Ελένη
Digital corpus of Greek Parliamentary Proceedings
Index› Period ΙΣΤ · Session Α› Sitting 49

1903.03.15

3,840 rows · 29,640 words · 269 turns

Date
1903.03.15
Presidency
Δ. Γ. ΡΑΛΛΗ
Period
ΙΣΤ
Session
Α
Source
ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΩΝ ΣΥΖΗΤΗΣΕΩΝ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣ (1907)

§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 49

τῆς 15 Μαρτίου 1903.

(Σάββατον).

(Προεδρεύοντος τοῦ Προέδρου κ. Δημ. Ράλλη).

(Γενομένης ἀπαρτίας ὥρᾳ 4 καὶ 30′ μ. μ. ἀναγινώσκονται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).

§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀντίρρησις;

§2ΑΛΕΞ. Θ. ΖΑΙΜΗΣ. Οἱ ἀριθμοὶ τῆς χθεσινῆς ψηφοφορίας εἶναι ἀκριβεῖς;

§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βεβαίως.

§4ΑΛΕΞ. Θ. ΖΑΙΜΗΣ. Ἡ πρότασις τότε δὲν ἀπερρίφθη, διότι δὲν ὑπάρχει ἀπόλυτος πλειονοψηφία, ὡς ἀπαιτεῖ τὸ ἄρθρον 15 τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς. Ἔδει λοιπὸν νὰ ἐπαναληφθῇ ἡ ψηφοφορία.

§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ἄρθρον 15 ὁρίζει, ὅτι ἐν περιπτώσει ἰσοψηφίας ἡ πρότασις ἀπορρίπτεται. Ἀλλ’ ἡ ἀπόλυτος πλειονοψηφία ἀναμφισβητήτως ὑπῆρξεν ἐπὶ τοῦ προκειμένου, διότι οἱ ἀρνηθέντες ψῆφον θεωροῦνται ὅτι ἐψήφισαν κατὰ τῆς προτάσεως.

§6ΑΛΕΞ. Θ. ΖΑΙΜΗΣ. Θεωροῦνται παρόντες μὲν οἱ ἀρνηθέντες, ἀλλ’ ὅτι δὲν ἐψήφισαν. Τοιαύτη περίπτωσις ὑπῆρξε καὶ ἄλλοτε ἀκριβῶς ἐπὶ τῶν σταφιδικῶν νομοσχεδίων.

§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν ὑπάρχει αἴτησις περὶ ἐπαναλήψεως τῆς ψηφοφορίας, δὲν ἔχω δυσκολίαν νὰ διατάξω τὴν ἐπανάληψιν αὐτῆς.

§8ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Ἀργότερα.

§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ζητεῖτε ἑπομένως τὴν διόρθωσιν τῶν πρακτικῶν.

§10ΑΛΕΞ. Θ. ΖΑΙΜΗΣ. Ἐγὼ ἠρώτησα, μήπως ἔγεινε λάθος.

§11ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ ἀριθμοὶ εἶναι ἀκριβεῖς. Ἐὰν ὑπολογίσητε τοὺς ἀρνηθέντας ψῆφον πρὸς τοὺς ψηφίσαντας ὑπὲρ τῆς προτάσεως, ἀναμφισβητήτως εὑρισκόμεθα ἐν ἰσοψηφίᾳ· ἂν τοὺς ὑπολογίσητε πρὸς τοὺς καταψηφίσαντας, τότε ἀναγκαίως ἔχομεν τὴν ἀπόλυτον πλειονοψηφίαν· καὶ οὕτως ἔχει. Τὰ πρακτικὰ ἐπικυροῦνται. Οἱ κάτοικοι Ρεντίνης τηλεγραφοῦσι, παραπονούμενοι ὅτι ὁ νομάρχης Καρδίτσης δὲν ἀνεκάλεσεν ἀπόφασίν του καταργοῦσαν σχολεῖα, καίτοι ψηφισθείσης αὐξήσεως τῶν δημοτικῶν φόρων κατὰ 1% ὑπὸ τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου Μενελαΐδος, κατὰ τὸν νόμον, ὑπὲρ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως. Ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἔχει τὸν λόγον.

§12Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Καταθέτω πληροφορίας, ζητηθείσας ὑπὸ τοῦ βουλευτοῦ Βόλου κ. Τοπάλη, περὶ τῆς ὁλικῆς παραγωγῆς τοῦ ἅλατος κατὰ τὰ ἔτη 1898–1902, καὶ περὶ τῶν καταβληθεισῶν δαπανῶν διὰ τὴν προμήθειαν ταχυδρομικῶν ἐνσήμων κατὰ τὸ ἔτος 1902. Καταθέτω ἐπίσης προσωρινὴν κατάστασιν τῶν βεβαιωθέντων, εἰσπραχθέντων καὶ εἰσπραξίμων ἐσόδων τῆς χρήσεως τοῦ 1902 ἀπὸ 1 Ἰανουαρίου 1903, ἐν συγκρίσει πρὸς τὰ κατὰ τοὺς ἀντιστοίχους μῆνας εἰσπραχθέντα ἔσοδα τῆς χρήσεως τοῦ 1901.

§13ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Ὑποβάλλω νομοσχέδιον «περὶ τοῦ ἐνοικίου τοῦ ἐν Κωνσταντινουπόλει πρεσβευτικοῦ καταστήματος».

§14ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ· μεθ’ ὃ θὰ σταλῇ εἰς τὴν ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἐπιτροπήν. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 254). Ἔχει τις τὸν λόγον πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως;

§15Ε. ΚΑΝΑΒΑΡΙΩΤΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, πρὸ πολλῶν μηνῶν, καθ’ ὃν χρόνον εἶχον λήξει αἱ ἐργασίαι τῆς Βουλῆς, σπουδαιότατον πολιτικὸν σκάνδαλον ἀπησχόλησεν ἐπὶ ἑβδομάδας ὁλοκλήρους τὴν Ἑλληνικὴν δημοσιογραφίαν καὶ μετ’ αὐτῆς σύμπαν τὸ Ἑλληνικὸν ἔθνος. Εἷς πρώην Ὑπουργὸς καὶ διαπρεπὲς μέλος τοῦ Κοινοβουλίου, ὁ κ. Ἀθανάσιος Εὐταξίας, δι’ ἐνυπογράφων δημοσιεύσεων ἐν ταῖς ἐφημερίσιν ἀπέδιδε βαρεῖαν κατηγορίαν κατὰ δύο ἐκ τῶν τέως συνυπουργῶν του, ὅτι δηλ. οὗτοι ἐν τῷ τελευταίῳ Μεταλλευτικῷ Συμβουλίῳ κατὰ τὰς παραχωρήσεις τῶν μεταλλείων τῆς Λοκρίδος κρύφα καὶ διὰ παρενθέτων προσώπων ἔλαβον μέρος εἰς τὴν παραχώρησιν ταύτην. Ὁ ἕτερος τῶν δύο τούτων κυρίων συναδέλφων ἐπέδωκε κατ’ αὐτοῦ καταγγελίαν, καὶ ἡ ὑπόθεσις αὕτη ἐλύθη. Ἡ ἀνακριτικὴ ἀρχὴ ἐπεράτωσε τὰς ἀνακρίσεις, καὶ ἐξεδόθη βούλευμα, ἀπαλλάσσον πάσης κατηγορίας τὸν κ. Εὐταξίαν. Ἡ ὑπόθεσις εἶναι τετελεσμένη, καὶ τὸ δεδικασμένον εἶναι σεβαστόν. Ἤθελον, κύριε Πρόεδρε, νὰ καταθέσῃ ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸς σχετικά τινα ἔγγραφα, ἵνα φωτισθῇ ἡ Βουλή, ἐὰν ὄντως αἱ κατηγορίαι αὗταί εἰσιν ἀβάσιμοι. Προσέτι παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ καταθέσῃ τὸν φάκελον τὸν ἀφορῶντα τὴν παραχώρησιν τῶν μεταλλείων Λοκρίδος. Ἐπίσης παρακαλῶ τὸν αὐτὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, τίνες ὡρισμένως ὑπέβαλον αἰτήσεις πρὸς παραχώρησιν τῶν μεταλλείων τούτων, πότε ἑκάστη αἴτησις ὑπεβλήθη, καὶ τίνες ἐν σχέσει πρὸς τὰ μεταλλεῖα ταῦτα ὑπεβλήθησαν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν διαμαρτυρίαι καὶ ἀναφοραὶ εἴτε πρὸ τῆς παραχωρήσεως εἴτε μετ’ αὐτήν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης παρακαλεῖται νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, ἂν ὑπὸ τοῦ πρώην Πρωθυπουργοῦ κ. Θεοτόκη ὑπεβλήθη καταγγελία ἐπὶ συκοφαντίᾳ κατὰ τοῦ τέως συνυπουργοῦ του κ. Ἀθανασίου Εὐταξίου, ὡς δημοσιεύσαντος ἄρθρα, δι’ ὧν ἐπεκρίνετο ἡ τακτική, ἣν ἐτήρησεν ὁ κ. πρώην Πρωθυπουργὸς ἐν τῇ παραχωρήσει τῶν μεταλλείων Λοκρίδος, καὶ ἂν μετὰ τὴν ἐνέργειαν ἀνακρίσεων ἐπὶ ταύτης ἐξεδόθη βούλευμα ἀπαλλάσσον τὸν κ. Εὐταξίαν πάσης κατηγορίας. Καὶ ἐν καταφατικῇ περιπτώσει παρακαλεῖται νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὸν φάκελον τῆς σχετικῆς δικογραφίας.

§16Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, παρακαλῶ τοὺς κυρίους Ὑπουργοὺς νὰ ἐπισπεύσωσι τὴν προσαγωγὴν αὐτῶν τῶν φακέλων, διότι θέλω ζητήσει, ἵνα ἅμα τῇ καταθέσει αὐτῶν εὐαρεστηθῇ ἡ Βουλὴ νὰ προσδιορίσῃ ἡμέραν πρὸς συζήτησιν τῆς ὑποθέσεως ταύτης.

§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Γιαννακίτσας ἔχει τὸν λόγον.

§18Ι. ΓΙΑΝΝΑΚΙΤΣΑΣ. Ἀφοῦ, Κύριοι, ἐπὶ πολλὰς ἡμέρας ἠκούσθησαν ἐνταῦθα πολλαὶ φωναὶ ὑπὲρ τῆς σταφίδος, ἃς μοὶ ἐπιτραπῇ, ἵνα ὑψώσω καὶ ἐγὼ τὴν φωνήν μου ὑπὲρ τοῦ ἑτέρου παράγοντος τῆς χώρας ἡμῶν, τοῦ σίτου. Ὁμολογουμένως, κύριοι συνάδελφοι, ἀφ’ ἧς τόσας συμφορὰς ὁ πόλεμος ἐπεσώρευσεν εἰς τὴν Θεσσαλίαν, πολλάκις ἡ Βουλὴ ἠσχολήθη περὶ τῆς χώρας ἐκείνης μετ’ ἐνδιαφέροντος, τὴν εὐγνωμοσύνην ἡμῶν τῶν Θεσσαλῶν ἐπισύραντος. Ἀκριβῶς ὅμως ἕνεκα τούτου φοβοῦμαι, μήπως πᾶς λόγος ἐφεξῆς περὶ τῆς Θεσσαλίας προξενῇ τὸν κάματον, τὴν ἀδιαφορίαν ἐντὸς τῆς αἰθούσης ταύτης, καὶ διὰ τοῦτο ἤθελον παρακαλέσει ὑμᾶς, ὅπως μὴ ἡ ὑπομονή σας ἐξαντλῆται, ὁσάκις ὁ λόγος φέρηται περὶ τῆς ἐξ ὑπαιτιότητος πάντων ἡμῶν ἀτυχησάσης ἐκείνης χώρας, καὶ μὴ δυσθύμως ἀκούητε τῆς φωνῆς ἡμῶν, διαμαρτυρομένων ἴσως συχνότερον τοῦ πρέποντος διὰ τὸν τόπον ἐκεῖνον. Ὡς εἶπον, Κύριοι, ἡ Βουλὴ ἠσχολήθη περὶ τῆς Θεσσαλίας μετ’ ἐνδιαφέροντος, καὶ προθύμως ἐψήφισεν ἔνια τῶν μέτρων τῶν ὑποβληθέντων εἴτε ὑφ’ ἡμῶν τῶν Βουλευτῶν, εἴτε ὑπὸ τῶν μετὰ τὸν πόλεμον Κυβερνήσεων. Δὲν παραπονούμεθα διὰ τοῦτο. Παραπονούμεθα μόνον, διότι μέχρι σήμερον οὐδὲν μέτρον ἐψηφίσθη ὑπὲρ τῆς Θεσσαλίας, σκοποῦν ῥιζικῶς νὰ μεταβάλῃ τὸ ἐκεῖ καθεστώς, καὶ νὰ ἐξασφαλίσῃ τὴν συνεχῆ καὶ μόνιμον εὐτυχίαν τοῦ τόπου ἐκείνου καὶ ἑπομένως τῆς ὅλης Ἑλλάδος· παραπονούμεθα μόνον, διότι οὐδὲν μέτρον ἐλήφθη, δι’ οὗ ἡ εὐδαίμων ἄλλοτε ἐκείνη χώρα νὰ τεθῇ ἐπὶ τὴν ὁδὸν τῆς γεωργικῆς ἀναπτύξεως, καὶ δυνηθῇ βαθμηδὸν καὶ κατ’ ὀλίγον νὰ καταστήσῃ ἑαυτὴν ἱκανὴν πρὸς αὔξησιν τῆς παραγωγῆς διὰ τῆς ἐκμεταλλεύσεως τῶν πλουτοφόρων αὐτῆς ἐκτάσεων, αἵτινες μένουσιν ἤδη χέρσοι καὶ ἐλλείψει χρήματος, ἀλλὰ καὶ ἐλλείψει μέτρων νομοθετικῶν, ὑπισχνουμένων τὴν βελτίωσιν τῆς καταστάσεως τῶν κατοίκων αὐτῆς, τῶν λευκῶν — ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ ἡ ἔκφρασις — τούτων δούλων τοῦ ἐλευθέρου Ἑλληνικοῦ Βασιλείου! Καὶ προυτάθησαν μὲν ἀληθῶς πολλὰ μέτρα, ἀλλ’ ἐψηφίσθησαν ἐκεῖνα μόνον, ἅτινα ἐσκόπουν τὴν ἐφήμερον ἐπούλωσιν τῶν πληγῶν, ἃς ὁ κατακτητὴς ἐπήνεγκεν εἰς τὴν Θεσσαλίαν. Μέτρα ἀποβλέποντα εἰς τὴν ἀπολύτρωσιν τῶν γεωργικῶν πληθυσμῶν ἀπὸ τῆς εἰδεχθεστέρας τῶν δουλειῶν, μέτρα ἀφορῶντα εἰς τὴν ἀναγνώρισιν οὐ μόνον δικαιώματος ἰδιοκτησίας εἰς τοὺς ἀκτήμονας καλλιεργητάς, ἀλλὰ καὶ στέγης δι’ αὐτοὺς καὶ τὰς οἰκογενείας αὐτῶν, οὔτε ὑπεβλήθησαν οὔτε ἐψηφίσθησαν ποτέ. Πάντες, Κύριοι, γνωρίζομεν κατὰ ποῖον τρόπον εἶναι κατανεμημένη ἡ Θεσσαλικὴ γῆ, καὶ κατὰ ποῖον σύστημα δουλοπαροίκου ὁ γεωργὸς κερδίζει τὸν ἄρτον ἐν Θεσσαλίᾳ· πάντες γνωρίζομεν, ὅτι οἱ πλεῖστοι τῶν καλλιεργητῶν ἐν Θεσσαλίᾳ εἰσὶν εἵλωτες τοῦ ξένου κεφαλαίου καὶ τῆς ξένης γῆς, ἣν ποτίζουσι διὰ τοῦ ἱδρῶτός των, καὶ δι’ ἣν καταναλίσκουσι τὴν δύναμιν τῶν στιβαρῶν αὐτῶν βραχιόνων· οἱ εὐφυεῖς καὶ φιλότιμοι ἐκεῖνοι κάτοικοι, μηδὲν ἀτυχῶς, πλὴν τοῦ ξηροῦ ἄρτου, ἀπολαμβάνοντες ἐκ τῆς ἐπιμόχθου ἐργασίας των, τῆς ὁποίας τὸ προϊὸν εἰσρέει εἰς τὰς ἀποθήκας τοῦ ἰδιοκτήτου, εἰς χεῖρας τοῦ ὁποίου οὐ μόνον οὗτοι, ἀλλὰ καὶ ἡ τύχη τῶν οἰκογενειῶν αὐτῶν εὑρίσκεται, ἀφοῦ αὐταὶ στεροῦνται ἰδίας στέγης, ἰδίας πενιχρᾶς καλύβης, ζῶσι δὲ διαρκῶς παρὰ τὸ ἄροτρον, ἐξαρτώμεναι ἐν πάσῃ ὥρᾳ τοῦ ἔτους ἐκ τῆς μακροθυμίας ἢ τῆς εὐσπλαγχνίας τοῦ ἰδιοκτήτου, καὶ οὐχὶ σπανίως βλέπει τις ν’ ἀποδιώκωνται οἱ δυστυχεῖς οὗτοι Ἕλληνες πολῖται ἐκ τῶν χωρίων ἐν καιρῷ χειμῶνος, ὁπότε δίκην ἀθιγγάνων περιφέρονται, ζητοῦντες στέγην, ἵνα στεγασθῶσι, γῆν, ἵνα ἐργασθῶσι! Βεβαίως, Κύριοι, πολλαχοῦ ὑπάρχουσι μεγάλα κτήματα, τσιφλίκια. Δὲν κηρύσσομαι κατὰ τῶν τσιφλικιούχων — πολλοῦ γε καὶ δεῖ. — Κύριοι ὄντες τῶν κτημάτων των, μόνοι ἔχουσι τὸ δικαίωμα νὰ κανονίζωσι τὸ συμφέρον των κατὰ τοιοῦτον ἢ τοιοῦτον τρόπον, καὶ οὐδεὶς ἔχει τὸ δικαίωμα τοῦ ἐλέγχου τῆς διαχειρίσεως ξένης περιουσίας. Δὲν κατηγορῶ τούτων. Κατηγορῶ μόνον τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν προσφέρονται πρὸς τοὺς καλλιεργητάς. Καὶ μολονότι πολλοὶ πολλὰς εὐκολίας παρέχουσι, ζητοῦντες νὰ καταστήσωσιν ἧττον ἐπαχθῆ, ὑποφερτὴν τὴν θέσιν τῶν δυστυχῶν ἀγροτῶν, ἐν τούτοις ὑπάρχουσί τινες, οἵτινες, ἀποθρασυνόμενοι ἐκ τῆς ἐλλείψεως μερίμνης τῆς Πολιτείας, προέβησαν, ἂν μὴ εἰς τὴν ὁλοσχερῆ κατάργησιν, ἀλλὰ βεβαίως εἰς τὸν περιορισμὸν δικαιωμάτων καὶ προνομίων, ὧν ἀπὸ ἀμνημονεύτων χρόνων ἀπήλαυον οἱ δυστυχεῖς ἐκεῖνοι ἄνθρωποι, καὶ ἐπέβαλον εἰς αὐτοὺς τοιαύτας ὑποχρεώσεις, ὥστε ἠξίωσαν νὰ ἔχωσι καὶ ἔχουσιν ἀνάλογον μερίδιον καὶ ἐξ αὐτῶν τῶν ᾠῶν τῶν ὀρνίθων τοῦ καλλιεργητοῦ. Καὶ περὶ τούτων ἀκριβῶς, κύριοι συνάδελφοι, ὁμιλῶ, καὶ λέγω, ὅτι δὲν εἶναι ἴδιον, δὲν εἶναι πρέπον εἰς εὐνομουμένην καὶ πολιτισμένην χώραν, δὲν εἶναι συμφέρον τῆς Πολιτείας, τοῦ ἔθνους, νὰ ζῶσι τοσοῦτοι πληθυσμοὶ ὡς δουλοπάροικοι, καὶ νὰ μὴ μετέχωσι τῶν εὐεργετημάτων τοῦ πολιτισμοῦ, νὰ στερῶνται δὲ τῆς ἐλευθέρας βουλήσεως, τῆς ἐλευθέρας σκέψεως, τῆς κρατήσεως τοῦ ἐγώ των, ὅπερ ἤδη εἶναι δοῦλον. Τὸ σῶμα δοῦλον, τὸ πνεῦμα δοῦλον, ἰδοὺ ἡ πιστὴ εἰκὼν, ὁ ἀκριβὴς τύπος τοῦ δουλεύοντος ὑπὸ τοιοῦτον ἀφέντην, λησμονοῦντα, ὅτι εἶναι ἄνθρωπος καὶ μετ’ ἀνθρώπων συναλλάσσεται καὶ συνεργάζεται! Ἀλλ’ ἵνα, Κύριοι, κάλλιον ἐννοηθῇ ἡ κατάστασις, ὑφ’ ἣν τελοῦσιν οἱ ἀκτήμονες ἀτυχεῖς καλλιεργηταὶ ἐν Θεσσαλίᾳ ὑπὸ ἀφεντάδες, οἵους σᾶς προεξεικόνισα, — διότι περὶ τούτων καὶ μόνον λαλῶ — ἐπιτραπήτω μοι νὰ ἐκθέσω συντόμως τὸν τρόπον, καθ’ ὃν ἐργάζονται οὗτοι. Ἐὰν μὲν ὁ γεωργὸς δὲν ἔχῃ ἴδια ἀροτριῶντα κτήνη, τότε δένεται χειροπόδαρα ὑπὸ τοῦ τοιούτου ἰδιοκτήτου, χορηγοῦντος ταῦτα· ἐὰν δ’ ἔχῃ τὰ ἀροτριῶντα κτήνη, τότε ζητεῖ ἐργασίαν, καὶ ὁ ἰδιοκτήτης προσφέρει ταύτην, ἀλλὰ λόγῳ ἀσφαλείας — καὶ ποίας ἀσφαλείας, ἀγνοῶ — ζητεῖ, καὶ ὁ καλλιεργητὴς μεταβιβάζει διὰ συμβολαίου εἰκονικῶς τὰ ἀροτριῶντα κτήνη του εἰς αὐτὸν ἀντὶ ὁριζομένης τιμῆς. Ὁ καλλιεργητὴς, μὴ ἔχων ἰδίαν κτῆσιν, καὶ πιεζόμενος ὑπὸ τῆς ἀνάγκης τῆς ἐργασίας, ἀποδέχεται τὴν ἀπαίτησιν ταύτην τοῦ ἰδιοκτήτου, καὶ ὅταν ἔλθωσι τὰ ἁλώνια, οὗτος λαμβάνει πρῶτον τὸ ἀνάλογον μερίδιον τοῦ εἰσοδήματος, καὶ δεύτερον ποσὸν ἱκανὸν πρὸς ἐξόφλησιν τοῦ πρὸς αὐτὸν χρέους· καὶ ποίου χρέους, νομίζετε, Κύριοι; τὴν ἀξίαν τῶν εἰκονικῶς μεταβιβασθέντων εἰς αὐτὸν ἀροτριώντων κτηνῶν! καὶ τελευταῖον δυνάμει τοῦ συμβολαίου καὶ αὐτὰ ταῦτα τὰ ἀροτριῶντα κτήνη! Ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ μου συνήντησα καὶ ἐξηκρίβωσα δύο τοιαῦτα περιστατικὰ ἐσχάτως, ἅτινα μὲ ἔκαμαν νὰ φρίξω κυριολεκτικῶς. Τὸ ἓν τούτων συνέβη ἐν τῷ δήμῳ Φακίου. Ὁ γεωργὸς εἶχεν εἰκονικῶς μεταβιβάσει ἑπτὰ ἀροτῆρας βοῦς εἰς τὸν ἀφέντην, παρ’ οὗ πρὸ δύο ἐτῶν εἶχε δανεισθῆ δραχμὰς 1840. Μετὰ τὸ πρῶτον ἔτος ἐμβάζει εἰς ἐξόφλησιν τοῦ χρέους του 200 κοιλὰ σίτου καὶ 100 κοιλὰ κριθῆς, μετὰ τὸ δεύτερον ἔτος 100 κοιλὰ σίτου, μίαν κλιμάμαξαν, ἀξίας δραχ. 300, καὶ ἕνα ὄνον, ἀξίας δραχ. 50, ἤτοι τὸ ὅλον 3,000 δραχμὰς ἐντὸς δύο ἐτῶν καὶ διὰ χρέος κεφαλαίου 1840 δραχμῶν! Ἀλλὰ μὴ νομίσητε, Κύριοι, ὅτι ἐξωφλήθη ἡ ἀπαίτησις. Οὐχί! Πρὸς τελείαν ἐξόφλησιν αὐτῆς, ὡς ἰσχυρίζετο ὁ ἀπηνὴς οὗτος τύραννος, κατέσχε καὶ τοὺς εἰς χεῖρας τοῦ καλλιεργητοῦ εὑρισκομένους βόας, ἔλαβε τούτους εἰς τὴν κατοχήν του δυνάμει τοῦ συμβολαίου, καὶ ἐπὶ τέλους κατήγγειλε καὶ τὸν ἀτυχῆ καλλιεργητὴν ἐπὶ ὑπεξαιρέσει, ἀπειλήσας καὶ φυλάκισιν κατὰ τούτου! Εὐτυχῶς προσεβλήθησαν τὰ εἰκονικὰ ταῦτα συμβόλαια, καὶ εὑρέθησαν ἐν Λαρίσῃ δικασταὶ τίμιοι, εὐσυνείδητοι, ὡς εἶναι πάντες οἱ Ἕλληνες δικασταὶ, καὶ τὸ κυριώτερον γνῶσται τῶν ἀπιστιῶν τούτων, ἃς διαπράττουσιν οἱ τοιαῦτα μετερχόμενοι μέσα ἔνιοι ἰδιοκτῆται, καὶ τόσον ὁ γεωργὸς οὗτος, ὅσον καὶ ἕτερος, καθ’ οὗ ὁμοία παγὶς ἐστήθη ἐν τῷ δήμῳ Κραννῶνος, ἀπηλλάγησαν καὶ τῆς φυλακίσεως καὶ τῆς ὑποχρεώσεως νὰ πωλήσωσι χωρὶς νὰ θέλωσι τὰ ζῷά των! Οἱ τοιοῦτοι καλλιεργηταὶ, οἱ ὑπὸ τοιούτους βιοῦντες ὅρους καὶ ἰδιοκτήτας, βεβαίως δὲν δύνανται νὰ ἔχωσιν ἀκριβῆ ἰδέαν, Κύριοι, τῶν ἀγαθῶν, ἅπερ ἀπεργάζεται ὁ ἄνθρωπος τοῦ αἰῶνος τούτου. Δουλεύουσι διαρκῶς, δὲν βλέπουσι μακρότερον τοῦ ἀρότρου, ὅπερ ἐργάζεται ἀενάως, — καὶ πρέπει νὰ ἐργάζηται, ἀλλ’ ὑπὸ ἀνθρωπινωτέρας συνθήκας, — ζῶσιν ἐντὸς οἰκημάτων, ἅτινα, ξένα ὄντα, οὐδένα ὅρον ὑγιεινῆς καὶ ἀνθρωπισμοῦ παρουσιάζουσι, τὸ περιβάλλον δὲ αὐτοὺς ἐν παντὶ εἶναι ἡ θέλησις τοῦ ἀφέντου, θέλησις ἀφαιροῦσα πᾶσαν σκέψιν ἰδίαν, πᾶσαν πρωτοβουλίαν! Ζῶσιν οἱ δυστυχεῖς, ἀλλὰ μόνον, ἵνα δουλεύοντες κερδίζωσι τὸν ξηρὸν ἄρτον δι’ ἑαυτοὺς καὶ τὰς οἰκογενείας των, χωρὶς νὰ ἔχωσι καὶ τὴν δύναμιν νὰ πράττωσιν ὅ,τι αἰσθάνονται, τοὐναντίον μάλιστα ὄντες ὑποχρεωμένοι νὰ κύπτωσι καὶ πρὸ τῶν ταπεινωτικωτέρων, πρὸ τῶν ἐξευτελιστικωτέρων ἐνίοτε ἀπαιτήσεων τοῦ ἀφέντου. Καὶ δὲν ὑποθέτω νὰ ἐλησμονήθη ἡ γενομένη ὑπό τινος ἐν Θεσσαλίᾳ ἰδιοκτήτου παράταξις γυναικοπαίδων μὲ ἐσταυρωμένα τὰ χέρια, δίκην ῥαγιάδων, κατὰ τὴν τελευταίαν ἐκεῖ πολιτικὴν περιοδείαν τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, οὗτινος ἡ καρδία ἐνύγη βεβαίως ἐπὶ τῷ θεάματι τούτῳ, τῷ ἀπροσδοκήτῳ εἰς αὐτόν.

§19Ι. ΚΑΦΤΑΝΤΖΟΓΛΟΥ. Δὲν εἶναι ἀκριβὲς τοῦτο, κύριε συνάδελφε.

§20Ι. ΓΙΑΝΝΑΚΙΤΣΑΣ. Χαίρω πολύ, διότι διαψεύδεται ἐνταῦθα τοιαύτη δημοσιευθεῖσα πληροφορία, καὶ ὁμολογῶ, ὅτι σπουδαίως ἀνακουφίζομαι, μανθάνων νῦν, ὅτι δὲν ἔλαβε χώραν τοιαύτη καὶ ὑπὸ τοιοῦτον ἐκβιασμὸν παράταξις.

§21Κ. ΖΩΓΛΟΠΙΤΗΣ. Μόνοι των παρετάχθησαν, χάριν σεβασμοῦ.

§22Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Καὶ ποῦ εὑρίσκετε τὸ κακὸν σεῖς; Οὐδεὶς ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἑρμηνεύῃ τὴν συνείδησιν τοῦ ἄλλου, καὶ νὰ εἰσέρχηται εἰς αὐτήν. Τοῦτο θεωρῶ πολὺ τολμηρόν.

§23Ι. ΓΙΑΝΝΑΚΙΤΣΑΣ. Οὐδενὸς τὴν συνείδησιν διηρμήνευσα ἢ διερμηνεύω. Ἀφηγοῦμαι ἁπλῶς πᾶν ὅ,τι ἐπληροφορήθην. Ἀλλ’ ἐπειδὴ, κύριε Ὑπουργὲ, συνήθισα νὰ σᾶς ἐκτιμῶ καὶ ὡς ἐκ τῆς θέσεως, εἰς ἣν εὑρίσκομαι, καὶ ἀπὸ ἀνατροφῆς καὶ ἐκ τῆς εἰδικῆς μου ἰδιότητος, δὲν θεωρῶ πρέπον νὰ σᾶς ἀπαντήσω πλείονα.

§24Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε.

§25Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Καὶ ἐγὼ, κύριε Πρόεδρε.

§26Ι. ΓΙΑΝΝΑΚΙΤΣΑΣ. Ἐξακολουθῶ, κύριοι συνάδελφοι. Πρὸς ἄρσιν λοιπὸν τῆς λυπηρᾶς ταύτης καταστάσεως δύο τινὰ πρέπει νὰ ἐπιζητήσωμεν. Πρῶτον νὰ καταστήσωμεν τὸν γεωργὸν ἀνεξάρτητον ὑλικῶς, καὶ δεύτερον νὰ κανονίσωμεν νομοθετικῶς εἴς τινα σημεῖα τὰς σχέσεις τοῦ ἰδιοκτήτου πρὸς τὸν καλλιεργητὴν, οὕτως ὥστε, χωρὶς τὸ παράπαν νὰ θίγωνται τὰ δικαιώματα τοῦ πρώτου, νὰ ἐξασφαλίζωνται ὑπὲρ τοῦ δευτέρου νόμῳ προνόμιά τινα, ὧν ἀπολαύει ἀπὸ χρόνων μακρῶν. Ὁ γεωργὸς, Κύριοι, πάσας τὰς βιωτικὰς αὑτοῦ ἀνάγκας θεραπεύει, προσφεύγων ἢ εἰς τὸν ἀφέντην, ἢ εἰς τὸν τοκογλύφον, ἐὰν ὁ πρῶτος ἔχῃ ἤδη κλείσει τὴν θύραν. Δανείζεται ἐπὶ τόκῳ σπανίως κατωτέρῳ τῶν 20%, καὶ εἰς τὰ ἁλώνια ἐμβάζει τὸ προϊὸν τῆς ἐργασίας του ἐπὶ τῇ τρεχούσῃ τότε τιμῇ πρὸς ἐξόφλησιν τοῦ χρέους του, ὅπερ ἀτυχῶς, μολονότι πληρώνεται δὶς ἢ τρὶς πολλάκις, ἐν τούτοις μένει ἀνεξόφλητον, τῶν ἐμβάσεων γιγνομένων ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ καλῇ τῇ πίστει καὶ ἄνευ ἀποδείξεων, ἃς πολλοὶ δὲν τολμῶσι νὰ ζητήσωσιν, ἐκ φόβου μήπως δυσαρεστοῦντες ἀποπεμφθῶσι τοῦ χωρίου ὑπὸ τοῦ ἰδιοκτήτου. Οὕτω δὲ ὁ γεωργὸς κατὰ Σεπτέμβριον μένει πάλιν μὲ κενὰς τὰς χεῖρας, σχεδὸν ἄνευ σίτου πρὸς τροφήν! Ἀλλ’ ἐρωτῶ, Κύριοι, διατὶ αὐτὸ, ὅπερ κάμνει ὁ ἰδιοκτήτης, ὅστις, ἵνα δανείσῃ τὰς 1840 δραχμὰς, ὡς προεῖπον, ἔλαβεν ὡς ἐνέχυρον, ὡς ὑποθήκην, ἔστω καὶ εἰκονικῶς, τὰ ἀροτριῶντα κτήνη τοῦ γεωργοῦ, δὲν ἀναλαμβάνει μία Τράπεζα, ἥτις ἄνευ τοῦ πνεύματος τῆς τοκογλυφίας, ὑποθηκεύουσα ποσὸν τοῦ ἀσυγκομίστου προϊόντος, ἢ καὶ αὐτὰ τὰ κτήνη τοῦ γεωργοῦ, νὰ παρέχῃ δάνεια ἐπὶ εὐθύνῃ καὶ αὐστηροτάτῃ ποινῇ τοῦ ὀφειλέτου διὰ πᾶσαν κατάχρησιν ἢ πώλησιν τοῦ ἐνυποθήκου προϊόντος ἄνευ τῆς συγκαταθέσεως τῆς προνομιούχου Τραπέζης, οὕτω δὲ νὰ παρέχῃ εἰς τὸν γεωργὸν καὶ τὴν ὠφέλειαν τοῦ τόκου ἀφ’ ἑνὸς, καὶ τὴν διαφορὰν τῆς τιμῆς τοῦ ἐμβαζομένου εἰς τὰ ἁλώνια ἀπέναντι τοῦ χρέους του προϊόντος ἀφ’ ἑτέρου, ὅπερ οὕτω θὰ πωλῇ, ὅταν εὑρίσκῃ συμφέρουσαν τιμὴν, καὶ οὐχὶ, ὡς σήμερον, ὁπότε πιεζόμενος παραδέχεται τὰς πάντοτε εὐτελεστέρας τιμὰς τῶν ἁλωνίων;

§27Π. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἐπιτρέπετε, κύριε συνάδελφε;

§28Ι. ΓΙΑΝΝΑΚΙΤΣΑΣ. Μάλιστα.

§29Π. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Νομίζω ὅτι ὑφίσταται τοιοῦτος νόμος ἀπὸ τοῦ 1894.

§30Ι. ΓΙΑΝΝΑΚΙΤΣΑΣ. Ἀγνοῶ, ἂν ὑφίσταται τοιοῦτος νόμος. Γνωρίζω ὅμως ἀσφαλῶς, ὅτι τοιοῦτος νόμος δὲν λειτουργεῖ, δὲν εἶναι ἐν ἰσχύϊ. Κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Βουλευτικὴν Περίοδον ὑπέβαλον, Κύριοι, νομοσχέδιον περὶ δανείων ἐπὶ ὑποθηκεύσει τοῦ ἀσυγκομίστου προϊόντος. Νομίζω ὅτι εἶναι ἤδη καιρὸς, ἵνα ἡ Κυβέρνησις μελετήσῃ τοῦτο, ἢ καταρτίσῃ ἕτερον πληρέστερον, ἐὰν ἐκεῖνο εὕρῃ ἀτελὲς, νὰ γένηται δὲ εὐρεῖα συζήτησις, καθ’ ἣν πολλαὶ γνῶμαι θὰ ἀκουσθῶσι περὶ τοῦ σοβαροῦ τούτου ζητήματος. Ἀλλὰ μήπως ἡ ἑτέρα ἄποψις τῆς καταστάσεως τῶν γεωργῶν δὲν εἶναι ἀπελπιστική; ἡ ἔλλειψις δηλ. ἰδίας στέγης, ἡ ἔλλειψις ἰδίας πενιχρᾶς καλύβης, καὶ ἡ διαβίωσις αὐτῶν ἐντὸς οἰκημάτων, ἅτινα χρησιμεύουσι καὶ ὡς κατοικία καὶ ὡς σταῦλος καὶ ὡς ἀχυρών! Ὁποῖα λυπηρὰ συναισθήματα παράγει ἡ κατάστασις αὕτη εἰς τὰς καρδίας ὑμῶν, κύριοι συνάδελφοι, περιττὸν νὰ εἴπω ἐγώ. Ἕν μόνον λέγω· δὲν πρέπει νὰ ἐξακολουθήσῃ ἀχαλίνωτος ἡ ἰδιοτροπία ἢ σκληρότης ἐνίων ἰδιοκτητῶν, εὐτυχῶς ὀλίγων, κατὰ τῶν ἀσθενῶν καλλιεργητῶν. Ἕν μόνον λέγω· χάριν τοῦ ἀνθρωπισμοῦ, χάριν σεβασμοῦ πρὸς τὸν μεσουρανοῦντα πολιτισμὸν τοῦ αἰῶνος, δέον νὰ ἐξασφαλίσωμεν τὴν στέγην τοὐλάχιστον εἰς τοὺς ἀνεστίους καλλιεργητὰς καὶ εἰς τὰς οἰκογενείας αὐτῶν διὰ νόμου, οὕτως ὥστε ἡ ἐμπάθεια ἢ ἡ ἰδιοτροπία νὰ σταματᾷ ἐκεῖ, ὅθεν ἄρχεται ἡ ὑποχρέωσις τοῦ ἰδιοκτήτου πρὸς τὸν ἐργάτην μὲν καὶ καλλιεργητὴν τῶν γαιῶν του, ἀλλὰ πάντοτε πρὸς τὸν ὅμοιόν του, ὅστις, ζῶν ἐν τῇ κοινωνίᾳ καὶ ἀποτελῶν μέλος αὐτῆς, δικαιοῦται νὰ μὴ ἀποστερῆται ἀμέσως τοῦ κοινοῦ ἀγαθοῦ, τῆς στέγης, ἧς τὴν κυριότητα τηρῶν ὁ ἰδιοκτήτης, νὰ μὴ δύναται ἢ ὑπὸ ὡρισμένας περιστάσεις, ὅρους καὶ συνθήκας ν’ ἀπομακρύνῃ αὐτῆς τὸν καλλιεργητήν. Ἀλλὰ, Κύριοι, μήπως τὰ ἐν Θεσσαλίᾳ κτήματα τοῦ Δημοσίου, τὰ τέως Στεφάνοβικ, διανεμόμενα εἰς τοὺς ἀκτήμονας καλλιεργητὰς, ὡς ἡ Κυβέρνησις ἐπηγγέλθη πρὸ τῶν ἐκλογῶν καὶ ὁ σχετικὸς νόμος ὁρίζει, δὲν λύουσιν ἀμφότερα τὰ ζητήματα ταῦτα; Ἀλλὰ μήπως τὰ Ζάππεια κτήματα, περὶ ὧν ὑπάρχει ὑποβεβλημένον νομοσχέδιον εἰς τὴν Βουλὴν ἀπὸ τῆς παρελθούσης Περιόδου, δὲν παρέχουσι τὸ μέσον εἰς τὸ Κράτος τῆς ἀποκαταστάσεως τῶν γεωργῶν ἐν Θεσσαλίᾳ; Δυστυχῶς περὶ ἄλλων ἧττον σπουδαίων ζητημάτων ἀσχολούμεθα ἐνταῦθα, καὶ οὐχὶ περὶ τούτων τῶν ζητημάτων, τῶν σοβαρῶν...

§31Α. ΣΠΗΛΙΑΔΗΣ. Δὲν εἶναι ἧττον σπουδαῖον τὸ ζήτημα τῆς σταφίδος, κύριε συνάδελφε.

§32Ι. ΓΙΑΝΝΑΚΙΤΣΑΣ. Ἀναγνωρίζω τὴν σπουδαιότητα τῆς σταφίδος, ἀλλὰ δὲν πρέπει νὰ ὑποτιμᾶτε καὶ τὴν σπουδαιότητα τοῦ Θεσσαλικοῦ ζητήματος. Ἀλλὰ, Κύριοι, ἡ Θεσσαλικὴ γῆ εἶναι ἀπὸ τοῦ Πηλίου μέχρι τῆς Πίνδου, καὶ ἀπὸ τοῦ Ὀλύμπου μέχρι τῆς Ὄθρυος ἐπιτηδεία καὶ ἱκανὴ οὐ μόνον τὴν ἀπόδοσιν νὰ αὐξήσῃ, ἀλλὰ καὶ τὰ διάφορα προϊόντα νὰ βελτιώσῃ, καὶ νὰ ποικίλῃ. Καὶ διὰ μὲν τὴν ἀπόδοσιν δέον, κατ’ ἐμὲ, ν’ αὐξήσωμεν τὰς παραγωγικὰς δυνάμεις τῆς χώρας· ἵνα δὲ ἐπιτύχωμεν τούτου, ἀνάγκη νὰ παράσχωμεν ἄφθονα τὰ μέσα τῆς καλλιεργείας, οὕτως ὥστε ἕκαστος νὰ δύναται ἄνευ αὐξήσεως τῶν βαρῶν καὶ τῶν πρὸς τὸ Δημόσιον ὑποχρεώσεών του νὰ χρησιμοποιῇ πάντα τὰ μέσα τῆς καλλιεργείας πρὸς αὔξησιν τῆς παραγωγῆς καὶ ἑπομένως τῆς ἀποδόσεως. Εὐρύνωμεν λοιπὸν τὴν καλλιέργειαν, καὶ ἑπομένως τὴν παραγωγὴν, αὐξήσωμεν τὰ ἀροτριῶντα κτήνη, ἀλλὰ χωρὶς νὰ αὐξήσωμεν καὶ τὰ βάρη τοῦ γεωργοῦ· ἐπιτρέψωμεν αὐτῷ νὰ χρησιμοποιήσῃ ὅσα θέλει ἀροτριῶντα κτήνη, ἀλλὰ μὴ ζητήσωμεν φόρον ἀνώτερον ἐκείνου, ὃν ἤδη λαμβάνομεν. Πρὸς τοῦτο δὲ ἃς σκεφθῶμεν, πῶς πρέπει νὰ μεταρρυθμισθῇ ὁ σχετικὸς νόμος, ὥστε χωρὶς νὰ ἐλαττωθῶσιν αἱ ἐκ τοῦ φόρου τούτου εἰσπράξεις ὁ καλλιεργητὴς νὰ δύναται ν’ αὐξάνῃ τὰ μέσα τῆς καλλιεργείας κατὰ βούλησιν. Ἐπὶ τούτου θέλω ὑποβάλει προσεχῶς πρότασιν νόμου εἰς τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς. Ἀλλ’ ὡς προεῖπον, ἡ Θεσσαλία εἶναι ἱκανὴ διάφορα προϊόντα νὰ παραγάγῃ, ἀρκεῖ μόνον ἡ Πολιτεία νὰ διδάξῃ τὸν γεωργὸν καὶ ὑποδείξῃ εἰς αὐτὸν τὸν τρόπον τῆς εἰδικῆς καλλιεργείας, ἢ τῆς καταλλήλου χρησιμοποιήσεως τούτου ἢ ἐκείνου τοῦ ἐδάφους, ταύτης ἢ ἐκείνης τῆς μεθόδου καλλιεργείας, τούτου ἢ ἐκείνου τοῦ ἐργαλείου. Φημίζονται, Κύριοι, τὰ καπνὰ τοῦ Ἁλμυροῦ, τοῦ Μεγάλου Κεσερλὶ, τῶν Φαρσάλων· ἀλλὰ τίς ποτε ἐφρόντισε νὰ ἐξετάσῃ, ἂν τὰ καπνὰ ταῦτα εἶναι ἐπιδεκτικὰ βελτιώσεως εἴτε κατὰ ποιότητα εἴτε κατὰ ποσότητα; Πέμπει τὸ Ὑπουργεῖον σπόρον καπνοῦ Ξάνθης ἢ Σαμψοῦντος, ἢ ἄλλου μέρους, ἀλλὰ τίς ἐδίδαξε τὸν καπνοπαραγωγόν, πότε καὶ πῶς δέον νὰ σπείρῃ αὐτόν, πότε καὶ πῶς νὰ μεταφυτεύῃ αὐτόν, νὰ καλλιεργῇ, νὰ συλλέγῃ καὶ νὰ συσκευάζῃ; Ἐπὶ τῆς Ὄσσης ὑπάρχει πληθὺς αὐτοφυῶν (ἀγρίων) φιστικῶν· τίς ἐμερίμνησε νὰ διδάξῃ τὸν ἐμβολιασμὸν αὐτῶν; Πέρυσι, νομίζω, ἐστάλη σπόρος ῥωσσικοῦ σίτου πρὸς δοκιμὴν εἰς Θεσσαλίαν· τίς ἐδίδαξεν, εἰς ποίας γαίας ἔδει οὗτος νὰ ῥιφθῇ, καὶ ὑπὸ ποίας περιστάσεις ἔδει νὰ σπαρῇ; τίς ποτε ἐμελέτησε τὸ ἔδαφος, καὶ ὑπέδειξε τὴν ἀνάλογον πρὸς τὴν ποιότητα αὐτοῦ χρησιμοποίησιν; Οἱ γεωπόνοι μας τρέπονται εἰς ἰδιωτικὰς ἐργασίας, ἢ ὑπηρετοῦσιν εἰς τοὺς γεωργικοὺς σταθμοὺς, δημοσιεύοντες ἀπὸ καιροῦ εἰς καιρὸν μελέτην τινὰ περὶ γεωργικῆς πίστεως, περὶ συνδικάτων κλπ., ἐνῷ ἔδει νὰ τοποθετηθῇ ἀνὰ εἷς ἐν ἑκάστῳ νομῷ τοὐλάχιστον, ὅστις, μεταβαίνων ἢ μετακαλούμενος εἰς τοὺς διαφόρους δήμους καὶ τὰ χωρία, νὰ μεταδίδῃ ἢ ὑποδεικνύῃ τὰς μεθόδους τῆς καλλιεργείας εἰς τὸν γεωργικὸν πληθυσμὸν, καὶ τὰς ἰδίας αὐτοῦ γνώσεις δι’ ἕκαστον προϊόν. Ἀλλὰ μὴ ἡ κτηνοτροφία, ὁ ἕτερος οὗτος βραχίων τῆς γεωργίας, δὲν ἔχει ἀνάγκην καὶ προστασίας καὶ βελτιώσεως; οἱ παλαιότεροι ἰδιοκτῆται πολλὰς παρεῖχον εὐκολίας πρὸς ἐπαρκῆ ὑποστήριξιν τῆς κτηνοτροφίας· οὕτω δὲ οὐ μόνον ηὔξανον τὴν ἀπόδοσιν τῶν γαιῶν διὰ τῆς ἀφθονωτέρας λιπάνσεως, ἀλλὰ καὶ τὴν οἰκονομικὴν ἰσορροπίαν τῶν καλλιεργητῶν ἐπετύγχανον, καθόσον κατὰ τὰς ἀφορίας τὰ προϊόντα τῆς κτηνοτροφίας συνετήρουν τοὺς γεωργοὺς, μὴ προσφεύγοντας εἰς τοὺς τοκογλύφους, καὶ μὴ ἐνοχλοῦντας, ὡς σήμερον, τοὺς ἰδιοκτήτας. Πλὴν τούτων καὶ ἡ βελτίωσις τοῦ εἴδους δύναται νὰ ἐπιτευχθῇ, ἀρκεῖ τὴν ὤθησιν νὰ δώσῃ ἡ Κεντρικὴ ὑπηρεσία. Οἱ δῆμοι, ἑνούμενοι ἀνὰ δύο ἢ πλείονες, ἀναλόγως τῶν ἑαυτῶν προσόδων, θὰ ἦναι δυνατὸν νὰ προμηθευθῶσιν ἐξηυγενισμένα εἴδη καὶ ἵππων καὶ βοῶν καὶ προβάτων κλπ., ἅτινα, χρησιμοποιούμενα κατὰ τὰς ἀνάγκας ἑκάστου τόπου, θὰ δυνηθῶσι βαθμηδὸν καὶ κατ’ ὀλίγον διὰ τῆς ἐπιμιξίας νὰ βελτιώσωσι καὶ κατὰ ποιότητα καὶ κατὰ ποσότητα τὰ ὑφιστάμενα εἴδη. Ἀλλ’ ἐκ παντὸς τρόπου, Κύριοι, δέον νὰ ἐπιτευχθῇ ἡ γεωργικὴ ἀσφάλεια διὰ καταλλήλων νομοθετημάτων, καὶ ν’ ἀνορθωθῇ ἡ γεωργικὴ πίστις. Εἰς τὴν τελευταίαν ταύτην πρόκεινται τρανὰ παραδείγματα τὰ καταπληκτικὰ ἀποτελέσματα τῶν ταμιευτηρίων καὶ τῶν συνδέσμων τῶν γεωργικῶν τῆς Ἰταλίας, τῆς Γαλλίας καὶ Γερμανίας, οἵτινες κυριολεκτικῶς ἔσωσαν τοὺς γεωργικοὺς πληθυσμούς. Μόνον διὰ τοιούτων μέσων, κύριοι συνάδελφοι, θὰ ἴδωμεν βελτιουμένην τὴν Θεσσαλίαν καὶ ἑπομένως ὅλην τὴν χώραν. Μόνον οὕτω πως θὰ τηρήσωμεν ἐν τῷ τόπῳ τὰ ἐτησίως ἐξαγόμενα πρὸς ἀγορὰν σίτου 40 ἑκατομμύρια φράγκων. Μόνον οὕτω πως θὰ καταστῶμεν σιτάρκεις, καὶ θὰ ἴδωμεν τὴν Θεσσαλίαν μεταβαλλομένην εἰς σιτοβολῶνα τῆς Ἑλλάδος, εἰς σιταποθήκην τῆς Ἀνατολῆς. Νομίζω δὲ, Κύριοι, ὅτι μετὰ τὴν διακήρυξιν ἐν τῷ πολιτικῷ προγράμματι τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι θέλει αὕτη μεριμνήσει περὶ τῆς ἐνισχύσεως τῆς γεωργίας, καὶ μετὰ τὴν χθεσινὴν δήλωσιν τοῦ κ. Προέδρου αὐτῆς δικαιοῦμαι νὰ παρακαλέσω τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως εὐαρεστηθῇ νὰ δηλώσῃ εἰς τὴν Βουλὴν, ἂν ἐσκέφθη ἢ σκέπτεται καὶ τί σκέπτεται νὰ πράξῃ ὑπὲρ τῆς γεωργίας καθόλου, καὶ ἰδίᾳ ὑπὲρ τῆς Θεσσαλίας, διὰ τὴν κατάστασιν τῆς ὁποίας καὶ ἐγὼ καὶ ἄλλοι ἔντιμοι συνάδελφοι πολλάκις διεμαρτυρήθημεν ἐντεῦθεν. Ἐπικαλοῦμαι δὲ τὴν συνδρομὴν τῆς Βουλῆς, τὴν συνδρομὴν τῶν συναδέλφων τῆς Θεσσαλίας, καὶ παρακαλῶ, ὅπως, ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν ἡ Κυβέρνησις δὲν εὗρεν ἀκόμη τὸν χρόνον νὰ σκεφθῇ ὑπὲρ τῆς Θεσσαλίας, ἡ Βουλὴ ἀποφασίσῃ. Καὶ πρὸς τοῦτο ὑποβάλλω πρότασιν, κύριε Πρόεδρε, νὰ ὁρισθῇ ἀπόψε μία ἢ δύο τῶν προσεχῶν συνεδριάσεων, καθ’ ἣν εὐρέως νὰ συζητηθῇ πᾶν μέτρον καὶ πᾶσα γνώμη τῶν Βουλευτῶν πρὸς βελτίωσιν τῆς τύχης τῶν γεωργῶν. Βεβαίως, Κύριοι, ἐννοῶ, ὅτι δὲν πρόκειται περὶ ἐπουσιώδους τινὸς θέματος· ἀναγνωρίζω τὴν σπουδαιότητα αὐτοῦ, μέλλοντος νὰ μεταρρυθμίσῃ καθεστὼς εἰς πολλὰ ἴσως προσκροῦον, αἱ δὲ μεταρρυθμίσεις δὲν συντελοῦνται τόσον εὐκόλως, ὅσον εὐκόλως συζητοῦνται. Ἀλλ’ ἀκριβῶς ἕνεκα τῆς σοβαρότητος τοῦ ζητήματος ἐπεκαλέσθην πάντων τὴν σύμπραξιν, ὅπως ἕκαστος εἰσφέρῃ τὰ φῶτά του, τὴν πεῖραν, τὰς γνώσεις του ἐπὶ τοιούτου ζητήματος, οὗτινος ἡ πραγμάτωσις θὰ περιάψῃ τιμὴν εἰς πάντας ἡμᾶς, διαφλεγομένους ἀναντιρρήτως ὑπὸ τῆς εὐγενοῦς φιλοδοξίας νὰ συντελέσωμεν εἰς τὴν εὐδαιμονίαν καὶ τὴν εὐημερίαν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, καὶ ἰδίᾳ τῆς τάξεως ἐκείνης, ἥτις χορηγεῖ ἡμῖν τὸν ἄρτον, ἀλλ’ ἥτις ἀτόπως, μολονότι ἐργάζεται ἡμέραν καὶ νύκτα, δὲν χορταίνει τὸ ψωμί!

§33Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Τὰ ζητήματα, τὰ ὁποῖα ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος εἰσήγαγεν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, οὐχὶ κατὰ πρῶτον νῦν εἰσάγονται ἐνώπιον αὐτῆς, πάντοτε δ’ ἐκίνησαν τὴν συμπάθειαν, καὶ ζωηρὰν προὐκάλεσαν συγκίνησιν, διότι πράγματι ἡ κατάστασις τῶν χωρικῶν ἐν Θεσσαλίᾳ, τῶν δουλοπαροίκων αὐτῶν, τῶν λευκῶν τούτων δούλων, ὡς ἀπεκάλεσεν αὐτοὺς ὁ κύριος συνάδελφος, πάντοτε ἐκίνει τὴν συμπάθειαν, συνεκίνει πάντας ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἔτυχε νὰ περιοδεύσωσι τὴν Θεσσαλίαν, καὶ οἱ ὁποῖοι ἔτυχε νὰ εἰσέλθωσιν εἰς τὰς καλύβας τῶν ἀτυχῶν γεωργῶν, καὶ ἠσθάνθησαν ὑπὸ ποῖον βαρὺν ζυγὸν διατελοῦσιν οὗτοι, ὑπὸ ποίας συνθήκας βιωτικὰς πιέζονται οἱ δυστυχεῖς αὐτοὶ κάτοικοι τῆς Θεσσαλίας. Καὶ ὄντως, κύριε Πρόεδρε, κατὰ τὸ 1896, ὅτε Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως διετέλει ἐπίσης ὁ καὶ νῦν κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἀνεκινήθησαν τὰ ζητήματα ταῦτα ἐνταῦθα, καὶ ὑπεβλήθησαν ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης μέτρα, συνεστήθησαν ἐπιτροπαὶ ὑπὸ τῆς Βουλῆς, αἵτινες συνεζήτησαν ἐνταῦθα τὰ μέτρα ταῦτα, κατόπιν δὲ συνέστη εἰδικὴ ἐπιτροπὴ, ἥτις ἀπεστάλη ἐπὶ τόπου, ὅπου ἐμελέτησε τὰ ζητήματα, καὶ ὑπέβαλεν εἰς τὴν τότε Κυβέρνησιν τὰ πορίσματα τῆς μελέτης αὐτῆς. Ἡ ἔκθεσις δ’ ἐκείνη πράγματι εἶναι ἀξία σημασίας, καὶ δέον νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως καὶ σήμερον, ἡ δὲ Κυβέρνησις, ἥτις ἔχει ἀρχηγὸν τὸν καὶ τότε Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, δέον νὰ λάβῃ καὶ αὖθις ὑπ’ ὄψιν τὰ ζητήματα ταῦτα καὶ εἰσαγάγῃ αὐτὰ εἰς τὴν Βουλὴν ἐκ νέου. Ἐὰν ὁ ἀτυχὴς πόλεμος διέκοψε τὸ ἔργον τῆς τότε Κυβερνήσεως, ἐὰν οὐδὲν μέτρον ἐλήφθη ἔκτοτε, ἐρρίφθησαν δὲ εἰς τὸν κάλαθον τῶν σκυβαλοχάρτων τὰ νομοσχέδια ἐκεῖνα, δὲν ἕπεται ἐκ τούτου, ὅτι ὀφείλει τις νὰ πιστεύσῃ, ὅτι τὰ νομοσχέδια ἐκεῖνα δὲν ἦσαν ἱκανὰ νὰ ἐξασφαλίσωσι, γινόμενα νόμοι, στέγην, ἄρτον καὶ ἄνεσιν εἰς τοὺς ἀτυχεῖς ἀγρότας τῆς Θεσσαλίας. Εἶναι ὡμολογημένον, Κύριοι, εἶναι οἰκονομικὴ ἀλήθεια, ὅτι ἡ πρόοδος τῆς γεωργίας, ἡ βελτίωσις τῆς παντοειδοῦς καλλιεργείας, ἡ αὔξησις τῆς παραγωγῆς δὲν προέρχεται ἐκ τῶν γονιμωτέρων συστατικῶν τοῦ ἐδάφους, ἀλλὰ βασίζεται εἰς τὸν πολιτισμὸν τῶν κατοίκων, ὅτι γαῖαι, αἱ ὁποῖαι δὲν ἔχουσι τὴν γονιμότητα, τὴν ὁποίαν ἔχουσιν αἱ γαῖαι τῆς Θεσσαλίας, ἀλλαχοῦ παράγουσιν ἀσυγκρίτως περισσοτέρους καρποὺς, διότι ἐκεῖ οἱ κάτοικοι εἶναι μᾶλλον πεπολιτισμένοι, καὶ ἡ καλλιέργεια κατ’ ἀκολουθίαν μᾶλλον πεπολιτισμένη· ἐκεῖ ὑπάρχουσι κεφάλαια ἀφθονώτερα, ἡ ἀσφάλεια μεγαλειτέρα, καὶ τὰ μέσα τῶν χωρικῶν μᾶλλον ἄφθονα. Ἀλλὰ πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ πιστεύσῃ τις, ὅτι δύναται νὰ προαχθῇ ἡ καλλιέργεια ἐν Θεσσαλίᾳ, νὰ προαχθῇ ἡ ἐθνικὴ παραγωγὴ ἐν Θεσσαλίᾳ, ὅταν ὑπὸ τοιαύτας συνθήκας, δουλοπαροίκως, ζῶσι, στένουσι καὶ ποτίζουσι μὲ τὸν ἱδρῶτα αὐτῶν οἱ γεωργοὶ τῆς Θεσσαλίας τὴν γῆν; Καὶ οὐδεμίαν, Κύριοι, ἔχω ἀμφιβολίαν, ὅτι θὰ ἐπέλθῃ ἡμέρα, κατὰ τὴν ὁποίαν ἀγροτικὰ ζητήματα θὰ ἴδωμεν γεννώμενα εἰς τὴν Θεσσαλίαν, τὰ ὁποῖα θὰ συνταράξωσι τὴν Ἑλληνικὴν γῆν, τὰ ὁποῖα θὰ παρασύρωσι καὶ μίαν καὶ δύο καὶ δέκα Ἑλληνικὰς Κυβερνήσεις, ὅσον καὶ ἂν νομίζητε, ὅτι οἱ κάτοικοι τῶν πεδιάδων τῆς Θεσσαλίας ἀπεκτηνώθησαν, ὅπως ἐλέχθη ἐντεῦθεν.

§34ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ποῖος τὸ εἶπε;

§35ΧΑΡ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ἐγὼ δὲν τὸ ἤκουσα.

§36Ι. ΓΙΑΝΝΑΚΙΤΣΑΣ. Οὔτε ἐγώ.

§37Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ἐλέχθησαν, Κύριοι, αὐτὰ, τὰ ὁποῖα εἶπον· οὐχὶ ἅπαξ καὶ δὶς καὶ δεκάκις ἀνέγνωσα τοιαῦτα εἰς φυλλάδια καὶ ἄρθρα ἐφημερίδων. Ἀλλ’ ὅταν ἔρχηται ὁ κ. Βουλευτὴς Λαρίσης καὶ περιγράφῃ τὴν κατάστασιν τῆς Θεσσαλίας τοιαύτην, καὶ ὁμιλῶν περὶ τῶν χωρικῶν, τῶν γεωργῶν ἐκείνων, λέγῃ, ὅτι εὑρίσκονται εἰς τὴν χαμηλοτέραν βαθμίδα τῆς κλίμακος τοῦ ἀνθρωπίνου βίου, πῶς θέλετε νὰ χαρακτηρισθοῦν οἱ ἄνθρωποι ἐκεῖνοι; Ὅταν ὁ κ. Βουλευτὴς Λαρίσης ἔρχηται καὶ σᾶς λέγῃ, ὅτι οἱ καραγκούνηδες τῆς Θεσσαλίας εἶναι λευκοὶ δοῦλοι, τί ἄλλο σημαίνει τοῦτο; Καὶ ὅταν τοιούτους φιλελευθέρους θεσμοὺς ἔχοντες καὶ κοπτόμενοι δι’ αὐτοὺς, ἀφίνωμεν ἐν τούτοις τὴν Θεσσαλίαν νὰ στενάζῃ δούλη, καὶ τοὺς κατοίκους αὐτῆς νὰ μὴ ἔχωσιν οὔτε στέγην, οὔτε ἄρτον ἐξησφαλισμένον, νομίζετε ὅτι ἐπιτρέπεται εἰς τὸ Ἑλληνικὸν Κοινοβούλιον, ὅταν τὰ θέματα ταῦτα ἔρχωνται εἰς συζήτησιν, νὰ μὴ ἐξεγερθῇ καὶ νὰ μὴ ζητήσῃ ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν νὰ φέρῃ αὕτη ἐκ νέου τὰ νομοσχέδια ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα εἰσήγαγε κατὰ τὸ 1896, καὶ ἐκ τῶν ὁποίων ἐπήγασεν ἐλπὶς, ὅτι θὰ βελτιωθῇ μίαν ἡμέραν ἡ κατάστασις τῶν γεωργῶν τῆς Θεσσαλίας, ἡ κατάστασις τῶν ἀγροτῶν τῆς Ἑλληνικῆς γῆς; Σήμερον δὲ πράγματι κατὰ μείζονα λόγον δύναται ἡ Κυβέρνησις νὰ σκεφθῇ περὶ τούτου, διότι μεταξὺ τῶν μελῶν αὐτῆς ἔχει Ὑπουργὸν, ὁ ὁποῖος ἐμελέτησε τὰ ζητήματα ταῦτα, τὰ ἀγροτικὰ ζητήματα, ὑπὸ τὰς κοινωνιστικὰς ἀρχὰς τῶν σοσιαλιστῶν τῆς Γερμανίας...

§38Α. ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Δὲν εἶναι δίκαιαι ἀρχαί;

§39Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Καὶ ποῖος εἶπεν, ὅτι αἱ κοινωνιστικαὶ ἀρχαὶ, αἵτινες ὑποστηρίζουσιν, ὅτι οἱ δουλεύοντες τὴν γῆν δέον νὰ ὦσι καὶ οἱ κύριοι αὐτῆς, δὲν εἶναι ὀρθαὶ καὶ δίκαιαι; Δὲν ἠθέλησα νὰ μεμφθῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης διὰ τοῦτο, ἐξ ἐναντίας τὸν συγχαίρω, διότι εἶναι πρωτεργάτης τῶν ἀγροτικῶν ζητημάτων, διότι χάρις εἰς αὐτὸν καὶ εἰς τὰς ἐνεργείας αὐτοῦ ἐλύθησαν εἰς ἄλλας ἐκτάσεις Ἑλληνικῆς γῆς τὰ ζητήματα ταῦτα. Καὶ ἐπεθύμουν, Κύριοι, νὰ ἔβλεπον ἐπίσης Βουλευτὰς ἐκ Θεσσαλίας νὰ τεθῶσιν ἐπὶ κεφαλῆς μιᾶς τοιαύτης κοινωνιστικῆς κινήσεως, ὅπως λυθῇ τὸ ἀγροτικὸν τοῦτο ζήτημα, τὸ ὁποῖον στιγματίζει τὴν Ἑλληνικὴν Πολιτείαν. Ἀλλὰ καὶ ὑπὸ ἔποψιν οἰκονομικὴν καὶ συμφέρουσαν εἰς τὸ Κράτος ὀφείλει νὰ γείνῃ τοῦτο, διότι ἀπεδείχθη, ὅτι ὅπου οἱ χωρικοὶ ἠδυνήθησαν ν’ ἀποκτήσωσι τὰ τσιφλίκια, — ἢ τσιφτιλίκια, ὡς τὰ λέγει ὁ κ. Καραπᾶνος — ὡς ἴδιον κτῆμα, ὅπου ἐσχηματίσθησαν τὰ κεφαλοχώρια, ἐκεῖ ἡ παραγωγὴ εἶναι ἀσυγκρίτως μεγαλειτέρα ἢ εἰς τὰ χωρία ἐκεῖνα, ὅπου ὑφίσταται ἀκόμη ἡ δουλοπαροικία. Ἐγὼ, κύριε Πρόεδρε, θεωρῶν ὅτι ἡ πρότασις τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Λαρίσης συναδέλφου εἶναι σοβαρωτάτη, ὅτι δέον νὰ ὁρισθῇ ἡμέρα συζητήσεως, νὰ συστηθῇ δὲ καὶ ἐπιτροπὴ, ὅπως ἐξετάσῃ τὰ ζητήματα ταῦτα, ἅτινα ὑπέρκεινται πάσης ἄλλης βουλευτικῆς ἐργασίας, συντάσσομαι μὲ τὴν γνώμην αὐτοῦ, καί, ὅσον τὸ ἐπ’ ἐμοὶ, μὲ τὰς ἐλαχίστας μου δυνάμεις θὰ ἐνισχύσω τὴν πρότασιν ταύτην.

§40Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Ἐὰν λαμβάνω τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε, ἐπὶ τοῦ ζητήματος, τὸ ὁποῖον ὁ ἔντιμος καὶ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Λαρίσης εὐγλώττως ἀνέπτυξε, πράττω τοῦτο, οὐχὶ διὰ νὰ ἐγείρω ζήτημα Θεσσαλικὸν τὴν στιγμὴν ταύτην, ἀλλὰ διότι — ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω — μοὶ ἐνεποίησαν ἀλγεινοτάτην αἴσθησιν τὰ ὑπ’ αὐτοῦ λεχθέντα καὶ ἀναπτυχθέντα· μοὶ ἐνεποίησε δ’ ἔτι μεγαλειτέραν αἴσθησιν ἡ ἀδιαφορία πάντων ὑμῶν, Κύριοι.

§41ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι δά!

§42Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Μάλιστα· διότι καθ’ ἣν στιγμὴν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Λαρίσης κ. Βουλευτὴς ἀνέπτυσσε μετὰ συγκινήσεως καὶ διεξετραγώδει τὴν κατάστασιν τῆς Θεσσαλίας, πάντες ὑμεῖς ἐν διαλόγοις ἀπησχολεῖτε τὸν νοῦν ὑμῶν περὶ ἄλλα ζητήματα, καὶ σᾶς ἐνεποίησεν αἴσθησιν ἁπλοῦν μόνον ἐπεισόδιον, τὸ ὁποῖον ἀνέπτυξεν ὁ κύριος Βουλευτὴς, ἀλλὰ δὲν ἦτο ἄξιον νὰ ἐγείρῃ τὴν νευρικήν τινων ἐξ ὑμῶν κατάστασιν μόνον τὸ ἐπεισόδιον αὐτὸ, τὸ ὁποῖον ὁ κ. Βουλευτὴς ἀνέφερε. Τὸ ζήτημα ἔχει σπουδαιότητα μεγίστην, καὶ ἂν τὸ ζήτημα τῶν σταφιδοφόρων ἐπαρχιῶν προὐκάλεσε τὴν μέριμναν ἡμῶν, πρέπει νὰ μᾶς ἀπασχολήσῃ βεβαίως ἐκ παραλλήλου, πρέπει ν’ ἀπασχολήσῃ τὴν Κυβέρνησιν ἤδη τὸ ζήτημα τῆς Θεσσαλίας. Εὐτυχῶς ἐκ τῆς ἐπαρχίας ἐκείνης, τῆς μεγάλης, ὑπάρχουσι Βουλευταὶ εὔγλωττοι καὶ κάτοχοι τῶν πραγμάτων, καὶ θέλουσιν ἀναπτύξει ταῦτα μετὰ περισσῆς εὐγλωττίας καὶ πλείστων ἐπιχειρημάτων. Δὲν εἶναι ἀνάγκη μόνον τὸ νομοσχέδιον περὶ νομικῶν συμβούλων νὰ ἀπασχολῇ καὶ ἐκείνην τὴν πτέρυγα καὶ ταύτην, ἐκείνους μὲν, ὅπως ψηφισθῇ, ἡμᾶς δὲ, ὅπως ματαιωθῇ ἡ ψήφισις τοῦ νομοσχεδίου τούτου. Τὸ ζήτημα τὸ Θεσσαλικὸν εἶναι ζήτημα σπουδαῖον, τὸ ζήτημα τὸ Θεσσαλικὸν εἶναι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον θέλει ἐξασφαλίσει εἰς τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος τὴν σιτάρκειαν. Ἤκουσα νὰ γίνηται λόγος περὶ ἐπιτροπῶν, κύριε Πρόεδρε, ἀλλ’ ἔχομεν πικρὰν πεῖραν τοῦ παρελθόντος. Ἔχουσιν ἤδη συστηθῆ, ὅπως ἐξετάσωσι τὰ Θεσσαλικὰ πράγματα, πλεῖσται ὅσαι ἐπιτροπαί· καθὼς δὲ μοὶ ἀνέφερεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Καλαβρύτων βουλευτὴς κύριος Ἀλέξανδρος Ζαΐμης πρὸ ὀλίγου, κατὰ τὸ 1896 συνεστήθη μεγάλη ἐπιτροπὴ, ἡ ὁποία ὑπέβαλε καὶ πόρισμα τῶν μελετῶν της, τὸ ὁποῖον ἐὰν ἐφηρμόζετο, βεβαίως δὲν θὰ εὑρίσκετο σήμερον εἰς τὴν δυσάρεστον θέσιν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Λαρίσης Βουλευτὴς νὰ διεκτραγῳδήσῃ τὴν κατάστασιν τὴν οἰκτρὰν τῆς Θεσσαλίας. Ἐφ’ ὅσον ἡ Κυβέρνησις δὲν ὑψώνει τὴν σημαίαν τῆς βελτιώσεως τῶν Θεσσαλικῶν πραγμάτων, ἡ σύστασις ἐπιτροπῆς οὐδὲν θέλει ἔχει ἀποτέλεσμα. Ἐφ’ ὅσον, λέγω, ἡ Κυβέρνησις δὲν ἀναπεταννύει τὴν σημαίαν τῆς βελτιώσεως τῶν πραγμάτων τῆς Θεσσαλίας, οὐδὲν δυνάμεθα νὰ ἀναμένωμεν παρὰ τῶν ἐπιτροπῶν, αἱ ὁποῖαι συνιστώμεναι φέρουσι πορίσματα, τὰ ὁποῖα ῥίπτονται εἰς τοὺς καλάθους τῶν ἀχρήστων. Ἐν τούτοις, ἐπειδὴ ἐγένετο πρότασις ὑπὸ τοῦ ἐντίμου κυρίου συναδέλφου ἐκ Λαρίσης, ὅπως ὁρισθῇ ἡμέρα, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐν πλάτει νὰ ἐξετασθῶσι τὰ ζητήματα τὰ Θεσσαλικὰ, νομίζω, ὅτι πρέπει, κύριε Πρόεδρε, νὰ ὁρισθῇ ἡμέρα, καὶ πρέπει νὰ ζητήσῃ τοῦτο καὶ ἡ Κυβέρνησις, ἵνα φωτιζομένη ἐκ τῶν ἀγορεύσεων τῶν δυναμένων, τῶν ἐπαϊόντων, λάβῃ μέτρον σοβαρὸν, λάβῃ μέτρον, τὸ ὁποῖον νὰ ἱκανοποιήσῃ καὶ τὴν Θεσσαλίαν καὶ τὴν ἐν γένει οἰκονομίαν τῆς χώρας. Ἐλπίζω ὅτι ὁ σεβαστὸς Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὁ ὁποῖος κατὰ τὸν προεκλογικὸν ἀγῶνα περιῆλθε τὴν Θεσσαλίαν, καὶ ἀντελήφθη ἰδίοις ὄμμασι τὴν κατάστασιν αὐτῆς, θέλει δεχθῇ τὴν πρότασιν ταύτην, καὶ μετὰ τὴν συζήτησιν, ἡ ὁποία θὰ ἐπακολουθήσῃ, θέλει ὑποβάλει εἰς τὴν Βουλὴν τὰ κατάλληλα μέτρα, τὰ ὁποῖα ἡ Κυβέρνησις καὶ μόνη εἶναι ἁρμοδία νὰ κρίνῃ καὶ νὰ θέσῃ ὑπὸ τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς.

§43ΣΠ. ΓΕΩΡΓΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, οὐδεμία ὑπάρχει ἀμφιβολία, ὅτι τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἀνεκίνησεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Λαρίσσης Βουλευτής, εἶναι ὑψίστης σπουδαιότητος. Πρὸ πολλοῦ, πρὸ δώδεκα περίπου ἐτῶν, ἐντονωτάτη ἠγέρθη φωνὴ ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ, δι’ ἧς ἐζητήθη ἡ μέριμνα οὐχὶ τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ τῆς Βουλῆς αὐτῆς, ἵνα προνοήσῃ περὶ τῆς τύχης τῶν πληθυσμῶν καὶ τῆς βελτιώσεως τῆς παραγωγῆς τῆς Θεσσαλίας, ἥτις ἠδύνατο καὶ ἔπρεπε νὰ ἦναι ὁ σιτοβολὼν τῆς ὅλης Ἑλλάδος. Βεβαίως, κύριε Πρόεδρε, εἶναι ἀνάγκη ἐπιτακτικὴ νὰ ὁρίσῃ ἡ Βουλὴ ἡμέραν, κατὰ τὴν ὁποίαν νὰ συζητηθῇ εὐρύτατα τὸ θέμα τοῦτο, καὶ δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι οὐδεὶς Βουλευτὴς θὰ εὑρεθῇ, ὅστις νὰ ἔχῃ ἰδέαν ἐναντίαν. Μὲ εὐχαρίστησίν μου εἶδον τοὺς ἀντιπροσώπους τῶν σταφιδοφόρων ἐπαρχιῶν νὰ ζητῶσιν ἐπιμόνως νὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον κατ’ αὐτοὺς θεωρεῖται σωτήριον. Ἀλλ’ ἐὰν διὰ τὴν σταφίδα ἡ Βουλὴ ἔχῃ καθῆκον νὰ προνοήσῃ, ἐπίσης καθῆκον ἐπιτακτικὸν ἔχει νὰ προνοήσῃ καὶ διὰ τὸν σῖτον. Ἐὰν ἡ σταφὶς ἦναι ὁ εἷς οἰκονομικὸς βραχίων τῆς Ἑλλάδος, ὁ σῖτος εἶναι ὁ ἕτερος. Ἂς ἀσφαλίσωμεν, κύριε Πρόεδρε, τὴν πρώτην τροφὴν τοῦ λαοῦ, ἂς θελήσῃ ἡ Βουλὴ νὰ φανῇ ἀνταξία τοῦ ὕψους τῆς ἀποστολῆς της, ἂς θελήσῃ νὰ ἐργασθῇ ὑπὲρ τῶν ἀληθῶν ἀναγκῶν τοῦ τόπου. Πάσχουσι 200,000 περίπου λαοῦ, ὁ ὁποῖος εἰς μάτην ἀναμένει ἐπὶ τόσον χρόνον τὴν βελτίωσιν τῆς τύχης του, καὶ πάσχει καὶ αὐτὸ τὸ Κράτος, διότι, ἐὰν ἡ παραγωγὴ τῆς Θεσσαλίας βελτιωθῇ, βεβαιωθῆτε, ὅτι κατὰ πολὺ θὰ μειωθῇ τὸ ποσὸν τῶν 150,000,000 ὀκάδων σίτου, τὸ ὁποῖον εἰσάγει ἡ Ἑλλὰς ἐτησίως. Διὰ τοῦτο ἐξορκίζω τὴν Βουλὴν καὶ παρακαλῶ αὐτὴν νὰ ὁρίσῃ ἡμέραν, ὅπως συζητήσωμεν τὸ θέμα. Παρακαλῶ δὲ ὑμᾶς, κύριε Πρόεδρε, νὰ ἐρωτήσητε τὴν Βουλὴν περὶ τούτου.

§44Γ. ΜΠΑΛΤΑΤΖΗΣ. Συντάσσομαι καὶ ἐγώ, κύριε Πρόεδρε, ἀπολύτως μὲ τὴν γνώμην τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων, οἵτινες ἐζήτησαν, ὅπως ὁρισθῇ ἡμέρα συζητήσεως τῶν Θεσσαλικῶν ζητημάτων, καὶ ἀποκρούω ἐν μέρει τὴν γνώμην τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Παξῶν συναδέλφου, ὁ ὁποῖος ὡμίλησε συγχρόνως καὶ περὶ συσταθησομένης τυχὸν ἐπιτροπῆς. Φοβοῦμαι πολὺ τὰς ἐπιτροπάς, διότι κατ’ αὐτῶν ὑπάρχει προκατάληψίς τις δικαία, καθόσον συνήθως, καὶ ἂν φέρωσιν αἱ ἐπιτροπαὶ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς πόρισμα ἐργασίας, ἐν ᾗ περιπτώσει δὲν συμπέσῃ νὰ ἐπιδοκιμάζηται τοῦτο ἐκ τῶν προτέρων ὑπὸ τῆς πλειονοψηφίας καὶ τῶν ἡγετῶν αὐτῆς, ἐπειδὴ σπανίως μορφώνεται ἀλλοία γνώμη ἐκ τῆς συζητήσεως, θέλει τύχει πάντως τῆς ἀποδοκιμασίας τῆς Βουλῆς. Ἄλλως τε εἰς τὰς ἐπιτροπὰς οἱ Βουλευταὶ συζητοῦσι περὶ τῶν πραγμάτων τῶν ἰδίων αὐτῶν ἐπαρχιῶν, προσπαθοῦντες νὰ περιληφθῶσι πάντες οἱ πόθοι αὐτῶν, καὶ νὰ ἱκανοποιηθῶσι πᾶσαι συγχρόνως αἱ ἀνάγκαι, οὕτως ὥστε τὸ σύνολον τῶν ἀποφάσεων αὐτῶν καθίσταται ἐνίοτε δυσπραγματοποίητον, ὡς μὴ ἀνταποκρινόμενον οὔτε πρὸς τοὺς πόρους τοῦ Κράτους οὔτε πρὸς τὰς ἀμέσους καὶ ἐπειγούσας ἀνάγκας τῶν ἐπαρχιῶν, καὶ δι’ αὐτὸν τὸν λόγον φρονῶ, ὅτι ἐντὸς τῆς Βουλῆς πρέπει νὰ γείνῃ ἡ συζήτησις, ἵνα καὶ ἡ Κυβέρνησις, ἡ μόνη ἁρμοδία νὰ ἔχῃ γνώμην ἐπὶ τοῦ ζωτικωτάτου τούτου ζητήματος, δώσῃ γνώμην καὶ ὁδηγήσῃ καὶ διευθύνῃ τὴν συζήτησιν, διότι μόνον τότε, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις διευθύνῃ τὴν συζήτησιν, θέλομεν ἔχει βέβαια τ’ ἀποτελέσματα αὐτῆς. Ὁ ἀξιότιμος ἐκ Λαρίσης Βουλευτὴς εὐφραδέστατα ἀνέπτυξε καὶ διεξετραγώδησε μέγα μέρος τῶν παθημάτων τοῦ Θεσσαλικοῦ λαοῦ· βεβαίως δ’ ἔχει δίκαιον νὰ ἐπικαλεσθῇ, καὶ μετ’ αὐτοῦ ζητοῦμεν τοῦτο πάντες οἱ Θεσσαλοὶ Βουλευταί, τὴν ἀρωγὴν τῆς Κυβερνήσεως, τὴν μέριμναν τῆς Κυβερνήσεως καὶ τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς. Ἀλλὰ σήμερον ἴσως θὰ ὀρρωδήσῃ καὶ ἡ Βουλὴ αὕτη νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὴν ἐξέτασιν ὅλων τῶν πολλαπλῶν αὐτῶν ζητημάτων, θὰ ὀρρωδήσῃ ἴσως νὰ ἐπιζητήσῃ τὴν θεραπείαν συγχρόνως ὅλων ὁμοῦ· ἀλλὰ τοὐλάχιστον ἂς ἀρχίσωμεν, ἂς προβῶμεν ἐκ τῶν οὐσιωδεστέρων πρὸς τὰ ἐπουσιωδέστερα· ἂς προσπαθήσωμεν νὰ ἐπουλώσωμεν χαινούσας πληγάς. Λόγου χάριν ὁ κύριος Βουλευτὴς ἐκ Λαρίσης μεταξὺ ἄλλων ὡμίλησε καὶ περὶ τῆς τοκογλυφίας, ἡ ὁποία καταπονεῖ τὸν Θεσσαλικὸν λαόν, ὡμίλησε δὲ περὶ αὐτῆς ἐκ τῆς σχέσεως τῶν κολλήγων πρὸς τοὺς ἰδιοκτήτας, ἐὰν δὲν ἀπατῶμαι. Ἀλλ’ ἀγνοεῖ ἴσως ὁ κύριος ἐκ Λαρίσης Βουλευτής, διότι πιθανὸν νὰ μὴ ὑπάρχωσιν ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ αὐτοῦ μικροκτηματίαι, τί ὑποφέρουσιν οἱ μικροκτηματίαι ἐκ τῆς τοκογλυφίας. Ἀγνοεῖ ὁ ἀξιότιμος ἐκ Λαρίσης Βουλευτής, ὅτι εἶδον ἐγὼ γραμμάτια, τὰ ὁποῖα παρουσίαζον ὑπερόγκους καὶ ἀσυνειδήτους τόκους.

§45Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. 200% καὶ 150% εἶναι σύνηθες.

§46Γ. ΜΠΑΛΤΑΤΖΗΣ. Δυνάμεθα λοιπὸν νὰ ἐπικαλεσθῶμεν σήμερον τὴν μέριμναν τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως ἐπιζητήσῃ προσωρινῶς, ἀμέσως, — μέχρις οὗ ληφθῶσι σοβαρώτερα, μεγαλείτερα καὶ γενναιότερα μέτρα διὰ τὴν Θεσσαλίαν — τοὐλάχιστον νὰ αὐξήσῃ ἡ Τράπεζα τὰ γεωργικὰ δάνεια, τὰ ὁποῖα παρέχει, νὰ συσταθῶσι δὲ περισσότερα πρακτορεῖα καὶ ὑποκαταστήματα αὐτῆς, περὶ τῶν ὁποίων ὡμίλησεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἁγυιᾶς Βουλευτὴς προχθές. Δι’ αὐτοὺς τοὺς λόγους νομίζω, ὅτι βαθμηδὸν πρέπει νὰ προβῶμεν εἰς τὰ ἔργα ἡμῶν, ἀλλ’ ὅλα αὐτὰ τὰ θέματα πρέπει νὰ συζητηθῶσιν ἐν τῇ Βουλῇ, διότι ἡ Κυβέρνησις πρέπει νὰ διευθύνῃ τὴν συζήτησιν, ὡς εἶπον ἀρχόμενος τοῦ λόγου, καὶ ἡ Κυβέρνησις πρέπει νὰ λάβῃ τὰς ἀποφάσεις καὶ ὑποδείξῃ τὰ κατάλληλα μέτρα εἰς τοὺς ἀντιπροσώπους τοῦ λαοῦ. Οὐδεμίαν δὲ ἀμφιβολίαν ἔχω, καὶ ἡ προσοχή, μὲ τὴν ὁποίαν παρακολουθοῦσι πάντες οἱ συνάδελφοι τὴν συζήτησιν, μὲ πείθει περὶ τούτου, ὅτι ἡ Βουλὴ ἡ Ἑλληνικὴ θὰ φανῇ ἀνταξία τοῦ προορισμοῦ της τόσον διὰ τὰ Θεσσαλικὰ ζητήματα, ὅσον καὶ διὰ τὰ ἀποβλέποντα εἰς γενικώτερα συμφέροντα τοῦ Κράτους.

§47Ν. ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Δικαία ἀληθῶς ἦτο ἡ ἐξέγερσις τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Λαρίσης Βουλευτοῦ, ἀνακινήσαντος καὶ αὖθις τὸ ζήτημα τὸ γεωργικὸν ἐν γένει τῆς Ἑλλάδος καὶ οὐχὶ μόνον τῆς Θεσσαλίας· καὶ δίκαιον ἔχουσιν οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ ἔθνους νὰ ἐγείρωσι φωνὴν καὶ νὰ μεριμνῶσι περὶ ζητημάτων, ἐκ τῶν ὁποίων ἐξαρτᾶται ἀληθῶς ἡ εὐημερία τοῦ τόπου. Ἀλλ’ ἐκεῖνο, κύριε Πρόεδρε, τὸ ὁποῖον μοὶ γεννᾷ τὴν ἀπορίαν, εἶναι, ὅτι οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι δὲν δύνανται ἢ δὲν θέλουσι νὰ κατανοήσωσιν, ὅτι τοιαῦτα μέτρα, μέτρα διὰ τῶν ὁποίων νὰ δύναται νὰ βελτιωθῇ ἡ γεωργικὴ τάξις, διὰ τῶν ὁποίων νὰ δύνανται νὰ βελτιωθῶσιν οὐσιωδῶς οἱ κλάδοι τῆς ἐθνικῆς ἡμῶν παραγωγῆς, τὰ μέτρα ταῦτα δὲν λύονται δι’ ἐπιτροπῶν, δὲν λύονται διὰ προσδιορισμοῦ ἡμέρας συζητήσεως. Τὰ μέτρα ταῦτά εἰσι κυβερνητικὰ, καὶ πᾶσα Κυβέρνησις ἔχει γνῶσιν τῆς καταστάσεως τῆς χώρας, καὶ βεβαίως θέλει μεριμνήσει πρὸς λῆψιν τῶν μέτρων τούτων. Τίς δύναται νὰ ἀρνηθῇ, ὅτι καὶ ἡ παροῦσα Κυβέρνησις γνωρίζει εἰς ποίαν κατάστασιν εὑρίσκεται ὁ γεωργικὸς πληθυσμὸς τῆς Θεσσαλίας καὶ ἐν γένει τῆς Ἑλλάδος; τίς δύναται νὰ ἀρνηθῇ, ὅτι ἔχει γνῶσιν τῶν μέτρων ἡ Κυβέρνησις, τὰ ὁποῖα ἀπαιτοῦνται πρὸς βελτίωσιν τῆς καταστάσεως τοῦ γεωργικοῦ λαοῦ τῆς Ἑλλάδος; Ἀλλ’ ἐρωτᾶται, δύναται νὰ πραγματοποιήσῃ τὰ μέτρα ταῦτα; Ἐδῶ ἔγκειται τὸ ζήτημα. Βεβαίως διά τινα μέτρα ὑπάρχουσι δυσχέρειαι πολλαὶ, ὡς εἶναι τὸ ζήτημα τῆς ἀναπτύξεως τῆς γεωργικῆς πίστεως, τὸ ζήτημα τῆς ἀπαλλοτριώσεως τῶν μεγάλων ἰδιοκτησιῶν πρὸς διανομὴν αὐτῶν εἰς τοὺς Θεσσαλοὺς γεωργούς. Εἶναι ὅμως καὶ μέτρα, τὰ ὁποῖα δύναται νὰ πραγματοποιήσῃ ἡ Κυβέρνησις, καὶ ἀναμένω παρὰ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ τὴν δήλωσιν ταύτην. Τὰ μέτρα πρὸς βελτίωσιν τῆς γεωργίας εἶναι γνωστὰ βεβαίως εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ὡς εἰς πάντα ἡγούμενον τῆς Κυβερνήσεως τῆς χώρας. Ἤθελον λοιπὸν ἐρωτήσει τὸν κ. Πρωθυπουργὸν καὶ ἤθελον παρακαλέσει αὐτὸν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, ὁποῖα μέτρα σκέπτεται νὰ λάβῃ, συμφώνως πρὸς τὸ πρόγραμμα τῆς ἐνισχύσεως τῆς ἐθνικῆς παραγωγῆς, ὑπὲρ τῆς γεωργίας τῆς Θεσσαλίας; Σκέπτεται νὰ λάβῃ μέτρα πρὸς μεγαλειτέραν ἐμπέδωσιν τῆς δημοσίας ἀσφαλείας καὶ τάξεως, ἐκ τῶν ὁποίων ἐξαρτᾶται ἡ βελτίωσις τῆς γεωργίας; σκέπτεται νὰ λάβῃ μέτρα περὶ ἀντικαταστάσεως τοῦ φόρου τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, ὅστις κατεδικάσθη ὑπὸ τῆς ἐθνικῆς συνειδήσεως; σκέπτεται νὰ λάβῃ ἄλλα μέτρα πρὸς ἐνίσχυσιν τῆς ἐθνικῆς παραγωγῆς; Δὲν ἀμφιβάλλω ὅτι σκέπτεται, ἀλλὰ καιρὸς εἶναι νὰ δηλώσῃ ταῦτα εἰς τὴν Βουλὴν, ἵνα ἴδωσι καὶ οἱ Βουλευταὶ τῆς Θεσσαλίας καὶ οἱ τῆς λοιπῆς Ἑλλάδος, ἂν πρέπει νὰ ἐλπίζωσιν εἰς τὸ ἔργον τῆς Κυβερνήσεως. Τοιαύτην ἐννοῶ τὴν ἐνέργειαν ὑπὲρ τῶν γεωργῶν. Ἀλλὰ τὸ νὰ ἐρχώμεθα νὰ λέγωμεν, ὅτι ἡ κατάστασις εἶναι οἰκτρὰ, καὶ νὰ εἰκονίζωμεν ταύτην δι’ ὅλης τῆς εὐγλωττίας, τὸ νὰ λέγωμεν ὅτι ὁ λαὸς τῆς Θεσσαλίας εὑρίσκεται εἰς τοιαύτην οἰκονομικὴν κατάστασιν, ὥστε δὲν δύναται νὰ εὕρῃ ὁ χωρικὸς νὰ δανεισθῇ οὔτε 100 δραχμάς, τὸ νὰ λέγωμεν ὅτι εἶναι δουλοπάροικοι, οὐδὲν ὠφελεῖ· καὶ ἡμεῖς δὲ ἂν ὑποδείξωμεν τοιαῦτα μέτρα, ἀγνοοῦμεν, ἂν θέλει τὰ υἱοθετήσει ἡ Κυβέρνησις. Διὰ τοῦτο ἡ Κυβέρνησις ὀφείλει νὰ λάβῃ πᾶν μέτρον συντελεστικὸν πρὸς βελτίωσιν τῆς καταστάσεως τῶν ἀγροτῶν τῆς Θεσσαλίας.

§48Κ. ΧΑΛΚΙΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ζήτημα, Κύριοι, τῆς καταστάσεως τῆς γεωργικῆς τάξεως ἐν Ἑλλάδι, καὶ ἰδίως τῆς τάξεως τῶν ἐν Θεσσαλίᾳ γεωργῶν καὶ τῶν γειτονικῶν αὐτῇ ἐπαρχιῶν, κατ’ ἐμὴν γνώμην, εἶναι λελυμένον ἀπὸ πολλοῦ χρόνου. Ὡς ἐνθυμεῖσθε, κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος ἤχθη ἐνταῦθα τὸ ζήτημα, καὶ ἐλήφθη πρόνοιά τις, διότι ἡ Κυβέρνησις ἔλαβε τὴν φροντίδα, ὑποβαλοῦσα τὰ σχετικὰ νομοσχέδια περὶ μελέτης τῆς ἐργασίας πρὸς ἀποξήρανσιν τῶν τελμάτων καὶ ἑλῶν· ἀλλ’ ὅτε ἐγὼ παρεκάλεσα τὴν Κυβέρνησιν νὰ προτάξῃ τὸ σχετικὸν νομοσχέδιον, ἠκούσθησαν εἰρωνικαὶ φράσεις, διότι προετάσσοντο τοιαῦτα νομοσχέδια, καὶ εἵποντο τὰ περὶ Γενικῆς Διοικήσεως κλπ.

§49Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Καὶ πάντοτε θὰ σᾶς εἰρωνεύομαι, προκειμένου περὶ τούτου.

§50Κ. ΧΑΛΚΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ Κυβέρνησις ἔλαβε πρόνοιαν, ἵνα ἀποξηρανθῶσι τὰ ἕλη καὶ αἱ λίμναι, καὶ διοχετευθῶσιν οἱ ποταμοί. Ἐὰν ταῦτα συντελεσθῶσιν, εἶναι λελυμένον τὸ ζήτημα τῆς οἰκονομικῆς δυσφορίας, τὸ ζήτημα τῆς σιτοπαραγωγῆς καὶ τὸ ζήτημα τῆς ἐξυγιάνσεως τῆς χώρας. Διατὶ ὀδύρεσθε διὰ τὴν ἀθλιότητα τῶν γεωργῶν τῆς Θεσσαλίας, ὡς στερουμένων ἰδιοκτησίας, καὶ θίγετε ζητήματα κοινωνικὰ, δυνάμενα νὰ συνταράξωσι τὴν κοινωνίαν; Τοιαῦτα ζητήματα δὲν λύονται ἐντὸς τοῦ Κοινοβουλίου· εἶναι ζητήματα ἀναγόμενα εἰς τὴν ὕπαρξιν καὶ διανομὴν τῆς ἀκινήτου περιουσίας κατὰ τρόπον, διὰ τοῦ ὁποίου πρόκειται νὰ τελεσθῶσιν ἀδικήματα καὶ καθαρὰ ἀφαίρεσις περιουσίας τῶν ἰδιοκτητῶν. Εἰς τὴν λύσιν τοῦ προκειμένου ζητήματος ἂς ὁδηγηθῶμεν, Κύριοι, ἐκ τοῦ συντελεσθέντος ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Λεβαδείας μεγάλου ἔργου, τῆς ἀποξηράνσεως τῆς λίμνης Κωπαΐδος. Ὁ μακαρίτης Ἀλέξανδρος Κουμουνδοῦρος, ὁ εὐφυὴς ἐκεῖνος πολιτικὸς ἀνὴρ τῆς Ἑλλάδος, εἶχεν ἄλλας ἰδέας παρὰ ἐκείνας, ἃς ἔχει ὁ υἱὸς αὐτοῦ, ὅστις πρὸ ὀλίγου μὲ διέκοψεν. Ὢν κατ’ ἐξοχὴν πρακτικὸς νοῦς, ἀπεφάσισε καὶ κατώρθωσε νὰ ἐκχωρηθῇ πρὸς ἀποξήρανσιν ἡ λίμνη Κωπαῒς εἰς Ἑταιρείαν, καὶ τ’ ἀποτελέσματα παρίστανται ἐνώπιον ἡμῶν ψηλαφητά. Ἡ ἰλύς, ἥτις ἐκάλυπτε 240,000 περίπου στρέμματα γῆς, σήμερον μετεβλήθη εἰς γῆν εὔφορον καὶ γόνιμον, καὶ παρεδόθη εἰς τὴν γεωργίαν. Ὁ διερχόμενος ἐκεῖθεν δὲν βλέπει πλέον λίμνην κεκαλυμμένην ὑπὸ ὑδάτων, ἀλλὰ βλέπει γῆν ἅπασαν ἐσπαρμένην καὶ θάλλουσαν, καὶ θαυμάζει τὸ μέγα ἔργον, τὸ ὁποῖον συνετελέσθη διὰ τῆς ἀποξηράνσεως. Ὑπὸ συζήτησιν θὰ ἔχωμεν προσεχῶς τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον εἰσήγαγεν ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, περὶ ἀποξηράνσεως ἑλῶν καὶ τελμάτων. Ἂς σπεύσωμεν νὰ τὸ καταστήσωμεν νόμον τοῦ Κράτους, καὶ ἀντὶ τῶν 100,000 δραχμῶν, τὰς ὁποίας ἀναγράφει πρὸς μελέτην διὰ τὴν ἀποξήρανσιν ἑλῶν καὶ τελμάτων, ἂς ἀναγράψωμεν μέγα ποσὸν καὶ διὰ τὴν μελέτην καὶ τὴν ἐκτέλεσιν κυρίως τῶν ἔργων τούτων, διότι, ἐπαναλαμβάνω, γαῖαι ἀπέραντοι, κεκαλυμμέναι ὑπὸ ἑλῶν καὶ τελμάτων, θέλουσι παραδοθῆ εἰς καλλιέργειαν, καὶ οὕτω θέλει ἐπαρκέσει ἡ Ἑλλὰς εἰς τὴν σιτοπαραγωγήν, καὶ δὲν θὰ ἤμεθα ἠναγκασμένοι, ἵνα ἐτησίως ἀποστέλλωμεν εἰς τὴν Ρωσσίαν 40 ἑκατομμύρια δρ. εἰς χρυσὸν πρὸς ἀγορὰν σίτου, ἀλλὰ θέλει ἐπαρκεῖ ὁ παραγόμενος ἐν τῷ τόπῳ τοιοῦτος. Ἀλλὰ καὶ ὑπὸ ἔποψιν ὑγείας θέλει συντελέσει τὰ μέγιστα ἡ ἀποξήρανσις τῶν τελμάτων καὶ ἑλῶν· διότι, ὡς γινώσκετε, οἱ πληθυσμοὶ, οἱ ὁποῖοι κατοικοῦσι πλησίον τούτων, πάσχουσιν ὑπὸ ἑλωδῶν πυρετῶν καὶ ἄλλων δεινῶν νόσων. Καταναλίσκομεν μεγάλα ποσὰ εἰς χρυσὸν πρὸς ἀγορὰν φαρμάκων καὶ ἰδίως κινίνης, ἵνα σωθῶμεν ἐκ τῶν ἑλωδῶν πυρετῶν, καὶ δὲν μεριμνῶμεν νὰ ἄρωμεν ῥιζικῶς τὸ κακόν! Πέριξ τῆς Λαμίας ὑπάρχουσι τέλματα, ἰδίως δὲ ἐκεῖ, ἔνθα κεῖνται τὰ κτήματα τοῦ κ. Μέρλιν· εἰς τὰ κτήματα ταῦτα ὑπάρχει ἡ ἑστία τοῦ μιάσματος καὶ τῶν πυρετῶν εἰς ἀπίστευτον βαθμόν. Ἐκεῖθεν προσβάλλονται καὶ οἱ κάτοικοι τῆς Λαμίας διατελοῦντες ὡς ἐκ τούτου ἐν ἀπογνώσει. Κατ’ ἐμὲ λοιπὸν, ἐπὶ τοῦ προκειμένου ζητήματος δὲν δυνάμεθα ἄλλως νὰ πράξωμεν ἢ νὰ ἀσχοληθῶμεν συντόνως ἐπὶ τοῦ σπουδαιοτάτου θέματος τῆς ἀποξηράνσεως τῶν ἑλῶν καὶ τελμάτων, διότι οὕτω προστατεύεται καὶ ἡ γεωργία καὶ ἡ ὑγεία τῶν πασχόντων πληθυσμῶν. Ἴδετε τὴν λίμνην Βοιβηΐδα· αὕτη ἀποξηραινομένη θέλει παραδώσει εἰς τὴν καλλιέργειαν ἀπεράντους ἐκτάσεις. Ὑπάρχουσιν ἄλλαι λίμναι ἀλλαχοῦ, εἰς τὴν Φθιώτιδα, εἰς τὴν Πελοπόννησον, αἵτινες εἶναι ἑστίαι μιασμάτων· ἃς ἀποξηράνωμεν ταύτας, καὶ ἔστε βέβαιοι, ὅτι τὸ ζήτημα λύεται. Οὕτω δ’ ἔχομεν λελυμένον τὸ οἰκονομικὸν ζήτημα καὶ τὸ ζήτημα τῆς ὑγείας τοῦ πληθυσμοῦ τῆς πατρίδος ἡμῶν.

§51ΛΕΩΝ ΜΕΛΑΣ. Καὶ ἐγὼ, ὡς ἀντιπρόσωπος τῆς Θεσσαλίας, νομίζω ὅτι ἔχω καθῆκον νὰ εἴπω τὴν γνώμην μου ἐπὶ τοῦ ἀναφυέντος ζητήματος· ἀλλ’ ἐκφέρων ταύτην ἔχω καὶ παράπονον κατὰ τῶν προλαλησάντων συναδέλφων. Νομίζω ὅτι ἡ πρότασις τῆς συστάσεως ἐπιτροπῆς, ἵνα μελετήσῃ τὸ ζήτημα, καὶ ἂν γείνῃ δεκτὴ, θὰ ἦναι ἄνευ ἀποτελέσματος· διότι, ἐν ὅσῳ δὲν ἔχομεν τὸ θάρρος νὰ ἐπωφεληθῶμεν τῶν περιστάσεων, αἵτινες παρουσιάζονται, ἵνα βελτιώσωμεν τὴν τύχην τῶν Θεσσαλῶν, δὲν ἔχομεν δικαίωμα νὰ ἀπαιτῶμεν παρὰ τῆς Κυβερνήσεως, ἥτις ἔχει τόσα ἄλλα ζητήματα νὰ ἐξετάσῃ καὶ μελετήσῃ. Μοὶ ἔκαμε σκληρὰν καὶ λυπηρὰν ἐντύπωσιν τὸ προχθεσινὸν γεγονός. Ὅτε, Κύριοι, παρουσιάσθη ἐνώπιον ἡμῶν σύμβασις μετὰ τῆς Τραπέζης, ἥτις ἔδιδε τόσον λαμπρὰν λαβὴν, ἵνα ζητήσωμεν ἀνταλλάγματα ὑπὲρ τῆς τύχης τῶν γεωργικῶν πληθυσμῶν, ὅτε παρουσιάζετο ἡ ἀνάγκη τῆς παραχωρήσεως ἀνταλλάγματος ἐκ μέρους τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ἔμεινα μόνος ἀγωνιζόμενος ὑπὲρ τῆς συστάσεως πρακτορείων γεωργικῆς πίστεως ἢ ὑποκαταστημάτων τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης. Σήμερον παρῆλθε πλέον ὁ καιρός· σήμερον μίαν γνώμην μόνον ἔχω νὰ ἐκφέρω, ἢ μᾶλλον μίαν συμβουλὴν, ἂν μοὶ ἐπιτρέπηται· νὰ μὴ ἀφήσωμεν εἰς τὸ μέλλον, ἐὰν παρουσιασθῇ ὁμοία περίστασις, τὴν τοιαύτην εὐκαιρίαν. Ἐγὼ τότε ὑπέβαλον τροπολογίαν, ἥτις ὅμως ἀπερρίφθη δι’ ἀναστάσεως, χωρὶς κἄν νὰ ἐγερθῇ οὔτε μία φωνὴ ἐκ τῶν συναδέλφων τῆς Θεσσαλίας.

§52Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Οἱ κύριοι συνάδελφοι, οἱ προαγορεύσαντες εἶπον, ὅτι αἱ ἐπιτροπαὶ ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ εἰσὶν ἐντελῶς ἄχρηστοι, καὶ ὅτι γεννῶσι δυσπιστίαν.

§53Γ. ΜΠΑΛΤΑΤΖΗΣ. Ἐγὼ εἶπον, ὅτι ὑπάρχει προκατάληψις κατὰ τῶν ἐπιτροπῶν.

§54Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ἐγὼ, ὅτε ἦλθεν ἄλλοτε τὸ Θεσσαλικὸν ζήτημα εἰς τὴν Βουλὴν καὶ παρεπέμφθη εἰς εἰδικὴν ἐπιτροπὴν, εἶχον τὴν τιμὴν ν’ ἀποτελέσω μέρος τῆς ἐπιτροπῆς ἐκείνης, καὶ νὰ ἐκλεχθῶ καὶ εἰσηγητὴς αὐτῆς. Ἡ ἐπιτροπὴ ἐκείνη κατήρτισεν ἔκθεσιν, καὶ ἐτροποποίησε τὰ σχετικὰ νομοσχέδια τῆς Κυβερνήσεως, περιέλαβε δὲ εἰς αὐτὰ πάντα τὰ θέματα, ἐκ τῶν ὁποίων ἡ Κυβέρνησις ἠδύνατο νὰ λάβῃ ἀφορμὴν, ἵνα ἐργασθῇ. Ἔχω ὑπ’ ὄψει μου, ὅτι τὰ πλεῖστα τῶν ζητημάτων, τῶν ἀχθέντων ἐνώπιον τῆς Βουλῆς καὶ παραπεμφθέντων εἰς ἐπιτροπὰς, ἐμελετήθησαν σοβαρῶς, προσεκομίσθησαν δὲ εἰς τὴν ὁλομέλειαν τοῦ Σώματος ἐργασίαι, αἵτινες ἐγένοντο αἱ βάσεις καρποφόρων συζητήσεων. Ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι δὲν ἀνέγνωσαν τὴν ἔκθεσιν τῆς ἐπιτροπῆς, ἥτις διωρίσθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ νῦν Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ἠδύναντο νὰ ἔχωσι τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ἐξέφρασαν οἱ ἀξιότιμοι κύριοι συνάδελφοι ἐξ Ἁγυιᾶς καὶ Ὕδρας, ἀλλ’ ἡμεῖς συνεζητήσαμεν τότε ἐν τῇ ἐπιτροπῇ, καὶ συνετάξαμεν, ὡς προεῖπον, ἔκθεσιν, ἐκ τῆς ἐκθέσεως δ’ ἐκείνης ἡ Κυβέρνησις δύναται νὰ πορισθῇ τὰ φῶτα πρὸς σύνταξιν καὶ εἰσαγωγὴν εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον θέλει συντελέσει εἰς τὴν λύσιν πλείστων Θεσσαλικῶν ζητημάτων. Ἀλλ’ ἂς ἀνατρέξωμεν καὶ εἰς ἄλλας ἐργασίας ἐπιτροπῶν. Τὸ σταφιδικὸν νομοσχέδιον, τὸ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς κείμενον πρὸς συζήτησιν, ὑπὸ ἐπιτροπῆς παρεσκευάσθη. Ὥστε οὐδεὶς πρέπει νὰ λέγῃ, ὅτι αἱ εἰδικαὶ ἐπιτροπαὶ τῆς Βουλῆς δὲν ἐργάζονται. Διὰ τοῦτο ἐγὼ κρίνω καλλίτερον νὰ παραπεμφθῇ τὸ ζήτημα πρὸς μελέτην εἰς εἰδικὴν ἐπιτροπὴν τῆς Βουλῆς, καὶ ἀφοῦ αὕτη ὑποβάλῃ τὸ πόρισμα τῆς μελέτης αὐτῆς, νὰ ἐπιληφθῶμεν τῆς συζητήσεως.

