1903.03.29
2,712 rows · 20,129 words · 372 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 60
τῆς 29 Μαρτίου 1903.
(Σάββατον).
(Προεδρεύοντος τοῦ Προέδρου κ. Δημ. Ράλλη).
(Γενομένης ἀπαρτίας ὥρᾳ 5 καὶ 20′ μ. μ. ἀναγινώσκονται καὶ ἐγκριθέντα ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνακοινῶ αἴτησιν διαφόρων ἐργολάβων δημοσίων ἔργων, παρακαλούντων νὰ προταχθῶσι τὰ νομοσχέδια περὶ χορηγήσεως ἀναπληρωματικῶν πιστώσεων ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν τῆς χρήσεως τοῦ 1902, διότι ἐξαντληθεισῶν τῶν σχετικῶν τοιούτων καθυστεροῦνται αὐτοῖς ὑπέρογκα ποσά. Ὁ κύριος Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἔχει τὸν λόγον.
§2Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ προσωρινῶς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Γνωρίζει ἡ Βουλή, ὅτι κατὰ τὸ 1890 ἐξεδόθη εἷς νόμος, καὶ πρὸς συμπλήρωσιν αὐτοῦ ἐξεδόθη κατὰ τὸ 1891 ἕτερος νόμος, τῶν ὁποίων σκοπὸς ἦτο νὰ παράσχωσιν εὐκολίαν εἰς τοὺς ἐπιμόρτους καλλιεργητὰς, ἵνα ἐξαγοράσωσι τὰ χωρία, εἰς ἃ ἦσαν ἐγκατεστημένοι, ἀνήκοντα εἰς μεγάλους ἰδιοκτήτας. Ἀλλὰ οἱ νόμοι αὐτοὶ, καὶ ὁ εἷς καὶ ὁ ἕτερος, δὲν ἐγένετο δυνατὸν νὰ παραγάγωσι πλήρη τ’ ἀποτελέσματα, καὶ διὰ τοῦτο κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Περίοδον τῆς Βουλῆς προὐτάθη νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου καθίστατο δυνατὴ ἡ ἐξώδικος διανομὴ τῶν κτημάτων καὶ ἡ κατανομὴ τῶν χρεῶν εἰς ἕκαστον ἰδιοκτήτην, καταργουμένης τῆς τέως ἀλληλεγγύης, καὶ ἀναγνωριζομένης τῆς ἀξιώσεως τῶν χωρικῶν, ἵνα ἕκαστος γνωρίζῃ τί ἀνήκει εἰς αὐτὸν ἀποκλειστικῶς, καὶ πόσον τὸ βαρῦνον αὐτὸν χρέος, ὥστε ἕκαστος νὰ ἦναι ὑπόχρεως διὰ τὴν μερίδα τοῦ δανείου, ἡ ὁποία βαρύνει αὐτὸν, καὶ ἑπομένως νὰ ἦναι κύριος ὡρισμένης ἐκτάσεως τοῦ ἀγορασθέντος χωρίου. Αὐτὸς ἦτο ὁ σκοπός· ἡ αἰτιολογικὴ μάλιστα ἔκθεσις εἶναι αὐτὴ ἐκείνη, ἡ ὁποία συνώδευε τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον εἶχεν ὑποβληθῆ κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Περίοδον, καὶ τὸ ὁποῖον ἐψηφίσθη, νομίζω, εἰς δύο ἀναγνώσεις. Ἐπειδὴ δὲ δὲν ἐγένετο δυνατὸν ἔτι νὰ ἐπιψηφισθῇ ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ τρέχοντος ἔτους, προβαίνομεν δὲ εἰς τὸ τέλος τοῦ τρίτου μηνός, ἑπομένως δὲν ἐφηρμόσθησαν αἱ οἰκονομίαι, τὰς ὁποίας ἡ εἰσαγωγὴ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἐσκόπει νὰ φέρῃ, ἐπιβάλλεται ἡμῖν ἀναποφεύκτως νὰ φέρωμεν ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ μεταβολάς. Ἐγένετο λοιπὸν δήλωσις, διὰ τῆς ὁποίας προτείνεται τοιαύτη μεταβολή, ἀφοῦ τὰ ἔξοδα δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ κανονισθῶσιν ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1902. Προσέτι εἰσάγω εἰς τὴν Βουλὴν καὶ νομοσχέδιον «περὶ ἐγκρίσεως προϋπολογισμοῦ ὁλικῆς δαπάνης διὰ τὴν ἀνέγερσιν στρατῶνος ἀμυντικοῦ, ἕδρας λόχου, πρὸς νότον τῆς Ἁγίας Παρασκευῆς τοῦ χωρίου Γριζάνου».
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ὑποβληθέντα νομοσχέδια μετὰ τῆς δηλώσεως θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ, μεθ’ ὃ θέλουσιν ἀναγραφῆ ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 231–233). Ὁ κύριος Κωνσταντῖνος Κουμουνδοῦρος ἔχει τὸν λόγον.
§4Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Μὲ ἔφερεν εἰς τὸ βῆμα, Κύριοι, παρανομία τοῦ Δημοσίου κατὰ ἰδιωτῶν, ἁρπαγή, οὕτως εἰπεῖν, ὑπὸ τοῦ Δημοσίου ἰδιοκτησιῶν εἰς τὴν ἰδιαιτέραν μου πατρίδα. Πρὸ ἐννεακοσίων ἐτῶν, Κύριοι, ἡ Λακωνία ἠσπάσθη τὸν Χριστιανισμόν.
§5Κ. ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Μόνον;
§6Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Οἱ χριστιανοὶ τότε ἐνόμισαν ὅτι ἐκπληροῦσι καθῆκον θρησκευτικὸν πρὸς τὴν ἀνθρωπότητα, εἰς ἐκτάσεις γαιῶν ἰδιοκτησίας αὐτῶν νὰ ἀνεγείρωσιν οἰκήματα καὶ ἐκκλησίαν, ὅπου νὰ εὑρίσκωσι καταφύγιον οἱ ἕνεκα φυλετικῶν λόγων μεταναστεύοντες. Ἀφοῦ παρῆλθεν ὁ πρῶτος ἐνθουσιασμός, ἀφοῦ ἀποκατεστάθησαν τὰ πράγματα, ἐνόμισαν οἱ ἱδρύσαντες αὐτὰ τὰ οἰκήματα καὶ τὴν ἐκκλησίαν, ὅτι ἠδύναντο πλέον νὰ ἀναλάβωσι τὴν διεύθυνσιν τῶν κτημάτων των, καὶ ἔκτοτε, ἀπὸ πεντακοσίων ἐτῶν, ἀπὸ χειρὸς εἰς χεῖρα ἐπωλοῦντο, ἐπροικοδοτοῦντο ἢ ἀντηλλάσσοντο τὰ κτήματα ἐκεῖνα, ἐξηκολούθουν δ’ ἔκτοτε νὰ διατελῶσιν ὡς ἰδιοκτησία ἰδιωτική. Καὶ μετὰ τὴν ἀποκατάστασιν τοῦ Κράτους ἡ αὐτὴ τακτικὴ ἐξηκολούθησε. Κανεὶς δὲν ἐνόμισεν, ὅτι ἦτο δυνατόν, εἰς τοιαύτην περιουσίαν, ἥτις εἶχε τοιαύτην ἱστορίαν, νὰ ὑπεισέλθῃ καὶ νὰ ζητήσῃ δικαιώματα. Ἐκ διαιρέσεως τῶν μελῶν τῶν οἰκογενειῶν ἐκείνων, αἱ ὁποῖαι εἶχον ἀνεγείρει αὐτὰ τὰ οἰκήματα, προεκλήθη καταγγελία εἰς τὸ Δημόσιον, ὅτι αἱ γαῖαι καὶ τὰ οἰκήματα μετὰ τῆς ἐκκλησίας αὐτῆς εἶναι Μοναστήρια διαλελυμένα, καὶ τὸ Δημόσιον, χωρὶς νὰ ἔχῃ κανένα τίτλον, θέτει χεῖρα ἐπ’ αὐτῶν! διατάσσει τὸν ἔφορον καὶ τὸν νομομηχανικὸν νὰ καταμετρήσουν αὐτά, καὶ νὰ προβῶσιν εἰς δημοπρασίαν ἐνοικιάσεως τῶν ἰδιωτικῶν αὐτῶν κτημάτων, θεωρῆσαν αὐτὰ ὡς μοναστηριακά, ὡς βακουφικά! Εἰς τὴν Λακωνίαν, ὡς γνωρίζετε, κανὲν φῦλον ἐπιδρομικὸν δὲν εἰσῆλθε, δὲν κατέκτησεν αὐτήν, δὲν ἀπέκτησεν ἰδιοκτησίαν, δὲν ἀνήγειρε Μοναστήρια, καὶ ἡ Λακωνία μετὰ τὴν ἀποκατάστασιν τοῦ Κράτους ἐθεωρήθη ὡς προνομιοῦχος χώρα. Πρὸ ἡμερῶν ἀπηύθυνα ἐπερώτησιν πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ ἐζήτησα παρ’ αὐτοῦ νὰ διατάξῃ τὸν οἰκονομικὸν ἔφορον νὰ μὴ προβῇ εἰς τὴν δημοπρασίαν, διότι ἦτο ἐνδεχόμενον ἕνεκα αὐτῆς νὰ προκύψουν ἐγκλήματα, οἱ δὲ δυστυχεῖς αὐτοὶ ἰδιοκτῆται θὰ ἦσαν ἠναγκασμένοι νὰ στραφῶσιν εἰς τὰ Δικαστήρια, καὶ νὰ κατασπαταλήσωσι τὴν περιουσίαν αὐτῶν καὶ τὸν βίον των ὁλόκληρον, διεκδικοῦντες ἀπέναντι τοῦ Δημοσίου τὴν ἰδιοκτησίαν αὐτῶν! Παρεκάλεσα τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ διατάξῃ τὴν ἀναστολὴν τῆς δημοπρασίας ταύτης, καὶ νὰ ἐξετάσῃ τὸ ζήτημα μετὰ τῆς ὑπηρεσίας· ἐπειδὴ δὲ εἶναι γνώστης ὁλοκλήρου τῆς νομοθεσίας τοῦ Κράτους ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἀποδώσῃ δικαιοσύνην εἰς τοὺς συμπολίτας μου. Παρ’ ἐλπίδα ὅμως δὲν ἐγένετο τοῦτο.
§7ΚΥΡ. Λ. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Σχετικῶς, κύριε Πρόεδρε, τὸν λόγον.
§8Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἔλαβον ἀναφορὰν τῶν κατοίκων τῶν δύο χωρίων Δολῶν τοῦ δήμου Ἀβίας, ἀπευθυνομένην πρὸς ἐμὲ καὶ πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ πρὸς τὸν κ. Κυριακούλην Λ. Μαυρομιχάλην, ὡς βουλευτὰς τῆς ἐπαρχίας ἐκείνης, διὰ τῆς ὁποίας μᾶς παρακαλοῦσι νὰ ἐκθέσωμεν τὰ περὶ τούτου εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ νὰ παρακαλέσωμεν αὐτὸν νὰ ἐξετάσῃ τὸ ζήτημα καὶ ἀποδώσῃ δικαιοσύνην, μὴ ἐπιτρέπων νὰ καταπατηθῶσι τὰ Λακωνικὰ προνόμια, καὶ ἀπαλλάσσων τοὺς κατοίκους ἀπὸ ἐνδεχόμενα ἐγκλήματα καὶ ἀπὸ τὰ Δικαστήρια. Καὶ λέγω ἐγκλήματα, Κύριοι, διότι οἱ συμπολῖται ἡμῶν, οἱ πραγματικοὶ οἰκοκυραῖοι, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ προσέλθωσιν εἰς τὴν δημοπρασίαν· θὰ προσέλθωσιν εἰς αὐτὴν οἱ ἀλῆται, οἱ γκραδοφόροι, — κατὰ τὸν χαρακτηρισμόν, τὸν ὁποῖον τοῖς ἔχουν δώσει ἐκεῖ, — ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχουσιν οὔτε περιουσίαν οὔτε τίποτε, ἀλλὰ ζῶσι διὰ τῶν ὅπλων των, αὐτοὶ θὰ ὑπάγωσι νὰ καταλάβωσι τὰ κτήματα τῶν οἰκοκυραίων, τὰ ἰδιόκτητα, χωρὶς ἐκ τούτου τὸ Δημόσιον νὰ ἔχῃ νὰ κερδίσῃ τίποτε, θὰ ἔχῃ ὅμως ἐπὶ πλέον τὴν εὐθύνην, ὅτι προεκάλεσεν ἔριδας καὶ φόνους ἐκεῖ, διότι βεβαίως οἱ οἰκοκυραῖοι, μολονότι δὲν φέρουσι γκράδες, ὅταν πρόκηται νὰ χάσωσι τὴν περιουσίαν των, θὰ ἀμυνθῶσι διὰ τῶν ὅπλων· ἐκτὸς δὲ τούτου θὰ προκαλέσῃ ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἀγωγὰς καὶ ἀποζημιώσεις, διότι βεβαίως οἱ ἀδικούμενοι θὰ καταφύγωσιν εἰς τὰ Δικαστήρια καὶ θὰ εὕρωσι τὸ δίκαιόν των. Μὲ παρέπεμψεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἰς τοὺς νόμους καὶ τὰς συνθήκας. Ἀλλ’ οἱ νόμοι καὶ αἱ συνθῆκαι ἔχουσι σχέσιν ὡς πρὸς τὰ μέρη ἐκεῖνα, εἰς τὰ ὁποῖα ὁ κατακτητὴς εἶχε δικαιώματα, εἰς τὰ ὁποῖα ὁ κατακτητὴς κατέκτησε καὶ ἔζησε καὶ διῴκησεν. Ἀλλ’ εἰς τὴν Μάνην, Κύριοι, δὲν ὑπῆρξε ποτὲ κατακτητής, δὲν ἔκυψεν αὕτη τὸν αὐχένα εἰς κανένα, ἠμύνθη πάντοτε κατὰ τῶν ἐπιδρομέων, καὶ τοὺς ἀπέκρουσεν. Ἡ Μάνη ἔμεινε πάντοτε ἐλευθέρα, καὶ ὡς ἐκ τοῦ τοιούτου αὐτῆς παρελθόντος τὸ ἀποκατασταθὲν Κράτος τῇ ἀπένειμε προνόμια.
§9ΧΑΡΙΛ. ΤΖΑΝΝΕΤΑΚΗΣ. Τί προνόμια; Ἡμεῖς πληρώνομεν περισσότερα ἀπὸ ἄλλας ἐπαρχίας! Ποῦ τὰ εὗρε τὰ προνόμια;
§10Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§11ΚΥΡ. Λ. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Καὶ ἐγὼ θερμῶς παρακαλῶ τὸν κύριον Πρωθυπουργὸν νὰ πράξῃ ὅ,τι εἶναι δυνατὸν περὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι ἡ λύσις, ἣν προτείνει ὁ ἀγαπητὸς ἐξάδελφος κ. Κουμουνδοῦρος, ἀντίκειται εἰς τὸν νόμον. Ἡ ὑπόθεσις ἔχει ὡς ἑξῆς, ὡς ἔμαθον ἐκ τῆς ὑπηρεσίας. Ἐν ἔτει 1900 ὁ τότε νομάρχης ἔκαμεν ἀναφορὰν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, δι’ ἧς καθίστα γνωστόν, ὅτι ὑπάρχουσιν ἐν Μάνῃ, ἰδίως εἰς τὰς ἐπαρχίας Οἰτύλου καὶ Γυθείου, 22 Μοναὶ διαλελυμέναι, καὶ ὅτι κατὰ τὸν νόμον αἱ περιουσίαι αὐτῶν ἔπρεπε νὰ περιέλθωσιν εἰς τὴν κατοχὴν τοῦ Δημοσίου. Τὸ Ὑπουργεῖον συνεπῶς διέταξε τοὺς μηχανικοὺς Γυθείου καὶ Οἰτύλου νὰ καταμετρήσωσι τὰς γαίας ταύτας, ὅπερ καὶ ἐγένετο. Ἐστάλησαν τὰ πρωτόκολλα καταμετρήσεως, καὶ πολλοὶ ἔσπευσαν νὰ δηλώσωσι τὰ κτήματα τῶν Μονῶν, δεχόμενοι ὅτι τὸ Δημόσιον ἦτο κύριον αὐτῶν. Πολλῶν Μονῶν ἐνωκιάσθησαν τὰ κτήματα. Μόνον τῆς Μονῆς Ἁγίας Παρασκευῆς, ἡ ὁποία εἶναι εἰς τὴν περιφέρειαν Δολῶν, οἱ κάτοχοι τῶν κτημάτων παρουσίασαν συμβόλαια, δι’ ὧν διετείνοντο, ὅτι εἶναι κύριοι ἀπὸ 60 καὶ 70 ἐτῶν. Τὰ συμβόλαια ταῦτα ἔστειλαν εἰς ἐμὲ, καὶ ἐγὼ τὰ ἐπέδωκα εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, καὶ συνεπείᾳ τῶν παραστάσεών μου καὶ τῶν τίτλων ἐκείνων ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εὐηρεστήθη νὰ τηλεγραφήσῃ νὰ ἀνασταλῇ ἡ δημοπρασία, περὶ ἧς ὡμίλησεν ὁ κ. Κουμουνδοῦρος. Θὰ ἦτο δὲ λίαν εὐχάριστον, ἐὰν ἤθελεν εὑρεθῇ λύσις τις. Ἑπομένως καὶ ἐγὼ παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ μὴ ἀδικηθῶσιν οἱ συμπολῖταί μου, ἐκτὸς ἂν ἀντίκηται εἰς τὸν νόμον. Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ταύτῃ ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ παρατηρήσω τὸ ἑξῆς ἐπὶ ἄλλου ἀντικειμένου, ἀφορῶντος ἐπίσης τὴν ἐπαρχίαν μου. Πρὸ ἡμερῶν ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν πρότασιν νόμου «περὶ ἐλαττώσεως τοῦ φόρου τοῦ ἐξαγομένου ἐλαίου ἐκ τῶν ἐπαρχιῶν Γυθείου καὶ Οἰτύλου». Τὴν πρότασιν νόμου ταύτην, ὑπέστην σήμερον ἀληθῆ Ὀδύσσειαν, ἕως ὅτου νὰ ἀνεύρω ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει, διότι δυστυχῶς εὑρίσκεται ἀναγεγραμμένη εἰς τὸ τέλος τῆς ἡμερησίας διατάξεως, ὑπ’ ἀριθμὸν 126! Ἤλπιζον δὲ, ὅτι ἤθελε συνηγορήσει καὶ ὑπὲρ τῆς προτάσεώς μου ταύτης ὁ κ. Κουμουνδοῦρος. Καθ’ ὃν χρόνον, Κύριοι, πολὺς γίνεται λόγος περὶ τοῦ σταφιδικοῦ ζητήματος, καθ’ ὃν χρόνον σχηματίζονται ἐπιτροπαὶ πολυμελεῖς πρὸς ἐξέτασιν καὶ ἐπίλυσιν τῶν σταφιδικῶν ζητημάτων, καθ’ ὃν χρόνον γίνεται λόγος περὶ ἀποξηράνσεως ἑλῶν καὶ τελμάτων, καθ’ ὃν χρόνον πολλὰ λέγονται καὶ γίνονται, ἡ Μάνη, ἡ δυστυχὴς ἐκείνη γωνία, ἡ ἄγονος καὶ πετρώδης, ἥτις δὲν ἔχει ἀμπέλους, οὐδὲ σταφίδα, οὐδὲ τέλματα καὶ ἕλη, οὐδὲ σιδηροδρόμους καὶ ὁδοὺς συγκοινωνίας, ἀλλὰ μόνον ὀλίγας ἐλαίας, τὰς ὁποίας οἱ κάτοικοι φυτεύουσιν ἐντὸς τῶν ῥωγμῶν τῶν βράχων, οὓς διανοίγουσι διὰ πυρίτιδος καὶ δυναμίτιδος, ἡ Μάνη, ἥτις ἔχει μόνον αὐτὰς τὰς ἐλαίας, ἀφίνει φωνὴν δι’ ἐμοῦ, καὶ παρακαλεῖ νὰ εὐαρεστηθῇ ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐλαττώσῃ τὸν φόρον τοῦ ἐλαίου, παρακαλεῖ καὶ τοὺς δεξιὰ καὶ τοὺς ἀριστερὰ ἐνταῦθα καθημένους νὰ λάβωσι τὴν εὐγενῆ καλωσύνην νὰ ψηφίσωσι τὴν πρότασιν νόμου, ἥτις ἀφορᾷ τὴν ἐλάττωσιν τοῦ φόρου τοῦ ἐλαίου, τοῦ ἐξαγομένου ἐκ τῶν ἐπαρχιῶν Οἰτύλου καὶ Γυθείου, ἀπὸ λεπτῶν 12½ κατ’ ὀκᾶν εἰς 6. Δι’ αὐτῆς τὸ Δημόσιον ὄχι μόνον δὲν θέλει ζημιωθῆ, ἀλλὰ τοὐναντίον θέλει αὐξήσει τὰ ἔσοδά του· διότι πρέπει νὰ γνωρίζητε, Κύριοι, ὅτι οἱ κάτοικοι πάντες πληρώνουσιν ἀκέραιον τὸν φόρον, δηλαδὴ τὰ 12½ λεπτὰ, ἀλλὰ τὸ Δημόσιον ἐλάχιστα λαμβάνει, ὠφελοῦνται μόνον ὀλίγοι ἔμποροι, ἐνῷ, ἂν τὸ ἔλαιον ἐξάγηται ἐκ τῶν λιμένων Καρδαμύλης, Γερολιμένος, Λιμενίου καὶ Σελινίτσης, ὅπερ νῦν δὲν συμβαίνει, αἱ εἰσπράξεις θὰ ἦναι μεγαλείτεραι μὲ τὰ ἕξ λεπτὰ κατ’ ὀκᾶν. Ἔχω πίνακας, εἰλημμένους ἐκ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, καθ’ οὓς αἱ δημόσιαι εἰσπράξεις κατὰ τὸ 1900 ἀνῆλθον εἰς δραχμὰς 20,000, κατὰ τὸ 1901 εἰς δραχ. 25,000, κατὰ τὸ ἔτος 1902 εἰς δραχμὰς 28,000. Ἐλαττώσατε τὸν φόρον, καὶ θὰ εἰσπράξητε 100,000. Αὐτὰ εἶχον νὰ εἴπω, καὶ παρακαλῶ νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ἡ παράκλησίς μου ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως.
§12Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§13ΚΥΡ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος εἶπε πρὸ μικροῦ, ὅτι πολιτεύεται ἀπὸ ἀπείρων ἐτῶν, καὶ ὅτι γινώσκει καλῶς τὰ τοῦ Κοινοβουλίου. Ἐν τούτοις μοὶ ἐφάνη, ὅτι ἐλησμόνησε σημαντικώτατον πρᾶγμα, ὅτι ἕκαστος Βουλευτὴς ἔχει ἰδίαν πρωτοβουλίαν καὶ ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ὑποβάλλῃ οἱανδήποτε θέλει πρότασιν νόμου, ἀνεξαρτήτως τῆς θελήσεως τῆς Κυβερνήσεως. Καὶ τοιοῦτον δικαίωμα ἤσκησε καὶ ὁ ἐξάδελφός μου κ. Κυριακούλης Λ. Μαυρομιχάλης, βουλευτὴς ἐξ Οἰτύλου. Ὡμίλησεν ὅμως ὁ κύριος Κουμουνδοῦρος καὶ περὶ πολιτικῆς εἰλικρινείας, νομίζω, καὶ μοὶ ἐφάνη, ὅτι ἀπηύθυνε καὶ ὑπαινιγμούς τινας, ὅσον ἀφορᾷ τὸ πρόσωπον ἡμῶν. Νομίζω ὅτι, ὅσον ἀφορᾷ τὴν πολιτικὴν εἰλικρίνειαν, δὲν ἔχω ἀνάγκην νὰ εἴπω πολλά, διότι εἶναι γνωστόν, ὅτι πολιτεύομαι ἐπὶ 23 ἔτη, μένων καὶ ἀγωνιζόμενος πάντοτε ἐν ταῖς αὐταῖς τάξεσι.
§14Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, αἱ περιστάσεις, αἱ ὁποῖαι εἶναι οἰκογενειακαὶ τοῦ κ. Μαυρομιχάλη μὲ τὸ κόμμα του, τὸν διηυκόλυναν νὰ μένῃ εἰς τὸ κόμμα, εἰς τὸ ὁποῖον μένει, καὶ αἱ περιστάσεις αἱ πολιτικαὶ ἐχώρισαν ἐμὲ ἀπὸ τὸν ἀξιότιμον ἐκ Γόρτυνος Βουλευτήν. Ἀλλὰ τοῦτο οὐ τοῦ παρόντος. Γνωρίζουσιν ἄλλως πολλοὶ τῶν πολιτευομένων καὶ τῆς μιᾶς καὶ τῆς ἑτέρας πτέρυγος τὴν αἰτίαν τῆς διαφωνίας μου πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως. Δὲν εἶναι ἀστάθεια πολιτική, ὅταν τις εἰς ζητήματα ῥιζικὰ διαφωνῇ πρὸς τὸν ἡγέτην αὐτοῦ ἢ πρὸς τὸν συναρχηγὸν αὐτοῦ· δὲν εἶναι ἀστάθεια· τοὐναντίον εἶναι εὐστάθεια εἰς τὰς γνώμας αὐτοῦ, εἶναι εὐστάθεια εἰς τὸ πρόγραμμα αὐτοῦ, εἶναι εὐστάθεια εἰς τὰ καθήκοντα αὐτοῦ, καὶ ὡς ἀντιπροσώπου τοῦ Κράτους καὶ ὡς ἀντιπροσώπου ἐπαρχίας. Τοιαύτην δὲ εὐστάθειαν πολιτικὴν δὲν κατήγγειλα ἐγὼ ἐκ τῆς θέσεως ἐκείνης, καὶ ἂν ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν δὲν δύναται νὰ ἀντιληφθῇ τῶν λεγομένων ἑνὸς συναδέλφου, νομίζω ὅτι ὀφείλει νὰ ἐρωτᾷ καὶ νὰ συμβουλεύηται, ὅταν πρόκηται νὰ ἀπευθύνῃ πρὸς συνάδελφόν του ἀποστροφήν, οἵαν ἀπηύθυνε πρὸς ἐμέ. Δεικνύει μὲ τοῦτο ἀδυναμίαν νὰ παρακολουθῇ τοὺς ἀγορεύοντας, καὶ ἐπὶ τῶν λόγων αὐτῶν νὰ ἀπαντᾷ, καὶ διὰ τοῦτο στρέφει τὸ ζήτημα δικολαβικῶς εἰς ἄλλο πεδίον, πεδίον ξένον πρὸς τὴν συζήτησιν. Ἐγώ, κύριοι Βουλευταί, δὲν ὡμίλησα περὶ πολιτικῆς εὐσταθείας, ὡμίλησα περὶ συμπεριφορᾶς συναδέλφου πρὸς συνάδελφον, περὶ καταγγελίας συναδέλφου κατ’ ἄλλου συναδέλφου ἐνώπιον τῆς ἐπαρχίας αὐτοῦ ἐκ τῆς θέσεως ἐκείνης. Ποίαν σχέσιν ἔχει τοῦτο πρὸς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν; Εἶπον δέ, ὅτι ἦτο ἀνάρμοστον εἰς Μαυρομιχάλην καὶ ἀξιωματικόν, τοιαύτην καταγγελίαν νὰ ποιήσηται κατὰ συναδέλφου δι’ ὑπόθεσιν ζωτικωτάτην τῆς ἐπαρχίας αὐτοῦ, καταγγείλας ὅτι ἐγὼ δὲν μεριμνῶ περὶ τῶν συμφερόντων τῆς ἐπαρχίας μου, καὶ ὅτι, ἐνῷ ἐνομίζεν ὅτι ἤθελον ἀνέλθει εἰς τὸ βῆμα νὰ ζητήσω τὴν πρόταξιν νομοσχεδίων ἀφορώντων τὴν ἐπαρχίαν μου, δὲν τὸ ἔπραξα, παραβλάπτων οὕτω τὰ συμφέροντα τῆς ἐπαρχίας μου. Μοὶ ἔδωκε δὲ καὶ ἓν μάθημα ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἐξ Οἰτύλου καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, —καὶ αὐτὸ τὸ μάθημα τὸ ἔλαβεν ἀπὸ τὸν Πρωθυπουργόν, ἀπὸ τὰς καθημερινὰς αὐτοῦ ὁμιλίας, — ὅτι δὲν γνωρίζω τάχα, ποῖα δικαιώματα καὶ ποῖα καθήκοντα ἔχω ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ, καὶ ὅτι τάχα δὲν γνωρίζω, ὅτι οἱ Βουλευταὶ ἔχουσι τὸ δικαίωμα νὰ ὑποβάλλωσι προτάσεις νόμων καὶ νὰ ὑποστηρίζωσιν αὐτάς. Αὐτό, νομίζω, εἶναι μάθημα, τὸ ὁποῖον καὶ χθὲς ἀκόμη ἔκαμεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Ἀλλ’ ἐπρόκειτο περὶ τούτου, κύριοι Βουλευταί; Ἠρνήθην ἐγὼ εἰς τὸν ἔντιμον ἐξ Οἰτύλου Βουλευτὴν τὸ δικαίωμα νὰ ὑποβάλλῃ νομοσχέδια; Ἀλλὰ τί εἶπον πρὸς τὴν Βουλήν; Εἶπον πρὸς τὴν Βουλήν, ὅτι, ἐν ὅσῳ ἡ Κυβέρνησις δὲν υἱοθετεῖ ἓν νομοσχέδιον, αὐτὸ εἶναι ἀδύνατον νὰ γείνῃ νόμος τοῦ Κράτους. Καὶ ἐγὼ δὲν ἠθέλησα νὰ κάμω τοιαύτην δημοκοπίαν πρὸς τοὺς συμπολίτας μου. Εἶχε καμμίαν σχέσιν λοιπὸν αὐτό, καὶ ἔπρεπε νὰ ἐγερθῇ ἀπὸ τῆς θέσεώς του ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ νὰ εἴπῃ ὅσα εἶπεν; Εὑρίσκετο ἐν τῷ δικαίῳ; Λυποῦμαι διότι εὑρέθην εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ὁμιλήσω καθ’ ὃν τρόπον ὡμίλησα πρὸς συμπολίτας μου καὶ πρὸς κυρίους, τοὺς ὁποίους τιμῶ καὶ ἡ Πολιτεία καὶ ἐγὼ διὰ τὴν ἀξιοπρεπῆ πολιτείαν αὐτῶν· λυποῦμαι, διότι μὲ ἔφεραν εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ δώσω εἰς αὐτοὺς μάθημα εὐπρεπείας κοινοβουλευτικῆς.
§15ΚΥΡ. Λ. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Διὰ τὸν ἑαυτόν σου νὰ φυλάξῃς τὸ μάθημα· δὲν ἔχω ἀνάγκην τῶν μαθημάτων σου· οὐδὲ εἶσαι εἰς θέσιν σὺ νὰ μὲ διδάξῃς τὸν τρόπον τοῦ φέρεσθαι, κύριε Κουμουνδοῦρε! Τὸν γνωρίζω ἀπὸ τὸ σπῆτί μου, καὶ εἶμαι εἰς θέσιν νὰ γνωρίζω, ὁποίας ἔχω ὑποχρεώσεις καὶ ἀπέναντι τῶν συμπολιτῶν μου καὶ ἀπέναντι ὑμῶν. Δὲν κατηγόρησα ὑμᾶς, ὅτι δὲν ἐσπεύσατε νὰ ὑποστηρίξητε τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ὑπέβαλον εἰς τὴν Βουλήν, ἀλλ’ εἶπον, ὅτι ὠφείλετε νὰ συνηγορήσητε ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ. Καὶ ἐνῷ δὲν θέλετε νὰ δημοκοπῆτε, ὁμιλεῖτε περὶ Μονῶν, ὁμιλεῖτε περὶ πλειστηριασμῶν! καὶ ἐνῷ δὲν θέλετε νὰ δημοκοπῆτε, δὲν ἀφίνετε καμμίαν περίστασιν νὰ μὴ δημοκοπήσητε! Καὶ δίδει μαθήματα εὐπρεπείας ὁ κ. Κουμουνδοῦρος, ὁ ὁποῖος πάντοτε διὰ φωνῶν καὶ φράσεων ἥκιστα εὐπρεπῶν περιποιεῖται τοὺς πάντας! ὁ ὁποῖος μετέρχεται πάντα τὰ μέσα τῆς δημοκοπίας! Καὶ ἔρχεται σήμερον ἐνώπιον ὑμῶν, Κύριοι, νὰ κατηγορήσῃ ἐμοῦ καὶ τοῦ σεβαστοῦ μοι ἐξαδέλφου κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν ἐπὶ δημοκοπίᾳ! Ἐγώ, Κύριοι, — τὸ λέγω ἐν πάσῃ εἰλικρινείᾳ καὶ τὸ αἰσθάνομαι, — δὲν ἠθέλησα νὰ κάμω ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ κ. Κουμουνδοῦρος. Ἐγὼ ἠθέλησα καὶ παρεκάλεσα ἰδιαιτέρως τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ ὑποβάλω πρότασιν νόμου, καὶ μοὶ τὸ ἐπέτρεψεν, ἀφοῦ ἀνέφερα εἰς αὐτὸν, ὅτι διὰ τῆς προτάσεως ταύτης θὰ ὠφεληθῇ καὶ ὁ τόπος καὶ τὸ Δημόσιον ἐν ταὐτῷ. Δὲν ἠθέλησα νὰ δημοκοπήσω, Κύριοι. Ἔχω τὸ θάρρος νὰ εἴπω, ὅτι πάντοτε εἴχομεν τὸ θάρρος τῶν ἰδεῶν μας, ὅτι πολλάκις ἐζημιώθημεν πολιτικῶς, διότι εἴχομεν τὸ θάρρος νὰ λέγωμεν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐνομίζομεν ὀρθόν, καὶ οὐχὶ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἤθελεν ὁ κόσμος, ἐνῷ ὁ κ. Κουμουνδοῦρος, περιερχόμενος ἄλλοτε τὴν Μάνην, ἤλλασσεν εἰς κάθε χωρίον καὶ πολιτικήν, εἰς κάθε χωρίον μετήρχετο ἀλλοίαν γλῶσσαν, ἄλλοτε ἔλεγεν ὑπὲρ ἡμῶν, ἄλλοτε καθ’ ἡμῶν, ἀναλόγως τῶν περιστάσεων! Ἑπομένως ἔσφαλεν, εἰπὼν ὅσα εἶπεν ἐνώπιον ὑμῶν. Ἐπειδὴ δὲν θέλω νὰ σᾶς κουράσω, καὶ ἐπειδὴ ἀπῆλθε τῆς αἰθούσης ὁ κ. Κουμουνδοῦρος, κατέρχομαι τοῦ βήματος.
