1903.03.27
2,214 rows · 16,667 words · 210 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 58
τῆς 27 Μαρτίου 1903.
(Πέμπτη).
(Προεδρεύοντος τοῦ Προέδρου κ. Δημ. Ράλλη).
(Γενομένης ἀπαρτίας ὥρᾳ 5 καὶ 20′ μ. μ. ἀναγινώσκονται καὶ ἐγκριθέντα ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ κάτοικοι τοῦ χωρίου Καλυδώνας τοῦ δήμου Ἀρήνης δι’ ἀναφορᾶς των πρὸς τὴν Βουλὴν παρακαλοῦσι ν’ ἀποσταλῇ μηχανικὸς πρὸς μελέτην καὶ λῆψιν τῶν καταλλήλων μέτρων πρὸς προστασίαν τοῦ κινδυνεύοντος χωρίου των ἐκ τῆς πλημμύρας τοῦ διασχίζοντος αὐτὸ χειμάρρου καὶ τῆς καθιζήσεως τοῦ ἐδάφους.
§2Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Καὶ κατὰ τὴν προπαρελθοῦσαν συνεδρίασιν ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ἀνακοινώσω εἰς τὴν Βουλὴν καὶ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν τὸ δυστύχημα, τὸ ὁποῖον ἐπισυνέβη εἰς τὸ χωρίον Καλυδώνα. Ἔχω τὴν ὑποχρέωσιν νὰ εἴπω, ὅτι τὸ χωρίον τοῦτο εἶναι ἓν ἐκ τῶν πυκνότερον κατῳκημένων ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Ὀλυμπίας, εἶναι δὲ χωρίον, τὸ ὁποῖον παράγει περὶ τὰ 3 ἑκατομμύρια λίτρας σταφιδοκάρπου, καὶ κατοικεῖται ἀπὸ 1200 ψυχάς· ἀλλὰ δυστυχῶς τὸ χωρίον κεῖται ἐπὶ τοῦ πρανοῦς ἑνὸς λόφου, φαίνεται δέ, ὅτι ἕνεκα τῆς γεωλογικῆς καταστάσεως καὶ τῆς γεωλογικῆς διαμορφώσεως τοῦ ἐδάφους ἐσχηματίσθησαν ῥήγματα, τὰ ὁποῖα ἐκ τῶν σεισμῶν τοῦ 1886 ἐγένοντο μεγαλείτερα· ἕνεκα δὲ τῶν τελευταίων βροχῶν, — διότι φαίνεται ὅτι ἔβρεξεν ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Ὀλυμπίας ἐπὶ πολλὰς ἡμέρας,— ἐσχηματίσθησαν χείμαρροι, οἱ ὁποῖοι παρέσυραν τὰ χώματα, καὶ ἐγένοντο καθιζήσεις. Ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ παρουσιασθῶ ἤδη ἐνώπιον τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἔσχε τὴν καλωσύνην νὰ μὲ διαβεβαιώσῃ, ὅτι θέλει διατάξει τὸν Διευθυντὴν τῶν δημοσίων ἔργων νὰ στείλῃ εἰς Καλυδώνα μηχανικόν, ὅστις ἐπιτοπίως νὰ ἐξετάσῃ τὰ τοῦ ζητήματος. Ἀλλὰ θέλω παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ μὴ ἀρκεσθῇ εἰς τὴν ἀποστολὴν μόνον μηχανικοῦ, ὁ ὁποῖος θὰ ἐπισκοπήσῃ τὰ ἐκεῖ συμβάντα καὶ τὰ τῆς καταρρεύσεως τῶν οἰκιῶν, ἀλλ’ εἰ δυνατόν, ν’ ἀποσταλῇ καὶ εἰδικός τις γεωλόγος, ὅστις νὰ ἐξετάσῃ γεωλογικῶς τὸ γεγονός, καὶ ἂν ὑπάρχῃ φόβος καθιζήσεως τοῦ χώρου ἐκείνου, νὰ εἰδοποιηθῶσιν οἱ κάτοικοι νὰ μετοικήσωσι.
§3ΚΥΡ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ὡς καὶ ἰδιαιτέρως ἀνεκοίνωσα πρὸς τὸν κ. συνάδελφον, ἔσπευσα νὰ διατάξω, ὅπως μεταβῇ ἐπὶ τόπου εἷς μηχανικὸς καὶ ἐξετάσῃ τὰ τῆς ὑποθέσεως ταύτης. Νομίζω ὅτι πρέπει ν’ ἀναμείνωμεν τὴν ἔκθεσιν τοῦ μηχανικοῦ, καὶ κατόπιν νὰ σκεφθῶμεν, ἂν εἶναι ἀνάγκη νὰ στείλωμεν καὶ εἰδικὸν ἐπιστήμονα, ὅπως ἐξετάσῃ τὸ πρᾶγμα.
§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ σιγαροποιοὶ καὶ καπνοκόπται Ἀγρινίου δι’ ἀναφορᾶς των πρὸς τὴν Βουλὴν παρακαλοῦσι νὰ μὴ ἐπιτραπῇ ἐν τῷ καπνοκοπτηρίῳ Ἀγρινίου ἡ τοποθέτησις μηχανῶν σιγαροποιΐας.
§5Ι. Γ. ΡΟΥΦΟΣ. Τὴν αὐτὴν παράκλησιν ἀπηύθυναν πρὸς με δι’ ἐπιστολῆς αὐτῶν οἱ καπνοκόπται καὶ σιγαροποιοὶ Πατρῶν, οἱ ὁποῖοι φοβοῦνται, καὶ δικαίως, ὅτι, ἂν ἐπιτραπῇ ἡ διὰ μηχανημάτων κατασκευὴ τῶν σιγαρέτων, θὰ καταστραφῶσι τελείως, εἶναι δέ, ὡς γνωστόν, πολυάριθμοι σιγαροποιοὶ εἰς ὅλας τὰς πόλεις τῆς Ἑλλάδος, προστάται πολυμελῶν οἰκογενειῶν, εἰς τὰς ὁποίας θὰ προσγένηται μεγίστη ἀδικία. Ἐλπίζω ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου θὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν αἴτησιν ταύτην, ἧς τὴν σπουδαιότητα βεβαίως κατανοεῖ.
§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διάφοροι κατάδικοι, κρατούμενοι εἰς τὰς ἐνταῦθα ἐπανορθωτικὰς φυλακὰς, δι’ ἀναφορᾶς των πρὸς τὴν Βουλὴν ἱκετεύουσι νὰ τοῖς ἀπονεμηθῇ βασιλικὴ χάρις. Ὡσαύτως ὁ κατάδικος Νικόλαος Ἀσημάκης, κρατούμενος εἰς τὰς ποινικὰς φυλακὰς Παλαμηδίου, ἱκετεύει νὰ τῷ ἀπονεμηθῇ βασιλικὴ χάρις.
§7Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Τὴν ἀναφορὰν ταύτην τοῦ καταδίκου Ν. Ἀσημάκη συνιστῶ θερμῶς εἰς τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, καὶ παρακαλῶ αὐτὸν νὰ σπεύσῃ νὰ ὑποβάλῃ Διάταγμα χάριτος καὶ ὑπὲρ αὐτοῦ τοῦ ἀτυχοῦς, ὁ ὁποῖος ἀδίκως κατεδικάσθη, καὶ τοῦτο γινώσκω καλῶς, διότι ἤμην αὐτόπτης τῆς πράξεως, δι’ ἣν κατεδικάσθη, καὶ ἂν ἐκαλούμην ὡς μάρτυς ἐνώπιον τοῦ Κακουργιοδικείου, βεβαίως θὰ ἀπηλλάσσετο καὶ αὐτὸς, ὡς ἀπηλλάγησαν ἄλλοι, κατηγορηθέντες διὰ τὴν αὐτὴν πρᾶξιν, εἰς τὴν δίκην τῶν ὁποίων ἐκλήθην καὶ παρέστην ὡς μάρτυς. Ἐκτὸς τούτου, πεντάκις ἰατροὶ κληθέντες ἐγνωμοδότησαν, ὅτι πάσχει ἀνιάτως ἐκ νοσήματος, τὸ ὁποῖον ἀπέκτησεν ἐν ταῖς φυλακαῖς. Παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε, νὰ διαβιβάσητε τὴν ἀναφορὰν ταύτην εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ὅπως λάβῃ αὐτὴν ὑπ’ ὄψιν.
§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βασιλικὴ χήρα Μάρκου Παΐζη, διατελέσαντος βουλευτοῦ Ἰθάκης καὶ ἀντιπροσώπου ἐν τῷ Ἰονίῳ Κοινοβουλίῳ, δι’ ἀναφορᾶς της πρὸς τὴν Βουλὴν ζητεῖ νὰ τῇ ἀπονεμηθῇ σύνταξίς τις. Παρακαλεῖται ὁ κ. Γραμματεὺς νὰ ἀναγνώσῃ τὴν ἀναφορὰν ταύτην.
§9ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει τὴν ἀναφοράν).
§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θ’ ἀποσταλῇ πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν.
§11ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Μετὰ θερμῆς συστάσεως.
§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ βουλευτὴς Ἰθάκης κ. Γ. Καλλίνικος ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 13 τοῦ ΒΧΔʹ νόμου περὶ διοικητικῆς διαιρέσεως τοῦ Κράτους. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 326). Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν ἔχει τὸν λόγον.
§13ΚΥΡ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Καταθέτω ἀπάντησιν εἰς ἐπερώτησιν τοῦ βουλευτοῦ Τήνου κ. Σιγάλα περὶ τῶν μελῶν τῆς ἐφορευτικῆς ἐπιτροπῆς τοῦ ἐν Τήνῳ ἱεροῦ ἱδρύματος τῆς Εὐαγγελιστρίας. Ἐπίσης ἀπάντησιν συμπληρωματικὴν εἰς ἐπερώτησιν τοῦ βουλευτοῦ Μαντινείας κ. Κωνσταντοπούλου περὶ τοῦ μεγάρου τῶν ἐν Τριπόλει Δικαστηρίων.
§14ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ βουλευτὴς Οἰτύλου κ. Κ. Κουμουνδοῦρος ἔχει τὸν λόγον.
§15Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Θὰ προκαλέσω τὴν προσοχὴν τοῦ ἀξιοτίμου κυρίου Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν ἐπὶ ζητήματος δημοσίας τάξεως, καὶ θὰ παρακαλέσω αὐτὸν ὡς καὶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ ἐπεμβῶσιν, ἐφ’ ὅσον τὰ καθήκοντά των τοῖς ἐπιτρέπουσιν. Ὡς γνωστὸν, Κύριοι, πολλοὶ ἐκ τῆς Πελοποννήσου ἄνδρες νέοι ἀπέρχονται εἰς τὴν Ἀμερικήν· ἀλλὰ συνεστήθη ἐδῶ ληστρικὴ συμμορία ἐκ διαφόρων ἀνθρώπων, μεσιτῶν λεγομένων, οἱ ὁποῖοι παραπλανῶντες αὐτοὺς τοὺς ἐπιβιβάζουσιν εἰς διάφορα ἀτμόπλοια, καὶ τοὺς στέλλουσιν εἴτε εἰς Νεάπολιν τῆς Ἰταλίας εἴτε εἰς Μασσαλίαν, καὶ ἐκεῖ τοὺς ἐγκαταλείπουν εἰς τὴν τύχην των, κρατοῦντες τὰ χρήματά των! Τοῦτο γνωρίζω ἐξ ἰδίας ἀντιλήψεως, διότι τινὲς τῶν συμπολιτῶν μου, παραπλανηθέντες ἀπὸ τοὺς εἰρημένους λωποδύτας ἢ λῃστὰς, ἐπεβιβάσθησαν εἰς ἀτμόπλοια καὶ μετέβησαν εἰς Νεάπολιν, ὅπου ἐξ ἀνάγκης μένουσι, ταλαιπωρούμενοι ἐκεῖ ἐπὶ πολλὰς ἡμέρας καὶ εἰς μάτην ἀναμένοντες ν’ ἀποσταλῶσιν εἰς Ἀμερικὴν, μέχρι τῆς ὁποίας ἔχουν προπληρώσει τὸν ναῦλόν των. Διὰ τοῦτο ὁ ἐν Νεαπόλει πρόξενος τῆς Ἑλλάδος μοὶ ἔγραψε, παρακαλῶν νὰ ἐπεμβῶ καὶ ἐνεργήσω νὰ σταλῶσι τὰ χρήματά των ἐκ μέρους ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι τοὺς ἐλήστευσαν, ὅπως δυνηθῶσι ν’ ἀναχωρήσωσι. Πρὶν ἢ φέρω τὸ ζήτημα ἐνώπιον τῆς Βουλῆς καὶ προκαλέσω τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως, ἔστειλα ἄνθρωπόν μου πρὸς τὸν ἀρχηγὸν αὐτῶν τῶν λωποδυτῶν, ὀνόματι Σωτηριάδην, ἵνα τὸν παρακαλέσῃ ν’ ἀποστείλῃ ἀμέσως τὰ χρήματα, διότι, καθὼς μοὶ γράφει ὁ ἐν Νεαπόλει πρόξενος, ἡ κατάστασις τῶν δυστυχῶν ἐκείνων μεταναστῶν εἶναι οἰκτρά· ἐννοεῖτε δὲ, ὅτι εὑρισκόμενοι εἰς ξένον τόπον, χωρὶς νὰ γνωρίζωσι τὴν γλῶσσαν, ἐνδέχεται νὰ ὑποκύψουν εἰς ἄλλας παρεκτροπὰς, αἱ ὁποῖαι καὶ εἰς τὰς φυλακὰς νὰ τοὺς σύρωσι, καὶ τὴν τιμὴν τοῦ ἔθνους νὰ κηλιδώσωσιν. Ἀλλ’ ὁ κ. Σωτηριάδης οὔτε κἂν ἀπαντήσεως μὲ ἠξίωσεν, ἠμπορῶ νὰ εἴπω, κρίνων ἐξ ὅσων εἶπεν εἰς τὸν ἄνθρωπόν μου. Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, εἰς τοὺς ὁποίους παραδίδω καὶ τὰ τηλεγραφήματα τῶν λῃστευθέντων, καθ’ ὃν εἶπον τρόπον, συμπολιτῶν μου αὐτῶν, νὰ λάβωσι συντόνως πρόνοιαν περὶ θεραπείας τοῦ κακοῦ καὶ διαλύσεως τῶν περὶ ὧν ὁ λόγος ληστρικῶν συμμοριῶν, ὅπως μὴ ἐμπέσωσιν εἰς χεῖρας αὐτῶν καὶ ἄλλοι δυστυχεῖς μετανάσται.
§16ΧΑΡ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Δὲν συνέβη τὸ πρῶτον ἤδη, ὅ,τι παριστᾷ ὁ ἀξιότιμος ἐξ Οἰτύλου συνάδελφος· ἀφ’ ἧς ἤρξατο ἡ μετανάστευσις, ἀφ’ ἧς ἰδίως ἔλαβε τὴν ἐπίτασιν, ἥτις μέχρι σήμερον παρατηρεῖται, συμβαίνουσι τακτικῶς τοιαῦται πράξεις, φέρουσαι εἰς ἀπόγνωσιν τοὺς δυστυχεῖς μετανάστας, καὶ παρεμποδίζουσαι τὴν εἰς τὸν πρὸς ὃν ὅρον μετάβασιν αὐτῶν. Τὸ παρελθὸν ἔτος 50 ἐξ Ὀρχομενοῦ μετανάσται ἐκρατήθησαν κατὰ τοιοῦτον τρόπον εἰς Νεάπολιν τῆς Ἰταλίας, καὶ ἐδέησε νὰ διαμειφθῇ ἀλληλογραφία μεταξὺ τοῦ ἐκεῖ προξένου καὶ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν ἐδῶ, καὶ νὰ διαταχθῇ τηλεγραφικῶς νὰ τοῖς μετρηθῇ τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ὑπελείπετο διὰ τὸν ναῦλον ἀπὸ Νεαπόλεως μέχρι Νέας Ὑόρκης· ἀλλὰ καὶ κατὰ τὴν καταβολὴν τοῦ ποσοῦ τούτου τοῖς κατεκρατήθη ἓν μέρος, διότι κατεκρατήθη ἡ προμήθεια ὁλόκληρος ἀπὸ Πειραιῶς εἰς Νέαν Ὑόρκην, ἐγένοντο δὲ κατὰ τὸν λογαριασμὸν καὶ λογιστικαί τινες ἀταξίαι, ἀφορῶσαι τὴν νομισματικὴν διαφορὰν, καὶ τοιουτοτρόπως, ἐνῷ ἠναγκάσθησαν οἱ ἄνθρωποι νὰ παραμείνωσιν εἰς τὴν Νεάπολιν, κοιμώμενοι ὅπου δήποτε, καὶ νὰ δαπανῶσιν ἐξ ἰδίων ὅ,τι εἶχον, ἐζημιώθησαν καὶ πολὺ μέρος ἐκ τοῦ ποσοῦ τοῦ ναύλου, τὸν ὁποῖον εἶχον καταβάλει. Ταῦτα ἐγένοντο γνωστὰ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν, ἠγέρθησαν μάλιστα καὶ δίκαι εἰς τὰ Δικαστήρια, ἀλλ’ οὐδὲν μέτρον ἐλήφθη· διότι γεννᾶται τὸ ζήτημα, ἂν δύναται νὰ ληφθῇ μέτρον τι εἰς τὰ μέρη ἐκεῖνα, καθόσον ἡ παράβασις τῶν συμφωνιῶν ἔλαβε χώραν ἐκεῖ καὶ εἰς ἐποχὴν, κατὰ τὴν ὁποίαν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπεμβῇ ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις.
§17Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δύναται νὰ συλλάβῃ τοὺς Κυρίους αὐτοὺς ἐδῶ καὶ νὰ τους βάλῃ εἰς τὰς φυλακάς.
§18ΧΑΡ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Δὲν θέλω νὰ συζητήσω ἐπὶ τῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα θὰ λάβῃ ἡ Κυβέρνησις. Εἶναι δυνατὸν νὰ λάβῃ μέτρα ἀναγόμενα εἰς τὴν δικαιοδοσίαν τῆς Δικαστικῆς ἀρχῆς, εἶναι δυνατὸν νὰ λάβῃ μέτρα ἀναγόμενα εἰς τὴν δικαιοδοσίαν τῆς Διοικητικῆς ἀρχῆς. Δὲν θέλω νὰ συζητήσω ἐπ’ αὐτῶν, διότι εἶναι ἔργον τῆς Κυβερνήσεως. Ἀλλὰ συνενῶ καὶ ἐγὼ τὴν φωνήν μου εἰς τὴν τοῦ προαγορεύσαντος κ. συναδέλφου, καὶ παρακαλῶ τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ σπεύσῃ νὰ λάβῃ οἷα ἐγκρίνει μέτρα, διὰ νὰ παύσῃ αὐτὸ τὸ κακόν. Εἶναι ἀρκετὰ ὅσα ὑποφέρουσιν οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ ταξειδεύοντες· δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ τοῖς προσγίνηται καὶ αὐτὸ τὸ κακὸν παρὰ τῶν ἑταιρειῶν τῶν ἀναλαμβανουσῶν τὴν μεταφορὰν αὐτῶν.
§19Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν πρόκειται, Κύριοι, περὶ τῶν ἀτμοπλοϊκῶν ἑταιρειῶν τῶν μεταφερουσῶν τοὺς μεταναστεύοντας εἰς τὴν Ἀμερικήν· πρόκειται περὶ τῶν ἀντιποιουμένων τὴν ἰδιότητα πρακτόρων, καὶ ἰσχυριζομένων ὅτι ἀντιπροσωπεύουσιν ἀτμοπλοϊκὰς ἑταιρείας.
§20ΧΑΡ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Περὶ αὐτῶν ὡμίλησα.
§21Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι μία σπεῖρα τοιούτων πρακτόρων, φερόντων τὴν ὀνομασίαν διαφόρων ἀτμοπλοϊκῶν ἑταιρειῶν, αἱ ὁποῖαι ἂν ἦσαν πραγματικαί, βεβαίως ἤθελε πηχθῆ ἡ θάλασσα ἐκ τῶν πλοίων καὶ δὲν θὰ ἠδύναντο νὰ ταξειδεύωσιν. Εὐτυχῶς ἡμέραν τινὰ εὑρεθεὶς εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, εἶδον ὅτι ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν συνενοεῖτο, ὅπως λάβῃ μέτρα πρὸς παρεμπόδισιν τῶν ἀντιποιουμένων ἰδιότητα πρακτόρων ἀτμοπλοϊκῶν ἑταιρειῶν, ἕνεκα τῶν ὁποίων πάσχουσιν οἱ δυστυχεῖς μετανάσται, ὅσα πάσχουσι. Τοὺς στοιβάζουν εἰς τὰ ἀτμόπλοια τοῦ Μεσσαζερῆ, καὶ εἰς τὴν Νεάπολιν ἢ τὴν Μασσαλίαν τοὺς ἐγκαταλείπουν εἰς τὴν τύχην των! Ταῦτα νομίζω ὅτι δύναται νὰ περιορίσῃ ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, ἐφαρμόζων τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα ἐσκέπτετο ἡμέραν τινὰ ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ ἐφαρμόσῃ.
§22Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ. Παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε. Πρὶν ἀνέλθητε ἐπὶ τῆς ἕδρας σας, εἶχον ζητήσει τὸν λόγον.
§23ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Μονοκροῦσος ἔχει ἐγγραφῆ ἀπὸ χθές. Κατόπιν ἔρχεται ὁ κύριος Βοζίκης, κατόπιν ὁ κύριος Σμολένσκης, κατόπιν ὁ κ. Μπουφίδης, κατόπιν ὁ κύριος Ροδόπουλος, κατόπιν ὁ κύριος Στάης κλπ. Ἐδῶ, βλέπετε, κατήντησεν ἡ κολυμβήθρα τοῦ Σιλωάμ!
§24ΑΥΓ. ΑΒΕΡΩΦ. Καταντᾷ ν’ ἀρχίζωμεν καὶ εἰς τὰς 6, κύριε Πρόεδρε!
§25ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν πταίω ἐγώ.
§26ΧΑΡ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Φέρω εἰς γνῶσιν τοῦ ἀξιοτίμου κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν τὸ ἑξῆς, διότι νομίζω, ἢ μᾶλλον ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι δὲν ἔχει λάβει γνῶσιν μέχρι τοῦδε ἐπερωτήσεως ἀφορώσης εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ἀρχαιολογικοῦ Μουσείου. Ἡ Ἀρχαιολογικὴ Ἑταιρεία εἶχεν ἀποφασίσει τὸ πρῶτον καὶ ἀπέστειλεν εἰς Εὐρώπην πρὸς τελειοποίησιν τῶν ἀρχαιολογικῶν σπουδῶν του τὸν κ. Ἀρβανιτόπουλον, ὁ ὁποῖος τότε εἶχε σπουδάσει φιλολογίαν· ἐδαπάνησε δὲ δι’ αὐτὸν ἡ Ἀρχαιολογικὴ Ἑταιρεία ὑπὲρ τὰς 15 χιλιάδας δραχμάς. Ὁ κ. Ἀρβανιτόπουλος, μετὰ τριετεῖς σπουδὰς εἰς τὰ Μουσεῖα τοῦ Βερολίνου, τῶν Παρισίων καὶ τοῦ Λονδίνου, ἐπανῆλθε πρὸ τριῶν μηνῶν ἐδῶ, δηλώσας, ὅτι τίθεται εἰς τὰς διαταγὰς τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρείας. Ἀλλὰ μόλις, ἐπανελθὼν ἐδημοσίευσε μελέτην ἀφορῶσαν εἰς τὸν Ἔφηβον τῶν Ἀντικυθήρων, ἐν τῇ ὁποίᾳ μελέτῃ φαίνεται ὅτι ἐκθέτει γνώμας καὶ ἰδέας ἀντικειμένας πρὸς τὰς ὑπὸ τῆς ὑπηρεσίας παραδεδεγμένας. Δὲν εἶμαι ἁρμόδιος νὰ κρίνω, ἂν κατ’ οὐσίαν, ἐπιστημονικῶς, εἶναι ὀρθαὶ ἢ ὄχι αἱ ἰδέαι αὗται, ἀλλ’ αὐταὶ προεκάλεσαν κρίσεις καὶ ἐπικρίσεις, καὶ δὲν ἠξεύρω πρὸς ποῖον ἐκ τῶν μερῶν ἤρξατο ἀνταλλαγὴ δριμειῶν φράσεων· ἀλλ’ ἐκ τούτου ὁ πόλεμος ἀπὸ ἀρχαιολογικοῦ μετεβλήθη εἰς προσωπικόν. Ἐνῷ δὲ εἶναι δυνατὸν νὰ ἀνατεθῇ εἰς τὸν κύριον Ἀρβανιτόπουλον ὑπηρεσία ἀρχαιολογικὴ ἐκ μέρους τῆς τόσα δαπανησάσης δι’ αὐτὸν Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας, διότι αὕτη ἔχει δύο θέσεις κενάς, παρ’ οὐδενὸς ζητουμένας, ἐν τούτοις δὲν τῷ ἀνατίθεται τοιαύτη, διότι ἡ Γενικὴ Γραμματεία τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρείας φαίνεται, ὅτι ἔχει ἀλλοίαν γνώμην περὶ τούτου. Ἀλλὰ καὶ ἄλλοθεν παρεμβάλλονται προσκόμματα εἰς τὴν ἀρχαιολογικὴν ἐργασίαν τοῦ ἐπιστήμονος τούτου. Καίτοι εἰς ὅλα τὰ Εὐρωπαϊκὰ Μουσεῖα ὑπάρχει Κανονισμὸς ἀναφερόμενος εἰς τὴν ἐν τοῖς Μουσείοις πώλησιν βιβλίων ἀρχαιολογικῶν, ἀφορώντων εἰς τὰ διάφορα εἰδικὰ ἔργα, εἰς τὸ ἰδικόν μας Ἀρχαιολογικὸν Μουσεῖον τοιοῦτος Κανονισμὸς δὲν ὑπάρχει. Διὰ τὴν ἔλλειψιν δὲ Κανονισμοῦ πωλοῦνται βιβλία ἀρχαιολογικὰ ὅλων τῶν ἐφόρων, ὅσοι ἔχουν γράψει τοιαῦτα. Ἐζήτησεν ὁ κύριος Ἀρβανιτόπουλος νὰ ἐκτεθῇ ἐκεῖ καὶ ἡ μελέτη αὐτοῦ περὶ τοῦ Ἐφήβου τῶν Ἀντικυθήρων, διὰ νὰ ἀγοράζηται, ἐὰν ζητῆται, παρὰ τῶν ἀρχαιολόγων, ἀλλὰ δὲν τῷ ἐχορηγήθη τὸ δικαίωμα τοῦτο, καίτοι ὅλων τῶν ἐφόρων τῶν ἀρχαιοτήτων βιβλία πωλοῦνται καὶ δὲν τῷ ἐπετράπη τοῦτο, διότι κυρίως ἐν τῇ μελέτῃ αὐτοῦ περὶ τοῦ Ἐφήβου τῶν Ἀντικυθήρων ἐπικρίνει τὰς γνώμας αὐτῆς τῆς ὑπηρεσίας καὶ ὅσον ἀφορᾷ τὸν καθορισμὸν τοῦ ἀγάλματος καὶ ὅσον ἀφορᾷ τὰς ὁδηγίας, τὰς ὁποίας αὕτη εἶχε δώσει. Ἀλλ’ ἕως ἐδῶ τὸ πρᾶγμα δύναται νὰ ἦναι παράτυπον, ἀλλὰ δὲν εἶναι καὶ ἐναντίον τοῦ νόμου, διότι δὲν ὑπάρχει, ὡς εἶπον, Κανονισμὸς ἀφορῶν εἰς τὸ ζήτημα τῆς πωλήσεως βιβλίων ἐν τῷ Μουσείῳ· ἀποδεικνύει μόνον, ὅτι ἡ ἔρις μετεβλήθη ἀπὸ φιλολογικῆς εἰς προσωπικήν. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον μοὶ δίδει τὸ δικαίωμα νὰ ἀναφερθῶ εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ νὰ προκαλέσω τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, εἶναι παράβασις νόμων καὶ Διαταγμάτων. Ὁ κ. Ἀρβανιτόπουλος ἠθέλησεν, ὡς πάντες οἱ ἀρχαιολόγοι, νὰ καταγείνῃ εἰς μελέτας ἐπὶ διαφόρων ἀγαλμάτων καὶ ἄλλων ἀρχαιολογικῶν ἀντικειμένων, εὑρισκομένων εἰς τὰς αἰθούσας τοῦ Ἀρχαιολογικοῦ Μουσείου, ἀλλ’ ἀπηγορεύθη εἰς αὐτὸν νὰ καταγείνῃ εἰς τὰς τοιαύτας μελέτας, δηλαδὴ δὲν τῷ ἐδόθη ἡ ἄδεια, δὲν τῷ ἠνοίχθησαν αἱ θύραι τῶν δωματίων, ἐν ταῖς ὁποίαις εἶναι κεκλεισμένα τὰ ἀρχαιολογικὰ ἀντικείμενα, πρὸς μελέτην, καίτοι ἐκ τοῦ σκοποῦ τῆς ἱδρύσεως τοῦ Ἀρχαιολογικοῦ Μουσείου εἶναι ἐπιβεβλημένον νὰ ἦναι ἀνοικταὶ αἱ θύραι εἰς πάντα ἐπιθυμοῦντα νὰ μελετήσῃ ἀρχαιολογικὸν ἀντικείμενον. Ὁ νόμος ὁ ἀρχαιολογικὸς ἀπὸ τοῦ 1834, ὄχι μόνον τὴν μελέτην, ἀλλὰ καὶ τὴν ἀντιγραφὴν τῶν ἐπιγραφῶν καὶ τὴν δημοσίευσιν τῶν λοιπῶν ἐν τοῖς Μουσείοις ἀρχαιοτήτων ἀφῆκεν ἐλευθέραν εἰς πάντας. Εἶναι τὸ ἄρθρον 4 τοῦ νόμου. Ἀλλὰ καὶ τὸ Β. Διάταγμα, τὸ ἐκδοθὲν κατὰ τὸ 1885, ἐπίσης ἀφῆκεν ἐλευθέραν ὄχι μόνον τὴν μελέτην, ἀλλὰ καὶ τὴν ἀντιγραφὴν καὶ τὴν δημοσίευσιν ὅλων τῶν ἀρχαιοτήτων, τῶν εὑρισκομένων ἐν τοῖς Μουσείοις. Καὶ τέλος τὸ Β. Διάταγμα τοῦ 1893 ῥητῶς ἐν ἄρθρῳ 11 διατάσσει, ὅτι «πᾶσαι αἱ συλλογαὶ τοῦ Ἐθνικοῦ Μουσείου θὰ ἦναι προσιταὶ εἰς τὸ κοινὸν καθ’ ἑκάστην».