§55ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχουσι δύο προτάσεις· πρότασις νὰ ὁρισθῇ ἡμέρα πρὸς συζήτησιν, καὶ ἡ πρότασις τοῦ κ. Βελλιανίτου, νὰ παραπεμφθῇ τὸ ζήτημα πρὸς μελέτην εἰς εἰδικὴν ἐπιτροπὴν τῆς Βουλῆς.

§56Κ. ΤΟΠΑΛΗΣ. Πρὸ παντὸς, κύριε Πρόεδρε, ἐπὶ θέματος τοσοῦτον σπουδαίου, ἀφορῶντος ζητήματα ὕψιστα τῆς ἐθνικῆς παραγωγῆς, ἐπεθύμουν νὰ εἶχεν ἡ Βουλὴ τὴν γνώμην τῆς Κυβερνήσεως. Τὸ ζήτημα τὸ Θεσσαλικὸν, τὸ ὁποῖον ἐτέθη ὑπὸ τὴν γνώμην τῆς Βουλῆς, εἶναι ζήτημα ἀρχαῖον, ἀνατρέχει μάλιστα εἰς ἐποχὴν προγενεστέραν τῆς εἰσόδου μου εἰς τὴν Βουλήν. Κατὰ τὸ 1885 εἶχεν ἤδη πολλάκις ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ἐγερθῆ συζήτησις ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, τοῦ Θεσσαλικοῦ· ἐπίσης δὲ, νομίζω, κατὰ τὸ 1891 καὶ 1892. Ἀλλὰ κατὰ τὸ 1895 τινὲς τῶν ἐκ Θεσσαλίας Βουλευτῶν, ἑπόμενοι εἰς τὰς κοινοβουλευτικὰς ταύτας παραδόσεις, ἰδίως δὲ χάριν τῶν ὑψίστων ἀναγκῶν τῶν ἐπαρχιῶν, ἃς ἀντιπροσωπεύομεν, παρεστήσαμεν εἰς τὴν τότε Κυβέρνησιν τὴν ἀνάγκην νὰ ληφθῇ πρόνοια περὶ τῶν ζητημάτων τούτων. Καὶ ἐνθυμοῦμαι, ὅτι μετ’ ἄλλου Βουλευτοῦ ἐκ Θεσσαλίας, ὁ ὁποῖος κατὰ τὴν παροῦσαν Περίοδον δὲν ἀντιπροσωπεύει ἐπαρχίαν τινὰ τῆς Θεσσαλίας, παρεστήσαμεν ἰδίως εἰς τὸν ἀξιότιμον κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως τὰς ἀνάγκας, περὶ τῶν ὁποίων ἐπεβάλλετο ταχίστη ἡ μέριμνα τῆς Κυβερνήσεως. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς τότε Κυβερνήσεως καὶ τῆς νῦν συνέστησεν εἰς ἡμᾶς νὰ ὑποβάλωμεν ὑπόμνημα μακρὸν καὶ λεπτομερὲς περὶ τῶν ἀναγκῶν τῆς Θεσσαλίας ἐκείνων, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἐνομίζομεν ὅτι ἔπρεπε νὰ ἐφελκυσθῇ ἡ προσοχὴ καὶ ἡ μέριμνα τῆς Κυβερνήσεως. Καὶ ὑπεβάλομεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν ὑπόμνημα περὶ τῶν ἀναγκῶν τῆς Θεσσαλίας, καὶ τὸ ὑπόμνημα ἐκεῖνο, παραδοθὲν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν, ἐχρησίμευσεν ὡς ἀφορμὴ εἰσαγωγῆς εἰς τὴν Βουλὴν Θεσσαλικῶν νομοσχεδίων κατὰ τὸ 1896. Τὰ νομοσχέδια ἐκεῖνα ἦσαν τρία· 1) νομοσχέδιον περὶ συστάσεως Γεωργικοῦ Ταμείου, 2) νομοσχέδιον περὶ ἀπαλλοτριώσεως μερῶν γῆς διὰ τοὺς Θεσσαλοὺς γεωργοὺς, τοὺς ἐστερημένους ἰδιοκτησίας, καὶ 3) ἂν δὲν ἀπατῶμαι, νομοσχέδιον περὶ ὑδραυλικῶν ἔργων. Τὰ νομοσχέδια ἐκεῖνα ὑπεβλήθησαν εἰς τὴν Βουλήν· πρὶν ἢ δὲ συζητηθῶσιν, ἐκρίθη ὑπὸ τῆς Βουλῆς ἀναγκαῖον νὰ ὑποστῶσι βάσανον οὐ μόνον ἐν εἰδικῇ ἐπιτροπῇ τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ καὶ ἐπιτόπιον βάσανον ὑπὸ ἐπιτροπῆς πρὸς τοῦτο ἀποστελλομένης εἰς Θεσσαλίαν. Καὶ κατηρτίσθη τότε ἐπιτροπὴ ἐκ Βουλευτῶν, νομικῶν συμβούλων καὶ ἄλλων ὑπαλλήλων τοῦ Κράτους, οἵτινες περιῆλθον τὴν Θεσσαλίαν σχεδὸν ἅπασαν, ἔχοντες δὲ ὑπ’ ὄψει καὶ τὰ νομοσχέδια ἐκεῖνα καὶ τὰς ἀνάγκας τῆς Θεσσαλίας, ὡς ἀντελήφθησαν αὐτὰς, κατήρτισαν μακρὰν ἔκθεσιν, μελέτην, οὕτως εἰπεῖν, ἐπὶ τῶν ζητημάτων τῶν ἀφορώντων τὴν Θεσσαλίαν, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλον εἰς τὴν Κυβέρνησιν, καὶ ἥτις τυπωθεῖσα διενεμήθη εἰς τοὺς Βουλευτὰς τῆς τότε Βουλῆς. Μετὰ τὴν ὑποβολὴν τῆς ἐκθέσεως ἐκείνης, ἥτις ἐν πολλοῖς διεφώτιζε πλεῖστα κενὰ, ἦλθε πάλιν ἡ συζήτησις εἰς τὴν Βουλήν· ἀλλ’ ἀτυχῶς ἐπεκράτησεν ἡ γνώμη ν’ ἀναβληθῶσιν ἐπί τινας ἡμέρας, μέχρις ὅτου ἡ Βουλὴ προετοιμασθῇ εἰς τὴν συζήτησιν αὐτῶν· καὶ ἐζήτησα τότε τὸν λόγον, καὶ διὰ μακρῶν προσεπάθησα νὰ πείσω τὴν Βουλὴν, ὅπως γείνῃ τοὐλάχιστον συζήτησις ἐπὶ τῶν νομοσχεδίων ἐκείνων, καὶ ἂν δὲν ἐπρόκειτο τότε νὰ καταστῶσι νόμοι τοῦ Κράτους, καὶ ὑπέμνησα εἰς αὐτὴν, ὅτι πολλάκις σπουδαιότατα ζητήματα, ἀφεθέντα ἐπὶ ὀλίγας ἡμέρας, δὲν συνεζητήθησαν πλέον. Βλέπετε, κύριε Πρόεδρε, ὅτι ἐπηλήθευσεν ἡ πρόρρησίς μου ἐκείνη, διότι, καίτοι ἔκτοτε παρῆλθον τόσα ἔτη, μένει ἀκόμη τὸ ζήτημα ἐκκρεμὲς, καὶ βλέπω τὴν Κυβέρνησιν νὰ σιωπᾷ σήμερον ἐπὶ τοῦ σπουδαιοτάτου τούτου ζητήματος τῶν ἀναγκῶν τῆς Θεσσαλίας, ἐνῷ εἰς αὐτὴν ἀνήκει ἡ πρωτοβουλία πρὸς ἐξέτασιν αὐτῶν. Διὰ τοῦτο ἐπεθύμουν, ὅπως ἡ Κυβέρνησις δηλώσῃ, ἂν ἐξακολουθεῖ νὰ τρέφῃ ὑπὲρ τῆς Θεσσαλίας τὴν μέριμναν καὶ τὴν στοργὴν, ἣν ἐπεδείξατο κατὰ τὸ 1895, καὶ τὴν ὁποίαν ἐπηγγέλθη καὶ κατὰ τὴν τελευταίαν αὐτοῦ περιοδείαν εἰς τὴν Θεσσαλίαν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἢ, ἂν δὲν ἔχῃ πλέον τὰς γνώμας ἐκείνας, ἃς τότε υἱοθέτησε καὶ ὑπέβαλεν ἐν νομοσχεδίῳ εἰς τὴν Βουλὴν, νὰ εἴπῃ εἰς ἡμᾶς, τί φρονεῖ περὶ τῶν ἀναγκῶν τῆς Θεσσαλίας· νὰ εἴπῃ εἰς τὴν Βουλὴν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἂν ἐγκατέλειψε τὰς γνώμας του ἐκείνας, καὶ σήμερον καταγίνεται εἰς νέα σχέδια πρὸς ἐξυπηρέτησιν τῶν ἀναγκῶν τῆς Θεσσαλίας. Ἐλπίζω, ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως θὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν δι’ ἐμοῦ ὑποβαλλομένην αἴτησιν ταύτην περὶ τῶν ἀναγκῶν τοῦ λαοῦ τῆς Θεσσαλίας καὶ θέλει μεριμνήσει ταχέως περὶ τοῦ ζητήματος τούτου.

§57Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἀληθῶς ἡ κατάστασις τῶν πραγμάτων τοῦ Κράτους, καὶ ἰδίως τῆς Θεσσαλίας, χρήζει σπουδαίας μερίμνης, διότι καὶ ἡ ἐργασία, ἡ ἐκεῖ συντελουμένη, πρέπει νὰ ἐνισχυθῇ καὶ αὐξηθῇ, καὶ ἂν ἐκτελῶνται ἐν Θεσσαλίᾳ καὶ ἄλλα ἔργα, πρέπει καὶ ταῦτα νὰ ἐκτελεσθῶσι. Ποῖα εἶναι τὰ ἔργα, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ ἐκτελεσθῶσιν, ἵνα προαχθῇ ἡ ἐργασία; Ποία ἡ ἐργασία, ἡ ὁποία πρέπει νὰ γείνῃ; Ταῦτα εἶναι θέματα, τὰ ὁποῖα ἐξητάσθησαν διὰ μακρῶν καὶ ἄλλοτε, κατὰ τὸ 1891 καὶ 1895, καὶ ἐγένετο τότε μεγάλη ἐργασία, ἧς τ’ ἀποτελέσματα ἐδημοσιεύθησαν καὶ εἶναι ἐν γνώσει τῶν Βουλευτῶν. Ἀπὸ τῶν ἐτῶν 1895, 1896,1897 μέχρι τοῦδε εἶναι ἔτη 7, καθ’ ἃ οὐδὲν ἐγένετο. Δὲν εἴμεθα λοιπὸν μόνοι ἡμεῖς, οἱ ὁποῖοι ἐλησμονήσαμεν τὰ τότε γενόμενα, ἀλλὰ καὶ ἄλλοι ἐλησμόνησαν αὐτὰ, εἰ καὶ ἀπετέλεσαν μέρος τῆς τότε Κυβερνήσεως. Ζητοῦσιν ἀπὸ ἡμᾶς νὰ εἴπωμεν τί; Ποῖαι εἶναι αἱ ἀνάγκαι τῆς Θεσσαλίας, εἶναι γνωστὸν εἰς ὅλον τὸν κόσμον. Ἐὰν ἦναι ὑδραυλικαὶ, πρέπει, διὰ ν’ ἀποκατασταθῇ ἰσορροπία εἰς τὰ δύο τμήματα τῆς Θεσσαλίας, τὰ ἐδάφη, τὰ ὁποῖα κατακλύζονται ὑπὸ τῶν ὑδάτων, ν’ ἀποξηραίνωνται, τὰ διψαλέα δὲ ἐδάφη νὰ ἀρδεύωνται διὰ τῶν περισσευόντων ὑδάτων· ὑπάρχουσιν ὅμως καὶ ἄλλαι ἐργασίαι, ἐργασίαι προστασίας τῆς γεωργίας καὶ βελτιώσεως τῶν ὀργάνων τῆς παραγωγῆς. Εἶναι ἀνάγκη νὰ εἴπω ταῦτα εἰς τὴν Βουλήν; Καὶ τίς ἐξ ὑμῶν ἀγνοεῖ ταῦτα; Πάντες γνωρίζουσι τίνας ἀνάγκας ἔχει ἡ Θεσσαλία. Καὶ περὶ μὲν τῶν ὑδραυλικῶν μέτρων ἔλαβον ἐγὼ, ὡς Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ἐν ἔτει 1890 μέριμναν, καὶ ἐμελέτησα αὐτά· ἀλλὰ τὰ δώδεκα ἑκατομμύρια, τὰ ὁποῖα παρεσκευάζοντο νὰ δαπανήσωσιν εἰς ἔργα ὑδραυλικὰ οἱ ἐμοὶ προκάτοχοι, ἀπέφυγα νὰ δαπανήσω ἐγὼ, διότι κατὰ τὰς πληροφορίας, ἃς ἔλαβον, καὶ τὰς μελέτας, ἃς ἐποιησάμην τότε, ἐπείσθην, ὅτι σπατάλη καὶ διασπάθησις τοῦ χρήματος ἐκείνου ἤθελεν ἀποβῆ ἡ δαπάνη αὐτοῦ. Ἀνέστειλα λοιπὸν τὴν διάθεσιν τῶν χρημάτων ἐκείνων. Κατὰ τὸ παρελθὸν ἔκτοτε μέχρι τοῦδε διάστημα ἐλήφθη πρόνοια περὶ τῶν ὑδραυλικῶν ἔργων, καὶ συνεστήθη ἐπιτροπὴ, ἧς μέλη τυγχάνουσιν ὅ τε Πρωθυπουργὸς καὶ ὁ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸς, ὁ Διοικητὴς τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης καὶ ὁ Διευθυντὴς τῶν Θεσσαλικῶν Σιδηροδρόμων, καὶ παρεσχέθησαν διὰ νόμου πόροι χρηματικοὶ, ἐκ τῶν ὁποίων εἰσπράττονται κατ’ ἔτος 40 ἕως 45 χιλιάδες δραχμαὶ, ἐπετράπη δὲ νὰ συνομολογηθῇ καὶ δάνειον μέχρι 500 χιλιάδων δραχμῶν, ἀπὸ τὸ ὁποῖον ἐλήφθησαν μέχρι τοῦδε μόνον 100 χιλιάδες. Ὅταν τὰ προπαρασκευαστικὰ ταῦτα ἔργα περατωθῶσι, βεβαίως πρέπει νὰ ἐκτελεσθῶσι καὶ τὰ ὑδραυλικά. Πλὴν δ’ αὐτῶν ποῖα εἶναι τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ διαταχθῶσιν ὑπὲρ τῆς Θεσσαλίας, γνωρίζουσι πάντες. Εἶναι πρῶτον ὁ κανονισμὸς τῶν σχέσεων τῶν γεωργῶν, δεύτερον ἡ ἀποκατάστασις αὐτῶν ὡς ἰδιοκτητῶν. Τοῦ τελευταίου τούτου ἕναρξιν ἀποτελεῖ ἡ ἀγορὰ ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως τῶν κτημάτων Στεφάνοβικ, παρασκευάζεται δὲ μελέτη, ἵνα παρασκευασθῇ ἡ διανομὴ αὐτῶν εἰς τοὺς γεωργούς. Ἄν προτεθῇ νὰ ἐνισχυθῇ καὶ κατ’ ἄλλον τρόπον ἡ γεωργία, εἴμεθα πρόθυμοι νὰ τὸ πράξωμεν, καὶ θέλομεν τὸ πράξει οὐχὶ κατὰ τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ἔχομεν ἡμεῖς περὶ τούτου, ἀλλὰ κατὰ τὰς γνώμας, τὰς ὁποίας θέλουσι μᾶς ὑποδείξει αἱ περὶ τούτου μελέται.

§58Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ὁ κύριος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἤρξατο τῆς ἀγορεύσεώς του, ἀνακοινῶν εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι μετὰ τὴν ἐνέργειαν, τὴν ὁποίαν ἡ Κυβέρνησις τοῦ 1890 εἶχε κάμει, ὅπως μία γενικὴ ἀνάκρισις γείνῃ περὶ τῶν ἀναγκῶν τῆς Θεσσαλίας, οὐδὲν ἔκτοτε ἐγένετο. Ὁμολογῶ, ὅτι τὴν ἀνακοίνωσιν ταύτην μετ’ ἐκπλήξεως ἤκουσα, ἡ δ’ ἔκπληξίς μου κατὰ τοσοῦτον ηὔξανε, καθ’ ὅσον ἤκουον τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ἀνακοινοῦντος εἰς τὴν Βουλὴν τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις ἔλαβε πρὸς ἐπίλυσιν αὐτῶν τῶν ζητημάτων, τὰ ὁποῖα ἐθεώρησεν ὡς τὰ κεφαλαιώδη ζητήματα πρὸς προαγωγὴν τῆς γεωργικῆς τάξεως ἐν Θεσσαλίᾳ. Ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς, μὴ δυνάμενος διὰ πραγμάτων νὰ ἀναιρέσῃ τὰ μέτρα ταῦτα, ὡμολόγησεν, ὅτι ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλὴν νομοθέτημα.

§59Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ποία προκάτοχος;

§60Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἡ Κυβέρνησις τοῦ 1899, ἡ ὑπὸ τὴν προεδρίαν ἐμοῦ... Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, λέγω, ὡμολόγησεν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις τοῦ 1899 ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλὴν νομοθέτημα, δυνάμει τοῦ ὁποίου συνεστήθη ἐπιτροπὴ, ἀποτελουμένη, ὡς εἶπεν ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἐκ τοῦ Προέδρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ἐκ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, ἐκ τοῦ Διοικητοῦ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης καὶ ἐκ τοῦ Προέδρου τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου τῶν Θεσσαλικῶν Σιδηροδρόμων, ὅπως ἡ ἐπιτροπὴ αὕτη, εἰς τὴν ὁποίαν διὰ τοῦ νόμου ἐκείνου παρεσχέθησαν τὰ μέσα πρὸς ἐργασίαν, προβῇ εἰς τὰς ἀναγκαίας προκαταρκτικὰς μελέτας, ἵνα ἴδωμεν ἐπὶ τέλους, ποῖα εἶναι τὰ ὑδραυλικὰ ἔργα, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ γείνωσιν ἐν Θεσσαλίᾳ, καὶ ποῖον εἶναι τὸ ποσόν, τὸ ὁποῖον τὰ ἔργα ταῦτα θ’ ἀπαιτήσωσιν. Ἡ ἐπιτροπὴ ἐκείνη ἠσχολήθη μετὰ πολλοῦ ζήλου, μετεκαλέσατο ἁρμόδιον μηχανικὸν, καὶ ἤρχισεν ἡ μελέτη ἡ προκαταρκτικὴ, ἄνευ τῆς ὁποίας οὐδεμία ἐργασία ὑδραυλικὴ εἶναι δυνατὸν νὰ γείνῃ, ἐγγυωμένη αἴσια ἀποτελέσματα. Ἑπομένως, ὡς πρὸς τὸ πρῶτον μέρος, ἐλήφθη πρόνοια, καὶ πρόνοια σπουδαία. Ἔμεινε τὸ δεύτερον μέρος, τὸ ὁποῖον ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἀνέφερε, δηλαδὴ ἡ εὕρεσις τρόπου, ὅπως ἡ κατάστασις τῶν γεωργῶν βελτιωθῇ διὰ τῆς παροχῆς εἰς αὐτοὺς γαιῶν τινων, ἵνα διὰ τῆς παροχῆς ταύτης ἀναπτυχθῇ ἡ ἀνεξαρτησία αὐτῶν, ἵνα γείνωσιν ἐλεύθεροι καλλιεργηταί, καὶ διὰ τῆς καλλιεργείας τῆς ἐλευθέρας συντελέσωσιν εἰς βελτίωσιν καὶ ἑαυτῶν καὶ τῆς Θεσσαλίας καὶ τῶν προσόδων τοῦ Κράτους. Καὶ πρὸς τοῦτο ἡ Κυβέρνησις ἡ ὑπὸ τὴν προεδρίαν ἐμοῦ προέβη εἰς τὴν συνομολόγησιν συμβάσεως μετὰ τῶν κληρονόμων Στεφάνοβικ. Ἡ σύμβασις εἶχε σχεδὸν συντελεσθῆ, ὅτε ἐπῆλθεν ἡ πτῶσις τῆς Κυβερνήσεως, ἡ δὲ διάδοχος Κυβέρνησις προέβη εἰς τὴν ὑπογραφὴν τῆς συμβάσεως, καὶ περιῆλθον τὰ κτήματα ἐκεῖνα εἰς τὴν κυριότητα τοῦ Δημοσίου. Ἔμεινε δὲ εἰς τὴν παροῦσαν Κυβέρνησιν νὰ μελετήσῃ τὸ ζήτημα καὶ ἴδῃ, ποία εἶναι ἡ καταλληλοτέρα χρῆσις τῶν κτημάτων ἐκείνων. Ἄρα ἔχει στάδιον ἐνεργείας ἡ παροῦσα Κυβέρνησις, ἀρκεῖ καλὴ θέλησις ἐκ μέρους αὐτῆς. Ἐὰν δὲ αἱ μελέται αὗται ἤδη ἐγίνοντο μετὰ πλειοτέρου ζήλου, θὰ ἦτο δυνατὸν κατὰ τὴν Σύνοδον ταύτην νὰ ὑποβληθῇ νομοσχέδιον, κανονίζον τὴν λύσιν τοῦ ζωτικωτάτου τούτου θέματος. Δὲν εἶναι δίκαιον λοιπὸν νὰ λεχθῇ, ὅτι οὐδὲν ἐγένετο ἀπὸ τοῦ 1890 μέχρι σήμερον, διότι νομίζω ὅτι ἐγένοντο πολλά. Ἂν μάλιστα τὰ λεγόμενα ἐξακολουθήσωσιν ἐφαρμοζόμενα, ὡς καὶ κατὰ τὸ παρελθόν, μετὰ ζήλου, θὰ ἴδωμεν ταχέως τοὺς καρποὺς τῶν μελετῶν καὶ τῆς ἀγορᾶς τῶν κτημάτων, οὕτω δὲ βεβαίως θέλομεν συντελέσει εἰς τὴν ἐπίλυσιν τῶν σπουδαιοτέρων ζητημάτων τῶν ἀφορώντων τὴν Θεσσαλίαν.

§61Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Εὔλογος εἶναι ἡ ἐπιθυμία τῆς Βουλῆς, ἡ ἐκδηλουμένη ἑκάστοτε, ὅπως γείνωσιν ἐν Θεσσαλίᾳ πάνθ’ ὅσα θεωροῦνται ἀναγκαῖα πρὸς βελτίωσιν τῆς καταστάσεως αὐτῆς. Τὸ ζήτημα, ὅπερ ἡ Θεσσαλία ἀπὸ καιροῦ παρουσιάζει καὶ ὅπερ καλούμεθα νὰ λύσωμεν, εἶναι ζήτημα καθαρῶς γεωργικόν. Λέγω καθαρῶς γεωργικὸν, ὅπως ἀπομακρύνω πᾶσαν ἄλλην ἔποψιν παρεμβαλλομένην εἰς τὴν ἐπίλυσιν τοῦ θέματος, διότι τὸ θέμα κυρίως εἶναι, πῶς ἡ Θεσσαλικὴ γῆ θὰ δυνηθῇ νὰ παράγῃ περισσοτέρους καρπούς, καὶ ἰδίως περισσότερον σῖτον ἢ ὅσον σήμερον παράγει, καὶ νὰ καταστήσῃ τὴν εἰσαγωγὴν ξένου σίτου μικροτέραν ἢ νῦν. Τὴν λύσιν τοῦ ζητήματος τούτου δὲν δυνάμεθα προδήλως νὰ ἐπιτύχωμεν κατ’ ἄλλον τρόπον ἢ διὰ καθαρῶς γεωργικῶν μέσων. Καὶ ἄλλοτε εἶπον, ὅτι οὐδόλως εἶμαι κατὰ προτάσεως περὶ διανομῆς τῆς γῆς εἰς τοὺς χωρικούς. Ἀλλὰ τοῦτο γινόμενον ἤθελε λύσει μᾶλλον κοινωνικὸν ζήτημα, ἠθικὸν ζήτημα, ἀνθρωπισμοῦ ζήτημα, ἀλλ’ οὐχὶ τὸ ζήτημα τὸ γεωργικόν. Ἡ ἀποκατάστασις τῶν ἐπιμόρτων νῦν καλλιεργητῶν τῆς Θεσσαλίας διὰ διανομῆς τῆς γῆς δὲν θ’ αὐξήσῃ τὴν παραγωγὴν τῆς Θεσσαλίας, οὐδὲ τὴν ποιότητα τῶν προϊόντων θὰ βελτιώσῃ. Τὸ ζήτημα, ὡς ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὁμιλήσας πρὸ ὀλίγου παρέστησεν, εἶναι ζήτημα καθαρῶς ὑδραυλικόν, διότι τὸ ὑδραυλικὸν ζήτημα εἶναι ἐκεῖνο, ὅπερ λύει τὰς κυριωτέρας καὶ σπουδαιοτέρας δυσκολίας, κατὰ τῶν ὁποίων παλαίει ἡ γεωργία ἐν Θεσσαλίᾳ. Ἡ Θεσσαλία μέχρι τοῦδε, δι’ ἐμὲ τοὐλάχιστον, ὅστις παρακολουθῶ τὰ κατ’ αὐτὴν ἀπὸ εἰκοσαετίας καὶ πλέον, παρουσιάζει σχεδὸν ἀδιάκοπον ἀδυναμίαν, ὅπως ἀναλόγως τῆς γῆς, ἥτις καλλιεργεῖται, καὶ τοῦ πληθυσμοῦ, ὅστις καλλιεργεῖ αὐτήν, ἀποδίδῃ ὅσα ἔπρεπε ν’ ἀποδίδῃ—καὶ ἐννοῶ κυρίως τὴν ἀπόδοσιν τῶν δημητριακῶν.—Οἱ λόγοι, δι’ οὓς ἡ Θεσσαλία δὲν παράγει ἀναλόγως ὅσα ὤφειλεν, εἶναι εὔληπτοι. Πρῶτον ἐν Θεσσαλίᾳ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ καλλιεργῆται κατ’ ἔτος ἢ τὸ τρίτον μόνον τῆς καλλιεργησίμου γῆς, διότι ἰσχύει τὸ σύστημα τῆς ἀγραναπαύσεως, καὶ ἂν δὲν ἐφαρμοσθῇ τὸ σύστημα τῆς ἀγραναπαύσεως, εἶναι ἀδύνατον ἡ γῆ νὰ παράγῃ καὶ τὸ ἐλάχιστον ποσόν. Ὁ λόγος, δι’ ὃν δὲν καλλιεργεῖται ἢ μόνον τὸ ⅓ κατ’ ἔτος, δὲν εἶναι, ὡς πολλοὶ πιστεύουσιν, ὅτι οἱ κατέχοντες τὴν γῆν πλούσιοι δῆθεν γαιοκτήμονες ἀδιαφοροῦσι καὶ ἀφίνουσιν αὐτὴν ἀκαλλιέργητον· ὁ λόγος εἶναι, ὅτι, ἂν ἡ γῆ δὲν ἀφεθῇ νὰ ἀναπαυθῇ, ἀδύνατον νὰ παραγάγῃ. Καὶ πῶς θέλετε νὰ παραγάγῃ ἡ γῆ αὕτη, ἡ ὁποία οὐδέποτε, ἀφ’ ἧς ἐξῆλθεν ἐκ τῶν χειρῶν τοῦ Δημιουργοῦ καὶ ἐδόθη εἰς τὰς χεῖρας τοῦ ἀνθρώπου, ἵνα καλλιεργῆται, ἐλιπάνθη; Πανταχοῦ, ὅπου ἀκούομεν ὅτι ἡ γῆ παράγει πολλά, παράγει, διότι λιπαίνεται. Εἶναι ἀδύνατον νὰ φαντασθῆτε γῆν καλλιεργουμένην κατ’ ἔτος καὶ κατ’ ἔτος παράγουσαν. Ἑπομένως εἶναι ἠναγκασμένοι οἱ καλλιεργοῦντες τὴν γῆν ν’ ἀφίνωσιν αὐτὴν νὰ ἀναπαύηται, ὅπως δύνηται ἐνισχυομένη μετὰ ἀνάπαυσιν ἑνὸς ἢ δύο ἐτῶν ν’ ἀποδίδῃ ὅ,τι συνήθως ἀποδίδει. Συνέπεια τοῦ συστήματος αὐτοῦ τῆς ἀγραναπαύσεως εἶναι, ὅτι ἡ καλλιεργήσιμος γῆ δὲν καλλιεργεῖται πᾶσα καὶ ἡ ἰδιοκτησία εἶναι πράγματι μικροτέρα ἢ ὅσον ἐκ τῆς ἐκτάσεώς της φαίνεται. Αὐτὸ εἶναι τὸ πρόβλημα. Δύνασθε νὰ λύσητε τὸ ζήτημα αὐτό; δύνασθε νὰ ἐπιτύχητε ἐν Θεσσαλίᾳ ὅ,τι ἐπέτυχον ἀλλαχοῦ, διὰ τῆς λιπάνσεως δηλονότι τῶν γαιῶν;—διότι οὐδεὶς λόγος ὑπάρχει, ὅταν λιπαίνητε τὴν γῆν, νὰ μὴ παράγῃ αὕτη, καὶ νὰ μὴ παράγῃ πλείονα κατ’ ἔτος.—Τοιοῦτόν τι πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ κατορθωθῇ ἐν Θεσσαλίᾳ; Θὰ κατορθωθῇ, ἄν, ὅπως πανταχοῦ, συμβαδίσῃ ἡ γεωργία μετὰ τῆς κτηνοτροφίας. Ἀλλὰ ποίας κτηνοτροφίας; οὐχὶ τῆς κτηνοτροφίας τῆς ὑπαρχούσης νῦν ἐν Θεσσαλίᾳ, τῆς μικρᾶς, τῆς νομαδικῆς, τῆς βιούσης τὸ πλεῖστον εἰς τὰ ὄρη καὶ μὴ καταλιμπανούσης εἰς τὸν γεωργὸν οὐδὲν λίπασμα. Εἶναι ἀνάγκη τῆς κτηνοτροφίας τῆς μεγάλης, τῆς ὑποστέγου λεγομένης, τῆς ὁποίας τὴν κόπρον ὁ γεωργὸς εὐκόλως ἀποταμιεύει, ἀποκομίζων ἐκ τῶν σταύλων, καὶ ὅταν πρέπῃ ῥίπτει εἰς τὴν γῆν καὶ τὴν λιπαίνει. Αὐτὴ εἶναι ἡ γεωργία ἡ ἐντεταμένη· νὰ ἔχητε μεγάλων ζώων ἀνάλογον κτηνοτροφίαν, καὶ δι’ αὐτῆς ν’ ἀποδίδητε εἰς τὴν γῆν ὅ,τι διὰ τῆς ἐσοδείας τῆς ἀφαιρεῖτε κατ’ ἔτος. Λιπαίνοντες οὐ μόνον ἐπιτυγχάνετε κατ’ ἔτος νὰ καλλιεργῆτε τὰς γαίας, ἃς ἔχετε, ἀλλὰ καὶ περισσότερα ἢ ἄνευ λιπάνσεως νὰ παράγητε, διότι τὴν καθιστᾶτε καὶ γονιμωτέραν· οὕτως ἔχετε περισσότερα εἰσοδήματα, διότι καὶ περισσοτέραν γῆν καλλιεργεῖτε, καὶ περισσοτέρους καρποὺς αὕτη σᾶς ἀποδίδει κατ’ ἔτος. Ἀλλὰ διὰ νὰ ἐπιτύχητε τοιαύτην κτηνοτροφίαν, πρέπει νὰ ἔχητε ὕδατα, διότι διὰ τῶν ὑδάτων θὰ ἔχητε ὅλα τὰ κτηνοτροφικὰ χόρτα, τὰ ὁποῖα εἶναι ἡ τροφὴ καὶ συντηροῦσι τὴν μεγάλην κτηνοτροφίαν. Ἰδοὺ πῶς ἀναγκαίως φθάνομεν εἰς τὴν λύσιν τοῦ γεωργικοῦ ζητήματος διὰ τῶν ἀρδευτικῶν, διὰ τῶν ὑδραυλικῶν ἔργων. Δι’ αὐτῶν θὰ ἐξασφαλίσωμεν εἰς τοὺς γεωργοὺς τὸ ὕδωρ, ἄνευ τοῦ ὁποίου δὲν ὑπάρχει τροφὴ διὰ τὴν μεγάλην κτηνοτροφίαν, ἄνευ τῆς κόπρου τῆς ὁποίας δὲν ὑπάρχει χρησιμοποίησις κατ’ ἔτος πασῶν τῶν καλλιεργησίμων γαιῶν, οὔτε παραγωγὴ ἀξία λόγου αὐτῶν. Σήμερον ἔχομεν τὴν ἐκτατικὴν καλλιέργειαν, μὲ τὰ ἀρδευτικὰ ἔργα θὰ ἔχωμεν καὶ τὴν ἐντατικήν. Διὰ τῶν ἀρδευτικῶν ἔργων τί θὰ κατορθώσῃ ὁ γεωργός; Πρῶτον θὰ καλλιεργῇ ἅπασαν τὴν γῆν, τὴν ὁποίαν ἔχει· δεύτερον θὰ κατορθώσῃ, τὴν γῆν αὐτὴν νὰ τὴν ἀροτριᾷ βαθύτερον. Ἡ κόπρος οὐ μόνον προσθέτει ὅ,τι ἡ ἐσοδεία ἀφαιρεῖ ἀπὸ τὴν γῆν, ἀλλὰ μεταβάλλει καὶ τὴν φυσικὴν σύστασιν τῆς γῆς, διότι τὴν καθιστᾷ μᾶλλον πορώδη καὶ ἐνδιαχώριστον· τὸ ἄροτρον κατέρχεται βαθύτερον εὐκόλως, αἱ δὲ ῥίζαι τῶν φυτῶν καὶ τὰ ὕδατα φεύγουν πρὸς τὰ κάτω ἀπροσκόπτως. Ἄνευ κόπρου καὶ βαθείας ἀροτριάσεως, τὰ ὕδατα, ὅταν πολλὰ δὲν φεύγουν εὐκόλως, σταθμεύουν καὶ βλάπτουν τὰ φυτά. Τὸ ζήτημα λοιπόν, ὅπερ προβάλλεται, εἶναι: δύνανται νὰ γείνωσιν ὑδραυλικὰ ἔργα ἐν Θεσσαλίᾳ, ἵνα παράσχωσιν εἰς ὅσον τὸ δυνατὸν μεγαλείτερον πληθυσμὸν τὸ ὕδωρ τὸ ἀναγκαιοῦν διὰ τὴν ἐντεταμένην καλλιέργειαν τῆς γῆς; Ἐὰν εἰς ἕτερα Κράτη, περισσότερον εὐνοούμεθα ἀπὸ τὰς βροχὰς καὶ εἰς τὰ ὁποῖα περισσότερον ὕδωρ ποτίζει τὴν γῆν, ἦναι κατεσκευασμένα ὑδραυλικὰ ἔργα, καὶ φέρουσι μέχρι τοῦ μικροτέρου κτήματος δι’ ἐλαχίστης ἐργασίας ὕδωρ, διότι ἄνευ ὕδατος δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ παραγωγὴ καὶ γεωργία, πῶς εἶναι δυνατόν, ἡμεῖς, οἱ ὁποῖοι κατοικοῦμεν μεσημβρινὸν κλῖμα, οἱ ὁποῖοι κατοικοῦμεν κατὰ τὸ πλεῖστον ξηρὰν γῆν, ἔχουσαν γυμνὰ δένδρων ὄρη, τὰ ὁποῖα δὲν συγκρατοῦσι τὰ ὕδατα, ἀλλ’ ἀφίνουσιν αὐτὰ νὰ φεύγωσι καὶ χάνωνται εἰς τὴν θάλασσαν, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχωμεν ἐπικερδῆ καλλιέργειαν δημητριακῶν καρπῶν, χωρὶς νὰ ἔχωμεν δι’ ἀρδεύσεις ὕδατα; Λοιπὸν πρέπει νὰ χρησιμοποιήσωμεν δι’ ὑδραυλικῶν ἔργων τὰ ὕδατα, τὰ ὁποῖα ἔχει ἡ χώρα εἰς ποταμούς, πηγὰς καὶ λίμνας, καὶ τὰ ὁποῖα σήμερον ἀπόλλυνται διὰ τὴν κτηνοτροφίαν καὶ τὴν γεωργίαν. Ἡ γῆ, ἥτις δὲν λιπαίνεται, δὲν εἶναι ἐπικερδής, καὶ μὲ τοιαύτην γῆν εἶναι ἀδύνατον, ὁσονδήποτε χρῆμα, ὅσαςδήποτε γεωργικὰς Τραπέζας καὶ ἂν ἱδρύσητε εἰς τὴν Θεσσαλίαν ἢ ἀλλαχοῦ, εἶναι ἀδύνατον, λέγω, νὰ ἔχητε παραγωγὴν ἐπαρκῆ καὶ ἐπικερδῆ. Εἶναι ἐσφαλμένη ἰδέα, ὅτι τὰ χρήματα κάμνουν τὴν μεγάλην τοῦ γεωργοῦ παραγωγήν. Τὰ χρήματα φέρουν τὴν μεγάλην παραγωγήν, ὅταν ἔχητε καὶ τὰ ἄλλα μέσα τὰ φυσικά, τὰ ὁποῖα βοηθοῦσιν, ὅπως ἐφαρμόσητε τὰ μέσα ἐτησίας καὶ βαθυτέρας καὶ μᾶλλον γονιμοποιοῦ καλλιεργείας, τῆς ἐντεταμένης λεγομένης. Λοιπὸν τὸ ὑδραυλικὸν ζήτημα, κύριε Πρόεδρε, εἶναι τὸ ζήτημα τὸ κατ’ ἐξοχὴν δεσπόζον ἐν τῷ Θεσσαλικῷ ζητήματι, καὶ χάριν τῆς λύσεως αὐτοῦ ὀφείλει νὰ ὁμολογήσῃ τις, ὅτι οὐδεμία σπουδαία ἐργασία ὑπὸ τῶν Κυβερνήσεων ἐγένετο μέχρι τοῦδε. Τοιαύτη ἐργασία ὁμολογῶ ὅτι εἶναι πολυδάπανος, διότι εἶναι ἡ πρώτη τοιαύτη, καὶ ἀπαιτεῖ ἔργα πολλὰ καὶ δύσκολα. Ἄλλοτε, ὅτε διῆλθεν ἐξ Ἑλλάδος εἷς διακεκριμένος μηχανικὸς ὑδραυλικός, κληθεὶς ὑπὸ τῆς Ἑταιρίας τῆς Κωπαΐδος λίμνης πρὸς λύσιν ζητημάτων τινῶν ἀναφυέντων ἐκεῖ, ὁ κ. Durand-Claye, ὡδηγήθη καὶ διὰ Θεσσαλίας ὑπὸ τῆς Γαλλικῆς ἀποστολῆς πρὸς αὐτὸν κυρίως τὸν σκοπὸν, ἵνα ἴδῃ, ἔστω καὶ μακρόθεν, τὴν Θεσσαλικὴν πεδιάδα καὶ τοὺς κυριωτέρους ποταμοὺς καὶ τὰς ἀνωμαλίας, ἃς ἡ Θεσσαλία παρουσιάζει, καὶ δώσῃ κατὰ προσέγγισιν γνώμην τινὰ περὶ τῶν ἀναγκαίων ὑδραυλικῶν ἔργων δι’ ἀρδεύσεις. Ὁ κ. Durand δὲν ἔμεινεν ἢ δύο ἢ τρεῖς ἡμέρας ἐν Θεσσαλίᾳ, διῆλθε σιδηροδρομικῶς κατὰ μῆκος τὴν Θεσσαλίαν δὶς, καὶ ἀπεφάνθη, ὅτι εἶναι δυνατὸν, μετὰ τὰς πληροφορίας, αἱ ὁποῖαι τῷ ἐδόθησαν, νὰ κατασκευασθῶσι τὰ ὑδραυλικὰ ἔργα διὰ δαπάνης κατὰ προσέγγισιν μέχρι πεντακοσίων ἑκατομμυρίων φράγκων. Ἐννοεῖται πρὸ πάντων, ὅτι τοὺς ποταμοὺς, οἵτινες διασχίζουν τὴν Θεσσαλίαν, θὰ χρησιμοποιήσωμεν διὰ τὰς ἀρδεύσεις. Ἔκτοτε ἐκλήθη πράγματι ἐπὶ τῆς Κυβερνήσεως τοῦ ἐντίμου ἐκ Κερκύρας Βουλευτοῦ μηχανικὸς ἐξ Ἰταλίας ὑδραυλικὸς, ὅστις ἐλθὼν καὶ ἐπισκεφθεὶς τὴν Θεσσαλίαν ἐξήνεγκε γνώμην τινά. Ἀλλὰ μετὰ ταῦτα ἐζήτησε νὰ τῷ δοθῶσι τὰ σχέδια τῆς χωρομετρήσεως τῆς Θεσσαλίας, ὅπως ἐξ αὐτῶν ἴδῃ, τίνες αἱ κλίσεις τοῦ ἐδάφους καὶ τὰ ὕψη καὶ αἱ διευθύνσεις τῶν ὑδάτων, ἵνα προβῇ εἰς τὰς ἐργασίας καὶ τοὺς ὑπολογισμοὺς τῶν δαπανῶν, ἃς ἐζήτει εὐλόγως νὰ μάθῃ παρ’ αὐτοῦ ἡ Κυβέρνησις. Τοιαῦτα σχέδια δὲν ὑπῆρχον, καὶ ἔπρεπε νὰ γείνωσι τότε. Ἡ ἐργασία, ἥτις νῦν διεξάγεται ὑπὸ τῆς χαρτογραφικῆς ὑπηρεσίας, ἡ ὁποία τριγωνομετρεῖ τὴν Θεσσαλίαν, προβαίνει βραδέως. Νομίζω, ὅτι δὲν ἐνισχύθη, ὅσον ἔδει, ὑπὸ τῶν Κυβερνήσεων, ἵνα ταχύτερον συντελεσθῇ τὸ ἔργον, ἔργον χρήσιμον ὄχι μόνον διὰ τὴν ἐπιχείρησιν ὑδραυλικῶν ἔργων, ἀλλὰ καὶ διὰ τὴν ἐγκατάστασιν τοῦ κτηματολογίου, τοῦ ὁποίου ἔχομεν ἀνάγκην καὶ χάριν τῶν ἰδιωτικῶν συμφερόντων τῆς χώρας καὶ λόγῳ τῆς κτηματικῆς πίστεως. Τὸ ἔργον ἐκτελεῖται ὀλίγον κατ’ ὀλίγον, ἀλλὰ βραδέως, καὶ διὰ τοῦτο εἴς τινα μόνον μέρη ἐξετελέσθησαν αἱ τρίται τριγωνομετρήσεις. Πρὸς ἐκτέλεσιν τῆς αἰτήσεως, ἣν ὑπέβαλεν ὁ ἐξ Ἰταλίας μετακληθεὶς ὑδραυλικὸς, ὡρίσθησαν τὰ συνεργεῖα, τῶν ὁποίων δὲν εἶναι γνωστὸν τὸ γενόμενον ἔργον, οὔτε κατὰ πόσον προώδευσεν, οὔτε πόσος χρόνος ἀκόμη πρὸς συντέλεσιν ἀπαιτεῖται, ἵνα χρησιμεύσῃ ὡς βάσις εἰς μελέτην τῶν ὑδραυλικῶν ἔργων καὶ εἰς τοὺς προϋπολογισμοὺς τῶν δαπανῶν. Κατὰ τὸ 1890 πρὶν αὐτῶν εἶχεν ἐκτεθῆ εἰς μειοδοσίαν ἡ κατασκευὴ μέρους τινὸς τῶν ὑδραυλικῶν μετὰ μελέτας τῆς Γαλλικῆς ἀποστολῆς περὶ τὴν Βούλαν τῶν Τρικκάλων. Τοῦ ἔργου ὅμως αὐτοῦ διέταξε τὴν ἀναστολὴν ἡ τότε Κυβέρνησις. Ἐὰν δὲν ἀνεστέλλετο, ἐπεχειρεῖτο δ’ ἔκτοτε ἡ ἐκτέλεσις τῶν ἔργων ἀποστραγγίσεως καὶ ἀρδεύσεως τοῦ τμήματος ἐκείνου, ἤδη θὰ εἴχομεν καὶ τὴν ἀποξήρανσιν μεγάλης ἐκτάσεως ἑλῶν πρὸς ἐξυγίανσιν, καὶ ἀρκετὴν ἔκτασιν ἀρδευομένην καὶ καλλιεργουμένην, ἐνῷ σήμερον οὔτε καλλιεργεῖται οὔτε ἀρδεύεται, ἀλλὰ κατακλύζεται χειμῶνα καὶ θέρος ὑπὸ τῶν ὑδάτων. Τὰ ἔργα ταῦτα δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γείνουν ὁμοῦ καὶ συγχρόνως· πρέπει νὰ κατασκευασθῶσι βαθμηδὸν καὶ κατ’ ὀλίγον. Δὲν νομίζω δὲ, ὅτι ἦτο δικαιολογημένη ἡ ἀντίρρησις, ἥτις τότε ἐγένετο παρὰ Βουλευτῶν ἐκ Θεσσαλίας, ὅτι τῶν ὑδραυλικῶν ὑπῆρχον ἄλλα ὠφελιμώτερα καὶ ἀναγκαιότερα διὰ τὴν Θεσσαλίαν ἔργα. Συνεβούλευσαν καὶ συμβουλεύουν οἱ ἐπιπολαίως κρίνοντες τὰς ἀνάγκας τῆς Θεσσαλίας καὶ τὰ μέσα τῆς θεραπείας αὐτῶν, ὅτι ἡ ἵδρυσις Τραπέζης Γεωργικῆς, μὲ 4% μάλιστα, θὰ ἦτο ὠφελιμωτέρα τῶν ἀρδευτικῶν ἔργων, ὡς ἂν νὰ μὴ ἦναι πρόδηλον, ὅτι ταῦτα φυσικῶς πρέπει νὰ προηγηθῶσιν ἐκείνης. Ἄλλη ἀντίρρησις τότε ἐγένετο, καὶ δυστυχῶς γίνεται καὶ σήμερον, ὅτι τὰ ὑδραυλικὰ καὶ ἀρδευτικὰ ἔργα δὲν ὠφελοῦν πάντας, ἀλλὰ μόνον τοὺς τῶν πεδιάδων κατοίκους. Ἀλλ’ ἐκτὸς τῆς ἀλληλεγγύης, ἥτις πανταχοῦ τοῦ κόσμου κρίνεται ἀναπόφευκτος μεταξὺ τῶν κατοίκων ἑκάστης χώρας, ἡ ἄρδευσις τῶν πεδιάδων θὰ ὠφελήσῃ καὶ τῶν ὀρεινῶν τὴν κτηνοτροφίαν, οἵτινες μέρος τοῦ ἔτους κατέρχονται μετὰ τῶν ποιμνίων αὐτῶν εἰς τὰς πεδιάδας. Ἀλλὰ δι’ αὐτὰ προβάλλει κυρίως τὸ ζήτημα τῆς εὑρέσεως τῶν ἀναγκαίων χρημάτων. Εἶναι δυνατὸν ὁ Θεσσαλικὸς λαός, ὁ ἀρκούντως φορολογούμενος, ὁ μὴ ἐσοδεύων ἐκ τῆς γῆς τακτικῶς καὶ ἐπαρκῶς, νὰ δώσῃ ὅλον τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ἀπαιτεῖται διὰ τὴν ὑπηρεσίαν δανείου διὰ τὴν βαθμιαίαν κατασκευὴν τῶν ἔργων αὐτῶν; Τοῦτο ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὰ ποσὰ, τὰ ὁποῖα θὰ κριθῶσιν ἀναγκαῖα κατὰ τὴν σύνταξιν τῶν προϋπολογισμῶν. Τὰ συντελούμενα ἔργα θὰ συμμετέχουν εἰς τὰς δαπάνας ταύτας βεβαίως. Ἡ ἐκ τούτων πρόσοδος καὶ ἀσφάλεια εἶναι ἐνθάρρυνσις τῶν κεφαλαίων, καὶ τῶν ἔξωθεν ἀκόμη, ἀρκεῖ ταῦτα νὰ ἴδωσιν, ὅτι στηρίζονται ἐπὶ ἀξιοπίστων προϋπολογισμῶν ἐξόδων καὶ ἐσόδων πολλῶν ὑδραυλικῶν ἔργων. Ἡ ἐπιχείρησις θὰ θεωρηθῇ γενικὴ διὰ τὸ Κράτος. Δὲν εἶναι μόνον ἡ Θεσσαλία, ἥτις ἔχει ἀνάγκην ὑδραυλικῶν ἔργων· ὑπάρχουσιν εἰς πολλὰ μέρη τῆς Ἑλλάδος ἐκτάσεις, κατεχόμεναι σήμερον ὑπὸ ἑλῶν, τελμάτων ἢ λιμνῶν, αἱ ὁποῖαι δὲν δύνανται ν’ ἀποξηρανθῶσιν ἐντελῶς ἢ διὰ διοχετεύσεως τῶν ὑδάτων, ν’ ἀποξηρανθῶσιν ἐκτάσεις γαιῶν λίαν καρποφόρων, αἱ ὁποῖαι, παραδιδόμεναι εἰς τοὺς χωρικοὺς πληθυσμοὺς πρὸς καλλιέργειαν, θὰ μεταβάλωσι πραγματικῶς καὶ τὴν ὑγείαν καὶ τὴν τύχην τὴν οἰκονομικὴν αὑτῶν. Ἑπομένως καὶ περὶ αὐτῶν πρέπει νὰ γείνῃ μέριμνα. Δὲν εἶναι ἀποκλειστικὸν εὐεργέτημα τῆς Θεσσαλίας τὰ ὑδραυλικὰ ἔργα· ἡ Ἑλλὰς στερεῖται πανταχοῦ ἐν ὅλῃ αὑτῆς τῇ ἐκτάσει ὑδραυλικῶν ἔργων· ἐνῷ δ’ ἔχει ποταμούς, οἱ ὁποῖοι ἠδύναντο νὰ χορηγήσωσιν ὕδατα, ἐνῷ ἔχει χαράδρας μεταξὺ τῶν ὀρέων, αἱ ὁποῖαι δύνανται νὰ μεταβληθῶσιν εἰς δεξαμενὰς διὰ προχωμάτων, οὐδὲν ἐμελετήθη ἕως ὥρας, καὶ αἰωνίως περιοριζόμεθα εἰς τὰς εὐχὰς μόνον, νὰ τὰ ἴδωμεν γινόμενα. Τὸ βέβαιον εἶναι, ὅτι κυριωτάτη ἀνάγκη εἶναι τὰ χρήματα. Ἀλλὰ μὴ λαμβανομένου ὑπ’ ὄψιν τοῦ ὅλου τῶν χρημάτων, ἂς γείνωσι τὰ ἔργα βαθμηδόν· ἂς γείνωσι πρῶτον τὰ ἧττον δαπανηρὰ, ἂς προηγηθῇ μελέτη αὐτῶν. Ἤθελον διὰ τοῦτο συνηγορήσει παρὰ τῇ Κυβερνήσει, ὅπως οὐ μόνον ἐντείνῃ ἐπισπεύδουσα τὰς μελέτας ἐν Θεσσαλίᾳ, ἀλλ’ ἐπεκτείνει τὰς μελέτας αὐτὰς καὶ ἐπὶ ἄλλων ἔργων τῆς Ἑλλάδος. Μεταξὺ ἡμῶν οὐδεὶς ἀγνοεῖ, τί πρέπει νὰ γείνῃ ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ του, ὅπως ἐπέλθῃ βελτίωσις εἰς τὴν κατάστασιν καὶ ὡς πρὸς τὴν ὑγείαν καὶ ὅσον ἀφορᾷ τὴν καλλιέργειαν καὶ ἰδίᾳ τὴν ἀποκάλυψιν γαιῶν διὰ τῆς ἀποξηράνσεως ἑλῶν καὶ τελμάτων. Ἐὰν ἡ Βουλὴ ἐπιθυμῇ νὰ ἔλθῃ εἰς συζήτησιν περὶ τοῦ ζητήματος τοῦ Θεσσαλικοῦ, ἢ ἂν θέλῃ νὰ συστήσῃ ἐπιτροπήν, ἡ ὁποία νὰ μελετήσῃ λεπτομερέστερον τὸ ζήτημα, εἶναι ἐλευθέρα. Ἀλλ’ ἐγὼ νομίζω, ὅτι εἶναι τόσον καθαρόν, τόσον φανερὸν καὶ ἐνδεδειγμένον τὸ τί πρέπει νὰ γείνῃ, ὅπως γείνῃ ἡ θεμελιώδης ἀρχὴ τῆς βελτιώσεως τοῦ τόπου, ἰδίᾳ τῆς γεωργίας τῆς Θεσσαλίας, ὥστε μᾶλλον πρέπει νὰ σκεφθῶμεν, πῶς νὰ εὕρωμεν πόρους πρὸς ἐκτέλεσιν τῶν ἀναγκαίων ἔργων, παρὰ νὰ συζητῶμεν τί πρέπει νὰ γείνῃ. Δὲν εἶναι δύσκολον, εἴτε μηχανικοὺς μετακαλοῦντες, εἴτε ἰδιοκτήτας, εἴτε οἱουσδήποτε ἄλλους, γνωρίζοντας τὰ τῆς ἐπαρχίας των, νὰ ἔχητε σοφὰς καὶ πρακτικὰς γνώμας περὶ τοῦ τί πρέπει νὰ γείνῃ ἑκασταχοῦ, ὅπως ἡ γεωργία τῶν ἐπαρχιῶν καὶ ἡ ὑγεία βελτιωθῇ. Τὰ ὑδραυλικὰ εἶναι ἐκ τῶν κατεπειγόντων γεωργικῶν ἔργων, καὶ οὐ μόνον ἐν Θεσσαλίᾳ, ἀλλὰ παντοῦ τῆς Ἑλλάδος. Οὐδὲν πρέπει νὰ ἐπιτρέψωμεν νὰ προτιμηθῇ αὐτῶν. Συνεπῶς ἤθελον παρακαλέσει τὴν Κυβέρνησιν, ἐὰν ἐπιθυμῇ τοιαύτην συνεργασίαν τῆς Βουλῆς δι’ ἐπιτροπῆς, ἢ εἰδικὴν συζήτησιν ἔν τινι συνεδριάσει, ὅπως μελετηθῶσι γενικῶς τὰ ζητήματα, ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς ἀνάγκης ὑδραυλικῆς ἐργασίας, νὰ προκαλέσῃ τοῦτο καὶ εἶτα νὰ προβῇ. Αἱ αἰώνιαι ἀναβολαί, διὰ νὰ ἐπιχειρήσωμεν πολλὰ συνάμα τοιαῦτα ἔργα, ὑπῆρξαν μέχρι τοῦδε καὶ θ’ ἀποβῶσι καὶ ἤδη καὶ ἐν τῷ μέλλοντι καταστρεπτικαὶ διὰ τὴν γεωργικὴν πρόοδον τῆς χώρας.

§62Ι. ΠΑΛΑΣΚΑΣ. Συγχαίρω ἀπὸ καρδίας τοὺς συναδέλφους. Καλῶς ἀντελήφθησαν τὰς ἀνάγκας τοῦ τόπου καὶ τοῦ λαοῦ τῆς Θεσσαλίας, καὶ ἐβεβαίωσαν τὴν Βουλὴν περὶ αὐτῶν. Δὲν ἀμφιβάλλω δὲ, ὅτι ἡ Βουλὴ θὰ φανῇ προθυμοτάτη εἰς τὰ Θεσσαλικὰ ζητήματα. Ἐξ ὅλων ὅμως αὐτῶν μοῦ ἤρεσαν τὰ δύο τελευταῖα τοῦ σεβαστοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως καὶ τοῦ ἀξιοτίμου ἡγέτου τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Οἱ Θεσσαλοὶ δύνανται νὰ ἐλευθερωθοῦν καὶ νὰ γείνωσι μικροϊδιοκτῆται καὶ κύριοι τοῦ ἑαυτοῦ των, ἀρκεῖ νὰ λάβῃ πρόνοιαν ἡ Κυβέρνησις νὰ ἀγοράσῃ τὰ κτήματα τῆς Θεσσαλίας, ἀφοῦ προσφέρονται οἱ ἰδιοκτῆται νὰ τὰ πωλήσουν, καὶ εἰς τιμὴν μετριωτάτην, ὅπως ἠγοράσθησαν καὶ τὰ κτήματα τοῦ Στεφάνοβικ. Δι’ ὅσα δὲ κτήματα ἤθελον μείνει ἀπώλητα, διότι δὲν ἔχουσι τὴν ἀπόφασιν οἱ ἰδιοκτῆται νὰ τὰ πωλήσουν, ἡ Κυβέρνησις πρέπει νὰ ἐπαναφέρῃ τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον εἰσήγαγε κατὰ τὸ 1900 ἕνεκα τῶν ἐκτάκτων περιστάσεων, διὰ νὰ γνωρίζουν καὶ οἱ μέλλοντες καλλιεργηταὶ, ὅτι θὰ ἔχωσι στέγην ἰδικήν των. Ἔγεινε λόγος καὶ διὰ τὰ ὑδραυλικὰ ἔργα τῆς Θεσσαλίας. Περὶ τούτων ἐπιφυλάσσομαι νὰ φέρω ἐκτενέστερον τὸν λόγον, ὅταν θὰ ἔλθῃ ἡ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου. Σήμερον παρατηρῶ μόνον, ὅτι ὅσοι ἔχουν ἄλλας ἰδέας νομίζουν, ὅτι τὰ ἔργα ταῦτα εἶναι χρήσιμα διὰ τὴν Θεσσαλίαν· ἀλλ’ ἐγώ, ἐξ ἰδίας ἀντιλήψεως γνωρίσας τὴν κατάστασιν, δὲν τὰ θεωρῶ τόσον ὠφέλιμα διὰ τὴν Θεσσαλίαν. Μόνον ὀλίγην δαπάνην εἶναι ἀνάγκη νὰ κάμῃ τὸ Κράτος, ὀλίγα ἑκατομμύρια νὰ δαπανήσῃ, διὰ νὰ πλατύνῃ τοὺς ποταμοὺς τῆς Θεσσαλίας, νὰ πλατύνῃ τὸ βουνὸ κάτω εἰς τὴν Λάρισαν εἰς ἔκτασιν εἴκοσι βημάτων, εἰς τὸ μέρος, ὅπου συγχωνεύονται ὅλοι οἱ ποταμοὶ, διὰ νὰ δύνανται τοιουτοτρόπως οἱ γεωργοὶ νὰ ποτίζουν τὴν πεδιάδα. Διατὶ νὰ δαπανήσῃ 12,000,000 τὸ Κράτος ἀσκόπως; Ὅσον ἀφορᾷ τὸ ζήτημα τῆς ἀποστολῆς ἐπιτροπῆς, ἡ ὁποία νὰ μελετήσῃ τὰ Θεσσαλικὰ ζητήματα, ἐρωτῶ, ποίαν μελέτην θὰ κάμῃ ἡ ἐπιτροπὴ αὕτη, ἀφοῦ ἔχομεν μελέτην μιᾶς ἄλλης μεγάλης ἐπιτροπῆς ἀπὸ πρόσωπα ἔξοχα, ἡ ὁποία ἄλλοτε μετέβη ἐκεῖ, διῆλθεν ὅλην τὴν Θεσσαλίαν καὶ ἐμελέτησεν αὐτὴν, καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τῆς μελέτης ταύτης ὑπεβλήθη τότε νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον καὶ ἐνεγράφη εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Τί νὰ κάμῃ νέα ἐπιτροπὴ εἰς τὴν Θεσσαλίαν; νὰ ἰδῇ τοὺς βάλτους ἐκεῖ;

§63ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπιμένετε, Κύριοι, ὅπως ἡ Βουλὴ ὁρίσῃ ἡμέραν συζητήσεως τοῦ περὶ οὗ πρόκειται ζητήματος;

§64Ι. ΓΙΑΝΝΑΚΙΤΣΑΣ ΚΑΙ ΕΤΕΡΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.

§65ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑποβάλετε πρότασιν.

§66ΣΠ. ΓΕΩΡΓΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι ἀνάγκη προτάσεως, νομίζω. Δὲν πιστεύω νὰ ὑπάρχῃ Βουλευτὴς, ὁ ὁποῖος νὰ ἔχῃ ἀντίρρησιν.

§67Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸν λόγον ἐπὶ τῆς προτάσεως.

§68ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ ἀναγνωσθῇ ἡ πρότασις.

§69Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Ὄχι. Εἶπεν ὁ ἐκ Θεσσαλίας ἀξιότιμος συνάδελφος, ὅτι δὲν ὑπάρχει Βουλευτὴς ἐνταῦθα ἀντιτείνων εἰς τοῦτο. Ὑπάρχει εἷς, διότι ἐγὼ ἀντιτείνω...

§70ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ σᾶς ἀκούσωμεν διατί. Ἐξηγηθῆτε.

§71Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Μάλιστα. Εἶμαι πρόθυμος. Ἀφ’ ἧς ἠρχίσαμεν τὰς νομοθετικὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς ἐρρίφθη εἰς τὸ μέσον τὸ Πελοποννησιακὸν, ὡς τὸ ἐχαρακτήρισεν ὁ κύριος Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, ζήτημα, καὶ μᾶς ἀπησχόλησε τοῦτο μέχρι τῆς χθές...

§72Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Εἶναι ἐθνικὸν τὸ ζήτημα, δὲν εἶναι Πελοποννησιακόν.

§73Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Εἶπον, ὡς τὸ ἐχαρακτήρισεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς.

§74ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπόν;

§75Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Θὰ ὁμιλήσω, κύριε Πρόεδρε, παρακαλῶ;

§76ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα. Ἀλλ’ ἐπὶ τίνος θέματος;

§77Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Θὰ τὸ μάθητε, ὅταν μὲ ἀκούσητε. Μᾶς ἀπησχόλησε, λέγω, τὸ ζήτημα τοῦτο μέχρι τῆς χθὲς, καὶ τίς οἶδεν ἐπὶ πόσον ἀκόμη θὰ μᾶς ἀπασχολήσῃ, καὶ πολὺ δικαίως, διότι καὶ ἐγὼ συμφωνῶ μὲ τὸν ἀξιότιμον ἐξ Ἀττικῆς συνάδελφον, ὅτι τὸ σταφιδικὸν ζήτημα ὀρθῶς χαρακτηρίζεται ὡς ἐθνικόν. Σήμερον παρουσιάζεται ἕτερον, ἐπίσης σπουδαῖον ζήτημα, τὸ Θεσσαλικὸν, τὸ ὁποῖον ἀρχίζει τώρα, καὶ δὲν γνωρίζομεν ἐπὶ πόσον θὰ μᾶς ἀπασχολήσῃ καὶ τοῦτο. Ἐνδεχόμενον εἶναι, αὔριον ἄλλοι Βουλευταὶ νὰ παρουσιάσωσιν ἕτερα σοβαρὰ ἐπίσης ζητήματα—διότι δὲν νομίζω, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ συζητῶμεν ἐνταῦθα καὶ περὶ μὴ σοβαρῶν—σχετιζόμενα μὲ τὰς ἰδίας αὐτῶν ἐπαρχίας. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι πάντα ταῦτα δύνανται νὰ συγκεντρωθῶσιν εἰς ἓν καὶ τὸ αὐτὸ, διότι ἡ Κυβέρνησις, ἀναγνωρίσασα βεβαίως τὴν σοβαρότητα καὶ σπουδαιότητα τῶν τοιούτων θεμάτων, ὑπέβαλεν ἤδη νομοσχέδιον, δι’ οὗ ζητεῖ τὴν ἵδρυσιν Ὑπουργείου σχετικοῦ πρὸς ταῦτα τὰ ζητήματα· ζητεῖ δηλονότι νὰ θέσῃ ταῦτα εἰς χεῖρας εἰδικῶν ἀνδρῶν, οἵτινες νὰ δύνανται νὰ μελετῶσι κατ’ ἰδίαν, καὶ νὰ φέρωσιν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς τὰ κατάλληλα νομοθετήματα, ἡ δὲ Βουλὴ νὰ κρίνῃ καὶ ἀποφασίζῃ ἐπὶ θεμάτων, τὰ ὁποῖα θὰ τίθενται ἐνώπιον αὐτῆς μεμελετημένα. Αὐτὴ εἶναι ἡ γνώμη, τὴν ὁποίαν πρὸ ὀλίγου ἐξήνεγκεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Φθιώτιδος συνάδελφος, ἂν δὲν ἀπατῶμαι...

§78Ν. ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Ἐγὼ δὲν ἐξέφρασα τοιαύτην γνώμην. Ἐγὼ εἶπον, ὅτι ὅσα ζητοῦσιν οἱ Βουλευταὶ τῆς Θεσσαλίας καὶ ἄλλοι γεωργικοὶ πληθυσμοὶ εἶναι ζητήματα, τὰ ὁποῖα πᾶσα Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ὀφείλει νὰ γνωρίζῃ, καὶ αὐτὴ εἶναι ἁρμοδία νὰ ὑποβάλῃ τὰ προσήκοντα μέτρα πρὸς βελτίωσιν αὐτῶν. Ἑπομένως θεωρῶ περιττὴν καὶ ὡρισμένην ἡμέραν συζητήσεως καὶ σύστασιν ἐπιτροπῆς, ἀφοῦ ἄλλως τε ἐπιτροπὴ ἐπὶ τῶν Θεσσαλικῶν νομοσχεδίων συνεστήθη καὶ ὑπέβαλε τὸ πόρισμα τῶν μελετῶν αὐτῆς, τὸ ὁποῖον εὑρίσκεται εἰς χεῖρας τοῦ κυρίου Πρωθυπουργοῦ ἀπὸ τοῦ 1897.

§79Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Συμφωνῶ πληρέστατα, κύριε συνάδελφε. Ἴσως ἐξεφράσθην κακῶς. Ἀλλ’ αὐτὸ, τὸ ὁποῖον λέγετε σεῖς, αὐτὸ τοῦτο λέγω καὶ ἐγώ· ὅτι δηλαδὴ αὐτὰ εἶναι ζητήματα, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ ἔρχωνται μεμελετημένα εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ τότε, ἂν παραστῇ ἀνάγκη, δύνανται νὰ σταλῶσιν εἰς ἐπιτροπὴν ἐκ Βουλευτῶν, ἥτις νὰ μελετήσῃ καὶ ἐπεξεργασθῇ ἐκ νέου ὅσα ἡ Κυβέρνησις θὰ παρουσίαζεν εἰς τὴν Βουλήν. Θέλω νὰ εἴπω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἀνεγνώρισεν, ὅτι τὰ ὅρια τῆς μελέτης, τὴν ὁποίαν ἀπαιτεῖ ἡ ἐμψύχωσις τῆς ἐθνικῆς παραγωγῆς,—φράσις, τὴν ὁποίαν διηνεκῶς ἀκούομεν ἐνταῦθα — ἐπεξετάθησαν ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε νὰ παρίσταται ἀνάγκη εἰδικῶν διὰ τὸ ζήτημα τοῦτο ἀνδρῶν. Συζητοῦμεν Κύριοι, περὶ γεωργίας, συζητοῦμεν περὶ ὑδραυλικῶν ζητημάτων. Ἀλλὰ ποῖοι εἶναι οἱ εἰδικοὶ ἄνδρες παρὰ τῇ Κυβερνήσει, οἱ ὁποῖοι μελετῶσιν αὐτὰ τὰ ζητήματα; Ὁ ἀξιότιμος ἐκ Μεσολογγίου συνάδελφος ἐπὶ ἡμίσειαν ἤδη ὥραν μᾶς ἀπησχόλησε μὲ τὸ ὑδραυλικὸν ζήτημα τῆς Θεσσαλίας· ἀλλὰ θὰ ἐπεθύμουν νὰ μάθω, εἶναι εἰδικὸς περὶ τὰ τοιαῦτα ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος; ἢ μήπως ὁ σεβαστὸς Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἢ ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸς, ἢ καὶ ὁ Διοικητὴς τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης δύνανται νὰ ἔχωσι γνώσεις εἰδικὰς, ἵνα κρίνωσιν ἀσφαλῶς ἐπὶ τοιούτων ζητημάτων; Ποῖοι εἶναι οἱ ἄνθρωποι οἱ εἰδικοὶ εἰς τὰ Ὑπουργεῖα, εἰς τοὺς ὁποίους εἶναι ἀνατεθειμέναι σήμερον αἱ μελέται αὗται; Οὐδεὶς! Ποῖος διευθύνει σήμερον τὸ τμῆμα τῆς Γεωργίας ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐσωτερικῶν, καὶ τὸ ὁποῖον προτίθεται σήμερον ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ μετασχηματίσῃ εἰς εἰδικὸν Ὑπουργεῖον; Οὐδεὶς ἀπολύτως! Εἶναι ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι οὐδεμίαν ἔχουσι σχέσιν μὲ τὰ τεχνικὰ ζητήματα, τὰ ὁποῖα συνδέονται μετὰ τῆς γεωργίας καὶ λοιπῶν. Νομίζω, κύριε Πρόεδρε, ὅτι ὅλα ταῦτα — ὁ προσδιορισμὸς ἡμέρας πρὸς συζήτησιν, αἱ ἐπιτροπαὶ καὶ λοιπὰ — πρέπει νὰ τεθῶσι κατὰ μέρος. Ἡ Κυβέρνησις ἐνόησεν ἀρκούντως, ὅτι ἔφθασεν ἡ στιγμή, κατὰ τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ σχηματισθῇ εἰδικὸν Ὑπουργεῖον, τὸ ὁποῖον νὰ ἀσχοληθῇ περὶ τὰ τοιαῦτα...

§80ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπιμένουσιν.

§81Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐὰν στενοχωρῆσθε, νὰ σιωπήσω.

§82ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὄχι. Ἐπιμένουσιν οἱ Κύριοι.

§83Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Διὰ νὰ μὴ στενοχωρῶ τὸν κ. Πρόεδρον, θὰ σιωπήσω.

§84ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὄχι. Ὁμιλήσατε, παρακαλῶ.

§85Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Λοιπὸν, κύριε Πρόεδρε, λέγω ὅτι, διὰ ν’ ἀποφασίσῃ ἡ Κυβέρνησις νὰ παρουσιάσῃ τοιοῦτο νομοσχέδιον εἰς τὴν Βουλὴν καὶ νὰ τὸ ἀναγράψῃ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, βεβαίως κατενόησε τὰς ἀνάγκας, αἱ ὁποῖαι τὸ ἐπιβάλλουσι. Συνεπῶς, ἀντὶ ὅλων τούτων, προτείνω νὰ προταχθῇ εἰς συζήτησιν τὸ νομοσχέδιον τὸ ἀφορῶν τὴν σύστασιν τοῦ ὀγδόου Ὑπουργείου, διότι τότε ἡ Κυβέρνησις θέλει ἐκφράσει τὰς γνώμας της, θέλει ἀναπτύξει τὰς ἀνάγκας, αἱ ὁποῖαι ἐπιβάλλουσι τὴν σύστασιν τοιούτου Ὑπουργείου, καὶ ἡ Βουλὴ ἐν ἐπιγνώσει θὰ συζητήσῃ ἐπὶ ὅλων τούτων τῶν θεμάτων, διότι πάντα ταῦτα ἐκ τοῦ ὀγδόου Ὑπουργείου θὰ ἐξαρτηθῶσιν ἀποκλειστικῶς.

§86ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶσθε λοιπὸν ἐναντίον τῆς προτάσεως;

§87Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Εἶμαι ἐναντίον τῆς προτάσεως, καὶ προτείνω νὰ προταχθῇ τὸ νομοσχέδιον περὶ ὀγδόου Ὑπουργείου, διότι τὸ ζήτημα τοῦτο εἶναι πολὺ σπουδαῖον. Ἐγὼ τοὐλάχιστον τὸ θεωρῶ πολὺ σπουδαιότερον ἀπὸ ὅλα τὰ ἄλλα, τὰ ἀναγεγραμμένα ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει, νομοσχέδια, καὶ τὰ περὶ στρατοῦ καὶ τὰ οἰκονομολογικὰ καὶ λοιπά, διότι μεγάλην πεποίθησιν εἰς τὸ λυσιτελὲς τούτων δὲν ἔχω. Παρακαλῶ λοιπὸν νὰ προταχθῇ πρὸς συζήτησιν, ἐὰν ἡ Βουλὴ τὸ δεχθῇ, τὸ νομοσχέδιον τὸ σχετικὸν πρὸς τὴν ἵδρυσιν τοῦ ὀγδόου Ὑπουργείου, ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει.

§88ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κατόπιν. Οἱ παραδεχόμενοι ἵνα ὁρισθῇ ἡμέρα πρὸς συζήτησιν εἰδικῶς τῶν Θεσσαλικῶν ζητημάτων παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται πολλοί· ἀμφίβολον τὸ ἀποτέλεσμα). Θὰ ἐρωτήσω τὸ ἀντίθετον. Οἱ μὴ παραδεχόμενοι νὰ ὁρισθῇ ἡμέρα πρὸς συζήτησιν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ ὀλιγώτεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη τὴν πρότασιν νὰ ὁρισθῇ ἡμέρα πρὸς συζήτησιν.

§89Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Κατόπιν ἔρχεται ἡ ἰδική μου πρότασις.

§90ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐξ ἀριστερῶν). Κύριε Πρόεδρε, νὰ ὁρισθῇ ἡ ἡμέρα.

§91ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν θὰ ὁρίσω ἐγώ· ἡ Βουλὴ θὰ ὁρίσῃ.

§92Ι. ΓΙΑΝΝΑΚΙΤΣΑΣ. Τὴν Τρίτην λοιπόν.

§93Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Διατὶ ὄχι τὴν Δευτέραν; Δὲν ἔχομεν σκοπὸν νὰ ἐργασθῶμεν ποτέ! Τὸ ἄλλο Σάββατον, κύριε Πρόεδρε.

§94ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Τὴν Πέμπτην, κύριε Πρόεδρε.

§95ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ δεχόμενοι ἵνα τὴν προσεχῆ Πέμπτην γείνῃ ἡ συζήτησις παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἔχει τις τὸν λόγον πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως;

§96Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὑπέβαλον καὶ ἐγὼ μίαν πρότασιν, τὴν ὁποίαν νομίζω γενικωτέραν.

§97ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὅταν εἰσέλθωμεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, τότε ζητεῖτε τὴν πρόταξιν τοῦ νομοσχεδίου. Ὁ κύριος Κωνσταντῖνος Κουμουνδοῦρος ἔχει τὸν λόγον.

§98Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Προτοῦ νὰ εἰσέλθω εἰς τὸ κύριον θέμα μου, ἐπὶ τῆς γενομένης προτάσεως θὰ εἴπω δύο λέξεις. Νομίζω ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ τεθῇ τοιαύτη πρότασις, διότι ἡ μόνη δυναμένη νὰ κρίνῃ περὶ τῆς ἀνάγκης τῆς προτάξεως ἢ τῆς συζητήσεως νομοσχεδίων εἶναι ἡ Κυβέρνησις.

§99ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Ὄχι! ὄχι!

§100Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Παρακαλῶ... Αὔριον ἡ Κυβέρνησις θὰ ἐγερθῇ νὰ εἴπῃ νὰ προταχθῶσι τὰ δεῖνα ἢ δεῖνα νομοσχέδια. Τί θὰ εἴπῃ ἡ Βουλή; — Διότι αἱ ἡμέραι παρέρχονται, τὸ Πάσχα ἔρχεται, καὶ ἡ Κυβέρνησις εἶναι ἠναγκασμένη νὰ ζητήσῃ νὰ ψηφισθῇ ὁ Προϋπολογισμός. Ἀλλ’ ἂς ἔλθω εἰς τὸ θέμα, τὸ ὁποῖον θ’ ἀπασχολήσῃ τὴν Βουλὴν ἐπ’ ὀλίγον. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ ἐξετάσῃ τὴν ὑπηρεσίαν, διατὶ μέχρι σήμερον ἡ ὁδὸς ἀπὸ Μελιγαλᾶ εἰς Ἀνδανίαν δὲν ἐπιδιωρθώθη. Διὰ τὴν ὁδὸν ταύτην ὑπάρχουσιν εἰς τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας 80,000 δραχμαί. Μηχανικὸς ἐπὶ τούτῳ ἐστάλη, καὶ ἐξήτασε τὴν κατάστασιν τῆς ὁδοῦ, καὶ ἐγνωμοδότησε, τί πρέπει νὰ γείνῃ, καὶ πόση δαπάνη ἀπαιτεῖται. Τὰ πάντα εἶναι ἕτοιμα· δὲν χρειάζεται παρὰ ἡ ἀπόφασις τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν. Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ ζητήσῃ πάντα τὰ σχετικὰ ἔγγραφα καὶ τὰ σχεδιογραφήματα καὶ τὸν προϋπολογισμὸν τῆς δαπάνης ἀπὸ τὴν ὑπηρεσίαν καὶ ν’ ἀποφασίσῃ συντόμως, διότι αἱ ἀνάγκαι εἶναι μεγάλαι καὶ λίαν ἐπείγουσαι εἰς τὸν τόπον ἐκεῖνον.

§101ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει ἄλλος τις τὸν λόγον;

§102Κ. ΤΟΠΑΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐζήτησα πρὸ ἡμερῶν νὰ ὑποβληθῶσιν εἰς τὴν Βουλὴν καταστάσεις τῶν ἐσόδων τοῦ Κράτους τῆς χρήσεως τοῦ 1902. Γνωρίζω ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὑπέβαλεν ἤδη καταστάσεις τινάς. Δὲν ἔλαβον καιρὸν νὰ ἐξετάσω, ἂν ὑπεβλήθησαν ὅλαι. Ὡσαύτως ὅμως παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν προσωρινὴν κατάστασιν τῶν πληρωθέντων ἐξόδων τῆς χρήσεως τοῦ 1902 ἀπὸ 1 Ἰανουαρίου μέχρι τέλους Δεκεμβρίου 1902, κατὰ γενικὰ κεφάλαια τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ὡς δημοσιεύονται ἐν ταῖς μηνιαίαις καταστάσεσι. Τὴν ἐπερώτησιν ταύτην, κύριε Πρόεδρε, ὑποβάλλω πρὸς ὑμᾶς, ἵνα τὴν διαβιβάσητε πρὸς τὸν κ. Πρωθυπουργόν. Ἀλλὰ πλὴν τούτου κατὰ τὴν 12 Μαρτίου ὑπέβαλον ἐπερώτησιν ἀπευθυνομένην πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, διὰ τῆς ὁποίας παρεκάλουν αὐτὸν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, εἰς ποῖον σημεῖον εὑρίσκεται ἡ γενομένη δημοπρασία κατὰ Νοέμβριον τοῦ 1902 ἐν Βόλῳ περὶ ἀνεγέρσεως δικαστικοῦ καταστήματος ἐν τῇ πόλει ἐκείνῃ. Ἐνεκρίθη ἢ ὄχι; Ἐὰν δὲν ἐνεκρίθη, διατὶ δὲν ἐνεκρίθη; καὶ εἰς ποῖα μέτρα προέβη ὁ κ. Ὑπουργός; καὶ ποῖαι εἶναι αἱ σκέψεις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, σκέψεις, αἵτινες τὸν ἠνάγκασαν νὰ ἀναβάλῃ τὴν ἔγκρισιν τῆς δημοπρασίας ταύτης;

§103ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸ τρίτον ἤδη λαμβάνω τὸν λόγον, ὅπως παρακαλέσω τοὺς ἀξιοτίμους Ὑπουργούς, ἵνα εὐαρεστηθῶσι νὰ καταθέσωσιν εἰς τὴν Βουλὴν πληροφορίας ζητηθείσας ἐγγράφως πρὸ πολλοῦ. Εἶναι περίεργον, κύριε Πρόεδρε, ὅτι πληροφορίαι, αἱ ὁποῖαι εἶναι δυνατὸν αὐθημερὸν νὰ προσαχθῶσιν εἰς τὴν Βουλήν, πρὸ δεκαπέντε δὲ ἡμερῶν ζητηθεῖσαι, δὲν κατατίθενται. Εἶπον καὶ προγενεστέρως, ὅτι ἐξ ἰδίας ἀντιλήψεως γινώσκω, ὅτι οἱ πίνακες οἱ ζητηθέντες δι’ ἐπερωτήσεώς μου εἶναι δυνατὸν αὐθωρεὶ νὰ καταρτισθῶσιν ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως. Ἴσως εἶναι ἀναγκαῖον νὰ προσθέσω, ὅτι αἱ πληροφορίαι, τὰς ὁποίας ἐζήτησα, ἀφορῶσιν εἰς ζητήματα καὶ πράξεις Κυβερνήσεως οὐχὶ τῆς παρούσης, διότι ἄνευ τῆς δηλώσεως ταύτης φοβοῦμαι ὅτι δὲν θὰ κατατεθῶσιν αἱ ζητούμεναι πληροφορίαι. Ἐπαναλέγω, ὅτι ἀφορῶσιν αἱ πλεῖσται εἰς πράξεις Κυβερνήσεως παρελθούσης, ἴσως καὶ προπαρελθούσης, ἴσως καὶ εἰς ἐνεργείας ἐμοῦ, ὡς Ὑπουργοῦ. Ἔχω ὅμως ἀπόλυτον ἀνάγκην τῶν πληροφοριῶν τούτων, διότι πρόκειται νὰ ἀποκρούσω συκοφαντίας, καὶ νὰ ἐλέγξω πράξεις ἄλλων Ὑπουργῶν, αἱ ὁποῖαι κατὰ τὴν γνώμην μου εἶναι παράνομοι, ἴσως μάλιστα προκαλέσωσι καὶ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν. Ἀναλαμβάνει ἑπομένως μεγάλην εὐθύνην ἡ Κυβέρνησις, μὴ καταθέτουσα τὰς πληροφορίας ἐκείνας, μετὰ τὴν κατάθεσιν τῶν ὁποίων ἴσως ἡ Βουλὴ εὑρεθῇ εἰς τὴν δυσάρεστον θέσιν νὰ ζητήσῃ ποινικὰς εὐθύνας παρὰ πρώην Ὑπουργῶν. Ἀπορῶ μάλιστα μὲ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὁ ὁποῖος εἶναι εὔθικτος εἰς τὰ κοινοβουλευτικὰ ζητήματα, ἀπορῶ, πῶς εἰς τὴν προκειμένην περίπτωσιν τὴν ἰδιότητά του ταύτην δὲν ἐπέδειξεν. Ἴσως μετ’ ὀλίγον εἰσέλθωμεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, θὰ εὑρεθῶμεν δὲ καὶ πάλιν πρὸ τοῦ ἀδυνάτου νὰ συζητήσωμεν διάφορα θέματα, διότι δὲν κατετέθησαν αἱ ζητηθεῖσαι πληροφορίαι. Σημειώσατε δὲ, κύριε Πρόεδρε, ὅτι πάντοτε ὑποβάλλω τὰς ἐπερωτήσεις μου ἐγγράφως, δημοσιεύονται δὲ αὐταὶ τακτικῶς ἐν τοῖς ἐπισήμοις πρακτικοῖς, ἵνα μὴ ἀπασχολῶ τὴν Βουλὴν διὰ τῆς ἀναπτύξεως τῶν τοιούτων ἐπερωτήσεων, ὡς ἐγίνετο κατὰ τὸ παρελθόν, διότι κατὰ τὸ παρελθὸν εἶχον συνήθειαν οἱ κύριοι Βουλευταὶ νὰ ἀναπτύσσωσιν ἀμέσως τὰς ἐπερωτήσεις, καὶ μετὰ ταῦτα νὰ καταθέτωσιν αὐτὰς ἐγγράφως εἰς τὸ Προεδρεῖον. Ἐπειδὴ δὲ ἡμεῖς ἐγκατελείψαμεν τὸ σύστημα ἐκεῖνο, οὐδεμία δυστυχῶς δίδεται προσοχὴ εἰς ἡμᾶς. Διὰ τοῦτο εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ ἀναπτύσσω τὰς ἐπερωτήσεις μου, καὶ μάλιστα ἀπὸ ταύτης τῆς στιγμῆς, ἐπὶ ὥρας ὁλοκλήρους. Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον ἴσως ἐπιτευχθῇ ὁ σκοπός, τὸν ὁποῖον ἐπιδιώκομεν, διότι ἐγὼ ἐπιθυμῶ νὰ ἔχῃ ἡ Βουλὴ ἐπίσημα ἔγγραφα περὶ ἑκάστου θέματος. Παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, πρὸς τὸν ὁποῖον ἀπηύθυνα τὴν ἐπερώτησίν μου, νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ καταθέσῃ τὰ ζητηθέντα ἔγγραφα ὅσον τὸ δυνατὸν ταχύτερον. Ἐπίσης καὶ τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας.

§104Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ποία εἶναι ἡ ἐπερώτησις διὰ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν;

§105ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Μίαν ἔχω πρόχειρον, τὴν τῆς 12 Μαρτίου. Ἐζήτησα τὴν ἑξῆς πληροφορίαν (ἀναγινώσκει): «Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ προσκομίσῃ εἰς τὴν Βουλὴν σημείωμα, ἐκ τοῦ ὁποίου νὰ ἐμφαίνηται: 1) πόσαι καὶ τίνος ποσοῦ ἀγωγαὶ ἐκ μέρους Ὑπουργῶν καὶ Βουλευτῶν ὑπάρχουσιν ἐκκρεμεῖς κατὰ τοῦ Δημοσίου, τίνος ποσοῦ εἶναι ἑκάστη, εἰς χεῖρας τίνος νομικοῦ συμβούλου, καὶ ποία ἡ ἐνεστῶσα στάσις τῆς δίκης· 2) πόσαι ἀγωγαὶ ὑπάρχουσιν ἐκκρεμεῖς τοῦ Δημοσίου κατὰ Ὑπουργῶν καὶ Βουλευτῶν, τίνος ποσοῦ ἑκάστη, εἰς χεῖρας τίνος νομικοῦ συμβούλου, καὶ ποία ἡ ἐνεστῶσα στάσις αὐτῆς.» Ἐὰν ἐγὼ προσκομίσω σχετικὰς πληροφορίας πρὸς τὴν Βουλὴν, βεβαίως εἶναι δυνατὸν νὰ μοὶ εἴπητε, ὅτι αἱ πληροφορίαι μου δὲν εἶναι ἀκριβεῖς· ἐὰν ὅμως ὁ κ. Πρωθυπουργὸς προσαγάγῃ ἐπισήμως τὰς ζητουμένας πληροφορίας, τότε δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρχῃ ἀμφιβολία περὶ τῆς ἀκριβείας αὐτῶν. Ἀλλ’ εἶναι καὶ ἄλλαι, σχετικαὶ πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Παιδείας. Πρὸ ἡμερῶν σᾶς παρεκάλεσα νὰ κατατεθῇ πίναξ ἐμφαίνων πρῶτον, ποῖον ποσὸν χρημάτων ἦτο κατατεθειμένον εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν ἐξ εἰσπράξεων ἐκπαιδευτικῶν τελῶν πρὸς κατασκευὴν κτιρίων δημοτικῶν σχολείων, δεύτερον, ποῖον μέρος τοῦ ποσοῦ τούτου κατηναλώθη, τρίτον, πόσα ἐδημοπρατήθησαν κτίρια διὰ δημοτικὰ σχολεῖα, καὶ πόσα ἐνεκρίθησαν, καὶ εἰς ποῖον ποσὸν ἀνέρχεται τὸ διὰ τὰς ἤδη ἐγκριθείσας δημοπρασίας. Ὡς εἶπον καὶ ἄλλοτε, δὲν πρέπει ὁ Ὑπουργὸς νὰ προβαίνῃ εἰς δημοπρασίαν καὶ εἰς ἔγκρισιν κατασκευῆς κτιρίων δημοτικῶν σχολείων ἀξίας 700,000 δραχμῶν, χωρὶς νὰ ὑπάρχῃ οὐδὲ μία δραχμὴ κατατεθειμένη ἐν τῇ Ἐθνικῇ Τραπέζῃ πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον. Νομίζω, ὅτι εἶναι πληροφορίαι, τὰς ὁποίας ἡ ὑπηρεσία δὲν δύναται νὰ ἀρνηθῇ, τὰς ὁποίας ὁ ἁρμόδιος τμηματάρχης δύναται νὰ δώσῃ ἀμέσως, διότι τὰ βιβλία τοῦ Ὑπουργείου τῆς Παιδείας εἶναι ἐν πλήρει τάξει. Ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας δὲν ἦτο ἀσθενής, — εὔχομαι δὲ ταχέως νὰ ἀναρρώσῃ — εἶμαι βέβαιος, ὅτι δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν ὁ κ. Ρώμας ν’ ἀποποιηθῇ νὰ προσκομίσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τοιαύτας πληροφορίας, αἱ ὁποῖαι ἐντὸς ὡρῶν δύνανται νὰ συλλεχθῶσιν. Ἀλλὰ καὶ ἄλλων πληροφοριῶν ἔχω ἀνάγκην. Πῶς ὅμως νὰ συζητήσω ἐπ’ αὐτῶν, ἀφοῦ δὲν κατετέθησαν εἰσέτι; Ἐὰν νομίζητε, ὅτι εἶναι πρέπον νὰ ἀνερχώμεθα τὸ βῆμα καὶ νὰ ὁμιλῶμεν ἐπὶ ζητημάτων, ἐφ’ ὧν δὲν κατετέθησαν ἐπίσημοι πληροφορίαι, θέλω τὸ πράξει εὐχαρίστως.

§106Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Εὐλαβοῦμαι τὴν ἱερὰν ἀγανάκτησιν, τὴν ὁποίαν αἰσθάνεσθε, διότι δὲν προσεκομίσθησαν ταχέως καὶ ἀμέσως αἱ πληροφορίαι, τὰς ὁποίας ἐζητήσατε. Ἀλλ’ αἱ πληροφορίαι, τὰς ὁποίας ἐζητήσατε, ἐζητήθησαν μόνον τῇ 12 Μαρτίου, ἀπὸ δὲ τῆς 12 μέχρι σήμερον δὲν ἐμεσολάβησαν ἢ μόνον δύο ἡμέραι. Ἔχετε δίκαιον ν’ ἀγανακτῆτε λοιπόν; — Ἐὰν δὲ πρόκηται νὰ ἀναπτύξητε περισσότερον τὴν ἀγανάκτησίν σας, δύνασθε, ἐὰν θέλητε, νὰ πράξητε τοῦτο κατὰ τὸ ὑπόλοιπον τῆς συνεδριάσεως, διότι οὕτω δύναται νὰ χρησιμεύσῃ τὸ θέμα πρὸς ἐξακολούθησιν τῆς συζητήσεως ταύτης. Καθόσον δ’ ἀφορᾷ τὰς ἐπερωτήσεις ὑμῶν πρὸς τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῆς Ἐκπαιδεύσεως, βεβαιῶ ὑμᾶς, ὅτι, ἂν οὗτος ἦτο ὑγιὴς, βεβαίως ἤθελε προσκομίσει τὰς ζητουμένας πληροφορίας, καὶ τοῦτο, οὐχὶ διότι οὗτος εἶναι ἀνὴρ, ὁ ὁποῖος ἔχει συνείδησιν τῆς εὐθύνης καὶ σέβεται ἑαυτὸν, ἀλλὰ διότι δὲν ὑπῆρξε ποτὲ Ὑπουργὸς καλῆς πίστεως, ὅστις ἠρνήθη νὰ προσκομίσῃ πληροφορίας, αἵτινες ἐζητήθησαν ἐν τῇ Βουλῇ, οὔτε δὲ παραδέχομαι, ὅτι ἡμεῖς ἠρνήθημεν ποτὲ πληροφορίας, ὑποκλέπτοντες διὰ πλαγίων τοιούτων μέσων τὸν χρόνον τῆς Βουλῆς, ἵνα ἀποφύγωμεν τὸν ἔλεγχον. Ἀλλὰ κατὰ τὰς ἡμέρας, καθ’ ἃς ἐπρόκειτο νὰ παρασκευασθῶσιν αἱ πληροφορίαι, ἵνα ἀνακοινώσω ταύτας εἰς τὴν Βουλὴν, συνέβη οἰκογενειακὸν δυστύχημα εἰς τὸν δικαστικὸν σύμβουλον κ. Πετρόπουλον, ἕνεκα τοῦ ὁποίου οὗτος ἠναγκάσθη νὰ ἀναχωρήσῃ εἰς Αἴγιον, ὅπου τὸ δυστύχημα τοῦτο ἐκάλει αὐτὸν, καὶ μόλις χθὲς ἐπανέκαμψεν ἐκεῖθεν· ἕνεκα δὲ τούτου δὲν ἐγένετο δυνατὸν νὰ κατατεθῶσιν αἱ πληροφορίαι, τὰς ὁποίας ἐζητήσατε. Μοὶ φαίνεται, ὅτι ἠδύνατό τις ν’ ἀγανακτῇ, εἴτε ἐν τῇ Ἀντιπολιτεύσει τυγχάνων, εἴτε ἀνεξαρτήτως βουλευόμενος, ἐὰν ὑπῆρχε δυστροπία τῶν ὑπευθύνων, ἵνα δώσωσι τὰ μέσα πρὸς ἐνάσκησιν τοῦ ἀπαιτουμένου ἐλέγχου· ὅταν ὅμως δὲν ὑπάρχῃ δυστροπία, νομίζω ὅτι αἱ ἀγανακτήσεις εἶναι μάταιαι, καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ προκαλέσωσι συγκίνησιν, εὐτυχῶς δὲ, νομίζω ὅτι δὲν δύνανται νὰ προκαλέσωσι παρ’ ὑμῶν οὐδ’ ἐπίκρισιν.

§107ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Κατὰ τοὺς τελευταίους τούτους χρόνους ἐπέπρωτο νὰ ἀκούωμεν καὶ εἰρωνείας κατὰ τῶν ἐπιθυμούντων νὰ ἐξασκήσωσι τὸ ὕψιστον δικαίωμα τοῦ Βουλευτοῦ. Ἐνθυμοῦμαι ὅμως τὴν ἱερὰν ἄλλοτε ἀγανάκτησιν τοῦ ἀξιοτίμου κ. νῦν Πρωθυπουργοῦ, διότι δὲν κατετίθεντο τότε αὐτοστιγμεὶ τὰ αἰτούμενα ἔγγραφα. Ἴσως ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ δικαιολογηθῇ διὰ τὴν μὴ κατάθεσιν τῶν ἐγγράφων, ἅτινα ἐζήτησα τὴν 12 τρέχοντος μηνὸς, ἀλλὰ βεβαίως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ δικαιολογηθῇ διὰ τὴν μὴ κατάθεσιν τῶν ἐγγράφων, τὰ ὁποῖα ἐζητήθησαν τὴν 7 Φεβρουαρίου, διότι ἔκτοτε παρῆλθε διάστημα πλέον τοῦ μηνός...

§108Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἀσθενεῖ ὁ κ. Ὑπουργός.

§109ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Δὲν πιστεύω νὰ φρονῆτε, ὅτι ἡ ἀσθένεια τοῦ κ. Ὑπουργοῦ πρέπει νὰ ματαιώσῃ τὸν κοινοβουλευτικὸν ἔλεγχον· διότι ἄλλως τε ἐγὼ παρατηρῶ, ὅτι ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῆς Παιδείας λειτουργεῖ κανονικῶς, καθόσον βλέπω ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως ἀνὰ πᾶσαν ἡμέραν πράξεις, αἱ ὁποῖαι ἐξέρχονται ἐκ τοῦ Ὑπουργείου τούτου. Ἐὰν νομίζῃ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι ἡ ἀδιαθεσία τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Παιδείας πρέπει νὰ σταματήσῃ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου τούτου, ἂς τὸ δηλώσῃ, διότι τότε βεβαίως θέλω παύσει ζητῶν πληροφορίας. Δὲν ἔχω δὲ ἀνάγκην τῶν προτροπῶν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ἵνα κανονίσω τὸν τρόπον καὶ τὸν χρόνον, καθ’ ὃν θὰ ὁμιλήσω. Παραδείγματα τοιαῦτα ἔχω πρόχειρα τοῦ κυρίου Πρωθυπουργοῦ περὶ τοῦ τρόπου καὶ τοῦ χρόνου τῆς ἐξασκήσεως τοῦ κοινοβουλευτικοῦ ἐλέγχου. Ἐκ τούτων δ’ ἐδιδάχθην. Τὰ διδάγματα δὲ αὐτοῦ, ἔστω βέβαιος, ὅτι ἐκαρποφόρησαν, καὶ τοὺς καρποὺς αὐτῶν ἐν καταλλήλῳ στιγμῇ θέλει συλλέξει ὁ ἴδιος. Ἐγὼ δύναμαι νὰ λάβω τὸν λόγον καὶ πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως καὶ κατ’ αὐτήν. Ἂς μὴ πιστεύῃ δὲ ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς, ὅτι κατὰ τὴν συζήτησιν τῆς ἡμερησίας διατάξεως θέλει παύσει ἀπὸ τοῦ νὰ ἐνοχλῆται ὑπὸ τῆς ὀχληρᾶς φωνῆς μου. Διαβεβαιῶ ὅμως αὐτὸν, ὅτι προκειμένου περὶ ἐπιτελέσεως καθήκοντος οὔτε εἰρωνεῖαι οὔτε ἀπειλαὶ θὰ μὲ παρακωλύσωσιν ἀπὸ τοῦ νὰ ἐκπληρώσω αὐτό, μεθ’ ὅλην τὴν ἐπιδοκιμασίαν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ πρὸς τὰς εἰρωνείας καὶ τὰς ἀπειλάς.

§110ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει ἄλλος τις τὸν λόγον πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως; Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.

§111Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Δι’ οὓς λόγους ἀνέπτυξα πρὸ μικροῦ, παρακαλῶ νὰ προταχθῇ τὸ νομοσχέδιον τὸ ἀφορῶν εἰς τὴν ἵδρυσιν ὀγδόου Ὑπουργείου Βιομηχανίας, Ἐμπορίου κλπ.

§112Δ. ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).

§113ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχουσι δέκα ὑποστηρίζοντες τὴν πρότασιν περὶ προτάξεως τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ περὶ ὀργανισμοῦ τῶν Ὑπουργείων νόμου»; (Ἐγείρονται ὑπὲρ τοὺς 10 Βουλευταί). Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρόταξιν τοῦ νομοσχεδίου, ὅπερ ἀνέφερα, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται πολλοί· ἀμφίβολον τὸ ἀποτέλεσμα). Οἱ μὴ παραδεχόμενοι παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ βεβαιώσεως καὶ εἰσπράξεως καὶ κατὰ τὸν μῆνα Μάρτιον τοῦ 1903 τῶν ἐσόδων τοῦ Κράτους καὶ τῶν ἐσόδων τοῦ εἰδικοῦ ταμείου τῶν Φάρων καὶ Φανῶν καὶ τοῦ ταμείου τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1903, καὶ περὶ χορηγίας πιστώσεως ἴσης πρὸς τὸ ἓν δωδεκατημόριον τῶν προϋπολογισθέντων ἐξόδων ἐν γένει διὰ τὴν χρῆσιν τοῦ ἰδίου ἔτους 1903».

§114ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).

§115ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις μέχρι τῆς 9 καὶ 30′. (Γίνεται διακοπὴ ὥρᾳ 8 μ. μ. Ἐπαναλαμβάνεται δὲ ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 10 καὶ 5′ μ. μ.)

§116ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ συνεδρίασις. Ὑπάρχει ἀντίρρησις;

§117ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι.

§118ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Στάης ἔχει τὸν λόγον. Ἀλλὰ παρακαλῶ· ὑπάρχει ἓν ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ τὰ πρακτικὰ τὰ σήμερον ἐπικυρωθέντα. Ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Καλαβρύτων κ. Ἀλέξανδρος Ζαΐμης παρετήρησεν, ὅτι τὸ Προεδρεῖον, παρὰ τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 15 τοῦ Κανονισμοῦ, ἐχαρακτήρισε τὴν πρότασιν περὶ προτάξεως τοῦ σταφιδικοῦ νομοσχεδίου ὡς ἀπορριφθεῖσαν, ἐνῷ κατὰ τὸν κ. Βουλευτὴν δὲν ὑπῆρχεν ἀπόλυτος πλειονοψηφία. Φρονῶ ὅτι ἡ γνώμη τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ δὲν εἶναι ὀρθή. Ἐψήφισαν ἐν ὅλῳ 142, ἐξ ὧν 71 κατὰ τῆς προτάσεως, 65 ὑπὲρ τῆς προτάσεως, καὶ 6 ἠρνήθησαν ψῆφον. Εἶπον εἰς τὸν κ. Βουλευτήν, ὅτι οἱ ἀρνηθέντες ψῆφον καταλογίζονται ὡς ψηφίσαντες κατὰ τῆς προτάσεως· ἀλλὰ καὶ ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν ἤθελον καταλογισθῆ ὑπὲρ τῆς προτάσεως, θὰ εἴχομεν ἰσοψηφίαν, ὅτε συμφώνως πρὸς τὴν τελευταίαν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 15 τοῦ Κανονισμοῦ ἀπορρίπτεται ἡ πρότασις. Ὁρίστε, κύριε Στάη.

§119ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).