§16Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, δύο λέξεις...
§17Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ὀφείλω νὰ δώσω πληροφορίας εἰς τὴν Βουλὴν ἐπὶ τῆς ἐπερωτήσεως, τὴν ὁποίαν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Οἰτύλου ἀπηύθυνε. Πρὸ ἡμερῶν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Οἰτύλου μὲ ἐπηρώτησε περὶ τῶν κτήσεων τῶν ἀκινήτων, τὰς ὁποίας Μοναὶ ἐν Οἰτύλῳ εἶχον, καὶ τὰς ὁποίας τὸ Δημόσιον ἐζήτησε νὰ καταλάβῃ. Ἑπόμενον ἦτο νὰ ζητήσω πληροφορίας ἐκ τῆς ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, καθ’ ἃς δὲ μοὶ ἔδωκεν ἡ ὑπηρεσία πληροφορίας, αἱ Μοναὶ ἐν Οἰτύλῳ διελύθησαν καθ’ ὃν χρόνον διελύθησαν καὶ ἄλλαι Μοναὶ ὑπάρχουσαι ἐν τῷ Κράτει. Ἡ διάλυσις τῶν Μονῶν εἶχεν ὡς ἄμεσον συνέπειαν νὰ περιέλθωσιν αἱ κτήσεις αὐτῶν εἰς τὴν κυριότητα τοῦ τότε συσταθέντος ἐκκλησιαστικοῦ ταμείου· ἀλλὰ μετά τινα ἔτη ἀπὸ τῆς διαλύσεως τῶν Μονῶν καὶ ἀπὸ τῆς συστάσεως τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ ταμείου ἐξεδόθη νόμος, διὰ τοῦ ὁποίου τὸ ἐκκλησιαστικὸν ταμεῖον συνεχωνεύθη μὲ τὸ δημόσιον ταμεῖον· ἑπομένως αἱ κτήσεις τῶν διαλελυμένων Μονῶν ὑπήχθησαν εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον, καὶ ἀνήκουσιν εἰς τὸ Κράτος. Ἀφοῦ μοὶ ἔδωκαν τὴν πληροφορίαν ταύτην, εὗρον ὅτι καλῶς οἱ προκάτοχοι ἡμῶν εἶχον διατάξει, ἵνα καταμετρηθῶσιν αἱ κτήσεις τῶν Μονῶν καὶ ἐξευρεθῶσιν αἱ εἰς αὐτὰς ἀνήκουσαι, ἵνα τὸ Δημόσιον καταλάβῃ αὐτάς. Τὸ μέτρον τοῦτο, τὸ διαταχθὲν ὑπὸ τῶν προκατόχων μου, ἐξακολουθῶ καὶ ἐγὼ νὰ συνεχίζω. Ἀλλ’ ὁ κύριος Βουλευτὴς ἐξ Οἰτύλου ἰσχυρίσθη τι, — τὸ ὁποῖον δὲν ἠξεύρω ἂν πρέπει νὰ εἴπω, ὅτι δὲν μοὶ φαίνεται ὀρθόν, — ἰσχυρίσθη, ὅτι τὰ κτήματα ταῦτα εἶναι ἀφιερώματα χριστιανῶν πρὸς Μονάς...
§18Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Μοὶ ἐπιτρέπετε;
§19Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μάλιστα.
§20Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Οὐχὶ πρὸς τὰς Μονάς. Οἱ ἰδιοκτῆται αὐτῶν χριστιανοὶ ἐνόμιζον, ὅτι ἠδύναντο νὰ ἐξυπηρετήσωσι τὸ θρησκευτικόν των αἴσθημα, — τὸ ὁποῖον τότε ἠσθάνοντο κατὰ τρόπον πολὺ διάφορον παρ’ ὅ,τι τὸ αἰσθανόμεθα ἡμεῖς σήμερον, — ἐὰν εἰς τὰ κτήματά των αὐτὰ ἀνεγείρωσιν οἰκήματα καὶ ἐκκλησίας, τάξουν δὲ καὶ ἕνα ἱερέα, ὅστις νὰ λειτουργῇ, οἱ δὲ προσερχόμενοι ἐκεῖ, φεύγοντες τοὺς κατακτητὰς, νὰ ἐκκλησιάζωνται καὶ ἀφίνωσι τὸν ὀβολόν των. Αὐτοὶ οἱ ἰδιοκτῆται λοιπὸν κατόπιν, πρὸ τοῦ θανάτου αὐτῶν, διένειμαν τὰ κτήματά των· τὰ ἐπῆραν οἱ κληρονόμοι κεχωρισμένα, τὰ ἔδωκαν ὡς προῖκα, ἢ τὰ ἐπώλησαν, ἢ ἄλλως τὰ διέθεσαν. Καὶ ἔκτοτε, ἐπὶ 50 ἢ 60 ἔτη, δὲν εὑρέθη ἄνθρωπος νὰ τοῖς εἴπῃ, ὅτι τὰ κτήματα αὐτὰ δὲν εἶναι ἰδικά των, ὅτι εἶναι τοῦ Δημοσίου. Τώρα, μετὰ 50 ἢ 60 ἔτη, ἀφοῦ, ὅ,τι δικαίωμα καὶ ἂν εἶχε τὸ Δημόσιον, τὸ ἔχει ἀπολέσει, ἔρχεται τὸ Δημόσιον καὶ θέλει νὰ καταλάβῃ τὰς περιουσίας αὐτάς!
§21Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁ ἰσχυρισμὸς ὑμῶν εἶναι, ὅτι δὲν πρόκειται περὶ Μονῶν, ἀλλὰ περὶ ναοῦ, εἰς τὸν ὁποῖον ναὸν εἶχον ἀφιερώσει, εἶχον προορίσει κτήματά τινα οἱ περίοικοι, τὰ ὁποῖα ἐνέμετο ὁ ναὸς, καὶ παρεῖχεν εἴτε στέγην εἰς τοὺς ταξειδεύοντας, εἴτε ἄσυλον εἰς τοὺς πτωχούς. Τοῦτο εἶναι περιστατικὸν, τὸ ὁποῖον δὲν δύναμαι νὰ ἀναγνωρίσω πρὶν λάβω πληροφορίας· ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶναι γνωστὸν, εἶναι, ὅτι εἶχον χαρακτηρισθῆ ὡς Μοναί, καὶ ὡς Μοναὶ διελύθησαν διὰ Β. Διατάγματος, καὶ συνέπεια τούτου ἀναπόφευκτος ἦτο, ἡ περιουσία αὐτῶν νὰ περιέλθῃ εἰς τὸ ἐκκλησιαστικὸν ταμεῖον· ἀφοῦ δὲ τὸ ἐκκλησιαστικὸν ταμεῖον συνεχωνεύθη μὲ τὸ δημόσιον ταμεῖον, συνέπεια τούτου ἦτο νὰ περιέλθῃ ἡ περιουσία αὕτη εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον. Διὰ τοῦτο δὲν ἔχω ἀφορμὴν νὰ ἐπικρίνω τὰς πράξεις τῶν προκατόχων μου.
§22ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Ὁ ἕτερος τῶν ἀξιοτίμων Βουλευτῶν Οἰτύλου, ὁ ὁμιλήσας δεύτερος περὶ τῶν ἐκποιουμένων κτημάτων τῶν Μονῶν τῆς Ἐπισκοπῆς Γυθείου καὶ Οἰτύλου, ἀνέφερεν, ὅτι ἀφορμὴ τῆς ἐκποιήσεως τῶν κτημάτων τούτων ὑπῆρξεν ἔγγραφον τοῦ νομάρχου Λακωνικῆς κατὰ τὸ 1900 πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως. Ἐπειδὴ ἐγὼ κατὰ τὸ τέλος τοῦ ἔτους ἐκείνου διετέλουν Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, δύναμαι νὰ βεβαιώσω τὴν Βουλὴν, ὅτι τοιαύτη ἐνέργεια δὲν ἐγένετο κατὰ τὸ τέλος τοῦ 1900. Ἐνθυμοῦμαι μάλιστα, ὅτι ἐγένετο ἀντίθετος ἐνέργεια πρὸς τὴν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν διὰ τὴν ἐκποίησιν τῶν κτημάτων τῶν μὴ ἐν ἐνεργείᾳ Μονῶν ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν. Διὰ τοῦ Β. Διατάγματος τῆς 25 Σεπτεμβρίου 1833, ἂν δὲν μὲ ἀπατᾷ ἡ μνήμη, διελύθησαν, ὡς εἶπε πρὸ μικροῦ καὶ ὁ ἀξιότιμος Πρωθυπουργὸς, αἱ πλεῖσται τῶν 593 Μονῶν, αἱ ὁποῖαι ὑπῆρχον, κατὰ ἔγγραφον τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, ὑπὸ ἡμερομηνίαν 19 Αὐγούστου 1833, πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐκκλησιαστικῶν. Ἐν τῷ ἐγγράφῳ τούτῳ περιείχετο κατάλογος τῶν διαλυομένων Μονῶν, ὡς ἐγκαταλελειμμένων ἢ μὴ ἐχουσῶν τὸν ἀπαιτηθέντα ἀριθμὸν τῶν μοναχῶν. Ἀλλ’ ἐν τῷ καταλόγῳ τούτῳ δὲν περιελαμβάνοντο αἱ Μοναὶ τῆς ἐπαρχίας Οἰτύλου καὶ Γυθείου. Ὁ κατάλογος οὗτος, κατ’ ἀσφαλῆ πληροφορίαν, εὑρίσκεται ἐν πρωτοτύπῳ ἐν τινι Γραφείῳ, οὐχὶ δημοσίῳ...
§23ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ποίῳ Γραφείῳ;
§24ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Ἐν τῷ Ἀνακτορικῷ... Οἱ ἁρμόδιοι ἂς ζητήσωσιν ἁρμοδίως ἐπίσημον αὐτοῦ ἀντίγραφον. Πολλάκις ἐλήφθησαν ἐκεῖθεν σπουδαῖαι πληροφορίαι περὶ ὑποθέσεων τοῦ Κράτους. Ὁ κατάλογος οὗτος περιέχει τὰ ὀνόματα τῶν 412 Μονῶν, τῶν διαλυθεισῶν κατὰ τὸ 1834 δυνάμει τοῦ Βασ. Διατάγματος τοῦ 1833. Οὕτω δὲ θὰ βεβαιωθῇ ἡ πληροφορία, ἣν πρὸ μικροῦ ἀνέφερα, ὅτι τουτέστιν αἱ 31 Μοναὶ τῆς Ἐπισκοπῆς Γυθείου καὶ Οἰτύλου δὲν ἐμπεριέχονται ἐν τῷ καταλόγῳ ἐκείνῳ. Καλῶς δ’ ἔλεγεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἐξ Οἰτύλου κ. Κουμουνδοῦρος, ὅτι αἱ Μοναὶ ἐκεῖναι δὲν ὑπάγονται εἰς τὰς ἐν ἰσχύϊ διατάξεις περὶ Μοναστηρίων. Διὰ τοῦ Β. Διατάγματος τῆς 25 Σεπτεμβρίου 1833 περὶ τῶν ἐν τῷ Βασιλείῳ Μοναστηρίων μία ἀναγνωρίζεται κατηγορία Μονῶν, ἡ τῶν ἐχουσῶν πλέον τῶν ἓξ μοναχῶν. Ἀλλ’ εἶναι γνωστὸν, ὅτι ὑφίστανται καὶ αἱ Μοναὶ αἱ ἀνοργάνιστοι ἢ ἰδιόρρυθμοι. Τοιαῦται ὑπάρχουσι πολλαί. Ἐν Κεφαλληνίᾳ, ὡς νῦν ἐνθυμοῦμαι, ὑπάρχει ἡ Μονὴ τῶν Κηπουραίων τῆς ὑπεραγίας Θεοτόκου, ἐν τῷ δήμῳ Ἀνωγητῶν, ἡ ὁποία διοικεῖται ἰδιορρύθμως. Ἐπίσης ἐνθυμοῦμαι, ὅτι ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Κυθήρων ὑπάρχουσι δύο Μοναὶ, ἡ τῆς ὑπεραγίας Θεοτόκου τῆς Μυρτιδιωτίσσης, καὶ ἡ τῆς Ἁγίας Μονῆς, αἱ ὁποῖαι διοικοῦνται ὅλως ἰδιορρύθμως ὑπὸ Ἐκκλησιαστικοῦ Συμβουλίου καὶ διαχειριστικῆς ἐπιτροπῆς. Καὶ ἐν τῇ Ἐπισκοπῇ Γυθείου καὶ Οἰτύλου ὑπάρχουσι τριάκοντα καὶ μία Μοναὶ ἀνοργάνιστοι, ἄλλαι ἐξ ἀφιερωμάτων καὶ ἄλλαι ἐξ ἰδιωτικῶν περιουσιῶν προελθοῦσαι, καὶ τὰς ὁποίας ἡ ἐκκλησιαστικὴ καὶ ἡ διοικητικὴ ἀρχὴ πάντοτε ἀνεγνώρισαν. Μεταξὺ τῶν 31 τούτων Μονῶν ἔχει καὶ ὁ Ἅγιος Τάφος καὶ τὸ Μέγα Σπήλαιον μετόχια, τὰ ὁποῖα δὲν δύναται νὰ ἐκποιήσῃ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν ἐπὶ τῇ προφάσει τῆς συγχωνεύσεως τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ ταμείου μετὰ τοῦ δημοσίου, χωρὶς νὰ καταπατήσῃ δικαιώματα πρὸ αἰώνων κτηθέντα, καὶ ἅτινα ἐσεβάσθησαν καὶ αὐτοὶ οἱ κατακτηταί. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὸν ἀξιότιμον κ. Πρωθυπουργὸν καὶ Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ διατάξῃ τὰς οἰκονομικὰς ἀρχὰς τοῦ Κράτους νὰ ἀναστείλωσι τὰς ἁρπακτικὰς αὐτῶν διαθέσεις πρὸς ξένας περιουσίας. Ἄλλως τε, Κύριοι, πρόκειται περὶ ἀσημάντων πραγμάτων, διότι τὰ ἐτήσια εἰσοδήματα τῆς πλουσιωτέρας τῶν Μονῶν Γυθείου καὶ Οἰτύλου, τοῦ Ἁγίου Γεωργίου, τῆς ἐπικαλουμένης Πιλαλοκονάκια, τοῦ δήμου Μαλευρίου τοῦ Γυθείου, μόλις ἀνέρχονται εἰς 2500 δραχμὰς, αἱ πλεῖσται δὲ τῶν λοιπῶν ἔχουσιν ἐτήσια ἔσοδα, μὴ ὑπερβαίνοντα οὔτε τὰς τριακοσίας δραχμὰς, καὶ στεροῦνται προσωπικοῦ. Φρονῶ λοιπὸν διὰ τοὺς λόγους τούτους, ὅτι ἡ ἐνέργεια τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν ὑπῆρξεν ἀτυχὴς, καὶ πιστεύω ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν θὰ σπεύσῃ νὰ διατάξῃ τὴν ἀναστολὴν πάσης σχετικῆς ἐνεργείας.
§25ΓΕΩΡ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Ἐπειδὴ εἶναι ἑπόμενον ἡ Βουλὴ νὰ ἐσχημάτισε τὴν γνώμην, ὅτι πρόκειται ἀληθῶς περὶ Μονῶν,—διότι οὔτε ὁ ἀξιότιμος ἐξ Οἰτύλου συνάδελφος, οὔτε ἐγὼ καὶ ὁ προλαλήσας κ. Στάης θέλομεν νὰ δημοκοπήσωμεν, ζητοῦντες ἀπὸ τὸ Δημόσιον νὰ μὴ καταλάβῃ περιουσίαν, τὴν ὁποίαν νομίζει ἀνήκουσαν εἰς αὐτὸ,—ἐν ὀλίγοις θέλω εἴπει, τί εἶναι αἱ Μοναὶ τῆς ἐπαρχίας Οἰτύλου. Εἰς τὴν Μάνην ὑπάρχει τὸ ἔθιμον νὰ μὴ ἦναι πάντοτε δυνατὸν, ἵνα δύο οἰκογένειαι, κατοικοῦσαι εἰς τὸ αὐτὸ χωρίον, ὦσιν ἥσυχοι, καὶ διὰ τοῦτο ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης πάντοτε ἤριζον καὶ διεπληκτίζοντο, ἠναγκάζετο δὲ ἡ μία τῶν οἰκογενειῶν ν’ ἀπομακρύνηται τοῦ χωρίου, καὶ μεταβαίνουσα εἰς ἓν ἄκρον ἔκαμνε μίαν καλύβην καὶ ἕνα ναὸν, τὸν ὁποῖον ὠνόμαζε Μοναστήριον. Ἐκεῖ ἐγίνετο μετὰ ταῦτα πανήγυρις, κατὰ τὴν ἑορτὴν τοῦ Ἁγίου, ἐπ’ ὀνόματι τοῦ ὁποίου εἶχε κτισθῆ ὁ ναὸς, καὶ κατὰ τὴν πανήγυριν ἐκείνην συνεκεντροῦτο κόσμος, καὶ οἱ φιλόθρησκοι ἔκαμνον διαφόρους δωρεὰς εἰς τὸν ναὸν, καὶ ἰδίως δωρεὰς ἀγρῶν ἐξ ἑνὸς στρέμματος ἢ καὶ περισσοτέρων. Εἰς τὸ χωράφι αὐτὸ, τὸ ὁποῖον ὁ γεωργὸς πρέπει νὰ σκάψῃ μὲ τὰ νύχια του, ῥίπτουν ὀλίγον κριθάρι, καὶ ἂν βρέξῃ τὸν χειμῶνα, δύναται νὰ παραγάγῃ κάτι τι, ἄλλως οὔτε τὸν σπόρον δὲν παράγει. Ἀπό τινων δὲ ἐτῶν εἰς τοὺς αὐτοὺς ἀγροὺς ἐφύτευσαν καὶ μερικὰς ἐλαίας ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι κατοικοῦν ἐκεῖ, καὶ τὰς καλλιεργοῦν. Δὲν ὑπάρχουν λοιπὸν καλόγηροι. Εἰς δύο μόνον ἢ τρία σημεῖα, καὶ ἰδίως εἰς τὰ Πιλαλοκονάκια, ὅπου εἶναι τὸ κυριώτερον σημεῖον τῆς Μονῆς ἐκείνης, παρεμβαίνει τὸ Δημόσιον, διὰ νὰ πάρῃ τὰς περιουσίας, ἐνῷ αὗται, ὡς εἶπον, προέρχονται ἐκ δωρεῶν φιλοθρήσκων, καὶ τὰ χωράφια αὐτὰ καλλιεργοῦνται πρὸς συντήρησιν τοῦ ναοῦ. Ἐξηναγκάσθησαν δὲ οἱ κάτοικοι νὰ τὰ δωρήσωσιν εἰς τὸν Ἅγιον Τάφον, διότι ἐζήτει τὸ Δημόσιον νὰ τοὺς τὰ πάρῃ. Ἀλλὰ καὶ τί θὰ κερδίσῃ τὸ Δημόσιον; Αὐτὰ τὰ μικρὰ κτήματα δὲν θὰ ἠμπορέσῃ νὰ τὰ πωλήσῃ. Ἐλπίζω δὲ, ὅτι ὁ ἀξιότιμος κ. Πρωθυπουργὸς θὰ ἐξετάσῃ τὸ ζήτημα, καὶ θὰ διατάξῃ τὰ δέοντα. Ἐπειδὴ ἔχω τὸν λόγον, θὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις καὶ ὅσον ἀφορᾷ τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς ἐξ Οἰτύλου κ. Κυριακούλης Λ. Μαυρομιχάλης εἰσήγαγε. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἀτυχῶς δὲν ὑπάρχει χρόνος ἐπὶ τοῦ παρόντος ἵνα συζητηθῇ, καὶ δι’ αὐτὸ δὲν θὰ εἰσέλθω εἰς λεπτομερείας· ἐὰν ὅμως ἔλθῃ ποτὲ εἰς συζήτησιν, θέλω λάβει τὸν λόγον, ἵνα βεβαιώσω, ὅτι εἶμαι μὲν ὑπὲρ τῆς μειώσεως τοῦ εἰσαγωγικοῦ φόρου τοῦ ἐλαίου, ἀλλὰ θέλω νὰ γνωρίσω εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι ὁ ὑπαινιγμὸς, τὸν ὁποῖον ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἐποιήσατο περὶ ἐμπόρων τινῶν, ἀφορᾷ τοὺς ἐμπόρους τῆς πόλεως Γυθείου...
§26ΚΥΡ. Λ. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Ὄχι.
§27Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Βεβαίως· διότι ὑπάρχει ἡ ἰδέα, ὅτι οἱ ἔμποροι Γυθείου ἐξάγουσι τὸ λακωνικὸν ἔλαιον δυνάμει πιστοποιητικῶν τῶν ἀρχῶν τῶν ὁμόρων ἐπαρχιῶν Ἐπιδαύρου Λιμηρᾶς καὶ Λακεδαίμονος, καὶ ἐντεῦθεν ἡ ζημία τοῦ Δημοσίου. Ἀλλὰ τοῦτο δὲν ἀφορᾷ μόνον τὸ Δημόσιον, ἀφορᾷ καὶ τοὺς ἐμπορευομένους τῶν ἄλλων λιμένων τῆς Λακωνικῆς, ἀπὸ τοὺς ὁποίους ἐξάγεται ἔλαιον, διότι οἱ ἔμποροι ἐκεῖνοι δὲν ἀγοράζουσιν ὅλον τὸ ἔλαιον, τὸ ἐρχόμενον ἀπὸ τὸ Γύθειον, καὶ ὁ σκοπὸς ἐκεῖ ἀποβλέπει. Ὅταν ἔλθωμεν εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου, θέλω προβῆ εἰς τὴν ἀνάπτυξιν τοῦ θέματος τούτου, καὶ θέλω ἀποδείξει, ὅτι ἄλλως πρέπει νὰ διατυπωθῇ τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ, ἵνα ᾖ δίκαιον καὶ σύμφωνον πρὸς τὸ συμφέρον τοῦ τε Δημοσίου καὶ τῶν ἐμπόρων.
§28Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐπειδὴ ὁ κύριος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως μοὶ ὑπέδειξεν, ὅτι δὲν ἐμελέτησε τὸ ζήτημα τοῦτο, τὸν παρακαλῶ νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν ἀναφορὰν ταύτην, καὶ ἂν νομίζῃ ὅτι αὕτη δὲν εἶναι ἐπαρκὴς, καὶ ἔχῃ ἀνάγκην καὶ ἄλλων πληροφοριῶν, τὸν παρακαλῶ νὰ μοὶ τὰς ζητήσῃ.
§29Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Πᾶσαν πληροφορίαν δέχομαι.
§30ΔΙΟΝ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Παρεμβαίνω, κύριε Πρόεδρε, εἰς ζήτημα ἀφορῶν εἰδικῶς ἐπαρχίαν, πρὸς τὴν ὁποίαν εἶμαι ξένος· ἀλλ’ ἐπειδὴ ἐθίχθη ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Κυθήρων Βουλευτοῦ τὸ ζήτημα τὸ ἀφορῶν εἰς τὸ Β. Διάταγμα τοῦ 1833, τὸ κατατάξαν τὰς Μονὰς εἰς δύο κατηγορίας, εἰς διητηρουμένας καὶ διαλελυμένας, αἰσθάνομαι τὸ καθῆκον νὰ δώσω πληροφορίας τινὰς εἰς τὴν Βουλὴν καὶ τὸν ἀξιότιμον κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, τὰς ὁποίας ἠρύσθην καὶ γνωρίζω ἐκ τῆς προηγουμένης μου ὑπηρεσίας. Ὡς γνωστὸν, τὸ Διάταγμα τοῦ 1833 ἐθεώρησε διαλελυμένας τὰς Μονὰς τὰς μὴ ἐχούσας ἀριθμὸν ἓξ μοναχῶν. Ἀλλὰ δὲν ἔθηκεν, οὕτως εἰπεῖν, γενικὸν κανόνα, ὅτι καὶ πᾶσα εἰς τὸ μέλλον Μονὴ ἐκ τῶν διατηρουμένων, ἐὰν φθάσῃ νὰ μὴ ἔχῃ ἓξ καλογήρους, πρέπει νὰ θεωρῆται διαλελυμένη. Τὸν κανόνα τοῦτον εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ἐφήρμοσεν ἡ ὑπηρεσία, ἀλλὰ συνέβη καὶ ἐδῶ ὅ,τι συνέβη μὲ τὸ Διάταγμα τοῦ 1836 περὶ δασῶν. Διάταγμα, τὸ ὁποῖον εἶχεν, οὕτως εἰπεῖν, χαρακτῆρα προσωρινὸν, ὡς Διάταγμα κανονιστικὸν τῆς θέσεως τῶν Μονῶν, ὁποία ὑπῆρχε τότε, ἐθεωρήθη ὡς Διάταγμα νομοθετικὸν καὶ ἐπὶ τὸ μέλλον, καὶ ἐφηρμόσθη. Ἀπόδειξις, ὅτι τὸ Διάταγμα τοῦτο εἶχε σκοπὸν νὰ κανονίσῃ τὰ τότε κείμενα, εἶναι, ὅτι παρηκολουθεῖτο ὑπὸ δύο καταλόγων, περιλαμβανόντων τὰ ὀνόματα τῶν διατηρουμένων καὶ τῶν διαλυομένων Μονῶν, τὰς ὁποίας τὸ Διάταγμα ἀναφέρει ὑπὸ στοιχεῖον Α καὶ ὑπὸ στοιχεῖον Β. Πολλάκις, ἰδίως εἰς τὸ Δικαστικὸν τμῆμα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, ἐγεννήθη τὸ ζήτημα, ἂν ὡρισμένη Μονὴ πρέπει νὰ θεωρηθῇ διαλελυμένη ἢ μὴ, καθόσον τὰ κτήματα τῶν διαλυομένων Μονῶν ἀπετέλουν πόρους τοῦ συσταθέντος ἐκκλησιαστικοῦ ταμείου, τὸ ὁποῖον προωρίζετο εἰς τὴν προαγωγὴν τοῦ κλήρου. Εἰς τοιαύτην ἀπορίαν καὶ ἐγὼ εὑρεθεὶς, ὅτε διηύθυνα τὸ Δικαστικὸν τμῆμα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, ἐζήτησα νὰ ἀνεύρω αὐτοὺς τοὺς καταλόγους, περὶ τῶν ὁποίων μνείαν ἔκαμεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Κυθήρων Βουλευτὴς, καὶ ἀπετάθην εἰς τὸ Γραφεῖον, τὸ ὁποῖον κατέχει τὸ Ἀρχεῖον τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, τὸ ὁποῖον εἶναι τὸ Ἀνακτορικὸν Ἀρχεῖον, διότι τότε τὰ Διατάγματα ὑπεβάλλοντο εἰς τὸν ἀοίδιμον Βασιλέα Ὄθωνα δι’ ἐκθέσεων τοῦ Ὑπουργοῦ, Γερμανιστὶ μάλιστα, καὶ ἐκεῖ ἐφυλάσσοντο τὰ πρωτότυπα. Τοὺς καταλόγους τούτους τότε ἐπορίσθην ἐκ τοῦ Ἀρχείου τοῦ ἐπισήμου Γερμανιστί· μεταφρασθέντες δὲ οὗτοι κατετέθησαν εἰς τὸ Δικαστικὸν ἀρχεῖον τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν. Κατὰ συνέπειαν φρονῶ, ὅτι πᾶσα ἐνέργεια τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ἀφορῶσα εἰς τὴν περιουσίαν τῶν Μονῶν, πρέπει νὰ ῥυθμίζηται ἐκ τοῦ καταλόγου ἐκείνου, ὁ ὁποῖος ἀποτελεῖ ἀναπόσπαστον μέρος τοῦ Διατάγματος τοῦ 1833. Δὲν ἀπορῶ δὲ διατὶ ἐν Οἰτύλῳ ὑπάρχουσιν αἱ λεγόμεναι Μοναὶ ἀνοργάνιστοι, ὡς ὁ κ. ἐκ Κυθήρων συνάδελφος ἀπεκάλεσεν αὐτάς, ἔχουσαι περιουσίαν, ἔστω καὶ μικρὰν, ἐξ ἀφιερωμάτων, διότι καὶ ἐν Οἰτύλῳ, ἢ μᾶλλον ἐν τῇ Μάνῃ τῇ ἄλλοτε καλουμένῃ, διετηρήθησαν ἔθιμα καὶ θεσμοὶ προελθόντες ἐκ μακρᾶς συνηθείας, ὡς ἐκ τῆς ἐπικρατήσεως τῶν Φράγκων κατὰ τὰ μέρη ἐκεῖνα τῆς Ἑλλάδος, καὶ αἱ Μοναὶ ἢ οἱ ναοὶ ἐκεῖνοι εἶναι ὅ,τι ἐν τῇ Δύσει ἀποκαλοῦσι jus patronata, κτητορικὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα ἀνήκουσιν εἴτε εἰς οἰκογενείας εἴτε εἰς τὸ Δημόσιον, καὶ ἐκ τῶν οἰκογενειῶν μετεβιβάσθησαν εἰς τοὺς διαδόχους, καὶ ἐπὶ τέλους κατέστησαν κοινῆς χρήσεως. Τοιαύτας ἔχομεν ἐν Ἑπτανήσῳ Μονὰς καὶ Ἐκκλησίας πατρωνικοῦ δικαιώματος, μὴ ὑπαγομένας εἰς τὰς διατάξεις τοῦ Διατάγματος τοῦ 1833, κανονιζομένας δὲ ἐκ τοῦ τότε ἰσχύοντος δικαίου, καὶ τὰς ὁποίας δὲν ἐφρόντισεν ἡ Πολιτεία νὰ κανονίσῃ κατὰ τὸ σήμερον κείμενον δίκαιον, καὶ τοῦτο, νομίζω, πρέπει ν’ ἀποτελέσῃ ἀντικείμενον νομοθετικῆς διατάξεως.
§31ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κωνσταντόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§32Κ. ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Πρό τινων ἡμερῶν, κύριε Πρόεδρε, ἀπηύθυνα ἐπερώτησιν πρὸς τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης καὶ τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, ἀφορῶσαν εἰς τὴν οἰκοδομὴν τοῦ δικαστικοῦ καταστήματος ἐν Τριπόλει. Ἐπὶ τῆς ἐπερωτήσεως ταύτης κατέθηκεν ἀπάντησιν ὁ ἀξιότιμος κύριος Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἀπάντησιν ἐλήφθη πράγματι μέριμνα περὶ τῆς οἰκοδομῆς τοῦ δικαστικοῦ καταστήματος, ἀλλ’ ὑπάρχει ἡ ἔλλειψις, ὅτι τὸ οἰκόπεδον, τὸ δωρηθὲν ὑπὸ τοῦ δήμου πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον, δὲν εἶναι ὠρθογωνισμένον, καὶ πρέπει νὰ προηγηθῇ ὁ ὀρθογωνισμὸς, ἵνα προβῶσι κατόπιν οἱ μηχανικοὶ εἰς τὴν σύνταξιν τῶν σχεδίων, τῶν ἀπαιτουμένων διὰ τὴν οἰκοδομήν. Ταῦτα ἐπανειλημμένως ὑπέβαλεν ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν. Ἀλλ’ ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ἐπὶ τῆς αὐτῆς ἐρωτήσεως ἀπαντῶν, ἐδήλωσεν, ὅτι οὐδὲν γνωρίζει ἐπὶ τοῦ θέματος, καὶ οὐδὲν εὗρε προηγούμενον εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης. Παρεκάλεσα τότε τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ἵνα εὐαρεστηθῇ νὰ συνεννοηθῇ μετὰ τοῦ συναδέλφου του κυρίου Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅπως μάθωμεν ἐπὶ τέλους, τί συμβαίνει· ἔγεινεν ἐνέργειά τις ἢ ὄχι; Ἐπὶ τῆς συμπληρωτικῆς ταύτης ἐρωτήσεως δὲν ἔλαβον εἰσέτι ἀπάντησιν. Συγχρόνως ὑποβάλλω ἐπερώτησιν πρὸς τὸν κύριον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως. Μοὶ γράφουσιν ἐκ Τριπόλεως, ὅτι πρὸ πεντήκοντα περίπου ἡμερῶν ἐπαύθη εἷς σχολάρχης ἐν τῇ πόλει ἐκείνῃ, καὶ ὅτι ἔκτοτε, καίτοι παρῆλθε τόσος χρόνος, διάδοχος αὐτοῦ δὲν διωρίσθη, ἕνεκα δὲ τούτου οἱ μαθηταὶ τοῦ Σχολαρχείου περιφέρονται ἄεργοι, ἐπὶ βλάβῃ τῆς σπουδῆς καὶ τῆς μορφώσεώς των. Κατὰ συνέπειαν παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως νὰ εὐαρεστηθῇ ὡς τάχιστα νὰ συμπληρώσῃ δι’ οἱουδήποτε προσώπου τὴν θέσιν ταύτην. Ἐν τέλει, κύριε Πρόεδρε, παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ δηλώσῃ εἰς τὴν Βουλὴν, ἂν ἔλαβε πληροφορίαν τινὰ περὶ τῶν συμβάντων ἐν τῷ δήμῳ Φαλάνθου. Εἷς ἀξιότιμος κάτοικος τοῦ δήμου, Παρασκευᾶς Αὐγερινὸς ὀνομαζόμενος, μοὶ ἀπέστειλεν ἐπιστολὴν, διὰ τῆς ὁποίας καταγγέλλει τὸν ἀστυνομικὸν σταθμάρχην τοῦ δήμου ἐκείνου, ὅτι μετέβη εἰς τὴν οἰκίαν του πρὸς εἴσπραξιν μικροῦ ποσοῦ, τριάκοντα δραχμῶν, ὅτι, μὴ εὑρὼν τὸν ὀφειλέτην ἐν τῇ οἰκίᾳ, ἐκακοποίησε τὴν σύζυγον αὐτοῦ, διέρρηξε τὰ κιβώτιά του, ἀφῄρεσε τὴν περιουσίαν του, ἤτοι κινητά τινα, τρόφιμα καὶ ὄρνιθας, καὶ ὅτι διὰ τὴν πρᾶξιν ταύτην ὁ παθὼν κατήγγειλε τὸν ἀστυνομικὸν σταθμάρχην, ἀλλ’ οὐδὲν εἰσέτι ἐγένετο ἐπὶ τῆς καταγγελίας. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ εὐαρεστηθῇ ν’ ἀνακοινώσῃ εἰς τὴν Βουλὴν, ἂν ἔχει πληροφορίαν τινὰ περὶ τοῦ συμβάντος, καὶ ἐν πάσῃ περιπτώσει ν’ ἀνακοινώσῃ εἰς τὴν Βουλὴν, τί θὰ πράξῃ.
