Ελένη
Ψηφιακή συλλογή των συζητήσεων του Ελληνικού Κοινοβουλίου
Ευρετήριο› Περίοδος ΙΣΤ · Σύνοδος Α› Συνεδρίαση 44

1903.03.10

4.192 στίχοι · 31.193 λέξεις · 1 πίνακας · 276 παρεμβάσεις

Ημερομηνία
1903.03.10
Προεδρεία
Δ. Γ. ΡΑΛΛΗ
Περίοδος
ΙΣΤ
Σύνοδος
Α
Πηγή
ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΩΝ ΣΥΖΗΤΗΣΕΩΝ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣ (1907)

§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 44

τῆς 10 Μαρτίου 1903.

(Δευτέρα).

(Προεδρεύοντος τοῦ Προέδρου κ. Δημ. Ράλλη).

(Γενομένης ἀπαρτίας ὥρᾳ 4 μ. μ. ἀναγινώσκονται καὶ ἐγκριθέντα ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).

§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους ἐπιτροπὴ ὑποβάλλει τὰς ἐκθέσεις αὑτῆς ἐπὶ τῶν νομοσχεδίων: 1) Περὶ χορηγίας εἰδικῆς πιστώσεως ἐκ δρ. 212,786.80 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1902. 2) Περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως ἐκ δρ. 15,800 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1902. 3) Περὶ χορηγίας εἰδικῆς πιστώσεως ἐκ δρ. 38,032 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1903. 4) Περὶ χορηγίας εἰδικῆς πιστώσεως ἐκ δρ. 32,133.13 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1903. 5) Περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως ἐκ δραχ. 275,865.90 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τῆς ὑπηρεσίας τοῦ δημοσίου χρέους τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1902, καὶ περὶ ἀκυρώσεως πιστώσεων ἐκ δραχ. 3,000 εἰς χρυσὸν καὶ δραχ. 1950 εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια. Αἱ ἐκθέσεις αὗται θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 226–230). Ἀνακοινῶ εἰς τὴν Βουλὴν αἴτησιν τῶν κατοίκων τοῦ χωρίου Βουρβούρων τοῦ δήμου Πάρνωνος τῆς Κυνουρίας, αἰτουμένων τὸν καθορισμὸν τῶν ὁρίων τοῦ χωρίου αὐτῶν καὶ τοῦ χωρίου Ἀραχώβης τῆς Λακεδαίμονος. Τηλεγράφημα τοῦ λαοῦ Γαργαλιάνων, παρακαλοῦντος νὰ ἐπισπευσθῇ ἡ ἐπιψήφισις τοῦ σταφιδικοῦ νομοσχεδίου, καὶ νὰ μελετηθῶσιν ἐμβριθῶς αἱ περὶ μονοπωλίου τῆς σταφίδος προτάσεις. Τηλεγράφημα τοῦ λαοῦ Κυπαρισσίας, ἱκετεύοντος διὰ τὴν ταχεῖαν ἐπιψήφισιν τοῦ σταφιδικοῦ νομοσχεδίου καὶ τὴν πραγματοποίησιν τοῦ μονοπωλίου τῆς σταφίδος. Τηλεγράφημα τοῦ λαοῦ Φιλιατρῶν ὑπὲρ τῆς πραγματοποιήσεως τοῦ μονοπωλίου τῆς σταφίδος. Ὅμοιον τῶν σταφιδοκτημόνων τῶν δήμων Παμίσου, Ἀριστομένους καὶ Εὔας. Αἴτησιν τοῦ ὑποστρατήγου κ. Α. Στράτου, αἰτουμένου νὰ ἐπιτραπῇ ἡ ἀγορὰ 200 σωμάτων τῆς μελέτης αὐτοῦ «περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ», τὸ ἀντίτιμον τῶν ὁποίων προσφέρει ὑπὲρ τοῦ συσταθησομένου ταμείου ὑλικοῦ πολέμου. Τηλεγράφημα διαφόρων ποιμένων ἐκ Φιλιατρῶν, παραπονουμένων διὰ τὴν ὑπὸ τῶν ὀργάνων τῆς ἀστυνομίας παράνομον σύλληψιν τῶν ποιμνίων αὐτῶν, πρὸς ἀπόλυσιν τῶν ὁποίων ἠναγκάσθησαν νὰ καταβάλωσι σύλληπτρα.

§2ΑΛΕΞ. ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε.

§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναφορὰν τῶν οἰκιστῶν τῆς «Νέας Καμαρίνης», παρακαλούντων, ἵνα τὸ κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Περίοδον τῆς Βουλῆς ὑποβληθὲν νομοσχέδιον «περὶ χορηγίας πιστώσεως ἐκ δραχμῶν 75,000 δι’ ἀνέγερσιν οἰκίσκων καὶ ἀγορὰν κτηνῶν καὶ ἐργαλείων» ὑποβληθῇ καὶ αὖθις εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ψηφισθῇ ὑπ’ αὐτῆς.

§4ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ ἀναγνωσθῇ ἡ ἀναφορὰ αὕτη (Ἀναγινώσκεται ὑπὸ τοῦ Γραμματέως).

§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ βουλευτὴς Ἀττικῆς κ. Κ. Σμολένσκης ὑπέβαλεν ἔγγραφον ἐπερώτησιν, ἔχουσαν ὡς ἑξῆς: «Παρακαλεῖται ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ δώσῃ τὴν πληροφορίαν περὶ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἐφέδρων, οὓς δύναται νὰ διαθέσῃ ἡ στρατιωτικὴ ὑπηρεσία ἐν περιπτώσει ἐπιστρατεύσεως.» Ἐπίσης ὁ βουλευτὴς Πατρῶν κ. Ι. Γ. Ροῦφος ὑποβάλλει ἔγγραφον ἐπερώτησιν, ἔχουσαν ὡς ἑξῆς: «Παρακαλεῖται ὁ κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸς, ἵνα εὐαρεστούμενος καταθέσῃ: 1) πίνακα ἐμφαίνοντα τὰς ἀτμοπλοϊκὰς ἑταιρείας τὰς προσελθούσας εἰς ταχυδρομικὰς συμβάσεις μετὰ τοῦ Δημοσίου· 2) τὴν χρονολογίαν τῆς συνομολογήσεως τῶν συμβάσεων· 3) ἂν τηροῦσι πᾶσαι τακτικὸν δρομολόγιον, καὶ ποῖον· 4) ἂν χρησιμοποιοῦνται πᾶσαι αἱ γραμμαὶ παρὰ τῆς ταχυδρομικῆς ὑπηρεσίας διὰ τὴν ἀποστολὴν ἀλληλογραφίας· 5) ἂν δὲν χρησιμοποιοῦνται πᾶσαι, ποῖαι αἱ χρησιμοποιούμεναι.» Ὁ κύριος Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἔχει τὸν λόγον.

§6Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1902 εἶχε περιληφθῆ πίστωσις δραχμῶν 20,000 διὰ τὴν σύνταξιν, καταρτισμὸν καὶ ἔκδοσιν τῶν ἐκλογικῶν καταλόγων. Ἡ πίστωσις αὕτη δὲν ἐπήρκεσε, διότι παρουσιάσθη ἀνάγκη προσθέτου δαπάνης δρ. 5,867.39. Καταθέτω νομοσχέδιον, δι’ οὗ ζητεῖται πίστωσις διὰ τὸ ποσὸν τοῦτο.

§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 231).

§8ΚΥΡ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Καταθέτω νομοσχέδιον «περὶ συμπληρώσεως τοῦ νόμου ΑΧΜΖʹ τῆς 11 Ἰανουαρίου 1888 περὶ ἐκτελέσεως ὑδραυλικῶν ἔργων ἐν τῇ κοιλάδι τοῦ Παμίσου». Ἐπίσης νομοσχέδιον περὶ διευθετήσεως τοῦ ἐν τῷ δήμῳ Λετρίνων χειμάρρου «Κυρᾶς Λαγκάδι». Καταθέτω ἀπάντησιν εἰς ἐπερώτησιν τοῦ βουλευτοῦ Ἁλμυροῦ κ. Μπαλτατζῆ περὶ ἐπισκευῆς τῆς ἀπὸ Ἁλμυροῦ εἰς Ἄκετσι δημοσίας ἁμαξιτῆς ὁδοῦ. Ἐπίσης ἀπάντησιν εἰς ἐπερώτησιν τοῦ βουλευτοῦ Πατρῶν κ. Ρούφου περὶ μελέτης πρὸς κατασκευὴν σιδηροδρομικῆς γραμμῆς Πατρῶν–Καλαβρύτων–Τριπόλεως.

§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν ὑποβληθέντα νομοσχέδια θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ· μεθ’ ὃ θέλουσιν ἀναγραφῆ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 232 καὶ 233). Ὁ κ. Πονηρόπουλος ἔχει τὸν λόγον.

§10ΑΛΕΞ. ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, λαμβάνων ἀφορμὴν ἐκ τοῦ τηλεγραφήματος, διὰ τοῦ ὁποίου οἱ ποιμένες τοῦ δήμου Ἐράνης παραπονοῦνται κατὰ τῶν ἐνεργειῶν τοῦ ἐκεῖ ἀστυνόμου, εὑρίσκομαι ἠναγκασμένος νὰ ἐπαναλάβω ὅ,τι πολλάκις ἐλέχθη ἐνταῦθα καὶ ὑπ’ ἐμοῦ καὶ ὑπ’ ἄλλων συναδέλφων, ὅτι τὰ σύλληπτρα εἶναι ἡ πέτρα τοῦ σκανδάλου, ἡ ὁποία γεννᾷ καθ’ ἑκάστην τὰ τοιαῦτα παράπονα. Τὰ ὄργανα τῆς ἀστυνομίας ἐκτρέπονται εἰς παραβάσεις τοῦ καθήκοντος ἕνεκα τῶν συλλήπτρων. Πάντοτε αἱ μεταξὺ ποιμένων καὶ ἀστυνομικῶν ὀργάνων ἔριδες καὶ αἱ φωναὶ τῶν ποιμένων, ὅτι διαπράττονται κατ’ αὐτῶν παρανομίαι, ἐγείρονται κατὰ τὸ στάδιον τῆς εἰσπράξεως τῶν συλλήπτρων. Δυστυχῶς δὲ οἱ νόμοι περὶ ποιμνιοβοσκῆς ἀφίνουσι τὴν κρίσιν περὶ τῆς καταβολῆς συλλήπτρων εἰς ἕνα οἱονδήποτε ἀστυφύλακα. Νομίζω, Κύριοι, ὅτι δὲν εἶναι δυσχερὲς, ἵνα ἡ σχετικὴ διάταξις τοῦ νόμου μεταβληθῇ, τροποποιουμένου τοῦ νόμου ὡς πρὸς τὴν προκαταβολὴν τῶν συλλήπτρων, ὅπως οὕτως ἀρθῇ τὸ προκαλοῦν τὰ ἐγκλήματα σκάνδαλον, καὶ διασωθῇ καὶ αὐτὴ ἡ ἀξιοπρέπεια τῶν ἀξιωματικῶν ἀστυνόμων. Μοὶ συνέβη νὰ ἴδω ἀξιωματικὸν τοῦ Ἑλληνικοῦ στρατοῦ ἐρίζοντα πρὸς ἀστυφύλακα περὶ τῶν συλλήπτρων! Δὲν πρέπει ν’ ἀφίνωμεν τὴν κρίσιν περὶ τοῦ δικαίου ἢ ἀδίκου τῆς συλλήψεως εἰς ἕνα ἀστυφύλακα ἢ ἐνωμοτάρχην. Νομίζω δ’ ὅτι τοιαύτη τροποποίησις τοῦ νόμου πολὺ εὐχαρίστως καὶ προθύμως θέλει ψηφισθῆ ὑπὸ τῆς Βουλῆς, διὰ νὰ λείψῃ τὸ σκάνδαλον αὐτό, τὸ ὁποῖον στιγματίζει τὴν ἀστυνομίαν.

§11Ε. ΚΟΚΚΕΒΗΣ. Ἐγὼ θὰ παρακαλέσω καὶ πάλιν τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ συστήσῃ εἰς τὸν νομάρχην Τριφυλίας, οὗτος δὲ εἰς τὸν δήμαρχον Ἐράνης καὶ τοὺς λοιποὺς δημάρχους τῆς ἐπαρχίας νὰ καλέσωσι τὰ Δημοτικὰ Συμβούλια, ἵνα ὁρίσωσι τὰς θέσεις, εἰς τὰς ὁποίας πρέπει νὰ βόσκωσι τὰ ποίμνια, διότι ἐνδέχεται νὰ ἔχωσι καὶ δίκαιον, ἐνδέχεται νὰ ἔχωσι καὶ ἄδικον οἱ παραπονούμενοι ποιμένες.

§12Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν εἶναι ὡρισμέναι αἱ θέσεις;

§13Ε. ΚΟΚΚΕΒΗΣ. Φαίνεται ὅτι δὲν εἶναι ἐπαρκῶς ὡρισμέναι, διότι οἱ ἀδικούμενοι εἶναι ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον σταφιδοκτήμονες, καὶ ἴσως οἱ τοιοῦτοι εἶναι πολλοί, οἱ δὲ παραπονούμενοι κατὰ τοῦ ἀστυνόμου ποιμένες εἶναι ἕξ ἢ ἑπτά. Ὁ ἀστυνόμος εἶναι ἔντιμος ἀξιωματικός.

§14ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ποῖος εἶναι;

§15Ε. ΚΟΚΚΕΒΗΣ. Ὁ κύριος Καλικανέσης, ὁ ὁποῖος, ὅπου καὶ ἂν ὑπηρέτησε, διεκρίθη διὰ τὴν ἐντιμότητά του. Ἡμεῖς δ’ ἔχομεν λόγους νὰ τὸν ὑποληπτώμεθα, διότι κατώρθωσε νὰ μᾶς ἀπαλλάξῃ ἀπὸ πολλοὺς φυγοδίκους καὶ κακοποιὰ στοιχεῖα. Πιστεύω λοιπὸν, ὅτι αὐτὸς συμμορφοῦται πρὸς τὸν νόμον, καὶ οὐδένα ἀδικεῖ· ἴσως ἀπὸ ὑπερβολικὸν ζῆλον ἠθέλησε νὰ ἀποτρέψῃ τοὺς ποιμένας καὶ τοὺς ἀναγκάσῃ νὰ φύγωσιν ἀπὸ περιφέρειαν, εἰς τὴν ὁποίαν δύνανται καὶ νὰ βόσκωσι τὰ ποίμνιά των· ἀλλ’ ἵνα ἐπιτραπῇ τοῦτο, πρέπει προηγουμένως νὰ συνέλθῃ τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον, ἵνα καθορίσῃ τὰ ὅρια καὶ τὰ μέρη, εἰς τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ βόσκωσιν οἱ ποιμένες τὰ ποίμνιά των. Αὐτὴ εἶναι διοικητικὴ ἐνέργεια, τὴν ὁποίαν πρέπει ἡ Νομαρχία Τριφυλίας νὰ ἐξασκήσῃ ἐπὶ τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου· διότι, ὅταν ληφθῇ τοιαύτη πρόνοια, ἔχω πλήρη τὴν βεβαιότητα καὶ τὴν πεποίθησιν, ὅτι δὲν θὰ ἐπέλθῃ ὅμοιον παράπονον ἀπὸ τοὺς ποιμένας. Γνωρίζω δὲ ἐξ ἰδίας ἀντιλήψεως καὶ πείρας, ὅτι οἱ ἀστυφύλακες καὶ οἱ χωροφύλακες καὶ οἱ ἐνωμοτάρχαι καταχρῶνται τῆς ἐξουσίας, τὴν ὁποίαν ἔχουσι, καὶ ὄχι μόνον εἰς τὰ ἀπηγορευμένα μέρη, ἀλλὰ καὶ εἰς τὰ μὴ ἀπηγορευμένα καταδιώκουσι, καὶ ἐπὶ τῶν ὀρέων καὶ ἐπὶ τῶν ποταμῶν καὶ ἐπὶ ἄλλων μερῶν συλλαμβάνουσι τὰ ποίμνια χάριν τῶν συλλήπτρων! Κατά τινα προηγουμένην Περίοδον, Κύριοι, — τὸ 1897 ἢ 1898, ἂν ἐνθυμοῦμαι καλῶς, — πρὸς περιστολὴν τῶν καταχρήσεων τῶν ὀργάνων αὐτῶν τῆς ἀρχῆς, εἶχον ὑποβάλει νομοσχέδιον περὶ ποιμνιοβοσκῆς, ἀλλὰ διότι ἔτυχε τότε νὰ ἦναι Μεγάλη Πέμπτη ἢ Παρασκευὴ, ὅτε τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο συνεζητεῖτο, δὲν ἐψηφίσθη, καὶ ἔκτοτε ἐγκατελείφθη. Εἰς τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο ὑπῆρχε διάταξις, καθ’ ἣν ἔπρεπε νὰ ὑπάρχῃ ἀπόφασις τοῦ Πταισματοδικείου, καταδικάζουσα τὸν παραβάτην, καὶ δι’ αὐτῆς θὰ ὑπεχρεοῦτο οὗτος νὰ καταβάλῃ τὰ σύλληπτρα. Ἐὰν ἡ διάταξις αὕτη ἐψηφίζετο τότε, δὲν θὰ εἴχομεν σήμερον τὰ παράπονα κατὰ τῶν ὀργάνων τῆς ἐξουσίας ὡς παρανομούντων. Λοιπὸν πρέπει νὰ εἰσαχθῇ νομοθέτημα εἰς τὴν Βουλὴν, ἵνα δι’ αὐτοῦ ἀπαγορευθῶσιν αἱ γινόμεναι πρὸς τὸν σκοπὸν φορολογίας συλλήψεις τῶν ποιμνίων, καθόσον γνωστὸν εἶναι σήμερον, ὅτι οἱ ποιμένες ἢ οἱ ἰδιοκτῆται ποιμνίων πληρώνουσιν ὄχι μόνον φόρον τοιοῦτον ἐπὶ τῶν σφαγίων, ἀλλὰ καὶ φόρον εἰς τοὺς χωροφύλακας, εἰς τοὺς ἐνωμοτάρχας, καὶ δὲν ἠξεύρω ποῦ ἀλλοῦ, πρὸς ἐλευθέραν βόσκησιν τῶν ποιμνίων των· δηλαδὴ εἶναι τοῦτο ἓν εἶδος ταμείου, ἀπὸ τὸ ὁποῖον ἀπολαμβάνουσι τὰ ὄργανα τῆς ἐξουσίας. Εἶναι ἑταιρεία, οὕτως εἰπεῖν, ἱδρυμένη πρὸς σύλληψιν τῶν ποιμνίων καὶ διανομὴν τῶν συλλήπτρων.

§16Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Ἔχει καὶ καταστατικόν;

§17Ε. ΚΟΚΚΕΒΗΣ. Αὐτὸ τὸ κακὸν βεβαίως πρέπει νὰ προληφθῇ καὶ ἐμποδισθῇ, διότι σήμερον ἡμεῖς ἐν ταῖς ἐπαρχίαις ἀγοράζομεν τὸ κρέας τρεῖς δραχμὰς τὴν ὀκᾶν! Ἐφ’ ὅσον δ’ ἐξακολουθεῖ νὰ ὑπάρχῃ αὐτὸ τὸ σύστημα, εἶναι φόβος μήπως φθάσῃ ἡ τιμὴ τοῦ κρέατος καὶ πέντε δραχμὰς τὴν ὀκᾶν καὶ ἑπτά. Πρέπει λοιπὸν νὰ λάβῃ ταχέως πρόνοιαν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ ὑποβάλῃ νομοσχέδιον πρὸς περιστολὴν τοῦ κακοῦ.

§18Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Ὑπεβλήθη τὸ περὶ ἀγροφυλακῆς νομοσχέδιον.

§19Ε. ΚΟΚΚΕΒΗΣ. Κατὰ τοῦτο καὶ μόνον δέον νὰ μεταβληθῇ ὁ νόμος, ὡς πρὸς τὰ σύλληπτρα· νὰ μὴ πληρώνωνται ταῦτα εἰς τοὺς συλλαβόντας, ἀλλὰ νὰ κατατίθενται ἀπὸ τοὺς καταδικασθέντας μετὰ τὴν καταδίκην των ἐνώπιον τοῦ Πταισματοδικείου, καὶ τότε θὰ ἐπέλθῃ ἴσως μία τάξις.

§20ΣΠ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Τοιοῦτο νομοσχέδιον εἶχεν ὑποβάλει ὁ κύριος Θεοτόκης πρὸ διετίας, ὡς Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν.

§21Ε. ΚΟΚΚΕΒΗΣ. Δὲν ἠξεύρω ἂν εἰσήχθη τοιοῦτον τότε, διότι δὲν ἤμην εἰς τὴν παρελθοῦσαν Περίοδον Βουλευτής. Ἐὰν ὑπάρχῃ τοιοῦτον, δύναται νὰ τὸ ὑποβάλῃ ἐκ νέου ὁ κ. Θεοτόκης. Ὅπως δήποτε εἶναι ἀνάγκη ἐπείγουσα νὰ ψηφισθῇ τοιοῦτο νομοσχέδιον, διὰ νὰ λείψωσι τὰ παράπονα. Ἄλλως, Κύριοι, ὑπὸ τὸ ἰσχῦον σύστημα κινδυνεύει ἡ κινητὴ περιουσία τῶν ἀνθρώπων. Ἐπὶ τοῦ παρόντος παρακαλῶ τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ διατάξῃ τὸν νομάρχην Τριφυλίας, ἵνα καλέσῃ τὰ Δημοτικὰ Συμβούλια, ὅπως ταῦτα ὁρίσωσι τὰς περιφερείας, εἰς ἃς δύνανται νὰ βόσκωσι τὰ ποίμνια, καὶ προληφθῇ οὕτω τὸ κακὸν, τὸ ὁποῖον γίνεται καθ’ ἡμέραν ὑπὸ ἀστυφυλάκων καὶ χωροφυλάκων.

§22Ν. ΜΙΣΥΡΛΗΣ. Ἔχει τὸ δικαίωμα ὁ Ὑπουργὸς νὰ διατάσσῃ τὰ Δημοτικὰ Συμβούλια;

§23Ε. ΚΟΚΚΕΒΗΣ. Τὸν νομάρχην· ὁ νομάρχης τὸν δήμαρχον, καὶ οὗτος καλεῖ τὰ Συμβούλια. Ἀναγνώσατε τὸν νόμον, καὶ θὰ τὸ μάθητε.

§24Ν. ΜΙΣΥΡΛΗΣ. Σφάλλεσθε, νομίζω.

§25Ε. ΚΟΚΚΕΒΗΣ. Δὲν σφάλλομαι διόλου. Ἔχω δὲ πεποίθησιν, ὅτι, ὅπου εἶναι ἀξιωματικοὶ ἀστυνόμοι, δὲν συμβαίνει τὸ κακὸν τοῦτο. Ἀλλὰ καὶ μήπως ὑποπίπτει εἰς τὰς αἰσθήσεις τῶν ἀξιωματικῶν ἀστυνόμων ἡ παρανομία τῶν ἀστυφυλάκων καὶ χωροφυλάκων; ὁ ἀστυφύλαξ, ὁ χωροφύλαξ ἢ ὁ ἐνωμοτάρχης βεβαιοῖ, ὅτι συνέλαβε τὰ ποίμνια ἐντὸς ἀπηγορευμένου μέρους· τί θέλετε νὰ κάμῃ ὁ ἀξιωματικὸς ἐκεῖνος; Νὰ μὴ πιστεύσῃ εἰς τὰ ὄργανά του; Καὶ ὅμως τὰ ὄργανά του δὲν τοῦ λέγουσι τὴν ἀλήθειαν· πιστοποιοῦσι τὰ ἐναντία τῶν συμβαινόντων, καὶ δι’ αὐτὸ πρέπει νὰ περιορισθῇ τὸ κακόν, τροποποιουμένου τοῦ σήμερον ἰσχύοντος νόμου, ἀφοῦ προηγουμένως λάβῃ τὰ προσήκοντα διοικητικὰ μέτρα ὁ κύριος Ὑπουργὸς πρὸς περιορισμὸν τοῦ κακοῦ τούτου.

§26Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον προεκάλεσαν οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι, εἶναι ὑψίστου ἐνδιαφέροντος, διότι ἀφορᾷ αὐτὴν τὴν συντήρησιν τῆς δημοσίας τάξεως. Ἡ δημοσία τάξις, ὡς γνωρίζετε, ἔχει ἀνατεθῇ εἰς τὰς κατὰ τόπους ἀστυνομίας τοῦ Κράτους. Τὰ κατώτερα ἀστυνομικὰ ὄργανα, εἴτε διὰ τὸν ἕνα λόγον εἴτε διὰ τὸν ἄλλον, ἔχουσιν ἀναπτύξει μίαν φιλοχρηματίαν, ἕνεκα τῆς ὁποίας τὸν ἀγροτικὸν λαὸν κρατοῦσιν ἀντιμέτωπον πρὸς τὰ ἀστυνομικὰ ὄργανα. Ὑφίσταται εἷς διηνεκὴς ἐμφύλιος πόλεμος μεταξὺ ἀγροτῶν καὶ ἀστυνομικῶν ὀργάνων. Τὰ ἀστυνομικὰ ὄργανα, ὅταν βλέπωσι τὰ θυλάκιά των κενὰ χρημάτων, δὲν ἔχουσιν ἄλλο νὰ πράξωσιν ἢ νὰ ἐκδράμωσιν ὀλίγα βήματα πέραν τοῦ ἀστυνομικοῦ σταθμοῦ, καὶ πάντα τὰ ζῷα, τὰ ὁποῖα τυχὸν συναντῶσι, τὰ συλλαμβάνουσιν, ὡς βόσκοντα δῆθεν εἰς μέρη ἀπηγορευμένα, καὶ ζητοῦσι σύλληπτρα, καὶ τὰ λαμβάνουσι, διότι οὐδεμία ἐπίβλεψις ὑπάρχει περὶ τοῦ νομίμου ἢ μὴ νομίμου τῆς εἰσπράξεως τῶν συλλήπτρων. Εἰς τοῦτο δὲν πταίουσιν οἱ κατὰ καιροὺς ψηφισθέντες νόμοι, διότι οἱ νόμοι ἐκεῖνοι εἶναι καλοί. Ὁ τρόπος τῆς ἐφαρμογῆς αὐτῶν πταίει, διότι ὁ τρόπος τῆς ἐφαρμογῆς ἔχει ἀνατεθῇ εἰς τὴν κρίσιν τῶν χωροφυλάκων καὶ τῶν ἀστυφυλάκων. Οἱ ἀστυφύλακες, σᾶς βεβαιῶ, ἐπὶ τῇ ἐπισημότητι τῆς ἀρχῆς των βεβαιοῦσιν, ὅτι τὰ κτήνη τοῦ Α ἢ τοῦ Β κυρίου συνέλαβον εἰς τόπον ἐσπαρμένον ἢ ἀπηγορευμένον πρὸς βοσκὴν· ζητοῦσι δὲ σύλληπτρα, καὶ εἰσπράττουσι ποσὸν οὐκ εὐκαταφρόνητον. Εἰσαγγελεύς τις μοὶ ἔλεγεν, ὅτι, ἐνεργήσας ποτὲ ἐπιθεώρησιν τῶν συμβολαιογραφείων τῆς δικαστικῆς περιφερείας του, εὗρε συμβόλαια, συνταχθέντα μεταξὺ ἀστυφυλάκων ἢ ἀστυνομικῶν σταθμαρχῶν καὶ διαφόρων ἀγροτῶν, συμβόλαια δανειακὰ διὰ χιλιάδας δραχμῶν! Αἱ χιλιάδες αὗται βεβαίως ἐξοικονομήθησαν ἐκ τῆς παρανόμου εἰσπράξεως τῶν συλλήπτρων. Τὸ ζήτημα τοῦτο, κύριε Πρόεδρε, ἐφέρθη ἐν τῇ Βουλῇ καὶ κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Βουλευτικὴν Περίοδον, πάντες δὲ τότε προέτεινον, ὅτι μία καὶ μόνη διάταξις χρειάζεται, νὰ μεταρρυθμισθῇ ὁ νόμος περὶ ποιμνιοβοσκῆς ὡς πρὸς τοῦτο, ὡς πρὸς τὰ σύλληπτρα, διότι τὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα ὑπέβαλεν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, περὶ μετατροπῆς τοῦ ἀστυνομικοῦ συστήματος καὶ περὶ ἀγροφυλακῆς, οὐδεμίαν ποιοῦνται μνείαν περὶ τῶν συλλήπτρων. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι, ἐὰν συνταχθῇ ἓν νομοσχέδιον ἐξ ἑνὸς καὶ μόνου ἄρθρου, διατάσσοντος ὅτι τὰ σύλληπτρα, ὅπως κανονίζονται ὑπὸ τοῦ νόμου περὶ ποιμνιοβοσκῆς, εἰσπράττονται ἅμα τῇ ἐκδόσει τελεσιδίκου ἀποφάσεως τοῦ ἁρμοδίου πταισματοδίκου, θεραπεύεται τὸ κακόν.

§27ΧΑΡ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Εἶναι τέλειος ὁ νόμος.

§28Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι τέλειος ὡς πρὸς τὰ ἄλλα, ἀλλ’ ἡ ἐφαρμογή του εἶναι κακὴ, διότι ἀνατίθεται ἡ κρίσις, ἂν εἶναι νόμιμος ἢ παράνομος ἡ εἴσπραξις τῶν συλλήπτρων, εἰς αὐτοὺς τοὺς εἰσπράττοντας. Ἐὰν δ’ ἐπροσέχετε εἰς τὴν ὁμιλίαν μου, βεβαίως δὲν ἠθέλετε κάμει τὴν παρατήρησιν ταύτην· διότι ἐγὼ εἶπον, ὅτι ὁ τρόπος τῆς ἐφαρμογῆς πταίει, διὰ τῆς διατάξεως δὲ, τὴν ὁποίαν ζητῶ, διορθώνεται ὁ τρόπος αὐτός. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν ἔντιμον κύριον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, ἐὰν εὑρίσκῃ τὴν σύστασιν καὶ ἐμοῦ καὶ τῶν ἄλλων συναδέλφων δικαίαν, καὶ προτίθηται νὰ εἰσαγάγῃ τοιοῦτο νομοσχέδιον εἰς τὴν Βουλὴν, νὰ τὸ δηλώσῃ· ἄλλως νὰ λάβωμεν τὸν κόπον καὶ τὴν τιμὴν νὰ συντάξωμεν ἡμεῖς καὶ ὑποβάλωμεν νομοσχέδιον, κύριε Πρόεδρε.

§29Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸ ζήτημα τοῦτο περὶ ποιμνιοβοσκῆς καὶ ἀγροφυλακῆς εἰς οὐδεμίαν τῶν Συνόδων τῆς παρελθούσης Περιόδου ἔλειψε, καὶ πάντοτε προεκάλεσε μακρὰς συζητήσεις. Ἐνῷ δὲ πάντες ἀναγνωρίζομεν τὴν ἀνάγκην τῆς βελτιώσεως τῆς κακῆς καταστάσεως, τῆς ἕνεκα τῆς ἀτελείας τῶν περὶ ἀγροφυλακῆς καὶ ποιμνιοβοσκῆς νόμων δημιουργουμένης, καὶ ζητοῦμεν νὰ ψηφισθῇ νέος περὶ ἀγροφυλακῆς νόμος, εἰς τὸν ὁποῖον νὰ συμπεριλαμβάνωνται καὶ αἱ διατάξεις τοῦ περὶ ποιμνιοβοσκῆς, ἐν τούτοις μέχρι τοῦδε οὐδεμία σοβαρὰ φροντὶς ἐλήφθη ὑπὸ τῶν Κυβερνήσεων καὶ ὑπὸ τῆς Βουλῆς περὶ τούτου. Καὶ ἐφ’ ὅσον δὲν λαμβάνεται σοβαρὰ φροντὶς περὶ τούτου, βεβαίως θὰ ἐξακολουθῇ πάντοτε νὰ ἀπασχολῇ τὴν Βουλὴν τὸ ζήτημα τοῦτο. Ἕνεκα δὲ τῆς ἀτελείας καὶ τῆς κακῆς ἐφαρμογῆς τῶν νόμων αὐτῶν, ὄχι μόνον τὰ συμφέροντα τῶν κτηνοτρόφων παραβλάπτονται διὰ τῆς ἀδίκου καὶ παρανόμου πληρωμῆς συλλήπτρων πρὸς τοὺς ἐφαρμόζοντας τὸν νόμον χωροφύλακας καὶ ἀγροφύλακας, ἀλλ’ ἂν θελήσῃ τις νὰ ζητήσῃ στατιστικὰς παρὰ τῶν διαφόρων Εἰσαγγελέων τοῦ Κράτους περὶ τῶν αἰτίων τῶν διαφόρων ἐγκλημάτων κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη, καθ’ ἃ ἐφαρμόζεται ὁ περὶ ποιμνιοβοσκῆς νόμος, ὡς καὶ ὁ περὶ στρατιωτικῆς ἀστυνομίας, θέλει ἴδει, ὅτι τὸ πλεῖστον τῶν ἐγκλημάτων αἰτίαν ἔχει τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου περὶ ποιμνιοβοσκῆς. Τουλάχιστον ἐγὼ ἐκ τῆς ἐπαρχίας μου Λακεδαίμονος γνωρίζω, ὅτι οἱ κάτοικοι ὁλοκλήρων χωρίων, καὶ μετ’ αὐτῶν ἔτι τῶν ἱερέων, εἰσήχθησαν ἐνώπιον τῶν ποινικῶν Δικαστηρίων — καὶ τοῦ Κακουργιοδικείου καὶ τοῦ Πλημμελειοδικείου — ὡς κατηγορούμενοι ἐπὶ ἀντιστάσει, συνεπείᾳ ἐκθέσεων ἀντιστάσεως, τὰς ὁποίας κατ’ αὐτῶν ὑπέβαλον οἱ χωροφύλακες καὶ ἄλλα ἀστυνομικὰ ὄργανα, ὅτι τοῖς ἐγένετο δῆθεν ἀντίστασις κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ περὶ ποιμνιοβοσκῆς νόμου. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι εἶναι μεγίστη ἀνάγκη, ὅπως πρὸς πρόληψιν ὄχι μόνον τῶν χρηματικῶν ζημιῶν, τὰς ὁποίας ὑφίστανται καὶ οἱ κτηματίαι καὶ οἱ κτηνοτρόφοι ἐν Ἑλλάδι, ἀλλὰ καὶ τῶν ἐγκλημάτων, τὰ ὁποῖα ἕνεκα τῶν συλλήπτρων γίνονται, ἐπισπεύσωμεν τὴν συζήτησιν καὶ ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἀγροφυλακῆς, τὸ ὁποῖον εἰσηγήσατο εἰς τὴν Βουλὴν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, καὶ ἐν τῷ ὁποίῳ δύναται κάλλιστα νὰ συμπεριληφθῇ καὶ διάταξις περὶ ποιμνιοβοσκῆς. Διότι τὸ ζήτημα τῆς ἀγροφυλακῆς καὶ τῆς ποιμνιοβοσκῆς δὲν εἶναι δύο ζητήματα διηρημένα, ἀλλ’ ἕν καὶ τὸ αὐτό. Ἐὰν ψηφίσωμεν ταῦτα διηρημένως, δὲν θὰ ὑπάρχῃ ἡ ἑνότης ἐν τῇ ἐφαρμογῇ τῶν νόμων. Θὰ παρακαλέσω μάλιστα τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅπως τὸ νομοσχέδιον περὶ ἀγροφυλακῆς φέρῃ εἰς συζήτησιν ἀμέσως μετὰ τὴν ψήφισιν τῶν μᾶλλον ἐπειγόντων νομοσχεδίων, κατὰ τὴν συζήτησιν δ’ αὐτοῦ δύνανται νὰ προταθῶσι παρὰ τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων αἱ ἀναγκαῖαι τροποποιήσεις τῶν σχετικῶν διατάξεων τοῦ περὶ ποιμνιοβοσκῆς νόμου. Τοῦτο καὶ μόνον δύναται νὰ ἐπιφέρῃ διόρθωσιν, καὶ τότε θὰ παύσωσιν αἱ ἑκάστοτε συζητήσεις ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου. Σημειώσατε, ὅτι καὶ κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Περίοδον δὲν συνεζητήθη νομοσχέδιον περὶ ἀγροφυλακῆς, διὰ μόνον τὸν λόγον, ὅτι θὰ προεκάλει μακρὰς συζητήσεις. Τοῦτο πιθανὸν θὰ γείνῃ αἰτία νὰ μὴ συζητηθῇ καὶ κατὰ τὴν Σύνοδον ταύτην. Ὁ λόγος οὗτος δὲν μᾶς δικαιολογεῖ, ἀλλὰ διαβεβαιῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅτι περισσότερον χρόνον θὰ καταναλώσωσιν αἱ προκαλούμεναι ἑκάστοτε συζητήσεις ἕνεκα παραπόνων διαφόρων συμπολιτῶν μας ἢ ἡ συζήτησις τοῦ ὑποβληθέντος νομοσχεδίου περὶ ἀγροφυλακῆς.

§30ΑΛΕΞ. ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Μετὰ τὴν ἀγόρευσιν τοῦ κ. ἐκ Τριφυλίας Βουλευτοῦ λαμβάνω τὸν λόγον, ἵνα ποιήσωμαι δήλωσιν, ἣν θεωρῶ ἀναγκαίαν. Δὲν πρόκειται νὰ ψέξω τὸν ἀστυνόμον Ἐράνης,—ὃν ἄλλως ἐκτιμῶ, διότι ἔχω λάβει ἀφορμὴν νὰ πιστεύω, ὅτι ἐκπληροῖ εὐόρκως τὸ καθῆκόν του. —Ἐγὼ πράγματι ἔλαβον ἀφορμὴν, ὅπως ἀναχθῶ εἰς γενικωτέραν ἐπισκόπησιν τοῦ ζητήματος, καὶ παρετήρησα, ὅτι πρέπει νὰ διορθωθῶσι τὰ τοῦ νόμου περὶ ποιμνιοβοσκῆς. Ὁ δῆμος Ἐράνης ἔχει πληθυσμὸν γεωργικὸν καὶ ποιμενικὸν, καὶ ἑπομένως οἱ γεωργοὶ ἔχουσι δίκαιον νὰ παραπονῶνται. Ἀλλὰ διαφέρει τοῦτο. Ὡς ἔχει ὁ νόμος περὶ ποιμνιοβοσκῆς, ἔχει πλείστας ἀτελείας, ἀποτελεῖ δὲ πραγματικῶς τραγέλαφον, διότι περιέχει διατάξεις τόσον δυσερμηνεύτους, ὥστε νὰ φέρωσιν εἰς σύγχυσιν καὶ ἀπορίαν καὶ τὰς δικαστικὰς ἀρχάς. Ἐκείνη ἡ διάταξις τῶν 200 στρεμμάτων εἶναι τέλειος ἐμπαιγμός. Ὁ ἔχων δηλαδὴ 200 στρέμματα εἰς μέρη ἀπηγορευμένα ὑπὸ τοῦ νόμου περὶ ποιμνιοβοσκῆς καὶ ἔχων ἐν ταυτῷ ποίμνιον δύναται νὰ βόσκῃ αὐτὸ εἰς τὰ 200 στρέμματα, ἅπερ βεβαίως χρησιμεύουσιν ὡς ὁρμητήριον τῆς καταστροφῆς. Δὲν εἶναι δὲ δυνατὸν νὰ γείνῃ κοινὸς ὁ νόμος περὶ ποιμνιοβοσκῆς καὶ ἀγροφυλακῆς, διότι οἱ νόμοι περὶ ποιμνιοβοσκῆς χρήζουσιν ἅπαντες συγχωνεύσεως μεθοδικῆς καὶ κωδικοποιήσεως, ἵνα καταστῶσιν εἰς νόμος ἑνιαῖος. Καὶ διὰ τοῦτο διαφωνῶ πρὸς τὸν κ. ἐκ Λακεδαίμονος Βουλευτὴν, ὑποδείξαντα νὰ παρεισαγάγωμεν ἐν τῷ περὶ ἀγροφυλακῆς νόμῳ, ὅστις ἀφορᾷ εἰς τὸ σῶμα τὸ ἐπιτετραμμένον τὴν φρούρησιν τῶν ἀγρῶν καὶ τὴν καταδίωξιν τῶν ἀδικούντων, τὸν νόμον περὶ ποιμνιοβοσκῆς. Ἐὰν νομίζωμεν, ὅτι δέονται συμπληρώσεως διατάξεις τοῦ νόμου περὶ ποιμνιοβοσκῆς, εἶναι εὐχερέστατον, ἵνα ἡ Βουλὴ, ἥτις εὑρίσκεται ἐν πληρεστάτῃ γνώσει τούτων, προβῇ εἰς τὴν ψήφισιν ἑνὸς νόμου. Ἐὰν πρόκηται νὰ ὑποβληθῶσι τροποποιήσεις, ἂς ὑποβληθῶσι τὸ ταχύτερον, ἵνα λυθῇ τὸ ζήτημα, καὶ διασωθῇ τὸ γόητρον τῶν ἀστυνομικῶν ὀργάνων, διότι πολλαὶ ἠκούσθησαν κατ’ αὐτῶν μομφαί, ἐνῷ τινὰ τῶν ὀργάνων τούτων εἶναι ἀνώτερα τοιούτων ὑπονοιῶν.

§31Ι. ΣΤΑΙΚΟΣ. Οἱ κατὰ διαφόρους Περιόδους ψηφισθέντες νόμοι παρουσιάζουσιν, ὑποθέτω, ὅλας τὰς ἀτελείας ταύτας. Καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, ὅταν σκεπτώμεθα περὶ ψηφίσεως νόμου διὰ τοιαῦτα ζητήματα, τὰ ὁποῖα νομίζω ὅτι εἶναι σπουδαιότατα, οὐδέποτε θὰ καταλήξωμεν εἰς τὸ εὐάρεστον ἀποτέλεσμα νὰ φέρωμεν βελτίωσίν τινα. Ὑποθέτω, ὅτι οἱ κατὰ περιόδους ψηφιζόμενοι νόμοι εἶναι ἡ αἰτία τῆς τοιαύτης καταστάσεως τοῦ Κράτους. Τὰ πάντα ἀπορρέουσιν ἐκ τῆς ἀγαθῆς διοικήσεως, ἐκ τῶν ὑπαλλήλων, ἐὰν οὗτοι ἐκπληρῶσι μετὰ θρησκευτικῆς εὐλαβείας τὸ καθῆκόν των. Τὸ ζήτημα τῆς ποιμνιοβοσκῆς καὶ τὸ τῆς ἀγροφυλακῆς εἶναι ζητήματα ἀναγόμενα εἰς τὴν δημοσίαν ἀσφάλειαν καὶ τάξιν. Φρονῶ λοιπόν, ὅτι, ἐὰν ἐπιμένωμεν εἰς ψήφισιν νόμου, μεταβάλλοντος τὸν νόμον περὶ ἀγροφυλακῆς ἢ ποιμνιοβοσκῆς, οὐδὲν εὐάρεστον ἀποτέλεσμα δυνάμεθα νὰ ἀναμένωμεν. Ἡ παροῦσα Κυβέρνησις καὶ πᾶσα ἄλλη Κυβέρνησις καθῆκον ἔχει νὰ λαμβάνῃ μέριμναν διοικητικὴν διὰ τὸ ζήτημα τοῦτο, τὸ ἀναγόμενον εἰς τὴν δημοσίαν ἀσφάλειαν καὶ τάξιν. Δύναμαι νὰ βεβαιώσω, ὅτι, ὅπου ὑπῆρξαν ἀστυνόμοι ἐκπληροῦντες τὸ καθῆκόν των, ἐκεῖ προέβησαν οὗτοι εἰς διορισμὸν ἀγροφυλάκων ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐκτελοῦσι τὸ ἑαυτῶν καθῆκον, δὲν ἐγένοντο δὲ ποτὲ ὄργανα οὔτε τῶν δημάρχων οὔτε τοῦ ἑκάστοτε ἰσχύοντος πολιτικοῦ· ὅταν δὲ οἱ ἀγροφύλακες ἐκτελῶσι τὸ καθῆκόν των, δὲν παρουσιάζονται τὰ ἄτοπα ταῦτα. Νομίζω λοιπόν, ὅτι, κατόπιν τῆς παρουσιαζομένης καταστάσεως ἐν σχέσει πρὸς τὸ ζήτημα τῆς δημοσίας ἀσφαλείας καὶ τάξεως, δυνάμεθα νὰ ἐξασφαλίσωμεν ἐκτάκτως τὴν περιουσίαν τῶν πολιτῶν διὰ τῆς ἀποσπάσεως ἀρκετοῦ ἀριθμοῦ στρατιωτῶν παρὰ ταῖς διαφόροις ἀστυνομίαις τοῦ Κράτους.

§32ΕΛ. ΜΥΚΩΝΙΟΣ. Καὶ ποῦ νὰ τοὺς εὕρωμεν;

§33Ε. ΚΟΚΚΕΒΗΣ. Ἀρκετοὺς τρέφομεν. Δὲν ἀντέχομεν διὰ τοιαύτην φορολογίαν! (θόρυβος).

§34Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Τότε θὰ ἐκλίπῃ ἡ ὀρνιθοτροφίας ἀπὸ τὴν Ἑλλάδα (γέλωτες).

§35Ι. ΣΤΑΙΚΟΣ. Δὲν πρόκειται περὶ ὀρνιθοτροφίας, ἀλλὰ περὶ ἀρνοτροφίας.

§36ΕΛ. ΜΥΚΩΝΙΟΣ. Ποῦ νὰ εὕρωμεν τοὺς στρατιώτας, ἀφοῦ κάμνουν ὀκτὼ ἡμέρας νὰ βγάλουν τὰ παπούτσια ἀπὸ τὰ ποδάρια τους;

§37Ι. ΣΤΑΙΚΟΣ. Δύναμαι νὰ σᾶς διαβεβαιώσω, ὅτι μόνον ἐν τῇ φρουρᾷ τῶν Ἀθηνῶν κάμνουν 8 ἡμέρας νὰ βγάλουν τὰ παπούτσια τους. Ἐν Θεσσαλίᾳ γίνονται ἀσκήσεις ταξιαρχίας, εἰς Ἄρταν δὲ ὑπάρχουσι 400 εὔζωνοι, οἱ ὁποῖοι δὲν κάμνουν τίποτε. Εἰς ἄλλας φρουρὰς οἱ στρατιῶται καταπονοῦνται καὶ πάσχουσιν, εἰς ἄλλας δὲ κοιμοῦνται 5 ἢ 10 ἡμέρας. Ὅταν θέλητε νὰ συζητήσωμεν ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου, δυνάμεθα νὰ παρουσιάσωμεν τὴν κατάστασιν τῶν στρατιωτῶν τῶν διαφόρων φρουρῶν, καὶ τότε θέλετε πεισθῇ κατὰ πόσον λέγω ἀλήθειαν.

§38Ε. ΚΟΚΚΕΒΗΣ. Περὶ τίνος ὁμιλεῖτε;

§39Ι. ΣΤΑΙΚΟΣ. Περὶ ἐνισχύσεως τῶν διαφόρων ἀστυνομιῶν τοῦ Κράτους διὰ στρατιωτικῆς δυνάμεως.

§40Ε. ΚΟΚΚΕΒΗΣ. Ἡμεῖς θὰ καταργήσωμεν τὴν στρατιωτικὴν ἀστυνομίαν.

§41Ι. ΣΤΑΙΚΟΣ. Ὅταν ἔλθητε εἰς τὴν εὐχάριστον θέσιν νὰ καταργήσητε τὴν ἀστυνομίαν αὐτήν, τότε θὰ λάβω τὸν λόγον· ἀλλ’ ἐφ’ ὅσον δὲν ἔχομεν νόμον καταργοῦντα αὐτὴν, δὲν δυνάμεθα ἢ περὶ αὐτῆς νὰ σκεφθῶμεν. Πρόκειται νὰ λάβωμεν συντελεστικὰ μέτρα, σώζοντα τὸ Κράτος. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ὁμολογουμένως μεριμνᾷ ὑπὲρ τῆς τάξεως καὶ τῆς ἀσφαλείας, ἀλλ’ ἀτυχῶς ἡ ἔλλειψις δυνάμεως στρατιωτικῆς, ἣν γνωρίζω ἐκ τῆς ἐπαρχίας μου, παρουσιάζει δύσκολον τὸ ἔργον τοῦτο. Πρέπει λοιπὸν ν’ ἀποσπάσωμεν στρατιώτας πρὸς παγίωσιν τῆς τάξεως καὶ ἀσφαλείας.

§42Ε. ΚΟΚΚΕΒΗΣ. Διευθύνοντας δυνάμεθα νὰ εὕρωμεν; Τὰ ὄργανα ὑπείκουσιν εἰς τὰς διαταγὰς τῶν διευθυνόντων.

§43Ι. ΣΤΑΙΚΟΣ. Τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν δὲν θεωρεῖτε ὡς ἱκανὸν διευθύνοντα;

§44Ε. ΚΟΚΚΕΒΗΣ. Ἐννοῶ τοὺς ἐν ταῖς ἐπαρχίαις διευθύνοντας.

§45Ι. ΣΤΑΙΚΟΣ. Ἔχομεν ἀξιωματικούς, οἱ ὁποῖοι δύνανται διοριζόμενοι νὰ ἐκτελέσωσι τὸ καθῆκόν των.

§46Ε. ΚΟΚΚΕΒΗΣ. Ὑπάρχουσι βεβαίως καὶ ἐξαιρέσεις. Ὑπάρχουσι πολλοὶ ἱκανοί, ἀλλ’ ὑπάρχουσι καὶ πλεῖστοι ἀνίκανοι.

§47Ι. ΣΤΑΙΚΟΣ. Δὲν σᾶς λέγω διὰ τοὺς ἀνικάνους ἐκείνους, οἵτινες καταφεύγουσιν εἰς τοὺς πολιτευομένους, ζητοῦντες νὰ διορισθῶσιν ἀστυνόμοι.

§48Ε. ΚΟΚΚΕΒΗΣ. Δὲν ἦλθε ποτὲ κανεὶς νὰ μὲ παρακαλέσῃ.

§49Ι. ΣΤΑΙΚΟΣ. Οὐδένα πολιτικὸν ἀδικῶ. Ἀλλ’ ἐξ ἰδίας ἀντιλήψεως γνωρίζω πολλοὺς ἀξιωματικούς, καταφεύγοντας καὶ παρακαλοῦντας τοὺς πολιτευομένους, ἵνα διορισθῶσιν ἀστυνόμοι. Δύνασθε νὰ παραδεχθῆτε, ὅτι οἱ ἀστυνόμοι οὗτοι θὰ ἐκπληρώσωσι τὸ καθῆκόν των μετὰ θρησκευτικῆς εὐλαβείας; Πρέπει νὰ ἦναι λίαν ἠθικοὶ οἱ πολιτευόμενοι, ἵνα οἱ ἀστυνόμοι οὗτοι ὦσι καλοί.

§50ΧΑΡ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Τὸ πλεῖστον τῶν ἀξιωματικῶν δὲν ἐκτελοῦσι καλῶς τὰ καθήκοντα αὐτῶν ὡς ἀστυνόμοι.

§51ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν πρόκειται περὶ τοῦ γενικωτέρου ζητήματος· πρόκειται μόνον περὶ παραπόνων κατὰ τοῦ ἀστυνόμου Ἐράνης.

§52Ι. ΣΤΑΙΚΟΣ. Ἐγὼ ἠθέλησα νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις ἐν σχέσει πρὸς τὸ ζήτημα τῆς ἀγροφυλακῆς καὶ τῆς ποιμνιοβοσκῆς. Ἠθέλησα νὰ εἴπω, ὅτι δὲν ἔχομεν ἀνάγκην νὰ καταφύγωμεν εἰς ἐπιψήφισιν νόμων, ἀλλὰ δυνάμεθα νὰ διορθώσωμεν τὸ κακὸν τάχιστα διὰ διοικητικῶν μέτρων. Εἶπον, ὅτι δύναται ἡ ἀστυνομία — ἡ ὁποία παραδέχομαι ὅτι ἔχει τὰς πλημμελείας της — νὰ ἐνισχυθῇ διὰ μικρᾶς στρατιωτικῆς δυνάμεως· ἀλλ’ ὁ κ. ἐκ Νάξου Βουλευτὴς καὶ σεβαστός μοι ὑποστράτηγος ἠθέλησε νὰ μὲ διακόψῃ, εἰπών μοι, ὅτι δὲν ἔχομεν στρατὸν, καὶ ἐκ τούτου εἶχον καθῆκον νὰ τὸν προκαλέσω καὶ τῷ ἀποδείξω ὅτι ἔχομεν στρατόν, διότι, προκειμένου οἱ στρατιῶται νὰ καταγίνωνται εἰς ἄλλα ἔργα, προτιμότερον εἶναι νὰ καταγίνωνται εἰς τὰ τῆς δημοσίας ἀσφαλείας καὶ τάξεως. Σᾶς παρακαλῶ λοιπὸν νὰ μὴ μὲ διακόπτητε, ἵνα μὴ ἐπανέρχωμαι εἰς τὸ αὐτὸ ζήτημα. Λοιπόν, πρὶν ἢ ἡ Κυβέρνησις κατορθώσῃ νὰ ὑποβάλῃ τοιοῦτο νομοσχέδιον, — τὸ ὁποῖον ἐγὼ δὲν θέλω νὰ παραδεχθῶ, ὅτι θὰ ἦναι τὸ τελειότερον νομοθέτημα, διότι πιθανὸν καὶ τοῦτο νὰ παρουσιάσῃ ἀτελείας, — θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ἵνα ἐν συνεννοήσει μετὰ τῶν ἁρμοδίων Ὑπουργῶν μεριμνήσῃ νὰ διορισθῶσιν ἀστυνόμοι, ὄχι οἱ αἰτοῦντες, ὄχι οἱ δηλώσαντες, ὅτι ἐπιθυμοῦσι νὰ ὑπηρετήσωσιν ἐν τῇ ἀστυνομικῇ ὑπηρεσίᾳ, ἀλλ’ ἀξιωματικοὶ κατ’ ἀρχαιότητα, ἐκ τοῦ πίνακος, τὸν ὁποῖον ἔχει σήμερον ἡ στρατιωτικὴ ὑπηρεσία. Ὅταν δὲ τοιούτους ἀξιωματικοὺς διορίσωμεν ὡς ἀστυνόμους, θὰ ἐκλέξωμεν τοὺς καλλιτέρους, διότι ἔχω πεποίθησιν, ὅτι καὶ ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡ Α. Μ. ὁ Βασιλεὺς ἐπιθυμοῦσι τῷ ὄντι τὴν βελτίωσιν τῆς καταστάσεως τοῦ τόπου. Πρὸς τούτοις δέον νὰ ἐνισχυθῶσιν αἱ διάφοροι ἀστυνομίαι τοῦ Κράτους, διότι σήμερον τὸ ζήτημα τῆς ἀσφαλείας τῶν κτημάτων ἐκ τῆς ποιμνιοβοσκῆς καὶ τῶν διαφόρων ἐγκληματιῶν εἶναι ζήτημα μεγίστης σπουδαιότητος, διότι ἐξ αὐτοῦ προέρχεται ἡ οἰκονομικὴ καχεξία, ἡ ὁποία ἐπικρατεῖ εἰς τὸν τόπον, καὶ εἶναι ἀνάγκη νὰ ληφθῇ σύντονος μέριμνα. Διότι βεβαίως οἱ ἐγκληματίαι, οἱ ὁποῖοι περιφέρονται εἰς τὰς διαφόρους ἐπαρχίας, μὴ φοβούμενοι τοὺς νόμους, τῶν ὁποίων εἶναι παραβάται, καὶ μὴ προσερχόμενοι ἐνώπιον τῆς Δικαιοσύνης, ἵνα δώσωσι λόγον τῶν πράξεών των, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ σεβασθῶσι καὶ τὰς περιουσίας τῶν πολιτῶν; Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν τὸν κύριον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅπως, εἰ δυνατόν, συστήσῃ ἀστυνομικοὺς σταθμοὺς εἰς διάφορα μέρη τῶν ἐπαρχιῶν, ἐπὶ τῇ βάσει πάντοτε ἐπισήμων ἀναφορῶν καὶ ἐκθέσεων τῶν ἁρμοδίων ἀρχῶν· ὅταν δὲ συστηθῶσι σταθμοί, βεβαίως διὰ τῆς συμπράξεως τῶν ἀστυφυλάκων καὶ διὰ τῆς συνδρομῆς τῶν διαφόρων κτηματιῶν οἱ σταθμοὶ αὐτοὶ θὰ περιορίσωσι τὰς τοιαύτας πράξεις. Ἔχομεν πλεῖστα παραδείγματα, ὅτι ἡ ἐγκατάστασις σταθμῶν εἰς διάφορα μέρη, ὅπου οἱ ποιμένες καὶ ἄλλοι ἐγκληματίαι κατέστρεφον τὰ κτήματα, προέλαβεν ὅλα αὐτὰ τὰ ἀδικήματα. Ταῦτα λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ παρακαλῶ νὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν, ἵνα βελτιουμένης τῆς ἀστυνομικῆς ὑπηρεσίας βελτιωθῇ καὶ ἡ κατάστασις τοῦ τόπου.

§53ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Πρωτοπαπαδάκης ἔχει τὸν λόγον.

§54Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Ἐπιθυμῶ, Κύριοι, νὰ προκαλέσω τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς ἐπὶ ἀντικειμένου τινός, τὸ ὁποῖον αὐτὸ καθ’ ἑαυτὸ δὲν ἔχει ἴσως σημασίαν, καθόσον πρόκειται περὶ ἀμφισβητήσεως μιᾶς ἢ δύο δεκάδων χιλιάδων δραχμῶν ἐν τῇ ἐκτελέσει δημοσίου τινὸς ἔργου, ἀπὸ γενικῆς ὅμως ἀπόψεως ἐξεταζόμενον ἔχει μεγίστην σπουδαιότητα, διότι ἐν παρομοίᾳ ἀκριβῶς περιπτώσει εἰς ἕτερον ὁμοίας φύσεως ἔργον, κατασκευασθὲν εἰς ἄλλην ἐπαρχίαν τοῦ Κράτους, ἐπειδὴ δὲν προελήφθησαν ὡρισμένα γεγονότα, διημφισβητήθησαν κατόπιν ἑκατοντάδες ὅλαι χιλιάδων δραχμῶν. Πρόκειται, Κύριοι, περὶ τῆς κατασκευῆς ἀσημάντου τινὸς κυματοθραύστου ἐν τῇ νήσῳ Νάξῳ. Ἐπιθυμῶ δὲ ἰδίᾳ νὰ προκαλέσω τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν ἐπὶ γνωμοδοτήσεως τοῦ Συμβουλίου τῶν Δημοσίων Ἔργων, ἡ ὁποία ὅσον οὔπω θὰ τῷ ὑποβληθῇ πιθανῶς πρὸς ἐπικύρωσιν. Πρὸ τῆς ἐπικυρώσεως ταύτης ἐπιθυμῶ, ἵνα ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν λάβῃ γνῶσιν τῶν διαφόρων περιστατικῶν, ὅσα προτίθεμαι νὰ ἐκθέσω ἐντεῦθεν, ὅπως ἐν ἐπιγνώσει τῶν γεγονότων ἀποφασίσῃ, ὡς ἤθελε κρίνει δικαιότερον.

§55ΚΥΡ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ποίαν ἡμερομηνίαν φέρει ἡ γνωμοδότησις;

§56Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Ἡ γνωμοδότησις φέρει ἡμερομηνίαν τῆς 27 Φεβρουαρίου ἐνεστῶτος ἔτους. Ἡ πρωτεύουσα τῆς νήσου Νάξου εἶναι, ὡς γνωστόν, ἀλίμενος. Ἐν ἔτει 1856 ἐδημοσιεύθη ὁ περὶ ἀνακαινίσεως τῆς προκυμαίας ΤΝΕʹ νόμος, ἐπιβάλλων λιμενικοὺς φόρους, καὶ περὶ τὸ 1870 ἐπερατοῦτο κυματοθραύστης 175 περίπου μέτρων μήκους, ὅστις ὅμως, προϊόντος τοῦ χρόνου δὲν ἐξήρκει, ἵνα προφυλάττῃ τὰ πλοῖα, ὅσα προσωρμίζοντο ἐκεῖ, καὶ οὕτω νέοι φόροι ἐπεβλήθησαν ἐν ἔτει 1884 καὶ 1890, ἐξ ὧν εἰσεπράχθη μέχρι τοῦδε ποσὸν δραχ. 250,000 περίπου. Ἐν ἔτει δὲ 1895 ἐμελετήθη ἡ συμπλήρωσις καὶ ἡ προέκτασις τοῦ παλαιοῦ κυματοθραύστου ὑπὸ τοῦ τότε νομομηχανικοῦ Κυκλάδων κ. Ἀθ. Γεωργιάδου, καὶ τὴν 12 Μαρτίου 1900 ἐξετίθετο τὸ ἔργον εἰς δημοπρασίαν. Παρουσιάσθη εἷς ἐργολάβος, ὀνόματι Σταματιάδης, μειοδοτήσας 15%, καὶ ἐνῷ ἐπρόκειτο νὰ ἐπικυρωθῇ ἡ δημοπρασία ὑπὸ τοῦ τμήματος τῶν δημοσίων ἔργων, εἷς ἐπιθεωρητὴς τοῦ Σώματος, — καὶ παρακαλῶ, Κύριοι, νὰ προσέξητε εἰς τοῦτο, διότι ἔχει μεγάλην σημασίαν διὰ τὰ κατόπιν λαβόντα χώραν, — εἷς ἐπιθεωρητὴς τῶν δημοσίων ἔργων, λέγω, εὑρισκόμενος τότε ἐν Νάξῳ πρὸς παραλαβὴν γεφυρῶν, τηλεγραφεῖ πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῇ 27 Μαρτίου 1900 τὰ ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ὑπουργεῖον Ἐσωτερικῶν (Διεύθυνσιν Δημοσίων Ἔργων) Ἀθήνας. «Ἀναγκαῖον κρίνω ἀνασταλῇ κοινοποίησις ἐγκρίσεως λιμενικῆς ἐνταῦθα ἐργασίας ἄχρις ἐλεύσεώς μου, πρὸς πρόληψιν ἐνδεχομένων μεγάλων ζημιῶν Λιμενικοῦ Ταμείου, ὡς ἐκ τοῦ ὁρισμοῦ ἀκαταλλήλου λατομείου ὑπὸ συγγραφῆς. Περιοδεύων ἐπιθεωρητὴς Τζώτζης.» Ἐπανελθὼν δὲ εἰς Ἀθήνας ὁ κ. ἐπιθεωρητής, συνεπλήρωσε τὸ τηλεγράφημά του δι’ ἀναφορᾶς του πρὸ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν ἀπὸ 24 Ἀπριλίου 1900, ἐν τῇ ὁποίᾳ λέγει (ἀναγινώσκει): «Ἐπειδὴ περὶ τὰ τέλη τοῦ παρελθόντος Μαρτίου, ὅτε μετέβην εἰς Νάξον καὶ παρέλαβον τὰς ἐκεῖ κατασκευασθείσας δύο γεφύρας, μοὶ ἐγένοντο παραστάσεις, ὅτι τὰ ὑπὸ τῆς συγγραφῆς τῶν ὑποχρεώσεων τῆς κατασκευῆς λιμενοβραχίονος ἐν Νάξῳ ὁριζόμενα λατομεῖα τοῦ Ἁγίου Γεωργίου εἰσίν ἀνεπαρκῆ διὰ τὴν παροχὴν τῶν ἀπαιτουμένων πετρωμάτων διὰ τὴν ἐργασίαν ταύτην, μετέβην καὶ ἐγὼ καὶ ἐξήτασα ταῦτα ἐπὶ τόπου, ἀντελήφθην δέ, ὅτι ὄντως τὰ λατομεῖα τοῦ Ἁγίου Γεωργίου, ἐξαντληθέντα ὡς ἐπὶ τὸ πολύ, ὅτε ἐξ αὐτῶν κατεσκευάσθησαν τά τε ὑπάρχοντα κρηπιδώματα καὶ ὁ ὑπάρχων λιμενοβραχίων, δὲν δύνανται νὰ παράσχωσι τὸν ἀπαιτούμενον κυβισμὸν πετρωμάτων διὰ τὴν κατασκευὴν τοῦ λιμενοβραχίονος· ὡς μὲ ἐβεβαίωσε δὲ ἥ τε ἐπιτόπιος ὑπηρεσία καὶ πολλοὶ κάτοικοι, οἱ ὀγκόλιθοι, ἐφ’ ὧν ᾠκοδομήθη τὸ ἐπανωτοίχισμα τοῦ κρηπιδώματος τῆς κατασκευασθείσης παραλιακῆς ὁδοῦ, ἐτέθησαν πολλῷ μικρότεροι τῶν ἐγκεκριμένων, διότι ἀνέφικτος ἀπέβη πᾶσα προσπάθεια κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ νὰ συμμορφωθῇ (ὁ ἐργολάβος) πρὸς τὰς διαστάσεις τοῦ προϋπολογισμοῦ, διότι τὸ λατομεῖον τοῦ Ἁγίου Γεωργίου δὲν παρεῖχεν ὀγκολίθους μεγάλους...» Συνεπείᾳ τούτου πιθανῶς ἐματαιώθη καὶ ἡ δημοπρασία ἐκείνη, καὶ προσετέθη ἐν ταῖς συγγραφαῖς, καὶ ἐν ὑστερογράφῳ μάλιστα, ὅρος δρακόντειος, καθ’ ὃν (ἄρθρον 30) «οὐδεμίαν δικαιοῦται νὰ ἐγείρῃ ὁ ἐργολάβος ἀξίωσιν ἀποζημιώσεως, ἐὰν ὡς ἐκ τῆς φύσεως τῶν λατομείων προέκυψαν ὑλικά, ἅτινα ἕνεκα τῆς ἀκαταλλήλου ποιότητος αὐτῶν δὲν ἠδυνήθη ὁ ἐργολάβος νὰ χρησιμοποιήσῃ»· διὰ δὲ τοῦ ἄρθρου 17 τῶν συγγραφῶν ἐκανονίζετο, ὅτι «τὰ πετρώματα, δι’ ὧν κατασκευασθήσεται ὁ μῶλος, ἐξαχθήσονται ἐκ τῶν ἐπὶ τῆς παραλίας λατομείων ἀπὸ Ἁγίου Γεωργίου μέχρι Στυλίδος, πρὸς δὲ καὶ ἐκ τῶν ἔναντι ἀκτῶν τῆς νήσου Πάρου, ὁ ἐργολάβος δὲ ἐπὶ ἰδίᾳ του εὐθύνῃ θέλει ἐκλέξει τὴν θέσιν τῆς ἐκμεταλλεύσεως τῶν λατομείων.» Ὑπὸ τοὺς ὅρους τούτους ἐξετέθη ἐκ νέου εἰς δημοπρασίαν τὸ ἔργον, παρουσιάσθη δὲ ἕτερος ἐργολάβος, ὅστις ἐμειοδότησεν 7%, ἀντὶ τοῦ 15%, ὅσον εἶχε μειοδοτήσει ὁ προηγούμενος, καὶ ἀνέλαβε τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ ἔργου, ἐπικυρωθείσης τῆς δημοπρασίας. Διὰ τῶν προστεθέντων δὲ ὡς ἄνω νέων ὅρων ἡ δαπάνη τοῦ ἔργου ηὔξησε κατὰ 25,000 περίπου δραχμάς. Τὸ ἔργον ἤρχισεν ἐκτελούμενον, ἀλλὰ τὰ πετρώματα ἐλαμβάνοντο ἐκ τοῦ λατομείου τοῦ Ἁγίου Γεωργίου, ἐξ ἐκείνου δηλαδή, τὸ ὁποῖον ἀνεγνώρισεν ὁ ἐπιθεωρητὴς, ὅτι ἐξηντλήθη ἤδη καὶ δὲν παρέχει τὰ κατάλληλα πετρώματα διὰ τὴν καλὴν ἐκτέλεσιν τοῦ ἔργου, συμφώνως πρὸς τὴν συγγραφήν. Κατ’ ἐπανάληψιν μοὶ ἔγραψαν ἐκεῖθεν, ὅτι ὁ μῶλος ἐκτελεῖται ἀπὸ ἄμμον, καὶ ὄχι ὡς ὁρίζουσιν αἱ συγγραφαί. Κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην καὶ ὁ τέως ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς κ. Νέγρης, μεταβὰς εἰς Νάξον, ἵνα ἐπισκεφθῇ τὰ σμυριδωρυχεῖα, ἐπεσκέφθη καὶ τὰ λατομεῖα, ἐξ ὧν ἐλαμβάνοντο τὰ χρησιμοποιούμενα διὰ τὴν κατασκευὴν τοῦ κυματοθραύστου πετρώματα, ὡς εἰδικὸς δὲ,—διότι ὁ κύριος Νέγρης εἶναι ὀρυκτολόγος,—ἀπεφάνθη, ὡς μ’ ἐβεβαίωσαν, ὅτι «εἶναι τολμηρὸν μὲ τοιούτου εἴδους ὑλικὰ νὰ κατασκευάζηται ὁ μῶλος». Ἡ Λιμενικὴ Ἐπιτροπὴ ἀνέφερε ταῦτα εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, καὶ τὸ Ὑπουργεῖον διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 22925 ἐγγράφου του διέταξε τὸν νομομηχανικὸν Κυκλάδων νὰ μεταβῇ ἐπὶ τόπου καὶ ἐξετάσῃ, κατὰ πόσον τὰ παράπονα τῆς Λιμενικῆς Ἐπιτροπῆς ἦσαν βάσιμα. Μετέβη τῷ ὄντι ἐπὶ τόπου ὁ νομομηχανικὸς, καὶ διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 1163 τῆς 3 Ἰανουαρίου 1902 ἐγγράφου που ἀνήγγειλεν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τὰ ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Καίτοι τὰ μέχρι τοῦδε χρησιμοποιούμενα ὑλικὰ προέρχονται ἐκ τῆς ἐπιφανείας τοῦ λατομείου, μὴ ἀποκαλυφθέντος εἰσέτι ἐπαρκῶς αὐτοῦ»,—μὴ ἀποκαλυφθέντος τοῦ λατομείου, ἐκ τοῦ ὁποίου εἶχε κατασκευασθῆ καὶ ὁ πρῶτος μῶλος καὶ τὸ κρηπίδωμα τῆς παραλιακῆς ὁδοῦ!—«ἐν τούτοις ταῦτα φαίνονται σύμφωνα πρὸς τὴν συγγραφὴν, πλὴν ὀγκολίθων τινῶν, οἵτινες, καίτοι εἰσὶ τοῦ προβλεπομένου βάρους, παρουσιάζουσιν ἐνίοτε ῥωγμὰς τοιαύτας, ὥστε εἶναι ἑπόμενον κατὰ τὴν βύθισιν αὐτῶν νὰ ὑποδιαιρεθῶσιν εἰς δύο ἢ καὶ πλείονα τεμάχια. Τοὺς τοιαύτης φύσεως ὀγκολίθους παρηγγέλθη ὁ ἐπὶ τοῦ ἔργου μηχανικὸς, ἵνα κατατάσσῃ εἰς τὰς ἀμέσως κατωτέρας τάξεις. Περὶ δὲ τῆς ποιότητος τῶν χρησιμοποιουμένων συντριμμάτων, καὶ τὰ ὁποῖα ἐφρόνουν τινὰ τῶν μελῶν τῆς Λιμενικῆς Ἐπιτροπῆς, ὅτι δὲν εἶναι σύμφωνα πρὸς τὰ προβλεπόμενα ὑπὸ τῆς συγγραφῆς, ἀποφαινόμεθα ἀδιστάκτως, ὅτι ταῦτά εἰσι καλλίστης ποιότητος, καθ’ ὃ ἀδιάλυτα ἐν τῷ ὕδατι.» Καὶ ἐρωτῶ ἤδη ὑμᾶς, κύριοι Βουλευταὶ, δὲν παραξενεύεσθε, βλέποντες ἕνα ἐπιθεωρητὴν τῶν δημοσίων ἔργων καὶ ἕνα νομομηχανικὸν, ἔχοντας τόσον ἀντιθέτους ἰδέας ἐν τῇ ἐκτιμήσει ἑνὸς καὶ τοῦ αὐτοῦ λατομείου; Ταῦτα μόλις περὶ τὰ τέλη Ἰουνίου περιῆλθον εἰς γνῶσίν μου. Τὸν νομομηχανικὸν Κυκλάδων γνωρίζω καὶ ἰδιαιτέρως, καὶ τῷ ἔγραψα ἐπιστολὴν, παρακαλῶν αὐτὸν νὰ μεταβῇ, εἰ δυνατὸν, ἐκ νέου εἰς Νάξον καὶ ἐξετάσῃ μᾶλλον ἐπισταμένως τὰ πράγματα. Σημειώσατε δὲ, ὅτι ἐγὼ δὲν εἶχον μεταβῆ ἀκόμη εἰς Νάξον, καὶ οὐδὲν ἐγνώριζον ἐξ ἰδίας ἀντιλήψεως. Ὁ νομομηχανικὸς Κυκλάδων μοὶ ἀπήντησε περίπου,— ἔχω δὲ καὶ τὴν ἐπιστολήν του—«δὲν σκοτίζομαι πλέον διὰ τὰ λιμενικὰ ἔργα τῆς Νάξου»!

§57Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Μὲ συγχωρεῖτε, νὰ σᾶς διακόψω; Πῶς λέγεται;

§58Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Δεληβορριᾶς. Ἀναγινώσκω τὴν ἐπιστολήν του, ἵνα μὴ ὑποτεθῇ ὅτι λέγω τι ἀνακριβές. (Ἀναγινώσκει): «Ἑρμούπολις, 12 Μαΐου 1902. Φίλτατε. Εἰς ἀπάντησιν τῆς σήμερον ληφθείσης ἐπιστολῆς σας, πληροφορῶ ὑμᾶς, ὅτι ἅπαξ ἢ δὶς μετέβην εἰς Νάξον διὰ τὰ λιμενικὰ ἔργα, καὶ τοῦτο πρὸς ἐξέτασιν τῆς ἐγερθείσης διαφορᾶς περὶ τῆς ποιότητος τοῦ συντρίμματος, καὶ ἀπεφάνθην ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ ζητήματος. Καίτοι παρέμεινα ἐκεῖ ὀλίγας ἡμέρας, ὑπέβαλον τῇ Λιμενικῇ Ἐπιτροπῇ κατάστασιν ἐκ δραχμῶν 100 πρὸς ἀποζημίωσίν μου, αὕτη δὲ περιώρισε τὸ ποσὸν εἰς δραχμὰς 50. Τούτου ἕνεκεν ἔπαυσα πᾶσαν εἰς τὸ μέλλον μετάβασίν μου διὰ τὰ ἐκεῖ λιμενικὰ ἔργα, μὴ ὑπέχων οὐδεμίαν ὑποχρέωσιν ἐκ τοῦ νόμου εἰς τοῦτο, ἀφοῦ ἐπὶ τόπου ὑπάρχει μηχανικός, ἐπιβλέπων τὰ ἐν ἐκτελέσει ἔργα. Ὅλως πρόθυμος φίλος σας Δεληβορριᾶς.»

§59Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Δὲν ὑπέχει πράγματι εὐθύνην;

§60Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Ἡ ἀνωτέρα ἐποπτεία τοῦ ἔργου ἀνετέθη ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 21468 ἀπὸ 27 Δεκεμβρίου 1900 ἐπισήμου ἐγγράφου εἰς τὸν νομομηχανικὸν Κυκλάδων. Ἐὰν οὗτος ὑπέχει ἢ ὄχι εὐθύνην, ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸς δύναται νὰ σᾶς πληροφορήσῃ. Μετέβην ἐπὶ τέλους καὶ ἐγὼ εἰς Νάξον δι’ ἰδιαιτέρας μου ὑποθέσεις, ἐπεσκέφθην τὸ λατομεῖον, καὶ τὴν αὐτὴν ἡμέραν ἔγραψα πρὸς τὸν διευθύνοντα τὰ λιμενικὰ ἔργα τμηματάρχην, καὶ τὸν ἐβεβαίουν, ὅτι τὸ ἔργον δὲν ἐξετελεῖτο συμφώνως πρὸς τὰς συγγραφάς· συνάμα δὲ διεβεβαίουν μέλος τῆς Λιμενικῆς Ἐπιτροπῆς, πρὸς ὃ ἰδιαιτέρως συνεδεόμην, ὅτι εὐχαρίστως θ’ ἀνελάμβανον νὰ ἐξετάσω τὸ ζήτημα καὶ ὑποβάλω εἰς τὴν ἐπιτροπὴν ἔκθεσιν, ἐὰν ἐπισήμως προσεκαλούμην ὑπὸ ταύτης, ἄνευ οὐδεμιᾶς, ἐννοεῖται, ἀμοιβῆς. Καὶ πράγματι, κατὰ τὴν συνεδρίαν τῆς 17 Ἰουνίου 1902, ὡς ἐν τῇ ὑπ’ ἀριθ. 29 πράξει τῆς Λιμενικῆς Ἐπιτροπῆς ἀναφέρεται, (ἀναγινώσκει): «τὸ μέλος Ἐμμ. Μαγκάκης ἐπρότεινεν, ὅπως κληθῇ ὁ διαμένων ἐνταῦθα κατ’ αὐτὰς μηχανικὸς κ. Π. Πρωτοπαπαδάκης, καὶ δι’ ἐκθέσεώς του μᾶς διαφωτίσῃ, ἀφοῦ προηγουμένως ἐξετάσῃ τόσον τὰ ὑλικὰ, δι’ ὧν κατασκευάζεται ὁ λιμὴν Νάξου, ὅσον καὶ τὸ τεχνικὸν μέρος, διότι τὸ ἀνωτέρω μέλος φρονεῖ, ὅτι οὔτε τὰ ὑλικά εἰσι κατάλληλα καὶ σύμφωνα πρὸς τοὺς ὅρους τῆς συγγραφῆς, οὔτε ἡ ἐκτέλεσις τοῦ ἔργου γίνεται κανονικὴ, διότι, καθ’ ἃς ἔχει πληροφορίας, μέρος τῶν βυθισθέντων ὑλικῶν ἐρρίφθησαν ἐκτὸς τῆς διατομῆς, πρὸς δὲ καὶ μέρος τούτων ὑπεράνω τοῦ κεκανονισμένου βάθους· συνάμα δὲ, καὶ ὅτι, ἀφοῦ συνεπληρώθη τὸ πρῶτον τμῆμα τῶν 40 μέτρων ἐκ συντριμμάτων, χωρὶς νὰ προφυλαχθῶσι ταῦτα διὰ χαλίκων καὶ ὀγκολίθων, ἔλαβεν (ὁ ἐργολάβος) καὶ δεύτερον τμῆμα ἐκ 40 ἐπίσης μέτρων, καὶ ἤρξατο ῥίπτων συντρίμματα εἰς τοῦτο...» Εἰς ταῦτα ὁ προεδρεύων τῆς Ἐπιτροπῆς εἰρηνοδίκης πάρεδρος Γ. Λεβαντῆς ἀντεπρότεινεν (ἀναγινώσκει): «ὅτι ἀδυνατεῖ νὰ δεχθῇ τὴν πρότασιν τοῦ ἀνωτέρω μέλους καὶ καλέσῃ τὸν ἐνταῦθα διαμένοντα κ. Πρωτοπαπαδάκην, ξένον ὅλως καὶ ἄσχετον πρὸς τὸ ἐκτελούμενον λιμενικὸν ἔργον, ὅπως διαφωτίσῃ τὴν Λιμενικὴν Ἐπιτροπὴν τόσον περὶ τῶν ὑλικῶν, ὅσον καὶ περὶ τοῦ τεχνικοῦ μέρους...». Ἐπιλέγει δὲ κατόπιν ὁ κ. Πρόεδρος (ἀναγινώσκει): Πρᾶξις 30. «... Ἡμεῖς δὲ, ὁ προεδρεύων, προκαλούμενοι καὶ αὖθις, ἀπαντῶμεν τοῖς ἀνωτέρῳ κ. Μαγκάκῃ καὶ Δρύλλῃ, ὅτι ἀπολύτως ἀδυνατοῦμεν νὰ δεχθῶμεν τὰς προτάσεις αὐτῶν, καθόσον τὸ τοιοῦτον ἤθελεν εἶσθαι ἀνευλάβεια καὶ ἀπιστία πρὸς τὰς προϊσταμένας ἀρχὰς, βεβαιούσας ἡμᾶς ἐπισήμως, κατόπιν τῶν πρὸς αὐτὰς ἐκθέσεων τῶν ἁρμοδίων καὶ ὑπευθύνων μηχανικῶν, ὅτι τὸ ἔργον ἐκτελεῖται καθ’ ὅλους τοὺς κανόνας τῆς τέχνης, τὰ δὲ ὑλικὰ, τὰ πρὸς ἐκτέλεσιν τούτου χρησιμοποιούμενα, εἰσὶν ἄριστα. Θεωροῦντες δὲ κατὰ τὴν κρίσιν μας τὴν ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου συζήτησιν περατωμένην, παρακαλοῦμεν τὰ μέλη τῆς ἧς ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ προεδρεύωμεν Ἐπιτροπῆς, ὅπως παύσωσι τοῦ λοιποῦ παρενοχλοῦντες τοὺς ἐπὶ τοῦ λιμένος ὑπαλλήλους καὶ τὸν ἐργολάβον αὐτοῦ, καὶ ἀφήσωσι τούτους, ὑπ’ ἀρκετῶν εὐθυνῶν περιβαλλομένους, ὅπως ἐκτελῇ ἕκαστος τὸ εἰς ὃ ἐτάχθη καθῆκόν του ἡσύχως...» Ἐν τούτοις τῇ ἐπιμονῇ τῶν μελῶν ἡ Ἐπιτροπὴ συνέταξε τὴν αὐτὴν ἡμέραν δευτέραν, ὑπ’ ἀριθ. 31, πρᾶξιν τῆς Ἐπιτροπῆς, δι’ ἧς (ἀναγινώσκει): «προτείνει καὶ παρακαλεῖ τὸ Σεβ. Ὑπουργεῖον ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, πλὴν τοῦ προεδρεύοντος, ὅπως εὐαρεστούμενον διατάξῃ τὸν προεδρεύοντα τῆς Λιμενικῆς Ἐπιτροπῆς, ἵνα καλέσῃ ἐπισήμως ἐξ ὀνόματός της τὸν παρεπιδημοῦντα ἐνταῦθα κ. Π. Πρωτοπαπαδάκην...» κλπ. Εἰς τὴν ὡς ἄνω αἴτησιν τὸ ἁρμόδιον Ὑπουργεῖον δὲν ηὐδόκησε νὰ ἀπαντήσῃ· ὅτε δὲ ἐγώ, ἐπανελθὼν εἰς Ἀθήνας, ἐζήτησα νὰ πληροφορηθῶ τὸ διατὶ, οἱ ἁρμόδιοι ὑπάλληλοι τοῦ Ὑπουργείου μοὶ ἔδωκαν τὸ ἀνὰ χεῖρας βιβλιάριον, καὶ μοὶ ἐπέδειξαν τὸν ἐν αὐτῷ ΒΣΠΔʹ νόμον τῆς 6 Ἰουλίου 1895, οὗτινος εἰσηγητὴς ἦτο ὁ καὶ νῦν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸς κ. Μαυρομιχάλης, τὸν ἀφορῶντα τὸ εἰς τὰ λιμενικὰ ἔργα ἀσχοληθησόμενον προσωπικόν. Ἰδοὺ τί ὁ νόμος οὗτος ἐπιτάσσει (ἀναγινώσκει): Ἄρθρον 1. Ἡ ἐκτέλεσις τῶν δαπάνῃ τῶν λιμενικῶν ταμείων ἐκτελουμένων ἔργων ἐνεργεῖται ὑπὸ τὴν ἐπίβλεψιν μηχανικῶν καὶ ἐργοδηγῶν, ἀποσπωμένων ἐκ τοῦ σώματος τῶν πολιτικῶν μηχανικῶν καὶ ἐργοδηγῶν, ἢ διατελούντων ἤδη ἐν ἀδείᾳ καὶ διευθυνόντων τὴν κατασκευὴν λιμενικῶν ἔργων. Ἄρθρον 2. Τὸ διὰ τὰς κατὰ τὸ προηγούμενον ἄρθρον ὑπηρεσίας ζητούμενον ὑπὸ τῶν λιμενικῶν ἐπιτροπῶν ἀναγκαῖον ὑποδεέστερον προσωπικόν, ὑπὸ τὸ ὄνομα ἐπιστατῶν, ζυγιστῶν, ἢ ἀντιπροσώπων τῆς Λιμενικῆς Ἐπιτροπῆς κατὰ τὴν ζύγισιν, φυλάκων ὑλικῶν κλπ. ἀποσπᾶται ἐπίσης ἐκ τῆς ὑπηρεσίας τῶν Δημοσίων Ἔργων.» Μοὶ ἀντέταξαν, ὡς βλέπετε, ἁπλούστατα τὸν νόμον. «Ἀδύνατον», μοὶ εἶπον, «νὰ μεταβῆτε ὑμεῖς, κύριε Πρωτοπαπαδάκη, νὰ ἐξετάσητε, ἂν καλῶς ἢ κακῶς ἐκτελεῖται τὸ ἔργον, ἔστω καὶ δωρεάν. Ἂν τοιοῦτόν τι εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐξετασθῇ, θὰ μεταβῇ πρὸς τοῦτο μηχανικὸς ἐκ τοῦ σώματος τῶν Δημοσίων Ἔργων, καὶ δὴ ὁ ἐντεταλμένος τὴν ἀνωτέραν τοῦ ἔργου ἐποπτείαν νομομηχανικὸς Κυκλάδων.» Ἐγὼ ἐπέμενον νὰ σταλῇ ἐπιθεωρητής, ἐπιδεικνύων μάλιστα καὶ τὴν πρὸς ἐμὲ ἐπιστολὴν τοῦ κ. νομομηχανικοῦ, δι’ ἧς ἀπεριφράστως μοὶ ἐδήλου, ὅτι ἐγκατέλειψε τὸ ἔργον εἰς τὴν τύχην του· ἀλλὰ δὲν εἰσηκούσθην. Καὶ οὕτω διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 12174 ἐγγράφου τοῦ Ὑπουργείου διετάχθη ὁ νομομηχανικὸς Κυκλάδων νὰ μεταβῇ καὶ ἐξετάσῃ ἐκ νέου τὸ ἔργον. Τοῦτο καὶ ἐγένετο. Διὰ δὲ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 661 καὶ ἀπὸ 11 Ἰουλίου 1902 ἐκθέσεώς του ὁ νομομηχανικὸς πληροφορεῖ τὸ Ὑπουργεῖον τὰ ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «...Τὰ χρησιμοποιούμενα ὑλικὰ, ἀναλόγως τῆς κατηγορίας, εἰς ἣν ἀνήκουσι, καταλαμβάνουσι τὰς ἐν ταῖς διατομαῖς ὑποδεικνυομένας θέσεις, καθόσον καὶ ἡ παραγωγὴ τοῦ λατομείου συντρέχει εἰς τοῦτο, παρεχομένων εἰς ἀνάλογον ποσότητα τῶν ὑλικῶν τῶν κατωτέρω κατηγοριῶν, δι’ ὧν καθίσταται εὐχερὴς ὁ σχηματισμὸς τοῦ πυρῆνος καὶ ἡ περιβολὴ αὐτοῦ διὰ χαλίκων καὶ ὀγκολίθων αʹ κατηγορίας... Συνεπῶς ἡ γνώμη τῶν διατεινομένων, ὅτι τὰ πετρώματα δὲν καταλαμβάνουσι τὰς οἰκείας θέσεις...εἶναι πεπλανημένη.» Βεβαιοῖ κατόπιν ὁ κ. νομομηχανικός, ὅτι καὶ ἡ ποιότης τῶν πετρωμάτων εἶναι ἀρίστη, καὶ τελειώνει τὴν ἐπιστημονικὴν αὐτοῦ ἔκθεσιν διὰ τῶν ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ἐν τέλει φέρομεν εἰς γνῶσιν τοῦ σεβαστοῦ Ὑπουργείου, ὅτι, ὡς ἐπληροφορήθημεν, ὁ ἐγερθεὶς θόρυβος οὐδένα ἄλλον σκοπὸν ἔχει ἢ εἶναι συνέπεια πολιτικοῦ ἀνταγωνισμοῦ.» Τοῦτο ἀφορᾷ προσωπικῶς ἐμέ, ὅτι δῆθεν, ἐπειδὴ ἐσκόπουν νὰ πολιτευθῶ, ἠθέλησα νὰ πωλήσω δούλευσιν εἰς τοὺς συνεπαρχιώτας μου, ὅτι μεριμνῶ περὶ τῶν συμφερόντων τοῦ τόπου. Ἀλλὰ τὸ τοιοῦτον δὲν μὲ ἐπηρέασε ποσῶς· ἐξηκολούθησα δὲ ἐπιμένων παρὰ τῷ Ὑπουργείῳ, ὅτι δὲν εἶναι ὀρθὰ ὅσα βεβαιοῖ ὁ κ. νομομηχανικός, καὶ ὅτι παρίσταται ἀνάγκη νὰ σταλῇ ἐπὶ τόπου ἐπιθεωρητής. Τὸ Ὑπουργεῖον ἀπεφάσισε τοῦτο, καὶ μὲ ἠρώτησε μάλιστα, ποῖον ἐπιθεωρητὴν νὰ στείλῃ· ἐγὼ δὲ ὑπέδειξα ἐκεῖνον ἀκριβῶς, ὅστις, εὑρισκόμενος ἀπὸ καιροῦ ἐν Νάξῳ, μετέβη ἐπὶ τόπου, καὶ ἀπεφάνθη ἐν τῇ ἐκθέσει του περὶ τοῦ ἐλαττώματος τοῦ λατομείου, χαρακτηρίζων τοῦτο ὡς ἐξηντλημένον. Κατὰ περίεργον σύμπτωσιν, τὴν αὐτὴν ἡμέραν ἀπεβιβαζόμεθα εἰς Νάξον ὁ κ. ἐπιθεωρητὴς καὶ ἐγώ, φθάσαντες ἐκεῖ διὰ δύο διαφόρων ἀτμοπλοίων, ὁ εἷς ἡμίσειαν ὥραν πρὸ τοῦ ἄλλου, περὶ τὴν 2 ὥραν μετὰ μεσημβρίαν. Ἔμαθον, ὅτι ἅμα ἀποβιβασθεὶς ὁ κ. ἐπιθεωρητὴς μετέβη εἰς τὸ γραφεῖον τοῦ ἐργοδηγοῦ, ὅπου καὶ παρέμενε. Περὶ τὴν 7 ἑσπερινὴν ὥραν ἐξῆλθον εἰς περίπατον πρὸς τὸ μέρος τοῦ λατομείου· ἐκεῖ δὲ ἦλθε μετ’ ὀλίγον καὶ ὁ κ. ἐπιθεωρητής. Ἐπεσκέφθημεν ὁμοῦ τὸ λατομεῖον, καὶ ἐπανήλθομεν εἰς τὴν πόλιν νύκτα πλέον. Τὴν ἐπαύριον λίαν πρωῒ εἶδον τὸν κύριον ἐπιθεωρητὴν βυθομετροῦντα εἰς τὸ ἄκρον τοῦ μώλου. Ἀλλὰ μετ’ ἐκλήξεως ἔμαθον, ὅτι ὁ κ. ἐπιθεωρητὴς μετὰ ἡμίσειαν ὥραν ἀναχωρεῖ. Δὲν τὸ ἐπίστευσα· ἀλλ’ ἐν πάσῃ περιπτώσει, ἵνα τὸν ἐμποδίσω ν’ ἀναχωρήσῃ, ἂν πράγματι ἐσκέπτετο τὸ τοιοῦτον, τῷ ἔγραψα τὴν ἑξῆς ἐπιστολὴν (ἀναγινώσκει): «Κύριε ἐπιθεωρητά. Συνοψίζων τὰ ὅσα καὶ προφορικῶς ἐξέθηκα ὑμῖν χθές, βεβαιῶ ὑμᾶς, ὅτι πολλὰ πετρώματα εὑρίσκονται ἐρριμμένα ἐκτὸς τῶν πραγματικῶν διατομῶν τοῦ μώλου, ἀποτελοῦντα ζημίαν σοβαρὰν εἴτε διὰ τὴν Λιμενικὴν Ἐπιτροπήν, εἴτε διὰ τὸν ἐργολάβον..... Ἐπιβάλλεται, νομίζομεν, σήμερον ἡ λῆψις διατομῶν κατὰ πλάτος τῆς μέχρι τοῦδε ἐκτελεσθείσης ἐργασίας, αἵτινες διατομαὶ θὰ διαλευκάνωσιν ὅλα τὰ ζητήματα...» Ἐν τούτοις πράγματι περὶ τὴν 8 πρωϊνὴν ὥραν ὁ κύριος ἐπιθεωρητὴς ἐπεβιβάζετο τοῦ κατὰ τὴν ὥραν ἐκείνην ἑτοίμου πρὸς ἀπόπλουν ἀτμοπλοίου...

§61ΕΛΕΥΘ. ΜΥΚΩΝΙΟΣ. Ὁ ἐπιθεωρητὴς ἀνεχώρησε μαζὺ μὲ τὸν ἐργοδηγόν.

§62Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Δὲν γνωρίζω τοῦτο. Ἐγὼ παρέμεινα ἐν Νάξῳ ἐπὶ ἕνα περίπου μῆνα, καὶ μόλις τὴν παραμονὴν τῆς ἐκεῖθεν ἀναχωρήσεώς μου ἔλαβον γνῶσιν τῆς πρὸς τὴν Λιμενικὴν Ἐπιτροπὴν ἀποσταλείσης ἐκθέσεως τοῦ ἐπιθεωρητοῦ. Καὶ ἵνα μὴ σᾶς κουράσω μὲ τὴν ἀνάγνωσιν αὐτῆς, σᾶς λέγω ἐν ὀλίγοις, ὅτι ὁ κ. ἐπιθεωρητὴς συμφωνεῖ καθ’ ὅλα μετὰ τοῦ νομομηχανικοῦ Κυκλάδων, βεβαιῶν, ὅτι τὰ πάντα ἐκτελοῦνται καλῶς, ὅτι τὸ λατομεῖον εἶναι ἄριστον — ἐκεῖνο δηλαδὴ τὸ λατομεῖον, τὸ ὁποῖον ἐθεωρεῖτο, πρότερον ὡς ἐξαντληθὲν καὶ ἐσταμάτησεν ἕνεκα τούτου τὴν πρώτην δημοπρασίαν, εἰς τὴν ὁποίαν εἶχε παρουσιασθῆ ἐργολάβος φερεγγυότατος μὲ ἔκπτωσιν τιμῶν 15%, — καὶ καταλήγει συμπεραίνων (ἀναγινώσκει): «Ἐκ τῶν προεκτεθέντων δῆλον γίνεται, ὅτι τὰ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον καταγγελθέντα καὶ ὅσα ἐπὶ τόπου μοὶ κατηγγέλθησαν δὲν δύναμαι νὰ βεβαιώσω ὡς λαμβάνοντα χώραν, ἀλλ’ ἐξ ἐναντίας, βεβαιῶ, ὅτι τὸ ἔργον ἐκτελεῖται κατὰ τὰ συμπεφωνημένα, ὡς ὀρθῶς καὶ ὁ νομομηχανικὸς Κυκλάδων ἐν τῇ πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον ὑπ’ ἀριθ. 661 ἀναφορᾷ του ἐκτίθησιν.» Ὁ κ. ἐπιθεωρητὴς ὅμως, λαβὼν ἴσως ὑπ’ ὄψιν τὴν ἐπιστολήν, τὴν ὁποίαν τοῦ ἔστειλα κατὰ τὴν στιγμὴν τῆς ἀναχωρήσεώς του, ἐνόμισεν, ὅτι ὤφειλε νὰ συνοδεύσῃ τὴν ἔκθεσίν του μὲ σχέδιον διατομῶν, ἐμφαῖνον τὴν πρόοδον τοῦ ἔργου μέχρι τῆς ἡμέρας ἐκείνης. Τὸ σχέδιον τοῦτο περιλαμβάνει, ὡς βλέπετε, κύριοι Βουλευταί, ἕνδεκα διαφόρους διατομάς. Λέγει δὲ ἐν τῇ ἐκθέσει του ὁ κ. ἐπιθεωρητής, ὅτι τὰς διατομὰς ταύτας συνέταξεν «ἐπὶ τῇ βάσει βολίσεων, ἃς ἐπὶ τόπου ἐνήργησεν.» Ὁμολογῶ, κύριοι Βουλευταί, ὅτι, ἂν ἀνετίθετο εἰς ἐμὲ ἡ ἐργασία αὕτη πρὸς ἐκτέλεσιν, — καὶ εἶμαι, σημειώσατε, πολὺ νεώτερος τοῦ κ. ἐπιθεωρητοῦ, ἴσως δὲ καὶ εὐκινητότερος ἐκείνου — θὰ μοὶ ἐχρειάζοντο βεβαίως 10 τοὐλάχιστον ἡμέραι. Μοὶ ἐφάνη συνεπῶς παράδοξον, πῶς ἐν διαστήματι δύο ἢ ἔστω καὶ τριῶν ὡρῶν κατώρθωσεν ὁ κ. ἐπιθεωρητὴς νὰ ἐνεργήσῃ ἐπὶ τόπου τόσας βολίσεις, ὅσαι ἀπῃτοῦντο διὰ τὴν σχεδίασιν τῶν διατομῶν τούτων. Ἐσκανδαλίσθην, καὶ δὲν ὤκνησα νὰ ὑπολογίσω τὸν κύβον τῶν πετρωμάτων, ὅσα εἶχον βυθισθῆ μέχρι τῆς ἡμέρας τῆς εἰς Νάξον μεταβάσεως τοῦ κ. ἐπιθεωρητοῦ, — ἦτο ἡ 17 παρελθόντος Ἰουλίου — ἐπὶ τῇ βάσει αὐτῶν τούτων τῶν διατομῶν, αἵτινες συνώδευον τὴν ἔκθεσιν τοῦ κ. ἐπιθεωρητοῦ. Παραβάλλων δὲ τὰ ἐκ τοῦ ὑπολογισμοῦ τούτου ἀποτελέσματα πρὸς ἐκεῖνα, ἅτινα κατὰ τὴν αὐτὴν σχεδὸν ἡμέραν ἐπιστοποιοῦντο ὡς προκύπτοντα ἐκ τῶν ζυγίσεων, ἵνα πληρωθῶσιν εἰς τὸν ἐργολάβον, τί νομίζετε, κύριοι Βουλευταί, ὅτι εὕρισκον; Εὕρισκον ὅτι, ἐνῷ κατὰ τὰς ἐπὶ τόπου γενομένας ὑπὸ τοῦ ἰδίου κ. ἐπιθεωρητοῦ καταμετρήσεις ὁ ὁλικὸς κύβος τῶν μέχρι τῆς 27 Ἰουλίου βυθισθέντων πετρωμάτων, ἐκεῖ ὅπου αἱ συγγραφαὶ ἐπέτασσον νὰ βυθισθῶσιν, ἀνήρχετο μόλις εἰς 2676 κυβικὰ μέτρα, τὴν τριακοστὴν πρώτην Ἰουλίου, τρεῖς ἡμέρας δηλονότι μετὰ τὴν ὑπὸ τοῦ κ. ἐπιθεωρητοῦ ἐνεργηθεῖσαν καταμέτρησιν, ὁ ἐπὶ τόπου μηχανικὸς ἐπιστοποίει ὡς ὀφειλόμενα εἰς τὸν ἐργολάβον 5447! Καὶ τὴν διαφορὰν ταύτην δὲν ἀντελήφθη ὁ κ. ἐπιθεωρητής, καὶ ἐβεβαίου ἐν τῇ πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον ἐκθέσει του, ὅτι τὸ ἔργον ἐκτελεῖται κανονικῶς καὶ κατὰ τὰ συμπεφωνημένα, χωρὶς νὰ παρατηρήσῃ, ὅτι οὐδαμοῦ τῶν συγγραφῶν ἀναφέρεται ἡ περίπτωσις, καθ’ ἣν δύναται ὁ ἐργολάβος νὰ πληρωθῇ καὶ διπλάσιον τοῦ εἰς αὐτὸν ὀφειλομένου ποσοῦ.

§63Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Δὲν ὑπάρχει ποινικὴ Δικαιοσύνη;

§64Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Περὶ τούτου ἁρμόδιος νὰ σᾶς πληροφορήσῃ εἶναι καὶ πάλιν ὁ κ. Ὑπουργός. Παρουσιάζομαι τότε εἰς τὸ τμῆμα τῶν Δημοσίων Ἔργων καὶ λέγω: «ἢ τὰ συνοδεύοντα τὴν ἔκθεσιν τοῦ κ. ἐπιθεωρητοῦ σχεδιογραφήματα εἶναι ψευδῆ, ἢ κατάχρησις ἔλαβε χώραν περὶ τὴν ζύγισιν.» Ἐξηλέγχθησαν οἱ ὑπολογισμοί μου ὑπὸ τῶν ἐν τῷ Ὑπουργείῳ, καὶ εὑρέθησαν ἀκριβεῖς· ἠρωτήθη ὁ ἐπιθεωρητὴς Τζώτζης, τί συμβαίνει, καὶ οὗτος ἀπήντησεν ἀφελέστατα, ὅτι τὰς διατομάς, τὰς ὁποίας ἐν τῇ ἐκθέσει του ἀναφέρει, ὅτι κατήρτισεν ἐπὶ τῇ βάσει βολίσεων, ἃς ἐπὶ τόπου ὁ ἴδιος ἐνήργησεν, ἔδωκεν εἰς αὐτὸν ὁ ἐργοδηγὸς Κατσάβης. Τότε συνέταξα ὑπόμνημα πρὸς τὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸν κ. Τριανταφυλλᾶκον, ἐν ᾧ ἐξέθετον τὰ ἀνωτέρω, ἐκοινοποίουν δὲ τοῦτο διὰ δικαστικοῦ κλητῆρος εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν ἐνταῦθα, καὶ εἰς τὴν Λιμενικὴν Ἐπιτροπὴν ἐν Νάξῳ,—ἰδοὺ τὸ ἐπιδοτήριον,—καθιστῶν αὐτοὺς ὑπευθύνους διὰ τὰ ποσὰ, τὰ ὁποῖα ὁ ἐργολάβος ἔλαβεν ἐπὶ πλέον τῆς ἐκτελεσθείσης πράγματι ὑπ’ αὐτοῦ ἐργασίας. Εὐθὺς ὡς ἐλήφθη ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τὸ ὑπόμνημά μου, ἀπεφασίσθη νὰ σταλῇ εἰς Νάξον ἕτερος μηχανικὸς πρὸς ἐξέλεγξιν τῶν ὑπ’ ἐμοῦ καταγγελθέντων. Ἐρωτηθεὶς μάλιστα, ὑπέδειξα ἐγὼ ὡς τοιοῦτον νεαρὸν μηχανικὸν, καταγόμενον πρὸς μητρὸς ἐκ Νάξου, συγγενεύοντα δὲ καὶ μετὰ τοῦ γραμματέως τῆς Λιμενικῆς Ἐπιτροπῆς, ὅστις ἐτύγχανε καὶ ὁ κυριώτερος ὑποστηρικτὴς τοῦ ἐργολάβου. Δι’ ὃ καὶ μόλις ὁ μηχανικὸς οὗτος ἔφθασεν ἐκεῖ, μοὶ ἀπεστάλησαν δεκαπέντε ἐπιστολαὶ, ἐν αἷς μοὶ παρετήρουν, ὅτι καὶ ὁ νέος μηχανικὸς θὰ βεβαιώσῃ ὅσα καὶ οἱ πρὸ αὐτοῦ μεταβάντες εἰς Νάξον. Ἀλλ’ ἐγὼ εἶχον πεποίθησιν εἰς τὸν μηχανικὸν ἐκεῖνον, Βουγιούκαν ὀνομαζόμενον, διότι εἶχεν ἐργασθῆ ὑπ’ ἐμὲ, καὶ οὐδεμίαν ἔδωκα προσοχὴν εἰς τὰ γραφόμενα τῶν φίλων μου, καθόσον ἐγνώριζον τὴν μετὰ τοῦ γραμματέως τῆς Ἐπιτροπῆς συγγένειαν τοῦ μηχανικοῦ, καὶ ἀπὸ σκοποῦ τὸν ὑπέδειξα εἰς τὴν ὑπηρεσίαν. Ὁ κ. Βουγιούκας παρέμεινεν ἐν Νάξῳ ἐπὶ 15 ὅλας ἡμέρας, ἐμελέτησεν εὐσυνειδήτως τὰ καθέκαστα τῆς ἐργασίας καὶ ἐπανελθὼν εἰς Ἀθήνας συνέταξε καὶ ὑπέβαλεν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον πολυσέλιδον ἔκθεσιν. Πρὶν δὲ προβῶ εἰς τὴν ἀνάλυσιν τοῦ περιεχομένου τῆς ἐκθέσεως ταύτης, πρέπει νὰ παρατηρήσω, ὅτι ἡ ἐκτελουμένη ἐν Νάξῳ ἐργασία ἀποτελεῖται ἀπὸ δύο μέρη· διότι, ὡς καὶ προηγουμένως εἶπον, ὑπῆρχεν ἤδη ἐν Νάξῳ ὁ παλαιὸς μῶλος, ὅστις κατεστράφη ἐν μέρει καὶ ἔπρεπε νὰ συμπληρωθῇ, ὁσάκις δὲ εἰς τὰ δημόσια ἔργα ὑπάρχῃ παλαιὸν τμῆμα, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ συμπληρωθῇ, ἀπαιτεῖται μεγάλη προσοχὴ, διότι εὐθὺς ὡς ἀρχίσῃ ἡ νέα ἐργασία, δὲν γνωρίζει τις πλέον, ποῖον εἶναι τὸ παλαιὸν καὶ ποῖον τὸ νεωστὶ κατασκευασθὲν τμῆμα, οὐδὲ δύναταί τις δι’ ἁπλῆς καταμετρήσεως νὰ ἐξακριβώσῃ τὸ ποσὸν τῆς νεωστὶ ἐκτελεσθείσης ἐργασίας. Ὁ μηχανικὸς κ. Βουγιούκας, ἵνα εὕρῃ τὸν κύβον τοῦ παλαιοῦ μώλου, ἐζήτησε τὰς ληφθείσας πρὸ τῆς ἐνάρξεως τοῦ ἔργου διατομάς. Τῷ ὑπεβλήθησαν τοιαῦται, τὰς ὁποίας ὁ κύριος Δεληβορριᾶς εἶχε λάβει δῆθεν ἐν Νάξῳ τὴν 6 Αὐγούστου 1901· ὑπολογίσας δὲ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν διατομῶν τούτων τὰ βυθισθέντα ἐπὶ τοῦ παλαιοῦ μώλου πετρώματα, κατέληξεν εἰς ποσὸν 3850 κυβικῶν μέτρων, ἐνῷ ἡ κατάστασις τῶν μέχρι τέλους Ὀκτωβρίου πιστοποιηθέντων διὰ τῆς πλάστιγγος πετρωμάτων ὡς βυθισθέντων ἐπὶ τοῦ παλαιοῦ μώλου ἀνέρχεται μόνον εἰς 1286 κυβικὰ μέτρα. Ὁ μηχανικὸς κ. Βουγιούκας, μολονότι δὲν εἶχεν ἀνὰ χεῖρας τὰς πιστοποιήσεις, ἐξεπλάγη, φυσικὰ, διὰ τὸ εἰς ὃ κατέληξεν ἀποτέλεσμα, καὶ ἀμέσως συνεπέρανεν, ὅτι «τὸ ἀποτέλεσμα τοῦτο εἶναι τελείως ἀναληθὲς», καὶ παρακατιὼν παρατηρεῖ, ὅτι, «ἐὰν τοσαῦτα ἐβυθίζοντο πετρώματα ἐπὶ τοῦ παλαιοῦ μώλου, θὰ ἀπετέλουν ἐπὶ τῶν παλαιῶν τοιούτων πάχος δύο τοὐλάχιστον μέτρων, ἐνῷ δι’ ἀπ’ εὐθείας παρατηρήσεως δύναταί τις νὰ βεβαιωθῇ, ὅτι διὰ τῶν νεωστὶ βυθισθέντων πετρωμάτων διαφαίνονται τὰ τοῦ παλαιοῦ μώλου· πρᾶγμα, ὅπερ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐλάμβανε χώραν, ἐὰν τὰ νέα πετρώματα κατελάμβανον εἰς τὰ μέρη ταῦτα πάχος ἔστω καὶ ἑνὸς μέτρου.» Πόθεν λοιπὸν ἡ διαφορὰ αὕτη τοῦ κύβου, τοῦ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὑπὸ τοῦ νομομηχανικοῦ Κυκλάδων ληφθεισῶν διατομῶν ὑπολογισθέντος πρὸς τὸν πράγματι βυθισθέντα; εἰς τὸ ὅτι αἱ διατομαὶ αὗται, αἱ ὁποῖαι πιστοποιεῖται ὅτι ἐλήθησαν τὴν 4 Αὐγούστου 1901 ἐν Νάξῳ, εἶναι ἀναμφισβητήτως ἀνακριβεῖς· ἴσως δὲ—ἐπιτραπήτω μοι ἡ λέξις—καὶ τελείως εἰκονικαί. Καὶ τοῦτο ἐπιβεβαιοῦται ἐξ ἑνὸς πίνακος, τὸν ὁποῖον ὁ ἐπιβλέπων τὸ ἔργον ἐργοδηγὸς Κατσάβης ὑπέβαλεν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τὴν 19 Ἰανουαρίου 1902,— πέντε ὅλους μῆνας μετὰ τὴν λῆψιν τῶν διατομῶν ὑπὸ τοῦ νομομηχανικοῦ Κυκλάδων—ἵνα ὑποδείξῃ κατὰ πόσον αἱ μέχρι τῆς ἡμέρας ἐκείνης γενόμεναι νέαι καταμετρήσεις ἀπεδείκνυον, ὅτι ηὔξησεν ὁ κύβος τῶν πετρωμάτων, ὁ ὁποῖος θὰ ἐχρειάζετο διὰ τὴν ἀποπεράτωσιν τοῦ μώλου. Ἐν τῷ πίνακι τούτῳ οὐδαμοῦ ἐμφαίνεται αὔξησις πετρωμάτων, εἰμὴ εἰς τοὺς ὀγκολίθους βʹ καὶ γʹ κατηγορίας, καὶ αὕτη πρὸς ἐκτέλεσιν συμπληρωματικοῦ τινος ἔργου ἐπὶ τοῦ παλαιοῦ μώλου, μὴ προβλεπομένου ἐν τῷ προϋπολογισμῷ. Τὸ τοιοῦτον ἀποδεικνύει προφανῶς, ὅτι ἢ ὁ πίναξ εἶναι ψευδὴς, ἢ αἱ διατομαὶ εἶναι ψευδεῖς. Ἔρχομαι ἤδη, κύριοι Βουλευταί, εἰς τὸ δεύτερον μέρος, τὸ σχετιζόμενον μὲ τὴν κατασκευὴν τοῦ νέου μώλου. Ὁ ὄγκος τῶν πετρωμάτων, τῶν βυθισθέντων ὑπὸ τοῦ ἐργολάβου κατὰ προέκτασιν τοῦ παλαιοῦ μώλου πρὸς κατασκευὴν τοῦ νέου τμήματος τοῦ κυματοθραύστου, ὑπελογίσθη ὑπὸ τοῦ μηχανικοῦ κ. Βουγιούκα, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὑπ’ αὐτοῦ γενομένων ἐπὶ τόπου καταμετρήσεων, εἰς 4400 κυβικὰ μέτρα, ἐνῷ ὁ αὐτὸς ὄγκος εἰς τὴν ἐπίσημον πιστοποίησιν τοῦ Ὀκτωβρίου φέρεται ἴσος πρὸς 6360 κυβικὰ μέτρα. Ἐπιστοποιήθησαν λοιπὸν εἰς τὸν ἐργολάβον πλείω τῶν βυθισθέντων πετρωμάτων—ἐπὶ τῇ βάσει πάντοτε τῶν καταμετρήσεων, τὰς ὁποίας ἐξετέλεσεν ὁ μηχανικὸς κ. Βουγιούκας, — 1960 μέτρα κυβικά. Ἤδη παρουσιάζεται ἕτερον ζήτημα: Τὰ 5686 κυβικὰ μέτρα πετρωμάτων, ὅσα ἐν τῷ συνόλῳ ἐβύθισεν ὁ ἐργολάβος, τὰ ἐβύθισεν ἆρά γε ἐκεῖ, ὅπου ὑπεχρεοῦτο νὰ τὰ βυθίσῃ, τὰ ἐβύθισεν ἆρά γε ἐκεῖ, ὅπου αἱ συγγραφαὶ καὶ τὰ σχέδια ἀπῄτουν; ἢ μήπως ἐρρίφθησαν ταῦτα ἀλλαχοῦ, ὁπότε καὶ τὸ ἔργον δὲν ἐκτελεῖται οἷον ἀπεφασίσθη; Τὸ ἄρθρον 12 τῶν συγγραφῶν προβλέπει περὶ τούτου ῥητῶς (ἀναγινώσκει): «Πετρώματα πίπτοντα ἐκτὸς τῶν οἰκείων θέσεών των ἀφαιροῦνται ἐκ τῶν λογαριασμῶν τοῦ ἐργολάβου». Ὁ δὲ μηχανικὸς κ. Βουγιούκας καὶ τοῦτον ἐπεχείρησε τὸν ἔλεγχον, καταδείξας, ὅτι ἐκ τοῦ ὅλου τῶν βυθισθέντων 5686 κυβικῶν μέτρων πετρωμάτων 2042 μέτρα ἔπεσαν ἐκτὸς τῶν οἰκείων θέσεων, κατὰ τὴν ἔκφρασιν τοῦ σχετικοῦ ἄρθρου τῶν συγγραφῶν, καὶ πρέπει συνεπῶς ν’ ἀφαιρεθῶσιν ἐκ τοῦ λογαριασμοῦ τοῦ ἐργολάβου. Ἀλλὰ τότε τί ἀπομένει πρὸς πληρωμήν; Ἀπομένουσι 3644 μέτρα κυβικὰ, ἀντὶ τῶν 7646, ὅσα ἐπιστοποιήθησαν πρὸς πληρωμὴν τὴν 14 παρελθόντος Νοεμβρίου. Ἐπιστοποιήθησαν δηλονότι ἐπὶ πλέον 4002 κυβικὰ μέτρα, ἀντὶ τῶν 3644, ἅτινα θὰ ἦσαν πληρωτέα εἰς τὸν ἐργολάβον...

