1903.03.31
3.560 στίχοι · 26.660 λέξεις · 413 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 62
Τῆς 31 Μαρτίου 1903.
(Δευτέρα).
(Προεδρεύοντος τοῦ πρώτου ἀντιπροέδρου κ. Ἰωάννου Ἀντωνοπούλου).
(Γενομένης ἀπαρτίας ὥρᾳ 5 μ. μ. ἀναγινώσκονται καὶ ἐγκριθέντα ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀπόστρατοι ὑπαξιωματικοὶ καὶ στρατιῶται ἀπέστειλαν εἰς τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς ὑπόμνημα, δι’ οὗ ζητοῦσιν αὔξησιν τῆς συντάξεώς των. Οἱ βουλευταὶ Βονίτσης κ.κ. Ν. Γουλιμῆς, Κ. Παπανικολῆς καὶ Κ. Γρίβας κατέθηκαν τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ καταργήσεως καὶ συστάσεως τελωνειακῶν θέσεων». Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. Ὁ βουλευτὴς Λαρίσης κύριος Ι. Γιαννακίτσας ὑποβάλλει πρότασιν νόμου «περὶ αὐξήσεως τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν κατ’ ἄροτρον». Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ, μεθ’ ὃ θέλει ἐγγραφῆ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν κατὰ τὴν σειράν της. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 344). Οἱ βουλευταὶ Σάμης κ.κ. Ι. Βρυώνης καὶ Ν. Ραφτόπουλος ὑποβάλλουσι πρότασιν νόμου «περὶ ἐγγραφῆς ἐκ νέου τῶν δυνάμει τοῦ νόμου ΡΝΒ τῆς 8 Ἰανουαρίου 1866 ἐγγραφεισῶν ἐν Ἑπτανήσῳ ὑποθηκῶν». Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ, μεθ’ ὃ θέλει ἐγγραφῆ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν κατὰ τὴν σειράν της. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 345). Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἔχει τὸν λόγον.
§2ΚΥΡΙΑΚ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Καταθέτω εἰς τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς ἔγγραφα σχετικὰ πρὸς τὴν ὑπόθεσιν τῶν μεταλλείων Λοκρίδος.
§3Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, μετὰ τὸν κ. Ὑπουργὸν παρακαλῶ νὰ μοὶ δώσητε τὸν λόγον.
§4ΚΥΡΙΑΚ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Ἐπίσης καταθέτω ἀπάντησιν εἰς ἐπερώτησιν τοῦ βουλευτοῦ Λοκρίδος κ. Παπαλουκᾶ περὶ τῶν ἐξ ἐράνων συλλεγέντων χρημάτων ὑπὲρ τῶν σεισμοπαθῶν Λοκρίδος. Ὡσαύτως ἀπάντησιν εἰς ἐπερώτησιν τοῦ βουλευτοῦ Λακεδαίμονος κ. Βαρβιτσιώτου περὶ διαιρέσεως ἢ μετασχηματισμοῦ δήμων.
§5Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Μόνον τὴν ἰδικήν μου ἐπερώτησιν ἐλησμονήσατε.
§6ΚΥΡ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Δὲν ἐλησμόνησα. Ἐζήτησα τὰς πληροφορίας, καὶ εὐθὺς ὡς ἔλθῃ ἡ ἀπάντησις θέλω ἀνακοινώσει ταύτην εἰς τὴν Βουλήν.
§7Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Καταθέτω εἰς τὴν Βουλὴν δήλωσιν περὶ ἐπενεκτέων μεταβολῶν ἐν τῷ εἰδικῷ προϋπολογισμῷ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1903.
§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ, ἵνα ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 346). Ὁ κύριος Βουδούρης ἔχει τὸν λόγον.
§9Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Κύριοι Βουλευταί, σᾶς παρακαλῶ νὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις, διότι δὲν ἐννοῶ νὰ ἀπασχολήσω ἐπὶ πολὺ τὴν Βουλήν. Ὁ ἀξιότιμος κύριος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν ἀνήγγειλε πρὸ ὀλίγου εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι κατέθεσεν ἔγγραφά τινα, σχετικὰ μὲ τὴν περιβόητον ὑπόθεσιν τῶν μεταλλείων. Ἐγὼ, κύριοι Βουλευταὶ, βεβαιωθῆτε, ὅτι δὲν ἤθελον καταδεχθῆ οὔτε λόγον νὰ κάμω διὰ τὴν ὑπόθεσιν ταύτην, ἐὰν αὕτη δὲν ἤρχετο συνεπείᾳ τῆς ἐπερωτήσεως τοῦ κ. Καναβαριώτου, βουλευτοῦ Αἰγίνης, ὁ ὁποῖος ἐνόμισε καλὸν νὰ φέρῃ τὴν ὑπόθεσιν ταύτην εἰς τὴν Βουλήν. Ἀφοῦ δὲ ἅπαξ ἦλθεν εἰς τὴν Βουλὴν, πρέπει νὰ ἐξετασθῇ, διότι ἀφορᾷ τὴν ὑπόληψιν ἑνὸς πρώην Ὑπουργοῦ καὶ ἑνὸς πρώην Πρωθυπουργοῦ. Ἐγὼ τὴν ὑπόληψίν μου νομίζω ὅτι τὴν ἔχω ἀκεραίαν, ἀλλὰ, ἐπαναλαμβάνω, ἡ ὑπόθεσις πρέπει νὰ ἐξετασθῇ εἰς τὴν Βουλήν. Σᾶς εἶπον προχθὲς, ὅτι ἐγὼ προειδοποιῶ τὴν Βουλὴν, καὶ παρακαλῶ αὐτὴν νὰ κρατήσῃ σημείωσιν τῶν λόγων μου, ὅτι θὰ ἀποδείξω δι’ ἐπισήμων ἐγγράφων ἀπὸ ἄκρου εἰς ἄκρον ψευδόμενον τὸν καταγγείλαντα. Ἐν τούτοις ἔχω ἀσφαλεστάτας πληροφορίας, ὅτι ὁ Κύριος, ὁ ὁποῖος ἤγειρε τὸ σκάνδαλον αὐτὸ, δὲν ἤθελε κατ’ οὐδένα λόγον νὰ ἔλθῃ ἡ ὑπόθεσις εἰς τὴν Βουλήν· γνωρίζω μάλιστα ἀσφαλῶς, ὅτι ὠργίσθη κατὰ τοῦ ἐξ Αἰγίνης Βουλευτοῦ, διότι ἀνεκίνησε τὸ ζήτημα· καὶ ἔχει δίκαιον ὡς πρὸς τοῦτο, διότι ἀπὸ τοῦ βήματος αὐτοῦ θέλει ἀποδειχθῆ, ὅτι ἐψεύδετο καὶ ἐσυκοφάντει. Ὅτι δὲ θέλει νὰ παρελκύσῃ τὸ ζήτημα, καὶ ν’ ἀφήσῃ νὰ παρέλθῃ αὐτὴ ἡ Σύνοδος χωρὶς νὰ λάβω τὴν εὐχαρίστησιν νὰ τὸν διαψεύσω, ἀπόδειξις εἶναι ἡ ἐπερώτησις τοῦ ἀδελφοῦ του, καὶ τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα οὗτος ζητεῖ. Ζητεῖ νὰ καταθέσῃ ὁ κύριος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν «πίνακα ἐμφαίνοντα, κατ’ ὄνομα, τοποθεσίαν καὶ χρονολογικὴν σειράν, πάσας τὰς ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐσωτερικῶν ἐκκρεμεῖς αἰτήσεις περὶ παραχωρήσεως μεταλλείων μέχρι τοῦ 1899...»
§10Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀπό;
§11Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Ἀφ’ ὅτου ὑπάρχει τὸ Ἑλληνικὸν Βασίλειον! ἀφ’ ὅτου ἐψηφίσθη ὁ νόμος! Τουτέστιν ὁ κύριος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν πρέπει νὰ ἀναθέσῃ εἰς 10 τοὐλάχιστον ὑπαλλήλους νὰ ἐργάζωνται ἐπὶ πέντε μῆνας, ἵνα φέρωσιν ἐδῶ τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα ἀφορῶσιν εἰς χιλιάδας αἰτήσεων. Δεύτερον ζητεῖ «πίνακα ἐμφαίνοντα, κατ’ ὄνομα, τοποθεσίαν καὶ χρονολογικὴν σειράν, πάσας τὰς ἀπὸ 1 Ὀκτωβρίου 1899 ὑποβληθείσας εἰς τὸ αὐτὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν αἰτήσεις μέχρι τοῦ 1901». Δηλαδὴ ἄλλας 2,000 τοὐλάχιστον αἰτήσεις! Τρίτον «πιστοποιητικὰ τῶν Νομαρχιῶν Εὐβοίας, Φθιώτιδος καὶ Ἀττικῆς, ἐμφαίνοντα, κατ’ ὄνομα, τοποθεσίαν καὶ χρονολογικὴν σειράν, πάσας τὰς αἰτήσεις περὶ παραχωρήσεως μεταλλείων, τὰς ἀρχῆθεν μέχρι τέλους Σεπτεμβρίου τοῦ 1901 διαβιβασθείσας δι’ αὐτῶν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν». Δηλαδὴ εἰς τὰς Νομαρχίας, ὅπου, ὡς γνωρίζετε, εἶναι ὑπάλληλοι ἐλάχιστοι, πρέπει νὰ ἐργάζωνται ἐπὶ μῆνας ὁλοκλήρους, διὰ νὰ συγκεντρωθῶσιν ὅλαι αὐταὶ αἱ πληροφορίαι!
§12Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Ἀπὸ πότε;
§13Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Ἀφ’ ὅτου ἐψηφίσθη ὁ νόμος· ἀπὸ τοῦ 1861 μέχρι τοῦ 1901· τουτέστιν ἐπὶ 30 περίπου ἔτη.
§14Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Δὲν ἔπρεπε νὰ καταδεχθῆτε ν’ ἀπαντήσητε.
§15Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Σᾶς παρακαλῶ. Αὐτὸ τὸ ζήτημα, πρέπει νὰ καθαρισθῇ, καὶ ἐπαναλαμβάνω νὰ σᾶς εἴπω, κύριοι Βουλευταὶ, ὅτι ἐγὼ θέλω σᾶς τὸ καθαρίσει ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, μὲ τὰ ἔγγραφα τὰ ἐπίσημα, τὰ ὁποῖα ἔχω εἰς χεῖράς μου. Πρέπει, κύριε συνάδελφε, νὰ καταδεχθῶ νὰ ἀπαντήσω, διὰ νὰ καταδείξω μέχρι τίνος σημείου φθάνει ἡ ἀθλιότης τοῦ συκοφάντου! Τέταρτον «πάσας τὰς ἀνωτέρω αἰτήσεις, τὰς διὰ τῶν Νομαρχιῶν Εὐβοίας, Φθιώτιδος καὶ Ἀττικῆς διαβιβασθείσας εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν.» Δηλαδή, Κύριοι, μὲ αὐτά, τὰ ὁποῖα ζητεῖ, σᾶς βεβαιῶ, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν πρέπει νὰ κλείσῃ τὸ Ὑπουργεῖόν του καὶ νὰ διατάξῃ ὅλους τοὺς ὑπαλλήλους νὰ ἐργάζωνται ἐπὶ δύο τοὐλάχιστον μῆνας, διὰ νὰ συγκεντρωθῶσιν ὅλα αὐτὰ τὰ ἔγγραφα. Καὶ διατὶ τοῦτο; διότι δὲν θέλει ὁ Κύριος ἐκεῖνος νὰ ἔλθῃ τὸ ζήτημα ἐδῶ, διότι ἐδῶ θὰ ἀποδειχθῇ, ὅτι κατῆλθεν εἰς πρώην Ὑπουργὸς μέχρι τοῦ σημείου νὰ συκοφαντήσῃ τοὺς συναδέλφους του, ὅπως κορέσῃ τὰ πάθη του. Τώρα σᾶς ἐρωτῶ, τίνα σχέσιν ἔχουσιν αὐτά, τὰ ὁποῖα ζητεῖ αὐτὸς ὁ Κύριος, μὲ τὰς κατηγορίας, τὰς ὁποίας ἀποδίδει; Ποῖαι δὲ εἶναι αἱ κατηγορίαι, τὰς ὁποίας μᾶς ἀποδίδει;....
§16Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Αἱ συκοφαντίαι, νὰ λέγητε.
§17Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Αὐτὸ θὰ τὸ εἴπω, ὅταν τὸν ἀποδείξω μεθαύριον συκοφάντην...Ποῖαι εἶναι αἱ κατηγορίαι; Πρῶτον, ὅτι ἐναντίον ἀποφάσεως τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου συνεκλήθη Μεταλλευτικὸν Συμβούλιον. Ἐγὼ παρεκάλεσα τὸν ἔντιμον καὶ σεβαστὸν φίλον μου κ. Πρωθυπουργὸν νὰ λάβῃ τὴν καλωσύνην νὰ ἀναθέσῃ εἰς ἕνα ὑπάλληλόν του νὰ ἐρευνήσῃ εἰς τὸ βιβλίον τῶν ἀποφάσεων τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καθ’ ὅλον τὸ διάστημα τῆς Κυβερνήσεως Θεοτόκη, ἵνα ἀνεύρῃ τὸ πρακτικὸν αὐτό, καὶ ἂν τὸ ἀνεύρῃ, νὰ τὸ καταθέσῃ, ἂν δὲν τὸ ἀνεύρῃ, νὰ ἔχωμεν τὴν ὁμολογίαν τοῦ ἀξιοτίμου κ. Πρωθυπουργοῦ, ὅτι δὲν ὑπάρχει τοιοῦτο πρωτόκολλον... (Ἀποτείνεται πρὸς τὸν κ. Πρωθυπουργόν). Κύριε Πρόεδρε, ἐνθυμεῖσθε, ὅτι σᾶς παρεκάλεσα.
§18Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Μάλιστα.
§19Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Δεύτερον, ὅτι παρεχωρήθη εἰς τὴν ἀδελφήν μου,—διότι βλέπετε, ὅτι αὐτὸς ὁ Κύριος ἐνόμισεν εὐγενὲς νὰ ἀναμίξῃ καὶ Κυρίας εἰς τὴν ὑπόθεσιν αὐτήν,— παρεχωρήθη εἰς τὴν ἀδελφήν μου μεταλλεῖον. Κύριοι, νομίζω, ὅτι ὁ νόμος λέγει, ὅτι πᾶς Ἕλλην ἢ καὶ ἀλλοδαπὸς ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ζητήσῃ κατὰ τὸν νόμον καὶ λάβῃ παραχώρησιν μεταλλείου. Ὑποθέτω ὅτι ἡ ἀδελφή μου εἶναι Ἑλληνίς· ἀλλὰ καὶ ἀλλοδαπὴ ἂν ἦτο, ὁ νόμος τῇ ἔδιδε τὸ δικαίωμα. Ἀλλὰ σᾶς ἐρωτῶ, κύριοι Βουλευταί...
§20Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Πότε παρεχωρήθη;
§21Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Σᾶς παρακαλῶ... Ἀλλὰ σᾶς ἐρωτῶ, κύριοι Βουλευταί, εἶναι δυνατὸν ἄνθρωπος ἔχων σώας τὰς φρένας νὰ φαντασθῇ, ὅτι μία Κυρία τῆς κοινωνικῆς θέσεως τῆς ἀδελφῆς μου θὰ εἶχε τὸ θάρρος νὰ ζητῇ παραχώρησιν μεταλλείου; Γνωρίζετε καμμίαν Κυρίαν, ἀφ’ ὅτου ὁ νόμος λειτουργεῖ, ἥτις νὰ ἐζήτησε παραχώρησιν μεταλλείου; Ἐγὼ δὲν γνωρίζω καμμίαν· ἡ ἀδελφή μου δὲ δὲν εἶναι ἐκείνη, ἡ ὁποία ἤθελε ζητήσει μεταλλεῖον. Ἀλλ’ αὐτὸς ὁ Κύριος ἐπιμένει, ὅτι παρεχωρήθη μεταλλεῖον εἰς τὴν ἀδελφήν μου. Ἐγὼ θὰ ἀποδείξω δι’ ἐπισήμων ἐγγράφων, δι’ ἐγγράφου, τὸ ὁποῖον κατέχω, καὶ τὸ ὁποῖον φέρει τὴν ὑπογραφὴν τοῦ ἀειμνήστου Πρωθυπουργοῦ Δημητρίου Βούλγαρη, ὅτι παρεχωρήθη τὸ ὀρυχεῖον αὐτὸ εἰς τὸν μακαρίτην γαμβρόν μου, τὸν ἀρεοπαγίτην Θεόδωρον Βῶκον, τὸ ὁποῖον ὀρυχεῖον περιῆλθεν ἐκ κληρονομίας εἰς τὴν ἀδελφήν μου μετὰ τὸν θάνατον τοῦ γαμβροῦ μου καὶ τῶν τεσσάρων τέκνων του· διότι ἡ ἀδελφή μου, ἡ δυστυχὴς αὐτή, ἀπολέσασα ὅλα τὰ τέκνα της, ἔμεινεν ἔρημος ἐν τῷ κόσμῳ, καὶ ἔπρεπε νὰ ἔλθῃ νὰ τὴν ἀναμίξῃ καὶ αὐτὴν τὴν δυστυχισμένην εἰς αὐτὰς τὰς ἀηδίας αὐτὸς ὁ Κύριος! Λοιπὸν ἡ ἀδελφή μου δὲν ἐπῆρε παραχώρησιν μεταλλείου. Ἡ ἀδελφή μου, συμμορφουμένη πρὸς τὸν νόμον, ὁ ὁποῖος λέγει, ὅτι ὁ λαβὼν παραχώρησιν ὀρυχείου καὶ ἔχων ἀνάγκην νὰ ἐργασθῇ δι’ ὑπονόμων στοῶν πρέπει νὰ λάβῃ τὴν ἄδειαν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, ἐζήτησε τοιαύτην ἄδειαν. Ἀλλὰ τίνα σχέσιν ἔχουν ὅλαι αὐταὶ αἱ αἰτήσεις του, 5,000 αἰτήσεις περὶ μεταλλείων, μὲ τὴν ὑπόθεσιν τῆς ἀδελφῆς μου; Ποία ἡ ἄλλη κατηγορία; Ὅτι τὰ παραχωρηθέντα 4 μεταλλεῖα ἐν Λοκρίδι παρεχωρήθησαν εἰς οὓς παρεχωρήθησαν διότι ἐγὼ εἶχον συμφέρον, καταπατηθέντων τῶν δικαιωμάτων ἄλλων, οἱ ὁποῖοι τὰ ἐζήτησαν προηγουμένως. Παρακαλῶ νὰ κατατεθῶσιν οἱ φάκελοι τῶν τεσσάρων αὐτῶν μεταλλείων, νὰ κατατεθῶσιν αἱ ἀποφάσεις τοῦ Μεταλλευτικοῦ Συμβουλίου, καὶ νὰ δοθῇ καὶ ἡ πληροφορία, ἂν ἄλλος τις τὰ εἶχε ζητήσει. Νομίζω ὅτι ὅλα αὐτὰ, τὰ ὁποῖα ζητοῦνται, δὲν ἔχουσι κανένα ἄλλον σκοπὸν, παρὰ νὰ παρελκύσωσι τὴν ὑπόθεσιν. Διότι, ἐπαναλαμβάνω, θὰ σᾶς ἀποδείξω, ὅτι ὅλα αὐτὰ εἶναι ψευδῆ, καὶ ὅτι τὰ μεταλλεῖα παρεχωρήθησαν εἰς τοὺς πρώτους καὶ μόνους δηλωτάς. Κατεπατήθησαν τὰ δικαιώματα ἑνὸς Ἰωαννίδου — ἔγραφεν αὐτὸς ὁ Κύριος μὲ τὴν ὑπογραφήν του. — Ἀλλὰ σᾶς εἶπον καὶ προχθές, ὅτι ὁ Ἰωαννίδης αὐτὸς εἶναι πρόσωπον ἀνύπαρκτον. Λησμονῶν δὲ ὁ Κύριος αὐτὸς, τί εἶχε γράψει προηγουμένως εἰς μίαν συνέντευξίν του δημοσιευθεῖσαν, ἔγραφε χθές: «Ἐγὼ δὲν εἶπον ποτέ, ὅτι κατεπατήθησαν δικαιώματα Ἰωαννίδου. Τί εἶναι αὐτὰ, τὰ ὁποῖα λέγει ὁ κύριος πρώην Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν εἰς τὴν Βουλήν;» Καὶ ἐγὼ τῷ ἀπαντῶ καὶ τῷ λέγω: Ψεύδεσαι! ἰδοὺ τὸ ἄρθρον σου μὲ τὴν ὑπογραφήν σου, εἰς τὸ ὁποῖον λέγεις, ὅτι κατεπατήθησαν τὰ δικαιώματα τοῦ Ἰωαννίδου. Τώρα δὲ διαψεύδεις τὸν ἑαυτόν σου! Λοιπὸν, Κύριοι, νομίζω ὅτι, ἀφοῦ θίγεται ἡ ὑπόληψις ἑνὸς πρώην Πρωθυπουργοῦ καὶ ἑνὸς πρώην Ὑπουργοῦ, τὸ ζήτημα πρέπει νὰ ἐξετασθῇ. Ἐγώ, Κύριοι, θέλω νὰ διευκρινηθῇ τὸ ζήτημα τὸ ταχύτερον, αὐτὸς δὲν θέλει· καὶ δὲν θέλει, διότι θ’ ἀποδειχθῇ ὅτι ἐψεύδετο! Ἀλλ’ ἐὰν, Κύριοι, ἀποδειχθῇ, ὅτι καὶ κατ’ ἐλάχιστον ἐγὼ ἔπραξα πρᾶξιν ἔκνομον, σᾶς παρακαλῶ νὰ φανῆτε ἀμείλικτοι· ἐν ἐναντίᾳ δὲ περιπτώσει νὰ εἴπητε εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἀνέρχονται εἰς τὰ ὕπατα τῆς Πολιτείας ἀξιώματα, ὅτι δὲν ἔχουσι τὸ δικαίωμα, κατερχόμενοι ἀπὸ τῆς ὑπουργικῆς θέσεως, νὰ μεταβάλλωνται εἰς συκοφάντας τῶν συναδέλφων των. Ζητῶ λοιπὸν ἀπὸ τὴν Βουλὴν νὰ καθαρίσῃ τὸ ζήτημα αὐτό. Ἐὰν ἐννοῆτε, Κύριοι, νὰ ἀναμείνητε ἐπὶ μῆνας ἴσως, διὰ νὰ συλλεχθῶσι πληροφορίαι, αἱ ὁποῖαι οὐδεμίαν σχέσιν ἔχουσι μὲ τὴν ὑπόθεσιν ταύτην, τότε εἶναι ὡς νὰ στείλητε τὴν ὑπόθεσιν εἰς τὰς Ἑλληνικὰς καλένδας. Ἀλλ’ ἐγὼ νομίζω, ὅτι τὰ πράγματα εἶναι διακεκριμένα. Ἀπεφάσισε τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον νὰ μὴ γείνῃ Μεταλλευτικὸν Συμβούλιον; ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς νὰ ζητήσῃ νὰ εὕρῃ τὸ πρακτικόν. Παρεχωρήθη εἰς τὴν ἀδελφήν μου μεταλλεῖον, καὶ κατεπατήθησαν δικαιώματα ἄλλων; ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ φέρῃ τὸν φάκελον καὶ τὴν πληροφορίαν, ἂν ἄλλος τις ἐζήτησε τὸ μεταλλεῖον, καὶ τὴν ἀναφορὰν τῆς ἀδελφῆς μου διὰ τοῦ πληρεξουσίου της Δημητρίου Βουδούρη, διὰ τῆς ὁποίας ζητεῖ τὴν ἄδειαν τῆς δι’ ὑπονόμων στοῶν ἐργασίας. Κατεπατήθησαν τὰ δικαιώματα ἄλλων, καὶ παρεχωρήθησαν χαριστικῶς τὰ 4 μεταλλεῖα τῆς Λοκρίδος; νὰ φέρῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τοὺς φακέλους τοὺς ἀφορῶντας τὰ 4 αὐτὰ μεταλλεῖα, καὶ τὴν πληροφορίαν, ἂν ἄλλος τις τὰ ἐζήτησε πρότερον, καὶ ποῖος.
§22ΚΥΡ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Μοὶ ἐπιτρέπετε;
§23Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Μάλιστα, κύριε Ὑπουργέ.
§24ΚΥΡ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Ἐγὼ κατέθηκα σήμερον φάκελον πολλῶν ἐγγράφων. Παρακαλῶ νὰ ἐξετάσητε τὸν φάκελον αὐτόν, καὶ ἂν ἐλλείπῃ ἔγγραφόν τι, νὰ μοὶ δώσητε σημείωσιν, ἵνα φροντίσω νὰ τὸ προσαγάγω.
§25Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Σᾶς εὐχαριστῶ, κύριε Ὑπουργέ. Ἐγώ, κύριοι Βουλευταί, δὲν ζητῶ καμμίαν χάριν παρ’ οὐδενός· ἐγὼ ζητῶ νὰ ἐξέλθω μετὰ τὴν συζήτησιν μὲ ἀκεραίαν τὴν ὑπόληψίν μου. Πολιτεύομαι ἐπὶ 30 ἔτη, δὲν ἔδωκα δὲ ποτὲ ἀφορμὴν νὰ κατηγορηθῶ διὰ τίποτε. Ἐὰν ἔσφαλα, νὰ φανῆτε αὐστηροί· ἐὰν ὄχι, νὰ στιγματίσητε ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι νομίζουσιν, ὅτι διὰ τοιούτων μέσων δύνανται νὰ συκοφαντῶσι τοὺς πρώην συναδέλφους των.
§26Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§27Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὀφείλω νὰ εἴπω ὀλίγα, διότι ἡ παρουσία μου καὶ μόνη, χωρὶς νὰ εἴπω τίποτε, ἀναμιμνήσκει τοὺς Βουλευτὰς ἱστορίαν λυπήσασαν τὴν οἰκογένειάν μου, ἀλλ’ ἱστορίαν, ἡ ὁποία εἰς τὸν ἔξω κόσμον συνέτριψε τὴν Ἑλλάδα. Δὲν θ’ ἀναφέρω τίποτε, οὐδὲ θὰ εἴπω, ἂν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κερκύρας ἠδύνατο νὰ γείνῃ πλούσιος εἰς ἄλλην ἐποχήν, ἀντιπροσωπεύσας τὴν Ἑλλάδα εἰς τὸ ἐξωτερικόν, ἐκ τοῦ ὁποίου καὶ μόνου δύναται ν’ ἀποδειχθῇ, πόσον ὑπέροχος εἶναι, καὶ πόσον ἀνώτερος πάσης τοιαύτης συκοφαντίας καὶ ὕβρεως. Δὲν θ’ ἀναλάβω νὰ ὁμιλήσω ἐπὶ τῆς περὶ ἧς πρόκειται ὑποθέσεως οὔτε ὑπὲρ αὐτοῦ οὔτε ὑπὲρ τοῦ κ. Βουδούρη, διότι νομίζω ὅτι θὰ ὑβρίσω ἀμφοτέρους. Ἀναμιγνύομαι εἰς τὴν ὑπόθεσιν, μόνον χάριν τῆς ὑπολήψεως τῆς Ἑλλάδος, ἥτις συντρίβεται διὰ τοιούτων συκοφαντιῶν, καὶ θὰ παρακαλέσω τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὴν Βουλὴν ὁλόκληρον, τὸ ταχύτερον νὰ συζητήσῃ τὴν ὑπόθεσιν ταύτην, διὰ νὰ στιγματισθοῦν, ἂν ὑπάρχουν, οἱ συκοφάνται, διὰ νὰ ἐξέλθῃ ἁγνὴ καὶ ἀθώα ἡ Ἑλλάς, ὡς εἶναι πάντοτε, ἐκ τῆς τοιαύτης συκοφαντίας· διότι, ὅταν Ὑπουργοὶ Ἕλληνες καταγγέλλωνται ὡς οἱ ἔσχατοι τῶν λωποδυτῶν, δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ νὰ ὑποθέσῃ τις, ὅτι τὸ Κράτος τοῦτο εἶναι ἑστία λωποδυτῶν, καὶ ὅτι οἱ Ὑπουργοὶ δὲν εἶναι ἄλλο παρὰ ἀντιπρόσωποι λωποδυτῶν. Ἐλπίζω ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς θὰ σπεύσῃ, ὅσον τὸ δυνατὸν ταχύτερον, νὰ προσκομίσῃ τὰς ζητηθείσας πληροφορίας, διὰ νὰ γείνῃ ἡ συζήτησις πρὸ πάσης ἄλλης ἐργασίας, — διότι αὐτὴ εἶναι ἡ σπουδαιοτέρα ἐργασία — ὅπως καταδειχθῇ ἅπαξ διὰ παντός, ὅτι τὸ νόμισμα, τὸ ὁποῖον μετεχειρίσθησαν ἀφθόνως κατὰ τὸ παρελθόν, οὐδεμίαν ἔχει πλέον ἀξίαν, καὶ πᾶς ὅστις ἤθελε τολμήσει εἰς τὸ μέλλον νὰ συκοφαντήσῃ πολιτευόμενον δὲν θὰ ἀκουσθῇ ἀπὸ τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν ὕστερον ἀπὸ τὴν διεξαγωγὴν τῆς ὑποθέσεως ταύτης.
§28Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ ἐπιθυμία, τὴν ὁποίαν ἐδήλωσεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Χαλκίδος, εἶναι εὔλογος, οὔτε ἦτο δυνατὸν νὰ μὴ ἀναγνωρισθῇ τὸ εὔλογον αὐτῆς. Ἡμεῖς προθύμως ἠθέλομεν συντρέξει, ἵνα ἡ συζήτησις αὕτη γένηται νῦν ἐν πάσῃ εὐρύτητι, ὅπως δοθῇ εὐκαιρία νὰ ὑπερασπίσωσιν ἑαυτοὺς ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἐθεώρησαν ἑαυτοὺς προσβεβλημένους. Ἀλλὰ δὲν ὑπολείπονται κατὰ τὸ στάδιον τοῦτο τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς, εἰμὴ δύο μόνον ἡμέραι, μεθ’ ἃς θέλουν διακοπῆ αἱ ἐργασίαι τῆς Βουλῆς, ἤθελον δὲ παραλειφθῆ καὶ ἐξακολουθήσει μένοντα ἐκκρεμῆ νομοσχέδια, τῶν ὁποίων ἡ ἐπιψήφισις πρὸ τῶν ἑορτῶν τοῦ Πάσχα ἐνδείκνυται ὡς ἀναγκαία ἀπὸ τὸ συμφέρον τοῦ Κράτους. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν νὰ ἀναβάλῃ τὴν συζήτησιν διὰ τὸ ὑπόλοιπον στάδιον τῶν ἐργασιῶν αὐτῆς. Μεταξὺ τῶν πρώτων, τὰς ὁποίας πρέπει ἡ Βουλὴ νὰ ἐπιλάβηται, ὅταν οἱ κύριοι Βουλευταὶ ἐπανέλθωσιν ἐκ τῶν ἐπαρχιῶν των, πρέπει νὰ ἦναι ἡ ὑπόθεσις αὕτη. Ὀφείλω ὅμως νὰ ποιήσωμαι παρατήρησίν τινα, ὅτι ἡ ὑπὲρ τῆς αἰτήσεως τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Χαλκίδος συνηγορία τῶν δύο ἑτέρων συναδέλφων δὲν ἦτο ἀναγκαία, διότι τὰ λεχθέντα μάλιστα ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Μεγαρίδος δύνανται νὰ ἀναχθῶσιν εἰς διαφόρους κατηγορίας, τινὲς τῶν ὁποίων ἀνήκουσιν εἰς τὴν ἱστορίαν· διότι εἰς τὴν ἱστορίαν ἀνήκει ν’ ἀποφανθῇ ἀπὸ τίνος χρόνου εἶχε κατασταθῆ ὁ πολιτικὸς ἀνταγωνισμὸς τραχὺς καὶ ἄγριος, ἀπὸ τίνος δ’ ἤρξατο ἡ ἐξημέρωσις τοῦ πολιτικοῦ ἀνταγωνισμοῦ. Ἐπίσης εἰς τὴν ἱστορίαν ἀνήκει ν’ ἀποφανθῇ ἐπὶ τῶν ποικίλων αἰτιάσεων, αἱ ὁποῖαι ἐξετοξεύθησαν κατὰ τῶν πολιτικῶν ἀνδρῶν τῆς Ἑλλάδος. Ἀλλ’ οἱ πολιτικοὶ τῆς Ἑλλάδος, καὶ κατὰ τὴν ἐμὴν γνώμην οἱ πολιτικοὶ πάσης χώρας, δὲν πρέπει νὰ λησμονῶσιν, ὅτι τὸ πολιτεύεσθαι εἶναι τὸ εὐγενέστερον τῶν ἔργων, τὰ ὁποῖα δύνανται ν’ ἀπασχολήσωσι τὸν βίον τοῦ ἀνθρώπου· ἂν δὲ ἐν τῷ πολιτικῷ ἀνταγωνισμῷ εἴτε ἡ θέλησις τοῦ λαοῦ εἴτε ἡ συναίνεσις τοῦ Στέμματος ἤθελον ἀναβιβάσει αὐτοὺς εἰς τὸ ὑπέρτατον ἀξίωμα, δὲν ἐπιτρέπεται εἰς αὐτοὺς νὰ λησμονῶσιν, ὅτι, ὅσον ὑψηλότερα ἀνῆλθον οὗτοι, τοσοῦτον ἐγείρεται ἐν τοῖς πολλοῖς εἴτε ἡ ζηλοτυπία εἴτε ἐνίοτε καὶ ὁ φθόνος κατ’ ἐκείνων, οἵτινες ἠγέρθησαν ὕπερθεν τῶν ἄλλων. Ἂν ὑψωθῇ που παμμεγέθης καὶ πρώτης δυνάμεως φανός, τὸ φῶς, τὸ ὁποῖον διαχύνει, καθιστᾷ, ἂν ὄχι σκοτεινούς, ἀλλ’ ἧττον φωτεινοὺς τοὺς κάτωθεν αὐτοῦ τεθειμένους ἀσθενεστέρας δυνάμεως φανούς. Ἀλλ’ οἱ πολιτικοὶ ἄνδρες πρέπει νὰ ἀσχολῶνται περὶ ἕτερόν τι, πρέπει νὰ ἔχωσι μόνον μέλημα, πῶς νὰ ἐκτελῶσι τὸ καθῆκόν των. Δὲν εἶναι μόνον τὸ ἐγχειρίδιον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον περιέγραψεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεγαρίδος, τὸ τιτρῶσκον τὰς πλευρὰς τῶν πολιτικῶν ἀνδρῶν· πολλὰ εἴδη ἐγχειριδίων εἶναι, τὰ ὁποῖα τίθενται ἐν χρήσει κατ’ αὐτῶν φαρμακερώτερα· ἀλλ’ οἱ πολιτικοὶ ἄνδρες πρέπει νὰ ἵστανται ὑψηλότερον, νὰ μὴ ῥίπτωσι τοὺς ὀφθαλμούς των χαμαί, ἀλλ’ αἱ σκέψεις αὐτῶν πρέπει νὰ περιστρέφωνται μόνον εἰς ἕν, πῶς νὰ ἐξυπηρετήσωσι τὰ συμφέροντα τῆς πατρίδος των. (Εὖγε! εὖγε! ἐκ τῆς αἰθούσης).
§29Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Ὀφείλω νὰ εὐχαριστήσω τὸν ἀξιότιμον κ. Πρωθυπουργόν. Δὲν εἶχον τὴν ἐλαχίστην ἀμφιβολίαν, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δὲν ἤθελεν ἀφήσει ποτὲ ἐκκρεμῆ τὴν ὑπόθεσιν ταύτην. Γνωρίζει πόσον καὶ τὸν ἐκτιμῶ καὶ τὸν σέβομαι· ἂν δὲν ὑπῆρξα ποτὲ πολιτικός του φίλος, τοῦτο δὲν ἔπραξα ἐξ ἐλλείψεως ἐκτιμήσεως πρὸς τὸν ἄνδρα. Οὐδεμίαν εἶχον ἀμφιβολίαν, ὅτι ὁ ἀξιότιμος κ. Πρωθυπουργὸς δὲν ἤθελε ποτὲ δεχθῆ νὰ μείνῃ ἐκκρεμὴς ὑπόθεσις, ἡ ὁποία θίγει τὴν ὑπόληψίν μου. Τὸν εὐχαριστῶ καὶ πάλιν· ἐλπίζω δ’ ὅτι ἐπανερχομένης μετὰ τὸ Πάσχα τῆς Βουλῆς ὁ κ. Πρωθυπουργὸς θὰ θελήσῃ μόνος του νὰ προσδιορίσῃ μίαν ἐκ τῶν πρώτων ἡμερῶν πρὸς συζήτησιν. Ἐπιθυμῶ καὶ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς νὰ ἀποδειχθῇ ἡ πλήρης συκοφαντία, ἐπιθυμῶ νὰ μὴ διασαλευθῇ τὸ παράπαν ἡ πρὸς ἐμὲ ὑπόληψις τῶν συναδέλφων μου, νὰ μὴ διασαλευθῇ τὸ παράπαν ἡ πρὸς ἐμὲ ἐκτίμησις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ.
§30ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Πονηρόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§31ΑΛΕΞ. ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ περιορισθῶ νὰ ὑπομνήσω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν δύο αἰτήσεις μου. Ἡ μία τούτων ὑπεβλήθη κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς 10 Μαρτίου καὶ ἀφορᾷ εἰς τὴν κατάθεσιν πίνακος τῶν χηρευουσῶν θέσεων ἐν ταῖς ἀστυνομίαις τοῦ Κράτους μετὰ τὴν 24 Νοεμβρίου παρελθόντος ἔτους, ὡς ἐπίσης πίνακα τῶν μετατεθέντων ἀστυνομικῶν ὑπαλλήλων ἐκ τῆς ἀστυνομίας Πειραιῶς καὶ Ἀθηνῶν. Ἡ ἑτέρα αἴτησίς μου ἀφορᾷ εἰς τὴν παροχὴν πληροφοριῶν περὶ τῶν ἐκτελουμένων ἐν τῷ δήμῳ Κυπαρισσίας δημοτικῶν ἔργων. Φρονῶ ὅτι ἐν τῷ κατὰ τὰς ἑορτὰς μεσολαβήσοντι χρονικῷ διαστήματι θὰ ἔχῃ καιρὸν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ λάβῃ καὶ προσκομίσῃ τὰς πληροφορίας ταύτας, διὰ νὰ μὴ εὑρεθῶ εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἐπαναλάβω τὴν αἴτησίν μου, ἥτις ἀφορᾷ εἰς ἔκνομον ἐνέργειαν τοῦ νομάρχου Τριφυλίας, ἐγκρίναντος δημοτικὰ ἔργα χωρὶς νὰ προηγηθῶσιν αἱ νόμιμοι διατυπώσεις. Καὶ ἐπειδὴ ὁμιλῶ περὶ τοῦ κ. νομάρχου, ἔχω τὴν ὑποχρέωσιν νὰ μὴ παρέλθω ἐν σιγῇ περιστατικόν τι. Μὲ παρακαλοῦσι νὰ προλάβω ἑτέραν ἔκνομον ἐνέργειαν τῆς αὐτῆς Νομαρχίας. Οἱ κτηματίαι τῆς περιφερείας τοῦ δήμου Κυπαρισσίας παραπονοῦνται, ὅτι παρὰ τὴν γνώμην αὐτῶν καὶ ἐν ἀγνοίᾳ αὐτῶν καὶ συνεπείᾳ εἰκονικῆς συνελεύσεως, διότι δὲν προηγήθησαν εἰδοποιήσεις πρὸς τοὺς κτηματίας, διωρίσθησαν φύλακες τῶν κτημάτων αὐτῶν ὑπὸ τοῦ νομάρχου ἄνθρωποι, τοὺς ὁποίους αὐτοὶ δὲν ἐξέλεξαν. Καίτοι δὲ κατήγγειλαν δι’ ἐπανειλημμένων ἀναφορῶν τὴν παράβασιν ταύτην τῆς διοικητικῆς ἀρχῆς, ἡ ἀνωτέρα διοικητικὴ ἀρχὴ οὐδὲν ἐνήργησε. Τὸ ζήτημα, ὅσον μικρὸν καὶ ἂν φαίνηται, δὲν εἶναι μικρόν, διότι ἀφορᾷ εἰς αὐτὸ τὸ δικαίωμα τῆς ἰδιοκτησίας, τὸ ὁποῖον ἀμέσως προσβάλλεται διὰ τῆς παρανόμου ταύτης ἐνεργείας τῆς διοικητικῆς ἀρχῆς. Καὶ ἔχουσι δικαίωμα οἱ συμπολῖταί μου νὰ παραπονῶνται, διότι οἱ ὑπὸ τῆς διοικητικῆς ἀρχῆς διορισθέντες φύλακες δὲν γνωρίζω τίνα ἄλλον σκοπὸν προωρίσθησαν νὰ ὑπηρετήσουν, δὲν παρέχουσιν ὅμως τὰς ἀπαιτουμένας ἐγγυήσεις, καὶ ἑπομένως ἡ ἰδιοκτησία τῶν συμπολιτῶν μου εἶναι ἐκτεθειμένη εἰς τὰς ἐπιδρομὰς τῶν κακοποιῶν στοιχείων. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν τελευταίαν αἴτησίν μου, καὶ παρακαλῶ μετὰ τὴν ἐπανάληψιν τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς νὰ προσκομίσῃ τὰς ζητουμένας πληροφορίας.
§32ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Βελλίνης ἔχει τὸν λόγον.
§33ΚΙΜΩΝ ΒΕΛΛΙΝΗΣ. Ἀναγκάζομαι νὰ λάβω τὸν λόγον ἐπὶ ἐνδιαφέροντος ζητήματος. Πρόκειται περὶ τῶν δανείων καλλιεργείας ἐκ μέρους τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης πρὸς τοὺς γεωργούς. Ἡ Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία δι’ ἐπανειλημμένων νομοθετημάτων προενόησεν, ὅπως προστατεύσῃ τοὺς γεωργικοὺς πληθυσμούς. Ἐψήφισε νόμον, δι’ οὗ ἀπήλλαξε τοὺς πληθυσμοὺς αὐτοὺς ἀπὸ τῆς ἀναγκαστικῆς κατασχέσεως τῶν ὀργάνων τῆς καλλιεργείας, τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, τῶν πρὸς τροφὴν χρησίμων καρπῶν καὶ ἄλλων. Προὐνόησε δὲ, διὰ συμβάσεως μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, κυρωθείσης διὰ νόμου, ὅπως δυνηθῶσιν οἱ πληθυσμοὶ οὗτοι νὰ πορίζωνται τὰ πρὸς τὸ ζῆν ἀναγκαῖα, ὅταν ἔχωσι περιουσίαν, δι’ ἧς δύνανται νὰ ἀσφαλίσωσι τὸ δάνειον. Ὁ νόμος οὗτος εἶναι ὁ ͵ΒΥΞΑʹ τῆς 8 Ἰανουαρίου 1897, ὅστις ἐψηφίσθη εἰσηγουμένου τοῦ καὶ νῦν κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, δι’ οὗ νόμου ὡρίσθη, ὅτι ἐπιτρέπεται νὰ χορηγῶνται δάνεια καλλιεργείας ἐπὶ ὡρισμένοις τύποις, τοὺς ὁποίους ὁρίζει ὁ νόμος, ἐγγραφομένων τῶν δανείων τούτων ἐν δημοσίοις βιβλίοις, τὰ ὁποῖα ἔδει ν’ ἀποσταλῶσιν ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης εἰς τὰ διάφορα Εἰρηνοδικεῖα, καὶ ἐν οἷς θὰ ἀναγράφωνται τὰ διὰ συμβολαίων συνομολογούμενα δάνεια καλλιεργείας, ὅπως ἀπολαύσωσι προνομίου ὥρισε δὲ, ὅτι τὸ προνόμιον θὰ ἐκτείνηται ἐπὶ τῶν κατὰ τὸ ἑπόμενον ἔτος τοῦ ἔτους, καθ’ ὃ ἐχορηγήθη τὸ δάνειον, παραχθέντων καρπῶν. Τὰ τῆς ἐκτελέσεως τοῦ νόμου ἐκείνου ὡρίσθη ὅτι θὰ κανονισθῶσι διὰ Β. Διατάγματος· τοιοῦτον δ’ ἐξεδόθη τὴν 20 Μαρτίου 1898. Ἐν τῷ Διατάγματι ὅμως τούτῳ περιελήφθησάν τινα, ἕνεκα τῶν ὁποίων ὁ νόμος οὗτος δὲν ἐτέθη εἰς ἐφαρμογὴν, δὲν ἀπεστάλησαν δὲ καὶ βιβλία εἰς ὅλα τὰ Εἰρηνοδικεῖα, ἑπομένως δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ γείνῃ ἐγγραφὴ τῶν δανείων. Διὰ τοῦ Διατάγματος τούτου καθίσταται δυσχερὴς ἡ ἐφαρμογὴ τῶν διατάξεων τοῦ νόμου, διότι τοῦτο ἀπῄτησεν ἰδιαιτέραν μερίδα δι’ ἕκαστον κτῆμα τοῦ ὀφειλέτου, καίτοι τὰ διάφορα κτήματα αὐτοῦ εὑρίσκονται ἐντὸς τῆς περιφερείας τοῦ αὐτοῦ χωρίου. Δὲν γνωρίζω, ἂν εἰς τὴν Πελοπόννησον ἢ τὴν Στερεὰν ὑπάρχουσι γεωργοὶ, οἱ ὁποῖοι καλλιεργοῦσι πολλὰ συγχρόνως κτήματα. Ἀλλ’ ἐν Θεσσαλίᾳ οἱ γεωργοὶ καλλιεργοῦσι 15, 20 καὶ 30 κτήματα· καὶ ἂν δὲ ὁρισθῇ ἰδιαιτέρα μερὶς εἰς τὰ βιβλία δι’ ἕκαστον τῶν κτημάτων, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γείνῃ ἐγγραφὴ, καὶ ἑπομένως χορηγία τῶν δανείων, διότι ἀπαιτεῖται μιᾶς ἡμέρας ἐργασία, ἵνα ἐγγραφῶσιν ὅλα τὰ κτήματα. Ἐπίσης δὲν ὁρίζει τὸ Διάταγμα, ἂν πρέπει νὰ συντάσσωνται περιλήψεις, οἷαι ἀπαιτοῦνται διὰ τὰς ὑποθήκας. Εἰς τοῦτο δ’ εἶναι ἀναγκαῖον νὰ ἐπιστήσῃ τὴν προσοχήν του ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἵνα προκαλέσῃ συμπληρωματικὸν Διάταγμα, ὅπερ νὰ κανονίσῃ τὰ τῆς ἐγγραφῆς, νὰ ὁρίσῃ ὅτι δὲν ἀπαιτεῖται περίληψις, ἀλλὰ δύναται νὰ γείνῃ ἐγγραφὴ ἐπὶ τῇ προσαγωγῇ τῶν ἀντιγράφων τοῦ συμβολαίου, συνάμα δὲ, ὅτι δὲν ἀπαιτεῖται ἰδιαιτέρα μερὶς δι’ ἕκαστον κτῆμα κείμενον ἐντὸς τῆς περιφερείας τοῦ αὐτοῦ χωρίου, πρὸ παντὸς δὲ πρέπει ν’ ἀποσταλῶσι βιβλία εἰς τὰ διάφορα Εἰρηνοδικεῖα, ἵνα δύνηται νὰ γίγνηται ἐγγραφή. Ἐὰν τὸ Διάταγμα τοῦτο συμπληρωθῇ, νομίζω ὅτι πολὺ εὐκόλως θὰ δυνηθῶσιν οἱ πενόμενοι πληθυσμοὶ νὰ εὕρωσι χρήματα, διότι ἡ ἐσοδεία εἶναι ἐπὶ θύραις, προφανὴς δ’ ἡ ἀσφάλεια, ἣν δύνανται νὰ δώσωσιν, ἐνεχυριάζοντες τοὺς καρποὺς, καὶ παρέχοντες οὕτως ἀσφάλειαν διὰ τὴν χορηγίαν τῶν δανείων, εἴτε ὑπὸ τῆς Τραπέζης χορηγηθῶσι τοιαῦτα εἴτε ὑπὸ ἰδιωτῶν. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ἂν ἦναι δυνατὸν, νὰ μελετήσῃ τὸ ζήτημα καὶ προκαλέσῃ Διάταγμα συμπληρωματικὸν, κανονίζον τὸ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ εἰρημένου νόμου.