§33Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἐγὼ ἑνώνω τὴν παράκλησίν μου μετὰ τῆς τοῦ κ. συναδέλφου, διότι ὄντως ἔν τινι σχολαρχείῳ τῆς Τριπόλεως ὑπηρέτουν δύο διδάσκαλοι τῆς Φυσικῆς. Ὁ ἐν ἀδείᾳ Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας, λαβὼν γνῶσιν τούτου, ὅπερ δὲν ἐπιτρέπεται κατὰ νόμον, ἔπαυσε τὸν σχολάρχην, ὡς ἔχοντα δίπλωμα Φυσικῆς, καὶ ὡς ἐκ τούτου δὲν ὑπάρχει ἤδη ἕτερος. Ἐπανειλημμένως παρεκάλεσα καὶ ἐγὼ περὶ συμπληρώσεως τῆς θέσεως ταύτης, διότι ἄτοπον καὶ λίαν ἐπιζήμιον εἶναι εἰς τοὺς μαθητὰς νὰ στερῶνται ἐπὶ τοσοῦτον χρόνον διδασκάλου.
§34ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Δὲν νομίζω ὅτι εἶναι εὐχερὲς εἰς τὸν ἀξιότιμον κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως νὰ συμπληρώσῃ τὴν θέσιν, περὶ ἧς πρόκειται, διότι ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἀναγράφεται ἐλάττωσις εἴκοσι τεσσάρων ἑλληνοδιδασκάλων, πρέπει δὲ νὰ παυθῇ προσωπικὸν, ἀφοῦ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ δὲν ὑπάρχει ἐπαρκὴς πίστωσις. Ἑπομένως φρονῶ, ὅτι, ἐν ὅσῳ ἄλλος τις δὲν ἀπολυθῇ τῆς ὑπηρεσίας, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ διορισθῇ τις εἰς τὴν κενὴν θέσιν.
§35Π. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Δὲν εἶναι ἀκριβὲς τὸ λεχθὲν ὑπὸ τοῦ κ. ἐκ Κυθήρων Βουλευτοῦ, ὅτι δὲν δύνανται νὰ συμπληρωθῶσιν αἱ θέσεις, καὶ ὅτι οἱ διδάσκαλοι ἐπαύθησαν ὡς ὑπεράριθμοι, διότι ἐν τῷ ἀριθμῷ τῶν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ σχολαρχῶν καὶ ἑλληνοδιδασκάλων δὲν ἐπιτρέπεται προσθήκη τοιαύτη. Ἡ ἀπόλυσις ἐγένετο οὐχὶ ἕνεκα πλεονασμοῦ, ἀλλ’ ἕνεκα ἄλλου λόγου. Ἀφοῦ τὸ σχολεῖον εἶναι πλῆρες, πρέπει νὰ ἔχῃ τὸν σχολάρχην καὶ δύο ἑλληνοδιδασκάλους, ἑπομένως πρέπει νὰ συμπληρωθῇ· πρὸς τοῦτο δὲ οὐδὲν ὑπάρχει κώλυμα.
§36ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§37Γ. ΣΚΛΗΡΟΣ. Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν πρότασιν νόμου περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου ΒΧΜΖʹ τοῦ 1899 περὶ κατασκευῆς λιμένος τῆς πόλεως Λευκάδος. Δὲν κρίνω ὀρθὸν ν’ ἀπασχολήσω τὴν Βουλὴν σήμερον, ὁμιλῶν ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου. Ἐπιφυλάσσομαι ἐν καιρῷ νὰ ἀναπτύξω αὐτὸ, καὶ εἶμαι βέβαιος ὅτι θὰ δυνηθῶ νὰ ἀποδείξω τρανότατα, ὅτι ἐγένετο εἰς τὴν πόλιν τῆς Λευκάδος μέγα ἀδίκημα, καὶ ἐλπίζω ὅτι ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἡ Βουλὴ θέλει εὐαρεστηθῆ νὰ ἐπανορθώσῃ τὸ ἀδίκημα τοῦτο.
§38ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ πρότασις νόμου τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Λευκάδος θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ, μεθ’ ὃ θέλει ἐγγραφῇ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν κατὰ τὴν σειράν της. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 334).
§39Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Εἶχον παρακαλέσει πρὸ ἡμερῶν τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν πληροφορίας τινὰς, σχετιζομένας πρὸς τὰς ἐργασίας τοῦ ἄρτι συσταθέντος Δικαστηρίου ἐν τῇ ἐμῇ ἐπαρχίᾳ, ἵνα καταδείξω εἰς τὴν Βουλὴν τὴν χρησιμότητα τούτου, καὶ κατορθώσω νὰ παύσῃ πλέον διὰ παντὸς ἡ μομφὴ, τὴν ὁποίαν ἀποδίδουσιν εἰς ἡμᾶς, τοὺς θεωρήσαντας, ὅτι ἀνάγκη ἐπιβάλλουσα ἦτο ἡ σύστασις τοῦ Δικαστηρίου, καὶ ἐργασθέντας μετ’ ἐνδιαφέροντος περὶ τῆς συστάσεως τούτου. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης εἶχε τὴν εὐγενῆ καλωσύνην νὰ συμπληρώσῃ τὰς ὑπ’ ἐμοῦ ζητηθείσας πληροφορίας, προσκομίσας εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ἄλλα ἔγγραφα, παρέχοντα εἰς ἐμὲ τὴν εὐχάριστον εὐκαιρίαν νὰ ὑποβάλω εἰς ὑμᾶς τὰ ἀποτελέσματα συγκριτικῆς μελέτης τῶν ἐργασιῶν τοῦ ἄρτι συσταθέντος Δικαστηρίου πρὸς τὰ προϋπάρχοντα Δικαστήρια τῆς περιφερείας τῶν ἐν Ἀθήναις Ἐφετῶν. Ἐκ τῆς συγκριτικῆς δὲ ταύτης μελέτης θέλει ἀποδειχθῆ πασιφανῶς, πόσον ὑπῆρξε σύμφωνος πρὸς τὴν ἐξυπηρέτησιν τῆς δικαιοσύνης ἡ δρᾶσις τοῦ Δικαστηρίου τούτου. Λυποῦμαι, διότι δὲν εἶναι ἐδῶ ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ἵνα ἀκούσῃ τ’ ἀποτελέσματα τῆς ἐμῆς μελέτης. Εὐχαρίστως ὅμως βλέπω τὸν κ. Λάππαν κατέχοντα τὴν θέσιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, εὔχομαι δὲ καὶ διαρκέστερον νὰ κατέχῃ τὴν θέσιν ταύτην...
§40Ι. Γ. ΛΑΠΠΑΣ. Εὐχαριστῶ.
§41Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. .. διότι ἔχω δι’ ἐλπίδος, ὅτι, ἂν τοῦτο συμβῇ, θέλουν συμπληρωθῆ αἱ παρατηρούμεναι ἐλλείψεις εἰς τὸ Δικαστήριον τῆς ἐπαρχίας Λεβαδείας. Διὰ νὰ μὴ ἀποσχολήσω δὲ διὰ μακρῶν τὴν Βουλήν, θὰ εἰσέλθω ἀμέσως εἰς τὸ θέμα. Πρόκειται περὶ ἀριθμῶν, καὶ θὰ ἦναι πεζὴ ἡ συζήτησις, ἀλλὰ θὰ ζητήσω συγγνώμην παρὰ τῶν κυρίων Βουλευτῶν, καὶ θὰ παρακαλέσω αὐτοὺς νὰ μοὶ χαρίσωσι τὴν προσοχήν των. Διότι ἐπιθυμῶ, ἀφοῦ ἐδόθη ἡ εὐκαιρία αὕτη, νὰ πεισθῶσιν ἐπὶ τέλους ἐκεῖνοι, οἵτινες ἰσχυρίζονται ὅτι κακῶς συνεστάθησαν τὰ Δικαστήρια, ὅτι ἢ ἐπλανήθησαν ἢ ἠδίκησαν ἑαυτοὺς, ἐξ ἄλλου λόγου ἐπικρίνοντες τὴν σύστασιν τῶν Δικαστηρίων. Λυποῦμαι δὲ, διότι τοιοῦτόν τι ἠκούσθη λεχθὲν καὶ ὑπὸ τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, καὶ ἐπεθύμουν νὰ ἦτο παρὼν ὁ κ. Ὑπουργὸς, ἵνα ἀκούσῃ, ἐὰν δὲν ἐμελέτησε τὰ προσκομισθέντα ὑπ’ αὐτοῦ ἔγγραφα, ὁποῖα εἶναι τὰ πορίσματα, ἅτινα συνάγονται ἐκ τῆς μελέτης τῶν ὑποβληθέντων ὑπ’ αὐτοῦ ἐγγράφων. Ἔχω ὑπ’ ὄψει μου, Κύριοι, τὰς ἐκθέσεις τῆς γενομένης ἐπιθεωρήσεως κατὰ Σεπτέμβριον τοῦ 1902 ὑπὸ τοῦ παρ’ Ἐφέταις ἀντεισαγγελέως. Κατὰ τὰς ἐκθέσεις ταύτας, βεβαιοῦνται τὰ ἑξῆς γεγονότα ἐπὶ τῇ βάσει δεδομένων ἀριθμῶν. Ἀλλὰ πρέπει πρὸ τούτου νὰ σημειωθῇ, ὅτι ἡ ἐπιθεώρησις ἡ ἀφορῶσα εἰς τὸ Πρωτοδικεῖον Λεβαδείας περιλαμβάνει χρονικὸν διάστημα ἐννέα μόνον μηνῶν, ἐνῷ αἱ ἐκθέσεις ἐπιθεωρήσεως αἱ ἀφορῶσαι εἰς τὰ ἄλλα Πρωτοδικεῖα τῆς περιφερείας τῶν ἐν Ἀθήναις Ἐφετῶν περιλαμβάνουσι διάστημα χρονικὸν δώδεκα μηνῶν, ἤτοι ἑνὸς ἔτους, καὶ τοῦτο διότι, ὡς εἶναι γνωστὸν, τὸ Δικαστήριον Λεβαδείας συνεστάθη κατὰ Σεπτέμβριον τοῦ 1901, ἑπομένως μόλις μετὰ παρέλευσιν δύο καὶ πλέον μηνῶν ἤρξατο τῶν ἐργασιῶν αὐτοῦ. Ἐν τούτοις ἐκ τῶν ἐπισήμων ἀριθμῶν ἔχομεν τὰ ἑξῆς ἀποτελέσματα. Κατὰ τὴν ἔκθεσιν τοῦ κ. Εἰσαγγελέως εἰσήχθησαν ἐν ὅλῳ εἰς τὸ Δικαστήριον τῶν ἐν Λεβαδείᾳ Πρωτοδικῶν μηνύσεις 4880 ἐν διαστήματι 10 μηνῶν, ἀπὸ τοῦ Ὀκτωβρίου μέχρι τοῦ Αὐγούστου...
§42ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Εἰς βαθμὸν πλημμελήματος;
§43Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ὄχι· ὅλαι ὁμοῦ... Κατὰ τὸν Σεπτέμβριον οὐδεμία ἐγένετο ἐργασία. Ἐκ τῆς μελέτης δὲ τῶν ἄλλων ἐκθέσεων, τῶν ἀφορωσῶν εἰς τὰ ἄλλα Δικαστήρια τῆς περιφερείας τῶν ἐν Ἀθήναις Ἐφετῶν, παρατηροῦνται τὰ ἑξῆς ἀποτελέσματα. Εἰς τὸ Πρωτοδικεῖον Παρνασσίδος εἰσήχθησαν 2699 ὑποθέσεις, ἤτοι ἐπὶ ἔλαττον κατὰ 2181· τὸ Πρωτοδικεῖον δὲ Παρνασσίδος λειτουργεῖ ἐπὶ 20 καὶ πλέον ἔτη. Εἰς τὸ Πρωτοδικεῖον Λαμίας, Πρωτοδικεῖον τοῦ παλαιοῦ νομοῦ Φθιώτιδος, εἰσήχθησαν 3888, ἤτοι ἐπὶ ἔλαττον κατὰ 992. Εἰς τὸ Πρωτοδικεῖον Χαλκίδος, ὅπερ περιλαμβάνει ὁλόκληρον τὸν νομὸν Εὐβοίας, εἰσήχθησαν 4221, ἤτοι ἐπὶ ἔλαττον 659. Εἰς τὸ Πρωτοδικεῖον Σύρου εἰσήχθησαν 1489, ἤτοι ἐπὶ ἔλαττον κατὰ 3391, Ὥστε, ὡς πρὸς τὸν ἀριθμὸν τῶν εἰσαχθεισῶν μηνύσεων, τὸ Πρωτοδικεῖον Λεβαδείας ὑπερτερεῖ πάντα τὰ ἄλλα Πρωτοδικεῖα τῆς περιφερείας τοῦ Ἐφετείου Ἀθηνῶν. Εἰς τὸ Πρωτοδικεῖον Ἀθηνῶν εἰσήχθησαν 8669, ἤτοι ἐπὶ πλέον 3809, ἤτοι πολὺ ὀλιγώτεραι παρ’ ὅσαι εἰσήχθησαν ἐπὶ πλέον εἰς τὸ Πρωτοδικεῖον Λεβαδείας ἐν συγκρίσει πρὸς τὰ Πρωτοδικεῖα Σύρου καὶ Παρνασσίδος...
§44ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Ἦλθεν ὁ κ. Ὑπουργός. Ἐπαναλάβετε, διὰ νὰ ἀκούσῃ.
§45Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Εὐχαρίστως βλέπω ἐλθόντα τὸν κ. Ὑπουργὸν, καὶ εὐχαριστῶ αὐτὸν, διότι ἐκτὸς τῶν ἐγγράφων, ἅτινα ἐζήτησα, προσήγαγε καὶ τὰς ἐκθέσεις τὰς ἀφορώσας τὰ ἄλλα Δικαστήρια τῆς περιφερείας τῶν ἐν Ἀθήναις Ἐφετῶν, ὅπερ μὲ εὐκολύνει νὰ κάμω συγκριτικὴν μελέτην μεταξὺ ὅλων αὐτῶν τῶν Δικαστηρίων, ἐξ ἧς ἀποδείκνυται, ὅτι τὸ Πρωτοδικεῖον Λεβαδείας κατὰ τὰς ἐργασίας εἶναι ἀνώτερον ὅλων τῶν Πρωτοδικείων τῆς περιφερείας τῶν ἐν Ἀθήναις Ἐφετῶν, πλὴν τοῦ τῶν Ἀθηνῶν...
§46Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Ἔχετε τὰς ἐκθέσεις;
§47Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Βεβαίως. Θὰ σᾶς δώσω πλήρεις τὰς πληροφορίας ἐξ αὐτῶν τῶν ἐπισήμων ἐγγράφων περὶ ὅλων τῶν ὑποθέσεων. Μὴ βιάζεσθε! Εἰσήχθησαν εἰς τὴν ἀνάκρισιν ἐν ὅλῳ κατὰ τὸ χρονικὸν διάστημα, τὸ ὁποῖον προανέφερα, 493 ὑποθέσεις, ἐξ ὧν ἐπεστράφησαν περατωμέναι 355, παρέμειναν δὲ πρὸς περάτωσιν 138. Πόσαι εἰσήχθησαν εἰς τὴν ἀνάκρισιν εἰς τὰ ἄλλα Πρωτοδικεῖα τῆς περιφερείας τῶν ἐν Ἀθήναις Ἐφετῶν; Εἰς τὸ Πρωτοδικεῖον Παρνασσίδος 233, ἤτοι κατὰ 260 ὀλιγώτεραι. Εἰς τὸ Πρωτοδικεῖον Λαμίας 394, ἤτοι κατὰ 99 ὀλιγώτεραι. Εἰς τὸ Πρωτοδικεῖον Χαλκίδος 328, ἤτοι κατὰ 165 ὀλιγώτεραι, καὶ εἰς τὸ Πρωτοδικεῖον Σύρου 219, ἤτοι κατὰ 274 ὀλιγώτεραι.
§48Α. ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ἀπὸ τίνος μέχρι τίνος ἐποχῆς;
§49Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ἀπὸ τῆς συστάσεως μέχρι τῆς ἐπιθεωρήσεως.
§50Ι. Γ. ΛΑΠΠΑΣ. Ἀπὸ τοῦ Σεπτεμβρίου.
§51Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Διὰ τὸ Πρωτοδικεῖον Λεβαδείας λαμβάνονται ὑπ’ ὄψιν μόνον δέκα μῆνες, δι’ ὅλα τὰ ἄλλα Δικαστήρια δώδεκα μῆνες. Διότι, ὡς γνωστὸν, τὸ Πρωτοδικεῖον Λεβαδείας συνεστήθη μὲν τὸν Σεπτέμβριον, ἀλλ’ ἐβράδυνε νὰ ἀρχίσῃ τὰς ἐργασίας του, ὅπερ ἄλλως εἶναι καὶ φυσικόν. Ὥστε πρέπει νὰ τῷ χαρίσητε τοὐλάχιστον δύο μῆνας.
§52Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Δὲν ἤρχισεν ἀπὸ τῆς 1ης Σεπτεμβρίου;
§53Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Βεβαίως δὲν ἤρχισεν ἀμέσως, οὔτε ἦτο δυνατὸν ν’ ἀρχίσῃ ἀμέσως τὰς ἐργασίας του. Ἀπητεῖτο ἀναγκαίως ποιά τις προπαρασκευή. Ἐκ τῆς ἐκθέσεως τοῦ Εἰσαγγελέως θὰ ἴδητε, πόσαι ὑποθέσεις μετεφέρθησαν ἐκ τοῦ Πρωτοδικείου Ἀθηνῶν, καὶ πόσαι εἰσήχθησαν νέαι. Κατὰ τὴν ἔκθεσιν τοῦ Εἰσαγγελέως, τὴν στηριζομένην εἰς τὸ βιβλίον μηνύσεων τῆς Εἰσαγγελίας, εἰσήχθησαν ἀπὸ τοῦ Σεπτεμβρίου μέχρι τῆς 1 Ἰανουαρίου 1902 μηνύσεις 2739, εἰς τὰς ὁποίας περιλαμβάνονται καὶ αἱ ἐξ Ἀθηνῶν ἀποσταλεῖσαι. Τώρα ἀκούσατε, πόσαι νέαι εἰσήχθησαν ἀπὸ τῆς 1ης Ἰανουαρίου μέχρι τοῦ τέλους Αὐγούστου, ὅτε ἐγένετο ἡ ἐπιθεώρησις, εἰς τὰς ὁποίας δὲν περιλαμβάνονται αἱ ἀποσταλεῖσαι ὑπὸ τοῦ Εἰσαγγελέως τῶν ἐν Ἀθήναις Πλημμελειοδικῶν (ἀναγνώσκει): «Κατὰ τὸ τρέχον ἔτος, ἤτοι ἀπὸ 1 Ἰανουαρίου 1902 μέχρι σήμερον (16 Σεπτεμβρίου 1902), εἰσήχθησαν μηνύσεις 2141, ἐκτὸς δὲ τούτων εὕρομεν καὶ ἑτέρας 148 μηνύσεις μὴ κατακεχωρισμένας, ὧν διετάξαμεν τὴν καταχώρισιν». Βλέπετε λοιπὸν ἐντεῦθεν, ὅτι κατὰ τοὺς τελευταίους ὀκτὼ μῆνας εἰσήχθησαν 2289 μηνύσεις ἐντελῶς νέαι, ὅπερ ἀποδεικνύει, ὅτι ὁ ἀριθμὸς τῶν κατ’ ἔτος εἰσαγομένων εἰς τὴν Εἰσαγγελίαν ταύτην θέλει κυμαίνεσθαι ἀπὸ τοῦ ἀριθμοῦ 4500 μέχρι 5000, δηλαδὴ εἰς ἀριθμὸν πολὺ ἀνώτερον τῶν εἰσαγομένων εἰς τὰς Εἰσαγγελίας τῶν ἄλλων Πρωτοδικείων.
§54Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Ἦσαν ἐκκρεμεῖς εἰς τὴν Εἰσαγγελίαν τῶν Ἀθηνῶν;
§55Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Εἶπον—καὶ νομίζω, ὅτι τὸ εἶπον ἀρκετὰ σαφῶς—ὅτι αἱ εἰσαχθεῖσαι μηνύσεις ἐν ὅλῳ ἀπὸ τοῦ Σεπτεμβρίου 1901 μέχρι τοῦ Αὐγούστου 1902 ἀνῆλθον εἰς τὸν ἀριθμὸν 4880. Μοὶ ἐζητήσατε τὴν διάκρισιν, πόσαι μετεφέρθησαν ἐξ Ἀθηνῶν. Σᾶς ἀπήντησα διὰ τῆς ἀναγνώσεως τοῦ σχετικοῦ μέρους τῆς ἐκθέσεως, ὅτι ὁ Εἰσαγγελεὺς βεβαιοῖ, ὅτι εἰς τὸν ἀριθμὸν τῶν 2739, αἱ ὁποῖαι φαίνονται εἰσαχθεῖσαι ἀπὸ τοῦ Σεπτεμβρίου μέχρι τέλους Δεκεμβρίου 1901, περιλαμβάνονται καὶ αἱ ἀποσταλεῖσαι ἐκ τῆς Εἰσαγγελίας τῶν ἐν Ἀθήναις Πρωτοδικῶν· ἀλλὰ κατὰ τὸ διάστημα τῶν ἑπομένων ὀκτὼ μηνῶν εἰσήχθησαν 2289, ἀριθμὸς ἴσος σχεδὸν πρὸς ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος εἰσήχθη καὶ κατὰ τὸ προηγούμενον χρονικὸν διάστημα, εἰς τὸ ὁποῖον περιλαμβάνονται καὶ αἱ ἀποσταλεῖσαι ἐκ μέρους τῆς Εἰσαγγελίας τῶν ἐν Ἀθήναις Πρωτοδικῶν. Τοῦτο ἐν τούτοις δὲν ἔχει καμμίαν σημασίαν, διότι αἱ ἀποσταλεῖσαι εἶναι τῆς ὑπηρεσίας τοῦ Δικαστηρίου τῆς περιφερείας τοῦ νομοῦ Βοιωτίας, ἑπομένως, εἴτε εἰς τὸ Δικαστήριον τοῦτο εἰσήγοντο εἴτε εἰς ἄλλο, καὶ ἀπ’ ἐκεῖ ἀπεστέλλοντο, ἀποτελοῦσι τὴν ἐργασίαν τοῦ Δικαστηρίου τῶν ἐν Λεβαδείᾳ Πρωτοδικῶν. Κατὰ τοὺς ἀριθμοὺς λοιπὸν τούτους, καὶ αἱ εἰσαχθεῖσαι μηνύσεις καὶ αἱ εἰς τὰς ἀνακρίσεις ἀποσταλεῖσαι καὶ αἱ εἰς τοὺς ἀνακριτικοὺς ὑπαλλήλους ἀποσταλεῖσαι, αἱ ὁποῖαι ἀνέρχονται εἰς τὸν ἀριθμὸν τῶν 1857, ὑπερβαίνουσι κατὰ πολὺ τοὺς ἀριθμοὺς τῆς ἐργασίας ὅλων τῶν ἄλλων Πρωτοδικείων τῆς περιφερείας τῶν ἐν Ἀθήναις Ἐφετῶν. Καὶ ταῦτα μὲν ὅσον ἀφορᾷ τὴν εἰσαγωγὴν τῶν μηνύσεων. Ὅσον δ’ ἀφορᾷ τὴν ἐκδίκασιν τῶν ὑποθέσεων, τὸ Πρωτοδικεῖον Λεβαδείας κατὰ τὸ ἔτος τοῦτο, ἀπὸ τοῦ Σεπτεμβρίου ἢ μᾶλλον ἀπὸ τοῦ Νοεμβρίου μέχρι τοῦ Αὐγούστου, ἐξέδωκε 2709 ποινικὰς ἀποφάσεις, ἐνῷ τὰ Πρωτοδικεῖα Χαλκίδος, Παρνασσίδος καὶ Λαμίας ἐξέδωκαν κατά τι πλείονας, λόγῳ τοῦ μεγαλειτέρου ἀριθμοῦ τοῦ προσωπικοῦ τῶν δικαστῶν· ἀλλὰ τὸ Πρωτοδικεῖον Σύρου ἐξέδωκε μόνον 1540, ὥστε τὸ Πρωτοδικεῖον Λεβαδείας καὶ κατὰ τὸν ἀριθμὸν τῶν ἀποφάσεων ὑπερτερεῖ πολὺ τὸ τῆς Σύρου.
§56Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Ἀφοῦ εἰσήχθησαν ἀπὸ τὴν Εἰσαγγελίαν τῶν Ἀθηνῶν 1857 μηνύσεις, τὸ Πρωτοδικεῖον δὲν εἶχεν ἄλλην ἐργασίαν, καὶ τὰς ἐξεδίκασε. Σᾶς βεβαιῶ δὲ, ὅτι ἀπόδειξις ὅτι δὲν ἔχεται ἀληθείας αὐτὸ, τὸ ὁποῖον λέγετε, εἶναι, ὅτι τὸ προσεχὲς ἔτος οὔτε 800 μηνύσεις δὲν θὰ ἐκδικάσῃ.
§57Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Τί σημαίνει αὐτό;
§58Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Μετεφέρθησαν ἀπ’ ἐδῶ, καὶ δὲν εἶχεν ἄλλην ἐργασίαν.
§59Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Σᾶς παρακαλῶ, ὅταν συζητῆτε μετ’ ἐμοῦ, νὰ γνωρίζητε, ὅτι θὰ λάβητε τὴν ἀπάντησιν ἀμέσως, καὶ νὰ μὴ λέγητε πράγματα, ὧν ἡ ἀνακρίβεια θὰ ἐξελεγχθῇ προχείρως. Ἀφοῦ σᾶς ἀνέγνωσα τὴν ἔκθεσιν τοῦ Εἰσαγγελέως, κατὰ τὴν ὁποίαν ἀπὸ 1 Ἰανουαρίου 1902 μέχρι τέλους Αὐγούστου 1902 εἰσήχθησαν 2289 μηνύσεις, μὴ ἔχουσαι καμμίαν σχέσιν πλέον πρὸς τὰς τῶν Ἀθηνῶν, σᾶς ἐρωτῶ, εἰς 800 θὰ περιορισθοῦν πλέον, ἢ ἀποδεικνύεται, ὅτι καθ’ ὅλον τὸ χρονικὸν διάστημα ἐπὶ τὸ μέλλον ὁ ἀριθμὸς θὰ κυμαίνηται μεταξὺ τῶν ἀριθμῶν, οὓς ἀνέφερα;
§60Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Αἱ περισσότεραι αὐτῶν τῶν μηνύσεων θὰ περατωθοῦν διὰ βουλεύματος ἀπαλλακτικοῦ.
§61Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Τοῦτο εἶναι ἄλλο ζήτημα. Ἐγὼ δὲν εἶπον τὸ ἐναντίον. Τοῦτο, κύριε Βουλευτά, ἀποτελεῖ ἄλλο θέμα. Ὅτι τὰ βουλεύματα, τὰ ὁποῖα ἐκδίδονται ἐπὶ τῇ βάσει τῶν μηνύσεων, κατὰ στατιστικήν, τὴν ὁποίαν ἄλλοτε εἶχον λάβει τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω ἐγὼ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, εἶναι κατὰ 9½ δέκατα ἀπαλλακτικά, δὲν ὑπάρχει καμμία ἀμφιβολία. Δὲν πρόκειται ὅμως ἤδη περὶ αὐτοῦ. Τοῦτο συμβαίνει εἰς ὅλα τὰ Δικαστήρια τοῦ Κράτους· καὶ ἄλλοτε, ἀγορεύων ἀπὸ τοῦ βήματος, ἀπέδειξα τοῦτο, καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον νὰ διατάξῃ νὰ μοὶ φέρουν τὰ ἐστενογραφημένα πρακτικὰ τῆς Αʹ Συνόδου τῆς ΙΓʹ Βουλευτικῆς Περιόδου, τοῦ 1892, ἵνα καταδείξω εἰς τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον.
§62Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Ἠπορήσατε, πῶς, ἀφοῦ εἰσήχθησαν κατὰ τὸ τέλος τοῦ 1902 ὑποθέσεις 1857 ἐκ τοῦ βιβλίου τῶν μηνύσεων, ἔχω τὴν γνώμην, ὅτι 800 θὰ εἰσήγοντο μόνον πρὸς ἐκδίκασιν, καὶ εἴπετε, ὅτι τοῦτο εἶναι ἀδύνατον. Σᾶς ἀπαντῶ λοιπὸν, ὅτι ὄχι μόνον 800, ἀλλ’ οὔτε 400 δὲν θὰ εἰσαχθῶσι πρὸς ἐκδίκασιν.