§27ΚΥΡ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ προσωρινῶς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Ἐπιτρέπετε;
§28ΧΑΡ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Παρακαλῶ.
§29ΚΥΡ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Νομίζω ὅτι, ἀφοῦ αἱ θύραι εἶναι ἀνοικταί, ὁ κ. ἀρχαιολόγος δύναται νὰ εἰσέρχηται. Μήπως ζητεῖ νὰ τῷ ἀνοιχθῶσι καὶ τὰ ἑρμάρια, ὅπου εἶναι κεκλεισμέναι ἀρχαιότητες;
§30Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Εἶναι καὶ εἰς συρτάρια, καὶ περὶ αὐτῶν ὑπάρχει διάταξις, πότε ἀνοίγονται καὶ πῶς ἀνοίγονται, εἶναι καὶ εἰς δωμάτια, ὡς μοὶ ἔλεγεν ὁ κ. Ἀρβανιτόπουλος, κεκλεισμένα διάφορα ἀρχαιολογικὰ ἀντικείμενα, ἐπὶ τῶν ὁποίων ὁ ἀρχαιολόγος οὗτος θέλει νὰ κάμῃ μελέτας. Κατὰ ῥητὴν διάταξιν τοῦ σχετικοῦ Β. Διατάγματος, πᾶσαι αἱ συλλογαὶ εἶναι προσιταὶ εἰς τὸ κοινὸν καθ’ ἑκάστην· ἀπαγορεύεται μόνον ἡ ἀποτύπωσις, ἢ μᾶλλον δὲν ἀπαγορεύεται, ἀλλὰ χρειάζεται εἰδικὴ ἄδεια. Ζητεῖ ὁ ἀρχαιολόγος οὗτος νὰ μελετήσῃ ἐπὶ τῶν ἀντικειμένων αὐτῶν ἐν τοῖς δωματίοις, καὶ τῷ δίδεται ἡ ἀπάντησις, ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται! Ἐξηναγκάσθη δὲ νὰ ὑποβάλῃ αἴτησιν, ἵνα τῷ χορηγηθῇ ἄδεια ἔγγραφος. Εἶναι πιθανὸν ἡ ὑπηρεσία νὰ ἔχῃ κατὰ τοῦτο δίκαιον, τὸ ὁποῖον δὲν νομίζω ὅτι δικαιοῦται νὰ παραβῇ, πιθανὸν νὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα νὰ παρακολουθῇ τοὺς μελετῶντας δι’ ἑνὸς φύλακος, ὁ ὁποῖος νὰ διευκολύνῃ τοὺς αἰτοῦντας εἰς τὴν μελέτην, καὶ ὁ ὁποῖος νὰ ἀσκῇ τὰ καθήκοντά του συγχρόνως. Ἀλλ’ ἐνῷ ἐπὶ τοῦ προκειμένου εἰς πάντας τοὺς ξένους ἀρχαιολόγους αἱ θύραι εἶναι ἀνοικταὶ πρὸς μελέτην τῶν ἀρχαιοτήτων, καὶ εἰς ἡμεδαποὺς ἀκόμη ἀρχαιολόγους, μὴ ἔχοντας μέρος εἰς τὴν δημοσίαν ὑπηρεσίαν, εἰς τὸν κ. Ἀρβανιτόπουλον ἐν τούτοις δὲν ἐπιτρέπεται· ἡ δὲ αἴτησις περὶ χορηγίας ἀδείας, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλεν, ἀπερρίφθη χθές, ὡς μὲ πληροφοροῦσιν, ὑπὸ τῆς ἁρμοδίας Ἐφορίας τοῦ Μουσείου, χωρὶς νὰ περιέλθῃ εἰς γνῶσιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, διότι ἐνομίσθη, ὅτι τοῦτο ἀφορᾷ ἀποκλειστικῶς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ἀρχαιολογικοῦ Μουσείου. Ἀλλὰ τοῦτο δὲν εἶναι ἀκριβές, κατ’ αὐτὸ τὸ Διάταγμα. Εἶναι ἀληθές, ὅτι τὸ Διάταγμα ἐν ἄρθρῳ 6 σημειοῖ, ὅτι «οἱ ἐπιμεληταὶ συνεννοοῦνται μετὰ τοῦ ἐφόρου περὶ παντὸς ζητήματος ἀφορῶντος τὴν ὑπηρεσίαν αὐτῶν», ἀλλ’ ἡ διάταξις αὕτη δὲν ἀφορᾷ εἰς τὴν χορηγίαν ἀδειῶν πρὸς μελέτην ἀρχαιολογικῶν ἀντικειμένων· διότι, καὶ ἂν ἀκόμη εἰς τοῦτο ἀφεώρα, δὲν θὰ εἶχεν ἰσχὺν νόμου, διότι ἀντίκειται καὶ πρὸς τὸν σκοπὸν τῆς συστάσεως τοῦ Ἀρχαιολογικοῦ Μουσείου καὶ πρὸς τὴν διάταξιν τοῦ νόμου τοῦ 1834 καὶ πρὸς τὴν διάταξιν αὐτοῦ τούτου τοῦ Διατάγματος, κατὰ τὴν ὁποίαν αἱ συλλογαὶ εἶναι προσιταὶ εἰς πάντας καθ’ ἑκάστην. Τοῦτο, τὸ ὁποῖον ἐχαρακτήρισα ὡς παρανομίαν, φέρω εἰς γνῶσιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, καὶ παρακαλῶ νὰ ζητήσῃ παρὰ τῆς ὑπηρεσίας νὰ ἐξακριβώσῃ τὰ λεχθέντα, καὶ ἀφοῦ πεισθῇ ὅτι εἶναι ἀληθῆ, νὰ λάβῃ τὰ προσήκοντα μέτρα, ὄχι μόνον διατάσσων νὰ ἐπιτραπῇ εἰς τὸν αἰτοῦντα κ. Ἀρβανιτόπουλον ἡ μελέτη ἐν τοῖς δωματίοις τοῦ Ἀρχαιολογικοῦ Μουσείου, ἀλλὰ συγχρόνως ἐπιβάλλων τὴν ἐκπλήρωσιν τοῦ καθήκοντος αὐτῶν εἰς τοὺς ἁρμοδίους ἐκείνους, ἐὰν πεισθῇ ὅτι παρέλειψαν τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ καθήκοντός των.
§31ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§32Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κατὰ τὸ Διάταγμα τοῦ 1893, τὸ ἄρθρον τοῦ ὁποίου ἀνέγνωσεν ὁ κ. ἐκ Κυνουρίας συνάδελφος, αἱ ἀρχαιολογικαὶ συλλογαί, αἱ ἐγκεκλεισμέναι ἐν τῷ Ἀρχαιολογικῷ Μουσείῳ, εἶναι προσιταὶ εἰς τὸ κοινόν. Ἀλλὰ ὁ περὶ οὗ πρόκειται ἐπιστήμων κ. Ἀρβανιτόπουλος, συμπολίτης μου, εἶναι σοβαρός, καὶ δὲν δύναται νὰ συμπεριληφθῇ μεταξὺ τοῦ κοινοῦ! Εἶχε δὲ τὸ θάρρος, μόλις ἐπέστρεψεν εἰς τὴν Ἑλλάδα, νὰ ἐκδώσῃ διαφόρους διατριβὰς ἢ συγγράμματα, διὰ τῶν ὁποίων διαφωνεῖ πρὸς τοὺς διευθύνοντας τὰ τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρείας ἐπὶ διαφόρων ἀρχαιολογικῶν ἀντικειμένων. Βεβαίως δὲν ἀποφαίνομαι, ἂν εἶναι δίκαια τὰ παράπονά του ἢ ὄχι. Παρακαλῶ ὅμως τὸν κύριον Ὑπουργὸν νὰ ἐξετάσῃ τὰ παράπονα ταῦτα, τὰ ὁποῖα εἶναι δύο· αʹ) δὲν ἐπιτρέπεται νὰ καταλάβωσι θέσιν ἐν τοῖς πωλουμένοις ἔξωθι τοῦ Ἀρχαιολογικοῦ Μουσείου συγγράμμασι καὶ τὰ συγγράμματα τοῦ κ. Ἀρβανιτοπούλου; βʹ) δὲν ἐπιτρέπεται εἰς αὐτὸν νὰ μελετήσῃ τὰ διάφορα ἀντικείμενα, τὰ ὁποῖα εὑρίσκονται ἐν τῷ Μουσείῳ, ὅπως συγγράψῃ ἐπ’ αὐτῶν καὶ ἐκδώσῃ διατριβὰς διαφόρους, διότι φοβεῖται ἡ ἀρχαιολογικὴ ὑπηρεσία, μήπως — ὡς διατείνεται αὐτὸς — καὶ πάλιν διαφωνήσῃ πρὸς αὐτήν;
§33Α. ΡΩΜΑΝΟΣ. Θὰ προσθέσω δύο λέξεις εἰς ὅσα ἐλέχθησαν ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τοῦ διορισμοῦ τοῦ ἀρχαιολόγου τούτου. Ἔλαβον ἀφορμὴν νὰ ἐξετάσω, διὰ ποῖον λόγον δὲν διωρίσθη ὑπὸ τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρείας ὁ κ. Ἀρβανιτόπουλος ὡς ἔφορος, καὶ ἐπληροφορήθην, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀναγεγραμμένη πίστωσις δι’ ἐφέτος ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρείας πρὸς πρόσληψιν ἄλλου ἐφόρου, ἐκτὸς τῶν ἤδη διωρισμένων ὑπὸ τῆς Ἑταιρείας.
§34ΧΑΡ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Δὲν ἔχει δι’ αὐτὸ παράπονον, κύριε συνάδελφε.
§35Α. ΡΩΜΑΝΟΣ. Ἀπετάθην εἰς τὴν Ἑταιρείαν, καὶ μοὶ εἶπον, ὅτι τὸν θεωροῦσιν ἄριστον ἀρχαιολόγον, εἶχον δὲ μεγάλην ἐπιθυμίαν νὰ τὸν διορίσουν, καὶ ὅτι ἅμα ὡς κενωθῇ θέσις τις θὰ διορισθῇ.
§36Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Θέλει νὰ μελετήσῃ ὁ ἄνθρωπος, καὶ τὸν ἐμποδίζουν. Δι’ αὐτὸ παραπονεῖται, ὄχι διότι δὲν διωρίσθη.
§37ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Σμολένσκης ἔχει τὸν λόγον.
§38Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ. Καίτοι δὲν ἐζήτησα τὸν λόγον κατόπιν τῆς ἀγορεύσεως τοῦ κ. ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν Ὑπουργοῦ, διότι ἤλπιζον πάντοτε, ὅτι ἤθελον ἀπαντήσει αὐτῷ καταλλήλως ἄλλοι εἰδικώτεροι ἐμοῦ, ἐν τούτοις δὲν μοὶ ἐπιτρέπεται, Κύριοι, νὰ σιωπήσω, κατόπιν τῶν λεχθέντων ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου κ. ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτοῦ, καὶ ἰδίως κατόπιν τῶν λεχθέντων ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου κυρίου Πρωθυπουργοῦ καὶ Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ προσωρινῶς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν. Καὶ ὁ μὲν πρῶτος σᾶς εἶπεν, ὅτι ἐνόμιζεν ὅτι οὐδέποτε ἐγένετο μελέτη περὶ σχεδίου ἀμύνης τῆς χώρας κατὰ ξηρὰν καὶ κατὰ θάλασσαν, ἐνῷ ἀπεδείχθη, ὅτι τοιαῦται μελέται ἐγένοντο κατὰ καιροὺς ὑπὸ διαφόρων Κυβερνήσεων. Καὶ τὴν ἄγνοιαν ταύτην τοῦ κ. ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτοῦ ἐγὼ τὴν εὑρίσκω φυσικὴν, διότι τοιαῦται μελέται δὲν γίνονται ὑπὸ τῶν Κυβερνήσεων· αἱ μελέται αὗται γίνονται ἐν τοῖς μεγάλοις καὶ μονίμοις ἐπιτελείοις τῶν στρατῶν τῆς ξηρᾶς καὶ τῆς θαλάσσης, ἐξ αὐτῶν δὲ τὰς παραλαμβάνουν ἐν καιρῷ αἱ Κυβερνήσεις πρὸς ἐφαρμογήν. Εἰς τὰ μεγάλα ἐπιτελεῖα, Κύριοι, τῶν διαφόρων Κρατῶν τῆς Εὐρώπης εἶναι τὴν στιγμὴν ταύτην ἕτοιμα τὰ σχέδια ἐκστρατείας ἐναντίον ὅλων τῶν γειτονικῶν Κρατῶν, εἴτε μονομερῶς εἴτε ἐν συνδυασμῷ, ἀναλόγως τῶν προβλεπομένων περιστάσεων· ἀλλὰ ταῦτα εἶναι ἐπιτελεῖα, ὅπως πρέπει νὰ ᾖναι, καὶ οὐχὶ ὡς εἶναι τὸ ἡμέτερον, τοῦ ὁποίου ἔτυχον προϊστάμενοι καὶ ἀξιωματικοὶ μὴ φοιτήσαντες εἰς Στρατιωτικήν τινα Σχολὴν, ὡς τοῦτο κάλλιστα γινώσκει ὁ ἐξ Ὕδρας βουλευτὴς καὶ ὑποστράτηγος κύριος Τσαμαδός. Δι’ αὐτὸ ἓν ἀπὸ τὰ ἀντικείμενα τῶν μεριμνῶν τοῦ κυρίου ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργοῦ δέον νὰ ᾖναι καὶ ἡ σύστασις Γενικοῦ Ἐπιτελείου, ὡς καὶ ὀργανισμὸς ἐπιτελικῆς ὑπηρεσίας συμφώνως πρὸς τὰς σημερινὰς ἀπαιτήσεις τῆς στρατιωτικῆς ἐπιστήμης. Ἠπόρησα ὅμως, Κύριοι, χθὲς, ἀκούσας τὸν κ. Πρωθυπουργὸν καὶ Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ προσωρινῶς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, εἰπόντα, ὅτι σήμερον πρωτίστη ἀνάγκη εἶναι ἡ ἐπιψήφισις τῶν οἰκονομικῶν νομοσχεδίων, καθ’ ὅσον δ’ ἀφορᾷ τὰ στρατιωτικά, ὅτι ἐπεῖγον εἶναι μόνον τὸ περὶ μεταρρυθμίσεως τοῦ νόμου περὶ στρατολογίας· καὶ ἐνεθυμήθην, Κύριοι, τὸν κύριον Πρωθυπουργόν, ἀγορεύοντα ἀπὸ τοῦ βήματος πρὸ τῆς Καθαρᾶς Δευτέρας, μὲ πόσον ἐνθουσιασμὸν ἀνήγγελλε τὴν προσεχῆ ὑποβολὴν τῶν στρατιωτικῶν νομοσχεδίων, ὑποσχόμενος ὅτι δι’ αὐτῶν ἤθελε καταρτισθῆ στρατὸς, ὁ ὁποῖος δὲν ὑπάρχει σήμερον. Σᾶς βεβαιῶ, ὅτι ἀμφέβαλλον, ἂν ἦτο χθὲς ὁ ἴδιος ὁ κ. Θεόδωρος Δηλιγιάννης, ὃν εἶχον ἀκούσει πρὸ τῶν ἐκλογῶν ἀγορεύοντα καὶ ἀπὸ τοῦ ἐξώστου τῆς οἰκίας του καὶ ἀπὸ τοῦ ἐξώστου τοῦ ἐκλογικοῦ κέντρου Ἀθηνῶν καὶ ἀπὸ τοῦ ἐξώστου τοῦ ἐκλογικοῦ κέντρου τοῦ Πειραιῶς, — δὲν ὁμιλῶ διὰ τὰς ἐπαρχίας, διότι δὲν τὸν παρηκολούθησα, — καὶ ἔτριβον, Κύριοι, σᾶς βεβαιῶ, τοὺς ὀφθαλμούς μου, διὰ νὰ πεισθῶ, ἂν ἦτο ὁ ἴδιος. «Πρωτίστως ἔχομεν ἀνάγκην χρημάτων», ἔλεγεν ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου. Ἀλλὰ τίνα σχέσιν ἔχουσι, Κύριοι, τὰ σημερινὰ νομοσχέδια μὲ τὰ χρήματα; Μήπως δι’ αὐτῶν αὐξάνεται τὸ προσωπικόν; Οὐδόλως. Τὸ προσωπικὸν τὸ προβλεπόμενον διὰ τῶν ἄρθρων τῶν νομοσχεδίων εἶναι ἀναγεγραμμένον εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους, ἑπομένως δὲν θ’ ἀπαιτηθῇ βεβαίως καὶ ἔκτακτος δαπάνη. Χρήματα βεβαίως ἀπαιτοῦνται διὰ τὰ νέα ὅπλα, διὰ τὰ νέα πυροβόλα, διὰ τὰ πυρομαχικὰ αὐτῶν, διὰ τὸ τροχαῖον ὑλικὸν τῶν συνταγμάτων, διὰ τὴν μεταγωγικὴν ὑπηρεσίαν, τὴν ἐπιμελητείαν, τὴν ὑγειονομικὴν ὑπηρεσίαν κτλ. Ἀλλὰ περὶ ὅλων τούτων προβλέπει τὸ νομοσχέδιον «περὶ συστάσεως ταμείου ὑλικοῦ τοῦ πολέμου». Ἑπομένως οὐδεμία χρηματικὴ ἀνάγκη κωλύει σήμερον τὴν ἐπιψήφισιν τῶν νομοσχεδίων τούτων. Διότι, καθὼς σᾶς εἶπον καὶ ἄλλοτε, ἀφοῦ ἅπαξ ὡμολογήθη ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅτι δὲν ἔχομεν σήμερον στρατόν, χθὲς δὲ ἀπεδείχθη, ὅτι δὲν ἔχομεν καὶ Ναυτικόν, φρονῶ ὅτι, ἀφοῦ ἐλπίζεται διὰ τῶν νομοσχεδίων αὐτῶν, ὅτι θ’ ἀποκτήσωμεν στρατὸν, πρέπει νὰ ψηφισθῶσι ταῦτα τὸ ταχύτερον, ἵνα ἀρχίσῃ ἡ ἐφαρμογὴ τῶν νομοσχεδίων, ὥστε μετὰ ἔτη νὰ ἔχωμεν τὸν στρατόν, ὃν προσδοκῶμεν. Καὶ τοῦτο, ἀφοῦ, σᾶς ἐπαναλέγω, οὐδὲν κώλυμα προέρχεται ἐκ τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως τῆς χώρας, διότι διὰ τὰ παρόντα εἶναι ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ Κράτους, διὰ τὰ μέλλοντα θὰ ἦναι τὸ ταμεῖον ὑλικοῦ τοῦ πολέμου. Ἐγὼ ἐκ τῆς χθεσινῆς ἀγορεύσεως τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ διαβλέπω μεταβολὴν, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ προγράμματος αὐτοῦ. Ἐγὼ δὲν ὁμιλῶ περὶ καταργήσεως τοῦ νόμου περὶ Γενικῆς Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ, οὐδ’ ὡμίλησα περὶ τούτου. Πλὴν ὅμως ἐπανειλημμένως ὑπεσχέθη αὐτὴν ὁ κύριος Πρωθυπουργός, θεωρῶν τὸν νόμον ὡς ἀντισυνταγματικόν, καὶ ἑπομένως ἀναγόμενον εἰς τὴν ἐπαναφορὰν τοῦ πολιτεύματος εἰς τὴν κανονικὴν αὐτοῦ τροχιὰν, τοῦθ’ ὅπερ εἶναι ὁ πρώτιστος ὅρος τοῦ προγράμματος τοῦ κυρίου Πρωθυπουργοῦ. Ἑπομένως, ὑπὸ τοιαύτην ἔννοιαν, πῶς θεωρεῖ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς τὸ νομοσχέδιον περὶ σχηματισμοῦ ἀνωτέρων μονάδων τοῦ στρατοῦ ὡς δευτερευούσης σπουδαιότητος, καὶ ἀφίνει αὐτὸ νὰ κατέρχηται ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει καὶ νὰ φέρῃ σήμερον τὸν ἀριθμὸν 48; Βεβαίως τοῦτο πιθανὸν νὰ μὴ ἦναι τῆς δυνάμεως τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ· ἀλλὰ τότε ὤφειλεν οὗτος νὰ σταθμίζῃ τὴν δύναμίν του, καὶ νὰ μὴ ὑπόσχηται πράγματα, ἅτινα θὰ ἐδίσταζε κατόπιν νὰ ἐκτελέσῃ. Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνον αὐτό. Ἐκ τῆς ὑποψίας, μὴ τυχὸν προκύψῃ καὶ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, ὅπερ κατέστη φάσμα διὰ τὸν κ. Πρωθυπουργόν, δὲν ἀφίνει νὰ προταχθῇ οὐδὲν ἕτερον στρατιωτικὸν νομοσχέδιον, καὶ δὴ τὸ νομοσχέδιον περὶ συστάσεως ταμείου ὑλικοῦ τοῦ πολέμου, ὅπερ προέτεινε πρὸ ἡμερῶν. Ἐκ τῶν εἰρημένων καταδείκνυται, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀρχίζει νὰ μεταβάλλῃ κατὰ τι τὸ πρόγραμμα αὐτοῦ, καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει φρονῶ, ὅτι καὶ ἐγὼ οὐδεμίαν ἔχω ὑποχρέωσιν πλέον νὰ τὸν ἀκολουθῶ εἰς τὴν πορείαν του ταύτην. Φρονῶ δὲ, ὅτι εἶναι καιρὸς νὰ ἀρχίσω νὰ σκέπτωμαι,—ἂν ὄχι ν’ ἀποφασίσω ἀκόμη,—ὅτι δὲν ἔχω ὑποχρέωσιν νὰ τὸν ἀκολουθῶ, ἐφ’ ὅσον δὲν βλέπω τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ προγράμματος αὐτοῦ. Δὲν ἔχω δὲ ἀνάγκην οὐδεμιᾶς ἀδείας ἢ προτροπῆς πρὸς τοῦτο, διότι ὁ σεβασμὸς, ὃν ἕκαστος ὀφείλει νὰ ἔχῃ πρὸς τὸν ἑαυτόν του, εἶναι ἐκεῖνο, ὅπερ πρέπει νὰ τὸν καθοδηγῇ εἰς τὰς ἀποφάσεις του.