§120Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Μοὶ εἶναι πρόχειρον νὰ δώσω ἐξηγήσεις εἰς τοὺς δισταγμοὺς, τοὺς ὁποίους προέβαλεν ὁ προλαλήσας. Ὅτε συνεζητεῖτο ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1902, ἐποιησάμην παρατήρησιν, τὴν ὁποίαν ὁ τότε Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἀνεγνώρισεν ὡς ὀρθήν. Κατὰ τὸν προϋπολογισμὸν τῶν ἐξόδων τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργείου τοῦ 1902, ἐν κεφαλαίῳ δωδεκάτῳ, ἐν ᾧ ἀναγράφονται τὰ ἔξοδα τῆς γεωργίας, ὑπάρχει ἄρθρον ἀναγεγραμμένον, τὸ ὁποῖον ἔχει οὕτω: «Συνδρομὴ πρὸς σύστασιν Γεωργικῶν Σχολῶν καὶ Σταθμῶν καὶ πρὸς συντήρησιν τοῦ Γεωπονικοῦ Χημείου». Τὴν ἀναγραφὴν ταύτην κρίνω μὴ ἀκριβῆ κατ’ ἀριθμόν, ἀλλὰ μήτε σύμφωνον μὲ τὰς διατάξεις τοῦ νόμου περὶ δημοσίου λογιστικοῦ, ὅστις ἀπαιτεῖ ἰδίως τὴν εἰδικοποίησιν τῶν δαπανῶν. Ἑπομένως, ἀντὶ τῆς ἀναγραφῆς «πρὸς σύστασιν καὶ διατήρησιν Γεωργικῶν Σχολῶν καὶ Σταθμῶν καὶ πρὸς συντήρησιν τοῦ Γεωπονικοῦ Χημείου δραχ. 417,000», ἔπρεπε νὰ ἀναγραφῇ ἰδίᾳ ἡ δαπάνη πρὸς σύστασιν Γεωργικῶν Σχολῶν καὶ Σταθμῶν, καὶ αὕτη πάλιν ἰδίᾳ δι’ ἑκάστην Σχολὴν καὶ δι’ ἕκαστον Σταθμόν, διακεκριμένως δὲ ἐν ἰδίῳ κεφαλαίῳ καὶ ἐν λεπτομερείᾳ τὰ ἔξοδα τοῦ Γεωπονικοῦ Χημείου. Ἡ ἀναγραφὴ δὲ προσῆκε νὰ γένηται οὕτω: «Κεφ.12. Γεωργία. Προμήθεια γεωργικῶν εἰδῶν καὶ κτηνῶν». Εἶτα δὲ αἱ κατὰ μέρος δαπάναι, ἑκάστη οὐχὶ ἐν παραγράφῳ, ἀλλ’ ἐν ἰδίῳ ἄρθρῳ. Μετὰ τοῦτο «Ἔξοδα καλλιεργείας», ἰδίᾳ εἰς ἄρθρον καὶ ἰδίᾳ εἰς παραγράφους: αʹ) Ἐργάται τακτικοὶ βʹ τάξεως. βʹ) Ἐργάται τακτικοὶ γʹ τάξεως. γʹ) Ἔκτακτοι ἐργάται. «Προμήθεια διαφόρων εἰδῶν πρὸς καλλιέργειαν», ὡσαύτως ἰδίᾳ εἰς ἄρθρον καὶ ἰδίᾳ εἰς παραγράφους. «Ἔξοδα συντηρήσεως καὶ φυλάξεως», ὡσαύτως. «Ἔξοδα μαθητῶν», ὡσαύτως. «Ἔξοδα μορτιτῶν», ὡσαύτως. «Συντήρησις Ἐκκλησίας», ὡσαύτως. «Διάφορα ἔξοδα», ὡσαύτως. «Γεωργικὸς Σταθμὸς Ἀθηνῶν», ἴδιον ἄρθρον καὶ χωριστὰ ἐδάφια. «Ἔξοδα ἐγκαταστάσεως Γεωργικοῦ Σταθμοῦ Ἀθηνῶν», ἴδιον ἄρθρον καὶ χωριστὰ ἐδάφια. «Γενικὸν προσωπικὸν», ἴδιον ἄρθρον καὶ χωριστὰ ἐδάφια. «Ἔξοδα καλλιεργείας», ἴδιον ἄρθρον καὶ χωριστὰ ἐδάφια. «Ἔξοδα συντηρήσεως καὶ φυλάξεως», ἴδιον ἄρθρον καὶ χωριστὰ ἐδάφια. «Διάφορα ἔξοδα», ἴδιον ἄρθρον. «Γεωργικὸς Σταθμὸς Τίρυνθος καὶ ἀγροκηπίων Ἄστρους, Νεμέας καὶ Πόρου». Δι’ ἕκαστον τούτων ἴδιον ἄρθρον καὶ χωριστὰ ἐδάφια. Διὰ τὰ «ἔξοδα ἐγκαταστάσεως», ἴδιον ἄρθρον καὶ χωριστὰ ἐδάφια. «Γενικὸν προσωπικόν», ἴδιον ἄρθρον καὶ χωριστὰ ἐδάφια. «Ἔξοδα καλλιεργείας», ἴδιον ἄρθρον καὶ χωριστὰ ἐδάφια. «Ἔξοδα συντηρήσεως καὶ φυλάξεως», ἴδιον ἄρθρον καὶ χωριστὰ ἐδάφια. «Διάφορα ἔξοδα» (ἐνοίκια κλπ.) «Γεωργικὸς Σταθμὸς Πατρῶν», ὡσαύτως. «Ἔξοδα ἐγκαταστάσεως», ἴδιον ἄρθρον. «Γενικὸν προσωπικὸν», ἴδιον ἄρθρον «Ἔξοδα καλλιεργείας», ἴδιον. «Ἔξοδα συντηρήσεως καὶ φυλάξεως», ἴδιον. «Διάφορα ἔξοδα», ἴδιον ἄρθρον. «Γεωργικὸς Σταθμὸς Κερκύρας», ἴδιον ἄρθρον. «Ἔξοδα ἐγκαταστάσεως», ἴδιον. «Γενικὸν Προσωπικὸν», ὡσαύτως. «Ἔξοδα καλλιεργείας», ἴδιον. «Ἔξοδα συντηρήσεως καὶ φυλάξεως», ἴδιον. «Διάφορα ἔξοδα» καὶ τὰ λοιπά. Καὶ τοιουτοτρόπως τὴν δαπάνην τὴν ἀναγραφεῖσαν ἐν μεγάλῳ ἀριθμῷ 417,000 δραχ. διὰ τὴν Γεωργίαν διήρεσα καθ’ ἕκαστον Σταθμὸν Γεωργικὸν εἰς ἄρθρα. Ἄρθρον 1 «Προσωπικόν»· ἄρθρον 2 «Ἔξοδα καλλιεργείας»· ἄρθρον 3 «Προμήθεια διαφόρων εἰδῶν πρὸς καλλιέργειαν» καὶ τὰ λοιπά. Καὶ ἐγένοντο τόσα κεφάλαια ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, ὅσοι εἶναι οἱ Γεωργικοὶ Σταθμοί. Τοιουτοτρόπως νομίζω, ὅτι ἀνταποκρινόμεθα πληρέστατα πρὸς τὰς ἀπαιτήσεις τοῦ νόμου περὶ δημοσίου λογιστικοῦ. Αὐτὸ ὁ ἐκ Κυθήρων Βουλευτὴς φαίνεται ὅτι ἐπικρίνει. Βεβαίως ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ τὸ ἐπικρίνῃ, οὐδ’ ἔχω ἐγὼ δικαίωμα νὰ παραπονεθῶ. Ἐνθυμοῦμαι ὅμως, ὅτι, ὅτε ἐποιησάμην τὴν παρατήρησιν ταύτην, ἐτύγχανεν Ὑπουργὸς, ἀνεγνώρισε δὲ τότε, ὅτι οὕτως ἤθελε συντάξει τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1903. Καὶ ταῦτα μὲν ὡς πρὸς τὴν δαπάνην τῶν Γεωργικῶν Σταθμῶν. Ὁμολογῶ ἐν τούτοις, ὅτι αὐτὸ, τὸ ὁποῖον παρετήρησεν ὁ ἐκ Κυθήρων Βουλευτὴς, ἤτοι ὅτι εἶναι ἀναγεγραμμέναι πιστώσεις περισσότεραι ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1903, εἶναι ἀληθὲς, διότι ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ ἔτους 1902, ἐκτὸς τῆς πιστώσεως τῶν δραχμῶν 417,000, ἥτις περιλαμβάνει ποικίλας ἀνάγκας, αἱ ἄλλαι δαπάναι, τὰς ὁποίας ἀνέγραφεν ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1902, ἀνήρχοντο εἰς δραχ. 547,000, ἐνῷ ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1903 ἀνέρχεται ὡς πρὸς τοῦτο εἰς δραχμὰς 817,000, δηλαδὴ ἔχει περισσοτέρας 270,000 δραχμάς. Ἀλλ’ ἐπῆλθε καὶ ἄλλη τις μεταβολὴ, ἡ μεταβολὴ ὅτι μέχρι τοῦδε διετίθεντο ὑπὲρ τῆς γεωργίας οἱ τόκοι τοῦ κληροδοτήματος Τριανταφυλλίδου, ἀπετέλουν δ’ οὕτω μέρος τῶν δαπανῶν διὰ τὴν γεωργίαν, αἱ ὑπόλοιποι δὲ δαπάναι τῆς γεωργίας ἀνεγράφοντο ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ. Καὶ δὲν ἐνθυμοῦμαι μὲν τὸ ποσόν, εἰς τὸ ὁποῖον ἀνέρχονται οἱ ἐτήσιοι τόκοι τοῦ κληροδοτήματος τούτου, ἀλλὰ βεβαίως τὸ Δημόσιον δαπανᾷ πολὺ περισσότερα τοῦ ποσοῦ τῶν τόκων τοῦ κληροδοτήματος τούτου. Διὰ τοῦτο ἠκολούθησα τακτικὴν ἄλλην, προσήκουσαν ὅμως· ἀνέγραψα πάντα τὰ ἔξοδα ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τῶν ἐξόδων τῆς γεωργίας, εἰς τὰ ἔσοδα δὲ ἀνέγραψα τὸ εἰσπραττόμενον ποσὸν ἐκ τῶν τόκων, τοῦτο δὲ περιορίζει τὴν ἐλευθερίαν τοῦ Ὑπουργοῦ· δὲν ἀφίνει εἰς αὐτὸν τὴν ἐλευθερίαν νὰ δαπανᾷ περισσότερα καὶ νὰ μὴ ἐπαρκῇ πρὸς θεραπείαν ἄλλων ἀναγκῶν. Ὁ ἐκ Κυθήρων Βουλευτὴς χειρίζεται τὸν λόγον· θέλει δὲ προτεθῆ προσεχῶς ἡ συζήτησις τοῦ Προϋπολογισμοῦ, τότε δὲ θέλομεν συζητήσει, καὶ θέλει ἔχει τὴν εὐκαιρίαν ν’ ἀνακοινώσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰς γνώμας του. Προσέτι ὁ ἐκ Κυθήρων Βουλευτὴς ἐξέτεινε τὰς παρατηρήσεις του καὶ ἐπὶ τὰ ἀναγραφόμενα ποσὰ ἐν ταῖς δηλώσεσιν. Εἶπε, παραδείγματος χάριν, ὅτι ἐλαττώνομεν πιστώσεις διὰ τὰ ἔξοδα τῆς ἀστυφυλακῆς, ἀλλὰ δὲν ἐξηγοῦμεν πόθεν προῆλθεν ἡ ἐλάττωσις. Ἡ ἐλάττωσις ὄντως εἶναι ἐκ δραχμῶν 836,280. Ἀλλ’ ἔλεγεν ὁ κ. Βουλευτὴς, ὅτι, ἀφοῦ ἐν τῷ ἄρθρῳ 8 τοῦ κεφαλαίου 3 ἀνεγράφετο πίστωσις δραχμῶν 569,700 διὰ μισθοὺς ἀστυφυλάκων καὶ ἐνωμοταρχῶν, τὸ ποσὸν ἔπρεπε νὰ διαιρεθῇ εἰς τὸ τρίμηνον, διὰ τὸ ὁποῖον εἶναι δραχμαὶ 140,000. Ἠρώτα, διατὶ ἀνεγράφησαν 17,000 ὑπὸ τὸ ἐδάφιον βʹ τοῦ ἄρθρου 15 τοῦ κεφαλαίου 3· ἀλλὰ δὲν λαμβάνει ὑπ’ ὄψιν, ὅτι προβαίνομεν ἤδη εἰς τὸν τρίτον μῆνα τοῦ ἐνιαυτοῦ, οὐδὲ γνωρίζομεν ἔτι, πότε θέλει ἐπιψηφισθῆ ὁ Προϋπολογισμὸς καὶ οἱ ἄλλοι νόμοι. Ἀλλὰ διατὶ ζητεῖ ὁ Βουλευτὴς ἐκ Κυθήρων ν’ ἀσχοληθῶμεν σήμερον ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου, ἐνῷ ταῦτά εἰσι θέματα ἀνήκοντα εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ; Ἡ δήλωσις εἶναι βεβαίως μέρος τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἢ ἵνα εἴπω καλλίτερον, εἶναι Προϋπολογισμός. Ἀλλὰ δὲν συζητοῦμεν σήμερον Προϋπολογισμόν, συζητοῦμεν νομοσχέδιον περὶ πιστώσεως, διὰ τοῦ ὁποίου ζητοῦμεν τὴν ἄδειαν νὰ δαπανήσωμεν καὶ διὰ τὸν τρίτον μῆνα τὸ ἀναλογοῦν ποσόν. Ἐὰν συνεζητοῦμεν τὸν Προϋπολογισμὸν, ἔπρεπε ν’ ἀσχοληθῶμεν ἐπὶ τῶν ἀποριῶν τοῦ ἐκ Κυθήρων Βουλευτοῦ. Ἀλλὰ τότε ἤθελεν ἐξελέγξει προηγουμένως τὸν Προϋπολογισμὸν ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, καὶ ἡ πλειονοψηφία καὶ ἡ μειονοψηφία αὐτῆς ἤθελον ἐκθέσει ἑκατέρα τὰς γνώμας αὐτῆς, καὶ ἂν ἀνεκάλυπτε παραβάσεις, ἤθελε ποιήσηται ταύτας γνωστὰς εἰς τὴν Βουλήν. Ἀλλὰ νὰ συζητῶμεν σήμερον ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ὅτι δὲν εἶναι αὐτὴ ἡ ἀναγραφὴ ὀρθή, ὅτι ἔπρεπε νὰ γείνωσι προσθῆκαι ἢ ἀφαιρέσεις, καὶ τὰ τοιαῦτα, εἶναι ἀπώλεια χρόνου, διότι ἡ Βουλὴ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχῃ ἔτι γνώμην, οὐδ’ εἶναι δυνατὸν νὰ ἀρχίσωμεν νὰ συζητήσωμεν σήμερον λεπτομερείας. Σήμερον πρόκειται νομοσχέδιον περὶ πιστώσεως· ἐὰν δὲ τοῦτο δὲν ἀναγράφῃ ὅλα τὰ ἔξοδα, ἐὰν δὲν δίδῃ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τὴν ἐξουσίαν νὰ δαπανήσῃ τὸ ποσὸν τῶν ἐξόδων, τοῦ ὁποίου ἔχει ἀνάγκην διὰ τὸ δωδεκατημόριον τοῦ Μαρτίου, ἐὰν ἀναγράφῃ περισσότερα, προτείνατε παρατηρήσεις, καὶ θέλομεν δεχθῆ νὰ ἐλαττώσωμεν τὰ περισσότερα, ἢ ἂν ἀναγράφῃ ὀλιγώτερα, δὲν θέλομεν ἔχει τὴν ἄδειαν νὰ δαπανήσωμεν περισσότερα. Δὲν θέλει γενῆ δυνατὸν νὰ ἐκδοθῶσι τὰ ἐντάλματα πρὸς πληρωμήν, ἀφοῦ αἱ πιστώσεις ἀνεγράφησαν ἐλάσσονες, οὐδὲ πληρώνει ὁ ταμίας. Εἶναι δυνατὸν νὰ πληρώσῃ ὁ ταμίας ἄνευ ἐνταλμάτων; Λοιπὸν ἀφήσατε εἰς τὸ Ὑπουργεῖον νὰ θραύσῃ τὴν κεφαλήν του, νὰ μὴ δύναται νὰ διοικήσῃ, διότι θέλει ἔχει πιστώσεις ὀλιγωτέρας τοῦ ποσοῦ, ὅπερ εἶχεν ὑπολογίσει. Ἡ συζήτησις ἴσως χρησιμεύει διὰ νὰ ἀνταλλάσσωμεν ἁπλῶς ἰδέας, διὰ νὰ ἀποκτῶμεν νέας γνώσεις· ἀλλ’ ἄνευ συζητήσεως Προϋπολογισμοῦ οὔτε ὁ ἐκ Κυθήρων Βουλευτής, ὁ ὁποῖος παριστᾷ ἑαυτὸν δόκιμον καὶ πεπειραμένον, οὔτε ἡμεῖς, τοὺς ὁποίους παριστᾷ ὅτι δὲν ἐμελετήσαμεν τὰ πράγματα, εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχωμεν γνώμην ὀρθήν.

§121ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).

§122Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Κατά τινα συνεδρίασιν τοῦ νομοθετικοῦ σώματος κατὰ τὰ πρῶτα ἔτη τῆς ἀποκαταστάσεως τοῦ Κράτους, καθ’ ἣν εἰσήχθη Προϋπολογισμὸς, ἐν ᾧ εἶχεν ἀναγραφῆ πίστωσις δι’ ἔξοδα τοῦ στρατοῦ καὶ τοῦ στόλου συλλήβδην, εἷς τῶν παρακαθημένων ἐδόξαζε τὸν Θεὸν, διότι εἶδε τέλος πάντων λογαριασμὸν διὰ τὰ ἔξοδα τοῦ στρατοῦ καὶ τοῦ στόλου! Ὁ ἐκ Κυθήρων Βουλευτὴς ἐθεώρησεν, ὅτι ἡ ἀναγραφὴ τῶν 417,000 δραχμῶν δι’ ἔξοδα συντηρήσεως καὶ ἐγκαταστάσεως ὅλων τῶν Γεωργικῶν Σχολῶν καὶ Σταθμῶν, καὶ προσέτι τὰ ἔξοδα Γεωπονικοῦ Χημείου, χρησιμεύει τῷ ὄντι ὡς ἔλεγχος τῆς διαχειρίσεως τῶν δημοσίων χρημάτων. Ἐνῷ δ’ ἐγὼ ἐφρόντισα νὰ ἁπλοποιήσω τὴν ἀναγραφὴν, ὁ ἐκ Κυθήρων Βουλευτὴς ἔλαβεν ἀφορμὴν νὰ ἀνοίξῃ συζήτησιν, καὶ νὰ τρέψῃ αὐτὴν κατὰ διαφόρους τροπὰς, ἔχων ὑπ’ ὄψει νομοσχέδιον περὶ πιστώσεως διὰ τὰ ἔξοδα τοῦ μηνὸς Μαρτίου. Προέβη εἰς ἐξέτασιν τῆς ὅλης οἰκονομικῆς διαχειρίσεως τοῦ Κράτους, καὶ ἐκεῖθεν προέβη εἰς τὰ ἔξοδα, τὰ ὁποῖα προκαταβάλλει τὸ Δημόσιον εἰς τοὺς δήμους πρὸς συμπλήρωσιν τῶν μισθῶν δημοτικῶν ὑπαλλήλων πτωχῶν δήμων. Καὶ ἐπεκαλέσθη ὁ περίνους Βουλευτὴς δὲν ἐνθυμοῦμαι ποίας γνώμας καὶ ποίας θεωρίας. Ἐγὼ ὅμως κρίνω, ὅτι ταῦτα ἄγουσιν εἰς ἀπώλειαν χρόνου, ὁ ὁποῖος δυστυχῶς εἶναι πολὺ ὀλίγος, διότι εἰσήλθομεν εἰς τὸν μῆνα Μάρτιον, καὶ δὲν μᾶς ὑπολείπονται ἢ ὀλίγαι ἡμέραι· ἠναγκάσθην δὲ νὰ δώσω ἐξηγήσεις τινὰς, ἵνα μὴ ὑποτεθῇ, ὅτι ὑπῆρξα ἐργάτης παραβάσεώς τινος τοῦ Λογιστικοῦ νόμου ἢ ἄλλου τινὸς νόμου.

§123ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει ἄλλος τις τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀρχῆς; Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀναγινώσκονται εἶτα καὶ γίνονται δεκτὰ ἄνευ ἀντιρρήσεως τὰ ἄρθρα τοῦ νομοσχεδίου, ὡς καὶ τὸ σύνολον αὐτοῦ εἰς τρίτην συζήτησιν. Ἀκολούθως ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, εἰς δευτέραν συζήτησιν, ἄνευ ἀντιρρήσεως, τὰ νομοσχέδια: αʹ) «περὶ δυνάμεως τοῦ κατὰ γῆν στρατοῦ κατὰ τὸ ἔτος 1903» καὶ βʹ) «περὶ δυνάμεως τοῦ κατὰ θάλασσαν στρατοῦ διὰ τὸ ἔτος 1903»).

§124ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τακτοποιήσεως τῶν ὑπολοίπων διαφόρων ἢ χρηματιστικῶν λογαριασμῶν καὶ διακανονισμοῦ τῶν ἐξόδων τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως τῶν ἀπὸ τοῦ ἔτους 1896 καὶ ἐφεξῆς καταβληθέντων καὶ καταβαλλομένων.» Ἔχει τις τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀρχῆς;

§125Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο προεκάλεσε τὸ ζήτημα περὶ τῶν προκαταβολῶν ἐκ τοῦ δημοσίου ταμείου δι’ ἔξοδα δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως. Τὸ ζήτημα εἶναι πολλοῦ λόγου ἄξιον, διότι πρόκειται περὶ ἑνὸς τῶν κυριωτέρων αἰτίων, ἐξ ὧν καὶ οἱ Προϋπολογισμοὶ τοῦ Κράτους ἀποβαίνουσιν ἀνισοσκελεῖς, καὶ πᾶσα ἀπόπειρα πρὸς βελτίωσιν τῶν τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἀποβαίνει ματαία. Ὡς εἶναι γνωστόν, εἰς πλέον τῶν 7 ἑκατομμυρίων δραχμῶν ἀνέρχονται τὰ ἐκ προκαταβολῶν ὀφειλόμενα ὑπὸ τῶν δήμων εἰς τὸ Δημόσιον. Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνον τὰ ἐκ τῶν προκαταβολῶν βάρη, ἅτινα ἐπιβαρύνουσι καὶ ἀνατρέπουσι τοὺς Προϋπολογισμούς, ἀλλ’ εἶναι καὶ τὰ ἐκ τῆς βοηθείας, ἣν παρέχει κατ’ ἔτος τὸ δημόσιον ταμεῖον εἰς τοὺς ἀπόρους δήμους χάριν τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως. Τοιουτοτρόπως δύο μεγάλαι θύραι ἔχουσιν ἀνοιχθῆ εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον, ἐκ τῶν ὁποίων ἐκφεύγουσι μεγάλα χρηματικὰ ποσά, διὰ τὴν δαπάνην τῶν ὁποίων ἡ Βουλὴ οὐδεμίαν ἐνασκεῖ ἐπίβλεψιν, διότι οὐδὲν ἀπαιτεῖται νὰ δίδηται τῇ συγκαταθέσει αὐτῆς. Εὑρίσκει κατ’ ἔτος πρὸ ἑαυτῆς τετελεσμένα γεγονότα, καὶ μόνον μετὰ ἓν ἢ δύο ἢ τρία ἔτη ἔρχεται ἡ Κυβέρνησις, ὅπως ἀποκαλύψῃ τὴν ὑπέρβασιν, καὶ διὰ νομοσχεδίου ζητήσῃ τὴν ἀναγνώρισιν τῆς νομίμου μὲν, διότι στηρίζεται εἰς τὸν περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως νόμον, ἀλλ’ ἀντισυνταγματικῆς καὶ ἀντιλογιστικῆς δαπάνης, διότι δὲν ἀναγράφεται εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους. Οὐ μόνον δὲ διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ δὲν διέρχεται ἡ δαπάνη αὕτη, οὐδὲ διὰ Β. Διατάγματος δικαιολογεῖται, ὡς ἀπαιτεῖ ὁ Λογιστικὸς νόμος ἐπὶ προκαταβολῶν, ἀλλὰ καταβαλλομένη δυνάμει ἐντάλματος χρηματικοῦ τῶν δημάρχων διαφεύγει καὶ τὸν προέλεγχον τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, ὃν διέταξεν ὁ νόμος τοῦ 1887 διὰ τὰ χρηματικὰ ἐντάλματα τῶν Ὑπουργείων. Εἶπον, ὅτι δύο εἶναι αἱ ὀπαὶ ἐν τῷ δημοσίῳ ταμείῳ, ἡ μία ἡ τῶν προκαταβολῶν πρὸς τοὺς δήμους, καὶ ἡ ἄλλη ἡ χορήγησις βοηθείας ὑπὲρ τῶν ἀπόρων δήμων, ἣν κατ’ ἔτος ἀναγράφει ὁ Προϋπολογισμὸς χάριν τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως· ἐν ἄλλῳ νομοσχεδίῳ βραδύτερον θέλει κληθῆ ἡ Βουλὴ νὰ συζητήσῃ ἐπὶ τῶν μέτρων, ἅτινα ἡ Κυβέρνησις νομίζει συντελεστικά, ὅπως τεθῇ περιορισμὸς κατὰ τῶν ὑπερμέτρων αὐτῶν δαπανῶν. Πρὶν ἢ ὅμως φθάσωμεν εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου ἐκείνου καὶ κληθῆ ἡ Βουλὴ νὰ ἐκφέρῃ γνώμην ἐπὶ ἄλλων μέτρων, ἢ ἐπὶ τῶν προτεινομένων ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, νομίζω καλὸν νὰ γνωρίσῃ αὕτη σαφῶς, ποία ἡ αἰτία, ἥτις εἰς βάρος τοῦ Δημοσίου παράγει τὰς ὑπερβολικὰς αὐτὰς δαπάνας, αἱ ὁποῖαι καὶ τὸν καλλίτερον Προϋπολογισμὸν μεταβάλλουσι κατὰ τὸν ἀπολογισμὸν εἰς ἐλλειμματίαν, καὶ ἄνευ τῶν ὁποίων ὁ ἀπολογισμὸς αὐτὸς θὰ ἀπεδείκνυεν ἰσοζύγιον ἢ περίσσευμα. Τὰς προκαταβολὰς τοῦ δημοσίου ταμείου ὑπὲρ τῶν δημοδιδασκάλων καὶ τῶν δημοδιδασκαλισσῶν ἀνέγραψε πρῶτος ὁ νόμος ΤΛΗʹ τῆς 12 Ἰουλίου 1856. Μετ’ αὐτὸν ἐξεδόθη εὐθὺς ἀμέσως κατὰ τὸ ἴδιον ἔτος Διάταγμα τῆς 17 Ἰουλίου 1856, ὅπερ ἐκανόνισε, κατὰ τίνα τρόπον οἱ ταμίαι πρέπει νὰ ποιῶνται τὰς προκαταβολὰς ταύτας, καὶ κατὰ τίνα τρόπον πρέπει ν’ ἀναλαμβάνωσι τὰ χρήματα, τὰ ὁποῖα προκατέβαλον, ἐκ τῶν δημοτικῶν εἰσπράξεων. Μετὰ τὸν νόμον αὐτὸν ἐπῆλθεν ὁ νόμος περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως τοῦ 1895, ὁ ͵ΒΤΜΘʹ, ὅστις, ἐξ ἀξιεπαίνου ἀγόμενος ζήλου ὑπὲρ ἐνισχύσεως τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, ἐχορήγησεν ἐκ τοῦ δημοσίου ταμείου μείζονα ἐνίσχυσιν εἰς αὐτήν, ἰδίως μετὰ τὴν συμπλήρωσιν διὰ τοῦ νόμου ͵ΒΤϞΖʹ τοῦ 1896, καταστήσας σταθερωτέραν καὶ γενναιοτέραν τὴν ὑποστήριξιν αὐτοῦ. Διὰ τοῦ ἄρθρου 63, ὡς ἐτροποποιήθη, ὁ νόμος ͵ΒΤΜΘʹ καθιέρωσεν ὅ,τι καὶ πρὶν ἦτο καθιερωμένον, ὅτι τὰ χρηματικὰ ἐντάλματα τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως ἐξοφλοῦνται ὑπὸ τῶν ταμιῶν τοῦ Κράτους (ἀναγινώσκει): «Ἄρθρον 63. Τὰ πρὸς πληρωμὴν τῶν ἐξόδων τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως χρηματικὰ ἐντάλματα ἐκδίδονται ὑπὸ τοῦ δημάρχου ἐντὸς τοῦ πρώτου δεκαημέρου τοῦ ἑπομένου μηνός, ἐξοφλοῦνται δὲ ὑπὸ τοῦ δημοσίου ταμείου ἐντὸς 5 τὸ βραδύτερον ἡμερῶν ἀπὸ τῆς πρώτης αἰτήσεως τοῦ δικαιούχου.» Τὸ τελευταῖον ἐδάφιον τοῦ ἄρθρου τούτου, τὸ ἐδάφιον γʹ, τὸ ὁποῖον προβλέπει τὴν περίπτωσιν, καθ’ ἣν δὲν ὑπάρχουσι χρήματα τοῦ δήμου πρὸς πληρωμὴν, ἔχει ὡς ἑξῆς: «Ἐὰν δὲ δὲν ὑπάρχωσι πλέον ἔσοδα τοῦ δήμου πρὸς εἴσπραξιν, δὲν ὑπάρχωσι δὲ δημοτικὰ χρήματα οὐδ’ ἐν τῷ δημοσίῳ ταμείῳ οὐδ’ ἐν τῷ δημοτικῷ, ὁ ταμίας ἐξοφλεῖ τὰ χρηματικὰ ἐντάλματα, καὶ καταγγέλλει τὴν ὑπόθεσιν εἰς τὴν ἁρμοδίαν διοικητικὴν ἀρχὴν δι’ ἀναφορᾶς, ἱστορούσης λεπτομερῶς τὸ πρᾶγμα, ἵνα αὕτη προκαλέσῃ τὴν περὶ καταβολῆς τῶν ἀναγκαιούντων χρημάτων ἐκ τῆς προσδιορισθείσης συνδρομῆς τοῦ Δημοσίου πρόνοιαν τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργείου.» Ἑπομένως, ἐνῷ ἀρχικῶς, ἐν ᾗ περιπτώσει δὲν ἤθελον ὑπάρχει χρήματα εἴτε ἐν τῷ δημοσίῳ ταμείῳ, εἴτε εἰς χεῖρας τοῦ εἰσπράκτορος, ὁ ταμίας ἔπρεπε νὰ καταγγέλλῃ τοῦτο εἰς τὴν διοικητικὴν ἀρχήν, τὸν νομάρχην, καὶ αὕτη νὰ φροντίσῃ νὰ προκαλέσῃ τὴν πληρωμὴν τῶν ἐνταλμάτων ἐκ τοῦ βοηθήματος τοῦ ἀναγεγραμμένου ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ Ὑπουργείου τῆς Ἐκπαιδεύσεως, διὰ τοῦ νόμου ͵ΒΤϞΖʹ τοῦ 1896 ὁ ταμίας ὑπεχρεώθη νὰ προκαταβάλλῃ καὶ ἔπειτα νὰ καταγγέλλῃ τὸ πρᾶγμα εἰς τὴν διοικητικὴν ἀρχήν. Ἐν τῇ πρώτῃ περιπτώσει δύο ἀσφαλιστικὰ μέτρα ὑπῆρχον· ἓν νὰ μὴ πληρώνῃ ὁ δημόσιος ταμίας, ὅταν δὲν ὑπάρχουν δημοτικὰ χρήματα, καὶ ἕτερον νὰ καλῆται ὁ Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας νὰ χορηγῇ τοῖς δήμοις τὸ ἀναγκαῖον χρῆμα, ἀλλ’ ἐκ τοῦ βοηθήματος τοῦ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ Κράτους. Ἐκ τούτων προδήλως ἕπεται, ὅτι αἱ προκαταβολαὶ ἐξ ἀνάγκης ἔπρεπε νὰ περιορίζωνται ἐντὸς τοῦ ποσοῦ τοῦ ἀναγεγραμμένου ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ. Ἡ προκαταβολὴ δὲν ἐπετρέπετο ἢ ἂν ὑπῆρχον δημοτικὰ χρήματα· τοιούτων μὴ ὑπαρχόντων, αὕτη δὲν ἐπετρέπετο, ἀλλ’ ἐγίνετο προσφυγὴ εἰς τὸ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ βοήθημα. Ἀλλὰ νόμος μεταγενέστερος, ὁ ͵ΒΤϞΖʹ τῆς 5 Ἀπριλίου 1896, ἐτροποποίησε τὸ ἄρθρον 63 τοῦ ͵ΒΤΜΘʹ, προσθεὶς εἰς τὸ γʹ ἐδάφιον τοῦ ἄρθρου πρὸ τῆς λέξεως «καταγγέλλει» τὰς λέξεις «ἐξοφλεῖ τὰ χρηματικὰ ἐντάλματα καὶ» καταγγέλλει τὴν ὑπόθεσιν εἰς τὴν ἁρμοδίαν διοικητικὴν ἀρχήν... Ὑποχρεοῖ λοιπὸν ἤδη τὸν δημόσιον ταμίαν νὰ προκαταβάλλῃ. Ὅ,τι μόνον δύναταί τις καὶ μετὰ τὴν τροποποίησιν ταύτην νὰ ἀξιώσῃ ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου, εἶναι, ὅτι τοῦτο δικαιοῦται ν’ ἀναλαμβάνῃ τὰς προκαταβολὰς ἐκ τοῦ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ βοηθήματος, ὅπερ ταύτας κατὰ πρῶτον ἔπρεπε νὰ ἐξοφλῇ, καὶ ἔπειτα ἐφ’ ὅσον ὑπελείφθη τι, νὰ καταβάλληται εἰς τοὺς ἀπόρους δήμους. Ἀλλὰ τοῦτο δυστυχῶς δὲν γίνεται, δηλ. δὲν συμψηφίζονται. Ἡ διάταξις αὕτη εἶναι ἀναγεγραμμένη ἐν τῷ νόμῳ, καὶ ὡς τοιαύτη εἶναι ὑποχρεωτική. Οὐχ ἧττον ἀντιστρατεύεται πρὸς τὰς διατάξεις αὐτοῦ τοῦ Λογιστικοῦ νόμου, ὅστις ἀπαιτεῖ, ὁσάκις πρόκηται περὶ προκαταβολῶν, νὰ δίδωνται αὗται διὰ Βασιλικοῦ Διατάγματος εἰδικοῦ, ἐγκρίνοντος αὐτάς. Τοῦτο διατάσσει τὸ ἄρθρον 134 τοῦ Λογιστικοῦ νόμου. Ἀλλ’ ὁ περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως νόμος εἰσήγαγεν ἐξαίρεσιν, ἥτις ὅμως δὲν εἶναι ἄνευ ἀσφαλείας, τῆς ἀσφαλείας, ἣν παρέχει τὸ βοήθημα τὸ ἐγγεγραμμένον ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, τὴν ὁποίαν ὅμως ἀσφάλειαν ἐντελῶς παρεῖδε μέχρι τοῦδε τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, περιοριζόμενον νὰ ζητῇ πάσας τὰς προκαταβολὰς ἀπὸ τοὺς δήμους, οἵτινες ἀδυνατοῦσι νὰ καταβάλωσιν αὐτάς. Ὅταν λάβῃ τις ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ἀπόλυτος ἀφέθη ἐλευθερία εἰς τοὺς δημάρχους νὰ καταρτίζουν ὅπως θέλουν τοὺς προϋπολογισμοὺς τῶν ἐσόδων καὶ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, ὅταν λάβῃ ὑπ’ ὄψιν, ὅτι οἱ νομάρχαι, καίτοι εἶναι ἐντεταλμένοι νὰ ἐξελέγχωσι καὶ ἰσοζυγίζωσι τοὺς δημοτικοὺς προϋπολογισμοὺς, ἐπηρεάζονται ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον κατὰ τὴν ἐξέλεγξιν ἐκ τῆς πολιτικῆς, θέλει πεισθῆ ἐκ ποίων ἀπειλεῖται κινδύνων τὸ δημόσιον ταμεῖον ἐκ τῆς νέας νομοθεσίας. Ἐνῷ ἀφ’ ἑνὸς οἱ ταμίαι εἶναι ὑποχρεωμένοι νὰ πληρώνωσι τὰ ἔξοδα τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, ἀφ’ ἑτέρου ἔχομεν δημοτικοὺς προϋπολογισμοὺς φιλοτιμουμένους νὰ ἀναγράφωσι ταῦτα ὅσον τὸ δυνατὸν μεγαλείτερα διὰ τοῦ πολλαπλασιασμοῦ τῶν σχολείων οὐχὶ ἀναλόγως τῶν δημοτικῶν ἐσόδων, ἀφοῦ τὸ Κράτος πληρώνει, ἀλλ’ ἀναλόγως τῶν πολιτικῶν μέσων, ἅτινα διαθέτουν. Ὁ πολλαπλασιασμὸς τῶν σχολείων ἀποτελεῖ μέγιστον κομματικὸν κέρδος τῶν δημάρχων, καὶ θὰ ἦσαν ἀνόητοι νὰ μὴ ἱδρύουν τοιαῦτα. Διὰ τοῦτο ἕκαστος σπεύδει νὰ ἐγγραφῇ πιστώσεις δι’ ὅσον τὸ δυνατὸν περισσότερα σχολεῖα, καίτοι στερεῖται ἐσόδων δημοτικῶν. Ἔχομεν λοιπὸν ἀφ’ ἑνὸς ἀκρατήτους τοὺς δημάρχους, οἱ ὁποῖοι, ἅπαξ ἀνοιχθείσης τῆς θύρας, ζητοῦσι νὰ ἁρπάσωσι τὸ δημόσιον χρῆμα, ὅπως γείνωσιν ἀρεστοὶ καὶ δημοτικοὶ εἰς τοὺς συμπολίτας αὐτῶν, ἔχομεν ἀφ’ ἑτέρου τὴν πολιτικήν, ἥτις συμφέρον ἔχει καὶ ἀναμιγνύεται, ἵνα ὑπηρετῇ τὰς τάσεις ταύτας τῶν δημάρχων· ἔχομεν τέλος τὴν γενικῶς ἐπικρατοῦσαν ἰδέαν, τὴν ἄλλως εὔλογον, ὅτι πᾶσα δαπάνη ὑπὲρ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως εἶναι ἐπιτετραμμένη, διότι συντελεῖ εἰς τὴν ἀνάπτυξιν τοῦ λαοῦ. Οὕτως οὐδεὶς περιορισμὸς ὑπάρχει ἐν μέσῳ τοιαύτης καταστάσεως εἰς τὰς δαπάνας, ὁ δὲ μόνος περιορισμὸς θὰ ἦτο ὁ ἐκ τῆς πιστώσεως, ἥτις εἶναι ἀναγεγραμμένη ὑπὲρ τῶν ἀπόρων δήμων ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως. Οὕτως ἀπεριόριστος ὅμως δὲν ἦτο ἀπ’ ἀρχῆς τοῦ νόμου ΒΤΜΘʹ ἡ ἐξουσία τῶν δημάρχων τοῦ συντηρεῖν σχολεῖα πέραν τῶν μέσων τῆς συντηρήσεως, ἅτινα κέκτηνται οἱ δῆμοι. Τὸν ἀριθμὸν τῶν δημοτικῶν σχολείων, τὰ ὁποῖα εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρχωσιν ἐν ἑκάστῳ δήμῳ, ἀπεφάσιζον τὰ Ἐπαρχιακὰ Συμβούλια. Τούτων καταργηθέντων, καὶ τῶν Νομαρχιακῶν μὴ λειτουργούντων μέχρι σήμερον, οὐ μόνον τὰ δημοτικὰ σχολεῖα σχηματίζονται κατὰ βούλησιν τῶν δημάρχων, ἀλλὰ καὶ παρανόμως, διότι διὰ τὴν σύστασιν αὐτῶν ὁ νόμος ἀπαιτεῖ τὴν ἀπόφασιν Νομαρχιακοῦ Συμβουλίου. Ὅσον ἀφορᾷ τὰ τῆς συνδρομῆς τοῦ Δημοσίου πρὸς τοὺς δήμους, δύναταί τις νὰ εἴπῃ, ὅτι μέχρι τοῦ 1891, ὅτε ἐνομοθετήθη ὁ νόμος ΑϠΝϚʹ περὶ Ἐπαρχιακῶν Συμβουλίων, δὲν ὑπάρχει κεκανονισμένον τὸ βοήθημα τοῦτο. Ὑπάρχει διάταξις τοῦ Συντάγματος ἐν ἄρθρῳ 16, ἡ ὁποία λέγει, ὅτι «εἰς τὴν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν συντρέχει καὶ τὸ Κράτος κατὰ τὸ μέτρον τῆς ἀνάγκης τῶν δήμων». Ὑπάρχει διάταξις τοῦ ἀρχαίου περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως νόμου τοῦ 1834, ἡ ὁποία λέγει, ὅτι βοηθεῖ τὸ Κράτος διὰ τοῦ γενικοῦ ταμείου, ἀλλὰ διάταξις ὁρίζουσα τὸ ποσόν τοῦ βοηθήματος αὐτοῦ οὐδεμία ὑπῆρχε μέχρι τοῦ νόμου περὶ Ἐπαρχιακῶν Συμβουλίων. Τὸ ἄρθρον 20 τοῦ νόμου ᾼϠΝϚʹ τοῦ ἔτους 1891 περὶ Ἐπαρχιακῶν Συμβουλίων λέγει: «Πρὸς προσδιορισμὸν τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἐν ἑκάστῳ τῶν δήμων τῆς ἐπαρχίας δημοτικῶν σχολείων τὸ Ἐπαρχιακὸν Συμβούλιον ὀφείλει νὰ ἔχῃ ὁδηγὸν τὴν κατάστασιν τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ δήμου. Ὅθεν θέλει προτείνει εἴτε νὰ αὐξηθῶσι κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ περὶ δήμων νόμου αἱ ἐν τῷ δημοτικῷ προϋπολογισμῷ περιληφθεῖσαι ὑπὲρ τῶν δημοτικῶν σχολείων πιστώσεις, ἂν αὗται δὲν ἐπαρκοῦσι πρὸς σύστασιν καὶ συντήρησιν τοῦ ἀναγκαιοῦντος ἀριθμοῦ δημοτικῶν σχολείων, ἐπαρκοῦσι δὲ εἰς τὴν αὔξησιν ταύτην τὰ ἔσοδα τοῦ δήμου, εἴτε νὰ χορηγηθῇ ὑπὸ τοῦ δημοσίου ταμείου βοήθεια εἰς τὸν δῆμον πρὸς συμπλήρωσιν τοῦ ἀναγκαιοῦντος ποσοῦ κτλ.» Ὅθεν κατὰ τὸν νόμον τοῦτον τὸ Ἐπαρχιακὸν Συμβούλιον προσδιώριζεν ἑκάστοτε τὸν ἀριθμὸν τῶν σχολείων ἐν ἑκάστῳ δήμῳ, ὁδηγὸν ἔχον τὸν προϋπολογισμὸν αὐτοῦ. Ἐπῆλθεν εἶτα ὁ νόμος ͵ΒΤΜΘʹ τοῦ 1895 περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, ὅστις ἐν ἄρθρῳ 60, ὁμιλῶν περὶ τοῦ εἰδικοῦ κεφαλαίου ὑπὲρ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, λέγει: «Τὸ κεφάλαιον τοῦτο ἀποτελεῖται: αʹ) ἐκ τῶν τόκων τῶν ὑπὸ τὴν διοίκησιν τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως Ὑπουργείου κληροδοτημάτων, τῶν μὴ ῥητῶς καθωρισμένων εἰς εἰδικοὺς σκοποὺς εἴτε διὰ τῶν διαθηκῶν εἴτε διὰ προγενεστέρων νόμων ἢ Β. Διαταγμάτων· βʹ) ἐξ εἰσφορᾶς τῶν ἱερῶν Μονῶν ἐτησίας, ἧς τὸ ποσὸν προσδιορίζεται εἰς 100,000 δραχμάς· γʹ) ἐξ εἰσφορᾶς τοῦ δημοσίου ταμείου, ἧς τὸ ποσὸν ἀναγράφεται ἐν τοῖς ἐτησίοις Προϋπολογισμοῖς ὑπὸ τὴν ἐπιγραφὴν «Συνδρομὴ τοῦ Κράτους ὑπὲρ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως.» Λοιπὸν πρώτην φορὰν τὸ 1895 ἀνεγράφη τὸ ποσὸν τῆς συνδρομῆς τοῦ Κράτους ὑπὲρ τῶν δήμων διὰ τὴν στοιχειώδη ἐκπαίδευσιν διὰ τοῦ νόμου ͵ΒΤΜΘʹ. Ἀλλ’ ὁ νόμος περὶ Ἐπαρχιακῶν Συμβουλίων, ὅστις ὁρίζει τὰ τοῦ βοηθήματος αὐτοῦ, καὶ τὸν ὁποῖον ὑποθέτει ἰσχύοντα ὁ ͵ΒΤΜΘʹ νόμος περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, ἔθετο ἐν ἄρθρῳ 21 καὶ ἑτέραν περιοριστικὴν διάταξιν, λίαν ἐπωφελῆ, ἡ ὁποία, ἂν δὲν κατηργεῖτο διὰ τοῦ νόμου τοῦ 1900 περὶ νέας διοικητικῆς διαιρέσεως τοῦ Κράτους, θὰ προελάμβανεν ὅλας τὰς ὑπερβάσεις τῶν πιστώσεων διὰ τῶν προκαταβολῶν, καὶ ἑπομένως ὅλα τὰ ἐλλείμματα, τὰ ὁποῖα παρουσιάζουν πολλοὶ Προϋπολογισμοὶ τοῦ Κράτους. Τὸ ἄρθρον 21 ἔχει οὕτως: «Ἄρθρον 21. Οὐδέποτε ἡ χάριν τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως χορηγουμένη εἰς τοὺς δήμους ὑπὸ τοῦ δημοσίου ταμείου βοήθεια δύναται νὰ ὑπερβῇ τὸ τρίτον τῶν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ δήμου περιλαμβανομένων πιστώσεων πρὸς σύστασιν καὶ συντήρησιν δημοτικῶν σχολείων.» Βλέπει ἡ Βουλὴ τὴν πρόβλεψιν τοῦ νόμου, ὅστις, καλῶς γινώσκων, ὅτι αἱ ὑπὲρ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως γνῶμαι ἠδύναντο νὰ παρασύρουν τοὺς δημάρχους καὶ τοὺς δημότας, ἂν αἱ δαπάναι κατεβάλλοντο ὑπὸ τοῦ δημοσίου ταμείου, ἠθέλησε διὰ τοῦ νόμου, ὅστις εἶναι τὸ μόνον πρακτικὸν μέσον περιορισμοῦ τῶν δαπανῶν, νὰ ὁρίσῃ, ὅτι δὲν δύναται ἡ βοήθεια τοῦ Δημοσίου νὰ ὑπερβῇ τὸ ἓν τρίτον τοῦ ἀναγεγραμμένου ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ δήμου ποσοῦ ὑπὲρ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως διὰ συντήρησιν καὶ σύστασιν δημοτικῶν σχολείων. Ἐπῆλθε δυστυχῶς ὁ νόμος ͵ΒΧΕʹ τοῦ 1900, ὁ ὁποῖος, ὡς γνωστόν, κατήργησε τὰ Ἐπαρχιακὰ Συμβούλια, καὶ μετεβίβασε τὰ δικαιώματα καὶ τὰ καθήκοντα τῶν Ἐπαρχιακῶν Συμβουλίων εἰς τὰ Νομαρχιακά· ἀλλὰ τὰ Νομαρχιακὰ Συμβούλια ἀκόμη δὲν ἐλειτούργησαν, πρόκειται δὲ μετ’ ὀλίγον νὰ καταργηθῶσιν ἴσως καὶ πάλιν καὶ ἀντικατασταθῶσιν ὑπὸ τῶν Ἐπαρχιακῶν. Τοιουτοτρόπως ὁ σωτήριος ἐκεῖνος περιορισμὸς, ὅπως μὴ ὑπερβαίνῃ τὸ βοήθημα τοῦ Δημοσίου τὸ ⅓ τῆς ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ δήμου ἀναγεγραμμένης ὑπὲρ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως πιστώσεως, δὲν ὑφίσταται πλέον, καὶ ἕνεκα τούτου σήμερον τὸ βοήθημα, ὅπερ παρέχει ὁ Ὑπουργὸς ἐκ τοῦ κονδυλίου ὑπὲρ τῶν δήμων, ὁσάκις ἐγκρίνηται τοιαύτη χορήγησις ὑπὸ τοῦ νομάρχου κατὰ τὸ ἄρθρον 62 τοῦ ͵ΒΤΜΘʹ νόμου περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, εἰς οὐδένα περιορισμὸν ὑπόκειται, καὶ ἐννοεῖται, ὅτι, ὁσάκις ἡ πολιτικὴ τὸ ἀπαιτῇ, ὁ Ὑπουργὸς πάντοτε ἐνδίδει. Οὕτω σήμερον ἔχομεν οὐ μόνον ἀπεριορίστους τὰς προκαταβολὰς τοῦ δημοσίου ταμείου, ἀλλ’ ἀπεριορίστους καὶ τὰς ἐκ τοῦ βοηθήματος χορηγήσεις τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, ἐνῷ πρὶν ἀμφότερα ἦσαν περιωρισμένα, καὶ πέραν τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους δαπάναι ὑπὲρ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως δὲν ἦσαν δυναταί. Ἀλλ’ ὡς εἰ μὴ ἤρκουν αἱ νομοθετικαὶ καὶ διοικητικαὶ αὐταὶ ὑπερβάσεις, αἵτινες καὶ πρὸς τὸ Σύνταγμα ἀντιτίθενται καὶ πρὸς τὸν Λογιστικὸν νόμον, ἔτι μᾶλλον ἐπεβαρύνθησαν διὰ τῆς ἀναγραφῆς, ἥτις ἀπὸ τοῦ 1896 εἰσήχθη ἐν τῷ νόμῳ περὶ κυρώσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Κράτους, τῆς ἀδείας, ὅπως ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, προκειμένου περὶ δαπανῶν ἀναγομένων εἰς τὸ βοήθημα τοῦ Κράτους πρὸς τοὺς δήμους ὑπὲρ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, δικαιῶται, ἀπούσης τῆς Βουλῆς, καὶ διὰ πιστώσεων ἀναπληρωματικῶν νὰ αὐξάνῃ τὸ χορηγηθὲν ποσόν. Ἕνεκα τούτου παρέστημεν κατὰ τὸ παρελθὸν εἰς τὸ φαινόμενον, ὅτι τὸ ἓν ἑκατομμύριον δραχμῶν περίπου, ὅπερ εἶναι ἀναγεγραμμένον εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους διὰ βοήθημα τοῦ Δημοσίου πρὸς τοὺς δήμους διὰ δαπάνας ὑπὲρ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, ἀνῆλθεν εἰς 1,600,000 δρ. περίπου ἕνεκα τῆς χορηγηθείσης ἀδείας. Οὐδεμία ἄλλη τοιαύτη ἀναπληρωματικὴ δαπάνη εἶναι τόσον ἀδικαιολόγητος, ὅσον ἡ διὰ τὴν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν, ὡς μὴ ὑποκειμένη εἰς αὐξομειώσεις ἀνεπιδέκτους προϋπολογισμοῦ. Λοιπὸν ἔχομεν ἀχαλίνωτον ἄδειαν δαπανῶν εἰς βάρος τοῦ δημοσίου ταμείου, καὶ οὐδόλως ἄπορον ἑπομένως, ἂν ἔχωμεν ἑκατομμυρίων ἐλλείμματα, προερχόμενα ἐκ τῶν πέραν καὶ ἄνευ προϋπολογισμοῦ δαπανῶν ὑπὲρ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως. Ἐνῷ καθῆκον εἶχον αἱ Κυβερνήσεις μετὰ τὴν κατάργησιν τοῦ νόμου περὶ Ἐπαρχιακῶν Συμβουλίων, μεθ’ οὗ συγκατηργήθη καὶ μία ἐγγύησις σπουδαία κατὰ τῶν ὑπερμέτρων δαπανῶν διὰ τὴν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν, ἐνῷ καθῆκον εἶχον διὰ νομοθετήματος νὰ θέσουν χαλινὸν εἰς τοὺς δημάρχους καὶ τοὺς νομάρχας καὶ τοὺς Ὑπουργοὺς, ἀνέγραψαν τοὐναντίον καὶ τὴν ὑπὲρ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως συνδρομὴν πρὸς τοὺς δήμους μεταξὺ ἐκείνων, αἵτινες ἀπούσης τῆς Βουλῆς χορηγοῦνται διὰ Β. Διαταγμάτων...

§126ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Δὲν γνωρίζω, ἂν ἐξεδόθη ποτὲ Διάταγμα ἐπὶ τῇ βάσει τῆς διατάξεως τῆς ἀναγεγραμμένης, τὴν ὁποίαν ἀνεφέρατε, ἐν τῷ νόμῳ τῷ κυροῦντι τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους· δὲν γνωρίζω ἂν ἐξεδόθη ποτὲ Διάταγμα, τὸ ὁποῖον ἐπιτρέπει τὴν ὑπέρβασιν τῶν δαπανῶν. Ἀλλὰ κατὰ τὸ λῆξαν ἔτος βεβαίως δὲν ἐξεδόθη, διότι μέχρι ταύτης τῆς στιγμῆς οὔτε ἡ παροῦσα Κυβέρνησις οὔτε ἡ προκάτοχος αὐτῆς ἐξέδωκε τὸ Βασιλικὸν Διάταγμα, διὰ τοῦ ὁποίου γίνεται ἡ κατανομὴ τοῦ βοηθήματος εἰς τοὺς καθυστεροῦντας ἀπόρους δήμους.

§127Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Διάταγμα καὶ ἐγὼ δὲν βεβαιῶ ὅτι εἶδον, οὔτε γνωρίζω, ἐὰν τώρα ἢ πρότερον ἐξεδίδετο Διάταγμα περὶ κατανομῆς τοῦ βοηθήματος. Ἐκεῖνο, ὅπερ δύναμαι νὰ βεβαιώσω, εἶναι, ὅτι ἐν τῷ νόμῳ, τῷ κυροῦντι τὸν προϋπολογισμὸν τῶν ἐξόδων τοῦ Κράτους ἀναγράφεται ἐν ἄρθρῳ 15 ἡ ἄδεια τῷ Ὑπουργῷ τοῦ νὰ ὑπερβαίνῃ, ἀπούσης τῆς Βουλῆς, διὰ συμπληρωματικῶν πιστώσεων, ἐπιτρεπομένων διὰ Β. Διατάγματος, τὸ ποσὸν τὸ ἀναγεγραμμένον ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ. Λέγω λοιπόν, ὅτι, ὅταν τοιαῦται ἐλευθερίαι ἐνισχύωνται, ἑπόμενον εἶναι νὰ φθάσωμεν εἰς τὰς ὑπερβάσεις, εἰς ἃς ἐφθάσαμεν. Ἐκτὸς τούτου, θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ θεωρῶ τὸν τρόπον αὐτὸν τῆς διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἀδείας ὑπὲρ τῶν Ὑπουργῶν, νὰ ὑπερβαίνωσι τὰς ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ πιστώσεις διὰ Β. Διαταγμάτων, ὡς μὴ νόμιμον. Ἀληθῶς ποῦ ἀντλεῖ τὸ δικαίωμα ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὁ ὑποβάλλων κατ’ ἔτος τῇ Βουλῇ τὸ σχέδιον περὶ κυρώσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Κράτους, νὰ ὁρίζῃ περὶ τούτου ἢ ἐκείνου τοῦ κεφαλαίου ἢ ἄρθρου διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ὅτι ἐπιτρέπεται, ἀπούσης τῆς Βουλῆς, ἡ διὰ Β. Διατάγματος αὔξησις τῶν ἐν αὐτῷ πιστώσεων; Τοιαύτη ἄδεια εἶναι νομοθετικῆς φύσεως μέτρον, καὶ ἐφ’ ὅσον δὲν στηρίζεται εἰς προηγούμενον νόμον, τρὶς ψηφισθέντα καὶ ὑπὸ τοῦ Ἡγεμόνος κυρωθέντα, ἀπῃτεῖτο νὰ τὸ ἐγκρίνῃ νέος νόμος, διότι τοιοῦτος δὲν εἶναι ἡ ἔγκρισις τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Διὰ τοῦτο ἀνάγκη νὰ περιορισθῇ τὸ δικαίωμα τοῦτο τῶν Ὑπουργῶν, καὶ νὰ μὴ ἐπιτρέπηται ἢ δυνάμει νόμων μόνον ἡ ἄδεια αὕτη.

§128ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Πρέπει νὰ γείνῃ περιορισμὸς τούτου, διότι βεβαίως γίνεται κατάχρησις περὶ τὴν ἀναγραφὴν ἐν τῷ κυροῦντι τὸν Προϋπολογισμὸν νόμῳ τῆς ἀδείας, ἵνα ἀπούσης τῆς Βουλῆς διὰ Β. Διαταγμάτων ζητῶνται πιστώσεις.

§129Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἀφοῦ αἱ πιστώσεις κατὰ κανόνα πρέπει νὰ χορηγῶνται ὑπὸ τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας, ἐξαίρεσις δ’ εἶναι τὸ νὰ ἐπιτρέπωνται ἔν τισι περιπτώσεσιν ὑπὸ τοῦ Βασιλέως μόνον, ἔπρεπε τοὐλάχιστον αἱ περιπτώσεις αὗται νὰ καθορίζωνται διὰ νόμου, οὐχὶ δὲ ν’ ἀφίνωνται εἰς τὴν θέλησιν τῆς Κυβερνήσεως νὰ τὰς ὁρίζῃ ἄνευ νόμου, διότι νόμος, κατὰ τὴν ἀκριβῆ ἔννοιαν τοῦ Συντάγματος, δὲν εἶναι ἡ νομοθετικὴ πρᾶξις ἡ κυροῦσα τὸν Προϋπολογισμὸν, καὶ δι’ αὐτὸ δὲν ψηφίζεται τρίς. Ὁ Λογιστικὸς ἡμῶν νόμος, ὁμιλῶν περὶ τῶν ἀναπληρωματικῶν πιστώσεων, ἀρκεῖται εἰς τὴν ἀναγραφὴν τῆς ἀδείας ἐν τῷ ἐνιαυσίῳ νόμῳ τῶν ἐξόδων· ἀλλ’ ὁ Λογιστικὸς νόμος ἡμῶν εἶναι τοῦ 1852, ὅτε οἱ νόμοι ἐψηφίζοντο ἅπαξ, καὶ οὐδεμία διαφορὰ ὑπῆρχεν ὡς πρὸς τὴν ψήφισιν μεταξὺ τῶν νόμων καὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Σήμερον ὅμως οἱ μὲν ἄλλοι νόμοι ψηφίζονται τρὶς, ὁ δὲ κυρῶν τὸν Προϋπολογισμὸν ἅπαξ. Νομίζω, ὅτι ὁ προσδιορισμὸς τῶν δαπανῶν ἐκείνων τοῦ Προϋπολογισμοῦ, δι’ ἃς ἀπούσης τῆς Βουλῆς ἀρκεῖ Β. Διάταγμα χορηγοῦν ἀναπληρωματικὴν πίστωσιν, εἶναι ἔργον νομοθετικῆς φύσεως, καὶ ἔπρεπε διὰ νόμου ἅπαξ νὰ ὁρισθῶσιν αἱ τοιαῦται δαπάναι, διὰ νόμου δὲ καὶ νὰ ἐπεκτείνωνται. Ὅλα, ὅσα ἐξέθηκα, συμπίπτει νὰ ἀνοίγουν εὐρείας τὰς θύρας πρὸς ὑπερβάσεις πιστώσεων, αἵτινες, ὅσον καὶ ἂν ἐνδιαφερώμεθα ὑπὲρ τῆς διαδόσεως τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, δὲν δικαιολογοῦνται ἐκ τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως καὶ τῶν δήμων καὶ τοῦ Κράτους. Ἀλλ’ αἱ ὑπερβάσεις αὗται, ὡς γίνονται, δὲν γίνονται καὶ τῇ προηγουμένῃ γνώσει καὶ συγκαταθέσει τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας, καὶ τοῦτο εἶναι ἐναντίον καὶ τῆς νομοθεσίας ἡμῶν καὶ τῶν οἰκονομικῶν συμφερόντων τοῦ Κράτους, οὗτινος διαταράττουν τὴν ἰσορροπίαν ἐν τοῖς ἐσόδοις καὶ ἐξόδοις. Τὰς ἀνωμαλίας ταύτας πρέπει νὰ σπεύσωμεν νὰ θεραπεύσωμεν, καὶ διὰ τοῦτο ἐφείλκυσα τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς δι’ ὅσων εἶπον ἐπ’ αὐτῶν.

§130ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κωνσταντόπουλος ἔχει τὸν λόγον.

§131Κ. ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγώ, κύριοι Βουλευταί, ἔχω ἀμφιβολίας τινὰς καὶ ἀπορίας περὶ τοῦ σκοποῦ, τὸν ὁποῖον ἐπιδιώκει τὸ προκείμενον νομοσχέδιον, καὶ περὶ τοῦ ὀρθοῦ τρόπου, καθ’ ὃν ἐπιδιώκει τὴν πραγματοποίησιν τοῦ σκοποῦ τούτου. Τὰς ἀμφιβολίας καὶ τὰς ἀπορίας αὐτὰς ἐσκόπουν νὰ ὑποβάλω κατὰ τὴν πρώτην ἀνάγνωσιν τοῦ νομοσχεδίου, ἀλλ’ ἕνεκα κωλύματος δὲν παρευρέθην κατὰ τὴν συζήτησιν. Ἤκουσα ὅμως, ὅτι ὁ ἀξιότιμος ἐκ Κυθήρων Βουλευτὴς τὰς πλείστας τῶν ἀποριῶν καὶ ἀμφιβολιῶν καὶ παρατηρήσεων τούτων ἐποιήσατο ἤδη, καὶ ὅτι ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐπεφυλάχθη νὰ ἀπαντήσῃ κατὰ τὴν δευτέραν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου. Ἐὰν ὁ ἀξιότιμος κύριος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εὐαρεστηθῇ νὰ δώσῃ τὴν ἀπάντησιν, ἴσως καὶ αἱ ἐμαὶ παρατηρήσεις θὰ ὦσι περιτταί. Ἐν ἐναντίᾳ δὲ περιπτώσει θ’ ἀναγκασθῶ νὰ ἐπανέλθω εἰς ὅσα ἴσως χθὲς ἠκούσατε παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Κυθήρων Βουλευτοῦ.

§132Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Σᾶς παρακαλῶ νὰ λάβητε τὸν κόπον αὐτόν.

§133Κ. ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Θ’ ἀπασχολήσω ἴσως τὴν Βουλὴν ἐπανερχόμενος εἰς πράγματα, περὶ τῶν ὁποίων ἤκουσε τὰ δέοντα χθές. Ἐὰν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐπιμένῃ, ἐγὼ βεβαίως θὰ προβῶ εἰς τὰς παρατηρήσεις μου.

§134Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Σᾶς παρακαλῶ.

§135Κ. ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ νομοσχέδιον, Κύριοι, ὡς ἠκούσατε, ἀφορᾷ τακτοποίησιν χρηματιστικῶν λογαριασμῶν. Χρηματιστικοὶ δὲ λογαριασμοὶ ἀντικείμενον ἔχουσιν, ὅπως γνωρίζετε, τὴν διεξαγωγὴν ὑπηρεσιῶν τινων τοῦ Κράτους, αἱ ὁποῖαι ἐπιβάλλουσιν εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον τὴν προκαταβολὴν δαπανῶν περιοδικῶς, ὑπὸ τὴν προσδοκίαν τῆς ἀποδόσεως τῶν δαπανῶν τούτων παρ’ ἐκείνων, ὑπὲρ τῶν ὁποίων ἐπιβάλλονται. Ὅταν αὐτοὶ οἱ λογαριασμοὶ ἀποπερατωθῶσιν, ἐνδεχόμενον εἶναι νὰ προκύψῃ εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον ἰσοζύγιον, νὰ εἰσπράξῃ δηλαδὴ τὸ δημόσιον ταμεῖον ὅλα τὰ χρήματα, τὰ ὁποῖα διέθεσεν ὑπὲρ τῶν ὑπηρεσιῶν ἐκείνων, ἐνδεχόμενον ὅμως εἶναι νὰ προκύψῃ καὶ ἔλλειμμα, νὰ μὴ δύναται τὸ δημόσιον ταμεῖον νὰ εἰσπράξῃ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐδαπάνησε. Καὶ ἐπειδὴ αὐταὶ αἱ εἰσπράξεις καὶ αἱ δαπάναι δὲν ἔχουσιν ὡρισμένον χρονικὸν διάστημα, εἴθισται νὰ μὴ περιλαμβάνωνται αὗται ἐν τοῖς Προϋπολογισμοῖς τοῦ Κράτους, ἀλλὰ διαχειρίζονται ὑπὸ τὸν τίτλον «χρηματιστικοὶ λογαριασμοὶ μὴ περιεχόμενοι εἰς τὸν Προϋπολογισμόν». Αὐτὰ εἶναι, Κύριοι, τὰ ὁποῖα γνωρίζω, ὅσον ἀφορᾷ αὐτοὺς τοὺς λεγομένους χρηματιστικοὺς λογαριασμούς. Ὅταν αὐτοὶ οἱ χρηματιστικοὶ λογαριασμοὶ καταλήξωσιν εἰς λῆψιν χρημάτων ἐκ τοῦ δημοσίου ταμείου, δηλαδὴ εἰς χρέωσιν αὐτῶν τῶν λογαριασμῶν, τί ποιητέον; Αὐτοὶ οἱ λογαριασμοὶ ἐξακολουθοῦσι νὰ μνημονεύωνται εἰς τὴν Γενικὴν Ληψοδοσίαν τοῦ Κράτους ὡς βάσιμοι ἀπαιτήσεις τοῦ Κράτους, ἐνῷ δὲν εἶναι πλέον βάσιμοι ἀπαιτήσεις, ἀφοῦ οὐδεμία ἐλπὶς εἰσπράξεως τοῦ ποσοῦ αὐτοῦ ὑπάρχει. Τί ποιητέον ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει; Δὲν ὑπάρχει ἄλλη ὁδὸς κατάλληλος, εἰμὴ οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ Κράτους νὰ ἀναγνωρίσωσι τὸ ἀνυπόστατον αὐτῶν τῶν ἀπαιτήσεων, καὶ νὰ διατάξωσι τὴν διαγραφὴν αὐτῶν ἐκ τῶν δημοσίων βιβλίων. Ἀπαιτεῖται λοιπὸν ἀπόφασις τῆς Βουλῆς. Τοῦτο ὅμως δὲν ἐγένετο πάντοτε. Ἐνθυμοῦμαι πρὸ πολλῶν ἐτῶν, ὅτι ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν ἄνευ ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς διέγραψεν ἐκ τῶν βιβλίων διαφόρους ἀπαιτήσεις, καὶ οὕτως εἰς τὴν Γενικὴν Ληψοδοσίαν τοῦ Κράτους δὲν σημειοῦνται πλέον οἱ τοιοῦτοι χρηματιστικοὶ λογαριασμοὶ καὶ αἱ ἐξ αὐτῶν ἀπαιτήσεις. Καὶ οὕτως ἀπαιτήσεις τοῦ Δημοσίου διεγράφησαν ἐκ τῶν βιβλίων, διότι ἡ ὑπηρεσία ἐπείσθη, ὅτι κατέστη ἀδύνατον νὰ εἰσπραχθῶσιν! Ἀλλ’ ἐννοεῖται, ἐπαναλαμβάνω, ὅτι ὁ μόνος ὀρθὸς τρόπος εἶναι ἡ λύσις τῶν ζητημάτων αὐτῶν ὑπὸ τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας. Ἀλλὰ διὰ ν’ ἀποφανθῇ, Κύριοι, ἡ Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία, ἂν μία ἀπαίτησις πρέπει ἢ δὲν πρέπει νὰ διαγραφῇ, ἀπολύτως ἀναγκαῖον εἶναι νὰ ὁρισθῇ ἀκριβῶς εἰς τί ἀνέρχεται αὐτὴ ἡ ἀπαίτησις, καὶ διὰ ποῖον λόγον κατέστη ἀδύνατος ἡ εἴσπραξις αὐτῆς, ἵνα δυνηθῇ νὰ κρίνῃ ἡ Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία, ἂν ἡ ἀπαίτησις δὲν εἶναι πλέον βάσιμος. Αὐτὴν τὴν τακτικὴν δὲν βλέπω νὰ ἀκολουθῇ τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον εἰσήχθη εἰς τὴν συζήτησιν τῆς Βουλῆς. Πρῶτον ἀναγράφει ἓν πλῆθος λογαριασμῶν, καὶ δὲν ἀρκεῖται μάλιστα εἰς τὴν μνείαν τὴν ῥητῶς ἀναφερομένην, ἀλλὰ προσθέτει καί τινας ἄλλους ὅλως ἀορίστως. Νομίζω ὅτι αὐτὸς ὁ τρόπος δὲν εἶναι ὁ προσήκων· πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν ἕνα πρὸς ἕνα τοὺς λογαριασμοὺς αὐτοὺς, ἵνα πεισθῶμεν, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἐξακολουθήσωσιν αἱ ἐξ αὐτῶν ἀπαιτήσεις ἀναγραφόμεναι εἰς τὰ δημόσια βιβλία, καὶ τότε νὰ διατάξωμεν τὴν διαγραφήν των. Ἂς ἐξετάσωμεν ὅμως, κατὰ ποῖον τρόπον τὸ νομοσχέδιον ἠθέλησε νὰ κανονίσῃ αὐτὰ τὰ ζητήματα. «Ἐπιτρέπεται, λέγει, νὰ τακτοποιηθῶσι...» Τακτοποίησις δὲν εἶναι ἄλλο ἢ ἡ διαγραφὴ τῶν ἀπαιτήσεων ἀπὸ τὰ δημόσια βιβλία. Θὰ ἴδωμεν δὲ, ἂν ἀπαιτοῦνται καὶ ἄλλαι τινὲς πράξεις, ἵνα πιστοποιηθῇ αὐτὴ ἡ διαγραφὴ (ἀναγινώσκει): «Ἐπιτρέπεται νὰ τακτοποιηθῶσι τὰ ἐκ τῆς ληψοδοσίας τοῦ δημοσίου ταμείου προκύπτοντα κατὰ τὴν 31 Δεκεμβρίου 1901 ὑπόλοιπα εἰς χρῆσιν τῶν διαφόρων ἢ χρηματιστικῶν λογαριασμῶν». Ἐδῶ ἀναγράφει, ποῖοι εἶναι αὐτοὶ οἱ λογαριασμοί. Καὶ ἔρχεται πρῶτον τὸ ταμεῖον τῶν Φάρων καὶ Φανῶν. Ἔχει τὸ δημόσιον ταμεῖον νὰ λάβῃ ἀπὸ τὸ ταμεῖον τῶν Φάρων καὶ Φανῶν; Φαίνεται, ὅτι ἔχει. Πόσα ποσά; Δὲν βλέπω νὰ ὁρίζῃ ἀκριβῶς πούποτε. Ἐὰν μάλιστα λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν τὴν αἰτιολογικὴν ἔκθεσιν τοῦ νομοσχεδίου, τί παρατηροῦμεν; Λέγει ἐδῶ (ἀναγινώσκει): «...Τὸ κατὰ τὴν 31 Δεκεμβρίου ὑπόλοιπον ἐκ τοῦ λογαριασμοῦ τούτου εἰς χρέωσιν αὐτοῦ ἀνέρχεται εἰς δρ. 344,510, προερχομένας ἐκ τῆς μὴ ἀποδόσεως εἰς τὸ ταμεῖον τῶν Φάρων καὶ Φανῶν τῶν ἀνηκόντων αὐτῷ ἐκ τῶν κατὰ τὸ ἔτος 1894 εἰσπραχθέντων καὶ εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον εἰσαχθέντων τελῶν ἀγκυροβολίας καὶ φαρικῶν, ὧν τὴν ἀπόδοσιν ἐπανειλημμένως ᾐτήσατο τὸ ταμεῖον τῶν Φάρων καὶ Φανῶν.» Ἐπειδὴ τὸ δημόσιον ταμεῖον, λέγει ἡ αἰτιολογικὴ ἔκθεσις, δὲν ἀπέδωκεν εἰς τὸ ταμεῖον τῶν Φάρων καὶ Φανῶν ὅσα ὤφειλε ν’ ἀποδώσῃ εἰς αὐτό, διὰ τοῦτο τὸ ταμεῖον τῶν Φάρων καὶ Φανῶν ἔμεινε χρεώστης εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον δραχ. 344,510. Καὶ ἤδη τί ζητεῖται; Νὰ χαρισθοῦν τὰ χρήματα αὐτὰ εἰς τὸ ταμεῖον τῶν Φάρων καὶ Φανῶν. Ἀλλ’ ἀφοῦ τὰ χρήματα αὐτὰ ὀφείλονται εἰς τὸ ταμεῖον τῶν Φάρων καὶ Φανῶν, δὲν πρόκειται περὶ διαγραφῆς τῆς ἀπαιτήσεως, ἀλλὰ περὶ συμψηφισμοῦ τῆς ἀπαιτήσεως. Πῶς λοιπὸν τὸ ταμεῖον τῶν Φάρων καὶ Φανῶν ἀναγράφεται μεταξὺ τῶν χρηματιστικῶν λογαριασμῶν; Ἐννοεῖτε πολὺ καλὰ, ὅτι αὐτὰ εἶναι ἀντικείμενα, τὰ ὁποῖα κυρίως ἡ διεξαγωγὴ τῆς ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν δύναται νὰ διασαφήσῃ. Ἐγὼ ὅμως ὑποβάλλω αὐτὰς τὰς ἀπορίας, καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ δώσῃ τὰς ἀπαιτουμένας ἐξηγήσεις. Ἔρχομαι, Κύριοι, εἰς τὸν δεύτερον χρηματιστικὸν λογαριασμόν. Ποῖος εἶναι οὗτος; Τὸ ταμεῖον τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως. Ὁ ἀξιότιμος προαγορεύσας κ. ἐκ Μεσολογγίου συνάδελφος εἶπεν ἤδη πρὸς ὑμᾶς, ὅτι τὰ εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον ὀφειλόμενα ὑπὸ τοῦ ταμείου τούτου κατὰ τὸ 1895 ἐχαρίσθησαν εἰς τοὺς δήμους. Δὲν γνωρίζω λοιπὸν, ποῖα εἶναι τὰ ἄλλα, τὰ ὁποῖα ὀφείλει τὸ ταμεῖον τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, καὶ τὰ ὁποῖα πρόκειται ἡμεῖς νὰ διαγράψωμεν, ὡς μὴ δυνάμενοι νὰ τὰ εἰσπράξωμεν. Ἕτερος χρηματιστικὸς λογαριασμὸς εἶναι ὁ ὑπὸ τὴν ἐπιγραφὴν «Πιστωτικὰ καὶ φαλαγγιτικὰ γραμμάτια». Αὐτὸς ὁ λογαριασμὸς ὀφείλει εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον πόσα; Περὶ τούτου δὲν συμφωνεῖ ἡ αἰτιολογικὴ ἔκθεσις τοῦ νομοσχεδίου πρὸς τὴν Γενικὴν Ληψοδοσίαν τοῦ Κράτους, καὶ ἀπορία γεννᾶται, πῶς κατὰ μὲν τὴν Γενικὴν Ληψοδοσίαν ὀφείλει δραχμὰς 286,508, κατὰ δὲ τὴν αἰτιολογικὴν ἔκθεσιν ὀφείλει πολὺ περισσότερα. Προκειμένου περὶ ἀριθμῶν καὶ περὶ δωρεᾶς αὐτῶν τῶν ποσοτήτων, ἔπρεπε νὰ ὑπάρχῃ πλήρης ἀκρίβεια μεταξὺ τῆς Γενικῆς Ληψοδοσίας, ἡ ὁποία ἀναγράφει τὰ ποσὰ κατὰ τὴν 31 Δεκεμβρίου, καὶ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἤδη ὀφείλονται καὶ τὰ ὁποῖα πρόκειται νὰ χαρισθῶσι. Καὶ περὶ τῆς διαφορᾶς ταύτης οὐδεμίαν εὑρίσκω διασάφησιν εἰς τὸ νομοσχέδιον. Μάλιστα δὲν γνωρίζω ἀκριβῶς, τί εἶναι αὐτὰ τὰ «πιστωτικὰ καὶ φαλαγγιτικὰ γραμμάτια», καὶ πόσα εἰς αὐτὰ ἐδαπάνησε τὸ δημόσιον ταμεῖον, ἅτινα δὲν δύναται ἤδη νὰ ἀναλάβῃ. Παρακαλῶ καὶ περὶ τούτου τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ δώσῃ διασαφήσεις. Ἕπονται αἱ «ὁμολογίαι τῆς ἐπὶ Κυβερνήτου Τραπέζης». Καὶ αὐτῶν εἰς τί ποσὸν ἀνέρχεται τὸ χρέος πρὸς τὸ δημόσιον ταμεῖον, δὲν γνωρίζω. Ὑπάρχει εἷς λογαριασμὸς εἰς τὴν Ληψοδοσίαν τοῦ Κράτους, κατὰ τὸν ὁποῖον αἱ ὁμολογίαι αὗται χρεοῦνται μὲ δραχ. 220,752. Πόθεν αὗται προέρχονται, ἐγὼ ἀκριβῶς δὲν γνωρίζω. «Προκαταβολαὶ δημοδιδασκαλικῶν μισθῶν κατὰ τὸν νόμον ΤΛΗʹ τοῦ 1856». Ὀφείλονται διὰ τοιαύτας προκαταβολὰς εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον ἀκόμη χρήματα; Ἀλλ’ ὁ νόμος τοῦ 1890 τὰ ἐχάρισε καὶ αὐτά. Τί ὑπολείπεται λοιπὸν ἀκόμη νὰ λαμβάνῃ τὸ Δημόσιον; Ἐχάρισε τὰ μέχρι τοῦ 1895, συμπεριλαμβανομένης καὶ αὐτῆς τῆς χρήσεως. Ἐπληρώσαμεν ἕνεκα αὐτοῦ τοῦ νόμου ποσὰ, καὶ πόσα;

§136Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν ἐχάρισε τὸ ὅλον.

§137Κ. ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ὅλον. Ἔχω τὸν νόμον ἐδῶ. Ἐπαναλαμβάνω, ὅτι πρόκειται περὶ ἀριθμῶν, καὶ πρέπει νὰ ὑπάρχῃ πλήρης ἀκρίβεια καὶ σαφήνεια, τί ὀφείλεται, καὶ διὰ ποῖον λόγον δὲν δύναται νὰ εἰσπραχθῇ. Ἕτερος χρηματιστικὸς λογαριασμὸς εἶναι αἱ «προκαταβολαὶ ἐπαρχιακῶν καὶ νομαρχιακῶν συμβούλων». Τοιαῦται προκαταβολαὶ δὲν ὑπάρχουσιν εἰς τὴν Γενικὴν Ληψοδοσίαν τοῦ 1902· καὶ δὲν ὑπάρχουσι διατί; Διότι ὑποθέτω ὅτι εἶναι προκαταβολαὶ δοθεῖσαι εἰς τοὺς δήμους ἕνεκα αὐτῶν τῶν Ἐπαρχιακῶν Συμβουλίων, αἱ ὁποῖαι ἐπίσης ἐχαρίσθησαν διὰ τοῦ νόμου τοῦ 1890. Ἐν τούτοις, ἐνῷ εἶναι χαρισμέναι, ἐπαναλαμβάνονται ἐδῶ ὡς ἀντικείμενα χρήζοντα τακτοποιήσεως. Ἕτερος λογαριασμὸς εἶναι αἱ «προκαταβολαὶ εἰς τὸν Λατινικὸν Κλῆρον». Ὡς πρὸς αὐτὸν, παρατηρῶ, ὅτι εἰς τὴν Γενικὴν Ληψοδοσίαν δὲν ὑπάρχει τοιοῦτος λογαριασμὸς, δηλῶν ὅτι τὸ δημόσιον ταμεῖον ἔχει νὰ λάβῃ ἀπὸ τὸν Λατινικὸν Κλῆρον χρήματα. Ἕνεκα τούτου δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω περὶ τίνος λογαριασμοῦ ἀκριβῶς πρόκειται. Ἐκτὸς τῶν λογαριασμῶν αὐτῶν τὸ νομοσχέδιον προβλέπει καὶ περὶ τινων ἄλλων. Ἡ φράσις «καί τινων ἄλλων λογαριασμῶν πρὸ τοῦ ἔτους 1890 ὑφισταμένων» δηλοῖ, ὅτι πλήρης ἐλευθερία ἀφίνεται εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ χαρίζῃ χρήματα ἐξ οἱουδήποτε ἄλλου χρηματιστικοῦ λογαριασμοῦ καταλήξαντος εἰς ἔλλειμμα. Ἐξαιρεῖ μόνον ῥητῶς τὸ νομοσχέδιον τὰ χρηματικὰ γραμμάτια, τὰ γραμμάτια ἐπὶ συμψηφισμῷ καὶ ἐπὶ παρακαταθήκῃ καὶ τὰ δικαιώματα δήμων, λιμένων καὶ προκυμαιῶν. Μόνον τοὺς τρεῖς αὐτοὺς χρηματιστικοὺς λογαριασμοὺς ἐξαιρεῖ ἀπὸ τὴν ἄδειαν, τὴν ὁποίαν δίδει εἰς τὴν Κυβέρνησιν, νὰ κανονίζῃ ὅπως αὐτὴ ἐγκρίνει τὴν ληψοδοσίαν τοῦ Κράτους. Ἐκτὸς ὅμως αὐτῶν ὑπάρχει καὶ ἓν ἄρθρον τρίτον, κατὰ τὸ ὁποῖον ὅσα δικαιοῦται λαμβάνειν τὸ Δημόσιον ἀπὸ τοὺς δήμους ἐκ προκαταβολῶν ὑπὲρ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως ἀπὸ τοῦ ἔτους 1896 (διότι τὰ μέχρι τοῦ 1895 ἐχαρίσθησαν ἤδη), καθόσον ταῦτα δὲν ἐχαρίσθησαν διὰ τοῦ νόμου Β͵ΧΨΔʹ τοῦ 1900, ὡς καὶ πάντα τὰ εἰς τὸ μέλλον ὑπὲρ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως προκαταβληθησόμενα, καταλογίζονται εἰς τοὺς οἰκείους δήμους, κατὰ τὸν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ὁριζόμενον τρόπον. Ἀλλὰ συγχρόνως ἐν τῷ δευτέρῳ ἐδαφίῳ τοῦ ἄρθρου 3 χορηγεῖται εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὸ δικαίωμα νὰ ἀπαλλάσσῃ τοὺς δήμους τῆς πληρωμῆς αὐτῶν, διατάσσουσα τὴν διαγραφὴν αὐτῶν ἐκ τῶν βιβλίων, ἐν περιπτώσει ἀνεχείας τῶν δήμων. Οὕτω δὲ ἀφαιρεῖται ἀπὸ τῆς ἀντιπροσωπείας τοῦ ἔθνους τὸ δικαίωμα νὰ κρίνῃ, ἂν ὑπάρχει περίπτωσις διαγραφῆς. Φρονῶ, ὅτι καὶ τὸ ἐδάφιον δεύτερον τοῦ ἄρθρου 3 δὲν ἔπρεπε νὰ περιληφθῇ εἰς τὸ νομοσχέδιον, ἀλλ’ ὁσάκις ἡ Κυβέρνησις νομίζῃ, ὅτι πρέπει εἰς ὡρισμένας περιστάσεις νὰ χαρίζῃ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα τὸ Δημόσιον ἔχει λαμβάνειν, τότε νὰ εἰσάγῃ νομοσχέδιον περὶ τούτου εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ ἡ Βουλὴ ν’ ἀποφασίζῃ περὶ αὐτοῦ· διότι ὅλοι παραδεχόμεθα, ὅτι πράγματι ὑπάρχουν περιστάσεις διαγραφῆς τοιούτων ἀπαιτήσεων τοῦ Δημοσίου ἕνεκα ἀνεχείας ἐκείνων, ὑπὲρ τῶν ὁποίων κατεβλήθησαν. Ἀλλ’ ἐξεταστέον ἤδη, κατὰ ποίας λογιστικὰς διατυπώσεις πρέπει νὰ γείνῃ ἡ δωρεὰ αὕτη; Τὸ νομοσχέδιον ἀναγράφει τοιαύτας διατυπώσεις, περιεχομένας ἐν τῷ ἄρθρῳ τετάρτῳ αὐτοῦ, καὶ ληφθείσας ἐκ τοῦ νόμου Β͵ΨϚʹ τοῦ ἔτους 1900. Ἀλλ’ ἐρωτῶ τὸν ἀξιότιμον ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργόν, δὲν προβλέπει ὁ Λογιστικὸς νόμος περὶ τοῦ τρόπου, κατὰ τὸν ὁποῖον διαγράφονται αἱ τοιαῦται ἀπαιτήσεις, καὶ ἔπρεπε τώρα νὰ ληφθῇ περὶ τούτου πρόνοια δι’ ἰδιαιτέρου νόμου; Φρονῶ, ὅτι ὁ τρόπος τῆς διαγραφῆς ἔπρεπε νὰ ἦναι κεκανονισμένος πρὸ πολλοῦ, διότι πολλάκις παρουσιάσθη ἀνάγκη διαγραφῆς τοιούτων ποσῶν ἐκ τῶν δημοσίων βιβλίων. Δὲν γνωρίζω δὲ τοὺς λόγους, δι’ οὓς ἐσκέφθησαν νὰ εἰσαγάγωσι τὸν νέον αὐτὸν τρόπον τῆς διαγραφῆς κατὰ τὸ 1900 διὰ τοῦ μνησθέντος νόμου, δι’ οὗ διεγράφησαν αἱ προκαταβολαὶ αἱ γενόμεναι εἰς τὰ Ὑπουργεῖα τῶν Ναυτικῶν καὶ τῶν Στρατιωτικῶν. Συνέπεσε, Κύριοι, νὰ ἴδω κατὰ τίνα τρόπον γίνεται ἡ διαγραφὴ τῶν τοιούτων ἀπαιτήσεων ἐν Γαλλίᾳ, καὶ συνέπεσε μάλιστα ἡ διαγραφὴ αὕτη νὰ ἀφορᾷ τὴν Ἑλλάδα. Ἡ Γαλλικὴ Κυβέρνησις δικαιοῦται νὰ λαμβάνῃ ἀνάλογον μερίδιον ἐκ τῶν προκαταβολῶν καὶ πληρωμῶν, τὰς ὁποίας ἔκαμε διὰ τὸ δάνειον τῶν 60,000,000, τὸ ὁποῖον ἐπὶ ἐγγυήσει τῶν τριῶν προστατίδων Δυνάμεων εἶχε δοθῆ εἰς τὴν Ἑλλάδα. Ἡ Ἑλλὰς δὲν ἐπλήρωσε, καὶ ἐν Γαλλίᾳ ἐξηκολούθει νὰ χρεῶται ἡ Ἑλλὰς μὲ τὸ εἰς τὴν Γαλλίαν ἀναλογοῦν τρίτον τοῦ δανείου καὶ τοὺς τόκους αὐτοῦ. Εἰς τὰ 1857 ἐστάλησαν ἀπεσταλμένοι τῶν Δυνάμεων, καὶ μετὰ γενομένην ἐξέλεγξιν συνωμολογήθη μεταξὺ τῶν Δυνάμεων καὶ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως σύμβασις, καθ’ ἣν παρεδέχθησαν νὰ λαμβάνωσιν αἱ Δυνάμεις ἀπὸ τὴν Ἑλλάδα πρὸς ἐξόφλησιν τοῦ δανείου 900,000 φράγκα κατ’ ἔτος. Καὶ οὕτως ἡ Γαλλία ἐδικαιοῦτο νὰ λαμβάνῃ φράγκα 300,000 παρὰ τῆς Ἑλλάδος. Ἕνεκα τῆς προικίσεως τοῦ ἡμετέρου Ἡγεμόνος ἐκ μέρους τῶν Δυνάμεων ἑκάστη αὐτῶν διέθεσεν 100,000 δραχμάς· ὥστε ἡ Γαλλικὴ Κυβέρνησις δικαιοῦται νὰ λαμβάνῃ κατ’ ἔτος 200,000 φράγκα. Ἀνεγράφετο λοιπὸν εἰς τοὺς χρηματιστικοὺς λογαριασμοὺς τῆς Γαλλίας πίστωσις τοῦ λογαριασμοῦ τῆς Ἑλλάδος 27,000,000, εἰσπράξεις κατ’ ἔτος 200,000. Ἐσκέφθησαν, ὅτι ἡ ἐξόφλησις αὐτοῦ τοῦ λογαριασμοῦ θὰ ἐγίνετο μετὰ 137 ἔτη, καὶ ἀπεφάσισαν νὰ διαγράψωσιν αὐτὸ τὸ κονδύλιον ἀπὸ τὰ βιβλία, καὶ νὰ καταλογίσωσι τὰς 200,000 δραχμὰς εἰς τὰ διάφορα ἔσοδα τοῦ Γαλλικοῦ Προϋπολογισμοῦ. Εἰς τὸν νόμον λοιπὸν, ὁ ὁποῖος κυρώνει τὸν Προϋπολογισμὸν, περιέλαβον μίαν διάταξιν, καθ’ ἣν ἐπιτρέπεται εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ καταλογίσῃ τὸ τότε ὀφειλόμενον ποσὸν, ἀνερχόμενον εἰς 27 ἑκατομμύρια, εἰς τὰ ἐλλείμματα τοῦ δημοσίου ταμείου, ἄνευ οὐδεμιᾶς ἄλλης διατυπώσεως. Διατὶ παρ’ ἡμῖν ἐθεωρήθησαν ἀναγκαῖαι αἱ πρὸς διαγραφὴν τῶν ἀπαιτήσεων διατυπώσεις, αἱ εἰς τὸν νόμον τοῦ 1900 περιεχόμεναι καὶ ἐν τῷ προκειμένῳ νομοσχεδίῳ ἐπαναλαμβανόμεναι; Παρακαλῶ νὰ εὐαρεστηθῇ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ δώσῃ ἐξηγήσεις περὶ ὅλων τῶν ἐκτεθέντων, ἵνα γνωρίζωμεν, τί ἀκριβῶς πρόκειται νὰ ψηφίσωμεν. Ὡς πρὸς τὰς δαπάνας τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, νομίζω ὅτι πᾶς τις παραδέχεται πληρέστατα ὅσα ἐξέθεσεν ὁ προλαλήσας ἀξιότιμος ἐκ Μεσολογγίου πολιτευτὴς, ὅτι δηλαδὴ εἶναι ἀνάγκη κατεπείγουσα νὰ κανονίσωμεν τὸ θέμα τοῦτο κατὰ τρόπον, ὥστε νὰ γνωρίζωμεν, τί πρέπει νὰ δαπανῶμεν καὶ τί δυνάμεθα νὰ δαπανῶμεν ὑπὲρ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, συμφώνως πρὸς τὸν ὑπὲρ αὐτῆς μεριμνήσαντα νόμον. Δὲν φρονῶ ὅμως, ὅτι παραβιάζεται ὁ Λογιστικὸς νόμος διὰ τῆς παροχῆς ἀναπληρωματικῶν πιστώσεων ὑπὲρ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως. Καὶ ὁ λόγος εἶναι ἁπλούστατος. Ἡ Βουλὴ εἶχε δικαίωμα τότε νὰ προσδιορίσῃ βοήθημα διὰ τὴν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν, ὅσον ἤθελε, προσδιορίσασα δὲ ἓν ποσὸν, ἐπέτρεψε συγχρόνως εἰς τὸν Ὑπουργὸν νὰ αὐξήσῃ τὸ ποσὸν τοῦτο δι’ ἀναπληρωματικῶν πιστώσεων. Ὅπως ἠδύνατο ἡ Βουλὴ νὰ ὁρίσῃ ἀνέκαθεν μεῖζον ποσὸν, δύναται ἐπίσης νὰ προσδιορίσῃ ἔλασσον, ἐπιτρέπουσα εἰς τὸν Ὑπουργὸν νὰ τὸ αὐξήσῃ δι’ ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως, ὑπὸ τὴν ἐπιφύλαξιν τῆς κυρώσεως τῆς Βουλῆς. Ἀλλὰ καὶ νέας δαπάνας, μὴ στηριζομένας εἰς ἄλλον νόμον, δύναται νὰ ἐπιτρέψῃ ὁ Προϋπολογισμὸς, διότι εἶναι καὶ οὗτος νόμος τοῦ Κράτους, ἔχων ὅμοια ἀποτελέσματα μὲ τοὺς ἄλλους νόμους. Δὲν νομίζω λοιπὸν, ὅτι ἡ ἀναγραφὴ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ δαπάνης μὴ ἀναγραφομένης ὑπὸ εἰδικοῦ νόμου δύναται ν’ ἀποτελέσῃ παράβασιν τοῦ Λογιστικοῦ νόμου.

§138Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Αἱ παρατηρήσεις τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Μαντινείας Βουλευτοῦ μοὶ φαίνονται ἄξιαι πολλῆς προσοχῆς, διότι οὐδεὶς δύναται νὰ παραγνωρίσῃ τὸν κανόνα, ὅτι αἱ ἀξιώσεις τοῦ δημοσίου ταμείου δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀπαλείφωνται ἐν ἀγνοίᾳ τοῦ Κοινοβουλίου ὑπὸ τῶν ὀργάνων τῆς ἐκτελεστικῆς ὑπηρεσίας, ὅτι ἡ Βουλὴ ἔχει δικαίωμα νὰ μανθάνῃ, ποῖαι πιστώσεις διαγράφονται καὶ διατὶ δὲν ἐγένετο δυνατὸν νὰ εἰσπραχθῶσι τὰ χρήματα, ὅτι ἐξέλιπεν ἡ ἐλπὶς ὅτι θέλουσιν εἰσπραχθῆ, καὶ ἕνεκα τούτου προέβησαν εἰς διαγραφήν. Καὶ εἶναι μὲν ἀληθὲς, ὅτι ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ὑπάρχει διάταξις, ἥτις ἠδύνατο νὰ ὑποληφθῇ ὅτι πληροῖ τὸ κενὸν, διότι δὲν μένει ἐντελῶς ἐν ἀγνοίᾳ τῶν γιγνομένων ἡ Βουλὴ, διότι κατὰ τὸ ἄρθρον 2 τοῦ νομοσχεδίου «τὰ ποσὰ τῶν κατὰ τὸ προηγούμενον ἄρθρον ὑπολοίπων θέλουσι καταλογισθῇ διὰ δηλώσεων τοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργοῦ πρὸς τὴν Βουλὴν εἰς τὰ ἔξοδα τοῦ Κράτους τῶν σχετικῶν χρήσεων καὶ τῶν οἰκείων εἰδικῶν προϋπολογισμῶν τῶν ἐξόδων τῶν διαφόρων Ὑπουργείων, ἐπερχομένων καὶ τῶν ἀναγκαίων μεταβολῶν ἐν τοῖς ὁριστικοῖς ἀπολογισμοῖς τῶν ἐξόδων τοῦ Κράτους»· ἀλλ’ ἐπειδὴ ἐνδέχεται νὰ προκύψωσιν ἀπορίαι, ἂν διὰ τῆς διατάξεως ταύτης τοῦ ἄρθρου 2 πληροῦται ἡ ἀνάγκη, τὴν ὁποίαν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Μαντινείας Βουλευτὴς κατέδειξε, διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι δυνάμεθα νὰ ἀναβάλωμεν τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου, ἵνα ἐξετασθῶσι τὰ περὶ αὐτοῦ πληρέστερον.

§139ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).

§140Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Τοῦτο εἶναι ἴσως ἀναγκαῖον, ἐὰν πρόκηται ἡ Βουλὴ νὰ ἐπιληφθῇ τῆς συζητήσεως καὶ ἐπιψηφίσεως τοῦ πρώτου ἄρθρου, διότι ἤθελε κριθῆ, ὅτι τὸ κενὸν, τὸ ὁποῖον κατέδειξεν ὁ κύριος ἐκ Μαντινείας Βουλευτὴς, πληροῦται διὰ τοῦ ἄρθρου 2. Ἀλλὰ τοῦτο τὸ ζήτημα δὲν πρόκειται ἔτι, ἴσως δὲ θέλει προτεθῆ ὅταν γένηται πληρεστέρα μελέτη τοῦ νομοσχεδίου, καὶ γένηται παραδεκτὸν, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ψηφισθῇ τὸ ἄρθρον 1 καὶ τὸ 2, ἀλλ’ ὅτι πρέπει αἱ δηλώσεις νὰ ὑποβάλλωνται εἰς τὴν Βουλὴν πρὸ πάσης ἀποφάσεως, ἵνα ἡ Βουλὴ προηγουμένως ἐγκρίνῃ τὴν διαγραφήν. Ἑπομένως εἶναι περιττὸν νὰ εἰσαγάγωμεν λεπτομερεῖς ἀναλύσεις σήμερον, ὅτε δὲν πρόκειται νὰ λυθῇ τὸ ζήτημα τοῦτο, ἀλλὰ πρόκειται νὰ κανονισθῇ ἄλλο ζήτημα. Λοιπὸν θέλει κανονισθῆ, ὅτι θέλει ἐπιτραπῆ εἰς τὴν νομοτελεστικὴν ἐξουσίαν νὰ ἐνεργῇ διαγραφάς; Θέλει θεωρηθῆ ἀρκοῦσα ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 2, ὅτι παρέχει αὕτη ἀρκούσας πληροφορίας εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν περὶ τῶν διαγραφῶν τούτων; Ἐὰν ὅμως δὲν γείνῃ δεκτὸν τὸ ἄρθρον 1, ὡς ἔχει, καὶ θεωρηθῇ, ὅτι τὸ ἄρθρον 2 δὲν πληροῖ τὸ κενὸν, δὲν δίδει πλήρεις καὶ ἀκεραίας πληροφορίας εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν, ἵνα αὕτη κρίνῃ ὁριστικῶς, τότε εἶναι περιττὸν νὰ ἔλθωμεν εἰς ἀναλύσεις, διότι θέλουσι διατεθῆ ἄλλως τὰ περὶ τούτου.

§141ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).

§142Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός.). Οἱ δημόσιοι ἰσολογισμοὶ δημοσιεύονται κατὰ τρόπον, ὁ ὁποῖος ἐπεκράτησεν ἀφ’ ἧς ἤρξατο ἡ δημοσίευσις. Ἐὰν ἦναι πλημμελὴς ὁ τρόπος, πρέπει νὰ γένηται φροντὶς νὰ διαγραφῇ, ὥστε νὰ ὑπάρχῃ πλήρης ἀκρίβεια. Ἀλλὰ τώρα δὲν πρόκειται περὶ τούτου. Ἐὰν ἠθέλομεν ζητήσει παρὰ τῆς Βουλῆς τὴν ἄδειαν νὰ διαγράψωμεν ὡρισμένην πίστωσιν τοῦ Δημοσίου, ὡρισμένην κατηγορίαν πιστώσεων, τότε ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ ζητήσῃ νὰ προσαγάγωμεν τοὺς ἀναλυτικοὺς πίνακας· ἐὰν ὅμως πρόκηται νὰ προνοήσωμεν περὶ διορθώσεως ἀτελειῶν, ὑπαρχουσῶν κατὰ τὴν σύνταξιν τοῦ ἰσολογισμοῦ, βεβαίως ἡ προσαγωγὴ τῶν πινάκων παρέλκει.

§143ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).

§144ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται λοιπὸν τὸ νομοσχέδιον. Προβαίνομεν εἰς τὸ ἀμέσως κατωτέρω. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τροποποιήσεως τῶν νόμων περὶ νομικῶν συμβούλων».

§145Ι. Γ. ΡΟΥΦΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ζητῶ τὴν μεταβολὴν τῆς ἡμερησίας διατάξεως. Δὲν πρόκειται νὰ μελετηθῇ ποτὲ ἡ μεταβολὴ τῆς φορολογίας τῶν ἀμπέλων! Νομίζω ὅτι δὲν θὰ χρησιμεύσῃ πλέον ἡ νέα ἀναβολή. Ἀρκετὰ ἐχρησίμευσεν ἡ πρότασις νόμου περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου τῆς φορολογίας ταύτης ὡς ἕρμα τῆς ἡμερησίας διατάξεως. Νομίζω ὅτι εἶναι καιρὸς, ὅτι εἶναι σπουδαιότερον νὰ ληφθῇ φροντὶς διὰ τοὺς καταδιωκομένους ἕνεκα τοῦ φόρου τῶν ἀμπέλων, παρὰ διὰ τὴν κατάργησιν τοῦ νόμου περὶ τῶν νομικῶν συμβούλων. Διὰ τοῦτο προτείνω, ἂν δέχηται ἡ Βουλή, νὰ προταχθῇ τὸ νομοσχέδιον περὶ μεταβολῆς τῆς φορολογίας τῶν ἀμπέλων.

§146Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν ἀντιλέγομεν.

§147ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ὑπ’ ἀριθμὸν 9;

§148Ι. Γ. ΡΟΥΦΟΣ. Ὄχι. Τὸ ὑπ’ ἀριθμὸν 95. Εἶναι πρότασις νόμου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ ΒΦΟΔʹ νόμου περὶ στρεμματικῆς φορολογίας τῶν ἀμπέλων».

§149Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Θὰ φέρωμεν νομοσχέδιον περὶ τούτου. Ἡ ὑπηρεσία καταγίνεται εἰς τὴν σύνταξιν αὐτοῦ. Περιμένετε.

§150ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ἀποσύρεται ἡ πρότασις.

§151ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Τὸ ὑπ’ ἀριθμὸν 9, κύριε Πρόεδρε.

§152Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐὰν πρόκηται περὶ τῆς ἀπαλλαγῆς ἀπὸ τοῦ φόρου τῶν ἀμπέλων κλπ., μάλιστα.

§153ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Περὶ τούτου ἀκριβῶς πρόκειται.

§154ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Προβαίνομεν λοιπὸν εἰς τὸ ὑπ’ ἀριθμὸν 9. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἀπαλλαγῆς ἀπὸ τοῦ ἐγγείου φόρου τῶν ἀμπέλων τῆς χρήσεως τοῦ 1901 τῶν ἀμπελοκτημόνων, ὧν ἡ ἐκ τῶν ἀμπέλων παραγωγὴ κατεστράφη, καὶ ἀπὸ τοῦ φόρου τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν τῆς χρήσεως τοῦ 1902 τῶν φορολογουμένων τῶν ἐπαρχιῶν Τρικκάλων, Καρδίτσης, Καλαμπάκας, Φαρσάλων καὶ Δομοκοῦ, ἐν αἷς οἱ πρώϊμοι καὶ ὄψιμοι δημητριακοὶ καρποὶ κατεστράφησαν, ὡς καὶ περὶ ἀπαλλαγῆς προσθέτων τελῶν καὶ τόκων ὑπερημερίας ὀφειλομένων παρὰ ἀποτισάντων τὸν ἐπὶ τῶν ἀμπέλων φόρον τῶν χρήσεων τοῦ 1899, 1900 καὶ 1901 ἄνευ προσθέτων τελῶν καὶ ἄνευ τόκων ὑπερημερίας, καὶ προσέτι περὶ παρατάσεως προθεσμίας πρὸς πληρωμὴν τοῦ τε ὀφειλομένου φόρου ἀμπέλων τῶν αὐτῶν χρήσεων καὶ τῆς τοῦ 1902, καὶ τοῦ φόρου τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν τῆς χρήσεως τοῦ 1902». Ἔχει τις τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀρχῆς; Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀναγινώσκονται εἶτα καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 1 καὶ 2 τοῦ νομοσχεδίου ἄνευ ἀντιρρήσεως). Ἄρθρον 3 (ἀναγινώσκεται). Εἰς τὸ ἄρθρον 3 ὁ βουλευτὴς Μεγαλοπόλεως κ. Ζέρβας ὑποβάλλει τροπολογίαν, δι’ ἧς προστίθεται καὶ ἡ ἐπαρχία Μεγαλοπόλεως.

§155Ι. Γ. ΡΟΥΦΟΣ. Ὑπάρχει καὶ ἄλλη τροπολογία.

§156Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Εἰς τὴν δευτέραν ἀνάγνωσιν.

§157ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αἱ τροπολογίαι θὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν κατὰ τὴν δευτέραν ἀνάγνωσιν.

§158Ι. Γ. ΡΟΥΦΟΣ. Παρακαλῶ νὰ προστεθῇ «καὶ δήμου Τριταίας».

§159ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Τότε θὰ καταντήσῃ νὰ περιλάβωμεν ὅλον τὸ Κράτος!

§160Π. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Διατὶ νὰ ἦναι ὁ περιορισμός;

§161Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ ἀναγραφὴ τῶν ἐπαρχιῶν, ἡ ὁποία ἐγένετο ἐν τῷ ὑπὸ συζήτησιν ἄρθρῳ, ἐγένετο ἐπὶ τῇ βάσει πληροφοριῶν τῶν ἀρχῶν, ὄχι πληροφοριῶν, τὰς ὁποίας ἤθελεν ἕκαστος ἐξ ἡμῶν. Ἑπομένως, ἐὰν ἀρχίσωμεν νὰ προσθέτωμεν ἐπαρχίας ἢ δήμους, πρέπει νὰ ἀπαλλάξωμεν ὅλον τὸ Κράτος!

§162Π. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, μίαν παρατήρησιν ἐπ’ αὐτοῦ. Ὁ κύριος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶπεν, ὅτι πρόκειται περὶ τῶν ἐπαρχιῶν, διὰ τὰς ὁποίας ὑπάρχουσιν ἐπίσημοι πληροφορίαι. Ἀλλ’ ὑπάρχουσι καὶ ἐπαρχίαι καὶ δῆμοι, περὶ τῶν ὁποίων ὑπάρχουσι πληροφορίαι, καὶ αἱ ὁποῖαι ὅμως δὲν περιελήφθησαν εἰς τὴν κατηγορίαν ταύτην τοῦ ἄρθρου 3 τοῦ νομοσχεδίου.

§163ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διατυπώσατε τροπολογίαν.

§164Π. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Παραδείγματος χάριν, εἰς τοὺς δήμους Ὀρχομενοῦ καὶ Νάσων, εἰς δύο χωρία, αὐτὸ τὸ Ὑπουργεῖον διέταξε τὴν ἀναστολὴν τῆς εἰσπράξεως τῶν φόρων τοῦ 1901, ἐπίσης δὲ καὶ ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις διέταξε τὴν ἀναστολὴν ἕνεκα τῆς καταστροφῆς ἐκ θεομηνιῶν. Ἐν τούτοις οἱ δῆμοι οὗτοι δὲν περιλαμβάνονται ἐν τῷ ἄρθρῳ τούτῳ.

§165Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Προτείνατε τροπολογίαν, ἵνα ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν εἰς τὴν δευτέραν ἀνάγνωσιν.

§166Π. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Πολὺ καλά. Καταθέτω αὐτήν.

§167ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ τροπολογία τοῦ κ. Παπαναστασίου θὰ τυπωθῇ καὶ θὰ διανεμηθῇ, ἵνα ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν εἰς τὴν δευτέραν ἀνάγνωσιν. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 255). Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 3 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀναγινώσκονται εἶτα καὶ γίνονται δεκτὰ ἄνευ ἀντιρρήσεως τὰ ἄρθρα 4, 5 καὶ 6). Ἄρθρον 7 (ἀναγινώσκεται): Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 7 ὁ βουλευτὴς Βονίτσης κ. Γουλιμῆς ὑπέβαλε τροπολογίαν, ἡ ὁποία θὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν κατὰ τὴν δευτέραν ἀνάγνωσιν τοῦ νομοσχεδίου. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 7, ὡς ἔχει. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ λοιπὰ ἄρθρα, ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς πρώτην συζήτησιν).

§168ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Τώρα νὰ προταχθῇ τὸ ὑπ’ ἀριθ. 9 τῆς ἡμερησίας διατάξεως.

§169ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Τὸ ὑπ’ ἀριθμὸν 10.

§170Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ θάνατος τοῦ ταμίου Χαλκίδος ἀφῆκε κενὰ, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ πληρωθῶσιν, ἵνα τακτοποιηθῶσιν οἱ λογαριασμοὶ τοῦ ταμείου. Διὰ τοῦτο ὀρθὸν θὰ ἦτο νὰ προταχθῇ τὸ ὑπ’ ἀριθμὸν 71 τῆς ἡμερησίας διατάξεως νομοσχέδιον.

§171ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγκρίνει ἡ Βουλὴ νὰ προταχθῇ τοῦτο;

§172ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα.

§173ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τῶν ὑπὸ τοῦ ἀποβιώσαντος ταμίου Χαλκίδος Μιχαὴλ Κούκα ἐκδοθέντων καὶ μὴ ὑπογραφέντων παρ’ αὐτοῦ τριπλοτύπων ἀποδεικτικῶν παραλαβῆς εἰσπρακτέων καὶ γραμματίων παραλαβῆς». (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιρρήσεως).

§174Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐὰν συναινῇ ἡ Βουλὴ, παρακαλῶ νὰ προταχθῇ τὸ ὑπ’ ἀριθμὸν 8 τῆς ἡμερησίας διατάξεως.

§175ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα.