§63Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Δὲν ἐννοῶ, τί θέλετε νὰ εἴπητε μὲ αὐτό. Δὲν πρόκειται περὶ τοῦ πόσαι θὰ εἰσαχθῶσι πρὸς ἐκδίκασιν· αὐτὸ εἶναι ἄλλο θέμα, τὸ ὁποῖον θὰ ἐξετάσωμεν βραδύτερον. Ἤδη ὁμιλῶ μόνον περὶ τῶν εἰσαχθεισῶν εἰς τὴν Εἰσαγγελίαν. Πόσαι θὰ εἰσαχθῶσι πρὸς ἐκδίκασιν, τοῦτο ἀφορᾷ τὸ ἄλλο μέρος τῆς ἐργασίας τῶν Δικαστηρίων, καὶ βεβαίως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐκδικάζωνται πᾶσαι, ὅσαι εἰσήχθησαν, διότι ἄλλαι μὲν θὰ περατωθῶσι διὰ βουλεύματος, ἄλλαι δὲ θ’ ἀπορριφθῶσι διὰ προβουλεύματος, καὶ ἄλλαι θὰ εἰσαχθῶσιν, ἄλλαι δὲ θὰ παραμείνουν ἐκκρεμεῖς. Διότι ἀκριβῶς εἰς τοῦτο χωλαίνει παρ’ ἡμῖν ἡ ἐπανορθωτικὴ δικαιοσύνη, εἰς τὴν πληθὺν τῶν εἰσαγομένων ὑποθέσεων, καὶ διὰ τοῦτο ὁ Εἰσαγγελεὺς τῶν Ἐφετῶν διὰ τῆς γενικῆς αὐτοῦ ἐκθέσεως πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης παρατηρεῖ, ὅτι τὸ Δικαστήριον τῶν Ἀθηνῶν, μεθ’ ὅλην τὴν ἀπόσπασιν τοῦ νομοῦ Βοιωτίας, εὑρίσκεται εἰς τοιαύτην οἰκτρὰν κατάστασιν, ὥστε προτείνει εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ ληφθῶσι μέτρα, ἵνα τὸ Δικαστήριον τῶν ἐν Ἀθήναις Πρωτοδικῶν διαιρεθῇ εἰς πλείονα τμήματα, νὰ συνεδριάζουν δὲ, εἰ δυνατὸν, δὶς τῆς ἡμέρας, ἵνα κατορθωθῇ ἡ ἐκδίκασις ὅλης τῆς πληθύος τῶν ὑποθέσεων, αἱ ὁποῖαι εἰσάγονται εἰς τὴν Εἰσαγγελίαν τῶν Ἀθηνῶν. Διότι αἱ Εἰσαγγελίαι, καὶ ἰδίως ἡ Εἰσαγγελία τῶν Ἀθηνῶν, ἵνα παρίστανται ἐνήμεροι, εἰσάγουσι πάσας τὰς ὑποθέσεις εἰς τὸ ἀκροατήριον, καὶ βαρύνονται οὕτως οἱ δικασταὶ μὲ πληθὺν ὑποθέσεων, τὰς ὁποίας εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐκδικάσουν. Καὶ ποῖον εἶναι τὸ ἀποτέλεσμα; τὸ ἀποτέλεσμα εἶναι, ὅτι ὅσαι μὲν ἐκδικάζονται, ἐκδικάζονται καθ’ ὃν τρόπον ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ περιγράψω ἄλλοτε ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου· ἀλλὰ καὶ κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον ἐκδικαζομένων τῶν ὑποθέσεων, καθίσταται ἀδύνατος ἡ ἐκδίκασις ὅλων, καὶ διὰ τοῦτο εἰς τὸ τέλος τῆς συνεδριάσεως ἀποσύρεται πληθὺς ὑποθέσεων, εἴτε τῇ αἰτήσει τῶν ἐνδιαφερομένων ἀναβαλλόμεναι εἴτε αὐτεπαγγέλτως ὑπὸ τοῦ Δικαστηρίου, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν ἀνθρωπίνως νὰ ἐπαρκέσουν οἱ δικασταὶ εἰς τὴν ἐκδίκασιν ὅλων αὐτῶν τῶν ὑποθέσεων. Τοῦτο δὲ, τὸ ὁποῖον ἐν Ἀθήναις συνέβαινε πρὶν ἢ ἀποσπασθῇ ὁ νομὸς Βοιωτίας, συμβαίνει καὶ σήμερον, κατὰ τὴν βεβαίωσιν τοῦ Εἰσαγγελέως τῶν Ἐφετῶν, ὅτε ἀπεσπάσθη ὁ νομὸς οὗτος, ὁ ὁποῖος ἀφῄρεσεν ἀπὸ τὴν ἐργασίαν τοῦ Πρωτοδικείου Ἀθηνῶν ὅλον αὐτὸν τὸν ἀριθμὸν, τὸν ὁποῖον ἀνέφερα, καὶ μ’ ὅλα ταῦτα δὲν εἶναι δυνατὸν τὸ Δικαστήριον τῶν ἐν Ἀθήναις Πρωτοδικῶν νὰ ἀπονείμῃ δικαιοσύνην ἐπανορθωτικὴν, ὡς ἔχομεν τὴν ἀξίωσιν νὰ ἀπονέμῃ, καὶ διὰ τοῦτο ὁ Εἰσαγγελεὺς τῶν Ἐφετῶν παραπονεῖται, ἐνῷ ταῦτα τὰ παράπονά του ὁ Εἰσαγγελεὺς τῶν Ἐφετῶν δὲν ὑποβάλλει ἐν τῇ ἐκθέσει αὐτοῦ διὰ τὰ Πρωτοδικεῖα τὰ ἐπαρχιακά· τοὐναντίον μάλιστα — καὶ ἐπικαλοῦμαι τὴν μαρτυρίαν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης — ἐν τῇ ἐκθέσει του ἐξαίρει τὴν τάξιν, ἡ ὁποία τηρεῖται εἰς τὰ Δικαστήρια τὰ ἐπαρχιακὰ, ὡς πρὸς τὴν ἐκδίκασιν τῶν ὑποθέσεων. Τὸ γεγονὸς δὲ, ὅτι αἱ εἰσαγόμεναι εἰς τὰ Συμβούλια ὑποθέσεις δὲν εἶναι πᾶσαι τοιαῦται, ὥστε νὰ διαταχθῇ ἡ εἰσαγωγὴ τούτων εἰς τὸ ἀκροατήριον, καὶ κατὰ συνέπειαν δὲν προκαλοῦσι συζητήσεις καὶ ἀποφάσεις ἐν δημοσίᾳ συνεδριάσει, τοῦτο εἶναι ἀναμφισβήτητον, ἀλλ’ αὐτὸ εἶναι γενικὸν δι’ ὅλα τὰ Δικαστήρια, εἶναι δὲ ἀποδοτέον τοῦτο εἰς τὸ ὅτι παρ’ ἡμῖν ἐπικρατεῖ ἡ συνήθεια, εὐχερῶς νὰ ὑποβάλλωμεν μηνύσεις, νὰ ἐξογκώνωμεν δὲ τὰ πραγματικὰ περιστατικὰ, εἰς τρόπον ὥστε νὰ ἐξαναγκάζωνται αἱ καταδιωκτικαὶ ἀρχαὶ νὰ δίδωσι χαρακτηρισμὸν πολὺ βαρύτερον τοῦ πραγματικοῦ, καὶ οὕτω νὰ εἰσάγωνται εἰς τὴν ἀνάκρισιν ὑποθέσεις μηδαμινῆς ἀξίας. Πρὸ τοιούτων ὑποθέσεων εὑρισκόμενον τὸ Συμβούλιον, ἀναγκάζεται φυσικὰ νὰ ἐκδίδῃ βουλεύματα ἢ παύοντα πρὸς καιρὸν τὴν καταδίωξιν ἢ ἀπαλλακτικὰ, καὶ οὕτω νὰ μειώνῃ κατὰ πολὺ τὸν ἀριθμὸν τῶν εἰσαγομένων ὑποθέσεων εἰς τὸ ἀκροατήριον. Διὰ τοῦτο, ὅτε ἄλλοτε ἐγίνετο συζήτησις ἐν τῇ Βουλῇ, καὶ ὁ βουλευτὴς Πυλίας κύριος Καράπαυλος ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἀπήγγελλεν ἱερεμιάδας περὶ τῆς καταστάσεως, ἐν τῇ ὁποίᾳ διετέλει ἡ δημοσία ἀσφάλεια, καὶ ἰσχυρίζετο, ὅτι χιλιάδες φυγοδίκων καὶ φυγοποίνων ἐνέμοντο τὴν Ἑλλάδα ὁλόκληρον, ἐγὼ τότε, πρόχειρον ποιησάμενος στατιστικὴν μελέτην ἐκ τῶν εὑρετηρίων τῶν βουλευμάτων τοῦ Συμβουλίου τῶν ἐν Ἀθήναις Πρωτοδικῶν τῆς τελευταίας πενταετίας, ἐξέθεσα εἰς τὴν Βουλὴν τὰ πορίσματα τῆς μελέτης μου, καὶ ἔπεισα τὴν Βουλὴν περὶ τοῦ ἀδίκου τῶν παραπόνων τοῦ κ. Βουλευτοῦ Πυλίας (ἀναγινώσκει): «Πρέπει τέλος πάντων, Κύριοι, — ἔλεγον τότε — περὶ τούτων πάντων νὰ γένηται ἔλεγχος ἀκριβὴς, ἵνα γνωρίσωμεν τὴν ἀληθῆ κατάστασιν τῆς δημοσίας ἀσφαλείας. Ἐκ τῶν στατιστικῶν ἐργασιῶν, τὰς ὁποίας ἐγὼ αὐτὸς προσωπικῶς ἐνήργησα παρὰ τῷ Πρωτοδικείῳ Ἀθηνῶν, ἐσχημάτισα τὴν πεποίθησιν, ὅτι καὶ ἡ πληθὺς τῶν ἐκκρεμῶν δικογραφιῶν, καὶ ἡ πληθὺς τῶν φυγοδίκων, περὶ τῶν ὁποίων τοσαῦτα λέγονται καθ’ ἑκάστην ἐνταῦθα, εἶναι ὅλα φανταστικά. Προχθὲς ἔλαβον εἰς χεῖρας τὸ εὑρετήριον τῶν βουλευμάτων τοῦ Πρωτοδικείου Ἀθηνῶν, καὶ ἐποιησάμην στατιστικὴν ἔρευναν ἐπὶ τῶν βουλευμάτων τῆς τελευταίας διετίας τοῦ 1890 καὶ 1891. Τί δὲ προέκυψεν ἐκ τῆς προχείρου ταύτης ἐρεύνης; Κατὰ τὸ 1890 ἐξεδόθησαν βουλεύματα ἐν ὅλῳ 2369. Πόσα νομίζετε ἐξ αὐτῶν εἶναι ἀθωωτικὰ καὶ πόσα παραπεμπτικά; Προσέξατε, παρακαλῶ, εἰς τοὺς ἀριθμοὺς, διότι οἱ ἀριθμοὶ ὁμιλοῦσι σαφέστερον παντὸς ἄλλου, καὶ ἡ ἐκ τῶν ἀριθμῶν ἀναλογία, ἣν παρατηροῦμεν εἰς τὰ βουλεύματα τοῦ Πρωτοδικείου Ἀθηνῶν, θὰ μᾶς χρησιμεύσῃ ὡς βάσις, ἵνα κρίνωμεν τὰ πράγματα καὶ ὡς πρὸς τὰ ἄλλα Δικαστήρια τοῦ Κράτους. Ἐκ τῶν 2369 τούτων βουλευμάτων εἰσὶ παραπεμπτικὰ μὲν εἰς τὸ Πλημμελειοδικεῖον καὶ Κακουργιοδικεῖον ἐν ὅλῳ 557, ἀθωωτικὰ δὲ 1812! Τοῦτο δηλοῖ, Κύριοι, ὅτι ὁ Ἕλλην εἶναι εὐφάνταστος, ὡς πάντες οἱ ἀνατολικοὶ λαοὶ, δι’ ἁπλουστάτην δὲ ἔριδα καὶ διὰ τὸ μικρότερον πταῖσμα ὑποβάλλει μήνυσιν, δι’ ἧς, ἐξογκῶν τὰ πράγματα, καὶ χρωματίζων αὐτὰ ἐπὶ τὸ τραγικώτερον, χαρακτηρίζει τὴν ἁπλουστάτην αἰκίαν ὡς ἀπόπειραν ἀναιρέσεως, ὅταν δὲ ἡ ὑπόθεσις διαλευκανθῇ εἰς τὴν ἀνάκρισιν, ἀποδεικνύεται, ὅτι ἡ πρᾶξις εἶναι μηδαμινή, ἀξία τὸ πολὺ καταδιώξεως ἐνώπιον Πταισματοδικείου ἢ Πλημμελειοδικείου. Ἐκ τῶν 557 παραπεμπτικῶν βουλευμάτων πόσα νομίζετε ὅτι ἀφορῶσιν εἰς κακουργήματα; 124 μόνον. Ὡς δὲ εἶναι γνωστόν, ἐκ τούτων ὀλίγα θὰ σταθῶσιν ἐνώπιον ἀκροατηρίου. Ἐκ τούτων ἀναλογοῦσι τὰ ἡμίση εἰς προφυλακισμένους· ἑπομένως ὑπολείπονται φυγοδικοῦντες καθ’ ὅλην τὴν περιφέρειαν τοῦ μεγαλειτέρου νομοῦ τοῦ Κράτους μόνον 60. Ἐκ τῶν ἑξήκοντα τούτων φυγοδίκων, οἵτινες ἀναλογοῦσιν εἰς τὰς ἐπαρχίας Ἀττικῆς, Θηβῶν, Λεβαδείας, Μεγαρίδος καὶ Αἰγίνης, ἐλάχιστοί εἰσιν οἱ ἐπικίνδυνοι, οἱ πλεῖστοι δὲ τούτων κρύπτονται χωρὶς οὐδεμίαν πρὸς οὐδένα νὰ προξενῶσι βλάβην, καὶ μόνον ἵνα ἀποφύγωσι τὴν προφυλάκισιν, μέχρις οὗ κατορθώσωσι νὰ παρασταθῶσιν ἐνώπιον τοῦ ἀκροατηρίου καὶ δώσωσι λόγον τῶν πράξεών των. Ἀλλὰ κατὰ τοὺς πίνακας, οὓς ὑπέβαλεν ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, εἰς ἑκάστην ἐπαρχίαν ἀναλογοῦσιν 150 φυγόδικοι! ἐνῷ κατὰ τοὺς πραγματικοὺς ἀριθμοὺς εἰς ἑκάστην ἐπαρχίαν τῆς περιφερείας τοῦ μεγαλειτέρου Δικαστηρίου δὲν ἀναλογοῦσιν οὐδὲ 15. Πῶς κατορθοῦται, ὁ ἀριθμὸς, τὸν ὁποῖον φέρει ὁ Ὑπουργὸς, ν’ ἀναβιβάζηται εἰς 150 δι’ ἑκάστην ἐπαρχίαν; Τὸ πρᾶγμα εἶναι εὐεξήγητον. Οὐδέποτε, ἀφ’ ὅτου συνέστη τὸ Ἑλληνικὸν Βασίλειον, ὁ σημειωθεὶς φυγόδικος εἰς βιβλία Εἰσαγγελίας διεγράφη! Τινὲς Βουλευταί. Αὐτὸ εἶναι! Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ἀλλ’ ἀφοῦ εἶναι αὐτὸ ἀληθὲς, καὶ τὸ γνωρίζομεν πάντες, διατὶ, πρὸς ζημίαν τοῦ τόπου ἡμῶν, ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς ἐξακολουθοῦμεν νὰ συκοφαντῶμεν τὴν πατρίδα ἡμῶν, λέγοντες καὶ προσπαθοῦντες νὰ τὸ ἀποδείξωμεν, ὅτι ἡ Ἑλλὰς εἶναι φωλεὰ κακούργων, ἐνῷ τοὐναντίον, μελετῶντες τὰ πράγματα, ὀφείλομεν ν’ ἀναγνωρίσωμεν, ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς εἶναι κατὰ φύσιν ὁ εὐγενέστερος τῶν λαῶν τοῦ κόσμου; Ποῖα εἶναι τὰ πορίσματα ἐκ τῆς στατιστικῆς τῶν καταδίκων;...» Αὐτὰ ἔλεγον, Κύριοι, τότε, ἀποδεχόμενος, ὅτι αἱ μηνύσεις αἱ πλεῖσται διὰ τῶν βουλευμάτων ἐξαφανίζονται. Ἑπομένως τὸ ἐπιχείρημα, τὸ ὁποῖον ἐφέρατε, ἵνα καταδείξητε δὲν γνωρίζω τι, δὲν ἔχει καμμίαν σημασίαν· διότι ἡ ἐργασία ὑπάρχει. Ἐὰν τὰ βουλεύματα θὰ ἦναι παραπεμπτικὰ ἢ ἀθωωτικὰ, τοῦτο εἶναι θέμα ἀναγόμενον ἐντελῶς εἰς ἄλλην σφαῖραν συζητήσεως. Ταῦτα λοιπὸν, Κύριοι, ἵνα μὴ σᾶς ἀπασχολῶ ἐπὶ πολὺ, προκύπτουσιν, ὅσον ἀφορᾷ τὴν ποινικὴν ἐργασίαν τοῦ Δικαστηρίου Λεβαδείας, ἐργασίαν, ἥτις ἀποδεικνύει, ὅτι μετὰ τὸ Πρωτοδικεῖον Ἀθηνῶν ἔρχεται πρῶτον κατὰ τὴν περιφέρειαν τοῦ Ἐφετείου Ἀθηνῶν τὸ Πρωτοδικεῖον Λεβαδείας, εἶμαι δὲ βέβαιος, ὅτι ἔρχεται μεταξὺ τῶν πρώτων ἐν συγκρίσει πρὸς πάντα τὰ Πρωτοδικεῖα τοῦ Κράτους, ἐκτὸς, ἐννοεῖται, τῶν γνωστῶν μεγάλων Πρωτοδικείων, ἅτινα δὲν ὑπερβαίνουσι τὸν ἀριθμὸν τῶν πέντε. Καὶ ὑποθέτω νὰ ἀνεγνωρίσατε, ὅτι τοσαύτη ἐργασία δὲν παρατηρεῖται εἰς κανὲν ἄλλο Δικαστήριον, ἐκ τῶν νεοσυστάτων δὲ Δικαστηρίων ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι μόνον τὸ τῆς Κορινθίας ἴσως ὑπερβαίνει τὸ τῆς Λεβαδείας.
§64Π. Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Κατὰ πολὺ, κύριε συνάδελφε.
§65Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Καὶ ταύτην τὴν ἐργασίαν διεξήγαγον ἐν Λεβαδείᾳ τρεῖς μόνον δικασταὶ καὶ ὁ Πρόεδρος, ἐργασθέντες, καθ’ ἃ λέγει ὁ κ. Εἰσαγγελεὺς τῶν Ἐφετῶν, λίαν φιλοτίμως. Ὅτι δὲ ἡ ἐργασία αὕτη διεξήχθη ὑπὸ ἐλαχίστου προσωπικοῦ, ἀποδεικνύει καὶ τοῦτο, ὅτι, ὡς βεβαιοῖ ὁ κύριος Εἰσαγγελεὺς τῶν Ἐφετῶν, ὁ Εἰσαγγελεὺς Λεβαδείας, ἐποιήσατο σύστασιν πρὸς τὸν ἐνεργήσαντα τὴν ἐπιθεώρησιν Εἰσαγγελέα τῶν Ἐφετῶν, ὅπως προστεθῇ βοηθητικὸν προσωπικὸν καὶ εἰς τὸ Πρωτοδικεῖον καὶ εἰς τὴν Εἰσαγγελίαν, διότι, κατὰ τὴν ῥητὴν αὐτοῦ ἔκφρασιν, τόση πληθὺς ἐργασίας ὑπάρχει, ὥστε εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐπαρκέσῃ τὸ βοηθητικὸν προσωπικόν. Καὶ μετὰ ταῦτα ἐρωτῶ, εἶναι δυνατὸν νὰ εὑρεθῇ τις, ὅστις νὰ ἰσχυρισθῇ, ὅτι ἄχρηστον εἶναι τὸ Δικαστήριον Λεβαδείας, καὶ κακῶς συνέστη τοῦτο;
§66Κ. ΧΑΛΚΙΟΠΟΥΛΟΣ. Τοῦ Γυθείου; τοῦ Καρπενησίου;
§67Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Θὰ ἔλθω κατόπιν καὶ εἰς σᾶς, κύριε Χαλκιόπουλε, καὶ θὰ σᾶς δώσω τὴν ἀπάντησιν. Καὶ ταῦτα μὲν, ἐπαναλαμβάνω, ὡς πρὸς τὴν ποινικὴν ἐργασίαν. Ὡς πρὸς τὴν πολιτικὴν ἐργασίαν, ἔχομεν τὰ αὐτὰ ἀποτελέσματα· διότι κατὰ τὴν ἔκθεσιν τῆς ἐπιθεωρήσεως ἐνεγράφησαν εἰς τὸν πίνακα τοῦ Πρωτοδικείου Λεβαδείας 1135 ὑποθέσεις, καὶ ἐξεδικάσθησαν 983. Πόσα Πρωτοδικεῖα τοῦ Κράτους ἐξέδωκαν τὸ πρῶτον ἔτος τῆς συστάσεώς των χιλίας ἀποφάσεις;
§68Ν. ΔΑΟΥΤΗΣ. Ἀφοῦ ὑπῆρχε παρακαταθήκη, ἀφοῦ δὲν εἶχε δικαστὴν κανένα!...
§69Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ὁμιλοῦσι περὶ παρακαταθήκης! Εἶναι ἐργασία τῆς περιφερείας τοῦ Δικαστηρίου.
§70Ν. ΔΑΟΥΤΗΣ. Τὴν εἴχετε κρατήσει.
§71Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Εἶναι ἐντελῶς ἀδιάφορον τοῦτο. Ἀρκεῖ ὅτι εἶναι ἐργασία τῆς περιφερείας τοῦ Δικαστηρίου. Ἐξεδόθησαν λοιπὸν 983 ἀποφάσεις, καὶ ἐξεδόθησαν τόσαι ἀποφάσεις, τιμῶσαι ἀληθῶς τὴν φιλοπονίαν τῶν δικαστῶν. Ἀλλ’ ὁποῖαι ὑπῆρξαν κατὰ ποιότητα αἱ ἀποφάσεις;— διότι καὶ περὶ τούτου ἐνδιαφερόμεθα νὰ μάθωμεν.
§72Ν. ΔΑΟΥΤΗΣ. Οὐχὶ ἄνω τῶν 1500 δραχμῶν.
§73Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ἐνδιαφερόμεθα δὲ νὰ μάθωμεν περὶ τούτου, διότι ἓν τῶν σπουδαιοτέρων ἐπιχειρημάτων, τὰ ὁποῖα ἐπεκαλέσθην, ὅτε ὑπεστήριξα τὴν σύστασιν τῶν Δικαστηρίων ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς, εἶναι καὶ τὸ ὅτι, ὡς εἶπον, εἰς τὰ μικρὰ Δικαστήρια καὶ ἡ ἐργασία ἡ πολιτικὴ διεξάγεται ἐπιμελέστερον παρὰ εἰς τὰ μεγάλα. Ὁποία λοιπὸν ὑπῆρξεν ἡ ποιότης; Κατὰ τίνα τρόπον θὰ κρίνωμεν περὶ τῆς ποιότητος αὐτῶν; Ὁ καθρέπτης τῆς ποιότητος αὐτῶν εἶναι ἡ γνώμη τῶν διαδίκων. Οὐδεὶς ἄλλος εἶναι εἰς θέσιν νὰ γνωρίζῃ, ἂν ἡ ποιότης τῆς ἀποφάσεως εἶναι τοιαύτη, ὥστε νὰ πληροῖ τοὺς ὅρους τῆς πλήρους καὶ τελείας ἀπονομῆς τῆς δικαιοσύνης...
§74Ν. ΔΑΟΥΤΗΣ. Τῶν διαδίκων τῆς ἐπαρχίας σας.
§75Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε, νὰ μὴ διακόπτῃ αὐτὸς ὁ Κύριος. Ποία εἶναι ἡ γνώμη τῶν διαδίκων; Τὴν ἔχω ἐνταῦθα. Εἶχε τὴν καλωσύνην ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, συνεπείᾳ τῆς ἐπερωτήσεώς μου, νὰ προσκομίσῃ εἰς τὴν Βουλὴν σημείωσιν τοῦ ἀριθμοῦ τῶν δηλωθεισῶν ἐφέσεων κατὰ τῶν ἀποφάσεων τοῦ Πρωτοδικείου Λεβαδείας, —διότι δὲν γνωρίζω μέσον προχειρότερον καὶ ἀσφαλέστερον, ὅπως κρίνωμεν περὶ τῆς ποιότητος τῶν ἀποφάσεων, ἢ τὸ ἐκ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν δι’ ἐφέσεως προσβληθεισῶν ἀποφάσεων παραγόμενον. — Πόσαι νομίζετε ὅτι προσεβλήθησαν ἐκ τῶν 983 δι’ ἐφέσεως μέχρι σήμερον;
§76Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Τρεῖς.
§77Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ὄχι τρεῖς. Προσεβλήθησαν δι’ ἐφέσεως 26.
§78Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Πόσαι ἦσαν ἐφέσιμοι ἐξ αὐτῶν;
§79Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ὅσας θέλετε δεχθῆτε ἐφεσίμους ἐκ τῶν 983 ἀποφάσεων.
§80Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Τί νὰ βάλωμεν; Δὲν γνωρίζομεν. Εἴπετε ὑμεῖς.
§81Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Οἱ συνάδελφοι δικηγόροι γνωρίζουσιν, ὅτι ἐκ τῶν 983 ἀποφάσεων αἱ ἡμίσειαι τοὐλάχιστον εἶναι ἐφέσιμοι. Ἐκ τῶν ἐφέσεων τούτων πέντε ἐδικάσθησαν ἐρήμην, ἑπτὰ κατ’ ἀντιμολίαν· αἱ ἄλλαι δὲν εἰσήχθησαν· ἐγένοντο, φαίνεται, πρὸς παρέλκυσιν μόνον. Ἐξ ἐκείνων δὲ, αἱ ὁποῖαι ἐδικάσθησαν κατ’ ἀντιμολίαν, πόσαι ἐφέσεις ἐγένοντο δεκταί; Δύο μόνον! Πᾶσαι αἱ ἄλλαι ἀπερρίφθησαν.
§82Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Πόσαι κατ’ ἀντιμολίαν;
§83Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ἑπτά. Δύο μόνον ἐγένοντο δεκταί. Αἱ ἄλλαι πᾶσαι ἀπερρίφθησαν. Ἐκ τούτου λοιπὸν ἀποδεικνύεται, ὅτι καὶ κατὰ τὸν ἀριθμὸν τῆς ἐργασίας, ἀλλὰ καὶ κατὰ ποιότητα τῆς ἐργασίας, οἱ δικασταὶ εἰργάσθησαν μετὰ φιλοπονίας καὶ ζήλου, ὁ ὁποῖος ἀληθῶς τιμᾷ τοὺς Ἕλληνας δικαστάς. Διότι εἶναι ἐκτὸς πάσης συζητήσεως, Κύριοι, ὅτι ἐν τοῖς ἐπαρχιακοῖς Δικαστηρίοις, ὅπου ὁ ἔλεγχος ὑπάρχει ἄμεσος, οἱ δικασταὶ μετὰ φιλοτιμίας προσπαθοῦσι νὰ ἐργασθῶσι κατὰ τρόπον, ὁ ὁποῖος νὰ ἐμποιήσῃ τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἡ δικαιοσύνη ἐν Ἑλλάδι ἀπονέμεται ὡς πρέπει νὰ ἀπονέμηται. Ἀλλ’ ἤδη, πρὶν ἢ καταβῶ τοῦ βήματος, ἔχω τὴν ὑποχρέωσιν νὰ εἴπω δύο λέξεις πρὸς τὸν συνάδελφον ἐκ Λοκρίδος κ. Χαλκιόπουλον, ὁ ὁποῖος προχθὲς ἀγορεύων ἔψεγεν ἡμᾶς διὰ τὴν σύστασιν τῶν Δικαστηρίων...
§84Κ. ΧΑΛΚΙΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ τῶν Νομαρχιῶν καὶ τῶν Μοιραρχιῶν.
§85Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Καὶ τῶν Νομαρχιῶν. Ὅταν ἔλθῃ ὁ κατάλληλος χρόνος, θὰ συζητήσωμεν καὶ περὶ Νομαρχιῶν... Ἔψεγε δ’ ἡμᾶς διὰ τὴν σύστασιν τῶν Δικαστηρίων, καθ’ ἣν στιγμὴν ἡ ἐπαρχία του σύσσωμος ζητεῖ νὰ ὑπαχθῇ εἰς τὴν ἁρμοδιότητα τοῦ Πρωτοδικείου Λεβαδείας! Ἔχω ψηφίσματα τῶν Δημοτικῶν Συμβουλίων τῶν δήμων τῆς Λοκρίδος, ἔχω ἐπιστολὰς παρὰ πολλῶν κατοίκων τῶν δήμων Τιθορέας, Δρυμίας, Ἐλατείας, Λαρύμνης καὶ Ἀταλάντης ἀκόμη· καὶ τοιαύτη ὑπῆρξεν ἡ πίεσις καὶ πρὸς ἐμὲ καὶ πρὸς τοὺς κυρίους ἐκ Λοκρίδος συναδέλφους, ὥστε μοῦ ἐζήτησαν καὶ συνέταξα ἐγὼ νομοσχέδιον, ἵνα ὑπαχθῶσιν εἰς τὴν δικαιοδοσίαν τοῦ Πρωτοδικείου Λεβαδείας, καὶ τὸ παρέδωκα εἰς τὸν κ. συνάδελφον, ὅστις, ἀντὶ νὰ ὑποβάλῃ τὸ νομοσχέδιον, ὅπερ παρεδόθη εἰς αὐτὸν ὑπ’ ἐμοῦ πρὸ δύο μηνῶν, τὸ κρατεῖ εἰς τὸ θυλάκιόν του, ψέγει δ’ ἡμᾶς, διότι συνεστήσαμεν Δικαστήριον, εἰς τὸ ὁποῖον ζητοῦσι νὰ προσέλθωσιν οἱ συμπολῖταί του, ἵνα ἀνεξόδως καὶ συντόμως ἀναζητῶσι τὸ δίκαιον αὐτῶν, δυνάμενοι ἐντὸς τῆς ἡμέρας νὰ προσέρχωνται εἰς τὸ Δικαστήριον καὶ νὰ ἐπανέρχωνται εἰς τὰς οἰκίας των, ἀντὶ νὰ καταδαπανῶνται ἐπὶ ἑβδομάδα ὁλόκληρον, ἵνα εὕρωσι τὴν δικαιοσύνην ἐν Λαμίᾳ! Τοιαύτην ὑπηρεσίαν, ἀντὶ νὰ ψέγῃ ἡμᾶς, ὤφειλεν ὁ κ. συνάδελφος νὰ παράσχῃ εἰς τοὺς συμπολίτας αὐτοῦ· τοιαύτην δ’ ἔλαβεν ἐπιτακτικὴν ἐντολὴν παρ’ αὐτῶν· ἀντὶ δὲ νὰ ἐκπληρώσῃ τὴν ἐπιτακτικὴν ἐντολὴν, τὴν ὁποίαν ἔλαβεν, ἔρχεται νὰ ψέξῃ ἡμᾶς διὰ τὴν σύστασιν τοῦ Δικαστηρίου, μὴ σκεπτόμενος, ὅτι θέλουσι ζητήσει λόγον παρ’ αὐτοῦ οἱ συμπολῖται αὐτοῦ, ὅταν βλέπωσιν αὐτὸν ἀρνούμενον νὰ ἐργασθῇ παρὰ τῇ Κυβερνήσει καὶ τῇ Βουλῇ πρὸς ἐκτέλεσιν τῆς ἐντολῆς, ἣν ἔλαβε, καὶ πραγματοποίησιν τοῦ πόθου, τοῦ διακαοῦς πόθου τῶν συμπολιτῶν του!
§86Κ. ΧΑΛΚΙΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, εἶμαι ἠναγκασμένος δι’ ὀλίγων νὰ ἀπαντήσω...
§87Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Ἔψεξεν ὁ κύριος Χαλκιόπουλος τὸ Πρωτοδικεῖον Γυθείου, καὶ θέλω νὰ ἀπαντήσω.
§88ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κατόπιν.
§89Κ. ΧΑΛΚΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ εἶπον προχθὲς ὁμιλῶν, χωρὶς νὰ θελήσω νὰ ἐπιρρίψω καμμίαν ἄλλην μομφὴν εἰς τὴν προκάτοχον Κυβέρνησιν, ὅτι γενικῶς ἐθεώρουν, ὅτι ἦτο ἓν μέγα σφάλμα ἡ σύστασις ὄχι μόνον Δικαστηρίων καὶ εἰς ὡρισμένα μέρη, ἀλλὰ καὶ ἡ σύστασις τῶν Νομαρχιῶν καὶ τῶν Μοιραρχιῶν καὶ τῶν Στρατολογικῶν Συμβουλίων καὶ τῶν Ἐπισκοπῶν καὶ ὅλων τῶν ἄλλων θέσεων...
§90Α. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὰ εἶναι τὰ ὀλίγα καλὰ, τὰ ὁποῖα δίδονται εἰς τὰς ἐπαρχίας. Ὄχι ὅλα εἰς τὴν πρωτεύουσαν.
§91Ν. ΔΑΟΥΤΗΣ. Ὅταν γείνῃ τὸ νομοσχέδιον καὶ συζητηθῇ, θὰ ἴδητε.
§92Α. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅταν γείνῃ!...
§93Ν. ΔΑΟΥΤΗΣ. Νὰ ἦσθε βέβαιος, ὅτι θὰ γείνῃ.
§94Κ. ΧΑΛΚΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ γνώμη μου εἶναι αὐτή· ἐθεώρησα, ὅτι εἶναι πολυτέλεια. Ἴσως νὰ πλανῶμαι ἐγὼ, ἀλλ’ ὁ πολὺς κόσμος οὕτω φρονεῖ, ὅτι ἄνευ ἀνάγκης προέβη ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις τοῦ κ. Θεοτόκη εἰς τοσαύτας δαπάνας, ἃς νῦν δύσκολον εἶναι νὰ περικόψωμεν.
§95Ν. ΔΑΟΥΤΗΣ. Μόνον οἱ ἔχοντες συμφέρον φωνάζουσι.
§96Κ. ΧΑΛΚΙΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ θὰ ἀποδείξω προχείρως τὸ βάσιμον τῶν λόγων μου. Μέχρι τῆς ἐποχῆς τῆς συστάσεως τοῦ Πρωτοδικείου Λεβαδείας ἴσως ἐδικαιολογεῖτο ἡ σύστασις τοῦ Πρωτοδικείου ἐκείνου, διότι καὶ ἐκ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ποινικῶν καὶ πολιτικῶν ἀποφάσεων, τὸν ὁποῖον προσεκόμισεν ὁ κ. ἐκ Λεβαδείας συνάδελφος, καὶ ἐκ τῆς ἀποστάσεως ἀπ’ Ἀθηνῶν ἐν συγκρίσει πρὸς ἄλλα Πρωτοδικεῖα ἠδύνατό τις νὰ προτιμήσῃ τὴν σύστασιν Πρωτοδικείου ἐν Λεβαδείᾳ· ἀλλὰ νῦν, Κύριοι, ὅτε μετὰ ἕξ μῆνας θέλει διέλθει ὁ σιδηρόδρομος Πειραιῶς–Λαρίσης ἐκ τῶν προθύρων τῆς Λεβαδείας, ἐρωτῶ τὸν κ. συνάδελφον, τίνα λόγον ἔχει ἡ ὕπαρξις ἐκεῖ Πρωτοδικείου καὶ τῶν ἄλλων ἀρχῶν; Ὅταν μετ’ ὀλίγον χρόνον θέλῃ λειτουργεῖ μέχρι Λαμίας ὁ σιδηρόδρομος, τίνα λόγον ἔχει τὸ Πρωτοδικεῖον Λεβαδείας, ἀφοῦ αἱ ἀποστάσεις συντέμνονται, καὶ οἱ διάδικοι θὰ δύνανται ἐν διαστήματι ὀλίγων ὡρῶν νὰ μεταβαίνωσιν εἰς τὰς ἕδρας τῶν Πρωτοδικείων καὶ τῶν λοιπῶν ἀρχῶν, καὶ νὰ ἀποπερατώνωσι τὰς ὑποθέσεις των;
§97Ι. Γ. ΛΑΠΠΑΣ. Ὥστε, κατὰ τὴν κρίσιν σας, ὅπου διέρχεται σιδηρόδρομος, πρέπει νὰ καταργηθῶσι τὰ Πρωτοδικεῖα!
§98Κ. ΧΑΛΚΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλὰ μὴ ἐγὼ ὡρισμένως ἤλεγξα τὴν σύστασιν τοῦ Πρωτοδικείου Λεβαδείας; Ἐγὼ εἶπον γενικῶς, ὅτι πολλὰ Πρωτοδικεῖα καὶ ἅπασαι αἱ Νομαρχίαι, αἱ ἐσχάτως συστηθεῖσαι, κακῶς καὶ πρὸς βλάβην τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους συνεστήθησαν. Τώρα ἐρωτῶ τὸν κύριον συνάδελφον καὶ πάλιν, —διότι καὶ ὅτε πρὸ ὀλίγου ἠγόρευε τὸν ἠρώτησα, ἀλλὰ δὲν μοὶ ἀπήντησε, —ποῖος εἶναι ὁ ἀριθμὸς τῶν πολιτικῶν καὶ ποινικῶν δικῶν ἐν τοῖς Δικαστηρίοις Γυθείου, Καρπενησίου κλπ.;
§99ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. 149.