§65Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Ποῖον τὸ συμφέρον νὰ βυθισθῶσιν ἐκτός;

§66Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Ἀπολύτως οὐδέν. Περὶ τούτου θὰ ὁμιλήσω κατωτέρω. Ἐγὼ ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι ὁ ἐργολάβος δὲν ἔρριπτεν ἀπὸ σκοποῦ τὰ πετρώματα ἐκτὸς τῶν διατομῶν, ἀλλ’ ὅτι τὰ ἔρριπτεν ἐντὸς αὐτῶν, καὶ κατόπιν εὑρέθησαν ἐκτὸς, δι’ ὃν λόγον θὰ σᾶς εἴπω μετ’ ὀλίγον. Ἔλεγον λοιπὸν, Κύριοι, ὅτι ἐκ τῶν 7646 κυβικῶν μέτρων, ὅσα ἐπιστοποιήθησαν ἵνα πληρωθῶσιν εἰς τὸν ἐργολάβον, μόνον 3644 θὰ ἦσαν πληρωτέα· καὶ λέγω θὰ ἦσαν, διότι, κατὰ τὴν ὑπὸ τοῦ μηχανικοῦ κ. Βουγιούκα γενομένην ἐξέλεγξιν, ἀπεδείχθη, ὅτι ὁ ἄξων, τὸν ὁποῖον ἀκολουθεῖ ὁ σήμερον κατασκευαζόμενος μῶλος, δὲν εἶναι ὁ ὑπὸ τῶν συγγραφῶν ὁριζόμενος. Τὸ συμβόλαιον τῷ ὄντι λέγει ἐν ἄρθρῳ 2, ὅτι ὁ ἄξων τοῦ μώλου διήκει κατὰ τὴν ἐπέκτασιν τοῦ ὑπάρχοντος καὶ διευθύνεται πρὸς τὸ ἔναντι ἀκρωτήριον τῆς Στυλίδος, ἐπὶ τῆς Νάξου...», ἐνῶ ὁ ἄξων τοῦ νῦν ἐν κατασκευῇ μώλου, ὡς βεβαιοῖ ὁ κ. Βουγιούκας, δὲν διαμφισβητοῦσι δὲ οὔτε ὁ ἐργολάβος οὔτε ὁ διευθύνων τὸ ἔργον μηχανικός, παρεξέκλινε πρὸς τὰ ἔσω τοῦ λιμένος, καὶ ἀποτελέσας καμπὴν μετὰ τοῦ παλαιοῦ δὲν διευθύνεται πλέον πρὸς τὸ ἔναντι ἀκρωτήριον τῆς Στυλίδος. Ἐὰν λοιπὸν αἱ διατομαὶ ληφθῶσι μὲ ἄξονα οὐχὶ τὸν παρεκκλίναντα, ἀλλὰ τὸν ὑπὸ τῶν συγγραφῶν ὁριζόμενον, —καὶ οὕτως ἔπρεπε νὰ ληφθῶσι κατὰ τὰ συμπεφωνημένα —δὲν δυνάμεθα νὰ προείπωμεν, ἂν ἐκ τῶν 3644 κυβικῶν μέτρων, ὅσα εἴπομεν ὅτι θὰ ἦσαν πληρωτέα, θ’ ἀπομείνῃ τι πληρωτέον πράγματι εἰς τὸν ἐργολάβον. Ἀπαντῶ ἤδη εἰς τὴν ἀπορίαν τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀττικῆς συναδέλφου. Εὐθὺς ὡς ἔμαθον, ὅτι ὁ ἄξων μετετοπίσθη πρὸς τὰ ἔσω τοῦ λιμένος, ἐσχημάτισα τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἀρχικῶς τὰ πετρώματα ἐρρίπτοντο ἴσως κατὰ μέγα μέρος εἰς τὴν οἰκείαν θέσιν, ἀλλ’ ἡ ποιότης αὐτῶν δὲν ἦτο ἡ ὑπὸ τῶν συγγραφῶν ὁριζομένη. Ἐγὼ τῷ ὄντι οὐδεμίαν εἶχον ἀρχικῶς γνῶσιν τῶν παραβάσεων, ὅσας προηγουμένως ἀνέπτυξα· παρεπονούμην ἁπλῶς, ὅτι ἀντὶ συντριμμάτων ἐβυθίζετο ἄμμος, καὶ μάλιστα μέχρι βάθους δύο μέτρων κάτωθι τῆς ἐπιφανείας τῆς θαλάσσης. Ἐπειδὴ δὲ τὸ λατομεῖον δὲν παρεῖχε καὶ ἀνάλογον ποσότητα χαλίκων καὶ ὀγκολίθων πρὸς ἐπικάλυψιν τῆς ἄμμου ταύτης, ἔμενεν αὕτη ἐπὶ πολὺ ἐκτεθειμένη εἰς τὴν διάθεσιν τῶν κυμάτων, ἅτινα μετετόπιζον ταύτην πρὸς τὰ ἔσω τοῦ λιμένος· ἐκ τούτου δὲ καὶ τὸ θόλωμα τῶν ὑδάτων, ὅπερ παρετηρεῖτο καθ’ ὅλην τὴν ἔκτασιν τοῦ λιμένος, εὐθὺς ὡς ἤρχιζε πνέων ὁ βορρᾶς. Μετατοπιζόμενα οὕτω πρὸς τὰ ἔσω τὰ πετρώματα, ἐξήρχοντο τῶν οἰκείων θέσεων, καὶ κατὰ τὸ ἄρθρον 12 τῶν συγγραφῶν, ὡς καὶ προηγουμένως ἀνέφερα, ἔπρεπε νὰ ἐκπίπτωνται ἐκ τῶν λογαριασμῶν τοῦ ἐργολάβου. Ἵνα δὲ μὴ γείνῃ τοῦτο, ἐφευρέθη ἡ ἀπὸ σκοποῦ δῆθεν πρὸς τὰ ἔξω χάραξις τοῦ ἄξονος πρὸ τῆς ἐνάρξεως τῶν ἔργων ὑπ’ αὐτοῦ τοῦ νομομηχανικοῦ Κυκλάδων. Ἐγώ, Κύριοι, ἀδιστάκτως φρονῶ, ὅτι ἡ μετατόπισις τοῦ ἄξονος δὲν ἐγένετο πρὸ τῆς ἐνάρξεως τῶν ἔργων, ἀλλ’ ἐπέβαλλον τὴν ἐφεύρεσιν ταύτης τὰ κατόπιν γεγονότα. Ἐρωτῶ, τῷ ὄντι, κατὰ πόσας μοίρας ὁ ἄξων μετετοπίσθη; καὶ οὐδεὶς δύναται νὰ μοὶ ἀπαντήσῃ. Προκαλῶ δὲ τὸν ἀξιότιμον ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸν νὰ τηλεγραφήσῃ αὐτὴν τὴν στιγμὴν εἰς τὸν νομομηχανικὸν Κυκλάδων κ. Δεληβορριᾶν, καὶ τὸν ἐρωτήσῃ: «κατὰ πόσας μοίρας, Κύριε, ἐχαράξατε τὸν ἄξονα πρὸς τὰ ἔσω τοῦ ὑπὸ τῶν συγγραφῶν ὁριζομένου τοιούτου;» Εἶμαι πεπεισμένος, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν θὰ λάβῃ ἀπάντησιν, ἤ, ἂν λάβῃ τοιαύτην, θὰ ἦναι ἀνακριβής. Διότι πῶς εἶναι δυνατόν, κύριοι Βουλευταί, νὰ παραδεχθῶμεν, ὅτι τοιαύτην ἐπέφερεν εἰς τὸ ἔργον μεταβολὴν ὁ νομομηχανικὸς Κυκλάδων, παραβιάσας τὰς συγγραφάς, χωρὶς οὐδὲ τὴν Λιμενικὴν Ἐπιτροπήν, οὐδὲ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ εἰδοποιήσῃ περὶ τούτου; Ὁ μηχανικὸς κ. Βουγιούκας λέγει ῥητῶς ἐν τῇ ἐκθέσει του (ἀναγινώσκει): «Διὰ τὴν ἀλλαγὴν τῆς διευθύνσεως ταύτης τοῦ ἄξονος οὐδὲν σχετικὸν ἀνεῦρον ἐν τῷ φακέλῳ.» Καὶ ἂν ὁ νομομηχανικὸς ἔπραξε τοῦτο—ὡς κατόπιν δικαιολογούμενος λέγει—ἵνα οἰκονομήσῃ κύβον τινὰ τῶν πετρωμάτων τοῦ παλαιοῦ μώλου, διατί ἐν τῷ ὑποβληθέντι τὴν 19 Ἰανουαρίου 1902 πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν πίνακι, τὸ ποσὸν τοῦτο δὲν ἐκπίπτεται, ἀφοῦ ἡ χάραξις τοῦ ἄξονος, κατὰ τὴν ὁμολογίαν τοῦ ἐργοδηγοῦ Κατσάβη, ἐγένετο κατ’ Αὔγουστον τοῦ 1901;

§67ΙΠ. ΑΠΕΡΓΗΣ. Ὁ ἐργολάβος ἐβύθιζε τὰ πετρώματα εἰς τὴν θέσιν τοῦ ἄξονος, ἀλλὰ παρεσύροντο ἀπὸ τὴν τρικυμίαν. Ὥστε δὲν εἶναι ὑπεύθυνος ὁ ἐργολάβος.

§68Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Ἐὰν βεβαίως, κύριε συνάδελφε, ἐβύθιζε πετρώματα, οἷα ὁρίζουσιν αἱ συγγραφαί, καὶ ἐξετέλει ἐν γένει τὴν ἐργασίαν κατὰ τοὺς κανόνας τῆς τέχνης, διατηρῶν καὶ τὰ βάθη, εἰς ἃ ὤφειλε νὰ βυθίζηται ἑκάστη κατηγορία πετρωμάτων, δὲν θὰ ὑπεῖχεν ἴσως εὐθύνην διὰ τὴν ὑπὸ τῶν κυμάτων μετατόπισιν τούτων. Ἀλλὰ τοιοῦτόν τι δὲν ἐγένετο· τὰ πετρώματα μετετοπίσθησαν, διότι ἀπετελοῦντο ἀπὸ ἄμμον, διότι ἐβυθίσθησαν μέχρι βάθους δύο μέτρων ὑπὸ τὴν ἐπιφάνειαν τῆς θαλάσσης· ἐπαναλαμβάνω δέ, ὅτι αὐτὴ εἶναι ἡ ἐμὴ ἀντίληψις, ἐνῷ ὁ ἐργολάβος καὶ οἱ ἔχοντες τὴν διεύθυνσιν καὶ τὴν ἀνωτέραν ἐποπτείαν τοῦ ἔργου μηχανικοὶ βεβαιοῦσι τὰ ἀντίθετα, λέγοντες, ὅτι «ἀρχικῶς ἐδῶ ἡμεῖς ἐρρίπτομεν τὰ πετρώματα ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ νέου ἄξονος τοῦ μὴ συμφωνοῦντος μὲ τὸν ἄξονα, τὸν ὁποῖον ὁρίζουσιν αἱ ἐγγραφαί.» Ἀλλ’ ἐπανέρχομαι εἰς τὴν ἔκθεσιν τοῦ κυρίου Βουγιούκα. Ὡς ἦτο φυσικόν, ἐζήτησεν οὗτος νὰ ἀντιληφθῇ τὰ αἴτια τῆς παρατηρουμένης διαφορᾶς μεταξὺ τοῦ ὑπολογισθέντος ὑπ’ αὐτοῦ κύβου τῶν πετρωμάτων ἐπὶ τῇ βάσει βολίσεων, ἃς πράγματι ἐπὶ τόπου ἐνήργησεν οὗτος, καὶ τοῦ διὰ τῆς πλάστιγγος πιστοποιηθέντος, καὶ λέγει (ἀναγινώσκει): «Ὅτε ἐξήλεγξα τὰ ἀπόβαρα τῶν βαγονίων, πολλὰ εὗρον ἐσφαλμένα, καὶ εἴς τινα ἀποδίδεται βάρος ὀλιγώτερον τοῦ ἀληθοῦς. Τοῦτο δέ, διότι τὰ ἀπόβαρα ἀπὸ πολλοῦ δὲν εἶχον ἐξελεγχθῆ, ἐνῷ τὰ βαγόνια ἐν τῷ μεταξὺ ἐπεσκευάσθησαν, εἴτε ἕνεκεν ἄλλων λόγων ὑπέστησαν ἀλλοιώσεις, ὅσον ἀφορᾷ τὸ βάρος των. Τὸ εἰδικὸν βάρος τῶν πετρωμάτων θὰ ἔπρεπεν ἅπαξ τοὐλάχιστον τοῦ μηνὸς νὰ εὑρίσκηται ἐπὶ δειγμάτων ὅλων τῶν χρησιμοποιουμένων πετρωμάτων... Ὅσον ἀφορᾷ τὴν ὑπηρεσίαν ζυγίσεως, αὕτη ἐκτελεῖται κανονικῶς, καὶ οὐδὲν παρατηρεῖται ἐν αὐτῇ τὸ ἐπιλήψιμον.» Ἐπὶ τοῦ τελευταίου τούτου, κύριοι Βουλευταί, ἔχω νὰ ἐπιφέρω παρατηρήσεις τινάς. Ὡς γνωρίζετε, οἱ ἐργολάβοι λιμενικῶν ἔργων πληρώνονται ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ βάρους τῶν πετρωμάτων, τὰ ὁποῖα πιστοποιεῖ ἡ πλάστιγξ. Ἐν τούτοις εἰς τοὺς προϋπολογισμοὺς βλέπομεν ἀναγραφόμενα κυβικὰ μέτρα. Τὰ κυβικὰ μέτρα ἔχουσι σχέσιν μὲ τὸ βάρος τοῦ πετρώματος, διότι ὁ γρανίτης λ. χ. εἶναι βαρύτερος ἀπὸ τὸ μάρμαρον, τὸ μάρμαρον εἶναι βαρύτερον ἀπὸ τὴν ἐλαφρόπετραν, καὶ οὕτω καθεξῆς. Εἰς ἕκαστον εἶδος πετρώματος ἀντιστοιχεῖ καὶ ὡρισμένον βάρος, ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ὁποίου αἱ ὀκάδες μετατρέπονται εὐκόλως εἰς κυβικὰ μέτρα. Τὸ ὑπὸ τῆς πλάστιγγος πιστοποιούμενον βάρος εἶναι λοιπὸν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον χρησιμεύει ὡς βάσις διὰ τὴν πληρωμὴν τοῦ ἐργολάβου. Ἀλλ’ εἰς ποῖον εἶναι ἀνατεθειμένη αὐτὴ ἡ λεπτὴ ὑπηρεσία τῆς ζυγίσεως; Εἰς ἕνα ἐπιστάτην τῆς ὑπηρεσίας τῶν δημοσίων ἔργων, οὗτινος ἡ μισθοδοσία δὲν ὑπερβαίνει τὰς 80 δραχμάς. Ὅ,τι ζυγίσῃ αὐτός, ὅ,τι πιστοποιήσει, ἐκεῖνο θὰ πληρωθῇ εἰς τὸν ἐργολάβον. Οὗτος κρατεῖ δελτία ζυγίσεως, τὰ στέλλει κατὰ μῆνα εἰς τὴν Λιμενικὴν Ἐπιτροπήν, αὕτη τὰ ἐξελέγχει, καὶ καταστρώνει τὴν πιστοποίησιν διὰ τὴν πληρωμὴν τοῦ ἐργολάβου. Ἐν τῇ συνεδριάσει τῆς 5 Αὐγούστου 1902 τῆς Λιμενικῆς Ἐπιτροπῆς τὸ μέλος αὐτῆς Ἐμμ. Μαγκάκης παρετήρησε, κατὰ τὴν ὑπ’ ἀριθ. 24 πρᾶξιν τῆς Λιμενικῆς Ἐπιτροπῆς, ὅτι (ἀναγινώσκει) «ἐν τῷ ὑπ’ ἀριθ. 5 τῆς 8 Ἰουλίου 1902 δελτίῳ ζυγίσεως πετρωμάτων ἀναγράφεται ὀγκόλιθος γʹ κατηγορίας, ὅστις κατὰ τὸ δελτίον τοῦτο ἐζύγιζε βάρος ἀκαθάριστον 8,800 ὀκάδων, ἐνῷ ἡ πλάστιγξ τοῦ ἐνταῦθα ζυγιστηρίου ζυγίζει κατὰ τὴν ἀνωτέραν δύναμιν αὑτῆς 8,500 ὀκάδας...»

§69Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Κατὰ συμπερασμὸν τὸ ὑπόλοιπον.

§70Π. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Μονοκόμματος ἦτο;

§71Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Μονοκόμματος βεβαίως. (Ἐξακολουθεῖ ἀναγινώσκων): «...Συνεπείᾳ τῆς προτάσεως τοῦ μέλους μετέβη ἐν ὁλομελείᾳ ἡ Λιμενικὴ Ἐπιτροπὴ εἰς τὸ ἐνταῦθα ζυγιστήριον καὶ ἐζήτησε παρὰ τοῦ ἐπιτετραμμένου τὴν ζύγισιν ὑπαλλήλου, ἐπιστάτου Πέτρου Ἀθανασίου, τὸ πρωτότυπον τοῦ ἀνωτέρω ὑπ’ ἀριθ. 5 δελτίου, ὅπερ κρατεῖ εἰς τὴν ὑπηρεσίαν του, καὶ οὗτος παρέδωκεν αὐτὸ εἰς τὴν Λιμενικὴν Ἐπιτροπὴν· ἐκ τούτου δὲ ἐξάγεται, ὅτι ὁ ἀνωτέρω ὀγκόλιθος ζυγίζει ἀκαθάριστος ὀκάδας 8,860, ἐνῷ τὸ εἰς τὸ γραφεῖον τῆς ἐπιτροπῆς ὑπάρχον δελτίον, ὡς ἄνω, ὑπ’ ἀριθ. 5, φέρει ἀκαθαρίστους ὀκάδας 8,800, βάρος, τὸ ὁποῖον δὲν δύναται νὰ ζυγίσῃ ἡ πλάστιγξ τοῦ ζυγιστηρίου, διότι ἡ ἀνωτέρα ἀντοχὴ αὐτῆς εἶναι ὀκάδες 8,500. Ἐπὶ τούτοις, ὅτε ἡ ἐπιτροπὴ ἠρώτησε τὸν εἰρημένον ἐπιστάτην, πῶς συνέβη τοῦτο, οὗτος ἀπήντησεν ἀφελέστατα, ὅτι τοῦτο ἐγένετο ἐκ λάθους! Ὅτι εἰς τὸ αὐτὸ ἀνωτέρω πρωτότυπον τοῦ δελτίου ἡ ἐπιτροπὴ παρετήρησε καὶ ἕτερα πλεῖστα λάθη εἰς τὴν ζύγισιν τῶν διαφόρων δελτίων ὀγκολίθων, ὅπως καὶ εἰς ἕτερα δελτία προηγουμένων ζυγίσεων, διορθωθέντα ὑπὸ τοῦ μηχανικοῦ. Συνεπείᾳ τῶν ἀνωτέρω, ἅτινα ὑπέπεσαν εἰς τὴν ἀντίληψιν τῶν μελῶν τῆς ἐπιτροπῆς, ἕνεκα τοῦ ὑπερβάλλοντος βάρους τῆς δυνάμεως τῆς πλάστιγγος, θεωρεῖ τὸν ἀνωτέρω ἐπιστάτην ἀνίκανον καὶ ἀκατάλληλον ὅλως διὰ τὴν ὑπηρεσίαν της, οὐδὲ δύναται ἡ ἐπιτροπὴ νὰ ἔχῃ πεποίθησιν εἰς τοῦτον. Ἀποφαίνεται παμψηφεί. Παρακαλεῖ τὸ Σ. Ὑπουργεῖον, ἀναφερομένη καὶ αὖθις εἰς τὴν ὑπ’ ἀριθμὸν 15 τῆς 15 Ἀπριλίου πρᾶξίν της, ἵνα τοῦτο εὐαρεστούμενον τοποθετήσῃ τὸν ἀνωτέρω ἐπιστάτην Πέτρον Ἀθανασίου εἰς ἄλλα λιμενικὰ ἔργα...» Ἐζητήθη ἡ ἔγγραφος ἀπολογία τοῦ μηχανικοῦ ἐπὶ τοῦ γεγονότος τούτου, καὶ οὗτος διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 142 τῆς 6 Αὐγούστου 1902 πρὸς τὸν πρόεδρον τῆς Λιμενικῆς Ἐπιτροπῆς ἐγγράφου του λέγει (ἀναγινώσκει): «Εἰς ἀπάντησιν τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 109 ἐγγράφου σας, πληροφορῶ ὑμᾶς, κύριε Πρόεδρε, ὅτι ὁ ἐπὶ τῆς ζυγίσεως τῶν πετρωμάτων τοῦ λιμένος ἐπιστάτης κ. Π. Ἀθανασίου βεβαίως ἐκ παραδρομῆς ἐσημείωσεν ἐν τῷ δελτίῳ τῆς 5 Ἰουλίου ἐ.ἔ. τὸν περὶ οὗ πρόκειται ὀγκόλιθον ὡς φέροντα βάρος μεγαλείτερον τῆς ἀντοχῆς τῆς ἐν ἐνεργείᾳ πλάστιγγος κατὰ 360 ὀκάδας... Ἀντὶ δηλονότι νὰ σημειώσῃ ὀκάδας 8500, ὅσας κατεδείκνυεν ἡ πλάστιγξ, ἐσημείωσεν 8860, ἐκ παραδρομῆς ἀναμφιβόλως, ἐκλαβὼν τὸν ἀριθμὸν τοῦ μεγαλειτέρου βραχίονος ὡς φέροντα τὸν ἀριθμὸν 8,860. Σφάλμα ἀληθῶς ἄνευ σημασίας, προκειμένου περὶ λάθους 360 ὀκάδων, ζημίας δὲ τόσον εὐτελοῦς, ὥστε οὐδὲ νὰ λαμβάνηται αὕτη ὑπ’ ὄψιν...» Καὶ ἐξακολουθεῖ ὁ ἐργοδηγὸς κ. Κατσάδης ὑπεραμυνόμενος τῆς τιμιότητος τοῦ ζυγιστοῦ! Ἡ δικαιολογία εἶναι ἀληθῶς εὐφυεστάτη. Βεβαίως ἐκ παραδρομῆς ὁ δυστυχὴς ζυγιστὴς ἐσημείωσεν 86 ἀντὶ 50, σφάλμα ἀληθῶς ἄνευ σημασίας, διότι 360 μόνον ὀκάδας προσέθηκεν εἰς τὸ πραγματικὸν βάρος τοῦ ὀγκολίθου! Ἀλλ’ ἐλησμόνησεν ὁ κ. ἐργοδηγὸς νὰ μᾶς εἴπῃ, καὶ ποσάκις τὸ λάθος τοῦτο ἐπανελήφθη· οὐδὲ μᾶς ἀναφέρει τι περὶ τῶν ἑτέρων πλείστων λαθῶν, ὅσα ἡ ἐπιτροπὴ, λαβοῦσα ἐκ τούτου ἀφορμήν, παρετήρησεν εἰς τὰ διάφορα δελτία ζυγίσεως ὀγκολίθων. Ὁ εἰρηνοδίκης, πρόεδρος τῆς Λιμενικῆς Ἐπιτροπῆς, διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθμὸν 108 ἀπὸ 6 Αὐγούστου πρὸς τὸν νομάρχην Κυκλάδων ἐγγράφου του διεβίβασε τὴν σχετικὴν πρᾶξιν τῆς Λιμενικῆς Ἐπιτροπῆς καὶ τὸ ἔγγραφον τοῦ ἐργοδηγοῦ Κατσάβη, προσθέτων (ἀναγινώσκει): «Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ἀναφέρω ὑμῖν, κύριε νομάρχα, ὅτι ὁ περὶ οὗ πρόκειται ἐπιστάτης ἐπὶ τῶν λιμενικῶν ἔργων ἐνταῦθα Πέτρος Ἀθανασίου ὑπέπεσε μὲν ἐξ ἀπροσεξίας εἰς τὸ ἐν τῇ συνημμένῃ πράξει ἀναφερόμενον περὶ τὴν ζύγισιν τοῦ ὀγκολίθου λάθος, ἀλλὰ τοῦτο συνέβη ἁπλῶς ἐκ λάθους, ὡς ἐκ τοῦ εἴδους τῆς ὑπηρεσίας, καθ’ ἃ ἐξάγεται καὶ ἐκ τῆς συνημμένης ἐκθέσεως τοῦ μηχανικοῦ τοῦ λιμένος, καὶ οὐχὶ ἐκ προθέσεως, ἵνα ζημιώσῃ τὸ Λιμενικὸν Ταμεῖον ἐπ’ ὠφελείᾳ τοῦ ἐργολάβου, καθόσον γνωστὴ τυγχάνει ἡ τιμιότης τοῦ ὑπαλλήλου τούτου περὶ τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν καθηκόντων του, ὡς καὶ ἡμεῖς ἀντελήφθημεν.» Δὲν σᾶς φαίνεται, κύριοι Βουλευταί, περίεργος ἡ ἐπιμονὴ τοῦ τε διευθύνοντος τὰς ἐργασίας ἐργολάβου Κατσάβη καὶ τοῦ προεδρεύοντος τῆς Λιμενικῆς Ἐπιτροπῆς γραμματέως τοῦ Εἰρηνοδικείου Λεβαντῆ εἰς τὸ νὰ δικαιολογήσωσι καὶ νὰ θέλωσι νὰ κρατήσωσιν ἐν Νάξῳ τὸν ζυγιστήν, ἀπὸ τὸν ὁποῖον παμψηφεὶ ἡ Λιμενικὴ Ἐπιτροπὴ παρεκάλει τὸ Ὑπουργεῖον νὰ τὴν ἀπαλλάξῃ; Καὶ παρακαλῶ τὸν ἀξιότιμον ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸν νὰ ἐξετάσῃ, ποία τιμωρία ἐπεβλήθη εἰς τὸν ζυγιστήν, οὗτινος τὰ δελτία ζυγίσεως τοιαύτας παρουσίαζον ἀνωμαλίας. Οὐδεμία ἀπολύτως! Ἁπλῆ μετάθεσις, καὶ αὕτη μετὰ πάροδον ἀρκετοῦ χρόνου, εἰς ἄλλα λιμενικὰ ἔργα τοῦ Κράτους, ἵνα τακτοποιήσῃ καὶ ἐκεῖ τὰ δελτία ζυγίσεως τοῦ συναδέλφου του! Τέλος ἡ ἔκθεσις αὕτη ὑπεβλήθη εἰς τὸ Ὑπουργεῖον...

§72ΚΥΡ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Τοῦ Βουγιούκα ἐννοεῖτε;

§73Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Μάλιστα... Ὑπεβλήθη, λέγω, ἡ ἔκθεσις αὕτη εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τὴν 2 Νοεμβρίου 1902, εἰσήχθη εἰς τὸ Συμβούλιον τῶν Δημοσίων Ἔργων, καὶ τοῦτο διὰ τῆς ἀπὸ 27 Φεβρουαρίου 1903 γνωμοδοτήσεώς του ἀποφαίνεται ἐπ’ αὐτῆς. Ἔφθασα, Κύριοι, εἰς τὸ τέρμα τῆς ἱστορικῆς ἀφηγήσεως τῶν γεγονότων, ὅσα ἐπεθύμουν νὰ σᾶς καταστήσω γνωστά, καὶ ἤδη προτίθεμαι νὰ ἐξετάσω καὶ ἀναλύσω τὴν γνωμοδότησιν ταύτην τοῦ Συμβουλίου τῶν Δημοσίων Ἔργων... Ἀλλ’ ἀπατῶμαι· δὲν ἔφθασα ἀκόμη εἰς τὸ τέρμα, διότι ἡ ἔκθεσις... (γέλωτες). Μὲ συγχωρεῖτε, Κύριοι, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι τὸ ζήτημα ἔχει σοβαρότητα.

§74ΠΟΛΛΟΙ. Βεβαίως.

§75Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Διότι φανταθῆτε, Κύριοι, ἐὰν τὸ δυστυχὲς αὐτὸ Λιμενικὸν Ταμεῖον, τὸ ὁποῖον ἐπὶ εἰκοσαετίαν ὅλην ἀφῄρεσεν ἐκ τοῦ ἱδρῶτος τῶν Ναξίων 300 χιλιάδας δραχμὰς, ἵνα διαθέσῃ ταύτας πρὸς κατασκευὴν προφυλακτηρίου κυματοθραύστου, φαντασθῆτε, λέγω, τὴν θέσιν, εἰς ἣν θὰ εὑρίσκετο, ἐὰν ἐδαπανᾶτο τὸ ποσὸν τοῦτο, καὶ ὁ μῶλος δὲν ἀνεφαίνετο ἄνω τῆς ἐπιφανείας τῆς θαλάσσης. Ποία θὰ ἦτο ἡ θέσις του; Χάνονται αἱ 300,000, ἢ δὲν χάνονται, ὅταν δὲν τελειώσῃ τὸ ἔργον, ὅταν τὰ ῥιφθέντα πετρώματα δὲν προφυλαχθῶσιν ἁρμοδίως, ἀλλ’ ἀφεθῶσιν εἰς τὴν διάθεσιν τῶν κυμάτων, χρησιμεύοντα μᾶλλον πρὸς ἐπαύξησιν τοῦ χώρου τῆς προκυμαίας τῆς Νάξου; Βλέπετε, Κύριοι, ὅτι τὸ ζήτημα ἔχει τὴν σπουδαιότητά του. Ἔλεγον λοιπὸν, ὅτι ἡ ἔκθεσις τοῦ μηχανικοῦ Βουγιούκα ἐστάλη διὰ τῆς Λιμενικῆς Ἐπιτροπῆς εἰς τὸν ἐν Νάξῳ ἐργολάβον καὶ τὸν διευθύνοντα τὸ ἔργον ἐργοδηγόν, οἵτινες καὶ ἐκλήθησαν νὰ δικαιολογηθῶσι διὰ τὰς ἀναφανείσας παραβάσεις καὶ ἀνωμαλίας. Δὲν θὰ σᾶς κουράσω, Κύριοι, μὲ τὴν ἀνάγνωσιν τῆς ἀπαντήσεως τοῦ ἐργολάβου, ὁ ὁποῖος, κατὰ φυσικὸν κανόνα, ἀρνεῖται τὰ πάντα, λέγων ἐν περιλήψει: «Ἐγὼ δὲν εὐθύνομαι εἰς τίποτε· σεῖς ἔχετε ἐδῶ ὑπηρεσίαν, ἵνα μᾶς ἐπιβλέπῃ, καὶ ὑπὸ τὴν διεύθυνσιν αὐτῆς ἐκτελεῖται ἡ ἐργασία. Ἐὰν ἡ ὑπηρεσία σας δὲν ἐξετέλεσε τὸ καθῆκόν της, τοῦτο οὐδόλως ἀφορᾷ ἐμέ». Δὲν δύναμαι ὅμως νὰ παραλείψω μέρη τινὰ τῆς ἀπαντήσεως τοῦ διευθύνοντος τὸ ἔργον ἐργοδηγοῦ Κατσάβη, διὰ τῆς ὁποίας ἀποπειρᾶται οὗτος νὰ δικαιολογηθῇ. Ἐν πρώτοις ὑπεραμύνεται τῶν διατομῶν, τὰς ὁποίας πρὸ τῆς ἐνάρξεως δῆθεν τῶν ἐργασιῶν ἔλαβεν ἐπὶ τόπου ὁ νομομηχανικὸς Κυκλάδων, λέγων ἐπὶ λέξει, ὅτι «ἡ ἀκρίβεια τῶν διατομῶν τούτων δὲν δύναται νὰ διαμφισβητηθῇ», ἐνῷ διὰ τοῦ ὑποβληθέντος εἰς τὸ Ὑπουργεῖον ὑπ’ αὐτοῦ τὴν 19 Ἰανουαρίου 1902 πίνακος διαψεύδει αὐτὸς ἑαυτόν, ὡς προηγουμένως σᾶς ἀπέδειξα. Ἐν τῇ ἀπολογητικῇ ἐκθέσει του ὁ αὐτὸς ἐργοδηγὸς βεβαιοῖ, ὅτι «ἐπὶ τοῦ παλαιοῦ μώλου ἐβυθίσθησαν μέχρι τῆς 11 Ὀκτωβρίου ἐ. ἔ. πετρώματα μόνον 1441.63 κυβικὰ μέτρα», ἐνῷ τὰ αὐτὰ πετρώματα, ὑπολογιζόμενα ἐπὶ τῇ βάσει τῶν διατομῶν τοῦ νομομηχανικοῦ Κυκλάδων, — ἡ ἀκρίβεια τῶν ὁποίων κατὰ τὸν κ. ἐργοδηγὸν δὲν δύναται νὰ διαμφισβητηθῇ — ἀνέρχονται εἰς 3850 κυβικὰ μέτρα. Καὶ ἐξακολουθεῖ ὁ κ. ἐργοδηγὸς (ἀναγινώσκει): «Ἐπίσης λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ παρατηρήσω, ὅτι αἱ περὶ τὴν βύθισιν τῶν πετρωμάτων παρατηρούμεναι ἐνιαχοῦ ἐλάχισται ἀνωμαλίαι δὲν προέρχονται ἐξ ἀμελείας ἢ ἄλλου τινὸς λόγου ἀποβλέποντός με... Ἐὰν ἕνεκεν ἀπορίας ἢ ἀμελείας ἢ ἄλλου τινὸς λόγου, ἀπὸ σκοποῦ ἢ μή, ὁ ἐπὶ τῆς βυθίσεως ἐπιστάτης παρέβλεπε τὴν ἐπιμελῆ τήρησιν τῶν διαταγῶν καὶ ὁδηγιῶν, εἰς τοῦτο δὲν δύναται νὰ μοὶ ἀποδοθῇ μομφή, καθόσον, ἅμα ὡς ἀντελήφθην, ὅτι ὁ ἐπὶ τῆς βυθίσεως ἐπιστάτης δὲν ἐξετέλει ἀκριβῶς τὰ καθήκοντα αὐτοῦ, βυθίζων ὡς ἔτυχε τὰ πετρώματα, διέταξα τὸν ἐπιστάτην ν’ ἀποχωρήσῃ... Δὲν ἠδυνάμην δὲ νὰ προβῶ εἰς τὴν ἀπὸ τῆς πιστοποιήσεως τοῦ ἐργολάβου ἀποκοπὴν τῶν βυθισθέντων συντριμμάτων ἔξω τῆς παραδεδεγμένης γραμμῆς, ἀφοῦ τοῦτο δὲν προήρχετο ἐξ ὑπαιτιότητος τοῦ ἐργολάβου, ἀλλὰ τοῦ ἐπιστάτου τοῦ ἐνεργοῦντος τὴν βύθισιν, ὅστις ἀπὸ σκοποῦ ἠδύνατο νὰ βυθίσῃ πετρώματα κατὰ χρονικὰ διαστήματα, ἐπὶ ζημίᾳ τῆς ἐργολαβίας· θὰ περιέπλεκον δὲ οὕτω τὴν ὑπηρεσίαν τῶν δημοσίων ἔργων μετ’ ἐκείνης τοῦ ἐργοδότου καὶ τοῦ ἐργολάβου.» Καὶ εἶναι ἄπορον, πῶς τὰ ὑπὸ τοῦ ἐργοδηγοῦ ὁμολογούμενα ὡς συμβάντα διέλαθον τὴν προσοχὴν τοῦ νομομηχανικοῦ Κυκλάδων, διέλαθον τὴν προσοχὴν τοῦ ἐπιθεωρητοῦ τῶν δημοσίων ἔργων κ. Τζώτζη, οἵτινες ἀμφότεροι, μεταβάντες ἐπὶ τόπου, εὗρον τὰ πράγματα τόσον κανονικά! Ἰδού, Κύριοι, τὰ ἀποτελέσματα τοῦ νόμου ͵ΒΣΠΔʹ, ὁ ὁποῖος ἐπιτάσσει, ὅτι «τὸ ἀσχολούμενον εἰς τὰ λιμενικὰ ἔργα προσωπικὸν μηχανικῶν, ἐργοδηγῶν, ἐπιστατῶν, ζυγιστῶν, ἢ ἀντιπροσώπων τῆς Λιμενικῆς Ἐπιτροπῆς κατὰ τὴν ζύγισιν, φυλάκων ὑλικῶν κλπ. δέον νὰ ἀποσπᾶται ἐκ τῆς ὑπηρεσίας τῶν δημοσίων ἔργων, νὰ πληρώνηται ὅμως ὑπὸ τοῦ οἰκείου Λιμενικοῦ Ταμείου»! Ἔρχεται ὁ νομομηχανικὸς καὶ σᾶς λέγει: «ἐγὼ ἐγκαταλείπω τὸ ἔργον εἰς τὴν τύχην του, διότι μεταβὰς ἐκεῖ ἐζήτησα 100 δραχμὰς, καὶ μοὶ ἐπλήρωσαν μόνον 50. Ἄλλως οὐδεμίαν φέρω εὐθύνην, διότι εὑρίσκεται ἐργοδηγὸς ἐπὶ τόπου εὐθυνόμενος». Ὁ ἐργοδηγὸς ἀφ’ ἑτέρου διαμαρτύρεται, ὅτι οὐδεμίαν ὑπέχει εὐθύνην «διὰ τὰς ἐξ ἀπορίας, ἀμελείας ἢ ἄλλου τινὸς λόγου, ἀπὸ σκοποῦ ἢ μή», παραβάσεις τοῦ καθήκοντος τοῦ ὑποδεεστέρου προσωπικοῦ!... Ἐὰν ἐκαλεῖτε, κύριε Ὑπουργέ, καὶ τὸ ὑποδεέστερον τοῦτο προσωπικὸν εἰς ἀπολογίαν, θὰ σᾶς ἔλεγον ἴσως: «ἡμεῖς δὲν εὐθυνόμεθα, διότι δὲν ἠξεύρομεν τί μᾶς γίνεται!» Ἀλλὰ ποῖος εὐθύνεται τότε διὰ τὰ ῥιπτόμενα εἰς τὴν θάλασσαν χρήματα τῶν λιμενικῶν ταμείων; Παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ μοὶ ἀπαντήσῃ, διότι δὲν βλέπω, ποῦ εἶναι ὁ ὑπεύθυνος, ἐκτὸς ἐὰν θελήσωμεν νὰ τὸν ἀναζητήσωμεν εἰς τὴν ἀνωτάτην βαθμῖδα τῆς κλίμακος, ὅπου ἵσταται πρόσωπον τόσον σεβαστὸν καὶ τόσον ἀξιοπρεπές...

§76Ι. ΝΙΚΟΛΑΙΔΗΣ. Δὲν ὑπάρχει κανεὶς ἐπιθεωρητὴς τῆς Λιμενικῆς Ἐπιτροπῆς;

§77Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Ἀπαγορεύεται ἀπὸ τὸν νόμον, κύριε συνάδελφε, σᾶς εἶπον.

§78Ι. ΝΙΚΟΛΑΙΔΗΣ. Εἰς τὰ διάφορα ἔργα διορίζουν καὶ αἱ ἐπιτροπαὶ ἕνα ἔμμισθον ὑπάλληλον.

§79Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Αὐτό, τὸ ὁποῖον λέγετε, τὸ ἐζήτησα ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον, ἀλλ’ ἐστάθη ἀδύνατον νὰ τὸ ἐπιτύχω, κύριε συνάδελφε. Τὸ Ὑπουργεῖον ἀντέταξεν, ὅτι δυνάμει τοῦ νόμου δὲν εἶναι δυνατὸν κανεὶς νὰ ἐπεμβῇ εἰς τὰ λιμενικὰ ἔργα, ἐὰν δὲν ἀνήκῃ εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῶν δημοσίων ἔργων.

§80Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Τὸ ἄρθρον περιλαμβάνει καὶ τὸν ἐπιτηρητήν.

§81Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Δὲν ὑπάρχει ἐπιτηρητής. Ὁ ἐπιτηρητής, κύριε συνάδελφε, εἶναι ὁ ἐργοδηγός, ὁ ὁποῖος ὀφείλει νὰ ἐπιβλέπῃ τὴν ἐργασίαν, καὶ εἶναι ἐκεῖ τεταγμένος ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου, πληρώνεται ὅμως ὑπὸ τῆς Λιμενικῆς Ἐπιτροπῆς.

§82Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ. Τί θὰ συνέβαινεν, ἐὰν ἡ Λιμενικὴ Ἐπιτροπὴ διώριζεν ἕνα;

§83Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Δὲν θὰ ἐνέκρινε τὴν πληρωμήν του ἡ Κυβέρνησις, κύριε συνάδελφε. Ἐνίοτε γίνεται καταστρατήγησις τοῦ νόμου, ἐπιτρέποντος τοῦ Ὑπουργείου νὰ διορισθῶσιν ἡμερομίσθιοι δῆθεν ἐργάται, οἱ ὁποῖοι ὅμως ἐπιβλέπουν τοὺς ἄλλους ὑπαλλήλους τῶν δημοσίων ἔργων. Ἐζήτησα καὶ τοῦτο νὰ ἐπιτύχω. «Δότε τὴν ἄδειαν, εἶπον, νὰ διορισθῇ εἷς ἡμερομίσθιος μὲ 3 ἢ 4 δραχμάς, ὁ ὁποῖος νὰ ἐπιβλέπῃ τὸν ζυγιστήν». Ἀδύνατον! Δὲν ἠδυνήθην νὰ τὸ κατορθώσω.

§84Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ποῖος εἶναι ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ ἔργου;

§85Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. 300,000 δραχμαὶ περίπου. Τὸ ἔργον δὲν εἶναι πολὺ σημαντικόν, ἀλλ’ ἀλλαχοῦ αἱ αὐταὶ περιστάσεις παρουσιάζονται ἐπὶ ἔργων δεκαπλασίας ἀξίας. Ἀλλ’ ἐπανέρχομαι εἰς τὴν ἀπολογητικὴν ἔκθεσιν τοῦ ἐπιβλέποντος τὸ ἔργον ἐργοδηγοῦ Κατσάβη (ἀναγινώσκει): «Ὡς πρὸς τὴν ὑπὸ τοῦ μηχανικοῦ κ. Βουγιούκα ἀναφερομένην διαφορὰν μεταξὺ τοῦ πιστοποιηθέντος καὶ τοῦ ἐξευρεθέντος ὄγκου τῶν πετρωμάτων, αὕτη δὲν δύναται νὰ μὲ ἀφορᾷ, καθόσον αἱ πιστοποιήσεις συνετάχθησαν ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ζυγισθέντων καὶ βυθισθέντων πετρωμάτων, τῶν ἀναφερομένων ἐν ταῖς ἀνὰ χεῖρας τῆς Λιμενικῆς Ἐπιτροπῆς δελτίοις...» Ἀλλὰ τὴν σημασίαν τῶν δελτίων τούτων τὴν ἐννοεῖτε, Κύριοι, ἐκ τοῦ ἱστορικοῦ τοῦ ὀγκολίθου, εἰς ὃν, κατὰ λάθος, ὁ ζυγιστὴς ἀπέδωκε βάρος κατὰ 360 ὀκάδας ἀνώτερον τοῦ ὅσον ἠδύνατο νὰ δώσῃ ἡ πλάστιγξ, τὸ ὁποῖον σᾶς διηγήθην πρὸ μικροῦ. Καὶ καταλήγει ὁ ἐργοδηγὸς Κατσάβης, ἀποδίδων τὴν περὶ ἧς πρόκειται διαφορὰν εἰς τὴν μείζονα ἀναλογίαν τῶν κενῶν τῶν πετρωμάτων, καταβιβάζων ταύτην ἀπὸ 30% εἰς 20%, καὶ εἰς τὴν καθίζησιν, τὴν ὁποίαν ὑπολογίζει εἰς 5%. Ἐτελείωσα, Κύριοι, ὁριστικῶς αὐτὴν τὴν φορὰν τὴν ἀφήγησιν τῶν γεγονότων, καὶ δὲν μοὶ ἀπομένει, εἰμὴ ἡ ἀνάλυσις τῆς γνωμοδοτήσεως τοῦ Συμβουλίου τῶν Δημοσίων Ἔργων. Παραδόξως βλέπω ἐν αὐτῇ ὑπογεγραμμένον καὶ τὸν ἐπιθεωρητὴν κ. Τζώτζην, αὐτὸν ἐκεῖνον δηλονότι, ὅστις εὑρέθη εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ὁμολογήσῃ, ὅτι τὰ ἐν τῇ ἐκθέσει του ἀναφερόμενα δὲν ἦσαν, ὡς ἐβεβαίου, ἀποτέλεσμα ἰδίων παρατηρήσεων καὶ καταμετρήσεων, ἀλλὰ τῷ ὑπεβλήθησαν ὑπὸ τοῦ ὑποδεεστέρου ὑπαλλήλου, τοῦ ἐργοδηγοῦ Κατσάβη δηλαδή, οὗτινος τὴν ὑπηρεσίαν ἐστάλη εἰς Νάξον νὰ ἐξελέγξῃ! Καὶ δὲν ἐδίστασεν, ἵνα μὴ εἴπω ἄλλο τι, ὁ ἀξιότιμος ἐπιθεωρητὴς νὰ λάβῃ μέρος εἰς τὸ Συμβούλιον, τὸ ὁποῖον ἐπρόκειτο ὡς Ἄρειος Πάγος νὰ ἐκδικάσῃ τὴν ὑπόθεσιν! Ὁμολογῶ, ὅτι, ἂν ἤμην εἰς τὴν θέσιν τοῦ κ. ἐπιθεωρητοῦ, θὰ ἠρνούμην νὰ λάβω μέρος· θὰ ἔλεγον, ὅτι, «ἐπειδὴ ἀτυχῶς ἀνεμίχθην ἄλλοτε εἰς αὐτὴν τὴν ὑπόθεσιν, παρακαλῶ νὰ μὲ ἐξαιρέσητε ἀπὸ τὸ Συμβούλιον»· ἐκτὸς ἂν ἠθέλησε νὰ λάβῃ μέρος, ἵνα διαφωτίσῃ τοὺς ἀξιοτίμους συναδέλφους του, ὅσοι δὲν εἶχον μεταβῆ ἐπὶ τόπου, ἵνα ἐξετάσουν ἰδίοις ὄμμασι τὰ γενόμενα. Ἀλλ’ ἂς ἔλθωμεν εἰς τὴν γνωμοδότησιν τοῦ Συμβουλίου. Ἰδοὺ τί λέγει αὕτη ἐπὶ λέξει (ἀναγινώσκει): «Τὸ Συμβούλιον, ἔχον ὑπ’ ὄψιν τὰ ἀνωτέρω — τὴν εἰσηγητικὴν δηλονότι ἔκθεσιν τοῦ ἁρμοδίου τμηματάρχου — καὶ τὰς πολιτικὰς ἐκθέσεις τῶν κατόπιν τῆς καταγγελίας τοῦ κ. Πρωτοπαπαδάκη μελετησάντων τὸ προκείμενον ζήτημα κ. μηχανικῶν, παρατηρεῖ: 1) Ὅτι ἡ πληρωμὴ τῆς γενομένης ἐργασίας διὰ τὴν κατασκευὴν ἑνὸς μώλου ἐφαρμόζει οὐχὶ εἰς τὸν ὄγκον αὐτοῦ, ἀλλ’ εἰς τὴν μᾶζαν τῶν χρησιμοποιουμένων πετρωμάτων, ἥτις ἐξακριβοῦται διὰ τῆς πλάστιγγος. Τὸ σύστημα τοῦτο ἐγένετο γενικῶς παραδεκτὸν εἰς ὅλους τοὺς κατασκευασθέντας μέχρι τοῦδε λιμένας ἀνὰ τὴν ὑφήλιον, καὶ τὸ σύστημα τοῦτο παραδέχεται καὶ ἡ σύμβασις τῆς ἐν λόγῳ ἐργολαβίας.» Εὐχαριστοῦμεν τοὺς κυρίους ἐπιθεωρητὰς διὰ τὸ μάθημα, καὶ παρατηροῦμεν, ὅτι βεβαίως ὡς βάσις τῶν πρὸς τὸν ἐργολάβον πληρωμῶν λαμβάνονται αἱ ἐνδείξεις τῆς πλάστιγγος καὶ οὐχὶ ὁ ὄγκος τοῦ μώλου· ὅταν ὅμως αἱ ἐνδείξεις αὗται τίθηνται ἐν ἀμφιβόλῳ, ἢ ὅταν τὰ διὰ τῆς πλάστιγγος διερχόμενα πετρώματα δὲν βυθίζωνται εἰς τὰς οἰκείας θέσεις, δὲν δύναται ἆρά γε ὁ ὄγκος τοῦ μώλου νὰ χρησιμεύσῃ ὡς μέσον ἐξελέγξεως; Ἂν ὄχι, ποίαν ἔχουσι τότε σημασίαν τὰ ἄρθρα 12 καὶ 16 τῆς συμβάσεως, τὴν ὁποίαν ἐπικαλοῦνται οἱ κύριοι ἐπιθεωρηταί; Τὸ ἄρθρον 12 λέγει: «Πετρώματα, πίπτοντα ἐκτὸς τῶν οἰκείων θέσεών των, ἀφαιροῦνται ἐκ τῶν λογαριασμῶν τοῦ ἐργολάβου». Καὶ ἐρωτῶ ὑμᾶς, κύριε Ὑπουργέ, διὰ τῆς πλάστιγγος εὑρίσκουσιν οἱ ὑμέτεροι ἐπιθεωρηταὶ τὰ πετρώματα, ὅσα τυχὸν βυθίζονται ἐκτὸς τῶν οἰκείων θέσεών των, ἢ διὰ τῶν διατομῶν τοῦ κατασκευαζομένου μώλου; Καὶ περὶ τούτου ἀκριβῶς προνοεῖ τὸ ἄρθρον 16 τῆς συμβάσεως, ὁρίζον, ὅτι «τοιαῦται (κατὰ πλάτος) διατομαὶ θὰ λαμβάνωνται καὶ εἰς τὸ τέλος ἑκάστου μηνός». Γνωμοδοτοῦντες οἱ κύριοι ἐπιθεωρηταί, δὲν εἶχον, φαίνεται, ὑπ’ ὄψει των τὴν σύμβασιν· ἀλλὰ καὶ ταύτης δὲν εἶχον ἀνάγκην, καθόσον πρὸ ἑπτὰ μόλις μηνῶν οἱ αὐτοὶ (πλὴν ἑνὸς) ἐπιθεωρηταί, προκειμένου περὶ ζητήματος ὁμοίας ἀκριβῶς φύσεως ἐν τῇ κατασκευῇ σπουδαίων λιμενικῶν ἔργων ἐν ἄλλῃ ἐπαρχίᾳ τοῦ Κράτους, δὲν ἐδίστασαν νὰ παρατηρήσωσιν, ὅτι «λίαν ἀργὰ ἀνεκοινώθη εἰς τὸ Ὑπουργεῖον ἡ ἐν λόγῳ ὑπέρβασις, διότι ὁ διευθύνων μηχανικὸς ὤφειλε κατὰ μῆνα νὰ ἐκτελῇ τὰς ἀναγκαίας βολίσεις, καὶ σχηματίζῃ τὰς σχετικὰς ἐγκαρσίους διατομὰς, ὁπότε τὸ Συμβούλιον ἐν πάσῃ πεποιθήσει θὰ ἠδύνατο ν’ ἀποφανθῇ περὶ τοῦ πόθεν ἐπῆλθεν ἡ παρατηρουμένη ὑπέρβασις, ἴσως δὲ θὰ ἠδύνατο καὶ νὰ προληφθῇ αὕτη κατὰ μέγα μέρος.» Ἀλλ’ ἐπὶ τοῦ προκειμένου, Κύριοι, ἔρχομαι ἐγὼ, ἁπλοῦς ἰδιώτης, ἐν αὐτῇ τῇ ἀρχῇ τοῦ ἔργου καὶ καταγγέλλω τὸ γεγονός. Διατί οἱ κύριοι ἐπιθεωρηταὶ δὲν τὸ προλαμβάνουσι; Διατὶ ἐδὼ λαμβάνουσιν ὅλως διάφορον ἀπόφασιν ἐκείνης, τὴν ὁποίαν ἐλάμβανον, προκειμένου περὶ ἄλλου ἔργου ὁμοίας φύσεως, κακίζοντες μάλιστα τὸν μηχανικὸν, ὅστις δὲν τοὺς εἰδοποίησεν ἐγκαίρως, ἵνα ἐν πάσῃ πεποιθήσει ἀποφανθῶσι; Καὶ προχωρῶ, κύριοι Βουλευταὶ, εἰς τὴν ἀνάλυσιν τῆς γνωμοδοτήσεως τοῦ Συμβουλίου (ἀναγινώσκει): «2) Ὅτι προκειμένου περὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἑνὸς μώλου, ὁ προσδιορισμὸς τοῦ ὄγκου τῶν πετρωμάτων ὑπολογίζεται ἐπὶ τῇ βάσει τῶν διατομῶν τοῦ ἔργου, —διὰ τὸ μὴ εἶναι δυνατὸν ἄλλως γενέσθαι, —ἀνάγεται δὲ εἰς μάζαν λίθων, τῇ ἀφαιρέσει τῶν κενῶν, ἅτινα λαμβάνονται κατὰ προσέγγισιν ὑποθετικά. Οὕτως ἐν τῇ προκειμένῃ ἐργασίᾳ ὑπελογίσθησαν ὡς κενὰ 30% ἐπὶ τοῦ ὅλου ὄγκου τοῦ ἔργου. Τὰ κενὰ ταῦτα εἰς τὴν κατασκευὴν τῶν χειλῶν τοῦ λιμένος τῆς Μασσαλίας ὑπελογίσθησαν ὑπὸ τοῦ Πασχὰλ εἰς 25%, καὶ συνελόντι εἰπεῖν ἐξαρτῶνται ἔκ τε τοῦ σχήματος καὶ τοῦ μεγέθους τῶν τεμαχίων τῶν πετρωμάτων καὶ ἐκ τοῦ τρόπου τῆς διαθέσεως αὐτῶν.» Καὶ ἐδῶ, Κύριοι, θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ ἐπιμείνω ὀλίγον, διότι πρόκειται περὶ ἑνὸς τῶν κυριωτέρων ζητημάτων, τὰ ὁποῖα παρουσιάζουσι τὰ λιμενικὰ ἔργα, τοῦτο δὲ χρησιμεύει συχνὰ, ἵνα καλύπτωνται πολυειδεῖς καταχρήσεις, ἐξικνούμεναι πολλάκις εἰς ἑκατοντάδας ὅλας χιλιάδων δραχμῶν. Ὁ κύβος τῶν πετρωμάτων, ὅσος πληρώνεται εἰς τὸν ἐργολάβον, ἀποτελεῖ τὸ συμπαγὲς πέτρωμα, τὸ ἐκ τοῦ λατομείου ἀποκοπτόμενον· τοὐναντίον ὁ ὄγκος, τὸν ὁποῖον κατέχει ὁ μῶλος, δὲν εἶναι συμπαγὲς πέτρωμα, ἀλλ’ ἀποτελεῖται ἀπὸ τεμάχια πετρωμάτων, ἐρριμμένων κατὰ ὡρισμένην τινὰ τάξιν. Ἐνῷ δὲ τὸ συμπαγὲς πέτρωμα, ὁ βράχος δηλονότι, τὸν ὁποῖον ἀποκόπτομεν ἐν τῷ λατομείῳ, δὲν παρουσιάζει κενὰ, ὅταν οἱ οὕτως ἀποκοπέντες λίθοι ῥιφθῶσιν εἰς τὴν θάλασσαν πρὸς κατασκευὴν τοῦ μώλου, παρουσιάζουσιν ἐν τῷ μεταξὺ κενὰ, καὶ ταῦτα, ὡς ὀρθῶς παρατηρεῖ τὸ Συμβούλιον, ἐξαρτῶνται ἔκ τε τοῦ σχήματος καὶ τοῦ μεγέθους τῶν τεμαχίων τῶν πετρωμάτων καὶ ἐκ τοῦ τρόπου τῆς διαθέσεως αὐτῶν. Ἵνα παραβάλωμεν λοιπὸν τὸν ὄγκον τῶν ῥιφθέντων εἰς τὴν θάλασσαν πετρωμάτων πρὸς τὸν συμπαγῆ ὄγκον τοῦ λατομείου, πρέπει νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν τὰ ἐν τῷ πρώτῳ παρουσιαζόμενα κενά. Ταῦτα ὑπελόγισεν ἐνταῦθα ὁ μελετήσας τὸ ἔργον μηχανικὸς εἰς 30%. Ἀλλὰ οἱ κύριοι ἐπιθεωρηταὶ λέγουσιν, ὅτι ὁ Πασχὰλ ὑπελόγισε ταῦτα ἐν Μασσαλίᾳ εἰς 25%. Ἐγὼ, κύριοι Βουλευταὶ, δὲν γνωρίζω εἰς πόσον ὑπελόγισεν ὁ Πασχὰλ ἐν Μασσαλίᾳ τὰ κενά. Γνωρίζω μόνον, ὅτι μετὰ τὴν κατασκευὴν τῶν μώλων τῆς Μασσαλίας ἐξηκριβώθη ὡρισμένως, ὅτι τὰ κενὰ ἀνῆλθον εἰς 30%. Καὶ πρὸς βεβαίωσιν τῶν λεγομένων μου ἔφερα ἐνταῦθα δύο συγγράμματα. Τὸ ἕν εἶναι τὸ ἐπίσημον μάθημα τῶν λιμενικῶν ἔργων τῆς ἐν Παρισίοις Σχολῆς τῶν γεφυροδοποιῶν, εἰς τὸ ὁποῖον ὁ καθηγητὴς λέγει, ὅτι «εἰς τὸν μῶλον τῆς Μασσαλίας τὰ πετρώματα παρουσιάζουν 31% κενά»... Ἀλλὰ συνάδελφός τις μοί παρετήρησεν, ὅτι αὐτὰ εἶναι μαθήματα γενόμενα εἰς σχολεῖον, καὶ ἐνδεχόμενον νὰ ὑπάρχῃ εἷς μέσος ὅρος, ἡ δὲ ἀναλογία τῶν κενῶν νὰ ἦναι λ. χ. ἀντὶ 31%, 29% ἢ 28% μόνον. Ἐζήτησα λοιπὸν τὴν εἰδικὴν περιγραφὴν τῶν ἔργων τῆς Μασσαλίας. Αὕτη ἐγράφη ἀπὸ τὸν διευθύνοντα τὰ ἔργα μηχανικὸν ἐν ἔτει 1877, μᾶς λέγει δὲ οὗτος: «μετὰ τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ μώλου διὰ τοῦ τρόπου τούτου τῆς διατάξεως τῶν ὑλικῶν τὰ προκύψαντα εἰς τὸ σῶμα τοῦ μώλου τῆς Μασσαλίας κενὰ ἀνέρχονται εἰς 30%.»

§86Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ. Πῶς βεβαιοῦνται τὰ κενά;

§87Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Ὡς ἑξῆς, κύριε συνάδελφε. Ἔχω ἐδῶ, εἰς τὴν τσέπην μου, ἓν κουτὶ, ἐντὸς τοῦ ὁποίου, ἀφ’ ὅτου ἀπηγορεύθη τὸ καπνίζειν ἐντὸς τῆς αἰθούσης, περιέχονται καραμέλαι...

§88Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καραμέλαις εἶναι μέσα;

§89Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Μάλιστα... Ἐὰν αὐτὸ τὸ κουτὶ τὸ παρουσιάσητε εἰς τὸν ζαχαροπλάστην, καθ’ ἣν στιγμὴν κατασκευάζει οὗτος τὰς καραμέλας, ἵνα πληρώσῃ τοῦτο, θὰ περιέχῃ τὸ κουτὶ ὡρισμένον τινὰ ὄγκον. Ἐὰν τὸν ὄγκον τοῦτον κόψῃ κατόπιν εἰς τεμάχια, ταῦτα δὲν θὰ χωρέσουν πλέον εἰς τὸ κουτί· αἱ καραμέλαι κατέχουν οὕτω μεγαλύτερον ὄγκον, ὅταν ἦναι εἰς τεμάχια. Ἐὰν μετρήσωμεν τὸν ὄγκον εἰς τεμάχια, θὰ εὕρωμεν λ. χ. ὅτι εἶναι 1,20, ἐνῷ ὁ ὄγκος, μὲ τὸν ὁποῖον ἐπλήρωσεν ὁ ζαχαροπλάστης τὸ κουτὶ ἦτο 1,00.

§90Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλ’ οἱ ἐδῶ ὀρεινοὶ δὲν πείθονται, ὅτι εἶναι καραμέλαις αὐταῖς! (γέλως).

§91Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Οὕτω καὶ ἐν Μασσαλίᾳ κατεσκεύασαν μῶλον διὰ πετρωμάτων, τὰ ὁποῖα ἐζύγιζον ἐπακριβῶς. Διὰ τοῦ βάρους ὑπελόγισαν τὸν συμπαγῆ ὄγκον τῶν πετρωμάτων τούτων, ἐμέτρησαν κατόπιν τὸν ὄγκον τοῦ μώλου, καὶ εὗρον, ὅτι εἶναι οὗτος κατὰ 30% ἀνώτερος τοῦ συμπαγοῦς. Ἡ περίπτωσις λοιπόν, τὴν ὁποίαν ἐπεκαλέσθη τὸ Συμβούλιον τῶν Δημοσίων Ἔργων, ἵνα καὶ ἐνταῦθα καταβιβάσῃ τὴν ἀναλογίαν τῶν κενῶν ἀπὸ 30% — ὡς προϋπελογίσθησαν — εἰς 25%, δὲν ἦτο ἐπιτυχής, διότι ἐν τῇ εἰδικῇ ταύτῃ περιπτώσει ἡ ἀναλογία τῶν κενῶν, ἐξακριβωθεῖσα μάλιστα μετὰ τὴν ἀποπεράτωσιν τοῦ ἔργου, εἶναι 30%. Δὲν λέγω, ὅτι ἡ ἀναλογία αὕτη δὲν κατῆλθε καὶ κάτω τοῦ ὁρίου τούτου εἰς διάφορα ἔργα· ἀλλὰ συνήθως, ὁσάκις δὲν ἐγένοντο εἰδικαὶ πρὸς τοῦτο δοκιμαί, ἡ ἀναλογία αὕτη λαμβάνεται ἴση πρὸς 30%. Τοῦτον τὸν μέσον ὅρον ἔδωκεν ἡ πεῖρα, καὶ τοῦτον παρεδέχθη καὶ ὁ μελετήσας τὴν κατασκευὴν τοῦ ἐν Νάξῳ κυματοθραύστου μηχανικός. Τὰ δύο δὲ πειράματα, ἅτινα ὁ μηχανικὸς κ. Βουγιούκας ἐξετέλεσεν ἐκ τοῦ προχείρου ἐπὶ τόπου, ἔδωκαν ἀναλογίας καὶ ταύτης πολὺ μεγαλειτέρας. Καὶ ἰδοὺ ἡ σχετικὴ περικοπὴ τῆς ἐκθέσεώς του (ἀναγινώσκει): «Πρὸς ἐξακρίβωσιν τοῦ ἀνὰ κυβικὸν μέτρον πετρωμάτων ἀναλογοῦντος ποσοῦ τῶν κενῶν ἐπειραματίσθην ἐπὶ τόπου, καὶ κατεμέτρησα μεθ’ ὅσης ἠδυνήθην ἀκριβείας τὸν ὄγκον τοῦ κύτους μιᾶς φορτηγίδος, ὃν εὗρον 14,14 κυβικὰ μέτρα. Ἵνα πληρωθῇ τελείως ὁ ὄγκος οὗτος, ἐχρειάσθησαν 18,552 ὀκάδες συντριμμάτων, ἢ 16,500 ὀκάδες χαλίκων. Τὸ εἰδικὸν βάρος τῶν πετρωμάτων εὑρέθη 2,642 ὀκάδες (πρωτόκολλον φυλασσόμενον ἐν τοῖς γραφείοις τῆς Λιμενικῆς Ἐπιτροπῆς)· ἄρα ὁ καταληφθεὶς ὑπὸ τῶν πετρωμάτων ἐν τῇ φορτηγίδι ὄγκος εἶναι 9,08 κυβικῶν μέτρων διὰ τὰ συντρίμματα, καὶ 8,08 κυβικῶν μέτρων διὰ τοὺς χάλικας. Ἕπεται λοιπόν, ὅτι τὰ ἐν τοῖς συντρίμμασι κενὰ ἦσαν 36 ἐπὶ τοῖς ἑκατόν, τὰ δὲ ἐν τοῖς χάλιξι 38. Ἐπὶ τῶν ἐξαγομένων τούτων εἶναι ἀληθές, ὅτι δὲν ἔχω μεγάλην πεποίθησιν, ὅσον ἀφορᾷ τὸ ἀκριβὲς αὐτῶν.» Ἀλλ’ ἐγὼ δὲν ἐξετάζω, Κύριοι, ἂν κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν δοκιμῶν τούτων ἔσφαλεν ἢ μὴ ὁ κ. Βουγιούκας. Ἀρκοῦμαι εἰς τὸ ὅτι οὐδεμία ἄλλη ἐγένετο ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου δοκιμή. Ποῦ βασίζονται λοιπὸν οἱ κύριοι ἐπιθεωρηταί, παρατηροῦντες τὰ ἑξῆς; (ἀναγινώσκει): «3) Ὅτι ὁ ὑπὸ τοῦ μηχανικοῦ Βουγιούκα προσδιορισθεὶς διὰ βυθομετρήσεων καὶ διατομῶν ὄγκος τοῦ κατασκευασθέντος μώλου στηρίζεται εἰς τὴν συγγραφὴν τῶν ὑποχρεώσεων, διὰ 0,30 κενά, τοῦθ’ ὅπερ δὲν δύναται νὰ ληφθῇ ὡς ἀπολύτως ἀληθές· ἐξ ἄλλου δὲν ὑπολογίζει καὶ τὴν καθίζησιν, ἥτις προβλέπεται ἐν τῇ μελέτῃ τοῦ ἔργου εἰς 5%, καὶ ἥτις ἐνδεχόμενον νὰ ἐγένετο καὶ κατά τι μεγαλειτέρα. Ἐὰν ἑπομένως ληφθῶσι ταῦτα ὑπ’ ὄψιν, δηλονότι τὰ μὲν κενὰ εἰς 25% κατὰ τὸν Πασχάλ, ἡ δὲ καθίζησις εἰς 10% κατὰ μέσον ὅρον, τότε ὁ διὰ τῶν βυθομετρήσεων προσδιορισθεὶς ὄγκος τοῦ ἐκτελεσθέντος μώλου ἰσοῦται περίπου πρὸς τὸ ἐξαγόμενον διὰ τῆς ζυγίσεως.» Ὁμολογῶ, Κύριοι, ὅτι ἀδυνατῶ νὰ κατανοήσω τὴν λογικὴν τῆς τρίτης ταύτης παρατηρήσεως τοῦ Συμβουλίου. Διότι θὰ παρεδεχόμην ἐν ἀνάγκῃ τὴν ἐλάττωσιν τῶν κενῶν εἰς 25%, ἀλλ’ ἀδυνατῶ νὰ ἐννοήσω, ὅτι «πετρώματα ῥιφθέντα, τὰ μὲν ἐπὶ τοῦ παλαιοῦ μώλου, συντελεσθέντος πρὸ τριακονταετίας καὶ πλέον, τὰ δὲ ἐπὶ ἀμμώδους καὶ γρανιτικοῦ πυθμένος, ἀλλ’ ἐπὶ πάχους ἐλαχίστου σχετικῶς», ἀδυνατῶ, λέγω, νὰ ἐννοήσω, πῶς τὸ βάρος τόσον μικροῦ ποσοῦ πετρωμάτων ἐγένετο πρόξενον τόσον μεγάλης καθιζήσεως, 10%. Καὶ εἶναι τῷ ὄντι ἀπορίας ἄξιον, πῶς οἱ κύριοι ἐπιθεωρηταὶ δὲν ἐπρόσεξαν, ὅτι ὁ μελετήσας τὸ ἔργον μηχανικός, λέγει ἐν τῇ ἐκθέσει του (ἀναγινώσκει): «Ὁ πυθμὴν τῆς θαλάσσης εἶναι ἀμμώδης μετὰ βραχωδῶν στρωμάτων, οὐδενὸς ὑπάρχοντος φόβου καθιζήσεως· παράδειγμα ἔστω ὁ ἀρχαῖος καὶ ὁ κατὰ τὸ 1862 κατασκευασθεὶς μῶλος, ὅστις δὲν ὑπέστη τὴν ἐλαχίστην καθίζησιν.» Καὶ εἶναι, ἐπαναλαμβάνω, ἄπορον, πῶς ὁ ἀποτελῶν μέρος τοῦ γνωμοδοτοῦντος Συμβουλίου τῶν Δημοσίων Ἔργων ἐπιθεωρητὴς κ. Τζώτζης δὲν εἰδοποίησε τοὺς συναδέλφους του κυρίους ἐπιθεωρητάς, ὅτι τὸ κατ’ ἀπαίτησίν του προστεθὲν ἐν ὑστερογράφῳ εἰς τὰς συγγραφὰς ἄρθρον 30 λέγει ῥητῶς, (ἀναγινώσκει): «Ὁ ἐργολάβος οὐδεμίαν δύναται νὰ ἐγείρῃ ἀξίωσιν ἀποζημιώσεως ἐπὶ τῷ λόγῳ...ὅτι συνεπείᾳ καθιζήσεως τοῦ πυθμένος ἐπῆλθε μεταβολὴ εἰς τὰς ἀπὸ τῆς ἐγκεκριμένης διατομῆς προκυπτούσας ἀναλογίας,...ὡς καὶ δι’ ἐκεῖνα (τὰ πετρώματα), ἅτινα ἤθελον ἀποτεθῆ ἐπὶ πλέον τῶν προϋπολογισθέντων συνεπείᾳ καθιζήσεως τοῦ πυθμένος...» Τὸ Συμβούλιον τῶν Δημοσίων Ἔργων δὲν ἐξετάζει οὕτω, εἰμὴ τὸ ζήτημα τῶν κενῶν καὶ τὸ ζήτημα τῆς καθιζήσεως, νομίζον ὅτι ἐκάλυψε διὰ τούτων τὸ ἔλλειμμα, ἀντιπαρέρχεται δὲ τὰ λοιπά. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὰ πετρώματα, ὅσα ἐρρίφθησαν ἐκτὸς τῶν οἰκείων θέσεων, τὴν παρέκκλισιν τοῦ ἄξονος πρὸς τὰ ἔσω τοῦ λιμένος, τὴν ποιότητα τῶν πετρωμάτων, τὰ ὁποῖα ὁ μηχανικὸς κ. Βουγιούκας περιγράφει μὲ τὰ μελανώτερα χρώματα, πάντα ταῦτα τὸ Συμβούλιον περιλαμβάνει εἰς τὸ ἐδάφιον 5 τῆς γνωμοδοτήσεως, ἀποφαινόμενον (ἀναγινώσκει): «Ὅπως δήποτε καὶ ἂν ἔχῃ ἡ ὑπόθεσις αὕτη» — παρακαλῶ, κύριοι Βουλευταί, νὰ προσέξητε εἰς τοῦτο, διότι ἀποτελεῖ, νομίζω, τὴν κορωνίδα τῆς ὅλης γνωμοδοτήσεως, — «ὁ ἐργολάβος δὲν φέρει εὐθύνην, διότι κατὰ τὰς διαβεβαιώσεις τοῦ τε ἐπὶ τῆς ἐπιβλέψεως τῶν ἔργων ἐργοδηγοῦ καὶ τοῦ νομομηχανικοῦ Κυκλάδων, οὗτος (ὁ ἐργολάβος), συνεμορφώθη ἐπακριβῶς πρὸς τὰς ὑπὸ τούτων δοθείσας αὐτῷ ὁδηγίας καὶ διαταγάς»!

§92Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ποῖος εἶναι ὁ ἐργολάβος;

§93Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Ὀνομάζεται Λεονταρίτης. Οὕτως, ὅ,τι καὶ ἂν συνέβη, ὁ ἐργολάβος, οὐδεμίαν φέρει εὐθύνην, οὐδεμίαν ὑπέχει ὑποχρέωσιν, διότι τοιαύτας ἐλάμβανε διαταγὰς ἀπὸ τοὺς ἐπιβλέποντας αὐτὸν ὑπαλλήλους τῆς Λιμενικῆς Ἐπιτροπῆς! Ἀλλ’ οἱ ὑπάλληλοι οὗτοι ἐπιβάλλονται ἀναγκαστικῶς ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου εἰς τὴν Λιμενικὴν Ἐπιτροπήν. Ἐζήτησα νὰ βεβαιωθῶ, ἂν δὲν φέρει τὴν εὐθύνην αὐτὴ ἡ Κυβέρνησις, καὶ ἂν ἐν παρομοίᾳ περιπτώσει δὲν δύναται δικαστικῶς νὰ ζητηθῶσι παρ’ αὐτῆς ἀποζημιώσεις· ἀλλὰ καὶ τοῦτο, φαίνεται, δὲν εἶναι δυνατόν. Ἡ Κυβέρνησις εὐθύνεται τότε μόνον, ὅταν ἐκ τῆς ζημίας τοῦ Λιμενικοῦ Ταμείου ὠφελήθη τὸ Δημόσιον· ἀλλ’ ἐδῶ ἐκ τῆς ζημίας τοῦ Λιμενικοῦ Ταμείου δὲν ὠφελήθη τὸ Δημόσιον.

§94ΜΙΧ. ΣΤΕΛΛΑΚΗΣ. Ἐὰν τυχὸν ὠφεληθῶσιν οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι, ἔχει δικαίωμα ἀποζημιώσεως τὸ Λιμενικὸν Ταμεῖον;

§95Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Δὲν ἔχει δυστυχῶς. Ἀλλὰ τίς λοιπὸν φέρει τὴν εὐθύνην, κύριοι Βουλευταί; Οὐδείς, λέγουσιν οἱ κύριοι ἐπιθεωρηταί! Ὁ ἐργολάβος, διατείνομαι ἐγώ. Καὶ δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι, ἂν οἱ κύριοι ἐπιθεωρηταί, κύριε Ὑπουργὲ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, μελετήσωσι τὰς συγγραφὰς, θὰ ὁμολογήσωσι μετ’ ἐμοῦ, ὅτι ὁ ἐργολάβος φέρει ἀκεραίαν τὴν εὐθύνην. Τὸ ἄρθρον 23 τῶν συγγραφῶν λέγει τῷ ὄντι (ἀναγινώσκει): «Ὁ ἐργολάβος ὀφείλει νὰ συμμορφωθῇ μὲ τοὺς προϋπολογισμοὺς, διατομὰς, σχέδια καὶ μὲ τὰς ἐγγράφους διαταγὰς τῆς ὑπηρεσίας, ἐφ’ ὅσον αὗται δὲν ἀντιβαίνουσιν εἰς τὴν παροῦσαν». Τί δὲ λέγει ἡ παροῦσα συγγραφὴ, ὅσον ἀφορᾷ τὸν ἄξονα τοῦ μώλου; τὸν καθορίζει τελείως διὰ τοῦ ἄρθρου 2 (ἀναγινώσκει): «Ὁ ἄξων τοῦ μώλου διήκει κατὰ τὴν ἐπέκτασιν τοῦ ὑπάρχοντος καὶ διευθύνεται πρὸς τὸ ἔναντι ἀκρωτήριον τῆς Στυλίδος...» Ἐὰν λοιπὸν ὁ νομομηχανικὸς Κυκλάδων ἐπέβαλλεν εἰς τὸν ἐργολάβον ν’ ἀκολουθήσῃ ἄξονα τοῦ μώλου διάφορον ἐκείνου, ὃν καθορίζει τὸ ἄρθρον 2 τῆς συγγραφῆς, ὁ ἐργολάβος εἶναι ὑπεύθυνος, διότι τὸ ὑπ’ αὐτοῦ ὑπογραφὲν συμβόλαιον δὲν τῷ ἐπιτρέπει ἐν τῇ περιπτώσει ταύτῃ νὰ ὑπακούσῃ εἰς τὰς διαταγὰς τοῦ νομομηχανικοῦ. Διὰ τὸν αὐτὸν λόγον, ἐὰν ὁ ἐργολάβος διαταχθῇ ὑπὸ τοῦ μηχανικοῦ, ἢ καὶ οἱουδήποτε ἄλλου, νὰ ῥίψῃ, καὶ ῥίψῃ, πετρώματα ἐκτὸς τῶν ἐγκεκριμένων διατομῶν, ἐκτὸς τῶν οἰκείων θέσεων, ὁ ἐργολάβος εἶναι ὑπεύθυνος διὰ τοῦτο, καὶ δὲν δύναται νὰ πληρωθῇ τὰ πετρώματα ταῦτα, διότι δὲν ὤφειλε νὰ ὑπακούσῃ εἰς τὸν μηχανικὸν, ἔχων ὑπ’ ὄψει τὸ αὐτό, ὡς καὶ πρὶν, ἄρθρον 23, ἐν συνδυασμῷ πρὸς ἕτερον ἄρθρον, τὸ ὁποῖον ἀπαγορεύει τὴν πληρωμὴν τῶν πετρωμάτων, ὅσα δὲν ἐρρίφθησαν εἰς τὰς οἰκείας θέσεις. Δὲν ζητῶ τὸ ἄρθρον, ἵνα μὴ χρονοτριβῶ...

§96ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διὰ νὰ μὴ κουράσητε τὴν Βουλήν.

§97Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Ἐὰν ἡ Βουλὴ ἐκουράσθη, νὰ διακόψωμεν.

§98ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι, διόλου.

§99Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Τότε ἐξακολουθῶ τὴν ἀνάγνωσιν τῆς γνωμοδοτήσεως (ἀναγινώσκει): «6) Ὅτι, ἐὰν δὲν ἐγένετο ἡ δέουσα βεβαίωσις ἐκ μέρους τοῦ βυθιστοῦ ἐπιστάτου τῶν ὄγκων τῶν προσκομιζομένων πρὸς βύθισιν διαφόρων πετρωμάτων, τοῦτο καταδεικνύει ἄγνοιαν ἢ ἀμέλειαν περὶ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν καθηκόντων τῶν ἁρμοδίων, ἢ χαλαρότητα διευθύνσεως καὶ ἐπιβολῆς ἐκ μέρους τοῦ ἔχοντος τὴν ἐπίβλεψιν τοῦ ἔργου ἐργοδηγοῦ, τοῦθ’ ὅπερ οὐδόλως εὐθύνει τὸν ἐργολάβον.» Ἀλλὰ μήπως ἐπεβλήθη τοὐλάχιστον τιμωρία, ἔστω καὶ ἡ ἐλαχίστη, εἰς οἱονδήποτε τῶν οὕτω καταγγελλομένων ὑπαλλήλων; Καὶ δὲν νομίζετε, κύριε Ὑπουργὲ, ὅτι ἐπιτακτικὴ εἶναι ἡ λῆψις νομοθετικῶν μέτρων πρὸς περιστολὴν τῆς τοιαύτης καταστάσεως; Τέλος (ἀναγινώσκει): «γνωμοδοτεῖ τὸ Συμβούλιον, ὅπως γείνῃ δεκτὴ ἡ ἐκτελεσθεῖσα ἐργασία, ἡ ἐξαγομένη ἐκ τῶν δελτίων ζυγίσεως τῶν πετρωμάτων», ἐνῷ, κύριοι Βουλευταὶ, αὐτὸ τοῦτο τὸ Συμβούλιον, ἀποτελούμενον ἐκ τῶν αὐτῶν (πλὴν ἑνὸς) ἐπιθεωρητῶν, διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθμὸν 256 τοῦ 1902 πράξεως αὐτοῦ, προκειμένου περὶ ὁμοίας διαφορᾶς, ἀναφυείσης μεταξὺ τοῦ ἐργολάβου καὶ τῆς Λιμενικῆς Ἐπιτροπῆς, ἀπεφήνατο, συνιστῶν τὴν ἔγκρισιν τῆς ὑπερβάσεως (ἀναγινώσκει): «ὑπὸ τὸν ὅρον, ἵνα ἐκ τῶν προϋπολογισθέντων ἐπὶ πλέον πετρωμάτων, ἀνερχομένων εἰς μέτρα κυβικὰ 228,490, καταλογισθῶσιν εἰς βάρος τοῦ ἐργολάβου οἱ πέραν τῶν ἐγκεκριμένων ὁρίων τῶν διατομῶν βυθισθέντες χάλικες,...ὡς παρὰ τὰ συμπεφωνημένα βυθισθέντες.» Νομίζω, κύριοι Βουλευταὶ, ὅτι δὲν ἔχουσιν ἀνάγκην πλειοτέρων σχολίων ὅσα προηγουμένως ἐξέθηκα, ἵνα καταφανῇ ἡ σημασία, ἥτις πρέπει ν’ ἀποδίδηται εἰς τὰς τοιαύτας πράξεις. Ἵνα δὲ τελείως πεισθῇ περὶ τούτου καὶ ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸς, θὰ τελειώσω, ἐπαναλαμβάνων καὶ προσαρμόζων εἰς τὴν ἀπασχολοῦσαν ἡμᾶς περίπτωσιν ὅ,τι ἄλλοτε ἔγραφεν ὁ διευθύνων τὴν κεντρικὴν ὑπηρεσίαν τῶν λιμενικῶν ἔργων μηχανικὸς, ὅστις παρὰ πάντων ὁμολογεῖται ἀδαμαντίνου χαρακτῆρος ὑπάλληλος (ἀναγινώσκει): «Αἱ διατομαὶ τῆς ἐκτελέσεως πόρρω ἀπέχουσι τοῦ ν’ ἀντιπροσωπεύωσι τὰς ἐγκεκριμένας διατομὰς τοῦ σχεδίου, ἀλλὰ διαφέρουσι τούτων οὐσιωδῶς, κατά τε τὰς κλίσεις τῶν πρωνῶν καὶ τὴν μορφὴν, ἀπορροφήσασαι πρὸς πραγματοποίησίν των, εἰς μάτην, σημαντικὴν ποσότητα πετρωμάτων...» Ἐν τούτοις τὸ Συμβούλιον τῶν Δημοσίων Ἔργων συγκαταλέγει, ἐναντίον τοῦ ἄρθρου 12 τῆς συγγραφῆς τῶν ὑποχρεώσεων, μεταξὺ τῶν ὀφειλομένων εἰς τὸν ἐργολάβον καὶ τὰ ἐκτὸς τῶν διατομῶν βυθισθέντα πετρώματα, προβάλλον πρὸς δικαιολογίαν τὰς ἀταξίας, μεθ’ ὧν ἐβυθίσθησαν τὰ πετρώματα, τὴν ἄγνοιαν ἢ ἀμέλειαν περὶ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν καθηκόντων τῶν ἁρμοδίων, τὴν χαλαρότητα διευθύνσεως καὶ ἐπιβολῆς ἐκ μέρους τοῦ ἔχοντος τὴν ἐπίβλεψιν τοῦ ἔργου ἐργοδηγοῦ, κλπ. —δικαιολογίαι καθ’ ἡμᾶς ἀνίσχυροι, ἀβάσιμοι καὶ ἀντικείμεναι εἰς ῥητὴν διάταξιν (ἄρθρον 23) τῆς μεταξὺ ἐργολάβου καὶ ἐργοδηγοῦ συμβάσεως. Ἂν δὲ ἐν τοῖς τοιούτου εἴδους ἔργοις αἱ τοιαῦται δικαιολογίαι ἐλαμβάνοντο σοβαρῶς ὑπ’ ὄψιν, ἀγνοοῦμεν ποία ἤθελεν εἶσθαι ἡ τύχη τῶν λιμενικῶν ταμείων, διότι, ἅπαξ δεκτῆς γενομένης ὑπερβάσεώς τινος τῶν ἐγκεκριμένων διατομῶν, δὲν βλέπομεν διὰ τίνα λόγον δὲν θὰ ἐγίνετο ἀποδεκτὴ καὶ ἑτέρα τοιαύτη, ἴσως μείζων τῆς πρώτης, καὶ οὕτω καθεξῆς, ἄνευ ὁρίου τινός, διότι τὸ ὅριον εἶναι ἡ ἐγκεκριμένη διατομή. Πέραν ταύτης δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ λογικῶς καὶ νομίμως ὡρισμένον τι ὅριον ἀνεκτῶν ὑπερβάσεων, καὶ συνεπῶς ἀφίεται εἰς τὸν ἐργολάβον τὸ στάδιον ἐλεύθερον νὰ βυθίζῃ ὅσα οὗτος ἤθελε πετρώματα μέχρις ἐξαντλήσεως τοῦ Λιμενικοῦ Ταμείου. Ἐκ τῆς ἐκτυλίξεως τῆς περὶ ἧς πρόκειται ὑποθέσεως ἀποκαλύπτεται τὸ γεγονὸς, ὅτι, ὡς ἔχουσι δυστυχῶς παρ’ ἡμῖν τὰ πράγματα, οὐδεὶς ἔλεγχος ὑπὸ τῶν ἁρμοδίων ἐξασκεῖται πρὸς κανονικὴν καὶ συμφώνως ταῖς συγγραφαῖς ὑποχρεώσεων ἐκτέλεσιν τῶν ἔργων, καὶ οὐδὲν ὑπ’ αὐτῶν λαμβάνεται μέτρον πρὸς περιστολὴν τῶν αἰσχροκερδῶν τάσεων τῶν ἐργολάβων ἐντὸς τῶν ὑπὸ τοῦ νόμου καὶ τῆς ἠθικῆς διαγεγραμμένων ὁρίων. Ἐπὶ τούτων ἐπεθύμουν νὰ προκαλέσω τὴν ὑμετέραν προσοχήν, κύριε Ὑπουργέ. Εἰς ὑμᾶς ἤδη ἀπόκειται, ἢ νὰ κυρώσητε διὰ τῆς ὑπογραφῆς σας τὴν ἀπόφασιν τοῦ Συμβουλίου τῶν Δημοσίων Ἔργων, ἢ νὰ παραπέμψητε τὴν ὑπόθεσιν εἰς ἄλλους, δυναμένους νὰ κρίνωσι δικαιότερον, ἵνα μὴ εἴπω ἠθικώτερον.

§100Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Λαμβάνων ἀφορμὴν ἐκ τῆς ἐκτελέσεως πολιτικῆς τινος ἀποφάσεως τῶν ἡμετέρων Δικαστηρίων, προδιδούσης τὴν ἀνοχὴν ἢ μᾶλλον τὴν βαρεῖαν ἀμέλειαν τῆς Πολιτείας, ἀναγκάζομαι νὰ ποιήσωμαι σύστασιν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, καὶ ἰδίᾳ πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ὅπως ὡς οἷόν τε τάχιον λάβῃ πρόνοιαν νομοθετικὴν καὶ θεραπεύσῃ τὸ κακόν. Ὡς γνωστόν, ἐν τῇ ἡμετέρᾳ νομοθεσίᾳ, τῇ ἀστικῇ, ἀναφέρεται εἰς πολλὰ μέρη ἡ λέξις ἄφαντος, ἀλλ’ ἐν αὐτῇ οὐδεμία ἀναγράφεται διάταξις, κανονίζουσα τὸ ζήτημα τῶν ἀφάντων...

§101Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Σπουδαιότατον ζήτημα.

§102Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Ὡς γνωστὸν δέ, ἐκ τῆς ἰδιαιτέρας ἡμῶν πατρίδος πολλοὶ πολῖται ἀποδημοῦσιν εἰς τὸ ἐξωτερικόν, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον ἐπιτείνεται ἀφ’ ἧς ἐποχῆς ἤρξαντο ἀποδημοῦντες εἰς μακροτάτας ἐπαρχίας καὶ πόλεις τῆς Ἀμερικῆς. Ἐκ τούτου δὲ τὸ κακὸν τῆς ἐλλείψεως διατάξεως περὶ ἀφάντων γίνεται ὁσημέραι μεγαλείτερον. Γνωρίζω ἐξ ἰδίας ἀντιλήψεως, ὅτι πολλοὶ τοκογλύφοι, ἐπωφελούμενοι ἐκ τοῦ θανάτου ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι μετέβησαν εἰς τὴν ἀλλοδαπήν, τῶν ὁποίων ὅμως οἱ κληρονόμοι δὲν εἶναι εἰς θέσιν νὰ βεβαιώσωσι τὸ γεγονὸς τοῦ θανάτου των, ἐπωφελούμενοι, λέγω, ἐκ τῆς ἀδυναμίας τούτων, ἢ μᾶλλον ἐκ τοῦ κενοῦ τῆς ἡμετέρας νομοθεσίας, καταφεύγουσιν εἰς τὴν συνήθη διαδικασίαν τῶν ἀφάντων, καὶ κατορθοῦσι ν’ ἀπαλλοτριῶσιν ὁλοκλήρους κολοσιαίας περιουσίας δι’ ἐλάχιστα ποσά, οἱ δὲ κληρονόμοι νὰ μένωσι μὲ τὰς χεῖρας ἐσταυρωμένας, μὴ δυνάμενοι ὡς ἐκ τοῦ κενοῦ τῆς νομοθεσίας νὰ ἔχωσιν ἔνδικον μέσον, ὅπως σώσωσι τὰς περιουσίας των. Τὸ ζήτημα εἶναι ἄξιον προσοχῆς, καὶ πρέπει ἡ Κυβέρνησις νὰ τὸ λάβῃ ὑπὸ σπουδαίαν ἔποψιν. Ἵνα δὲ διευκολύνω τὴν Κυβέρνησιν, ὑπενθυμίζω αὐτῇ, ὅτι συνέστη ἐπιτροπὴ πρὸς κατάρτισιν κώδικος, ὅστις κατὰ τὸ μέρος αὐτὸ τῶν ἀφάντων ἔχει ἤδη ἑτοιμασθῆ καὶ εὑρίσκεται εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης. Δὲν πρέπει δὲ νὰ περιμένωμεν τὴν κατάρτισιν ὁλοκλήρου τοῦ κώδικος, ἵνα ψηφίσωμεν καὶ τὸ περὶ ἀφάντων μέρος μεθ’ ὅλου τοῦ κώδικος, ἀφοῦ τὸ ζήτημα αὐτὸ παρουσιάζεται ὡς λίαν κατεπεῖγον, καὶ δέον νὰ τύχῃ τάχιστα τῆς νομοθετικῆς μερίμνης.

§103Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Ἐπιτρέψατέ μοι νὰ ὑποβάλω νομοσχέδιον περὶ τῆς δυνάμεως τοῦ κατὰ θάλασσαν στρατοῦ τοῦ ἔτους 1903.

§104ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 234).

§105Κ. ΓΕΡΑΚΗΣ. Κατὰ προηγουμένην συνεδρίασιν εἶχον παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης—καὶ ἐπεθύμουν νὰ ἦναι οὗτος παρών, διότι ἤθελον ἀπευθύνει αὐτῷ ἐρώτησιν χρήσιμον, ἀπευθύνομαι ὅμως πρὸς ὑμᾶς, κ. Πρωθυπουργὲ, ἐλπίζων ὅτι θέλετε λάβει τὰ κατάλληλα μέτρα καὶ θέλετε μεταβιβάσει εἰς αὐτὸν ὅσα θέλω εἴπει, —κατὰ προηγουμένην, λέγω, συνεδρίασιν εἶχον παρακαλέσει τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, ἂν οἱ ἀπουσιάσαντες ἐκ τῆς ἕδρας των δικασταὶ κατὰ τὴν ματαιωθεῖσαν συνεδρίασιν τῆς 29 Νοεμβρίου παρελθόντος ἔτους τοῦ Πλημμελειοδικείου Κεφαλληνίας ἀπουσίαζον δυνάμει ἀδείας, ἢ αὐτοβούλως καὶ αὐτοδικαίως, καὶ δεύτερον, τί ἐνήργησε κατόπιν τοῦ παρ’ ἐμοῦ ἀπευθυνθέντος τηλεγραφήματος πρὸς τὸν κύριον Ὑπουργὸν καὶ κατόπιν τοῦ τηλεγραφήματος, ὅπερ ἀπηύθυνεν ὁ Εἰσαγγελεὺς τῶν ἐν Κεφαλληνίᾳ Πλημμελειοδικῶν. Κατὰ τὴν παρελθοῦσαν συνεδρίασιν κατέθηκεν ἀπάντησιν μερικὴν ἐπὶ τῆς ἐπερωτήσεώς μου ἐκείνης ὁ κ. Ὑπουργός, δηλ. τηλεγράφημα τοῦ Εἰσαγγελέως τῶν ἐν Κεφαλληνίᾳ Πλημμελειοδικῶν, πληροφοροῦντος τὸν κ. Ὑπουργόν, ὅτι «κατὰ συνεδρίασιν Πλημμελειοδικείου 29 Νοεμβρίου ἐκ τῶν δικαστῶν πρόεδρος Φαρσῆς ἀπουσίαζε, κληθεὶς εἰς Ἀθήνας διὰ λόγους ὑπηρεσίας, πρωτοδίκης Λυγδόπουλος ἠσθένει, καὶ πρωτοδίκης Σταυρόπουλος δὲν εἶχεν εἰσέτι ἐπιστρέψει, μεταβὰς ὡς δικαστικὸς ἀντιπρόσωπος κατὰ ἐνεργηθεῖσαν βουλευτικὴν ἐκλογήν.» Ὡς εἶναι γνωστὸν εἰς ὑμᾶς, ἵνα συνεδριάσῃ τὸ Πλημμελειοδικεῖον, ἀπαιτοῦνται τρεῖς τακτικοὶ δικασταί. Δύο τοιοῦτοι ἦσαν παρόντες κατὰ τὴν συνεδρίασιν ἐκείνην, ἠσθένει ὁ δικαστὴς Λυγδόπουλος, ἀπουσίαζε δὲ ἄνευ ἀδείας ὁ Γ. Σταυρόπουλος. Ἠθέλησε, φαίνεται, ὁ κ. Εἰσαγγελεὺς νὰ δικαιολογήσῃ τὸν ἀπουσιάζοντα παρανόμως κ. Σταυρόπουλον, καὶ ὡς ἐκ τούτου ἔρχεται ἀρωγὸς, λέγων, ὅτι δὲν εἶχεν εἰσέτι ἐπιστρέψει, μεταβὰς ὡς δικαστικὸς ἀντιπρόσωπος. Ἀλλ’ ἡ ἐκλογὴ ἡ βουλευτικὴ ἐγένετο κατὰ τὴν 17 Νοεμβρίου, ἡ δὲ συνεδρίασις τοῦ Πλημμελειοδικείου ἐματαιώθη κατὰ τὴν 29 Νοεμβρίου, ἤτοι 12 μετὰ τὴν ἐκλογὴν ἡμέρας, ἐνῷ ὁ Σταυρόπουλος εὑρίσκετο εἰς Μεσολόγγιον, ὁπόθεν εἶχε 10 ἀτμόπλοια, ἐὰν ἤθελε, νὰ ἐπιστρέψῃ εἰς τὴν ἕδραν του. Οὗτος ὅμως, ὡς νομίζω, ἐπωφεληθεὶς τῆς τότε γενομένης Κυβερνητικῆς μεταλλαγῆς, ἦλθεν εἰς Ἀθήνας καὶ διεσκέδαζε, κατέλιπε δὲ τὴν ἕδραν του, καὶ δὲν ἐπέστρεψεν εἰς αὐτὴν παρὰ κατὰ τὰς ἀρχὰς Δεκεμβρίου. Κύριοι Βουλευταί, πρέπει νὰ γνωρίζητε, ὅτι ὁ δικαστὴς οὗτος εἶναι συνηθισμένος εἰς τὴν ἀμέλειαν τοῦ καθήκοντός του...

§106Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Εἴπετε ὅτι λέγεται Γεώργιος Σταυρόπουλος. Αὐτὸς εἶναι ἄριστος δικαστὴς, ὁ πρῶτος διακριθεὶς ἐν τῷ διαγωνισμῷ τοῦ 1892.

§107Κ. ΓΕΡΑΚΗΣ. Ὁ δικαστὴς οὗτος ἔλαβεν ἄδειαν κατὰ τὸ διάστημα τῶν διακοπῶν, ἀλλ’ ἐγκατέλειψε τὴν θέσιν του πρὸ 6 ἢ 7 ἡμερῶν, καὶ ἐπανῆλθε μετὰ 15 ἡμέρας ἀπὸ τῆς λήξεως τῆς ἀδείας του, ἤτοι κατὰ τὴν 15 Σεπτεμβρίου, καὶ ὡς ἐκ τούτου κατὰ τὸ δίμηνον διάστημα τῶν διακοπῶν δὲν συνεδρίαζε τὸ Πλημμελειοδικεῖον, καὶ ἔμειναν ἄνθρωποι προφυλακισμένοι ἐπὶ δύο μῆνας, διότι ἕνεκα τῆς ἀπουσίας τῶν δικαστῶν δὲν ἠδύνατο νὰ συνεδριάσῃ τὸ Πλημμελειοδικεῖον...

§108ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν εἶναι ἀμέλεια αὐτό.

§109Κ. ΓΕΡΑΚΗΣ. Ἀμέλεια εἶναι, διότι, ὅταν εἷς δικαστὴς ἄνευ ἀδείας ἀπουσιάζῃ ἐκ τῆς ἕδρας του, παραμελεῖ τὸ καθῆκον του...Ἀλλὰ πλὴν τούτου σᾶς λέγω καὶ τὸ ἑξῆς, διὰ νὰ ἴδητε ὁποίαν ἀμέλειαν ἔχει ὁ δικαστὴς οὗτος εἰς τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν καθηκόντων του. Ὅτε ἐπανῆλθον κατὰ τὰς ἑορτὰς εἰς τὴν Κεφαλληνίαν, ἐπειδὴ μεταξὺ τῶν συζητηθεισῶν διαφόρων ὑποθέσεων ὑπὸ τοῦ Πρωτοδικείου ἀνῆκον καὶ τινες εἰς ἐμὲ, μετέβην ἵνα ἴδω, μετὰ τὴν 1ην Ἰανουαρίου, ἐὰν ἐδημοσιεύθησαν αἱ ἀποφάσεις ἐπὶ τῶν ἐκδικασθεισῶν ὑποθέσεων, αἱ ὁποῖαι εὑρίσκοντο εἰς χεῖρας τοῦ εἰρημένου δικαστοῦ ἀπὸ τοῦ Ὀκτωβρίου μέχρι τῆς 1 Ἰανουαρίου. Εἶδον, ὅτι ὅλων τῶν ὑποθέσεων, αἱ ὁποῖαι εὑρίσκοντο εἰς χεῖρας τῶν ἄλλων δικαστῶν, εἶχον δημοσιευθῆ αἱ ἀποφάσεις, ἐνῷ ὁ κύριος αὐτὸς, ὁ ὁποῖος εἶχε δέκα μόνον ὑποθέσεις, δὲν εἶχεν ἐκδώσει, εἰμὴ τρεῖς μόνον, νομίζω, ἀποφάσεις. Ἐζήτησα πληροφορίας παρὰ τοῦ γραμματέως, ὁ ὁποῖος μοὶ εἶπεν, ὅτι «περιμένομεν νὰ τὰς ἐπιστρέψῃ ὁ κ. εἰσηγητής, ἵνα τὰς δημοσιεύσωμεν, ἀλλ’ ὑποθέτομεν, ὅτι μέχρι τῆς στιγμῆς ταύτης δὲν εἰργάσθη, καὶ κατὰ συνέπειαν εἶναι ἄγνωστον, ἂν θὰ δημοσιευθῶσι, καὶ πότε· ἐὰν ὅμως τὰς ἐπιστρέψῃ, θὰ τὰς δημοσιεύσωμεν μὲ ἡμερομηνίαν προγενεστέραν τῆς 1 Ἰανουαρίου». Τότε τῷ εἶπον, ὅτι, ἐὰν πράξῃ τοῦτο, θὰ τὸν καταγγείλω ἐπὶ ψευδεῖ πιστοποιήσει. Πάντα ταῦτα ἀναφέρω, κύριοι Βουλευταί, ἵνα δείξω ὑμῖν, ποῦ εὑρίσκεται ἡ Δικαιοσύνη ἐν ταῖς ἐπαρχίαις, καὶ πρὸ πάντων ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ μου. Καὶ δὲν θέλω νὰ ἀναφέρω ὑμῖν ἄλλα τινὰ γεγονότα, λαβόντα χώραν πρό τινων ἡμερῶν ἐν Ἀργοστολίῳ· πρέπει μόνον νὰ γνωρίζητε, ὅτι ἡ κοινωνία Ἀργοστολίου διῃρέθη εἰς λαὸν καὶ εἰς δικαστάς, καὶ πολλάκις δὲν ἐπιθυμῶ νὰ φέρω ἐνώπιον τῆς Βουλῆς τὴν κατάστασιν τῆς Δικαιοσύνης, ἀλλ’ ἀνέφερα ταῦτα κατὰ καθῆκον, ἵνα καταστήσω γνωστόν, ποῦ διατελεῖ ἡ Δικαιοσύνη, δηλονότι πῶς ἐκτελοῦσι τὸ καθῆκόν των οἱ διάφοροι λειτουργοὶ τῆς Θέμιδος. Καὶ θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ μὲ πληροφορήσῃ, τί ἐνήργησε περὶ τῆς ματαιώσεως ἐκείνης τῆς συνεδριάσεως τοῦ Πλημμελειοδικείου.

§110Α. ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ὅσα εἶπεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἔχονται ἐν μέρει ἀληθείας. Εἶναι ἀληθές, ὅτι, ὅτε ἀνέλαβον τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης, ἔμαθον, ὅτι τινὲς τῶν δικαστῶν, ἐκ τῶν ἐπαρχιῶν, εἰς ἃς μετέβησαν ὡς δικαστικοὶ ἀντιπρόσωποι κατὰ τὰς ἐκλογάς, δὲν ἐπανέκαμψαν εἰς τὰς θέσεις των, ἀλλ’ ἦλθον εἰς Ἀθήνας, εἴτε διότι ἔπρεπε νὰ διέλθουν ἐντεῦθεν, διὰ νὰ μεταβοῦν εἰς τὴν ἕδραν των, εἴτε καὶ ἄνευ τῆς ἀνάγκης ταύτης. Ἀμέσως διέταξα τοὺς εὑρισκομένους ἐνταῦθα νὰ μεταβῶσιν εἰς τὰς θέσεις των, συγχρόνως δὲ, πρὸς ἀποφυγὴν τοιούτων ἀτόπων ἐν τῷ μέλλοντι, διέταξα τοὺς Εἰσαγγελεῖς, εὐθὺς ὡς δικαστής τις ἀπουσιάζει τῆς θέσεώς του ἄνευ ἀδείας, νὰ ἀναφέρωσι τοῦτο εἰς τὸ Ὑπουργεῖον πρῶτον, δεύτερον δὲ νὰ μὴ περιλαμβάνωνται ἐν ταῖς καταστάσεσι τῆς μισθοδοσίας τοῦ ἀπουσιάζοντος δικαστοῦ αἱ ἡμέραι τῆς ἀπουσίας αὑτοῦ. Ἐλπίζω ὅτι ἐν τῷ μέλλοντι δὲν θὰ δοθῇ ἀφορμὴ τοιούτων παραπόνων. Ἄλλο τι δὲν δύναμαι νὰ εἴπω. Ὅσον ἀφορᾷ εἰδικῶς τὴν περίστασιν ταύτην, ἀμέσως διέταξα καὶ ἐνήργησα ὅ,τι ἔπρεπεν. Ὅσον ἀφορᾷ δὲ τὴν περίστασιν τῆς ματαιώσεως τῆς συνεδριάσεως τοῦ Πλημμελειοδικείου Ἀργοστολίου, εὐθὺς ὡς ἔλαβον γνῶσιν τοῦ πράγματος ἐκ τῶν ἐφημερίδων, ἐτηλεγράφησα πρὸς τὸν Εἰσαγγελέα, οὗτος δὲ ἐν τῇ ἀπαντήσει του ἐξέθηκεν, ὅτι ἐν ταῖς ἐφημερίσι παρεστάθησαν πολὺ ἐξωγκωμένα τὰ γεγονότα.

§111Κ. ΓΕΡΑΚΗΣ. Λίαν ἐπιεικὴς ἐφάνη ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης εἰς τὴν προκειμένην περίπτωσιν. Ἐγὼ ἀνέμενον νὰ εἴπῃ ὁ κ. Ὑπουργός, ὅτι ἔλαβε τὰ κατάλληλα μέτρα, ὅτι δηλαδὴ ἐζήτησε πληροφορίας περὶ τοῦ δικαστοῦ, ὅτι ἐτιμώρησεν αὐτὸν, ὅτι τὰ ἔξοδα, τὰ ὁποῖα ἐδαπανήθησαν κατὰ τὴν συνεδρίασιν ἐκείνην, ὑπεχρέωσε τὸν δικαστὴν ἐκεῖνον νὰ τὰ πληρώσῃ. Ἀλλά, κύριε Ὑπουργὲ, δὲν κρίνονται αἱ τοιαῦται παραβάσεις τῶν δικαστῶν τόσον ἐπιεικῶς· διότι πρέπει νὰ λάβητε ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ἔμειναν ἐν ταῖς φυλακαῖς ἐπὶ 20 ἡμέρας ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι ἔπρεπε νὰ εἶχον δικασθῆ ὑπὸ τοῦ Πλημμελειοδικείου· πρόκειται λοιπὸν περὶ τῆς ἐλευθερίας τοῦ ἀτόμου. Δεύτερον πρέπει νὰ λάβητε ὑπ’ ὄψιν, ὅτι περιεφέροντο ἐν τῇ πόλει τοῦ Ἀργοστολίου 500 περίπου ἄνθρωποι, οἵτινες εἶχον ἔλθει ὡς μάρτυρες, ἄλλοι ἐκ Φισκάρδου, ἤτοι 8 ὥρας μακρὰν, ἄλλοι ἐξ Ἄσσου, 8 ὥρας, ἄλλοι ἐκ Πυλάρου, 6 ὥρας, ἄλλοι ἐκ Πρόννων, 7 ὥρας, καὶ ἄλλοι ἐξ Ἐλιοῦ, 4 ὥρας μακρὰν, καὶ ὅλοι αὐτοὶ συνεσωρεύθησαν ἐν τῇ πόλει τοῦ Ἀργοστολίου. Τί μᾶς χρεωστοῦν οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ, οἱ ὁποῖοι ἐκτελοῦντες τὸ καθῆκόν των ἔρχονται εἰς τὴν πόλιν, καὶ ἀντὶ νὰ δύνανται νὰ ἐμφανισθῶσιν ἐνώπιον τῆς Δικαιοσύνης, ὅπως εὕρωσι τὸ δίκαιόν των, ἀκούουσι νὰ τοῖς λέγουν, ὅτι δὲν δύναται νὰ συνεδριάσῃ τὸ Δικαστήριον, διότι λείπουν οἱ δικασταί; Λοιπὸν θὰ ἐπιμείνω, ὅπως ὁ δικαστὴς αὐτὸς τιμωρηθῇ αὐστηρῶς, καὶ δεύτερον νὰ τῷ καταλογισθῇ ἡ δαπάνη, εἰς τὴν ὁποίαν τὸ Δημόσιον ὑπεβλήθη ἕνεκα τῆς ματαιώσεως τῆς συνεδριάσεως ἐκείνης. Καὶ ὀφείλετε, κύριε Ὑπουργὲ, νὰ πράξητε τοῦτο, διότι πρέπει νὰ λειτουργῶσιν οἱ νόμοι. Σεῖς ἐφωνάζετε καὶ διαμαρτύρεσθε, ὅτε ἦσθε ἀντιπολιτευόμενοι, ὅτι οἱ νόμοι δὲν λειτουργοῦν, καὶ ὅτι πρέπει νὰ λειτουργήσουν· ἀλλὰ, Κύριοι, βλέπω ὅτι, ἀντὶ νὰ προασπίζητε τοὺς νόμους, σεῖς ἐπιεικῶς τοὺς παραβαίνετε (γέλως). Ἀφοῦ ὑψώσατε, κύριε Ὑπουργὲ, τὴν σημαίαν τῆς ἀναστηλώσεως τῶν θεσμῶν καὶ τῶν νόμων, ὀφείλετε νὰ σέβησθε τοὺς νόμους, καὶ ὀφείλετε νὰ τιμωρῆτε ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι παραβαίνουσιν αὐτούς. Ἐγὼ καὶ πάλιν θὰ ἐπανέλθω ἐπὶ τοῦ θέματος, ἐὰν ἴδω, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς εἰς οὐδεμίαν προβαίνει τιμωρίαν.

§112ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Βαρβιτσιώτης ἔχει τὸν λόγον.

§113Π. ΒΑΡΒΙΤΣΙΩΤΗΣ. Ὡς πληροφοροῦμαι, εἷς ἐκ τῶν δήμων τῆς ἐπαρχίας Λακεδαίμονος, ἣν ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ἀντιπροσωπεύω, ὁ δῆμος Θεραπνῶν, πρόκειται νὰ διαιρεθῇ εἰς δύο. Πάντες δὲ γνωρίζομεν, ὅτι τὰ οἰκονομικὰ τῶν δήμων εὑρίσκονται εἰς κακὴν κατάστασιν, πᾶσα ἑπομένως διαίρεσις τὰ μέγιστα προσκρούει εἰς τὴν συντήρησιν τῶν δήμων, ἐκτὸς δὲ τούτου καὶ τὸ Δημόσιον ζημιοῖ, ἀναγκαζομένου τούτου νὰ ἔρχηται ἀρωγὸν εἰς τοὺς δήμους ἐν περιπτώσει οἰκονομικῆς ἀνεπαρκείας αὐτῶν. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι σήμερον ἡ διαίρεσις παντὸς δήμου καὶ εἰς τὰ συμφέροντα αὐτοῦ ἀντιβαίνει, ἀλλὰ καὶ εἰς αὐτὸ τὸ οἰκονομικὸν πρόγραμμα τῆς Κυβερνήσεως, ἥτις πολλὰς τὰς οἰκονομίας ὑπεσχέθη. Ἀλλ’ ἐκτὸς τῶν λόγων τούτων, ἡ διαίρεσις οἱουδήποτε δήμου δὲν δύναται νὰ γείνῃ ἄνευ τῶν νομίμων διατυπώσεων, διότι ἐκτὸς τῆς προτάσεως τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου ἀπαιτεῖται καὶ πρότασις τοῦ Ἐπαρχιακοῦ Συμβουλίου· ἀλλὰ τοιοῦτον σήμερον δὲν ὑπάρχει, διότι δὲν ὑφίστανται Ἐπαρχιακὰ Συμβούλια, ὁ δὲ νόμος δὲν προβλέπει περὶ ἄλλης ἀρχῆς, ἀναπληρούσης ἐπὶ τούτῳ τὸ Ἐπαρχιακὸν Συμβούλιον. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ μᾶς πληροφορήσῃ, ἂν ἡ εἴδησις περὶ τῆς ἐπικειμένης διαιρέσεως τοῦ δήμου Θεραπνῶν εἶναι ἀληθὴς ἢ ὄχι.

§114ΚΥΡΙΑΚ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Δὲν δύναμαι νὰ σᾶς δώσω σήμερον θετικὰς πληροφορίας περὶ τούτου. Θέλω ἐξετάσει τὴν ὑπηρεσίαν, καὶ θέλω σᾶς ἀπαντήσει εἰς προσεχῆ συνεδρίασιν.

§115Π. ΒΑΡΒΙΤΣΙΩΤΗΣ. Ἔχω καὶ ἑτέραν ἐπερώτησιν. Ἀπὸ 12 ἐτῶν ὑπηρετεῖ, ἄλλοτε ὡς σταθμάρχης καὶ ἄλλοτε ὡς ἀστυνόμος, εἰς τοὺς δήμους Πελλάνης καὶ Καστορίου, ἀπαρτίζοντας μίαν καὶ τὴν αὐτὴν ἀστυνομικὴν περιφέρειαν, ὁ ἐνωμοτάρχης Σκοπέτος. Ὁ κύριος οὗτος πολλάκις ἐγένετο ἀφορμὴ σκανδάλων καὶ δυστυχημάτων. Κατὰ τὸ ἔτος 1891 ἐγένετο ἀφορμὴ μεγάλης συμπλοκῆς, καθ’ ἣν ἐφονεύθησαν δύο, καὶ ἐπληγώθησαν πολλοὶ ἄλλοι. Κατὰ τὸ 1895 ἐπίσης ἐτραυματίσθη ὑπ’ αὐτοῦ ἐπικινδύνως εἷς πολίτης ἐν τῷ δήμῳ Πελλάνης, διότι ἐτόλμησε νὰ κτυπήσῃ τὸν κύνα τοῦ κυρίου ἐνωμοτάρχου. Ὁ αὐτὸς ἐνωμοτάρχης κατηγγέλθη καὶ ἐπὶ ἐξυβρίσει κατὰ τῆς τιμῆς μιᾶς γυναικὸς καὶ ἑνὸς ἐντίμου πολίτου Καστορίου, καὶ κατεδικάσθη ὑπὸ τοῦ Πλημμελειοδικείου Σπάρτης. Ἐν γένει δὲ ἡ συμπεριφορὰ τοῦ ἐνωμοτάρχου τούτου εἶναι λίαν σκανδαλώδης, καὶ θὰ προκαλέσῃ καὶ πάλιν σκηνὰς, καθ’ ἃς μέγας κίνδυνος ὑπάρχει, μήπως ἐπέλθωσι δυστυχήματα. Κατ’ αὐτοῦ ἔχει ὑποβάλει ἔκθεσιν μακροσκελῆ ὁ ἀντιμοίραρχος κύριος Λάσκαρης, ὅστις ἦλθεν ἐκεῖ πρὸς ἐνέργειαν ἀνακρίσεων, κατὰ διαταγὴν τοῦ Ὑπουργείου, εἰς ὃ εἶχεν ἀποσταλῆ αἴτησις 100 πολιτῶν. Ὁμοίαν δ’ αἴτησιν εἶχεν ὑποβάλει καὶ ὁ τέως ἀστυνόμος Καστορίου. Διὰ τοῦτο θέλω παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅστις πρό τινων ἡμερῶν εἶπεν, ὅτι θὰ τοποθετήσῃ εἰς τὰς ἀστυνομίας ἀξιωματικοὺς, νὰ διορίσῃ καὶ εἰς τὴν περιφέρειαν Πελλάνης καὶ Καστορίου ἀξιωματικὸν ἀστυνόμον, καὶ ἀπαλλάξῃ τοὺς δήμους ἐκείνους ἀπὸ τὸν περὶ οὗ ὁ λόγος ἐνωμοτάρχην, μεταθέτων αὐτόν.

§116ΚΥΡ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Πληροφοροῦμαι τὴν στιγμὴν ταύτην, ὅτι πρὸ ὀκτὼ ἡμερῶν ἔχει κοινοποιηθῆ τὸ Διάταγμα, δι’ οὗ εἰς τοὺς δήμους Καστορίου καὶ Πελλάνης τοποθετεῖται ἀστυνόμος ἀξιωματικός.

§117ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν ἔχει τὸν λόγον.

§118Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ καταθέσω ἀπαντήσεις εἰς διαφόρους ἐπερωτήσεις· ἤτοι 1) εἰς ἐπερώτησιν τοῦ κ. Πετροπουλάκη περὶ τῶν μετὰ τὸν πόλεμον προβιβασθέντων ἀξιωματικῶν κλπ. 2) εἰς ἐπερώτησιν τοῦ κ. Σταΐκου περὶ τῆς δυνάμεως τῆς φρουρᾶς ἑκάστης πόλεως κλπ. καὶ 3) εἰς ἐπερώτησιν τοῦ κ. Μόσχουλα περὶ ἀνωτέρων ἀξιωματικῶν μὴ μετασχόντων τοῦ πολέμου κλπ. Εἶμαι δὲ ὑποχρεωμένος νὰ προσθέσω, ὅτι αἱ ἐπερωτήσεις τοῦ κ. Πετροπουλάκη εἶναι δύο, ἀπαντῶ δὲ εἰς μίαν μόνον, διότι δὲν ἐπήρκεσεν ἡ ὑπηρεσία. Ἀλλὰ παρακαλῶ τοὺς ἐπερωτῶντας, ἐπειδὴ δὲν ἐπαρκεῖ τὸ προσωπικὸν τῆς ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου νὰ ἑτοιμάζῃ ἐγκαίρως τὰς ζητουμένας πληροφορίας, ἂν ἦτο δυνατὸν, ν’ ἀναλογισθῶσι τὸ μέγα ἔργον, τὸ ὁποῖον ἀναθέτουσιν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν.

§119ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ βουλευτὴς Κυνουρίας κ. Βοζίκης κατέθηκε τὴν ἑξῆς ἐπερώτησιν: «Παρακαλεῖται ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν πίνακα ἐμφαίνοντα τὴν κατάστασιν τοῦ ταμείου ἐπαρχιακῆς ὁδοποιΐας κατὰ τὴν 31 Δεκεμβρίου 1892, κατ’ ἐπαρχίαν, τὰ ἔκτοτε δαπανηθέντα ὑπὲρ ἑκάστης τούτων, καὶ τὰ ἀπομένοντα εἰς πίστωσιν αὐτῶν ὑπόλοιπα. Ἐπίσης πίνακα ἐμφαίνοντα τὴν κατάστασιν τοῦ ταμείου δημοτικῆς ὁδοποιΐας κατὰ τὰς αὐτὰς περιστάσεις καὶ περιόδους καὶ μὲ τὰς αὐτὰς λεπτομερείας.»

