εἰς νέους, οἱ ὁποῖοι θὰ εὐδοκιμήσωσιν ἐν τῷ στρατεύματι, καὶ θὰ φανῶσιν ἀντάξιοι τῶν προσδοκιῶν τοῦ τόπου. Πρόκειται περὶ ἀδικήματος ἐκ κακῆς ἑρμηνείας τοῦ νόμου.
§27Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Θέλω πάντως ἐξετάσει τὴν ὑπόθεσιν καὶ κρίνει, ἂν ὑπῆρξεν ἀληθῶς ἀδίκημα, καὶ προσέτι κατὰ τίνα τρόπον δύναται τὸ ἀδίκημα νὰ ἀνορθωθῇ. Ὀφείλω ὅμως νὰ ποιήσωμαι παρατήρησίν τινα πρὸς τὸν ἀγαπητόν μοι φίλον, τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Κορινθίας, ἐν σχέσει πρὸς τοὺς ὅρους, τῶν ὁποίων ἐποιήσατο χρῆσιν, διότι ἀνέφερεν ἐπανειλημμένως τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν. Ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν δὲν εἶναι ὑπεύθυνος, ἀλλὰ τὸ Ὑπουργεῖον, τοῦ ὁποίου διαχειριστὴς εἶναι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ὑπεύθυνος διὰ πᾶσαν πρᾶξιν. Ἑπομένως πρέπει νὰ ἀφίνωνται κατὰ μέρος οἱ ὑπάλληλοι, οἱ ἐργαζόμενοι ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Στρατιωτικῶν, οἱ ἀποτελοῦντες τὴν ὑπηρεσίαν αὐτοῦ, ἐγὼ δὲ θέλω πράξει τὸ καθῆκόν μου, καὶ θέλω ὑπέχει τὴν εὐθύνην διὰ πᾶν ὅ,τι θέλω πράξει.
§28Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, ὅτι ἦλθεν εἰς γνῶσίν μου ἡ ὑπόθεσις αὕτη, καθ’ ἣν ἐποχὴν διετέλουν Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν. Ὁμολογουμένως μοὶ ἐγένοντο παραστάσεις, ἢ μᾶλλον μοὶ εἰσήχθη ὑπ’ αὐτῆς ταύτης τῆς ὑπηρεσίας ἡ ὑπόθεσις τοῦ ὑπαξιωματικοῦ Δ. Νίκα καὶ τοῦ ἑτέρου, τοῦ ὁποίου δὲν ἐνθυμοῦμαι τὸ ὄνομα. Ὅτι αὐτοὶ ηὐδοκίμησαν, εἶναι ἀναμφισβήτητον — τοῦτο βεβαιοῖ ὁ πίναξ τῶν ἐξετάσεων — ἀλλά, δυστυχῶς δι’ αὐτούς, ἡ ἱκανότης αὐτῶν, ὡς ὀρθῶς εἶπεν ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς κ. Λεβίδης, καθίστα αὐτοὺς χρησίμους διὰ τὴν γραφικὴν ὑπηρεσίαν. Καὶ εἶναι μὲν ἀληθές, ὅτι οὗτοι παρίσταντο εἰς τὰς ἀσκήσεις, ὡς ἰσχυρίζονται, ἀλλὰ δὲν κατέστη δυνατὸν νὰ βεβαιωθῇ ἀπὸ τὰ βιβλία τῆς ὑπηρεσίας, ἐάν, καθ’ ὃν χρόνον οὗτοι διετέλουν ἀπεσπασμένοι εἰς τὴν γραφικὴν ὑπηρεσίαν, ἐξετελέσθη παρ’ αὐτῶν ὑπηρεσία τις μάχιμος. Μὴ βεβαιωθέντος δὲ τούτου, γνωστοῦ δὲ ὄντος, ὅτι οὗτοι ἦσαν ἀπεσπασμένοι, δὲν εἶχε τὸ Ὑπουργεῖον τὸ στοιχεῖον, διὰ τοῦ ὁποίου θὰ ἠδύνατο νὰ θεωρήσῃ αὐτοὺς ὡς ἀδικηθέντας παρὰ τοῦ προκατόχου Ὑπουργοῦ, τοῦ ἀξιοτίμου συνταγματάρχου κ. Κόρπα.
§29Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ. Φρονῶ, κύριε Πρόεδρε, ὅτι ἐκεῖνοι, τοὺς ὁποίους διέταξεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Τυρνάβου συνάδελφος, ὡς Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, νὰ ἐνεργήσωσιν ἐξετάσεις ἢ μᾶλλον ἀνακρίσεις ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου, ἀνέφεραν πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν ὑπὲρ τοῦ περὶ οὗ πρόκειται ὑπαξιωματικοῦ.
§30Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Ὁ ταγματάρχης Βασίλειος Νικολόπουλος δι’ ἀναφορᾶς του ἐβεβαίωσεν, ὅτι δὲν εὗρε στοιχεῖα βεβαιοῦντα, ὅτι οἱ περὶ ὧν ὁ λόγος δύο ὑπαξιωματικοὶ ἐξετέλεσαν μάχιμον ὑπηρεσίαν καθ’ ὅλον αὐτὸ τὸ διάστημα.
§31Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου, νομίζω, ὅτι ἐστάλη καὶ ὁ ἀντισυνταγματάρχης κ. Γιάνναρος, ἀνώτερος τοῦ κ. Νικολοπούλου.
§32Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Ἐπὶ ἄλλου Ὑπουργείου.
§33Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ. Αὐταὶ εἶναι λεπτομέρειαι, αἱ ὁποῖαι θὰ ἐξετασθῶσιν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον.
§34Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Ἐγώ, ἐπειδὴ κατὰ διαταγήν μου ἐγένετο ἡ ἐξέτασις, ἐνόμισα, ὅτι εἰς ἐμὲ ἀπηυθύνετο ἡ ἐπερώτησις, καὶ ἔκρινα, ὅτι ὤφειλον νὰ δώσω τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας ἐγνώριζον.
§35Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ. Πολὺς λόγος ἐγένετο, κύριε Πρόεδρε, περὶ προτάσεώς τινος γενομένης πρὸς τὸν ἀξιότιμον κ. ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργὸν περὶ παραχωρήσεως τοῦ μονοπωλίου τῶν ἐκρηκτικῶν ὑλῶν εἰς ξένους κεφαλαιούχους, παρέχοντας τὰς δεούσας ἐγγυήσεις, ὑπὸ ὅρους τοιούτους, ὥστε τὸ Δημόσιον νὰ ἐξασφαλίσῃ ἄνευ δαπάνης σοβαρὸν χρηματικὸν ποσὸν διὰ τὸν ἐθνικὸν σκοπὸν τοῦ ταμείου τοῦ ὑλικοῦ πολέμου, καὶ χωρὶς νὰ ἐπιβαρύνῃ τὴν κατανάλωσιν. Διὰ τῶν προτάσεων τούτων θὰ ἠδύνατο τὸ ταμεῖον τοῦ ὑλικοῦ πολέμου νὰ εἰσπράττῃ ἐτησίως περὶ τὸ ἓν ἑκατομμύριον, τὸ ὁποῖον θὰ ἠδύνατο νὰ ὑπηρετῇ δάνειον 15,000,000, τὰ ὁποῖα θὰ δοθῶσιν ἀμέσως εἰς τὸ ταμεῖον τοῦ ὑλικοῦ πολέμου διὰ τὸν διαδοχικὸν ὁπλισμὸν τοῦ στρατεύματος. Προτάσεις ἀνάλογοι ἐγένοντο καὶ πρὸς τὸν ἀξιότιμον ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν Ὑπουργὸν, ἀλλὰ περὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου ἀφίνω ἄλλους εἰδικωτέρους νὰ ὁμιλήσωσι. Περιορίζομαι λοιπὸν εἰς ὅ,τι ἀφορᾷ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν. Ὁ σκοπὸς τῶν οἰκονομικῶν μέτρων, τὸν ὁποῖον προτάσσει ὁ ἀξιότιμος κ. Πρωθυπουργὸς, βεβαίως μᾶς κωλύει ἀπὸ τοῦ νὰ λαμβάνωμεν τὸν λόγον ἐπὶ ζητημάτων ἐπίσης σοβαρῶν καὶ ἀφορώντων τὰ τοῦ στρατοῦ. Δὲν λαμβάνομεν δὲ τὸν λόγον ἐπὶ τῶν ζητημάτων τούτων, διὰ νὰ μὴ εἴπητε, ὅτι φέρομεν ἀντίδρασιν εἰς τὴν ταχεῖαν ἐπιψήφισιν τῶν οἰκονομικῶν νομοσχεδίων. Ἐν τούτοις τὸ νομοσχέδιον «περὶ ταμείου ὑλικοῦ τοῦ πολέμου», σχετιζόμενον μὲ τὰς προτάσεις, τὰς ὁποίας ἔχει ἤδη τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν ἐκ μέρους ξένων κεφαλαιούχων, νομίζω ὅτι δὲν κωλύεται ποσῶς ἀπὸ τὰ οἰκονομικὰ μέτρα τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, καὶ ἑπομένως παρακαλῶ τὸν ἀξιότιμον κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ προσωρινῶς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν καὶ ἐμὲ περὶ τῶν προτάσεων, αἵτινες τῷ ἐγένοντο ἐπὶ τοῦ προκειμένου, καὶ ταυτοχρόνως παρακαλῶ αὐτὸν νὰ πληροφορήσῃ ἐπίσης τὴν Βουλὴν καὶ ἐμὲ, διατὶ, ἀφοῦ αἱ περιστάσεις εἶναι ἐπείγουσαι, ἀφοῦ προσφοραὶ γίνονται, ἀφοῦ ἀπόλυτος ἀνάγκη παρουσιάζεται περὶ ταχείας ἐξοπλίσεως τοῦ στρατοῦ ἡμῶν, διατὶ δὲν ἐζήτησε μέχρι τοῦδε τὴν πρόταξιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ ὑλικοῦ τοῦ πολέμου, ἵνα συζητηθῇ τοῦτο καὶ καταστῇ νόμος τοῦ Κράτους, διὰ ν’ ἀρχίσῃ τὸ ταμεῖον αὐτὸ τέλος πάντων νὰ λειτουργῇ καὶ ἀρχίσῃ ἐπίσης καὶ ἡ ἐργασία διὰ τὸν ὁπλισμὸν τοῦ στρατοῦ.
§36Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Σήμερον ἄγομεν τὴν 8 Μαΐου, τὴν 6 δὲ τοῦ Μαΐου ἔλαβον φάκελον, ἐπιγραφόμενον πρὸς ἐμὲ, τὸν ὁποῖον ἀπεσφράγισα, καὶ εὗρον ἐν αὐτῷ ἔκθεσιν ἀνωτέρου ἀξιωματικοῦ τοῦ μηχανικοῦ, — ὅστις νομίζω ὅτι δὲν εἶναι πλέον ἐν ἐνεργείᾳ, — ὁ ὁποῖος μοὶ ἀνέφερεν, ὅτι ὑπάρχει ἑταιρεία, τὴν ὁποίαν αὐτὸς γνωρίζει, — τῆς ὁποίας ὅμως τὰ μέλη δὲν μοὶ ἀνεκοίνωσεν, — ἥτις θὰ ἦτο διατεθειμένη νὰ δανείσῃ τὸ Κράτος 25,000,000, ἵνα τοῦτο διαθέσῃ ταῦτα πρὸς ἐξοπλισμὸν τοῦ στρατοῦ.
§37Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ. 15,000,000 εἶναι διὰ τὸ στράτευμα, 10,000,000 εἶναι διὰ στόλον.
§38Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Αὐταὶ εἶναι λεπτομέρειαι... Διὰ νὰ χρησιμεύσωσι τὰ ἑκατομμύρια ταῦτα εἰς ἐξοπλισμὸν τοῦ στρατοῦ καὶ εἰς συμπλήρωσιν τοῦ Ναυτικοῦ, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις διὰ νόμου ἤθελε παραχωρήσει εἰς τὴν εἰρημένην ἑταιρείαν τὸ μονοπώλιον τῶν ἐκρηκτικῶν ὑλῶν. Ἐπειδὴ ὅμως τὸ μονοπώλιον τῶν ἐκρηκτικῶν ὑλῶν δὲν ὠργανώθη ἔτι, οὐδ’ ἐψηφίσθη ὑπὸ τῆς Βουλῆς, οὐδ’ ἐνεκρίθη ὑπὸ τοῦ Βασιλέως, οὐδὲ νόμος διέλαβε περὶ αὐτοῦ, δὲν εἶναι δυνατὸν νῦν νὰ γνωρίζωμεν, πόσα θέλουσιν εἶσθαι τὰ ἔσοδα τοῦ μονοπωλίου τούτου, διὰ νὰ κρίνωμεν, ποῖον κεφάλαιον δανείου διὰ τῶν ἐσόδων τοῦ μονοπωλίου δυνάμεθα νὰ πορισθῶμεν· ἐπειδὴ δὲ ὁ τὴν ἔκθεσιν ταύτην ἐπιστείλας μοι, αὐτὸς μὲν δὲν ἰσχυρίζεται, ὅτι δύναται νὰ δώσῃ τὸ ποσὸν τῶν δραχ. 25,000,000, ἀναφέρει ὅμως ἄλλην ἑταιρείαν, ἡ ὁποία ἔχει τὴν διάθεσιν νὰ συνομολογήσῃ τὸ δάνειον, ἀνέβαλον νὰ δώσω ἀπάντησίν τινα, τοσούτῳ μᾶλλον, καθόσον ἀπὸ τῆς 6 Μαΐου μέχρι τῆς 8 μία μόνον ἡμέρα ἐμεσολάβησε μέχρι τοῦδε. Θέλω ἀσχοληθῆ ἐπ’ αὐτῆς τῆς προτάσεως, καὶ θέλω κατανοήσει, τί συμφέρει εἰς τὸ Κράτος νὰ γένηται, ἵνα ὑποβάλω πρότασιν ἀνάλογον εἰς τὴν Βουλὴν. Ὡς πρὸς τὰ στρατιωτικὰ νομοσχέδια, καὶ ἰδίως τὸ νομοσχέδιον περὶ συστάσεως ταμείου ὑλικοῦ τοῦ πολέμου, νομίζω ὅτι πρέπει κατὰ τὴν Σύνοδον ταύτην νὰ συζητηθῇ καὶ ἐπιψηφισθῇ, ὡς νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ συζητηθῇ καὶ ἐπιψηφισθῇ καὶ πᾶν νομοσχέδιον χρήσιμον περὶ τοῦ στρατοῦ. Ταῦτα πάντα θέλω παρακαλέσει τὴν Βουλὴν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν καὶ συζητήσῃ εὐθὺς ὡς προβῶμεν εἰς τὴν συζήτησιν καὶ ἐπιψήφισιν τῶν συντελούντων εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ νομοσχεδίων, διότι πρὸ παντὸς πρέπει νὰ ἔχωμεν ἕνα Προϋπολογισμόν. Ἐπειδὴ δὲ ὁ Προϋπολογισμὸς δὲν δύναται νὰ ψηφισθῇ μεμονωμένως καὶ ἄνευ τῶν νομοθετημάτων, τὰ ὁποῖα ἐπηρεάζουσιν αὐτόν, διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὴν Βουλὴν καὶ συνιστῶ εἰς αὐτὴν νὰ μὴ ἀπέχῃ ἀπὸ τὴν συζήτησιν τῶν εἰρημένων νομοσχεδίων. Ἐὰν τὰ νομοσχέδια ταῦτα ἡ Βουλὴ δὲν ἐγκρίνῃ, θέλει ἐκφέρει τὴν τοιαύτην ψῆφον αὐτῆς. Καὶ ἡμεῖς μὲν θέλομεν τότε ἀπέλθει, ἄλλοι δὲ θέλουσιν ἀναλάβει τὴν Κυβέρνησιν, καὶ οὕτως ἡ ὁδὸς θέλει ἀνοίξει, καὶ δὲν θέλει προσκόπτει ἡ διοίκησις τοῦ Κράτους. Ἀλλ’ ἡ ἐξακολουθοῦσα ἐκκρεμότης τῶν πραγμάτων, ἡ βραδύτης αὕτη περὶ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ἔργων τούτων, αὐτὴ βεβαίως δὲν ἐξυπηρετεῖ τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους.
§39Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Αἱ ἐκθέσεις ὅμως τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἀκόμη δὲν ἐτυπώθησαν, κύριε Πρόεδρε.
§40Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν πρόκειται νὰ συζητηθῇ ὁ Προϋπολογισμὸς πρὸ τῶν νομοσχεδίων. Ὥστε ὑπάρχει καιρὸς πολύς.
§41Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Ἐπειδὴ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς ἀνέφερε καὶ προτάσεις, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν, νομίζω ὅτι καὶ ἐγὼ ἔχω καθῆκον νὰ δώσω ἀπάντησιν. Πραγματικῶς ἐδέχθην τὴν ἐπίσκεψιν ἰδιώτου τινός. Ἦλθε παρ’ ἐμοὶ τὴν Κυριακὴν, νομίζω, δύο ἡμέρας πρὶν παρουσιασθῇ εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργόν, καὶ μοὶ ἔφερε προτάσεις περὶ δανείου 25 ἑκατομμυρίων, ὑπογεγραμμένας παρ’ αὐτοῦ.
§42Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἄλλου δανείου;
§43Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἄλλου... Εἶπον καὶ ἐγὼ, ὅτι δύο τινὰ μὲ ἐμποδίζουσι νὰ λάβω ὑπ’ ὄψιν σπουδαίως τὰς γενομένας προτάσεις· πρῶτον, ὅτι καὶ ἐγὼ — ὅπως καὶ αὐτὸ τὸ ἴδιον πρόσωπον παρεδέχθη — δὲν δύναμαι νὰ πιστεύσω, ὅτι ἔχει εἰς τὴν διάθεσίν του τὸ ποσὸν τοῦτο τὸ χρηματικόν, ὅτι δὲ ἡ Τράπεζα, τὴν ὁποίαν μοὶ ἀνέφερε, μοὶ ἐφάνη μὲν λίαν σοβαρὰ, ἀλλ’ εἶπον ὅτι θέλω νὰ ἴδω, ἂν πράγματι θέλει νὰ κάμῃ προσφορὰς εἰς τὸ Δημόσιον.
§44Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ. Ἀνέφερεν ἕν ὄνομα ἑνὸς πρώην Πρωθυπουργοῦ τῆς Γαλλίας.
§45Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἡ Τράπεζα αὕτη δὲν διστάζω νὰ εἴπω εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι περιέχει πρόσωπα, τὰ ὁποῖα πολὺ καλῶς γνωρίζω, καὶ εὑρίσκομαι εἰς σχέσεις μετ’ αὐτῶν, ἱδρυτὴς δὲ τῆς Τραπέζης ταύτης εἶναι πρώην Πρωθυπουργὸς τῆς Γαλλίας καὶ νῦν Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν. Εἶπον λοιπὸν, ὅτι, διὰ νὰ παραδεχθῶ ὅτι ἡ Τράπεζα θέλει κάμει προτάσεις τοιαύτας, τὰς ὁποίας νὰ δύναται ἡ Κυβέρνησις νὰ μελετήσῃ, ἐπιθυμῶ νὰ ἔχω μίαν πρότασιν ἐπίσημον· διότι ἀνέφερα εἰς αὐτὸν τὴν παράδοσιν, τὴν ὁποίαν ἴσως ἡ Βουλὴ γνωρίζει, τοῦ γάμου τοῦ Λαμπὲρ, ὅστις παρέστησεν ἑαυτὸν εἰς τὸν Ρότσιλδ ὡς συνέταιρον τοῦ Χὼπ, καὶ παρὰ μὲν τοῦ Ρότσιλδ ἐζήτησε τὴν κόρην του εἰς γάμον, παρὰ δὲ τοῦ Χὼπ συνεταιρισμὸν ὡς γαμβρὸς τοῦ Ρότσιλδ, καὶ κατώρθωσε νὰ λάβῃ καὶ τὴν κόρην καὶ νὰ γείνῃ καὶ συνέταιρος ὡς γαμβρὸς τοῦ Ρότσιλδ! (ἱλαρότης). Λοιπὸν ἐνδέχεται νὰ παρουσιάζηται μὲν εἰς ἡμᾶς ὡς φίλος ἐκείνου, ὁ ὁποῖος εἶναι ἐπιφορτισμένος παρὰ τῆς Τραπέζης ἐκείνης, εἰς δὲ τὴν Τράπεζαν νὰ παρουσιάζηται ὡς ἐπιφορτισμένος παρὰ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως. Δὲν δύναμαι δὲ ὑπὸ τοιούτους ὅρους νὰ ἔλθω εἰς καμμίαν διαπραγμάτευσιν. Συνάμα δὲ εἶπον, ὅτι εἷς τῶν ὅρων μοὶ ἐφάνη ἀποκλείων ἀπολύτως πᾶσαν διαπραγμάτευσιν, ὁ ὅρος δ’ οὗτος ἦτο ἡ ὑπαγωγὴ τοῦ ταμείου τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου εἰς τὸν Διεθνῆ Ἔλεγχον. Τοιαύτη εἶναι ἡ γνώμη τοὐλάχιστον ἡ ἀτομικὴ ἡ ἰδική μου, διότι καὶ ὑπὸ ἔποψιν ὑποκειμενικὴν καὶ ὑπὸ ἔποψιν ἀντικειμενικὴν θεωρῶ τὸν ὅρον τοῦτον ὡς ἀναιροῦντα καὶ μὴ καθιστῶντα σοβαρὰν πᾶσαν πρότασιν. Ἔκτοτε δὲν ἠξεύρω, ἂν ὁ ὁμιλήσας πρὸς ἐμὲ προέβη εἰς ἄλλα διαβήματα, ἀλλ’ ἐχαρακτήρισα τὴν πρότασιν, ὡς πρὸς τὸ πρόσωπον, τότε, ὅτι δὲν ἦτο πρότασις παρέχουσα ὅλα τὰ στοιχεῖα σοβαρότητος, ἥτις νὰ ἐπιτρέπῃ τὴν μελέτην αὐτῆς παρὰ Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία βεβαίως δὲν δύναται νὰ ἐπιληφθῇ μελέτης προτάσεων, αἱ ὁποῖαι δὲν ἔχουσιν ὅλα τὰ στοιχεῖα τῆς σοβαρότητος.
§46Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸ πρόσωπον τοῦ Χὼπ καὶ τὸ πρόσωπον τοῦ Ρότσιλδ, μοὶ φαίνεται, ὅτι σᾶς ἐγένετο πρότασις ν’ ἀπευθυνθῆτε πρὸς τὸν πρεσβευτὴν τῆς Ἑλλάδος.
§47Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Αὐτὸς εἶναι ὁ μῦθος τοῦ Ρότσιλδ.
§48ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ. Ἐπειδὴ ἐγένετο λόγος περὶ τῆς ἐκθέσεως ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, πληροφορῶ τὴν Βουλὴν, ὅτι ἐξετυπώθη ἡ ἔκθεσις τῆς πλειονοψηφίας, ἀλλὰ καθυστεροῦνται τὰ δοκίμια τῆς ἐκθέσεως τῆς μειονοψηφίας, καὶ παρακαλῶ νὰ ἐπιστραφῶσι τὸ ταχύτερον, ὅπως κατορθωθῇ νὰ διανεμηθῶσιν ὁμοῦ ἀμφότεραι αἱ ἐκθέσεις.
§49ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Προκειμένου περὶ ἐκτυπώσεως ἐν τῷ Ἐθνικῷ Τυπογραφείῳ, παρατηρῶ, ὅτι τὸ νομοσχέδιον περὶ διοικητικῆς διαιρέσεως, ἐνῷ διενεμήθη εἰς ξένα πρόσωπα, εἰς τοὺς Βουλευτὰς δὲν διενεμήθη.
§50ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ διανεμηθῇ. Εἶχεν ἕν τυπογραφικὸν λάθος.
§51ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Ἐπίσης παρακαλῶ νὰ ἐπισπευσθῇ ἡ ἐκτύπωσις τῶν πινάκων, τοὺς ὁποίους κατέθηκεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως.
§52ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρηγγέλθη ἡ ταχεῖα ἐκτύπωσις.
§53ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Ἐὰν δὲν ἀπεπερατώθη ἔτι ἡ ἐκτύπωσις, καλὸν εἶναι νὰ προστεθῇ καὶ ἡ κατὰ τὴν ἑσπέραν ταύτην γενομένη δήλωσις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅπως οἱ πίνακες ὦσι πλήρεις.
§54ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα. Ὁ κύριος Πρωτοπαπαδάκης ἔχει τὸν λόγον.
§55Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Εἶχον καὶ ἐγὼ ζητήσει τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε.
§56ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλά. Θὰ ἔλθῃ ἡ σειρά σας. Μετὰ τὸν κ. Πρωτοπαπαδάκην εἶναι ἐγγεγραμμένοι οἱ κύριοι Σμολένσκης, Μοσχούλας, Γεράκης καὶ Καλλιφρονᾶς.
§57Ι. ΓΙΑΝΝΑΚΙΤΣΑΣ. Νὰ ἐγγράψητε καὶ ἐμέ.
§58ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα. Ἄλλος! Προλάβετε νὰ λάβητε σειράν!
§59ΔΙΟΝ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Καὶ ἐγὼ, κύριε Πρόεδρε, ζητῶ τὸν λόγον.
§60ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα. Ὁρίστε, κύριε Πρωτοπαπαδάκη.