§176ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τροποποιήσεων τοῦ ͵ΒΨΗʹ νόμου τῆς 31 Μαρτίου 1900 περὶ μεταρρυθμίσεως τῶν προξενικῶν νόμων». Ἔχει τις τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου;

§177ΑΘΩΣ ΡΩΜΑΝΟΣ. Διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου μεταβάλλονται οὐσιώδεις διατάξεις τοῦ νόμου τοῦ 1900, τὸν ὁποῖον ἡ Κυβέρνησις τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Κερκύρας Βουλευτοῦ εἰσήγαγεν εἰς τὴν Βουλήν. Ὁ λόγος, δι’ ὃν ἡ παροῦσα Κυβέρνησις ἐνόμισεν, ὅτι ὤφειλε νὰ μεταβάλῃ τὸν νόμον τοῦ 1900, εἶναι προφανής. Ἠθέλησε νὰ ἐπιτύχῃ οἰκονομίας τινὰς ἐν ταῖς δαπάναις τῆς προξενικῆς ὑπηρεσίας, δὲν ἔλαβεν ὅμως ὑπ’ ὄψιν τὰ ὑπὸ ἐθνικὴν ἔποψιν ὀλέθρια ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα ἤθελεν ἐπιφέρει τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον, μεταβαλλόμενον εἰς νόμον τοῦ Κράτους. Ἀλλὰ δὲν ἔλαβε καὶ ἄλλο ὑπ’ ὄψιν, ὅτι, ἐν ᾧ διὰ τοῦ νόμου τοῦ 1900 ηὔξησαν αἱ δαπάναι τῆς προξενικῆς ὑπηρεσίας, ηὔξησαν ἐπίσης καὶ τὰ προξενικὰ τέλη, καὶ ὅτι ἡ αὔξησις τῶν τελῶν τούτων λόγον εἶχε τὴν κάλυψιν τῆς προσθέτου ἐκ τῆς αὐξήσεως τῶν μισθῶν δαπάνης. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ παραδεχθῶμεν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἀδιαφορεῖ διὰ τὰ ἀποτελέσματα, ἅτινα θὰ ἔχῃ ἡ ἐπιψήφισις τοῦ νομοσχεδίου τούτου, φρονοῦμεν ὅμως, ὅτι ἡ Κυβέρνησις βεβαίως δὲν ἐμελέτησεν ἐπαρκῶς τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, καὶ ὅτι τὸ συνέταξεν ἀγνοοῦσα ποῖα ὑπῆρξαν τ’ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα ἐπέφερεν ὁ νόμος τοῦ 1900, ὑπὸ ἔποψιν εἰσπράξεων καὶ ὑπὸ ἔποψιν δαπανῶν. Ὅτι δὲ ἀμελετήτως καὶ ἐν ἀγνοίᾳ τῶν ἀποτελεσμάτων τοῦ νόμου τοῦ 1900 συνετάχθη τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον, ἀποδεικνύει αὐτὴ ἡ ἀγόρευσις τοῦ ἀξιοτίμου κ. Πρωθυπουργοῦ κατὰ τὴν εἰσήγησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1903. Ἄς μοὶ ἐπιτρέψῃ ἡ Βουλὴ νὰ ἀναγνώσω ὅσα ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἀνεκοίνωσε πρὸς τὴν Βουλὴν ἐν σχέσει πρὸς τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ὑπεβλήθη κατόπιν ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν. Ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου εἶπε κατὰ λέξιν τὰ ἑξῆς, ἅτινα ἀναγινώσκω ἐκ τῆς «Πρωίας», δημοσιευσάσης τὸν λόγον αὐτοῦ ἐν τῷ φύλλῳ τῆς 9 Φεβρουαρίου. «Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν θέλει εἰσαγάγει νομοσχέδιον περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου περὶ Προξενείων. Ἐνθυμεῖσθε, ὅτι, ὅτε κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ νόμου περὶ Προξενικῶν ἀρχῶν εἶχε παρατηρηθῆ, ὅτι αἱ αὐξήσεις, αἱ ἐπιγενόμεναι εἰς τὰ ἔξοδα τοῦ Κράτους διὰ τοῦ νόμου ἐκείνου, ἀνεβίβαζον τὸν προϋπολογισμὸν τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν εἰς δραχ. 3,054,091.87, ἐν ᾧ κατὰ τὸ 1896 συνίσταντο εἰς 2,195,572.95 μόνον, δηλαδὴ ὑπερέβαινον τὰ ἔξοδα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν κατὰ τὸ 1902 τὰ ἔξοδα τὰ γενόμενα κατὰ τὸ 1896 κατὰ δραχμὰς 858,518.92, ὁ τότε Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν ὑπισχνεῖτο εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι τὸ ποσὸν τοῦτο ἤθελε πάντως εἰσπράξει ἐκ τῆς αὐξήσεως τῶν προξενικῶν τελῶν...» Διὰ τῆς ἀγορεύσεώς του ταύτης ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὑπεστήριξεν οὐδὲν ἧττον ἢ ὅτι ὁ ἐπὶ τῆς Κυβερνήσεως Θεοτόκη ψηφισθεὶς ͵ΒΨΗʹ νόμος ηὔξησε τὰ ἔξοδα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν κατὰ δραχμὰς 858,518.92, καὶ ὅτι ὁ τότε Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ἐβεβαίου τὴν Βουλήν, ὅτι τὸ ποσὸν τοῦτο τῶν δρ. 858,518.92 ἤθελε πάντως εἰσπραχθῆ ἐκ τῆς αὐξήσεως τῶν προξενικῶν τελῶν. Εὐτυχῶς ἀμφότεροι οἱ ἰσχυρισμοὶ οὗτοι τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ἐξελέγχονται ἐκ τῶν πραγμάτων ἀνακριβεῖς. Ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, συγκρίνων κατὰ τὴν συνήθειάν του τοὺς ἀπολογισμοὺς τῆς ἰδίας διοικήσεως πρὸς τοὺς προϋπολογισμοὺς τῶν πολιτικῶν αὐτοῦ ἀντιπάλων, εὑρίσκει ἐκ τῆς συγκρίσεως τοῦ ἀπολογισμοῦ τοῦ 1896 πρὸς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1902 ποσὸν κατὰ δραχμὰς 128,238.98 ἀνώτερον τοῦ ποσοῦ τῶν 730,279.94, ὅπερ πράγματι ἀποτελεῖ τὴν διαφορὰν ἐπὶ πλέον μεταξὺ τῶν προϋπολογισμῶν τῶν ἐτῶν 1896 καὶ 1902. Ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν τοῦ 1896, ὁ προϋπολογισμὸς τουτέστιν, ὅστις ἀποτελεῖ, κατὰ τὴν γνώμην τοῦ κ. Προέδρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, τὸ ἰδανικὸν τῶν προϋπολογισμῶν, ἀναγράφει πίστωσιν δραχ. 2,203,680.98 διὰ τὰς δαπάνας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν, κατὰ τὸν ἀπολογισμὸν δὲ τοῦ αὐτοῦ ἔτους ἐδαπανήθησαν 2,195,572.95, ἤτοι ἐπὶ ἔλαττον δραχ. 8,108.03. Ὅπως συγκρίνωμεν τὸν προϋπολογισμὸν τῆς Κυβερνήσεως τοῦ κυρίου ἐκ Γόρτυνος πολιτευτοῦ πρὸς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1902, πρὸ παντὸς ὀφείλομεν νὰ ἀφαιρέσωμεν τὸ ποσὸν δραχ. 128,238.98. Οὕτω δ’ ἔχομεν διαφορὰν δραχ. 730,279.94 μεταξὺ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1896 καὶ τοῦ τοῦ 1902. Ἀλλ’ ὅπως ἐξετάσωμεν, εἰς τί ποσὸν ἀνῆλθον αἱ δαπάναι τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν ἐπὶ τῆς Κυβερνήσεως τοῦ κ. ἐκ Κερκύρας Βουλευτοῦ, δὲν εἶναι δίκαιον νὰ λάβωμεν ὡς βάσιν τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1902, ἀφοῦ οὗτος εἰσήχθη ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου κ. ἐκ Καλαβρύτων Βουλευτοῦ, καὶ ἀφοῦ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1902 ὑπῆρχεν αὔξησις 205,000 δραχμῶν ἐν συγκρίσει πρὸς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1901, ὅστις ἐψηφίσθη τῇ εἰσηγήσει τῆς Κυβερνήσεως Θεοτόκη. Ἀλλ’ ἡ αὔξησις αὕτη προῆλθεν ἐν μέρει ἐκ τῆς συμπληρώσεως τῶν θέσεων τῶν πρέσβεων καὶ ἐν μέρει ἐκ μείζονος νομισματικῆς διαφορᾶς, καὶ ἐξ ἄλλων αἰτιῶν, τὰς ὁποίας εἶναι περιττὸν νὰ ἀναφέρω εἰς τὴν Βουλήν. Ἀλλ’ ὅπως καταλήξωμεν εἰς σαφῆ συμπεράσματα, ὡς πρὸς τὴν αὔξησιν, ἥτις ἐπῆλθε τῇ ἡμετέρᾳ εἰσηγήσει εἰς τὰς δαπάνας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν, δὲν ἔχομεν, εἰμὴ νὰ συγκρίνωμεν τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1901 πρὸς τὸν τοῦ 1896. Ὁ τοῦ 1901 ἀναγράφει πίστωσιν δραχμῶν 2,846,018.36, ὁ δὲ τοῦ 1896 δρ. 2,203,680.98, ἑπομένως ἡ διαφορὰ ἀνέρχεται εἰς δραχ. 642,337.34. Ἀλλὰ τὸ ποσὸν τοῦτο τῶν 642,337 δραχμῶν δὲν ἀφορᾷ μόνον εἰς τὰς δαπάνας τῆς προξενικῆς ὑπηρεσίας. Ἐκ τοῦ ποσοῦ τῶν 642,337 δραχμῶν μέρος διετέθη εἰς αὐξήσεις ἀπαραιτήτων δαπανῶν τῆς κεντρικῆς ὑπηρεσίας, μέρος διὰ μισθοὺς πρέσβεων, τὸ πλεῖστον δ’ αὐτοῦ προσετέθη ἐν τῷ Κεφαλαίῳ Δʹ, τῷ γνωστῷ ὑπὸ τὸν τίτλον «Ἐξωτερικαὶ δαπάναι», αἵτινες, ὡς γινώσκει ἡ Βουλή, διατίθενται ὑπὲρ ἱερῶν σκοπῶν καὶ ὑψίστων ἐθνικῶν συμφερόντων. Ὡς ἕκαστος ἐννοεῖ, αἱ δαπάναι αὗται τῆς κεντρικῆς ὑπηρεσίας, τῆς διπλωματικῆς ὑπηρεσίας, τῶν ἐκτάκτων ἀποστολῶν καὶ τοῦ Κεφαλαίου Δʹ οὐδεμίαν ἔχουσι σχέσιν πρὸς τοὺς μισθοὺς τῶν προξένων καὶ τὰ λοιπὰ ἔξοδα τῆς προξενικῆς ὑπηρεσίας εἰς ἣν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἠθέλησε νὰ φορτώσῃ πᾶσαν τὴν αὔξησιν τῶν ἐξόδων τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν. Πρὸς μείζονα δὲ τῶν πραγμάτων κατανόησιν ἀρκεῖ τὸ γεγονὸς, ὅτι ὁ ἀξιότιμος κ. Πρωθυπουργὸς δὲν ἀνέγραψεν εἰς τὸ Κεφάλαιον Δʹ κατὰ τὸ 1896, εἰμὴ ποσὸν 640,000 δραχμῶν χαρτίνων, ἐνῷ ἡμεῖς κατὰ τὸ 1901 ἀνεγράψαμεν πίστωσιν 650,000 φράγκων χρυσῶν, ἅτινα, ὑπολογιζομένου τοῦ φράγκου πρὸς 1,60, ἀποτελοῦσι 1,040,000, τουτέστι ποσὸν ἐπὶ πλέον 400,000 δραχμῶν...

§178Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν εὑρίσκετε εἰς τὸν ἀπολογισμὸν τοῦ 1896 δαπάνην ἄλλην ἐξωτερικὴν ἐξ 125,000, γενομένην ἀπὸ τὸ Προξενεῖον Χανίων χάριν ἐξωτερικῆς πολιτικῆς; Ταῦτα λέγω, διότι ἔπρεπε νὰ παραβάλητε ἄλλα ἔτη.

§179Α. ΡΩΜΑΝΟΣ. Ἐγὼ παραβάλλω ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἔχω ἐν τῷ δοθέντι μοι ἐπισήμῳ πίνακι, καὶ ἐφ’ ὧν διεξάγεται ἡ συζήτησις.

§180ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Αὐτὸς σᾶς ἐδόθη ὡς ἀπάντησις εἰς ἐπερώτησίν σας.

§181Α. ΡΩΜΑΝΟΣ. Ἰδοὺ τί περιέχει ὁ πίναξ. «Κατὰ τὸ 1896 διετέθησαν δι’ ἐξωτερικὰς δαπάνας εἰς τραπεζογραμμάτια δραχμαὶ 624,089.49, ἀντιστοιχοῦσαι πρὸς φράγκα χρυσᾶ 362,017.99. Κατὰ τὸ 1901 διετέθησαν 632,078.11 φράγκα χρυσᾶ». Ἔχομεν λοιπὸν διαφορὰν ἐπὶ πλέον κατὰ τὸ 1901 φράγκα χρυσᾶ 270,060.12, ἅτινα, πρὸς δρ. 1,60 τὸ φράγκον, ἀποτελοῦσι διαφορὰν δραχμῶν 407,796. Ἂν δὲ ἡ Κυβέρνησις τοῦ 1896 ἐδαπάνησε διὰ τοὺς πρόσφυγας τῆς Κρήτης ποσόν τι οἱονδήποτε, τοῦτο δὲν ἔχει καμμίαν σχέσιν πρὸς τὰς ἐξωτερικὰς δαπάνας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν, διότι προῆλθεν ἐξ ἐκτάκτων ἐθνικῶν περιστάσεων...

§182Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὅτε ἐμνημονεύσατε τῶν γενομένων δαπανῶν τῶν ἐξωτερικῶν, ὡς δαπανῶν ἱερῶν,—διότι δαπάναι ἱεραί εἰσιν αἱ γινόμεναι πρὸς ἐνίσχυσιν τῆς ἐξωτερικῆς πολιτικῆς τοῦ Κράτους,—αἱ ὁποῖαι τὸ 1896 ἀνεβιβάσθησαν εἰς δραχ. 650,000, ὅτε δὲν ὑπῆρχον αἱ αὐταὶ περιστάσεις, διατὶ παρελείψατε καὶ τὰς 125,000; Ἴσως ἵνα μειώσητε τὴν διαφορὰν τῆς δαπάνης τῆς ἐξωτερικῆς, ἥτις ἐγένετο ἐπὶ τῶν ἡμερῶν σας.

§183Α. ΡΩΜΑΝΟΣ. Ἐπιμένω, ὅτι ἡ δαπάνη αὕτη οὐδεμίαν ἔχει σχέσιν πρὸς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν.

§184Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Εἰς τὴν δευτέραν ἀνάγνωσιν θὰ σᾶς δώσω πλείονας πληροφορίας.

§185Α. ΡΩΜΑΝΟΣ. Ἅμα ἀφαιρέσωμεν λοιπὸν ἐκ τῆς διαφορᾶς, ἥτις ὑπάρχει μεταξὺ τῶν προϋπολογισμῶν τοῦ 1896 καὶ 1901, τὰς δαπάνας τὰς λεγομένας ἐξωτερικὰς, ἔχομεν διαφορὰν μεταξὺ τῶν προϋπολογισμῶν τῶν δύο τούτων ἐτῶν 234,541 δραχμῶν. Ἀλλ’ ἐξ αὐτῶν πᾶσαι αἱ δαπάναι ἀφορῶσιν ἆρά γε εἰς τὴν προξενικὴν ὑπηρεσίαν; Βεβαίως ὄχι. Ἄν συγκρίνωμεν τὰς δαπάνας τῆς προξενικῆς ὑπηρεσίας τοῦ 1896 καὶ πρὸς τὰς τοῦ 1901, θὰ εὕρωμεν διαφορὰν μόνον 128,103 δραχμῶν. Οὕτω λοιπὸν ἡ αὔξησις τῶν 858,518.92 δραχμῶν, τὴν ὁποίαν ἀνέφερεν ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς εἰς τὴν Βουλὴν εἰς τὸν εἰσηγητήριον ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ λόγον του, ὡς ἐπελθοῦσαν ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νέου προξενικοῦ νόμου, ἐξατμίζεται διὰ τῆς ἐξετάσεως τῶν πραγμάτων εἰς μόνον δραχμὰς 128,103, ἀφοῦ ἐκ μὲν τοῦ ἀπολογισμοῦ τοῦ 1896, τὸν ὁποῖον ἐπεκαλέσθη ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ἐν τῇ αἰτιολογικῇ τοῦ νομοσχεδίου ἐκθέσει, ἐξάγεται ὅτι ἐδαπανήθησαν διὰ τὴν προξενικὴν ὑπηρεσίαν δραχμαὶ 693,080, ἐνῷ κατὰ τὸ ἔτος 1901 ἐδαπανήθησαν διὰ τὴν προξενικὴν ὑπηρεσίαν δραχμαὶ 821,183.33. Ἄν συγκρίνωμεν δὲ τὰς δαπάνας τοῦ 1901 πρὸς τὰς πρὸ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ προξενικοῦ νόμου γενομένας κατὰ τὸ 1899, εὑρίσκομεν, κατὰ τὸν ἐπίσημον πίνακα τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν, διὰ μισθοὺς θέσεων συσταθεισῶν διὰ τοῦ νέου νόμου καὶ αὔξησιν μισθῶν ἐν γένει δραχ. 110,306...

§186ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Πρέπει νὰ συγκρίνητε πρὸς τὸ 1895 καὶ 1896, διότι τότε ἡ σύγκρισις θὰ βασίζηται ἐπὶ ἀριθμῶν ἀκριβῶν.

§187Α. ΡΩΜΑΝΟΣ. Ἡ σύγκρισις ἐγένετο καὶ πρὸς τὸν ἀπολογισμὸν τοῦ 1896, ὃν ἐπικαλεῖται ἡ αἰτιολογικὴ ὑμῶν ἔκθεσις, καὶ πρὸς τὰς δαπάνας τοῦ πρὸ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νέου νόμου ἔτους 1899. Ἐν τούτοις ὁ κ. Πρωθυπουργὸς οὐ μόνον τὰς δαπάνας ἐζήτησε νὰ αὐξήσῃ, ἀλλὰ καὶ τὰ ἔσοδα ἐζήτησε νὰ ἐλαττώσῃ. Ὅτε κατὰ τὴν εἰσήγησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ διέκοψα τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ὑποστηρίζοντα ὅτι κατὰ δραχμὰς 858,518.92 ηὐξήθησαν αἱ δαπάναι διὰ τοῦ νέου προξενικοῦ νόμου, μοὶ ἀπήντησε τὰ ἑξῆς: «Λυποῦμαι ὅτι αἱ πληροφορίαι, τὰς ὁποίας μεταδίδετε εἰς τὴν Βουλήν, δὲν εἶναι ἀκριβεῖς. Τὰ ἔσοδα ἐκ τῶν προξενικῶν τελῶν κατὰ τὸ 1895 πρὸ τοῦ ὑφ’ ὑμῶν προταθέντος νόμου ἀνήρχοντο εἰς δρ. 550,115.40, κατὰ τὸ 1902 δὲ ἀνῆλθον εἰς 591,980, δηλαδὴ ηὐξήθησαν κατὰ 41,464.60.» Ἰσχυρίσθη δηλαδὴ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι αἱ εἰσπράξεις τοῦ 1902 ἀνῆλθον εἰς δρ. 591,980, ἐνῷ κατὰ τὸν ἐπίσημον πίνακα, τὸν ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν ὑποβληθέντα, αἱ εἰσπράξεις τοῦ ἔτους 1902 ἀνῆλθον εἰς δραχμὰς 651,597.71...

§188ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Ἀναγνωρίζω, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶπε ταῦτα εἰς τὴν Βουλήν· ἀλλ’ ἐγὼ κατέθεσα τοὺς πίνακας ἀργότερον. Μετὰ 15 ἡμέρας ἔρχονται αἱ καταστάσεις καὶ παρουσιάζουσιν αὔξησιν, ἑπομένως διαφοράν.

§189Α. ΡΩΜΑΝΟΣ. Τοῦτο ἀποδεικνύει, ὅτι ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν ἐλειτούργει ταχύτερον, καθ’ ἣν ἐποχὴν εἶχον τὴν τιμὴν ἐγὼ νὰ διευθύνω αὐτήν, διότι κατὰ τὸ τέλος τοῦ μηνὸς Ἰανουαρίου συνεκεντροῦντο πάντα τ’ ἀποτελέσματα τῶν εἰσπράξεων. Ἡ διαφορὰ ὅμως, ἡ ὁποία ἐπῆλθεν ἐκ τῆς βραδύτητος τῆς συγκεντρώσεως τῶν λογαριασμῶν, ἦτο 10,000 φρ. χρυσᾶ, ὡς μοὶ εἴπετε ἄλλοτε, καὶ οὐχὶ 59,617 φρ. χρυσᾶ, — διότι ἐνθυμοῦμαι, ὅτι μοὶ ὡμιλήσατε περὶ λάθους τινὸς εἰς τοὺς λογαριασμοὺς τῆς ἐν Κωνσταντινουπόλει προξενικῆς ἀρχῆς.

§190ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Πρὸς ὠφέλειάν σας.

§191Α. ΡΩΜΑΝΟΣ. Πρὸς ὠφέλειάν μου, ἐὰν θέλητε νὰ ὀνομάσητε τοιουτοτρόπως τὴν διαφορὰν ταύτην τῶν 10,000 φράγκων. Ἀλλ’ ἡ διαφορὰ μεταξὺ τοῦ ἀριθμοῦ, τὸν ὁποῖον ἀνέφερεν ὁ κ. Πρωθυπουργός, καὶ τοῦ ἀριθμοῦ, τὸν ὁποῖον μοὶ ἐδόσατε ὑμεῖς, εἶναι 60,000 φράγκων περίπου καὶ ὄχι 10,000.

§192ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Πότε ὁ κύριος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως σᾶς ἔλεγεν αὐτό;

§193Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Νομίζω, ὅτι αὐτὴ ἡ παρατήρησις δὲν εἶναι ὀρθή. Θέλετε νὰ εἴπητε, ὅτι, ὅτε ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἀνεκοίνου τὰ ποσὰ ταῦτα εἰς τὴν Βουλήν, ὤφειλε νὰ εἴπῃ, ὅτι τὰ ποσὰ ταῦτα δὲν ἀντιπροσωπεύουσιν ὅλην τὴν εἴσπραξιν, διότι ὑπῆρχον Προξενεῖά τινα, τὰ ὁποῖα δὲν εἶχον διαβιβάσει ἀκόμη τὰς εἰσπράξεις.

§194Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Μὲ μίαν διαφοράν, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, — ἐλπίζω νὰ μὴ δυσαρεστηθῆτε (ἀποτείνεται πρὸς τὸν κ. Σκουζὲν) — ὁ κύριος Ὑπουργός, ὁ ἐμὸς συνάδελφος, ἔδωκε τὰς πληροφορίας περὶ τῶν εἰσπραχθέντων ἐκ προξενικῶν τελῶν, στηριζόμενος εἰς τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας οἱ πρόξενοι εἶχον ὑποβάλει εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν, ἐνῷ τὰς ἐμὰς πληροφορίας ἔλαβον ἐκ τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου, τὰς πληροφορίας δὲ ταύτας τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου παρέβαλον πρὸς τὰς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν, καὶ μοὶ ἐφάνη, ὅτι διαφέρουσι πρὸς ἀλλήλας, ὡς διαφέρουσιν οἱ πίνακες, τοὺς ὁποίους δημοσιεύει ἡ ταμιακὴ ὑπηρεσία, πρὸς τοὺς πίνακας, οὓς δημοσιεύει τὸ Γενικὸν Λογιστήριον. Τοιουτοτρόπως αἱ αὐταὶ διαφοραὶ ὑπάρχουσι μεταξὺ τῶν πινάκων, τοὺς ὁποίους ἔχει τὸ Γενικὸν Λογιστήριον, καὶ τῶν πινάκων, τοὺς ὁποίους εἰσήγαγεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ἐκ τῶν πληροφοριῶν, τὰς ὁποίας ἔχει ἐκ τῶν προξένων.

§195Α. ΡΩΜΑΝΟΣ. Ἀλλ’ ἀφοῦ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς διατείνεται, ὅτι παρὰ τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου εἶχε λάβει τὰς ἐσφαλμένας περὶ τῶν εἰσπράξεων πληροφορίας, παρὰ τίνος τότε ἔλαβε καὶ ἄλλας ἀνακριβεῖς πληροφορίας, τὰς ὁποίας ἀνεκοίνωσεν εἰς τὴν Βουλὴν ἐν τῇ ἀγορεύσει του; Ἄς μοὶ ἐπιτρέψῃ ἡ Βουλὴ νὰ ἀναγνώσω καὶ ἄλλην περικοπὴν τοῦ λόγου του (ἀναγινώσκει): «Κατὰ τὸ 1896 τὰ ἔσοδα εἶχον ἀνέλθει εἰς δρ. 554,610 καὶ 85/00, ἐνῷ τὰ κατὰ τὸ 1902 εἰσπραχθέντα ἀνῆλθον εἰς 591,580, ἤτοι ὑπερέβησαν τὰ κατὰ τὸ 1896 εἰσπραχθέντα κατὰ δραχμὰς 36,969.15 μόνον. Περὶ τῶν εἰσπραχθέντων κατὰ τὸ 1897 δὲν ποιοῦμαι μνείαν, διότι ἦτο ὁ πόλεμος, καθὼς δὲν ποιοῦμαι μνείαν καὶ τῶν εἰσπραχθέντων κατὰ τὸ 1898· κατὰ τὸ 1901 ὅμως, πρὶν ἢ ψηφισθῇ ὁ νόμος τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Κεφαλληνίας, εἶχον ἀνέλθει τὰ εἰσπραχθέντα προξενικὰ ἔσοδα εἰς δραχμὰς 620,607, ἤτοι ὑπερέβησαν τὰ κατὰ τὸ 1900 εἰσπραχθέντα κατὰ δραχμὰς 29,026.83...» Παρὰ τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου ἔλαβε λοιπὸν καὶ τὴν πληροφορίαν, ὅτι δὲν εἶχε ψηφισθῆ ὁ νέος προξενικὸς νόμος κατὰ τὸ 1901; Προφανῶς ἠγνόει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἢ μᾶλλον ἐλησμόνησεν, ὅτι ὁ νέος προξενικὸς νόμος, ψηφισθεὶς κατὰ τὸν Μάρτιον τοῦ 1900, ἐφηρμόσθη, ὡς πρὸς τὰς φορολογικὰς αὐτοῦ διατάξεις, ἀπὸ τοῦ αὐτοῦ ἔτους, καὶ ὡς πρὸς πάσας τὰς λοιπὰς διατάξεις ἀπὸ τῆς 1 Ἰανουαρίου τοῦ 1901.

§196Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Πρόκειται περὶ τοῦ 1900· δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ὑποστηρίξω, ὅτι κατὰ τὸ 1901 δὲν εἶχεν ἐφαρμοσθῆ ὁ νόμος, διότι τότε ἔπρεπε νὰ παραδεχθῶ, ὅτι ὑμεῖς δὲν ἐφηρμόσατε τὸν νόμον—διότι δὲν ἐφήρμοσε τὸν νόμον πρώτην φορὰν τὸ Ὑπουργεῖον τὸ ὑπὸ τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Καλαβρύτων, ἀλλ’ ὑμεῖς.

§197Α. ΡΩΜΑΝΟΣ. Τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ἀνεφέρατε, εἶναι τὸ ποσὸν τῶν εἰσπράξεων τοῦ 1901. Ἂν εἴχετε σκοπὸν νὰ κάμητε μνείαν περὶ τοῦ 1900, τότε τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ἠθέλετε ἀναφέρει, θὰ ἦτο τὸ ποσὸν τῶν εἰσπράξεων τοῦ 1900 καὶ ὄχι τοῦ 1901. Δὲν ἔχει οὕτω, κύριε Πρωθυπουργέ;

§198Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ μὴ τὸ ἀποδεχθῶ, ἕως οὗ σᾶς φέρω τὰς ἀποδείξεις.

§199Α. ΡΩΜΑΝΟΣ. Ἀλλ’ οὕτως ἔχει, κύριε Πρωθυπουργέ, διότι ἐν τῷ ἐπισήμῳ πίνακι τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν ἀναγινώσκω τὰ ἑξῆς· «1901—μετὰ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου ΒΨΗʹ — εἰσπράξεις φράγκα χρυσᾶ 620,607»· ἀναγινώσκω δὲ καὶ ἐν τῷ λόγῳ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ: «1901 φρ. χρ. 620,607».

§200Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ποῦ εἶναι τὸ λάθος;

§201Α. ΡΩΜΑΝΟΣ. Ὅτι κατὰ τὸ 1901 εἶχεν ἐφαρμοσθῆ ὁ νόμος, σεῖς δὲ ἰσχυρίσθητε, ὅτι δὲν εἶχεν ἐφαρμοσθῆ, ὅλοι δὲ οἱ ὑπολογισμοὶ ὑμῶν ὡς πρὸς τὰς εἰσπράξεις ἐκ τελωνιακῶν τελῶν βασίζονται ἐπὶ τῆς πληροφορίας, ὅτι δὲν εἶχεν ἐφαρμοσθῆ ὁ νόμος κατὰ τὸ 1901. Ἑπομένως οἱ ὑπολογισμοί σας ὡς πρὸς τὰ ποσὰ τῶν εἰσπράξεων καὶ τὰ ἔτη, εἰς ἃ ταῦτα ἀνάγονται, εἶναι ἐσφαλμένοι ἐκ βάσεως, διότι εἶχεν ἐφαρμοσθῆ ὁ νόμος.

§202Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ποία εἶναι ἡ διαφορὰ μεταξὺ τοῦ 1900 καὶ τοῦ 1901; εἶναι 19,000 φράγκων. Σᾶς ἠδίκησα διὰ 19,000 φράγκα.

§203Α. ΡΩΜΑΝΟΣ. Ἀλλὰ καὶ διατὶ εἶναι 19,000 φράγκα μόνον; Ἐξακολουθεῖτε ἀγνοοῦντες, ὅτι κατὰ τὸ 1900 εἶχεν ἐφαρμοσθῆ ὁ προξενικὸς νόμος ἀπὸ τοῦ Ἀπριλίου, ὡς πρὸς τὰς φορολογικὰς αὐτοῦ διατάξεις, καὶ δι’ αὐτὸ ὑπάρχει αὐτὴ ἡ μικρὰ διαφορὰ μεταξὺ τῶν ἐτῶν 1900 καὶ 1901. Ἔπρεπε νὰ συγκρίνητε τὸ 1901 πρὸς τὸ 1899, καὶ τότε θὰ εἴχετε διαφορὰν 104,000 φρ. χρυσῶν.

§204Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Καθ’ ὃν χρόνον ἰσχυρίζομαι, ὅτι ηὐξήθησαν τὰ ἔξοδα μόνον διὰ τῆς αὐξήσεως τῶν μισθῶν τῶν προξενικῶν ὑπαλλήλων κατὰ 206 χιλιάδας δραχμὰς, μοὶ παρουσιάζετε τὴν δικαιολογίαν, ὅτι εἰσεπράξατε περισσότερα 104,000 φράγκα! Ἀλλ’ αὐτὰ εἶναι τὰ προξενικὰ ἔξοδα. Ὅλα τὰ ἔξοδα εἶναι 900,000 φράγκα.

§205Α. ΡΩΜΑΝΟΣ. Καὶ εἰς αὐτὸ θὰ σᾶς ἀπαντήσω. Συγχέετε τὰς δαπάνας. Λησμονεῖτε τὰς λοιπὰς δαπάνας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν. Λησμονεῖτε τὰς ἐξωτερικὰς δαπάνας, αἵτινες ἐπὶ τῶν ἡμερῶν μας ηὐξήθησαν κατὰ 432,960 δραχμάς. Ἀλλὰ τίς θὰ εὑρεθῇ ἐνταῦθα, ὁ ὁποῖος θὰ κατακρίνῃ τὴν Κυβέρνησιν Θεοτόκη, διότι ηὔξησε τὰς ἐξωτερικὰς δαπάνας;

§206Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Αὐτὸς εἶναι τρόπος τοῦ λέγειν. Οὐδεὶς ἀμφισβητεῖ, ὅτι προκειμένου περὶ τῶν ἐξωτερικῶν δαπανῶν δὲν εἶναι διὰ τοῦτο κατακριτέα ἡ Κυβέρνησις· κατακρίνομεν αὐτήν, ὅτι τὰ ἔξοδα διὰ τοῦ νόμου ἀνεβιβάσθησαν.

§207Α. ΡΩΜΑΝΟΣ. Ἐπανέρχεσθε εἰς τὰ ἴδια, τὰ ὁποῖα εἴπετε εἰς τὴν εἰσήγησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Καὶ τότε ἐλέγετε, ὅτι ἡ Κυβέρνησις τοῦ ἐκ Κερκύρας ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ηὔξησε τὰ ἔξοδα κατὰ δραχ. 858,518:92, μὴ λαμβάνοντες ὑπ’ ὄψιν, ὅτι 432,960 δραχμαὶ ἐπὶ πλέον τῶν παρ’ ὑμῶν κατὰ τὸ 1896 διατεθεισῶν ἐδαπανήθησαν ἐπὶ τῆς Κυβερνήσεως τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Κερκύρας Βουλευτοῦ, ὅπως ἐκμανθάνωσι τὴν μητρικὴν αὐτῶν γλῶσσαν τὰ τέκνα τῶν ὁμοφύλων ἡμῶν, τὰ ὁποῖα ἄλλως, ἄνευ τῆς ἐπικουρίας ἡμῶν ταύτης, θὰ ἐκινδύνευον νὰ εἰσαχθῶσιν εἰς τὰ σχολεῖα τῶν προπαγανδῶν.

§208Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ αἰτιολογία τῆς ἐκθέσεως τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν ὁρίζει, ὅτι ἡ διαφορὰ ἀνέρχεται εἰς 1,195,000. Αὐτὴ ἡ δαπάνη ὑφίσταται, ὅπως σπουδάζωσι τὰ τέκνα τῆς Μακεδονίας;

§209Α. ΡΩΜΑΝΟΣ. Ἀλλ’ ὑμεῖς ἐπαναλαμβάνετε πάντοτε τὰ αὐτά! Διὰ τοῦτο καὶ ἐγὼ θὰ ἦμαι ἠναγκασμένος νὰ ἐξακολουθήσω ἐπαναλαμβάνων ὅσα εἶπον καὶ ἀπέδειξα, ἐπὶ πραγματικῶν ἀριθμῶν καὶ γεγονότων βασιζόμενος. Ἡ ἐπανάληψις δὲ αὐτῶν θὰ ἦτο δυσάρεστος καὶ εἰς τὴν Βουλὴν καὶ εἰς ὑμᾶς καὶ εἰς ἐμὲ αὐτόν.

§210Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐγὼ ἐπιθυμῶ νὰ μὴ σᾶς δυσαρεστήσω.

§211Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Δύνασθε νὰ μᾶς εἴπητε ἀκριβῶς, κατὰ πόσον ηὐξήθησαν τὰ ἔξοδα διὰ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ προξενικοῦ νόμου; κατὰ πόσον ηὔξησαν αἱ δαπάναι αἱ προξενικαὶ μετὰ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ προξενικοῦ νόμου; Αὐτὰ πρέπει νὰ παραβάλωμεν. Δὲν δύνασθε νὰ ἐπικαλεσθῆτε τὸν νόμον τὸν προξενικόν, ὅπως καλύψητε τὴν διαφορὰν τὴν ὑπάρχουσαν μεταξὺ τῶν δύο χρήσεων. Καὶ ἐπιθυμῶ νὰ ἔχω αὐτὰς τὰς δύο πληροφορίας ὡρισμένως, ἵνα ἴδωμεν, ἂν ἐπιβάλλεται ἡ τροποποίησις τοῦ προξενικοῦ νόμου. Ἐὰν φρονῆτε, ὅτι ηὔξησαν αἱ ἄλλαι δαπάναι τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν, καὶ ὅτι αἱ δαπάναι αὗται εἶναι περιτταί, δύνασθε αὐτὰς νὰ περιορίσητε.

§212Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν πρόκειται νὰ ἐξετάσω, ἂν ἐδαπανήθησαν τὰ χρήματα, — διότι οὐδεὶς ἐξ ἡμῶν ὑπέθεσεν, ὅτι δὲν ἐδαπανήθησαν ὅσα ἀναφέρονται ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ· — ἀλλὰ πρόκειται περὶ ἄλλου τινός, ὅτι αἱ ἀνάγκαι τοῦ Κράτους πρέπει νὰ θεραπεύωνται κατὰ τρόπον τοιοῦτον, ὥστε νὰ μὴ ὑπερβαίνωσι τὰ μέσα, τὰ ὁποῖα ὁ τόπος δύναται νὰ παρέχῃ πρὸς θεραπείαν τῶν ἀναγκῶν αὐτῶν. Διότι τίς δύναται νὰ κατηγορήσῃ ἡμᾶς, ἐὰν συστήσωμεν Πρεσβείας πανταχοῦ, εἰς τὸ Περοῦ, εἰς τὴν Χιλήν, ἢ εἰς τὴν Νέαν Ὁλλανδίαν καὶ εἰς πάντα τὰ Κράτη; τίς δύναται νὰ κατηγορήσῃ ἡμᾶς, ἐὰν φροντίσωμεν νὰ παράσχωμεν εἰς τοὺς διπλωματικοὺς ὑπαλλήλους ἀφθονίαν μέσων, ὥστε νὰ ζῶσιν ἐν πάσῃ ἀξιοπρεπείᾳ; Πρέπει ὅμως νὰ στρέψω νὰ ἴδω καὶ τοὺς φορολογουμένους, μήπως πληρώνωσιν οὗτοι περισσότερα χρήματα ἀπὸ ὅσα ἐπλήρωνον μέχρι τοῦδε· διότι, ὅταν ἀναβιβάζωνται τὰ ἔξοδα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν κατὰ 1,195,000 δραχμὰς ἀπὸ τοῦ 1896 μέχρι τοῦ 1902, ἐρωτῶ, ποία πλούτη, ποία ἀφθονία χρημάτων ἐχύθη εἰς τὴν Ἑλλάδα κατὰ τὸ διάστημα τοῦτο, ὅπως λησμονῶμεν τὰς ἀνάγκας τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ὅπως λησμονῶμεν ὅτι ἔχει ἀνάγκην ν’ ἀποξηράνῃ τὰ ἕλη, νὰ βελτιώσῃ τὴν γεωργίαν; Καὶ ἡμεῖς, ἀντὶ νὰ φροντίσωμεν περὶ αὐτῶν, δαπανῶμεν ἓν ἑκατομμύριον περισσότερον, ἵνα παρίσταται ἡ Ἑλλὰς μεγαλοπρεπῶς ἐν τῷ ἐξωτερικῷ!

§213Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Νομίζω ὅτι ἐξήλθομεν τοῦ θέματος. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ ἐπανέλθωμεν εἰς τὸ θέμα. Διατείνεσθε, ὅτι ἐπῆλθεν αὔξησις εἰς τὰς δαπάνας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν. Αἱ δαπάναι αὗται τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν δύνανται εἰς τὰ κύρια αὐτῶν κεφάλαια νὰ διαιρεθῶσιν εἰς τρία· δαπάνας ἐξωτερικὰς, δαπάνας διπλωματικῆς ὑπηρεσίας, δαπάνας προξενικῆς ὑπηρεσίας. Ἐὰν εὑρίσκητε, ὅτι αἱ δαπάναι αἱ ἐξωτερικαὶ πρέπει νὰ περιορισθῶσι, περιορίσατε ταύτας· ἐὰν εὑρίσκητε, ὅτι αἱ δαπάναι τῆς διπλωματικῆς ὑπηρεσίας πρέπει νὰ περιορισθῶσι, καὶ ἐγὼ παρατηρῶ, ὅτι ἡμεῖς τὰς δαπάνας ταύτας δὲν ηὐξήσαμεν· καὶ ἡμεῖς εὕρομεν τὰς δαπάνας τὰς διπλωματικὰς παρ’ ὑμῶν αὐξηθείσας, κατόπιν δὲ προσετέθησαν Πρεσβεῖαι, τὰς ὁποίας ἡμεῖς προσεθέσαμεν. Ἐὰν νομίζητε, ὅτι αἱ δαπάναι αἱ διπλωματικαὶ, τὰς ὁποίας ὑμεῖς διεπράξατε, ἢ ἡ προσθήκη τῶν θέσεων τῶν πρέσβεων, εἰς τὴν ὁποίαν ἡ προκάτοχος ὑμῶν Κυβέρνησις προέβη, ἐὰν νομίζητε, ὅτι αἱ δαπάναι αὗται πρέπει νὰ διαγραφῶσι, διαγράψατε αὐτάς. Ἀλλὰ τοῦτο δὲν ἐπράξατε· ἐμμένετε εἰς τὰς λοιπὰς δαπάνας, καὶ ἐνῷ διατηρεῖτε τὴν αὔξησιν τῶν ἐκ προξενικῶν τελῶν ἐσόδων, προτείνετε τὴν ἐλάττωσιν τῶν προξενικῶν δαπανῶν. Καὶ λησμονεῖτε, ὅτι ἡμεῖς διὰ τῆς αὐξήσεως τῶν ἐσόδων προέβημεν εἰς τὴν αὔξησιν τῶν δαπανῶν, προέβημεν δὲ εἰς τὴν αὔξησιν ταύτην, διότι παρίστατο ὑπὸ τῶν ἔξω Ἑλλήνων εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι εἶναι ἐπιβεβλημένον εἰς αὐτὴν νὰ καταστήσῃ τοὺς προξένους ἀνεξαρτήτους, ἵνα ἐπιτρέψῃ εἰς αὐτοὺς νὰ ζήσωσι καθ’ ὃν τρόπον ἡ ἀξιοπρέπεια τοῦ Κράτους ἐπιβάλλει· ἐδήλωσαν δὲ, ὅτι εἶναι πρόθυμοι νὰ συντελέσωσιν εἰς τοῦτο, ἀποδεχόμενοι τὴν αὔξησιν τῶν βαρῶν. Τὴν αὔξησιν ταύτην τῶν βαρῶν διατηρεῖτε, τὴν αὔξησιν τῶν δαπανῶν περιορίζετε! Ἀλλὰ πρόκειται ἀκριβῶς περὶ τῶν προξενικῶν δαπανῶν, καὶ ὅταν πρόκηται περὶ προξενικῶν δαπανῶν, δὲν ἐπιτρέπεται νὰ λάβωμεν τὸ σύνολον τῶν αὐξήσεων, ἀλλὰ πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν, πρὸ τοῦ νόμου τοῦ 1890 πόσα ἐδαπανῶντο διὰ τὴν προξενικὴν ὑπηρεσίαν, πόσα εἰσεπράττοντο, καὶ νὰ γείνῃ ἡ σύγκρισις τῶν ἐσόδων καὶ τῶν ἐξόδων, τῶν εἰσπραττομένων καὶ τῶν δαπανωμένων· δεύτερον, μετὰ τὴν ψήφισιν τοῦ νόμου πόσα εἰσεπράχθησαν, πόσα ἐδαπανήθησαν, καὶ νὰ γείνῃ ἡ σύγκρισις μεταξὺ τῶν ἐσόδων καὶ τῶν ἐξόδων, μεταξὺ τῶν εἰσπραχθέντων καὶ τῶν δαπανηθέντων· καὶ ἂν ἐκ τῆς συγκρίσεως ταύτης προκύπτῃ, ὅτι τὸ μέγιστον μέρος τῆς δαπάνης καλύπτεται, δὲν δύνασθε νὰ ἐπιφέρητε οἰκονομίαν εἰς τοὺς μισθούς. Τὸ πολὺ δικαιοῦσθε νὰ εἴπητε: «αὐξάνομεν τὰ ἔσοδα, ὅπως ἐπαρκέσωσιν εἰς τὴν αὔξησιν τῶν ἐξόδων, περιορίζομεν τὴν αὔξησιν τῶν ἐξόδων, ὥστε νὰ μὴ ὑπάρχῃ διαφορὰ μεταξὺ ἐξόδων καὶ ἐσόδων». Πέραν τοῦ σημείου αὐτοῦ δὲν δικαιοῦσθε νὰ προβῆτε.

§214Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὰς παραβολὰς, τὰς ὁποίας προτείνετε ὅτι πρέπει νὰ ποιησώμεθα, βεβαίως θέλομεν προτείνει εἰς τὴν δευτέραν ἀνάγνωσιν τοῦ νομοσχεδίου· ἀπηύθυνα ὅμως τὴν παρατήρησιν πρὸς ὑμᾶς— καὶ λέγω πρὸς ὑμᾶς, δότι σεῖς εἶσθε εἰς κρείττονα θέσιν παντὸς ἄλλου ν’ ἀναγνωρίσητε τὴν ἀλήθειαν τοῦ ἰσχυρισμοῦ, τὸν ὁποῖον θὰ προβάλω, — ἐπρόβαλα, λέγω, τὴν παρατήρησιν πρὸς ὑμᾶς, ὅτι ὑπάρχουσι δαπάναι, τὰς ὁποίας ὅταν ἀναγράφητε ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, ὅσον καὶ ἂν ἦναι διατεθειμένος ὁ διάδοχος ὑμῶν νὰ διαγράψῃ, δὲν θέλει δυνηθῆ νὰ τὰς μεταβάλῃ, διότι, ἂν τὰς μεταβάλῃ, θέλει φέρει ἴσως βλάβην εἰς τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα. Ὅταν συνιστᾶτε Πρεσβείας, νομίζετε ὅτι εἶναι εὔκολον νὰ καταργηθῶσιν αὗται κατόπιν;

§215Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ὄχι.

§216Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Λοιπὸν πῶς ἐπικρίνετε ἡμᾶς, διότι δὲν κατηργήθησαν διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ Πρεσβεῖαι, ἂν κρίνωμεν αὐτὰς περιττάς; Διότι δημοσίᾳ βεβαίως δὲν δύναταί τις νὰ εἴπῃ, ὅτι κρίνει περιττὴν Πρεσβείαν τινὰ ὡρισμένην· ἔστω καὶ ἂν ἦναι Πρεσβεία ἐν Περσίᾳ, δὲν δύναταί τις Ὑπουργὸς νὰ κηρύξῃ αὐτὴν περιττὴν, καὶ νὰ ζητήσῃ τὴν κατάργησίν της.

§217Α. ΡΩΜΑΝΟΣ. Χαίρω πολὺ, ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ὑπεσχέθη εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι ἅμα πεισθῇ, ὅτι τὰ ἔσοδα τὰ προξενικὰ καλύπτουσι τὰς δαπάνας τῆς προξενικῆς ὑπηρεσίας, θὰ τροποποιήσῃ τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον κατὰ τρόπον, ὥστε νὰ μὴ ἐλαττωθῶσιν οἱ μισθοὶ τῶν προξένων.

§218Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Σᾶς εἶπον ἐγὼ τοιοῦτόν τι;

§219Α. ΡΩΜΑΝΟΣ. Ἐνόμισα ὅτι τοιαύτη ἦτο ἡ ἔννοια τῶν λόγων σας.

§220Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Εἶπεν ὅτι θ’ ἀποδείξῃ, ὅτι δὲν καλύπτονται.

§221Α. ΡΩΜΑΝΟΣ. Θὰ ἐπεθύμουν, ὁ κύριος Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου νὰ ᾐσθάνετο τὴν ὑποχρέωσιν, ὅτι πᾶσα Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις καθῆκον ἔχει νὰ διαθέτῃ ὑπὲρ τῆς προξενικῆς ὑπηρεσίας πᾶν ὅ,τι εἰσπράττει ἐκ τῶν προξενικῶν τελῶν, διότι δὲν μοὶ φαίνεται ὀρθὸν, οἱ ἐν τῷ ἐξωτερικῷ Ἕλληνες νὰ ἀποτίνωσιν ἁδρὰ προξενικὰ τέλη, οἱ δὲ ἀντιπρόσωποι τῆς Ἑλλάδος ἐν τῷ ἐξωτερικῷ νὰ μὴ ἔχουν ἐπαρκῆ τὰ μέσα τῆς συντηρήσεώς των. Ἂς ἐπανέλθωμεν ὅμως εἰς τὸ ὑπὸ συζήτησιν θέμα, καὶ ἂς συγκρίνωμεν τὰς εἰσπράξεις τὰς πρὸ τοῦ προξενικοῦ νόμου πρὸς τὰς εἰσπράξεις τὰς μετὰ τὸν προξενικὸν νόμον. Εἶπον ἤδη, ὅτι ὁ προξενικὸς νόμος ἐφηρμόσθη ἀπὸ τοῦ Ἀπριλίου τοῦ 1900. Ἐὰν συγκρίνωμεν δὲ τὸ 1899 πρὸς τὸ 1902, ἔχομεν αὔξησιν φρ. χρ. 121,789· ἀλλ’ ἐὰν λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν τὸν μέσον ὅρον τῶν εἰσπράξεων, ἀκολουθοῦντες τὸ σύστημα τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1903, ἔχομεν μέσον ὅρον εἰσπράξεων πρὸ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου, λαμβάνοντες ὑπ’ ὄψιν τὰς χρήσεις τῶν ἐτῶν 1898 καὶ 1899, δι’ ἕκαστον τῶν δύο τούτων ἐτῶν 503,680 φράγκα χρυσᾶ, μέσον ὅρον δὲ εἰσπράξεων τῶν ἐτῶν 1900, 1901 καὶ 1902 δι’ ἕκαστον ἐξ αὐτῶν φράγκα χρυσᾶ 634,052· ἔχομεν ἄρα διαφορὰν ἐπὶ πλέον κατὰ μέσον ὅρον φρ. χρυσᾶ 130,372. Ἀλλ’ ἡ αὔξησις, ἥτις ἐπῆλθεν εἰς τὰ προξενικὰ τέλη, εἶναι πολὺ ἀνωτέρα, διότι δὲν πρέπει νὰ λησμονῶμεν, ὅτι μετὰ τὸν πόλεμον πολλοὶ Ἕλληνες ἠναγκάσθησαν ν’ ἀποβάλωσι τὴν ἐθνικότητά των, νὰ γείνωσιν Ὀθωμανοὶ ὑπήκοοι, ἀφ’ ἧς δ’ ἐποχῆς διηύθυνον τὸ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργεῖον ἐγίνωσκον, ὅτι ὑπὲρ τὰς 10,000 Ἕλληνες ἀπέβαλον τὴν ἐθνικότητά των κατὰ τὸν πόλεμον, καὶ ἔγειναν Ὀθωμανοὶ ὑπήκοοι. Οἱ Ἕλληνες δὲ οὗτοι ἔπαυσαν νὰ καταβάλλωσι προξενικὰ τέλη, καὶ ἕνεκα τούτου ἠλαττώθησαν τὰ προξενικὰ τέλη κατὰ 30,000 φράγκα χρυσᾶ τοὐλάχιστον. Ἀλλὰ καὶ ἄλλην ἐλάττωσιν τῶν τελῶν ὀφείλομεν νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν, διότι δὲν πρέπει νὰ λησμονῶμεν, ὅτι διὰ τοῦ νέου προξενικοῦ νόμου ἄλλα μὲν τέλη ηὐξήθησαν, ἄλλα δὲ ἠλαττώθησαν ἢ κατηργήθησαν ἐντελῶς. Οὕτω διὰ τῶν ἄρθρων 250 καὶ 251 τοῦ προξενικοῦ νόμου κατηργήθησαν τὰ τέλη τῆς ἐπιθεωρήσεως τῶν ἐγγράφων τῶν ἀτμοπλοίων τῶν ἐχουσῶν συμβάσεις μετὰ τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἐκτελουσῶν δρομολόγια ἑβδομαδιαῖα ἢ δεκαπενθήμερα, πρὸς δὲ ἠλαττώθησαν καὶ τὰ τέλη διὰ τὴν σύνταξιν συμβολαίων ἀγορᾶς ἀτμοπλοίων. Ἐνθυμεῖται δὲ ἡ Βουλή, ὅτι ἡ Κυβέρνησις περιέλαβε τὰς διατάξεις ταύτας ἐν τῷ νόμῳ ἐκ προνοίας, ὅπως ἐμψυχώσῃ καὶ ἀνακουφίσῃ τὴν ἐμπορικὴν ἡμῶν ναυτιλίαν. Ἐκ τῶν διατάξεων τούτων τοῦ νόμου ἠλαττώθησαν τὰ προξενικὰ τέλη κατὰ 60,000 φράγκα χρυσᾶ περίπου, κατὰ πληροφορίας, τὰς ὁποίας μοὶ ἔδωκεν ὁ κύριος ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργὸς ἐν τῷ ἐπισήμῳ πίνακί του. Ἐὰν λάβωμεν δὲ ὑπ’ ὄψιν τὴν ἐλάττωσιν ταύτην τῶν 60,000 φράγκων χρυσῶν, καθὼς καὶ τὴν ἐλάττωσιν ἐκ 30,000 τοὐλάχιστον φράγκων χρυσῶν, ἥτις ἐπῆλθε διότι πολλοὶ Ἕλληνες ἀπέβαλον τὴν ἐθνικότητά των, ἔχομεν ἐλάττωσιν 90,000 φράγκων χρυσῶν, ἡ ὁποία προστιθεμένη εἰς τὸ ποσὸν τῶν 130,000 φρ. χρ. ἀποδεικνύει, ὅτι ἡ αὔξησις τῶν εἰσπράξεων τῶν προξενικῶν τελῶν ἄνευ τῶν διατάξεων τούτων καὶ τῆς ἀλλαγῆς τῆς ἐθνικότητος μεγάλου ἀριθμοῦ Ἑλλήνων θὰ ὑπερέβαινε τὸ ποσὸν τῶν 200,000 φράγκων. Ἀλλ’ ἂς μὴ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν, εἰμὴ τὴν πραγματικὴν διαφορὰν τῶν 130,000 φρ. χρυσῶν, ἅτινα, ὑπολογιζομένου τοῦ φράγκου πρὸς 1,60, ἀντιστοιχοῦσι πρὸς δραχμὰς 208,000, ἐνῷ ἡ ἐπὶ πλέον δαπάνη μετὰ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ προξενικοῦ νόμου, κατὰ τὸν ἐπίσημον πίνακα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν, ἀνέρχεται, ὅσον ἀφορᾷ τοὺς μισθοὺς τῶν προξενικῶν ὑπαλλήλων, εἰς δραχ. 110,306.80· προστιθεμένων δὲ εἰς τὸ ποσὸν τοῦτο καὶ τῶν ἐπὶ πλέον δαπανῶν δι’ ἐνοίκια, ὁδοιπορικὰ καὶ λοιπά, ἡ ὅλη ἐπιπρόσθετος δαπάνη ἀνέρχεται εἰς δραχ. 128,103.21, καθόσον διὰ τὰ ἐνοίκια δὲν ἐδαπανήθησαν πλέον τῶν 90,000, δηλαδὴ 15,000 ἐπὶ πλέον.

§222ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). 25,000. Ἀφοῦ εἶναι 100,000, τὸ τέταρτον εἶναι 25,000.

§223Α. ΡΩΜΑΝΟΣ. Ἀνεγράψαμεν 100,000, ἀλλ’ 90,000 μόνον ἐδαπανήθησαν. Ἀλλὰ θέλετε 25,000; Προσθέσατε 25,000 εἰς τὰς 110,000, καὶ ἔχετε 135,000. Προσθέσατε καὶ 17,000 δραχμὰς ἐκ τῆς αὐξήσεως τῶν ὁδοιπορικῶν καὶ λοιπῶν καὶ ἔχετε 152,000. Ἄρα καὶ πάλιν ἀπομένει ὑπόλοιπον ἐκ τῶν δραχμῶν 208,000 δραχμαὶ 56,000.

§224ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Νομίζω ὅτι περιπίπτετε εἰς μικρὸν λάθος.

§225Α. ΡΩΜΑΝΟΣ. Ὁρίστε.

§226ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ. Αἱ πραγματικαὶ εἰσπράξεις τοῦ 1902 εἶναι 651,000. Τὰς συγκρίνετε πρὸς ποῖον ἔτος;

§227Α. ΡΩΜΑΝΟΣ. Πρὸς τὸ 1899.

§228ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ. Διατὶ δὲν τὰς συγκρίνετε πρὸς τὸ 1900;

§229Α. ΡΩΜΑΝΟΣ. Τὸ 1900 εἶχεν ἐφαρμοσθῆ ὁ νόμος. Ὑποπίπτετε εἰς τὸ ἴδιον λάθος, εἰς τὸ ὁποῖον ὑπέπεσε καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου.

§230ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ. Ἐὰν θέλητε νὰ ἦσθε ἀκριβής, διατὶ δὲν τὰς συγκρίνετε πρὸς τὸ 1896;

§231Α. ΡΩΜΑΝΟΣ. Σᾶς εἶπον διὰ ποῖον λόγον. Σᾶς εἶπον, ὅτι μετὰ τὸν πόλεμον πολλοὶ Ἕλληνες ἀπέβαλον τὴν ἰθαγένειάν των· σᾶς εἶπον ὅτι καὶ ἄλλοι λόγοι ἐπῆλθον, ἕνεκα τῶν ὁποίων ἠλαττώθησαν εἰσπράξεις τινές. Ἀλλὰ θέλετε πρὸς τὸ 1896; Μάλιστα. Ἔχετε πλέον τῶν 90,000 φρ. χρ. διαφορὰν· ἀφοῦ κατὰ μὲν τὸ ἔτος 1902 εἰσεπράχθησαν φρ. χρ. 651,597.71, κατὰ δὲ τὸ 1896 φρ. χρ. 554,610.85, συμφώνως πρὸς τὸν πίνακα, ὃν ὑπεβάλετε εἰς τὴν Βουλὴν, ὑπάρχει διαφορὰ φρ. χρυσῶν 96,986.86. Ἀλλὰ θέλετε νὰ ὑπολογίσωμεν διαφορὰν στρογγύλου ἀριθμοῦ 90,000; Πόσον δίδουν αἱ 90,000 πρὸς 1.65;

§232ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ. 148,500.

§233Α. ΡΩΜΑΝΟΣ. 148,500 δραχμαί. Πάλιν λοιπὸν καλύπτονται αἱ πρόσθετοι δαπάναι. Ὅπερ ἔδει δεῖξαι. Ἀλλ’ ἡ αἰτιολογικὴ ἔκθεσις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ἡ συνοδεύουσα τὸ νομοσχέδιον, ἀναφέρει, ὅτι, «ἀφοῦ οἱ μισθοὶ τῶν ἐν τῇ ἡμεδαπῇ ὑπαλλήλων ἔμειναν ἀμετάβλητοι ἀπὸ 40 ἤδη ἐτῶν, ἡ μέριμνα ἡ ἀποκλειστικὴ ὑπὲρ ἑνὸς καὶ μόνου κλάδου τῆς δημοσίας ὑπηρεσίας θὰ ἐπέφερεν ἀνισότητα καὶ θὰ προῆγεν εὐλόγους ἀξιώσεις πρὸς νομοθέτησιν παραπλησίων αὐξήσεων καὶ τῶν ἐν τῇ ἡμεδαπῇ ὑπαλλήλων». Ἀλλ’ ὁ ἰσχυρισμὸς αὐτὸς δὲν εἶναι ἀκριβὴς, διότι, ἐνῷ οἱ μισθοὶ τῶν ἐν τῇ ἡμεδαπῇ ὑπαλλήλων ἔμειναν ἀμετάβλητοι, οἱ μισθοὶ τῶν προξένων ὑπέστησαν κατὰ τὴν τελευταίαν εἰκοσαετίαν σημαντικὴν ἐλάττωσιν. Καὶ ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ ἡ Βουλὴ, δι’ ὀλίγων νὰ ἀναπτύξω, πῶς ἐπῆλθεν ἡ ἐλάττωσις αὕτη. Κατὰ τὸ 1869 οἱ Γενικοὶ Πρόξενοι ἐλάμβανον μισθοὺς μεταξὺ 1500 φράγκων καὶ 700 ἕκαστος μηνιαίως, οἱ πρόξενοι μεταξὺ 900 φράγκων καὶ 600, οἱ ὑποπρόξενοι μεταξὺ 400 φράγκων καὶ 350. Τοὺς μισθοὺς τούτους ἐλάμβανον μέχρι τοῦ 1882. Κατὰ τὸ 1882 τὸ μισθολόγιον εἶχεν ὡς ἑξῆς· εἷς Γενικὸς Πρόξενος ἐλάμβανε μισθὸν ἐκ 2,000 φράγκων χρυσῶν, ἄλλος ἐκ 1500, ἄλλος ἐκ 1200, ἄλλος 1100, τέσσαρες Γενικοὶ Πρόξενοι 1000 φρ. ἕκαστος, καὶ εἷς, ὁ ἐν Τεργέστῃ, εἶχε μισθὸν 700 φράγκων χρυσῶν. Τὰ γραφικὰ ἀνήρχοντο εἰς 250 φράγκα χρυσᾶ, εἰς 200 καὶ εἰς 100. Οἱ πρόξενοι ἐλάμβανον μισθὸν 1000 φράγκων, 800 φράγκων, 700 φράγκων, 500, κατὰ τὰς θέσεις, εἰς ἃς διωρίζοντο. Τὰ γραφικὰ ἀνήρχοντο εἰς 100, εἰς 70, εἰς 50 καὶ 40 φράγκα. Ἔχομεν τρίτην περίοδον μισθολογίου, τὸ μισθολόγιον τὸ μετὰ τὸ ἔτος 1885. Νομίζω δὲ, ὅτι ἡ ἐλάττωσις ἐγένετο τότε κατὰ πρότασιν τοῦ ἀξιοτίμου κ. Πρωθυπουργοῦ. Κατὰ τὸν νόμον, ὅστις ἐψηφίσθη κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, οἱ Γενικοὶ Πρόξενοι ἐλάμβανον, εἷς ἐξ αὐτῶν φρ. 1500, εἷς ἕτερος 1000, ἄλλοι 900 ἢ 800, καὶ εἷς, ὁ ἐν Τεργέστῃ, 700 φράγκα· οἱ πρόξενοι 800 φράγκα, 700 φράγκα, 600 καὶ 500, κατὰ τὰς θέσεις, εἰς ἃς διωρίζοντο. Ἀλλ’ αἱ δραχμαὶ αὗται δὲν ἦσαν χάρτιναι, ἦσαν δραχμαὶ μεταλλικαὶ, διότι μέχρι τοῦ 1896 οἱ μισθοὶ κατεβάλλοντο ἐκ τῶν προξενικῶν εἰσπράξεων εἰς χρυσὸν, τῶν ὑπαλλήλων ὑφισταμένων μόνον τὴν διαφορὰν τοῦ 12%, ἥτις ὑπῆρχε διὰ τοῦ ἰσχύοντος τότε νομισματικοῦ συστήματος. Αἴφνης κατὰ τὸ 1896 δι’ ἐγκυκλίου διετάχθησαν οἱ πρόξενοι, ὅπως τοῦ λοιποῦ λαμβάνωσι τοὺς μισθούς των ἐκ τοῦ Κεντρικοῦ Ταμείου καὶ οὐχὶ ἐκ τῶν εἰσπράξεων, καὶ νὰ τοὺς λαμβάνωσιν εἰς χαρτονόμισμα, τοῦ χρυσοῦ φράγκου ὑπολογιζομένου ἐν ἰσοτιμίᾳ πρὸς τὴν χαρτίνην δραχμήν. Διὰ τοῦ διοικητικοῦ τούτου μέτρου ὁ ἐκ χιλίων φράγκων χρυσῶν μισθὸς τοῦ Γενικοῦ Προξένου κατήντησε μέχρι 570 φράγκων χρυσῶν, ἀπὸ τῆς ἐποχῆς δ’ ἐκείνης μέχρι τοῦ 1900 οἱ πρόξενοι ἐλάμβανον μισθὸν, ὅστις δὲν ἦτο ἐπαρκὴς οὐδ’ εἰς τὰς πρώτας ἀνάγκας των· ποία δὲ εἶναι ἡ κατάστασις τῶν προξένων, νομίζω ὅτι εἶναι προτιμότερον νὰ μὴ ἐκθέσω εἰς τὴν Βουλὴν, διότι δὲν ἤθελε συμβάλει εἰς τὴν ἀξιοπρέπειαν τῆς Κυβερνήσεως νὰ γείνῃ γνωστὸν εἰς ποίας βασάνους καὶ πειρασμοὺς ὑπεβάλλοντο οἱ πρόξενοι, οἵτινες δὲν εἶχον οὐδὲ τὰ ἀπαραιτήτως πρὸς τὸ ζῆν ἀναγκαῖα, οὐδὲ τὰ ἀπαιτούμενα πρὸς ἐκπαίδευσιν τῶν τέκνων των καὶ πρὸς τὴν ἐνδυμασίαν αὐτῶν, δὲν ἠδύναντο δὲ νὰ ἐνοικιάσωσιν οὔτε κατάλληλα οἰκήματα διὰ προξενικὰ γραφεῖα, ἀφοῦ ἠναγκάζοντο νὰ πληρώνουν τὸ τέταρτον τοῦ ἐνοικίου ἐξ ἰδίων των. Ἡ Κυβέρνησις τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Κερκύρας Βουλευτοῦ ἐνόμισεν, ὅτι ἐπεβάλλετο νὰ μεριμνήσῃ περὶ τῆς θεραπείας τῶν ἀναγκῶν τούτων διὰ τῆς αὐξήσεως τῶν μισθῶν τῶν προξένων, ἐζήτησε δὲ νὰ καλύψῃ τὰς ἐπὶ πλέον δαπάνας τῆς προξενικῆς ὑπηρεσίας διὰ τῆς αὐξήσεως τῶν προξενικῶν τελῶν. Ἤδη διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου περικόπτονται οἱ μισθοὶ τῶν προξένων, ἀλλὰ διατηρεῖται ἡ αὔξησις τῶν προξενικῶν τελῶν. Δὲν θέλω νὰ εἰσέλθω σήμερον εἰς τὰς λεπτομερείας τοῦ νομοσχεδίου, ἀλλ’ ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ ἡ Βουλὴ νὰ ἀπασχολήσω αὐτὴν ἐπ’ ὀλίγον ἔτι, ἐρωτῶν τὴν Κυβέρνησιν, πῶς δικαιολογεῖ τὴν διάταξιν τὴν ἀφορῶσαν εἰς τὰ ἐνοίκια τῶν προξενικῶν καταστημάτων; Εἶπον ἤδη, ὅτι οἱ πρόξενοι ἠναγκάζοντο πρὸ τοῦ 1900 νὰ πληρώνωσι τὸ τέταρτον τοῦ ἐνοικίου ἐξ ἰδίων, ἀλλ’ εἴς τινα Προξενεῖα οἱ πρόξενοι δὲν ἐπλήρωνον τὸ τέταρτον τῶν ἐνοικίων, ὡς ἐν Κωνσταντινουπόλει, Θεσσαλονίκῃ, Σμύρνῃ. Ἂς λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν τὸ ἄρθρον 101 τοῦ νόμου τοῦ 1877, τὸ ὁποῖον ἀναγράφει, ὅτι «ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργείου καταχωρίζεται ἐτησίως ποσὸν ἀνάλογον διὰ τὸ ἐνοίκιον τῶν προξενικῶν γραφείων ἁπάντων τῶν ἐν τῷ ἄρθρῳ 78 τοῦ παρόντος νόμου Γενικῶν Προξενείων, Προξενείων αʹ καὶ βʹ τάξεως, Ὑποπροξενείων καὶ τοῦ Ἐμπορικοῦ Γραφείου τῆς ἐν Κωνσταντινουπόλει Πρεσβείας, καὶ ἐκ τοῦ ποσοῦ τούτου πληρώνεται τὸ ἐνοίκιον εἰς τὸν προϊστάμενον τῆς προξενικῆς ἀρχῆς, ἐπὶ τῇ βάσει ἐπισήμου συμβολαίου μισθώσεως.» Μέχρι τοῦ 1886 τὸ Ὑπουργεῖον ἐπλήρωνεν ὁλόκληρον τὸ ἐνοίκιον τῶν Προξενείων, ἐν οἷς κατῴκουν καὶ οἱ πρόξενοι ἄνευ ἐκπτώσεώς τινος· ἀλλ’ ἀπὸ τοῦ ἔτους ἐκείνου, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, ἐλήφθη τὸ μέτρον διοικητικῶς, ὅπως οἱ πρόξενοι ἐπιβαρύνωνται διὰ τοῦ ἑνὸς τετάρτου τοῦ ἐνοικίου. Καὶ τὸ μέτρον ὅμως τοῦτο ἐφηρμόσθη ἐν ἀνισότητι, διότι, ὡς εἶπον, προϊστάμενοι προξενικῶν τινων ἀρχῶν οὐδὲν οὐδέποτε κατέβαλον δι’ ἐνοίκιον. Διὰ τοῦ νόμου τοῦ 1900 ἐνομίσαμεν, ὅτι ἐπεβάλλετο εἰς τὴν ἀξιοπρέπειαν τῆς Κυβερνήσεως νὰ ὁρίσῃ, ὅτι καθ’ ὁλοκληρίαν τὸ ἐνοίκιον τοῦ προξενικοῦ καταστήματος θὰ πληρώνηται δι’ ὅλα ἀνεξαιρέτως τὰ ἔμμισθα Προξενεῖα ὑπὸ τοῦ Δημοσίου. Δὲν πρέπει δὲ νὰ νομίζῃ ἡ Βουλὴ, ὅτι τοῦτο εἶναι ἀνάξιον λόγου, διότι μὲ τοὺς γλίσχρους μισθοὺς, τοὺς ὁποίους λαμβάνουσιν οἱ πρόξενοι, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ πληρώνωσι τὸ τέταρτον τοῦ ἐνοικίου διὰ κατάλληλον οἴκημα. Ἠναγκάζοντο εἴτε νὰ κατοικῶσιν εἰς ἀπόκεντρα μέρη, ὅπερ δὲν συμβάλλει εἰς τὰ συμφέροντα τοῦ ἐμπορίου καὶ τῆς ναυτιλίας, ἢ νὰ καταστρατηγῶσι τὴν διάταξιν διὰ συμφωνιῶν μετὰ τῶν ἰδιοκτητῶν τῶν προξενικῶν καταστημάτων. Τοῦτο γνωρίζει κάλλιστα ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν. Ἐν τούτοις ἐλαφρᾷ τῇ καρδίᾳ καταργεῖ τὴν σχετικὴν περὶ ἐνοικίου διάταξιν τοῦ νέου νόμου, καὶ ἐπαναφέρει διάταξιν τοῦ νόμου τοῦ 1877, ἵνα δώσῃ καὶ πάλιν εἰς ταύτην τὴν ἑρμηνείαν, ἥτις ἐδόθη κατὰ τὸ παρελθόν, καὶ ἀναγκάσῃ τοὺς προξένους εἰς τὴν πληρωμὴν τοῦ τετάρτου τοῦ ἐνοικίου! Ἀλλ’ ἐν Κωνσταντινουπόλει οὐδέποτε ἐπεβαρύνθη διὰ τοῦ ἑνὸς τετάρτου τοῦ ἐνοικίου ὁ Γενικὸς Πρόξενος, διότι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ πληρώνωνται παρ’ αὐτοῦ τρεῖς χιλιάδες χρυσᾶ φράγκα, τὸ τέταρτον δηλαδὴ τοῦ ἐκ 12,000 περίπου φράγκων ἐνοικίου. Ἐν Θεσσαλονίκῃ ἐπίσης ὁ Γενικὸς Πρόξενος δὲν ἐπεβαρύνθη διὰ τοῦ τετάρτου τοῦ ἐνοικίου. Ἀλλὰ διατὶ ὁ ἐν Βιτωλίοις ἢ ὁ ἐν Σέρραις ἢ ὁ ἐν Σκοπίοις πρόξενος ἢ ἐν οἱαδήποτε ἄλλῃ πόλει τῆς Μακεδονίας ἢ Ἀλβανίας—ἵνα περιορισθῶ μόνον εἰς τὰς χώρας ταύτας—θ’ ἀναγκασθῇ νὰ πληρώσῃ τὸ ἓν τέταρτον τοῦ ἐνοικίου; Ἆρά γε δὲν ἔχει σημασίαν, καὶ πρέπει νὰ κατοικῇ εἰς ἀπόκεντρα μέρη τῆς πόλεως ὁ Ἕλλην πρόξενος, ἁπλῶς ὅπως οἰκονομήσητε 15,000 δραχμὰς ἐκ τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν ἐπὶ τοῦ ἐνοικίου τῶν προξενικῶν ἀρχῶν, καὶ ὅπως ἐφαρμόσητε τὸ πρόγραμμα τῶν οἰκονομιῶν σας; Δὲν λαμβάνετε ὑπ’ ὄψιν τὴν ζημίαν τὴν ἐθνικήν, ἡ ὁποία θὰ ἐπέλθῃ ἐκ πασῶν τῶν διατάξεων τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον ὑπεβάλετε εἰς τὴν Βουλήν; Ἤδη διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου, διὰ τῆς περικοπῆς τῶν μισθῶν τῶν προξένων, τῶν γραφικῶν ἐξόδων καὶ τῶν ἐνοικίων τῶν προξενικῶν καταστημάτων ἐξοικονομεῖται ποσὸν 94,480 δραχμῶν, διὰ τῆς μὴ ἀναγραφῆς δὲ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ πιστώσεως διὰ χρησιμωτάτας θέσεις τοῦ ὑποδεεστέρου προσωπικοῦ ἐπιτυγχάνεται οἰκονομία 54,440 δραχμῶν. Κατέστη τοιουτοτρόπως ἐφικτὸν, κατὰ τὴν φράσιν τῆς αἰτιολογικῆς ἐκθέσεώς σας, νὰ αὐξηθῇ τὸ ποσὸν τῶν οἰκονομιῶν κατὰ 148,220 δραχμάς! Ἵνα μὴ κουράσω ἐπὶ πλέον τὴν Βουλήν, ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ περιορισθῇ, ἂν τὸ νομίζῃ ἀναγκαῖον, εἰς τὴν οἰκονομίαν, ἥτις ἐπέρχεται ἐκ τῆς μὴ ἀναγραφῆς ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τῶν πιστώσεων διὰ θέσεις κατωτέρου προσωπικοῦ, οἰκονομίας, ἥτις ἀνέρχεται, ὡς εἶπον, εἰς 54,440 δραχμὰς, καὶ ν’ ἀφήσῃ ἀθίκτους τὰς ἀποδοχὰς τῶν προξένων. Ἐλπίζω ὅτι, ὅταν ἔλθῃ εἰς δευτέραν συζήτησιν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, θὰ τροποποιηθῇ ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Ἐνόμισα ἐν τούτοις καθῆκόν μου νὰ λάβω τὸν λόγον ἀμέσως ἀπὸ τῆς πρώτης ἀναγνώσεως τοῦ νομοσχεδίου, καταδεικνύων τὰ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα ὑπὸ ἔποψιν εἰσπράξεων καὶ δαπανῶν ἐπέφερεν ὁ τῇ εἰσηγήσει μου ψηφισθεὶς προξενικὸς νόμος τοῦ 1900, καὶ διαμαρτυρόμενος πάσῃ δυνάμει κατὰ τῶν ὀλεθρίων ἀποτελεσμάτων, τὰ ὁποῖα ὑπὸ ἐθνικὴν ἔποψιν θὰ ἔχῃ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, ἂν μεταβληθῇ εἰς νόμον τοῦ Κράτους. Εἶπον ὅτι ἐλπίζω, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν θὰ στέρξῃ νὰ μεταβάλῃ τὰς διατάξεις τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου. Ἀλλ’ εἶμαι πεπεισμένος ὅτι, ἂν ἡ Κυβέρνησις δὲν στέρξῃ εἰς τὴν μεταβολὴν ταύτην, ἡ Βουλὴ βεβαίως δὲν θέλει περιβάλει διὰ τῆς ψήφου αὑτῆς τοιοῦτο νομοσχέδιον.

§234ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Δὲν ἔχω ἀνάγκην πολλῶν λόγων, ἵνα βεβαιώσω καὶ τὴν Βουλὴν καὶ τὸν ἀξιότιμον Βουλευτὴν, ὅτι θὰ μοὶ ἦτο πολὺ εὐχάριστον, ἀντὶ νὰ ἀφήρουν, νὰ προσέθετον, διότι ἠξεύρω, ὅτι καὶ οἱ πρόξενοι ἔχουν ἀνάγκην περισσοτέρων μέσων, διὰ νὰ ζήσουν καλλίτερον ἀφ’ ὅ,τι ζῶσιν. Ἀλλ’ εἶναι ἀναπόδραστος ἀνάγκη νὰ κάμωμεν οἰκονομίας, καὶ τοῦτο μὲ ἔφερεν εἰς τὴν λυπηρὰν θέσιν νὰ περικόψω μισθούς. Ἀλλὰ δὲν ἐπανέφερα τοὺς μισθοὺς εἰς ὃ σημεῖον ἦσαν πρότερον· διότι ἐπὶ παραδείγματι Γενικὸς Πρόξενος, ὁ ὁποῖος πρότερον ἐλάμβανεν 900 δραχμὰς, διὰ τοῦ νόμου τοῦ 1900 λαμβάνει 1300. Ἐγὼ ἔταμον τὴν μέσην ὁδὸν, καὶ τὰς 900 ἔφερα εἰς 1100, ὥστε νὰ μὴ ἦναι ἀπότομος ἡ ἐλάττωσις τῶν ἀποδοχῶν τοῦ ὑπαλλήλου, ἀλλ’ ἀφ’ ἑτέρου νὰ ἐπέρχηται οἰκονομία, εἰς τρόπον ὥστε μὲ ἄλλας οἰκονομίας εἰς τὸ ὅλον τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ προέρχηται οἰκονομία 400,000 δραχμῶν. Ἐννοεῖται, ὅτι εἰς οὐδένα Ὑπουργὸν ἦτο εὐχάριστον, πολὺ δὲ ὀλιγώτερον εἰς ἐμὲ, ὅστις πολλοὺς ἐκ τῶν ὑπαλλήλων γνωρίζω ἀπὸ μακροῦ, διότι συνυπηρέτησα μετ’ αὐτῶν, δὲν ἦτο, λέγω, εὐχάριστον νὰ περικόψω μισθοὺς. Εὔχομαι δὲ, ἐν ὅσῳ ἐγὼ εἶμαι Ὑπουργός, ἢ ὁ διάδοχός μου, βελτιουμένων τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους, νὰ δυνηθῶμεν ν’ αὐξήσωμεν τοὺς μισθοὺς, καὶ οὐ μόνον νὰ τοὺς ἐπαναφέρωμεν εἰς ὃ σημεῖον ὥρισεν αὐτοὺς ὁ νόμος τοῦ 1900, ἀλλὰ καὶ νὰ βελτιώσωμεν ἀκόμη τὰς ἀποδοχὰς τῶν προξενικῶν ὑπαλλήλων, ὥστε νὰ ζῶσιν οὗτοι ἀνετώτερον.

§235ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει ἄλλος τις τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου; Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου εἰς πρώτην συζήτησιν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀναγινώσκονται εἶτα καὶ γίνονται δεκτὰ ἄνευ ἀντιρρήσεως τὰ ἄρθρα 1–8 τοῦ νομοσχεδίου). Ἄρθρον 9. (ἀναγινώσκεται).

§236ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ. (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Εἰς τὸ ἄρθρον 9 ἔχω μίαν τροπολογίαν. Νὰ προστεθῇ δεύτερον ἐδάφιον, δι’ οὗ τὸ ἐν Γαλαζίῳ Προξενεῖον προάγεται εἰς Γενικὸν Προξενεῖον, ἄνευ προσθήκης δαπάνης.

§237ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλά. Διατυπώσατέ την ἐγγράφως, παρακαλῶ, κύριε Ὑπουργέ.

§238ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ. Τὴν ἔχω ἑτοίμην καὶ τὴν καταθέτω.

§239ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ, ἵνα ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν κατὰ τὴν δευτέραν συζήτησιν. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 256). Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 9, ὡς ἔχει, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀναγινώσκονται εἶτα καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ λοιπὰ ἄρθρα τοῦ νομοσχεδίου ἄνευ ἀντιρρήσεως).

§240Π. ΣΑΚΚΗΣ. Ὑπάρχουσι τροπολογίαι, κύριε Πρόεδρε.

§241ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αἱ τροπολογίαι θὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν κατὰ τὴν δευτέραν συζήτησιν. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς πρώτην συζήτησιν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Πρώτη συζήτησις τῆς προτάσεως νόμου «περὶ κατασκευῆς ὑδραγωγείου εἰς τὴν κωμόπολιν Παραλίου Ἄστρους».

§242Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Αὐτὸ θὰ προκαλέσῃ συζήτησιν, κύριε Πρόεδρε (θόρυβος). (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὴ ἡ πρότασις νόμου αὕτη, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, εἰς πρώτην συζήτησιν, ἄνευ ἀντιρρήσεως).

§243ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι καὶ ἓν ἄλλο ὅμοιον, ὡς πρὸς τὸν δῆμον Φαρῶν. Πρώτη συζήτησις τῆς προτάσεως νόμου «περὶ διαθέσεως δραχμῶν 20,000 ἐκ τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιΐας τοῦ δήμου Φαρῶν τῆς ἐπαρχίας Πατρῶν πρὸς κατασκευὴν ὑδραγωγείων ἐν τοῖς χωρίοις Γουρζούμισα, Λακκώματα, Πλάτανος καὶ Σποδιάνα τοῦ ἐν λόγῳ δήμου». (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὴ καὶ ἡ πρότασις νόμου αὕτη, κατ’ ἀρχὴν καὶ ἄρθρον μόνον, εἰς αʹ συζήτησιν, ἄνευ ἀντιρρήσεως).

§244ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι καὶ ἕτερον νομοσχέδιον ὑπηρεσιακὸν, ὑποβληθὲν ὑπὸ τῶν Βουλευτῶν Τρικκάλων, «περὶ ἀνασυστάσεως τῆς θέσεως ἑρμηνέως παρὰ τῷ Πρωτοδικείῳ Τρικκάλων».

§245Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Ὄχι, κύριε Πρόεδρε.

§246ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι ὑπηρεσιακόν. Δὲν ἔχει συζήτησιν. (Ἀναγινώσκεται ἡ πρότασις νόμου «περὶ ἀνασυστάσεως τῆς θέσεως ἑρμηνέως παρὰ τῷ Πρωτοδικείῳ Τρικκάλων», καὶ γίνεται δεκτὴ, κατ’ ἀρχὴν καὶ ἄρθρον μόνον, ἄνευ ἀντιρρήσεως).

§247ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐξ ἀριστερῶν). Ἀρκεῖ ἕως ἐδῶ.

§248ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σᾶς παρακαλῶ. Ἡ ἡμερησία διάταξις τῆς αὔριον θὰ ἔχῃ ὡς ἑξῆς. Θ’ ἀναγραφῶσι πρῶτα τὰ εἰς δευτέραν ἀνάγνωσιν ψηφισθέντα σήμερον ὑπ’ ἀριθ. 2 καὶ 3 νομοσχέδια...

§249ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Καὶ τὸ ὑπ’ ἀριθμὸν 4.

§250ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτον θὰ τεθῇ τὸ ὑπ’ ἀριθμὸν 9, τέταρτον τὸ ὑπ’ ἀριθ. 71· πέμπτον θὰ τεθῇ τὸ ὑπ’ ἀριθ. 8 εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν ψηφισθὲν σήμερον προξενικὸν νομοσχέδιον. Κατόπιν ἔρχονται αἱ τρεῖς προτάσεις νόμων, αἱ σήμερον ψηφισθεῖσαι εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν, καὶ ἕνατον ἔρχεται τὸ σταφιδικὸν νομοσχέδιον. Εἶσθε σύμφωνοι;

§251ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.

§252Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν ἤκουσα. Ποῖον προηγεῖται;

§253ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ὑπ’ ἀριθμὸν 2 «περὶ δυνάμεως τοῦ κατὰ γῆν στρατοῦ» ἔρχεται εἰς τρίτην ἀνάγνωσιν πρῶτον. Τὸ ὑπ’ ἀριθ. 3 «περὶ δυνάμεως τοῦ κατὰ θάλασσαν στρατοῦ» ἔρχεται δεύτερον. Τὸ ὑπ’ ἀριθ. 9 «περὶ ἀπαλλαγῆς ἀπὸ τοῦ ἐγγείου φόρου τῶν ἀμπέλων» τρίτον. Τὸ ὑπ’ ἀριθ. 71 «περὶ τῶν ὑπὸ τοῦ ἀποβιώσαντος ταμίου Χαλκίδος Μιχαὴλ Κούκα ἐκδοθέντων καὶ μὴ ὑπογραφέντων ὑπ’ αὐτοῦ τριπλοτύπων ἀποδεικτικῶν παραλαβῆς εἰσπρακτέων καὶ γραμματίων παραλαβῆς» τέταρτον. Ἔρχεται πέμπτον τὸ ὑπ’ ἀριθ. 8 «περὶ μεταρρυθμίσεως τῶν προξενικῶν νόμων». Μετὰ ταῦτα ἔρχονται αἱ τρεῖς προτάσεις νόμων, αἱ σήμερον ψηφισθεῖσαι εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν, καὶ κατόπιν τὸ σταφιδικόν.

§254Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Ὥστε ἕνατον τὸ σταφιδικόν;

§255ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔνατον.

§256Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Διατὶ νὰ μὴ ἔρχηται πρῶτον;

§257ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διότι αὐτὰ δὲν θὰ ἔχωσι καμμίαν βάσανον πλέον, καὶ ἑπομένως ἔρχεται ἀμέσως μετ’ αὐτὰ τὸ σταφιδικόν.

§258Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Τὸ προξενικὸν δὲν θὰ ἔχῃ βάσανον;

§259ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν θὰ ἔχῃ.

§260ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Κύριε Πρόεδρε, παρακαλῶ νὰ προταχθῇ καὶ ἓν νομοσχέδιον ὅλως τυπικὸν, διεθνοῦς χαρακτῆρος. Εἶναι τὸ ὑπ’ ἀριθ. 25 περὶ τῆς νομισματικῆς ἑνώσεως. Ἔχομεν ἤδη ζητήσει παράτασιν προθεσμίας, καὶ νομίζω ὅτι πρέπει νὰ σπεύσωμεν.

§261ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.

§262ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὐτὸ θὰ ἔλθῃ εἰς πρώτην συζήτησιν.

§263ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ. Εἶναι ὑπηρεσιακόν.

§264ΠΟΛΛΟΙ. Τώρα νὰ ψηφισθῇ.

§265ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ὑπ’ ἀριθ. 25 λοιπὸν ἔρχεται πρῶτον.

§266ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ. Οἱ Κύριοι λέγουσιν, ὅτι δὲν ἔχουσιν ἀντίρρησιν νὰ τὸ ἀναγνώσητε τώρα. Εἶναι ὅλως διόλου τυπικόν.

§267ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ κυρώσεως τῆς μεταξὺ Ἑλλάδος, Βελγίου, Γαλλίας Ἰταλίας καὶ Ἑλβετίας προσθέτου συμβάσεως εἰς τὴν νομισματικὴν σύμβασιν τῆς 6 Νοεμβρίου 1885». (Ἀναγινώσκεται τὸ νομοσχέδιον τοῦτο καὶ γίνεται δεκτὸν, κατ’ ἀρχὴν καὶ ἄρθρον μόνον, εἰς αʹ συζήτησιν, ἄνευ ἀντιρρήσεως).

§268Α. ΡΩΜΑΝΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸ προξενικὸν πρέπει νὰ τεθῇ κάτω, μετὰ τὸ σταφιδικὸν, διότι θὰ ἔχῃ συζήτησιν πολλὴν (θόρυβος).

§269ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρα 1 καὶ 45′ μετὰ τὸ μεσονύκτιον).