§120ΦΙΛ. ΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς 8 Φεβρουαρίου ἔσχον τὴν τιμὴν νὰ ἐπερωτήσω τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, οὐχὶ διότι ἦτο ἁρμόδιος, νὰ μοὶ δώσῃ πληροφορίας πρὸς διαφώτισιν ἡμῶν, ἀλλὰ διότι εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Παιδείας τηροῦνται πάντα τὰ ἔγγραφα, τὰ σχετιζόμενα πρὸς τὰ κληροδοτήματα. Ἐζήτησα δὲ τὰ ἔγγραφα, ἵνα καταδείξω, πῶς ἐπὶ τοῦ προκατόχου Ὑπουργείου τοῦ κ. ἐκ Κερκύρας Βουλευτοῦ μετεβλήθησαν βουλήσεις διαθετῶν. Εὐτυχῶς ἀντιπροσωπεύω λαὸν, ὁ ὁποῖος ἔχει πλεῖστα κληροδοτήματα· ἀλλ’ ἐκεῖνο, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἐπέπεσεν ἡ χεὶρ τῆς παρὰ τὴν διαθήκην διοικήσεως, εἶναι τὸ Κασσαβέτειον. Ὁ ἀείμνηστος Ἰωάννης Κασσαβέτης, θνήσκων ἐν Σύρῳ, δὲν ἠθέλησε διὰ τῆς διαθήκης του νὰ ἀφήσῃ τὴν διοίκησιν καὶ διαχείρισιν εἰς τοὺς συγγενεῖς αὐτοῦ, οἵτινες ἐν Ζαγορᾷ διέμενον, — καὶ εἶναι πολλοὶ τοιοῦτοι ἐξ αἵματος, ἔχοντες τὸν αὐτὸν βαθμὸν συγγενείας πρὸς τὸν μακαρίτην, — ἀλλὰ πρὸς ἄλλους, οὓς αὐτὸς ἔκρινε καταλλήλους, καὶ δὴ εἰς τὴν ὁλομέλειαν τῆς κοινότητος Ζαγορᾶς. Ἀνέφερα δὲ τὴν συγγένειαν ταύτην, διότι θὰ καταλήξω ἐλέγχων τὴν ἐνέργειαν τοῦ πολιτευτοῦ ἐκείνου, τῇ εἰσηγήσει τοῦ ὁποίου μετεβλήθη ἡ διοίκησις τοῦ κληροδοτήματος, καὶ ὅστις εἶναι καὶ αὐτὸς εἷς τῶν πολλῶν συγγενῶν τοῦ ἀειμνήστου διαθέτου. Θνήσκων ὁ Ἰωάννης Κασσαβέτης ἐγνώριζε κάλλιστα, ὅτι καὶ ἡ ἐμὴ οἰκογένεια, ἡ ὁποία πολιτεύεται, καὶ ἡ ἑτέρα τοῦ κ. Κασσαβέτη, ἥτις πολιτεύεται ἐπίσης, καὶ συνδέονται ἀμφότεραι διὰ τοῦ αὐτοῦ βαθμοῦ συγγενείας ἐξ αἵματος πρὸς τὸν ἀείμνηστον δωρητὴν, δὲν ἔπρεπε νὰ διοικῶσι τὸ κληροδότημά του, — κατὰ δὲ τὴν ἐμὴν γνώμην, πάντων τῶν Ζαγοραίων αἱ πολιτευόμεναι οἰκογένειαι δὲν πρέπει νὰ διοικῶσι κληροδοτήματα, — καὶ διὰ τοῦτο περὶ τῶν δύο τούτων οἰκογενειῶν οὐδένα ποιεῖται λόγον ἐν τῇ διαθήκῃ. Ἀπὸ τοῦ ἔτους 1888 τὸ Κασσαβέτειον Παρθεναγωγεῖον διαρκῶς καὶ ὀρθῶς διῳκεῖτο ὑπὸ τῆς κοινότητος Ζαγορᾶς. Ἡ Κυβέρνησις τότε, Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν ὄντος τοῦ ἀειμνήστου Λομβάρδου, ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν δὲ καὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως τοῦ κυρίου Μανέτα, συνέταξε κανονιστικὸν Διάταγμα, διὰ τοῦ ὁποίου ὥριζε, πῶς θὰ διεχειρίζοντο καὶ διὰ τίνων τὰ τοῦ Κασσαβετείου Παρθεναγωγείου. Πάντα δὲ τὰ εὐαγῆ, φιλανθρωπικὰ καὶ ἐκπαιδευτικὰ καταστήματα, ὅπως γνωρίζετε, καὶ ὅπου ἡ βούλησις τοῦ διαθέτου δὲν ὁρίζει ἄλλον τρόπον διοικήσεως, διοικοῦνται ὑπὸ τῶν κατὰ τόπους Δημοτικῶν Συμβουλίων, ὅπου δὲ ὑπάρχουσι κοινότητες συντεταγμέναι, ὡς ἐν Θεσσαλίᾳ, διοικοῦνται ὑπὸ τῶν Κοινοτικῶν Συμβουλίων. Τὸ Διάταγμα, τὸ ὁποῖον συνετάχθη τὸ 1888, ὥρισε τὰ τῆς διοικήσεως συμφώνως τοῖς νόμοις. Ἀλλὰ τί συνέβη; κατὰ τὸ ἔτος 1902 οἱ τότε Ὑπουργοὶ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως μετέβαλον τὰ τοῦ Διατάγματος τούτου, καὶ ὁ τέως ἀντιπρόσωπος τῆς ἐπαρχίας Βόλου κατώρθωσε ν’ ἀποσπάσῃ ψήφισμα τοῦ τε Δημοτικοῦ καὶ τοῦ Κοινοτικοῦ Συμβουλίου Ζαγορᾶς, καὶ διορίσῃ τὸν ἑαυτόν του πρόεδρον καὶ τὸν ἀδελφόν του ταμίαν, καὶ οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ ἐνέκριναν τοιοῦτον παράνομον ψήφισμα διὰ Διατάγματος παρανόμως ἐκδοθέντος. Ὁ κ. Ἀλέξανδρος Κασσαβέτης δηλαδὴ ἔλεγε: «διορίζω τὸν ἑαυτόν μου πρόεδρον, διότι εἶμαι ἐξ ἀρρενογονίας συγγενὴς» — καὶ τοῦτο διότι ὑπάρχουσι συγγενεῖς καὶ ἐκ θηλεογονίας, ὅπως εἶναι καὶ ἡ ἐμὴ οἰκογένεια. — Ἀλλὰ δύο Ὑπουργοὶ, ἰδίως ὁ κύριος Μομφερρᾶτος, πῶς δὲν ἔλαβον ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ὑπάρχει διαθήκη, ἥτις δὲν ἀνέφερε ποσῶς ἡμᾶς τοὺς συγγενεῖς τοῦ ἀειμνήστου, καὶ ἀνέθεσαν εἰς δύο πολιτικὰ πρόσωπα διὰ Διατάγματος τὴν διοίκησιν τοῦ εἰρημένου ἱδρύματος παρὰ τὴν διαθήκην;

§121Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Πῶς ὥριζεν ὁ διαθέτης τὴν διοίκησιν;

§122ΦΙΛ. ΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὴν ἀφίνει εἰς τὴν Ζαγοράν. Τίς ἀντιπροσωπεύει τὴν Ζαγορὰν σήμερον; ἡ κοινότης, ὡς ἐν Ἀθήναις ἀντιπροσωπεύει τὰ εὐαγῆ ἱδρύματα τὰ Δημοτικὸν Συμβούλιον, διότι δὲν ὑπάρχει κοινότης συντεταγμένη. Ἑπομένως τὸ κληροδότημα τοῦτο θὰ διοικῆται κατὰ τὸ Διάταγμα τὸ νέον τοῦ ἔτους 1902 — ὅπερ διώρισε τὸν κύριον Α. Κασσαβέτην πρόεδρον καὶ τὸν ἀδελφὸν αὐτοῦ ταμίαν — ἐφ’ ὅσον δὲν εὐτυχήσει ἡ Ζαγορὰ νὰ εὕρῃ Ὑπουργοὺς σεβομένους τοὺς κειμένους νόμους καὶ τὰς θελήσεις τῶν διαθετῶν, Ὑπουργοὺς, οἵτινες νὰ ἀκυρώσωσι τὸ Διάταγμα τοῦτο.

§123Γ. ΜΠΑΛΤΑΤΖΗΣ. Ἀνέκαθεν, ἀφ’ ὅτου ὑπάρχει Κασσαβέτειον Παρθεναγωγεῖον, ὑπῆρχεν εἰδικὴ ἐπιτροπὴ, ἐκλεγομένη τῇ ὑποδείξει τοῦ Κοινοτικοῦ Συμβουλίου, ἀλλ’ οὐδεμίαν σχέσιν ἔχουσα πρὸς τὸ Κοινοτικὸν Συμβούλιον.

§124Φ. ΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα, ἀλλ’ ἄνευ προσόντων. Τώρα ἐτέθησαν προσόντα συγγενείας. Τὸ Διάταγμα λέγει τὸ ἑξῆς: «Πρόεδρος τοῦ Κασσαβετείου Παρθεναγωγείου Ζαγορᾶς θὰ ἦναι ὁ ἐξ ἀρρενογονίας συγγενὴς τοῦ Ἰωάννου Κασσαβέτη, ἤτοι ὁ Ἀλέξανδρος Κασσαβέτης, ταμίας ὁ ἐξ ἀρρενογονίας συγγενὴς, ἤτοι ὁ Τζὼν Κασσαβέτης». Ὥστε βλέπετε, ὅτι τὸ Διάταγμα νομοθετεῖ, ἐνῷ δὲν εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ νομοθετήσῃ ἐναντίον τῆς διαθήκης. Δι’ αὐτὸ, κύριε Ὑπουργὲ, ἀπὸ σᾶς ὄχι μόνον ἐγὼ, ὡς ἀντιπρόσωπος τῆς ἐπαρχίας μου καὶ τοῦ δήμου μου, ἀλλὰ μετ’ ἐμοῦ καὶ πάντες οἱ ἐν τῷ ἐξωτερικῷ καὶ τῷ ἐσωτερικῷ οἰκοῦντες συμπολῖταί μου ἀναμένουσι τὴν ἀκύρωσιν τοῦ παρανόμου Διατάγματος καὶ τὴν ἐπαναφορὰν τῶν πραγμάτων εἰς τὴν νόμιμον καὶ κανονικὴν αὑτῶν θέσιν διὰ νέου Διατάγματος, τὸ ὁποῖον σᾶς παρακαλῶ νὰ προκαλέσητε ὡς οἷόν τε τάχιον. Λάβετε ὑπ’ ὄψιν, κύριε Ὑπουργὲ, ὅτι οἱ ἐν τῇ ξένῃ οἰκοῦντες φιλοπάτριδες ὁμογενεῖς βαρέως φέρουσι τὰς τοιαύτας ἐπιθέσεις κατὰ τῶν κληροδοτημάτων, τὰ ὁποῖα καταλείπονται ὑπὲρ τόσων πατριωτικῶν καὶ ἀγαθῶν σκοπῶν.

§125Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἀναγνώσατε, παρακαλῶ, κύριε συνάδελφε, τὸ σχετικὸν μέρος τῆς διαθήκης.

§126ΦΙΛ. ΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. (ἀναγινώσκει). «Ὁ Ἰωάννης Κασσαβέτης κληροδοτεῖ εἰς τὸ ἐν Ζαγορᾷ Κασσαβέτειον Παρθεναγωγεῖον 48 μετοχὰς τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος...» Τὸ Παρθεναγωγεῖον δὲ τοῦτο τὸ εἶχε συστήσει, ἀφ’ ὅτου ἔζη.

§127Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Πῶς διηυθύνετο, ὅτε ἔζη ὁ διαθέτης;

§128ΦΙΛ. ΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ διηύθυνεν ὁ ἴδιος δι’ ἀντιπροσώπων του.

§129Β. ΓΙΑΝΝΟΥΣΙΟΥ. Φρονεῖτε, ὅτι τὸ ἵδρυμα ἐκεῖνο δὲν διοικεῖται ὑπὸ τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου;

§130Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Παρακαλῶ, κύριε Βουλευτά, νὰ ἴδω τὴν διαθήκην· (ὁ ρήτωρ τῷ ἐγχειρίζει τὴν διαθήκην). Αὐτὸ δὲν εἶναι ἡ διαθήκη, εἶναι σημείωσις ἐκ τῆς διαθήκης· δὲν ἔχομεν τὸ περιεχόμενον τῆς διαθήκης, ἵνα ἴδωμεν τὴν ἐγκατάστασιν.

§131ΦΙΛ. ΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸ μοὶ ἔφεραν ἐκ τοῦ Ὑπουργείου.

§132Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐφ’ ὅσον ἡ κοινοτικὴ ἐπιτροπὴ εἶναι ἐπιτροπὴ, νομίζω ὅτι ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ διορίζῃ αὐτή.

§133ΦΙΛ. ΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι νὰ νομοθετῇ, ὄχι νὰ ὁρίζῃ, ὅτι οἱ διορισθησόμενοι πρέπει νὰ ἦναι συγγενεῖς, ἐνῷ ἡ διαθήκη δὲν ἐπιβάλλει τὸ τοιοῦτον.

§134Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ποῦ τὸ εὑρίσκετε, ὅτι μόνον πρόσωπα δύναται νὰ διορίζῃ, ὄχι δὲ νὰ ἀναφέρῃ συγγενεῖς; Δύναται ἄλλως νὰ εὑρεθῇ ἕτερον Κοινοτικὸν Συμβούλιον καὶ νὰ τὰ ἀνατρέψῃ.

§135ΦΙΛ. ΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν δύναται νὰ τὰ ἀνατρέψῃ, ἐφ’ ὅσον ὑφίσταται τὸ Διάταγμα.

§136Β. ΓΙΑΝΝΟΥΣΙΟΥ. Εἰς τὴν ἐπαρχίαν σας κρατεῖ εἰδικὸς νόμος τοῦ 1888, κατὰ τὸν ὁποῖον εἰς ἑκάστην κοινότητα ὑπάρχει Κοινοτικὸν Συμβούλιον, διαχειριζόμενον τὴν περιουσίαν τῆς κοινότητος. Φρονεῖτε, ὅτι αὐτὸ τὸ Κοινοτικὸν Συμβούλιον πρέπει νὰ διαχειρισθῇ καὶ τὰ τοῦ ἱδρύματος ἐκείνου;

§137ΦΙΛ. ΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως.

§138Β. ΓΙΑΝΝΟΥΣΙΟΥ. Ἀλλὰ κατὰ τὸν νόμον ἐκεῖνον, τὸν εἰδικὸν, μόνον τὴν περιουσίαν τὴν ἀνήκουσαν εἰς τὸ Κοινοτικὸν Συμβούλιον τῆς κοινότητος διαχειρίζεται, τὰ δὲ τῶν κληροδοτημάτων διαχειρίζονται οἱ ὑπὸ τῆς διαθήκης τεταγμένοι πρὸς τοῦτο, ὁσάκις δὲ ἡ διαθήκη δὲν προνοῇ, διαχειρίζονται οἱ ὁριζόμενοι ὑπ’ αὐτῆς τῆς Πολιτείας, δυνάμει τῆς ἐποπτικῆς ἐξουσίας, ἣν αὕτη ἀσκεῖ ἐπὶ τῶν τοιούτων ἱδρυμάτων.

§139ΦΙΛ. ΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐν πάσῃ περιπτώσει ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα εἶπον, δὲν ἀντίκεινται εἰς τοὺς νόμους, οὔτε εἰς τὴν διαθήκην. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν θὰ μᾶς λύσῃ τὸ ζήτημα.

§140Β. ΓΙΑΝΝΟΥΣΙΟΥ. Δύνασθε νὰ εἴπητε, ὅτι τὸ Κοινοτικὸν Συμβούλιον δὲν εἶχε δικαίωμα νὰ διορίσῃ;

§141Γ. ΜΠΑΛΤΑΤΖΗΣ. Τὸ Διάταγμα κατὰ τί ἐνομοθέτησε;

§142ΦΙΛ. ΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δίδει προσόντα εἰς τὸν πρόεδρον καὶ τὸν ταμίαν, λέγον, ὅτι αὐτοὶ πρέπει νὰ ἦναι συγγενεῖς τοῦ διαθέτου. Συμφώνως πρὸς ὅσα εἶπον, κύριε Ὑπουργὲ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ λάβητε ὑπ’ ὄψιν τὴν διαθήκην τοῦ ἀοιδίμου Κασσαβέτη καὶ τὸ ἐκδοθὲν Διάταγμα τὸ 1902, ὡς καὶ τὸ ἐκδοθὲν κατὰ τὸ 1888, καὶ ἐξ αὐτῶν θέλετε πεισθῆ, ὅτι ἐγένετο παράβασις τῆς διαθήκης, καὶ ὅτι ὁ κ. Ἀλέξανδρος Κασσαβέτης, καταχρώμενος τοῦ βουλευτικοῦ ἀξιώματος, διώρισε τὸν ἑαυτόν του πρόεδρον καὶ τὸν ἀδελφόν του ταμίαν, ἐναντίον τῆς διαθήκης καὶ πάντων τῶν κειμένων νόμων.

§143Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Μέχρι τῆς ἐποχῆς, καθ’ ἣν κατελείφθη τὸ κληροδότημα καὶ περιῆλθεν ἡ διαχείρισις εἰς τὴν κοινότητα, πῶς διῳκεῖτο τὸ Παρθεναγωγεῖον;

§144ΦΙΛ. ΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τότε ἦτο τουρκοκρατία. Βεβαίως ὅμως διῳκεῖτο κατὰ τὴν διαθήκην καὶ οὐχὶ ὑπό τινος συγγενοῦς τοῦ διαθέτου, διότι ὅλοι οἱ συγγενεῖς τοῦ μεγάλου τούτου εὐεργέτου ἐσεβάσθησαν τὴν διαθήκην, καὶ ἡ ἐμὴ οἰκογένεια πρωτίστως, πλὴν τοῦ τέως βουλευτοῦ κ. Κασσαβέτη.

§145Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ἐὰν διῳκεῖτο ἀπὸ τοὺς δημογέροντας τὸ κληροδότημα, περιῆλθε κατὰ τὸν νόμον εἰς τὴν κοινότητα· ἐὰν περιῆλθεν εἰς τὴν κοινότητα, δὲν ὑπῆρχεν ἀνάγκη Διατάγματος πρὸς τοῦτο, διότι αἱ κοινότητες τῆς Θεσσαλίας εἶναι πρόσωπα νομικὰ, καὶ δὲν ὑπάρχει ἀνάγκη Διατάγματος, ἵνα κανονισθῶσι τὰ περὶ αὐτῶν. Ἡ κοινότης ἐν Θεσσαλίᾳ θὰ ἔχῃ τὴν περιουσίαν, καὶ ὀφείλει αὐτὴ νὰ διοικῇ τὸ Κασσαβέτειον Παρθεναγωγεῖον. Ἑπομένως, ἂν οὕτως ἔχωσι τὰ πράγματα, ἦτο περιττὸν καὶ τὸ Διάταγμα τοῦ 1888 καὶ τὸ Διάταγμα τοῦ 1902. Τὸ Διάταγμα τοῦ 1888 ἐπικυροῖ τὸν κανονισμόν, ἀλλὰ πρὸ τοῦ 1888 ὑπῆρχεν ὁ νόμος τοῦ 1884, ὁ ἀναγνωρίζων τὴν προσωπικότητα τῶν κοινοτήτων. Ἐὰν ἡ Δημογεροντία κατὰ τὸ 1867 κατεῖχε καὶ διῴκει τὸ κληροδότημα, ἕπεται ἐντεῦθεν, ὅτι κατὰ τὸν νόμον τοῦ 1884 ἡ περιουσία περιῆλθεν εἰς τὴν κοινότητα· ἡ κοινότης, οὖσα νομικὸν πρόσωπον, ἠδύνατο αὐτὴ νὰ διαχειρισθῇ, ἑπομένως εἶναι μάταιον καὶ τὸ Διάταγμα τοῦ 1888 καὶ τὸ Διάταγμα τοῦ 1902.

§146Γ. ΜΠΑΛΤΑΤΖΗΣ. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Λεβαδείας ἀγνοεῖ, ἂν τὸ Κασσαβέτειον παρθεναγωγεῖον, τὸ ἐν Ζαγορᾷ, τὸ ὁποῖον ἱδρύθη ὑπὸ τοῦ ἀειμνήστου Κασσαβέτη καὶ κατόπιν ἐπροικοδοτήθη διὰ τοῦ κληροδοτήματος αὐτοῦ, ἀγνοεῖ, ἂν ἀποτελεῖ ἴδιον νομικὸν πρόσωπον, ὡς τὸ ἀγνοοῦμεν καὶ ἡμεῖς...

§147Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἀποτελεῖ νομικὸν πρόσωπον.

§148Γ. ΜΠΑΛΤΑΤΖΗΣ. Ἀλλ’ ὁπωσδήποτε, δι’ αὐτὸν τὸν λόγον, πρὶν ἢ συζητήσωμεν τὸ ζήτημα αὐτό, ἔπρεπε νὰ κατατεθῇ τὸ κείμενον τῆς διαθήκης.

§149ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ζητήσατέ το.

§150Γ. ΜΠΑΛΤΑΤΖΗΣ. ... καθὼς καὶ τὸ Διάταγμα, κύριε Ὑπουργέ, καὶ ὁ Κανονισμὸς τοῦ Κασσαβετείου. Τότε μόνον θὰ δυνηθῶμεν νὰ κρίνωμεν.

§151ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλά. Ὑποβάλετε σημείωσιν τῶν αἰτημάτων σας.

§152Β. ΓΙΑΝΝΟΥΣΙΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, εἴτε ἴδιον ἵδρυμα ἀποτελεῖ τὸ Κασσαβέτειον Παρθεναγωγεῖον, εἴτε συνεχωνεύθη ἡ περιουσία τοῦ ἱδρύματος ἐκείνου εἰς τὴν περιουσίαν τῆς κοινότητος, ὡς ὑπέλαβεν ὁ κ. ἐκ Λεβαδείας Βουλευλὴς, τὸ Κοινοτικὸν Συμβούλιον κακῶς ἐνήργησε. Κακῶς ἐνήργησεν ἐν τῇ πρώτῃ περιπτώσει, διότι δὲν ἔχει καμμίαν ἁρμοδιότητα ἐκ τοῦ νόμου. Ἐκ τοῦ νόμου τοῦ 1884 ἐκέκτητο τὸ δικαίωμα νὰ διαχειρισθῇ μόνον τὴν περιουσίαν τὴν κοινοτικὴν, τὴν ἀνήκουσαν εἰς τὸ νομικὸν πρόσωπον τῆς κοινότητος. Ἐν ᾗ δὲ περιπτώσει ἡ περιουσία τοῦ ἱδρύματος ἐκείνου συνεχωνεύθη μετὰ τῆς περιουσίας τῆς κοινότητος, πάλιν κακῶς ἔπραξε τὸ Κοινοτικὸν Συμβούλιον, ἀναθέσαν τὴν διαχείρισιν εἰς ἴδιον πρόσωπον· διότι ὁ νόμος αὐτὸς διαγράφει ὅλως ἐξαιρετικοὺς τύπους, κατὰ τοὺς ὁποίους γίνεται ἡ διαχείρισις, διατυπώσεις, κατὰ τὰς ὁποίας πρόκειται νὰ συνέρχωνται εἰς ὡρισμένας συνεδριάσεις, ν’ ἀποφασίζωσι κατὰ πλειονοψηφίαν, νὰ γίνωνται διασκέψεις, νὰ ὑποβάλλωνται τὰ ψηφίσματα τοῦ Κοινοτικοῦ Συμβουλίου εἰς τὴν κρίσιν τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου, νὰ γίνηται ἔφεσις κατὰ τῶν ψηφισμάτων τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου καὶ οὕτω καθεξῆς. Ὥστε καὶ ἐν τῇ μιᾷ περιπτώσει καὶ ἐν τῇ ἄλλῃ κακῶς ἐνήργησε τὸ Κοινοτικὸν Συμβούλιον. Προσθέτω μόνον, ὅτι, ἐν ᾗ περιπτώσει ἀποτελεῖ ἴδιον ἵδρυμα, τότε τὸ Ὑπουργεῖον καλῶς ἐνήργησεν, ἀσχέτως πρὸς τὴν ἀπόφασιν τοῦ Κοινοτικοῦ Συμβουλίου. Τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν ἠδύνατο, ὡς ἐκ τοῦ ἐποπτικοῦ δικαιώματος, τὸ ὁποῖον ἔχει, νὰ κανονίσῃ τὰ πράγματα ὡς αὐτὸ νομίζει καλόν.

§153ΣΤ. ΒΑΦΕΙΑΔΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, συμπολῖταί μου ἐξασκοῦντες τὸ ἐπάγγελμα τοῦ πλοηγοῦ ἐπανειλημμένως μὲ παρεκάλεσαν νὰ συστήσω εἰς τὸν κύριον ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν Ὑπουργὸν νὰ ληφθῇ καὶ περὶ αὐτῶν νομοθετική τις πρόνοια, διότι, ὡς ἔχουσι σήμερον τὰ πράγματα, διὰ τοῦ ἐξασκουμένου ἀνταγωνισμοῦ οἱ νεώτεροι καὶ μᾶλλον θαρραλέοι ἐξέρχονται διὰ πλοιαρίων, μὲ προφανῆ κίνδυνον τῆς ζωῆς των, μακρὰν τοῦ λιμένος, ὅπως συναντήσωσι τὸ ἐρχόμενον πλοῖον καὶ ὁδηγήσωσιν αὐτὸ εἰς τὸν λιμένα, οὕτω δὲ ἀποστεροῦσι τοὺς πρεσβυτέρους, ἴσως δὲ καὶ τοὺς μᾶλλον ἱκανούς, πάσης ἐργασίας. Ἐπίσης ζητοῦσι νὰ ὁρισθῇ ὁ ἀριθμὸς αὐτῶν εἰς ἕκαστον λιμένα καὶ, εἰ δυνατὸν, τὸ Δημόσιον νὰ εἰσπράττῃ καὶ καταβάλλῃ εἰς αὐτοὺς τὰ δικαιώματά των. Νομίζω, κύριε Πρόεδρε, ὅτι εἶναι πλέον καιρὸς νὰ τεθῇ τέρμα εἰς τὴν κατάστασιν ταύτην. Εἰς ὅλους τοὺς εὐρωπαϊκοὺς λιμένας διὰ νόμου διέπονται τὰ τῶν καθηκόντων καὶ δικαιωμάτων τῶν πλοηγῶν. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν Ὑπουργὸν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν σύστασίν μου ταύτην.

§154Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Πρόκειται περὶ πλοηγῶν ἐπισήμως ἀναγνωριζομένων, καὶ ὧν ἡ ὑπηρεσία ἐπιβάλλεται εἰς τὰ πλοῖα. Τοῦτο κυρίως εἶναι τὸ θέμα. Εἶναι δὲ ζήτημα, ἂν πρέπει καὶ ἡμεῖς νὰ ἐπιβάλωμεν τοὺς πλοηγοὺς τούτους εἰς τὰ πλοῖα, καὶ κατὰ συνέπειαν νὰ ἐπιβαρύνωμεν αὐτὰ μὲ νέα ἔξοδα. Δὲν εἶναι ζήτημα εὐκόλως λυόμενον. Ἐμελέτησα καὶ μελετῶ τὸ ζήτημα τοῦτο. Ἀλλ’ ἐκτὸς τοῦ ζητήματος τῶν πλοηγῶν εἶναι καὶ τὸ ζήτημα τῶν λεμβούχων, καὶ ἀκριβῶς νομίζω, ὅτι ὅσα ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Σύρου εἶπεν ἀναφέρονται μᾶλλον εἰς τοὺς λεμβούχους, οἵτινες μὲ κίνδυνον τῆς ζωῆς των ἐξέρχονται ἐκ τῶν λιμένων μὲ τὰς λέμβους αὐτῶν, καὶ ἐνοχλοῦσιν οὐκ ὀλίγον τὰ πλοῖα καὶ τοὺς ἐπιβάτας.

§155ΣΤ. ΒΑΦΕΙΑΔΑΚΗΣ. Ὄχι δὲν πρόκειται περὶ αὐτῶν.

§156Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἁπλῶς περὶ πλοηγῶν; Τότε δὲν ἐννοῶ, πῶς συνδέετε τὸ ζήτημα τῶν πλοηγῶν, οἱ ὁποῖοι εἶναι ὑποχρεωτικοί, τοὺς ὁποίους καθ’ ὑποχρέωσιν λαμβάνουσι τὰ πλοῖα, μὲ τὸ ζήτημα τῶν ἀταξιῶν, τὰς ὁποίας ἀνεφέρατε, καὶ αἱ ὁποῖαι παρατηροῦνται μᾶλλον εἰς τοὺς λεμβούχους, τοὺς ἐπαγγελλομένους δῆθεν καὶ τὸν πλοηγόν.

§157Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, ὅτι ὁ διαμειφθεὶς διάλογος μεταξὺ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ καὶ τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐκ Σύρου δὲν ἔγεινε καταληπτὸς παρ’ ἡμῶν. Εἶναι ζήτημα, τὸ ὁποῖον μᾶς ἐνδιαφέρει σπουδαίως· διότι ἡμεῖς οὐδὲ σταφίδα ἔχομεν, οὐδὲ ἄλλα προϊόντα· εἴμεθα καθαρὸν ναυτικὸν μέρος, τὸ ζήτημα δὲ τῶν πλοηγῶν εἶναι ἐκ τῶν σπουδαιοτάτων ζητημάτων, διότι εἰς τὴν ὑπηρεσίαν αὐτὴν ἀπασχολοῦνται πλεῖστοι ὅσοι τῶν συμπολιτῶν μου, καὶ ὄχι μόνον ἐξ Ὕδρας, ἀλλὰ καὶ ἐκ Σπετσῶν καὶ ἐξ Αἰγίνης. Ὀφείλω λοιπὸν νὰ παρακαλέσω τὸν ἔντιμον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν νὰ ἐπαναλάβῃ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα εἶπεν, ὅπως ἀκούσωμεν καὶ ἡμεῖς περὶ τίνος πρόκειται, διὰ νὰ ἤμεθα ἐνήμεροι, ὡς πάντων τῶν ἄλλων μᾶλλον ἐνδιαφερόμενοι.

§158ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐὰν ἔχητε νὰ κάμητε σύστασίν τινα, ὡς πρὸς τοὺς πλοηγούς, ἢ ἐπερώτησιν, ὁρίστε.

§159Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Δὲν ἀντελήφθην καλῶς τῶν λεχθέντων ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ καὶ ὑπὸ τοῦ κ. συναδέλφου ἐκ Σύρου.

§160ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει ἄλλος τις τὸν λόγον πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως; Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.

§161ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ διακόψωμεν.

§162ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σᾶς παρακαλῶ νὰ τελειώσωμεν τὸ πρῶτον ἀντικείμενον. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ Ἀντιβασιλείας. Ἔχει τις τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀρχῆς; (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον, κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον, εἰς τρίτην συζήτησιν). Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις μέχρι τῆς 9½. (Γίνεται διακοπὴ ὥρᾳ 8 μ.μ. Ἐπαναλαμβάνεται δὲ ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 10 μ.μ.)

§163ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ διακοπεῖσα συνεδρίασις. Ὁ κ. Καλούτσης ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ κυρώσεως τῶν δύο συμβάσεων μετὰ τῆς Ἰονικῆς καὶ Ἐθνικῆς Τραπέζης.

§164Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).

§165ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Μελᾶς ἔχει τὸν λόγον.

§166ΔΙΟΝ. ΠΑΥΛΟΠΟΥΛΟΣ. Σχετικόν, κύριε Πρόεδρε.

§167ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἔχει σχετικόν· θὰ σᾶς ἐγγράψω. Σχετικὸν εἶναι ἡ συζήτησις ὅλη.

§168ΛΕΩΝ ΜΕΛΑΣ. Ἀφ’ ἑνὸς φράσις τὶς τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Κυνουρίας συναδέλφου, ὅστις ἔψεξεν ἡμᾶς, τοὺς ἀγορεύσαντας κατὰ τὴν προχθεσινὴν συνεδρίασιν, ὡς ἀμελετήτως ἐλθόντας ἐπὶ τὸ βῆμα τοῦτο, ἢ ἐκ προκαταλήψεως ὁμιλήσαντας κατὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, «προκαταλήψεως γεννηθείσης ἐξ εἰσηγήσεων διαφερομένων διὰ τὴν σύμβασιν ταύτην»—ἐσημείωσα τὰς λέξεις...

§169Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Μάλιστα, αὐτὸ εἶπον.

§170ΛΕΩΝ ΜΕΛΑΣ. .. ἀφ’ ἑτέρου ὁ σεβαστὸς Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ὁ εἰσηγητὴς τῆς συμβάσεως ταύτης, μὲ ἀναγκάζουσι νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις, ὅπως ἀπολογηθῶ. Κατὰ τὴν προχθεσινὴν συνεδρίασιν φαίνεται ὅτι ὁ σεβαστὸς Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως μοὶ ἔκαμε τὴν μεγάλην τιμὴν νὰ ἀπαντήσῃ δι’ ὀλίγων εἰς ὅσα εἶπον ἐπὶ τῆς συμβάσεως ταύτης. Καὶ εἶπε, φαίνεται, — διότι κατ’ ἐκείνην τὴν στιγμὴν δυστυχῶς δὲν ἤμην ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ — ὅτι ἐγὼ ἀνῆλθον ἐπὶ τὸ βῆμα τοῦτο, οὐχὶ ὅπως συζητήσω ἐπὶ τῆς συμβάσεως, ἀλλ’ ὅπως ἀναπτύξω δριμὺ κατηγορητήριον κατὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος. — Τὴν πληροφορίαν ἔλαβον ἐκ τῶν ἐστενογραφημένων πρακτικῶν. — Ἐὰν τοιαύτην ἐντύπωσιν ἀπεκόμισε καὶ ἡ Βουλὴ ἐκ τῆς ἀγορεύσεώς μου, τότε λυποῦμαι ἐγκαρδίως, διότι ἡ πρώτη μου ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἀγόρευσις ἐστέφθη ὑπὸ τοσοῦτον οἰκτρᾶς ἀποτυχίας, καὶ ὅτι ἀπέτυχον ἐπὶ τοσοῦτον τὴν πρώτην φορὰν, καθ’ ἣν ἠθέλησα δημοσίᾳ νὰ ἐκφράσω γνώμην ἐπὶ νομοθετήματος. Ἀλλ’ ἐγὼ νομίζω, ὅτι, παρὰ τὴν γνώμην τοῦ σεβαστοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, συνεζήτησα καὶ ἐξήτασα τὰς συμβάσεις τὰς ὑποβληθείσας, ἢ μᾶλλον — διὰ νὰ ἦμαι ἀκριβέστερος — τὴν σύμβασιν τὴν μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος· διότι ἐξήτασα καὶ παρέβαλον τὰς πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν παρεχομένας ὠφελείας πρὸς τὰ ἐλαφρότατα, τὰ μηδαμινὰ, κατὰ τὴν ἐμὴν γνώμην, ἀνταλλάγματα, τὰ ὁποῖα ἔδιδεν ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα εἰς τοὺς ἐργάτας τῆς ἐθνικῆς παραγωγῆς. Καὶ ἐδικαιολόγησα τὴν μακρὰν ταύτην καὶ λεπτομερῆ ἐξέτασιν τῆς συμβάσεως, — καὶ λέγω μακρὰν, διότι ἄρθρον πρὸς ἄρθρον, κύριοι συνάδελφοι, ἐξήτασα τὴν σύμβασιν ταύτην, ὅπως ἀκριβῶς ἀποδείξω, ὅτι δὲν ἤμην ἀμελέτητος, — καὶ ἐδικαιολόγησα τοῦτο, λέγων ὅτι ἐκ τῆς ἐξετάσεως τῆς μεγίστης διαφορᾶς τῶν παρεχομένων ἀνταλλαγμάτων ὑπὸ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης πρὸς τὰς ὠφελείας, ἃς αὕτη ἀρύεται ἐκ τῆς συμβάσεως, ἐλαμβάνομεν τὸ δικαίωμα, ἐφ’ ὅσον εἴμεθα ἐν καιρῷ ἀκόμη, νὰ ζητήσωμεν παρὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης οὐσιωδέστερα, συντελεστικώτερα, σπουδαιότερα, ἀποτελεσματικώτερα ἀνταλλάγματα. Καὶ προέτεινα δύο τινά· προέτεινα ἀφ’ ἑνὸς τὴν τροποποίησιν τοῦ συστήματος, τὸ ὁποῖον ἰσχύει σήμερον παρὰ τῇ Ἐθνικῇ Τραπέζῃ, ὅσον ἀφορᾶ τὴν παραχώρησιν τῶν γεωργοκτηματικῶν δανείων, καὶ ἀφ’ ἑτέρου προέτεινα νὰ ὑποχρεωθῇ ἡ Τράπεζα εἰς σύστασιν πλειόνων πρακτορείων καὶ ὑποκαταστημάτων, ἅτινα ἀφ’ ἑνὸς μὲν θὰ ἐξυπηρέτουν θαυμασίως τὴν ἐθνικὴν παραγωγὴν, ὑπὲρ τῆς ὁποίας κοπτόμεθα, καὶ ἀφ’ ἑτέρου θὰ ὠφέλουν κατὰ πολὺ τὴν Τράπεζαν τὴν Ἐθνικὴν, διότι θὰ ἔθετον αὐτὴν εἰς καλλιτέραν γνωριμίαν μετὰ τῶν πιστούχων αὐτῆς, καὶ ὡς ἐκ τούτου θὰ ἀπέφευγε τὰς ἐνδεχομένας ἀπωλείας, αἱ ὁποῖαι εἶναι πόσον φυσικὸν νὰ ἐπέρχωνται, ὅταν ὁ Διευθυντὴς καταστήματος τραπεζικοῦ ἔχῃ ἀκτῖνα ἐνεργείας τόσον ἐκτεταμένην. Ἐπελήφθην δηλαδὴ τῆς περιστάσεως, ὅπως ζητήσω πραγματικὴν ἐνίσχυσιν ὑπὲρ τῆς ἐθνικῆς παραγωγῆς, ἐπελήφθην τῆς περιστάσεως, ὅπως ζητήσω ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἀκραδάντως πιστεύω, ὅτι ἐγκαρδίως ποθοῦσι πάντες οἱ ἐμοὶ συνάδελφοι ἐκ Θεσσαλίας καὶ ἐν γένει πάντες οἱ ἐμοὶ συνάδελφοι οἱ ἀντιπρόσωποι γεωργικῶν πληθυσμῶν, ἤτοι τὴν καλλιτέρευσιν τῆς τύχης τῶν πτωχῶν ἐκείνων ἐργατῶν, τῶν πτωχῶν γεωργῶν, ὅπως ἀπεκάλεσεν ὁ κ. Γιαννακόπουλος πρὸ ὀλίγου τοὺς ἐργάτας τῆς ἐθνικῆς παραγωγῆς. Καὶ δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι πάντες οἱ ἀντιπρόσωποι τῶν γεωργικῶν πληθυσμῶν θὰ μὲ ἐνισχύσωσιν, ἐρχόμενοι ἐπὶ τὸ βῆμα τοῦτο, ὅπως ὑποστηρίξωσιν ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα καὶ ἐγὼ ὑποστηρίζω. Ταῦτα ὅσον ἀφορᾷ τὴν πρώτην παρατήρησιν τοῦ σεβαστοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, τὴν ὁποίαν δὲν ἠδυνάμην νὰ δεχθῶ, διότι ἐξουδετεροῦτο παντελῶς ἡ πρώτη ἐμφάνισίς μου ἐπὶ τὸ βῆμα τοῦτο, διότι παρουσιαζόμην ὡς ἐλθὼν ἐνταῦθα, ἴσως διὰ νὰ κάμω ἐπίδειξίν τινα, καίτοι θεωρῶ, ὅτι παρῆλθον οἱ ἡρωϊκοὶ χρόνοι τῶν ἐπιδείξεων, καὶ ἴσως διὰ νὰ ἐπιδείξω πρόωρον φιλοδοξίαν ῥητορικῆς δεινότητος. Καὶ διὰ τοῦτο δὲν μοὶ ἐπετρέπετο νὰ μὴ ἐξηγήσω, ἢ νὰ μὴ ἐπαναλάβω, ὅτι ἐξήτασα τὰς συμβάσεις, καὶ μετὰ βάσανον αὐτῶν προέτεινα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα προέτεινα. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἑτέραν παρατήρησιν, ὅτι δριμὺ κατηγορητήριον ἐναντίον τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, καὶ μόνον δριμὺ κατηγορητήριον ἐξέφερα ἐντεῦθεν, — γνώμην, ἣν συμμερίζεται καὶ ἐφημερίς τις, ἡ ὁποία προσθέτει καὶ ἄλλο, ὅπως καὶ ἦτο φυσικὸν νὰ προστεθῇ, ὅτι ἐκ προσωπικῶν πολιτικῶν λόγων καταφέρομαι κατὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, — σπεύδω νὰ δηλώσω, ὅτι μετὰ λύπης ἤκουσα τοιαύτην κρίσιν, διότι δὲν ἐννοῶ μόνον νὰ τηρήσω τὸν ὅρκον, τὸν ὁποῖον ἔδωκα ὡς Βουλευτής, ἀλλὰ καὶ δίδω τὸν λόγον τῆς τιμῆς μου, ὅτι σέβομαι ἀρκετὰ τὸ Κοινοβούλιον τοῦτο, τὸ ὁποῖον τιμᾶτε πάντες διὰ τῆς παρουσίας σας, ὅπως οὐδέποτε ἐν τῷ βίῳ μου ἀναμίξω προσωπικὰ ζητήματα ἢ προσωπικὰς αἰτιάσεις ἐν ταῖς ἀγορεύσεσι, τὰς ὁποίας θὰ ποιήσωμαι ἐντεῦθεν χάριν τῶν νομοθετικῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα ψηφίζομεν. Βεβαιότατα ἐξεπλάγην, ὅτε εἶδον νὰ χαρακτηρίζηται ὡς δριμὺ κατηγορητήριον πᾶν ὅ,τι εἶπον περὶ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, καὶ οὐχὶ κατὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης· ἀνησύχησα δὲ, μήπως ἐν τῇ ῥύμῃ τοῦ λόγου μου, ἢ ἐν τῇ δικαίᾳ συγκινήσει, ἥτις μὲ κατεῖχε, τὸ πρῶτον ἀνερχόμενον τὸ βῆμα τοῦτο, εἶπόν τι τὸ κακόν, τὸ ἄδικον, τὸ μὴ στηριζόμενον ἐπὶ τῆς ἀληθείας περὶ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης. Ἀλλ’ ἐξετάσας τὰ πρακτικὰ, εὗρον ἐπὶ λέξει τὰς ὀλίγας ταύτας λέξεις, τὰς ὁποίας θὰ σᾶς ἀναγνώσω. Εἶπον τὰ ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Δὲν ἐννοῶ ποσῶς νὰ ψέξω διὰ τῶν λεχθέντων τοὺς δόντας εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν τὰ πλεονεκτήματα ταῦτα. Διότι ὑποθέτω, ὅτι, ἂν ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα περιβάλληται διὰ τόσων προνομίων, τοῦτο γίνεται ἀφ’ ἑνὸς λόγῳ τῆς εὐλαβείας καὶ τῆς ἀγάπης, δι’ ἧς ὀφείλομεν πάντες νὰ περιβάλλωμεν τὸ μόνον ἐθνικὸν τραπεζιτικὸν ἵδρυμα, τὸ ὁποῖον ἔχει ἡ Ἑλλὰς, ἀφ’ ἑτέρου δὲ διότι διὰ τῆς πλειοτέρας ἐξασφαλίσεως τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ἐξασφαλίζομεν καὶ τοὺς μετ’ αὐτῆς συναλλαττομένους. Ἀλλὰ καίτοι ἐγὼ πρῶτος ἀναγνωρίζω τὰς πολλὰς ὑποχρεώσεις τοῦ Κράτους πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, καὶ ἀντιλαμβάνομαι τῆς ἀνάγκης τῆς ἐνισχύσεως τοῦ ἐθνικοῦ τούτου ἱδρύματος ἡμῶν, δὲν δύναμαι ἢ νὰ δηλώσω, ὅτι ὀφείλομεν νὰ ἐμβαθύνωμεν ὀλίγον, πρὶν ἢ δώσωμεν νέα προνόμια εἰς αὐτὴν, καὶ νὰ ἐξετάσωμεν κατὰ πόσον συμφέρει ἡ τοιαύτη καὶ τοσαύτη συγκέντρωσις προνομίων ἐν μιᾷ καὶ μόνῃ Τραπέζῃ, ἡ καθιστῶσα σχεδὸν ἀδύνατον τὴν ἐν τῷ μέλλοντι ὕπαρξιν ἄλλων Τραπεζῶν ἐνταῦθα.» Αὐτὸ εἶναι τὸ δριμὺ κατηγορητήριον κατὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης; ἢ εἶναι γνώμη, τὴν ὁποίαν ὀφείλει νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν πᾶς σοβαρὸς μελετητὴς τοῦ δημιουργουμένου μονοπωλίου, οὕτως εἰπεῖν, τῶν τραπεζιτικῶν πραγμάτων ὑπὲρ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ἐν Ἑλλάδι; Εἶναι ἢ δὲν εἶναι παράδοξον, νὰ ψηφίζωμεν συμβάσεις, νὰ ψηφίζωμεν προνόμια, τὰ ὁποῖα θέτουσιν ἀφ’ ἑνὸς μὲν τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν εἰς ἀμέτρως καλλιτέραν θέσιν τῶν ἄλλων Τραπεζῶν, ἀφ’ ἑτέρου ὅμως ἐξουδετεροῦσι τὰς ἄλλας Τραπέζας; Ἂν Κύριοι, κατὰ τὴν προχθεσινὴν ἀγόρευσίν μου εἰσῆλθον εἰς τινας λεπτομερείας, λεπτομερείας, αἵτινες ἐθεωρήθησαν ἴσως περιτταί, διότι ἀφεώρων τὸ ἰδιαίτερον καταστατικὸν τῆς Τραπέζης, καὶ τὸ ἰδιαίτερον σύστημα, τὸ ὁποῖον αὐτὴ μεταχειρίζεται πρὸς παροχὴν τῶν δανείων τούτων, ταῦτα προῆλθον, ἀφ’ ἑνὸς ἐκ τῆς ἐπιθυμίας, ἣν εἶχον, νὰ διασαφηνίσω πλειότερον τὸν λόγον, διὰ τὸν ὁποῖον ἐζήτουν τὴν τροποποίησιν αὐτοῦ τούτου τοῦ Κανονισμοῦ, ἀφ’ ἑτέρου δὲ ἐκ τῶν ἀπανθρώπων — ἐπιτρέψατέ μοι νὰ εἴπω — διὰ τὸν πρώτην φορὰν λαμβάνοντα τὸν λόγον διακοπῶν τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων, καὶ ἰδίως τοῦ ἐκ Μαντινείας κυρίου Παπαναστασίου, τοῦ διδασκάλου μου, ὅστις ὅμως τὴν φορὰν ταύτην θὰ ὁμολογήσῃ, ὅτι ἐν τῷ θέματι τούτῳ εἶναι μαθητής μου.

§171Π. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Πιθανόν.

§172Λ. ΜΕΛΑΣ. Ἐγὼ εἶμαι βέβαιος· δὲν ἀμφιβάλλω. Ἐπαναλαμβάνω, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ χαρακτηρισθῶσιν ὡς δριμὺ κατηγορητήριον ὅσα εἶπον κατὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης. Σέβομαι τὰς ὑποχρεώσεις, τὰς ὁποίας ἔχει τὸ Κράτος πρὸς τὸ ἵδρυμα τοῦτο, καὶ θεωρῶ ὑψίστην ὑποχρέωσιν καὶ ἐμοῦ νὰ συντελέσω, ἀλλὰ πάντοτε ἐν τῷ δικαίῳ καὶ εὐλόγῳ μέτρῳ, εἰς τὴν ἐξασφάλισιν τῆς Τραπέζης· ἀλλὰ δὲν ἐπιθυμῶ, Κύριοι, νὰ νομίσῃ ἡ Βουλή, ὅτι δι’ ὅσων σήμερον εἶπον μετανοῶ δι’ ὅσα εἶπον προχθές, ὅτι ἐρύθημα ἐκάλυψε τὰς παρειάς μου, ὅτε ἀνέγνωσα τὴν πικρὰν παρατήρησιν, τὴν ὁποίαν μοὶ ἔκαμεν ὁ σεβαστὸς Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Οὐδέποτε θὰ μὲ φοβήσῃ ἡ ἐνδεχομένη δυσμένεια τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, διότι φρονῶ ἀδιστάκτως, ὅτι ὅ,τι εἶπον τὸ εἶπον ἀποκλειστικῶς καὶ μόνον ὑπὲρ τοῦ συμφέροντος αὐτοῦ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης· τοῦτο φρονῶ ἀμετατρέπτως, ἀδιαφορῶ δέ, ἂν ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα μὲ παρεξηγεῖ. Ἐγὼ ἐπιμένω νὰ θεωρῶ τὴν σύμβασιν ταύτην, μεθ’ ὅλας τὰς τροποποιήσεις, τὰς ὁποίας ἐπέφερεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὡς περιοριστικὴν τῶν δικαιοτάτων καὶ νομιμωτάτων δικαιωμάτων τῶν λοιπῶν Τραπεζῶν ἐν Ἑλλάδι, ὡς ἐνέχουσαν πάρα πολλὰς συγκεντρωτικὰς τάσεις, τὴν θεωρῶ ὡς τελείως δημευτικήν. Ἐγὼ ἐπιθυμῶ νὰ βλέπω, ὡς τοὐλάχιστον ὑποτίθεται ὅτι εἶναι, τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν ὡς οἶκον προστατευτικὸν τῶν συμφερόντων ὅλων τῶν Ἑλλήνων, ὡς οἶκον ἐλπίδος ἐπὶ τὸ οἰκονομικὸν μέλλον καὶ τῶν ἰδιωτῶν καὶ ἐν μέρει τοῦ Δημοσίου, ἀλλ’ ἐπιθυμῶ ἰδίως νὰ βλέπω τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν ὡς οἶκον ἀρωγῆς, ὡς οἶκον προαγωγῆς καὶ τῶν μικροτέρων καὶ ἀδυνατωτέρων Τραπεζῶν, καὶ ὄχι ὡς οἶκον καταποντισμοῦ πάσης ἄλλης ἐργασίας τραπεζιτικῆς, μὴ ἀπορρεούσης ἐκ τῆς ἰδίας αὐτῆς διοικήσεως. Τὰς ἐξηγήσεις ταύτας ἐνόμισα, ὅτι ἔπρεπε νὰ δώσω ἐπὶ τῶν παρατηρήσεων, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο εἰς τὴν ἀγόρευσίν μου. Ἐν τέλει ὑποβάλλω τροπολογίαν περὶ προσθήκης ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ἄρθρου 2, δι’ οὗ «ὑποχρεοῦται ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα νὰ συστήσῃ ἀντὶ τῶν πέντε ἐν τῷ ἄρθρῳ 3 τῆς συμβάσεως ὁριζομένων πρακτορείων δώδεκα τοιαῦτα, ἐξ ὧν δύο ἐν Ἑπτανήσῳ, πέντε ἐν Θεσσαλίᾳ καὶ πέντε ἐν τῇ λοιπῇ Ἑλλάδι.»

§173Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).

§174ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αἱ ὑπὸ τῶν κ. Μελᾶ καὶ Γούναρη ὑποβληθεῖσαι τροπολογίαι θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 235–236).

§175Ι. ΣΙΓΑΛΑΣ. (Ὅρα Παράρτημα).

§176Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Κύριε Πρόεδρε, τὸν λόγον.

§177Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ἐὰν πρόκηται νὰ ὁμιλήσητε τώρα, κύριε Πρόεδρε, θ’ ἀναγκασθῶμεν νὰ ὁμιλήσωμεν καὶ ἡμεῖς ἔπειτα. Βλέπετε ὅτι εἶναι δύο ἡ ὥρα.

§178Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Δυνάμεθα νὰ ἐργασθῶμεν μέχρι τῶν ἕξ.

§179Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Δὲν νομίζω, ὅτι εἶναι ὁ Ἀννίβας ἐπὶ θύραις, κύριε Πρόεδρε, ἵνα ἐργασθῶμεν ἕως τὰς ἕξ, ἕως τὰς ὀκτώ. Δὲν θὰ ἦναι δυνατόν.

§180Γ. ΚΟΡΥΖΗΣ. Δὲν θὰ ἦναι πρώτη φορά.

§181Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Τότε, κύριε Πρόεδρε, προτείνω τὴν ἀναβολὴν, διότι εἶναι φυσικὸν, ὅτι ἡ ὁμιλία ἡ ἰδική σας ὄχι μόνον θὰ παραταθῇ πολὺ, ἀλλὰ βεβαίως θὰ προκαλέσῃ καὶ ἀπάντησιν.

§182Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν λέγω τὸ ἐναντίον.

§183Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ἀλλὰ δὲν δυνάμεθα νὰ παραμείνωμεν ἐδῶ μέχρι πρωίας.

§184Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Πῶς ἄλλως νὰ πράξωμεν, ἀφοῦ καταναλίσκομεν τόσην ὥραν εἰς ἐπερωτήσεις;

§185Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ἂς περιορισθῶσιν αἱ ἐπερωτήσεις. Εἶναι ἀδύνατον νὰ παραμένωμεν καθ’ ἑκάστην μέχρι πρωίας.

§186Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Πῶς ἄλλως δυνάμεθα νὰ πράξωμεν;

§187Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Διότι ἐκτὸς τῶν ἄλλων τὴν πρωίαν ἡμεῖς ἔχομεν καὶ ἄλλην ἐργασίαν, καὶ δὲν δυνάμεθα νὰ παραμένωμεν μέχρι τῆς ἑβδόμης.

§188ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Πέρυσιν ὅμως παρεμένετε εὐχαρίστως μέχρι τῆς πρωίας!

§189Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ναί· ἀλλ’ ἐπὶ δύο ἢ τρεῖς μόνον ἡμέρας· ὄχι καθ’ ἡμέραν!

§190ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ὅλην τὴν Μεγάλην Ἑβδομάδα!

§191Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ἦτο ἀνάγκη.

§192Γ. ΚΟΡΥΖΗΣ. Καὶ τώρα ἐπείγει τὸ ζήτημα αὐτὸ, καὶ πρέπει νὰ μείνωμεν.

§193Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Πολὺ καλά. Μείνατε, ὁμιλήσατε καὶ ψηφίσατε, ἀλλ’ ἐγὼ δὲν δύναμαι νὰ μείνω πλέον. Νομίζω δὲ, ὅτι, ἀφοῦ προετάθη πρότασις ἀναβολῆς, πρέπει νὰ λυθῇ τὸ ζήτημα.

§194Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Βεβαίως. Ὁ κύριος Πρόεδρος τῆς Βουλῆς θὰ τὸ λύσῃ.

§195Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Λοιπὸν, κύριε Πρόεδρε, ὑπέβαλον πρότασιν ἀναβολῆς.

§196ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλήν. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν τῆς ἀναβολῆς παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσι.

§197Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.

§198ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχουσι δεκαπέντε Βουλευταὶ ζητοῦντες τὴν δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως ψηφοφορίαν;

§199Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ὑπάρχουσι περισσότεροι.

§200Ν. ΔΑΟΥΤΗΣ (πρὸς τὸν κ. Μπουφίδην). Δὲν ἀγαπᾶτε τὴν κωλυσιεργίαν!

§201Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Δὲν δυνάμεθα νὰ μείνωμεν ἐδῶ μέχρι πρωΐας.

§202ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν θὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλὴν δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως. Παρακαλῶ τοὺς κυρίους Βουλευτὰς νὰ καταλάβωσι τὰς θέσεις των. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀναβολὴν λέγουσι Ναὶ, οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουσιν Ὄχι. Ἄρχεται ἡ ψηφοφορία. (Γίνεται ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν, ὡς ψηφολεκτῶν, τῶν βουλευτῶν Ι. Γ. Ρούφου καὶ Γ. Μελισσηνοῦ. Ἐκφωνηθέντος τοῦ ὀνόματος τοῦ βουλευτοῦ Φθιώτιδος κ. Ν. Χατζίσκου, λαμβάνει οὗτος τὸν λόγον).

§203Ν. ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Μοὶ εἶναι, νομίζω, ἐπιτετραμμένον, κ. Πρόεδρε, νὰ δικαιολογήσω ἤδη τὴν ψῆφόν μου, διότι δὲν ἤμην παρὼν κατὰ τὴν ἔναρξιν τῆς ψηφοφορίας...

§204ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ τῆς δεξιᾶς). Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γείνῃ τοῦτο τώρα.

§205ΑΛΕΞ. Θ. ΖΑΙΜΗΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ διακοπῇ ἡ ψηφοφορία.

§206Ν. ΔΑΟΥΤΗΣ. Αὐτὸ δὲν ἔγεινε ποτέ!

§207Ν. ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Ὁ κύριος Πρόεδρος θὰ εἴπῃ τὴν γνώμην του.

§208ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρόκειται περὶ ζητήματος ἀναβολῆς, τὸ ὁποῖον δὲν ἔχει οὔτε πολιτικὴν, οὔτε ἄλλην ἔννοιαν.

§209Ν. ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι, ὡς προεκλήθη ἡ ψηφοφορία, δύναται νὰ ἔχῃ καὶ πολιτικὴν σημασίαν. Ἐν τοιαύτῃ δὲ περιπτώσει, διερμηνεύων καὶ τὴν γνώμην τοῦ κυρίου Λεβίδου...

§210ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψηφοφόρησεν ὁ κύριος Λεβίδης.

§211Ν. ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Τὴν στιγμὴν ταύτην μὲ ἐξουσιοδότησεν ὁ κ. Λεβίδης νὰ διερμηνεύσω καὶ τὴν γνώμην αὐτοῦ... Δηλῶ, ὅτι ψηφίζω κατὰ τῆς ἀναβολῆς, διότι νομίζω, ὅτι οὐ μόνον τὰ συμφέροντα τοῦ πιστωτικοῦ ἱδρύματος, περὶ οὗ πρόκειται, ἀλλὰ καὶ τὰ συμφέροντα τῆς κοινωνίας παραβλάπτονται ἕνεκα τῆς ἀναβολῆς. (Μετὰ τοῦτο ἐξακολουθησάσης καὶ περατωθείσης τῆς ψηφοφορίας γίνεται ἡ διαλογή, κατὰ τὸ ἑπόμενον πρωτόκολλον ψηφοφορίας, ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν τῶν αὐτῶν Βουλευτῶν).

Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
Λέων Μελᾶς Ο Κωνσταντῖνος Τοπάλης Ο
Στέργιος Μ. Καρανίκας Ο Φίλιππος ΓιαννακόπουλοςΟ
Νικόλαος Σταματιάδης Ο
Ἀνδρ. Παναγιωτόπουλος Δημ. Καρακίτης
Εὐάγ. Καναβαριώτης Ο Κωνστ. Φιλιππίδης Ο
Γεώργιος Μπαλτατζῆς Ν Ἀντ. Καρτάλης
Νικ. Γουλιμῆς
Κωνστ. Ἀργυρόπουλος Κωνσταντῖνος Γρίβας
Ἐπαμειν. Ἐμπειρῖκος Κωνστ. Παπανικολῆς Ο
Γεώργ. Πολυγένης Ο Θ. Π. Δηλιγιάννης Ο
Γεώργ. Καρπετόπουλος Περ. Ἀλεξάκης Ο
Ἰωάννης Ζωγράφος Ἐπαμ. Ν. Δηλιγιάννης Ο
Κωνστ. Γ. Καραπᾶνος Ο Π. Ταμπακόπουλος Ο
Ἰωάννης Γ. Καραπᾶνος Ο Ἰωάν. Ἀντωνόπουλος Ο
Σπυρίδων Ν. Βαρζέλης Ο Χαρίλ. Τζανετάκης Ο
Κωνστ. Β. Κοττίκας Ο Γεώργ. Πετροπουλάκης Ο
Δημήτρ. Γ. Ράλλης Ο Μιχ. Φωτιάδης
Ἀλέξανδρος Γ. Σκουζὲς Βασ. Μαστραπᾶς Ν
Νικόλαος Λεβίδης Ο Κ. Α. Λιδωρίκης
Ἀντώνιος Ζυγομαλᾶς Ο Ἀρ. Χ. Ἀναγνωστόπουλος Ο
Ἀθαν. Μουτσόπουλος Ο Μιχ. Ι. Στελλάκης Ν
Κωνστ. Σμολένσκης Γ. Π. Καπιτσίνης
Κυριάκος Λιγενὸς Ο Πάϊκος Λ. Ρίτσος Ο
Λάμπρος Δ. Καλλιφρονᾶς Ο Σταμάτιος Μήτσας
Ἀνδρέας Ψύλλας Ο Δημ. Τσιτσάρας Ο
Νικόλαος Γουναράκης Δημ. Χατζόπουλος Ο
Θεόδωρος Λέκας Ο Γεώργ. Ἀλεξανδρόπουλος
Ἰσίδωρος Κολιάτσος Ο Ἰωάν. Σερμπᾶνος
Κωνστ. Ι. Ἀγγελόπουλος Ο Κ. Δ. Ἀργασ. Λομβάρδος Ν
Νικόλαος Α. Στρᾶτος Ἀλέξανδρος Σ. Κ. Ρώμας
Ἰωάννης Σ. Στάϊκος Ο Γεώργιος Ι. Μελισσηνὸς Ο
Διονύσιος Π. Στεφάνου ἀρν.Παναγ. Σπυράκης
Χρῆστος Ι. Στεφανόπουλος Ἰωάννης Καλούτσης Ο
Ἀνδρέας Ι. Στεφανόπουλος Χαράλαμπος Βοζίκης
Ἰωάννης Ν. Σισίνης Ο Γεώργ. Λ. Μαυρομιχάλης
Ἀνδρέας Δ. Σπηλιάδης Ο Ἰωάν. Π. Μελετόπουλος Ο
Διονύσιος Π. ΠαυλόπουλοςΟ Πέτρος Ν. Βαρβιτσιώτης Ο
Ἰωάννης Θ. Ψημένος Ο Στέφανος Κοπανίτσας Ο
Γεώργιος Ι. Κρεστενίτης Ο Γεώργιος Δ. Φικιώρης Ο
Δημοσθένης Γ. Δόγκας Ἰωάννης Φίλιος
Νικόλαος Δαούτης Ο Κωνσταντῖνος Καρακίτης Ο
Ἰωάννης Κόλλιας Ο Ἰωάννης Γιαννακίτσας
Λουκᾶς Γ. Μπέλλος Ο Νικόλαος Μπουφίδης Ν
Χριστόφορος Ι. Ἀσιμῆς Ο Ἰωάννης Λάππας Ο
Πέτρος Ν. Δελένδας Περικλῆς Σ. Βαλαωρίτης Ο
Γεώργιος Ι. Σκληρός
Τηλέμ. Α. Δενδρινὸς Εὐάγγελ. Θ. Τσαρλαμπᾶς Ο
Γεώργιος Ν. Καλλίνικος Κωνσταντ. Χαλκιόπουλος Ο
Λεωνίδας Π. Πετιμεζᾶς Ο Ἀχιλλεὺς Παπαλουκᾶς Ο
Ἀλέξανδρος Θ. Ζαΐμης Ο Γκίκας Μάστορης Ο
Ἀλέξανδρος Φωτήλας Ο Ἰωάννης Μπακόπουλος Ο
Γεώρ. Χ. Παπαδημητρίου Ο Νικόλ. Τριανταφυλλᾶκος
Βασιλάκης Κ. ΓιαννουσίουΟ Κωνστ. Κωνσταντόπουλος
Αὐγερινὸς Ἀβέρωφ ἀρν.Παναγ. Παπαναστασίου Ο
Κωνσταντῖνος Κρίτσας Ο Παναγιώτης Μανέτας Ο
Ἰωάννης Δαμηλάτης Ἀθαν. Πετρόπουλος Ο
Κωνστ. Ι. Φλέσσας Ἀθαν. Ζέρβας Ο
Ἠλίας Μαυρομιχάλης Γεώργ. Ἀναστασόπουλος Ο
Κίμων Βελλίνης Ο Γεώργιος Νικολαΐδης Ο
Ι. Καφταντζόγλου Κωνσταντ. Τρικούπης Ο
Ι. Παλάσκας Ο Λεωνίδας Δεληγεώργης Ο
Δ. Τερτίπης Περικλῆς Μποῦτος
Ι. Καζαμπάκας Παναγ. Δ. Μερλόπουλος Ο
Α. Βασαρδάνης Σπυρ. Α. Κουμουνδοῦρος Ο
Κ. Ζωγλοπίτης Ο Ἰωάννης Νικολαΐδης
Νικόλ. Μπαλάφας Ο Ἱπποκράτης Ι. Ἀπέργης
Νικόλ. Σταματιάδης Ο Ἀριστομέν. Προβελέγγιος
Μιχ. Στεφανίδης Ο Π. Ι. Πρωτοπαπαδάκης
Νικόλ. Νικολαΐδης Ο Ἐλευθέριος Ν. Μυκώνιος
Θεμιστοκλῆς Κόλλιας Νικόλαος Κ. Κρίσπης
Κωνστ. Γ. Ἱερομνήμων Ν Δημ. Ι. Φαρμάκης
Ἰωάννης Ρώτας Ο Ἰω. Κ. Καλαντζόπουλος Ο
Γεώρ. Ν. Θεοτόκης Ν Ἰωάννης Ν. Καναβὸς
Μιχ. Ν. Θεοτόκης Ν Θεόδ. Κ. Φαρμακόπουλος
Νικόλ. Μαρκέτης Ο Νικ. Κ. Φαρμακόπουλος Ο
Ἀλκίνοος Σ. Ζερβὸς Κωνσταντ. Χριστοδούλου
Γουλιέλμος Ι. Σκάρπας Ἀθαν. Πετσάλης Ο
Σπυρίδων Α. Ἀγάθος Κυρ. Π. Μαυρομιχάλης Ο
Περικλῆς Α. Ἀλαμᾶνος Κωνστ. Α. Κουμουνδοῦρος
Ἠλίας Α. Πολίτης Ν Κυρ. Λ. Μαυρομιχάλης Ο
Σπυρίδων Ι. Δεληγιάννης Ο Φώτιος Π. Μοσχούλας Ο
Παναγιώτης Δ. Πετρίδης Ο Νικόλ. Α. Παπαλέξης Ο
Ἀθανάσιος Α. Γκράβας Δημ. Α. ΠολυχρονόπουλοςΟ
Ἀναστάσ. Στυμφαλιάδης Ἀνδρέας Δ. Μονοκροῦσος Ο
Ἀπόστολος Σ. Ζούζουλας Ο Νικόλαος Γ. ΜαντζαβῖνοςΝ
Κωνστ. Β. Χριστόπουλος Θεόδωρος Α. ΒελλιανίτηςΟ
Ἄθως Ι. Ρωμᾶνος Ν Ἀνάργυρος Σιμόπουλος
Διονύσιος Π. Βενιεράτος Ἰωάννης Δελμοῦζος
Κωνσταντ. Α. Γεράκης Δημήτριος Π. Νίκας Ο
Δημήτριος Β. Τραυλὸς Κ. Δ. Γερακωστόπουλος Ο
Σπυρίδων Ε. Στάης Ἀχιλλεὺς Χοϊδᾶς Ο
Διονύσιος Καλούτσης Ἰωάννης Κ. Τσερτίδης Ο
Νικόλαος Τσοῦχλος Ἰωάννης Γ. Μ. Ροῦφος Ν
Κωνσταντῖνος Γκότσης Ο Ἀνδρέας Ι. Κεφαλᾶς Ο
Δημήτριος Π. Γούναρης Ο Εὐστάθιος Κοκκέβης
Δ. Ἀνδρικ. ἢ ΜπουκαούρηςΟ Ἀλέξ. Δ. Πονηρόπουλος
Γεώργιος Ράλλης Δημ. Ἀναστασόπουλος Ο
Παναγιώτης Π. Σάκκης Ν Ἀνδρέας Σκαλτσοδῆμος
Νικόλαος Α. Μισυρλῆς Ο Ἀθαν. Νικολίτσας Ο
Νικόλ. Δ. Ραφτόπουλος Ο Γεώργιος Κορυζῆς Ο
Ἰωάννης Α. Βρυώνης Θεόδωρος Λιμπρίτης
Ἰωάν. Γ. Α. Γεωργιάδης Ο Γεώργιος Ροδόπουλος Ο
Νικόλαος Γ. Λεωνίδας Παντελῆς Μ. Γκίκας Ο
Διομήδης Ν. Κυριακὸς Ο Ἰωάν. Θ. Κουντουριώτης
Ἰωάννης Ν. Καλαμάρης Ο Νικόλαος Μ. Τσαμαδὸς
Σταμ. Δ. Βαφειαδάκης Ο Νικόλαος Πλατσῆς Ο
Κωνσταν. Α. Τσιροπινᾶς Ν. Χατζῖσκος Ο
Ἐμμαν. Ε. Λαδόπουλος Χαρ. Εὐταξίας Ο
Ἀντώνιος Π. Βιτάλης Ο Δ. Δεδούσης Ο
Κάρολος Μ. Βιτάλης Ο Κομνᾶς Τράκας
Ἰωάννης Ν. Σιγάλας Ν. Κοντογιάννης Ο
Κων. Εὐθ. Χατζηπέτρος Μιχαὴλ Κακαρᾶς
Σωτήριος Ι. Χατζηγάκης Ο Βασίλειος Βουδούρης Ο
Γεώργιος Ραδινὸς Γεώργιος Ἀβέρωφ
Ἀπόστολος Ζάππας Νικόλαος ΚαλογερόπουλοςΟ
Ἠλίας Μπασδέκης Ο Νικόλαος Μαμούνης Ο
Σπυρίδων Γεωργόπουλος Ο Ἰωάννης Θ. Βρατσᾶνος

§212ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψηφοφόρησαν ἐν ὅλῳ 144, ἐξ ὧν 129 κατὰ τῆς προτάσεως, 13 ὑπὲρ αὐτῆς καὶ 2 ἠρνήθησαν ψῆφον. Ἑπομένως ἡ πρότασις περὶ ἀναβολῆς ἀπερρίφθη. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἔχει τὸν λόγον.

§213Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἐκπληρῶ τὴν ἐπιθυμίαν τοῦ πρὸ μικροῦ καταβάντος τοῦ βήματος τούτου. Μὲ ἠρώτησεν, ἂν μοὶ ἐνεχειρίσθη πρότασις ὑπὸ τοῦ Διευθυντοῦ τῆς Τραπέζης Ἀθηνῶν, συναφὴς πρὸς τὰς συμβάσεις, τῶν ὁποίων τὴν κύρωσιν ζητοῦμεν διὰ τοῦ εἰσαχθέντος νομοσχεδίου. Πληροφορῶ αὐτὸν καὶ ἀνακοινῶ πρὸς τὴν Βουλήν, ὅτι τὴν 7 Μαρτίου ἦλθε πρός με εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν ὁ Διευθυντὴς τῆς Τραπέζης Ἀθηνῶν, καὶ μοὶ εἶπεν, ὅτι σκοπεῖ νὰ προβάλῃ προτάσεις, συναφεῖς πρὸς τὰς συνομολογηθείσας συμβάσεις, αἱ ὁποῖαι παρέχουσιν εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ εἰς τὴν χώραν εὐκολίας περισσοτέρας ἢ ὅσας παρέχει ἡ σύμβασις μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης. Πρὸς τὸν κ. Διευθυντὴν τῆς Τραπέζης Ἀθηνῶν εἶπον, ὅτι ἠδύνατο νὰ προβάλῃ προτάσεις, καὶ θέλω λάβει αὐτὰς ὑπ’ ὄψιν μου, οὗτος δὲ μετ’ ὀλίγον ἐλθὼν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον μοὶ ἐνεχείρισε τὰς προτάσεις του, μοὶ ἀνεκοίνωσε δὲ καὶ προφορικῶς τὸ περιεχόμενον αὐτῶν. Ἀπεκρίθην εἰς τὸν κ. Πεσματζόγλου, ὅτι θέλω εἰσαγάγει αὐτὰς εἰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, καὶ ὄντως, εὐθὺς ὡς ἀπῆλθεν ὁ κ. Διευθυντὴς τῆς Τραπέζης Ἀθηνῶν, εἰσήγαγον εἰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον τὰς προτάσεις ταύτας. Διὰ τῶν προτάσεων τούτων ὁ Διευθυντὴς τῆς Τραπέζης Ἀθηνῶν προέτεινε νὰ μὴ ἐγκρίνωμεν τὴν παράτασιν τοῦ ἀποκλειστικοῦ δικαιώματος τῆς Ἐθν. Τραπέζης πρὸς ἔκδοσιν καὶ κυκλοφορίαν τραπεζικῶν γραμματίων, ὅτε δ’ ἤθελε λήξει ἡ διάρκεια τοῦ δικαιώματος τῆς Ἰονικῆς Τραπέζης πρὸς ἔκδοσιν καὶ κυκλοφορίαν τραπεζικῶν γραμματίων καὶ τοῦ δικαιώματος τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ἡ Τράπεζα τῶν Ἀθηνῶν προβάλλει ἑαυτὴν ἑτοίμην νὰ ἀναλάβῃ αὐτὴ τὸ δικαίωμα τοῦτο, διαδεχομένη τὰς δύο ταύτας Τραπέζας, καὶ συγκεντρώνουσα εἰς ἑαυτὴν τὸ ἀποκλειστικὸν δικαίωμα τῆς ἐκδόσεως καὶ κυκλοφορίας τραπεζικῶν γραμματίων. Προσέθηκε δὲ ἐπιβοηθητικῶς, ὅτι, ἂν ἐφρονοῦμεν ὅτι δὲν πρέπει ν’ ἀπογυμνώσωμεν τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν ἀπὸ τὸ δικαίωμα τῆς ἐκδόσεως καὶ κυκλοφορίας τραπεζικῶν γραμματίων, ὅτι δὲν πρέπει νὰ καταστήσωμεν τὴν Τράπεζαν Ἀθηνῶν ὡς μίαν καὶ ἑνιαίαν Τράπεζαν, ἔχουσαν τὸ δικαίωμα τῆς ἐκδόσεως καὶ κυκλοφορίας τραπεζικῶν γραμματίων, μοὶ προσέθηκε, λέγω, ὅτι ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἡ Τράπεζα τῶν Ἀθηνῶν δέχεται νὰ διαδεχθῇ τὸ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον ἐσπεύσαμεν νὰ παραχωρήσωμεν εἰς τὴν Ἰονικὴν Τράπεζαν, ὅτε ἤθελε λήξει ἡ προθεσμία αὐτοῦ, καὶ τοιουτοτρόπως ἠθέλομεν ἔχει τότε δύο ἐκδοτικὰς Τραπέζας, τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν καὶ τὴν Τράπεζαν τῶν Ἀθηνῶν, ἀντικαθιστῶσαν τὴν Τράπεζαν τὴν Ἰονικήν. Τὸ περιεχόμενον τοῦτο τῶν προτάσεων ἀνεκοίνωσα εἰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, καὶ συζήτησις ἐγένετο ἐπ’ αὐτῶν· ἀλλ’ ἑκατέρα τῶν δύο τούτων προτάσεων δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ γένηται ἀποδεκτή, ἵνα προτείνωμεν τὴν παραδοχὴν αὐτῆς εἰς τὴν Βουλήν. Δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἀναγνωρίσωμεν δύο Τραπέζας ἐχούσας δικαίωμα ἐκδόσεως καὶ κυκλοφορίας τραπεζικῶν γραμματίων, διότι τοῦτο ἀντέβαινεν εἰς τὸν ἀρχικὸν σκοπόν, τὸν ὁποῖον εἴχομεν, ὅτε δὲν ἐστέρξαμεν ν’ ἀναγνωρίσωμεν, ὅτι ἡ Ἰονικὴ Τράπεζα εἶχε τὸ δικαίωμα τοῦτο. Ἐζήτησε τότε ἡ Ἰονικὴ Τράπεζα νὰ παρατείνωμεν τὸ δικαίωμα τῆς ἐκδόσεως καὶ κυκλοφορίας τραπεζικῶν γραμματίων· ἀλλ’ εἰς τὸν Πρόεδρον τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου τῆς Ἰονικῆς Τραπέζης ἐδήλωσα ῥητῶς, ὅτι ἡ Κυβέρνησις φρονεῖ, ὅτι τὸ συμφέρον τοῦ Κράτους ἀπαιτεῖ νὰ ὑπάρχῃ μία μόνη Τράπεζα ἐκδοτική, καὶ ὅτι, ἀφοῦ ἱστορικοὶ λόγοι εἶχον καταστήσει τρεῖς Τραπέζας, περιβεβλημένας διὰ τοῦ δικαιώματος τῆς ἐκδόσεως καὶ κυκλοφορίας τραπεζικῶν γραμματίων, ἤτοι τὰς δύο Τραπέζας, Ἐθνικὴν καὶ Ἰονικήν, καὶ τὴν Τράπεζαν τῆς Ἠπειροθεσσαλίας, ἐξέλιπε δὲ ἡ τελευταία αὕτη, καὶ ὑπελείποντο δύο Τράπεζαι, ἤγγιζε δὲ ἡ λῆξις τοῦ δικαιώματος τῆς Ἰονικῆς Τραπέζης, ἐπεμείναμεν νὰ πείσωμεν αὐτήν, ὅτι δὲν ἔχει δικαίωμα νὰ ἀπαιτῇ παρ’ ἡμῶν ἀνανέωσιν τοῦ δικαιώματος τούτου, διότι ἐσκοποῦμεν νὰ καταστήσωμεν μίαν μόνην Τράπεζαν ἐκδοτικήν. Ἀφοῦ λοιπὸν τοιοῦτον προεθέμεθα σκοπόν, δὲν ἦτο δυνατὸν ν’ ἀποδεχθῶμεν τὴν ἐπιβοηθητικὴν πρότασιν τοῦ Γενικοῦ Διευθυντοῦ τῆς Τραπέζης τῶν Ἀθηνῶν, μὴ στέρξαντες ν’ ἀνανεώσωμεν τὸ δικαίωμα τῆς Ἰονικῆς Τραπέζης τοῦ νὰ ἐκδίδῃ καὶ κυκλοφορῇ τραπεζικὰ γραμμάτια καπὰ τὸν χρόνον τῆς λήξεως τῆς διαρκείας αὐτοῦ, ὑποκαθιστῶντες δὲ τὴν Ἰονικήν, καὶ καθιστῶντες διάδοχον αὐτῆς εἰς τὸ δικαίωμα τοῦτο τὴν Τράπεζαν τῶν Ἀθηνῶν· διότι οὕτως ἠθέλομεν ἔχει δύο ἐκδοτικὰς Τραπέζας, τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν καὶ τὴν Τράπεζαν τῶν Ἀθηνῶν. Ἀλλὰ δὲν ἦτο μόνον τοῦτο, τὸ ὁποῖον δὲν ἠδυνάμεθα νὰ δεχθῶμεν· κατὰ πλείονα λόγον δὲν ἠδυνάμεθα νὰ ἀφαιρέσωμεν τὸ δικαίωμα τῆς ἐκδόσεως καὶ κυκλοφορίας τραπεζικῶν γραμματίων ἀπὸ τὴν Τράπεζαν τὴν Ἐθνικήν, καὶ νὰ περιβάλωμεν διὰ τοῦ δικαιώματος τούτου τὴν Τράπεζαν τῶν Ἀθηνῶν, καθιστῶντες αὐτὴν μίαν ἐκδοτικὴν Τράπεζαν, διότι τοῦτο δὲν ἀντέβαινε μὲν εἰς τὸν σκοπόν, τὸν ὁποῖον εἴχομεν, ἤτοι νὰ συντελέσωμεν νὰ κατασταθῇ μία μόνον Τράπεζα, ἔχουσα τὸ δικαίωμα τῆς ἐκδόσεως καὶ κυκλοφορίας τραπεζικῶν γραμματίων, ἦτο ὅμως πρᾶξις λίαν τολμηρά, διότι ἠθέλομεν παραβλέψει πιστωτικὸν κατάστημα, τὸ ὁποῖον λειτουργεῖ ἐπὶ ἑξήκοντα ἤδη ἔτη ἐν τῇ χώρᾳ, καὶ τὸ ὁποῖον κατὰ τὴν ἡμετέραν γνώμην δὲν ἔδωκεν ἀφορμήν, ἵνα μειωθῇ ἡ πρὸς αὐτὸ ἐμπιστοσύνη τῆς Πολιτείας διὰ τὸ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον εἶχε παραχωρήσει εἰς αὐτό, τῆς ἐκδόσεως καὶ κυκλοφορίας τραπεζικῶν γραμματίων· ἤθελε δὲ κριθῇ ἡ τοιαύτη πρᾶξις οὐ μόνον ὡς τολμηρά, ἀλλὰ καὶ ἀξία πάσης κατακρίσεως, διότι ἠθέλομεν παρασταθῆ παρασυρθέντες εἰς αὐτὴν ἀπὸ συμφέρον εὐτελές, τὸ συμφέρον, ὅτι, ἀντὶ τῆς συμμετοχῆς τῶν 20%, τὴν ὁποίαν ἔχομεν ἐπὶ τῶν ἐκ τῆς κυκλοφορίας τῶν τραπεζικῶν γραμματίων κερδῶν διὰ τῆς μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης συμβάσεως, ἐδέχθημεν τὴν πρότασιν τῆς Τραπέζης Ἀθηνῶν, ἥτις μᾶς παρεῖχε συμμετοχὴν 50% ἐπὶ τῶν κερδῶν· ἤτοι ἠθέλομεν παρασταθῆ πωλοῦντες τὸ ἀποκλειστικὸν δικαίωμα, τὸ ὁποῖον νέμεται ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα ἀπὸ ἑξήκοντα ἤδη ἐτῶν, ἀντὶ τόσον μικροῦ κέρδους, ἀφαιροῦντες αὐτὸ ἀπὸ τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν καὶ παραχωροῦντες εἰς τὴν Τράπεζαν τῶν Ἀθηνῶν. Ἀνεκοίνωσα εἰς ὑμᾶς τὰς σκέψεις ταύτας τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, πεποιθὼς, ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ δευτέρα γνώμη. Διότι δὲν πρέπει αἱ Κυβερνήσεις νὰ μεταβάλλωσι τὰ καλῶς κείμενα, ἀφαιροῦσαι ἄνευ λόγου τινὸς, ἀλλὰ χάριν μικροῦ κέρδους, τὴν ἐμπιστοσύνην, τὴν ὁποίαν ἐπὶ ἑξήκοντα ὅλα ἔτη τοσοῦτον πιστῶς διεχειρίσθη ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα, καὶ παρέχουσαι αὐτὴν εἰς νέον ἵδρυμα, τὸ ὁποῖον πρὸ ὀλίγων ἐτῶν ἱδρύθη, ἵδρυμα, περὶ τοῦ ὁποίου δὲν ἔχομεν βεβαίως κακὴν γνώμην, ἀλλὰ τὸ ὁποῖον ὅμως δὲν ἔχει τοσοῦτον μακρὸν βίον, ἑξήκοντα ἐτῶν, ἵνα καταστήσῃ δυνατὸν εἰς ἡμᾶς νὰ περιβάλωμεν αὐτὸ διὰ τοσαύτης ἐμπιστοσύνης. Τὰ ὀφέλη, τὰ ὁποῖα ἡ Τράπεζα τῶν Ἀθηνῶν ἐπρότεινεν εἰς ἡμᾶς, ἦσαν βεβαίως ἀνώτερα τῶν ἀνταλλαγμάτων, τὰ ὁποῖα ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα παρεῖχεν εἰς τὸ Κράτος διὰ τῆς συμβάσεως, τῆς ὁποίας τὴν κύρωσιν προτείνομεν εἰς τὴν Βουλήν. Ἀλλὰ καίτοι δὲν ἔχω ἀφορμήν τινα, ἵνα διάκημαι δυσμενῶς πρὸς τὴν Τράπεζαν Ἀθηνῶν, ἔκρινα ὅμως, ὅτι δὲν εἴχομεν τὸ δικαίωμα νὰ ἀρνηθῶμεν τὴν ἐμπιστοσύνην, τὴν ὁποίαν ἐπὶ 60 ἤδη ἔτη τὸ Κράτος ἐξακολουθεῖ ἔχον εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν. Ἀλλὰ τὰ ἀνταλλάγματα, τὰ ὁποῖα ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα παρέχει νῦν εἰς τὸ Κράτος διὰ τῆς συμβάσεως, τὴν ὁποίαν συνωμολόγησε μεθ’ ἡμῶν, τὰ ἀνταλλάγματα ταῦτα ἐκρίθησαν ὑπό τινων ὡς ἀνάξια προσοχῆς, ὁ δὲ πρὸ μικροῦ ἀγορεύσας κύριος Βουλευτὴς ἐκ Τήνου, ἀναδραμὼν εἰς τὴν ἱστορίαν τοῦ 1880, παρέστησεν ὅτι κατὰ τὸ 1880 ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα παρέσχεν εἰς τὸ Κράτος πολὺ μεγαλείτερα ὀφέλη ἀπὸ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα παρέχει ἤδη διὰ τῆς συμβάσεως, τῆς ὁποίας ζητοῦμεν παρ’ ὑμῶν τὴν κύρωσιν. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Τήνου ἐτόνισε καθ’ ὑπερβολὴν τὰ δάνεια, τὰ ὁποῖα κατὰ τὸ 1880 ὑπεσχέθη καὶ ἐπραγματοποίησεν ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα εἰς τὸ Δημόσιον. Τῷ ὄντι διὰ τῆς συμβάσεως τοῦ 1880 ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα ὑπεσχέθη νὰ δανείσῃ τὸ Κράτος 25 ἑκατομμύρια εἰς χρυσὸν καὶ 27 ἑκατομμύρια εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια ἐπὶ τόκῳ 1%. Ἐὰν μεταβάλητε τὰ 25 ἑκατομμύρια εἰς χρυσὸν εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια, θέλετε ἔχει τοὐλάχιστον 40 ἑκατομμύρια ἀντιστοιχοῦντα εἰς τὰ 25 ἑκατομμύρια εἰς χρυσόν· ἐὰν δ’ εἰς ταῦτα προσθέσητε καὶ τὰ 27 ἑκατομμύρια εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια, τὰ δύο ταῦτα δάνεια ἀντιπροσωπεύουσι κεφάλαιον 67 ἑκατομμυρίων εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια, τοσούτου δὲ ποσοῦ δάνειον τῆς Τραπέζης ἐπὶ τόκῳ 1% βεβαίως παρεῖχεν εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον κέρδος αἰσθητόν. Ἀλλὰ ταῦτα δὲν ἔχουσιν οὕτω. Τοῦ 1880 προηγεῖται τὸ ἔτος 1879, κατὰ τὸ ὁποῖον ἐτύγχανον ἐγὼ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν. Τότε διεπραγματεύθην τὸ δάνειον τῶν 60 ἑκατομμυρίων εἰς χρυσὸν, μεσολαβοῦντος τοῦ μακαρίτου Συγγροῦ, τοῦ ὁποίου δανείου τὴν πραγματοποίησιν ἀνέλαβε τότε τὸ Comptoir d’ Escompte τῶν Παρισίων, καὶ τὸ δάνειον τοῦτο συνωμολογήσαμεν κατὰ τὸ ἔτος 1879, ἵνα πληρώσωμεν τὰ χρήματα ταῦτα εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν καὶ ἐξοφλήσωμεν προγενέστερον δάνειον 60 ἑκατομμυρίων δραχμῶν εἰς χρυσὸν, τὸ ὁποῖον εἶχε συνομολογηθῆ κατὰ τὸ ἔτος 1877, καὶ ἕνεκα τοῦ ὁποίου εἶχεν ἐπιβληθῆ ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία, ἣν ἐζητοῦμεν νὰ ἄρωμεν κατὰ τὸ 1879. Πρὶν ἢ παραιτηθῇ κατὰ τὸ 1880 τὸ ὑπὸ τὴν προεδρίαν τοῦ ἀειμνήστου Κουμουνδούρου σχηματισθὲν κατὰ τὰς ἀρχὰς τοῦ 1878 Ὑπουργεῖον, τοῦ ὁποίου ἐτύγχανον καὶ ἐγὼ μέλος, ὡς Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν, εἴχομεν εἰσπράξει χρήματα ἐκ τοῦ δανείου τούτου· τὰ χρήματα δὲ ταῦτα εἴχομεν πληρώσει εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, συμποσούμενα εἰς 25 ἑκατομμύρια εἰς χρυσὸν καὶ 27 ἑκατομμύρια εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια, ὑπελείπετο δ’ ἔτι ποσόν τι, ὅπως οὕτως ἐξοφληθῇ τὸ πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζα χρέος τοῦ Κράτους, καὶ ἀρθῇ ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία. Τὰ χρήματα μετεβιβάζοντο εἰς ἡμᾶς ἐκ Παρισίων· εὐθὺς δ’ ὡς ἐλαμβάνομεν αὐτὰ, κατετίθεμεν εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, κατὰ τὰς ῥητὰς διατάξεις τοῦ νόμου, δυνάμει τοῦ ὁποίου εἶχε συνομολογηθῆ τὸ δάνειον· ἐδημοσιεύετο δὲ διὰ τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῶν χρημάτων ἡ παραλαβὴ καὶ ἡ πληρωμὴ αὐτῶν εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν. Ἀλλὰ πρὶν ἢ λάβωμεν ἐκ Παρισίων τὴν τελευταίαν δόσιν τοῦ δανείου τῶν 60 ἑκατομμυρίων, ἡ Βουλὴ ἀφήρεσε τὴν ἐμπιστοσύνην της ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον, παρητήθημεν δ’ ἕνεκα τούτου, καὶ ἐκλήθη εἰς τὴν ἀρχὴν ὁ ἐκ Μεσολογγίου ἀποθανὼν πολιτικὸς ἀνὴρ, ὅστις δὲν εἶχεν ἣν εἴχομεν ἡμεῖς γνώμην. Ὁ μακαρίτης Τρικούπης ἐφρόνει, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἀρθῇ ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία, καὶ διὰ τοῦτο ἐζήτησε παρὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης καὶ ἀνέλαβε πάντα τὰ ἐκ τοῦ δανείου πληρωθέντα εἰς αὐτὴν χρήματα, ὅσα ἡμεῖς εἴχομεν καταθέσει, καὶ ἀνέλαβεν αὐτὰ εἰς βάρος τοῦ λογαριασμοῦ τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, διότι πρὸς ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας εἴχομεν καταθέσει ταῦτα εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, ἥτις ἔδωκε τὰ χρήματα ταῦτα εἰς τὸ Δημόσιον ἐπὶ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ καὶ ἐπὶ τῷ τόκῳ, ἐπὶ τῷ ὁποίῳ εἶχε συμφωνηθῆ τὸ δάνειον τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, τὸ ὀφειλόμενον εἰς αὐτήν. Λοιπὸν τὰ χρήματα ταῦτα, τὰ ὁποῖα ἐδάνεισεν ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα εἰς τὸ Δημόσιον ἐπὶ τόκῳ 1%, ἦσαν χρήματα, τὰ ὁποῖα εἶχεν ἀποδώσει εἰς αὐτὴν τὸ Κράτος πρὸς ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, καὶ τὰ ὁποῖα ἀνελάμβανεν αὖθις τὸ Ὑπουργεῖον ἐπ’ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ, ἀναβιβάζον πάλιν τὸ ἐπ’ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ χρέος τοῦ Κράτους πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν εἰς τὸ ἀρχικὸν ποσὸν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ἦσαν δὲ χρήματα, τὰ ὁποῖα πρὸ μικροῦ εἶχε πληρώσει τὸ Δημόσιον εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν ἀπέναντι τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας καὶ πρὸς ἄρσιν αὐτῆς. Τὰ χρήματα ταῦτα φυσικὸν ἦτο νὰ μᾶς δανείσῃ ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα πρὸς 1%, διότι ἦσαν χρήματα, τὰ ὁποῖα τὸ Δημόσιον εἶχεν ἀποδώσει αὐτῇ πρὸς ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας ἀπέναντι τοῦ ἐπ’ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ δανείου, τὸ ὁποῖον εἶχε συνομολογηθῆ ἐπὶ τοσούτῳ τόκῳ, τοῦ ἑνὸς τοῖς ἑκατόν. Ὅθεν τὸ ἀντάλλαγμα τοῦτο σᾶς παρακαλῶ νὰ διαγράψητε ἀπὸ τὸν κατάλογον τῶν ἀνταλλαγμάτων, τὰ ὁποῖα ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα κατὰ τὸ 1880 εἶχε προσφέρει εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον ὡς ἀντάλλαγμα τῆς παρατάσεως τοῦ δικαιώματος τῆς ἐκδόσεως καὶ κυκλοφορίας τραπεζικῶν γραμματίων. Ἐπειδὴ δὲ ἡ Τράπεζα εἰσέπραττε καὶ τὸ ἀντίτιμον τῶν δανείων τῶν 28 καὶ τῶν 26 ἑκατομμυρίων, τὰ εἰσπραττόμενα μᾶς ἔδιδε καὶ ταῦτα ἀπέναντι τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, καὶ ἐπληρώνομεν καὶ ἐπὶ τούτων τόκον 1%. Ἀλλ’ ἐπειδὴ τὸ προνόμιον τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης τῆς ἐκδόσεως καὶ κυκλοφορίας τραπεζικῶν γραμματίων ἔληγε τὴν 1 Ἰανουαρίου 1892, δηλαδὴ μετὰ 12 ἀπὸ τοῦ 1880 ἔτη, ἐζητήθη ὑπὸ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ἡ παράτασις αὐτοῦ, παρετάθη δὲ ὄντως τοῦτο διὰ νόμου ἐπὶ 25 ἀκόμη ἔτη, καὶ ὡς ἀντάλλαγμα ἡ Τράπεζα ὑπεσχέθη νὰ δίδῃ εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον 10% ἐκ τοῦ κατὰ τὰ δώδεκα ταῦτα ἔτη κέρδους τῶν γραμματίων, 25% δὲ κατὰ τὸ διάστημα τῶν 25 ἐτῶν, καθ’ ἃ παρετείνετο τὸ δικαίωμα, ἔδωκε δὲ τόσα ἡ παράτασις ἐπὶ 25 ἔτη τοῦ προνομίου τοῦ λήγοντος μετὰ δώδεκα ἔτη. Ποιοῦμαι δὲ τὴν διάκρισιν ταύτην, ἵνα μὴ ἀφήσω εἰς τὴν συνείδησιν ὑμῶν, ὅτι μικρὸν καὶ ἀνάξιον τυγχάνει νῦν τὸ ἀντάλλαγμα, τὸ ὁποῖον ἡ Τράπεζα δίδει εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον, παρέχουσα 20% ἐκ τῶν κερδῶν αὐτῆς. Τὸ δεύτερον ἀντάλλαγμα, τὸ ὁποῖον ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα ἔστερξε νὰ παραχωρήσῃ εἰς ἡμᾶς κατὰ τὴν συνομολόγησιν τῆς προκειμένης συμβάσεως, εἶναι ἡ αὔξησις τοῦ ποσοῦ τῶν δανείων, τὰ ὁποῖα δίδονται εἰς τοὺς γεωργοκτηματίας ὑπὸ βραχεῖαν προθεσμίαν. Ἵνα σᾶς δώσω δὲ πλήρη ἰδέαν, ὅπως ἔχητε ἀκριβῆ γνῶσιν τοῦ εἴδους τούτου τῶν βραχυπροθέσμων δανείων, πρέπει νὰ σᾶς διηγηθῶ τὴν ἱστορίαν αὐτῶν. Κατὰ τὸ ἔτος 1861 τὸ πρῶτον ἡ Τράπεζα συνωμολόγησε σύμβασιν, δι’ ἧς ἔδωκε τὴν ὑπόσχεσιν νὰ διαθέτῃ δύο ἑκατομμύρια εἰς δάνεια τοιαῦτα. Ὁ νόμος τοῦ 1861 ἀναφέρει, ὅτι τὰ δάνεια ταῦτα θέλουσι δίδεσθαι ἐπὶ γραμματίων τριτεγγυημένων καὶ μὴ ἐμπορικῶν· οὕτω δὲ τὸ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον ὑπῆρχεν ὑπὲρ τῶν ἐμπόρων μέχρι τοῦ χρόνου ἐκείνου, ἐπεξετάθη καὶ εἰς τοὺς γεωργοκτηματίας. Τότε δὲ πρῶτον ἐγένετο καὶ ἑτέρα παραχώρησις· κατηργήθη ἡ ὑποχρέωσις, ἥτις ὑπῆρχε πρὸ τοῦ 1861, νὰ κατοικῇ ἐν τῇ πόλει, ἔνθα ἑδρεύει ὑποκατάστημα, εἷς τῶν ἐγγυηθέντων διὰ τὸ γραμμάτιον, ὅπερ ἀπῃτεῖτο ἐπὶ χωρικῶν. Ἐξετάζων τ’ ἀποτελέσματα τῆς παροχῆς ταύτης, τὴν ὁποίαν κατὰ τὸ 1861 ὑπεσχέθη ἡ Τράπεζα νὰ διαπράττῃ εἰς δάνεια πρὸς γεωργοκτηματίας μέχρι τοῦ ποσοῦ τῶν δύο ἑκατομμυρίων, ἀνευρίσκω κατὰ τὸ 1864 ἐν τῷ ἰσολογισμῷ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης τῆς 30 Νοεμβρίου, δημοσιευθέντι ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι εἶχε δοθῆ ἕως τότε ἐκ τῶν δύο ἑκατομμυρίων τὸ ποσὸν 1,032,820 δραχμῶν. Ἀλλ’ ἀφ’ ἧς ἐτέθη εἰς χρῆσιν τὸ εἶδος τοῦτο τῶν δανείων εἰς τοὺς γεωργοκτήμονας εἶχον μείνει καθυστερήσεις δραχ. 3,121,980, ἤτοι τὸ τριπλάσιον τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον εἶχε διατεθῆ εἰς δάνεια. Οὕτως εἶχον τὰ πράγματα μέχρι τοῦ 1896. Ἀλλὰ πρὸ τοῦ ἔτους τούτου, καὶ πρὸ τοῦ 1895, κατὰ τὸ 1894, προεβλήθη τὸ σταφιδικὸν ζήτημα· διότι οἱ σταφιδικοὶ πληθυσμοὶ ἠξίουν νὰ ληφθῇ μέτρον τι, ὅπως ἐξασφαλισθῇ ἡ κατανάλωσις τῆς σταφίδος, καὶ ὡς μέτρον προεβάλλετο νὰ νομοθετηθῇ ἡ παρακράτησις ἐπὶ τοῦ παραγομένου προϊόντος, μηδενὸς γιγνομένου τότε λόγου περὶ τοῦ προορισμοῦ τοῦ παρακρατηθησομένου ποσοῦ. Τὴν ἀρχὴν τῆς παρακρατήσεως προέτεινον οἱ σταφιδικοὶ πληθυσμοί· ἐν Πάτραις, ἐν Πύργῳ καὶ ἀλλαχοῦ συλλαλητήρια ἐγίγνοντο, καὶ διηρμηνεύετο τὸ φρόνημα τῶν ἐπαρχιῶν ἐν τῇ Βουλῇ διὰ τῶν ἀντιπροσωπευόντων αὐτὰς Βουλευτῶν, καὶ ἐζήτουν παρὰ τῆς Κυβερνήσεως, τῆς ὁποίας προΐστατο ὁ ἀποθανὼν ἐκ Μεσολογγίου πολιτικὸς ἀνήρ, νὰ προτείνῃ νόμον περὶ παρακρατήσεως. Ὁ μακαρίτης Τρικούπης ἰσχυρίζετο, ὅτι τὸ σύστημα τῆς παρακρατήσεως δὲν εἶναι μόνον σύστημα ἐμπειρικόν, ἀλλὰ δὲν θέλει παραγάγει καὶ ὠφέλειάν τινα, καὶ ἠρνεῖτο νὰ προτείνῃ νόμον τοιοῦτον. Ἡμεῖς ἤμεθα ἐκ τῇ Ἀντιπολιτεύσει, ἐγὼ δὲ εἰσηγούμην τὰ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἐν τῇ ὁποίᾳ ὑπῆρχον καί τινες ἑτερόφρονες, ἀλλὰ δὲν ἔκρινα, ὅτι ἔπρεπε νὰ ἀναλάβω τὴν συνηγορίαν τῆς παρακρατήσεως, ὅπως εὐχαριστήσω τοὺς Βουλευτάς, οἵτινες ἐπέμενον ζητοῦντες τὴν παρακράτησιν, ἢ ὅπως φανῶ εὐάρεστος εἰς τοὺς σταφιδικοὺς πληθυσμοὺς, οἵτινες εἶχον πεποίθησιν, ὅτι μόνον ἡ παρακράτησις ἤθελε σώσει τοὺς παραγωγοὺς τοῦ προϊόντος τούτου διὰ τοῦτο ἐσιώπων. Καὶ ἐγὼ δ’ ἐφρόνουν, ὡς ὁ μακαρίτης Τρικούπης, ὅτι δὲν ἦτο οὔτε ὀρθὸν οὔτε ὠφέλιμον τὸ μέτρον, καὶ ὅτι δὲν ἥρμοζεν εἰς τὴν Ἀντιπολίτευσιν νὰ ὑποστηρίξῃ γνώμας, περὶ τῆς ὀρθότητος τῶν ὁποίων δὲν εἶχε πεποίθησιν. Ἐπειδὴ δ’ οὕτω συνέπιπτεν ἡ γνώμη μου πρὸς τὴν γνώμην τοῦ ἡγουμένου τῆς πλειονοψηφίας, ἔκρινα, ὅτι ὤφειλον νὰ μὴ πράξω πολιτικὴν κερδοσκοπίαν· καὶ διὰ τοῦτο, λαβὼν τὸν λόγον, δὲν ὑπεστήριξα τὴν πρότασιν τῆς παρακρατήσεως, ἀλλὰ παρέστησα εἰς τὸν τότε Πρωθυπουργὸν, ὅτι ἂν δὲν ἐγκρίνῃ ν’ ἀναλάβῃ τὴν ὑποστήριξιν τοῦ συστήματος τῆς παρακρατήσεως καὶ προβάλῃ περὶ ταύτης νομοσχέδιον, ὀφείλει ὅμως νὰ λάβῃ μέτρον τι περὶ τῶν καλλιεργητῶν τῆς σταφίδος· καὶ ὑπῆρχον μέτρα τινὰ, τὰ ὁποῖα ἠδυνάμην νὰ προτείνω προχείρως, καὶ τὰ ὁποῖα ἠδύναντο ν’ ἀνακουφίσωσι τοὺς σταφιδικοὺς πληθυσμοὺς, βοηθοῦντα αὐτοὺς εἴτε κατὰ τὴν καλλιέργειαν τῆς σταφίδος, εἴτε κατὰ τὸν τρυγητόν. Μὲ ἠρώτησε, ποῖα τὰ μέτρα ταῦτα, εἶπον δὲ, ὅτι τοιοῦτο μέτρον ἦτο νὰ πείσῃ τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν νὰ δώσῃ δάνεια βραχυπρόθεσμα εἰς τοὺς σταφιδοκτήμονας. Ὁ Τρικούπης δὲν ἐπεδοκίμασε τὴν γνώμην μου· ἐπέμεινε δὲ, ὅτι τοῦτο δὲν ἦτο δυνατόν. Μετὰ δύο ἡμέρας ἀνέγνω ἐν τῇ συνεδριάσει τῆς Βουλῆς ἔγγραφον τοῦ Διοικητοῦ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης πρὸς αὐτόν, διὰ τοῦ ὁποίου ὁ Διοικητὴς ἰσχυρίζετο, ὅτι ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα ἐκ τῶν βραχυπροθέσμων δανείων ἔχει καθυστερήσεις τριῶν ἑκατομμυρίων δραχμῶν, καὶ ὅτι δὲν δύναται νὰ δώσῃ δάνεια, διότι, ἂν τοιαῦτα ἔδιδεν, ἦτο ὡς ἂν ἔρριπτε ταῦτα εἰς τὴν θάλασσαν. Οὕτως εἶχον τὰ πράγματα, ὅτε ἐπῆλθε τὸ 1896, καθ’ ὃ παρέστη ἀνάγκη συμβάσεως μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης. Ἀλλ’ ἐν τῇ συμβάσει ἐκείνῃ, τῇ συνομολογηθείσῃ τότε, ἐζήτησα παρὰ τῆς Τραπέζης ν’ ἀναβιβάσῃ τὸ ποσὸν τῶν τοιούτων πρὸς γεωργοκτήμονας δανείων ἀπὸ δύο ἑκατομμυρίων εἰς δέκα ἑκατομμύρια, καὶ διὰ τῆς συμβάσεως ἐκείνης ἐν ἄρθρῳ τρίτῳ συνεφωνήθησαν τὰ ἑξῆς: «Τὸ ποσὸν τῶν διὰ τοῦ ἄρθρου 5 τοῦ νόμου τῆς 16 Δεκεμβρίου 1861 προβλεπομένων γεωργοκτηματικῶν χορηγήσεων ὁρίζεται εἰς δέκα ἑκατομμύρια δραχμὰς κατ’ ἐλάχιστον ὅρον, χορηγητέα ἐντὸς δύο ἐτῶν ἀπὸ τῆς κυρώσεως τῆς παρούσης συμβάσεως.» Ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα τῆς Ἑλλάδος δύναται νὰ συνομολογῇ τὰς τοιαύτας χορηγήσεις καὶ διὰ δημοσίων συμβολαίων, ὧν τὸ τέλος ὁρίζεται ἐπὶ τῇ βάσει τῆς κλίμακος τοῦ ἄρθρου 14 τοῦ νόμου ΑΧΚΕʹ περὶ χαρτοσήμου. Τὰ συμβόλαια ταῦτα συνεπάγονται αὐτοδικαίως τὸν νόμιμον τῆς ὑπερημερίας τόκον ἀπὸ τῆς λήξεως μέχρι τῆς ἐξοφλήσεως, ἐκτελοῦνται δὲ ἀπὸ τῆς λήξεως, κηρυσσόμενα ὑπὸ τοῦ ἁρμοδίου συμβολαιογράφου ἐκτελεστὰ, καὶ μετὰ προηγουμένην ἐπιταγὴν πρὸς πληρωμὴν κατὰ τὰ ἄρθρα 862 καὶ 863 τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας. Δυνάμει τῶν αὐτῶν συμβολαίων ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα δικαιοῦται ἀπὸ τῆς λήξεως νὰ ἐνεργῇ ἐγγραφὰς ὑποθηκῶν ἐπὶ ἀκινήτων τῶν τε ὀφειλετῶν καὶ τῶν ἀλληλεγγύων ἐγγυητῶν, καὶ ἂν τοιαῦται δὲν ὑπάρχωσι συνωμολογημέναι, ἡ δὲ ἐπὶ τῶν ἐνυποθήκων ἀκινήτων ἀναγκαστικὴ ἐκτέλεσις ἐνεργεῖται κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ ΦΚϚʹ νόμου τῆς 11 Ἀπριλίου 1859 περὶ Ἐθνικῆς Τραπέζης.» Ἡ ὑπὸ τοῦ ἄρθρου 5 τοῦ νόμου τῆς 16 Δεκεμβρίου 1861 προβλεπομένη κατὰ τὰς διατάξεις τῶν ἄρθρων 999 (ἐδάφιον αʹ) καὶ 1003 τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας προσωπικὴ κράτησις ἀπαγγέλλεται ἐπὶ ἀναφορᾷ τῆς Τραπέζης ὑπὸ τοῦ ἁρμοδίου Προέδρου Πρωτοδικῶν, ἀλλὰ πάντοτε μετὰ προηγουμένην κλῆσιν τοῦ ὀφειλέτου κατὰ τὴν τῆς ἀναφορᾶς συζήτησιν.» Οὕτως ἀπὸ τοῦ 1896 ἤρξατο ἡ χορηγία βραχυπροθέσμων δανείων εἰς γεωργοκτηματίας μέχρι τοῦ ποσοῦ τῶν δέκα ἑκατομμυρίων. Καὶ εἶναι μὲν ἀληθές, ὅτι ἡ διαχείρισις τῶν δανείων τούτων δὲν εἶναι τόσον ὁμαλή, διότι πάντως ἐπιφέρει ζημίας, τὰς ὁποίας ὑπέστη ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα, διότι, ὡς ἀποδεικνύεται ἐκ τοῦ ἰσολογισμοῦ τῆς 30 Δεκεμβρίου τοῦ 1901, μετὰ πέντε ἔτη εἶχε μείνει ὑπόλοιπον ἐκ συναλλαγμάτων καὶ συμβολαίων ὀκτὼ ἑκατομμύρια δραχμῶν. Ποιοῦμαι δὲ τὴν διάκρισιν ταύτην, διότι τῶν δανείων τούτων ἡ διάθεσις δὲν πραγματοποιεῖται ὁμαλῶς καθ’ ὅλον τὸ ἔτος, ἀφοῦ αἱ γεωργικαὶ ἐργασίαι δὲν ὑπάρχουσιν ἐν ἀκμῇ κατὰ τὸ πρῶτον ἑξάμηνον, ἀλλὰ μόνον κατὰ τὸ δεύτερον ἑξάμηνον, κατὰ τὸ ὁποῖον συγκομίζουσιν οἱ γεωργοκτηματίαι τοὺς καρπούς των, καὶ δύνανται ν’ ἀποδίδωσιν εἰς τὴν Τράπεζαν τὰ δανεισθέντα ὑπ’ αὐτῆς ποσά. Οὕτως ἡ ὅλη διαχείρισις, ἡ μέχρι τῆς 31 Δεκεμβρίου 1901, εἶχε καθυστέρημα ὀκτὼ ἑκατομμυρίων. Κατὰ τὸ 1902 εὗρον ἐν τοῖς ἰσολογισμοῖς, ὅτι διετέθησαν εἰς δάνεια βραχυπρόθεσμα 20 ἑκατομμύρια. Καὶ πράγματι δέκα ἑκατομμύρια εἶχον διατεθῆ κατὰ τὸ πρῶτον ἑξάμηνον τοῦ 1902, ἀλλ’ ἡ Τράπεζα εἶχεν ἀναλάβει τινὰ τῶν δανεισθέντων ποσῶν κατὰ τὸ δεύτερον ἑξάμηνον, τὰ ὁποῖα ἐκυκλοφόρησε πάλιν εἰς δάνεια, καὶ οὕτως εἶχεν ἀναβιβασθῆ τὸ ποσὸν τῶν δανείων εἰς 20 ἑκατομμύρια. Τοιουτοτρόπως τὸ καθυστέρημα εἶχεν ἀναβιβασθῆ ἀπὸ ὀκτὼ ἑκατομμυρίων εἰς 18 ἑκατομμύρια. Ἀλλ’ ἐν τῷ μεταξὺ εἰσέπραξεν ἐννέα ἑκατομμύρια, καὶ ἐμειώθη οὕτω τὸ καθυστέρημα εἰς ἐννέα ἑκατομμύρια. Ἀλλὰ καὶ τὸ καθυστέρημα τοῦτο ἐμειώθη μέχρι τέλος Δεκεμβρίου τοῦ 1892 εἰς 3,115,805, οὕτω δὲ ἐκ τῶν 15 περίπου ἑκατομμυρίων, τὰ ὁποῖα εἶχον διατεθῆ, ἔμειναν καθυστερούμενα, ἴσως μὴ εἰσπράξιμα, 3,115,805, δηλαδὴ τὸ ⅕ τοῦ διατεθέντος κεφαλαίου. Τὰ βραχυπρόθεσμα λοιπὸν δάνεια ἔχουσιν ἀληθῶς τὸ ἐλάττωμα τοῦτο, ὅτι ἀφίνουσι ζημίαν, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εἰσπράττωνται πάντα τὰ διατιθέμενα ποσά· ἡ ζημία δὲ ἡ μέχρι τῆς 31 Δεκεμβρίου 1902 ἀνῆλθεν, ὡς προεῖπον, εἰς 3,115,805. Δὲν γνωρίζω δέ, ἂν διὰ τῶν ἀποσβέσεων, αἵτινες εἶχον γενῆ κατὰ τὸ προηγούμενον ἔτος, εἶχεν ἀποσβεσθῆ καὶ ποσόν τι ἐκ τῶν δανείων τούτων, διότι δὲν ἠρεύνησα τὰ βιβλία τῶν Τραπεζῶν· ἠσχολήθην δὲ μόνον νὰ ἐρευνήσω τοὺς ἰσολογισμούς, οἱ ὁποῖοι δημοσιεύονται διὰ τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως, ἐξ ὧν συνήγαγον, ὅτι τὰ χορηγούμενα βραχυπρόθεσμα δάνεια εἰς γεωργοκτηματίας ἐπάγουσι ζημίαν· τοῦτο δὲ δικαιολογεῖ ἴσως τὴν διαφορὰν, ἡ ὁποία ὑπάρχει μεταξὺ τοῦ τόκου τῶν 5%, τὸν ὁποῖον οἱ δανειζόμενοι ἐν ταῖς ἑπτὰ νήσοις τοῦ Ἰονίου παρὰ τῆς Ἰονικῆς Τραπέζης ἔδιδον εἰς τὰ τοιαῦτα δάνεια, καὶ τοῦ τόκου τοῦ ὁριζομένου ὑπὲρ τῆς Τραπέζης τῆς Ἐθνικῆς διὰ τῆς συμβάσεως. Ἐν τῇ Ἑπτανήσῳ πρὸς γεωργοὺς ἔπρεπε νὰ χορηγῶνται ὑπὸ τῆς Ἰονικῆς Τραπέζης κατὰ τὸν Καναγισμὸν δάνεια μέχρις 1,500,000 δραχμῶν· ἀμφίβολον ὅμως εἶναι, ἂν διετίθετο ὅλον τὸ ποσὸν τοῦτο, διότι ἔχω τηλεγραφήματα καὶ ἀπὸ τὴν Ζάκυνθον καὶ ἀπὸ τὴν Κεφαλληνίαν καὶ ἀπὸ τὴν Λευκάδα καὶ ἀπὸ τὴν Ἰθάκην, διὰ τῶν ὁποίων οἱ τηλεγραφοῦντες παραπονοῦνται, ὅτι ἐζήτουν, ἀλλὰ δὲν ἐλάμβανον τοιαῦτα δάνεια· καὶ ἀπὸ τὸν δῆμον δὲ τῶν Ἰστωναίων τῆς ἐπαρχίας Κερκύρας ἔλαβον αἴτησιν, γεγραμμένην τὴν 5 Ἰανουαρίου ἐ. ἔ., τῶν κατοίκων τῶν χωρίων Πάγων, Πρινίλλου καὶ Βατωνιῶν τοῦ εἰρημένου δήμου, παριστώντων ὅτι ἡ Ἰονικὴ Τράπεζα οὐδέποτε ἐξεπλήρωσε τοὺς ὅρους, οὓς περιελάμβανε τὸ καταστατικὸν αὐτῆς καὶ ἡ σύμβασις. Ἐν τῇ ἐπιστολῇ ταύτῃ ὑπάρχουσιν ἑκατὸν καὶ ἕνδεκα ὑπογραφαί. Ἀλλ’ ἐὰν τὰ δάνεια τῆς Ἰονικῆς Τραπέζης ἀναβιβάζωνται εἰς ἓν ἑκατομμύριον, ἡ διαφορὰ τοῦ τόκου μεταξὺ τῶν 6%, τοῦ πληρωνομένου πρὸς τὴν Ἐθνικήν, καὶ τοῦ τόκου τῶν 5%, τοῦ πληρωνομένου πρὸς τὴν Ἰονικὴν ἐπὶ τοῦ ἑνὸς ἑκατομμυρίου, ἀνέρχεται εἰς 10 χιλιάδας δραχμάς· ἑπομένως ἡ Ἰονικὴ Τράπεζα, χορηγοῦσα βραχυπρόθεσμα δάνεια πρὸς 5%, διέτρεχε κίνδυνον νὰ ζημιωθῇ 10,000 δραχμάς, διότι τόση εἶναι ἡ διαφορὰ τοῦ τόκου ἀπὸ 5% εἰς 6% ἐπὶ τοῦ ἑνὸς ἑκατομμυρίου. Ἀλλ’ ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ διατεθῶσι 40 ἑκατομμύρια, ὅσα θέλουσι διατίθεσθαι κατὰ τοὺς ὅρους τῆς συμβάσεως, ἣν συνωμολογήσαμεν ἄρτι, ἐπὶ τόκῳ 6%, ἡ διαφορὰ θέλει ἀνέρχεσθαι εἰς 200 χιλιάδας δραχμάς· διαφέρουσι δὲ πολὺ αἱ 10 χιλιάδες ἀπὸ τὰς 200 χιλιάδας. Ἔπρεπε δὲ προσέτι νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ὁ τόκος, ὃν προσδιώρισεν ἡ Τράπεζα εἰς 6%, περιλαμβάνει καὶ μικρόν τι ποσὸν πρὸς ἀπόσβεσιν τῶν ζημιῶν, αἱ ὁποῖαι ἐπάγονται εἰς τὴν διαχείρισιν τῶν δανείων τούτων· ἑπομένως μοὶ φαίνεται, ὅτι ἡ διαφορὰ τοῦ τόκου δὲν μειοῖ τὴν ἀξίαν τῆς παραχωρήσεως, ἣν ἔστερξεν ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα, ἀναλαβοῦσα τὴν ὑποχρέωσιν νὰ δανείζῃ μέχρι τῆς 31 Ἰουνίου 21 ἑκατομμύρια, καὶ νὰ ἐξακολουθῇ νὰ δανείζῃ καὶ ἄλλα ποσὰ μέχρι τέλους τοῦ ἔτους, ὅτε τὸ ποσὸν θέλει πάντως ἀνέλθει εἰς 35 ἢ 40 ἑκατομμύρια. Ἐγένετο μνεία τῆς προεξοφλήσεως, ἡ ὁποία κατὰ τὸ 1892 ἐγένετο ὑπὸ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, προεξοφλήσεως τοῦ δικαιώματος, ὅπερ εἶχε τὸ Δημόσιον, νὰ λαμβάνῃ 25% ἐπὶ τοῦ κέρδους τῆς Τραπέζης ἐκ τῆς κυκλοφορίας τῶν τραπεζικῶν γραμματίων. Τῷ ὄντι, ὡς ἠκούσατε, διὰ τῆς συμβάσεως τοῦ 1880 συνωμολογήθη, ὅτι ἀπὸ τῆς 1 Ἰανουαρίου 1892 ἡ Τράπεζα ὤφειλε νὰ παρέχῃ εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον 25% ἐκ τῶν κερδῶν, τὰ ὁποῖα αὕτη συγκομίζει ἐκ τῆς διαχειρίσεως τῶν τραπεζικῶν γραμματίων· ἀλλ’ ὀλίγον μετὰ τὴν ἔναρξιν τῆς ὑποχρεώσεως αὑτῆς, ἐγώ, Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν τυγχάνων, συνηλλάχθην μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, καὶ αὕτη προεξώφλησε τὴν ὑποχρέωσιν αὑτῆς ταύτην, πληρώσασα ἐφάπαξ ἓν ποσόν, ἀπαλλαγεῖσα δὲ διὰ τῆς πληρωμῆς ταύτης ἀπὸ τῆς δουλείας, ὑπὸ τὴν ὁποίαν ἐπὶ 25 ἔτη ἐτέλει τὸ ἐκ τῶν τραπεζογραμματίων κέρδος αὑτῆς. Συνεφωνήθη λοιπὸν νὰ πληρώσῃ εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον 2,560,000 φράγκα· ἐὰν δὲ διαιρέσω τὰ 2,560,000 διὰ τοῦ ἀριθμοῦ 25, ὅσα εἶναι τὰ ἔτη, ἐπὶ τὰ ὁποῖα ἤθελε διαρκέσει ἡ δουλεία, εἰς ἣν ὑπεχρεοῦντο τὰ κέρδη αὑτῆς ἐκ τῶν τραπεζογραμματίων, συνάγω, ὅτι προεξωφλήθη εἰς 102,400 φράγκα τὸ ποσόν, εἰς τὸ ὁποῖον ἀνέρχεται, ἀναλόγως τῶν ἐτῶν, τὸ ἐκ τῆς δουλείας ταύτης κέρδος τοῦ δημοσίου ταμείου. Ἑπομένως ἡ προεξόφλησις, ἧς τὸ ποσὸν παρεστάθη εἰς ἡμᾶς ὡς ἐκδηλοῦν τὴν σημαντικότητα τοῦ κέρδους, τὸ ὁποῖον εἶχε τὸ δημόσιον ταμεῖον ἐκ τῶν 25%, ἀπέδειξεν, ὅτι τὰ 2,560,000 φράγκα, δι’ ὧν ἐξηγόρασεν ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα τὴν ὑποχρέωσίν της ταύτην, ἀναλογοῦσι πρὸς ἐτήσιον ἔσοδον δραχ. 102,400. Διὰ τοὺς λόγους τούτους συνάγω, ὅτι τὸ ἀντάλλαγμα, τὸ ὁποῖον ἔστερξε νὰ παράσχῃ ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα κατὰ τὴν σύμβασιν, συνίσταται: 1) εἰς τὴν αὔξησιν τοῦ κεφαλαίου τῶν βραχυπροθέσμων δανείων ἀπὸ δέκα ἑκατομμυρίων εἰς 21 ἑκατομμύρια ἐντὸς τῆς πρώτης ἑξαμηνίας τοῦ ἔτους· 2) εἰς τὸ ἀντάλλαγμα τῶν 25%, τὸ ὁποῖον ἔστερξεν ὡσαύτως ἡ Τράπεζα νὰ δώσῃ εἰς τὸ Δημόσιον. Ἐὰν ὑπολογίσωμεν τὸ ποσοστὸν τοῦτο ἐπὶ τοῦ ἐκ τραπεζογραμματίων κέρδους τῆς Τραπέζης, θέλομεν εὕρει, ὅτι τοῦτο ἀνέρχεται εἰς 350,000 δραχμὰς ἐτησίως. Ὑπολείπονται προσέτι δύο ἄλλα ἀνταλλάγματα· πρῶτον τὸ ἀντάλλαγμα τῆς ἐλαττώσεως τοῦ τόκου τῶν βραχυπροθέσμων χορηγήσεων πρὸς τοὺς γεωργοκτηματίας εἰς 6%. Προέβαλόν τινες τὸν τόκον τῶν 5%, τὸν ὁποῖον ἡ Ἰονικὴ Τράπεζα εἶχε προσδιορίσει διὰ τὰ βραχυπρόθεσμα δάνεια, ὅπως μειώσωσι τὴν ἐντύπωσιν, ἣν ἤθελεν ἐμποιήσει ἡ ἐλάττωσις τοῦ τόκου ἀπὸ ἑπτὰ εἰς ἕξ τοῖς ἑκατόν· ἀλλ’ εἶπον, ὅτι τὰ ποσὰ τὰ διατιθέμενα ὑπὸ τῆς Ἰονικῆς Τραπέζης εἶναι τοσοῦτον μικρὰ, ὥστε ἡ διαφορὰ τοῦ τόκου κατὰ 1% ἀποτελεῖ μικρὰν ζημίαν δι’ αὐτήν, ἐνῷ διὰ τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν θέλει ἀποτελέσει μεγάλην ζημίαν, ἐὰν ἤθελε παραδεχθῆ τοσαύτην ἐλάττωσιν τοῦ τόκου δι’ ὅλα τὰ δάνεια, τὰ χορηγούμενα εἰς γεωργοκτηματίας. Εἶναι βέβαιον, ὅτι ἡ ἐλάττωσις αὕτη δὲν ἄρχεται ἀπὸ τῆς σήμερον, διότι καὶ τὸ δικαίωμα, ὅπερ ἐχορηγήσαμεν εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, δὲν ἄρχεται ἀπὸ σήμερον, ἄρχεται ἀπὸ τῆς λήξεως τοῦ δικαιώματος, ὅπερ ἔχει ἀποκτήσει ἤδη, δηλαδὴ ἀπὸ τῆς 1 Ἰανουαρίου 1917· ἀλλὰ καὶ κατὰ τὸ 1880, ὅτε συνωμολογήθη ἡ σύμβασις, τὸ ποσοστόν, τὸ ὁποῖον παρεῖχεν ἡ Τράπεζα, τῶν 25%, ἤρχιζεν ἀπὸ τοῦ ἔτους 1892, καίτοι συνωμολογεῖτο ἡ σύμβασις κατὰ τὸ 1880, ἤτοι πρὸ 12 ἐτῶν· ὥστε δὲν δύναται νὰ συναγάγῃ τις, ὅτι παρεβλέψαμεν τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου, χαριζόμενοι, ἀφοῦ ὁμοία ἦτο καὶ ἡ διάταξις τῆς συμβάσεως τοῦ 1880. Μοὶ ἐφάνη ὀλίγον παράδοξος ἡ ἀντίρρησις, ἣν ἤκουσα ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅτι τὰ βραχυπρόθεσμα ταῦτα δάνεια εἶναι ἀνωφελῆ, καὶ μάλιστα ἐνδέχεται νὰ ἀποβῶσι καὶ ἐπιζήμια, ἐπὶ τῷ λόγῳ, ὅτι ἀναγκάζεται ὁ δανειζόμενος νὰ ἐγκαταλείπῃ τὸ χωρίον του, νὰ μεταβαίνῃ εἰς τὴν πόλιν, ὅπου ὑπάρχει τὸ Τραπεζικὸν ὑποκατάστημα, καὶ ἐκεῖ νὰ τρέχῃ προσέτι νὰ εὕρῃ μάρτυρας, πολλάκις δὲ καὶ νὰ φορολογῆται ἀπηνῶς ἀπό τινα δημόσια πρόσωπα· ὡς ἂν ἀπῄτουν οἱ ταῦτα λέγοντες νὰ κάθηνται ἐν ταῖς οἰκίαις αὐτῶν οἱ χωρικοὶ καὶ νὰ περιμένωσιν ἐκεῖ τοὺς ἀπεσταλμένους τῆς Τραπέζης, ἔχοντας εἰς τὰ θυλάκια αὐτῶν τὰς χεῖράς των, προσερχομένους εἰς τὰς θύρας τῶν οἰκιῶν των, φέροντας τὸν χρυσόν, καὶ δίδοντας αὐτὸν εἰς τοὺς γεωργοκτηματίας! Ἐὰν ἀπὸ τοῦ 1861, ὅτε διετίθεντο εἰς δάνεια δύο ἑκατομμύρια, ὑπελείφθη καθυστέρημα μέχρι τῆς 30 Νοεμβρίου 1864 ἐκ δραχμῶν 1,032,820, μετὰ τὸ 1896, ὅτε τὸ ποσὸν τῶν δανείων ἀνεβιβάσθη εἰς 10 καὶ 15 ἑκατομμύρια, δὲν ἤθελον οἱ γεωργοκτηματίαι ἐξακολουθεῖ νὰ δανείζωνται, ἂν τὰ δάνεια ταῦτα ἐζημίωνον αὐτούς· ἂν ἐζημιοῦντο, ἤθελον σπεύδει νὰ συνομολογῶσι δάνεια ἐπιζήμια εἰς αὐτούς; ἐξ ἐναντίας φρονῶ, ὅτι ἡ παροχὴ τῶν τοιούτων δανείων εἶναι τὰ μάλιστα ὠφέλιμος καὶ τὰ μάλιστα ἀναγκαία εἰς αὐτούς. Τὴν ἡμέραν, καθ’ ἣν τὸ πρῶτον ἐγένετο λόγος περὶ τῶν οἰκονομικῶν δυσχερειῶν, εἰς τὰς ὁποίας ὑπόκεινται οἱ καλλιεργοῦντες τὴν γῆν, ἐποιησάμην νύξιν εἰς τὴν Βουλήν, λέγων, ὅτι ἐλπίζω νὰ κατορθωθῇ νὰ καταστῶσι μᾶλλον προσιτὰ τὰ κεφάλαια εἰς τοὺς ἐργαζομένους. Αὐτὴν τὴν ἐλπίδα ἐπραγματοποίησεν ἡ σύμβασις, διὰ τῆς ὁποίας κατέστη βέβαιον, ὅτι δὲν δύνανται νὰ διατεθῶσι δάνεια μέχρι 40 ἑκατομμυρίων εἰς γεωργοκτηματίας. Τὸ προσιτὸν τῶν κεφαλαίων εἶναι μέγα βοήθημα διὰ τὴν γεωργίαν· δὲν πρέπει δὲ νὰ θερμαίνωμεν αὐτὴν τὴν ἐλπίδα, ἢ αὐτὴν τὴν κρίσιν, ὅτι ἐντὸς βραχέος χρόνου οἱ τόκοι θέλουσιν ἐκπέσει ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε νὰ φθάσωμεν εἰς τὴν κατάστασιν, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκονται τὰ κεφάλαια ἐν τῇ Εὐρώπῃ. Μικροῦ δεῖν νὰ ἀκούσω τὴν ἑσπέραν ταύτην, ὅτι καὶ ἐν Ἑλλάδι μετὰ 10 ἔτη ἢ 15 οἱ κεφαλαιοῦχοι θέλουσι ζητεῖ νὰ δανείσωσι πρὸς 2%, ἢ πρὸς 2½%, καὶ δὲν θέλουσιν εὑρίσκει ἀνθρώπους, ἵνα δανείσωσιν. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον γνωρίζω, εἶναι, ὅτι ἔπρεπε τρεῖς Μεγάλαι κραταιόταται Δυνάμεις νὰ δώσωσι τὴν πίστιν αὐτῶν, διὰ νὰ κατορθωθῇ ἐν Εὐρώπῃ τὸ δάνειον τῆς πολεμικῆς ἀποζημιώσεως πρὸς 2½%. Ἂν δὲν ὑπῆρχεν ἡ ἐγγύησις τῶν τοιούτων Δυνάμεων, δὲν ἠξεύρω, ἂν ἤθελε κατασταθῆ δυνατὸν, καὶ ἐν ᾗ περιπτώσει εὑρίσκομεν χρήματα, νὰ δανεισθῶμεν ἐπὶ τόκῳ, οὐχὶ 2 ἢ 3 ἢ 5%, ἀλλὰ καὶ 6%, καὶ οὐχὶ εἰς τὴν πραγματικὴν ἀξίαν τοῦ δανείου, ἀλλ’ εἰς ἀξίαν ὀνομαστικήν. Γνωρίζω μάλιστα, ἐπειδὴ διατελῶ ἐν συναφείᾳ καὶ μετὰ τῶν γεωργικῶν τάξεων καὶ ἐν γένει μετὰ τῶν ἐργαζομένων ἐν τῇ χώρᾳ, γνωρίζω, ὅτι οἱ τόκοι εἶναι ἀκόμη ὑπέρογκοι, ἐκτὸς τῶν Ἀθηνῶν, διότι τὰ κτήματα αὐτῶν τὰ ἀγροτικὰ δὲν εἶναι πάντοτε δεκτὰ εἰς ὑποθήκην πρὸς συνομολόγησιν δανείου, προτιμῶνται δὲ πάντοτε καὶ θεωροῦνται μᾶλλον ἀσφαλῆ τὰ ἀστικὰ κτήματα· ἐὰν δ’ ἐν Ἀθήναις ἀναγκάζωνται πολλάκις οἱ δανειζόμενοι νὰ πληρώνωσι τόκον 7% ἐπὶ ὑποθήκῃ ἀστικῶν κτημάτων, οἱ γεωργοὶ καὶ οἱ βιομήχανοι καὶ οἱ ἄλλοι ἐπιτηδευματίαι ἐν ταῖς ἐπαρχίαις εἶναι ἐνίοτε ἀδύνατον νὰ πορισθῶσι δάνειον ἐπὶ τόκῳ ὀλιγωτέρῳ τῶν 12%. Ἑπομένως ἡ προχειρότης τῶν κεφαλαίων καὶ ἡ εὐθηνία τῶν κεφαλαίων εἶναι μεγάλη ἐπικουρία εἰς τὴν βιομηχανικὴν τάξιν καὶ εἰς πάντας τοὺς ἐργαζομένους· ἐὰν μάλιστα δὲν ἤθελον ληφθῆ νομοθετικὰ μέτρα, διὰ νὰ βελτιώσωσι τὰ τῆς ἀπονομῆς τῆς δικαιοσύνης, ὥστε οἱ δικαστικοὶ ἀγῶνες νὰ κατασταθῶσι καὶ βραχύτεροι καὶ ὀλιγοδαπανώτεροι, ἢ ἂν δὲν βελτιωθῇ ἡ ἀπονομὴ τῆς δικαιοσύνης, ὥστε νὰ μὴ μένῃ δισταγμός, ὅτι θέλει ἕκαστος εὑρεῖ ταχέως τὸ δίκαιόν του, ἡ σπάνις τῶν κεφαλαίων θέλει ἐξακολουθήσει ὑφισταμένη, διότι μόνον διὰ μέτρων βελτιούντων τὴν ἀπονομὴν τῆς δικαιοσύνης θέλει κρατυνθῆ ἐπὶ μᾶλλον ἡ πίστις, ἄνευ δὲ πίστεως τὰ κεφάλαια σπανίζουσιν. Ἐπειδὴ δ’ ἐγένετο λόγος κατὰ τὸ Σάββατον περὶ τῶν σχέσεων τῆς Ἰονικῆς Τραπέζης μὲ τὰς νήσους τοῦ Ἰονίου πελάγους, ὁ κ. Διοικητὴς τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης μοὶ ἐδήλωσεν, ὅτι δέχεται νὰ προστεθῶσιν ἐν τῷ κειμένῳ τοῦ κυροῦντος τὴν σύμβασιν νόμου δύο ἄρθρα, ὅπως ἀρθῇ καὶ πᾶς ἐκ τοιούτου λόγου προκύπτων δισταγμός. Τὰ ἄρθρα ταῦτα συνέταξα· εἶναι τὰ ἄρθρα 9 καὶ 10. Τὸ νομοσχέδιον ἔχει 8 ἄρθρα. Ἄρθρον 9 (ἀναγινώσκει): «Ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα ἀναδέχεται, ἐκτὸς τῶν ἐν τῇ εἰρημένῃ συμβάσει ὑποχρεώσεων, καὶ πάσας τὰς ὑποχρεώσεις, ἃς ἡ Ἰονικὴ Τράπεζα ἀνέλαβε δυνάμει τῶν μετὰ τοῦ Κράτους συμβάσεων αὐτῆς, καὶ ἰδίως καὶ τὰς ὑποχρεώσεις, ἃς ἐκείνη ἀνέλαβε, περὶ χορηγήσεων εἰς γεωργοὺς καὶ κτηματίας μέχρι τῆς λήξεως τοῦ προνομίου τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης.» Ἄρθρον 10 (ἀναγινώσκει): «Ἐν ᾗ περιπτώσει ἤθελεν ἐπέλθει, συνεπείᾳ συμβάσεως μετὰ τῆς Ἰονικῆς Τραπέζης, συγχώνευσις τῆς Τραπέζης ταύτης (οἵα ἄλλως τε δὲν παρίσταται πιθανή), θέλει διατηρήσει ἀμειώτους τὰς σήμερον ὑπὸ τῆς Ἰονικῆς Τραπέζης κεχορηγημένας πιστώσεις ἐμπορικῶν προεξοφλήσεων, ἐφ’ ὅσον μεταγενέστεραι περιστάσεις τῶν πιστούχων δὲν ἤθελον ἐν τῷ μέλλοντι ἐπιβάλλει μεταβολὰς συνεπείᾳ αὐξήσεως ἢ μειώσεως τῆς φερεγγυότητος τῶν πιστούχων.» Διὰ τῶν προσθηκῶν τούτων νομίζω, ὅτι θέλουσιν ὁμολογήσει οἱ κατὰ τῆς συμβάσεως ἀγορεύσαντες, ὅτι ἀβασανίστως ἐπέκριναν τὴν συνομολόγησιν τῆς συμβάσεως, ἰσχυρισθέντες, ὅτι ὑπῆρξεν ἀμέλεια τῶν συμφερόντων τῶν πολιτῶν τῆς Ἑπτανήσου καὶ τῶν συμφερόντων τῶν ἄλλων ἐπαρχιῶν.