§39Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐλπίζω ὅτι ὁ κ. ὑποστράτηγος, Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς, δὲν ἀμφιβάλλει περὶ τοῦ ἐνδιαφέροντος, μετὰ τοῦ ὁποίου ἤκουσα τὸ ἄγγελμα, τὸ ὁποῖον μετέδωκεν εἰς τὴν Βουλήν. Εὐτυχῶς ἐλπίζω νὰ μὴ ἐμμείνῃ ἐπὶ μακρὸν εἰς τὴν ἀπόφασιν, ἣν ἔλαβε, νὰ στερήσῃ ἡμᾶς τῆς ἐμπιστοσύνης του, ἀφοῦ προέβη εἰς τὴν ἀπόφασιν ταύτην, ὡς εἶπεν, ὑπολαβὼν ὅτι δὲν θέλουσι συζητηθῆ τὰ στρατιωτικὰ νομοσχέδια· διότι οὕτω ταχέως θέλει ἐπανέλθει εἰς τὰς τάξεις, τὰς ὁποίας ἐγκαταλείπει, ἀφοῦ ταχέως θέλουσι ψηφισθῆ τὰ στρατιωτικὰ νομοσχέδια. Ὁ τοιοῦτος δὲ συλλογισμὸς ὁμολογῶ ὅτι θερμαίνει τὴν καρδίαν μου. Ἔχω ὅμως ἓν παράπονον, ἂν τῳόντι ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς ἠκολούθει ἡμᾶς, ὡς εἶπε, διότι ἐπίστευεν εἰς τὸ πρόγραμμα ἡμῶν. Καὶ ἡμεῖς μὲν δὲν ἀξιοῦμεν νὰ ἀκολουθῇ τις ἡμᾶς, ἀξιοῦμεν ὅμως νὰ ἀκολουθῇ ἕκαστος τὰς πεποιθήσεις αὐτοῦ, καὶ ἑπομένως ὅταν πείθηται, ὅτι αἱ γνῶμαι ἡμῶν εἰσιν ὀρθαὶ, νὰ ἀκολουθῇ αὐτάς. Ἑπομένως ἕκαστος εἶναι ἐλεύθερος νὰ κρίνῃ ἐπὶ τῶν πολιτικῶν γνωμῶν, τὰς ὁποίας ἀκούει ἐκφερομένας, ἢ ἐπὶ τῶν ἐπαγγελιῶν, αἵτινες λέγονται ἐν τῇ Βουλῇ ἢ ἐν ταῖς δημοσίας συναθροίσεσι, καὶ νὰ ῥυθμίζῃ τὴν πολιτικήν του πορείαν. Ἀλλ’ ἐὰν αἱ ἐν τῷ προγράμματι ἡμῶν ἡμέτεραι γνῶμαι εἵλκυσαν τὴν ἐμπιστοσύνην τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς, ὡς ἔλεγε, καὶ ἕνεκα τούτου ἠσθάνετο ἐν τῇ ψυχῇ αὐτοῦ τὸ ἐνδιαφέρον νὰ συντρέχῃ ἡμᾶς, ταχέως θέλομεν πάλιν ἰδεῖ αὐτὸν παρέχοντα ἡμῖν τὴν συνδρομήν του. Διότι ἡμεῖς, ὡς εἶπον πρὸς ὑμᾶς, δὲν θέλομεν ἐγκαταλίπει τὰ στρατιωτικὰ νομοσχέδια. Ἀλλ’ οἱ συλλογισμοὶ, τοὺς ὁποίους ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς ἀπήγγειλεν ἀπὸ τοῦ βήματος, ἐνέδειξαν ὅτι ἔχει ἐνδοιασμοὺς, διότι ἡμεῖς φρονοῦμεν, ὡς πολλάκις εἴπομεν, ὅτι τὰ στρατιωτικὰ νομοσχέδια συντελοῦσιν εἰς τὸν καταρτισμὸν τοῦ στρατοῦ, φρονοῦμεν ὅμως προσέτι, ὅτι καὶ τὰ χρήματα εἶναι ἀπολύτως ἀναγκαῖα, διότι οὐσιωδῶς καὶ ταῦτα συντελοῦσι πρὸς καταρτισμὸν στρατοῦ. Ἀφοῦ τὸ παρ’ ἡμῖν στρατιωτικὸν σύστημα, τὸ ὁποῖον ἔχομεν, εἶναι σύστημα ἐφεδρείας, —καὶ τοιοῦτον πάντως εἶναι τὸ σύστημα τῆς καθολικῆς στρατολογίας, —ὁ στρατὸς ἡμῶν εἶναι στρατὸς ἐφεδρείας, καὶ ἐν ὅσῳ δὲν δυνάμεθα νὰ παρασκευάσωμεν ἐφεδρείαν, δὲν ἔχομεν στρατόν. Ἀλλὰ διὰ νὰ παρασκευάσωμεν ἐφεδρείαν, ἔχομεν ἀνάγκην χρημάτων. Καὶ ἔχομεν ἀνάγκην χρημάτων, διὰ νὰ συγκαλῶμεν ἐφεδρείας εἰς γενικὰ γυμνάσια, διότι χρημάτων ἀνάγκη ὑπάρχει διὰ νὰ προνοῶμεν περὶ τοῦ στρατωνισμοῦ τῶν ἐφέδρων, περὶ τοῦ ἱματισμοῦ αὐτῶν, περὶ τῆς συντηρήσεως αὐτῶν, πρὸ πάντων δὲ ἀνάγκην ἔχομεν χρημάτων, καὶ πολλῶν χρημάτων, διὰ νὰ συμπληρώσωμεν, ἤ, κάλλιον εἰπεῖν, διὰ ν’ ἀνακαινίσωμεν καὶ βελτιώσωμεν τὸν ὁπλισμὸν τοῦ στρατοῦ. Ἀφοῦ δὲ τοῦτο εἶναι ἀναντίρρητον, δὲν ἐγκατελίπομεν τὴν συζήτησιν τῶν περὶ ὧν εἴρηται νομοσχεδίων, ἀλλ’ ἀνεβάλομεν αὐτήν, προτάξαντες τὰ οἰκονομικὰ νομοσχέδια. Πρέπει τάχα νὰ σᾶς εἴπωμεν, ὅτι ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ Κράτους πρέπει τέλος πάντων νὰ γείνῃ νόμος, διὰ ν’ ἀρχίσῃ ἡ ἐφαρμογή του; Ἄλλοτε ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ ἔτους δὲν διέφερε πολὺ ἀπὸ τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ προηγηθέντος ἔτους· σήμερον ὅμως ὁ τοῦ 1903 διαφέρει οὐσιωδῶς ἀπὸ τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1902. Καὶ ἂν οὗτος συνετάχθη κατὰ τὸ 1903 διάφορος ἀπὸ τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1902, ἐπράξαμεν τοῦτο, ὅπως δυνηθῶμεν διὰ τῆς ἐλαττώσεως τῶν ἐξόδων νὰ παρασκευάσωμεν περισσεύματα, —μικρὰ ἢ μεγάλα, δὲν γνωρίζω. — Ἀλλ’ ἐφ’ ὅσον ὁ Προϋπολογισμὸς μένει ἐκκρεμής, ἐφ’ ὅσον δὲν προβῶμεν εἰς τὴν ψήφισιν αὐτοῦ, οὐδὲν ἔστι γενέσθαι· διότι παρέρχονται οἱ μῆνες, ἤρξατο καὶ προβαίνει τὸ 1903, λήγει ὁ τρίτος μὴν αὐτοῦ, ἀλλ’ αἱ ἐλαττώσεις τῶν δαπανῶν δὲν ἤρξαντο, βαίνομεν δὲ κατὰ τὸ 1903, ὡς ἔβησαν οἱ προκάτοχοι ἡμῶν κατὰ τὸ 1902. Οὕτω δέ, ἐφ’ ὅσον προβαίνει τὸ ἔτος, ἐπὶ τοσοῦτον ἐλαττοῦται τὸ ποσόν, τὸ ὁποῖον ἐνομίζομεν ὅτι ἠθέλομεν κατορθώσει νὰ παραγάγωμεν ὡς περίσσευμα τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ἀλλ’ ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1903, ἐὰν διαφέρῃ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1902, διαφέρει ἰδίως κατὰ τὰς ἐλαττώσεις, τὰς ὁποίας ἐπηνέγκομεν ἐν αὐτῷ. Ἀλλ’ ἐλαττώσεις δὲν γίνονται διὰ τῶν διαταγῶν τοῦ Ὑπουργοῦ, γίνονται διὰ νόμων τοῦ Κράτους, καὶ τοιούτους νόμους ἐζητήσαμεν ἀπὸ τὴν Βουλὴν διὰ τῶν νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα ἐπροτείναμεν. Λοιπόν, καὶ ἂν ἠθέλομεν ψηφίσει τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1903, οὗτος δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐφαρμοσθῇ, ἐὰν δὲν ἐψηφίζοντο προηγουμένως τὰ νομοσχέδια, διὰ τῶν ὁποίων ἐπροτάθη νὰ μεταβληθῶσιν οἱ νόμοι, οἱ ἰσχύοντες μέχρι τοῦδε. Διὰ τοῦτο εἶπον, ὅτι ἔχομεν ἀνάγκην νὰ ψηφισθῶσι τὰ νομοσχέδια, διὰ νὰ δυνηθῶμεν νὰ ψηφίσωμεν τὸν Προϋπολογισμόν, ὅπως τότε ἀρχίσῃ ἡ λειτουργία τῶν οἰκονομιῶν· τότε δὲ θέλουσι ψηφισθῆ καὶ τὰ στρατιωτικὰ νομοσχέδια καὶ τὰ διοικητικὰ καὶ τὰ ἐκπαιδευτικά, καὶ ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ προγράμματος ἡμῶν θέλει οὕτω προβῆ. Ἤκουσα ἐπανειλημμένως τινῶν, ζητούντων δι’ ὑπαινιγμῶν καὶ διὰ πλαγίων ἐκφράσεων νὰ ἐπηρεάσωσι τὰς πεποιθήσεις τῶν πολλῶν, οὕτως ὥστε νὰ ἐγείρωσιν ὑπονοίας, ὅτι ἡμεῖς δῆθεν εἰσηγάγομεν τὰ στρατιωτικὰ νομοσχέδια πρὸς τὸ θεαθῆναι, καὶ ὅτι οὐδόλως σκοποῦμεν νὰ ἐπιλαβώμεθα τῆς συζητήσεως αὐτῶν, καὶ νὰ παρακαλέσωμεν τὴν Βουλὴν νὰ ἐπιλάβηται αὐτῶν. Νομίζω ὅτι εἰς σωματεῖα πολιτικά, ὁποῖον εἶναι ἡ Βουλή, οἱ ἄνθρωποι, ὅσοι ἔχουσι πεποιθήσεις, ἔχουσι πάντως καὶ τὴν δύναμιν τῆς ψυχῆς νὰ ὑποκύπτωσιν εἰς τὰς συνεπείας τῶν πεποιθήσεων αὐτῶν. Ἡμεῖς δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ μὴ ἔχωμεν τὴν δύναμιν ταύτην, οὐδὲ ἀποστέργομεν νὰ προσβλέψωμεν εἰς πᾶσαν συνέπειαν τῶν ἡμετέρων πεποιθήσεων. Δὶς εἶπον ταῦτα, καὶ τὸ πρῶτον ὅτε εἰσήγαγον τὸν Προϋπολογισμόν, καὶ τὸ δεύτερον προχθές. Οἱ ἔχοντες δὲ πεποιθήσεις, αὐτοί, οἱ ὁποῖοι δὲν λέγουσι λόγους ἵν’ ἀποπλανήσωσι τοὺς συμπολίτας αὐτῶν, εἰσὶ προπαρεσκευασμένοι διὰ πάσας τὰς συνεπείας, αἵτινες ἤθελον ἐπέλθει ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς ἢ τῆς ἀποπείρας πρὸς ἐφαρμογὴν τῶν πεποιθήσεων αὐτῶν. Ἀλλοίμονον δὲ εἰς τὸν τόπον, καὶ πρέπει τις νὰ θρηνῇ αὐτόν, ἂν μέλη τοῦ Κοινοβουλίου, τυχόντα τῆς ἐμπιστοσύνης τῶν συμπολιτῶν των ἐπὶ δεκάδας ἐτῶν, ἂν καὶ αὐτοὶ ἤθελον τολμᾶ νὰ ἐμπαίζωσι τὰ κοινὰ καὶ τοὺς νόμους καὶ τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, διδόντες ὑποσχέσεις μετὰ τῆς προαιρέσεως ν’ ἀποπλανήσωσιν ἐκείνους, ὧν ἔτυχον τῆς ἐμπιστοσύνης, ἀθετοῦσι δὲ τὰς ὑποσχέσεις των, ἵνα θεραπεύσωσιν ἴδια συμφέροντα. (Εὖγε! εὖγε! ἐκ τῆς δεξιᾶς).
§40Ν. ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Ἡ δήλωσις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ περὶ τῆς τηρήσεως τοῦ πολιτικοῦ αὐτοῦ προγράμματος, ἐν σχέσει πρὸς τὰ ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτοῦ λεχθέντα ἐπὶ τῶν στρατιωτικῶν νομοσχεδίων, ἔτι μᾶλλον ἐνισχύει τὴν ἐπιθυμίαν, ἣν ἐξεδήλωσα χθές, ἵνα μετάσχω τῆς συζητήσεως τῆς προκληθείσης ἐξ ἐπερωτήσεως τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς ἐπὶ τῶν ναυτικῶν πραγμάτων τῆς χώρας. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς, μελετήσας τὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, ἐνόμισεν, ὅτι ἐπὶ τοιούτου φλέγοντος ζητήματος τῆς χώρας ἡμῶν ἠδύνατο νὰ ποιήσηται λόγον καὶ πρὶν ἢ ἔλθῃ ἡ ἡμέρα τῆς συζητήσεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους. Λαμβάνων ἀφορμὴν ἐκ τῶν πιστώσεων τῶν ἀναγεγραμμένων, παρέστησεν ἡμῖν, ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς οὗτος ὁμοιάζει πρὸς τοὺς μέχρι τοῦδε τοιούτους, καὶ δὲν ἀνταποκρίνεται εἰς τὰς ἀνάγκας τοῦ Ναυτικοῦ ἡμῶν, μὴ λαμβανομένης μερίμνης οὐδὲ περὶ τῶν ἀναγκῶν οὐδὲ περὶ τῶν ἐλλείψεων αὐτοῦ. Ὁ κύριος Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς παρέστησεν, ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν εἶναι προϋπολογισμὸς ἀποβλέπων εἰς πρόσωπα, καὶ οὐχὶ εἰς τὴν συμπλήρωσιν τῆς πραγματικῆς ναυτικῆς μονάδος τῆς χώρας. Ἀπαντῶν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, ἀνωμολόγησε τὴν ἀλήθειαν ταύτην τῶν λόγων τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτοῦ, ἀλλ’ ἐδικαιολογήθη, εἰπών, ὅτι ἄνευ τῶν ἀναγκαίων μέσων δὲν δυνάμεθα νὰ παρουσιάσωμεν στόλον, οἷον ἐπιθυμεῖ ἡ Βουλή. Προέβλεψεν ὅμως, ὡς εἶπε, περὶ βελτιώσεως τῶν τοῦ Ναυτικοῦ, ἀναγράψας ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ποσόν τι, προερχόμενον ἐκ τοῦ Ταμείου τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου, πρὸς ἀγορὰν ἀντιτορπιλλικῶν ἢ τορπιλλικῶν, καὶ ποσόν τι πρὸς ἀγορὰν καταδρομικῶν ἐκ τοῦ κληροδοτήματος τοῦ εὐεργέτου τοῦ ἔθνους ἀειμνήστου Γ. Ἀβέρωφ. Ἀλλ’ ὁ ἀξιότιμος ἐκ Κερκύρας Βουλευτής, λαβὼν τὸν λόγον, παρέστησεν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν, ὅτι καὶ ἡ ἀναγραφὴ τοῦ ποσοῦ τούτου εἶναι παρὰ τὸν νόμον, καὶ ἔδει ἄλλως νὰ ἐγγράψῃ τὰ τῆς πιστώσεως πρὸς ἀγορὰν πλοίων· ηὐχήθη δὲ ἐν τέλει τοῦ λόγου του νὰ ληφθῇ πρόνοια μείζων περὶ συμπληρώσεως τῆς ναυτικῆς δυνάμεως τῆς χώρας. Ὁ σεβαστὸς κ. Πρωθυπουργός, λαβὼν τὸν λόγον, ἐζήτησε πρῶτον νὰ τεθῇ χάσμα μεταξὺ τοῦ παρελθόντος καὶ τοῦ παρόντος, ἕνεκα φράσεώς τινος τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Κερκύρας πολιτευτοῦ περὶ ἐκείνου, εἰς ὃν δικαίως ὀφείλεται ἡ ναυπήγησις τῶν τριῶν θωρηκτῶν τῆς Ἑλλάδος· ἀλλ’ εἶπεν, ὅτι, «ἐκτὸς τοῦ χάσματος, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ θέσωμεν, καὶ ἡμεῖς ἐπιθυμοῦμεν τὴν συμπλήρωσιν τῶν ναυτικῶν δυνάμεων τῆς χώρας, ἀλλὰ δὲν ἐπαρκοῦσι τὰ μέσα ἡμῶν. Πῶς δέ, εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργός, ζητεῖτε παρ’ ἡμῶν εἰς διάστημα δύο ἢ τριῶν μηνῶν νὰ μεριμνήσωμεν περὶ συμπληρώσεως τῶν ναυτικῶν δυνάμεων, ἀφοῦ σεῖς, ἐπὶ τριετίαν διαχειρισθέντες τὰ κοινά, οὐδὲν ἐπράξατε;» Ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου νὰ τῷ παρατηρήσω, ὅτι, ἂν ἐκεῖνοι ἠκολούθουν τὴν πολιτικὴν τῆς βελτιώσεως τῶν κλάδων τῆς διοικήσεως, νομίζοντες ὅτι μετ’ αὐτὴν ἠδύναντο καὶ βραδύτερον νὰ μεριμνήσωσι περὶ τῶν στρατιωτικῶν καὶ ναυτικῶν πραγμάτων τῆς χώρας, ἡμεῖς εἴχομεν πρόγραμμα τὴν διασκευὴν Προϋπολογισμοῦ ἐπὶ τῇ βάσει οἰκονομιῶν, ὅπως ἐκ τοῦ περισσεύματος αὐτοῦ δαπανήσωμεν οὐ μόνον πρὸς ἐνίσχυσιν τῆς παραγωγῆς τῆς χώρας, ἀλλὰ καὶ πρὸς συμπλήρωσιν τῶν στρατιωτικῶν καὶ ναυτικῶν δυνάμεων αὐτῆς. Ὁ κύριος Πρωθυπουργός, ὅστις ἐπὶ τριετίαν ἐπολέμει τὸ σύστημα ἐκεῖνο, βεβαίως εἶχεν ἕτοιμον τὸ σύστημα τῆς εἰσαγωγῆς Προϋπολογισμοῦ μεριμνῶντος οὐ μόνον περὶ τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους καὶ τῆς ἐνισχύσεως τῆς παραγωγῆς, ἀλλὰ καὶ περὶ συμπληρώσεως τῶν στρατιωτικῶν καὶ ναυτικῶν δυνάμεων τῆς χώρας. Ἀλλ’ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐν τῇ χθεσινῇ αὐτοῦ δηλώσει ἔλεγεν, ὅτι «ἡμεῖς δὲν ὑπεσχέθημεν περὶ συμπληρώσεως τῶν στρατιωτικῶν δυνάμεων τῆς χώρας· τὸ πρόγραμμα ἡμῶν ἦτο πρόγραμμα οἰκονομιῶν καὶ ἐνισχύσεως τῆς ἐθνικῆς παραγωγῆς.» Ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ σεβαστὸς κύριος Πρωθυπουργὸς νὰ διαφωνήσω πρὸς αὐτὸν, καὶ νὰ παραστήσω αὐτῷ, ἀναμιμνησκόμενος τὰς ἀγορεύσεις αὐτοῦ ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τῶν προκατόχων του καὶ τῶν εἰσηγήσεων τῶν μειονοψηφιῶν τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ὅτι τὸ πρόγραμμα ἡμῶν τότε ἦτο ἄρτιον πρόγραμμα, διὰ τοῦ ὁποίου ἐνομίζομεν, ὅτι διὰ τῶν οἰκονομιῶν καὶ τοῦ περισσεύματος θὰ ἐμεριμνῶμεν καὶ περὶ τῆς ἐθνικῆς παραγωγῆς, ἀλλ’ ἐκ παραλλήλου καὶ περὶ τῆς στρατιωτικῆς καὶ ναυτικῆς παρασκευῆς τῆς χώρας. Ἂν ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1903 συνετάχθη συμφώνως πρὸς τὰς ἰδέας τοῦ κυρίου Πρωθυπουργοῦ, ὡς ἀρχηγοῦ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, καὶ ἂν ἐλήφθησαν τὰ προσήκοντα μέτρα πρὸς ἐνίσχυσιν τῆς ἐθνικῆς παραγωγῆς, ἂν ἐλήφθησαν τὰ προσήκοντα μέτρα πρὸς στρατιωτικὴν καὶ ναυτικὴν ὀργάνωσιν τῆς χώρας, τοῦτο θέλει ἐξετασθῇ κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ἤδη ὅμως, μετὰ τὴν δήλωσιν, ἣν ἐποιήσατο χθὲς ὁ κ. Πρωθυπουργός, βεβαίως καὶ ἐγὼ πρὸς στιγμὴν ἐδίστασα, ἂν ἦτο συνεπὴς πρὸς τὰς δηλώσεις, ἃς πρὸ ἡμερῶν ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλὴν ἐν σχέσει πρὸς τὰ τοῦ στρατοῦ, ἐξ ἀφορμῆς τῆς παραιτήσεως τοῦ κ. τέως Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς κατὰ τὴν χθεσινὴν συνεδρίασιν ἐδήλωσε ῥητῶς, ὅτι «τὰ οἰκονομικὰ τῆς χώρας δὲν ἐπιτρέπουσι σήμερον νὰ σκεφθῶμεν περὶ παρασκευῆς τῆς ναυτικῆς καὶ στρατιωτικῆς δυνάμεως τῆς χώρας. Θέλομεν προσπαθήσει, εἶπεν, ὅπως τὸ περίσσευμα τοῦ Προϋπολογισμοῦ, τὸ ὁποῖον ἐλπίζομεν νὰ ἔχωμεν, δαπανήσωμεν πρὸς ἐνίσχυσιν τῆς παραγωγῆς καὶ ἐξασφάλισιν τῆς σιτοπαραγωγῆς τῆς χώρας, βραδύτερον δὲ ἐκ τῶν περισσευμάτων τῆς ἀναπτύξεως τῆς ἐθνικῆς παραγωγῆς θὰ μεριμνήσωμεν περὶ τῆς στρατιωτικῆς καὶ ναυτικῆς ὀργανώσεως τῆς χώρας.» Ἀλλὰ κατὰ τὰς δηλώσεις, ἃς ἐποιήσατο ἐν ἄλλαις συνεδριάσεσιν, ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶπεν, ὅτι «ἡμεῖς ἐν τῷ προγράμματι ἡμῶν ἔχομεν κοινὸν μέρος αὐτὴν τὴν στρατιωτικὴν ἀνασύστασιν τῆς χώρας, συμφώνως πρὸς τὰς ἐπαγγελίας ἡμῶν πρὸς τὸν Ἑλληνικὸν λαόν· κοινὸν μέρος τοῦ προγράμματος ἡμῶν εἶναι ἡ συζήτησις τῶν στρατιωτικῶν νομοσχεδίων· ἂν δ’ ἐπῆλθεν ἡ παραίτησις τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, τοῦτο ἀποδοτέον εἰς τὸ ἐπεισόδιον, τὸ ὁποῖον ἔλαβε χώραν μεταξὺ ἐκείνου καὶ τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς κατὰ τὴν ὑποβολὴν στρατιωτικοῦ τινος νομοσχεδίου, ἰδίᾳ δὲ εἰς τὴν ἐπιθυμίαν τοῦ πρώην Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, ὅπως προταχθῶσι τὰ στρατιωτικὰ νομοσχέδια τῶν λοιπῶν νομοσχεδίων», ἐνῷ κατὰ τὴν δήλωσιν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ἔδει νὰ προταχθῶσι τὰ οἰκονομικὰ μέτρα, καὶ βραδύτερον νὰ συζητηθῶσι τὰ στρατιωτικὰ νομοσχέδια. Δὲν γνωρίζω, ποίαν τῶν δύο δηλώσεων νὰ ἀποδεχθῶ ὡς ἀληθῆ. Ἐκείνην, καθ’ ἣν τὰ στρατιωτικὰ νομοσχέδια ἀπετέλεσαν μέρος τοῦ προγράμματος ἡμῶν, καθ’ ὃ ἀντέκειτο εἰς τὸ Σύνταγμα ὁ θεσμὸς τῆς Γενικῆς Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ, — ἀπορῶ μάλιστα, πῶς μετὰ τὴν δήλωσιν ταύτην τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὅτι ὑπάρχει νόμος τοῦ Κράτους ἀντικείμενος εἰς τὸ Σύνταγμα, παραμένει εἰσέτι ὁ νόμος οὗτος ἐν ἰσχύϊ, πρωθυπουργοῦντος τοῦ πρώην ἀρχηγοῦ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, — ἢ τὴν κατὰ τὴν χθεσινὴν συνεδρίασιν δήλωσιν αὐτοῦ, καθ’ ἣν ἔλεγεν, ὅτι «θὰ προνοήσωμεν ἤδη μόνον περὶ τῶν οἰκονομικῶν τῆς χώρας, περὶ τῆς ἐνισχύσεως τῆς παραγωγῆς, θεωροῦμεν δ’ ἀναγκαῖον νὰ ψηφίσωμεν καὶ τὸ νομοσχέδιον περὶ στρατολογίας, περὶ δὲ τῶν ἄλλων νομοσχεδίων θὰ συζητήσωμεν ἴσως βραδύτερον, ἐν τῇ ἑπομένῃ ἴσως Συνόδῳ»...
§41Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Εἶπον ἐγὼ «ἐν τῇ ἑπομένῃ Συνόδῳ»;
§42Ν. ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Νομίζω. Πιθανὸν νὰ μὴ ἤκουσα καλῶς τὴν λέξιν ταύτην· εἴπετε ὅμως, ὅτι τὸ νομοσχέδιον περὶ στρατολογίας θεωρεῖτε ἀναγκαῖον, τὰ δὲ λοιπὰ νομοσχέδια δευτερευούσης ἀνάγκης, καὶ ἑπομένως θέλουσι ψηφισθῆ ταῦτα βραδύτερον.
§43Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἔχετε πλήρη ἐλευθερίαν νὰ ἑρμηνεύητε τοὺς λόγους μου κατὰ τὴν ἰδίαν ὑμῶν γνώμην, ἀλλὰ παραπονοῦμαι, ὅταν θέτητε εἰς τὸ στόμα μου λόγους, τοὺς ὁποίους δὲν εἶπον.
§44Ν. ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Ἴσως κακῶς ἀντελήφθην ὅτι εἴπετε «κατὰ τὴν προσεχῆ Σύνοδον», εἴπετε ὅμως, ὅτι βραδύτερον θέλουσι ψηφισθῆ τὰ ἄλλα στρατιωτικὰ νομοσχέδια. Οὕτω πως αἴρεται πᾶσα διαφωνία περὶ τὴν ἑρμηνείαν τῆς γνώμης ὑμῶν. Ἀλλ’ ἂν ἀληθῶς ἀπαιτοῦνται μέσα πρὸς ἐφαρμογὴν τοῦ προγράμματος, τὸ ὁποῖον διετύπωσεν ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς, μέσα, τὰ ὁποῖα ὁ παρὼν Προϋπολογισμὸς δὲν παρέχει εἰς ἡμᾶς, ἂν ἀληθῶς, ὡς εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἔχωμεν ἀνάγκην σήμερον πρωτίστως ἐνισχύσεως τῆς ἐθνικῆς παραγωγῆς, βραδύτερον δὲ νὰ μεριμνήσωμεν περὶ τῆς ὀργανώσεως τῆς τε στρατιωτικῆς καὶ τῆς ναυτικῆς, ἂν τοιαύτην ἰδέαν πράγματι ἔχῃ περὶ τῆς καταστάσεως τῆς χώρας, ἂν νομίζῃ ὅτι δὲν δυνάμεθα ἐκ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους νὰ ἐξεύρωμεν τὰ ἀναγκαῖα μέσα πρὸς συμπλήρωσιν τῶν στρατιωτικῶν καὶ ναυτικῶν παρασκευῶν, νομίζω ὅτι εἶναι περιττὸν νὰ ψηφίζωμεν 18 ἑκατομμύρια διὰ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν καὶ 7 ἑκατομμύρια διὰ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν, διότι διὰ τῶν 18 ἑκατομμυρίων καὶ τῶν 7 ἑκατομμυρίων οὔτε στρατὸν οὔτε Ναυτικὸν θὰ ἔχωμεν...
§45Κ. ΧΑΛΚΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπερβολὴ εἶναι αὐτή.
§46Ν. ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Δὲν θὰ ἔχωμεν, διότι, ὡς ἀπέδειξεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς, ἂν παραστῇ ἀνάγκη πολέμου, ὁ στόλος εἶναι ἀνίκανος εἴτε πρὸς ἐπίθεσιν εἴτε πρὸς ἄμυναν, καθὼς καὶ ὁ στρατὸς, μὲ τοιοῦτον προϋπολογισμὸν, ὡς ἔχει, ἄνευ ὀργανώσεως, ἄνευ ψηφίσεως τῶν νομοσχεδίων τοῦ πρώην Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, εἴτε τῶν συντασσομένων ἐν ἄλλοις γραφείοις. Στρατὸς μὴ δυνάμενος νὰ ἦναι ξένος ἀλλοτρίων ὑπηρεσιῶν, εἶναι στρατὸς ἀνίκανος νὰ ἐκτελέσῃ τὸν προορισμόν του, καὶ μάθετε ὅτι ἡ θλιβερὰ περίστασις τοῦ 1897 θὰ ἐπανέλθῃ καὶ πάλιν! Ἔχω τὸ θάρρος τῆς γνώμης μου, λέγων εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι, ἂν θέλωμεν νὰ ἔχωμεν στρατὸν καὶ Ναυτικὸν, πρέπει νὰ διασκευάσωμεν τὸν Προϋπολογισμὸν οὕτως, ὥστε ἐκ τοῦ περισσεύματος νὰ διαθέτωμεν τρία καὶ τέσσαρα ἑκατομμύρια ἐπὶ πλέον διὰ τὸν στρατὸν, καὶ δύο ἐπὶ πλέον ἑκατομμύρια διὰ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν. Τοιαύτη δὲ πολιτικὴ ἐθνικὴ ἐπιβάλλεται εἰς τὴν χώραν ἡμῶν, διότι, παρ’ ὅλην τὴν φιλίαν, ἣν ἔχομεν πρὸς τὴν ὅμορον Ἐπικράτειαν, καὶ ἥτις φιλία δύναται ν’ ἀποβῇ ἐπ’ ἀγαθῷ τῆς χώρας, τὰ ἐν τῇ χερσονήσῳ τοῦ Αἵμου εἶναι τοιαῦτα, ὥστε τάχιον ἢ βράδιον, εἴτε παρὰ τὸ πλευρὸν τῆς ὁμόρου Ἐπικρατείας εἴτε κατ’ αὐτῆς, θὰ εὑρεθῶμεν ἀπέναντι κινδύνων, τοὺς ὁποίους δὲν θὰ δυνηθῶμεν ν’ ἀποφύγωμεν, συντάσσοντες τοιούτους Προϋπολογισμούς. Τοιαύτην γνώμην ἀνέκαθεν εἶχον, τοιαύτην ἔχω καὶ σήμερον. Νομίζω ὅθεν, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, μετὰ τὰς διαβεβαιώσεις, ἃς ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου πολλάκις ἐξήγγειλε, θέλει καταρτίσει Προϋπολογισμὸν τοιοῦτον, ὅστις νὰ ἀπολήξῃ εἰς περίσσευμα, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ διατεθῇ ὑπὲρ τῶν στρατιωτικῶν καὶ ναυτικῶν δυνάμεων τῆς χώρας. Τὰς παρατηρήσεις ταύτας, κύριε Πρόεδρε, ἠναγκάσθην νὰ ὑποβάλω, ἀφορμὴν λαβὼν καὶ ἐκ τῆς ἐπερωτήσεως τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς, ἀλλὰ καὶ ἐκ τῶν δηλώσεων τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, παρὰ τοῦ ὁποίου ἀναμένω βεβαίως τὴν πραγματοποίησιν τοῦ προγράμματος αὐτοῦ, διότι δὲν δύναμαι νὰ φαντασθῶ, ὅτι αἱ ἐπαγγελίαι ἐκεῖναι ἐλέγοντο μόνον πρὸς σαγήνευσιν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Λέγων δὲ, ὅτι ἀναμένω τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ προγράμματος τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ἐννοῶ τὴν ἐφαρμογὴν προγράμματος πλήρους, οὐχὶ ἡμιτελοῦς, ἐννοῶ τὴν ἐφαρμογὴν προγράμματος, διὰ τοῦ ὁποίου ἐκ τοῦ περισσεύματος τοῦ Προϋπολογισμοῦ ὡρισμένον ποσὸν νὰ διατεθῇ ὑπὲρ τῆς ἐνισχύσεως τῆς παραγωγῆς, παραλλήλως πρὸς τὴν στρατιωτικὴν καὶ ναυτικὴν σύνταξιν τῆς χώρας, οὐχὶ ἐφαρμογὴν προγράμματος στηριζομένου ἐπὶ τοιούτων οἰκονομιῶν, τῶν ὁποίων τὸ ἀποτέλεσμα θὰ ἦναι ἴσως ἀμφίβολον, καὶ δὲν ἠξεύρω, ἂν θ’ ἀπομείνῃ καὶ περίσσευμα πρὸς ἐνίσχυσιν καὶ μόνον τῆς ἐθνικῆς παραγωγῆς.
§47Κ. ΧΑΛΚΙΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι συνάδελφοι, μετὰ τὸν ἀτυχῆ πόλεμον τοῦ 1897, ἐπεβάλλετο εἰς πάντας ἡμᾶς, ἐπεβάλλετο εἰς πᾶσαν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν καὶ εἰς πᾶσαν Ἑλληνικὴν Βουλὴν νὰ φροντίσωμεν νὰ περισυλλεγῶμεν. Τὸ πρῶτον μέτρον, τὸ ὁποῖον ἔπρεπε νὰ λάβῃ πᾶσα Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, ἦτο τὸ ζήτημα τὸ οἰκονομικόν. Μετὰ τὴν πληρωμὴν ἑκατὸν περίπου ἑκατομμυρίων εἰς χρυσὸν πρὸς ἀπελευθέρωσιν τῆς παραδοθείσης εἰς τοὺς Τούρκους Θεσσαλίας, μετὰ τὴν δαπάνην τοσούτων ἑκατομμυρίων, τὰ ὁποῖα ἡ Ἑλλὰς κατηνάλωσε, διεξαγαγοῦσα πόλεμον ἄνισον, πόλεμον — ἃς μοὶ ἐπιτραπῇ ἡ φράσις — μωρὸν, διὰ τὸν ὁποῖον βεβαίως εὐθυνόμεθα πάντες, ἐπεβάλλετο νὰ διακανονίσωμεν τὰ οἰκονομικὰ ἡμῶν μετὰ φειδοῦς καὶ συνέσεως, καὶ δὲν ἐπετρέπετο νὰ σπαταλήσωμεν τὸν δημόσιον πλοῦτον. Ἐν ᾧ ὑπέστημεν τοσαύτας δαπάνας, ἐν ᾧ ὑπέστημεν τοσούτους ἐξευτελισμούς, ἐν ᾧ τὴν γῆν τῶν πατέρων ἡμῶν, οἵτινες μᾶς παρέδωκαν ταύτην ἐλευθέραν, παρεδόσαμεν Κύριοι, αἰχμάλωτον, ἐν ᾧ μετὰ τοσαῦτα ἀτυχήματα ἐπεβάλλετο εἰς ἡμᾶς νὰ μεριμνήσωμεν περὶ τῆς ἐπαναφορᾶς τῶν πραγμάτων εἰς τὴν πρώτην αὐτῶν κατάστασιν, ἡμεῖς τί ἐπράξαμεν κατὰ τὸ διάστημα τὸ παρελθόν; Δὲν θέλω, Κύριοι, νὰ ἐπιρρίψω εἰς οὐδένα μομφὴν, ἀλλ’ ὁμιλοῦσιν αὐτὰ τὰ πράγματα, ποία εἶναι ἡ ἐνέργεια ἡμῶν μετὰ τὸν ἀτυχῆ πόλεμον. Ἡ ἐνέργεια ἦτο ἀληθῶς, νὰ δαπανήσωμεν ἐκεῖ, ὅπου δὲν ἔπρεπε νὰ δαπανήσωμεν. Ἐν ᾧ ἔπρεπε νὰ κάμωμεν μεγάλας οἰκονομίας διὰ νὰ ἔχωμεν περίσσευμα, καὶ ἐκ τοῦ περισσεύματος τούτου νὰ σκεφθῶμεν, πῶς νὰ ἐπανορθώσωμεν τὰ ἀτυχήματα ἡμῶν, πῶς νὰ βελτιώσωμεν τὰ στρατιωτικὰ καὶ ναυτικὰ ἡμῶν, τί ἐπράξαμεν; Ἐπράξαμεν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον σήμερον ἀδυνατοῦμεν νὰ ἐπανορθώσωμεν, διότι συνεστήσαμεν Πρωτοδικεῖα, συνεστήσαμεν Νομαρχίας, Ἀρχιεπισκοπὰς, Μοιραρχίας, Στρατολογικὰ Συμβούλια, Φυλακὰς καὶ τόσας ἄλλας θέσεις...
§48ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Καταργήσατέ τα.
§49Κ. ΧΑΛΚΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπεβάλατε τὸ ἔθνος εἰς δαπάνας μετὰ ἀτυχῆ πόλεμον, καὶ ἔρχεσθε σήμερον καὶ λέγετε: «καταργήσατε σεῖς τὰς δημιουργηθείσας πολυτελεῖς καὶ περιττὰς θέσεις»! Δὲν ἐπιτρέπεται, Κύριοι, νὰ λέγητε τοιαῦτα· διότι, ὅταν δημιουργῆτε θέσεις τοιαύτας, πρέπει νὰ γνωρίζητε, ὅτι δὲν καταργοῦνται αὗται εὐκόλως καὶ ἀμέσως. Ἐρρίψατε τὸν λίθον ἐντὸς τῆς θαλάσσης, καὶ καλεῖτε ἡμᾶς νὰ τὸν ἐξαγάγωμεν ἐκ τοῦ βυθοῦ τῆς θαλάσσης, ἐνῷ ἐννοεῖτε, Κύριοι, καλῶς, ὅτι τοῦτο εἶναι ἀδύνατον. Ἐπεβάλλετο λοιπὸν, Κύριοι, εἰς ἡμᾶς, ἵνα ταχέως περισυλλεγῶμεν· τί δὲ πράττομεν σήμερον; Ἀκριβῶς ἡ Κυβέρνησις τοῦ ἀξιοτίμου κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως τοιοῦτον ἔχει πρόγραμμα, καὶ περὶ τῆς ἐφαρμογῆς αὐτοῦ μεριμνᾷ. Τὸ πρόγραμμα τῆς ἐνεστώσης Κυβερνήσεως δὲν ἀφορᾷ μόνον εἰς τὴν στρατιωτικὴν καὶ ναυτικὴν ἀναδιοργάνωσιν τῆς χώρας, ἀλλ’ ἀφορᾷ πρὸ παντὸς εἰς τὴν οἰκονομικὴν ἀνόρθωσιν αὐτῆς. Καὶ ἂν δὲν εἶχε τοιοῦτον πρόγραμμα ἡ Κυβέρνησις, ἦτο ἐπιβεβλημμένον εἰς αὐτὴν οὕτω νὰ σκεφθῇ καὶ οὕτω νὰ πράξῃ, ὡς ἤθελε πράξει καὶ ὁ κοινότερος τῶν ἀνθρώπων, διότι καὶ ὁ ἀσημότερος οἰκοκύρης ἔπρεπε πρῶτον νὰ κανονίσῃ τὰ οἰκονομικά του, καὶ κατόπιν νὰ σκεφθῇ περὶ πολυτελῶν ἐπίπλων καὶ περὶ κοσμημάτων κλπ. Ἀλλ’ ὅταν δὲν ἔχωμεν οἰκονομικὰ καλὰ, διατὶ φωνάζετε ἐντεῦθεν καὶ μᾶς προκαλεῖτε, λέγοντες ἡμῖν: «διατὶ ἐγκατελείψατε τὰ στρατιωτικὰ νομοσχέδια; διατὶ δὲν μεριμνᾶτε περὶ τῆς ναυτικῆς παρασκευῆς τῆς χώρας; διατὶ δὲν μεριμνᾶτε περὶ τοῦ ὁπλισμοῦ τοῦ στρατοῦ καὶ τῶν νέων ὅπλων; διατὶ δὲν μεριμνᾶτε περὶ ἀναδιοργανώσεως τοῦ στρατοῦ;» Ἀλλὰ σᾶς ἐρωτῶ, Κύριοι, διὰ τίνων μέσων θέλετε νὰ μεριμνήσωμεν περὶ ἀναδιοργανώσεως τοῦ στρατοῦ καὶ περὶ αὐξήσεως τοῦ στόλου καὶ περὶ διορθώσεως τῶν πραγμάτων ἐν γένει, τῶν κακῶς ἐχόντων; Ὅταν, Κύριοι, παραδίδητε τὸν τόπον βεβαρημένον διὰ δαπανῶν περιττῶν καὶ πολυτελείας καὶ σπατάλης, διὰ δαπανῶν, ἃς δὲν εἶχε πρὸ τοῦ πολέμου, φρονῶ ὅτι ἔχετε τὸ καθῆκον νὰ μᾶς συντρέξητε, καὶ νὰ ὁμολογήσητε, ὅτι ἐσφάλατε, συστήσαντες Πρωτοδικεῖα, συστήσαντες Νομαρχίας καὶ τόσας ἄλλας περιττὰς καὶ πολυτελεῖς θέσεις—διότι ἐδαπανήσατε ἐκεῖ, ὅπου δὲν ἔπρεπεν. —Ἔχετε καθῆκον, ἐπαναλέγω, νὰ μᾶς ὑποστηρίξητε εἰς τὸ ὄντως δυσχερὲς ἔργον τῆς καταργήσεως τῶν εἰρημένων περιττῶν θέσεων. Καὶ ἐνῷ ἔχετε τοιοῦτον καθῆκον, προκαλεῖτε ἡμᾶς ἀφ’ ἑνός, καὶ ἀφ’ ἑτέρου παρασκευάζεσθε, ἵνα καταπολεμήσητε πᾶσαν πρότασιν ἡμῶν, σῴζουσαν οἰκονομικῶς τὴν χώραν! Καὶ ἐνῷ προκαλεῖτε τὴν συζήτησιν τῶν στρατιωτικῶν νομοσχεδίων, εἶσθε ἕτοιμοι νὰ καταπολεμήσητε καὶ καταψηφίσητε ταῦτα! Ἀλλ’ ἐγὼ φρονῶ, ὅτι δὲν εἶναι τοσοῦτον ἐπείγοντα τὰ στρατιωτικὰ νομοσχέδια, ὅσον εἶναι τὰ οἰκονομικά! Κατ’ ἐμὲ, καθῆκον πρώτιστον ἔχει ἡ Βουλὴ νὰ νομοθετήσῃ περὶ τῶν οἰκονομικῶν τῆς χώρας, ἔχει καθῆκον ἀπαραίτητον νὰ μεριμνήσῃ περὶ ἐκείνων, οἵτινες δίδουσι τὸ χρῆμα, διὰ τοῦ ὁποίου θέλουσιν ἀγορασθῆ τὰ ὅπλα, διὰ τοῦ ὁποίου θέλουσιν ἀγορασθῆ τὰ πυροβόλα, διὰ τοῦ ὁποίου θέλουσιν ἀγορασθῆ τὰ πλοῖα καὶ πάντα τὰ ἄλλα ἐφόδια. Ἐὰν ἐγκαταλειφθῇ ὁ λαὸς, ὁ ὁποῖος φορολογεῖται, ὁ ὁποῖος δίδει τὸ χρῆμα, καὶ μείνῃ ἄνευ προστασίας, σᾶς ἐρωτῶ, ποῦ θέλετε εὕρει αὐτὸ τὸ χρῆμα διὰ τὴν στρατιωτικὴν καὶ ναυτικὴν παρασκευήν; σᾶς ἐρωτῶ: καὶ δὲν ζητεῖ ὁ λαὸς τὴν βελτίωσιν τῆς καταστάσεώς του; δὲν ζητεῖ τὴν προαγωγὴν τῆς γεωργίας; δὲν ζητεῖ ὁ λαὸς τῆς Πελοποννήσου τὴν βελτίωσιν τῆς καταστάσεώς του διὰ τῆς ἐπιλύσεως τοῦ σταφιδικοῦ ζητήματος; Καὶ ὅταν δὲν διορθώσητε ταῦτα, πῶς θέλετε εὕρει τὰ χρήματα πρὸς συμπλήρωσιν τῆς ναυτικῆς καὶ στρατιωτικῆς παρασκευῆς τῆς χώρας; Ὡς ἂν ἦναι ὁ ἐχθρὸς πρὸ τῶν θυρῶν ἡμῶν, κραυγάζετε: «διατὶ ἐγκαταλιμπάνονται τὰ νομοσχέδια τὰ στρατιωτικά;» Ἀλλ’ ἐρωτῶ: καὶ ἂν προταχθῶσι τὰ νομοσχέδια ταῦτα, καὶ ἂν ψηφισθῶσιν ἀμέσως, φρονεῖτε ὅτι δυνάμεθα νὰ πραγματοποιήσωμεν τὸ ἐθνικὸν ὄνειρον; Ἐκεῖνοι, οἵτινες διατείνονται, ὅτι κινδυνεύει ἡ Μακεδονία, ὅτι κινδυνεύει ὁ Ἑλληνισμὸς, ἐκεῖνοι, οἵτινες ἐν ἀγανακτήσει κραυγάζουσι, διατὶ δὲν παρασκευαζόμεθα, διατὶ δὲν αὐξάνομεν τὸν στόλον, διατὶ δὲν αὐξάνομεν τὸν στρατὸν, ἐκεῖνοι βεβαίως ὁρμῶνται ἐξ αἰσθήματος ἀγαθοῦ, ἀλλ’ ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ εἴπω, ὅτι τὸ αἴσθημα τῆς καρδίας προτρέχει τῆς κρίσεως, προτρέχει τοῦ συμφέροντος τῆς πατρίδος.
§50Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε.
§51Κ. ΧΑΛΚΙΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν θὰ κατορθώσητε, Κύριοι, διὰ τῶν λόγων ἐν τῇ Βουλῇ καὶ διὰ τῶν νομοσχεδίων νὰ ἐκτελεσθῶσιν οἱ πόθοι τοῦ ἔθνους. Ἵνα ἐκτελεσθῶσιν οἱ εὐγενεῖς οὗτοι πόθοι, ἀπαιτεῖται χρῆμα, καὶ χρῆμα πολὺ, καὶ φρόνησις ἄκρα· δὲν ἀρκεῖ μόνον ὁ ἐνθουσιασμὸς καὶ οἱ πομπώδεις λόγοι. Ἂς ἀφήσωμεν κατὰ μέρος τὰς καυχησιολογίας, ἃς ἀναλογισθῶμεν, ποίους ἔχομεν ἐχθροὺς, καὶ ἂς μεριμνήσωμεν, Κύριοι, κατὰ πρῶτον νὰ ῥυθμίσωμεν τὰ οἰκονομικὰ ἡμῶν, νὰ ἀνακουφίσωμεν τὸν λαὸν, ὁ ὁποῖος μᾶς ἀπέστειλεν ἐνταῦθα, καὶ ὁ ὁποῖος ἀναμένει ἐντεῦθεν πρωτίστως τὴν ἐπαναφορὰν τῶν πραγμάτων εἰς τὴν κανονικὴν αὐτῶν τροχιάν. Κύριοι, εἴμεθα ὑπερβολικοὶ πάντοτε! Κραυγάζομεν ὅτι «δὲν ἔχομεν στρατὸν, δὲν ἔχομεν στόλον», καὶ ἐνσπείρομεν τὴν ἀπελπισίαν καὶ τὴν ἀπογοήτευσιν. Ἐγὼ φρονῶ, ὅτι ὑποτιμῶμεν τὰς δυνάμεις ἡμῶν, κακῶς πράττοντες. Ὅτι δὲ λέγομεν ὑπερβολὰς κατὰ τοῦ στρατοῦ καὶ τοῦ στόλου, μαρτυροῦσιν αὐτὰ τὰ πράγματα καὶ ἡ δύναμις τοῦ ἔθνους. Καὶ ἐρωτῶ ὑμᾶς, πῶς ἐπὶ τόσας ἡμέρας ἀγύμναστοι στρατιῶται ἠγωνίσθησαν γεναίως εἰς τὴν μεθόριον γραμμὴν, καὶ ἀπέκρουσαν μετὰ καρτερίας τὰς ἐπιθέσεις τῶν ἐχθρῶν, καίτοι πολυαρίθμων; Καὶ μὴ λησμονεῖτε, ὅτι ἐπαλαίομεν κατὰ μεγάλης Αὐτοκρατορίας, Αὐτοκρατορίας στρατιωτικῆς καὶ ἐμπειροπολέμου, ἥτις ἐκλόνισε καὶ αὐτὸν τὸν Αὐτοκράτορα πασῶν τῶν Ῥωσσιῶν, καὶ τὸν ἠνάγκασε νὰ σταματήσῃ τὴν πορείαν του ἐπὶ τοσοῦτον χρόνον ἐν Βουλγαρίᾳ, κατὰ τὸν Ῥωσσοτουρκικὸν πόλεμον! Μὴ λησμονεῖτε, ὅτι ἐπαλαίομεν κατὰ γίγαντος! Ἂς ἀφήσωμεν λοιπὸν τὰς καυχησιολογίας καὶ τὰς πατραγαθίας, ἃς διδαχθῶμεν ἐκ τοῦ παρελθόντος, καὶ ἂς βαδίσωμεν καὶ ἐν τῷ παρόντι καὶ ἐν τῷ μέλλοντι συνετῶς καὶ μεμετρημένως.
§52Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἐγὼ, κύριε Πρόεδρε, εἴπερ τις καὶ ἄλλος εὔχομαι νὰ ἴδω πραγματούμενον τὸ πρόγραμμα τῆς Κυβερνήσεως, ἧς ἡγεῖται ὁ σεβαστὸς ἐκ Γόρτυνος πολιτευτής. Λέγω δὲ εἴπερ τις καὶ ἄλλος, διότι ἀπὸ τοῦ 1883 ἔτους, ἐπὶ 20 τουτέστι συναπτοὺς ἐνιαυτοὺς, ὑπεστήριζον τὴν πολιτικὴν ταύτην· καὶ διὰ τοῦτο, ὅτε προχθὲς ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς προέβαλον πρὸς τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν καὶ φίλον μου τὴν σειρὰν ὅλων ἐκείνων τῶν ἐπερωτήσεων, δὲν ἔπραξα τοῦτο ἐξ ἐχθρικῆς καὶ ἀντιπολιτευτικῆς προαιρέσεως, ὡς αὐτὸς ὑπέλαβεν, —εἰς τοῦτο δ’ εὐτυχῶς διώρθωσεν αὐτὸν ὁ ἔντιμος τῆς πλειονοψηφίας ἡγέτης. — Ἐὰν προέβαλον σειρὰν μακρὰν ἐπερωτήσεων, μετ’ ἀποπείρας ἀναλύσεως ἑκάστης αὐτῶν, ἔπραξα τοῦτο, διότι ἐπίστευον καὶ ἐφρόνουν, ὅτι ἤθελον παραλείψει καθῆκον ἐπιβαλλόμενον, ἐὰν δὲν κατεδείκνυον τὴν ἀληθῆ τῶν πραγμάτων τοῦ Ναυτικοῦ ἡμῶν κατάστασιν. Ἠπόρησα δὲ, ὅτε ἤκουσα τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν, διδόντος ἐν ταῖς ἐπερωτήσεσιν ἐκείναις ἀντιπολιτευτικὴν προαίρεσιν καὶ σκοπόν. Εὐτυχῶς ἐμπειρότερος αὐτοῦ κατὰ πολλὰ—καὶ ἂς μὴ θεωρηθῇ τοῦτο πρὸς προσβολὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν—ὁ ἡγέτης τῆς πλειονοψηφίας, κατεῖδε τὸν ἀληθῆ σκοπὸν τῆς ἐπερωτήσεώς μου, καὶ περὶ τούτου χθὲς δήλωσιν ἐποιήσατο ἀπὸ τῆς θέσεως αὐτοῦ, ἀγορεύων καὶ ἀπαντῶν εἰς τὰ ἐπερωτηθέντα. Ἴσως ἐγὼ ἐδυνάμην νὰ κατηγορήσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν ὡς ἀντιπολιτευόμενον ἐμὲ, ὅτε αὐτὸς ἐπεχείρησε ν’ ἀπαντήσῃ εἰς τὰς ἐπερωτήσεις μου ἐκ τοῦ ἀσφαλοῦς, ἀρνούμενος νὰ καταθέσῃ τὰ ἔγγραφα, ἅτινα ἐγὼ δικαίῳ τῷ λόγῳ ἐζήτησα νὰ κατατεθῶσιν. Ὀφείλω δὲ νὰ φέρω τὰ πράγματα εἰς τὴν κανονικὴν αὑτῶν τάξιν, καὶ δηλῶ πρὸς τε τὴν Βουλὴν καὶ τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν, ὅτι ἐξ οὐδεμιᾶς τῶν ἐκθέσεων, ἃς ἐζήτησα, κινδυνεύουσι τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους· κινδυνεύει μόνον ἴσως ν’ ἀποδειχθῇ, ὅτι δὲν εἶναι τελείως παρεσκευασμένος πρὸς ἀπάντησιν, καὶ μετὰ τὴν κατάθεσιν, ἂν γένηται, καὶ πρὸ τῆς καταθέσεως τῶν ἐγγράφων, ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν. Ἀλλὰ, Κύριοι, τί ἆρά γε προέκυψεν ἐκ τῆς ἐπερωτήσεώς μου; Τί ἆρά γε προκύπτει ἐξ ὅσων καὶ χθὲς καὶ σήμερον ἠκούσαμεν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ἐν σχέσει πρὸς τὸ ζήτημα τοῦτο; Προκύπτει, Κύριοι, τὸ ἑξῆς ἀναμφισβήτητον συμπέρασμα· ὅτι ἐπὶ Προϋπολογισμοῦ 114,000,000 δραχμῶν φόρων καὶ δαπανῶν ἐλάχισταί τινες χιλιάδες δραχμῶν διατίθενται ὑπὲρ τῶν ναυτικῶν καὶ στρατιωτικῶν παρασκευῶν τῆς χώρας. Ἐὰν, Κύριοι, μετὰ Προϋπολογισμοὺς 40 καὶ 50 καὶ 60 ἑκατομμυρίων δραχμῶν, δι’ ὧν ἄλλοτε διῳκούμεθα, ἐφθάσαμεν εἰς τὸ ἀποτέλεσμα νὰ ζητῶμεν σήμερον ἀπὸ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ τὸ διπλάσιον καὶ πλέον τῶν παλαιῶν φόρων, 114 ἑκατομμύρια, καὶ διὰ τῶν 114 τούτων ἑκατομμυρίων ἐξόδων οὐδεμίαν νὰ δυνάμεθα νὰ λάβωμεν πρόνοιαν περὶ στρατοῦ καὶ Ναυτικοῦ, ἀπελπιστικὰ βεβαίως εἶναι τὰ συμπεράσματα, ἅτινα ἐκ τῆς πολιτείας ἡμῶν ταύτης πρέπει νὰ προκύψωσι· διότι δὲν ἠξεύρω εἰς πόσας ἀκόμη δεκάδας ἑκατομμυρίων θέλετε ζητήσει ν’ αὐξήσωμεν τὰ ἔξοδα τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἵνα ἐπὶ τέλους ἀποκτήσωμεν μίαν καὶ μόνην μονάδα ναυτικὴν καὶ ἐλαχίστας τινὰς χιλιάδας στρατοῦ κατὰ γῆν! Πολλοῦ γε καὶ δεῖ αἱ ἐπερωτήσεις μου νὰ εἶχον σκοπὸν ἐχθρικὸν πρὸς τὰς βλέψεις καὶ τὴν πορείαν τῆς Κυβερνήσεως. Εἶχον σκοπὸν ἁπλῶς διαπορητικὸν καὶ ἐνδεικτικὸν τῆς καταστάσεως τῶν πραγμάτων. Διαποροῦμεν ἐγὼ τε καὶ μετ’ ἐμοῦ ὁλόκληρος, δὲν ἀμφιβάλλω, ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς, πῶς εἶναι δυνατὸν ν’ ἀναβιβάσωμεν τὸν Προϋπολογισμὸν εἰς 114,000,000 δραχμὰς, καὶ ἐκ τῶν 114 τούτων ἑκατομμυρίων νὰ μὴ περισσεύσωσιν εἰμὴ 320 χιλιάδες μόνον δραχμαὶ ὑπὲρ τῶν πραγματικῶν ἀναγκῶν τοῦ Ναυτικοῦ, καὶ 174,000 δραχμαὶ ὑπὲρ τῶν πραγματικῶν ἀναγκῶν τοῦ κατὰ γῆν στρατοῦ. Θεωρῶ περιττὸν νὰ ἐπανέλθω εἰς τὴν ἀνάλυσιν τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν μετὰ τὴν μακρὰν τῆς προχθὲς ἐπερώτησίν μου, ἐξ ἧς, διὰ τῶν πραγμάτων καὶ τῶν ἀριθμῶν καὶ τῶν κεφαλαίων καὶ τῶν ἐδαφίων τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἀπεδείχθη, ὅτι μόνον 320,000 δραχμαὶ δαπανῶνται ὑπὲρ τοῦ Ναυτικοῦ, ἀλλὰ καὶ αὗται ἀσκόπως καὶ ἀτέχνως· διότι οὔτε λέβητας τῶν θωρηκτῶν διὰ τούτων δυνάμεθα ν’ ἀντικαταστήσωμεν, οὔτε λέβητας τῶν τορπιλλοφόρων, ὅπως ἠξίωσε καὶ ἀξιοῖ ἀκόμη ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν, ὅστις ἂν οὕτως ἐξακολουθῇ ἐργαζόμενος, ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ νὰ εἴπω πρὸς αὐτὸν, ὅτι, ὅταν, Θεοῦ εὐδοκοῦντος, ἐξέλθῃ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, θέλει ἐρωτᾷ ἑαυτὸν, διατὶ ἆρά γε εἶχεν εἰσέλθει. Τί εἶπον περὶ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν; Ὅτι εἰς 174,000 δραχμὰς καὶ μόνας ἀναβαίνουσιν αἱ πραγματικαὶ ὑπὲρ τοῦ στρατοῦ δαπάναι, ἐὰν δὲν εἶπον καὶ ὑπερβολὴν, χαρακτηρίζων τὸ ποσὸν τοῦτο ὡς ὑπὲρ πραγματικῶν δῆθεν ἀναγκῶν τοῦ στρατοῦ διατεθειμένον. Διότι, ἐὰν ἀνοίξωμεν τὴν σελίδα 341 τοῦ τεύχους τοῦ Προϋπολογισμοῦ, θέλομεν ἴδει, ὅτι αἱ 174,000 αὗται δραχμαὶ ἀναγράφονται ἐν τῷ κεφαλαίῳ τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν περὶ τοῦ ὑλικοῦ τοῦ στρατοῦ. Ἀλλ’ ἀκούσατε περὶ τίνος ὑλικοῦ τοῦ στρατοῦ (ἀναγινώσκει): «δι’ ἐπιμίσθια τεχνιτῶν ὑπαξιωματικῶν αʹ καὶ βʹ τάξεως, τεχνιτῶν μαθητευομένων τοιούτων, καὶ ἰδιωτῶν τεχνιτῶν, ἀγορὰν εἰδῶν ὁπλισμοῦ καὶ συντήρησιν αὐτῶν, ἀγορὰν χρειωδῶν ὑλικοῦ πρὸς ἐκτέλεσιν βολῆς τῶν σωμάτων, καὶ ἀντικατάστασιν πυρομαχικῶν, ἐπισκευὴν καὶ τεχνικὴν κάθαρσιν τοῦ ἐν ταῖς ἀποθήκαις ὑπάρχοντος ὑλικοῦ καὶ ὁπλισμοῦ, ἀγορὰν γαιανθράκων καὶ ἐργαλείων τῶν συνεργείων, δι’ ἐπισκευὴν ὀχημάτων τοῦ πυροβολικοῦ καὶ λοιπῶν σωμάτων καὶ ὑπηρεσιῶν, διὰ τὴν ἀγορὰν παντὸς εἴδους ὑλικοῦ, χρησίμου διὰ τὴν ἐργασίαν τοῦ ὁπλοστασίου Διευθύνσεως Ὑλικοῦ πολέμου καὶ λοιπῶν, ἀγορὰν εἰδῶν ὑλικοῦ διὰ τὰς γιγνομένας τροποποιήσεις καὶ κατασκευὴν ἐπὶ τῆς σκευῆς τοῦ πυροβολικοῦ. Διὰ τὴν ἀγορὰν ἐλαίου Μπελματήλ. Διὰ τὴν προμήθειαν ἀπηνῶν (κάρρων διτρόχων). Διὰ τὴν προμήθειαν ὑδροφόρων ἁμαξῶν μετὰ σιδηρῶν βυτίων δραχμαὶ 174,000»! Ἀπέναντι λοιπὸν, Κύριοι, προϋπολογισμοῦ 18,000,000 καὶ ἐπέκεινα δραχμῶν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν 174,000 δραχμαὶ διὰ τὰς ἀνάγκας, ἃς τόσον ζωηρῶς ζωγραφίζει τὸ σχετικὸν μέρος τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, ὅπερ ἀνέγνων! Ἐὰν ἄρα, Κύριοι, ἡμεῖς ἐπηρωτήσαμεν καὶ ἐπερωτῶμεν, ἐξ οὐδενὸς ἄλλου λόγου πρὸς τοῦτο ὡρμήθημεν. Ἀλλὰ καὶ κατὰ τὸ παρελθὸν τοῦτ’ αὐτὸ ἐπράξαμεν. Ἐγὼ κατὰ τὴν τελευταίαν Σύνοδον τῆς διαλυθείσης Περιόδου, ὅτε ἡ τότε Κυβέρνησις ὑπέβαλε τὸν νόμον περὶ δυνάμεως τοῦ κατὰ γῆν στρατοῦ, ὡμίλησα, λαβὼν ἀφορμὴν ἐκ τοῦ νομοσχεδίου ἐκείνου, περὶ τῆς τοιαύτης καταστάσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν. Καὶ ἐξακολουθῶ τὰ αὐτὰ λέγων καὶ τὰ αὐτὰ φρονῶν· ὅτι τουτέστι δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον εἰς τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος, ἐνῷ δαπανᾷ 114,000,000 δραχμὰς, ἐκ τῶν 114 τούτων ἑκατομμυρίων ἑπτὰ μόνον διὰ τὸ Ναυτικόν, ὀκτωκαίδεκα δὲ διὰ τὸν κατὰ γῆν στρατὸν, καὶ ἐκ τῶν 25,000,000 τέλος πάντων τούτων νὰ διαθέτῃ 325,000 δραχμὰς ὑπὲρ τοῦ Ναυτικοῦ, καὶ 174,000 διὰ τὸν στρατὸν τῆς ξηρᾶς, διὰ πραγματικὰς ἀνάγκας, ὧν τινες καὶ ἠκούσατε ὁποίου χαρακτῆρος καὶ ὁποίας σπουδαιότητος εἶναι. Αὐτὸς καὶ μόνον ὁ ἁπλούστατος σκοπὸς ὤθει ἐμὲ εἰς τὴν ὑποβολὴν τῆς ἐπερωτήσεώς μου ἐκείνης, ἣν διὰ μακρῶν κατὰ παρελθοῦσαν συνεδρίασιν ἀνέπτυξα. Ἀλλὰ, Κύριοι, ἐνῷ πρὸ τοιούτου Προϋπολογισμοῦ παριστάμεθα, ἐνῷ συζητοῦντες, καὶ ἐπὶ τοῦ ἐδάφους τούτου στηριζόμενοι, αἰσθανόμεθα ἡμᾶς αὐτοὺς ἀκλονήτους ἐν ταῖς ἰδέαις καὶ ταῖς πεποιθήσεσιν ἡμῶν, ἐνῷ αἰσθανόμεθα, ὅτι οὐδὲν δύναται νὰ ἐκτοπίσῃ ἡμᾶς ἐκ τοῦ ἐδάφους τούτου, ἐφ’ οὗ ὑπὲρ τῶν ἐθνικῶν ἀναγκῶν ἀμυνόμεθα, ἐνῷ πρὸ τοιούτων προϋπολογισμῶν ἑκατέρου τῶν στρατιωτικῶν Ὑπουργείων παριστάμεθα, ἐξαίφνης ἐξεπλάγημεν πρὸ περιέργου θεάματος· εἴδομεν ἐξαφανιζόμενον ἔκ τε τῆς αἰθούσης ταύτης καὶ ἐκ τῶν ὑπουργικῶν ἑδωλίων ἀξιότιμον καὶ πεφωτισμένον παλαιστὴν ἐν τῷ λόγῳ, καὶ ὑπὲρ τοῦ στρατοῦ καὶ τοῦ ἔθνους πολλάκις ἀγωνισθέντα, τὸν ἕτερον τῶν Ὑπουργῶν τῶν πολεμικῶν Ὑπουργείων, τὸν ἀξιότιμον φίλον μου κ. Λιμπρίτην, βουλευτὴν Τυρνάβου. Βεβαίως, προϋπολογισμὸς οὑτωσὶ συντεταγμένος, προϋπολογισμὸς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, οὑτωσὶ παρὰ τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργοῦ ὑποστηριζόμενος, ἐξαφάνισις ἐκ τοῦ ἐδάφους τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ἐκ τοῦ ἐδάφους τῆς Βουλῆς περιφανοῦς μέλους τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ περιφανοῦς μέλους τῆς Βουλῆς ἐνέβαλεν ἡμᾶς εἰς ἀπορίας καὶ σκέψεις περὶ τοῦ τί ἆρά γε συμβαίνει, καὶ ἂν ἐξακολουθοῦμεν ὑποστηρίζοντες τὸ πρόγραμμα, οὗτινος δυνάμει ὡδήγησεν ἡμᾶς εἰς τὴν αἴθουσαν ταύτην ὁ Ἑλληνικὸς λαός. Εὔχομαι, Κύριοι, ἐπὶ τοσοῦτον ἀγωνισθεὶς καὶ ἐντὸς τῆς Βουλῆς καὶ ἐκτὸς τῆς Βουλῆς, καὶ ἐν ταῖς πρώταις — ἔχω τὸν ἐγωϊσμὸν νὰ εἴπω — τάξεσι, καὶ ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς δημοσιογραφίας, ἧς εἰμι καὶ ἐγὼ θεράπων, εὔχομαι, λέγω, Κύριοι, ἀγωνισθεὶς ἐπὶ τοσούτους συνεχεῖς ἐνιαυτούς, κατὰ τὸ μέτρον πάντοτε τῶν ἀσθενῶν μου δυνάμεων, νὰ ἴδω τῳόντι ἐφαρμοζόμενον τὸ πρόγραμμα τῆς Κυβερνήσεως. Ἀλλ’ ἠθέλετε, Κύριοι, νὰ μὴ αἰσθανθῶμεν ἀνησυχίαν, ἠθέλετε νὰ μὴ αἰσθανθῶμεν ἔστω ἐλαφρόν τινα κλονισμόν, ὅταν βλέπωμεν οὑτωσὶ μὲν διαχειριζομένους καὶ καταρτιζομένους τοὺς προϋπολογισμοὺς τῶν πολεμικῶν Ὑπουργείων τῆς Ἑλλάδος, οὑτωσὶ δὲ κατὰ παράδοξον καὶ μυστηριώδη τρόπον ἀποχωροῦντα τῆς αἰθούσης τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἐπιφανὲς μέλος αὐτοῦ; Ποῖαι ἐξηγήσεις πραγματικαὶ καὶ σοβαραὶ καὶ ἀληθεῖς ἐδόθησαν περὶ τῆς ἀποχωρήσεως ἐκ τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου τοῦ πρώην Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν; Πρὸς τίνας διεφώνησε καὶ διαφωνεῖ; Διεφώνησεν ἆρά γε πρὸς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον; Ἀλλ’ ὁ ἡγέτης τῆς πλειονοψηφίας κατὰ προτέραν τινὰ συνεδρίασιν ἔλεγεν, ὅτι ἐν ἁρμονίᾳ διετέλει καὶ ἐξακολουθεῖ διατελῶν πρὸς τὸν πρώην ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργόν. Ἀλλ’ αἱ δημοσιεύσεις τοῦ πρώην ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργοῦ ἀποδεικνύουσιν ἀριδήλως, ὅτι ἐν πλήρει διαφωνίᾳ εὑρίσκετο πρὸς ἄλλας ὑψηλοτέρας σφαίρας ὁ πρώην ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργός. Καὶ πῶς κατορθοῦται, Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν πρὸς τὰς σεβαστὰς καὶ ὑπερτίμους ἐκείνας σφαίρας νὰ εὑρίσκηται ἐν διαφωνίᾳ, καθ’ ἃ αὐτὸς βεβαιοῖ καὶ δημοσιεύει, πρὸς δὲ τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, κατὰ τὴν δήλωσιν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, νὰ εὑρίσκηται ἐν ἁρμονίᾳ; Ἰδοὺ ἀπορίαι ἄλλαι, αἵτινες ἐνέβαλον εἰς ἡμᾶς τὴν ἰδέαν, ὅτι τὸ ἔδαφος τῶν πολιτικῶν ἰδεῶν, ἐφ’ ὧν καὶ ἡμεῖς ἐβασιζόμεθα, ἤρξατο ὁπωσδήποτε κλονιζόμενον. Ἀναμένω τὸν χρόνον, ὅστις εἶναι ὁ εὐγλωττότατος καὶ πειστικώτατος τῶν διδασκάλων, ἵνα διαψεύσῃ καὶ ἀναιρέσῃ τὰς ὑπονοίας ἐκείνας, ἃς ἀξιότιμοι συνάδελφοι καὶ ἐγὼ ὑπεβάλομεν καὶ ὑπεδηλώσαμεν εἰς τὴν Βουλήν.
§53Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, μίαν ἐξήγησιν ὀφείλω εἰς τὸν ἔντιμον ἐξ Ἀττικῆς βουλευτὴν, τὸν στρατηγὸν κ. Σμολένσκην. Χθὲς ὁμιλῶν δὲν ἠδυνήθην νὰ γείνω καταληπτὸς εἰς αὐτὸν, καὶ διὰ τοῦτο σήμερον ἠθέλησε νὰ μοὶ ὑπομνήσῃ, ὅτι ἠγνόουν ὅσα εἶπεν, ὅτι δηλ. ἐργασία ἐγένετο καὶ γίνεται πρὸς παρασκευὴν σχεδίου ἀμύνης τῆς χώρας. Ἐνόμισεν ὁ ἀξιότιμος κύριος στρατηγός, ὅτι τοῦτο ἠγνόουν.
§54Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ. Ὄχι δά! εἴπετε, ὅτι δὲν ἔγεινε ποτὲ ἐργασία.
§55Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δὲν εἶπον, ὅτι οὐδέποτε ἔγεινεν ἐργασία ὑπὲρ ἀμύνης τῆς χώρας· ἐγὼ ἄλλο εἶπον, ὅτι ὑπάρχει τεταγμένη ἀρχή, ἥτις πρέπει νὰ μελετᾷ τὰ τῆς παρασκευῆς τῆς ἀμύνης τῆς χώρας κατὰ παντὸς ἐνδεχομένου πολέμου. Τοῦτο βεβαίως γνωρίζω, ἀλλὰ δὲν νομίζω, ὅτι τὰ γεγονότα ἀπέδειξαν, ὅτι τοιαύτη τις ἐργασία, προσηρμοσμένη εἰς τὴν κατάστασιν τοῦ τόπου καὶ τὰς δυνάμεις τῆς χώρας, ἦτο ἑτοίμη, ὅτε ἔπρεπε νὰ ἦναι ἑτοίμη. Ὡς γνωστόν, κατὰ τὸν πόλεμον τοῦ 1897 ἐλήφθη ὑπ’ ὄψιν, ὡς ἤκουσα, σχέδιόν τι, ὅπερ εἶχε καταρτίσει ὁ στρατηγὸς Vosseur, περὶ στρατιωτικῆς ἐνεργείας κατὰ τὴν μεθόριον γραμμήν, ἀπορία δὲ τότε ἐκράτει, ἐπὶ τίνων βάσεων καὶ σχεδίων θὰ ἐγίνετο εἴτε ἡ ἀμυντικὴ εἴτε ἡ ἐπιθετικὴ ἐνέργεια τοῦ στρατοῦ. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ Ναυτικόν, ἐπικαλοῦμαι τὸν τότε Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν, τὸν ἀξιότιμον φίλον μου κ. Λεβίδην, ὅστις θὰ εἴπῃ, ἂν δὲν μ’ ἐβεβαίωσε κατὰ τὸν πόλεμον, ὅτι οὐδεμίαν εὗρεν ἐργασίαν περὶ ἐνεργείας τῶν ναυτικῶν ἡμῶν δυνάμεων ἐν περιπτώσει πολέμου.
§56Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Οὐδεμίαν.
§57Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἀληθῶς οὐδεμίαν εὗρεν ἑτοίμην ἐν τῷ Ὑπουργείῳ ἐργασίαν εἴτε διὰ τὴν ἄμυναν εἴτε δι’ οἱανδήποτε ἄλλην στρατιωτικὴν ἐργασίαν, ἐξ ἐκείνων, αἵτινες ἐν ἄλλοις Κράτεσιν εἶναι ἕτοιμοι μέχρι τῶν ἐλαχίστων λεπτομερειῶν, καὶ δὲν ἀναμένεται ἢ ἡ διαταγὴ τῆς ἐπιστρατεύσεως, ὅπως λάβῃ καὶ ἀνοίξῃ ἕκαστος τῶν στρατηγῶν τὸν φάκελον καὶ εὕρῃ τὰς ὁδηγίας περὶ τῆς ἐνεργείας αὐτοῦ. Τοιαύτη ἐργασία δύναται νὰ εἴπῃ τις, ὅτι ἐγένετο ποτὲ ἐν Ἑλλάδι; Τί ὅμως ἠδύνατο νὰ γείνῃ, ἀφοῦ δὲν ἔχομεν στρατόν; τίνος στρατοῦ νὰ διαγράψῃ τις σχέδιον ἢ ἐπιθέσεως ἢ ἀμύνης; εἰδικά τινα σχέδια περὶ τῆς πορείας, ἣν θὰ βαδίσῃ ὁ στρατὸς, ἢ τῶν θέσεων, ὄπισθεν τῶν ὁποίων θὰ περιμένῃ, πιθανὸν νὰ ἐγένοντο, ἀλλ’ ὀργανική τις μελέτη συνόλου ἐνεργείας καὶ κινητοποιήσεως τοῦ στρατοῦ οὐδέποτε ἐγένετο. Ἀλλ’ ἐγὼ δὲν ὡμίλουν περὶ αὐτῶν· ἐγὼ ἐπεκαλέσθην τὴν κατάστασιν, τὴν ἀνεπάρκειαν τῶν οἰκονομικῶν τῆς χώρας ἡμῶν, καὶ εἶπον, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἀρκώμεθα εἰς σχέδια, τὰ ὁποῖα μιμοῦνται ἄλλα ἔθνη πλουσιώτερα καὶ στρατιωτικώτερα, καὶ νὰ ζητῶμεν ἐπὶ τῇ βάσει αὐτῶν νὰ ὀργανώσωμεν τὸν στρατὸν τῆς ξηρᾶς καὶ τῆς θαλάσσης· εἶπον, ὅτι λόγῳ τῶν ἀνεπαρκῶν ἡμῶν δυνάμεων πρέπει νὰ μελετηθῇ συνδυασμὸς τῶν δύο αὐτῶν δυνάμεων, τῶν κατὰ ξηρὰν καὶ τῶν κατὰ θάλασσαν, καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τοιούτου σχεδίου πρέπει νὰ γίνηται ἡ παρασκευὴ καὶ αἱ παραγγελίαι καὶ πάνθ’ ὅσα συμβάλλουσιν εἰς τὴν ἐπιτυχίαν τοιούτου συνδυασμοῦ συμπράξεως στρατοῦ τῆς ξηρᾶς καὶ τοῦ Ναυτικοῦ. Τοῦτο δὲ εἶπον, διότι ἐγένετο λόγος περὶ τοῦ ταμείου τοῦ πολεμικοῦ Ναυτικοῦ. Ἐν τῷ νόμῳ ἐκείνῳ ἐλήφθη φροντίς, ὅπως ἐν ἐπιτροπῇ μονίμῳ συνεργάζωνται οἱ διευθύνοντες τὰ τῆς ἐπιτελικῆς ὑπηρεσίας τοῦ στρατοῦ τῆς ξηρᾶς μετὰ τῶν εἰδικῶν ἐν τῷ Ναυτικῷ, καὶ καταρτίζηται τοιαύτη συνεργασία ἐν ἐνδεχομένῃ ἐνεργείᾳ. Ἄνευ τοιαύτης παρασκευῆς τελείας σχεδίου καὶ ἐνεργείας ταχίστης, μὴ διδούσης χρόνον εἰς τὸν ἐχθρὸν ἡμῶν νὰ συγκεντρώσῃ πρὸ πάσης ἐπιθέσεως ἀνωτέρας δυνάμεις καὶ ματαιώσῃ τοιοῦτον σχέδιον, ἡ ἐργασία ἡμῶν εἶναι καταδικασμένη νὰ ἀποτύχῃ. Λέγων ὑμῖν ταῦτα, μᾶλλον ἔλεγον αὐτὰ θεωρητικῶς ἢ μὲ πρακτικόν τινα σκοπόν, διότι εἶμαι ἐντελῶς πεπεισμένος, ὅτι οὐ μόνον σήμερον δὲν ἔχομεν, ἀλλ’ οὔτε βραδύτερον θὰ ἔχωμεν στρατόν, ὅτι τὸ ζήτημα τοῦ στρατοῦ ὑπετάχθη ἁπλῶς καὶ ξηρῶς εἰς τὸ ζήτημα τὸ οἰκονομικόν, καὶ ὅτι τὰ ἀναγκαῖα χρηματικὰ μέσα ἠδύνατο νὰ προμηθεύσῃ μόνον ῥιζικὴ μεταρρύθμισις τῶν τοῦ Προϋπολογισμοῦ δι’ οἰκονομιῶν καὶ σταθερᾶς καὶ ἐπιμόνου ἐργασίας πρὸς προαγωγὴν τῶν ὑλικῶν συμφερόντων τῆς χώρας, ἀλλὰ τοιαύτη μεταρρύθμισις δὲν ἐπιδιώκεται, οὔτε θὰ ἐπιδιωχθῇ. Οὕτω θὰ μένωμεν ἄνευ τῶν ἀναγκαίων πόρων πρὸς πολεμικὴν παρασκευὴν, καὶ ἀναγκαίως αὕτη θὰ ὑποτάσσηται πότε εἰς τὸ ἕν καὶ πότε εἰς τὸ ἄλλο στρατιωτικὸν μέτρον, ὅπερ κατὰ τοὺς ἐπινοοῦντας αὐτὰ πρέπει νὰ ληφθῇ, διὰ νὰ ἔχωμεν δῆθεν πότε περισσότερον καὶ πότε καλλίτερον στρατόν, χωρὶς οὐδὲν τούτων ποτὲ νὰ ἐπιτυγχάνηται. Ἡ παρασκευὴ οὕτως αἰωνίως θὰ ἀναβάλληται, ἐλλείψει στρατοῦ. Οὔτε μὲ τὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα πρόκειται νὰ συζητηθῶσι καὶ τὰ ὁποῖα δὲν ἀμφιβάλλω, μετὰ τὰς ἐπανειλημμένας ὑποσχέσεις τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι θὰ συζητηθῶσιν, οὔτε δι’ ἄλλης τινὸς ἐργασίας θὰ λυθῇ τὸ ζήτημα τῆς ὑπάρξεως στρατοῦ ἑτοίμου καὶ ἱκανοῦ, ὅπως ἐπ’ αὐτοῦ βασίσῃ τὰς ἐνεργείας αὐτοῦ τὸ ἔθνος ἐν ἐνδεχομένῃ περιστάσει. Ἐργασία ὅμως πρὸς ἄμεσον παρασκευὴν πάντως δὲν ἐγένετο οὔτε ἐν τοῖς στρατιωτικοῖς νομοσχεδίοις, τὰ ὁποῖα ὑπεβλήθησαν, οὔτε ἐν ἄλλοις, τὰ ὁποῖα δὲν γνωρίζομεν ἀκόμη, ἀλλὰ περὶ τῶν ὁποίων ἐγένοντο ὅπως δήποτε δηλώσεις τινές. Καὶ τὰ τοῦ Ναυτικοῦ, ἐφ’ ὅσον τὸ ταμεῖον δὲν εἶναι ἐπαρκῶς προικοδοτημένον καὶ δὲν δύναται σπουδαίως νὰ συμβάλῃ εἰς ἀξίαν λόγου παρασκευὴν, διότι, ὡς ὡμολόγησε καὶ ὁ πρώην Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, καὶ τὸ ταμεῖον αὐτὸ εὑρίσκεται ἀνεπαρκὲς τοὺς πόρους, καὶ ἐσκέπτετο διὰ τοῦτο νὰ προτείνῃ νὰ προικοδοτήσωμεν αὐτὸ δι’ ἑτέρου πόρου μέχρις ἑνὸς ἑκατομμυρίου, καὶ τὰ τοῦ Ναυτικοῦ, λέγω, δὲν εἶναι εἰς καλλιτέραν θέσιν. Ὅπως δήποτε καὶ τότε δέον νὰ γνωρίζωμεν, ὅτι αὐξάνοντες διὰ τοῦ ταμείου τὰ πρὸς ἀπόκτησιν νέων πλοίων ἀπαιτούμενα μέσα, ἀναγκαίως αὐξάνομεν τὰ βάρη τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, διότι ἀνάγκη μεγαλειτέρων πιστώσεων διὰ τὴν συντήρησιν αὐτῶν. Ἐπὶ τέλους καὶ διὰ τὸ ἕν καὶ διὰ τὸ ἄλλο εὑρισκόμεθα ἀκόμη πρὸ τοῦ ἀλύτου. Ἀλλ’ ὁμιλῶν περὶ ἐργασίας ὑπὲρ ἐπιθετικῆς παρασκευῆς τῆς χώρας, βεβαίως δὲν ἐνόουν, ὅτι σήμερον ταῦτα δύνανται νὰ ἐκτελεσθῶσι, διότι πρὶν ἀποκτήσωμεν στρατὸν καὶ στόλον, ἀεροβατοῦμεν, συζητοῦντες περὶ πολεμικῆς παρασκευῆς. Ἀλλ’ οὐδέποτε πρέπει νὰ παύσωμεν ἐπαναλαμβάνοντες πρὸς τὰς Κυβερνήσεις, ὅτι πρέπει νὰ παρασκευάζωμεν ἀκαταπαύστως τὴν ἐπίθεσιν, καὶ ὅτι κυρίως χάριν αὐτῆς πρέπει νὰ οἰκονομήσωμεν παντὶ τρόπῳ τὰ οἰκονομικὰ μέσα, ἵνα ἔχωμεν στρατὸν καὶ τὸν ἀναγκαῖον πρὸς συνεργασίαν στόλον.
§58Α. ΜΟΝΟΚΡΟΥΣΟΣ. Κύριοι Βουλευταὶ, ἀνέμενον ἀπὸ τοὺς ἀξιοτίμους κυρίους Βουλευτὰς, οἱ ὁποῖοι κατέχουσιν ἐπιφανῆ θέσιν ἐν τῷ Βουλευτηρίῳ καὶ διακρίνονται διὰ τὰς γνώσεις αὐτῶν, ἐνῷ ἐγὼ μόνον ἐκ τῆς πείρας καὶ τῆς πρακτικῆς ἀντλῶ τὰς σκέψεις μου, ἀνέμενον ν’ ἀπευθυνθῶσι πρὸς τὴν Ἀντιπολίτευσιν καὶ ἐρωτήσωσιν αὐτήν, ἀπὸ τοῦ 1897 μέχρι σήμερον, ὅτε αὕτη διηύθυνε τὰ κοινὰ, τί ἔπραξεν ὑπὲρ τῶν μεγάλων τούτων ζητημάτων, καὶ νὰ παρακαλέσωσι τὸν ἀξιότιμον κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ ἐκθέσῃ εἰς ποίαν κατάστασιν εὗρε τὸ Ναυτικόν, εἰς ποίαν κατάστασιν εὗρε τὸν στρατὸν τῆς ξηρᾶς, εἰς ποίαν κατάστασιν εὗρεν αὐτὴν τὴν ὑπηρεσίαν τὴν στρατιωτικὴν, περὶ τῆς ὁποίας σήμερον συζητοῦμεν. Ἀλλ’ ἀντὶ νὰ παρουσιασθῶσι καὶ ζητήσωσι λόγον παρὰ τῆς νῦν Ἀντιπολιτεύσεως, ἡ ὁποία ἐπὶ ἓξ περίπου ἔτη ἀπὸ τῆς ἐποχῆς τοῦ πολέμου ἐκυβέρνησε τὴν χώραν, ζητοῦσι παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου κυρίου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, μετὰ τεσσάρων μόλις μηνῶν παραμονὴν ἐν τῇ ἀρχῇ, νὰ τοῖς εἴπῃ εἰς ποίαν κατάστασιν εὑρίσκεται ὁ στρατὸς καὶ τὸ Ναυτικόν! Βλέπομεν τὸν ἀξιότιμον Πρόεδρον ἐρχόμενον μὲ πρόγραμμα οἰκονομιῶν, ὅπως δώσῃ ἀνακούφισιν εἰς τὸ Κράτος, ἀλλὰ δὲν δίδομεν προσοχὴν εἰς τὸ πρόγραμμα τοῦτο τὸ οἰκονομικόν! «Πρέπει, λέγουν, νὰ ἐξετάσωμεν, πόσων ἑκατομμυρίων οἰκονομίας φέρει. Ἐὰν φέρῃ 5 ἢ 6 ἑκατομμυρίων, αὐτὰ ὅπως δήποτε φέρουν ἀνακούφισιν εἰς τὸ Κράτος». Δὲν λαμβάνομεν ὑπ’ ὄψιν, κύριοι Βουλευταί, τὴν πρώην Κυβέρνησιν, ἡ ὁποία δὲν ἔπαυσε προσθέτουσα ἀδιακόπως εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν καὶ αὐξάνουσα αὐτὸν μέχρις 129,000,000, καὶ ἀφοῦ ἐξήντλησεν ὅλους τοὺς φόρους, ἔβαλε φόρον καὶ εἰς τοὺς σκύλους (γέλωτες). Δὲν αἰσθανόμεθα αὐτὰ τὰ πράγματα ἀλλ’ ἀποτείνομεν μομφὰς πρὸς τὸν ἀξιότιμον Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὁ ὁποῖος ὅταν ὁμιλῇ, ἡμεῖς οἱ ἄλλοι θεωρούμεθα μαθηταὶ αὐτοῦ· εἶναι ἡ τιμὴ τοῦ Κοινοβουλίου, καὶ δὲν πρέπει νὰ ἀποδοκιμάζωμεν ἄνδρας, οἱ ὁποῖοι ἐκτιμῶνται ἀπὸ τὰς Κυβερνήσεις καὶ τὰ Κοινοβούλια τῶν ἄλλων ἐθνῶν, καὶ ν’ ἀπευθύνωμεν μομφὰς πρὸς τὸν ἀξιότιμον Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, τὸν ὁποῖον ὅλα τὰ Κράτη σέβονται διὰ τὴν ἱκανότητα αὐτοῦ, οὐ μόνον τώρα, ἀλλὰ καὶ εἰς παλαιοτέραν ἀκόμη ἐποχὴν, ὅτε εὑρίσκετο ἐν Εὐρώπῃ, ὡς ἀντιπρόσωπος τοῦ Βασιλέως καὶ τοῦ Κράτους.
§59ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Ροδόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§60Γ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπενθυμίζω εἰς τὸν ἀξιότιμον κ. Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν τὴν ἐπερώτησίν μου περὶ τῆς παρανόμου καταδιώξεως τῶν κατοίκων τοῦ χωρίου Πυργετοῦ. Παρακαλῶ δὲ αὐτὸν νὰ λάβῃ σύντονα μέτρα πρὸς ἀναστολὴν τῶν περαιτέρω ἐνεργειῶν τοῦ ὑποταμίου Τυρνάβου. Σχετικῶς δὲ καταθέτω καὶ ἀντίγραφον τοῦ ἀπὸ 4 Ὀκτωβρίου 1901 ἐγγράφου τοῦ εἰρημένου ὑποταμίου, καὶ παρακαλῶ νὰ διαβιβασθῇ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν, ἵνα λάβῃ γνῶσιν αὐτοῦ.
§61ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Στάης ἔχει τὸν λόγον.