§34Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἐὰν τὰς παρατηρήσεις ταύτας ἠθέλομεν ἀκούσει κατὰ τὰς ἀρχὰς τῆς Συνόδου ταύτης, ἠθέλομεν εὑρεῖ τὴν εὐκαιρίαν νὰ πράξωμεν ὅ,τι ἐπιβάλλεται. Τώρα ὅμως ὑπολείπονται ἀκόμη μία ἢ δύο ἡμέραι, καὶ δὲν δυνάμεθα ν’ ἀσχοληθῶμεν, ἵνα συμπληρώσωμεν τὰς ἐλλείψεις τοῦ νόμου αὐτοῦ.
§35Κ. ΒΕΛΛΙΝΗΣ. Πρόκειται περὶ Διατάγματος, καὶ ὄχι περὶ νομοθετικῆς ἐργασίας.
§36Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Πρέπει ὅμως νὰ ἐξετάσωμεν, ἂν τὸ Διάταγμα εἶναι νομοθετικὸν ἢ ἐκτελεστικόν, ἵνα γνωρίσωμεν, τί ἀπαιτεῖται.
§37ΧΑΡ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, διὰ τοῦ νόμου, περὶ οὗ ὡμίλησεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, κυροῦται μὲν σύμβασις τοῦ Δημοσίου μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος, ἀλλ’ ἐν αὐτῇ περιέχονται καὶ διατάξεις, αἵτινες δὲν περιλαμβάνονται ἐν τῇ συμβάσει· περιέχονται διατάξεις τροποποιοῦσαι διατάξεις τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας, καὶ πληροῦσαι ἀνάγκας τῶν γεωργικῶν πληθυσμῶν, ἀλλὰ μὴ ἀποτελοῦσαι προνόμιον διὰ τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν. Ἔπρεπε νὰ κανονισθῇ τὸ ζήτημα τοῦ προνομίου τῶν δανείων ἐπὶ τῶν καρπῶν, τὸ ὁποῖον μέχρι τοῦ 1897 ἦτο μὲν ἀναγεγραμμένον εἰς τὰς διατάξεις τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας, ἀλλὰ δὲν ἠδύνατο νὰ τεθῇ εἰς ἐφαρμογήν, δι’ ἔλλειψιν βιβλίων ἐγγραφῶν. Διὰ τοῦτο ἀνεγράφη ἡ διάταξις ἐκείνη, καὶ ὡρίσθη νὰ ὑπάρχωσι βιβλία ὅμοια πρὸς τὰ βιβλία τῶν ὑποθηκῶν, εἰς τὰ ὁποῖα νὰ ἐγγράφωνται τὰ δάνεια, καὶ νὰ ὑφίσταται τὸ προνόμιον τοῦτο, τὸ ἀνάλογον πρὸς τὸ προνόμιον τῶν ὑποθηκῶν. Ἀλλ’ ὁ νόμος ἐκεῖνος δὲν ἐφηρμόσθη, διότι ἡ Τράπεζα φαίνεται ὅτι δὲν ἐπεζήτησε τὴν ἐφαρμογὴν αὐτοῦ· διότι ἡ Τράπεζα ὑπεχρεοῦτο μὲν διὰ τῆς συμβάσεως νὰ παρέχῃ δάνεια καλλιεργείας, ἀλλ’ ἐφ’ ὅσον δὲν ὑπῆρχεν ὁ νόμος ὁ ἐξασφαλίζων τὸ προνόμιον τῶν τοιούτων δανείων, δὲν εἶχε λόγον νὰ ζητήσῃ καὶ ἐπιδιώξῃ τὴν ἐφαρμογὴν αὐτοῦ. Ἀλλ’ ὁ νόμος, ὡς εἶπον, δὲν ἐψηφίσθη μόνον ὡς ἀντάλλαγμα πρὸς τὴν Τράπεζαν διὰ τοὺς λόγους τῆς συμβάσεως, ἀλλ’ ἐψηφίσθη ἵνα πληρώσῃ κοινωνικὴν ἀνάγκην· διατὶ δὲ δὲν ἐφηρμόσθη, εἶναι περίεργον, καίτοι παρῆλθον 6 ἔτη ἔκτοτε. Ἐγὼ εἶχον μίαν ὑπόνοιαν· παρετήρησα τότε, ὅτι ὁ νόμος ἐκεῖνος, ὁ κυρῶν τὴν σύμβασιν μετὰ τῆς Τραπέζης, ἀλλὰ καὶ περιέχων διατάξεις τροποποιούσας τὴν Πολιτικὴν Δικονομίαν, δὲν ἦτο συνυπογεγραμμένος καὶ ὑπὸ τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης. Δὲν ἠξεύρω, τῇ προτάσει τίνος Ὑπουργοῦ ἐξεδόθη τὸ Βασιλικὸν Διάταγμα, τὸ ὁποῖον ἀνέφερεν ὁ κ. Βουλευτὴς Καρδίτσης, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι, ἂν ἦναι ἀνάγκη ἄλλου Διατάγματος, ἵνα τεθῇ εἰς ἐνέργειαν ὁ νόμος, εὔκολον νὰ ἐκδοθῇ τοιοῦτον· ἂν δὲ τὸ ἐκδοθὲν εἶναι ἰσχυρόν, τότε μόνον δι’ ὑπουργικῆς διαταγῆς πρὸς τοὺς ἁρμοδίους ὑποθηκοφύλακας καὶ ἀποστολῆς τῶν σχετικῶν βιβλίων δύνανται ν’ ἀρχίσουν αἱ ἐγγραφαὶ τῶν δανείων καλλιεργείας, διότι ἄνευ συστηματοποιήσεως τῆς τοιαύτης ὑπηρεσίας καὶ ἐξασφαλίσεως τοῦ προνομίου τῶν δανείων καλλιεργείας οὔτε ἡ Τράπεζα οὔτε καὶ ἰδιῶται δύνανται νὰ δώσωσι δάνεια καλλιεργείας· διότι ἡ ἔλλειψις αὕτη ὄχι μόνον, ὡς εἶπον, τὴν Τράπεζαν ἐμποδίζει εἰς τὰ δάνεια ταῦτα, ἀλλὰ καὶ τοὺς ἰδιώτας δανειστὰς ἐμποδίζει νὰ δώσωσι δάνεια καλλιεργείας.
§38ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Πρωτοπαπαδάκης ἔχει τὸν λόγον.
§39Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Πρό τινων ἡμερῶν, Κύριοι, ἀπησχόλησα τὴν Βουλὴν μὲ θέμα σχετικὸν πρὸς τὰ λιμενικὰ ἔργα, καὶ κατέδειξα τὴν ἀτέλειαν τοῦ νόμου τῆς 6 Ἰουλίου 1895, διὰ τοῦ ὁποίου ἐπιβάλλεται εἰς τὰς λιμενικὰς ἐπιτροπὰς, ἡ ἐπίβλεψις τῶν λιμενικῶν ἔργων νὰ ἀνατίθηται εἰς ὑπαλλήλους τῶν δημοσίων ἔργων. Ἀλλ’ ὁ νόμος αὐτὸς δὲν προνοεῖ καὶ περὶ τῶν εὐθυνῶν, τὰς ὁποίας πρέπει νὰ ἔχωσιν οἱ ὑπάλληλοι οὗτοι, ὁσάκις συμβαίνῃ νὰ γίνωνται καταχρήσεις ἢ λάθη κλπ. Διὰ τοῦτο ὑποβάλλω πρότασιν νόμου, καθ’ ἣν, «ἐν ᾗ περιπτώσει ἐξ ἀμελείας ἢ ἀγνοίας περὶ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν καθηκόντων, ἢ χαλαρότητος διευθύνσεως κλπ. ἤθελεν ὑποστῇ τὸ λιμενικὸν ταμεῖον ζημίαν, εὐθύνεται τὸ Κράτος»· διότι τοῦτο οὐδεμίαν ὑπέχει σήμερον εὐθύνην διὰ τὰς ἐκ τῶν εἰρημένων περιπτώσεων ζημίας. Ἑτέραν πρότασιν νόμου λαμβάνω ἀφορμὴν νὰ ὑποβάλω ἐκ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλὴν, ζητῶν συμπληρωματικὰς πιστώσεις διὰ τὴν ἐκτέλεσιν διαφόρων δημοσίων ἔργων. Μεταξὺ τῶν συμπληρωματικῶν τούτων πιστώσεων ὑπάρχει καὶ πίστωσις ἐξ 125,000 δραχμῶν διὰ τὴν περάτωσιν τοῦ Ἐθνικοῦ Τυπογραφείου. Ἐνθυμοῦμαι, Κύριοι, ὅτι, ὅτε τὸ πρῶτον ἐξετέθη εἰς δημοπρασίαν τὸ κτίριον τοῦτο, εἶχεν ὑπολογισθῆ ἡ ὅλη δαπάνη εἰς 150,000 δραχμάς, καὶ ὅτι παρουσιάσθη ἐργολάβος, ἀναλαβὼν τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ ἔργου μὲ ἔκπτωσιν 19%· ὤφειλε συνεπῶς τὸ ἔργον νὰ ἐκτελεσθῇ μὲ 121,500 δραχμάς. Ἔκτοτε κατηρτίσθη συμπληρωματικὸς προϋπολογισμὸς 16,200 δραχμῶν τὸ πρῶτον, ἐζητήθη δὲ καὶ δεύτερος τοιοῦτος ἐκ 32,300 δραχμῶν, καὶ σήμερον ὁ κ. Ὑπουργὸς μᾶς ζητεῖ τρίτην συμπληρωματικὴν πίστωσιν ἐκ δρ. 125,000, οὕτως ὥστε δι’ ἔργον, τὸ ὁποῖον ἀρχικῶς προϋπελογίσθη εἰς δραχ. 125,000, θὰ δαπανηθῶσι σήμερον 295,000! Τὸ ζήτημα τοῦτο, τῆς ὑπερβάσεως τῶν προϋπολογισμῶν τῆς κατασκευῆς δημοσίων ἔργων, νομίζω, Κύριοι, ὅτι ἔχει μεγίστην σπουδαιότητα καὶ διὰ τὸ Κράτος, ἀλλὰ καὶ διὰ τοὺς ἰδιώτας· τοῦτο δὲ τὸ ἄτοπον διαδοχικῶς ἀνεγνώρισαν καὶ οἱ ἑκάστοτε ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργοί, καὶ θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς ἀπασχολήσω ἐπ’ ὀλίγα λεπτά, διότι νομίζω, ὅτι καὶ ὑπὸ ἔποψιν οἰκονομικήν, ἀλλὰ καὶ ἠθικὴν — ἐπιτρέψατέ μοι τὴν λέξιν — ἔχει τὴν σπουδαιότητά του τὸ θέμα...
§40Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Μοὶ ἐπιτρέπετε;
§41Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Μάλιστα.
§42Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Πρόκειται νὰ σᾶς ὑποβάλω μίαν παράκλησιν. Πάνθ’ ὅσα εἴπετε, εἶναι βεβαίως σπουδαιότατα, καὶ χρήζουσι τῆς προσοχῆς ὁλοκλήρου τῆς Βουλῆς· ἀλλ’ ἐπειδὴ εὑρισκόμεθα εἰς τὰς παραμονὰς τῶν διακοπῶν, καὶ ἐπειδὴ ὑπάρχουσιν ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει σπουδαιότατα νομοσχέδια, ὧν ἡ πρόταξις ἐπιβάλλεται, ἤθελον παρακαλέσει ὑμᾶς, ὡς συνάδελφος, — καὶ νομίζω ὅτι ἐκπληρῶ εὐχὴν ὁλοκλήρου τῆς Βουλῆς, — νὰ ἀναβάλητε τὴν συζήτησιν ταύτην διὰ τὸ διάστημα τὸ μετὰ τὰς ἑορτὰς τοῦ Πάσχα.
§43Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Ἐγὼ ὁ ἴδιος εἶπον, ὅτι, ἂν δὲν πρόκηται καὶ ἄλλοι νὰ λάβωσι τὸν λόγον πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως, δὲν ἐπιμένω νὰ ὁμιλήσω. Ἐὰν ὁ κ. Πρόεδρος νομίζῃ, ὅτι τοῦτο ἐπιβάλλουσιν αἱ ἐργασίαι τῆς Βουλῆς, εἶμαι πρόθυμος νὰ τὸ πράξω.
§44Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Μοὶ δίδετε τὴν ἄδειαν νὰ κάμω μίαν παρατήρησιν;
§45Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Παρακαλῶ.
§46Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Εὑρισκόμεθα πρὸ δύο ἀντιθέτων διαθέσεων. Ἡ μία εἶναι ἡ τῆς ἀνυπομονησίας τῶν κυρίων Βουλευτῶν, ὅπως ἐπανέλθωσιν εἰς τὰς ἑστίας των, ἵνα ἑορτάσωσι τὰς ἑορτὰς τοῦ Πάσχα· ἡ ἄλλη διάθεσις εἶναι, ὅπως κατὰ τὸ διάστημα τῶν ὑπολειπομένων πρὸς ἐργασίαν δύο ἡμερῶν δυνηθῶμεν νὰ ψηφίσωμεν νομοσχέδιά τινα, ὧν ἡ ἐπιψήφισις εἶναι ἀναγκαία ὑπὲρ τῶν συμφερόντων τοῦ Κράτους. Διὰ τοῦτο σᾶς παρακαλοῦμεν καὶ ἡμεῖς, ἂν ἦναι δυνατόν, νὰ ἀναβάλητε τὴν ἀγόρευσίν σας διὰ τὸ χρονικὸν διάστημα τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς τὸ μετὰ τὰς διακοπάς.
§47Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ μόνον ὁ κ. Πρωθυπουργός, ἐπειδὴ νομίζω ὅτι τὸ ζήτημα ἔχει μεγίστην σπουδαιότητα, νὰ ὑποβάλω τὴν πρότασιν νόμου, ἄνευ οὐδεμιᾶς εἰσηγήσεως, καὶ ἐλπίζω ὅτι, ἂν ἀναγνωρίσῃ τὴν σπουδαιότητα τοῦ θέματος, ὅταν ἐπαναληφθῶσιν αἱ ἐργασίαι τῆς Βουλῆς θέλει ὑποστηρίξει τὴν πρότασιν ταύτην, διότι, ἐπαναλαμβάνω, νομίζω ὅτι εἶναι πολὺ στενῶς συνδεδεμένον τὸ θέμα μὲ τὸ ζήτημα τῆς οἰκονομικῆς διαχειρίσεως τοῦ δημοσίου χρήματος.
§48ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αἱ ὑπὸ τοῦ κ. Πρωτοπαπαδάκη ὑποβληθεῖσαι δύο προτάσεις νόμων θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ, μεθ’ ὃ θέλουσιν ἀναγραφῆ ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 347–348). Ὁ βουλευτὴς Τριφυλίας κ. Κεφαλᾶς ὑποβάλλει πρότασιν νόμου «περὶ ἐτησίας ἐπιχορηγήσεως δραχ. 15,000 ὑπὸ τοῦ λιμενικοῦ ταμείου Φιλιατρῶν πρὸς συντήρησιν ἐν Φιλιατροῖς Γυμνασίου ἢ Πρακτικῆς Σχολῆς». Καὶ ἡ πρότασις νόμου αὕτη θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ, μεθ’ ὃ θέλει ἀναγραφῆ ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 349). Ὁ κύριος Καλαντζόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§49ΙΩ. Κ. ΚΑΛΑΝΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Δι’ ὀλίγων λέξεων θὰ ὑποβάλω, κύριε Πρόεδρε, πρότασιν νόμου ἀφορῶσαν ζωτικὰ συμφέροντα τῆς ἐπαρχίας μου. Τὸ δημόσιον ταμεῖον ὀφείλει εἰς τὸν δῆμον Ναυπακτίδος ἔναντι τῶν ποσοστῶν τῶν κεφαλαίων τῆς δημοτικῆς ὁδοποιΐας ποσὸν δρ. 15,780.48. Ἐκ τοῦ ποσοῦ τούτου 9,000 χρησιμοποιοῦνται κατ’ αὐτάς, τῇ ῥητῇ διαταγῇ τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, διὰ τὴν κατασκευὴν δημοτικῶν ὁδῶν. Ἀλλ’ ἡ πόλις τῆς Ναυπάκτου ἔχει ἀνάγκην συμπληρώσεως τοῦ ὑδραγωγείου αὐτῆς. Διὰ τοῦτο λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω πρότασιν νόμου, δι’ ἧς πραγματοποιεῖται ἡ ἀνάγκη αὕτη τῆς πόλεως, συμφώνως πρὸς τὴν εὐχὴν τὴν ὑποβληθεῖσαν ὑπὸ τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου Ναυπακτίδος δι’ εἰδικοῦ ὑπομνήματος πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν.
§50ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ Ναυπακτίας ὑποβληθεῖσα πρότασις νόμου «περὶ διαθέσεως ἐκ τῶν κεφαλαίων τῆς δημοτικῆς ὁδοποιΐας τοῦ δήμου Ναυπακτίδος δραχμῶν 6,780.48 πρὸς συμπλήρωσιν τοῦ ὑδραγωγείου τῆς πόλεως Ναυπάκτου» θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ, μεθ’ ὃ θέλει ἀναγραφῆ ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 350). Ὁ κύριος Κουντουριώτης ἔχει τὸν λόγον.
§51ΙΩ. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπιθυμῶ καὶ ἐγὼ ν’ ἀκολουθήσω τὴν γνώμην τῆς Βουλῆς, καὶ νὰ παραιτηθῶ τῆς συζητήσεως θέματος, διὰ τὸ ὁποῖον εἶμαι ἐγγεγραμμένος. Μίαν παράκλησιν ὅμως ἔχω νὰ ἀπευθύνω πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν, νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ δώσῃ πληροφορίαν, ἂν δὲν ἦναι ἴσως εὔκολον σήμερον, τοὐλάχιστον πρὸ τῆς τρίτης συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου «περὶ κυρώσεως τῆς μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Τουρκίας συνθήκης περὶ ἐμπορίας καὶ ναυτιλίας», τί ἐπλήρωνεν ἡ Ἑλλὰς διὰ τὰ προϊόντα τὰ ἀναφερόμενα εἰς τὸν πίνακα Βʹ, τὸν προσηρτημένον εἰς τὴν σύμβασιν, καὶ τί θὰ πληρώνῃ ἀπὸ τοῦδε καὶ εἰς τὸ ἑξῆς.
§52ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ. (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Ἐν πρώτοις μίαν παρατήρησιν. Δὲν πρόκειται αὐτὰ τὰ τέλη νὰ πληρωθῶσι σήμερον· ἐὰν ἀναγνώσητε τὸ κείμενον τῆς συμβάσεως, θὰ ἴδητε ὅτι ἡ ἐφαρμογὴ θὰ γείνῃ μόνον, ὅταν ὅλα τὰ ἄλλα Κράτη ἤθελον παραδεχθῆ νὰ ἐφαρμοσθῇ αὔξησις τοῦ δασμολογίου.
§53Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Ἐρωτῶ, τί πληρώνομεν σήμερον;
§54ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ. Δὲν δύναμαι προχείρως νὰ ἀπαντήσω.
§55ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Λεβίδης ἔχει τὸν λόγον.
§56Ν. Δ. ΛΕΒΙΔΗΣ. Συντομωτάτην τινὰ σύστασιν ποιοῦμαι πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, τὴν ἑξῆς. Ὁ δήμαρχος Λαυρεωτικῆς διεβίβασε πρὸς τὴν Νομαρχίαν Ἀττικῆς αἴτησιν καὶ παράκλησιν τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου τοῦ δήμου Λαυρεωτικῆς περὶ ἱδρύσεως ἐν Ἐργαστηρίοις τοῦ Λαυρίου «Σχολῆς μεταλλουργῶν καὶ μεταλλευτῶν». Νομίζω, ὅτι ἡ σύστασις αὕτη, ἣν ἀπευθύνω πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, εἶναι δικαία, καὶ συντελεῖ ὑπὲρ τῆς βελτιώσεως τῆς βιομηχανίας ἐν Ἑλλάδι, τῆς μεταλλουργικῆς καὶ μεταλλευτικῆς· ὑποθέτω δὲ, ὅτι κατὰ τὸ διάστημα τῶν διακοπῶν θέλουσιν ἔχει τὸν ἁρμόδιον καιρὸν ὅ τε κύριος Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον νὰ μελετήσωσι τὴν δικαίαν ταύτην αἴτησιν τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου τοῦ δήμου Λαυρεωτικῆς. Ἡ δαπάνη πρὸς σύστασιν τῆς Σχολῆς ταύτης ἔσεται μετριωτάτη, διότι ἡ ἀναφορὰ καὶ τὸ ψήφισμα τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου Λαυρεωτικῆς ἀναφέρουσιν, ὅτι ὁ δῆμος Λαυρεωτικῆς προσφέρεται νὰ καταβάλῃ ὅλα τὰ ἀναγκαῖα ἐργαλεῖα, τὰς βιβλιοθήκας καὶ λοιπὰ εἴδη, ἅτινα θέλουσι χρησιμεύσει πρὸς λειτουργίαν τῆς Σχολῆς ταύτης, ἐκτὸς δὲ τούτου, ὁ δῆμος ὑπόσχεται νὰ μεριμνήσῃ καὶ περὶ τῆς ἀνεγέρσεως τοῦ Σχολείου καὶ περὶ τῶν σημαντικωτέρων δαπανῶν πρὸς πλήρη λειτουργίαν τῆς Σχολῆς ταύτης. Οἱ μαθηταὶ, οἱ ἀπόφοιτοι τῆς Σχολῆς ταύτης, θέλουσι χρησιμεύει κυρίως ὡς ἐργοδηγοὶ καὶ ἐπιστάται τῶν ἔργων τῶν μεταλλουργικῶν καὶ μεταλλευτικῶν· εἶναι δὲ τῷ ὄντι ἄδικον, τὸ Κράτος καὶ ἡ κοινωνία, ἡ κοινωνία πρὸ πάντων, νὰ δαπανᾷ χρήματα, ἅτινα λαμβάνουσιν ἀλλοδαποὶ, εἰδήμονες εἰς τὰς ἐργασίας ταύτας, ἐνῷ διὰ φοιτήσεώς τινος, διετοῦς ἢ τριετοῦς, εἰς τὴν πρακτικὴν ταύτην Σχολὴν, ἥτις ζητεῖται νὰ ἱδρυθῇ ἐν Λαυρίῳ, θέλομεν ἔχει ἐγχωρίους ἐπιστάτας καὶ ἐργοδηγοὺς εἰς τὰς μεταλλευτικὰς καὶ μεταλλουργικὰς ἐργασίας. Ὅταν λοιπὸν ὁ δῆμος Λαυρεωτικῆς εὑρίσκηται εἰς τὴν εὐχάριστον οἰκονομικὴν κατάστασιν νὰ δύνηται νὰ δαπανήσῃ πρὸς ἀνέγερσιν τοῦ κτιρίου, πρὸς καταρτισμὸν ὅλων τῶν ἀναγκαίων ἐργαλείων, πρὸς ἵδρυσιν παραρτήματος καὶ χημείου, βιβλιοθηκῶν καὶ οἱουδήποτε ἄλλου, ὡς αὐτολεξεὶ ἀναφέρει τὸ ψήφισμα τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου τοῦ δήμου Λαυρεωτικῆς, νομίζω ὅτι ἡ δαπάνη τοῦ Δημοσίου θέλει εἶσθαι πολὺ μικρά. Καὶ συνιστῶ τῷ κυρίῳ Ὑπουργῷ τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅπως σπεύσῃ, μελετῶν τὴν πρότασιν ταύτην τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου τοῦ δήμου Λαυρεωτικῆς, νὰ λάβῃ τὰ προσήκοντα πρὸς ἐκτέλεσιν τοῦ ἔργου τούτου μέτρα.
§57Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ ὑπόθεσις εἶναι σπουδαία, εὐχαρίστως δὲ εἶδον σήμερον, ὅτι αὕτη γίνεται γνωστή. Καὶ ὁ βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς κ. Λεβίδης ἔχει τὴν αὐτὴν γνώμην, ἣν ἔχουσι πάντες οἱ ἐκ τῆς ἐπαρχίας Ἀττικῆς Βουλευταὶ, διότι πάντες, ἄνευ ἐξαιρέσεως, μοὶ συνέστησαν τὰ τῆς ὑποθέσεως ταύτης. Χθὲς ὁ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν ἀξιότιμος συνάδελφος ἐδέχθη ἐπιτροπὴν, ἀποτελουμένην ἀπὸ τὸν δήμαρχον Λαυρεωτικῆς, τὸν Πρόεδρον τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου καὶ ἄλλους, οἱ ὁποῖοι ἐπέδωκαν ὑπόμνημα καὶ παρέστησαν τὴν χρησιμότητα τῆς ἱδρύσεως τῆς Σχολῆς ταύτης. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐβεβαίωσε τὴν ἐπιτροπὴν, ὅτι θέλει μελετήσει τὸ ζήτημα, καὶ κατὰ τὴν ἐπανάληψιν τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς θέλει μεριμνήσει περὶ αὐτοῦ.
§58ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δεληγεώργης ἔχει τὸν λόγον.
§59Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἤθελον νὰ ἐρωτήσω τοῦτο μόνον τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν, ἂν εἶναι ἀληθὴς ἡ εἴδησις ὅτι ὁ Ἡγεμὼν τῆς ὁμόρου Ἐπικρατείας παρεχώρησε τὴν ἄδειαν τῆς ἑνώσεως τῶν ἑλληνικῶν σιδηροδρόμων μετὰ τῶν τουρκικῶν ἐν Βλαχολιβαδίῳ, ὡς ἐγράφη ἐν ταῖς ἐφημερίσιν.
§60ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Οὐδεμίαν εἴδησιν ἔχομεν περὶ τούτου.
§61Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐγράφη ὅτι εἰς συνδικάτον Γερμανικὸν παρεχωρήθη ἡ ἄδεια αὕτη.
§62Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐκ τούτου λαμβάνω ἀφορμὴν νὰ συστήσω, ὅπως μὴ δίδηται πίστις εἰς τοιούτου εἴδους εἰδήσεις.
§63Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐξ αὐτῶν ὅμως πολλαὶ κατόπιν ἐξακριβοῦνται ὡς ἀληθεῖς. (Ἐνταῦθα καταλαμβάνει τὴν ἕδραν τοῦ Προέδρου ὁ Πρόεδρος κ. Δ. Ράλλης).
§64ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει ἄλλος τις τὸν λόγον πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως;
§65ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι.
§66ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Πρῶτον ἀντικείμενον εἶναι ἡ δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ κυρώσεως τῆς μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Τουρκίας συνθήκης περὶ ἐμπορίας καὶ ναυτιλίας».
§67ΔΙΟΝ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Ὁ ἐκ Κραναίας ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐζήτησε χθὲς τὴν κατάθεσιν ἐγγράφων τινῶν, σχετικῶν πρὸς τὰς διαπραγματεύσεις τῆς συνθήκης ταύτης, ἐφ’ ὅσον ἡ κατάθεσις τῶν ἐγγράφων τούτων δὲν βλάπτει τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους. Δὲν γνωρίζω, ἂν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν προτίθεται νὰ πραγματοποιήσῃ τὴν κατάθεσιν ταύτην· διότι, ἂν μὲν καταθέσῃ τὰ ἔγγραφα, ἐπιφυλάσσομαι νὰ ὁμιλήσω μετὰ τὴν κατάθεσιν αὐτῶν, ἂν δὲ ὁ κ. Ὑπουργὸς νομίζῃ ὅτι κωλύεται, θὰ λάβω ἀμέσως τώρα τὸν λόγον.
§68ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Ἐννοεῖτε, ὡς ἐκ τῆς φύσεως αὐτῆς τοῦ πράγματος, ἂν ἦτο δυνατὸν ἀπὸ τῆς σήμερον πρωΐας, δηλαδὴ ἀπὸ τῆς 1ης μετὰ τὸ μεσονύκτιον ὥρας μέχρις αὐτῆς τῆς στιγμῆς νὰ προσκομίσω ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα ἀφορῶσιν εἰς διαπραγματεύσεις ἐπὶ 2½ ἢ 3 σχεδὸν ἔτη διαρκεσάσας. Βεβαίως θὰ ἦτο εὐκολώτατον νὰ λάβω ὅλον τὸν φάκελον, καὶ ἀπὸ τοῦ Α ἕως τοῦ Ω νὰ καταθέσω ὅλα τὰ ἔγγραφα εἰς τὴν Βουλήν· ἀλλ’ ὑποθέτω, ὅτι εἰς τοιαύτην περίπτωσιν ὁ πρῶτος, ὁ ὁποῖος ἤθελε μὲ κατακρίνει ὡς ἀνάξιον νὰ ἦμαι ὄχι Ὑπουργός, ἀλλ’ οὔτε θυρωρὸς τοῦ Ὑπουργείου, θὰ ἦτο ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, ἐὰν κατέθετον ὅλα τὰ ἔγγραφα.
§69ΔΙΟΝ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Εἶδον εἰς τὰς ἐφημερίδας, ὅτι ἐδηλώσατε ὅτι θέλετε καταθέσει τὰ ἔγγραφα.
§70ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ. Ἐὰν ἠθέλετε ἐρωτήσει τὸν ἀξιότιμον ἐκ Κραναίας Βουλευτήν, ὁ ὁποῖος μὲ ἐπηρώτησε, θὰ ἐμανθάνετε, τί εἶπον. Εἶπον ὅτι προθύμως θέλω καταθέσει τὰ ἔγγραφα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα νομίζω ὅτι ἄνευ βλάβης τῆς ὑπηρεσίας δύναμαι νὰ καταθέσω. Ἐὰν λοιπὸν νομίζητε, ὅτι ἦτο δυνατὸν ἀπὸ τῆς σήμερον πρωΐας μέχρις αὐτῆς τῆς στιγμῆς νὰ καταθέσω τὰ ἔγγραφα, ἐπαφίεμαι εἰς τὴν κρίσιν σας νὰ ἀπαντήσητε ἀντ’ ἐμοῦ. Βεβαίως θὰ καταθέσω ἐκεῖνα τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα νομίζω ὅτι δὲν βλάπτουν· νομίζω ὅμως, ὅτι εἶναι δυσχερέστατον, ἐντὸς ὀλίγων ὡρῶν νὰ ἐξελέγξω καὶ χωρίσω ἐκ τῶν ἐγγράφων, τῶν ἀναφερομένων εἰς διαπραγματεύσεις τριῶν ἐτῶν, ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα δύνανται ἀβλαβῶς νὰ κατατεθῶσι.
§71ΔΙΟΝ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Ἐγὼ δὲν ἐπιμένω διὰ τὴν κατάθεσιν τῶν ἐγγράφων. Μόνον διότι ἐγένετο ἡ ἐπερώτησις ἐποιησάμην λόγον, διὰ νὰ γνωρίζω, ἂν θὰ κατατεθῶσιν ἢ ὄχι τὰ ἔγγραφα.
§72Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὴν ἀπάντησιν τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν βεβαιοῦσι τὰ πρακτικά, ἐν τοῖς ὁποίοις ἀναγράφεται ἐπὶ λέξει, ὅτι: «θέλει προσαγάγει τὰ ἔγγραφα, ἐκτὸς ἐκείνων, ὧν ἡ κατάθεσις ἀντίκειται εἰς τὸ συμφέρον τοῦ Κράτους.»
§73Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Βεβαίως ἡ παρατήρησις τοῦ ἀξιοτίμου Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν εἶναι λογική, διότι δὲν δύναται νὰ ὑποθέσῃ τις, ὅτι εἰς διάστημα ὀλίγων ὡρῶν θὰ εἶχε καιρὸν νὰ λάβῃ γνῶσιν ὅλων τῶν ἐγγράφων καὶ ἴδῃ ποῖα εἶναι τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ κατατεθῶσι, καὶ ποῖα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα δὲν δύνανται νὰ κατατεθῶσι. Νομίζω ὅμως ὅτι, προκειμένης τῆς συζητήσεως τῆς συμβάσεως, ἐπιβάλλεται εἰς ἡμᾶς, ἀνεξαρτήτως τῆς καταθέσεως τῶν ἐγγράφων, νὰ συζητήσωμεν ὀλίγον ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου, διότι, ὡς γνωστόν, δὲν εἶναι ἡ πρώτη φορὰ σήμερον, καθ’ ἣν τοῦτο συζητεῖται ἐν ἐκτάσει ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Τὸ ζήτημα τοῦτο ἐσχετίσθη ἄλλοτε μὲ τὰς ἐνεργείας τῆς ὑπὸ τὴν προεδρίαν μου Κυβερνήσεως· ἐνθυμοῦμαι μάλιστα ἐποχήν, καθ’ ἣν κατεκρίθη λίαν πικρῶς ἡ ἐνέργεια τῆς Κυβερνήσεως, τῆς ὁποίας εἶχον τὴν τιμὴν νὰ προεδρεύω. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι, προκειμένης τῆς συζητήσεως τῆς συμβάσεως ταύτης, διὰ τὴν ὁποίαν συγχαίρω ἐξ ὅλης καρδίας τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν, ὁ ὁποῖος ἔλαβε τὴν τύχην νὰ ὑπογράψῃ τὴν σύμβασιν ταύτην, εἶναι καιρὸς νὰ ἀσχοληθῶμεν ὀλίγον ἐπὶ τῶν λεχθέντων ἄλλοτε περὶ τῆς ἐνεργείας τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης, ἵνα καταδειχθῇ σήμερον, καθ’ ἣν στιγμὴν πρόκειται νὰ ἐπιψηφισθῇ ἡ σύμβασις, ὅτι ἡ ὑπογραφὴ τῆς συμβάσεως ταύτης ὀφείλεται ἀποκλειστικῶς, δύναμαι νὰ εἴπω, εἰς τὴν πολιτικήν, τὴν ὁποίαν ἐτήρησεν ἡ Κυβέρνησις, τῆς ὁποίας εἶχον τὴν τιμὴν νὰ προεδρεύω. Εἰς τὴν πολιτικὴν ταύτην ἀπεδόθη ἡ μομφὴ, ὅτι, ἐνῷ δικαίωμα εἶχεν ἡ Ἑλλὰς, μετὰ τὴν παρέλευσιν τῆς ὡρισμένης προθεσμίας, νὰ καταφύγῃ εἰς τὴν διαιτησίαν, δὲν κατέφυγεν εἰς αὐτὴν, ἀλλ’ ἐξηκολούθησε τὰς διαπραγματεύσεις μετὰ τῆς Τουρκικῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τῆς προξενικῆς καὶ τῆς ἐμπορικῆς συμβάσεως. Παρήρχοντο μῆνες ἀπὸ τῆς ὑπογραφῆς τῆς περὶ εἰρήνης συμβάσεως, ἔτη μάλιστα, καὶ ἡ Ἀντιπολίτευσις κατέκρινε πικρῶς τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι δὲν ἔκαμνε χρῆσιν τοῦ δικαιώματος, τὸ ὁποῖον εἶχε δυνάμει τῆς συμβάσεως, ἵνα προστρέξῃ εἰς τὴν διαιτησίαν, τῆς Πύλης φερούσης δυσκολίας εἰς τὴν συνομολόγησιν τῶν συμβάσεων. Ἐγὼ πολλάκις τότε ἔλαβον τὸν λόγον, ἵνα ἀποκρούσω τὰς ἐπικρίσεις ταύτας. Εἶχον εἰπεῖ, Κύριοι, ὅτι κατὰ τὴν γνώμην τῆς Κυβερνήσεως ἡ διαιτησία δὲν ἦτο ὁ σκοπὸς, τὸν ὁποῖον ἔπρεπεν ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐπιδιώξῃ, ἀλλ’ ἦτο τὸ μέσον, εἰς τὸ ὁποῖον ἔδει ἡ Κυβέρνησις νὰ ἀποβλέπῃ, ὅπως ἐπιτύχῃ τὴν ἀναγνώρισιν τῶν δικαιωμάτων τοῦ Κράτους. Διὰ τοῦτο καλὸν ἤθελεν εἶναι νὰ προσαχθῶσι τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα ἐζήτησεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Κραναίας Βουλευτὴς, διότι ἐκ τῆς μελέτης τῶν ἐγγράφων ἐκείνων θέλει ἀποδειχθῆ, ὅτι ἠθέλομεν διαπράξει μέγα σφάλμα, ἂν ἠθέλομεν ἀκούσει τὰς προτροπὰς ἐκείνων, οἵτινες ἐνόμισαν, ὅτι καθῆκον εἴχομεν νὰ προστρέξωμεν εἰς τὴν διαιτησίαν. Τὰ ἔγγραφα ταῦτα θέλουσιν ἀποδείξει, ὅτι κατ’ ἐκείνην τὴν ἐποχὴν οὐδεμία διάθεσις ὑπῆρχεν ἐκ μέρους ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐπρόκειτο ν’ ἀποφασίσωσιν, ἵνα δεχθῶσι τὴν εἰς αὐτοὺς προσφυγὴν ἡμῶν. Ἡ γνώμη αὐτῶν τότε ἦτο, ὅτι ἔπρεπε δι’ ἀπ’ εὐθείας διαπραγματεύσεων νὰ προσπαθήσωμεν νὰ καταλήξωμεν εἰς συμπεράσματα, συνεβούλευον δ’ ἡμᾶς νὰ ἐπιμείνωμεν εἰς τὸ στάδιον τῶν ἀπ’ εὐθείας διαπραγματεύσεων, ὅπως διὰ τῆς ἐπιμονῆς ἡμῶν εἰς τὸ στάδιον τοῦτο ἀποδειχθῇ ἡ ἐκ μέρους τῆς Τουρκικῆς Κυβερνήσεως θέλησις νὰ ἀποφύγῃ τὴν λύσιν τῶν ἐκκρεμῶν ζητημάτων· μετὰ δὲ τὴν ἀπόδειξιν, ὅτι ὅλαι αἱ προσπάθειαι ἡμῶν ἤθελον ἀποβῆ μάταιαι, τότε, ἀλλὰ μόνον τότε, νὰ προστρέξωμεν εἰς τὴν διαιτησίαν. Τὰ ἔγγραφα ταῦτα θέλουσιν ἀποδείξει καὶ ἕτερον, ὅτι κατ’ ἐκείνην τὴν στιγμὴν τὸ ἔδαφος δὲν ἦτο ἐπαρκῶς παρεσκευασμένον, ὅπως προσφύγωμεν εἰς τὴν διαιτησίαν, διότι ὅλοι γνωρίζετε,—καὶ δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐπιμείνω εἰς τὴν ἀνάπτυξιν τοῦ ζητήματος τούτου, — ὅτι πρὶν ἢ προσφύγῃ τις εἰς διαιτησίαν πρέπει νὰ καταβάλῃ πᾶσαν προσπάθειαν, ἵνα ὅλαι αἱ δυσκολίαι, αἱ ὁποῖαι δύνανται νὰ παρεμβληθῶσιν εἰς τὴν αἰσίαν λύσιν τοῦ ζητήματος, ἀρθῶσιν. Εἰς τὸ ἔργον τοῦτο κατεβάλομεν ὅλας τὰς προσπαθείας ἡμῶν, ηὐτυχήσαμεν δὲ νὰ ἐκλέξωμεν τὴν κατάλληλον ἐποχὴν, ὅπως ὑποβάλωμεν τὸ ζήτημα εἰς τὴν διαιτησίαν, καὶ διὰ τῆς διαιτησίας ἐπιτύχωμεν οὐ μόνον τὴν αἰσίαν λύσιν τῆς προξενικῆς συμβάσεως καὶ τῶν ζητημάτων τῶν ἀναγομένων εἰς τὴν δικαιοδοσίαν τῶν ἡμετέρων προξένων, ἀλλὰ καὶ ἐν τῷ σκεπτικῷ τῆς διαιτητικῆς ἀποφάσεως ἀναγνωρισθῇ τὸ δικαίωμα ἡμῶν ἐπὶ τῇ διατηρήσει τῶν προνομίων, τὰ ὁποῖα διὰ τῆς συνθήκης τῆς Κάνλιντζα εἶχον ἀναγνωρισθῆ. Τοιαύτης δὲ οὔσης τῆς διαιτητικῆς ἀποφάσεως, ἡ λύσις τοῦ ζητήματος τῆς ἐμπορικῆς συμβάσεως δὲν προσέκρουε πλέον εἰς ἀνυπέρβλητα προσκόμματα. Ἡ διαιτητικὴ ἀπόφασις διηυκόλυνε τὰς διαπραγματεύσεις περὶ ἐμπορικῆς συνθήκης. Ἀλλ’ ἀνεξαρτήτως ὅλων τούτων, τὰ ὁποῖα ἤθελον ἀποδειχθῆ ἐκ τῶν ἐγγράφων, εἶναι ἀναγκαῖον νὰ ὑπομνήσω εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι, καθ’ ἣν ἐποχὴν ἀνελάβομεν τὴν διεύθυνσιν τῶν κοινῶν, αἱ μετὰ τῆς ὁμόρου Ἐπικρατείας σχέσεις ἡμῶν δὲν ἦσαν ἐκεῖναι, αἱ ὁποῖαι εὐτυχῶς εἶναι τὴν σήμερον, καὶ ὅτι ἔπρεπε νὰ καταβάλωμεν πᾶσαν προσπάθειαν, ἵνα αἱ σχέσεις αὗται, αἱ ὁποῖαι λίαν ἀνώμαλοι ἦσαν κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, λάβωσι τὴν τροπὴν τὴν φιλικὴν, τὴν ὁποίαν εὐτυχῶς ἔλαβον, καὶ τὴν ὁποίαν μετὰ μεγάλης εὐχαριστήσεως βλέπω οὐ μόνον ἐξακολουθοῦσαν, ἀλλὰ καὶ ἐπὶ μᾶλλον ἐπιτεινομένην. Νομίζω, ὅτι ἦτο ἀνάγκη νὰ δώσω εἰς τὴν Βουλὴν τὰς ἐξηγήσεις ταύτας, ἀνεξαρτήτως τῆς προσαγωγῆς τῶν ἐγγράφων· διότι, ὅταν τὰ πράγματα ἔρχωνται νὰ ἀποδείξωσιν, ὅτι ἡ ἐνέργεια τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης, ἡ ὁποία ἐθεωρεῖτο ἄλλοτε ὡς ἀξία κατακρίσεως, ἔφερε τὸ προσδοκώμενον ἀποτέλεσμα, νομίζω, ὅτι εἶναι δίκαιον νὰ ἀναγνωρισθῇ τὸ εὔλογον τῆς ἐνεργείας ταύτης.