§214Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Τὰ ἄρθρα αὐτὰ δὲν πρέπει νὰ τεθῶσιν εἰς τὴν σύμβασιν;

§215Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τὰ ἄρθρα 9 καὶ 10 ἐγὼ νομίζω, ὅτι δύνανται νὰ τεθῶσι καὶ ἐν τῷ νόμῳ.

§216Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ λέγει ὁ νόμος, ἀλλὰ δὲν ὑποχρεοῖ, ἂν δὲν ὑπάρχῃ σύμβασις.

§217Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐὰν πρέπῃ νὰ προστεθῇ εἰς τὴν σύμβασιν, στέργω, ἀλλ’ ἔχω ἔγγραφον ἐπίσημον τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, τὸ ὁποῖον τὸ βεβαιοῖ.

§218Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐὰν ἤθελε τεθῆ εἰς τὸ νομοσχέδιον, τότε καλλίτερον νὰ τεθῇ εἰς τὸ ἄρθρον 2, διότι αὐτὸ ὁμιλεῖ περὶ συγχωνεύσεως καὶ περὶ προνομίου.

§219Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὡς πρὸς τὴν συγχώνευσιν, ἤκουσα, ὅτι ἐτελείωσαν αἱ συνεννοήσεις, καὶ ὅτι ἐπρόκειτο αὔριον ἢ μεθαύριον νὰ ὑπογραφῇ τοιαύτη σύμβασις. Ἐζήτησα πληροφορίας παρὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ἀλλ’ αὕτη μοὶ ἀνεκοίνωσεν, ὅτι οὐδὲν τοιοῦτον εἶναι ἀκριβὲς, καὶ ὅτι ἐνδεχόμενον νὰ συντελεσθῇ τοιαύτη συγχώνευσις εἴτε ἀπὸ τοῦδε εἴτε ὅταν λήξῃ τὸ δικαίωμα τῆς ἐκδόσεως καὶ κυκλοφορίας τραπεζικῶν γραμματίων τῆς Ἰονικῆς Τραπέζης, ἀλλὰ δὲν εὑρίσκουσιν οἱ ἐν τῇ Τραπέζῃ πιθανότητά τινα, τό γε νῦν ἔχον, ὅτι θέλει ἐπιτευχθῆ ἡ συγχώνευσις αὕτη. Διὰ τοῦτο καὶ ἐν τῇ συμβάσει καὶ ἐν τῇ προσθήκῃ, τὴν ὁποίαν συνῄνεσεν ἡ Τράπεζα νὰ προτείνῃ, γίγνεται λόγος ὑποθετικῶς· «ἐν ᾗ περιπτώσει ἤθελεν ἐπέλθει ἡ συγχώνευσις». Ἀλλ’ ἐν τῇ ἐπιστολῇ, τὴν ὁποίαν μοὶ ἔστειλεν ὁ Διοικητὴς τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, γράφει: «ὅπερ δὲν εἶναι πιθανόν»· ἑπομένως δὲν πρέπει νὰ θεωρήσωμεν, ὅτι ὑπάρχουσι πιθανότητες πολλαὶ, ὅτι θέλει πραγματοποιηθῆ ἡ συγχώνευσις.

§220Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τὸ ἔνατον ἄρθρον ἠμπορεῖ νὰ τεθῇ ἐν τῇ συμβάσει.

§221Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐγὼ ἠρώτησα τὸν Διοικητὴν τῆς Τραπέζης, ἂν ἦλθεν εἰς συνεννόησίν τινα προφορικὴν, μοὶ εἶπε δ’ ὅτι μετὰ τοῦ κυρίου Προέδρου τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου τῆς Ἰονικῆς Τραπέζης ἔλαβε χώραν συνέντευξις, ἀλλ’ οὐδεμία ἐδόθη συναίνεσις οὐδὲ ἀπὸ τὴν μίαν Τράπεζαν οὐδὲ ἀπὸ τὴν ἄλλην, διότι ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου τῆς Ἰονικῆς Τραπέζης ἐδήλωσεν, ὅτι μέλλει νὰ ἀνακοινώσῃ τὰ περὶ τούτου εἰς τὸ Συμβούλιον τὸ ἐν Λονδίνῳ καὶ αἰτήσηται τὰς διαταγάς του. Ὁ Διοικητὴς τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης μοὶ ἔστειλε καὶ μίαν ἐπιστολὴν, διὰ τῆς ὁποίας ζητεῖ νὰ γείνῃ τροπολογία τις ἐπὶ τοῦ κειμένου τῆς συμβάσεως, ἡ ὁποία δὲν μοὶ φαίνεται, ὅτι εἶναι ἐπιζήμιος. Ἡ τροπολογία εἶναι ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 3 τῆς συμβάσεως, ὅπερ οὕτω τροποποιεῖται ὡς ἑξῆς: «Ἐντὸς δύο ἐτῶν ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως τοῦ κυρώσοντος τὴν παροῦσαν σύμβασιν νόμου ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα ὑποχρεοῦται νὰ συστήσῃ πρὸς τῷ ὑπάρχοντι ἤδη ὑποκαταστήματι ἐν Λευκάδι καὶ ἕτερα ἓξ ὑποκαταστήματα ἐν ταῖς Ἰονίοις νήσοις, ἕτερα δὲ τρία ὑποκαστήματα ἐν τῇ λοιπῇ Ἑλλάδι, ἔτι δὲ καὶ τρία πρακτορεῖα ἐν τῇ λοιπῇ ἐπίσης Ἑλλάδι.»

§222Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐννοεῖται ὅμως, ὅτι δὲν γίνεται πλέον σύστασις νέων ὑποκαταστημάτων ἐν Ἑπτανήσῳ· ἑπομένως μένει ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα ἄνευ τοῦ ἀνταλλάγματος αὐτοῦ· δηλαδὴ κατὰ τὴν ὑπόθεσιν τὴν ἐνδεχομένην συγχωνεύσεως, ἐπειδὴ ὑπάρχουσιν ὑποκαταστήματα τῆς Ἰονικῆς Τραπέζης, δὲν θὰ συστήσῃ νέα ἡ Ἐθνική. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει νομίζω καλὸν, ἂν ἦτο δυνατὸν, νὰ ἐπιτύχητε τὴν σύστασιν περισσοτέρων ὑποκαταστημάτων εἰς ἄλλα μέρη τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου, ὅπου ἀληθῶς ὑπάρχει ἀνάγκη.

§223Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Βεβαίως ἡ διοίκησις τῆς Τραπέζης ἐν τῇ συμβάσει ἀναφέρει, ὅτι ὑποχρεοῦται νὰ συστήσῃ τρία ὑποκαταστήματα ἐν τῇ ἄλλῃ Ἑλλάδι· ἀλλὰ, καθ’ ἃ προφορικῶς μοὶ ἐλέχθη, καὶ ἐν ᾗ περιπτώσει δὲν ὑπάρξῃ συγχώνευσις, ἀλλὰ μείνῃ μόνη ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα, θέλει πάντοτε συστήσει καὶ περισσότερα, ἀναλόγως τῶν ἀναγκῶν, αἱ ὁποῖαι ἤθελον προκύψει. Ἐπεθύμουν νὰ δώσω ἐξήγησίν τινα ὡς πρός τινα τῶν λεχθέντων ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου. Μοὶ ἐφάνη, ὅτι τινὲς μὲν ἐνόμιζον, ὅτι ἔπρεπε ν’ ἀνταγωνισθῶ πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, ὡς ἀνταγωνίζονται δύο διαφερόμενοι, ἑκάτερος τῶν ὁποίων ζητεῖ νὰ κατασταθῇ δυνατὸν νὰ ἀποκτήσῃ περισσότερα κέρδη, ἔστω καὶ ἂν ἡ ἐκπλήρωσις τοῦ πόθου του τούτου ἀποτελῇ ἀδίκημα πρὸς τὸν ἄλλον, ἄλλοι δὲ ὑπέλαβον, ὅτι ὄχι μόνον αἱ συνεννοήσεις μου μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης δὲν παρέστησαν αὐτὸν τὸν ἀνταγωνισμόν, ἀλλ’ ὅτι ὑπῆρξα καὶ λίαν χαριστικὸς πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν. Ὁμολογῶ, ὅτι δὲν μοὶ ἐπῆλθε κατὰ νοῦν, ὅτι ἔπρεπε νὰ προσπαθήσω νὰ ἁρπάσω ὅσον τὸ δυνατὸν περισσότερα ὀφέλη ἢ ὅσα ἐκρίνοντο ὅτι ἦσαν εὔλογα. Ἐὰν ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα ἤθελεν ἔλθει εἰς συνεννόησιν μετὰ τῆς Ἰονικῆς Τραπέζης, καὶ ἑπομένως ἤθελε πραγματοποιηθῆ ἡ συγχώνευσις τῆς Ἰονικῆς μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, τὰ ταμεῖα τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ἤθελον πάντως ὑποκύψει εἰς κλονισμόν τινα, διότι ἡ ἀναδοχὴ καὶ τοῦ ἐνεργητικοῦ καὶ τοῦ παθητικοῦ τῆς Ἰονικῆς Τραπέζης, καὶ ἡ διαδοχὴ τῆς ἐκδόσεως καὶ κυκλοφορίας τραπεζικῶν γραμματίων, καὶ αἱ δύο αὐταὶ πράξεις θέλουσιν εἶσθαι πράξεις λίαν δαπανηραὶ διὰ τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, ἀλλὰ θέλει εἶσθαι προσέτι δαπανηρὰ καὶ ἡ ἐν Ἑπτανήσῳ ἐγκατάστασις, οὐδ’ εἶναι γνωστὸν, ἂν τὸ παθητικὸν τῆς Ἰονικῆς Τραπέζης δὲν ἤθελεν ἀποδειχθῆ ὅτι εἶναι μεγαλείτερον ἐκείνου, τὸ ὁποῖον παρουσιάζουσιν οἱ ἰσολογισμοὶ αὐτῆς. Εἶχον λοιπὸν καθῆκον, ὡς ἐνεργῶν ἐν ὀνόματι τῆς Κυβερνήσεως, νὰ μὴ ἐπιζητήσω νὰ ἐξασθενίσω τὸ ἵδρυμα ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε νὰ περιαγάγω αὐτὸ εἰς ἀτονίαν πλήρη, ἀλλ’ εἶχον ἐπίσης καθῆκον νὰ μὴ λησμονήσω ποίας ἀνάγκας ἔχει ἡ Διοίκησις καὶ τὸ Κράτος, καὶ ἰδίως ποίας ἀνάγκας ἔχει ἡ ἐθνικὴ παραγωγὴ, ἄνευ τῆς ἐνισχύσεως τῆς ὁποίας σᾶς βεβαιῶ, ὅτι ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις τοῦ δημοσίου ταμείου καὶ ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις τῆς χώρας θέλουσι περιαχθῆ ἀπὸ δυσχερείας εἰς δυσχέρειαν καὶ ἀπὸ ἀτονίας εἰς μεγαλειτέραν ἀτονίαν. Αὐτὸ, τὸ τοσοῦτον ἐπουσιῶδες κριθὲν ἀντάλλαγμα ὑπὲρ τῶν γεωργοκτηματιῶν, μοὶ ἐφάνη ὅτι εἶναι ἐκπλήρωσις καθήκοντος ἐπιβεβλημένου εἰς ἐμὲ, καὶ ἠσθάνθην μεγίστην εὐχαρίστησιν, ὅτε εἶδον τὴν Διοίκησιν τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ὅτι ἐνέδωκε ν’ ἀποδεχθῇ τὰς ἀξιώσεις μου ταύτας. Ἐπίσης μοὶ ἐφάνη, ὅτι ἡ ἐλάττωσις τοῦ τόκου ἤθελε καταστήσει προσιτώτερα τὰ κεφάλαια, καὶ ἤθελε συντελέσει νὰ κρατύνῃ περισσότερον τὴν γενομένην ἐν τῇ χώρᾳ ἐργασίαν. Ὁμολογῶ, ὅτι ἡ Διοίκησις τῆς Τραπέζης δὲν παρενέβαλλε πολλὰς δυσκολίας, μοὶ ἐφάνη δ’ ὅτι ἦτο ὑπερτέρα τῆς σφαίρας, ἐν τῇ ὁποίᾳ ἀναπνέουσι καὶ βιοῦσιν οἱ συνήθως διαχειριζόμενοι κεφάλαια, εἴτε ἴδια εἴτε ἀλλότρια. Ἡ φιλοκέρδεια, τὴν ὁποίαν πᾶσα Διοίκησις τραπεζικοῦ καταστήματος πρέπει νὰ ἔχῃ, διότι, ἂν δὲν ἔχῃ τοιαύτην, ἀπομακρύνεται τοῦ σκοποῦ, διὰ τὸν ὁποῖον συνεστήθη, ἤτοι σκοποῦ καταλήγοντος εἰς προστασίαν ὑλικοῦ συμφέροντος, εἴτε σκοποῦ καταλήγοντος εἰς προστασίαν συμφέροντος τῆς χώρας, ἡ φιλοκέρδεια, λέγω, αὕτη δὲν μοὶ ἐφάνη κατάδηλος εἰς τὰς συνεννοήσεις μου μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης· τοὐναντίον μάλιστα ἡ Τράπεζα μοὶ ἐφάνη, ὅτι ὑψοῦτο εἰς ἀνωτέραν σφαῖραν. Τοῦτο δὲ βεβαιῶ, διὰ νὰ δηλώσω τὴν τιμήν, ἡ ὁποία ὀφείλεται εἰς τὴν Διοίκησιν τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης. Ὅτε ἐποιησάμην μνείαν λόγων τινῶν τοῦ κυρίου Βουλευτοῦ Ἁγυιᾶς, δὲν εἶχον σκοπὸν οὔτε νὰ ἐπικρίνω οὔτε νὰ ἀφαιρέσω τὸ θάρρος ἀπὸ τὸν νεαρὸν συνάδελφον. Ἡ ἡλικία, τὴν ὁποίαν διανύω, μοὶ ἐπιβάλλει τὸ καθῆκον νὰ θερμάνω καὶ νὰ ἐνισχύσω τοὺς νεωτέρους εἰς τοὺς πολιτικοὺς ἀγῶνας, ἀλλὰ μοὶ ἐπιβάλλει καὶ τὸ ἕτερον καθῆκον, νὰ λησμονῶ τὴν πολιτικήν μου ἰδιότητα, καὶ νὰ ἐνθυμῶμαι τὸ γῆρας, τὸ ὁποῖον βαρύνει τοὺς ὤμους μου· ἡ δὲ ἰδιότης τοῦ γήρατος δίδει τὸ δικαίωμα νὰ δίδῃ τις γνώμην εἰς τοὺς νεωτέρους. Μοὶ φαίνεται, ὅτι αἱ ἐπικρίσεις τῆς συμβάσεως ἦσαν τοσοῦτον αὐστηραί, ὥστε δύναταί τις νὰ παραπονεθῇ διὰ τὴν ὑπερβολὴν ταύτην. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἁγυιᾶς ἀποδύεται τὸ πρῶτον εἰς πολιτικοὺς ἀγῶνας, ὑπέλαβον δ’ ὅτι εἶχον καθῆκον νὰ ὑποδείξω εἰς αὐτόν, ὅτι τοὺς πολιτικοὺς ἀγῶνας πρέπει νὰ διανύωμεν καὶ διεξάγωμεν μετὰ περισσοτέρας ἠρεμίας καὶ ὀλιγωτέρου ἐρεθισμοῦ· διότι, ἄν τις ἰσχυρίζηται ὅτι ὅλα αὐτὰ τὰ ἀνταλλάγματα εἶναι ἀνάξια προσοχῆς, οὗτος εἶναι ἐν ὑπερβολῇ, καὶ οἱοσδήποτε λόγος ἤθελεν ὑπαγορεύει τὴν ὑπερβολήν, ἔστω καὶ πεποίθησις, — ὡς δὲν ἀμφιβάλλω διὰ τὸν κ. Βουλευτὴν ἐξ Ἁγυιᾶς, — πρέπει καὶ αὐτὴν τὴν πεποίθησίν του νὰ τὴν μειώνῃ, διὰ νὰ μὴ ἐκλαμβάνηται, ὅτι ὑπάρχει ἐν τῇ ἐκδηλώσει ταύτῃ ὑπερβολή τις. Ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα διοικεῖται ἀπὸ ἄτομα. Γνωρίζω τὴν κεντρικὴν Διοίκησιν· ἐνδέχεται που νὰ ὑπάρχωσι σφαλλόμενοι ὑπάλληλοι· ἐκεῖνοι, τῶν ὁποίων τὰ συμφέροντα ζημιοῦνται ἐκ τοιούτων σφαλμάτων, πρέπει νὰ κρίνωσιν ἠρεμώτερον καὶ ἡσυχώτερον. Ἐγὼ γνωρίζω, ὅτι, ὁσάκις ἐγένετο παράπονον, ἡ Διοίκησις τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ἔσπευσε νὰ τὸ ἐξελέγξῃ, καὶ πολλάκις ἐφάνη τιμωρός. Νομίζω, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι ἡ συνομολογηθεῖσα σύμβασις δὲν βλάπτει τὰ δημόσια συμφέροντα, ἀλλ’ ἐξ ἐναντίας ὅτι ὠφελεῖ αὐτά, ὅτι ἐνισχύει τὴν ἐθνικὴν παραγωγήν, καὶ κρατύνει τὴν ἐργασίαν, καὶ ὅτι τὰ ἀποτελέσματα αὐτῆς θέλουσιν ὠφελήσει τὸν τόπον. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς αἰθούσης).

§224Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Παρακαλῶ νὰ ἐξηγήσητε τὴν ἔννοιαν τοῦ ἄρθρου, τὸ ὁποῖον ὁμιλεῖ περὶ τῆς ἐλαττώσεως τοῦ τόκου τῶν γεωργοκτηματικῶν δανείων, τῶν συναπτομένων διὰ συμβολαίου.

§225Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ποιοῦμαι τὴν δήλωσιν, ὅτι, καθ’ ἃ μοὶ ἐδήλωσε δι’ ἐπιστολῆς αὐτοῦ ὁ Διοικητὴς τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ἡ ἐλάττωσις τοῦ τόκου ἐπεκτείνεται καὶ εἰς τὰ διὰ τριτεγγυημένων γραμματίων γινόμενα γεωργοκτηματικὰ δάνεια.

§226Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἐπιθυμῶ νὰ μάθω, ἂν πρόκειται ταύτην τὴν στιγμὴν νὰ προβῶμεν εἰς τὴν ψήφισιν εἰς τρίτην ἀνάγνωσιν τοῦ νόμου τοῦ κυροῦντος τὰς συμβάσεις· διότι, ἂν πρόκειται νὰ προβῶμεν ἀμέσως, θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ ἀπαντήσω δι’ ὀλίγων. Ἠδυνάμην νὰ παρατηρήσω, ὅτι δὲν ἠξεύρω, πῶς θὰ ἦναι δυνατὸν νὰ προβῶμεν εἰς τὴν ψήφισιν, διότι δὲν εἴμεθα σύμφωνοι περὶ τὴν διατύπωσιν διαφόρων ἄρθρων, διότι ἤκουσα συζητήσεις περὶ διατυπώσεως τοῦ ἄρθρου 6. Δὲν ἐλάβομεν γνῶσιν τῆς ἐπιστολῆς, τὴν ὁποίαν ἠκούσαμεν ὅτι ἀπηύθυνεν ὁ Διοικητὴς τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης. Τὸ πρῶτον μέρος τὸ ἐνόησα, ἀλλὰ τὸ δεύτερον δὲν τὸ ἐνόησα. Σημειωτέον δὲ, ὅτι πρόκειται περὶ τῆς τρίτης ἀναγνώσεως, δὲν βλέπω δὲ διατὶ ἡ βία αὕτη ἡ ἀκατάσχετος πρὸς ψήφισιν εἰς τρίτην ἀνάγνωσιν τὴν τετάρτην πρωϊνὴν ὥραν. Ἀλλ’ ὁπωσδήποτε εἶναι δικαίωμά σας.

§227Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἰδοὺ ἡ ἐπιστολὴ (ἀναγινώσκει): «Πρὸς τοὺς κυρίους κυρίους Ὑπουργοὺς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν. Κύριε Πρόεδρε καὶ κύριε Ὑπουργέ. Ἐκτὸς τῶν ὑποχρεώσεων, ἃς ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα ἀνέλαβε διὰ τῆς ἄρτι συνομολογηθείσης μετὰ τοῦ Κράτους συμβάσεως περὶ παρατάσεως τοῦ προνομίου αὐτῆς, δηλοῖ αὕτη, ὅτι συναινεῖ νὰ τεθῇ εἰς τὸν περὶ κυρώσεως νόμον, ἢ καὶ ἄνευ τοιαύτης ἐν τῷ νόμῳ καταχωρίσεως, ὅτι ἀναδέχεται, ἐκτὸς τῶν ἐν τῇ εἰρημένῃ συμβάσει ὑποχρεώσεων, καὶ πάσας τὰς ὑποχρεώσεις, ἃς ἡ Ἰονικὴ Τράπεζα ἀνέλαβε δυνάμει τῶν μετὰ τοῦ Κράτους συμβάσεων αὐτῆς, καὶ ἰδίως καὶ τὰς ὑποχρεώσεις, ἃς ἐκείνη ἀνέλαβε περὶ χορηγήσεων εἰς γεωργοὺς καὶ κτηματίας μέχρι τῆς λήξεως τοῦ προνομίου τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης. Ἐπίσης ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα δηλοῖ ὑμῖν, ὅτι, ἐν ᾗ περιπτώσει ἤθελεν ἐπέλθει, συνεπείᾳ συμβάσεως μετὰ τῆς Ἰονικῆς Τραπέζης, συγχώνευσις τῆς Τραπέζης ταύτης, οἵα ἄλλως τε δὲν παρίσταται πιθανὴ, θέλει διατηρήσει ἀμειώτους τὰς σήμερον ὑπὸ τῆς Ἰονικῆς Τραπέζης κεχορηγημένας πιστώσεις ἐμπορικῶν προεξοφλήσεων, ἐφ’ ὅσον μεταγενέστεραι περιστάσεις τῶν πιστούχων δὲν ἤθελον ἐν τῷ μέλλοντι ἐπιβάλει μεταβολὰς, συνεπείᾳ αὐξήσεως ἢ μειώσεως τῆς φερεγγυότητος τῶν πιστούχων. Διατελοῦμεν μετὰ σεβασμοῦ Ὁ Διοικητὴς τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης Στέφ. Στρέϊτ.» Ἐν Ἀθήναις τὴν 10 Μαρτίου 1903.»

§228Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Δι’ αὐτὸ ἀκριβῶς εἶπον, ὅτι εἶχον ἐννοήσει τὸ πρῶτον μέρος, ἀλλὰ δὲν εἶχον ἐννοήσει τὸ δεύτερον. Διὰ τοῦ πρώτου ἱκανοποιεῖται ἡ μία τῶν παρατηρήσεων, τὰς ὁποίας ὑπέβαλον, ἡ ἀφορῶσα τὰ δάνεια εἰς τοὺς γεωργοκτηματίας μετὰ τὴν λῆξιν τοῦ προνομίου τῆς Ἰονικῆς Τραπέζης. Παρέστησα εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι, ἂν δὲν ληφθῇ πρόνοια μετὰ τὴν λῆξιν τοῦ προνομίου τῆς Ἰονικῆς, ὁ τόκος τῶν δανείων τούτων, δυνάμει τῆς συμβάσεως μετὰ τῆς Ἐθνικῆς, θὰ ἦτο 6%· λοιπὸν αὐτὸ αἴρεται διὰ τοῦ ἄρθρου 9. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ ἄρθρον 10, ὁμολογῶ, ὅτι δὲν ἐννοῶ τὴν ἀνάγκην τοῦ ἄρθρου τούτου· διότι, ὡς ὀρθῶς, νομίζω, παρετήρησεν ὁ ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτὴς, καὶ ἂν δὲν γείνῃ συγχώνευσις τῆς Ἰονικῆς Τραπέζης μετὰ τῆς Ἐθνικῆς, ἡ Ἐθνικὴ ἀναλαμβάνει πάσας τὰς ὑποχρεώσεις τῆς Ἰονικῆς μοὶ φαίνεται δὲ, ὅτι ἐδῶ περιέχεται μᾶλλον περιορισμός τις τῶν ὑποχρεώσεων, διότι λέγει (ἀναγινώσκει)...Νομίζω, ὅτι καὶ ἄνευ τούτου ἐννοεῖται ὅτι, ἀναλαμβάνουσα ὅλας τὰς ὑποχρεώσεις τῆς Ἰονικῆς, ἀναλαμβάνει βεβαίως καὶ τὴν μείωσιν ἢ αὔξησιν τῶν πιστώσεων τῶν πιστούχων. Ἤκουσα μετὰ μεγίστης προσοχῆς τῶν ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου Πρωθυπουργοῦ λεχθέντων, ὁμολογῶ δὲ, ὅτι ἤλπιζον ὅτι ἤθελε παρασχεθῆ ἡμῖν ἡ εὐχαρίστησις, ὅπως ἐκφράσωμεν τὴν εὐαρέσκειάν μας ἐπὶ ταῖς τροποποιήσεσι, τὰς ὁποίας ἡ ἐπὶ τόσας ἡμέρας διεξαχθεῖσα συζήτησις εἴχομεν τὴν πεποίθησιν ὅτι εἶχε προκαλέσει, καὶ ὁμολογῶ ὅτι, ὡς πρὸς τὸ ἄρθρον 9, ὑπάρχουσι βελτιώσεις, καὶ ἑπομένως ἐκφράζω τὴν εὐγνωμοσύνην μου πρὸς τὸν κ. Πρωθυπουργόν, ὁ ὁποῖος ἐπέτυχε τὴν τροπολογίαν ταύτην. Ἀλλ’ ὀφείλω ἀφ’ ἑτέρου νὰ παρατηρήσω, ὅτι ὡς πρὸς τὰ ἄλλα ἐπιχειρήματα, τὰ ὁποῖα ἀντετάχθησαν εἰς τὴν σύμβασιν, οὐδόλως ἡ ἀγόρευσις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ἴσχυσεν, ἵνα μὲ πείσῃ, ὅτι τὰ ἐπιχειρήματα ταῦτα δὲν ἦσαν βάσιμα. Ἐπανέρχομαι εἰς τὸ ζήτημα, ὅπως παρ’ ἐμοῦ ἐτέθη. Ἐγὼ δὲν εἶπον, ὅτι τὰ ἀνταλλάγματα τῆς συμβάσεως εἶναι μηδαμινά. Εἶπον καὶ ὑπεστήριξα,—καὶ εἶμαι πεπεισμένος ὅτι ἐπέτυχον—ὅτι τὰ ἀνταλλάγματα, τὰ ὁποῖα ἡ Κυβέρνησις ἐπέτυχε, δὲν εἶναι ἀνάλογα πρὸς τὰ πλεονεκτήματα, τὰ ὁποῖα διὰ τῆς συμβάσεως παρέχει εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐτόνισε πολὺ τὴν σπουδαιότητα τοῦ ἀνταλλάγματος τοῦ συνισταμένου εἰς τὴν αὔξησιν τοῦ ποσοῦ τοῦ προωρισμένου εἰς χορηγήσεις πρὸς γεωργοκτηματίας. Ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ νὰ τῷ εἴπω, ὅτι τὸ ἀντάλλαγμα τοῦτο δὲν ἔχει τὴν σπουδαιότητα, τὴν ὁποίαν ἠθέλησε νὰ δώσῃ εἰς αὐτό. Ὅπως ἐξάρῃ τὴν σπουδαιότητα τοῦ ἀνταλλάγματος τούτου, ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀνέτρεξεν εἰς τὴν ἱστορίαν τῶν χορηγήσεων εἰς γεωργοκτηματίας. Παρέστησε τοὺς κινδύνους, τοὺς ὁποίους ἡ Τράπεζα διατρέχει ἀπὸ τοὺς γεωργοκτηματίας· ἀνέτρεξεν εἰς τοὺς ἰσολογισμοὺς τῆς Τραπέζης, ὅπως ἀποδείξῃ ποῖαι ζημίαι προῆλθον ἐκ τῶν δανείων τούτων. Ὅλα δὲ ταῦτα, ἵνα μᾶς πείσῃ, ὅτι τὸ παρ’ αὐτοῦ ἐπιτευχθὲν ἀντάλλαγμα ἔχει μεγάλην σπουδαιότητα. Ἀλλ’ ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ τῷ παρατηρήσω, ὅτι, ἐν ὅσῳ ἔχομεν γεγονὸς ἀναμφισβήτητον, ὅτι, ἐνῷ ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα εἶχεν ὑποχρέωσιν νὰ προορίσῃ πρὸς χορηγήσεις εἰς γεωργοκτηματίας ποσὸν 10,000,000, ἐξάγεται δὲ ἐκ τοῦ ἰσολογισμοῦ τοῦ 1902, ὅτι πρὸς τοιοῦτον σκοπὸν ἔχει ἀφιερώσει 16 ὅλα ἑκατομμύρια, οὐδεὶς θέλει ὑπάρξει, ὁ ὁποῖος θὰ πεισθῇ, ὅτι τὰ δάνεια ταῦτα γίνονται ἐπὶ ἀποκλειστικῇ ζημίᾳ τῆς Τραπέζης, διότι οὐδεὶς θέλει παραδεχθῆ, ὅτι Τράπεζα, ἡ ὁποία εὑρίσκει ἐν τῇ διαθέσει ταύτῃ τῶν χρημάτων της θετικὴν ζημίαν, δύναται νὰ ὑπερβῇ τὸ ποσόν, τὸ ὁποῖον δυνάμει συμβάσεως εἶναι ὑποχρεωμένη νὰ ἀφιερώσῃ πρὸς τοῦτο. Ἐὰν δὲ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν τὴν εἰσήγησιν τοῦ Διοικητοῦ τῆς Τραπέζης πρὸς τοὺς μετόχους, ὅτε ἠσχολήθη περὶ τοῦ ἰσολογισμοῦ τῆς Τραπέζης, βλέπομεν, ὅτι τὰ δάνεια ταῦτα παρέστησεν ὡς παρέχοντα σήμερον ὠφέλειαν, ὅτι ἡ διαρρύθμισις αὐτῶν καὶ τῆς διαχειρίσεώς των ἐξασφαλίζει τῶν δανείων τούτων τὴν πραγματικότητα. Ἑπομένως τὰ δύο ταῦτα γεγονότα οὐδὲν ἕτερον ἀποδεικνύουσιν ἢ ὅτι εὑρίσκει ἡ Τράπεζα τὸ συμφέρον αὐτῆς. Πῶς λοιπὸν εἶναι δυνατὸν νὰ παραδεχθῶ, ὅτι, ἐνῷ ἡ Τράπεζα ἀφιερώνει σήμερον 16 ἑκατομμύρια, ἡ ἐπιτυχία τῆς αὐξήσεως τῶν 16 τούτων ἑκατομμυρίων εἰς 20 ἑκατομμύρια ἀποτελεῖ ἀντάλλαγμα τοσοῦτον μέγα, ὅσον εὐηρεστήθη ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ παραστήσῃ ἡμῖν; Ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἐλάττωσιν τοῦ τόκου, παρέστησα κατὰ τὴν πρώτην ἀγόρευσίν μου, ὅτι ἡ ἐλάττωσις αὕτη, ὡς ἐκ τῆς ἀφθονίας τῶν χρημάτων, ὡς ἐκ τοῦ ἀνταγωνισμοῦ, δὲν ἀποτελεῖ πραγματικόν τι ἀντάλλαγμα. Ἐξετάσας δὲ τὰ τῆς συμβάσεως τῆς Ἰονικῆς Τραπέζης, ἠρύσθην ἐκ ταύτης ἐπιχείρημα, ὅπως ἀποδείξω, ὅτι ἡ Ἰονικὴ Τράπεζα τὰς χορηγήσεις εἰς γεωργοκτηματίας ἐξετέλει ἐν Ἑπτανήσῳ μὲ τόκον 5% καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐνόησε τὴν σπουδαιότητα τοῦ ἐπιχειρήματος, ἀλλ’ ἀντέτεινεν, εἰπών: «ποίαν σημασίαν ἔχουσι τὰ δάνεια τῆς Ἰονικῆς, τὰ ἀνερχόμενα εἰς ἓν ἑκατομμύριον δραχμῶν;» Ὄχι, κύριε Πρωθυπουργέ· δὲν ἀνήρχοντο εἰς ἓν ἑκατομμύριον τὰ δάνεια τῆς Ἰονικῆς, ἀνήρχοντο κατὰ τὴν σύμβασιν εἰς 1½ ἑκατομμύριον κατὰ τὴν πρώτην πενταετίαν, εἰς τὰ ⅖ δὲ τοῦ καταβεβλημένου κεφαλαίου μετὰ τὴν παρέλευσιν τῆς πρώτης πενταετίας. Τὰ δὲ παράπονα, τὰ ὁποῖα ἀνεφέρατε ἀπὸ τοῦ βήματος, καὶ αἱ ἐπιστολαὶ κατοίκων τινῶν τοῦ δήμου Ἰστωναίων τί ἀποδεικνύουσιν; ἀποδεικνύουσιν, ὅτι, μεθ’ ὅλον τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον διὰ τὰς χορηγήσεις εἰς γεωργοκτηματίας ἡ Ἰονικὴ Τράπεζα διαθέτει, δὲν δύναται νὰ ἐπαρκέσῃ εἰς ὅλας τὰς ἀπαιτήσεις. Ἀλλ’ ἂν παραβάλητε τὸ ποσὸν τῶν τριῶν ἑκατομμυρίων, εἰς τὸ ὁποῖον ἀνέρχεται ἡ ὑποχρέωσις τῆς Ἰονικῆς, πρὸς τὸ μέγεθος τῶν κεφαλαίων αὐτῆς, καὶ συγκρίνητε τὴν ὑποχρέωσιν τῆς Ἐθνικῆς κατὰ 20,000,000 ἀπέναντι τῶν κεφαλαίων αὐτῆς, θέλετε ἴδει, ὅτι τὸ ποσὸν τῆς Ἰονικῆς εἶναι ἀναλόγως ποσὸν πολὺ ἀνώτερον ἐκείνου, τὸ ὁποῖον ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα προορίζει διὰ χορηγήσεις πρὸς γεωργοκτηματίας. Ἀλλὰ δὲν εἶναι τοῦτο μόνον· παρουσιάζεται καί τι περίεργον, τὸ ὁποῖον διέφυγε τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ· καὶ τὸ περίεργον τοῦτο εἶναι τὸ ἑξῆς. Μέχρι τῆς λήξεως τοῦ προνομίου τῆς Ἰονικῆς θὰ ἔχωμεν ἀπὸ τοῦ 1905 διὰ χορηγήσεις εἰς γεωργοκτηματίας 20,000,000, δυνάμει τῆς νέας συμβάσεως, ἐκ μέρους τῆς Ἐθνικῆς, καὶ 3,000,000 τῆς Ἰονικῆς, ἄρα 23,000,000. Μετὰ τὴν λῆξιν τῆς παρατεινομένης συμβάσεως τῆς Ἰονικῆς τὰ 23,000,000 θέλουσι περιορισθῆ εἰς 20,000,000. Ἑπομένως μέχρι τοῦ 1916 θὰ ἔχωμεν 23,000,000, ἀπὸ δὲ τοῦ 1916 μέχρι τοῦ 1930 θὰ ἔχωμεν μόνον 20,000,000. Ἰδοὺ θετικὰ πράγματα καὶ θετικαὶ ἀντιλήψεις, αἱ ὁποῖαι ἐκ τῆς μελέτης τῆς συμβάσεως προέρχονται. Καὶ ταῦτα ὡς πρὸς τὰ δύο πρῶτα ἀνταλλάγματα. Ἔρχομαι εἰς τὸ τρίτον, εἰς τὸ ὁποῖον ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐπέστησε πολὺ τὴν προσοχήν. Εὑρέθη πρὸ στενοχωρίας. Διότι, μεθ’ ὅλην τὴν διάθεσιν, τὴν ὁποίαν εἶχεν, ἵνα παραστήσῃ, ὅτι τὸ ἐπιχείρημα ἡμῶν, τὸ σχετιζόμενον πρὸς τὴν συμμετοχὴν τοῦ Δημοσίου, δὲν εἶχε σπουδαιότητα, ἐπάλαιε πρὸς τὰ πράγματα, καὶ τὰ πράγματα ἐκραύγαζον, ὅτι τὸ Δημόσιον ὑποβάλλεται εἰς ζημίαν. Οὐδεὶς, Κύριοι, δύναται νὰ ἀρνηθῇ, ὅτι σήμερον, καὶ μέχρι τοῦ 1916, μέχρι τουτέστι τῆς τελευταίας ἡμέρας, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ σύμβασις μετὰ τῆς Ἐθνικῆς εἶναι ἐν ἰσχύϊ, ἡ Ἐθνικὴ πληρώνει 25%, δίδει συμμετοχὴν εἰς τὸ Δημόσιον 25% δυνάμει τῆς συμβάσεως τοῦ 1880, ἀδιάφορον ἂν ἐξηγόρασε τὴν συμμετοχὴν ταύτην. Ἐὰν δὲν εἶχεν ἐξαγοράσει αὐτὴν, μέχρι τῆς τελευταίας ἡμέρας τῆς συμβάσεώς της ἤθελε πληρώνει 25%. Εἶναι δυνατὸν νὰ ἀρνηθῇ τις τοῦτο; Ἀλλ’ ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς μᾶς εἶπεν: «ἐλησμονήσατε, ὅτι δὲν ἀνελάμβανεν ὑποχρέωσιν νὰ καταβάλλῃ ἀμέσως 25%, ἀλλ’ ὅτι κατέβαλλε 12% μέχρι τοῦ ἔτους 1892, καὶ 25% ἀπὸ τοῦ 1892 μέχρι τοῦ 1902; ...»

§229Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). 10% μέχρι τοῦ 1892.

§230Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. 10% μέχρι τοῦ 1892, καὶ 25% μέχρι τοῦ 1902.... Ἀλλὰ διέφυγε τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὅτι τὸ ἐπιχείρημα τοῦτο ἠδυνάμην νὰ τὸ μεταχειρισθῶ ἐγὼ, καὶ ὄχι αὐτός. Ἐγὼ ἠδυνάμην νὰ εἴπω ὅτι, παραταθείσης τῆς συμβάσεως κατὰ τὸ 1880 ἀπὸ τοῦ 1892 μέχρι τοῦ 1916, δὲν περιωρίσθη ἡ τότε Κυβέρνησις νὰ ζητήσῃ 25% ἀπὸ τῆς ἡμέρας τῆς λήξεως τοῦ προνομίου μέχρι τῆς ἡμέρας τῆς λήξεως τῆς παρατάσεως, ἀλλ’ ἐπέβαλεν εἰς τὴν Τράπεζαν καὶ 10% ἐπὶ παρεμπίπτοντος ἤδη προνομίου, καὶ ἑπομένως ἐπέτυχεν οὐχὶ μόνον 25% διαρκούσης τῆς παρατάσεως, ἀλλὰ 10% ἐπὶ χρόνῳ, δι’ ὃν βεβαίως δὲν εἶχε δικαίωμα νὰ ζητήσῃ τοῦτο. Εἶναι τὸ αὐτό, ὡς ἂν σήμερον ἐλέγετε «20% ἀπὸ τοῦ 1916, ἀλλὰ 10% ἀπὸ τῆς αὔριον μέχρι τοῦ 1916.» Ἑπομένως τότε τὸ 25% ηὐξάνετο ἀπὸ 10% διὰ τὸν χρόνον τὸν διαρρέοντα μεταξὺ τῆς ἡμέρας τῆς συμβάσεως καὶ τοῦ τέλους τοῦ προνομίου. Ἄρα εἶναι ἐπιχείρημα, τὸ ὁποῖον ἐγὼ ἠδυνάμην νὰ ἐπικαλεσθῶ.

§231Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Αὐτὸ δὲν κατηργήθη μετὰ δύο μῆνας;

§232Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἀδιάφορον, ἂν κατηργήθη. Ἐγὼ λαμβάνω τὴν σύμβασιν ὅπως ἔχει. Κατηργήθη, διότι ἐδόθησαν ἄλλα ἀνταλλάγματα. Ἀλλ’ ἔρχομαι τώρα εἰς τὴν σπουδαιότητα τῆς διαφορᾶς ταύτης. Ἀφίνω τὰ 10%, καὶ στηρίζομαι εἰς τὴν διαφορὰν τῶν 20% καὶ 25%. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὡμολόγησεν, ὅτι ὑπολογίζει τὴν συμμετοχὴν ταύτην τοῦ Δημοσίου εἰς τὰ ἐκ τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας κέρδη εἰς 400,000 δραχμὰς κατ’ ἔτος. Τετρακοσίας χιλιάδας εἴπετε κατὰ τὴν εἰσήγησιν τῆς συμβάσεως, τριακοσίας χιλιάδας κατὰ τὴν ἀγόρευσίν σας.

§233Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τὸ 20%.

§234Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Τὸ ἴδιον εἶναι. Ἡ διαφορὰ εἶναι μικρά... Ἀλλ’ ἐὰν ἡ συμμετοχὴ τοῦ Δημοσίου ἀνέρχηται εἰς 400,000 κατ’ ἔτος, ἐννοεῖται ὅτι ἡ διαφορὰ τῶν 5% μᾶς δίδει 100,000 κατ’ ἔτος. Διὰ τὰ 14 ἔτη ἔχετε διαφορὰν 1,400,000 δραχμῶν. Ἰδοὺ ἡ διαφορά, ἡ ὁποία προκύπτει ἐκ τοῦ 5%... Ἔχετε ἰδέαν ὅτι εἶμαι εἰς πλάνην;

§235Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Βεβαίως. Περιμένω νὰ τελειώσητε.

§236Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Εἴπετε, ὅτι τὸ 20% δίδει 400,000. Λοιπόν, ἐὰν τὸ 20% δίδῃ 400,000, τὸ 25% ἤθελε δώσει 500,000. Ἄρα τὸ Δημόσιον, λαμβάνον 20% καὶ ὄχι 25%, λαμβάνει 100,000 κατ’ ἔτος ὀλιγώτερον. Ἐπὶ 14 ἔτη αἱ 100,000 δίδουσιν 1,400,000.

§237Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Καὶ ἂν ἐγίνετο 30%, θὰ ἔδιδεν ἀκόμη περισσότερα.

§238Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἐγὼ δὲν λέγω τοῦτο, κύριε Πρωθυπουργέ, ἀλλ’ ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ ὑπολογίσω πόσον ποσὸν μᾶς δίδει ἡ διαφορὰ τοῦ 5%, καὶ νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι διὰ τῆς συναινέσεως ὑμῶν, ὅπως ἡ συμμετοχὴ τοῦ Δημοσίου μὴ ἦναι 25%, ἀλλὰ 20%, τὸ Δημόσιον ἐζημιώθη 2,500,000, διότι τὸ ποσὸν τῆς ζημίας εἶναι 1½ ἑκατομμύριον, οἱ τόκοι δὲ τοῦ 1½ ἑκατομμυρίου ἐπὶ 7½ ἔτη σχεδὸν ἀποτελοῦσιν ἓν ἕτερον 1½ ἑκατομμύριον, καὶ ἑπομένως ἔχομεν ζημίαν ἑτέρου 1½ ἑκατομμυρίου. Αὐτοὶ εἶναι οἱ ὅροι, τοὺς ὁποίους ἐπέκρινα κατὰ τὴν πρώτην ἀγόρευσίν μου, καὶ θὰ ἤμην εὐτυχής, ἂν ἡ ἀγόρευσίς μου κατώρθου νὰ πείσῃ τὸν κ. Πρωθυπουργόν· διότι οὐδεὶς λόγος ὑπάρχει, ἵνα μὲ πείσῃ, ὅτι εἶναι ὀρθὸν, ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα, καταβάλλουσα εἰς τὸ Δημόσιον μέχρι τοῦ 1917 ἔτους 25% ὡς συμμετοχὴν αὐτοῦ εἰς τὰ ἐκ τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας κέρδη, τὴν πρώτην ἡμέραν τοῦ 1917 πρέπει νὰ περιορίσῃ τὴν συμμετοχὴν εἰς 20%, καθ’ ἣν στιγμὴν αὐξάνει τὸ ποσὸν τῶν κυκλοφορούντων γραμματίων κατὰ 7 ἑκατομμύρια—διότι ἀπὸ τῆς ἡμέρας ἐκείνης τὸ ποσὸν τῶν κυκλοφορούντων γραμματίων τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης αὐξάνει κατὰ τὸ ποσὸν τοῦτο, διότι λήγει τὸ προνόμιον τῆς Ἰονικῆς, καὶ ἑπομένως ἐπὶ 10 ὅλα ἔτη θὰ ἔχῃ ἀκόμη 7 ἑκατομμύρια περισσότερα ἐκείνων, ἐφ’ ὧν εἶχε συναινέσει νὰ δώσῃ συμμετοχὴν 25%. Ἐθεώρησα, ὅτι εἶχον καθῆκον νὰ ὑποβάλω τὰς παρατηρήσεις ταύτας. Εὔχομαι δὲ, ὅπως ἐκ τῆς συμβάσεως ταύτης προκύψωσι τὰ ἀγαθὰ, ἅτινα ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀπὸ τοῦ βήματος ἐπηγγέλθη τὴν ἑσπέραν ταύτην.

§239Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Εἶχον καθῆκον νὰ προτείνω δύο τροποποιήσεις. Ὁ κ. ἐκ Κερκύρας Βουλευτὴς εἶχεν εἴπει, ὅτι ἡ αὔξησις τοῦ κεφαλαίου, τοῦ προοριζομένου εἰς βραχυπρόθεσμα δάνεια, δὲν ἐπετεύχθη. Τοῦτο ὅμως ἀπορῶ πῶς ἀμφισβητεῖται· διότι, ἐὰν ἐζητοῦμεν περισσότερα κεφάλαια ἀπὸ τὰ 21 ἑκατομμύρια μέχρι τῆς 30 Ἰουνίου, ἡ Τράπεζα δὲν εἶχε δυσκολίαν νὰ στέρξῃ περισσότερα, ἀφοῦ κατὰ τὸ παρελθόν, ἐνῷ ἦτο ὑποχρεωμένη νὰ δώσῃ μόνον 10 ἑκατομμύρια εἰς τοιαῦτα δάνεια, κατὰ τὸ 1899, 1900, 1901 καὶ 1902 ἐδάνεισε 16 ἑκατομμύρια. Τοῦτο ἀποδεικνύει, ὅτι συνέφερεν αὐτῇ νὰ μὴ περιορισθῇ εἰς τὸ ποσόν, εἰς ὃ ἦτο ὑποχρεωμένη νὰ δανείσῃ τοιαῦτα δάνεια, ἀλλὰ καὶ νὰ αὐξήσῃ αὐτό. Τὸν μηχανισμὸν τῶν δανείων τούτων δὲν ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν ὁ κ. ἐκ Κερκύρας Βουλευτής. Τὸ ποσὸν τοῦ κεφαλαίου, τὸ ὁποῖον ἡ Τράπεζα διαθέτει διὰ δάνεια ἐνυπόθηκα, αὐτὸ ἀνεβιβάσθη, καὶ ὅταν ἀναβιβασθῇ εἰς 16 ἑκατομμύρια, δὲν θέλει ἀπασχολεῖ περισσότερα τῶν 10 ἑκατομμυρίων ἐκ τῶν ταμείων τῆς Τραπέζης· διότι, ὡς εἶπον δευτέραν φορὰν ἀγορεύων, ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, τὸ πρῶτον ἑξάμηνον ἡ Τράπεζα δίδει δάνεια ἐκ τῶν κεφαλαίων αὐτῆς, καὶ διὰ τοῦτο τὰ 10 ἑκατομμύρια, τὰ ὁποῖα προσδιορίζει ἡ σύμβασις τοῦ 1896, ἔπρεπε νὰ δοθῶσιν οὐχὶ τὴν 30 Ἰουνίου, ἀλλὰ τὴν 31 Δεκεμβρίου, ἤτοι καθ’ ὅλον τὸ ἔτος. Ἀλλὰ διὰ νὰ δίδῃ τὰ 10 ἑκατομμύρια, ἔπρεπε κατὰ δεύτερον λόγον νὰ εἰσπράττῃ αὐτὰ ἐκ τῶν γεωργικῶν τόπων, ἐν οἷς συγκομίζουσι τοὺς καρποὺς κατὰ τὸ δεύτερον ἑξάμηνον. Ἀπέδιδον δὲ οἱ ἐκ τῶν μερῶν ἐκείνων ὁλόκληρον τὸ χρέος ἢ μέρος αὐτοῦ, καὶ πάλιν ἡ Τράπεζα, τὰ χρήματα, ἅπερ ἐλάμβανε, τὰ ἐπανέδιδεν εἰς ἄλλα δάνεια· ἑπομένως ἔδιδεν ἄλλα τόσα ἑκατομμύρια. Νῦν, ὅτε ὑποχρεοῦται ἡ Τράπεζα νὰ διαθέτῃ 21 ἑκατομμύρια μέχρι τῆς 30 Ἰουνίου.

§240Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἐγὼ ἔλαβον τὸν ἰσολογισμὸν τῆς 30 Ἰουνίου.

§241Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἀλλὰ τότε τὴν 31 Δεκεμβρίου θέλει ἔχει διαθέσει 40 ἑκατομμύρια. Ταῦτα συνάγω ἀπὸ τοὺς ἀπολογισμοὺς τῆς Τραπέζης τῆς 31 Δεκεμβρίου.

§242Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἐγὼ ἔλαβον τὸν ἰσολογισμὸν τοῦ Ἰουνίου τοῦ 1902, διότι ἡ σύμβασις προβλέπει τὸν μῆνα Ἰούνιον.

§243Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἡ Τράπεζα ἐχορήγησε καθ’ ὅλον τὸ ἔτος 1902 δάνεια εἰς γεωργοκτηματίας δραχμῶν 20,324,000, ταῦτα δὲ ὑπερβαίνουσι τὰ 20 ἑκατομμύρια.

§244Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Σᾶς ἐξήγησα, ὅτι ἡ σύμβασις προβλέπει τὸν μῆνα Ἰούνιον, καὶ ἔλαβον ἐγώ, ὅπως παραβάλω τοὺς ἰσολογισμούς, τὸν Ἰούνιον τοῦ 1902. Καὶ ὁ ἰσολογισμὸς τοῦ Ἰουνίου δίδει 16,000,000.

§245Γ. ΠΟΛΥΓΕΝΗΣ. 13,000,000.

§246Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Μὲ συγχωρεῖτε. Ὑπάρχουσι καὶ δρ. 3,000,000 ὀφειλόμενα, ὥστε γίνονται 16,000,000. Βλέπετε, ὅτι εἴμεθα ἀρκετὰ μελετημένοι, ὥστε νὰ μὴ ἔχωμεν ἀνάγκην νὰ μᾶς διακόψητε.

§247Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. 13,000,000 ἐκυκλοφόρησαν κατὰ τὸ 1902.

§248Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Εἰς τὴν παρατήρησιν, ἣν ἔκαμεν ὁ κύριος ἐκ Κερκύρας Βουλευτὴς, ὅτι, ἐὰν 400 χιλιάδες δραχμαὶ εἶναι τὸ ποσόν, ὅπερ θέλει εἰσπράξει τὸ Δημόσιον ἐκ τοῦ ποσοστοῦ τῶν 20% ἐπὶ τῶν κερδῶν τῆς Τραπέζης ἐκ τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας τῶν γραμματίων, τὸ ποσὸν τοῦτο ἤθελον εἶσθαι 500 χιλιάδες, ἐὰν τὸ ποσοστὸν δὲν ἦτο 20, ἀλλὰ 25 τοῖς ἑκατὸν, εἰς τὴν παρατήρησιν, λέγω, ταύτην δύναμαι ν’ ἀπαντήσω, ὅτι θὰ εἴχομεν μεγαλείτερον κέρδος, ἐὰν ἔστεργεν ἡ Τράπεζα νὰ παραχωρῇ 40 ἢ 50 τοῖς ἑκατὸν, ὅσα ὁ Διοικητὴς τῆς Τραπέζης Ἀθηνῶν προσέφερεν, ἀλλ’ ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα δὲν ἔστεργε νὰ δώσῃ περισσότερον ποσὸν, δὲν ἔπρεπε δὲ νὰ μὴ συνομολογήσωμεν τὴν σύμβασιν, διότι ἡ Τράπεζα δὲν ἔστεργε νὰ δίδῃ περισσότερα τῶν 20%.

§249Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὀλίγας λέξεις πρόκειται νὰ εἴπω. Ὅ,τι ἐπικρίνεται ἐν τῇ συμβάσει εἶναι τὰ μικρὰ, ὅπως παρίστανται, ἀνταλλάγματα. Ἐὰν ὅμως τὰ ἀνταλλάγματα ἦναι μικρὰ, βλάπτει τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον καθιερώσαμεν, νὰ θέλωμεν νὰ μετέχωμεν εἰς τὰ κέρδη τῆς Τραπέζης, τὰ κέρδη τὰ πραγματοποιούμενα ἐκ τῆς κυκλοφορίας τῶν τραπεζικῶν γραμματίων. Βλάπτει κατὰ τοῦτο, ὅτι, ἀντὶ νὰ ζητῶμεν ἀπὸ τὴν Τράπεζαν τὰς εὐλόγους παραχωρήσεις, τὰς ὅσον τὸ δυνατὸν ὅμως σπουδαιοτέρας ὑπὲρ τῆς γεωργίας καὶ τῆς βιομηχανίας, καὶ ὠφελήσωμεν οὕτω τὸν τόπον, ἀποτεινόμεθα πρὸς τὴν Τράπεζαν, καὶ ζητοῦμεν ἐκ τῶν κερδῶν, ὅσα πραγματοποιεῖ, πρότερον μὲν 25%, ἤδη δὲ 20%. Σκοπὸς τοῦ Κράτους, ἀνανεοῦντος καὶ παρατείνοντος τὸ μονοπώλιον τῆς Τραπέζης, δηλαδὴ τὸ ἀποκλειστικὸν προνόμιον τοῦ ἐκδίδειν καὶ κυκλοφορεῖν γραμμάτια, πρέπει νὰ ἦναι τὸ νὰ ἐπιτύχῃ παρὰ τῆς Τραπέζης ὅσον τὸ δυνατὸν μείζονας παραχωρήσεις καὶ εὐκολίας ὑπὲρ αὐτῆς τῆς γεωργίας καὶ τοῦ ἐμπορίου κλπ. Ἐννοεῖται ὅμως, ὅτι πᾶσα Τράπεζα, ἑπομένως καὶ ἡ Ἐθνικὴ, θὰ ἐλαττώσῃ κατὰ πολὺ τὰς παραχωρήσεις αὐτὰς, ὅταν τὸ Κράτος προβαίνῃ ἀξιοῦν νὰ μετέχῃ διὰ ποσοστῶν ἐπὶ τῶν κερδῶν, τὰ ὁποῖα αὕτη πραγματοποιεῖ ἐκ τῆς κυκλοφορίας τῶν γραμματίων. Δὲν θεωρῶ, ὅτι τὸ δικαίωμα τοῦτο τοῦ Κράτους εἶναι περισσότερον ὑποχρεωτικὸν καὶ περισσότερον δικαιολογημένον, παρ’ ὅσον εἶναι τὸ δικαίωμα τοῦ λαοῦ, ὅστις εἶναι ὁ δεχόμενος καὶ κυκλοφορῶν τὰ τραπεζικὰ γραμμάτια, ὁ δι’ αὐτῶν συναλλασσόμενος καὶ πραγματοποιῶν τὰ κέρδη τῆς Τραπέζης, τὸ δικαίωμα τοῦ νὰ εὐκολύνηται ὅσον τὸ δυνατὸν πλειότερον εἰς τὰς ἀνάγκας του. Ἀφοῦ αὐτὸς εἶναι ὁ κύριος παραγωγὸς τῶν ὠφελημάτων αὐτῶν τῆς Τραπέζης, δὲν πρέπει ν’ ἀπολαμβάνῃ ὅσον τὸ δυνατὸν μείζονος ἐπεκτάσεως τῶν νῦν διδομένων παραχωρήσεων ὑπὸ τῆς Τραπέζης ὑπὲρ τοῦ ἐμπορίου καὶ τῆς γεωργίας; Ἀλλὰ βλάπτει καὶ κατ’ ἄλλον τρόπον ἡ συμμετοχὴ τοῦ Κράτους εἰς τὰ κέρδη τῆς Τραπέζης, ὅτι γεννᾶται ἐπιθυμία εἰς αὐτὸ, λόγῳ μεγαλειτέρου κέρδους, νὰ διατηρῇ τὴν κατάστασιν αὐτὴν τῆς κυκλοφορίας μεγαλειτέρου ποσοῦ γραμματίων τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας προμηθεύοντος περισσότερον κέρδος. Εὐτυχῶς, ὅτι τὰ πράγματα κατὰ τοῦτο συνεκράτησεν ὁ Διεθνὴς Ἔλεγχος, οὐ μόνον ἀπαγορεύσας τῷ Δημοσίῳ πᾶν νέον δάνειον μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ἐπ’ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ, ἑπομένως πᾶσαν αὔξησιν τοῦ ποσοῦ τῶν τραπεζικῶν γραμματίων, ἅπερ ἐκυκλοφόρουν κατὰ τὸ 1898, ἀλλ’ ἐπιβαλὼν συνάμα τὴν ἐξαφάνισιν κατ’ ἔτος δύο ἑκατομμυρίων ἀξίας τραπεζικῶν γραμματίων ἀπὸ τοῦ 1900· οὕτω, καὶ ἂν τὸ Δημόσιον θέλῃ, δὲν δύναται ν’ αὐξήσῃ ταῦτα καὶ τὸ ἐξ αὐτῶν κέρδος. Δύναται ὅμως νὰ ἔχῃ ἄλλα συμφέροντα. Ἄν π. χ. ἦναι ὁ τόκος πολὺς, εἴτε ὁ προεξοφλητικός, εἴτε ὁ τῶν ἐνυποθήκων δανείων ἢ ἄλλος, ἐνῷ αἰσθάνεται πᾶς τις, ὅτι πρέπει νὰ ἐλαττωθῇ ὁ τόκος, ἴσως ἐπειδὴ ἐκ τοιούτου τόκου αὐξάνει τὸ μέρισμα, εἰς ὃ καὶ τὸ Δημόσιον συμμετέχει μετὰ τῆς Τραπέζης, ὀλιγώτερον αἰσθάνεται τὴν προθυμίαν τὸ Κράτος νὰ συντελέσῃ εἰς τὴν ἐλάττωσιν αὐτοῦ. Ἑπομένως δὲν εἶναι εὐκταῖον, τὸ Κράτος νὰ λαμβάνῃ μέρος ἐκ τῶν κερδῶν αὐτῶν. Ἀλλὰ καὶ καθ’ ἑαυτὸ τὸ κέρδος αὐτὸ θεωρῶ ἐπικίνδυνον κέρδος, διότι εὑρισκόμενον ποτὲ τὸ Δημόσιον εἰς ἀνάγκας ἀπέναντι τῆς Τραπέζης τὸ ἀνταλλάσσει ἀντὶ πινακίου ἴσως φακῆς. Λαμβάνομεν μὲν σήμερον 100 ἢ 200 ἢ 300 χιλιάδας δραχμὰς, διότι τὸ κέρδος τὸ ὑπὸ τῆς Τραπέζης πραγματοποιούμενον εἶναι 1 ἢ 2 ἢ 3 ἑκατομμύρια, ἀλλὰ μετά τινα ἔτη ἄνευ οὐδενὸς κέρδους ἐκποιοῦμεν, ὑπὸ τὴν πίεσιν ἀνάγκης, ὅ,τι λαμβάνομεν σήμερον. Δι’ ὅλους αὐτοὺς τοὺς λόγους, κατ’ ἐμὲ, δὲν εἶναι ὀρθὸν νὰ καθίσταται τὸ Δημόσιον συμμέτοχον εἰς τὰ κέρδη τῆς Τραπέζης, εἴτε ὅταν δι’ αὐτῆς ἐκδίδῃ καὶ κυκλοφορῇ τὰ γραμμάτια, εἴτε ὅταν ἐκείνη μόνη τὰ ἐκδίδῃ ἀποκλειστικῶς. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι παραδείγματα συμμετοχῆς εἰς τὰ κέρδη ὑπάρχουσι καὶ ἀλλαχοῦ, καὶ μείζονα ἢ ὅσον παρ’ ἡμῖν νῦν προτείνονται. Οὕτως ἡ Γερμανικὴ Ἐθνικὴ Τράπεζα μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν τοῦ 8% ὑπὲρ τῶν μετόχων διανέμει τὸ ὑπόλοιπον κέρδος μετὰ τοῦ Δημοσίου. Ἐκεῖνα ὅμως εἶναι Κράτη, ἐν οἷς ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα δὲν εἶναι ἡ μόνη καὶ δὲν συγκεντροῖ τὴν δύναμιν, τὴν ὁποίαν παρ’ ἡμῖν ἔχει ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα, ἰδίως ὅσον ἀφορᾷ τὴν γεωργικὴν καὶ κτηματικὴν πίστιν καὶ τὰς μετὰ τοῦ Κράτους δοσοληψίας αὐτῆς. Καλλίτερον τὸ Κράτος νὰ ἦναι ἐντελῶς ἐλεύθερον καὶ ἀνεξάρτητον εἰς κέρδη ἀπὸ τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν. Ἤδη θὰ γείνῃ ὅ,τι συμφωνεῖται, ἀλλὰ τὸ κατ’ ἐμὲ νομίζω, ὅτι αἱ Κυβερνήσεις δὲν πρέπει νὰ ἀποβλέπουν εἰς τὴν ἰδέαν τοῦ κέρδους, διαπραγματευόμεναι γενικὰ συμφέροντα μετὰ τῆς Τραπέζης, ὅταν τὸ κέρδος αὐτὸ πρόκηται νὰ ἐπιζητηθῇ ἐν συνεταιρισμῷ μετ’ αὐτῆς εἰς τραπεζιτικὰς, προνομιακὰς μάλιστα ἐργασίας. Οὕτω δεσμεύεται ἀπέναντι τῆς Τραπέζης ἡ Κυβέρνησις, ἐνῷ πρέπει νὰ ἦναι ἐντελῶς ἐλευθέρα ὑποχρεώσεων καὶ συμφερόντων εἰς τὰς μετ’ αὐτῆς σχέσεις. Ἐπὶ τῶν διατάξεων δὲν ἔχω νὰ εἴπω τίποτε, διότι ὅλα σχεδὸν, ὅσα ἠδύνατό τις νὰ εἴπῃ, ἐρρήθησαν. Ἐν τῷ ἄρθρῳ 5 ὅμως, τὸ ὁποῖον προσδιορίζει τὰ τῆς συμμετοχῆς τοῦ Δημοσίου εἰς τὰ κέρδη, κανονίζονται δύο περιπτώσεις. Ἡ μία εἶναι, ὅταν δὲν ὑπάρχῃ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία, καὶ ὁρίζεται, ὅτι (ἀναγινώσκει): «Ἀπὸ τῆς 1 Ἰανουαρίου τοῦ 1917 ἡ Τράπεζα ὑποχρεοῦται νὰ χορηγῇ εἰς τὸ Δημόσιον καθ’ ἑξαμηνίαν 20% ἐκ τῆς ὠφελείας τῆς προκυπτούσης ἐκ τῆς κυκλοφορίας τῶν τραπεζικῶν γραμματίων. Πρὸς ἐξεύρεσιν τῆς ὠφελείας ταύτης ἐν τέλει ἑκάστης ἑξαμηνίας, ἤτοι τὴν 30 Ἰουνίου καὶ 31 Δεκεμβρίου, λαμβάνεται ἐκ τῶν μηνιαίων καταστάσεων τῆς Τραπέζης 1) ὁ μέσος ὅρος τῆς καθ’ ὅλην τὴν ἑξαμηνίαν κυκλοφορίας τραπεζικῶν γραμματίων καὶ 2) ὁ μέσος ὅρος τοῦ ἐν τοῖς ταμείοις τῆς Τραπέζης καὶ παρὰ τοῖς ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ ἀνταποκριταῖς αὐτῆς μεταλλικοῦ. Ἐκ δὲ τοῦ μέσου ὅρου κυκλοφορίας τραπεζικῶν γραμματίων ἐκπίπτεται ὁ μέσος ὅρος τοῦ μεταλλικοῦ, ἐπὶ δὲ τοῦ ὑπολοίπου ὑπολογίζεται ὁ μέσος ὅρος τοῦ κατὰ τὸ διάστημα τῆς ἑξαμηνίας λογισθέντος ἐπὶ τῶν ἐμπορικῶν προεξοφλήσεων τόκου εἰς ἐξεύρεσιν τῆς ἑξαμηνιαίας ὠφελείας, ἐφ’ ἧς ὑπολογισθήσεται τὸ καταβλητέον εἰς τὸ Δημόσιον ποσοστόν». Τοῦτο εἶναι λίαν σαφὲς, ὅταν δὲν λειτουργῇ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία. Ἔρχεται εἶτα τὸ τελευταῖον ἐδάφιον, λαμβάνον ὑπ’ ὄψιν τὴν περίστασιν, τὴν ἰσχύουσαν σήμερον, τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Τὸ ἐδάφιον αὐτὸ εἶναι ἀσαφὲς, διότι λέγει, ὅτι (ἀναγινώσκει): «Διαρκούσης τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, εἰς ἐξεύρεσιν τοῦ μέσου ὅρου τῶν καθ’ ἑξαμηνίαν κυκλοφορούντων τραπεζικῶν γραμματίων ἐκπίπτεται ὁ μέσος ὅρος τῶν κατὰ τὴν ἑξαμηνίαν κυκλοφορούντων γραμματίων διὰ λογαριασμὸν τοῦ Δημοσίου ἐκ τοῦ πρὸς τὸ Δημόσιον ἐπ’ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ τῶν γραμματίων κεχορηγημένου εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια δανείου». Σταματῶ ἐνταῦθα, καὶ παρατηρῶ, ὅτι ἐκ τοῦ κεχορηγημένου δανείου ἐπ’ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ ἐπὶ τῶν Τραπεζῶν εἰς τὸ Δημόσιον ἐκπίπτεται ὁ μέσος ὅρος τῶν κατὰ τὴν ἑξαμηνίαν κυκλοφορούντων τραπεζικῶν γραμματίων, ἀλλὰ δὲν θὰ ἐκπεσθῇ ἐκ τοῦ ποσοῦ τοῦ συνωμολογημένου δανείου ἀρχικῶς, ἀλλὰ πρέπει νὰ ἐκπεσθῇ ἐκ τοῦ ποσοῦ τοῦ δανείου, τὸ ὁποῖον θὰ ὑφίσταται κατὰ τὴν ἐποχὴν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἀφαιρεῖται ὁ μέσος αὐτὸς ὄρος.

§250Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Διὰ τοῦτο λέγει «ὁ μέσος ὄρος».

§251Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Τὸ ποσὸν τῶν μέσων ὅρων τῶν κυκλοφορούντων γραμματίων ἀφαιρεῖται ἀπὸ ποῖον ποσόν; ἀπὸ τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ὠφείλετο, ὅτε συνωμολογήθη τὸ δάνειον, ἢ ἀπὸ τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ὑπελείφθη ὀφειλόμενον κατὰ τὴν ἑξαμηνίαν, κατὰ τὴν ὁποίαν γίνεται ἡ ἀφαίρεσις, διότι τὸ πρὸς τὰς Τραπέζας χρέος τοῦ Δημοσίου ἐπ’ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ ἐλαττοῦται κατ’ ἔτος κατὰ 2,000,000 δυνάμει τῶν μετὰ τοῦ Διεθνοῦς Ἐλέγχου συμφωνιῶν. Ἂν λοιπὸν ὠφείλομεν πρὸ τοῦ 1900 δραχ. 94,000,000, ἀπὸ τοῦ 1900 ἠρχίσαμεν νὰ ὀφείλωμεν κατ’ ἔτος ἀνὰ 2 ἑκατομμύρια ὀλιγώτερον.

§252Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Βεβαίως.

§253Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἀλλὰ λέγει «κεχορηγημένου».

§254Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Δανείου κεχορηγημένου, ὄχι ποσοῦ.

§255Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐὰν συμφωνῆτε, τότε θὰ ἐννοῆται, ὅτι θὰ ἀφαιρῆται ἐκ τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον ὑπολείπεται μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν κατ’ ἔτος τῶν 2 ἑκατομμυρίων, καὶ θ’ ἀφαιρῆται ἀκόμη ὁ μέσος ὄρος τῶν κατὰ τὴν ἑξαμηνίαν ἐν τοῖς ταμείοις τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης κερματικῶν γραμματίων.

§256Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Αὐτὰ δὲν ὑπολογίζονται.

§257Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἀλλὰ τοιουτοτρόπως, ὡς ἔχει τὸ ἐδάφιον, δὲν συμμετέχει ἡ Τράπεζα εἰς τὸν καταρτισμὸν τοῦ ποσοστοῦ τῆς συμμετοχῆς αὐτῆς καὶ διὰ τῶν ἰδίων αὐτῆς γραμματίων, διότι, καὶ ὅταν ὑπάρχῃ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία, τὸ Δημόσιον ἔχει νὰ λάβῃ τὸ 20 τοῖς ἑκατὸν ἐπὶ τοῦ κέρδους, τὸ ὁποῖον πραγματοποιεῖται ὄχι μόνον διὰ τῆς κυκλοφορίας τῶν γραμματίων τῶν κυκλοφορούντων διὰ λογαριασμὸν τοῦ Δημοσίου, ἀλλὰ καὶ τῶν γραμματίων τῶν κυκλοφορούντων ἐπ’ ὀνόματι τῆς Τραπέζης.

§258Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐπὶ τοῦ ποσοῦ τοῦ κυκλοφοροῦντος διὰ λογαριασμὸν τοῦ Δημοσίου δὲν λαμβάνει τίποτε.

§259Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Διατὶ δὲν λαμβάνει; Λέγει τὸ πρῶτον ἐδάφιον ὅτι τὰ 20% λαμβάνονται ἐκ τῆς ὠφελείας τῆς προκυπτούσης ἐκ τῆς κυκλοφορίας τῶν τραπεζικῶν γραμματίων, τοιαῦτα δὲ καὶ τὰ διὰ λογαριασμὸν τοῦ Δημοσίου.

§260Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὸ ἐδάφιον λέγει ὅτι «διαρκούσης τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, εἰς ἐξεύρεσιν τοῦ μέσου ὅρου τῶν καθ’ ἑξαμηνίαν κυκλοφορούντων τραπεζικῶν γραμματίων ἐκπίπτεται ὁ μέσος ὅρος τῶν κατὰ τὴν ἑξαμηνίαν κυκλοφορούντων τραπεζικῶν γραμματίων διὰ λογαριασμὸν τοῦ Δημοσίου».

§261Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἀπὸ ποῦ ἐκπίπτεται;

§262Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἀπὸ τὸ ὅλον ποσὸν τῶν κυκλοφορούντων τραπεζικῶν γραμματίων.

§263Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Τότε θὰ εὕρωμεν, ποῖον εἶναι τὸ ποσὸν τῶν τραπεζικῶν γραμματίων, τῶν διὰ λογαριασμὸν τοῦ Δημοσίου κυκλοφορούντων.

§264Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Βεβαίως.

§265Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἀλλ’ ἡ Τράπεζα δὲν ὀφείλει ἐπὶ αὐτῷ τῷ ποσῷ νὰ ὑπολογίσῃ μόνον, ἀλλ’ ὀφείλει συγχρόνως, ὡς καὶ ἐν τῷ πρώτῳ ἐδαφίῳ, νὰ ὑπολογίσῃ καὶ ἐπὶ τῶν ἰδίων αὐτῆς γραμματίων.

§266Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μόνον ἐπὶ τῶν ἰδίων γραμματίων, ὄχι ἐπὶ τῶν γραμματίων τοῦ Δημοσίου, διότι τὸ Δημόσιον, πληρῶνον 1%, αὐτὸ κερδαίνει, δὲν κερδαίνει ἡ Τράπεζα.

§267Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Καλλίτερον νὰ ἐγκαταλειφθῇ αὐτὸ τὸ κέρδος.

§268Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν κερδίζει ἡ Τράπεζα ἐκ τοῦ ποσοῦ τοῦ κυκλοφοροῦντος διὰ λογαριασμὸν τοῦ Δημοσίου.

§269Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Διατὶ δὲν κερδίζει;

§270Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Διότι τὰ ἔχει δώσει εἰς τὸ Δημόσιον.

§271Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἀλλ’ αὐτὰ μὲ τὸ 1%. Μήπως διὰ τὰ διὰ λογαριασμόν της κυκλοφοροῦντα δὲν φυλάττει ἀντικρύσματα; Ὅσον ἀφορᾷ τὴν σύνταξιν τοῦ ἄρθρου 3 τοῦ νομοσχεδίου, περὶ τῆς ὁποίας ἐγένετο πολὺς λόγος, δηλαδὴ ὅτι (ἀναγινώσκει): «αἱ ὑπὲρ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ἢ τῆς Ἰονικῆς Τραπέζης ἐγγραφεῖσαι ὑποθῆκαι διατηροῦσι τὸ κῦρος αὐτῶν καὶ ἐν περιπτώσει πτωχεύσεως τοῦ δανεισθέντος, ἐφ’ ὅσον ἐνεγράφησαν τοὐλάχιστον δέκα ἡμέρας πρὸ τῆς δημοσιεύσεως τῆς περὶ κηρύξεως τῆς πτωχεύσεως ἀποφάσεως, καὶ ἂν ἡ ἀπόφασις ἤθελεν ὁρίσει ἡμέραν προγενεστέραν τῆς ἐγγραφῆς τῆς ὑποθήκης ὡς ἡμέραν παύσεως τῶν πληρωμῶν», νομίζω ὅτι καλὸν θὰ ἦτο νὰ προλάβωμεν τὸ ἑξῆς ἄτοπον, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ γείνῃ. Ἡ Τράπεζα δικαίως ἀξιοῖ, ὅπως, ὁσάκις χορηγῇ εἰς ἐμπόρους δάνεια ἐπὶ ὑποθήκῃ, αἱ ὑποθῆκαι αὗται μὴ ἀπόλλυνται, διότι συνέπεσε νὰ ἐκδοθῇ ἀπόφασις, ἡ ὁποία ὥρισε τὴν ἐποχὴν τῆς ἐνάρξεως τῆς πτωχεύσεως εἰς χρόνον, κατὰ τὸν ὁποῖον δὲν ἐπετρέπετο νὰ δανεισθῇ ὁ ἔμπορος, καὶ ἑπομένως ἀκυροῦται ἡ ὑποθήκη· αὐτὸ θεωρῶ, ὅτι εἶναι δίκαιον. Ἀλλ’ ἀφ’ ἑτέρου θεωρῶ, ὅτι εἶναι λίαν ἀδικαιολόγητον, καὶ προσβάλλει τὴν δύναμιν καὶ τὴν ἰσχὺν τῶν νόμων, τοὺς ὁποίους πάντες εὑρίσκομεν ἀναγκαίους, ὅταν συνέταξε μὲν προσύμφωνον, ὅπως ἐν ἀρχῇ τοῦ ἄρθρου λέγεται, μέ τινα ἔμπορον, ἐνέγραψε δὲ ὑποθήκην, ἐπὶ τῇ συμφωνίᾳ ὅτι θέλει ἐξετάσει, ἂν δὲν ὑπάρχει κατάσχεσις ἢ ὑποθήκη, ἵνα προβῇ εἰς τὴν παράδοσιν τοῦ χρήματος. Ὑποθέτω ὅτι συνωμολόγησε τὸ προσύμφωνον αὐτὸ 10 ἡμέρας πρὸ τῆς δημοσιεύσεως τῆς ἀποφάσεως, ἀλλ’ ὅτι μετὰ 15 ἡμέρας ἀπὸ τῆς ἐγγραφῆς τῆς ὑποθήκης, πρὶν δώσῃ τὰ χρήματα, ἐδημοσιεύθη ἡ ἀπόφασις περὶ πτωχεύσεως· θεωρεῖτε ὅτι εἶναι πρέπον, καίτοι δὲν ἐδόθησαν τὰ χρήματα, ἑπομένως δὲν ζημιοῦται ἡ Τράπεζα, γνωστοποιεῖται δὲ εἰς τὴν Τράπεζαν, ὅτι ἐδημοσιεύθη ἀπόφασις κηρύττουσα αὐτὸν, ὅστις ἐδανείσθη, εἰς κατάστασιν πτωχεύσεως, νομίζετε, ὅτι πρέπει, ἐν ᾗ περιπτώσει δὲν ἔχει καταβάλει τὰ χρήματα ἡ Τράπεζα, νὰ μὴ τὰ καταβάλῃ;

§272Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν ἡ Τράπεζα, ὅταν ἔχῃ τοιαύτην γνῶσιν, νὰ δώσῃ τὰ χρήματα.

§273Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Μὲ τὸ «δὲν εἶναι δυνατὸν» δὲν δυνάμεθα νὰ προλάβωμεν ἐνδεχόμενα ἄτοπα. Καὶ δι’ αὐτὸν τὸν λόγον, ἐὰν δέχηται ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, προτείνω νὰ προστεθῇ τὸ ἑξῆς ἐδάφιον ἐν τῷ ἄρθρῳ 3 (ἀναγινώσκει): «Οἱ γραμματεῖς τῶν Δικαστηρίων, τῶν ἐκδόντων ἀποφάσεις περὶ κηρύξεως πτωχεύσεως, ὀφείλουσι νὰ πέμπωσιν ἐντὸς τῆς ἐπαύριον τῆς δημοσιεύσεως αὐτῶν τὸ βραδύτερον ἀποσπάσματα πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, συνῳδὰ πρὸς τὰ τοῦ ἄρθρου 444 τοῦ Ἐμπορικοῦ Νόμου. Γνωστοποιηθέντος τῇ Ἐθνικῇ τοῦ ἀποσπάσματος, ἢ κοινοποιηθείσης αὐτῇ τῆς ἀποφάσεως ὑπὸ παντὸς ἐνδιαφερομένου, ἡ Τράπεζα, ἐπὶ ποινῇ ἀκυρώσεως τῆς ὑποθήκης, δὲν δύναται νὰ προβῇ εἰς τὴν καταβολὴν τῶν χρημάτων, ἂν ταῦτα δὲν κατεβλήθησαν, καίτοι τὸ συμβόλαιον περὶ τοῦ ἐνυποθήκου δανείου συνετάχθη πρὸ τῶν δέκα ἡμερῶν τῶν πρὸ τῆς δημοσιεύσεως τῆς ἀποφάσεως.» Δὲν βλάπτει τὴν Τράπεζαν τοῦτο, διότι, ἐνῷ ἐξασφαλίζει τὰ δικαιώματα τῶν δανειστῶν, δὲν ζημιοῖ τὸ ἐμπόριον, τὸ ὁποῖον ἄλλως θὰ παρίσταται εἰς τὸ φαινόμενον αὐτὸ, νὰ βλέπῃ Τράπεζαν χορηγοῦσαν χρήματα εἰς πτωχεύσαντα καὶ δι’ ἀποφάσεως δικαστικῆς, δημοσιευθείσης ἤδη, κεκηρυγμένον τοιοῦτον. Ἐγὼ καταθέτω τὴν τροπολογίαν, καὶ ἡ Βουλὴ ἂς ἀποφασίσῃ.

§274ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ὑπὸ τοῦ κ. Δεληγεώργη ὑποβληθεῖσα τροπολογία θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 237). Ἔχει ἄλλος τις τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀρχῆς; Κηρύσσω περατωμένην τὴν συζήτησιν ἐπὶ τῆς ἀρχῆς. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου εἰς τρίτην συζήτησιν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Θὰ ἦτο ἐπιθυμητὸν ν’ ἀφήσωμεν τὴν κατ’ ἄρθρον συζήτησιν δι’ αὔριον.

§275ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.

§276ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρα 4 καὶ 15′ τῆς πρωΐας τῆς ἐπιούσης).

1§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 44
2τῆς 10 Μαρτίου 1903.
3(Δευτέρα).
4(Προεδρεύοντος τοῦ Προέδρου κ. Δημ. Ράλλη).
5(Γενομένης ἀπαρτίας ὥρᾳ 4 μ. μ. ἀναγινώσκονται καὶ
6ἐγκριθέντα ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης
7συνεδριάσεως).
8§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους
9ἐπιτροπὴ ὑποβάλλει τὰς ἐκθέσεις αὑτῆς ἐπὶ τῶν νομοσχε-
10δίων:
111) Περὶ χορηγίας εἰδικῆς πιστώσεως ἐκ δρ. 212,786.80
12ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου
13τῶν Ναυτικῶν τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1902.
142) Περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως ἐκ δρ.
1515,800 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ
16Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1902.
173) Περὶ χορηγίας εἰδικῆς πιστώσεως ἐκ δρ. 38,032 ἐπὶ
18τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου
19τῶν Ἐσωτερικῶν τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1903.
204) Περὶ χορηγίας εἰδικῆς πιστώσεως ἐκ δρ. 32,133.13
21ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρα-
22τιωτικῶν τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1903.
235) Περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως ἐκ δραχ.
24275,865.90 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων
25τῆς ὑπηρεσίας τοῦ δημοσίου χρέους τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους
261902, καὶ περὶ ἀκυρώσεως πιστώσεων ἐκ δραχ. 3,000 εἰς
27χρυσὸν καὶ δραχ. 1950 εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια.
28Αἱ ἐκθέσεις αὗται θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα
29Παράρτημα, ἀριθ. 226–230).
30Ἀνακοινῶ εἰς τὴν Βουλὴν αἴτησιν τῶν κατοίκων τοῦ χω-
31ρίου Βουρβούρων τοῦ δήμου Πάρνωνος τῆς Κυνουρίας, αἰτου-
32μένων τὸν καθορισμὸν τῶν ὁρίων τοῦ χωρίου αὐτῶν καὶ τοῦ
33χωρίου Ἀραχώβης τῆς Λακεδαίμονος.
34Τηλεγράφημα τοῦ λαοῦ Γαργαλιάνων, παρακαλοῦντος νὰ
35ἐπισπευσθῇ ἡ ἐπιψήφισις τοῦ σταφιδικοῦ νομοσχεδίου, καὶ
36νὰ μελετηθῶσιν ἐμβριθῶς αἱ περὶ μονοπωλίου τῆς σταφίδος
37προτάσεις.
38Τηλεγράφημα τοῦ λαοῦ Κυπαρισσίας, ἱκετεύοντος διὰ
39τὴν ταχεῖαν ἐπιψήφισιν τοῦ σταφιδικοῦ νομοσχεδίου καὶ τὴν
40πραγματοποίησιν τοῦ μονοπωλίου τῆς σταφίδος.
41Τηλεγράφημα τοῦ λαοῦ Φιλιατρῶν ὑπὲρ τῆς πραγματο-
42ποιήσεως τοῦ μονοπωλίου τῆς σταφίδος.
43Ὅμοιον τῶν σταφιδοκτημόνων τῶν δήμων Παμίσου, Ἀρι-
44στομένους καὶ Εὔας.
45Αἴτησιν τοῦ ὑποστρατήγου κ. Α. Στράτου, αἰτουμένου νὰ
46ἐπιτραπῇ ἡ ἀγορὰ 200 σωμάτων τῆς μελέτης αὐτοῦ «περὶ
47ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ», τὸ ἀντίτιμον τῶν ὁποίων προσφέ-
48ρει ὑπὲρ τοῦ συσταθησομένου ταμείου ὑλικοῦ πολέμου.
49Τηλεγράφημα διαφόρων ποιμένων ἐκ Φιλιατρῶν, παραπο-
50νουμένων διὰ τὴν ὑπὸ τῶν ὀργάνων τῆς ἀστυνομίας παράνο-
51μον σύλληψιν τῶν ποιμνίων αὐτῶν, πρὸς ἀπόλυσιν τῶν ὁποίων
52ἠναγκάσθησαν νὰ καταβάλωσι σύλληπτρα.
53§2ΑΛΕΞ. ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε.
54§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναφορὰν τῶν οἰκιστῶν τῆς «Νέας Κα-
55μαρίνης», παρακαλούντων, ἵνα τὸ κατὰ τὴν παρελθοῦσαν
56Περίοδον τῆς Βουλῆς ὑποβληθὲν νομοσχέδιον «περὶ χορηγίας
57πιστώσεως ἐκ δραχμῶν 75,000 δι’ ἀνέγερσιν οἰκίσκων καὶ
58ἀγορὰν κτηνῶν καὶ ἐργαλείων» ὑποβληθῇ καὶ αὖθις εἰς τὴν
59Βουλὴν καὶ ψηφισθῇ ὑπ’ αὐτῆς.
60§4ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ ἀναγνωσθῇ ἡ ἀναφορὰ αὕτη
61(Ἀναγινώσκεται ὑπὸ τοῦ Γραμματέως).
62§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ βουλευτὴς Ἀττικῆς κ. Κ. Σμολένσκης
63ὑπέβαλεν ἔγγραφον ἐπερώτησιν, ἔχουσαν ὡς ἑξῆς:
64«Παρακαλεῖται ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν νὰ
65εὐαρεστηθῇ νὰ δώσῃ τὴν πληροφορίαν περὶ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν
66ἐφέδρων, οὓς δύναται νὰ διαθέσῃ ἡ στρατιωτικὴ ὑπηρεσία
67ἐν περιπτώσει ἐπιστρατεύσεως.»
68Ἐπίσης ὁ βουλευτὴς Πατρῶν κ. Ι. Γ. Ροῦφος ὑποβάλλει
69ἔγγραφον ἐπερώτησιν, ἔχουσαν ὡς ἑξῆς:
70«Παρακαλεῖται ὁ κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸς,
71ἵνα εὐαρεστούμενος καταθέσῃ: 1) πίνακα ἐμφαίνοντα τὰς
72ἀτμοπλοϊκὰς ἑταιρείας τὰς προσελθούσας εἰς ταχυδρομικὰς
73συμβάσεις μετὰ τοῦ Δημοσίου· 2) τὴν χρονολογίαν τῆς συν-
74ομολογήσεως τῶν συμβάσεων· 3) ἂν τηροῦσι πᾶσαι τακτι-
75κὸν δρομολόγιον, καὶ ποῖον· 4) ἂν χρησιμοποιοῦνται πᾶσαι
76αἱ γραμμαὶ παρὰ τῆς ταχυδρομικῆς ὑπηρεσίας διὰ τὴν ἀπο-
77στολὴν ἀλληλογραφίας· 5) ἂν δὲν χρησιμοποιοῦνται πᾶσαι,
78ποῖαι αἱ χρησιμοποιούμεναι.»
79Ὁ κύριος Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἔχει τὸν
80λόγον.
81§6Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουρ-
82γὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1902
83εἶχε περιληφθῆ πίστωσις δραχμῶν 20,000 διὰ τὴν σύντα-
84ξιν, καταρτισμὸν καὶ ἔκδοσιν τῶν ἐκλογικῶν καταλόγων.
85Ἡ πίστωσις αὕτη δὲν ἐπήρκεσε, διότι παρουσιάσθη ἀνάγκη
86προσθέτου δαπάνης δρ. 5,867.39. Καταθέτω νομοσχέδιον,
87δι’ οὗ ζητεῖται πίστωσις διὰ τὸ ποσὸν τοῦτο.
88§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα
89Παράρτημα, ἀριθ. 231).
90§8ΚΥΡ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσω-
91τερικῶν). Καταθέτω νομοσχέδιον «περὶ συμπληρώσεως τοῦ
92νόμου ΑΧΜΖʹ τῆς 11 Ἰανουαρίου 1888 περὶ ἐκτελέσεως
93ὑδραυλικῶν ἔργων ἐν τῇ κοιλάδι τοῦ Παμίσου».
94Ἐπίσης νομοσχέδιον περὶ διευθετήσεως τοῦ ἐν τῷ δήμῳ
95Λετρίνων χειμάρρου «Κυρᾶς Λαγκάδι».
96Καταθέτω ἀπάντησιν εἰς ἐπερώτησιν τοῦ βουλευτοῦ Ἁλ-
97μυροῦ κ. Μπαλτατζῆ περὶ ἐπισκευῆς τῆς ἀπὸ Ἁλμυροῦ εἰς
98Ἄκετσι δημοσίας ἁμαξιτῆς ὁδοῦ.
99Ἐπίσης ἀπάντησιν εἰς ἐπερώτησιν τοῦ βουλευτοῦ Πα-
100τρῶν κ. Ρούφου περὶ μελέτης πρὸς κατασκευὴν σιδηροδρομι-
101κῆς γραμμῆς Πατρῶν–Καλαβρύτων–Τριπόλεως.
102§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερι-
103κῶν ὑποβληθέντα νομοσχέδια θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμη-
104θῆ· μεθ’ ὃ θέλουσιν ἀναγραφῆ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
105(Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 232 καὶ 233).
106Ὁ κ. Πονηρόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
107§10ΑΛΕΞ. ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, λαμβάνων
108ἀφορμὴν ἐκ τοῦ τηλεγραφήματος, διὰ τοῦ ὁποίου οἱ ποιμέ-
109νες τοῦ δήμου Ἐράνης παραπονοῦνται κατὰ τῶν ἐνεργειῶν
110τοῦ ἐκεῖ ἀστυνόμου, εὑρίσκομαι ἠναγκασμένος νὰ ἐπαναλάβω
111ὅ,τι πολλάκις ἐλέχθη ἐνταῦθα καὶ ὑπ’ ἐμοῦ καὶ ὑπ’ ἄλλων
112συναδέλφων, ὅτι τὰ σύλληπτρα εἶναι ἡ πέτρα τοῦ σκανδά-
113λου, ἡ ὁποία γεννᾷ καθ’ ἑκάστην τὰ τοιαῦτα παράπονα.
114Τὰ ὄργανα τῆς ἀστυνομίας ἐκτρέπονται εἰς παραβάσεις τοῦ
115καθήκοντος ἕνεκα τῶν συλλήπτρων. Πάντοτε αἱ μεταξὺ
116ποιμένων καὶ ἀστυνομικῶν ὀργάνων ἔριδες καὶ αἱ φωναὶ τῶν
117ποιμένων, ὅτι διαπράττονται κατ’ αὐτῶν παρανομίαι, ἐγεί-
118ρονται κατὰ τὸ στάδιον τῆς εἰσπράξεως τῶν συλλήπτρων.
119Δυστυχῶς δὲ οἱ νόμοι περὶ ποιμνιοβοσκῆς ἀφίνουσι τὴν κρί-
120σιν περὶ τῆς καταβολῆς συλλήπτρων εἰς ἕνα οἱονδήποτε
121ἀστυφύλακα.
122Νομίζω, Κύριοι, ὅτι δὲν εἶναι δυσχερὲς, ἵνα ἡ σχετικὴ
123διάταξις τοῦ νόμου μεταβληθῇ, τροποποιουμένου τοῦ νόμου
124ὡς πρὸς τὴν προκαταβολὴν τῶν συλλήπτρων, ὅπως οὕτως
125ἀρθῇ τὸ προκαλοῦν τὰ ἐγκλήματα σκάνδαλον, καὶ διασωθῇ
126καὶ αὐτὴ ἡ ἀξιοπρέπεια τῶν ἀξιωματικῶν ἀστυνόμων. Μοὶ
127συνέβη νὰ ἴδω ἀξιωματικὸν τοῦ Ἑλληνικοῦ στρατοῦ ἐρί-
128ζοντα πρὸς ἀστυφύλακα περὶ τῶν συλλήπτρων! Δὲν πρέπει
129ν’ ἀφίνωμεν τὴν κρίσιν περὶ τοῦ δικαίου ἢ ἀδίκου τῆς συλ-
130λήψεως εἰς ἕνα ἀστυφύλακα ἢ ἐνωμοτάρχην. Νομίζω δ’ ὅτι
131τοιαύτη τροποποίησις τοῦ νόμου πολὺ εὐχαρίστως καὶ προ-
132θύμως θέλει ψηφισθῆ ὑπὸ τῆς Βουλῆς, διὰ νὰ λείψῃ τὸ
133σκάνδαλον αὐτό, τὸ ὁποῖον στιγματίζει τὴν ἀστυνομίαν.
134§11Ε. ΚΟΚΚΕΒΗΣ. Ἐγὼ θὰ παρακαλέσω καὶ πάλιν τὸν κ.
135Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ συστήσῃ εἰς τὸν νομάρ-
136χην Τριφυλίας, οὗτος δὲ εἰς τὸν δήμαρχον Ἐράνης καὶ τοὺς
137λοιποὺς δημάρχους τῆς ἐπαρχίας νὰ καλέσωσι τὰ Δημοτικὰ
138Συμβούλια, ἵνα ὁρίσωσι τὰς θέσεις, εἰς τὰς ὁποίας πρέπει
139νὰ βόσκωσι τὰ ποίμνια, διότι ἐνδέχεται νὰ ἔχωσι καὶ δί-
140καιον, ἐνδέχεται νὰ ἔχωσι καὶ ἄδικον οἱ παραπονούμενοι
141ποιμένες.
142§12Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν εἶναι ὡρι-
143σμέναι αἱ θέσεις;
144§13Ε. ΚΟΚΚΕΒΗΣ. Φαίνεται ὅτι δὲν εἶναι ἐπαρκῶς ὡρι-
145σμέναι, διότι οἱ ἀδικούμενοι εἶναι ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον στα-
146φιδοκτήμονες, καὶ ἴσως οἱ τοιοῦτοι εἶναι πολλοί, οἱ δὲ παρα-
147πονούμενοι κατὰ τοῦ ἀστυνόμου ποιμένες εἶναι ἕξ ἢ ἑπτά.
148Ὁ ἀστυνόμος εἶναι ἔντιμος ἀξιωματικός.
149§14ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ποῖος εἶναι;
150§15Ε. ΚΟΚΚΕΒΗΣ. Ὁ κύριος Καλικανέσης, ὁ ὁποῖος, ὅπου
151καὶ ἂν ὑπηρέτησε, διεκρίθη διὰ τὴν ἐντιμότητά του. Ἡμεῖς
152δ’ ἔχομεν λόγους νὰ τὸν ὑποληπτώμεθα, διότι κατώρθωσε
153νὰ μᾶς ἀπαλλάξῃ ἀπὸ πολλοὺς φυγοδίκους καὶ κακοποιὰ
154στοιχεῖα. Πιστεύω λοιπὸν, ὅτι αὐτὸς συμμορφοῦται πρὸς τὸν
155νόμον, καὶ οὐδένα ἀδικεῖ· ἴσως ἀπὸ ὑπερβολικὸν ζῆλον ἠθέ-
156λησε νὰ ἀποτρέψῃ τοὺς ποιμένας καὶ τοὺς ἀναγκάσῃ νὰ φύ-
157γωσιν ἀπὸ περιφέρειαν, εἰς τὴν ὁποίαν δύνανται καὶ νὰ βό-
158σκωσι τὰ ποίμνιά των· ἀλλ’ ἵνα ἐπιτραπῇ τοῦτο, πρέπει
159προηγουμένως νὰ συνέλθῃ τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον, ἵνα καθο-
160ρίσῃ τὰ ὅρια καὶ τὰ μέρη, εἰς τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ βόσκω-
161σιν οἱ ποιμένες τὰ ποίμνιά των. Αὐτὴ εἶναι διοικητικὴ ἐνέρ-
162γεια, τὴν ὁποίαν πρέπει ἡ Νομαρχία Τριφυλίας νὰ ἐξασκήσῃ
163ἐπὶ τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου· διότι, ὅταν ληφθῇ τοιαύτη
164πρόνοια, ἔχω πλήρη τὴν βεβαιότητα καὶ τὴν πεποίθησιν,
165ὅτι δὲν θὰ ἐπέλθῃ ὅμοιον παράπονον ἀπὸ τοὺς ποιμένας.
166Γνωρίζω δὲ ἐξ ἰδίας ἀντιλήψεως καὶ πείρας, ὅτι οἱ ἀστυφύ-
167λακες καὶ οἱ χωροφύλακες καὶ οἱ ἐνωμοτάρχαι καταχρῶνται
168τῆς ἐξουσίας, τὴν ὁποίαν ἔχουσι, καὶ ὄχι μόνον εἰς τὰ ἀπη-
169γορευμένα μέρη, ἀλλὰ καὶ εἰς τὰ μὴ ἀπηγορευμένα κατα-
170διώκουσι, καὶ ἐπὶ τῶν ὀρέων καὶ ἐπὶ τῶν ποταμῶν καὶ ἐπὶ
171ἄλλων μερῶν συλλαμβάνουσι τὰ ποίμνια χάριν τῶν συλλή-
172πτρων!
173Κατά τινα προηγουμένην Περίοδον, Κύριοι, — τὸ 1897 ἢ
1741898, ἂν ἐνθυμοῦμαι καλῶς, — πρὸς περιστολὴν τῶν κατα-
175χρήσεων τῶν ὀργάνων αὐτῶν τῆς ἀρχῆς, εἶχον ὑποβάλει νο-
176μοσχέδιον περὶ ποιμνιοβοσκῆς, ἀλλὰ διότι ἔτυχε τότε νὰ ἦναι
177Μεγάλη Πέμπτη ἢ Παρασκευὴ, ὅτε τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο
178συνεζητεῖτο, δὲν ἐψηφίσθη, καὶ ἔκτοτε ἐγκατελείφθη. Εἰς
179τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο ὑπῆρχε διάταξις, καθ’ ἣν ἔπρεπε νὰ
180ὑπάρχῃ ἀπόφασις τοῦ Πταισματοδικείου, καταδικάζουσα
181τὸν παραβάτην, καὶ δι’ αὐτῆς θὰ ὑπεχρεοῦτο οὗτος νὰ κατα-
182βάλῃ τὰ σύλληπτρα. Ἐὰν ἡ διάταξις αὕτη ἐψηφίζετο τότε,
183δὲν θὰ εἴχομεν σήμερον τὰ παράπονα κατὰ τῶν ὀργάνων τῆς
184ἐξουσίας ὡς παρανομούντων.
185Λοιπὸν πρέπει νὰ εἰσαχθῇ νομοθέτημα εἰς τὴν Βουλὴν, ἵνα
186δι’ αὐτοῦ ἀπαγορευθῶσιν αἱ γινόμεναι πρὸς τὸν σκοπὸν φο-
187ρολογίας συλλήψεις τῶν ποιμνίων, καθόσον γνωστὸν εἶναι
188σήμερον, ὅτι οἱ ποιμένες ἢ οἱ ἰδιοκτῆται ποιμνίων πληρώ-
189νουσιν ὄχι μόνον φόρον τοιοῦτον ἐπὶ τῶν σφαγίων, ἀλλὰ καὶ
190φόρον εἰς τοὺς χωροφύλακας, εἰς τοὺς ἐνωμοτάρχας, καὶ δὲν
191ἠξεύρω ποῦ ἀλλοῦ, πρὸς ἐλευθέραν βόσκησιν τῶν ποιμνίων των·
192δηλαδὴ εἶναι τοῦτο ἓν εἶδος ταμείου, ἀπὸ τὸ ὁποῖον ἀπο-
193λαμβάνουσι τὰ ὄργανα τῆς ἐξουσίας. Εἶναι ἑταιρεία, οὕτως
194εἰπεῖν, ἱδρυμένη πρὸς σύλληψιν τῶν ποιμνίων καὶ διανομὴν
195τῶν συλλήπτρων.
196§16Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Ἔχει καὶ καταστατικόν;
197§17Ε. ΚΟΚΚΕΒΗΣ. Αὐτὸ τὸ κακὸν βεβαίως πρέπει νὰ προ-
198ληφθῇ καὶ ἐμποδισθῇ, διότι σήμερον ἡμεῖς ἐν ταῖς ἐπαρ-
199χίαις ἀγοράζομεν τὸ κρέας τρεῖς δραχμὰς τὴν ὀκᾶν! Ἐφ’ ὅ-
200σον δ’ ἐξακολουθεῖ νὰ ὑπάρχῃ αὐτὸ τὸ σύστημα, εἶναι φόβος
201μήπως φθάσῃ ἡ τιμὴ τοῦ κρέατος καὶ πέντε δραχμὰς τὴν
202ὀκᾶν καὶ ἑπτά. Πρέπει λοιπὸν νὰ λάβῃ ταχέως πρόνοιαν ὁ
203κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ ὑποβάλῃ νομοσχέδιον πρὸς
204περιστολὴν τοῦ κακοῦ.
205§18Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Ὑπεβλήθη τὸ περὶ ἀγροφυλακῆς νο-
206μοσχέδιον.
207§19Ε. ΚΟΚΚΕΒΗΣ. Κατὰ τοῦτο καὶ μόνον δέον νὰ μετα-
208βληθῇ ὁ νόμος, ὡς πρὸς τὰ σύλληπτρα· νὰ μὴ πληρώνωνται
209ταῦτα εἰς τοὺς συλλαβόντας, ἀλλὰ νὰ κατατίθενται ἀπὸ τοὺς
210καταδικασθέντας μετὰ τὴν καταδίκην των ἐνώπιον τοῦ Πται-
211σματοδικείου, καὶ τότε θὰ ἐπέλθῃ ἴσως μία τάξις.
212§20ΣΠ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Τοιοῦτο νομοσχέδιον εἶ-
213χεν ὑποβάλει ὁ κύριος Θεοτόκης πρὸ διετίας, ὡς Ὑπουργὸς
214τῶν Ἐσωτερικῶν.
215§21Ε. ΚΟΚΚΕΒΗΣ. Δὲν ἠξεύρω ἂν εἰσήχθη τοιοῦτον τότε,
216διότι δὲν ἤμην εἰς τὴν παρελθοῦσαν Περίοδον Βουλευτής.
217Ἐὰν ὑπάρχῃ τοιοῦτον, δύναται νὰ τὸ ὑποβάλῃ ἐκ νέου ὁ κ.
218Θεοτόκης. Ὅπως δήποτε εἶναι ἀνάγκη ἐπείγουσα νὰ ψη-
219φισθῇ τοιοῦτο νομοσχέδιον, διὰ νὰ λείψωσι τὰ παράπονα.
220Ἄλλως, Κύριοι, ὑπὸ τὸ ἰσχῦον σύστημα κινδυνεύει ἡ κι-
221νητὴ περιουσία τῶν ἀνθρώπων.
222Ἐπὶ τοῦ παρόντος παρακαλῶ τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῶν
223Ἐσωτερικῶν νὰ διατάξῃ τὸν νομάρχην Τριφυλίας, ἵνα κα-
224λέσῃ τὰ Δημοτικὰ Συμβούλια, ὅπως ταῦτα ὁρίσωσι τὰς
225περιφερείας, εἰς ἃς δύνανται νὰ βόσκωσι τὰ ποίμνια, καὶ
226προληφθῇ οὕτω τὸ κακὸν, τὸ ὁποῖον γίνεται καθ’ ἡμέραν ὑπὸ
227ἀστυφυλάκων καὶ χωροφυλάκων.
228§22Ν. ΜΙΣΥΡΛΗΣ. Ἔχει τὸ δικαίωμα ὁ Ὑπουργὸς νὰ δια-
229τάσσῃ τὰ Δημοτικὰ Συμβούλια;
230§23Ε. ΚΟΚΚΕΒΗΣ. Τὸν νομάρχην· ὁ νομάρχης τὸν δήμαρ-
231χον, καὶ οὗτος καλεῖ τὰ Συμβούλια. Ἀναγνώσατε τὸν νόμον,
232καὶ θὰ τὸ μάθητε.
233§24Ν. ΜΙΣΥΡΛΗΣ. Σφάλλεσθε, νομίζω.
234§25Ε. ΚΟΚΚΕΒΗΣ. Δὲν σφάλλομαι διόλου. Ἔχω δὲ πεποί-
235θησιν, ὅτι, ὅπου εἶναι ἀξιωματικοὶ ἀστυνόμοι, δὲν συμβαίνει
236τὸ κακὸν τοῦτο. Ἀλλὰ καὶ μήπως ὑποπίπτει εἰς τὰς αἰ-
237σθήσεις τῶν ἀξιωματικῶν ἀστυνόμων ἡ παρανομία τῶν ἀστυ-
238φυλάκων καὶ χωροφυλάκων; ὁ ἀστυφύλαξ, ὁ χωροφύλαξ ἢ ὁ
239ἐνωμοτάρχης βεβαιοῖ, ὅτι συνέλαβε τὰ ποίμνια ἐντὸς ἀπη-
240γορευμένου μέρους· τί θέλετε νὰ κάμῃ ὁ ἀξιωματικὸς ἐκεῖνος;
241Νὰ μὴ πιστεύσῃ εἰς τὰ ὄργανά του; Καὶ ὅμως τὰ ὄργανά
242του δὲν τοῦ λέγουσι τὴν ἀλήθειαν· πιστοποιοῦσι τὰ ἐναντία
243τῶν συμβαινόντων, καὶ δι’ αὐτὸ πρέπει νὰ περιορισθῇ τὸ κα-
244κόν, τροποποιουμένου τοῦ σήμερον ἰσχύοντος νόμου, ἀφοῦ προη-
245γουμένως λάβῃ τὰ προσήκοντα διοικητικὰ μέτρα ὁ κύριος
246Ὑπουργὸς πρὸς περιορισμὸν τοῦ κακοῦ τούτου.
247§26Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον προεκά-
248λεσαν οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι, εἶναι ὑψίστου ἐνδιαφέροντος,
249διότι ἀφορᾷ αὐτὴν τὴν συντήρησιν τῆς δημοσίας τάξεως. Ἡ
250δημοσία τάξις, ὡς γνωρίζετε, ἔχει ἀνατεθῇ εἰς τὰς κατὰ
251τόπους ἀστυνομίας τοῦ Κράτους. Τὰ κατώτερα ἀστυνομικὰ
252ὄργανα, εἴτε διὰ τὸν ἕνα λόγον εἴτε διὰ τὸν ἄλλον, ἔχουσιν
253ἀναπτύξει μίαν φιλοχρηματίαν, ἕνεκα τῆς ὁποίας τὸν ἀγρο-
254τικὸν λαὸν κρατοῦσιν ἀντιμέτωπον πρὸς τὰ ἀστυνομικὰ ὄρ-
255γανα. Ὑφίσταται εἷς διηνεκὴς ἐμφύλιος πόλεμος μεταξὺ
256ἀγροτῶν καὶ ἀστυνομικῶν ὀργάνων. Τὰ ἀστυνομικὰ ὄργανα,
257ὅταν βλέπωσι τὰ θυλάκιά των κενὰ χρημάτων, δὲν ἔχουσιν
258ἄλλο νὰ πράξωσιν ἢ νὰ ἐκδράμωσιν ὀλίγα βήματα πέραν
259τοῦ ἀστυνομικοῦ σταθμοῦ, καὶ πάντα τὰ ζῷα, τὰ ὁποῖα τυ-
260χὸν συναντῶσι, τὰ συλλαμβάνουσιν, ὡς βόσκοντα δῆθεν εἰς
261μέρη ἀπηγορευμένα, καὶ ζητοῦσι σύλληπτρα, καὶ τὰ λαμ-
262βάνουσι, διότι οὐδεμία ἐπίβλεψις ὑπάρχει περὶ τοῦ νομίμου
263ἢ μὴ νομίμου τῆς εἰσπράξεως τῶν συλλήπτρων.
264Εἰς τοῦτο δὲν πταίουσιν οἱ κατὰ καιροὺς ψηφισθέντες
265νόμοι, διότι οἱ νόμοι ἐκεῖνοι εἶναι καλοί. Ὁ τρόπος τῆς
266ἐφαρμογῆς αὐτῶν πταίει, διότι ὁ τρόπος τῆς ἐφαρμογῆς ἔχει
267ἀνατεθῇ εἰς τὴν κρίσιν τῶν χωροφυλάκων καὶ τῶν ἀστυφυ-
268λάκων. Οἱ ἀστυφύλακες, σᾶς βεβαιῶ, ἐπὶ τῇ ἐπισημότητι
269τῆς ἀρχῆς των βεβαιοῦσιν, ὅτι τὰ κτήνη τοῦ Α ἢ τοῦ Β
270κυρίου συνέλαβον εἰς τόπον ἐσπαρμένον ἢ ἀπηγορευμένον πρὸς
271βοσκὴν· ζητοῦσι δὲ σύλληπτρα, καὶ εἰσπράττουσι ποσὸν οὐκ
272εὐκαταφρόνητον. Εἰσαγγελεύς τις μοὶ ἔλεγεν, ὅτι, ἐνεργήσας
273ποτὲ ἐπιθεώρησιν τῶν συμβολαιογραφείων τῆς δικαστικῆς
274περιφερείας του, εὗρε συμβόλαια, συνταχθέντα μεταξὺ ἀστυ-
275φυλάκων ἢ ἀστυνομικῶν σταθμαρχῶν καὶ διαφόρων ἀγροτῶν,
276συμβόλαια δανειακὰ διὰ χιλιάδας δραχμῶν! Αἱ χιλιάδες
277αὗται βεβαίως ἐξοικονομήθησαν ἐκ τῆς παρανόμου εἰσπρά-
278ξεως τῶν συλλήπτρων.
279Τὸ ζήτημα τοῦτο, κύριε Πρόεδρε, ἐφέρθη ἐν τῇ Βουλῇ
280καὶ κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Βουλευτικὴν Περίοδον, πάντες
281δὲ τότε προέτεινον, ὅτι μία καὶ μόνη διάταξις χρειάζεται,
282νὰ μεταρρυθμισθῇ ὁ νόμος περὶ ποιμνιοβοσκῆς ὡς πρὸς τοῦτο,
283ὡς πρὸς τὰ σύλληπτρα, διότι τὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα ὑπέ-
284βαλεν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, περὶ μετατροπῆς
285τοῦ ἀστυνομικοῦ συστήματος καὶ περὶ ἀγροφυλακῆς, οὐδε-
286μίαν ποιοῦνται μνείαν περὶ τῶν συλλήπτρων. Νομίζω λοι-
287πὸν, ὅτι, ἐὰν συνταχθῇ ἓν νομοσχέδιον ἐξ ἑνὸς καὶ μόνου
288ἄρθρου, διατάσσοντος ὅτι τὰ σύλληπτρα, ὅπως κανονίζονται
289ὑπὸ τοῦ νόμου περὶ ποιμνιοβοσκῆς, εἰσπράττονται ἅμα τῇ
290ἐκδόσει τελεσιδίκου ἀποφάσεως τοῦ ἁρμοδίου πταισματο-
291δίκου, θεραπεύεται τὸ κακόν.
292§27ΧΑΡ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Εἶναι τέλειος ὁ νόμος.
293§28Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι τέλειος ὡς πρὸς τὰ ἄλλα,
294ἀλλ’ ἡ ἐφαρμογή του εἶναι κακὴ, διότι ἀνατίθεται ἡ κρίσις,
295ἂν εἶναι νόμιμος ἢ παράνομος ἡ εἴσπραξις τῶν συλλήπτρων,
296εἰς αὐτοὺς τοὺς εἰσπράττοντας. Ἐὰν δ’ ἐπροσέχετε εἰς τὴν
297ὁμιλίαν μου, βεβαίως δὲν ἠθέλετε κάμει τὴν παρατήρησιν
298ταύτην· διότι ἐγὼ εἶπον, ὅτι ὁ τρόπος τῆς ἐφαρμογῆς πταίει,
299διὰ τῆς διατάξεως δὲ, τὴν ὁποίαν ζητῶ, διορθώνεται ὁ τρό-
300πος αὐτός.
301Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν ἔντιμον κύριον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν
302Ἐσωτερικῶν, ἐὰν εὑρίσκῃ τὴν σύστασιν καὶ ἐμοῦ καὶ τῶν
303ἄλλων συναδέλφων δικαίαν, καὶ προτίθηται νὰ εἰσαγάγῃ τοι-
304οῦτο νομοσχέδιον εἰς τὴν Βουλὴν, νὰ τὸ δηλώσῃ· ἄλλως νὰ
305λάβωμεν τὸν κόπον καὶ τὴν τιμὴν νὰ συντάξωμεν ἡμεῖς καὶ
306ὑποβάλωμεν νομοσχέδιον, κύριε Πρόεδρε.
307§29Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸ ζήτημα τοῦτο περὶ
308ποιμνιοβοσκῆς καὶ ἀγροφυλακῆς εἰς οὐδεμίαν τῶν Συνόδων
309τῆς παρελθούσης Περιόδου ἔλειψε, καὶ πάντοτε προεκάλεσε
310μακρὰς συζητήσεις. Ἐνῷ δὲ πάντες ἀναγνωρίζομεν τὴν ἀνάγ-
311κην τῆς βελτιώσεως τῆς κακῆς καταστάσεως, τῆς ἕνεκα τῆς
312ἀτελείας τῶν περὶ ἀγροφυλακῆς καὶ ποιμνιοβοσκῆς νόμων
313δημιουργουμένης, καὶ ζητοῦμεν νὰ ψηφισθῇ νέος περὶ ἀγρο-
314φυλακῆς νόμος, εἰς τὸν ὁποῖον νὰ συμπεριλαμβάνωνται καὶ
315αἱ διατάξεις τοῦ περὶ ποιμνιοβοσκῆς, ἐν τούτοις μέχρι τοῦδε
316οὐδεμία σοβαρὰ φροντὶς ἐλήφθη ὑπὸ τῶν Κυβερνήσεων καὶ ὑπὸ
317τῆς Βουλῆς περὶ τούτου. Καὶ ἐφ’ ὅσον δὲν λαμβάνεται σο-
318βαρὰ φροντὶς περὶ τούτου, βεβαίως θὰ ἐξακολουθῇ πάντοτε
319νὰ ἀπασχολῇ τὴν Βουλὴν τὸ ζήτημα τοῦτο. Ἕνεκα δὲ τῆς
320ἀτελείας καὶ τῆς κακῆς ἐφαρμογῆς τῶν νόμων αὐτῶν, ὄχι
321μόνον τὰ συμφέροντα τῶν κτηνοτρόφων παραβλάπτονται διὰ
322τῆς ἀδίκου καὶ παρανόμου πληρωμῆς συλλήπτρων πρὸς τοὺς
323ἐφαρμόζοντας τὸν νόμον χωροφύλακας καὶ ἀγροφύλακας,
324ἀλλ’ ἂν θελήσῃ τις νὰ ζητήσῃ στατιστικὰς παρὰ τῶν δια-
325φόρων Εἰσαγγελέων τοῦ Κράτους περὶ τῶν αἰτίων τῶν δια-
326φόρων ἐγκλημάτων κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη, καθ’ ἃ ἐφαρ-
327μόζεται ὁ περὶ ποιμνιοβοσκῆς νόμος, ὡς καὶ ὁ περὶ στρατιω-
328τικῆς ἀστυνομίας, θέλει ἴδει, ὅτι τὸ πλεῖστον τῶν ἐγκλημά-
329των αἰτίαν ἔχει τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου περὶ ποιμνιοβο-
330σκῆς. Τουλάχιστον ἐγὼ ἐκ τῆς ἐπαρχίας μου Λακεδαίμονος
331γνωρίζω, ὅτι οἱ κάτοικοι ὁλοκλήρων χωρίων, καὶ μετ’ αὐτῶν
332ἔτι τῶν ἱερέων, εἰσήχθησαν ἐνώπιον τῶν ποινικῶν Δικαστη-
333ρίων — καὶ τοῦ Κακουργιοδικείου καὶ τοῦ Πλημμελειοδικείου
334— ὡς κατηγορούμενοι ἐπὶ ἀντιστάσει, συνεπείᾳ ἐκθέσεων ἀντι-
335στάσεως, τὰς ὁποίας κατ’ αὐτῶν ὑπέβαλον οἱ χωροφύλακες
336καὶ ἄλλα ἀστυνομικὰ ὄργανα, ὅτι τοῖς ἐγένετο δῆθεν ἀντίστα-
337σις κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ περὶ ποιμνιοβοσκῆς νόμου. Διὰ
338τοῦτο νομίζω, ὅτι εἶναι μεγίστη ἀνάγκη, ὅπως πρὸς πρόληψιν
339ὄχι μόνον τῶν χρηματικῶν ζημιῶν, τὰς ὁποίας ὑφίστανται
340καὶ οἱ κτηματίαι καὶ οἱ κτηνοτρόφοι ἐν Ἑλλάδι, ἀλλὰ καὶ
341τῶν ἐγκλημάτων, τὰ ὁποῖα ἕνεκα τῶν συλλήπτρων γίνονται,
342ἐπισπεύσωμεν τὴν συζήτησιν καὶ ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου
343περὶ ἀγροφυλακῆς, τὸ ὁποῖον εἰσηγήσατο εἰς τὴν Βουλὴν ὁ
344κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, καὶ ἐν τῷ ὁποίῳ δύναται
345κάλλιστα νὰ συμπεριληφθῇ καὶ διάταξις περὶ ποιμνιοβοσκῆς.
346Διότι τὸ ζήτημα τῆς ἀγροφυλακῆς καὶ τῆς ποιμνιοβοσκῆς
347δὲν εἶναι δύο ζητήματα διηρημένα, ἀλλ’ ἕν καὶ τὸ αὐτό.
348Ἐὰν ψηφίσωμεν ταῦτα διηρημένως, δὲν θὰ ὑπάρχῃ ἡ ἑνότης
349ἐν τῇ ἐφαρμογῇ τῶν νόμων. Θὰ παρακαλέσω μάλιστα τὸν
350κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅπως τὸ νομοσχέδιον περὶ
351ἀγροφυλακῆς φέρῃ εἰς συζήτησιν ἀμέσως μετὰ τὴν ψήφισιν
352τῶν μᾶλλον ἐπειγόντων νομοσχεδίων, κατὰ τὴν συζήτησιν
353δ’ αὐτοῦ δύνανται νὰ προταθῶσι παρὰ τῶν ἀξιοτίμων συνα-
354δέλφων αἱ ἀναγκαῖαι τροποποιήσεις τῶν σχετικῶν διατά-
355ξεων τοῦ περὶ ποιμνιοβοσκῆς νόμου. Τοῦτο καὶ μόνον δύνα-
356ται νὰ ἐπιφέρῃ διόρθωσιν, καὶ τότε θὰ παύσωσιν αἱ ἑκά-
357στοτε συζητήσεις ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου.
358Σημειώσατε, ὅτι καὶ κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Περίοδον δὲν
359συνεζητήθη νομοσχέδιον περὶ ἀγροφυλακῆς, διὰ μόνον τὸν λό-
360γον, ὅτι θὰ προεκάλει μακρὰς συζητήσεις. Τοῦτο πιθανὸν
361θὰ γείνῃ αἰτία νὰ μὴ συζητηθῇ καὶ κατὰ τὴν Σύνοδον ταύ-
362την. Ὁ λόγος οὗτος δὲν μᾶς δικαιολογεῖ, ἀλλὰ διαβεβαιῶ
363τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅτι περισσότερον χρό-
364νον θὰ καταναλώσωσιν αἱ προκαλούμεναι ἑκάστοτε συζητή-
365σεις ἕνεκα παραπόνων διαφόρων συμπολιτῶν μας ἢ ἡ συζή-
366τησις τοῦ ὑποβληθέντος νομοσχεδίου περὶ ἀγροφυλακῆς.
367§30ΑΛΕΞ. ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Μετὰ τὴν ἀγόρευσιν τοῦ
368κ. ἐκ Τριφυλίας Βουλευτοῦ λαμβάνω τὸν λόγον, ἵνα ποιή-
369σωμαι δήλωσιν, ἣν θεωρῶ ἀναγκαίαν. Δὲν πρόκειται νὰ ψέξω
370τὸν ἀστυνόμον Ἐράνης,—ὃν ἄλλως ἐκτιμῶ, διότι ἔχω λάβει
371ἀφορμὴν νὰ πιστεύω, ὅτι ἐκπληροῖ εὐόρκως τὸ καθῆκόν του.
372—Ἐγὼ πράγματι ἔλαβον ἀφορμὴν, ὅπως ἀναχθῶ εἰς γενικω-
373τέραν ἐπισκόπησιν τοῦ ζητήματος, καὶ παρετήρησα, ὅτι πρέ-
374πει νὰ διορθωθῶσι τὰ τοῦ νόμου περὶ ποιμνιοβοσκῆς.
375Ὁ δῆμος Ἐράνης ἔχει πληθυσμὸν γεωργικὸν καὶ ποιμε-
376νικὸν, καὶ ἑπομένως οἱ γεωργοὶ ἔχουσι δίκαιον νὰ παραπο-
377νῶνται. Ἀλλὰ διαφέρει τοῦτο. Ὡς ἔχει ὁ νόμος περὶ ποι-
378μνιοβοσκῆς, ἔχει πλείστας ἀτελείας, ἀποτελεῖ δὲ πραγμα-
379τικῶς τραγέλαφον, διότι περιέχει διατάξεις τόσον δυσερμη-
380νεύτους, ὥστε νὰ φέρωσιν εἰς σύγχυσιν καὶ ἀπορίαν καὶ τὰς
381δικαστικὰς ἀρχάς. Ἐκείνη ἡ διάταξις τῶν 200 στρεμμά-
382των εἶναι τέλειος ἐμπαιγμός. Ὁ ἔχων δηλαδὴ 200 στρέμ-
383ματα εἰς μέρη ἀπηγορευμένα ὑπὸ τοῦ νόμου περὶ ποιμνιο-
384βοσκῆς καὶ ἔχων ἐν ταυτῷ ποίμνιον δύναται νὰ βόσκῃ αὐτὸ
385εἰς τὰ 200 στρέμματα, ἅπερ βεβαίως χρησιμεύουσιν ὡς ὁρ-
386μητήριον τῆς καταστροφῆς. Δὲν εἶναι δὲ δυνατὸν νὰ γείνῃ
387κοινὸς ὁ νόμος περὶ ποιμνιοβοσκῆς καὶ ἀγροφυλακῆς, διότι οἱ
388νόμοι περὶ ποιμνιοβοσκῆς χρήζουσιν ἅπαντες συγχωνεύσεως
389μεθοδικῆς καὶ κωδικοποιήσεως, ἵνα καταστῶσιν εἰς νόμος
390ἑνιαῖος. Καὶ διὰ τοῦτο διαφωνῶ πρὸς τὸν κ. ἐκ Λακεδαί-
391μονος Βουλευτὴν, ὑποδείξαντα νὰ παρεισαγάγωμεν ἐν τῷ
392περὶ ἀγροφυλακῆς νόμῳ, ὅστις ἀφορᾷ εἰς τὸ σῶμα τὸ ἐπι-
393τετραμμένον τὴν φρούρησιν τῶν ἀγρῶν καὶ τὴν καταδίωξιν
394τῶν ἀδικούντων, τὸν νόμον περὶ ποιμνιοβοσκῆς. Ἐὰν νομί-
395ζωμεν, ὅτι δέονται συμπληρώσεως διατάξεις τοῦ νόμου περὶ
396ποιμνιοβοσκῆς, εἶναι εὐχερέστατον, ἵνα ἡ Βουλὴ, ἥτις εὑρί-
397σκεται ἐν πληρεστάτῃ γνώσει τούτων, προβῇ εἰς τὴν ψήφι-
398σιν ἑνὸς νόμου. Ἐὰν πρόκηται νὰ ὑποβληθῶσι τροποποιή-
399σεις, ἂς ὑποβληθῶσι τὸ ταχύτερον, ἵνα λυθῇ τὸ ζήτημα,
400καὶ διασωθῇ τὸ γόητρον τῶν ἀστυνομικῶν ὀργάνων, διότι
401πολλαὶ ἠκούσθησαν κατ’ αὐτῶν μομφαί, ἐνῷ τινὰ τῶν ὀργά-
402νων τούτων εἶναι ἀνώτερα τοιούτων ὑπονοιῶν.
403§31Ι. ΣΤΑΙΚΟΣ. Οἱ κατὰ διαφόρους Περιόδους ψηφισθέντες
404νόμοι παρουσιάζουσιν, ὑποθέτω, ὅλας τὰς ἀτελείας ταύτας.
405Καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, ὅταν σκεπτώμεθα περὶ ψηφί-
406σεως νόμου διὰ τοιαῦτα ζητήματα, τὰ ὁποῖα νομίζω ὅτι
407εἶναι σπουδαιότατα, οὐδέποτε θὰ καταλήξωμεν εἰς τὸ εὐά-
408ρεστον ἀποτέλεσμα νὰ φέρωμεν βελτίωσίν τινα. Ὑποθέτω,
409ὅτι οἱ κατὰ περιόδους ψηφιζόμενοι νόμοι εἶναι ἡ αἰτία τῆς
410τοιαύτης καταστάσεως τοῦ Κράτους. Τὰ πάντα ἀπορρέου-
411σιν ἐκ τῆς ἀγαθῆς διοικήσεως, ἐκ τῶν ὑπαλλήλων, ἐὰν οὗτοι
412ἐκπληρῶσι μετὰ θρησκευτικῆς εὐλαβείας τὸ καθῆκόν των.
413Τὸ ζήτημα τῆς ποιμνιοβοσκῆς καὶ τὸ τῆς ἀγροφυλακῆς εἶ-
414ναι ζητήματα ἀναγόμενα εἰς τὴν δημοσίαν ἀσφάλειαν καὶ
415τάξιν. Φρονῶ λοιπόν, ὅτι, ἐὰν ἐπιμένωμεν εἰς ψήφισιν νόμου,
416μεταβάλλοντος τὸν νόμον περὶ ἀγροφυλακῆς ἢ ποιμνιοβο-
417σκῆς, οὐδὲν εὐάρεστον ἀποτέλεσμα δυνάμεθα νὰ ἀναμένω-
418μεν. Ἡ παροῦσα Κυβέρνησις καὶ πᾶσα ἄλλη Κυβέρνησις
419καθῆκον ἔχει νὰ λαμβάνῃ μέριμναν διοικητικὴν διὰ τὸ ζή-
420τημα τοῦτο, τὸ ἀναγόμενον εἰς τὴν δημοσίαν ἀσφάλειαν καὶ
421τάξιν. Δύναμαι νὰ βεβαιώσω, ὅτι, ὅπου ὑπῆρξαν ἀστυνόμοι
422ἐκπληροῦντες τὸ καθῆκόν των, ἐκεῖ προέβησαν οὗτοι εἰς διο-
423ρισμὸν ἀγροφυλάκων ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐκτελοῦσι τὸ ἑαυτῶν
424καθῆκον, δὲν ἐγένοντο δὲ ποτὲ ὄργανα οὔτε τῶν δημάρχων
425οὔτε τοῦ ἑκάστοτε ἰσχύοντος πολιτικοῦ· ὅταν δὲ οἱ ἀγροφύ-
426λακες ἐκτελῶσι τὸ καθῆκόν των, δὲν παρουσιάζονται τὰ
427ἄτοπα ταῦτα. Νομίζω λοιπόν, ὅτι, κατόπιν τῆς παρουσια-
428ζομένης καταστάσεως ἐν σχέσει πρὸς τὸ ζήτημα τῆς δημο-
429σίας ἀσφαλείας καὶ τάξεως, δυνάμεθα νὰ ἐξασφαλίσωμεν
430ἐκτάκτως τὴν περιουσίαν τῶν πολιτῶν διὰ τῆς ἀποσπάσεως
431ἀρκετοῦ ἀριθμοῦ στρατιωτῶν παρὰ ταῖς διαφόροις ἀστυνο-
432μίαις τοῦ Κράτους.
433§32ΕΛ. ΜΥΚΩΝΙΟΣ. Καὶ ποῦ νὰ τοὺς εὕρωμεν;
434§33Ε. ΚΟΚΚΕΒΗΣ. Ἀρκετοὺς τρέφομεν. Δὲν ἀντέχομεν
435διὰ τοιαύτην φορολογίαν! (θόρυβος).
436§34Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Τότε θὰ ἐκλίπῃ ἡ ὀρνιθο-
437τροφίας ἀπὸ τὴν Ἑλλάδα (γέλωτες).
438§35Ι. ΣΤΑΙΚΟΣ. Δὲν πρόκειται περὶ ὀρνιθοτροφίας, ἀλλὰ
439περὶ ἀρνοτροφίας.
440§36ΕΛ. ΜΥΚΩΝΙΟΣ. Ποῦ νὰ εὕρωμεν τοὺς στρατιώτας,
441ἀφοῦ κάμνουν ὀκτὼ ἡμέρας νὰ βγάλουν τὰ παπούτσια ἀπὸ τὰ
442ποδάρια τους;
443§37Ι. ΣΤΑΙΚΟΣ. Δύναμαι νὰ σᾶς διαβεβαιώσω, ὅτι μόνον
444ἐν τῇ φρουρᾷ τῶν Ἀθηνῶν κάμνουν 8 ἡμέρας νὰ βγάλουν τὰ
445παπούτσια τους. Ἐν Θεσσαλίᾳ γίνονται ἀσκήσεις ταξιαρ-
446χίας, εἰς Ἄρταν δὲ ὑπάρχουσι 400 εὔζωνοι, οἱ ὁποῖοι δὲν
447κάμνουν τίποτε. Εἰς ἄλλας φρουρὰς οἱ στρατιῶται κατα-
448πονοῦνται καὶ πάσχουσιν, εἰς ἄλλας δὲ κοιμοῦνται 5 ἢ 10
449ἡμέρας.
450Ὅταν θέλητε νὰ συζητήσωμεν ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου,
451δυνάμεθα νὰ παρουσιάσωμεν τὴν κατάστασιν τῶν στρατιω-
452τῶν τῶν διαφόρων φρουρῶν, καὶ τότε θέλετε πεισθῇ κατὰ
453πόσον λέγω ἀλήθειαν.
454§38Ε. ΚΟΚΚΕΒΗΣ. Περὶ τίνος ὁμιλεῖτε;
455§39Ι. ΣΤΑΙΚΟΣ. Περὶ ἐνισχύσεως τῶν διαφόρων ἀστυνομιῶν
456τοῦ Κράτους διὰ στρατιωτικῆς δυνάμεως.
457§40Ε. ΚΟΚΚΕΒΗΣ. Ἡμεῖς θὰ καταργήσωμεν τὴν στρα-
458τιωτικὴν ἀστυνομίαν.
459§41Ι. ΣΤΑΙΚΟΣ. Ὅταν ἔλθητε εἰς τὴν εὐχάριστον θέσιν
460νὰ καταργήσητε τὴν ἀστυνομίαν αὐτήν, τότε θὰ λάβω τὸν
461λόγον· ἀλλ’ ἐφ’ ὅσον δὲν ἔχομεν νόμον καταργοῦντα αὐτὴν,
462δὲν δυνάμεθα ἢ περὶ αὐτῆς νὰ σκεφθῶμεν. Πρόκειται νὰ λά-
463βωμεν συντελεστικὰ μέτρα, σώζοντα τὸ Κράτος. Ὁ κ. Ὑπουρ-
464γὸς τῶν Στρατιωτικῶν ὁμολογουμένως μεριμνᾷ ὑπὲρ τῆς τά-
465ξεως καὶ τῆς ἀσφαλείας, ἀλλ’ ἀτυχῶς ἡ ἔλλειψις δυνάμεως
466στρατιωτικῆς, ἣν γνωρίζω ἐκ τῆς ἐπαρχίας μου, παρουσιά-
467ζει δύσκολον τὸ ἔργον τοῦτο. Πρέπει λοιπὸν ν’ ἀποσπάσωμεν
468στρατιώτας πρὸς παγίωσιν τῆς τάξεως καὶ ἀσφαλείας.
469§42Ε. ΚΟΚΚΕΒΗΣ. Διευθύνοντας δυνάμεθα νὰ εὕρωμεν;
470Τὰ ὄργανα ὑπείκουσιν εἰς τὰς διαταγὰς τῶν διευθυνόντων.
471§43Ι. ΣΤΑΙΚΟΣ. Τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν δὲν
472θεωρεῖτε ὡς ἱκανὸν διευθύνοντα;
473§44Ε. ΚΟΚΚΕΒΗΣ. Ἐννοῶ τοὺς ἐν ταῖς ἐπαρχίαις διευ-
474θύνοντας.
475§45Ι. ΣΤΑΙΚΟΣ. Ἔχομεν ἀξιωματικούς, οἱ ὁποῖοι δύναν-
476ται διοριζόμενοι νὰ ἐκτελέσωσι τὸ καθῆκόν των.
477§46Ε. ΚΟΚΚΕΒΗΣ. Ὑπάρχουσι βεβαίως καὶ ἐξαιρέσεις.
478Ὑπάρχουσι πολλοὶ ἱκανοί, ἀλλ’ ὑπάρχουσι καὶ πλεῖστοι ἀνί-
479κανοι.
480§47Ι. ΣΤΑΙΚΟΣ. Δὲν σᾶς λέγω διὰ τοὺς ἀνικάνους ἐκείνους,
481οἵτινες καταφεύγουσιν εἰς τοὺς πολιτευομένους, ζητοῦντες νὰ
482διορισθῶσιν ἀστυνόμοι.
483§48Ε. ΚΟΚΚΕΒΗΣ. Δὲν ἦλθε ποτὲ κανεὶς νὰ μὲ παρακα-
484λέσῃ.
485§49Ι. ΣΤΑΙΚΟΣ. Οὐδένα πολιτικὸν ἀδικῶ. Ἀλλ’ ἐξ ἰδίας
486ἀντιλήψεως γνωρίζω πολλοὺς ἀξιωματικούς, καταφεύγοντας
487καὶ παρακαλοῦντας τοὺς πολιτευομένους, ἵνα διορισθῶσιν
488ἀστυνόμοι. Δύνασθε νὰ παραδεχθῆτε, ὅτι οἱ ἀστυνόμοι οὗτοι
489θὰ ἐκπληρώσωσι τὸ καθῆκόν των μετὰ θρησκευτικῆς εὐλα-
490βείας; Πρέπει νὰ ἦναι λίαν ἠθικοὶ οἱ πολιτευόμενοι, ἵνα οἱ
491ἀστυνόμοι οὗτοι ὦσι καλοί.
492§50ΧΑΡ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Τὸ πλεῖστον τῶν ἀξιωματικῶν δὲν
493ἐκτελοῦσι καλῶς τὰ καθήκοντα αὐτῶν ὡς ἀστυνόμοι.
494§51ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν πρόκειται περὶ τοῦ γενικωτέρου ζητή-
495ματος· πρόκειται μόνον περὶ παραπόνων κατὰ τοῦ ἀστυνόμου
496Ἐράνης.
497§52Ι. ΣΤΑΙΚΟΣ. Ἐγὼ ἠθέλησα νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις ἐν
498σχέσει πρὸς τὸ ζήτημα τῆς ἀγροφυλακῆς καὶ τῆς ποιμνιο-
499βοσκῆς. Ἠθέλησα νὰ εἴπω, ὅτι δὲν ἔχομεν ἀνάγκην νὰ κατα-
500φύγωμεν εἰς ἐπιψήφισιν νόμων, ἀλλὰ δυνάμεθα νὰ διορθώ-
501σωμεν τὸ κακὸν τάχιστα διὰ διοικητικῶν μέτρων. Εἶπον, ὅτι
502δύναται ἡ ἀστυνομία — ἡ ὁποία παραδέχομαι ὅτι ἔχει τὰς
503πλημμελείας της — νὰ ἐνισχυθῇ διὰ μικρᾶς στρατιωτικῆς δυ-
504νάμεως· ἀλλ’ ὁ κ. ἐκ Νάξου Βουλευτὴς καὶ σεβαστός μοι ὑπο-
505στράτηγος ἠθέλησε νὰ μὲ διακόψῃ, εἰπών μοι, ὅτι δὲν ἔχο-
506μεν στρατὸν, καὶ ἐκ τούτου εἶχον καθῆκον νὰ τὸν προκαλέσω
507καὶ τῷ ἀποδείξω ὅτι ἔχομεν στρατόν, διότι, προκειμένου οἱ
508στρατιῶται νὰ καταγίνωνται εἰς ἄλλα ἔργα, προτιμότερον
509εἶναι νὰ καταγίνωνται εἰς τὰ τῆς δημοσίας ἀσφαλείας καὶ
510τάξεως. Σᾶς παρακαλῶ λοιπὸν νὰ μὴ μὲ διακόπτητε, ἵνα
511μὴ ἐπανέρχωμαι εἰς τὸ αὐτὸ ζήτημα.
512Λοιπόν, πρὶν ἢ ἡ Κυβέρνησις κατορθώσῃ νὰ ὑποβάλῃ τοι-
513οῦτο νομοσχέδιον, — τὸ ὁποῖον ἐγὼ δὲν θέλω νὰ παραδεχθῶ,
514ὅτι θὰ ἦναι τὸ τελειότερον νομοθέτημα, διότι πιθανὸν καὶ
515τοῦτο νὰ παρουσιάσῃ ἀτελείας, — θὰ παρακαλέσω τὸν κ.
516Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ἵνα ἐν συνεννοήσει μετὰ τῶν ἁρ-
517μοδίων Ὑπουργῶν μεριμνήσῃ νὰ διορισθῶσιν ἀστυνόμοι,
518ὄχι οἱ αἰτοῦντες, ὄχι οἱ δηλώσαντες, ὅτι ἐπιθυμοῦσι νὰ ὑπη-
519ρετήσωσιν ἐν τῇ ἀστυνομικῇ ὑπηρεσίᾳ, ἀλλ’ ἀξιωματικοὶ
520κατ’ ἀρχαιότητα, ἐκ τοῦ πίνακος, τὸν ὁποῖον ἔχει σήμερον
521ἡ στρατιωτικὴ ὑπηρεσία. Ὅταν δὲ τοιούτους ἀξιωματι-
522κοὺς διορίσωμεν ὡς ἀστυνόμους, θὰ ἐκλέξωμεν τοὺς καλλι-
523τέρους, διότι ἔχω πεποίθησιν, ὅτι καὶ ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡ
524Α. Μ. ὁ Βασιλεὺς ἐπιθυμοῦσι τῷ ὄντι τὴν βελτίωσιν τῆς
525καταστάσεως τοῦ τόπου. Πρὸς τούτοις δέον νὰ ἐνισχυθῶσιν
526αἱ διάφοροι ἀστυνομίαι τοῦ Κράτους, διότι σήμερον τὸ ζή-
527τημα τῆς ἀσφαλείας τῶν κτημάτων ἐκ τῆς ποιμνιοβοσκῆς
528καὶ τῶν διαφόρων ἐγκληματιῶν εἶναι ζήτημα μεγίστης
529σπουδαιότητος, διότι ἐξ αὐτοῦ προέρχεται ἡ οἰκονομικὴ
530καχεξία, ἡ ὁποία ἐπικρατεῖ εἰς τὸν τόπον, καὶ εἶναι ἀνάγκη
531νὰ ληφθῇ σύντονος μέριμνα. Διότι βεβαίως οἱ ἐγκληματίαι,
532οἱ ὁποῖοι περιφέρονται εἰς τὰς διαφόρους ἐπαρχίας, μὴ φο-
533βούμενοι τοὺς νόμους, τῶν ὁποίων εἶναι παραβάται, καὶ μὴ
534προσερχόμενοι ἐνώπιον τῆς Δικαιοσύνης, ἵνα δώσωσι λόγον
535τῶν πράξεών των, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ σεβασθῶσι καὶ τὰς
536περιουσίας τῶν πολιτῶν; Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν τὸν κύριον
537Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅπως, εἰ δυνατόν, συστήσῃ
538ἀστυνομικοὺς σταθμοὺς εἰς διάφορα μέρη τῶν ἐπαρχιῶν, ἐπὶ
539τῇ βάσει πάντοτε ἐπισήμων ἀναφορῶν καὶ ἐκθέσεων τῶν ἁρ-
540μοδίων ἀρχῶν· ὅταν δὲ συστηθῶσι σταθμοί, βεβαίως διὰ τῆς
541συμπράξεως τῶν ἀστυφυλάκων καὶ διὰ τῆς συνδρομῆς τῶν
542διαφόρων κτηματιῶν οἱ σταθμοὶ αὐτοὶ θὰ περιορίσωσι τὰς
543τοιαύτας πράξεις. Ἔχομεν πλεῖστα παραδείγματα, ὅτι ἡ
544ἐγκατάστασις σταθμῶν εἰς διάφορα μέρη, ὅπου οἱ ποιμένες
545καὶ ἄλλοι ἐγκληματίαι κατέστρεφον τὰ κτήματα, προέλαβεν
546ὅλα αὐτὰ τὰ ἀδικήματα.
547Ταῦτα λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Κυβέρνη-
548σιν καὶ παρακαλῶ νὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν, ἵνα βελτιουμένης
549τῆς ἀστυνομικῆς ὑπηρεσίας βελτιωθῇ καὶ ἡ κατάστασις τοῦ
550τόπου.
551§53ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Πρωτοπαπαδάκης ἔχει τὸν λόγον.
552§54Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Ἐπιθυμῶ, Κύριοι, νὰ προ-
553καλέσω τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς ἐπὶ ἀντικειμένου τινός, τὸ
554ὁποῖον αὐτὸ καθ’ ἑαυτὸ δὲν ἔχει ἴσως σημασίαν, καθόσον
555πρόκειται περὶ ἀμφισβητήσεως μιᾶς ἢ δύο δεκάδων χιλιά-
556δων δραχμῶν ἐν τῇ ἐκτελέσει δημοσίου τινὸς ἔργου, ἀπὸ γε-
557νικῆς ὅμως ἀπόψεως ἐξεταζόμενον ἔχει μεγίστην σπουδαιό-
558τητα, διότι ἐν παρομοίᾳ ἀκριβῶς περιπτώσει εἰς ἕτερον
559ὁμοίας φύσεως ἔργον, κατασκευασθὲν εἰς ἄλλην ἐπαρχίαν
560τοῦ Κράτους, ἐπειδὴ δὲν προελήφθησαν ὡρισμένα γεγονό-
561τα, διημφισβητήθησαν κατόπιν ἑκατοντάδες ὅλαι χιλιάδων
562δραχμῶν.
563Πρόκειται, Κύριοι, περὶ τῆς κατασκευῆς ἀσημάντου τι-
564νὸς κυματοθραύστου ἐν τῇ νήσῳ Νάξῳ. Ἐπιθυμῶ δὲ ἰδίᾳ νὰ
565προκαλέσω τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερι-
566κῶν ἐπὶ γνωμοδοτήσεως τοῦ Συμβουλίου τῶν Δημοσίων Ἔρ-
567γων, ἡ ὁποία ὅσον οὔπω θὰ τῷ ὑποβληθῇ πιθανῶς πρὸς ἐπι-
568κύρωσιν. Πρὸ τῆς ἐπικυρώσεως ταύτης ἐπιθυμῶ, ἵνα ὁ κύριος
569Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν λάβῃ γνῶσιν τῶν διαφόρων περι-
570στατικῶν, ὅσα προτίθεμαι νὰ ἐκθέσω ἐντεῦθεν, ὅπως ἐν ἐπι-
571γνώσει τῶν γεγονότων ἀποφασίσῃ, ὡς ἤθελε κρίνει δικαιό-
572τερον.
573§55ΚΥΡ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσω-
574τερικῶν). Ποίαν ἡμερομηνίαν φέρει ἡ γνωμοδότησις;
575§56Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Ἡ γνωμοδότησις φέρει ἡμε-
576ρομηνίαν τῆς 27 Φεβρουαρίου ἐνεστῶτος ἔτους.
577Ἡ πρωτεύουσα τῆς νήσου Νάξου εἶναι, ὡς γνωστόν, ἀλί-
578μενος. Ἐν ἔτει 1856 ἐδημοσιεύθη ὁ περὶ ἀνακαινίσεως τῆς
579προκυμαίας ΤΝΕʹ νόμος, ἐπιβάλλων λιμενικοὺς φόρους, καὶ
580περὶ τὸ 1870 ἐπερατοῦτο κυματοθραύστης 175 περίπου μέ-
581τρων μήκους, ὅστις ὅμως, προϊόντος τοῦ χρόνου δὲν ἐξήρκει,
582ἵνα προφυλάττῃ τὰ πλοῖα, ὅσα προσωρμίζοντο ἐκεῖ, καὶ οὕτω
583νέοι φόροι ἐπεβλήθησαν ἐν ἔτει 1884 καὶ 1890, ἐξ ὧν εἰσε-
584πράχθη μέχρι τοῦδε ποσὸν δραχ. 250,000 περίπου. Ἐν ἔτει
585δὲ 1895 ἐμελετήθη ἡ συμπλήρωσις καὶ ἡ προέκτασις τοῦ
586παλαιοῦ κυματοθραύστου ὑπὸ τοῦ τότε νομομηχανικοῦ Κυ-
587κλάδων κ. Ἀθ. Γεωργιάδου, καὶ τὴν 12 Μαρτίου 1900 ἐξε-
588τίθετο τὸ ἔργον εἰς δημοπρασίαν. Παρουσιάσθη εἷς ἐργολά-
589βος, ὀνόματι Σταματιάδης, μειοδοτήσας 15%, καὶ
590ἐνῷ ἐπρόκειτο νὰ ἐπικυρωθῇ ἡ δημοπρασία ὑπὸ τοῦ τμήμα-
591τος τῶν δημοσίων ἔργων, εἷς ἐπιθεωρητὴς τοῦ Σώματος, —
592καὶ παρακαλῶ, Κύριοι, νὰ προσέξητε εἰς τοῦτο, διότι ἔχει
593μεγάλην σημασίαν διὰ τὰ κατόπιν λαβόντα χώραν, — εἷς
594ἐπιθεωρητὴς τῶν δημοσίων ἔργων, λέγω, εὑρισκόμενος τότε
595ἐν Νάξῳ πρὸς παραλαβὴν γεφυρῶν, τηλεγραφεῖ πρὸς τὸ
596Ὑπουργεῖον τῇ 27 Μαρτίου 1900 τὰ ἑξῆς (ἀναγινώσκει):
597«Ὑπουργεῖον Ἐσωτερικῶν
598(Διεύθυνσιν Δημοσίων Ἔργων) Ἀθήνας.
599«Ἀναγκαῖον κρίνω ἀνασταλῇ κοινοποίησις ἐγκρίσεως λι-
600μενικῆς ἐνταῦθα ἐργασίας ἄχρις ἐλεύσεώς μου, πρὸς πρόλη-
601ψιν ἐνδεχομένων μεγάλων ζημιῶν Λιμενικοῦ Ταμείου, ὡς ἐκ
602τοῦ ὁρισμοῦ ἀκαταλλήλου λατομείου ὑπὸ συγγραφῆς.
603»Περιοδεύων ἐπιθεωρητὴς
604»Τζώτζης.»
605Ἐπανελθὼν δὲ εἰς Ἀθήνας ὁ κ. ἐπιθεωρητής, συνεπλή-
606ρωσε τὸ τηλεγράφημά του δι’ ἀναφορᾶς του πρὸ τὸ Ὑπουρ-
607γεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν ἀπὸ 24 Ἀπριλίου 1900, ἐν τῇ ὁποίᾳ
608λέγει (ἀναγινώσκει):
609«Ἐπειδὴ περὶ τὰ τέλη τοῦ παρελθόντος Μαρτίου, ὅτε με-
610τέβην εἰς Νάξον καὶ παρέλαβον τὰς ἐκεῖ κατασκευασθείσας
611δύο γεφύρας, μοὶ ἐγένοντο παραστάσεις, ὅτι τὰ ὑπὸ τῆς συγ-
612γραφῆς τῶν ὑποχρεώσεων τῆς κατασκευῆς λιμενοβραχίονος ἐν
613Νάξῳ ὁριζόμενα λατομεῖα τοῦ Ἁγίου Γεωργίου εἰσίν ἀνε-
614παρκῆ διὰ τὴν παροχὴν τῶν ἀπαιτουμένων πετρωμάτων διὰ
615τὴν ἐργασίαν ταύτην, μετέβην καὶ ἐγὼ καὶ ἐξήτασα ταῦτα
616ἐπὶ τόπου, ἀντελήφθην δέ, ὅτι ὄντως τὰ λατομεῖα τοῦ Ἁγίου
617Γεωργίου, ἐξαντληθέντα ὡς ἐπὶ τὸ πολύ, ὅτε ἐξ αὐτῶν κατε-
618σκευάσθησαν τά τε ὑπάρχοντα κρηπιδώματα καὶ ὁ ὑπάρχων
619λιμενοβραχίων, δὲν δύνανται νὰ παράσχωσι τὸν ἀπαιτούμε-
620νον κυβισμὸν πετρωμάτων διὰ τὴν κατασκευὴν τοῦ λιμενο-
621βραχίονος· ὡς μὲ ἐβεβαίωσε δὲ ἥ τε ἐπιτόπιος ὑπηρεσία καὶ
622πολλοὶ κάτοικοι, οἱ ὀγκόλιθοι, ἐφ’ ὧν ᾠκοδομήθη τὸ ἐπανω-
623τοίχισμα τοῦ κρηπιδώματος τῆς κατασκευασθείσης παρα-
624λιακῆς ὁδοῦ, ἐτέθησαν πολλῷ μικρότεροι τῶν ἐγκεκριμένων,
625διότι ἀνέφικτος ἀπέβη πᾶσα προσπάθεια κατὰ τὴν ἐκτέλε-
626σιν τοῦ νὰ συμμορφωθῇ (ὁ ἐργολάβος) πρὸς τὰς διαστάσεις
627τοῦ προϋπολογισμοῦ, διότι τὸ λατομεῖον τοῦ Ἁγίου Γεωρ-
628γίου δὲν παρεῖχεν ὀγκολίθους μεγάλους...»
629Συνεπείᾳ τούτου πιθανῶς ἐματαιώθη καὶ ἡ δημοπρασία
630ἐκείνη, καὶ προσετέθη ἐν ταῖς συγγραφαῖς, καὶ ἐν ὑστερο-
631γράφῳ μάλιστα, ὅρος δρακόντειος, καθ’ ὃν (ἄρθρον 30) «οὐδε-
632μίαν δικαιοῦται νὰ ἐγείρῃ ὁ ἐργολάβος ἀξίωσιν ἀποζημιώ-
633σεως, ἐὰν ὡς ἐκ τῆς φύσεως τῶν λατομείων προέκυψαν ὑλικά,
634ἅτινα ἕνεκα τῆς ἀκαταλλήλου ποιότητος αὐτῶν δὲν ἠδυνήθη
635ὁ ἐργολάβος νὰ χρησιμοποιήσῃ»· διὰ δὲ τοῦ ἄρθρου 17 τῶν
636συγγραφῶν ἐκανονίζετο, ὅτι «τὰ πετρώματα, δι’ ὧν κατα-
637σκευασθήσεται ὁ μῶλος, ἐξαχθήσονται ἐκ τῶν ἐπὶ τῆς παρα-
638λίας λατομείων ἀπὸ Ἁγίου Γεωργίου μέχρι Στυλίδος, πρὸς
639δὲ καὶ ἐκ τῶν ἔναντι ἀκτῶν τῆς νήσου Πάρου, ὁ ἐργολάβος
640δὲ ἐπὶ ἰδίᾳ του εὐθύνῃ θέλει ἐκλέξει τὴν θέσιν τῆς ἐκμεταλ-
641λεύσεως τῶν λατομείων.»
642Ὑπὸ τοὺς ὅρους τούτους ἐξετέθη ἐκ νέου εἰς δημοπρασίαν
643τὸ ἔργον, παρουσιάσθη δὲ ἕτερος ἐργολάβος, ὅστις ἐμειοδό-
644τησεν 7%, ἀντὶ τοῦ 15%, ὅσον εἶχε μειοδο-
645τήσει ὁ προηγούμενος, καὶ ἀνέλαβε τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ ἔργου,
646ἐπικυρωθείσης τῆς δημοπρασίας. Διὰ τῶν προστεθέντων δὲ
647ὡς ἄνω νέων ὅρων ἡ δαπάνη τοῦ ἔργου ηὔξησε κατὰ 25,000
648περίπου δραχμάς.
649Τὸ ἔργον ἤρχισεν ἐκτελούμενον, ἀλλὰ τὰ πετρώματα ἐλαμ-
650βάνοντο ἐκ τοῦ λατομείου τοῦ Ἁγίου Γεωργίου, ἐξ ἐκείνου
651δηλαδή, τὸ ὁποῖον ἀνεγνώρισεν ὁ ἐπιθεωρητὴς, ὅτι ἐξηντλή-
652θη ἤδη καὶ δὲν παρέχει τὰ κατάλληλα πετρώματα διὰ τὴν
653καλὴν ἐκτέλεσιν τοῦ ἔργου, συμφώνως πρὸς τὴν συγγραφήν.
654Κατ’ ἐπανάληψιν μοὶ ἔγραψαν ἐκεῖθεν, ὅτι ὁ μῶλος ἐκτε-
655λεῖται ἀπὸ ἄμμον, καὶ ὄχι ὡς ὁρίζουσιν αἱ συγγραφαί. Κατὰ
656τὴν ἐποχὴν ἐκείνην καὶ ὁ τέως ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουρ-
657γὸς κ. Νέγρης, μεταβὰς εἰς Νάξον, ἵνα ἐπισκεφθῇ τὰ σμυ-
658ριδωρυχεῖα, ἐπεσκέφθη καὶ τὰ λατομεῖα, ἐξ ὧν ἐλαμβάνοντο
659τὰ χρησιμοποιούμενα διὰ τὴν κατασκευὴν τοῦ κυματοθραύ-
660στου πετρώματα, ὡς εἰδικὸς δὲ,—διότι ὁ κύριος Νέγρης
661εἶναι ὀρυκτολόγος,—ἀπεφάνθη, ὡς μ’ ἐβεβαίωσαν, ὅτι «εἶναι
662τολμηρὸν μὲ τοιούτου εἴδους ὑλικὰ νὰ κατασκευάζηται ὁ
663μῶλος». Ἡ Λιμενικὴ Ἐπιτροπὴ ἀνέφερε ταῦτα εἰς τὸ
664Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, καὶ τὸ Ὑπουργεῖον διὰ τοῦ
665ὑπ’ ἀριθ. 22925 ἐγγράφου του διέταξε τὸν νομομηχανικὸν
666Κυκλάδων νὰ μεταβῇ ἐπὶ τόπου καὶ ἐξετάσῃ, κατὰ πόσον
667τὰ παράπονα τῆς Λιμενικῆς Ἐπιτροπῆς ἦσαν βάσιμα. Μετέ-
668βη τῷ ὄντι ἐπὶ τόπου ὁ νομομηχανικὸς, καὶ διὰ τοῦ ὑπ’
669ἀριθ. 1163 τῆς 3 Ἰανουαρίου 1902 ἐγγράφου που ἀνήγγει-
670λεν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τὰ ἑξῆς (ἀναγινώσκει):
671«Καίτοι τὰ μέχρι τοῦδε χρησιμοποιούμενα ὑλικὰ προέρ-
672χονται ἐκ τῆς ἐπιφανείας τοῦ λατομείου, μὴ ἀποκαλυφθέν-
673τος εἰσέτι ἐπαρκῶς αὐτοῦ»,—μὴ ἀποκαλυφθέντος τοῦ λατο-
674μείου, ἐκ τοῦ ὁποίου εἶχε κατασκευασθῆ καὶ ὁ πρῶτος μῶ-
675λος καὶ τὸ κρηπίδωμα τῆς παραλιακῆς ὁδοῦ!—«ἐν τούτοις
676ταῦτα φαίνονται σύμφωνα πρὸς τὴν συγγραφὴν, πλὴν ὀγκο-
677λίθων τινῶν, οἵτινες, καίτοι εἰσὶ τοῦ προβλεπομένου βάρους,
678παρουσιάζουσιν ἐνίοτε ῥωγμὰς τοιαύτας, ὥστε εἶναι ἑπόμε-
679νον κατὰ τὴν βύθισιν αὐτῶν νὰ ὑποδιαιρεθῶσιν εἰς δύο ἢ καὶ
680πλείονα τεμάχια. Τοὺς τοιαύτης φύσεως ὀγκολίθους παρηγ-
681γέλθη ὁ ἐπὶ τοῦ ἔργου μηχανικὸς, ἵνα κατατάσσῃ εἰς τὰς
682ἀμέσως κατωτέρας τάξεις. Περὶ δὲ τῆς ποιότητος τῶν χρη-
683σιμοποιουμένων συντριμμάτων, καὶ τὰ ὁποῖα ἐφρόνουν τινὰ
684τῶν μελῶν τῆς Λιμενικῆς Ἐπιτροπῆς, ὅτι δὲν εἶναι σύμ-
685φωνα πρὸς τὰ προβλεπόμενα ὑπὸ τῆς συγγραφῆς, ἀποφαινό-
686μεθα ἀδιστάκτως, ὅτι ταῦτά εἰσι καλλίστης ποιότητος,
687καθ’ ὃ ἀδιάλυτα ἐν τῷ ὕδατι.»
688Καὶ ἐρωτῶ ἤδη ὑμᾶς, κύριοι Βουλευταὶ, δὲν παραξενεύε-
689σθε, βλέποντες ἕνα ἐπιθεωρητὴν τῶν δημοσίων ἔργων καὶ ἕνα
690νομομηχανικὸν, ἔχοντας τόσον ἀντιθέτους ἰδέας ἐν τῇ ἐκτι-
691μήσει ἑνὸς καὶ τοῦ αὐτοῦ λατομείου;
692Ταῦτα μόλις περὶ τὰ τέλη Ἰουνίου περιῆλθον εἰς γνῶσίν
693μου. Τὸν νομομηχανικὸν Κυκλάδων γνωρίζω καὶ ἰδιαιτέρως,
694καὶ τῷ ἔγραψα ἐπιστολὴν, παρακαλῶν αὐτὸν νὰ μεταβῇ, εἰ
695δυνατὸν, ἐκ νέου εἰς Νάξον καὶ ἐξετάσῃ μᾶλλον ἐπισταμένως
696τὰ πράγματα. Σημειώσατε δὲ, ὅτι ἐγὼ δὲν εἶχον μεταβῆ
697ἀκόμη εἰς Νάξον, καὶ οὐδὲν ἐγνώριζον ἐξ ἰδίας ἀντιλήψεως.
698Ὁ νομομηχανικὸς Κυκλάδων μοὶ ἀπήντησε περίπου,—
699ἔχω δὲ καὶ τὴν ἐπιστολήν του—«δὲν σκοτίζομαι πλέον διὰ
700τὰ λιμενικὰ ἔργα τῆς Νάξου»!
701§57Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Μὲ συγχωρεῖτε, νὰ σᾶς διακόψω; Πῶς
702λέγεται;
703§58Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Δεληβορριᾶς. Ἀναγινώσκω
704τὴν ἐπιστολήν του, ἵνα μὴ ὑποτεθῇ ὅτι λέγω τι ἀνακριβές.
705(Ἀναγινώσκει):
706«Ἑρμούπολις, 12 Μαΐου 1902.
707» Φίλτατε.
708Εἰς ἀπάντησιν τῆς σήμερον ληφθείσης ἐπιστολῆς σας,
709πληροφορῶ ὑμᾶς, ὅτι ἅπαξ ἢ δὶς μετέβην εἰς Νάξον διὰ τὰ
710λιμενικὰ ἔργα, καὶ τοῦτο πρὸς ἐξέτασιν τῆς ἐγερθείσης δια-
711φορᾶς περὶ τῆς ποιότητος τοῦ συντρίμματος, καὶ ἀπεφάνθην
712ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ ζητήματος. Καίτοι παρέμεινα ἐκεῖ ὀλίγας
713ἡμέρας, ὑπέβαλον τῇ Λιμενικῇ Ἐπιτροπῇ κατάστασιν ἐκ
714δραχμῶν 100 πρὸς ἀποζημίωσίν μου, αὕτη δὲ περιώρισε τὸ
715ποσὸν εἰς δραχμὰς 50. Τούτου ἕνεκεν ἔπαυσα πᾶσαν εἰς τὸ
716μέλλον μετάβασίν μου διὰ τὰ ἐκεῖ λιμενικὰ ἔργα, μὴ ὑπέ-
717χων οὐδεμίαν ὑποχρέωσιν ἐκ τοῦ νόμου εἰς τοῦτο, ἀφοῦ ἐπὶ
718τόπου ὑπάρχει μηχανικός, ἐπιβλέπων τὰ ἐν ἐκτελέσει ἔργα.
719» Ὅλως πρόθυμος φίλος σας
720» Δεληβορριᾶς.»
721§59Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Δὲν ὑπέχει πράγματι εὐθύνην;
722§60Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Ἡ ἀνωτέρα ἐποπτεία τοῦ
723ἔργου ἀνετέθη ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 21468
724ἀπὸ 27 Δεκεμβρίου 1900 ἐπισήμου ἐγγράφου εἰς τὸν νομο-
725μηχανικὸν Κυκλάδων. Ἐὰν οὗτος ὑπέχει ἢ ὄχι εὐθύνην, ὁ
726ἀξιότιμος ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸς δύναται νὰ σᾶς
727πληροφορήσῃ.
728Μετέβην ἐπὶ τέλους καὶ ἐγὼ εἰς Νάξον δι’ ἰδιαιτέρας
729μου ὑποθέσεις, ἐπεσκέφθην τὸ λατομεῖον, καὶ τὴν αὐτὴν ἡμέ-
730ραν ἔγραψα πρὸς τὸν διευθύνοντα τὰ λιμενικὰ ἔργα τμημα-
731τάρχην, καὶ τὸν ἐβεβαίουν, ὅτι τὸ ἔργον δὲν ἐξετελεῖτο συμ-
732φώνως πρὸς τὰς συγγραφάς· συνάμα δὲ διεβεβαίουν μέλος
733τῆς Λιμενικῆς Ἐπιτροπῆς, πρὸς ὃ ἰδιαιτέρως συνεδεόμην,
734ὅτι εὐχαρίστως θ’ ἀνελάμβανον νὰ ἐξετάσω τὸ ζήτημα καὶ
735ὑποβάλω εἰς τὴν ἐπιτροπὴν ἔκθεσιν, ἐὰν ἐπισήμως προσεκα-
736λούμην ὑπὸ ταύτης, ἄνευ οὐδεμιᾶς, ἐννοεῖται, ἀμοιβῆς. Καὶ
737πράγματι, κατὰ τὴν συνεδρίαν τῆς 17 Ἰουνίου 1902, ὡς ἐν
738τῇ ὑπ’ ἀριθ. 29 πράξει τῆς Λιμενικῆς Ἐπιτροπῆς ἀναφέ-
739ρεται, (ἀναγινώσκει): «τὸ μέλος Ἐμμ. Μαγκάκης ἐπρό-
740τεινεν, ὅπως κληθῇ ὁ διαμένων ἐνταῦθα κατ’ αὐτὰς μηχα-
741νικὸς κ. Π. Πρωτοπαπαδάκης, καὶ δι’ ἐκθέσεώς του μᾶς
742διαφωτίσῃ, ἀφοῦ προηγουμένως ἐξετάσῃ τόσον τὰ ὑλικὰ, δι’
743ὧν κατασκευάζεται ὁ λιμὴν Νάξου, ὅσον καὶ τὸ τεχνικὸν
744μέρος, διότι τὸ ἀνωτέρω μέλος φρονεῖ, ὅτι οὔτε τὰ ὑλικά
745εἰσι κατάλληλα καὶ σύμφωνα πρὸς τοὺς ὅρους τῆς συγγρα-
746φῆς, οὔτε ἡ ἐκτέλεσις τοῦ ἔργου γίνεται κανονικὴ, διότι,
747καθ’ ἃς ἔχει πληροφορίας, μέρος τῶν βυθισθέντων ὑλικῶν
748ἐρρίφθησαν ἐκτὸς τῆς διατομῆς, πρὸς δὲ καὶ μέρος τούτων
749ὑπεράνω τοῦ κεκανονισμένου βάθους· συνάμα δὲ, καὶ ὅτι,
750ἀφοῦ συνεπληρώθη τὸ πρῶτον τμῆμα τῶν 40 μέτρων ἐκ συν-
751τριμμάτων, χωρὶς νὰ προφυλαχθῶσι ταῦτα διὰ χαλίκων καὶ
752ὀγκολίθων, ἔλαβεν (ὁ ἐργολάβος) καὶ δεύτερον τμῆμα ἐκ 40
753ἐπίσης μέτρων, καὶ ἤρξατο ῥίπτων συντρίμματα εἰς τοῦτο...»
754Εἰς ταῦτα ὁ προεδρεύων τῆς Ἐπιτροπῆς εἰρηνοδίκης πάρε-
755δρος Γ. Λεβαντῆς ἀντεπρότεινεν (ἀναγινώσκει): «ὅτι ἀδυνα-
756τεῖ νὰ δεχθῇ τὴν πρότασιν τοῦ ἀνωτέρω μέλους καὶ καλέσῃ
757τὸν ἐνταῦθα διαμένοντα κ. Πρωτοπαπαδάκην, ξένον ὅλως
758καὶ ἄσχετον πρὸς τὸ ἐκτελούμενον λιμενικὸν ἔργον, ὅπως δια-
759φωτίσῃ τὴν Λιμενικὴν Ἐπιτροπὴν τόσον περὶ τῶν ὑλικῶν,
760ὅσον καὶ περὶ τοῦ τεχνικοῦ μέρους...».
761Ἐπιλέγει δὲ κατόπιν ὁ κ. Πρόεδρος (ἀναγινώσκει):
762»Πρᾶξις 30.
763«... Ἡμεῖς δὲ, ὁ προεδρεύων, προκαλούμενοι καὶ αὖθις,
764ἀπαντῶμεν τοῖς ἀνωτέρῳ κ. Μαγκάκῃ καὶ Δρύλλῃ, ὅτι ἀπο-
765λύτως ἀδυνατοῦμεν νὰ δεχθῶμεν τὰς προτάσεις αὐτῶν, καθό-
766σον τὸ τοιοῦτον ἤθελεν εἶσθαι ἀνευλάβεια καὶ ἀπιστία πρὸς
767τὰς προϊσταμένας ἀρχὰς, βεβαιούσας ἡμᾶς ἐπισήμως, κατό-
768πιν τῶν πρὸς αὐτὰς ἐκθέσεων τῶν ἁρμοδίων καὶ ὑπευθύνων
769μηχανικῶν, ὅτι τὸ ἔργον ἐκτελεῖται καθ’ ὅλους τοὺς κανό-
770νας τῆς τέχνης, τὰ δὲ ὑλικὰ, τὰ πρὸς ἐκτέλεσιν τούτου χρη-
771σιμοποιούμενα, εἰσὶν ἄριστα.
772»Θεωροῦντες δὲ κατὰ τὴν κρίσιν μας τὴν ἐπὶ τοῦ ζητήμα-
773τος τούτου συζήτησιν περατωμένην, παρακαλοῦμεν τὰ μέλη
774τῆς ἧς ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ προεδρεύωμεν Ἐπιτροπῆς, ὅπως
775παύσωσι τοῦ λοιποῦ παρενοχλοῦντες τοὺς ἐπὶ τοῦ λιμένος
776ὑπαλλήλους καὶ τὸν ἐργολάβον αὐτοῦ, καὶ ἀφήσωσι τούτους,
777ὑπ’ ἀρκετῶν εὐθυνῶν περιβαλλομένους, ὅπως ἐκτελῇ ἕκαστος
778τὸ εἰς ὃ ἐτάχθη καθῆκόν του ἡσύχως...»
779Ἐν τούτοις τῇ ἐπιμονῇ τῶν μελῶν ἡ Ἐπιτροπὴ συνέταξε
780τὴν αὐτὴν ἡμέραν δευτέραν, ὑπ’ ἀριθ. 31, πρᾶξιν τῆς Ἐπι-
781τροπῆς, δι’ ἧς (ἀναγινώσκει): «προτείνει καὶ παρακαλεῖ τὸ
782Σεβ. Ὑπουργεῖον ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, πλὴν τοῦ προεδρεύ-
783οντος, ὅπως εὐαρεστούμενον διατάξῃ τὸν προεδρεύοντα τῆς
784Λιμενικῆς Ἐπιτροπῆς, ἵνα καλέσῃ ἐπισήμως ἐξ ὀνόματός
785της τὸν παρεπιδημοῦντα ἐνταῦθα κ. Π. Πρωτοπαπαδά-
786κην...» κλπ.
787Εἰς τὴν ὡς ἄνω αἴτησιν τὸ ἁρμόδιον Ὑπουργεῖον δὲν ηὐ-
788δόκησε νὰ ἀπαντήσῃ· ὅτε δὲ ἐγώ, ἐπανελθὼν εἰς Ἀθήνας,
789ἐζήτησα νὰ πληροφορηθῶ τὸ διατὶ, οἱ ἁρμόδιοι ὑπάλληλοι τοῦ
790Ὑπουργείου μοὶ ἔδωκαν τὸ ἀνὰ χεῖρας βιβλιάριον, καὶ μοὶ
791ἐπέδειξαν τὸν ἐν αὐτῷ ΒΣΠΔʹ νόμον τῆς 6 Ἰουλίου 1895,
792οὗτινος εἰσηγητὴς ἦτο ὁ καὶ νῦν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν
793Ὑπουργὸς κ. Μαυρομιχάλης, τὸν ἀφορῶντα τὸ εἰς τὰ λιμε-
794νικὰ ἔργα ἀσχοληθησόμενον προσωπικόν. Ἰδοὺ τί ὁ νόμος
795οὗτος ἐπιτάσσει (ἀναγινώσκει):
796»Ἄρθρον 1. Ἡ ἐκτέλεσις τῶν δαπάνῃ τῶν λιμενικῶν τα-
797μείων ἐκτελουμένων ἔργων ἐνεργεῖται ὑπὸ τὴν ἐπίβλεψιν μη-
798χανικῶν καὶ ἐργοδηγῶν, ἀποσπωμένων ἐκ τοῦ σώματος τῶν
799πολιτικῶν μηχανικῶν καὶ ἐργοδηγῶν, ἢ διατελούντων ἤδη ἐν
800ἀδείᾳ καὶ διευθυνόντων τὴν κατασκευὴν λιμενικῶν ἔργων.
801»Ἄρθρον 2. Τὸ διὰ τὰς κατὰ τὸ προηγούμενον ἄρθρον
802ὑπηρεσίας ζητούμενον ὑπὸ τῶν λιμενικῶν ἐπιτροπῶν ἀναγ-
803καῖον ὑποδεέστερον προσωπικόν, ὑπὸ τὸ ὄνομα ἐπιστατῶν, ζυ-
804γιστῶν, ἢ ἀντιπροσώπων τῆς Λιμενικῆς Ἐπιτροπῆς κατὰ τὴν
805ζύγισιν, φυλάκων ὑλικῶν κλπ. ἀποσπᾶται ἐπίσης ἐκ τῆς
806ὑπηρεσίας τῶν Δημοσίων Ἔργων.»
807Μοὶ ἀντέταξαν, ὡς βλέπετε, ἁπλούστατα τὸν νόμον. «Ἀ-
808δύνατον», μοὶ εἶπον, «νὰ μεταβῆτε ὑμεῖς, κύριε Πρωτοπα-
809παδάκη, νὰ ἐξετάσητε, ἂν καλῶς ἢ κακῶς ἐκτελεῖται τὸ ἔρ-
810γον, ἔστω καὶ δωρεάν. Ἂν τοιοῦτόν τι εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐξε-
811τασθῇ, θὰ μεταβῇ πρὸς τοῦτο μηχανικὸς ἐκ τοῦ σώματος τῶν
812Δημοσίων Ἔργων, καὶ δὴ ὁ ἐντεταλμένος τὴν ἀνωτέραν τοῦ
813ἔργου ἐποπτείαν νομομηχανικὸς Κυκλάδων.» Ἐγὼ ἐπέμενον
814νὰ σταλῇ ἐπιθεωρητής, ἐπιδεικνύων μάλιστα καὶ τὴν πρὸς
815ἐμὲ ἐπιστολὴν τοῦ κ. νομομηχανικοῦ, δι’ ἧς ἀπεριφράστως
816μοὶ ἐδήλου, ὅτι ἐγκατέλειψε τὸ ἔργον εἰς τὴν τύχην του·
817ἀλλὰ δὲν εἰσηκούσθην. Καὶ οὕτω διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 12174
818ἐγγράφου τοῦ Ὑπουργείου διετάχθη ὁ νομομηχανικὸς Κυ-
819κλάδων νὰ μεταβῇ καὶ ἐξετάσῃ ἐκ νέου τὸ ἔργον. Τοῦτο καὶ
820ἐγένετο. Διὰ δὲ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 661 καὶ ἀπὸ 11 Ἰουλίου 1902
821ἐκθέσεώς του ὁ νομομηχανικὸς πληροφορεῖ τὸ Ὑπουργεῖον τὰ
822ἑξῆς (ἀναγινώσκει):
823«...Τὰ χρησιμοποιούμενα ὑλικὰ, ἀναλόγως τῆς κατηγο-
824ρίας, εἰς ἣν ἀνήκουσι, καταλαμβάνουσι τὰς ἐν ταῖς διατομαῖς
825ὑποδεικνυομένας θέσεις, καθόσον καὶ ἡ παραγωγὴ τοῦ λατο-
826μείου συντρέχει εἰς τοῦτο, παρεχομένων εἰς ἀνάλογον ποσό-
827τητα τῶν ὑλικῶν τῶν κατωτέρω κατηγοριῶν, δι’ ὧν καθί-
828σταται εὐχερὴς ὁ σχηματισμὸς τοῦ πυρῆνος καὶ ἡ περιβολὴ
829αὐτοῦ διὰ χαλίκων καὶ ὀγκολίθων αʹ κατηγορίας... Συνε-
830πῶς ἡ γνώμη τῶν διατεινομένων, ὅτι τὰ πετρώματα δὲν
831καταλαμβάνουσι τὰς οἰκείας θέσεις...εἶναι πεπλανημένη.»
832Βεβαιοῖ κατόπιν ὁ κ. νομομηχανικός, ὅτι καὶ ἡ ποιότης
833τῶν πετρωμάτων εἶναι ἀρίστη, καὶ τελειώνει τὴν ἐπιστημο-
834νικὴν αὐτοῦ ἔκθεσιν διὰ τῶν ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ἐν τέλει
835φέρομεν εἰς γνῶσιν τοῦ σεβαστοῦ Ὑπουργείου, ὅτι, ὡς ἐπληρο-
836φορήθημεν, ὁ ἐγερθεὶς θόρυβος οὐδένα ἄλλον σκοπὸν ἔχει ἢ
837εἶναι συνέπεια πολιτικοῦ ἀνταγωνισμοῦ.»
838Τοῦτο ἀφορᾷ προσωπικῶς ἐμέ, ὅτι δῆθεν, ἐπειδὴ ἐσκό-
839πουν νὰ πολιτευθῶ, ἠθέλησα νὰ πωλήσω δούλευσιν εἰς τοὺς
840συνεπαρχιώτας μου, ὅτι μεριμνῶ περὶ τῶν συμφερόντων τοῦ
841τόπου. Ἀλλὰ τὸ τοιοῦτον δὲν μὲ ἐπηρέασε ποσῶς· ἐξηκολού-
842θησα δὲ ἐπιμένων παρὰ τῷ Ὑπουργείῳ, ὅτι δὲν εἶναι ὀρθὰ
843ὅσα βεβαιοῖ ὁ κ. νομομηχανικός, καὶ ὅτι παρίσταται ἀνάγκη
844νὰ σταλῇ ἐπὶ τόπου ἐπιθεωρητής. Τὸ Ὑπουργεῖον ἀπεφάσισε
845τοῦτο, καὶ μὲ ἠρώτησε μάλιστα, ποῖον ἐπιθεωρητὴν νὰ στείλῃ·
846ἐγὼ δὲ ὑπέδειξα ἐκεῖνον ἀκριβῶς, ὅστις, εὑρισκόμενος ἀπὸ και-
847ροῦ ἐν Νάξῳ, μετέβη ἐπὶ τόπου, καὶ ἀπεφάνθη ἐν τῇ ἐκθέσει
848του περὶ τοῦ ἐλαττώματος τοῦ λατομείου, χαρακτηρίζων
849τοῦτο ὡς ἐξηντλημένον.
850Κατὰ περίεργον σύμπτωσιν, τὴν αὐτὴν ἡμέραν ἀπεβιβα-
851ζόμεθα εἰς Νάξον ὁ κ. ἐπιθεωρητὴς καὶ ἐγώ, φθάσαντες ἐκεῖ
852διὰ δύο διαφόρων ἀτμοπλοίων, ὁ εἷς ἡμίσειαν ὥραν πρὸ τοῦ
853ἄλλου, περὶ τὴν 2 ὥραν μετὰ μεσημβρίαν. Ἔμαθον, ὅτι ἅμα
854ἀποβιβασθεὶς ὁ κ. ἐπιθεωρητὴς μετέβη εἰς τὸ γραφεῖον τοῦ
855ἐργοδηγοῦ, ὅπου καὶ παρέμενε. Περὶ τὴν 7 ἑσπερινὴν ὥραν
856ἐξῆλθον εἰς περίπατον πρὸς τὸ μέρος τοῦ λατομείου· ἐκεῖ δὲ
857ἦλθε μετ’ ὀλίγον καὶ ὁ κ. ἐπιθεωρητής. Ἐπεσκέφθημεν ὁμοῦ
858τὸ λατομεῖον, καὶ ἐπανήλθομεν εἰς τὴν πόλιν νύκτα πλέον.
859Τὴν ἐπαύριον λίαν πρωῒ εἶδον τὸν κύριον ἐπιθεωρητὴν βυθο-
860μετροῦντα εἰς τὸ ἄκρον τοῦ μώλου. Ἀλλὰ μετ’ ἐκλήξεως
861ἔμαθον, ὅτι ὁ κ. ἐπιθεωρητὴς μετὰ ἡμίσειαν ὥραν ἀναχωρεῖ.
862Δὲν τὸ ἐπίστευσα· ἀλλ’ ἐν πάσῃ περιπτώσει, ἵνα τὸν ἐμπο-
863δίσω ν’ ἀναχωρήσῃ, ἂν πράγματι ἐσκέπτετο τὸ τοιοῦτον,
864τῷ ἔγραψα τὴν ἑξῆς ἐπιστολὴν (ἀναγινώσκει):
865«Κύριε ἐπιθεωρητά.
866»Συνοψίζων τὰ ὅσα καὶ προφορικῶς ἐξέθηκα ὑμῖν χθές,
867βεβαιῶ ὑμᾶς, ὅτι πολλὰ πετρώματα εὑρίσκονται ἐρριμμένα
868ἐκτὸς τῶν πραγματικῶν διατομῶν τοῦ μώλου, ἀποτελοῦντα
869ζημίαν σοβαρὰν εἴτε διὰ τὴν Λιμενικὴν Ἐπιτροπήν, εἴτε
870διὰ τὸν ἐργολάβον..... Ἐπιβάλλεται, νομίζομεν, σήμερον ἡ
871λῆψις διατομῶν κατὰ πλάτος τῆς μέχρι τοῦδε ἐκτελεσθεί-
872σης ἐργασίας, αἵτινες διατομαὶ θὰ διαλευκάνωσιν ὅλα τὰ
873ζητήματα...»
874Ἐν τούτοις πράγματι περὶ τὴν 8 πρωϊνὴν ὥραν ὁ κύριος
875ἐπιθεωρητὴς ἐπεβιβάζετο τοῦ κατὰ τὴν ὥραν ἐκείνην ἑτοί-
876μου πρὸς ἀπόπλουν ἀτμοπλοίου...
877§61ΕΛΕΥΘ. ΜΥΚΩΝΙΟΣ. Ὁ ἐπιθεωρητὴς ἀνεχώρησε μαζὺ
878μὲ τὸν ἐργοδηγόν.
879§62Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Δὲν γνωρίζω τοῦτο.
880Ἐγὼ παρέμεινα ἐν Νάξῳ ἐπὶ ἕνα περίπου μῆνα, καὶ μό-
881λις τὴν παραμονὴν τῆς ἐκεῖθεν ἀναχωρήσεώς μου ἔλαβον
882γνῶσιν τῆς πρὸς τὴν Λιμενικὴν Ἐπιτροπὴν ἀποσταλείσης
883ἐκθέσεως τοῦ ἐπιθεωρητοῦ. Καὶ ἵνα μὴ σᾶς κουράσω μὲ
884τὴν ἀνάγνωσιν αὐτῆς, σᾶς λέγω ἐν ὀλίγοις, ὅτι ὁ κ. ἐπι-
885θεωρητὴς συμφωνεῖ καθ’ ὅλα μετὰ τοῦ νομομηχανικοῦ Κυ-
886κλάδων, βεβαιῶν, ὅτι τὰ πάντα ἐκτελοῦνται καλῶς, ὅτι τὸ
887λατομεῖον εἶναι ἄριστον — ἐκεῖνο δηλαδὴ τὸ λατομεῖον, τὸ
888ὁποῖον ἐθεωρεῖτο, πρότερον ὡς ἐξαντληθὲν καὶ ἐσταμάτησεν
889ἕνεκα τούτου τὴν πρώτην δημοπρασίαν, εἰς τὴν ὁποίαν εἶχε
890παρουσιασθῆ ἐργολάβος φερεγγυότατος μὲ ἔκπτωσιν τιμῶν
89115%, — καὶ καταλήγει συμπεραίνων (ἀναγινώσκει):
892«Ἐκ τῶν προεκτεθέντων δῆλον γίνεται, ὅτι τὰ εἰς τὸ
893Ὑπουργεῖον καταγγελθέντα καὶ ὅσα ἐπὶ τόπου μοὶ κατηγ-
894γέλθησαν δὲν δύναμαι νὰ βεβαιώσω ὡς λαμβάνοντα χώραν,
895ἀλλ’ ἐξ ἐναντίας, βεβαιῶ, ὅτι τὸ ἔργον ἐκτελεῖται κατὰ τὰ
896συμπεφωνημένα, ὡς ὀρθῶς καὶ ὁ νομομηχανικὸς Κυκλάδων
897ἐν τῇ πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον ὑπ’ ἀριθ. 661 ἀναφορᾷ του ἐκ-
898τίθησιν.»
899Ὁ κ. ἐπιθεωρητὴς ὅμως, λαβὼν ἴσως ὑπ’ ὄψιν τὴν ἐπι-
900στολήν, τὴν ὁποίαν τοῦ ἔστειλα κατὰ τὴν στιγμὴν τῆς ἀνα-
901χωρήσεώς του, ἐνόμισεν, ὅτι ὤφειλε νὰ συνοδεύσῃ τὴν ἔκθε-
902σίν του μὲ σχέδιον διατομῶν, ἐμφαῖνον τὴν πρόοδον τοῦ ἔρ-
903γου μέχρι τῆς ἡμέρας ἐκείνης. Τὸ σχέδιον τοῦτο περιλαμ-
904βάνει, ὡς βλέπετε, κύριοι Βουλευταί, ἕνδεκα διαφόρους δια-
905τομάς. Λέγει δὲ ἐν τῇ ἐκθέσει του ὁ κ. ἐπιθεωρητής, ὅτι
906τὰς διατομὰς ταύτας συνέταξεν «ἐπὶ τῇ βάσει βολίσεων, ἃς
907ἐπὶ τόπου ἐνήργησεν.»
908Ὁμολογῶ, κύριοι Βουλευταί, ὅτι, ἂν ἀνετίθετο εἰς ἐμὲ
909ἡ ἐργασία αὕτη πρὸς ἐκτέλεσιν, — καὶ εἶμαι, σημειώσατε,
910πολὺ νεώτερος τοῦ κ. ἐπιθεωρητοῦ, ἴσως δὲ καὶ εὐκινητό-
911τερος ἐκείνου — θὰ μοὶ ἐχρειάζοντο βεβαίως 10 τοὐλάχιστον
912ἡμέραι. Μοὶ ἐφάνη συνεπῶς παράδοξον, πῶς ἐν διαστήματι
913δύο ἢ ἔστω καὶ τριῶν ὡρῶν κατώρθωσεν ὁ κ. ἐπιθεωρητὴς
914νὰ ἐνεργήσῃ ἐπὶ τόπου τόσας βολίσεις, ὅσαι ἀπῃτοῦντο διὰ
915τὴν σχεδίασιν τῶν διατομῶν τούτων. Ἐσκανδαλίσθην, καὶ
916δὲν ὤκνησα νὰ ὑπολογίσω τὸν κύβον τῶν πετρωμάτων, ὅσα
917εἶχον βυθισθῆ μέχρι τῆς ἡμέρας τῆς εἰς Νάξον μεταβάσεως
918τοῦ κ. ἐπιθεωρητοῦ, — ἦτο ἡ 17 παρελθόντος Ἰουλίου — ἐπὶ
919τῇ βάσει αὐτῶν τούτων τῶν διατομῶν, αἵτινες συνώδευον
920τὴν ἔκθεσιν τοῦ κ. ἐπιθεωρητοῦ. Παραβάλλων δὲ τὰ ἐκ τοῦ
921ὑπολογισμοῦ τούτου ἀποτελέσματα πρὸς ἐκεῖνα, ἅτινα κατὰ
922τὴν αὐτὴν σχεδὸν ἡμέραν ἐπιστοποιοῦντο ὡς προκύπτοντα
923ἐκ τῶν ζυγίσεων, ἵνα πληρωθῶσιν εἰς τὸν ἐργολάβον, τί νομί-
924ζετε, κύριοι Βουλευταί, ὅτι εὕρισκον; Εὕρισκον ὅτι, ἐνῷ
925κατὰ τὰς ἐπὶ τόπου γενομένας ὑπὸ τοῦ ἰδίου κ. ἐπιθεωρη-
926τοῦ καταμετρήσεις ὁ ὁλικὸς κύβος τῶν μέχρι τῆς 27 Ἰου-
927λίου βυθισθέντων πετρωμάτων, ἐκεῖ ὅπου αἱ συγγραφαὶ ἐπέ-
928τασσον νὰ βυθισθῶσιν, ἀνήρχετο μόλις εἰς 2676 κυβικὰ μέ-
929τρα, τὴν τριακοστὴν πρώτην Ἰουλίου, τρεῖς ἡμέρας δηλο-
930νότι μετὰ τὴν ὑπὸ τοῦ κ. ἐπιθεωρητοῦ ἐνεργηθεῖσαν κατα-
931μέτρησιν, ὁ ἐπὶ τόπου μηχανικὸς ἐπιστοποίει ὡς ὀφειλόμενα
932εἰς τὸν ἐργολάβον 5447! Καὶ τὴν διαφορὰν ταύτην δὲν ἀντε-
933λήφθη ὁ κ. ἐπιθεωρητής, καὶ ἐβεβαίου ἐν τῇ πρὸς τὸ Ὑπουρ-
934γεῖον ἐκθέσει του, ὅτι τὸ ἔργον ἐκτελεῖται κανονικῶς καὶ
935κατὰ τὰ συμπεφωνημένα, χωρὶς νὰ παρατηρήσῃ, ὅτι οὐδα-
936μοῦ τῶν συγγραφῶν ἀναφέρεται ἡ περίπτωσις, καθ’ ἣν δύ-
937ναται ὁ ἐργολάβος νὰ πληρωθῇ καὶ διπλάσιον τοῦ εἰς αὐτὸν
938ὀφειλομένου ποσοῦ.
939§63Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Δὲν ὑπάρχει ποινικὴ Δικαιοσύνη;
940§64Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Περὶ τούτου ἁρμόδιος νὰ
941σᾶς πληροφορήσῃ εἶναι καὶ πάλιν ὁ κ. Ὑπουργός.
942Παρουσιάζομαι τότε εἰς τὸ τμῆμα τῶν Δημοσίων Ἔργων
943καὶ λέγω: «ἢ τὰ συνοδεύοντα τὴν ἔκθεσιν τοῦ κ. ἐπιθεω-
944ρητοῦ σχεδιογραφήματα εἶναι ψευδῆ, ἢ κατάχρησις ἔλαβε
945χώραν περὶ τὴν ζύγισιν.» Ἐξηλέγχθησαν οἱ ὑπολογισμοί μου
946ὑπὸ τῶν ἐν τῷ Ὑπουργείῳ, καὶ εὑρέθησαν ἀκριβεῖς· ἠρωτήθη
947ὁ ἐπιθεωρητὴς Τζώτζης, τί συμβαίνει, καὶ οὗτος ἀπήντησεν
948ἀφελέστατα, ὅτι τὰς διατομάς, τὰς ὁποίας ἐν τῇ ἐκθέσει
949του ἀναφέρει, ὅτι κατήρτισεν ἐπὶ τῇ βάσει βολίσεων, ἃς
950ἐπὶ τόπου ὁ ἴδιος ἐνήργησεν, ἔδωκεν εἰς αὐτὸν ὁ ἐργοδηγὸς
951Κατσάβης.
952Τότε συνέταξα ὑπόμνημα πρὸς τὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν
953Ὑπουργὸν κ. Τριανταφυλλᾶκον, ἐν ᾧ ἐξέθετον τὰ ἀνωτέρω,
954ἐκοινοποίουν δὲ τοῦτο διὰ δικαστικοῦ κλητῆρος εἰς τὸν
955Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν ἐνταῦθα, καὶ εἰς τὴν Λιμενι-
956κὴν Ἐπιτροπὴν ἐν Νάξῳ,—ἰδοὺ τὸ ἐπιδοτήριον,—καθιστῶν
957αὐτοὺς ὑπευθύνους διὰ τὰ ποσὰ, τὰ ὁποῖα ὁ ἐργολάβος ἔλα-
958βεν ἐπὶ πλέον τῆς ἐκτελεσθείσης πράγματι ὑπ’ αὐτοῦ ἐργα-
959σίας. Εὐθὺς ὡς ἐλήφθη ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τὸ ὑπόμνημά μου,
960ἀπεφασίσθη νὰ σταλῇ εἰς Νάξον ἕτερος μηχανικὸς πρὸς ἐξέ-
961λεγξιν τῶν ὑπ’ ἐμοῦ καταγγελθέντων. Ἐρωτηθεὶς μάλιστα,
962ὑπέδειξα ἐγὼ ὡς τοιοῦτον νεαρὸν μηχανικὸν, καταγόμενον
963πρὸς μητρὸς ἐκ Νάξου, συγγενεύοντα δὲ καὶ μετὰ τοῦ γραμ-
964ματέως τῆς Λιμενικῆς Ἐπιτροπῆς, ὅστις ἐτύγχανε καὶ ὁ
965κυριώτερος ὑποστηρικτὴς τοῦ ἐργολάβου. Δι’ ὃ καὶ μόλις ὁ
966μηχανικὸς οὗτος ἔφθασεν ἐκεῖ, μοὶ ἀπεστάλησαν δεκαπέντε
967ἐπιστολαὶ, ἐν αἷς μοὶ παρετήρουν, ὅτι καὶ ὁ νέος μηχανι-
968κὸς θὰ βεβαιώσῃ ὅσα καὶ οἱ πρὸ αὐτοῦ μεταβάντες εἰς Νά-
969ξον. Ἀλλ’ ἐγὼ εἶχον πεποίθησιν εἰς τὸν μηχανικὸν ἐκεῖνον,
970Βουγιούκαν ὀνομαζόμενον, διότι εἶχεν ἐργασθῆ ὑπ’ ἐμὲ, καὶ
971οὐδεμίαν ἔδωκα προσοχὴν εἰς τὰ γραφόμενα τῶν φίλων μου,
972καθόσον ἐγνώριζον τὴν μετὰ τοῦ γραμματέως τῆς Ἐπιτρο-
973πῆς συγγένειαν τοῦ μηχανικοῦ, καὶ ἀπὸ σκοποῦ τὸν ὑπέ-
974δειξα εἰς τὴν ὑπηρεσίαν. Ὁ κ. Βουγιούκας παρέμεινεν ἐν
975Νάξῳ ἐπὶ 15 ὅλας ἡμέρας, ἐμελέτησεν εὐσυνειδήτως τὰ κα-
976θέκαστα τῆς ἐργασίας καὶ ἐπανελθὼν εἰς Ἀθήνας συνέταξε
977καὶ ὑπέβαλεν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον πολυσέλιδον ἔκθεσιν. Πρὶν
978δὲ προβῶ εἰς τὴν ἀνάλυσιν τοῦ περιεχομένου τῆς ἐκθέσεως
979ταύτης, πρέπει νὰ παρατηρήσω, ὅτι ἡ ἐκτελουμένη ἐν
980Νάξῳ ἐργασία ἀποτελεῖται ἀπὸ δύο μέρη· διότι, ὡς καὶ
981προηγουμένως εἶπον, ὑπῆρχεν ἤδη ἐν Νάξῳ ὁ παλαιὸς μῶ-
982λος, ὅστις κατεστράφη ἐν μέρει καὶ ἔπρεπε νὰ συμπληρωθῇ,
983ὁσάκις δὲ εἰς τὰ δημόσια ἔργα ὑπάρχῃ παλαιὸν τμῆμα, τὸ
984ὁποῖον πρέπει νὰ συμπληρωθῇ, ἀπαιτεῖται μεγάλη προσο-
985χὴ, διότι εὐθὺς ὡς ἀρχίσῃ ἡ νέα ἐργασία, δὲν γνωρίζει τις
986πλέον, ποῖον εἶναι τὸ παλαιὸν καὶ ποῖον τὸ νεωστὶ κατα-
987σκευασθὲν τμῆμα, οὐδὲ δύναταί τις δι’ ἁπλῆς καταμετρήσεως
988νὰ ἐξακριβώσῃ τὸ ποσὸν τῆς νεωστὶ ἐκτελεσθείσης ἐργασίας.
989Ὁ μηχανικὸς κ. Βουγιούκας, ἵνα εὕρῃ τὸν κύβον τοῦ πα-
990λαιοῦ μώλου, ἐζήτησε τὰς ληφθείσας πρὸ τῆς ἐνάρξεως τοῦ
991ἔργου διατομάς. Τῷ ὑπεβλήθησαν τοιαῦται, τὰς ὁποίας ὁ
992κύριος Δεληβορριᾶς εἶχε λάβει δῆθεν ἐν Νάξῳ τὴν 6 Αὐγού-
993στου 1901· ὑπολογίσας δὲ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν διατομῶν τού-
994των τὰ βυθισθέντα ἐπὶ τοῦ παλαιοῦ μώλου πετρώματα,
995κατέληξεν εἰς ποσὸν 3850 κυβικῶν μέτρων, ἐνῷ ἡ κατάστα-
996σις τῶν μέχρι τέλους Ὀκτωβρίου πιστοποιηθέντων διὰ τῆς
997πλάστιγγος πετρωμάτων ὡς βυθισθέντων ἐπὶ τοῦ παλαιοῦ
998μώλου ἀνέρχεται μόνον εἰς 1286 κυβικὰ μέτρα.
999Ὁ μηχανικὸς κ. Βουγιούκας, μολονότι δὲν εἶχεν ἀνὰ χεῖ-
1000ρας τὰς πιστοποιήσεις, ἐξεπλάγη, φυσικὰ, διὰ τὸ εἰς ὃ κατέ-
1001ληξεν ἀποτέλεσμα, καὶ ἀμέσως συνεπέρανεν, ὅτι «τὸ ἀπο-
1002τέλεσμα τοῦτο εἶναι τελείως ἀναληθὲς», καὶ παρακατιὼν
1003παρατηρεῖ, ὅτι, «ἐὰν τοσαῦτα ἐβυθίζοντο πετρώματα ἐπὶ τοῦ
1004»παλαιοῦ μώλου, θὰ ἀπετέλουν ἐπὶ τῶν παλαιῶν τοιούτων
1005»πάχος δύο τοὐλάχιστον μέτρων, ἐνῷ δι’ ἀπ’ εὐθείας παρα-
1006»τηρήσεως δύναταί τις νὰ βεβαιωθῇ, ὅτι διὰ τῶν νεωστὶ βυ-
1007»θισθέντων πετρωμάτων διαφαίνονται τὰ τοῦ παλαιοῦ μώ-
1008»λου· πρᾶγμα, ὅπερ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐλάμβανε χώραν,
1009»ἐὰν τὰ νέα πετρώματα κατελάμβανον εἰς τὰ μέρη ταῦτα
1010»πάχος ἔστω καὶ ἑνὸς μέτρου.»
1011Πόθεν λοιπὸν ἡ διαφορὰ αὕτη τοῦ κύβου, τοῦ ἐπὶ τῇ βά-
1012σει τῶν ὑπὸ τοῦ νομομηχανικοῦ Κυκλάδων ληφθεισῶν δια-
1013τομῶν ὑπολογισθέντος πρὸς τὸν πράγματι βυθισθέντα; εἰς
1014τὸ ὅτι αἱ διατομαὶ αὗται, αἱ ὁποῖαι πιστοποιεῖται ὅτι ἐλή-
1015θησαν τὴν 4 Αὐγούστου 1901 ἐν Νάξῳ, εἶναι ἀναμφισβη-
1016τήτως ἀνακριβεῖς· ἴσως δὲ—ἐπιτραπήτω μοι ἡ λέξις—καὶ
1017τελείως εἰκονικαί. Καὶ τοῦτο ἐπιβεβαιοῦται ἐξ ἑνὸς πίνα-
1018κος, τὸν ὁποῖον ὁ ἐπιβλέπων τὸ ἔργον ἐργοδηγὸς Κατσάβης
1019ὑπέβαλεν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τὴν 19 Ἰανουαρίου 1902,—
1020πέντε ὅλους μῆνας μετὰ τὴν λῆψιν τῶν διατομῶν ὑπὸ τοῦ
1021νομομηχανικοῦ Κυκλάδων—ἵνα ὑποδείξῃ κατὰ πόσον αἱ μέ-
1022χρι τῆς ἡμέρας ἐκείνης γενόμεναι νέαι καταμετρήσεις ἀπε-
1023δείκνυον, ὅτι ηὔξησεν ὁ κύβος τῶν πετρωμάτων, ὁ ὁποῖος θὰ
1024ἐχρειάζετο διὰ τὴν ἀποπεράτωσιν τοῦ μώλου. Ἐν τῷ πίνακι
1025τούτῳ οὐδαμοῦ ἐμφαίνεται αὔξησις πετρωμάτων, εἰμὴ εἰς
1026τοὺς ὀγκολίθους βʹ καὶ γʹ κατηγορίας, καὶ αὕτη πρὸς ἐκτέ-
1027λεσιν συμπληρωματικοῦ τινος ἔργου ἐπὶ τοῦ παλαιοῦ μώλου,
1028μὴ προβλεπομένου ἐν τῷ προϋπολογισμῷ. Τὸ τοιοῦτον ἀπο-
1029δεικνύει προφανῶς, ὅτι ἢ ὁ πίναξ εἶναι ψευδὴς, ἢ αἱ διατο-
1030μαὶ εἶναι ψευδεῖς.
1031Ἔρχομαι ἤδη, κύριοι Βουλευταί, εἰς τὸ δεύτερον μέρος,
1032τὸ σχετιζόμενον μὲ τὴν κατασκευὴν τοῦ νέου μώλου. Ὁ ὄγ-
1033κος τῶν πετρωμάτων, τῶν βυθισθέντων ὑπὸ τοῦ ἐργολάβου
1034κατὰ προέκτασιν τοῦ παλαιοῦ μώλου πρὸς κατασκευὴν τοῦ
1035νέου τμήματος τοῦ κυματοθραύστου, ὑπελογίσθη ὑπὸ τοῦ μη-
1036χανικοῦ κ. Βουγιούκα, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὑπ’ αὐτοῦ γενομέ-
1037νων ἐπὶ τόπου καταμετρήσεων, εἰς 4400 κυβικὰ μέτρα, ἐνῷ
1038ὁ αὐτὸς ὄγκος εἰς τὴν ἐπίσημον πιστοποίησιν τοῦ Ὀκτω-
1039βρίου φέρεται ἴσος πρὸς 6360 κυβικὰ μέτρα. Ἐπιστοποιήθη-
1040σαν λοιπὸν εἰς τὸν ἐργολάβον πλείω τῶν βυθισθέντων πετρω-
1041μάτων—ἐπὶ τῇ βάσει πάντοτε τῶν καταμετρήσεων, τὰς ὁ-
1042ποίας ἐξετέλεσεν ὁ μηχανικὸς κ. Βουγιούκας, — 1960 μέτρα
1043κυβικά.
1044Ἤδη παρουσιάζεται ἕτερον ζήτημα: Τὰ 5686 κυβικὰ
1045μέτρα πετρωμάτων, ὅσα ἐν τῷ συνόλῳ ἐβύθισεν ὁ ἐργολάβος,
1046τὰ ἐβύθισεν ἆρά γε ἐκεῖ, ὅπου ὑπεχρεοῦτο νὰ τὰ βυθίσῃ, τὰ
1047ἐβύθισεν ἆρά γε ἐκεῖ, ὅπου αἱ συγγραφαὶ καὶ τὰ σχέδια
1048ἀπῄτουν; ἢ μήπως ἐρρίφθησαν ταῦτα ἀλλαχοῦ, ὁπότε καὶ
1049τὸ ἔργον δὲν ἐκτελεῖται οἷον ἀπεφασίσθη;
1050Τὸ ἄρθρον 12 τῶν συγγραφῶν προβλέπει περὶ τούτου ῥη-
1051τῶς (ἀναγινώσκει): «Πετρώματα πίπτοντα ἐκτὸς τῶν οἰ-
1052»κείων θέσεών των ἀφαιροῦνται ἐκ τῶν λογαριασμῶν τοῦ ἐρ-
1053»γολάβου». Ὁ δὲ μηχανικὸς κ. Βουγιούκας καὶ τοῦτον ἐπε-
1054χείρησε τὸν ἔλεγχον, καταδείξας, ὅτι ἐκ τοῦ ὅλου τῶν βυ-
1055θισθέντων 5686 κυβικῶν μέτρων πετρωμάτων 2042 μέτρα
1056ἔπεσαν ἐκτὸς τῶν οἰκείων θέσεων, κατὰ τὴν ἔκφρασιν τοῦ
1057σχετικοῦ ἄρθρου τῶν συγγραφῶν, καὶ πρέπει συνεπῶς ν’ ἀφαι-
1058ρεθῶσιν ἐκ τοῦ λογαριασμοῦ τοῦ ἐργολάβου. Ἀλλὰ τότε τί
1059ἀπομένει πρὸς πληρωμήν; Ἀπομένουσι 3644 μέτρα κυβι-
1060κὰ, ἀντὶ τῶν 7646, ὅσα ἐπιστοποιήθησαν πρὸς πληρωμὴν
1061τὴν 14 παρελθόντος Νοεμβρίου. Ἐπιστοποιήθησαν δηλονότι
1062ἐπὶ πλέον 4002 κυβικὰ μέτρα, ἀντὶ τῶν 3644, ἅτινα θὰ
1063ἦσαν πληρωτέα εἰς τὸν ἐργολάβον...
1064§65Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Ποῖον τὸ συμφέρον νὰ βυθισθῶσιν
1065ἐκτός;
1066§66Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Ἀπολύτως οὐδέν. Περὶ
1067τούτου θὰ ὁμιλήσω κατωτέρω. Ἐγὼ ἔχω τὴν πεποίθησιν,
1068ὅτι ὁ ἐργολάβος δὲν ἔρριπτεν ἀπὸ σκοποῦ τὰ πετρώματα ἐκ-
1069τὸς τῶν διατομῶν, ἀλλ’ ὅτι τὰ ἔρριπτεν ἐντὸς αὐτῶν, καὶ
1070κατόπιν εὑρέθησαν ἐκτὸς, δι’ ὃν λόγον θὰ σᾶς εἴπω μετ’ ὀλίγον.
1071Ἔλεγον λοιπὸν, Κύριοι, ὅτι ἐκ τῶν 7646 κυβικῶν μέ-
1072τρων, ὅσα ἐπιστοποιήθησαν ἵνα πληρωθῶσιν εἰς τὸν ἐργολά-
1073βον, μόνον 3644 θὰ ἦσαν πληρωτέα· καὶ λέγω θὰ ἦσαν,
1074διότι, κατὰ τὴν ὑπὸ τοῦ μηχανικοῦ κ. Βουγιούκα γενομέ-
1075νην ἐξέλεγξιν, ἀπεδείχθη, ὅτι ὁ ἄξων, τὸν ὁποῖον ἀκολουθεῖ
1076ὁ σήμερον κατασκευαζόμενος μῶλος, δὲν εἶναι ὁ ὑπὸ τῶν συγ-
1077γραφῶν ὁριζόμενος. Τὸ συμβόλαιον τῷ ὄντι λέγει ἐν ἄρθρῳ 2,
1078ὅτι ὁ ἄξων τοῦ μώλου διήκει κατὰ τὴν ἐπέκτασιν τοῦ ὑπάρ-
1079χοντος καὶ διευθύνεται πρὸς τὸ ἔναντι ἀκρωτήριον τῆς Στυ-
1080λίδος, ἐπὶ τῆς Νάξου...», ἐνῶ ὁ ἄξων τοῦ νῦν ἐν κατα-
1081σκευῇ μώλου, ὡς βεβαιοῖ ὁ κ. Βουγιούκας, δὲν διαμφισβη-
1082τοῦσι δὲ οὔτε ὁ ἐργολάβος οὔτε ὁ διευθύνων τὸ ἔργον μηχα-