§61Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Πρὸ τῆς διακοπῆς τῶν ἐργασιῶν, τῆς ἕνεκα τῶν ἑορτῶν τοῦ Πάσχα, κύριοι Βουλευταὶ, ὑπέβαλον εἰς τὴν Βουλὴν δύο νομοσχέδια, σχετικὰ μὲ τὴν ὑπηρεσίαν τῶν δημοσίων ἔργων. Τὸ ἓν ἀφεώρα εὐθύνας μηχανικῶν, ἐργοδηγῶν καὶ ἀρχιτεκτόνων, ἀσχολουμένων μὲ δημόσια ἢ δημοτικὰ ἔργα, ἐν σχέσει πρὸς τὰς ὑπερβάσεις τῶν ὑπ’ αὐτῶν συντασσομένων προϋπολογισμῶν, τὸ ἕτερον ἀφεώρα εὐθύνας τοῦ Κράτους ἀπέναντι τῶν λιμενικῶν ταμείων, εἰς τὰ ὁποῖα διὰ νόμου ἡ Κυβέρνησις ἐπέβαλε τὴν ἐπίβλεψιν τῶν ἔργων διὰ μηχανικῶν τῆς ὑπηρεσίας τῶν δημοσίων ἔργων, ὅταν ἐξ ὑπαιτιότητος αὐτῶν τῶν μηχανικῶν ἤθελον προκύψει ζημίαι εἰς τὰ λιμενικὰ ταμεῖα. Ἠθέλησα τότε νὰ ἀναπτύξω τοὺς λόγους, οἱ ὁποῖοι μὲ ἔπεισαν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς τὰ νομοσχέδια ταῦτα, ἀλλ’ ἄλλαι ἐπείγουσαι ἐργασίαι τῆς Βουλῆς συνεζητοῦντο τότε, καὶ παρεκλήθην νὰ ἀναβάλω τὴν ἀνάπτυξιν τῶν νομοσχεδίων τούτων. Ὁμολογῶ ὅτι ηὐχαριστήθην διὰ τοῦτο, διότι ἦτο καὶ ἐξακολουθεῖ νὰ ἦναι ἀνιαρὸν δι’ ἐμὲ νὰ ἀναφέρω ἐντεῦθεν γεγονότα, τὰ ὁποῖα ἐνδεχόμενον νὰ πειράξουν συναδέλφους, τοὺς ὁποίους κατ’ οὐδένα λόγον ἐνόουν νὰ δυσαρεστήσω. Τὸ ἓν ἐκ τῶν νομοσχεδίων ἐκείνων ἐψηφίσθη ἤδη εἰς δευτέραν ἀνάγνωσιν, καὶ ἐψηφίσθη χάρις εἰς τὴν ἐπιψήφισιν ἑτέρου νομοσχεδίου, ἀφορῶντος τὸν προϋπολογισμὸν τῶν ἐξόδων τῆς οἰκοδομῆς τοῦ καπνοκοπτηρίου Ἀθηνῶν. Ἠθέλησα νὰ λάβω τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τούτου, διότι ἐνόμισα, ὅτι ἦτο ἐν μέρει ἀτελής. Παρετήρησα, λόγου χάριν, ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς αὐτὸς οὐδεμίαν ὑπογραφὴν μηχανικοῦ φέρει. Ποῖος λοιπὸν κατήρτισε τοῦτον; Ὁ προϋπολογισμὸς οὗτος φέρει δύο ἡμερομηνίας: 1) «Ἐν Ἀθήναις τῇ 25 Ὀκτωβρίου 1901». 2) «Διὰ τὴν ἀκρίβειαν τῆς ἀντιγραφῆς, ἐν Ἀθήναις τῇ 22 Μαρτίου 1903. Ὁ Διευθυντὴς τῶν δημοσίων ἔργων Σάουρωτ». Ἀλλ’ ἐνόμιζον μέχρι τοῦδε καὶ ἐξακολουθῶ νὰ νομίζω, ὅτι ὁ Διευθυντὴς τῶν δημοσίων ἔργων κ. Σάουρωτ δὲν συντάσσει προϋπολογισμούς. Μοὶ ἐφάνη λοιπόν, ὅτι ὑπῆρχέ τι τὸ ἄτοπον εἰς τὸν προϋπολογισμόν, ὁ ὁποῖος ὑπεβλήθη εἰς τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς, διότι ἐξακολουθῶ νὰ λέγω, ὅτι ὁ Διευθυντὴς τῶν δημοσίων ἔργων βεβαιότατα δὲν συντάσσει προϋπολογισμούς, οὔτε ὑπέχει οἱανδήποτε εὐθύνην δι’ αὐτούς. Θὰ ἐξήταζον διάφορα κονδύλια, διότι ὁ προϋπολογισμὸς οὗτος, ὁ ἀνερχόμενος εἰς 400,000 δραχμάς, εἶμαι πεπεισμένος, μολονότι δὲν γνωρίζω τὰ σχέδια, ἀλλ’ ἐκ τῆς συγκρίσεως καὶ τῆς πρὸς ἄλληλα σχέσεως τῶν διαφόρων κονδυλίων, τὰ ὁποῖα περιέχει, ἐπείσθην, ὅτι θέλει ὑπερβῆ τὰς 600,000 δραχμάς· γνωρίζων δέ, μετὰ πόσης φειδοῦς ὁ σεβαστὸς Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως διαχειρίζεται τὰ δημόσια χρήματα, εἶχον σκοπὸν νὰ τῷ καταστήσω γνωστὰ τὰ σχετικά, ὅπως λεπτομερέστερον ἐξετάσῃ τὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ τούτου, πρὶν τὸν ὑποβάλῃ εἰς τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς. Ἵνα ἀποφύγω τὴν μακρὰν ταύτην ἀνάλυσιν, ἀφοῦ ἡ Βουλὴ ἐφάνη πρόθυμος νὰ συνταυτίσῃ μὲ τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου τούτου καὶ τὴν ἐπιψήφισιν τῆς προτάσεως νόμου, τὴν ὁποίαν εἶχον ὑποβάλει ἐγὼ «περὶ εὐθύνης μηχανικῶν καὶ ἀρχιτεκτόνων», ἠρκέσθην εἰς τοῦτο, μὲ τὴν ἰδέαν, ὅτι ὁ μηχανικός, ὁ συντάξας τὸν προϋπολογισμόν, θέλει φέρει τὴν εὐθύνην, ἐν ᾗ περιπτώσει ἐξ ὑπαιτιότητος αὐτοῦ θὰ ἐδαπανᾶτο διὰ τὸ περὶ οὗ πρόκειται κατάστημα ποσὸν ἀνώτερον τοῦ προϋπολογισθέντος. Ἐψηφίσθη τὸ νομοσχέδιον εἰς πρώτην καὶ δευτέραν ἀνάγνωσιν ὁμοῦ μὲ τὸν προϋπολογισμὸν τῆς οἰκοδομῆς τοῦ καπνοκοπτηρίου—εἰς δευτέραν ἀνάγνωσιν ἐψηφίσθη τὸ παρελθὸν Σάββατον. — Ὅτε μοὶ ἐπῆλθεν ἡ ἰδέα νὰ ὑποβάλω τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ εἰς τὴν Βουλήν, —καὶ θέλω ἐξηγήσει τοὺς λόγους, διὰ τοὺς ὁποίους μοὶ ἐπῆλθεν ἡ ἰδέα ἐξ ἄλλων νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα ὑπεβλήθησαν καὶ εὑρίσκονται ἀναγεγραμμένα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, — ὑπέβαλον πρῶτον εἰς τὴν κρίσιν τοῦ Πολυτεχνικοῦ Συλλόγου τὴν ἰδέαν μου, ζητήσας καὶ τοῦ σωματείου τούτου τὴν γνώμην. Ὁ Πολυτεχνικὸς Σύλλογος, δὲν ἠξεύρω διατὶ, δὲν ἠθέλησε νὰ λάβῃ τὸ πρᾶγμα ὑπὸ σημείωσιν. Τὴν Κυριακὴν τὸ πρωῒ ὅμως ὁ Πρόεδρος τοῦ Πολυτεχνικοῦ Συλλόγου μὲ ἐπεσκέφθη κατ’ οἶκον καὶ μοὶ ἀνεκοίνωσεν, ὅτι ὑπάρχουσιν ἀντιρρήσεις ἐκ μέρους τῶν μηχανικῶν ὡς πρὸς τὸ νομοσχέδιον αὐτό. Τῷ ἀπήντησα, ὅτι τὸ νομοσχέδιον μου οὔτε ἀτομικῶς μὲ ἀφεώρα, οὐδὲ τῆς ἐπαρχίας μου τὰ συμφέροντα ἐπροστάτευεν. Εἶναι νομοσχέδιον ὅλως διόλου γενικοῦ συμφέροντος, τῷ προσέθηκα, καὶ εἶμαι πρόθυμος, πᾶσαν μεταβολὴν, τὴν ὁποίαν ὁ Πολυτεχνικὸς Σύλλογος ἤθελε κρίνει ἐπιβαλλομένην, νὰ τὴν ἀσπασθῶ καὶ ὑποστηρίξω ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Ἐπειδὴ δὲ τὴν ἐπαύριον θὰ ἐψηφίζετο εἰς τρίτην ἀνάγνωσιν ὁ προϋπολογισμὸς τῆς οἰκοδομῆς τοῦ Καπνοκοπτηρίου, καὶ ἐπεθύμουν νὰ ψηφισθῇ μετ’ αὐτοῦ καὶ ἡ ἐμὴ πρότασις νόμου, παρεκάλεσα, ὅπως ἐντὸς τῆς Δευτέρας καὶ πρὸ τῆς ὥρας τῆς συνεδριάσεως τῆς Βουλῆς συνέλθῃ ὁ Σύλλογος καὶ ἀποφασίσῃ. Πράγματι συνῆλθόν τινα τῶν μελῶν, ἀλλὰ τὰ ἐπιχειρήματα, ὅσα μοὶ ἀντέταξαν, ἵνα μὲ πείσωσι ν’ ἀποσύρω τὴν περὶ ἧς πρόκειται πρότασιν νόμου, δὲν μὲ ἔπεισαν, διότι τὰ μέλη τοῦ Συλλόγου εἶχον ἄδικον, καὶ ἐβεβαίωσα τοὺς συναδέλφους, ὅτι θὰ ἐπέμενον τὴν ἑσπέραν ἐκείνην εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου. Ἐν τούτοις τὴν ἑσπέραν τῆς Δευτέρας, διὰ λόγους ἀνεξαρτήτους τῆς θελήσεώς μου, δὲν ἠδυνήθην νὰ παραστῶ εἰς τὴν συνεδρίασιν τῆς Βουλῆς, προκειμένου νὰ ἀναχωρήσω εἰς Σῦρον, ὅπου ἐκλήθην ὡς μάρτυς εἰς τὸ Δικαστήριον. Εἶχον ὅμως τὴν πρόνοιαν νὰ γράψω πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον τοῦ Πολυτεχνικοῦ Συλλόγου, ὅτι δὲν θὰ παρευρισκόμην εἰς τὴν Βουλὴν πρὸ τῆς προσεχοῦς Πέμπτης, καὶ ὅτι ἐν τῷ μεταξὺ ἠδύνατο ὁ Σύλλογος νὰ ἐξετάσῃ καὶ τροποποιήσῃ τὸ νομοσχέδιον, οὕτως ὥστε νὰ δυνηθῶ νὰ τὸ ὑποστηρίξω ἅμα τῇ ἐπανόδῳ μου. Χθὲς τὴν ἑσπέραν ὁ Πολυτεχνικὸς Σύλλογος συνεδρίασεν ἐπὶ τούτῳ, ἀποτέλεσμα δὲ τῆς συνεδριάσεώς του ἦτο τὸ ἔγγραφον, ὅπερ ἔγραψεν ὁ Πρόεδρος τοῦ Συλλόγου ἐν ὀνόματι αὐτοῦ πρὸς τὴν Βουλήν. Ὁμολογῶ ὅτι, ἂν ἔβλεπον, ὅτι τὸ ἔγγραφον αὐτὸ ἀντικαθιστᾷ τὴν πρότασιν νόμου, ἣν ὑπέβαλον ἐγὼ, δι’ ἑτέρας, ἢ ἀπεδείκνυεν ὅτι ἡ ἐμὴ πρότασις παρουσιάζει ταύτας ἢ ἐκείνας τὰς ἀτελείας, αἵτινες πρέπει νὰ πληρωθῶσι κατὰ τοῦτον ἢ ἐκεῖνον τὸν τρόπον, — διότι καὶ ὁ Πολυτεχνικὸς Σύλλογος ἀναγνωρίζει ὡς ὀρθὰ τὰ αἴτια, ἅτινα μὲ ὤθησαν εἰς τὴν ὑποβολὴν τοῦ νομοσχεδίου, ἀλλὰ φρονεῖ ὅτι δὲν διορθώνει ταῦτα τὸ νομοσχέδιον, — ὁμολογῶ, λέγω, ὅτι, ἂν ἔβλεπον τοιοῦτόν τι, δὲν θὰ ἐλάμβανον τὸν λόγον, καὶ θ’ ἄφινα τὴν Βουλὴν ν’ ἀποφασίσῃ ἐπὶ τῆς ἐμῆς προτάσεως, ἢ ἐπὶ τῆς προτάσεως τοῦ Συλλόγου, ἣν θὰ υἱοθέτουν μετ’ εὐχαριστήσεως. Ἀλλ’ ἡ ἀναφορὰ τοῦ Συλλόγου δὲν λέγει τοιοῦτόν τι· κατηγορεῖ τὴν πρότασιν, ἣν ὑπέβαλον ἐγὼ, ὡς περιττὴν, διότι, λέγει, ὑπάρχουσιν ἄλλοι νόμοι ἀντικαθιστῶντες αὐτὴν, καὶ ὡς ἐπιβλαβῆ, «διότι συνταυτίζει τὰς ὑποχρεώσεις τῶν δημοσίων μηχανικῶν καὶ ἐργοδηγῶν πρὸς τὰς τῶν ἰδιωτῶν μηχανικῶν καὶ ἀρχιτεκτόνων»· πρὸς τούτοις δὲ κατηγορεῖ τὴν πρότασιν ὡς ἀσαφῆ, ἀόριστον κλπ.
§62Κ. ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τὰ λέγετε, ὅταν ἔλθῃ εἰς συζήτησιν τὸ νομοσχέδιον.
§63Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Δὲν ἠξεύρω, ἂν θὰ ἔλθῃ εἰς συζήτησιν· ἐπειδὴ δὲ κατηγορήθην ὑπὸ τοῦ Πολυτεχνικοῦ Συλλόγου, μοὶ ἐπιβάλλεται νὰ ὑπερασπίσω ἑμαυτόν.
§64Κ. ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ λάβω τὸν λόγον, ἵνα ἀποδείξω, ὅτι ὁ Πολυτεχνικὸς Σύλλογος ἔχει πληρέστατα δίκαιον.
§65Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Οὐδεὶς δύναται νὰ σᾶς ἐμποδίσῃ.
§66Κ. ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Αἱ ἐργασίαι τῆς Βουλῆς.
§67Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Αἱ ἐργασίαι τῆς Βουλῆς, κατὰ τὴν ὁμολογίαν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, στρέφονται περὶ τὰ οἰκονομολογικὰ ζητήματα τοῦ Κράτους, νομίζω δὲ, ὅτι σπουδαιότερον νομοσχέδιον ὑπὸ τὴν ἔποψιν ταύτην δὲν ὑπάρχει ἀναγεγραμμένον ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει.
§68Κ. ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὴ εἶναι γνώμη σας.
§69Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Μὴ ἀποφαίνεσθε, ἐφ’ ὅσον δὲν σᾶς ἀνέπτυξα τὴν γνώμην μου.
§70ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχετε μέσον νὰ φέρητε τὴν πρότασίν σας, ὅταν φθάσωμεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§71Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Ὁμιλῶ ἐπὶ τῆς ἀναφορᾶς, ἣν ἀνακοινώσατε καὶ ἀνεγνώσατε εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ θὰ ὑπερασπίσω ἐμαυτόν.
§72ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐκεῖνο ὅμως, ὅπερ θὰ εἴπητε τώρα, ἴσως εἶναι περιττόν.
§73Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Λυποῦμαι πολὺ, διότι πρόκειται ἴσως περὶ οἰκονομίας δύο ἢ τριῶν ἑκατομμυρίων δραχμῶν. Λοιπόν, ἵνα μὴ μακρηγορῶ, ἔρχομαι εἰς τὰ αἴτια, ἅτινα μὲ ἠνάγκασαν νὰ ὑποβάλω τὴν πρότασιν νόμου. Βλέπω ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει ἀναγεγραμμένον, ὑπ’ ἀριθ. 60, νομοσχέδιον «περὶ ἐγκρίσεως προϋπολογισμῶν ὁλικῆς δαπάνης διὰ τὴν κατασκευὴν διαφόρων δημοσίων ἔργων», καὶ ὁμολογῶ, ὅτι δὲν ἠδυνήθην νὰ ἐννοήσω, διατὶ δὲν συνεζητήθη καὶ τοῦτο μετὰ τῶν λοιπῶν συναφῶν νομοσχεδίων. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἀφορᾷ τὴν ἔγκρισιν δαπάνην 200,000 περίπου δραχμῶν, ἐξ ὧν 125,000 ἀναγράφονται ὡς συμπληρωματικὸς προϋπολογισμὸς πρὸς ἀποπεράτωσιν τοῦ κατασκευαζομένου κτιρίου τοῦ Ἐθνικοῦ Τυπογραφείου. Τοῦτο πρὸ ἔτους περίπου ἐξεδόθη εἰς μειοδοτικὴν δημοπρασίαν, ἵνα κατασκευασθῇ ἀντὶ ὁλικοῦ ποσοῦ 150,000 δραχμῶν. Προσῆλθεν ἐργολάβος, μειοδοτήσας κατὰ 19%, καὶ ἡ ἐκτέλεσις τοῦ ἔργου θὰ ἐγίνετο ἀντὶ 121,500 δραχμῶν. Αὐτὰ ἐξ ἐπισήμων ἐγγράφων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, ἅτινα κατετέθησαν. Κατόπιν ἐδόθη συμπληρωματικὴ πίστωσις ἑτέρων 20,000 δραχμῶν, καὶ ἤδη ζητεῖται νέον ποσὸν 125,000, ἤτοι ἡ ὁλικὴ δαπάνη ἀνεβιβάσθη εἰς 266,500.
§74ΧΑΡ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ἄνευ μεταβολῆς τοῦ σχεδίου;
§75Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Ἐὰν νομίζητε, ὅτι δὲν ἀπασχολῶ τὴν Βουλὴν, δύναμαι νὰ σᾶς ἀναπτύξω τὰ καθέκαστα λεπτομερέστατα.
§76ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὅταν ἔλθῃ εἰς συζήτησιν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, δύνασθε τελεσφόρως νὰ ἀναπτύξητε τὰ σχετικά.
§77Κ. ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸ νομίζω καὶ ἐγώ.
§78Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Ἐξακολουθῶ, Κύριοι.
§79ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐξακολουθεῖτε. Ἡμεῖς εἴμεθα ὑπόχρεοι νὰ σᾶς ἀκούωμεν.
§80Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Ἐὰν δι’ αὐτοῦ τοῦ τρόπου νομίζητε, ὅτι δὲν πρέπει νὰ συζητῶμεν, δὲν ἔπρεπε καὶ νὰ ἀναγνώσητε τὴν ἀναφορὰν τοῦ Πολυτεχνικοῦ Συλλόγου.
§81ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σᾶς ὑπενθυμίζω τὸν Κανονισμὸν, ὅστις ὁρίζει τὸν τρόπον τῆς συζητήσεως.
§82Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Τότε θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ ὁμιλήσω, ὅταν εἰσέλθωμεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§83ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§84ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὀφείλω νὰ παρατηρήσω πρὸ παντὸς, ὅτι ἡ παρατήρησις, ὅτι δὲν ἦτο πρέπουσα ἡ παρατήρησις ἡ γενομένη πρὸς τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Νάξου, βεβαίως δὲν ἥρμοζεν εἰς τὸ στόμα τοῦ κ. Βουλευτοῦ Κυθήρων, διότι ἔχω καθῆκον κατὰ τὸ ἐφικτὸν νὰ τηρήσω τὸν Κανονισμόν. Ὁ κ. ἐκ Νάξου Βουλευτὴς ἠδύνατο νὰ ὑποστηρίξῃ τὴν πρότασίν του, εἴτε δι’ ἕνα εἴτε δι’ ἄλλον λόγον· τὴν στιγμὴν ὅμως ταύτην δὲν εὑρισκόμεθα πρὸ τοῦ νομοσχεδίου τοῦ σχετικοῦ, ἀλλὰ πρὸ ἑνὸς ὑπομνήματος Συλλόγου. Ἀλλ’ ὁ κ. ἐκ Νάξου Βουλευτὴς ἐνόμισεν, ὅτι ἔπρεπε νὰ ἀναπτύξῃ τοὺς λόγους, τοὺς ὑποκινήσαντας αὐτὸν ἵνα ὑποβάλῃ τὸ νομοσχέδιόν του, (ὅπερ εὑρίσκεται εἰς τρίτην ἀνάγνωσιν, καὶ κατέδειξα πρὸς αὐτὸν τὸ ἄτοπον τοῦτο. Ἐὰν νομίζητε, ὅτι τοῦτο δὲν εἶναι πρέπον, τότε πρέπει ν’ ἀφήσω τὴν διεύθυνσιν τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς εἰς τὴν τύχην καὶ εἰς τὴν κρίσιν ἑκάστου Βουλευτοῦ. Ἀλλὰ νομίζω ὅτι, ὅταν ἦμαι ἐδῶ, ἔχω τὸ δικαίωμα καὶ τὸ καθῆκον νὰ ὑπενθυμίζω πρὸς τοὺς κυρίους Βουλευτὰς, ὅτι ἔχομεν Κανονισμόν, καθ’ ὃν ὀφείλομεν τελεσφόρως νὰ ἐργαζώμεθα. Βεβαίως δὲ δὲν ἐργαζόμεθα τελεσφόρως, ὅταν ὁ κ. Πρωτοπαπαδάκης λαμβάνῃ τὸν λόγον πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως, προκειμένου περὶ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον φέρει ἀριθμὸν 60 ἐν αὐτῇ. Ἔπρεπε λοιπὸν νὰ κάμω πρὸς αὐτὸν τὴν παρατήρησιν. Αὕτη εἶναι ἡ ἀπάντησις, τὴν ὁποίαν ὤφειλον νὰ σᾶς δώσω.
§85ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα). (Ἀγορεύοντος τοῦ κ. Στάη καταλαμβάνει τὴν ἕδραν τοῦ Προέδρου ὁ ἀντιπρόεδρος κ. Ι. Ἀντωνόπουλος).
§86Δ. ΡΑΛΛΗΣ (ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς). Ἀναμφιβόλως, κύριοι Βουλευταὶ, ὁ ἀξιότιμος ἐκ Κυθήρων Βουλευτὴς παρηρμήνευσε τὴν τροποποίησιν τὴν ἐπενεχθεῖσαν εἰς ὡρισμένον ἄρθρον τοῦ Κανονισμοῦ, διότι ἀπέδωκεν εἰς τὴν τροποποίησιν ἐκείνην τὸν σκοπὸν τοῦ ν’ ἀναστρέψῃ ἄρδην πᾶσαν τάξιν ἐν ταῖς συζητήσεσι καὶ ταῖς ἐργασίαις τῆς Βουλῆς. Ἐξ ἐναντίας ἡ τροποποίησις ἐκείνη εἶχεν ἕνα καὶ μόνον σκοπὸν, νὰ ἑδραιώσῃ τὴν τάξιν ἐν ταῖς συζητήσεσι καὶ ταῖς ἐργασίαις τῆς Βουλῆς. Εὑρισκόμεθα πρὸ μιᾶς διατάξεως, ἡ ὁποία δὲν ἀνεγνώριζε κἄν τὸ δικαίωμα τῆς ἐπερωτήσεως, δὲν ἀνεγνώριζε τὸ δικαίωμα τῆς συστάσεως, καὶ κατὰ τὴν ὁποίαν ἀμέσως ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς ὤφειλε νὰ καλέσῃ τοὺς Βουλευτὰς εἰς συζήτησιν τῶν θεμάτων τῆς ἡμερησίας διατάξεως, ἐκφωνῶν ἓν πρὸς ἓν τὰ ἀντικείμενα τὰ ἀναγεγραμμένα ἐν αὐτῇ. Αὕτη ἦτο ἡ διάταξις τοῦ Κανονισμοῦ. Τὴν διάταξιν ἐκείνην ἐτροποποίησα, ὅπως καταστήσω αὐτὴν σύμφωνον πρὸς τὸ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον ἔχουσιν οἱ Βουλευταὶ, ἀλλὰ τὴν ἐτροποποίησα ἐπὶ τῇ πεποιθήσει τῆς τηρήσεως τῶν παραδόσεων τοῦ Ἑλληνικοῦ Κονοβουλίου καὶ τῶν λογικῶν ὁρίων τῶν συζητήσεων, ἐντὸς τῶν ὁποίων αὗται συντελοῦσιν εἰς τὸ νὰ καταστήσωσι τελεσφόρον τὴν ἐργασίαν τῆς Βουλῆς διὰ τὰ συμφέροντα τῆς χώρας καὶ τῆς Πολιτείας. Ἀλλ’ ἕωλοι καὶ προσωπικαὶ συζητήσεις βεβαίως οὐδὲ κατ’ ἐλάχιστον δύνανται νὰ ἐξυπηρετήσωσι τὸ συμφέρον τῆς χώρας καὶ τῆς Πολιτείας, καταρρίπτουσι δὲ τὸ γόητρον τῆς Βουλῆς. Ὑπάρχουσιν ἐπερωτήσεις. Ἀλλὰ τίς ποτε ἀπηγόρευσε τὸν λόγον, καὶ τίς ποτε ἠθέλησε νὰ παρακωλύσῃ τὸν λόγον ἀπὸ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἤθελον νὰ διατυπώσωσιν ἐπερώτησιν, ἢ καὶ νὰ τὴν ἀναπτύξωσιν ὁποτεδήποτε; Διότι αὐτὸ εἶναι δικαίωμα καὶ καθῆκον τοῦ Βουλευτοῦ· ἐν τῷ δικαιώματι δὲ καὶ τῷ καθήκοντί του ἔρχεται νὰ ἐξελέγξῃ ὁ Βουλευτὴς τὰς πράξεις τῶν ὑπευθύνων, τὰς πράξεις τῶν Ὑπουργῶν. Ὑπάρχουσι συστάσεις. Καὶ τίς ποτε ἠθέλησε νὰ παρεμποδίσῃ τὰς συστάσεις τῶν Βουλευτῶν; Ἀλλ’ αἱ συζητήσεις ἡμῶν θὰ ἦσαν ἕωλοι καὶ ἀκαδημαϊκαί, εἰ μή τι ἄλλο, ἐὰν δὲν ἠθέλομεν τηρήσει τὰς παραδόσεις, τὰς ὁποίας εὕρομεν παρ’ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐκάθησαν ἐντὸς τῆς αἰθούσης ταύτης πρὸ ἡμῶν, οἵτινες ἵδρυσαν τὸ βῆμα τοῦτο. Ἠθέλομεν ἄλλως φθάσει εἰς τελείαν σύγχυσιν, ἐὰν εἷς ἕκαστος ἐξ ἡμῶν ἀνήρχετο τὸ βῆμα καὶ ἐλάμβανεν ὡς θέμα συζητήσεως οἱονδήποτε ἀντικείμενον τῆς ἡμερησίας διατάξεως· ὁ κ. Πρωτοπαπαδάκης τὸ 60ὸν, ἐγὼ τὸ 18ον, ἢ σεῖς τὸ 100όν. Εἰς τίνα ἀποτελέσματα ἠθέλομεν φθάσει διὰ τοιαύτης τακτικῆς; Εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ λογικόν τι ἀποτέλεσμα ἐκ τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς ὑπὸ τοιούτους ὅρους; Καὶ μὲ ἔψεξεν ὁ κ. Βουλευτὴς Κυθήρων, διότι ὑπέμνησα εἰς τὸν κύριον Πρωτοπαπαδάκην, ὅτι ὤφειλε νὰ τηρήσῃ τὸν Κανονισμὸν, ἵνα καταστήσῃ τελεσφόρον τὴν ἐργασίαν του, διότι ἀκριβῶς κέκτηται εἰδικότητα ἐπὶ τῶν ἀντικειμένων, τὰ ὁποῖα ἀφορῶσι τὰ δημόσια ἔργα. Εἶπεν μάλιστα, ὅτι, ὅπως γίνονται αἱ συζητήσεις ἐν τῇ Βουλῇ, δὲν εἶναι δυνατὸν, ἄνθρωπος τῆς ἀξίας τοῦ κ. Πρωτοπαπαδάκη νὰ συντελέσῃ εἰς τὴν διαφώτισιν τῆς Βουλῆς. Ἀλλ’ ἀκριβῶς, διότι οὕτω γίνονται αἱ συζητήσεις, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποβῶσι τελεσφόροι καὶ ὑπὲρ τῶν ἐθνικῶν συμφερόντων· διότι, ὅταν καταναλισκώμεθα εἰς προσωπικὰς μόνον ἀντεγκλήσεις, ἀκόμη καὶ κατὰ τῶν ἀντιπάλων μας τῶν ἐπαρχιακῶν, ὅταν ἐντεῦθεν παραφέρωνται οἱ Βουλευταὶ, καταναλίσκηται δὲ καὶ χρόνος πολύτιμος, νομίζετε ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ἀκουσθῇ οἱαδήποτε φωνὴ ὑπὲρ τῶν συμφερόντων τῆς χώρας; Καὶ τίς παρημπόδισε τὸν κ. Πρωτοπαπαδάκην εἰς τὸ νὰ παρέλθῃ ἐπὶ τὸ βῆμα, ὅτε συνεζητοῦντο τὰ νομοσχέδια περὶ ἐγκρίσεως προϋπολογισμῶν τῶν διαφόρων δημοσίων ἔργων, εἴτε ὑδραυλικῶν εἴτε ἄλλων;
§87Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Ἡ παράκλησις ὑμῶν.
§88Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Κατὰ τί, παρακαλῶ; Ἐννοῶ, τί θέλετε νὰ εἴπητε· ὅτι σᾶς εἶπον, ὅτι θὰ συζητηθῇ κατόπιν καὶ ἡ πρότασις ὑμῶν. Ἀλλὰ διὰ τοῦτο παρημποδίσθητε νὰ ἔλθητε νὰ ἐξελέγξητε τοὺς προϋπολογισμούς; Παρακαλῶ· πρέπει ἐπὶ τέλους νὰ ὑπάρχῃ λογικὴ εἰς ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα λέγομεν! Ἐξελέγξατε τοὺς προϋπολογισμούς; εἴχετε καθῆκον νὰ τοὺς ἐξελέγξητε, εἴχετε καθῆκον νὰ παρατηρήσητε, ὅτι ὑπεβλήθη προϋπολογισμὸς μὴ φέρων τὴν ὑπογραφὴν τοῦ ὑπευθύνου μηχανικοῦ. Ἀλλ’ ἔπρεπε νὰ κάμητε τὴν παρατήρησιν ταύτην κατὰ τὰς τρεῖς ἀναγνώσεις τοῦ σχετικοῦ νομοσχεδίου. Καὶ αἱ τρεῖς δὲ ἀναγνώσεις δὲν ἐγένοντο, ὡς ἄλλοτε, τὴν 2αν ἢ τὴν 3ην καὶ 4ην ὥραν μετὰ τὸ μεσονύκτιον, ἀλλ’ ἐγένοντο ἐντελῶς ἀνέτως, διότι ἀρχίζομεν τὴν 6ην ὥραν μετὰ μεσημβρίαν καὶ λύομεν τὰς συνεδριάσεις μας κατὰ τὴν 10ην. Ταῦτα λέγω οὐχὶ πρὸς ὑμᾶς, ἀλλὰ πρὸς τὸν κύριον ἐκ Κυθήρων Βουλευτήν, ὅστις ἔλεγε πρὸ ὀλίγου, ὅτι ὑπὸ τοὺς ὅρους, ὑπὸ τοὺς ὁποίους διεξάγονται αἱ συζητήσεις, δὲν εἶναι δυνατὸν ἄνθρωπος τῆς ἀξίας τοῦ κ. Πρωτοπαπαδάκη νὰ διατυπώσῃ τὰς γνώμας του ἐντεῦθεν, καὶ νὰ διαφωτίσῃ τὸ Κοινοβούλιον. Δύναμαι νὰ καυχηθῶ, Κύριοι, ὅτι ὑπὸ τὴν διεύθυνσίν μου οὐδεὶς ἐστερήθη τοῦ λόγου, ὅταν πρόκηται νὰ τὸν διαχειρισθῇ εὐπρεπῶς.
§89ΦΩΝΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§90Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Δύναμαι νὰ καυχηθῶ, ὅτι συνετέλεσα ἀκριβῶς εἰς τὴν ἐλευθερίαν τοῦ λόγου, θὰ μὲ εὕρητε δὲ πάντοτε, ὡς καὶ κατὰ τὸ παρελθὸν, πρόθυμον νὰ ὑποστηρίξω ἐκεῖνον, ὅστις ἐν εὐθέτῳ χρόνῳ, ἐν τῷ συμφέροντι τῆς χώρας καὶ ἐντὸς τῶν ὅρων τῆς ἀξιοπρεπείας τῆς Βουλῆς θὰ ἔλθῃ ἐδῶ μαχητὴς τοῦ λόγου. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς αἰθούσης).