1§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 49
2τῆς 15 Μαρτίου 1903.
3(Σάββατον).
4(Προεδρεύοντος τοῦ Προέδρου κ. Δημ. Ράλλη).
5(Γενομένης ἀπαρτίας ὥρᾳ 4 καὶ 30′ μ. μ. ἀναγινώσκον-
6ται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
7§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀντίρρησις;
8§2ΑΛΕΞ. Θ. ΖΑΙΜΗΣ. Οἱ ἀριθμοὶ τῆς χθεσινῆς ψηφοφο-
9ρίας εἶναι ἀκριβεῖς;
10§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βεβαίως.
11§4ΑΛΕΞ. Θ. ΖΑΙΜΗΣ. Ἡ πρότασις τότε δὲν ἀπερρίφθη,
12διότι δὲν ὑπάρχει ἀπόλυτος πλειονοψηφία, ὡς ἀπαιτεῖ τὸ
13ἄρθρον 15 τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς. Ἔδει λοιπὸν νὰ
14ἐπαναληφθῇ ἡ ψηφοφορία.
15§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ἄρθρον 15 ὁρίζει, ὅτι ἐν περιπτώσει
16ἰσοψηφίας ἡ πρότασις ἀπορρίπτεται. Ἀλλ’ ἡ ἀπόλυτος
17πλειονοψηφία ἀναμφισβητήτως ὑπῆρξεν ἐπὶ τοῦ προκειμένου,
18διότι οἱ ἀρνηθέντες ψῆφον θεωροῦνται ὅτι ἐψήφισαν κατὰ
19τῆς προτάσεως.
20§6ΑΛΕΞ. Θ. ΖΑΙΜΗΣ. Θεωροῦνται παρόντες μὲν οἱ ἀρνη-
21θέντες, ἀλλ’ ὅτι δὲν ἐψήφισαν. Τοιαύτη περίπτωσις ὑπῆρξε
22καὶ ἄλλοτε ἀκριβῶς ἐπὶ τῶν σταφιδικῶν νομοσχεδίων.
23§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν ὑπάρχει αἴτησις
24περὶ ἐπαναλήψεως τῆς ψηφοφορίας, δὲν ἔχω δυσκολίαν νὰ
25διατάξω τὴν ἐπανάληψιν αὐτῆς.
26§8ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Ἀργότερα.
27§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ζητεῖτε ἑπομένως τὴν διόρθωσιν τῶν πρα-
28κτικῶν.
29§10ΑΛΕΞ. Θ. ΖΑΙΜΗΣ. Ἐγὼ ἠρώτησα, μήπως ἔγεινε λάθος.
30§11ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ ἀριθμοὶ εἶναι ἀκριβεῖς. Ἐὰν ὑπολογί-
31σητε τοὺς ἀρνηθέντας ψῆφον πρὸς τοὺς ψηφίσαντας ὑπὲρ τῆς
32προτάσεως, ἀναμφισβητήτως εὑρισκόμεθα ἐν ἰσοψηφίᾳ· ἂν
33τοὺς ὑπολογίσητε πρὸς τοὺς καταψηφίσαντας, τότε ἀναγ-
34καίως ἔχομεν τὴν ἀπόλυτον πλειονοψηφίαν· καὶ οὕτως ἔχει.
35Τὰ πρακτικὰ ἐπικυροῦνται.
36Οἱ κάτοικοι Ρεντίνης τηλεγραφοῦσι, παραπονούμενοι ὅτι
37ὁ νομάρχης Καρδίτσης δὲν ἀνεκάλεσεν ἀπόφασίν του καταρ-
38γοῦσαν σχολεῖα, καίτοι ψηφισθείσης αὐξήσεως τῶν δημοτι-
39κῶν φόρων κατὰ 1% ὑπὸ τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου Μενε-
40λαΐδος, κατὰ τὸν νόμον, ὑπὲρ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως.
41Ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἔχει τὸν
42λόγον.
43§12Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουρ-
44γὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Καταθέτω πληροφορίας, ζητη-
45θείσας ὑπὸ τοῦ βουλευτοῦ Βόλου κ. Τοπάλη, περὶ τῆς ὁλι-
46κῆς παραγωγῆς τοῦ ἅλατος κατὰ τὰ ἔτη 1898–1902,
47καὶ περὶ τῶν καταβληθεισῶν δαπανῶν διὰ τὴν προμήθειαν
48ταχυδρομικῶν ἐνσήμων κατὰ τὸ ἔτος 1902.
49Καταθέτω ἐπίσης προσωρινὴν κατάστασιν τῶν βεβαιω-
50θέντων, εἰσπραχθέντων καὶ εἰσπραξίμων ἐσόδων τῆς χρήσεως
51τοῦ 1902 ἀπὸ 1 Ἰανουαρίου 1903, ἐν συγκρίσει πρὸς τὰ
52κατὰ τοὺς ἀντιστοίχους μῆνας εἰσπραχθέντα ἔσοδα τῆς χρή-
53σεως τοῦ 1901.
54§13ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερι-
55κῶν). Ὑποβάλλω νομοσχέδιον «περὶ τοῦ ἐνοικίου τοῦ ἐν
56Κωνσταντινουπόλει πρεσβευτικοῦ καταστήματος».
57§14ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ· μεθ’ ὃ θὰ
58σταλῇ εἰς τὴν ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἐπιτροπήν. (Ὅρα
59Παράρτημα, ἀριθ. 254).
60Ἔχει τις τὸν λόγον πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως;
61§15Ε. ΚΑΝΑΒΑΡΙΩΤΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, πρὸ πολλῶν μη-
62νῶν, καθ’ ὃν χρόνον εἶχον λήξει αἱ ἐργασίαι τῆς Βουλῆς,
63σπουδαιότατον πολιτικὸν σκάνδαλον ἀπησχόλησεν ἐπὶ ἑβδο-
64μάδας ὁλοκλήρους τὴν Ἑλληνικὴν δημοσιογραφίαν καὶ μετ’
65αὐτῆς σύμπαν τὸ Ἑλληνικὸν ἔθνος. Εἷς πρώην Ὑπουργὸς
66καὶ διαπρεπὲς μέλος τοῦ Κοινοβουλίου, ὁ κ. Ἀθανάσιος Εὐ-
67ταξίας, δι’ ἐνυπογράφων δημοσιεύσεων ἐν ταῖς ἐφημερίσιν
68ἀπέδιδε βαρεῖαν κατηγορίαν κατὰ δύο ἐκ τῶν τέως συνυπουρ-
69γῶν του, ὅτι δηλ. οὗτοι ἐν τῷ τελευταίῳ Μεταλλευτικῷ Συμ-
70βουλίῳ κατὰ τὰς παραχωρήσεις τῶν μεταλλείων τῆς Λοκρίδος
71κρύφα καὶ διὰ παρενθέτων προσώπων ἔλαβον μέρος εἰς τὴν
72παραχώρησιν ταύτην. Ὁ ἕτερος τῶν δύο τούτων κυρίων συνα-
73δέλφων ἐπέδωκε κατ’ αὐτοῦ καταγγελίαν, καὶ ἡ ὑπόθεσις αὕτη
74ἐλύθη. Ἡ ἀνακριτικὴ ἀρχὴ ἐπεράτωσε τὰς ἀνακρίσεις, καὶ
75ἐξεδόθη βούλευμα, ἀπαλλάσσον πάσης κατηγορίας τὸν κ.
76Εὐταξίαν. Ἡ ὑπόθεσις εἶναι τετελεσμένη, καὶ τὸ δεδικα-
77σμένον εἶναι σεβαστόν.
78Ἤθελον, κύριε Πρόεδρε, νὰ καταθέσῃ ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῆς
79Δικαιοσύνης Ὑπουργὸς σχετικά τινα ἔγγραφα, ἵνα φωτισθῇ
80ἡ Βουλή, ἐὰν ὄντως αἱ κατηγορίαι αὗταί εἰσιν ἀβάσιμοι.
81Προσέτι παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερι-
82κῶν νὰ καταθέσῃ τὸν φάκελον τὸν ἀφορῶντα τὴν παραχώρη-
83σιν τῶν μεταλλείων Λοκρίδος.
84Ἐπίσης παρακαλῶ τὸν αὐτὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσω-
85τερικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, τίνες ὡρισμένως ὑπέ-
86βαλον αἰτήσεις πρὸς παραχώρησιν τῶν μεταλλείων τούτων,
87πότε ἑκάστη αἴτησις ὑπεβλήθη, καὶ τίνες ἐν σχέσει πρὸς τὰ
88μεταλλεῖα ταῦτα ὑπεβλήθησαν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσω-
89τερικῶν διαμαρτυρίαι καὶ ἀναφοραὶ εἴτε πρὸ τῆς παραχωρή-
90σεως εἴτε μετ’ αὐτήν.
91Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης παρακαλεῖται νὰ πλη-
92ροφορήσῃ τὴν Βουλήν, ἂν ὑπὸ τοῦ πρώην Πρωθυπουργοῦ κ.
93Θεοτόκη ὑπεβλήθη καταγγελία ἐπὶ συκοφαντίᾳ κατὰ τοῦ
94τέως συνυπουργοῦ του κ. Ἀθανασίου Εὐταξίου, ὡς δημοσιεύ-
95σαντος ἄρθρα, δι’ ὧν ἐπεκρίνετο ἡ τακτική, ἣν ἐτήρησεν ὁ
96κ. πρώην Πρωθυπουργὸς ἐν τῇ παραχωρήσει τῶν μεταλλείων
97Λοκρίδος, καὶ ἂν μετὰ τὴν ἐνέργειαν ἀνακρίσεων ἐπὶ ταύτης
98ἐξεδόθη βούλευμα ἀπαλλάσσον τὸν κ. Εὐταξίαν πάσης κατη-
99γορίας. Καὶ ἐν καταφατικῇ περιπτώσει παρακαλεῖται νὰ κα-
100ταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὸν φάκελον τῆς σχετικῆς δικογραφίας.
101§16Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, παρακαλῶ τοὺς κυρίους
102Ὑπουργοὺς νὰ ἐπισπεύσωσι τὴν προσαγωγὴν αὐτῶν τῶν φα-
103κέλων, διότι θέλω ζητήσει, ἵνα ἅμα τῇ καταθέσει αὐτῶν
104εὐαρεστηθῇ ἡ Βουλὴ νὰ προσδιορίσῃ ἡμέραν πρὸς συζήτησιν
105τῆς ὑποθέσεως ταύτης.
106§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Γιαννακίτσας ἔχει τὸν λόγον.
107§18Ι. ΓΙΑΝΝΑΚΙΤΣΑΣ. Ἀφοῦ, Κύριοι, ἐπὶ πολλὰς ἡμέρας
108ἠκούσθησαν ἐνταῦθα πολλαὶ φωναὶ ὑπὲρ τῆς σταφίδος, ἃς
109μοὶ ἐπιτραπῇ, ἵνα ὑψώσω καὶ ἐγὼ τὴν φωνήν μου ὑπὲρ τοῦ
110ἑτέρου παράγοντος τῆς χώρας ἡμῶν, τοῦ σίτου.
111Ὁμολογουμένως, κύριοι συνάδελφοι, ἀφ’ ἧς τόσας συμ-
112φορὰς ὁ πόλεμος ἐπεσώρευσεν εἰς τὴν Θεσσαλίαν, πολλάκις ἡ
113Βουλὴ ἠσχολήθη περὶ τῆς χώρας ἐκείνης μετ’ ἐνδιαφέροντος,
114τὴν εὐγνωμοσύνην ἡμῶν τῶν Θεσσαλῶν ἐπισύραντος. Ἀκριβῶς
115ὅμως ἕνεκα τούτου φοβοῦμαι, μήπως πᾶς λόγος ἐφεξῆς περὶ
116τῆς Θεσσαλίας προξενῇ τὸν κάματον, τὴν ἀδιαφορίαν ἐντὸς
117τῆς αἰθούσης ταύτης, καὶ διὰ τοῦτο ἤθελον παρακαλέσει
118ὑμᾶς, ὅπως μὴ ἡ ὑπομονή σας ἐξαντλῆται, ὁσάκις ὁ λόγος
119φέρηται περὶ τῆς ἐξ ὑπαιτιότητος πάντων ἡμῶν ἀτυχησάσης
120ἐκείνης χώρας, καὶ μὴ δυσθύμως ἀκούητε τῆς φωνῆς ἡμῶν,
121διαμαρτυρομένων ἴσως συχνότερον τοῦ πρέποντος διὰ τὸν τόπον
122ἐκεῖνον.
123Ὡς εἶπον, Κύριοι, ἡ Βουλὴ ἠσχολήθη περὶ τῆς Θεσσα-
124λίας μετ’ ἐνδιαφέροντος, καὶ προθύμως ἐψήφισεν ἔνια τῶν
125μέτρων τῶν ὑποβληθέντων εἴτε ὑφ’ ἡμῶν τῶν Βουλευτῶν,
126εἴτε ὑπὸ τῶν μετὰ τὸν πόλεμον Κυβερνήσεων. Δὲν παραπο-
127νούμεθα διὰ τοῦτο. Παραπονούμεθα μόνον, διότι μέχρι σήμερον
128οὐδὲν μέτρον ἐψηφίσθη ὑπὲρ τῆς Θεσσαλίας, σκοποῦν ῥιζι-
129κῶς νὰ μεταβάλῃ τὸ ἐκεῖ καθεστώς, καὶ νὰ ἐξασφαλίσῃ τὴν
130συνεχῆ καὶ μόνιμον εὐτυχίαν τοῦ τόπου ἐκείνου καὶ ἑπομέ-
131νως τῆς ὅλης Ἑλλάδος· παραπονούμεθα μόνον, διότι οὐδὲν
132μέτρον ἐλήφθη, δι’ οὗ ἡ εὐδαίμων ἄλλοτε ἐκείνη χώρα νὰ
133τεθῇ ἐπὶ τὴν ὁδὸν τῆς γεωργικῆς ἀναπτύξεως, καὶ δυνηθῇ
134βαθμηδὸν καὶ κατ’ ὀλίγον νὰ καταστήσῃ ἑαυτὴν ἱκανὴν
135πρὸς αὔξησιν τῆς παραγωγῆς διὰ τῆς ἐκμεταλλεύσεως τῶν
136πλουτοφόρων αὐτῆς ἐκτάσεων, αἵτινες μένουσιν ἤδη χέρσοι
137καὶ ἐλλείψει χρήματος, ἀλλὰ καὶ ἐλλείψει μέτρων νομοθε-
138τικῶν, ὑπισχνουμένων τὴν βελτίωσιν τῆς καταστάσεως τῶν
139κατοίκων αὐτῆς, τῶν λευκῶν — ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ ἡ ἔκφρασις —
140τούτων δούλων τοῦ ἐλευθέρου Ἑλληνικοῦ Βασιλείου! Καὶ
141προυτάθησαν μὲν ἀληθῶς πολλὰ μέτρα, ἀλλ’ ἐψηφίσθησαν
142ἐκεῖνα μόνον, ἅτινα ἐσκόπουν τὴν ἐφήμερον ἐπούλωσιν τῶν
143πληγῶν, ἃς ὁ κατακτητὴς ἐπήνεγκεν εἰς τὴν Θεσσαλίαν.
144Μέτρα ἀποβλέποντα εἰς τὴν ἀπολύτρωσιν τῶν γεωργικῶν
145πληθυσμῶν ἀπὸ τῆς εἰδεχθεστέρας τῶν δουλειῶν, μέτρα ἀφο-
146ρῶντα εἰς τὴν ἀναγνώρισιν οὐ μόνον δικαιώματος ἰδιοκτησίας
147εἰς τοὺς ἀκτήμονας καλλιεργητάς, ἀλλὰ καὶ στέγης δι’ αὐ-
148τοὺς καὶ τὰς οἰκογενείας αὐτῶν, οὔτε ὑπεβλήθησαν οὔτε
149ἐψηφίσθησαν ποτέ.
150Πάντες, Κύριοι, γνωρίζομεν κατὰ ποῖον τρόπον εἶναι
151κατανεμημένη ἡ Θεσσαλικὴ γῆ, καὶ κατὰ ποῖον σύστημα
152δουλοπαροίκου ὁ γεωργὸς κερδίζει τὸν ἄρτον ἐν Θεσσαλίᾳ·
153πάντες γνωρίζομεν, ὅτι οἱ πλεῖστοι τῶν καλλιεργητῶν ἐν
154Θεσσαλίᾳ εἰσὶν εἵλωτες τοῦ ξένου κεφαλαίου καὶ τῆς ξένης
155γῆς, ἣν ποτίζουσι διὰ τοῦ ἱδρῶτός των, καὶ δι’ ἣν κατανα-
156λίσκουσι τὴν δύναμιν τῶν στιβαρῶν αὐτῶν βραχιόνων· οἱ
157εὐφυεῖς καὶ φιλότιμοι ἐκεῖνοι κάτοικοι, μηδὲν ἀτυχῶς, πλὴν
158τοῦ ξηροῦ ἄρτου, ἀπολαμβάνοντες ἐκ τῆς ἐπιμόχθου ἐργασίας
159των, τῆς ὁποίας τὸ προϊὸν εἰσρέει εἰς τὰς ἀποθήκας τοῦ
160ἰδιοκτήτου, εἰς χεῖρας τοῦ ὁποίου οὐ μόνον οὗτοι, ἀλλὰ
161καὶ ἡ τύχη τῶν οἰκογενειῶν αὐτῶν εὑρίσκεται, ἀφοῦ αὐταὶ
162στεροῦνται ἰδίας στέγης, ἰδίας πενιχρᾶς καλύβης, ζῶσι δὲ
163διαρκῶς παρὰ τὸ ἄροτρον, ἐξαρτώμεναι ἐν πάσῃ ὥρᾳ τοῦ ἔτους
164ἐκ τῆς μακροθυμίας ἢ τῆς εὐσπλαγχνίας τοῦ ἰδιοκτήτου,
165καὶ οὐχὶ σπανίως βλέπει τις ν’ ἀποδιώκωνται οἱ δυστυχεῖς
166οὗτοι Ἕλληνες πολῖται ἐκ τῶν χωρίων ἐν καιρῷ χειμῶνος,
167ὁπότε δίκην ἀθιγγάνων περιφέρονται, ζητοῦντες στέγην, ἵνα
168στεγασθῶσι, γῆν, ἵνα ἐργασθῶσι!
169Βεβαίως, Κύριοι, πολλαχοῦ ὑπάρχουσι μεγάλα κτήματα,
170τσιφλίκια. Δὲν κηρύσσομαι κατὰ τῶν τσιφλικιούχων — πολλοῦ
171γε καὶ δεῖ. — Κύριοι ὄντες τῶν κτημάτων των, μόνοι ἔχουσι
172τὸ δικαίωμα νὰ κανονίζωσι τὸ συμφέρον των κατὰ τοιοῦτον
173ἢ τοιοῦτον τρόπον, καὶ οὐδεὶς ἔχει τὸ δικαίωμα τοῦ ἐλέγ-
174χου τῆς διαχειρίσεως ξένης περιουσίας. Δὲν κατηγορῶ τού-
175των. Κατηγορῶ μόνον τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν προσφέρονται πρὸς
176τοὺς καλλιεργητάς. Καὶ μολονότι πολλοὶ πολλὰς εὐκολίας
177παρέχουσι, ζητοῦντες νὰ καταστήσωσιν ἧττον ἐπαχθῆ, ὑπο-
178φερτὴν τὴν θέσιν τῶν δυστυχῶν ἀγροτῶν, ἐν τούτοις ὑπάρ-
179χουσί τινες, οἵτινες, ἀποθρασυνόμενοι ἐκ τῆς ἐλλείψεως μερί-
180μνης τῆς Πολιτείας, προέβησαν, ἂν μὴ εἰς τὴν ὁλοσχερῆ
181κατάργησιν, ἀλλὰ βεβαίως εἰς τὸν περιορισμὸν δικαιωμάτων
182καὶ προνομίων, ὧν ἀπὸ ἀμνημονεύτων χρόνων ἀπήλαυον οἱ
183δυστυχεῖς ἐκεῖνοι ἄνθρωποι, καὶ ἐπέβαλον εἰς αὐτοὺς τοιαύ-
184τας ὑποχρεώσεις, ὥστε ἠξίωσαν νὰ ἔχωσι καὶ ἔχουσιν ἀνά-
185λογον μερίδιον καὶ ἐξ αὐτῶν τῶν ᾠῶν τῶν ὀρνίθων τοῦ καλ-
186λιεργητοῦ. Καὶ περὶ τούτων ἀκριβῶς, κύριοι συνάδελφοι,
187ὁμιλῶ, καὶ λέγω, ὅτι δὲν εἶναι ἴδιον, δὲν εἶναι πρέπον εἰς εὐ-
188νομουμένην καὶ πολιτισμένην χώραν, δὲν εἶναι συμφέρον τῆς
189Πολιτείας, τοῦ ἔθνους, νὰ ζῶσι τοσοῦτοι πληθυσμοὶ ὡς δου-
190λοπάροικοι, καὶ νὰ μὴ μετέχωσι τῶν εὐεργετημάτων τοῦ
191πολιτισμοῦ, νὰ στερῶνται δὲ τῆς ἐλευθέρας βουλήσεως, τῆς
192ἐλευθέρας σκέψεως, τῆς κρατήσεως τοῦ ἐγώ των, ὅπερ ἤδη
193εἶναι δοῦλον. Τὸ σῶμα δοῦλον, τὸ πνεῦμα δοῦλον, ἰδοὺ ἡ πι-
194στὴ εἰκὼν, ὁ ἀκριβὴς τύπος τοῦ δουλεύοντος ὑπὸ τοιοῦτον
195ἀφέντην, λησμονοῦντα, ὅτι εἶναι ἄνθρωπος καὶ μετ’ ἀνθρώ-
196πων συναλλάσσεται καὶ συνεργάζεται!
197Ἀλλ’ ἵνα, Κύριοι, κάλλιον ἐννοηθῇ ἡ κατάστασις, ὑφ’ ἣν
198τελοῦσιν οἱ ἀκτήμονες ἀτυχεῖς καλλιεργηταὶ ἐν Θεσσαλίᾳ
199ὑπὸ ἀφεντάδες, οἵους σᾶς προεξεικόνισα, — διότι περὶ τούτων
200καὶ μόνον λαλῶ — ἐπιτραπήτω μοι νὰ ἐκθέσω συντόμως τὸν
201τρόπον, καθ’ ὃν ἐργάζονται οὗτοι. Ἐὰν μὲν ὁ γεωργὸς δὲν
202ἔχῃ ἴδια ἀροτριῶντα κτήνη, τότε δένεται χειροπόδαρα ὑπὸ
203τοῦ τοιούτου ἰδιοκτήτου, χορηγοῦντος ταῦτα· ἐὰν δ’ ἔχῃ τὰ
204ἀροτριῶντα κτήνη, τότε ζητεῖ ἐργασίαν, καὶ ὁ ἰδιοκτήτης
205προσφέρει ταύτην, ἀλλὰ λόγῳ ἀσφαλείας — καὶ ποίας ἀσφα-
206λείας, ἀγνοῶ — ζητεῖ, καὶ ὁ καλλιεργητὴς μεταβιβάζει διὰ
207συμβολαίου εἰκονικῶς τὰ ἀροτριῶντα κτήνη του εἰς αὐτὸν
208ἀντὶ ὁριζομένης τιμῆς. Ὁ καλλιεργητὴς, μὴ ἔχων ἰδίαν κτῆ-
209σιν, καὶ πιεζόμενος ὑπὸ τῆς ἀνάγκης τῆς ἐργασίας, ἀποδέ-
210χεται τὴν ἀπαίτησιν ταύτην τοῦ ἰδιοκτήτου, καὶ ὅταν ἔλ-
211θωσι τὰ ἁλώνια, οὗτος λαμβάνει πρῶτον τὸ ἀνάλογον μερί-
212διον τοῦ εἰσοδήματος, καὶ δεύτερον ποσὸν ἱκανὸν πρὸς ἐξό-
213φλησιν τοῦ πρὸς αὐτὸν χρέους· καὶ ποίου χρέους, νομίζετε,
214Κύριοι; τὴν ἀξίαν τῶν εἰκονικῶς μεταβιβασθέντων εἰς αὐτὸν
215ἀροτριώντων κτηνῶν! καὶ τελευταῖον δυνάμει τοῦ συμβο-
216λαίου καὶ αὐτὰ ταῦτα τὰ ἀροτριῶντα κτήνη!
217Ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ μου συνήντησα καὶ ἐξηκρίβωσα δύο τοι-
218αῦτα περιστατικὰ ἐσχάτως, ἅτινα μὲ ἔκαμαν νὰ φρίξω κυ-
219ριολεκτικῶς. Τὸ ἓν τούτων συνέβη ἐν τῷ δήμῳ Φακίου. Ὁ
220γεωργὸς εἶχεν εἰκονικῶς μεταβιβάσει ἑπτὰ ἀροτῆρας βοῦς
221εἰς τὸν ἀφέντην, παρ’ οὗ πρὸ δύο ἐτῶν εἶχε δανεισθῆ δραχ-
222μὰς 1840. Μετὰ τὸ πρῶτον ἔτος ἐμβάζει εἰς ἐξόφλησιν τοῦ
223χρέους του 200 κοιλὰ σίτου καὶ 100 κοιλὰ κριθῆς, μετὰ
224τὸ δεύτερον ἔτος 100 κοιλὰ σίτου, μίαν κλιμάμαξαν, ἀξίας
225δραχ. 300, καὶ ἕνα ὄνον, ἀξίας δραχ. 50, ἤτοι τὸ ὅλον 3,000
226δραχμὰς ἐντὸς δύο ἐτῶν καὶ διὰ χρέος κεφαλαίου 1840
227δραχμῶν! Ἀλλὰ μὴ νομίσητε, Κύριοι, ὅτι ἐξωφλήθη ἡ ἀπαί-
228τησις. Οὐχί! Πρὸς τελείαν ἐξόφλησιν αὐτῆς, ὡς ἰσχυρίζετο
229ὁ ἀπηνὴς οὗτος τύραννος, κατέσχε καὶ τοὺς εἰς χεῖρας τοῦ
230καλλιεργητοῦ εὑρισκομένους βόας, ἔλαβε τούτους εἰς τὴν κα-
231τοχήν του δυνάμει τοῦ συμβολαίου, καὶ ἐπὶ τέλους κατήγ-
232γειλε καὶ τὸν ἀτυχῆ καλλιεργητὴν ἐπὶ ὑπεξαιρέσει, ἀπειλή-
233σας καὶ φυλάκισιν κατὰ τούτου! Εὐτυχῶς προσεβλήθησαν
234τὰ εἰκονικὰ ταῦτα συμβόλαια, καὶ εὑρέθησαν ἐν Λαρίσῃ δι-
235κασταὶ τίμιοι, εὐσυνείδητοι, ὡς εἶναι πάντες οἱ Ἕλληνες
236δικασταὶ, καὶ τὸ κυριώτερον γνῶσται τῶν ἀπιστιῶν τούτων,
237ἃς διαπράττουσιν οἱ τοιαῦτα μετερχόμενοι μέσα ἔνιοι ἰδιο-
238κτῆται, καὶ τόσον ὁ γεωργὸς οὗτος, ὅσον καὶ ἕτερος, καθ’ οὗ
239ὁμοία παγὶς ἐστήθη ἐν τῷ δήμῳ Κραννῶνος, ἀπηλλάγησαν καὶ
240τῆς φυλακίσεως καὶ τῆς ὑποχρεώσεως νὰ πωλήσωσι χωρὶς
241νὰ θέλωσι τὰ ζῷά των!
242Οἱ τοιοῦτοι καλλιεργηταὶ, οἱ ὑπὸ τοιούτους βιοῦντες ὅρους
243καὶ ἰδιοκτήτας, βεβαίως δὲν δύνανται νὰ ἔχωσιν ἀκριβῆ
244ἰδέαν, Κύριοι, τῶν ἀγαθῶν, ἅπερ ἀπεργάζεται ὁ ἄνθρωπος
245τοῦ αἰῶνος τούτου. Δουλεύουσι διαρκῶς, δὲν βλέπουσι μα-
246κρότερον τοῦ ἀρότρου, ὅπερ ἐργάζεται ἀενάως, — καὶ πρέπει
247νὰ ἐργάζηται, ἀλλ’ ὑπὸ ἀνθρωπινωτέρας συνθήκας, — ζῶσιν
248ἐντὸς οἰκημάτων, ἅτινα, ξένα ὄντα, οὐδένα ὅρον ὑγιεινῆς καὶ
249ἀνθρωπισμοῦ παρουσιάζουσι, τὸ περιβάλλον δὲ αὐτοὺς ἐν
250παντὶ εἶναι ἡ θέλησις τοῦ ἀφέντου, θέλησις ἀφαιροῦσα πᾶ-
251σαν σκέψιν ἰδίαν, πᾶσαν πρωτοβουλίαν! Ζῶσιν οἱ δυστυχεῖς,
252ἀλλὰ μόνον, ἵνα δουλεύοντες κερδίζωσι τὸν ξηρὸν ἄρτον δι’
253ἑαυτοὺς καὶ τὰς οἰκογενείας των, χωρὶς νὰ ἔχωσι καὶ τὴν
254δύναμιν νὰ πράττωσιν ὅ,τι αἰσθάνονται, τοὐναντίον μάλιστα
255ὄντες ὑποχρεωμένοι νὰ κύπτωσι καὶ πρὸ τῶν ταπεινωτικω-
256τέρων, πρὸ τῶν ἐξευτελιστικωτέρων ἐνίοτε ἀπαιτήσεων τοῦ
257ἀφέντου. Καὶ δὲν ὑποθέτω νὰ ἐλησμονήθη ἡ γενομένη ὑπό
258τινος ἐν Θεσσαλίᾳ ἰδιοκτήτου παράταξις γυναικοπαίδων μὲ
259ἐσταυρωμένα τὰ χέρια, δίκην ῥαγιάδων, κατὰ τὴν τελευταίαν
260ἐκεῖ πολιτικὴν περιοδείαν τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Κυ-
261βερνήσεως, οὗτινος ἡ καρδία ἐνύγη βεβαίως ἐπὶ τῷ θεάματι
262τούτῳ, τῷ ἀπροσδοκήτῳ εἰς αὐτόν.
263§19Ι. ΚΑΦΤΑΝΤΖΟΓΛΟΥ. Δὲν εἶναι ἀκριβὲς τοῦτο, κύριε
264συνάδελφε.
265§20Ι. ΓΙΑΝΝΑΚΙΤΣΑΣ. Χαίρω πολύ, διότι διαψεύδεται
266ἐνταῦθα τοιαύτη δημοσιευθεῖσα πληροφορία, καὶ ὁμολογῶ,
267ὅτι σπουδαίως ἀνακουφίζομαι, μανθάνων νῦν, ὅτι δὲν ἔλαβε
268χώραν τοιαύτη καὶ ὑπὸ τοιοῦτον ἐκβιασμὸν παράταξις.
269§21Κ. ΖΩΓΛΟΠΙΤΗΣ. Μόνοι των παρετάχθησαν, χάριν
270σεβασμοῦ.
271§22Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν).
272Καὶ ποῦ εὑρίσκετε τὸ κακὸν σεῖς; Οὐδεὶς ἔχει τὸ δικαίωμα
273νὰ ἑρμηνεύῃ τὴν συνείδησιν τοῦ ἄλλου, καὶ νὰ εἰσέρχηται
274εἰς αὐτήν. Τοῦτο θεωρῶ πολὺ τολμηρόν.
275§23Ι. ΓΙΑΝΝΑΚΙΤΣΑΣ. Οὐδενὸς τὴν συνείδησιν διηρμή-
276νευσα ἢ διερμηνεύω. Ἀφηγοῦμαι ἁπλῶς πᾶν ὅ,τι ἐπληρο-
277φορήθην. Ἀλλ’ ἐπειδὴ, κύριε Ὑπουργὲ, συνήθισα νὰ σᾶς ἐκ-
278τιμῶ καὶ ὡς ἐκ τῆς θέσεως, εἰς ἣν εὑρίσκομαι, καὶ ἀπὸ ἀνα-
279τροφῆς καὶ ἐκ τῆς εἰδικῆς μου ἰδιότητος, δὲν θεωρῶ πρέπον
280νὰ σᾶς ἀπαντήσω πλείονα.
281§24Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε.
282§25Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Καὶ ἐγὼ, κύριε Πρόεδρε.
283§26Ι. ΓΙΑΝΝΑΚΙΤΣΑΣ. Ἐξακολουθῶ, κύριοι συνάδελφοι.
284Πρὸς ἄρσιν λοιπὸν τῆς λυπηρᾶς ταύτης καταστάσεως δύο
285τινὰ πρέπει νὰ ἐπιζητήσωμεν. Πρῶτον νὰ καταστήσωμεν
286τὸν γεωργὸν ἀνεξάρτητον ὑλικῶς, καὶ δεύτερον νὰ κανονί-
287σωμεν νομοθετικῶς εἴς τινα σημεῖα τὰς σχέσεις τοῦ ἰδιο-
288κτήτου πρὸς τὸν καλλιεργητὴν, οὕτως ὥστε, χωρὶς τὸ παρά-
289παν νὰ θίγωνται τὰ δικαιώματα τοῦ πρώτου, νὰ ἐξασφαλί-
290ζωνται ὑπὲρ τοῦ δευτέρου νόμῳ προνόμιά τινα, ὧν ἀπολαύει
291ἀπὸ χρόνων μακρῶν.
292Ὁ γεωργὸς, Κύριοι, πάσας τὰς βιωτικὰς αὑτοῦ ἀνάγκας
293θεραπεύει, προσφεύγων ἢ εἰς τὸν ἀφέντην, ἢ εἰς τὸν τοκο-
294γλύφον, ἐὰν ὁ πρῶτος ἔχῃ ἤδη κλείσει τὴν θύραν. Δανεί-
295ζεται ἐπὶ τόκῳ σπανίως κατωτέρῳ τῶν 20%, καὶ εἰς τὰ
296ἁλώνια ἐμβάζει τὸ προϊὸν τῆς ἐργασίας του ἐπὶ τῇ τρεχού-
297σῃ τότε τιμῇ πρὸς ἐξόφλησιν τοῦ χρέους του, ὅπερ ἀτυχῶς,
298μολονότι πληρώνεται δὶς ἢ τρὶς πολλάκις, ἐν τούτοις μένει
299ἀνεξόφλητον, τῶν ἐμβάσεων γιγνομένων ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ καλῇ
300τῇ πίστει καὶ ἄνευ ἀποδείξεων, ἃς πολλοὶ δὲν τολμῶσι νὰ
301ζητήσωσιν, ἐκ φόβου μήπως δυσαρεστοῦντες ἀποπεμφθῶσι τοῦ
302χωρίου ὑπὸ τοῦ ἰδιοκτήτου. Οὕτω δὲ ὁ γεωργὸς κατὰ Σε-
303πτέμβριον μένει πάλιν μὲ κενὰς τὰς χεῖρας, σχεδὸν ἄνευ
304σίτου πρὸς τροφήν!
305Ἀλλ’ ἐρωτῶ, Κύριοι, διατὶ αὐτὸ, ὅπερ κάμνει ὁ ἰδιο-
306κτήτης, ὅστις, ἵνα δανείσῃ τὰς 1840 δραχμὰς, ὡς προεῖπον,
307ἔλαβεν ὡς ἐνέχυρον, ὡς ὑποθήκην, ἔστω καὶ εἰκονικῶς, τὰ
308ἀροτριῶντα κτήνη τοῦ γεωργοῦ, δὲν ἀναλαμβάνει μία Τρά-
309πεζα, ἥτις ἄνευ τοῦ πνεύματος τῆς τοκογλυφίας, ὑποθηκεύ-
310ουσα ποσὸν τοῦ ἀσυγκομίστου προϊόντος, ἢ καὶ αὐτὰ τὰ
311κτήνη τοῦ γεωργοῦ, νὰ παρέχῃ δάνεια ἐπὶ εὐθύνῃ καὶ αὐστη-
312ροτάτῃ ποινῇ τοῦ ὀφειλέτου διὰ πᾶσαν κατάχρησιν ἢ πώ-
313λησιν τοῦ ἐνυποθήκου προϊόντος ἄνευ τῆς συγκαταθέσεως τῆς
314προνομιούχου Τραπέζης, οὕτω δὲ νὰ παρέχῃ εἰς τὸν γεωργὸν
315καὶ τὴν ὠφέλειαν τοῦ τόκου ἀφ’ ἑνὸς, καὶ τὴν διαφορὰν τῆς
316τιμῆς τοῦ ἐμβαζομένου εἰς τὰ ἁλώνια ἀπέναντι τοῦ χρέους
317του προϊόντος ἀφ’ ἑτέρου, ὅπερ οὕτω θὰ πωλῇ, ὅταν εὑρίσκῃ
318συμφέρουσαν τιμὴν, καὶ οὐχὶ, ὡς σήμερον, ὁπότε πιεζόμενος
319παραδέχεται τὰς πάντοτε εὐτελεστέρας τιμὰς τῶν ἁλωνίων;
320§27Π. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἐπιτρέπετε, κύριε συνάδελφε;
321§28Ι. ΓΙΑΝΝΑΚΙΤΣΑΣ. Μάλιστα.
322§29Π. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Νομίζω ὅτι ὑφίσταται τοιοῦ-
323τος νόμος ἀπὸ τοῦ 1894.
324§30Ι. ΓΙΑΝΝΑΚΙΤΣΑΣ. Ἀγνοῶ, ἂν ὑφίσταται τοιοῦτος νό-
325μος. Γνωρίζω ὅμως ἀσφαλῶς, ὅτι τοιοῦτος νόμος δὲν λει-
326τουργεῖ, δὲν εἶναι ἐν ἰσχύϊ.
327Κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Βουλευτικὴν Περίοδον ὑπέβαλον,
328Κύριοι, νομοσχέδιον περὶ δανείων ἐπὶ ὑποθηκεύσει τοῦ ἀσυγ-
329κομίστου προϊόντος. Νομίζω ὅτι εἶναι ἤδη καιρὸς, ἵνα ἡ
330Κυβέρνησις μελετήσῃ τοῦτο, ἢ καταρτίσῃ ἕτερον πληρέστε-
331ρον, ἐὰν ἐκεῖνο εὕρῃ ἀτελὲς, νὰ γένηται δὲ εὐρεῖα συζήτησις,
332καθ’ ἣν πολλαὶ γνῶμαι θὰ ἀκουσθῶσι περὶ τοῦ σοβαροῦ τού-
333του ζητήματος.
334Ἀλλὰ μήπως ἡ ἑτέρα ἄποψις τῆς καταστάσεως τῶν γε-
335ωργῶν δὲν εἶναι ἀπελπιστική; ἡ ἔλλειψις δηλ. ἰδίας στέγης,
336ἡ ἔλλειψις ἰδίας πενιχρᾶς καλύβης, καὶ ἡ διαβίωσις αὐτῶν
337ἐντὸς οἰκημάτων, ἅτινα χρησιμεύουσι καὶ ὡς κατοικία καὶ
338ὡς σταῦλος καὶ ὡς ἀχυρών!
339Ὁποῖα λυπηρὰ συναισθήματα παράγει ἡ κατάστασις
340αὕτη εἰς τὰς καρδίας ὑμῶν, κύριοι συνάδελφοι, περιττὸν νὰ
341εἴπω ἐγώ. Ἕν μόνον λέγω· δὲν πρέπει νὰ ἐξακολουθήσῃ ἀχα-
342λίνωτος ἡ ἰδιοτροπία ἢ σκληρότης ἐνίων ἰδιοκτητῶν, εὐτυχῶς
343ὀλίγων, κατὰ τῶν ἀσθενῶν καλλιεργητῶν. Ἕν μόνον λέγω· χά-
344ριν τοῦ ἀνθρωπισμοῦ, χάριν σεβασμοῦ πρὸς τὸν μεσουρανοῦντα
345πολιτισμὸν τοῦ αἰῶνος, δέον νὰ ἐξασφαλίσωμεν τὴν στέγην
346τοὐλάχιστον εἰς τοὺς ἀνεστίους καλλιεργητὰς καὶ εἰς τὰς
347οἰκογενείας αὐτῶν διὰ νόμου, οὕτως ὥστε ἡ ἐμπάθεια ἢ ἡ
348ἰδιοτροπία νὰ σταματᾷ ἐκεῖ, ὅθεν ἄρχεται ἡ ὑποχρέωσις τοῦ
349ἰδιοκτήτου πρὸς τὸν ἐργάτην μὲν καὶ καλλιεργητὴν τῶν
350γαιῶν του, ἀλλὰ πάντοτε πρὸς τὸν ὅμοιόν του, ὅστις, ζῶν
351ἐν τῇ κοινωνίᾳ καὶ ἀποτελῶν μέλος αὐτῆς, δικαιοῦται νὰ μὴ
352ἀποστερῆται ἀμέσως τοῦ κοινοῦ ἀγαθοῦ, τῆς στέγης, ἧς τὴν
353κυριότητα τηρῶν ὁ ἰδιοκτήτης, νὰ μὴ δύναται ἢ ὑπὸ ὡρι-
354σμένας περιστάσεις, ὅρους καὶ συνθήκας ν’ ἀπομακρύνῃ αὐτῆς
355τὸν καλλιεργητήν.
356Ἀλλὰ, Κύριοι, μήπως τὰ ἐν Θεσσαλίᾳ κτήματα τοῦ
357Δημοσίου, τὰ τέως Στεφάνοβικ, διανεμόμενα εἰς τοὺς ἀκτή-
358μονας καλλιεργητὰς, ὡς ἡ Κυβέρνησις ἐπηγγέλθη πρὸ τῶν
359ἐκλογῶν καὶ ὁ σχετικὸς νόμος ὁρίζει, δὲν λύουσιν ἀμφότερα
360τὰ ζητήματα ταῦτα; Ἀλλὰ μήπως τὰ Ζάππεια κτήματα,
361περὶ ὧν ὑπάρχει ὑποβεβλημένον νομοσχέδιον εἰς τὴν Βου-
362λὴν ἀπὸ τῆς παρελθούσης Περιόδου, δὲν παρέχουσι τὸ μέ-
363σον εἰς τὸ Κράτος τῆς ἀποκαταστάσεως τῶν γεωργῶν ἐν
364Θεσσαλίᾳ; Δυστυχῶς περὶ ἄλλων ἧττον σπουδαίων ζητημά-
365των ἀσχολούμεθα ἐνταῦθα, καὶ οὐχὶ περὶ τούτων τῶν ζητη-
366μάτων, τῶν σοβαρῶν...
367§31Α. ΣΠΗΛΙΑΔΗΣ. Δὲν εἶναι ἧττον σπουδαῖον τὸ ζήτημα
368τῆς σταφίδος, κύριε συνάδελφε.
369§32Ι. ΓΙΑΝΝΑΚΙΤΣΑΣ. Ἀναγνωρίζω τὴν σπουδαιότητα
370τῆς σταφίδος, ἀλλὰ δὲν πρέπει νὰ ὑποτιμᾶτε καὶ τὴν σπου-
371δαιότητα τοῦ Θεσσαλικοῦ ζητήματος.
372Ἀλλὰ, Κύριοι, ἡ Θεσσαλικὴ γῆ εἶναι ἀπὸ τοῦ Πηλίου
373μέχρι τῆς Πίνδου, καὶ ἀπὸ τοῦ Ὀλύμπου μέχρι τῆς Ὄθρυος
374ἐπιτηδεία καὶ ἱκανὴ οὐ μόνον τὴν ἀπόδοσιν νὰ αὐξήσῃ, ἀλλὰ
375καὶ τὰ διάφορα προϊόντα νὰ βελτιώσῃ, καὶ νὰ ποικίλῃ.
376Καὶ διὰ μὲν τὴν ἀπόδοσιν δέον, κατ’ ἐμὲ, ν’ αὐξήσωμεν τὰς
377παραγωγικὰς δυνάμεις τῆς χώρας· ἵνα δὲ ἐπιτύχωμεν τού-
378του, ἀνάγκη νὰ παράσχωμεν ἄφθονα τὰ μέσα τῆς καλλιερ-
379γείας, οὕτως ὥστε ἕκαστος νὰ δύναται ἄνευ αὐξήσεως τῶν
380βαρῶν καὶ τῶν πρὸς τὸ Δημόσιον ὑποχρεώσεών του νὰ χρη-
381σιμοποιῇ πάντα τὰ μέσα τῆς καλλιεργείας πρὸς αὔξησιν τῆς
382παραγωγῆς καὶ ἑπομένως τῆς ἀποδόσεως. Εὐρύνωμεν λοιπὸν
383τὴν καλλιέργειαν, καὶ ἑπομένως τὴν παραγωγὴν, αὐξήσω-
384μεν τὰ ἀροτριῶντα κτήνη, ἀλλὰ χωρὶς νὰ αὐξήσωμεν καὶ
385τὰ βάρη τοῦ γεωργοῦ· ἐπιτρέψωμεν αὐτῷ νὰ χρησιμοποιήσῃ
386ὅσα θέλει ἀροτριῶντα κτήνη, ἀλλὰ μὴ ζητήσωμεν φόρον
387ἀνώτερον ἐκείνου, ὃν ἤδη λαμβάνομεν. Πρὸς τοῦτο δὲ ἃς
388σκεφθῶμεν, πῶς πρέπει νὰ μεταρρυθμισθῇ ὁ σχετικὸς νόμος,
389ὥστε χωρὶς νὰ ἐλαττωθῶσιν αἱ ἐκ τοῦ φόρου τούτου εἰσπρά-
390ξεις ὁ καλλιεργητὴς νὰ δύναται ν’ αὐξάνῃ τὰ μέσα τῆς καλ-
391λιεργείας κατὰ βούλησιν. Ἐπὶ τούτου θέλω ὑποβάλει προσε-
392χῶς πρότασιν νόμου εἰς τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς.
393Ἀλλ’ ὡς προεῖπον, ἡ Θεσσαλία εἶναι ἱκανὴ διάφορα
394προϊόντα νὰ παραγάγῃ, ἀρκεῖ μόνον ἡ Πολιτεία νὰ διδάξῃ
395τὸν γεωργὸν καὶ ὑποδείξῃ εἰς αὐτὸν τὸν τρόπον τῆς εἰδικῆς
396καλλιεργείας, ἢ τῆς καταλλήλου χρησιμοποιήσεως τούτου
397ἢ ἐκείνου τοῦ ἐδάφους, ταύτης ἢ ἐκείνης τῆς μεθόδου καλ-
398λιεργείας, τούτου ἢ ἐκείνου τοῦ ἐργαλείου.
399Φημίζονται, Κύριοι, τὰ καπνὰ τοῦ Ἁλμυροῦ, τοῦ Μεγά-
400λου Κεσερλὶ, τῶν Φαρσάλων· ἀλλὰ τίς ποτε ἐφρόντισε νὰ
401ἐξετάσῃ, ἂν τὰ καπνὰ ταῦτα εἶναι ἐπιδεκτικὰ βελτιώσεως
402εἴτε κατὰ ποιότητα εἴτε κατὰ ποσότητα; Πέμπει τὸ
403Ὑπουργεῖον σπόρον καπνοῦ Ξάνθης ἢ Σαμψοῦντος, ἢ ἄλλου
404μέρους, ἀλλὰ τίς ἐδίδαξε τὸν καπνοπαραγωγόν, πότε καὶ
405πῶς δέον νὰ σπείρῃ αὐτόν, πότε καὶ πῶς νὰ μεταφυτεύῃ αὐ-
406τόν, νὰ καλλιεργῇ, νὰ συλλέγῃ καὶ νὰ συσκευάζῃ; Ἐπὶ τῆς
407Ὄσσης ὑπάρχει πληθὺς αὐτοφυῶν (ἀγρίων) φιστικῶν· τίς
408ἐμερίμνησε νὰ διδάξῃ τὸν ἐμβολιασμὸν αὐτῶν; Πέρυσι, νο-
409μίζω, ἐστάλη σπόρος ῥωσσικοῦ σίτου πρὸς δοκιμὴν εἰς Θεσ-
410σαλίαν· τίς ἐδίδαξεν, εἰς ποίας γαίας ἔδει οὗτος νὰ ῥιφθῇ,
411καὶ ὑπὸ ποίας περιστάσεις ἔδει νὰ σπαρῇ; τίς ποτε ἐμελέ-
412τησε τὸ ἔδαφος, καὶ ὑπέδειξε τὴν ἀνάλογον πρὸς τὴν ποιό-
413τητα αὐτοῦ χρησιμοποίησιν; Οἱ γεωπόνοι μας τρέπονται εἰς
414ἰδιωτικὰς ἐργασίας, ἢ ὑπηρετοῦσιν εἰς τοὺς γεωργικοὺς σταθ-
415μοὺς, δημοσιεύοντες ἀπὸ καιροῦ εἰς καιρὸν μελέτην τινὰ περὶ
416γεωργικῆς πίστεως, περὶ συνδικάτων κλπ., ἐνῷ ἔδει νὰ το-
417ποθετηθῇ ἀνὰ εἷς ἐν ἑκάστῳ νομῷ τοὐλάχιστον, ὅστις, μετα-
418βαίνων ἢ μετακαλούμενος εἰς τοὺς διαφόρους δήμους καὶ τὰ
419χωρία, νὰ μεταδίδῃ ἢ ὑποδεικνύῃ τὰς μεθόδους τῆς καλλιερ-
420γείας εἰς τὸν γεωργικὸν πληθυσμὸν, καὶ τὰς ἰδίας αὐτοῦ γνώ-
421σεις δι’ ἕκαστον προϊόν.
422Ἀλλὰ μὴ ἡ κτηνοτροφία, ὁ ἕτερος οὗτος βραχίων τῆς
423γεωργίας, δὲν ἔχει ἀνάγκην καὶ προστασίας καὶ βελτιώσεως;
424οἱ παλαιότεροι ἰδιοκτῆται πολλὰς παρεῖχον εὐκολίας πρὸς
425ἐπαρκῆ ὑποστήριξιν τῆς κτηνοτροφίας· οὕτω δὲ οὐ μόνον
426ηὔξανον τὴν ἀπόδοσιν τῶν γαιῶν διὰ τῆς ἀφθονωτέρας λι-
427πάνσεως, ἀλλὰ καὶ τὴν οἰκονομικὴν ἰσορροπίαν τῶν καλλιερ-
428γητῶν ἐπετύγχανον, καθόσον κατὰ τὰς ἀφορίας τὰ προϊόντα
429τῆς κτηνοτροφίας συνετήρουν τοὺς γεωργοὺς, μὴ προσφεύ-
430γοντας εἰς τοὺς τοκογλύφους, καὶ μὴ ἐνοχλοῦντας, ὡς σήμε-
431ρον, τοὺς ἰδιοκτήτας. Πλὴν τούτων καὶ ἡ βελτίωσις τοῦ εἴ-
432δους δύναται νὰ ἐπιτευχθῇ, ἀρκεῖ τὴν ὤθησιν νὰ δώσῃ ἡ
433Κεντρικὴ ὑπηρεσία. Οἱ δῆμοι, ἑνούμενοι ἀνὰ δύο ἢ πλείονες,
434ἀναλόγως τῶν ἑαυτῶν προσόδων, θὰ ἦναι δυνατὸν νὰ προμη-
435θευθῶσιν ἐξηυγενισμένα εἴδη καὶ ἵππων καὶ βοῶν καὶ προ-
436βάτων κλπ., ἅτινα, χρησιμοποιούμενα κατὰ τὰς ἀνάγκας
437ἑκάστου τόπου, θὰ δυνηθῶσι βαθμηδὸν καὶ κατ’ ὀλίγον διὰ
438τῆς ἐπιμιξίας νὰ βελτιώσωσι καὶ κατὰ ποιότητα καὶ κατὰ
439ποσότητα τὰ ὑφιστάμενα εἴδη.
440Ἀλλ’ ἐκ παντὸς τρόπου, Κύριοι, δέον νὰ ἐπιτευχθῇ ἡ
441γεωργικὴ ἀσφάλεια διὰ καταλλήλων νομοθετημάτων, καὶ
442ν’ ἀνορθωθῇ ἡ γεωργικὴ πίστις. Εἰς τὴν τελευταίαν ταύτην
443πρόκεινται τρανὰ παραδείγματα τὰ καταπληκτικὰ ἀποτε-
444λέσματα τῶν ταμιευτηρίων καὶ τῶν συνδέσμων τῶν γεωργι-
445κῶν τῆς Ἰταλίας, τῆς Γαλλίας καὶ Γερμανίας, οἵτινες κυ-
446ριολεκτικῶς ἔσωσαν τοὺς γεωργικοὺς πληθυσμούς.
447Μόνον διὰ τοιούτων μέσων, κύριοι συνάδελφοι, θὰ ἴδωμεν
448βελτιουμένην τὴν Θεσσαλίαν καὶ ἑπομένως ὅλην τὴν χώραν.
449Μόνον οὕτω πως θὰ τηρήσωμεν ἐν τῷ τόπῳ τὰ ἐτησίως ἐξα-
450γόμενα πρὸς ἀγορὰν σίτου 40 ἑκατομμύρια φράγκων. Μόνον
451οὕτω πως θὰ καταστῶμεν σιτάρκεις, καὶ θὰ ἴδωμεν τὴν Θεσ-
452σαλίαν μεταβαλλομένην εἰς σιτοβολῶνα τῆς Ἑλλάδος, εἰς
453σιταποθήκην τῆς Ἀνατολῆς.
454Νομίζω δὲ, Κύριοι, ὅτι μετὰ τὴν διακήρυξιν ἐν τῷ πολι-
455τικῷ προγράμματι τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι θέλει αὕτη μεριμνήσει
456περὶ τῆς ἐνισχύσεως τῆς γεωργίας, καὶ μετὰ τὴν χθεσινὴν
457δήλωσιν τοῦ κ. Προέδρου αὐτῆς δικαιοῦμαι νὰ παρακαλέσω
458τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως εὐαρεστηθῇ νὰ δηλώσῃ εἰς τὴν Βου-
459λὴν, ἂν ἐσκέφθη ἢ σκέπτεται καὶ τί σκέπτεται νὰ πράξῃ
460ὑπὲρ τῆς γεωργίας καθόλου, καὶ ἰδίᾳ ὑπὲρ τῆς Θεσσαλίας,
461διὰ τὴν κατάστασιν τῆς ὁποίας καὶ ἐγὼ καὶ ἄλλοι ἔντιμοι
462συνάδελφοι πολλάκις διεμαρτυρήθημεν ἐντεῦθεν. Ἐπικαλοῦ-
463μαι δὲ τὴν συνδρομὴν τῆς Βουλῆς, τὴν συνδρομὴν τῶν συνα-
464δέλφων τῆς Θεσσαλίας, καὶ παρακαλῶ, ὅπως, ἐν περιπτώ-
465σει, καθ’ ἣν ἡ Κυβέρνησις δὲν εὗρεν ἀκόμη τὸν χρόνον νὰ
466σκεφθῇ ὑπὲρ τῆς Θεσσαλίας, ἡ Βουλὴ ἀποφασίσῃ. Καὶ πρὸς
467τοῦτο ὑποβάλλω πρότασιν, κύριε Πρόεδρε, νὰ ὁρισθῇ ἀπόψε
468μία ἢ δύο τῶν προσεχῶν συνεδριάσεων, καθ’ ἣν εὐρέως νὰ συ-
469ζητηθῇ πᾶν μέτρον καὶ πᾶσα γνώμη τῶν Βουλευτῶν πρὸς
470βελτίωσιν τῆς τύχης τῶν γεωργῶν.
471Βεβαίως, Κύριοι, ἐννοῶ, ὅτι δὲν πρόκειται περὶ ἐπουσιώ-
472δους τινὸς θέματος· ἀναγνωρίζω τὴν σπουδαιότητα αὐτοῦ,
473μέλλοντος νὰ μεταρρυθμίσῃ καθεστὼς εἰς πολλὰ ἴσως προσ-
474κροῦον, αἱ δὲ μεταρρυθμίσεις δὲν συντελοῦνται τόσον εὐκόλως,
475ὅσον εὐκόλως συζητοῦνται. Ἀλλ’ ἀκριβῶς ἕνεκα τῆς σοβα-
476ρότητος τοῦ ζητήματος ἐπεκαλέσθην πάντων τὴν σύμπρα-
477ξιν, ὅπως ἕκαστος εἰσφέρῃ τὰ φῶτά του, τὴν πεῖραν, τὰς
478γνώσεις του ἐπὶ τοιούτου ζητήματος, οὗτινος ἡ πραγμάτω-
479σις θὰ περιάψῃ τιμὴν εἰς πάντας ἡμᾶς, διαφλεγομένους
480ἀναντιρρήτως ὑπὸ τῆς εὐγενοῦς φιλοδοξίας νὰ συντελέσωμεν
481εἰς τὴν εὐδαιμονίαν καὶ τὴν εὐημερίαν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ,
482καὶ ἰδίᾳ τῆς τάξεως ἐκείνης, ἥτις χορηγεῖ ἡμῖν τὸν ἄρτον,
483ἀλλ’ ἥτις ἀτόπως, μολονότι ἐργάζεται ἡμέραν καὶ νύκτα,
484δὲν χορταίνει τὸ ψωμί!
485§33Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Τὰ ζητήματα, τὰ ὁποῖα ὁ ἀξιό-
486τιμος συνάδελφος εἰσήγαγεν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, οὐχὶ κατὰ
487πρῶτον νῦν εἰσάγονται ἐνώπιον αὐτῆς, πάντοτε δ’ ἐκίνησαν
488τὴν συμπάθειαν, καὶ ζωηρὰν προὐκάλεσαν συγκίνησιν, διότι
489πράγματι ἡ κατάστασις τῶν χωρικῶν ἐν Θεσσαλίᾳ, τῶν
490δουλοπαροίκων αὐτῶν, τῶν λευκῶν τούτων δούλων, ὡς ἀπε-
491κάλεσεν αὐτοὺς ὁ κύριος συνάδελφος, πάντοτε ἐκίνει τὴν
492συμπάθειαν, συνεκίνει πάντας ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἔτυχε νὰ
493περιοδεύσωσι τὴν Θεσσαλίαν, καὶ οἱ ὁποῖοι ἔτυχε νὰ εἰσέλ-
494θωσιν εἰς τὰς καλύβας τῶν ἀτυχῶν γεωργῶν, καὶ ἠσθάνθη-
495σαν ὑπὸ ποῖον βαρὺν ζυγὸν διατελοῦσιν οὗτοι, ὑπὸ ποίας συν-
496θήκας βιωτικὰς πιέζονται οἱ δυστυχεῖς αὐτοὶ κάτοικοι τῆς
497Θεσσαλίας.
498Καὶ ὄντως, κύριε Πρόεδρε, κατὰ τὸ 1896, ὅτε Πρόεδρος
499τῆς Κυβερνήσεως διετέλει ἐπίσης ὁ καὶ νῦν κ. Πρόεδρος τῆς
500Κυβερνήσεως, ἀνεκινήθησαν τὰ ζητήματα ταῦτα ἐνταῦθα,
501καὶ ὑπεβλήθησαν ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης μέτρα, συν-
502εστήθησαν ἐπιτροπαὶ ὑπὸ τῆς Βουλῆς, αἵτινες συνεζήτησαν
503ἐνταῦθα τὰ μέτρα ταῦτα, κατόπιν δὲ συνέστη εἰδικὴ ἐπι-
504τροπὴ, ἥτις ἀπεστάλη ἐπὶ τόπου, ὅπου ἐμελέτησε τὰ ζητή-
505ματα, καὶ ὑπέβαλεν εἰς τὴν τότε Κυβέρνησιν τὰ πορίσματα
506τῆς μελέτης αὐτῆς. Ἡ ἔκθεσις δ’ ἐκείνη πράγματι εἶναι
507ἀξία σημασίας, καὶ δέον νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ὑπὸ τῆς Κυ-
508βερνήσεως καὶ σήμερον, ἡ δὲ Κυβέρνησις, ἥτις ἔχει ἀρχηγὸν
509τὸν καὶ τότε Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, δέον νὰ λάβῃ καὶ
510αὖθις ὑπ’ ὄψιν τὰ ζητήματα ταῦτα καὶ εἰσαγάγῃ αὐτὰ εἰς
511τὴν Βουλὴν ἐκ νέου.
512Ἐὰν ὁ ἀτυχὴς πόλεμος διέκοψε τὸ ἔργον τῆς τότε Κυ-
513βερνήσεως, ἐὰν οὐδὲν μέτρον ἐλήφθη ἔκτοτε, ἐρρίφθησαν δὲ
514εἰς τὸν κάλαθον τῶν σκυβαλοχάρτων τὰ νομοσχέδια ἐκεῖνα,
515δὲν ἕπεται ἐκ τούτου, ὅτι ὀφείλει τις νὰ πιστεύσῃ, ὅτι τὰ
516νομοσχέδια ἐκεῖνα δὲν ἦσαν ἱκανὰ νὰ ἐξασφαλίσωσι, γινόμενα
517νόμοι, στέγην, ἄρτον καὶ ἄνεσιν εἰς τοὺς ἀτυχεῖς ἀγρότας
518τῆς Θεσσαλίας.
519Εἶναι ὡμολογημένον, Κύριοι, εἶναι οἰκονομικὴ ἀλήθεια,
520ὅτι ἡ πρόοδος τῆς γεωργίας, ἡ βελτίωσις τῆς παντοειδοῦς
521καλλιεργείας, ἡ αὔξησις τῆς παραγωγῆς δὲν προέρχεται ἐκ
522τῶν γονιμωτέρων συστατικῶν τοῦ ἐδάφους, ἀλλὰ βασίζεται
523εἰς τὸν πολιτισμὸν τῶν κατοίκων, ὅτι γαῖαι, αἱ ὁποῖαι δὲν
524ἔχουσι τὴν γονιμότητα, τὴν ὁποίαν ἔχουσιν αἱ γαῖαι τῆς
525Θεσσαλίας, ἀλλαχοῦ παράγουσιν ἀσυγκρίτως περισσοτέρους
526καρποὺς, διότι ἐκεῖ οἱ κάτοικοι εἶναι μᾶλλον πεπολιτισμένοι,
527καὶ ἡ καλλιέργεια κατ’ ἀκολουθίαν μᾶλλον πεπολιτισμένη·
528ἐκεῖ ὑπάρχουσι κεφάλαια ἀφθονώτερα, ἡ ἀσφάλεια μεγαλει-
529τέρα, καὶ τὰ μέσα τῶν χωρικῶν μᾶλλον ἄφθονα.
530Ἀλλὰ πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ πιστεύσῃ τις, ὅτι δύναται
531νὰ προαχθῇ ἡ καλλιέργεια ἐν Θεσσαλίᾳ, νὰ προαχθῇ ἡ
532ἐθνικὴ παραγωγὴ ἐν Θεσσαλίᾳ, ὅταν ὑπὸ τοιαύτας συνθήκας,
533δουλοπαροίκως, ζῶσι, στένουσι καὶ ποτίζουσι μὲ τὸν ἱδρῶτα
534αὐτῶν οἱ γεωργοὶ τῆς Θεσσαλίας τὴν γῆν; Καὶ οὐδεμίαν,
535Κύριοι, ἔχω ἀμφιβολίαν, ὅτι θὰ ἐπέλθῃ ἡμέρα, κατὰ τὴν
536ὁποίαν ἀγροτικὰ ζητήματα θὰ ἴδωμεν γεννώμενα εἰς τὴν
537Θεσσαλίαν, τὰ ὁποῖα θὰ συνταράξωσι τὴν Ἑλληνικὴν γῆν,
538τὰ ὁποῖα θὰ παρασύρωσι καὶ μίαν καὶ δύο καὶ δέκα Ἑλλη-
539νικὰς Κυβερνήσεις, ὅσον καὶ ἂν νομίζητε, ὅτι οἱ κάτοικοι
540τῶν πεδιάδων τῆς Θεσσαλίας ἀπεκτηνώθησαν, ὅπως ἐλέχθη
541ἐντεῦθεν.
542§34ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ποῖος τὸ εἶπε;
543§35ΧΑΡ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ἐγὼ δὲν τὸ ἤκουσα.
544§36Ι. ΓΙΑΝΝΑΚΙΤΣΑΣ. Οὔτε ἐγώ.
545§37Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ἐλέχθησαν, Κύριοι, αὐτὰ, τὰ ὁ-
546ποῖα εἶπον· οὐχὶ ἅπαξ καὶ δὶς καὶ δεκάκις ἀνέγνωσα τοιαῦ-
547τα εἰς φυλλάδια καὶ ἄρθρα ἐφημερίδων.
548Ἀλλ’ ὅταν ἔρχηται ὁ κ. Βουλευτὴς Λαρίσης καὶ περι-
549γράφῃ τὴν κατάστασιν τῆς Θεσσαλίας τοιαύτην, καὶ ὁμι-
550λῶν περὶ τῶν χωρικῶν, τῶν γεωργῶν ἐκείνων, λέγῃ, ὅτι εὑρί-
551σκονται εἰς τὴν χαμηλοτέραν βαθμίδα τῆς κλίμακος τοῦ ἀν-
552θρωπίνου βίου, πῶς θέλετε νὰ χαρακτηρισθοῦν οἱ ἄνθρωποι ἐκεῖ-
553νοι; Ὅταν ὁ κ. Βουλευτὴς Λαρίσης ἔρχηται καὶ σᾶς λέγῃ, ὅτι
554οἱ καραγκούνηδες τῆς Θεσσαλίας εἶναι λευκοὶ δοῦλοι, τί ἄλλο
555σημαίνει τοῦτο; Καὶ ὅταν τοιούτους φιλελευθέρους θεσμοὺς
556ἔχοντες καὶ κοπτόμενοι δι’ αὐτοὺς, ἀφίνωμεν ἐν τούτοις τὴν
557Θεσσαλίαν νὰ στενάζῃ δούλη, καὶ τοὺς κατοίκους αὐτῆς νὰ
558μὴ ἔχωσιν οὔτε στέγην, οὔτε ἄρτον ἐξησφαλισμένον, νομίζε-
559τε ὅτι ἐπιτρέπεται εἰς τὸ Ἑλληνικὸν Κοινοβούλιον, ὅταν τὰ
560θέματα ταῦτα ἔρχωνται εἰς συζήτησιν, νὰ μὴ ἐξεγερθῇ καὶ
561νὰ μὴ ζητήσῃ ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν νὰ φέρῃ αὕτη ἐκ νέου τὰ
562νομοσχέδια ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα εἰσήγαγε κατὰ τὸ 1896, καὶ
563ἐκ τῶν ὁποίων ἐπήγασεν ἐλπὶς, ὅτι θὰ βελτιωθῇ μίαν ἡμέ-
564ραν ἡ κατάστασις τῶν γεωργῶν τῆς Θεσσαλίας, ἡ κατάστα-
565σις τῶν ἀγροτῶν τῆς Ἑλληνικῆς γῆς; Σήμερον δὲ πράγματι
566κατὰ μείζονα λόγον δύναται ἡ Κυβέρνησις νὰ σκεφθῇ περὶ
567τούτου, διότι μεταξὺ τῶν μελῶν αὐτῆς ἔχει Ὑπουργὸν, ὁ
568ὁποῖος ἐμελέτησε τὰ ζητήματα ταῦτα, τὰ ἀγροτικὰ ζητή-
569ματα, ὑπὸ τὰς κοινωνιστικὰς ἀρχὰς τῶν σοσιαλιστῶν τῆς
570Γερμανίας...
571§38Α. ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Δὲν
572εἶναι δίκαιαι ἀρχαί;
573§39Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Καὶ ποῖος εἶπεν, ὅτι αἱ κοινωνι-
574στικαὶ ἀρχαὶ, αἵτινες ὑποστηρίζουσιν, ὅτι οἱ δουλεύοντες τὴν
575γῆν δέον νὰ ὦσι καὶ οἱ κύριοι αὐτῆς, δὲν εἶναι ὀρθαὶ καὶ δί-
576καιαι;
577Δὲν ἠθέλησα νὰ μεμφθῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύ-
578νης διὰ τοῦτο, ἐξ ἐναντίας τὸν συγχαίρω, διότι εἶναι πρω-
579τεργάτης τῶν ἀγροτικῶν ζητημάτων, διότι χάρις εἰς αὐτὸν
580καὶ εἰς τὰς ἐνεργείας αὐτοῦ ἐλύθησαν εἰς ἄλλας ἐκτάσεις
581Ἑλληνικῆς γῆς τὰ ζητήματα ταῦτα.
582Καὶ ἐπεθύμουν, Κύριοι, νὰ ἔβλεπον ἐπίσης Βουλευτὰς ἐκ
583Θεσσαλίας νὰ τεθῶσιν ἐπὶ κεφαλῆς μιᾶς τοιαύτης κοινωνι-
584στικῆς κινήσεως, ὅπως λυθῇ τὸ ἀγροτικὸν τοῦτο ζήτημα,
585τὸ ὁποῖον στιγματίζει τὴν Ἑλληνικὴν Πολιτείαν.
586Ἀλλὰ καὶ ὑπὸ ἔποψιν οἰκονομικὴν καὶ συμφέρουσαν εἰς τὸ
587Κράτος ὀφείλει νὰ γείνῃ τοῦτο, διότι ἀπεδείχθη, ὅτι ὅπου
588οἱ χωρικοὶ ἠδυνήθησαν ν’ ἀποκτήσωσι τὰ τσιφλίκια, — ἢ τσι-
589φτιλίκια, ὡς τὰ λέγει ὁ κ. Καραπᾶνος — ὡς ἴδιον κτῆμα, ὅπου
590ἐσχηματίσθησαν τὰ κεφαλοχώρια, ἐκεῖ ἡ παραγωγὴ εἶναι
591ἀσυγκρίτως μεγαλειτέρα ἢ εἰς τὰ χωρία ἐκεῖνα, ὅπου ὑφί-
592σταται ἀκόμη ἡ δουλοπαροικία.
593Ἐγὼ, κύριε Πρόεδρε, θεωρῶν ὅτι ἡ πρότασις τοῦ ἀξιοτί-
594μου ἐκ Λαρίσης συναδέλφου εἶναι σοβαρωτάτη, ὅτι δέον νὰ
595ὁρισθῇ ἡμέρα συζητήσεως, νὰ συστηθῇ δὲ καὶ ἐπιτροπὴ,
596ὅπως ἐξετάσῃ τὰ ζητήματα ταῦτα, ἅτινα ὑπέρκεινται πά-
597σης ἄλλης βουλευτικῆς ἐργασίας, συντάσσομαι μὲ τὴν γνώ-
598μην αὐτοῦ, καί, ὅσον τὸ ἐπ’ ἐμοὶ, μὲ τὰς ἐλαχίστας μου
599δυνάμεις θὰ ἐνισχύσω τὴν πρότασιν ταύτην.
600§40Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Ἐὰν λαμβάνω τὸν λόγον, κύ-
601ριε Πρόεδρε, ἐπὶ τοῦ ζητήματος, τὸ ὁποῖον ὁ ἔντιμος καὶ
602ἀξιότιμος Βουλευτὴς Λαρίσης εὐγλώττως ἀνέπτυξε, πράττω
603τοῦτο, οὐχὶ διὰ νὰ ἐγείρω ζήτημα Θεσσαλικὸν τὴν στιγμὴν
604ταύτην, ἀλλὰ διότι — ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω — μοὶ ἐνεποίησαν
605ἀλγεινοτάτην αἴσθησιν τὰ ὑπ’ αὐτοῦ λεχθέντα καὶ ἀναπτυ-
606χθέντα· μοὶ ἐνεποίησε δ’ ἔτι μεγαλειτέραν αἴσθησιν ἡ ἀδια-
607φορία πάντων ὑμῶν, Κύριοι.
608§41ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι δά!
609§42Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Μάλιστα· διότι καθ’ ἣν στιγ-
610μὴν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Λαρίσης κ. Βουλευτὴς ἀνέπτυσσε μετὰ
611συγκινήσεως καὶ διεξετραγώδει τὴν κατάστασιν τῆς Θεσ-
612σαλίας, πάντες ὑμεῖς ἐν διαλόγοις ἀπησχολεῖτε τὸν νοῦν
613ὑμῶν περὶ ἄλλα ζητήματα, καὶ σᾶς ἐνεποίησεν αἴσθησιν
614ἁπλοῦν μόνον ἐπεισόδιον, τὸ ὁποῖον ἀνέπτυξεν ὁ κύριος Βου-
615λευτὴς, ἀλλὰ δὲν ἦτο ἄξιον νὰ ἐγείρῃ τὴν νευρικήν τινων ἐξ
616ὑμῶν κατάστασιν μόνον τὸ ἐπεισόδιον αὐτὸ, τὸ ὁποῖον ὁ κ.
617Βουλευτὴς ἀνέφερε.
618Τὸ ζήτημα ἔχει σπουδαιότητα μεγίστην, καὶ ἂν τὸ ζή-
619τημα τῶν σταφιδοφόρων ἐπαρχιῶν προὐκάλεσε τὴν μέριμναν
620ἡμῶν, πρέπει νὰ μᾶς ἀπασχολήσῃ βεβαίως ἐκ παραλλήλου,
621πρέπει ν’ ἀπασχολήσῃ τὴν Κυβέρνησιν ἤδη τὸ ζήτημα τῆς
622Θεσσαλίας. Εὐτυχῶς ἐκ τῆς ἐπαρχίας ἐκείνης, τῆς μεγάλης,
623ὑπάρχουσι Βουλευταὶ εὔγλωττοι καὶ κάτοχοι τῶν πραγμάτων,
624καὶ θέλουσιν ἀναπτύξει ταῦτα μετὰ περισσῆς εὐγλωττίας καὶ
625πλείστων ἐπιχειρημάτων. Δὲν εἶναι ἀνάγκη μόνον τὸ νομο-
626σχέδιον περὶ νομικῶν συμβούλων νὰ ἀπασχολῇ καὶ ἐκείνην
627τὴν πτέρυγα καὶ ταύτην, ἐκείνους μὲν, ὅπως ψηφισθῇ, ἡμᾶς
628δὲ, ὅπως ματαιωθῇ ἡ ψήφισις τοῦ νομοσχεδίου τούτου. Τὸ
629ζήτημα τὸ Θεσσαλικὸν εἶναι ζήτημα σπουδαῖον, τὸ ζήτημα
630τὸ Θεσσαλικὸν εἶναι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον θέλει ἐξασφαλίσει εἰς
631τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος τὴν σιτάρκειαν.
632Ἤκουσα νὰ γίνηται λόγος περὶ ἐπιτροπῶν, κύριε Πρό-
633εδρε, ἀλλ’ ἔχομεν πικρὰν πεῖραν τοῦ παρελθόντος. Ἔχουσιν
634ἤδη συστηθῆ, ὅπως ἐξετάσωσι τὰ Θεσσαλικὰ πράγματα,
635πλεῖσται ὅσαι ἐπιτροπαί· καθὼς δὲ μοὶ ἀνέφερεν ὁ ἀξιότιμος
636ἐκ Καλαβρύτων βουλευτὴς κύριος Ἀλέξανδρος Ζαΐμης πρὸ
637ὀλίγου, κατὰ τὸ 1896 συνεστήθη μεγάλη ἐπιτροπὴ, ἡ ὁποία
638ὑπέβαλε καὶ πόρισμα τῶν μελετῶν της, τὸ ὁποῖον ἐὰν ἐφηρ-
639μόζετο, βεβαίως δὲν θὰ εὑρίσκετο σήμερον εἰς τὴν δυσάρεστον
640θέσιν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Λαρίσης Βουλευτὴς νὰ διεκτραγῳδήσῃ
641τὴν κατάστασιν τὴν οἰκτρὰν τῆς Θεσσαλίας. Ἐφ’ ὅσον ἡ
642Κυβέρνησις δὲν ὑψώνει τὴν σημαίαν τῆς βελτιώσεως τῶν
643Θεσσαλικῶν πραγμάτων, ἡ σύστασις ἐπιτροπῆς οὐδὲν θέλει
644ἔχει ἀποτέλεσμα. Ἐφ’ ὅσον, λέγω, ἡ Κυβέρνησις δὲν ἀνα-
645πεταννύει τὴν σημαίαν τῆς βελτιώσεως τῶν πραγμάτων τῆς
646Θεσσαλίας, οὐδὲν δυνάμεθα νὰ ἀναμένωμεν παρὰ τῶν ἐπι-
647τροπῶν, αἱ ὁποῖαι συνιστώμεναι φέρουσι πορίσματα, τὰ ὁποῖα
648ῥίπτονται εἰς τοὺς καλάθους τῶν ἀχρήστων.
649Ἐν τούτοις, ἐπειδὴ ἐγένετο πρότασις ὑπὸ τοῦ ἐντίμου
650κυρίου συναδέλφου ἐκ Λαρίσης, ὅπως ὁρισθῇ ἡμέρα, κατὰ
651τὴν ὁποίαν ἐν πλάτει νὰ ἐξετασθῶσι τὰ ζητήματα τὰ Θεσ-
652σαλικὰ, νομίζω, ὅτι πρέπει, κύριε Πρόεδρε, νὰ ὁρισθῇ ἡμέρα,
653καὶ πρέπει νὰ ζητήσῃ τοῦτο καὶ ἡ Κυβέρνησις, ἵνα φωτιζο-
654μένη ἐκ τῶν ἀγορεύσεων τῶν δυναμένων, τῶν ἐπαϊόντων, λάβῃ
655μέτρον σοβαρὸν, λάβῃ μέτρον, τὸ ὁποῖον νὰ ἱκανοποιήσῃ καὶ
656τὴν Θεσσαλίαν καὶ τὴν ἐν γένει οἰκονομίαν τῆς χώρας.
657Ἐλπίζω ὅτι ὁ σεβαστὸς Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὁ
658ὁποῖος κατὰ τὸν προεκλογικὸν ἀγῶνα περιῆλθε τὴν Θεσσα-
659λίαν, καὶ ἀντελήφθη ἰδίοις ὄμμασι τὴν κατάστασιν αὐτῆς,
660θέλει δεχθῇ τὴν πρότασιν ταύτην, καὶ μετὰ τὴν συζήτησιν,
661ἡ ὁποία θὰ ἐπακολουθήσῃ, θέλει ὑποβάλει εἰς τὴν Βουλὴν
662τὰ κατάλληλα μέτρα, τὰ ὁποῖα ἡ Κυβέρνησις καὶ μόνη εἶναι
663ἁρμοδία νὰ κρίνῃ καὶ νὰ θέσῃ ὑπὸ τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς.
664§43ΣΠ. ΓΕΩΡΓΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, οὐδεμία ὑπάρ-
665χει ἀμφιβολία, ὅτι τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἀνεκίνησεν ὁ ἀξιό-
666τιμος ἐκ Λαρίσσης Βουλευτής, εἶναι ὑψίστης σπουδαιότη-
667τος. Πρὸ πολλοῦ, πρὸ δώδεκα περίπου ἐτῶν, ἐντονωτάτη
668ἠγέρθη φωνὴ ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ, δι’ ἧς ἐζητήθη ἡ μέριμνα
669οὐχὶ τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ τῆς Βουλῆς αὐτῆς, ἵνα προ-
670νοήσῃ περὶ τῆς τύχης τῶν πληθυσμῶν καὶ τῆς βελτιώσεως
671τῆς παραγωγῆς τῆς Θεσσαλίας, ἥτις ἠδύνατο καὶ ἔπρεπε
672νὰ ἦναι ὁ σιτοβολὼν τῆς ὅλης Ἑλλάδος.
673Βεβαίως, κύριε Πρόεδρε, εἶναι ἀνάγκη ἐπιτακτικὴ νὰ ὁ-
674ρίσῃ ἡ Βουλὴ ἡμέραν, κατὰ τὴν ὁποίαν νὰ συζητηθῇ εὐρύ-
675τατα τὸ θέμα τοῦτο, καὶ δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι οὐδεὶς Βου-
676λευτὴς θὰ εὑρεθῇ, ὅστις νὰ ἔχῃ ἰδέαν ἐναντίαν.
677Μὲ εὐχαρίστησίν μου εἶδον τοὺς ἀντιπροσώπους τῶν στα-
678φιδοφόρων ἐπαρχιῶν νὰ ζητῶσιν ἐπιμόνως νὰ ψηφισθῇ τὸ νο-
679μοσχέδιον, τὸ ὁποῖον κατ’ αὐτοὺς θεωρεῖται σωτήριον. Ἀλλ’
680ἐὰν διὰ τὴν σταφίδα ἡ Βουλὴ ἔχῃ καθῆκον νὰ προνοήσῃ,
681ἐπίσης καθῆκον ἐπιτακτικὸν ἔχει νὰ προνοήσῃ καὶ διὰ τὸν
682σῖτον. Ἐὰν ἡ σταφὶς ἦναι ὁ εἷς οἰκονομικὸς βραχίων τῆς
683Ἑλλάδος, ὁ σῖτος εἶναι ὁ ἕτερος.
684Ἂς ἀσφαλίσωμεν, κύριε Πρόεδρε, τὴν πρώτην τροφὴν τοῦ
685λαοῦ, ἂς θελήσῃ ἡ Βουλὴ νὰ φανῇ ἀνταξία τοῦ ὕψους τῆς
686ἀποστολῆς της, ἂς θελήσῃ νὰ ἐργασθῇ ὑπὲρ τῶν ἀληθῶν
687ἀναγκῶν τοῦ τόπου. Πάσχουσι 200,000 περίπου λαοῦ, ὁ
688ὁποῖος εἰς μάτην ἀναμένει ἐπὶ τόσον χρόνον τὴν βελτίωσιν
689τῆς τύχης του, καὶ πάσχει καὶ αὐτὸ τὸ Κράτος, διότι, ἐὰν
690ἡ παραγωγὴ τῆς Θεσσαλίας βελτιωθῇ, βεβαιωθῆτε, ὅτι
691κατὰ πολὺ θὰ μειωθῇ τὸ ποσὸν τῶν 150,000,000 ὀκάδων
692σίτου, τὸ ὁποῖον εἰσάγει ἡ Ἑλλὰς ἐτησίως.
693Διὰ τοῦτο ἐξορκίζω τὴν Βουλὴν καὶ παρακαλῶ αὐτὴν νὰ
694ὁρίσῃ ἡμέραν, ὅπως συζητήσωμεν τὸ θέμα. Παρακαλῶ δὲ ὑμᾶς,
695κύριε Πρόεδρε, νὰ ἐρωτήσητε τὴν Βουλὴν περὶ τούτου.
696§44Γ. ΜΠΑΛΤΑΤΖΗΣ. Συντάσσομαι καὶ ἐγώ, κύριε Πρόε-
697δρε, ἀπολύτως μὲ τὴν γνώμην τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων,
698οἵτινες ἐζήτησαν, ὅπως ὁρισθῇ ἡμέρα συζητήσεως τῶν Θεσ-
699σαλικῶν ζητημάτων, καὶ ἀποκρούω ἐν μέρει τὴν γνώμην τοῦ
700ἀξιοτίμου ἐκ Παξῶν συναδέλφου, ὁ ὁποῖος ὡμίλησε συγχρό-
701νως καὶ περὶ συσταθησομένης τυχὸν ἐπιτροπῆς. Φοβοῦμαι
702πολὺ τὰς ἐπιτροπάς, διότι κατ’ αὐτῶν ὑπάρχει προκατάλη-
703ψίς τις δικαία, καθόσον συνήθως, καὶ ἂν φέρωσιν αἱ ἐπιτροπαὶ
704ἐνώπιον τῆς Βουλῆς πόρισμα ἐργασίας, ἐν ᾗ περιπτώσει δὲν
705συμπέσῃ νὰ ἐπιδοκιμάζηται τοῦτο ἐκ τῶν προτέρων ὑπὸ τῆς
706πλειονοψηφίας καὶ τῶν ἡγετῶν αὐτῆς, ἐπειδὴ σπανίως μορ-
707φώνεται ἀλλοία γνώμη ἐκ τῆς συζητήσεως, θέλει τύχει πάντως
708τῆς ἀποδοκιμασίας τῆς Βουλῆς. Ἄλλως τε εἰς τὰς ἐπιτροπὰς
709οἱ Βουλευταὶ συζητοῦσι περὶ τῶν πραγμάτων τῶν ἰδίων αὐτῶν
710ἐπαρχιῶν, προσπαθοῦντες νὰ περιληφθῶσι πάντες οἱ πόθοι
711αὐτῶν, καὶ νὰ ἱκανοποιηθῶσι πᾶσαι συγχρόνως αἱ ἀνάγκαι,
712οὕτως ὥστε τὸ σύνολον τῶν ἀποφάσεων αὐτῶν καθίσταται
713ἐνίοτε δυσπραγματοποίητον, ὡς μὴ ἀνταποκρινόμενον οὔτε
714πρὸς τοὺς πόρους τοῦ Κράτους οὔτε πρὸς τὰς ἀμέσους καὶ
715ἐπειγούσας ἀνάγκας τῶν ἐπαρχιῶν, καὶ δι’ αὐτὸν τὸν λόγον
716φρονῶ, ὅτι ἐντὸς τῆς Βουλῆς πρέπει νὰ γείνῃ ἡ συζήτησις,
717ἵνα καὶ ἡ Κυβέρνησις, ἡ μόνη ἁρμοδία νὰ ἔχῃ γνώμην ἐπὶ
718τοῦ ζωτικωτάτου τούτου ζητήματος, δώσῃ γνώμην καὶ ὁδη-
719γήσῃ καὶ διευθύνῃ τὴν συζήτησιν, διότι μόνον τότε, ἐὰν ἡ
720Κυβέρνησις διευθύνῃ τὴν συζήτησιν, θέλομεν ἔχει βέβαια
721τ’ ἀποτελέσματα αὐτῆς.
722Ὁ ἀξιότιμος ἐκ Λαρίσης Βουλευτὴς εὐφραδέστατα ἀνέ-
723πτυξε καὶ διεξετραγώδησε μέγα μέρος τῶν παθημάτων τοῦ
724Θεσσαλικοῦ λαοῦ· βεβαίως δ’ ἔχει δίκαιον νὰ ἐπικαλεσθῇ, καὶ
725μετ’ αὐτοῦ ζητοῦμεν τοῦτο πάντες οἱ Θεσσαλοὶ Βουλευταί,
726τὴν ἀρωγὴν τῆς Κυβερνήσεως, τὴν μέριμναν τῆς Κυβερνήσεως
727καὶ τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς. Ἀλλὰ σήμερον ἴσως θὰ ὀρ-
728ρωδήσῃ καὶ ἡ Βουλὴ αὕτη νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὴν ἐξέτασιν ὅλων
729τῶν πολλαπλῶν αὐτῶν ζητημάτων, θὰ ὀρρωδήσῃ ἴσως νὰ
730ἐπιζητήσῃ τὴν θεραπείαν συγχρόνως ὅλων ὁμοῦ· ἀλλὰ τοὐ-
731λάχιστον ἂς ἀρχίσωμεν, ἂς προβῶμεν ἐκ τῶν οὐσιωδεστέρων
732πρὸς τὰ ἐπουσιωδέστερα· ἂς προσπαθήσωμεν νὰ ἐπουλώσω-
733μεν χαινούσας πληγάς. Λόγου χάριν ὁ κύριος Βουλευτὴς ἐκ
734Λαρίσης μεταξὺ ἄλλων ὡμίλησε καὶ περὶ τῆς τοκογλυφίας,
735ἡ ὁποία καταπονεῖ τὸν Θεσσαλικὸν λαόν, ὡμίλησε δὲ περὶ
736αὐτῆς ἐκ τῆς σχέσεως τῶν κολλήγων πρὸς τοὺς ἰδιοκτήτας,
737ἐὰν δὲν ἀπατῶμαι. Ἀλλ’ ἀγνοεῖ ἴσως ὁ κύριος ἐκ Λαρίσης
738Βουλευτής, διότι πιθανὸν νὰ μὴ ὑπάρχωσιν ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ
739αὐτοῦ μικροκτηματίαι, τί ὑποφέρουσιν οἱ μικροκτηματίαι ἐκ
740τῆς τοκογλυφίας. Ἀγνοεῖ ὁ ἀξιότιμος ἐκ Λαρίσης Βουλευτής,
741ὅτι εἶδον ἐγὼ γραμμάτια, τὰ ὁποῖα παρουσίαζον ὑπερόγκους
742καὶ ἀσυνειδήτους τόκους.
743§45Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. 200% καὶ 150% εἶναι σύνηθες.
744§46Γ. ΜΠΑΛΤΑΤΖΗΣ. Δυνάμεθα λοιπὸν νὰ ἐπικαλεσθῶμεν
745σήμερον τὴν μέριμναν τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως ἐπιζητήσῃ
746προσωρινῶς, ἀμέσως, — μέχρις οὗ ληφθῶσι σοβαρώτερα, μεγα-
747λείτερα καὶ γενναιότερα μέτρα διὰ τὴν Θεσσαλίαν — τοὐλά-
748χιστον νὰ αὐξήσῃ ἡ Τράπεζα τὰ γεωργικὰ δάνεια, τὰ ὁποῖα
749παρέχει, νὰ συσταθῶσι δὲ περισσότερα πρακτορεῖα καὶ ὑπο-
750καταστήματα αὐτῆς, περὶ τῶν ὁποίων ὡμίλησεν ὁ ἀξιό-
751τιμος ἐξ Ἁγυιᾶς Βουλευτὴς προχθές.
752Δι’ αὐτοὺς τοὺς λόγους νομίζω, ὅτι βαθμηδὸν πρέπει νὰ
753προβῶμεν εἰς τὰ ἔργα ἡμῶν, ἀλλ’ ὅλα αὐτὰ τὰ θέματα
754πρέπει νὰ συζητηθῶσιν ἐν τῇ Βουλῇ, διότι ἡ Κυβέρνησις
755πρέπει νὰ διευθύνῃ τὴν συζήτησιν, ὡς εἶπον ἀρχόμενος τοῦ
756λόγου, καὶ ἡ Κυβέρνησις πρέπει νὰ λάβῃ τὰς ἀποφάσεις καὶ
757ὑποδείξῃ τὰ κατάλληλα μέτρα εἰς τοὺς ἀντιπροσώπους τοῦ
758λαοῦ. Οὐδεμίαν δὲ ἀμφιβολίαν ἔχω, καὶ ἡ προσοχή, μὲ τὴν
759ὁποίαν παρακολουθοῦσι πάντες οἱ συνάδελφοι τὴν συζήτησιν,
760μὲ πείθει περὶ τούτου, ὅτι ἡ Βουλὴ ἡ Ἑλληνικὴ θὰ φανῇ
761ἀνταξία τοῦ προορισμοῦ της τόσον διὰ τὰ Θεσσαλικὰ ζητή-
762ματα, ὅσον καὶ διὰ τὰ ἀποβλέποντα εἰς γενικώτερα συμφέ-
763ροντα τοῦ Κράτους.
764§47Ν. ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Δικαία ἀληθῶς ἦτο ἡ ἐξέγερσις τοῦ
765ἀξιοτίμου ἐκ Λαρίσης Βουλευτοῦ, ἀνακινήσαντος καὶ αὖθις
766τὸ ζήτημα τὸ γεωργικὸν ἐν γένει τῆς Ἑλλάδος καὶ οὐχὶ
767μόνον τῆς Θεσσαλίας· καὶ δίκαιον ἔχουσιν οἱ ἀντιπρόσωποι
768τοῦ ἔθνους νὰ ἐγείρωσι φωνὴν καὶ νὰ μεριμνῶσι περὶ ζητη-
769μάτων, ἐκ τῶν ὁποίων ἐξαρτᾶται ἀληθῶς ἡ εὐημερία τοῦ
770τόπου. Ἀλλ’ ἐκεῖνο, κύριε Πρόεδρε, τὸ ὁποῖον μοὶ γεννᾷ τὴν
771ἀπορίαν, εἶναι, ὅτι οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι δὲν δύνανται
772ἢ δὲν θέλουσι νὰ κατανοήσωσιν, ὅτι τοιαῦτα μέτρα, μέτρα
773διὰ τῶν ὁποίων νὰ δύναται νὰ βελτιωθῇ ἡ γεωργικὴ τάξις,
774διὰ τῶν ὁποίων νὰ δύνανται νὰ βελτιωθῶσιν οὐσιωδῶς οἱ
775κλάδοι τῆς ἐθνικῆς ἡμῶν παραγωγῆς, τὰ μέτρα ταῦτα δὲν
776λύονται δι’ ἐπιτροπῶν, δὲν λύονται διὰ προσδιορισμοῦ ἡμέ-
777ρας συζητήσεως. Τὰ μέτρα ταῦτά εἰσι κυβερνητικὰ, καὶ
778πᾶσα Κυβέρνησις ἔχει γνῶσιν τῆς καταστάσεως τῆς χώρας,
779καὶ βεβαίως θέλει μεριμνήσει πρὸς λῆψιν τῶν μέτρων τού-
780των. Τίς δύναται νὰ ἀρνηθῇ, ὅτι καὶ ἡ παροῦσα Κυβέρνη-
781σις γνωρίζει εἰς ποίαν κατάστασιν εὑρίσκεται ὁ γεωργικὸς
782πληθυσμὸς τῆς Θεσσαλίας καὶ ἐν γένει τῆς Ἑλλάδος; τίς
783δύναται νὰ ἀρνηθῇ, ὅτι ἔχει γνῶσιν τῶν μέτρων ἡ Κυβέρνη-
784σις, τὰ ὁποῖα ἀπαιτοῦνται πρὸς βελτίωσιν τῆς καταστάσεως
785τοῦ γεωργικοῦ λαοῦ τῆς Ἑλλάδος; Ἀλλ’ ἐρωτᾶται, δύναται
786νὰ πραγματοποιήσῃ τὰ μέτρα ταῦτα; Ἐδῶ ἔγκειται τὸ
787ζήτημα.
788Βεβαίως διά τινα μέτρα ὑπάρχουσι δυσχέρειαι πολλαὶ, ὡς
789εἶναι τὸ ζήτημα τῆς ἀναπτύξεως τῆς γεωργικῆς πίστεως, τὸ
790ζήτημα τῆς ἀπαλλοτριώσεως τῶν μεγάλων ἰδιοκτησιῶν πρὸς
791διανομὴν αὐτῶν εἰς τοὺς Θεσσαλοὺς γεωργούς. Εἶναι ὅμως
792καὶ μέτρα, τὰ ὁποῖα δύναται νὰ πραγματοποιήσῃ ἡ Κυβέρ-
793νησις, καὶ ἀναμένω παρὰ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ τὴν δήλω-
794σιν ταύτην. Τὰ μέτρα πρὸς βελτίωσιν τῆς γεωργίας εἶναι
795γνωστὰ βεβαίως εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ὡς εἰς πάντα ἡγού-
796μενον τῆς Κυβερνήσεως τῆς χώρας. Ἤθελον λοιπὸν ἐρωτήσει
797τὸν κ. Πρωθυπουργὸν καὶ ἤθελον παρακαλέσει αὐτὸν νὰ πλη-
798ροφορήσῃ τὴν Βουλήν, ὁποῖα μέτρα σκέπτεται νὰ λάβῃ, συμ-
799φώνως πρὸς τὸ πρόγραμμα τῆς ἐνισχύσεως τῆς ἐθνικῆς παρα-
800γωγῆς, ὑπὲρ τῆς γεωργίας τῆς Θεσσαλίας; Σκέπτεται νὰ
801λάβῃ μέτρα πρὸς μεγαλειτέραν ἐμπέδωσιν τῆς δημοσίας
802ἀσφαλείας καὶ τάξεως, ἐκ τῶν ὁποίων ἐξαρτᾶται ἡ βελτίω-
803σις τῆς γεωργίας; σκέπτεται νὰ λάβῃ μέτρα περὶ ἀντικατα-
804στάσεως τοῦ φόρου τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, ὅστις κατε-
805δικάσθη ὑπὸ τῆς ἐθνικῆς συνειδήσεως; σκέπτεται νὰ λάβῃ
806ἄλλα μέτρα πρὸς ἐνίσχυσιν τῆς ἐθνικῆς παραγωγῆς; Δὲν
807ἀμφιβάλλω ὅτι σκέπτεται, ἀλλὰ καιρὸς εἶναι νὰ δηλώσῃ
808ταῦτα εἰς τὴν Βουλὴν, ἵνα ἴδωσι καὶ οἱ Βουλευταὶ τῆς Θεσ-
809σαλίας καὶ οἱ τῆς λοιπῆς Ἑλλάδος, ἂν πρέπει νὰ ἐλπίζωσιν
810εἰς τὸ ἔργον τῆς Κυβερνήσεως.
811Τοιαύτην ἐννοῶ τὴν ἐνέργειαν ὑπὲρ τῶν γεωργῶν. Ἀλλὰ
812τὸ νὰ ἐρχώμεθα νὰ λέγωμεν, ὅτι ἡ κατάστασις εἶναι οἰκτρὰ,
813καὶ νὰ εἰκονίζωμεν ταύτην δι’ ὅλης τῆς εὐγλωττίας, τὸ νὰ
814λέγωμεν ὅτι ὁ λαὸς τῆς Θεσσαλίας εὑρίσκεται εἰς τοιαύτην
815οἰκονομικὴν κατάστασιν, ὥστε δὲν δύναται νὰ εὕρῃ ὁ χω-
816ρικὸς νὰ δανεισθῇ οὔτε 100 δραχμάς, τὸ νὰ λέγωμεν ὅτι
817εἶναι δουλοπάροικοι, οὐδὲν ὠφελεῖ· καὶ ἡμεῖς δὲ ἂν ὑποδεί-
818ξωμεν τοιαῦτα μέτρα, ἀγνοοῦμεν, ἂν θέλει τὰ υἱοθετήσει ἡ
819Κυβέρνησις. Διὰ τοῦτο ἡ Κυβέρνησις ὀφείλει νὰ λάβῃ πᾶν
820μέτρον συντελεστικὸν πρὸς βελτίωσιν τῆς καταστάσεως τῶν
821ἀγροτῶν τῆς Θεσσαλίας.
822§48Κ. ΧΑΛΚΙΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ζήτημα, Κύριοι, τῆς κατα-
823στάσεως τῆς γεωργικῆς τάξεως ἐν Ἑλλάδι, καὶ ἰδίως τῆς
824τάξεως τῶν ἐν Θεσσαλίᾳ γεωργῶν καὶ τῶν γειτονικῶν αὐτῇ
825ἐπαρχιῶν, κατ’ ἐμὴν γνώμην, εἶναι λελυμένον ἀπὸ πολλοῦ
826χρόνου. Ὡς ἐνθυμεῖσθε, κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος ἤχθη ἐνταῦθα
827τὸ ζήτημα, καὶ ἐλήφθη πρόνοιά τις, διότι ἡ Κυβέρνησις
828ἔλαβε τὴν φροντίδα, ὑποβαλοῦσα τὰ σχετικὰ νομοσχέδια
829περὶ μελέτης τῆς ἐργασίας πρὸς ἀποξήρανσιν τῶν τελμάτων
830καὶ ἑλῶν· ἀλλ’ ὅτε ἐγὼ παρεκάλεσα τὴν Κυβέρνησιν νὰ προ-
831τάξῃ τὸ σχετικὸν νομοσχέδιον, ἠκούσθησαν εἰρωνικαὶ φρά-
832σεις, διότι προετάσσοντο τοιαῦτα νομοσχέδια, καὶ εἵποντο
833τὰ περὶ Γενικῆς Διοικήσεως κλπ.
834§49Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Καὶ πάντοτε θὰ σᾶς εἰ-
835ρωνεύομαι, προκειμένου περὶ τούτου.
836§50Κ. ΧΑΛΚΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ Κυβέρνησις ἔλαβε πρόνοιαν,
837ἵνα ἀποξηρανθῶσι τὰ ἕλη καὶ αἱ λίμναι, καὶ διοχετευθῶσιν
838οἱ ποταμοί. Ἐὰν ταῦτα συντελεσθῶσιν, εἶναι λελυμένον τὸ
839ζήτημα τῆς οἰκονομικῆς δυσφορίας, τὸ ζήτημα τῆς σιτοπα-
840ραγωγῆς καὶ τὸ ζήτημα τῆς ἐξυγιάνσεως τῆς χώρας. Διατὶ
841ὀδύρεσθε διὰ τὴν ἀθλιότητα τῶν γεωργῶν τῆς Θεσσαλίας,
842ὡς στερουμένων ἰδιοκτησίας, καὶ θίγετε ζητήματα κοινω-
843νικὰ, δυνάμενα νὰ συνταράξωσι τὴν κοινωνίαν; Τοιαῦτα ζη-
844τήματα δὲν λύονται ἐντὸς τοῦ Κοινοβουλίου· εἶναι ζητή-
845ματα ἀναγόμενα εἰς τὴν ὕπαρξιν καὶ διανομὴν τῆς ἀκινή-
846του περιουσίας κατὰ τρόπον, διὰ τοῦ ὁποίου πρόκειται νὰ
847τελεσθῶσιν ἀδικήματα καὶ καθαρὰ ἀφαίρεσις περιουσίας τῶν
848ἰδιοκτητῶν.
849Εἰς τὴν λύσιν τοῦ προκειμένου ζητήματος ἂς ὁδηγηθῶ-
850μεν, Κύριοι, ἐκ τοῦ συντελεσθέντος ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Λεβαδείας
851μεγάλου ἔργου, τῆς ἀποξηράνσεως τῆς λίμνης Κωπαΐδος.
852Ὁ μακαρίτης Ἀλέξανδρος Κουμουνδοῦρος, ὁ εὐφυὴς ἐκεῖνος
853πολιτικὸς ἀνὴρ τῆς Ἑλλάδος, εἶχεν ἄλλας ἰδέας παρὰ ἐκεί-
854νας, ἃς ἔχει ὁ υἱὸς αὐτοῦ, ὅστις πρὸ ὀλίγου μὲ διέκοψεν.
855Ὢν κατ’ ἐξοχὴν πρακτικὸς νοῦς, ἀπεφάσισε καὶ κατώρθωσε
856νὰ ἐκχωρηθῇ πρὸς ἀποξήρανσιν ἡ λίμνη Κωπαῒς εἰς Ἑται-
857ρείαν, καὶ τ’ ἀποτελέσματα παρίστανται ἐνώπιον ἡμῶν ψηλα-
858φητά. Ἡ ἰλύς, ἥτις ἐκάλυπτε 240,000 περίπου στρέμ-
859ματα γῆς, σήμερον μετεβλήθη εἰς γῆν εὔφορον καὶ γόνιμον,
860καὶ παρεδόθη εἰς τὴν γεωργίαν. Ὁ διερχόμενος ἐκεῖθεν δὲν
861βλέπει πλέον λίμνην κεκαλυμμένην ὑπὸ ὑδάτων, ἀλλὰ βλέ-
862πει γῆν ἅπασαν ἐσπαρμένην καὶ θάλλουσαν, καὶ θαυμάζει
863τὸ μέγα ἔργον, τὸ ὁποῖον συνετελέσθη διὰ τῆς ἀποξηράν-
864σεως.
865Ὑπὸ συζήτησιν θὰ ἔχωμεν προσεχῶς τὸ νομοσχέδιον, τὸ
866ὁποῖον εἰσήγαγεν ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως,
867περὶ ἀποξηράνσεως ἑλῶν καὶ τελμάτων. Ἂς σπεύσωμεν νὰ
868τὸ καταστήσωμεν νόμον τοῦ Κράτους, καὶ ἀντὶ τῶν 100,000
869δραχμῶν, τὰς ὁποίας ἀναγράφει πρὸς μελέτην διὰ τὴν ἀπο-
870ξήρανσιν ἑλῶν καὶ τελμάτων, ἂς ἀναγράψωμεν μέγα ποσὸν
871καὶ διὰ τὴν μελέτην καὶ τὴν ἐκτέλεσιν κυρίως τῶν ἔργων
872τούτων, διότι, ἐπαναλαμβάνω, γαῖαι ἀπέραντοι, κεκαλυμ-
873μέναι ὑπὸ ἑλῶν καὶ τελμάτων, θέλουσι παραδοθῆ εἰς καλλιέρ-
874γειαν, καὶ οὕτω θέλει ἐπαρκέσει ἡ Ἑλλὰς εἰς τὴν σιτοπα-
875ραγωγήν, καὶ δὲν θὰ ἤμεθα ἠναγκασμένοι, ἵνα ἐτησίως ἀπο-
876στέλλωμεν εἰς τὴν Ρωσσίαν 40 ἑκατομμύρια δρ. εἰς χρυσὸν
877πρὸς ἀγορὰν σίτου, ἀλλὰ θέλει ἐπαρκεῖ ὁ παραγόμενος ἐν
878τῷ τόπῳ τοιοῦτος. Ἀλλὰ καὶ ὑπὸ ἔποψιν ὑγείας θέλει συν-
879τελέσει τὰ μέγιστα ἡ ἀποξήρανσις τῶν τελμάτων καὶ ἑλῶν·
880διότι, ὡς γινώσκετε, οἱ πληθυσμοὶ, οἱ ὁποῖοι κατοικοῦσι
881πλησίον τούτων, πάσχουσιν ὑπὸ ἑλωδῶν πυρετῶν καὶ ἄλλων
882δεινῶν νόσων. Καταναλίσκομεν μεγάλα ποσὰ εἰς χρυσὸν
883πρὸς ἀγορὰν φαρμάκων καὶ ἰδίως κινίνης, ἵνα σωθῶμεν ἐκ
884τῶν ἑλωδῶν πυρετῶν, καὶ δὲν μεριμνῶμεν νὰ ἄρωμεν ῥιζικῶς
885τὸ κακόν! Πέριξ τῆς Λαμίας ὑπάρχουσι τέλματα, ἰδίως δὲ
886ἐκεῖ, ἔνθα κεῖνται τὰ κτήματα τοῦ κ. Μέρλιν· εἰς τὰ κτή-
887ματα ταῦτα ὑπάρχει ἡ ἑστία τοῦ μιάσματος καὶ τῶν πυρε-
888τῶν εἰς ἀπίστευτον βαθμόν. Ἐκεῖθεν προσβάλλονται καὶ οἱ κά-
889τοικοι τῆς Λαμίας διατελοῦντες ὡς ἐκ τούτου ἐν ἀπογνώσει.
890Κατ’ ἐμὲ λοιπὸν, ἐπὶ τοῦ προκειμένου ζητήματος δὲν
891δυνάμεθα ἄλλως νὰ πράξωμεν ἢ νὰ ἀσχοληθῶμεν συντόνως
892ἐπὶ τοῦ σπουδαιοτάτου θέματος τῆς ἀποξηράνσεως τῶν ἑλῶν
893καὶ τελμάτων, διότι οὕτω προστατεύεται καὶ ἡ γεωργία
894καὶ ἡ ὑγεία τῶν πασχόντων πληθυσμῶν. Ἴδετε τὴν λίμνην
895Βοιβηΐδα· αὕτη ἀποξηραινομένη θέλει παραδώσει εἰς τὴν
896καλλιέργειαν ἀπεράντους ἐκτάσεις. Ὑπάρχουσιν ἄλλαι λί-
897μναι ἀλλαχοῦ, εἰς τὴν Φθιώτιδα, εἰς τὴν Πελοπόννησον,
898αἵτινες εἶναι ἑστίαι μιασμάτων· ἃς ἀποξηράνωμεν ταύτας,
899καὶ ἔστε βέβαιοι, ὅτι τὸ ζήτημα λύεται. Οὕτω δ’ ἔχομεν
900λελυμένον τὸ οἰκονομικὸν ζήτημα καὶ τὸ ζήτημα τῆς ὑγείας
901τοῦ πληθυσμοῦ τῆς πατρίδος ἡμῶν.
902§51ΛΕΩΝ ΜΕΛΑΣ. Καὶ ἐγὼ, ὡς ἀντιπρόσωπος τῆς Θεσ-
903σαλίας, νομίζω ὅτι ἔχω καθῆκον νὰ εἴπω τὴν γνώμην μου
904ἐπὶ τοῦ ἀναφυέντος ζητήματος· ἀλλ’ ἐκφέρων ταύτην ἔχω
905καὶ παράπονον κατὰ τῶν προλαλησάντων συναδέλφων. Νο-
906μίζω ὅτι ἡ πρότασις τῆς συστάσεως ἐπιτροπῆς, ἵνα μελε-
907τήσῃ τὸ ζήτημα, καὶ ἂν γείνῃ δεκτὴ, θὰ ἦναι ἄνευ ἀποτελέ-
908σματος· διότι, ἐν ὅσῳ δὲν ἔχομεν τὸ θάρρος νὰ ἐπωφεληθῶ-
909μεν τῶν περιστάσεων, αἵτινες παρουσιάζονται, ἵνα βελτιώ-
910σωμεν τὴν τύχην τῶν Θεσσαλῶν, δὲν ἔχομεν δικαίωμα νὰ
911ἀπαιτῶμεν παρὰ τῆς Κυβερνήσεως, ἥτις ἔχει τόσα ἄλλα
912ζητήματα νὰ ἐξετάσῃ καὶ μελετήσῃ. Μοὶ ἔκαμε σκληρὰν
913καὶ λυπηρὰν ἐντύπωσιν τὸ προχθεσινὸν γεγονός. Ὅτε, Κύριοι,
914παρουσιάσθη ἐνώπιον ἡμῶν σύμβασις μετὰ τῆς Τραπέζης, ἥτις
915ἔδιδε τόσον λαμπρὰν λαβὴν, ἵνα ζητήσωμεν ἀνταλλάγματα
916ὑπὲρ τῆς τύχης τῶν γεωργικῶν πληθυσμῶν, ὅτε παρουσιά-
917ζετο ἡ ἀνάγκη τῆς παραχωρήσεως ἀνταλλάγματος ἐκ μέ-
918ρους τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ἔμεινα μόνος ἀγωνιζόμενος ὑπὲρ
919τῆς συστάσεως πρακτορείων γεωργικῆς πίστεως ἢ ὑποκατα-
920στημάτων τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης. Σήμερον παρῆλθε πλέον
921ὁ καιρός· σήμερον μίαν γνώμην μόνον ἔχω νὰ ἐκφέρω, ἢ μᾶλ-
922λον μίαν συμβουλὴν, ἂν μοὶ ἐπιτρέπηται· νὰ μὴ ἀφήσωμεν εἰς
923τὸ μέλλον, ἐὰν παρουσιασθῇ ὁμοία περίστασις, τὴν τοιαύτην
924εὐκαιρίαν. Ἐγὼ τότε ὑπέβαλον τροπολογίαν, ἥτις ὅμως ἀπερ-
925ρίφθη δι’ ἀναστάσεως, χωρὶς κἄν νὰ ἐγερθῇ οὔτε μία φωνὴ
926ἐκ τῶν συναδέλφων τῆς Θεσσαλίας.
927§52Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Οἱ κύριοι συνάδελφοι, οἱ προαγο-
928ρεύσαντες εἶπον, ὅτι αἱ ἐπιτροπαὶ ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ εἰσὶν
929ἐντελῶς ἄχρηστοι, καὶ ὅτι γεννῶσι δυσπιστίαν.
930§53Γ. ΜΠΑΛΤΑΤΖΗΣ. Ἐγὼ εἶπον, ὅτι ὑπάρχει προκατά-
931ληψις κατὰ τῶν ἐπιτροπῶν.
932§54Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ἐγὼ, ὅτε ἦλθεν ἄλλοτε τὸ Θεσ-
933σαλικὸν ζήτημα εἰς τὴν Βουλὴν καὶ παρεπέμφθη εἰς εἰδι-
934κὴν ἐπιτροπὴν, εἶχον τὴν τιμὴν ν’ ἀποτελέσω μέρος τῆς
935ἐπιτροπῆς ἐκείνης, καὶ νὰ ἐκλεχθῶ καὶ εἰσηγητὴς αὐτῆς. Ἡ
936ἐπιτροπὴ ἐκείνη κατήρτισεν ἔκθεσιν, καὶ ἐτροποποίησε τὰ
937σχετικὰ νομοσχέδια τῆς Κυβερνήσεως, περιέλαβε δὲ εἰς
938αὐτὰ πάντα τὰ θέματα, ἐκ τῶν ὁποίων ἡ Κυβέρνησις ἠδύ-
939νατο νὰ λάβῃ ἀφορμὴν, ἵνα ἐργασθῇ. Ἔχω ὑπ’ ὄψει μου,
940ὅτι τὰ πλεῖστα τῶν ζητημάτων, τῶν ἀχθέντων ἐνώπιον τῆς
941Βουλῆς καὶ παραπεμφθέντων εἰς ἐπιτροπὰς, ἐμελετήθησαν
942σοβαρῶς, προσεκομίσθησαν δὲ εἰς τὴν ὁλομέλειαν τοῦ Σώμα-
943τος ἐργασίαι, αἵτινες ἐγένοντο αἱ βάσεις καρποφόρων συζη-
944τήσεων. Ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι δὲν ἀνέγνωσαν τὴν ἔκθεσιν τῆς
945ἐπιτροπῆς, ἥτις διωρίσθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονο-
946μικῶν καὶ νῦν Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ἠδύναντο νὰ ἔχωσι
947τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ἐξέφρασαν οἱ ἀξιότιμοι κύριοι συνά-
948δελφοι ἐξ Ἁγυιᾶς καὶ Ὕδρας, ἀλλ’ ἡμεῖς συνεζητήσαμεν
949τότε ἐν τῇ ἐπιτροπῇ, καὶ συνετάξαμεν, ὡς προεῖπον, ἔκθεσιν,
950ἐκ τῆς ἐκθέσεως δ’ ἐκείνης ἡ Κυβέρνησις δύναται νὰ πορι-
951σθῇ τὰ φῶτα πρὸς σύνταξιν καὶ εἰσαγωγὴν εἰς τὴν Βουλὴν
952νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον θέλει συντελέσει εἰς τὴν λύσιν πλεί-
953στων Θεσσαλικῶν ζητημάτων.
954Ἀλλ’ ἂς ἀνατρέξωμεν καὶ εἰς ἄλλας ἐργασίας ἐπιτροπῶν.
955Τὸ σταφιδικὸν νομοσχέδιον, τὸ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς κείμενον
956πρὸς συζήτησιν, ὑπὸ ἐπιτροπῆς παρεσκευάσθη. Ὥστε οὐδεὶς
957πρέπει νὰ λέγῃ, ὅτι αἱ εἰδικαὶ ἐπιτροπαὶ τῆς Βουλῆς δὲν
958ἐργάζονται.
959Διὰ τοῦτο ἐγὼ κρίνω καλλίτερον νὰ παραπεμφθῇ τὸ ζή-
960τημα πρὸς μελέτην εἰς εἰδικὴν ἐπιτροπὴν τῆς Βουλῆς, καὶ
961ἀφοῦ αὕτη ὑποβάλῃ τὸ πόρισμα τῆς μελέτης αὐτῆς, νὰ ἐπι-
962ληφθῶμεν τῆς συζητήσεως.
963§55ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχουσι δύο προτάσεις· πρότασις νὰ
964ὁρισθῇ ἡμέρα πρὸς συζήτησιν, καὶ ἡ πρότασις τοῦ κ. Βελ-
965λιανίτου, νὰ παραπεμφθῇ τὸ ζήτημα πρὸς μελέτην εἰς εἰδι-
966κὴν ἐπιτροπὴν τῆς Βουλῆς.
967§56Κ. ΤΟΠΑΛΗΣ. Πρὸ παντὸς, κύριε Πρόεδρε, ἐπὶ θέματος
968τοσοῦτον σπουδαίου, ἀφορῶντος ζητήματα ὕψιστα τῆς ἐθνι-
969κῆς παραγωγῆς, ἐπεθύμουν νὰ εἶχεν ἡ Βουλὴ τὴν γνώμην
970τῆς Κυβερνήσεως. Τὸ ζήτημα τὸ Θεσσαλικὸν, τὸ ὁποῖον ἐτέ-
971θη ὑπὸ τὴν γνώμην τῆς Βουλῆς, εἶναι ζήτημα ἀρχαῖον, ἀνα-
972τρέχει μάλιστα εἰς ἐποχὴν προγενεστέραν τῆς εἰσόδου μου
973εἰς τὴν Βουλήν. Κατὰ τὸ 1885 εἶχεν ἤδη πολλάκις ἐν τῇ
974αἰθούσῃ ταύτῃ ἐγερθῆ συζήτησις ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου,
975τοῦ Θεσσαλικοῦ· ἐπίσης δὲ, νομίζω, κατὰ τὸ 1891 καὶ 1892.
976Ἀλλὰ κατὰ τὸ 1895 τινὲς τῶν ἐκ Θεσσαλίας Βουλευτῶν,
977ἑπόμενοι εἰς τὰς κοινοβουλευτικὰς ταύτας παραδόσεις, ἰδίως
978δὲ χάριν τῶν ὑψίστων ἀναγκῶν τῶν ἐπαρχιῶν, ἃς ἀντιπροσω-
979πεύομεν, παρεστήσαμεν εἰς τὴν τότε Κυβέρνησιν τὴν ἀνάγ-
980κην νὰ ληφθῇ πρόνοια περὶ τῶν ζητημάτων τούτων. Καὶ ἐν-
981θυμοῦμαι, ὅτι μετ’ ἄλλου Βουλευτοῦ ἐκ Θεσσαλίας, ὁ ὁποῖος
982κατὰ τὴν παροῦσαν Περίοδον δὲν ἀντιπροσωπεύει ἐπαρχίαν
983τινὰ τῆς Θεσσαλίας, παρεστήσαμεν ἰδίως εἰς τὸν ἀξιότιμον
984κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως τὰς ἀνάγκας, περὶ τῶν ὁποίων
985ἐπεβάλλετο ταχίστη ἡ μέριμνα τῆς Κυβερνήσεως. Ὁ κ. Πρόε-
986δρος τῆς τότε Κυβερνήσεως καὶ τῆς νῦν συνέστησεν εἰς ἡμᾶς
987νὰ ὑποβάλωμεν ὑπόμνημα μακρὸν καὶ λεπτομερὲς περὶ τῶν
988ἀναγκῶν τῆς Θεσσαλίας ἐκείνων, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἐνομίζομεν
989ὅτι ἔπρεπε νὰ ἐφελκυσθῇ ἡ προσοχὴ καὶ ἡ μέριμνα τῆς Κυ-
990βερνήσεως. Καὶ ὑπεβάλομεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν ὑπόμνημα
991περὶ τῶν ἀναγκῶν τῆς Θεσσαλίας, καὶ τὸ ὑπόμνημα ἐκεῖνο,
992παραδοθὲν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν, ἐχρησίμευσεν ὡς ἀφορμὴ εἰσα-
993γωγῆς εἰς τὴν Βουλὴν Θεσσαλικῶν νομοσχεδίων κατὰ τὸ
9941896. Τὰ νομοσχέδια ἐκεῖνα ἦσαν τρία· 1) νομοσχέδιον περὶ
995συστάσεως Γεωργικοῦ Ταμείου, 2) νομοσχέδιον περὶ ἀπαλ-
996λοτριώσεως μερῶν γῆς διὰ τοὺς Θεσσαλοὺς γεωργοὺς, τοὺς
997ἐστερημένους ἰδιοκτησίας, καὶ 3) ἂν δὲν ἀπατῶμαι, νομοσχέ-
998διον περὶ ὑδραυλικῶν ἔργων. Τὰ νομοσχέδια ἐκεῖνα ὑπεβλή-
999θησαν εἰς τὴν Βουλήν· πρὶν ἢ δὲ συζητηθῶσιν, ἐκρίθη ὑπὸ
1000τῆς Βουλῆς ἀναγκαῖον νὰ ὑποστῶσι βάσανον οὐ μόνον ἐν εἰ-