1083νικός, παρεξέκλινε πρὸς τὰ ἔσω τοῦ λιμένος, καὶ ἀποτελέσας
1084καμπὴν μετὰ τοῦ παλαιοῦ δὲν διευθύνεται πλέον πρὸς τὸ
1085ἔναντι ἀκρωτήριον τῆς Στυλίδος. Ἐὰν λοιπὸν αἱ διατομαὶ
1086ληφθῶσι μὲ ἄξονα οὐχὶ τὸν παρεκκλίναντα, ἀλλὰ τὸν ὑπὸ
1087τῶν συγγραφῶν ὁριζόμενον, —καὶ οὕτως ἔπρεπε νὰ ληφθῶσι
1088κατὰ τὰ συμπεφωνημένα —δὲν δυνάμεθα νὰ προείπωμεν, ἂν
1089ἐκ τῶν 3644 κυβικῶν μέτρων, ὅσα εἴπομεν ὅτι θὰ ἦσαν πλη-
1090ρωτέα, θ’ ἀπομείνῃ τι πληρωτέον πράγματι εἰς τὸν ἐργο-
1091λάβον.
1092Ἀπαντῶ ἤδη εἰς τὴν ἀπορίαν τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀττικῆς
1093συναδέλφου. Εὐθὺς ὡς ἔμαθον, ὅτι ὁ ἄξων μετετοπίσθη πρὸς
1094τὰ ἔσω τοῦ λιμένος, ἐσχημάτισα τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἀρχικῶς
1095τὰ πετρώματα ἐρρίπτοντο ἴσως κατὰ μέγα μέρος εἰς τὴν οἰ-
1096κείαν θέσιν, ἀλλ’ ἡ ποιότης αὐτῶν δὲν ἦτο ἡ ὑπὸ τῶν συγγρα-
1097φῶν ὁριζομένη. Ἐγὼ τῷ ὄντι οὐδεμίαν εἶχον ἀρχικῶς γνῶσιν
1098τῶν παραβάσεων, ὅσας προηγουμένως ἀνέπτυξα· παρεπονού-
1099μην ἁπλῶς, ὅτι ἀντὶ συντριμμάτων ἐβυθίζετο ἄμμος, καὶ
1100μάλιστα μέχρι βάθους δύο μέτρων κάτωθι τῆς ἐπιφανείας
1101τῆς θαλάσσης. Ἐπειδὴ δὲ τὸ λατομεῖον δὲν παρεῖχε καὶ
1102ἀνάλογον ποσότητα χαλίκων καὶ ὀγκολίθων πρὸς ἐπικάλυψιν
1103τῆς ἄμμου ταύτης, ἔμενεν αὕτη ἐπὶ πολὺ ἐκτεθειμένη εἰς
1104τὴν διάθεσιν τῶν κυμάτων, ἅτινα μετετόπιζον ταύτην πρὸς
1105τὰ ἔσω τοῦ λιμένος· ἐκ τούτου δὲ καὶ τὸ θόλωμα τῶν ὑδά-
1106των, ὅπερ παρετηρεῖτο καθ’ ὅλην τὴν ἔκτασιν τοῦ λιμένος,
1107εὐθὺς ὡς ἤρχιζε πνέων ὁ βορρᾶς.
1108Μετατοπιζόμενα οὕτω πρὸς τὰ ἔσω τὰ πετρώματα, ἐξήρ-
1109χοντο τῶν οἰκείων θέσεων, καὶ κατὰ τὸ ἄρθρον 12 τῶν συγγρα-
1110φῶν, ὡς καὶ προηγουμένως ἀνέφερα, ἔπρεπε νὰ ἐκπίπτωνται
1111ἐκ τῶν λογαριασμῶν τοῦ ἐργολάβου. Ἵνα δὲ μὴ γείνῃ τοῦτο,
1112ἐφευρέθη ἡ ἀπὸ σκοποῦ δῆθεν πρὸς τὰ ἔξω χάραξις τοῦ ἄξονος
1113πρὸ τῆς ἐνάρξεως τῶν ἔργων ὑπ’ αὐτοῦ τοῦ νομομηχανικοῦ Κυ-
1114κλάδων.
1115Ἐγώ, Κύριοι, ἀδιστάκτως φρονῶ, ὅτι ἡ μετατόπισις τοῦ
1116ἄξονος δὲν ἐγένετο πρὸ τῆς ἐνάρξεως τῶν ἔργων, ἀλλ’ ἐπέ-
1117βαλλον τὴν ἐφεύρεσιν ταύτης τὰ κατόπιν γεγονότα. Ἐρωτῶ,
1118τῷ ὄντι, κατὰ πόσας μοίρας ὁ ἄξων μετετοπίσθη; καὶ οὐ-
1119δεὶς δύναται νὰ μοὶ ἀπαντήσῃ. Προκαλῶ δὲ τὸν ἀξιότιμον
1120ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸν νὰ τηλεγραφήσῃ αὐτὴν τὴν
1121στιγμὴν εἰς τὸν νομομηχανικὸν Κυκλάδων κ. Δεληβορριᾶν,
1122καὶ τὸν ἐρωτήσῃ: «κατὰ πόσας μοίρας, Κύριε, ἐχαράξατε
1123τὸν ἄξονα πρὸς τὰ ἔσω τοῦ ὑπὸ τῶν συγγραφῶν ὁριζομένου
1124τοιούτου;» Εἶμαι πεπεισμένος, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν θὰ
1125λάβῃ ἀπάντησιν, ἤ, ἂν λάβῃ τοιαύτην, θὰ ἦναι ἀνακριβής.
1126Διότι πῶς εἶναι δυνατόν, κύριοι Βουλευταί, νὰ παραδεχθῶ-
1127μεν, ὅτι τοιαύτην ἐπέφερεν εἰς τὸ ἔργον μεταβολὴν ὁ νομομη-
1128χανικὸς Κυκλάδων, παραβιάσας τὰς συγγραφάς, χωρὶς οὐδὲ
1129τὴν Λιμενικὴν Ἐπιτροπήν, οὐδὲ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσω-
1130τερικῶν νὰ εἰδοποιήσῃ περὶ τούτου; Ὁ μηχανικὸς κ. Βου-
1131γιούκας λέγει ῥητῶς ἐν τῇ ἐκθέσει του (ἀναγινώσκει): «Διὰ
1132τὴν ἀλλαγὴν τῆς διευθύνσεως ταύτης τοῦ ἄξονος οὐδὲν σχε-
1133τικὸν ἀνεῦρον ἐν τῷ φακέλῳ.»
1134Καὶ ἂν ὁ νομομηχανικὸς ἔπραξε τοῦτο—ὡς κατόπιν δι-
1135καιολογούμενος λέγει—ἵνα οἰκονομήσῃ κύβον τινὰ τῶν πε-
1136τρωμάτων τοῦ παλαιοῦ μώλου, διατί ἐν τῷ ὑποβληθέντι τὴν
113719 Ἰανουαρίου 1902 πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν
1138πίνακι, τὸ ποσὸν τοῦτο δὲν ἐκπίπτεται, ἀφοῦ ἡ χάραξις τοῦ
1139ἄξονος, κατὰ τὴν ὁμολογίαν τοῦ ἐργοδηγοῦ Κατσάβη, ἐγέ-
1140νετο κατ’ Αὔγουστον τοῦ 1901;
1141§67ΙΠ. ΑΠΕΡΓΗΣ. Ὁ ἐργολάβος ἐβύθιζε τὰ πετρώματα εἰς
1142τὴν θέσιν τοῦ ἄξονος, ἀλλὰ παρεσύροντο ἀπὸ τὴν τρικυμίαν.
1143Ὥστε δὲν εἶναι ὑπεύθυνος ὁ ἐργολάβος.
1144§68Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Ἐὰν βεβαίως, κύριε συνά-
1145δελφε, ἐβύθιζε πετρώματα, οἷα ὁρίζουσιν αἱ συγγραφαί, καὶ
1146ἐξετέλει ἐν γένει τὴν ἐργασίαν κατὰ τοὺς κανόνας τῆς τέ-
1147χνης, διατηρῶν καὶ τὰ βάθη, εἰς ἃ ὤφειλε νὰ βυθίζηται
1148ἑκάστη κατηγορία πετρωμάτων, δὲν θὰ ὑπεῖχεν ἴσως εὐθύ-
1149νην διὰ τὴν ὑπὸ τῶν κυμάτων μετατόπισιν τούτων. Ἀλλὰ
1150τοιοῦτόν τι δὲν ἐγένετο· τὰ πετρώματα μετετοπίσθησαν,
1151διότι ἀπετελοῦντο ἀπὸ ἄμμον, διότι ἐβυθίσθησαν μέχρι βά-
1152θους δύο μέτρων ὑπὸ τὴν ἐπιφάνειαν τῆς θαλάσσης· ἐπανα-
1153λαμβάνω δέ, ὅτι αὐτὴ εἶναι ἡ ἐμὴ ἀντίληψις, ἐνῷ ὁ ἐργολά-
1154βος καὶ οἱ ἔχοντες τὴν διεύθυνσιν καὶ τὴν ἀνωτέραν ἐπο-
1155πτείαν τοῦ ἔργου μηχανικοὶ βεβαιοῦσι τὰ ἀντίθετα, λέγον-
1156τες, ὅτι «ἀρχικῶς ἐδῶ ἡμεῖς ἐρρίπτομεν τὰ πετρώματα ἐπὶ
1157τῇ βάσει τοῦ νέου ἄξονος τοῦ μὴ συμφωνοῦντος μὲ τὸν ἄξονα,
1158τὸν ὁποῖον ὁρίζουσιν αἱ ἐγγραφαί.»
1159Ἀλλ’ ἐπανέρχομαι εἰς τὴν ἔκθεσιν τοῦ κυρίου Βουγιούκα.
1160Ὡς ἦτο φυσικόν, ἐζήτησεν οὗτος νὰ ἀντιληφθῇ τὰ αἴτια
1161τῆς παρατηρουμένης διαφορᾶς μεταξὺ τοῦ ὑπολογισθέντος
1162ὑπ’ αὐτοῦ κύβου τῶν πετρωμάτων ἐπὶ τῇ βάσει βολίσεων, ἃς
1163πράγματι ἐπὶ τόπου ἐνήργησεν οὗτος, καὶ τοῦ διὰ τῆς
1164πλάστιγγος πιστοποιηθέντος, καὶ λέγει (ἀναγινώσκει): «Ὅτε
1165ἐξήλεγξα τὰ ἀπόβαρα τῶν βαγονίων, πολλὰ εὗρον ἐσφαλ-
1166μένα, καὶ εἴς τινα ἀποδίδεται βάρος ὀλιγώτερον τοῦ ἀλη-
1167θοῦς. Τοῦτο δέ, διότι τὰ ἀπόβαρα ἀπὸ πολλοῦ δὲν εἶχον
1168ἐξελεγχθῆ, ἐνῷ τὰ βαγόνια ἐν τῷ μεταξὺ ἐπεσκευάσθησαν,
1169εἴτε ἕνεκεν ἄλλων λόγων ὑπέστησαν ἀλλοιώσεις, ὅσον ἀφορᾷ
1170τὸ βάρος των. Τὸ εἰδικὸν βάρος τῶν πετρωμάτων θὰ ἔπρε-
1171πεν ἅπαξ τοὐλάχιστον τοῦ μηνὸς νὰ εὑρίσκηται ἐπὶ δειγμά-
1172των ὅλων τῶν χρησιμοποιουμένων πετρωμάτων... Ὅσον ἀφο-
1173ρᾷ τὴν ὑπηρεσίαν ζυγίσεως, αὕτη ἐκτελεῖται κανονικῶς, καὶ
1174οὐδὲν παρατηρεῖται ἐν αὐτῇ τὸ ἐπιλήψιμον.»
1175Ἐπὶ τοῦ τελευταίου τούτου, κύριοι Βουλευταί, ἔχω νὰ
1176ἐπιφέρω παρατηρήσεις τινάς. Ὡς γνωρίζετε, οἱ ἐργολάβοι
1177λιμενικῶν ἔργων πληρώνονται ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ βάρους τῶν
1178πετρωμάτων, τὰ ὁποῖα πιστοποιεῖ ἡ πλάστιγξ. Ἐν τούτοις
1179εἰς τοὺς προϋπολογισμοὺς βλέπομεν ἀναγραφόμενα κυβικὰ
1180μέτρα. Τὰ κυβικὰ μέτρα ἔχουσι σχέσιν μὲ τὸ βάρος τοῦ πε-
1181τρώματος, διότι ὁ γρανίτης λ. χ. εἶναι βαρύτερος ἀπὸ τὸ
1182μάρμαρον, τὸ μάρμαρον εἶναι βαρύτερον ἀπὸ τὴν ἐλαφρόπε-
1183τραν, καὶ οὕτω καθεξῆς. Εἰς ἕκαστον εἶδος πετρώματος
1184ἀντιστοιχεῖ καὶ ὡρισμένον βάρος, ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ὁποίου
1185αἱ ὀκάδες μετατρέπονται εὐκόλως εἰς κυβικὰ μέτρα.
1186Τὸ ὑπὸ τῆς πλάστιγγος πιστοποιούμενον βάρος εἶναι λοι-
1187πὸν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον χρησιμεύει ὡς βάσις διὰ τὴν πληρωμὴν
1188τοῦ ἐργολάβου. Ἀλλ’ εἰς ποῖον εἶναι ἀνατεθειμένη αὐτὴ ἡ
1189λεπτὴ ὑπηρεσία τῆς ζυγίσεως; Εἰς ἕνα ἐπιστάτην τῆς ὑπη-
1190ρεσίας τῶν δημοσίων ἔργων, οὗτινος ἡ μισθοδοσία δὲν ὑπερ-
1191βαίνει τὰς 80 δραχμάς. Ὅ,τι ζυγίσῃ αὐτός, ὅ,τι πιστο-
1192ποιήσει, ἐκεῖνο θὰ πληρωθῇ εἰς τὸν ἐργολάβον. Οὗτος κρατεῖ
1193δελτία ζυγίσεως, τὰ στέλλει κατὰ μῆνα εἰς τὴν Λιμενικὴν
1194Ἐπιτροπήν, αὕτη τὰ ἐξελέγχει, καὶ καταστρώνει τὴν πι-
1195στοποίησιν διὰ τὴν πληρωμὴν τοῦ ἐργολάβου.
1196Ἐν τῇ συνεδριάσει τῆς 5 Αὐγούστου 1902 τῆς Λιμενι-
1197κῆς Ἐπιτροπῆς τὸ μέλος αὐτῆς Ἐμμ. Μαγκάκης παρετή-
1198ρησε, κατὰ τὴν ὑπ’ ἀριθ. 24 πρᾶξιν τῆς Λιμενικῆς Ἐπι-
1199τροπῆς, ὅτι (ἀναγινώσκει) «ἐν τῷ ὑπ’ ἀριθ. 5 τῆς 8 Ἰου-
1200λίου 1902 δελτίῳ ζυγίσεως πετρωμάτων ἀναγράφεται ὀγκό-
1201λιθος γʹ κατηγορίας, ὅστις κατὰ τὸ δελτίον τοῦτο ἐζύγιζε
1202βάρος ἀκαθάριστον 8,800 ὀκάδων, ἐνῷ ἡ πλάστιγξ τοῦ ἐν-
1203ταῦθα ζυγιστηρίου ζυγίζει κατὰ τὴν ἀνωτέραν δύναμιν αὑτῆς
12048,500 ὀκάδας...»
1205§69Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Κατὰ συμπερασμὸν τὸ ὑπόλοιπον.
1206§70Π. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Μονοκόμματος ἦτο;
1207§71Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Μονοκόμματος βεβαίως.
1208(Ἐξακολουθεῖ ἀναγινώσκων):
1209«...Συνεπείᾳ τῆς προτάσεως τοῦ μέλους μετέβη ἐν ὁλο-
1210μελείᾳ ἡ Λιμενικὴ Ἐπιτροπὴ εἰς τὸ ἐνταῦθα ζυγιστήριον καὶ
1211ἐζήτησε παρὰ τοῦ ἐπιτετραμμένου τὴν ζύγισιν ὑπαλλήλου,
1212ἐπιστάτου Πέτρου Ἀθανασίου, τὸ πρωτότυπον τοῦ ἀνωτέρω
1213ὑπ’ ἀριθ. 5 δελτίου, ὅπερ κρατεῖ εἰς τὴν ὑπηρεσίαν του, καὶ
1214οὗτος παρέδωκεν αὐτὸ εἰς τὴν Λιμενικὴν Ἐπιτροπὴν· ἐκ τού-
1215του δὲ ἐξάγεται, ὅτι ὁ ἀνωτέρω ὀγκόλιθος ζυγίζει ἀκαθά-
1216ριστος ὀκάδας 8,860, ἐνῷ τὸ εἰς τὸ γραφεῖον τῆς ἐπιτροπῆς
1217ὑπάρχον δελτίον, ὡς ἄνω, ὑπ’ ἀριθ. 5, φέρει ἀκαθαρίστους
1218ὀκάδας 8,800, βάρος, τὸ ὁποῖον δὲν δύναται νὰ ζυγίσῃ ἡ
1219πλάστιγξ τοῦ ζυγιστηρίου, διότι ἡ ἀνωτέρα ἀντοχὴ αὐτῆς
1220εἶναι ὀκάδες 8,500. Ἐπὶ τούτοις, ὅτε ἡ ἐπιτροπὴ ἠρώτησε
1221τὸν εἰρημένον ἐπιστάτην, πῶς συνέβη τοῦτο, οὗτος ἀπήντη-
1222σεν ἀφελέστατα, ὅτι τοῦτο ἐγένετο ἐκ λάθους! Ὅτι εἰς τὸ
1223αὐτὸ ἀνωτέρω πρωτότυπον τοῦ δελτίου ἡ ἐπιτροπὴ παρετή-
1224ρησε καὶ ἕτερα πλεῖστα λάθη εἰς τὴν ζύγισιν τῶν διαφόρων
1225δελτίων ὀγκολίθων, ὅπως καὶ εἰς ἕτερα δελτία προηγουμέ-
1226νων ζυγίσεων, διορθωθέντα ὑπὸ τοῦ μηχανικοῦ.
1227»Συνεπείᾳ τῶν ἀνωτέρω, ἅτινα ὑπέπεσαν εἰς τὴν ἀντίλη-
1228ψιν τῶν μελῶν τῆς ἐπιτροπῆς, ἕνεκα τοῦ ὑπερβάλλοντος βά-
1229ρους τῆς δυνάμεως τῆς πλάστιγγος, θεωρεῖ τὸν ἀνωτέρω ἐπι-
1230στάτην ἀνίκανον καὶ ἀκατάλληλον ὅλως διὰ τὴν ὑπηρεσίαν
1231της, οὐδὲ δύναται ἡ ἐπιτροπὴ νὰ ἔχῃ πεποίθησιν εἰς τοῦτον.
1232»Ἀποφαίνεται παμψηφεί.
1233»Παρακαλεῖ τὸ Σ. Ὑπουργεῖον, ἀναφερομένη καὶ αὖθις
1234εἰς τὴν ὑπ’ ἀριθμὸν 15 τῆς 15 Ἀπριλίου πρᾶξίν της, ἵνα
1235τοῦτο εὐαρεστούμενον τοποθετήσῃ τὸν ἀνωτέρω ἐπιστάτην
1236Πέτρον Ἀθανασίου εἰς ἄλλα λιμενικὰ ἔργα...»
1237Ἐζητήθη ἡ ἔγγραφος ἀπολογία τοῦ μηχανικοῦ ἐπὶ τοῦ
1238γεγονότος τούτου, καὶ οὗτος διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 142 τῆς 6
1239Αὐγούστου 1902 πρὸς τὸν πρόεδρον τῆς Λιμενικῆς Ἐπιτρο-
1240πῆς ἐγγράφου του λέγει (ἀναγινώσκει):
1241«Εἰς ἀπάντησιν τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 109 ἐγγράφου σας, πλη-
1242ροφορῶ ὑμᾶς, κύριε Πρόεδρε, ὅτι ὁ ἐπὶ τῆς ζυγίσεως τῶν πε-
1243τρωμάτων τοῦ λιμένος ἐπιστάτης κ. Π. Ἀθανασίου βεβαίως
1244ἐκ παραδρομῆς ἐσημείωσεν ἐν τῷ δελτίῳ τῆς 5 Ἰουλίου ἐ.ἔ.
1245τὸν περὶ οὗ πρόκειται ὀγκόλιθον ὡς φέροντα βάρος μεγαλεί-
1246τερον τῆς ἀντοχῆς τῆς ἐν ἐνεργείᾳ πλάστιγγος κατὰ 360
1247ὀκάδας... Ἀντὶ δηλονότι νὰ σημειώσῃ ὀκάδας 8500,
1248ὅσας κατεδείκνυεν ἡ πλάστιγξ, ἐσημείωσεν 8860, ἐκ παρα-
1249δρομῆς ἀναμφιβόλως, ἐκλαβὼν τὸν ἀριθμὸν τοῦ μεγαλειτέ-
1250ρου βραχίονος ὡς φέροντα τὸν ἀριθμὸν 8,860. Σφάλμα ἀλη-
1251θῶς ἄνευ σημασίας, προκειμένου περὶ λάθους 360 ὀκάδων,
1252ζημίας δὲ τόσον εὐτελοῦς, ὥστε οὐδὲ νὰ λαμβάνηται αὕτη
1253ὑπ’ ὄψιν...»
1254Καὶ ἐξακολουθεῖ ὁ ἐργοδηγὸς κ. Κατσάδης ὑπεραμυνόμε-
1255νος τῆς τιμιότητος τοῦ ζυγιστοῦ!
1256Ἡ δικαιολογία εἶναι ἀληθῶς εὐφυεστάτη. Βεβαίως ἐκ
1257παραδρομῆς ὁ δυστυχὴς ζυγιστὴς ἐσημείωσεν 86 ἀντὶ 50,
1258σφάλμα ἀληθῶς ἄνευ σημασίας, διότι 360 μόνον ὀκάδας προσ-
1259έθηκεν εἰς τὸ πραγματικὸν βάρος τοῦ ὀγκολίθου! Ἀλλ’ ἐλη-
1260σμόνησεν ὁ κ. ἐργοδηγὸς νὰ μᾶς εἴπῃ, καὶ ποσάκις τὸ λάθος
1261τοῦτο ἐπανελήφθη· οὐδὲ μᾶς ἀναφέρει τι περὶ τῶν ἑτέ-
1262ρων πλείστων λαθῶν, ὅσα ἡ ἐπιτροπὴ, λαβοῦσα ἐκ τούτου
1263ἀφορμήν, παρετήρησεν εἰς τὰ διάφορα δελτία ζυγίσεως ὀγκο-
1264λίθων.
1265Ὁ εἰρηνοδίκης, πρόεδρος τῆς Λιμενικῆς Ἐπιτροπῆς, διὰ
1266τοῦ ὑπ’ ἀριθμὸν 108 ἀπὸ 6 Αὐγούστου πρὸς τὸν νομάρχην
1267Κυκλάδων ἐγγράφου του διεβίβασε τὴν σχετικὴν πρᾶξιν τῆς
1268Λιμενικῆς Ἐπιτροπῆς καὶ τὸ ἔγγραφον τοῦ ἐργοδηγοῦ Κα-
1269τσάβη, προσθέτων (ἀναγινώσκει):
1270«Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ἀναφέρω ὑμῖν, κύριε νομάρχα, ὅτι
1271ὁ περὶ οὗ πρόκειται ἐπιστάτης ἐπὶ τῶν λιμενικῶν ἔργων ἐν-
1272ταῦθα Πέτρος Ἀθανασίου ὑπέπεσε μὲν ἐξ ἀπροσεξίας εἰς τὸ
1273ἐν τῇ συνημμένῃ πράξει ἀναφερόμενον περὶ τὴν ζύγισιν τοῦ
1274ὀγκολίθου λάθος, ἀλλὰ τοῦτο συνέβη ἁπλῶς ἐκ λάθους, ὡς
1275ἐκ τοῦ εἴδους τῆς ὑπηρεσίας, καθ’ ἃ ἐξάγεται καὶ ἐκ τῆς
1276συνημμένης ἐκθέσεως τοῦ μηχανικοῦ τοῦ λιμένος, καὶ οὐχὶ
1277ἐκ προθέσεως, ἵνα ζημιώσῃ τὸ Λιμενικὸν Ταμεῖον ἐπ’ ὠφε-
1278λείᾳ τοῦ ἐργολάβου, καθόσον γνωστὴ τυγχάνει ἡ τιμιότης
1279τοῦ ὑπαλλήλου τούτου περὶ τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν καθηκόν-
1280των του, ὡς καὶ ἡμεῖς ἀντελήφθημεν.»
1281Δὲν σᾶς φαίνεται, κύριοι Βουλευταί, περίεργος ἡ ἐπιμο-
1282νὴ τοῦ τε διευθύνοντος τὰς ἐργασίας ἐργολάβου Κατσάβη
1283καὶ τοῦ προεδρεύοντος τῆς Λιμενικῆς Ἐπιτροπῆς γραμμα-
1284τέως τοῦ Εἰρηνοδικείου Λεβαντῆ εἰς τὸ νὰ δικαιολογήσωσι
1285καὶ νὰ θέλωσι νὰ κρατήσωσιν ἐν Νάξῳ τὸν ζυγιστήν, ἀπὸ
1286τὸν ὁποῖον παμψηφεὶ ἡ Λιμενικὴ Ἐπιτροπὴ παρεκάλει τὸ
1287Ὑπουργεῖον νὰ τὴν ἀπαλλάξῃ; Καὶ παρακαλῶ τὸν ἀξιότι-
1288μον ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸν νὰ ἐξετάσῃ, ποία τι-
1289μωρία ἐπεβλήθη εἰς τὸν ζυγιστήν, οὗτινος τὰ δελτία ζυγί-
1290σεως τοιαύτας παρουσίαζον ἀνωμαλίας. Οὐδεμία ἀπολύτως!
1291Ἁπλῆ μετάθεσις, καὶ αὕτη μετὰ πάροδον ἀρκετοῦ χρόνου,
1292εἰς ἄλλα λιμενικὰ ἔργα τοῦ Κράτους, ἵνα τακτοποιήσῃ καὶ
1293ἐκεῖ τὰ δελτία ζυγίσεως τοῦ συναδέλφου του!
1294Τέλος ἡ ἔκθεσις αὕτη ὑπεβλήθη εἰς τὸ Ὑπουργεῖον...
1295§72ΚΥΡ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν
1296Ἐσωτερικῶν). Τοῦ Βουγιούκα ἐννοεῖτε;
1297§73Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Μάλιστα... Ὑπεβλήθη,
1298λέγω, ἡ ἔκθεσις αὕτη εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τὴν 2 Νοεμβρίου
12991902, εἰσήχθη εἰς τὸ Συμβούλιον τῶν Δημοσίων Ἔργων, καὶ
1300τοῦτο διὰ τῆς ἀπὸ 27 Φεβρουαρίου 1903 γνωμοδοτήσεώς του
1301ἀποφαίνεται ἐπ’ αὐτῆς.
1302Ἔφθασα, Κύριοι, εἰς τὸ τέρμα τῆς ἱστορικῆς ἀφηγήσεως
1303τῶν γεγονότων, ὅσα ἐπεθύμουν νὰ σᾶς καταστήσω γνωστά,
1304καὶ ἤδη προτίθεμαι νὰ ἐξετάσω καὶ ἀναλύσω τὴν γνωμοδό-
1305τησιν ταύτην τοῦ Συμβουλίου τῶν Δημοσίων Ἔργων... Ἀλλ’
1306ἀπατῶμαι· δὲν ἔφθασα ἀκόμη εἰς τὸ τέρμα, διότι ἡ ἔκθε-
1307σις... (γέλωτες).
1308Μὲ συγχωρεῖτε, Κύριοι, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι τὸ ζήτημα ἔχει
1309σοβαρότητα.
1310§74ΠΟΛΛΟΙ. Βεβαίως.
1311§75Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Διότι φανταθῆτε, Κύριοι,
1312ἐὰν τὸ δυστυχὲς αὐτὸ Λιμενικὸν Ταμεῖον, τὸ ὁποῖον ἐπὶ εἰ-
1313κοσαετίαν ὅλην ἀφῄρεσεν ἐκ τοῦ ἱδρῶτος τῶν Ναξίων 300
1314χιλιάδας δραχμὰς, ἵνα διαθέσῃ ταύτας πρὸς κατασκευὴν
1315προφυλακτηρίου κυματοθραύστου, φαντασθῆτε, λέγω, τὴν
1316θέσιν, εἰς ἣν θὰ εὑρίσκετο, ἐὰν ἐδαπανᾶτο τὸ ποσὸν τοῦτο,
1317καὶ ὁ μῶλος δὲν ἀνεφαίνετο ἄνω τῆς ἐπιφανείας τῆς θαλάσ-
1318σης. Ποία θὰ ἦτο ἡ θέσις του; Χάνονται αἱ 300,000, ἢ
1319δὲν χάνονται, ὅταν δὲν τελειώσῃ τὸ ἔργον, ὅταν τὰ ῥιφθέν-
1320τα πετρώματα δὲν προφυλαχθῶσιν ἁρμοδίως, ἀλλ’ ἀφεθῶσιν
1321εἰς τὴν διάθεσιν τῶν κυμάτων, χρησιμεύοντα μᾶλλον πρὸς
1322ἐπαύξησιν τοῦ χώρου τῆς προκυμαίας τῆς Νάξου; Βλέπετε,
1323Κύριοι, ὅτι τὸ ζήτημα ἔχει τὴν σπουδαιότητά του.
1324Ἔλεγον λοιπὸν, ὅτι ἡ ἔκθεσις τοῦ μηχανικοῦ Βουγιούκα
1325ἐστάλη διὰ τῆς Λιμενικῆς Ἐπιτροπῆς εἰς τὸν ἐν Νάξῳ ἐρ-
1326γολάβον καὶ τὸν διευθύνοντα τὸ ἔργον ἐργοδηγόν, οἵτινες καὶ
1327ἐκλήθησαν νὰ δικαιολογηθῶσι διὰ τὰς ἀναφανείσας παραβά-
1328σεις καὶ ἀνωμαλίας.
1329Δὲν θὰ σᾶς κουράσω, Κύριοι, μὲ τὴν ἀνάγνωσιν τῆς ἀπαν-
1330τήσεως τοῦ ἐργολάβου, ὁ ὁποῖος, κατὰ φυσικὸν κανόνα, ἀρ-
1331νεῖται τὰ πάντα, λέγων ἐν περιλήψει: «Ἐγὼ δὲν εὐθύνομαι
1332εἰς τίποτε· σεῖς ἔχετε ἐδῶ ὑπηρεσίαν, ἵνα μᾶς ἐπιβλέπῃ,
1333καὶ ὑπὸ τὴν διεύθυνσιν αὐτῆς ἐκτελεῖται ἡ ἐργασία. Ἐὰν ἡ
1334ὑπηρεσία σας δὲν ἐξετέλεσε τὸ καθῆκόν της, τοῦτο οὐδόλως
1335ἀφορᾷ ἐμέ». Δὲν δύναμαι ὅμως νὰ παραλείψω μέρη τινὰ τῆς
1336ἀπαντήσεως τοῦ διευθύνοντος τὸ ἔργον ἐργοδηγοῦ Κατσάβη,
1337διὰ τῆς ὁποίας ἀποπειρᾶται οὗτος νὰ δικαιολογηθῇ. Ἐν
1338πρώτοις ὑπεραμύνεται τῶν διατομῶν, τὰς ὁποίας πρὸ τῆς
1339ἐνάρξεως δῆθεν τῶν ἐργασιῶν ἔλαβεν ἐπὶ τόπου ὁ νομομη-
1340χανικὸς Κυκλάδων, λέγων ἐπὶ λέξει, ὅτι «ἡ ἀκρίβεια τῶν
1341διατομῶν τούτων δὲν δύναται νὰ διαμφισβητηθῇ», ἐνῷ διὰ
1342τοῦ ὑποβληθέντος εἰς τὸ Ὑπουργεῖον ὑπ’ αὐτοῦ τὴν 19
1343Ἰανουαρίου 1902 πίνακος διαψεύδει αὐτὸς ἑαυτόν, ὡς προη-
1344γουμένως σᾶς ἀπέδειξα.
1345Ἐν τῇ ἀπολογητικῇ ἐκθέσει του ὁ αὐτὸς ἐργοδηγὸς βε-
1346βαιοῖ, ὅτι «ἐπὶ τοῦ παλαιοῦ μώλου ἐβυθίσθησαν μέχρι τῆς
134711 Ὀκτωβρίου ἐ. ἔ. πετρώματα μόνον 1441.63 κυβικὰ μέ-
1348τρα», ἐνῷ τὰ αὐτὰ πετρώματα, ὑπολογιζόμενα ἐπὶ τῇ βά-
1349σει τῶν διατομῶν τοῦ νομομηχανικοῦ Κυκλάδων, — ἡ ἀκρί-
1350βεια τῶν ὁποίων κατὰ τὸν κ. ἐργοδηγὸν δὲν δύναται νὰ διαμ-
1351φισβητηθῇ — ἀνέρχονται εἰς 3850 κυβικὰ μέτρα. Καὶ ἐξα-
1352κολουθεῖ ὁ κ. ἐργοδηγὸς (ἀναγινώσκει): «Ἐπίσης λαμβάνω
1353τὴν τιμὴν νὰ παρατηρήσω, ὅτι αἱ περὶ τὴν βύθισιν τῶν πε-
1354τρωμάτων παρατηρούμεναι ἐνιαχοῦ ἐλάχισται ἀνωμαλίαι δὲν
1355προέρχονται ἐξ ἀμελείας ἢ ἄλλου τινὸς λόγου ἀποβλέποντός
1356με... Ἐὰν ἕνεκεν ἀπορίας ἢ ἀμελείας ἢ ἄλλου τινὸς λόγου,
1357ἀπὸ σκοποῦ ἢ μή, ὁ ἐπὶ τῆς βυθίσεως ἐπιστάτης παρέβλε-
1358πε τὴν ἐπιμελῆ τήρησιν τῶν διαταγῶν καὶ ὁδηγιῶν, εἰς τοῦ-
1359το δὲν δύναται νὰ μοὶ ἀποδοθῇ μομφή, καθόσον, ἅμα ὡς
1360ἀντελήφθην, ὅτι ὁ ἐπὶ τῆς βυθίσεως ἐπιστάτης δὲν ἐξετέλει
1361ἀκριβῶς τὰ καθήκοντα αὐτοῦ, βυθίζων ὡς ἔτυχε τὰ πετρώ-
1362ματα, διέταξα τὸν ἐπιστάτην ν’ ἀποχωρήσῃ... Δὲν ἠδυνά-
1363μην δὲ νὰ προβῶ εἰς τὴν ἀπὸ τῆς πιστοποιήσεως τοῦ ἐργο-
1364λάβου ἀποκοπὴν τῶν βυθισθέντων συντριμμάτων ἔξω τῆς
1365παραδεδεγμένης γραμμῆς, ἀφοῦ τοῦτο δὲν προήρχετο ἐξ ὑπαι-
1366τιότητος τοῦ ἐργολάβου, ἀλλὰ τοῦ ἐπιστάτου τοῦ ἐνεργοῦν-
1367τος τὴν βύθισιν, ὅστις ἀπὸ σκοποῦ ἠδύνατο νὰ βυθίσῃ πε-
1368τρώματα κατὰ χρονικὰ διαστήματα, ἐπὶ ζημίᾳ τῆς ἐργολα-
1369βίας· θὰ περιέπλεκον δὲ οὕτω τὴν ὑπηρεσίαν τῶν δημοσίων
1370ἔργων μετ’ ἐκείνης τοῦ ἐργοδότου καὶ τοῦ ἐργολάβου.»
1371Καὶ εἶναι ἄπορον, πῶς τὰ ὑπὸ τοῦ ἐργοδηγοῦ ὁμολογού-
1372μενα ὡς συμβάντα διέλαθον τὴν προσοχὴν τοῦ νομομηχανι-
1373κοῦ Κυκλάδων, διέλαθον τὴν προσοχὴν τοῦ ἐπιθεωρητοῦ τῶν
1374δημοσίων ἔργων κ. Τζώτζη, οἵτινες ἀμφότεροι, μεταβάντες
1375ἐπὶ τόπου, εὗρον τὰ πράγματα τόσον κανονικά!
1376Ἰδού, Κύριοι, τὰ ἀποτελέσματα τοῦ νόμου ͵ΒΣΠΔʹ, ὁ
1377ὁποῖος ἐπιτάσσει, ὅτι «τὸ ἀσχολούμενον εἰς τὰ λιμενικὰ ἔργα
1378προσωπικὸν μηχανικῶν, ἐργοδηγῶν, ἐπιστατῶν, ζυγιστῶν, ἢ
1379ἀντιπροσώπων τῆς Λιμενικῆς Ἐπιτροπῆς κατὰ τὴν ζύγισιν,
1380φυλάκων ὑλικῶν κλπ. δέον νὰ ἀποσπᾶται ἐκ τῆς ὑπηρεσίας
1381τῶν δημοσίων ἔργων, νὰ πληρώνηται ὅμως ὑπὸ τοῦ οἰκείου
1382Λιμενικοῦ Ταμείου»! Ἔρχεται ὁ νομομηχανικὸς καὶ σᾶς
1383λέγει: «ἐγὼ ἐγκαταλείπω τὸ ἔργον εἰς τὴν τύχην του, διότι
1384μεταβὰς ἐκεῖ ἐζήτησα 100 δραχμὰς, καὶ μοὶ ἐπλήρωσαν
1385μόνον 50. Ἄλλως οὐδεμίαν φέρω εὐθύνην, διότι εὑρίσκεται
1386ἐργοδηγὸς ἐπὶ τόπου εὐθυνόμενος». Ὁ ἐργοδηγὸς ἀφ’ ἑτέρου
1387διαμαρτύρεται, ὅτι οὐδεμίαν ὑπέχει εὐθύνην «διὰ τὰς ἐξ ἀπο-
1388ρίας, ἀμελείας ἢ ἄλλου τινὸς λόγου, ἀπὸ σκοποῦ ἢ μή»,
1389παραβάσεις τοῦ καθήκοντος τοῦ ὑποδεεστέρου προσωπικοῦ!...
1390Ἐὰν ἐκαλεῖτε, κύριε Ὑπουργέ, καὶ τὸ ὑποδεέστερον τοῦτο
1391προσωπικὸν εἰς ἀπολογίαν, θὰ σᾶς ἔλεγον ἴσως: «ἡμεῖς δὲν
1392εὐθυνόμεθα, διότι δὲν ἠξεύρομεν τί μᾶς γίνεται!»
1393Ἀλλὰ ποῖος εὐθύνεται τότε διὰ τὰ ῥιπτόμενα εἰς τὴν
1394θάλασσαν χρήματα τῶν λιμενικῶν ταμείων; Παρακαλῶ τὴν
1395Βουλὴν νὰ μοὶ ἀπαντήσῃ, διότι δὲν βλέπω, ποῦ εἶναι ὁ
1396ὑπεύθυνος, ἐκτὸς ἐὰν θελήσωμεν νὰ τὸν ἀναζητήσωμεν εἰς
1397τὴν ἀνωτάτην βαθμῖδα τῆς κλίμακος, ὅπου ἵσταται πρόσω-
1398πον τόσον σεβαστὸν καὶ τόσον ἀξιοπρεπές...
1399§76Ι. ΝΙΚΟΛΑΙΔΗΣ. Δὲν ὑπάρχει κανεὶς ἐπιθεωρητὴς τῆς
1400Λιμενικῆς Ἐπιτροπῆς;
1401§77Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Ἀπαγορεύεται ἀπὸ τὸν νό-
1402μον, κύριε συνάδελφε, σᾶς εἶπον.
1403§78Ι. ΝΙΚΟΛΑΙΔΗΣ. Εἰς τὰ διάφορα ἔργα διορίζουν καὶ
1404αἱ ἐπιτροπαὶ ἕνα ἔμμισθον ὑπάλληλον.
1405§79Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Αὐτό, τὸ ὁποῖον λέγετε, τὸ
1406ἐζήτησα ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον, ἀλλ’ ἐστάθη ἀδύνατον νὰ τὸ
1407ἐπιτύχω, κύριε συνάδελφε. Τὸ Ὑπουργεῖον ἀντέταξεν, ὅτι δυ-
1408νάμει τοῦ νόμου δὲν εἶναι δυνατὸν κανεὶς νὰ ἐπεμβῇ εἰς τὰ
1409λιμενικὰ ἔργα, ἐὰν δὲν ἀνήκῃ εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῶν δημο-
1410σίων ἔργων.
1411§80Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Τὸ ἄρθρον περιλαμβάνει καὶ τὸν
1412ἐπιτηρητήν.
1413§81Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Δὲν ὑπάρχει ἐπιτηρητής.
1414Ὁ ἐπιτηρητής, κύριε συνάδελφε, εἶναι ὁ ἐργοδηγός, ὁ ὁποῖος
1415ὀφείλει νὰ ἐπιβλέπῃ τὴν ἐργασίαν, καὶ εἶναι ἐκεῖ τεταγμέ-
1416νος ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου, πληρώνεται ὅμως ὑπὸ τῆς Λιμε-
1417νικῆς Ἐπιτροπῆς.
1418§82Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ. Τί θὰ συνέβαινεν, ἐὰν ἡ Λιμενικὴ Ἐπι-
1419τροπὴ διώριζεν ἕνα;
1420§83Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Δὲν θὰ ἐνέκρινε τὴν πλη-
1421ρωμήν του ἡ Κυβέρνησις, κύριε συνάδελφε. Ἐνίοτε γίνεται
1422καταστρατήγησις τοῦ νόμου, ἐπιτρέποντος τοῦ Ὑπουργείου
1423νὰ διορισθῶσιν ἡμερομίσθιοι δῆθεν ἐργάται, οἱ ὁποῖοι ὅμως
1424ἐπιβλέπουν τοὺς ἄλλους ὑπαλλήλους τῶν δημοσίων ἔργων.
1425Ἐζήτησα καὶ τοῦτο νὰ ἐπιτύχω. «Δότε τὴν ἄδειαν, εἶπον,
1426νὰ διορισθῇ εἷς ἡμερομίσθιος μὲ 3 ἢ 4 δραχμάς, ὁ ὁποῖος
1427νὰ ἐπιβλέπῃ τὸν ζυγιστήν». Ἀδύνατον! Δὲν ἠδυνήθην νὰ
1428τὸ κατορθώσω.
1429§84Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ποῖος εἶναι ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ
1430ἔργου;
1431§85Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. 300,000 δραχμαὶ περίπου.
1432Τὸ ἔργον δὲν εἶναι πολὺ σημαντικόν, ἀλλ’ ἀλλαχοῦ αἱ αὐ-
1433ταὶ περιστάσεις παρουσιάζονται ἐπὶ ἔργων δεκαπλασίας
1434ἀξίας.
1435Ἀλλ’ ἐπανέρχομαι εἰς τὴν ἀπολογητικὴν ἔκθεσιν τοῦ
1436ἐπιβλέποντος τὸ ἔργον ἐργοδηγοῦ Κατσάβη (ἀναγινώσκει):
1437«Ὡς πρὸς τὴν ὑπὸ τοῦ μηχανικοῦ κ. Βουγιούκα ἀναφε-
1438ρομένην διαφορὰν μεταξὺ τοῦ πιστοποιηθέντος καὶ τοῦ ἐξευ-
1439ρεθέντος ὄγκου τῶν πετρωμάτων, αὕτη δὲν δύναται νὰ μὲ
1440ἀφορᾷ, καθόσον αἱ πιστοποιήσεις συνετάχθησαν ἐπὶ τῇ βά-
1441σει τῶν ζυγισθέντων καὶ βυθισθέντων πετρωμάτων, τῶν ἀνα-
1442φερομένων ἐν ταῖς ἀνὰ χεῖρας τῆς Λιμενικῆς Ἐπιτροπῆς
1443δελτίοις...»
1444Ἀλλὰ τὴν σημασίαν τῶν δελτίων τούτων τὴν ἐννοεῖτε,
1445Κύριοι, ἐκ τοῦ ἱστορικοῦ τοῦ ὀγκολίθου, εἰς ὃν, κατὰ λάθος,
1446ὁ ζυγιστὴς ἀπέδωκε βάρος κατὰ 360 ὀκάδας ἀνώτερον τοῦ
1447ὅσον ἠδύνατο νὰ δώσῃ ἡ πλάστιγξ, τὸ ὁποῖον σᾶς διηγήθην
1448πρὸ μικροῦ.
1449Καὶ καταλήγει ὁ ἐργοδηγὸς Κατσάβης, ἀποδίδων τὴν
1450περὶ ἧς πρόκειται διαφορὰν εἰς τὴν μείζονα ἀναλογίαν τῶν
1451κενῶν τῶν πετρωμάτων, καταβιβάζων ταύτην ἀπὸ 30%
1452εἰς 20%, καὶ εἰς τὴν καθίζησιν, τὴν ὁποίαν ὑπολογίζει εἰς
14535%.
1454Ἐτελείωσα, Κύριοι, ὁριστικῶς αὐτὴν τὴν φορὰν τὴν ἀφή-
1455γησιν τῶν γεγονότων, καὶ δὲν μοὶ ἀπομένει, εἰμὴ ἡ ἀνάλυ-
1456σις τῆς γνωμοδοτήσεως τοῦ Συμβουλίου τῶν Δημοσίων Ἔρ-
1457γων. Παραδόξως βλέπω ἐν αὐτῇ ὑπογεγραμμένον καὶ τὸν
1458ἐπιθεωρητὴν κ. Τζώτζην, αὐτὸν ἐκεῖνον δηλονότι, ὅστις εὑ-
1459ρέθη εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ὁμολογήσῃ, ὅτι τὰ ἐν τῇ ἐκθέσει
1460του ἀναφερόμενα δὲν ἦσαν, ὡς ἐβεβαίου, ἀποτέλεσμα ἰδίων
1461παρατηρήσεων καὶ καταμετρήσεων, ἀλλὰ τῷ ὑπεβλήθησαν
1462ὑπὸ τοῦ ὑποδεεστέρου ὑπαλλήλου, τοῦ ἐργοδηγοῦ Κατσάβη
1463δηλαδή, οὗτινος τὴν ὑπηρεσίαν ἐστάλη εἰς Νάξον νὰ ἐξε-
1464λέγξῃ! Καὶ δὲν ἐδίστασεν, ἵνα μὴ εἴπω ἄλλο τι, ὁ ἀξιότι-
1465μος ἐπιθεωρητὴς νὰ λάβῃ μέρος εἰς τὸ Συμβούλιον, τὸ
1466ὁποῖον ἐπρόκειτο ὡς Ἄρειος Πάγος νὰ ἐκδικάσῃ τὴν ὑπόθε-
1467σιν! Ὁμολογῶ, ὅτι, ἂν ἤμην εἰς τὴν θέσιν τοῦ κ. ἐπιθεω-
1468ρητοῦ, θὰ ἠρνούμην νὰ λάβω μέρος· θὰ ἔλεγον, ὅτι, «ἐπειδὴ
1469ἀτυχῶς ἀνεμίχθην ἄλλοτε εἰς αὐτὴν τὴν ὑπόθεσιν, παρα-
1470καλῶ νὰ μὲ ἐξαιρέσητε ἀπὸ τὸ Συμβούλιον»· ἐκτὸς ἂν ἠθέ-
1471λησε νὰ λάβῃ μέρος, ἵνα διαφωτίσῃ τοὺς ἀξιοτίμους συνα-
1472δέλφους του, ὅσοι δὲν εἶχον μεταβῆ ἐπὶ τόπου, ἵνα ἐξετά-
1473σουν ἰδίοις ὄμμασι τὰ γενόμενα.
1474Ἀλλ’ ἂς ἔλθωμεν εἰς τὴν γνωμοδότησιν τοῦ Συμβουλίου.
1475Ἰδοὺ τί λέγει αὕτη ἐπὶ λέξει (ἀναγινώσκει):
1476«Τὸ Συμβούλιον, ἔχον ὑπ’ ὄψιν τὰ ἀνωτέρω — τὴν εἰση-
1477»γητικὴν δηλονότι ἔκθεσιν τοῦ ἁρμοδίου τμηματάρχου —
1478»καὶ τὰς πολιτικὰς ἐκθέσεις τῶν κατόπιν τῆς καταγγελίας
1479»τοῦ κ. Πρωτοπαπαδάκη μελετησάντων τὸ προκείμενον ζή-
1480»τημα κ. μηχανικῶν, παρατηρεῖ:
1481»1) Ὅτι ἡ πληρωμὴ τῆς γενομένης ἐργασίας διὰ τὴν
1482»κατασκευὴν ἑνὸς μώλου ἐφαρμόζει οὐχὶ εἰς τὸν ὄγκον αὐτοῦ,
1483»ἀλλ’ εἰς τὴν μᾶζαν τῶν χρησιμοποιουμένων πετρωμάτων,
1484»ἥτις ἐξακριβοῦται διὰ τῆς πλάστιγγος. Τὸ σύστημα τοῦτο
1485»ἐγένετο γενικῶς παραδεκτὸν εἰς ὅλους τοὺς κατασκευασθέν-
1486»τας μέχρι τοῦδε λιμένας ἀνὰ τὴν ὑφήλιον, καὶ τὸ σύστημα
1487»τοῦτο παραδέχεται καὶ ἡ σύμβασις τῆς ἐν λόγῳ ἐργο-
1488»λαβίας.»
1489Εὐχαριστοῦμεν τοὺς κυρίους ἐπιθεωρητὰς διὰ τὸ μάθημα,
1490καὶ παρατηροῦμεν, ὅτι βεβαίως ὡς βάσις τῶν πρὸς τὸν ἐργο-
1491λάβον πληρωμῶν λαμβάνονται αἱ ἐνδείξεις τῆς πλάστιγγος
1492καὶ οὐχὶ ὁ ὄγκος τοῦ μώλου· ὅταν ὅμως αἱ ἐνδείξεις αὗται
1493τίθηνται ἐν ἀμφιβόλῳ, ἢ ὅταν τὰ διὰ τῆς πλάστιγγος διερ-
1494χόμενα πετρώματα δὲν βυθίζωνται εἰς τὰς οἰκείας θέσεις,
1495δὲν δύναται ἆρά γε ὁ ὄγκος τοῦ μώλου νὰ χρησιμεύσῃ ὡς
1496μέσον ἐξελέγξεως; Ἂν ὄχι, ποίαν ἔχουσι τότε σημασίαν τὰ
1497ἄρθρα 12 καὶ 16 τῆς συμβάσεως, τὴν ὁποίαν ἐπικαλοῦνται
1498οἱ κύριοι ἐπιθεωρηταί; Τὸ ἄρθρον 12 λέγει: «Πετρώματα,
1499»πίπτοντα ἐκτὸς τῶν οἰκείων θέσεών των, ἀφαιροῦνται ἐκ
1500»τῶν λογαριασμῶν τοῦ ἐργολάβου». Καὶ ἐρωτῶ ὑμᾶς, κύ-
1501ριε Ὑπουργέ, διὰ τῆς πλάστιγγος εὑρίσκουσιν οἱ ὑμέτεροι
1502ἐπιθεωρηταὶ τὰ πετρώματα, ὅσα τυχὸν βυθίζονται ἐκτὸς
1503τῶν οἰκείων θέσεών των, ἢ διὰ τῶν διατομῶν τοῦ κατασκευα-
1504ζομένου μώλου; Καὶ περὶ τούτου ἀκριβῶς προνοεῖ τὸ ἄρθρον
150516 τῆς συμβάσεως, ὁρίζον, ὅτι «τοιαῦται (κατὰ πλάτος)
1506διατομαὶ θὰ λαμβάνωνται καὶ εἰς τὸ τέλος ἑκάστου μηνός».
1507Γνωμοδοτοῦντες οἱ κύριοι ἐπιθεωρηταί, δὲν εἶχον, φαίνεται,
1508ὑπ’ ὄψει των τὴν σύμβασιν· ἀλλὰ καὶ ταύτης δὲν εἶχον
1509ἀνάγκην, καθόσον πρὸ ἑπτὰ μόλις μηνῶν οἱ αὐτοὶ (πλὴν ἑνὸς)
1510ἐπιθεωρηταί, προκειμένου περὶ ζητήματος ὁμοίας ἀκριβῶς
1511φύσεως ἐν τῇ κατασκευῇ σπουδαίων λιμενικῶν ἔργων ἐν ἄλ-
1512λῃ ἐπαρχίᾳ τοῦ Κράτους, δὲν ἐδίστασαν νὰ παρατηρήσωσιν,
1513ὅτι «λίαν ἀργὰ ἀνεκοινώθη εἰς τὸ Ὑπουργεῖον ἡ ἐν λόγῳ
1514»ὑπέρβασις, διότι ὁ διευθύνων μηχανικὸς ὤφειλε κατὰ μῆνα
1515»νὰ ἐκτελῇ τὰς ἀναγκαίας βολίσεις, καὶ σχηματίζῃ τὰς σχε-
1516»τικὰς ἐγκαρσίους διατομὰς, ὁπότε τὸ Συμβούλιον ἐν πάσῃ
1517»πεποιθήσει θὰ ἠδύνατο ν’ ἀποφανθῇ περὶ τοῦ πόθεν ἐπῆλ-
1518»θεν ἡ παρατηρουμένη ὑπέρβασις, ἴσως δὲ θὰ ἠδύνατο καὶ
1519»νὰ προληφθῇ αὕτη κατὰ μέγα μέρος.»
1520Ἀλλ’ ἐπὶ τοῦ προκειμένου, Κύριοι, ἔρχομαι ἐγὼ, ἁπλοῦς
1521ἰδιώτης, ἐν αὐτῇ τῇ ἀρχῇ τοῦ ἔργου καὶ καταγγέλλω τὸ γε-
1522γονός. Διατί οἱ κύριοι ἐπιθεωρηταὶ δὲν τὸ προλαμβάνουσι;
1523Διατὶ ἐδὼ λαμβάνουσιν ὅλως διάφορον ἀπόφασιν ἐκείνης,
1524τὴν ὁποίαν ἐλάμβανον, προκειμένου περὶ ἄλλου ἔργου ὁμοίας
1525φύσεως, κακίζοντες μάλιστα τὸν μηχανικὸν, ὅστις δὲν τοὺς
1526εἰδοποίησεν ἐγκαίρως, ἵνα ἐν πάσῃ πεποιθήσει ἀποφανθῶσι;
1527Καὶ προχωρῶ, κύριοι Βουλευταὶ, εἰς τὴν ἀνάλυσιν τῆς γνω-
1528μοδοτήσεως τοῦ Συμβουλίου (ἀναγινώσκει):
1529«2) Ὅτι προκειμένου περὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἑνὸς μώ-
1530»λου, ὁ προσδιορισμὸς τοῦ ὄγκου τῶν πετρωμάτων ὑπολογί-
1531»ζεται ἐπὶ τῇ βάσει τῶν διατομῶν τοῦ ἔργου, —διὰ τὸ μὴ
1532»εἶναι δυνατὸν ἄλλως γενέσθαι, —ἀνάγεται δὲ εἰς μάζαν λί-
1533»θων, τῇ ἀφαιρέσει τῶν κενῶν, ἅτινα λαμβάνονται κατὰ
1534»προσέγγισιν ὑποθετικά. Οὕτως ἐν τῇ προκειμένῃ ἐργασίᾳ
1535»ὑπελογίσθησαν ὡς κενὰ 30% ἐπὶ τοῦ ὅλου ὄγκου τοῦ
1536»ἔργου.
1537»Τὰ κενὰ ταῦτα εἰς τὴν κατασκευὴν τῶν χειλῶν τοῦ λι-
1538»μένος τῆς Μασσαλίας ὑπελογίσθησαν ὑπὸ τοῦ Πασχὰλ εἰς
1539»25%, καὶ συνελόντι εἰπεῖν ἐξαρτῶνται ἔκ τε τοῦ σχήμα-
1540»τος καὶ τοῦ μεγέθους τῶν τεμαχίων τῶν πετρωμάτων καὶ
1541»ἐκ τοῦ τρόπου τῆς διαθέσεως αὐτῶν.»
1542Καὶ ἐδῶ, Κύριοι, θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ ἐπιμείνω ὀλίγον,
1543διότι πρόκειται περὶ ἑνὸς τῶν κυριωτέρων ζητημάτων, τὰ
1544ὁποῖα παρουσιάζουσι τὰ λιμενικὰ ἔργα, τοῦτο δὲ χρησιμεύει
1545συχνὰ, ἵνα καλύπτωνται πολυειδεῖς καταχρήσεις, ἐξικνούμε-
1546ναι πολλάκις εἰς ἑκατοντάδας ὅλας χιλιάδων δραχμῶν.
1547Ὁ κύβος τῶν πετρωμάτων, ὅσος πληρώνεται εἰς τὸν ἐρ-
1548γολάβον, ἀποτελεῖ τὸ συμπαγὲς πέτρωμα, τὸ ἐκ τοῦ λατο-
1549μείου ἀποκοπτόμενον· τοὐναντίον ὁ ὄγκος, τὸν ὁποῖον κατέ-
1550χει ὁ μῶλος, δὲν εἶναι συμπαγὲς πέτρωμα, ἀλλ’ ἀποτελεῖ-
1551ται ἀπὸ τεμάχια πετρωμάτων, ἐρριμμένων κατὰ ὡρισμένην
1552τινὰ τάξιν. Ἐνῷ δὲ τὸ συμπαγὲς πέτρωμα, ὁ βράχος δηλο-
1553νότι, τὸν ὁποῖον ἀποκόπτομεν ἐν τῷ λατομείῳ, δὲν παρου-
1554σιάζει κενὰ, ὅταν οἱ οὕτως ἀποκοπέντες λίθοι ῥιφθῶσιν εἰς
1555τὴν θάλασσαν πρὸς κατασκευὴν τοῦ μώλου, παρουσιάζουσιν
1556ἐν τῷ μεταξὺ κενὰ, καὶ ταῦτα, ὡς ὀρθῶς παρατηρεῖ τὸ Συμ-
1557βούλιον, ἐξαρτῶνται ἔκ τε τοῦ σχήματος καὶ τοῦ μεγέθους
1558τῶν τεμαχίων τῶν πετρωμάτων καὶ ἐκ τοῦ τρόπου τῆς δια-
1559θέσεως αὐτῶν. Ἵνα παραβάλωμεν λοιπὸν τὸν ὄγκον τῶν ῥι-
1560φθέντων εἰς τὴν θάλασσαν πετρωμάτων πρὸς τὸν συμπαγῆ
1561ὄγκον τοῦ λατομείου, πρέπει νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν τὰ ἐν τῷ
1562πρώτῳ παρουσιαζόμενα κενά. Ταῦτα ὑπελόγισεν ἐνταῦθα ὁ
1563μελετήσας τὸ ἔργον μηχανικὸς εἰς 30%. Ἀλλὰ οἱ κύριοι
1564ἐπιθεωρηταὶ λέγουσιν, ὅτι ὁ Πασχὰλ ὑπελόγισε ταῦτα ἐν
1565Μασσαλίᾳ εἰς 25%. Ἐγὼ, κύριοι Βουλευταὶ, δὲν γνωρίζω
1566εἰς πόσον ὑπελόγισεν ὁ Πασχὰλ ἐν Μασσαλίᾳ τὰ κενά. Γνω-
1567ρίζω μόνον, ὅτι μετὰ τὴν κατασκευὴν τῶν μώλων τῆς Μασ-
1568σαλίας ἐξηκριβώθη ὡρισμένως, ὅτι τὰ κενὰ ἀνῆλθον εἰς 30%.
1569Καὶ πρὸς βεβαίωσιν τῶν λεγομένων μου ἔφερα ἐνταῦθα
1570δύο συγγράμματα. Τὸ ἕν εἶναι τὸ ἐπίσημον μάθημα τῶν λι-
1571μενικῶν ἔργων τῆς ἐν Παρισίοις Σχολῆς τῶν γεφυροδοποιῶν,
1572εἰς τὸ ὁποῖον ὁ καθηγητὴς λέγει, ὅτι «εἰς τὸν μῶλον τῆς
1573Μασσαλίας τὰ πετρώματα παρουσιάζουν 31% κενά»...
1574Ἀλλὰ συνάδελφός τις μοί παρετήρησεν, ὅτι αὐτὰ εἶναι μα-
1575θήματα γενόμενα εἰς σχολεῖον, καὶ ἐνδεχόμενον νὰ ὑπάρχῃ
1576εἷς μέσος ὅρος, ἡ δὲ ἀναλογία τῶν κενῶν νὰ ἦναι λ. χ. ἀντὶ
157731%, 29% ἢ 28% μόνον. Ἐζήτησα λοιπὸν τὴν εἰδι-
1578κὴν περιγραφὴν τῶν ἔργων τῆς Μασσαλίας. Αὕτη ἐγράφη
1579ἀπὸ τὸν διευθύνοντα τὰ ἔργα μηχανικὸν ἐν ἔτει 1877, μᾶς
1580λέγει δὲ οὗτος: «μετὰ τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ μώλου διὰ τοῦ τρό-
1581»που τούτου τῆς διατάξεως τῶν ὑλικῶν τὰ προκύψαντα εἰς
1582»τὸ σῶμα τοῦ μώλου τῆς Μασσαλίας κενὰ ἀνέρχονται εἰς
1583»30%.»
1584§86Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ. Πῶς βεβαιοῦνται τὰ κενά;
1585§87Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Ὡς ἑξῆς, κύριε συνάδελφε.
1586Ἔχω ἐδῶ, εἰς τὴν τσέπην μου, ἓν κουτὶ, ἐντὸς τοῦ ὁποίου,
1587ἀφ’ ὅτου ἀπηγορεύθη τὸ καπνίζειν ἐντὸς τῆς αἰθούσης, περι-
1588έχονται καραμέλαι...
1589§88Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καραμέλαις εἶναι μέσα;
1590§89Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Μάλιστα... Ἐὰν αὐτὸ
1591τὸ κουτὶ τὸ παρουσιάσητε εἰς τὸν ζαχαροπλάστην, καθ’ ἣν
1592στιγμὴν κατασκευάζει οὗτος τὰς καραμέλας, ἵνα πληρώσῃ
1593τοῦτο, θὰ περιέχῃ τὸ κουτὶ ὡρισμένον τινὰ ὄγκον. Ἐὰν τὸν
1594ὄγκον τοῦτον κόψῃ κατόπιν εἰς τεμάχια, ταῦτα δὲν θὰ χω-
1595ρέσουν πλέον εἰς τὸ κουτί· αἱ καραμέλαι κατέχουν οὕτω με-
1596γαλύτερον ὄγκον, ὅταν ἦναι εἰς τεμάχια. Ἐὰν μετρήσωμεν
1597τὸν ὄγκον εἰς τεμάχια, θὰ εὕρωμεν λ. χ. ὅτι εἶναι 1,20, ἐνῷ
1598ὁ ὄγκος, μὲ τὸν ὁποῖον ἐπλήρωσεν ὁ ζαχαροπλάστης τὸ κουτὶ
1599ἦτο 1,00.
1600§90Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλ’ οἱ ἐδῶ ὀρεινοὶ δὲν πείθον-
1601ται, ὅτι εἶναι καραμέλαις αὐταῖς! (γέλως).
1602§91Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Οὕτω καὶ ἐν Μασσαλίᾳ
1603κατεσκεύασαν μῶλον διὰ πετρωμάτων, τὰ ὁποῖα ἐζύγιζον
1604ἐπακριβῶς. Διὰ τοῦ βάρους ὑπελόγισαν τὸν συμπαγῆ ὄγκον
1605τῶν πετρωμάτων τούτων, ἐμέτρησαν κατόπιν τὸν ὄγκον τοῦ
1606μώλου, καὶ εὗρον, ὅτι εἶναι οὗτος κατὰ 30% ἀνώτερος τοῦ
1607συμπαγοῦς. Ἡ περίπτωσις λοιπόν, τὴν ὁποίαν ἐπεκαλέσθη
1608τὸ Συμβούλιον τῶν Δημοσίων Ἔργων, ἵνα καὶ ἐνταῦθα κατα-
1609βιβάσῃ τὴν ἀναλογίαν τῶν κενῶν ἀπὸ 30% — ὡς προϋπε-
1610λογίσθησαν — εἰς 25%, δὲν ἦτο ἐπιτυχής, διότι ἐν τῇ εἰ-
1611δικῇ ταύτῃ περιπτώσει ἡ ἀναλογία τῶν κενῶν, ἐξακριβω-
1612θεῖσα μάλιστα μετὰ τὴν ἀποπεράτωσιν τοῦ ἔργου, εἶναι
161330%. Δὲν λέγω, ὅτι ἡ ἀναλογία αὕτη δὲν κατῆλθε καὶ
1614κάτω τοῦ ὁρίου τούτου εἰς διάφορα ἔργα· ἀλλὰ συνήθως, ὁσά-
1615κις δὲν ἐγένοντο εἰδικαὶ πρὸς τοῦτο δοκιμαί, ἡ ἀναλογία
1616αὕτη λαμβάνεται ἴση πρὸς 30%. Τοῦτον τὸν μέσον ὅρον
1617ἔδωκεν ἡ πεῖρα, καὶ τοῦτον παρεδέχθη καὶ ὁ μελετήσας τὴν
1618κατασκευὴν τοῦ ἐν Νάξῳ κυματοθραύστου μηχανικός.
1619Τὰ δύο δὲ πειράματα, ἅτινα ὁ μηχανικὸς κ. Βουγιούκας
1620ἐξετέλεσεν ἐκ τοῦ προχείρου ἐπὶ τόπου, ἔδωκαν ἀναλογίας
1621καὶ ταύτης πολὺ μεγαλειτέρας. Καὶ ἰδοὺ ἡ σχετικὴ περι-
1622κοπὴ τῆς ἐκθέσεώς του (ἀναγινώσκει): «Πρὸς ἐξακρίβωσιν
1623τοῦ ἀνὰ κυβικὸν μέτρον πετρωμάτων ἀναλογοῦντος ποσοῦ
1624τῶν κενῶν ἐπειραματίσθην ἐπὶ τόπου, καὶ κατεμέτρησα
1625μεθ’ ὅσης ἠδυνήθην ἀκριβείας τὸν ὄγκον τοῦ κύτους μιᾶς
1626φορτηγίδος, ὃν εὗρον 14,14 κυβικὰ μέτρα. Ἵνα πληρωθῇ
1627τελείως ὁ ὄγκος οὗτος, ἐχρειάσθησαν 18,552 ὀκάδες συντριμ-
1628μάτων, ἢ 16,500 ὀκάδες χαλίκων. Τὸ εἰδικὸν βάρος τῶν πε-
1629τρωμάτων εὑρέθη 2,642 ὀκάδες (πρωτόκολλον φυλασσόμενον
1630ἐν τοῖς γραφείοις τῆς Λιμενικῆς Ἐπιτροπῆς)· ἄρα ὁ κατα-
1631ληφθεὶς ὑπὸ τῶν πετρωμάτων ἐν τῇ φορτηγίδι ὄγκος εἶναι
16329,08 κυβικῶν μέτρων διὰ τὰ συντρίμματα, καὶ 8,08 κυ-
1633βικῶν μέτρων διὰ τοὺς χάλικας. Ἕπεται λοιπόν, ὅτι τὰ ἐν
1634τοῖς συντρίμμασι κενὰ ἦσαν 36 ἐπὶ τοῖς ἑκατόν, τὰ δὲ ἐν
1635τοῖς χάλιξι 38. Ἐπὶ τῶν ἐξαγομένων τούτων εἶναι ἀληθές,
1636ὅτι δὲν ἔχω μεγάλην πεποίθησιν, ὅσον ἀφορᾷ τὸ ἀκριβὲς
1637αὐτῶν.»
1638Ἀλλ’ ἐγὼ δὲν ἐξετάζω, Κύριοι, ἂν κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν
1639τῶν δοκιμῶν τούτων ἔσφαλεν ἢ μὴ ὁ κ. Βουγιούκας. Ἀρκοῦ-
1640μαι εἰς τὸ ὅτι οὐδεμία ἄλλη ἐγένετο ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου
1641τούτου δοκιμή. Ποῦ βασίζονται λοιπὸν οἱ κύριοι ἐπιθεωρη-
1642ταί, παρατηροῦντες τὰ ἑξῆς; (ἀναγινώσκει):
1643«3) Ὅτι ὁ ὑπὸ τοῦ μηχανικοῦ Βουγιούκα προσδιορισθεὶς
1644»διὰ βυθομετρήσεων καὶ διατομῶν ὄγκος τοῦ κατασκευασθέν-
1645»τος μώλου στηρίζεται εἰς τὴν συγγραφὴν τῶν ὑποχρεώσεων,
1646»διὰ 0,30 κενά, τοῦθ’ ὅπερ δὲν δύναται νὰ ληφθῇ ὡς ἀπολύ-
1647»τως ἀληθές· ἐξ ἄλλου δὲν ὑπολογίζει καὶ τὴν καθίζησιν,
1648»ἥτις προβλέπεται ἐν τῇ μελέτῃ τοῦ ἔργου εἰς 5%, καὶ
1649»ἥτις ἐνδεχόμενον νὰ ἐγένετο καὶ κατά τι μεγαλειτέρα.
1650» Ἐὰν ἑπομένως ληφθῶσι ταῦτα ὑπ’ ὄψιν, δηλονότι τὰ
1651»μὲν κενὰ εἰς 25% κατὰ τὸν Πασχάλ, ἡ δὲ καθίζησις εἰς
1652»10% κατὰ μέσον ὅρον, τότε ὁ διὰ τῶν βυθομετρήσεων
1653»προσδιορισθεὶς ὄγκος τοῦ ἐκτελεσθέντος μώλου ἰσοῦται περί-
1654»που πρὸς τὸ ἐξαγόμενον διὰ τῆς ζυγίσεως.»
1655Ὁμολογῶ, Κύριοι, ὅτι ἀδυνατῶ νὰ κατανοήσω τὴν λογι-
1656κὴν τῆς τρίτης ταύτης παρατηρήσεως τοῦ Συμβουλίου. Διότι
1657θὰ παρεδεχόμην ἐν ἀνάγκῃ τὴν ἐλάττωσιν τῶν κενῶν εἰς 25%,
1658ἀλλ’ ἀδυνατῶ νὰ ἐννοήσω, ὅτι «πετρώματα ῥιφθέντα,
1659τὰ μὲν ἐπὶ τοῦ παλαιοῦ μώλου, συντελεσθέντος πρὸ τρια-
1660κονταετίας καὶ πλέον, τὰ δὲ ἐπὶ ἀμμώδους καὶ γρανιτικοῦ
1661πυθμένος, ἀλλ’ ἐπὶ πάχους ἐλαχίστου σχετικῶς», ἀδυνατῶ,
1662λέγω, νὰ ἐννοήσω, πῶς τὸ βάρος τόσον μικροῦ ποσοῦ πετρω-
1663μάτων ἐγένετο πρόξενον τόσον μεγάλης καθιζήσεως, 10%.
1664Καὶ εἶναι τῷ ὄντι ἀπορίας ἄξιον, πῶς οἱ κύριοι ἐπιθεω-
1665ρηταὶ δὲν ἐπρόσεξαν, ὅτι ὁ μελετήσας τὸ ἔργον μηχανικός,
1666λέγει ἐν τῇ ἐκθέσει του (ἀναγινώσκει): «Ὁ πυθμὴν τῆς θα-
1667λάσσης εἶναι ἀμμώδης μετὰ βραχωδῶν στρωμάτων, οὐδενὸς
1668ὑπάρχοντος φόβου καθιζήσεως· παράδειγμα ἔστω ὁ ἀρχαῖος
1669καὶ ὁ κατὰ τὸ 1862 κατασκευασθεὶς μῶλος, ὅστις δὲν ὑπέ-
1670στη τὴν ἐλαχίστην καθίζησιν.»
1671Καὶ εἶναι, ἐπαναλαμβάνω, ἄπορον, πῶς ὁ ἀποτελῶν μέρος
1672τοῦ γνωμοδοτοῦντος Συμβουλίου τῶν Δημοσίων Ἔργων ἐπι-
1673θεωρητὴς κ. Τζώτζης δὲν εἰδοποίησε τοὺς συναδέλφους του
1674κυρίους ἐπιθεωρητάς, ὅτι τὸ κατ’ ἀπαίτησίν του προστεθὲν
1675ἐν ὑστερογράφῳ εἰς τὰς συγγραφὰς ἄρθρον 30 λέγει ῥητῶς,
1676(ἀναγινώσκει): «Ὁ ἐργολάβος οὐδεμίαν δύναται νὰ ἐγείρῃ
1677ἀξίωσιν ἀποζημιώσεως ἐπὶ τῷ λόγῳ...ὅτι συνεπείᾳ καθιζή-
1678σεως τοῦ πυθμένος ἐπῆλθε μεταβολὴ εἰς τὰς ἀπὸ τῆς ἐγκε-
1679κριμένης διατομῆς προκυπτούσας ἀναλογίας,...ὡς καὶ δι’
1680ἐκεῖνα (τὰ πετρώματα), ἅτινα ἤθελον ἀποτεθῆ ἐπὶ πλέον
1681τῶν προϋπολογισθέντων συνεπείᾳ καθιζήσεως τοῦ πυθμένος...»
1682Τὸ Συμβούλιον τῶν Δημοσίων Ἔργων δὲν ἐξετάζει οὕτω,
1683εἰμὴ τὸ ζήτημα τῶν κενῶν καὶ τὸ ζήτημα τῆς καθιζήσεως,
1684νομίζον ὅτι ἐκάλυψε διὰ τούτων τὸ ἔλλειμμα, ἀντιπαρέρχεται
1685δὲ τὰ λοιπά.
1686Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὰ πετρώματα, ὅσα ἐρρίφθησαν ἐκτὸς τῶν
1687οἰκείων θέσεων, τὴν παρέκκλισιν τοῦ ἄξονος πρὸς τὰ ἔσω τοῦ
1688λιμένος, τὴν ποιότητα τῶν πετρωμάτων, τὰ ὁποῖα ὁ μηχανι-
1689κὸς κ. Βουγιούκας περιγράφει μὲ τὰ μελανώτερα χρώματα,
1690πάντα ταῦτα τὸ Συμβούλιον περιλαμβάνει εἰς τὸ ἐδάφιον 5
1691τῆς γνωμοδοτήσεως, ἀποφαινόμενον (ἀναγινώσκει): «Ὅπως
1692δήποτε καὶ ἂν ἔχῃ ἡ ὑπόθεσις αὕτη» — παρακαλῶ, κύριοι
1693Βουλευταί, νὰ προσέξητε εἰς τοῦτο, διότι ἀποτελεῖ, νομίζω,
1694τὴν κορωνίδα τῆς ὅλης γνωμοδοτήσεως, — «ὁ ἐργολάβος δὲν
1695φέρει εὐθύνην, διότι κατὰ τὰς διαβεβαιώσεις τοῦ τε ἐπὶ τῆς
1696ἐπιβλέψεως τῶν ἔργων ἐργοδηγοῦ καὶ τοῦ νομομηχανικοῦ Κυ-
1697κλάδων, οὗτος (ὁ ἐργολάβος), συνεμορφώθη ἐπακριβῶς πρὸς
1698τὰς ὑπὸ τούτων δοθείσας αὐτῷ ὁδηγίας καὶ διαταγάς»!
1699§92Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ποῖος εἶναι ὁ ἐργολάβος;
1700§93Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Ὀνομάζεται Λεονταρίτης.
1701Οὕτως, ὅ,τι καὶ ἂν συνέβη, ὁ ἐργολάβος, οὐδεμίαν φέρει
1702εὐθύνην, οὐδεμίαν ὑπέχει ὑποχρέωσιν, διότι τοιαύτας ἐλάμ-
1703βανε διαταγὰς ἀπὸ τοὺς ἐπιβλέποντας αὐτὸν ὑπαλλήλους
1704τῆς Λιμενικῆς Ἐπιτροπῆς! Ἀλλ’ οἱ ὑπάλληλοι οὗτοι ἐπι-
1705βάλλονται ἀναγκαστικῶς ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου εἰς τὴν Λι-
1706μενικὴν Ἐπιτροπήν. Ἐζήτησα νὰ βεβαιωθῶ, ἂν δὲν φέρει
1707τὴν εὐθύνην αὐτὴ ἡ Κυβέρνησις, καὶ ἂν ἐν παρομοίᾳ περι-
1708πτώσει δὲν δύναται δικαστικῶς νὰ ζητηθῶσι παρ’ αὐτῆς
1709ἀποζημιώσεις· ἀλλὰ καὶ τοῦτο, φαίνεται, δὲν εἶναι δυνατόν.
1710Ἡ Κυβέρνησις εὐθύνεται τότε μόνον, ὅταν ἐκ τῆς ζημίας
1711τοῦ Λιμενικοῦ Ταμείου ὠφελήθη τὸ Δημόσιον· ἀλλ’ ἐδῶ ἐκ
1712τῆς ζημίας τοῦ Λιμενικοῦ Ταμείου δὲν ὠφελήθη τὸ Δημόσιον.
1713§94ΜΙΧ. ΣΤΕΛΛΑΚΗΣ. Ἐὰν τυχὸν ὠφεληθῶσιν οἱ δημό-
1714σιοι ὑπάλληλοι, ἔχει δικαίωμα ἀποζημιώσεως τὸ Λιμενικὸν
1715Ταμεῖον;
1716§95Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Δὲν ἔχει δυστυχῶς.
1717Ἀλλὰ τίς λοιπὸν φέρει τὴν εὐθύνην, κύριοι Βουλευταί;
1718Οὐδείς, λέγουσιν οἱ κύριοι ἐπιθεωρηταί! Ὁ ἐργολάβος, δια-
1719τείνομαι ἐγώ. Καὶ δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι, ἂν οἱ κύριοι ἐπιθεω-
1720ρηταί, κύριε Ὑπουργὲ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, μελετήσωσι τὰς
1721συγγραφὰς, θὰ ὁμολογήσωσι μετ’ ἐμοῦ, ὅτι ὁ ἐργολάβος φέ-
1722ρει ἀκεραίαν τὴν εὐθύνην.
1723Τὸ ἄρθρον 23 τῶν συγγραφῶν λέγει τῷ ὄντι (ἀναγινώσκει):
1724«Ὁ ἐργολάβος ὀφείλει νὰ συμμορφωθῇ μὲ τοὺς προϋπολογι-
1725σμοὺς, διατομὰς, σχέδια καὶ μὲ τὰς ἐγγράφους διαταγὰς
1726τῆς ὑπηρεσίας, ἐφ’ ὅσον αὗται δὲν ἀντιβαίνουσιν εἰς τὴν πα-
1727ροῦσαν». Τί δὲ λέγει ἡ παροῦσα συγγραφὴ, ὅσον ἀφορᾷ τὸν
1728ἄξονα τοῦ μώλου; τὸν καθορίζει τελείως διὰ τοῦ ἄρθρου 2
1729(ἀναγινώσκει): «Ὁ ἄξων τοῦ μώλου διήκει κατὰ τὴν ἐπέκ-
1730τασιν τοῦ ὑπάρχοντος καὶ διευθύνεται πρὸς τὸ ἔναντι ἀκρω-
1731τήριον τῆς Στυλίδος...» Ἐὰν λοιπὸν ὁ νομομηχανικὸς Κυ-
1732κλάδων ἐπέβαλλεν εἰς τὸν ἐργολάβον ν’ ἀκολουθήσῃ ἄξονα
1733τοῦ μώλου διάφορον ἐκείνου, ὃν καθορίζει τὸ ἄρθρον 2 τῆς
1734συγγραφῆς, ὁ ἐργολάβος εἶναι ὑπεύθυνος, διότι τὸ ὑπ’ αὐτοῦ
1735ὑπογραφὲν συμβόλαιον δὲν τῷ ἐπιτρέπει ἐν τῇ περιπτώσει
1736ταύτῃ νὰ ὑπακούσῃ εἰς τὰς διαταγὰς τοῦ νομομηχανικοῦ.
1737Διὰ τὸν αὐτὸν λόγον, ἐὰν ὁ ἐργολάβος διαταχθῇ ὑπὸ τοῦ
1738μηχανικοῦ, ἢ καὶ οἱουδήποτε ἄλλου, νὰ ῥίψῃ, καὶ ῥίψῃ, πε-
1739τρώματα ἐκτὸς τῶν ἐγκεκριμένων διατομῶν, ἐκτὸς τῶν οἰ-
1740κείων θέσεων, ὁ ἐργολάβος εἶναι ὑπεύθυνος διὰ τοῦτο, καὶ δὲν
1741δύναται νὰ πληρωθῇ τὰ πετρώματα ταῦτα, διότι δὲν ὤφειλε
1742νὰ ὑπακούσῃ εἰς τὸν μηχανικὸν, ἔχων ὑπ’ ὄψει τὸ αὐτό, ὡς καὶ
1743πρὶν, ἄρθρον 23, ἐν συνδυασμῷ πρὸς ἕτερον ἄρθρον, τὸ ὁποῖον
1744ἀπαγορεύει τὴν πληρωμὴν τῶν πετρωμάτων, ὅσα δὲν ἐρρίφθη-
1745σαν εἰς τὰς οἰκείας θέσεις. Δὲν ζητῶ τὸ ἄρθρον, ἵνα μὴ χρο-
1746νοτριβῶ...
1747§96ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διὰ νὰ μὴ κουράσητε τὴν Βουλήν.
1748§97Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Ἐὰν ἡ Βουλὴ ἐκουράσθη,
1749νὰ διακόψωμεν.
1750§98ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι, διόλου.
1751§99Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Τότε ἐξακολουθῶ τὴν ἀνά-
1752γνωσιν τῆς γνωμοδοτήσεως (ἀναγινώσκει):
1753«6) Ὅτι, ἐὰν δὲν ἐγένετο ἡ δέουσα βεβαίωσις ἐκ μέρους
1754»τοῦ βυθιστοῦ ἐπιστάτου τῶν ὄγκων τῶν προσκομιζομένων πρὸς
1755»βύθισιν διαφόρων πετρωμάτων, τοῦτο καταδεικνύει ἄγνοιαν ἢ
1756»ἀμέλειαν περὶ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν καθηκόντων τῶν ἁρμοδίων,
1757»ἢ χαλαρότητα διευθύνσεως καὶ ἐπιβολῆς ἐκ μέρους τοῦ ἔχον-
1758»τος τὴν ἐπίβλεψιν τοῦ ἔργου ἐργοδηγοῦ, τοῦθ’ ὅπερ οὐδόλως
1759»εὐθύνει τὸν ἐργολάβον.»
1760Ἀλλὰ μήπως ἐπεβλήθη τοὐλάχιστον τιμωρία, ἔστω καὶ
1761ἡ ἐλαχίστη, εἰς οἱονδήποτε τῶν οὕτω καταγγελλομένων
1762ὑπαλλήλων; Καὶ δὲν νομίζετε, κύριε Ὑπουργὲ, ὅτι ἐπιτα-
1763κτικὴ εἶναι ἡ λῆψις νομοθετικῶν μέτρων πρὸς περιστολὴν τῆς
1764τοιαύτης καταστάσεως;
1765Τέλος (ἀναγινώσκει): «γνωμοδοτεῖ τὸ Συμβούλιον, ὅπως
1766»γείνῃ δεκτὴ ἡ ἐκτελεσθεῖσα ἐργασία, ἡ ἐξαγομένη ἐκ τῶν
1767»δελτίων ζυγίσεως τῶν πετρωμάτων», ἐνῷ, κύριοι Βουλευ-
1768ταὶ, αὐτὸ τοῦτο τὸ Συμβούλιον, ἀποτελούμενον ἐκ τῶν αὐ-
1769τῶν (πλὴν ἑνὸς) ἐπιθεωρητῶν, διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθμὸν 256 τοῦ
17701902 πράξεως αὐτοῦ, προκειμένου περὶ ὁμοίας διαφορᾶς,
1771ἀναφυείσης μεταξὺ τοῦ ἐργολάβου καὶ τῆς Λιμενικῆς Ἐπι-
1772τροπῆς, ἀπεφήνατο, συνιστῶν τὴν ἔγκρισιν τῆς ὑπερβάσεως
1773(ἀναγινώσκει): «ὑπὸ τὸν ὅρον, ἵνα ἐκ τῶν προϋπολογισθέν-
1774των ἐπὶ πλέον πετρωμάτων, ἀνερχομένων εἰς μέτρα κυβικὰ
1775228,490, καταλογισθῶσιν εἰς βάρος τοῦ ἐργολάβου οἱ πέ-
1776ραν τῶν ἐγκεκριμένων ὁρίων τῶν διατομῶν βυθισθέντες χά-
1777λικες,...ὡς παρὰ τὰ συμπεφωνημένα βυθισθέντες.»
1778Νομίζω, κύριοι Βουλευταὶ, ὅτι δὲν ἔχουσιν ἀνάγκην πλειο-
1779τέρων σχολίων ὅσα προηγουμένως ἐξέθηκα, ἵνα καταφανῇ
1780ἡ σημασία, ἥτις πρέπει ν’ ἀποδίδηται εἰς τὰς τοιαύτας
1781πράξεις.
1782Ἵνα δὲ τελείως πεισθῇ περὶ τούτου καὶ ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ
1783τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸς, θὰ τελειώσω, ἐπαναλαμβάνων
1784καὶ προσαρμόζων εἰς τὴν ἀπασχολοῦσαν ἡμᾶς περίπτωσιν
1785ὅ,τι ἄλλοτε ἔγραφεν ὁ διευθύνων τὴν κεντρικὴν ὑπηρεσίαν
1786τῶν λιμενικῶν ἔργων μηχανικὸς, ὅστις παρὰ πάντων ὁμολο-
1787γεῖται ἀδαμαντίνου χαρακτῆρος ὑπάλληλος (ἀναγινώσκει):
1788«Αἱ διατομαὶ τῆς ἐκτελέσεως πόρρω ἀπέχουσι τοῦ ν’ ἀντι-
1789προσωπεύωσι τὰς ἐγκεκριμένας διατομὰς τοῦ σχεδίου, ἀλλὰ
1790διαφέρουσι τούτων οὐσιωδῶς, κατά τε τὰς κλίσεις τῶν πρω-
1791νῶν καὶ τὴν μορφὴν, ἀπορροφήσασαι πρὸς πραγματοποίησίν
1792των, εἰς μάτην, σημαντικὴν ποσότητα πετρωμάτων...»
1793Ἐν τούτοις τὸ Συμβούλιον τῶν Δημοσίων Ἔργων συγκα-
1794ταλέγει, ἐναντίον τοῦ ἄρθρου 12 τῆς συγγραφῆς τῶν ὑποχρεώ-
1795σεων, μεταξὺ τῶν ὀφειλομένων εἰς τὸν ἐργολάβον καὶ τὰ ἐκτὸς
1796τῶν διατομῶν βυθισθέντα πετρώματα, προβάλλον πρὸς δικαιο-
1797λογίαν τὰς ἀταξίας, μεθ’ ὧν ἐβυθίσθησαν τὰ πετρώματα,
1798τὴν ἄγνοιαν ἢ ἀμέλειαν περὶ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν καθηκόντων
1799τῶν ἁρμοδίων, τὴν χαλαρότητα διευθύνσεως καὶ ἐπιβολῆς ἐκ
1800μέρους τοῦ ἔχοντος τὴν ἐπίβλεψιν τοῦ ἔργου ἐργοδηγοῦ, κλπ.
1801—δικαιολογίαι καθ’ ἡμᾶς ἀνίσχυροι, ἀβάσιμοι καὶ ἀντικεί-
1802μεναι εἰς ῥητὴν διάταξιν (ἄρθρον 23) τῆς μεταξὺ ἐργολάβου
1803καὶ ἐργοδηγοῦ συμβάσεως. Ἂν δὲ ἐν τοῖς τοιούτου εἴδους ἔρ-
1804γοις αἱ τοιαῦται δικαιολογίαι ἐλαμβάνοντο σοβαρῶς ὑπ’ ὄψιν,
1805ἀγνοοῦμεν ποία ἤθελεν εἶσθαι ἡ τύχη τῶν λιμενικῶν ταμείων,
1806διότι, ἅπαξ δεκτῆς γενομένης ὑπερβάσεώς τινος τῶν ἐγκεκρι-
1807μένων διατομῶν, δὲν βλέπομεν διὰ τίνα λόγον δὲν θὰ ἐγίνετο
1808ἀποδεκτὴ καὶ ἑτέρα τοιαύτη, ἴσως μείζων τῆς πρώτης, καὶ
1809οὕτω καθεξῆς, ἄνευ ὁρίου τινός, διότι τὸ ὅριον εἶναι ἡ ἐγκε-
1810κριμένη διατομή. Πέραν ταύτης δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ
1811λογικῶς καὶ νομίμως ὡρισμένον τι ὅριον ἀνεκτῶν ὑπερβάσεων,
1812καὶ συνεπῶς ἀφίεται εἰς τὸν ἐργολάβον τὸ στάδιον ἐλεύθερον
1813νὰ βυθίζῃ ὅσα οὗτος ἤθελε πετρώματα μέχρις ἐξαντλήσεως
1814τοῦ Λιμενικοῦ Ταμείου.
1815Ἐκ τῆς ἐκτυλίξεως τῆς περὶ ἧς πρόκειται ὑποθέσεως ἀπο-
1816καλύπτεται τὸ γεγονὸς, ὅτι, ὡς ἔχουσι δυστυχῶς παρ’ ἡμῖν
1817τὰ πράγματα, οὐδεὶς ἔλεγχος ὑπὸ τῶν ἁρμοδίων ἐξασκεῖται
1818πρὸς κανονικὴν καὶ συμφώνως ταῖς συγγραφαῖς ὑποχρεώσεων
1819ἐκτέλεσιν τῶν ἔργων, καὶ οὐδὲν ὑπ’ αὐτῶν λαμβάνεται μέτρον
1820πρὸς περιστολὴν τῶν αἰσχροκερδῶν τάσεων τῶν ἐργολάβων ἐν-
1821τὸς τῶν ὑπὸ τοῦ νόμου καὶ τῆς ἠθικῆς διαγεγραμμένων ὁρίων.
1822Ἐπὶ τούτων ἐπεθύμουν νὰ προκαλέσω τὴν ὑμετέραν προσο-
1823χήν, κύριε Ὑπουργέ. Εἰς ὑμᾶς ἤδη ἀπόκειται, ἢ νὰ κυρώ-
1824σητε διὰ τῆς ὑπογραφῆς σας τὴν ἀπόφασιν τοῦ Συμβουλίου
1825τῶν Δημοσίων Ἔργων, ἢ νὰ παραπέμψητε τὴν ὑπόθεσιν εἰς
1826ἄλλους, δυναμένους νὰ κρίνωσι δικαιότερον, ἵνα μὴ εἴπω ἠθι-
1827κώτερον.
1828§100Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Λαμβάνων ἀφορμὴν ἐκ τῆς ἐκτελέσεως
1829πολιτικῆς τινος ἀποφάσεως τῶν ἡμετέρων Δικαστηρίων, προ-
1830διδούσης τὴν ἀνοχὴν ἢ μᾶλλον τὴν βαρεῖαν ἀμέλειαν τῆς
1831Πολιτείας, ἀναγκάζομαι νὰ ποιήσωμαι σύστασιν πρὸς τὴν
1832Κυβέρνησιν, καὶ ἰδίᾳ πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύ-
1833νης, ὅπως ὡς οἷόν τε τάχιον λάβῃ πρόνοιαν νομοθετικὴν καὶ
1834θεραπεύσῃ τὸ κακόν.
1835Ὡς γνωστόν, ἐν τῇ ἡμετέρᾳ νομοθεσίᾳ, τῇ ἀστικῇ, ἀνα-
1836φέρεται εἰς πολλὰ μέρη ἡ λέξις ἄφαντος, ἀλλ’ ἐν αὐτῇ οὐ-
1837δεμία ἀναγράφεται διάταξις, κανονίζουσα τὸ ζήτημα τῶν
1838ἀφάντων...
1839§101Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Σπουδαιότατον ζήτημα.
1840§102Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Ὡς γνωστὸν δέ, ἐκ τῆς ἰδιαιτέρας
1841ἡμῶν πατρίδος πολλοὶ πολῖται ἀποδημοῦσιν εἰς τὸ ἐξωτε-
1842ρικόν, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον ἐπιτείνεται ἀφ’ ἧς ἐποχῆς ἤρξαντο
1843ἀποδημοῦντες εἰς μακροτάτας ἐπαρχίας καὶ πόλεις τῆς
1844Ἀμερικῆς. Ἐκ τούτου δὲ τὸ κακὸν τῆς ἐλλείψεως διατάξεως
1845περὶ ἀφάντων γίνεται ὁσημέραι μεγαλείτερον. Γνωρίζω ἐξ
1846ἰδίας ἀντιλήψεως, ὅτι πολλοὶ τοκογλύφοι, ἐπωφελούμενοι ἐκ
1847τοῦ θανάτου ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι μετέβησαν εἰς τὴν ἀλλο-
1848δαπήν, τῶν ὁποίων ὅμως οἱ κληρονόμοι δὲν εἶναι εἰς θέσιν νὰ
1849βεβαιώσωσι τὸ γεγονὸς τοῦ θανάτου των, ἐπωφελούμενοι,
1850λέγω, ἐκ τῆς ἀδυναμίας τούτων, ἢ μᾶλλον ἐκ τοῦ κενοῦ τῆς
1851ἡμετέρας νομοθεσίας, καταφεύγουσιν εἰς τὴν συνήθη διαδι-
1852κασίαν τῶν ἀφάντων, καὶ κατορθοῦσι ν’ ἀπαλλοτριῶσιν ὁλο-
1853κλήρους κολοσιαίας περιουσίας δι’ ἐλάχιστα ποσά, οἱ δὲ
1854κληρονόμοι νὰ μένωσι μὲ τὰς χεῖρας ἐσταυρωμένας, μὴ δυ-
1855νάμενοι ὡς ἐκ τοῦ κενοῦ τῆς νομοθεσίας νὰ ἔχωσιν ἔνδικον
1856μέσον, ὅπως σώσωσι τὰς περιουσίας των.
1857Τὸ ζήτημα εἶναι ἄξιον προσοχῆς, καὶ πρέπει ἡ Κυβέρνη-
1858σις νὰ τὸ λάβῃ ὑπὸ σπουδαίαν ἔποψιν. Ἵνα δὲ διευκολύνω
1859τὴν Κυβέρνησιν, ὑπενθυμίζω αὐτῇ, ὅτι συνέστη ἐπιτροπὴ
1860πρὸς κατάρτισιν κώδικος, ὅστις κατὰ τὸ μέρος αὐτὸ τῶν
1861ἀφάντων ἔχει ἤδη ἑτοιμασθῆ καὶ εὑρίσκεται εἰς τὸ Ὑπουρ-
1862γεῖον τῆς Δικαιοσύνης. Δὲν πρέπει δὲ νὰ περιμένωμεν τὴν
1863κατάρτισιν ὁλοκλήρου τοῦ κώδικος, ἵνα ψηφίσωμεν καὶ τὸ περὶ
1864ἀφάντων μέρος μεθ’ ὅλου τοῦ κώδικος, ἀφοῦ τὸ ζήτημα
1865αὐτὸ παρουσιάζεται ὡς λίαν κατεπεῖγον, καὶ δέον νὰ τύχῃ
1866τάχιστα τῆς νομοθετικῆς μερίμνης.
1867§103Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Ἐπι-
1868τρέψατέ μοι νὰ ὑποβάλω νομοσχέδιον περὶ τῆς δυνάμεως τοῦ
1869κατὰ θάλασσαν στρατοῦ τοῦ ἔτους 1903.
1870§104ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Πα-
1871ράρτημα, ἀριθ. 234).
1872§105Κ. ΓΕΡΑΚΗΣ. Κατὰ προηγουμένην συνεδρίασιν εἶχον
1873παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης—καὶ ἐπε-
1874θύμουν νὰ ἦναι οὗτος παρών, διότι ἤθελον ἀπευθύνει αὐτῷ
1875ἐρώτησιν χρήσιμον, ἀπευθύνομαι ὅμως πρὸς ὑμᾶς, κ. Πρωθυ-
1876πουργὲ, ἐλπίζων ὅτι θέλετε λάβει τὰ κατάλληλα μέτρα καὶ
1877θέλετε μεταβιβάσει εἰς αὐτὸν ὅσα θέλω εἴπει, —κατὰ προη-
1878γουμένην, λέγω, συνεδρίασιν εἶχον παρακαλέσει τὸν κύριον
1879Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, ἂν
1880οἱ ἀπουσιάσαντες ἐκ τῆς ἕδρας των δικασταὶ κατὰ τὴν μα-
1881ταιωθεῖσαν συνεδρίασιν τῆς 29 Νοεμβρίου παρελθόντος ἔτους
1882τοῦ Πλημμελειοδικείου Κεφαλληνίας ἀπουσίαζον δυνάμει
1883ἀδείας, ἢ αὐτοβούλως καὶ αὐτοδικαίως, καὶ δεύτερον, τί
1884ἐνήργησε κατόπιν τοῦ παρ’ ἐμοῦ ἀπευθυνθέντος τηλεγραφή-
1885ματος πρὸς τὸν κύριον Ὑπουργὸν καὶ κατόπιν τοῦ τηλε-
1886γραφήματος, ὅπερ ἀπηύθυνεν ὁ Εἰσαγγελεὺς τῶν ἐν Κε-
1887φαλληνίᾳ Πλημμελειοδικῶν. Κατὰ τὴν παρελθοῦσαν συνε-
1888δρίασιν κατέθηκεν ἀπάντησιν μερικὴν ἐπὶ τῆς ἐπερωτήσεώς
1889μου ἐκείνης ὁ κ. Ὑπουργός, δηλ. τηλεγράφημα τοῦ Εἰσαγ-
1890γελέως τῶν ἐν Κεφαλληνίᾳ Πλημμελειοδικῶν, πληροφοροῦν-
1891τος τὸν κ. Ὑπουργόν, ὅτι «κατὰ συνεδρίασιν Πλημμελειοδι-
1892κείου 29 Νοεμβρίου ἐκ τῶν δικαστῶν πρόεδρος Φαρσῆς ἀπου-
1893σίαζε, κληθεὶς εἰς Ἀθήνας διὰ λόγους ὑπηρεσίας, πρωτοδί-
1894κης Λυγδόπουλος ἠσθένει, καὶ πρωτοδίκης Σταυρόπουλος δὲν
1895εἶχεν εἰσέτι ἐπιστρέψει, μεταβὰς ὡς δικαστικὸς ἀντιπρόσω-
1896πος κατὰ ἐνεργηθεῖσαν βουλευτικὴν ἐκλογήν.»
1897Ὡς εἶναι γνωστὸν εἰς ὑμᾶς, ἵνα συνεδριάσῃ τὸ Πλημ-
1898μελειοδικεῖον, ἀπαιτοῦνται τρεῖς τακτικοὶ δικασταί. Δύο
1899τοιοῦτοι ἦσαν παρόντες κατὰ τὴν συνεδρίασιν ἐκείνην, ἠσθέ-
1900νει ὁ δικαστὴς Λυγδόπουλος, ἀπουσίαζε δὲ ἄνευ ἀδείας ὁ Γ.
1901Σταυρόπουλος. Ἠθέλησε, φαίνεται, ὁ κ. Εἰσαγγελεὺς νὰ δι-
1902καιολογήσῃ τὸν ἀπουσιάζοντα παρανόμως κ. Σταυρόπουλον,
1903καὶ ὡς ἐκ τούτου ἔρχεται ἀρωγὸς, λέγων, ὅτι δὲν εἶχεν εἰσέτι
1904ἐπιστρέψει, μεταβὰς ὡς δικαστικὸς ἀντιπρόσωπος. Ἀλλ’ ἡ
1905ἐκλογὴ ἡ βουλευτικὴ ἐγένετο κατὰ τὴν 17 Νοεμβρίου, ἡ δὲ
1906συνεδρίασις τοῦ Πλημμελειοδικείου ἐματαιώθη κατὰ τὴν 29
1907Νοεμβρίου, ἤτοι 12 μετὰ τὴν ἐκλογὴν ἡμέρας, ἐνῷ ὁ Σταυ-
1908ρόπουλος εὑρίσκετο εἰς Μεσολόγγιον, ὁπόθεν εἶχε 10 ἀτμό-
1909πλοια, ἐὰν ἤθελε, νὰ ἐπιστρέψῃ εἰς τὴν ἕδραν του. Οὗτος
1910ὅμως, ὡς νομίζω, ἐπωφεληθεὶς τῆς τότε γενομένης Κυβερ-
1911νητικῆς μεταλλαγῆς, ἦλθεν εἰς Ἀθήνας καὶ διεσκέδαζε,
1912κατέλιπε δὲ τὴν ἕδραν του, καὶ δὲν ἐπέστρεψεν εἰς αὐτὴν
1913παρὰ κατὰ τὰς ἀρχὰς Δεκεμβρίου.
1914Κύριοι Βουλευταί, πρέπει νὰ γνωρίζητε, ὅτι ὁ δικαστὴς
1915οὗτος εἶναι συνηθισμένος εἰς τὴν ἀμέλειαν τοῦ καθήκον-
1916τός του...
1917§106Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Εἴπετε ὅτι λέγεται Γεώργιος Σταυ-
1918ρόπουλος. Αὐτὸς εἶναι ἄριστος δικαστὴς, ὁ πρῶτος διακρι-
1919θεὶς ἐν τῷ διαγωνισμῷ τοῦ 1892.
1920§107Κ. ΓΕΡΑΚΗΣ. Ὁ δικαστὴς οὗτος ἔλαβεν ἄδειαν κατὰ
1921τὸ διάστημα τῶν διακοπῶν, ἀλλ’ ἐγκατέλειψε τὴν θέσιν
1922του πρὸ 6 ἢ 7 ἡμερῶν, καὶ ἐπανῆλθε μετὰ 15 ἡμέρας ἀπὸ
1923τῆς λήξεως τῆς ἀδείας του, ἤτοι κατὰ τὴν 15 Σεπτεμ-
1924βρίου, καὶ ὡς ἐκ τούτου κατὰ τὸ δίμηνον διάστημα τῶν
1925διακοπῶν δὲν συνεδρίαζε τὸ Πλημμελειοδικεῖον, καὶ ἔμει-
1926ναν ἄνθρωποι προφυλακισμένοι ἐπὶ δύο μῆνας, διότι ἕνεκα
1927τῆς ἀπουσίας τῶν δικαστῶν δὲν ἠδύνατο νὰ συνεδριάσῃ τὸ
1928Πλημμελειοδικεῖον...
1929§108ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν εἶναι ἀμέλεια αὐτό.
1930§109Κ. ΓΕΡΑΚΗΣ. Ἀμέλεια εἶναι, διότι, ὅταν εἷς δικαστὴς
1931ἄνευ ἀδείας ἀπουσιάζῃ ἐκ τῆς ἕδρας του, παραμελεῖ τὸ
1932καθῆκον του...Ἀλλὰ πλὴν τούτου σᾶς λέγω καὶ τὸ ἑξῆς,
1933διὰ νὰ ἴδητε ὁποίαν ἀμέλειαν ἔχει ὁ δικαστὴς οὗτος εἰς τὴν
1934ἐκπλήρωσιν τῶν καθηκόντων του. Ὅτε ἐπανῆλθον κατὰ τὰς
1935ἑορτὰς εἰς τὴν Κεφαλληνίαν, ἐπειδὴ μεταξὺ τῶν συζητη-
1936θεισῶν διαφόρων ὑποθέσεων ὑπὸ τοῦ Πρωτοδικείου ἀνῆκον καὶ
1937τινες εἰς ἐμὲ, μετέβην ἵνα ἴδω, μετὰ τὴν 1ην Ἰανουαρίου, ἐὰν
1938ἐδημοσιεύθησαν αἱ ἀποφάσεις ἐπὶ τῶν ἐκδικασθεισῶν ὑποθέ-
1939σεων, αἱ ὁποῖαι εὑρίσκοντο εἰς χεῖρας τοῦ εἰρημένου δικαστοῦ
1940ἀπὸ τοῦ Ὀκτωβρίου μέχρι τῆς 1 Ἰανουαρίου. Εἶδον, ὅτι ὅλων
1941τῶν ὑποθέσεων, αἱ ὁποῖαι εὑρίσκοντο εἰς χεῖρας τῶν ἄλλων
1942δικαστῶν, εἶχον δημοσιευθῆ αἱ ἀποφάσεις, ἐνῷ ὁ κύριος αὐτὸς,
1943ὁ ὁποῖος εἶχε δέκα μόνον ὑποθέσεις, δὲν εἶχεν ἐκδώσει, εἰμὴ
1944τρεῖς μόνον, νομίζω, ἀποφάσεις. Ἐζήτησα πληροφορίας παρὰ
1945τοῦ γραμματέως, ὁ ὁποῖος μοὶ εἶπεν, ὅτι «περιμένομεν νὰ τὰς
1946ἐπιστρέψῃ ὁ κ. εἰσηγητής, ἵνα τὰς δημοσιεύσωμεν, ἀλλ’ ὑπο-
1947θέτομεν, ὅτι μέχρι τῆς στιγμῆς ταύτης δὲν εἰργάσθη, καὶ
1948κατὰ συνέπειαν εἶναι ἄγνωστον, ἂν θὰ δημοσιευθῶσι, καὶ
1949πότε· ἐὰν ὅμως τὰς ἐπιστρέψῃ, θὰ τὰς δημοσιεύσωμεν μὲ
1950ἡμερομηνίαν προγενεστέραν τῆς 1 Ἰανουαρίου». Τότε τῷ
1951εἶπον, ὅτι, ἐὰν πράξῃ τοῦτο, θὰ τὸν καταγγείλω ἐπὶ ψευδεῖ
1952πιστοποιήσει.
1953Πάντα ταῦτα ἀναφέρω, κύριοι Βουλευταί, ἵνα δείξω ὑμῖν,
1954ποῦ εὑρίσκεται ἡ Δικαιοσύνη ἐν ταῖς ἐπαρχίαις, καὶ πρὸ
1955πάντων ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ μου. Καὶ δὲν θέλω νὰ ἀναφέρω ὑμῖν
1956ἄλλα τινὰ γεγονότα, λαβόντα χώραν πρό τινων ἡμερῶν ἐν
1957Ἀργοστολίῳ· πρέπει μόνον νὰ γνωρίζητε, ὅτι ἡ κοινωνία
1958Ἀργοστολίου διῃρέθη εἰς λαὸν καὶ εἰς δικαστάς, καὶ πολλά-
1959κις δὲν ἐπιθυμῶ νὰ φέρω ἐνώπιον τῆς Βουλῆς τὴν κατάστα-
1960σιν τῆς Δικαιοσύνης, ἀλλ’ ἀνέφερα ταῦτα κατὰ καθῆκον,
1961ἵνα καταστήσω γνωστόν, ποῦ διατελεῖ ἡ Δικαιοσύνη, δηλο-
1962νότι πῶς ἐκτελοῦσι τὸ καθῆκόν των οἱ διάφοροι λειτουργοὶ
1963τῆς Θέμιδος. Καὶ θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς
1964Δικαιοσύνης νὰ μὲ πληροφορήσῃ, τί ἐνήργησε περὶ τῆς μα-
1965ταιώσεως ἐκείνης τῆς συνεδριάσεως τοῦ Πλημμελειοδικείου.
1966§110Α. ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης).
1967Ὅσα εἶπεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἔχονται ἐν μέρει ἀλη-
1968θείας. Εἶναι ἀληθές, ὅτι, ὅτε ἀνέλαβον τὸ Ὑπουργεῖον τῆς
1969Δικαιοσύνης, ἔμαθον, ὅτι τινὲς τῶν δικαστῶν, ἐκ τῶν ἐπαρ-
1970χιῶν, εἰς ἃς μετέβησαν ὡς δικαστικοὶ ἀντιπρόσωποι κατὰ
1971τὰς ἐκλογάς, δὲν ἐπανέκαμψαν εἰς τὰς θέσεις των, ἀλλ’ ἦλ-
1972θον εἰς Ἀθήνας, εἴτε διότι ἔπρεπε νὰ διέλθουν ἐντεῦθεν, διὰ
1973νὰ μεταβοῦν εἰς τὴν ἕδραν των, εἴτε καὶ ἄνευ τῆς ἀνάγκης
1974ταύτης. Ἀμέσως διέταξα τοὺς εὑρισκομένους ἐνταῦθα νὰ
1975μεταβῶσιν εἰς τὰς θέσεις των, συγχρόνως δὲ, πρὸς ἀποφυγὴν
1976τοιούτων ἀτόπων ἐν τῷ μέλλοντι, διέταξα τοὺς Εἰσαγγε-
1977λεῖς, εὐθὺς ὡς δικαστής τις ἀπουσιάζει τῆς θέσεώς του ἄνευ
1978ἀδείας, νὰ ἀναφέρωσι τοῦτο εἰς τὸ Ὑπουργεῖον πρῶτον, δεύ-
1979τερον δὲ νὰ μὴ περιλαμβάνωνται ἐν ταῖς καταστάσεσι τῆς
1980μισθοδοσίας τοῦ ἀπουσιάζοντος δικαστοῦ αἱ ἡμέραι τῆς ἀπου-
1981σίας αὑτοῦ.
1982Ἐλπίζω ὅτι ἐν τῷ μέλλοντι δὲν θὰ δοθῇ ἀφορμὴ τοιού-
1983των παραπόνων. Ἄλλο τι δὲν δύναμαι νὰ εἴπω.
1984Ὅσον ἀφορᾷ εἰδικῶς τὴν περίστασιν ταύτην, ἀμέσως
1985διέταξα καὶ ἐνήργησα ὅ,τι ἔπρεπεν. Ὅσον ἀφορᾷ δὲ τὴν
1986περίστασιν τῆς ματαιώσεως τῆς συνεδριάσεως τοῦ Πλημμε-
1987λειοδικείου Ἀργοστολίου, εὐθὺς ὡς ἔλαβον γνῶσιν τοῦ πράγ-
1988ματος ἐκ τῶν ἐφημερίδων, ἐτηλεγράφησα πρὸς τὸν Εἰσαγ-
1989γελέα, οὗτος δὲ ἐν τῇ ἀπαντήσει του ἐξέθηκεν, ὅτι ἐν ταῖς
1990ἐφημερίσι παρεστάθησαν πολὺ ἐξωγκωμένα τὰ γεγονότα.
1991§111Κ. ΓΕΡΑΚΗΣ. Λίαν ἐπιεικὴς ἐφάνη ὁ κ. Ὑπουργὸς
1992τῆς Δικαιοσύνης εἰς τὴν προκειμένην περίπτωσιν. Ἐγὼ
1993ἀνέμενον νὰ εἴπῃ ὁ κ. Ὑπουργός, ὅτι ἔλαβε τὰ κατάλληλα
1994μέτρα, ὅτι δηλαδὴ ἐζήτησε πληροφορίας περὶ τοῦ δικαστοῦ,
1995ὅτι ἐτιμώρησεν αὐτὸν, ὅτι τὰ ἔξοδα, τὰ ὁποῖα ἐδαπανήθη-
1996σαν κατὰ τὴν συνεδρίασιν ἐκείνην, ὑπεχρέωσε τὸν δικαστὴν
1997ἐκεῖνον νὰ τὰ πληρώσῃ.
1998Ἀλλά, κύριε Ὑπουργὲ, δὲν κρίνονται αἱ τοιαῦται παρα-
1999βάσεις τῶν δικαστῶν τόσον ἐπιεικῶς· διότι πρέπει νὰ λά-
2000βητε ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ἔμειναν ἐν ταῖς φυλακαῖς ἐπὶ 20 ἡμέρας
2001ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι ἔπρεπε νὰ εἶχον δικασθῆ ὑπὸ τοῦ Πλημ-
2002μελειοδικείου· πρόκειται λοιπὸν περὶ τῆς ἐλευθερίας τοῦ
2003ἀτόμου. Δεύτερον πρέπει νὰ λάβητε ὑπ’ ὄψιν, ὅτι περιεφέ-
2004ροντο ἐν τῇ πόλει τοῦ Ἀργοστολίου 500 περίπου ἄνθρωποι,
2005οἵτινες εἶχον ἔλθει ὡς μάρτυρες, ἄλλοι ἐκ Φισκάρδου, ἤτοι
20068 ὥρας μακρὰν, ἄλλοι ἐξ Ἄσσου, 8 ὥρας, ἄλλοι ἐκ Πυλά-
2007ρου, 6 ὥρας, ἄλλοι ἐκ Πρόννων, 7 ὥρας, καὶ ἄλλοι ἐξ Ἐλιοῦ,
20084 ὥρας μακρὰν, καὶ ὅλοι αὐτοὶ συνεσωρεύθησαν ἐν τῇ πόλει
2009τοῦ Ἀργοστολίου. Τί μᾶς χρεωστοῦν οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ, οἱ
2010ὁποῖοι ἐκτελοῦντες τὸ καθῆκόν των ἔρχονται εἰς τὴν πόλιν,
2011καὶ ἀντὶ νὰ δύνανται νὰ ἐμφανισθῶσιν ἐνώπιον τῆς Δικαιο-
2012σύνης, ὅπως εὕρωσι τὸ δίκαιόν των, ἀκούουσι νὰ τοῖς λέγουν,
2013ὅτι δὲν δύναται νὰ συνεδριάσῃ τὸ Δικαστήριον, διότι λείπουν
2014οἱ δικασταί;
2015Λοιπὸν θὰ ἐπιμείνω, ὅπως ὁ δικαστὴς αὐτὸς τιμωρηθῇ
2016αὐστηρῶς, καὶ δεύτερον νὰ τῷ καταλογισθῇ ἡ δαπάνη, εἰς
2017τὴν ὁποίαν τὸ Δημόσιον ὑπεβλήθη ἕνεκα τῆς ματαιώσεως
2018τῆς συνεδριάσεως ἐκείνης. Καὶ ὀφείλετε, κύριε Ὑπουργὲ, νὰ
2019πράξητε τοῦτο, διότι πρέπει νὰ λειτουργῶσιν οἱ νόμοι. Σεῖς
2020ἐφωνάζετε καὶ διαμαρτύρεσθε, ὅτε ἦσθε ἀντιπολιτευόμενοι,
2021ὅτι οἱ νόμοι δὲν λειτουργοῦν, καὶ ὅτι πρέπει νὰ λειτουργή-
2022σουν· ἀλλὰ, Κύριοι, βλέπω ὅτι, ἀντὶ νὰ προασπίζητε τοὺς
2023νόμους, σεῖς ἐπιεικῶς τοὺς παραβαίνετε (γέλως). Ἀφοῦ ὑψώ-
2024σατε, κύριε Ὑπουργὲ, τὴν σημαίαν τῆς ἀναστηλώσεως τῶν
2025θεσμῶν καὶ τῶν νόμων, ὀφείλετε νὰ σέβησθε τοὺς νόμους, καὶ
2026ὀφείλετε νὰ τιμωρῆτε ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι παραβαίνουσιν αὐ-
2027τούς.
2028Ἐγὼ καὶ πάλιν θὰ ἐπανέλθω ἐπὶ τοῦ θέματος, ἐὰν ἴδω,
2029ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς εἰς οὐδεμίαν προβαίνει τιμωρίαν.
2030§112ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Βαρβιτσιώτης ἔχει τὸν λόγον.
2031§113Π. ΒΑΡΒΙΤΣΙΩΤΗΣ. Ὡς πληροφοροῦμαι, εἷς ἐκ τῶν
2032δήμων τῆς ἐπαρχίας Λακεδαίμονος, ἣν ἔχω τὴν τιμὴν νὰ
2033ἀντιπροσωπεύω, ὁ δῆμος Θεραπνῶν, πρόκειται νὰ διαιρεθῇ
2034εἰς δύο. Πάντες δὲ γνωρίζομεν, ὅτι τὰ οἰκονομικὰ τῶν δή-
2035μων εὑρίσκονται εἰς κακὴν κατάστασιν, πᾶσα ἑπομένως διαί-
2036ρεσις τὰ μέγιστα προσκρούει εἰς τὴν συντήρησιν τῶν δήμων,
2037ἐκτὸς δὲ τούτου καὶ τὸ Δημόσιον ζημιοῖ, ἀναγκαζομένου
2038τούτου νὰ ἔρχηται ἀρωγὸν εἰς τοὺς δήμους ἐν περιπτώσει οἰ-
2039κονομικῆς ἀνεπαρκείας αὐτῶν. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι σήμε-
2040ρον ἡ διαίρεσις παντὸς δήμου καὶ εἰς τὰ συμφέροντα αὐτοῦ
2041ἀντιβαίνει, ἀλλὰ καὶ εἰς αὐτὸ τὸ οἰκονομικὸν πρόγραμμα τῆς
2042Κυβερνήσεως, ἥτις πολλὰς τὰς οἰκονομίας ὑπεσχέθη.
2043Ἀλλ’ ἐκτὸς τῶν λόγων τούτων, ἡ διαίρεσις οἱουδήποτε
2044δήμου δὲν δύναται νὰ γείνῃ ἄνευ τῶν νομίμων διατυπώσεων,
2045διότι ἐκτὸς τῆς προτάσεως τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου ἀπαι-
2046τεῖται καὶ πρότασις τοῦ Ἐπαρχιακοῦ Συμβουλίου· ἀλλὰ
2047τοιοῦτον σήμερον δὲν ὑπάρχει, διότι δὲν ὑφίστανται Ἐπαρ-
2048χιακὰ Συμβούλια, ὁ δὲ νόμος δὲν προβλέπει περὶ ἄλλης ἀρ-
2049χῆς, ἀναπληρούσης ἐπὶ τούτῳ τὸ Ἐπαρχιακὸν Συμβούλιον.
2050Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ μᾶς
2051πληροφορήσῃ, ἂν ἡ εἴδησις περὶ τῆς ἐπικειμένης διαιρέσεως
2052τοῦ δήμου Θεραπνῶν εἶναι ἀληθὴς ἢ ὄχι.
2053§114ΚΥΡΙΑΚ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν
2054Ἐσωτερικῶν). Δὲν δύναμαι νὰ σᾶς δώσω σήμερον θετικὰς
2055πληροφορίας περὶ τούτου. Θέλω ἐξετάσει τὴν ὑπηρεσίαν, καὶ
2056θέλω σᾶς ἀπαντήσει εἰς προσεχῆ συνεδρίασιν.
2057§115Π. ΒΑΡΒΙΤΣΙΩΤΗΣ. Ἔχω καὶ ἑτέραν ἐπερώτησιν.
2058Ἀπὸ 12 ἐτῶν ὑπηρετεῖ, ἄλλοτε ὡς σταθμάρχης καὶ ἄλλοτε
2059ὡς ἀστυνόμος, εἰς τοὺς δήμους Πελλάνης καὶ Καστορίου,
2060ἀπαρτίζοντας μίαν καὶ τὴν αὐτὴν ἀστυνομικὴν περιφέρειαν,
2061ὁ ἐνωμοτάρχης Σκοπέτος. Ὁ κύριος οὗτος πολλάκις ἐγένετο
2062ἀφορμὴ σκανδάλων καὶ δυστυχημάτων. Κατὰ τὸ ἔτος 1891
2063ἐγένετο ἀφορμὴ μεγάλης συμπλοκῆς, καθ’ ἣν ἐφονεύθησαν δύο,
2064καὶ ἐπληγώθησαν πολλοὶ ἄλλοι. Κατὰ τὸ 1895 ἐπίσης ἐτραυ-
2065ματίσθη ὑπ’ αὐτοῦ ἐπικινδύνως εἷς πολίτης ἐν τῷ δήμῳ Πελ-
2066λάνης, διότι ἐτόλμησε νὰ κτυπήσῃ τὸν κύνα τοῦ κυρίου ἐνωμο-
2067τάρχου. Ὁ αὐτὸς ἐνωμοτάρχης κατηγγέλθη καὶ ἐπὶ ἐξυβρίσει
2068κατὰ τῆς τιμῆς μιᾶς γυναικὸς καὶ ἑνὸς ἐντίμου πολίτου Κα-
2069στορίου, καὶ κατεδικάσθη ὑπὸ τοῦ Πλημμελειοδικείου Σπάρ-
2070της. Ἐν γένει δὲ ἡ συμπεριφορὰ τοῦ ἐνωμοτάρχου τούτου εἶ-
2071ναι λίαν σκανδαλώδης, καὶ θὰ προκαλέσῃ καὶ πάλιν σκηνὰς,
2072καθ’ ἃς μέγας κίνδυνος ὑπάρχει, μήπως ἐπέλθωσι δυστυχή-
2073ματα. Κατ’ αὐτοῦ ἔχει ὑποβάλει ἔκθεσιν μακροσκελῆ ὁ ἀντι-
2074μοίραρχος κύριος Λάσκαρης, ὅστις ἦλθεν ἐκεῖ πρὸς ἐνέργειαν
2075ἀνακρίσεων, κατὰ διαταγὴν τοῦ Ὑπουργείου, εἰς ὃ εἶχεν ἀπο-
2076σταλῆ αἴτησις 100 πολιτῶν. Ὁμοίαν δ’ αἴτησιν εἶχεν ὑπο-
2077βάλει καὶ ὁ τέως ἀστυνόμος Καστορίου.
2078Διὰ τοῦτο θέλω παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσω-
2079τερικῶν, ὅστις πρό τινων ἡμερῶν εἶπεν, ὅτι θὰ τοποθετήσῃ
2080εἰς τὰς ἀστυνομίας ἀξιωματικοὺς, νὰ διορίσῃ καὶ εἰς τὴν
2081περιφέρειαν Πελλάνης καὶ Καστορίου ἀξιωματικὸν ἀστυνό-
2082μον, καὶ ἀπαλλάξῃ τοὺς δήμους ἐκείνους ἀπὸ τὸν περὶ οὗ ὁ
2083λόγος ἐνωμοτάρχην, μεταθέτων αὐτόν.
2084§116ΚΥΡ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν
2085Ἐσωτερικῶν). Πληροφοροῦμαι τὴν στιγμὴν ταύτην, ὅτι πρὸ
2086ὀκτὼ ἡμερῶν ἔχει κοινοποιηθῆ τὸ Διάταγμα, δι’ οὗ εἰς τοὺς
2087δήμους Καστορίου καὶ Πελλάνης τοποθετεῖται ἀστυνόμος
2088ἀξιωματικός.
2089§117ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν
2090ἔχει τὸν λόγον.
2091§118Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν).
2092Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ καταθέσω ἀπαντήσεις εἰς διαφόρους
2093ἐπερωτήσεις· ἤτοι 1) εἰς ἐπερώτησιν τοῦ κ. Πετροπουλάκη
2094περὶ τῶν μετὰ τὸν πόλεμον προβιβασθέντων ἀξιωματικῶν κλπ.
20952) εἰς ἐπερώτησιν τοῦ κ. Σταΐκου περὶ τῆς δυνάμεως τῆς
2096φρουρᾶς ἑκάστης πόλεως κλπ. καὶ 3) εἰς ἐπερώτησιν τοῦ κ.
2097Μόσχουλα περὶ ἀνωτέρων ἀξιωματικῶν μὴ μετασχόντων τοῦ
2098πολέμου κλπ.
2099Εἶμαι δὲ ὑποχρεωμένος νὰ προσθέσω, ὅτι αἱ ἐπερωτήσεις
2100τοῦ κ. Πετροπουλάκη εἶναι δύο, ἀπαντῶ δὲ εἰς μίαν μόνον,
2101διότι δὲν ἐπήρκεσεν ἡ ὑπηρεσία. Ἀλλὰ παρακαλῶ τοὺς ἐπε-
2102ρωτῶντας, ἐπειδὴ δὲν ἐπαρκεῖ τὸ προσωπικὸν τῆς ὑπηρεσίας
2103τοῦ Ὑπουργείου νὰ ἑτοιμάζῃ ἐγκαίρως τὰς ζητουμένας πλη-
2104ροφορίας, ἂν ἦτο δυνατὸν, ν’ ἀναλογισθῶσι τὸ μέγα ἔργον, τὸ
2105ὁποῖον ἀναθέτουσιν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν.
2106§119ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ βουλευτὴς Κυνουρίας κ. Βοζίκης κατέ-
2107θηκε τὴν ἑξῆς ἐπερώτησιν:
2108«Παρακαλεῖται ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ
2109καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν πίνακα ἐμφαίνοντα τὴν κατάστα-
2110σιν τοῦ ταμείου ἐπαρχιακῆς ὁδοποιΐας κατὰ τὴν 31 Δεκεμ-
2111βρίου 1892, κατ’ ἐπαρχίαν, τὰ ἔκτοτε δαπανηθέντα ὑπὲρ
2112ἑκάστης τούτων, καὶ τὰ ἀπομένοντα εἰς πίστωσιν αὐτῶν
2113ὑπόλοιπα. Ἐπίσης πίνακα ἐμφαίνοντα τὴν κατάστασιν τοῦ
2114ταμείου δημοτικῆς ὁδοποιΐας κατὰ τὰς αὐτὰς περιστάσεις
2115καὶ περιόδους καὶ μὲ τὰς αὐτὰς λεπτομερείας.»
2116§120ΦΙΛ. ΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς
21178 Φεβρουαρίου ἔσχον τὴν τιμὴν νὰ ἐπερωτήσω τὸν κύριον
2118Ὑπουργὸν τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαι-
2119δεύσεως, οὐχὶ διότι ἦτο ἁρμόδιος, νὰ μοὶ δώσῃ πληροφορίας
2120πρὸς διαφώτισιν ἡμῶν, ἀλλὰ διότι εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς
2121Παιδείας τηροῦνται πάντα τὰ ἔγγραφα, τὰ σχετιζόμενα πρὸς
2122τὰ κληροδοτήματα. Ἐζήτησα δὲ τὰ ἔγγραφα, ἵνα κατα-
2123δείξω, πῶς ἐπὶ τοῦ προκατόχου Ὑπουργείου τοῦ κ. ἐκ Κερ-
2124κύρας Βουλευτοῦ μετεβλήθησαν βουλήσεις διαθετῶν.
2125Εὐτυχῶς ἀντιπροσωπεύω λαὸν, ὁ ὁποῖος ἔχει πλεῖστα
2126κληροδοτήματα· ἀλλ’ ἐκεῖνο, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἐπέπεσεν ἡ
2127χεὶρ τῆς παρὰ τὴν διαθήκην διοικήσεως, εἶναι τὸ Κασσαβέ-
2128τειον. Ὁ ἀείμνηστος Ἰωάννης Κασσαβέτης, θνήσκων ἐν
2129Σύρῳ, δὲν ἠθέλησε διὰ τῆς διαθήκης του νὰ ἀφήσῃ τὴν διοί-
2130κησιν καὶ διαχείρισιν εἰς τοὺς συγγενεῖς αὐτοῦ, οἵτινες ἐν
2131Ζαγορᾷ διέμενον, — καὶ εἶναι πολλοὶ τοιοῦτοι ἐξ αἵματος,
2132ἔχοντες τὸν αὐτὸν βαθμὸν συγγενείας πρὸς τὸν μακαρίτην, —
2133ἀλλὰ πρὸς ἄλλους, οὓς αὐτὸς ἔκρινε καταλλήλους, καὶ δὴ εἰς
2134τὴν ὁλομέλειαν τῆς κοινότητος Ζαγορᾶς. Ἀνέφερα δὲ τὴν
2135συγγένειαν ταύτην, διότι θὰ καταλήξω ἐλέγχων τὴν ἐνέρ-
2136γειαν τοῦ πολιτευτοῦ ἐκείνου, τῇ εἰσηγήσει τοῦ ὁποίου μετε-
2137βλήθη ἡ διοίκησις τοῦ κληροδοτήματος, καὶ ὅστις εἶναι καὶ
2138αὐτὸς εἷς τῶν πολλῶν συγγενῶν τοῦ ἀειμνήστου διαθέτου.