§91Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς ἐκ τῆς ἕδρας τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς εἶπεν, ὅτι δι’ ἕνα ἢ δι’ ἄλλον λόγον δὲν παρέστην εἰς τὴν Βουλὴν, καθ’ ἣν στιγμὴν ὤφειλον νὰ ὁμιλήσω ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἠθέλησα νὰ ὁμιλήσω τὴν ἑσπέραν ταύτην. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Βουλευτὴν ἐξ Ἀττικῆς καὶ Πρόεδρον τῆς Βουλῆς νὰ ἐνθυμηθῇ, ὅτι τὴν ἡμέραν, καθ’ ἣν ὑπέβαλον τὴν πρότασιν νόμου, δύο ἢ τρεῖς ἡμέρας πρὸ τῆς διακοπῆς τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς ἕνεκα τῶν ἑορτῶν τοῦ Πάσχα, καὶ ἠθέλησα νὰ τὴν ἀναπτύξω, τῇ ἐπεμβάσει τοῦ ἐξ Ἀττικῆς βουλευτοῦ κυρίου Ἀγγελοπούλου, ὁ ὁποῖος μὲ παρεκάλεσε νὰ μὴ ἀναπτύξω τὸ ζήτημα τὴν ἡμέραν ἐκείνην, διότι ὑπῆρχον ἄλλα σπουδαιότερα θέματα πρὸς συζήτησιν, παράκλησιν, τὴν ὁποίαν ἐπανέλαβε καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, κατῆλθον τοῦ βήματος. Ἐπίσης θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς νὰ τῷ ὑπενθυμίσω, ὅτι κατὰ τὴν δευτέραν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ κυρώσεως προϋπολογισμοῦ δαπάνης πρὸς ἀνέγερσιν τοῦ Καπνοκοπτηρίου Ἀθηνῶν ἀνῆλθον καὶ πάλιν εἰς τὸ βῆμα καὶ ἐζήτησα νὰ λάβω τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ ἀντικειμένου, ὁ δὲ βουλευτὴς ἐκ Καλαβρύτων κ. Πετιμεζᾶς μὲ ἠρώτησεν, ἂν θὰ ὁμιλήσω διὰ μακρῶν, καὶ μὲ παρεκάλεσε μετὰ τοῦ κυρίου Προέδρου τῆς Βουλῆς νὰ ἀναβάλω τὴν συζήτησιν, διότι θὰ προτάξῃ τὴν πρότασιν νόμου, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλον· συνεπῶς διὰ δευτέραν φορὰν κατῆλθον τοῦ βήματος, διότι δὲν ἠθέλησα νὰ ὑποτεθῇ ἐν τῇ Βουλῇ, ὅτι εἶμαι ἐξ ἐκείνων, οἵτινες διανοοῦνται νὰ παρακωλύσουν τὰς οἰκονομολογικὰς ἐργασίας τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Ὅταν ὅμως πρόκηται ἑβδομὰς ὁλόκληρος νὰ καταναλωθῇ διὰ τὴν συζήτησιν νομοσχεδίων τινῶν, διὰ τῶν ὁποίων ἀπεδείχθη, ὅτι αἱ ἐπερχόμεναι οἰκονομίαι δὲν ὑπερβαίνουσι τὰς 200,000 δραχμάς, νομίζετε ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται νὰ καταναλωθῇ ἡμίσεια ὥρα δι’ οἰκονομίαν ἑκατομμυρίων σπατάλης, ἡ ὁποία γίνεται εἰς τὰ δημόσια ἔργα; Καὶ λέγετε ὅτι ἦλθον ἐγὼ νὰ παρακωλύσω τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς! Αὐτὰ εἶχον νὰ παρατηρήσω εἰς τὸν κύριον Βουλευτὴν ἐξ Ἀττικῆς καὶ Πρόεδρον τῆς Βουλῆς. Τὸν παρακαλῶ δὲ νὰ διαβεβαιώσῃ τὴν Βουλήν, ἂν ὡς ἑώλους, ὡς προσωπικάς, ὡς ἀκαδημαϊκὰς συζητήσεις ἐννοεῖ τὰ ζητήματα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα προὐτιθέμην νὰ ἀναπτύξω ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς.
§92Κ. ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶμαι ἐκ τῶν ἀπευθυνάντων παράκλησιν πρὸς τὸν κ. Πρωτοπαπαδάκην νὰ μὴ ἐπιμείνῃ εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ θέματος, περὶ τοῦ ὁποίου εἶχε λάβει τὸν λόγον, ἀναγνωρίζω ὅμως βεβαίως τὰ ἀγαθὰ αἰσθήματα καὶ τὰς προθέσεις, ὑπὸ τῶν ὁποίων ὁρμᾶται ὁ κ. Πρωτοπαπαδάκης, ἐπίσης δὲ καὶ ἐγὼ θλίβομαι διὰ τὰς ὑπερβάσεις τῶν προϋπολογισμῶν τῶν δημοσίων ἔργων, ἕνεκα τῶν ὁποίων ζημία ἐπέρχεται εἰς τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους. Ἀλλὰ φρονῶ, ὅτι τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον εἰσήγαγεν εἰς τὴν Βουλὴν ὁ κ. Βουλευτής, δὲν συντελεῖ εἰς βελτίωσιν τῶν πραγμάτων, καὶ πρέπει νὰ ἐξετασθῇ ἰδίως καὶ τοῦτο ὑπὸ νομικὴν ἔποψιν, καὶ ὑπὸ τοιαύτην ἔποψιν θέλει συζητηθῆ, ὅταν ἔλθῃ ἡ σειρά του. Ἡ σπουδή, τὴν ὁποίαν δεικνύει νῦν ὁ κ. Πρωτοπαπαδάκης, εἶναι ἐντελῶς ἀδικαιολόγητος.
§93Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Κατηγοροῦμαι ἀπὸ ἓν σωματεῖον, καὶ ἐννοῶ ν’ ἀπολογηθῶ.
§94Κ. ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι κατηγορία αὐτό.
§95ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Γεράκης ἔχει τὸν λόγον.
§96Κ. ΓΕΡΑΚΗΣ. Εἶχον καὶ ἐγὼ τὸ εὐτύχημα νὰ ὑπηρετήσω κατ’ ἐπανάληψιν εἰς τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ, ὡς στρατιώτης. Δὲν εἶχον βεβαίως τὴν δύναμιν νὰ μελετήσω τὸ ζήτημα τὸ στρατιωτικόν, ἀλλ’ ὅμως, ὡς κοινὸς ἄνθρωπος, ἀντελήφθην ἐν γένει τὸν ὀργανισμὸν τοῦ στρατοῦ, καὶ εἶδον, ὅτι ὁ μοχλὸς τῆς ὑπηρεσίας δὲν εἶναι μόνον ἡ καλὴ διοίκησις τοῦ στρατοῦ· ὁ μοχλὸς εἶναι κυρίως οἱ ὑπαξιωματικοὶ τοῦ στρατοῦ· αὐτοὶ εἶναι ἀκριβῶς τὰ πρόσωπα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐκπαιδεύουν τοὺς στρατιώτας, καὶ μετὰ τῶν ὑπαξιωματικῶν ἀκριβῶς ἔρχεται εἰς ἐπαφὴν ὁ στρατιώτης ἀπὸ πρωΐας μέχρις ἑσπέρας, ὁπότε θὰ μεταβῇ εἰς τὴν κλίνην του. Ὅταν λοιπὸν ἔχωμεν καλοὺς ὑπαξιωματικούς, βεβαίως θὰ ἔχωμεν καὶ καλοὺς στρατιώτας. Αἱ κατὰ καιροὺς Κυβερνήσεις ἐφρόντισαν πάντοτε ὑπὲρ τῶν δικαίων τῶν ὑπαξιωματικῶν καὶ πρὸς ἱκανοποίησιν αὐτῶν, ἔστω καὶ ἂν δὲν εἶχον τὴν ἱκανότητα πρὸς προαγωγὴν εἰς ἀνώτερον βαθμόν. Ἡ Βουλὴ ἐπανειλημμένως ἐψήφισε νόμους, καὶ ἔλαβε διάφορα μέτρα, δι’ ὧν ὑπεστήριξε τὰ κύρια ταῦτα πρόσωπα τοῦ στρατεύματος. Καίτοι ἱδρύθησαν σχολεῖα, ἐξ ὧν ἐξέρχονται κατ’ ἔτος ἀρκετοί, ὅπως καταλαμβάνωσι τὴν θέσιν τοῦ ἀνθυπολοχαγοῦ εἰς τὸν στρατόν, οὐχ ἧττον ὅμως καὶ ἡ Βουλὴ καὶ ἡ Πολιτεία ἔρχεται πάντοτε καὶ ἱκανοποιεῖ τὰ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα εἰσέρχονται εἰς τὸν στρατὸν καὶ ἐπὶ 15 ἢ 20 ἔτη μένουσιν ὡς ὑπαξιωματικοί, ἐκπαιδεύοντες τοὺς προσερχομένους κατ’ ἔτος κληρωτούς. Ἡ Βουλὴ ἐψήφισε νόμον, διὰ τοῦ ὁποίου δὲν παραγκωνίζεται τὸ δικαίωμα τῶν ὑπαξιωματικῶν τούτων. Πρό τινων ἡμερῶν ἐγένετο ἐπερώτησις, ἀλλὰ δυστυχῶς δὲν ἤμην ἐνταῦθα· ἂν ἤμην ἐνταῦθα, ἤθελον ὑψώσει φωνήν, διότι εἶμαι εἰς θέσιν νὰ γνωρίζω, ποίας ἀξιώσεις ἔχει ὁ ὑπαξιωματικὸς ἀπὸ ἑκάστην Κυβέρνησιν καὶ ἀπὸ τοὺς ἀντιπροσώπους τοῦ ἔθνους· ἤθελον ὑψώσει φωνήν, διότι δὲν ἀπεγοητεύθην καθ’ ὁλοκληρίαν, ὡς ἄλλοι, ἐκ τοῦ στρατεύματος. Ἔχομεν ὑλικὸν ἄριστον καὶ ἔκτακτον, ὅπερ ὀφείλομεν νὰ διοργανώσωμεν. Ἐγένετο ἐπερώτησις πρό τινων ἡμερῶν, ὡς εἶπον, καὶ ἐζητήθη νὰ κατατεθῶσιν ἔγγραφα, ὅπως πληροφορηθῇ ἡ Βουλὴ καὶ αὐτοὶ οἱ ἀδικούμενοι ὑπαξιωματικοί, διὰ τίνα λόγον τελευταῖον ἄλλοι ὑπαξιωματικοὶ προὐβιβάσθησαν εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ ἀνθυπολοχαγοῦ καὶ ἄλλοι παρηγκωνίσθησαν. Συμφώνως μὲ τὴν κρατοῦσαν νομοθεσίαν ἔχει τὸ δικαίωμα ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, κατὰ διετίαν νὰ προβιβάζῃ ὑπαξιωματικούς, ὅπως καταλαμβάνωσι τὰς χηρευούσας θέσεις. Κατὰ τὸν νόμον ἐπρόκειτο νὰ προβιβασθῶσι τρεῖς ἀνθυπασπισταὶ τοῦ ὑλικοῦ πυροβολικοῦ εἰς ἀνθυπολοχαγούς. Ὁ νόμος ἐφηρμόσθη τὴν 13 Φεβρουαρίου ἐνεστῶτος ἔτους, καὶ τὸ δικαίωμα τοῦτο ἐξηντλήθη ἀκριβῶς παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν· ἀλλὰ μετὰ τοῦτο ἐκδίδεται νέον Διάταγμα δι’ ἄλλον ἀνθυπασπιστήν, ὅστις προβιβάζεται εἰς ἀνθυπολοχαγόν· ἤκουσα δὲ πρὸ ὀλίγου, ὅτι ἠδικήθησαν καὶ δύο ἄλλοι ὑπαξιωματικοί, καὶ ἐνόμισα καθῆκον νὰ ὑψώσω φωνὴν διὰ τὸ προσγιγνόμενον ἄδικον οὐχὶ εἰς δύο, ἀλλ’ εἰς ἑπτὰ ἀνθυπασπιστὰς τοῦ ὑλικοῦ πυροβολικοῦ, οἵτινες ἔφθασαν εἰς τὸν βαθμὸν αὐτόν, ἀφοῦ ὑπηρέτησαν ὡς ἔπρεπε, καὶ πιθανὸν νὰ ἐξεπαίδευσαν καὶ τὸν προβιβασθέντα ἀνθυπασπιστὴν εἰς ἀνθυπολοχαγόν. Ἐξεδόθη τὸ Διάταγμα, ἀφοῦ, ὡς εἶπον, ἐξηντλήθη καθ’ ὁλοκληρίαν τὸ δικαίωμα τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν διὰ τὴν διετίαν. Τὸ τοιοῦτον ἐπανελήφθη καὶ ἄλλοτε, καὶ ἐτράπησαν οἱ ἀδικηθέντες εἰς τὰ πολιτικὰ Δικαστήρια, καὶ ἐδικαιώθησαν. Θὰ παρακαλέσω τὸν ἀξιότιμον κ. ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργὸν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, ἂν οἱ ἀποκλεισθέντες 7 ἀνθυπασπισταὶ ἐκηρύχθησαν ἀνίκανοι ὑπὸ τῆς ὑπηρεσίας, καὶ ἂν ὑπάρχει πίναξ κεκυρωμένος, ἀποκλείων αὐτοὺς παντὸς προβιβασμοῦ· ἀλλὰ τοιοῦτος πίναξ δὲν ὑπάρχει, καὶ ἀφοῦ δὲν ὑπάρχει, εἶναι βέβαιον, εἶναι γεγονός, ὅτι παρεβιάσθη ὁ νόμος, καὶ παρεβιάσθη, ὅπως ἐξυπηρετήσῃ κομματικὰ συμφέροντα. Ἀλλὰ τὰ κομματικὰ συμφέροντα ἐξυπηρετοῦνται, ὅταν μετατίθηνται ἢ παύωνται πολιτικοὶ ὑπάλληλοι, δὲν ἐπιτρέπεται ὅμως εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἐξυπηρετῇ κομματικὰ συμφέροντα διὰ τοῦ στρατοῦ. Ἀλλὰ φαίνεται, ὅτι δι’ αὐτὸ ἐπιδιώκομεν νὰ ἀφαιρέσωμεν τὴν διοίκησιν τοῦ στρατοῦ ἐκ τῶν χειρῶν τῆς Α. Υ. τοῦ Διαδόχου καὶ ἐπαναφέρωμεν αὐτὴν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν! Ἐκλείσθη ὅμως ἡ θύρα αὕτη διὰ τοῦ νόμου τῆς Γενικῆς Διοικήσεως. Ἐγὼ ἐπιμένω καὶ παρακαλῶ τὸν σεβαστὸν Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ προσωρινῶς Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, ἐν τίνι δικαιώματι προὐβιβάσθη ὁ ἀνθυπασπιστὴς ἐκεῖνος, καὶ διατὶ παρεβιάσθη ὁ νόμος.
§97Κ. ΑΣΗΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Πότε ἔγεινεν ὁ προβιβασμός;
§98Κ. ΓΕΡΑΚΗΣ. Τὴν 13 Φεβρουαρίου 1903· ὁ δὲ προβιβασθεὶς ὀνομάζεται Β. Μουτσόπουλος.
§99Κ. ΑΣΗΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ δὲν ὑπῆρχεν ὁ νόμος τότε τῆς Γενικῆς Διοικήσεως;
§100Κ. ΓΕΡΑΚΗΣ. Δὲν ἐπροσέξατε, βλέπω· ἀνεκατέψατε τὰ μπίζια μὲ τὰ ρύζια! (ἱλαρότης).
§101Ι. ΓΙΑΝΝΑΚΙΤΣΑΣ. Καὶ ἐγὼ ἤθελον νὰ λάβω τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως, περὶ ἧς ὡμίλησεν ὁ προλαλήσας, ἀλλὰ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ προσκομίσῃ τὰ ἔγγραφα, ἅτινα ἐζήτησε πρὸ ἡμερῶν ὁ κ. Στυμφαλιάδης, καὶ τότε θέλω λάβει τὸν λόγον. Σήμερον μοὶ ἀπεστάλη ἀναφορά, φέρουσα πολλὰς ὑπογραφὰς συμπολιτῶν μου ἐμπόρων ἐν Λαρίσῃ. Ἡ ἀναφορὰ ἀπευθύνεται πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, παραπονοῦνται δὲ ἐν αὐτῇ οἱ ἔμποροι, ὅτι ἡ Ἑταιρεία τοῦ Σιδηροδρόμου Θεσσαλίας ἐκανόνισε τὸ θερινὸν δρομολόγιόν της κατὰ τρόπον ζημιοῦντα τὰ συμφέροντα τῶν ἐμπόρων τῆς πόλεως Λαρίσης. Ὡς γνωρίζετε, κατ’ ἔτος ἡ Ἑταιρεία κανονίζει τὸ θερινὸν δρομολόγιον τῶν ἁμαξοστοιχιῶν αὐτῆς ἀπὸ 1 Μαΐου, ἀλλ’ ἐφέτος ἐκανόνισεν αὐτὸ οὕτως, ὥστε παραβλάπτονται πολλὰ συμφέροντα, ἅτινα οἱ ἀναφερόμενοι ἐκθέτουσιν ἐν τῇ ὑποβαλλομένῃ ἀναφορᾷ. Ἡ πρωϊνὴ ἁμαξοστοιχία φθάνει τὴν δωδεκάτην καὶ ἡμίσειαν εἰς Λάρισαν, ὥραν καθ’ ἣν καὶ οἱ ἐπιβάται ὑποφέρουσιν ἕνεκα τοῦ καύσωνος, ἀλλὰ καὶ ἐρχόμενοι ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ δι’ ὑποθέσεις των δὲν εὑρίσκουσι τὴν ὥραν ἐκείνην τὰ διάφορα γραφεῖα ἀνοικτά, καὶ οὕτως ἐξαναγκάζονται νὰ περιμένωσι μέχρι τῆς 4ης ἢ 5ης μ.μ. ὥρας, ὅτε ἀνοίγουσι τὰ γραφεῖα, ἀλλὰ τότε δὲν προφθάνουσι νὰ τελειώσωσι τὰς ὑποθέσεις των, ἕνεκα δὲ τούτου δὲν προλαμβάνουσι τὸ ἑσπερινὸν τραῖνον, ἀναχωροῦν περὶ τὴν 6ην ὥραν. Πλὴν τούτου ὅμως, κύριοι συνάδελφοι, τὸ ταχυδρομεῖον καθυστερεῖ ἐπὶ ὁλοκλήρους ὥρας, διότι ἡ ἑσπερινὴ ἁμαξοστοιχία φθάνει εἰς Λάρισαν εἰς τὰς 8½ μετὰ μεσημβρίαν, δηλαδὴ τὴν νύκτα, ὁπότε ἡ διανομὴ δὲν δύναται νὰ γείνῃ, ἀλλ’ οὔτε ἡ τοῦ ταχυδρομείου τούτου ἀλληλογραφία νὰ συντελεσθῇ, διότι τὴν πρωΐαν ἀναχωρεῖ τὸ τραῖνον κατὰ τὴν 6ην ὥραν. Καὶ ἄλλοτε ἐγίνετο τὸ τοιοῦτον, ἀλλ’ ὁ τότε διευθύνων τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν ἔντιμος ἐκ Κερκύρας Βουλευτὴς διώρθωσε τὸ ἄτοπον. Καταθέτων τὴν ἀναφορὰν εἰς τὸ Προεδρεῖον, παρακαλῶ ν’ ἀποσταλῇ εἰς τὸν κύριον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅπως οὗτος ἀσκήσῃ τὴν ἐπιρροήν του παρὰ τῇ Διοικήσει τοῦ Σιδηροδρόμου Θεσσαλίας, καὶ ἐπιτύχῃ, ὥστε νὰ τροποποιηθῇ τὸ δρομολόγιον καταλληλότερον καὶ συμφωνότερον πρὸς τὰς ἀνάγκας τῶν ἐμπόρων Λαρίσης, καὶ ἰδίᾳ τῶν ἰχθυοπωλῶν, ὀπωροπωλῶν κλπ., ὧν τὰ ἐδώδιμα ἐν γένει οὐδέποτε δύνανται νὰ πωλῶνται ἐν καιρῷ.
§102ΣΠ. ΓΕΩΡΓΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἡ Ἑταιρεία τοῦ Σιδηροδρόμου ἀποβλέπει εἰς τὴν εὐκολίαν τῆς συγκοινωνίας καὶ τῶν ἑτέρων νομῶν. Βεβαίως οἱ Λαρισαῖοι ὑπολαμβάνουσιν ὅτι ἔχουσι δίκαιον, διότι ἕως τώρα ἦσαν συνηθισμένοι νὰ ἔχωσιν ὅλας τὰς εὐκολίας, ἀλλ’ ἡμεῖς, οἱ ἐν Καρδίτσῃ, Τρικκάλοις καὶ Καλαμπάκα, δὲν εἴχομεν ἢ μίαν μόνον ἁμαξοστοιχίαν καθ’ ἑκάστην, οἱ δὲ ταξειδεύοντες, μὴ δυνάμενοι νὰ φθάνωσιν εἰς Βόλον πρὸ τῆς ὥρας, καθ’ ἣν ἀναχωρεῖ τὸ ἀτμόπλοιον, ἠναγκάζοντο νὰ διανυκτερεύωσιν αὐτόθι, καὶ νὰ ὑποβάλλωνται εἰς δαπάνας. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι ἡ Ἑταιρεία ὀρθῶς ἔπραξε, κανονίσασα, ὡς ἐκανόνισε, τὸ θερινὸν δρομολόγιον τῶν ἁμαξοστοιχιῶν της, ὁ δὲ ἀξιότιμος ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸς πρέπει, κατ’ ἐμὴν γνώμην, νὰ ἐνθαρρύνῃ ταύτην πρὸς τοῦτο, διότι τοῦτο ἐγένετο πρὸς εὐκολίαν τῆς συγκοινωνίας δύο νομῶν.
§103Ι. ΓΙΑΝΝΑΚΙΤΣΑΣ. Δὲν ἔχω λόγον νὰ ἀμφιβάλλω εἰς ὅ,τι λέγει ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἐκ Τρικκάλων· ἴσως τὸ δρομολόγιον τοῦτο νὰ ἐξυπηρετῇ τὰ συμφέροντα τῶν μερῶν ἐκείνων, ἀλλ’ ἡμεῖς οἱ ἐκ τοῦ νομοῦ Λαρίσης ζημιούμεθα, καὶ δικαιούμεθα νὰ παραπονώμεθα διὰ τὸ δρομολόγιον τὸ ἀπὸ Βόλου εἰς Λάρισαν, χωρὶς νὰ ἐνδιαφερώμεθα ἢ νὰ ζητῶμεν νὰ μεταβληθῇ τὸ δρομολόγιον ἀπὸ Βόλου εἰς Τρίκκαλα, ἀφοῦ τοῦτο ἐξυπηρετεῖ τοὺς ἐν Τρικκάλοις.
§104ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Στεφάνου ἔχει τὸν λόγον.
§105ΔΙΟΝ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, χθές, κατὰ τὴν ἀπουσίαν μου ἐκ τῆς Βουλῆς, ὁ ἐξ Ὕδρας ἀξιότιμος βουλευτὴς κ. Κουντουριώτης ἐζήτησε παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργοῦ τὴν κατάθεσιν ἐγγράφων, ἀφορώντων εἰς τὴν διαιτησίαν τῶν ἐν Κωνσταντινουπόλει πρεσβευτῶν. Δὲν γνωρίζω τίνα ἔγγραφα πρόκειται ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργὸς νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλήν, ἀλλὰ τὸν παρακαλῶ, μετὰ τῶν ἐγγράφων ἐκείνων νὰ μὴ παραλείψῃ καὶ τὴν κατάθεσιν δύο ὑπομνημάτων, ὑπὸ στοιχεῖα Α καὶ Β, τὰ ὁποῖα ὑπεβλήθησαν ἐν παραρτήματι πρὸς τοὺς ἐν Κωνσταντινουπόλει διαιτητάς, καὶ ἐκ τῶν ὁποίων τὸ μὲν, τοῦ Ἀπριλίου τοῦ 1899, ὑπεβλήθη εἰς τὰ Ἀνακτοβούλια τῶν Μεγάλων Δυνάμεων, τὸ δὲ, τοῦ Μαρτίου τοῦ 1899, ἐπεδόθη εἰς τοὺς Ὀθωμανοὺς πληρεξουσίους κατὰ τὴν δευτέραν διακοπὴν τῶν διαπραγματεύσεων περὶ τῆς προξενικῆς συμβάσεως. Τὸν κ. Ὑπουργὸν παρακαλῶ νὰ μὴ παραλείψῃ τὴν κατάθεσιν τῶν ὑπομνημάτων τούτων, τὰ ὁποῖα εἶναι ἤδη μεταπεφρασμένα καὶ ἕτοιμα πρὸς ἐκτύπωσιν.
§106ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Λεβίδης ἔχει τὸν λόγον.
§107Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν σεβαστὸν Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν καὶ Πρωθυπουργὸν, ὅπως, ὅταν εὐδοκήσῃ νὰ ἀπαντήσῃ εἰς τὴν ἐπερώτησίν μου περὶ τοῦ ἐπιλοχίου Δ. Νίκα, εὐαρεστηθῇ νὰ καταθέσῃ καὶ τὴν ἔκθεσιν τοῦ ἀνωτέρου ἀξιωματικοῦ, ὅστις ἐστάλη ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου, ἵνα βεβαιώσῃ, ἂν τὰ παράπονα τοῦ ἐπιλοχίου ἦσαν ἀκριβῆ ἢ ὄχι.
§108ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Καλογερόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§109Ν. ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἤμην παρὼν, ὅτε ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, ὁμιλῶν περὶ τῶν ἐκθέσεων τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἀνεκοίνωσεν εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι ἐκ μέρους τοῦ εἰσηγητοῦ τῆς μειονοψηφίας ἐπῆλθε καθυστέρησις περὶ τὴν διόρθωσιν τῶν δοκιμίων, καὶ ἐντεῦθεν προσκόπτει ἡ διανομὴ τῶν ἐκθέσεων. Αἱ πληροφορίαι, αἱ δοθεῖσαι εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς καὶ αἱ ὁποῖαι ἐντεῦθεν ἀνεκοινώθησαν, δὲν εἶναι ἀκριβεῖς.
§110ΠΡΟΕΔΡΟΣ (ὁ ἀντιπρόεδρος κ. Ι. Ἀντωνόπουλος). Δὲν εἶπεν αὐτὸ ὁ κ. Πρόεδρος· εἶπεν, ὅτι κατετέθη ἡ ἔκθεσις τοῦ εἰσηγητοῦ τῆς πλειονοψηφίας, οὐχὶ δὲ καὶ ἡ τοῦ τῆς μειονοψηφίας.
§111ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι· δὲν εἶπεν αὐτό.
§112Ν. ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἰδοὺ τί συνέβη. Μετὰ τὴν κατάθεσιν τῶν σχεδίων τῶν ἐκθέσεων, ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς παρέδωκε τὰ χειρόγραφα εἰς τὸ Γραφεῖον, ὅπως ἀποσταλῶσιν εἰς τὸ Ἐθνικὸν Τυπογραφεῖον· πρὸ τριῶν ἡμερῶν ἔλαβον κατ’ οἶκον δοκίμιον τῆς ἐκθέσεως τῆς πλειονοψηφίας, ἐξεπλάγην δ’ ἐπὶ τῇ τοιαύτῃ ἀποστολῇ, μὴ ἐννοῶν, πῶς ἐστάλη εἰς ἐμὲ τὸ τοιοῦτον ἀντίτυπον. Ὑπέθεσα, ὅτι ὁ κ. εἰσηγητὴς τῆς πλειονοψηφίας ἠθέλησε νὰ μοὶ ἀποστείλῃ τὸ ἀντίτυπον τῆς ἐκθέσεώς του, ὅπως ἴδω ἀριθμούς τινας, σχετιζομένους μὲ ἀμφοτέρας τὰς ἐκθέσεις, καὶ διορθώσω πᾶν τυχὸν λελανθασμένον ἐν τῇ ἐκθέσει τῶν μελῶν τῆς μειονοψηφίας. Περιέμεινα ἐπὶ δύο ἡμέρας, ὅπως μοὶ ἀποσταλῇ τὸ δοκίμιον τῆς ἐκθέσεως τῆς μειονοψηφίας, — διότι ἐγὼ ἀνέλαβον ἀπέναντι τῶν συναδέλφων μου νὰ κάμω τὰς διορθώσεις, — ἀλλὰ δὲν ἔλαβον τοιοῦτον, μόλις δὲ χθὲς τὴν ἑσπέραν εἷς τῶν ὑπαλλήλων τῆς Βουλῆς μοὶ ἀνεκοίνωσεν, ὅτι κατὰ πλάνην ἀπεστάλη εἰς ἐμὲ ἀντίτυπον τῆς ἐκθέσεως τῆς πλειονοψηφίας, καὶ μὲ παρεκάλεσε νὰ τὸ ἐπιστρέψω, μοὶ ἐπέδειξε δὲ τὴν ἔκθεσιν τῆς μειονοψηφίας, ἡ ὁποία εἶχε κρατηθῆ ἐν τῷ Γραφείῳ τῆς Βουλῆς καὶ δὲν εἶχε σταλῆ μέχρι τῆς χθὲς εἰς τὸ τυπογραφεῖον, καὶ μοὶ εἶπεν, ὅτι ἐπρόκειτο νὰ σταλῇ σήμερον, καὶ ὅτι σήμερον θὰ ἔσπευδε νὰ μοὶ στείλῃ κατ’ οἶκον τὰ δοκίμια. Ἔμεινα εἰς τὸ γραφεῖόν μου, ἀναμένων μέχρι τῆς ἕκτης ὥρας παρὰ εἴκοσι μετὰ μεσημβρίαν, καὶ δὲν μοὶ ἐστάλη τίποτε μέχρις ἐκείνης τῆς ὥρας, ἐλθὼν δὲ εἰς τὴν Βουλὴν ἔμαθον, ὅτι πρὸ ὀλίγου μοὶ ἐστάλησαν τὰ δοκίμια εἰς τὴν οἰκίαν μου. Ταῦτα θὰ σπεύσω νὰ διορθώσω ἀπόψε, αὔριον δὲ λίαν πρωΐ θὰ τὰ παραδώσω εἰς τὸ Γραφεῖον τῆς Βουλῆς. Παρακαλῶ ἑπομένως ν’ ἀναγνωρισθῇ, ὅτι ἐκ μέρους τῆς μειονοψηφίας οὐδεμία ἐπῆλθε καθυστέρησις, ἀλλὰ μόνον ἐκ πλάνης τοῦ Γραφείου προῆλθεν αὕτη. (Ἀγορεύοντος τοῦ κ. Καλογεροπούλου τὴν ἕδραν τοῦ Προέδρου καταλαμβάνει αὖθις ὁ Πρόεδρος κ. Δ. Ράλλης).
§113ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πράγματι, Κύριοι, ἡ πληροφορία, ἡ ὁποία μοὶ ἐδόθη, καὶ τὴν ὁποίαν πρὸ ὀλίγου ἀνεκοίνωσα εἰς τὴν Βουλήν, διὰ τὴν καθυστέρησιν τῆς διανομῆς τῶν δύο ἐκθέσεων τοῦ Προϋπολογισμοῦ, εἶναι πεπλανημένη, διότι μὲ εἶχον πληροφορήσει, ὅτι τὰ δοκίμια τῆς ἐκθέσεως τῆς μειονοψηφίας εἶχον ἀποσταλῆ καὶ καθυστερήθησαν. Οὐδεμίαν ὑπαιτιότητα ἀπέδωκα οὔτε εἰς τὸν ἀξιότιμον Βουλευτὴν Χαλκίδος, οὔτε εἰς ἕτερα μέλη τῆς μειονοψηφίας, ἀλλ’ ὁπωσδήποτε ἀναγνωρίζω, ὅτι ἡ πληροφορία αὕτη ἦτο πεπλανημένη. Δηλαδή, ἀντὶ νὰ σταλῶσιν εἰς τὸν εἰσηγητὴν τῆς μειονοψηφίας τὰ δοκίμια τῆς ἐκθέσεως τῆς μειονοψηφίας, ἀπεστάλησαν τὰ δοκίμια τῆς ἐκθέσεως τῆς πλειονοψηφίας. Μετὰ ταῦτα ἀνεγνωρίσθη ἡ πλάνη, καὶ ἀπεστάλησαν τὰ δοκίμια τῆς ἐκθέσεως τῆς μειονοψηφίας σήμερον πολὺ ἀργὰ εἰς τὴν οἰκίαν τοῦ κυρίου Βουλευτοῦ Χαλκίδος. Τὸν παρακαλῶ δέ, μετὰ τὴν διόρθωσιν ν’ ἀποστείλῃ ταῦτα εἰς τὸ Γραφεῖον τῆς Βουλῆς, ὅπως ἀποσταλῶσιν εἰς τὸ Ἐθνικὸν Τυπογραφεῖον.