§74ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Συμφωνῶ πληρέστατα μὲ τὸν ἀξιότιμον ἐκ Κερκύρας Βουλευτὴν, καὶ ἂν ἐπρόκειτο νὰ προτείνῃ πρότασιν, ἐγὼ ἤθελον ψηφίσει ὑπὲρ αὐτῆς. Ἐὰν δὲν μὲ ἀπατᾷ ἡ μνήμη, ὁ ἀξιότιμος ἐκ Κερκύρας Βουλευτὴς εἶπεν, ὅτι εἶναι ἀνάγκη ἡμέραν τινὰ νὰ κατατεθῶσι τὰ ἔγγραφα καὶ γείνῃ συζήτησις, διὰ νὰ γνωσθῇ, ποία εἶναι ἡ ἐνέργεια τῆς τότε Κυβερνήσεως. Ἀλλ’ ἤθελον ἐρωτήσει τὸν ἀξιότιμον ἐκ Κερκύρας Βουλευτὴν, σήμερον, ὅτε ἡ σύμβασις ὑπεγράφη καὶ ἀκόμη εἶναι ἐν τῷ σταδίῳ τῆς ἐπικυρώσεως ὑπὸ τῆς Βουλῆς, νομίζει, ὅτι εἶναι εὔθετος ἡ στιγμὴ νὰ γείνῃ αὐτὴ ἡ συζήτησις; Ἐὰν ἐπρόκειτο περὶ τῆς οὐσιαστικῆς ἀξίας τῆς συμβάσεως, βεβαίως ἦτο εἰς πᾶσαν ὥραν κατάλληλος ἡ στιγμὴ νὰ συζητήσωμεν. Ἀλλὰ νομίζω, καθὼς ἐνόησα καὶ ἐκ τῶν λόγων τοῦ χθὲς ὁμιλήσαντος ἀξιοτίμου ἐκ Κραναίας Βουλευτοῦ καὶ τοῦ σήμερον ἀγορεύσαντος ἀξιοτίμου ἐκ Κερκύρας Βουλευτοῦ, ὅτι δὲν πρόκειται περὶ τῆς οὐσίας τῆς συμβάσεως. Τὴν σύμβασιν ἀποδέχονται πάντες. Πρόκειται μόνον περὶ οἰκογενειακοῦ, οὕτως εἰπεῖν, ζητήματος μεταξὺ τῆς τότε Κυβερνήσεως καὶ τῆς σήμερον, ἂν δηλαδὴ ἡ τότε Ἀντιπολίτευσις ὀρθῶς ἔλεγεν ὅσα ἔλεγε τότε, καὶ ἂν ταῦτα εἶχον συμφώνως πρὸς τὰ σήμερον πραττόμενα ὑπ’ αὐτῆς! Νομίζω λοιπόν, ὅτι, ἐπειδὴ δὲν πρόκειται περὶ τῆς οὐσίας τῆς συμβάσεως, ἀλλὰ πρόκειται περὶ ὅλως ἰδιαιτέρου ἡμῶν ζητήματος, θὰ ἦτο εὐθετωτέρα ἄλλη στιγμή. Ἀφοῦ εἴμεθα σύμφωνοι ὅλοι περὶ τῆς οὐσίας, ἀφοῦ κυρωθῇ ὑπὸ τῆς Βουλῆς καὶ πραγματοποιηθῇ ἡ σύμβασις, τότε δυνάμεθα νὰ συζητήσωμεν, καὶ ἴσως εἰς ἄλλην ἐποχὴν, μακροτέραν. Δὲν ἔχω δυσκολίαν νὰ καταθέσω, ὡς σᾶς εἶπον, ἐκεῖνα τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα νομίζω, ὅτι δὲν θὰ βλάψωσι τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους· ἀλλ’ ὑποθέτω, ὅτι καὶ ὁ ἀξιότιμος ἐκ Κερκύρας Βουλευτὴς, ὁ ὁποῖος, ὡς Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἐλάμβανε γνῶσιν, ἂν ὄχι ὅλων τῶν ἐγγράφων, ἀλλὰ βεβαίως τῶν σπουδαιοτέρων, δὲν θὰ ἦναι τῆς γνώμης, ὅτι πρέπει ὅλα νὰ κατατεθῶσι.
§75Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐγὼ δὲν ἐσκόπουν ποσῶς νὰ παρεμβάλω δυσκολίας εἰς τὴν ψήφισιν τῆς συμβάσεως, οὔτε ἐσκόπουν διὰ τῶν ὀλίγων παρατηρήσεων, τὰς ὁποίας ὑπέβαλον εἰς τὴν Βουλὴν, νὰ ζητήσω ἵνα ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα κατὰ τὴν κρίσιν του δὲν δύνανται νὰ ὑποβληθῶσιν. Ἠθέλησα παρατηρήσεις μόνον νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν, ἐπιφυλασσόμενος βεβαίως νὰ λάβω τὸν λόγον, ὅταν ὁ κύριος Ὑπουργὸς ἤθελε θεωρήσει, ὅτι εἶναι κατάλληλος ἡ στιγμὴ πρὸς συζήτησιν τοῦ ζητήματος τούτου. Ἠθέλησα μόνον διὰ τῶν παρατηρήσεων τούτων ν’ ἀπονείμω δίκαιον ἔπαινον εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἔλαβον ἐνεργὸν μέρος εἰς τὰς διαπραγματεύσεις τὰς τότε, καὶ μεταξὺ τῶν λαβόντων τὸ μέρος τοῦτο εἶχον καθῆκον νὰ ποιήσωμαι μνείαν κατὰ πρῶτον τοῦ τότε διευθύνοντος τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν, καὶ τῆς ὑπηρεσίας ἀκόμη τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν, ἡ ὁποία ἐργασίαν πολύτιμον εἰς τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους ἐξετέλεσε, καὶ νὰ μνησθῶ καὶ τῆς ἐργασίας, τὴν ὁποίαν ὁ ἀείμνηστος Ν. Μαυροκορδᾶτος, ὡς πρεσβευτὴς τῆς Ἑλλάδος, κατέβαλε, καὶ νὰ ποιήσωμαι μνείαν καὶ τοῦ ἀξιοτίμου φίλου μου κ. ἐκ Ζακύνθου Βουλευτοῦ, οἱ ὁποῖοι ὅλοι συνετέλεσαν, ἵνα παρασκευάσωσι τὸ ἔδαφος καὶ καταστήσωσι δυνατὴν τὴν ὑπογραφὴν τῆς συμβάσεως, τὴν ὁποίαν πρόκειται μετ’ ὀλίγον νὰ ψηφίσωμεν.
§76Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὀφείλω νὰ προσθέσω παρατηρήσεις τινάς. Μοὶ φαίνεται ὅτι εἶναι ἀναγκαῖον νὰ μὴ παρέλθω ἐν σιγῇ τὰ λεχθέντα μέχρι τοῦδε, καὶ ἰδίως τὴν πρώτην αἰτίασιν, τὴν ὁποίαν καὶ ὁ κ. ἐκ Κραναίας Βουλευτὴς, ὁ τότε Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, καὶ ὁ κ. ἐκ Κερκύρας, ὁ τότε Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ἀπηύθυναν καὶ χθὲς καὶ σήμερον κατὰ τῆς τότε Ἀντιπολιτεύσεως, καὶ ἰδίως κατὰ τοῦ διευθύναντος τὰς ἐργασίας τῆς Ἀντιπολιτεύσεως· διότι τότε ἡ Ἀντιπολίτευσις ἐπέκρινε τὴν μεγάλην βραδύτητα, ἡ ὁποία ἔλαβε χώραν πρὸς συνομολόγησιν τῆς συμβάσεως, καὶ εἶχε δώσει γνώμην εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι ἴσως ἔπρεπε νὰ προσφύγῃ εἰς τὴν διαιτησίαν. Ἐπειδὴ ὅμως νομίζω, ὅτι ἡ ὥρα δὲν εἶναι κατάλληλος πρὸς συζήτησιν, ἐπιφυλάσσομαι, ὅταν γένηται ἡ συζήτησις, τὴν ὁποίαν ὑπηνίχθη ὁ ἀξιότιμος ἐκ Κερκύρας Βουλευτὴς, νὰ ἀποδείξω, ὅτι ὅ,τι ἔπραττεν ἡ τότε Ἀντιπολίτευσις τὸ ἔπραττεν ἐν τῷ συμφέροντι τοῦ Κράτους κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην. Τὸ δεύτερον ζήτημα νομίζω ὅτι εἶναι μικρόν. «Μὴ νομίσητε, Κύριοι, — εἶπεν ὁ κ. Βουλευτὴς Κερκύρας, — ὅτι σεῖς κατωρθώσατε νὰ τελειώσῃ καὶ ὑπογραφῇ ἡ σύμβασις μὲ τὴν Τουρκίαν.»
§77Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Δὲν εἶπον αὐτὸ, κύριε Πρόεδρε. Ἐγὼ συνεχάρην τὸν κ. Ὑπουργόν.
§78Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἡμεῖς δὲν ἤλθομεν ἐπαιρόμενοι καὶ ἀξιοῦντες ἀπὸ τὴν Βουλὴν νὰ δώσῃ τὴν ψῆφόν της ἐπὶ τῆς συμβάσεως. Ἡμεῖς δὲν κατηγορήσαμεν τοὺς Κυρίους, οἱ ὁποῖοι τότε ἀπετέλουν τὴν Κυβέρνησιν, διότι αἱ διαπραγματεύσεις ἐβράδυναν, οὔτε ἐποιησάμεθα μνείαν τινὰ περὶ τούτου. Ἀλλ’ ἐὰν ἔλθῃ ἡ συζήτησις, καὶ ὅταν ἔλθῃ, θέλομεν ἰσχυρισθῆ καὶ δώσει τὴν εἰκόνα τῆς ἐξωτερικῆς πολιτικῆς τῆς Ἑλλάδος καὶ κατὰ τὰ ἀμέσως παρελθόντα μετὰ τὸν πόλεμον ἔτη καὶ κατὰ τὰ μεταγενέστερα. Δὲν γνωρίζομεν, ἂν ἤθελε συνομολογηθῆ ἡ σύμβασις, ἐὰν διετηρεῖτο ἔτι ἐν τοῖς πράγμασι τὸ ὑπὸ τὸν κύριον Βουλευτὴν ἐκ Κερκύρας Ὑπουργεῖον· ἀλλ’ ὡς δὲν δυνάμεθα νὰ βεβαιώσωμεν τὸν ἰσχυρισμὸν τοῦτον, ἐπίσης δὲν δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν, ὅτι βεβαίως τὸ ζήτημα ἤθελε τελειώσει. Πάντα ταῦτά εἰσι θέματα, τὰ ὁποῖα θέλουσι συζητηθῆ, ὅταν ἡ Βουλὴ ἐπιλάβηται τῆς συζητήσεως ταύτης.
§79ΔΙΟΝ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Δὲν μοὶ ἐπιτρέπεται, κύριοι Βουλευταὶ, ν’ ἀφήσω νὰ παρέλθῃ ἡ περίστασις αὕτη, χωρὶς νὰ ἐκθέσω εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ἀποκρούσω σήμερον, ὅτι πρόκειται νὰ ψηφίσωμεν τὸν νόμον τὸν κυροῦντα τὴν συνθήκην ἐμπορίας καὶ ναυτιλίας μετὰ τῆς ὁμόρου Ἐπικρατείας, ὅσας μομφὰς ἤκουσα κατ’ ἐμοῦ ἐκτοξευομένας, ἐφ’ ὅσον ἔλαβον καὶ ἐγὼ μέρος εἰς τὰς διαπραγματεύσεις τὰς διεξαχθείσας πρὸς συνομολόγησιν τῆς προξενικῆς συμβάσεως, ἥτις ἀρρήκτως σχετίζεται πρὸς τὴν προκειμένην συνθήκην, διότι ἡ συνθήκη αὕτη ἔθεσε τὴν κορωνίδα τοῦ οἰκοδομήματος, τὸ ὁποῖον ἤρξατο ἀνεγειρόμενον ἐπὶ τῶν ἐρειπίων τοῦ 1897. Καὶ τὴν πρωτοβουλίαν τῆς ἀνορθώσεως τῶν προνομίων τῆς Ἑλλάδος ἀνέλαβον εὐτυχῶς αἱ Μεγάλαι Δυνάμεις, ἄνευ τῆς παρεμβάσεως τῶν ὁποίων τὰ προνόμια ἡμῶν τὰ ἐν Τουρκίᾳ, τὰ ἀπὸ τῆς συστάσεως τοῦ Βασιλείου ἀναγνωρισθέντα, θὰ διεγράφοντο ὁριστικῶς καὶ ἀμετακλήτως, αἱ δὲ Δυνάμεις ἠσθάνθησαν τὸ καθῆκον καὶ τὴν ὑποχρέωσιν, τὴν ὁποίαν εἶχον, νὰ διατηρήσωσι τὰ προνόμια, τὰ ὁποῖα αὐταὶ ἀπένειμαν εἰς τὸ ἀρτισύστατον τότε Βασίλειον τῆς Ἑλλάδος, καὶ νὰ προβάλωσιν, οὕτως εἰπεῖν, τὸ στῆθός των, προασπιζόμεναι τὰ προνόμια ταῦτα ἐναντίον τῶν ἀξιώσεων τῆς Τουρκίας, νικητρίας τότε παρισταμένης, κατὰ τὰς διαπραγματεύσεις τῆς προκαταρκτικῆς συνθήκης, διότι ἐκ τῆς δημοσιεύσεως τῶν ξένων διπλωματικῶν Βίβλων εἶναι γνωστὸν, ὅτι ἡ Τουρκία εὐθὺς μετὰ τὸν πόλεμον καὶ κατὰ τὰς διαπραγματεύσεις τῶν ὅρων τῆς ἀνακωχῆς ἀπῄτει νὰ καταργηθῶσι ῥιζηδὸν τὰ προνόμια, ὧν ἀπήλαυεν ἡ Ἑλλὰς μέχρι τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, ἐν σχέσει πρὸς τὴν προξενικὴν αὐτῆς δικαιοδοσίαν. Καὶ κατωρθώθη, Κύριοι, ἕνεκα τῆς ὁμοφώνου γνώμης τῶν Δυνάμεων νὰ περισωθῶσι τὰ προνόμια ταῦτα, ἀλλὰ περιεσώθησαν κατ’ ἀρχήν, ἀπέμενε δὲ νὰ κανονισθῶσιν αἱ λεπτομέρειαι κατὰ τὰς περαιτέρω διαπραγματεύσεις. Τοιοῦτον ἔργον ἀνέλαβον οἱ πληρεξούσιοι τῆς Ἑλλάδος, ὅτε παρέστησαν ἀντιπροσωπεύοντες Κράτος μειονεκτῆσαν κατὰ τὸν πόλεμον ἀπέναντι Κράτους ὑπερτερήσαντος. Καὶ διεπραγματεύθησαν τὰ τῆς ὁριστικῆς εἰρήνης, τὰ ὁποῖα ὅμως δὲν ἠδύναντο νὰ μεταβάλωσι τὰ γενικῶς ὁρισθέντα ὑπὸ τῆς προκαταρκτικῆς συνθήκης. Καὶ διεξήχθησαν ἀγῶνες δεινοὶ, ἵνα κατορθωθῇ νὰ περισωθῇ τοὐλάχιστον ὅ,τι ἠδύνατο νὰ περισωθῇ. Ἐν τῇ συνθήκῃ δὲ ἐκείνῃ ἐτέθη ὁ σπόρος ὁ γεννήσας τὴν σημερινὴν συνθήκην, τὴν ὑποβαλλομένην εἰς τὴν Βουλὴν πρὸς ἐπικύρωσιν. Δὲν θὰ ἀπασχολήσω τὴν Βουλὴν, περιγράφων τὰς διεξαχθείσας τότε διαπραγματεύσεις· θὰ ἐπιστήσω ὅμως τὴν προσοχὴν αὐτῆς ἐπὶ ἑνὸς καὶ μόνου σημείου, διὰ τὸ ὁποῖον τοσοῦτον ἐκακίσθη ἡ Κυβέρνησις, ἡ τότε διαχειρισαμένη τὰ κοινὰ, καὶ οἱ ἀντιπροσωπεύσαντες αὐτὴν πληρεξούσιοι, ἤτοι ἐπὶ τοῦ πρωτοκόλλου Βʹ, τοῦ προσηρτημένου εἰς τὴν συνθήκην περὶ ὁριστικῆς εἰρήνης. Ἐκακίσθη ἡ Κυβέρνησις ἡ Ἑλληνικὴ καὶ οἱ πληρεξούσιοι αὐτῆς, διότι παρεδέχθησαν ἐν τῷ πρωτοκόλλῳ κυοφορούμενα δύο συστήματα, τὸ καθεστὼς καὶ τὸ μέλλον. Ἀλλ’ οἱ ἐπικρίνοντες τὴν ὑπογραφὴν τοῦ πρωτοκόλλου ἐκείνου ἠγνόουν ἐντελῶς τὰ πράγματα, καὶ ἀπὸ καθέδρας ἐλάλουν, ἓν καὶ μόνον ζητοῦντες, πῶς νὰ ἐπικρίνουν καὶ πῶς νὰ καταδικάσουν. Ἐν τῷ πρώτῳ σχεδίῳ τῆς προκαταρκτικῆς συνθήκης, Κύριοι, δὲν ὑπεχρεοῦτο ἡ Ἑλλὰς νὰ συνομολογήσῃ σύμβασιν περὶ ἐμπορίας καὶ ναυτιλίας μετὰ τῆς ὁμόρου Ἐπικρατείας. Καὶ διατὶ δὲν ὑπεχρεοῦτο; Διότι αἱ Δυνάμεις ἐδέχθησαν κατ’ ἀρχὴν καὶ ἐπέβαλον εἰς τὴν Τουρκίαν νὰ ἀναγνωρίσῃ ὡς ἰσχυρὰ τὰ προνόμια, τὰ ἐκ τῶν ἀρχαίων συνθηκῶν ἀπορρέοντα, τὰ ὁποῖα τὸ πρωτόκολλον τοῦ 1830, τὸ ἀναγνωρίζον τὴν ἀνεξαρτησίαν τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου, ἐθεώρησεν, οὕτως εἰπεῖν, συμπεφυκότα τῇ ἀνεξαρτησίᾳ ταύτῃ τοῦ νέου Κράτους, καὶ δυνάμει τῶν ἀνεγνωρισμένων ἐκεῖ προνομίων συνωμολογήθη ἡ συνθήκη τοῦ 1855. Οἱ μὴ γνωρίζοντες τὰ πράγματα νομίζουν ὅτι ἡ συνθήκη τοῦ 1855 ὑπῆρξεν ἔργον εὐχερέστατον. Ἀλλὰ δὲν γνωρίζουσιν, ὅτι αἱ διαπραγματεύσεις περὶ συνομολογήσεως τῆς συνθήκης ἐκείνης διήρκεσαν ἐπὶ ὁλόκληρον εἰκοσαετίαν, ἀφ’ ἧς τὸ πρῶτον συνεστήθη Πρεσβεία Ἑλληνικὴ ἐν Κωνσταντινουπόλει ὑπὸ τοῦ μακαρίτου Ζωγράφου, μέχρι τῆς στιγμῆς, καθ’ ἣν ὁ μακαρίτης Κουντουριώτης, ὅτε ἡ συνθήκη ἦτο πλέον ἕτοιμος, διωρίσθη ἵνα ὑπογράψῃ αὐτήν. Ἀλλὰ πρὸ τούτου ἐναυάγησαν καὶ ὁ Ζωγράφος καὶ ὁ Ἀργυρόπουλος καὶ ὁ Χρηστίδης καὶ ὁ Μαυροκορδᾶτος ὁ πρεσβύτερος καὶ ὁ Μεταξᾶς καὶ ὅ,τι κορυφαῖον εἶχεν ἡ Ἑλλὰς ἐν τῇ διπλωματικῇ ὑπηρεσίᾳ, καὶ μόνον διὰ τῆς παρεμβολῆς τῶν πρεσβευτῶν τῶν ἐγγυητριῶν Δυνάμεων κατωρθώθη νὰ συνομολογηθῇ ἡ συνθήκη ἐκείνη. Καὶ ἠπόρουν οἱ τὰ τοιαῦτα ἀγνοοῦντες καὶ ἐπέκρινον, πῶς μετὰ 24 ὥρας, ἀφ’ ἧς ἀνενεώθησαν αἱ σχέσεις ἡμῶν μετὰ τῆς ὁμόρου Ἐπικρατείας, πῶς δὲν ὑπεγράφη καὶ προξενικὴ σύμβασις καὶ ἐμπορικὴ σύμβασις καὶ τὰ πάντα, καὶ πῶς τὰ δικαιώματα αὐτὰ δὲν ἀνεγνωρίζοντο ὅλα, ὡσανεὶ αὐτὰ δὲν τὰ εἴχομεν ἀπεμπολήσει ἐν τῷ ἀτυχεῖ ἡμῶν πολέμῳ, καὶ δὲν θὰ ἐσῴζοντο, ἐὰν δὲν παρενέβαινον αἱ Μεγάλαι Δυνάμεις. Δὲν ὑπεχρεούμεθα λοιπὸν διὰ τοῦ πρώτου σχεδίου τῆς προκαταρκτικῆς συνθήκης περὶ εἰρήνης νὰ συνομολογήσωμεν ἐμπορικὴν συνθήκην. Ἀλλ’ ἡ ἐπιμονὴ τῆς Ὀθωμανικῆς Κυβερνήσεως ἔφθασεν εἰς τοσοῦτον, ὥστε νὰ καταπονήσῃ τὰς Δυνάμεις, καὶ ὑπεχώρησαν, ὥστε νὰ τεθῇ ῥήτρα περὶ συνομολογήσεως ἐμπορικῆς συνθήκης. Ἀλλ’ ἡ ῥήτρα ἐκείνη, τεθεῖσα κατὰ τὴν τελευταίαν στιγμήν, ἀπετέλει παραφωνίαν πρὸς τὰ διὰ τῆς προκαταρκτικῆς συνθήκης συντεθειμένα, καὶ διὰ τοῦτο, ὅτε ἤρξαντο αἱ διαπραγματεύσεις περὶ τῆς ὁριστικῆς εἰρήνης καὶ προέβησαν αἱ διαπραγματεύσεις αὗται, εὑρέθη ἡ Κυβέρνησις ἀπέναντι δυσχερείας, τὴν ὁποίαν δύσκολον ἦτο νὰ ὑπερπηδήσῃ. Διότι ἐτίθετο εὐθὺς ἐπὶ τοῦ τάπητος τὸ ζήτημα, ὁποῖαι θὰ ἦναι αἱ ἐμπορικαὶ ἡμῶν καὶ ναυτιλιακαὶ σχέσεις μετὰ τῆς ὁμόρου Ἐπικρατείας μετὰ τὴν ὑπογραφὴν τῆς συνθήκης. Ἀφ’ ἑνὸς ἡ Τουρκία ἰσχυρίζετο, ὅτι εἶχε πλήρη ἐλευθερίαν ἐνεργείας, καὶ ἑπομένως ὅτι δὲν ἐδεσμεύετο ἐξ οὐδεμιᾶς διατάξεως τῆς συνθήκης τῆς προκαταρκτικῆς. Καὶ τοῦτο διατί; Διότι αἱ Δυνάμεις, ἀπαντῶσαι εἰς τὴν διακοίνωσιν αὐτῆς, εἶπον ὅτι, ἐὰν διὰ τοῦ πολέμου κατηργήθησαν αἱ μεταξὺ τῶν δύο Κρατῶν συμβάσεις, δὲν κατηργήθησαν ὅμως αἱ μεταξὺ αὐτῆς καὶ τῶν Εὐρωπαϊκῶν Κρατῶν ὑπὲρ τῆς Ἑλλάδος συνομολογηθεῖσαι. Ἐπὶ τούτου δὲ στηριζομένη ἡ Τουρκία, ἰσχυρίζετο, ὅτι οὐδόλως ἐδεσμεύετο, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὰς σχέσεις τὰς ναυτιλιακὰς καὶ τὰς ἐμπορικάς, διότι δὲν ἴσχυε πλέον ἡ συνθήκη τοῦ 1855, καταργηθεῖσα διὰ τοῦ πολέμου. Μάτην δὲ ἡ Ἑλλὰς ἐπεκαλεῖτο τὴν φιλικὴν παρέμβασιν τῶν Δυνάμεων. Καὶ ἐτίθετο ἰδίως τὸ ζήτημα, ὁποῖον θὰ ἦναι τὸ δασμολόγιον τὸ ἐφαρμοσθησόμενον, ὁποία θὰ ἦναι ἡ θέσις, ὡς πρὸς τὴν ἀκτοπλοΐαν, τῶν ἡμετέρων πλοίων καὶ ἀτμοπλοίων, ὁποία θὰ ἦναι ἡ τύχη τῶν σπογγαλιέων. Αὐτὰ τὰ τρία ζητήματα ἦσαν ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἀπησχόλουν τὴν Κυβέρνησιν κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην. Κατωρθώθη δὲ νὰ ἀναγνωρισθῇ τὸ μέχρι τότε καθεστώς, ὑπὸ τὸν ὅρον, ὅτι ἐντὸς δύο ἐτῶν θὰ συνωμολογεῖτο ἡ ἐμπορικὴ συνθήκη· καὶ τὸν ὅρον ἐκεῖνον ἀπεδέχθη ἡ Ἑλλάς, ἵνα σώσῃ τὸ καθεστώς. Διότι, ἐὰν τὸν ὅρον ἐκεῖνον δὲν ἀπεδέχετο, τὴν ἐπαύριον τῆς ὑπογραφῆς τῆς ὁριστικῆς συνθήκης οὔτε τὰ ἡμέτερα πλοῖα θὰ ἦσαν δεκτὰ ἀκτοπλοοῦντα ἐν τοῖς παραλίοις τῆς ὁμόρου Ἐπικρατείας, οὔτε οἱ ἁλιεῖς ἡμῶν θὰ ἦσαν δεκτοὶ εἰς τὴν χωρικὴν θάλασσαν, καὶ τὸ δασμολόγιον, τὸ ὁποῖον μέχρι τότε ἐφηρμόζετο, θὰ μετεβάλλετο εὐθὺς εἰς δασμολόγιον διαφορικόν, ὅπως ἐγένετο κατόπιν. Ἀλλ’ ἐκ τῆς παρελκύσεως τῶν διαπραγματεύσεων ὁ χρόνος κατηναλώθη, καὶ κατηναλώθη διὰ τὸν λόγον, τὸν ὁποῖον ὁ ἀξιότιμος ἐκ Κερκύρας Βουλευτὴς πρὸ ὀλίγου εἶπεν, ὅτι ἐκακίσθη ἡ Κυβέρνησις ἡ Ἑλληνικὴ, καὶ ἡ ὑπὸ τὸν κ. ἐκ Καλαβρύτων συνάδελφον καὶ ἡ ὑπὸ τὸν κ. ἐκ Κερκύρας, διότι δὲν προσέφυγεν εἰς τὴν διαιτησίαν, καὶ διότι ἀπώλετο χρόνος πολύτιμος καὶ δὲν προσεφύγομεν ἐνώπιον τῶν διαιτητῶν, καθ’ ὃ εἴχομεν δικαίωμα ἐκ τῆς συνθήκης τῆς εἰρήνης. Ἀλλ’ οἱ τοιαῦτα λέγοντες ἐξελάμβανον τὴν διαιτησίαν τῶν Εὐρωπαϊκῶν Δυνάμεων ὡς προσφυγὴν εἰς τὸ Πρωτοδικεῖον, ὡς προσφυγὴν εἰς Δικαστήριον τακτικὸν καὶ ἐγκατεστημένον, εἰς τὸ ὁποῖον πᾶς διάδικος προσερχόμενος εἶναι ἀποδεκτός· ἀλλ’ ἐλησμόνησαν, ὅτι τὸ ζήτημα τῆς διαιτησίας ἦτο ζήτημα πρὸ παντὸς διπλωματικὸν καὶ πολιτικόν, καὶ ὅτι αἱ ἓξ Μεγάλαι Δυνάμεις αἱ Εὐρωπαϊκαὶ, ἔχουσαι ἴδια συμφέροντα νὰ θεραπεύσωσιν ἐν ταῖς σχέσεσιν αὐτῶν πρὸς τὴν ὅμορον Ἐπικράτειαν, ᾐσθάνοντο στενοχωρίαν, προκαλούμεναι ν’ ἀποφανθῶσι μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Ὀθωμανικῆς Αὐτοκρατορίας, καὶ διὰ τοῦτο δι’ ὅλων τῶν μέσων ἀπέκρουον πᾶσαι αἱ Δυνάμεις τὴν προσφυγὴν αὐτὴν, καὶ συνεβούλευον ἡμᾶς νὰ ἐξακολουθήσωμεν διαπραγματευόμενοι, συνεβούλευον μάλιστα ἡμᾶς καὶ νὰ ὑποχωρήσωμεν ἀπέναντι ἀξιώσεών τινων τῆς Ὑψηλῆς Πύλης, ἵνα ἀποφύγωσι κυρίως τὴν διαιτησίαν. Δὲν τὸ ἐπράξαμεν, ἀλλ’ ἐξ ἄλλου ὠφείλομεν νὰ πείσωμεν τὰς Μεγάλας Δυνάμεις, ὅτι οὐκ ἦν ἄλλως γενέσθαι ἄνευ τῆς παρεμβάσεως αὐτῶν. Πράγματι δὲ οὕτω καὶ συνέβη· ὅτε πλέον ἐπείσθησαν αἱ Δυνάμεις, ὅτι ἦτο ἀδύνατον νὰ ἐπέλθῃ συμφωνία μεταξὺ Τουρκίας καὶ Ἑλλάδος, τότε καὶ μόνον ἀπεδέχθησαν τὴν διαιτησίαν. Καὶ ποῖον ἦτο τὸ ἀποτέλεσμα τῆς διαιτησίας; Τὸ ἀποτέλεσμα τῆς διαιτησίας ἦτο ὑπὲρ ἡμῶν. Διότι, ἐξαιρέσει ἑνὸς καὶ μόνου σημείου, τὰ ἄλλα ἐλύθησαν ὑπὲρ τῆς Ἑλλάδος. Ἀλλὰ διὰ τῆς διαιτησίας κατωρθώθη καὶ ἄλλο τι περισσότερον, κατωρθώθη ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐχρησίμευσεν ὡς βάσις πρὸς συνομολόγησιν τῆς παρούσης συνθήκης. Διότι ἀνεγνωρίσθη διὰ τῆς διαιτητικῆς ἀποφάσεως, ὅτι ἡ συνθήκη τοῦ 1855 δὲν ἔπαυσεν ἰσχύουσα. Καὶ ἠναγκάσθησαν αἱ Δυνάμεις νὰ διακηρύξωσι τοῦτο, διότι ἄλλως ἔβλεπον ἐνώπιον αὐτῶν τὸ ἀδιέξοδον ἐν ταῖς σχέσεσι τῶν δύο ὁμόρων Κρατῶν. Διὰ τοῦτο λέγω, Κύριοι, ὅτι ἡ συνθήκη ἐπιτίθησι τὴν κορωνίδα τοῦ οἰκοδομήματος, ὅπερ ἔκτοτε ἤρχισεν ἀνεγειρόμενον, ἀπὸ τοῦ ἔτους 1897. Δὲν ἐννοῶ νὰ ὑποτιμήσω τὴν ἐνέργειαν καὶ τὴν μετοχὴν τῶν Κυβερνήσεων, αἵτινες διηύθυναν τὰς διαπραγματεύσεις ταύτας. Παρήλθον τέσσαρες Κυβερνήσεις, διευθύνασαι τὰς διαπραγματεύσεις, καὶ δὲν ἐννοῶ νὰ κακίσω οὐδεμίαν τῶν Κυβερνήσεων τούτων, διότι δὲν δύναται ν’ ἀποκρυβῇ ἡ ἀλήθεια. Τὰ ἀρχεῖα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν θὰ ὑπάρχουν πάντοτε ἐκεῖ, ἵνα μαρτυρῶσι τὴν ἐνέργειαν ἑκάστου. Ἐν τούτοις οἱ ἀντίθετοι καὶ πρὶν ἢ ἔτι γνωρίσωσι τὰ πράγματα, καὶ πρὶν ἢ ἔχωσι πρόχειρα τὰ στοιχεῖα, ἐπέκριναν τὰς Κυβερνήσεις ἐκείνας, ἐγὼ δὲ ἰδιαιτέρως ὑπῆρξα τὸ ἀντικείμενον μομφῶν καὶ ὑπαινιγμῶν ἀδίκων, μομφῶν καὶ ὑπαινιγμῶν μὴ προερχομένων ἐξ ἀγαθοῦ συνειδότος. Διότι ὅσοι ἐξ ὑμῶν, Κύριοι, ἦσθε Βουλευταὶ κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Βουλευτικὴν Περίοδον θὰ ἐνθυμεῖσθε ἴσως, ὅτι προσήχθη ἐνώπιον τῆς Βουλῆς τὸ ἐπισκεπτήριόν μου, διὰ νὰ μὲ καταγγείλωσιν ὡς ἰδιοποιούμενον τίτλους καὶ ἰδιότητας, αἱ ὁποῖαι δὲν μοὶ ἀνῆκον, διότι ἐχαρακτήριζον ἐμαυτὸν ὡς πληρεξούσιον Ὑπουργόν! Δὲν διέκοψα τότε τὸν ἀγορεύοντα, διὰ νὰ τὸν παραπέμψω ἀντὶ τοῦ ἐπισκεπτηρίου μου εἰς τὸ προοίμιον τῆς συνθήκης τῆς εἰρήνης, ἔνθα χαρακτηρίζομαι ὡς πληρεξούσιος Ὑπουργός. Καὶ ἀληθῶς οὐκ ἦν ἄλλως γενέσθαι, διότι τὰ πληρεξούσια γράμματα τοῦ Βασιλέως, τὰ ὁποῖα ἐφέρομεν μετὰ τοῦ ἀοιδίμου Μαυροκορδάτου, τοιοῦτον χαρακτηρισμὸν μοὶ ἔδιδον, καὶ δὲν ἠδυνάμεθα, ὁμότιμοι μεταβαίνοντες εἰς Κωνσταντινούπολιν, νὰ ἤμεθα κατώτερος ὁ εἷς τοῦ ἄλλου κατά τε τὸν βαθμὸν καὶ τὰς ἀποδοχάς. Καὶ ἐκακίσθη ἡ Κυβέρνησις ἐπίσης, διότι εἰς πληρεξούσιον μεταβάντα εἰς Κωνσταντινούπολιν ὥρισε τοσαύτας ἀποζημιώσεις. Ἐν τῷ σταδίῳ δὲ τούτῳ τὸ ζήτημα παραπολὺ ἐταπεινώθη, διότι κατήντησε πλέον παζαρλίκι, ἐὰν ὁ πληρεξούσιος ὁ οὕτως ἀμειφθεὶς παρέσχε καὶ τὰς ὑπηρεσίας τὰς ἀναλόγους, ἢ ἂν αἱ ὑπηρεσίαι, τὰς ὁποίας παρέσχεν, ἦσαν μικροτέρας τιμῆς καὶ ἀξίας! Βεβαίως ἐγὼ δὲν θὰ συζητήσω τὸ ζήτημα τοῦτο, διότι δὲν θὰ κατέλθω μέχρι τοῦ σημείου ἐκείνου. Ἐὰν ὁ πληρεξούσιος ὁ εἰς Κωνσταντινούπολιν ἀποσταλεὶς παρέσχεν ἢ μὴ ὑπηρεσίας, τὸ ἀρχεῖον τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν δύναται περὶ τούτου νὰ μαρτυρήσῃ. Φρονῶ δ’ ὅτι εἶναι καιρὸς νὰ κατατεθῶσιν εἰς τὴν Βουλὴν, ἂν ὄχι πάντα τὰ ἔγγραφα, τοὐλάχιστον ὁ φάκελος ὁλόκληρος, ὁ ἐκτετυπωμένος ἤδη, τῶν ἐργασιῶν τῶν ὑποβληθεισῶν ἐνώπιον τῶν διαιτητῶν, ἵνα κρίνῃ ἡ Βουλὴ, ἂν αἱ ἐργασίαι ἐκεῖναι, ἂν ἡ ἐνέργεια ἐκείνη, ἂν αἱ διαπραγματεύσεις ἐκεῖναι ἀπέβησαν ἢ μὴ εἰς ὄφελος τῆς Ἑλλάδος καὶ τῶν ἐθνικῶν συμφερόντων· διότι καὶ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἐλέχθη, χωρὶς νὰ ὑπάρχῃ γνῶσις ἀκριβὴς, ὅτι αἱ διαπραγματεύσεις ἐκεῖναι ἀπέβησαν ἐπὶ ζημίᾳ τῆς Ἑλλάδος, ὅτι ἔβλαψαν τὰ συμφέροντα τὰ ἐθνικὰ, χωρὶς καὶ νὰ ὁρίζηται κατὰ τί τὰ συμφέροντα ταῦτα ἐβλάβησαν. Ἀλλ’ ἂν μή τι ἄλλο, ἀρκεῖ τὸ κείμενον τῆς συνθήκης αὐτῆς, ἀρκεῖ τὸ κείμενον τῆς διαιτητικῆς ἀποφάσεως, ἵνα ἀποδείξῃ, ἂν ἡ ἐνέργεια ἐκείνη καὶ τῆς Κυβερνήσεως, ὑπὸ τὴν ὁποίαν ἐνήργουν οἱ πληρεξούσιοι, καὶ τῶν πληρεξουσίων ἐκείνων ἡ ἐνέργεια ἀπέβη, ναὶ ἢ οὔ, πρὸς τὸ συμφέρον τῆς Ἑλλάδος. Διότι σήμερον ἐν τῇ ὑπογραφείσῃ συνθήκῃ ἀναγνωρίζονται τρία τινὰ, ἐπὶ τῶν ὁποίων δειναὶ καὶ ἀνιαραὶ διεξήχθησαν διαπραγματεύσεις· τὸ ζήτημα τῆς ἀκτοπλοΐας, ἣν διαρρήδην ἠρνεῖτο ἡ ὅμορος Ἐπικράτεια νὰ παράσχῃ εἰς τὴν Ἑλλάδα, τὸ ζήτημα τῆς σπογγαλιείας, ἣν ἐπίσης διαρρήδην ἠρνεῖτο νὰ παράσχῃ εἰς τὴν Ἑλλάδα, καὶ πρὸ πάντων, Κύριοι, τὸ ζήτημα τοῦ δασμολογίου. Τὸ ζήτημα δὲ τοῦ δασμολογίου ἐλύθη, καθ’ ἃς βάσεις ἀρχῆθεν ἔθεσεν ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, ἀφ’ ἧς διὰ τοῦ ἀειμνήστου Μαυροκορδάτου καὶ ἐμοῦ διεπραγματεύετο τὸ ζήτημα τοῦτο. Δὲν ἀπέκρουεν ἡ Ἑλλὰς νὰ συνομολογήσῃ δασμολογικὴν σύμβασιν μετὰ τῆς Τουρκίας, διότι καὶ ἄλλαι Δυνάμεις συνωμολόγησαν δασμολογικὰς συμβάσεις μετὰ τῆς Τουρκίας, ἀλλ’ ὑπὸ ἕνα καὶ μόνον ὅρον, τὸν ὅρον, τὸν ὁποῖον ἀναγράφει τὸ πρωτόκολλον τὸ παρηρτημένον εἰς τὴν συνθήκην, ὅτι τὸ μὲν δασμολόγιον τὸ συμβατικὸν θέλει ἐφαρμόζεσθαι ἐν Ἑλλάδι, ἀλλὰ τὸ δασμολόγιον τοῦτο δὲν θέλει ἐφαρμόζεσθαι ἐν Τουρκίᾳ ἢ ὅταν μετὰ πασῶν τῶν Εὐρωπαϊκῶν Δυνάμεων, μετὰ τῶν ὁποίων ἡ Τουρκία δεσμεύεται διὰ τῶν ἀρχαίων συνθηκῶν, ἐφαρμοσθῇ. Καὶ κατὰ τοῦτο, Κύριοι, ἡ Ἑλλὰς ἐξωμοιώθη πρὸς τὰ μᾶλλον εὐνοούμενα Κράτη. Τοῦτο θεωρῶ ὡς θρίαμβον, τοῦτο θεωρῶ ὡς νίκην, τοῦτο θεωρῶ ὡς ἀπόκτημα ἀνεκτίμητον, διότι ἐν τούτῳ κυρίως ἐνέκειτο ἡ μεγάλη δυσχέρεια, καὶ τὴν δυσχέρειαν ταύτην τὴν ἐδοκίμασεν ἡ Ἑλλὰς, ὅτε ἡ Τουρκία αὐθαιρέτως μὲν, παραβαίνουσα δὲ τὰ συντεθειμένα, ἐφήρμοσεν εἰς τὰ ἑλληνικὰ προϊόντα τὸ διαφορικὸν δασμολόγιον. Τοῦτο δὲ δὲν ἦτο καὶ πρωτοφανὲς, Κύριοι, διότι οἱ μελετήσαντες, ὡς ἐγὼ, τὴν ἱστορίαν τῶν συμβατικῶν σχέσεων ἡμῶν μετὰ τῆς Τουρκίας γνωρίζουσιν, ὅτι τὸ ὕπουλον τοῦτο πολλάκις τὸ μετεχειρίσθη ἡ ὅμορος Ἐπικράτεια, ὁσάκις ἤθελε νὰ ἐπιβληθῇ εἰς ἡμᾶς. Οὐδὲν λοιπὸν τὸ ἄπορον, ἂν κατὰ τὸ ἔτος 1900 ἐφαρμόσθη αὐθαιρέτως τὸ διαφορικὸν δασμολόγιον· ἀλλὰ καὶ πάλιν τῇ παρεμβάσει τῶν Μεγάλων Δυνάμεων ἀνεγνωρίσθη, ὅτι κακῶς ἐγένετο ἡ ἐφαρμογὴ ἐκείνη, καὶ δι’ ἀναβολῶν κατωρθώθη, ὥστε νὰ φθάσωμεν εἰς τὸ συμπέρασμα τὸ σημερινόν. Ἐγὼ, Κύριοι, συγχαίρω τὴν Κυβέρνησιν ἀπὸ ψυχῆς καὶ καρδίας, ὅτι ἐπεφυλάσσετο εἰς αὐτὴν ἡ τιμὴ νὰ θέσῃ τὴν ὑπογραφήν της εἰς σύμβασιν, ἡ ὁποία τιμᾷ τοὺς διαπραγματευθέντας καὶ τοὺς διευθύναντας τὰ τῶν διαπραγματεύσεων αὐτῶν.
§80ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κουντουριώτης ἔχει τὸν λόγον.
§81Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Ἐὰν λαμβάνω τὸν λόγον, κύριοι Βουλευταὶ, ἐπὶ τῆς μετὰ τῆς Τουρκίας συνομολογηθείσης ἐμπορικῆς συμβάσεως, πράττω τοῦτο, ἵνα ἐπιφέρω μόνον παρατηρήσεις τινάς.
§82Ε. ΚΟΚΚΕΒΗΣ. Δὲν ἀφίνετε δι’ αὔριον, κύριε συνάδελφε, κατόπιν τῆς ἐντυπώσεως τῆς ὁμιλίας τοῦ κυρίου Στεφάνου;
§83Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Τὴν ἐντύπωσίν σας, κύριε Βουλευτὰ, νὰ τὴν φυλάξητε διὰ τὸν ἑαυτόν σας. Ἡ ἐντύπωσις, τὴν ὁποίαν ἀφῆκεν ἡ ἀγόρευσις τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου ἐκ Ζακύνθου, βεβαίως δὲν θὰ ἐπηρεάσῃ τοὺς λόγους μου. Ἐγὼ ὀφείλω νὰ εἴπω τὴν γνώμην μου, καὶ ἂν θέλῃ ἡ Βουλὴ, ἂς τὴν ἀκούσῃ, ἂν δὲν θέλῃ, ἂς μὴ τὴν ἀκούσῃ.
§84Ε. ΚΟΚΚΕΒΗΣ. Ἐγὼ δὲν εἶπον τίποτε!