§100Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Θὰ σοὶ ἀπαντήσω ἐγώ.
§101Κ. ΧΑΛΚΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλ’ ὁ κ. συνάδελφος περιωρίσθη νὰ ὑπερασπισθῇ μόνον τὸ Πρωτοδικεῖον τῆς Λεβαδείας. Δὲν ἐπροχώρησε περαιτέρω. Δὲν ἠθέλησε; δὲν εἶχε τὴν ὑπομονὴν νὰ ἐρευνήσῃ; Αὐτὸ ὑμεῖς θὰ τὸ ἐξετάσητε. Ἀλλ’ ἂν ἤθελε μεριμνήσει νὰ ἐξετάσῃ, ἤθελεν ἰδεῖ, ὅτι τὰ ἐν λόγῳ Δικαστήρια δὲν ἔχουσι λόγον ὑπάρξεως.
§102Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Τὰ ἠρευνήσατε σεῖς; Νὰ μᾶς τὰ εἰπῆτε.
§103Κ. ΧΑΛΚΙΟΠΟΥΛΟΣ. Τώρα ἐγὼ δὲν θέλω ὡρισμένως...
§104Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Νὰ μᾶς εἴπῃς ὡρισμένως. Ὀφείλεις νὰ εἴπῃς ὡρισμένως, ἀφοῦ κατηγορεῖς.
§105Κ. ΧΑΛΚΙΟΠΟΥΛΟΣ. Τί κατηγορῶ; Μήπως ἀπέδωκα καμμίαν κατηγορίαν προσωπικήν; Περίεργον πρᾶγμα! Εἶπον, ὅτι τὰ ἐν λόγῳ Πρωτοδικεῖα δὲν ἔχουσιν ἀνάλογον ἀριθμὸν ἀποφάσεων πρὸς τὰ παλαιὰ Δικαστήρια, καὶ συνεπῶς κακῶς συνεστήθησαν.
§106Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Ὅταν λέγῃς, ὅτι δὲν ἔχει ὕπαρξιν ἓν Πρωτοδικεῖον, ὀφείλεις νὰ εἴπῃς ὡρισμένα πράγματα καὶ τοὺς λόγους.
§107Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τὰ εἴπομεν καὶ ἡμεῖς.
§108Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Στρατιωτικὰ νομοσχέδια ἔρχονται, προβάλλομεν τὰ οἰκονομικὰ μέσα! Δικαστικὰ νομοσχέδια ἔρχονται, τὰ οἰκονομικά! Ὅλῳ τὰ οἰκονομικά!
§109Κ. ΧΑΛΚΙΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, παρακαλῶ νὰ μὴ μὲ διακόπτῃ ὁ κύριος συνάδελφος. Ἐγὼ δὲν ὑπέβαλον πρότασιν περὶ καταργήσεως τῶν νέων Δικαστηρίων. Τοῦτο θὰ πράξῃ ἡ Κυβέρνησις ἐν καιρῷ, συμφώνως πρὸς τὸ πρόγραμμά της. Ἐγὼ εἶπον γενικῶς προχθὲς, ὅτι ἐθεώρησα τὴν σύστασιν Πρωτοδικείων καὶ Νομαρχιῶν καὶ Ἀρχιεπισκοπῶν κλπ. ὡς ἔργα πολυτελείας. Ταῦτα καὶ νῦν ἐπαναλαμβάνω καὶ ὑποστηρίζω.
§110Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν γνωρίζω, ἂν αἱ ζημίαι, τὰς ὁποίας εἰς ἄλλους προὐξένησε τὸ Πρωτοδικεῖον Γυθείου, ἔφθασαν καὶ μέχρι Λοκρίδος, ἵνα ἐνοχλήσωσι τὸν κύριον συνάδελφον...
§111Κ. ΧΑΛΚΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ ὡς παράδειγμα τὸ ἔφερα.
§112Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. .. Ὑποθέτω ὅμως, ὅτι ἄλλον λόγον δὲν θὰ ἔχῃ, ἵνα ἐξυμνῇ, οὕτως εἰπεῖν, τὰς σκέψεις τῆς Κυβερνήσεως, παρὰ διὰ νὰ φαίνηται ἀρεστός! Θὰ ὑπάρχῃ δηλαδὴ λόγος τις πολιτικώτερος. Ἀλλ’ ἐγὼ τοῦτο λέγω, ὅσον ἀφορᾷ τὸ Πρωτοδικεῖον Γυθείου. Τὸ Γύθειον, Κύριοι, ἀπὸ τῆς συστάσεως τοῦ τόπου ἐκείνου εὑρίσκετο εἰς ἣν εὑρίσκετο κατάστασιν· διότι οὐδεμίαν ἔχει ὁδόν· διότι τὸ Πρωτοδικεῖον τῆς Σπάρτης ἀπέχει 20 ὅλας ὥρας, καὶ δὲν ὑπάρχουσιν ἐν τῷ μεταξὺ γέφυραι, δὲν ὑπάρχει οὔτε κατὰ θάλασσαν συγκοινωνία...
§113Ν. ΔΑΟΥΤΗΣ. Νὰ κάμητε δρόμους.
§114Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Παρακαλῶ. Ἐκεῖνα τὰ ἔργα, τὰ ὁποῖα γίνονται εἰς ἄλλα σημεῖα σήμερον, ἔπρεπε νὰ γείνωσιν ἐκεῖ, ἀλλὰ δὲν γίνονται.
§115Ν. ΔΑΟΥΤΗΣ. Διατὶ δὲν τὰ ἐκάματε;
§116Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Δὲν τὰ ἐκάμαμεν.
§117Ν. ΔΑΟΥΤΗΣ. Νὰ κάμητε συγκοινωνίαν, ὄχι Πρωτοδικεῖα καὶ νομούς!
§118Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Εἶναι γνωστὸν, Κύριοι, ὅτι πρότερον κατ’ ἔτος ἑκατὸν πεντήκοντα περίπου ἀνθρωποκτονίαι ἐλάμβανον χώραν, ἀλλ’ ἀπὸ τῆς συστάσεως τοῦ Πρωτοδικείου ἀμφιβάλλω, ἂν ἐγένοντο πέντε. Ἂς ἐρωτήσῃ ὁ κ. ἐκ Λοκρίδος Βουλευτὴς νὰ μάθῃ τὰ περὶ τούτου. Ἐπικαλοῦμαι δὲ τὴν μαρτυρίαν τῶν ἐκ Σπάρτης Βουλευτῶν, ἐὰν ἐν καιρῷ χειμῶνος δὲν ἐβλέπομεν διακοσίους καὶ τριακοσίους ἀνθρώπους σύροντας τὰς γυναῖκας καὶ τὰ τέκνα αὐτῶν, καὶ τρέχοντας εἰς Σπάρτην, 20 ὥρας δρόμον, ἵνα δικασθῶσι....
§119Κ. ΧΑΛΚΙΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὰ ὑποφέρουσιν ὅλαι αἱ ἐπαρχίαι.
§120Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Ὄχι ὅλαι· μόνον ἡ ἰδική μας.
§121ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Μυκώνιος ἔχει τὸν λόγον.
§122ΕΛ. ΜΥΚΩΝΙΟΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ λάβῃ πρόνοιαν περὶ τῆς δημοσίας ἀσφαλείας ἐν Νάξῳ, διότι ἡ ζωοκλοπὴ καὶ ἡ ζωοκτονία, αἱ νυκτοκλοπαὶ καὶ αἱ ἀγροτικαὶ ζημίαι ἔφθασαν εἰς τὸ μὴ περαιτέρω. Μοὶ γράφει ὁ ἀστυνόμος καὶ μὲ παρακαλεῖ νὰ φροντίσω νὰ μετετεθῇ ἐκεῖθεν, διότι δὲν δύναται μὲ 4 μόνον χωροφύλακας, ὅσους τὸ ὅλον ἔχει, νὰ ἐπιφέρῃ τὴν τάξιν εἰς τὸν τόπον. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ λάβῃ πρόνοιαν καὶ ἐνισχύσῃ τὴν ἀστυνομίαν τῆς Νάξου, διότι εἰς τὸν δῆμον Ἀπειρανθίας, ὅπου εἶναι ἀστυνομικὸς σταθμὸς, ὑπάρχουσι δύο μόνον στρατιῶται, ἄνευ ὑπαξιωματικοῦ, εἰς τὸν δῆμον Τραγαίας ὑπάρχουσι τρεῖς στρατιῶται ἄνευ ὑπαξιωματικοῦ, εἰς τὸν δῆμον Βίβλου 4 χωροφύλακες ἄνευ ἀξιωματικοῦ. Ἕκαστος τῶν Βουλευτῶν παίρνει τὸν ἀξιωματικόν του, διότι κατάγεται ἀπὸ τὴν πατρίδα του, καὶ ὁ λαὸς ἕνεκα τούτου φωνάζει, ὅτι προτιμοτέρα ἦτο ἡ παρελθοῦσα Κυβέρνησις παρὰ ἡ σημερινή. Τοῦτο δὲ μὲ ἐλύπησε πολὺ, καὶ ἐλπίζω ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν θὰ λάβῃ ταχέως πρόνοιαν περὶ ἐνισχύσεως τῆς ἀστυνομίας ἐν τοῖς διαφόροις δήμοις τῆς Νάξου, πρὸς ἀποκατάστασιν τῆς δημοσίας ἀσφαλείας καὶ τάξεως.
§123ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Καρπετόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§124Γ. ΚΑΡΠΕΤΟΠΟΥΛΟΣ. Μοὶ γράφουσιν ἐκ Johannesbourg τῆς Νοτίου Ἀφρικῆς, ὅτι ὁ ἐκεῖ ἡμέτερος πρόξενος, Ἄγγλος τὴν καταγωγὴν καὶ τὴν ὑπηκοότητα, ἀγνοεῖ τὴν Ἑλληνικὴν γλῶσσαν, ἕνεκα δὲ τούτου καὶ λόγῳ τῶν ἐμπορικῶν αὐτοῦ ἀσχολιῶν ἔχει προσλάβει ὡς ἰδιαίτερον ὑπάλληλον ἕνα Ἐμμανουὴλ Νοτάρην, παρὰ τοῦ ὁποίου τὰ πάνδεινα ὑποφέρουσιν οἱ ἐκεῖ Ἕλληνες μετανάσται, μεταξὺ τῶν ὁποίων εἶναι καὶ συμπατριῶταί μου. Δὲν σκοπῶ ν’ ἀπασχολήσω τὴν Βουλὴν μὲ τὸν Κύριον αὐτὸν, διότι δὲν νομίζω ὅτι πρέπει νὰ τὸν ἀξιώσω τοιαύτης τιμῆς. Θὰ ἀρκεσθῶ μόνον νὰ σᾶς ἀναγνώσω περικοπὴν βουλεύματος τοῦ Συμβουλίου τῶν ἐνταῦθα Ἐφετῶν, περιέχοντος ὁρμαθὸν ἀξιοποίνων πράξεων τοῦ Κυρίου τούτου, τὰς ὁποίας χαρακτηρίζει μεταξὺ ἄλλων καὶ διὰ τῶν λέξεων «... ὑπὸ τῆς κακοήθους καὶ ἀληθῶς μαύρης διὰ τὴν ἐμπορικὴν τῆς Ἑλλάδος πίστιν συμμορίας Νοτάρη καὶ Σας». Δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι ὁ εἰρημένος ἔντιμος πρόξενος τῆς Ἑλλάδος διατελεῖ εἰς παντελῆ ἄγνοιαν τῶν ἰδιαιτέρων χαρισμάτων τοῦ ἰδιαιτέρου του ὑπαλλήλου, ὅπως ἐπίσης δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι καὶ ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν ἀγνοεῖ τὴν πρόσληψιν τοῦ τοιούτου ὑποκειμένου καὶ τὸ ποιὸν αὐτοῦ. Διὰ τοῦτο θὰ παρακαλέσω νὰ ληφθῇ πρόνοια, ὅπως ἀπαλλαγῇ ὁ Κύριος οὗτος τῶν προσθέτων ὑπηρεσιῶν, τὰς ὁποίας εὐαρεστεῖται νὰ προσφέρῃ καὶ εἰς τὸν ἐκεῖ πρόξενον καὶ εἰς τοὺς Ἕλληνας μετανάστας, οἵτινες πάσης ἄλλης προστασίας πιθανὸν νὰ ἔχωσιν ἀνάγκην, ὄχι ὅμως τῆς τόσον γενναιοδώρως ὑπὸ τοῦ ἐν λόγῳ Κυρίου προσφερομένης, καὶ ἥτις ἀσφαλῶς καταλήγει εἰς ἀπελπισίαν διὰ τοὺς μακρὰν τῆς πατρίδος αὐτῶν ζῶντας ἐντίμους βιοπαλαιστάς.
§125ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Δύναμαι ν’ ἀνακοινώσω εἰς τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον, ὅτι αὐτὸ, τὸ ὁποῖον ζητεῖ, ἔχει ἤδη γείνῃ, διότι εὐθὺς ὡς ἐπληροφορήθημεν, ὅτι τοιοῦτον εἶναι τὸ πρόσωπον, περὶ οὗ ἐγένετο λόγος, —καθόσον ἡ ὑπηρεσία δὲν ἐγνώριζεν ὅτι ὁ πρόξενος ἔχει τοιοῦτον ὑπάλληλον, —ἐσπεύσαμεν νὰ συστήσωμεν εἰς τὸν κ. πρόξενον ν’ ἀποβάλῃ αὐτὸν τῆς ὑπηρεσίας του.
§126ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἀργασάρης Λομβάρδος ἔχει τὸν λόγον.
§127Κ. ΑΡΓΑΣΑΡΗΣ ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν ἔχει ὑποβληθῆ νομοσχέδιον περὶ ἐκτελέσεως διαφόρων ὑδραυλικῶν ἔργων εἰς ποταμοὺς καὶ χειμάρρους. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο βεβαίως δὲν θέλει ἐπὶ τοῦ παρόντος συζητηθῆ, ἕνεκα τῶν ἐπικειμένων διακοπῶν· οὐχ ἧττον θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὸ ἑξῆς. Ἐν Ζακύνθῳ ὑπάρχει χείμαρρος, γνωστὸς ὑπὸ τὸ ὄνομα «τὸ ποτάμι τοῦ Ἁγίου Χαραλάμπους», ὁ ὁποῖος διασχίζει τὸ μεσημβρινὸν μέρος τῆς νήσου. Ἡ κοίτη τοῦ χειμάρρου τούτου, ἥτις, κατὰ παράδοσιν, ἐπὶ Ἐνετοκρατίας ἦτο πλακόστρωτος, ἐπεχώσθη, ἕνεκα δὲ τούτου τὰ ὕδατα ἐν καιρῷ μὲν θέρους, μὴ ἐκρέοντα εἰς τὴν θάλασσαν, σχηματίζουσιν ἑστίας νοσογόνους ἑλωδῶν πυρετῶν, ἐν ὥρᾳ δὲ χειμῶνος καὶ πολυομβρίας, μὴ δυνάμενα ὡς ἐκ τῶν προσχώσεων νὰ ἐκρεύσωσι, πλημμυροῦσι καὶ καταλαμβάνουσιν ἐκτεταμένας ἐκτάσεις, ἐξ οὗ ἐπισυμβαίνουσι μέγισται ζημίαι εἰς τοὺς παρακειμένους ἀγρούς, ἔνθα καλλιεργοῦνται συνήθως λαχανικά, ὧν γίνεται μεγάλη ἐξαγωγὴ καὶ ἐξ ὧν εἰσέρχεται ἱκανὸν χρῆμα εἰς τὸν τόπον. Κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος αἱ πλήμμυραι ἐπῆλθον μεγαλείτεραι καὶ ἀπεκλείσθησαν οἱ κάτοικοι καὶ ἐκινδύνευσαν· ἠναγκάσθη δὲ ἡ Κυβέρνησις νὰ ἔλθῃ ἀρωγὸς εἰς αὐτοὺς χορηγήσασα βοηθήματα. Ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ ζητήσῃ πληροφορίας ἀπὸ τὴν ὑπηρεσίαν, διότι γνωρίζω, ὅτι κατόπιν ψηφισμάτων τῶν Δημοτικῶν Συμβουλίων τῆς νήσου συνετάχθη ὁ προϋπολογισμὸς τῆς ἀπαιτουμένης δαπάνης, ἥτις δὲν εἶναι μεγάλη. Ὑποθέτω δὲ, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν τὴν κατάστασιν ταύτην γνωρίζει καὶ ἐξ ἰδίας ἀντιλήψεως.
§128ΚΥΡ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἔχω ἀφορμὰς νὰ ἐνδιαφέρωμαι περὶ τῆς Ζακύνθου, καὶ πολλάκις ἐμερίμνησα, ἵνα ἐκλείψῃ ἡ κατάστασις αὕτη. Θέλω ἐξετάσει καὶ θέλω πράξει ὅ,τι εἶναι δυνατόν.
§129ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Μοσχούλας ἔχει τὸν λόγον.
§130ΦΩΤ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Κύριοι Βουλευταὶ, ἔχω τὴν ὑποχρέωσιν νὰ μὴ ἀφήσω ἄνευ ἀπαντήσεως τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Βουλῆς κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς Τετάρτης ἐν σχέσει πρὸς τὸ σταφιδικὸν ζήτημα, διότι ὁ κ. Πρόεδρος εἶπεν, ὅτι ἤθελε καταγγείλει πάντα Βουλευτὴν, ὅστις δι’ ἀκαίρων συζητήσεων ἤθελε παρακωλύσει τὸ σταφιδικὸν ζήτημα. Κατὰ τὴν ἑσπέραν ἐκείνην ἐγὼ δὲν ἐζήτησα τὸν λόγον, ὅπως συζητήσω ἐπὶ τοῦ σταφιδικοῦ ζητήματος. Εἶχον ἐγγραφῆ μόνον πρὸ πολλῶν ἡμερῶν, ἵνα λάβω τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ σταφιδικοῦ νομοσχεδίου, καὶ παρῃτήθην τοῦ λόγου, διότι ἐνόμιζον, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ προκαλέσω ματαίαν συζήτησιν, ἥτις ἔτι περισσότερον ἴσως ἤθελε παρατείνει τὴν ἀγωνίαν τοῦ λαοῦ τῶν σταφιδικῶν πληθυσμῶν, οἱ ὁποῖοι ἐκ τῆς ἀποφάσεως ἡμῶν μόνον ἀναμένουσι τὴν ἀπελευθέρωσιν ἀπὸ θέσεως καὶ καταστάσεως ἀπέλπιδος, ἢ τὴν καταδίκην των εἰς τὸν διὰ τῆς πείνης θάνατον. Ἐπίσης νομίζω, ὅτι ἔχω τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ἐπεξηγήσω τοὺς λόγους, τοὺς ὁποίους εἶπον ἐν σχέσει πρὸς τὰς δηλώσεις τοῦ κ. ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργοῦ, τὰς ἀφορώσας τὸ σταφιδικὸν νομοσχέδιον. Ἐγὼ εἶπον, ὅτι ἐγράφη ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἤθελε νὰ ἐπιβάλῃ τὰς ἰδέας αὐτῆς διὰ τῆς Ἀγγλικῆς Πρεσβείας, προσέθηκα δὲ, ὅτι ἐγὼ προσωπικῶς δὲν ἀσπάζομαι τὴν γνώμην ταύτην· ἐπιπροσθέτω δὲ, ὅτι νομίζω, ὅτι καὶ οὐδεὶς ἐκ τῶν παρακαθημένων ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ὑπάρχει φρονῶν, ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἤθελεν ὄντως νὰ ἐπιβάλῃ τὰς ἰδέας αὐτῆς διὰ τῆς Ἀγγλικῆς Πρεσβείας, καθόσον φρονῶ, ὅτι οὐδεὶς τῶν κυρίων Βουλευτῶν θὰ ἐπέρριπτε ποτὲ τοιαύτην ὕβριν κατὰ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως. Ἀλλ’ εἶμαι ὑποχρεωμένος, κύριοι Βουλευταί, ἐπειδὴ πολλὰ ἐγράφησαν καὶ πολλὰ ἐλέχθησαν περὶ τῶν αἰτίων τῶν προκαλεσάντων τὴν εἰσαγωγὴν τοῦ σταφιδικοῦ νομοσχεδίου, νὰ ἐξιστορήσω δι’ ὀλίγων, πῶς ἡ πρότασις αὕτη ὑπεβλήθη εἰς τὴν Βουλήν. Εἷς βουλευτὴς τῆς Συμπολιτεύσεως, ἐκ Τριφυλίας, λαβὼν ἀφορμὴν ἐκ τηλεγραφήματος ἀπευθυνομένου πρὸς τὴν Βουλὴν καὶ διαλαμβάνοντος περὶ τῆς διαχειρίσεως ὑπαλλήλου τινὸς, διωρισμένου ἐν τῇ ἀποθήκῃ Φιλιατρῶν, ἀνεκοίνωσε τὰς σκέψεις αὐτοῦ ἐν σχέσει πρὸς τὴν κατάστασιν τῶν σταφιδικῶν πληθυσμῶν, καὶ ὑπέβαλε τὴν γνώμην, ὅτι πρέπει νὰ καταρτισθῇ ἐπιτροπὴ ἐκ Βουλευτῶν, ἡ ὁποία νὰ μελετήσῃ τὸ ζήτημα τοῦτο. Ἐγὼ ἔλαβον τὸν λόγον, κατόπιν τῆς ἀπαντήσεως τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὁ ὁποῖος εἶπεν, ὅτι, ἐπειδὴ ἡ Κυβέρνησις δὲν ἔχει φῶτα ἐπαρκῆ, ἵνα φέρῃ εἰς τὴν Βουλὴν γνώμην ἐπὶ τῆς σταφιδικῆς καταστάσεως, ἀποδέχεται τὴν σύστασιν τῆς ἐπιτροπῆς, καὶ ἀντέλεξα πρὸς τὸν ἀξιότιμον καὶ σεβαστὸν Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, εἰπὼν ὅτι, προκειμένου περὶ τοιούτου ἐθνικοῦ ζητήματος, ἀφορῶντος αὐτὴν τὴν οἰκονομίαν τῆς χώρας, τὴν πρωτοβουλίαν πρέπει καὶ ὀφείλει νὰ ἔχῃ ἡ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία μάλιστα ἐν τῇ σημαίᾳ τοῦ προγράμματος αὐτῆς ἀνέγραψε τὴν ἐνίσχυσιν καὶ προστασίαν τῆς ἐθνικῆς παραγωγῆς. Κατόπιν δὲ, ἀποφάσει τῆς Βουλῆς, ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς κατήρτισε τὴν σταφιδικὴν ἐπιτροπὴν, ἡ ὁποία ἐπὶ πολλὰς ἡμέρας ἐργασθεῖσα προέβαλεν εἰς τὴν Βουλὴν πρότασιν νόμου, ὡς πόρισμα τῶν μελετῶν αὐτῆς. Ὀφείλω ὅμως, ἐπειδὴ ἔλαβον μίαν ἐπιστολὴν παρά τινος συμπολίτου μου, ὁ ὁποῖος μοὶ γράφει, ὅτι ἐλέχθη ὑπό τινων, ὅτι δὲν παρέστην κατὰ τὴν ψηφοφορίαν ἐν τῇ συνεδριάσει, καθ’ ἣν ἀπερρίφθη ἡ πρότασις περὶ προσδιορισμοῦ τῶν 25% ὡς ποσοστοῦ τῆς παρακρατήσεως, — διότι ἔχω συγγενῆ στενὸν, σταφιδέμπορον ἐν Πάτραις, — ὀφείλω, λέγω, διὰ τοῦτο νὰ διακηρύξω, ὅτι, ἀκολουθῶν τὰ διδάγματα τῆς αὐστηρῶς ἐννοουμένης πολιτικῆς ἠθικῆς, ὅτε μοὶ ἐζήτησεν ὁ συγγενής μου οὗτος νὰ τὸν πληροφορήσω, ποία θὰ ἦναι ἡ τύχη τοῦ σταφιδικοῦ νομοσχεδίου καὶ ἡ γνώμη, ἣν ἠδυνάμην νὰ ἔχω ἐκ τῆς πορείας τῆς συζητήσεως, — καίτοι ἐδικαιοῦτο νὰ ἀξιώσῃ παρ’ ἐμοῦ ὅ,τι δήποτε, — ἐγὼ δὲν ἀπήντησα εἰς αὐτὸν, ἵνα μὴ παρεξηγηθῶ. Ὅταν μάλιστα εἷς τῶν ἀντιφρονούντων πρὸς τὴν πρότασιν νόμου κυρίων Βουλευτῶν μὲ παρεκάλεσεν, ἐν ᾧ ἐξηρχόμεθα τῆς Βουλῆς, νὰ μεταβῶμεν εἰς τὸ τηλεγραφεῖον, ἵνα δώσῃ ἀπάντησιν εἰς ἕνα τῶν συμπολιτῶν του ἐμπόρων, ὁ ὁποῖος ἐζήτει πληροφορίας περὶ τῆς θέσεως τοῦ ζητήματος, ἐγὼ εἰς τὸν ἀξιότιμον Βουλευτήν, — ὁ ὁποῖος ἀντιφρονεῖ πρὸς τὰς γνώμας ἡμῶν — εἶπον, ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται, χωρὶς νὰ παρεξηγηθῇ, νὰ ἀπαντήσῃ εἰς ἔμπορον, προκειμένου περὶ τοιούτου ζητήματος. Δὲν γνωρίζω, ποῖος κατὰ τὸν τελευταῖον τοῦτον χρόνον ἀνέλαβε τὸ ἔργον τοῦ Ἀνύτου καὶ τοῦ Μελίτου τῆς ἀρχαιότητος, ἀλλ’ οἱοιδήποτε καὶ ἂν ὦσιν, ἐὰν μὲν ὑπάρχωσιν ἐκτὸς τῆς πολιτικῆς σφαίρας, εἶναι ἄξιοι τῆς περιφρονήσεώς μου, ἐὰν δὲ εὑρίσκωνται ἐντὸς τῆς πολιτικῆς σφαίρας, θὰ εἴπω πρὸς αὐτοὺς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὁ Θεόκριτος, ἐρωτηθείς, ποῖα τὰ χαλεπώτερα τῶν ζῴων, ἀπήντησεν: «ἐν μὲν τοῖς ὄρεσιν οἱ λέοντες, ἐν δὲ ταῖς πόλεσιν οἱ συκοφάνται». Διὰ τοῦτο ὀφείλω, ἐπειδὴ εἶμαι καὶ ἐγὼ ἐκ τῶν ὑπερμαχησάντων ὑπὲρ τῆς προτάσεως νόμου περὶ τῆς σταφίδος, νὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν καὶ τὸν ἀξιότιμον κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ἵνα σήμερον, μόλις εἰσέλθωμεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, προταχθῇ τὸ σταφιδικὸν νομοσχέδιον ὡς πρῶτον ἀντικείμενον, ὅπως μὴ μείνῃ ἐν ἐκκρεμότητι τὸ φλέγον τοῦτο ζήτημα, διότι δὲν γνωρίζομεν, ἂν αὔριον θὰ συνέλθῃ ἡ Βουλὴ εἰς συνεδρίασιν· ἐὰν δὲ δὲν συνέλθῃ, βεβαιωθῆτε, ὅτι τὸ ζήτημα θὰ καταλήξῃ εἰς τραγῳδίαν.
§131ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπειδὴ ἡ ὥρα εἶναι 8, διακόπτεται ἡ συνεδρίασις. (Γίνεται διακοπὴ ὥρᾳ 8 μ. μ. Ἐπαναλαμβάνεται δὲ ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 10 καὶ 25′ μ. μ.)
§132ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ συνεδρίασις. Ὑπάρχει ἀντίρρησις; Ὁ κύριος Κουντουριώτης ἔχει τὸν λόγον.
§133ΦΩΝΑΙ. Αὔριον! αὔριον!
§134Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐὰν νομίζητε, ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ ἀναβάλω δι’ αὔριον, ἐπαφίεμαι εἰς τὴν κρίσιν ὑμῶν.
§135ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὄχι δι’ αὔριον· διὰ μεθαύριον. Εἴπομεν ὅτι ἡ αὔριον θ’ ἀφιερωθῇ εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ σταφιδικοῦ νομοσχεδίου.
§136Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Ὀφείλω νὰ δηλώσω, ὅτι εἶναι ἡ τρίτη φορά, κατὰ τὴν ὁποίαν ἀναβάλλω τὴν ὁμιλίαν μου.
§137ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Πρωτοπαπαδάκης ἔχει τὸν λόγον.
§138ΦΩΝΑΙ. Αὔριον! αὔριον!
§139ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Καλαμάρης.
§140ΦΩΝΑΙ. Αὔριον! αὔριον!
§141Ι. ΚΑΛΑΜΑΡΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὁ νόμος, ὁ ὁποῖος κανονίζει τὰ τῶν μηχανικῶν τῶν ἑλληνικῶν ἐμπορικῶν ἀτμοπλοίων, εἶναι ὁ νόμος ΒΨΞΓʹ. Ὁ νόμος ὅμως οὗτος, καθὼς εἶναι ἐν ἰσχύϊ, περιέχει ἀτελείας τινὰς καὶ ἐλλείψεις, αἱ ὁποῖαι γίνονται ἀφορμὴ νὰ ἀδικῆται ὁλόκληρος ναυτικὸς πληθυσμός...
§142Κ. ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Ὑπεβλήθη προχθὲς καὶ διενεμήθη σήμερον νομοσχέδιον περὶ τούτου.
§143Ι. ΚΑΛΑΜΑΡΗΣ. Ἀκριβῶς διὰ τὸν λόγον τοῦτον ἔλαβον τὸν λόγον, ὅπως παρακαλέσω τὴν σεβαστὴν Κυβέρνησιν καὶ τὴν Βουλὴν νὰ υἱοθετήσῃ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἄλλοτε σχετικῶς μὲ τὸ ζήτημα τοῦτο ὑπεβλήθη, καὶ τὸ ὁποῖον κατ’ ἀγαθὴν συγκυρίαν παρετήρησα, ὅτι ὑπέβαλε προχθὲς ὁ ἐξ Ἄνδρου βουλευτὴς κ. Ἐμπειρῖκος. Αἱ ἐλλείψεις, κύριε Πρόεδρε, τὰς ὁποίας παρουσιάζει ὁ νόμος, εἶναι ἀρκεταί, κυρίως ὅμως εἶναι δύο, αἱ ὁποῖαι γίνονται ἀφορμή, ὥστε νὰ ἀδικῆται ὁ ναυτικὸς πληθυσμός, τοῦ ὁποίου ἐμνήσθην ἐν ἀρχῇ. Ἡ ἔλλειψις ἡ κυρία εἶναι, ὅτι ὁ ἰσχύων νόμος ὁρίζει διετῆ τὴν προθεσμίαν, ἐντὸς τῆς ὁποίας ἔχουσι τὸ δικαίωμα νὰ προσέρχωνται εἰς ἐξετάσεις, ὅπως λαμβάνωσι τὸ πτυχίον τοῦ μηχανικοῦ, οἱ ἔχοντες τὰ προσόντα πρὸς τοῦτο. Ἀλλ’ ἀφ’ ἧς ὁ νόμος οὗτος ἐψηφίσθη παρῆλθε χρόνος πλέον τῆς διετίας, καὶ κατὰ τὸ διάστημα τοῦτο ἕνεκα πολλῶν λόγων δὲν κατώρθωσαν νὰ προσέλθωσιν ἐγκαίρως πολλοὶ ἐπιθυμοῦντες νὰ δώσωσιν ἐξετάσεις, εἴτε διότι ἀπεδήμουν εἰς τὸ ἐξωτερικὸν, εἴτε ἕνεκα ἄλλων λόγων. Ὥστε μοὶ φαίνεται, ὅτι πρέπει, τροποποιουμένου ἤδη τοῦ ἰσχύοντος νόμου, νὰ αὐξηθῇ ὁ χρόνος, εἴτε εἰς ἓν ἔτος, ἐὰν ληφθῇ ὡς ἀπαρχὴ προθεσμίας ἡ διὰ τῆς εἰρημένης προτάσεως νόμου προτεινομένη, εἴτε εἰς 4 ἔτη, ἐὰν ἰσχύσῃ ἡ πρώτη προθεσμία, οὕτως ὥστε καὶ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἀποδημοῦσιν ἢ ἕνεκα ἄλλων λόγων δὲν ἠδυνήθησαν νὰ προσέλθωσιν ἐγκαίρως, νὰ ἦναι εἰς θέσιν νὰ πράξωσι τοῦτο. Τὸ δεύτερον ἄτοπον, τὸ ὁποῖον παρουσιάζει ὁ ἐν ἰσχύϊ νόμος, εἶναι, ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται εἰς τοὺς ἔχοντας τὰ προσόντα νὰ προσέλθωσιν εἰς ἐξετάσεις ὡς μηχανικοί, ἐὰν ὑπηρετῶσιν εἰς ξένα πλοῖα. Καὶ ἴσως ἐκ πρώτης ὄψεως φαίνεται δικαιολογημένη ἡ ἀπαγόρευσις αὕτη τοῦ νόμου· ἀλλ’ ὅταν ἀναλογισθῶμεν, ὅτι αἱ περισσότεραι ξέναι ἀτμοπλοϊκαὶ ἑταιρεῖαι τοῦ Αἰγαίου, ὡς ἡ τοῦ Πανταλέοντος, ἡ τοῦ Κουρτζῆ καὶ ἄλλαι, εἶναι καθαρῶς ἑλληνικαὶ ἑταιρεῖαι, ἀλλ’ ἕνεκα ἄλλων λόγων δὲν δύνανται νὰ φέρωσι τὴν ἑλληνικὴν σημαίαν, μοὶ φαίνεται, ὅτι εἶναι πλέον ἢ δεδικαιολογημένη ἡ παρατήρησίς μου αὕτη, ἵνα ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν, ὥστε καὶ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ὑπηρετοῦσιν εἰς τοιαῦτα ξένα πλοῖα, νὰ δύνανται νὰ προσέλθωσιν εἰς ἐξετάσεις. Ὑπάρχουσιν ἴσως καὶ ἄλλαι παρατηρήσεις, μεταξὺ τῶν ὁποίων καὶ μία ἀναφερομένη εἰς τὴν πρότασιν νόμου, τὴν ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ Ἄνδρου ὑποβληθεῖσαν, αἱ ὁποῖαι ὅμως εἶναι δευτερευούσης σημασίας, καὶ αἱ ὁποῖαι ἀναφέρονται τόσον εἰς τὰ δικαιώματα τῶν μηχανικῶν, ὅσον καὶ εἰς τὰ προσόντα αὐτῶν, ὡς ὁρίζονται διὰ τοῦ νόμου. Ἀλλ’ αὗται εἶναι λεπτομέρειαι, αἱ ὁποῖαι δύνανται νὰ συζητηθῶσιν, ὅταν ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ἡ πρότασις, τὴν ὁποίαν πρόκειται νὰ ζητήσωμεν. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἀκριβῶς, κύριε Πρόεδρε, ἤθελον νὰ παρακαλέσω τὴν σεβαστὴν Κυβέρνησιν, εἶναι νὰ λάβῃ τὴν καλωσύνην νὰ δηλώσῃ, ἂν ἔχει σκοπὸν νὰ συζητήσῃ καὶ ψηφίσῃ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, διὰ τὸ ὁποῖον δὲν πιστεύω νὰ ὑπάρχῃ καμμία ἀντίρρησις· καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, θὰ ἐπροτίμων νὰ προτιμηθῇ τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἄλλοτε προέτεινεν ὁ κύριος Καραπᾶνος, νομίζω, καὶ ἐπὶ τοῦ ὁποίου ὑπεβλήθησαν τροπολογίαι ἐκ μέρους δύο Βουλευτῶν, τοῦ κ. Βοκοτοπούλου καὶ τοῦ κ. Ρέπουλη· διότι νομίζω, ὅτι τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο εἶναι τέλειον καὶ ἄνευ τινὸς δυσκολίας δύναται νὰ καταστῇ νόμος τοῦ Κράτους, συμπληρῶν τὸν νῦν ὑπάρχοντα. Τοιουτοτρόπως δὲ πλεῖστοι ἀδικούμενοι ὁμολογουμένως ἐκ τοῦ ναυτικοῦ πληθυσμοῦ θὰ ἀποκτήσωσι τὰ δικαιώματα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐκ τῆς ἐλαττωματικότητος τοῦ νόμου δὲν ἀπέκτησαν μέχρι τοῦδε. Τοιουτοτρόπως θὰ φανῇ, ὅτι καὶ ἡ Βουλὴ καὶ ἡ Κυβέρνησις συντελοῦσιν, ὥστε νὰ λάβῃ τὴν δέουσαν ἀνάπτυξιν τὸ Ναυτικὸν τῆς Ἑλλάδος, εἰς τὴν εὐχάριστον κατάστασιν τοῦ ὁποίου συνετέλεσεν ἐπὶ τοσοῦτον ἡ ἰδιωτικὴ πρωτοβουλία, θυσιάσασα καὶ χρήματα καὶ ἐργασίαν.