§114Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν ἀξιότιμον ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸν νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰς δύο ἐκθέσεις, τὰς ὁποίας ἐζήτησα χθὲς δι’ ἐγγράφου ἐπερωτήσεώς μου, σχετιζομένας πρὸς ἐκτροχιάσεις τοῦ σιδηροδρόμου Λαυρίου, ἐπελθούσας κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος, καὶ πρὸς τὸ συμβὰν τῆς παρελθούσης Παρασκευῆς. Θὰ παρακαλέσω δεύτερον τὸν ἀξιότιμον ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργόν, ὅπως εὐαρεστούμενος προσκομίσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὸν φάκελον τὸν ἀφορῶντα τὴν κατασκευὴν τῆς γεφύρας Ρέντη, ἐπὶ τῆς νέας κοίτης τοῦ Κηφισοῦ ποταμοῦ. Ἰδίᾳ δὲ ὁ φάκελος οὗτος νὰ περιέχῃ, εἰ δυνατόν, τὸ συμβόλαιον τὸ συνταχθὲν ἐνώπιον συμβολαιογράφου καὶ τὸ ἀρχικὸν σχέδιον συμβολαίου, τὸ συνταχθὲν ὑπὸ τῆς ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου. Τρίτον, τὸν φάκελον τὸν ἀφορῶντα τὴν κατασκευὴν τοῦ λιμένος Πειραιῶς καὶ τῆς δεξαμενῆς τοῦ Πειραιῶς. Θὰ παρακαλέσω ἐπίσης τὸν ἀξιότιμον ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν Ὑπουργόν, ὅπως εὐαρεστούμενος καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὸν φάκελον τὸν ἀφορῶντα τὴν κατασκευὴν λιθοδμήτου προκυμαίας ἐν Ναυστάθμῳ, ἡ ὁποία κατεσκευάσθη ὑπὸ τῆς ὑπηρεσίας τῶν φάρων καὶ φανῶν.
§115Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Πότε κατεσκευάσθη;
§116Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Πρό τινων ἐτῶν.
§117ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ τὸν προλαλήσαντα νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ ὑποβάλῃ ἐγγράφως τὰς ἐπερωτήσεις του. Ζητεῖ ἄλλος τις τὸν λόγον πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως;
§118ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι.
§119ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Ἐξακολούθησις τῆς δευτέρας συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ταμιακῆς ὑπηρεσίας». Ἐὰν οἱ ζητήσαντες χθὲς τὴν ἀναβολὴν τοῦ νομοσχεδίου περὶ ταμιακῆς ὑπηρεσίας ἐπιμένωσιν εἰς τὴν ψηφοφορίαν δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, παρακαλῶ νὰ τὸ δηλώσωσιν, ἵνα ἐπαναληφθῇ ἡ ψηφοφορία.
§120Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ σκοπός, δι’ ὃν ὑπεβλήθη ἡ πρότασις περὶ ἀναβολῆς, ἀφεώρα εἰς τὸ νὰ δοθῇ καιρὸς εἰς τὸν ἀξιότιμον ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸν νὰ ἀπαντήσῃ, καὶ μετὰ τοῦτο νὰ προχωρήσῃ περαιτέρω ἡ συζήτησις. Σήμερον δὲν ὑπάρχει λόγος· ἑπομένως ἡ πρότασις περὶ ἀναβολῆς ἀποσύρεται.
§121Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Αἱ παρατηρήσεις, τὰς ὁποίας χθὲς ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Παρνασσίδος ἀπηύθυνεν εἰς τὴν Βουλὴν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ ταμιακῆς ὑπηρεσίας, ἀνάγονται εἰς διάφορα ἄρθρα τοῦ νομοσχεδίου, ἑπομένως ἀνήκουσι μᾶλλον εἰς τὰ ἄρθρα παρὰ εἰς τὴν ἀρχὴν αὐτοῦ. Ἂς συζητηθῇ ἡ ἀρχή, καὶ θ’ ἀπαντήσω ἐπὶ ἑκάστου ἄρθρου.
§122ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἐπιμένετε λοιπόν, κύριε Σιμόπουλε;
§123Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως ὄχι.
§124ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου εἰς δευτέραν συζήτησιν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 1 (ἀναγινώσκεται).
§125Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ πρώτη παρατήρησις ἐγένετο ἐπὶ τοῦ τίτλου τοῦ νομοσχεδίου. Νομίζω, ὅτι ἔπρεπε νὰ φέρῃ ὡς τίτλον «περὶ μεταρρυθμίσεως τῶν διατάξεων τῶν περὶ συστάσεως ταμείων καὶ ὑποταμείων νόμων». Διότι ἐκείνους τοὺς νόμους μεταρρυθμίζει τὸ νομοσχέδιον. Εἶναι ὅλως τυπικὴ ἡ παρατήρησις.
§126Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Δὲν ἀντιλέγω.
§127ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἐπιγραφὴ τοῦ νομοσχεδίου εἶναι «περὶ ταμιακῆς ὑπηρεσίας».
§128Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀντὶ τούτου νὰ τεθῇ «περὶ μεταρρυθμίσεως τῶν διατάξεων τῶν περὶ συστάσεως ταμείων καὶ ὑποταμείων νόμων».
§129Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργὸς). Νομίζω, ὅτι ὁ τίτλος εἶναι γενικός, διότι περιλαμβάνει καὶ θέματα, τὰ ὁποῖα δὲν κανονίζονται ἀπὸ τὰς διατάξεις τῶν περὶ ταμείων καὶ ὑποταμείων νόμων.
§130Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ νομοσχέδιον κυρίως μεταρρυθμίζει τοὺς νόμους ΣΞΔʹ τοῦ 1853, ΑΡΝΒʹ τοῦ 1884, ΑΥΙΓʹ καὶ ΑΥΙΔʹ τοῦ 1887. Ὅλοι αὐτοὶ φέρουσιν ἀκριβῶς τὸν τίτλον «περὶ συστάσεως ταμείων καὶ ὑποταμείων».
§131Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν ἔχω ἀντίρρησιν, ἀλλὰ καὶ ἡ ὑπόθεσις οὐδεμίαν ἔχει σημασίαν.
§132ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν μεταρρυθμίζεται ὁ τίτλος τοῦ νομοσχεδίου κατὰ τὴν πρότασιν τοῦ κ. Σιμοπούλου. Ἔχετε ἑτέραν ἀντίρρησιν;
§133Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὸ ἄρθρον 1 ἐγένετο ἔτι ἡ παρατήρησις, ὅτι ὑπεβιβάσθη τὸ ταμεῖον τοῦ σφραγιστοῦ χάρτου, κατατασσόμενον εἰς τὴν κατηγορίαν τῶν ταμείων πρώτης τάξεως, ἐνῷ ἀπετέλει ἰδίαν κατηγορίαν, καὶ ὁ διευθύνων αὐτὸ εἶχε μισθὸν καὶ βαθμὸν τμηματάρχου βʹ τάξεως.
§134Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ λόγος εἶναι, διότι ἀπὸ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ ταμείου τούτου ἀφῃρέθη ἡ ἀποστολὴ χαρτοσήμου, τὴν ὁποίαν διαχειρίζεται ἡ Ἑταιρεία τῶν Μονοπωλίων.
§135Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, διὰ τὸν χαρακτηρισμὸν τῶν ταμείων αʹ, βʹ, γʹ καὶ δʹ τάξεως ὑποθέτω, ὅτι ἡ ὑπηρεσία θὰ ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν της ἀφ’ ἑνὸς τὸ ποσὸν τῶν εἰσπράξεων καὶ ἀφ’ ἑτέρου τὸ μέγεθος τῆς ἐργασίας. Ἄν ἦτο δυνατὸν, τὸ ταμεῖον Εὐρυτανίας, τὸ ὁποῖον εἶναι τρίτης τάξεως, θὰ παρεκάλουν νὰ γείνῃ δευτέρας τάξεως, διότι καὶ ἐργασίαν πολλὴν ἔχει καὶ ἔκτασιν καὶ εἰσπράξεις πολὺ μεγαλειτέρας ἀπὸ ἄλλα ταμεῖα δευτέρας τάξεως. Περὶ τούτου παρακαλῶ τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ἐρωτήσῃ τὴν ὑπηρεσίαν, καὶ ἂν δὲν ὑπάρχῃ κώλυμά τι, ἂς τὸ κάμῃ.
§136Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Θέλω σᾶς ἀναγνώσει τοὺς ἀριθμούς. Τὸ ταμεῖον Εὐρυτανίας εἰσέπραξε κατὰ τὸ 1899 ἔσοδα δραχμὰς 455,566.52 ἐκ βεβαιωθέντος ποσοῦ δραχμῶν 527,110.87.
§137Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Τῆς Βονίτσης;
§138Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τῆς Βονίτσης εἰσέπραξε κατὰ τὸ 1899 δραχμὰς 287,393.30 ἐκ ποσοῦ βεβαιωθέντος δραχμῶν 435,978.75.
§139Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Ὀλιγώτερα. Ὅτε τὸ ταμεῖον Βονίτσης ἦτο βʹ τάξεως, συμπεριελάμβανε καὶ τὴν διαχείρισιν τοῦ ταμείου Βάλτου. Ἤδη, ἀφοῦ εἰς τὸν Βάλτον ἐγένετο ταμεῖον ἰδιαίτερον, ὑποθέτω, ὅτι οὐδεὶς λόγος συντρέχει, τὸ ταμεῖον Βονίτσης νὰ ἦναι δευτέρας τάξεως, καὶ τὸ τῆς Εὐρυτανίας, τὸ εἰσπρᾶττον διπλασίους φόρους, νὰ ἦναι τρίτης τάξεως.
§140Ε. ΤΣΑΡΛΑΜΠΑΣ. Τῆς Λευκάδος, κύριε Πρόεδρε;
§141Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Τῆς Λευκάδος τὸ ταμεῖον ἐβεβαίωσεν ἔσοδα ἐκ δραχμῶν 300,730.20.
§142Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε. Ὁ λόγος, τὸν ὁποῖον προέβαλεν ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν πρὸς δικαιολογίαν τοῦ ὑποβιβασμοῦ τοῦ ταμείου ἐπὶ τοῦ σφραγιστοῦ χάρτου, ἀναγράφεται καὶ εἰς τὴν ἔκθεσιν τὴν εἰσηγητικήν. Ἀλλὰ προσετέθη μία νέα ἐργασία εἰς τὸ ταμεῖον τοῦ σφραγιστοῦ χάρτου, ἡ συγκέντρωσις, καταγραφὴ καὶ ἐξαφάνισις τῶν κερματικῶν γραμματίων τῶν ἐφθαρμένων· εἶναι δὲ ἐργασία ὄντως ἐπίμοχθος καὶ λεπτή, ὑπὸ τὴν ἔννοιαν τῶν εὐθυνῶν, καὶ ὁ ταμίας τοῦ σφραγιστοῦ χάρτου πρέπει νὰ ἀμείβηται ἐπαρκῶς, ὅπως ἐπαρκῇ εἰς τὰς ἀσχολίας αὐτὰς, αἱ ὁποῖαι προσετέθησαν εἰς αὐτὸν καὶ αἱ ὁποῖαι ἀντικαθιστῶσι τὴν ἐργασίαν τῆς ἀποστολῆς τοῦ χαρτοσήμου, τὴν ἤδη ἐνεργουμένην ὑπὸ τῆς Ἑταιρείας τῶν Μονοπωλίων.
§143Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ ὑπηρεσία αὕτη τῆς συγκεντρώσεως τῶν κερματικῶν γραμματίων ἤρξατο ἀπὸ τοῦ 1890. Πρὸ τοῦ 1890 εἶχε τὴν αὐτὴν τάξιν ὁ ταμίας, τὴν ὁποίαν ἔχει σήμερον.
§144Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Μὲ μόνην τὴν διαφοράν, ὅτι τότε δὲν ἐγίνετο αὐτὴ ἡ ἐργασία. Σήμερον, καθ’ ὅσον μάλιστα προβαίνομεν, ἡ ἐργασία τῆς ἐξαφανίσεως κερματικῶν γραμματίων ἐφθαρμένων ἔλαβε διαστάσεις μεγίστας.
§145ΜΙΧ. ΣΤΕΛΛΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, διὰ τοῦ νέου νομοσχεδίου τὸ ταμεῖον Πειραιῶς κατατάσσεται εἰς τὴν δευτέραν τάξιν, ἂν δ’ αἱ πληροφορίαι, τὰς ὁποίας ἔχω, ἦναι ἀσφαλεῖς, τὸ ταμεῖον Πειραιῶς, καὶ λόγῳ εἰσπράξεων καὶ λόγῳ πληρωμῶν, εἶναι ἴσως τὸ σπουδαιότερον ταμεῖον τοῦ Κράτους μετὰ τὸ Κεντρικὸν ταμεῖον. Διατί, ἀφοῦ ἐκρίθη καλὸν νὰ προαχθῇ, νὰ μὴ ὀνομασθῇ πρώτης τάξεως, ἀφοῦ ἔχει τόσας εἰσπράξεις καὶ τόσας πληρωμὰς, ἀλλ’ ὀνομάζεται μόνον δευτέρας τάξεως; Τὸ ταμεῖον Πειραιῶς, καὶ λόγῳ τοῦ πληθυσμοῦ ἀκόμη τῆς πόλεως, ἡ ὁποία ἀποτελεῖ ἐπαρχίαν ὁλόκληρον, πρέπει νὰ ὀνομασθῇ ταμεῖον πρώτης τάξεως. Περὶ τούτου ὑποβάλλω ἔγγραφον τροπολογίαν, καὶ παρακαλῶ τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν κατὰ τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν νὰ τὴν λάβῃ ὑπ’ ὄψιν.
§146ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 426).
§147Κ. Γ. ΙΕΡΟΜΝΗΜΩΝ. Κύριε Πρόεδρε, ὑποβάλλω τροπολογίαν, ὅπως τὸ ταμεῖον Κέας καταταχθῇ εἰς τὰ τρίτης τάξεως ταμεῖα, διότι, ὡς ἀποδεικνύεται ἐκ τῶν εἰσπράξεων τοῦ 1901 καὶ 1902, τὸ ταμεῖον Κέας ἔχει εἰσπράξεις ἐπὶ πλέον ἀπὸ τὸ ταμεῖον Βάλτου, τὸ ὁποῖον μένει γʹ τάξεως. Παρακαλῶ νὰ τυπωθῇ ἡ τροπολογία καὶ διανεμηθῇ αὔριον, ὅπως ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν κατὰ τὴν τρίτην συζήτησιν.
§148ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ζητεῖ ἕτερός τις τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 1; Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 1, ὡς ἔχει, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 2 (ἀναγινώσκεται).
§149Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Διὰ τοῦ ἄρθρου τούτου οἱ μέχρι τοῦδε γραφεῖς τῶν διαφόρων ταμείων μετονομάζονται εἰς γραμματεῖς· ἀλλ’ ἡ μετονομασία τῶν ὑπαλλήλων τούτων τοὺς ὑποβάλλει, νομίζω, εἰς τὸν νόμον περὶ ἐντοπίων ὑπαλλήλων. Ἀλλὰ δὲν εἶναι εὔκολον νὰ ἐξευρεθῶσι γραμματεῖς ταμείων μὲ 90 δραχμάς, καὶ νὰ ὑπηρετῶσιν εἰς ἄλλα ταμεῖα, μακρὰν τῆς πατρίδος των. Μέχρι τοῦδε οἱ γραφεῖς οὗτοι ἦσαν ἐντόπιοι ὑπάλληλοι, ἐξασκούμενοι δὲ εἰς τὴν ταμιακὴν ὑπηρεσίαν προεβιβάζοντο κατόπιν εἰς γραμματεῖς, μετατιθέμενοι εἰς ἄλλα ταμεῖα, καὶ οὕτως ἐχρησίμευον ὡς φυτώρια τῆς ταμιακῆς ὑπηρεσίας, καὶ ἐκ τούτων προήρχοντο οἱ μέχρι τοῦδε ταμίαι. Νομίζω δὲ, ὅτι, ἐὰν τὸ ἄρθρον ψηφισθῇ ὡς ἔχει, καὶ οἱ γραφεῖς ἐκεῖνοι μετονομασθῶσι γραμματεῖς, ἐὰν δὲν ἀπαλλαγῶσι τῆς ὑποχρεώσεως νὰ ὑποβάλλωνται εἰς τὸν νόμον περὶ ἐντοπίων ὑπαλλήλων, εἶναι ἀδύνατον νὰ ἔχωμεν ταμιακὴν ὑπηρεσίαν, διότι εἶναι ἀδύνατον νὰ ἔχωμεν γραμματεῖς ταμείων μὲ 90 δραχμὰς κατὰ μῆνα. Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ἢ νὰ ὀνομάσῃ γραμματεῖς τοὺς αʹ καὶ βʹ τάξεως, καὶ τοὺς ἄλλους ν’ ἀφήσῃ γραφεῖς, ἢ νὰ ἐξαιρέσῃ τοὺς κατωτέρους τούτους ὑπαλλήλους τοῦ νόμου περὶ ἐντοπίων ὑπαλλήλων, διότι ἄλλως εἶναι ἀδύνατον νὰ ἔχητε φυτώρια ταμιακῆς ὑπηρεσίας. Καὶ ἐξηγοῦμαι. Εἰς τὰ ταμεῖα αʹ τάξεως εἶναι τέσσαρες γραμματεῖς, κατὰ τὸ ψηφιζόμενον νομοσχέδιον, αʹ, βʹ, γʹ καὶ δʹ, Φρονῶ, ὅτι πρέπει οἱ δύο τελευταῖοι νὰ ἀφεθῶσι μὲ τὸ ὄνομα γραφεῖς καὶ μὲ τὴν αὐτὴν μισθοδοσίαν, τὴν ὁποίαν μέχρι τοῦδε λαμβάνουσιν, ἢ, ἂν θέλῃ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως νὰ τοὺς ὀνομάσῃ γραμματεῖς, νὰ ἐξαιρέσῃ αὐτοὺς τοῦ νόμου περὶ ἐντοπίων ὑπαλλήλων. Καὶ ἐξήγησα τὸν λόγον· διὰ νὰ χρησιμεύωσιν ὡς φυτώρια τῆς ταμιακῆς ὑπηρεσίας.
§150Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀκριβῶς διὰ τοῦτο γίνεται μνεία τοῦ λόγου, οὗ ἕνεκα ὠνομάσθησαν γραμματεῖς. Τοὺς ὀνομάζει γραμματεῖς διὰ νὰ μὴ ἦναι ἐντόπιοι. Ὡς λόγον προβάλλει τοῦτο ἡ εἰσηγητικὴ ἔκθεσις τοῦ νομοσχεδίου, οὐχὶ ἐγώ.
§151Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ. Ποίαν ἐξουσίαν θὰ ἔχωσιν οἱ τρίτοι καὶ τέταρτοι γραμματεῖς, οἱ μέχρι τοῦδε γραφεῖς; Δὲν νομίζω δὲ, ὅτι δύνασθε νὰ διορίσητε ἕνα γραμματέα ταμείου μὲ 90 δραχμὰς ἐκ Τριπόλεως εἰς τὴν Τῆνον π. χ. Εἶναι ἀδύνατον πρᾶγμα. Ἐὰν ἐξαιρεθῶσι τοῦ νόμου περὶ ἐντοπίων ὑπαλλήλων, δὲν ἔχω καμμίαν ἀντίρρησιν· ἂς ὀνομασθῶσι καὶ γραμματεῖς. Ἐξηγήθην ἀρκετὰ σαφῶς, νομίζω, κύριε Πρόεδρε.
§152ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ βουλευταὶ κύριοι Θεόδ. Βελλιανίτης, Ι. Γεωργιάδης καὶ Γ. Καλλίνικος ὑποβάλλουσι τροπολογίαν ἐπὶ τῶν παραγράφων 10 καὶ 11 τοῦ ἄρθρου 2. Ὡσαύτως οἱ βουλευταὶ κ. κ. Πονηρόπουλος, Στελλάκης, Ἱερομνήμων, Λομβάρδος, Κρίτσας, Γιαννακίτσας, Πολυχρονόπουλος, Καρπετόπουλος, Καρτάλης καὶ Στάϊκος ὑποβάλλουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ ἄρθρου 2. Ἑτέραν τροπολογίαν ὑποβάλλουσιν οἱ βουλευταὶ κ. κ. Μερλόπουλος, Γ. Μαυρομιχάλης, Μελετόπουλος, Πετιμεζᾶς, Τσερτίδης, Π. Παπαναστασίου, Γ. Ἀλεξανδρόπουλος, Ι. Καραπᾶνος, Καζαμπάκας, Θ. Φαρμακόπουλος, Δεδούσης, Παυλόπουλος, Κόλλιας, Δαούτης καὶ Μπακόπουλος. Ἅπασαι αἱ τροπολογίαι αὗται θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 427–429).
§153Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἀπαντῶ εἰς τὴν παρατήρησιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Μαντινείας. Ὁ σκοπὸς τοῦ νομοσχεδίου εἶναι, νὰ κατορθωθῇ νὰ μὴ ὑπάρχωσιν ἐντόπιοι ὑπάλληλοι ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ τῶν ταμείων. Ἐὰν ὁ γραφεὺς, ὁ τελευταῖος γραμματεὺς τοῦ ταμείου, ἔχῃ μισθὸν γραφέως βʹ τάξεως, ἔχει ὅμως ἓν μέγα πλεονέκτημα, ὅτι καταταχθεὶς εἰς τὴν τάξιν γραμματέως εὑρίσκεται εἰς τὴν τελευταίαν βαθμίδα τῆς ἱεραρχίας, τὴν ὁποίαν θέλει ὑπερβῆ ἀνερχόμενος, καὶ τοιουτοτρόπως θέλει σταδιοδρομήσει μέχρι τῆς βαθμίδος γραμματέως αʹ τάξεως.
§154Α. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Πῶς θὰ συντηρῆται κατὰ τὸ διάστημα αὐτό;
§155Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Οἱ ὑπάλληλοι, οἱ ὁποῖοι εἶναι ἐν ταῖς Ἐφορίαις, οἱ ὑπάλληλοι, οἱ ὁποῖοι εἶναι ἐν ταῖς Νομαρχίαις, πάντες εἶναι ἐντόπιοι.
§156Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μὲ συγχωρεῖτε, κύριε Πρόεδρε. Δὲν βλέπω κατὰ τί θὰ παρεβλάπτετο ἡ ὑπηρεσία, ἐὰν εἰς τὰ ταμεῖα πρώτης τάξεως οἱ δύο τελευταῖοι γραμματεῖς ἦσαν ἐντόπιοι, ἀφοῦ προηγοῦνται αὐτῶν δύο ἄλλοι γραμματεῖς καὶ ὁ ταμίας τρεῖς. Ποίαν ἐξουσίαν, παρακαλῶ, ἔχουσιν οἱ γραφεῖς, οἵτινες τῇ ἐντολῇ τοῦ ταμίου ἀντιγράφουσι μερικοὺς λογαριασμούς; Ἐὰν ἦναι ἐντόπιοι, κατὰ τί θὰ παραβλαφθῇ ἡ ὑπηρεσία, ἀφοῦ ἔχουσι τρεῖς προϊσταμένους; Οἱ προϊστάμενοι τῶν γραφείων καὶ οἱ νόμιμοι αὐτῶν ἀναπληρωταὶ πρέπει νὰ ὑπόκηνται εἰς τὰς διατάξεις τοῦ νόμου περὶ ἐντοπίων ὑπαλλήλων, διότι τῷ ὄντι διαχειρίζονται ἐξουσίαν, ἀλλ’ οἱ γραμματεῖς γʹ καὶ δʹ τάξεως πρὸς τί; οὔτε δύναται νὰ νοηθῇ, ὅτι δύνανται ποτὲ ν’ ἀναπληρώσωσι τὸν ταμίαν· διότι, ὡς γνωρίζετε, ὁ ἀναπληρωτὴς τοῦ ταμίου δὲν ὁρίζεται πάντοτε ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ, ἀλλὰ διορίζεται καὶ ὑπὸ τοῦ ταμίου, ὁ δὲ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἐὰν εὑρεθῇ ποτε εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ διατάξῃ τὴν ἀναπλήρωσιν ταμίου ἀπουσιάζοντος ἐκ τῆς θέσεώς του, ποτὲ δὲν θὰ τολμήσῃ νὰ ἀναθέσῃ τὴν ἀναπλήρωσιν ἑνὸς ταμίου βʹ ἢ αʹ τάξεως εἰς ἕνα γραμματέα γʹ ἢ δʹ, ὁ ὁποῖος μέχρι τοῦδε φέρει τὸν μισθὸν καὶ τὸν βαθμὸν τοῦ γραφέως.
§157Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Βεβαίως δὲν ὑποθέτω νὰ εὑρεθῇ Ὑπουργὸς νὰ ἀναθέσῃ εἰς τὸν γραμματέα τοῦτον τὰ καθήκοντα τοῦ ταμίου· ἀλλ’ αἱ παραδόσεις τῆς ὑπηρεσίας καὶ ἡ γνῶσις τῶν περιστάσεων ἐνδεικνύουσιν, ὅτι ὁ τοπικὸς ἀνταγωνισμὸς γίνεται ἀκμαιότατος, θερμότατος διὰ τὴν θέσιν ἑνὸς γραφέως ταμείου. Δὲν πρόκειται μόνον περὶ τῆς τοποθετήσεως ἑνὸς συμπατριώτου, ὁ ὁποῖος θέλει λαμβάνει 90 δραχμὰς, ἀλλὰ πρόκειται καὶ περὶ ἄλλης ἐλπίδος, τῆς ἐλπίδος ὅτι αὐτὸς δύναται νὰ χρησιμεύσῃ εἰς τὸν κομματικὸν ἀνταγωνισμόν. Ἀπὸ αὐτὸν τὸν ἀνταγωνισμὸν ἐπιθυμοῦμεν νὰ τὸν ἀπομακρύνωμεν.
§158Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως μὲ παρεξήγησε, διότι ἐγὼ τὴν τροπολογίαν, τὴν ὁποίαν ζητῶ, δὲν τὴν ζητῶ διὰ κομματικὸν σκοπόν. Ἐκ πεποιθήσεως φρονῶ, ὅτι εἶναι ἀδύνατον νὰ εὑρεθῶσι γραμματεῖς ταμείου νὰ ὑπηρετῶσι μακρὰν τῆς πατρίδος των μὲ 90 δραχμὰς κατὰ μῆνα. Ἐὰν δὲ οἱ ἐφοριακοὶ ὑπάλληλοι, κύριε Πρόεδρε, οἱ δευτέρας ἢ τρίτης τάξεως γραμματεῖς τῆς Ἐφορίας, ὑπηρετῶσιν εἰς ξένον τόπον μὲ 90 καὶ 100 δραχμὰς, ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως γνωρίζει, ὁποίου εἴδους ὑπηρεσίας προσφέρουσιν οὗτοι, καὶ βεβαίως γνωρίζει, ὁποίας καταπιέσεις ἀσκοῦσιν ἐπὶ τοῦ λαοῦ οἱ μικροὶ ἐκεῖνοι ὑπάλληλοι, οἱ ὁποῖοι ἔχουσι τόσον μικρὸν μισθὸν, οἱανδήποτε ὑπηρεσίαν καὶ ἂν ἐκτελῶσι. Πιστεύω δὲ, ὅτι αἱ κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Περίοδον διαμαρτυρίαι μου ἔναυλοι ἔτι εἰσὶν εἰς τὰς ἀκοὰς ἐκείνων, οἵτινες τότε διετέλουν μέλη τοῦ Κοινοβουλίου, κατὰ τῶν ἐφοριακῶν ἐκείνων ὑπαλλήλων, οἱ ὁποῖοι ἔσυρον πλήθη πολιτῶν εἰς τὰ Δικαστήρια, ὅπως ἐκβιάσωσιν αὐτοὺς πρὸς εἴσπραξιν τῶν τυχηρῶν. Πρὸς ἀποφυγὴν λοιπὸν αὐτῶν τῶν τυχηρῶν, παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ δεχθῇ, ὅπως οἱ μικρότεροι αὐτοὶ ὑπάλληλοι ὦσιν ἐντόπιοι. Καὶ τοῦτο, κύριε Πρόεδρε, ὄχι ὅπως συνομολογήσω καὶ ἐγὼ φιλίαν μὲ δύο γραφεῖς, τοὺς γραφεῖς τῆς ἐπαρχίας Μαντινείας, τοὺς ὁποίους βεβαιῶ ὅτι δὲν θὰ ζητήσω ποτέ.
§159Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐκπλήσσομαι, διότι ὁ κ. ἐκ Μαντινείας Βουλευτὴς ἐξέλαβε τὸ ζήτημα προσωπικόν. Διατὶ ὑπέλαβεν, ὅτι ἐγὼ ἐνόουν αὐτὸν, ὅτε ἀπηύθυνα τὴν παρατήρησιν, ἡ ὁποία εἶναι πόρισμα τῆς πείρας τῆς διοικήσεως; Ἡ γνώμη ὅμως τοῦ κ. ἐκ Μαντινείας Βουλευτοῦ περὶ τῶν ἀποτελεσμάτων, τὰ ὁποῖα ἐπιφέρει ἡ μεταβολὴ τοῦ προσωπικοῦ τῆς ἐφοριακῆς ὑπηρεσίας, δὲν εἶναι πόρισμα πείρας βεβαιωμένης, διότι ἐγὼ φρονῶ, καὶ μετ’ ἐμοῦ φρονοῦσι πολλοὶ ἄλλοι, ὅτι ἡ μεταβολὴ, ἡ ἐπενεχθεῖσα εἰς τὸ προσωπικὸν τὸ βοηθητικὸν τῆς ὑπηρεσίας τῶν Ἐφοριῶν κατὰ τὸ 1895, ἡ ἀντικαταστήσασα τοὺς γραφεῖς διὰ γραμματέων, ἐπήνεγκε βελτίωσιν τῆς ὑπηρεσίας· τόσον δ’ εἶναι τοῦτο ἀληθὲς, ὥστε μετὰ τὸ 1895 ἀλλεπάλληλα διῆλθον πέντε Ὑπουργεῖα, ἐκ τῶν ὁποίων οὐδὲν ἦτο συμπαθὲς πρὸς τὰς ἰδέας, τὰς ὁποίας ἡμεῖς ἔχομεν, ἀλλ’ οὐδὲν τούτων μετέβαλε τὸν νόμον ἐκεῖνον.