§85Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Ἐγὼ θὰ ἐπροτίμων, Κύριοι, ἡ συζήτησις, ἡ ὁποία πρὸ μικροῦ ἐγένετο, νὰ μὴ ἐλάμβανε χώραν. Βεβαίως οὐδεὶς δύναται εὐκόλως νὰ μεμφθῇ τοὺς διαπραγματευθέντας τὰς συνθήκας, τὴν προξενικὴν καὶ τὴν ὑπὸ συζήτησιν. Ἀλλὰ λόγος περὶ στεφάνου — οὐχὶ βεβαίως περὶ τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Ζακύνθου Βουλευτοῦ — λόγος περὶ γέρατος ὀφειλομένου διὰ τὴν συνθήκην αὐτὴν δὲν ἔπρεπε νὰ γείνῃ. Καὶ δὲν ἔπρεπε νὰ γείνῃ λόγος περὶ γέρατος διὰ τὴν συνθήκην ταύτην, διότι ἡ συνθήκη αὕτη εἶναι δῶρον ἄδωρον, — καὶ αἰσθάνομαι τὴν ὑποχρέωσιν νὰ δηλώσω τοῦτο ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Ἀναγνωρίζω ὅλας τὰς περιστάσεις, ὑφ’ ἃς διετελοῦμεν κατὰ τὴν διαπραγμάτευσιν τῆς συνθήκης ταύτης, ἀναγνωρίζω, ὅτι ἤμεθα εἰς θέσιν μειονεκτοῦσαν, καὶ ὅτι ἤμεθα ἠναγκασμένοι νὰ ὑποκύπτωμεν εἰς ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα οἱ ἰσχυροὶ μᾶς ἐπέβαλλον· ἀλλ’ ἔχομεν καὶ τὴν ὑποχρέωσιν νὰ παρερχώμεθά τινα πράγματα ἐν σιγῇ διαμαρτυρίας, καὶ νὰ μὴ ζητῶμεν δι’ ἀτόπων ἐπιδεικτικῶν συγχαρητηρίων, εἴτε πρὸς τὴν Κυβέρνησιν εἴτε πρὸς ἡμᾶς αὐτοὺς, νὰ συγκαλύπτωμεν τὴν πικρὰν ἀλήθειαν, παραμορφοῦντες αὐτὰ ταῦτα τὰ πράγματα! Θὰ ἀρκεσθῶ εἰς ὀλίγας παρατηρήσεις, ὡς ἀρχόμενος τοῦ λόγου ἐδήλωσα, ἐπὶ τῆς προκειμένης συνθήκης, διότι δὲν σκοπῶ νὰ συζητήσω ἐπὶ τῆς οὐσίας. Εὑρισκόμεθα ἐνώπιον τετελεσμένου πλέον γεγονότος, τοῦ ὁποίου αἱ συνέπειαι ἀρχίζουν μετά τινας ἡμέρας· καὶ ποιοῦμαι τὰς παρατηρήσεις ταύτας ἁπλῶς χάριν τῆς ἱστορίας καὶ ὅπως μὴ ὑπολάβῃ ἡ χώρα καὶ ὅπως μὴ ὑπολάβωσιν οἱ ἀλλοδαποὶ, ἐκ τῶν ἀνταλλασσομένων ἐνταῦθα συγχαρητηρίων, ὅτι δὲν εἴμεθα εἰς θέσιν νὰ ἐκτιμήσωμεν πρεπόντως τὰ ἐν τῇ συνθήκῃ ἀναγεγραμμένα σπουδαῖα δι’ ἡμᾶς μειονεκτήματα. Διὰ τοῦ πρώτου ἄρθρου τῆς παρούσης συνθήκης παρέχεται ἀμοιβαία εἰς τὰ προϊόντα τῶν συμβαλλομένων μερῶν ἰσοτέλεια, οἵα πρὸς τὰ προϊόντα τοῦ μᾶλλον εὐνοουμένου Κράτους. Ἀλλ’ ἐνῷ διὰ τοῦ βʹ ἐδαφίου τοῦ αὐτοῦ ἄρθρου παρέχονται πλεονεκτήματα εἰς ὡρισμένα τινὰ ἐμπορεύματα, εἰσαγόμενα ἐκ τῆς Τουρκίας εἰς τὴν Ἑλλάδα, καὶ ὡς ἀντάλλαγμα τούτου παρέχονται πάλιν πλεονεκτήματα εἰς ἄλλα ἐμπορεύματα, εἰσαγόμενα ἐξ Ἑλλάδος εἰς τὴν Τουρκίαν, ἀποκαθίσταται δὲ τοιουτοτρόπως ποιά τις ἰσορροπία μεταξὺ τῶν ἑκατέρωθεν παραχωρουμένων πλεονεκτημάτων, τὸ πρόσθετον πρωτόκολλον ἀπροσδοκήτως καὶ ἀποτόμως ἀνατρέπει τὴν ἰσορροπίαν ταύτην· διότι, ἐνῷ τὰ πρὸς τὴν Τουρκίαν παραχωρηθέντα διὰ τοῦ πίνακος Αʹ πλεονεκτήματα τίθενται ἐν ἰσχύϊ εὐθὺς ἀμέσως ἀπὸ τῆς κυρώσεως τῆς συνθήκης, διὰ τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ πρωτοκόλλου τοῦ προσθέτου ὁρίζεται, ὅτι «τὰ εἰς τὴν Ἑλλάδα παραχωρηθέντα πλεονεκτήματα δὲν θέλουσιν ἰσχύει, εἰμὴ μόνον ὁπόταν τὸ νέον γενικὸν δασμολόγιον ἐφαρμοσθῇ ἐν Τουρκίᾳ»· τουτέστιν ὅταν καὶ ἂν αἱ Μεγάλαι Δυνάμεις, τῶν ὁποίων ἀπὸ πολλῶν ἐτῶν ματαίως ἐπιδιώκει ἡ Ὑψηλὴ Πύλη τὴν συναίνεσιν, ὅπως παραιτηθῶσιν ἀρχαίων προνομιακῶν δικαιωμάτων, καὶ μεταβληθῶσιν αἱ μετ’ αὐτῶν τελωνιακαὶ συνθῆκαι, ὅταν, λέγω, καὶ ἂν αἱ Μεγάλαι Δυνάμεις δεχθῶσι τοῦτο. Οὕτω λοιπὸν ἐχόντων τῶν πραγμάτων, εἶναι ἐπιτυχία αὕτη, διὰ τὴν ὁποίαν δυνάμεθα νὰ συγχαρῶμεν ἀλλήλους;
§86Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Διατί;
§87Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Διότι, ἐπαναλαμβάνω, διὰ τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ προσθέτου πρωτοκόλλου ἐκμηδενίζεται τὸ πλεονέκτημα τὸ παραχωρηθὲν εἰς τὴν Ἑλλάδα διὰ τοῦ δευτέρου ἐδαφίου τοῦ πρώτου ἄρθρου τῆς συνθήκης, τοῦ καθορίζοντος τὰ ἀμοιβαῖα πλεονεκτήματα. Καὶ ἐκμηδενίζεται, διότι τὰ μὲν ὀθωμανικὰ προϊόντα τοῦ πίνακος Αʹ, τὰ εἰσαγόμενα εἰς τὴν Ἑλλάδα, εὐθὺς ἀμέσως ἀπολαύουσι τῆς συμφωνηθείσης ἐλαττώσεως τοῦ δασμοῦ, τὰ δὲ πλεονεκτήματα διὰ τὰ ἑλληνικὰ προϊόντα τοῦ πίνακος Βʹ, τὰ εἰσαγόμενα εἰς τὴν Τουρκίαν, τίθενται ἐν ἰσχύϊ πότε; ὅταν ἐγκριθῇ καὶ ἂν ποτε ἐγκριθῇ τὸ νέον γενικὸν δασμολόγιον τῆς Τουρκίας, τὸ ἀπὸ πολλῶν ἐτῶν συζητούμενον καὶ ἀποκρουόμενον ἀπὸ τὰς Μεγάλας Δυνάμεις. Εἶναι ἀληθὲς αὐτό, ἢ δὲν εἶναι; Εἶναι λοιπὸν ἡ προκειμένη συνθήκη θρίαμβος; εἶναι ἐπιτυχία; Ἐγὼ νομίζω, ὅτι οὐδεμία δύναται νὰ θεωρηθῇ ἐπιτυχία, ὅταν πρόκηται ἡ μὲν Τουρκία ν’ ἀπολαύσῃ τῶν συμφωνηθέντων πλεονεκτημάτων ἀμέσως, ἡμεῖς δὲ ν’ ἀπολαύσωμεν τούτων ὑπὸ αἵρεσιν, ἄγνωστον πότε. Ἀλλὰ δυνάμεθα κἄν νὰ ἤμεθα βέβαιοι, ὅτι τὸ γενικὸν δασμολόγιον θὰ ἐφαρμοσθῇ ποτε ἐν Τουρκίᾳ;
§88ΑΘΩΣ ΡΩΜΑΝΟΣ. Εἶναι συμφερώτερον νὰ ἐφαρμοσθῇ ἀμέσως καὶ δι’ ἡμᾶς τὸ δασμολόγιον; Αὐτὴν τὴν γνώμην ἔχετε;
§89Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Ἀμέσως, μάλιστα...
§90Α. ΡΩΜΑΝΟΣ. Συστήσατε εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ τὸ προτείνῃ· θὰ γείνῃ ἀμέσως δεκτόν.
§91Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. .. Διότι τὰ ἐμπορεύματα, περὶ τῶν ὁποίων πρόκειται ἐν τῷ πίνακι Βʹ, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἦναι ἄλλα, παρὰ τὰ ὁριζόμενα ἐν αὐτῷ· δηλαδὴ προϊόντα τοιαῦτα, διὰ τὰ ὁποῖα οὐδὲ ἡ Γερμανία οὐδὲ ἡ Γαλλία οὐδὲ ἄλλο Κράτος δύναται νὰ ἐνδιαφέρηται...
§92Α. ΡΩΜΑΝΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν δὲν ἔχει παρὰ νὰ τὸ προτείνῃ.
§93Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Δὲν λέγω, τί δυνάμεθα ἢ τί δὲν δυνάμεθα νὰ προτείνωμεν ἢ νὰ λάβωμεν· θέλω ἁπλῶς καὶ κατηγορηματικῶς νὰ εἴπω, ὅτι δὲν παρέχει ἡ παροῦσα συνθήκη εὔλογον περίστασιν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἁρμόζει νὰ ἐρχώμεθα ἐνταῦθα καὶ νὰ συγχαίρῃ ὁ εἷς τὸν ἕτερον δι’ ἔργον, τὸ ὁποῖον προδήλως εἶναι ἑτεροβαρές, ὡς πρὸ μικροῦ σᾶς ἀπέδειξα. Καὶ οὗτος εἶναι ὁ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον ἐν ἀρχῇ τῆς συνεδριάσεως ἐζήτησα παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ καταθέσῃ πίνακα, ἐκ τοῦ ὁποίου νὰ ἐμφαίνηται, τί πληρώνομεν σήμερον ἡμεῖς, καὶ τί θὰ πληρώνωμεν αὔριον, καὶ τί πληρώνει ἡ Τουρκία σήμερον, καὶ τί θὰ πληρώνῃ αὔριον, μετὰ τὴν κύρωσιν τῆς συνθήκης...
§94Α. ΡΩΜΑΝΟΣ. Σήμερον πληρώνομεν 8% ἐπὶ τῆς ἀξίας· ὅ,τι πληρώνουσιν ὅλοι.
§95Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Ἀλλ’ εὑρίσκετε, ὅτι εἶναι ἐπουσιώδης ἡ παρατήρησις, τὴν ὁποίαν ἔκαμα, ὅτι τὰ εἰς ἡμᾶς ὡς ἀντάλλαγμα παραχωρηθέντα πλεονεκτήματα διὰ τοῦ πίνακος Βʹ θὰ ἰσχύωσι δι’ ἡμᾶς μόνον ὅταν ἐφαρμοσθῇ τὸ γενικὸν δασμολόγιον ἐν Τουρκίᾳ; Πρέπει νὰ ἀρκεσθῶμεν εἰς τὸ 8%, τὸ ὁποῖον ἤδη ἔχομεν καὶ τὸ ὁποῖον δὲν ἀποτελεῖ ἀντάλλαγμα, ἀφοῦ τὸ εἴχομεν πάντοτε;
§96Γ. ΜΠΑΛΤΑΤΖΗΣ. Μοὶ ἐπιτρέπετε;
§97Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Εὐχαρίστως.
§98Γ. ΜΠΑΛΤΑΤΖΗΣ. Ἰδοὺ τί συμβαίνει, κύριε Κουντουριώτη. Ὑπάρχουσιν, ὅπως γνωρίζετε, συνθῆκαι ἐμπορικαὶ μετὰ τῆς Τουρκίας, αἱ ὁποῖαι ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον ἔχουσι συνομολογηθῆ μετὰ τὴν συνθήκην τῶν Παρισίων τοῦ 1856· ἂν δὲ δὲν ἀπατῶμαι, ἡ πρώτη τοιαύτη ἐμπορικὴ συνθήκη, ἡ ὁποία μετέβαλεν ὡς πρὸς τὸ δασμολόγιον τὰς ἀρχαίας συνθήκας, τὰς Capitulations, εἶναι ἡ μετὰ τῆς Γαλλίας συναφθεῖσα τὸ 1861, ἡ ὁποία μάλιστα ῥητῶς ὁρίζει, ὅτι εἶναι παράρτημα (acte additionnel) τῶν Capitulations. Αἱ συνθῆκαι αὗται ἔληξαν, μετὰ τῆς Τουρκίας δὲ αἱ Δυνάμεις διαπραγματεύονται ἤδη νέας ἐμπορικὰς συνθήκας, αἵτινες ἐν πολλοῖς ἀποδέχονται δασμολόγιον ὑπέρτερον τοῦ 8%, περὶ τοῦ ὁποίου ὡμίλησε πρὸ ὀλίγου ὁ ἀξιότιμος ἐκ Κραναίας Βουλευτής. Διὰ τὸν λόγον τοῦτον, πρὶν ἢ συνομολογηθῶσιν αἱ νέαι συνθῆκαι καὶ συμβάσεις ὑφ’ ὅλων τῶν Δυνάμεων, δὲν συμφέρει βεβαίως εἰς τὴν Ἑλλάδα νὰ παραδεχθῇ ἀπὸ τοῦδε νέον συμβατικὸν δασμολόγιον, ὅπερ ἔσεται ὑπέρτερον τοῦ ἤδη κρατοῦντος 8%.
§99Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Νομίζω, ὅτι αὐτὸ δὲν ἔχει σχέσιν πρὸς τὸ θέμα, ὅπερ ὑποστηρίζω. Ἡμεῖς δίδομεν ἀπὸ τοῦδε πλεονεκτήματα εἰς τὴν Ὑψηλὴν Πύλην ἐπὶ ὡρισμένων προϊόντων, ἡ δὲ Ὑψηλὴ Πύλη διὰ τοῦ πρωτοκόλλου τοῦ προσθέτου ἀφαιρεῖ τὴν σύγχρονον ἰσχὺν τῶν ἡμετέρων πλεονεκτημάτων!
§100ΑΛ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Εἶναι τὸ ἀντίθετον· ἀναγνώσατε τὴν ἔκθεσιν, καὶ θὰ ἴδητε.
§101Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Ἀλλὰ ἡ ἔκθεσις ἔχει καὶ πολλὰς ἄλλας ἀντιφάσεις, τὰς ὁποίας δὲν θέλω νὰ ἐξετάσω, διότι δὲν θέλω, ἐπαναλαμβάνω, νὰ κάμω συζήτησιν. Π. χ. λέγετε εἰς τὴν ἔκθεσίν σας—καὶ τὸ λέγετε διὰ φράσεων πομπωδῶν καὶ διὰ λέξεων, αἱ ὁποῖαι θέλετε νὰ κάμωσιν ἐντύπωσιν,—ὅτι «ἰσχύει ἡ συνθήκη τῆς Κάνλιτζα τοῦ 1855, ἥτις συνθήκη τυγχάνει διαρκής», καὶ εἶτα εἰς τὴν κατόπιν παράγραφον λέγετε ἄλλα. Ἰδοὺ (ἀναγινώσκει): «Ἐννοεῖται ὅμως, ὅτι αἱ διατάξεις τῆς συνθήκης τῆς Κάνλιτζα παραμένουσιν αἱ αὐταί, ἐφ’ ὅσον αὗται δὲν ἐτροποποιήθησαν ὑπὸ τῆς διαιτητικῆς ἀποφάσεως καὶ ὑπὸ τῆς νέας συνθήκης, τῆς ὑπὸ τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς ὑποβαλλομένης...» Ἀφοῦ προηγουμένως μᾶς βεβαιοῦτε, ὅτι (ἀναγινώσκει) «διὰ τοῦ ἄρθρου 1 τῆς συνθήκης ταύτης συνομολογεῖται, ὅτι τὸ καθεστώς, καθ’ ὃ ἔκπαλαι ἐρρυθμίσθησαν αἱ ἐμπορικαὶ ἐπικοινωνίαι μεταξὺ τῶν δύο χωρῶν, θέλει ἐξακολουθεῖ ὑφιστάμενον καὶ ἐν τῷ μέλλοντι, ἐνῷ ἀφ’ ἑτέρου διὰ τοῦ ἄρθρου 8 ἐπιβεβαιοῦνται (sont confirmés) ἅπαντα τὰ δικαιώματα, προνόμια καὶ ἀτέλειαι, τὰ τοῖς ὑπηκόοις, τοῖς πλοίοις, τῇ ναυτιλίᾳ καὶ τῇ ἐμπορίᾳ τῶν δύο χωρῶν ἀπονεμηθέντα διὰ τῆς συνθήκης τῆς Κάνλιτζα, ἥτις συνθήκη τυγχάνει διαρκής, ὡς διαρκὴς εἶναι καὶ ἡ διαιτητικὴ ἀπόφασις τῶν ἐν Κωνσταντινουπόλει ἀντιπροσώπων τῶν Μεγάλων Δυνάμεων.» Λοιπὸν τί εἶναι αὐτά; Ἄλλα εἰς τὴν ἀρχὴν, καὶ ἄλλα παρακάτω! Ἀλλ’ ἵνα ἐπανέλθω εἰς τὸ θέμα μου, ὅτι δὲν ἦτο ἀνάγκη νὰ προσέλθωμεν ἐνταῦθα καὶ νὰ θεωρήσωμεν τὴν ὑποβληθεῖσαν συνθήκην ὥς τι γεγονὸς σπουδαῖον, καὶ νὰ διαμείβωμεν συγχαρητήρια, λέγω, ὅτι ἡ συνθήκη αὕτη, κατὰ τὴν γνώμην μου, εἶναι ἑτεροβαρὴς, καὶ ὅτι τὰ ἐκ τῆς συμβάσεως τῆς Κάνλιτζα κεχορηγημένα ἡμῖν πλεονεκτήματα ἐτροποποιήθησαν εἰς βάρος ἡμῶν, ἢ μᾶλλον ἐψαλιδίσθησαν οἰκτρῶς. Καὶ λέγω τοῦτο ὀλίγον χαμηλοφώνως...
§102ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ. Εἰπέτε το δυνατώτερα.
§103Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Εἰς τὰ ζητήματα τῆς ναυτιλίας π. χ. τὰ δικαιώματα ἡμῶν οὐσιωδῶς περιωρίσθησαν. Καὶ δὲν λέγω ταῦτα διὰ νὰ παραπονεθῶ, ὅτι οἱ ἀντιπρόσωποι ἡμῶν ἠδύναντο ν’ ἀποκτήσωσι δικαιώματα ἄλλα, καὶ δὲν τὸ ἔπραξαν, διότι τοῦτο θὰ ἀντέβαινε καὶ εἰς τὸν χαρακτῆρά των καὶ εἰς τὸν πατριωτισμόν των,—ἔπραξαν μόνον ὅ,τι ἠδυνήθησαν νὰ πράξωσι, τόσον ὁ ἀξιότιμος πρώην ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργός, ὡς καὶ ὁ ἐκ Ζακύνθου ἀξιότιμος Βουλευτὴς καὶ ὁ ἀείμνηστος Μαυροκορδᾶτος· — ἀλλὰ θεωρῶ ἀναγκαῖον νὰ λεχθῇ, ὅτι δὲν μοὶ ἐφάνη ποσῶς ἁρμόζον νὰ γείνῃ, ὡς ἐγένετο σήμερον, συζήτησις περὶ συγχαρητηρίων, διότι τὸ ζήτημα τῆς ναυτιλίας ἐν γένει ἐλύθη καθ’ ἡμῶν· ἀλλὰ καὶ τὸ ζήτημα τῆς σπογγαλιείας ἐλύθη ἐπίσης καθ’ ἡμῶν· διότι, ἐνῷ πρὶν εἴχομεν τὸ δικαίωμα νὰ ἁλιεύωμεν ἄνευ οὐδενὸς περιορισμοῦ, δυνάμει τῆς συνθήκης τοῦ 1855, σήμερον τί ἔχομεν διὰ τῆς νέας συνθήκης; ὅτι θὰ ὑπαγώμεθα εἰς τοὺς ἐγχωρίους κανονισμοὺς τοῦ Ὀθωμανικοῦ Κράτους!...
§104Α. ΡΩΜΑΝΟΣ. Αὐτὸ ὑπῆρχε πάντοτε· εἶναι ζήτημα δημοσίας τάξεως.
§105Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Πλανᾶσθε! ἄλλοτε δὲν ὑπῆρχεν. Εἴχομεν κεκτημένον δικαίωμα μόνον ἡμεῖς ἐκ τῆς μακροχρονίου ἐνασκήσεως. Ὑπάρχουν καὶ ἄλλα σημεῖα, περὶ τῶν ὁποίων ὅμως δὲν κάμω λόγον. Τὰς ὀλίγας ταύτας παρατηρήσεις εἶχον νὰ φέρω· ἐλπίζω δὲ, ὅτι οὐδεμία παρεξήγησις τῆς προθέσεώς μου θὰ γείνῃ.
§106Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Νομίζω ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἀφεθῇ ἡ ἐντύπωσις, ὅτι ἡ συνθήκη μειώνει τὰ δικαιώματα καὶ τὰς παροχάς, τὰς ὁποίας πρὸς ἄλλα Κράτη παραχωρεῖ. Ἡ σύμβασις ἡ ἐμπορικὴ καθιεροῖ ὑπὲρ τῶν ἐμπορευμάτων καὶ τῶν προϊόντων τῶν ἑλληνικῶν, τῶν εἰσαγομένων εἰς Τουρκίαν, τὰ αὐτὰ φορολογικὰ βάρη καὶ πάσας τὰς ἀπαλλαγὰς, ἃς παρέχουν ἄλλαι συνθῆκαι πρὸς ἄλλα μᾶλλον εὐνοούμενα Κράτη. Πάντες γνωρίζετε, ὅτι τὸ δασμολόγιον τὸ ἰσχῦον ἐν Τουρκίᾳ, τὸ παρακεχωρημένον εἰς τὰ μᾶλλον εὐνοούμενα Κράτη, εἶναι ἐκ τῶν πλέον εὐνοϊκῶν διὰ τὸ εἰσαγωγικὸν ἐμπόριον, ἑπομένως καὶ εἰς τὰ ἑλληνικὰ προϊόντα καὶ ἐμπορεύματα, ἅτινα ἀπολαύουν τῶν αὐτῶν εἰσαγωγικῶν δασμῶν, ὧν καὶ τὰ ἄλλα εὐρωπαϊκὰ Κράτη. Ὁ εἰσαγωγικὸς δασμὸς ἐν Τουρκίᾳ εἶναι 8% ἐπὶ τῆς ἀξίας τῶν εἰσαγομένων. Οἱ δασμοὶ οὗτοι δὲν εἶναι εὐνοϊκοὶ καὶ διὰ τὸ τουρκικὸν ταμεῖον. Ἐπειδὴ δὲ εἶναι τοιοῦτοι, διὰ τοῦτο ἀπὸ ἐτῶν εἰργάζετο ἡ Τουρκικὴ Κυβέρνησις, ὅπως πείσῃ τὰς Εὐρωπαϊκὰς Κυβερνήσεις νὰ δεχθῶσι μεταβολὴν τοῦ δασμολογίου, καὶ ἀντὶ τῶν 8%, τὰ ὁποῖα βαρύνουν τὸ πλεῖστον τῶν ἐμπορευμάτων τῶν εἰσαγομένων εἰς Τουρκίαν, νὰ ἐπιβαρυνθῶσι ταῦτα διὰ βαρυτέρου δασμοῦ. Τοῦτο μέχρι τοῦδε δὲν κατωρθώθη, καὶ ἄδηλον πότε θὰ κατορθωθῇ. Ἐν τῷ μεταξὺ θὰ ἐξακολουθήσωμεν πληρώνοντες κατὰ τὴν εἰσαγωγὴν 8% ἐπὶ τῆς ἀξίας τῶν εἰσαγομένων. Ἐν ᾗ περιπτώσει ἐπιτευχθῇ αὔξησις τοῦ εἰσαγωγικοῦ δασμοῦ, ἡ αὔξησις αὕτη θὰ ἐπιβαρύνῃ ὅλους, διότι ὅλα σχεδὸν τὰ Κράτη ἐν Τουρκίᾳ ἀπολαύουν τοῦ ὅρου τοῦ πλέον εὐνοουμένου Κράτους, καὶ ἂν μὴ καταστῇ γενικὴ, δὲν θ’ ἀποβῇ ὠφέλιμος εἰς τὸ τουρκικὸν ταμεῖον. Ἀλλ’ ἡ Τουρκία ἐπιδιώκει ἀπὸ μακροῦ χρόνου πλησίον τῶν Εὐρωπαϊκῶν Κυβερνήσεων ἄλλο κυρίως, δηλ. τὴν ἀντικατάστασιν τοῦ δασμολογίου ἐπὶ τῆς ἀξίας διὰ δασμολογίου στηριζομένου, ὡς τὰ Εὐρωπαϊκὰ, ἐπὶ εἰδικῆς τῶν εἰσαγομένων φορολογίας κατὰ βάρος καὶ ἀριθμὸν, καὶ ἐφαρμοστέου ἐφ’ ὅλων τῶν προελεύσεων τῶν εἰσαγομένων. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι μέχρι τοῦδε ἀπέτυχεν εἰς τὰς προσπαθείας αὐτῆς. Ἀλλὰ μὴ λησμονῆτε, ὅτι ἡ Τουρκικὴ πολιτικὴ ἐπωφελεῖται συχνὰ τῶν περιστάσεων, εἰς τὰς ὁποίας εὑρίσκονται αἱ Δυνάμεις, καὶ δύναται νὰ ἐπιτύχῃ μίαν ἡμέραν τοῦτο. Σήμερον τὸ συμφέρον τοῦ ἑλληνικοῦ ἐμπορίου εἶναι νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ αὐτὴ κατάστασις, διότι τελοῦμεν δασμὸν εἰσαγωγῆς ἐπὶ τῶν ἡμετέρων προϊόντων μόνον 8%. Ὀψέποτε δ’ ἤθελεν ἐπικρατήσει ἡ ἐνέργεια τῆς Τουρκικῆς Κυβερνήσεως, τότε διὰ τὰ προϊόντα, τὰ ὁποῖα ὁρίζονται ἐν τῷ δασμολογίῳ Βʹ, ἀλλὰ μόνον τότε θέλει ἐπιτύχει ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, ὅπως ταῦτα ἀπολαμβάνωσι τοῦ ἠλαττωμένου δασμοῦ, διότι ἕως τότε θὰ τελῶμεν ὑπὸ τοὺς δασμοὺς, τοὺς ὁποίους καταβάλλουν τὰ ἄλλα μᾶλλον εὐνοούμενα Κράτη. Τὴν διαφορὰν, ἥτις ἐπέρχεται διὰ τοῦ δασμολογίου Βʹ, δὲν γνωρίζω αὐτὴν τὴν στιγμήν. Ἀλλὰ δὲν εἶναι τὸ αὐτὸ καὶ ὅσον ἀφορᾷ τὴν Τουρκίαν. Αὕτη θέλει ἀπολαύσει εὐθὺς ἅμα τῇ κυρώσει τῆς συμβάσεως τῶν ἠλαττωμένων δασμῶν, οὓς τῇ παραχωροῦμεν διὰ τοῦ δασμολογίου Αʹ. Δὲν λέγω ὅτι τοῦτο εἶναι ἄδικον, ἀφοῦ ὁ τουρκικὸς εἰσαγωγικὸς δασμὸς εἶναι 8% ἐπὶ τῆς ἀξίας, ὁ δὲ ἰδικός μας λίαν προστατευτικὸς, καὶ διὰ τοῦτο πολὺ βαρύτερος τοῦ τουρκικοῦ. (Μετὰ ταῦτα γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, εἰς δευτέραν συζήτησιν).
§107ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑποβάλλω τροποποιήσεις τινὰς ἐπὶ ἄρθρων τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς, ὅπως ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων αὐτῆς. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 351).
§108Ι. Γ. ΛΑΠΠΑΣ. Πότε θὰ ψηφισθῇ;
§109ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐὰν θέλητε, ἀμέσως μετὰ τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ συνόλου τοῦ σταφιδικοῦ νομοσχεδίου. Τρίτη συζήτησις ἐπὶ τοῦ συνόλου τῆς προτάσεως νόμου «περὶ μεταρρυθμίσεως τοῦ νόμου ΒΦΠΓʹ περὶ φορολογίας τοῦ σταφιδοκάρπου καὶ περὶ συστάσεως Σταφιδικῆς Τραπέζης». Ἔχει τις τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ συνόλου;
§110ΔΙΟΝ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, πρὶν ψηφισθῇ τὸ σύνολον...
§111ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρέπει νὰ ἀναγνωσθῇ.
§112ΔΙΟΝ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Πρὸ τῆς ἀναγνώσεως ἔχω νὰ ποιήσωμαι παρατηρήσεις τινάς.
§113ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν πρὸ τῆς ἀναγνώσεως, διότι δὲν ἀνεγνώσθη τὸ ὅλον.
§114ΔΙΟΝ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Πρὸ τῆς ἀναγνώσεως ἐπεθύμουν νὰ ὑποβάλω πρότασίν τινα.
§115ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίστε λοιπόν.
§116ΔΙΟΝ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Ἡ πρότασίς μου ἀφορᾷ εἰς εὐκολίαν, ὄχι εἰς δυσχέρειαν. Ὅπως εἶχε προτείνει τὸ νομοσχέδιον ἡ ἐπιτροπή, μετερρυθμίζοντο ἄρθρα σχετικὰ τοῦ νόμου τοῦ ἰσχύοντος· ἀλλ’ ἐπειδὴ εἶχε τεθῆ ὡς ἄρθρον μόνον, ὅτι τὰ δεῖνα καὶ δεῖνα ἄρθρα τοῦ νόμου τοῦ ἰσχύοντος μεταρρυθμίζονται, καταργοῦνται, ἀντικαθίστανται, ἡ Βουλὴ δὲν ἐδέχθη τὸ σύστημα τοῦτο, καὶ ἠρίθμησε τὰ ἄρθρα. Ἐὰν τὰ ἄρθρα ταῦτα ψηφισθῶσιν ὡς εἶναι ἠριθμημένα σήμερον, θὰ προκύψῃ μεγάλη δυσχέρεια κατόπιν, ὅταν θὰ θελήσῃ τις νὰ συνδυάσῃ ταῦτα πρὸς τὸν κείμενον νόμον, διὰ νὰ ἠξεύρῃ, ποῖα ἄρθρα μετερρυθμίσθησαν καὶ κατὰ τί. Διὰ τοῦτο προτείνω, ἐὰν ἡ Βουλὴ δέχηται, πρὸ τῆς ψηφίσεως τοῦ συνόλου, ν’ ἀκολουθήσωμεν τὴν μέθοδον, τὴν ὁποίαν πολλὰ νομοθετήματα ἠκολούθησαν, ὅσα τουτέστιν ἀντικατέστησαν ἄρθρα κειμένων νόμων δι’ ἄρθρων νέων. Λοιπὸν προτείνω, ὅπως ἐπὶ ἑκάστου ἄρθρου τοῦ ἤδη κατ’ ἄρθρον ψηφισθέντος νομοσχεδίου, τεθῇ: «Ἄρθρον 1. Τὸ ἄρθρον 2 τοῦ νόμου ἀντικαθίσταται ὡς ἑξῆς», καὶ οὕτω καθεξῆς· νὰ ἀναγράφωνται δηλαδὴ ἐν ἑκάστῳ ἄρθρῳ τὰ ἄρθρα τοῦ νόμου τοῦ κειμένου τὰ ἀντικαθιστώμενα, οὕτως ὥστε, ὅταν δημοσιευθῇ ὁ νόμος, νὰ ἠξεύρῃ ἕκαστος, ποῖον ἄρθρον τοῦ νόμου ἀντικαθιστᾷ τὸ ἄρθρον τὸ ψηφισθέν· διότι ἄλλως θὰ ἐπέλθῃ σύγχυσις καὶ δυσχέρεια εἰς τὴν μελέτην τοῦ νόμου. Τοῦτο καὶ μόνον προτείνω εἰς τὴν Βουλήν. Καὶ ἐσημείωσα ἐδῶ, τῇ βοηθείᾳ τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου κ. Γούναρη, τὰ ἄρθρα τὰ σχετικὰ τοῦ νόμου, τὰ ἀντικαθιστώμενα καὶ τροποποιούμενα.
§117Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἀπαιτεῖται ὅμως νὰ γένηται ἐπισταμένη μελέτη, ἵνα μὴ συμβῇ νὰ θεωρηθῶσι κατηργημένα ἄρθρα τοῦ κειμένου νόμου, τὰ ὁποῖα δὲν κατηργήθησαν, ἀλλὰ μόνον ἐτροποποιήθησαν. Ἐὰν λοιπὸν ἄρθρον τι τοῦ νομοσχεδίου, ἄρτι ψηφισθέν, δὲν καταργῇ, ἀλλὰ τροποποιῇ, δὲν πρέπει νὰ ὑπαχθῇ εἰς τὴν αὐτὴν κατηγορίαν.
§118ΔΙΟΝ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Μὲ συγχωρεῖτε, κύριε Πρόεδρε· εἶπον νὰ γραφῇ μόνον πρὸ τῶν ἄρθρων ἐκείνων, ἐκ τῶν ἤδη ψηφισθέντων, ἅτινα ἀντικαθιστῶσιν ὁλόκληρον ἄρθρον τοῦ κειμένου νόμου.
§119Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Μήπως τυχὸν ὑπάρχει διάταξίς τις ἐν τῷ παλαιῷ νόμῳ, ἡ ὁποία δὲν κατηργήθη, ἀλλ’ ἐτροποποιήθη;
§120ΔΙΟΝ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Καταργεῖται ὁλόκληρον τὸ κείμενον τοῦ ἄρθρου καὶ ἀντικαθίσταται, ἓν δὲ ἄρθρον, τὸ ὁποῖον ἔχω σημειώσει, αὐτὸ πρέπει νὰ διαγραφῇ, διότι εἶναι ἐπανάληψις ἄρθρου τοῦ κειμένου νόμου, διότι ὑπάρχει ἄρθρον ἐν τῷ νόμῳ, τὸ ὁποῖον ἐπανελήφθη ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, διότι προσεκολλήθη, ὡς δεύτερον ἐδάφιον τοῦ ἄρθρου ἐκείνου, τὸ τῆς ἀπαγορεύσεως τῶν νέων φυτειῶν, καὶ τώρα ἔχομεν δύο ἄρθρα ὅμοια καὶ ἀπαράλλακτα.
§121ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Κατὰ τὸ ἄρθρον 42 τοῦ Κανονισμοῦ, νομίζω ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται νὰ γένηται δεκτὴ ἡ πρότασις, τὴν ὁποίαν προτείνετε.
§122ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ἄρθρον 42 τοῦ Κανονισμοῦ εἰς τὰς δύο τελευταίας παραγράφους ὁρίζει τὰ ἑξῆς: «Τὸ δὲ μετὰ τὴν τρίτην κατ’ ἄρθρον συζήτησιν συναρμολογηθὲν σχέδιον, τυπούμενον κατὰ τὰ ἀνωτέρω, ἀναγινώσκεται εἰς τὴν Βουλὴν πρὸ τῆς ἐπὶ τοῦ συνόλου ψηφοφορίας. Ἐπὶ τῆς ἀναγνώσεως ταύτης οὐδεμία πρότασις δύναται νὰ γένηται, ἐπιτρέπεται ὅμως νὰ τεθῶσιν εἰς συζήτησιν καὶ ψηφοφορίαν διορθώσεις ἀριθμητικῶν σφαλμάτων ἢ τροποποιήσεις σκοποῦσαι ἀποκλειστικῶς εἰς γλωσσικὰς ἢ γραμματικὰς βελτιώσεις τοῦ κειμένου, τοιαῦται δὲ μόνον, οἷαι οὐδὲ κατ’ ἐλάχιστον μεταβάλλουσι τὴν ἔννοιαν.» Ἐπὶ τοῦ προκειμένου, ἀφοῦ διεγράφη τὸ πρῶτον ἐκεῖνο ἄρθρον, ἀναγκαίως ἐγένετο ἡ νέα ἀρίθμησις. Τώρα, κατὰ τί βλάπτει ἡ νέα ἀρίθμησις; Ὄτι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἔχει νὰ ἐφαρμόσῃ τὸν νόμον αὐτόν, θὰ ἦναι ἠναγκασμένος νὰ μελετήσῃ τὸν νόμον ἀκριβέστερον· ἀκριβῶς δὲ πρὸς τοῦτο περιέλαβον τὴν διάταξιν τοῦ τελευταίου ἄρθρου, καθ’ ἣν «πᾶσα διάταξις ἀντιβαίνουσα εἰς τὸν παρόντα νόμον καταργεῖται.» Λοιπὸν ἀναγκαίως ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος θὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψει του τὸν νόμον τὸν ἀρχικόν, θὰ μελετήσῃ καὶ τὸν δεύτερον νόμον, διὰ νὰ ἴδῃ, κατὰ πόσον καταργοῦνται αἱ διατάξεις τοῦ παλαιοῦ. Νομίζω λοιπόν, ὅτι δὲν δύναται νὰ γείνῃ δεκτή, κατὰ τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 42 τοῦ Κανονισμοῦ, ἡ πρότασις τοῦ κ. Βουλευτοῦ Ζακύνθου περὶ ἀπαλείψεως ἑνὸς ἄρθρου. Ἄν τὸ ἄρθρον αὐτὸ ἦναι ἐπανάληψις τοῦ ἄρθρου τοῦ κειμένου νόμου, κατὰ τί βλάπτει; Ἀλλὰ βεβαίως δὲν ἐπιτρέπεται νὰ διαγραφῇ ἄρθρον ἐψηφισμένον.
§123Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄσον ἀφορᾷ τὴν προσθήκην, τὴν ὁποίαν ὑπέδειξεν ὁ κύριος Βουλευτὴς Ζακύνθου, δύναται νὰ γείνῃ αὕτη κατὰ τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ συνόλου, διότι ἐπιτρέπεται ἡ διόρθωσις ἀριθμητικῶν σφαλμάτων. Ἀλλὰ καὶ τὰ ἀφορῶντα τὴν διατύπωσιν τοῦ λεκτικοῦ δύνανται νὰ διορθωθῶσιν· ἡ πρότασις δὲ τοῦ κ. Βουλευτοῦ Ζακύνθου ἀφορᾷ εἰς τὴν διόρθωσιν τοῦ λεκτικοῦ. Διότι τὸ Προεδρεῖον ἔχει τὴν γνώμην, ὅτι τὸ ἄρθρον σιωπηρῶς ἀντικατέστησε τὰ σχετικὰ ἄρθρα τοῦ νόμου ΒΦΠΓʹ, καὶ ἐξάγεται ἐντεῦθεν σιωπηρῶς ἡ κατάργησις. Ἀλλὰ τί ἄλλο εἶναι τοῦτο, εἰμὴ ἡ διατύπωσις ἡ λεκτική; Ἀντὶ λοιπὸν σιωπηρῶς νὰ ἐπέρχηται ἡ κατάργησις, ὁ κ. Βουλευτὴς Ζακύνθου προτείνει νὰ ἐκφρασθῇ ῥητῶς.
§124ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι ὁ μόνος τρόπος νὰ ματαιώσωμεν ὅλην τὴν ἐργασίαν, ἡ ὁποία ἐγένετο ἐπὶ 15 ἡμέρας· διότι ἐγὼ δὲν ἀναλαμβάνω τὴν εὐθύνην νὰ εἴπω, ποῖοι ἀριθμοὶ ἀνταποκρίνονται εἰς τὸν παλαιὸν νόμον. Λοιπὸν θέτω εἰς ψηφοφορίαν τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου.
§125Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐκ τοῦ ἄρθρου 1 νὰ λείψῃ τὸ «ἀνὰ εἷς».
§126Δ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, ἐν ἄρθρῳ 8, ἐδαφίῳ 3, λέγεται: «Ἐπιτρέπεται εἰς τὴν Σταφιδικὴν Τράπεζαν νὰ δεχθῇ ὡς παρακράτημα χλωρὰν σταφίδα μετὰ προηγουμένην συμφωνίαν διὰ πλειστηριασμοῦ τελουμένου μεταξὺ αὐτῆς καὶ ἐργοστασιαρχῶν...» Ἀντὶ «τελουμένου» πρέπει νὰ τεθῇ «καταρτιζομένην».
§127ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα.
§128Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὸ αὐτὸ ἄρθρον παρεισέφρησε τυπογραφικὸν λάθος· λέγει ἡ «ἀγοραζομένη ξηρὰ σταφίς», ἀντὶ νὰ λέγῃ «χλωρὰ σταφίς».
§129ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βεβαίως, διότι πρόκειται περὶ χλωρᾶς σταφίδος.
§130ΣΠ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Τὸ ἄρθρον 3 τοῦ νομοσχεδίου τῆς ἐπιτροπῆς, ὅπερ ἔπειτα μετεβλήθη, λέγει, ὅτι ἐκ τῶν 7 συμβούλων, ὅσοι ἀπαρτίζουν τὸ Διοικητικὸν Συμβούλιον «οἱ δύο ἐξέρχονται τοῦ Συμβουλίου διὰ κλήρου ἀνὰ διετίαν, οὕτως ὥστε οἱ παραμένοντες νὰ ἐκπληρῶσιν ὑπηρεσίαν τετραετῆ». Ἀλλ’ ἐὰν ἐκ τούτων ἐξέλθουν οἱ δύο, θὰ παραμένωσι 5 ἢ 3...
§131ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνὰ δύο πάντοτε θὰ ἐξέρχωνται. Ἔχει ἄλλος τις τὸν λόγον; Οἱ παραδεχόμενοι τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς τρίτην συζήτησιν, ὡς ἐτροποποιήθη, συμφώνως ταῖς παρατηρήσεσι τῶν κυρίων Βουλευτῶν Ζακύνθου καὶ Μεσσήνης, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου ᾼΡϞϚʹ τῆς 13 Ἀπριλίου 1884 περὶ διευθύνσεως τοῦ Βασιλικοῦ Ναυστάθμου καὶ ὁρισμοῦ τοῦ προσωπικοῦ αὐτοῦ». Ἔχει τις τὸν λόγον;
§132ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§133Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Αἱ παρατηρήσεις ὑμῶν ἤθελον εἶσθαι βάσιμοι, ἐὰν τὸ συζητούμενον νομοσχέδιον ἐπρόκειτο νὰ καταργήσῃ καὶ τὴν ἐλαχίστην διάταξιν τοῦ νόμου καὶ τῶν Διαταγμάτων, τὰ ὁποῖα ἀνεφέρατε· ἀλλ’ οὐδεμία ἐκ τῶν ἰσχυουσῶν διατάξεων τοῦ νόμου καὶ τῶν Διαταγμάτων, τὰ ὁποῖα ἀνεφέρατε, καταργεῖται διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου. Διὰ τοῦ ἄρθρου 2 τοῦ νομοσχεδίου ἀπαγορεύεται ἡ κατάταξις τεχνιτῶν αʹ καὶ βʹ τάξεως, καὶ ἐπιτρέπεται αὕτη, συμφώνως πάντοτε μὲ τὴν ἰσχύουσαν νομοθεσίαν, διὰ προβιβασμοῦ, κατόπιν διαγωνισμοῦ καὶ ἐξετάσεων, ἤτοι κατὰ τὰς ἰσχύουσας διατάξεις, αἱ ὁποῖαι δὲν θίγονται. Ἀπαγορεύεται δὲ ἡ ἀπ’ εὐθείας κατάταξις τεχνιτῶν αʹ καὶ βʹ τάξεως, διότι κατὰ τὴν ἰσχύουσαν νομοθεσίαν δύνανται καὶ ἀπ’ εὐθείας νὰ προσληφθῶσι τεχνῖται αʹ καὶ βʹ τάξεως.