2139Θνήσκων ὁ Ἰωάννης Κασσαβέτης ἐγνώριζε κάλλιστα, ὅτι
2140καὶ ἡ ἐμὴ οἰκογένεια, ἡ ὁποία πολιτεύεται, καὶ ἡ ἑτέρα
2141τοῦ κ. Κασσαβέτη, ἥτις πολιτεύεται ἐπίσης, καὶ συνδέον-
2142ται ἀμφότεραι διὰ τοῦ αὐτοῦ βαθμοῦ συγγενείας ἐξ αἵματος
2143πρὸς τὸν ἀείμνηστον δωρητὴν, δὲν ἔπρεπε νὰ διοικῶσι τὸ
2144κληροδότημά του, — κατὰ δὲ τὴν ἐμὴν γνώμην, πάντων τῶν
2145Ζαγοραίων αἱ πολιτευόμεναι οἰκογένειαι δὲν πρέπει νὰ διοι-
2146κῶσι κληροδοτήματα, — καὶ διὰ τοῦτο περὶ τῶν δύο τούτων
2147οἰκογενειῶν οὐδένα ποιεῖται λόγον ἐν τῇ διαθήκῃ.
2148Ἀπὸ τοῦ ἔτους 1888 τὸ Κασσαβέτειον Παρθεναγωγεῖον
2149διαρκῶς καὶ ὀρθῶς διῳκεῖτο ὑπὸ τῆς κοινότητος Ζαγορᾶς.
2150Ἡ Κυβέρνησις τότε, Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν ὄντος τοῦ
2151ἀειμνήστου Λομβάρδου, ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν δὲ καὶ
2152τῆς Ἐκπαιδεύσεως τοῦ κυρίου Μανέτα, συνέταξε κανονιστι-
2153κὸν Διάταγμα, διὰ τοῦ ὁποίου ὥριζε, πῶς θὰ διεχειρίζοντο
2154καὶ διὰ τίνων τὰ τοῦ Κασσαβετείου Παρθεναγωγείου. Πάντα
2155δὲ τὰ εὐαγῆ, φιλανθρωπικὰ καὶ ἐκπαιδευτικὰ καταστήματα,
2156ὅπως γνωρίζετε, καὶ ὅπου ἡ βούλησις τοῦ διαθέτου δὲν ὁρί-
2157ζει ἄλλον τρόπον διοικήσεως, διοικοῦνται ὑπὸ τῶν κατὰ τό-
2158πους Δημοτικῶν Συμβουλίων, ὅπου δὲ ὑπάρχουσι κοινότη-
2159τες συντεταγμέναι, ὡς ἐν Θεσσαλίᾳ, διοικοῦνται ὑπὸ τῶν
2160Κοινοτικῶν Συμβουλίων. Τὸ Διάταγμα, τὸ ὁποῖον συνετά-
2161χθη τὸ 1888, ὥρισε τὰ τῆς διοικήσεως συμφώνως τοῖς νό-
2162μοις. Ἀλλὰ τί συνέβη; κατὰ τὸ ἔτος 1902 οἱ τότε Ὑπουρ-
2163γοὶ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως
2164μετέβαλον τὰ τοῦ Διατάγματος τούτου, καὶ ὁ τέως ἀντι-
2165πρόσωπος τῆς ἐπαρχίας Βόλου κατώρθωσε ν’ ἀποσπάσῃ ψή-
2166φισμα τοῦ τε Δημοτικοῦ καὶ τοῦ Κοινοτικοῦ Συμβουλίου
2167Ζαγορᾶς, καὶ διορίσῃ τὸν ἑαυτόν του πρόεδρον καὶ τὸν ἀδελ-
2168φόν του ταμίαν, καὶ οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ ἐνέκριναν τοιοῦτον
2169παράνομον ψήφισμα διὰ Διατάγματος παρανόμως ἐκδοθέντος.
2170Ὁ κ. Ἀλέξανδρος Κασσαβέτης δηλαδὴ ἔλεγε: «διορίζω
2171τὸν ἑαυτόν μου πρόεδρον, διότι εἶμαι ἐξ ἀρρενογονίας συγγε-
2172νὴς» — καὶ τοῦτο διότι ὑπάρχουσι συγγενεῖς καὶ ἐκ θηλεογο-
2173νίας, ὅπως εἶναι καὶ ἡ ἐμὴ οἰκογένεια. — Ἀλλὰ δύο Ὑπουρ-
2174γοὶ, ἰδίως ὁ κύριος Μομφερρᾶτος, πῶς δὲν ἔλαβον ὑπ’ ὄψιν, ὅτι
2175ὑπάρχει διαθήκη, ἥτις δὲν ἀνέφερε ποσῶς ἡμᾶς τοὺς συγγε-
2176νεῖς τοῦ ἀειμνήστου, καὶ ἀνέθεσαν εἰς δύο πολιτικὰ πρόσωπα
2177διὰ Διατάγματος τὴν διοίκησιν τοῦ εἰρημένου ἱδρύματος
2178παρὰ τὴν διαθήκην;
2179§121Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Πῶς ὥριζεν ὁ διαθέτης τὴν διοί-
2180κησιν;
2181§122ΦΙΛ. ΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὴν ἀφίνει εἰς τὴν Ζαγο-
2182ράν. Τίς ἀντιπροσωπεύει τὴν Ζαγορὰν σήμερον; ἡ κοινότης,
2183ὡς ἐν Ἀθήναις ἀντιπροσωπεύει τὰ εὐαγῆ ἱδρύματα τὰ Δη-
2184μοτικὸν Συμβούλιον, διότι δὲν ὑπάρχει κοινότης συντεταγ-
2185μένη.
2186Ἑπομένως τὸ κληροδότημα τοῦτο θὰ διοικῆται κατὰ τὸ
2187Διάταγμα τὸ νέον τοῦ ἔτους 1902 — ὅπερ διώρισε τὸν κύριον
2188Α. Κασσαβέτην πρόεδρον καὶ τὸν ἀδελφὸν αὐτοῦ ταμίαν — ἐφ’
2189ὅσον δὲν εὐτυχήσει ἡ Ζαγορὰ νὰ εὕρῃ Ὑπουργοὺς σεβομένους
2190τοὺς κειμένους νόμους καὶ τὰς θελήσεις τῶν διαθετῶν, Ὑπουρ-
2191γοὺς, οἵτινες νὰ ἀκυρώσωσι τὸ Διάταγμα τοῦτο.
2192§123Γ. ΜΠΑΛΤΑΤΖΗΣ. Ἀνέκαθεν, ἀφ’ ὅτου ὑπάρχει Κασ-
2193σαβέτειον Παρθεναγωγεῖον, ὑπῆρχεν εἰδικὴ ἐπιτροπὴ, ἐκλε-
2194γομένη τῇ ὑποδείξει τοῦ Κοινοτικοῦ Συμβουλίου, ἀλλ’ οὐ-
2195δεμίαν σχέσιν ἔχουσα πρὸς τὸ Κοινοτικὸν Συμβούλιον.
2196§124Φ. ΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα, ἀλλ’ ἄνευ προσόν-
2197των. Τώρα ἐτέθησαν προσόντα συγγενείας. Τὸ Διάταγμα
2198λέγει τὸ ἑξῆς: «Πρόεδρος τοῦ Κασσαβετείου Παρθεναγω-
2199γείου Ζαγορᾶς θὰ ἦναι ὁ ἐξ ἀρρενογονίας συγγενὴς τοῦ Ἰω-
2200άννου Κασσαβέτη, ἤτοι ὁ Ἀλέξανδρος Κασσαβέτης, ταμίας
2201ὁ ἐξ ἀρρενογονίας συγγενὴς, ἤτοι ὁ Τζὼν Κασσαβέτης».
2202Ὥστε βλέπετε, ὅτι τὸ Διάταγμα νομοθετεῖ, ἐνῷ δὲν εἶχε
2203τὸ δικαίωμα νὰ νομοθετήσῃ ἐναντίον τῆς διαθήκης.
2204Δι’ αὐτὸ, κύριε Ὑπουργὲ, ἀπὸ σᾶς ὄχι μόνον ἐγὼ, ὡς
2205ἀντιπρόσωπος τῆς ἐπαρχίας μου καὶ τοῦ δήμου μου, ἀλλὰ
2206μετ’ ἐμοῦ καὶ πάντες οἱ ἐν τῷ ἐξωτερικῷ καὶ τῷ ἐσωτε-
2207ρικῷ οἰκοῦντες συμπολῖταί μου ἀναμένουσι τὴν ἀκύρωσιν τοῦ
2208παρανόμου Διατάγματος καὶ τὴν ἐπαναφορὰν τῶν πραγμά-
2209των εἰς τὴν νόμιμον καὶ κανονικὴν αὑτῶν θέσιν διὰ νέου Δια-
2210τάγματος, τὸ ὁποῖον σᾶς παρακαλῶ νὰ προκαλέσητε ὡς οἷόν
2211τε τάχιον.
2212Λάβετε ὑπ’ ὄψιν, κύριε Ὑπουργὲ, ὅτι οἱ ἐν τῇ ξένῃ οἰ-
2213κοῦντες φιλοπάτριδες ὁμογενεῖς βαρέως φέρουσι τὰς τοιαύτας
2214ἐπιθέσεις κατὰ τῶν κληροδοτημάτων, τὰ ὁποῖα καταλεί-
2215πονται ὑπὲρ τόσων πατριωτικῶν καὶ ἀγαθῶν σκοπῶν.
2216§125Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἀναγνώσατε, παρακαλῶ, κύριε συνάδελ-
2217φε, τὸ σχετικὸν μέρος τῆς διαθήκης.
2218§126ΦΙΛ. ΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. (ἀναγινώσκει). «Ὁ Ἰω-
2219άννης Κασσαβέτης κληροδοτεῖ εἰς τὸ ἐν Ζαγορᾷ Κασσαβέ-
2220τειον Παρθεναγωγεῖον 48 μετοχὰς τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης
2221τῆς Ἑλλάδος...» Τὸ Παρθεναγωγεῖον δὲ τοῦτο τὸ εἶχε συ-
2222στήσει, ἀφ’ ὅτου ἔζη.
2223§127Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Πῶς διηυθύνετο, ὅτε ἔζη ὁ διαθέτης;
2224§128ΦΙΛ. ΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ διηύθυνεν ὁ ἴδιος δι’
2225ἀντιπροσώπων του.
2226§129Β. ΓΙΑΝΝΟΥΣΙΟΥ. Φρονεῖτε, ὅτι τὸ ἵδρυμα ἐκεῖνο δὲν
2227διοικεῖται ὑπὸ τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου;
2228§130Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Παρακαλῶ, κύριε Βουλευτά, νὰ ἴδω
2229τὴν διαθήκην· (ὁ ρήτωρ τῷ ἐγχειρίζει τὴν διαθήκην). Αὐτὸ
2230δὲν εἶναι ἡ διαθήκη, εἶναι σημείωσις ἐκ τῆς διαθήκης· δὲν
2231ἔχομεν τὸ περιεχόμενον τῆς διαθήκης, ἵνα ἴδωμεν τὴν ἐγκα-
2232τάστασιν.
2233§131ΦΙΛ. ΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸ μοὶ ἔφεραν ἐκ τοῦ
2234Ὑπουργείου.
2235§132Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐφ’ ὅσον ἡ κοινοτικὴ ἐπιτροπὴ
2236εἶναι ἐπιτροπὴ, νομίζω ὅτι ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ διορίζῃ
2237αὐτή.
2238§133ΦΙΛ. ΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι νὰ νομοθετῇ, ὄχι νὰ
2239ὁρίζῃ, ὅτι οἱ διορισθησόμενοι πρέπει νὰ ἦναι συγγενεῖς, ἐνῷ
2240ἡ διαθήκη δὲν ἐπιβάλλει τὸ τοιοῦτον.
2241§134Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ποῦ τὸ εὑρίσκετε, ὅτι μόνον πρό-
2242σωπα δύναται νὰ διορίζῃ, ὄχι δὲ νὰ ἀναφέρῃ συγγενεῖς; Δύ-
2243ναται ἄλλως νὰ εὑρεθῇ ἕτερον Κοινοτικὸν Συμβούλιον καὶ
2244νὰ τὰ ἀνατρέψῃ.
2245§135ΦΙΛ. ΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν δύναται νὰ τὰ ἀνα-
2246τρέψῃ, ἐφ’ ὅσον ὑφίσταται τὸ Διάταγμα.
2247§136Β. ΓΙΑΝΝΟΥΣΙΟΥ. Εἰς τὴν ἐπαρχίαν σας κρατεῖ εἰδι-
2248κὸς νόμος τοῦ 1888, κατὰ τὸν ὁποῖον εἰς ἑκάστην κοινότητα
2249ὑπάρχει Κοινοτικὸν Συμβούλιον, διαχειριζόμενον τὴν περι-
2250ουσίαν τῆς κοινότητος. Φρονεῖτε, ὅτι αὐτὸ τὸ Κοινοτικὸν
2251Συμβούλιον πρέπει νὰ διαχειρισθῇ καὶ τὰ τοῦ ἱδρύματος
2252ἐκείνου;
2253§137ΦΙΛ. ΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως.
2254§138Β. ΓΙΑΝΝΟΥΣΙΟΥ. Ἀλλὰ κατὰ τὸν νόμον ἐκεῖνον, τὸν
2255εἰδικὸν, μόνον τὴν περιουσίαν τὴν ἀνήκουσαν εἰς τὸ Κοινο-
2256τικὸν Συμβούλιον τῆς κοινότητος διαχειρίζεται, τὰ δὲ τῶν
2257κληροδοτημάτων διαχειρίζονται οἱ ὑπὸ τῆς διαθήκης τε-
2258ταγμένοι πρὸς τοῦτο, ὁσάκις δὲ ἡ διαθήκη δὲν προνοῇ, δια-
2259χειρίζονται οἱ ὁριζόμενοι ὑπ’ αὐτῆς τῆς Πολιτείας, δυνά-
2260μει τῆς ἐποπτικῆς ἐξουσίας, ἣν αὕτη ἀσκεῖ ἐπὶ τῶν τοιού-
2261των ἱδρυμάτων.
2262§139ΦΙΛ. ΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐν πάσῃ περιπτώσει
2263ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα εἶπον, δὲν ἀντίκεινται εἰς τοὺς νόμους,
2264οὔτε εἰς τὴν διαθήκην. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτε-
2265ρικῶν θὰ μᾶς λύσῃ τὸ ζήτημα.
2266§140Β. ΓΙΑΝΝΟΥΣΙΟΥ. Δύνασθε νὰ εἴπητε, ὅτι τὸ Κοινο-
2267τικὸν Συμβούλιον δὲν εἶχε δικαίωμα νὰ διορίσῃ;
2268§141Γ. ΜΠΑΛΤΑΤΖΗΣ. Τὸ Διάταγμα κατὰ τί ἐνομοθέτησε;
2269§142ΦΙΛ. ΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δίδει προσόντα εἰς τὸν
2270πρόεδρον καὶ τὸν ταμίαν, λέγον, ὅτι αὐτοὶ πρέπει νὰ ἦναι
2271συγγενεῖς τοῦ διαθέτου.
2272Συμφώνως πρὸς ὅσα εἶπον, κύριε Ὑπουργὲ ἐπὶ τῶν Ἐσω-
2273τερικῶν, θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ λάβητε ὑπ’ ὄψιν τὴν διαθή-
2274κην τοῦ ἀοιδίμου Κασσαβέτη καὶ τὸ ἐκδοθὲν Διάταγμα τὸ
22751902, ὡς καὶ τὸ ἐκδοθὲν κατὰ τὸ 1888, καὶ ἐξ αὐτῶν θέ-
2276λετε πεισθῆ, ὅτι ἐγένετο παράβασις τῆς διαθήκης, καὶ ὅτι
2277ὁ κ. Ἀλέξανδρος Κασσαβέτης, καταχρώμενος τοῦ βουλευ-
2278τικοῦ ἀξιώματος, διώρισε τὸν ἑαυτόν του πρόεδρον καὶ τὸν
2279ἀδελφόν του ταμίαν, ἐναντίον τῆς διαθήκης καὶ πάντων τῶν
2280κειμένων νόμων.
2281§143Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Μέχρι τῆς ἐποχῆς, καθ’ ἣν κατε-
2282λείφθη τὸ κληροδότημα καὶ περιῆλθεν ἡ διαχείρισις εἰς τὴν
2283κοινότητα, πῶς διῳκεῖτο τὸ Παρθεναγωγεῖον;
2284§144ΦΙΛ. ΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τότε ἦτο τουρκοκρατία.
2285Βεβαίως ὅμως διῳκεῖτο κατὰ τὴν διαθήκην καὶ οὐχὶ ὑπό
2286τινος συγγενοῦς τοῦ διαθέτου, διότι ὅλοι οἱ συγγενεῖς τοῦ
2287μεγάλου τούτου εὐεργέτου ἐσεβάσθησαν τὴν διαθήκην, καὶ
2288ἡ ἐμὴ οἰκογένεια πρωτίστως, πλὴν τοῦ τέως βουλευτοῦ κ.
2289Κασσαβέτη.
2290§145Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ἐὰν διῳκεῖτο ἀπὸ τοὺς δημογέροντας
2291τὸ κληροδότημα, περιῆλθε κατὰ τὸν νόμον εἰς τὴν κοινό-
2292τητα· ἐὰν περιῆλθεν εἰς τὴν κοινότητα, δὲν ὑπῆρχεν ἀνάγκη
2293Διατάγματος πρὸς τοῦτο, διότι αἱ κοινότητες τῆς Θεσσα-
2294λίας εἶναι πρόσωπα νομικὰ, καὶ δὲν ὑπάρχει ἀνάγκη Διατάγ-
2295ματος, ἵνα κανονισθῶσι τὰ περὶ αὐτῶν. Ἡ κοινότης ἐν Θεσ-
2296σαλίᾳ θὰ ἔχῃ τὴν περιουσίαν, καὶ ὀφείλει αὐτὴ νὰ διοικῇ
2297τὸ Κασσαβέτειον Παρθεναγωγεῖον. Ἑπομένως, ἂν οὕτως
2298ἔχωσι τὰ πράγματα, ἦτο περιττὸν καὶ τὸ Διάταγμα τοῦ
22991888 καὶ τὸ Διάταγμα τοῦ 1902. Τὸ Διάταγμα τοῦ 1888
2300ἐπικυροῖ τὸν κανονισμόν, ἀλλὰ πρὸ τοῦ 1888 ὑπῆρχεν ὁ νό-
2301μος τοῦ 1884, ὁ ἀναγνωρίζων τὴν προσωπικότητα τῶν κοι-
2302νοτήτων. Ἐὰν ἡ Δημογεροντία κατὰ τὸ 1867 κατεῖχε καὶ
2303διῴκει τὸ κληροδότημα, ἕπεται ἐντεῦθεν, ὅτι κατὰ τὸν νό-
2304μον τοῦ 1884 ἡ περιουσία περιῆλθεν εἰς τὴν κοινότητα· ἡ
2305κοινότης, οὖσα νομικὸν πρόσωπον, ἠδύνατο αὐτὴ νὰ διαχει-
2306ρισθῇ, ἑπομένως εἶναι μάταιον καὶ τὸ Διάταγμα τοῦ 1888
2307καὶ τὸ Διάταγμα τοῦ 1902.
2308§146Γ. ΜΠΑΛΤΑΤΖΗΣ. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Λεβαδείας
2309ἀγνοεῖ, ἂν τὸ Κασσαβέτειον παρθεναγωγεῖον, τὸ ἐν Ζαγορᾷ,
2310τὸ ὁποῖον ἱδρύθη ὑπὸ τοῦ ἀειμνήστου Κασσαβέτη καὶ κατό-
2311πιν ἐπροικοδοτήθη διὰ τοῦ κληροδοτήματος αὐτοῦ, ἀγνοεῖ,
2312ἂν ἀποτελεῖ ἴδιον νομικὸν πρόσωπον, ὡς τὸ ἀγνοοῦμεν καὶ
2313ἡμεῖς...
2314§147Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἀποτελεῖ νομικὸν πρόσωπον.
2315§148Γ. ΜΠΑΛΤΑΤΖΗΣ. Ἀλλ’ ὁπωσδήποτε, δι’ αὐτὸν τὸν
2316λόγον, πρὶν ἢ συζητήσωμεν τὸ ζήτημα αὐτό, ἔπρεπε νὰ κατα-
2317τεθῇ τὸ κείμενον τῆς διαθήκης.
2318§149ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ζητήσατέ το.
2319§150Γ. ΜΠΑΛΤΑΤΖΗΣ.... καθὼς καὶ τὸ Διάταγμα, κύριε
2320Ὑπουργέ, καὶ ὁ Κανονισμὸς τοῦ Κασσαβετείου. Τότε μόνον
2321θὰ δυνηθῶμεν νὰ κρίνωμεν.
2322§151ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλά. Ὑποβάλετε σημείωσιν τῶν
2323αἰτημάτων σας.
2324§152Β. ΓΙΑΝΝΟΥΣΙΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, εἴτε ἴδιον ἵδρυμα
2325ἀποτελεῖ τὸ Κασσαβέτειον Παρθεναγωγεῖον, εἴτε συνεχω-
2326νεύθη ἡ περιουσία τοῦ ἱδρύματος ἐκείνου εἰς τὴν περιουσίαν
2327τῆς κοινότητος, ὡς ὑπέλαβεν ὁ κ. ἐκ Λεβαδείας Βουλευ-
2328λὴς, τὸ Κοινοτικὸν Συμβούλιον κακῶς ἐνήργησε. Κακῶς
2329ἐνήργησεν ἐν τῇ πρώτῃ περιπτώσει, διότι δὲν ἔχει καμμίαν
2330ἁρμοδιότητα ἐκ τοῦ νόμου. Ἐκ τοῦ νόμου τοῦ 1884 ἐκέ-
2331κτητο τὸ δικαίωμα νὰ διαχειρισθῇ μόνον τὴν περιουσίαν
2332τὴν κοινοτικὴν, τὴν ἀνήκουσαν εἰς τὸ νομικὸν πρόσωπον τῆς
2333κοινότητος. Ἐν ᾗ δὲ περιπτώσει ἡ περιουσία τοῦ ἱδρύματος
2334ἐκείνου συνεχωνεύθη μετὰ τῆς περιουσίας τῆς κοινότητος,
2335πάλιν κακῶς ἔπραξε τὸ Κοινοτικὸν Συμβούλιον, ἀναθέσαν
2336τὴν διαχείρισιν εἰς ἴδιον πρόσωπον· διότι ὁ νόμος αὐτὸς δια-
2337γράφει ὅλως ἐξαιρετικοὺς τύπους, κατὰ τοὺς ὁποίους γίνεται
2338ἡ διαχείρισις, διατυπώσεις, κατὰ τὰς ὁποίας πρόκειται νὰ
2339συνέρχωνται εἰς ὡρισμένας συνεδριάσεις, ν’ ἀποφασίζωσι
2340κατὰ πλειονοψηφίαν, νὰ γίνωνται διασκέψεις, νὰ ὑποβάλ-
2341λωνται τὰ ψηφίσματα τοῦ Κοινοτικοῦ Συμβουλίου εἰς τὴν
2342κρίσιν τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου, νὰ γίνηται ἔφεσις κατὰ
2343τῶν ψηφισμάτων τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου καὶ οὕτω κα-
2344θεξῆς. Ὥστε καὶ ἐν τῇ μιᾷ περιπτώσει καὶ ἐν τῇ ἄλλῃ κα-
2345κῶς ἐνήργησε τὸ Κοινοτικὸν Συμβούλιον. Προσθέτω μόνον,
2346ὅτι, ἐν ᾗ περιπτώσει ἀποτελεῖ ἴδιον ἵδρυμα, τότε τὸ Ὑπουρ-
2347γεῖον καλῶς ἐνήργησεν, ἀσχέτως πρὸς τὴν ἀπόφασιν τοῦ Κοι-
2348νοτικοῦ Συμβουλίου. Τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν ἠδύ-
2349νατο, ὡς ἐκ τοῦ ἐποπτικοῦ δικαιώματος, τὸ ὁποῖον ἔχει, νὰ
2350κανονίσῃ τὰ πράγματα ὡς αὐτὸ νομίζει καλόν.
2351§153ΣΤ. ΒΑΦΕΙΑΔΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, συμπολῖταί μου
2352ἐξασκοῦντες τὸ ἐπάγγελμα τοῦ πλοηγοῦ ἐπανειλημμένως μὲ
2353παρεκάλεσαν νὰ συστήσω εἰς τὸν κύριον ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν
2354Ὑπουργὸν νὰ ληφθῇ καὶ περὶ αὐτῶν νομοθετική τις πρό-
2355νοια, διότι, ὡς ἔχουσι σήμερον τὰ πράγματα, διὰ τοῦ ἐξα-
2356σκουμένου ἀνταγωνισμοῦ οἱ νεώτεροι καὶ μᾶλλον θαρραλέοι ἐξ-
2357έρχονται διὰ πλοιαρίων, μὲ προφανῆ κίνδυνον τῆς ζωῆς των,
2358μακρὰν τοῦ λιμένος, ὅπως συναντήσωσι τὸ ἐρχόμενον πλοῖον
2359καὶ ὁδηγήσωσιν αὐτὸ εἰς τὸν λιμένα, οὕτω δὲ ἀποστεροῦσι
2360τοὺς πρεσβυτέρους, ἴσως δὲ καὶ τοὺς μᾶλλον ἱκανούς, πάσης
2361ἐργασίας. Ἐπίσης ζητοῦσι νὰ ὁρισθῇ ὁ ἀριθμὸς αὐτῶν εἰς
2362ἕκαστον λιμένα καὶ, εἰ δυνατὸν, τὸ Δημόσιον νὰ εἰσπράττῃ
2363καὶ καταβάλλῃ εἰς αὐτοὺς τὰ δικαιώματά των.
2364Νομίζω, κύριε Πρόεδρε, ὅτι εἶναι πλέον καιρὸς νὰ τεθῇ
2365τέρμα εἰς τὴν κατάστασιν ταύτην. Εἰς ὅλους τοὺς εὐρωπαϊ-
2366κοὺς λιμένας διὰ νόμου διέπονται τὰ τῶν καθηκόντων καὶ
2367δικαιωμάτων τῶν πλοηγῶν.
2368Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν Ὑπουργὸν νὰ
2369λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν σύστασίν μου ταύτην.
2370§154Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Πρό-
2371κειται περὶ πλοηγῶν ἐπισήμως ἀναγνωριζομένων, καὶ ὧν ἡ
2372ὑπηρεσία ἐπιβάλλεται εἰς τὰ πλοῖα. Τοῦτο κυρίως εἶναι τὸ
2373θέμα. Εἶναι δὲ ζήτημα, ἂν πρέπει καὶ ἡμεῖς νὰ ἐπιβάλω-
2374μεν τοὺς πλοηγοὺς τούτους εἰς τὰ πλοῖα, καὶ κατὰ συνέ-
2375πειαν νὰ ἐπιβαρύνωμεν αὐτὰ μὲ νέα ἔξοδα. Δὲν εἶναι ζήτημα
2376εὐκόλως λυόμενον. Ἐμελέτησα καὶ μελετῶ τὸ ζήτημα τοῦτο.
2377Ἀλλ’ ἐκτὸς τοῦ ζητήματος τῶν πλοηγῶν εἶναι καὶ τὸ ζή-
2378τημα τῶν λεμβούχων, καὶ ἀκριβῶς νομίζω, ὅτι ὅσα ὁ κ. Βου-
2379λευτὴς ἐκ Σύρου εἶπεν ἀναφέρονται μᾶλλον εἰς τοὺς λεμβού-
2380χους, οἵτινες μὲ κίνδυνον τῆς ζωῆς των ἐξέρχονται ἐκ τῶν
2381λιμένων μὲ τὰς λέμβους αὐτῶν, καὶ ἐνοχλοῦσιν οὐκ ὀλίγον
2382τὰ πλοῖα καὶ τοὺς ἐπιβάτας.
2383§155ΣΤ. ΒΑΦΕΙΑΔΑΚΗΣ. Ὄχι δὲν πρόκειται περὶ αὐτῶν.
2384§156Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἁπλῶς περὶ πλοηγῶν; Τότε δὲν
2385ἐννοῶ, πῶς συνδέετε τὸ ζήτημα τῶν πλοηγῶν, οἱ ὁποῖοι
2386εἶναι ὑποχρεωτικοί, τοὺς ὁποίους καθ’ ὑποχρέωσιν λαμβά-
2387νουσι τὰ πλοῖα, μὲ τὸ ζήτημα τῶν ἀταξιῶν, τὰς ὁποίας
2388ἀνεφέρατε, καὶ αἱ ὁποῖαι παρατηροῦνται μᾶλλον εἰς τοὺς
2389λεμβούχους, τοὺς ἐπαγγελλομένους δῆθεν καὶ τὸν πλοηγόν.
2390§157Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὀφείλω νὰ ὁμο-
2391λογήσω, ὅτι ὁ διαμειφθεὶς διάλογος μεταξὺ τοῦ κ. Ὑπουρ-
2392γοῦ καὶ τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐκ Σύρου δὲν ἔγεινε κατα-
2393ληπτὸς παρ’ ἡμῶν. Εἶναι ζήτημα, τὸ ὁποῖον μᾶς ἐνδιαφέ-
2394ρει σπουδαίως· διότι ἡμεῖς οὐδὲ σταφίδα ἔχομεν, οὐδὲ ἄλλα
2395προϊόντα· εἴμεθα καθαρὸν ναυτικὸν μέρος, τὸ ζήτημα δὲ τῶν
2396πλοηγῶν εἶναι ἐκ τῶν σπουδαιοτάτων ζητημάτων, διότι εἰς
2397τὴν ὑπηρεσίαν αὐτὴν ἀπασχολοῦνται πλεῖστοι ὅσοι τῶν συμ-
2398πολιτῶν μου, καὶ ὄχι μόνον ἐξ Ὕδρας, ἀλλὰ καὶ ἐκ Σπε-
2399τσῶν καὶ ἐξ Αἰγίνης. Ὀφείλω λοιπὸν νὰ παρακαλέσω τὸν
2400ἔντιμον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν νὰ ἐπαναλάβῃ ἐκεῖνα,
2401τὰ ὁποῖα εἶπεν, ὅπως ἀκούσωμεν καὶ ἡμεῖς περὶ τίνος πρό-
2402κειται, διὰ νὰ ἤμεθα ἐνήμεροι, ὡς πάντων τῶν ἄλλων μᾶλ-
2403λον ἐνδιαφερόμενοι.
2404§158ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐὰν ἔχητε νὰ κάμητε σύστασίν τινα, ὡς
2405πρὸς τοὺς πλοηγούς, ἢ ἐπερώτησιν, ὁρίστε.
2406§159Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Δὲν ἀντελήφθην καλῶς τῶν λε-
2407χθέντων ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ καὶ ὑπὸ τοῦ κ. συναδέλφου
2408ἐκ Σύρου.
2409§160ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει ἄλλος τις τὸν λόγον πρὸ τῆς ἡμε-
2410ρησίας διατάξεως;
2411Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
2412§161ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ διακόψωμεν.
2413§162ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σᾶς παρακαλῶ νὰ τελειώσωμεν τὸ πρῶτον
2414ἀντικείμενον.
2415Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ Ἀντιβασιλείας.
2416Ἔχει τις τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀρχῆς;
2417(Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον, κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ
2418σύνολον, εἰς τρίτην συζήτησιν).
2419Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις μέχρι τῆς 9½.
2420(Γίνεται διακοπὴ ὥρᾳ 8 μ.μ. Ἐπαναλαμβάνεται δὲ ἡ συνε-
2421δρίασις ὥρᾳ 10 μ.μ.)
2422§163ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ διακοπεῖσα συνε-
2423δρίασις.
2424Ὁ κ. Καλούτσης ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ
2425κυρώσεως τῶν δύο συμβάσεων μετὰ τῆς Ἰονικῆς καὶ Ἐθνι-
2426κῆς Τραπέζης.
2427§164Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
2428§165ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Μελᾶς ἔχει τὸν λόγον.
2429§166ΔΙΟΝ. ΠΑΥΛΟΠΟΥΛΟΣ. Σχετικόν, κύριε Πρόεδρε.
2430§167ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἔχει σχετικόν· θὰ σᾶς ἐγγράψω. Σχε-
2431τικὸν εἶναι ἡ συζήτησις ὅλη.
2432§168ΛΕΩΝ ΜΕΛΑΣ. Ἀφ’ ἑνὸς φράσις τὶς τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ
2433Κυνουρίας συναδέλφου, ὅστις ἔψεξεν ἡμᾶς, τοὺς ἀγορεύσαν-
2434τας κατὰ τὴν προχθεσινὴν συνεδρίασιν, ὡς ἀμελετήτως ἐλ-
2435θόντας ἐπὶ τὸ βῆμα τοῦτο, ἢ ἐκ προκαταλήψεως ὁμιλήσαντας
2436κατὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, «προκαταλήψεως γεννηθείσης
2437ἐξ εἰσηγήσεων διαφερομένων διὰ τὴν σύμβασιν ταύτην»—ἐση-
2438μείωσα τὰς λέξεις...
2439§169Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Μάλιστα, αὐτὸ εἶπον.
2440§170ΛΕΩΝ ΜΕΛΑΣ... ἀφ’ ἑτέρου ὁ σεβαστὸς Πρόεδρος τοῦ
2441Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ὁ εἰσηγητὴς τῆς συμβάσεως ταύτης,
2442μὲ ἀναγκάζουσι νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις, ὅπως ἀπολογηθῶ.
2443Κατὰ τὴν προχθεσινὴν συνεδρίασιν φαίνεται ὅτι ὁ σεβα-
2444στὸς Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως μοὶ ἔκαμε τὴν μεγάλην τι-
2445μὴν νὰ ἀπαντήσῃ δι’ ὀλίγων εἰς ὅσα εἶπον ἐπὶ τῆς συμβά-
2446σεως ταύτης. Καὶ εἶπε, φαίνεται, — διότι κατ’ ἐκείνην τὴν
2447στιγμὴν δυστυχῶς δὲν ἤμην ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ — ὅτι ἐγὼ
2448ἀνῆλθον ἐπὶ τὸ βῆμα τοῦτο, οὐχὶ ὅπως συζητήσω ἐπὶ τῆς
2449συμβάσεως, ἀλλ’ ὅπως ἀναπτύξω δριμὺ κατηγορητήριον κατὰ
2450τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος. — Τὴν πληροφορίαν
2451ἔλαβον ἐκ τῶν ἐστενογραφημένων πρακτικῶν. — Ἐὰν τοιαύτην
2452ἐντύπωσιν ἀπεκόμισε καὶ ἡ Βουλὴ ἐκ τῆς ἀγορεύσεώς μου,
2453τότε λυποῦμαι ἐγκαρδίως, διότι ἡ πρώτη μου ἀπὸ τοῦ βή-
2454ματος τούτου ἀγόρευσις ἐστέφθη ὑπὸ τοσοῦτον οἰκτρᾶς ἀπο-
2455τυχίας, καὶ ὅτι ἀπέτυχον ἐπὶ τοσοῦτον τὴν πρώτην φορὰν,
2456καθ’ ἣν ἠθέλησα δημοσίᾳ νὰ ἐκφράσω γνώμην ἐπὶ νομοθε-
2457τήματος. Ἀλλ’ ἐγὼ νομίζω, ὅτι, παρὰ τὴν γνώμην τοῦ σε-
2458βαστοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, συνεζήτησα καὶ ἐξήτασα
2459τὰς συμβάσεις τὰς ὑποβληθείσας, ἢ μᾶλλον — διὰ νὰ ἦμαι
2460ἀκριβέστερος — τὴν σύμβασιν τὴν μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέ-
2461ζης τῆς Ἑλλάδος· διότι ἐξήτασα καὶ παρέβαλον τὰς πρὸς
2462τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν παρεχομένας ὠφελείας πρὸς τὰ ἐλα-
2463φρότατα, τὰ μηδαμινὰ, κατὰ τὴν ἐμὴν γνώμην, ἀνταλλάγ-
2464ματα, τὰ ὁποῖα ἔδιδεν ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα εἰς τοὺς ἐργά-
2465τας τῆς ἐθνικῆς παραγωγῆς. Καὶ ἐδικαιολόγησα τὴν μα-
2466κρὰν ταύτην καὶ λεπτομερῆ ἐξέτασιν τῆς συμβάσεως, — καὶ
2467λέγω μακρὰν, διότι ἄρθρον πρὸς ἄρθρον, κύριοι συνάδελφοι,
2468ἐξήτασα τὴν σύμβασιν ταύτην, ὅπως ἀκριβῶς ἀποδείξω, ὅτι
2469δὲν ἤμην ἀμελέτητος, — καὶ ἐδικαιολόγησα τοῦτο, λέγων ὅτι
2470ἐκ τῆς ἐξετάσεως τῆς μεγίστης διαφορᾶς τῶν παρεχομένων
2471ἀνταλλαγμάτων ὑπὸ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης πρὸς τὰς ὠφε-
2472λείας, ἃς αὕτη ἀρύεται ἐκ τῆς συμβάσεως, ἐλαμβάνομεν τὸ
2473δικαίωμα, ἐφ’ ὅσον εἴμεθα ἐν καιρῷ ἀκόμη, νὰ ζητήσωμεν
2474παρὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης οὐσιωδέστερα, συντελεστικώ-
2475τερα, σπουδαιότερα, ἀποτελεσματικώτερα ἀνταλλάγματα.
2476Καὶ προέτεινα δύο τινά· προέτεινα ἀφ’ ἑνὸς τὴν τροποποίη-
2477σιν τοῦ συστήματος, τὸ ὁποῖον ἰσχύει σήμερον παρὰ τῇ
2478Ἐθνικῇ Τραπέζῃ, ὅσον ἀφορᾶ τὴν παραχώρησιν τῶν γεωρ-
2479γοκτηματικῶν δανείων, καὶ ἀφ’ ἑτέρου προέτεινα νὰ ὑπο-
2480χρεωθῇ ἡ Τράπεζα εἰς σύστασιν πλειόνων πρακτορείων καὶ
2481ὑποκαταστημάτων, ἅτινα ἀφ’ ἑνὸς μὲν θὰ ἐξυπηρέτουν θαυμα-
2482σίως τὴν ἐθνικὴν παραγωγὴν, ὑπὲρ τῆς ὁποίας κοπτόμεθα,
2483καὶ ἀφ’ ἑτέρου θὰ ὠφέλουν κατὰ πολὺ τὴν Τράπεζαν τὴν
2484Ἐθνικὴν, διότι θὰ ἔθετον αὐτὴν εἰς καλλιτέραν γνωριμίαν
2485μετὰ τῶν πιστούχων αὐτῆς, καὶ ὡς ἐκ τούτου θὰ ἀπέφευγε
2486τὰς ἐνδεχομένας ἀπωλείας, αἱ ὁποῖαι εἶναι πόσον φυσικὸν νὰ
2487ἐπέρχωνται, ὅταν ὁ Διευθυντὴς καταστήματος τραπεζικοῦ
2488ἔχῃ ἀκτῖνα ἐνεργείας τόσον ἐκτεταμένην. Ἐπελήφθην δη-
2489λαδὴ τῆς περιστάσεως, ὅπως ζητήσω πραγματικὴν ἐνίσχυ-
2490σιν ὑπὲρ τῆς ἐθνικῆς παραγωγῆς, ἐπελήφθην τῆς περιστά-
2491σεως, ὅπως ζητήσω ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἀκραδάντως πιστεύω,
2492ὅτι ἐγκαρδίως ποθοῦσι πάντες οἱ ἐμοὶ συνάδελφοι ἐκ Θεσσα-
2493λίας καὶ ἐν γένει πάντες οἱ ἐμοὶ συνάδελφοι οἱ ἀντιπρόσω-
2494ποι γεωργικῶν πληθυσμῶν, ἤτοι τὴν καλλιτέρευσιν τῆς τύ-
2495χης τῶν πτωχῶν ἐκείνων ἐργατῶν, τῶν πτωχῶν γεωργῶν,
2496ὅπως ἀπεκάλεσεν ὁ κ. Γιαννακόπουλος πρὸ ὀλίγου τοὺς ἐρ-
2497γάτας τῆς ἐθνικῆς παραγωγῆς. Καὶ δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι
2498πάντες οἱ ἀντιπρόσωποι τῶν γεωργικῶν πληθυσμῶν θὰ μὲ
2499ἐνισχύσωσιν, ἐρχόμενοι ἐπὶ τὸ βῆμα τοῦτο, ὅπως ὑποστηρί-
2500ξωσιν ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα καὶ ἐγὼ ὑποστηρίζω.
2501Ταῦτα ὅσον ἀφορᾷ τὴν πρώτην παρατήρησιν τοῦ σεβαστοῦ
2502Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, τὴν ὁποίαν δὲν ἠδυνάμην νὰ δε-
2503χθῶ, διότι ἐξουδετεροῦτο παντελῶς ἡ πρώτη ἐμφάνισίς μου
2504ἐπὶ τὸ βῆμα τοῦτο, διότι παρουσιαζόμην ὡς ἐλθὼν ἐνταῦθα,
2505ἴσως διὰ νὰ κάμω ἐπίδειξίν τινα, καίτοι θεωρῶ, ὅτι παρῆλ-
2506θον οἱ ἡρωϊκοὶ χρόνοι τῶν ἐπιδείξεων, καὶ ἴσως διὰ νὰ ἐπι-
2507δείξω πρόωρον φιλοδοξίαν ῥητορικῆς δεινότητος. Καὶ διὰ
2508τοῦτο δὲν μοὶ ἐπετρέπετο νὰ μὴ ἐξηγήσω, ἢ νὰ μὴ ἐπανα-
2509λάβω, ὅτι ἐξήτασα τὰς συμβάσεις, καὶ μετὰ βάσανον αὐτῶν
2510προέτεινα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα προέτεινα.
2511Ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἑτέραν παρατήρησιν, ὅτι δριμὺ κατηγο-
2512ρητήριον ἐναντίον τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, καὶ μόνον δριμὺ
2513κατηγορητήριον ἐξέφερα ἐντεῦθεν, — γνώμην, ἣν συμμερίζεται
2514καὶ ἐφημερίς τις, ἡ ὁποία προσθέτει καὶ ἄλλο, ὅπως καὶ ἦτο
2515φυσικὸν νὰ προστεθῇ, ὅτι ἐκ προσωπικῶν πολιτικῶν λόγων
2516καταφέρομαι κατὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, — σπεύδω νὰ δη-
2517λώσω, ὅτι μετὰ λύπης ἤκουσα τοιαύτην κρίσιν, διότι δὲν
2518ἐννοῶ μόνον νὰ τηρήσω τὸν ὅρκον, τὸν ὁποῖον ἔδωκα ὡς Βου-
2519λευτής, ἀλλὰ καὶ δίδω τὸν λόγον τῆς τιμῆς μου, ὅτι σέ-
2520βομαι ἀρκετὰ τὸ Κοινοβούλιον τοῦτο, τὸ ὁποῖον τιμᾶτε
2521πάντες διὰ τῆς παρουσίας σας, ὅπως οὐδέποτε ἐν τῷ βίῳ
2522μου ἀναμίξω προσωπικὰ ζητήματα ἢ προσωπικὰς αἰτιάσεις
2523ἐν ταῖς ἀγορεύσεσι, τὰς ὁποίας θὰ ποιήσωμαι ἐντεῦθεν χάριν
2524τῶν νομοθετικῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα ψηφίζομεν.
2525Βεβαιότατα ἐξεπλάγην, ὅτε εἶδον νὰ χαρακτηρίζηται
2526ὡς δριμὺ κατηγορητήριον πᾶν ὅ,τι εἶπον περὶ τῆς Ἐθνικῆς
2527Τραπέζης, καὶ οὐχὶ κατὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης· ἀνησύ-
2528χησα δὲ, μήπως ἐν τῇ ῥύμῃ τοῦ λόγου μου, ἢ ἐν τῇ δικαίᾳ
2529συγκινήσει, ἥτις μὲ κατεῖχε, τὸ πρῶτον ἀνερχόμενον τὸ βῆμα
2530τοῦτο, εἶπόν τι τὸ κακόν, τὸ ἄδικον, τὸ μὴ στηριζόμενον
2531ἐπὶ τῆς ἀληθείας περὶ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης. Ἀλλ’ ἐξε-
2532τάσας τὰ πρακτικὰ, εὗρον ἐπὶ λέξει τὰς ὀλίγας ταύτας λέ-
2533ξεις, τὰς ὁποίας θὰ σᾶς ἀναγνώσω. Εἶπον τὰ ἑξῆς (ἀναγι-
2534νώσκει):
2535«Δὲν ἐννοῶ ποσῶς νὰ ψέξω διὰ τῶν λεχθέντων τοὺς δόντας
2536»εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν τὰ πλεονεκτήματα ταῦτα. Διότι
2537»ὑποθέτω, ὅτι, ἂν ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα περιβάλληται διὰ
2538»τόσων προνομίων, τοῦτο γίνεται ἀφ’ ἑνὸς λόγῳ τῆς εὐλα-
2539»βείας καὶ τῆς ἀγάπης, δι’ ἧς ὀφείλομεν πάντες νὰ περιβάλ-
2540»λωμεν τὸ μόνον ἐθνικὸν τραπεζιτικὸν ἵδρυμα, τὸ ὁποῖον ἔχει
2541»ἡ Ἑλλὰς, ἀφ’ ἑτέρου δὲ διότι διὰ τῆς πλειοτέρας ἐξασφα-
2542»λίσεως τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ἐξασφαλίζομεν καὶ τοὺς
2543»μετ’ αὐτῆς συναλλαττομένους. Ἀλλὰ καίτοι ἐγὼ πρῶτος
2544»ἀναγνωρίζω τὰς πολλὰς ὑποχρεώσεις τοῦ Κράτους πρὸς τὴν
2545»Ἐθνικὴν Τράπεζαν, καὶ ἀντιλαμβάνομαι τῆς ἀνάγκης τῆς
2546»ἐνισχύσεως τοῦ ἐθνικοῦ τούτου ἱδρύματος ἡμῶν, δὲν δύναμαι
2547»ἢ νὰ δηλώσω, ὅτι ὀφείλομεν νὰ ἐμβαθύνωμεν ὀλίγον, πρὶν ἢ
2548»δώσωμεν νέα προνόμια εἰς αὐτὴν, καὶ νὰ ἐξετάσωμεν κατὰ
2549»πόσον συμφέρει ἡ τοιαύτη καὶ τοσαύτη συγκέντρωσις προνο-
2550»μίων ἐν μιᾷ καὶ μόνῃ Τραπέζῃ, ἡ καθιστῶσα σχεδὸν ἀδύνα-
2551»τον τὴν ἐν τῷ μέλλοντι ὕπαρξιν ἄλλων Τραπεζῶν ἐνταῦθα.»
2552Αὐτὸ εἶναι τὸ δριμὺ κατηγορητήριον κατὰ τῆς Ἐθνικῆς
2553Τραπέζης; ἢ εἶναι γνώμη, τὴν ὁποίαν ὀφείλει νὰ λάβῃ ὑπ’
2554ὄψιν πᾶς σοβαρὸς μελετητὴς τοῦ δημιουργουμένου μονοπω-
2555λίου, οὕτως εἰπεῖν, τῶν τραπεζιτικῶν πραγμάτων ὑπὲρ τῆς
2556Ἐθνικῆς Τραπέζης ἐν Ἑλλάδι; Εἶναι ἢ δὲν εἶναι παράδο-
2557ξον, νὰ ψηφίζωμεν συμβάσεις, νὰ ψηφίζωμεν προνόμια, τὰ
2558ὁποῖα θέτουσιν ἀφ’ ἑνὸς μὲν τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν εἰς ἀμέ-
2559τρως καλλιτέραν θέσιν τῶν ἄλλων Τραπεζῶν, ἀφ’ ἑτέρου ὅμως
2560ἐξουδετεροῦσι τὰς ἄλλας Τραπέζας;
2561Ἂν Κύριοι, κατὰ τὴν προχθεσινὴν ἀγόρευσίν μου εἰσῆλ-
2562θον εἰς τινας λεπτομερείας, λεπτομερείας, αἵτινες ἐθεωρή-
2563θησαν ἴσως περιτταί, διότι ἀφεώρων τὸ ἰδιαίτερον κατα-
2564στατικὸν τῆς Τραπέζης, καὶ τὸ ἰδιαίτερον σύστημα, τὸ
2565ὁποῖον αὐτὴ μεταχειρίζεται πρὸς παροχὴν τῶν δανείων τού-
2566των, ταῦτα προῆλθον, ἀφ’ ἑνὸς ἐκ τῆς ἐπιθυμίας, ἣν εἶχον,
2567νὰ διασαφηνίσω πλειότερον τὸν λόγον, διὰ τὸν ὁποῖον ἐζή-
2568τουν τὴν τροποποίησιν αὐτοῦ τούτου τοῦ Κανονισμοῦ, ἀφ’ ἑ-
2569τέρου δὲ ἐκ τῶν ἀπανθρώπων — ἐπιτρέψατέ μοι νὰ εἴπω —
2570διὰ τὸν πρώτην φορὰν λαμβάνοντα τὸν λόγον διακοπῶν τῶν
2571ἀξιοτίμων συναδέλφων, καὶ ἰδίως τοῦ ἐκ Μαντινείας κυρίου
2572Παπαναστασίου, τοῦ διδασκάλου μου, ὅστις ὅμως τὴν φορὰν
2573ταύτην θὰ ὁμολογήσῃ, ὅτι ἐν τῷ θέματι τούτῳ εἶναι μαθη-
2574τής μου.
2575§171Π. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Πιθανόν.
2576§172Λ. ΜΕΛΑΣ. Ἐγὼ εἶμαι βέβαιος· δὲν ἀμφιβάλλω.
2577Ἐπαναλαμβάνω, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ χαρακτηρισθῶ-
2578σιν ὡς δριμὺ κατηγορητήριον ὅσα εἶπον κατὰ τῆς Ἐθνικῆς
2579Τραπέζης. Σέβομαι τὰς ὑποχρεώσεις, τὰς ὁποίας ἔχει τὸ Κρά-
2580τος πρὸς τὸ ἵδρυμα τοῦτο, καὶ θεωρῶ ὑψίστην ὑποχρέωσιν
2581καὶ ἐμοῦ νὰ συντελέσω, ἀλλὰ πάντοτε ἐν τῷ δικαίῳ καὶ εὐ-
2582λόγῳ μέτρῳ, εἰς τὴν ἐξασφάλισιν τῆς Τραπέζης· ἀλλὰ δὲν
2583ἐπιθυμῶ, Κύριοι, νὰ νομίσῃ ἡ Βουλή, ὅτι δι’ ὅσων σήμερον
2584εἶπον μετανοῶ δι’ ὅσα εἶπον προχθές, ὅτι ἐρύθημα ἐκάλυψε
2585τὰς παρειάς μου, ὅτε ἀνέγνωσα τὴν πικρὰν παρατήρησιν, τὴν
2586ὁποίαν μοὶ ἔκαμεν ὁ σεβαστὸς Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως.
2587Οὐδέποτε θὰ μὲ φοβήσῃ ἡ ἐνδεχομένη δυσμένεια τῆς Ἐθνι-
2588κῆς Τραπέζης, διότι φρονῶ ἀδιστάκτως, ὅτι ὅ,τι εἶπον τὸ
2589εἶπον ἀποκλειστικῶς καὶ μόνον ὑπὲρ τοῦ συμφέροντος αὐτοῦ
2590τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης· τοῦτο φρονῶ ἀμετατρέπτως, ἀδια-
2591φορῶ δέ, ἂν ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα μὲ παρεξηγεῖ.
2592Ἐγὼ ἐπιμένω νὰ θεωρῶ τὴν σύμβασιν ταύτην, μεθ’ ὅλας
2593τὰς τροποποιήσεις, τὰς ὁποίας ἐπέφερεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς
2594Κυβερνήσεως, ὡς περιοριστικὴν τῶν δικαιοτάτων καὶ νομι-
2595μωτάτων δικαιωμάτων τῶν λοιπῶν Τραπεζῶν ἐν Ἑλλάδι,
2596ὡς ἐνέχουσαν πάρα πολλὰς συγκεντρωτικὰς τάσεις, τὴν θεω-
2597ρῶ ὡς τελείως δημευτικήν. Ἐγὼ ἐπιθυμῶ νὰ βλέπω, ὡς
2598τοὐλάχιστον ὑποτίθεται ὅτι εἶναι, τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν
2599ὡς οἶκον προστατευτικὸν τῶν συμφερόντων ὅλων τῶν Ἑλλή-
2600νων, ὡς οἶκον ἐλπίδος ἐπὶ τὸ οἰκονομικὸν μέλλον καὶ τῶν
2601ἰδιωτῶν καὶ ἐν μέρει τοῦ Δημοσίου, ἀλλ’ ἐπιθυμῶ ἰδίως
2602νὰ βλέπω τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν ὡς οἶκον ἀρωγῆς, ὡς οἶ-
2603κον προαγωγῆς καὶ τῶν μικροτέρων καὶ ἀδυνατωτέρων Τρα-
2604πεζῶν, καὶ ὄχι ὡς οἶκον καταποντισμοῦ πάσης ἄλλης ἐρ-
2605γασίας τραπεζιτικῆς, μὴ ἀπορρεούσης ἐκ τῆς ἰδίας αὐτῆς
2606διοικήσεως.
2607Τὰς ἐξηγήσεις ταύτας ἐνόμισα, ὅτι ἔπρεπε νὰ δώσω ἐπὶ
2608τῶν παρατηρήσεων, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο εἰς τὴν ἀγόρευσίν μου.
2609Ἐν τέλει ὑποβάλλω τροπολογίαν περὶ προσθήκης ἐν τῷ
2610νομοσχεδίῳ ἄρθρου 2, δι’ οὗ «ὑποχρεοῦται ἡ Ἐθνικὴ Τρά-
2611πεζα νὰ συστήσῃ ἀντὶ τῶν πέντε ἐν τῷ ἄρθρῳ 3 τῆς συμβά-
2612σεως ὁριζομένων πρακτορείων δώδεκα τοιαῦτα, ἐξ ὧν δύο ἐν
2613Ἑπτανήσῳ, πέντε ἐν Θεσσαλίᾳ καὶ πέντε ἐν τῇ λοιπῇ Ἑλ-
2614λάδι.»
2615§173Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
2616§174ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αἱ ὑπὸ τῶν κ. Μελᾶ καὶ Γούναρη ὑποβλη-
2617θεῖσαι τροπολογίαι θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα
2618Παράρτημα, ἀριθ. 235–236).
2619§175Ι. ΣΙΓΑΛΑΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
2620§176Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Κύριε Πρόε-
2621δρε, τὸν λόγον.
2622§177Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ἐὰν πρόκηται νὰ ὁμιλήσητε τώρα,
2623κύριε Πρόεδρε, θ’ ἀναγκασθῶμεν νὰ ὁμιλήσωμεν καὶ ἡμεῖς
2624ἔπειτα. Βλέπετε ὅτι εἶναι δύο ἡ ὥρα.
2625§178Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Δυνάμεθα νὰ
2626ἐργασθῶμεν μέχρι τῶν ἕξ.
2627§179Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Δὲν νομίζω, ὅτι εἶναι ὁ Ἀννίβας ἐπὶ
2628θύραις, κύριε Πρόεδρε, ἵνα ἐργασθῶμεν ἕως τὰς ἕξ, ἕως τὰς
2629ὀκτώ. Δὲν θὰ ἦναι δυνατόν.
2630§180Γ. ΚΟΡΥΖΗΣ. Δὲν θὰ ἦναι πρώτη φορά.
2631§181Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Τότε, κύριε Πρόεδρε, προτείνω τὴν
2632ἀναβολὴν, διότι εἶναι φυσικὸν, ὅτι ἡ ὁμιλία ἡ ἰδική σας ὄχι
2633μόνον θὰ παραταθῇ πολὺ, ἀλλὰ βεβαίως θὰ προκαλέσῃ καὶ
2634ἀπάντησιν.
2635§182Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν λέγω τὸ ἐναντίον.
2636§183Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ἀλλὰ δὲν δυνάμεθα νὰ παραμείνω-
2637μεν ἐδῶ μέχρι πρωίας.
2638§184Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Πῶς ἄλλως νὰ πράξωμεν, ἀφοῦ
2639καταναλίσκομεν τόσην ὥραν εἰς ἐπερωτήσεις;
2640§185Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ἂς περιορισθῶσιν αἱ ἐπερωτήσεις.
2641Εἶναι ἀδύνατον νὰ παραμένωμεν καθ’ ἑκάστην μέχρι πρωίας.
2642§186Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Πῶς ἄλλως δυνάμεθα νὰ πρά-
2643ξωμεν;
2644§187Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Διότι ἐκτὸς τῶν ἄλλων τὴν πρωίαν
2645ἡμεῖς ἔχομεν καὶ ἄλλην ἐργασίαν, καὶ δὲν δυνάμεθα νὰ παρα-
2646μένωμεν μέχρι τῆς ἑβδόμης.
2647§188ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Πέρυσιν ὅμως παρεμένετε εὐχαρί-
2648στως μέχρι τῆς πρωίας!
2649§189Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ναί· ἀλλ’ ἐπὶ δύο ἢ τρεῖς μόνον ἡμέ-
2650ρας· ὄχι καθ’ ἡμέραν!
2651§190ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ὅλην τὴν Μεγάλην Ἑβδομάδα!
2652§191Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ἦτο ἀνάγκη.
2653§192Γ. ΚΟΡΥΖΗΣ. Καὶ τώρα ἐπείγει τὸ ζήτημα αὐτὸ, καὶ
2654πρέπει νὰ μείνωμεν.
2655§193Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Πολὺ καλά. Μείνατε, ὁμιλήσατε καὶ
2656ψηφίσατε, ἀλλ’ ἐγὼ δὲν δύναμαι νὰ μείνω πλέον. Νομίζω
2657δὲ, ὅτι, ἀφοῦ προετάθη πρότασις ἀναβολῆς, πρέπει νὰ λυθῇ
2658τὸ ζήτημα.
2659§194Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Βεβαίως. Ὁ κύριος Πρόεδρος τῆς
2660Βουλῆς θὰ τὸ λύσῃ.
2661§195Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Λοιπὸν, κύριε Πρόεδρε, ὑπέβαλον
2662πρότασιν ἀναβολῆς.
2663§196ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλήν.
2664Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν τῆς ἀναβολῆς παρακα-
2665λοῦνται νὰ ἐγερθῶσι.
2666§197Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.
2667§198ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχουσι δεκαπέντε Βουλευταὶ ζητοῦν-
2668τες τὴν δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως ψηφοφορίαν;
2669§199Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ὑπάρχουσι περισσότεροι.
2670§200Ν. ΔΑΟΥΤΗΣ (πρὸς τὸν κ. Μπουφίδην). Δὲν ἀγαπᾶτε
2671τὴν κωλυσιεργίαν!
2672§201Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Δὲν δυνάμεθα νὰ μείνωμεν ἐδῶ μέχρι
2673πρωΐας.
2674§202ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν θὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλὴν δι’ ὀνο-
2675μαστικῆς κλήσεως.
2676Παρακαλῶ τοὺς κυρίους Βουλευτὰς νὰ καταλάβωσι τὰς
2677θέσεις των.
2678Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀναβολὴν λέγουσι Ναὶ, οἱ μὴ
2679παραδεχόμενοι λέγουσιν Ὄχι.
2680Ἄρχεται ἡ ψηφοφορία.
2681(Γίνεται ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, ὑπὸ τὴν
2682ἐπιτήρησιν, ὡς ψηφολεκτῶν, τῶν βουλευτῶν Ι. Γ. Ρούφου
2683καὶ Γ. Μελισσηνοῦ.
2684Ἐκφωνηθέντος τοῦ ὀνόματος τοῦ βουλευτοῦ Φθιώτιδος
2685κ. Ν. Χατζίσκου, λαμβάνει οὗτος τὸν λόγον).
2686§203Ν. ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Μοὶ εἶναι, νομίζω, ἐπιτετραμμένον, κ.
2687Πρόεδρε, νὰ δικαιολογήσω ἤδη τὴν ψῆφόν μου, διότι δὲν
2688ἤμην παρὼν κατὰ τὴν ἔναρξιν τῆς ψηφοφορίας...
2689§204ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ τῆς δεξιᾶς). Δὲν εἶναι δυνα-
2690τὸν νὰ γείνῃ τοῦτο τώρα.
2691§205ΑΛΕΞ. Θ. ΖΑΙΜΗΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ διακοπῇ ἡ
2692ψηφοφορία.
2693§206Ν. ΔΑΟΥΤΗΣ. Αὐτὸ δὲν ἔγεινε ποτέ!
2694§207Ν. ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Ὁ κύριος Πρόεδρος θὰ εἴπῃ τὴν γνώ-
2695μην του.
2696§208ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρόκειται περὶ ζητήματος ἀναβολῆς, τὸ
2697ὁποῖον δὲν ἔχει οὔτε πολιτικὴν, οὔτε ἄλλην ἔννοιαν.
2698§209Ν. ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι, ὡς προεκλήθη ἡ ψη-
2699φοφορία, δύναται νὰ ἔχῃ καὶ πολιτικὴν σημασίαν. Ἐν τοι-
2700αύτῃ δὲ περιπτώσει, διερμηνεύων καὶ τὴν γνώμην τοῦ κυρίου
2701Λεβίδου...
2702§210ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψηφοφόρησεν ὁ κύριος Λεβίδης.
2703§211Ν. ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Τὴν στιγμὴν ταύτην μὲ ἐξουσιοδότη-
2704σεν ὁ κ. Λεβίδης νὰ διερμηνεύσω καὶ τὴν γνώμην αὐτοῦ...
2705Δηλῶ, ὅτι ψηφίζω κατὰ τῆς ἀναβολῆς, διότι νομίζω, ὅτι
2706οὐ μόνον τὰ συμφέροντα τοῦ πιστωτικοῦ ἱδρύματος, περὶ οὗ
2707πρόκειται, ἀλλὰ καὶ τὰ συμφέροντα τῆς κοινωνίας παραβλά-
2708πτονται ἕνεκα τῆς ἀναβολῆς.
2709(Μετὰ τοῦτο ἐξακολουθησάσης καὶ περατωθείσης τῆς ψηφο-
2710φορίας γίνεται ἡ διαλογή, κατὰ τὸ ἑπόμενον πρωτόκολλον ψη-
2711φοφορίας, ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν τῶν αὐτῶν Βουλευτῶν).
Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
2712Λέων Μελᾶς Ο Κωνσταντῖνος Τοπάλης Ο
2713Στέργιος Μ. Καρανίκας Ο Φίλιππος ΓιαννακόπουλοςΟ
2714 Νικόλαος Σταματιάδης Ο
2715Ἀνδρ. Παναγιωτόπουλος Δημ. Καρακίτης
2716Εὐάγ. Καναβαριώτης Ο Κωνστ. Φιλιππίδης Ο
2717Γεώργιος Μπαλτατζῆς Ν Ἀντ. Καρτάλης
2718 Νικ. Γουλιμῆς
2719Κωνστ. Ἀργυρόπουλος Κωνσταντῖνος Γρίβας
2720Ἐπαμειν. Ἐμπειρῖκος Κωνστ. Παπανικολῆς Ο
2721Γεώργ. Πολυγένης Ο Θ. Π. Δηλιγιάννης Ο
2722Γεώργ. Καρπετόπουλος Περ. Ἀλεξάκης Ο
2723Ἰωάννης Ζωγράφος Ἐπαμ. Ν. Δηλιγιάννης Ο
2724Κωνστ. Γ. Καραπᾶνος Ο Π. Ταμπακόπουλος Ο
2725Ἰωάννης Γ. Καραπᾶνος Ο Ἰωάν. Ἀντωνόπουλος Ο
2726Σπυρίδων Ν. Βαρζέλης Ο Χαρίλ. Τζανετάκης Ο
2727Κωνστ. Β. Κοττίκας Ο Γεώργ. Πετροπουλάκης Ο
2728Δημήτρ. Γ. Ράλλης Ο Μιχ. Φωτιάδης
2729Ἀλέξανδρος Γ. Σκουζὲς Βασ. Μαστραπᾶς Ν
2730Νικόλαος Λεβίδης Ο Κ. Α. Λιδωρίκης
2731Ἀντώνιος Ζυγομαλᾶς Ο Ἀρ. Χ. Ἀναγνωστόπουλος Ο
2732Ἀθαν. Μουτσόπουλος Ο Μιχ. Ι. Στελλάκης Ν
2733Κωνστ. Σμολένσκης Γ. Π. Καπιτσίνης
2734Κυριάκος Λιγενὸς Ο Πάϊκος Λ. Ρίτσος Ο
2735Λάμπρος Δ. Καλλιφρονᾶς Ο Σταμάτιος Μήτσας
2736Ἀνδρέας Ψύλλας Ο Δημ. Τσιτσάρας Ο
2737Νικόλαος Γουναράκης Δημ. Χατζόπουλος Ο
2738Θεόδωρος Λέκας Ο Γεώργ. Ἀλεξανδρόπουλος
2739Ἰσίδωρος Κολιάτσος Ο Ἰωάν. Σερμπᾶνος
2740Κωνστ. Ι. Ἀγγελόπουλος Ο Κ. Δ. Ἀργασ. Λομβάρδος Ν
2741Νικόλαος Α. Στρᾶτος Ἀλέξανδρος Σ. Κ. Ρώμας
2742Ἰωάννης Σ. Στάϊκος Ο Γεώργιος Ι. Μελισσηνὸς Ο
2743Διονύσιος Π. Στεφάνου ἀρν.Παναγ. Σπυράκης
2744Χρῆστος Ι. Στεφανόπουλος Ἰωάννης Καλούτσης Ο
2745Ἀνδρέας Ι. Στεφανόπουλος Χαράλαμπος Βοζίκης
2746Ἰωάννης Ν. Σισίνης Ο Γεώργ. Λ. Μαυρομιχάλης
2747Ἀνδρέας Δ. Σπηλιάδης Ο Ἰωάν. Π. Μελετόπουλος Ο
2748Διονύσιος Π. ΠαυλόπουλοςΟ Πέτρος Ν. Βαρβιτσιώτης Ο
2749Ἰωάννης Θ. Ψημένος Ο Στέφανος Κοπανίτσας Ο
2750Γεώργιος Ι. Κρεστενίτης Ο Γεώργιος Δ. Φικιώρης Ο
2751Δημοσθένης Γ. Δόγκας Ἰωάννης Φίλιος
2752Νικόλαος Δαούτης Ο Κωνσταντῖνος Καρακίτης Ο
2753Ἰωάννης Κόλλιας Ο Ἰωάννης Γιαννακίτσας
2754Λουκᾶς Γ. Μπέλλος Ο Νικόλαος Μπουφίδης Ν
2755Χριστόφορος Ι. Ἀσιμῆς Ο Ἰωάννης Λάππας Ο
2756Πέτρος Ν. Δελένδας Περικλῆς Σ. Βαλαωρίτης Ο
2757 Γεώργιος Ι. Σκληρός
2758Τηλέμ. Α. Δενδρινὸς Εὐάγγελ. Θ. Τσαρλαμπᾶς Ο
2759Γεώργιος Ν. Καλλίνικος Κωνσταντ. Χαλκιόπουλος Ο
2760Λεωνίδας Π. Πετιμεζᾶς Ο Ἀχιλλεὺς Παπαλουκᾶς Ο
2761Ἀλέξανδρος Θ. Ζαΐμης Ο Γκίκας Μάστορης Ο
2762Ἀλέξανδρος Φωτήλας Ο Ἰωάννης Μπακόπουλος Ο
2763Γεώρ. Χ. Παπαδημητρίου Ο Νικόλ. Τριανταφυλλᾶκος
2764Βασιλάκης Κ. ΓιαννουσίουΟ Κωνστ. Κωνσταντόπουλος
2765Αὐγερινὸς Ἀβέρωφ ἀρν.Παναγ. Παπαναστασίου Ο
2766Κωνσταντῖνος Κρίτσας Ο Παναγιώτης Μανέτας Ο
2767Ἰωάννης Δαμηλάτης Ἀθαν. Πετρόπουλος Ο
2768Κωνστ. Ι. Φλέσσας Ἀθαν. Ζέρβας Ο
2769Ἠλίας Μαυρομιχάλης Γεώργ. Ἀναστασόπουλος Ο
2770Κίμων Βελλίνης Ο Γεώργιος Νικολαΐδης Ο
2771Ι. Καφταντζόγλου Κωνσταντ. Τρικούπης Ο
2772Ι. Παλάσκας Ο Λεωνίδας Δεληγεώργης Ο
2773Δ. Τερτίπης Περικλῆς Μποῦτος
2774Ι. Καζαμπάκας Παναγ. Δ. Μερλόπουλος Ο
2775Α. Βασαρδάνης Σπυρ. Α. Κουμουνδοῦρος Ο
2776Κ. Ζωγλοπίτης Ο Ἰωάννης Νικολαΐδης
2777Νικόλ. Μπαλάφας Ο Ἱπποκράτης Ι. Ἀπέργης
2778Νικόλ. Σταματιάδης Ο Ἀριστομέν. Προβελέγγιος
2779Μιχ. Στεφανίδης Ο Π. Ι. Πρωτοπαπαδάκης
2780Νικόλ. Νικολαΐδης Ο Ἐλευθέριος Ν. Μυκώνιος
2781Θεμιστοκλῆς Κόλλιας Νικόλαος Κ. Κρίσπης
2782Κωνστ. Γ. Ἱερομνήμων Ν Δημ. Ι. Φαρμάκης
2783Ἰωάννης Ρώτας Ο Ἰω. Κ. Καλαντζόπουλος Ο
2784Γεώρ. Ν. Θεοτόκης Ν Ἰωάννης Ν. Καναβὸς
2785Μιχ. Ν. Θεοτόκης Ν Θεόδ. Κ. Φαρμακόπουλος
2786Νικόλ. Μαρκέτης Ο Νικ. Κ. Φαρμακόπουλος Ο
2787Ἀλκίνοος Σ. Ζερβὸς Κωνσταντ. Χριστοδούλου
2788Γουλιέλμος Ι. Σκάρπας Ἀθαν. Πετσάλης Ο
2789Σπυρίδων Α. Ἀγάθος Κυρ. Π. Μαυρομιχάλης Ο
2790Περικλῆς Α. Ἀλαμᾶνος Κωνστ. Α. Κουμουνδοῦρος
2791Ἠλίας Α. Πολίτης Ν Κυρ. Λ. Μαυρομιχάλης Ο
2792Σπυρίδων Ι. Δεληγιάννης Ο Φώτιος Π. Μοσχούλας Ο
2793Παναγιώτης Δ. Πετρίδης Ο Νικόλ. Α. Παπαλέξης Ο
2794Ἀθανάσιος Α. Γκράβας Δημ. Α. ΠολυχρονόπουλοςΟ
2795Ἀναστάσ. Στυμφαλιάδης Ἀνδρέας Δ. Μονοκροῦσος Ο
2796Ἀπόστολος Σ. Ζούζουλας Ο Νικόλαος Γ. ΜαντζαβῖνοςΝ
2797Κωνστ. Β. Χριστόπουλος Θεόδωρος Α. ΒελλιανίτηςΟ
2798Ἄθως Ι. Ρωμᾶνος Ν Ἀνάργυρος Σιμόπουλος
2799Διονύσιος Π. Βενιεράτος Ἰωάννης Δελμοῦζος
2800Κωνσταντ. Α. Γεράκης Δημήτριος Π. Νίκας Ο
2801Δημήτριος Β. Τραυλὸς Κ. Δ. Γερακωστόπουλος Ο
2802Σπυρίδων Ε. Στάης Ἀχιλλεὺς Χοϊδᾶς Ο
2803Διονύσιος Καλούτσης Ἰωάννης Κ. Τσερτίδης Ο
2804Νικόλαος Τσοῦχλος Ἰωάννης Γ. Μ. Ροῦφος Ν
2805Κωνσταντῖνος Γκότσης Ο Ἀνδρέας Ι. Κεφαλᾶς Ο
2806Δημήτριος Π. Γούναρης Ο Εὐστάθιος Κοκκέβης
2807Δ. Ἀνδρικ. ἢ ΜπουκαούρηςΟ Ἀλέξ. Δ. Πονηρόπουλος
2808Γεώργιος Ράλλης Δημ. Ἀναστασόπουλος Ο
2809Παναγιώτης Π. Σάκκης Ν Ἀνδρέας Σκαλτσοδῆμος
2810Νικόλαος Α. Μισυρλῆς Ο Ἀθαν. Νικολίτσας Ο
2811Νικόλ. Δ. Ραφτόπουλος Ο Γεώργιος Κορυζῆς Ο
2812Ἰωάννης Α. Βρυώνης Θεόδωρος Λιμπρίτης
2813Ἰωάν. Γ. Α. Γεωργιάδης Ο Γεώργιος Ροδόπουλος Ο
2814Νικόλαος Γ. Λεωνίδας Παντελῆς Μ. Γκίκας Ο
2815Διομήδης Ν. Κυριακὸς Ο Ἰωάν. Θ. Κουντουριώτης
2816Ἰωάννης Ν. Καλαμάρης Ο Νικόλαος Μ. Τσαμαδὸς
2817Σταμ. Δ. Βαφειαδάκης Ο Νικόλαος Πλατσῆς Ο
2818Κωνσταν. Α. Τσιροπινᾶς Ν. Χατζῖσκος Ο
2819Ἐμμαν. Ε. Λαδόπουλος Χαρ. Εὐταξίας Ο
2820Ἀντώνιος Π. Βιτάλης Ο Δ. Δεδούσης Ο
2821Κάρολος Μ. Βιτάλης Ο Κομνᾶς Τράκας
2822Ἰωάννης Ν. Σιγάλας Ν. Κοντογιάννης Ο
2823Κων. Εὐθ. Χατζηπέτρος Μιχαὴλ Κακαρᾶς
2824Σωτήριος Ι. Χατζηγάκης Ο Βασίλειος Βουδούρης Ο
2825Γεώργιος Ραδινὸς Γεώργιος Ἀβέρωφ
2826Ἀπόστολος Ζάππας Νικόλαος ΚαλογερόπουλοςΟ
2827Ἠλίας Μπασδέκης Ο Νικόλαος Μαμούνης Ο
2828Σπυρίδων Γεωργόπουλος Ο Ἰωάννης Θ. Βρατσᾶνος
2829§212ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψηφοφόρησαν ἐν ὅλῳ 144, ἐξ ὧν 129
2830κατὰ τῆς προτάσεως, 13 ὑπὲρ αὐτῆς καὶ 2 ἠρνήθησαν ψῆ-
2831φον. Ἑπομένως ἡ πρότασις περὶ ἀναβολῆς ἀπερρίφθη.
2832Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἔχει τὸν λόγον.
2833§213Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουρ-
2834γὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἐκπληρῶ τὴν ἐπιθυμίαν τοῦ πρὸ
2835μικροῦ καταβάντος τοῦ βήματος τούτου. Μὲ ἠρώτησεν, ἂν
2836μοὶ ἐνεχειρίσθη πρότασις ὑπὸ τοῦ Διευθυντοῦ τῆς Τραπέζης
2837Ἀθηνῶν, συναφὴς πρὸς τὰς συμβάσεις, τῶν ὁποίων τὴν κύ-
2838ρωσιν ζητοῦμεν διὰ τοῦ εἰσαχθέντος νομοσχεδίου. Πληροφορῶ
2839αὐτὸν καὶ ἀνακοινῶ πρὸς τὴν Βουλήν, ὅτι τὴν 7 Μαρτίου
2840ἦλθε πρός με εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν ὁ Διευ-
2841θυντὴς τῆς Τραπέζης Ἀθηνῶν, καὶ μοὶ εἶπεν, ὅτι σκοπεῖ νὰ
2842προβάλῃ προτάσεις, συναφεῖς πρὸς τὰς συνομολογηθείσας
2843συμβάσεις, αἱ ὁποῖαι παρέχουσιν εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ εἰς
2844τὴν χώραν εὐκολίας περισσοτέρας ἢ ὅσας παρέχει ἡ σύμβα-
2845σις μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης. Πρὸς τὸν κ. Διευθυντὴν
2846τῆς Τραπέζης Ἀθηνῶν εἶπον, ὅτι ἠδύνατο νὰ προβάλῃ προ-
2847τάσεις, καὶ θέλω λάβει αὐτὰς ὑπ’ ὄψιν μου, οὗτος δὲ μετ’
2848ὀλίγον ἐλθὼν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον μοὶ ἐνεχείρισε τὰς προτά-
2849σεις του, μοὶ ἀνεκοίνωσε δὲ καὶ προφορικῶς τὸ περιεχόμε-
2850νον αὐτῶν. Ἀπεκρίθην εἰς τὸν κ. Πεσματζόγλου, ὅτι θέλω
2851εἰσαγάγει αὐτὰς εἰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, καὶ ὄντως,
2852εὐθὺς ὡς ἀπῆλθεν ὁ κ. Διευθυντὴς τῆς Τραπέζης Ἀθηνῶν,
2853εἰσήγαγον εἰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον τὰς προτάσεις
2854ταύτας.
2855Διὰ τῶν προτάσεων τούτων ὁ Διευθυντὴς τῆς Τραπέζης
2856Ἀθηνῶν προέτεινε νὰ μὴ ἐγκρίνωμεν τὴν παράτασιν τοῦ
2857ἀποκλειστικοῦ δικαιώματος τῆς Ἐθν. Τραπέζης πρὸς ἔκδο-
2858σιν καὶ κυκλοφορίαν τραπεζικῶν γραμματίων, ὅτε δ’ ἤθελε
2859λήξει ἡ διάρκεια τοῦ δικαιώματος τῆς Ἰονικῆς Τραπέζης
2860πρὸς ἔκδοσιν καὶ κυκλοφορίαν τραπεζικῶν γραμματίων καὶ τοῦ
2861δικαιώματος τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ἡ Τράπεζα τῶν Ἀθη-
2862νῶν προβάλλει ἑαυτὴν ἑτοίμην νὰ ἀναλάβῃ αὐτὴ τὸ δικαίωμα
2863τοῦτο, διαδεχομένη τὰς δύο ταύτας Τραπέζας, καὶ συγκεν-
2864τρώνουσα εἰς ἑαυτὴν τὸ ἀποκλειστικὸν δικαίωμα τῆς ἐκδό-
2865σεως καὶ κυκλοφορίας τραπεζικῶν γραμματίων. Προσέθηκε δὲ
2866ἐπιβοηθητικῶς, ὅτι, ἂν ἐφρονοῦμεν ὅτι δὲν πρέπει ν’ ἀπογυ-
2867μνώσωμεν τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν ἀπὸ τὸ δικαίωμα τῆς ἐκ-
2868δόσεως καὶ κυκλοφορίας τραπεζικῶν γραμματίων, ὅτι δὲν πρέ-
2869πει νὰ καταστήσωμεν τὴν Τράπεζαν Ἀθηνῶν ὡς μίαν καὶ
2870ἑνιαίαν Τράπεζαν, ἔχουσαν τὸ δικαίωμα τῆς ἐκδόσεως καὶ
2871κυκλοφορίας τραπεζικῶν γραμματίων, μοὶ προσέθηκε, λέγω,
2872ὅτι ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἡ Τράπεζα τῶν Ἀθηνῶν δέχεται
2873νὰ διαδεχθῇ τὸ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον ἐσπεύσαμεν νὰ παρα-
2874χωρήσωμεν εἰς τὴν Ἰονικὴν Τράπεζαν, ὅτε ἤθελε λήξει ἡ
2875προθεσμία αὐτοῦ, καὶ τοιουτοτρόπως ἠθέλομεν ἔχει τότε δύο
2876ἐκδοτικὰς Τραπέζας, τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν καὶ τὴν Τρά-
2877πεζαν τῶν Ἀθηνῶν, ἀντικαθιστῶσαν τὴν Τράπεζαν τὴν Ἰο-
2878νικήν.
2879Τὸ περιεχόμενον τοῦτο τῶν προτάσεων ἀνεκοίνωσα εἰς τὸ
2880Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, καὶ συζήτησις ἐγένετο ἐπ’ αὐτῶν·
2881ἀλλ’ ἑκατέρα τῶν δύο τούτων προτάσεων δὲν ἦτο δυνατὸν
2882νὰ γένηται ἀποδεκτή, ἵνα προτείνωμεν τὴν παραδοχὴν αὐ-
2883τῆς εἰς τὴν Βουλήν. Δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἀναγνωρίσωμεν δύο
2884Τραπέζας ἐχούσας δικαίωμα ἐκδόσεως καὶ κυκλοφορίας τρα-
2885πεζικῶν γραμματίων, διότι τοῦτο ἀντέβαινεν εἰς τὸν ἀρχι-
2886κὸν σκοπόν, τὸν ὁποῖον εἴχομεν, ὅτε δὲν ἐστέρξαμεν ν’ ἀνα-
2887γνωρίσωμεν, ὅτι ἡ Ἰονικὴ Τράπεζα εἶχε τὸ δικαίωμα τοῦτο.
2888Ἐζήτησε τότε ἡ Ἰονικὴ Τράπεζα νὰ παρατείνωμεν τὸ δι-
2889καίωμα τῆς ἐκδόσεως καὶ κυκλοφορίας τραπεζικῶν γραμ-
2890ματίων· ἀλλ’ εἰς τὸν Πρόεδρον τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου
2891τῆς Ἰονικῆς Τραπέζης ἐδήλωσα ῥητῶς, ὅτι ἡ Κυβέρνησις
2892φρονεῖ, ὅτι τὸ συμφέρον τοῦ Κράτους ἀπαιτεῖ νὰ ὑπάρχῃ
2893μία μόνη Τράπεζα ἐκδοτική, καὶ ὅτι, ἀφοῦ ἱστορικοὶ λόγοι
2894εἶχον καταστήσει τρεῖς Τραπέζας, περιβεβλημένας διὰ τοῦ
2895δικαιώματος τῆς ἐκδόσεως καὶ κυκλοφορίας τραπεζικῶν
2896γραμματίων, ἤτοι τὰς δύο Τραπέζας, Ἐθνικὴν καὶ Ἰονι-
2897κήν, καὶ τὴν Τράπεζαν τῆς Ἠπειροθεσσαλίας, ἐξέλιπε δὲ
2898ἡ τελευταία αὕτη, καὶ ὑπελείποντο δύο Τράπεζαι, ἤγγιζε
2899δὲ ἡ λῆξις τοῦ δικαιώματος τῆς Ἰονικῆς Τραπέζης, ἐπεμεί-
2900ναμεν νὰ πείσωμεν αὐτήν, ὅτι δὲν ἔχει δικαίωμα νὰ ἀπαι-
2901τῇ παρ’ ἡμῶν ἀνανέωσιν τοῦ δικαιώματος τούτου, διότι ἐ-
2902σκοποῦμεν νὰ καταστήσωμεν μίαν μόνην Τράπεζαν ἐκδοτι-
2903κήν. Ἀφοῦ λοιπὸν τοιοῦτον προεθέμεθα σκοπόν, δὲν ἦτο δυ-
2904νατὸν ν’ ἀποδεχθῶμεν τὴν ἐπιβοηθητικὴν πρότασιν τοῦ Γε-
2905νικοῦ Διευθυντοῦ τῆς Τραπέζης τῶν Ἀθηνῶν, μὴ στέρξαντες
2906ν’ ἀνανεώσωμεν τὸ δικαίωμα τῆς Ἰονικῆς Τραπέζης τοῦ νὰ
2907ἐκδίδῃ καὶ κυκλοφορῇ τραπεζικὰ γραμμάτια καπὰ τὸν χρό-
2908νον τῆς λήξεως τῆς διαρκείας αὐτοῦ, ὑποκαθιστῶντες δὲ τὴν
2909Ἰονικήν, καὶ καθιστῶντες διάδοχον αὐτῆς εἰς τὸ δικαίωμα
2910τοῦτο τὴν Τράπεζαν τῶν Ἀθηνῶν· διότι οὕτως ἠθέλομεν
2911ἔχει δύο ἐκδοτικὰς Τραπέζας, τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν καὶ
2912τὴν Τράπεζαν τῶν Ἀθηνῶν.
2913Ἀλλὰ δὲν ἦτο μόνον τοῦτο, τὸ ὁποῖον δὲν ἠδυνάμεθα νὰ
2914δεχθῶμεν· κατὰ πλείονα λόγον δὲν ἠδυνάμεθα νὰ ἀφαιρέσω-
2915μεν τὸ δικαίωμα τῆς ἐκδόσεως καὶ κυκλοφορίας τραπεζικῶν
2916γραμματίων ἀπὸ τὴν Τράπεζαν τὴν Ἐθνικήν, καὶ νὰ περι-
2917βάλωμεν διὰ τοῦ δικαιώματος τούτου τὴν Τράπεζαν τῶν
2918Ἀθηνῶν, καθιστῶντες αὐτὴν μίαν ἐκδοτικὴν Τράπεζαν, διότι
2919τοῦτο δὲν ἀντέβαινε μὲν εἰς τὸν σκοπόν, τὸν ὁποῖον εἴχομεν,
2920ἤτοι νὰ συντελέσωμεν νὰ κατασταθῇ μία μόνον Τράπεζα,
2921ἔχουσα τὸ δικαίωμα τῆς ἐκδόσεως καὶ κυκλοφορίας τραπε-
2922ζικῶν γραμματίων, ἦτο ὅμως πρᾶξις λίαν τολμηρά, διότι
2923ἠθέλομεν παραβλέψει πιστωτικὸν κατάστημα, τὸ ὁποῖον λει-
2924τουργεῖ ἐπὶ ἑξήκοντα ἤδη ἔτη ἐν τῇ χώρᾳ, καὶ τὸ ὁποῖον
2925κατὰ τὴν ἡμετέραν γνώμην δὲν ἔδωκεν ἀφορμήν, ἵνα μειωθῇ
2926ἡ πρὸς αὐτὸ ἐμπιστοσύνη τῆς Πολιτείας διὰ τὸ δικαίωμα,
2927τὸ ὁποῖον εἶχε παραχωρήσει εἰς αὐτό, τῆς ἐκδόσεως καὶ κυ-
2928κλοφορίας τραπεζικῶν γραμματίων· ἤθελε δὲ κριθῇ ἡ τοιαύ-
2929τη πρᾶξις οὐ μόνον ὡς τολμηρά, ἀλλὰ καὶ ἀξία πάσης κατα-
2930κρίσεως, διότι ἠθέλομεν παρασταθῆ παρασυρθέντες εἰς αὐτὴν
2931ἀπὸ συμφέρον εὐτελές, τὸ συμφέρον, ὅτι, ἀντὶ τῆς συμμετο-
2932χῆς τῶν 20%, τὴν ὁποίαν ἔχομεν ἐπὶ τῶν ἐκ τῆς κυκλο-
2933φορίας τῶν τραπεζικῶν γραμματίων κερδῶν διὰ τῆς μετὰ
2934τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης συμβάσεως, ἐδέχθημεν τὴν πρότα-
2935σιν τῆς Τραπέζης Ἀθηνῶν, ἥτις μᾶς παρεῖχε συμμετοχὴν
293650% ἐπὶ τῶν κερδῶν· ἤτοι ἠθέλομεν παρασταθῆ πωλοῦν-
2937τες τὸ ἀποκλειστικὸν δικαίωμα, τὸ ὁποῖον νέμεται ἡ Ἐθνι-
2938κὴ Τράπεζα ἀπὸ ἑξήκοντα ἤδη ἐτῶν, ἀντὶ τόσον μικροῦ κέρ-
2939δους, ἀφαιροῦντες αὐτὸ ἀπὸ τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν καὶ
2940παραχωροῦντες εἰς τὴν Τράπεζαν τῶν Ἀθηνῶν.
2941Ἀνεκοίνωσα εἰς ὑμᾶς τὰς σκέψεις ταύτας τοῦ Ὑπουρ-
2942γικοῦ Συμβουλίου, πεποιθὼς, ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ
2943δευτέρα γνώμη. Διότι δὲν πρέπει αἱ Κυβερνήσεις νὰ μετα-
2944βάλλωσι τὰ καλῶς κείμενα, ἀφαιροῦσαι ἄνευ λόγου τινὸς,
2945ἀλλὰ χάριν μικροῦ κέρδους, τὴν ἐμπιστοσύνην, τὴν ὁποίαν
2946ἐπὶ ἑξήκοντα ὅλα ἔτη τοσοῦτον πιστῶς διεχειρίσθη ἡ Ἐθνικὴ
2947Τράπεζα, καὶ παρέχουσαι αὐτὴν εἰς νέον ἵδρυμα, τὸ ὁποῖον
2948πρὸ ὀλίγων ἐτῶν ἱδρύθη, ἵδρυμα, περὶ τοῦ ὁποίου δὲν ἔχομεν
2949βεβαίως κακὴν γνώμην, ἀλλὰ τὸ ὁποῖον ὅμως δὲν ἔχει το-
2950σοῦτον μακρὸν βίον, ἑξήκοντα ἐτῶν, ἵνα καταστήσῃ δυνατὸν
2951εἰς ἡμᾶς νὰ περιβάλωμεν αὐτὸ διὰ τοσαύτης ἐμπιστοσύνης.
2952Τὰ ὀφέλη, τὰ ὁποῖα ἡ Τράπεζα τῶν Ἀθηνῶν ἐπρότεινεν
2953εἰς ἡμᾶς, ἦσαν βεβαίως ἀνώτερα τῶν ἀνταλλαγμάτων, τὰ
2954ὁποῖα ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα παρεῖχεν εἰς τὸ Κράτος διὰ τῆς
2955συμβάσεως, τῆς ὁποίας τὴν κύρωσιν προτείνομεν εἰς τὴν Βου-
2956λήν. Ἀλλὰ καίτοι δὲν ἔχω ἀφορμήν τινα, ἵνα διάκημαι
2957δυσμενῶς πρὸς τὴν Τράπεζαν Ἀθηνῶν, ἔκρινα ὅμως, ὅτι δὲν
2958εἴχομεν τὸ δικαίωμα νὰ ἀρνηθῶμεν τὴν ἐμπιστοσύνην, τὴν
2959ὁποίαν ἐπὶ 60 ἤδη ἔτη τὸ Κράτος ἐξακολουθεῖ ἔχον εἰς τὴν
2960Ἐθνικὴν Τράπεζαν.
2961Ἀλλὰ τὰ ἀνταλλάγματα, τὰ ὁποῖα ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα
2962παρέχει νῦν εἰς τὸ Κράτος διὰ τῆς συμβάσεως, τὴν ὁποίαν
2963συνωμολόγησε μεθ’ ἡμῶν, τὰ ἀνταλλάγματα ταῦτα ἐκρίθη-
2964σαν ὑπό τινων ὡς ἀνάξια προσοχῆς, ὁ δὲ πρὸ μικροῦ ἀγορεύ-
2965σας κύριος Βουλευτὴς ἐκ Τήνου, ἀναδραμὼν εἰς τὴν ἱστορίαν
2966τοῦ 1880, παρέστησεν ὅτι κατὰ τὸ 1880 ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα
2967παρέσχεν εἰς τὸ Κράτος πολὺ μεγαλείτερα ὀφέλη ἀπὸ ἐκεῖνα,
2968τὰ ὁποῖα παρέχει ἤδη διὰ τῆς συμβάσεως, τῆς ὁποίας ζητοῦ-
2969μεν παρ’ ὑμῶν τὴν κύρωσιν. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Τήνου ἐτό-
2970νισε καθ’ ὑπερβολὴν τὰ δάνεια, τὰ ὁποῖα κατὰ τὸ 1880 ὑπε-
2971σχέθη καὶ ἐπραγματοποίησεν ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα εἰς τὸ Δη-
2972μόσιον. Τῷ ὄντι διὰ τῆς συμβάσεως τοῦ 1880 ἡ Ἐθνικὴ
2973Τράπεζα ὑπεσχέθη νὰ δανείσῃ τὸ Κράτος 25 ἑκατομμύρια
2974εἰς χρυσὸν καὶ 27 ἑκατομμύρια εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια ἐπὶ
2975τόκῳ 1%. Ἐὰν μεταβάλητε τὰ 25 ἑκατομμύρια εἰς χρυ-
2976σὸν εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια, θέλετε ἔχει τοὐλάχιστον 40
2977ἑκατομμύρια ἀντιστοιχοῦντα εἰς τὰ 25 ἑκατομμύρια εἰς
2978χρυσόν· ἐὰν δ’ εἰς ταῦτα προσθέσητε καὶ τὰ 27 ἑκατομμύρια
2979εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια, τὰ δύο ταῦτα δάνεια ἀντιπροσω-
2980πεύουσι κεφάλαιον 67 ἑκατομμυρίων εἰς τραπεζικὰ γραμ-
2981μάτια, τοσούτου δὲ ποσοῦ δάνειον τῆς Τραπέζης ἐπὶ τόκῳ
29821% βεβαίως παρεῖχεν εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον κέρδος
2983αἰσθητόν.
2984Ἀλλὰ ταῦτα δὲν ἔχουσιν οὕτω. Τοῦ 1880 προηγεῖται τὸ
2985ἔτος 1879, κατὰ τὸ ὁποῖον ἐτύγχανον ἐγὼ Ὑπουργὸς ἐπὶ
2986τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν. Τότε διεπραγ-
2987ματεύθην τὸ δάνειον τῶν 60 ἑκατομμυρίων εἰς χρυσὸν, μεσο-
2988λαβοῦντος τοῦ μακαρίτου Συγγροῦ, τοῦ ὁποίου δανείου τὴν
2989πραγματοποίησιν ἀνέλαβε τότε τὸ Comptoir d’ Escompte
2990τῶν Παρισίων, καὶ τὸ δάνειον τοῦτο συνωμολογήσαμεν κατὰ
2991τὸ ἔτος 1879, ἵνα πληρώσωμεν τὰ χρήματα ταῦτα εἰς τὴν
2992Ἐθνικὴν Τράπεζαν καὶ ἐξοφλήσωμεν προγενέστερον δάνειον
299360 ἑκατομμυρίων δραχμῶν εἰς χρυσὸν, τὸ ὁποῖον εἶχε συν-
2994ομολογηθῆ κατὰ τὸ ἔτος 1877, καὶ ἕνεκα τοῦ ὁποίου εἶ-
2995χεν ἐπιβληθῆ ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία, ἣν ἐζητοῦμεν νὰ
2996ἄρωμεν κατὰ τὸ 1879. Πρὶν ἢ παραιτηθῇ κατὰ τὸ 1880
2997τὸ ὑπὸ τὴν προεδρίαν τοῦ ἀειμνήστου Κουμουνδούρου σχημα-
2998τισθὲν κατὰ τὰς ἀρχὰς τοῦ 1878 Ὑπουργεῖον, τοῦ ὁποίου
2999ἐτύγχανον καὶ ἐγὼ μέλος, ὡς Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομι-
3000κῶν καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν, εἴχομεν εἰσπράξει
3001χρήματα ἐκ τοῦ δανείου τούτου· τὰ χρήματα δὲ ταῦτα εἴχο-
3002μεν πληρώσει εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, συμποσούμενα εἰς
300325 ἑκατομμύρια εἰς χρυσὸν καὶ 27 ἑκατομμύρια εἰς τραπε-
3004ζικὰ γραμμάτια, ὑπελείπετο δ’ ἔτι ποσόν τι, ὅπως οὕτως
3005ἐξοφληθῇ τὸ πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζα χρέος τοῦ Κρά-
3006τους, καὶ ἀρθῇ ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία. Τὰ χρήματα
3007μετεβιβάζοντο εἰς ἡμᾶς ἐκ Παρισίων· εὐθὺς δ’ ὡς ἐλαμβά-
3008νομεν αὐτὰ, κατετίθεμεν εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, κατὰ
3009τὰς ῥητὰς διατάξεις τοῦ νόμου, δυνάμει τοῦ ὁποίου εἶχε
3010συνομολογηθῆ τὸ δάνειον· ἐδημοσιεύετο δὲ διὰ τῆς Ἐφημε-
3011ρίδος τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῶν χρημάτων ἡ παραλαβὴ καὶ
3012ἡ πληρωμὴ αὐτῶν εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν. Ἀλλὰ πρὶν
3013ἢ λάβωμεν ἐκ Παρισίων τὴν τελευταίαν δόσιν τοῦ δανείου
3014τῶν 60 ἑκατομμυρίων, ἡ Βουλὴ ἀφήρεσε τὴν ἐμπιστοσύνην
3015της ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον, παρητήθημεν δ’ ἕνεκα τούτου,
3016καὶ ἐκλήθη εἰς τὴν ἀρχὴν ὁ ἐκ Μεσολογγίου ἀποθανὼν πολι-
3017τικὸς ἀνὴρ, ὅστις δὲν εἶχεν ἣν εἴχομεν ἡμεῖς γνώμην. Ὁ
3018μακαρίτης Τρικούπης ἐφρόνει, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἀρθῇ ἡ ἀναγ-
3019καστικὴ κυκλοφορία, καὶ διὰ τοῦτο ἐζήτησε παρὰ τῆς Ἐθνι-
3020κῆς Τραπέζης καὶ ἀνέλαβε πάντα τὰ ἐκ τοῦ δανείου πλη-
3021ρωθέντα εἰς αὐτὴν χρήματα, ὅσα ἡμεῖς εἴχομεν καταθέσει,
3022καὶ ἀνέλαβεν αὐτὰ εἰς βάρος τοῦ λογαριασμοῦ τῆς ἀναγκα-
3023στικῆς κυκλοφορίας, διότι πρὸς ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυ-
3024κλοφορίας εἴχομεν καταθέσει ταῦτα εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τρά-
3025πεζαν, ἥτις ἔδωκε τὰ χρήματα ταῦτα εἰς τὸ Δημόσιον ἐπὶ
3026ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ καὶ ἐπὶ τῷ τόκῳ, ἐπὶ τῷ ὁποίῳ εἶχε
3027συμφωνηθῆ τὸ δάνειον τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, τὸ
3028ὀφειλόμενον εἰς αὐτήν. Λοιπὸν τὰ χρήματα ταῦτα, τὰ ὁποῖα
3029ἐδάνεισεν ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα εἰς τὸ Δημόσιον ἐπὶ τόκῳ
30301%, ἦσαν χρήματα, τὰ ὁποῖα εἶχεν ἀποδώσει εἰς αὐτὴν τὸ
3031Κράτος πρὸς ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, καὶ τὰ
3032ὁποῖα ἀνελάμβανεν αὖθις τὸ Ὑπουργεῖον ἐπ’ ἀναγκαστικῇ
3033κυκλοφορίᾳ, ἀναβιβάζον πάλιν τὸ ἐπ’ ἀναγκαστικῇ κυκλο-
3034φορίᾳ χρέος τοῦ Κράτους πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν εἰς τὸ
3035ἀρχικὸν ποσὸν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ἦσαν δὲ χρή-
3036ματα, τὰ ὁποῖα πρὸ μικροῦ εἶχε πληρώσει τὸ Δημόσιον εἰς
3037τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν ἀπέναντι τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλο-
3038φορίας καὶ πρὸς ἄρσιν αὐτῆς. Τὰ χρήματα ταῦτα φυσικὸν
3039ἦτο νὰ μᾶς δανείσῃ ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα πρὸς 1%, διότι
3040ἦσαν χρήματα, τὰ ὁποῖα τὸ Δημόσιον εἶχεν ἀποδώσει αὐτῇ
3041πρὸς ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας ἀπέναντι τοῦ
3042ἐπ’ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ δανείου, τὸ ὁποῖον εἶχε συνο-
3043μολογηθῆ ἐπὶ τοσούτῳ τόκῳ, τοῦ ἑνὸς τοῖς ἑκατόν. Ὅθεν τὸ
3044ἀντάλλαγμα τοῦτο σᾶς παρακαλῶ νὰ διαγράψητε ἀπὸ τὸν
3045κατάλογον τῶν ἀνταλλαγμάτων, τὰ ὁποῖα ἡ Ἐθνικὴ Τρά-
3046πεζα κατὰ τὸ 1880 εἶχε προσφέρει εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον
3047ὡς ἀντάλλαγμα τῆς παρατάσεως τοῦ δικαιώματος τῆς ἐκ-
3048δόσεως καὶ κυκλοφορίας τραπεζικῶν γραμματίων. Ἐπειδὴ
3049δὲ ἡ Τράπεζα εἰσέπραττε καὶ τὸ ἀντίτιμον τῶν δανείων
3050τῶν 28 καὶ τῶν 26 ἑκατομμυρίων, τὰ εἰσπραττόμενα μᾶς
3051ἔδιδε καὶ ταῦτα ἀπέναντι τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας,
3052καὶ ἐπληρώνομεν καὶ ἐπὶ τούτων τόκον 1%.
3053Ἀλλ’ ἐπειδὴ τὸ προνόμιον τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης τῆς
3054ἐκδόσεως καὶ κυκλοφορίας τραπεζικῶν γραμματίων ἔληγε
3055τὴν 1 Ἰανουαρίου 1892, δηλαδὴ μετὰ 12 ἀπὸ τοῦ 1880
3056ἔτη, ἐζητήθη ὑπὸ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ἡ παράτασις αὐ-
3057τοῦ, παρετάθη δὲ ὄντως τοῦτο διὰ νόμου ἐπὶ 25 ἀκόμη ἔτη,
3058καὶ ὡς ἀντάλλαγμα ἡ Τράπεζα ὑπεσχέθη νὰ δίδῃ εἰς τὸ δη-
3059μόσιον ταμεῖον 10% ἐκ τοῦ κατὰ τὰ δώδεκα ταῦτα ἔτη
3060κέρδους τῶν γραμματίων, 25% δὲ κατὰ τὸ διάστημα
3061τῶν 25 ἐτῶν, καθ’ ἃ παρετείνετο τὸ δικαίωμα, ἔδωκε δὲ τόσα
3062ἡ παράτασις ἐπὶ 25 ἔτη τοῦ προνομίου τοῦ λήγοντος μετὰ
3063δώδεκα ἔτη. Ποιοῦμαι δὲ τὴν διάκρισιν ταύτην, ἵνα μὴ
3064ἀφήσω εἰς τὴν συνείδησιν ὑμῶν, ὅτι μικρὸν καὶ ἀνάξιον τυγ-
3065χάνει νῦν τὸ ἀντάλλαγμα, τὸ ὁποῖον ἡ Τράπεζα δίδει εἰς
3066τὸ δημόσιον ταμεῖον, παρέχουσα 20% ἐκ τῶν κερδῶν αὐτῆς.
3067Τὸ δεύτερον ἀντάλλαγμα, τὸ ὁποῖον ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα
3068ἔστερξε νὰ παραχωρήσῃ εἰς ἡμᾶς κατὰ τὴν συνομολόγησιν
3069τῆς προκειμένης συμβάσεως, εἶναι ἡ αὔξησις τοῦ ποσοῦ τῶν
3070δανείων, τὰ ὁποῖα δίδονται εἰς τοὺς γεωργοκτηματίας ὑπὸ
3071βραχεῖαν προθεσμίαν. Ἵνα σᾶς δώσω δὲ πλήρη ἰδέαν, ὅπως
3072ἔχητε ἀκριβῆ γνῶσιν τοῦ εἴδους τούτου τῶν βραχυπροθέσμων
3073δανείων, πρέπει νὰ σᾶς διηγηθῶ τὴν ἱστορίαν αὐτῶν. Κατὰ
3074τὸ ἔτος 1861 τὸ πρῶτον ἡ Τράπεζα συνωμολόγησε σύμβασιν,
3075δι’ ἧς ἔδωκε τὴν ὑπόσχεσιν νὰ διαθέτῃ δύο ἑκατομμύρια
3076εἰς δάνεια τοιαῦτα. Ὁ νόμος τοῦ 1861 ἀναφέρει, ὅτι τὰ δά-
3077νεια ταῦτα θέλουσι δίδεσθαι ἐπὶ γραμματίων τριτεγγυημέ-
3078νων καὶ μὴ ἐμπορικῶν· οὕτω δὲ τὸ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον ὑπῆρ-
3079χεν ὑπὲρ τῶν ἐμπόρων μέχρι τοῦ χρόνου ἐκείνου, ἐπεξετάθη
3080καὶ εἰς τοὺς γεωργοκτηματίας. Τότε δὲ πρῶτον ἐγένετο καὶ
3081ἑτέρα παραχώρησις· κατηργήθη ἡ ὑποχρέωσις, ἥτις ὑπῆρχε
3082πρὸ τοῦ 1861, νὰ κατοικῇ ἐν τῇ πόλει, ἔνθα ἑδρεύει ὑπο-
3083κατάστημα, εἷς τῶν ἐγγυηθέντων διὰ τὸ γραμμάτιον, ὅπερ
3084ἀπῃτεῖτο ἐπὶ χωρικῶν.
3085Ἐξετάζων τ’ ἀποτελέσματα τῆς παροχῆς ταύτης, τὴν
3086ὁποίαν κατὰ τὸ 1861 ὑπεσχέθη ἡ Τράπεζα νὰ διαπράττῃ
3087εἰς δάνεια πρὸς γεωργοκτηματίας μέχρι τοῦ ποσοῦ τῶν δύο
3088ἑκατομμυρίων, ἀνευρίσκω κατὰ τὸ 1864 ἐν τῷ ἰσολογισμῷ
3089τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης τῆς 30 Νοεμβρίου, δημοσιευθέντι
3090ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι εἶχε δοθῆ ἕως τότε
3091ἐκ τῶν δύο ἑκατομμυρίων τὸ ποσὸν 1,032,820 δραχμῶν.
3092Ἀλλ’ ἀφ’ ἧς ἐτέθη εἰς χρῆσιν τὸ εἶδος τοῦτο τῶν δανείων
3093εἰς τοὺς γεωργοκτήμονας εἶχον μείνει καθυστερήσεις δραχ.
30943,121,980, ἤτοι τὸ τριπλάσιον τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον εἶχε
3095διατεθῆ εἰς δάνεια.
3096Οὕτως εἶχον τὰ πράγματα μέχρι τοῦ 1896. Ἀλλὰ πρὸ
3097τοῦ ἔτους τούτου, καὶ πρὸ τοῦ 1895, κατὰ τὸ 1894, προ-
3098εβλήθη τὸ σταφιδικὸν ζήτημα· διότι οἱ σταφιδικοὶ πληθυ-
3099σμοὶ ἠξίουν νὰ ληφθῇ μέτρον τι, ὅπως ἐξασφαλισθῇ ἡ κατα-
3100νάλωσις τῆς σταφίδος, καὶ ὡς μέτρον προεβάλλετο νὰ νομο-
3101θετηθῇ ἡ παρακράτησις ἐπὶ τοῦ παραγομένου προϊόντος,
3102μηδενὸς γιγνομένου τότε λόγου περὶ τοῦ προορισμοῦ τοῦ παρα-
3103κρατηθησομένου ποσοῦ. Τὴν ἀρχὴν τῆς παρακρατήσεως προ-
3104έτεινον οἱ σταφιδικοὶ πληθυσμοί· ἐν Πάτραις, ἐν Πύργῳ καὶ
3105ἀλλαχοῦ συλλαλητήρια ἐγίγνοντο, καὶ διηρμηνεύετο τὸ φρό-
3106νημα τῶν ἐπαρχιῶν ἐν τῇ Βουλῇ διὰ τῶν ἀντιπροσωπευόν-
3107των αὐτὰς Βουλευτῶν, καὶ ἐζήτουν παρὰ τῆς Κυβερνήσεως,
3108τῆς ὁποίας προΐστατο ὁ ἀποθανὼν ἐκ Μεσολογγίου πολιτι-
3109κὸς ἀνήρ, νὰ προτείνῃ νόμον περὶ παρακρατήσεως. Ὁ μακα-
3110ρίτης Τρικούπης ἰσχυρίζετο, ὅτι τὸ σύστημα τῆς παρακρα-
3111τήσεως δὲν εἶναι μόνον σύστημα ἐμπειρικόν, ἀλλὰ δὲν θέλει
3112παραγάγει καὶ ὠφέλειάν τινα, καὶ ἠρνεῖτο νὰ προτείνῃ νό-
3113μον τοιοῦτον. Ἡμεῖς ἤμεθα ἐκ τῇ Ἀντιπολιτεύσει, ἐγὼ δὲ
3114εἰσηγούμην τὰ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἐν τῇ ὁποίᾳ ὑπῆρ-
3115χον καί τινες ἑτερόφρονες, ἀλλὰ δὲν ἔκρινα, ὅτι ἔπρεπε νὰ
3116ἀναλάβω τὴν συνηγορίαν τῆς παρακρατήσεως, ὅπως εὐχα-
3117ριστήσω τοὺς Βουλευτάς, οἵτινες ἐπέμενον ζητοῦντες τὴν
3118παρακράτησιν, ἢ ὅπως φανῶ εὐάρεστος εἰς τοὺς σταφιδικοὺς
3119πληθυσμοὺς, οἵτινες εἶχον πεποίθησιν, ὅτι μόνον ἡ παρα-
3120κράτησις ἤθελε σώσει τοὺς παραγωγοὺς τοῦ προϊόντος τού-
3121του διὰ τοῦτο ἐσιώπων. Καὶ ἐγὼ δ’ ἐφρόνουν, ὡς ὁ μακα-
3122ρίτης Τρικούπης, ὅτι δὲν ἦτο οὔτε ὀρθὸν οὔτε ὠφέλιμον τὸ
3123μέτρον, καὶ ὅτι δὲν ἥρμοζεν εἰς τὴν Ἀντιπολίτευσιν νὰ ὑπο-
3124στηρίξῃ γνώμας, περὶ τῆς ὀρθότητος τῶν ὁποίων δὲν εἶχε
3125πεποίθησιν. Ἐπειδὴ δ’ οὕτω συνέπιπτεν ἡ γνώμη μου πρὸς
3126τὴν γνώμην τοῦ ἡγουμένου τῆς πλειονοψηφίας, ἔκρινα, ὅτι
3127ὤφειλον νὰ μὴ πράξω πολιτικὴν κερδοσκοπίαν· καὶ διὰ τοῦτο,
3128λαβὼν τὸν λόγον, δὲν ὑπεστήριξα τὴν πρότασιν τῆς παρα-
3129κρατήσεως, ἀλλὰ παρέστησα εἰς τὸν τότε Πρωθυπουργὸν, ὅτι
3130ἂν δὲν ἐγκρίνῃ ν’ ἀναλάβῃ τὴν ὑποστήριξιν τοῦ συστήματος
3131τῆς παρακρατήσεως καὶ προβάλῃ περὶ ταύτης νομοσχέδιον,
3132ὀφείλει ὅμως νὰ λάβῃ μέτρον τι περὶ τῶν καλλιεργητῶν
3133τῆς σταφίδος· καὶ ὑπῆρχον μέτρα τινὰ, τὰ ὁποῖα ἠδυνάμην
3134νὰ προτείνω προχείρως, καὶ τὰ ὁποῖα ἠδύναντο ν’ ἀνακουφί-
3135σωσι τοὺς σταφιδικοὺς πληθυσμοὺς, βοηθοῦντα αὐτοὺς εἴτε
3136κατὰ τὴν καλλιέργειαν τῆς σταφίδος, εἴτε κατὰ τὸν τρυ-
3137γητόν. Μὲ ἠρώτησε, ποῖα τὰ μέτρα ταῦτα, εἶπον δὲ, ὅτι
3138τοιοῦτο μέτρον ἦτο νὰ πείσῃ τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν νὰ δώσῃ
3139δάνεια βραχυπρόθεσμα εἰς τοὺς σταφιδοκτήμονας. Ὁ Τρι-
3140κούπης δὲν ἐπεδοκίμασε τὴν γνώμην μου· ἐπέμεινε δὲ, ὅτι
3141τοῦτο δὲν ἦτο δυνατόν. Μετὰ δύο ἡμέρας ἀνέγνω ἐν τῇ συν-
3142εδριάσει τῆς Βουλῆς ἔγγραφον τοῦ Διοικητοῦ τῆς Ἐθνικῆς
3143Τραπέζης πρὸς αὐτόν, διὰ τοῦ ὁποίου ὁ Διοικητὴς ἰσχυρί-
3144ζετο, ὅτι ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα ἐκ τῶν βραχυπροθέσμων δα-
3145νείων ἔχει καθυστερήσεις τριῶν ἑκατομμυρίων δραχμῶν, καὶ
3146ὅτι δὲν δύναται νὰ δώσῃ δάνεια, διότι, ἂν τοιαῦτα ἔδιδεν,
3147ἦτο ὡς ἂν ἔρριπτε ταῦτα εἰς τὴν θάλασσαν.
3148Οὕτως εἶχον τὰ πράγματα, ὅτε ἐπῆλθε τὸ 1896, καθ’ ὃ
3149παρέστη ἀνάγκη συμβάσεως μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης.
3150Ἀλλ’ ἐν τῇ συμβάσει ἐκείνῃ, τῇ συνομολογηθείσῃ τότε, ἐζή-
3151τησα παρὰ τῆς Τραπέζης ν’ ἀναβιβάσῃ τὸ ποσὸν τῶν τοι-
3152ούτων πρὸς γεωργοκτήμονας δανείων ἀπὸ δύο ἑκατομμυρίων
3153εἰς δέκα ἑκατομμύρια, καὶ διὰ τῆς συμβάσεως ἐκείνης ἐν ἄρ-
3154θρῳ τρίτῳ συνεφωνήθησαν τὰ ἑξῆς:
3155«Τὸ ποσὸν τῶν διὰ τοῦ ἄρθρου 5 τοῦ νόμου τῆς 16 Δε-
3156κεμβρίου 1861 προβλεπομένων γεωργοκτηματικῶν χορηγή-
3157σεων ὁρίζεται εἰς δέκα ἑκατομμύρια δραχμὰς κατ’ ἐλάχι-
3158στον ὅρον, χορηγητέα ἐντὸς δύο ἐτῶν ἀπὸ τῆς κυρώσεως τῆς
3159παρούσης συμβάσεως.»
3160» Ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα τῆς Ἑλλάδος δύναται νὰ συνομο-
3161λογῇ τὰς τοιαύτας χορηγήσεις καὶ διὰ δημοσίων συμβολαίων,
3162ὧν τὸ τέλος ὁρίζεται ἐπὶ τῇ βάσει τῆς κλίμακος τοῦ ἄρθρου
316314 τοῦ νόμου ΑΧΚΕʹ περὶ χαρτοσήμου. Τὰ συμβόλαια ταῦτα
3164συνεπάγονται αὐτοδικαίως τὸν νόμιμον τῆς ὑπερημερίας τό-
3165κον ἀπὸ τῆς λήξεως μέχρι τῆς ἐξοφλήσεως, ἐκτελοῦνται δὲ
3166ἀπὸ τῆς λήξεως, κηρυσσόμενα ὑπὸ τοῦ ἁρμοδίου συμβολαιο-
3167γράφου ἐκτελεστὰ, καὶ μετὰ προηγουμένην ἐπιταγὴν πρὸς
3168πληρωμὴν κατὰ τὰ ἄρθρα 862 καὶ 863 τῆς Πολιτικῆς Δι-
3169κονομίας.
3170» Δυνάμει τῶν αὐτῶν συμβολαίων ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα δι-