§160Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, συμφωνῶ πληρέστατα μὲ τὴν γνώμην τοῦ κ. ἐκ Μαντινείας συναδέλφου, διότι φρονῶ, ὅτι πράγματι ὑπάλληλοι διοριζόμενοι μὲ 90 δραχμὰς μακρὰν τῆς ἑστίας των δὲν δύνανται νὰ συντηρηθῶσιν.
§161Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν συμβῇ μάλιστα νὰ ἦναι καὶ ἔγγαμοι, ἀλλοίμονον! καὶ τὰ χαρτιὰ τοῦ ταμείου θὰ τὰ φάγουν, ὅπως εὑρέθησαν εἰς τὴν Τρίπολιν 300,000 δραχμῶν δικαιολογητικὰ εἰς τὰ μπακάλικα!
§162Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Φρονῶ, ὅτι πρέπει εἰς τοὺς ὑπαλλήλους νὰ παρέχωμεν ἄνεσίν τινα οἰκονομικὴν, καὶ ἀφοῦ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ κάμωμεν ἄλλο, δὲν πρέπει, νομίζω, νὰ δυσχεραίνωμεν τὴν θέσιν αὐτῶν, ὑπάγοντες τοὺς μικροὺς αὐτοὺς ὑπαλλήλους εἰς τὴν τάξιν ἐκείνην, τοὺς ὁποίους ἀναγράφει ὁ νόμος περὶ ἐντοπίων ὑπαλλήλων. Διὰ τοῦ τρόπου τούτου καὶ ἐγὼ φρονῶ, ὅτι ἐνθαρρύνομεν τὴν κατάχρησιν. Καὶ ναὶ μὲν ὁ νόμος, τὸν ὁποῖον ἀνέφερε πρὸ μικροῦ ὁ κύριος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, εἶχεν ἀγαθὰ ἀποτελέσματα ἔν τισιν, ἀλλ’ ἀναντίρρητον εἶναι ἐπίσης, ὅτι πολλάκις ἠκούσαμεν ἐν τῇ Βουλῇ διαμαρτυρίας διὰ καταχρήσεις προερχομένας ἀκριβῶς ἐκ τῶν λόγων τούτων. Διότι οἱ ἄνθρωποι εἶναι δυστυχεῖς· διορίζετε ἕνα ὑπάλληλον μὲ 90 δραχμὰς, καὶ τὸν ἀποστέλλετε μακρὰν τῆς ἐπαρχίας αὐτοῦ, μακρὰν τοῦ οἴκου του, ὅπου θὰ ἔχῃ δαπανηρότερα τὰ μέσα τῆς συντηρήσεως. Τί θέλετε νὰ πράξῃ ὁ ὑπάλληλος οὗτος; Πρέπει νὰ ἦναι ἄτεγκτος ἄνθρωπος, ψυχὴ ἀκαταγώνιστος, ὅπως μὴ καταληφθῇ ὑπὸ τοῦ πειρασμοῦ τῆς καταχρήσεως. Καὶ διὰ τοῦτο, Κύριοι, οὐχὶ πρωτοφανῶς βλέπομεν ὑπαλλήλους, οἱ ὁποῖοι ἔχουσιν ἀναγράψει ὡς ὅρον τῆς ὑπάρξεώς των καὶ τὴν λέξιν τυχηρά· καὶ ἡ μὲν λέξις τυχηρὰ, βεβαίως, ὅπως λέγεται σήμερον, σημαίνει νόμιμόν τινα ὠφέλειαν, ἀλλὰ τοῦτο δὲν δύναται νὰ διαγράψῃ τὴν σημασίαν τῆς λέξεως, ἡ ὁποία σημαίνει κατάχρησιν. Διὰ τοῦτο νομίζω, Κύριοι, ὅτι μᾶλλον δυνάμεθα εἰς τοὺς ὑπαλλήλους τούτους νὰ παράσχωμεν μέσα ἀνετώτερα, καὶ ἀφοῦ δὲν δύναται ἡ Πολιτεία νὰ αὐξήσῃ τοὺς μισθοὺς αὐτῶν, ἂς ἀφήσῃ τοὐλάχιστον τούτους νὰ ὑπηρετῶσι πλησίον τῶν ἑστιῶν των, ὅπου θὰ δύνανται νὰ ζήσωσι, χωρὶς νὰ ὑποκύπτωσιν εἰς τὸν πειρασμὸν τῆς καταχρήσεως.
§163Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Ἂς μὴ δέχωνται νὰ διορίζωνται.
§164ΜΙΧ. ΣΤΕΛΛΑΚΗΣ. Καὶ ὁ κ. ἐκ Μαντινείας Βουλευτὴς καὶ ὁ κ. ἐκ Παξῶν ἐτόνισαν κυρίως τὸν ὑλικὸν λόγον τῶν ὑπαλλήλων αὐτῶν. Νομίζω, ὅτι συνηγορεῖ ὑπὲρ τῆς τροπολογίας τοῦ κ. ἐκ Μαντινείας Βουλευτοῦ καὶ λόγος ἠθικός. Νέοι διοριζόμενοι ὡς γραφεῖς εἶναι ἀξιοπρεπέστεροι καὶ ἠθικώτεροι, ὑπηρετοῦντες ἐν τῇ κοινωνίᾳ, ἐν ᾗ ἔζησαν καὶ ἀνετράφησαν, παρὰ οἱ ἔξωθεν ἐρχόμενοι. Τοῦτο δὲ μᾶς τὸ ἔχει διδάξει καὶ ἡ μακρὰ πεῖρα. Ὁ γραφεὺς, ὁ θέλων νὰ παραβῇ τὸ καθῆκόν του ἐκ λόγου κομματικοῦ, θὰ τὸ παραβῇ πολὺ περισσότερον εἰς ξένην ἐπαρχίαν παρὰ εἰς τὴν ἰδικήν του. Νομίζω, ὅτι εἶναι λόγος, καὶ παρακαλῶ καὶ ἰδιαιτέρως τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ μὴ ἐπιμείνῃ εἰς τὸ ζήτημα τῶν γραφέων, διότι μᾶλλον θέλει δυσχεράνει τὴν ὑπηρεσίαν. Νομίζω, ὅτι ἡ διαγωγὴ τοῦ γραφέως ἐξαρτᾶται οὐχὶ ἐξ αὐτοῦ τοῦ γραφέως, ἀλλ’ ἐκ τοῦ προϊσταμένου του. Ἐὰν ὁ προϊστάμενος θέλῃ νὰ ἦναι ὁ γραφεὺς εἰς τὸ καθῆκόν του, θὰ ἦναι, ἐὰν ὅμως δὲν θέλῃ, δὲν θὰ ἦναι, εἴτε ἐντόπιος εἶναι εἴτε μή.
§165ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ζητεῖ ἕτερός τις τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 2;
§166Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε.
§167Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, μίαν λέξιν. — Μοὶ ἐπιτρέπει ὁ κ. Σιμόπουλος. — Ὁ λόγος, τὸν ὁποῖον προέβαλεν ὁ κ. ἐξ Ἐπιδαύρου Λιμηρᾶς συνάδελφος, εἶναι ἰσχυρότατος. Ποῖοι θὰ διορίζωνται γραμματεῖς, κύριε Πρόεδρε, τρίτης καὶ τετάρτης τάξεως; Παιδάκια, τὰ ὁποῖα μόλις ἔχουσι τελειώσει τὸ Γυμνάσιον. Ἐὰν τοὺς διορίσητε εἰς ξένον τόπον, πρέπει νὰ τοῖς δώσητε καὶ μίαν παιδαγωγὸν μαζὺ, τὴν ὁποίαν νὰ μισθοδοτῇ τὸ Δημόσιον! (ἱλαρότης).
§168Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Χθὲς παρετήρησα, ὅτι ἡ μισθοδοσία τῶν κλητήρων τῶν ταμείων καθωρίσθη πρὸ 50 ἐτῶν, ὅτε αἱ βιωτικαὶ ἀνάγκαι ἦσαν ὀλιγώτεραι τῶν σημερινῶν. Διὰ τοῦ ἄρθρου 2 τοῦ νομοσχεδίου ὁ μισθὸς τῶν κλητήρων τούτων ὑποβιβάζεται εἰς 40, εἰς 30 καὶ 20 δραχμάς. Βεβαίως δὲν ἔχω κανένα λόγον προσωπικὸν, ἵνα ἐπιμείνω, ὅπως οἱ μισθοὶ τῶν κλητήρων αὐξηθῶσιν. Ἀλλ’ ἡ ἐπιτυγχανομένη οἰκονομία εἶναι ἐλαχίστη. Δὲν νομίζετε, ὅτι εἶναι ἀδύνατον νὰ εὑρεθῇ κλητὴρ μὲ 20 δραχμάς; Ἐγὼ τὸ νομίζω ἀκατόρθωτον. Ἡ ὅλη δὲ οἰκονομία εἶναι δραχ. 3,000, ἡ ὁποία θὰ καταλήξῃ πάντως εἰς βλάβην καὶ τῆς ὑπηρεσίας καὶ αὐτῶν τῶν φορολογουμένων ἴσως.
§169Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Νομίζω, ὅτι δύναμαι νὰ ζητήσω ἀπὸ τὸν κ. Βουλευτὴν Παρνασσίδος νὰ μὴ ὑπολαμβάνῃ, ἢ νὰ μὴ φρονῇ, ὅτι αἱ παρατηρήσεις, τὰς ὁποίας ἀπευθύνομεν, προέρχονται ἐκ τῶν συμφερόντων ἡμῶν. Εἶναι νομοσχέδιον ἀλλότριον τῶν συμφερόντων ἡμῶν. Ἠλαττώθη ὁ μισθὸς τῶν κλητήρων τῶν αʹ τάξεως ταμείων εἰς 40 δραχμὰς, διότι τοσοῦτος εἶναι ὁ μισθὸς τῶν κλητήρων ὅλων τῶν ταμείων. Πῶς αὐτοὶ οἰκονομοῦνται; Καὶ λαμβάνουσι τὸν μισθὸν αὐτὸν ἀπὸ πολλοῦ καιροῦ. Ἠλαττώθη ἐπίσης ὁ μισθὸς τῶν κλητήρων τῶν ταμείων βʹ τάξεως κατὰ 10 δραχμάς· ἐπίσης ὁ μισθὸς τῶν κλητήρων τῶν ταμείων γʹ καὶ δʹ τάξεως ἠλαττώθη κατὰ 20 δραχμὰς, διότι τοσοῦτος εἶναι ὁ μισθὸς τῶν κλητήρων τῶν Ἐφοριῶν, διότι οἱ κλητῆρες τῶν Ἐφοριῶν λαμβάνουσι καὶ αὐτοὶ 20 δραχμάς. Διὰ τοῦτο δὲν εἶναί τι αὐθαίρετον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐπράξαμεν, ἀλλ’ ἐπράξαμεν αὐτὸ ὁδηγούμενοι ἐκ τοῦ μέχρι τοῦδε γενομένου.
§170Ι. ΣΤΑΙΚΟΣ. Καμμία ὑπηρεσία δὲν ἔχει κλητῆρας. Ἔχουν παιδάκια, εἰς τὰ ὁποῖα δίδουν πέντε δραχμὰς, διότι δὲν εὑρίσκουν κλητῆρας μὲ τόσον μικρὸν μισθόν.
§171ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Τόσῳ τὸ καλλίτερον.
§172Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ὡς γνωρίζει ὁ κύριος Ὑπουργὸς, οἱ μισθοὶ τῶν κλητήρων τῶν τε ταμείων καὶ τῶν Ἐφοριῶν ἐκανονίσθησαν κατὰ τὸ 1852 συγχρόνως, εἰσηγουμένου τοῦ μακαρίτου Χρηστίδου. Τότε, ὡς πρὸς τοὺς κλητῆρας τῶν ταμείων, ἐθεωρήθη ἀναγκαῖον, ὅπως ὁ μισθὸς ἦναι ἀνώτερος κατά τι, διότι ὑπηρετοῦσιν εἰς ἓν γραφεῖον, ὅπου ὑπάρχουσιν ἀξίαι, αἵτινες δυνατὸν νὰ γείνωσιν ἀντικείμενον πειρασμοῦ εἰς αὐτούς. Ἐγὼ δὲν γινώσκω, ἂν δύναταί τις νὰ εὕρῃ σήμερον κλητῆρα μὲ τόσον μικρὸν μισθόν. Ἀλλὰ καὶ πάλιν ἐπαναλαμβάνω, ὅτι ἡ πεῖρα θέλει ἀποδείξει, ὅτι τὸ ἐπιδιωκόμενον διὰ τοῦ νομοσχεδίου θέλει ἀποβῆ πρὸς βλάβην τῆς ὑπηρεσίας.
§173ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Μίαν μικρὰν παρατήρησιν. Τὸ τελευταῖον ἐδάφιον λέγει: «Εἰς τὰ ταμεῖα Παξῶν, Ἰθάκης καὶ Κυθήρων δὲν διορίζονται γραμματεῖς». Δὲν εἶναι πρέπον νὰ μένῃ γραφεῖον μὲ ἕνα μόνον ὑπάλληλον, τὸν ταμίαν, ὁ ὁποῖος θὰ ἦναι καὶ γραμματεύς. Εἶναι δυνατὸν, τὸ ἔσοδον τῶν ταμείων τούτων νὰ ἦναι ἐλάχιστον, ἔστω καὶ ἀσήμαντον, ἀλλὰ δὲν εἶναι δυνατὸν, ταμιακὴν ὑπηρεσίαν νὰ ἀφήσητε μὲ ἕνα μόνον ὑπάλληλον, τὸν προϊστάμενον.
§174Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Εἷς ἄνθρωπος δύναται νὰ διαχειρισθῇ τὸ ταμεῖον ἄνευ βοηθείας γραμματέως, διότι οὗτος δὲν θέλει συνεισφέρει τι.
§175Α. ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, δι’ οὓς λόγους ἀνέφεραν καὶ ἀνέπτυξαν οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι, φρονῶ ὅτι πρέπει νὰ συζητηθῇ εὐρύτερον ἡ τροπολογία ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τούτου, ὡς πρὸς τοὺς γραμματεῖς γʹ καὶ δʹ τάξεως, καὶ ὑποβάλλω τοιαύτην, νὰ μὴ ἐφαρμόζηται ὡς πρὸς αὐτοὺς ὁ νόμος περὶ ἐντοπίων ὑπαλλήλων. Φρονῶ ὅτι ὁλόκληρος ἡ Βουλὴ ἐπείσθη περὶ τῆς τροπολογίας ταύτης.
§176Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ τροπολογία νὰ τυπωθῇ καὶ νὰ διανεμηθῇ.
§177ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βεβαίως.
§178Ι. ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ. Κατὰ τὴν αἰτιολογικὴν ἔκθεσιν τοῦ νομοσχεδίου, κύριε Πρόεδρε, «ἡ ἀντικατάστασις τῶν ταμιακῶν γραφέων διὰ γραμματέων ἐκρίθη ἀναγκαιοτάτη, διότι οἱ γραμματεῖς, ὑπαγόμενοι εἰς τὸν νόμον ΦΜʹ τοῦ 1875 περὶ ἐντοπίων ὑπαλλήλων, θέλουσιν ἐργάζεσθαι περισσότερον τῶν ἐντοπίων γραφέων.»
§179Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸ λέγει ἡ ἔκθεσις.
§180Ι. ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ. Ἀλλ’ ἀκριβῶς ἕνεκα ἐλλείψεως ἐπαρκοῦς ἐργασίας ἑπτὰ τῶν ταμείων τοῦ Κράτους τὰ ὑπεβίβασεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Λοιπὸν, ἀφοῦ δὲν ὑπάρχει ἐργασία, δὲν βλέπω τὸν λόγον, διὰ τὸν ὁποῖον θέλει ν’ ἀντικαταστήσῃ τοὺς γραφεῖς διὰ γραμματέων.
§181ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἄλλη παρατήρησις; Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 2, ὡς ἔχει, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
§182Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐψηφίσθη τὸ ἄρθρον μὲ τὴν ἐπιφύλαξιν τοῦ δικαιώματος τῆς συζητήσεως τῆς τροπολογίας μας.
§183ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βεβαίως. Θὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν κατὰ τὴν τρίτην συζήτησιν. (Ἀναγινώσκεται εἶτα καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 3 ἄνευ ἀντιρρήσεως). Ἄρθρον 4 (ἀναγινώσκεται).
§184Α. ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὸ ἄρθρον τοῦτο παρατηρῶ τὸ ἑξῆς. Ἐκτὸς τῶν λοιπῶν προσόντων, τῶν ἀπαιτουμένων ἵνα διορισθῇ τις εἰσπράκτωρ, προστίθεται καὶ τὸ τῆς ἀμέμπτου διαγωγῆς, ἀποδεικνυόμενον διὰ πιστοποιητικῶν τῆς δημοτικῆς ἀρχῆς καὶ τοῦ Εἰσαγγελέως τῶν Πλημμελειοδικῶν· ἀλλ’ ὁ Εἰσαγγελεὺς εἶναι ἀδύνατον νὰ παράσχῃ πιστοποιητικὸν ἀμέμπτου διαγωγῆς· μόνον πιστοποιητικόν, ἐὰν κατεδικάσθη τις ἐπὶ πλημμελήματι ἢ κακουργήματι, δύναται νὰ παράσχῃ. Πέραν τούτου θὰ ζητήσωμεν παρ’ αὐτοῦ ἀνώτερον τῆς σφαίρας τῶν γνώσεών του. Ἐκτὸς τούτου φρονῶ, ὅτι τὸ πιστοποιητικὸν τοῦ δημάρχου περὶ ἀμέμπτου διαγωγῆς πρέπει νὰ λείψῃ. Δὲν πρέπει νὰ ἐξαρτήσωμεν ἀπὸ τὴν θέλησιν τοῦ δημάρχου, ὅστις σχεδὸν πάντοτε φατριάζει ἐν Ἑλλάδι, τὸν διορισμὸν καλοῦ εἰσπράκτορος, ἀφοῦ ὁ ταμίας ἢ ὁ ὑποταμίας εἶναι εἰς θέσιν νὰ γνωρίζωσι κάλλιον αὐτόν. Πρέπει λοιπὸν νὰ περιορισθῇ ἡ διάταξις εἰς τὸ πιστοποιητικὸν τοῦ Εἰσαγγελέως τῶν Πλημμελειοδικῶν, ὅτι οἱ ὑποψήφιοι εἰσπράκτορες δὲν διατελοῦσιν ὑπὸ κατηγορίαν ἢ δὲν κατεδικάσθησαν.
§185Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Δὲν θὰ ἔχῃ ἀντίρρησιν ἐπὶ τούτου, νομίζω, ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, διότι πάντες γνωρίζομεν, πῶς ἐκδίδονται τὰ πιστοποιητικὰ ταῦτα. Ἐὰν ὁ διορισθησόμενος εἰσπράκτωρ ἦναι φίλος τοῦ δημάρχου, οὗτος θὰ δώσῃ πιστοποιητικόν, ἐὰν δὲν ἦναι, βεβαίως δὲν θὰ δώσῃ τὸ πιστοποιητικόν. Ὥστε μόνον πιστοποιητικὸν τοῦ Εἰσαγγελέως περὶ καταδίκης ἢ μὴ εἶναι ὀρθότερον.
§186ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ἄρθρον 4, ὀφείλω νὰ σᾶς διασαφήσω, ὅτι ἔχει μίαν μόνον παράγραφον. Ἡ δευτέρα παράγραφος ἀποτελεῖ κατὰ τὸ ἀρχικὸν νομοσχέδιον τὸ ἄρθρον 4, τὸ γενόμενον 5.
§187Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Τότε ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 4 ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Πρωθυπουργὸν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, ἂν εἶναι δυνατὸν νὰ κανονισθῶσιν αἱ εὐθῦναι διὰ Β. Διατάγματος.
§188Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ νόμος περὶ δημοσίου λογιστικοῦ κανονίζει ταύτας.
§189Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Αἱ εὐθῦναι ἀποτελοῦσιν εἶδος ποινῆς. Πρέπει λοιπὸν νὰ προστεθῇ «ὁρισθήσονται διὰ Β. Διατάγματος κατὰ τὸν νόμον περὶ δημοσίου λογιστικοῦ».
§190Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Μάλιστα.
§191ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 4, μετὰ τῆς προσθήκης ἐν τέλει αὐτοῦ τῶν λέξεων «κατὰ τὸν νόμον ΣΙΒʹ τοῦ 1852 περὶ δημοσίου λογιστικοῦ», παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 5 (ἀναγινώσκεται).
§192Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἐπ’ αὐτοῦ προτείνω μίαν διαγραφὴν καὶ μίαν προσθήκην. Ἡ διαγραφὴ γενήσεται εἰς τὸν τέταρτον στίχον. Διαγράφονται αἱ λέξεις «καὶ τῷ δευτέρῳ ταμείῳ ἐπὶ τῶν πληρωμῶν τῶν συντάξεων». Ἡ δὲ προσθήκη προτείνεται ἐν τῷ τέλει τῆς δευτέρας παραγράφου τοῦ ἄρθρου 5. Προστίθενται αἱ λέξεις «ὧν ὁ μηνιαῖος μισθὸς ὁρίζεται εἰς δραχμὰς 40».
§193ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Περὶ διαγωγῆς;
§194Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Εἶχον διορίσει τελευταῖον, ἐπὶ τῇ προτάσει ταμίου, δημόσιον εἰσπράκτορα, δι’ ὃν μοὶ ἀπηυθύνθη ἐπερώτησις, ὅτι εἶχε καταδικασθῆ ἐπὶ ζωοκλοπῇ, καὶ ἔπαυσα αὐτὸν ἕνεκα τούτου.
§195Α. ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ ἐπερώτησις ἐγένετο παρ’ ἐμοῦ. Ἐκεῖνο ὅμως, τὸ ὁποῖον συνέβη κατὰ τὸ παρελθόν, δὲν θὰ συμβῇ καὶ ἐν τῷ μέλλοντι, ὅταν περιληφθῇ διάταξις, καθ’ ἣν θ’ ἀπαιτῆται διὰ τὸν εἰσπράκτορα πιστοποιητικὸν τοῦ Εἰσαγγελέως τῶν Πλημμελειοδικῶν, ὅτι δὲν ἐτιμωρήθη διὰ πλημμέλημα ἢ κακούργημα.
§196Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως εἶναι ἀπαραίτητον τὸ τοιοῦτον πιστοποιητικόν.
§197Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Δυσπιστεῖτε πρὸς τὰ πιστοποιητικὰ τῶν δημάρχων; Τότε νὰ ἀπαλειφθῇ τὸ σχετικὸν μέρος.
§198Α. ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλὰ καὶ ὁ Εἰσαγγελεὺς δὲν δύναται νὰ δώσῃ πιστοποιητικὸν καλῆς διαγωγῆς. Μόνον ὅτι δὲν κατεδικάσθη ὁ εἰσπράκτωρ ἢ ὅτι δὲν διατελεῖ ὑπὸ κατηγορίαν δύναται νὰ πιστοποιήσῃ.
§199Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Παρεδέχθη ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ μὴ δίδωσι πιστοποιητικὰ οἱ δήμαρχοι.
§200ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα.
§201Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀντὶ πιστοποιητικοῦ τῆς δημοτικῆς ἀρχῆς δυνάμεθα ἀξιόλογα νὰ ζητήσωμεν τὸ προσὸν στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας καὶ ἀμέμπτου ἀφέσεως, ὅπως τοῦτο γίνεται καὶ δι’ ἄλλας ὑπηρεσίας. Τοῦτο θὰ ἦναι καὶ δικαία τις ἀμοιβὴ πρὸς τοὺς ὑπηρετήσαντας ὡς στρατιώτας.
§202Γ. ΚΟΡΥΖΗΣ. Ἐὰν ἀπηλλάγη;
§203Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ προτιμηθῇ ἄλλος ὑπηρετήσας. Οἱ ἀπαλλαγέντες νὰ ἦναι εἰς ἥττονα θέσιν.
§204ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι.
§205Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Πῶς συμβαίνει τοῦτο διὰ τοὺς ταχυδρομικοὺς διανομεῖς;
§206Κ. ΑΣΗΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν ἦναί τις ὑπερῆλιξ;
§207Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς ὅλα τὰ Κράτη οἱ ὑπηρετήσαντες εἰς τὸν στρατὸν ἔχουσι καὶ πλεονεκτήματα.
§208Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἂν δὲν εὑρίσκωνται τοιοῦτοι;
§209Π. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Οἱ ἀπαλλασσόμενοι ἕνεκα παθήσεως.
§210Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Δίδει πλεονεκτήματα ὁ νόμος εἰς τοὺς ὑπηρετήσαντας ἐν τῷ στρατῷ, ἀλλ’ ἐν τῇ περιστάσει ταύτῃ δὲν γνωρίζω εἰς τί θὰ χρησιμεύσῃ τὸ ἀπολυτήριον τοῦ στρατοῦ. Θὰ γίνηται ὁ διορισμὸς ὡς ἀμοιβή, διότι ὑπηρέτησαν ἐν τῷ στρατῷ;
§211Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ ἔχῃ ἡ Πολιτεία πρὸ ἑαυτῆς ἄτομον, περὶ οὗ εἶναι βεβαιωμένον, ὅτι εἶναι διαγωγῆς ἀμέμπτου.
§212Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Ἀλλ’ ἂν παρῆλθον ἔτη ἀφ’ ἧς ἀφυπηρέτησέ τις μὲ διαγωγὴν ἄμεμπτον, καὶ ἔπειτα ἐγένετο μέθυσος, χαρτοπαίκτης, ζωοκλέπτης ἢ ἄλλο τι;
§213Κ. ΑΣΗΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ λόγος δὲ τῆς ἡλικίας;
§214ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Ἀγγελόπουλος ἐξῃρέθη λόγῳ τοῦ ἀναστήματος (ἱλαρότης).
§215Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τοὐναντίον, ὑπηρέτησα ἐπὶ διετίαν, καὶ μάλιστα εἶμαι λοχίας ἀπόστρατος (ἱλαρότης).
§216Ι. ΣΙΓΑΛΑΣ. Ἡ πρότασις τοῦ κ. ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτοῦ εἶναι πολὺ λογικὴ καὶ δικαία, καὶ πρέπει νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν. Διὰ νὰ μὴ ὑπάρξωσι δὲ ἀντιρρήσεις, ὅτι εἶναι δυνατὸν οἱ ὑπηρετήσαντες ἐν τῷ στρατῷ νὰ μὴ ἔχωσιν ἐγγύησιν, δύναται τὸ πρᾶγμα νὰ διορθωθῇ ἁπλούστατα, ἐὰν τεθῇ ὁ ὅρος, ὅτι προτιμῶνται οἱ ὑπηρετήσαντες ἐν τῷ στρατῷ.
§217Π. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Διὰ ποῖον λόγον;
§218Ι. ΣΙΓΑΛΑΣ. Ὄχι μόνον διότι βεβαιοῦται, ὅτι ἐπειθάρχησαν, ἀλλὰ καὶ ὡς ἠθικὴ ἀμοιβὴ πρέπει νὰ γίνηται τοῦτο διὰ τοὺς ὑπηρετήσαντας ἐν τῷ στρατῷ, ἀφοῦ παρατηροῦμεν, ὅτι ἐκ παντὸς τρόπου οἱ πολλοὶ θέλουσι ν’ ἀποφεύγωσι τὴν ἐν τῷ στρατῷ ὑπηρεσίαν. Ὡς πρὸς τὸν λόγον δὲ, ὅστις ἀντετάχθη, ὅτι εἶναι δυνατὸν κατόπιν νὰ ὑποπέσωσιν εἰς ἔγκλημα, δὲν ἐννοεῖ τις βεβαίως, ὅτι ἀρκεῖ μόνη ἡ ἐν τῷ στρατῷ ἄμεμπτος διαγωγή, διότι θὰ συνυπάρχῃ καὶ πιστοποιητικὸν τοῦ Εἰσαγγελέως, ὅτι ὁ μέλλων νὰ διορισθῇ δὲν ὑπέπεσεν εἰς κακούργημα ἢ πλημμέλημα τῶν ἄρθρων 21 καὶ 23 τοῦ Ποινικοῦ Νόμου. Ἀφοῦ δὲ ὑπάρχει τοσαύτη ζήτησις ἐργασίας ἐν Ἑλλάδι, ὥστε καὶ αὐταὶ αἱ εὐτελεῖς θέσεις νὰ ἦναι ἐπιζήτητοι, πρέπει νὰ ζητῶμεν ὅσον τὸ δυνατὸν μείζονας ἐγγυήσεις ἀπὸ τοὺς ὑποψηφίους διὰ τὰς θέσεις ταύτας. Ἀλλ’ ἐπὶ τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχήν του ὡς πρὸς τὸν ἀριθμὸν τῶν ἐμμίσθων εἰσπρακτόρων. Βεβαίως μετὰ τὴν ἀγόρευσιν τοῦ κ. ἐκ Παρνασσίδος Βουλευτοῦ παρέλκει ἡ ἰδική μου σύστασις, ἀλλ’ ἓν μόνον θὰ συστήσω νὰ μελετηθῇ, διότι ἐγὼ δὲν εὑρίσκω εἰς τὸν περιορισμὸν τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἐμμίσθων εἰσπρακτόρων, εἰμὴ τὸ ἑξῆς ἄτοπον, ὅτι οἱ εἰσπράκτορες, ὅταν ἦναι ἄμισθοι, δὲν μεταβαίνουσι μόνοι, ὅπως εἰσπράξωσιν αὐτοὶ οὗτοι τὸν φόρον, ἀλλ’ ἀποστέλλουσι χωροφύλακας, μὲ τὴν ἐντολὴν νὰ βασανίζωσι τοὺς δυστυχεῖς ὀφειλέτας, μεταφέροντες αὐτοὺς ἀπὸ ἀποστάσεως 10 καὶ 12 ὡρῶν, ὅπως συνέβη ἐσχάτως εἰς τὰ Τρίκκαλα, ἔνθα ἔφεραν ἐκ μεγάλης ἀποστάσεως δυστυχῆ ὀφειλέτην διὰ φόρον 18 δραχμῶν, καὶ τοῦτο διότι ὁ εἰσπράκτωρ δὲν ἐνόει νὰ μεταβῇ εἰς τὰ χιονοσκεπῆ ὄρη τῶν Τρικκάλων, διὰ νὰ λάβῃ τὸν καθυστερούμενον φόρον. Τοιουτοτρόπως καὶ οἱ στρατιῶται ὑποβάλλονται εἰς ἀσχολίας ξένας τῆς στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας των, καὶ οἱ χωρικοὶ ταλαιπωροῦνται. Ἐγὼ θὰ ἐπρότεινον τὴν μεταβολὴν τοῦ συστήματος· δηλαδὴ ἢ νὰ αὐξηθῇ ὁ ἀριθμὸς τῶν ἐμμίσθων εἰσπρακτόρων, ἢ νὰ καταργηθῇ ἐντελῶς ὁ μισθὸς αὐτῶν, καὶ ν’ αὐξήσωσι τὰ ποσοστά. Τοῦτο θὰ ἦτο ἐπωφελὲς καὶ διὰ τὸ Δημόσιον, διότι καὶ θὰ πληρώνωνται ἀναλόγως τῶν εἰσπράξεων, καὶ θὰ ἀναπτυχθῇ μείζων δραστηριότης διὰ τὴν εἴσπραξιν, καὶ θὰ περιορισθῶσιν αἱ καθυστερήσεις, ἴσως δὲ καὶ αἱ διακρίσεις μεταξὺ εὐνοουμένων καὶ μή.