§134ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Πότε;
§135Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Εἰς τὰς περιπτώσεις, τὰς ὁποίας προβλέπει ὁ νόμος. Ὅταν δὲν ὑπάρχουν ἱκανοὶ ἐν τῷ Ναυστάθμῳ, ἵνα προβιβασθῶσιν εἰς τεχνίτας αʹ καὶ βʹ τάξεως, ἐπιτρέπεται νὰ λαμβάνωνται καὶ ἔξωθεν. Τοῦτο ἐθεώρησα ἄτοπον, διότι εἶναι προτιμότερον νὰ μὴ λαμβάνωνται αʹ καὶ βʹ τάξεως τεχνῖται ἔξωθεν, ἀλλὰ πάντοτε νὰ προάγωνται ἐκ τῶν ὑπαρχόντων, ἐκ τῶν ὑπηρετούντων ἐν τῷ Ναυστάθμῳ. Ἀλλὰ κατ’ οὐδέν, ἐπαναλαμβάνω, θίγονται αἱ διατάξεις αἱ ἰσχύουσαι. Ὅσον δ’ ἀφορᾷ τὸ ἄρθρον 1, ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, ἐὰν ἐπρόσεχεν, ἤθελον ἴδει, ὅτι πρόκειται περὶ τοῦ πίνακος, ὁ ὁποῖος μένει ἐν ἰσχύϊ. Ὁ πίναξ, τὸν ὁποῖον ὁ νόμος τοῦ 1884 ἀναφέρει, μένει ἐν ἰσχύϊ· εἰς τὸν πίνακα αὐτὸν προστίθενται οἱ τεχνῖται, τοὺς ὁποίους ἀναφέρει τὸ νομοσχέδιον. Ἀλλ’ ἡ διάταξις τοῦ νόμου τοῦ ἰσχύοντος, ὅτι ἡ Διεύθυνσις τοῦ Ναυστάθμου, ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν εἰς κλάσιν τινὰ ἔχει ἀνάγκην ἐργατῶν, δύναται νὰ προσθέσῃ τινας, ἐλαττώνουσα τὸν ἀριθμὸν ἄλλης τάξεως, ἡ διάταξις αὕτη τοῦ νόμου κατ’ οὐδὲν θίγεται. Ἐν τῷ πίνακι τῷ ἰσχύοντι προστίθενται οἱ τεχνῖται βʹ καὶ γʹ τάξεως εἰς τὸ ἁρμοστήριον, βʹ καὶ γʹ τάξεως εἰς τὸ λεβητοποιεῖον, καὶ βʹ καὶ γʹ τάξεως εἰς τὸ χυτήριον, διότι αἱ τρεῖς αὗται τάξεις παρουσιάζουν τὰς μεγαλειτέρας ἀνάγκας· ἀλλ’ ἡ διάταξις τοῦ νόμου, κατὰ τὴν ὁποίαν, ἐὰν αἱ ἀνάγκαι τῶν συνεργείων τοῦ Ναυστάθμου ἀπαιτῶσι, δύναται τάξις τις ἐργατῶν νὰ ἐλαττωθῇ, καὶ νὰ προστεθῶσιν ἐργάται εἰς ἄλλην τάξιν, κατ’ οὐδὲν θίγεται· μένουσιν ἐν πλήρει ἰσχύϊ αἱ διατάξεις τοῦ νόμου τοῦ 1884 καὶ τῶν Διαταγμάτων περὶ διαγωνισμῶν, ἐξετάσεων καὶ κατατάξεων. Ὁ σκοπὸς τοῦ νομοσχεδίου εἶναι εἷς. Ὅσοι ἠσχολήθησαν εἰς τὰ τοῦ Ναυστάθμου γνωρίζουσιν, ὅτι συμβαίνουν σφάλματα εἰς τὴν κατάταξιν τῶν ἡμερομισθίων ἐργατῶν...
§136Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Δὲν θὰ προσλαμβάνωνται πλέον ἡμερομίσθιοι ἐργάται;
§137Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Θὰ προσλαμβάνωνται σχετικῶς ὀλιγώτεροι. Εἰς τὴν πρόσληψιν τῶν ἡμερομισθίων ἐργατῶν φέρονται κἄπως χαριστικῶς, καὶ προσλαμβάνονται ἐργάται μὴ ἔχοντες τὴν ἱκανότητα, τὴν ὁποίαν ἔχουσιν οἱ τακτικοὶ, οἱ ἐργαζόμενοι ἐν τῷ Ναυστάθμῳ, οἱ ἀσχολούμενοι ἐπὶ πολλὰ ἔτη εἰς μίαν ὡρισμένην ἐργασίαν. Οὗτοι βεβαίως εἶναι καὶ ἁρμοδιώτεροι καὶ καταλληλότεροι τῶν ἐργατῶν, οἱ ὁποῖοι προσλαμβάνονται ἐπὶ ἡμερομισθίῳ. Θέλω λοιπὸν διὰ τοῦ νομοσχεδίου νὰ ἐλαττωθῇ ἡ πίστωσις καὶ ὁ ἀριθμὸς τῶν ἡμερομισθίων ἐργατῶν, καὶ νὰ αὐξήσῃ ἡ πίστωσις καὶ ὁ ἀριθμὸς τῶν ἐργατῶν τῶν τακτικῶν. Διότι ἐκ τῆς ἀντιλήψεώς μου περὶ τῶν γιγνομένων ἐν Ναυστάθμῳ ἐπείσθην, ὅτι ἡ ἐργασία, ἡ ὁποία παρέχεται παρ’ ἑνὸς ἐργάτου ἀρχίσαντος ἀπὸ μαθητευομένου ἐν τῷ Ναυστάθμῳ, ἡ ἐργασία αὕτη εἶναι ἀσυγκρίτως μεγαλειτέρα καὶ τελειοτέρα τῆς ἐργασίας, τὴν ὁποίαν παρέχει ὁ ἡμερομίσθιος ἐργάτης.
§138Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Πόσοι εἶναι οἱ τακτικοί;
§139Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Διακόσιοι περίπου.
§140Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Περισσότεροι.
§141Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Λοιπὸν αὐτὸς εἶναι ὁ σκοπὸς τοῦ νομοσχεδίου· διατηρεῖ τὸν πίνακα, ὅπως τὸν ἔχει ὁ ἰσχύων νόμος· αὐξάνει μόνον τὰς τρεῖς κλάσεις αὐτὰς, διότι, ὡς εἶπον, θεωρῶ καλλίτερον νὰ ἔχωμεν εἰς τὸ ἁρμοστήριον, εἰς τὸ λεβητοποιεῖον καὶ εἰς τὸ χυτήριον (χαλκουργεῖον) ἐργάτας τακτικούς, ἀντὶ ἡμερομισθίων. Οὐδεμία ἄλλη διάταξις περιέχεται ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, ἡ ὁποία νὰ ἀναιρῇ καὶ τὴν ἐλαχίστην διάταξιν τοῦ ἰσχύοντος νόμου. Ὥστε κύριος σκοπὸς καὶ μόνος τοῦ νομοσχεδίου εἶναι ἡ ἐλάττωσις τῶν ἡμερομισθίων καὶ ἡ αὔξησις τῶν τακτικῶν ἐργατῶν, χάριν τῆς οἰκονομικωτέρας καὶ καταλληλοτέρας λειτουργίας τοῦ Ναυστάθμου. Εἶναι δὲ καὶ ἡ ἀπαγόρευσις, ὅπως καὶ εἰς τὰς περιστάσεις, τὰς ὁποίας προβλέπει ἡ ἰσχύουσα νομοθεσία, μὴ προσλαμβάνωνται δευτέρας καὶ πρώτης τάξεως ἐργάται, διότι καὶ ἐκεῖ δύναται νὰ ἀσκηθῇ ἐπήρεια, ὅπως ἐργάτης καταταχθῇ ἐν ταῖς ἀνωτέραις τάξεσιν, ἐνῷ, ὅταν ἡ ἀνάγκη, τὴν ὁποίαν ἡ ἰσχύουσα νομοθεσία προβλέπει, ἐπιβάλλῃ τὴν πρόσληψιν καὶ ἐργατῶν τοῦ Ναυστάθμου, οὗτοι θὰ κατατάσσωνται οὐχὶ εἰς τὴν πρώτην ἢ δευτέραν τάξιν, ἀλλ’ εἰς τὴν τρίτην, καὶ ἂν παραστῇ ἀνάγκη ἐπιβεβλημένη περισσοτέρων, θὰ προτιμῶνται πάντοτε οἱ προβιβαζόμενοι. Μόνον οἱ δύο αὐτοὶ σκοποὶ πρόκειται νὰ ἐκπληρωθῶσι διὰ τοῦ νομοσχεδίου, ἀλλ’ οὐδεμία τῶν ἰσχυουσῶν διατάξεων πρόκειται νὰ θιχθῇ, καὶ νομίζω, ὅτι τὸ συμφέρον τῆς ὑπηρεσίας ἐν τῷ Ναυστάθμῳ, ὄχι τὸ ἀπόλυτον, ἀλλὰ τὸ σχετιζόμενον πρὸς πρὸς τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, ἐπιβάλλει τὴν ψήφισιν αὐτοῦ, χάριν ἀκριβῶς τῆς εὐρυθμοτέρας λειτουργίας τοῦ Ναυστάθμου.
§142ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Ἐγὼ παραδέχομαι, ὅτι ὀρθῶς ὁ κύριος Ὑπουργὸς παρετήρησεν, ὅτι δὲν κατέβαλον τὴν ἀπαιτουμένην προσοχὴν, ὅπως ἐννοήσω τὰ ἄρθρα 1 καὶ 2 τοῦ νομοσχεδίου· τὸν παρακαλῶ ὅμως νὰ μοὶ ἐξηγήσῃ τὴν τελευταίαν παράγραφον τῆς ἐκθέσεως, ἡ ὁποία εἶναι ἀκριβῶς ἀντίθετος πρὸς ὅσα λέγει καὶ αὐτὸς καὶ τὸ νομοσχέδιον.
§143Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ποῦ εἶναι;
§144ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Ἡ ἔκθεσις λέγει: «Ἐπειδὴ δὲ κατὰ τὸν ἤδη ἰσχύοντα κανονισμὸν τοῦ συνεργείου ἐπιτρέπεται ἡ ἀπ’ εὐθείας κατάταξις τεχνιτῶν πάσης τάξεως, ὅπερ καθ’ ἡμᾶς μὴ ὠφέλιμον καὶ ἄδικον τυγχάνει, παρακωλυομένης οὕτω τῆς προαγωγῆς τῶν ἐπὶ πολλὰ ἔτη ἐν τῷ ἐργοστασίῳ ὑπηρετούντων, ἐτέθη ἐν τῷ ὑποβαλλομένῳ νομοσχεδίῳ διάταξις, δι’ ἧς δὲν ἐπιτρέπεται ἡ ἀπ’ εὐθείας κατάταξις τεχνιτῶν πρώτης καὶ δευτέρας τάξεως». Σᾶς ἔδειξα πρὸ μικροῦ, ἀναγνοὺς τὸ ἄρθρον 3, ἐδάφιον ἕκτον, τοῦ νόμου καὶ τὸ ἄρθρον 14 τοῦ Β. Διατάγματος τῆς 30 Ἰουνίου 1889, ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται σήμερον ἡ ἀπ’ εὐθείας κατάταξις.
§145Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Εἰμή;...
§146ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Εἰμὴ εἰς τὴν ἐξαίρεσιν μόνον, κατὰ τὴν ὁποίαν οἱ ἐν τῷ Ναυστάθμῳ ὑπάρχοντες καὶ ὑφιστάμενοι τὴν ἐξέτασιν πρὸς προαγωγὴν θεωρηθῶσιν ἀνίκανοι· διότι αὐτὸ τοῦτο ἀκριβῶς λέγει τὸ ἄρθρον 2 τοῦ νομοσχεδίου σας, ὅτι, ἐν ᾗ περιπτώσει δὲν εἶναι δυνατὸν ἐκ τῶν ἐξετάσεων νὰ ἀποδειχθῶσιν οἱ ἐν τοῖς συνεργείοις τοῦ Ναυστάθμου ἱκανοὶ πρὸς προαγωγήν, τότε λαμβάνετε ἔξωθεν καὶ κατατάσσετε.
§147Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Μάλιστα.
§148ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. «Μάλιστα»! λέγετε. Ἀλλὰ τότε ἡ εἰσηγητικὴ ἔκθεσις λέγει τὸ ἐναντίον. Ἀλλὰ μοὶ ἐπιτρέπετε νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι ἔχετε τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ἀπαντήσητε εἰς τὸ ἐρώτημα, τὸ ὁποῖον σᾶς εἶχον θέσει, διότι ἐν τῇ ἐκθέσει ταύτῃ λέγονται πράγματα ἀνακριβῆ. Τὸ ἀνακριβὲς εἶναι ὅτι, ἐνῷ κατὰ τὸν νῦν ἰσχύοντα νόμον δὲν ἐπιτρέπεται ἡ ἀπ’ εὐθείας κατάταξις, ἔρχεται τὸ ἄρθρον 2, τὸ ὁποῖον ἀκριβῶς ἀνατρέπει τὰς ἰσχυούσας διατάξεις.
§149Γ. ΠΟΛΥΓΕΝΗΣ. Ἡ ἐξαιρετική.
§150ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Δὲν λέγει.
§151Γ. ΠΟΛΥΓΕΝΗΣ. Ἐννοεῖται.
§152Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἰδού.
§153ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Μὴ ἐπιμένετε.
§154Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν ἐπιμένω.
§155ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Ἀλλὰ καλλίτερον νὰ διακόψωμεν, καὶ κατόπιν ἐξακολουθοῦμεν.
§156ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Πέντε λεπτὰ ἀκόμη.
§157Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Δὲν δυνάμεθα νὰ μείνωμεν περισσότερον, κύριε Πρόεδρε· εἶναι 8½ ἡ ὥρα.
§158ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ διακόψωμεν.
§159ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις μέχρι τῆς 9 καὶ 30′. (Γίνεται διακοπὴ ὥρᾳ 8 καὶ 20′ μ.μ. Ἐπαναλαμβάνεται δὲ ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 10 καὶ 30′ μ. μ.)
§160Κ. ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Θὰ παρακαλέσω νὰ ἀναγνωσθῇ ὡς πρῶτον τὸ ὑπ’ ἀριθ. 4 τῆς ἡμερησίας διατάξεως νομοσχέδιον περὶ τῶν Καμαριναίων.
§161ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν δύναται νὰ διακοπῇ ἡ συνέχεια τῆς συζητήσεως.
§162Κ. ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Ἐγὼ προτείνω τὴν ἀναβολὴν τοῦ ὑπ’ ἀριθμὸν 3 τῆς ἡμερησίας διατάξεως νομοσχεδίου.
§163ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑποστηρίζουσι δέκα Βουλευταὶ τὴν πρότασιν περὶ ἀναβολῆς;
§164ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι τοῦ ἀρξαμένου νομοσχεδίου ἡ συζήτησις δὲν εἶναι κατεπείγουσα· πρόκειται περὶ προσθήκης ἀριθμοῦ ἐργατῶν καὶ τεχνιτῶν εἰς τὸν Ναύσταθμον. Ἀλλ’ αἱ ἐργασίαι εἰς τὸν Ναύσταθμον δύνανται νὰ γείνωσιν ἐπ’ ὀλίγας ἀκόμη ἡμέρας, ὅπως γίνονται ἀπὸ τοῦ 1884, διὰ τῶν ὑπαρχόντων ἐργατῶν, καὶ τὸ νομοσχέδιον δύναται ν’ ἀναβληθῇ μέχρι τῆς ἐπαναλήψεως τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς. Δὲν πιστεύω ὅτι ἡ τύχη τῆς Ἑλλάδος ἐξαρτᾶται ἐκ τῆς προσθήκης ὀκτὼ ἔτι ἐργατῶν εἰς τὸν Ναύσταθμον. Πρέπει νὰ μᾶς πείσῃ ὁ κύριος Ὑπουργός, ἵνα ὑποχωρήσωμεν καὶ ἡμεῖς εἰς τὸν κίνδυνον. Θὰ ἦναι ὅμως συμφερώτερον νὰ προβῶμεν εἰς τὴν συζήτησιν τῶν νομοσχεδίων περὶ πιστώσεων, διότι μετὰ ἐργασίαν τοσούτων ἡμερῶν ἐπὶ θεμάτων διαβατικῶν, συντρεχούσης τῆς Ἀντιπολιτεύσεως μέχρι πρωίας, δίκαιον εἶναι νὰ διακοπῶσιν αἱ ἐργασίαι τῆς Βουλῆς, ψηφιζομένων τῶν πρωτίστως ἀναγκαίων.
§165Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡμεῖς ἔχομεν συμφέρον νὰ προσπαθήσωμεν νὰ συζητηθῶσιν ὅσον τὸ δυνατὸν ταχύτερον τὰ νομοσχέδια τὰ ἐπάγοντα ἐλάττωσιν ἐξόδων, ἵνα ἐφαρμόσωμεν τὸ σύστημα τῶν οἰκονομιῶν.
§166Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἐὰν αἱ οἰκονομίαι, περὶ ὧν ἐποιήσατο λόγον ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, δὲν ἠδύναντο νὰ ἐπενεχθῶσιν ἄνευ τῆς ψηφίσεως τῶν νομοσχεδίων, θὰ ἐνόουν νὰ ψηφίσωμεν αὐτὰ κατὰ τὰς δύο ταύτας συνεδριάσεις· ἀλλὰ ὑπάρχουσι καὶ νομοσχέδια, ἅτινα δὲν ἐμποδίζουσι τὴν Κυβέρνησιν νὰ φέρῃ οἰκονομίας, μὴ ψηφιζόμενα. Παραδείγματος χάριν τὸ νομοσχέδιον περὶ ἐπιθεωρητῶν τί ἐμποδίζει τὴν Κυβέρνησιν; — καὶ ἂν δὲν ἀπατῶμαι, ἠλάττωσε τὸν ἀριθμὸν τῶν ἐπιθεωρητῶν· — τὸ νομοσχέδιον περὶ Ἐθνικοῦ Τυπογραφείου δὲν περιλαμβάνει οἰκονομίας, διότι ἀφ’ ἑνὸς μὲν φέρει ἐλάττωσιν δαπάνης διὰ τὴν τύπωσιν τῶν πρακτικῶν τῆς Βουλῆς, ἀλλ’ ἀφ’ ἑτέρου φέρει αὔξησιν δρ. 6500. Προκειμένου λοιπὸν περὶ νομοσχεδίων, τῶν ὁποίων τὰ οἰκονομικὰ ἀποτελέσματα δι’ ἐνεργείας τῆς Κυβερνήσεως δύνανται νὰ ἐπιτευχθῶσι, καλὸν εἶναι, ἐπειδὴ πρόκειται περὶ τρίτης ἀναγνώσεως, νὰ ἀναβληθῶσιν, ὅπως ἡ Βουλὴ συζητήσῃ ταῦτα ἐν ἀριθμῷ ἐπαρκεῖ, σήμερον δὲ νὰ προβῶμεν εἰς τὴν ψήφισιν τῶν πιστώσεων ἐκείνων, ὧν ἡ ψήφισις εἶναι ἀναγκαία, διότι πολλοὶ δικαιοῦνται νὰ λάβωσι χρήματα, καὶ εἶναι δίκαιον νὰ ψηφισθῶσι τὰ σχετικὰ νομοσχέδια. Οὐδὲν δὲ θὰ κερδήσῃ τὸ Κράτος, ἂν ἐπιμείνῃ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἰς τὴν διὰ τριῶν ἀναγνώσεων ψήφισιν νομοσχεδίων, δι’ ὧν πρόκειται νὰ καταργηθῶσι νόμοι ἰσχύοντες, καὶ εἶναι πρέπον, ὅπως ταῦτα ψηφισθῶσιν, ὅταν ἡ Βουλὴ εὑρεθῇ ἐν ἐπαρκεῖ ἀριθμῷ. Πιστεύω, ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως δὲν θὰ ἔχῃ δυσκολίαν ν’ ἀποδεχθῇ τὴν πρότασίν μου.
§167Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἔχω δυσκολίαν, διότι πολλὰ τῶν νομοσχεδίων συνδέονται πρὸς κατάργησιν θέσεων, ὡς τὸ περὶ οἰκονομικῶν ἐπιθεωρητῶν, τὸ περὶ καταργήσεως τελωνειακῶν θέσεων κλπ. Τὰ πλεῖστα τῶν νομοσχεδίων σκοποῦσιν ἐλαττώσεις ἐξόδων· καὶ ὁμιλῶ περὶ τῶν εἰς τρίτην ἀνάγνωσιν εὑρισκομένων, τὰ ὁποῖα νομίζω, ὅτι δύνανται νὰ ψηφισθῶσιν εἰς τρίτην ἀνάγνωσιν.
§168Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἂν νομίζητε, ὅτι πρέπει νὰ ἀναγνωσθῶσι τὰ εἰς τρίτην ἀνάγνωσιν, διότι ἄνευ τῆς ψηφίσεως αὐτῶν δὲν δύνασθε νὰ προβῆτε...
§169Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Εἶναι καί τινα, ἅτινα εἶναι εἰς δευτέραν ἀνάγνωσιν, τὰ ὁποῖα δύνανται ψηφιζόμενα σήμερον νὰ ἔλθωσιν αὔριον εἰς τρίτην.
§170Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἀλλ’ εἶναι εἰς κατάστασιν νὰ νομοθετήσῃ ἡ Βουλή;
§171Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἂν δὲν ἦναι εἰς κατάστασιν, πρέπει νὰ τὸ εἴπητε. Δὲν βλέπω, ποῖον εἶναι τὸ ἔργον τῆς Βουλῆς.
§172Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Παρακαλῶ. Ἐγὼ, ὡς εἶπον, δὲν θέλω νὰ φέρω δυσκολίαν εἰς τὴν ἐνέργειαν τῆς Κυβερνήσεως· ἀλλ’ ἐμνημονεύσατε τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἐπιθεωρητῶν...
§173Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὑμεῖς ἐμνημονεύσατε.
§174Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἀλλὰ νομίζετε, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιληφθῶμεν τῆς τρίτης συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου «περὶ οἰκονομικῶν ἐπιθεωρητῶν» ἄνευ συζητήσεως περὶ τῆς χρησιμότητος ἢ μὴ τῶν ἐπιθεωρητῶν; Διότι ἔχει μεγίστην σημασίαν καὶ σπουδαιότητα τὸ σύστημα τῆς ἐπιθεωρήσεως, εἰς τὸ ὁποῖον θὰ εὕρωμεν σύμφωνον καὶ ἕνα τῶν κυρίων Ὑπουργῶν, ὁ ὁποῖος ἔχει κάμει μακροτάτην ἀγόρευσιν ὑπὲρ αὐτοῦ, λέγων, ὅτι θὰ πάθωμεν μεγάλην συμφορὰν, ἐὰν τὸ σύστημα τῆς ἐπιθεωρήσεως δὲν ἐπιτευχθῇ. Βεβαίως, ἐὰν δηλώσητε ὅτι προβλέπετε, ὅτι μὲ τὸ νέον σύστημα θὰ ἔχητε ἐπιτήρησιν ἀρκοῦσαν, ὥστε αἱ εἰσπράξεις νὰ μὴ ἔχωσι βλάβην, ἡ πλειονοψηφία θὰ σᾶς ἀκούσῃ, καὶ θὰ ἐπιτύχητε τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου. Ἐπειδὴ ὅμως, ὡς λέγετε, καὶ ἄνευ τοῦ νομοσχεδίου τούτου προέβητε εἰς τὴν ἐλάττωσιν τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἐπιθεωρητῶν, καὶ ἔχετε τὴν οἰκονομίαν, τὴν ὁποίαν ἐπιθυμεῖτε, ἂς τὸ ἀφήσωμεν, ἵνα τὸ συζητήσωμεν κατόπιν. Οὐδεμίαν ὅμως ἔχω δυσκολίαν νὰ δεχθῶ νὰ ψηφισθῶσιν αὐτὰ τὰ δύο ἢ τρία νομοσχέδια, περὶ τῶν ὁποίων ἐκάμετε λόγον, εἰς τρίτην ἀνάγνωσιν, καὶ νὰ συζητήσωμεν εἰς δευτέραν ἀνάγνωσιν καὶ ἄλλα τινά.
§175Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Περὶ τοῦ νομοσχεδίου τῶν ἐπιθεωρητῶν ὑπάρχει καὶ ἑτέρα διαφορά. Ἡμεῖς εἴχομεν κατὰ τὸ 1895 καὶ 1896 δώδεκα ἐπιθεωρητάς· κατόπιν, ὅτε ἀφήσαμεν ἡμεῖς τὴν ἀρχὴν, οἱ διάδοχοι ἡμῶν ἔκριναν, ὅτι εἶχον ἀνάγκην 22 ἐπιθεωρητῶν. Λοιπὸν κυρίως ζητεῖται, ἂν ἠδύνατο ἡ ἐπιτήρησις νὰ ἐπιτευχθῇ διὰ τῶν δώδεκα ἐπιθεωρητῶν, ἢ ὑπῆρχεν ἀνάγκη τῶν εἴκοσι καὶ δύο. Ἐγὼ δύναμαι νὰ σᾶς ἀποδείξω, ὅτι ἐπήρκουν οἱ δώδεκα, διότι ἐκ τῶν εἴκοσι καὶ δύο ἐπιθεωρητῶν οἱ περισσότεροι εἶναι τμηματάρχαι τοῦ Ὑπουργείου, καὶ οὐχὶ ἐπιθεωρηταί· ἀλλὰ ποία ζημία ὑπάρχει, ἐὰν τὰ τῶν οἰκονομικῶν ἐπιθεωρητῶν μεταβληθῶσι; Μήπως, ἐν ᾗ ἂν ἡμέρᾳ ἠθέλετε διαδεχθῆ ἡμᾶς, ἂν ἔχητε τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ἔχει νῦν ἡ Ἀντιπολίτευσις, δὲν θὰ δύνασθε ν’ ἀποκαταστήσητε τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον φρονεῖτε ὡς τὸ ἄριστον; Διατὶ θέλετε νὰ ἀναλάβητε τὴν εὐθύνην, ἀρνούμενοι νὰ μᾶς δώσητε τὰ μέσα, ὅπως ἐκπληρώσωμεν τὸ πρόγραμμα ἡμῶν;
§176Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἐγὼ οὐδέποτε ἔσχον τὴν ἰδέαν, ὅτι ἡ μειονοψηφία δύναται νὰ παρακωλύσῃ τὴν Κυβέρνησιν ἵνα πράξῃ ὅ,τι νομίζει συμφέρον πρὸς τὴν διοίκησιν τοῦ Κράτους. Ἐὰν ἐποιησάμην λόγον περὶ ἐπιθεωρητῶν καὶ ἐπιθεωρήσεως, ἔπραξα τοῦτο, διότι τὸ ζήτημα δὲν παρουσιάζεται εἰς τὸν νοῦν μου ὅπως παρουσιάζεται εἰς τὸν νοῦν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶπε: «τί μέλει τὴν Ἀντιπολίτευσιν, ἂν ἡ Κυβέρνησις φρονῇ, ὅτι δύναται διὰ 10 ἐπιθεωρητῶν νὰ ἐπαρκέσῃ εἰς τὴν ἐπιθεώρησιν»; Ἐγὼ φρονῶ, ὅτι καθῆκον τῆς Ἀντιπολιτεύσεως εἶναι νὰ ὑποδείξῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὴν σπουδαιότητα τῆς ἐπιθεωρήσεως, τ’ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα ὁ θεσμὸς τῶν ἐπιθεωρητῶν δύναται νὰ ἔχῃ ἐπὶ τῶν δημοσίων εἰσπράξεων, διότι αἱ εἰσπράξεις δὲν ἀφορῶσι μόνον τὴν Κυβέρνησιν, ἀλλὰ καὶ τὴν Ἀντιπολίτευσιν· καὶ ἔχομεν ὡς παράδειγμα τὰς γνώμας, τὰς ὁποίας ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν ἀνέπτυξε.
§177Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐπεθύμουν καὶ ἐπιθυμῶ τὴν ἐπιθεώρησιν.
§178Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Σεῖς ἐλέγετε, ὅτι ἔπρεπε νὰ ἦναι ὁ ἀριθμὸς τῶν ἐπιθεωρητῶν ἀνώτερος ἐκείνου, τὸν ὁποῖον ἡμεῖς ἔχομεν. Ἐγὼ, κρίνων ἐκ πείρας, καὶ λαμβάνων ὑπ’ ὄψιν τὰ συμβαίνοντα εἰς τὴν ἐπαρχίαν μου, λέγω ὅτι, ἐὰν κατὰ τὴν στιγμὴν τῆς ἐξαγωγῆς τοῦ ἐλαίου δὲν ἔχητε ἐπιθεώρησιν ἀρτίαν, βεβαιωθῆτε, ὅτι ἐντὸς μιᾶς ἑβδομάδος θὰ ἀπολέσητε ὁλόκληρον τὸ ποσόν, τὸ ὁποῖον θέλετε νὰ οἰκονομήσητε. Βεβαίως ὑμεῖς καὶ πεῖραν μεγαλειτέραν ἐμοῦ ἔχετε, ἀναλαμβάνετε δὲ καὶ τὴν εὐθύνην τοῦ πράγματος, ἡ δὲ Ἀντιπολίτευσις οὐδὲν ἄλλο δικαίωμα ἔχει ἢ νὰ ὑποβάλῃ τὰς σκέψεις της. Ἐὰν λοιπὸν ἀναλαμβάνητε καὶ τὴν εὐθύνην αὐτήν, — ἀφοῦ μάλιστα ἤδη προέβητε εἰς τὴν ἀπόλυσιν καὶ αὐτοῦ τοῦ μεσάζοντος μεταξὺ τῶν ἐπιθεωρητῶν καὶ τοῦ Ὑπουργοῦ, διότι καὶ οὗτος ἐπαύθη, — ἐὰν ἀναλαμβάνητε τὴν εὐθύνην νὰ ὑποστηρίξητε, ὅτι ἡ ἀναβολὴ ἐπ’ ὀλίγας ἡμέρας δύναται νὰ παραβλάψῃ τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους, δὲν ἔχω δυσκολίαν νὰ συναινέσω καὶ εἰς τοῦ νομοσχεδίου τούτου τὴν ψήφισιν· νομίζω ὅμως, ὅτι νομοσχέδια μεγάλης σπουδαιότητος δὲν πρέπει νὰ ψηφίζωνται εἰς ὥρας προκεχωρημένας καὶ εἰς τὴν τελευταίαν συνεδρίασιν, εἰς τὴν ὁποίαν ὅλοι συνηνέσαμεν, ἀναγνωρίζοντες τὸ σπουδαῖον τῆς ψηφίσεως τῆς ἐμπορικῆς μετὰ τῆς Τουρκίας συμβάσεως. Ἐὰν ὅμως, ἐπαναλαμβάνω, ἀναλαμβάνητε τὴν εὐθύνην τοῦ πράγματος, δὲν ἔχω δυσκολίαν νὰ συναινέσω εἰς τὴν ψήφισιν καὶ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ.
§179Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ ἔχωμεν τὴν εὐθύνην τῶν νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα ὑποβάλλομεν;
§180ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὡς πρὸς τὸ νομοσχέδιον περὶ Ναυστάθμου τί θὰ γείνῃ, κύριε Ὑπουργέ;
§181Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Ἐὰν ἐπιμένωσι ν’ ἀναβληθῇ καὶ τοῦτο, βεβαίως δὲν θὰ ἐπιμείνω ὅτι πρόκειται νὰ σωθῇ τὸ Κράτος δι’ αὐτοῦ, ὡς ἠθέλησαν νὰ ἰσχυρισθῶσι.
§182ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Ἂς μείνῃ δι’ αὔριον.
§183ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὔριον, κατὰ πᾶσαν πιθανότητα, θὰ ἦναι ἡ τελευταία συνεδρίασις. Δὲν ἠξεύρω κατὰ πόσον θὰ ἦναι εὔκολον νὰ συνέλθῃ ἡ Βουλὴ καθ’ ὥραν 10ην τῆς πρωΐας, διότι ὑπάρχουσι Βουλευταί, οἱ ὁποῖοι πρόκειται νὰ ἀναχωρήσωσι τὴν ἑσπέραν. Τὸ ζήτημα εἶναι νὰ συμβιβάσωμεν τὴν ἐπείγουσαν ἀνάγκην τῆς ψηφίσεως τοῦ νομοσχεδίου περὶ κυρώσεως τῆς μετὰ τῆς Τουρκίας ἐμπορικῆς συμβάσεως καὶ τῆς ἐπικυρώσεως τῶν πρακτικῶν.
§184ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Τοῦτο ἐξαρτᾶται ἐκ τοῦ καταρτισμοῦ τῆς ἡμερησίας διατάξεως. Ἐὰν τὰ νομοσχέδια τὰ εἰς δευτέραν ἀνάγνωσιν σήμερον ὑπάρχοντα ἔλθωσιν αὔριον εἰς τρίτην, βεβαίως δὲν θὰ ἐπιτευχθῇ ὁ σκοπός, τὸν ὁποῖον ἐπιδιώκετε.
§185Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Διαβλέπω μικρὰν διαφορὰν μεταξὺ τῆς γνώμης τοῦ κυρίου Βουλευτοῦ ἐκ Κερκύρας καὶ τῆς τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Κυθήρων.
§186ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Ἀλλὰ πάντοτε θὰ ὑποχωρήσῃ ὁ Βουλευτὴς Κυθήρων εἰς τὴν γνώμην τοῦ Βουλευτοῦ Κερκύρας.
§187Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κερκύρας εἶπεν, ὅτι συμφωνεῖ νὰ ψηφισθῶσί τινα νομοσχέδια· ὁ κύριος Βουλευτὴς ἐκ Κυθήρων λέγει: «δὲν στέργομεν ἕτερον νομοσχέδιον νὰ ψηφίσωμεν, πλὴν τῆς ἐμπορικῆς μετὰ τῆς Τουρκίας συμβάσεως». Διατὶ νὰ μὴ ψηφίσωμεν καὶ τὰς ἄλλας συμβάσεις αὔριον;
§188Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Δὲν ὑπάρχει λόγος νὰ μὴ ψηφίσωμεν καὶ ταύτας.
§189Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐπεθύμουν νὰ ἔχω μίαν σαφῆ γνώμην τῆς Ἀντιπολιτεύσεως.
§190Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἡ γνώμη τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἐλέχθη σαφέστατα. Δεχόμεθα νὰ ψηφισθῶσιν ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα κατὰ τὴν γνώμην τῆς Κυβερνήσεως πρέπει νὰ ψηφισθῶσι, διότι δι’ αὐτῶν ἐπιτυγχάνονται οἰκονομίαι, καὶ ἄνευ τῆς ἐπιψηφίσεως αὐτῶν δὲν δύνανται ἀμέσως αἱ οἰκονομίαι αὗται νὰ πραγματοποιηθῶσιν· ἑπομένως θὰ ἤμην διατεθειμένος, ἐὰν ὑπάρχωσι τοιαῦτα εἰς τρίτην ἀνάγνωσιν, νὰ τὰ ψηφίσωμεν ἀμέσως τὴν ἑσπέραν ταύτην, ὅπως δυνηθῆτε ἀμέσως ἀπὸ τῆς προσεχοῦς ἑβδομάδος νὰ κάμητε τὰς οἰκονομίας, τὰς ὁποίας προτείνετε. Δὲν ἔχω δυσκολίαν νὰ συζητηθῶσι.
§191ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ παροχῆς ἀροτριώντων κτηνῶν καὶ οἰκίσκων εἰς τοὺς ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Βονίτσης συνοικισθέντας Καμαριναίους καὶ ἄλλους Ἠπειρώτας». (Ἀναγινώσκεται τὸ νομοσχέδιον τοῦτο καὶ γίνεται δεκτὸν, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, εἰς γʹ συζήτησιν, ἄνευ ἀντιρρήσεως). Ἡ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ οἰκονομικῶν ἐπιθεωρητῶν» ἀναβάλλεται. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ δικαιοδοσίας, καταργήσεως καὶ καθορισμοῦ τοῦ προσωπικοῦ Οἰκονομικῶν τινων Ἐφοριῶν». Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀναγινώσκονται εἶτα καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 1–4, ὡς ἔχουσιν). Ἄρθρον 5 (ἀναγινώσκεται).
§192ΑΛΕΞ. ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν πιστεύω ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως νὰ ἐπιμείνῃ εἰς τὴν ψήφισιν τοῦ ἄρθρου 5, διότι δὲν βλέπω τὸν λόγον. Ἐν πρώτοις δὲν ὑπάρχει αἰτιολογία τις, διὰ τὴν ὁποίαν καταργοῦνται αἱ θέσεις τῶν κλητήρων τῶν Οἰκονομικῶν Ἐφοριῶν τρίτης τάξεως. Εἶναι γνωστὸν, ὅτι αἱ Οἰκονομικαὶ αὗται Ἐφορίαι δὲν ὑπερβαίνουσι τὰς 20, ἡ δὲ οἰκονομία ἡ ἐπερχομένη ἐκ τῆς ἀντιμισθίας τῶν κλητήρων αὐτῶν εἶναι 4 δραχμαὶ τὸν μῆνα δι’ ἕκαστον, ἤτοι 4800 περίπου δραχμαὶ κατ’ ἔτος. Ἀλλ’ ἐν τῷ ἄρθρῳ 7 ἀναγράφεται αὔξησις ἐπιχορηγήσεως 35 δραχμῶν κατὰ μῆνα διὰ τοὺς ἐφόρους τρίτης τάξεως. Καὶ ἐρωτῶ, ἡ αὔξησις αὕτη εἶναι κατὰ προσθήκην τῆς ὑπαρχούσης ἐπιχορηγήσεως ἢ οὔ; Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ἂν ἦναι δυνατὸν, νὰ δώσῃ ἀπάντησιν ἐπὶ τοῦ ἐρωτήματος τούτου· διότι ἔχουσιν ἤδη ἐπιχορήγησίν τινα διὰ γραφικὴν ὕλην οἱ οἰκονομικοὶ ἔφοροι. Προστίθενται 35 δραχμαί, ἢ δίδονται ἐν συνόλῳ;
§193Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐν συνόλῳ.
§194ΑΛΕΞ. ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τότε πῶς θὰ ἔχωσιν ὑπηρεσίαν οἱ ἄνθρωποι αὐτοί; Ποῖος θὰ μεταφέρῃ τὰ ἔγγραφα εἰς τὸ ταχυδρομεῖον; ποῖος θὰ ἐκτελῇ τὸν καθαρισμὸν τοῦ γραφείου καὶ τὰς ἄλλας ἀνάγκας τῶν ἐφόρων; Διότι τὸ ποσὸν 35 δραχμῶν ἐν συνόλῳ μετὰ τῆς παρεχομένης ἤδη ἐπιχορηγήσεως δὲν εἶναι ἐπαρκὲς, ἵνα παράσχῃ εἰς αὐτοὺς τὰ μέσα νὰ διεξάγωσι τὰς ὑπηρεσίας ταύτας. Φρονῶ, κύριε Πρωθυπουργὲ, ὅτι δὲν εἶναι ἀξία λόγου οἰκονομία. Θὰ μείνωσι δὲ αἱ Ἐφορίαι ἄνευ ὑπηρεσίας. Σημειωτέον δὲ, ὅτι αἱ Οἰκονομικαὶ Ἐφορίαι τρίτης τάξεως εἶναι ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον εἰς πόλεις καὶ εἰς πρωτευούσας ἐπαρχιῶν καὶ νομῶν.
§195Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἐν τῷ Ὑπουργείῳ, τὸ ὁποῖον διευθύνω, ὑπάρχει τὸ τμῆμα ἐπὶ τῶν ἀμέσων φόρων. Τοῦ τμήματος τούτου προΐσταται τμηματάρχης, τὸν ὁποῖον εὗρον ἐργαζόμενον, καὶ τὸν εὗρον ἐργαζόμενον ὄχι μόνον τώρα, κατὰ τὸ 1903, ἀλλὰ καὶ κατὰ τὸ 1895. Τότε δὲν ἦτο τμηματάρχης, ἦτο ὑπουργικὸς γραμματεύς. Κατὰ τὰς πληροφορίας λοιπὸν αὐτοῦ, οἱ κλητῆρες τῶν Ἐφοριῶν τρίτης τάξεως εἶναι ἐντελῶς περιττοὶ, διότι δὲν εἶναι ἄλλο τι, εἰμὴ ὑπηρέται τῶν οἰκονομικῶν ἐφόρων, εἰς οὐδὲν δ’ ἄλλο ἀσχολοῦνται, ἡ δὲ ὑπηρεσία τῶν κλητήρων γίνεται δι’ ἄλλων εὐκολιῶν, τὰς ὁποίας ἔχουσιν οἱ ἔφοροι.
§196ΑΛΕΞ. ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω, ὅτι αἱ πληροφορίαι, τὰς ὁποίας παρέσχεν ὁ κύριος τμηματάρχης, δὲν εἶναι ἀκριβεῖς. Ἐὰν συνέβη ποτὲ, οἰκονομικὸς ἔφορος νὰ χρησιμοποιήσῃ τὸν κλητῆρα ὡς ὑπηρέτην, τοῦτο βεβαίως ἀποτελεῖ παρέκβασιν τοῦ προορισμοῦ τοῦ κλητῆρος αὐτοῦ· ἀλλὰ μὴ λησμονῶμεν, ὅτι τὰ γραφεῖα αὐτὰ ἔχουσι μυρίας ἀνάγκας, τοῦ καθαρισμοῦ τοῦ καταστήματος, τῆς ὑδρεύσεως τῶν ὑπαλλήλων καὶ ἐν γένει ἄλλας ἀνάγκας· φρονῶ δὲ, ὅτι ἡ οἰκονομία τῶν 5 δραχμῶν δὲν εἶναι σπουδαία. Διότι νομίζω, κύριε Πρόεδρε, ὅτι 20 δραχμαὶ εἶναι ἡ ἐπιχορήγησις διὰ γραφικὴν ὕλην· ἀναβιβάζεται ἤδη εἰς δραχμὰς 35, ἤτοι αὐξάνει κατὰ 15 δραχμάς· 20 δραχμαὶ εἶναι ὁ μισθὸς τῶν κλητήρων· λοιπὸν 5 δραχμῶν οἰκονομία γίνεται κατὰ μῆνα.
§197Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἀνεβιβάσθη ἡ ἐπιχορήγησις εἰς 35 δραχμὰς, διὰ νὰ δοθῶσιν εἰς τὸν ἔφορον μικρὰ μέσα, ἵνα οἰκονομῇ αὐτὸς τὰς ἀνάγκας.
§198ΑΛΕΞ. ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Πρόκειται περὶ 5 δραχμῶν κατὰ μῆνα. Ὁ ἔφορος δὲ αὐτὸς θὰ ἦναι ἠναγκασμένος νὰ εὑρίσκῃ ἑκάστοτε ἕνα ὑπηρέτην, καὶ νὰ τὸν πληρώνῃ ἐξ ἰδίων.
§199Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Πρόκειται περὶ ἑνὸς ρουσφετίου, τὸ ὁποῖον ἐδίδετο ἄνευ ἀνάγκης.
§200Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Ὡς καθαρισταὶ τῶν Ἐφοριῶν καὶ τῶν σχολείων ζητοῦσιν ὅλος ὁ κόσμος νὰ διορισθῶσι! Νὰ τὰς καταργήσωμεν αὐτὰς τὰς θέσεις.
§201ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 5, ὡς ἔχει, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀκολούθως ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ λοιπὰ ἄρθρα, ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς γʹ συζήτησιν ἄνευ ἀντιρρήσεως). Τὸ κατόπιν ἀναβάλλεται.
§202Κ. ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Νὰ ψηφισθῇ. Δὲν ὑπάρχει λόγος νὰ ἀναβληθῇ.
§203Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Πρέπει νὰ ἔχωμεν τὰ πρακτικὰ τῆς Βουλῆς.
§204ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τοῦ προσωπικοῦ τοῦ Ἐθνικοῦ Τυπογραφείου». Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 1 (ἀναγινώσκεται).
§205Λ. Δ. ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Ἐπὶ τοῦ πρώτου ἄρθρου ἔχω τροπολογίαν, κύριε Πρόεδρε.
§206ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ βουλευτὴς Ἀττικῆς κύριος Λάμπρος Καλλιφρονᾶς ὑποβάλλει τὴν ἑξῆς τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ πρώτου ἄρθρου τοῦ νομοσχεδίου (ἀναγινώσκει): «Ἐν ταῖς ὑπὸ στοιχεῖον Βʹ μεταβολαῖς νὰ τεθῇ ὡς τρίτη παράγραφος ἡ ἑπομένη: «Εἰς ἀρχιστοιχειοθέτης τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ μηνιαίῳ μισθῷ δραχμῶν 160.» Ἡ δὲ τρίτη παράγραφος, λαμβάνουσα τάξιν τετάρτης, νὰ τροποποιηθῇ ὡς ἕπεται: «Ἕξ στοιχειοθέται, ὧν δύο βʹ τάξεως, εἷς δʹ τάξεως καὶ τρεῖς εʹ τάξεως.»
§207ΛΑΜΠΡΟΣ Δ. ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὑπάρχει εἷς ἀρχιεργάτης, ὁ ὁποῖος ἐπὶ 15 ἔτη καὶ πλέον ἐργάζεται ἐν τῷ τυπογραφείῳ. Δι’ ὅλους τοὺς ἄλλους ἐπῆλθον κατὰ καιροὺς διάφοροι μεταβολαὶ, αἱ ὁποῖαι ηὔξησαν τὸν μισθὸν αὐτῶν. Περὶ τοῦ δυστυχοῦς αὐτοῦ, ὁ ὁποῖος ἐργάζεται περισσότερον πάντων τῶν ἄλλων, διότι, ἀφοῦ περατωθῇ ἡ ἐργασία, εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ μένῃ ὅλην τὴν νύκτα, νὰ κάμνῃ διορθώσεις, οὐδέποτε ἐλήφθη πρόνοια. Ἤδη, ὅτε γίνονται διάφοροι μεταβολαὶ καὶ προστίθενται διάφοροι ἐργάται αʹ καὶ βʹ τάξεως, εἶναι καλὸν νὰ δικαιωθῇ καὶ ὁ ἄνθρωπος αὐτός. Ἐὰν προστεθῶσιν εἰς τὸν μισθὸν αὐτοῦ 20 δραχμαί, θὰ ἦναι πολὺ δίκαιον, ὕστερον ἀπὸ τόσων ἐτῶν ἐργασίαν, τὴν ὁποίαν ἔχει, καὶ ἀφοῦ οὐδεὶς περὶ αὐτοῦ ἐμερίμνησε. Παρακαλῶ τὸν κύριον Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ δεχθῇ τὴν τροπολογίαν ταύτην, διότι, ὅπως ἔχει ἡ τροπολογία, δὲν μεταβάλλεται τὸ ποσὸν τῶν δαπανῶν.