3171καιοῦται ἀπὸ τῆς λήξεως νὰ ἐνεργῇ ἐγγραφὰς ὑποθηκῶν ἐπὶ
3172ἀκινήτων τῶν τε ὀφειλετῶν καὶ τῶν ἀλληλεγγύων ἐγγυη-
3173τῶν, καὶ ἂν τοιαῦται δὲν ὑπάρχωσι συνωμολογημέναι, ἡ δὲ
3174ἐπὶ τῶν ἐνυποθήκων ἀκινήτων ἀναγκαστικὴ ἐκτέλεσις ἐνερ-
3175γεῖται κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ ΦΚϚʹ νόμου τῆς 11 Ἀπρι-
3176λίου 1859 περὶ Ἐθνικῆς Τραπέζης.»
3177» Ἡ ὑπὸ τοῦ ἄρθρου 5 τοῦ νόμου τῆς 16 Δεκεμβρίου 1861
3178προβλεπομένη κατὰ τὰς διατάξεις τῶν ἄρθρων 999 (ἐδάφιον
3179αʹ) καὶ 1003 τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας προσωπικὴ κράτη-
3180σις ἀπαγγέλλεται ἐπὶ ἀναφορᾷ τῆς Τραπέζης ὑπὸ τοῦ ἁρ-
3181μοδίου Προέδρου Πρωτοδικῶν, ἀλλὰ πάντοτε μετὰ προη-
3182γουμένην κλῆσιν τοῦ ὀφειλέτου κατὰ τὴν τῆς ἀναφορᾶς συ-
3183ζήτησιν.»
3184Οὕτως ἀπὸ τοῦ 1896 ἤρξατο ἡ χορηγία βραχυπροθέσμων
3185δανείων εἰς γεωργοκτηματίας μέχρι τοῦ ποσοῦ τῶν δέκα
3186ἑκατομμυρίων. Καὶ εἶναι μὲν ἀληθές, ὅτι ἡ διαχείρισις τῶν
3187δανείων τούτων δὲν εἶναι τόσον ὁμαλή, διότι πάντως ἐπιφέ-
3188ρει ζημίας, τὰς ὁποίας ὑπέστη ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα, διότι,
3189ὡς ἀποδεικνύεται ἐκ τοῦ ἰσολογισμοῦ τῆς 30 Δεκεμβρίου τοῦ
31901901, μετὰ πέντε ἔτη εἶχε μείνει ὑπόλοιπον ἐκ συναλλαγ-
3191μάτων καὶ συμβολαίων ὀκτὼ ἑκατομμύρια δραχμῶν. Ποιοῦ-
3192μαι δὲ τὴν διάκρισιν ταύτην, διότι τῶν δανείων τούτων ἡ
3193διάθεσις δὲν πραγματοποιεῖται ὁμαλῶς καθ’ ὅλον τὸ ἔτος,
3194ἀφοῦ αἱ γεωργικαὶ ἐργασίαι δὲν ὑπάρχουσιν ἐν ἀκμῇ κατὰ
3195τὸ πρῶτον ἑξάμηνον, ἀλλὰ μόνον κατὰ τὸ δεύτερον ἑξάμηνον,
3196κατὰ τὸ ὁποῖον συγκομίζουσιν οἱ γεωργοκτηματίαι τοὺς
3197καρπούς των, καὶ δύνανται ν’ ἀποδίδωσιν εἰς τὴν Τράπεζαν
3198τὰ δανεισθέντα ὑπ’ αὐτῆς ποσά.
3199Οὕτως ἡ ὅλη διαχείρισις, ἡ μέχρι τῆς 31 Δεκεμβρίου
32001901, εἶχε καθυστέρημα ὀκτὼ ἑκατομμυρίων.
3201Κατὰ τὸ 1902 εὗρον ἐν τοῖς ἰσολογισμοῖς, ὅτι διετέθησαν
3202εἰς δάνεια βραχυπρόθεσμα 20 ἑκατομμύρια. Καὶ πράγματι
3203δέκα ἑκατομμύρια εἶχον διατεθῆ κατὰ τὸ πρῶτον ἑξάμηνον
3204τοῦ 1902, ἀλλ’ ἡ Τράπεζα εἶχεν ἀναλάβει τινὰ τῶν δανει-
3205σθέντων ποσῶν κατὰ τὸ δεύτερον ἑξάμηνον, τὰ ὁποῖα ἐκυ-
3206κλοφόρησε πάλιν εἰς δάνεια, καὶ οὕτως εἶχεν ἀναβιβασθῆ
3207τὸ ποσὸν τῶν δανείων εἰς 20 ἑκατομμύρια. Τοιουτοτρόπως
3208τὸ καθυστέρημα εἶχεν ἀναβιβασθῆ ἀπὸ ὀκτὼ ἑκατομμυρίων
3209εἰς 18 ἑκατομμύρια. Ἀλλ’ ἐν τῷ μεταξὺ εἰσέπραξεν ἐννέα
3210ἑκατομμύρια, καὶ ἐμειώθη οὕτω τὸ καθυστέρημα εἰς ἐννέα
3211ἑκατομμύρια. Ἀλλὰ καὶ τὸ καθυστέρημα τοῦτο ἐμειώθη μέ-
3212χρι τέλος Δεκεμβρίου τοῦ 1892 εἰς 3,115,805, οὕτω δὲ ἐκ
3213τῶν 15 περίπου ἑκατομμυρίων, τὰ ὁποῖα εἶχον διατεθῆ,
3214ἔμειναν καθυστερούμενα, ἴσως μὴ εἰσπράξιμα, 3,115,805,
3215δηλαδὴ τὸ ⅕ τοῦ διατεθέντος κεφαλαίου.
3216Τὰ βραχυπρόθεσμα λοιπὸν δάνεια ἔχουσιν ἀληθῶς τὸ
3217ἐλάττωμα τοῦτο, ὅτι ἀφίνουσι ζημίαν, διότι δὲν εἶναι δυ-
3218νατὸν νὰ εἰσπράττωνται πάντα τὰ διατιθέμενα ποσά· ἡ ζη-
3219μία δὲ ἡ μέχρι τῆς 31 Δεκεμβρίου 1902 ἀνῆλθεν, ὡς προεῖ-
3220πον, εἰς 3,115,805. Δὲν γνωρίζω δέ, ἂν διὰ τῶν ἀποσβέσεων,
3221αἵτινες εἶχον γενῆ κατὰ τὸ προηγούμενον ἔτος, εἶχεν ἀποσβεσθῆ
3222καὶ ποσόν τι ἐκ τῶν δανείων τούτων, διότι δὲν ἠρεύνησα τὰ
3223βιβλία τῶν Τραπεζῶν· ἠσχολήθην δὲ μόνον νὰ ἐρευνήσω τοὺς
3224ἰσολογισμούς, οἱ ὁποῖοι δημοσιεύονται διὰ τῆς Ἐφημερίδος
3225τῆς Κυβερνήσεως, ἐξ ὧν συνήγαγον, ὅτι τὰ χορηγούμενα
3226βραχυπρόθεσμα δάνεια εἰς γεωργοκτηματίας ἐπάγουσι ζη-
3227μίαν· τοῦτο δὲ δικαιολογεῖ ἴσως τὴν διαφορὰν, ἡ ὁποία
3228ὑπάρχει μεταξὺ τοῦ τόκου τῶν 5%, τὸν ὁποῖον οἱ
3229δανειζόμενοι ἐν ταῖς ἑπτὰ νήσοις τοῦ Ἰονίου παρὰ τῆς Ἰο-
3230νικῆς Τραπέζης ἔδιδον εἰς τὰ τοιαῦτα δάνεια, καὶ τοῦ τό-
3231κου τοῦ ὁριζομένου ὑπὲρ τῆς Τραπέζης τῆς Ἐθνικῆς διὰ τῆς
3232συμβάσεως. Ἐν τῇ Ἑπτανήσῳ πρὸς γεωργοὺς ἔπρεπε νὰ χο-
3233ρηγῶνται ὑπὸ τῆς Ἰονικῆς Τραπέζης κατὰ τὸν Καναγισμὸν
3234δάνεια μέχρις 1,500,000 δραχμῶν· ἀμφίβολον ὅμως εἶναι,
3235ἂν διετίθετο ὅλον τὸ ποσὸν τοῦτο, διότι ἔχω τηλεγραφήμα-
3236τα καὶ ἀπὸ τὴν Ζάκυνθον καὶ ἀπὸ τὴν Κεφαλληνίαν καὶ ἀπὸ
3237τὴν Λευκάδα καὶ ἀπὸ τὴν Ἰθάκην, διὰ τῶν ὁποίων οἱ τη-
3238λεγραφοῦντες παραπονοῦνται, ὅτι ἐζήτουν, ἀλλὰ δὲν ἐλάμ-
3239βανον τοιαῦτα δάνεια· καὶ ἀπὸ τὸν δῆμον δὲ τῶν Ἰστω-
3240ναίων τῆς ἐπαρχίας Κερκύρας ἔλαβον αἴτησιν, γεγραμμένην
3241τὴν 5 Ἰανουαρίου ἐ. ἔ., τῶν κατοίκων τῶν χωρίων Πάγων,
3242Πρινίλλου καὶ Βατωνιῶν τοῦ εἰρημένου δήμου, παριστώντων
3243ὅτι ἡ Ἰονικὴ Τράπεζα οὐδέποτε ἐξεπλήρωσε τοὺς ὅρους, οὓς
3244περιελάμβανε τὸ καταστατικὸν αὐτῆς καὶ ἡ σύμβασις. Ἐν
3245τῇ ἐπιστολῇ ταύτῃ ὑπάρχουσιν ἑκατὸν καὶ ἕνδεκα ὑπο-
3246γραφαί.
3247Ἀλλ’ ἐὰν τὰ δάνεια τῆς Ἰονικῆς Τραπέζης ἀναβιβά-
3248ζωνται εἰς ἓν ἑκατομμύριον, ἡ διαφορὰ τοῦ τόκου μεταξὺ
3249τῶν 6%, τοῦ πληρωνομένου πρὸς τὴν Ἐθνικήν, καὶ
3250τοῦ τόκου τῶν 5%, τοῦ πληρωνομένου πρὸς τὴν Ἰο-
3251νικὴν ἐπὶ τοῦ ἑνὸς ἑκατομμυρίου, ἀνέρχεται εἰς 10 χιλιάδας
3252δραχμάς· ἑπομένως ἡ Ἰονικὴ Τράπεζα, χορηγοῦσα βραχυ-
3253πρόθεσμα δάνεια πρὸς 5%, διέτρεχε κίνδυνον νὰ ζημιωθῇ
325410,000 δραχμάς, διότι τόση εἶναι ἡ διαφορὰ τοῦ τόκου ἀπὸ
32555% εἰς 6% ἐπὶ τοῦ ἑνὸς ἑκατομμυρίου. Ἀλλ’
3256ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ διατεθῶσι 40 ἑκατομμύρια, ὅσα θέλουσι
3257διατίθεσθαι κατὰ τοὺς ὅρους τῆς συμβάσεως, ἣν συνωμολο-
3258γήσαμεν ἄρτι, ἐπὶ τόκῳ 6%, ἡ διαφορὰ θέλει ἀνέρχεσθαι
3259εἰς 200 χιλιάδας δραχμάς· διαφέρουσι δὲ πολὺ αἱ 10 χι-
3260λιάδες ἀπὸ τὰς 200 χιλιάδας. Ἔπρεπε δὲ προσέτι νὰ λά-
3261βωμεν ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ὁ τόκος, ὃν προσδιώρισεν ἡ Τράπεζα εἰς
32626%, περιλαμβάνει καὶ μικρόν τι ποσὸν πρὸς ἀπό-
3263σβεσιν τῶν ζημιῶν, αἱ ὁποῖαι ἐπάγονται εἰς τὴν διαχείρι-
3264σιν τῶν δανείων τούτων· ἑπομένως μοὶ φαίνεται, ὅτι ἡ δια-
3265φορὰ τοῦ τόκου δὲν μειοῖ τὴν ἀξίαν τῆς παραχωρήσεως, ἣν
3266ἔστερξεν ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα, ἀναλαβοῦσα τὴν ὑποχρέωσιν
3267νὰ δανείζῃ μέχρι τῆς 31 Ἰουνίου 21 ἑκατομμύρια, καὶ νὰ
3268ἐξακολουθῇ νὰ δανείζῃ καὶ ἄλλα ποσὰ μέχρι τέλους τοῦ
3269ἔτους, ὅτε τὸ ποσὸν θέλει πάντως ἀνέλθει εἰς 35 ἢ 40 ἑκα-
3270τομμύρια.
3271Ἐγένετο μνεία τῆς προεξοφλήσεως, ἡ ὁποία κατὰ τὸ
32721892 ἐγένετο ὑπὸ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, προεξοφλήσεως
3273τοῦ δικαιώματος, ὅπερ εἶχε τὸ Δημόσιον, νὰ λαμβάνῃ 25%
3274ἐπὶ τοῦ κέρδους τῆς Τραπέζης ἐκ τῆς κυκλοφο-
3275ρίας τῶν τραπεζικῶν γραμματίων. Τῷ ὄντι, ὡς ἠκούσατε,
3276διὰ τῆς συμβάσεως τοῦ 1880 συνωμολογήθη, ὅτι ἀπὸ τῆς
32771 Ἰανουαρίου 1892 ἡ Τράπεζα ὤφειλε νὰ παρέχῃ εἰς τὸ
3278δημόσιον ταμεῖον 25% ἐκ τῶν κερδῶν, τὰ ὁποῖα
3279αὕτη συγκομίζει ἐκ τῆς διαχειρίσεως τῶν τραπεζικῶν γραμ-
3280ματίων· ἀλλ’ ὀλίγον μετὰ τὴν ἔναρξιν τῆς ὑποχρεώσεως αὑ-
3281τῆς, ἐγώ, Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν τυγχάνων, συνηλ-
3282λάχθην μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, καὶ αὕτη προεξώ-
3283φλησε τὴν ὑποχρέωσιν αὑτῆς ταύτην, πληρώσασα ἐφάπαξ
3284ἓν ποσόν, ἀπαλλαγεῖσα δὲ διὰ τῆς πληρωμῆς ταύτης ἀπὸ
3285τῆς δουλείας, ὑπὸ τὴν ὁποίαν ἐπὶ 25 ἔτη ἐτέλει τὸ ἐκ τῶν
3286τραπεζογραμματίων κέρδος αὑτῆς. Συνεφωνήθη λοιπὸν νὰ
3287πληρώσῃ εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον 2,560,000 φράγκα· ἐὰν
3288δὲ διαιρέσω τὰ 2,560,000 διὰ τοῦ ἀριθμοῦ 25, ὅσα εἶναι
3289τὰ ἔτη, ἐπὶ τὰ ὁποῖα ἤθελε διαρκέσει ἡ δουλεία, εἰς ἣν
3290ὑπεχρεοῦντο τὰ κέρδη αὑτῆς ἐκ τῶν τραπεζογραμματίων,
3291συνάγω, ὅτι προεξωφλήθη εἰς 102,400 φράγκα τὸ ποσόν, εἰς
3292τὸ ὁποῖον ἀνέρχεται, ἀναλόγως τῶν ἐτῶν, τὸ ἐκ τῆς δουλείας
3293ταύτης κέρδος τοῦ δημοσίου ταμείου. Ἑπομένως ἡ προεξό-
3294φλησις, ἧς τὸ ποσὸν παρεστάθη εἰς ἡμᾶς ὡς ἐκδηλοῦν τὴν
3295σημαντικότητα τοῦ κέρδους, τὸ ὁποῖον εἶχε τὸ δημόσιον τα-
3296μεῖον ἐκ τῶν 25%, ἀπέδειξεν, ὅτι τὰ 2,560,000
3297φράγκα, δι’ ὧν ἐξηγόρασεν ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα τὴν ὑπο-
3298χρέωσίν της ταύτην, ἀναλογοῦσι πρὸς ἐτήσιον ἔσοδον δραχ.
3299102,400.
3300Διὰ τοὺς λόγους τούτους συνάγω, ὅτι τὸ ἀντάλλαγμα, τὸ
3301ὁποῖον ἔστερξε νὰ παράσχῃ ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα κατὰ τὴν
3302σύμβασιν, συνίσταται: 1) εἰς τὴν αὔξησιν τοῦ κεφαλαίου
3303τῶν βραχυπροθέσμων δανείων ἀπὸ δέκα ἑκατομμυρίων εἰς
330421 ἑκατομμύρια ἐντὸς τῆς πρώτης ἑξαμηνίας τοῦ ἔτους·
33052) εἰς τὸ ἀντάλλαγμα τῶν 25%, τὸ ὁποῖον ἔστερ-
3306ξεν ὡσαύτως ἡ Τράπεζα νὰ δώσῃ εἰς τὸ Δημόσιον. Ἐὰν
3307ὑπολογίσωμεν τὸ ποσοστὸν τοῦτο ἐπὶ τοῦ ἐκ τραπεζογραμ-
3308ματίων κέρδους τῆς Τραπέζης, θέλομεν εὕρει, ὅτι τοῦτο
3309ἀνέρχεται εἰς 350,000 δραχμὰς ἐτησίως. Ὑπολείπονται
3310προσέτι δύο ἄλλα ἀνταλλάγματα· πρῶτον τὸ ἀντάλλαγμα
3311τῆς ἐλαττώσεως τοῦ τόκου τῶν βραχυπροθέσμων χορηγήσεων
3312πρὸς τοὺς γεωργοκτηματίας εἰς 6%. Προέβαλόν τινες
3313τὸν τόκον τῶν 5%, τὸν ὁποῖον ἡ Ἰονικὴ Τράπεζα
3314εἶχε προσδιορίσει διὰ τὰ βραχυπρόθεσμα δάνεια, ὅπως μειώ-
3315σωσι τὴν ἐντύπωσιν, ἣν ἤθελεν ἐμποιήσει ἡ ἐλάττωσις τοῦ
3316τόκου ἀπὸ ἑπτὰ εἰς ἕξ τοῖς ἑκατόν· ἀλλ’ εἶπον, ὅτι τὰ πο-
3317σὰ τὰ διατιθέμενα ὑπὸ τῆς Ἰονικῆς Τραπέζης εἶναι τοσοῦ-
3318τον μικρὰ, ὥστε ἡ διαφορὰ τοῦ τόκου κατὰ 1% ἀπο-
3319τελεῖ μικρὰν ζημίαν δι’ αὐτήν, ἐνῷ διὰ τὴν Ἐθνικὴν Τρά-
3320πεζαν θέλει ἀποτελέσει μεγάλην ζημίαν, ἐὰν ἤθελε παρα-
3321δεχθῆ τοσαύτην ἐλάττωσιν τοῦ τόκου δι’ ὅλα τὰ δάνεια, τὰ
3322χορηγούμενα εἰς γεωργοκτηματίας. Εἶναι βέβαιον, ὅτι ἡ ἐλάτ-
3323τωσις αὕτη δὲν ἄρχεται ἀπὸ τῆς σήμερον, διότι καὶ τὸ δι-
3324καίωμα, ὅπερ ἐχορηγήσαμεν εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν,
3325δὲν ἄρχεται ἀπὸ σήμερον, ἄρχεται ἀπὸ τῆς λήξεως τοῦ
3326δικαιώματος, ὅπερ ἔχει ἀποκτήσει ἤδη, δηλαδὴ ἀπὸ τῆς 1
3327Ἰανουαρίου 1917· ἀλλὰ καὶ κατὰ τὸ 1880, ὅτε συνωμο-
3328λογήθη ἡ σύμβασις, τὸ ποσοστόν, τὸ ὁποῖον παρεῖχεν ἡ Τρά-
3329πεζα, τῶν 25%, ἤρχιζεν ἀπὸ τοῦ ἔτους 1892, καί-
3330τοι συνωμολογεῖτο ἡ σύμβασις κατὰ τὸ 1880, ἤτοι πρὸ 12
3331ἐτῶν· ὥστε δὲν δύναται νὰ συναγάγῃ τις, ὅτι παρεβλέψα-
3332μεν τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου, χαριζόμενοι, ἀφοῦ ὁμοία
3333ἦτο καὶ ἡ διάταξις τῆς συμβάσεως τοῦ 1880.
3334Μοὶ ἐφάνη ὀλίγον παράδοξος ἡ ἀντίρρησις, ἣν ἤκουσα ἀπὸ
3335τοῦ βήματος τούτου, ὅτι τὰ βραχυπρόθεσμα ταῦτα δάνεια
3336εἶναι ἀνωφελῆ, καὶ μάλιστα ἐνδέχεται νὰ ἀποβῶσι καὶ ἐπι-
3337ζήμια, ἐπὶ τῷ λόγῳ, ὅτι ἀναγκάζεται ὁ δανειζόμενος νὰ ἐγ-
3338καταλείπῃ τὸ χωρίον του, νὰ μεταβαίνῃ εἰς τὴν πόλιν, ὅπου
3339ὑπάρχει τὸ Τραπεζικὸν ὑποκατάστημα, καὶ ἐκεῖ νὰ τρέχῃ
3340προσέτι νὰ εὕρῃ μάρτυρας, πολλάκις δὲ καὶ νὰ φορολογῆται
3341ἀπηνῶς ἀπό τινα δημόσια πρόσωπα· ὡς ἂν ἀπῄτουν οἱ
3342ταῦτα λέγοντες νὰ κάθηνται ἐν ταῖς οἰκίαις αὐτῶν οἱ χω-
3343ρικοὶ καὶ νὰ περιμένωσιν ἐκεῖ τοὺς ἀπεσταλμένους τῆς Τρα-
3344πέζης, ἔχοντας εἰς τὰ θυλάκια αὐτῶν τὰς χεῖράς των, προσ-
3345ερχομένους εἰς τὰς θύρας τῶν οἰκιῶν των, φέροντας τὸν χρυ-
3346σόν, καὶ δίδοντας αὐτὸν εἰς τοὺς γεωργοκτηματίας! Ἐὰν
3347ἀπὸ τοῦ 1861, ὅτε διετίθεντο εἰς δάνεια δύο ἑκατομμύρια,
3348ὑπελείφθη καθυστέρημα μέχρι τῆς 30 Νοεμβρίου 1864 ἐκ
3349δραχμῶν 1,032,820, μετὰ τὸ 1896, ὅτε τὸ ποσὸν τῶν δα-
3350νείων ἀνεβιβάσθη εἰς 10 καὶ 15 ἑκατομμύρια, δὲν ἤθελον οἱ
3351γεωργοκτηματίαι ἐξακολουθεῖ νὰ δανείζωνται, ἂν τὰ δάνεια
3352ταῦτα ἐζημίωνον αὐτούς· ἂν ἐζημιοῦντο, ἤθελον σπεύδει νὰ
3353συνομολογῶσι δάνεια ἐπιζήμια εἰς αὐτούς; ἐξ ἐναντίας φρο-
3354νῶ, ὅτι ἡ παροχὴ τῶν τοιούτων δανείων εἶναι τὰ μάλιστα
3355ὠφέλιμος καὶ τὰ μάλιστα ἀναγκαία εἰς αὐτούς.
3356Τὴν ἡμέραν, καθ’ ἣν τὸ πρῶτον ἐγένετο λόγος περὶ τῶν
3357οἰκονομικῶν δυσχερειῶν, εἰς τὰς ὁποίας ὑπόκεινται οἱ καλ-
3358λιεργοῦντες τὴν γῆν, ἐποιησάμην νύξιν εἰς τὴν Βουλήν, λέ-
3359γων, ὅτι ἐλπίζω νὰ κατορθωθῇ νὰ καταστῶσι μᾶλλον προσι-
3360τὰ τὰ κεφάλαια εἰς τοὺς ἐργαζομένους. Αὐτὴν τὴν ἐλπίδα
3361ἐπραγματοποίησεν ἡ σύμβασις, διὰ τῆς ὁποίας κατέστη βέ-
3362βαιον, ὅτι δὲν δύνανται νὰ διατεθῶσι δάνεια μέχρι 40 ἑκα-
3363τομμυρίων εἰς γεωργοκτηματίας. Τὸ προσιτὸν τῶν κεφαλαίων
3364εἶναι μέγα βοήθημα διὰ τὴν γεωργίαν· δὲν πρέπει δὲ νὰ θερ-
3365μαίνωμεν αὐτὴν τὴν ἐλπίδα, ἢ αὐτὴν τὴν κρίσιν, ὅτι ἐντὸς
3366βραχέος χρόνου οἱ τόκοι θέλουσιν ἐκπέσει ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε
3367νὰ φθάσωμεν εἰς τὴν κατάστασιν, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκον-
3368ται τὰ κεφάλαια ἐν τῇ Εὐρώπῃ. Μικροῦ δεῖν νὰ ἀκούσω τὴν
3369ἑσπέραν ταύτην, ὅτι καὶ ἐν Ἑλλάδι μετὰ 10 ἔτη ἢ 15 οἱ
3370κεφαλαιοῦχοι θέλουσι ζητεῖ νὰ δανείσωσι πρὸς 2%,
3371ἢ πρὸς 2½%, καὶ δὲν θέλουσιν εὑρίσκει ἀνθρώπους,
3372ἵνα δανείσωσιν. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον γνωρίζω, εἶναι, ὅτι ἔπρεπε
3373τρεῖς Μεγάλαι κραταιόταται Δυνάμεις νὰ δώσωσι τὴν πί-
3374στιν αὐτῶν, διὰ νὰ κατορθωθῇ ἐν Εὐρώπῃ τὸ δάνειον τῆς
3375πολεμικῆς ἀποζημιώσεως πρὸς 2½%. Ἂν δὲν
3376ὑπῆρχεν ἡ ἐγγύησις τῶν τοιούτων Δυνάμεων, δὲν ἠξεύρω, ἂν
3377ἤθελε κατασταθῆ δυνατὸν, καὶ ἐν ᾗ περιπτώσει εὑρίσκομεν
3378χρήματα, νὰ δανεισθῶμεν ἐπὶ τόκῳ, οὐχὶ 2 ἢ 3 ἢ 5%,
3379ἀλλὰ καὶ 6%, καὶ οὐχὶ εἰς τὴν πραγμα-
3380τικὴν ἀξίαν τοῦ δανείου, ἀλλ’ εἰς ἀξίαν ὀνομαστικήν. Γνω-
3381ρίζω μάλιστα, ἐπειδὴ διατελῶ ἐν συναφείᾳ καὶ μετὰ τῶν
3382γεωργικῶν τάξεων καὶ ἐν γένει μετὰ τῶν ἐργαζομένων ἐν τῇ
3383χώρᾳ, γνωρίζω, ὅτι οἱ τόκοι εἶναι ἀκόμη ὑπέρογκοι, ἐκτὸς
3384τῶν Ἀθηνῶν, διότι τὰ κτήματα αὐτῶν τὰ ἀγροτικὰ δὲν
3385εἶναι πάντοτε δεκτὰ εἰς ὑποθήκην πρὸς συνομολόγησιν δα-
3386νείου, προτιμῶνται δὲ πάντοτε καὶ θεωροῦνται μᾶλλον ἀσφα-
3387λῆ τὰ ἀστικὰ κτήματα· ἐὰν δ’ ἐν Ἀθήναις ἀναγκάζωνται
3388πολλάκις οἱ δανειζόμενοι νὰ πληρώνωσι τόκον 7%
3389ἐπὶ ὑποθήκῃ ἀστικῶν κτημάτων, οἱ γεωργοὶ καὶ οἱ βιομή-
3390χανοι καὶ οἱ ἄλλοι ἐπιτηδευματίαι ἐν ταῖς ἐπαρχίαις εἶναι
3391ἐνίοτε ἀδύνατον νὰ πορισθῶσι δάνειον ἐπὶ τόκῳ ὀλιγωτέρῳ
3392τῶν 12%. Ἑπομένως ἡ προχειρότης τῶν κεφαλαίων καὶ
3393ἡ εὐθηνία τῶν κεφαλαίων εἶναι μεγάλη ἐπικουρία εἰς τὴν
3394βιομηχανικὴν τάξιν καὶ εἰς πάντας τοὺς ἐργαζομένους· ἐὰν
3395μάλιστα δὲν ἤθελον ληφθῆ νομοθετικὰ μέτρα, διὰ νὰ βελ-
3396τιώσωσι τὰ τῆς ἀπονομῆς τῆς δικαιοσύνης, ὥστε οἱ δικα-
3397στικοὶ ἀγῶνες νὰ κατασταθῶσι καὶ βραχύτεροι καὶ ὀλιγο-
3398δαπανώτεροι, ἢ ἂν δὲν βελτιωθῇ ἡ ἀπονομὴ τῆς δικαιοσύνης,
3399ὥστε νὰ μὴ μένῃ δισταγμός, ὅτι θέλει ἕκαστος εὑρεῖ τα-
3400χέως τὸ δίκαιόν του, ἡ σπάνις τῶν κεφαλαίων θέλει ἐξακο-
3401λουθήσει ὑφισταμένη, διότι μόνον διὰ μέτρων βελτιούντων
3402τὴν ἀπονομὴν τῆς δικαιοσύνης θέλει κρατυνθῆ ἐπὶ μᾶλλον ἡ
3403πίστις, ἄνευ δὲ πίστεως τὰ κεφάλαια σπανίζουσιν.
3404Ἐπειδὴ δ’ ἐγένετο λόγος κατὰ τὸ Σάββατον περὶ τῶν
3405σχέσεων τῆς Ἰονικῆς Τραπέζης μὲ τὰς νήσους τοῦ Ἰονίου
3406πελάγους, ὁ κ. Διοικητὴς τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης μοὶ ἐδή-
3407λωσεν, ὅτι δέχεται νὰ προστεθῶσιν ἐν τῷ κειμένῳ τοῦ κυ-
3408ροῦντος τὴν σύμβασιν νόμου δύο ἄρθρα, ὅπως ἀρθῇ καὶ πᾶς
3409ἐκ τοιούτου λόγου προκύπτων δισταγμός. Τὰ ἄρθρα ταῦτα
3410συνέταξα· εἶναι τὰ ἄρθρα 9 καὶ 10. Τὸ νομοσχέδιον ἔχει 8
3411ἄρθρα.
3412Ἄρθρον 9 (ἀναγινώσκει):
3413«Ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα ἀναδέχεται, ἐκτὸς τῶν ἐν τῇ εἰ-
3414ρημένῃ συμβάσει ὑποχρεώσεων, καὶ πάσας τὰς ὑποχρεώσεις,
3415ἃς ἡ Ἰονικὴ Τράπεζα ἀνέλαβε δυνάμει τῶν μετὰ τοῦ Κρά-
3416τους συμβάσεων αὐτῆς, καὶ ἰδίως καὶ τὰς ὑποχρεώσεις, ἃς
3417ἐκείνη ἀνέλαβε, περὶ χορηγήσεων εἰς γεωργοὺς καὶ κτημα-
3418τίας μέχρι τῆς λήξεως τοῦ προνομίου τῆς Ἐθνικῆς Τρα-
3419πέζης.»
3420Ἄρθρον 10 (ἀναγινώσκει):
3421«Ἐν ᾗ περιπτώσει ἤθελεν ἐπέλθει, συνεπείᾳ συμβάσεως
3422μετὰ τῆς Ἰονικῆς Τραπέζης, συγχώνευσις τῆς Τραπέζης
3423ταύτης (οἵα ἄλλως τε δὲν παρίσταται πιθανή), θέλει δια-
3424τηρήσει ἀμειώτους τὰς σήμερον ὑπὸ τῆς Ἰονικῆς Τραπέζης
3425κεχορηγημένας πιστώσεις ἐμπορικῶν προεξοφλήσεων, ἐφ’ ὅσον
3426μεταγενέστεραι περιστάσεις τῶν πιστούχων δὲν ἤθελον ἐν
3427τῷ μέλλοντι ἐπιβάλλει μεταβολὰς συνεπείᾳ αὐξήσεως ἢ μειώ-
3428σεως τῆς φερεγγυότητος τῶν πιστούχων.»
3429Διὰ τῶν προσθηκῶν τούτων νομίζω, ὅτι θέλουσιν ὁμολο-
3430γήσει οἱ κατὰ τῆς συμβάσεως ἀγορεύσαντες, ὅτι ἀβασανί-
3431στως ἐπέκριναν τὴν συνομολόγησιν τῆς συμβάσεως, ἰσχυρι-
3432σθέντες, ὅτι ὑπῆρξεν ἀμέλεια τῶν συμφερόντων τῶν πολιτῶν
3433τῆς Ἑπτανήσου καὶ τῶν συμφερόντων τῶν ἄλλων ἐπαρχιῶν.
3434§214Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Τὰ ἄρθρα αὐτὰ δὲν πρέπει νὰ τε-
3435θῶσιν εἰς τὴν σύμβασιν;
3436§215Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τὰ ἄρθρα 9 καὶ 10 ἐγὼ νο-
3437μίζω, ὅτι δύνανται νὰ τεθῶσι καὶ ἐν τῷ νόμῳ.
3438§216Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ λέγει ὁ νόμος, ἀλλὰ
3439δὲν ὑποχρεοῖ, ἂν δὲν ὑπάρχῃ σύμβασις.
3440§217Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐὰν πρέπῃ νὰ προστεθῇ εἰς
3441τὴν σύμβασιν, στέργω, ἀλλ’ ἔχω ἔγγραφον ἐπίσημον τῆς
3442Ἐθνικῆς Τραπέζης, τὸ ὁποῖον τὸ βεβαιοῖ.
3443§218Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐὰν ἤθελε τεθῆ εἰς τὸ νομοσχέ-
3444διον, τότε καλλίτερον νὰ τεθῇ εἰς τὸ ἄρθρον 2, διότι αὐτὸ
3445ὁμιλεῖ περὶ συγχωνεύσεως καὶ περὶ προνομίου.
3446§219Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὡς πρὸς τὴν συγχώνευσιν,
3447ἤκουσα, ὅτι ἐτελείωσαν αἱ συνεννοήσεις, καὶ ὅτι ἐπρόκειτο
3448αὔριον ἢ μεθαύριον νὰ ὑπογραφῇ τοιαύτη σύμβασις. Ἐζή-
3449τησα πληροφορίας παρὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ἀλλ’ αὕτη
3450μοὶ ἀνεκοίνωσεν, ὅτι οὐδὲν τοιοῦτον εἶναι ἀκριβὲς, καὶ ὅτι
3451ἐνδεχόμενον νὰ συντελεσθῇ τοιαύτη συγχώνευσις εἴτε ἀπὸ
3452τοῦδε εἴτε ὅταν λήξῃ τὸ δικαίωμα τῆς ἐκδόσεως καὶ κυκλο-
3453φορίας τραπεζικῶν γραμματίων τῆς Ἰονικῆς Τραπέζης,
3454ἀλλὰ δὲν εὑρίσκουσιν οἱ ἐν τῇ Τραπέζῃ πιθανότητά τινα,
3455τό γε νῦν ἔχον, ὅτι θέλει ἐπιτευχθῆ ἡ συγχώνευσις αὕτη.
3456Διὰ τοῦτο καὶ ἐν τῇ συμβάσει καὶ ἐν τῇ προσθήκῃ, τὴν
3457ὁποίαν συνῄνεσεν ἡ Τράπεζα νὰ προτείνῃ, γίγνεται λόγος
3458ὑποθετικῶς· «ἐν ᾗ περιπτώσει ἤθελεν ἐπέλθει ἡ συγχώ-
3459νευσις». Ἀλλ’ ἐν τῇ ἐπιστολῇ, τὴν ὁποίαν μοὶ ἔστειλεν ὁ
3460Διοικητὴς τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, γράφει: «ὅπερ δὲν εἶναι
3461πιθανόν»· ἑπομένως δὲν πρέπει νὰ θεωρήσωμεν, ὅτι ὑπάρ-
3462χουσι πιθανότητες πολλαὶ, ὅτι θέλει πραγματοποιηθῆ ἡ
3463συγχώνευσις.
3464§220Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τὸ ἔνατον ἄρθρον ἠμπορεῖ νὰ τεθῇ ἐν
3465τῇ συμβάσει.
3466§221Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐγὼ ἠρώτησα τὸν Διοικητὴν
3467τῆς Τραπέζης, ἂν ἦλθεν εἰς συνεννόησίν τινα προφορικὴν,
3468μοὶ εἶπε δ’ ὅτι μετὰ τοῦ κυρίου Προέδρου τοῦ Διοικητικοῦ
3469Συμβουλίου τῆς Ἰονικῆς Τραπέζης ἔλαβε χώραν συνέντευ-
3470ξις, ἀλλ’ οὐδεμία ἐδόθη συναίνεσις οὐδὲ ἀπὸ τὴν μίαν Τρά-
3471πεζαν οὐδὲ ἀπὸ τὴν ἄλλην, διότι ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Διοι-
3472κητικοῦ Συμβουλίου τῆς Ἰονικῆς Τραπέζης ἐδήλωσεν, ὅτι
3473μέλλει νὰ ἀνακοινώσῃ τὰ περὶ τούτου εἰς τὸ Συμβούλιον τὸ
3474ἐν Λονδίνῳ καὶ αἰτήσηται τὰς διαταγάς του. Ὁ Διοικη-
3475τὴς τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης μοὶ ἔστειλε καὶ μίαν ἐπιστο-
3476λὴν, διὰ τῆς ὁποίας ζητεῖ νὰ γείνῃ τροπολογία τις ἐπὶ τοῦ
3477κειμένου τῆς συμβάσεως, ἡ ὁποία δὲν μοὶ φαίνεται, ὅτι εἶ-
3478ναι ἐπιζήμιος. Ἡ τροπολογία εἶναι ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 3 τῆς
3479συμβάσεως, ὅπερ οὕτω τροποποιεῖται ὡς ἑξῆς:
3480«Ἐντὸς δύο ἐτῶν ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως τοῦ κυρώσοντος
3481τὴν παροῦσαν σύμβασιν νόμου ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα ὑποχρε-
3482οῦται νὰ συστήσῃ πρὸς τῷ ὑπάρχοντι ἤδη ὑποκαταστήματι
3483ἐν Λευκάδι καὶ ἕτερα ἓξ ὑποκαταστήματα ἐν ταῖς Ἰονίοις
3484νήσοις, ἕτερα δὲ τρία ὑποκαστήματα ἐν τῇ λοιπῇ Ἑλλάδι,
3485ἔτι δὲ καὶ τρία πρακτορεῖα ἐν τῇ λοιπῇ ἐπίσης Ἑλλάδι.»
3486§222Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐννοεῖται ὅμως, ὅτι δὲν γίνεται
3487πλέον σύστασις νέων ὑποκαταστημάτων ἐν Ἑπτανήσῳ·
3488ἑπομένως μένει ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα ἄνευ τοῦ ἀνταλλάγμα-
3489τος αὐτοῦ· δηλαδὴ κατὰ τὴν ὑπόθεσιν τὴν ἐνδεχομένην συγ-
3490χωνεύσεως, ἐπειδὴ ὑπάρχουσιν ὑποκαταστήματα τῆς Ἰονι-
3491κῆς Τραπέζης, δὲν θὰ συστήσῃ νέα ἡ Ἐθνική. Ἐν τοιαύτῃ
3492περιπτώσει νομίζω καλὸν, ἂν ἦτο δυνατὸν, νὰ ἐπιτύχητε τὴν
3493σύστασιν περισσοτέρων ὑποκαταστημάτων εἰς ἄλλα μέρη τοῦ
3494Ἑλληνικοῦ Βασιλείου, ὅπου ἀληθῶς ὑπάρχει ἀνάγκη.
3495§223Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Βεβαίως ἡ διοίκησις τῆς Τρα-
3496πέζης ἐν τῇ συμβάσει ἀναφέρει, ὅτι ὑποχρεοῦται νὰ συστήσῃ
3497τρία ὑποκαταστήματα ἐν τῇ ἄλλῃ Ἑλλάδι· ἀλλὰ, καθ’ ἃ
3498προφορικῶς μοὶ ἐλέχθη, καὶ ἐν ᾗ περιπτώσει δὲν ὑπάρξῃ συγ-
3499χώνευσις, ἀλλὰ μείνῃ μόνη ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα, θέλει πάν-
3500τοτε συστήσει καὶ περισσότερα, ἀναλόγως τῶν ἀναγκῶν, αἱ
3501ὁποῖαι ἤθελον προκύψει.
3502Ἐπεθύμουν νὰ δώσω ἐξήγησίν τινα ὡς πρός τινα τῶν λε-
3503χθέντων ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου. Μοὶ ἐφάνη, ὅτι τινὲς μὲν
3504ἐνόμιζον, ὅτι ἔπρεπε ν’ ἀνταγωνισθῶ πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Τρά-
3505πεζαν, ὡς ἀνταγωνίζονται δύο διαφερόμενοι, ἑκάτερος τῶν
3506ὁποίων ζητεῖ νὰ κατασταθῇ δυνατὸν νὰ ἀποκτήσῃ περισσό-
3507τερα κέρδη, ἔστω καὶ ἂν ἡ ἐκπλήρωσις τοῦ πόθου του τούτου
3508ἀποτελῇ ἀδίκημα πρὸς τὸν ἄλλον, ἄλλοι δὲ ὑπέλαβον, ὅτι ὄχι
3509μόνον αἱ συνεννοήσεις μου μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης δὲν
3510παρέστησαν αὐτὸν τὸν ἀνταγωνισμόν, ἀλλ’ ὅτι ὑπῆρξα καὶ λίαν
3511χαριστικὸς πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν. Ὁμολογῶ, ὅτι δὲν
3512μοὶ ἐπῆλθε κατὰ νοῦν, ὅτι ἔπρεπε νὰ προσπαθήσω νὰ ἁρπάσω
3513ὅσον τὸ δυνατὸν περισσότερα ὀφέλη ἢ ὅσα ἐκρίνοντο ὅτι ἦσαν
3514εὔλογα. Ἐὰν ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα ἤθελεν ἔλθει εἰς συνεννόη-
3515σιν μετὰ τῆς Ἰονικῆς Τραπέζης, καὶ ἑπομένως ἤθελε πραγ-
3516ματοποιηθῆ ἡ συγχώνευσις τῆς Ἰονικῆς μετὰ τῆς Ἐθνικῆς
3517Τραπέζης, τὰ ταμεῖα τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ἤθελον πάν-
3518τως ὑποκύψει εἰς κλονισμόν τινα, διότι ἡ ἀναδοχὴ καὶ τοῦ
3519ἐνεργητικοῦ καὶ τοῦ παθητικοῦ τῆς Ἰονικῆς Τραπέζης, καὶ
3520ἡ διαδοχὴ τῆς ἐκδόσεως καὶ κυκλοφορίας τραπεζικῶν γραμ-
3521ματίων, καὶ αἱ δύο αὐταὶ πράξεις θέλουσιν εἶσθαι πράξεις
3522λίαν δαπανηραὶ διὰ τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, ἀλλὰ θέλει
3523εἶσθαι προσέτι δαπανηρὰ καὶ ἡ ἐν Ἑπτανήσῳ ἐγκατάστα-
3524σις, οὐδ’ εἶναι γνωστὸν, ἂν τὸ παθητικὸν τῆς Ἰονικῆς Τρα-
3525πέζης δὲν ἤθελεν ἀποδειχθῆ ὅτι εἶναι μεγαλείτερον ἐκείνου,
3526τὸ ὁποῖον παρουσιάζουσιν οἱ ἰσολογισμοὶ αὐτῆς. Εἶχον λοι-
3527πὸν καθῆκον, ὡς ἐνεργῶν ἐν ὀνόματι τῆς Κυβερνήσεως, νὰ μὴ
3528ἐπιζητήσω νὰ ἐξασθενίσω τὸ ἵδρυμα ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε νὰ
3529περιαγάγω αὐτὸ εἰς ἀτονίαν πλήρη, ἀλλ’ εἶχον ἐπίσης καθῆ-
3530κον νὰ μὴ λησμονήσω ποίας ἀνάγκας ἔχει ἡ Διοίκησις καὶ
3531τὸ Κράτος, καὶ ἰδίως ποίας ἀνάγκας ἔχει ἡ ἐθνικὴ παρα-
3532γωγὴ, ἄνευ τῆς ἐνισχύσεως τῆς ὁποίας σᾶς βεβαιῶ, ὅτι ἡ
3533οἰκονομικὴ κατάστασις τοῦ δημοσίου ταμείου καὶ ἡ οἰκονο-
3534μικὴ κατάστασις τῆς χώρας θέλουσι περιαχθῆ ἀπὸ δυσχε-
3535ρείας εἰς δυσχέρειαν καὶ ἀπὸ ἀτονίας εἰς μεγαλειτέραν ἀτο-
3536νίαν. Αὐτὸ, τὸ τοσοῦτον ἐπουσιῶδες κριθὲν ἀντάλλαγμα ὑπὲρ
3537τῶν γεωργοκτηματιῶν, μοὶ ἐφάνη ὅτι εἶναι ἐκπλήρωσις κα-
3538θήκοντος ἐπιβεβλημένου εἰς ἐμὲ, καὶ ἠσθάνθην μεγίστην εὐ-
3539χαρίστησιν, ὅτε εἶδον τὴν Διοίκησιν τῆς Ἐθνικῆς Τραπέ-
3540ζης ὅτι ἐνέδωκε ν’ ἀποδεχθῇ τὰς ἀξιώσεις μου ταύτας. Ἐπί-
3541σης μοὶ ἐφάνη, ὅτι ἡ ἐλάττωσις τοῦ τόκου ἤθελε καταστή-
3542σει προσιτώτερα τὰ κεφάλαια, καὶ ἤθελε συντελέσει νὰ κρα-
3543τύνῃ περισσότερον τὴν γενομένην ἐν τῇ χώρᾳ ἐργασίαν. Ὁμο-
3544λογῶ, ὅτι ἡ Διοίκησις τῆς Τραπέζης δὲν παρενέβαλλε πολλὰς
3545δυσκολίας, μοὶ ἐφάνη δ’ ὅτι ἦτο ὑπερτέρα τῆς σφαίρας, ἐν
3546τῇ ὁποίᾳ ἀναπνέουσι καὶ βιοῦσιν οἱ συνήθως διαχειριζόμενοι
3547κεφάλαια, εἴτε ἴδια εἴτε ἀλλότρια. Ἡ φιλοκέρδεια, τὴν ὁποίαν
3548πᾶσα Διοίκησις τραπεζικοῦ καταστήματος πρέπει νὰ ἔχῃ,
3549διότι, ἂν δὲν ἔχῃ τοιαύτην, ἀπομακρύνεται τοῦ σκοποῦ, διὰ
3550τὸν ὁποῖον συνεστήθη, ἤτοι σκοποῦ καταλήγοντος εἰς προ-
3551στασίαν ὑλικοῦ συμφέροντος, εἴτε σκοποῦ καταλήγοντος εἰς
3552προστασίαν συμφέροντος τῆς χώρας, ἡ φιλοκέρδεια, λέγω,
3553αὕτη δὲν μοὶ ἐφάνη κατάδηλος εἰς τὰς συνεννοήσεις μου
3554μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης· τοὐναντίον μάλιστα ἡ Τρά-
3555πεζα μοὶ ἐφάνη, ὅτι ὑψοῦτο εἰς ἀνωτέραν σφαῖραν. Τοῦτο δὲ
3556βεβαιῶ, διὰ νὰ δηλώσω τὴν τιμήν, ἡ ὁποία ὀφείλεται εἰς
3557τὴν Διοίκησιν τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης.
3558Ὅτε ἐποιησάμην μνείαν λόγων τινῶν τοῦ κυρίου Βου-
3559λευτοῦ Ἁγυιᾶς, δὲν εἶχον σκοπὸν οὔτε νὰ ἐπικρίνω οὔτε νὰ
3560ἀφαιρέσω τὸ θάρρος ἀπὸ τὸν νεαρὸν συνάδελφον. Ἡ ἡλικία,
3561τὴν ὁποίαν διανύω, μοὶ ἐπιβάλλει τὸ καθῆκον νὰ θερμάνω
3562καὶ νὰ ἐνισχύσω τοὺς νεωτέρους εἰς τοὺς πολιτικοὺς ἀγῶνας,
3563ἀλλὰ μοὶ ἐπιβάλλει καὶ τὸ ἕτερον καθῆκον, νὰ λησμονῶ τὴν
3564πολιτικήν μου ἰδιότητα, καὶ νὰ ἐνθυμῶμαι τὸ γῆρας, τὸ
3565ὁποῖον βαρύνει τοὺς ὤμους μου· ἡ δὲ ἰδιότης τοῦ γήρατος δί-
3566δει τὸ δικαίωμα νὰ δίδῃ τις γνώμην εἰς τοὺς νεωτέρους.
3567Μοὶ φαίνεται, ὅτι αἱ ἐπικρίσεις τῆς συμβάσεως ἦσαν
3568τοσοῦτον αὐστηραί, ὥστε δύναταί τις νὰ παραπονεθῇ διὰ
3569τὴν ὑπερβολὴν ταύτην. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἁγυιᾶς ἀπο-
3570δύεται τὸ πρῶτον εἰς πολιτικοὺς ἀγῶνας, ὑπέλαβον δ’ ὅτι
3571εἶχον καθῆκον νὰ ὑποδείξω εἰς αὐτόν, ὅτι τοὺς πολιτικοὺς
3572ἀγῶνας πρέπει νὰ διανύωμεν καὶ διεξάγωμεν μετὰ περισσο-
3573τέρας ἠρεμίας καὶ ὀλιγωτέρου ἐρεθισμοῦ· διότι, ἄν τις ἰσχυ-
3574ρίζηται ὅτι ὅλα αὐτὰ τὰ ἀνταλλάγματα εἶναι ἀνάξια προσο-
3575χῆς, οὗτος εἶναι ἐν ὑπερβολῇ, καὶ οἱοσδήποτε λόγος ἤθελεν
3576ὑπαγορεύει τὴν ὑπερβολήν, ἔστω καὶ πεποίθησις, — ὡς δὲν
3577ἀμφιβάλλω διὰ τὸν κ. Βουλευτὴν ἐξ Ἁγυιᾶς, — πρέπει καὶ
3578αὐτὴν τὴν πεποίθησίν του νὰ τὴν μειώνῃ, διὰ νὰ μὴ ἐκλαμ-
3579βάνηται, ὅτι ὑπάρχει ἐν τῇ ἐκδηλώσει ταύτῃ ὑπερβολή τις.
3580Ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα διοικεῖται ἀπὸ ἄτομα. Γνωρίζω τὴν
3581κεντρικὴν Διοίκησιν· ἐνδέχεται που νὰ ὑπάρχωσι σφαλλόμε-
3582νοι ὑπάλληλοι· ἐκεῖνοι, τῶν ὁποίων τὰ συμφέροντα ζημιοῦν-
3583ται ἐκ τοιούτων σφαλμάτων, πρέπει νὰ κρίνωσιν ἠρεμώτερον
3584καὶ ἡσυχώτερον. Ἐγὼ γνωρίζω, ὅτι, ὁσάκις ἐγένετο παρά-
3585πονον, ἡ Διοίκησις τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ἔσπευσε νὰ τὸ
3586ἐξελέγξῃ, καὶ πολλάκις ἐφάνη τιμωρός.
3587Νομίζω, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι ἡ συνομολογηθεῖσα σύμβα-
3588σις δὲν βλάπτει τὰ δημόσια συμφέροντα, ἀλλ’ ἐξ ἐναντίας ὅτι
3589ὠφελεῖ αὐτά, ὅτι ἐνισχύει τὴν ἐθνικὴν παραγωγήν, καὶ κρα-
3590τύνει τὴν ἐργασίαν, καὶ ὅτι τὰ ἀποτελέσματα αὐτῆς θέλου-
3591σιν ὠφελήσει τὸν τόπον. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς αἰθούσης).
3592§224Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Παρακαλῶ νὰ ἐξηγήσητε τὴν ἔν-
3593νοιαν τοῦ ἄρθρου, τὸ ὁποῖον ὁμιλεῖ περὶ τῆς ἐλαττώσεως τοῦ
3594τόκου τῶν γεωργοκτηματικῶν δανείων, τῶν συναπτομένων
3595διὰ συμβολαίου.
3596§225Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ποιοῦμαι τὴν
3597δήλωσιν, ὅτι, καθ’ ἃ μοὶ ἐδήλωσε δι’ ἐπιστολῆς αὐτοῦ ὁ Διοι-
3598κητὴς τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ἡ ἐλάττωσις τοῦ τόκου ἐπεκ-
3599τείνεται καὶ εἰς τὰ διὰ τριτεγγυημένων γραμματίων γινό-
3600μενα γεωργοκτηματικὰ δάνεια.
3601§226Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἐπιθυμῶ νὰ μάθω, ἂν πρόκειται ταύ-
3602την τὴν στιγμὴν νὰ προβῶμεν εἰς τὴν ψήφισιν εἰς τρίτην
3603ἀνάγνωσιν τοῦ νόμου τοῦ κυροῦντος τὰς συμβάσεις· διότι,
3604ἂν πρόκειται νὰ προβῶμεν ἀμέσως, θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ
3605ἀπαντήσω δι’ ὀλίγων.
3606Ἠδυνάμην νὰ παρατηρήσω, ὅτι δὲν ἠξεύρω, πῶς θὰ ἦναι
3607δυνατὸν νὰ προβῶμεν εἰς τὴν ψήφισιν, διότι δὲν εἴμεθα σύμ-
3608φωνοι περὶ τὴν διατύπωσιν διαφόρων ἄρθρων, διότι ἤκουσα
3609συζητήσεις περὶ διατυπώσεως τοῦ ἄρθρου 6. Δὲν ἐλάβομεν
3610γνῶσιν τῆς ἐπιστολῆς, τὴν ὁποίαν ἠκούσαμεν ὅτι ἀπηύθυνεν
3611ὁ Διοικητὴς τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης. Τὸ πρῶτον μέρος τὸ
3612ἐνόησα, ἀλλὰ τὸ δεύτερον δὲν τὸ ἐνόησα. Σημειωτέον δὲ, ὅτι
3613πρόκειται περὶ τῆς τρίτης ἀναγνώσεως, δὲν βλέπω δὲ διατὶ
3614ἡ βία αὕτη ἡ ἀκατάσχετος πρὸς ψήφισιν εἰς τρίτην ἀνά-
3615γνωσιν τὴν τετάρτην πρωϊνὴν ὥραν. Ἀλλ’ ὁπωσδήποτε εἶναι
3616δικαίωμά σας.
3617§227Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἰδοὺ ἡ ἐπι-
3618στολὴ (ἀναγινώσκει):
3619«Πρὸς τοὺς κυρίους κυρίους Ὑπουργοὺς ἐπὶ τῶν
3620» Ἐσωτερικῶν καὶ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν.
3621»Κύριε Πρόεδρε καὶ κύριε Ὑπουργέ.
3622» Ἐκτὸς τῶν ὑποχρεώσεων, ἃς ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα ἀνέ-
3623»λαβε διὰ τῆς ἄρτι συνομολογηθείσης μετὰ τοῦ Κράτους
3624»συμβάσεως περὶ παρατάσεως τοῦ προνομίου αὐτῆς, δηλοῖ
3625»αὕτη, ὅτι συναινεῖ νὰ τεθῇ εἰς τὸν περὶ κυρώσεως νόμον, ἢ
3626»καὶ ἄνευ τοιαύτης ἐν τῷ νόμῳ καταχωρίσεως, ὅτι ἀναδέ-
3627»χεται, ἐκτὸς τῶν ἐν τῇ εἰρημένῃ συμβάσει ὑποχρεώσεων,
3628»καὶ πάσας τὰς ὑποχρεώσεις, ἃς ἡ Ἰονικὴ Τράπεζα ἀνέλαβε
3629»δυνάμει τῶν μετὰ τοῦ Κράτους συμβάσεων αὐτῆς, καὶ ἰδίως
3630»καὶ τὰς ὑποχρεώσεις, ἃς ἐκείνη ἀνέλαβε περὶ χορηγήσεων
3631»εἰς γεωργοὺς καὶ κτηματίας μέχρι τῆς λήξεως τοῦ προνο-
3632»μίου τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης.
3633»Ἐπίσης ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα δηλοῖ ὑμῖν, ὅτι, ἐν ᾗ περι-
3634»πτώσει ἤθελεν ἐπέλθει, συνεπείᾳ συμβάσεως μετὰ τῆς
3635»Ἰονικῆς Τραπέζης, συγχώνευσις τῆς Τραπέζης ταύτης,
3636»οἵα ἄλλως τε δὲν παρίσταται πιθανὴ, θέλει διατηρήσει
3637»ἀμειώτους τὰς σήμερον ὑπὸ τῆς Ἰονικῆς Τραπέζης κεχο-
3638»ρηγημένας πιστώσεις ἐμπορικῶν προεξοφλήσεων, ἐφ’ ὅσον
3639»μεταγενέστεραι περιστάσεις τῶν πιστούχων δὲν ἤθελον ἐν
3640»τῷ μέλλοντι ἐπιβάλει μεταβολὰς, συνεπείᾳ αὐξήσεως ἢ
3641»μειώσεως τῆς φερεγγυότητος τῶν πιστούχων.
3642»Διατελοῦμεν μετὰ σεβασμοῦ
3643»Ὁ Διοικητὴς τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης
3644»Στέφ. Στρέϊτ.»
3645»Ἐν Ἀθήναις τὴν 10 Μαρτίου 1903.»
3646§228Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Δι’ αὐτὸ ἀκριβῶς εἶπον, ὅτι εἶχον ἐν-
3647νοήσει τὸ πρῶτον μέρος, ἀλλὰ δὲν εἶχον ἐννοήσει τὸ δεύτε-
3648ρον. Διὰ τοῦ πρώτου ἱκανοποιεῖται ἡ μία τῶν παρατηρή-
3649σεων, τὰς ὁποίας ὑπέβαλον, ἡ ἀφορῶσα τὰ δάνεια εἰς τοὺς
3650γεωργοκτηματίας μετὰ τὴν λῆξιν τοῦ προνομίου τῆς Ἰονικῆς
3651Τραπέζης. Παρέστησα εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι, ἂν δὲν ληφθῇ
3652πρόνοια μετὰ τὴν λῆξιν τοῦ προνομίου τῆς Ἰονικῆς, ὁ τόκος
3653τῶν δανείων τούτων, δυνάμει τῆς συμβάσεως μετὰ τῆς Ἐθνι-
3654κῆς, θὰ ἦτο 6%· λοιπὸν αὐτὸ αἴρεται διὰ τοῦ ἄρθρου 9.
3655Ὅσον ἀφορᾷ τὸ ἄρθρον 10, ὁμολογῶ, ὅτι δὲν ἐννοῶ τὴν
3656ἀνάγκην τοῦ ἄρθρου τούτου· διότι, ὡς ὀρθῶς, νομίζω, παρε-
3657τήρησεν ὁ ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτὴς, καὶ ἂν δὲν γείνῃ συγ-
3658χώνευσις τῆς Ἰονικῆς Τραπέζης μετὰ τῆς Ἐθνικῆς, ἡ
3659Ἐθνικὴ ἀναλαμβάνει πάσας τὰς ὑποχρεώσεις τῆς Ἰονικῆς
3660μοὶ φαίνεται δὲ, ὅτι ἐδῶ περιέχεται μᾶλλον περιορισμός τις
3661τῶν ὑποχρεώσεων, διότι λέγει (ἀναγινώσκει)...Νομίζω, ὅτι
3662καὶ ἄνευ τούτου ἐννοεῖται ὅτι, ἀναλαμβάνουσα ὅλας τὰς
3663ὑποχρεώσεις τῆς Ἰονικῆς, ἀναλαμβάνει βεβαίως καὶ τὴν
3664μείωσιν ἢ αὔξησιν τῶν πιστώσεων τῶν πιστούχων.
3665Ἤκουσα μετὰ μεγίστης προσοχῆς τῶν ὑπὸ τοῦ ἀξιοτί-
3666μου Πρωθυπουργοῦ λεχθέντων, ὁμολογῶ δὲ, ὅτι ἤλπιζον ὅτι
3667ἤθελε παρασχεθῆ ἡμῖν ἡ εὐχαρίστησις, ὅπως ἐκφράσωμεν τὴν
3668εὐαρέσκειάν μας ἐπὶ ταῖς τροποποιήσεσι, τὰς ὁποίας ἡ ἐπὶ
3669τόσας ἡμέρας διεξαχθεῖσα συζήτησις εἴχομεν τὴν πεποίθησιν
3670ὅτι εἶχε προκαλέσει, καὶ ὁμολογῶ ὅτι, ὡς πρὸς τὸ ἄρθρον 9,
3671ὑπάρχουσι βελτιώσεις, καὶ ἑπομένως ἐκφράζω τὴν εὐγνωμο-
3672σύνην μου πρὸς τὸν κ. Πρωθυπουργόν, ὁ ὁποῖος ἐπέτυχε τὴν
3673τροπολογίαν ταύτην. Ἀλλ’ ὀφείλω ἀφ’ ἑτέρου νὰ παρατη-
3674ρήσω, ὅτι ὡς πρὸς τὰ ἄλλα ἐπιχειρήματα, τὰ ὁποῖα ἀντετά-
3675χθησαν εἰς τὴν σύμβασιν, οὐδόλως ἡ ἀγόρευσις τοῦ κ. Πρω-
3676θυπουργοῦ ἴσχυσεν, ἵνα μὲ πείσῃ, ὅτι τὰ ἐπιχειρήματα ταῦτα
3677δὲν ἦσαν βάσιμα.
3678Ἐπανέρχομαι εἰς τὸ ζήτημα, ὅπως παρ’ ἐμοῦ ἐτέθη. Ἐγὼ
3679δὲν εἶπον, ὅτι τὰ ἀνταλλάγματα τῆς συμβάσεως εἶναι μη-
3680δαμινά. Εἶπον καὶ ὑπεστήριξα,—καὶ εἶμαι πεπεισμένος ὅτι
3681ἐπέτυχον—ὅτι τὰ ἀνταλλάγματα, τὰ ὁποῖα ἡ Κυβέρνησις
3682ἐπέτυχε, δὲν εἶναι ἀνάλογα πρὸς τὰ πλεονεκτήματα, τὰ
3683ὁποῖα διὰ τῆς συμβάσεως παρέχει εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπε-
3684ζαν. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐτόνισε πολὺ τὴν σπουδαιότητα
3685τοῦ ἀνταλλάγματος τοῦ συνισταμένου εἰς τὴν αὔξησιν τοῦ
3686ποσοῦ τοῦ προωρισμένου εἰς χορηγήσεις πρὸς γεωργοκτημα-
3687τίας. Ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ νὰ τῷ εἴπω, ὅτι τὸ ἀντάλλαγμα
3688τοῦτο δὲν ἔχει τὴν σπουδαιότητα, τὴν ὁποίαν ἠθέλησε νὰ
3689δώσῃ εἰς αὐτό. Ὅπως ἐξάρῃ τὴν σπουδαιότητα τοῦ ἀνταλ-
3690λάγματος τούτου, ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀνέτρεξεν εἰς τὴν ἱστο-
3691ρίαν τῶν χορηγήσεων εἰς γεωργοκτηματίας. Παρέστησε τοὺς
3692κινδύνους, τοὺς ὁποίους ἡ Τράπεζα διατρέχει ἀπὸ τοὺς γεωρ-
3693γοκτηματίας· ἀνέτρεξεν εἰς τοὺς ἰσολογισμοὺς τῆς Τραπέ-
3694ζης, ὅπως ἀποδείξῃ ποῖαι ζημίαι προῆλθον ἐκ τῶν δανείων
3695τούτων. Ὅλα δὲ ταῦτα, ἵνα μᾶς πείσῃ, ὅτι τὸ παρ’ αὐτοῦ
3696ἐπιτευχθὲν ἀντάλλαγμα ἔχει μεγάλην σπουδαιότητα. Ἀλλ’
3697ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ τῷ παρατηρήσω, ὅτι,
3698ἐν ὅσῳ ἔχομεν γεγονὸς ἀναμφισβήτητον, ὅτι, ἐνῷ ἡ Ἐθνικὴ
3699Τράπεζα εἶχεν ὑποχρέωσιν νὰ προορίσῃ πρὸς χορηγήσεις εἰς
3700γεωργοκτηματίας ποσὸν 10,000,000, ἐξάγεται δὲ ἐκ τοῦ
3701ἰσολογισμοῦ τοῦ 1902, ὅτι πρὸς τοιοῦτον σκοπὸν ἔχει ἀφιε-
3702ρώσει 16 ὅλα ἑκατομμύρια, οὐδεὶς θέλει ὑπάρξει, ὁ ὁποῖος
3703θὰ πεισθῇ, ὅτι τὰ δάνεια ταῦτα γίνονται ἐπὶ ἀποκλειστικῇ
3704ζημίᾳ τῆς Τραπέζης, διότι οὐδεὶς θέλει παραδεχθῆ, ὅτι
3705Τράπεζα, ἡ ὁποία εὑρίσκει ἐν τῇ διαθέσει ταύτῃ τῶν χρη-
3706μάτων της θετικὴν ζημίαν, δύναται νὰ ὑπερβῇ τὸ ποσόν, τὸ
3707ὁποῖον δυνάμει συμβάσεως εἶναι ὑποχρεωμένη νὰ ἀφιερώσῃ
3708πρὸς τοῦτο. Ἐὰν δὲ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν τὴν εἰσήγησιν τοῦ
3709Διοικητοῦ τῆς Τραπέζης πρὸς τοὺς μετόχους, ὅτε ἠσχολήθη
3710περὶ τοῦ ἰσολογισμοῦ τῆς Τραπέζης, βλέπομεν, ὅτι τὰ δά-
3711νεια ταῦτα παρέστησεν ὡς παρέχοντα σήμερον ὠφέλειαν, ὅτι
3712ἡ διαρρύθμισις αὐτῶν καὶ τῆς διαχειρίσεώς των ἐξασφαλίζει
3713τῶν δανείων τούτων τὴν πραγματικότητα. Ἑπομένως τὰ
3714δύο ταῦτα γεγονότα οὐδὲν ἕτερον ἀποδεικνύουσιν ἢ ὅτι εὑρί-
3715σκει ἡ Τράπεζα τὸ συμφέρον αὐτῆς. Πῶς λοιπὸν εἶναι δυνα-
3716τὸν νὰ παραδεχθῶ, ὅτι, ἐνῷ ἡ Τράπεζα ἀφιερώνει σήμερον
371716 ἑκατομμύρια, ἡ ἐπιτυχία τῆς αὐξήσεως τῶν 16 τούτων
3718ἑκατομμυρίων εἰς 20 ἑκατομμύρια ἀποτελεῖ ἀντάλλαγμα
3719τοσοῦτον μέγα, ὅσον εὐηρεστήθη ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ παρα-
3720στήσῃ ἡμῖν;
3721Ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἐλάττωσιν τοῦ τόκου, παρέστησα κατὰ
3722τὴν πρώτην ἀγόρευσίν μου, ὅτι ἡ ἐλάττωσις αὕτη, ὡς ἐκ
3723τῆς ἀφθονίας τῶν χρημάτων, ὡς ἐκ τοῦ ἀνταγωνισμοῦ, δὲν
3724ἀποτελεῖ πραγματικόν τι ἀντάλλαγμα. Ἐξετάσας δὲ τὰ τῆς
3725συμβάσεως τῆς Ἰονικῆς Τραπέζης, ἠρύσθην ἐκ ταύτης ἐπι-
3726χείρημα, ὅπως ἀποδείξω, ὅτι ἡ Ἰονικὴ Τράπεζα τὰς χορη-
3727γήσεις εἰς γεωργοκτηματίας ἐξετέλει ἐν Ἑπτανήσῳ μὲ τό-
3728κον 5% καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐνόησε τὴν σπουδαιότητα
3729τοῦ ἐπιχειρήματος, ἀλλ’ ἀντέτεινεν, εἰπών: «ποίαν σημα-
3730σίαν ἔχουσι τὰ δάνεια τῆς Ἰονικῆς, τὰ ἀνερχόμενα εἰς ἓν
3731ἑκατομμύριον δραχμῶν;» Ὄχι, κύριε Πρωθυπουργέ· δὲν ἀνήρ-
3732χοντο εἰς ἓν ἑκατομμύριον τὰ δάνεια τῆς Ἰονικῆς, ἀνήρχοντο
3733κατὰ τὴν σύμβασιν εἰς 1½ ἑκατομμύριον κατὰ τὴν πρώ-
3734την πενταετίαν, εἰς τὰ ⅖ δὲ τοῦ καταβεβλημένου κεφα-
3735λαίου μετὰ τὴν παρέλευσιν τῆς πρώτης πενταετίας. Τὰ δὲ
3736παράπονα, τὰ ὁποῖα ἀνεφέρατε ἀπὸ τοῦ βήματος, καὶ αἱ
3737ἐπιστολαὶ κατοίκων τινῶν τοῦ δήμου Ἰστωναίων τί ἀποδει-
3738κνύουσιν; ἀποδεικνύουσιν, ὅτι, μεθ’ ὅλον τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον
3739διὰ τὰς χορηγήσεις εἰς γεωργοκτηματίας ἡ Ἰονικὴ Τράπε-
3740ζα διαθέτει, δὲν δύναται νὰ ἐπαρκέσῃ εἰς ὅλας τὰς ἀπαι-
3741τήσεις. Ἀλλ’ ἂν παραβάλητε τὸ ποσὸν τῶν τριῶν ἑκατομ-
3742μυρίων, εἰς τὸ ὁποῖον ἀνέρχεται ἡ ὑποχρέωσις τῆς Ἰονικῆς,
3743πρὸς τὸ μέγεθος τῶν κεφαλαίων αὐτῆς, καὶ συγκρίνητε τὴν
3744ὑποχρέωσιν τῆς Ἐθνικῆς κατὰ 20,000,000 ἀπέναντι τῶν
3745κεφαλαίων αὐτῆς, θέλετε ἴδει, ὅτι τὸ ποσὸν τῆς Ἰονικῆς
3746εἶναι ἀναλόγως ποσὸν πολὺ ἀνώτερον ἐκείνου, τὸ ὁποῖον ἡ
3747Ἐθνικὴ Τράπεζα προορίζει διὰ χορηγήσεις πρὸς γεωργοκτη-
3748ματίας. Ἀλλὰ δὲν εἶναι τοῦτο μόνον· παρουσιάζεται καί τι
3749περίεργον, τὸ ὁποῖον διέφυγε τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Πρωθυ-
3750πουργοῦ· καὶ τὸ περίεργον τοῦτο εἶναι τὸ ἑξῆς. Μέχρι τῆς
3751λήξεως τοῦ προνομίου τῆς Ἰονικῆς θὰ ἔχωμεν ἀπὸ τοῦ 1905
3752διὰ χορηγήσεις εἰς γεωργοκτηματίας 20,000,000, δυνάμει
3753τῆς νέας συμβάσεως, ἐκ μέρους τῆς Ἐθνικῆς, καὶ 3,000,000
3754τῆς Ἰονικῆς, ἄρα 23,000,000. Μετὰ τὴν λῆξιν τῆς παρα-
3755τεινομένης συμβάσεως τῆς Ἰονικῆς τὰ 23,000,000 θέλουσι
3756περιορισθῆ εἰς 20,000,000. Ἑπομένως μέχρι τοῦ 1916 θὰ
3757ἔχωμεν 23,000,000, ἀπὸ δὲ τοῦ 1916 μέχρι τοῦ 1930
3758θὰ ἔχωμεν μόνον 20,000,000. Ἰδοὺ θετικὰ πράγματα καὶ
3759θετικαὶ ἀντιλήψεις, αἱ ὁποῖαι ἐκ τῆς μελέτης τῆς συμβά-
3760σεως προέρχονται. Καὶ ταῦτα ὡς πρὸς τὰ δύο πρῶτα ἀνταλ-
3761λάγματα.
3762Ἔρχομαι εἰς τὸ τρίτον, εἰς τὸ ὁποῖον ὁ κ. Πρωθυπουργὸς
3763ἐπέστησε πολὺ τὴν προσοχήν. Εὑρέθη πρὸ στενοχωρίας.
3764Διότι, μεθ’ ὅλην τὴν διάθεσιν, τὴν ὁποίαν εἶχεν, ἵνα παρα-
3765στήσῃ, ὅτι τὸ ἐπιχείρημα ἡμῶν, τὸ σχετιζόμενον πρὸς τὴν
3766συμμετοχὴν τοῦ Δημοσίου, δὲν εἶχε σπουδαιότητα, ἐπάλαιε
3767πρὸς τὰ πράγματα, καὶ τὰ πράγματα ἐκραύγαζον, ὅτι τὸ
3768Δημόσιον ὑποβάλλεται εἰς ζημίαν. Οὐδεὶς, Κύριοι, δύναται
3769νὰ ἀρνηθῇ, ὅτι σήμερον, καὶ μέχρι τοῦ 1916, μέχρι τουτέστι
3770τῆς τελευταίας ἡμέρας, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ σύμβασις μετὰ
3771τῆς Ἐθνικῆς εἶναι ἐν ἰσχύϊ, ἡ Ἐθνικὴ πληρώνει 25%, δί-
3772δει συμμετοχὴν εἰς τὸ Δημόσιον 25% δυνάμει τῆς συμβά-
3773σεως τοῦ 1880, ἀδιάφορον ἂν ἐξηγόρασε τὴν συμμετοχὴν
3774ταύτην. Ἐὰν δὲν εἶχεν ἐξαγοράσει αὐτὴν, μέχρι τῆς τελευ-
3775ταίας ἡμέρας τῆς συμβάσεώς της ἤθελε πληρώνει 25%.
3776Εἶναι δυνατὸν νὰ ἀρνηθῇ τις τοῦτο; Ἀλλ’ ὁ κύριος Πρωθυ-
3777πουργὸς μᾶς εἶπεν: «ἐλησμονήσατε, ὅτι δὲν ἀνελάμβανεν
3778ὑποχρέωσιν νὰ καταβάλλῃ ἀμέσως 25%, ἀλλ’ ὅτι κατέ-
3779βαλλε 12% μέχρι τοῦ ἔτους 1892, καὶ 25% ἀπὸ τοῦ
37801892 μέχρι τοῦ 1902; ...»
3781§229Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). 10% μέ-
3782χρι τοῦ 1892.
3783§230Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. 10% μέχρι τοῦ 1892, καὶ 25%
3784μέχρι τοῦ 1902.... Ἀλλὰ διέφυγε τὴν προσοχὴν τοῦ κ.
3785Πρωθυπουργοῦ, ὅτι τὸ ἐπιχείρημα τοῦτο ἠδυνάμην νὰ τὸ
3786μεταχειρισθῶ ἐγὼ, καὶ ὄχι αὐτός. Ἐγὼ ἠδυνάμην νὰ εἴπω
3787ὅτι, παραταθείσης τῆς συμβάσεως κατὰ τὸ 1880 ἀπὸ τοῦ
37881892 μέχρι τοῦ 1916, δὲν περιωρίσθη ἡ τότε Κυβέρνησις
3789νὰ ζητήσῃ 25% ἀπὸ τῆς ἡμέρας τῆς λήξεως τοῦ προνομίου
3790μέχρι τῆς ἡμέρας τῆς λήξεως τῆς παρατάσεως, ἀλλ’ ἐπέ-
3791βαλεν εἰς τὴν Τράπεζαν καὶ 10% ἐπὶ παρεμπίπτοντος ἤδη
3792προνομίου, καὶ ἑπομένως ἐπέτυχεν οὐχὶ μόνον 25% διαρ-
3793κούσης τῆς παρατάσεως, ἀλλὰ 10% ἐπὶ χρόνῳ, δι’ ὃν βε-
3794βαίως δὲν εἶχε δικαίωμα νὰ ζητήσῃ τοῦτο. Εἶναι τὸ αὐτό,
3795ὡς ἂν σήμερον ἐλέγετε «20% ἀπὸ τοῦ 1916, ἀλλὰ 10%
3796ἀπὸ τῆς αὔριον μέχρι τοῦ 1916.» Ἑπομένως τότε τὸ 25%
3797ηὐξάνετο ἀπὸ 10% διὰ τὸν χρόνον τὸν διαρρέοντα μεταξὺ
3798τῆς ἡμέρας τῆς συμβάσεως καὶ τοῦ τέλους τοῦ προνομίου.
3799Ἄρα εἶναι ἐπιχείρημα, τὸ ὁποῖον ἐγὼ ἠδυνάμην νὰ ἐπικα-
3800λεσθῶ.
3801§231Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Αὐτὸ δὲν κατηργήθη μετὰ δύο
3802μῆνας;
3803§232Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἀδιάφορον, ἂν κατηργήθη. Ἐγὼ λαμ-
3804βάνω τὴν σύμβασιν ὅπως ἔχει. Κατηργήθη, διότι ἐδόθησαν
3805ἄλλα ἀνταλλάγματα.
3806Ἀλλ’ ἔρχομαι τώρα εἰς τὴν σπουδαιότητα τῆς διαφορᾶς
3807ταύτης. Ἀφίνω τὰ 10%, καὶ στηρίζομαι εἰς τὴν διαφο-
3808ρὰν τῶν 20% καὶ 25%. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὡμολόγη-
3809σεν, ὅτι ὑπολογίζει τὴν συμμετοχὴν ταύτην τοῦ Δημοσίου
3810εἰς τὰ ἐκ τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας κέρδη εἰς 400,000
3811δραχμὰς κατ’ ἔτος. Τετρακοσίας χιλιάδας εἴπετε κατὰ
3812τὴν εἰσήγησιν τῆς συμβάσεως, τριακοσίας χιλιάδας κατὰ
3813τὴν ἀγόρευσίν σας.
3814§233Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τὸ 20%.
3815§234Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Τὸ ἴδιον εἶναι. Ἡ διαφορὰ εἶναι μι-
3816κρά... Ἀλλ’ ἐὰν ἡ συμμετοχὴ τοῦ Δημοσίου ἀνέρχηται εἰς
3817400,000 κατ’ ἔτος, ἐννοεῖται ὅτι ἡ διαφορὰ τῶν 5% μᾶς
3818δίδει 100,000 κατ’ ἔτος. Διὰ τὰ 14 ἔτη ἔχετε διαφορὰν
38191,400,000 δραχμῶν. Ἰδοὺ ἡ διαφορά, ἡ ὁποία προκύπτει
3820ἐκ τοῦ 5%... Ἔχετε ἰδέαν ὅτι εἶμαι εἰς πλάνην;
3821§235Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Βεβαίως.
3822Περιμένω νὰ τελειώσητε.
3823§236Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Εἴπετε, ὅτι τὸ 20% δίδει 400,000.
3824Λοιπόν, ἐὰν τὸ 20% δίδῃ 400,000, τὸ 25% ἤθελε δώ-
3825σει 500,000. Ἄρα τὸ Δημόσιον, λαμβάνον 20% καὶ ὄχι
382625%, λαμβάνει 100,000 κατ’ ἔτος ὀλιγώτερον. Ἐπὶ 14
3827ἔτη αἱ 100,000 δίδουσιν 1,400,000.
3828§237Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Καὶ ἂν ἐγίνετο 30%, θὰ ἔδι-
3829δεν ἀκόμη περισσότερα.
3830§238Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἐγὼ δὲν λέγω τοῦτο, κύριε Πρωθυ-
3831πουργέ, ἀλλ’ ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ ὑπολογίσω πόσον ποσὸν
3832μᾶς δίδει ἡ διαφορὰ τοῦ 5%, καὶ νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι διὰ τῆς
3833συναινέσεως ὑμῶν, ὅπως ἡ συμμετοχὴ τοῦ Δημοσίου μὴ ἦναι
383425%, ἀλλὰ 20%, τὸ Δημόσιον ἐζημιώθη 2,500,000,
3835διότι τὸ ποσὸν τῆς ζημίας εἶναι 1½ ἑκατομμύριον, οἱ τό-
3836κοι δὲ τοῦ 1½ ἑκατομμυρίου ἐπὶ 7½ ἔτη σχεδὸν ἀπο-
3837τελοῦσιν ἓν ἕτερον 1½ ἑκατομμύριον, καὶ ἑπομένως ἔχομεν
3838ζημίαν ἑτέρου 1½ ἑκατομμυρίου. Αὐτοὶ εἶναι οἱ ὅροι, τοὺς
3839ὁποίους ἐπέκρινα κατὰ τὴν πρώτην ἀγόρευσίν μου, καὶ θὰ ἤμην
3840εὐτυχής, ἂν ἡ ἀγόρευσίς μου κατώρθου νὰ πείσῃ τὸν κ. Πρω-
3841θυπουργόν· διότι οὐδεὶς λόγος ὑπάρχει, ἵνα μὲ πείσῃ, ὅτι εἶ-
3842ναι ὀρθὸν, ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα, καταβάλλουσα εἰς τὸ Δημό-
3843σιον μέχρι τοῦ 1917 ἔτους 25% ὡς συμμετοχὴν αὐτοῦ εἰς
3844τὰ ἐκ τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας κέρδη, τὴν πρώτην
3845ἡμέραν τοῦ 1917 πρέπει νὰ περιορίσῃ τὴν συμμετοχὴν εἰς
384620%, καθ’ ἣν στιγμὴν αὐξάνει τὸ ποσὸν τῶν κυκλοφο-
3847ρούντων γραμματίων κατὰ 7 ἑκατομμύρια—διότι ἀπὸ τῆς
3848ἡμέρας ἐκείνης τὸ ποσὸν τῶν κυκλοφορούντων γραμματίων
3849τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης αὐξάνει κατὰ τὸ ποσὸν τοῦτο, διότι
3850λήγει τὸ προνόμιον τῆς Ἰονικῆς, καὶ ἑπομένως ἐπὶ 10 ὅλα
3851ἔτη θὰ ἔχῃ ἀκόμη 7 ἑκατομμύρια περισσότερα ἐκείνων,
3852ἐφ’ ὧν εἶχε συναινέσει νὰ δώσῃ συμμετοχὴν 25%.
3853Ἐθεώρησα, ὅτι εἶχον καθῆκον νὰ ὑποβάλω τὰς παρατη-
3854ρήσεις ταύτας. Εὔχομαι δὲ, ὅπως ἐκ τῆς συμβάσεως ταύτης
3855προκύψωσι τὰ ἀγαθὰ, ἅτινα ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀπὸ τοῦ βή-
3856ματος ἐπηγγέλθη τὴν ἑσπέραν ταύτην.
3857§239Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Εἶχον καθῆ-
3858κον νὰ προτείνω δύο τροποποιήσεις. Ὁ κ. ἐκ Κερκύρας Βου-
3859λευτὴς εἶχεν εἴπει, ὅτι ἡ αὔξησις τοῦ κεφαλαίου, τοῦ προ-
3860οριζομένου εἰς βραχυπρόθεσμα δάνεια, δὲν ἐπετεύχθη. Τοῦτο
3861ὅμως ἀπορῶ πῶς ἀμφισβητεῖται· διότι, ἐὰν ἐζητοῦμεν περισ-
3862σότερα κεφάλαια ἀπὸ τὰ 21 ἑκατομμύρια μέχρι τῆς 30
3863Ἰουνίου, ἡ Τράπεζα δὲν εἶχε δυσκολίαν νὰ στέρξῃ περισσό-
3864τερα, ἀφοῦ κατὰ τὸ παρελθόν, ἐνῷ ἦτο ὑποχρεωμένη νὰ δώσῃ
3865μόνον 10 ἑκατομμύρια εἰς τοιαῦτα δάνεια, κατὰ τὸ 1899,
38661900, 1901 καὶ 1902 ἐδάνεισε 16 ἑκατομμύρια. Τοῦτο
3867ἀποδεικνύει, ὅτι συνέφερεν αὐτῇ νὰ μὴ περιορισθῇ εἰς τὸ πο-
3868σόν, εἰς ὃ ἦτο ὑποχρεωμένη νὰ δανείσῃ τοιαῦτα δάνεια,
3869ἀλλὰ καὶ νὰ αὐξήσῃ αὐτό. Τὸν μηχανισμὸν τῶν δανείων
3870τούτων δὲν ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν ὁ κ. ἐκ Κερκύρας Βουλευτής.
3871Τὸ ποσὸν τοῦ κεφαλαίου, τὸ ὁποῖον ἡ Τράπεζα διαθέτει διὰ
3872δάνεια ἐνυπόθηκα, αὐτὸ ἀνεβιβάσθη, καὶ ὅταν ἀναβιβασθῇ
3873εἰς 16 ἑκατομμύρια, δὲν θέλει ἀπασχολεῖ περισσότερα τῶν 10
3874ἑκατομμυρίων ἐκ τῶν ταμείων τῆς Τραπέζης· διότι, ὡς εἶ-
3875πον δευτέραν φορὰν ἀγορεύων, ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, τὸ
3876πρῶτον ἑξάμηνον ἡ Τράπεζα δίδει δάνεια ἐκ τῶν κεφαλαίων
3877αὐτῆς, καὶ διὰ τοῦτο τὰ 10 ἑκατομμύρια, τὰ ὁποῖα προσ-
3878διορίζει ἡ σύμβασις τοῦ 1896, ἔπρεπε νὰ δοθῶσιν οὐχὶ τὴν
387930 Ἰουνίου, ἀλλὰ τὴν 31 Δεκεμβρίου, ἤτοι καθ’ ὅλον τὸ
3880ἔτος. Ἀλλὰ διὰ νὰ δίδῃ τὰ 10 ἑκατομμύρια, ἔπρεπε κατὰ
3881δεύτερον λόγον νὰ εἰσπράττῃ αὐτὰ ἐκ τῶν γεωργικῶν τόπων,
3882ἐν οἷς συγκομίζουσι τοὺς καρποὺς κατὰ τὸ δεύτερον ἑξάμηνον.
3883Ἀπέδιδον δὲ οἱ ἐκ τῶν μερῶν ἐκείνων ὁλόκληρον τὸ χρέος ἢ
3884μέρος αὐτοῦ, καὶ πάλιν ἡ Τράπεζα, τὰ χρήματα, ἅπερ ἐλάμ-
3885βανε, τὰ ἐπανέδιδεν εἰς ἄλλα δάνεια· ἑπομένως ἔδιδεν ἄλλα
3886τόσα ἑκατομμύρια. Νῦν, ὅτε ὑποχρεοῦται ἡ Τράπεζα νὰ
3887διαθέτῃ 21 ἑκατομμύρια μέχρι τῆς 30 Ἰουνίου.
3888§240Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἐγὼ ἔλαβον τὸν ἰσολογισμὸν τῆς 30
3889Ἰουνίου.
3890§241Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἀλλὰ τότε τὴν 31 Δεκεμ-
3891βρίου θέλει ἔχει διαθέσει 40 ἑκατομμύρια. Ταῦτα συνάγω
3892ἀπὸ τοὺς ἀπολογισμοὺς τῆς Τραπέζης τῆς 31 Δεκεμβρίου.
3893§242Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἐγὼ ἔλαβον τὸν ἰσολογισμὸν τοῦ Ἰου-
3894νίου τοῦ 1902, διότι ἡ σύμβασις προβλέπει τὸν μῆνα Ἰούνιον.
3895§243Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἡ Τράπεζα ἐχορήγησε καθ’
3896ὅλον τὸ ἔτος 1902 δάνεια εἰς γεωργοκτηματίας δραχμῶν
389720,324,000, ταῦτα δὲ ὑπερβαίνουσι τὰ 20 ἑκατομμύρια.
3898§244Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Σᾶς ἐξήγησα, ὅτι ἡ σύμβασις προβλέ-
3899πει τὸν μῆνα Ἰούνιον, καὶ ἔλαβον ἐγώ, ὅπως παραβάλω
3900τοὺς ἰσολογισμούς, τὸν Ἰούνιον τοῦ 1902. Καὶ ὁ ἰσολογι-
3901σμὸς τοῦ Ἰουνίου δίδει 16,000,000.
3902§245Γ. ΠΟΛΥΓΕΝΗΣ. 13,000,000.
3903§246Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Μὲ συγχωρεῖτε. Ὑπάρχουσι καὶ δρ.
39043,000,000 ὀφειλόμενα, ὥστε γίνονται 16,000,000. Βλέ-
3905πετε, ὅτι εἴμεθα ἀρκετὰ μελετημένοι, ὥστε νὰ μὴ ἔχωμεν
3906ἀνάγκην νὰ μᾶς διακόψητε.
3907§247Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. 13,000,000 ἐκυκλοφόρησαν κατὰ
3908τὸ 1902.
3909§248Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Εἰς τὴν παρατήρησιν, ἣν ἔκα-
3910μεν ὁ κύριος ἐκ Κερκύρας Βουλευτὴς, ὅτι, ἐὰν 400 χιλιάδες
3911δραχμαὶ εἶναι τὸ ποσόν, ὅπερ θέλει εἰσπράξει τὸ Δημόσιον
3912ἐκ τοῦ ποσοστοῦ τῶν 20% ἐπὶ τῶν κερδῶν τῆς Τρα-
3913πέζης ἐκ τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας τῶν γραμματίων,
3914τὸ ποσὸν τοῦτο ἤθελον εἶσθαι 500 χιλιάδες, ἐὰν τὸ ποσο-
3915στὸν δὲν ἦτο 20, ἀλλὰ 25 τοῖς ἑκατὸν, εἰς τὴν παρατήρη-
3916σιν, λέγω, ταύτην δύναμαι ν’ ἀπαντήσω, ὅτι θὰ εἴχο-
3917μεν μεγαλείτερον κέρδος, ἐὰν ἔστεργεν ἡ Τράπεζα νὰ παρα-
3918χωρῇ 40 ἢ 50 τοῖς ἑκατὸν, ὅσα ὁ Διοικητὴς τῆς Τραπέζης
3919Ἀθηνῶν προσέφερεν, ἀλλ’ ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα δὲν ἔστεργε
3920νὰ δώσῃ περισσότερον ποσὸν, δὲν ἔπρεπε δὲ νὰ μὴ συνομο-
3921λογήσωμεν τὴν σύμβασιν, διότι ἡ Τράπεζα δὲν ἔστεργε νὰ
3922δίδῃ περισσότερα τῶν 20%.
3923§249Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὀλίγας λέξεις πρόκειται νὰ εἴπω.
3924Ὅ,τι ἐπικρίνεται ἐν τῇ συμβάσει εἶναι τὰ μικρὰ, ὅπως παρί-
3925στανται, ἀνταλλάγματα. Ἐὰν ὅμως τὰ ἀνταλλάγματα ἦναι
3926μικρὰ, βλάπτει τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον καθιερώσαμεν, νὰ θέ-
3927λωμεν νὰ μετέχωμεν εἰς τὰ κέρδη τῆς Τραπέζης, τὰ κέρδη
3928τὰ πραγματοποιούμενα ἐκ τῆς κυκλοφορίας τῶν τραπεζικῶν
3929γραμματίων. Βλάπτει κατὰ τοῦτο, ὅτι, ἀντὶ νὰ ζητῶμεν
3930ἀπὸ τὴν Τράπεζαν τὰς εὐλόγους παραχωρήσεις, τὰς ὅσον τὸ
3931δυνατὸν ὅμως σπουδαιοτέρας ὑπὲρ τῆς γεωργίας καὶ τῆς βιο-
3932μηχανίας, καὶ ὠφελήσωμεν οὕτω τὸν τόπον, ἀποτεινόμεθα
3933πρὸς τὴν Τράπεζαν, καὶ ζητοῦμεν ἐκ τῶν κερδῶν, ὅσα πραγ-
3934ματοποιεῖ, πρότερον μὲν 25%, ἤδη δὲ 20%. Σκοπὸς τοῦ
3935Κράτους, ἀνανεοῦντος καὶ παρατείνοντος τὸ μονοπώλιον τῆς
3936Τραπέζης, δηλαδὴ τὸ ἀποκλειστικὸν προνόμιον τοῦ ἐκδίδειν
3937καὶ κυκλοφορεῖν γραμμάτια, πρέπει νὰ ἦναι τὸ νὰ ἐπιτύχῃ
3938παρὰ τῆς Τραπέζης ὅσον τὸ δυνατὸν μείζονας παραχωρήσεις
3939καὶ εὐκολίας ὑπὲρ αὐτῆς τῆς γεωργίας καὶ τοῦ ἐμπορίου
3940κλπ. Ἐννοεῖται ὅμως, ὅτι πᾶσα Τράπεζα, ἑπομένως καὶ ἡ
3941Ἐθνικὴ, θὰ ἐλαττώσῃ κατὰ πολὺ τὰς παραχωρήσεις αὐτὰς,
3942ὅταν τὸ Κράτος προβαίνῃ ἀξιοῦν νὰ μετέχῃ διὰ ποσοστῶν
3943ἐπὶ τῶν κερδῶν, τὰ ὁποῖα αὕτη πραγματοποιεῖ ἐκ τῆς κυ-
3944κλοφορίας τῶν γραμματίων. Δὲν θεωρῶ, ὅτι τὸ δικαίωμα
3945τοῦτο τοῦ Κράτους εἶναι περισσότερον ὑποχρεωτικὸν καὶ
3946περισσότερον δικαιολογημένον, παρ’ ὅσον εἶναι τὸ δικαίωμα
3947τοῦ λαοῦ, ὅστις εἶναι ὁ δεχόμενος καὶ κυκλοφορῶν τὰ τρα-
3948πεζικὰ γραμμάτια, ὁ δι’ αὐτῶν συναλλασσόμενος καὶ πραγ-
3949ματοποιῶν τὰ κέρδη τῆς Τραπέζης, τὸ δικαίωμα τοῦ νὰ
3950εὐκολύνηται ὅσον τὸ δυνατὸν πλειότερον εἰς τὰς ἀνάγκας
3951του. Ἀφοῦ αὐτὸς εἶναι ὁ κύριος παραγωγὸς τῶν ὠφελημά-
3952των αὐτῶν τῆς Τραπέζης, δὲν πρέπει ν’ ἀπολαμβάνῃ ὅσον
3953τὸ δυνατὸν μείζονος ἐπεκτάσεως τῶν νῦν διδομένων παρα-
3954χωρήσεων ὑπὸ τῆς Τραπέζης ὑπὲρ τοῦ ἐμπορίου καὶ τῆς
3955γεωργίας; Ἀλλὰ βλάπτει καὶ κατ’ ἄλλον τρόπον ἡ συμ-
3956μετοχὴ τοῦ Κράτους εἰς τὰ κέρδη τῆς Τραπέζης, ὅτι γεν-
3957νᾶται ἐπιθυμία εἰς αὐτὸ, λόγῳ μεγαλειτέρου κέρδους, νὰ δια-
3958τηρῇ τὴν κατάστασιν αὐτὴν τῆς κυκλοφορίας μεγαλειτέρου
3959ποσοῦ γραμματίων τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας προμη-
3960θεύοντος περισσότερον κέρδος. Εὐτυχῶς, ὅτι τὰ πράγματα
3961κατὰ τοῦτο συνεκράτησεν ὁ Διεθνὴς Ἔλεγχος, οὐ μόνον
3962ἀπαγορεύσας τῷ Δημοσίῳ πᾶν νέον δάνειον μετὰ τῆς Ἐθνι-
3963κῆς Τραπέζης ἐπ’ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ, ἑπομένως πᾶσαν
3964αὔξησιν τοῦ ποσοῦ τῶν τραπεζικῶν γραμματίων, ἅπερ ἐκυ-
3965κλοφόρουν κατὰ τὸ 1898, ἀλλ’ ἐπιβαλὼν συνάμα τὴν ἐξα-
3966φάνισιν κατ’ ἔτος δύο ἑκατομμυρίων ἀξίας τραπεζικῶν γραμ-
3967ματίων ἀπὸ τοῦ 1900· οὕτω, καὶ ἂν τὸ Δημόσιον θέλῃ, δὲν
3968δύναται ν’ αὐξήσῃ ταῦτα καὶ τὸ ἐξ αὐτῶν κέρδος. Δύναται
3969ὅμως νὰ ἔχῃ ἄλλα συμφέροντα. Ἄν π. χ. ἦναι ὁ τόκος
3970πολὺς, εἴτε ὁ προεξοφλητικός, εἴτε ὁ τῶν ἐνυποθήκων δα-
3971νείων ἢ ἄλλος, ἐνῷ αἰσθάνεται πᾶς τις, ὅτι πρέπει νὰ
3972ἐλαττωθῇ ὁ τόκος, ἴσως ἐπειδὴ ἐκ τοιούτου τόκου αὐξάνει
3973τὸ μέρισμα, εἰς ὃ καὶ τὸ Δημόσιον συμμετέχει μετὰ τῆς Τρα-
3974πέζης, ὀλιγώτερον αἰσθάνεται τὴν προθυμίαν τὸ Κράτος νὰ
3975συντελέσῃ εἰς τὴν ἐλάττωσιν αὐτοῦ. Ἑπομένως δὲν εἶναι
3976εὐκταῖον, τὸ Κράτος νὰ λαμβάνῃ μέρος ἐκ τῶν κερδῶν αὐ-
3977τῶν. Ἀλλὰ καὶ καθ’ ἑαυτὸ τὸ κέρδος αὐτὸ θεωρῶ ἐπικίνδυνον
3978κέρδος, διότι εὑρισκόμενον ποτὲ τὸ Δημόσιον εἰς ἀνάγκας
3979ἀπέναντι τῆς Τραπέζης τὸ ἀνταλλάσσει ἀντὶ πινακίου ἴσως
3980φακῆς. Λαμβάνομεν μὲν σήμερον 100 ἢ 200 ἢ 300 χιλιά-
3981δας δραχμὰς, διότι τὸ κέρδος τὸ ὑπὸ τῆς Τραπέζης πραγ-
3982ματοποιούμενον εἶναι 1 ἢ 2 ἢ 3 ἑκατομμύρια, ἀλλὰ μετά
3983τινα ἔτη ἄνευ οὐδενὸς κέρδους ἐκποιοῦμεν, ὑπὸ τὴν πίεσιν
3984ἀνάγκης, ὅ,τι λαμβάνομεν σήμερον.
3985Δι’ ὅλους αὐτοὺς τοὺς λόγους, κατ’ ἐμὲ, δὲν εἶναι ὀρθὸν
3986νὰ καθίσταται τὸ Δημόσιον συμμέτοχον εἰς τὰ κέρδη τῆς
3987Τραπέζης, εἴτε ὅταν δι’ αὐτῆς ἐκδίδῃ καὶ κυκλοφορῇ τὰ
3988γραμμάτια, εἴτε ὅταν ἐκείνη μόνη τὰ ἐκδίδῃ ἀποκλειστι-
3989κῶς. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι παραδείγματα συμμετοχῆς εἰς τὰ
3990κέρδη ὑπάρχουσι καὶ ἀλλαχοῦ, καὶ μείζονα ἢ ὅσον παρ’ ἡμῖν
3991νῦν προτείνονται. Οὕτως ἡ Γερμανικὴ Ἐθνικὴ Τράπεζα μετὰ
3992τὴν ἀφαίρεσιν τοῦ 8% ὑπὲρ τῶν μετόχων διανέμει τὸ ὑπό-
3993λοιπον κέρδος μετὰ τοῦ Δημοσίου. Ἐκεῖνα ὅμως εἶναι Κράτη,
3994ἐν οἷς ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα δὲν εἶναι ἡ μόνη καὶ δὲν συγκεν-
3995τροῖ τὴν δύναμιν, τὴν ὁποίαν παρ’ ἡμῖν ἔχει ἡ Ἐθνικὴ Τρά-
3996πεζα, ἰδίως ὅσον ἀφορᾷ τὴν γεωργικὴν καὶ κτηματικὴν πί-
3997στιν καὶ τὰς μετὰ τοῦ Κράτους δοσοληψίας αὐτῆς. Καλλί-
3998τερον τὸ Κράτος νὰ ἦναι ἐντελῶς ἐλεύθερον καὶ ἀνεξάρτητον
3999εἰς κέρδη ἀπὸ τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν. Ἤδη θὰ γείνῃ ὅ,τι
4000συμφωνεῖται, ἀλλὰ τὸ κατ’ ἐμὲ νομίζω, ὅτι αἱ Κυβερνήσεις
4001δὲν πρέπει νὰ ἀποβλέπουν εἰς τὴν ἰδέαν τοῦ κέρδους, διαπραγ-
4002ματευόμεναι γενικὰ συμφέροντα μετὰ τῆς Τραπέζης, ὅταν
4003τὸ κέρδος αὐτὸ πρόκηται νὰ ἐπιζητηθῇ ἐν συνεταιρισμῷ
4004μετ’ αὐτῆς εἰς τραπεζιτικὰς, προνομιακὰς μάλιστα ἐργα-
4005σίας. Οὕτω δεσμεύεται ἀπέναντι τῆς Τραπέζης ἡ Κυβέρ-
4006νησις, ἐνῷ πρέπει νὰ ἦναι ἐντελῶς ἐλευθέρα ὑποχρεώσεων καὶ
4007συμφερόντων εἰς τὰς μετ’ αὐτῆς σχέσεις.
4008Ἐπὶ τῶν διατάξεων δὲν ἔχω νὰ εἴπω τίποτε, διότι ὅλα
4009σχεδὸν, ὅσα ἠδύνατό τις νὰ εἴπῃ, ἐρρήθησαν. Ἐν τῷ ἄρ-
4010θρῳ 5 ὅμως, τὸ ὁποῖον προσδιορίζει τὰ τῆς συμμετοχῆς τοῦ
4011Δημοσίου εἰς τὰ κέρδη, κανονίζονται δύο περιπτώσεις. Ἡ
4012μία εἶναι, ὅταν δὲν ὑπάρχῃ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία, καὶ
4013ὁρίζεται, ὅτι (ἀναγινώσκει): «Ἀπὸ τῆς 1 Ἰανουαρίου τοῦ
40141917 ἡ Τράπεζα ὑποχρεοῦται νὰ χορηγῇ εἰς τὸ Δημόσιον
4015καθ’ ἑξαμηνίαν 20% ἐκ τῆς ὠφελείας τῆς προ-
4016κυπτούσης ἐκ τῆς κυκλοφορίας τῶν τραπεζικῶν γραμματίων.
4017Πρὸς ἐξεύρεσιν τῆς ὠφελείας ταύτης ἐν τέλει ἑκάστης ἑξα-
4018μηνίας, ἤτοι τὴν 30 Ἰουνίου καὶ 31 Δεκεμβρίου, λαμβάνεται
4019ἐκ τῶν μηνιαίων καταστάσεων τῆς Τραπέζης 1) ὁ μέσος
4020ὅρος τῆς καθ’ ὅλην τὴν ἑξαμηνίαν κυκλοφορίας τραπεζικῶν
4021γραμματίων καὶ 2) ὁ μέσος ὅρος τοῦ ἐν τοῖς ταμείοις τῆς
4022Τραπέζης καὶ παρὰ τοῖς ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ ἀνταποκριταῖς
4023αὐτῆς μεταλλικοῦ. Ἐκ δὲ τοῦ μέσου ὅρου κυκλοφορίας τρα-
4024πεζικῶν γραμματίων ἐκπίπτεται ὁ μέσος ὅρος τοῦ μεταλ-
4025λικοῦ, ἐπὶ δὲ τοῦ ὑπολοίπου ὑπολογίζεται ὁ μέσος ὅρος
4026τοῦ κατὰ τὸ διάστημα τῆς ἑξαμηνίας λογισθέντος ἐπὶ τῶν
4027ἐμπορικῶν προεξοφλήσεων τόκου εἰς ἐξεύρεσιν τῆς ἑξαμη-
4028νιαίας ὠφελείας, ἐφ’ ἧς ὑπολογισθήσεται τὸ καταβλητέον
4029εἰς τὸ Δημόσιον ποσοστόν». Τοῦτο εἶναι λίαν σαφὲς, ὅταν
4030δὲν λειτουργῇ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία. Ἔρχεται εἶτα τὸ
4031τελευταῖον ἐδάφιον, λαμβάνον ὑπ’ ὄψιν τὴν περίστασιν, τὴν
4032ἰσχύουσαν σήμερον, τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Τὸ ἐδά-
4033φιον αὐτὸ εἶναι ἀσαφὲς, διότι λέγει, ὅτι (ἀναγινώσκει):
4034«Διαρκούσης τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, εἰς ἐξεύρεσιν
4035τοῦ μέσου ὅρου τῶν καθ’ ἑξαμηνίαν κυκλοφορούντων τραπεζι-
4036κῶν γραμματίων ἐκπίπτεται ὁ μέσος ὅρος τῶν κατὰ τὴν
4037ἑξαμηνίαν κυκλοφορούντων γραμματίων διὰ λογαριασμὸν τοῦ
4038Δημοσίου ἐκ τοῦ πρὸς τὸ Δημόσιον ἐπ’ ἀναγκαστικῇ κυκλο-
4039φορίᾳ τῶν γραμματίων κεχορηγημένου εἰς τραπεζικὰ γραμ-
4040μάτια δανείου». Σταματῶ ἐνταῦθα, καὶ παρατηρῶ, ὅτι ἐκ
4041τοῦ κεχορηγημένου δανείου ἐπ’ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ ἐπὶ
4042τῶν Τραπεζῶν εἰς τὸ Δημόσιον ἐκπίπτεται ὁ μέσος ὅρος
4043τῶν κατὰ τὴν ἑξαμηνίαν κυκλοφορούντων τραπεζικῶν γραμ-
4044ματίων, ἀλλὰ δὲν θὰ ἐκπεσθῇ ἐκ τοῦ ποσοῦ τοῦ συνωμολο-
4045γημένου δανείου ἀρχικῶς, ἀλλὰ πρέπει νὰ ἐκπεσθῇ ἐκ τοῦ
4046ποσοῦ τοῦ δανείου, τὸ ὁποῖον θὰ ὑφίσταται κατὰ τὴν ἐπο-
4047χὴν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἀφαιρεῖται ὁ μέσος αὐτὸς ὄρος.
4048§250Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Διὰ τοῦτο
4049λέγει «ὁ μέσος ὄρος».
4050§251Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Τὸ ποσὸν τῶν μέσων ὅρων τῶν
4051κυκλοφορούντων γραμματίων ἀφαιρεῖται ἀπὸ ποῖον ποσόν;
4052ἀπὸ τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ὠφείλετο, ὅτε συνωμολογήθη τὸ δά-
4053νειον, ἢ ἀπὸ τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ὑπελείφθη ὀφειλόμενον κατὰ
4054τὴν ἑξαμηνίαν, κατὰ τὴν ὁποίαν γίνεται ἡ ἀφαίρεσις, διότι
4055τὸ πρὸς τὰς Τραπέζας χρέος τοῦ Δημοσίου ἐπ’ ἀναγκα-
4056στικῇ κυκλοφορίᾳ ἐλαττοῦται κατ’ ἔτος κατὰ 2,000,000
4057δυνάμει τῶν μετὰ τοῦ Διεθνοῦς Ἐλέγχου συμφωνιῶν. Ἂν
4058λοιπὸν ὠφείλομεν πρὸ τοῦ 1900 δραχ. 94,000,000, ἀπὸ
4059τοῦ 1900 ἠρχίσαμεν νὰ ὀφείλωμεν κατ’ ἔτος ἀνὰ 2 ἑκατομ-
4060μύρια ὀλιγώτερον.
4061§252Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Βεβαίως.
4062§253Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἀλλὰ λέγει «κεχορηγημένου».
4063§254Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Δανείου κε-
4064χορηγημένου, ὄχι ποσοῦ.
4065§255Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐὰν συμφωνῆτε, τότε θὰ ἐννοῆ-
4066ται, ὅτι θὰ ἀφαιρῆται ἐκ τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον ὑπολείπε-
4067ται μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν κατ’ ἔτος τῶν 2 ἑκατομμυρίων, καὶ
4068θ’ ἀφαιρῆται ἀκόμη ὁ μέσος ὄρος τῶν κατὰ τὴν ἑξαμηνίαν
4069ἐν τοῖς ταμείοις τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης κερματικῶν γραμ-
4070ματίων.
4071§256Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Αὐτὰ δὲν
4072ὑπολογίζονται.
4073§257Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἀλλὰ τοιουτοτρόπως, ὡς ἔχει τὸ
4074ἐδάφιον, δὲν συμμετέχει ἡ Τράπεζα εἰς τὸν καταρτισμὸν
4075τοῦ ποσοστοῦ τῆς συμμετοχῆς αὐτῆς καὶ διὰ τῶν ἰδίων
4076αὐτῆς γραμματίων, διότι, καὶ ὅταν ὑπάρχῃ ἀναγκαστικὴ
4077κυκλοφορία, τὸ Δημόσιον ἔχει νὰ λάβῃ τὸ 20 τοῖς ἑκατὸν
4078ἐπὶ τοῦ κέρδους, τὸ ὁποῖον πραγματοποιεῖται ὄχι μόνον διὰ
4079τῆς κυκλοφορίας τῶν γραμματίων τῶν κυκλοφορούντων διὰ
4080λογαριασμὸν τοῦ Δημοσίου, ἀλλὰ καὶ τῶν γραμματίων τῶν
4081κυκλοφορούντων ἐπ’ ὀνόματι τῆς Τραπέζης.
4082§258Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐπὶ τοῦ πο-
4083σοῦ τοῦ κυκλοφοροῦντος διὰ λογαριασμὸν τοῦ Δημοσίου δὲν
4084λαμβάνει τίποτε.
4085§259Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Διατὶ δὲν λαμβάνει; Λέγει τὸ
4086πρῶτον ἐδάφιον ὅτι τὰ 20% λαμβάνονται ἐκ τῆς ὠφε-
4087λείας τῆς προκυπτούσης ἐκ τῆς κυκλοφορίας τῶν τραπεζι-
4088κῶν γραμματίων, τοιαῦτα δὲ καὶ τὰ διὰ λογαριασμὸν τοῦ
4089Δημοσίου.
4090§260Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὸ ἐδάφιον
4091λέγει ὅτι «διαρκούσης τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, εἰς
4092ἐξεύρεσιν τοῦ μέσου ὅρου τῶν καθ’ ἑξαμηνίαν κυκλοφορούν-
4093των τραπεζικῶν γραμματίων ἐκπίπτεται ὁ μέσος ὅρος τῶν
4094κατὰ τὴν ἑξαμηνίαν κυκλοφορούντων τραπεζικῶν γραμμα-
4095τίων διὰ λογαριασμὸν τοῦ Δημοσίου».
4096§261Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἀπὸ ποῦ ἐκπίπτεται;
4097§262Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἀπὸ τὸ ὅλον ποσὸν τῶν κυ-
4098κλοφορούντων τραπεζικῶν γραμματίων.
4099§263Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Τότε θὰ εὕρωμεν, ποῖον εἶναι τὸ
4100ποσὸν τῶν τραπεζικῶν γραμματίων, τῶν διὰ λογαριασμὸν
4101τοῦ Δημοσίου κυκλοφορούντων.
4102§264Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Βεβαίως.
4103§265Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἀλλ’ ἡ Τράπεζα δὲν ὀφείλει ἐπὶ
4104αὐτῷ τῷ ποσῷ νὰ ὑπολογίσῃ μόνον, ἀλλ’ ὀφείλει συγχρό-
4105νως, ὡς καὶ ἐν τῷ πρώτῳ ἐδαφίῳ, νὰ ὑπολογίσῃ καὶ ἐπὶ τῶν
4106ἰδίων αὐτῆς γραμματίων.
4107§266Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μόνον ἐπὶ τῶν ἰδίων γραμμα-
4108τίων, ὄχι ἐπὶ τῶν γραμματίων τοῦ Δημοσίου, διότι τὸ Δη-
4109μόσιον, πληρῶνον 1%, αὐτὸ κερδαίνει, δὲν κερδαίνει
4110ἡ Τράπεζα.
4111§267Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Καλλίτερον νὰ ἐγκαταλειφθῇ
4112αὐτὸ τὸ κέρδος.
4113§268Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν κερδίζει ἡ Τράπεζα ἐκ τοῦ
4114ποσοῦ τοῦ κυκλοφοροῦντος διὰ λογαριασμὸν τοῦ Δημοσίου.
4115§269Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Διατὶ δὲν κερδίζει;
4116§270Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Διότι τὰ ἔχει δώσει εἰς τὸ Δη-
4117μόσιον.
4118§271Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἀλλ’ αὐτὰ μὲ τὸ 1%.
4119Μήπως διὰ τὰ διὰ λογαριασμόν της κυκλοφοροῦντα δὲν φυ-
4120λάττει ἀντικρύσματα;
4121Ὅσον ἀφορᾷ τὴν σύνταξιν τοῦ ἄρθρου 3 τοῦ νομοσχεδίου,
4122περὶ τῆς ὁποίας ἐγένετο πολὺς λόγος, δηλαδὴ ὅτι (ἀναγι-
4123νώσκει): «αἱ ὑπὲρ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ἢ τῆς Ἰονικῆς
4124Τραπέζης ἐγγραφεῖσαι ὑποθῆκαι διατηροῦσι τὸ κῦρος αὐτῶν
4125καὶ ἐν περιπτώσει πτωχεύσεως τοῦ δανεισθέντος, ἐφ’ ὅσον
4126ἐνεγράφησαν τοὐλάχιστον δέκα ἡμέρας πρὸ τῆς δημοσιεύ-
4127σεως τῆς περὶ κηρύξεως τῆς πτωχεύσεως ἀποφάσεως, καὶ
4128ἂν ἡ ἀπόφασις ἤθελεν ὁρίσει ἡμέραν προγενεστέραν τῆς ἐγ-
4129γραφῆς τῆς ὑποθήκης ὡς ἡμέραν παύσεως τῶν πληρωμῶν»,
4130νομίζω ὅτι καλὸν θὰ ἦτο νὰ προλάβωμεν τὸ ἑξῆς ἄτοπον,
4131τὸ ὁποῖον δύναται νὰ γείνῃ. Ἡ Τράπεζα δικαίως ἀξιοῖ,
4132ὅπως, ὁσάκις χορηγῇ εἰς ἐμπόρους δάνεια ἐπὶ ὑποθήκῃ, αἱ
4133ὑποθῆκαι αὗται μὴ ἀπόλλυνται, διότι συνέπεσε νὰ ἐκδοθῇ
4134ἀπόφασις, ἡ ὁποία ὥρισε τὴν ἐποχὴν τῆς ἐνάρξεως τῆς πτω-
4135χεύσεως εἰς χρόνον, κατὰ τὸν ὁποῖον δὲν ἐπετρέπετο νὰ δα-
4136νεισθῇ ὁ ἔμπορος, καὶ ἑπομένως ἀκυροῦται ἡ ὑποθήκη· αὐτὸ
4137θεωρῶ, ὅτι εἶναι δίκαιον. Ἀλλ’ ἀφ’ ἑτέρου θεωρῶ, ὅτι εἶναι
4138λίαν ἀδικαιολόγητον, καὶ προσβάλλει τὴν δύναμιν καὶ τὴν
4139ἰσχὺν τῶν νόμων, τοὺς ὁποίους πάντες εὑρίσκομεν ἀναγ-
4140καίους, ὅταν συνέταξε μὲν προσύμφωνον, ὅπως ἐν ἀρχῇ τοῦ
4141ἄρθρου λέγεται, μέ τινα ἔμπορον, ἐνέγραψε δὲ ὑποθήκην,
4142ἐπὶ τῇ συμφωνίᾳ ὅτι θέλει ἐξετάσει, ἂν δὲν ὑπάρχει κατά-
4143σχεσις ἢ ὑποθήκη, ἵνα προβῇ εἰς τὴν παράδοσιν τοῦ χρήμα-
4144τος. Ὑποθέτω ὅτι συνωμολόγησε τὸ προσύμφωνον αὐτὸ 10
4145ἡμέρας πρὸ τῆς δημοσιεύσεως τῆς ἀποφάσεως, ἀλλ’ ὅτι μετὰ
414615 ἡμέρας ἀπὸ τῆς ἐγγραφῆς τῆς ὑποθήκης, πρὶν δώσῃ τὰ
4147χρήματα, ἐδημοσιεύθη ἡ ἀπόφασις περὶ πτωχεύσεως· θεω-
4148ρεῖτε ὅτι εἶναι πρέπον, καίτοι δὲν ἐδόθησαν τὰ χρήματα,
4149ἑπομένως δὲν ζημιοῦται ἡ Τράπεζα, γνωστοποιεῖται δὲ εἰς
4150τὴν Τράπεζαν, ὅτι ἐδημοσιεύθη ἀπόφασις κηρύττουσα αὐ-
4151τὸν, ὅστις ἐδανείσθη, εἰς κατάστασιν πτωχεύσεως, νομίζετε,
4152ὅτι πρέπει, ἐν ᾗ περιπτώσει δὲν ἔχει καταβάλει τὰ χρή-
4153ματα ἡ Τράπεζα, νὰ μὴ τὰ καταβάλῃ;
4154§272Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν ἡ Τράπεζα, ὅταν
4155ἔχῃ τοιαύτην γνῶσιν, νὰ δώσῃ τὰ χρήματα.
4156§273Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Μὲ τὸ «δὲν εἶναι δυνατὸν» δὲν
4157δυνάμεθα νὰ προλάβωμεν ἐνδεχόμενα ἄτοπα. Καὶ δι’ αὐτὸν
4158τὸν λόγον, ἐὰν δέχηται ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, προ-
4159τείνω νὰ προστεθῇ τὸ ἑξῆς ἐδάφιον ἐν τῷ ἄρθρῳ 3 (ἀναγινώ-
4160σκει): «Οἱ γραμματεῖς τῶν Δικαστηρίων, τῶν ἐκδόντων
4161ἀποφάσεις περὶ κηρύξεως πτωχεύσεως, ὀφείλουσι νὰ πέμπω-
4162σιν ἐντὸς τῆς ἐπαύριον τῆς δημοσιεύσεως αὐτῶν τὸ βραδύτε-
4163ρον ἀποσπάσματα πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, συνῳδὰ πρὸς
4164τὰ τοῦ ἄρθρου 444 τοῦ Ἐμπορικοῦ Νόμου. Γνωστοποιηθέν-
4165τος τῇ Ἐθνικῇ τοῦ ἀποσπάσματος, ἢ κοινοποιηθείσης αὐτῇ
4166τῆς ἀποφάσεως ὑπὸ παντὸς ἐνδιαφερομένου, ἡ Τράπεζα, ἐπὶ
4167ποινῇ ἀκυρώσεως τῆς ὑποθήκης, δὲν δύναται νὰ προβῇ εἰς
4168τὴν καταβολὴν τῶν χρημάτων, ἂν ταῦτα δὲν κατεβλήθη-
4169σαν, καίτοι τὸ συμβόλαιον περὶ τοῦ ἐνυποθήκου δανείου συνε-
4170τάχθη πρὸ τῶν δέκα ἡμερῶν τῶν πρὸ τῆς δημοσιεύσεως τῆς
4171ἀποφάσεως.»
4172Δὲν βλάπτει τὴν Τράπεζαν τοῦτο, διότι, ἐνῷ ἐξασφαλίζει
4173τὰ δικαιώματα τῶν δανειστῶν, δὲν ζημιοῖ τὸ ἐμπόριον, τὸ
4174ὁποῖον ἄλλως θὰ παρίσταται εἰς τὸ φαινόμενον αὐτὸ, νὰ
4175βλέπῃ Τράπεζαν χορηγοῦσαν χρήματα εἰς πτωχεύσαντα καὶ
4176δι’ ἀποφάσεως δικαστικῆς, δημοσιευθείσης ἤδη, κεκηρυγμέ-
4177νον τοιοῦτον.
4178Ἐγὼ καταθέτω τὴν τροπολογίαν, καὶ ἡ Βουλὴ ἂς ἀποφα-
4179σίσῃ.
4180§274ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ὑπὸ τοῦ κ. Δεληγεώργη ὑποβληθεῖσα
4181τροπολογία θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρ-
4182τημα, ἀριθ. 237).
4183Ἔχει ἄλλος τις τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀρχῆς;
4184Κηρύσσω περατωμένην τὴν συζήτησιν ἐπὶ τῆς ἀρχῆς.
4185Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου εἰς τρίτην
4186συζήτησιν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ πε-
4187ρισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
4188Θὰ ἦτο ἐπιθυμητὸν ν’ ἀφήσωμεν τὴν κατ’ ἄρθρον συζή-
4189τησιν δι’ αὔριον.
4190§275ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
4191§276ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρα 4 καὶ 15′
4192τῆς πρωΐας τῆς ἐπιούσης).