§219Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Τὸ σύστημα τοῦτο δὲν ἐγκατεστήσαμεν ἡμεῖς· ἐξηκολουθήσαμεν τὸ ὑπάρχον. Πρὸ τοῦ συστήματος τούτου ὑπῆρχεν ἕτερον, τὸ τῶν μηνυτόρων καὶ κατασχετῶν. Καὶ δὲν κρίνω μὲν τὸ ὑπάρχον ὡς τὸ τελειότερον, διότι ὁμολογῶ, ὅτι ἔχει ἐλαττώματα, καὶ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Παρνασσίδος ἀνεγνώρισε τὰ πλεῖστα, διότι ἔλαβε πεῖραν τῶν πραγμάτων. Ἀφοῦ δὲ τὰ πράγματα εἶναι τοιαῦτα, εἶναι δύσκολον νὰ προβῶμεν εἰς ἀλλαγὴν τοῦ συστήματος· καὶ τοῦτο ἀποδεικνύει αὐτὴ ἡ πολιτεία τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Παρνασσίδος, ὅστις ἠδύνατο νὰ μεταβάλῃ τὸ σύστημα, διαμείνας πλειότερον χρόνον ἐν τῷ Ὑπουργείῳ, ἐνῷ ἡμεῖς ἔχομεν τρεῖς ἢ τέσσαρας μόνον μῆνας, καὶ κατὰ τὸ διάστημα τοῦτο δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ὀργανώσωμεν νέον σύστημα. Ὁ καιρὸς θὰ φωτίσῃ ἡμᾶς, ἵνα ἐν τῷ μέλλοντι προσπαθήσωμεν νὰ μεταβάλωμεν τὸ σύστημα, ὅπως ἀπαλλαγῶμεν τῶν ἐλαττωμάτων αὐτοῦ.
§220Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ζήτημα τῶν δημοσίων εἰσπρακτόρων συνεζητήθη ἀρκούντως. Χθὲς εἶπον, ὅτι μοὶ ἐδόθη ἀφορμὴ νὰ μελετήσω τοῦτο, καὶ, εἰ δυνατόν, νὰ εἰσαγάγω σύστημα τελειότερον, καὶ ὑπέδειξα δύο συστήματα, ἅτινα εἶχον ὑπ’ ὄψει, ὅτε συνέτασσον τὸ νομοσχέδιον, ὅπερ εἰσήγαγον, ἀλλὰ δὲν ἔτυχε τῆς εὐκαιρίας νὰ ψηφισθῇ. Ὑπῆρχέ τις ἰδέα, περὶ ἧς δὲν ἐποιησάμην λόγον, ὅτι, ἂν πρόκηται νὰ διατηρηθῇ τὸ σύστημα τῶν δημοσίων εἰσπρακτόρων, πρέπει νὰ ἐπεκταθῇ εἰς πάντας τοὺς δήμους τοῦ Κράτους, διότι ἡ παρουσία τοῦ εἰσπράκτορος εἰς τὴν ἕδραν τοῦ δήμου γίνεται πάροχος πολλῶν ὠφελειῶν, δύναται ὅμως νὰ ὁρισθῇ συγχρόνως, ὅτι, ὅπου οἱ εἰσπράκτορες δὲν ἔχουν ποσοστὰ ἐπαρκοῦντα εἰς τὴν μισθοδοσίαν τῶν τεσσαράκοντα δραχμῶν κατὰ μῆνα, συμπληροῦται ὁ μισθὸς αὐτῶν ὑπὸ τοῦ Δημοσίου. Αὐτὴ εἶναι ἰδέα, ἣν δυνάμεθα νὰ εἰσαγάγωμεν. Δύναται νὰ μελετηθῇ καὶ ὑποβληθῇ τροπολογία. Δι’ αὐτοῦ τοῦ τρόπου δὲν ἐπιβαρύνεται τὸ δημόσιον ταμεῖον μὲ μισθούς. Παρατηρῶ δὲ, ὅτι μεταξὺ ἡμῶν τῶν δύο ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἔχει πεῖραν δεκαπλασίαν ἴσως τῆς ἐμῆς, ὅσον ἀφορᾷ τὴν ὑπηρεσίαν, διότι ὑπηρέτησε περισσότερον χρόνον ὡς Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν.
§221Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐγὼ ἤθελον νὰ ἀποδείξω, ὅτι δὲν εἶναι εὐχερὲς τὸ μεταβάλλειν τὰ οἰκονομικὰ συστήματα, εἰπὼν, ὅτι ὑμεῖς, εἰ καὶ ἐπὶ διετίαν διετελέσατε Ὑπουργός, δὲν ἠδυνήθητε νὰ τὸ μεταβάλητε. Καὶ ἐγὼ ἔχω τὴν ἐπιθυμίαν, ἂν μείνω ἐν τῇ Κυβερνήσει, νὰ παρασκευάσω καὶ εἰσαγάγω νέον σύστημα. Δὲν πιστεύω δὲ, ὅτι ἡ ἐλάττωσις τοῦ ἀριθμοῦ τῶν εἰσπρακτόρων θέλει ἐλαττώσει τὰ ἔσοδα τοῦ Κράτους. Ἐνθυμοῦμαι, ὅτι κατὰ τὸ 1896, ὅτε ἐπρότεινα νὰ περιορισθῇ ὁ ἀριθμὸς αὐτῶν, μοὶ ἐπροτάθη ὁ κίνδυνος, ὁ ὁποῖος προτείνεται καὶ σήμερον· ἀλλ’ ὁμολογῶ, ὅτι, μὲ ὅλας τὰς ἐπελθούσας πολιτικὰς ἀνωμαλίας, οἱ ὑπάρχοντες εἰσπράκτορες ἠδυνήθησαν νὰ εἰσπράξωσιν ἀκριβῶς τὰ ἔσοδα. Ἀλλὰ δὲν πρόκειται περὶ τῆς ζημίας μόνον, ἣν ὑφίσταται τὸ Δημόσιον, πληρῶνον εἰς αὐτοὺς μισθόν, ἀλλ’ ὁ διορισμὸς ἐμμίσθων εἰσπρακτόρων ἀποτελεῖ εἶδος παροχῆς κομματικῆς, ἐπιθυμῶ δὲ νὰ μὴ συντελῶ εἰς τὴν παροχὴν τοιούτων συνδρομῶν καὶ εἰς τὸν πολλαπλασιασμὸν τῶν μισθοφόρων θέσεων, διότι δύναταί τις οὕτω νὰ ὑπολάβῃ, ὅτι ἐν τῷ κοινοβουλευτικῷ πολιτεύματι ἡ τοιαύτη τακτικὴ δρᾷ ὅπως δήποτε ἐπὶ τῆς λειτουργίας τοῦ πολιτεύματος. Διὰ τοῦτο περιώρισα τὸν ἀριθμὸν τῶν εἰσπρακτόρων εἰς τόσον, ὅσον θεωρῶ ἀναγκαῖον.
§222Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ πρόθεσις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅπως περιορίσῃ τὴν ἐξουσίαν τῶν Ὑπουργῶν, εἶναι βεβαίως ἀξιέπαινος, ἀλλὰ τὰ πράγματα ἀποδεικνύουσιν, ὅτι αὐτὴν τὴν προαίρεσιν, ὁσάκις ἠδύνατο νὰ τὴν ἐξακολουθήσῃ, δὲν τὴν ἐξηκολούθησε, καὶ ὅπου ὑπῆρχον περιορισμοὶ τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, τοὺς κατήργησεν ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. Ἀλλὰ τοῦτο εἶναι ἄσχετον πρὸς τὸ ὑπὸ συζήτησιν θέμα.
§223Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν εἶναι ἄσχετον. Θὰ σᾶς ἀπαντήσω.
§224Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶπον προηγουμένως, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ χρησιμεύῃ ὁ μισθὸς τοῦ ἐμμίσθου εἰσπράκτορος ὡς πολιτικὴ παροχή, ἐὰν ἤθελε δεχθῆ τὸ σύστημα, ὅπερ ὑπέδειξα· δηλαδή, ἂν ἤθελε διορίσει γραμματεῖς παρὰ τοῖς ταμείοις, οἵτινες νὰ ἀναλάβωσι τὴν εἴσπραξιν, ἢ ἂν ἤθελεν ὀργανώσει ἓν σῶμα, ἔχον θητείαν, ἢ ἂν ἤθελε παραδεχθῆ τὴν τρίτην ἰδέαν, νὰ ὑπάρχουν διωρισμένοι ὅσοι ἀπαιτοῦνται διὰ τὴν εἴσπραξιν, ἀπαραιτήτως δὲ εἷς εἰς ἕκαστον δῆμον, καὶ ὅπου τὰ ποσοστὰ δὲν ἐπαρκοῦσι, νὰ δίδηται ἀποζημίωσις. Οὕτω δὲ ἡ θέσις ἑνὸς εἰσπράκτορος δὲν δύναται νὰ χρησιμεύσῃ ὡς πολιτικὴ παροχή.
§225Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Οὐδένα ἐκ τῶν τεθέντων περιορισμῶν εἰς τὴν νομοτελεστικὴν ἐξουσίαν ἐγὼ κατήργησα. Ὤφειλον νὰ καταργήσω τὸν νόμον περὶ προσόντων τῶν πολιτικῶν ὑπαλλήλων, διότι κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν αὐτοῦ ἐφηρμόσθη σύστημα μὴ συμβιβαζόμενον μὲ τὴν χρηστότητα τῆς διοικήσεως. Δὲν θέλω νὰ κατέλθω εἰς λεπτομερείας· ἐνθυμοῦμαι μόνον, ὅτι μετετίθεντο, ἐπαύοντο, διωρίζοντο κατὰ τὰς παραμονὰς τῆς ἐκτελέσεως τοῦ νόμου οἱ ὑπάλληλοι, ἵνα ἀποκτήσωσι τὰ προσόντα, καὶ διατηρηθῶσιν ἢ εἰσαχθῶσιν ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ. Τοιοῦτον σύστημα δὲν συνεβιβάζετο μὲ τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα· διὰ τοῦτο καὶ προέτεινα τὴν κατάργησιν αὐτοῦ. Τὴν ἐλάττωσιν τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ὑπαλλήλων πάντοτε ἐπεδίωξα. Κατὰ τὸ 1896 κατήργησα θέσεις, ὧν ὁ ἀριθμὸς ἀνήρχετο εἰς χιλίας καὶ πλέον· διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ δὲ, ὃν εἰσηγάγομεν νῦν, νομοθετεῖται ἡ κατάργησις 1248 θέσεων. Νομίζω δὲ, ὅτι, ὅταν δύναταί τις νὰ ἐκτελῇ τὰ ἔργα τῆς διοικήσεως δι’ ὀλιγωτέρων ὑπαλλήλων, προσφέρει ὑπηρεσίαν οὐχὶ εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον, ἀλλ’ εἰς τὴν κοινωνίαν καὶ εἰς τὰ δημόσια ἤθη, διὰ τὴν ἀπρόσκοπτον λειτουργίαν τοῦ πολιτεύματος.
§226Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως τότε, ὅτε δηλαδὴ ὁ νόμος περὶ προσόντων καὶ μονιμότητος τῶν ὑπαλλήλων τῶν ὑπαγομένων εἰς τὴν ἁρμοδιότητα τῶν Ὑπουργείων τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ Οἰκονομικῶν ὑφίστατο, προεβλήθη ὡς λόγος πρὸς μεταβολὴν τοῦ νόμου ἐκείνου ὅ,τι καὶ τὴν ἑσπέραν ταύτην ἐλέχθη· ὅτι δηλαδή, προκειμένου ὁ νόμος ἐκεῖνος τοῦ 1884 νὰ τεθῇ εἰς ἐνέργειαν, εἶχον εἰσαχθῆ ὑπὸ τῶν ἁρμοδίων Ὑπουργῶν ὑπάλληλοι ἀνήκοντες εἰς τὴν ἰσχύουσαν τότε πολιτικήν, καὶ ἀπεκλείσθησαν ὅλοι οἱ ἀνήκοντες εἰς τὰ ἄλλα κόμματα· ἀλλὰ μήπως τοῦτο δὲν ἐγένετο ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὅτε εἰσήχθη ὁ νόμος περὶ δημοτικῆς ἢ στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως; μήπως δὲν ὑπῆρχε καὶ ἄλλος λόγος, ὁ ὁποῖος ἠδύνατο νὰ δικαιολογήσῃ τὴν κατάργησιν τοῦ νόμου ἐκείνου; Ἠδύνατο τὸν νόμον ἐκεῖνον νὰ καταργήσῃ, ν’ ἀντικαταστήσῃ δὲ αὐτὸν δι’ ἑτέρου νόμου, εἰσάγοντος τὴν μονιμότητα ὑπὸ ὅρους καὶ ἐγγυήσεις προλαμβανούσας τὴν μεροληπτικὴν ἢ κομματικὴν ἐφαρμογὴν αὐτοῦ· ἠδύνατο πρὸ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου νὰ δημιουργήσῃ μίαν ἐπιτροπὴν ἐξ ἀνωτάτων ὑπαλλήλων τοῦ Κράτους, εἰς τὴν ὁποίαν νὰ ἀναθέσῃ τὸ ἔργον τῆς ἐπιθεωρήσεως ὅλων τῶν ὑπαλλήλων τοῦ Κράτους, ἐπὶ τῇ βάσει δὲ τῶν παρατηρήσεων καὶ γνωμῶν τῆς ἐπιτροπῆς ταύτης νὰ καθαρίσῃ τὸ προσωπικὸν τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων. Διὰ τοιούτου τρόπου ἠδύνατο νὰ μὴ ἀφήσῃ τοὺς ὑπαλλήλους ἐντελῶς ἔρμαιον τῆς πολιτικῆς. Παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου νὰ ἐννοήσῃ, ὅτι τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον ἐπρότεινα, τῶν ἐμμίσθων εἰσπρακτόρων ἀποκλείει ἀκριβῶς τὴν προτίμησιν, διότι, ὅταν ἦναι εἰσπράκτωρ εἷς τοὐλάχιστον εἰς ἕκαστον δῆμον, καὶ ὅταν τὰ ποσοστὰ δὲν ἐπαρκῶσι, θ’ ἀποζημιώνηται μέχρι συμπληρώσεως ἀποδοχῶν ἐτησίων ἐκ δραχ. 480.
§227Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἀναιρῶ ἐν πρώτοις τὴν αἰτίασιν, τὴν ὁποίαν μοὶ ἀπηύθυνεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Παρνασσίδος, ὅτι, ὅτε εἰσήγαγον τὸν νόμον περὶ ἐπιθεωρητῶν, ἔπραξα αὐτὸ τοῦτο, τὸ ὁποῖον ἔπραξεν ἡ Κυβέρνησις τοῦ χρόνου ἐκείνου, κατὰ τὸ 1884. Οἱ διοριζόμενοι ἐπιθεωρηταὶ δὲν εἶχον τὰ προσόντα, τὰ ὁποῖα ἀπῄτει ὁ νόμος διὰ τοὺς τμηματάρχας, εὑρὼν δὲ 13 ἐπιθεωρητὰς, δὲν προσέθηκα ἕτερον, ἀλλ’ ἔπαυσα τοὺς πλεονάζοντας τρεῖς· δὲν ἐφήρμοσα τὸν νόμον, ἵνα εἰσαγάγωμεν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν ἀνθρώπους, εἰς τοὺς ὁποίους αἱ κομματικαὶ ἐκδουλεύσεις παρεῖχον δικαίωμα εἰς τὰς θέσεις αὐτάς. Ἀπορῶ δὲ διὰ τὴν τακτικὴν ταύτην, διότι δὲν ἐπιτρέπουσιν αἱ ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ σχέσεις τῶν μελῶν αὐτοῦ νὰ ἀπευθύνωνται τοιαῦται αἰτιάσεις τῶν μὲν κατὰ τῶν δέ. Διατί ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Παρνασσίδος ἀξιοῖ νὰ πράξω ἐγὼ σήμερον, ὅτε οὐδένα ἄλλον σκοπὸν ἔχω ἢ νὰ κατορθώσω νὰ ἐπενεχθῶσιν ἐλαττώσεις εἰς τὰ ἔξοδα τοῦ Κράτους, νὰ πράξω, λέγω, ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐκεῖνος, ὡς Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἐπὶ δύο καὶ ἥμισυ ἔτη δὲν ἔπραξε; Τίς ἠμπόδισε τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Παρνασσίδος νὰ προκαλέσῃ νόμον ἢ νὰ συστήσῃ ἐπιτροπὴν, ἡ ὁποία ν’ ἀναγνωρίζῃ τὰ προσόντα τῶν ὑπαλλήλων; καὶ διατὶ ἀπαιτεῖ ἀπὸ ἐμὲ νὰ πράξω τοῦτο ἐντὸς τῶν πέντε μηνῶν, καθ’ οὓς διατελῶ ἐν τῷ Ὑπουργείῳ; Τὰ πράγματα εἶναι εὔκολα, ὅταν πρόκηται νὰ κρίνῃ τις τοὺς ἄλλους, ἀλλὰ δὲν εἶναι εὔκολα, ὅταν πρόκηται νὰ ἐκτελῇ ὁ ἴδιος. Καὶ ὅμως ἐγὼ ἐπεχείρησά τι μὴ εὔκολον, νὰ προτείνω τὴν κατάργησιν θέσεων καὶ τὴν ἀπόλυσιν ὑπαλλήλων. Κατηγορητήρια τοιαῦτα ἀπηύθυνεν ὁ κ. ἐκ Παρνασσίδος Βουλευτὴς καὶ κατὰ τὸ 1895 καὶ κατὰ τὸ 1896 κατ’ ἐμοῦ, ἀλλὰ καὶ τότε διέψευσα τὰ κατηγορητήρια ἐκεῖνα, καὶ ἡ παρ’ ἡμῶν γενομένη διοίκησις κατὰ τὸ 1895 καὶ κατὰ τὸ 1896 διέψευσε τὰ κατηγορητήρια αὐτοῦ, διότι αὕτη ἦτο οἵα προσήκει εἰς συνταγματικὸν πολίτευμα.
§228Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου κατέληξεν εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι προέβη εἰς τὴν κατάργησιν πολλῶν θέσεων ὑπαλλήλων, καὶ διὰ τούτου κατώρθωσεν ὄχι μόνον νὰ ἐλαττώσῃ τὰ ἔξοδα, ἀλλὰ καὶ νὰ περιορίσῃ τὸν ἀριθμὸν τῶν ἐν τῇ δημοσίᾳ ὑπηρεσίᾳ ὑπηρετούντων. Ἀλλ’ ἐὰν θελήσῃ τις νὰ ἐξετάσῃ καὶ συγκρίνῃ τὸν ἀριθμὸν τῶν ὑπαλλήλων πρὸς τοὺς βαθμοὺς τῶν ὑπαλλήλων, θέλει πεισθῆ, ὅτι δὲν ἐπρόκειτο περὶ μειώσεως ὑπαλλήλων. Ὅτε π. χ. ἐπρόκειτο νὰ καταργήσῃ τὸν θεσμὸν τῶν ὁδοστατῶν, τοῦτο δὲν ἠδύνατο νὰ θεωρηθῇ ὡς ἐλάττωσις τῶν ὑπαλλήλων τοῦ Κράτους, διότι καταργηθέντος τοῦ συστήματος τῶν ὁδοστατῶν ἡ συντήρησις τῶν ὁδῶν γίνεται δι’ ἐργολάβων, φυσικώτατον δὲ εἶναι, ὅτι λαμβάνουσιν οὗτοι ὅ,τι ἐλάμβανον πρότερον οἱ ὁδοστάται. Ἐὰν ἠλαττώθη ὁ ἀριθμὸς τῶν ἀστυφυλάκων, ἐὰν ἠλαττώθη ὁ ἀριθμὸς τῶν τηλεγραφοφυλάκων, ἐὰν ἠλαττώθησαν τοιαῦται θέσεις διὰ τοῦ προτεινομένου συστήματος, δὲν νομίζω ὅτι δύναται σπουδαίως νὰ ὑποστηριχθῇ, ὅτι ἐπετεύχθη οἰκονομία ἀξία λόγου. Ἐὰν πρόκηται περὶ τοῦ θεσμοῦ τῶν ἐπιθεωρητῶν, βεβαίως ἐπετεύχθη τι, διότι περιωρίσατε τοὺς 13 εἰς 10· ἀλλ’ ἐπετεύχθη περιορισμός τις ὡς πρὸς τὸν μισθόν; Βεβαίως ὄχι· οὔτε ὡς πρὸς τὸ ἥμισυ· διότι πάντες οἱ ἀπελθόντες ἐπιθεωρηταὶ εἶναι συνταξιοῦχοι, καὶ ἑπομένως οὐδὲν ἕτερον ἐγένετο ἢ μετάθεσις δαπάνης ἀπὸ τῆς πιστώσεως τῶν μισθῶν εἰς τὴν τῶν συντάξεων· εἴς τινας δὲ τούτων ἡ σύνταξις προσεγγίζει τὸ ποσὸν τοῦ μισθοῦ.
§229Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν εἶναι ἀκριβές, ὅτι αἱ ἐλαττώσεις, τὰς ὁποίας ἐπήνεγκον, ἐξετελέσθησαν διὰ παύσεως ὑπαλλήλων, οἱ ὁποῖοι λαμβάνουσι τὰ αὐτὰ χρήματα χωρὶς νὰ ὑπηρετῶσι. Βεβαίως τινὲς ἐξ αὐτῶν ἔχουσιν ἀποκτήσει τὸ δικαίωμα τῆς συντάξεως, ἀλλὰ δύναμαι νὰ προβῶ εἰς ἐπιθεώρησιν, ἵνα ἴδητε, ὅτι ὑπάρχουσι πολλοὶ ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἀπελύθησαν, οἵτινες δὲν εἶχον ἀποκτήσει τὸ δικαίωμα τῆς συντάξεως. Ἐκ τῶν ἀπολυθέντων 13 ἦσαν ἐπιθεωρηταὶ, 72 ὑπάλληλοι ἀνήκοντες εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῶν δανείων, 39 ὑπάλληλοι ἀνήκοντες εἰς τὸν κλάδον τὸν ἐφοριακὸν, 27 ὑπάλληλοι ἀνήκοντες εἰς τὸν κλάδον τὸν τελωνειακὸν, 7 ὑπάλληλοι ἀνήκοντες εἰς τὸν κλάδον τῶν καπνοκοπτηρίων, 4 ὑπάλληλοι ἀνήκοντες εἰς τὸ προσωπικὸν τῆς ἐκκαθαρίσεως τῶν χρεῶν, 10 ἀνήκοντες εἰς τὸν κλάδον τῶν δημοτικῶν ἐξόδων. Καὶ ταῦτα ὑπὸ τὴν ἔποψιν μόνον τοῦ κλάδου τῆς ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν. Δύναμαι νὰ σᾶς ἀναφέρω καὶ ἄλλους, διὰ τῆς ἀπολύσεως τῶν ὁποίων περιωρίσθησαν τὰ ἔξοδα· δύναμαι νὰ σᾶς ἀναφέρω 26 ἀνήκοντας εἰς τὴν Προξενικὴν ὑπηρεσίαν, 36 εἰς τὰ γραφεῖα τῶν Πρωτοδικείων, 33 εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῶν ἐξεταστικῶν καὶ ποινικῶν φυλακῶν. Αὐτοὶ δὲ πάντες, τοὺς ὁποίους ἀνέφερα, δὲν εἶναι συνταξιοῦχοι. Ἐὰν οἱ 13 ἐπιθεωρηταὶ εἶχον δικαίωμα συντάξεως, βεβαίως ἔπρεπε νὰ τὴν λάβωσιν, ἀλλὰ δὲν ἕπεται, ὅτι ἕνεκα τούτου δὲν ἐπῆλθεν οἰκονομία διὰ τῆς ἐλαττώσεως τῶν θέσεων· μετ’ ὀλίγον δὲ, ὅταν συζητηθῇ ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ Κράτους, θέλετε τὸ ψηλαφήσει καὶ πεισθῆ.
§230Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ἀναντιρρήτως ὅλοι ἀναγνωρίζομεν, ὅτι ἡ ὑπαλληλία παρ’ ἡμῖν εἶναι ὑπὲρ τὸ δέον πολυτελὴς, καὶ δύναται νὰ περιορισθῇ κατὰ πολὺ μεγαλείτερον ἀριθμόν. Πρὸ μικροῦ ὁ ἀξιότιμος ἐκ Παρνασσίδος Βουλευτὴς ἔλεγεν, ὅτι διὰ τῆς καταργήσεως τῶν θέσεων τῶν ἐπιθεωρητῶν δὲν ἐπέρχεται οἰκονομία, διότι οἱ Κύριοι οὗτοι συμβαίνει νὰ ὦσι καὶ συνταξιοῦχοι. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι εἶναι ὅλως διάφορον τὸ ζήτημα τῆς καταργήσεως τῶν θέσεων ἀπὸ τὴν ἐλάττωσιν τῶν ἐξόδων. Καὶ ἐξηγοῦμαι. Ἠδύνατο, ἐὰν ἤθελον, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, χωρὶς νὰ ἐλαττώσῃ τὰς θέσεις, ν’ ἀπολύσῃ τοὺς συνταξιούχους καὶ διορίσῃ ἑτέρους, οἱ ὁποῖοι δὲν εἶναι συνταξιοῦχοι· ἐκ τούτου δὲ θὰ προήρχετο καὶ ἕτερον κακόν, ὅτι θὰ ἐλάμβανον καὶ οἱ συνταξιοῦχοι σύνταξιν καὶ οἱ ἄλλοι τὸν μισθόν. Ὥστε, μὴ γενομένου τούτου, ἐπέρχεται μία οἰκονομία. Τοιοῦτον εἶναι τὸ γένος τῶν θεσιθηρῶν, καὶ τοῦτο προέρχεται ἐξ ἐλλείψεως νόμου περὶ μονιμότητος τῶν ὑπαλλήλων. Ἀνέφερε πρὸ μικροῦ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Παρνασσίδος καὶ κατέκρινε τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι κατήργησε τὸν νόμον περὶ προσόντων καὶ μονιμότητος τῶν ὑπαλλήλων, ὅστις κατὰ τὸ 1884, νομίζω, εἶχε ψηφισθῆ· ἀλλ’ ἐνθυμεῖσθε κατὰ τίνα τρόπον συνετάχθη ὁ νόμος ἐκεῖνος, καὶ τίνα προσόντα ἀπήτησεν ἀπὸ τοὺς ὑπαλλήλους, οἵτινες κατέλαβον τὰς θέσεις; Ἐζήτουν τὰ προσόντα, τὰ ὁποῖα εἶχεν ὁ ὑπάλληλος, ὁ ὁποῖος ἔμελλε νὰ διορισθῇ, καὶ συμφώνως πρὸς τὰ προσόντα, τὰ ὁποῖα εἶχεν οὗτος, κατηρτίζετο τὸ νομοσχέδιον, ἐπαύετο ὁ παλαιὸς, καὶ διωρίζετο ὁ νέος. Ἦσαν δὲ πολὺ περίεργα τὰ προσόντα ἐκεῖνα. Οὕτως ἐνθυμοῦμαι, ὅτι, ἵνα γείνῃ τις γραμματεὺς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, ἤρκει νὰ ἔχῃ ὑπηρετήσει ὡς ἄμισθος γραμματεὺς Προξενείου ἐν τινι εὐρωπαϊκῇ πόλει· ἵνα διορισθῇ δὲν γνωρίζω εἰς τίνα ἄλλην θέσιν, ὤφειλε νὰ ἔχῃ ὑπηρετήσει εἴς τινα ἐπιτροπήν, τὴν Βακουφικὴν ὀνομαζομένην· διὰ νὰ γείνῃ ἀστυνόμος, ἔπρεπε νὰ ἔχῃ ὑπηρετήσει ὡς δήμαρχος, ἢ ὑπάλληλος εἰς καπνεργοστάσιον. Ἀλλ’ οὕτω καταρτιζόμενοι οἱ νόμοι δὲν παρέχουσιν ἐλπίδα μακροχρονίου βίου· ζῶσιν ὅσον καὶ αἱ εἰσαγαγοῦσαι αὐτοὺς Κυβερνήσεις. Θὰ εἶχε σημασίαν ὁ νόμος περὶ μονιμότητος τῶν ὑπαλλήλων, ἐὰν ἄλλως κατηρτίζετο οὗτος, ἐὰν π. χ. ἦτο παρόμοιος πρὸς τὸν νόμον, ὁ ὁποῖος ὑφίσταται εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν καὶ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅπου οἱ θέλοντες νὰ καταλάβωσι θέσιν τινὰ ὑποβάλλονται εἰς διαγωνισμόν, καὶ κατόπιν ἐπιτυχίας εἰσάγονται εἰς τὴν ὑπηρεσίαν. Ἂν τοιαῦτα προσόντα ἀπῃτοῦντο, καὶ ἂν ἐγίνετο διαγωνισμὸς καὶ εἰς ἄλλα Ὑπουργεῖα, θὰ ἠδύνατο πράγματι νὰ ἐγκατασταθῇ νόμος περὶ μονιμότητος τῶν ὑπαλλήλων. Ἀλλὰ νόμος περὶ μονιμότητος τῶν ὑπαλλήλων, καθ’ ὃν τρόπον ἐγένετο κατὰ τὸ 1884, εἶναί τι ἀκατανόητον, καὶ διὰ τοῦτο νομίζω, κύριε Πρόεδρε, ὅτι εἶναι ἄδικοι αἱ παρατηρήσεις αἱ γενόμεναι ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου κ. Βουλευτοῦ ἐκ Παρνασσίδος. Εὐκταῖον θὰ ἦτο, ἂν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, λαμβάνων τὴν σμίλην ἀνὰ χεῖρας, ἐκαθάριζεν, ὅσον τὸ δυνατὸν γενναιότερον, τὰς δημοσίας ὑπηρεσίας, ἂν εἰσῆγε νόμον περὶ μονιμότητος τῶν ὑπαλλήλων, ὥστε νὰ ἐκλείψῃ ἡ φυλὴ τῶν θεσιθηρῶν, καὶ ν’ ἀπαλλαχθῶσι καὶ οἱ Βουλευταὶ τῶν ἀληθῶς ὀχληροτάτων καθηκόντων τοῦ νὰ γίνωνται ὀχληρότατοι εἰς τοὺς Ὑπουργοὺς, καταστρέφοντες, οὕτως εἰπεῖν, τὴν ὑπάρχουσαν διοίκησιν.
§231Α. ΡΩΜΑΝΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἔμαθον ὅτι πρὸ ὀλίγου ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἀνέφερεν εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι τὸν ἀριθμὸν τῶν προξενικῶν ὑπαλλήλων ἠλάττωσε διὰ τοῦ ὑποβληθέντος σχετικοῦ νομοσχεδίου κατὰ 26. Ἐπειδὴ ἐν τῷ καταλόγῳ, τὸν ὁποῖον ἐφιλοπόνησα, δὲν εὑρίσκω παρὰ 9 ἢ 10 μόνον ὑπαλλήλους, παρακαλῶ τὸν κύριον Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ὅπως εὐαρεστούμενος — εἴτε αὐτὸς εἴτε ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν — εἰς προσεχῆ συνεδρίασιν ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν κατάλογον τῶν προξενικῶν ὑπαλλήλων, οἱ ὁποῖοι, συμφώνως πρὸς τὸν νόμον τὸν ὑποβληθέντα, κατ’ ἀνάγκην θ’ ἀπολυθῶσι τῆς ὑπηρεσίας.
§232Ν. ΓΟΥΛΙΜΗΣ. Ἐγὼ, κύριε Πρόεδρε, θὰ ἐπανέλθω εἰς τὸ ζήτημα τῶν προσόντων τῶν δημοσίων εἰσπρακτόρων. Ἡ παρατήρησις, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς, νομίζω ὅτι πρέπει νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν· δηλαδή, ἐπειδὴ πρόκειται περὶ νομοθετήσεως προσόντων διὰ θέσεις μικρὰς, πρέπει νὰ λάβωμεν ὑπὸ σπουδαιοτάτην ἔποψιν τὴν θέσιν τῶν ὑπαξιωματικῶν. Διὰ νὰ προσέρχωνται οἱ ὑπαξιωματικοὶ εἰς τὸν στρατὸν καὶ νὰ ἦναι δυνατὸν νὰ συγκρατῶνται, πρέπει ἡ Πολιτεία νὰ ἀμείβῃ αὐτοὺς μετὰ τὸ τέλος τῆς ὑπηρεσίας των ἐν τῷ στρατῷ. Ἀλλ’ ὅταν οὐδέποτε ἐν τοῖς νόμοις νομοθετῆται διάταξις ὑποχρεωτικὴ, διὰ τῆς ὁποίας ἡ Πολιτεία νὰ διορίζῃ εἰς τοιαύτας θέσεις τοὺς πρώην ὑπαξιωματικούς, πῶς εἶναι δυνατὸν ἡ τάξις τῶν ὑπαξιωματικῶν νὰ προστατεύηται, καὶ νὰ προσελκύωνται οἱ ὑπαξιωματικοὶ εἰς τὸν στρατόν; Ἀντὶ τοῦ προσόντος, τὸ ὁποῖον ἀναγράφει τὸ νομοσχέδιον, τῆς ἀμέμπτου διαγωγῆς διὰ τοὺς ἰδιώτας, ἐγὼ νομίζω, ὅτι ἔπρεπε νὰ τεθῇ ὡς προσὸν, ὅτι δημόσιος εἰσπράκτωρ, καὶ πρὸ πάντων ἔμμισθος, δὲν διορίζεται παρὰ μόνον ἐκεῖνος, ὅστις ὑπηρέτησεν ὡς ὑπαξιωματικὸς καὶ ἀφέθη μὲ διαγωγὴν ἄμεμπτον ἢ ἐξαίρετον· διὰ δὲ τοὺς ἀμίσθους εἰσπράκτορας νὰ τεθῇ ὡς προσόν, ὅτι διορίζεται εἰς τοιαύτην θέσιν ὁ ὑπηρετήσας ὡς δεκανεὺς ἢ ὡς ἁπλοῦς στρατιώτης καὶ ἀφεθεὶς μὲ διαγωγὴν ἄμεμπτον ἢ ἐξαίρετον· διότι κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον θὰ δυνάμεθα νὰ δώσωμεν εἰς τοὺς ὑπαξιωματικοὺς τοὺς ἀφιεμένους ἐκ τοῦ στρατοῦ στάδιον διὰ μικρὰς θέσεις εἰς τὴν πατρίδα των, αἵτινες δύνανται νὰ κάμωσι τοὺς ὑπηρετοῦντας ἐν τῷ στρατῷ νὰ μένωσιν ἐν αὐτῷ καὶ μετὰ τὴν θητείαν των, ὅπως ἀποκτήσωσι τὸ δικαίωμα τοιαύτης θέσεως διὰ τοῦ προβιβασμοῦ των εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ ὑπαξιωματικοῦ. Μόνον σύστασιν ποιοῦμαι, διότι, ἂν ἡ Κυβέρνησις δὲν λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν σύστασιν ταύτην, περιττὸν νὰ ὑποβάλω τροπολογίαν. Ὑποβάλλω σύστασιν νὰ σκεφθῶμεν, πῶς δυνάμεθα τὸ Σῶμα τῶν ὑπαξιωματικῶν νὰ τὸ ἐπαυξήσωμεν, διότι, ὡς εἶπεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Κραναίας, οἱ ὑπαξιωματικοὶ πράγματι εἶναι ὁ εἷς τῶν βραχιόνων τοῦ στρατοῦ, ἐνῷ ὁ ἕτερος εἶναι ὁ κλάδος τῶν ἀξιωματικῶν.
§233ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑποβάλετε ὁπωσδήποτε τροπολογίαν.
§234Ν. ΓΟΥΛΙΜΗΣ. Νὰ τὴν ὑποβάλω, διὰ νὰ λάβω τὴν εὐχαρίστησιν νὰ τὴν ἴδω ἀπορριπτομένην;
§235Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ μίαν σύστασιν, τὴν ὁποίαν χθὲς ὑπέβαλον, ἐπαναλαμβάνω καὶ σήμερον πρὸς τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν. Παρακαλῶ, ὅπως κατὰ τὴν τρίτην συζήτησιν ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν πίνακα ἐμφαίνοντα τὸν ἀριθμὸν τῶν ἀμίσθων εἰσπρακτόρων, οἱ ὁποῖοι διετέλεσαν τοιοῦτοι κατὰ τὰ τέσσαρα ἔτη 1898, 1899, 1900 καὶ 1901, καὶ τὰ ποσοστά, τὰ ὁποῖα ἕκαστος τούτων ἔλαβε. Νομίζω, ὅτι ὁ πίναξ αὐτὸς θὰ διαφωτίσῃ τὴν Βουλὴν περισσότερον ὡς πρὸς τὴν ἀπόφασιν, τὴν ὁποίαν θὰ λάβῃ ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου.
§236Ν. ΓΟΥΛΙΜΗΣ. Ἐλησμόνησα καὶ μίαν παρατήρησιν, ὅτι οἱ εἰσπράκτορες παρακολουθοῦνται πάντοτε ἀπὸ στρατιώτας, καὶ συνεπῶς εἶναι πολὺ λογικόν, αἱ τοιαῦται θέσεις νὰ δίδωνται εἰς πρώην ὑπαξιωματικούς, διότι οὗτοι δύνανται καὶ εἰς τοὺς στρατιώτας νὰ ἐπιβάλλωνται, καὶ οἱ στρατιῶται νὰ τοὺς σέβωνται, καὶ ἡ ὑπηρεσία νὰ ἐκτελῆται καλλίτερον.
§237Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐὰν πρόκηται νὰ μεταβληθῇ ἡ ὑπηρεσία τῶν ταμείων ἐπὶ τὸ στρατιωτικώτερον, δὲν ἔχω καμμίαν ἀντίρρησιν· ἀλλ’ ἐὰν πρόκηται νὰ ληφθῇ ὡς προσὸν ὁ βαθμὸς τοῦ ὑπαξιωματικοῦ, νομίζω ὅτι δύναμαι νὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ ἀντιστῇ ὅσον τὸ δυνατὸν περισσότερον, διότι οἱ κατοικοῦντες εἰς τὰς ἐπαρχίας γνωρίζουσι, κατὰ τίνα τρόπον τὰ καθήκοντα αὐτῶν ἐπετέλεσαν οἱ ὑπαξιωματικοὶ οὗτοι, ὁσάκις συνέπιπτε νὰ μεταβαίνωσιν ὡς ἀποσπασματάρχαι. Καὶ ἐνθυμεῖσθε τὰ χοιρίδια τῆς Βλαχοκερασιᾶς! ἐνθυμεῖσθε, ὅτι οὐδὲ ἑλληνικὴ οὐδὲ ἰνδικὴ ὄρνις ἀπέμεινεν εἰς τοὺς ὀρνιθῶνας! Νομίζω δὲ, ὅτι, ἂν μὲ τὰ ἤθη αὐτὰ, μὲ τὰ ὁποῖα ἀνετράφησαν οἱ ὑπαξιωματικοὶ οὗτοι, τοῖς δοθῶσι καὶ τὰ καθήκοντα τῶν εἰσπρακτόρων, καὶ ἡμέραν τινὰ ἐξέλθωσιν εἰς τοιαύτην ἐκστρατείαν, δὲν θὰ μείνῃ ὀρνιθὼν εἰς τὴν Ἑλλάδα ἀπρόσβλητος! (γέλωτες).
§238Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, σχετικῶς...
§239ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίστε.
§240Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ. Ἐὰν θέλωμεν νὰ ὑπάρχῃ στρατὸς, πρέπει ὁ στρατὸς αὐτὸς νὰ ἦναι σεβαστὸς καὶ νὰ μὴ διακωμῳδῆται· διότι, ἂν ὁ στρατὸς διακωμῳδῆται κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον, ὅσα χρήματα καὶ ἂν ἐξοδευθῶσι, σᾶς βεβαιῶ, ὅτι εἶναι χρήματα πεταμένα εἰς τὴν θάλασσαν. Ὁ στρατὸς πρέπει νὰ ἦναι σεβαστὸς, ἐὰν τὸ Κράτος θέλῃ νὰ ἔχῃ στρατόν. Ἐὰν δὲν θέλῃ, περιττὸν νὰ λέγωνται αὐταὶ αἱ εὐφυολογίαι περὶ χοιριδίων, ὀρνίθων κλπ.· ἂς καταργηθῇ ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, καὶ ἂς διατηρηθῇ ἡ χωροφυλακὴ μόνον, οὕτω δὲ καὶ τὸ Κράτος θὰ ἔχῃ εἰσόδημα, καὶ ἡμεῖς δὲν θὰ ἔχωμεν τὴν εὐχαρίστησιν νὰ ἀκούωμεν τοιαύτας εὐφυολογίας.
§241Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ὁποίας ἔχω ἰδέας περὶ τοῦ στρατοῦ, οὐχὶ ἅπαξ οὐδὲ δὶς, ἀλλὰ πολλάκις διετύπωσα ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου· οὐδ’ ἐσκέφθην ποτὲ νὰ διακωμωδήσω τὸν στρατόν· διότι ἡ ἰδέα τοῦ στρατοῦ ἐν τῷ ἡμετέρῳ ἔθνει εἶναι ἰδέα κατὰ τὸ μᾶλλον ἢ ἧττον εἰς ὅλους ἡμᾶς οἰκογενειακή· ἀλλὰ δὲν ὑπάρχει κανεὶς ἐκ τῶν Βουλευτῶν, ζήσας ἐν ταῖς ἐπαρχίαις, ὁ ὁποῖος νὰ μὴ γνωρίζῃ τὰς καταχρήσεις, αἵτινες γίνονται ὑπό τινων ὑπαξιωματικῶν.
§242Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ. Ἡ Κυβέρνησις δύναται νὰ τιμωρήσῃ τοὺς παρεκτρεπομένους.
§243Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Καὶ τί ἄλλο ἐγὼ προέτεινα πάντοτε; Ἡμεῖς δ’ ἔχομεν καὶ ἄλλο ἀκόμη παράδειγμα· ἔχομεν τὸ παράδειγμα τῶν ἀξιωματικῶν τῶν ὑπηρετούντων ἐν τῇ ἀστυνομίᾳ. Εὐτυχῶς ἤδη ἔπαυσεν ἢ περιωρίσθη ὁπωσδήποτε τὸ κακὸν αὐτό. Ἀλλ’ ἐνθυμεῖσθε τὰ τηλεγραφήματα, τὰ ὁποῖα σωρηδὸν ἤρχοντο εἰς τὴν Βουλήν, καὶ ἐνθυμεῖσθε τὰς μακρὰς συζητήσεις, αἱ ὁποῖαι ἐγίνοντο ἐνταῦθα, ἀκριβῶς ἕνεκα τῶν καταχρήσεων τῶν γιγνομένων ἐν ταῖς ἐπαρχίαις ὑπὸ τῶν ὀργάνων αὐτῶν τῆς ἐξουσίας. Βεβαίως δὲν κακίζει τις τὸν στρατόν· πάντες εἴμεθα ὑπὲρ τοῦ στρατοῦ, καὶ πάντας, ὅταν ἔλθῃ ἡ στιγμὴ τῆς συζητήσεως τῶν στρατιωτικῶν νομοσχεδίων, θὰ μᾶς ἴδητε συντεταγμένους καὶ ἐν μιᾷ ψυχῇ ὑποστηρίζοντας τὰ νομοσχέδια ταῦτα τῆς Κυβερνήσεως ἢ οἱουδήποτε ἄλλου. Πάντες συμφωνοῦμεν γενικῶς, ὅτι ἡ βελτίωσις τοῦ στρατοῦ πρέπει νὰ ἐπέλθῃ· οὐδεὶς ὅμως φρονεῖ ποτε, ὅτι κατακρίνων, στιγματίζων καὶ καυτηριάζων τὰς πράξεις, αἱ ὁποῖαι ἐγίνοντο καὶ αἱ ὁποῖαι ἔλαβον πλέον τὴν δύναμιν ἠθῶν ἐν τῷ ἡμετέρῳ στρατῷ, προσβάλλει τὸν στρατὸν, ἢ εὐφυολογεῖ εἰς βάρος αὐτοῦ.
§244Κ. ΓΕΡΑΚΗΣ. Ὁ ἀξιότιμος κ. βουλευτὴς Βονίτσης καὶ συνταγματάρχης κ. Γουλιμῆς πολὺ ὀρθὴν βάσιν ἔθεσεν εἰς τὸ προκείμενον ζήτημα. Καὶ λέγω τοῦτο, διότι ὁ κύριος Βουλευτὴς ἠθέλησε διὰ τῆς συστάσεως, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλε πρὸς τὸν ἀξιότιμον Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, νὰ ὑποδείξῃ, ὅτι, ἀφοῦ θέλομεν προσόντα διὰ τοὺς εἰσπράκτορας, πολὺ λογικὸν θὰ ἦτο, ἂν τὰ προσόντα ταῦτα δὲν περιωρίζοντο μόνον εἰς τὸ ἄμεμπτον τῆς διαγωγῆς, ἀλλ’ ἀπέβλεπον καὶ εἰς τοὺς ἀτυχεῖς πρώην ὑπαξιωματικοὺς τοῦ στρατοῦ. Καὶ λέγων τοῦτο ὁ ἀξιότιμος κ. Βουλευτὴς θέλει νὰ προστατεύσῃ ἀκριβῶς τοὺς ὑπαξιωματικούς, καὶ προστατεύων αὐτοὺς θέλει νὰ προστατεύσῃ τὸν στρατὸν, καὶ ὁ στρατὸς δι’ αὐτοῦ τοῦ τρόπου, Κύριοι, δύναται νὰ τύχῃ προστασίας· διότι οἱ ἀτυχεῖς ὑπαξιωματικοὶ, ὅσοι δὲν ἔχουσι τὰ προσόντα πρὸς προβιβασμὸν, ἀπολυόμενοι τῶν τάξεων τοῦ στρατοῦ καὶ μὴ δυνάμενοι νὰ ἐξασκήσωσιν ἐπάγγελμά τι, διότι δὲν ἔχουσιν ἰδιαζούσας γνώσεις, ἀναγκάζονται νὰ ἐπαιτῶσι πρὸς πορισμὸν τοῦ ἄρτου. Ἀντὶ λοιπὸν νὰ προστατεύωμεν ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι ἀπολύονται ἐκ τῶν τάξεων τοῦ στρατοῦ, ἐκ τοῦ Σώματος ἐκείνου, τὸ ὁποῖον ἀποβλέπει οὐ μόνον εἰς τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα, ἀλλὰ καὶ εἰς τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους, τοὐναντίον τοὺς στέλλομεν πάλιν εἰς τὴν κοινωνίαν, ἀναγκάζοντες αὐτοὺς νὰ ἐπαιτῶσι. Πολὺ καλῶς λοιπὸν ἔπραξεν ὁ ἀξιότιμος κ. Βουλευτής, συστήσας εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὸ ζήτημα τοῦτο καὶ θέσῃ ὡς προσὸν τοῦ εἰσπράκτορος τὸ προσὸν τοῦ πρώην ὑπαξιωματικοῦ τοῦ στρατοῦ. Ἀλλ’ ὁ ἀξιότιμος ἐκ Παξῶν Βουλευτὴς μετέβαλε καθ’ ὁλοκληρίαν τὸ ζήτημα. Διὰ ν’ ἀποκρούσῃ τὴν σύστασιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ, ἤρχισε νὰ μᾶς ἀναφέρῃ ἱστορίας περὶ χοιριδίων. Εἶναι βεβαίως γνωστὰ, κύριοι Βουλευταὶ, εἰς ἡμᾶς πάντα ταῦτα, ἀλλ’ ὀφείλετε νὰ γνωρίζητε, ὅτι δὲν εἶναι πάντες οἱ ὑπαξιωματικοὶ τοῦ ἑλληνικοῦ στρατοῦ τῆς αὐτῆς κατηγορίας.
§245Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Δὲν εἶπον πάντες.
§246Ε. ΚΑΝΑΒΑΡΙΩΤΗΣ. Ποῖος τὸ εἶπεν αὐτό;
§247Κ. ΓΕΡΑΚΗΣ. Γενικῶς ὡμίλησε, καὶ ἀφοῦ ὡμίλησε γενικῶς, ὡμίλησε περὶ ὅλων ἐν γένει τῶν ὑπαξιωματικῶν. Δὲν εἰδίκευσε τὸ ζήτημα. Ὤφειλε λοιπὸν νὰ εἴπῃ ὁ κ. ἐκ Παξῶν Βουλευτὴς «τινὲς τῶν κυρίων ὑπαξιωματικῶν», οὐχὶ δὲ γενικῶς, καὶ νὰ ζητῇ διὰ τοῦτο ν’ ἀποκλείσωμεν τοὺς ὑπαξιωματικούς. Ἀλλ’ ἐγὼ δέχομαι, ὅτι δὲν ὡμίλησε γενικῶς περὶ τῶν ὑπαξιωματικῶν τοῦ στρατοῦ ὁ ἀξιότιμος ἐκ Παξῶν Βουλευτὴς, ἀλλ’ ὅτι εἰδίκευσε τὸ ζήτημα καὶ εἶπε «τινὲς ἐξ αὐτῶν». Ἀλλὰ, κύριοι Βουλευταὶ, ὀφείλομεν νὰ γνωρίζωμεν τὸ ἑξῆς· ὅτι ὁ εἰσπράκτωρ δὲν ἔχει τὰ καθήκοντα ἀκριβῶς καὶ τὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα ἔχει ὁ ὑπαξιωματικός· ὥστε δὲν εἶναι δυνατὸν, ὁ ὑπαξιωματικὸς, ὁ ὁποῖος θὰ ὑπηρετῇ ὡς εἰσπράκτωρ, νὰ διαπράττῃ τὰ ἀδικήματα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα διαπράττονται ὑπό τινων ὑπαξιωματικῶν τοῦ στρατοῦ· δὲν εἶναι δυνατὸν, διότι ὁ εἰσπράκτωρ ἔχει πολὺ περιωρισμένην ἐξουσίαν· δὲν εἶναι δυνατὸν, διότι οὐδὲν ἄλλο ἔχει νὰ πράξῃ ὁ εἰσπράκτωρ ἢ νὰ συλλάβῃ ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος ὀφείλει εἰς τὸ Δημόσιον, ὅπως εἰσπράξῃ τοὺς ὀφειλομένους φόρους ἢ ἄλλα ἔσοδα τοῦ Δημοσίου. Ὥστε ἔχει πολὺ περιωρισμένην ἐντολὴν, καὶ ἀφοῦ ἔχει τοιαύτην ἐντολὴν, δὲν δύναται νὰ παραβῇ τὰ καθήκοντά του· ἀλλὰ καὶ παραβαίνων τὸ καθῆκόν του φέρεται ἐνώπιον τῆς Δικαιοσύνης, τιμωρεῖται καὶ ἀπολύεται τῆς ὑπηρεσίας. Φρονῶ λοιπὸν, κύριοι Βουλευταὶ, ὅτι ἔχει καθῆκον ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως νὰ φέρῃ τοιαύτην τροπολογίαν, καὶ φέρων τοιαύτην τροπολογίαν, ἔστω βέβαιος, ὅτι θὰ προστατεύσῃ ἀκριβῶς τοὺς ὑπαξιωματικούς. Ἂν δὲ σήμερον πολλοὶ δὲν προσέρχωνται εἰς τὸν στρατὸν, καὶ ἕνεκα τούτου ὑπάρχῃ ἔλλειψις ὑπαξιωματικῶν, βεβαίως, ὅταν τις γνωρίζῃ, ὅτι ἀπολυόμενος ἐκ τῶν τάξεων τοῦ στρατοῦ θὰ εὕρῃ μίαν θέσιν, θὰ προσέλθῃ καὶ θὰ προσελκύσῃ καὶ ἄλλους πολλούς.
§248Α. ΣΤΥΜΦΑΛΙΑΔΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§249Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Νομίζω, ὅτι οὐδεὶς ἐμέμφθη τοῦ στρατοῦ, καὶ οὐδεὶς ἔδωκεν ἀφορμὴν, ἵνα οἱ Κύριοι ἀμυνθῶσιν ὑπὲρ τοῦ στρατοῦ. Ὁ στρατὸς τῆς πατρίδος, οἱ ἀποτελοῦντες αὐτὸν εἶναι ἀδελφοὶ ἡμῶν, εἶναι συμπολῖται, καὶ ἂν ἐν αὐτῷ ὑπάρχωσι πλημμέλειαι, ὑπάρχουσι πλημμέλειαι ἐν παντὶ τῷ Κράτει. Ὁ στρατὸς εἶναι τὸ στήριγμα τοῦ ἐνεστῶτος, εἶναι ἡ ἐλπὶς τοῦ μέλλοντος. Οὐδεὶς κατηγόρησε τοῦ στρατοῦ, οὐδεὶς ἐμέμφθη αὐτοῦ. Ἑπομένως παρακαλῶ τοὺς Κυρίους νὰ μὴ φροντίζωσι νὰ ἀμύνωνται ὑπὲρ τοῦ στρατοῦ. Ὁ κ. ἐκ Παξῶν Βουλευτὴς ὡμίλησε περὶ ἐκείνων τῶν ἀνδρῶν, οἱ ὁποῖοι, μετατεθέντες εἰς τὴν ἀστυνομίαν, ἐλησμόνησαν τὸ καθῆκον αὐτῶν, ἐλησμόνησαν τὴν ἰδιότητα αὐτῶν. Ὑποθέτω δὲ, ὅτι ὑπὲρ αὐτῶν οὐδεὶς, οὔτε ὁ κ. ἐκ Κορινθίας Βουλευτὴς, σκοπεῖ νὰ συνηγορήσῃ, διότι καὶ αὐτὸς κατέκρινεν αὐτούς. Πῶς λοιπὸν ἐγενίκευσαν τὸν χαρακτηρισμὸν, περιλαβόντες ὅλον τὸν στρατὸν, καὶ ἔσπευσαν νὰ ἀμυνθῶσιν, ἵνα σώσωσι τὴν τιμὴν αὐτοῦ;
§250Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, παραδόξως αἱ ὀλίγαι φράσεις, τὰς ὁποίας εἶπον, ἀντιλέγων πρὸς τὸν ἀξιότιμον ἐκ Βονίτσης συνάδελφον, ἔλαβον χαρακτῆρα εὐρύτερον, καὶ εἴδομεν τὸν ἀξιότιμον ἐκ Κορινθίας Βουλευτὴν, πρὸ μικροῦ ἀγορεύοντα, νὰ παρασταθῇ ὡς προασπιστὴς τοῦ στρατοῦ τῆς πατρίδος! Ἀναντιρρήτως, Κύριοι, πάντες οἱ ἀκούσαντες ὅσα ἐγὼ εἶπον περὶ τῆς τροπολογίας, τὴν ὁποίαν ἔφερεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Βονίτσης συνάδελφος, δὲν εὗρον οὔτε τὴν ἐλαχίστην προσβολὴν ἐναντίον τοῦ Σώματος τῶν ὑπαξιωματικῶν, οἱ ὁποῖοι εἰς ἄλλας περιστάσεις προσήνεγκον ἢ καὶ προσφέρουσιν ἔτι ὑπηρεσίας εἰς τὸν στρατὸν καὶ εἰς τὸ ἔθνος. Ἀλλ’ εἶμαι ἀντίθετος εἰς τὴν γνώμην τῶν προτεινόντων, ὅτι ὡς ἀμοιβὴ τῶν ὑπηρεσιῶν εἰς τὸν στρατὸν πρέπει νὰ δίδηται δημοσία ὑπηρεσία, καὶ εἶπον καὶ τὴν γνώμην μου, διατὶ ὑπεστήριξα τοῦτο. Εἶπον, ὅτι πρέπει νὰ ἀπομάθωσιν οἱ πολῖται νὰ ἀποβλέπωσιν εἰς τὰς δημοσίας ὑπηρεσίας, εἴτε πρὸς ἀμοιβὴν εἴτε πρὸς πορισμὸν ἄρτου. Καὶ ἔλεγον πρὸ μικροῦ, ὅτι ἔπρεπε νὰ εἰσαχθῇ νόμος περὶ μονιμότητος τῶν ὑπαλλήλων, ἀκριβῶς, ὅπως περιορισθῇ τὸ κακὸν τοῦτο. Ἀλλ’ αὐτὰ, τὰ ὁποῖα εἶπον, δύο φράσεις, αἱ ὁποῖαι ἐρρίφθησαν ἐπὶ τὸ ἀστειότερον, ἔδωκαν ἀφορμὴν εἰς τὸν κ. ἐκ Κορινθίας συνάδελφον νὰ ἐγερθῇ καὶ προτάξῃ μετὰ θάρρους καλλιτέρας τύχης τὸ στῆθος αὑτοῦ ὑπὲρ τῆς τιμῆς τῶν προσβαλλομένων ἀξιωματικῶν καὶ ὑπαξιωματικῶν τοῦ στρατοῦ. Τίς εἶπε, Κύριοι, περὶ τοῦ στρατεύματος, ὥστε νὰ δικαιολογῆται ἡ ζέουσα ἀγόρευσις τοῦ κ. συναδέλφου; Ἐγὼ ἀνέφερα γεγονότα, ἔχω δὲ πικρὰν πεῖραν τῆς τοιαύτης ὑπηρεσίας τοιούτων ἀξιωματικῶν καὶ ὑπαξιωματικῶν ἐν τῇ πατρίδι μου, καὶ φρίττω! ἀτυχῶς δὲ, ἂν ὁ ἀξιωματικὸς ἐκεῖνος ἐπέμφθη εἰς τὴν ἐμὴν ἐπαρχίαν κατὰ τὰς παραμονὰς τῶν ἐκλογῶν, ἐπέμφθη ἐκεῖ ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνου τοῦ κόμματος, τὸ ὁποῖον ὑποστηρίζει ὁ κ. ἐκ Κορινθίας Βουλευτής. Καὶ βλέπων, Κύριοι, τοὺς Κυρίους ἐκείνους συλλαμβάνοντας τοὺς πολίτας, δέροντας αὐτοὺς, κακοποιοῦντας αὐτοὺς, βεβαίως ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ ἔλθω εἰς τὴν Βουλὴν καὶ νὰ εἴπω: «μὴ δίδετε περισσότερα δικαιώματα εἰς αὐτοὺς, μὴ θέλετε εἰς τοὺς ὑπηρετήσαντας ἐν τῷ στρατῷ νὰ δίδητε ὡς ἀμοιβὴν δημοσίας θέσεις.»
§251Ι. ΣΤΑΙΚΟΣ. Τὸ ὄνομα, παρακαλῶ, αὐτοῦ τοῦ ἀξιωματικοῦ;
§252Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Δὲν ἐπιθυμῶ νὰ τὸν ἀναφέρω. Τὸν ἠξεύρετε σεῖς. Διατὶ μοῦ τὸ ζητεῖτε;
§253Ι. ΣΤΑΙΚΟΣ. Τὸ ἐπιθυμῶ, διότι, ἂν ἦναι ἀξιωματικὸς, τὸν ὁποῖον ὀφείλω νὰ ὑπερασπίσω, ἔχω καθῆκον νὰ λάβω τὸν λόγον κατόπιν. Καὶ παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε, νὰ εἴπῃ ὁ κ. συνάδελφος τὸ ὄνομα τοῦ ἀξιωματικοῦ ἐκείνου.