§144ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει ἄλλος τις τὸν λόγον; Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν...
§145Δ. ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε.
§146ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίστε.
§147ΦΩΝΑΙ. Αὔριον! αὔριον! (θόρυβος).
§148ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγὼ σᾶς ἐκάλεσα, κύριε Χατζόπουλε.
§149Δ. ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἔσπευσα νὰ ἔλθω.
§150ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν λέγω ὅτι παρεγράφη τὸ δικαίωμά σας.
§151Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Εἰσήλθομεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, κύριε Πρόεδρε.
§152Δ. ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§153ΚΥΡ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἀληθὲς εἶναι, Κύριοι, ὅτι καὶ ἐν τῇ παρελθούσῃ Περιόδῳ πολὺς περὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου ἐγένετο λόγος· παρατηρῶ δὲ, ὅτι καὶ σήμερον ἐπαναλαμβάνεται τὸ αὐτὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἀποδεικνύει τρανῶς, ὅτι τὸ ζήτημα δὲν ἐλύθη. Ἡμεῖς πλειότερον ἴσως παντὸς ἄλλου ἐπιθυμοῦμεν νὰ ἐξυμνῶνται οἱ ἄνδρες τοῦ ἱεροῦ ἀγῶνος καὶ νὰ ἐξυμνῶνται τὰ μεγάλα καὶ ἡρωϊκὰ κατορθώματα τῶν ἀνδρῶν ἐκείνων, εἰς τοὺς ὁποίους ὀφείλομεν τὴν ἐθνικὴν ἡμῶν ἀποκατάστασιν, καὶ διὰ τοῦτο πολὺ ἐπαινοῦμεν τὴν ἰδιωτικὴν πρωτοβουλίαν, ἡ ὁποία ἐπὶ τοῦ προκειμένου ὑπῆρξε καὶ εὐγενὴς καὶ ὑψηλή. Ἔχομεν ὅμως τὴν γνώμην, ὅτι αἱ τοιούτου εἴδους ὑποθέσεις ἔπρεπε μᾶλλον νὰ ἀφίνωνται εἰς τὰς Κυβερνήσεις· ἂν δὲ ἀφίνοντο εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν αἱ τοιαῦται ὑποθέσεις, θὰ εἴχομεν μείζονα ἰσορροπίαν, ἴσως καὶ περισσοτέραν ἰσότητα ἐν ταῖς ἀμοιβαῖς, δὲν θὰ εὑρισκόμεθα δὲ ἀπέναντι τῶν εὐλόγων ἀντιρρήσεων, ἃς πρὸ μικροῦ ἠκούσατε. Ἤδη ἐρωτῶσι, ποῦ θέλει στηθῆ ὁ ἀνδριὰς τοῦ Κολοκοτρώνη; ἐπὶ τῆς ὁδοῦ Κολοκοτρώνη; ἐπὶ τῆς πλατείας τοῦ Συντάγματος; ἢ ἀλλαχοῦ; Σήμερον δὲ προσῆλθεν ἡ ἐπιτροπὴ ἐνώπιόν μου, καὶ μοὶ ἐξέθηκε τὸ ζήτημα. Μοὶ ἐδήλωσεν, ὅτι ὁ μὲν δήμαρχος φρονεῖ, ὅτι ὁ ἀνδριὰς δέον νὰ στηθῇ εἰς τὸ ἄκρον τῆς ὁδοῦ Κολοκοτρώνη, πλησίον τοῦ Βουλευτηρίου, ἐπὶ τῆς ἐκεῖ πλατείας, τινὲς δὲ τῶν συμβούλων προτείνουσι τὴν πλατεῖαν τοῦ Συντάγματος, ὅπως στηθῇ ἐκεῖ ὁ ἀνδριάς. Νομίζομεν, Κύριοι, ὅτι τὸ ζήτημα πρέπει νὰ ἀφεθῇ εἰς τὴν κρίσιν τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, ἥτις, πιστεύσατε, ἔσεται δικαιοτάτη.
§154Δ. ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ἂν νομίζω ὅτι καὶ ἡ Βουλὴ εἶναι ἁρμοδία ἐπὶ τοιούτου ἀντικειμένου ν’ ἀποφασίσῃ, ὡρμήθην εἰς τὴν τοιαύτην ἰδέαν ἐκ δύο λόγων· πρῶτον διότι ἐνόμιζον, ὅτι τεθέντος ἅπαξ τοιούτου ζητήματος ἤθελε δοθῇ μεγαλειτέρα σημασία, ἂν ἤθελε μεσολαβήσει καὶ ἡ γνώμη τῆς Βουλῆς, δεύτερον, διότι καὶ ὁ σεβαστὸς Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἄλλοτε μᾶλλον τὴν γνώμην τῆς Βουλῆς προέταξε.
§155Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἀληθῶς ἐξήνεγκον τὴν γνώμην μου κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Περίοδον, προταθέντος τοῦ ζητήματος τούτου, ἀλλ’ ἡ γνώμη μου δὲν εἶναι αὐτή, τὴν ὁποίαν σεῖς ὑπελάβετε· ἡ γνώμη μου εἶναι, ὅτι αἱ τιμαὶ αἱ ἀποδιδόμεναι ὑπὸ τῶν ἐθνῶν δὲν ἀποδίδονται ὑπὸ ἰδιωτῶν, ἀλλ’ ὑπὸ τῶν ἀντιπροσώπων αὐτῶν, ὑπὸ τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας. Λοιπόν, ἂν πρέπει νὰ ἐγερθῇ ὁ ἀνδριὰς τοῦ στρατηγοῦ Κολοκοτρώνη, βεβαίως ἔπρεπε νὰ τὸ ἀποφασίσῃ τὸ ἔθνος. Τοῦτο εἶναι λελυμένον ἤδη καὶ ἀποφασισμένον. Τί ζητεῖται ἤδη; εἰς ποῖον τόπον νὰ στηθῇ ὁ ἀνδριὰς αὐτός. Τοῦτο εἶναι ἔργον τῆς νομοτελεστικῆς ἐξουσίας.
§156Δ. ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ τὸ ποῦ θὰ στηθῇ ὁ ἀνδριὰς δὲν εἶναι ἄσχετον μὲ τὴν σημασίαν τὴν ἀποδιδομένην εἰς τὴν ἀνέγερσιν τοῦ ἀνδριάντος, διότι τὸ τοιοῦτον ἔχει οὐσιώδη σημασίαν. Ὁ παραδεχόμενος ὅτι ἡ Βουλὴ εἶναι ἁρμοδία νὰ ἀποφαίνηται περὶ τῆς τοιαύτης τιμῆς, δι’ ἀνεγέρσεως τοῦ ἀδριάντος ἐκδηλουμένης, νομίζω ὅτι κἄπως δύναται νὰ παραδεχθῇ, ὅτι τὸ ζήτημα τῆς ἀνεγέρσεως ἑνὸς ἀνδριάντος δὲν δύναται νὰ χωρισθῇ ἀπὸ τοῦ ζητήματος τῆς τοποθεσίας τοῦ ἀνδριάντος· εἶναι εὔκολον νὰ ἐννοήσῃ τις, ὅτι διὰ τῆς τοιᾶσδε ἢ τοιᾶσδε τοποθετήσεως αὐξομειοῦται ἡ τιμὴ ἡ ἀπονεμομένη· καὶ καθ’ ὑπόθεσιν, ἐνῷ ἡ Βουλὴ θέλει ν’ ἀποδοθῇ ἡ ὑψίστη τιμὴ εἰς ἕνα ἀνδριάντα, ἡ Κυβέρνησις δύναται ἐν τῇ ἐκτελέσει διὰ τῆς ἐκλογῆς τοῦ τόπου νὰ μηδενίσῃ τὴν τιμὴν ταύτην. Τὸ πρᾶγμα λοιπὸν ἔχει μεγάλην σημασίαν.
§157Ι. ΣΙΓΑΛΑΣ. Ἐπ’ ἐλάχιστον θέλω ἀπασχολήσει τὴν Βουλήν. Πρόκειται περὶ ζητήματος σπουδαιοτάτου. Διότι παρημελήθη μεταξὺ ὅλων τῶν ἄλλων ἱερῶν καὶ ὁσίων καὶ ἡ ὀφειλομένη εὐγνωμοσύνη πρὸς τοὺς μεγαλουργοὺς ἄνδρας τῆς ἐθνικῆς ἀποκαταστάσεως. Ἐφθάσαμεν δυστυχῶς εἰς τοιαύτην κατάπτωσιν φρονήματος καὶ εἰς τοιαύτην ἀναλγησίαν, ὥστε καὶ τὸ ζήτημα τῆς ὀφειλομένης εὐγνωμοσύνης πρὸς τοὺς ἐργάτας τῆς ἐθνικῆς παλιγγενεσίας νὰ θεωρῆται τόσον ἐλαχίστης σημασίας, τόσον μηδαμινόν, ὥστε νὰ προκαλῇ καὶ γέλωτα ἀκόμη, ἢ καὶ μυκτηρισμούς!...
§158Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Μὴ τὸ λέγετε αὐτό, κύριε Σιγάλα!
§159Ι. ΣΙΓΑΛΑΣ. Σᾶς εὐχαριστῶ, διότι διαμαρτύρεσθε καὶ σᾶς συγχαίρω. Ἐν τούτοις ἀξιότιμα μέλη τοῦ Κοινοβουλίου εἶδον νὰ μειδιῶσι, νὰ μυκτηρίζωσι!
§160Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπρόκειτο περὶ ἐκμεταλλεύσεως τῶν ὁσίων, καὶ ἐκ τούτου τὰ μειδιάματα.
§161Ι. ΣΙΓΑΛΑΣ. Καὶ περὶ τούτου ἀκόμη, κύριε ἐκ Μεγαρίδος Βουλευτά. Ἔπρεπε νὰ ἔχητε ὀλίγην ὑπομονὴν, διότι αὐτὸ, τὸ ὁποῖον λέγετε, δὲν ἀπέχει καὶ πολὺ ἀπὸ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐγὼ ἐνόουν. Εἴτε ἐντελὴς λήθη πρὸς τοὺς ἀγωνιστὰς, εἴτε ἡ παραγκώνισις διὰ τῆς ἱδρύσεως τῶν ἀνδριάντων αὐτῶν εἰς τινα στενωπὸν ἢ εἰς ἄκραν τινὰ, δίκην ἐλεημοσύνης, δὲν διαφέρει πολύ. Δὲν ἠξεύρω, ἂν ἔχει ἀποφασισθῆ τι ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, διότι πρὸ ὀλίγου ἠκούσαμεν τοῦ ἀξιοτίμου Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, λέγοντος ἀκριβῶς, ὅτι εἰσέτι δὲν ἀπεφασίσθη τι. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ὑποστηρίζω, καὶ τὸ ὁποῖον νομίζω πρέπον, εἶναι, ὅτι ἰδίως ἡ Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία δὲν εἶναι ξένη πρὸς τοῦτο, καὶ δύναται νὰ ἐκφράσῃ τὴν εὐχὴν, ὅσον καὶ ἂν τὸ ζήτημα ἦναι τῆς ἁρμοδιότητος τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, ὅπως ὁ ἀνδριὰς τοῦ Κολοκοτρώνη στηθῇ εἰς ὅσον οἷόν τε περιφανέστερον μέρος, ὥστε ν’ ἀποτελῇ καταφανὲς δίδαγμα τῆς μεγαλουργοῦ ἀξίας καὶ δράσεως τοῦ μεγάλου στρατηγοῦ τῆς Ἐπαναστάσεως, καὶ νὰ δίδῃ παράδειγμα καὶ μαθήματα εἰς τοὺς μεταγενεστέρους. Ὅσον καὶ ἂν ἦναι τοῦ κύκλου λοιπὸν τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, δὲν νομίζω, ὅτι εἶναι ξένον τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας· ἀπ’ ἐναντίας φρονῶ, ὅτι πρέπει νὰ εὐχαριστήσωμεν τὸν κύριον Χατζόπουλον, ὁ ὁποῖος ἔφερε τὸ ζήτημα ἐνταῦθα, ὥστε νὰ ἐννοήσῃ ὅλος ὁ κόσμος, ὅτι ἡ Βουλὴ αἰσθάνεται καὶ ἐννοεῖ νὰ μετάσχῃ τῆς ἐνεργείας τῆς Κυβερνήσεως καὶ νὰ συστήσῃ τὰ δέοντα εἰς αὐτήν. Τὸ ζήτημα τῆς ἀνεγέρσεως τοῦ ἀνδριάντος εἶναι ἐκ τῶν σπουδαιοτέρων. Εἶπον καὶ ἰσχυρίσθησαν πολλοὶ, ὅτι καὶ εἰς στενωποὺς δύνανται νὰ ἀνεγερθῶσιν οἱ ἀνδριάντες!...
§162ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Εἰς ὅλα τὰ μέρη τῆς Εὐρώπης συμβαίνει αὐτό.
§163Ι. ΣΙΓΑΛΑΣ. Συμφωνῶ, ὅτι ἐκεῖνοι εἶναι ὀλιγώτερον ἐπιλήσμονες ἡμῶν, καὶ ἀφοῦ ἐπλήρωσαν τὰς πλατείας ἀπὸ ἀνδριάντας, ἔστησαν καὶ εἰς δευτερεύοντα μέρη τοιούτους. Γνωρίζω ὅτι τῆς Ἰωάννας δ’ Ἄρκ εἶναι εἰς πέντε ἢ ἓξ πόλεις τῆς Γαλλίας ἐστημένοι ἀνδριάντες, καὶ εἰς τὰς μικρὰς ἔτι πόλεις, ἀφοῦ ἐστήθησαν εἰς τὰς μεγαλειτέρας καὶ τὰς κυριωτέρας πόλεις. Ἡμεῖς δὲν ἔχομεν δυστυχῶς τόσην πληθὺν ἀνδριάντων, ὥστε νὰ γεννᾶται ζήτημα, ποῦ πρέπει νὰ ἀνεγερθῶσι. Καὶ κατὰ τὴν γνώμην καλλιτεχνῶν, τὴν ὁποίαν εὐχαρίστως ἤκουσα, ἡ θέσις ἡ ἁρμόζουσα εἰς τὸν ἀνδριάντα τοῦ Κολοκοτρώνη, ὡς ἑνὸς τῶν ἐξοχωτέρων στρατηγῶν τῆς Ἐπαναστάσεως, εἶναι ἡ πλατεῖα τοῦ Συντάγματος.
§164Ι. Γ. ΛΑΠΠΑΣ. Καὶ τοῦ Καραϊσκάκη τὸ ἄγαλμα;
§165Ι. ΣΙΓΑΛΑΣ. Ἐπίσης εἰς τὸ αὐτὸ μέρος. Πρέπει νὰ στηθῶσιν οἱ ἀνδριάντες τῶν τριῶν ἢ τεσσάρων μεγαλειτέρων ἀνδρῶν τῆς Ἐπαναστάσεως εἰς τὰ τέσσαρα ἄκρα τῆς πλατείας τοῦ Συντάγματος, εἰς τὸ μέσον δὲ αὐτῆς—ὁμιλῶ καθ’ ὑπαγόρευσιν καλλιτέχνου—ἓν Ἡρῷον ὑπὲρ τῆς ἐλευθερίας, μία ἰδανικὴ ἰδέα τῆς ἀναγεννωμένης Ἑλλάδος. Τοῦτο εἶναι γενικὴ γνώμη, ὅτι πρέπει τὰ κεντρικώτερα μέρη νὰ κοσμῶνται δι’ ἀνδριάντων. Νομίζω δὲ, ὅτι ὑπάρχει ἀρκετὴ θέσις, ὥστε νὰ μὴ παραγκωνίζωνται οἱ ἀνδριάντες τούτων εἰς στενωποὺς καὶ δευτερεύοντα μέρη. Ἐν Ναυπλίῳ, ὡς εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργός, ἀνηγέρθη ὁ ἀνδριὰς τοῦ Κολοκοτρώνη, εἶναι δὲ εὐτύχημα, ὅτι ἰδιωτικὴ πρωτοβουλία ἀνεπλήρωσε τὴν πρωτοβουλίαν, τὴν ὁποίαν ὤφειλον νὰ λάβωσιν αἱ κατὰ καιροὺς Κυβερνήσεις. Ἀλλὰ διότι ἐστήθη ἐν Ναυπλίῳ ὁ ἀνδριὰς, οὐδὲν κωλύει νὰ στηθῇ καὶ ἐν Ἀθήναις, τῇ πρωτευούσῃ τοῦ Κράτους, ἥτις θεωρεῖται τὸ κέντρον τοῦ Ἑλληνισμοῦ. Ὡς εἶπον πρότερον, εἰς τὰ εὐρωπαϊκὰ Κράτη οἱ ἀνδριάντες τῶν μεγάλων ἀνδρῶν οὐχὶ εἰς ἓν μόνον μέρος, ἀλλ’ εἰς πλεῖστα μέρη ἐγείρονται.
§166Ν. ΜΑΝΤΖΑΒΙΝΟΣ. Καὶ τοῦ Παλαιολόγου ὁ ἀνδριὰς ποῦ θὰ στηθῇ;
§167Ι. ΣΙΓΑΛΑΣ. Κατὰ τὴν γνώμην μου, ἀπέναντι τοῦ μεγάλου στρατηγοῦ τοῦ ἀγῶνος τοῦ Παλαιολόγου ἡ μορφὴ δύναται νὰ ὠχριᾷ, διότι δὲν ἀποτελεῖ παρὰ τὴν τελευταίαν ἀναπαράστασιν τοῦ θνήσκοντος Ἑλληνισμοῦ.
§168Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Τί λέγετε! Εἶναι σύμβολον ἐθνικόν.
§169ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Τί εἶπε;
§170ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βυζαντινὴ αὕτη δόξα εἶναι μεγάλη διὰ τὸν Ἑλληνισμόν.
§171Ι. ΣΙΓΑΛΑΣ. Αὐτὴ εἶναι ἡ γνώμη μου· διότι ὁ Κολοκοτρώνης ἐκπροσωπεῖ τὴν ἀναγέννησιν τῆς Ἑλλάδος.
§172ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§173Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Πάντες γνωρίζομεν, καὶ ἰδίως οἱ καταγόμενοι ἐκ σταφιδοφόρων ἐπαρχιῶν, ὅτι μία τῶν αἰτιῶν, ὧν ἕνεκεν ὑποτιμᾶται ἡ σταφὶς εἰς τὸ ἐξωτερικὸν, εἶναι ὁ πρώϊμος τρυγητός· τοῦτο δὲ ἀνεγνώρισε καὶ ἡ ἐπιτροπή...
§174Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Νομίζω ὅτι εἶχεν ἀποφασισθῆ χθὲς νὰ γείνῃ αὔριον ἡ συζήτησις τοῦ σταφιδικοῦ νομοσχεδίου.
§175Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν συζητῶ περὶ τούτου. Θέλω νὰ ζητήσω τὴν μεταβολὴν τῆς ἡμερησίας διατάξεως, ὅπως προταχθῇ πρότασις νόμου, ἣν ὑπέβαλον εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ἥτις εἶναι ἀναγεγραμμένη ὑπ’ ἀριθμὸν 127 τῆς ἡμερησίας διατάξεως.
§176Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Νὰ προταχθῶσιν αἱ πιστώσεις, διότι πολὺς κόσμος ἔχει νὰ λάβῃ χρήματα.
§177Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἀφοῦ παρῆλθον 6 ὧραι, καθ’ ἃς συνεδριάζομεν, καὶ μόλις εἰσήλθομεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, πρέπει νὰ σταματήσωμεν καὶ πάλιν συζητοῦντες ἐπὶ τῆς ἡμερησίας διατάξεως;
§178Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἔχω ἀντίρρησιν. Ἀλλ’ ἡ προβληθεῖσα πρότασίς μου δὲν θὰ προκαλέσῃ συζήτησιν. Εἶναι πρότασις νόμου, ἀφορῶσα εἰς τὸ πῶς θὰ ἐξασφαλισθῇ ὁ τρυγητὸς τοῦ σταφιδοκάρπου, καθ’ ἣν ὥραν ἐπιτρέπεται ὁ τρυγητός.
§179ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Αὔριον.
§180Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Αὔριον λοιπόν.
§181Κ. ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Ἐγὼ ἐπὶ τῆς ἡμερησίας διατάξεως θὰ ζητήσω νὰ προταχθῶσι καὶ ψηφισθῶσιν εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν πᾶσαι αἱ πιστώσεις, διότι ὁ κόσμος ἔχει ἀνάγκην χρημάτων διὰ τὸ Πάσχα, καὶ περιμένει νὰ ψηφισθῶσιν αἱ πιστώσεις.
§182Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Αἱ πιστώσεις πρέπει πάντως νὰ ψηφισθῶσι πρὸ τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ἐνόμιζον, ὅτι ἠδυνάμεθα νὰ ψηφίσωμεν πρῶτον νομοσχέδιά τινα ἐφαπτόμενα τοῦ Προϋπολογισμοῦ, καὶ ἔπειτα τὰς πιστώσεις, οὐδέποτε ὅμως αὗται πρέπει νὰ μείνωσι μετὰ τὸν Προϋπολογισμόν.
§183ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ βεβαιώσεως καὶ εἰσπράξεως καὶ κατὰ τὸν μῆνα Ἀπρίλιον τοῦ ἔτους 1903 τῶν ἐσόδων τοῦ Κράτους καὶ τῶν ἐσόδων τοῦ εἰδικοῦ ταμείου τῶν Φάρων καὶ Φανῶν καὶ τοῦ ταμείου τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1903, καὶ περὶ χορηγίας πιστώσεως ἴσης πρὸς τὸ ἓν δωδεκατημόριον τῶν προϋπολογισθέντων ἐξόδων ἐν γένει διὰ τὴν χρῆσιν τοῦ αὐτοῦ ἔτους 1903». Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 1. (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτόν, ὡς ἔχει). Ἄρθρον 2 (ἀναγινώσκεται).
§184Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Κατὰ τὴν ἐκτύπωσιν τοῦ νομοσχεδίου ἐκ παραδρομῆς παρελείφθη μία λέξις ἐν τῇ ἑβδόμῃ σειρᾷ. Μετὰ τὴν λέξιν «ζητουμένων» πρέπει νὰ προστεθῇ ἡ λέξις «πιστώσεων».
§185ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 2, ὡς ἐτροποποιήθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 3 (ἀναγινώσκεται).
§186Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Κάμνω μίαν διασάφησιν, ἵνα γείνῃ καταληπτὸν τὸ κείμενον. «Τῶν κατὰ τὰ ἄρθρα 2 νόμων ΒΩΝΘʹ καὶ ΒΩΞΑʹ» σημαίνει καὶ τοῦ ἄρθρου 2 τοῦ πρώτου νόμου καὶ τοῦ ἄρθρου 2 τοῦ δευτέρου νόμου. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 3, μὲ τὴν διασάφησιν ταύτην τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 4 καὶ 5, ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς βʹ συζήτησιν).
§187ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συζήτησις ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τῆς Βουλῆς τῆς Αʹ Συνόδου τῆς ΙϚʹ Περιόδου. Ἡ συζήτησις αὕτη παρακαλῶ νὰ γείνῃ τὴν Δευτέραν.
§188Ν. ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Θὰ γείνῃ τὴν Δευτέραν συνεδρίασις;
§189Ι. Γ. ΛΑΠΠΑΣ. Διατὶ νὰ μὴ ψηφισθῇ τώρα;
§190ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλά. Ἔχει τις τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀρχῆς;
§191Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Ἐκτὸς τῶν προβλεπομένων κατὰ τὴν κατάρτισιν τοῦ προϋπολογισμοῦ τῆς Βουλῆς παρουσιάσθησαν καὶ ἄλλαι τινὲς δαπάναι εἰς βάρος τῆς χρήσεως τῆς τελευταίας Συνόδου τῆς παρελθούσης ΙΕʹ Περιόδου ἐκ δραχμῶν 629, ὀφειλομένων εἰς τοὺς βιβλιοδέτας Λάρδην καὶ Ἀφεντάκην διὰ βιβλιοδέτησιν τῆς «Ἐφημερίδος τῶν Συζητήσεων τῆς Βουλῆς». Πρέπει νὰ ἀναγραφῇ τὸ ποσὸν τοῦτο εἰς τὸ ὑπὸ τὰ κεφάλαιον Δʹ ἔξοδα.
§192ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὅταν ἔλθωμεν εἰς τὸ κεφάλαιον Δʹ, ὁμιλεῖτε. Ἐπὶ τοῦ κεφαλαίου Αʹ ἄρθρου 1 ἔχει τις τὸν λόγον;
§193Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐπῆλθε μεταβολὴ ἐπὶ τοῦ μισθολογίου τῶν ὑπαλλήλων τῆς Βουλῆς, καὶ διὰ τοῦτο πρέπει ν’ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις διὰ τὴν Δευτέραν.
§194Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ προϋπολογισμὸς τῆς Βουλῆς πρέπει νὰ ψηφισθῇ, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐργασθῇ τὸ προσωπικὸν τῆς Βουλῆς ἄνευ τοῦ προϋπολογισμοῦ· δυστυχῶς δὲ καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς συναινεῖ εἰς τὴν ἐπιβράδυνσιν.
§195ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οὐδεμίαν θὰ εἶχον δυσκολίαν νὰ συναινέσω ἵνα ψηφισθῇ, ἐὰν δὲν ἐπρόκειτο νὰ γείνωσι μεταβολαὶ εἰς τὸ μισθολόγιον. Πρὸς τοῦτο πρόκειται νὰ ὑποβληθῶσι τροπολογίαι ἐπὶ τῶν σχετικῶν διατάξεων τοῦ Κανονισμοῦ, ὡς καὶ ἐπὶ ἄλλων διατάξεων, ὧν ἐκρίθη ἀναγκαία ἡ μεταρρύθμισις, καὶ διὰ τοῦτο ἐζητήσαμεν τὴν ἀναβολὴν διὰ τὴν προσεχῆ Δευτέραν. Κυρίως δὲ πρόκειται περὶ τῆς διατάξεως ἐκείνης, ἥτις δίδει εἰς τὸν Πρόεδρον τὸ δικαίωμα νὰ λαμβάνῃ πιστώσεις καὶ νὰ δαπανᾷ ἀπεριορίστως διὰ τὰ μικρὰ ἔξοδα τῆς Βουλῆς, ἅτινα ἐγέννησαν σκάνδαλα.
§196Κ. ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Ἐφ’ ὧν θὰ συζητήσωμεν.
§197ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς δὲν πρέπει νὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα νὰ δαπανᾷ διὰ τῆς ὑπογραφῆς του ἀπεριορίστως.
§198Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ Βουλὴ εἶναι κυρίαρχον Σῶμα, καὶ ἡ διαχείρισις αὐτῆς ὑπόκειται εἰς ἰδίας διατυπώσεις, δὲν ἐξελέγχεται δὲ οὐδ’ ὑπ’ αὐτοῦ τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου. Ἡ διαχείρισις δὲ τοῦ Προέδρου ὑπῆρξε πάντοτε ἀνωτέρα ὑπονοιῶν.
§199ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπόκειται εἰς τὸν ἔλεγχον τῆς Βουλῆς, καὶ οὐχὶ ἄλλης ἐξουσίας. Ἀνεγνώρισα ὅτι εἶναι ὑπερβολικὴ ἡ ἐξουσία, ἡ ὁποία δίδεται εἰς τὸν Πρόεδρον, νὰ δαπανᾷ ἀπεριορίστως διὰ τὰ μικρὰ ἔξοδα τῆς Βουλῆς. Φρονεῖτε ὅτι τοῦτο προσβάλλει τὴν κυριαρχίαν τοῦ Σώματος; Ἐγὼ νομίζω, ὅτι διὰ τούτου ἀναγνωρίζεται ἡ κυριαρχία αὐτοῦ. Εἶναι πράγματι ὑπερβολικὴ ἡ ἐξουσία τοῦ Προέδρου, νὰ δαπανᾷ διὰ μόνης τῆς ὑπογραφῆς του, καὶ νὰ ὑπόκηται εἰς αὐτὴν καὶ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ὁ Κεντρικὸς ταμίας καὶ ὁλόκληρον τὸ Κράτος.
§200Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Καὶ ἰδίως διότι πρόκειται νὰ κανονισθῇ ἡ ἐξουσία τοῦ Προέδρου οὐχὶ ὑπὸ τῆς νομοτελεστικῆς ἐξουσίας, ἀλλ’ ὑπὸ τῆς Βουλῆς.
§201Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν πρόκειται περὶ ὑμῶν προσωπικῶς, κύριε Πρόεδρε, ἀλλὰ περὶ τοῦ ἀξιώματος τοῦ Προέδρου. Οἱ λέγοντες, ὅτι ἀνεξελέγκτως δύναται νὰ διαχειρισθῇ ὁ Πρόεδρος κολοσσιαῖα ποσὰ τεσσάρων ἢ πέντε χιλιάδων δραχμῶν, δὲν λέγουσί τι τὸ ἀκριβές. Διότι ἐκ τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς εἶναι γνωστὸν, ὅτι βραδύτερον ὑπόκειται εἰς ἐξέλεγξιν ἡ διαχείρισις αὕτη τοῦ Προέδρου· διότι ὁ Πρόεδρος παραδίδει τοὺς λογαριασμοὺς εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τοῦ Λογιστικοῦ τῆς Βουλῆς, ἡ ὁποία ἐξελέγχει τὰς δαπάνας, τὰς γενομένας ὑπὸ τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς. Δὲν εἶναι δὲ τοσοῦτον τὸ ποσὸν, ὥστε νὰ ὑπολάβῃ τις, ὅτι ἔκτακτος δικαιοδοσία δίδεται εἰς τὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς. Ὁ Κανονισμὸς τῆς Βουλῆς ὁρίζει τὰ καθήκοντα τῆς Λογιστικῆς ἐπιτροπῆς. Αὕτη συντάσσει τὸν προϋπολογισμὸν, καὶ ἐξελέγχει τὸν ἀπολογισμὸν, ὅστις βραδύτερον ὑποβάλλεται εἰς τὴν Βουλήν. Ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς δύναται νὰ διαχειρισθῇ καὶ ποσὸν ὑπέρτερον τῶν 40 ἢ 50 χιλιάδων δραχμῶν, ἀλλὰ βραδύτερον θὰ δώσῃ λόγον εἰς τὴν Βουλήν· θὰ ὑποβληθῇ ὁ ἀπολογισμὸς, καὶ ὁ ἔλεγχος θὰ γείνῃ ὑπὸ τῆς Βουλῆς. Ποῦ εὑρίσκεται λοιπὸν αὐτὴ ἡ ἐξαιρετικὴ δικαιοδοσία τοῦ Προέδρου;
§202Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Οὐσιαστικῶς δὲν διαχειρίζεται ὁ Πρόεδρος, ὡς γνωρίζετε· οὔτε δύναται ὁ Πρόεδρος ν’ ἀφήσῃ τὰς ἐργασίας του καὶ νὰ καταγίνηται εἰς τὴν διαχείρισιν.