§62ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, ἵνα εἰς προσεχῆ συνεδρίασιν πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, ἂν ἐν τῷ νομῷ Λακωνικῆς ὑφίσταται Ἐποπτικὸν Συμβούλιον τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, καὶ ἂν κατηρτίσθη κατὰ τὸ ἄρθρον 36 τοῦ σχετικοῦ νόμου ͵ΒΤΜΘʹ.
§63ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Φωτήλας ἔχει τὸν λόγον.
§64ΑΛΕΞ. ΦΩΤΗΛΑΣ. Πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν κατήγγειλα εἰς τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν λοχίαν τινὰ, ἐκπληροῦντα χρέη ἀστυνόμου ἐν Καλαβρύτοις, ὅτι ἔκαμνε διαφόρους καταχρήσεις τῆς ἐξουσίας αὐτοῦ. Ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ὁμολογουμένως ἔλαβε μέτρα, καὶ ἔπαυσεν αἱ καταχρήσεις ἐκεῖναι. Χθὲς ὅμως εἶχον τηλεγράφημα, ὅτι ὁ αὐτὸς λοχίας, ἄνευ λόγου, ἄνευ αἰτίας συνέλαβε πολίτην τινὰ, καὶ ἄνευ ἐντάλματος ἐκράτησεν αὐτὸν εἰς τὸ κρατητήριον τῆς ἀστυνομίας τῶν Καλαβρύτων, τὸν ἐβασάνισε δὲ εἰς τοιοῦτον τρόπον, ὥστε μοὶ τηλεγραφοῦσιν, ὅτι κινδυνεύει ἡ ζωή του. Περὶ τούτου ὑποθέτω ὅτι θὰ ἔχωσι τηλεγράφημα καὶ ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης. Παρακαλῶ δὲ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ λάβῃ πρόνοιαν περὶ τιμωρίας τοῦ λοχίου ἐκείνου καὶ μεταθέσεως αὐτοῦ ἐκεῖθεν, διότι δυστυχῶς ἐξακολουθεῖ νὰ ὀργιάζῃ. Ἀλλ’ ὄχι μόνον εἰς τὸν δῆμον Καλαβρύτων, ἀλλὰ καὶ εἰς ἕτερον δῆμον μοὶ γράφουσιν, ὅτι ὁ ἀστυνόμος, ἀνακληθείσης τῆς μεταθέσεώς του, συνέλαβε πολίτην τινὰ ὡς φυγόποινον, καίτοι δὲ ὁ πολίτης ἐκεῖνος ἐπέδειξεν ἔγγραφον τοῦ Εἰσαγγελέως τῶν ἐκ Πάτρας Πρωτοδικῶν, ἐξ οὗ ἀπεδεικνύετο, ὅτι δὲν καταδιώκεται, ὁ ἀστυνόμος τὸν ἐνέκλεισεν εἰς τὸ κρατητήριον τῆς ἀστυνομίας, μεθ’ ὃ ὁ κ. ἀστυνόμος ἀνεχώρησε, καὶ παρέμεινεν ὁ ἄνθρωπος κρατούμενος ἀδίκως, ἐν ὀνόματι τοῦ νόμου, εἰς τὰς φυλακάς! Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ὁ ὁποῖος εἶχε τὴν καλωσύνην καὶ εἰς τὴν προηγουμένην αἴτησιν νὰ λάβῃ πρόνοιαν, παρακαλῶ, λέγω, νὰ λάβῃ σύντονα μέτρα, ὅπως παύσῃ αὐτὴ ἡ ἀστυνομικὴ κατάστασις, αὐτὰ τὰ ὄργια τὰ ἀστυνομικά. Καταθέτω τὸ τηλεγράφημα εἰς τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς, διὰ νὰ λάβῃ γνῶσιν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, καὶ διατάξῃ ἀμέσως τὰ δέοντα, διότι ὁ ἄνθρωπος ἐκεῖνος, ὁ συλληφθεὶς ἐν Καλαβρύτοις καὶ κακοποιηθεὶς ὑπὸ τοῦ ἀστυνόμου, μοὶ τηλεγραφεῖ ὅτι κινδυνεύει ἡ ζωή του εἰς τὸ κρατητήριον τῆς ἀστυνομίας.
§65Α. ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ὅσον ἀφορᾷ τὸ γεγονός, ὅτι συνελήφθη πολίτης καὶ ἐβασανίσθη εἰς τὸ ἀστυνομικὸν κατάστημα, ἔλαβον καὶ ἐγὼ τηλεγράφημα ἐκ μέρους αὐτοῦ τοῦ πολίτου, ὅστις παραπονεῖται περὶ τούτου. Ἐτηλεγράφησα ἀμέσως καὶ εἰς τὸν εἰρηνοδίκην, ὅπως βεβαιώσῃ ὡς αὐτόπτης τὸ γεγονός, καὶ εἰς τὸν Εἰσαγγελέα Πατρῶν, ὅπως ἐνεργήσῃ ὅ,τι κατὰ νόμον ὀφείλει νὰ ἐνεργήσῃ. Παρὰ τοῦ εἰρηνοδίκου ἔλαβον τηλεγράφημα, ὅτι ὁ πολίτης ἐκεῖνος πράγματι ἐκρατεῖτο εἰς τὸ κρατητήριον τῆς ἀστυνομίας, καὶ ἀπεστάλη εἰς τὸν Εἰσαγγελέα διὰ παράπτωμα, τὸ ὁποῖον δὲν ἐνθυμοῦμαι ἀκριβῶς· ὁ Εἰσαγγελεὺς σήμερον τὴν πρωΐαν μοὶ ἐτηλεγράφησεν, ὅτι ὁ πολίτης ὁ ἀποσταλεὶς αὐτῷ ἀφέθη ἐλεύθερος, διότι δὲν εὑρέθη πταίσας εἴς τι. Παρηγγέλθη δὲ ἡ καταδίωξις τοῦ λοχίου, ἐὰν παρηνόμησε, καὶ ἡ ἐξέτασις τῆς πράξεως αὐτοῦ.
§66ΑΛΕΞ. ΦΩΤΗΛΑΣ. Ὁ εἰρηνοδίκης ἐνήργησεν ἀνακρίσεις διὰ τὰς βασάνους, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο κατὰ τοῦ πολίτου; ἐστάλη ἰατρός; — διότι ὁ κακοποιηθεὶς καὶ παρανόμως κρατηθεὶς πολίτης λέγει, ὅτι ἡ ζωὴ αὐτοῦ κινδυνεύει ἐκ τῶν κακώσεων, τὰς ὁποίας ὑπέστη. — Σᾶς εὐχαριστῶ διὰ τὴν ἐνέργειάν σας, ἡ ὁποία εἶναι νομιμωτάτη, σᾶς παρακαλῶ δὲ νὰ παραγγείλητε τὴν δικαστικὴν ἀρχὴν, ὅπως ἐπιληφθῇ ἀνακρίσεων.
§67Α. ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ὁ Εἰσαγγελεὺς τηλεγραφεῖ, ὅτι ἐπελήφθη τοῦ ἔργου της ἡ Ἀνάκρισις.
§68ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Ραδινὸς ἔχει τὸν λόγον.
§69Γ. ΡΑΔΙΝΟΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ἐὰν εὐαρεστῆται καὶ δύναται ταύτην τὴν στιγμήν, νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, εἰς ποῖον σημεῖον τέλος πάντων εὑρίσκεται ἡ ὑπόθεσις τῆς ἐκκαθαρίσεως τῆς περιουσίας τοῦ ἀοιδίμου Γ. Ἀβέρωφ· διότι παρῆλθον τρία καὶ πλέον ἔτη, καὶ οὐδὲν μέχρι τοῦδε ἐγένετο, πολὺ δὲ δικαίως οἱ διάφοροι ἐνδιαφερόμενοι ἀνησυχοῦσι. Κατήντησε πλέον ζήτημα σκανδαλῶδες.
§70Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ταύτην τὴν στιγμὴν δὲν δύναμαι νὰ σᾶς δώσω πληροφορίαν τινά· θέλω ὅμως σᾶς δώσει κατὰ τὴν προσεχῆ συνεδρίασιν.
§71ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Μισυρλῆς ἔχει τὸν λόγον.
§72Ν. ΜΙΣΥΡΛΗΣ. Κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Περίοδον, Κύριοι, ἔσχον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον ἀφορῶν τὴν κατασκευὴν ὑδραγωγείου ἐν Πύλῳ διὰ χρημάτων τοῦ λιμενικοῦ ταμείου. Τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο συνωδεύετο ὑπὸ αἰτιολογικῆς ἐκθέσεως, ὡς καὶ τὸ παρόν, ὅπερ λαμβάνω πάλιν τὴν τιμὴν νὰ εἰσαγάγω εἰς τὴν Βουλήν. Θὰ παρακαλέσω δὲ νὰ συναινέσῃ ἡ Βουλή, ἵνα προταχθῇ πρὸς συζήτησιν καὶ ἐπιψήφισιν, διότι πρόκειται περὶ μεγίστης καὶ ἐπειγούσης ἀνάγκης τῆς πρωτευούσης τῆς ἐπαρχίας, εἰς τὸν λιμένα τῆς ὁποίας, ὅπως γνωρίζετε, προσορμίζονται καὶ στόλοι εὐρωπαϊκοί, ἡ δὲ ἔλλειψις ὕδατος βεβαίως δὲν περιποιεῖ τιμὴν εἰς τὸν τόπον ἡμῶν.
§73ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§74ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 327).
§75ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Μπουφίδης ἔχει τὸν λόγον.
§76ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ διακόψωμεν, κ. Πρόεδρε.
§77Κ. ΓΕΡΑΚΗΣ. Ἡ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς εἶναι νὰ διακόπτωμεν εἰς τὰς 8. Παραβιάζομεν τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς. Θὰ μᾶς ἀναγκάσητε νὰ λάβωμεν ἄλλα μέτρα! (θόρυβος).
§78ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εἶναι 8 ἡ ὥρα ἀκόμη.
§79Κ. ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Παρὰ 5′ εἶναι.
§80ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Χατζόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§81ΔΗΜ. ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Πρόκειται περὶ θέματος, τὸ ὁποῖον ὑποθέτω ὅτι οὐδεμίαν διαφωνίαν θὰ προκαλέσῃ ἐν τῇ Βουλῇ, ἀλλ’ εἶναι τοιοῦτον, ὥστε φρονῶ μετὰ πεποιθήσεως, ὅτι πρέπει πάντες οἱ Βουλευταὶ νὰ ἀκούσωσιν αὐτό. Ἀφοῦ δὲ ἡ οἰκονομία δύο λεπτῶν τῆς ὥρας δὲν εἶναι μεγάλη...
§82ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐὰν ἔχητε νὰ εἴπητε ὀλίγα.
§83Δ. ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Χάριν οἰκονομίας 2 λεπτῶν τῆς ὥρας πρέπει νὰ ἀρχίσω καὶ νὰ διακόψω ἐν τῷ μέσῳ;
§84Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐὰν ἔχητε νὰ ἀγορεύσητε, βεβαίως δὲν πρέπει νὰ λάβητε τὸν λόγον τώρα.
§85ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν διακόπτεται ἡ συνεδρίασις μέχρι τῆς 9 καὶ 30′. (Γίνεται διακοπὴ ὥρᾳ 7 καὶ 55′ μ. μ. Ἐπαναλαμβάνεται δὲ ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 10 καὶ 30′ μ. μ.)
§86ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ διακοπεῖσα συνεδρίασις. Παρακαλῶ τοὺς κυρίους Βουλευτὰς νὰ καταλάβωσι τὰς θέσεις των. Κύριοι,—ἀπευθύνομαι πρὸς πάντας, ἀλλ’ ἰδίως πρὸς τοὺς ἀντιπροσώπους τῶν σταφιδοφόρων ἐπαρχιῶν,—ἐκ τῆς ἐκκρεμότητος τῆς προτάσεως νόμου, ἡ ὁποία εὑρίσκεται ὑπὸ συζήτησιν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς εἰς δευτέραν ἀνάγνωσιν, δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ νὰ ἐπιτείνηται ἡ κατάστασις ἡ ἀνώμαλος τῶν σταφιδοφόρων ἐπαρχιῶν. Εἶναι ἀναπόφευκτος ἀνάγκη νὰ λήξῃ ἡ δευτέρα συζήτησις, ὅπως δυνηθῶμεν πρὸ τῶν διακοπῶν, αἱ ὁποῖαι μοιραίως ἐπέρχονται μετὰ τρεῖς ἢ τέσσαρας συνεδριάσεις, νὰ φθάσωμεν ὁπωσδήποτε εἰς τὴν τελευταίαν συζήτησιν τῆς προτάσεως νόμου. Ἄλλως ἡ κατάστασις τῶν σταφιδοφόρων ἐπαρχιῶν θὰ ἐπιδεινωθῇ. Παρακαλῶ λοιπὸν πάντας τοὺς συναδέλφους νὰ συντελέσωσιν εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τῆς προτάσεως νόμου ταύτης ἀπόψε εἰς δευτέραν ἀνάγνωσιν. Ὁ κ. Χατζόπουλος ἔχει τὸν λόγον... Δὲν εἶναι παρών. Ὁ κύριος Μπουφίδης.
§87Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ἂν πρόκηται νὰ προηγηθῇ τὸ σταφιδικὸν νομοσχέδιον, δὲν ἔχομεν ἀντίρρησιν. Παραιτοῦμαι τοῦ λόγου.
§88ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγὼ δὲν ἠθέλησα νὰ στερήσω τοῦ λόγου κανένα. Εἶχον καθῆκον, ἕνεκα ἐπανειλημμένων τηλεγραφημάτων, τὰ ὁποῖα λαμβάνω ἀπὸ δύο ἢ τριῶν ἡμερῶν, νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς ἐπὶ τῆς καταστάσεως τῶν σταφιδοφόρων ἐπαρχιῶν, διότι ἔχομεν πάντες καθῆκον νὰ προλάβωμεν τὴν ἐπιδείνωσιν τῆς καταστάσεως, προβαίνοντες εἰς ἀπόφασιν ἐπὶ τοῦ ἐκκρεμοῦς ζητήματος, ἵνα γνωρίζωσι καὶ ἐκεῖνοι οἱ πληθυσμοί, τί πρέπει νὰ πράξωσιν εἰς τὸ μέλλον.
§89Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Παραιτοῦμαι τοῦ λόγου, ἀλλ’ ὑπὸ τὸν ὅρον νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, καὶ νὰ προηγηθῇ τὸ σταφιδικὸν νομοσχέδιον.
§90Ι. ΓΙΑΝΝΑΚΙΤΣΑΣ. Καὶ ἐγὼ παραιτοῦμαι τοῦ λόγου.
§91ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλά, ἀλλὰ πρέπει νὰ ἔχητε ὑπ’ ὄψει καὶ ὅτι προηγεῖται μία πρότασις, ἡ ὁποία ἀφορᾷ εἰς τὸν καταρτισμὸν τῆς Βουλῆς, ἡ πρότασις ἡ ἀφορῶσα εἰς τὴν ἐξέλεγξιν τῆς ἐκλογῆς Αἰγιαλείας. Ἀναγκαίως αὐτὴ προτάσσεται. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Συζήτησις περὶ τοῦ κύρους τῆς ἐπαναληπτικῆς ἐκλογῆς τῆς ἐπαρχίας Αἰγιαλείας. Τὸ Βʹ τμῆμα τῆς Βουλῆς, τὸ προεξελέγξαν τὴν ἐκλογήν, προτείνει διὰ τῆς ἐκθέσεώς του τὴν ἐπικύρωσιν τῆς ἐκλογῆς, καὶ τὴν ἀναγνώρισιν ὡς νομίμου βουλευτοῦ Αἰγιαλείας τοῦ κ. Κ. Ἀσημακοπούλου. Ἔχει τις τὸν λόγον;
§92Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Καθ’ ἃς ἔλαβον πληροφορίας, τὸ τμῆμα τὸ προεξελεγκτικὸν τῆς Βουλῆς οὔτε συνῆλθεν εἰς συνεδρίασιν, οὔτε προσῆλθέ τις ἐνώπιον αὐτοῦ, ἔχων δικαίωμα ἐνστάσεως. Ἀλλὰ δὲν προσῆλθον οἱ ἔχοντες ἐνστάσεις, διότι παρελείφθησαν οἱ τύποι ἐκεῖνοι, τοὺς ὁποίους ὁρίζει ὁ Κανονισμὸς τῆς Βουλῆς. Οὐδεὶς προσεκλήθη, ἵνα ὑποβάλῃ ἐνστάσεις κατὰ τοῦ κύρους τῆς ἐπαναληπτικῆς ἐκλογῆς Αἰγιαλείας, ἐνῷ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὁρίζει ὁ Κανονισμός, πρέπει νὰ ἐκτελῆται. Περιῆλθον μόνον οἱ κλητῆρες τῆς Βουλῆς τὰς οἰκίας τῶν ἀποτελούντων τὸ τμῆμα Βουλευτῶν, φέροντες ἓν ἔγγραφον, διὰ τοῦ ὁποίου ἐπεκυροῦτο ἡ ἐκλογὴ Αἰγιαλείας καὶ εἰς τὸ ὁποῖον τὰ μέλη τοῦ τμήματος ὑπέγραφον. Ἀλλ’ ἔχομεν ὑποχρέωσιν, ἕνεκα τοῦ ὅρκου, τὸν ὁποῖον ἐδόσαμεν, νὰ τηρῶμεν τὸν Κανονισμόν, ἐπὶ δὲ τοῦ προκειμένου οὐδόλως ἐτηρήθη οὗτος, καὶ τούτου ἕνεκα ποιοῦμαι τὰς παρατηρήσεις ταύτας ἐν εἴδει διαμαρτυρίας, καὶ οὐχὶ ὅπως φέρω ἔνστασιν κατὰ τοῦ κύρους τῆς ἐκλογῆς.
§93Δ. ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§94ΧΑΡ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ὑπάρχει ἔγγραφος ἔνστασις;
§95ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὄχι. Ὑπὸ τὴν ἔκθεσιν τοῦ τμήματος βλέπω ὑπογεγραμμένους τοὺς κυρίους Δ. Χατζόπουλον, ὡς πρόεδρον, Β. Γιαννουσίου, ὡς εἰσηγητήν, Γ. Νικολαΐδην, Ἀλέξ. Φωτήλαν, Ἀθ. Ζέρβαν, Π. Δελένδαν, Κ. Ι. Ἀγγελόπουλον, Γ. Παπαδημητρίου κλπ. Δὲν γνωρίζω δὲ διαδικασίαν, δι’ ἧς εἶναι δυνατὸν νὰ προσβληθῇ ἡ ἔκθεσις τοῦ τμήματος ὡς πλαστή. Ἔχει τις τὸν λόγον;
§96ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι.
§97Ι. Γ. ΡΟΥΦΟΣ. Ἐπεθύμουν νὰ ἴδω πρὸ τῆς συζητήσεως τὴν ἔκθεσιν τῶν ἀντιπροσώπων τῆς δικαστικῆς ἀρχῆς, ἡ ὁποία οὐδόλως ἀναφέρεται εἰς τὸ κείμενον τῆς ἐκθέσεως τοῦ τμήματος.
§98ΑΛΕΞ. ΦΩΤΗΛΑΣ. Ἂν ὑποβάλλῃ ἐνστάσεις ὁ κ. Βουλευτής, ἂς τὰς ὑποστηρίξῃ.
§99Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Δὲν ὑποβάλλει ἐνστάσεις.
§100ΑΛΕΞ. ΦΩΤΗΛΑΣ. Ἐὰν θέλῃ ἀναβολὴν τῆς συζητήσεως ὁ κύριος Ροῦφος, ἂς ζητήσῃ αὐτήν. Δὲν δυνάμεθα ὅμως νὰ περιμένωμεν νὰ μελετήσῃ τώρα τὰ ἔγγραφα.
§101ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἔγκυρον τῆς ἀναπληρωματικῆς ἐκλογῆς τῆς ἐπαρχίας Αἰγιαλείας παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Οἱ παραδεχόμενοι ὅτι ὁ ἐκλεχθεὶς βουλευτὴς Αἰγιαλείας κ. Κωνστ. Ἀσημακόπουλος ἔχει τὰ νόμιμα προσόντα παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἐξακολούθησις τῆς κατ’ ἄρθρον δευτέρας συζητήσεως τῆς προτάσεως νόμου «περὶ μεταρρυθμίσεως τοῦ ͵ΒΦΠΓʹ νόμου περὶ φορολογίας τοῦ σταφιδοκάρπου καὶ περὶ συστάσεως Σταφιδικῆς Τραπέζης».
§102Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Καλλίτερον νὰ γείνῃ συζήτησις ἐπὶ τοῦ συνόλου τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τροποποιήσεως τῶν νόμων περὶ στρεμματικῆς φορολογίας», ἥτις ἀνεβλήθη.
§103ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα.
§104ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀντίρρησις νὰ προταχθῇ ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ συνόλου τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τροποποιήσεως τῶν νόμων περὶ στρεμματικῆς φορολογίας»;
§105ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι.
§106ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Γουναράκης ἔχει τὸν λόγον ἐπ’ αὐτοῦ.
§107Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸν λόγον δὲν ἔλαβον ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ στρεμματικῆς φορολογίας, διότι, ὡς δυστυχῶς διεξάγονται αἱ νομοθετικαὶ ἐργασίαι, εἶναι ἀδύνατον σοβαρὰ νὰ γείνῃ συζήτησις ἐπὶ τῶν νομοθετημάτων, τὰ ὁποῖα προβάλλει ἡ Κυβέρνησις, ἢ ἐπὶ προτάσεων νόμων, τοὺς ὁποίους δύναται νὰ προβάλῃ ἡ Βουλή. Ἐν τούτοις, προκειμένου περὶ τοῦ ζητήματος τῆς στρεμματικῆς φορολογίας, ἔχω ἀνάγκην νὰ δικαιολογήσω τὴν ψῆφόν μου, καὶ διὰ τοῦτο ἐπεφυλάχθην νὰ ὁμιλήσω ἐπὶ τοῦ συνόλου πρὸς μόνον τὸν σκοπὸν αὐτόν. Κύριε Πρόεδρε, αἱ ἄμπελοι δυστυχῶς ἐν Ἑλλάδι εὑρίσκονται ὑπὸ μεγάλην καταδίωξιν, καίτοι πιστεύεται, ὅτι ἡ Ἑλλὰς εἶναι τόπος, ὁ ὁποῖος διὰ τὸ μέλλον αὐτοῦ δύναται καὶ νὰ συνυπολογίζῃ τὴν οἰνοπαραγωγήν. Καὶ ἡ ἄμπελος δὲν καταδιώκεται μόνον ὑπὸ τῆς φύσεως νῦν, ἡ ἄμπελος καταδιώκεται ὑπὸ συμφερόντων κοινωνικῶν, ὑπὸ τῆς παρακρατήσεως, ὑπὸ τοῦ οἰνοπνεύματος, ὑπὸ τοῦ σταφιδίτου. Ἀλλὰ δυστυχῶς ἡ ἄμπελος καταδιώκεται καὶ ὑπὸ τοῦ Κράτους αὐτοῦ ἐπισήμως, ὑπὸ τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας διὰ τῆς ἀλόγου φορολογίας, ἡ ὁποία ἐπιβάλλεται ἐπὶ τῆς ἀμπέλου. Ἡμεῖς οἱ ἀγωνισθέντες τὸν ἐκλογικὸν ἀγῶνα ἐν τῇ Ἀττικῇ, — δὲν λέγω ἡ Κυβέρνησις — πάντες ὑπεσχέθημεν εἰς τοὺς χωρικοὺς τῆς Ἀττικῆς τὴν κατάργησιν τῆς στρεμματικῆς φορολογίας. Τὰς ὑποσχέσεις δὲ ταύτας παρέσχομεν ἐν τῇ πεποιθήσει τῆς ὀρθότητος καὶ τῆς γενικῆς καθ’ ὅλην τὴν χώραν ὠφελείας ἐκ τῆς καταργήσεως. Καὶ ἡ βοήθεια, τὴν ὁποίαν ἔδωκαν εἰς τὰς ἐκλογὰς οἱ χωρικοὶ τῆς Ἀττικῆς, ἦτο μεγίστη, ἐπηρέασε καὶ αὐτὴν τὴν γνώμην τῶν πόλεων τῶν Ἀθηνῶν καὶ τοῦ Πειραιῶς, καὶ κατηγάγομεν περιφανῆ ὁμολογουμένως νίκην, νίκην ἰδέας πολιτικῆς, τὴν ὁποίαν ἔχω πεποίθησιν ὅτι θὰ πραγματοποιήσωμεν ὑπὸ τὴν νῦν Κυβέρνησιν. Ἂν δὲ ἐκ τοῦ γενικοῦ ζητήματος εἰδικῶς ἀναφέρω τὴν Ἀττικὴν, πράττω τοῦτο, διότι ἀπὸ ὅλας τὰς οἰνοφόρους ἐπαρχίας ἡ Ἀττικὴ εἶναι ἐκείνη, ἡ ὁποία καὶ μὲ τὸ ἰσχῦον σύστημα ὑπόκειται εἰς μεγίστην ἀνισότητα φορολογικὴν, ὑπόκειται εἰς βάρος, ὑπὸ τὸ ὁποῖον βεβαίως θὰ καμφθῇ. Ἡ γιγνομένη διὰ τοῦ νομοσχεδίου μεταρρύθμισις δὲν εἶναι προδήλως, ἐπαρκὴς διὰ νὰ προλάβῃ τοὺς κινδύνους, ὑφ’ ὧν ἀπειλοῦνται αἱ τῆς Ἀττικῆς ἄμπελοι. Ἂν δ’ ἀποδέχομαι καὶ ψηφίζω ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου, πράττω τοῦτο ἐπὶ τῇ ἐλπίδι, ὅτι τὸ μέτρον θὰ ἦναι προσωρινὸν, διὰ νὰ ἐπέλθῃ τάχιστα ἡ κατάργησις. Μόνον ὑπὸ τοιαύτην ἔννοιαν δίδω τὴν ψῆφόν μου ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου.
§108Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἀλλὰ καὶ ἡμεῖς ὑπὸ τὴν αὐτὴν ἔννοιαν δίδομεν ταύτην. Τὸ ἐδήλωσεν ὁ κ. Πρωθυπουργός.