§208Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Λυποῦμαι, διότι δὲν δύναμαι νὰ δεχθῶ τὴν τροπολογίαν· διότι, ἂν ὑπῆρχεν ἀνάγκη, ἤθελον μοὶ ἀναφέρει αὐτὴν ὁ ἐργοστασιάρχης καὶ ὁ Διευθυντής. Ἐγὼ δὲν γνωρίζω τὰ πρόσωπα καὶ τὴν ὑπηρεσίαν ἑκάστου. Αὐτοὶ μοὶ παρέστησαν τὰ πράγματα.
§209Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν πρόκειται, κύριε Πρόεδρε, νὰ γείνῃ νόμος, ἀλλὰ πρόκειται νὰ ἀναγνωρίσωμεν, ὅτι ἡ θέσις καὶ ἡ ἐργασία τοῦ ἀρχιεργάτου εἰς ἓν τυπογραφεῖον, εἶναι ἐπιπονωτέρα πασῶν, καὶ ὅτι βεβαίως ἄνθρωπος τεχνίτης, ὡς αὐτὸς, δύναται νὰ ἔχῃ ἀξιώσεις ἐπὶ τῆς ὑμετέρας συμπαθείας.
§210Λ. Δ. ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἔστε βέβαιος, ὅτι εἰς ὅλα τὰ τυπογραφεῖα τῶν ἐφημερίδων οἱ ἀρχιεργάται λαμβάνουσι 200 καὶ 250 δραχμάς.
§211ΙΣΙΔ. ΚΟΛΙΑΤΣΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν πρόκειται βεβαίως περὶ αὐξήσεως μισθοδοσίας, διότι, ὡς πολὺ ὀρθῶς ὁ ἀξιότιμος κύριος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶπε, πνέει ἄνεμος οἰκονομίας, ἀλλὰ δὲν εἶναι δίκαιον, νομίζω, νὰ ἐλαττώσωμεν π. χ. καὶ τὸν μισθὸν τοῦ γαλβανοπλάστου στερεοτύπου. Ὑμεῖς, κύριε Πρόεδρε, ἀνεγνωρίσατε τῇ προτάσει τοῦ κ. Ἀγγελοπούλου κατὰ τὸ 1896, ὅτι εἶναι δίκαιον νὰ αὐξηθῇ ἡ μισθοδοσία αὐτοῦ. Ἔκτοτε παρῆλθον 7 ἔτη, ηὔξησε δηλαδὴ ἡ πεῖρα τοῦ γαλβανοπλάστου τούτου κατὰ 7 ἔτη, καὶ ἀντὶ νὰ ἐνθαρρυνθῇ ὁ ἄνθρωπος, καὶ νὰ αὐξήσῃ ἡ μισθοδοσία του, αὕτη ἐλαττοῦται! Πρόκειται περὶ ποσοῦ 200 μόνον δραχμῶν ἐτησίως, καὶ δὲν πρέπει νὰ ἀφαιρέσωμεν τὸν ἄρτον τοῦ ἀνθρώπου αὐτοῦ.
§212Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὸ Ἐθνικὸν Τυπογραφεῖον εἶναι ἐργοστάσιον, τοῦ ὁποίου τὸ τεχνικὸν μέρος διευθύνει εἷς ἐργοστασιάρχης. Τοῦτον δὲν διώρισα ἐγὼ, ἀλλὰ διευθύνει τὸ ἐργοστάσιον καὶ ἐπὶ τῆς πρωθυπουργίας τοῦ ἐκ Κερκύρας Βουλευτοῦ καὶ τῆς τοῦ ἐκ Καλαβρύτων Βουλευτοῦ καὶ ἐπὶ τῆς ἐμῆς. Χρεωστῶ δὲ νὰ ἀκούω τὰς γνώμας τοῦ ἐργοστασιάρχου αὐτοῦ, διότι ἄλλως δὲν πρέπει νὰ διατηρῶ αὐτὸν ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ.
§213ΙΣ. ΚΟΛΙΑΤΣΟΣ. Ἐνῷ αὐξάνεται ὁ μισθὸς τοῦ χαρτοθέτου καὶ ἄλλων ὑπαλλήλων, ἐξαιρετικῶς ἐλαττοῦται ὁ μισθὸς τοῦ διεκπεραιωτοῦ καὶ ὁ τοῦ γαλβανοπλάστου. Νομίζω δέ, ὅτι ἔκαμε περὶ τούτων εἰσήγησιν καὶ ὁ κ. Διευθυντὴς τοῦ Ἐθνικοῦ Τυπογραφείου πρὸς τὸν κύριον Πρόεδρον, ἀλλ’ οὗτος, φαίνεται, ἐλησμόνησε ταύτην.
§214Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μὲ συγχωρεῖτε. Ἐγὼ δὲν εἶμαι ἄνθρωπος λησμονῶν τοιαύτας εἰσηγήσεις καὶ οἱασδήποτε. Σᾶς παρακαλῶ δὲ νὰ προσέχητε.
§215ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ θέσω εἰς ψηφοφορίαν μόνον τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Καλλιφρονᾶ, καθ’ ἣν προστίθενται εἰς ἀρχιστοιχειοθέτης καὶ 6 στοιχειοθέται, ὧν 2 δευτέρας τάξεως, 1 τετάρτης τάξεως καὶ 3 πέμπτης τάξεως. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν ταύτην παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 1, ὡς ἔχει, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀναγινώσκεται εἶτα καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 2, ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου, εἰς γʹ συζήτησιν, ἄνευ ἀντιρρήσεως). Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ καταργήσεως καὶ συστάσεως τελωνειακῶν θέσεων».
§216Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Μετὰ τὰς παρατηρήσεις τὰς γενομένας κατὰ τὴν δευτέραν ἀνάγνωσιν, ἔλαβον πληροφορίας νέας παρὰ τῆς ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τούτων προτείνω τὰς ἑξῆς τροπολογίας. Εἰς τὴν πρώτην παράγραφον ἀφῄρεσα τὴν κατάργησιν τῶν θέσεων τοῦ πρώτου γραμματέως τοῦ τελωνείου Κατακώλου καὶ τοῦ πρώτου γραμματέως τῆς διαμετακομίσεως τοῦ τελωνείου Κερκύρας καὶ τῶν δύο ἀποθηκαρίων τελωνείων. Μένει δὲ ἐν τῇ πρώτῃ παραγράφῳ ἡ κατάργησις τῶν ὑπολοίπων θέσεων. Εἰς τὴν δευτέραν παράγραφον θὰ προστεθῇ: «Ὑποβιβάζεται τὸ ἐν Λαυρίῳ τελωνεῖον ἀπὸ πρώτης τάξεως εἰς τρίτην. Καταργοῦνται δὲ αἱ θέσεις τοῦ τελώνου πρώτης τάξεως, τοῦ αʹ γραμματέως, τοῦ ἐλεγκτοῦ αʹ τάξεως, καὶ προστίθενται αἱ θέσεις ἑνὸς τελώνου τρίτης τάξεως καὶ ἑνὸς ἐλεγκτοῦ τρίτης τάξεως.» Ὡσαύτως «τὸ ἐν Ἀντικύρᾳ τρίτης τάξεως ὑποτελωνεῖον ὑποβιβάζεται εἰς τελωνοσταθμαρχεῖον, καὶ συνιστᾶται τοιοῦτον εἰς τὸν ὅρμον Διγύρου». Τὰ τελωνοσταθμαρχεῖα Δομβραίνης καὶ Σερίφου προάγονται εἰς ὑποτελωνεῖα γʹ τάξεως. Ἐν ἑκατέρῳ τῶν τελωνείων Πειραιῶς καὶ Πατρῶν προστίθεται ἔτι εἷς γραμματεὺς διαμετακομίσεως. Ἐπίσης ἐν τῷ ὅρμῳ Διστόμου προστίθεται εἷς σταθμός.
§217Κ. ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Τὸ νομοσχέδιον μεταβάλλεται ἐντελῶς, διότι γίνονται προσθῆκαι καὶ ἀφαιρέσεις θέσεων. Εἶναι σχεδὸν νέον νομοσχέδιον. Δέον λοιπὸν νὰ τυπωθῶσιν αἱ τροπολογίαι αὗται, καὶ αὔριον νὰ ψηφίσωμεν τὸ νομοσχέδιον εἰς τρίτην ἀνάγνωσιν.
§218ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται δι’ αὔριον ἡ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου, ὅπως τυπωθῶσιν αἱ τροπολογίαι, τὰς ὁποίας ὑπέβαλεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 352).
§219Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Δύο λέξεις, κύριε Πρόεδρε. Εἰς στιγμὴν, καθ’ ἣν προβιβάζονται τὰ τελωνοσταθμαρχεῖα Δομβραίνης καὶ Σερίφου εἰς ὑποτελωνεῖα γʹ τάξεως, ἀναγράφεται ὑποβιβασμὸς τοῦ τελωνείου Λαυρίου, ὅπερ εἶναι ἐκ τῶν σπουδαιοτάτων τοῦ Κράτους.
§220Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Τὸ τελωνεῖον Λαυρίου ἐπροβιβάσθη εἰς τελωνεῖον πρώτης τάξεως τῇ ἐμῇ προτάσει ἐν ἔτει 1895. Ἡ ἐφαρμογὴ ὅμως ἀπέδειξεν ἔκτοτε, ὅτι πρέπει νὰ ἐπιστηθῇ μεγαλειτέρα προσοχὴ εἰς τὴν εἰσαγωγήν. Καὶ διὰ τοῦτο προτείνεται νὰ ὑποβιβασθῇ τὸ τελωνεῖον Λαυρίου, ἵνα μὴ ἐπιτρέπηται ἐκεῖθεν ἡ εἰσαγωγὴ πάντων τῶν ἐμπορευμάτων, ἀλλ’ ὡρισμένων.
§221ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐρχόμεθα εἰς τὸ ὑπ’ ἀριθ. 9 τῆς ἡμερησίας διατάξεως νομοσχέδιον.
§222Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Παρακαλῶ νὰ προταχθῇ τὸ ὑπ’ ἀριθ. 66, τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ πρότασιν νόμου περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἄρθρου 585 τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας.
§223ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ γεννήσωμεν δυσχερείας, μεταβάλλοντες τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Τρίτη συζήτησις τῆς προτάσεως νόμου «περὶ ἐξομοιώσεως τῆς ἐκ τοῦ δήμου Κραθίδος τῶν Καλαβρύτων καὶ τοῦ δήμου Ἐρινεοῦ τῶν Πατρῶν παραγομένης σταφίδος μὲ τὴν ἐκ τῆς ἐπαρχίας Αἰγιαλείας παραγομένην, καὶ ἐφαρμογῆς καὶ ὡς πρὸς αὐτὴν τοῦ γʹ ἐδαφίου τοῦ ἄρθρου 2 τοῦ ͵ΒΜΕʹ νόμου τοῦ 1892». Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τῆς προτάσεως νόμου ταύτης παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον μόνον (ἀναγινώσκεται). Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Λιδωρίκης καὶ Καλαντζόπουλος προβάλλουσι τὴν ἑξῆς τροπολογίαν. Νὰ προστεθῶσι κατόπιν τῆς λέξεως «Πατρῶν» αἱ λέξεις «καὶ ἐκ τῶν ἐπαρχιῶν Δωρίδος καὶ Ναυπακτίας».
§224Λ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ὄχι.
§225Κ. ΛΙΔΩΡΙΚΗΣ. Οἱ λέγοντες ὅτι ἡ καλλιτέρα σταφὶς εἶναι ἡ τοῦ Κορινθιακοῦ κόλπου ἐννοοῦσιν ὅτι τοιαύτη εἶναι ἡ παραγομένη ἐκ τῆς πλευρᾶς τῆς πρὸς τὴν Πελοπόννησον, ἤτοι τῆς Κορινθίας καὶ τῆς Αἰγιαλείας, καὶ ἐκ τῆς πρὸς τὴν Στερεὰν ἀντιθέτου πλευρᾶς, ἢ τῆς Δωρίδος καὶ τῆς Ναυπακτίας, διότι καὶ ἡ πλευρὰ αὕτη διατελεῖ ὑπὸ τὰς αὐτὰς κλιματολογικὰς περιστάσεις, συνεπῶς δὲ καὶ ἡ σταφὶς αὐτῆς εἶναι τῆς αὐτῆς ποιότητος. Διὰ τοῦτο περιελαμβάνοντο αἱ ἐπαρχίαι αὗται καὶ ἐν τῷ νόμῳ τοῦ 1899 «περὶ φορολογίας τοῦ σταφιδοκάρπου κλπ.», τοῦ ὁποίου τὸ ἄρθρον 28 ὁρίζει τὰ ἑξῆς: «Εἰς τὴν ἐν Αἰγίῳ ἀποθήκην ἐπιτρέπεται μόνον ἡ εἰσαγωγὴ σταφιδοκάρπου παραχθέντος ἐκ τῆς αὐτῆς ἐπαρχίας Αἰγιαλείας, τῆς ἐπαρχίας Κορινθίας, τῶν ἐπαρχιῶν Δωρίδος καὶ Ναυπακτίας καὶ τοῦ δήμου Ἐρινεοῦ.» Βάσις δὲ τῆς τροπολογίας, τὴν ὁποίαν ὑποβάλλομεν ὁ κ. Καλαντζόπουλος καὶ ἐγώ, εἶναι τὸ ἄρθρον τοῦτο. Φυσικῶς λοιπὸν εἶναι ὅλως ἄδικον νὰ μὴ ὑπάγηται καὶ ἡ σταφὶς τῆς Ναυπακτίας καὶ τῆς Δωρίδος εἰς τὴν ἐξομοίωσιν τῆς σταφίδος τῶν δήμων Κραθίδος καὶ Ἐρινεοῦ πρὸς τὴν τῆς Αἰγιαλίας, ἀφοῦ οἱ αὐτοὶ λόγοι ὑπάρχουν.
§226Λ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Δὲν πρόκειται περὶ ἀποθήκης, εἰς τὴν ὁποίαν εἰσάγεται ἡ σταφὶς, πρόκειται περὶ ἐπισημάνσεως τῆς σταφίδος τῆς Αἰγιαλείας. Ἐζητήσαμεν δὲ νὰ ὑπαχθῇ ἐκεῖ ἡ σταφὶς τῆς Κραθίδος, διότι ἡ Κραθὶς κεῖται ἐν τῷ μέσῳ τῆς Αἰγιαλείας. Πρόκειται περὶ τῆς αὐτῆς περιφερείας. Σταφὶς καλὴ παράγεται εἰς πολλὰ μέρη τῆς Ἑλλάδος, ἀλλ’ ἐδῶ πρόκειται περὶ ἐπισημάνσεως· ἔχει τὸ προνόμιον ἐκ τοῦ νόμου νὰ θέσῃ σῆμα ἴδιον· ἂν θέλῃ καὶ ἄλλος τις νὰ θέσῃ σῆμα ἴδιον, ἂς θέσῃ.
§227Κ. ΛΙΔΩΡΙΚΗΣ. Ἡ ἐπαρχία Δωρίδος παράγει πολὺ καλλιτέραν σταφίδα ἀπὸ τὴν τοῦ Αἰγίου.
§228Λ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Νὰ ζητήσητε νὰ θέσητε ἰδικήν σας μάρκαν.
§229Κ. ΛΙΔΩΡΙΚΗΣ. Δὲν ἔχομεν μεγάλην ποσότητα.
§230Λ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Τὴν καλὴν ποιότητα δὲν τὴν κάμνει ἡ μεγάλη ποσότης.
§231ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κατὰ τί ζημιοῖ ὑμᾶς, κύριε Πετιμεζᾶ;
§232Λ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Δὲν ὑπάρχει ἡ ἀπαιτουμένη ἐπιτήρησις ἐν Ναυπάκτῳ, ἐνῷ εἰς τὴν Αἰγιάλειαν ὑπάρχει ἐπιτροπή, ἡ ὁποία ἐπιβλέπει. Εἰς τὴν Δωρίδα, εἰς τὸ Λιδωρίκιον ποῖος νὰ ἐπιτηρήσῃ; Εἶναι πράγματα αὐτά! Πρόκειται περὶ ἐπιβλέψεως κατὰ τὴν ἐξαγωγήν. Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ γείνῃ ἡ ἐπίβλεψις αὕτη ἐκεῖ;
§233Κ. ΛΙΔΩΡΙΚΗΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. συνάδελφον ἐκ Καλαβρύτων νὰ ἀποσύρῃ τὴν ἀντίρρησίν του, διότι πνεῦμα ἀντιδράσεως τὸν ὁδηγεῖ εἰς τὸ νὰ ἐπιμένῃ ἀντιλέγων. Οὐδεμίαν βλάβην θὰ ἐπιφέρῃ ἡ παραδοχὴ τῆς τροπολογίας μας εἰς τὴν σταφίδα Αἰγιαλείας καὶ Κραθίδος.
§234Λ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἐφαρμοσθῇ ἐκεῖ· πρόκειται περὶ ἐξαγωγῆς καὶ ἐπιτηρήσεως κατὰ τὴν ἐξαγωγήν.
§235Κ. ΛΙΔΩΡΙΚΗΣ. Ἔχομεν καὶ ἐκεῖ τελωνειακὰς ἀρχὰς, αἱ ὁποῖαι δύνανται νὰ ἐπιβλέπωσι κατὰ τὴν ἐξαγωγήν.
§236Λ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἂς κάμουν ἴδιον σῆμα, κ. Πρόεδρε.
§237ΑΧ. ΧΟΙΔΑΣ. Ἂς ἐκλέξουν ὅ,τι θέλουν. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γείνῃ τοῦτο.
§238Γ. ΚΑΡΠΕΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἠμπορεῖ νὰ λήξῃ αὐτὴ ἡ συζήτησις; Ἔχομεν καὶ ἄλλα κατεπείγοντα καὶ ἐνδιαφέροντα νομοσχέδια.
§239ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν τῶν κ.κ. Λιδωρίκη καὶ Καλαντζοπούλου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται πολλοί)...
§240ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Παρεδέχθη.
§241Λ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ὄχι! δὲν παρεδέχθη. Πῶς παρεδέχθη!
§242ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἐρωτήσω τὸ ἀντίθετον. Οἱ μὴ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται σχεδὸν οἱ ἡμίσεις).
§243ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Παρεδέχθη.
§244ΕΤΕΡΟΙ. Ὄχι! ἀπερρίφθη.
§245ΑΧ. ΧΟΙΔΑΣ. Παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε, νὰ ἐξηγήσω εἰς τὴν Βουλὴν περὶ τίνος πρόκειται (θόρυβος).
§246Ν. ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἠμπορεῖ τώρα νὰ γείνῃ συζήτησις.
§247ΑΧ. ΧΟΙΔΑΣ. Θὰ πεισθῆτε, Κύριοι, ὅτι πρέπει νὰ ἀπορριφθῇ ἡ τροπολογία. Θέλετε νὰ εἴπητε, ὅτι ἡ σταφὶς τῆς Δωρίδος παράγεται ἀπὸ τὴν Βοστίτσαν;
§248Κ. ΛΙΔΩΡΙΚΗΣ. Μὴ ἀποβλέπετε εἰς τοὺς τύπους, ἀλλ’ εἰς τὴν οὐσίαν (ἱλαρότης). Μὴ ἐπιμένετε, Κύριοι, διότι βλέπω ὅτι κενοῦνται τὰ ἑδώλια, καὶ ἐγὼ δὲν θὰ δεχθῶ ὑπὸ τοιαύτας συνθήκας νὰ συζητῶμεν ἐδῶ.
§249Κ. ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Δὲν ἀναβάλλετε δι’ αὔριον;
§250ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ναί, δι’ αὔριον.
§251Λ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Τί εἶναι αὐτά! Ζητεῖτε παράλογα πράγματα ἀπὸ τὴν Βουλήν.
§252ΑΠ. ΖΟΥΖΟΥΛΑΣ. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον δικαιοῦνται οἱ Κύριοι, εἶναι, ἂν θέλουν, νὰ θέσουν ἴδιον σῆμα, τὸ ὁποῖον νὰ μὴ θέτουν ἄλλοι.
§253ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν τὸ νομοσχέδιον ἀναβάλλεται δι’ αὔριον.
§254Λ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ὄχι, νὰ μὴ ἀναβληθῇ δι’ αὔριον. Διὰ πιέσεως θέλουν νὰ γείνῃ δεκτὴ ἡ τροπολογία των;
§255Κ. ΛΙΔΩΡΙΚΗΣ. Τί «διὰ πιέσεως»! Ἡ Βουλὴ ἀπεφάνθη διὰ διπλῆς ψηφοφορίας ὑπὲρ τῆς τροπολογίας.
§256ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν σᾶς παρακαλῶ...
§257Λ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ὁ δῆμος Ἐρινεοῦ καὶ ὁ δῆμος Κραθίδος εἶναι δῆμοι, οἱ ὁποῖοι γειτνιάζουν μὲ τὸ Αἴγιον, καὶ εἶναι μία καὶ ἡ αὐτὴ περιφέρεια παραγωγῆς· ἐπειδὴ ὅμως ἀνήκουν εἰς ἄλλην ἐπαρχίαν, διὰ τοῦτο ζητεῖται νὰ ὑπαχθῶσιν εἰς τὴν αὐτὴν σήμανσιν. Ἡ ποιότης καὶ ἡ γῆ εἶναι ἡ αὐτή. Μὴ ζητῶμεν παράλογα πράγματα!
§258Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Ἀκριβῶς, ὡς ἐτέθη τὸ ζήτημα, λύεται ὑπὲρ τῆς προτάσεως τῶν κυρίων συναδέλφων ἐκ Δωρίδος καὶ Ναυπακτίας. Ὁ δῆμος Ἐρινεοῦ εἶναι ξένος δῆμος, δὲν ὑπάγεται εἰς τὴν ἐπαρχίαν Αἰγιαλείας, ἡ ὁποία ἔχει ἴδιον σῆμα. Ἤδη γεννᾶται τὸ ζήτημα, διατὶ ὁ δῆμος Ἐρινεοῦ θ’ ἀποκτήσῃ τὰ δικαιώματα τῆς ἐπαρχίας Αἰγιαλείας; διότι ἡ παραγωγικότης τοῦ ἐδάφους καὶ τὸ κλῖμα εἶναι τοιαῦτα, ὥστε νὰ παράγουν ποιότητα σταφίδος ὁμοίαν πρὸς τὴν τῆς Αἰγιαλείας. Ἔρχονται οἱ συνάδελφοι καὶ λέγουν, ὅτι τὸ κλῖμα καὶ ἡ ποιότης τοῦ ἐδάφους ἐν Ναυπακτίᾳ καὶ Δωρίδι, ὅτι ἡ γεωλογικὴ καὶ κλιματολογικὴ σύστασις εἶναι τοιαύτη, ὥστε παράγεται σταφὶς ὁμοία πρὸς τὴν σταφίδα τοῦ Αἰγίου, καὶ παρακαλοῦσιν, ὅπως, ὡς ὁ δῆμος Ἐρινεοῦ, ὁ ὁποῖος δὲν ὑπάγεται σήμερον εἰς τὸν νόμον τὸν ἰσχύοντα διὰ τὴν Αἰγιάλειαν, ὑπαχθῶσι καὶ αἱ ἐπαρχίαι ἐκεῖναι εἰς τὰ πλεονεκτήματα τῆς Αἰγιαλείας. Δὲν βλέπω, ποῦ εἶναι ὁ παραλογισμός. Τάχα πρέπει νὰ εἴπῃ τις, ὅτι, ἐπειδὴ εἶναι Λιδωρίκιον καὶ Ναύπακτος, δὲν πρέπει νὰ ὑπαχθῶσιν εἰς αὐτὸν τὸν νόμον, καὶ ἐπειδὴ εἶναι Κραθὶς καὶ Ἐρινεὸς, πρέπει νὰ ὑπαχθῶσι; Τὸ ζήτημα εἶναι τοῦτο· εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ἡ σταφὶς τῆς Δωρίδος καὶ τῆς Ναυπακτίας εἶναι τῆς αὐτῆς ποιότητος μὲ τὴν τοῦ δήμου Ἐρινεοῦ καὶ τὴν τῆς Αἰγιαλείας; Ἐφ’ ὅσον εἶναι γνωστὸν, ὅτι ἡ ποιότης εἶναι ἡ αὐτὴ, πρέπει νὰ παράσχητε τὰς αὐτὰς προνομίας, ἃς παρέχετε εἰς τοὺς δήμους Ἐρινεοῦ καὶ Κραθῖδος!
§259Λ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς, ἐὰν ἐγνώριζε περὶ τίνος πρόκειται, βεβαίως ἤθελεν ἐννοήσει, ὅτι πρόκειται περὶ παραλογισμοῦ· διότι δὲν πρόκειται νὰ διακριθῇ ἡ σταφὶς ὡς πρὸς τὴν ποιότητα. Ὑπάρχουν ἄλλα μέρη, ἐκτὸς τῆς Αἰγιαλείας, τὰ ὁποῖα παράγουν καλλιτέραν ποιότητα, καὶ τὰ ὁποῖα θὰ ἐδικαιοῦντο πολὺ περισσότερον ἀπὸ τὸν δῆμον Ἐρινεῶν νὰ ἐξομοιωθῶσι μὲ τὴν Αἰγιάλειαν, ὡς ἡ Ἀμαλιὰς κλπ. Ἀκούσατε, διὰ νὰ ἴδητε. Ἔχομεν νόμον περὶ σημάνσεως. Ὁ νόμος οὗτος ἐξασφαλίζει τὰς ἐπαρχίας ὡς πρὸς τὸ ἴδιον αὐτῶν προϊὸν, ὥστε νὰ μὴ ἀναμιγνύηται τοῦτο μετ’ ἄλλου, οὐδὲ νὰ ἐξάγηται τὸ προϊὸν μιᾶς ἐπαρχίας ὡς προϊόν ἄλλης ἐπαρχίας. Αὐτὸ ἐννοεῖ ὁ νόμος περὶ σημάνσεως. Ὅλαι αἱ ἐπαρχίαι ἔχουν δικαίωμα νὰ ἔχουν ἰδιαίτερον ἑκάστη σῆμα, δὲν δυνάμεθα ὅμως νὰ μεταχειρισθῶμεν τὸ σῆμα τῆς Βοστίτσης διὰ τὸ προϊόν ἄλλης ἐπαρχίας, κειμένης μάλιστα μακράν, διότι ἑκάστη ἐπαρχία ἔχει ἰδίαν σταφιδικὴν περιφέρειαν, καὶ διὰ τὸ προϊόν τῆς περιφερείας ταύτης ἔχει δικαίωμα νὰ ἔχῃ ἰδιαίτερον σῆμα. Ὁ δῆμος ὅμως Κραθίδος εἶναι ἐντὸς τῆς ἐπαρχίας Αἰγιαλείας, ὁ δὲ δῆμος Ἐρινεῶν συνέχεται μετὰ τῆς ἐπαρχίας Αἰγιαλείας.
§260Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Καὶ ἡ Κορινθία συνέχεται.
§261Λ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Πρόκειται λοιπόν, Κύριοι, περὶ σταφίδος παραγομένης ἐντὸς τῆς αὐτῆς περιφερείας τῆς ἐπαρχίας Αἰγιαλείας. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου κατὰ τὸν νόμον περὶ σημάνσεως διορίζεται μία ἐπιτροπή, ἡ ὁποία ἐπιβλέπει τὰ τῆς ἐξαγωγῆς τοῦ προϊόντος ἐκ τοῦ λιμένος, ἵνα μὴ γίνηται καταδολίευσις τοῦ νόμου. Παρακαλῶ· ἐὰν γείνῃ δεκτὴ ἡ τροπολογία τῶν Κυρίων, πῶς ἡ ἐπιτροπὴ αὕτη θὰ ἐπιβλέπῃ τὸ προϊόν τῆς Δωρίδος καὶ τῆς Ναυπακτίας; Ὑποθέσατε ὅτι εἰς τὴν Δωρίδα εἰσάγεται πρᾶγμα τῶν Καλαμῶν καὶ ἐξάγεται ὡς προϊόν τῆς Δωρίδος· ποῖος θὰ τὸ ἐξελέγξῃ; ποῖος θὰ καταγγείλῃ εἰς τὰς ἀρχὰς τὴν καταδολίευσιν τοῦ νόμου; Δι’ αὐτοὺς τοὺς λόγους, Κύριοι, φρονῶ, ὅτι διὰ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὠφεληθῇ ἡ ἐπαρχία τῆς Δωρίδος ἢ τῆς Ναυπακτίας, ἀλλὰ πρέπει δι’ εἰδικοῦ νόμου νὰ λάβητε τὸ δικαίωμα ν’ ἀποκτήσητε ἴδιον σῆμα. (Διάλογοι).
§262Κ. ΛΙΔΩΡΙΚΗΣ. Ὁ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον ζητοῦσι νὰ ἐξομοιωθῇ ἡ ἐν τῷ δήμῳ Κραθῖδος καὶ τῷ δήμῳ Ἐρινεοῦ παραγομένη σταφὶς μὲ τὴν τῆς ἐπαρχίας Αἰγιαλείας, δὲν εἶναι διότι ἡ σταφὶς αὕτη μεταφέρεται εἰς τὸ Αἴγιον...
§263ΛΕΩΝ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Διότι ἐξάγεται διὰ τοῦ λιμένος Αἰγίου.
§264Κ. ΛΙΔΩΡΙΚΗΣ. Δὲν εἶναι αὐτὸς ὁ λόγος. Ὁ λόγος εἶναι ὁ ἑξῆς, καὶ ἂς ἔχῃ ἀντίθετον γνώμην ὁ κ. Πετιμεζᾶς. Ὁ λόγος εἶναι, διότι ἡ σταφὶς τοῦ δήμου Κραθῖδος καὶ τοῦ δήμου Ἐρινεοῦ εἶναι ὁμοία κατὰ ποιότητα μὲ τὴν σταφίδα τὴν παραγομένην ἐν τῇ Αἰγιαλείᾳ· ἀλλ’ ὡς εἶπεν ὁ ἐξ Ἀττικῆς ἀξιότιμος Βουλευτὴς, διότι οἱ δῆμοι οὗτοι κεῖνται ἢ συνέχονται μὲ τὴν Αἰγιάλειαν, δὲν ἕπεται ἐντεῦθεν, ὅτι ἡ παραγομένη ἐν αὐτοῖς σταφὶς εἶναι ὁμοία μὲ τὴν τῆς Αἰγιαλείας, διότι ἕνεκα λόγων κλιματολογικῶν καὶ γεωλογικῶν τὸ προϊὸν διαφέρει καὶ εἰς ἀπόστασιν ἡμισείας μόνον ὥρας. Αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος, δι’ ὃν οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι ζητοῦσι τὴν ἐξομοίωσιν. Ἡμεῖς ὅμως ἰσχυριζόμεθα, ὅτι ἡ σταφὶς ἡ παραγομένη εἰς τὴν ἑτέραν ὄχθην τοῦ Κορινθιακοῦ κόλπου εἶναι ὑπερτέρα κατὰ ποιότητα τοῦ προϊόντος πολλῶν μερῶν τῆς Αἰγιαλείας. Οὐδὲ δύναται νὰ συμβῇ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ κ. Πετιμεζᾶς, ὅτι εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ μεταφερθῇ σταφὶς τῆς Μεσσήνης εἰς τὴν Δωρίδα καὶ τὴν Ναυπακτίαν καὶ νὰ ἐξαχθῇ ὡς προϊὸν τῶν ἐπαρχιῶν αὐτῶν, διότι τοῦτο δύναται νὰ συμβῇ καὶ εἰς τὸ Αἴγιον. Διὰ τοὺς λόγους τούτους πρέπει ἡ τροπολογία μας νὰ γείνῃ δεκτή.
§265Δ. Π. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§266ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ θέσω εἰς ψηφοφορίαν τὴν τροπολογίαν τῶν κ. κ. Καλαντζοπούλου καὶ Λιδωρίκη ἀντιθέτως. Πρὶν ὅμως τῆς ψηφοφορίας θὰ παρακαλέσω ν’ ἀποφανθῇ ἡ Βουλὴ ἐπὶ τῆς προτάσεως, ἐὰν πρόκειται νὰ συνέλθῃ ἡ Βουλὴ αὔριον τὴν πρωΐαν, ἢ κατὰ τὴν συνήθη ὥραν.
§267ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Τὴν πρωΐαν.
§268ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν αὔριον ὥρα 10 τῆς πρωΐας. Τώρα θὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλὴν ἐπὶ τῆς τροπολογίας ἀντιθέτως. Οἱ μὴ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν τῶν κ. κ. Λιδωρίκη καὶ Καλαντζοπούλου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ ἀπέρριψε τὴν τροπολογίαν.
§269ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.
§270ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εἶσθε 15. Ἤδη ἐρωτῶ τὴν Βουλὴν ἐπὶ τοῦ μόνου ἄρθρου τῆς προτάσεως νόμου. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ μόνον ἄρθρον τῆς προτάσεως νόμου τοῦ κ. Πετιμεζᾶ, ὡς ἔχει, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
§271Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Τὸ ὑπ’ ἀριθ. 66, παρακαλοῦμεν, κύριε Πρόεδρε.
§272ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἤδη ἐρχόμεθα εἰς τὸ ὑπ’ ἀριθ. 71, ἤτοι εἰς τὴν δευτέραν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τροποποιήσεως διατάξεών τινων τοῦ νόμου ͵ΒΥΞΕʹ τοῦ 1897 περὶ συστάσεως Γεωργικῶν σταθμῶν».
§273ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου ἐποιησάμην κατὰ τὴν προηγουμένην συζήτησιν παρατηρήσεις τινας πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν· ἑπομένως θέλω ὁμιλήσει.
§274ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται.
§275ΝΙΚ. ΔΑΟΥΤΗΣ. Τὸ ὑπ’ ἀριθμὸν 66, κύριε Πρόεδρε, παρακαλοῦμεν· εἶναι δύο λέξεις μόνον, καὶ δὲν ὑπάρχει ἀντίρρησις. Πρόκειται περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἐδαφίου βʹ τοῦ ἄρθρου 585 τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας.
§276ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν ὑπάρχει ἀντίρρησις, κύριε Πρόεδρε.
§277ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν δευτέρα συζήτησις τῆς προτάσεως νόμου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἐδαφίου βʹ τοῦ ἄρθρου 585 τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας». (Ἀναγινώσκεται ἡ πρότασις νόμου αὕτη καὶ γίνεται δεκτὴ κατ’ ἀρχὴν καὶ ἄρθρον μόνον ἄνευ ἀντιρρήσεως).
§278Γ. ΚΑΡΠΕΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ὑπ’ ἀριθ. 46, κύριε Πρόεδρε, ἔχει ἓν μόνον ἄρθρον (θόρυβος καὶ διάλογοι).
§279ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μετὰ τὰς πιστώσεις.
§280Γ. ΚΑΡΠΕΤΟΠΟΥΛΟΣ. Διατὶ τὰ ἄλλα ἐψηφίσθησαν; (διάλογοι).
§281ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἄς ἀναγνωσθῇ, κύριε Πρόεδρε.
§282ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρόκειται περὶ τῆς προτάσεως νόμου «περὶ διαθέσεως 3,000 δραχμῶν ἐκ τοῦ κεφαλαίου τῆς δημοτικῆς ὁδοποιΐας τοῦ δήμου Ὑσιῶν τῆς ἐπαρχίας Ἄργους πρὸς κατασκευὴν ὑδραγωγείου ἐν τῇ πρωτευούσῃ τοῦ ἐν λόγῳ δήμου». (Ἀναγινώσκεται καὶ ἡ πρότασις νόμου αὕτη καὶ γίνεται δεκτή, κατ’ ἀρχὴν καὶ ἄρθρον μόνον, εἰς βʹ συζήτησιν, ἄνευ ἀντιρρήσεως).
§283Α. ΚΑΡΤΑΛΗΣ. Τὸ ὑπ’ ἀριθμὸν 47, κύριε Πρόεδρε. Εἶναι ἡ πρώτη συζήτησις τῆς προτάσεως νόμου «περὶ ἀποσπάσεως τοῦ δήμου Ἀμαλιαπόλεως (Νέας Μιζέλης) ἐκ τῆς ἐπαρχίας Φθιώτιδος καὶ ὑπαγωγῆς αὐτοῦ εἰς τὴν ἐπαρχίαν Βόλου».
§284ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐὰν κάμωμεν ἄλλην παρέκβασιν, ἐκτὸς τῶν πιστώσεων, δὲν δέχομαι.
§285ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διατυπώσατε τὴν πρότασίν σας.
§286ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Διατυπώνω, ὅτι, ἂν ἐκ τῶν συμπεφωνημένων ἐξέλθωμεν, ἐγὼ θὰ κάμω ἔνστασιν μὴ ἀπαρτίας.
§287Ν. ΔΑΟΥΤΗΣ. Τὰς πιστώσεις, κύριε Πρόεδρε.
§288Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Κύριε Πρόεδρε, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν παρακαλεῖ τὴν Βουλὴν νὰ ἐπιληφθῇ τῆς συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου περὶ Γεωργικῶν σταθμῶν. Τὸ νομοσχέδιον δὲν δημιουργεῖ δικαιώματα, δὲν δημιουργεῖ ὑποχρεώσεις. Ἄνευ τῆς ψηφίσεως τοῦ νομοσχεδίου τούτου τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιθεωρήσῃ τὰ ἐντάλματα, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γείνωσι πληρωμαί. Τὸ νομοσχέδιον ἔχει διατάξεις, αἱ ὁποῖαι ἐφηρμόσθησαν εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν, τὰς ὁποίας καὶ ὁ κ. ἐκ Κερκύρας Βουλευτὴς ἀνεγνώρισεν ὡς ὀρθὰς, ὅτε ἦτο Πρωθυπουργός. Περὶ τῶν διατάξεων τούτων πρόκειται νὰ ψηφίσωμεν τὸ νομοσχέδιον, ἵνα νομιμοποιήσῃ τὴν νέαν τακτικὴν τῆς διαχειρίσεως τῶν χρημάτων περὶ τῶν Γεωργικῶν σταθμῶν. Ἐὰν δὲν ψηφισθῇ τοῦτο, ἡ ὑπηρεσία σταματᾷ, διότι οὔτε ἐπιθεώρησις τῶν ἐνταλμάτων οὔτε πληρωμή τις δύναται νὰ γείνῃ, καὶ ἑπομένως παραλυσία πλήρης!
§289Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Μάλιστα, νὰ ψηφισθῇ.
§290ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ὑπάρχει ἀντίρρησις νὰ συζητηθῇ εἰς δευτέραν ἀνάγνωσιν τὸ ὑπ’ ἀριθμὸν 71;
§291ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι.
§292ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τροποποιήσεως διατάξεών τινων τοῦ νόμου ͵ΒΥΞΕʹ τοῦ 1897 περὶ συστάσεως Γεωργικῶν σταθμῶν». (Ἀναγινώσκεται τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, καὶ γίνεται δεκτὸν, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, εἰς βʹ συζήτησιν, ἄνευ ἀντιρρήσεως). Ἐρχόμεθα εἰς τὰς πιστώσεις.
§293Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Γενικῶς θὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις ἐφ’ ὅλων τῶν πιστώσεων.
§294Κ. ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Δὲν ἀφίνετε νὰ ἀναγνωσθῶσί τινες πρῶτον;
§295Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει ἀπὸ τοῦ δεκάτου μέχρι τοῦ τεσσαρακοστοῦ πρώτου ἀντικειμένου εἶναι ἐγγεγραμμέναι πιστώσεις εἰδικαὶ καὶ ἀναπληρωματικαὶ εἰς βάρος τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1902. Ἐπί τινων τῶν πιστώσεων τούτων ἐκ μέρους ἡμῶν οὐδεμία ὑπάρχει ἀντίρρησις· τοιαῦται δὲ εἶναι περίπου δεκατέσσαρες, τὰς ὁποίας ἀμέσως θὰ κατονομάσω. Ἐπὶ τῶν ἄλλων πιστώσεων θὰ προκληθῇ συζήτησις. Ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ ψηφίσωμεν μόνον ἐκείνας, ἐπὶ τῶν ὁποίων οὐδεμία ὑπάρχει ἀντίρρησις,—εἶναι δὲ, ὡς εἶπον, δεκατέσσαρες,—ἐπὶ δὲ τῶν ἄλλων νὰ ἐπιφυλαχθῶμεν εἰς τὸ ἕτερον τμῆμα τῶν συνεδριάσεων τῆς Βουλῆς. Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ δεχθῇ τὴν πρότασίν μου. Κατονομάζω λοιπὸν ἐκείνας, ἐπὶ τῶν ὁποίων δὲν ὑπάρχει ἀντίρρησις. Εἶναι αἱ ὑπὸ τὸν ἀριθμὸν 11...
§296Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὸ δέκατον;
§297Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Ἔχει ἀντίρρησιν... Αἱ ὑπ’ ἀριθμὸν 11, 12, 13, 14, 18, 28, 29, 33, 34, 36, 37, 38, 39 καὶ 40. Ἐπ’ αὐτῶν οὐδεμία ὑπάρχει ἀντίρρησις. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρόεδρον νὰ προβῶμεν εἰς τὴν ἐπιψήφισιν αὐτῶν.
§298Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Τὸ ὑπ’ ἀριθμὸν 41;
§299Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Ὑπάρχει ἀντίρρησις.
§300Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὑπάρχει ἀντίρρησις!
§301Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Μάλιστα.
§302Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Πρόκειται περὶ κυρώσεως Διαταγμάτων.
§303Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Ἐν γένει θὰ προκληθῇ συζήτησις. Τὸ ὑπ’ ἀριθμὸν 41 εἶναι Διάταγμα περὶ ἀναπληρωματικῶν πιστώσεων.
§304ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐρχόμεθα εἰς τὸ ὑπ’ ἀριθμὸν 31. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ χορηγίας εἰδικῆς πιστώσεως ἐκ δραχμῶν 37,591.55 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1902».
§305Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Θὰ γείνῃ ἐπ’ αὐτοῦ συζήτησις.
§306ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπόν;
§307ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ ἀντίρρησις ἐπὶ τῶν ὑπ’ ἀριθμὸν 40 καὶ 41 νομοσχεδίων, διότι αἱ δαπάναι αὗται ἐγένοντο παρ’ ὑμῶν διὰ Β. Διαταγμάτων, καὶ ἑπομένως ζητεῖται ἡ κύρωσις τῶν Β. Διαταγμάτων.
§308Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Πολὺ ἐνδεχόμενον.
§309ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Τὸ ὑπ’ ἀριθμὸν 41 εἶναι πίστωσις ἐκ δραχμῶν 1,657,917, αἱ ὁποῖαι ἐδόθησαν διὰ Β. Διαταγμάτων.
§310Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Ὑπάρχει ἀντίρρησις, διότι μεταξὺ τῶν πιστώσεων εἶναι καὶ ἡ πίστωσις τοῦ πετρελαίου, τὸ δὲ πετρέλαιον ἦλθεν ὑπὸ τὴν διαχείρισιν τοῦ Κράτους κατὰ τὴν ἐνεστῶσαν χρῆσιν, καὶ πρέπει εἰς τὴν ἐνεστῶσαν χρῆσιν νὰ καταλογισθῇ. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀντίρρησις, ἡ ὁποία ὑπάρχει. Δὲν ἐνθυμοῦμαι ἀπὸ μνήμης. Ἔχω σημειώσεις. Τέλος πάντων αὐτὴν τὴν πρότασιν ὑπέβαλον, καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον νὰ τὴν δεχθῇ.
§311ΧΑΡ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ὑπὸ τίνος εἶναι ὑπογεγραμμένα τὰ Διατάγματα;
§312ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ Διατάγματα εἶναι ὑπογεγραμμένα ὑπὸ τοῦ κυρίου Τριανταφυλλάκου, ὡς Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, καὶ τοῦ κ. Νέγρη, ὡς Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν.
§313Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐγὼ νομίζω, ὅτι ἐπὶ ἑκάστης τῶν πιστώσεων πρέπει νὰ συζητήσωμεν κατὰ σειράν, καθ’ ἣν τάξιν εἶναι ἀναγεγραμμέναι ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει. Οὐδένα λόγον ἔχομεν, ὅστις ὑπαγορεύει νὰ ἐπιχειρήσωμεν τὴν συζήτησίν τινων μόνον πιστώσεων, καὶ ν’ ἀφήσωμεν τὰς ἄλλας. Θέλομεν προβῆ κατὰ σειράν, διότι δὲν ὑποθέτω, ὅτι ἐννοεῖ τις νὰ παραλειφθῶσιν αὗται καὶ ψηφισθῶσιν ἐκεῖναι. Διὰ τοῦτο δὲν πρέπει νὰ ποιησώμεθα διάκρισιν τῶν πιστώσεων· πρέπει νὰ ἐξακολουθήσωμεν συζητοῦντες αὐτὰς κατὰ σειράν.
§314ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μόνον μία πίστωσις ἐκ δραχμῶν 426,917, ἀφορῶσα προμήθειαν πετρελαίου καὶ ναύλου εἰς χρυσὸν καὶ ἔξοδα παραλαβῆς, εἶναι ὑπογεγραμμένη ὑπὸ τοῦ νῦν Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. Ὅλαι αἱ ἄλλαι ἔχουσιν ὑπογραφῆ ὑπὸ τοῦ προκατόχου.
§315Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Ἴσως περὶ αὐτῆς πρόκειται.
§316Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὑφ’ οἱουδήποτε καὶ ἂν ἦναι ὑπογεγραμμέναι, εἶναι πιστώσεις ζητηθεῖσαι δι’ ἀνάγκας τοῦ Κράτους.
§317ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐρχόμεθα λοιπὸν εἰς τὸ ὑπ’ ἀριθμὸν 11 νομοσχέδιον.
§318ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Εἰς τὸ 10, κύριε Πρόεδρε.