1001δικῇ ἐπιτροπῇ τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ καὶ ἐπιτόπιον βάσανον
1002ὑπὸ ἐπιτροπῆς πρὸς τοῦτο ἀποστελλομένης εἰς Θεσσαλίαν.
1003Καὶ κατηρτίσθη τότε ἐπιτροπὴ ἐκ Βουλευτῶν, νομικῶν συμ-
1004βούλων καὶ ἄλλων ὑπαλλήλων τοῦ Κράτους, οἵτινες περιῆλ-
1005θον τὴν Θεσσαλίαν σχεδὸν ἅπασαν, ἔχοντες δὲ ὑπ’ ὄψει καὶ
1006τὰ νομοσχέδια ἐκεῖνα καὶ τὰς ἀνάγκας τῆς Θεσσαλίας, ὡς
1007ἀντελήφθησαν αὐτὰς, κατήρτισαν μακρὰν ἔκθεσιν, μελέτην,
1008οὕτως εἰπεῖν, ἐπὶ τῶν ζητημάτων τῶν ἀφορώντων τὴν Θεσ-
1009σαλίαν, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλον εἰς τὴν Κυβέρνησιν, καὶ ἥτις
1010τυπωθεῖσα διενεμήθη εἰς τοὺς Βουλευτὰς τῆς τότε Βουλῆς.
1011Μετὰ τὴν ὑποβολὴν τῆς ἐκθέσεως ἐκείνης, ἥτις ἐν πολλοῖς
1012διεφώτιζε πλεῖστα κενὰ, ἦλθε πάλιν ἡ συζήτησις εἰς τὴν
1013Βουλήν· ἀλλ’ ἀτυχῶς ἐπεκράτησεν ἡ γνώμη ν’ ἀναβληθῶσιν
1014ἐπί τινας ἡμέρας, μέχρις ὅτου ἡ Βουλὴ προετοιμασθῇ εἰς
1015τὴν συζήτησιν αὐτῶν· καὶ ἐζήτησα τότε τὸν λόγον, καὶ διὰ
1016μακρῶν προσεπάθησα νὰ πείσω τὴν Βουλὴν, ὅπως γείνῃ τοὐ-
1017λάχιστον συζήτησις ἐπὶ τῶν νομοσχεδίων ἐκείνων, καὶ ἂν
1018δὲν ἐπρόκειτο τότε νὰ καταστῶσι νόμοι τοῦ Κράτους, καὶ
1019ὑπέμνησα εἰς αὐτὴν, ὅτι πολλάκις σπουδαιότατα ζητή-
1020ματα, ἀφεθέντα ἐπὶ ὀλίγας ἡμέρας, δὲν συνεζητήθησαν πλέον.
1021Βλέπετε, κύριε Πρόεδρε, ὅτι ἐπηλήθευσεν ἡ πρόρρησίς μου ἐκεί-
1022νη, διότι, καίτοι ἔκτοτε παρῆλθον τόσα ἔτη, μένει ἀκόμη τὸ
1023ζήτημα ἐκκρεμὲς, καὶ βλέπω τὴν Κυβέρνησιν νὰ σιωπᾷ σή-
1024μερον ἐπὶ τοῦ σπουδαιοτάτου τούτου ζητήματος τῶν ἀναγ-
1025κῶν τῆς Θεσσαλίας, ἐνῷ εἰς αὐτὴν ἀνήκει ἡ πρωτοβουλία
1026πρὸς ἐξέτασιν αὐτῶν.
1027Διὰ τοῦτο ἐπεθύμουν, ὅπως ἡ Κυβέρνησις δηλώσῃ, ἂν ἐξα-
1028κολουθεῖ νὰ τρέφῃ ὑπὲρ τῆς Θεσσαλίας τὴν μέριμναν καὶ
1029τὴν στοργὴν, ἣν ἐπεδείξατο κατὰ τὸ 1895, καὶ τὴν ὁποίαν
1030ἐπηγγέλθη καὶ κατὰ τὴν τελευταίαν αὐτοῦ περιοδείαν εἰς τὴν
1031Θεσσαλίαν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἢ, ἂν δὲν ἔχῃ
1032πλέον τὰς γνώμας ἐκείνας, ἃς τότε υἱοθέτησε καὶ ὑπέβαλεν
1033ἐν νομοσχεδίῳ εἰς τὴν Βουλὴν, νὰ εἴπῃ εἰς ἡμᾶς, τί φρονεῖ
1034περὶ τῶν ἀναγκῶν τῆς Θεσσαλίας· νὰ εἴπῃ εἰς τὴν Βου-
1035λὴν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἂν ἐγκατέλειψε τὰς γνώμας του ἐκεί-
1036νας, καὶ σήμερον καταγίνεται εἰς νέα σχέδια πρὸς ἐξυπηρέ-
1037τησιν τῶν ἀναγκῶν τῆς Θεσσαλίας.
1038Ἐλπίζω, ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως θὰ λάβῃ
1039ὑπ’ ὄψιν τὴν δι’ ἐμοῦ ὑποβαλλομένην αἴτησιν ταύτην περὶ
1040τῶν ἀναγκῶν τοῦ λαοῦ τῆς Θεσσαλίας καὶ θέλει μεριμνή-
1041σει ταχέως περὶ τοῦ ζητήματος τούτου.
1042§57Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἀληθῶς ἡ
1043κατάστασις τῶν πραγμάτων τοῦ Κράτους, καὶ ἰδίως τῆς
1044Θεσσαλίας, χρήζει σπουδαίας μερίμνης, διότι καὶ ἡ ἐργα-
1045σία, ἡ ἐκεῖ συντελουμένη, πρέπει νὰ ἐνισχυθῇ καὶ αὐξηθῇ,
1046καὶ ἂν ἐκτελῶνται ἐν Θεσσαλίᾳ καὶ ἄλλα ἔργα, πρέπει καὶ
1047ταῦτα νὰ ἐκτελεσθῶσι. Ποῖα εἶναι τὰ ἔργα, τὰ ὁποῖα πρέ-
1048πει νὰ ἐκτελεσθῶσιν, ἵνα προαχθῇ ἡ ἐργασία; Ποία ἡ ἐρ-
1049γασία, ἡ ὁποία πρέπει νὰ γείνῃ; Ταῦτα εἶναι θέματα, τὰ
1050ὁποῖα ἐξητάσθησαν διὰ μακρῶν καὶ ἄλλοτε, κατὰ τὸ 1891
1051καὶ 1895, καὶ ἐγένετο τότε μεγάλη ἐργασία, ἧς τ’ ἀποτελέ-
1052σματα ἐδημοσιεύθησαν καὶ εἶναι ἐν γνώσει τῶν Βουλευτῶν.
1053Ἀπὸ τῶν ἐτῶν 1895, 1896,1897 μέχρι τοῦδε εἶναι ἔτη 7,
1054καθ’ ἃ οὐδὲν ἐγένετο. Δὲν εἴμεθα λοιπὸν μόνοι ἡμεῖς, οἱ
1055ὁποῖοι ἐλησμονήσαμεν τὰ τότε γενόμενα, ἀλλὰ καὶ ἄλλοι
1056ἐλησμόνησαν αὐτὰ, εἰ καὶ ἀπετέλεσαν μέρος τῆς τότε Κυ-
1057βερνήσεως. Ζητοῦσιν ἀπὸ ἡμᾶς νὰ εἴπωμεν τί; Ποῖαι εἶναι
1058αἱ ἀνάγκαι τῆς Θεσσαλίας, εἶναι γνωστὸν εἰς ὅλον τὸν κό-
1059σμον. Ἐὰν ἦναι ὑδραυλικαὶ, πρέπει, διὰ ν’ ἀποκατασταθῇ
1060ἰσορροπία εἰς τὰ δύο τμήματα τῆς Θεσσαλίας, τὰ ἐδάφη,
1061τὰ ὁποῖα κατακλύζονται ὑπὸ τῶν ὑδάτων, ν’ ἀποξηραί-
1062νωνται, τὰ διψαλέα δὲ ἐδάφη νὰ ἀρδεύωνται διὰ τῶν πε-
1063ρισσευόντων ὑδάτων· ὑπάρχουσιν ὅμως καὶ ἄλλαι ἐργασίαι,
1064ἐργασίαι προστασίας τῆς γεωργίας καὶ βελτιώσεως τῶν ὀρ-
1065γάνων τῆς παραγωγῆς. Εἶναι ἀνάγκη νὰ εἴπω ταῦτα εἰς
1066τὴν Βουλήν; Καὶ τίς ἐξ ὑμῶν ἀγνοεῖ ταῦτα; Πάντες γνω-
1067ρίζουσι τίνας ἀνάγκας ἔχει ἡ Θεσσαλία. Καὶ περὶ μὲν τῶν
1068ὑδραυλικῶν μέτρων ἔλαβον ἐγὼ, ὡς Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτε-
1069ρικῶν, ἐν ἔτει 1890 μέριμναν, καὶ ἐμελέτησα αὐτά· ἀλλὰ
1070τὰ δώδεκα ἑκατομμύρια, τὰ ὁποῖα παρεσκευάζοντο νὰ δα-
1071πανήσωσιν εἰς ἔργα ὑδραυλικὰ οἱ ἐμοὶ προκάτοχοι, ἀπέφυγα
1072νὰ δαπανήσω ἐγὼ, διότι κατὰ τὰς πληροφορίας, ἃς ἔλαβον,
1073καὶ τὰς μελέτας, ἃς ἐποιησάμην τότε, ἐπείσθην, ὅτι σπα-
1074τάλη καὶ διασπάθησις τοῦ χρήματος ἐκείνου ἤθελεν ἀποβῆ
1075ἡ δαπάνη αὐτοῦ. Ἀνέστειλα λοιπὸν τὴν διάθεσιν τῶν χρη-
1076μάτων ἐκείνων. Κατὰ τὸ παρελθὸν ἔκτοτε μέχρι τοῦδε διά-
1077στημα ἐλήφθη πρόνοια περὶ τῶν ὑδραυλικῶν ἔργων, καὶ συνε-
1078στήθη ἐπιτροπὴ, ἧς μέλη τυγχάνουσιν ὅ τε Πρωθυπουργὸς
1079καὶ ὁ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸς, ὁ Διοικητὴς τῆς
1080Ἐθνικῆς Τραπέζης καὶ ὁ Διευθυντὴς τῶν Θεσσαλικῶν Σιδη-
1081ροδρόμων, καὶ παρεσχέθησαν διὰ νόμου πόροι χρηματικοὶ,
1082ἐκ τῶν ὁποίων εἰσπράττονται κατ’ ἔτος 40 ἕως 45 χιλιά-
1083δες δραχμαὶ, ἐπετράπη δὲ νὰ συνομολογηθῇ καὶ δάνειον μέ-
1084χρι 500 χιλιάδων δραχμῶν, ἀπὸ τὸ ὁποῖον ἐλήφθησαν μέ-
1085χρι τοῦδε μόνον 100 χιλιάδες. Ὅταν τὰ προπαρασκευαστι-
1086κὰ ταῦτα ἔργα περατωθῶσι, βεβαίως πρέπει νὰ ἐκτελεσθῶσι
1087καὶ τὰ ὑδραυλικά.
1088Πλὴν δ’ αὐτῶν ποῖα εἶναι τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ
1089διαταχθῶσιν ὑπὲρ τῆς Θεσσαλίας, γνωρίζουσι πάντες. Εἶναι
1090πρῶτον ὁ κανονισμὸς τῶν σχέσεων τῶν γεωργῶν, δεύτερον ἡ
1091ἀποκατάστασις αὐτῶν ὡς ἰδιοκτητῶν. Τοῦ τελευταίου τού-
1092του ἕναρξιν ἀποτελεῖ ἡ ἀγορὰ ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως τῶν κτη-
1093μάτων Στεφάνοβικ, παρασκευάζεται δὲ μελέτη, ἵνα παρα-
1094σκευασθῇ ἡ διανομὴ αὐτῶν εἰς τοὺς γεωργούς. Ἄν προτεθῇ
1095νὰ ἐνισχυθῇ καὶ κατ’ ἄλλον τρόπον ἡ γεωργία, εἴμεθα πρό-
1096θυμοι νὰ τὸ πράξωμεν, καὶ θέλομεν τὸ πράξει οὐχὶ κατὰ τὴν
1097γνώμην, τὴν ὁποίαν ἔχομεν ἡμεῖς περὶ τούτου, ἀλλὰ κατὰ
1098τὰς γνώμας, τὰς ὁποίας θέλουσι μᾶς ὑποδείξει αἱ περὶ τού-
1099του μελέται.
1100§58Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ὁ κύριος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως
1101ἤρξατο τῆς ἀγορεύσεώς του, ἀνακοινῶν εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι
1102μετὰ τὴν ἐνέργειαν, τὴν ὁποίαν ἡ Κυβέρνησις τοῦ 1890 εἶχε
1103κάμει, ὅπως μία γενικὴ ἀνάκρισις γείνῃ περὶ τῶν ἀναγκῶν
1104τῆς Θεσσαλίας, οὐδὲν ἔκτοτε ἐγένετο. Ὁμολογῶ, ὅτι τὴν
1105ἀνακοίνωσιν ταύτην μετ’ ἐκπλήξεως ἤκουσα, ἡ δ’ ἔκπληξίς
1106μου κατὰ τοσοῦτον ηὔξανε, καθ’ ὅσον ἤκουον τοῦ κ. Προέ-
1107δρου τῆς Κυβερνήσεως ἀνακοινοῦντος εἰς τὴν Βουλὴν τὰ
1108μέτρα, τὰ ὁποῖα ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις ἔλαβε πρὸς ἐπί-
1109λυσιν αὐτῶν τῶν ζητημάτων, τὰ ὁποῖα ἐθεώρησεν ὡς τὰ κε-
1110φαλαιώδη ζητήματα πρὸς προαγωγὴν τῆς γεωργικῆς τάξεως
1111ἐν Θεσσαλίᾳ. Ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς, μὴ δυνάμενος διὰ
1112πραγμάτων νὰ ἀναιρέσῃ τὰ μέτρα ταῦτα, ὡμολόγησεν, ὅτι
1113ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλὴν νομοθέ-
1114τημα.
1115§59Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ποία προκάτοχος;
1116§60Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἡ Κυβέρνησις τοῦ 1899, ἡ ὑπὸ τὴν
1117προεδρίαν ἐμοῦ... Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, λέγω, ὡμολόγησεν,
1118ὅτι ἡ Κυβέρνησις τοῦ 1899 ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλὴν νομοθέ-
1119τημα, δυνάμει τοῦ ὁποίου συνεστήθη ἐπιτροπὴ, ἀποτελουμένη,
1120ὡς εἶπεν ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἐκ τοῦ Προ-
1121έδρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ἐκ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν
1122Ἐσωτερικῶν, ἐκ τοῦ Διοικητοῦ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης καὶ
1123ἐκ τοῦ Προέδρου τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου τῶν Θεσσαλι-
1124κῶν Σιδηροδρόμων, ὅπως ἡ ἐπιτροπὴ αὕτη, εἰς τὴν ὁποίαν διὰ
1125τοῦ νόμου ἐκείνου παρεσχέθησαν τὰ μέσα πρὸς ἐργασίαν,
1126προβῇ εἰς τὰς ἀναγκαίας προκαταρκτικὰς μελέτας, ἵνα ἴδωμεν
1127ἐπὶ τέλους, ποῖα εἶναι τὰ ὑδραυλικὰ ἔργα, τὰ ὁποῖα πρέπει
1128νὰ γείνωσιν ἐν Θεσσαλίᾳ, καὶ ποῖον εἶναι τὸ ποσόν, τὸ ὁποῖον
1129τὰ ἔργα ταῦτα θ’ ἀπαιτήσωσιν. Ἡ ἐπιτροπὴ ἐκείνη ἠσχο-
1130λήθη μετὰ πολλοῦ ζήλου, μετεκαλέσατο ἁρμόδιον μηχα-
1131νικὸν, καὶ ἤρχισεν ἡ μελέτη ἡ προκαταρκτικὴ, ἄνευ τῆς
1132ὁποίας οὐδεμία ἐργασία ὑδραυλικὴ εἶναι δυνατὸν νὰ γείνῃ,
1133ἐγγυωμένη αἴσια ἀποτελέσματα. Ἑπομένως, ὡς πρὸς τὸ
1134πρῶτον μέρος, ἐλήφθη πρόνοια, καὶ πρόνοια σπουδαία.
1135Ἔμεινε τὸ δεύτερον μέρος, τὸ ὁποῖον ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος
1136τῆς Κυβερνήσεως ἀνέφερε, δηλαδὴ ἡ εὕρεσις τρόπου, ὅπως ἡ
1137κατάστασις τῶν γεωργῶν βελτιωθῇ διὰ τῆς παροχῆς εἰς
1138αὐτοὺς γαιῶν τινων, ἵνα διὰ τῆς παροχῆς ταύτης ἀναπτυχθῇ
1139ἡ ἀνεξαρτησία αὐτῶν, ἵνα γείνωσιν ἐλεύθεροι καλλιεργηταί,
1140καὶ διὰ τῆς καλλιεργείας τῆς ἐλευθέρας συντελέσωσιν εἰς
1141βελτίωσιν καὶ ἑαυτῶν καὶ τῆς Θεσσαλίας καὶ τῶν προσό-
1142δων τοῦ Κράτους. Καὶ πρὸς τοῦτο ἡ Κυβέρνησις ἡ ὑπὸ τὴν
1143προεδρίαν ἐμοῦ προέβη εἰς τὴν συνομολόγησιν συμβάσεως
1144μετὰ τῶν κληρονόμων Στεφάνοβικ. Ἡ σύμβασις εἶχε σχεδὸν
1145συντελεσθῆ, ὅτε ἐπῆλθεν ἡ πτῶσις τῆς Κυβερνήσεως, ἡ δὲ
1146διάδοχος Κυβέρνησις προέβη εἰς τὴν ὑπογραφὴν τῆς συμβά-
1147σεως, καὶ περιῆλθον τὰ κτήματα ἐκεῖνα εἰς τὴν κυριότητα
1148τοῦ Δημοσίου. Ἔμεινε δὲ εἰς τὴν παροῦσαν Κυβέρνησιν νὰ
1149μελετήσῃ τὸ ζήτημα καὶ ἴδῃ, ποία εἶναι ἡ καταλληλοτέρα
1150χρῆσις τῶν κτημάτων ἐκείνων. Ἄρα ἔχει στάδιον ἐνεργείας
1151ἡ παροῦσα Κυβέρνησις, ἀρκεῖ καλὴ θέλησις ἐκ μέρους αὐτῆς.
1152Ἐὰν δὲ αἱ μελέται αὗται ἤδη ἐγίνοντο μετὰ πλειοτέρου
1153ζήλου, θὰ ἦτο δυνατὸν κατὰ τὴν Σύνοδον ταύτην νὰ ὑπο-
1154βληθῇ νομοσχέδιον, κανονίζον τὴν λύσιν τοῦ ζωτικωτάτου
1155τούτου θέματος.
1156Δὲν εἶναι δίκαιον λοιπὸν νὰ λεχθῇ, ὅτι οὐδὲν ἐγένετο ἀπὸ
1157τοῦ 1890 μέχρι σήμερον, διότι νομίζω ὅτι ἐγένοντο πολλά.
1158Ἂν μάλιστα τὰ λεγόμενα ἐξακολουθήσωσιν ἐφαρμοζόμενα,
1159ὡς καὶ κατὰ τὸ παρελθόν, μετὰ ζήλου, θὰ ἴδωμεν ταχέως
1160τοὺς καρποὺς τῶν μελετῶν καὶ τῆς ἀγορᾶς τῶν κτημάτων,
1161οὕτω δὲ βεβαίως θέλομεν συντελέσει εἰς τὴν ἐπίλυσιν τῶν
1162σπουδαιοτέρων ζητημάτων τῶν ἀφορώντων τὴν Θεσσαλίαν.
1163§61Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Εὔλογος εἶναι ἡ ἐπιθυμία τῆς
1164Βουλῆς, ἡ ἐκδηλουμένη ἑκάστοτε, ὅπως γείνωσιν ἐν Θεσσα-
1165λίᾳ πάνθ’ ὅσα θεωροῦνται ἀναγκαῖα πρὸς βελτίωσιν τῆς
1166καταστάσεως αὐτῆς. Τὸ ζήτημα, ὅπερ ἡ Θεσσαλία ἀπὸ καιροῦ
1167παρουσιάζει καὶ ὅπερ καλούμεθα νὰ λύσωμεν, εἶναι ζήτημα
1168καθαρῶς γεωργικόν. Λέγω καθαρῶς γεωργικὸν, ὅπως ἀπο-
1169μακρύνω πᾶσαν ἄλλην ἔποψιν παρεμβαλλομένην εἰς τὴν ἐπί-
1170λυσιν τοῦ θέματος, διότι τὸ θέμα κυρίως εἶναι, πῶς ἡ Θεσσα-
1171λικὴ γῆ θὰ δυνηθῇ νὰ παράγῃ περισσοτέρους καρπούς, καὶ
1172ἰδίως περισσότερον σῖτον ἢ ὅσον σήμερον παράγει, καὶ νὰ
1173καταστήσῃ τὴν εἰσαγωγὴν ξένου σίτου μικροτέραν ἢ νῦν. Τὴν
1174λύσιν τοῦ ζητήματος τούτου δὲν δυνάμεθα προδήλως νὰ ἐπι-
1175τύχωμεν κατ’ ἄλλον τρόπον ἢ διὰ καθαρῶς γεωργικῶν μέσων.
1176Καὶ ἄλλοτε εἶπον, ὅτι οὐδόλως εἶμαι κατὰ προτάσεως περὶ
1177διανομῆς τῆς γῆς εἰς τοὺς χωρικούς. Ἀλλὰ τοῦτο γινόμενον
1178ἤθελε λύσει μᾶλλον κοινωνικὸν ζήτημα, ἠθικὸν ζήτημα, ἀν-
1179θρωπισμοῦ ζήτημα, ἀλλ’ οὐχὶ τὸ ζήτημα τὸ γεωργικόν. Ἡ
1180ἀποκατάστασις τῶν ἐπιμόρτων νῦν καλλιεργητῶν τῆς Θεσ-
1181σαλίας διὰ διανομῆς τῆς γῆς δὲν θ’ αὐξήσῃ τὴν παραγωγὴν
1182τῆς Θεσσαλίας, οὐδὲ τὴν ποιότητα τῶν προϊόντων θὰ βελ-
1183τιώσῃ. Τὸ ζήτημα, ὡς ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὁμι-
1184λήσας πρὸ ὀλίγου παρέστησεν, εἶναι ζήτημα καθαρῶς ὑδραυ-
1185λικόν, διότι τὸ ὑδραυλικὸν ζήτημα εἶναι ἐκεῖνο, ὅπερ λύει
1186τὰς κυριωτέρας καὶ σπουδαιοτέρας δυσκολίας, κατὰ τῶν
1187ὁποίων παλαίει ἡ γεωργία ἐν Θεσσαλίᾳ. Ἡ Θεσσαλία μέχρι
1188τοῦδε, δι’ ἐμὲ τοὐλάχιστον, ὅστις παρακολουθῶ τὰ κατ’
1189αὐτὴν ἀπὸ εἰκοσαετίας καὶ πλέον, παρουσιάζει σχεδὸν ἀδιά-
1190κοπον ἀδυναμίαν, ὅπως ἀναλόγως τῆς γῆς, ἥτις καλλιεργεῖ-
1191ται, καὶ τοῦ πληθυσμοῦ, ὅστις καλλιεργεῖ αὐτήν, ἀποδίδῃ
1192ὅσα ἔπρεπε ν’ ἀποδίδῃ—καὶ ἐννοῶ κυρίως τὴν ἀπόδοσιν τῶν
1193δημητριακῶν.—Οἱ λόγοι, δι’ οὓς ἡ Θεσσαλία δὲν παράγει
1194ἀναλόγως ὅσα ὤφειλεν, εἶναι εὔληπτοι. Πρῶτον ἐν Θεσσαλίᾳ
1195δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ καλλιεργῆται κατ’ ἔτος ἢ τὸ τρίτον
1196μόνον τῆς καλλιεργησίμου γῆς, διότι ἰσχύει τὸ σύστημα τῆς
1197ἀγραναπαύσεως, καὶ ἂν δὲν ἐφαρμοσθῇ τὸ σύστημα τῆς ἀγρα-
1198ναπαύσεως, εἶναι ἀδύνατον ἡ γῆ νὰ παράγῃ καὶ τὸ ἐλάχι-
1199στον ποσόν. Ὁ λόγος, δι’ ὃν δὲν καλλιεργεῖται ἢ μόνον τὸ
1200⅓ κατ’ ἔτος, δὲν εἶναι, ὡς πολλοὶ πιστεύουσιν, ὅτι οἱ κατέ-
1201χοντες τὴν γῆν πλούσιοι δῆθεν γαιοκτήμονες ἀδιαφοροῦσι καὶ
1202ἀφίνουσιν αὐτὴν ἀκαλλιέργητον· ὁ λόγος εἶναι, ὅτι, ἂν ἡ γῆ
1203δὲν ἀφεθῇ νὰ ἀναπαυθῇ, ἀδύνατον νὰ παραγάγῃ. Καὶ πῶς
1204θέλετε νὰ παραγάγῃ ἡ γῆ αὕτη, ἡ ὁποία οὐδέποτε, ἀφ’ ἧς
1205ἐξῆλθεν ἐκ τῶν χειρῶν τοῦ Δημιουργοῦ καὶ ἐδόθη εἰς τὰς χεῖρας
1206τοῦ ἀνθρώπου, ἵνα καλλιεργῆται, ἐλιπάνθη; Πανταχοῦ,
1207ὅπου ἀκούομεν ὅτι ἡ γῆ παράγει πολλά, παράγει, διότι λι-
1208παίνεται. Εἶναι ἀδύνατον νὰ φαντασθῆτε γῆν καλλιεργου-
1209μένην κατ’ ἔτος καὶ κατ’ ἔτος παράγουσαν. Ἑπομένως εἶναι
1210ἠναγκασμένοι οἱ καλλιεργοῦντες τὴν γῆν ν’ ἀφίνωσιν αὐτὴν
1211νὰ ἀναπαύηται, ὅπως δύνηται ἐνισχυομένη μετὰ ἀνάπαυσιν
1212ἑνὸς ἢ δύο ἐτῶν ν’ ἀποδίδῃ ὅ,τι συνήθως ἀποδίδει. Συνέπεια
1213τοῦ συστήματος αὐτοῦ τῆς ἀγραναπαύσεως εἶναι, ὅτι ἡ καλ-
1214λιεργήσιμος γῆ δὲν καλλιεργεῖται πᾶσα καὶ ἡ ἰδιοκτησία
1215εἶναι πράγματι μικροτέρα ἢ ὅσον ἐκ τῆς ἐκτάσεώς της φαί-
1216νεται. Αὐτὸ εἶναι τὸ πρόβλημα. Δύνασθε νὰ λύσητε τὸ ζή-
1217τημα αὐτό; δύνασθε νὰ ἐπιτύχητε ἐν Θεσσαλίᾳ ὅ,τι ἐπέτυ-
1218χον ἀλλαχοῦ, διὰ τῆς λιπάνσεως δηλονότι τῶν γαιῶν;—διό-
1219τι οὐδεὶς λόγος ὑπάρχει, ὅταν λιπαίνητε τὴν γῆν, νὰ μὴ παρά-
1220γῃ αὕτη, καὶ νὰ μὴ παράγῃ πλείονα κατ’ ἔτος.—Τοιοῦτόν
1221τι πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ κατορθωθῇ ἐν Θεσσαλίᾳ; Θὰ κα-
1222τορθωθῇ, ἄν, ὅπως πανταχοῦ, συμβαδίσῃ ἡ γεωργία μετὰ
1223τῆς κτηνοτροφίας. Ἀλλὰ ποίας κτηνοτροφίας; οὐχὶ τῆς κτη-
1224νοτροφίας τῆς ὑπαρχούσης νῦν ἐν Θεσσαλίᾳ, τῆς μικρᾶς, τῆς
1225νομαδικῆς, τῆς βιούσης τὸ πλεῖστον εἰς τὰ ὄρη καὶ μὴ κατα-
1226λιμπανούσης εἰς τὸν γεωργὸν οὐδὲν λίπασμα. Εἶναι ἀνάγκη
1227τῆς κτηνοτροφίας τῆς μεγάλης, τῆς ὑποστέγου λεγομένης,
1228τῆς ὁποίας τὴν κόπρον ὁ γεωργὸς εὐκόλως ἀποταμιεύει, ἀπο-
1229κομίζων ἐκ τῶν σταύλων, καὶ ὅταν πρέπῃ ῥίπτει εἰς τὴν
1230γῆν καὶ τὴν λιπαίνει. Αὐτὴ εἶναι ἡ γεωργία ἡ ἐντεταμένη·
1231νὰ ἔχητε μεγάλων ζώων ἀνάλογον κτηνοτροφίαν, καὶ δι’ αὐ-
1232τῆς ν’ ἀποδίδητε εἰς τὴν γῆν ὅ,τι διὰ τῆς ἐσοδείας τῆς
1233ἀφαιρεῖτε κατ’ ἔτος. Λιπαίνοντες οὐ μόνον ἐπιτυγχάνετε
1234κατ’ ἔτος νὰ καλλιεργῆτε τὰς γαίας, ἃς ἔχετε, ἀλλὰ καὶ
1235περισσότερα ἢ ἄνευ λιπάνσεως νὰ παράγητε, διότι τὴν κα-
1236θιστᾶτε καὶ γονιμωτέραν· οὕτως ἔχετε περισσότερα εἰσοδή-
1237ματα, διότι καὶ περισσοτέραν γῆν καλλιεργεῖτε, καὶ περισ-
1238σοτέρους καρποὺς αὕτη σᾶς ἀποδίδει κατ’ ἔτος.
1239Ἀλλὰ διὰ νὰ ἐπιτύχητε τοιαύτην κτηνοτροφίαν, πρέπει
1240νὰ ἔχητε ὕδατα, διότι διὰ τῶν ὑδάτων θὰ ἔχητε ὅλα τὰ
1241κτηνοτροφικὰ χόρτα, τὰ ὁποῖα εἶναι ἡ τροφὴ καὶ συντηροῦσι
1242τὴν μεγάλην κτηνοτροφίαν. Ἰδοὺ πῶς ἀναγκαίως φθάνομεν
1243εἰς τὴν λύσιν τοῦ γεωργικοῦ ζητήματος διὰ τῶν ἀρδευτικῶν,
1244διὰ τῶν ὑδραυλικῶν ἔργων. Δι’ αὐτῶν θὰ ἐξασφαλίσωμεν εἰς
1245τοὺς γεωργοὺς τὸ ὕδωρ, ἄνευ τοῦ ὁποίου δὲν ὑπάρχει τροφὴ
1246διὰ τὴν μεγάλην κτηνοτροφίαν, ἄνευ τῆς κόπρου τῆς ὁποίας
1247δὲν ὑπάρχει χρησιμοποίησις κατ’ ἔτος πασῶν τῶν καλλιερ-
1248γησίμων γαιῶν, οὔτε παραγωγὴ ἀξία λόγου αὐτῶν. Σήμερον
1249ἔχομεν τὴν ἐκτατικὴν καλλιέργειαν, μὲ τὰ ἀρδευτικὰ ἔργα
1250θὰ ἔχωμεν καὶ τὴν ἐντατικήν. Διὰ τῶν ἀρδευτικῶν ἔργων τί
1251θὰ κατορθώσῃ ὁ γεωργός; Πρῶτον θὰ καλλιεργῇ ἅπασαν τὴν
1252γῆν, τὴν ὁποίαν ἔχει· δεύτερον θὰ κατορθώσῃ, τὴν γῆν αὐ-
1253τὴν νὰ τὴν ἀροτριᾷ βαθύτερον. Ἡ κόπρος οὐ μόνον προσθέ-
1254τει ὅ,τι ἡ ἐσοδεία ἀφαιρεῖ ἀπὸ τὴν γῆν, ἀλλὰ μεταβάλλει
1255καὶ τὴν φυσικὴν σύστασιν τῆς γῆς, διότι τὴν καθιστᾷ μᾶλ-
1256λον πορώδη καὶ ἐνδιαχώριστον· τὸ ἄροτρον κατέρχεται βα-
1257θύτερον εὐκόλως, αἱ δὲ ῥίζαι τῶν φυτῶν καὶ τὰ ὕδατα φεύ-
1258γουν πρὸς τὰ κάτω ἀπροσκόπτως. Ἄνευ κόπρου καὶ βαθείας
1259ἀροτριάσεως, τὰ ὕδατα, ὅταν πολλὰ δὲν φεύγουν εὐκόλως,
1260σταθμεύουν καὶ βλάπτουν τὰ φυτά.
1261Τὸ ζήτημα λοιπόν, ὅπερ προβάλλεται, εἶναι: δύνανται
1262νὰ γείνωσιν ὑδραυλικὰ ἔργα ἐν Θεσσαλίᾳ, ἵνα παράσχωσιν εἰς
1263ὅσον τὸ δυνατὸν μεγαλείτερον πληθυσμὸν τὸ ὕδωρ τὸ ἀναγ-
1264καιοῦν διὰ τὴν ἐντεταμένην καλλιέργειαν τῆς γῆς; Ἐὰν
1265εἰς ἕτερα Κράτη, περισσότερον εὐνοούμεθα ἀπὸ τὰς βροχὰς
1266καὶ εἰς τὰ ὁποῖα περισσότερον ὕδωρ ποτίζει τὴν γῆν, ἦναι
1267κατεσκευασμένα ὑδραυλικὰ ἔργα, καὶ φέρουσι μέχρι τοῦ μι-
1268κροτέρου κτήματος δι’ ἐλαχίστης ἐργασίας ὕδωρ, διότι ἄνευ
1269ὕδατος δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ παραγωγὴ καὶ γεωργία,
1270πῶς εἶναι δυνατόν, ἡμεῖς, οἱ ὁποῖοι κατοικοῦμεν μεσημβρινὸν
1271κλῖμα, οἱ ὁποῖοι κατοικοῦμεν κατὰ τὸ πλεῖστον ξηρὰν γῆν,
1272ἔχουσαν γυμνὰ δένδρων ὄρη, τὰ ὁποῖα δὲν συγκρατοῦσι τὰ
1273ὕδατα, ἀλλ’ ἀφίνουσιν αὐτὰ νὰ φεύγωσι καὶ χάνωνται εἰς
1274τὴν θάλασσαν, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχωμεν ἐπικερδῆ καλ-
1275λιέργειαν δημητριακῶν καρπῶν, χωρὶς νὰ ἔχωμεν δι’ ἀρδεύ-
1276σεις ὕδατα; Λοιπὸν πρέπει νὰ χρησιμοποιήσωμεν δι’ ὑδραυ-
1277λικῶν ἔργων τὰ ὕδατα, τὰ ὁποῖα ἔχει ἡ χώρα εἰς ποτα-
1278μούς, πηγὰς καὶ λίμνας, καὶ τὰ ὁποῖα σήμερον ἀπόλλυνται
1279διὰ τὴν κτηνοτροφίαν καὶ τὴν γεωργίαν. Ἡ γῆ, ἥτις δὲν
1280λιπαίνεται, δὲν εἶναι ἐπικερδής, καὶ μὲ τοιαύτην γῆν εἶναι
1281ἀδύνατον, ὁσονδήποτε χρῆμα, ὅσαςδήποτε γεωργικὰς Τρα-
1282πέζας καὶ ἂν ἱδρύσητε εἰς τὴν Θεσσαλίαν ἢ ἀλλαχοῦ, εἶναι
1283ἀδύνατον, λέγω, νὰ ἔχητε παραγωγὴν ἐπαρκῆ καὶ ἐπικερδῆ.
1284Εἶναι ἐσφαλμένη ἰδέα, ὅτι τὰ χρήματα κάμνουν τὴν μεγά-
1285λην τοῦ γεωργοῦ παραγωγήν. Τὰ χρήματα φέρουν τὴν μεγάλην
1286παραγωγήν, ὅταν ἔχητε καὶ τὰ ἄλλα μέσα τὰ φυσικά, τὰ ὁποῖα
1287βοηθοῦσιν, ὅπως ἐφαρμόσητε τὰ μέσα ἐτησίας καὶ βαθυτέρας
1288καὶ μᾶλλον γονιμοποιοῦ καλλιεργείας, τῆς ἐντεταμένης λε-
1289γομένης.
1290Λοιπὸν τὸ ὑδραυλικὸν ζήτημα, κύριε Πρόεδρε, εἶναι τὸ
1291ζήτημα τὸ κατ’ ἐξοχὴν δεσπόζον ἐν τῷ Θεσσαλικῷ ζητή-
1292ματι, καὶ χάριν τῆς λύσεως αὐτοῦ ὀφείλει νὰ ὁμολογήσῃ
1293τις, ὅτι οὐδεμία σπουδαία ἐργασία ὑπὸ τῶν Κυβερνήσεων
1294ἐγένετο μέχρι τοῦδε. Τοιαύτη ἐργασία ὁμολογῶ ὅτι εἶναι
1295πολυδάπανος, διότι εἶναι ἡ πρώτη τοιαύτη, καὶ ἀπαιτεῖ
1296ἔργα πολλὰ καὶ δύσκολα. Ἄλλοτε, ὅτε διῆλθεν ἐξ Ἑλλά-
1297δος εἷς διακεκριμένος μηχανικὸς ὑδραυλικός, κληθεὶς ὑπὸ
1298τῆς Ἑταιρίας τῆς Κωπαΐδος λίμνης πρὸς λύσιν ζητημάτων
1299τινῶν ἀναφυέντων ἐκεῖ, ὁ κ. Durand-Claye, ὡδηγήθη καὶ
1300διὰ Θεσσαλίας ὑπὸ τῆς Γαλλικῆς ἀποστολῆς πρὸς αὐτὸν
1301κυρίως τὸν σκοπὸν, ἵνα ἴδῃ, ἔστω καὶ μακρόθεν, τὴν Θεσσαλι-
1302κὴν πεδιάδα καὶ τοὺς κυριωτέρους ποταμοὺς καὶ τὰς ἀνω-
1303μαλίας, ἃς ἡ Θεσσαλία παρουσιάζει, καὶ δώσῃ κατὰ προσ-
1304έγγισιν γνώμην τινὰ περὶ τῶν ἀναγκαίων ὑδραυλικῶν ἔργων
1305δι’ ἀρδεύσεις. Ὁ κ. Durand δὲν ἔμεινεν ἢ δύο ἢ τρεῖς ἡμέ-
1306ρας ἐν Θεσσαλίᾳ, διῆλθε σιδηροδρομικῶς κατὰ μῆκος τὴν Θεσ-
1307σαλίαν δὶς, καὶ ἀπεφάνθη, ὅτι εἶναι δυνατὸν, μετὰ τὰς πλη-
1308ροφορίας, αἱ ὁποῖαι τῷ ἐδόθησαν, νὰ κατασκευασθῶσι τὰ
1309ὑδραυλικὰ ἔργα διὰ δαπάνης κατὰ προσέγγισιν μέχρι πεν-
1310τακοσίων ἑκατομμυρίων φράγκων. Ἐννοεῖται πρὸ πάντων,
1311ὅτι τοὺς ποταμοὺς, οἵτινες διασχίζουν τὴν Θεσσαλίαν, θὰ
1312χρησιμοποιήσωμεν διὰ τὰς ἀρδεύσεις. Ἔκτοτε ἐκλήθη πράγ-
1313ματι ἐπὶ τῆς Κυβερνήσεως τοῦ ἐντίμου ἐκ Κερκύρας Βου-
1314λευτοῦ μηχανικὸς ἐξ Ἰταλίας ὑδραυλικὸς, ὅστις ἐλθὼν καὶ
1315ἐπισκεφθεὶς τὴν Θεσσαλίαν ἐξήνεγκε γνώμην τινά. Ἀλλὰ
1316μετὰ ταῦτα ἐζήτησε νὰ τῷ δοθῶσι τὰ σχέδια τῆς χωρομε-
1317τρήσεως τῆς Θεσσαλίας, ὅπως ἐξ αὐτῶν ἴδῃ, τίνες αἱ κλί-
1318σεις τοῦ ἐδάφους καὶ τὰ ὕψη καὶ αἱ διευθύνσεις τῶν ὑδάτων,
1319ἵνα προβῇ εἰς τὰς ἐργασίας καὶ τοὺς ὑπολογισμοὺς τῶν
1320δαπανῶν, ἃς ἐζήτει εὐλόγως νὰ μάθῃ παρ’ αὐτοῦ ἡ Κυβέρ-
1321νησις. Τοιαῦτα σχέδια δὲν ὑπῆρχον, καὶ ἔπρεπε νὰ γείνωσι
1322τότε. Ἡ ἐργασία, ἥτις νῦν διεξάγεται ὑπὸ τῆς χαρτογρα-
1323φικῆς ὑπηρεσίας, ἡ ὁποία τριγωνομετρεῖ τὴν Θεσσαλίαν,
1324προβαίνει βραδέως. Νομίζω, ὅτι δὲν ἐνισχύθη, ὅσον ἔδει, ὑπὸ
1325τῶν Κυβερνήσεων, ἵνα ταχύτερον συντελεσθῇ τὸ ἔργον, ἔργον
1326χρήσιμον ὄχι μόνον διὰ τὴν ἐπιχείρησιν ὑδραυλικῶν ἔργων,
1327ἀλλὰ καὶ διὰ τὴν ἐγκατάστασιν τοῦ κτηματολογίου, τοῦ
1328ὁποίου ἔχομεν ἀνάγκην καὶ χάριν τῶν ἰδιωτικῶν συμφερόν-
1329των τῆς χώρας καὶ λόγῳ τῆς κτηματικῆς πίστεως. Τὸ ἔρ-
1330γον ἐκτελεῖται ὀλίγον κατ’ ὀλίγον, ἀλλὰ βραδέως, καὶ διὰ
1331τοῦτο εἴς τινα μόνον μέρη ἐξετελέσθησαν αἱ τρίται τριγω-
1332νομετρήσεις. Πρὸς ἐκτέλεσιν τῆς αἰτήσεως, ἣν ὑπέβαλεν ὁ
1333ἐξ Ἰταλίας μετακληθεὶς ὑδραυλικὸς, ὡρίσθησαν τὰ συνερ-
1334γεῖα, τῶν ὁποίων δὲν εἶναι γνωστὸν τὸ γενόμενον ἔργον, οὔτε
1335κατὰ πόσον προώδευσεν, οὔτε πόσος χρόνος ἀκόμη πρὸς συν-
1336τέλεσιν ἀπαιτεῖται, ἵνα χρησιμεύσῃ ὡς βάσις εἰς μελέτην
1337τῶν ὑδραυλικῶν ἔργων καὶ εἰς τοὺς προϋπολογισμοὺς τῶν
1338δαπανῶν. Κατὰ τὸ 1890 πρὶν αὐτῶν εἶχεν ἐκτεθῆ εἰς μειο-
1339δοσίαν ἡ κατασκευὴ μέρους τινὸς τῶν ὑδραυλικῶν μετὰ με-
1340λέτας τῆς Γαλλικῆς ἀποστολῆς περὶ τὴν Βούλαν τῶν Τρικ-
1341κάλων. Τοῦ ἔργου ὅμως αὐτοῦ διέταξε τὴν ἀναστολὴν ἡ
1342τότε Κυβέρνησις. Ἐὰν δὲν ἀνεστέλλετο, ἐπεχειρεῖτο δ’ ἔκ-
1343τοτε ἡ ἐκτέλεσις τῶν ἔργων ἀποστραγγίσεως καὶ ἀρδεύσεως
1344τοῦ τμήματος ἐκείνου, ἤδη θὰ εἴχομεν καὶ τὴν ἀποξήρανσιν
1345μεγάλης ἐκτάσεως ἑλῶν πρὸς ἐξυγίανσιν, καὶ ἀρκετὴν ἔκτα-
1346σιν ἀρδευομένην καὶ καλλιεργουμένην, ἐνῷ σήμερον οὔτε
1347καλλιεργεῖται οὔτε ἀρδεύεται, ἀλλὰ κατακλύζεται χειμῶνα
1348καὶ θέρος ὑπὸ τῶν ὑδάτων. Τὰ ἔργα ταῦτα δὲν εἶναι δυνα-
1349τὸν νὰ γείνουν ὁμοῦ καὶ συγχρόνως· πρέπει νὰ κατασκευα-
1350σθῶσι βαθμηδὸν καὶ κατ’ ὀλίγον. Δὲν νομίζω δὲ, ὅτι ἦτο
1351δικαιολογημένη ἡ ἀντίρρησις, ἥτις τότε ἐγένετο παρὰ Βου-
1352λευτῶν ἐκ Θεσσαλίας, ὅτι τῶν ὑδραυλικῶν ὑπῆρχον ἄλλα
1353ὠφελιμώτερα καὶ ἀναγκαιότερα διὰ τὴν Θεσσαλίαν ἔργα.
1354Συνεβούλευσαν καὶ συμβουλεύουν οἱ ἐπιπολαίως κρίνοντες
1355τὰς ἀνάγκας τῆς Θεσσαλίας καὶ τὰ μέσα τῆς θεραπείας
1356αὐτῶν, ὅτι ἡ ἵδρυσις Τραπέζης Γεωργικῆς, μὲ 4% μάλιστα,
1357θὰ ἦτο ὠφελιμωτέρα τῶν ἀρδευτικῶν ἔργων, ὡς ἂν
1358νὰ μὴ ἦναι πρόδηλον, ὅτι ταῦτα φυσικῶς πρέπει νὰ προη-
1359γηθῶσιν ἐκείνης. Ἄλλη ἀντίρρησις τότε ἐγένετο, καὶ δυσ-
1360τυχῶς γίνεται καὶ σήμερον, ὅτι τὰ ὑδραυλικὰ καὶ ἀρδευ-
1361τικὰ ἔργα δὲν ὠφελοῦν πάντας, ἀλλὰ μόνον τοὺς τῶν πεδιά-
1362δων κατοίκους. Ἀλλ’ ἐκτὸς τῆς ἀλληλεγγύης, ἥτις παντα-
1363χοῦ τοῦ κόσμου κρίνεται ἀναπόφευκτος μεταξὺ τῶν κατοί-
1364κων ἑκάστης χώρας, ἡ ἄρδευσις τῶν πεδιάδων θὰ ὠφελήσῃ
1365καὶ τῶν ὀρεινῶν τὴν κτηνοτροφίαν, οἵτινες μέρος τοῦ ἔτους
1366κατέρχονται μετὰ τῶν ποιμνίων αὐτῶν εἰς τὰς πεδιάδας.
1367Ἀλλὰ δι’ αὐτὰ προβάλλει κυρίως τὸ ζήτημα τῆς εὑρέ-
1368σεως τῶν ἀναγκαίων χρημάτων. Εἶναι δυνατὸν ὁ Θεσσαλι-
1369κὸς λαός, ὁ ἀρκούντως φορολογούμενος, ὁ μὴ ἐσοδεύων ἐκ τῆς
1370γῆς τακτικῶς καὶ ἐπαρκῶς, νὰ δώσῃ ὅλον τὸ ποσὸν, τὸ
1371ὁποῖον ἀπαιτεῖται διὰ τὴν ὑπηρεσίαν δανείου διὰ τὴν βαθ-
1372μιαίαν κατασκευὴν τῶν ἔργων αὐτῶν; Τοῦτο ἐξαρτᾶται ἀπὸ
1373τὰ ποσὰ, τὰ ὁποῖα θὰ κριθῶσιν ἀναγκαῖα κατὰ τὴν σύντα-
1374ξιν τῶν προϋπολογισμῶν. Τὰ συντελούμενα ἔργα θὰ συμμετέ-
1375χουν εἰς τὰς δαπάνας ταύτας βεβαίως. Ἡ ἐκ τούτων πρόσο-
1376δος καὶ ἀσφάλεια εἶναι ἐνθάρρυνσις τῶν κεφαλαίων, καὶ
1377τῶν ἔξωθεν ἀκόμη, ἀρκεῖ ταῦτα νὰ ἴδωσιν, ὅτι στηρίζονται
1378ἐπὶ ἀξιοπίστων προϋπολογισμῶν ἐξόδων καὶ ἐσόδων πολλῶν
1379ὑδραυλικῶν ἔργων. Ἡ ἐπιχείρησις θὰ θεωρηθῇ γενικὴ διὰ
1380τὸ Κράτος. Δὲν εἶναι μόνον ἡ Θεσσαλία, ἥτις ἔχει ἀνάγκην
1381ὑδραυλικῶν ἔργων· ὑπάρχουσιν εἰς πολλὰ μέρη τῆς Ἑλλά-
1382δος ἐκτάσεις, κατεχόμεναι σήμερον ὑπὸ ἑλῶν, τελμάτων ἢ
1383λιμνῶν, αἱ ὁποῖαι δὲν δύνανται ν’ ἀποξηρανθῶσιν ἐντελῶς ἢ
1384διὰ διοχετεύσεως τῶν ὑδάτων, ν’ ἀποξηρανθῶσιν ἐκτάσεις
1385γαιῶν λίαν καρποφόρων, αἱ ὁποῖαι, παραδιδόμεναι εἰς τοὺς χω-
1386ρικοὺς πληθυσμοὺς πρὸς καλλιέργειαν, θὰ μεταβάλωσι πραγ-
1387ματικῶς καὶ τὴν ὑγείαν καὶ τὴν τύχην τὴν οἰκονομικὴν αὑ-
1388τῶν. Ἑπομένως καὶ περὶ αὐτῶν πρέπει νὰ γείνῃ μέριμνα.
1389Δὲν εἶναι ἀποκλειστικὸν εὐεργέτημα τῆς Θεσσαλίας τὰ ὑδραυ-
1390λικὰ ἔργα· ἡ Ἑλλὰς στερεῖται πανταχοῦ ἐν ὅλῃ αὑτῆς τῇ
1391ἐκτάσει ὑδραυλικῶν ἔργων· ἐνῷ δ’ ἔχει ποταμούς, οἱ ὁποῖοι
1392ἠδύναντο νὰ χορηγήσωσιν ὕδατα, ἐνῷ ἔχει χαράδρας μεταξὺ
1393τῶν ὀρέων, αἱ ὁποῖαι δύνανται νὰ μεταβληθῶσιν εἰς δεξαμε-
1394νὰς διὰ προχωμάτων, οὐδὲν ἐμελετήθη ἕως ὥρας, καὶ αἰωνίως
1395περιοριζόμεθα εἰς τὰς εὐχὰς μόνον, νὰ τὰ ἴδωμεν γινόμενα.
1396Τὸ βέβαιον εἶναι, ὅτι κυριωτάτη ἀνάγκη εἶναι τὰ χρήματα.
1397Ἀλλὰ μὴ λαμβανομένου ὑπ’ ὄψιν τοῦ ὅλου τῶν χρημάτων,
1398ἂς γείνωσι τὰ ἔργα βαθμηδόν· ἂς γείνωσι πρῶτον τὰ ἧττον
1399δαπανηρὰ, ἂς προηγηθῇ μελέτη αὐτῶν. Ἤθελον διὰ τοῦτο
1400συνηγορήσει παρὰ τῇ Κυβερνήσει, ὅπως οὐ μόνον ἐντείνῃ
1401ἐπισπεύδουσα τὰς μελέτας ἐν Θεσσαλίᾳ, ἀλλ’ ἐπεκτείνει τὰς
1402μελέτας αὐτὰς καὶ ἐπὶ ἄλλων ἔργων τῆς Ἑλλάδος. Με-
1403ταξὺ ἡμῶν οὐδεὶς ἀγνοεῖ, τί πρέπει νὰ γείνῃ ἐν τῇ ἐπαρ-
1404χίᾳ του, ὅπως ἐπέλθῃ βελτίωσις εἰς τὴν κατάστασιν καὶ
1405ὡς πρὸς τὴν ὑγείαν καὶ ὅσον ἀφορᾷ τὴν καλλιέργειαν καὶ
1406ἰδίᾳ τὴν ἀποκάλυψιν γαιῶν διὰ τῆς ἀποξηράνσεως ἑλῶν καὶ
1407τελμάτων.
1408Ἐὰν ἡ Βουλὴ ἐπιθυμῇ νὰ ἔλθῃ εἰς συζήτησιν περὶ τοῦ
1409ζητήματος τοῦ Θεσσαλικοῦ, ἢ ἂν θέλῃ νὰ συστήσῃ ἐπιτρο-
1410πήν, ἡ ὁποία νὰ μελετήσῃ λεπτομερέστερον τὸ ζήτημα, εἶ-
1411ναι ἐλευθέρα. Ἀλλ’ ἐγὼ νομίζω, ὅτι εἶναι τόσον καθαρόν,
1412τόσον φανερὸν καὶ ἐνδεδειγμένον τὸ τί πρέπει νὰ γείνῃ, ὅπως
1413γείνῃ ἡ θεμελιώδης ἀρχὴ τῆς βελτιώσεως τοῦ τόπου, ἰδίᾳ
1414τῆς γεωργίας τῆς Θεσσαλίας, ὥστε μᾶλλον πρέπει νὰ σκε-
1415φθῶμεν, πῶς νὰ εὕρωμεν πόρους πρὸς ἐκτέλεσιν τῶν ἀναγ-
1416καίων ἔργων, παρὰ νὰ συζητῶμεν τί πρέπει νὰ γείνῃ. Δὲν
1417εἶναι δύσκολον, εἴτε μηχανικοὺς μετακαλοῦντες, εἴτε ἰδιο-
1418κτήτας, εἴτε οἱουσδήποτε ἄλλους, γνωρίζοντας τὰ τῆς ἐπαρ-
1419χίας των, νὰ ἔχητε σοφὰς καὶ πρακτικὰς γνώμας περὶ τοῦ
1420τί πρέπει νὰ γείνῃ ἑκασταχοῦ, ὅπως ἡ γεωργία τῶν ἐπαρ-
1421χιῶν καὶ ἡ ὑγεία βελτιωθῇ. Τὰ ὑδραυλικὰ εἶναι ἐκ τῶν
1422κατεπειγόντων γεωργικῶν ἔργων, καὶ οὐ μόνον ἐν Θεσσαλίᾳ,
1423ἀλλὰ παντοῦ τῆς Ἑλλάδος. Οὐδὲν πρέπει νὰ ἐπιτρέψωμεν
1424νὰ προτιμηθῇ αὐτῶν.
1425Συνεπῶς ἤθελον παρακαλέσει τὴν Κυβέρνησιν, ἐὰν ἐπι-
1426θυμῇ τοιαύτην συνεργασίαν τῆς Βουλῆς δι’ ἐπιτροπῆς, ἢ εἰ-
1427δικὴν συζήτησιν ἔν τινι συνεδριάσει, ὅπως μελετηθῶσι γενι-
1428κῶς τὰ ζητήματα, ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς ἀνάγκης ὑδραυλι-
1429κῆς ἐργασίας, νὰ προκαλέσῃ τοῦτο καὶ εἶτα νὰ προβῇ. Αἱ
1430αἰώνιαι ἀναβολαί, διὰ νὰ ἐπιχειρήσωμεν πολλὰ συνάμα τοι-
1431αῦτα ἔργα, ὑπῆρξαν μέχρι τοῦδε καὶ θ’ ἀποβῶσι καὶ ἤδη καὶ
1432ἐν τῷ μέλλοντι καταστρεπτικαὶ διὰ τὴν γεωργικὴν πρόοδον
1433τῆς χώρας.
1434§62Ι. ΠΑΛΑΣΚΑΣ. Συγχαίρω ἀπὸ καρδίας τοὺς συναδέλ-
1435φους. Καλῶς ἀντελήφθησαν τὰς ἀνάγκας τοῦ τόπου καὶ τοῦ
1436λαοῦ τῆς Θεσσαλίας, καὶ ἐβεβαίωσαν τὴν Βουλὴν περὶ αὐ-
1437τῶν. Δὲν ἀμφιβάλλω δὲ, ὅτι ἡ Βουλὴ θὰ φανῇ προθυμοτά-
1438τη εἰς τὰ Θεσσαλικὰ ζητήματα. Ἐξ ὅλων ὅμως αὐτῶν μοῦ
1439ἤρεσαν τὰ δύο τελευταῖα τοῦ σεβαστοῦ Προέδρου τῆς Κυ-
1440βερνήσεως καὶ τοῦ ἀξιοτίμου ἡγέτου τῆς Ἀντιπολιτεύσεως.
1441Οἱ Θεσσαλοὶ δύνανται νὰ ἐλευθερωθοῦν καὶ νὰ γείνωσι μι-
1442κροϊδιοκτῆται καὶ κύριοι τοῦ ἑαυτοῦ των, ἀρκεῖ νὰ λάβῃ
1443πρόνοιαν ἡ Κυβέρνησις νὰ ἀγοράσῃ τὰ κτήματα τῆς Θεσσα-
1444λίας, ἀφοῦ προσφέρονται οἱ ἰδιοκτῆται νὰ τὰ πωλήσουν, καὶ
1445εἰς τιμὴν μετριωτάτην, ὅπως ἠγοράσθησαν καὶ τὰ κτήματα
1446τοῦ Στεφάνοβικ. Δι’ ὅσα δὲ κτήματα ἤθελον μείνει ἀπώ-
1447λητα, διότι δὲν ἔχουσι τὴν ἀπόφασιν οἱ ἰδιοκτῆται νὰ τὰ
1448πωλήσουν, ἡ Κυβέρνησις πρέπει νὰ ἐπαναφέρῃ τὸ νομοσχέ-
1449διον, τὸ ὁποῖον εἰσήγαγε κατὰ τὸ 1900 ἕνεκα τῶν ἐκτάκτων
1450περιστάσεων, διὰ νὰ γνωρίζουν καὶ οἱ μέλλοντες καλλιεργη-
1451ταὶ, ὅτι θὰ ἔχωσι στέγην ἰδικήν των.
1452Ἔγεινε λόγος καὶ διὰ τὰ ὑδραυλικὰ ἔργα τῆς Θεσσαλίας.
1453Περὶ τούτων ἐπιφυλάσσομαι νὰ φέρω ἐκτενέστερον τὸν λό-
1454γον, ὅταν θὰ ἔλθῃ ἡ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου. Σήμερον
1455παρατηρῶ μόνον, ὅτι ὅσοι ἔχουν ἄλλας ἰδέας νομίζουν, ὅτι
1456τὰ ἔργα ταῦτα εἶναι χρήσιμα διὰ τὴν Θεσσαλίαν· ἀλλ’ ἐγώ,
1457ἐξ ἰδίας ἀντιλήψεως γνωρίσας τὴν κατάστασιν, δὲν τὰ θεω-
1458ρῶ τόσον ὠφέλιμα διὰ τὴν Θεσσαλίαν. Μόνον ὀλίγην δαπά-
1459νην εἶναι ἀνάγκη νὰ κάμῃ τὸ Κράτος, ὀλίγα ἑκατομμύρια
1460νὰ δαπανήσῃ, διὰ νὰ πλατύνῃ τοὺς ποταμοὺς τῆς Θεσσα-
1461λίας, νὰ πλατύνῃ τὸ βουνὸ κάτω εἰς τὴν Λάρισαν εἰς ἔκτα-
1462σιν εἴκοσι βημάτων, εἰς τὸ μέρος, ὅπου συγχωνεύονται ὅλοι
1463οἱ ποταμοὶ, διὰ νὰ δύνανται τοιουτοτρόπως οἱ γεωργοὶ νὰ
1464ποτίζουν τὴν πεδιάδα. Διατὶ νὰ δαπανήσῃ 12,000,000 τὸ
1465Κράτος ἀσκόπως;
1466Ὅσον ἀφορᾷ τὸ ζήτημα τῆς ἀποστολῆς ἐπιτροπῆς, ἡ ὁποία
1467νὰ μελετήσῃ τὰ Θεσσαλικὰ ζητήματα, ἐρωτῶ, ποίαν μελέ-
1468την θὰ κάμῃ ἡ ἐπιτροπὴ αὕτη, ἀφοῦ ἔχομεν μελέτην μιᾶς
1469ἄλλης μεγάλης ἐπιτροπῆς ἀπὸ πρόσωπα ἔξοχα, ἡ ὁποία ἄλ-
1470λοτε μετέβη ἐκεῖ, διῆλθεν ὅλην τὴν Θεσσαλίαν καὶ ἐμελέ-
1471τησεν αὐτὴν, καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τῆς μελέτης ταύτης ὑπε-
1472βλήθη τότε νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον καὶ ἐνεγράφη εἰς τὴν
1473ἡμερησίαν διάταξιν. Τί νὰ κάμῃ νέα ἐπιτροπὴ εἰς τὴν Θεσ-
1474σαλίαν; νὰ ἰδῇ τοὺς βάλτους ἐκεῖ;
1475§63ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπιμένετε, Κύριοι, ὅπως ἡ Βουλὴ ὁρίσῃ
1476ἡμέραν συζητήσεως τοῦ περὶ οὗ πρόκειται ζητήματος;
1477§64Ι. ΓΙΑΝΝΑΚΙΤΣΑΣ ΚΑΙ ΕΤΕΡΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μά-
1478λιστα, μάλιστα.
1479§65ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑποβάλετε πρότασιν.
1480§66ΣΠ. ΓΕΩΡΓΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι ἀνάγκη προτάσεως,
1481νομίζω. Δὲν πιστεύω νὰ ὑπάρχῃ Βουλευτὴς, ὁ ὁποῖος νὰ ἔχῃ
1482ἀντίρρησιν.
1483§67Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸν λόγον
1484ἐπὶ τῆς προτάσεως.
1485§68ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ ἀναγνωσθῇ ἡ πρότασις.
1486§69Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Ὄχι.
1487Εἶπεν ὁ ἐκ Θεσσαλίας ἀξιότιμος συνάδελφος, ὅτι δὲν
1488ὑπάρχει Βουλευτὴς ἐνταῦθα ἀντιτείνων εἰς τοῦτο. Ὑπάρχει
1489εἷς, διότι ἐγὼ ἀντιτείνω...
1490§70ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ σᾶς ἀκούσωμεν διατί. Ἐξηγηθῆτε.
1491§71Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Μάλιστα. Εἶμαι πρόθυμος.
1492Ἀφ’ ἧς ἠρχίσαμεν τὰς νομοθετικὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς
1493ἐρρίφθη εἰς τὸ μέσον τὸ Πελοποννησιακὸν, ὡς τὸ ἐχαρακτή-
1494ρισεν ὁ κύριος Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, ζήτημα, καὶ μᾶς ἀπη-
1495σχόλησε τοῦτο μέχρι τῆς χθές...
1496§72Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Εἶναι ἐθνικὸν τὸ ζήτημα, δὲν εἶναι Πε-
1497λοποννησιακόν.
1498§73Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Εἶπον, ὡς τὸ ἐχαρακτήρισεν
1499ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς.
1500§74ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπόν;
1501§75Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Θὰ ὁμιλήσω, κύριε Πρόεδρε,
1502παρακαλῶ;
1503§76ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα. Ἀλλ’ ἐπὶ τίνος θέματος;
1504§77Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Θὰ τὸ μάθητε, ὅταν μὲ
1505ἀκούσητε.
1506Μᾶς ἀπησχόλησε, λέγω, τὸ ζήτημα τοῦτο μέχρι τῆς χθὲς,
1507καὶ τίς οἶδεν ἐπὶ πόσον ἀκόμη θὰ μᾶς ἀπασχολήσῃ, καὶ
1508πολὺ δικαίως, διότι καὶ ἐγὼ συμφωνῶ μὲ τὸν ἀξιότιμον ἐξ
1509Ἀττικῆς συνάδελφον, ὅτι τὸ σταφιδικὸν ζήτημα ὀρθῶς χαρα-
1510κτηρίζεται ὡς ἐθνικόν.
1511Σήμερον παρουσιάζεται ἕτερον, ἐπίσης σπουδαῖον ζήτημα,
1512τὸ Θεσσαλικὸν, τὸ ὁποῖον ἀρχίζει τώρα, καὶ δὲν γνωρίζομεν
1513ἐπὶ πόσον θὰ μᾶς ἀπασχολήσῃ καὶ τοῦτο.
1514Ἐνδεχόμενον εἶναι, αὔριον ἄλλοι Βουλευταὶ νὰ παρου-
1515σιάσωσιν ἕτερα σοβαρὰ ἐπίσης ζητήματα—διότι δὲν νομίζω,
1516ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ συζητῶμεν ἐνταῦθα καὶ περὶ μὴ σο-
1517βαρῶν—σχετιζόμενα μὲ τὰς ἰδίας αὐτῶν ἐπαρχίας. Ἐγὼ
1518νομίζω, ὅτι πάντα ταῦτα δύνανται νὰ συγκεντρωθῶσιν εἰς
1519ἓν καὶ τὸ αὐτὸ, διότι ἡ Κυβέρνησις, ἀναγνωρίσασα βεβαίως
1520τὴν σοβαρότητα καὶ σπουδαιότητα τῶν τοιούτων θεμάτων,
1521ὑπέβαλεν ἤδη νομοσχέδιον, δι’ οὗ ζητεῖ τὴν ἵδρυσιν Ὑπουρ-
1522γείου σχετικοῦ πρὸς ταῦτα τὰ ζητήματα· ζητεῖ δηλονότι νὰ
1523θέσῃ ταῦτα εἰς χεῖρας εἰδικῶν ἀνδρῶν, οἵτινες νὰ δύνανται
1524νὰ μελετῶσι κατ’ ἰδίαν, καὶ νὰ φέρωσιν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς
1525τὰ κατάλληλα νομοθετήματα, ἡ δὲ Βουλὴ νὰ κρίνῃ καὶ
1526ἀποφασίζῃ ἐπὶ θεμάτων, τὰ ὁποῖα θὰ τίθενται ἐνώπιον αὐ-
1527τῆς μεμελετημένα. Αὐτὴ εἶναι ἡ γνώμη, τὴν ὁποίαν πρὸ
1528ὀλίγου ἐξήνεγκεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Φθιώτιδος συνάδελφος, ἂν δὲν
1529ἀπατῶμαι...
1530§78Ν. ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Ἐγὼ δὲν ἐξέφρασα τοιαύτην γνώμην.
1531Ἐγὼ εἶπον, ὅτι ὅσα ζητοῦσιν οἱ Βουλευταὶ τῆς Θεσσαλίας
1532καὶ ἄλλοι γεωργικοὶ πληθυσμοὶ εἶναι ζητήματα, τὰ ὁποῖα
1533πᾶσα Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ὀφείλει νὰ γνωρίζῃ, καὶ αὐτὴ
1534εἶναι ἁρμοδία νὰ ὑποβάλῃ τὰ προσήκοντα μέτρα πρὸς βελ-
1535τίωσιν αὐτῶν. Ἑπομένως θεωρῶ περιττὴν καὶ ὡρισμένην ἡμέ-
1536ραν συζητήσεως καὶ σύστασιν ἐπιτροπῆς, ἀφοῦ ἄλλως τε
1537ἐπιτροπὴ ἐπὶ τῶν Θεσσαλικῶν νομοσχεδίων συνεστήθη καὶ
1538ὑπέβαλε τὸ πόρισμα τῶν μελετῶν αὐτῆς, τὸ ὁποῖον εὑρίσκε-
1539ται εἰς χεῖρας τοῦ κυρίου Πρωθυπουργοῦ ἀπὸ τοῦ 1897.
1540§79Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Συμφωνῶ πληρέστατα, κύ-
1541ριε συνάδελφε. Ἴσως ἐξεφράσθην κακῶς. Ἀλλ’ αὐτὸ, τὸ
1542ὁποῖον λέγετε σεῖς, αὐτὸ τοῦτο λέγω καὶ ἐγώ· ὅτι δηλαδὴ
1543αὐτὰ εἶναι ζητήματα, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ ἔρχωνται μεμε-
1544λετημένα εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ τότε, ἂν παραστῇ ἀνάγκη,
1545δύνανται νὰ σταλῶσιν εἰς ἐπιτροπὴν ἐκ Βουλευτῶν, ἥτις νὰ
1546μελετήσῃ καὶ ἐπεξεργασθῇ ἐκ νέου ὅσα ἡ Κυβέρνησις θὰ
1547παρουσίαζεν εἰς τὴν Βουλήν. Θέλω νὰ εἴπω, ὅτι ἡ Κυβέρ-
1548νησις ἀνεγνώρισεν, ὅτι τὰ ὅρια τῆς μελέτης, τὴν ὁποίαν
1549ἀπαιτεῖ ἡ ἐμψύχωσις τῆς ἐθνικῆς παραγωγῆς,—φράσις, τὴν
1550ὁποίαν διηνεκῶς ἀκούομεν ἐνταῦθα — ἐπεξετάθησαν ἐπὶ το-
1551σοῦτον, ὥστε νὰ παρίσταται ἀνάγκη εἰδικῶν διὰ τὸ ζήτημα
1552τοῦτο ἀνδρῶν.
1553Συζητοῦμεν Κύριοι, περὶ γεωργίας, συζητοῦμεν περὶ ὑδραυ-
1554λικῶν ζητημάτων. Ἀλλὰ ποῖοι εἶναι οἱ εἰδικοὶ ἄνδρες παρὰ
1555τῇ Κυβερνήσει, οἱ ὁποῖοι μελετῶσιν αὐτὰ τὰ ζητήματα; Ὁ
1556ἀξιότιμος ἐκ Μεσολογγίου συνάδελφος ἐπὶ ἡμίσειαν ἤδη
1557ὥραν μᾶς ἀπησχόλησε μὲ τὸ ὑδραυλικὸν ζήτημα τῆς Θεσ-
1558σαλίας· ἀλλὰ θὰ ἐπεθύμουν νὰ μάθω, εἶναι εἰδικὸς περὶ τὰ
1559τοιαῦτα ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος; ἢ μήπως ὁ σεβαστὸς Πρό-
1560εδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἢ ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν
1561Ὑπουργὸς, ἢ καὶ ὁ Διοικητὴς τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης δύ-
1562νανται νὰ ἔχωσι γνώσεις εἰδικὰς, ἵνα κρίνωσιν ἀσφαλῶς ἐπὶ
1563τοιούτων ζητημάτων;
1564Ποῖοι εἶναι οἱ ἄνθρωποι οἱ εἰδικοὶ εἰς τὰ Ὑπουργεῖα, εἰς
1565τοὺς ὁποίους εἶναι ἀνατεθειμέναι σήμερον αἱ μελέται αὗται;
1566Οὐδεὶς! Ποῖος διευθύνει σήμερον τὸ τμῆμα τῆς Γεωργίας
1567ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐσωτερικῶν, καὶ τὸ ὁποῖον προτίθε-
1568ται σήμερον ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ μετασχηματίσῃ εἰς εἰδι-
1569κὸν Ὑπουργεῖον; Οὐδεὶς ἀπολύτως! Εἶναι ἄνθρωποι, οἱ
1570ὁποῖοι οὐδεμίαν ἔχουσι σχέσιν μὲ τὰ τεχνικὰ ζητήματα, τὰ
1571ὁποῖα συνδέονται μετὰ τῆς γεωργίας καὶ λοιπῶν.
1572Νομίζω, κύριε Πρόεδρε, ὅτι ὅλα ταῦτα — ὁ προσδιορισμὸς
1573ἡμέρας πρὸς συζήτησιν, αἱ ἐπιτροπαὶ καὶ λοιπὰ — πρέπει νὰ
1574τεθῶσι κατὰ μέρος. Ἡ Κυβέρνησις ἐνόησεν ἀρκούντως, ὅτι
1575ἔφθασεν ἡ στιγμή, κατὰ τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ σχηματισθῇ
1576εἰδικὸν Ὑπουργεῖον, τὸ ὁποῖον νὰ ἀσχοληθῇ περὶ τὰ τοι-
1577αῦτα...
1578§80ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπιμένουσιν.
1579§81Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐὰν στενο-
1580χωρῆσθε, νὰ σιωπήσω.
1581§82ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὄχι. Ἐπιμένουσιν οἱ Κύριοι.
1582§83Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Διὰ νὰ μὴ στενοχωρῶ τὸν
1583κ. Πρόεδρον, θὰ σιωπήσω.
1584§84ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὄχι. Ὁμιλήσατε, παρακαλῶ.
1585§85Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Λοιπὸν, κύριε Πρόεδρε, λέγω
1586ὅτι, διὰ ν’ ἀποφασίσῃ ἡ Κυβέρνησις νὰ παρουσιάσῃ τοι-
1587οῦτο νομοσχέδιον εἰς τὴν Βουλὴν καὶ νὰ τὸ ἀναγράψῃ εἰς
1588τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, βεβαίως κατενόησε τὰς ἀνάγκας,
1589αἱ ὁποῖαι τὸ ἐπιβάλλουσι.
1590Συνεπῶς, ἀντὶ ὅλων τούτων, προτείνω νὰ προταχθῇ εἰς
1591συζήτησιν τὸ νομοσχέδιον τὸ ἀφορῶν τὴν σύστασιν τοῦ
1592ὀγδόου Ὑπουργείου, διότι τότε ἡ Κυβέρνησις θέλει ἐκφρά-
1593σει τὰς γνώμας της, θέλει ἀναπτύξει τὰς ἀνάγκας, αἱ ὁποῖαι
1594ἐπιβάλλουσι τὴν σύστασιν τοιούτου Ὑπουργείου, καὶ ἡ
1595Βουλὴ ἐν ἐπιγνώσει θὰ συζητήσῃ ἐπὶ ὅλων τούτων τῶν θε-
1596μάτων, διότι πάντα ταῦτα ἐκ τοῦ ὀγδόου Ὑπουργείου θὰ
1597ἐξαρτηθῶσιν ἀποκλειστικῶς.
1598§86ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶσθε λοιπὸν ἐναντίον τῆς προτάσεως;
1599§87Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Εἶμαι ἐναντίον τῆς προτά-
1600σεως, καὶ προτείνω νὰ προταχθῇ τὸ νομοσχέδιον περὶ ὀγδόου
1601Ὑπουργείου, διότι τὸ ζήτημα τοῦτο εἶναι πολὺ σπου-
1602δαῖον. Ἐγὼ τοὐλάχιστον τὸ θεωρῶ πολὺ σπουδαιότερον ἀπὸ
1603ὅλα τὰ ἄλλα, τὰ ἀναγεγραμμένα ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει,
1604νομοσχέδια, καὶ τὰ περὶ στρατοῦ καὶ τὰ οἰκονομολογικὰ
1605καὶ λοιπά, διότι μεγάλην πεποίθησιν εἰς τὸ λυσιτελὲς τού-
1606των δὲν ἔχω.
1607Παρακαλῶ λοιπὸν νὰ προταχθῇ πρὸς συζήτησιν, ἐὰν ἡ
1608Βουλὴ τὸ δεχθῇ, τὸ νομοσχέδιον τὸ σχετικὸν πρὸς τὴν ἵδρυ-
1609σιν τοῦ ὀγδόου Ὑπουργείου, ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει.
1610§88ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κατόπιν.
1611Οἱ παραδεχόμενοι ἵνα ὁρισθῇ ἡμέρα πρὸς συζήτησιν εἰδι-
1612κῶς τῶν Θεσσαλικῶν ζητημάτων παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶ-
1613σιν. (Ἐγείρονται πολλοί· ἀμφίβολον τὸ ἀποτέλεσμα).
1614Θὰ ἐρωτήσω τὸ ἀντίθετον. Οἱ μὴ παραδεχόμενοι νὰ ὁρισθῇ
1615ἡμέρα πρὸς συζήτησιν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγεί-
1616ρονται οἱ ὀλιγώτεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη τὴν πρότασιν
1617νὰ ὁρισθῇ ἡμέρα πρὸς συζήτησιν.
1618§89Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Κατόπιν ἔρχεται ἡ ἰδική
1619μου πρότασις.
1620§90ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐξ ἀριστερῶν). Κύριε Πρόεδρε,
1621νὰ ὁρισθῇ ἡ ἡμέρα.
1622§91ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν θὰ ὁρίσω ἐγώ· ἡ Βουλὴ θὰ ὁρίσῃ.
1623§92Ι. ΓΙΑΝΝΑΚΙΤΣΑΣ. Τὴν Τρίτην λοιπόν.
1624§93Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Διατὶ ὄχι τὴν Δευτέραν; Δὲν ἔχο-
1625μεν σκοπὸν νὰ ἐργασθῶμεν ποτέ! Τὸ ἄλλο Σάββατον, κύριε
1626Πρόεδρε.
1627§94ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Τὴν Πέμπτην, κύριε Πρόεδρε.
1628§95ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ δεχόμενοι ἵνα τὴν προσεχῆ Πέμπτην
1629γείνῃ ἡ συζήτησις παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρον-
1630ται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
1631Ἔχει τις τὸν λόγον πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως;
1632§96Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὑπέβαλον καὶ
1633ἐγὼ μίαν πρότασιν, τὴν ὁποίαν νομίζω γενικωτέραν.
1634§97ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὅταν εἰσέλθωμεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διά-
1635ταξιν, τότε ζητεῖτε τὴν πρόταξιν τοῦ νομοσχεδίου.
1636Ὁ κύριος Κωνσταντῖνος Κουμουνδοῦρος ἔχει τὸν λόγον.
1637§98Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Προτοῦ νὰ εἰσέλθω εἰς τὸ
1638κύριον θέμα μου, ἐπὶ τῆς γενομένης προτάσεως θὰ εἴπω δύο
1639λέξεις.
1640Νομίζω ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ τεθῇ τοιαύτη πρότασις, διότι
1641ἡ μόνη δυναμένη νὰ κρίνῃ περὶ τῆς ἀνάγκης τῆς προτάξεως
1642ἢ τῆς συζητήσεως νομοσχεδίων εἶναι ἡ Κυβέρνησις.
1643§99ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Ὄχι! ὄχι!
1644§100Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Παρακαλῶ... Αὔριον ἡ
1645Κυβέρνησις θὰ ἐγερθῇ νὰ εἴπῃ νὰ προταχθῶσι τὰ δεῖνα ἢ
1646δεῖνα νομοσχέδια. Τί θὰ εἴπῃ ἡ Βουλή; — Διότι αἱ ἡμέραι
1647παρέρχονται, τὸ Πάσχα ἔρχεται, καὶ ἡ Κυβέρνησις εἶναι
1648ἠναγκασμένη νὰ ζητήσῃ νὰ ψηφισθῇ ὁ Προϋπολογισμός.
1649Ἀλλ’ ἂς ἔλθω εἰς τὸ θέμα, τὸ ὁποῖον θ’ ἀπασχολήσῃ
1650τὴν Βουλὴν ἐπ’ ὀλίγον. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν
1651Ἐσωτερικῶν νὰ ἐξετάσῃ τὴν ὑπηρεσίαν, διατὶ μέχρι σήμε-
1652ρον ἡ ὁδὸς ἀπὸ Μελιγαλᾶ εἰς Ἀνδανίαν δὲν ἐπιδιωρθώθη.
1653Διὰ τὴν ὁδὸν ταύτην ὑπάρχουσιν εἰς τὸ ταμεῖον τῆς ὁδο-
1654ποιΐας 80,000 δραχμαί. Μηχανικὸς ἐπὶ τούτῳ ἐστάλη, καὶ
1655ἐξήτασε τὴν κατάστασιν τῆς ὁδοῦ, καὶ ἐγνωμοδότησε, τί
1656πρέπει νὰ γείνῃ, καὶ πόση δαπάνη ἀπαιτεῖται. Τὰ πάντα
1657εἶναι ἕτοιμα· δὲν χρειάζεται παρὰ ἡ ἀπόφασις τοῦ κυρίου
1658Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν. Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν τὸν
1659Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ ζητήσῃ πάντα τὰ σχετικὰ
1660ἔγγραφα καὶ τὰ σχεδιογραφήματα καὶ τὸν προϋπολογισμὸν
1661τῆς δαπάνης ἀπὸ τὴν ὑπηρεσίαν καὶ ν’ ἀποφασίσῃ συντόμως,
1662διότι αἱ ἀνάγκαι εἶναι μεγάλαι καὶ λίαν ἐπείγουσαι εἰς τὸν
1663τόπον ἐκεῖνον.
1664§101ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει ἄλλος τις τὸν λόγον;
1665§102Κ. ΤΟΠΑΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐζήτησα πρὸ ἡμερῶν νὰ
1666ὑποβληθῶσιν εἰς τὴν Βουλὴν καταστάσεις τῶν ἐσόδων τοῦ
1667Κράτους τῆς χρήσεως τοῦ 1902. Γνωρίζω ὅτι ὁ κ. Ὑπουρ-
1668γὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὑπέβαλεν ἤδη καταστάσεις τινάς. Δὲν
1669ἔλαβον καιρὸν νὰ ἐξετάσω, ἂν ὑπεβλήθησαν ὅλαι. Ὡσαύ-
1670τως ὅμως παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ
1671καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν προσωρινὴν κατάστασιν τῶν πλη-
1672ρωθέντων ἐξόδων τῆς χρήσεως τοῦ 1902 ἀπὸ 1 Ἰανουαρίου
1673μέχρι τέλους Δεκεμβρίου 1902, κατὰ γενικὰ κεφάλαια τοῦ
1674Προϋπολογισμοῦ, ὡς δημοσιεύονται ἐν ταῖς μηνιαίαις κατα-
1675στάσεσι.
1676Τὴν ἐπερώτησιν ταύτην, κύριε Πρόεδρε, ὑποβάλλω πρὸς
1677ὑμᾶς, ἵνα τὴν διαβιβάσητε πρὸς τὸν κ. Πρωθυπουργόν.
1678Ἀλλὰ πλὴν τούτου κατὰ τὴν 12 Μαρτίου ὑπέβαλον ἐπε-
1679ρώτησιν ἀπευθυνομένην πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερι-
1680κῶν, διὰ τῆς ὁποίας παρεκάλουν αὐτὸν νὰ πληροφορήσῃ τὴν
1681Βουλήν, εἰς ποῖον σημεῖον εὑρίσκεται ἡ γενομένη δημοπρα-
1682σία κατὰ Νοέμβριον τοῦ 1902 ἐν Βόλῳ περὶ ἀνεγέρσεως δικα-
1683στικοῦ καταστήματος ἐν τῇ πόλει ἐκείνῃ. Ἐνεκρίθη ἢ ὄχι;
1684Ἐὰν δὲν ἐνεκρίθη, διατὶ δὲν ἐνεκρίθη; καὶ εἰς ποῖα μέτρα
1685προέβη ὁ κ. Ὑπουργός; καὶ ποῖαι εἶναι αἱ σκέψεις τοῦ κ.
1686Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, σκέ-
1687ψεις, αἵτινες τὸν ἠνάγκασαν νὰ ἀναβάλῃ τὴν ἔγκρισιν τῆς
1688δημοπρασίας ταύτης;
1689§103ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸ τρίτον ἤδη λαμβά-
1690νω τὸν λόγον, ὅπως παρακαλέσω τοὺς ἀξιοτίμους Ὑπουρ-
1691γούς, ἵνα εὐαρεστηθῶσι νὰ καταθέσωσιν εἰς τὴν Βουλὴν πλη-
1692ροφορίας ζητηθείσας ἐγγράφως πρὸ πολλοῦ. Εἶναι περίεργον,
1693κύριε Πρόεδρε, ὅτι πληροφορίαι, αἱ ὁποῖαι εἶναι δυνατὸν
1694αὐθημερὸν νὰ προσαχθῶσιν εἰς τὴν Βουλήν, πρὸ δεκαπέντε
1695δὲ ἡμερῶν ζητηθεῖσαι, δὲν κατατίθενται. Εἶπον καὶ προγε-
1696νεστέρως, ὅτι ἐξ ἰδίας ἀντιλήψεως γινώσκω, ὅτι οἱ πίνακες
1697οἱ ζητηθέντες δι’ ἐπερωτήσεώς μου εἶναι δυνατὸν αὐθωρεὶ νὰ
1698καταρτισθῶσιν ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ
1699τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως. Ἴσως εἶναι ἀναγκαῖον νὰ
1700προσθέσω, ὅτι αἱ πληροφορίαι, τὰς ὁποίας ἐζήτησα, ἀφο-
1701ρῶσιν εἰς ζητήματα καὶ πράξεις Κυβερνήσεως οὐχὶ τῆς πα-
1702ρούσης, διότι ἄνευ τῆς δηλώσεως ταύτης φοβοῦμαι ὅτι δὲν
1703θὰ κατατεθῶσιν αἱ ζητούμεναι πληροφορίαι. Ἐπαναλέγω, ὅτι
1704ἀφορῶσιν αἱ πλεῖσται εἰς πράξεις Κυβερνήσεως παρελθούσης,
1705ἴσως καὶ προπαρελθούσης, ἴσως καὶ εἰς ἐνεργείας ἐμοῦ, ὡς
1706Ὑπουργοῦ. Ἔχω ὅμως ἀπόλυτον ἀνάγκην τῶν πληροφοριῶν
1707τούτων, διότι πρόκειται νὰ ἀποκρούσω συκοφαντίας, καὶ νὰ
1708ἐλέγξω πράξεις ἄλλων Ὑπουργῶν, αἱ ὁποῖαι κατὰ τὴν γνώ-
1709μην μου εἶναι παράνομοι, ἴσως μάλιστα προκαλέσωσι καὶ τὴν
1710ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν. Ἀναλαμβάνει
1711ἑπομένως μεγάλην εὐθύνην ἡ Κυβέρνησις, μὴ καταθέτουσα
1712τὰς πληροφορίας ἐκείνας, μετὰ τὴν κατάθεσιν τῶν ὁποίων
1713ἴσως ἡ Βουλὴ εὑρεθῇ εἰς τὴν δυσάρεστον θέσιν νὰ ζητήσῃ
1714ποινικὰς εὐθύνας παρὰ πρώην Ὑπουργῶν. Ἀπορῶ μάλιστα
1715μὲ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὁ ὁποῖος εἶναι εὔθικτος
1716εἰς τὰ κοινοβουλευτικὰ ζητήματα, ἀπορῶ, πῶς εἰς τὴν προ-
1717κειμένην περίπτωσιν τὴν ἰδιότητά του ταύτην δὲν ἐπέδειξεν.
1718Ἴσως μετ’ ὀλίγον εἰσέλθωμεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάτα-
1719ξιν, θὰ εὑρεθῶμεν δὲ καὶ πάλιν πρὸ τοῦ ἀδυνάτου νὰ συζη-
1720τήσωμεν διάφορα θέματα, διότι δὲν κατετέθησαν αἱ ζητη-
1721θεῖσαι πληροφορίαι. Σημειώσατε δὲ, κύριε Πρόεδρε, ὅτι πάν-
1722τοτε ὑποβάλλω τὰς ἐπερωτήσεις μου ἐγγράφως, δημοσιεύ-
1723ονται δὲ αὐταὶ τακτικῶς ἐν τοῖς ἐπισήμοις πρακτικοῖς,
1724ἵνα μὴ ἀπασχολῶ τὴν Βουλὴν διὰ τῆς ἀναπτύξεως τῶν τοιού-
1725των ἐπερωτήσεων, ὡς ἐγίνετο κατὰ τὸ παρελθόν, διότι κατὰ
1726τὸ παρελθὸν εἶχον συνήθειαν οἱ κύριοι Βουλευταὶ νὰ ἀνα-
1727πτύσσωσιν ἀμέσως τὰς ἐπερωτήσεις, καὶ μετὰ ταῦτα νὰ
1728καταθέτωσιν αὐτὰς ἐγγράφως εἰς τὸ Προεδρεῖον. Ἐπειδὴ δὲ
1729ἡμεῖς ἐγκατελείψαμεν τὸ σύστημα ἐκεῖνο, οὐδεμία δυστυ-
1730χῶς δίδεται προσοχὴ εἰς ἡμᾶς. Διὰ τοῦτο εἶμαι ὑποχρεω-
1731μένος νὰ ἀναπτύσσω τὰς ἐπερωτήσεις μου, καὶ μάλιστα ἀπὸ
1732ταύτης τῆς στιγμῆς, ἐπὶ ὥρας ὁλοκλήρους. Κατ’ αὐτὸν τὸν
1733τρόπον ἴσως ἐπιτευχθῇ ὁ σκοπός, τὸν ὁποῖον ἐπιδιώκομεν,
1734διότι ἐγὼ ἐπιθυμῶ νὰ ἔχῃ ἡ Βουλὴ ἐπίσημα ἔγγραφα περὶ
1735ἑκάστου θέματος.
1736Παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ Ὑπουρ-
1737γὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, πρὸς τὸν ὁποῖον ἀπηύθυνα τὴν ἐπε-
1738ρώτησίν μου, νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ καταθέσῃ τὰ ζητηθέντα ἔγ-
1739γραφα ὅσον τὸ δυνατὸν ταχύτερον. Ἐπίσης καὶ τὸν κύριον
1740Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας.
1741§104Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουρ-
1742γὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ποία εἶναι ἡ ἐπερώτησις διὰ τὸ
1743Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν;
1744§105ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Μίαν ἔχω πρόχειρον, τὴν τῆς 12
1745Μαρτίου. Ἐζήτησα τὴν ἑξῆς πληροφορίαν (ἀναγινώσκει):
1746«Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ προσ-
1747κομίσῃ εἰς τὴν Βουλὴν σημείωμα, ἐκ τοῦ ὁποίου νὰ ἐμφαί-
1748νηται: 1) πόσαι καὶ τίνος ποσοῦ ἀγωγαὶ ἐκ μέρους Ὑπουρ-
1749γῶν καὶ Βουλευτῶν ὑπάρχουσιν ἐκκρεμεῖς κατὰ τοῦ Δημο-
1750σίου, τίνος ποσοῦ εἶναι ἑκάστη, εἰς χεῖρας τίνος νομικοῦ
1751συμβούλου, καὶ ποία ἡ ἐνεστῶσα στάσις τῆς δίκης· 2) πό-
1752σαι ἀγωγαὶ ὑπάρχουσιν ἐκκρεμεῖς τοῦ Δημοσίου κατὰ Ὑπουρ-
1753γῶν καὶ Βουλευτῶν, τίνος ποσοῦ ἑκάστη, εἰς χεῖρας τίνος
1754νομικοῦ συμβούλου, καὶ ποία ἡ ἐνεστῶσα στάσις αὐτῆς.»
1755Ἐὰν ἐγὼ προσκομίσω σχετικὰς πληροφορίας πρὸς τὴν
1756Βουλὴν, βεβαίως εἶναι δυνατὸν νὰ μοὶ εἴπητε, ὅτι αἱ πλη-
1757ροφορίαι μου δὲν εἶναι ἀκριβεῖς· ἐὰν ὅμως ὁ κ. Πρωθυπουρ-
1758γὸς προσαγάγῃ ἐπισήμως τὰς ζητουμένας πληροφορίας, τότε
1759δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρχῃ ἀμφιβολία περὶ τῆς ἀκριβείας
1760αὐτῶν.
1761Ἀλλ’ εἶναι καὶ ἄλλαι, σχετικαὶ πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς
1762Παιδείας. Πρὸ ἡμερῶν σᾶς παρεκάλεσα νὰ κατατεθῇ πίναξ
1763ἐμφαίνων πρῶτον, ποῖον ποσὸν χρημάτων ἦτο κατατεθειμέ-
1764νον εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν ἐξ εἰσπράξεων ἐκπαιδευτικῶν
1765τελῶν πρὸς κατασκευὴν κτιρίων δημοτικῶν σχολείων, δεύτε-
1766ρον, ποῖον μέρος τοῦ ποσοῦ τούτου κατηναλώθη, τρίτον, πόσα
1767ἐδημοπρατήθησαν κτίρια διὰ δημοτικὰ σχολεῖα, καὶ πόσα
1768ἐνεκρίθησαν, καὶ εἰς ποῖον ποσὸν ἀνέρχεται τὸ διὰ τὰς ἤδη
1769ἐγκριθείσας δημοπρασίας. Ὡς εἶπον καὶ ἄλλοτε, δὲν πρέπει
1770ὁ Ὑπουργὸς νὰ προβαίνῃ εἰς δημοπρασίαν καὶ εἰς ἔγκρισιν
1771κατασκευῆς κτιρίων δημοτικῶν σχολείων ἀξίας 700,000
1772δραχμῶν, χωρὶς νὰ ὑπάρχῃ οὐδὲ μία δραχμὴ κατατεθειμένη
1773ἐν τῇ Ἐθνικῇ Τραπέζῃ πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον.
1774Νομίζω, ὅτι εἶναι πληροφορίαι, τὰς ὁποίας ἡ ὑπηρεσία
1775δὲν δύναται νὰ ἀρνηθῇ, τὰς ὁποίας ὁ ἁρμόδιος τμηματάρ-
1776χης δύναται νὰ δώσῃ ἀμέσως, διότι τὰ βιβλία τοῦ Ὑπουρ-
1777γείου τῆς Παιδείας εἶναι ἐν πλήρει τάξει. Ἐὰν ὁ κ. Ὑπουρ-
1778γὸς τῆς Παιδείας δὲν ἦτο ἀσθενής, — εὔχομαι δὲ ταχέως νὰ
1779ἀναρρώσῃ — εἶμαι βέβαιος, ὅτι δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν ὁ κ. Ρώμας
1780ν’ ἀποποιηθῇ νὰ προσκομίσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τοιαύτας πλη-
1781ροφορίας, αἱ ὁποῖαι ἐντὸς ὡρῶν δύνανται νὰ συλλεχθῶσιν.
1782Ἀλλὰ καὶ ἄλλων πληροφοριῶν ἔχω ἀνάγκην. Πῶς ὅμως
1783νὰ συζητήσω ἐπ’ αὐτῶν, ἀφοῦ δὲν κατετέθησαν εἰσέτι; Ἐὰν
1784νομίζητε, ὅτι εἶναι πρέπον νὰ ἀνερχώμεθα τὸ βῆμα καὶ νὰ
1785ὁμιλῶμεν ἐπὶ ζητημάτων, ἐφ’ ὧν δὲν κατετέθησαν ἐπίσημοι
1786πληροφορίαι, θέλω τὸ πράξει εὐχαρίστως.
1787§106Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Εὐλαβοῦμαι
1788τὴν ἱερὰν ἀγανάκτησιν, τὴν ὁποίαν αἰσθάνεσθε, διότι δὲν
1789προσεκομίσθησαν ταχέως καὶ ἀμέσως αἱ πληροφορίαι, τὰς
1790ὁποίας ἐζητήσατε. Ἀλλ’ αἱ πληροφορίαι, τὰς ὁποίας ἐζη-
1791τήσατε, ἐζητήθησαν μόνον τῇ 12 Μαρτίου, ἀπὸ δὲ τῆς 12
1792μέχρι σήμερον δὲν ἐμεσολάβησαν ἢ μόνον δύο ἡμέραι. Ἔχετε
1793δίκαιον ν’ ἀγανακτῆτε λοιπόν; — Ἐὰν δὲ πρόκηται νὰ ἀνα-
1794πτύξητε περισσότερον τὴν ἀγανάκτησίν σας, δύνασθε, ἐὰν
1795θέλητε, νὰ πράξητε τοῦτο κατὰ τὸ ὑπόλοιπον τῆς συνεδριά-
1796σεως, διότι οὕτω δύναται νὰ χρησιμεύσῃ τὸ θέμα πρὸς ἐξα-
1797κολούθησιν τῆς συζητήσεως ταύτης.
1798Καθόσον δ’ ἀφορᾷ τὰς ἐπερωτήσεις ὑμῶν πρὸς τὸν κύριον
1799Ὑπουργὸν τῆς Ἐκπαιδεύσεως, βεβαιῶ ὑμᾶς, ὅτι, ἂν οὗτος
1800ἦτο ὑγιὴς, βεβαίως ἤθελε προσκομίσει τὰς ζητουμένας πλη-
1801ροφορίας, καὶ τοῦτο, οὐχὶ διότι οὗτος εἶναι ἀνὴρ, ὁ ὁποῖος
1802ἔχει συνείδησιν τῆς εὐθύνης καὶ σέβεται ἑαυτὸν, ἀλλὰ διότι
1803δὲν ὑπῆρξε ποτὲ Ὑπουργὸς καλῆς πίστεως, ὅστις ἠρνήθη
1804νὰ προσκομίσῃ πληροφορίας, αἵτινες ἐζητήθησαν ἐν τῇ Βου-
1805λῇ, οὔτε δὲ παραδέχομαι, ὅτι ἡμεῖς ἠρνήθημεν ποτὲ πλη-
1806ροφορίας, ὑποκλέπτοντες διὰ πλαγίων τοιούτων μέσων τὸν
1807χρόνον τῆς Βουλῆς, ἵνα ἀποφύγωμεν τὸν ἔλεγχον. Ἀλλὰ
1808κατὰ τὰς ἡμέρας, καθ’ ἃς ἐπρόκειτο νὰ παρασκευασθῶσιν
1809αἱ πληροφορίαι, ἵνα ἀνακοινώσω ταύτας εἰς τὴν Βουλὴν,
1810συνέβη οἰκογενειακὸν δυστύχημα εἰς τὸν δικαστικὸν σύμβου-
1811λον κ. Πετρόπουλον, ἕνεκα τοῦ ὁποίου οὗτος ἠναγκάσθη νὰ
1812ἀναχωρήσῃ εἰς Αἴγιον, ὅπου τὸ δυστύχημα τοῦτο ἐκάλει αὐ-
1813τὸν, καὶ μόλις χθὲς ἐπανέκαμψεν ἐκεῖθεν· ἕνεκα δὲ τούτου
1814δὲν ἐγένετο δυνατὸν νὰ κατατεθῶσιν αἱ πληροφορίαι, τὰς
1815ὁποίας ἐζητήσατε.
1816Μοὶ φαίνεται, ὅτι ἠδύνατό τις ν’ ἀγανακτῇ, εἴτε ἐν τῇ
1817Ἀντιπολιτεύσει τυγχάνων, εἴτε ἀνεξαρτήτως βουλευόμενος,
1818ἐὰν ὑπῆρχε δυστροπία τῶν ὑπευθύνων, ἵνα δώσωσι τὰ μέσα
1819πρὸς ἐνάσκησιν τοῦ ἀπαιτουμένου ἐλέγχου· ὅταν ὅμως δὲν
1820ὑπάρχῃ δυστροπία, νομίζω ὅτι αἱ ἀγανακτήσεις εἶναι μά-
1821ταιαι, καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ προκαλέσωσι συγκίνησιν,
1822εὐτυχῶς δὲ, νομίζω ὅτι δὲν δύνανται νὰ προκαλέσωσι παρ’
1823ὑμῶν οὐδ’ ἐπίκρισιν.
1824§107ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Κατὰ τοὺς τελευταίους τούτους χρό-
1825νους ἐπέπρωτο νὰ ἀκούωμεν καὶ εἰρωνείας κατὰ τῶν ἐπιθυ-
1826μούντων νὰ ἐξασκήσωσι τὸ ὕψιστον δικαίωμα τοῦ Βουλευ-
1827τοῦ. Ἐνθυμοῦμαι ὅμως τὴν ἱερὰν ἄλλοτε ἀγανάκτησιν τοῦ
1828ἀξιοτίμου κ. νῦν Πρωθυπουργοῦ, διότι δὲν κατετίθεντο τότε
1829αὐτοστιγμεὶ τὰ αἰτούμενα ἔγγραφα. Ἴσως ὁ κύριος Πρωθυ-
1830πουργὸς θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ δικαιολογηθῇ διὰ τὴν μὴ κατά-
1831θεσιν τῶν ἐγγράφων, ἅτινα ἐζήτησα τὴν 12 τρέχοντος μηνὸς,
1832ἀλλὰ βεβαίως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ δικαιολογηθῇ διὰ τὴν
1833μὴ κατάθεσιν τῶν ἐγγράφων, τὰ ὁποῖα ἐζητήθησαν τὴν 7
1834Φεβρουαρίου, διότι ἔκτοτε παρῆλθε διάστημα πλέον τοῦ
1835μηνός...
1836§108Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἀσθενεῖ ὁ κ. Ὑπουργός.
1837§109ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Δὲν πιστεύω νὰ φρονῆτε, ὅτι ἡ ἀσθέ-
1838νεια τοῦ κ. Ὑπουργοῦ πρέπει νὰ ματαιώσῃ τὸν κοινοβουλευ-
1839τικὸν ἔλεγχον· διότι ἄλλως τε ἐγὼ παρατηρῶ, ὅτι ἡ ὑπη-
1840ρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῆς Παιδείας λειτουργεῖ κανονι-
1841κῶς, καθόσον βλέπω ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως ἀνὰ
1842πᾶσαν ἡμέραν πράξεις, αἱ ὁποῖαι ἐξέρχονται ἐκ τοῦ Ὑπουρ-
1843γείου τούτου. Ἐὰν νομίζῃ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι ἡ ἀδια-
1844θεσία τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Παιδείας πρέπει νὰ σταμα-
1845τήσῃ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου τούτου, ἂς τὸ δηλώσῃ,
1846διότι τότε βεβαίως θέλω παύσει ζητῶν πληροφορίας.
1847Δὲν ἔχω δὲ ἀνάγκην τῶν προτροπῶν τοῦ κ. Πρωθυπουρ-
1848γοῦ, ἵνα κανονίσω τὸν τρόπον καὶ τὸν χρόνον, καθ’ ὃν θὰ
1849ὁμιλήσω. Παραδείγματα τοιαῦτα ἔχω πρόχειρα τοῦ κυρίου
1850Πρωθυπουργοῦ περὶ τοῦ τρόπου καὶ τοῦ χρόνου τῆς ἐξασκή-
1851σεως τοῦ κοινοβουλευτικοῦ ἐλέγχου. Ἐκ τούτων δ’ ἐδιδάχθην.
1852Τὰ διδάγματα δὲ αὐτοῦ, ἔστω βέβαιος, ὅτι ἐκαρποφόρησαν,
1853καὶ τοὺς καρποὺς αὐτῶν ἐν καταλλήλῳ στιγμῇ θέλει συλλέ-
1854ξει ὁ ἴδιος.
1855Ἐγὼ δύναμαι νὰ λάβω τὸν λόγον καὶ πρὸ τῆς ἡμερησίας
1856διατάξεως καὶ κατ’ αὐτήν. Ἂς μὴ πιστεύῃ δὲ ὁ κύριος
1857Πρωθυπουργὸς, ὅτι κατὰ τὴν συζήτησιν τῆς ἡμερησίας δια-
1858τάξεως θέλει παύσει ἀπὸ τοῦ νὰ ἐνοχλῆται ὑπὸ τῆς ὀχλη-
1859ρᾶς φωνῆς μου. Διαβεβαιῶ ὅμως αὐτὸν, ὅτι προκειμένου περὶ
1860ἐπιτελέσεως καθήκοντος οὔτε εἰρωνεῖαι οὔτε ἀπειλαὶ θὰ μὲ
1861παρακωλύσωσιν ἀπὸ τοῦ νὰ ἐκπληρώσω αὐτό, μεθ’ ὅλην τὴν
1862ἐπιδοκιμασίαν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ πρὸς τὰς εἰρωνείας καὶ
1863τὰς ἀπειλάς.
1864§110ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει ἄλλος τις τὸν λόγον πρὸ τῆς ἡμε-
1865ρησίας διατάξεως;
1866Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
1867§111Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Δι’ οὓς λόγους ἀνέπτυξα
1868πρὸ μικροῦ, παρακαλῶ νὰ προταχθῇ τὸ νομοσχέδιον τὸ ἀφο-
1869ρῶν εἰς τὴν ἵδρυσιν ὀγδόου Ὑπουργείου Βιομηχανίας, Ἐμ-
1870πορίου κλπ.
1871§112Δ. ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
1872§113ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχουσι δέκα ὑποστηρίζοντες τὴν πρό-
1873τασιν περὶ προτάξεως τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τροποποιήσεως
1874τοῦ περὶ ὀργανισμοῦ τῶν Ὑπουργείων νόμου»; (Ἐγείρον-
1875ται ὑπὲρ τοὺς 10 Βουλευταί).
1876Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρόταξιν τοῦ νομοσχεδίου, ὅπερ
1877ἀνέφερα, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται πολλοί·
1878ἀμφίβολον τὸ ἀποτέλεσμα).
1879Οἱ μὴ παραδεχόμενοι παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγεί-
1880ρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη.
1881Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ βεβαιώσεως καὶ
1882εἰσπράξεως καὶ κατὰ τὸν μῆνα Μάρτιον τοῦ 1903 τῶν ἐσόδων
1883τοῦ Κράτους καὶ τῶν ἐσόδων τοῦ εἰδικοῦ ταμείου τῶν Φάρων
1884καὶ Φανῶν καὶ τοῦ ταμείου τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου τῆς χρή-
1885σεως τοῦ ἔτους 1903, καὶ περὶ χορηγίας πιστώσεως ἴσης
1886πρὸς τὸ ἓν δωδεκατημόριον τῶν προϋπολογισθέντων ἐξόδων
1887ἐν γένει διὰ τὴν χρῆσιν τοῦ ἰδίου ἔτους 1903».
1888§114ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
1889§115ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις μέχρι τῆς 9
1890καὶ 30′.
1891(Γίνεται διακοπὴ ὥρᾳ 8 μ. μ. Ἐπαναλαμβάνεται δὲ ἡ
1892συνεδρίασις ὥρᾳ 10 καὶ 5′ μ. μ.)
1893§116ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ συνεδρίασις. Ὑπάρ-
1894χει ἀντίρρησις;
1895§117ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι.
1896§118ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Στάης ἔχει τὸν λόγον.
1897Ἀλλὰ παρακαλῶ· ὑπάρχει ἓν ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ
1898τὰ πρακτικὰ τὰ σήμερον ἐπικυρωθέντα. Ὁ ἀξιότιμος βου-
1899λευτὴς Καλαβρύτων κ. Ἀλέξανδρος Ζαΐμης παρετήρησεν,
1900ὅτι τὸ Προεδρεῖον, παρὰ τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 15 τοῦ
1901Κανονισμοῦ, ἐχαρακτήρισε τὴν πρότασιν περὶ προτάξεως τοῦ
1902σταφιδικοῦ νομοσχεδίου ὡς ἀπορριφθεῖσαν, ἐνῷ κατὰ τὸν κ.
1903Βουλευτὴν δὲν ὑπῆρχεν ἀπόλυτος πλειονοψηφία. Φρονῶ ὅτι
1904ἡ γνώμη τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ δὲν εἶναι ὀρθή. Ἐψήφισαν
1905ἐν ὅλῳ 142, ἐξ ὧν 71 κατὰ τῆς προτάσεως, 65 ὑπὲρ τῆς
1906προτάσεως, καὶ 6 ἠρνήθησαν ψῆφον. Εἶπον εἰς τὸν κ. Βου-
1907λευτήν, ὅτι οἱ ἀρνηθέντες ψῆφον καταλογίζονται ὡς ψηφί-
1908σαντες κατὰ τῆς προτάσεως· ἀλλὰ καὶ ἐν περιπτώσει, καθ’
1909ἣν ἤθελον καταλογισθῆ ὑπὲρ τῆς προτάσεως, θὰ εἴχομεν ἰσο-
1910ψηφίαν, ὅτε συμφώνως πρὸς τὴν τελευταίαν διάταξιν τοῦ ἄρ-
1911θρου 15 τοῦ Κανονισμοῦ ἀπορρίπτεται ἡ πρότασις.
1912Ὁρίστε, κύριε Στάη.
1913§119ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
1914§120Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουρ-
1915γὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Μοὶ εἶναι πρόχειρον νὰ δώσω
1916ἐξηγήσεις εἰς τοὺς δισταγμοὺς, τοὺς ὁποίους προέβαλεν ὁ
1917προλαλήσας. Ὅτε συνεζητεῖτο ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1902,
1918ἐποιησάμην παρατήρησιν, τὴν ὁποίαν ὁ τότε Πρόεδρος τοῦ
1919Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἀνεγνώρισεν ὡς ὀρθήν. Κατὰ τὸν
1920προϋπολογισμὸν τῶν ἐξόδων τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουρ-
1921γείου τοῦ 1902, ἐν κεφαλαίῳ δωδεκάτῳ, ἐν ᾧ ἀναγράφονται
1922τὰ ἔξοδα τῆς γεωργίας, ὑπάρχει ἄρθρον ἀναγεγραμμένον, τὸ
1923ὁποῖον ἔχει οὕτω: «Συνδρομὴ πρὸς σύστασιν Γεωργικῶν Σχο-
1924λῶν καὶ Σταθμῶν καὶ πρὸς συντήρησιν τοῦ Γεωπονικοῦ Χη-
1925μείου». Τὴν ἀναγραφὴν ταύτην κρίνω μὴ ἀκριβῆ κατ’ ἀριθ-
1926μόν, ἀλλὰ μήτε σύμφωνον μὲ τὰς διατάξεις τοῦ νόμου περὶ
1927δημοσίου λογιστικοῦ, ὅστις ἀπαιτεῖ ἰδίως τὴν εἰδικοποίησιν
1928τῶν δαπανῶν. Ἑπομένως, ἀντὶ τῆς ἀναγραφῆς «πρὸς σύστα-
1929σιν καὶ διατήρησιν Γεωργικῶν Σχολῶν καὶ Σταθμῶν καὶ
1930πρὸς συντήρησιν τοῦ Γεωπονικοῦ Χημείου δραχ. 417,000»,
1931ἔπρεπε νὰ ἀναγραφῇ ἰδίᾳ ἡ δαπάνη πρὸς σύστασιν Γεωργι-
1932κῶν Σχολῶν καὶ Σταθμῶν, καὶ αὕτη πάλιν ἰδίᾳ δι’ ἑκάστην
1933Σχολὴν καὶ δι’ ἕκαστον Σταθμόν, διακεκριμένως δὲ ἐν ἰδίῳ
1934κεφαλαίῳ καὶ ἐν λεπτομερείᾳ τὰ ἔξοδα τοῦ Γεωπονικοῦ Χη-
1935μείου. Ἡ ἀναγραφὴ δὲ προσῆκε νὰ γένηται οὕτω: «Κεφ.12.
1936Γεωργία. Προμήθεια γεωργικῶν εἰδῶν καὶ κτηνῶν». Εἶτα
1937δὲ αἱ κατὰ μέρος δαπάναι, ἑκάστη οὐχὶ ἐν παραγράφῳ, ἀλλ’
1938ἐν ἰδίῳ ἄρθρῳ. Μετὰ τοῦτο «Ἔξοδα καλλιεργείας», ἰδίᾳ εἰς
1939ἄρθρον καὶ ἰδίᾳ εἰς παραγράφους:
1940αʹ) Ἐργάται τακτικοὶ βʹ τάξεως.
1941βʹ) Ἐργάται τακτικοὶ γʹ τάξεως.
1942γʹ) Ἔκτακτοι ἐργάται.
1943«Προμήθεια διαφόρων εἰδῶν πρὸς καλλιέργειαν», ὡσαύ-
1944τως ἰδίᾳ εἰς ἄρθρον καὶ ἰδίᾳ εἰς παραγράφους. «Ἔξοδα συν-
1945τηρήσεως καὶ φυλάξεως», ὡσαύτως. «Ἔξοδα μαθητῶν»,
1946ὡσαύτως. «Ἔξοδα μορτιτῶν», ὡσαύτως. «Συντήρησις Ἐκ-
1947κλησίας», ὡσαύτως. «Διάφορα ἔξοδα», ὡσαύτως.
1948«Γεωργικὸς Σταθμὸς Ἀθηνῶν», ἴδιον ἄρθρον
1949καὶ χωριστὰ ἐδάφια. «Ἔξοδα ἐγκαταστάσεως Γεωργικοῦ
1950Σταθμοῦ Ἀθηνῶν», ἴδιον ἄρθρον καὶ χωριστὰ ἐδάφια. «Γε-
1951νικὸν προσωπικὸν», ἴδιον ἄρθρον καὶ χωριστὰ ἐδάφια. «Ἔξο-
1952δα καλλιεργείας», ἴδιον ἄρθρον καὶ χωριστὰ ἐδάφια. «Ἔξοδα
1953συντηρήσεως καὶ φυλάξεως», ἴδιον ἄρθρον καὶ χωριστὰ ἐδά-
1954φια. «Διάφορα ἔξοδα», ἴδιον ἄρθρον.
1955«Γεωργικὸς Σταθμὸς Τίρυνθος καὶ ἀγροκη-
1956πίων Ἄστρους, Νεμέας καὶ Πόρου». Δι’ ἕκαστον