§109Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. .. Διότι, κύριε Πρόεδρε, ὁ οἶνος εἶναι τὸ κατ’ ἐξοχὴν προϊόν, τὸ ὁποῖον ἐπιδέχεται τὸν καταναλωτικὸν φόρον, δὲν πρέπει δὲ πτοούμενοι νὰ μὴ εἰσαγάγωμεν τὸν φόρον τῆς καταναλώσεως. Πρέπει τέλος πάντων νὰ ἔχωμεν τὴν γενναιότητα ν’ ἀποδεχώμεθα τὰς γνώμας ἐκείνας, αἱ ὁποῖαι εἶναι ὀρθαί, καὶ ὄχι τὰς γνώμας τῶν ἄλλων, αἱ ὁποῖαι δὲν εἶναι ὀρθαί. Ὑπάρχει εἷς ἀγὼν μεταξὺ τῶν πόλεων καὶ τῶν χωρίων, μεταξὺ τῶν ἐμπόρων καὶ τῶν ἀγροτῶν· πρέπει νὰ ἔχωμεν τὸ θάρρος ν’ ἀκολουθήσωμεν τὴν ἰδέαν τὴν ὀρθὴν, ἡ ὁποία σώζει τὴν παραγωγὴν, ἡ ὁποία ὠφελεῖ τὴν ἐθνικὴν παραγωγήν. Δὲν νομίζω ὅτι λόγοι κολακείας τῶν ἐμπόρων ἐν Ἀθήναις καὶ ἐν Πειραιεῖ, ὅτι λόγοι κολακείας τῶν καταναλωτῶν τοῦ οἴνου ἐν Ἀθήναις καὶ ἐν Πειραιεῖ εἶναι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι μᾶς ὤθησαν νὰ ἐμμείνωμεν εἰς τὴν στρεμματικὴν φορολογίαν. Ἀναγνωρίζω ὅτι ὑπὸ τὸ προϋπάρχον σύστημα, τὸ πρὸ τῆς στρεμματικῆς φορολογίας, ὑπῆρχεν ἡ ἐνόχλησις τῆς βεβαιώσεως, καὶ ἡ ἐνόχλησις τῆς βεβαιώσεως ἦτο μεγάλη, ἀλλὰ δὲν ἦτο τοσαύτη, ὥστε νὰ καταστρέψῃ τὴν παραγωγὴν τῶν οἰνοφόρων ἐπαρχιῶν, ὡς ἀπειλεῖ νὰ πράξῃ τοῦτο ἡ διατηρουμένη στρεμματικὴ φορολογία. Θέλω νὰ πιστεύω, ὅτι δὲν ὑπάρχει ὁ ἐπαρκῶν χρόνος, ὡς διεξάγονται ἐν τῇ Βουλῇ αἱ συζητήσεις, ὅπως σχέδιον ὥριμον, σχέδιον εὐρὺ θέσῃ τὰς βάσεις φόρου καταναλώσεως τοῦ οἴνου, χωρὶς νὰ ὑπάρχουν αἱ δυσχέρειαι ἐκεῖναι τῆς βεβαιώσεως, καὶ χωρὶς νὰ καταστρέφηται ἡ παραγωγή. Ἔστε δὲ βέβαιος, κύριε Πρόεδρε, ὅτι ὑπάρχει τοιοῦτον σύστημα. Ἀλλὰ τοιοῦτον σύστημα εἶναι ἀντικείμενον εὐρυτάτης μελέτης, ἡ ὁποία δὲν δύναται νὰ γείνῃ εἰς μεταμεσονυκτίους ὥρας, μελέτης καὶ συζητήσεως σοβαρᾶς, ἡ ὁποία πρέπει νὰ ἄρχηται ἀπὸ τῆς ἕκτης τοὐλάχιστον ὥρας καὶ νὰ καταλήγῃ εἰς τὴν ἐνάτην· διότι μὲ καταπεπονημένον σῶμα καὶ πνεῦμα δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γείνῃ σοβαρὰ νομοθετικὴ συζήτησις. Ἐπιμένω δὲ εἰς τὸ θέμα τοῦτο, διότι, ἐὰν δυνάμεθα μὲ τὸ νέον σύστημα νὰ σώσωμεν ὁπωσδήποτε τὰς οἰνοφόρους ἐπαρχίας τῆς Ἑλλάδος, βεβαίως ἡ Ἀττικὴ θὰ καταστραφῇ. Τὸ ὀξὺ νόσημα, ὑπὸ τοῦ ὁποίου ἀπειλεῖται ἡ Ἀττικὴ, μεταβάλλεται εἰς χρόνιον νόσημα διὰ τῆς ἐπιψηφίσεως τοιούτου νομοσχεδίου. Διότι πρέπει νὰ γνωρίζωμεν, ὅτι οἱ παραγωγοὶ, ὑπὸ τὸ σύστημα τῆς στρεμματικῆς φορολογίας, δὲν δύνανται νὰ ἐπιρρίψωσι τὸν φόρον ἐπὶ τοὺς καταναλωτάς· οἱ ἔμποροι ὅμως δύνανται, τὰς δὲ 540,000 δραχμὰς, τὰς ὁποίας ἐπλήρωνε πρότερον ὁ λαὸς τῶν Ἀθηνῶν καὶ τοῦ Πειραιῶς ὡς φόρον, τὰς ἐπιβάλλομεν νῦν εἰς τοὺς χωρικοὺς τῆς Ἀττικῆς· οἱ δὲ χωρικοὶ τῆς Ἀττικῆς, οἱ ὁποῖοι παράγουσιν οἶνον, συμποσοῦνται εἰς 30,000 μόνον κατοίκους. Ἀφῄρεσαν λοιπὸν φόρον 540,000 δραχμῶν ἀπὸ 200,000 κατοίκους, καὶ ἐπέρριψαν τὸν φόρον αὐτὸν ἐπὶ τοὺς ἀγρότας, τοὺς 30,000 χωρικούς! Ἔχω μελέτην ποιήσει εἰδικῶς ἐπὶ τῶν ἀμπέλων τῆς Ἀττικῆς, καὶ ἐπείσθην, ὅτι ἡ φορολογία αὕτη ἀφαιρεῖ τὸ ἥμισυ τοῦ καθαροῦ εἰσοδήματος τοῦ οἴνου. Εἶναι δὲ διάφορος ἡ θέσις τῶν χωρικῶν τῆς Ἀττικῆς ἀπὸ ὅλας τὰς ἐπαρχίας τὰς οἰνοφόρους τοῦ Κράτους· διότι ἐν τῇ Ἀττικῇ συμπίπτει ἡ πρόσοδος τῆς ἀμπέλου μὲ τὸ εἰσόδημα τοῦ ἀγρότου· διότι οἱ ἀγροτικοὶ αὐτοὶ δῆμοι εἰσόδημα μόνον καὶ κύριον ἔχουσι τὴν οἰνοποιΐαν. Δὲν συμβαίνει δὲ τοῦτο εἰς τὰς ἄλλας οἰνοφόρους ἐπαρχίας. Καὶ ἐνῷ δὲν συμβαίνει τοῦτο, οἱ δῆμοι τῆς Ἀττικῆς ἔχουσι τριπλασίαν παραγωγὴν ἀπὸ τὰς ἄλλας οἰνοφόρους ἐπαρχίας, παράγουσι δὲ ὄχι πρὸς κατανάλωσιν, ἀλλὰ πρὸς ἐμπορίαν. Εἶναι δὲ μεγάλη ἡ διαφορὰ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι παράγουσι πρὸς ἰδίαν κατανάλωσιν ἀπὸ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι παράγουσι πρὸς ἐμπορίαν, διότι δι’ ἐκείνους μὲν ἀφίνεται ἀφορολόγητος ἡ ἄλλη πρόσοδος, ἐνῷ δὲν ἀφίνεται ἀφορολόγητος ἡ ἄλλη πρόσοδος ἐν τῇ Ἀττικῇ. Διὰ τοῦτο ὑπὸ τὸ σύστημα τοῦτο εἶναι ἀδύνατον νὰ συντηρηθῇ ἀμπελοφυτεία ἐν τῇ Ἀττικῇ. Ταῦτα ἔχων ὑπ’ ὄψει, καὶ ἀναγνωρίζων καὶ ἐγὼ τὰς δυσκολίας, περὶ ὧν ἐποιησάμην λόγον, ψηφίζω ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ἐν τῇ πεποιθήσει ὅτι ἡ Κυβέρνησις, εἴτε ἡ νῦν εἴτε ἄλλη οἱαδήποτε, θέλει σπεύσει νὰ ἐπαναφέρῃ φόρον, ὁ ὁποῖος δυνατὸν μὲν νὰ ἔχῃ προσκόμματά τινα, ἀλλ’ εἶναι ὁ μόνος φόρος, ὁ εὐνοῶν τὴν ἐθνικὴν παραγωγήν, ἐνῷ ταυτοχρόνως ὑποστηρίζει τὰς δημοσίας εἰσπράξεις· διότι διὰ τοῦ συστήματος τοῦ ἤδη εἰσαγομένου θὰ ἐλαττωθῶσι κατὰ τὸ ἥμισυ αἱ εἰσπράξεις, ὁ δὲ οἶνος δὲν εἶναι ἐκ τῶν προϊόντων, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ μένωσιν ἀφορολόγητα.
§110Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ὁ κ. ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς ἐδήλωσεν ὅτι θέλει ἐπιψηφίσει τὸ νομοσχέδιον, διότι πείθεται ἢ διότι θεωρεῖ, ὅτι εἶναι νομοθέτημα προσωρινόν, διὰ μόνον τὸ ἔτος 1903 προτεινόμενον. Ἀλλὰ τὴν διαβεβαίωσιν ταύτην ἔδωκα ἐγὼ πρῶτος, ὡς Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν. Ὅτε εἰσήγαγον τὸ νομοσχέδιον περὶ φόρου τῶν ἀμπέλων, δὲν ἔπλεξα τὸν πανηγυρικὸν τοῦ συστήματος αὐτοῦ, ἐξ ἐναντίας ἐπέκρινα τὸ σύστημα τῆς στρεμματικῆς φορολογίας, καὶ ἐπέκρινα αὐτό, ὡς ἐπέκρινα καὶ πᾶν σύστημα φορολογίας, τὸ ὁποῖον δὲν ἐφαρμόζεται ἐπὶ τοῦ παραγομένου προϊόντος, τὸ ὁποῖον δὲν ἀποτελεῖ φόρον ποσοστοῦ τοῦ προϊόντος τοῦ παραχθέντος, ἀλλ’ ἐφαρμόζεται ἐπὶ τῶν ὀργάνων, τὰ ὁποῖα συντελοῦσιν εἰς τὴν παραγωγήν. Προσέφυγον ὅμως εἰς τὸ σύστημα τοῦτο, διότι ὁ καιρὸς ἔσπευδε, δὲν εἶχον δ’ ἔτι ἐξακριβώσει τὸν τρόπον, καθ’ ὃν ἠδυνάμεθα νὰ ἐπιβάλωμεν ἕτερον σύστημα φορολογίας ἐπὶ τοῦ προϊόντος, σύστημα ἀπογεγυμνωμένον ἀπὸ τὰ ἐλαττώματα, τὰ ὁποῖα ἔχει ἡ βεβαίωσις τοῦ φόρου, εἴτε τοῦ ἐγγείου εἴτε τοῦ ἐπὶ τῆς καταναλώσεως· δὲν γνωρίζω δὲ, ἂν εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν ἐξ Ἀττικῆς δὲν εἶχε γείνῃ αἰσθητὴ ἡ καταπίεσις καὶ ἡ κατάθλιψις, τὴν ὁποίαν ἐνήσκουν οἱ ἐνοικιασταὶ τῶν ἀδηλώτων οἴνων. Πανταχοῦ, ὅπου ὑποκαθίσταται τὸ συμφέρον τοῦ δημοσίου ταμείου διὰ τοῦ συμφέροντος τοῦ ἀτόμου, τὸ ἄτομον ζητεῖ νὰ ἀποκτήσῃ κέρδος ὅσον τὸ δυνατὸν περισσότερον, διὰ τοῦτο ἡ ἐνέργεια τοῦ ἀτόμου πρὸς βεβαίωσιν τοῦ φόρου εἶναι ἐνέργεια καταθλιπτική, καταπιεστική. Ὡσαύτως τὸ αὐτὸ ἐλάττωμα εἶχε καὶ ὁ ἔμμεσος φόρος ὁ ἐπὶ τῆς καταναλώσεως, διότι ὁ τρόπος τῆς καταμετρήσεως τοῦ οἴνου ἦτο ἐπίσης καταθλιπτικός, καταπιεστικός. Ἐν ὅσῳ λοιπὸν δὲν δυνάμεθα νὰ εὕρωμεν σύστημα, ὅπερ νὰ μὴ ἔχῃ κατὰ τὴν βεβαίωσιν τὰ ἐλαττώματα, τὰ ὁποῖα ἔχει τὸ σύστημα τῆς φορολογίας ἐπὶ τοῦ προϊόντος, εἴμεθα ἠναγκασμένοι νὰ καταφύγωμεν εἰς τὸ προχειρότερον σύστημα τῆς στρεμματικῆς φορολογίας· ἐπροσπαθήσαμεν ὅμως νὰ ἐλαττώσωμεν τὸ βαρὺ τῆς φορολογίας, μειώσαντες τὸ ποσὸν τοῦ φόρου κατὰ τὸ ἥμισυ. Λοιπὸν οὐδεὶς φρονεῖ, ὅτι τοῦτο εἶναι τὸ τελειότερον σύστημα, τὸ ὁποῖον θέλει ἐφαρμόσει τὸ Κράτος διὰ τὴν φορολογίαν τῶν ἀμπέλων· ἀλλὰ πρέπει πάντες ν’ ἀσχοληθῶμεν νὰ ἐφεύρωμεν σύστημα ἄλλο, εἴτε ἐγγείου φορολογίας εἴτε ἐμμέσου φορολογίας, ἄλλο σύστημα, τὸ ὁποῖον νὰ ἦναι ἀπηλλαγμένον ἀπὸ τὰς καταπιέσεις καὶ καταθλίψεις, τὰς ὁποίας ὑφίστανται οἱ παραγωγοὶ κατὰ τὴν ἄμεσον καὶ οἱ ἐμπορευόμενοι κατὰ τὴν ἔμμεσον φορολογίαν.
§111Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Χαίρω, διότι ἐπανεπαύθη ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς εἰς τὴν δήλωσιν, τὴν ὁποίαν ἐποιήσατο ὁ ἀξιότιμος κ. Πρωθυπουργός. Ὁ νόμος ὁ νῦν μεταρρυθμιζόμενος διὰ τῆς ἐλαττώσεως τοῦ φόρου εἰς τὸ ἥμισυ ἐψηφίσθη πρὸ τριετίας. Τότε ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὡς ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἐπολέμησε τὸ νομοσχέδιον· ἐπὶ τριετίαν δ’ ὁλόκληρον εἶχε τὸν καιρὸν νὰ μελετήσῃ καὶ ἔχῃ ἕτοιμον ἕτερον σύστημα, τὸ ὁποῖον νὰ ἔλθῃ νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλήν, διὰ νὰ γείνῃ νόμος τοῦ Κράτους, ἀφοῦ μάλιστα εἶχε δηλώσει, ὅτι τοιοῦτο νομοσχέδιον εἶχεν ἕτοιμον, καὶ ὅτι εὐθὺς ἀμέσως μετὰ τὴν συγκρότησιν τοῦ Σώματος ἤθελε τὸ ὑποβάλει εἰς τὴν Βουλήν.
§112Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Εἶχον ἐγὼ δηλώσει τοῦτο;
§113Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Τὸ νὰ λέγῃ δὲ τώρα, ὅτι θέλει μελετήσει ἐν τῷ μέλλοντι, καὶ πάντοτε διὰ τὸ μέλλον νὰ ὑποσχώμεθα εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, αὐτὸ πρέπει νὰ παύσῃ. Καὶ ὄχι μόνον ὁ κ. Πρωθυπουργός, ἀλλὰ καὶ πᾶς ἄλλος, ὁ ὁποῖος θὰ διοικήσῃ τὸν τόπον τοῦτον, ὀφείλει νὰ ἦναι σαφὴς καὶ εἰλικρινὴς εἰς τὰς ὑποσχέσεις του, ἵνα ὁ λαὸς ψηφίζῃ ἐν ἐπιγνώσει, συμφώνως πρὸς τὰς ὑποσχέσεις ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι παρουσιάζουν εἰς αὐτὸν προγράμματα. Ταῦτα εἶχον νὰ εἴπω, καὶ παρακαλῶ πάντας τοὺς Κυρίους, οἱ ὁποῖοι ἐπιδιώκουν νὰ διοικήσουν τὸν τόπον τοῦτον, νὰ ὦσιν εἰλικρινεῖς.
§114Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡμεῖς δὲν ἐπροτείναμεν πρόγραμμα οὔτε εἰς τὸν λαὸν οὔτε εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι θέλομεν εἰσαγάγει ὡρισμένον σύστημα ἐπὶ τῆς φορολογίας τῶν ἀμπέλων. Δὲν ἐπροτείναμεν πρόγραμμα, δὲν ἀνεγράψαμεν ἐν τῷ προγράμματι ἡμῶν ὑπόσχεσίν τινα, οὐδὲ ἀνελάβομεν ὑποχρέωσίν τινα, διότι δὲν εἴχομεν δυνηθῆ ἔτι νὰ εὕρωμεν τρόπον, ὁ ὁποῖος ν’ ἀποτελῇ σύστημα φορολογίας ἐπὶ τοῦ προϊόντος ἀπηλλαγμένον καταπιέσεων καὶ καταθλίψεων.
§115Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Ἐδήλωσα ἀπ’ ἀρχῆς, ὅτι ἡμεῖς, ἀγωνισθέντες ὡς ἄτομα ἐνταῦθα, δὲν ἐξωτερικεύομεν καὶ δὲν ἐξαντλοῦμεν τὰς προθέσεις τῆς Κυβερνήσεως, προκειμένου περὶ τῆς στρεμματικῆς φορολογίας. Ἡμεῖς, ὁ συνδυασμὸς Ἀττικῆς, ὑπεσχέθημεν τὴν κατάργησιν τῆς στρεμματικῆς φορολογίας, ἀλλ’ ἡ κατάργησις τῆς στρεμματικῆς φορολογίας ἦτό τι, τὸ ὁποῖον ἡμεῖς ἐνταῦθα ὑπεστηρίξαμεν νὰ γείνῃ, ἀλλὰ τὸ ὁποῖον ἐν συνδυασμῷ πρὸς τὰ συμφέροντα τῆς ὅλης χώρας ἐπέβαλλεν, ὅπως προσωρινῶς ἔλθῃ τὸ σύστημα ἐκεῖνο, ὅπερ ἐνομοθετήσαμεν. Ἡ παρεισαγωγὴ τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου, μὲ τὴν δήλωσιν περὶ εἰλικρινείας, δὲν νομίζω ὅτι ἦτο εὔκαιρος. Ἴσως ἠδύνατο εἰς ἄλλην περίστασιν νὰ ὁμιλήσῃ περὶ εἰλικρινείας· ἀλλὰ τὸν βεβαιῶ, ὅτι ὑπῆρξα πάντοτε εἰλικρινής, καὶ διὰ τοῦτο εἶπον ὅσα εἶπον. Πρόκειται περὶ ἀναβολῆς ἑνὸς ἔτους, καὶ θὰ ἴδῃ ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, — διότι θὰ ἤμεθα ἐνταῦθα καὶ κατὰ τὸν Νοέμβριον, — καὶ θέλει πεισθῆ περὶ τῶν ἀποτελεσμάτων τῆς ἐμῆς εἰλικρινείας, δι’ ὅσα εἶπον. Οὔτε εἶπον ταῦτα, — δὲν καταδέχομαι ποτὲ νὰ δημοκοπῶ, — οὔτε εἶπον ταῦτα διὰ νὰ καταστῶ εὐμενὴς πρὸς τοὺς ἀγρότας, διότι λέγων ταῦτα βεβαίως προεκάλεσα τὴν μῆνιν τῶν ἀστῶν, τῶν ἐμπόρων, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἐστήριξα τὴν ἰσχύν μου τὴν πολιτικήν. Εἶπον ὅσα εἶπον, μὴ λαβὼν ὑπ’ ὄψιν τὸ ἐκλογικὸν συμφέρον. Διότι τέλος πάντων πρέπει νὰ πεισθῶμεν ἐνταῦθα, ὅτι νομοθετοῦντες δὲν πρέπει νὰ συρώμεθα ἐκ τῶν συμφερόντων τῶν ἐκλογικῶν μόνον, διότι δὲν θὰ χαθῇ ὁ κόσμος, ἐὰν ἡμεῖς πίπτοντες ἀντικατασταθῶμεν ὑπ’ ἄλλων ἕνεκα δυσαρεσκείας τῶν ἐκλογέων. Προτιμῶ τὴν στάσιν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Βουλῆς, — καὶ ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ νὰ προσβάλω τὴν μετριοφροσύνην του, — προτιμῶ τὴν στάσιν ἐκείνου, ὅστις, ἐν ᾧ ἡμεῖς, οἱ τῆς Ἀττικῆς Βουλευταί, συνεδριάζομεν, σκεπτόμενοι καὶ ἐκθέτοντες τὰς γνώμας μας περὶ τοῦ καταλληλοτέρου τρόπου τῆς φορολογίας, προσῆλθον ἐν ὁμάδι πάντες οἱ οἰνοπῶλαι καὶ οἱ ἔμποροι οἴνου ἐν τῷ οἴκῳ, ὅπου συνεδριάζομεν, καὶ ἤρχισαν νὰ ἐπιμένωσιν, ἰσχυριζόμενοι ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἐπανέλθῃ τὸ σύστημα τῆς φορολογίας τοῦ οἴνου, τὸ τῆς καταναλώσεως· μετὰ πολλὰς δὲ συζητήσεις ὁ νῦν κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς εἶπεν εἰς αὐτοὺς: «Σᾶς ἠκούσαμεν, καὶ ἀπέλθετε. Θὰ πράξωμεν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον νομίζομεν, ὅτι εἶναι καθῆκόν μας. Ἐὰν νομίζωμεν, ὅτι καθῆκον εἶναι νὰ ἐπαναφέρωμεν τὸ σύστημα ἐκεῖνο, ἔστε βέβαιοι, ὅτι θὰ τὸ πράξωμεν, ἀδιαφοροῦντες εἰς ὅ,τι σεῖς λέγετε. Διότι, ἐὰν σεῖς μᾶς ἐτιμήσατε διὰ τῆς ψήφου σας, καὶ ἡμεῖς σᾶς τιμῶμεν διὰ τῆς ἐκλογῆς, τὴν ὁποίαν ἐκάματε ἐν τῷ προσώπῳ ἡμῶν. Πηγαίνετε νὰ εὕρητε ἄλλους, τοὺς ὁποίους νὰ δύνασθε νὰ σύρητε εἰς τὰς ἰδέας καὶ τὰς γνώμας σας. Εἰς ἡμᾶς ἓν καθῆκον ὑπολείπεται· νὰ σᾶς εἴπωμεν τὰς γνώμας μας, καὶ ἐντὸς τῆς Βουλῆς νὰ ὑποστηρίξωμεν τὸ ὀρθόν.» Ὅταν τοιαῦτα λέγωνται πρὸς τοὺς ἐκλογεῖς, ἀξιότιμε συνάδελφε, ὑπὸ τοιούτων ἀνδρῶν, δὲν εἶναι εὔκαιρος ἡ λέξις εἰλικρίνεια, ἤ, ἂν λέγηται, πρέπει νὰ λέγηται πρὸς ἔπαινον ἐκείνων, οἵτινες ἔχουσι κατ’ ἐξοχὴν τὴν εἰλικρίνειαν.
§116Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Χαίρω, διότι ἔδωκα ἀφορμὴν νὰ ἀνακαλύψω τι, τὸ ὁποῖον δὲν ἐγίνωσκον. Ἐγὼ ὡμίλησα, ἵνα ὑπομνήσω εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν τὴν συνέντευξιν, τὴν ὁποίαν ἔδωκεν εἰς τὴν ἐφημερίδα «Ἀκρόπολιν» πρὸ τῶν ἐκλογῶν περὶ τούτου. Ἐν τῇ συνεντεύξει ἐκείνῃ εὗρον τὴν ὑπόσχεσιν, περὶ τῆς ὁποίας εἶπον. Διὰ τοῦτο καὶ εἰς τὸν ἀξιότιμον κ. Πρωθυπουργὸν καὶ εἰς τοὺς ἀξιοῦντας νὰ διοικῶσι τὸν τόπον, ὡς κυβερνῆται, ὑπομιμνήσκω, ὅταν ὑπόσχωνται εἰς τὸν λαὸν εἴτε τὴν κατάργησιν τῆς φορολογίας τῶν ἀμπέλων εἴτε ἄλλο τι, ὅτι πρέπει νὰ τὸ ἐνθυμῶνται, ὅταν ἔρχωνται ὡς κυβερνῆται. Ἤδη ἀνεκάλυψα, ὅτι ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἐξ Ἀττικῆς ἴσως σκέπτεται τοιοῦτόν τι, καὶ δι’ αὐτὸ ἀπήντησεν· ἴσως σκέπτεται δηλαδὴ νὰ διοικήσῃ τὸν τόπον. Τὸν συγχαίρω καὶ τῷ ὑπενθυμίζω νὰ ἐνθυμῆται τότε ὅσα θὰ εἴπῃ πρὸς τὸν λαόν.
§117Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐγὼ δὲν ἐνθυμοῦμαι νὰ ἀνέγνων ποτὲ ἐν τῇ «Ἀκροπόλει» συνέντευξίν μου μετὰ τοῦ συντάκτου αὐτῆς πρὸ τῶν ἐκλογῶν· ἐὰν δ’ ἐδημοσιεύθη τοιαύτη συνέντευξις, διαψεύδω αὐτὴν, διότι οὐδέποτε ἔλαβον συνέντευξιν πρὸ τῶν ἐκλογῶν.
§118Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Ἐγὼ τὸ εἶδον εἰς τὴν ἐφημερίδα.
§119Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Μάλιστα! διαψεύδω αὐτήν· καὶ μὴ στρέφετε τὰ βλέμματα εἰς τὸ θεωρεῖον. Ἐγώ, ἐὰν ἤθελον νὰ εἴπω τι περὶ τοῦ φόρου τῶν ἀμπέλων, ἤθελον εἴπει αὐτὸ εἰς τὰς ἐπαρχίας, αἱ ὁποῖαι ἀποτελοῦνται ἀπὸ ἰδιοκτήτας ἀμπέλων, ἤθελον τὸ ἀναγράψει ἐν τῷ προγράμματι, τὸ ὁποῖον πανταχοῦ ἀνεκήρυξα. Ἀλλὰ τοιαύτην ὑπόσχεσιν εἰς οὐδένα ἔδωκα. Ἐγὼ φρονῶ, ὅτι οἱ πολιτικοὶ ἄνδρες, ὅταν ζητῶσι τὰς ψήφους τῶν συμπολιτῶν των, ὀφείλουσι νὰ ἔχωσι πρόγραμμα, πρέπει νὰ λέγωσι, τί νομίζουσιν ὅτι εἶναι συμφέρον καὶ ὀρθὸν εἰς τὸν τόπον, καὶ τὸ ὁποῖον θέλουσι προτείνει καὶ ὑποστηρίξει· οὐδὲ φρονῶ, ὅτι ἡ ψῆφος αὐτῶν εἶναι δώρημα, τὸ ὁποῖον ἐξ εὐσπλαγχνίας ἢ ἐπιεικείας δίδουσιν εἰς τοὺς ἐκλεγομένους. Ἡ ψῆφος τοῦ πολίτου εἶναι προϊὸν πεποιθήσεως ἐπὶ τὰ πολιτικὰ φρονήματα τῶν ἐκλεγομένων, εἶναι ὁ δεσμὸς, ὁ ὁποῖος συνδέει τοὺς ἐκλογεῖς μετὰ τῶν ἐκλεγομένων, καὶ ὁ δεσμός, ὁ ὁποῖος συνδέει τοὺς ἐκλεχθέντας μετὰ τοῦ Κοινοβουλίου.
§120ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τροποποιήσεως τῶν νόμων περὶ στρεμματικῆς φορολογίας τῶν ἀμπέλων» εἰς τρίτην συζήτησιν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἐξακολούθησις τῆς κατ’ ἄρθρον δευτέρας συζητήσεως τῆς προτάσεως νόμου «περὶ μεταρρυθμίσεως τοῦ νόμου ͵ΒΦΠΓʹ περὶ φορολογίας τοῦ σταφιδοκάρπου καὶ περὶ συστάσεως Σταφιδικῆς Τραπέζης». Εὑρισκόμεθα εἰς τὸ ἐδάφιον βʹ τοῦ ἄρθρου 3.
§121Δ. ΠΑΥΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, μὲ συγχωρεῖτε. Πρὸ τούτου ὑπάρχει τροπολογία, ὑπογεγραμμένη ὑπ’ ἐμοῦ καὶ τῶν συναδέλφων κ. κ. Κεφαλᾶ, Φωτήλα, Σταΐκου, Σπ. Κουμουνδούρου, Παπαλέξη καὶ Σπηλιάδου, περὶ ἀντικαταστάσεως τοῦ ἄρθρου 3 τοῦ νομοσχεδίου, ἐπὶ τῆς ὁποίας πρέπει νὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλή.
§122ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ ἐπικυρωθέντα πρακτικὰ τῆς 55ης συνεδριάσεως, καθ’ ἣν ἐγένετο ἡ δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου, λέγουσι: «Προκειμένης δὲ συζητήσεως ἐπὶ τοῦ βʹ ἐδαφίου τοῦ ἄρθρου 3....» Ἑπομένως τὸ αʹ ἐδάφιον, τὸ ὁποῖον ἀφεώρα εἰς τὸν προσδιορισμὸν τοῦ ποσοστοῦ τῆς παρακρατήσεως εἰς τὸ ἀνώτατον ὅριον τῆς παρακρατήσεως, ἐψηφίσθη, καὶ δὲν δυνάμεθα νὰ ἐπανέλθωμεν ἐπ’ αὐτοῦ εἰς τὴν δευτέραν ἀνάγνωσιν. Ἡ τροπολογία δέ, περὶ ἧς λέγετε, ἀφορᾷ ἀκριβῶς εἰς τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν.
§123ΔΙΟΝ. ΠΑΥΛΟΠΟΥΛΟΣ. Μὲ συγχωρεῖτε. Ταυτοχρόνως, καθ’ ἣν στιγμὴν ἐπρόκειτο νὰ λύσητε τὴν συνεδρίασιν καὶ πρὶν εἰσέλθητε εἰς τὴν δευτέραν παράγραφον, ἐγένετο ἡ πρότασις.
§124ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν πρόκειται νὰ συζητήσωμεν ἐπὶ ἀδήλων καὶ ἐπὶ ὑποθέσεων. Ἔχομεν πρακτικὰ ἐπικυρωθέντα ὑπὸ τῆς Βουλῆς, καὶ κατ’ αὐτὰ ἡ πρώτη παράγραφος τοῦ ἄρθρου 3 ἀπερρίφθη.