§319ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει ἀντίρρησιν ἐπ’ αὐτοῦ ὁ κ. ἐκ Μαντινείας Βουλευτής;
§320Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Νὰ συζητήσωμεν.
§321ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν τὸ ὑπ’ ἀριθμὸν 10. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ χορηγίας εἰδικῆς πιστώσεως ἐκ δραχμῶν 33,261 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1902». Ὁ κ. Βουλευτὴς Μαντινείας ἔχει ἀντίρρησιν;
§322Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Περὶ τίνος, κύριε Πρόεδρε;
§323ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Περὶ τῆς πιστώσεως δραχμῶν 33,261 διὰ τὸ ὀφειλόμενον ὑπόλοιπον τῆς πληρωμῆς τοῦ Δημοσίου ὑπὲρ τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως τοῦ 1901.
§324Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐγὼ ἔχω σημειώσει τὰ νομοσχέδια, ἐπὶ τῶν ὁποίων θὰ γείνῃ συζήτησις. Δυστυχῶς δὲν ἔχω φέρει μαζύ μου τὰ νομοσχέδια.
§325ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Εἰς τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν.
§326Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Παρακαλῶ λοιπὸν νὰ ἀναβληθῶσιν, ἐκτὸς ἐὰν ἡ Βουλὴ νομίζῃ, ὅτι δυνάμεθα νὰ προχωρήσωμεν.
§327Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Εἰς τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν.
§328Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Εἰς τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν δὲν θὰ γείνῃ τίποτε. Προηγεῖται ἡ ἐμπορικὴ μετὰ τῆς Τουρκίας σύμβασις, προηγοῦνται καὶ ἄλλα ἀντικείμενα ἔχοντα συζήτησιν.
§329Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐγὼ δὲν ἔχω συμφέρον τι, ἵνα ἦμαι ὑπὲρ ταύτης ἢ ἐκείνης τῆς πιστώσεως, ἀλλ’ ἔχω καθῆκον νὰ εἰσαγάγω εἰς τὴν Βουλὴν πιστώσεις, αἱ ὁποῖαι δέονται κυρώσεως τῆς Βουλῆς, διότι στηρίζονται ἐπὶ Διαταγμάτων, δι’ ὧν ἐχορηγήθησαν πιστώσεις, αἱ ὁποῖαι ἦσαν ἀναγκαῖαι πρὸς πλήρωσιν ἀναγκῶν τοῦ Κράτους. Ἐὰν ὑπάρχῃ ἀντίρρησις, ἐὰν πρόκηται περὶ παραβάσεων νόμων, συζητήσατε, ἵνα ἀναπτυχθῶσι τὰ περὶ τούτου.
§330Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Δὲν πρόκειται περὶ παραβάσεων νόμων. Τὸ γενικὸν θέμα εἶναι τοῦτο· ἡμεῖς πρόκειται νὰ συζητήσωμεν γενικῶς ἐπὶ τούτου, ἂν ὅλαι αἱ πιστώσεις, αἱ ὁποῖαι καταλογίζονται εἰς βάρος τοῦ 1902, πρέπει νὰ καταλογισθῶσι κατὰ τὸν Λογιστικὸν νόμον εἰς αὐτό.
§331Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Νὰ ἀποδείξητε, ὅτι πρέπει νὰ καταλογισθῶσιν ἐπὶ τοῦ 1901 ἢ τοῦ 1903 ἢ τοῦ 1904.
§332Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Δὲν εἶμαι ἕτοιμος τὴν ἑσπέραν ταύτην.
§333ΧΑΡ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, δόσατέ μοι τὸν λόγον.
§334ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγὼ θὰ τ’ ἀναγνώσω κατὰ σειράν, καὶ ὑμεῖς δύνασθε νὰ ζητήσητε τὴν ἀναβολήν· διότι αὐτὸ μόνον τὸ δικαίωμα ἀναγνωρίζει εἰς τοὺς Βουλευτὰς ὁ Κανονισμός· συνθηκολογίας δὲν δέχεται.
§335ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Ἐπὶ τῆς εἰδικῆς πιστώσεως ὑπ’ ἀριθ. 10 δόσατέ μοι, παρακαλῶ, τὸν λόγον.
§336ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα.
§337Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἐγὼ ἤθελον παρακαλέσει τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν οὐ μόνον περὶ τῆς πιστώσεως ταύτης, ἀλλὰ καὶ περὶ πολλῶν ἄλλων πιστώσεων, αἱ ὁποῖαι χαρακτηρίζονται ὡς εἰδικαί. Ἐγὼ γινώσκω τρία εἴδη πιστώσεων, τὰς τακτικάς, τὰς ἀναπληρωματικὰς καὶ τὰς ἐκτάκτους, ἀλλ’ εἰδικὰς πιστώσεις δὲν γνωρίζω. Βλέπω ὅτι εἶναι πολλαί, περὶ τὰς 13, ἀνερχόμεναι εἰς τὸ ποσὸν τῶν 2 ἑκατομμυρίων περίπου. Θὰ παρακαλέσω λοιπόν, πρὶν προβῶμεν εἰς τὴν συζήτησιν, νὰ μᾶς εἴπῃ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, διατὶ χαρακτηρίζει τὰς πιστώσεις ταύτας ὡς εἰδικὰς, εἰς βάρος τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1902.
§338Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὑπάρχει νόμος, ἐκδεδομένος κατὰ τὸ 1871, ἐξ ἑνὸς ἄρθρου, ὁ ὁποῖος ἐπιγράφεται «περὶ δαπανῶν γενομένων καθ’ ὑπέρβασιν». Ἐψηφίσθη τῇ προτάσει τοῦ μακαρίτου Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν Σωτηρ. Σωτηροπούλου, σκεφθέντος νὰ ἀναστείλῃ κατάχρησιν γιγνομένην μέχρι τότε, ὅτε ἔξοδα μὴ πληρωνόμενα ἐντὸς τῆς χρήσεως τοῦ Κράτους περιελαμβάνοντο εἰς τὰ ἔξοδα τῶν κεκλεισμένων χρήσεων, καὶ ἐψηφίζοντο διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τῶν ἑπομένων ἐτῶν, οὕτω δι’ ἐκαλύπτετο ἡ εὐθύνη τῶν ὑπερβάντων τὰς πιστώσεις Ὑπουργῶν. Ἡ ἀνάγκη ἦτο ὁρατὴ, διότι ἕνεκα τούτου αἱ ὑπερβάσεις ἐγίνοντο συχνότεραι, καὶ τὰ ἔξοδα τῶν κεκλεισμένων χρήσεων προέβαινον ἐξογκούμενα. Κατὰ τὸν νόμον τοῦτον, πρέπει νὰ ζητῆται πίστωσις εἰδική· διὰ τοῦτο καὶ ἡ προκειμένη εἶναι σύμφωνος πρὸς τὸν νόμον.
§339Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Γνωρίζω τὸν νόμον ΤϞϚʹ, τὸν ψηφισθέντα τὸ 1871 τῇ προτάσει τοῦ τότε Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ἀλλ’ αἱ διατάξεις αὐτοῦ δὲν μοὶ φαίνεται ὅτι ἔχουσι τὴν ἔννοιαν, τὴν ὁποίαν ἀπέδωκεν εἰς αὐτὰς ὁ ἀξιότιμος κ. Πρωθυπουργός. Ὁ νόμος ἔχει ὡς ἑξῆς: «Ἄρθρον μοναδικόν. Δαπάναι γενόμεναι καθ’ ὑπέρβασιν τοῦ σχετικοῦ κεφαλαίου τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἢ ἀνήκουσαι εἰς κεκλεισμένας χρήσεις δὲν δύνανται νὰ καταβληθῶσιν ἐξ οἱουδήποτε κεφαλαίου τοῦ Προϋπολογισμοῦ, οὔτε ἐκ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, τοῦ ἐπιγραφομένου «ἐκτέλεσις δικαστικῶν ἀποφάσεων». Ἐπὶ τοιούτων δαπανῶν, ὁσάκις ἀναγνωρίζονται ὡς νόμιμοι ὑπὸ τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργοῦ ἢ ὑπὸ Δικαστηρίου, ἀπαιτεῖται νὰ αἰτηθῇ εἰδικὴ πίστωσις πρὸς ἀπότισιν αὐτῶν κατά τε τὸ κεφάλαιον καὶ τὰ παρακολουθήματα αὐτῶν, οἷον τόκους καὶ δικαστικὰ ἔξοδα. Ἐξαιροῦνται αἱ πρὸ τῆς δημοσιεύσεως τοῦ παρόντος νόμου διὰ δικαστικῶν ἀποφάσεων ἢ δικαστικῶν συμβιβασμῶν ἀναγνωρισθεῖσαι τοιαῦται δαπάναι, αἵτινες δύνανται νὰ πληρωθῶσι καὶ ἐκ τοῦ κεφαλαίου τῶν δικαστικῶν ἀποζημιώσεων.» Ἐξετάσωμεν, ποία ἡ ἔννοια τοῦ νόμου. Προφανῶς δὲν εἶναι ἐκείνη, τὴν ὁποίαν ἀπέδωκεν ὁ κ. Πρωθυπουργός· διότι, ἂν λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ μακαρίτου Σωτηροπούλου, τοῦ εἰσηγητοῦ τοῦ νόμου, κατὰ τὴν συζήτησιν, θέλομεν ἴδει, ὅτι ἑτέραν οὗτος ἔννοιαν ἀποδίδει. Ἰδοὺ τί λέγει ὁ εἰσηγητὴς τοῦ νόμου (ἀναγινώσκει): «Σωτηρόπουλος... Τὸ μεγαλείτερον μέρος τῶν ἀποζημιώσεων, τὰς ὁποίας ὀφείλει τὸ Δημόσιον, προέρχεται ἀπὸ ἔξοδα κεκλεισμένων χρήσεων καὶ ἀπὸ ὑπερβάσεις δαπανῶν, διὰ τὰς ὁποίας οἱ Ὑπουργοὶ δὲν ἐφρόντισαν νὰ ζητήσουν ἐγκαίρως τὴν ἐπιψήφισιν τῶν ἀνηκουσῶν πιστώσεων. Μὴ ὑπαρχούσης πιστώσεως, οἱ Ὑπουργοὶ δὲν ἠδύναντο νὰ πληρώσουν, οἱ δὲ πολῖται καταφεύγουν εἰς τὰ Δικαστήρια, ἅτινα δὲν ἠμποροῦν παρὰ νὰ καταδικάσουν τὸ Δημόσιον. Ἐὰν δὲ γείνῃ καὶ συμβιβασμὸς, πάλιν ἡ δαπάνη μεταφέρεται εἰς τὰς δικαστικὰς ἀποζημιώσεις... Ἠξεύρετε πῶς διατίθεται τὸ κεφάλαιον τῶν δικαστικῶν ἀντιπροσώπων· ἐξ αὐτοῦ πληρώνονται ἔξοδα προερχόμενα ἀπὸ ὑπερβάσεις τῶν πιστώσεων καὶ ἀναγόμενα εἰς τὰς κεκλεισμένας χρήσεις, δι’ ἃς ἔπρεπε νὰ ζητῆται εἰδικὴ πίστωσις ἀπὸ τὴν Βουλήν. Ἐπειδὴ ἡ κατάχρησις αὕτη ἐξακολουθεῖ ἀπὸ πολλῶν ἐτῶν, ἐνόμισα καλὸν νὰ φέρω εἰδικὸν νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἀνεγνώσθη δὶς· παρακαλῶ δὲ ἤδη νὰ ἀναγνωσθῇ καὶ ἐκ τρίτου καὶ νὰ ἐπιψηφισθῇ.» Ὁ σκοπὸς λοιπὸν τοῦ νομοθέτου εἶναι νὰ ἀποφύγῃ ἀκριβῶς τοῦτο, ὅπως ἡ Βουλὴ ἀσκῇ ἔλεγχον ἐπὶ τῶν δικαστικῶν ἀποζημιώσεων. Ἀλλ’ ἐδῶ δὲν πρόκειται περὶ δικαστικῶν ἀποζημιώσεων, ἀλλὰ πρόκειται περὶ ἐγγραφῆς τῶν καθ’ ὑπέρβασιν δαπανηθέντων εἰς τὰς κεκλεισμένας χρήσεις. Τοῦ νόμου δὲ τοῦ 1871 οὐδέποτε ἐγένετο χρῆσις, οὐδέποτε ὑπεβλήθη νομοσχέδιον περὶ εἰδικῆς πιστώσεως, ἀλλὰ πάντοτε νομοσχέδια περὶ ἐγγραφῆς εἰς τὸ κεφάλαιον τῶν κεκλεισμένων χρήσεων. Οὕτω κατὰ τὸ 1889 ἐγένετο ἐγγραφὴ ἐκ μέρους ἡμῶν δαπανῶν κεκλεισμένων χρήσεων ἐκ δραχμῶν 4,000,000, διότι τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν εἶχε κεφάλαιον κεκλεισμένων χρήσεων ἄνω τῶν 3,000,000. Δὲν νομίζω δέ, ὅτι ἐπιτρέπεται δυνάμει τοῦ νόμου ἐκείνου νὰ ζητηθῇ ἡ προκειμένη πίστωσις. Ἐδῶ πρόκειται περὶ ὑπερβάσεως· καὶ ὅτι τὸ ποσὸν πρέπει νὰ ἐγγραφῇ εἰς τὸ κεφάλαιον τῶν κεκλεισμένων χρήσεων, δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία. Σκοπὸς τῶν εἰδικῶν πιστώσεων ἐπὶ τοῦ προκειμένου εἶναι εἷς καὶ μόνος, νὰ ἐλαφρυνθῇ τὸ κεφάλαιον τῶν κεκλεισμένων χρήσεων τοῦ 1903, καὶ ν’ αὐξήσῃ ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1902, ῥιπτομένου εἰς τὴν ῥάχιν αὐτοῦ τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον ἔδει ν’ ἀναγραφῇ εἰς τὸ κεφάλαιον τῶν κεκλεισμένων χρήσεων τοῦ 1903. Τοῦτο ὑπ’ οὐδενὸς νόμου δικαιολογεῖται. Ἀναγνώσατε τὸν νόμον, καὶ τὴν ἑρμηνείαν τὴν δοθεῖσαν, ἵνα ἴδητε, ὅτι οὐδὲν κοινὸν ὑπάρχει μεταξὺ τούτου καὶ τοῦ συστήματος, τὸ ὁποῖον ὑμεῖς πρώτην φορὰν εἰσάγετε. Ἑπομένως φρονῶ, ὅτι ἡ πίστωσις πρέπει νὰ ἐγγραφῇ εἰς τὰς κεκλεισμένας χρήσεις τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1903.
§340Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ χρῆσις τοῦ 1902 δὲν ἔκλεισεν ἀκόμη, ὁ δὲ νόμος δὲν ἔχει σκοπὸν νὰ ἀποφύγῃ τὴν περικάλυψιν τῶν δικαστικῶν δαπανῶν. Αἱ κεκλεισμέναι χρήσεις περιέχουσι δαπάνας ἀνηκούσας εἰς διαφόρους χρήσεις, ἐκ τούτου δ’ ἐπέρχεται σύγχυσις εἰς τὴν σύνταξιν τῶν ἀπολογισμῶν. Βεβαίως πρέπει νὰ γνωρίζωμεν, τί δαπανᾷ τὸ Κράτος εἰς ἑκάστην ἀνάγκην αὐτοῦ, δὲν πρέπει δὲ δαπάναι τινὲς νὰ ἐγγράφωνται ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, ἄλλαι δὲ νὰ κρύπτωνται, περικλειόμεναι ἐν τῷ κεφαλαίῳ τῶν ἀποζημιώσεων. Ἐπὶ τοῦ προκειμένου σκοπὸς δὲν ἦτο ν’ ἀπαλλάξωμεν τὸ 1903, ἀλλ’ αἱ δαπάναι ἑνὸς προηγουμένου ἔτους δὲν πρέπει νὰ ἐπιβαρύνωσι τὸ ἑπόμενον.
§341Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἡ παρατήρησις ἡ πρώτη βεβαίως δὲν ἐφαρμόζεται εἰς τὴν πίστωσιν, ἐπὶ τῆς ὁποίας συζητοῦμεν, διότι ἤδη πρόκειται καθαρῶς περὶ πιστώσεως ἀναγομένης εἰς κεκλεισμένας χρήσεις. Ἐννοεῖται ὅμως, ὅτι ἡ παρατήρησις, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ὁ κ. Πρωθυπουργός, ὅτι βεβαίως αἱ δαπάναι τῶν κεκλεισμένων χρήσεων ἀνάγονται εἰς τὰς χρήσεις, τὰς ὁποίας πρέπει νὰ βαρύνωσιν, εἶναι ὀρθή. Ἀλλὰ μὴ λησμονῶμεν, ὅτι, ὅταν πρόκηται νὰ παραβάλωμεν προϋπολογισμὸν πρὸς προϋπολογισμόν, ἢ ἀπολογισμὸν πρὸς ἀπολογισμόν, ἐσυνηθίσαμεν πάντοτε, μὲ ὅλας τὰς διαμαρτυρίας τινῶν ἐξ ὑμῶν, νὰ λαμβάνωμεν τὸ σύνολον τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ νὰ παραβάλλωμεν προϋπολογισμὸν πρὸς προϋπολογισμόν, ἢ ἀπολογισμὸν πρὸς ἀπολογισμόν, ὅτε δ’ ἐγίνετο ἀπόπειρα νὰ παραβάλωμεν τὰς δαπάνας κεκλεισμένων χρήσεων, γνωρίζετε, ὅτι συζητήσεις πολλαὶ ἐγίνοντο. Ἀλλ’ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δὲν ἀπήντησεν εἰς τὸ ἕτερον ἐπιχείρημα, ὅτι οὐδέποτε ἐφηρμόσθη αὐτὸς ὁ νόμος, ὅτι οὐδέποτε ἡ φράσις «εἰδικὴ πίστωσις» ἀπαντᾷ, καίτοι ἐπὶ δεκαετίαν ἴσως ἀπὸ τῆς ψηφίσεως τοῦ νόμου ἐκείνου ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς διετέλεσεν Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν. Ἑπομένως λέγω, ὅτι τὸ σήμερον προτεινόμενον εἶναί τι νέον.
§342Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Εἰς τοῦτο πταίει ἡ ἄλλοτε ὑπηρεσία καὶ ὄχι ὁ Ὑπουργός.
§343Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ναί, ἀλλ’ αἱ ἐργασίαι τῆς ὑπηρεσίας γίνονται ὑπὸ τὴν ἐπίβλεψιν, τὴν ἐπιτήρησιν καὶ τὴν εὐθύνην τοῦ Ὑπουργοῦ· ἑπομένως τὸ ἐπιχείρημα, ὅτι δὲν ἐγένετο γνωστὸν εἰς τὸν Ὑπουργὸν, νομίζω ὅτι δὲν εἶναι ἀκριβές· διότι, ὅτε ἀνεγράφοντο εἰς τὰς κεκλεισμένας χρήσεις, ἀνεγράφοντο τὰ ὀνόματα τῶν δικαιούχων.
§344Ν. ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Διαιροῦνται αἱ πιστώσεις.
§345Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Διακρίνονται αἱ πιστώσεις, καὶ ἑπομένως ὁ ἀναγινώσκων τὸν κατάλογον αὐτῶν δύναται ἀμέσως νὰ ἐννοήσῃ περὶ τίνων δαπανῶν πρόκειται. Ἑπομένως νομίζω, ὅτι γίνεται πρώτην φορὰν ἤδη ἐφαρμογὴ νόμου λησμονηθέντος, οὐδέποτε ἐφαρμοσθέντος, καὶ ἐφαρμογὴ αὐτοῦ κατὰ τρόπον ἐντελῶς ξένον καὶ πρὸς τὴν φράσιν καὶ πρὸς τὴν δικαιολογίαν τοῦ νόμου ἐκ μέρους τοῦ προτείναντος τὸν νόμον...
§346Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Πῶς «ξένον πρὸς τὴν φράσιν τοῦ νόμου»;
§347Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Διότι λέγει ὁ νόμος, ὅτι «δαπάναι καθ’ ὑπέρβασιν τῶν σχετικῶν κεφαλαίων, ἢ ἀνήκουσαι εἰς κεκλεισμένας χρήσεις δὲν δύνανται νὰ καταβληθῶσιν ἐξ οἱουδήποτε κεφαλαίου τοῦ Προϋπολογισμοῦ, οὔτε ἐκ τοῦ κεφαλαίου τῆς ἐκτελέσεως τῶν δικαστικῶν ἀποφάσεων». Εἰσηγούμενος δὲ ὁ συντάκτης τοῦ νόμου τὴν ἔννοιαν τοῦ νόμου, λέγει: «Ὁ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον προέβην εἰς τὴν ὑποβολὴν τοῦ νομοσχεδίου τούτου, εἶναι ν’ ἀποφύγωμεν τὸ ἑξῆς ἄτοπον, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς δύναται νὰ μὴ πληρώσῃ πολίτην δικαιούμενον εἰς πληρωμὴν, ὅπως καταναγκάσῃ αὐτὸν νὰ προσφύγῃ εἰς τὰ Δικαστήρια, ἀργότερον δὲ νὰ φέρῃ τὴν πληρωμὴν εἰς τὸ κεφάλαιον τῶν κεκλεισμένων χρήσεων, καὶ τοιουτοτρόπως ν’ ἀπαλλάξῃ ἀπὸ τὴν πληρωμὴν ταύτην τὸν Προϋπολογισμόν». Αὐτὴ εἶναι ἡ δικαιολογία, τὴν ὁποίαν ἔδωκεν ὁ συντάκτης τοῦ νόμου· ἑπομένως δὲν νομίζω, ὅτι τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον πρώτην ἤδη φορὰν ἠκολούθησεν ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς, εἶναι τὸ ἐπιβαλλόμενον.
§348Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Οἱ νόμοι δὲν περιπίπτουσιν εἰς ἀχρηστίαν. Ὅτι δ’ ἔπρεπε ν’ ἀκολουθήσω αὐτὴν τὴν διατύπωσιν, σᾶς φέρω ὡς παράδειγμα, ὅτι, καθ’ ἃς μοὶ ἔδωκε πληροφορίας τὸ Γενικὸν Λογιστήριον, αἱ δικαστικαὶ ἀποζημιώσεις τοῦ 1902 ὑπερβαίνουσι τὸ ἑκατομμύριον δραχμῶν, ἐπιβαρύνουσαι τὴν χρῆσιν τοῦ 1902.
§349ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§350ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Βοζίκης ἔχει τὸν λόγον.
§351ΧΑΡ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Βεβαίως δὲν πρόκειται περὶ τετάρτου εἴδους πιστώσεων, τὸ πρῶτον ἤδη τιθεμένων εἰς ἐφαρμογήν. Τὰ εἴδη τῶν πιστώσεων τοῦ Λογιστικοῦ νόμου εἶναι τὰ τρία γνωστά· πρόκειται μόνον περὶ εἰδικεύσεως πιστώσεων. Ἀλλὰ μὴ δυσφορήσητε, κύριοι συνάδελφοι, ἐὰν ἀναγκασθῶ νὰ ἐπαναλάβω τινὰ τῶν ἐπιχειρημάτων τῶν προαγορευσάντων, διότι, διὰ νὰ ἀποδείξω ἰσχυρισμὸν, τὸν ὁποῖον θὰ προβάλω, μοὶ εἶναι ἀναπόφευκτον τοῦτο. Ἐφαρμόζεται τὸ πρῶτον ὁ νόμος τοῦ 1871, κατ’ ἔννοιαν οὐχὶ τὴν ἀκριβῆ. Ἡ ἀκριβὴς ἔννοια εἶναι ἐκείνη, ἡ ὁποία ἐδίδετο μέχρι τοῦδε, καὶ συμφώνως πρὸς τὴν ὁποίαν ἐφηρμόζετο μέχρι τοῦδε ὁ νόμος, ὅτι δηλαδὴ διατάσσεται δι’ αὐτοῦ ἡ εἰδίκευσις τῶν ἀναπληρωματικῶν πιστώσεων. Διὰ νὰ δειχθῇ, ὅτι νέα τις ἔννοια ἐνυπάρχει ἐν τῷ νόμῳ τοῦ 1871, μὴ τεθεῖσα εἰς ἐφαρμογὴν μέχρι τοῦδε καὶ τιθεμένη ἤδη τὸ πρῶτον, πρέπει κατ’ ἀνάγκην ν’ ἀποδειχθῇ, ὅτι ὁ νόμος τοῦ 1871 ἐτροποποίησε τὸν Λογιστικὸν νόμον. Ἀλλ’ ἐγὼ ὡρισμένως θὰ ἀποδείξω, ὅτι ὁ νόμος τοῦ 1871 δὲν ἐτροποποίησε τὸ ἄρθρον 67 τοῦ Λογιστικοῦ νόμου, ἢ, καὶ ἂν ἐπιβοηθητικῶς δεχθῇ τις, ὅτι ὁ νόμος τοῦ 1871 ἐτροποποίησε τὸ ἄρθρον 67 τοῦ Λογιστικοῦ νόμου, πάντως θὰ δεχθῇ, ὅτι δὲν τὸ ἐτροποποίησε κατὰ τὴν διάταξιν τὴν ἀναγομένην εἰς τὴν χρῆσιν. Ἀνεγνώσθη εἰς ὑμᾶς πρὸ ὀλίγου ὁλόκληρος ἡ αἰτιολογικὴ ἔκθεσις τοῦ νομοσχεδίου τοῦ 1871. Ἐξ αὐτῆς ἐξάγονται δύο τινά. Δύο δηλαδὴ λόγοι ἠνάγκασαν τὸν τότε Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ὑποβάλῃ ὑπὸ τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς τὸ νομοσχέδιον, τὸ μετέπειτα γενόμενον νόμον τοῦ 1871· τὸ μὲν ἡ μὴ τήρησις τοῦ ἄρθρου 67 τοῦ Λογιστικοῦ νόμου, τὸ δὲ ἡ ἐπιθυμία αὐτοῦ, ἵνα αἱ ἀπαιτήσεις αἱ ἀναγόμεναι εἰς κεκλεισμένας χρήσεις πληρώνωνται δ’ εἰδικῶν πιστώσεων. Ζητεῖ δηλαδὴ οὐχὶ νὰ τροποποιήσῃ τὸ ἄρθρον 67 τοῦ Λογιστικοῦ νόμου, ἀλλὰ νὰ τὸ θέσῃ εἰς ἰσχύν· διότι ἡ μέχρι τότε πεῖρα, ὡς ἐν τῇ ἀρχῇ τῆς αἰτιολογικῆς ἐκθέσεως λέγεται, εἶχεν ἀποδείξει, ὅτι παρεβιάζετο ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 67, καὶ ἐκ τῆς παραβιάσεως ἐκείνης ἐπήρχοντο ἀνωμαλίαι εἰς τὴν λογιστικὴν ὑπηρεσίαν. Τὸ ἄρθρον 67 λέγει τὰ ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Πρὸς πληρωμὴν χρέους ἀποχρώντως ἀποδεδειγμένου κλεισμένης τινὸς χρήσεως, μὴ συμπεριλαμβανομένου δὲ εἰς τὰ πληρωτέα ὑπόλοιπα κατὰ τὸν ἀπολογισμὸν αὐτῆς, ἀπαιτεῖται ἀναπληρωματικὴ ἐπὶ τῆς τρεχούσης χρήσεως πίστωσις, καταλογιζομένη εἰς τὸ κεφάλαιον κεκλεισμέναι χρήσεις.» Τὸν νόμον τοῦτον, εἶπον, κατὰ τὴν αἰτιολογικὴν ἔκθεσιν, ζητεῖ νὰ θέση εἰς πληρεστέραν ἐφαρμογήν· διότι κατὰ τὴν αὐτὴν ἔκθεσιν εἶχε παρατηρηθῆ, ὅτι δὲν ἐλειτούργει ὁ νόμος, καὶ εἶχε θεωρηθῆ, ὅτι ἦτο ἀνάγκη νὰ γείνῃ ἀνανέωσις τοῦ νόμου. Εἶναι μία ἰδέα, ὅτι νόμοι, οἱ ὁποῖοι δὲν ἐφηρμόσθησαν ἐπί τινα καιρὸν, διὰ νὰ ἐφαρμοσθῶσι κατόπιν ἐπιτυχῶς, πρέπει ν’ ἀνανεωθῶσιν. Αὐτὴ ἡ ἰδέα ὤθησε τὸν εἰσηγητὴν τοῦ νόμου ἐκείνου νὰ ὑποβάλῃ αὐτὸν εἰς τὴν Βουλὴν, ὄχι ἡ ἰδέα νὰ τροποποιήσῃ τὸν νόμον, καὶ διὰ τοῦτο οὐδὲ τὸ εἶδος τῆς πιστώσεως μεταβάλλεται διὰ τοῦ νόμου τοῦ 1871 οὐδὲ τὰ ἔτη τῆς χρήσεως. Καὶ ὅτι δὲν μεταβάλλεται τὸ εἶδος τῆς πιστώσεως, ἀποδεικνύεται ἐκ τούτου, ὅτι καὶ πρὸ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου τούτου τὸ σύστημα τῶν εἰδικῶν πιστώσεων ὑπῆρχεν· εἶναι ἡ εἰδίκευσις τῶν πιστώσεων τοῦ εἰδικοῦ ἄρθρου τοῦ Λογιστικοῦ νόμου. Τὸ ὅτι δὲ δὲν πρόκειται περὶ νέας πιστώσεως, ἀποδεικνύεται ἐξ αὐτῆς τῆς ἀγορεύσεως τοῦ εἰσηγητοῦ τοῦ νόμου, ἀλλὰ τὸ ὅτι δὲν μεταβάλλεται ἡ χρῆσις, ἀποδεικνύεται ἐκ τῆς ἀντιπαραβολῆς τοῦ νόμου τοῦ 1871 πρὸς τὸ ἄρθρον 67 τοῦ νόμου περὶ δημοσίου λογιστικοῦ. Ὁ νόμος περὶ δημοσίου λογιστικοῦ ἀπαιτεῖ τὴν ἀναπληρωματικὴν πίστωσιν ἐπὶ τῆς τρεχούσης χρήσεως· ὁ νόμος ΤΚΔʹ τῆς 26 Μαΐου 1871 δὲν ὁμιλεῖ διόλου περὶ χρήσεως (ἀναγινώσκει): «Ἄρθρον μοναδικόν. Δαπάναι γενόμεναι καθ’ ὑπέρβασιν τοῦ σχετικοῦ κεφαλαίου τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἢ ἀνήκουσαι εἰς κεκλεισμένας χρήσεις δὲν δύνανται νὰ καταβληθῶσιν ἐξ οἱουδήποτε κεφαλαίου τοῦ Προϋπολογισμοῦ, οὔτε ἐκ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν τοῦ ἐπιγραφομένου «ἐκτέλεσις δικαστικῶν ἀποφάσεων». Ἐπὶ τοιούτων δαπανῶν, ὁσάκις ἀναγνωρίζωνται ὡς νόμιμοι ὑπὸ τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργοῦ ἢ ὑπὸ Δικαστηρίου, ἀπαιτεῖται νὰ αἰτηθῇ εἰδικὴ πίστωσις πρὸς ἀπότισιν αὐτῶν κατά τε τὸ κεφάλαιον καὶ τὰ παρακολουθήματα αὐτῶν, ἤτοι τόκους καὶ δικαστικὰ ἔξοδα.» Ἐπὶ ποίας χρήσεως; Περὶ χρήσεως δὲν ὁμιλεῖ. Ὥστε, καὶ ἂν ἐσκέφθη νὰ τροποποιήσῃ τὸ ἄρθρον 67 τοῦ Λογιστικοῦ νόμου, ἐσκέφθη νὰ τὸ τροποποιήσῃ κατὰ τὰς ἄλλας αὐτοῦ διατάξεις, ὄχι ὅμως καὶ κατὰ τὴν διάταξιν τὴν ἀφορῶσαν τὴν χρῆσιν· διότι, ἂν ἐσκόπει τοῦτο, βεβαίως θὰ ἔκαμνε λόγον περὶ τῆς χρήσεως, ἀλλ’ ἀφῆκεν αὐτὴν οἵα ἦτο πρὸ τοῦ νόμου τούτου, οἵα ἦτο κατὰ τὸ ἄρθρον 67 τοῦ Λογιστικοῦ νόμου.
§352Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Τί ἄλλο ἠμπορεῖ νὰ γείνῃ; Θὰ ζητηθῇ ἐπὶ τῆς τρεχούσης χρήσεως. Ἐπὶ κεκλεισμένων χρήσεων θὰ πληρωθῇ ἐκ τῆς τρεχούσης χρήσεως.
§353ΧΑΡ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Συμφωνοῦμεν. Θὰ πληρωθῇ ἀπὸ τὴν τρέχουσαν χρῆσιν. Τὰ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδια περὶ εἰδικῶν πιστώσεων ἔδωκαν ἄλλην ἑρμηνείαν εἰς τὸν νόμον τοῦ 1871· ἐπὶ τούτου συζητοῦμεν. Ὁ νόμος τοῦ 1871, καὶ ἂν ὑποτεθῇ,—ὅπερ δὲν δέχομαι,—ὅτι ἀνέγραψε καὶ τέταρτον εἶδος πιστώσεων, τῶν εἰδικῶν, καὶ ὅτι δὲν πρόκειται περὶ εἰδικεύσεως τῆς ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως, καὶ ἂν ὑποτεθῇ τοῦτο, δὲν μετέβαλεν ὅμως τὴν χρῆσιν, ἀλλ’ ἀφῆκε τὸ ἄρθρον 67 τοῦ Λογιστικοῦ νόμου ὡς εἶχεν, ὅσον ἀφορᾷ τὴν χρῆσιν. Ἡ γνώμη τῆς Κυβερνήσεως στηρίζεται εἰς ἐσφαλμένην ἑρμηνείαν τοῦ νόμου τοῦ 1871· δηλαδὴ, ἐνῷ δὲν γίνεται λόγος περὶ χρήσεως, ἡ Κυβέρνησις εὗρεν, ὅτι ἡ φράσις «ὁσάκις αἱ τοιαῦται δαπάναι ἀναγνωρίζωνται ὡς νόμιμοι ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ ἢ τοῦ Δικαστηρίου, ἀπαιτεῖται εἰδικὴ πίστωσις» ἔχει ἄλλην ἔννοιαν, καὶ αὐτὸ τὸ ὁσάκις τὸ ἐχαρακτήρισεν ὡς χρονικὸν, καὶ λέγει: «ἡ πίστωσις θὰ δοθῇ πότε; δηλαδὴ κατὰ ποῖον χρόνον; ὁσάκις ἀναγνωρισθῇ· καὶ ἐπὶ ποίας χρήσεως; ἐπὶ πάσης χρήσεως, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐπιτρέπει τὸ ὁσάκις», ἐνῷ τὸ ὁσάκις εἶναι ὑποθετικόν· ἐὰν δηλαδὴ ἀναγνωρισθῇ. Ὅτι δὲ πρόκειται οὐχὶ περὶ χρονικοῦ τινος «ὁσάκις», ἀλλὰ περὶ «ὁσάκις» ἄλλης ἐννοίας, ἀποδεικνύεται πάλιν ἐξ αὐτῆς τῆς αἰτιολογικῆς ἐκθέσεως, καθ’ ἣν, ἂν ἦναι ἀποχρώντως ἀποδεδειγμένον τὸ χρέος, ἀπαιτεῖται εἰδικὴ πίστωσις. Ἡ ἔννοια, τὴν ὁποίαν δίδουσι τὰ περὶ ὧν πρόκειται νομοσχέδια, εἶναι ἔννοια, τὴν ὁποίαν συλλαμβάνει τις, μόνον ὅταν θέλῃ νὰ μεταθέσῃ τὰς πιστώσεις εἰς ἄλλην χρῆσιν, ἔννοια, ἡ ὁποία, ὁπωσδήποτε καὶ ἂν θελήσῃ τις νὰ ἑρμηνεύσῃ τὰς διατάξεις τοῦ νόμου, δὲν ἐξάγεται. Αὐτὴ εἶναι λοιπὸν καὶ ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 67 τοῦ Λογιστικοῦ νόμου, αὐτὴ εἶναι καὶ ἡ διάταξις τοῦ νόμου τοῦ 1871. Ἀλλ’ αὐτὴ εἶναι καὶ ἡ ἔννοια, τὴν ὁποίαν ἀποδίδουν εἰς τὸν νόμον τοῦ 1871 καὶ τὸν Λογιστικὸν νόμον καὶ οἱ ἑρμηνεύοντες τὸν νόμον. Ἑρμηνείαν τοῦ νόμου περὶ δημοσίου λογιστικοῦ ἔχει ὁ τμηματάρχης Παπαευστρατίου...
§354Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τί λέγει ὁ Κύριος αὐτός;
§355ΧΑΡ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ἰδοὺ τί λέγει (ἀναγινώσκει): «Ἐὰν μετὰ τὴν λῆξιν τῆς χρήσεως ἀναγνωρισθῶσιν ὑπὸ τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργοῦ δαπάναι βαρύνουσαι τὸν προϋπολογισμὸν τῆς κλεισθείσης χρήσεως, ἢ ὑποχρεωθῇ τὸ Δημόσιον δικαστικῶς νὰ πληρώσῃ τοιαύτας δαπάνας, δὲν ζητεῖται ἀναπληρωματικὴ πίστωσις, ὡς φέρει τὸ ἄρθρον 67 τοῦ νόμου, ἀλλ’ εἰδικὴ πίστωσις ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ μετὰ τὴν ἀναγνώρισιν συντασσομένου.»
§356Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐν ποίᾳ σελίδι;
§357ΧΑΡΑΛ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ἐν σελίδι 191, εἰς τὰς ὑποσημειώσεις. Ἀλλ’ ἐγὼ παρετήρησα εἰς τὸ σύνολον τῶν πιστώσεων αὐτῶν, ὅτι καὶ ἡ ἑρμηνεία αὕτη, ἡ ὁποία ἐδόθη, δὲν ἐτηρήθη εἰς ὅλα τὰ νομοσχέδια, ὅσα ὑπεβλήθησαν· καὶ θὰ εἴπω κατόπιν, πῶς δὲν ἐτηρήθη, διότι ἤδη ἔχω νὰ κάμω μίαν γενικὴν παρατήρησιν ἐπὶ ὅλων τῶν νομοσχεδίων. Πλὴν τῶν ἀπαιτήσεων, αἱ ὁποῖαι ἀναγνωρίζονται ὑπὸ τῶν Δικαστηρίων, αἱ ἄλλαι ἀπαιτήσεις, εἰς τὴν μελέτην, τὴν ὁποίαν ἔκαμα ἐπὶ τῶν νομοσχεδίων, μοὶ παρουσίασαν δυσχέρειαν, τὴν ἑξῆς. Δὲν μοὶ ἦτο δυνατὸν νὰ ἀνεύρω ἐν ταῖς αἰτιολογίαις καὶ ἐν τοῖς νομοσχεδίοις τὸν χρόνον τῆς ἀναγνωρίσεως ἐπακριβῶς...
§358Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν ἐζητήσατε πληροφορίας.
§359Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ποίας πιστώσεως;
§360ΧΑΡ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Λόγου χάριν «πίστωσις 145 χιλιάδων δραχμῶν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν».
§361Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅλαι ἀκριβῶς εἰς τὸ σημεῖον τῆς ἀναγνωρίσεως ἀναφέρονται.
§362ΧΑΡ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ἀλλὰ πότε ἀνεγνωρίσθησαν, τοῦτο δὲν εἶναι βεβαιωμένον· οὔτε ὁ τρόπος τῆς ἀναγνωρίσεως εἶναι βεβαιωμένος, διὰ νὰ ἴδωμεν, πότε ἀνεγνωρίσθησαν. Διότι ἔχει τὴν αἰτιολογικὴν ἔκθεσιν, κατὰ τὴν ὁποίαν ζητεῖται ἀναπληρωματικὴ πίστωσις ἐπὶ τῆς χρήσεως τοῦ 1902, διότι ἁπλῶς ἀνεγνωρίσθη κατὰ τὸ ἔτος ἐκεῖνο· πῶς ὅμως ἀνεγνωρίσθη καὶ διατὶ κατὰ τὸ ἔτος ἐκεῖνο; ἴσως τοῦτο νὰ μὴ ἐθεωρήθη ἀπὸ τὴν ὑπηρεσίαν σπουδαῖον, ἴσως νὰ μὴ ἦναι καὶ σπουδαῖον, ἴσως καὶ νὰ ὤφειλον νὰ ζητήσω πληροφορίας. Ἀλλὰ δὲν πρόκειται νὰ δικαιολογηθῶ ἐγὼ, ἀπολογούμενος, διατὶ δὲν τὸ γνωρίζω· πρόκειται περὶ τοῦ ὅτι δὲν δύναται νὰ κρίνῃ ἡ Βουλὴ περὶ τοῦ χρόνου τῆς ἀναγνωρίσεως, ἐφ’ ὅσον δὲν ἔχει τὰς ἀναγκαίας πληροφορίας. Ἀλλὰ καὶ τὴν ἔννοιαν, τὴν ὁποίαν δίδει ἡ Κυβέρνησις εἰς τὸν νόμον, καὶ τὴν ἔννοιαν ταύτην δὲν τὴν ἀκολουθεῖ ἐν τοῖς νομοσχεδίοις, τὰ ὁποῖα ὑπέβαλεν· ἡ ἔννοια δὲ, τὴν ὁποίαν δίδει ἡ Κυβέρνησις εἰς τὸν νόμον, ἡ στηριζομένη ἐπὶ τοῦ ὁσάκις, εἶναι, ὅτι τὸ χρέος βαρύνει τὴν χρῆσιν, καθ’ ἣν ἐγένετο ἡ ἀναγνώρισις. Ἀλλ’ ἰδοὺ τὸ νομοσχέδιον «περὶ χορηγίας εἰδικῆς πιστώσεως ἐκ δραχμῶν 1,217,258.80 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν τῆς χρήσεως τοῦ 1902». Μὲ τὸ ποσὸν τοῦτο ἔδει νὰ χρεωθῇ ὁ εἰδικὸς προϋπολογισμὸς τῆς χρήσεως τοῦ 1900. Ἡ αἰτιολογικὴ ἔκθεσις ἔχει ἐπὶ λέξει ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Συνεπείᾳ τῆς ὑπ’ ἀριθμὸν 13129 ἀπὸ 30 Ὀκτωβρίου 1901 διαταγῆς τοῦ ὑπὸ τὴν ἐμὴν διεύθυνσιν Ὑπουργείου πρὸς τὸν Κεντρικὸν ταμίαν, κατετέθησαν ὑπ’ αὐτοῦ (τοῦ Κεντρικοῦ ταμίου) παρὰ τῇ Ἐθνικῇ Τραπέζῃ τῆς Ἑλλάδος τὴν 31 ἰδίου μηνὸς Ὀκτωβρίου 1901 ἐπ’ ἀνοικτῷ λογαριασμῷ καὶ τόκῳ 2½% δραχμαὶ 1,217,258.80 διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τῶν δανείων πρὸς κατασκευὴν τῶν σιδηροδρόμων Πειραιῶς–Λαρίσης καὶ Πύργου–Μελιγαλᾶ. Μὲ τὸ ποσὸν δὲ τοῦτο, προερχόμενον ἐκ τῶν ἐκ δικαιωμάτων καταναλώσεως καπνοῦ ἐσόδων τοῦ Κράτους τῆς χρήσεως τοῦ 1900, ἔδει νὰ χρεωθῇ καὶ ὁ εἰδικὸς προϋπολογισμὸς τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν τῆς ἰδίας χρήσεως. Πλὴν ὅμως δὲν ἐγένετο τοῦτο, διότι δὲν ἀνεγράφη πίστωσις ἐν τῷ ῥηθέντι εἰδικῷ προϋπολογισμῷ, ἀλλ’ οὔτε καὶ ἐζητήθη τοιαύτη ἀναπληρωματικὴ διὰ Β. Διατάγματος, συμφώνως τῷ ἄρθρῳ 3 τοῦ νόμου ΒΧΟΑʹ περὶ κυρώσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Κράτους τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1900. Τὴν παράλειψιν ταύτην ἀντελήφθη ἐγκαίρως ὁ τέως ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς κ. Φ. Νέγρης, ὅστις ἠρκέσθη, ἀγνοῶ διὰ τίνα λόγον, νὰ τὴν ἀνακοινώσῃ πρὸς τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 14875 ἀπὸ 5 Ὀκτωβρίου 1901 ἐγγράφου του πρὸς τὸν παρ’ αὐτῷ Γενικὸν Ἐπίτροπον, χωρὶς νὰ μεριμνήσῃ νὰ περιλάβῃ τὸ ἀνωτέρω ποσὸν ἐν τῷ τότε παρασκευαζομένῳ ὑπ’ αὐτοῦ Προϋπολογισμῷ τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1902 καὶ εἰς τὰς πιστώσεις δι’ ἔξοδα κεκλεισμένων χρήσεων, ἢ καὶ νὰ ζητήσῃ παρὰ τῆς Βουλῆς τὴν χορηγίαν εἰδικῆς πιστώσεως, συμφώνως τῷ νόμῳ ΤΚϚʹ τοῦ 1871, ἀφοῦ ἐπρόκειτο περὶ δαπάνης γενομένης καθ’ ὑπέρβασιν τῶν διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1900 χορηγηθεισῶν πιστώσεων. Ὅθεν διὰ τοὺς λόγους τούτους καὶ πρὸς τακτοποίησιν τῆς κατὰ τὰ ἀνωτέρω γενομένης καταθέσεως, λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω τὸ συναπτόμενον νομοσχέδιον περὶ χορηγίας εἰδικῆς πιστώσεως ἐκ δραχμῶν 1,217,258.80 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν τῆς ἔτι ἐν ἐνεργείᾳ χρήσεως τοῦ ἔτους 1902, καὶ νὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν, ὅπως εὐαρεστηθῇ νὰ ἐκφέρῃ τὴν ἐπ’ αὐτοῦ ψῆφον αὐτῆς.» Ἡ δαπάνη αὕτη ἀνεγνωρίσθη ἀπὸ τῆς 5 Δεκεμβρίου τοῦ 1901 διὰ τοῦ ἐγγράφου, δι’ οὗ παρατηρεῖται ἡ παράλειψις αὕτη, καὶ ἀναγγέλλεται ὅτι παρελείφθη νὰ ζητηθῇ πίστωσις· καὶ ἐν τούτοις, ἐνῷ ἔπρεπε νὰ βαρύνῃ ἡ πίστωσις τὴν χρῆσιν τοῦ 1901, λόγῳ τῆς ἀναγνωρίσεως, ἢ τὴν τοῦ 1900, εἰς ἣν ἀνῆκε, βαρύνει, ἀγνοῶ διατί, τὴν χρῆσιν τοῦ 1902. Ἀλλὰ δὲν εἶναι τοῦτο μόνον. Ἐὰν ἐξετάσωμεν ἓν ἕκαστον τῶν νομοσχεδίων, θέλομεν εὕρει, ὅτι περιλαμβάνονται εἰς βάρος τοῦ 1902 πιστώσεις, αἱ ὁποῖαι δὲν δύνανται νὰ ἐπιβαρύνωσι τὴν χρῆσιν τοῦ 1902, ἀλλὰ τὴν τοῦ 1903. Καὶ ἰδοὺ πῶς. Ἐν τῇ προσπαθείᾳ τοῦ νὰ ἀπαλλαγῇ πολλῶν δαπανῶν ἡ χρῆσις τοῦ 1903, καὶ νὰ ἐπιβαρυνθῇ ἡ χρῆσις τοῦ 1902, περιελήφθησαν εἰς τὰς εἰδικὰς πιστώσεις καὶ δαπάναι ἀνεγνωρισμέναι μὲν, μὴ δεδουλευμέναι δὲ μέχρι τέλους τοῦ 1902. Αἱ δαπάναι αὗται εἶναι μικραὶ, ἀλλ’ ἀποδεικνύουσι τὰς προσπαθείας τῶν συνταξάντων τὰ νομοσχέδια, ὅπως ἀπαλλάξωσι δι’ αὐτῶν τὴν χρῆσιν τοῦ 1903. Π. χ. προκειμένου διὰ τὴν αὔξησιν τῆς μισθοδοσίας τοῦ κ. Πέτρου Κοσονάκου, ὡς ἀντεισαγγελέως, καὶ διὰ τοὺς τόκους...