§203Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Οὐδεὶς δύναται νὰ πληρωθῇ ἄνευ ὑπογραφῆς τοῦ Προέδρου.
§204Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Δὲν εἶναι ἀκριβὲς αὐτὸ, τὸ ὁποῖον λέγει ὁ κ. συνάδελφος, διότι πάντοτε οἱ Πρόεδροι τῆς Βουλῆς μεριμνῶσι καὶ ἐξελέγχουσιν ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἐν ὀνόματι αὐτῶν καὶ κατὰ παραγγελίαν διαχειρίζονται. Θὰ σᾶς φέρω δὲ ἓν ἁπλούστατον παράδειγμα. Ὅτε εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ἦμαι Πρόεδρος, ἐθεωρήθη ἀναγκαῖον νὰ γείνωσί τινες μεταρρυθμίσεις εἰς τὸν ὄροφον, διὰ διαφόρους λόγους, καὶ χάριν τῆς ὑγείας τῶν Βουλευτῶν καὶ χάριν τῆς ἀκουστικῆς. Ἀνετέθη εἰς ἕνα ἐκ τῶν ἁρμοδίων καὶ γνωριζόντων αὐτὴν τὴν ἐργασίαν νὰ κάμῃ αὐτὰς τὰς μεταρρυθμίσεις, τὰς ὁποίας καὶ ἔκαμε. Κατὰ τίνα τρόπον νομίζετε ὅτι ἐπληρώθη αὐτός; Ἔφερεν ἓν σημείωμα διὰ νὰ πληρωθῇ. Τὸ ἔφερεν, ἵνα τὸ θεωρήσω, ἀλλ’ ἐγὼ δὲν τὸ ἐθεώρησα. Παρεκάλεσα τὸν ἀξιότιμον φίλον μου, τέως Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν κ. Λιμπρίτην, Βουλευτὴν ὄντα, νὰ ἀναλάβῃ αὐτὸς νὰ ἐνεργήσῃ ἔλεγχον τῶν ἐνεργηθεισῶν μεταρρυθμίσεων, νὰ ὑπολογίσῃ τὰς δαπάνας, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο διὰ τὴν ἀγορασθεῖσαν ξυλείαν, ὡς καὶ διὰ τὰ ἡμερομίσθια, καὶ ἐπὶ τῇ βάσει ἀκριβοῦς σημειώσεως τοῦ κ. Λιμπρίτου ἐθεώρησα τὴν κατάστασιν, καὶ ἐπληρώθη ὁ δικαιοῦχος. Μὴ νομίζετε λοιπὸν, ὅτι οἱ Πρόεδροι ὑπογράφουν ὅ,τι τοῖς παρουσιάσουν. Οἱ Πρόεδροι ἐξελέγχουσι καὶ λαμβάνουσιν ὅλα τὰ προσήκοντα μέτρα· ὑποθέτω δὲ, ὅτι πάντες οἱ Πρόεδροι θὰ ἔκαμον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἔκαμα ἐγὼ, ὁ ὁποῖος εἶχον τὴν εὐτυχίαν νὰ ἔχω τὸν κ. Λυμπρίτην φίλον καὶ συνεργάτην, καὶ τὸν παρεκάλεσα, καὶ προθύμως ἐπεστάτησε· μάλιστα ἀνέβη μόνος του ἑκατὸν βαθμίδας, ἔκαμε τὰς καταμετρήσεις, προσδιώρισε τὴν τιμὴν τῆς ξυλείας, προσδιώρισε τὰ ἡμερομίσθια, καὶ ἐπὶ τῇ βάσει αὐτῶν ἔδωκα ἐντολὴν ἐγὼ, καὶ ἐπληρώθη ὁ δικαιοῦχος. Λοιπὸν βλέπετε, ὅτι δὲν γίνονται ἄνευ τοῦ προσήκοντος ἐλέγχου αἱ πληρωμαὶ, ὥστε νὰ ὑποστηρίζηται, ὅτι ὁ Πρόεδρος διατάσσει ἀνεξετάστως τὴν πληρωμὴν, ὑπογράφων ὅ,τι ἤθελον τῷ παρουσιάσει.
§205Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἀλλ’ ἐπὶ τίνος συζητοῦμεν; Ἔχομεν κείμενον τῆς τροπολογίας, διὰ νὰ ἴδωμεν ποῖοι περιορισμοὶ ἐπιβάλλονται εἰς τὴν ἐξουσίαν τοῦ Προέδρου; Νομίζω ὅτι δὲν ὑπάρχει θέμα.
§206Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπειδὴ ἐγένετο λόγος.
§207Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ ἴδωμεν τὴν τροπολογίαν, νὰ μελετήσωμεν αὐτὴν, καὶ κατόπιν νὰ ἐκφέρωμεν γνώμην.
§208Κ. ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐὰν τυχὸν τὴν Δευτέραν δὲν κατορθωθῇ νὰ ψηφισθῇ ὁ προϋπολογισμὸς τῆς Βουλῆς, τί θὰ γείνῃ; Νομίζω ὅτι ὑπάρχουσιν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῆς Βουλῆς ἀνάγκαι, ἡ μὴ πλήρωσις τῶν ὁποίων θὰ φέρῃ μεγάλα ἀδικήματα. Εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ ψηφίσωμεν τὸν προϋπολογισμὸν, διότι ἄνευ αὐτοῦ δὲν δύνανται νὰ γείνωσι πληρωμαί.
§209Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς γνωρίζει τὰς ἀνάγκας καλλίτερον ἀπὸ ἡμᾶς.
§210ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ἀναβάλλεται διὰ τὴν προσεχῆ Δευτέραν ἡ συζήτησις τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τῆς Βουλῆς.
§211Κ. ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Τὸ ὑπ’ ἀριθμὸν 4, κύριε Πρόεδρε.
§212ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ὑπ’ ἀριθμὸν 3 νομοσχέδιον, τὸ σταφιδικὸν, κατ’ ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς ἀνεβλήθη δι’ αὔριον.
§213Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Νὰ ἀκολουθήσωμεν τὴν ἡμερησίαν διάταξιν κατὰ σειράν.
§214Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Εἶναι ἀναγεγραμμένη ὡς ἀντικείμενον τρίτον ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει ἡ πρότασις νόμου «περὶ μεταρρυθμίσεως τοῦ νόμου ΒΦΠΓʹ περὶ φορολογίας τοῦ σταφιδοκάρπου καὶ περὶ συστάσεως Σταφιδικῆς Τραπέζης».
§215ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα. Ἀλλ’ ἐλήφθη χθὲς ἀπόφασις ἐκ μέρους τῆς Βουλῆς, ὅπως ἡ αὔριον ἀφιερωθῇ ἀποκλειστικῶς εἰς αὐτό.
§216Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Ἔχω τὸ δικαίωμα ὅμως νὰ εἴπω τὴν γνώμην μου. Νομίζω, ὅτι οὐδὲν νομοσχέδιον τῆς σοβαρότητος καὶ τῆς σπουδαιότητος τοῦ νομοσχεδίου τοῦ σταφιδικοῦ ὑπέστη ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει τόσας μετακινήσεις, ὅσας αὐτό...
§217Π. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ὡρίσαμεν ὁλόκληρον ἡμέραν δι’ αὐτό!
§218ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Αὔριον, αὔριον.
§219Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Παρακαλῶ νὰ μὲ ἀκούσητε. Δὲν θὰ ἐπιμείνω, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι ἔχω δικαίωμα νὰ εἴπω τὴν γνώμην μου.
§220ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Εἶναι ἀπόφασις τῆς Βουλῆς νὰ συζητηθῇ αὔριον.
§221Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Τὸ σταφιδικὸν νομοσχέδιον ὑπῆρξεν ἡ γέφυρα, διὰ τῆς ὁποίας διῆλθον ἄπειρα νομοσχέδια οὐδεμιᾶς σπουδαιότητος, ὅπως τὸ νομοσχέδιον περὶ ὀρνίθων καὶ ὠῶν τῆς Λοκρίδος καὶ τόσα ἄλλα, τὰ ὁποῖα πᾶν ἄλλο εἶναι ἢ σπουδαῖα (θόρυβος).
§222ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ ν’ ἀφήσητε νὰ ὑποβάλῃ ὁ κ. Βουλευτὴς τὴν πρότασίν του.
§223Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Ἐγὼ βεβαίως ὀφείλω χάριτας, ὡς ἀντιπρόσωπος σταφιδοφόρου ἐπαρχίας, εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς, ὁ ὁποῖος ἀνέλαβε τὴν πρωτοβουλίαν, ἵνα ὑποστηρίξῃ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, ἐν τῷ δικαιώματι τῆς ἀρχῆς του, καὶ ἑπομένως ὤφειλε νῦν νὰ ἔχῃ τὴν πρωτοβουλίαν τῆς ὑποστηρίξεως· ἀλλὰ θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ εἴπω τὴν γνώμην μου, ὅτι αὔριον ἴσως ἡ Βουλὴ δὲν θὰ ἦναι ἐν ἀπαρτίᾳ.
§224ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Θὰ ἦναι.
§225Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Καὶ ἂν ἦναι, θὰ σᾶς εἴπω, Κύριοι. Προκειμένου περὶ ἄλλων νομοθετημάτων, ἐπὶ τῶν ὁποίων δὲν ὑπάρχει ἀντίθετος γνώμη, βεβαίως εἶναι δυνατὸν ταῦτα νὰ ψηφισθῶσι· προκειμένου ὅμως περὶ νομοσχεδίου, ἐπὶ τοῦ ὁποίου μακρὰ θὰ ἐγερθῇ συζήτησις εἰς τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν, εἶναι δυνατὸν ἢ πιθανὸν, — ἐγὼ δὲ τὸ θεωρῶ ὡς βέβαιον — ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο δὲν θέλει ψηφισθῆ καὶ θέλει ῥιφθῆ εἰς τὰς Ἑλληνικὰς καλένδας, θὰ μένωσι δὲ οἱ σταφιδικοὶ πληθυσμοὶ εἰς μεγάλην ἀγωνίαν ἐπὶ τόσας ἡμέρας, ἴσως καὶ ἐπὶ μῆνα, ἤτοι ἐφ’ ὅσον χρόνον θὰ διαρκέσῃ ἡ διακοπὴ τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς. Διὰ τοῦτο νομίζω, κύριοι Βουλευταί, ὅτι, ἂν ἔχωμεν αἴσθημα φιλανθρωπίας, πρέπει νὰ σπεύσωμεν νὰ δώσωμεν ἓν πέρας εἰς ζήτημα, τὸ ὁποῖον τόσα ἐδημιούργησε σκάνδαλα καὶ τόσας συγκινήσεις.
§226ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ δεξιῶν). Αὔριον, αὔριον.
§227Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Ὄχι βεβαίως ἀμέσως τώρα, ἀλλὰ μετὰ τὴν ψήφισιν νομοσχεδίων τινῶν.
§228ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Μοσχούλας προτείνει νὰ μεταβληθῇ ἡ ἡμερησία διάταξις. Ὑπάρχουσι δέκα ὑποστηρίζοντες τὴν πρότασιν;
§229ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι.
§230Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Δὲν πρόκειται περὶ μεταβολῆς· πρόκειται περὶ τῆς σειρᾶς τοῦ νομοσχεδίου ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει. Διατὶ τὸ ἔχετε τρίτον;
§231Γ. ΠΟΛΥΓΕΝΗΣ. Ἀπὸ χθὲς εἴπομεν νὰ συζητηθῇ τὴν Κυριακήν.
§232ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἰδοὺ διατὶ λέγω, ὅτι πρόκειται περὶ μεταβολῆς τῆς ἡμερησίας διατάξεως. Δὲν ἠθέλησα νὰ μεταβάλω τὴν τάξιν, τὴν ὁποίαν εἶχε τὸ σταφιδικὸν νομοσχέδιον, διὰ νὰ μὴ ὑποτεθῇ ὅτι ἐγκαταλείπεται· ἀλλ’ ἀπεφασίσθη χθὲς ὑπὸ τῆς Βουλῆς, ὅπως ἡ αὔριον ἀφιερωθῇ ἀποκλειστικῶς εἰς τὴν συζήτησιν αὐτοῦ.
§233Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Ἐγώ, κύριε Πρόεδρε, ὀφείλω νὰ διαμαρτυρηθῶ, καὶ νὰ ἀπέλθω.
§234ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὅπως ἀπήλθετε καὶ εἰς ὅλας τὰς ψηφοφορίας, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο ἐπ’ αὐτοῦ!
§235Γ. ΠΟΛΥΓΕΝΗΣ. Δὲν ἔχομεν τίποτε ἄλλο νὰ κάμωμεν παρὰ τὰ ἰδικά σου! Νὰ σώσῃς τοὺς πληθυσμοὺς τοὺς σταφιδικούς! Αὐτὰ εἶναι δημοκοπικά!
§236Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Δὲν θὰ ἔχητε ἀπαρτίαν.
§237Λ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Σεῖς τὰ προκαλεῖτε!
§238Γ. ΠΟΛΥΓΕΝΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν εἶναι κατάστασις αὐτή! (ἀντεγκλήσεις).
§239ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Βουλευτὴς εἶναι ἐλεύθερος νὰ ἀπέλθῃ, ὅπως ἀπῆλθεν εἰς τὰς ψηφοφορίας ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ.
§240Ν. ΜΙΣΥΡΛΗΣ. Ἐγὼ, κύριε Πρόεδρε, θὰ παρακαλέσω τὸν ἀξιότιμον Βουλευτὴν νὰ μὴ ἐπιμείνῃ εἰς τὴν γνώμην του. Θεωρῶ ὅτι τὸ νομοσχέδιον, ὅπως κατηρτίσθη διὰ τῶν τροποποιήσεων καὶ τῆς ἀποκόψεως τῶν κυριωτέρων ἄρθρων αὐτοῦ, εἶναι περιττὸν νὰ ψηφισθῇ, διότι οὐδεμίαν ἀρωγὴν θὰ φέρῃ. Οὐδεμίαν σημασίαν ἔχει, εἴτε ψηφισθῇ εἴτε δὲν ψηφισθῇ. Ἐγὼ, κύριε Πρόεδρε, καὶ χθὲς εἶπον καὶ τώρα τὰ αὐτὰ λέγω.
§241ΦΩΝΑΙ. Αὔριον! αὔριον!
§242Ν. ΜΙΣΥΡΛΗΣ. Τὸ νομοσχέδιον, ὡς ἐτροποποιήθη, οὐδεμίαν σημασίαν ἔχει, ἡ δὲ εὐθύνη μένει ἀκριβῶς ἐκεῖ, ὅπου ὑπάρχει· διότι τὸ νομοσχέδιον ἔμεινεν ἔκθετον, καὶ δὲν δύναται νὰ ἔχῃ ἢ τὴν τύχην, τὴν ὁποίαν τῷ παρεσκεύασαν· τὴν δὲ εὐθύνην βεβαίως θὰ ἔχῃ ἡ Κυβέρνησις.
§243ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀρκεῖ τέλος πάντων! Ὁμιλεῖτε ἄνευ λόγου!
§244Ν. ΜΙΣΥΡΛΗΣ. Οὐδεμίαν δὲ δικαιολογίαν δύναται νὰ ἔχῃ ἡ Κυβέρνησις.
§245ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τί ζητεῖτε τέλος πάντων;
§246Ν. ΜΙΣΥΡΛΗΣ. Ὁμιλῶ ἐπὶ τῆς ἡμερησίας διατάξεως, τῆς ὁποίας τὴν μεταβολὴν ἐπρότεινεν ὁ κύριος Μοσχούλας. Ἐπὶ τούτου ἔχω τὸν λόγον.
§247ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ ἀκούσωμεν.
§248Ν. ΜΙΣΥΡΛΗΣ. Εἶπον καὶ ἐπαναλέγω, ὅτι τὸ νομοσχέδιον, ὡς ἐτροποποιήθη, οὐδεμίαν σημασίαν ἔχει. Διὰ τοῦτο δὲν συμφωνῶ μὲ τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον. Λέγω δὲ, διαμαρτυρόμενος, ὅτι τὴν εὐθύνην ἔχει πλήρη ἡ Κυβέρνησις, ἥτις οὐδόλως δικαιολογεῖται ἐκ τῶν παραστάσεων τῶν διπλωματικῶν· διότι ἀπεδείχθη, ὅτι ἡμεῖς οὐδὲν ἄλλο ζητοῦμεν, κύριε Πρόεδρε, ἢ νὰ λύσωμεν τὰς χεῖρας τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως ἐν καιρῷ ἀποφασίσῃ. Τὸ σπουδαιότερον λοιπὸν μέρος τοῦ νομοσχεδίου ἀπερρίφθη· ἀπερρίφθη δὲ καὶ ἡ ἀπαγόρευσις τῶν νέων φυτειῶν, ἤτοι ἡ ἑτέρα βάσις τοῦ νομοσχεδίου, διὰ τῆς ὁποίας ἠθέλομεν σώσει τοὺς σταφιδικοὺς πληθυσμούς.
§249Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Τὰς ἐκριζώσεις θέλετε; Ὡραία ἰδέα!
§250ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Ἀλεξάκη, παρακαλῶ. Προβαίνομεν εἰς τὸ ὑπ’ ἀριθμὸν 4. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ ᾼΡϞϚʹ νόμου τῆς 13 Ἀπριλίου 1884 περὶ διευθύνσεως τοῦ Βασιλικοῦ Ναυστάθμου καὶ ὁρισμοῦ τοῦ προσωπικοῦ αὐτοῦ». (Ἀναγινώσκεται τὸ νομοσχέδιον τοῦτο καὶ γίνεται δεκτὸν, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, εἰς βʹ συζήτησιν, ἄνευ ἀντιρρήσεως). Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ παροχῆς ἀροτριώντων κτηνῶν καὶ οἰκίσκων εἰς τοὺς ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Βονίτσης συνοικισθέντας Καμαριναίους καὶ ἄλλους Ἠπειρώτας». (Γίνεται δεκτὸν καὶ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, εἰς βʹ συζήτησιν, ἄνευ ἀντιρρήσεως). Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ προσδιορισμοῦ τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ διϋλισμένου ἐλαίου καὶ τῶν ἁπαλῶν σύκων». Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 1 (ἀναγινώσκεται).
§251Κ. ΦΛΕΣΣΑΣ. Ὁ φόρος τῶν 2 λεπτῶν, ὁ ἐπιβαλλόμενος εἰς ἑκάστην ὀκᾶν ἐλαίου, εἶναι βαρὺς, διότι ἑπτὰ ὀκάδες ἐλαιῶν παράγουσι μίαν ὀκᾶν ἐλαίου· δηλαδὴ θὰ πληρώνῃ 14 λεπτά. Τουλάχιστον εἰς τὰ δύο λεπτὰ νὰ συμπεριληφθῇ καὶ ὁ δημοτικὸς φόρος, ἄλλως νὰ ἐλαττωθῇ εἰς ἓν λεπτόν.
§252Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Προτιμότερον νὰ συναινέσωμεν νὰ ἐλαττωθῇ εἰς 1½ λεπτὸν, παρὰ νὰ καταργηθῇ ὁ δημοτικὸς φόρος.
§253ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ὁ φόρος ὁρίζεται εἰς 1½ λεπτὸν κατ’ ὀκᾶν. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 1, ὡς ἐτροποποιήθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 2. (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν, ὡς ἔχει). Ἐπὶ τοῦ συνόλου ἔχει τις τὸν λόγον;
§254Δ. Π. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Νομίζω ὅτι πρέπει νὰ ληφθῇ πρόνοια καὶ περὶ τῶν ἐλαιῶν, αἵτινες μεταφέρονται εἰς τὸν δῆμον, ἔνθα ὑπάρχει τὸ διϋλιστήριον, ἐξ ἑτέρου δήμου, διότι πληρώνουσι 2½ λεπτά.
§255Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ὁ μεταφέρων ἐλαίας ἐξ ἑνὸς δήμου εἰς ἕτερον θὰ δηλώσῃ, ὅτι ἀγοράζονται πρὸς ἔκθλιψιν.
§256Δ. Π. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Ὅταν πρόκηται περὶ ἐλαιῶν τοῦ αὐτοῦ δήμου, ἐκεῖ πληρώνουσιν ἐν τῷ ἐλαιοτριβείῳ· ἂν ὅμως πρόκηται περὶ ἄλλου δήμου, θὰ πληρώσωσι 2½ λεπτά. (Διαλογικαὶ συζητήσεις μεταξὺ πολλῶν Βουλευτῶν ἐπὶ τοῦ προκειμένου).
§257Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Νομίζω ὅτι ἀρκεῖ ἡ δήλωσις, — ἣν θέλω κάμει καὶ ἐν τῇ ἐγκυκλίῳ, — ὅτι καὶ ἐπὶ τοῦ ἐλαίου τοῦ ἐξαγομένου ἐκ δήμου μὴ ἔχοντος διϋλιστήριον καὶ μεταφερομένου εἰς δῆμον ἔχοντα τοιοῦτον καταβάλλεται ὁ αὐτὸς φόρος.
§258ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ σημειωθῇ εἰς τὰ πρακτικά.
§259ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλά.
§260Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Δὲν εἶναι διόλου παράδοξον, ὁ Γυθεάτης βιομήχανος νὰ εἴπῃ εἰς τὴν ἐπαρχίαν ταύτην: «ἐγὼ διὰ τὴν ἔκθλιψιν θὰ σοῦ πάρω μόνον ἥμισυ τοῖς ἑκατὸν, καὶ καταβάλλω καὶ τὰ ἔξοδα τῆς μεταφορᾶς», καὶ οὕτω νὰ λάβῃ ὁλόκληρον τὴν παραγωγὴν καὶ τὴν ἐκθλίψῃ. Εἶναι εὐτύχημα βεβαίως ν’ ἀπαλλάξωμεν τὴν παραγωγὴν τοῦ φόρου, ἀλλὰ ἐν τῇ πράξει δὲν θὰ ἐπιτύχωμεν.
§261Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Τὰ 2½% πῶς εἰσπράττονται;
§262Π. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Εἰσπράττονται ἐκ τοῦ τόπου τῆς παραγωγῆς.
§263Δ. Π. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Ἐγὼ ἐπρότεινα τὸν ἑξῆς τρόπον· ὅταν ὁ ἐξάγων ἐκ τοῦ δήμου ἦναι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἔχει τὸ τοιοῦτον ἐργοστάσιον, τότε θὰ πληρώνῃ φόρον μόνον 1½ λεπτόν. Μοὶ λέγετε, ὅτι οὗτος θὰ ἐξάγῃ εἰς ἐλαίας φαγωσίμους τὸν ἐλαιόκαρπον· ἐγὼ σᾶς ἀπαντῶ, ὅτι αἱ φαγώσιμοι ἐλαῖαι πληρώνουσι 2½ λεπτά· ἑπομένως, ἂν ἐξαγάγῃ 100,000 ὀκάδας ἐλαίας, — περισσότερας δὲ εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐξαγάγῃ — θὰ ὠφεληθῇ 100,000 λεπτά, τὸ δὲ Δημόσιον θὰ χάσῃ 1,000,000 λεπτά. Τοιοῦτος κίνδυνος δὲν πρέπει νὰ προβάλληται.
§264Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Καὶ πόσα εἶναι τὰ βιομηχανικὰ ἐργοστάσια; Πέντε ἢ ὀκτώ.
§265Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Καὶ πῶς θ’ ἀποφύγητε τὰς ἔριδας; πῶς ὁ ἐκ τοῦ δήμου Παμίσου π. χ. ἐξερχόμενος καὶ λέγων ὅτι θὰ μεταφέρῃ τὸν ἐλαιόκαρπον εἰς Καλάμας πρὸς ἔκθλιψιν θὰ κατορθώσῃ νὰ γείνῃ πιστευτὸς ἀπὸ τὸν ἐνοικιαστὴν τῆς ἐπαρχίας Μεσσήνης, ὁ ὁποῖος δὲν θὰ ἐπιτρέπῃ τὴν ἐξαγωγήν, ἐπιμένων, ὅτι ὁ ἔμπορος πρόκειται νὰ τὸν ἐξαγάγῃ πρὸς βρῶσιν; Ποῖος θὰ λύῃ τὴν διαφοράν;
§266Π. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Θὰ γεννήσῃ αὐτὸ πολλὰς δυσκολίας.
§267Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ. Διὰ τοῦτο ἐγὼ νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ δεχθῶμεν, ὅπως αἱ μεταφερόμεναι ἐλαῖαι ἀπὸ δήμου εἰς δῆμον μὴ ὑποχρεῶνται εἰς ἕτερον δασμόν. Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον παρέχομεν εἰς αὐτὰς ἀρκοῦσαν προστασίαν.
§268Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Αἱ ἐλαῖαι θεωροῦνται ὡς πρώτη ἀνάγκη, καὶ δὲν πληρώνουσιν εἰς κανένα δῆμον· ἀπαλλάσσονται δημοτικῶν δασμῶν.
§269Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ. Ἐν Πάτραις πληρώνουσιν.
§270Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Πολὺ κακῶς.
§271ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὅπως δήποτε ἔπρεπε νὰ ὑποβληθῇ μία τροπολογία ἐν καιρῷ. Ἤδη εὑρισκόμεθα ἐπὶ τοῦ συνόλου.
§272Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Ἐγὼ φρονῶ, ὅτι ἡ ἐπιθυμία τοῦ νὰ ἀπαλλάσσωνται ὅσον τὸ δυνατὸν βαρῶν αἱ ἐν μηχανικοῖς ἐργοστασίοις ἐκθλιβόμεναι ἐλαῖαι εἶναι εὔκολον νὰ ἐκπληρωθῇ, ἐὰν βεβαιῶται ποῖον μέρος ἐκ τῶν ἐκθλιβομένων ἐλήφθη ἐκ τοῦ δήμου, ἐν ᾧ ὑπάρχει τὸ ἐργοστάσιον,—ὅπερ εἶναι εὔκολον—διὰ δὲ τὸ ἐπὶ πλέον ἐκθλιβέν, τὸ ὁποῖον θὰ προέρχηται ἔξωθεν, ν’ ἀποδίδηται εἰς τὸν βιομήχανον ἕν λεπτὸν κατ’ ὀκᾶν.
§273ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ποῖος θὰ τὸ πληρώσῃ;
§274ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς τρίτην συζήτησιν.
§275Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἔκαμε μίαν δήλωσιν.
§276ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ σημειωθῇ εἰς τὰ πρακτικά.
§277ΧΑΡ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Παρακαλῶ νὰ σημειωθῇ, ὅτι ἡ δήλωσις ἐγένετο καὶ συναινέσει τῆς Βουλῆς.
§278ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ σημειωθῇ ὡς ἑρμηνεία. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ οἰκονομικῶν ἐπιθεωρητῶν». (Γίνεται δεκτὴ ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου ἄνευ ἀντιρρήσεως. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 1 καὶ 2, ὡς ἔχουσιν). Ἄρθρον 3 (ἀναγινώσκεται).
§279Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Δὲν νομίζετε, ὅτι εἶναι περιορισμός, ὅταν ἀπαιτῶμεν ἀπὸ τὸν χημικὸν νὰ ἔχῃ δίπλωμα τοῦ ἡμετέρου Πανεπιστημίου ἢ ἑνὸς τῶν ἐν Γαλλίᾳ ἢ Γερμανίᾳ τοιούτων;
§280Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Ἔπρεπεν νὰ ὑπάρχῃ αὐτὸς ὁ περιορισμὸς, διότι ὑπάρχουσί τινα Πανεπιστήμια, τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι ἄξια τοῦ ὀνόματος αὐτῶν.
§281Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Καὶ ἐγὼ θεωρῶ τὸν περιορισμὸν τοῦτον πολὺ αὐστηρόν. Νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ τεθῇ «ἢ οἱουδήποτε Πανεπιστημίου τῆς Εὐρώπης, καὶ κατόπιν δοκιμασίας εἰς τὸ ἰδικόν μας Πανεπιστήμιον»· ἢ νὰ καταργηθῇ τὸ προσὸν τοῦ διπλώματος τῶν ξένων Πανεπιστημίων, καὶ νὰ λαμβάνηται ὑπ’ ὄψιν μόνον τὸ ἰδικόν μας Πανεπιστήμιον.
§282Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Καὶ ἐγὼ φρονῶ, ὅτι μέγας περιορισμὸς εἶναι ἡ ἀπαίτησις τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου τούτου νὰ ἔχῃ διδάξει ὁ χημικὸς τὴν χημείαν ἔν τινι τῶν κατονομαζομένων ἐν τῷ ἄρθρῳ Σχολῶν.
§283Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Τοῦτο ἐννοεῖ, ὅτι παρέσχεν ἀποδείξεις τῶν γνώσεών του. Αὐτὸ, τὸ ὁποῖον περιέχει τὸ κείμενον τοῦ ἄρθρου, ὑπάρχει καὶ ἐν τῷ νόμῳ τοῦ 1899.
§284Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Δύναταί τις νὰ ἦναι ἐπιστήμων πολὺ καλὸς, χωρὶς νὰ ἔχῃ διδάξει εἰς καμμίαν Σχολὴν, νὰ ἦναι δὲ καλλίτερος πολὺ ἐκείνου, ὁ ὁποῖος ἐδίδαξεν ἐπὶ μίαν ἢ δύο ἡμέρας εἰς Στρατιωτικὴν ἢ Ναυτικὴν Σχολήν. Νὰ ὁρισθῇ τοὐλάχιστον ὁ χρόνος τῆς διδασκαλίας, διότι, ὡς ἔχει ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου, ἐνέχει τι τὸ προσωπικόν.
§285Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ ἔννοια τῆς διατάξεως εἶναι, ὅτι πρέπει νὰ ἔχῃ διδάξει ἐπὶ μίαν διδακτικὴν περίοδον.
§286Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ. Καλὸν εἶναι, κύριε Πρόεδρε, νὰ διαγραφῇ τὸ προσὸν αὐτὸ τῆς διδασκαλίας, διότι δύναται νὰ γείνῃ ἐμπόδιον εἰς καλὸν ἐπιστήμονα νὰ καταλάβῃ τὴν θέσιν ταύτην.
§287Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν ἔχω ἀντίρρησιν ν’ ἀπαλειφθῇ ἡ διάταξις περὶ τῆς ἐν Σχολῇ διδασκαλίας.
§288ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ἡ τελευταία περίοδος τοῦ ἄρθρου 3 διαγράφεται, καὶ οὕτω τὸ ἄρθρον τροποποιεῖται ὡς ἑξῆς: «Ἵνα διορισθῇ τις οἰκονομικὸς ἐπιθεωρητὴς, ἀπαιτεῖται νὰ ἔχῃ τὰ νενομισμένα διὰ τὸν βαθμὸν τῶν τμηματαρχῶν προσόντα. Ὁ χημικὸς ὅμως ἀπαιτεῖται νὰ ἔχῃ δίπλωμα τοῦ Ἐθνικοῦ Πανεπιστημίου ἢ ἑνὸς τῶν ἐν Γαλλίᾳ ἢ Γερμανίᾳ τοιούτων.» Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 3, ὡς ἐτροποποιήθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 4 (ἀναγινώσκεται).
§289Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Προτείνω νὰ προστεθῇ δεύτερον ἐδάφιον, ἔχον ὡς ἑξῆς: «Ἡ μετάθεσις τῶν οἰκονομικῶν ἐπιθεωρητῶν, τῶν ταμιῶν καὶ ἐφόρων πρώτης τάξεως εἰς ὁμοιόβαθμον ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Οἰκονομικῶν ἢ ἐν τῷ Γενικῷ Λογιστηρίῳ θέσιν τμηματάρχου ἐπιτρέπεται, ὡς καὶ ἡ προαγωγὴ αὐτῶν ἀπὸ τοῦ βαθμοῦ, ὃν εἶχον, εἰς θέσιν τμηματάρχου ἀνωτέρου βαθμοῦ, ἐὰν ἔχωσι τὰ πρὸς προβιβασμὸν τῶν τμηματαρχῶν ἀπαιτούμενα ὑπὸ τῶν νόμων προσόντα.» Ἡ διάταξις αὕτη σκοπεῖ νὰ παράσχῃ εἰς τὸν Ὑπουργὸν εὐκολίαν, ἐὰν ὑπάρξῃ κενὴ θέσις τμηματάρχου, νὰ λαμβάνῃ ἕνα ὁμοιόβαθμον ἐπιθεωρητὴν καὶ νὰ τὸν μεταθέτῃ εἰς τὴν κενὴν θέσιν· ἡ προαγωγὴ ὅμως αὐτοῦ πρέπει νὰ γίνηται κατὰ τὰς διατάξεις, αἱ ὁποῖαι ἰσχύουσι πρὸς προαγωγὴν τῶν τμηματαρχῶν τοῦ Ὑπουργείου.
§290ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ τροπολογία τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως θὰ τυπωθῇ καὶ θὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν κατὰ τὴν τρίτην συζήτησιν. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 4, ὡς ἔχει, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 5.
§291Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Τὸ ἄρθρον 5 προτείνω νὰ ἀπαλειφθῇ.
§292ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀντίρρησις ὡς πρὸς τὴν ἀπάλειψιν τοῦ ἄρθρου 5;
§293ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι.
§294ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀπαλείφεται τὸ ἄρθρον 5 τοῦ νομοσχεδίου, καὶ εἰς τὴν θέσιν αὐτοῦ ἔρχεται τὸ ἄρθρον 6. (Ἀναγινώσκεται τὸ κατὰ τὴν νέαν τάξιν ἄρθρον 5, καὶ γίνεται δεκτὸν ἄνευ ἀντιρρήσεως).
§295Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Προτείνω νὰ προστεθῇ ἄρθρον 6, ἔχον ὡς ἑξῆς: «Ἡ ἐπιθεώρησις καὶ ἐξέλεγξις τῶν μὴ ὑπαγομένων εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν συλλόγων, ἑταιρειῶν, καταστημάτων ἢ ταμείων γίνεται ὑπὸ τῶν οἰκονομικῶν ἐπιθεωρητῶν τῇ γραπτῇ ἐντολῇ ἢ ἀδείᾳ τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργοῦ, διαβιβαζομένῃ αὐτοῖς διὰ τοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργείου.»