§125Α. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Πᾶσα τροπολογία ὑποβαλλομένη εἰς τὴν δευτέραν συζήτησιν συζητεῖται εἰς τὴν τρίτην.
§126ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βεβαίως.
§127Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Φρονῶ ὅτι τὸ ἄρθρον δὲν ἐψηφίσθη· διότι ἡ συζήτησις καὶ ἡ ψηφοφορία προκαλεῖται κατ’ ἄρθρον. Λοιπὸν δυνάμεθα ἤδη τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Παυλοπούλου καὶ λοιπῶν συναδέλφων νὰ τὴν ψηφίσωμεν.
§128ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὄχι! Καὶ ἰδοὺ διατί. Τὸ ἄρθρον 4, τὸ ὁποῖον ἔλαβε τὴν θέσιν ἄρθρου 3, περιελάμβανε δύο ζητήματα, καὶ ἐπὶ τῶν δύο αὐτῶν ζητημάτων διακεκριμένως ἔπρεπε ν’ ἀποφανθῇ ἡ Βουλή. Τὸ πρῶτον ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἐτίθετο, ἦτο τὸ μέγιστον ὅριον τοῦ ποσοστοῦ τῆς παρακρατήσεως. Αὐτὸ ἐτελείωσε. Μένει τώρα ἕτερον ζήτημα: «Ἀπαγορεύεται ἡ πρὸ τῆς 1 Σεπτεμβρίου ἑκάστου ἔτους φόρτωσις ξηρᾶς σταφίδος τῆς παραγωγῆς τοῦ ἰδίου ἔτους πρὸς ἐξαγωγὴν εἰς τὴν ἀλλοδαπήν.» Αὐτὸ λοιπὸν εἶναι, ἐπὶ τοῦ ὁποίου πρόκειται ν’ ἀποφανθῇ ἡ Βουλή εἰς δευτέραν ἀνάγνωσιν.
§129Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐγὼ νομίζω, ὅτι εἶναι πρωτοφανές, ἡ Βουλὴ νὰ ἀποφαίνηται μόνον ἐπὶ ἑνὸς ἐδαφίου ἑνὸς ἄρθρου καὶ νὰ μὴ ἀποφαίνηται ἐπὶ ὅλου τοῦ ἄρθρου.
§130ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐὰν δὲν ἦναι σύνθετον.
§131Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Ἀφοῦ δὲ ἅπαξ δὲν ἐψηφίσθη ὁλόκληρον τὸ ἄρθρον, καὶ ἀφοῦ ὑπεβλήθη ἀπὸ τῆς προχθὲς τροπολογία, ὅπως τὸ ποσοστὸν τοῦ παρακρατήματος ὁρισθῇ εἰς 24%, νομίζω ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς θὰ ἦναι ἐντὸς τοῦ Κανονισμοῦ καὶ τοῦ δικαίου, ἂν ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὴν τροπολογίαν ταύτην. Κύριε Πρόεδρε, νομίζω ὅτι τὸ ζήτημα δὲν εἶναι μικρόν. Ἀφοῦ ἀπεδέχθημεν καὶ προεβάλομεν γνώμας εἰς τὴν Βουλὴν κατόπιν τῆς ὑποδείξεως ὑμῶν, νομίζω ὅτι ἡ Βουλὴ ἔχει τὴν ὑποχρέωσιν ν’ ἀποφανθῇ ἐπὶ τῶν προτάσεων, τὰς ὁποίας ὑπεβάλομεν. Ἀφοῦ ἀπέρριψε τὸ ἀπεριόριστον τοῦ ποσοστοῦ τοῦ παρακρατήματος, ἀφοῦ ἀπέρριψε τὸν ὁρισμὸν τοῦ παρακρατητέου ποσοστοῦ εἰς 30%, ἀφοῦ ἀπέρριψε τὸν ὁρισμὸν τοῦ παρακρατητέου ποσοστοῦ εἰς 25%, νομίζω ὅτι οὐδεὶς Κανονισμὸς μᾶς ἐμποδίζει νὰ ὑποβάλωμεν ἑτέραν τροπολογίαν, ἀφοῦ τὸ ἄρθρον ὁλόκληρον δὲν ἀπερρίφθη ὑπὸ τῆς Βουλῆς. Ἀλλὰ καὶ ἂν ἀπερρίπτετο, κύριε Πρόεδρε, τὸ ἄρθρον ὑπὸ τῆς Βουλῆς, εἴχομεν τὸ δικαίωμα νὰ ὑποβάλωμεν τροποποιήσεις εἰς τὴν πρότασιν νόμου. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ νὰ ἐρωτήσητε τὴν Βουλὴν, ἂν ἀποδέχεται τὴν τροπολογίαν, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλον οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι. Ἐγὼ δὲ παρακαλῶ ὑμᾶς, ἐπὶ τῆς τροπολογίας ταύτης νὰ μοὶ δώσητε τὸν λόγον.
§132Α. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἡ δευτέρα συζήτησις διεκόπη κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς 22 λήγοντος μηνός. Προετάθησαν τότε τροπολογίαι, ὑμεῖς δὲ ἐδηλώσατε, ὅτι κατὰ τὸν Κανονισμὸν αὗται ἤθελον συζητηθῆ κατὰ τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν. Καὶ βεβαίως πᾶσα τροπολογία, ὑποβαλλομένη κατὰ τὴν δευτέραν ἀνάγνωσιν, δὲν εἶναι δυνατὸν ἢ νὰ συζητηθῇ κατὰ τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν, ὅπως ψηφισθῇ ἢ ἀπορριφθῇ.
§133ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οὐδεὶς δύναται νὰ ἐμποδίσῃ τοὺς ἀξιοτίμους Βουλευτὰς νὰ ὑποβάλωσι τροπολογίας καὶ κατὰ τὴν δευτέραν ἀνάγνωσιν. Ἀλλὰ τὸ ζήτημα εἶναι, κατὰ πόσον ἡ Βουλὴ δύναται νὰ ἐπιληφθῇ αὐτῶν, ἀφοῦ ἐθεωρήθη τὸ σχετικὸν ἄρθρον τῆς προτάσεως νόμου ὡς σύνθετον. Διῃρέθη ἑπομένως εἰς δύο ἡ ψηφοφορία, καὶ ἐπὶ τοῦ πρώτου ἐδαφίου, τοῦ ἀφορῶντος εἰς τὸ ποσοστὸν τῆς παρακρατήσεως, τὸ ἀπροσδιόριστον, τὸ 30% καὶ τὸ 25%, ἀπεφάνθη ἡ Βουλὴ ἀρνητικῶς.
§134Α. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Μετὰ τοῦτο δὲ εἴπετε, ὅτι «εἰσερχόμεθα εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ δευτέρου ἐδαφίου».
§135ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγὼ θὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλὴν, ποία εἶναι ἡ θέσις τοῦ ζητήματος.
§136Κ. ΓΕΡΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, νομίζω ὅτι, ὅτε ἀπερρίφθη ἡ τροπολογία, δι’ ἧς ἐζητεῖτο, ὅπως τὸ ποσοστὸν τῆς παρακρατήσεως ὁρισθῇ εἰς 25%, διεσαφηνίσθη παρ’ ὑμῶν, ὅτι, ἂν ἀπορριφθῇ ἡ τροπολογία αὕτη, βεβαίως μένει ἐν ἰσχύϊ ἡ διάταξις τοῦ ἰσχύοντος νόμου, ἡ ὁρίζουσα τὸ ἀνώτατον ὅριον τοῦ ποσοστοῦ τοῦ παρακρατήματος εἰς 20%.
§137ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ποῖος τὸ λέγει αὐτό;
§138ΕΤΕΡΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§139Κ. ΓΕΡΑΚΗΣ. Ἐγὼ ἐπικαλοῦμαι τὴν ἀντίληψιν τῆς Βουλῆς.
§140ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οὔτε ἡ ἀντίληψις ἡ ἰδική μου οὔτε ἡ ἰδική σας εἶναι δυνατὸν νὰ κατισχύσῃ ἀπέναντι τῶν πρακτικῶν. Τὰ πρακτικὰ ἔχουσιν ὡς ἑξῆς—καὶ ἐπ’ αὐτοῦ παρακαλῶ νὰ συζητήσητε: «Ὁ Πρόεδρος ἀπήγγειλε τὸ ἀποτέλεσμα, καθ’ ὃ ἡ πρότασις ἀπερρίφθη, ὡς ἐπελθούσης ἰσοψηφίας, συμφώνως τῷ ἄρθρῳ 15 τοῦ Κανονισμοῦ. Προκειμένης δὲ ψηφοφορίας ἐπὶ τοῦ δευτέρου ἐδαφίου τοῦ ἄρθρου 3...»
§141ΑΛΕΞ. ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸν λόγον.
§142ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρέπει, Κύριοι, νὰ ἔχητε ὑπ’ ὄψει σας, ὅτι δὲν πρέπει νὰ καταναλίσκωμεν εἰς μάτην τὸν χρόνον. Ἐὰν τὸ ζήτημα ἦναι σύνθετον, ἐὰν ἐκ τοῦ Κανονισμοῦ εἶχε τὸ καθῆκον ὁ Πρόεδρος νὰ ζητήσῃ διακεκριμένως τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς ἐπὶ ἑκάστου ἐδαφίου τοῦ ἄρθρου 3, ἀναγκαίως, ἀφοῦ ἀπερρίφθησαν αἱ τρεῖς τροπολογίαι, ἐφθάσαμεν εἰς τὸ δεύτερον ἐδάφιον. Τώρα ὁρίστε, κύριε Πονηρόπουλε.
§143ΑΛΕΞ. ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, φρονῶ ὅτι, ἀφοῦ τὸ Σύνταγμα ὁρίζει, ὅτι τὰ νομοσχέδια συζητοῦνται κατ’ ἄρθρον, οὐδεμία διαίρεσις τῶν ἄρθρων δύναται νὰ γείνῃ, καὶ ὅτι τὸ ἄρθρον ἐν τῇ ὁλότητι αὐτοῦ λαμβάνεται καὶ ἐν τῇ συζητήσει. Διὰ τοῦτο ὀρθῶς ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ὀλυμπίας συνάδελφος εἶπεν, ὅτι ἐφ’ ὅσον εὑρισκόμεθα ἐν τῷ ἄρθρῳ 3, καίτοι ἀπερρίφθη ὑπὸ τῆς Βουλῆς ἡ πρώτη αὐτοῦ παράγραφος, δυνάμεθα νὰ ὑποβάλωμεν τροπολογίας, καὶ νὰ ἐξακολουθήσῃ τὸ ἄρθρον αὐτὸ συζητούμενον.
§144Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ποῦ λέγει τὸ Σύνταγμα, ὅτι ψηφίζεται ὁλόκληρον τὸ ἄρθρον;
§145ΑΛΕΞ. ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Κατ’ ἄρθρον ψηφίζονται τὰ νομοσχέδια.
§146Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁλόκληρον τὸ ἄρθρον;
§147ΑΛΕΞ. ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως, τὸ ἄρθρον ἐν τῇ ὁλότητι αὐτοῦ.
§148Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Προετάθη ἡ διαίρεσις τοῦ ἄρθρου 3. Τοῦτο λέγει τὸ Σύνταγμα.
§149ΑΛΕΞ. ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ Σύνταγμα, λέγει, ὅτι τὰ νομοσχέδια ψηφίζονται «κατ’ ἄρθρον», ἀλλὰ βεβαίως ἐν τῇ ὁλότητι αὐτῶν λαμβάνονται τὰ ἄρθρα. Κατὰ τὴν ἰδικήν σας κρίσιν, κύριε συνάδελφε, δυνάμεθα νὰ διαιρέσωμεν ὄχι πλέον εἰς παραγράφους, ἀλλὰ εἰς περιόδους, εἰς προτάσεις, εἰς κῶλα! καὶ συνεπῶς, ἀφοῦ ἀπορριφθῇ ἓν κῶλον, τότε ἄρχεται ἄλλη συζήτησις διὰ τὸ ἄλλο κῶλον! Ἐγὼ φρονῶ, ὅτι κατὰ τὸ ἄρθρον 40 τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς τὸ ζήτημα εἶναι λελυμένον. Ἔχομεν μίαν τροπολογίαν ὑποβεβλημένην κατὰ τὴν δευτέραν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου. Τὸ ἄρθρον 40 τοῦ Κανονισμοῦ λέγει τάδε: «Ἄν τροπολογία τις προταθῇ κατὰ τὴν συζήτησιν, ὁ Πρόεδρος λαμβάνει τὴν γνώμην τῆς Βουλῆς, ἂν ἡ τροπολογία πρέπει νὰ συζητηθῇ εὐθὺς, ἢ τυπουμένη νὰ διανεμηθῇ πρὸ τῆς συζητήσεως εἰς τοὺς Βουλευτάς.» Ἡ πρώτη λοιπὸν περίοδος τοῦ ἄρθρου 40 μᾶς λέγει, ὅτι, ἂν ἡ Βουλὴ θέλῃ ἀμέσως νὰ συζητήσῃ τὴν τροπολογίαν, δύναται νὰ τὴν συζητήσῃ. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ νὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλή, ἂν δέχεται νὰ συζητηθῇ ἡ περὶ ἧς πρόκειται τροπολογία ἀμέσως, ἢ οὔ. Ἂς ἐρωτηθῇ ἡ Βουλή, νὰ τελειώσῃ τὸ ζήτημα.
§150ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγὼ οὐδεμίαν ἔχω δυσκολίαν νὰ θέσω τὸ ζήτημα.
§151Κ. ΓΕΡΑΚΗΣ. Ἡ περὶ ἧς πρόκειται τροπολογία ὑπεβλήθη μετὰ τὴν ἀπόρριψιν τῶν προτάσεων περὶ παρακρατήματος ἀπεριορίστου, περὶ παρακρατήματος 30% καὶ 25%.
§152ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ζήτημα εἶναι, ἂν δυνάμεθα νὰ ἐπανέλθωμεν εἰς τὸ πρῶτον ἐδάφιον.
§153Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ. Οὐδεὶς λόγος ὑπάρχει νὰ συζητήσωμεν ἀπόψε τὴν τροπολογίαν τὴν ἀφορῶσαν τὸ ποσοστόν. Ἤθελον νὰ ἐρωτήσω τοὺς Κυρίους, οἱ ὁποῖοι ἐπιμένουσι, ποῖον τὸ πρακτικὸν ἀποτέλεσμα; Ἐὰν ἡ Βουλὴ ἦναι διατεθειμένη ν’ ἀποδεχθῇ τὴν τροπολογίαν των, θὰ τὴν ἀποδεχθῇ καὶ εἰς τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν.
§154Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐὰν τὴν ἀπορρίψῃ;
§155Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ. Θὰ προχωρήσωμεν εἰς τὰ παρακάτω. Ἐγὼ λέγω, ὅτι, ἂν θέλωμεν νὰ προχωρήσωμεν, τὸ πρακτικώτερον εἶναι νὰ τεθῇ εἰς ψηφοφορίαν, διότι τὸ ζήτημα εἶναι περὶ τοῦ ποσοστοῦ.
§156Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἡμεῖς ἀκολουθοῦμεν ἀπαρεγκλίτως καὶ πιστῶς τὰς γνώμας ὑμῶν. Ὑμεῖς εἴπετε, ὅτι ἔχετε τόσα τηλεγραφήματα ἐκ τῶν ἐπαρχιῶν, ὥστε δὲν πρέπει τὸ ζήτημα τὸ σταφιδικὸν νὰ μείνῃ ἐκκρεμὲς ἐπὶ πλέον.
§157Ε. ΚΟΚΚΕΒΗΣ. Παῦσε τὴν συζήτησιν νὰ τελειώνωμεν!
§158Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Λοιπὸν σᾶς ἐρωτῶ, εἶναι δίκαιον νὰ μένῃ ἐν ἐκκρεμότητι τὸ σπουδαιότερον θέμα;
§159Κ. ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀφήσατε λοιπὸν νὰ προχωρήσωμεν.
§160Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχομεν πρότασίν τινα, κύριε Πρόεδρε, ἐπὶ τῆς ὁποίας συζητοῦμεν;
§161ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βεβαίως.
§162Α. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Πρὶν προταχθῇ ἡ πρότασις, θὰ ὁμιλήσω ἐπ’ αὐτῆς.
§163ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχομεν τὴν πρότασιν τῶν βουλευτῶν κ.κ. Δ. Παυλοπούλου, Α. Κεφαλᾶ, Α. Φωτήλα, Ι. Σταΐκου, Σπ. Κουμουνδούρου, Ν. Παπαλέξη καὶ Α. Σπηλιάδου ἐπὶ τοῦ αʹ ἐδαφίου τοῦ ἄρθρου 4 τῆς προτάσεως νόμου, τοῦ γενομένου 3 (ἀναγινώσκει): «Τὸ ἄρθρον 3 ἀντικαθίσταται διὰ τοῦ ἑξῆς: «Ἄρθρον 3. Ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἐκθέσεων τούτων τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον ἀποφαίνεται μέχρι τῆς 14 Αὐγούστου, ἂν τὸ συμφέρον τῆς σταφιδοπαραγωγῆς ὑπαγορεύει τὴν ἐπὶ τῆς συγκομιδῆς τοῦ σταφιδοκάρπου κατὰ τὴν εἰς τὸ ἐξωτερικὸν ἀποστολήν του αὔξησιν τοῦ εἰς εἶδος καταβλητέου φόρου ὑπὲρ τὰ 10% καὶ μέχρις 24%.»
§164Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὴ εἶναι τροπολογία. Ἔχομεν πρότασιν νὰ συζητηθῇ ἡ τροπολογία αὕτη ἀπόψε, κύριε Πρόεδρε;
§165ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὐτὴ ὑπεβλήθη ἀμέσως τὴν ἑπομένην ἡμέραν, μετὰ τὴν ἀπόρριψιν τῶν δύο τροπολογιῶν τοῦ κ. Παυλοπούλου καὶ τοῦ κ. Πετιμεζᾶ.
§166Α. ΜΟΝΟΚΡΟΥΣΟΣ. Δὲν τὴν ἐλάβομεν.
§167ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἐτυπώθη.
§168ΕΤΕΡΟΙ. Καὶ διενεμήθη.
§169ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βεβαίως διενεμήθη.
§170Α. ΜΟΝΟΚΡΟΥΣΟΣ. Ἐγὼ δὲν τὴν ἔλαβον.
§171Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Δέχομαι πρὸς στιγμήν, ὅτι τὸ ἄρθρον τοῦτο ἀπερρίφθη. Κατὰ τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 39 τοῦ Κανονισμοῦ, πᾶσα τροπολογία συζητεῖται, ἂν διανεμηθῇ...
§172ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διενεμήθη.
§173Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Διενεμήθη; Λοιπὸν σήμερον ἔρχεται νομίμως καὶ κατὰ τὸν Κανονισμὸν εἰς συζήτησιν ἡ τροπολογία, καὶ ἀσχέτως πρὸς τὴν ἐπιψήφισιν ἢ μὴ τοῦ ἄρθρου 3 πρόκειται νὰ συζητηθῇ. Δὲν δυνάμεθα νὰ ἀρνηθῶμεν τὴν συζήτησιν ἐπὶ τῆς τροπολογίας, ἀφοῦ αὕτη διενεμήθη 24 ὥρας πρὸ τῆς ἐνάρξεως.
§174ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Καὶ ἂν δὲν εἶχε διανεμηθῆ, θὰ συνεζητεῖτο.
§175Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Θέλετε νὰ τὴν διατυπώσητε ὡς ἴδιον ἄρθρον; θέλετε ὡς παράγραφον τοῦ ἄρθρου 3; δύναται νὰ συζητηθῇ.
§176Α. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐζήτησα τὸν λόγον.
§177ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ. Ἡ μόνη δυσχέρεια, ἡ ὁποία ὑπάρχει εἰς τὸ νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν κατὰ τὴν δευτέραν ἀνάγνωσιν ἡ τροπολογία, τὴν ὁποίαν ἀνέγνωσα πρὸ ὀλίγου, εἶναι ἡ ἑξῆς, ὅτι τὸ ἄρθρον 3 διῃρέθη εἰς δύο, καθὸ σύνθετον.
§178Α. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα.
§179Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Πολὺ ὀρθῶς.
§180ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τοῦ πρώτου μέρους ὑπεβλήθησαν δύο μόνον τροπολογίαι κατὰ τὴν δευτέραν ἀνάγνωσιν, ἡ τοῦ κ. Παυλοπούλου καὶ ἡ τοῦ κ. Πετιμεζᾶ, αἵτινες καὶ ἀπερρίφθησαν. Ἡ περὶ ἧς πρόκειται τροπολογία ὑπεβλήθη μετὰ τὴν ἀπόρριψιν τῶν δύο τροπολογιῶν.
§181Α. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Πρόκειται νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν ψήφισιν τοῦ δευτέρου μέρους.
§182Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἡ τροπολογία αὕτη δὲν εἶναι ἀντιφατικὴ πρὸς τὸ ἀποφασισθὲν ὑπὸ τῆς Βουλῆς. Ἐφ’ ὅσον λοιπὸν ὁλόκληρον τὸ νομοσχέδιον δὲν ἐψηφίσθη, δύναται νὰ τεθῇ ὡς τελευταία παράγραφος τοῦ νομοσχεδίου.
§183ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλά.
§184Α. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑμεῖς, κύριε Πρόεδρε, ἐδηλώσατε, ὅτι κατεψηφίσθη τὸ πρῶτον μέρος, καὶ ἐπρόκειτο νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὸ δεύτερον μέρος, ἀλλὰ τότε ἀνεβλήθη ἡ συζήτησις ἕνεκα ἐλλείψεως ἀπαρτίας. Πρόκειται λοιπὸν νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ συζήτησις ἐκεῖ, ὅπου ἐμείναμεν. Διατὶ σπεύδετε νὰ ψηφισθῇ ἀπόψε, καὶ οὐχὶ εἰς τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν;
§185Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὑποθέσατε πρὸς στιγμήν, ὅτι ἡ Βουλὴ ἀπέρριψεν ὅλας τὰς τροπολογίας, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο ἐπὶ τοῦ πρώτου μέρους, καὶ ὅτι ἐκηρύχθη περατωμένη ἡ συζήτησις ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ μέρους· δὲν μετέβημεν ὅμως εἰς τὸ δεύτερον, διότι διεκόπη ἡ συζήτησις, καὶ παρῆλθον ἔκτοτε 24 ὧραι καὶ πλέον. Πῶς λοιπὸν δὲν δυνάμεθα νὰ ψηφίσωμεν τὴν πρότασιν;
§186ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλήν. Οἱ παραδεχόμενοι νὰ συζητηθῇ σήμερον ἡ τροπολογία τῶν κ.κ. Παυλοπούλου, Σπηλιάδου, Κεφαλᾶ, Φωτήλα καὶ λοιπῶν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται πολλοί· ἀμφίβολον τὸ ἀποτέλεσμα). Οἱ μὴ παραδεχόμενοι νὰ συζητηθῇ παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη νὰ συζητηθῇ. Ὁ κύριος Παναγιωτόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§187Α. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§188ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ γείνῃ μικρὰ διακοπή.
§189Α. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ βλέπω, Κύριοι, ὅτι τὰ θρανία εἶναι κενὰ, οἱ Βουλευταὶ εἶναι κεκοπιακότες, καὶ φέρω ἔνστασιν περὶ μὴ ἀπαρτίας.
§190ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ψηφισθῇ ἀπόψε τὸ νομοσχέδιον, ἔστω καὶ ἂν μείνωμεν μέχρι πρωΐας!
§191Α. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ Προεδρεῖον δὲν πρέπει νὰ λαμβάνῃ μέρος εἰς τὴν οὐσιαστικὴν συζήτησιν. (Ἀναγινώσκεται ὁ ὀνομαστικὸς τῶν Βουλευτῶν κατάλογος, ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν τῶν βουλευτῶν Ἐπ. Ν. Δηλιγιάννη καὶ Φ. Μοσχούλα. Μεθ’ ὃ γίνεται ἡ διαλογή).
§192ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ ἦναι ἐν ἀπαρτίᾳ· παρόντες 118. Ὁ κύριος Παναγιωτόπουλος παρακαλεῖται νὰ ἐξακολουθήσῃ τὸν λόγον του.
§193Α. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, δηλῶ, ὅτι ἐὰν οἱ Βουλευταὶ δὲν εἶναι παρόντες, θὰ φέρω πάλιν ἔνστασιν μὴ ἀπαρτίας.
§194ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλά!
§195Α. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§196ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει ἄλλος τις τὸν λόγον; Κηρύσσω περατωμένην τὴν συζήτησιν. Ἡ τροπολογία, ἡ ὁποία θὰ τεθῇ ἤδη εἰς ψηφοφορίαν, ἔχει ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ἄρθρον 3. Ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἐκθέσεων τούτων τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον ἀποφαίνεται μέχρι τῆς 14 Αὐγούστου, ἂν τὸ συμφέρον τῆς σταφιδοπαραγωγῆς ὑπαγορεύει τὴν ἐπὶ τῆς συγκομιδῆς τοῦ σταφιδοκάρπου κατὰ τὴν εἰς τὸ ἐξωτερικὸν ἀποστολήν του αὔξησιν τοῦ εἰς εἶδος καταβλητέου φόρου ὑπὲρ τὰ 10% καὶ μέχρις 24%.»
§197Α. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁρίζεται ἡ 14 Αὐγούστου ὡς ἡμέρα, μέχρι τῆς ὁποίας δύναται νὰ συνέλθῃ τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, ἐνῷ ὁ νόμος ὁ κείμενος, πρὶν μεταβληθῇ διὰ νεωτέρου νόμου, ὁρίζει ἡμέραν ἐξαγωγῆς τὴν 6 Αὐγούστου. Ἤδη λοιπὸν ψηφίζομεν ἄρθρον μὴ στηριζόμενον ἐπὶ τοῦ νόμου.
§198ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ποίαν σημασίαν ἔχει αὐτό;
§199Α. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Προδικάζομεν εἰς ἄρθρον, τὸ ὁποῖον δὲν λύει τὸ ζήτημα, διότι δὲν ἦλθεν ἡ Βουλὴ ἀκόμη εἰς τὰ ἄρθρα τὰ καθορίζοντα τὴν ἐποχὴν τῶν φορτώσεων.
§200ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐν ᾗ περιπτώσει ἔλθῃ εἰς τρίτην ἀνάγνωσιν, φέρετε τροπολογίαν ἐπ’ αὐτοῦ.
§201Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁρίζεται χρόνος ἐξαγωγῆς;
§202Α. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως· ἐμμέσως ὁρίζεται. Ὁριζομένης ὡς ἡμέρας συγκλήσεως τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου τῆς 14 Αὐγούστου, ἐμμέσως ὁρίζεται καὶ ὁ χρόνος τῆς ἐξαγωγῆς. (Διάλογοι).
§203ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ τροπολογία παρ’ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι τὴν διετύπωσαν, ἐτροπολογήθη πάλιν ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἐκθέσεων τούτων τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον ἀποφαίνεται μέχρι τῆς 6 Αὐγούστου, ἂν τὸ συμφέρον τῆς σταφιδοπαραγωγῆς ὑπαγορεύει τὴν ἐπὶ τῆς συγκομιδῆς τοῦ σταφιδοκάρπου κατὰ τὴν εἰς τὸ ἐξωτερικὸν ἀποστολήν του αὔξησιν τοῦ εἰς εἶδος καταβλητέου φόρου ὑπὲρ τὰ 10% καὶ μέχρις 24%.»
§204ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἤδη καλῶς ἔχει.
§205ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι, ὡς ἐτροποποιήθη ἤδη ἡ τροπολογία, δυνάμεθα νὰ τὴν ψηφίσωμεν δι’ ἀναστάσεως. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν τῶν κυρίων Παυλοπούλου, Κεφαλᾶ, Φωτήλα, Σταΐκου, Σπ. Α. Κουμουνδούρου, Παπαλέξη καὶ Σπηλιάδου, ὡς ἐτροποποιήθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
§206ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, κύριε Πρόεδρε, δὲν παρεδέχθη. Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, παρακαλοῦμεν.
§207ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐὰν ἦσθε 15...
§208ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, εἴμεθα. (Ἐγείρονται ὑπὲρ τοὺς 15 Βουλευταί).
§209ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα, εἶσθε. Νὰ γείνῃ. Λοιπὸν οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν, ὡς ἐτροποποιήθη, λέγουσι Ναὶ, οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουσιν Ὄχι. (Γίνεται ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν τῶν βουλευτῶν Κ. Ἀσημακοπούλου καὶ Κ. Γεράκη, ὡς ψηφολεκτῶν, καὶ εἶτα ἡ διαλογή).
§210ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ὑπάρχει ἀπαρτία. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρα 1 μετὰ τὸ μεσονύκτιον).