§363Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ ἀπόφασις ἐνηργήθη ἐντὸς τοῦ 1902, καὶ ἑπομένως ἔπρεπε νὰ βαρύνῃ τὴν χρῆσιν τοῦ 1902.
§364ΧΑΡ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ἀλλ’ ὑπάρχουσι καὶ τόκοι μὴ δουλευθέντες ἀκόμη.
§365Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τοῦτο εἶναι ἀδιάφορον. Ἡ ἀπόφασις πότε ἀνεκοινώθη εἰς τὸ Δημόσιον; πότε κατέστη ἐκτελεστὴ καὶ τελεσίδικος; Οὐδὲν σημαίνει, ἐὰν ἡ ἀπόφασις ἐπιβάλλῃ εἰς τὸ Δημόσιον νὰ πληρώσῃ μισθοὺς μέχρι τοῦ Μαΐου τοῦ 1903.
§366ΧΑΡ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Δὲν ἔχετε ὑπὲρ τῆς γνώμης σας τὴν γνώμην τοῦ φίλου σας κ. Ὑπουργοῦ. Πρὸς ἀπόδειξιν δὲ, ὅτι ἡ γνώμη σας δὲν εἶναι ἐκείνη, ἣν ἐγὼ θὰ ἠδυνάμην νὰ δεχθῶ, οὔτε ἐκείνη, τὴν ὁποίαν θὰ ἠδύνατο νὰ δεχθῇ τὸ Ὑπουργεῖον, λάβετε ὑπ’ ὄψιν τοῦτο, ὅτι ἡ πίστωσις ἡ εἰδικὴ, ἥτις ζητεῖται εἰς βάρος τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, καὶ διὰ τόκους μὴ δουλευθέντας κατὰ τὸ 1902, ζητεῖται εἰς βάρος τῆς χρήσεως τοῦ 1903.
§367Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀνεγνωρίσθη αὕτη κατὰ τὸ διάστημα τοῦ 1903;
§368ΧΑΡ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Διατὶ δὲν μὲ ἀφίνετε νὰ εἴπω ὅ,τι ἔχω νὰ εἴπω, περιπίπτετε δὲ εἰς ἀνακριβείας καὶ παρερμηνεύετε οὕτω τὸν νόμον; Ὅσον ὅμως καὶ ἂν σκοπῆτε νὰ μὴ μὲ ἀφήσητε νὰ ἀναπτύξω τὴν ἰδέαν μου, ἐγὼ θὰ τὴν ἀναπτύξω. Τὰ Ὑπουργεῖα τῶν Στρατιωτικῶν καὶ τῶν Οἰκονομικῶν ὑπέβαλον ἐκ συμφώνου ὑπὸ τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς κατάλογον εἰδικῶν πιστώσεων διὰ τὴν χρῆσιν τοῦ 1903 δι’ ἀπαιτήσεις, αἱ ὁποῖαι ἔχουσιν ἐπιδικασθῆ κατὰ τὸ 1901 ἢ 1902 δι’ ἀποφάσεων, αἵτινες πρέπει νὰ πληρωθῶσι κατὰ τὸ 1903. Διατί; Κατεδικάσθη τὸ Δημόσιον νὰ πληρώσῃ εἰς τοὺς ἀποστρατευθέντας ἀξιωματικοὺς τὴν διαφορὰν τοῦ μισθοῦ ἀξιωματικοῦ ἐν ἐνεργείᾳ ἀπὸ τῆς τελεσιδικίας τῆς ἀποφάσεως μέχρις ἄρσεως τῆς καταστάσεως αὐτῆς, καὶ ἐπληρώθησαν διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1902 οἱ ἀξιωματικοὶ τὴν διαφορὰν τὴν ὀφειλομένην διὰ τὸ ἔτος 1902· διὰ τὴν διαφορὰν δὲ τὴν ἀναγομένην εἰς τὸ ἔτος 1903 ζητεῖται πίστωσις εἰδικὴ εἰς βάρος τοῦ 1903. Δηλαδὴ ἡ Κυβέρνησις ὀρθῶς παραδέχεται...
§369Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ πρᾶγμα εἶναι διάφορον. Διότι δὲν γνωρίζει ἡ ὑπηρεσία, ἂν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν θὰ ἐπαναφέρῃ τοὺς ἀξιωματικοὺς εἰς τὴν ὑπηρεσίαν ἢ ὄχι. Διὰ τοῦτο, ἐφ’ ὅσον μένουσιν ἐκτὸς τῆς ὑπηρεσίας, γράφονται χωριστὰ αἱ πιστώσεις δι’ ἕκαστον ἔτος.
§370Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Πρέπει ὅμως νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν καὶ ἡ ἐποχὴ τῆς ἐκδικάσεως.
§371ΧΑΡ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ὁ κ. συνάδελφος μὲ ἀντικρούει οὐχὶ μετὰ τὴν ἀνάπτυξιν ἑκάστου ἐπιχειρήματός μου, ἀλλὰ ἐξ ἀρχῆς καὶ πρὸ τῆς ἀναπτύξεως, ὡσεὶ νὰ ἐγνώριζε, τί ἔχω κατὰ νοῦν νὰ εἴπω! Διὰ τοῦτο περιπίπτει εἰς ἀνακριβείας, καὶ παρερμηνεύει ὄχι μόνον τὸν νόμον περὶ δημοσίου λογιστικοῦ, ἀλλὰ καὶ τὰς γενικὰς διατάξεις.
§372Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὡμίλησα περὶ τῆς ἀρχῆς, τὴν ὁποίαν ἐθέσατε.
§373ΧΑΡ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Κατὰ ῥητὴν διάταξιν τοῦ νόμου περὶ δημοσίου λογιστικοῦ (ἄρθρον 3), «εἰς τὴν αὐτὴν χρῆσιν ἀνήκουσιν αἱ γενόμεναι ὑπηρεσίαι καὶ τὰ παρὰ τοῦ Κράτους καὶ τῶν πιστωτῶν αὐτοῦ ἀποκτηθέντα δικαιώματα ἐντὸς τοῦ ἔτους, τοῦ ὁποίου τὸ ὄνομα φέρει ἡ χρῆσις». Καὶ ἐρωτῶ, πότε ἐγεννήθη τὸ δικαίωμα τοῦ νὰ λάβωσι τόκους οἱ πιστωταὶ οὗτοι; Ἀπὸ τῆς 1ης Ἰανουαρίου 1903 μέχρι τέλους Μαΐου 1903; Τὸ δικαίωμα τῆς πληρωμῆς τόκων ἐγεννήθη διὰ τῆς τελεσιδικίας τῆς ἀποφάσεως, ἢ καθ’ ἑκάστην ἡμέραν;
§374ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Περὶ τίνος λέγετε ἀκριβῶς;
§375ΧΑΡ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ζητεῖται πίστωσις εἰς βάρος τοῦ 1902 διὰ τόκους καὶ μισθοὺς ἀπὸ 1ης Ἰανουαρίου μέχρι 30 Μαΐου 1903.
§376Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τοῦτο ἐπιβάλλει ἡ ἀπόφασις.
§377ΧΑΡ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Δὲν ἐπιβάλλει τοῦτο, οὔτε μεταβάλλει τὴν χρῆσιν οὔτε τὸν Λογιστικὸν νόμον ἡ ἀπόφασις.
§378Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Νομίζω ὅτι οὕτω περιπίπτομεν εἰς μακρὰν συζήτησιν. Ἐὰν ὑπάρχῃ νομοσχέδιόν τι, ὅπερ ὑπεβλήθη εἰς τὴν Βουλήν, περὶ χορηγίας πιστώσεως οἱασδήποτε, περιέχον ἀτελείας, κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου τούτου πρέπει νὰ παρασταθῶσιν αἱ ἀτέλειαι. Ἀλλ’ ὑμεῖς εἰσήχθητε εἰς λεπτομερείας τινάς, εἰς ἃς δὲν δύναμαι νὰ μὴ ἀπαντήσω. Παραδείγματος χάριν, τὸ νομοσχέδιον περὶ πιστώσεως διὰ τὸν ἀξιωματικὸν εἶναι καθαρὸν καὶ σαφές. Ἐξεδόθη δικαστικὴ ἀπόφασις, δι’ ἧς ἀνεγνωρίσθη δικαίωμα εἰς αὐτὸν νὰ λάβῃ μόνον ποσὸν χρημάτων πρὸς ἀποζημίωσιν; Βεβαίως. Λοιπὸν ἔπρεπεν ἡ δαπάνη νὰ καταλογισθῇ εἰς τὸ 1903, διότι τότε θέλει διευκρινηθῆ ἡ ὑπόθεσις καὶ θέλει ὁδηγηθῆ ἡ ὑπηρεσία. Ἐκτὸς τούτου ὅμως, ἀνεφέρατε καὶ ἄλλην πίστωσιν ἀντιθέτως. Σᾶς παρακαλῶ νὰ συζητήσητε τὸ ζήτημα κατὰ γενικὴν ὑπηρεσίαν ἤδη, καὶ μετὰ ταῦτα ἐπὶ ἑκάστου τῶν νομοσχεδίων δύνασθε νὰ ἐκφέρητε τὰς γνώμας ὑμῶν, ὅπως ἀντικρούσωμεν ταύτας.
§379ΧΑΡ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ἐγὼ γενικῶς ὡμίλησα, ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἔννοιαν τοῦ νόμου, ἐπεκαλέσθην δὲ τὰ νομοσχέδια, ἵνα σᾶς ἀποδείξω, ὅτι τὴν ἔννοιαν, τὴν ὁποίαν δίδει εἰς τὸν νόμον ἡ Κυβέρνησις, δὲν τὴν ἀκολουθεῖ δι’ ὅλας τὰς πιστώσεις. Τὸ νομοσχέδιον τῆς πιστώσεως τοῦ 1903 ἐπεκαλέσθην, ἵνα ἀποκρούσω τὸν ἰσχυρισμόν, ὅτι δύνανται νὰ ἀναγράφωνται πιστώσεις εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1901 ἢ 1902, αἵτινες θὰ γεννηθῶσι κατὰ τὸ 1903, ἢ νὰ ἀναγράφηται ἐν αὐτοῖς πληρωμὴ τόκων, οἵτινες θέλουσι γεννηθῆ κατὰ τὸ 1903. Ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις ἐν τῇ ἐφαρμογῇ τοῦ νόμου, ὡς εἶπον, ὑποπίπτει, κατὰ τὴν ἔννοιαν, τὴν ὁποίαν δίδει εἰς αὐτόν, καὶ εἰς ἄλλας μικρὰς παραβάσεις, δηλαδή, ἐνῷ, ἀποδέχεται ὅτι αἱ πληρωμαὶ χρεῶν δέον νὰ γίγνωνται ἐν τῇ χρήσει τοῦ αὐτοῦ ἔτους, καθ’ ὃ ἡ ἀπαίτησις ἀνεγνωρίσθη ὑπὸ τοῦ Δικαστηρίου, ἐν τούτοις δὲν καταλογίζει τὸ ποσὸν τῆς πληρωμῆς εἰς τὴν χρῆσιν τοῦ ἔτους, καθ’ ὃ ἐξεδόθη ἡ τελεσίδικος ἀπόφασις, οὔτε εἰς τὴν τρέχουσαν χρῆσιν τοῦ 1903, ἀλλ’ εἰς τὸ 1902. Αὐτὸ προέρχεται, κατὰ τὴν γνώμην τὴν ἰδικήν μου, οὐχὶ ἐξ ἄλλου λόγου, ἀλλ’ ἐκ τοῦ ὅτι οἱ ἁρμόδιοι ὑπάλληλοι τῶν Ὑπουργείων δὲν ἔχουσι σαφῆ ἰδέαν περὶ τῆς ἐννοίας τῶν διατάξεων τῆς Δικονομίας περὶ τελεσιδικίας, καὶ θεωροῦσιν ὅτι τελεσιδικία ὑφίσταται μόνον ὅταν ἐκδοθῇ καὶ ἡ ἀπόφασις τοῦ Ἀρείου Πάγου, ἐνῷ ἡ τελεσιδικία ὑφίσταται εὐθὺς ὡς ἐκδοθῇ ἡ ἀπόφασις τοῦ Ἐφετείου, ἡ αἴτησις δὲ περὶ ἀναιρέσεως οὐδεμίαν ἔχει ἀξίαν σχετικῶς πρὸς τὴν τελεσιδικίαν. Δύναται νὰ ζητηθῇ ἀναίρεσις, καὶ νὰ μὴ ἀναστέλληται ἡ ἐκτέλεσις τῆς ἀποφάσεως. Τούτου δοθέντος, αἱ ἀποφάσεις, αἱ ὁποῖαι ἐπεκυρώθησαν ὑπὸ τοῦ Ἀρείου Πάγου κατὰ τὸ 1902, αἱ ὁποῖαι ὅμως εἶναι τελεσίδικοι ἀπὸ τοῦ 1900 ἢ 1901, βεβαίως πρέπει νὰ μὴ ἐπιβαρύνωσι τὸ 1902· εἶναι ἀνάγκη, τὰ ποσὰ, ἅτινα ἀναφέρουσιν αἱ ἀποφάσεις αἱ ἐκδοθεῖσαι πρὸ τοῦ 1902, νὰ μὴ βαρύνωσι τὴν χρῆσιν τοῦ 1902· ἀλλὰ τοῦτο ἀντίκειται εἰς τὸν σκοπὸν, ὃν ἔχει ἡ Κυβέρνησις, καὶ εἰς τὸ πολιτικὸν συμφέρον, ἵνα βαρύνῃ ὑπερόγκως τὴν χρῆσιν τοῦ 1902. Ὅσον δ’ ἀφορᾷ τὰς διὰ συμβιβασμοῦ, τοῦ δευτέρου τρόπου τῆς ἀναγνωρίσεως, ἀναγνωρισθείσας ἀπαιτήσεις, καὶ αὗται, ἐφ’ ὅσον δὲν πρόκειται περὶ ἀποφάσεων, βαρύνουσι τὴν χρῆσιν, κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς ὁποίας ἐγεννήθησαν, θὰ πληρωθῶσι δὲ ἀπὸ τὰ ἔξοδα τῆς τρεχούσης χρήσεως καὶ ὅταν λέγωμεν, ὅτι θὰ πληρωθῶσιν ἀπὸ τὰ ἔξοδα τῆς τρεχούσης χρήσεως, εἶναι ἀνάγκη νὰ ζητηθῇ πίστωσις εἰς βάρος αὐτῆς τῆς τρεχούσης χρήσεως. Καὶ πάλιν ἀναφέρομαι εἰς τὸ μόνον σύγγραμμα τοῦ κ. Παπαευστρατίου περὶ τῶν διὰ συμβιβασμοῦ καὶ διὰ δικαστικῶν ἀποφάσεων ἀναγνωριζομένων ἀπαιτήσεων, κατὰ τὸ ὁποῖον (ἀναγινώσκει) «ἐπὶ τῶν διὰ συμβιβασμοῦ ἀναγνωριζομένων δαπανῶν ἡ χρῆσις μένει ἐκείνη, ἣν εἶχον αἱ ἀπαιτήσεις πρὶν ἢ καταστῶσιν ἐπίδικοι, ἐκτὸς ἐὰν διὰ τοῦ συμβιβασμοῦ συνομολογοῦνται ἀποζημιώσεις κλπ., ὁπότε πληρώνονται ἐκ τοῦ κεφαλαίου τῶν δικαστικῶν ἀποζημιώσεων τοῦ Προϋπολογισμοῦ τῆς χρήσεως, καθ’ ἣν ἐγένετο ὁ συμβιβασμός». Ἀλλ’ ὅταν δὲν συνομολογῶνται ἀποζημιώσεις, ἡ γνώμη εἶναι, ὅτι ἀναφέρονται εἰς τὴν χρῆσιν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐγεννήθησαν. Ἐπίσης καὶ ἐπὶ τῶν δικαστικῶν ἀποφάσεων. Αὐταὶ εἶναι αἱ γενικαὶ παρατηρήσεις, τὰς ὁποίας εἶχον νὰ κάμω, ὑποστηρίζων καὶ ἐγὼ, ὅτι ἡ ἔννοια τοῦ νόμου τοῦ 1871 δὲν εἶναι ἡ ἔννοια, τὴν ὁποίαν δίδει ἡ Κυβέρνησις διὰ τῶν νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα ὑπέβαλεν, ἀλλ’ εἶναι ἡ ἔννοια, τὴν ὁποίαν πᾶσαι αἱ μέχρι τοῦδε Κυβερνήσεις ἔδωκαν εἰς τὸν νόμον.
§380Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δηλαδή;
§381ΧΑΡ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Δηλαδὴ δὲν ὑπάρχει τέταρτον εἶδος πιστώσεως, λεγομένης εἰδικῆς, ἀλλ’ ἀπαιτεῖ ὁ νόμος τοῦ 1871 εἰδίκευσιν τῆς ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως, ἀναγραφὴν δὲ καθ’ ὅλας αὐτῆς τὰς λεπτομερείας, διὰ νὰ δύναται νὰ κρίνῃ ἡ Βουλὴ περὶ τῶν λόγων, διὰ τοὺς ὁποίους δὲν ἐπληρώθη ἡ ἀπαίτησις αὕτη κατὰ τὴν προσήκουσαν χρῆσιν, περὶ τῶν λόγων τῆς ἀναβολῆς καὶ τοῦ βασίμου τῆς ἀπαιτήσεως. Διότι ὁ νόμος τοῦ 1871, καὶ ἂν μετέβαλε τὸν Λογιστικὸν νόμον καθ’ ὅλα τὰ ἄλλα, ἀλλὰ δὲν τὸν μετέβαλε κατὰ τὴν χρῆσιν, καὶ συνεπῶς, προκειμένου περὶ ἀποχρώντως ἀποδεδειγμένης ἰδιωτικῆς ἀπαιτήσεως κατὰ τοῦ Δημοσίου, ἀναγομένης ὅμως εἰς κεκλεισμένην χρῆσιν, αὕτη πρέπει νὰ πληρωθῇ ἀπὸ τὴν τρέχουσαν χρῆσιν, πᾶσαι δὲ αἱ εἰδικαὶ πιστώσεις, αἱ ὁποῖαι ζητοῦνται διὰ τῶν ὑπὸ τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς νομοσχεδίων, πρέπει νὰ ζητηθῶσιν εἰς βάρος τῆς χρήσεως τοῦ 1903. Ἴσως μοὶ εἴπητε, ὅτι τὸν δημόσιον θησαυρὸν τὸ πρᾶγμα ὀλίγον τὸν ἐνδιαφέρει, διότι, ἐξ οἱασδήποτε χρήσεως καὶ ἂν πληρωθῶσιν, ἡ κατάστασις τοῦ δημοσίου ταμείου δὲν μεταβάλλεται. Ἀλλὰ τὸ ζητούμενον, φαίνεται, δὲν εἶναι τοῦτο, τὸ ζητούμενον εἶναι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον καὶ ὁ ἐκ Κερκύρας ἀξιότιμος Βουλευτὴς ὑπεστήριξε πρότερον· πρόκειται νὰ ἐπιβαρυνθῇ ἡ χρῆσις τοῦ 1902, καὶ ὄχι νὰ ἐπιβαρυνθῇ ἡ χρῆσις τοῦ 1903. Διότι διὰ τοὺς θέλοντας νὰ κρίνωσιν ἀσφαλῶς περὶ ἑκάστης χρήσεως, ἔχω τὴν ἰδέαν, ὅτι δὲν ἔχει ἀξίαν τὸ πρᾶγμα, διότι θὰ δυνηθῇ πᾶς, ὅστις ἤθελεν ἀποφασίσει νὰ μελετήσῃ καὶ νὰ κρίνῃ περὶ τῶν δαπανῶν ἢ τῆς σπατάλης, ἡ ὁποία ἐγένετο κατὰ τὸ 1902, ἢ περὶ τῶν δαπανῶν καὶ τῶν οἰκονομιῶν, αἱ ὁποῖαι τελοῦνται κατὰ τὸ 1903, πᾶς ὅστις θὰ ἤθελε νὰ σχηματίσῃ ἰδέαν περὶ τούτου, θέλει ἀνοίξει τοὺς προϋπολογισμοὺς καὶ τοὺς ἀπολογισμούς, καὶ θέλει ἴδει, τίνες αἱ δαπάναι αἱ θεωρούμεναι ὡς πληρωθεῖσαι περιπλέον καὶ τίνες αἱ δαπάναι αἱ κατὰ τὸ ἑπόμενον ἔτος μὴ γενόμεναι ἐκ λόγων οἰκονομίας, τοιουτοτρόπως δὲ τὸ ζήτημα ἀπομένει ζήτημα πρώτης ἐντυπώσεως. Ἀλλὰ μοὶ φαίνεται, ὅτι διὰ τὸ ζήτημα τῆς πρώτης ἐντυπώσεως δὲν ἀξίζει νὰ καταγινώμεθα ἐπὶ τοσοῦτον, δὲν ἀξίζει νὰ δίδωμεν εἰς τὸν νόμον ἔννοιαν ἀλλοίαν τῆς ἀληθοῦς, μόνον διὰ νὰ φανῶμεν οἰκονόμοι καὶ οἰκονομολόγοι εἰς τὴν πρώτην τοῦ λαοῦ ἐντύπωσιν.
§382Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἐγὼ δὲν φρονῶ, ὅτι εἶναι ζήτημα πρώτης ἐντυπώσεως, οὐδὲ φρονῶ ὅτι εἶναι ζήτημα, τὸ ὁποῖον δὲν ἔχει οὐσιώδη ἐπιρροὴν ἐπὶ τοῦ δημοσίου ταμείου. Ποία εἶναι ἡ σχέσις τοῦ νόμου ΤϞϚʹ τοῦ 1871 πρὸς τὸν νόμον περὶ δημοσίου λογιστικοῦ; Ὁ κύριος Βουλευτὴς ἐκ Μαντινείας εὗρεν, ὅτι ἡ σχέσις εἶναι ἡ εἰδικοποίησις τῶν πιστώσεων, διότι ὁ νόμος σκοπεῖ νὰ εἰδικοποιηθῶσιν αἱ πιστώσεις, αἱ ὁποῖαι ζητοῦνται πρὸς πληρωμήν. Ἀλλ’ ἰσχυρίζονταί τινες, ὅτι δὲν ἦτο ἀνάγκη τοῦ νόμου τοῦ 1871, ἵνα καταστήσωμεν τὴν εἰδικοποίησιν τῶν πιστώσεων, διότι ὁσάκις ζητῆται ἀναπληρωματικὴ πίστωσις, ὁ προτείνων αὐτὴν Ὑπουργὸς ὀφείλει νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν κατάστασιν τῶν γενομένων δαπανῶν ἐπὶ τῆς πιστώσεως, ἕνεκα τῶν ὁποίων ἐξηντλήθη ἡ κεχορηγημένη πίστωσις, ἵνα βεβαιωθῇ, ὅτι τῷ ὄντι δὲν ὑπάρχει πίστωσις, διότι πάντα τὰ χρήματα ἐδαπανήθησαν, καὶ ὅτι ὑπάρχουσιν ἔτι ἀνάγκαι, διὰ τὰς ὁποίας ἀπαιτεῖται ἀναπληρωματικὴ πίστωσις. Τοῦτο ἀποτελεῖ πλήρη, ἀπόλυτον εἰδικοποίησιν τῶν δαπανῶν καὶ τῶν πιστώσεων, ἑπομένως δὲν ἦτο ἀνάγκη νὰ γένηται νόμος πρὸς τοῦτο, ἵνα ἐπιβάλῃ τὴν εἰδικοποίησιν τῶν δαπανῶν. Ἀλλ’ ὁ νόμος τοῦ 1871 διατάσσει ἄλλο τι ἢ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον διατάσσει ὁ νόμος περὶ δημοσίου λογιστικοῦ διὰ τοῦ ἄρθρου 67· ἑπομένως, ὅταν εἷς νόμος μεταγενέστερος διατάσσῃ ἄλλως τὰ πράγματα ἢ ὡς διατάσσει νόμος προγενέστερος, ὁ νόμος ὁ μεταγενέστερος τροποποιεῖ τὸν προγενέστερον· οὐδὲ δύναταί τις νὰ ἰσχυρισθῇ, ὅτι ὁ νόμος τοῦ 1871 δὲν ἐτροποποίησε τὸν νόμον περὶ δημοσίου λογιστικοῦ. Ἄλλως δὲν ἐννοῶ, ποίαν ἔννοιαν θὰ εἶχεν ὁ νόμος, ἐὰν εἶχε σκοπὸν νὰ εἰδικοποιήσῃ τὰς πιστώσεις, διότι αὗται εἰδικοποιοῦνται διὰ μόνων τῶν διατάξεων τοῦ νόμου περὶ δημοσίου λογιστικοῦ. Ἑπομένως ἄλλον εἶχε σκοπὸν ὁ νόμος τοῦ 1871, τὸν σκοπὸν νὰ περιστείλῃ τὸ θάρρος τῶν Ὑπουργῶν, ὅπως μὴ ὑπερβαίνωσι τὰς χορηγηθείσας πιστώσεις· περιστέλλεται δὲ τὸ θάρρος τοῦ Ὑπουργοῦ, ὅταν οὗτος γνωρίζῃ, ὅτι θέλει γενῆ καταφανὲς μίαν ἡμέραν, ἕνεκα τῆς ἐκτελέσεως τοῦ νόμου τοῦ 1871, ὅτι ὑπερέβη κατὰ τὴν διαχείρισιν τῆς ὑπηρεσίας του τὰς πιστώσεις, αἵτινές εἰσιν ἀναγεγραμμέναι ὑπὸ τὸ προσῆκον κεφάλαιον καὶ ἄρθρον τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ἡ εὐκολία, μὲ τὴν ὁποίαν κατὰ τοὺς χρόνους ἐκείνους, καθ’ οὓς ἐξεδόθη ὁ νόμος, συνέβαινεν, ἵνα οἱ Ὑπουργοὶ ὑπερβαίνωσι τὰς πιστώσεις, ἦτο πρῶτον ἡ μὴ πληρωμὴ τῶν χρημάτων εἰς τοὺς δικαιούχους ἐντὸς τῆς χρήσεως, ὅπως μὴ ἐπιβαρυνθῇ διὰ τῆς πληρωμῆς αὐτῶν ὁ ἀπολογισμὸς τοῦ ἔτους, ἢ ἕνεκα τούτου προσφυγὴ εἰς τὰ Δικαστήρια τοῦ δικαιουμένου, συνεπείᾳ δὲ αὐτοῦ ἡ ἔκδοσις καταδικαστικῆς τοῦ Δημοσίου ἀποφάσεως, πρὸς ἐκτέλεσιν τῆς ὁποίας ἐγίγνετο ἡ πληρωμή, καλυπτομένη ὑπὸ τὸν νεφελώδη χαρακτηρισμὸν τῶν δικαστικῶν ἀποζημιώσεων. Ἑπομένως ὁ νομοθέτης τοῦ 1871 ἐσκόπει νὰ ἐξαναγκάσῃ τὸν Ὑπουργὸν νὰ προσέρχηται εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ νὰ ζητῇ εἰδικὴν πίστωσιν ἐπὶ κεφαλαίου καὶ ἄρθρου τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ὅπως δύνηται ἡ Βουλὴ νὰ ἐλέγχῃ, ἐὰν πραγματικῶς ἦναι ἀνάγκη νὰ ἐπιτρέψῃ τὴν ὑπέρβασιν τῆς πιστώσεως, διότι οὕτως ἐδίδετο εὐκαιρία εἰς τὴν Βουλὴν, ἵνα πληροφορηθῇ περὶ ὅλων τῶν λεπτομερειῶν τῆς ἐκτελέσεως τῶν νόμων καὶ τῆς διαχειρίσεως τῶν πιστώσεων τῶν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, καὶ ζητήσῃ νὰ πεισθῇ, ὅτι τῷ ὄντι ὑπάρχει ἀνάγκη τῆς ζητουμένης πιστώσεως, διότι εὔλογοι ἀνάγκαι τοῦ Κράτους ἀπαιτοῦσι τὴν δαπάνην ταύτην. Λοιπὸν ὁ νόμος τοῦ 1871 ἐτροποποίησε κατὰ τοῦτο τὸ ἄρθρον 67 τοῦ νόμου περὶ δημοσίου λογιστικοῦ, καθόσον ἐσκόπει νὰ ἀναγκάσῃ τοὺς Ὑπουργοὺς, ὅταν εὑρίσκωνται εἰς ἀνάγκην νὰ ζητῶσι πιστώσεις, νὰ προσφεύγωσιν εἰς τὴν Βουλὴν καὶ νὰ προτείνωσι νομοσχέδιον εἰδικῆς πιστώσεως. Ταύτην τὴν γνώμην ἔχω περὶ τοῦ νόμου τοῦ 1871. Ἀλλὰ λέγουσιν, ὅτι ὁ νόμος δὲν ἐφηρμόσθη, καὶ ὅτι, ἐπειδὴ δὲν ἐφηρμόσθη, περιέπεσεν εἰς ἀχρηστίαν. Ὁ ἰσχυρισμὸς ὅμως οὗτος δὲν εἶναι ἀκριβής...
§383ΝΙΚ. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Δὲν δύναται νὰ λεχθῇ αὐτό.
§384ΧΑΡ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Οὔτε ἐγὼ τὸ εἶπον.
§385Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Νομίζω, ὅτι ἤκουσα τοιοῦτόν τινα ἰσχυρισμόν... Ἑπομένως, ἐφ’ ὅσον ὁ νόμος ἔπρεπε νὰ ἐφαρμοσθῇ, ἐφ’ ὅσον ὁ σκοπὸς τοῦ νόμου εἶναι νὰ προστατεύσῃ τὸν δημόσιον θησαυρὸν, αἱ Κυβερνήσεις ὀφείλουσι νὰ ἐκτελῶσι πιστῶς τὸν νόμον, καὶ νὰ μὴ προσπαθῶσι νὰ ἀποφύγωσι τὸν διὰ τοῦ νόμου τούτου δημιουργηθέντα ἔλεγχον τῶν τοιούτων ὑπεκφυγῶν. Ὅσον δ’ ἀφορᾷ τὰς ἐφευρέσεις καὶ ἐπινοήσεις, ὅτι θέλομεν νὰ ἐπιβαρύνωμεν τὴν διαχείρισιν τῶν ἄλλων, καὶ νὰ ἐλαφρώσωμεν τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1903, μοὶ φαίνεται, ὅτι εἶναι ἐπινοήματα παιδαριώδη, ἀνάρμοστα εἰς τὰς ἐργασίας, ἐφ’ ἃς ἐτάχθη, ἵνα ἀσχολῆται ἡ Βουλή. Ἡμεῖς δὲν ἔχομεν δυσκολίαν, ὁσάκις θέλωμεν πεισθῆ, ὅτι ἀνάγκαι τοῦ Κράτους ἀπαιτοῦσι νὰ ἀναγράψωμεν πιστώσεις ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ἀνωτέρας τῶν πιστώσεων, αἱ ὁποῖαι παρεχωρήθησαν διὰ τῶν Προϋπολογισμῶν τῶν παρελθόντων ἐτῶν, δὲν ἔχομεν δυσκολίαν νὰ προτείνωμεν εἰς τὴν Βουλὴν τὴν ἀναγραφὴν τῶν πιστώσεων τούτων. Διότι, ὅταν τις καλῆται νὰ προνοήσῃ διὰ τὴν πλήρωσιν ἀληθῶν ἀναγκῶν τοῦ Κράτους, δὲν πρέπει νὰ δίδῃ προσοχήν τινα εἰς τὰς παρερμηνείας καὶ παρεξηγήσεις, καὶ νὰ ἀποφεύγῃ νὰ προτείνῃ αἰτήσεις τῶν ἀναγκαίων πιστώσεων, διότι ἔχει καθῆκον νὰ σπεύδῃ πρὸς θεραπείαν τῶν ἀναγκῶν τούτων. Ἑπομένως, ἐὰν ἐπρόκειτο ν’ ἀναβιβάσωμεν τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1903 πρὸς θεραπείαν τῶν ἀναγκῶν τοῦ Κράτους, ἠθέλομεν τὸ πράξει: ἀλλὰ δὲν ἐπράξαμεν ὅ,τι μᾶς ἀποδίδετε, ἤτοι ὅτι, ἵνα ἐλαττώσωμεν τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1903, ἐσκοποῦμεν νὰ ἐπιβαρύνωμεν τὴν χρῆσιν τοῦ 1902· ἐπράξαμεν ὅ,τι ὠφείλομεν νὰ πράξωμεν, ἀποδίδοντες εἰς τὰς χρήσεις ἐκείνας, εἰς τὰς ὁποίας ἀνήκουσι, τὰς δαπάνας, αἵτινες κατὰ τοὺς νόμους πρέπει νὰ καταλογισθῶσιν εἰς αὐτάς. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον, κατ’ ἀρχὴν καὶ ἄρθρον μόνον, εἰς βʹ συζήτησιν, ἄνευ ἑτέρας ἀντιρρήσεως).
§386ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει ἡ Βουλὴ νὰ προβῶμεν εἰς τὰς ἄλλας πιστώσεις;
§387Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Προηγουμένως ἀπεφασίσαμεν νὰ συνέλθωμεν αὔριον εἰς τὰς 10 πρὸ μεσημβρίας. Ἐὰν πρόκηται νὰ προχωρήσωμεν ἀκόμη, πρέπει νὰ μεταβάλωμεν τὴν ἀπόφασιν.
§388Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἄλλως δὲν θὰ ἔχωμεν καιρὸν, ἵνα ψηφισθῶσιν αἱ πιστώσεις. Διὰ τοῦτο, ἐὰν ἡ Βουλὴ θέλῃ νὰ συνέλθωμεν αὔριον τὴν συνήθη ὥραν, τότε μένομεν ἀκόμη, ἵνα ψηφισθῶσιν αἱ πιστώσεις.
§389Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν πρόκηται νὰ συνέλθωμεν αὔριον μετὰ μεσημβρίαν, τότε νὰ μείνωμεν ἀκόμη.
§390ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγὼ θὰ ἐπρότεινον, πρὸς εὐκολίαν τῶν κυρίων Βουλευτῶν, ἐὰν δὲν ὑπάρχῃ ἀντίρρησις, νὰ γείνῃ ἡ συνεδρίασις αὔριον εἰς τὰς 4½ μετὰ μεσημβρίαν.
§391Ι. Κ. ΚΑΛΑΝΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλὰ πολλοὶ τῶν Βουλευτῶν θὰ ταξειδεύσωσι, καὶ φόβος εἶναι, μήπως δὲν ἔχομεν ἀπαρτίαν οὔτε τὴν πρωΐαν αὔριον.
§392Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὅσοι τῶν κυρίων Βουλευτῶν πρόκειται ν’ ἀναχωρήσωσιν αὔριον τὸ ἑσπέρας διὰ τῶν ἀτμοπλοίων, ἵνα μεταβῶσιν εἰς τὰς ἐπαρχίας των, νομίζω, ὅτι δύνανται νὰ ἀναβάλωσιν ἐπὶ 24 ὥρας, καὶ ν’ ἀναχωρήσωσι τὴν ἑπομένην.
§393Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Προτιμότερον εἶναι νὰ συνέλθωμεν εἰς τὰς 4, διότι, ἀφοῦ ἡ συνεδρίασις θὰ ἐξακολουθήσῃ ἀκόμη, πιθανὸν καὶ οἱ ἐν Ἀθήναις παραμένοντες νὰ μὴ κατορθώσωμεν νὰ συνέλθωμεν τὴν πρωΐαν.
§394ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὥστε ἡ Βουλὴ θὰ συνέλθῃ αὔριον τὴν συνήθη ὥραν, ἤτοι μετὰ μεσημβρίαν;
§395ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§396ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν προχωροῦμεν εἰς τὸ ὑπ’ ἀριθμὸν 11 νομοσχέδιον. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως ἐκ δραχμῶν 6500 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1902». (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, κατ’ ἀρχὴν καὶ ἄρθρον μόνον, εἰς βʹ συζήτησιν, ἄνευ ἀντιρρήσεως). Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως ἐκ δραχμῶν 6000 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1902».
§397ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Ἡ πίστωσις αὕτη πρέπει νὰ χαρακτηρισθῇ ὡς ἔκτακτος, διότι δὲν ὑπάρχει ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως σχετικὸν κεφάλαιον καὶ ἄρθρον· πρόκειται περὶ τῶν δαπανῶν τῆς μεταφορᾶς καὶ ἐγκαταστάσεως τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως εἰς τὸ ἐπὶ τῶν ὁδῶν Ἑρμοῦ, Εὐαγγελιστρίας καὶ Μητροπόλεως νεόδμητον μέγαρον τῆς Ριζαρείου Σχολῆς. Περὶ τῆς δαπάνης ταύτης δὲν προέβλεψεν ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1902, ἄρα εἶναι ἔκτακτος πίστωσις. Ἐννοεῖται ὅμως, ὅτι δὲν ἔχει καμμίαν σημασίαν τὸ πρᾶγμα. (Ἐνταῦθα ὅμιλος Βουλευτῶν συνδιαλέγεται μετὰ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ).
§398Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐδῶ οἱ Κύριοι παριστῶσιν, ὅτι εἶναι ἐνδεχόμενον αὔριον νὰ μὴ ἦναι πολὺ εὔκολον νὰ καταρτίσωμεν ἀπαρτίαν, ἐὰν συνέλθωμεν τὴν 3ην ἢ 4ην μ. μ. ὥραν, διότι ὑπάρχουσί τινες τῶν κυρίων Βουλευτῶν, οἱ ὁποῖοι ἐπιθυμοῦσι ν’ ἀναχωρήσωσι τὴν μεσημβρίαν, μᾶς μένει δὲ ἡ ψήφισις εἰς τρίτην ἀνάγνωσιν τῆς μετὰ τῆς Τουρκίας συνθήκης περὶ ἐμπορίας καὶ ναυτιλίας ὥστε παρακαλῶ νὰ λύσωμεν τὴν συνεδρίασιν ἀμέσως, ἵνα δυνηθῶμεν νὰ συνέλθωμεν αὔριον τὴν 10ην ὥραν τῆς πρωίας.
§399ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα. Μόνον δι’ ἓν νομοσχέδιον, περὶ τοῦ ὁποίου δὲν ὑπάρχει ἀντίρρησις, θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλήν.
§400ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Τὸ «περὶ ὑποχρεωτικῆς συμμετοχῆς τῶν δημοσίων λειτουργῶν εἰς τὸ Μετοχικὸν Ταμεῖον τῶν πολιτικῶν ὑπαλλήλων» νὰ μείνῃ. Ἦλθον καὶ μὲ εὗρον πλῆθος ὑπαλλήλων, παραπονουμένων κατὰ τοῦ τοιούτου νομοσχεδίου. Ὑπάρχουσι πολλαὶ ἀντιρρήσεις ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου. Εἶχε γείνῃ ἄλλοτε νόμος, καὶ κατηργήθη. Ὑπάρχουσι πλεῖστοι ὑπάλληλοι, οἱ ὁποῖοι ἐξέρχονται μετὰ ἓν ἢ δύο ἔτη τῆς ὑπηρεσίας.
§401Π. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Αὐτοὶ ἐξαιροῦνται.
§402ΣΠΥΡ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξαιρεθῶσιν. Ὑπάρχουσιν ὑπάλληλοι, οἵτινες εἰσέρχονται τὸ πρῶτον εἰς τὴν ὑπηρεσίαν, καὶ οἱ ὁποῖοι καὶ ἐπὶ εἰκοσαετίαν ἂν καταβάλωσιν εἰς τὸ ταμεῖον, θεωροῦσιν ὅτι εἶναι ὑπέρμετρον δι’ αὐτοὺς βάρος. Προκειμένου περὶ τοιούτων παραπόνων, φρονῶ ὅτι εἶναι καλλίτερον νὰ συζητηθῇ τὸ νομοσχέδιον ἐν εὐθετωτέρᾳ στιγμῇ καὶ καταλληλοτέρᾳ.
§403Π. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Θὰ ἦναι εἰς τρίτην ἀνάγνωσιν αὔριον, καὶ τότε συζητοῦμεν.
§404Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Νὰ ἔλθωσι καὶ οἱ ἄλλοι Βουλευταὶ, διότι θὰ ἔχωσιν ἀντιρρήσεις καὶ ἄλλοι.
§405ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ. Αὔριον θὰ ἔχωμεν ὡς πρῶτον ἀντικείμενον τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν τοῦ νομοσχεδίου «περὶ κυρώσεως τῆς μετὰ τῆς Τουρκίας συνθήκης περὶ ἐμπορίας καὶ ναυτιλίας». Δεύτερον ἀντικείμενον θὰ ἦναι τὸ ὑπ’ ἀριθ. 71 νομοσχέδιον «περὶ τροποποιήσεως διατάξεών τινων τοῦ νόμου ͵ΒΥΞΕʹ τοῦ 1897 περὶ συστάσεως Γεωργικῶν σταθμῶν»...
§406Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Καὶ τὸ νομοσχέδιον περὶ ταμιακῆς ὑπηρεσίας.
§407ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτον τὸ νομοσχέδιον «περὶ τροποποιήσεως τοῦ ᾼΡϞϚʹ νόμου τῆς 13 Ἀπριλίου 1884 περὶ διευθύνσεως τοῦ Β. Ναυστάθμου καὶ ὁρισμοῦ τοῦ προσωπικοῦ αὐτοῦ».
§408Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἀνεβάλομεν τὸ νομοσχέδιον «περὶ καταργήσεως καὶ συστάσεως τελωνειακῶν θέσεων» δι’ αὔριον.
§409ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα. Τέταρτον αὐτό. Κατόπιν τὸ «περὶ οἰκονομικῶν ἐπιθεωρητῶν». Μετὰ τοῦτο ὁ προϋπολογισμὸς τῶν ἐξόδων τῆς Βουλῆς μετὰ τῶν τροποποιήσεων τοῦ Κανονισμοῦ. Ἔπειτα ἡ πρότασις νόμου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἐδαφίου βʹ τοῦ ἄρθρου 585 τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας», καὶ ἀκολούθως αἱ πιστώσεις.
§410Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὥστε ἑπτὰ προηγοῦνται τῶν πιστώσεων.
§411Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὥστε αἱ πιστώσεις θὰ μένουν, ἐὰν δὲν γείνῃ ἄλλη πρὸ τῶν διακοπῶν συνεδρίασις, ἐκτὸς τῆς αὔριον.
§412Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Θὰ γείνωσιν ὅσαι εἶναι εἰς τρίτην ἀνάγνωσιν.
§413ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρα 1 καὶ 45′ μετὰ τὸ μεσονύκτιον).