1957τούτων ἴδιον ἄρθρον καὶ χωριστὰ ἐδάφια. Διὰ τὰ «ἔξοδα
1958ἐγκαταστάσεως», ἴδιον ἄρθρον καὶ χωριστὰ ἐδάφια.
1959«Γενικὸν προσωπικόν», ἴδιον ἄρθρον καὶ χωριστὰ ἐδάφια.
1960«Ἔξοδα καλλιεργείας», ἴδιον ἄρθρον καὶ χωριστὰ ἐδάφια.
1961«Ἔξοδα συντηρήσεως καὶ φυλάξεως», ἴδιον ἄρθρον καὶ
1962χωριστὰ ἐδάφια.
1963«Διάφορα ἔξοδα» (ἐνοίκια κλπ.)
1964«Γεωργικὸς Σταθμὸς Πατρῶν», ὡσαύτως.
1965«Ἔξοδα ἐγκαταστάσεως», ἴδιον ἄρθρον. «Γενικὸν προσω-
1966πικὸν», ἴδιον ἄρθρον «Ἔξοδα καλλιεργείας», ἴδιον. «Ἔξοδα
1967συντηρήσεως καὶ φυλάξεως», ἴδιον. «Διάφορα ἔξοδα», ἴδιον
1968ἄρθρον.
1969«Γεωργικὸς Σταθμὸς Κερκύρας», ἴδιον ἄρθρον.
1970«Ἔξοδα ἐγκαταστάσεως», ἴδιον. «Γενικὸν Προσωπικὸν»,
1971ὡσαύτως. «Ἔξοδα καλλιεργείας», ἴδιον. «Ἔξοδα συντηρή-
1972σεως καὶ φυλάξεως», ἴδιον. «Διάφορα ἔξοδα» καὶ τὰ λοιπά.
1973Καὶ τοιουτοτρόπως τὴν δαπάνην τὴν ἀναγραφεῖσαν ἐν
1974μεγάλῳ ἀριθμῷ 417,000 δραχ. διὰ τὴν Γεωργίαν διήρεσα
1975καθ’ ἕκαστον Σταθμὸν Γεωργικὸν εἰς ἄρθρα. Ἄρθρον 1
1976«Προσωπικόν»· ἄρθρον 2 «Ἔξοδα καλλιεργείας»· ἄρθρον 3
1977«Προμήθεια διαφόρων εἰδῶν πρὸς καλλιέργειαν» καὶ τὰ λοιπά.
1978Καὶ ἐγένοντο τόσα κεφάλαια ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, ὅσοι
1979εἶναι οἱ Γεωργικοὶ Σταθμοί. Τοιουτοτρόπως νομίζω, ὅτι ἀντα-
1980ποκρινόμεθα πληρέστατα πρὸς τὰς ἀπαιτήσεις τοῦ νόμου περὶ
1981δημοσίου λογιστικοῦ.
1982Αὐτὸ ὁ ἐκ Κυθήρων Βουλευτὴς φαίνεται ὅτι ἐπικρίνει.
1983Βεβαίως ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ τὸ ἐπικρίνῃ, οὐδ’ ἔχω ἐγὼ δι-
1984καίωμα νὰ παραπονεθῶ. Ἐνθυμοῦμαι ὅμως, ὅτι, ὅτε ἐποιη-
1985σάμην τὴν παρατήρησιν ταύτην, ἐτύγχανεν Ὑπουργὸς, ἀνε-
1986γνώρισε δὲ τότε, ὅτι οὕτως ἤθελε συντάξει τὸν Προϋπολογι-
1987σμὸν τοῦ 1903.
1988Καὶ ταῦτα μὲν ὡς πρὸς τὴν δαπάνην τῶν Γεωργικῶν Σταθ-
1989μῶν. Ὁμολογῶ ἐν τούτοις, ὅτι αὐτὸ, τὸ ὁποῖον παρετήρησεν
1990ὁ ἐκ Κυθήρων Βουλευτὴς, ἤτοι ὅτι εἶναι ἀναγεγραμμέναι πι-
1991στώσεις περισσότεραι ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1903, εἶναι
1992ἀληθὲς, διότι ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ ἔτους 1902, ἐκτὸς
1993τῆς πιστώσεως τῶν δραχμῶν 417,000, ἥτις περιλαμβάνει
1994ποικίλας ἀνάγκας, αἱ ἄλλαι δαπάναι, τὰς ὁποίας ἀνέγραφεν
1995ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1902, ἀνήρχοντο εἰς δραχ. 547,000,
1996ἐνῷ ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1903 ἀνέρχεται ὡς πρὸς τοῦτο
1997εἰς δραχμὰς 817,000, δηλαδὴ ἔχει περισσοτέρας 270,000
1998δραχμάς. Ἀλλ’ ἐπῆλθε καὶ ἄλλη τις μεταβολὴ, ἡ μεταβολὴ
1999ὅτι μέχρι τοῦδε διετίθεντο ὑπὲρ τῆς γεωργίας οἱ τόκοι τοῦ
2000κληροδοτήματος Τριανταφυλλίδου, ἀπετέλουν δ’ οὕτω μέρος
2001τῶν δαπανῶν διὰ τὴν γεωργίαν, αἱ ὑπόλοιποι δὲ δαπάναι
2002τῆς γεωργίας ἀνεγράφοντο ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ. Καὶ δὲν
2003ἐνθυμοῦμαι μὲν τὸ ποσόν, εἰς τὸ ὁποῖον ἀνέρχονται οἱ ἐτήσιοι
2004τόκοι τοῦ κληροδοτήματος τούτου, ἀλλὰ βεβαίως τὸ Δημό-
2005σιον δαπανᾷ πολὺ περισσότερα τοῦ ποσοῦ τῶν τόκων τοῦ
2006κληροδοτήματος τούτου. Διὰ τοῦτο ἠκολούθησα τακτικὴν
2007ἄλλην, προσήκουσαν ὅμως· ἀνέγραψα πάντα τὰ ἔξοδα ἐν τῷ
2008προϋπολογισμῷ τῶν ἐξόδων τῆς γεωργίας, εἰς τὰ ἔσοδα δὲ
2009ἀνέγραψα τὸ εἰσπραττόμενον ποσὸν ἐκ τῶν τόκων, τοῦτο δὲ
2010περιορίζει τὴν ἐλευθερίαν τοῦ Ὑπουργοῦ· δὲν ἀφίνει εἰς αὐ-
2011τὸν τὴν ἐλευθερίαν νὰ δαπανᾷ περισσότερα καὶ νὰ μὴ ἐπαρκῇ
2012πρὸς θεραπείαν ἄλλων ἀναγκῶν.
2013Ὁ ἐκ Κυθήρων Βουλευτὴς χειρίζεται τὸν λόγον· θέλει δὲ
2014προτεθῆ προσεχῶς ἡ συζήτησις τοῦ Προϋπολογισμοῦ, τότε δὲ
2015θέλομεν συζητήσει, καὶ θέλει ἔχει τὴν εὐκαιρίαν ν’ ἀνακοι-
2016νώσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰς γνώμας του.
2017Προσέτι ὁ ἐκ Κυθήρων Βουλευτὴς ἐξέτεινε τὰς παρατη-
2018ρήσεις του καὶ ἐπὶ τὰ ἀναγραφόμενα ποσὰ ἐν ταῖς δηλώσε-
2019σιν. Εἶπε, παραδείγματος χάριν, ὅτι ἐλαττώνομεν πιστώσεις
2020διὰ τὰ ἔξοδα τῆς ἀστυφυλακῆς, ἀλλὰ δὲν ἐξηγοῦμεν πόθεν
2021προῆλθεν ἡ ἐλάττωσις. Ἡ ἐλάττωσις ὄντως εἶναι ἐκ δραχ-
2022μῶν 836,280. Ἀλλ’ ἔλεγεν ὁ κ. Βουλευτὴς, ὅτι, ἀφοῦ ἐν
2023τῷ ἄρθρῳ 8 τοῦ κεφαλαίου 3 ἀνεγράφετο πίστωσις δραχ-
2024μῶν 569,700 διὰ μισθοὺς ἀστυφυλάκων καὶ ἐνωμοταρχῶν,
2025τὸ ποσὸν ἔπρεπε νὰ διαιρεθῇ εἰς τὸ τρίμηνον, διὰ τὸ ὁποῖον
2026εἶναι δραχμαὶ 140,000. Ἠρώτα, διατὶ ἀνεγράφησαν 17,000
2027ὑπὸ τὸ ἐδάφιον βʹ τοῦ ἄρθρου 15 τοῦ κεφαλαίου 3· ἀλλὰ δὲν
2028λαμβάνει ὑπ’ ὄψιν, ὅτι προβαίνομεν ἤδη εἰς τὸν τρίτον μῆνα
2029τοῦ ἐνιαυτοῦ, οὐδὲ γνωρίζομεν ἔτι, πότε θέλει ἐπιψηφισθῆ ὁ
2030Προϋπολογισμὸς καὶ οἱ ἄλλοι νόμοι.
2031Ἀλλὰ διατὶ ζητεῖ ὁ Βουλευτὴς ἐκ Κυθήρων ν’ ἀσχολη-
2032θῶμεν σήμερον ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου, ἐνῷ ταῦτά εἰσι θέ-
2033ματα ἀνήκοντα εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ; Ἡ
2034δήλωσις εἶναι βεβαίως μέρος τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἢ ἵνα εἴπω
2035καλλίτερον, εἶναι Προϋπολογισμός. Ἀλλὰ δὲν συζητοῦμεν σή-
2036μερον Προϋπολογισμόν, συζητοῦμεν νομοσχέδιον περὶ πιστώ-
2037σεως, διὰ τοῦ ὁποίου ζητοῦμεν τὴν ἄδειαν νὰ δαπανήσωμεν
2038καὶ διὰ τὸν τρίτον μῆνα τὸ ἀναλογοῦν ποσόν. Ἐὰν συνεζη-
2039τοῦμεν τὸν Προϋπολογισμὸν, ἔπρεπε ν’ ἀσχοληθῶμεν ἐπὶ τῶν
2040ἀποριῶν τοῦ ἐκ Κυθήρων Βουλευτοῦ. Ἀλλὰ τότε ἤθελεν ἐξε-
2041λέγξει προηγουμένως τὸν Προϋπολογισμὸν ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ
2042Προϋπολογισμοῦ, καὶ ἡ πλειονοψηφία καὶ ἡ μειονοψηφία αὐ-
2043τῆς ἤθελον ἐκθέσει ἑκατέρα τὰς γνώμας αὐτῆς, καὶ ἂν ἀνε-
2044κάλυπτε παραβάσεις, ἤθελε ποιήσηται ταύτας γνωστὰς εἰς
2045τὴν Βουλήν. Ἀλλὰ νὰ συζητῶμεν σήμερον ἐπὶ τοῦ Προϋπο-
2046λογισμοῦ, ὅτι δὲν εἶναι αὐτὴ ἡ ἀναγραφὴ ὀρθή, ὅτι ἔπρεπε
2047νὰ γείνωσι προσθῆκαι ἢ ἀφαιρέσεις, καὶ τὰ τοιαῦτα, εἶναι
2048ἀπώλεια χρόνου, διότι ἡ Βουλὴ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχῃ
2049ἔτι γνώμην, οὐδ’ εἶναι δυνατὸν νὰ ἀρχίσωμεν νὰ συζητήσωμεν
2050σήμερον λεπτομερείας. Σήμερον πρόκειται νομοσχέδιον περὶ
2051πιστώσεως· ἐὰν δὲ τοῦτο δὲν ἀναγράφῃ ὅλα τὰ ἔξοδα, ἐὰν δὲν
2052δίδῃ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τὴν ἐξουσίαν νὰ δαπανήσῃ τὸ ποσὸν
2053τῶν ἐξόδων, τοῦ ὁποίου ἔχει ἀνάγκην διὰ τὸ δωδεκατημό-
2054ριον τοῦ Μαρτίου, ἐὰν ἀναγράφῃ περισσότερα, προτείνατε
2055παρατηρήσεις, καὶ θέλομεν δεχθῆ νὰ ἐλαττώσωμεν τὰ πε-
2056ρισσότερα, ἢ ἂν ἀναγράφῃ ὀλιγώτερα, δὲν θέλομεν ἔχει τὴν
2057ἄδειαν νὰ δαπανήσωμεν περισσότερα. Δὲν θέλει γενῆ δυνα-
2058τὸν νὰ ἐκδοθῶσι τὰ ἐντάλματα πρὸς πληρωμήν, ἀφοῦ αἱ πι-
2059στώσεις ἀνεγράφησαν ἐλάσσονες, οὐδὲ πληρώνει ὁ ταμίας.
2060Εἶναι δυνατὸν νὰ πληρώσῃ ὁ ταμίας ἄνευ ἐνταλμάτων;
2061Λοιπὸν ἀφήσατε εἰς τὸ Ὑπουργεῖον νὰ θραύσῃ τὴν κεφαλήν
2062του, νὰ μὴ δύναται νὰ διοικήσῃ, διότι θέλει ἔχει πιστώσεις
2063ὀλιγωτέρας τοῦ ποσοῦ, ὅπερ εἶχεν ὑπολογίσει.
2064Ἡ συζήτησις ἴσως χρησιμεύει διὰ νὰ ἀνταλλάσσωμεν
2065ἁπλῶς ἰδέας, διὰ νὰ ἀποκτῶμεν νέας γνώσεις· ἀλλ’ ἄνευ συ-
2066ζητήσεως Προϋπολογισμοῦ οὔτε ὁ ἐκ Κυθήρων Βουλευτής,
2067ὁ ὁποῖος παριστᾷ ἑαυτὸν δόκιμον καὶ πεπειραμένον, οὔτε
2068ἡμεῖς, τοὺς ὁποίους παριστᾷ ὅτι δὲν ἐμελετήσαμεν τὰ πράγ-
2069ματα, εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχωμεν γνώμην ὀρθήν.
2070§121ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
2071§122Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουρ-
2072γὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Κατά τινα συνεδρίασιν τοῦ νομο-
2073θετικοῦ σώματος κατὰ τὰ πρῶτα ἔτη τῆς ἀποκαταστάσεως
2074τοῦ Κράτους, καθ’ ἣν εἰσήχθη Προϋπολογισμὸς, ἐν ᾧ εἶχεν
2075ἀναγραφῆ πίστωσις δι’ ἔξοδα τοῦ στρατοῦ καὶ τοῦ στόλου
2076συλλήβδην, εἷς τῶν παρακαθημένων ἐδόξαζε τὸν Θεὸν, διότι
2077εἶδε τέλος πάντων λογαριασμὸν διὰ τὰ ἔξοδα τοῦ στρατοῦ
2078καὶ τοῦ στόλου! Ὁ ἐκ Κυθήρων Βουλευτὴς ἐθεώρησεν, ὅτι ἡ
2079ἀναγραφὴ τῶν 417,000 δραχμῶν δι’ ἔξοδα συντηρήσεως καὶ
2080ἐγκαταστάσεως ὅλων τῶν Γεωργικῶν Σχολῶν καὶ Σταθμῶν,
2081καὶ προσέτι τὰ ἔξοδα Γεωπονικοῦ Χημείου, χρησιμεύει τῷ
2082ὄντι ὡς ἔλεγχος τῆς διαχειρίσεως τῶν δημοσίων χρημάτων.
2083Ἐνῷ δ’ ἐγὼ ἐφρόντισα νὰ ἁπλοποιήσω τὴν ἀναγραφὴν, ὁ ἐκ
2084Κυθήρων Βουλευτὴς ἔλαβεν ἀφορμὴν νὰ ἀνοίξῃ συζήτησιν, καὶ
2085νὰ τρέψῃ αὐτὴν κατὰ διαφόρους τροπὰς, ἔχων ὑπ’ ὄψει νομο-
2086σχέδιον περὶ πιστώσεως διὰ τὰ ἔξοδα τοῦ μηνὸς Μαρτίου.
2087Προέβη εἰς ἐξέτασιν τῆς ὅλης οἰκονομικῆς διαχειρίσεως τοῦ
2088Κράτους, καὶ ἐκεῖθεν προέβη εἰς τὰ ἔξοδα, τὰ ὁποῖα προ-
2089καταβάλλει τὸ Δημόσιον εἰς τοὺς δήμους πρὸς συμπλήρωσιν
2090τῶν μισθῶν δημοτικῶν ὑπαλλήλων πτωχῶν δήμων. Καὶ ἐπε-
2091καλέσθη ὁ περίνους Βουλευτὴς δὲν ἐνθυμοῦμαι ποίας γνώμας
2092καὶ ποίας θεωρίας. Ἐγὼ ὅμως κρίνω, ὅτι ταῦτα ἄγουσιν εἰς
2093ἀπώλειαν χρόνου, ὁ ὁποῖος δυστυχῶς εἶναι πολὺ ὀλίγος, διότι
2094εἰσήλθομεν εἰς τὸν μῆνα Μάρτιον, καὶ δὲν μᾶς ὑπολείπονται
2095ἢ ὀλίγαι ἡμέραι· ἠναγκάσθην δὲ νὰ δώσω ἐξηγήσεις τινὰς,
2096ἵνα μὴ ὑποτεθῇ, ὅτι ὑπῆρξα ἐργάτης παραβάσεώς τινος τοῦ
2097Λογιστικοῦ νόμου ἢ ἄλλου τινὸς νόμου.
2098§123ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει ἄλλος τις τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀρχῆς;
2099Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακα-
2100λοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βου-
2101λὴ παρεδέχθη.
2102(Ἀναγινώσκονται εἶτα καὶ γίνονται δεκτὰ ἄνευ ἀντιρρή-
2103σεως τὰ ἄρθρα τοῦ νομοσχεδίου, ὡς καὶ τὸ σύνολον αὐτοῦ
2104εἰς τρίτην συζήτησιν.
2105Ἀκολούθως ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ, κατ’
2106ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, εἰς δευτέραν συζήτησιν, ἄνευ
2107ἀντιρρήσεως, τὰ νομοσχέδια: αʹ) «περὶ δυνάμεως τοῦ κατὰ
2108γῆν στρατοῦ κατὰ τὸ ἔτος 1903» καὶ βʹ) «περὶ δυνάμεως
2109τοῦ κατὰ θάλασσαν στρατοῦ διὰ τὸ ἔτος 1903»).
2110§124ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ
2111τακτοποιήσεως τῶν ὑπολοίπων διαφόρων ἢ χρηματιστικῶν
2112λογαριασμῶν καὶ διακανονισμοῦ τῶν ἐξόδων τῆς δημοτικῆς
2113ἐκπαιδεύσεως τῶν ἀπὸ τοῦ ἔτους 1896 καὶ ἐφεξῆς κατα-
2114βληθέντων καὶ καταβαλλομένων.»
2115Ἔχει τις τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀρχῆς;
2116§125Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο προεκάλεσε
2117τὸ ζήτημα περὶ τῶν προκαταβολῶν ἐκ τοῦ δημοσίου ταμείου
2118δι’ ἔξοδα δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως. Τὸ ζήτημα εἶναι πολλοῦ
2119λόγου ἄξιον, διότι πρόκειται περὶ ἑνὸς τῶν κυριωτέρων αἰ-
2120τίων, ἐξ ὧν καὶ οἱ Προϋπολογισμοὶ τοῦ Κράτους ἀποβαί-
2121νουσιν ἀνισοσκελεῖς, καὶ πᾶσα ἀπόπειρα πρὸς βελτίωσιν τῶν
2122τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἀποβαίνει ματαία. Ὡς εἶναι γνωστόν,
2123εἰς πλέον τῶν 7 ἑκατομμυρίων δραχμῶν ἀνέρχονται τὰ ἐκ
2124προκαταβολῶν ὀφειλόμενα ὑπὸ τῶν δήμων εἰς τὸ Δημόσιον.
2125Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνον τὰ ἐκ τῶν προκαταβολῶν βάρη, ἅτινα
2126ἐπιβαρύνουσι καὶ ἀνατρέπουσι τοὺς Προϋπολογισμούς, ἀλλ’
2127εἶναι καὶ τὰ ἐκ τῆς βοηθείας, ἣν παρέχει κατ’ ἔτος τὸ
2128δημόσιον ταμεῖον εἰς τοὺς ἀπόρους δήμους χάριν τῆς δημο-
2129τικῆς ἐκπαιδεύσεως. Τοιουτοτρόπως δύο μεγάλαι θύραι ἔχουσιν
2130ἀνοιχθῆ εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον, ἐκ τῶν ὁποίων ἐκφεύγουσι
2131μεγάλα χρηματικὰ ποσά, διὰ τὴν δαπάνην τῶν ὁποίων ἡ
2132Βουλὴ οὐδεμίαν ἐνασκεῖ ἐπίβλεψιν, διότι οὐδὲν ἀπαιτεῖται
2133νὰ δίδηται τῇ συγκαταθέσει αὐτῆς. Εὑρίσκει κατ’ ἔτος πρὸ
2134ἑαυτῆς τετελεσμένα γεγονότα, καὶ μόνον μετὰ ἓν ἢ δύο ἢ
2135τρία ἔτη ἔρχεται ἡ Κυβέρνησις, ὅπως ἀποκαλύψῃ τὴν ὑπέρ-
2136βασιν, καὶ διὰ νομοσχεδίου ζητήσῃ τὴν ἀναγνώρισιν τῆς
2137νομίμου μὲν, διότι στηρίζεται εἰς τὸν περὶ δημοτικῆς ἐκ-
2138παιδεύσεως νόμον, ἀλλ’ ἀντισυνταγματικῆς καὶ ἀντιλογι-
2139στικῆς δαπάνης, διότι δὲν ἀναγράφεται εἰς τὸν Προϋπολο-
2140γισμὸν τοῦ Κράτους. Οὐ μόνον δὲ διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ
2141δὲν διέρχεται ἡ δαπάνη αὕτη, οὐδὲ διὰ Β. Διατάγματος
2142δικαιολογεῖται, ὡς ἀπαιτεῖ ὁ Λογιστικὸς νόμος ἐπὶ προκατα-
2143βολῶν, ἀλλὰ καταβαλλομένη δυνάμει ἐντάλματος χρηματι-
2144κοῦ τῶν δημάρχων διαφεύγει καὶ τὸν προέλεγχον τοῦ Ἐλεγ-
2145κτικοῦ Συνεδρίου, ὃν διέταξεν ὁ νόμος τοῦ 1887 διὰ τὰ χρη-
2146ματικὰ ἐντάλματα τῶν Ὑπουργείων.
2147Εἶπον, ὅτι δύο εἶναι αἱ ὀπαὶ ἐν τῷ δημοσίῳ ταμείῳ, ἡ
2148μία ἡ τῶν προκαταβολῶν πρὸς τοὺς δήμους, καὶ ἡ ἄλλη ἡ
2149χορήγησις βοηθείας ὑπὲρ τῶν ἀπόρων δήμων, ἣν κατ’ ἔτος
2150ἀναγράφει ὁ Προϋπολογισμὸς χάριν τῆς δημοτικῆς ἐκπαι-
2151δεύσεως· ἐν ἄλλῳ νομοσχεδίῳ βραδύτερον θέλει κληθῆ ἡ
2152Βουλὴ νὰ συζητήσῃ ἐπὶ τῶν μέτρων, ἅτινα ἡ Κυβέρνησις
2153νομίζει συντελεστικά, ὅπως τεθῇ περιορισμὸς κατὰ τῶν
2154ὑπερμέτρων αὐτῶν δαπανῶν. Πρὶν ἢ ὅμως φθάσωμεν εἰς τὴν
2155συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου ἐκείνου καὶ κληθῆ ἡ Βουλὴ νὰ
2156ἐκφέρῃ γνώμην ἐπὶ ἄλλων μέτρων, ἢ ἐπὶ τῶν προτεινομένων
2157ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, νομίζω καλὸν νὰ γνωρίσῃ αὕτη σαφῶς,
2158ποία ἡ αἰτία, ἥτις εἰς βάρος τοῦ Δημοσίου παράγει τὰς
2159ὑπερβολικὰς αὐτὰς δαπάνας, αἱ ὁποῖαι καὶ τὸν καλλίτερον
2160Προϋπολογισμὸν μεταβάλλουσι κατὰ τὸν ἀπολογισμὸν εἰς
2161ἐλλειμματίαν, καὶ ἄνευ τῶν ὁποίων ὁ ἀπολογισμὸς αὐτὸς θὰ
2162ἀπεδείκνυεν ἰσοζύγιον ἢ περίσσευμα.
2163Τὰς προκαταβολὰς τοῦ δημοσίου ταμείου ὑπὲρ τῶν δη-
2164μοδιδασκάλων καὶ τῶν δημοδιδασκαλισσῶν ἀνέγραψε πρῶτος
2165ὁ νόμος ΤΛΗʹ τῆς 12 Ἰουλίου 1856. Μετ’ αὐτὸν ἐξεδόθη
2166εὐθὺς ἀμέσως κατὰ τὸ ἴδιον ἔτος Διάταγμα τῆς 17 Ἰουλίου
21671856, ὅπερ ἐκανόνισε, κατὰ τίνα τρόπον οἱ ταμίαι πρέπει
2168νὰ ποιῶνται τὰς προκαταβολὰς ταύτας, καὶ κατὰ τίνα
2169τρόπον πρέπει ν’ ἀναλαμβάνωσι τὰ χρήματα, τὰ ὁποῖα προ-
2170κατέβαλον, ἐκ τῶν δημοτικῶν εἰσπράξεων. Μετὰ τὸν νόμον
2171αὐτὸν ἐπῆλθεν ὁ νόμος περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως τοῦ
21721895, ὁ ͵ΒΤΜΘʹ, ὅστις, ἐξ ἀξιεπαίνου ἀγόμενος ζήλου ὑπὲρ
2173ἐνισχύσεως τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, ἐχορήγησεν ἐκ τοῦ
2174δημοσίου ταμείου μείζονα ἐνίσχυσιν εἰς αὐτήν, ἰδίως μετὰ
2175τὴν συμπλήρωσιν διὰ τοῦ νόμου ͵ΒΤϞΖʹ τοῦ 1896, κατα-
2176στήσας σταθερωτέραν καὶ γενναιοτέραν τὴν ὑποστήριξιν αὐ-
2177τοῦ. Διὰ τοῦ ἄρθρου 63, ὡς ἐτροποποιήθη, ὁ νόμος ͵ΒΤΜΘʹ
2178καθιέρωσεν ὅ,τι καὶ πρὶν ἦτο καθιερωμένον, ὅτι τὰ χρημα-
2179τικὰ ἐντάλματα τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως ἐξοφλοῦνται
2180ὑπὸ τῶν ταμιῶν τοῦ Κράτους (ἀναγινώσκει): «Ἄρθρον 63.
2181Τὰ πρὸς πληρωμὴν τῶν ἐξόδων τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως
2182χρηματικὰ ἐντάλματα ἐκδίδονται ὑπὸ τοῦ δημάρχου ἐντὸς
2183τοῦ πρώτου δεκαημέρου τοῦ ἑπομένου μηνός, ἐξοφλοῦνται δὲ
2184ὑπὸ τοῦ δημοσίου ταμείου ἐντὸς 5 τὸ βραδύτερον ἡμερῶν
2185ἀπὸ τῆς πρώτης αἰτήσεως τοῦ δικαιούχου.»
2186Τὸ τελευταῖον ἐδάφιον τοῦ ἄρθρου τούτου, τὸ ἐδάφιον γʹ,
2187τὸ ὁποῖον προβλέπει τὴν περίπτωσιν, καθ’ ἣν δὲν ὑπάρχουσι
2188χρήματα τοῦ δήμου πρὸς πληρωμὴν, ἔχει ὡς ἑξῆς: «Ἐὰν
2189δὲ δὲν ὑπάρχωσι πλέον ἔσοδα τοῦ δήμου πρὸς εἴσπραξιν, δὲν
2190ὑπάρχωσι δὲ δημοτικὰ χρήματα οὐδ’ ἐν τῷ δημοσίῳ ταμείῳ
2191οὐδ’ ἐν τῷ δημοτικῷ, ὁ ταμίας ἐξοφλεῖ τὰ χρηματικὰ ἐντάλ-
2192ματα, καὶ καταγγέλλει τὴν ὑπόθεσιν εἰς τὴν ἁρμοδίαν διοι-
2193κητικὴν ἀρχὴν δι’ ἀναφορᾶς, ἱστορούσης λεπτομερῶς τὸ
2194πρᾶγμα, ἵνα αὕτη προκαλέσῃ τὴν περὶ καταβολῆς τῶν ἀναγ-
2195καιούντων χρημάτων ἐκ τῆς προσδιορισθείσης συνδρομῆς τοῦ
2196Δημοσίου πρόνοιαν τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργείου.»
2197Ἑπομένως, ἐνῷ ἀρχικῶς, ἐν ᾗ περιπτώσει δὲν ἤθελον ὑπάρ-
2198χει χρήματα εἴτε ἐν τῷ δημοσίῳ ταμείῳ, εἴτε εἰς χεῖρας τοῦ
2199εἰσπράκτορος, ὁ ταμίας ἔπρεπε νὰ καταγγέλλῃ τοῦτο εἰς τὴν
2200διοικητικὴν ἀρχήν, τὸν νομάρχην, καὶ αὕτη νὰ φροντίσῃ νὰ
2201προκαλέσῃ τὴν πληρωμὴν τῶν ἐνταλμάτων ἐκ τοῦ βοηθήμα-
2202τος τοῦ ἀναγεγραμμένου ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ Ὑπουρ-
2203γείου τῆς Ἐκπαιδεύσεως, διὰ τοῦ νόμου ͵ΒΤϞΖʹ τοῦ 1896
2204ὁ ταμίας ὑπεχρεώθη νὰ προκαταβάλλῃ καὶ ἔπειτα νὰ καταγ-
2205γέλλῃ τὸ πρᾶγμα εἰς τὴν διοικητικὴν ἀρχήν. Ἐν τῇ πρώτῃ
2206περιπτώσει δύο ἀσφαλιστικὰ μέτρα ὑπῆρχον· ἓν νὰ μὴ πλη-
2207ρώνῃ ὁ δημόσιος ταμίας, ὅταν δὲν ὑπάρχουν δημοτικὰ χρή-
2208ματα, καὶ ἕτερον νὰ καλῆται ὁ Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας νὰ
2209χορηγῇ τοῖς δήμοις τὸ ἀναγκαῖον χρῆμα, ἀλλ’ ἐκ τοῦ βοη-
2210θήματος τοῦ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ Κράτους.
2211Ἐκ τούτων προδήλως ἕπεται, ὅτι αἱ προκαταβολαὶ ἐξ
2212ἀνάγκης ἔπρεπε νὰ περιορίζωνται ἐντὸς τοῦ ποσοῦ τοῦ ἀνα-
2213γεγραμμένου ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ. Ἡ προκαταβολὴ δὲν
2214ἐπετρέπετο ἢ ἂν ὑπῆρχον δημοτικὰ χρήματα· τοιούτων μὴ
2215ὑπαρχόντων, αὕτη δὲν ἐπετρέπετο, ἀλλ’ ἐγίνετο προσφυγὴ
2216εἰς τὸ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ βοήθημα. Ἀλλὰ νόμος μετα-
2217γενέστερος, ὁ ͵ΒΤϞΖʹ τῆς 5 Ἀπριλίου 1896, ἐτροποποίησε
2218τὸ ἄρθρον 63 τοῦ ͵ΒΤΜΘʹ, προσθεὶς εἰς τὸ γʹ ἐδάφιον τοῦ
2219ἄρθρου πρὸ τῆς λέξεως «καταγγέλλει» τὰς λέξεις «ἐξοφλεῖ
2220τὰ χρηματικὰ ἐντάλματα καὶ» καταγγέλλει τὴν ὑπόθεσιν
2221εἰς τὴν ἁρμοδίαν διοικητικὴν ἀρχήν... Ὑποχρεοῖ λοιπὸν
2222ἤδη τὸν δημόσιον ταμίαν νὰ προκαταβάλλῃ. Ὅ,τι μόνον δύ-
2223ναταί τις καὶ μετὰ τὴν τροποποίησιν ταύτην νὰ ἀξιώσῃ ὑπὲρ
2224τοῦ Δημοσίου, εἶναι, ὅτι τοῦτο δικαιοῦται ν’ ἀναλαμβάνῃ
2225τὰς προκαταβολὰς ἐκ τοῦ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ βοηθήμα-
2226τος, ὅπερ ταύτας κατὰ πρῶτον ἔπρεπε νὰ ἐξοφλῇ, καὶ ἔπειτα
2227ἐφ’ ὅσον ὑπελείφθη τι, νὰ καταβάλληται εἰς τοὺς ἀπόρους
2228δήμους. Ἀλλὰ τοῦτο δυστυχῶς δὲν γίνεται, δηλ. δὲν συμψη-
2229φίζονται. Ἡ διάταξις αὕτη εἶναι ἀναγεγραμμένη ἐν τῷ
2230νόμῳ, καὶ ὡς τοιαύτη εἶναι ὑποχρεωτική. Οὐχ ἧττον ἀντι-
2231στρατεύεται πρὸς τὰς διατάξεις αὐτοῦ τοῦ Λογιστικοῦ νό-
2232μου, ὅστις ἀπαιτεῖ, ὁσάκις πρόκηται περὶ προκαταβολῶν,
2233νὰ δίδωνται αὗται διὰ Βασιλικοῦ Διατάγματος εἰδικοῦ, ἐγ-
2234κρίνοντος αὐτάς. Τοῦτο διατάσσει τὸ ἄρθρον 134 τοῦ Λογι-
2235στικοῦ νόμου. Ἀλλ’ ὁ περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως νόμος
2236εἰσήγαγεν ἐξαίρεσιν, ἥτις ὅμως δὲν εἶναι ἄνευ ἀσφαλείας, τῆς
2237ἀσφαλείας, ἣν παρέχει τὸ βοήθημα τὸ ἐγγεγραμμένον ἐν τῷ
2238Προϋπολογισμῷ, τὴν ὁποίαν ὅμως ἀσφάλειαν ἐντελῶς παρεῖδε
2239μέχρι τοῦδε τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, περιοριζόμενον
2240νὰ ζητῇ πάσας τὰς προκαταβολὰς ἀπὸ τοὺς δήμους, οἵτινες
2241ἀδυνατοῦσι νὰ καταβάλωσιν αὐτάς.
2242Ὅταν λάβῃ τις ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ἀπόλυτος ἀφέθη ἐλευθερία
2243εἰς τοὺς δημάρχους νὰ καταρτίζουν ὅπως θέλουν τοὺς προ-
2244ϋπολογισμοὺς τῶν ἐσόδων καὶ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως,
2245ὅταν λάβῃ ὑπ’ ὄψιν, ὅτι οἱ νομάρχαι, καίτοι εἶναι ἐντεταλ-
2246μένοι νὰ ἐξελέγχωσι καὶ ἰσοζυγίζωσι τοὺς δημοτικοὺς προ-
2247ϋπολογισμοὺς, ἐπηρεάζονται ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον κατὰ τὴν
2248ἐξέλεγξιν ἐκ τῆς πολιτικῆς, θέλει πεισθῆ ἐκ ποίων ἀπειλεῖται
2249κινδύνων τὸ δημόσιον ταμεῖον ἐκ τῆς νέας νομοθεσίας. Ἐνῷ
2250ἀφ’ ἑνὸς οἱ ταμίαι εἶναι ὑποχρεωμένοι νὰ πληρώνωσι τὰ ἔξοδα
2251τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, ἀφ’ ἑτέρου ἔχομεν δημοτικοὺς
2252προϋπολογισμοὺς φιλοτιμουμένους νὰ ἀναγράφωσι ταῦτα ὅσον
2253τὸ δυνατὸν μεγαλείτερα διὰ τοῦ πολλαπλασιασμοῦ τῶν σχο-
2254λείων οὐχὶ ἀναλόγως τῶν δημοτικῶν ἐσόδων, ἀφοῦ τὸ Κρά-
2255τος πληρώνει, ἀλλ’ ἀναλόγως τῶν πολιτικῶν μέσων, ἅτινα
2256διαθέτουν. Ὁ πολλαπλασιασμὸς τῶν σχολείων ἀποτελεῖ μέ-
2257γιστον κομματικὸν κέρδος τῶν δημάρχων, καὶ θὰ ἦσαν ἀνόη-
2258τοι νὰ μὴ ἱδρύουν τοιαῦτα. Διὰ τοῦτο ἕκαστος σπεύδει νὰ
2259ἐγγραφῇ πιστώσεις δι’ ὅσον τὸ δυνατὸν περισσότερα σχολεῖα,
2260καίτοι στερεῖται ἐσόδων δημοτικῶν. Ἔχομεν λοιπὸν ἀφ’ ἑνὸς
2261ἀκρατήτους τοὺς δημάρχους, οἱ ὁποῖοι, ἅπαξ ἀνοιχθείσης
2262τῆς θύρας, ζητοῦσι νὰ ἁρπάσωσι τὸ δημόσιον χρῆμα, ὅπως
2263γείνωσιν ἀρεστοὶ καὶ δημοτικοὶ εἰς τοὺς συμπολίτας αὐτῶν,
2264ἔχομεν ἀφ’ ἑτέρου τὴν πολιτικήν, ἥτις συμφέρον ἔχει καὶ
2265ἀναμιγνύεται, ἵνα ὑπηρετῇ τὰς τάσεις ταύτας τῶν δημάρ-
2266χων· ἔχομεν τέλος τὴν γενικῶς ἐπικρατοῦσαν ἰδέαν, τὴν
2267ἄλλως εὔλογον, ὅτι πᾶσα δαπάνη ὑπὲρ τῆς δημοτικῆς ἐκ-
2268παιδεύσεως εἶναι ἐπιτετραμμένη, διότι συντελεῖ εἰς τὴν ἀνά-
2269πτυξιν τοῦ λαοῦ. Οὕτως οὐδεὶς περιορισμὸς ὑπάρχει ἐν μέσῳ
2270τοιαύτης καταστάσεως εἰς τὰς δαπάνας, ὁ δὲ μόνος περιο-
2271ρισμὸς θὰ ἦτο ὁ ἐκ τῆς πιστώσεως, ἥτις εἶναι ἀναγεγραμ-
2272μένη ὑπὲρ τῶν ἀπόρων δήμων ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ
2273Ὑπουργείου τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως. Οὕτως ἀπεριόρι-
2274στος ὅμως δὲν ἦτο ἀπ’ ἀρχῆς τοῦ νόμου ΒΤΜΘʹ ἡ ἐξουσία
2275τῶν δημάρχων τοῦ συντηρεῖν σχολεῖα πέραν τῶν μέσων τῆς
2276συντηρήσεως, ἅτινα κέκτηνται οἱ δῆμοι. Τὸν ἀριθμὸν τῶν
2277δημοτικῶν σχολείων, τὰ ὁποῖα εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρχωσιν
2278ἐν ἑκάστῳ δήμῳ, ἀπεφάσιζον τὰ Ἐπαρχιακὰ Συμβούλια.
2279Τούτων καταργηθέντων, καὶ τῶν Νομαρχιακῶν μὴ λειτουρ-
2280γούντων μέχρι σήμερον, οὐ μόνον τὰ δημοτικὰ σχολεῖα σχη-
2281ματίζονται κατὰ βούλησιν τῶν δημάρχων, ἀλλὰ καὶ παρα-
2282νόμως, διότι διὰ τὴν σύστασιν αὐτῶν ὁ νόμος ἀπαιτεῖ τὴν
2283ἀπόφασιν Νομαρχιακοῦ Συμβουλίου.
2284Ὅσον ἀφορᾷ τὰ τῆς συνδρομῆς τοῦ Δημοσίου πρὸς τοὺς
2285δήμους, δύναταί τις νὰ εἴπῃ, ὅτι μέχρι τοῦ 1891, ὅτε ἐνο-
2286μοθετήθη ὁ νόμος ΑϠΝϚʹ περὶ Ἐπαρχιακῶν Συμβουλίων,
2287δὲν ὑπάρχει κεκανονισμένον τὸ βοήθημα τοῦτο. Ὑπάρχει
2288διάταξις τοῦ Συντάγματος ἐν ἄρθρῳ 16, ἡ ὁποία λέγει, ὅτι
2289«εἰς τὴν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν συντρέχει καὶ τὸ Κράτος
2290κατὰ τὸ μέτρον τῆς ἀνάγκης τῶν δήμων». Ὑπάρχει διάτα-
2291ξις τοῦ ἀρχαίου περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως νόμου τοῦ 1834,
2292ἡ ὁποία λέγει, ὅτι βοηθεῖ τὸ Κράτος διὰ τοῦ γενικοῦ ταμείου,
2293ἀλλὰ διάταξις ὁρίζουσα τὸ ποσόν τοῦ βοηθήματος αὐτοῦ
2294οὐδεμία ὑπῆρχε μέχρι τοῦ νόμου περὶ Ἐπαρχιακῶν Συμβου-
2295λίων. Τὸ ἄρθρον 20 τοῦ νόμου ᾼϠΝϚʹ τοῦ ἔτους 1891 περὶ
2296Ἐπαρχιακῶν Συμβουλίων λέγει: «Πρὸς προσδιορισμὸν τοῦ
2297ἀριθμοῦ τῶν ἐν ἑκάστῳ τῶν δήμων τῆς ἐπαρχίας δημοτικῶν
2298σχολείων τὸ Ἐπαρχιακὸν Συμβούλιον ὀφείλει νὰ ἔχῃ ὁδη-
2299γὸν τὴν κατάστασιν τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ δήμου. Ὅθεν
2300θέλει προτείνει εἴτε νὰ αὐξηθῶσι κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ
2301περὶ δήμων νόμου αἱ ἐν τῷ δημοτικῷ προϋπολογισμῷ περι-
2302ληφθεῖσαι ὑπὲρ τῶν δημοτικῶν σχολείων πιστώσεις, ἂν αὗται
2303δὲν ἐπαρκοῦσι πρὸς σύστασιν καὶ συντήρησιν τοῦ ἀναγκαιοῦν-
2304τος ἀριθμοῦ δημοτικῶν σχολείων, ἐπαρκοῦσι δὲ εἰς τὴν αὔ-
2305ξησιν ταύτην τὰ ἔσοδα τοῦ δήμου, εἴτε νὰ χορηγηθῇ ὑπὸ τοῦ
2306δημοσίου ταμείου βοήθεια εἰς τὸν δῆμον πρὸς συμπλήρωσιν
2307τοῦ ἀναγκαιοῦντος ποσοῦ κτλ.» Ὅθεν κατὰ τὸν νόμον τοῦτον
2308τὸ Ἐπαρχιακὸν Συμβούλιον προσδιώριζεν ἑκάστοτε τὸν ἀριθ-
2309μὸν τῶν σχολείων ἐν ἑκάστῳ δήμῳ, ὁδηγὸν ἔχον τὸν προϋπο-
2310λογισμὸν αὐτοῦ.
2311Ἐπῆλθεν εἶτα ὁ νόμος ͵ΒΤΜΘʹ τοῦ 1895 περὶ δημοτι-
2312κῆς ἐκπαιδεύσεως, ὅστις ἐν ἄρθρῳ 60, ὁμιλῶν περὶ τοῦ εἰ-
2313δικοῦ κεφαλαίου ὑπὲρ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, λέγει:
2314«Τὸ κεφάλαιον τοῦτο ἀποτελεῖται: αʹ) ἐκ τῶν τόκων τῶν
2315ὑπὸ τὴν διοίκησιν τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς
2316Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως Ὑπουργείου κληροδοτημάτων, τῶν
2317μὴ ῥητῶς καθωρισμένων εἰς εἰδικοὺς σκοποὺς εἴτε διὰ τῶν
2318διαθηκῶν εἴτε διὰ προγενεστέρων νόμων ἢ Β. Διαταγμάτων·
2319βʹ) ἐξ εἰσφορᾶς τῶν ἱερῶν Μονῶν ἐτησίας, ἧς τὸ ποσὸν
2320προσδιορίζεται εἰς 100,000 δραχμάς· γʹ) ἐξ εἰσφορᾶς τοῦ
2321δημοσίου ταμείου, ἧς τὸ ποσὸν ἀναγράφεται ἐν τοῖς ἐτησίοις
2322Προϋπολογισμοῖς ὑπὸ τὴν ἐπιγραφὴν «Συνδρομὴ τοῦ Κρά-
2323τους ὑπὲρ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως.»
2324Λοιπὸν πρώτην φορὰν τὸ 1895 ἀνεγράφη τὸ ποσὸν τῆς
2325συνδρομῆς τοῦ Κράτους ὑπὲρ τῶν δήμων διὰ τὴν στοιχειώδη
2326ἐκπαίδευσιν διὰ τοῦ νόμου ͵ΒΤΜΘʹ. Ἀλλ’ ὁ νόμος περὶ
2327Ἐπαρχιακῶν Συμβουλίων, ὅστις ὁρίζει τὰ τοῦ βοηθήματος
2328αὐτοῦ, καὶ τὸν ὁποῖον ὑποθέτει ἰσχύοντα ὁ ͵ΒΤΜΘʹ νόμος
2329περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, ἔθετο ἐν ἄρθρῳ 21 καὶ ἑτέραν
2330περιοριστικὴν διάταξιν, λίαν ἐπωφελῆ, ἡ ὁποία, ἂν δὲν κα-
2331τηργεῖτο διὰ τοῦ νόμου τοῦ 1900 περὶ νέας διοικητικῆς
2332διαιρέσεως τοῦ Κράτους, θὰ προελάμβανεν ὅλας τὰς ὑπερ-
2333βάσεις τῶν πιστώσεων διὰ τῶν προκαταβολῶν, καὶ ἑπομένως
2334ὅλα τὰ ἐλλείμματα, τὰ ὁποῖα παρουσιάζουν πολλοὶ Προ-
2335ϋπολογισμοὶ τοῦ Κράτους. Τὸ ἄρθρον 21 ἔχει οὕτως: «Ἄρ-
2336θρον 21. Οὐδέποτε ἡ χάριν τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως
2337χορηγουμένη εἰς τοὺς δήμους ὑπὸ τοῦ δημοσίου ταμείου βοή-
2338θεια δύναται νὰ ὑπερβῇ τὸ τρίτον τῶν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ
2339τοῦ δήμου περιλαμβανομένων πιστώσεων πρὸς σύστασιν καὶ
2340συντήρησιν δημοτικῶν σχολείων.» Βλέπει ἡ Βουλὴ τὴν πρό-
2341βλεψιν τοῦ νόμου, ὅστις, καλῶς γινώσκων, ὅτι αἱ ὑπὲρ τῆς
2342δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως γνῶμαι ἠδύναντο νὰ παρασύρουν
2343τοὺς δημάρχους καὶ τοὺς δημότας, ἂν αἱ δαπάναι κατεβάλ-
2344λοντο ὑπὸ τοῦ δημοσίου ταμείου, ἠθέλησε διὰ τοῦ νόμου,
2345ὅστις εἶναι τὸ μόνον πρακτικὸν μέσον περιορισμοῦ τῶν δαπα-
2346νῶν, νὰ ὁρίσῃ, ὅτι δὲν δύναται ἡ βοήθεια τοῦ Δημοσίου νὰ
2347ὑπερβῇ τὸ ἓν τρίτον τοῦ ἀναγεγραμμένου ἐν τῷ προϋπολογι-
2348σμῷ τοῦ δήμου ποσοῦ ὑπὲρ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως διὰ
2349συντήρησιν καὶ σύστασιν δημοτικῶν σχολείων. Ἐπῆλθε δυσ-
2350τυχῶς ὁ νόμος ͵ΒΧΕʹ τοῦ 1900, ὁ ὁποῖος, ὡς γνωστόν,
2351κατήργησε τὰ Ἐπαρχιακὰ Συμβούλια, καὶ μετεβίβασε τὰ δι-
2352καιώματα καὶ τὰ καθήκοντα τῶν Ἐπαρχιακῶν Συμβουλίων
2353εἰς τὰ Νομαρχιακά· ἀλλὰ τὰ Νομαρχιακὰ Συμβούλια ἀκόμη
2354δὲν ἐλειτούργησαν, πρόκειται δὲ μετ’ ὀλίγον νὰ καταργη-
2355θῶσιν ἴσως καὶ πάλιν καὶ ἀντικατασταθῶσιν ὑπὸ τῶν Ἐπαρ-
2356χιακῶν. Τοιουτοτρόπως ὁ σωτήριος ἐκεῖνος περιορισμὸς, ὅπως
2357μὴ ὑπερβαίνῃ τὸ βοήθημα τοῦ Δημοσίου τὸ ⅓ τῆς ἐν τῷ
2358προϋπολογισμῷ τοῦ δήμου ἀναγεγραμμένης ὑπὲρ τῆς δημο-
2359τικῆς ἐκπαιδεύσεως πιστώσεως, δὲν ὑφίσταται πλέον, καὶ
2360ἕνεκα τούτου σήμερον τὸ βοήθημα, ὅπερ παρέχει ὁ Ὑπουργὸς
2361ἐκ τοῦ κονδυλίου ὑπὲρ τῶν δήμων, ὁσάκις ἐγκρίνηται τοιαύτη
2362χορήγησις ὑπὸ τοῦ νομάρχου κατὰ τὸ ἄρθρον 62 τοῦ ͵ΒΤΜΘʹ
2363νόμου περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, εἰς οὐδένα περιορισμὸν
2364ὑπόκειται, καὶ ἐννοεῖται, ὅτι, ὁσάκις ἡ πολιτικὴ τὸ ἀπαιτῇ,
2365ὁ Ὑπουργὸς πάντοτε ἐνδίδει. Οὕτω σήμερον ἔχομεν οὐ μόνον
2366ἀπεριορίστους τὰς προκαταβολὰς τοῦ δημοσίου ταμείου,
2367ἀλλ’ ἀπεριορίστους καὶ τὰς ἐκ τοῦ βοηθήματος χορηγήσεις
2368τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, ἐνῷ πρὶν ἀμ-
2369φότερα ἦσαν περιωρισμένα, καὶ πέραν τοῦ Προϋπολογισμοῦ
2370τοῦ Κράτους δαπάναι ὑπὲρ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως δὲν
2371ἦσαν δυναταί.
2372Ἀλλ’ ὡς εἰ μὴ ἤρκουν αἱ νομοθετικαὶ καὶ διοικητικαὶ
2373αὐταὶ ὑπερβάσεις, αἵτινες καὶ πρὸς τὸ Σύνταγμα ἀντιτίθεν-
2374ται καὶ πρὸς τὸν Λογιστικὸν νόμον, ἔτι μᾶλλον ἐπεβαρύν-
2375θησαν διὰ τῆς ἀναγραφῆς, ἥτις ἀπὸ τοῦ 1896 εἰσήχθη ἐν
2376τῷ νόμῳ περὶ κυρώσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ
2377Κράτους, τῆς ἀδείας, ὅπως ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δημοσίας Ἐκ-
2378παιδεύσεως, προκειμένου περὶ δαπανῶν ἀναγομένων εἰς τὸ
2379βοήθημα τοῦ Κράτους πρὸς τοὺς δήμους ὑπὲρ τῆς δημοτι-
2380κῆς ἐκπαιδεύσεως, δικαιῶται, ἀπούσης τῆς Βουλῆς, καὶ
2381διὰ πιστώσεων ἀναπληρωματικῶν νὰ αὐξάνῃ τὸ χορηγηθὲν
2382ποσόν. Ἕνεκα τούτου παρέστημεν κατὰ τὸ παρελθὸν εἰς τὸ
2383φαινόμενον, ὅτι τὸ ἓν ἑκατομμύριον δραχμῶν περίπου, ὅπερ
2384εἶναι ἀναγεγραμμένον εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους
2385διὰ βοήθημα τοῦ Δημοσίου πρὸς τοὺς δήμους διὰ δαπάνας
2386ὑπὲρ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, ἀνῆλθεν εἰς 1,600,000
2387δρ. περίπου ἕνεκα τῆς χορηγηθείσης ἀδείας. Οὐδεμία ἄλλη
2388τοιαύτη ἀναπληρωματικὴ δαπάνη εἶναι τόσον ἀδικαιολόγη-
2389τος, ὅσον ἡ διὰ τὴν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν, ὡς μὴ ὑποκει-
2390μένη εἰς αὐξομειώσεις ἀνεπιδέκτους προϋπολογισμοῦ. Λοι-
2391πὸν ἔχομεν ἀχαλίνωτον ἄδειαν δαπανῶν εἰς βάρος τοῦ δημο-
2392σίου ταμείου, καὶ οὐδόλως ἄπορον ἑπομένως, ἂν ἔχωμεν ἑκα-
2393τομμυρίων ἐλλείμματα, προερχόμενα ἐκ τῶν πέραν καὶ ἄνευ
2394προϋπολογισμοῦ δαπανῶν ὑπὲρ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως.
2395Ἐνῷ καθῆκον εἶχον αἱ Κυβερνήσεις μετὰ τὴν κατάργησιν
2396τοῦ νόμου περὶ Ἐπαρχιακῶν Συμβουλίων, μεθ’ οὗ συγκατηρ-
2397γήθη καὶ μία ἐγγύησις σπουδαία κατὰ τῶν ὑπερμέτρων δα-
2398πανῶν διὰ τὴν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν, ἐνῷ καθῆκον εἶχον
2399διὰ νομοθετήματος νὰ θέσουν χαλινὸν εἰς τοὺς δημάρχους
2400καὶ τοὺς νομάρχας καὶ τοὺς Ὑπουργοὺς, ἀνέγραψαν τοὐναν-
2401τίον καὶ τὴν ὑπὲρ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως συνδρομὴν
2402πρὸς τοὺς δήμους μεταξὺ ἐκείνων, αἵτινες ἀπούσης τῆς Βου-
2403λῆς χορηγοῦνται διὰ Β. Διαταγμάτων...
2404§126ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Δὲν γνωρίζω, ἂν ἐξεδόθη ποτὲ Διά-
2405ταγμα ἐπὶ τῇ βάσει τῆς διατάξεως τῆς ἀναγεγραμμένης,
2406τὴν ὁποίαν ἀνεφέρατε, ἐν τῷ νόμῳ τῷ κυροῦντι τὸν Προ-
2407ϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους· δὲν γνωρίζω ἂν ἐξεδόθη ποτὲ
2408Διάταγμα, τὸ ὁποῖον ἐπιτρέπει τὴν ὑπέρβασιν τῶν δαπα-
2409νῶν. Ἀλλὰ κατὰ τὸ λῆξαν ἔτος βεβαίως δὲν ἐξεδόθη, διότι
2410μέχρι ταύτης τῆς στιγμῆς οὔτε ἡ παροῦσα Κυβέρνησις οὔτε
2411ἡ προκάτοχος αὐτῆς ἐξέδωκε τὸ Βασιλικὸν Διάταγμα, διὰ
2412τοῦ ὁποίου γίνεται ἡ κατανομὴ τοῦ βοηθήματος εἰς τοὺς
2413καθυστεροῦντας ἀπόρους δήμους.
2414§127Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Διάταγμα καὶ ἐγὼ δὲν βεβαιῶ
2415ὅτι εἶδον, οὔτε γνωρίζω, ἐὰν τώρα ἢ πρότερον ἐξεδίδετο Διά-
2416ταγμα περὶ κατανομῆς τοῦ βοηθήματος. Ἐκεῖνο, ὅπερ δύ-
2417ναμαι νὰ βεβαιώσω, εἶναι, ὅτι ἐν τῷ νόμῳ, τῷ κυροῦντι τὸν
2418προϋπολογισμὸν τῶν ἐξόδων τοῦ Κράτους ἀναγράφεται ἐν
2419ἄρθρῳ 15 ἡ ἄδεια τῷ Ὑπουργῷ τοῦ νὰ ὑπερβαίνῃ, ἀπούσης
2420τῆς Βουλῆς, διὰ συμπληρωματικῶν πιστώσεων, ἐπιτρεπομέ-
2421νων διὰ Β. Διατάγματος, τὸ ποσὸν τὸ ἀναγεγραμμένον ἐν
2422τῷ Προϋπολογισμῷ.
2423Λέγω λοιπόν, ὅτι, ὅταν τοιαῦται ἐλευθερίαι ἐνισχύωνται,
2424ἑπόμενον εἶναι νὰ φθάσωμεν εἰς τὰς ὑπερβάσεις, εἰς ἃς ἐφθά-
2425σαμεν. Ἐκτὸς τούτου, θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ θεωρῶ τὸν τρό-
2426πον αὐτὸν τῆς διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἀδείας ὑπὲρ τῶν
2427Ὑπουργῶν, νὰ ὑπερβαίνωσι τὰς ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ πιστώ-
2428σεις διὰ Β. Διαταγμάτων, ὡς μὴ νόμιμον. Ἀληθῶς ποῦ
2429ἀντλεῖ τὸ δικαίωμα ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὁ ὑπο-
2430βάλλων κατ’ ἔτος τῇ Βουλῇ τὸ σχέδιον περὶ κυρώσεως τοῦ
2431προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Κράτους, νὰ ὁρίζῃ περὶ
2432τούτου ἢ ἐκείνου τοῦ κεφαλαίου ἢ ἄρθρου διὰ τοῦ Προϋπο-
2433λογισμοῦ, ὅτι ἐπιτρέπεται, ἀπούσης τῆς Βουλῆς, ἡ διὰ Β.
2434Διατάγματος αὔξησις τῶν ἐν αὐτῷ πιστώσεων; Τοιαύτη
2435ἄδεια εἶναι νομοθετικῆς φύσεως μέτρον, καὶ ἐφ’ ὅσον δὲν
2436στηρίζεται εἰς προηγούμενον νόμον, τρὶς ψηφισθέντα καὶ ὑπὸ
2437τοῦ Ἡγεμόνος κυρωθέντα, ἀπῃτεῖτο νὰ τὸ ἐγκρίνῃ νέος νό-
2438μος, διότι τοιοῦτος δὲν εἶναι ἡ ἔγκρισις τοῦ Προϋπολογι-
2439σμοῦ. Διὰ τοῦτο ἀνάγκη νὰ περιορισθῇ τὸ δικαίωμα τοῦτο
2440τῶν Ὑπουργῶν, καὶ νὰ μὴ ἐπιτρέπηται ἢ δυνάμει νόμων μό-
2441νον ἡ ἄδεια αὕτη.
2442§128ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Πρέπει νὰ γείνῃ περιορισμὸς τούτου,
2443διότι βεβαίως γίνεται κατάχρησις περὶ τὴν ἀναγραφὴν ἐν τῷ
2444κυροῦντι τὸν Προϋπολογισμὸν νόμῳ τῆς ἀδείας, ἵνα ἀπούσης
2445τῆς Βουλῆς διὰ Β. Διαταγμάτων ζητῶνται πιστώσεις.
2446§129Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἀφοῦ αἱ πιστώσεις κατὰ κανόνα
2447πρέπει νὰ χορηγῶνται ὑπὸ τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας, ἐξαί-
2448ρεσις δ’ εἶναι τὸ νὰ ἐπιτρέπωνται ἔν τισι περιπτώσεσιν ὑπὸ
2449τοῦ Βασιλέως μόνον, ἔπρεπε τοὐλάχιστον αἱ περιπτώσεις
2450αὗται νὰ καθορίζωνται διὰ νόμου, οὐχὶ δὲ ν’ ἀφίνωνται εἰς
2451τὴν θέλησιν τῆς Κυβερνήσεως νὰ τὰς ὁρίζῃ ἄνευ νόμου, διότι
2452νόμος, κατὰ τὴν ἀκριβῆ ἔννοιαν τοῦ Συντάγματος, δὲν εἶναι
2453ἡ νομοθετικὴ πρᾶξις ἡ κυροῦσα τὸν Προϋπολογισμὸν, καὶ
2454δι’ αὐτὸ δὲν ψηφίζεται τρίς. Ὁ Λογιστικὸς ἡμῶν νόμος,
2455ὁμιλῶν περὶ τῶν ἀναπληρωματικῶν πιστώσεων, ἀρκεῖται εἰς
2456τὴν ἀναγραφὴν τῆς ἀδείας ἐν τῷ ἐνιαυσίῳ νόμῳ τῶν ἐξόδων·
2457ἀλλ’ ὁ Λογιστικὸς νόμος ἡμῶν εἶναι τοῦ 1852, ὅτε οἱ νόμοι
2458ἐψηφίζοντο ἅπαξ, καὶ οὐδεμία διαφορὰ ὑπῆρχεν ὡς πρὸς τὴν
2459ψήφισιν μεταξὺ τῶν νόμων καὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Σήμε-
2460ρον ὅμως οἱ μὲν ἄλλοι νόμοι ψηφίζονται τρὶς, ὁ δὲ κυρῶν τὸν
2461Προϋπολογισμὸν ἅπαξ. Νομίζω, ὅτι ὁ προσδιορισμὸς τῶν δα-
2462πανῶν ἐκείνων τοῦ Προϋπολογισμοῦ, δι’ ἃς ἀπούσης τῆς Βου-
2463λῆς ἀρκεῖ Β. Διάταγμα χορηγοῦν ἀναπληρωματικὴν πίστω-
2464σιν, εἶναι ἔργον νομοθετικῆς φύσεως, καὶ ἔπρεπε διὰ νόμου
2465ἅπαξ νὰ ὁρισθῶσιν αἱ τοιαῦται δαπάναι, διὰ νόμου δὲ καὶ
2466νὰ ἐπεκτείνωνται.
2467Ὅλα, ὅσα ἐξέθηκα, συμπίπτει νὰ ἀνοίγουν εὐρείας τὰς θύ-
2468ρας πρὸς ὑπερβάσεις πιστώσεων, αἵτινες, ὅσον καὶ ἂν ἐνδια-
2469φερώμεθα ὑπὲρ τῆς διαδόσεως τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως,
2470δὲν δικαιολογοῦνται ἐκ τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως καὶ
2471τῶν δήμων καὶ τοῦ Κράτους. Ἀλλ’ αἱ ὑπερβάσεις αὗται, ὡς
2472γίνονται, δὲν γίνονται καὶ τῇ προηγουμένῃ γνώσει καὶ συγ-
2473καταθέσει τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας, καὶ τοῦτο εἶναι ἐναντίον
2474καὶ τῆς νομοθεσίας ἡμῶν καὶ τῶν οἰκονομικῶν συμφερόντων
2475τοῦ Κράτους, οὗτινος διαταράττουν τὴν ἰσορροπίαν ἐν τοῖς
2476ἐσόδοις καὶ ἐξόδοις. Τὰς ἀνωμαλίας ταύτας πρέπει νὰ σπεύ-
2477σωμεν νὰ θεραπεύσωμεν, καὶ διὰ τοῦτο ἐφείλκυσα τὴν προσο-
2478χὴν τῆς Βουλῆς δι’ ὅσων εἶπον ἐπ’ αὐτῶν.
2479§130ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κωνσταντόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
2480§131Κ. ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγώ, κύριοι Βουλευταί,
2481ἔχω ἀμφιβολίας τινὰς καὶ ἀπορίας περὶ τοῦ σκοποῦ, τὸν
2482ὁποῖον ἐπιδιώκει τὸ προκείμενον νομοσχέδιον, καὶ περὶ τοῦ
2483ὀρθοῦ τρόπου, καθ’ ὃν ἐπιδιώκει τὴν πραγματοποίησιν τοῦ
2484σκοποῦ τούτου. Τὰς ἀμφιβολίας καὶ τὰς ἀπορίας αὐτὰς
2485ἐσκόπουν νὰ ὑποβάλω κατὰ τὴν πρώτην ἀνάγνωσιν τοῦ νομο-
2486σχεδίου, ἀλλ’ ἕνεκα κωλύματος δὲν παρευρέθην κατὰ τὴν
2487συζήτησιν. Ἤκουσα ὅμως, ὅτι ὁ ἀξιότιμος ἐκ Κυθήρων Βου-
2488λευτὴς τὰς πλείστας τῶν ἀποριῶν καὶ ἀμφιβολιῶν καὶ παρα-
2489τηρήσεων τούτων ἐποιήσατο ἤδη, καὶ ὅτι ὁ ἀξιότιμος Πρό-
2490εδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐπεφυλάχθη νὰ ἀπαντήσῃ κατὰ τὴν
2491δευτέραν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου. Ἐὰν ὁ ἀξιότιμος κύριος
2492Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εὐαρεστηθῇ νὰ δώσῃ τὴν ἀπάν-
2493τησιν, ἴσως καὶ αἱ ἐμαὶ παρατηρήσεις θὰ ὦσι περιτταί. Ἐν
2494ἐναντίᾳ δὲ περιπτώσει θ’ ἀναγκασθῶ νὰ ἐπανέλθω εἰς ὅσα
2495ἴσως χθὲς ἠκούσατε παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Κυθήρων Βου-
2496λευτοῦ.
2497§132Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Σᾶς παρα-
2498καλῶ νὰ λάβητε τὸν κόπον αὐτόν.
2499§133Κ. ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Θ’ ἀπασχολήσω ἴσως τὴν
2500Βουλὴν ἐπανερχόμενος εἰς πράγματα, περὶ τῶν ὁποίων ἤκουσε
2501τὰ δέοντα χθές. Ἐὰν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐπι-
2502μένῃ, ἐγὼ βεβαίως θὰ προβῶ εἰς τὰς παρατηρήσεις μου.
2503§134Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Σᾶς παρακαλῶ.
2504§135Κ. ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ νομοσχέδιον, Κύριοι,
2505ὡς ἠκούσατε, ἀφορᾷ τακτοποίησιν χρηματιστικῶν λογαρια-
2506σμῶν. Χρηματιστικοὶ δὲ λογαριασμοὶ ἀντικείμενον ἔχουσιν,
2507ὅπως γνωρίζετε, τὴν διεξαγωγὴν ὑπηρεσιῶν τινων τοῦ Κρά-
2508τους, αἱ ὁποῖαι ἐπιβάλλουσιν εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον τὴν
2509προκαταβολὴν δαπανῶν περιοδικῶς, ὑπὸ τὴν προσδοκίαν τῆς
2510ἀποδόσεως τῶν δαπανῶν τούτων παρ’ ἐκείνων, ὑπὲρ τῶν ὁποίων
2511ἐπιβάλλονται. Ὅταν αὐτοὶ οἱ λογαριασμοὶ ἀποπερατω-
2512θῶσιν, ἐνδεχόμενον εἶναι νὰ προκύψῃ εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον
2513ἰσοζύγιον, νὰ εἰσπράξῃ δηλαδὴ τὸ δημόσιον ταμεῖον ὅλα τὰ
2514χρήματα, τὰ ὁποῖα διέθεσεν ὑπὲρ τῶν ὑπηρεσιῶν ἐκείνων,
2515ἐνδεχόμενον ὅμως εἶναι νὰ προκύψῃ καὶ ἔλλειμμα, νὰ μὴ
2516δύναται τὸ δημόσιον ταμεῖον νὰ εἰσπράξῃ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα
2517ἐδαπάνησε. Καὶ ἐπειδὴ αὐταὶ αἱ εἰσπράξεις καὶ αἱ δαπάναι
2518δὲν ἔχουσιν ὡρισμένον χρονικὸν διάστημα, εἴθισται νὰ μὴ
2519περιλαμβάνωνται αὗται ἐν τοῖς Προϋπολογισμοῖς τοῦ Κρά-
2520τους, ἀλλὰ διαχειρίζονται ὑπὸ τὸν τίτλον «χρηματιστικοὶ
2521λογαριασμοὶ μὴ περιεχόμενοι εἰς τὸν Προϋπολογισμόν».
2522Αὐτὰ εἶναι, Κύριοι, τὰ ὁποῖα γνωρίζω, ὅσον ἀφορᾷ αὐ-
2523τοὺς τοὺς λεγομένους χρηματιστικοὺς λογαριασμούς. Ὅταν
2524αὐτοὶ οἱ χρηματιστικοὶ λογαριασμοὶ καταλήξωσιν εἰς λῆψιν
2525χρημάτων ἐκ τοῦ δημοσίου ταμείου, δηλαδὴ εἰς χρέωσιν
2526αὐτῶν τῶν λογαριασμῶν, τί ποιητέον; Αὐτοὶ οἱ λογαρια-
2527σμοὶ ἐξακολουθοῦσι νὰ μνημονεύωνται εἰς τὴν Γενικὴν Λη-
2528ψοδοσίαν τοῦ Κράτους ὡς βάσιμοι ἀπαιτήσεις τοῦ Κρά-
2529τους, ἐνῷ δὲν εἶναι πλέον βάσιμοι ἀπαιτήσεις, ἀφοῦ οὐδε-
2530μία ἐλπὶς εἰσπράξεως τοῦ ποσοῦ αὐτοῦ ὑπάρχει. Τί ποιητέον
2531ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει; Δὲν ὑπάρχει ἄλλη ὁδὸς κατάλλη-
2532λος, εἰμὴ οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ Κράτους νὰ ἀναγνωρίσωσι τὸ
2533ἀνυπόστατον αὐτῶν τῶν ἀπαιτήσεων, καὶ νὰ διατάξωσι τὴν
2534διαγραφὴν αὐτῶν ἐκ τῶν δημοσίων βιβλίων. Ἀπαιτεῖται
2535λοιπὸν ἀπόφασις τῆς Βουλῆς. Τοῦτο ὅμως δὲν ἐγένετο πάν-
2536τοτε. Ἐνθυμοῦμαι πρὸ πολλῶν ἐτῶν, ὅτι ἡ ὑπηρεσία τοῦ
2537Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν ἄνευ ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς
2538διέγραψεν ἐκ τῶν βιβλίων διαφόρους ἀπαιτήσεις, καὶ οὕτως
2539εἰς τὴν Γενικὴν Ληψοδοσίαν τοῦ Κράτους δὲν σημειοῦνται
2540πλέον οἱ τοιοῦτοι χρηματιστικοὶ λογαριασμοὶ καὶ αἱ ἐξ αὐ-
2541τῶν ἀπαιτήσεις. Καὶ οὕτως ἀπαιτήσεις τοῦ Δημοσίου διε-
2542γράφησαν ἐκ τῶν βιβλίων, διότι ἡ ὑπηρεσία ἐπείσθη, ὅτι
2543κατέστη ἀδύνατον νὰ εἰσπραχθῶσιν! Ἀλλ’ ἐννοεῖται, ἐπανα-
2544λαμβάνω, ὅτι ὁ μόνος ὀρθὸς τρόπος εἶναι ἡ λύσις τῶν ζητη-
2545μάτων αὐτῶν ὑπὸ τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας. Ἀλλὰ διὰ
2546ν’ ἀποφανθῇ, Κύριοι, ἡ Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία, ἂν μία ἀπαί-
2547τησις πρέπει ἢ δὲν πρέπει νὰ διαγραφῇ, ἀπολύτως ἀναγκαῖον
2548εἶναι νὰ ὁρισθῇ ἀκριβῶς εἰς τί ἀνέρχεται αὐτὴ ἡ ἀπαίτησις,
2549καὶ διὰ ποῖον λόγον κατέστη ἀδύνατος ἡ εἴσπραξις αὐτῆς,
2550ἵνα δυνηθῇ νὰ κρίνῃ ἡ Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία, ἂν ἡ ἀπαί-
2551τησις δὲν εἶναι πλέον βάσιμος. Αὐτὴν τὴν τακτικὴν δὲν
2552βλέπω νὰ ἀκολουθῇ τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον εἰσήχθη εἰς
2553τὴν συζήτησιν τῆς Βουλῆς. Πρῶτον ἀναγράφει ἓν πλῆθος
2554λογαριασμῶν, καὶ δὲν ἀρκεῖται μάλιστα εἰς τὴν μνείαν τὴν
2555ῥητῶς ἀναφερομένην, ἀλλὰ προσθέτει καί τινας ἄλλους ὅλως
2556ἀορίστως. Νομίζω ὅτι αὐτὸς ὁ τρόπος δὲν εἶναι ὁ προσήκων·
2557πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν ἕνα πρὸς ἕνα τοὺς λογαριασμοὺς αὐ-
2558τοὺς, ἵνα πεισθῶμεν, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἐξακολουθήσωσιν αἱ
2559ἐξ αὐτῶν ἀπαιτήσεις ἀναγραφόμεναι εἰς τὰ δημόσια βιβλία,
2560καὶ τότε νὰ διατάξωμεν τὴν διαγραφήν των.
2561Ἂς ἐξετάσωμεν ὅμως, κατὰ ποῖον τρόπον τὸ νομοσχέδιον
2562ἠθέλησε νὰ κανονίσῃ αὐτὰ τὰ ζητήματα. «Ἐπιτρέπεται,
2563λέγει, νὰ τακτοποιηθῶσι...» Τακτοποίησις δὲν εἶναι ἄλλο
2564ἢ ἡ διαγραφὴ τῶν ἀπαιτήσεων ἀπὸ τὰ δημόσια βιβλία. Θὰ
2565ἴδωμεν δὲ, ἂν ἀπαιτοῦνται καὶ ἄλλαι τινὲς πράξεις, ἵνα πι-
2566στοποιηθῇ αὐτὴ ἡ διαγραφὴ (ἀναγινώσκει): «Ἐπιτρέπεται νὰ
2567τακτοποιηθῶσι τὰ ἐκ τῆς ληψοδοσίας τοῦ δημοσίου ταμείου
2568προκύπτοντα κατὰ τὴν 31 Δεκεμβρίου 1901 ὑπόλοιπα εἰς
2569χρῆσιν τῶν διαφόρων ἢ χρηματιστικῶν λογαριασμῶν». Ἐδῶ
2570ἀναγράφει, ποῖοι εἶναι αὐτοὶ οἱ λογαριασμοί. Καὶ ἔρχεται
2571πρῶτον τὸ ταμεῖον τῶν Φάρων καὶ Φανῶν. Ἔχει τὸ δημόσιον
2572ταμεῖον νὰ λάβῃ ἀπὸ τὸ ταμεῖον τῶν Φάρων καὶ Φανῶν; Φαί-
2573νεται, ὅτι ἔχει. Πόσα ποσά; Δὲν βλέπω νὰ ὁρίζῃ ἀκριβῶς
2574πούποτε. Ἐὰν μάλιστα λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν τὴν αἰτιολογικὴν
2575ἔκθεσιν τοῦ νομοσχεδίου, τί παρατηροῦμεν; Λέγει ἐδῶ (ἀναγι-
2576νώσκει):
2577«...Τὸ κατὰ τὴν 31 Δεκεμβρίου ὑπόλοιπον ἐκ τοῦ λογα-
2578ριασμοῦ τούτου εἰς χρέωσιν αὐτοῦ ἀνέρχεται εἰς δρ. 344,510,
2579προερχομένας ἐκ τῆς μὴ ἀποδόσεως εἰς τὸ ταμεῖον τῶν Φά-
2580ρων καὶ Φανῶν τῶν ἀνηκόντων αὐτῷ ἐκ τῶν κατὰ τὸ ἔτος
25811894 εἰσπραχθέντων καὶ εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον εἰσαχθέν-
2582των τελῶν ἀγκυροβολίας καὶ φαρικῶν, ὧν τὴν ἀπόδοσιν
2583ἐπανειλημμένως ᾐτήσατο τὸ ταμεῖον τῶν Φάρων καὶ Φανῶν.»
2584Ἐπειδὴ τὸ δημόσιον ταμεῖον, λέγει ἡ αἰτιολογικὴ ἔκθε-
2585σις, δὲν ἀπέδωκεν εἰς τὸ ταμεῖον τῶν Φάρων καὶ Φανῶν ὅσα
2586ὤφειλε ν’ ἀποδώσῃ εἰς αὐτό, διὰ τοῦτο τὸ ταμεῖον τῶν Φά-
2587ρων καὶ Φανῶν ἔμεινε χρεώστης εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον
2588δραχ. 344,510. Καὶ ἤδη τί ζητεῖται; Νὰ χαρισθοῦν τὰ
2589χρήματα αὐτὰ εἰς τὸ ταμεῖον τῶν Φάρων καὶ Φανῶν.
2590Ἀλλ’ ἀφοῦ τὰ χρήματα αὐτὰ ὀφείλονται εἰς τὸ ταμεῖον τῶν
2591Φάρων καὶ Φανῶν, δὲν πρόκειται περὶ διαγραφῆς τῆς ἀπαι-
2592τήσεως, ἀλλὰ περὶ συμψηφισμοῦ τῆς ἀπαιτήσεως. Πῶς λοιπὸν
2593τὸ ταμεῖον τῶν Φάρων καὶ Φανῶν ἀναγράφεται μεταξὺ τῶν
2594χρηματιστικῶν λογαριασμῶν; Ἐννοεῖτε πολὺ καλὰ, ὅτι αὐτὰ
2595εἶναι ἀντικείμενα, τὰ ὁποῖα κυρίως ἡ διεξαγωγὴ τῆς ὑπηρε-
2596σίας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν δύναται νὰ διασα-
2597φήσῃ. Ἐγὼ ὅμως ὑποβάλλω αὐτὰς τὰς ἀπορίας, καὶ παρα-
2598καλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ δώσῃ τὰς ἀπαι-
2599τουμένας ἐξηγήσεις.
2600Ἔρχομαι, Κύριοι, εἰς τὸν δεύτερον χρηματιστικὸν λογα-
2601ριασμόν. Ποῖος εἶναι οὗτος; Τὸ ταμεῖον τῆς δημοτικῆς ἐκ-
2602παιδεύσεως. Ὁ ἀξιότιμος προαγορεύσας κ. ἐκ Μεσολογγίου
2603συνάδελφος εἶπεν ἤδη πρὸς ὑμᾶς, ὅτι τὰ εἰς τὸ δημόσιον
2604ταμεῖον ὀφειλόμενα ὑπὸ τοῦ ταμείου τούτου κατὰ τὸ 1895
2605ἐχαρίσθησαν εἰς τοὺς δήμους. Δὲν γνωρίζω λοιπὸν, ποῖα εἶ-
2606ναι τὰ ἄλλα, τὰ ὁποῖα ὀφείλει τὸ ταμεῖον τῆς δημοτικῆς
2607ἐκπαιδεύσεως, καὶ τὰ ὁποῖα πρόκειται ἡμεῖς νὰ διαγράψω-
2608μεν, ὡς μὴ δυνάμενοι νὰ τὰ εἰσπράξωμεν.
2609Ἕτερος χρηματιστικὸς λογαριασμὸς εἶναι ὁ ὑπὸ τὴν ἐπι-
2610γραφὴν «Πιστωτικὰ καὶ φαλαγγιτικὰ γραμμάτια». Αὐτὸς
2611ὁ λογαριασμὸς ὀφείλει εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον πόσα; Περὶ
2612τούτου δὲν συμφωνεῖ ἡ αἰτιολογικὴ ἔκθεσις τοῦ νομοσχεδίου
2613πρὸς τὴν Γενικὴν Ληψοδοσίαν τοῦ Κράτους, καὶ ἀπορία γεν-
2614νᾶται, πῶς κατὰ μὲν τὴν Γενικὴν Ληψοδοσίαν ὀφείλει δραχ-
2615μὰς 286,508, κατὰ δὲ τὴν αἰτιολογικὴν ἔκθεσιν ὀφείλει
2616πολὺ περισσότερα. Προκειμένου περὶ ἀριθμῶν καὶ περὶ δω-
2617ρεᾶς αὐτῶν τῶν ποσοτήτων, ἔπρεπε νὰ ὑπάρχῃ πλήρης ἀκρί-
2618βεια μεταξὺ τῆς Γενικῆς Ληψοδοσίας, ἡ ὁποία ἀναγράφει τὰ
2619ποσὰ κατὰ τὴν 31 Δεκεμβρίου, καὶ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἤδη
2620ὀφείλονται καὶ τὰ ὁποῖα πρόκειται νὰ χαρισθῶσι. Καὶ περὶ
2621τῆς διαφορᾶς ταύτης οὐδεμίαν εὑρίσκω διασάφησιν εἰς τὸ νομο-
2622σχέδιον. Μάλιστα δὲν γνωρίζω ἀκριβῶς, τί εἶναι αὐτὰ τὰ
2623«πιστωτικὰ καὶ φαλαγγιτικὰ γραμμάτια», καὶ πόσα εἰς αὐτὰ
2624ἐδαπάνησε τὸ δημόσιον ταμεῖον, ἅτινα δὲν δύναται ἤδη νὰ
2625ἀναλάβῃ. Παρακαλῶ καὶ περὶ τούτου τὸν κ. Πρόεδρον τῆς
2626Κυβερνήσεως νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ δώσῃ διασαφήσεις.
2627Ἕπονται αἱ «ὁμολογίαι τῆς ἐπὶ Κυβερνήτου Τραπέζης».
2628Καὶ αὐτῶν εἰς τί ποσὸν ἀνέρχεται τὸ χρέος πρὸς τὸ δημό-
2629σιον ταμεῖον, δὲν γνωρίζω. Ὑπάρχει εἷς λογαριασμὸς εἰς τὴν
2630Ληψοδοσίαν τοῦ Κράτους, κατὰ τὸν ὁποῖον αἱ ὁμολογίαι αὗ-
2631ται χρεοῦνται μὲ δραχ. 220,752. Πόθεν αὗται προέρχονται,
2632ἐγὼ ἀκριβῶς δὲν γνωρίζω.
2633«Προκαταβολαὶ δημοδιδασκαλικῶν μισθῶν κατὰ τὸν νόμον
2634ΤΛΗʹ τοῦ 1856». Ὀφείλονται διὰ τοιαύτας προκαταβο-
2635λὰς εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον ἀκόμη χρήματα; Ἀλλ’ ὁ νό-
2636μος τοῦ 1890 τὰ ἐχάρισε καὶ αὐτά. Τί ὑπολείπεται λοιπὸν
2637ἀκόμη νὰ λαμβάνῃ τὸ Δημόσιον; Ἐχάρισε τὰ μέχρι τοῦ
26381895, συμπεριλαμβανομένης καὶ αὐτῆς τῆς χρήσεως. Ἐπλη-
2639ρώσαμεν ἕνεκα αὐτοῦ τοῦ νόμου ποσὰ, καὶ πόσα;
2640§136Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν ἐχάρισε τὸ ὅλον.
2641§137Κ. ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ὅλον. Ἔχω τὸν νό-
2642μον ἐδῶ.
2643Ἐπαναλαμβάνω, ὅτι πρόκειται περὶ ἀριθμῶν, καὶ πρέπει
2644νὰ ὑπάρχῃ πλήρης ἀκρίβεια καὶ σαφήνεια, τί ὀφείλεται, καὶ
2645διὰ ποῖον λόγον δὲν δύναται νὰ εἰσπραχθῇ.
2646Ἕτερος χρηματιστικὸς λογαριασμὸς εἶναι αἱ «προκατα-
2647βολαὶ ἐπαρχιακῶν καὶ νομαρχιακῶν συμβούλων». Τοιαῦ-
2648ται προκαταβολαὶ δὲν ὑπάρχουσιν εἰς τὴν Γενικὴν Ληψοδο-
2649σίαν τοῦ 1902· καὶ δὲν ὑπάρχουσι διατί; Διότι ὑποθέτω ὅτι
2650εἶναι προκαταβολαὶ δοθεῖσαι εἰς τοὺς δήμους ἕνεκα αὐτῶν
2651τῶν Ἐπαρχιακῶν Συμβουλίων, αἱ ὁποῖαι ἐπίσης ἐχαρίσθη-
2652σαν διὰ τοῦ νόμου τοῦ 1890. Ἐν τούτοις, ἐνῷ εἶναι χαρι-
2653σμέναι, ἐπαναλαμβάνονται ἐδῶ ὡς ἀντικείμενα χρήζοντα
2654τακτοποιήσεως.
2655Ἕτερος λογαριασμὸς εἶναι αἱ «προκαταβολαὶ εἰς τὸν Λα-
2656τινικὸν Κλῆρον». Ὡς πρὸς αὐτὸν, παρατηρῶ, ὅτι εἰς τὴν Γε-
2657νικὴν Ληψοδοσίαν δὲν ὑπάρχει τοιοῦτος λογαριασμὸς, δηλῶν
2658ὅτι τὸ δημόσιον ταμεῖον ἔχει νὰ λάβῃ ἀπὸ τὸν Λατινικὸν
2659Κλῆρον χρήματα. Ἕνεκα τούτου δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω περὶ
2660τίνος λογαριασμοῦ ἀκριβῶς πρόκειται.
2661Ἐκτὸς τῶν λογαριασμῶν αὐτῶν τὸ νομοσχέδιον προβλέπει
2662καὶ περὶ τινων ἄλλων. Ἡ φράσις «καί τινων ἄλλων λογα-
2663ριασμῶν πρὸ τοῦ ἔτους 1890 ὑφισταμένων» δηλοῖ, ὅτι πλή-
2664ρης ἐλευθερία ἀφίνεται εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ χαρίζῃ χρήμα-
2665τα ἐξ οἱουδήποτε ἄλλου χρηματιστικοῦ λογαριασμοῦ κατα-
2666λήξαντος εἰς ἔλλειμμα. Ἐξαιρεῖ μόνον ῥητῶς τὸ νομοσχέ-
2667διον τὰ χρηματικὰ γραμμάτια, τὰ γραμμάτια ἐπὶ συμψηφι-
2668σμῷ καὶ ἐπὶ παρακαταθήκῃ καὶ τὰ δικαιώματα δήμων, λιμέ-
2669νων καὶ προκυμαιῶν. Μόνον τοὺς τρεῖς αὐτοὺς χρηματιστι-
2670κοὺς λογαριασμοὺς ἐξαιρεῖ ἀπὸ τὴν ἄδειαν, τὴν ὁποίαν δίδει
2671εἰς τὴν Κυβέρνησιν, νὰ κανονίζῃ ὅπως αὐτὴ ἐγκρίνει τὴν λη-
2672ψοδοσίαν τοῦ Κράτους.
2673Ἐκτὸς ὅμως αὐτῶν ὑπάρχει καὶ ἓν ἄρθρον τρίτον, κατὰ
2674τὸ ὁποῖον ὅσα δικαιοῦται λαμβάνειν τὸ Δημόσιον ἀπὸ τοὺς
2675δήμους ἐκ προκαταβολῶν ὑπὲρ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως
2676ἀπὸ τοῦ ἔτους 1896 (διότι τὰ μέχρι τοῦ 1895 ἐχαρίσθησαν
2677ἤδη), καθόσον ταῦτα δὲν ἐχαρίσθησαν διὰ τοῦ νόμου Β͵ΧΨΔʹ
2678τοῦ 1900, ὡς καὶ πάντα τὰ εἰς τὸ μέλλον ὑπὲρ τῆς δημο-
2679τικῆς ἐκπαιδεύσεως προκαταβληθησόμενα, καταλογίζονται
2680εἰς τοὺς οἰκείους δήμους, κατὰ τὸν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ὁριζόμε-
2681νον τρόπον. Ἀλλὰ συγχρόνως ἐν τῷ δευτέρῳ ἐδαφίῳ τοῦ ἄρθρου
26823 χορηγεῖται εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὸ δικαίωμα νὰ ἀπαλλάσσῃ
2683τοὺς δήμους τῆς πληρωμῆς αὐτῶν, διατάσσουσα τὴν δια-
2684γραφὴν αὐτῶν ἐκ τῶν βιβλίων, ἐν περιπτώσει ἀνεχείας τῶν
2685δήμων. Οὕτω δὲ ἀφαιρεῖται ἀπὸ τῆς ἀντιπροσωπείας τοῦ
2686ἔθνους τὸ δικαίωμα νὰ κρίνῃ, ἂν ὑπάρχει περίπτωσις δια-
2687γραφῆς. Φρονῶ, ὅτι καὶ τὸ ἐδάφιον δεύτερον τοῦ ἄρθρου 3 δὲν
2688ἔπρεπε νὰ περιληφθῇ εἰς τὸ νομοσχέδιον, ἀλλ’ ὁσάκις ἡ Κυ-
2689βέρνησις νομίζῃ, ὅτι πρέπει εἰς ὡρισμένας περιστάσεις νὰ
2690χαρίζῃ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα τὸ Δημόσιον ἔχει λαμβάνειν, τότε νὰ
2691εἰσάγῃ νομοσχέδιον περὶ τούτου εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ ἡ Βουλὴ
2692ν’ ἀποφασίζῃ περὶ αὐτοῦ· διότι ὅλοι παραδεχόμεθα, ὅτι
2693πράγματι ὑπάρχουν περιστάσεις διαγραφῆς τοιούτων ἀπαι-
2694τήσεων τοῦ Δημοσίου ἕνεκα ἀνεχείας ἐκείνων, ὑπὲρ τῶν ὁποίων
2695κατεβλήθησαν.
2696Ἀλλ’ ἐξεταστέον ἤδη, κατὰ ποίας λογιστικὰς διατυπώ-
2697σεις πρέπει νὰ γείνῃ ἡ δωρεὰ αὕτη; Τὸ νομοσχέδιον ἀνα-
2698γράφει τοιαύτας διατυπώσεις, περιεχομένας ἐν τῷ ἄρθρῳ
2699τετάρτῳ αὐτοῦ, καὶ ληφθείσας ἐκ τοῦ νόμου Β͵ΨϚʹ τοῦ
2700ἔτους 1900. Ἀλλ’ ἐρωτῶ τὸν ἀξιότιμον ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν
2701Ὑπουργόν, δὲν προβλέπει ὁ Λογιστικὸς νόμος περὶ τοῦ τρό-
2702που, κατὰ τὸν ὁποῖον διαγράφονται αἱ τοιαῦται ἀπαιτή-
2703σεις, καὶ ἔπρεπε τώρα νὰ ληφθῇ περὶ τούτου πρόνοια δι’ ἰ-
2704διαιτέρου νόμου; Φρονῶ, ὅτι ὁ τρόπος τῆς διαγραφῆς ἔπρεπε
2705νὰ ἦναι κεκανονισμένος πρὸ πολλοῦ, διότι πολλάκις παρου-
2706σιάσθη ἀνάγκη διαγραφῆς τοιούτων ποσῶν ἐκ τῶν δημοσίων
2707βιβλίων. Δὲν γνωρίζω δὲ τοὺς λόγους, δι’ οὓς ἐσκέφθησαν νὰ
2708εἰσαγάγωσι τὸν νέον αὐτὸν τρόπον τῆς διαγραφῆς κατὰ τὸ
27091900 διὰ τοῦ μνησθέντος νόμου, δι’ οὗ διεγράφησαν αἱ προ-
2710καταβολαὶ αἱ γενόμεναι εἰς τὰ Ὑπουργεῖα τῶν Ναυτικῶν
2711καὶ τῶν Στρατιωτικῶν.
2712Συνέπεσε, Κύριοι, νὰ ἴδω κατὰ τίνα τρόπον γίνεται ἡ
2713διαγραφὴ τῶν τοιούτων ἀπαιτήσεων ἐν Γαλλίᾳ, καὶ συνέ-
2714πεσε μάλιστα ἡ διαγραφὴ αὕτη νὰ ἀφορᾷ τὴν Ἑλλάδα. Ἡ
2715Γαλλικὴ Κυβέρνησις δικαιοῦται νὰ λαμβάνῃ ἀνάλογον μερί-
2716διον ἐκ τῶν προκαταβολῶν καὶ πληρωμῶν, τὰς ὁποίας ἔκαμε
2717διὰ τὸ δάνειον τῶν 60,000,000, τὸ ὁποῖον ἐπὶ ἐγγυήσει τῶν
2718τριῶν προστατίδων Δυνάμεων εἶχε δοθῆ εἰς τὴν Ἑλλάδα. Ἡ
2719Ἑλλὰς δὲν ἐπλήρωσε, καὶ ἐν Γαλλίᾳ ἐξηκολούθει νὰ χρεῶ-
2720ται ἡ Ἑλλὰς μὲ τὸ εἰς τὴν Γαλλίαν ἀναλογοῦν τρίτον τοῦ
2721δανείου καὶ τοὺς τόκους αὐτοῦ. Εἰς τὰ 1857 ἐστάλησαν
2722ἀπεσταλμένοι τῶν Δυνάμεων, καὶ μετὰ γενομένην ἐξέλεγξιν
2723συνωμολογήθη μεταξὺ τῶν Δυνάμεων καὶ τῆς Ἑλληνικῆς
2724Κυβερνήσεως σύμβασις, καθ’ ἣν παρεδέχθησαν νὰ λαμβά-
2725νωσιν αἱ Δυνάμεις ἀπὸ τὴν Ἑλλάδα πρὸς ἐξόφλησιν τοῦ δα-
2726νείου 900,000 φράγκα κατ’ ἔτος. Καὶ οὕτως ἡ Γαλλία ἐδι-
2727καιοῦτο νὰ λαμβάνῃ φράγκα 300,000 παρὰ τῆς Ἑλλάδος.
2728Ἕνεκα τῆς προικίσεως τοῦ ἡμετέρου Ἡγεμόνος ἐκ μέρους
2729τῶν Δυνάμεων ἑκάστη αὐτῶν διέθεσεν 100,000 δραχμάς·
2730ὥστε ἡ Γαλλικὴ Κυβέρνησις δικαιοῦται νὰ λαμβάνῃ κατ’ ἔ-
2731τος 200,000 φράγκα. Ἀνεγράφετο λοιπὸν εἰς τοὺς χρημα-
2732τιστικοὺς λογαριασμοὺς τῆς Γαλλίας πίστωσις τοῦ λογα-
2733ριασμοῦ τῆς Ἑλλάδος 27,000,000, εἰσπράξεις κατ’ ἔτος
2734200,000. Ἐσκέφθησαν, ὅτι ἡ ἐξόφλησις αὐτοῦ τοῦ λογα-
2735ριασμοῦ θὰ ἐγίνετο μετὰ 137 ἔτη, καὶ ἀπεφάσισαν νὰ δια-
2736γράψωσιν αὐτὸ τὸ κονδύλιον ἀπὸ τὰ βιβλία, καὶ νὰ κατα-
2737λογίσωσι τὰς 200,000 δραχμὰς εἰς τὰ διάφορα ἔσοδα τοῦ
2738Γαλλικοῦ Προϋπολογισμοῦ. Εἰς τὸν νόμον λοιπὸν, ὁ ὁποῖος
2739κυρώνει τὸν Προϋπολογισμὸν, περιέλαβον μίαν διάταξιν,
2740καθ’ ἣν ἐπιτρέπεται εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ
2741καταλογίσῃ τὸ τότε ὀφειλόμενον ποσὸν, ἀνερχόμενον εἰς 27
2742ἑκατομμύρια, εἰς τὰ ἐλλείμματα τοῦ δημοσίου ταμείου,
2743ἄνευ οὐδεμιᾶς ἄλλης διατυπώσεως. Διατὶ παρ’ ἡμῖν ἐθεω-
2744ρήθησαν ἀναγκαῖαι αἱ πρὸς διαγραφὴν τῶν ἀπαιτήσεων δια-
2745τυπώσεις, αἱ εἰς τὸν νόμον τοῦ 1900 περιεχόμεναι καὶ ἐν τῷ
2746προκειμένῳ νομοσχεδίῳ ἐπαναλαμβανόμεναι; Παρακαλῶ νὰ
2747εὐαρεστηθῇ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ δώσῃ ἐξη-
2748γήσεις περὶ ὅλων τῶν ἐκτεθέντων, ἵνα γνωρίζωμεν, τί ἀκρι-
2749βῶς πρόκειται νὰ ψηφίσωμεν.
2750Ὡς πρὸς τὰς δαπάνας τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, νο-
2751μίζω ὅτι πᾶς τις παραδέχεται πληρέστατα ὅσα ἐξέθεσεν ὁ
2752προλαλήσας ἀξιότιμος ἐκ Μεσολογγίου πολιτευτὴς, ὅτι δη-
2753λαδὴ εἶναι ἀνάγκη κατεπείγουσα νὰ κανονίσωμεν τὸ θέμα
2754τοῦτο κατὰ τρόπον, ὥστε νὰ γνωρίζωμεν, τί πρέπει νὰ δαπα-
2755νῶμεν καὶ τί δυνάμεθα νὰ δαπανῶμεν ὑπὲρ τῆς δημοτικῆς
2756ἐκπαιδεύσεως, συμφώνως πρὸς τὸν ὑπὲρ αὐτῆς μεριμνήσαντα
2757νόμον.
2758Δὲν φρονῶ ὅμως, ὅτι παραβιάζεται ὁ Λογιστικὸς νόμος διὰ
2759τῆς παροχῆς ἀναπληρωματικῶν πιστώσεων ὑπὲρ τῆς δημο-
2760τικῆς ἐκπαιδεύσεως. Καὶ ὁ λόγος εἶναι ἁπλούστατος. Ἡ
2761Βουλὴ εἶχε δικαίωμα τότε νὰ προσδιορίσῃ βοήθημα διὰ τὴν
2762δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν, ὅσον ἤθελε, προσδιορίσασα δὲ ἓν ποσὸν,
2763ἐπέτρεψε συγχρόνως εἰς τὸν Ὑπουργὸν νὰ αὐξήσῃ τὸ ποσὸν
2764τοῦτο δι’ ἀναπληρωματικῶν πιστώσεων. Ὅπως ἠδύνατο ἡ
2765Βουλὴ νὰ ὁρίσῃ ἀνέκαθεν μεῖζον ποσὸν, δύναται ἐπίσης νὰ
2766προσδιορίσῃ ἔλασσον, ἐπιτρέπουσα εἰς τὸν Ὑπουργὸν νὰ τὸ
2767αὐξήσῃ δι’ ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως, ὑπὸ τὴν ἐπιφύ-
2768λαξιν τῆς κυρώσεως τῆς Βουλῆς. Ἀλλὰ καὶ νέας δαπάνας,
2769μὴ στηριζομένας εἰς ἄλλον νόμον, δύναται νὰ ἐπιτρέψῃ ὁ
2770Προϋπολογισμὸς, διότι εἶναι καὶ οὗτος νόμος τοῦ Κράτους,
2771ἔχων ὅμοια ἀποτελέσματα μὲ τοὺς ἄλλους νόμους. Δὲν νο-
2772μίζω λοιπὸν, ὅτι ἡ ἀναγραφὴ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ δαπάνης
2773μὴ ἀναγραφομένης ὑπὸ εἰδικοῦ νόμου δύναται ν’ ἀποτελέσῃ
2774παράβασιν τοῦ Λογιστικοῦ νόμου.
2775§138Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουρ-
2776γὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Αἱ παρατηρήσεις τοῦ ἀξιοτίμου
2777ἐκ Μαντινείας Βουλευτοῦ μοὶ φαίνονται ἄξιαι πολλῆς προ-
2778σοχῆς, διότι οὐδεὶς δύναται νὰ παραγνωρίσῃ τὸν κανόνα,
2779ὅτι αἱ ἀξιώσεις τοῦ δημοσίου ταμείου δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ
2780ἀπαλείφωνται ἐν ἀγνοίᾳ τοῦ Κοινοβουλίου ὑπὸ τῶν ὀργάνων
2781τῆς ἐκτελεστικῆς ὑπηρεσίας, ὅτι ἡ Βουλὴ ἔχει δικαίωμα νὰ
2782μανθάνῃ, ποῖαι πιστώσεις διαγράφονται καὶ διατὶ δὲν ἐγέ-
2783νετο δυνατὸν νὰ εἰσπραχθῶσι τὰ χρήματα, ὅτι ἐξέλιπεν ἡ
2784ἐλπὶς ὅτι θέλουσιν εἰσπραχθῆ, καὶ ἕνεκα τούτου προέβησαν
2785εἰς διαγραφήν. Καὶ εἶναι μὲν ἀληθὲς, ὅτι ἐν τῷ νομοσχε-
2786δίῳ ὑπάρχει διάταξις, ἥτις ἠδύνατο νὰ ὑποληφθῇ ὅτι πληροῖ
2787τὸ κενὸν, διότι δὲν μένει ἐντελῶς ἐν ἀγνοίᾳ τῶν γιγνομένων
2788ἡ Βουλὴ, διότι κατὰ τὸ ἄρθρον 2 τοῦ νομοσχεδίου «τὰ
2789ποσὰ τῶν κατὰ τὸ προηγούμενον ἄρθρον ὑπολοίπων θέλουσι
2790καταλογισθῇ διὰ δηλώσεων τοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουρ-
2791γοῦ πρὸς τὴν Βουλὴν εἰς τὰ ἔξοδα τοῦ Κράτους τῶν σχε-
2792τικῶν χρήσεων καὶ τῶν οἰκείων εἰδικῶν προϋπολογισμῶν τῶν
2793ἐξόδων τῶν διαφόρων Ὑπουργείων, ἐπερχομένων καὶ τῶν
2794ἀναγκαίων μεταβολῶν ἐν τοῖς ὁριστικοῖς ἀπολογισμοῖς τῶν
2795ἐξόδων τοῦ Κράτους»· ἀλλ’ ἐπειδὴ ἐνδέχεται νὰ προκύψωσιν
2796ἀπορίαι, ἂν διὰ τῆς διατάξεως ταύτης τοῦ ἄρθρου 2 πλη-
2797ροῦται ἡ ἀνάγκη, τὴν ὁποίαν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Μαντινείας
2798Βουλευτὴς κατέδειξε, διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι δυνάμεθα νὰ
2799ἀναβάλωμεν τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου, ἵνα ἐξετασθῶσι
2800τὰ περὶ αὐτοῦ πληρέστερον.
2801§139ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
2802§140Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Τοῦτο εἶναι
2803ἴσως ἀναγκαῖον, ἐὰν πρόκηται ἡ Βουλὴ νὰ ἐπιληφθῇ τῆς
2804συζητήσεως καὶ ἐπιψηφίσεως τοῦ πρώτου ἄρθρου, διότι
2805ἤθελε κριθῆ, ὅτι τὸ κενὸν, τὸ ὁποῖον κατέδειξεν ὁ κύριος ἐκ
2806Μαντινείας Βουλευτὴς, πληροῦται διὰ τοῦ ἄρθρου 2. Ἀλλὰ
2807τοῦτο τὸ ζήτημα δὲν πρόκειται ἔτι, ἴσως δὲ θέλει προτεθῆ
2808ὅταν γένηται πληρεστέρα μελέτη τοῦ νομοσχεδίου, καὶ γέ-
2809νηται παραδεκτὸν, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ψηφισθῇ τὸ ἄρθρον 1
2810καὶ τὸ 2, ἀλλ’ ὅτι πρέπει αἱ δηλώσεις νὰ ὑποβάλλωνται
2811εἰς τὴν Βουλὴν πρὸ πάσης ἀποφάσεως, ἵνα ἡ Βουλὴ προη-
2812γουμένως ἐγκρίνῃ τὴν διαγραφήν. Ἑπομένως εἶναι περιττὸν
2813νὰ εἰσαγάγωμεν λεπτομερεῖς ἀναλύσεις σήμερον, ὅτε δὲν
2814πρόκειται νὰ λυθῇ τὸ ζήτημα τοῦτο, ἀλλὰ πρόκειται νὰ
2815κανονισθῇ ἄλλο ζήτημα. Λοιπὸν θέλει κανονισθῆ, ὅτι θέλει
2816ἐπιτραπῆ εἰς τὴν νομοτελεστικὴν ἐξουσίαν νὰ ἐνεργῇ δια-
2817γραφάς; Θέλει θεωρηθῆ ἀρκοῦσα ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 2,
2818ὅτι παρέχει αὕτη ἀρκούσας πληροφορίας εἰς τὴν νομοθετικὴν
2819ἐξουσίαν περὶ τῶν διαγραφῶν τούτων; Ἐὰν ὅμως δὲν γείνῃ
2820δεκτὸν τὸ ἄρθρον 1, ὡς ἔχει, καὶ θεωρηθῇ, ὅτι τὸ ἄρθρον
28212 δὲν πληροῖ τὸ κενὸν, δὲν δίδει πλήρεις καὶ ἀκεραίας πλη-
2822ροφορίας εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν, ἵνα αὕτη κρίνῃ ὁρι-
2823στικῶς, τότε εἶναι περιττὸν νὰ ἔλθωμεν εἰς ἀναλύσεις, διότι
2824θέλουσι διατεθῆ ἄλλως τὰ περὶ τούτου.
2825§141ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
2826§142Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός.). Οἱ δημόσιοι
2827ἰσολογισμοὶ δημοσιεύονται κατὰ τρόπον, ὁ ὁποῖος ἐπεκρά-
2828τησεν ἀφ’ ἧς ἤρξατο ἡ δημοσίευσις. Ἐὰν ἦναι πλημμελὴς
2829ὁ τρόπος, πρέπει νὰ γένηται φροντὶς νὰ διαγραφῇ, ὥστε νὰ
2830ὑπάρχῃ πλήρης ἀκρίβεια. Ἀλλὰ τώρα δὲν πρόκειται περὶ
2831τούτου. Ἐὰν ἠθέλομεν ζητήσει παρὰ τῆς Βουλῆς τὴν ἄδειαν
2832νὰ διαγράψωμεν ὡρισμένην πίστωσιν τοῦ Δημοσίου, ὡρι-
2833σμένην κατηγορίαν πιστώσεων, τότε ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ ζη-
2834τήσῃ νὰ προσαγάγωμεν τοὺς ἀναλυτικοὺς πίνακας· ἐὰν ὅμως
2835πρόκηται νὰ προνοήσωμεν περὶ διορθώσεως ἀτελειῶν, ὑπαρ-
2836χουσῶν κατὰ τὴν σύνταξιν τοῦ ἰσολογισμοῦ, βεβαίως ἡ προσα-
2837γωγὴ τῶν πινάκων παρέλκει.
2838§143ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
2839§144ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται λοιπὸν τὸ νομοσχέδιον.
2840Προβαίνομεν εἰς τὸ ἀμέσως κατωτέρω.
2841Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τροποποιήσεως
2842τῶν νόμων περὶ νομικῶν συμβούλων».
2843§145Ι. Γ. ΡΟΥΦΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ζητῶ τὴν μεταβολὴν
2844τῆς ἡμερησίας διατάξεως. Δὲν πρόκειται νὰ μελετηθῇ ποτὲ
2845ἡ μεταβολὴ τῆς φορολογίας τῶν ἀμπέλων! Νομίζω ὅτι δὲν
2846θὰ χρησιμεύσῃ πλέον ἡ νέα ἀναβολή. Ἀρκετὰ ἐχρησίμευσεν
2847ἡ πρότασις νόμου περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου τῆς φορο-
2848λογίας ταύτης ὡς ἕρμα τῆς ἡμερησίας διατάξεως. Νο-
2849μίζω ὅτι εἶναι καιρὸς, ὅτι εἶναι σπουδαιότερον νὰ ληφθῇ
2850φροντὶς διὰ τοὺς καταδιωκομένους ἕνεκα τοῦ φόρου τῶν ἀμ-
2851πέλων, παρὰ διὰ τὴν κατάργησιν τοῦ νόμου περὶ τῶν νομι-
2852κῶν συμβούλων. Διὰ τοῦτο προτείνω, ἂν δέχηται ἡ Βουλή,
2853νὰ προταχθῇ τὸ νομοσχέδιον περὶ μεταβολῆς τῆς φορολογίας
2854τῶν ἀμπέλων.
2855§146Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν ἀντι-
2856λέγομεν.
2857§147ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ὑπ’ ἀριθμὸν 9;
2858§148Ι. Γ. ΡΟΥΦΟΣ. Ὄχι. Τὸ ὑπ’ ἀριθμὸν 95. Εἶναι πρό-
2859τασις νόμου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ ΒΦΟΔʹ νόμου περὶ
2860στρεμματικῆς φορολογίας τῶν ἀμπέλων».
2861§149Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Θὰ φέρωμεν
2862νομοσχέδιον περὶ τούτου. Ἡ ὑπηρεσία καταγίνεται εἰς τὴν
2863σύνταξιν αὐτοῦ. Περιμένετε.
2864§150ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ἀποσύρεται ἡ πρότασις.
2865§151ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Τὸ ὑπ’ ἀριθμὸν 9, κύριε Πρόεδρε.
2866§152Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐὰν πρό-
2867κηται περὶ τῆς ἀπαλλαγῆς ἀπὸ τοῦ φόρου τῶν ἀμπέλων
2868κλπ., μάλιστα.
2869§153ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Περὶ τούτου ἀκριβῶς πρόκειται.
2870§154ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Προβαίνομεν λοιπὸν εἰς τὸ ὑπ’ ἀριθμὸν 9.
2871Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἀπαλλαγῆς ἀπὸ
2872τοῦ ἐγγείου φόρου τῶν ἀμπέλων τῆς χρήσεως τοῦ 1901 τῶν
2873ἀμπελοκτημόνων, ὧν ἡ ἐκ τῶν ἀμπέλων παραγωγὴ κατεστρά-
2874φη, καὶ ἀπὸ τοῦ φόρου τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν τῆς χρήσεως
2875τοῦ 1902 τῶν φορολογουμένων τῶν ἐπαρχιῶν Τρικκάλων,
2876Καρδίτσης, Καλαμπάκας, Φαρσάλων καὶ Δομοκοῦ, ἐν αἷς οἱ
2877πρώϊμοι καὶ ὄψιμοι δημητριακοὶ καρποὶ κατεστράφησαν, ὡς
2878καὶ περὶ ἀπαλλαγῆς προσθέτων τελῶν καὶ τόκων ὑπερημερίας
2879ὀφειλομένων παρὰ ἀποτισάντων τὸν ἐπὶ τῶν ἀμπέλων φόρον
2880τῶν χρήσεων τοῦ 1899, 1900 καὶ 1901 ἄνευ προσθέτων τελῶν
2881καὶ ἄνευ τόκων ὑπερημερίας, καὶ προσέτι περὶ παρατάσεως προ-
2882θεσμίας πρὸς πληρωμὴν τοῦ τε ὀφειλομένου φόρου ἀμπέλων
2883τῶν αὐτῶν χρήσεων καὶ τῆς τοῦ 1902, καὶ τοῦ φόρου τῶν
2884ἀροτριώντων κτηνῶν τῆς χρήσεως τοῦ 1902».
2885Ἔχει τις τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀρχῆς;
2886Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακα-
2887λοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ
2888Βουλὴ παρεδέχθη.
2889(Ἀναγινώσκονται εἶτα καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 1 καὶ
28902 τοῦ νομοσχεδίου ἄνευ ἀντιρρήσεως).
2891Ἄρθρον 3 (ἀναγινώσκεται).
2892Εἰς τὸ ἄρθρον 3 ὁ βουλευτὴς Μεγαλοπόλεως κ. Ζέρβας
2893ὑποβάλλει τροπολογίαν, δι’ ἧς προστίθεται καὶ ἡ ἐπαρχία