§296ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ νὰ δοθῇ, ὅπως τυπωθῇ.
§297Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μάλιστα. Σᾶς τὸ δίδω.
§298Κ. ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, νομίζω, ὅτι δύναται τὸ νομοσχέδιον ὁλόκληρον νὰ ἀνατυπωθῇ, ὡς ἐτροποποιήθη, ὥστε νὰ τὸ ἔχωμεν εἰς τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν.
§299ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα. Ἔχει τις τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 6; Οἱ παραδεχόμενοι τὸ νέον ἄρθρον 6, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀναγινώσκονται εἶτα καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 7, 8 καὶ 9, ἄνευ ἀντιρρήσεως). Ἄρθρον 10 (ἀναγινώσκεται).
§300Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Προτείνω τὴν τροπολογίαν τοῦ ἄρθρου 10. Τὸ ἄρθρον 10 ἔχει οὕτω (ἀναγινώσκει): «Αἱ διατάξεις τοῦ νόμου ΒΧΛΔʹ τῆς 21 Ἰουλίου 1899, ὡς καὶ πᾶσα ἄλλη διάταξις ἀντικειμένη εἰς τὸν νόμον τοῦτον καταργεῖται». Ἀλλὰ προτείνω νὰ τροποποιηθῇ ὡς ἑξῆς: «Πᾶσα διάταξις ἀντικειμένη εἰς τὸν νόμον τοῦτον καταργεῖται». Ἑπομένως δὲν καταργεῖται ὁ νόμος τοῦ 1899, ἀλλὰ μόνον «πᾶσα διάταξις ἀντικειμένη εἰς τὸν νόμον τοῦτον», διότι ὁ νόμος τοῦ 1899 περιέχει καὶ διατάξεις ἀναγομένας εἰς τὰ καθήκοντα τῶν ἐπιθεωρητῶν.
§301ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 10, ὡς ἐτροποποιήθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς δευτέραν συζήτησιν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
§302Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Δὲν ἐπανερχόμεθα τώρα εἰς τὰ ἄλλας
§303Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Εἶναι τὸ περὶ Οἰκονομικῶν Ἐφοριῶν.
§304ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ δικαιοδοσίας, καταργήσεως καὶ καθορισμοῦ τοῦ προσωπικοῦ Οἰκονομικῶν τινων Ἐφοριῶν». (Ἀναγινώσκεται τὸ νομοσχέδιον τοῦτο καὶ γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον, εἰς δευτέραν συζήτησιν, ἄνευ ἀντιρρήσεως). Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τοῦ προσωπικοῦ τοῦ Ἐθνικοῦ Τυπογραφείου».
§305Ν. ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν θέλω εἰς τὰς λεπτομερείας τῶν καταργήσεων τῶν θέσεων ἢ τὰς αὐξήσεις ἢ ἐλαττώσεις τῶν μισθῶν νὰ ἐπεμβῶ. Ἕν μόνον νομίζω, ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ εἴπω, ὅπως ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τοῦ ἀξιοτίμου κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως καὶ Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι δηλαδὴ εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως ὑπάρχει μία παρακράτησις, ἡ ὁποία πρέπει νὰ λείψῃ. Ἡ παρακράτησις αὕτη εἶναι περὶ τὴν σύνταξιν τῶν πινάκων, διότι καταντῶμεν νὰ φθάνωμεν εἰς τὸ τέλος τοῦ ἑπομένου ἔτους, χωρὶς νὰ ἔχωμεν τοὺς πίνακας τῶν περιεχομένων τοῦ προηγουμένου ἔτους.
§306Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἔχετε πληρέστατον δίκαιον. Ἐγὼ ὁ ἴδιος, καὶ ὡς πολίτης ἰδιωτεύων καὶ ὡς Ὑπουργός, ἔχω τὸ αὐτὸ παράπονον, διότι οἱ πίνακες τῶν περιεχομένων ἐν τοῖς φύλλοις τοῦ ἔτους δημοσιεύονται μετὰ 18 μῆνας, ἢ καὶ μετὰ 2 ἔτη. Λοιπὸν ἔδωκα αὐστηροτάτας παραγγελίας, καὶ θέλω ἀναγκασθῆ ἴσως νὰ μετέλθω αὐστηροτάτην ἀπαίτησιν, διὰ νὰ κατορθώσῃ νὰ γείνῃ ἐνήμερον τὸ γραφεῖον. Σημειώσατε δέ, ὅτι ὁ ἐπιτετραμμένος τὴν ἐργασίαν ταύτην εἶναι ὑπάλληλος μόνιμος, ὁ ὁποῖος δὲν ἀπελύθη ἀπὸ 10 ἐτῶν, καὶ ὅμως δὲν κατορθώνει νὰ ἦναι ἐνήμερος· ἠπείλησα δὲ, ὅτι θὰ μετέλθω αὐστηρότατα μέτρα, ἴσως δὲ καὶ εἰς τὴν ἀντικατάστασιν αὐτοῦ θέλω προβῆ, ἂν δὲν ἐπέλθῃ διόρθωσις, διότι καθίσταται ἄχρηστος ἡ Ἐφημερὶς τῆς Κυβερνήσεως ἄνευ τῶν πινάκων.
§307Κ. ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Ἐὰν δὲν ἐπαρκῆ, ἂς προστεθῇ καὶ βοηθός.
§308Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐπαρκεῖ.
§309Ν. ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς ἕκαστον φύλλον δύναται νὰ λαμβάνῃ σημειώσεις, ὥστε μετὰ μίαν ἑβδομάδα ἀπὸ τοῦ τέλους τοῦ ἔτους νὰ δημοσιεύηται ὁ πίναξ.
§310Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Διὰ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ δὲν ἐπέρχεται ἐλάττωσις ἐξόδων· προστίθενται ἔξοδα 6,500 δραχμῶν, ἀλλὰ θέλει ἀφαιρεθῆ ἀπὸ τὸν προϋπολογισμὸν τῆς Βουλῆς ποσὸν δρ. 9,000, τὸ ὁποῖον δαπανᾶται εἰς τύπωσιν τῶν ἐστενογραφημένων πρακτικῶν τῆς Βουλῆς, διότι κατὰ τὸν τρόπον τῆς ἐκτυπώσεως ἐν ἰδιωτικοῖς τυπογραφείοις καταντᾷ νὰ μὴ ἐκτυπῶνται ποτὲ τὰ πρακτικά. Ἀκόμη κατὰ τὴν στιγμὴν ταύτην, κατὰ τὴν ὁποίαν ὁμιλοῦμεν, μᾶς λείπουν τὰ πρακτικὰ τῶν δύο τελευταίων Συνόδων. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι εἶναι καλλίτερον νὰ προσθέσωμεν 6500 δραχμάς, νὰ ἔχωμεν οἰκονομίαν 2500 δραχμῶν, καὶ νὰ ἐκτυπῶνται ἐγκαίρως. Ἀλλ’ ἡ κυρία βραδύτης τῆς ἐκτυπώσεως τῶν πρακτικῶν εἶναι μία, τὴν ὁποίαν εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ εἴπω ἐν τῇ αἰθούσῃ—ἐλπίζω νὰ μὴ τὴν ἀκούσῃ κανεὶς ἄλλος (ἱλαρότης), — ὅτι οἱ κύριοι Βουλευταὶ δὲν διορθοῦσι τοὺς λόγους των ἐγκαίρως. Ὁ Θιέρσος, Κύριοι, ὅτε ἦτο μέλος τοῦ Κοινοβουλίου τοῦ Γαλλικοῦ, καὶ τοῦ νομοθετικοῦ Σώματος καὶ τῶν Βουλῶν ἐπὶ Λουδοβίκου Φιλίππου, μετέβαινεν εἰς τὸ Γραφεῖον τοῦ «Moniteur Universel», καὶ διέθετε τὸν χρόνον μέχρι τῆς 2 μετὰ τὸ μεσονύκτιον, ὅπως διορθώνῃ τοὺς λόγους του. Ἡμεῖς δὲν ἔχομεν αὐτὴν τὴν φιλοπονίαν, καὶ ἕνεκα τούτου ἐπέρχεται ἡ βραδύτης.
§311Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, μίαν φιλικὴν μόνον σύστασιν ἔχω ὡς πρὸς τὸν στερεοτύπην γαλβανοπλάστην. Αὐτὸς κατὰ τὸ 1896, ὅτε συνεζητεῖτο πάλιν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ νομοσχέδιον ἀφορῶν τὸ προσωπικὸν τοῦ Ἐθνικοῦ Τυπογραφείου, ἐλάμβανεν 140 δραχμὰς μηνιαῖον μισθόν. Τότε δὲ ὁ κύριος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶχε τὴν καλωσύνην ν’ ἀποδεχθῇ αὔξησιν τοῦ μισθοῦ αὐτοῦ, διότι εἶναι παλαιὸς τεχνίτης, δεδοκιμασμένος, ἐργαζόμενος ἐπὶ 20 ἔτη. Ἤδη παρατηρῶ, ὅτι τὸν μισθόν του τὸν καταβιβάζουν πάλιν εἰς 140 δραχμάς.
§312Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Βεβαιωθῆτε, ὅτι δὲν γνωρίζω κανένα· προσεκάλεσα τὸν ἐργοστασιάρχην τοῦ Ἐθνικοῦ Τυπογραφείου καὶ τὸν Διευθυντὴν τοῦ Ἐθνικοῦ Τυπογραφείου καὶ εἶπον αὐτοῖς: «ἀπαιτῶ ἀπὸ σᾶς νὰ ἔχω τὴν ἐκτύπωσιν τῶν ἐστενογραφημένων πρακτικῶν τῆς Βουλῆς ἐντὸς βραχυτάτου χρόνου»· εἶπον εἰς αὐτοὺς νὰ ἀναλάβωσι τὴν εὐθύνην, θέλω δὲ παράσχει τὰ ἀναγκαῖα μέσα, ἀλλὰ ταῦτα νὰ μὴ ὑπερβαίνωσι τὴν δαπάνην, ἡ ὁποία γίνεται σήμερον. Πρὸς τοιοῦτον σκοπὸν μοὶ κατήρτισαν τὸ προσωπικὸν τοῦ Ἐθνικοῦ Τυπογραφείου, ὅπερ ἐπρότεινα εἰς τὴν Βουλήν.
§313Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπειδὴ ὅμως παρατηρῶ, ὅτι αὐξάνει, πολὺ δικαίως, ὁ μισθὸς τῶν πιεστῶν καὶ χαρτοθετῶν, εἶναι ἄδικον νὰ καταβιβασθῇ ὁ μισθὸς τοῦ γαλβανοπλάστου.
§314Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν γνωρίζω τίποτε· ἀγνοῶ, ἂν εἶναι δίκαιον ἢ ἄδικον.
§315Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Ἐὰν ἦναι γέρων ὁ γαλβανοπλάστης, θὰ ἔλθῃ αὔριον ἄλλος νέος.
§316ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου εἰς δευτέραν συζήτησιν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 1 (ἀναγινώσκεται). Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 1 ὑπάρχει τροπολογία τοῦ κυρίου Καλλιφρονᾶ, ἥτις θὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν κατὰ τὴν τρίτην συζήτησιν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 1, ὡς ἔχει. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ λοιπὰ ἄρθρα, ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς βʹ συζήτησιν). Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ καταργήσεως καὶ συστάσεως τελωνειακῶν θέσεων».
§317Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Εἰς τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ ἐπρότειναν τροπολογίας ὁ ἐξ Ἰθάκης βουλευτὴς κύριος Καλλίνικος, ὁ ἐκ Κέας κ. Ρώτας καὶ ὁ ἐξ Ἐπιδαύρου Λιμηρᾶς κ. Στελλάκης. Εἶναι ἔτι μία, ἡ τοῦ κ. Λάππα, τῆς ὁποίας τὴν ἀνάγκην ἀναγνωρίζω· προτείνει τὴν κατάργησιν τοῦ ὑποτελωνείου Ἀντικύρας, καὶ τὴν σύστασιν ἑνὸς σταθμοῦ εἰς τὴν παραλίαν Διστόμου καὶ ἑτέρου εἰς τὴν Ἀντίκυραν, διὰ νὰ ἦναι καὶ εἰς τὴν Ἀντίκυραν καὶ εἰς τὸ Δίστομον. Πρέπει νὰ ληφθῇ πρόνοια περὶ τοῦ σταθμοῦ Διστόμου, διότι ἡ Μονὴ τοῦ Ὁσίου Λουκᾶ θὰ προκαλέσῃ μεγαλειτέραν συγκοινωνίαν.
§318ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου εἰς δευτέραν συζήτησιν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 1 (ἀναγινώσκεται).
§319Π. ΣΑΚΚΗΣ. Ἡ τελωνειακὴ ὑπηρεσία συνέστησε πολλάκις τὴν ἀνάγκην μεταβολῶν τινων ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ, ἐξ ἧς ἐκλέγομαι, διότι ἐπέβαλλον τοῦτο τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου. Ἀλλὰ δυστυχῶς ἡ ὑπηρεσία αὕτη ἀγνοεῖ τὸν τρόπον, δι’ οὗ ἠδύνατο νὰ βελτιωθῇ ἡ ὑπάρχουσα κατάστασις. Ἐνεργεῖται λαθρεμπόριον παρὰ τὰ παράλια τὰ Μεσσηνιακὰ καὶ Λακωνικὰ, ὡς καὶ μεταξὺ Κρήτης καὶ Πρεβέζης. Κυρίως δ’ ἐνεργεῖται παρὰ τὰς νήσους Οἰνούσας. Καίτοι δὲ ἐκεῖ ὑπάρχει λιμὴν φυσικὸς, ὁ ὁποῖος δύναται νὰ περιλάβῃ ἑκατοντάδας πλοίων, οὐδεμία Κυβέρνησις ἐμερίμνησε νὰ συστήσῃ ἐκεῖ ἔστω καὶ ἁπλοῦν τελωνοφυλακεῖον, καὶ διὰ τοῦτο καθ’ ἑκάστην βλέπομεν καταγγελίας, ὅτι ποιμένες εἶναι προστάται λαθρεμπορίων· τὰ ἀτμόπλοια τὰ προσορμιζόμενα εἰς τὸν λιμένα Πόρτο–Λόγκου, ἐπὶ τῆς νήσου Σαπιέντσας, ἀποβιβάζουσιν ἐλευθέρως διάφορα εἴδη, ὑποκείμενα εἰς τελωνιακὸν δασμὸν, χωρὶς οὐδεὶς νὰ τὰ ἐξελέγξῃ, καὶ πλεῖστα ἄλλα ἄτοπα συμβαίνουσι καὶ εἰς βάρος τοῦ Δημοσίου καὶ πρὸς βλάβην τῆς δημοσίας ὑγείας. Διὰ τοῦτο καὶ αὖθις συνιστῶ τὴν ἐγκαθίδρυσιν τελωνειακῶν τινων ἀρχῶν ἐν Πυλίᾳ, ἐπιβαλλομένην ὑπ’ αὐτῶν τῶν συμφερόντων τοῦ Κράτους, καὶ παρακαλῶ νὰ δεχθῇ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ συμπεριληφθῇ ἐν τῷ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίῳ: αʹ) ἡ σύστασις τελωνειακοῦ φυλακείου ἐν Πόρτο– Λόγκῳ τῆς νήσου Σαπιέντσας, βʹ) ἡ σύστασις ἑτέρου τοιούτου ἐν Ταβέρνᾳ τοῦ δήμου Μεθώνης, γʹ) ἡ κατάργησις τοῦ τελωνοσταθμάρχου Γιαλόβης καὶ ἡ ἀντικατάστασις αὐτοῦ διὰ τελωνειακοῦ φυλακείου, δʹ) ἡ μετονομασία τοῦ τελωνοσταθμαρχείου Λογκᾶς εἰς τοιοῦτον Λογκᾶς καὶ Νέας Κορώνης, καὶ ἡ προαγωγὴ τοῦ ὑποτελωνείου Κορώνης εἰς πρώτης τάξεως τοιοῦτον, καὶ τοῦ τελωνοσταθμαρχείου Μεθώνης εἰς ὑποτελωνεῖον γʹ τάξεως. Ὑποβάλλω καὶ ἐγγράφως τὴν σχετικὴν τροπολογίαν, ἵνα ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν εἰς τὴν τρίτην συζήτησιν.
§320ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 339).
§321Ν. ΓΟΥΛΙΜΗΣ. Κατὰ τὸ πρῶτον ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου τὸ τρίτης τάξεως τελωνεῖον Βονίτσης ὑποβιβάζεται εἰς ὑποτελωνεῖον δευτέρας τάξεως, καὶ ὑπάγεται εἰς τὸ ἀπὸ πρώτης τάξεως ὑποτελωνεῖον Καρβασαρᾶ εἰς τελωνεῖον τρίτης τάξεως προαγόμενον. Διὰ τίνας λόγους ὑποβιβάζεται τὸ τελωνεῖον Βονίτσης εἰς ὑποτελωνεῖον δευτέρας τάξεως καὶ ὑπάγεται εἰς τὸ τελωνεῖον Καρβασαρᾶ ὡς καὶ τὰ τελωνοσταθμαρχεῖα Ἀκτίου καὶ Ζαβέρδας; Καὶ ὡς ἀντιπρόσωπος τῶν μερῶν ἐκείνων καὶ ὡς γνώστης τῶν μερῶν ἐκείνων, νομίζω ὅτι τὰ δημόσια συμφέροντα δὲν προστατεύονται διὰ τῆς μεταβολῆς ταύτης. Ἡ Βόνιτσα κεῖται σχεδὸν εἰς τὸ στόμιον τοῦ Ἀμβρακικοῦ κόλπου, εἶναι δὲ γνωστόν, ὅτι τὸ λαθρεμπόριον ἐκεῖ γίνεται περὶ τὸ Ἄκτιον, διότι εἶναι μικρὰ ἡ ἀπόστασις ἀπὸ τῆς Πρεβέζης. Ἑπομένως νομίζω, ὅτι μᾶλλον τὴν προαγωγὴν τοῦ τελωνείου Βονίτσης ἀπαιτοῦσι τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου, διὰ νὰ ἔχωμεν ὑπαλλήλους ἀνωτέρας περιωπῆς, καὶ οὐχὶ τὸν ὑποβιβασμὸν αὐτοῦ, ὅτε οἱ ὑπάλληλοι θὰ ἦναι ὑποδεεστέρας ἀξίας. Χάριν λοιπὸν τῶν δημοσίων συμφερόντων, φρονῶ ὅτι, ἐὰν δὲν ἦναι ἐφικτὴ ἡ προαγωγὴ τοῦ εἰρημένου τελωνείου, τοὐλάχιστον πρέπει νὰ μείνῃ ὡς ἔχει, καὶ οὐχὶ νὰ ὑποβιβασθῇ. Ἐκτὸς δὲ τούτου, ὡς πρὸς τὸ τελωνοσταθμαρχεῖον Ἀκτίου, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρχῃ ἐπιτήρησις ἀπὸ τὸν τελώνην Καρβασαρᾶ εἰς τὸ τελωνοσταθμαρχεῖον Ἀκτίου, τὸ ὁποῖον ἀπέχει 15 ὥρας; Νομίζω, ὅτι ὁ εἰσαγαγὼν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν δὲν ἐγνώριζε καλῶς τὰ πράγματα.
§322Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἐπὶ τοῦ προκειμένου, τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ εἶναι τὸ πόρισμα τῆς μελέτης τοῦ ἁρμοδίου τμηματάρχου, ὅστις ἐπεσκέφθη ὅλα ἐκεῖνα τὰ μέρη, καὶ ὁ ὁποῖος εἶναι εἰδικώτερος ἐμοῦ. Οὗτος ἐνόμισεν, ὅτι οὕτως ἦτο δυνατὸν νὰ ἐνασκηθῇ καλλιτέρα ἐπιτήρησις.
§323Ν. ΓΟΥΛΙΜΗΣ. Ὁ Καρβασαρᾶς κεῖται εἰς τὸν μυχὸν τοῦ Ἀμβρακικοῦ, ἡ δὲ Βόνιτσα εἰς τὸ στόμιον· λοιπὸν εἶναι δυνατὸν τὸ εἰς τὸ στόμιον τοῦ Ἀμβρακικοῦ γινόμενον λαθρεμπόριον νὰ ἐπιτηρῆται ἀπὸ τὸν μυχὸν αὐτοῦ; Ἐγὼ ὁμιλῶ ὑπὲρ τῶν συμφερόντων τοῦ Δημοσίου, διότι οὐδὲν συμφέρον ἔχω ἀτομικόν. Ἂν θέλητε νὰ παύσῃ τὸ λαθρεμπόριον, εἰς τὸ Ἄκτιον πρέπει νὰ ἐπιστήσητε τὴν προσοχήν σας. Τὸ σιγαρόχαρτον εἰσάγεται ἀπὸ τὸ στόμιον τοῦ Ἀμβρακικοῦ κόλπου. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς θὰ ἔκαμνε πολὺ καλὰ ν’ ἀφήσῃ τὰ πράγματα ὅπως ἔχουν, καὶ νὰ ἐξετάσῃ ἀκριβέστερον· ἔχω δὲ πεποίθησιν, ὅτι θέλει πεισθῆ, ὅτι ἐγὼ ὑποστηρίζω διὰ τῆς γνώμης μου ταύτης περισσότερον τὸ συμφέρον τοῦ Δημοσίου.
§324Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν ἀμφισβητῶ τὴν ἀγαθὴν ὑμῶν προαίρεσιν, ὅτι ὁμιλεῖτε οὕτω πρὸς καταστολὴν τοῦ λαθρεμπορίου. Ἀλλ’ ὅταν τοιαύτην γνώμην μοὶ δίδῃ ὁ ἁρμόδιος τμηματάρχης, ὁ ὁποῖος καὶ αὐτὸς μοὶ λέγει, ὅτι τὸ συμφέρον τοῦ δημοσίου ταμείου ἀπαιτεῖ νὰ γένηται ἡ προαγωγὴ τοῦ τελωνείου Καρβασαρᾶ, ὑποθέτω ὅτι καὶ αὐτὸς ἔχει ἀγαθὴν προαίρεσιν, μὲ περισσοτέραν εἰδικότητα, χωρὶς νὰ μειωθῇ ποσῶς ἡ ὑπόληψις, τὴν ὁποίαν ἔχω εἰς τὸ ἄτομόν σας.
§325Κ. ΧΑΛΚΙΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὸν δῆμον Λαρύμνης, ὅπου καὶ ἡ ἀρχαία Λάρυμνα, ἐργάζεται μία ἑταιρεία, μεταφέρουσα ἐκμεταλλεύματα. Ἐκεῖ ὑπάρχει μόνον εἷς τελωνοφύλαξ. Ἐπειδὴ αἱ ἐργασίαι ηὔξησαν, καὶ ἐργάται περισσότεροι ἐργάζονται, ἑτέρα δὲ ἑταιρεία ἐπελήφθη τοῦ ἔργου, ἐκ τούτου δὲ γίνεται κίνησις μεγαλειτέρα, προτείνω νὰ συσταθῇ τελωνοσταθμαρχεῖον ἀντὶ φυλακείου. Ὑπέδειξα τοῦτο καὶ εἰς τὸν ἁρμόδιον τμηματάρχην, ὅστις παρεδέχθη τὴν γνώμην μου ὡς ὀρθήν· ὑποβάλλω δὲ περὶ τούτου καὶ τροπολογίαν, ἵνα ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν εἰς τὴν τρίτην συζήτησιν.
§326ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 340.)
§327Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐν τῷ πρώτῳ ἐδαφίῳ τῆς πρώτης παραγράφου τοῦ ἄρθρου 1 ἀναφέρεται ὅτι καταργοῦνται δύο θέσεις ἀποθηκαρίων τελωνείων. Ποῖαι εἶναι αἱ θέσεις αἱ καταργούμεναι; εἶναι ὡρισμέναι;
§328Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Θέλουσι προσδιορισθῆ.
§329Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι γνωστὸν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν, ποῖαι εἶναι αἱ πλεονάζουσαι θέσεις καὶ ἑπομένως περιτταί;
§330Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν εἶναι γνωστὸν ἀκόμη. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 1, ὡς ἔχει. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ λοιπὰ ἄρθρα, ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς δευτέραν συζήτησιν).
§331ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τῆς προτάσεως νόμου «περὶ ἐξομοιώσεως τῆς ἐκ τοῦ δήμου Κραθίδος τῶν Καλαβρύτων καὶ τοῦ δήμου Ἐρινεοῦ τῶν Πατρῶν παραγομένης σταφίδος μὲ τὴν ἐκ τῆς ἐπαρχίας Αἰγιαλείας παραγομένην, καὶ ἐφαρμογῆς καὶ ὡς πρὸς αὐτὴν τοῦ τρίτου ἐδαφίου τοῦ ἄρθρου 2 τοῦ ͵ΒΜΕʹ νόμου τοῦ 1892». Ὁ κύριος Καλαντζόπουλος ὑποβάλλει τροπολογίαν, ἣν θὰ ἀναπτύξῃ.
§332Ι. Κ. ΚΑΛΑΝΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Διὰ τῆς τροπολογίας μου ζητῶ νὰ προστεθῇ βʹ ἐδάφιον, δι’ οὗ νὰ ὁρισθῇ εἰδικὸν σῆμα διὰ τὴν σταφίδα τῆς Ναυπακτίας.
§333Δ. Π. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Τί λέγει ὁ νόμος;
§334ΑΛΕΞ. ΦΩΤΗΛΑΣ. Εἰς τὸν σταφιδόκαρπον τίθεται τὸ σῆμα τῆς ἐπαρχίας, ἐξ ἧς οὗτος προέρχεται. Ἐξαίρεσις γίνεται διὰ τὴν Κραθῖδα, ὅπως λάβῃ τὸ σῆμα τοῦ Αἰγίου.
§335Ι. Κ. ΚΑΛΑΝΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ σταφὶς τῆς Ναυπακτίας, ὑπὸ ἔποψιν ποιότητος, ἔρχεται μετὰ τὴν τοῦ Αἰγίου. Συνεπῶς ἀξιῶ νὰ προστεθῇ ἴδιον ἐδάφιον, δι’ οὗ νὰ ὁρισθῇ εἰδικὸν σῆμα, ὥστε οἱ ἔμποροι νὰ ὑποχρεῶνται νὰ διασκευάζωσιν ἐπιτοπίως τὸ ἐμπόρευμα εἰς τὰ κιβώτια καὶ νὰ ἐπιθέτωσιν ἴδιον σῆμα.
§336Δ. Π. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Ὁ νόμος περὶ σημάτων ἔχει τὰς ἑξῆς διαιρέσεις· ὁρίζει ὅτι διὰ πᾶσαν σταφίδα εἶναι ὑποχρεωμένος ὁ ἐξάγων νὰ σημαίνῃ τὸν τόπον τῆς προελεύσεως, καὶ ὄχι ἄλλον· εἰδικῶς δὲ διὰ τὴν ἐπαρχίαν Αἰγιαλείας ὁρίζεται, ὅτι δὲν δύναται νὰ ἐξαχθῇ ἡ ἐξ Αἰγίου σταφὶς φέρουσα τὴν ἐπισήμανσιν «Βοστίτσα», εἰμὴ μόνον ὅταν διασκευάζηται ἐν Αἰγίῳ.
§337Ι. Κ. ΚΑΛΑΝΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅταν διασκευασθῇ, μεταφέρεται.
§338ΑΛΕΞ. ΦΩΤΗΛΑΣ. Εἶναι ἀδύνατον νὰ ὑποχρεώσητε τοὺς ἐμπόρους νὰ διασκευάζωσι τὴν σταφίδα ἐν Ναυπακτίᾳ.
§339Δ. Π. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Δὲν προτιμᾶτε νὰ κάμητε σχετικὴν μελέτην τοῦ νόμου περὶ σημάτων καὶ νὰ προτείνητε τὴν τροπολογίαν εἰς τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν;
§340Ι. Κ. ΚΑΛΑΝΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα.
§341ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ τροπολογία τοῦ κυρίου Καλαντζοπούλου θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 341). (Γίνεται δεκτὴ ἡ ἀνωτέρω πρότασις νόμου, κατ’ ἀρχὴν καὶ ἄρθρον μόνον, εἰς βʹ συζήτησιν). Πρώτη συζήτησις τῆς προτάσεως νόμου «περὶ διαθέσεως 3000 δραχμῶν ἐκ τῶν κεφαλαίων τῆς δημοτικῆς ὁδοποιΐας τοῦ δήμου Ὑσιῶν τῆς ἐπαρχίας Ἄργους πρὸς κατασκευὴν ὑδραγωγείου ἐν τῇ πρωτευούσῃ τοῦ ἐν λόγῳ δήμου». (Ἀναγινώσκεται καὶ ἡ πρότασις νόμου αὕτη καὶ γίνεται δεκτή, κατ’ ἀρχὴν καὶ ἄρθρον μόνον, εἰς ά συζήτησιν, ἄνευ ἀντιρρήσεως.) Πρώτη συζήτησις τῆς προτάσεως νόμου «περὶ ἀρδεύσεως τοῦ Ἀργολικοῦ πεδίου». Ἐπὶ ταύτης ὑποβάλλουσι τροπολογίαν οἱ βουλευταὶ Κορινθίας κ. κ. Γκράβας, Ζούζουλας καὶ Σπυρ. Δεληγιάννης. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ, ἵνα ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν κατὰ τὴν δευτέραν συζήτησιν. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 342). (Γίνεται δεκτὴ καὶ ἡ πρότασις νόμου αὕτη, κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον, εἰς αʹ συζήτησιν, ἄνευ ἀντιρρήσεως). Πρώτη συζήτησις τῆς προτάσεως νόμου «περὶ ὑποχρεωτικῆς συμμετοχῆς τῶν δημοσίων λειτουργῶν εἰς τὸ Μετοχικὸν Ταμεῖον τῶν πολιτικῶν ὑπαλλήλων».
§342Κ. ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Νὰ ψηφισθῶσιν αἱ ταχυδρομικαὶ συμβάσεις εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν.
§343ΠΑΝ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Αὐτὸ μόνον μένει, κύριε Πρόεδρε.
§344ΧΑΡΙΛ. ΤΖΑΝΝΕΤΑΚΗΣ. Διὰ τὸ ὑπ’ ἀριθμὸν 58 δὲν ὑπάρχει ἀντίρρησις.
§345Π. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Τὸ περὶ Μετοχικοῦ Ταμείου δὲν ἔχει συζήτησιν.
§346Κ. ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Ἔχει συζήτησιν.
§347Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Εἶναι ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἔχει σπουδαιότητα.
§348Κ. ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Μόνον αἱ συμβάσεις νὰ ψηφισθῶσι.
§349Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὰς συμβάσεις λοιπόν.
§350Π. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Διατί;
§351Κ. ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Δὲν θέλω νὰ περάσῃ ἐγώ.
§352Π. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Πολὺ καλά!
§353ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ὑπ’ ἀριθμὸν 29.
§354ΧΑΡΙΛ. ΤΖΑΝΝΕΤΑΚΗΣ. Καὶ τὸ ὑπ’ ἀριθμὸν 58, κύριε Πρόεδρε, ἤτοι ἡ πρώτη συζήτησις τῆς προτάσεως νόμου «περὶ χορηγίας ἀδείας εἰς τὴν Λιμενικὴν Ἐπιτροπὴν Γυθείου πρὸς συνομολόγησιν δανείου ὑπὸ τοῦ οἰκείου δήμου πρὸς ὕδρευσιν τῆς πόλεως». Δὲν ὑπάρχει ἀντίρρησις.
§355Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Ἕν ἄρθρον εἶναι, δύο λέξεις.
§356ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Αἱ συμβάσεις πρῶτον.
§357ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν τὸ ὑπ’ ἀριθ. 33.
§358Λ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸ ὑπ’ ἀριθμὸν 117 δὲν ἔχει συζήτησιν καμμίαν (θόρυβος). Σᾶς παρακαλῶ πολύ, Κύριοι· δὲν ἔχει συζήτησιν διόλου.
§359Κ. ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, νὰ ἀναγνωσθῶσιν αἱ συμβάσεις πρῶτον (θόρυβος).
§360ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σᾶς παρακαλῶ, Κύριοι, κάμετε ἡσυχίαν.
§361Λ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, παρακαλῶ (θόρυβος).
§362ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐὰν ἐξακολουθήσητε οὕτω, θ’ ἀναγκασθῶ νὰ λύσω τὴν συνεδρίασιν.
§363Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὄχι! Τὰς συμβάσεις, παρακαλῶ.
§364ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν θέλετε νὰ ψηφισθῶσιν αἱ συμβάσεις;
§365Κ. ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Βεβαίως.
§366ΧΑΡΙΛ. ΤΖΑΝΝΕΤΑΚΗΣ. Τὸ περὶ ὑδρεύσεως τῆς πόλεως Γυθείου πρῶτον.
§367ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρῶτον αἱ συμβάσεις καὶ δεύτερον τὸ περὶ ὑδρεύσεως τοῦ Γυθείου. Ἐὰν θέλητε νὰ ψηφισθῶσιν αἱ συμβάσεις, καλῶς· εἰδεμή, νὰ λύσω τὴν συνεδρίασιν.
§368Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Φαίνεται, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἐπιθυμία ἄλλοθεν νὰ ψηφισθῇ, καὶ διὰ τοῦτο καλλίτερον νὰ λύσωμεν τὴν συνεδρίασιν.
§369Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ποῖον εἶναι τὸ νομοσχέδιον αὐτό;
§370ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ περὶ ὑδρεύσεως τῆς πόλεως Γυθείου, Ἀλλὰ δὲν πρόκειται νὰ ψηφισθῇ ἄνευ συζητήσεως, διότι πρόκειται περὶ 20,000 δραχμῶν κατ’ ἔτος.
§371ΧΑΡΙΛ. ΤΖΑΝΝΕΤΑΚΗΣ. Ἂς συζητηθῇ κατὰ τὴν δευτέραν ἀνάγνωσιν. Δὲν ἐννοοῦμεν νὰ ψηφισθῇ ἄνευ συζητήσεως (θόρυβος).
§372ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρα 1 μετὰ τὸ μεσονύκτιον).