§254ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Τὰ πρακτικὰ τῆς παρελθούσης Περιόδου ἀναφέρουσιν αὐτό.
§255Ι. ΣΤΑΙΚΟΣ. Δὲν ἤμην μέλος τῆς Βουλῆς τότε, καὶ παρακαλῶ σεῖς νὰ τὰ εὕρητε. Κύριε Πρόεδρε, ὁ κ. ἐκ Παξῶν Βουλευτής...
§256Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, νὰ ἡσυχάσῃ ὁ Κύριος.
§257Ι. ΣΤΑΙΚΟΣ. Διατί;
§258Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Διότι ὁμιλῶ.
§259Ι. ΣΤΑΙΚΟΣ. Ὅταν ὑβρίζητε ἀξιωματικὸν, νομίζω ὅτι ἔχετε τὴν ὑποχρέωσιν νὰ τὸν ὀνομάσητε.
§260Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Πᾶς ἄλλος, κύριε Πρόεδρε, ἠδύνατο νὰ ποιήσηται τὴν παρατήρησιν ταύτην, πλὴν τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Βάλτου Βουλευτοῦ· διότι χθὲς παρέστημεν μάρτυρες, τί ἔλεγε περὶ πρώην συναδέλφων, καὶ ὁποίαν χύτραν ὕβρεων ἐξεκένωσε κατὰ τῆς κεφαλῆς αὐτῶν!
§261Ι. ΣΤΑΙΚΟΣ. Ἐγὼ;
§262Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Μάλιστα. Κατὰ τοῦ κυρίου Καραγιάννη, πρώην βουλευτοῦ.
§263Ι. ΣΤΑΙΚΟΣ. Τίνα σχέσιν ἔχει αὐτό;
§264Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Εἶναι πρώην συνάδελφος.
§265Ι. ΣΤΑΙΚΟΣ. Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε, κατόπιν.
§266ΜΙΧ. ΣΤΕΛΛΑΚΗΣ. Ἐν τῷ μεταξὺ ἀπουσίασα, κύριε Πρόεδρε. Τὸ ταμιακὸν νομοσχέδιον συζητεῖτε ἀκόμη, ἢ ἔχομεν στρατιωτικόν;
§267Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ἐὰν ὁ κ. ἐκ Βάλτου συνάδελφος ἐτύγχανεν Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ἤθελον ἀναφέρει τὸ ὄνομα τοῦ ἀξιωματικοῦ, ὅπως λάβῃ τὰ κατάλληλα μέτρα καὶ τιμωρηθῇ ὁ ἐγκληματήσας κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ἀξιωματικός. Ἐγὼ ἀνέφερα τὸ ὄνομα τοῦ ἀξιωματικοῦ ἐκείνου ἐν τῇ Βουλῇ, ὅτε Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν ἐτύγχανεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Τυρνάβου Βουλευτὴς, καὶ ἄλλοτε, ὅτε ἀνέλαβε τὴν στρατιωτικὴν ἀρχὴν ὁ κ. Πρωθυπουργός.
§268Ι. ΣΤΑΙΚΟΣ. Δὲν σᾶς βλάπτει νὰ τὸ ἐπαναλάβητε.
§269Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ἐγὼ δὲν ἔχω κανένα δισταγμὸν νὰ εἴπω, ὅτι ὁ κύριος αὐτὸς λέγεται Λαθούρας, καὶ ἀφοῦ σᾶς χρησιμεύει τὸ ὄνομα καὶ θέλετε νὰ τὸν ὑπερασπίσητε, ἐγερθῆτε νὰ τὸν ὑπερασπίσητε.
§270Ι. ΣΤΑΙΚΟΣ. Ὁμολογῶ, ὅτι δὲν τὸν γνωρίζω. Βεβαίως δὲν ἀναλαμβάνω τὴν ὑπεράσπισιν ἀξιωματικοῦ, τὸν ὁποῖον δὲν γνωρίζω.
§271Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ἐγὼ θὰ ηὐχόμην νὰ τὸν ἐγνωρίζετε, ἀλλὰ νὰ μὴ τὸν ἐγνωρίζετε ὡς ἀστυνόμον εἰς τὴν ἐπαρχίαν σας. Κύριε Πρόεδρε, ἐὰν ἠγέρθην, ἵνα εἴπω δύο λέξεις, ἔπραξα τοῦτο, διὰ νὰ βεβαιώσω τὴν Βουλὴν, ὅτι ἦτο περιττὴ ἡ πρωτοβουλία, τὴν ὁποίαν ἔλαβεν ὁ κ. ἐκ Κορινθίας συνάδελφος, ὅπως ὑπερασπίσῃ τὸν στρατὸν, διότι οὐδεὶς εἶχε σκοπὸν, πολὺ δ’ ὀλιγώτερον ἐγὼ, νὰ προσβάλῃ αὐτὸν, διότι καὶ ἐγὼ ὑπηρέτησα ἐπὶ διετίαν εἰς τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ, καὶ ὑπηρέτησα ὡς ὑπαξιωματικός.
§272Ι. ΣΤΑΙΚΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, παραιτοῦμαι τοῦ λόγου. Μόνον προσθέτω δύο λέξεις. Βεβαίως ὁ κ. ἐκ Παξῶν συνάδελφος ἠθέλησε νὰ προβάλῃ τὸ πρόσωπον τοῦ ἀστυνόμου, οὐχὶ διότι ἤθελε νὰ ἐπικρίνῃ τὴν συμπεριφορὰν τοῦ ἀξιωματικοῦ ἐκείνου, ἀλλ’ ἵνα ἐξαναγκάσῃ ἐμὲ νὰ λάβω τὸν λόγον. Ἐγὼ ὅμως, δηλώσας ὅτι περὶ τοῦ ἀξιωματικοῦ ἐκείνου δὲν ἐπιθυμῶ νὰ ὁμιλήσω, διότι δὲν τὸν γνωρίζω, παραιτοῦμαι τοῦ λόγου, καὶ νομίζω, ὅτι ἐκπληρῶ τὸ καθῆκόν μου.
§273Ν. ΓΟΥΛΙΜΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸν λόγον.
§274ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὲ συγχωρεῖτε. Εἶναι ἡ τρίτη φορὰ, κύριε Γουλιμῆ, καθ’ ἣν ζητεῖτε τὸν λόγον.
§275ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα.
§276Ν. ΓΟΥΛΙΜΗΣ. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι δὲν ἔχετε δικαίωμα νὰ μὲ στερήσητε τοῦ λόγου.
§277ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κατὰ τὸν Κανονισμὸν, θὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλήν. Ἐὰν ἡ Βουλὴ σᾶς ἐπιτρέψῃ νὰ λάβητε καὶ ἐκ τρίτου τὸν λόγον, μάλιστα.
§278Ν. ΓΟΥΛΙΜΗΣ. Θὰ εἶχον τελειώσει ἤδη. Δύο λέξεις.
§279ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ. Ἀναγνωρίζω τὸ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον ἔχετε, νὰ προβάλητε ὡς προσὸν τὴν ἰδιότητα τοῦ ὑπαξιωματικοῦ, ἀναγνωρίζω τὸ δικαίωμα εἰς τοὺς ἀντιθέτους νὰ ἀρνῶνται αὐτὸ τὸ προσὸν, ἀλλὰ δὲν εἶναι δυνατὸν, ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ τοῦ ταμιακοῦ νομοσχεδίου, νὰ συζητῶμεν ἐν γένει περὶ τῶν στρατιωτικῶν.
§280Ν. ΓΟΥΛΙΜΗΣ. Δὲν θὰ ὁμιλήσω περὶ τοῦ στρατοῦ.
§281ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλετε νὰ ὑποστηρίξητε τὴν τροπολογίαν σας;
§282Ν. ΓΟΥΛΙΜΗΣ. Βεβαίως.
§283ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τότε νὰ τὴν ὑποβάλητε. Θέλετε τὸν λόγον; Τώρα εἶναι ἡ τρίτη φορά, κατὰ τὴν ὁποίαν ἀγορεύετε.
§284Ν. ΓΟΥΛΙΜΗΣ. Ὁ κ. ἐκ Παξῶν Βουλευτὴς εἶπεν, ὅτι εἶναι ἐναντίος εἰς τὴν γνώμην νὰ δίδωνται θέσεις ἢ νὰ ἀνοίγωνται θέσεις διὰ τοὺς ὑπαξιωματικούς. Λοιπὸν θέλω νὰ εἴπω εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι καὶ ἐν Γερμανίᾳ καὶ ἐν Γαλλίᾳ, ὅπου ἤρχισεν ἐλαττούμενος ὁ ἀριθμὸς τῶν ἀνακατατασσομένων ὑπαξιωματικῶν, τὸ Κράτος ὥρισε διὰ νόμου νὰ ὁρίζωνται θέσεις ὡρισμένως διὰ τοὺς ὑπαξιωματικοὺς τοὺς ἀπολυομένους τοῦ στρατοῦ. Διὰ τοῦτο ἔλαβον τὸν λόγον, καὶ συνιστῶ τὸ μέτρον τοῦτο εἰς τὴν Κυβέρνησιν.
§285ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Παρακάτω, κύριε Πρόεδρε.
§286ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ. Τὸ ἄρθρον 5 θὰ τὸ ἀναγνώσω, ὅπως ἐτροπολογήθη...
§287Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Νομίζω, ὅτι εἰς τοὺς τέσσαρας τελευταίους στίχους τῆς πρώτης παραγράφου εἶναι καλὸν νὰ τροποποιηθῇ οὕτω: «... καὶ πιστοποίησιν τοῦ ἁρμοδίου Εἰσαγγελέως τῶν Πλημμελειοδικῶν, ὅτι δὲν κατεδικάσθησαν ἐπὶ ἀξιοποίνῳ πράξει.»
§288Π. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. «Ἢ δὲν κατηγοροῦνται».
§289Ι. Γ. ΛΑΠΠΑΣ. «Ἐπὶ κακουργήματι ἢ πλημμελήματι», κύριε Πρόεδρε.
§290Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μάλιστα. Ἀντὶ «ἐπὶ ἀξιοποίνῳ πράξει», νὰ τεθῇ «ἐπὶ κακουργήματι ἢ πλημμελήματι».
§291ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ. Ὑπενθυμίζω μόνον, ὅτι κατὰ τὰς γενικὰς διατάξεις τοῦ Ποινικοῦ Νόμου ἀνίκανοι, ὅπως ὑπηρετήσωσιν εἰς τὴν δημοσίαν ὑπηρεσίαν, εἶναι οἱ καταδικασθέντες δυνάμει τῶν ἄρθρων 21 καὶ 23 τοῦ Ποινικοῦ Νόμου καὶ ἐπὶ κακουργήματι. Λοιπὸν θὰ ἀναγνώσω τὸ ἄρθρον 5, ὡς ἐτροπολογήθη (ἀναγινώσκει): «Ἄρθρον 5. Παρὰ τῷ ταμείῳ ἐπὶ τῆς διαχειρίσεως τοῦ σφραγιστοῦ χάρτου, τῷ ταμείῳ ἐπὶ τῶν εἰσπράξεων τῶν ἐσόδων Ἀττικῆς, τοῖς ἐπαρχιακοῖς ταμείοις καὶ τῷ ταμείῳ Πειραιῶς–Αἰγίνης διορίζονται κατὰ πρότασιν καὶ ὑπ’ εὐθύνην τῶν ταμιῶν δημόσιοι εἰσπράκτορες, ἔμμισθοι ἢ ἄμισθοι, οἱ ἔχοντες τὰ προσόντα, τὰ ὁριζόμενα ὑπὸ τῶν ἰσχυουσῶν διατάξεων, καὶ πιστοποίησιν τοῦ ἁρμοδίου Εἰσαγγελέως τῶν Πλημμελειοδικῶν, ὅτι δὲν κατεδικάσθησαν ἐπὶ κακουργήματι ἢ πλημμελήματι, προβλεπομένῳ ὑπὸ τῶν ἄρθρων 21 καὶ 23 τοῦ Ποινικοῦ Νόμου. Οἱ καθ’ ὅλον τὸ Κράτος ἔμμισθοι εἰσπράκτορες, ὧν ὁ μηνιαῖος μισθὸς ὁρίζεται εἰς δραχμὰς τεσσαράκοντα, ἐπ’ οὐδενὶ λόγῳ δύνανται νὰ ὑπερβῶσι τοὺς ἑκατὸν εἴκοσι.»
§292ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§293ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Ὁ κύριος ἐκ Παρνασσίδος συνάδελφος, ὅστις ἀνεχώρησεν ἤδη ἐκ τῆς Βουλῆς λόγῳ τῆς ὑγείας του, παρετήρησεν, ὅτι ὁ διορισμὸς ὑπ’ εὐθύνην τῶν ταμιῶν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ τροποποιηθῇ. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δὲν ἔχει γνώμην ἐπὶ τοῦ θέματος;
§294Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Πῶς νὰ τροποποιηθῇ;
§295ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. «Κατὰ πρότασιν τῶν ταμιῶν».
§296Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐὰν ἐν γνώσει προτείνωσι, βεβαίως ὑπέχουσιν εὐθύνην, ἂν ὁ προτεινόμενος δὲν ἦναι ἄνθρωπος πιστὸς εἰς τὴν ὑπηρεσίαν.
§297ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 5, ὡς ἐτροποποιήθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 5 ὑπέβαλον τροπολογίαν οἱ κύριοι Πονηρόπουλος, Στάϊκος καὶ Μπαλτατζῆς. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ, ἵνα ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν κατὰ τὴν τρίτην συζήτησιν. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 430). (Ἀναγινώσκονται εἶτα καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 6, 7 καὶ 8, ὡς ἔχουσιν, ἄνευ ἀντιρρήσεως). Ἄρθρον 9 (ἀναγινώσκεται).
§298Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὸ πρῶτον ἐδάφιον τοῦ ἄρθρου 9 μένει ἀμετάβλητον. Τὰ ἑπόμενα ὅμως δύο ἐδάφια παρακαλῶ ν’ ἀντικατασταθῶσιν ὡς ἑξῆς: «Διὰ τὰ μὴ εἰσπραχθέντα, ὧν τὴν καθυστέρησιν δὲν ἤθελον δικαιολογήσει ἀποχρώντως οἱ ὑποταμίαι μετὰ τὴν λῆξιν τῆς ὁρισθείσης πρὸς εἴσπραξιν προθεσμίας, χρεοῦνται ὡς ὀφειλέται τοῦ Δημοσίου δι’ ἠτιολογημένης ἀποφάσεως τοῦ ταμίου, ὑποκειμένης εἰς ἔφεσιν ἐνώπιον τοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργοῦ ἐντὸς μηνὸς ἀπὸ τῆς κοινοποιήσεως αὐτῆς. Ὅταν οἱ ὑποταμίαι πληρώσουν ἐξ ἰδίων των τὰ καταλογισθέντα αὐτοῖς ποσά, ἀντικαθίστανται εἰς ὅλα τὰ δικαιώματα τοῦ Δημοσίου, καὶ ἐνασκοῦσιν αὐτὰ συμφώνως ταῖς ὑφισταμέναις διατάξεσι περὶ εἰσπράξεως τῶν δημοσίων ἐσόδων.»
§299ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ λέξις «ὑποκαθίστανται» εἶναι ἀκριβεστέρα, τῆς «ἀντικαθίστανται».
§300Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἔχετε δίκαιον, ἀλλ’ ἐγὼ προετίμησα τὴν λέξιν τοῦ νόμου τοῦ δημοσίου λογιστικοῦ, ὅστις λέγει «ἀντικαθίστανται εἰς τὰ δικαιώματα».
§301Λ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἐὰν δὲν ὑπάρχῃ τὸ χρέος, ἢ τοῦτο εἶναι κακῶς ἀναγεγραμμένον;
§302Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐξετάζεται ἡ ὑπόθεσις, καὶ ἀπαλλάσσεται τῆς καταδιώξεως ὁ διὰ τοιοῦτον χρέος καταδιωκόμενος.
§303ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 9, ὡς ἐτροποποιήθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀναγινώσκονται εἶτα καὶ γίνονται δεκτὰ, ὡς ἔχουσι, τὰ ἄρθρα 10–13). Ἄρθρον 14 (ἀναγινώσκεται).
§304Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Παρακαλῶ νὰ διαγραφῶσιν αἱ δύο προτελευταῖαι παράγραφοι τοῦ ἄρθρου 14, διότι περιλαμβάνουσι διατεταγμένα ἤδη. Ἑπομένως τὸ ἄρθρον θέλει μείνει ἔχον τρεῖς μόνον παραγράφους, τὴν πρώτην καὶ δευτέραν, ὡς ἀνεγνώσθησαν, καὶ τὴν τελευταίαν: «Ἐν περιπτώσει μεταθέσεως ἢ ἀπολύσεως ὑποταμίου ὁ ἐτήσιος ἰσολογισμὸς αὐτοῦ κλπ.»
§305ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 14, ὡς ἐτροποποιήθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 15. (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν, ὡς ἔχει). Ἄρθρον 16 (ἀναγινώσκεται).
§306Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐνταῦθα θὰ προστεθῇ ἡ τροπολογία, ἡ ὁποία ἐγένετο καὶ εἰς τὸ ἄρθρον 5.
§307ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δηλαδή: «καὶ πιστοποίησιν τοῦ ἁρμοδίου Εἰσαγγελέως τῶν Πλημμελειοδικῶν, ὅτι δὲν κατεδικάσθη ἐπὶ κακουργήματι ἢ πλημμελήματι, προβλεπομένῳ ὑπὸ τῶν ἄρθρων 21 καὶ 23 τοῦ Ποινικοῦ Νόμου.»
§308Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Μάλιστα.
§309ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 16, ὡς ἐτροποποιήθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀναγινώσκονται εἶτα καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 17 ἕως 22, ὡς ἔχουσιν). Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 22 ὑποβάλλουσι τροπολογίαν οἱ κ. κ. Πονηρόπουλος καὶ Κοκκέβης. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ, ἵνα ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν κατὰ τὴν τρίτην συζήτησιν, (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 431). Ἄρθρον 23. (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτόν, ὡς ἔχει). Ἄρθρον 24 (ἀναγινώσκεται).
§310ΔΙΟΝ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Ἐδῶ ἀναγράφονται καὶ τὰ εὐαγῆ ἱδρύματα. Τί γίνεται περὶ αὐτῶν;
§311Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν πληρώνουσι ποσοστά.
§312Δ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Ζητῶ τὴν διασάφησιν ταύτην, διότι δυνάμει εἰδικοῦ νόμου ἐν Ζακύνθῳ ὁ ταμίας εἰσπράττει τὰ ἐνοίκια διὰ τὰ φιλανθρωπικὰ καταστήματα Ζακύνθου. Μέχρι τοῦδε δι’ αὐτὰ ἐπληρώνετο ἓν ποσοστὸν εἰς τὸν ταμίαν.
§313Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ διάταξις ὑπηγορεύθη, ὅπως ἀπαλλαγῶσι τὰ εὐαγῆ καταστήματα καὶ ἐκ τῆς πληρωμῆς τοῦ ποσοστοῦ.
§314Δ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Ἀλλὰ τοῦτο ἐπὶ βλάβῃ τῶν καταστημάτων, διότι ὁ ταμίας χλιαρῶς θὰ ἐνεργῇ.
§315Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν πιστεύω, ὅτι ἕνεκα τούτου ἤθελεν ἀμελήσει ὁ ταμίας τὸ καθῆκόν του.
§316Δ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Ὑποβάλλω τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 24, καὶ παρακαλῶ νὰ τυπωθῇ καὶ διανεμηθῇ διὰ τὴν τρίτην συζήτησιν.
§317ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 432). Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 24, ὡς ἔχει, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀναγινώσκονται εἶτα καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 25 ἕως 29, ὡς ἔχουσιν). Ἄρθρον 30 (ἀναγινώσκεται).
§318Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Τὸ ἄρθρον 30 παρακαλῶ νὰ τροποποιηθῇ ὡς ἑξῆς: «Οἱ ταμίαι καὶ ὁ παρὰ τῷ ταμείῳ τοῦ σφραγιστοῦ ἐν γένει χάρτου γραμματεὺς ἐπὶ τοῦ λιανικῶς πωλουμένου χαρτοσήμου καὶ λοιπῶν ἐνσήμων δὲν παύονται διαρκούσης τῆς λογιστικῆς χρήσεως τοῦ ἔτους, ἐντὸς τοῦ ὁποίου διωρίσθησαν ἢ μετετέθησαν, εἰμὴ μόνον ἐν τῇ ὑπὸ τοῦ ἄρθρου 209 τοῦ ἀπὸ 1 Ὀκτωβρίου 1852 νόμου ΣΙΒʹ προβλεπομένῃ περιπτώσει, οὐδ’ ἐπιτρέπεται νὰ μετατεθῶσιν, εἰμὴ ἐὰν ἤθελε βεβαιωθῆ, ὅτι δὲν εἶναι ἡ διαχείρισις αὐτῶν ἐν τάξει, δι’ ἐκθέσεως τοῦ ἐξελέγξαντος τὸ ταμεῖον οἰκονομικοῦ ἐπιθεωρητοῦ ἢ ἄλλου οἰκονομικοῦ ὑπαλλήλου.»
§319ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 30, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 31 (ἀναγινώσκεται).
§320Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Τὸ ἄρθρον 31 παρακαλῶ νὰ τροποποιηθῇ ὡς ἑξῆς: «Εἰς τὸν δεύτερον ταμίαν ἐπὶ τῶν πληρωμῶν τῶν συντάξεων ἐπιτρέπεται ν’ ἀνατεθῇ διὰ Β. Διαταγμάτων ἡ πληρωμὴ καὶ ἄλλων ἐξόδων τοῦ Κράτους.»
§321ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 31, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀναγινώσκονται εἶτα καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 32 ἕως 39, ὡς ἔχουσιν). Ἄρθρον 40 (ἀναγινώσκεται).
§322Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Τὸ ἄρθρον 40 παρακαλῶ νὰ τροποποιηθῇ ὡς ἑξῆς: «Ἄρθρον 40. Καταργοῦνται τὰ ἄρθρα 2, 13 καὶ 14 τοῦ νόμου ΣΞΔʹ τοῦ 1853, τὰ ἄρθρα 4, 6, 7 καὶ 13 τοῦ νόμου ΑΡΝΒʹ τοῦ 1884, τὸ ἄρθρον 6 τοῦ νόμου ΑΥΙΓʹ τοῦ 1887, τὸ ἄρθρον 4 τοῦ νόμου ᾼϠΚΘʹ τοῦ 1891, τὰ ἄρθρα 1–7 καὶ 9 τοῦ νόμου ΒΡΗʹ τοῦ 1892, τὰ ἄρθρα 15, 16 καὶ 40 τοῦ νόμου ͵ΒΡΕʹ τοῦ 1892, ἅπερ διετηρήθησαν ἐν ἰσχύϊ διὰ τῶν ἄρθρων 17 καὶ 30 τοῦ νόμου ͵ΒΤϚʹ τοῦ 1895, τὰ ἄρθρα 1–13 καὶ 15–19 τοῦ νόμου ΑΥΙΔʹ τοῦ 1887, ὡς καὶ πᾶσα ἄλλη διάταξις ἀντικειμένη εἰς τὸν νόμον τοῦτον.»
§323ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 40, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς δευτέραν συζήτησιν, ὡς ἐτροποποιήθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Τὸ νομοσχέδιον θέλει ἀνατυπωθῆ, ὡς ἐτροποποιήθη. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 433).
§324Ι. ΣΤΑΙΚΟΣ. Καὶ ἐγὼ ὑποβάλλω ἐγγράφως μίαν αἴτησιν πρὸς τὸν κύριον Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ἔχουσαν ὡς ἑξῆς: «Παρακαλεῖται ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς νὰ καταθέσῃ εἰς τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς τὸν πίνακα, ὅστις ἐμφαίνει τὰς εἰσπράξεις ὅλων τῶν ἐπαρχιακῶν ταμείων τοῦ Κράτους, ἵνα οὗτος τυπωθῇ καὶ διανεμηθῇ εἰς τοὺς κ.κ. Βουλευτὰς κατὰ τὴν τρίτην συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ ταμιακῆς ὑπηρεσίας.»
§325ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τοῦ χρόνου τῆς παραγραφῆς τῶν ἀπαιτήσεων τῶν δήμων ἢ τῶν ἐνοικιαστῶν οἱωνδήποτε δημοτικῶν φόρων». (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, κατ’ ἀρχὴν καὶ ἄρθρον μόνον, εἰς αʹ συζήτησιν, ἄνευ ἀντιρρήσεως). Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἑρμηνείας τοῦ ἄρθρου 11 τοῦ ΞΗʹ νόμου τῆς 22 Δεκεμβρίου 1847 περὶ δημοτικῶν φόρων». Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον μόνον (ἀναγινώσκεται).
§326ΔΙΟΝ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ διατυπώσῃ τὸ νομοσχέδιον ἀκριβέστερον· διότι, ὡς εἶναι διατετυπωμένον, νομίζω ὅτι ἐπάγεται μίαν σύγχυσιν. Τὸ νομοσχέδιον λέγει: «Κατὰ τὴν ἀληθῆ ἔννοιαν τοῦ ἄρθρου 11 τοῦ περὶ δημοτικῶν φόρων ΞΗʹ νόμου τῆς 22 Δεκεμβρίου 1847 ἡ ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ ἐν τῷ τελωνειακῷ καταστήματι δήμου τινὸς εἰσαγωγὴ τροφίμων καὶ ἐμπορευμάτων πρὸς τελωνισμὸν καὶ μεταφορὰν ἐκ τούτου εἰς ἄλλον δῆμον δὲν ἀποτελεῖ ἀπόθεσιν ἐν τῷ δήμῳ ἐκείνῳ κλπ.» Ἐὰν εἰσάγωνται ὑπὸ διαμετακόμισιν, ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς μεταφορᾶς, βεβαίως δὲν ἀποτελοῦσιν εἰσαγωγήν· αὐτὸς ὁ σκοπὸς τῆς εἰσαγωγῆς πρὸς μεταφορὰν εἰς ἄλλον δῆμον ἀπαγορεύει τὴν εἴσπραξιν δημοτικοῦ φόρου ἐν τῷ δήμῳ τῆς εἰσαγωγῆς· ἐὰν δὲ τοιαύτη ἐδόθη ἑρμηνεία ἀπὸ τοὺς ἐνοικιαστὰς ἢ δέν ἠξεύρω ἀπὸ ποίαν ἀρχὴν, εἶναι ἑρμηνεία σφαλερὰ, ἑρμηνεία, ἡ ὁποία δύναται δι’ ἐγκυκλίου ὑπουργικῆς νὰ καταργηθῇ, καὶ δὲν ὑπάρχει ἀνάγκη ἑρμηνευτικοῦ νόμου· διότι, ἀφοῦ τὸ ἐμπόρευμα δὲν εἰσάγεται πρὸς κατανάλωσιν ἐν τῷ δήμῳ, ὅπου κεῖται τὸ τελωνεῖον, ὁ δημοτικὸς εἰσπράκτωρ ἢ ὁ ἐνοικιαστὴς δὲν ἔχουσι τὸ δικαίωμα νὰ εἰσπράξωσι φόρον δημοτικόν.
§327Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Οὕτω μὲν ἔχει τὸ πρᾶγμα, διότι κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ νόμου ΞΗʹ τῆς 22 Δεκεμβρίου 1847 ἐπιτρέπεται νὰ εἰσάγωνται ὑπὸ διαμετακόμισιν ἐμπορεύματα, τὰ ὁποῖα εἰσάγονται ἀτελῶς, ἀλλ’ ἀπαιτεῖται καί τι, τὸ ὁποῖον δὲν ἐγένετο, ἡ δήλωσις.
§328ΔΙΟΝ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Ἂς ὑποχρεωθῶσι νὰ κάμωσι δηλώσεις.
§329ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Θὰ προτείνω μίαν μικρὰν προσθήκην, ἡ ὁποία νομίζω ὅτι εἶναι ἀναγκαία, καὶ ἡ ὁποία ἔδωκεν ἀφορμὴν εἰς τὸ νομοσχέδιον. Παρακαλῶ νὰ προστεθῇ «καὶ ἡ ἐκ τοῦ δήμου αὐτοῦ διέλευσις». Καὶ τοῦτο λέγω, διότι εἰς τοὺς ποιμένας τοὺς διερχομένους ἀπὸ ἑνὸς δήμου ἢ δύο δήμων ἢ τριῶν δήμων, ἵνα φθάσωσιν εἰς τὰς θερινὰς βοσκὰς, ἐπιβάλλεται φόρος, καὶ ἐξεδόθησαν ἀποφάσεις Εἰρηνοδικείων ἐρήμην, ἑκάστης τῶν ὁποίων τὰ ἔξοδα μόνον ἀνέρχονται εἰς τριάκοντα δραχμάς.
§330Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὸ ἄρθρον λέγει «τροφίμων καὶ ἐμπορευμάτων». Νομίζω, ὅτι τὸ καὶ πρέπει ν’ ἀντικατασταθῇ διὰ τοῦ ἢ διαζευκτικοῦ· νὰ γείνῃ «τροφίμων ἢ ἐμπορευμάτων».
§331ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον μόνον, ὡς ἐτροποποιήθη, εἰς πρώτην συζήτησιν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
§332ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Τὸ ὑπ’ ἀριθμὸν 84, κύριε Πρόεδρε.
§333Γ. ΚΟΡΥΖΗΣ. Ὄχι, κύριε Πρόεδρε.
§334ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ναί, κύριε Πρόεδρε.
§335ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ὑπ’ ἀριθ. 84 εἶναι καθαρῶς ὑπηρεσιακόν.
§336ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα. Δὲν θὰ ἔχῃ παντελῶς συζήτησιν.
§337ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπόν, πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ συμπληρώσεως τοῦ νόμου ᾼΩϞϚʹ τοῦ 1891». (Ἀναγινώσκεται τὸ νομοσχέδιον τοῦτο καὶ γίνεται δεκτὸν, κατ’ ἀρχὴν καὶ ἄρθρον μόνον, εἰς αʹ συζήτησιν, ἄνευ ἀντιρρήσεως).
§338Γ. ΚΟΡΥΖΗΣ. Φέρω ἔνστασιν μὴ ἀπαρτίας, κύριε Πρόεδρε. Νὰ ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος.
§339ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρα 10 καὶ 40′ μ. μ.)