2894Μεγαλοπόλεως.
2895§155Ι. Γ. ΡΟΥΦΟΣ. Ὑπάρχει καὶ ἄλλη τροπολογία.
2896§156Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Εἰς τὴν δευτέραν ἀνάγνωσιν.
2897§157ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αἱ τροπολογίαι θὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν κατὰ
2898τὴν δευτέραν ἀνάγνωσιν.
2899§158Ι. Γ. ΡΟΥΦΟΣ. Παρακαλῶ νὰ προστεθῇ «καὶ δήμου
2900Τριταίας».
2901§159ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Τότε θὰ καταντήσῃ νὰ περιλά-
2902βωμεν ὅλον τὸ Κράτος!
2903§160Π. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Διατὶ νὰ ἦναι ὁ περιορισμός;
2904§161Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ ἀναγραφὴ
2905τῶν ἐπαρχιῶν, ἡ ὁποία ἐγένετο ἐν τῷ ὑπὸ συζήτησιν ἄρθρῳ,
2906ἐγένετο ἐπὶ τῇ βάσει πληροφοριῶν τῶν ἀρχῶν, ὄχι πληροφο-
2907ριῶν, τὰς ὁποίας ἤθελεν ἕκαστος ἐξ ἡμῶν. Ἑπομένως, ἐὰν
2908ἀρχίσωμεν νὰ προσθέτωμεν ἐπαρχίας ἢ δήμους, πρέπει νὰ
2909ἀπαλλάξωμεν ὅλον τὸ Κράτος!
2910§162Π. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, μίαν παρατή-
2911ρησιν ἐπ’ αὐτοῦ.
2912Ὁ κύριος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶπεν, ὅτι πρόκειται
2913περὶ τῶν ἐπαρχιῶν, διὰ τὰς ὁποίας ὑπάρχουσιν ἐπίσημοι
2914πληροφορίαι. Ἀλλ’ ὑπάρχουσι καὶ ἐπαρχίαι καὶ δῆμοι, περὶ
2915τῶν ὁποίων ὑπάρχουσι πληροφορίαι, καὶ αἱ ὁποῖαι ὅμως δὲν
2916περιελήφθησαν εἰς τὴν κατηγορίαν ταύτην τοῦ ἄρθρου 3 τοῦ
2917νομοσχεδίου.
2918§163ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διατυπώσατε τροπολογίαν.
2919§164Π. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Παραδείγματος χάριν, εἰς τοὺς
2920δήμους Ὀρχομενοῦ καὶ Νάσων, εἰς δύο χωρία, αὐτὸ τὸ Ὑπουρ-
2921γεῖον διέταξε τὴν ἀναστολὴν τῆς εἰσπράξεως τῶν φόρων τοῦ
29221901, ἐπίσης δὲ καὶ ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις διέταξε τὴν
2923ἀναστολὴν ἕνεκα τῆς καταστροφῆς ἐκ θεομηνιῶν. Ἐν τού-
2924τοις οἱ δῆμοι οὗτοι δὲν περιλαμβάνονται ἐν τῷ ἄρθρῳ τούτῳ.
2925§165Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Προτείνατε
2926τροπολογίαν, ἵνα ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν εἰς τὴν δευτέραν ἀνάγνω-
2927σιν.
2928§166Π. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Πολὺ καλά. Καταθέτω αὐτήν.
2929§167ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ τροπολογία τοῦ κ. Παπαναστασίου θὰ
2930τυπωθῇ καὶ θὰ διανεμηθῇ, ἵνα ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν εἰς τὴν δευ-
2931τέραν ἀνάγνωσιν. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 255).
2932Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 3 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερ-
2933θῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
2934(Ἀναγινώσκονται εἶτα καὶ γίνονται δεκτὰ ἄνευ ἀντιρρή-
2935σεως τὰ ἄρθρα 4, 5 καὶ 6).
2936Ἄρθρον 7 (ἀναγινώσκεται): Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 7 ὁ βουλευ-
2937τὴς Βονίτσης κ. Γουλιμῆς ὑπέβαλε τροπολογίαν, ἡ ὁποία θὰ
2938ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν κατὰ τὴν δευτέραν ἀνάγνωσιν τοῦ νομοσχε-
2939δίου.
2940(Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 7, ὡς ἔχει. Μεθ’ ὃ ἀναγινώ-
2941σκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ λοιπὰ ἄρθρα, ὡς καὶ τὸ σύν-
2942ολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς πρώτην συζήτησιν).
2943§168ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Τώρα νὰ προταχθῇ τὸ ὑπ’
2944ἀριθ. 9 τῆς ἡμερησίας διατάξεως.
2945§169ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Τὸ ὑπ’ ἀριθμὸν 10.
2946§170Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ θάνατος
2947τοῦ ταμίου Χαλκίδος ἀφῆκε κενὰ, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ πλη-
2948ρωθῶσιν, ἵνα τακτοποιηθῶσιν οἱ λογαριασμοὶ τοῦ ταμείου.
2949Διὰ τοῦτο ὀρθὸν θὰ ἦτο νὰ προταχθῇ τὸ ὑπ’ ἀριθμὸν 71
2950τῆς ἡμερησίας διατάξεως νομοσχέδιον.
2951§171ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγκρίνει ἡ Βουλὴ νὰ προταχθῇ τοῦτο;
2952§172ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα.
2953§173ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ
2954τῶν ὑπὸ τοῦ ἀποβιώσαντος ταμίου Χαλκίδος Μιχαὴλ Κούκα
2955ἐκδοθέντων καὶ μὴ ὑπογραφέντων παρ’ αὐτοῦ τριπλοτύπων
2956ἀποδεικτικῶν παραλαβῆς εἰσπρακτέων καὶ γραμματίων
2957παραλαβῆς».
2958(Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο,
2959κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιρρήσεως).
2960§174Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐὰν συναινῇ
2961ἡ Βουλὴ, παρακαλῶ νὰ προταχθῇ τὸ ὑπ’ ἀριθμὸν 8 τῆς
2962ἡμερησίας διατάξεως.
2963§175ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα.
2964§176ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ
2965τροποποιήσεων τοῦ ͵ΒΨΗʹ νόμου τῆς 31 Μαρτίου 1900
2966περὶ μεταρρυθμίσεως τῶν προξενικῶν νόμων».
2967Ἔχει τις τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου;
2968§177ΑΘΩΣ ΡΩΜΑΝΟΣ. Διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου
2969μεταβάλλονται οὐσιώδεις διατάξεις τοῦ νόμου τοῦ 1900, τὸν
2970ὁποῖον ἡ Κυβέρνησις τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Κερκύρας Βουλευτοῦ
2971εἰσήγαγεν εἰς τὴν Βουλήν. Ὁ λόγος, δι’ ὃν ἡ παροῦσα Κυ-
2972βέρνησις ἐνόμισεν, ὅτι ὤφειλε νὰ μεταβάλῃ τὸν νόμον τοῦ
29731900, εἶναι προφανής. Ἠθέλησε νὰ ἐπιτύχῃ οἰκονομίας τινὰς
2974ἐν ταῖς δαπάναις τῆς προξενικῆς ὑπηρεσίας, δὲν ἔλαβεν ὅμως
2975ὑπ’ ὄψιν τὰ ὑπὸ ἐθνικὴν ἔποψιν ὀλέθρια ἀποτελέσματα, τὰ
2976ὁποῖα ἤθελεν ἐπιφέρει τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον, μετα-
2977βαλλόμενον εἰς νόμον τοῦ Κράτους. Ἀλλὰ δὲν ἔλαβε καὶ
2978ἄλλο ὑπ’ ὄψιν, ὅτι, ἐν ᾧ διὰ τοῦ νόμου τοῦ 1900 ηὔξησαν
2979αἱ δαπάναι τῆς προξενικῆς ὑπηρεσίας, ηὔξησαν ἐπίσης καὶ
2980τὰ προξενικὰ τέλη, καὶ ὅτι ἡ αὔξησις τῶν τελῶν τούτων
2981λόγον εἶχε τὴν κάλυψιν τῆς προσθέτου ἐκ τῆς αὐξήσεως τῶν
2982μισθῶν δαπάνης.
2983Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ παραδεχθῶμεν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις
2984ἀδιαφορεῖ διὰ τὰ ἀποτελέσματα, ἅτινα θὰ ἔχῃ ἡ ἐπιψήφισις
2985τοῦ νομοσχεδίου τούτου, φρονοῦμεν ὅμως, ὅτι ἡ Κυβέρνησις
2986βεβαίως δὲν ἐμελέτησεν ἐπαρκῶς τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, καὶ
2987ὅτι τὸ συνέταξεν ἀγνοοῦσα ποῖα ὑπῆρξαν τ’ ἀποτελέσματα,
2988τὰ ὁποῖα ἐπέφερεν ὁ νόμος τοῦ 1900, ὑπὸ ἔποψιν εἰσπράξεων
2989καὶ ὑπὸ ἔποψιν δαπανῶν.
2990Ὅτι δὲ ἀμελετήτως καὶ ἐν ἀγνοίᾳ τῶν ἀποτελεσμάτων
2991τοῦ νόμου τοῦ 1900 συνετάχθη τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέ-
2992διον, ἀποδεικνύει αὐτὴ ἡ ἀγόρευσις τοῦ ἀξιοτίμου κ. Πρω-
2993θυπουργοῦ κατὰ τὴν εἰσήγησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ
29941903. Ἄς μοὶ ἐπιτρέψῃ ἡ Βουλὴ νὰ ἀναγνώσω ὅσα ὁ ἀξιό-
2995τιμος κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἀνεκοίνωσε
2996πρὸς τὴν Βουλὴν ἐν σχέσει πρὸς τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον
2997ὑπεβλήθη κατόπιν ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν.
2998Ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου εἶπε κατὰ λέ-
2999ξιν τὰ ἑξῆς, ἅτινα ἀναγινώσκω ἐκ τῆς «Πρωίας», δημοσι-
3000ευσάσης τὸν λόγον αὐτοῦ ἐν τῷ φύλλῳ τῆς 9 Φεβρουαρίου.
3001«Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν θέλει εἰσαγάγει νο-
3002μοσχέδιον περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου περὶ Προξενείων.
3003Ἐνθυμεῖσθε, ὅτι, ὅτε κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ νόμου περὶ
3004Προξενικῶν ἀρχῶν εἶχε παρατηρηθῆ, ὅτι αἱ αὐξήσεις, αἱ ἐπι-
3005γενόμεναι εἰς τὰ ἔξοδα τοῦ Κράτους διὰ τοῦ νόμου ἐκείνου,
3006ἀνεβίβαζον τὸν προϋπολογισμὸν τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου
3007τῶν Ἐξωτερικῶν εἰς δραχ. 3,054,091.87, ἐν ᾧ κατὰ τὸ
30081896 συνίσταντο εἰς 2,195,572.95 μόνον, δηλαδὴ ὑπερέ-
3009βαινον τὰ ἔξοδα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν κατὰ τὸ
30101902 τὰ ἔξοδα τὰ γενόμενα κατὰ τὸ 1896 κατὰ δραχμὰς
3011858,518.92, ὁ τότε Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν ὑπι-
3012σχνεῖτο εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι τὸ ποσὸν τοῦτο ἤθελε πάντως
3013εἰσπράξει ἐκ τῆς αὐξήσεως τῶν προξενικῶν τελῶν...»
3014Διὰ τῆς ἀγορεύσεώς του ταύτης ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὑπε-
3015στήριξεν οὐδὲν ἧττον ἢ ὅτι ὁ ἐπὶ τῆς Κυβερνήσεως Θεοτόκη
3016ψηφισθεὶς ͵ΒΨΗʹ νόμος ηὔξησε τὰ ἔξοδα τοῦ Ὑπουργείου
3017τῶν Ἐξωτερικῶν κατὰ δραχμὰς 858,518.92, καὶ ὅτι ὁ τότε
3018Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ἐβεβαίου τὴν Βουλήν, ὅτι τὸ
3019ποσὸν τοῦτο τῶν δρ. 858,518.92 ἤθελε πάντως εἰσπραχθῆ
3020ἐκ τῆς αὐξήσεως τῶν προξενικῶν τελῶν. Εὐτυχῶς ἀμφότε-
3021ροι οἱ ἰσχυρισμοὶ οὗτοι τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ἐξελέγχονται ἐκ
3022τῶν πραγμάτων ἀνακριβεῖς. Ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργι-
3023κοῦ Συμβουλίου, συγκρίνων κατὰ τὴν συνήθειάν του τοὺς
3024ἀπολογισμοὺς τῆς ἰδίας διοικήσεως πρὸς τοὺς προϋπολογι-
3025σμοὺς τῶν πολιτικῶν αὐτοῦ ἀντιπάλων, εὑρίσκει ἐκ τῆς συγ-
3026κρίσεως τοῦ ἀπολογισμοῦ τοῦ 1896 πρὸς τὸν προϋπολογι-
3027σμὸν τοῦ 1902 ποσὸν κατὰ δραχμὰς 128,238.98 ἀνώτερον
3028τοῦ ποσοῦ τῶν 730,279.94, ὅπερ πράγματι ἀποτελεῖ τὴν
3029διαφορὰν ἐπὶ πλέον μεταξὺ τῶν προϋπολογισμῶν τῶν ἐτῶν
30301896 καὶ 1902. Ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ Ὑπουργείου τῶν
3031Ἐξωτερικῶν τοῦ 1896, ὁ προϋπολογισμὸς τουτέστιν, ὅστις
3032ἀποτελεῖ, κατὰ τὴν γνώμην τοῦ κ. Προέδρου τοῦ Ὑπουργι-
3033κοῦ Συμβουλίου, τὸ ἰδανικὸν τῶν προϋπολογισμῶν, ἀναγρά-
3034φει πίστωσιν δραχ. 2,203,680.98 διὰ τὰς δαπάνας τοῦ
3035Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν, κατὰ τὸν ἀπολογισμὸν δὲ τοῦ
3036αὐτοῦ ἔτους ἐδαπανήθησαν 2,195,572.95, ἤτοι ἐπὶ ἔλατ-
3037τον δραχ. 8,108.03.
3038Ὅπως συγκρίνωμεν τὸν προϋπολογισμὸν τῆς Κυβερνήσεως
3039τοῦ κυρίου ἐκ Γόρτυνος πολιτευτοῦ πρὸς τὸν προϋπολογι-
3040σμὸν τοῦ 1902, πρὸ παντὸς ὀφείλομεν νὰ ἀφαιρέσωμεν τὸ
3041ποσὸν δραχ. 128,238.98. Οὕτω δ’ ἔχομεν διαφορὰν δραχ.
3042730,279.94 μεταξὺ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1896 καὶ
3043τοῦ τοῦ 1902. Ἀλλ’ ὅπως ἐξετάσωμεν, εἰς τί ποσὸν ἀνῆλ-
3044θον αἱ δαπάναι τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν ἐπὶ τῆς
3045Κυβερνήσεως τοῦ κ. ἐκ Κερκύρας Βουλευτοῦ, δὲν εἶναι δί-
3046καιον νὰ λάβωμεν ὡς βάσιν τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1902,
3047ἀφοῦ οὗτος εἰσήχθη ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου κ. ἐκ Καλαβρύτων
3048Βουλευτοῦ, καὶ ἀφοῦ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1902 ὑπῆρ-
3049χεν αὔξησις 205,000 δραχμῶν ἐν συγκρίσει πρὸς τὸν προ-
3050ϋπολογισμὸν τοῦ 1901, ὅστις ἐψηφίσθη τῇ εἰσηγήσει τῆς
3051Κυβερνήσεως Θεοτόκη. Ἀλλ’ ἡ αὔξησις αὕτη προῆλθεν ἐν
3052μέρει ἐκ τῆς συμπληρώσεως τῶν θέσεων τῶν πρέσβεων καὶ
3053ἐν μέρει ἐκ μείζονος νομισματικῆς διαφορᾶς, καὶ ἐξ ἄλλων αἰ-
3054τιῶν, τὰς ὁποίας εἶναι περιττὸν νὰ ἀναφέρω εἰς τὴν Βουλήν.
3055Ἀλλ’ ὅπως καταλήξωμεν εἰς σαφῆ συμπεράσματα, ὡς
3056πρὸς τὴν αὔξησιν, ἥτις ἐπῆλθε τῇ ἡμετέρᾳ εἰσηγήσει εἰς
3057τὰς δαπάνας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν, δὲν ἔχομεν,
3058εἰμὴ νὰ συγκρίνωμεν τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1901 πρὸς
3059τὸν τοῦ 1896. Ὁ τοῦ 1901 ἀναγράφει πίστωσιν δραχμῶν
30602,846,018.36, ὁ δὲ τοῦ 1896 δρ. 2,203,680.98, ἑπομέ-
3061νως ἡ διαφορὰ ἀνέρχεται εἰς δραχ. 642,337.34. Ἀλλὰ τὸ
3062ποσὸν τοῦτο τῶν 642,337 δραχμῶν δὲν ἀφορᾷ μόνον εἰς τὰς
3063δαπάνας τῆς προξενικῆς ὑπηρεσίας. Ἐκ τοῦ ποσοῦ τῶν
3064642,337 δραχμῶν μέρος διετέθη εἰς αὐξήσεις ἀπαραιτήτων
3065δαπανῶν τῆς κεντρικῆς ὑπηρεσίας, μέρος διὰ μισθοὺς πρέ-
3066σβεων, τὸ πλεῖστον δ’ αὐτοῦ προσετέθη ἐν τῷ Κεφαλαίῳ
3067Δʹ, τῷ γνωστῷ ὑπὸ τὸν τίτλον «Ἐξωτερικαὶ δαπάναι»,
3068αἵτινες, ὡς γινώσκει ἡ Βουλή, διατίθενται ὑπὲρ ἱερῶν σκο-
3069πῶν καὶ ὑψίστων ἐθνικῶν συμφερόντων.
3070Ὡς ἕκαστος ἐννοεῖ, αἱ δαπάναι αὗται τῆς κεντρικῆς ὑπη-
3071ρεσίας, τῆς διπλωματικῆς ὑπηρεσίας, τῶν ἐκτάκτων ἀποστο-
3072λῶν καὶ τοῦ Κεφαλαίου Δʹ οὐδεμίαν ἔχουσι σχέσιν πρὸς τοὺς
3073μισθοὺς τῶν προξένων καὶ τὰ λοιπὰ ἔξοδα τῆς προξενικῆς
3074ὑπηρεσίας εἰς ἣν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἠθέλησε νὰ φορτώσῃ πᾶ-
3075σαν τὴν αὔξησιν τῶν ἐξόδων τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουρ-
3076γείου τῶν Ἐξωτερικῶν. Πρὸς μείζονα δὲ τῶν πραγμάτων
3077κατανόησιν ἀρκεῖ τὸ γεγονὸς, ὅτι ὁ ἀξιότιμος κ. Πρωθυ-
3078πουργὸς δὲν ἀνέγραψεν εἰς τὸ Κεφάλαιον Δʹ κατὰ τὸ 1896,
3079εἰμὴ ποσὸν 640,000 δραχμῶν χαρτίνων, ἐνῷ ἡμεῖς κατὰ
3080τὸ 1901 ἀνεγράψαμεν πίστωσιν 650,000 φράγκων χρυσῶν,
3081ἅτινα, ὑπολογιζομένου τοῦ φράγκου πρὸς 1,60, ἀποτελοῦσι
30821,040,000, τουτέστι ποσὸν ἐπὶ πλέον 400,000 δραχμῶν...
3083§178Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν εὑρί-
3084σκετε εἰς τὸν ἀπολογισμὸν τοῦ 1896 δαπάνην ἄλλην ἐξω-
3085τερικὴν ἐξ 125,000, γενομένην ἀπὸ τὸ Προξενεῖον Χανίων
3086χάριν ἐξωτερικῆς πολιτικῆς; Ταῦτα λέγω, διότι ἔπρεπε νὰ
3087παραβάλητε ἄλλα ἔτη.
3088§179Α. ΡΩΜΑΝΟΣ. Ἐγὼ παραβάλλω ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἔχω
3089ἐν τῷ δοθέντι μοι ἐπισήμῳ πίνακι, καὶ ἐφ’ ὧν διεξάγεται ἡ
3090συζήτησις.
3091§180ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερι-
3092κῶν). Αὐτὸς σᾶς ἐδόθη ὡς ἀπάντησις εἰς ἐπερώτησίν σας.
3093§181Α. ΡΩΜΑΝΟΣ. Ἰδοὺ τί περιέχει ὁ πίναξ. «Κατὰ τὸ
30941896 διετέθησαν δι’ ἐξωτερικὰς δαπάνας εἰς τραπεζογραμ-
3095μάτια δραχμαὶ 624,089.49, ἀντιστοιχοῦσαι πρὸς φράγκα
3096χρυσᾶ 362,017.99. Κατὰ τὸ 1901 διετέθησαν 632,078.11
3097φράγκα χρυσᾶ». Ἔχομεν λοιπὸν διαφορὰν ἐπὶ πλέον κατὰ τὸ
30981901 φράγκα χρυσᾶ 270,060.12, ἅτινα, πρὸς δρ. 1,60 τὸ
3099φράγκον, ἀποτελοῦσι διαφορὰν δραχμῶν 407,796. Ἂν δὲ ἡ
3100Κυβέρνησις τοῦ 1896 ἐδαπάνησε διὰ τοὺς πρόσφυγας τῆς
3101Κρήτης ποσόν τι οἱονδήποτε, τοῦτο δὲν ἔχει καμμίαν σχέ-
3102σιν πρὸς τὰς ἐξωτερικὰς δαπάνας τοῦ Ὑπουργείου τῶν
3103Ἐξωτερικῶν, διότι προῆλθεν ἐξ ἐκτάκτων ἐθνικῶν περιστά-
3104σεων...
3105§182Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὅτε ἐμνη-
3106μονεύσατε τῶν γενομένων δαπανῶν τῶν ἐξωτερικῶν, ὡς δα-
3107πανῶν ἱερῶν,—διότι δαπάναι ἱεραί εἰσιν αἱ γινόμεναι πρὸς
3108ἐνίσχυσιν τῆς ἐξωτερικῆς πολιτικῆς τοῦ Κράτους,—αἱ
3109ὁποῖαι τὸ 1896 ἀνεβιβάσθησαν εἰς δραχ. 650,000, ὅτε δὲν
3110ὑπῆρχον αἱ αὐταὶ περιστάσεις, διατὶ παρελείψατε καὶ τὰς
3111125,000; Ἴσως ἵνα μειώσητε τὴν διαφορὰν τῆς δαπάνης
3112τῆς ἐξωτερικῆς, ἥτις ἐγένετο ἐπὶ τῶν ἡμερῶν σας.
3113§183Α. ΡΩΜΑΝΟΣ. Ἐπιμένω, ὅτι ἡ δαπάνη αὕτη οὐδεμίαν
3114ἔχει σχέσιν πρὸς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Ὑπουργείου τῶν
3115Ἐξωτερικῶν.
3116§184Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Εἰς τὴν δευτέραν ἀνάγνωσιν θὰ
3117σᾶς δώσω πλείονας πληροφορίας.
3118§185Α. ΡΩΜΑΝΟΣ. Ἅμα ἀφαιρέσωμεν λοιπὸν ἐκ τῆς δια-
3119φορᾶς, ἥτις ὑπάρχει μεταξὺ τῶν προϋπολογισμῶν τοῦ 1896
3120καὶ 1901, τὰς δαπάνας τὰς λεγομένας ἐξωτερικὰς, ἔχομεν
3121διαφορὰν μεταξὺ τῶν προϋπολογισμῶν τῶν δύο τούτων ἐτῶν
3122234,541 δραχμῶν. Ἀλλ’ ἐξ αὐτῶν πᾶσαι αἱ δαπάναι
3123ἀφορῶσιν ἆρά γε εἰς τὴν προξενικὴν ὑπηρεσίαν; Βεβαίως
3124ὄχι. Ἄν συγκρίνωμεν τὰς δαπάνας τῆς προξενικῆς ὑπηρε-
3125σίας τοῦ 1896 καὶ πρὸς τὰς τοῦ 1901, θὰ εὕρωμεν διαφο-
3126ρὰν μόνον 128,103 δραχμῶν. Οὕτω λοιπὸν ἡ αὔξησις τῶν
3127858,518.92 δραχμῶν, τὴν ὁποίαν ἀνέφερεν ὁ κύριος Πρωθυ-
3128πουργὸς εἰς τὴν Βουλὴν εἰς τὸν εἰσηγητήριον ἐπὶ τοῦ Προ-
3129ϋπολογισμοῦ λόγον του, ὡς ἐπελθοῦσαν ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ
3130νέου προξενικοῦ νόμου, ἐξατμίζεται διὰ τῆς ἐξετάσεως τῶν
3131πραγμάτων εἰς μόνον δραχμὰς 128,103, ἀφοῦ ἐκ μὲν τοῦ
3132ἀπολογισμοῦ τοῦ 1896, τὸν ὁποῖον ἐπεκαλέσθη ὁ κ. Ὑπουρ-
3133γὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ἐν τῇ αἰτιολογικῇ τοῦ νομοσχεδίου ἐκ-
3134θέσει, ἐξάγεται ὅτι ἐδαπανήθησαν διὰ τὴν προξενικὴν ὑπηρε-
3135σίαν δραχμαὶ 693,080, ἐνῷ κατὰ τὸ ἔτος 1901 ἐδαπανή-
3136θησαν διὰ τὴν προξενικὴν ὑπηρεσίαν δραχμαὶ 821,183.33.
3137Ἄν συγκρίνωμεν δὲ τὰς δαπάνας τοῦ 1901 πρὸς τὰς πρὸ τῆς
3138ἐφαρμογῆς τοῦ προξενικοῦ νόμου γενομένας κατὰ τὸ 1899,
3139εὑρίσκομεν, κατὰ τὸν ἐπίσημον πίνακα τοῦ κ. Ὑπουργοῦ
3140τῶν Ἐξωτερικῶν, διὰ μισθοὺς θέσεων συσταθεισῶν διὰ τοῦ
3141νέου νόμου καὶ αὔξησιν μισθῶν ἐν γένει δραχ. 110,306...
3142§186ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερι-
3143κῶν). Πρέπει νὰ συγκρίνητε πρὸς τὸ 1895 καὶ 1896, διότι
3144τότε ἡ σύγκρισις θὰ βασίζηται ἐπὶ ἀριθμῶν ἀκριβῶν.
3145§187Α. ΡΩΜΑΝΟΣ. Ἡ σύγκρισις ἐγένετο καὶ πρὸς τὸν ἀπο-
3146λογισμὸν τοῦ 1896, ὃν ἐπικαλεῖται ἡ αἰτιολογικὴ ὑμῶν ἔκ-
3147θεσις, καὶ πρὸς τὰς δαπάνας τοῦ πρὸ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ
3148νέου νόμου ἔτους 1899.
3149Ἐν τούτοις ὁ κ. Πρωθυπουργὸς οὐ μόνον τὰς δαπάνας
3150ἐζήτησε νὰ αὐξήσῃ, ἀλλὰ καὶ τὰ ἔσοδα ἐζήτησε νὰ ἐλατ-
3151τώσῃ. Ὅτε κατὰ τὴν εἰσήγησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ διέ-
3152κοψα τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ὑποστηρίζοντα ὅτι κατὰ δραχ-
3153μὰς 858,518.92 ηὐξήθησαν αἱ δαπάναι διὰ τοῦ νέου προ-
3154ξενικοῦ νόμου, μοὶ ἀπήντησε τὰ ἑξῆς: «Λυποῦμαι ὅτι αἱ
3155πληροφορίαι, τὰς ὁποίας μεταδίδετε εἰς τὴν Βουλήν, δὲν
3156εἶναι ἀκριβεῖς. Τὰ ἔσοδα ἐκ τῶν προξενικῶν τελῶν κατὰ τὸ
31571895 πρὸ τοῦ ὑφ’ ὑμῶν προταθέντος νόμου ἀνήρχοντο εἰς
3158δρ. 550,115.40, κατὰ τὸ 1902 δὲ ἀνῆλθον εἰς 591,980,
3159δηλαδὴ ηὐξήθησαν κατὰ 41,464.60.»
3160Ἰσχυρίσθη δηλαδὴ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι αἱ εἰσπράξεις
3161τοῦ 1902 ἀνῆλθον εἰς δρ. 591,980, ἐνῷ κατὰ τὸν ἐπίση-
3162μον πίνακα, τὸν ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν ὑπο-
3163βληθέντα, αἱ εἰσπράξεις τοῦ ἔτους 1902 ἀνῆλθον εἰς δραχ-
3164μὰς 651,597.71...
3165§188ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερι-
3166κῶν). Ἀναγνωρίζω, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶπε ταῦτα εἰς
3167τὴν Βουλήν· ἀλλ’ ἐγὼ κατέθεσα τοὺς πίνακας ἀργότερον.
3168Μετὰ 15 ἡμέρας ἔρχονται αἱ καταστάσεις καὶ παρουσιάζου-
3169σιν αὔξησιν, ἑπομένως διαφοράν.
3170§189Α. ΡΩΜΑΝΟΣ. Τοῦτο ἀποδεικνύει, ὅτι ἡ ὑπηρεσία τοῦ
3171Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν ἐλειτούργει ταχύτερον, καθ’ ἣν
3172ἐποχὴν εἶχον τὴν τιμὴν ἐγὼ νὰ διευθύνω αὐτήν, διότι κατὰ
3173τὸ τέλος τοῦ μηνὸς Ἰανουαρίου συνεκεντροῦντο πάντα τ’ ἀπο-
3174τελέσματα τῶν εἰσπράξεων.
3175Ἡ διαφορὰ ὅμως, ἡ ὁποία ἐπῆλθεν ἐκ τῆς βραδύτητος
3176τῆς συγκεντρώσεως τῶν λογαριασμῶν, ἦτο 10,000 φρ. χρυ-
3177σᾶ, ὡς μοὶ εἴπετε ἄλλοτε, καὶ οὐχὶ 59,617 φρ. χρυσᾶ, —
3178διότι ἐνθυμοῦμαι, ὅτι μοὶ ὡμιλήσατε περὶ λάθους τινὸς εἰς
3179τοὺς λογαριασμοὺς τῆς ἐν Κωνσταντινουπόλει προξενικῆς
3180ἀρχῆς.
3181§190ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερι-
3182κῶν). Πρὸς ὠφέλειάν σας.
3183§191Α. ΡΩΜΑΝΟΣ. Πρὸς ὠφέλειάν μου, ἐὰν θέλητε νὰ ὀνο-
3184μάσητε τοιουτοτρόπως τὴν διαφορὰν ταύτην τῶν 10,000
3185φράγκων. Ἀλλ’ ἡ διαφορὰ μεταξὺ τοῦ ἀριθμοῦ, τὸν ὁποῖον
3186ἀνέφερεν ὁ κ. Πρωθυπουργός, καὶ τοῦ ἀριθμοῦ, τὸν ὁποῖον
3187μοὶ ἐδόσατε ὑμεῖς, εἶναι 60,000 φράγκων περίπου καὶ ὄχι
318810,000.
3189§192ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερι-
3190κῶν). Πότε ὁ κύριος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως σᾶς ἔλεγεν
3191αὐτό;
3192§193Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Νομίζω, ὅτι αὐτὴ ἡ παρατήρησις δὲν
3193εἶναι ὀρθή. Θέλετε νὰ εἴπητε, ὅτι, ὅτε ὁ κ. Πρόεδρος τῆς
3194Κυβερνήσεως ἀνεκοίνου τὰ ποσὰ ταῦτα εἰς τὴν Βουλήν, ὤφει-
3195λε νὰ εἴπῃ, ὅτι τὰ ποσὰ ταῦτα δὲν ἀντιπροσωπεύουσιν ὅλην
3196τὴν εἴσπραξιν, διότι ὑπῆρχον Προξενεῖά τινα, τὰ ὁποῖα δὲν
3197εἶχον διαβιβάσει ἀκόμη τὰς εἰσπράξεις.
3198§194Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Μὲ μίαν δια-
3199φοράν, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, — ἐλπίζω νὰ μὴ
3200δυσαρεστηθῆτε (ἀποτείνεται πρὸς τὸν κ. Σκουζὲν) — ὁ κύριος
3201Ὑπουργός, ὁ ἐμὸς συνάδελφος, ἔδωκε τὰς πληροφορίας περὶ
3202τῶν εἰσπραχθέντων ἐκ προξενικῶν τελῶν, στηριζόμενος εἰς
3203τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας οἱ πρόξενοι εἶχον ὑποβάλει εἰς
3204τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν, ἐνῷ τὰς ἐμὰς πληροφορίας
3205ἔλαβον ἐκ τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου, τὰς πληροφορίας δὲ
3206ταύτας τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου παρέβαλον πρὸς τὰς τοῦ
3207Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν, καὶ μοὶ ἐφάνη, ὅτι διαφέρου-
3208σι πρὸς ἀλλήλας, ὡς διαφέρουσιν οἱ πίνακες, τοὺς ὁποίους
3209δημοσιεύει ἡ ταμιακὴ ὑπηρεσία, πρὸς τοὺς πίνακας, οὓς δη-
3210μοσιεύει τὸ Γενικὸν Λογιστήριον. Τοιουτοτρόπως αἱ αὐταὶ
3211διαφοραὶ ὑπάρχουσι μεταξὺ τῶν πινάκων, τοὺς ὁποίους ἔχει
3212τὸ Γενικὸν Λογιστήριον, καὶ τῶν πινάκων, τοὺς ὁποίους εἰσ-
3213ήγαγεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ἐκ τῶν πληροφο-
3214ριῶν, τὰς ὁποίας ἔχει ἐκ τῶν προξένων.
3215§195Α. ΡΩΜΑΝΟΣ. Ἀλλ’ ἀφοῦ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς διατεί-
3216νεται, ὅτι παρὰ τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου εἶχε λάβει τὰς
3217ἐσφαλμένας περὶ τῶν εἰσπράξεων πληροφορίας, παρὰ τίνος
3218τότε ἔλαβε καὶ ἄλλας ἀνακριβεῖς πληροφορίας, τὰς ὁποίας
3219ἀνεκοίνωσεν εἰς τὴν Βουλὴν ἐν τῇ ἀγορεύσει του; Ἄς μοὶ
3220ἐπιτρέψῃ ἡ Βουλὴ νὰ ἀναγνώσω καὶ ἄλλην περικοπὴν τοῦ
3221λόγου του (ἀναγινώσκει):
3222«Κατὰ τὸ 1896 τὰ ἔσοδα εἶχον ἀνέλθει εἰς δρ. 554,610
3223καὶ 85/00, ἐνῷ τὰ κατὰ τὸ 1902 εἰσπραχθέντα ἀνῆλθον εἰς
3224591,580, ἤτοι ὑπερέβησαν τὰ κατὰ τὸ 1896 εἰσπραχθέντα
3225κατὰ δραχμὰς 36,969.15 μόνον. Περὶ τῶν εἰσπραχθέντων
3226κατὰ τὸ 1897 δὲν ποιοῦμαι μνείαν, διότι ἦτο ὁ πόλεμος,
3227καθὼς δὲν ποιοῦμαι μνείαν καὶ τῶν εἰσπραχθέντων κατὰ τὸ
32281898· κατὰ τὸ 1901 ὅμως, πρὶν ἢ ψηφισθῇ ὁ νόμος τοῦ κ.
3229Βουλευτοῦ ἐκ Κεφαλληνίας, εἶχον ἀνέλθει τὰ εἰσπραχθέντα
3230προξενικὰ ἔσοδα εἰς δραχμὰς 620,607, ἤτοι ὑπερέβησαν τὰ
3231κατὰ τὸ 1900 εἰσπραχθέντα κατὰ δραχμὰς 29,026.83...»
3232Παρὰ τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου ἔλαβε λοιπὸν καὶ τὴν πλη-
3233ροφορίαν, ὅτι δὲν εἶχε ψηφισθῆ ὁ νέος προξενικὸς νόμος κατὰ
3234τὸ 1901; Προφανῶς ἠγνόει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἢ μᾶλλον
3235ἐλησμόνησεν, ὅτι ὁ νέος προξενικὸς νόμος, ψηφισθεὶς κατὰ τὸν
3236Μάρτιον τοῦ 1900, ἐφηρμόσθη, ὡς πρὸς τὰς φορολογικὰς
3237αὐτοῦ διατάξεις, ἀπὸ τοῦ αὐτοῦ ἔτους, καὶ ὡς πρὸς πάσας
3238τὰς λοιπὰς διατάξεις ἀπὸ τῆς 1 Ἰανουαρίου τοῦ 1901.
3239§196Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Πρόκειται
3240περὶ τοῦ 1900· δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ὑποστηρίξω, ὅτι κατὰ
3241τὸ 1901 δὲν εἶχεν ἐφαρμοσθῆ ὁ νόμος, διότι τότε ἔπρεπε νὰ
3242παραδεχθῶ, ὅτι ὑμεῖς δὲν ἐφηρμόσατε τὸν νόμον—διότι δὲν
3243ἐφήρμοσε τὸν νόμον πρώτην φορὰν τὸ Ὑπουργεῖον τὸ ὑπὸ τὸν
3244κ. Βουλευτὴν ἐκ Καλαβρύτων, ἀλλ’ ὑμεῖς.
3245§197Α. ΡΩΜΑΝΟΣ. Τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ἀνεφέρατε, εἶναι
3246τὸ ποσὸν τῶν εἰσπράξεων τοῦ 1901. Ἂν εἴχετε σκοπὸν νὰ
3247κάμητε μνείαν περὶ τοῦ 1900, τότε τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ἠθέ-
3248λετε ἀναφέρει, θὰ ἦτο τὸ ποσὸν τῶν εἰσπράξεων τοῦ 1900
3249καὶ ὄχι τοῦ 1901. Δὲν ἔχει οὕτω, κύριε Πρωθυπουργέ;
3250§198Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Θὰ μοὶ ἐπι-
3251τρέψητε νὰ μὴ τὸ ἀποδεχθῶ, ἕως οὗ σᾶς φέρω τὰς ἀποδείξεις.
3252§199Α. ΡΩΜΑΝΟΣ. Ἀλλ’ οὕτως ἔχει, κύριε Πρωθυπουργέ,
3253διότι ἐν τῷ ἐπισήμῳ πίνακι τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτε-
3254ρικῶν ἀναγινώσκω τὰ ἑξῆς· «1901—μετὰ τὴν ἐφαρμογὴν
3255τοῦ νόμου ΒΨΗʹ — εἰσπράξεις φράγκα χρυσᾶ 620,607»·
3256ἀναγινώσκω δὲ καὶ ἐν τῷ λόγῳ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ: «1901
3257φρ. χρ. 620,607».
3258§200Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ποῦ εἶναι τὸ
3259λάθος;
3260§201Α. ΡΩΜΑΝΟΣ. Ὅτι κατὰ τὸ 1901 εἶχεν ἐφαρμοσθῆ ὁ
3261νόμος, σεῖς δὲ ἰσχυρίσθητε, ὅτι δὲν εἶχεν ἐφαρμοσθῆ, ὅλοι
3262δὲ οἱ ὑπολογισμοὶ ὑμῶν ὡς πρὸς τὰς εἰσπράξεις ἐκ τελωνια-
3263κῶν τελῶν βασίζονται ἐπὶ τῆς πληροφορίας, ὅτι δὲν εἶχεν
3264ἐφαρμοσθῆ ὁ νόμος κατὰ τὸ 1901. Ἑπομένως οἱ ὑπολογι-
3265σμοί σας ὡς πρὸς τὰ ποσὰ τῶν εἰσπράξεων καὶ τὰ ἔτη, εἰς
3266ἃ ταῦτα ἀνάγονται, εἶναι ἐσφαλμένοι ἐκ βάσεως, διότι εἶχεν
3267ἐφαρμοσθῆ ὁ νόμος.
3268§202Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ποία εἶναι
3269ἡ διαφορὰ μεταξὺ τοῦ 1900 καὶ τοῦ 1901; εἶναι 19,000
3270φράγκων. Σᾶς ἠδίκησα διὰ 19,000 φράγκα.
3271§203Α. ΡΩΜΑΝΟΣ. Ἀλλὰ καὶ διατὶ εἶναι 19,000 φράγκα
3272μόνον; Ἐξακολουθεῖτε ἀγνοοῦντες, ὅτι κατὰ τὸ 1900 εἶχεν
3273ἐφαρμοσθῆ ὁ προξενικὸς νόμος ἀπὸ τοῦ Ἀπριλίου, ὡς πρὸς
3274τὰς φορολογικὰς αὐτοῦ διατάξεις, καὶ δι’ αὐτὸ ὑπάρχει αὐτὴ
3275ἡ μικρὰ διαφορὰ μεταξὺ τῶν ἐτῶν 1900 καὶ 1901. Ἔπρεπε
3276νὰ συγκρίνητε τὸ 1901 πρὸς τὸ 1899, καὶ τότε θὰ εἴχετε
3277διαφορὰν 104,000 φρ. χρυσῶν.
3278§204Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Καθ’ ὃν χρό-
3279νον ἰσχυρίζομαι, ὅτι ηὐξήθησαν τὰ ἔξοδα μόνον διὰ τῆς αὐ-
3280ξήσεως τῶν μισθῶν τῶν προξενικῶν ὑπαλλήλων κατὰ 206
3281χιλιάδας δραχμὰς, μοὶ παρουσιάζετε τὴν δικαιολογίαν, ὅτι
3282εἰσεπράξατε περισσότερα 104,000 φράγκα! Ἀλλ’ αὐτὰ εἶναι
3283τὰ προξενικὰ ἔξοδα. Ὅλα τὰ ἔξοδα εἶναι 900,000 φράγκα.
3284§205Α. ΡΩΜΑΝΟΣ. Καὶ εἰς αὐτὸ θὰ σᾶς ἀπαντήσω. Συγ-
3285χέετε τὰς δαπάνας. Λησμονεῖτε τὰς λοιπὰς δαπάνας τοῦ
3286Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν. Λησμονεῖτε τὰς ἐξωτερικὰς
3287δαπάνας, αἵτινες ἐπὶ τῶν ἡμερῶν μας ηὐξήθησαν κατὰ
3288432,960 δραχμάς. Ἀλλὰ τίς θὰ εὑρεθῇ ἐνταῦθα, ὁ ὁποῖος
3289θὰ κατακρίνῃ τὴν Κυβέρνησιν Θεοτόκη, διότι ηὔξησε τὰς
3290ἐξωτερικὰς δαπάνας;
3291§206Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Αὐτὸς εἶναι τρόπος τοῦ λέγειν.
3292Οὐδεὶς ἀμφισβητεῖ, ὅτι προκειμένου περὶ τῶν ἐξωτερικῶν δα-
3293πανῶν δὲν εἶναι διὰ τοῦτο κατακριτέα ἡ Κυβέρνησις· κατα-
3294κρίνομεν αὐτήν, ὅτι τὰ ἔξοδα διὰ τοῦ νόμου ἀνεβιβάσθησαν.
3295§207Α. ΡΩΜΑΝΟΣ. Ἐπανέρχεσθε εἰς τὰ ἴδια, τὰ ὁποῖα εἴ-
3296πετε εἰς τὴν εἰσήγησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Καὶ τότε ἐλέ-
3297γετε, ὅτι ἡ Κυβέρνησις τοῦ ἐκ Κερκύρας ἀξιοτίμου Βουλευ-
3298τοῦ ηὔξησε τὰ ἔξοδα κατὰ δραχ. 858,518:92, μὴ λαμβά-
3299νοντες ὑπ’ ὄψιν, ὅτι 432,960 δραχμαὶ ἐπὶ πλέον τῶν παρ’
3300ὑμῶν κατὰ τὸ 1896 διατεθεισῶν ἐδαπανήθησαν ἐπὶ τῆς Κυ-
3301βερνήσεως τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Κερκύρας Βουλευτοῦ, ὅπως ἐκ-
3302μανθάνωσι τὴν μητρικὴν αὐτῶν γλῶσσαν τὰ τέκνα τῶν ὁμο-
3303φύλων ἡμῶν, τὰ ὁποῖα ἄλλως, ἄνευ τῆς ἐπικουρίας ἡμῶν ταύ-
3304της, θὰ ἐκινδύνευον νὰ εἰσαχθῶσιν εἰς τὰ σχολεῖα τῶν προ-
3305παγανδῶν.
3306§208Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ αἰτιολο-
3307γία τῆς ἐκθέσεως τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν
3308ὁρίζει, ὅτι ἡ διαφορὰ ἀνέρχεται εἰς 1,195,000. Αὐτὴ ἡ δα-
3309πάνη ὑφίσταται, ὅπως σπουδάζωσι τὰ τέκνα τῆς Μακεδονίας;
3310§209Α. ΡΩΜΑΝΟΣ. Ἀλλ’ ὑμεῖς ἐπαναλαμβάνετε πάντοτε
3311τὰ αὐτά! Διὰ τοῦτο καὶ ἐγὼ θὰ ἦμαι ἠναγκασμένος νὰ
3312ἐξακολουθήσω ἐπαναλαμβάνων ὅσα εἶπον καὶ ἀπέδειξα, ἐπὶ
3313πραγματικῶν ἀριθμῶν καὶ γεγονότων βασιζόμενος. Ἡ ἐπανά-
3314ληψις δὲ αὐτῶν θὰ ἦτο δυσάρεστος καὶ εἰς τὴν Βουλὴν καὶ
3315εἰς ὑμᾶς καὶ εἰς ἐμὲ αὐτόν.
3316§210Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐγὼ ἐπι-
3317θυμῶ νὰ μὴ σᾶς δυσαρεστήσω.
3318§211Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Δύνασθε νὰ μᾶς εἴπητε ἀκριβῶς, κατὰ
3319πόσον ηὐξήθησαν τὰ ἔξοδα διὰ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ προξενικοῦ
3320νόμου; κατὰ πόσον ηὔξησαν αἱ δαπάναι αἱ προξενικαὶ μετὰ
3321τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ προξενικοῦ νόμου; Αὐτὰ πρέπει νὰ παρα-
3322βάλωμεν. Δὲν δύνασθε νὰ ἐπικαλεσθῆτε τὸν νόμον τὸν προ-
3323ξενικόν, ὅπως καλύψητε τὴν διαφορὰν τὴν ὑπάρχουσαν με-
3324ταξὺ τῶν δύο χρήσεων. Καὶ ἐπιθυμῶ νὰ ἔχω αὐτὰς τὰς δύο
3325πληροφορίας ὡρισμένως, ἵνα ἴδωμεν, ἂν ἐπιβάλλεται ἡ τρο-
3326ποποίησις τοῦ προξενικοῦ νόμου. Ἐὰν φρονῆτε, ὅτι ηὔξησαν
3327αἱ ἄλλαι δαπάναι τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν, καὶ
3328ὅτι αἱ δαπάναι αὗται εἶναι περιτταί, δύνασθε αὐτὰς νὰ
3329περιορίσητε.
3330§212Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν πρό-
3331κειται νὰ ἐξετάσω, ἂν ἐδαπανήθησαν τὰ χρήματα, — διότι
3332οὐδεὶς ἐξ ἡμῶν ὑπέθεσεν, ὅτι δὲν ἐδαπανήθησαν ὅσα ἀναφέ-
3333ρονται ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ· — ἀλλὰ πρόκειται περὶ ἄλλου
3334τινός, ὅτι αἱ ἀνάγκαι τοῦ Κράτους πρέπει νὰ θεραπεύωνται
3335κατὰ τρόπον τοιοῦτον, ὥστε νὰ μὴ ὑπερβαίνωσι τὰ μέσα, τὰ
3336ὁποῖα ὁ τόπος δύναται νὰ παρέχῃ πρὸς θεραπείαν τῶν ἀναγ-
3337κῶν αὐτῶν. Διότι τίς δύναται νὰ κατηγορήσῃ ἡμᾶς, ἐὰν
3338συστήσωμεν Πρεσβείας πανταχοῦ, εἰς τὸ Περοῦ, εἰς τὴν
3339Χιλήν, ἢ εἰς τὴν Νέαν Ὁλλανδίαν καὶ εἰς πάντα τὰ Κράτη;
3340τίς δύναται νὰ κατηγορήσῃ ἡμᾶς, ἐὰν φροντίσωμεν νὰ παρά-
3341σχωμεν εἰς τοὺς διπλωματικοὺς ὑπαλλήλους ἀφθονίαν μέσων,
3342ὥστε νὰ ζῶσιν ἐν πάσῃ ἀξιοπρεπείᾳ; Πρέπει ὅμως νὰ στρέψω
3343νὰ ἴδω καὶ τοὺς φορολογουμένους, μήπως πληρώνωσιν οὗτοι
3344περισσότερα χρήματα ἀπὸ ὅσα ἐπλήρωνον μέχρι τοῦδε· διότι,
3345ὅταν ἀναβιβάζωνται τὰ ἔξοδα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξω-
3346τερικῶν κατὰ 1,195,000 δραχμὰς ἀπὸ τοῦ 1896 μέχρι
3347τοῦ 1902, ἐρωτῶ, ποία πλούτη, ποία ἀφθονία χρημάτων
3348ἐχύθη εἰς τὴν Ἑλλάδα κατὰ τὸ διάστημα τοῦτο, ὅπως λη-
3349σμονῶμεν τὰς ἀνάγκας τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ὅπως λησμονῶ-
3350μεν ὅτι ἔχει ἀνάγκην ν’ ἀποξηράνῃ τὰ ἕλη, νὰ βελτιώσῃ τὴν
3351γεωργίαν; Καὶ ἡμεῖς, ἀντὶ νὰ φροντίσωμεν περὶ αὐτῶν, δα-
3352πανῶμεν ἓν ἑκατομμύριον περισσότερον, ἵνα παρίσταται ἡ
3353Ἑλλὰς μεγαλοπρεπῶς ἐν τῷ ἐξωτερικῷ!
3354§213Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Νομίζω ὅτι ἐξήλθομεν τοῦ θέματος.
3355Θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ ἐπανέλθωμεν εἰς τὸ θέμα.
3356Διατείνεσθε, ὅτι ἐπῆλθεν αὔξησις εἰς τὰς δαπάνας τοῦ
3357Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν. Αἱ δαπάναι αὗται τοῦ Ὑπουρ-
3358γείου τῶν Ἐξωτερικῶν δύνανται εἰς τὰ κύρια αὐτῶν κεφά-
3359λαια νὰ διαιρεθῶσιν εἰς τρία· δαπάνας ἐξωτερικὰς, δαπάνας
3360διπλωματικῆς ὑπηρεσίας, δαπάνας προξενικῆς ὑπηρεσίας.
3361Ἐὰν εὑρίσκητε, ὅτι αἱ δαπάναι αἱ ἐξωτερικαὶ πρέπει νὰ
3362περιορισθῶσι, περιορίσατε ταύτας· ἐὰν εὑρίσκητε, ὅτι αἱ δα-
3363πάναι τῆς διπλωματικῆς ὑπηρεσίας πρέπει νὰ περιορι-
3364σθῶσι, καὶ ἐγὼ παρατηρῶ, ὅτι ἡμεῖς τὰς δαπάνας ταύτας
3365δὲν ηὐξήσαμεν· καὶ ἡμεῖς εὕρομεν τὰς δαπάνας τὰς διπλω-
3366ματικὰς παρ’ ὑμῶν αὐξηθείσας, κατόπιν δὲ προσετέθησαν
3367Πρεσβεῖαι, τὰς ὁποίας ἡμεῖς προσεθέσαμεν. Ἐὰν νομίζητε,
3368ὅτι αἱ δαπάναι αἱ διπλωματικαὶ, τὰς ὁποίας ὑμεῖς διεπρά-
3369ξατε, ἢ ἡ προσθήκη τῶν θέσεων τῶν πρέσβεων, εἰς τὴν ὁποίαν
3370ἡ προκάτοχος ὑμῶν Κυβέρνησις προέβη, ἐὰν νομίζητε, ὅτι αἱ
3371δαπάναι αὗται πρέπει νὰ διαγραφῶσι, διαγράψατε αὐτάς.
3372Ἀλλὰ τοῦτο δὲν ἐπράξατε· ἐμμένετε εἰς τὰς λοιπὰς δαπάνας,
3373καὶ ἐνῷ διατηρεῖτε τὴν αὔξησιν τῶν ἐκ προξενικῶν τελῶν
3374ἐσόδων, προτείνετε τὴν ἐλάττωσιν τῶν προξενικῶν δαπανῶν.
3375Καὶ λησμονεῖτε, ὅτι ἡμεῖς διὰ τῆς αὐξήσεως τῶν ἐσόδων
3376προέβημεν εἰς τὴν αὔξησιν τῶν δαπανῶν, προέβημεν δὲ εἰς
3377τὴν αὔξησιν ταύτην, διότι παρίστατο ὑπὸ τῶν ἔξω Ἑλλή-
3378νων εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι εἶναι ἐπιβεβλημένον εἰς αὐτὴν
3379νὰ καταστήσῃ τοὺς προξένους ἀνεξαρτήτους, ἵνα ἐπιτρέψῃ
3380εἰς αὐτοὺς νὰ ζήσωσι καθ’ ὃν τρόπον ἡ ἀξιοπρέπεια τοῦ
3381Κράτους ἐπιβάλλει· ἐδήλωσαν δὲ, ὅτι εἶναι πρόθυμοι νὰ συν-
3382τελέσωσιν εἰς τοῦτο, ἀποδεχόμενοι τὴν αὔξησιν τῶν βαρῶν.
3383Τὴν αὔξησιν ταύτην τῶν βαρῶν διατηρεῖτε, τὴν αὔξησιν
3384τῶν δαπανῶν περιορίζετε! Ἀλλὰ πρόκειται ἀκριβῶς περὶ
3385τῶν προξενικῶν δαπανῶν, καὶ ὅταν πρόκηται περὶ προξενι-
3386κῶν δαπανῶν, δὲν ἐπιτρέπεται νὰ λάβωμεν τὸ σύνολον τῶν
3387αὐξήσεων, ἀλλὰ πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν, πρὸ τοῦ νόμου τοῦ
33881890 πόσα ἐδαπανῶντο διὰ τὴν προξενικὴν ὑπηρεσίαν, πόσα
3389εἰσεπράττοντο, καὶ νὰ γείνῃ ἡ σύγκρισις τῶν ἐσόδων καὶ
3390τῶν ἐξόδων, τῶν εἰσπραττομένων καὶ τῶν δαπανωμένων·
3391δεύτερον, μετὰ τὴν ψήφισιν τοῦ νόμου πόσα εἰσεπράχθησαν,
3392πόσα ἐδαπανήθησαν, καὶ νὰ γείνῃ ἡ σύγκρισις μεταξὺ τῶν
3393ἐσόδων καὶ τῶν ἐξόδων, μεταξὺ τῶν εἰσπραχθέντων καὶ τῶν
3394δαπανηθέντων· καὶ ἂν ἐκ τῆς συγκρίσεως ταύτης προκύπτῃ,
3395ὅτι τὸ μέγιστον μέρος τῆς δαπάνης καλύπτεται, δὲν δύ-
3396νασθε νὰ ἐπιφέρητε οἰκονομίαν εἰς τοὺς μισθούς. Τὸ πολὺ
3397δικαιοῦσθε νὰ εἴπητε: «αὐξάνομεν τὰ ἔσοδα, ὅπως ἐπαρκέ-
3398σωσιν εἰς τὴν αὔξησιν τῶν ἐξόδων, περιορίζομεν τὴν αὔξησιν
3399τῶν ἐξόδων, ὥστε νὰ μὴ ὑπάρχῃ διαφορὰ μεταξὺ ἐξόδων καὶ
3400ἐσόδων». Πέραν τοῦ σημείου αὐτοῦ δὲν δικαιοῦσθε νὰ προ-
3401βῆτε.
3402§214Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὰς παρα-
3403βολὰς, τὰς ὁποίας προτείνετε ὅτι πρέπει νὰ ποιησώμεθα,
3404βεβαίως θέλομεν προτείνει εἰς τὴν δευτέραν ἀνάγνωσιν τοῦ
3405νομοσχεδίου· ἀπηύθυνα ὅμως τὴν παρατήρησιν πρὸς ὑμᾶς—
3406καὶ λέγω πρὸς ὑμᾶς, δότι σεῖς εἶσθε εἰς κρείττονα θέσιν
3407παντὸς ἄλλου ν’ ἀναγνωρίσητε τὴν ἀλήθειαν τοῦ ἰσχυρι-
3408σμοῦ, τὸν ὁποῖον θὰ προβάλω, — ἐπρόβαλα, λέγω, τὴν παρα-
3409τήρησιν πρὸς ὑμᾶς, ὅτι ὑπάρχουσι δαπάναι, τὰς ὁποίας ὅταν
3410ἀναγράφητε ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, ὅσον καὶ ἂν ἦναι δια-
3411τεθειμένος ὁ διάδοχος ὑμῶν νὰ διαγράψῃ, δὲν θέλει δυνηθῆ
3412νὰ τὰς μεταβάλῃ, διότι, ἂν τὰς μεταβάλῃ, θέλει φέρει ἴσως
3413βλάβην εἰς τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα. Ὅταν συνιστᾶτε Πρεσβείας,
3414νομίζετε ὅτι εἶναι εὔκολον νὰ καταργηθῶσιν αὗται κατόπιν;
3415§215Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ὄχι.
3416§216Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Λοιπὸν πῶς ἐπικρίνετε ἡμᾶς,
3417διότι δὲν κατηργήθησαν διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ Πρεσβεῖαι,
3418ἂν κρίνωμεν αὐτὰς περιττάς; Διότι δημοσίᾳ βεβαίως δὲν
3419δύναταί τις νὰ εἴπῃ, ὅτι κρίνει περιττὴν Πρεσβείαν τινὰ
3420ὡρισμένην· ἔστω καὶ ἂν ἦναι Πρεσβεία ἐν Περσίᾳ, δὲν δύ-
3421ναταί τις Ὑπουργὸς νὰ κηρύξῃ αὐτὴν περιττὴν, καὶ νὰ
3422ζητήσῃ τὴν κατάργησίν της.
3423§217Α. ΡΩΜΑΝΟΣ. Χαίρω πολὺ, ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ
3424Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ὑπεσχέθη εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι ἅμα
3425πεισθῇ, ὅτι τὰ ἔσοδα τὰ προξενικὰ καλύπτουσι τὰς δαπά-
3426νας τῆς προξενικῆς ὑπηρεσίας, θὰ τροποποιήσῃ τὸ ὑπὸ συ-
3427ζήτησιν νομοσχέδιον κατὰ τρόπον, ὥστε νὰ μὴ ἐλαττωθῶσιν
3428οἱ μισθοὶ τῶν προξένων.
3429§218Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Σᾶς εἶπον
3430ἐγὼ τοιοῦτόν τι;
3431§219Α. ΡΩΜΑΝΟΣ. Ἐνόμισα ὅτι τοιαύτη ἦτο ἡ ἔννοια τῶν
3432λόγων σας.
3433§220Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Εἶπεν ὅτι θ’ ἀποδείξῃ, ὅτι δὲν καλύ-
3434πτονται.
3435§221Α. ΡΩΜΑΝΟΣ. Θὰ ἐπεθύμουν, ὁ κύριος Πρόεδρος τοῦ
3436Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου νὰ ᾐσθάνετο τὴν ὑποχρέωσιν, ὅτι
3437πᾶσα Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις καθῆκον ἔχει νὰ διαθέτῃ ὑπὲρ
3438τῆς προξενικῆς ὑπηρεσίας πᾶν ὅ,τι εἰσπράττει ἐκ τῶν προ-
3439ξενικῶν τελῶν, διότι δὲν μοὶ φαίνεται ὀρθὸν, οἱ ἐν τῷ ἐξω-
3440τερικῷ Ἕλληνες νὰ ἀποτίνωσιν ἁδρὰ προξενικὰ τέλη, οἱ δὲ
3441ἀντιπρόσωποι τῆς Ἑλλάδος ἐν τῷ ἐξωτερικῷ νὰ μὴ ἔχουν
3442ἐπαρκῆ τὰ μέσα τῆς συντηρήσεώς των.
3443Ἂς ἐπανέλθωμεν ὅμως εἰς τὸ ὑπὸ συζήτησιν θέμα, καὶ ἂς
3444συγκρίνωμεν τὰς εἰσπράξεις τὰς πρὸ τοῦ προξενικοῦ νόμου
3445πρὸς τὰς εἰσπράξεις τὰς μετὰ τὸν προξενικὸν νόμον. Εἶπον
3446ἤδη, ὅτι ὁ προξενικὸς νόμος ἐφηρμόσθη ἀπὸ τοῦ Ἀπριλίου
3447τοῦ 1900. Ἐὰν συγκρίνωμεν δὲ τὸ 1899 πρὸς τὸ 1902, ἔχο-
3448μεν αὔξησιν φρ. χρ. 121,789· ἀλλ’ ἐὰν λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν
3449τὸν μέσον ὅρον τῶν εἰσπράξεων, ἀκολουθοῦντες τὸ σύστημα
3450τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1903, ἔχομεν μέσον ὅρον εἰσπρά-
3451ξεων πρὸ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου, λαμβάνοντες ὑπ’ ὄψιν
3452τὰς χρήσεις τῶν ἐτῶν 1898 καὶ 1899, δι’ ἕκαστον τῶν δύο
3453τούτων ἐτῶν 503,680 φράγκα χρυσᾶ, μέσον ὅρον δὲ εἰσ-
3454πράξεων τῶν ἐτῶν 1900, 1901 καὶ 1902 δι’ ἕκαστον ἐξ
3455αὐτῶν φράγκα χρυσᾶ 634,052· ἔχομεν ἄρα διαφορὰν ἐπὶ
3456πλέον κατὰ μέσον ὅρον φρ. χρυσᾶ 130,372.
3457Ἀλλ’ ἡ αὔξησις, ἥτις ἐπῆλθεν εἰς τὰ προξενικὰ τέλη,
3458εἶναι πολὺ ἀνωτέρα, διότι δὲν πρέπει νὰ λησμονῶμεν, ὅτι
3459μετὰ τὸν πόλεμον πολλοὶ Ἕλληνες ἠναγκάσθησαν ν’ ἀπο-
3460βάλωσι τὴν ἐθνικότητά των, νὰ γείνωσιν Ὀθωμανοὶ ὑπήκοοι,
3461ἀφ’ ἧς δ’ ἐποχῆς διηύθυνον τὸ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουρ-
3462γεῖον ἐγίνωσκον, ὅτι ὑπὲρ τὰς 10,000 Ἕλληνες ἀπέβαλον
3463τὴν ἐθνικότητά των κατὰ τὸν πόλεμον, καὶ ἔγειναν Ὀθω-
3464μανοὶ ὑπήκοοι. Οἱ Ἕλληνες δὲ οὗτοι ἔπαυσαν νὰ καταβάλ-
3465λωσι προξενικὰ τέλη, καὶ ἕνεκα τούτου ἠλαττώθησαν τὰ
3466προξενικὰ τέλη κατὰ 30,000 φράγκα χρυσᾶ τοὐλάχιστον.
3467Ἀλλὰ καὶ ἄλλην ἐλάττωσιν τῶν τελῶν ὀφείλομεν νὰ λά-
3468βωμεν ὑπ’ ὄψιν, διότι δὲν πρέπει νὰ λησμονῶμεν, ὅτι διὰ
3469τοῦ νέου προξενικοῦ νόμου ἄλλα μὲν τέλη ηὐξήθησαν, ἄλλα
3470δὲ ἠλαττώθησαν ἢ κατηργήθησαν ἐντελῶς. Οὕτω διὰ τῶν
3471ἄρθρων 250 καὶ 251 τοῦ προξενικοῦ νόμου κατηργήθησαν τὰ
3472τέλη τῆς ἐπιθεωρήσεως τῶν ἐγγράφων τῶν ἀτμοπλοίων τῶν
3473ἐχουσῶν συμβάσεις μετὰ τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἐκτελουσῶν
3474δρομολόγια ἑβδομαδιαῖα ἢ δεκαπενθήμερα, πρὸς δὲ ἠλατ-
3475τώθησαν καὶ τὰ τέλη διὰ τὴν σύνταξιν συμβολαίων ἀγορᾶς
3476ἀτμοπλοίων. Ἐνθυμεῖται δὲ ἡ Βουλή, ὅτι ἡ Κυβέρνησις
3477περιέλαβε τὰς διατάξεις ταύτας ἐν τῷ νόμῳ ἐκ προνοίας,
3478ὅπως ἐμψυχώσῃ καὶ ἀνακουφίσῃ τὴν ἐμπορικὴν ἡμῶν ναυ-
3479τιλίαν. Ἐκ τῶν διατάξεων τούτων τοῦ νόμου ἠλαττώθησαν
3480τὰ προξενικὰ τέλη κατὰ 60,000 φράγκα χρυσᾶ περίπου,
3481κατὰ πληροφορίας, τὰς ὁποίας μοὶ ἔδωκεν ὁ κύριος ἐπὶ τῶν
3482Ἐξωτερικῶν Ὑπουργὸς ἐν τῷ ἐπισήμῳ πίνακί του. Ἐὰν
3483λάβωμεν δὲ ὑπ’ ὄψιν τὴν ἐλάττωσιν ταύτην τῶν 60,000
3484φράγκων χρυσῶν, καθὼς καὶ τὴν ἐλάττωσιν ἐκ 30,000 τοὐ-
3485λάχιστον φράγκων χρυσῶν, ἥτις ἐπῆλθε διότι πολλοὶ Ἕλ-
3486ληνες ἀπέβαλον τὴν ἐθνικότητά των, ἔχομεν ἐλάττωσιν
348790,000 φράγκων χρυσῶν, ἡ ὁποία προστιθεμένη εἰς τὸ πο-
3488σὸν τῶν 130,000 φρ. χρ. ἀποδεικνύει, ὅτι ἡ αὔξησις τῶν
3489εἰσπράξεων τῶν προξενικῶν τελῶν ἄνευ τῶν διατάξεων τού-
3490των καὶ τῆς ἀλλαγῆς τῆς ἐθνικότητος μεγάλου ἀριθμοῦ
3491Ἑλλήνων θὰ ὑπερέβαινε τὸ ποσὸν τῶν 200,000 φράγκων.
3492Ἀλλ’ ἂς μὴ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν, εἰμὴ τὴν πραγματικὴν δια-
3493φορὰν τῶν 130,000 φρ. χρυσῶν, ἅτινα, ὑπολογιζομένου τοῦ
3494φράγκου πρὸς 1,60, ἀντιστοιχοῦσι πρὸς δραχμὰς 208,000,
3495ἐνῷ ἡ ἐπὶ πλέον δαπάνη μετὰ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ προξενι-
3496κοῦ νόμου, κατὰ τὸν ἐπίσημον πίνακα τοῦ Ὑπουργείου τῶν
3497Ἐξωτερικῶν, ἀνέρχεται, ὅσον ἀφορᾷ τοὺς μισθοὺς τῶν προ-
3498ξενικῶν ὑπαλλήλων, εἰς δραχ. 110,306.80· προστιθεμένων
3499δὲ εἰς τὸ ποσὸν τοῦτο καὶ τῶν ἐπὶ πλέον δαπανῶν δι’ ἐνοί-
3500κια, ὁδοιπορικὰ καὶ λοιπά, ἡ ὅλη ἐπιπρόσθετος δαπάνη
3501ἀνέρχεται εἰς δραχ. 128,103.21, καθόσον διὰ τὰ ἐνοίκια
3502δὲν ἐδαπανήθησαν πλέον τῶν 90,000, δηλαδὴ 15,000 ἐπὶ
3503πλέον.
3504§222ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερι-
3505κῶν). 25,000. Ἀφοῦ εἶναι 100,000, τὸ τέταρτον εἶναι
350625,000.
3507§223Α. ΡΩΜΑΝΟΣ. Ἀνεγράψαμεν 100,000, ἀλλ’ 90,000
3508μόνον ἐδαπανήθησαν. Ἀλλὰ θέλετε 25,000; Προσθέσατε
350925,000 εἰς τὰς 110,000, καὶ ἔχετε 135,000. Προσθέσατε
3510καὶ 17,000 δραχμὰς ἐκ τῆς αὐξήσεως τῶν ὁδοιπορικῶν καὶ
3511λοιπῶν καὶ ἔχετε 152,000. Ἄρα καὶ πάλιν ἀπομένει ὑπό-
3512λοιπον ἐκ τῶν δραχμῶν 208,000 δραχμαὶ 56,000.
3513§224ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερι-
3514κῶν). Νομίζω ὅτι περιπίπτετε εἰς μικρὸν λάθος.
3515§225Α. ΡΩΜΑΝΟΣ. Ὁρίστε.
3516§226ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ. Αἱ πραγματικαὶ εἰσπράξεις τοῦ
35171902 εἶναι 651,000. Τὰς συγκρίνετε πρὸς ποῖον ἔτος;
3518§227Α. ΡΩΜΑΝΟΣ. Πρὸς τὸ 1899.
3519§228ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ. Διατὶ δὲν τὰς συγκρίνετε πρὸς
3520τὸ 1900;
3521§229Α. ΡΩΜΑΝΟΣ. Τὸ 1900 εἶχεν ἐφαρμοσθῆ ὁ νόμος.
3522Ὑποπίπτετε εἰς τὸ ἴδιον λάθος, εἰς τὸ ὁποῖον ὑπέπεσε
3523καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου.
3524§230ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ. Ἐὰν θέλητε νὰ ἦσθε ἀκριβής,
3525διατὶ δὲν τὰς συγκρίνετε πρὸς τὸ 1896;
3526§231Α. ΡΩΜΑΝΟΣ. Σᾶς εἶπον διὰ ποῖον λόγον. Σᾶς εἶπον,
3527ὅτι μετὰ τὸν πόλεμον πολλοὶ Ἕλληνες ἀπέβαλον τὴν ἰθα-
3528γένειάν των· σᾶς εἶπον ὅτι καὶ ἄλλοι λόγοι ἐπῆλθον, ἕνεκα
3529τῶν ὁποίων ἠλαττώθησαν εἰσπράξεις τινές. Ἀλλὰ θέλετε
3530πρὸς τὸ 1896; Μάλιστα. Ἔχετε πλέον τῶν 90,000 φρ. χρ.
3531διαφορὰν· ἀφοῦ κατὰ μὲν τὸ ἔτος 1902 εἰσεπράχθησαν φρ.
3532χρ. 651,597.71, κατὰ δὲ τὸ 1896 φρ. χρ. 554,610.85,
3533συμφώνως πρὸς τὸν πίνακα, ὃν ὑπεβάλετε εἰς τὴν Βουλὴν,
3534ὑπάρχει διαφορὰ φρ. χρυσῶν 96,986.86. Ἀλλὰ θέλετε νὰ
3535ὑπολογίσωμεν διαφορὰν στρογγύλου ἀριθμοῦ 90,000; Πόσον
3536δίδουν αἱ 90,000 πρὸς 1.65;
3537§232ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ. 148,500.
3538§233Α. ΡΩΜΑΝΟΣ. 148,500 δραχμαί. Πάλιν λοιπὸν καλύ-
3539πτονται αἱ πρόσθετοι δαπάναι. Ὅπερ ἔδει δεῖξαι.
3540Ἀλλ’ ἡ αἰτιολογικὴ ἔκθεσις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ἡ συνο-
3541δεύουσα τὸ νομοσχέδιον, ἀναφέρει, ὅτι, «ἀφοῦ οἱ μισθοὶ τῶν
3542ἐν τῇ ἡμεδαπῇ ὑπαλλήλων ἔμειναν ἀμετάβλητοι ἀπὸ 40
3543ἤδη ἐτῶν, ἡ μέριμνα ἡ ἀποκλειστικὴ ὑπὲρ ἑνὸς καὶ μόνου
3544κλάδου τῆς δημοσίας ὑπηρεσίας θὰ ἐπέφερεν ἀνισότητα καὶ
3545θὰ προῆγεν εὐλόγους ἀξιώσεις πρὸς νομοθέτησιν παραπλη-
3546σίων αὐξήσεων καὶ τῶν ἐν τῇ ἡμεδαπῇ ὑπαλλήλων». Ἀλλ’ ὁ
3547ἰσχυρισμὸς αὐτὸς δὲν εἶναι ἀκριβὴς, διότι, ἐνῷ οἱ μισθοὶ
3548τῶν ἐν τῇ ἡμεδαπῇ ὑπαλλήλων ἔμειναν ἀμετάβλητοι, οἱ
3549μισθοὶ τῶν προξένων ὑπέστησαν κατὰ τὴν τελευταίαν εἰκο-
3550σαετίαν σημαντικὴν ἐλάττωσιν.
3551Καὶ ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ ἡ Βουλὴ, δι’ ὀλίγων νὰ ἀναπτύξω,
3552πῶς ἐπῆλθεν ἡ ἐλάττωσις αὕτη. Κατὰ τὸ 1869 οἱ Γενικοὶ
3553Πρόξενοι ἐλάμβανον μισθοὺς μεταξὺ 1500 φράγκων καὶ 700
3554ἕκαστος μηνιαίως, οἱ πρόξενοι μεταξὺ 900 φράγκων καὶ
3555600, οἱ ὑποπρόξενοι μεταξὺ 400 φράγκων καὶ 350. Τοὺς
3556μισθοὺς τούτους ἐλάμβανον μέχρι τοῦ 1882. Κατὰ τὸ 1882
3557τὸ μισθολόγιον εἶχεν ὡς ἑξῆς· εἷς Γενικὸς Πρόξενος ἐλάμβανε
3558μισθὸν ἐκ 2,000 φράγκων χρυσῶν, ἄλλος ἐκ 1500, ἄλλος
3559ἐκ 1200, ἄλλος 1100, τέσσαρες Γενικοὶ Πρόξενοι 1000 φρ.
3560ἕκαστος, καὶ εἷς, ὁ ἐν Τεργέστῃ, εἶχε μισθὸν 700 φράγκων
3561χρυσῶν. Τὰ γραφικὰ ἀνήρχοντο εἰς 250 φράγκα χρυσᾶ, εἰς
3562200 καὶ εἰς 100. Οἱ πρόξενοι ἐλάμβανον μισθὸν 1000 φράγ-
3563κων, 800 φράγκων, 700 φράγκων, 500, κατὰ τὰς θέσεις,
3564εἰς ἃς διωρίζοντο. Τὰ γραφικὰ ἀνήρχοντο εἰς 100, εἰς 70,
3565εἰς 50 καὶ 40 φράγκα. Ἔχομεν τρίτην περίοδον μισθολο-
3566γίου, τὸ μισθολόγιον τὸ μετὰ τὸ ἔτος 1885. Νομίζω δὲ, ὅτι
3567ἡ ἐλάττωσις ἐγένετο τότε κατὰ πρότασιν τοῦ ἀξιοτίμου κ.
3568Πρωθυπουργοῦ. Κατὰ τὸν νόμον, ὅστις ἐψηφίσθη κατὰ τὴν
3569ἐποχὴν ἐκείνην, οἱ Γενικοὶ Πρόξενοι ἐλάμβανον, εἷς ἐξ αὐτῶν
3570φρ. 1500, εἷς ἕτερος 1000, ἄλλοι 900 ἢ 800, καὶ εἷς, ὁ ἐν
3571Τεργέστῃ, 700 φράγκα· οἱ πρόξενοι 800 φράγκα, 700 φράγ-
3572κα, 600 καὶ 500, κατὰ τὰς θέσεις, εἰς ἃς διωρίζοντο.
3573Ἀλλ’ αἱ δραχμαὶ αὗται δὲν ἦσαν χάρτιναι, ἦσαν δραχμαὶ
3574μεταλλικαὶ, διότι μέχρι τοῦ 1896 οἱ μισθοὶ κατεβάλλοντο
3575ἐκ τῶν προξενικῶν εἰσπράξεων εἰς χρυσὸν, τῶν ὑπαλλήλων
3576ὑφισταμένων μόνον τὴν διαφορὰν τοῦ 12%, ἥτις ὑπῆρχε
3577διὰ τοῦ ἰσχύοντος τότε νομισματικοῦ συστήματος. Αἴφνης
3578κατὰ τὸ 1896 δι’ ἐγκυκλίου διετάχθησαν οἱ πρόξενοι, ὅπως
3579τοῦ λοιποῦ λαμβάνωσι τοὺς μισθούς των ἐκ τοῦ Κεντρικοῦ
3580Ταμείου καὶ οὐχὶ ἐκ τῶν εἰσπράξεων, καὶ νὰ τοὺς λαμβάνω-
3581σιν εἰς χαρτονόμισμα, τοῦ χρυσοῦ φράγκου ὑπολογιζομένου
3582ἐν ἰσοτιμίᾳ πρὸς τὴν χαρτίνην δραχμήν.
3583Διὰ τοῦ διοικητικοῦ τούτου μέτρου ὁ ἐκ χιλίων φράγκων
3584χρυσῶν μισθὸς τοῦ Γενικοῦ Προξένου κατήντησε μέχρι 570
3585φράγκων χρυσῶν, ἀπὸ τῆς ἐποχῆς δ’ ἐκείνης μέχρι τοῦ
35861900 οἱ πρόξενοι ἐλάμβανον μισθὸν, ὅστις δὲν ἦτο ἐπαρκὴς
3587οὐδ’ εἰς τὰς πρώτας ἀνάγκας των· ποία δὲ εἶναι ἡ κατά-
3588στασις τῶν προξένων, νομίζω ὅτι εἶναι προτιμότερον νὰ μὴ
3589ἐκθέσω εἰς τὴν Βουλὴν, διότι δὲν ἤθελε συμβάλει εἰς τὴν
3590ἀξιοπρέπειαν τῆς Κυβερνήσεως νὰ γείνῃ γνωστὸν εἰς ποίας
3591βασάνους καὶ πειρασμοὺς ὑπεβάλλοντο οἱ πρόξενοι, οἵτινες
3592δὲν εἶχον οὐδὲ τὰ ἀπαραιτήτως πρὸς τὸ ζῆν ἀναγκαῖα, οὐδὲ
3593τὰ ἀπαιτούμενα πρὸς ἐκπαίδευσιν τῶν τέκνων των καὶ πρὸς
3594τὴν ἐνδυμασίαν αὐτῶν, δὲν ἠδύναντο δὲ νὰ ἐνοικιάσωσιν οὔτε
3595κατάλληλα οἰκήματα διὰ προξενικὰ γραφεῖα, ἀφοῦ ἠναγκά-
3596ζοντο νὰ πληρώνουν τὸ τέταρτον τοῦ ἐνοικίου ἐξ ἰδίων των.
3597Ἡ Κυβέρνησις τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Κερκύρας Βουλευτοῦ
3598ἐνόμισεν, ὅτι ἐπεβάλλετο νὰ μεριμνήσῃ περὶ τῆς θεραπείας
3599τῶν ἀναγκῶν τούτων διὰ τῆς αὐξήσεως τῶν μισθῶν τῶν
3600προξένων, ἐζήτησε δὲ νὰ καλύψῃ τὰς ἐπὶ πλέον δαπάνας τῆς
3601προξενικῆς ὑπηρεσίας διὰ τῆς αὐξήσεως τῶν προξενικῶν τε-
3602λῶν. Ἤδη διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου περικόπτον-
3603ται οἱ μισθοὶ τῶν προξένων, ἀλλὰ διατηρεῖται ἡ αὔξησις
3604τῶν προξενικῶν τελῶν. Δὲν θέλω νὰ εἰσέλθω σήμερον εἰς
3605τὰς λεπτομερείας τοῦ νομοσχεδίου, ἀλλ’ ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ ἡ
3606Βουλὴ νὰ ἀπασχολήσω αὐτὴν ἐπ’ ὀλίγον ἔτι, ἐρωτῶν τὴν
3607Κυβέρνησιν, πῶς δικαιολογεῖ τὴν διάταξιν τὴν ἀφορῶσαν
3608εἰς τὰ ἐνοίκια τῶν προξενικῶν καταστημάτων; Εἶπον ἤδη,
3609ὅτι οἱ πρόξενοι ἠναγκάζοντο πρὸ τοῦ 1900 νὰ πληρώνωσι
3610τὸ τέταρτον τοῦ ἐνοικίου ἐξ ἰδίων, ἀλλ’ εἴς τινα Προξενεῖα
3611οἱ πρόξενοι δὲν ἐπλήρωνον τὸ τέταρτον τῶν ἐνοικίων, ὡς ἐν
3612Κωνσταντινουπόλει, Θεσσαλονίκῃ, Σμύρνῃ.
3613Ἂς λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν τὸ ἄρθρον 101 τοῦ νόμου τοῦ 1877,
3614τὸ ὁποῖον ἀναγράφει, ὅτι «ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ ἐπὶ
3615τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργείου καταχωρίζεται ἐτησίως πο-
3616σὸν ἀνάλογον διὰ τὸ ἐνοίκιον τῶν προξενικῶν γραφείων ἁπάν-
3617των τῶν ἐν τῷ ἄρθρῳ 78 τοῦ παρόντος νόμου Γενικῶν Προ-
3618ξενείων, Προξενείων αʹ καὶ βʹ τάξεως, Ὑποπροξενείων καὶ
3619τοῦ Ἐμπορικοῦ Γραφείου τῆς ἐν Κωνσταντινουπόλει Πρε-
3620σβείας, καὶ ἐκ τοῦ ποσοῦ τούτου πληρώνεται τὸ ἐνοίκιον εἰς
3621τὸν προϊστάμενον τῆς προξενικῆς ἀρχῆς, ἐπὶ τῇ βάσει ἐπι-
3622σήμου συμβολαίου μισθώσεως.»
3623Μέχρι τοῦ 1886 τὸ Ὑπουργεῖον ἐπλήρωνεν ὁλόκληρον τὸ
3624ἐνοίκιον τῶν Προξενείων, ἐν οἷς κατῴκουν καὶ οἱ πρόξενοι
3625ἄνευ ἐκπτώσεώς τινος· ἀλλ’ ἀπὸ τοῦ ἔτους ἐκείνου, ἂν δὲν
3626ἀπατῶμαι, ἐλήφθη τὸ μέτρον διοικητικῶς, ὅπως οἱ πρόξενοι
3627ἐπιβαρύνωνται διὰ τοῦ ἑνὸς τετάρτου τοῦ ἐνοικίου. Καὶ τὸ
3628μέτρον ὅμως τοῦτο ἐφηρμόσθη ἐν ἀνισότητι, διότι, ὡς εἶ-
3629πον, προϊστάμενοι προξενικῶν τινων ἀρχῶν οὐδὲν οὐδέποτε
3630κατέβαλον δι’ ἐνοίκιον.
3631Διὰ τοῦ νόμου τοῦ 1900 ἐνομίσαμεν, ὅτι ἐπεβάλλετο εἰς
3632τὴν ἀξιοπρέπειαν τῆς Κυβερνήσεως νὰ ὁρίσῃ, ὅτι καθ’ ὁλο-
3633κληρίαν τὸ ἐνοίκιον τοῦ προξενικοῦ καταστήματος θὰ πλη-
3634ρώνηται δι’ ὅλα ἀνεξαιρέτως τὰ ἔμμισθα Προξενεῖα ὑπὸ τοῦ
3635Δημοσίου. Δὲν πρέπει δὲ νὰ νομίζῃ ἡ Βουλὴ, ὅτι τοῦτο εἶ-
3636ναι ἀνάξιον λόγου, διότι μὲ τοὺς γλίσχρους μισθοὺς, τοὺς
3637ὁποίους λαμβάνουσιν οἱ πρόξενοι, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ πλη-
3638ρώνωσι τὸ τέταρτον τοῦ ἐνοικίου διὰ κατάλληλον οἴκημα.
3639Ἠναγκάζοντο εἴτε νὰ κατοικῶσιν εἰς ἀπόκεντρα μέρη, ὅπερ
3640δὲν συμβάλλει εἰς τὰ συμφέροντα τοῦ ἐμπορίου καὶ τῆς ναυ-
3641τιλίας, ἢ νὰ καταστρατηγῶσι τὴν διάταξιν διὰ συμφωνιῶν
3642μετὰ τῶν ἰδιοκτητῶν τῶν προξενικῶν καταστημάτων. Τοῦτο
3643γνωρίζει κάλλιστα ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν. Ἐν
3644τούτοις ἐλαφρᾷ τῇ καρδίᾳ καταργεῖ τὴν σχετικὴν περὶ ἐνοι-
3645κίου διάταξιν τοῦ νέου νόμου, καὶ ἐπαναφέρει διάταξιν τοῦ
3646νόμου τοῦ 1877, ἵνα δώσῃ καὶ πάλιν εἰς ταύτην τὴν ἑρμη-
3647νείαν, ἥτις ἐδόθη κατὰ τὸ παρελθόν, καὶ ἀναγκάσῃ τοὺς
3648προξένους εἰς τὴν πληρωμὴν τοῦ τετάρτου τοῦ ἐνοικίου!
3649Ἀλλ’ ἐν Κωνσταντινουπόλει οὐδέποτε ἐπεβαρύνθη διὰ
3650τοῦ ἑνὸς τετάρτου τοῦ ἐνοικίου ὁ Γενικὸς Πρόξενος, διότι
3651δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ πληρώνωνται παρ’ αὐτοῦ τρεῖς χιλιάδες
3652χρυσᾶ φράγκα, τὸ τέταρτον δηλαδὴ τοῦ ἐκ 12,000 περίπου
3653φράγκων ἐνοικίου. Ἐν Θεσσαλονίκῃ ἐπίσης ὁ Γενικὸς Πρό-
3654ξενος δὲν ἐπεβαρύνθη διὰ τοῦ τετάρτου τοῦ ἐνοικίου. Ἀλλὰ
3655διατὶ ὁ ἐν Βιτωλίοις ἢ ὁ ἐν Σέρραις ἢ ὁ ἐν Σκοπίοις πρόξε-
3656νος ἢ ἐν οἱαδήποτε ἄλλῃ πόλει τῆς Μακεδονίας ἢ Ἀλβα-
3657νίας—ἵνα περιορισθῶ μόνον εἰς τὰς χώρας ταύτας—θ’ ἀναγ-
3658κασθῇ νὰ πληρώσῃ τὸ ἓν τέταρτον τοῦ ἐνοικίου; Ἆρά γε
3659δὲν ἔχει σημασίαν, καὶ πρέπει νὰ κατοικῇ εἰς ἀπόκεντρα
3660μέρη τῆς πόλεως ὁ Ἕλλην πρόξενος, ἁπλῶς ὅπως οἰκονομή-
3661σητε 15,000 δραχμὰς ἐκ τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων
3662τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν ἐπὶ τοῦ ἐνοικίου τῶν προ-
3663ξενικῶν ἀρχῶν, καὶ ὅπως ἐφαρμόσητε τὸ πρόγραμμα τῶν οἰ-
3664κονομιῶν σας; Δὲν λαμβάνετε ὑπ’ ὄψιν τὴν ζημίαν τὴν ἐθνι-
3665κήν, ἡ ὁποία θὰ ἐπέλθῃ ἐκ πασῶν τῶν διατάξεων τοῦ νο-
3666μοσχεδίου, τὸ ὁποῖον ὑπεβάλετε εἰς τὴν Βουλήν; Ἤδη διὰ
3667τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου, διὰ τῆς περικοπῆς τῶν μι-
3668σθῶν τῶν προξένων, τῶν γραφικῶν ἐξόδων καὶ τῶν ἐνοικίων
3669τῶν προξενικῶν καταστημάτων ἐξοικονομεῖται ποσὸν 94,480
3670δραχμῶν, διὰ τῆς μὴ ἀναγραφῆς δὲ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ
3671πιστώσεως διὰ χρησιμωτάτας θέσεις τοῦ ὑποδεεστέρου προ-
3672σωπικοῦ ἐπιτυγχάνεται οἰκονομία 54,440 δραχμῶν. Κατέ-
3673στη τοιουτοτρόπως ἐφικτὸν, κατὰ τὴν φράσιν τῆς αἰτιολο-
3674γικῆς ἐκθέσεώς σας, νὰ αὐξηθῇ τὸ ποσὸν τῶν οἰκονομιῶν
3675κατὰ 148,220 δραχμάς!
3676Ἵνα μὴ κουράσω ἐπὶ πλέον τὴν Βουλήν, ἤθελον παρακα-
3677λέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ περιορισθῇ, ἂν
3678τὸ νομίζῃ ἀναγκαῖον, εἰς τὴν οἰκονομίαν, ἥτις ἐπέρχεται
3679ἐκ τῆς μὴ ἀναγραφῆς ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τῶν πιστώσεων
3680διὰ θέσεις κατωτέρου προσωπικοῦ, οἰκονομίας, ἥτις ἀνέρ-
3681χεται, ὡς εἶπον, εἰς 54,440 δραχμὰς, καὶ ν’ ἀφήσῃ ἀθί-
3682κτους τὰς ἀποδοχὰς τῶν προξένων.
3683Ἐλπίζω ὅτι, ὅταν ἔλθῃ εἰς δευτέραν συζήτησιν τὸ νομο-
3684σχέδιον τοῦτο, θὰ τροποποιηθῇ ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Ἐνό-
3685μισα ἐν τούτοις καθῆκόν μου νὰ λάβω τὸν λόγον ἀμέσως ἀπὸ
3686τῆς πρώτης ἀναγνώσεως τοῦ νομοσχεδίου, καταδεικνύων τὰ
3687ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα ὑπὸ ἔποψιν εἰσπράξεων καὶ δαπα-
3688νῶν ἐπέφερεν ὁ τῇ εἰσηγήσει μου ψηφισθεὶς προξενικὸς νόμος
3689τοῦ 1900, καὶ διαμαρτυρόμενος πάσῃ δυνάμει κατὰ τῶν
3690ὀλεθρίων ἀποτελεσμάτων, τὰ ὁποῖα ὑπὸ ἐθνικὴν ἔποψιν θὰ
3691ἔχῃ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, ἂν μεταβληθῇ εἰς νόμον τοῦ Κρά-
3692τους.
3693Εἶπον ὅτι ἐλπίζω, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν θὰ
3694στέρξῃ νὰ μεταβάλῃ τὰς διατάξεις τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομο-
3695σχεδίου. Ἀλλ’ εἶμαι πεπεισμένος ὅτι, ἂν ἡ Κυβέρνησις δὲν
3696στέρξῃ εἰς τὴν μεταβολὴν ταύτην, ἡ Βουλὴ βεβαίως δὲν θέλει
3697περιβάλει διὰ τῆς ψήφου αὑτῆς τοιοῦτο νομοσχέδιον.
3698§234ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερι-
3699κῶν). Δὲν ἔχω ἀνάγκην πολλῶν λόγων, ἵνα βεβαιώσω καὶ
3700τὴν Βουλὴν καὶ τὸν ἀξιότιμον Βουλευτὴν, ὅτι θὰ μοὶ ἦτο
3701πολὺ εὐχάριστον, ἀντὶ νὰ ἀφήρουν, νὰ προσέθετον, διότι ἠξεύ-
3702ρω, ὅτι καὶ οἱ πρόξενοι ἔχουν ἀνάγκην περισσοτέρων μέ-
3703σων, διὰ νὰ ζήσουν καλλίτερον ἀφ’ ὅ,τι ζῶσιν. Ἀλλ’ εἶναι
3704ἀναπόδραστος ἀνάγκη νὰ κάμωμεν οἰκονομίας, καὶ τοῦτο μὲ
3705ἔφερεν εἰς τὴν λυπηρὰν θέσιν νὰ περικόψω μισθούς. Ἀλλὰ
3706δὲν ἐπανέφερα τοὺς μισθοὺς εἰς ὃ σημεῖον ἦσαν πρότερον·
3707διότι ἐπὶ παραδείγματι Γενικὸς Πρόξενος, ὁ ὁποῖος πρότε-
3708ρον ἐλάμβανεν 900 δραχμὰς, διὰ τοῦ νόμου τοῦ 1900 λαμ-
3709βάνει 1300. Ἐγὼ ἔταμον τὴν μέσην ὁδὸν, καὶ τὰς 900 ἔφε-
3710ρα εἰς 1100, ὥστε νὰ μὴ ἦναι ἀπότομος ἡ ἐλάττωσις τῶν
3711ἀποδοχῶν τοῦ ὑπαλλήλου, ἀλλ’ ἀφ’ ἑτέρου νὰ ἐπέρχηται
3712οἰκονομία, εἰς τρόπον ὥστε μὲ ἄλλας οἰκονομίας εἰς τὸ ὅλον
3713τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξω-
3714τερικῶν νὰ προέρχηται οἰκονομία 400,000 δραχμῶν. Ἐν-
3715νοεῖται, ὅτι εἰς οὐδένα Ὑπουργὸν ἦτο εὐχάριστον, πολὺ δὲ
3716ὀλιγώτερον εἰς ἐμὲ, ὅστις πολλοὺς ἐκ τῶν ὑπαλλήλων γνω-
3717ρίζω ἀπὸ μακροῦ, διότι συνυπηρέτησα μετ’ αὐτῶν, δὲν ἦτο,
3718λέγω, εὐχάριστον νὰ περικόψω μισθοὺς. Εὔχομαι δὲ, ἐν ὅσῳ
3719ἐγὼ εἶμαι Ὑπουργός, ἢ ὁ διάδοχός μου, βελτιουμένων τῶν
3720οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους, νὰ δυνηθῶμεν ν’ αὐξήσωμεν τοὺς
3721μισθοὺς, καὶ οὐ μόνον νὰ τοὺς ἐπαναφέρωμεν εἰς ὃ σημεῖον
3722ὥρισεν αὐτοὺς ὁ νόμος τοῦ 1900, ἀλλὰ καὶ νὰ βελτιώσωμεν
3723ἀκόμη τὰς ἀποδοχὰς τῶν προξενικῶν ὑπαλλήλων, ὥστε νὰ
3724ζῶσιν οὗτοι ἀνετώτερον.
3725§235ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει ἄλλος τις τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀρχῆς
3726τοῦ νομοσχεδίου;
3727Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου εἰς πρώτην
3728συζήτησιν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ
3729περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
3730(Ἀναγινώσκονται εἶτα καὶ γίνονται δεκτὰ ἄνευ ἀντιρρή-
3731σεως τὰ ἄρθρα 1–8 τοῦ νομοσχεδίου).
3732Ἄρθρον 9. (ἀναγινώσκεται).
3733§236ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ. (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερι-
3734κῶν). Εἰς τὸ ἄρθρον 9 ἔχω μίαν τροπολογίαν. Νὰ προστεθῇ
3735δεύτερον ἐδάφιον, δι’ οὗ τὸ ἐν Γαλαζίῳ Προξενεῖον προάγε-
3736ται εἰς Γενικὸν Προξενεῖον, ἄνευ προσθήκης δαπάνης.
3737§237ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλά. Διατυπώσατέ την ἐγγράφως,
3738παρακαλῶ, κύριε Ὑπουργέ.
3739§238ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ. Τὴν ἔχω ἑτοίμην καὶ τὴν κατα-
3740θέτω.
3741§239ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ, ἵνα ληφθῇ
3742ὑπ’ ὄψιν κατὰ τὴν δευτέραν συζήτησιν. (Ὅρα Παράρτημα,
3743ἀριθ. 256).
3744Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 9, ὡς ἔχει, παρακαλοῦνται
3745νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρε-
3746δέχθη.
3747(Ἀναγινώσκονται εἶτα καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ λοιπὰ ἄρθρα
3748τοῦ νομοσχεδίου ἄνευ ἀντιρρήσεως).
3749§240Π. ΣΑΚΚΗΣ. Ὑπάρχουσι τροπολογίαι, κύριε Πρόεδρε.
3750§241ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αἱ τροπολογίαι θὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν κατὰ
3751τὴν δευτέραν συζήτησιν.
3752Οἱ παραδεχόμενοι τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς πρώτην
3753συζήτησιν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ πε-
3754ρισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
3755Πρώτη συζήτησις τῆς προτάσεως νόμου «περὶ κατασκευῆς
3756ὑδραγωγείου εἰς τὴν κωμόπολιν Παραλίου Ἄστρους».
3757§242Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Αὐτὸ θὰ προκαλέσῃ συζήτησιν, κύ-
3758ριε Πρόεδρε (θόρυβος).
3759(Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὴ ἡ πρότασις νόμου αὕτη,
3760κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, εἰς πρώτην συζήτησιν, ἄνευ
3761ἀντιρρήσεως).
3762§243ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι καὶ ἓν ἄλλο ὅμοιον, ὡς πρὸς τὸν δῆ-
3763μον Φαρῶν.
3764Πρώτη συζήτησις τῆς προτάσεως νόμου «περὶ διαθέσεως
3765δραχμῶν 20,000 ἐκ τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιΐας τοῦ δήμου
3766Φαρῶν τῆς ἐπαρχίας Πατρῶν πρὸς κατασκευὴν ὑδραγωγείων
3767ἐν τοῖς χωρίοις Γουρζούμισα, Λακκώματα, Πλάτανος καὶ
3768Σποδιάνα τοῦ ἐν λόγῳ δήμου».
3769(Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὴ καὶ ἡ πρότασις νόμου
3770αὕτη, κατ’ ἀρχὴν καὶ ἄρθρον μόνον, εἰς αʹ συζήτησιν, ἄνευ
3771ἀντιρρήσεως).
3772§244ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι καὶ ἕτερον νομοσχέδιον ὑπηρεσιακὸν,
3773ὑποβληθὲν ὑπὸ τῶν Βουλευτῶν Τρικκάλων, «περὶ ἀνασυστά-
3774σεως τῆς θέσεως ἑρμηνέως παρὰ τῷ Πρωτοδικείῳ Τρικκάλων».
3775§245Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Ὄχι, κύριε Πρόεδρε.
3776§246ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι ὑπηρεσιακόν. Δὲν ἔχει συζήτησιν.
3777(Ἀναγινώσκεται ἡ πρότασις νόμου «περὶ ἀνασυστάσεως
3778τῆς θέσεως ἑρμηνέως παρὰ τῷ Πρωτοδικείῳ Τρικκάλων»,
3779καὶ γίνεται δεκτὴ, κατ’ ἀρχὴν καὶ ἄρθρον μόνον, ἄνευ ἀντιρ-
3780ρήσεως).
3781§247ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐξ ἀριστερῶν). Ἀρκεῖ ἕως ἐδῶ.
3782§248ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σᾶς παρακαλῶ. Ἡ ἡμερησία διάταξις τῆς
3783αὔριον θὰ ἔχῃ ὡς ἑξῆς. Θ’ ἀναγραφῶσι πρῶτα τὰ εἰς δευτέ-
3784ραν ἀνάγνωσιν ψηφισθέντα σήμερον ὑπ’ ἀριθ. 2 καὶ 3 νομο-
3785σχέδια...
3786§249ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Καὶ τὸ ὑπ’ ἀριθμὸν 4.
3787§250ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτον θὰ τεθῇ τὸ ὑπ’ ἀριθμὸν 9, τέταρ-
3788τον τὸ ὑπ’ ἀριθ. 71· πέμπτον θὰ τεθῇ τὸ ὑπ’ ἀριθ. 8 εἰς
3789πρώτην ἀνάγνωσιν ψηφισθὲν σήμερον προξενικὸν νομοσχέδιον.
3790Κατόπιν ἔρχονται αἱ τρεῖς προτάσεις νόμων, αἱ σήμερον ψη-
3791φισθεῖσαι εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν, καὶ ἕνατον ἔρχεται τὸ στα-
3792φιδικὸν νομοσχέδιον. Εἶσθε σύμφωνοι;
3793§251ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
3794§252Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν ἤκουσα.
3795Ποῖον προηγεῖται;
3796§253ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ὑπ’ ἀριθμὸν 2 «περὶ δυνάμεως τοῦ κατὰ
3797γῆν στρατοῦ» ἔρχεται εἰς τρίτην ἀνάγνωσιν πρῶτον. Τὸ ὑπ’
3798ἀριθ. 3 «περὶ δυνάμεως τοῦ κατὰ θάλασσαν στρατοῦ» ἔρ-
3799χεται δεύτερον. Τὸ ὑπ’ ἀριθ. 9 «περὶ ἀπαλλαγῆς ἀπὸ τοῦ
3800ἐγγείου φόρου τῶν ἀμπέλων» τρίτον. Τὸ ὑπ’ ἀριθ. 71 «περὶ
3801τῶν ὑπὸ τοῦ ἀποβιώσαντος ταμίου Χαλκίδος Μιχαὴλ Κούκα
3802ἐκδοθέντων καὶ μὴ ὑπογραφέντων ὑπ’ αὐτοῦ τριπλοτύπων
3803ἀποδεικτικῶν παραλαβῆς εἰσπρακτέων καὶ γραμματίων παρα-
3804λαβῆς» τέταρτον. Ἔρχεται πέμπτον τὸ ὑπ’ ἀριθ. 8 «περὶ
3805μεταρρυθμίσεως τῶν προξενικῶν νόμων». Μετὰ ταῦτα ἔρ-
3806χονται αἱ τρεῖς προτάσεις νόμων, αἱ σήμερον ψηφισθεῖσαι εἰς
3807πρώτην ἀνάγνωσιν, καὶ κατόπιν τὸ σταφιδικόν.
3808§254Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Ὥστε ἕνατον τὸ σταφιδικόν;
3809§255ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔνατον.
3810§256Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Διατὶ νὰ μὴ ἔρχηται πρῶτον;
3811§257ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διότι αὐτὰ δὲν θὰ ἔχωσι καμμίαν βάσανον
3812πλέον, καὶ ἑπομένως ἔρχεται ἀμέσως μετ’ αὐτὰ τὸ σταφιδικόν.
3813§258Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Τὸ προξενικὸν δὲν θὰ ἔχῃ βάσανον;
3814§259ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν θὰ ἔχῃ.
3815§260ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτε-
3816ρικῶν). Κύριε Πρόεδρε, παρακαλῶ νὰ προταχθῇ καὶ ἓν νο-
3817μοσχέδιον ὅλως τυπικὸν, διεθνοῦς χαρακτῆρος. Εἶναι τὸ ὑπ’
3818ἀριθ. 25 περὶ τῆς νομισματικῆς ἑνώσεως. Ἔχομεν ἤδη ζη-
3819τήσει παράτασιν προθεσμίας, καὶ νομίζω ὅτι πρέπει νὰ
3820σπεύσωμεν.
3821§261ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
3822§262ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὐτὸ θὰ ἔλθῃ εἰς πρώτην συζήτησιν.
3823§263ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ. Εἶναι ὑπηρεσιακόν.
3824§264ΠΟΛΛΟΙ. Τώρα νὰ ψηφισθῇ.
3825§265ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ὑπ’ ἀριθ. 25 λοιπὸν ἔρχεται πρῶτον.
3826§266ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ. Οἱ Κύριοι λέγουσιν, ὅτι δὲν ἔχου-
3827σιν ἀντίρρησιν νὰ τὸ ἀναγνώσητε τώρα. Εἶναι ὅλως διόλου
3828τυπικόν.
3829§267ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ
3830κυρώσεως τῆς μεταξὺ Ἑλλάδος, Βελγίου, Γαλλίας Ἰτα-
3831λίας καὶ Ἑλβετίας προσθέτου συμβάσεως εἰς τὴν νομισμα-
3832τικὴν σύμβασιν τῆς 6 Νοεμβρίου 1885».
3833(Ἀναγινώσκεται τὸ νομοσχέδιον τοῦτο καὶ γίνεται δεκτὸν,
3834κατ’ ἀρχὴν καὶ ἄρθρον μόνον, εἰς αʹ συζήτησιν, ἄνευ ἀντιρ-
3835ρήσεως).
3836§268Α. ΡΩΜΑΝΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸ προξενικὸν πρέπει νὰ
3837τεθῇ κάτω, μετὰ τὸ σταφιδικὸν, διότι θὰ ἔχῃ συζήτησιν
3838πολλὴν (θόρυβος).
3839§269ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρα 1 καὶ 45′
3840μετὰ τὸ μεσονύκτιον).