1903.03.07
3,190 rows · 24,913 words · 252 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 42
τῆς 7 Μαρτίου 1903.
(Παρασκευή).
(Προεδρεύοντος τοῦ Προέδρου κ. Δημ. Ράλλη).
(Γενομένης ἀπαρτίας ὥρᾳ 4 μ. μ. ἀναγινώσκονται καὶ ἐγκριθέντα ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνακοινῶ εἰς τὴν Βουλὴν τηλεγράφημα πολιτῶν Καρδίτσης, παραπονουμένων, ὅτι τὸ Ἐποπτικὸν Συμβούλιον τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως τοῦ νομοῦ των ἀργεῖ ἀπὸ τοῦ παρελθόντος Ἰουνίου, τοῦ Γυμνασιάρχου ἀρνουμένου νὰ προσέλθῃ εἰς συνεδρίασιν. Ὡσαύτως ψήφισμα τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου τῆς «Ἑνώσεως τῶν σταφιδοκτημόνων», ἐκφράζοντος τὴν εὐχὴν νὰ ψηφισθῇ τὸ ἀπεριόριστον τοῦ ποσοστοῦ τοῦ παρακρατήματος, καὶ νὰ ἐπιβληθῇ φόρος 300 δραχμῶν κατὰ στρέμμα ὑπὲρ τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης εἰς πᾶσαν νέαν ἐμφύτευσιν σταφιδαμπέλων. Ὡσαύτως ἀναφορὰν τῶν καπνοπωλῶν Ἀθηνῶν, ζητούντων ν’ ἀπαγορευθῇ εἰς τοὺς πλανοδίους μεταπωλητὰς καπνοῦ νὰ πωλῶσι τοῦτον εἰς κεντρικὰ μέρη καὶ ἔμπροσθεν τῶν καταστημάτων των. Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως διεβίβασε πρὸς τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς ἀπαντήσεις εἰς ἐπερωτήσεις τοῦ βουλευτοῦ Μεγαρίδος κυρίου Γεωργίου Ἀναστασοπούλου περὶ τῆς ἀνεγέρσεως τοῦ Μαρασλείου Διδασκαλείου, καὶ τοῦ βουλευτοῦ Μεσσήνης κ. Ἰωάννου Νικολαΐδου περὶ τῆς χειροτονίας τῶν ἱερέων Βασιλείου Παπαδημητροπούλου καὶ Ἰωάννου Ἀλεξοπούλου. Ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ἔχει τὸν λόγον.
§2Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἀποκρίνομαι εἰς ἐπερώτησιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ Ἁλμυροῦ περὶ τοῦ δάσους Κοκκωτῶν. Ἡ ἐν Κωνσταντινουπόλει Ἑλληνικὴ Πρεσβεία ἐβεβαίωσεν, ὅτι τὸ ἐν Ἁλμυρῷ δάσος Κοκκωτῶν εἶναι ἐγγεγραμμένον ἐν τοῖς καταλόγοις τοῦ Ὀθωμανικοῦ Αὐτοκρατορικοῦ Κτηματολογίου ὡς δημόσιον. Τούτου ἕνεκεν παρεκλήθη ὁ δικαστικὸς σύμβουλος, ἵνα ἐγείρῃ τὴν προσήκουσαν ἀγωγήν, ὅπως τὸ δάσος τοῦτο περιέλθῃ εἰς τὴν κατοχὴν τοῦ Δημοσίου. Ἐπίσης, ὁ αὐτὸς Βουλευτὴς Ἁλμυροῦ ἀπηύθυνεν ἐπερώτησιν περὶ τοῦ ἐν Ἁλμυρῷ δάσους Κωφῶν. Ἡ ἐν Κωνσταντινουπόλει Ἑλληνικὴ Πρεσβεία ἐβεβαίωσεν, ὅτι οἱ ὑποβληθέντες τίτλοι περὶ τοῦ δάσους τούτου εἶναι Αὐτοκρατορικὸν φιρμάνιον, ὅπερ κανονίζει τὰ περὶ αὐτοῦ. Καταθέτω ἔκθεσιν τοῦ Δασικοῦ τμήματος τοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργείου, περιλαμβάνουσαν τὰς περὶ τῶν διατάξεων τοῦ εἰρημένου φιρμανίου πληροφορίας. Ἀλλὰ καὶ περὶ ἄλλων δασῶν εἶχον ἀπευθυνθῆ ἐπερωτήσεις, εἰς ἃς ὀφείλω ν’ ἀπαντήσω. Περὶ τοῦ δάσους Γοδοβάσδα ἐν Καλαμπάκᾳ ἡ ἐν Κωνσταντινουπόλει Ἑλληνικὴ Πρεσβεία ἀπήντησεν, ὅτι οἱ ὑποβληθέντες τίτλοι διὰ τὸ δάσος τοῦτο δὲν εὑρέθησαν ἐγγεγραμμένοι ἐν τῷ Αὐτοκρατορικῷ Κτηματολογίῳ. Τούτου ἕνεκεν διετάχθη ἡ κατάληψις αὐτοῦ ὑπὸ τοῦ Δημοσίου κατὰ τὸ ἔτος 1901. Ἐπίσης διὰ τὸ δάσος Πρεβέντα ἡ ἐν Κωνσταντινουπόλει Ἑλληνικὴ Πρεσβεία ἐδέχθη, ὅτι οἱ ὑποβληθέντες τίτλοι δι’ αὐτὸ ἀφορῶσιν ἀγροὺς καὶ περιβόλια. Τούτου ἕνεκεν διετάχθη νὰ ὑποβληθῶσι πίνακες ὑλοτομίας ὡς ἐπὶ ἐθνικοῦ δάσους. Ἐπίσης διὰ τὸ δάσος Μεϊδὰν–Κερασιᾶς ἡ ἐν Κωνσταντινουπόλει Ἑλληνικὴ Πρεσβεία ἐδέχθη, ὅτι οἱ ὑποβληθέντες τίτλοι εἶναι πλαστοί. Τούτου ἕνεκεν ὁ ἁρμόδιος Εἰσαγγελεὺς διετάχθη νὰ καταδιώξῃ τοὺς ἐγκληματίας, καὶ ὁ δικαστικὸς σύμβουλος νὰ ἐγείρῃ τὴν προσήκουσαν ἀγωγήν. Ἐπίσης διὰ τὸ δάσος Τυχάϊ ἐν Τρικκάλοις ἡ ἐν Κωνσταντινουπόλει Ἑλληνικὴ Πρεσβεία ἐδέχθη, ὅτι οἱ ὑποβληθέντες τίτλοι δι’ αὐτὸ ἀφορῶσιν ἀγροὺς στρεμμάτων 102. Διὰ τοῦτο διετάχθη ἡ ὑλοτομία διὰ διαταγῆς ἐκδοθείσης κατὰ τὸ τέλος τοῦ 1901. Ἀλλὰ καὶ περὶ ἄλλου δάσους, τοῦ Κλεινοβοῦ, μοὶ ἐγένετο ἐπερώτησις. Καταθέτω ἔκθεσιν τοῦ διευθύνοντος τὸ Δασικὸν τμῆμα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, περιλαμβάνουσαν τὰς διὰ τῆς ἐπερωτήσεως ζητηθείσας πληροφορίας.
§3ΕΥΑΓΓ. ΚΑΝΑΒΑΡΙΩΤΗΣ. Πόσα ἔχουν ἐνοικιασθῆ, κύριε Πρόεδρε;
§4Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν ἔχω προχείρους τὰς πληροφορίας. Ἐκτὸς ὅμως αὐτῶν ὑπάρχουσι καὶ ἄλλα ἔγγραφα· δι’ ἕκαστον τῶν ἐπερωτησάντων Βουλευτῶν ὑπάρχουσι φάκελοι. Ἐὰν δέ τις τῶν κυρίων Βουλευτῶν ἤθελε ζητήσει ἔγγραφα, ἀνευρίσκει ταῦτα ἐν αὐτοῖς.
§5Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Διατὶ δίδεται τὸ δικαίωμα νὰ θεωρῶνται ὡς γαῖαι δημόσιαι τὰ δάση τὰ δημόσια;
§6Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Κατὰ τὸ 1901, ἐπειδὴ ἡ Ὀθωμανικὴ Κυβέρνησις ἀπήντησεν, ὅτι οἱ ὑποβληθέντες τίτλοι δὲν ἀφεώρων δάση, ἀλλ’ ἀγροὺς στρεμμάτων 102, συνεπέρανεν ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι δὲν πρόκειται περὶ δάσους. Ἐγὼ καταθέτω τὰς πληροφορίας ἃς ἔλαβον, καὶ συνάμα κατάλογον τῶν ἐγγράφων τῶν ὑπαρχόντων ἐν ἑκάστῳ φακέλῳ καὶ πραγματευομένων περὶ ἑκάστου δάσους, ἵνα οἱ κύριοι συνάδελφοι ἐκ τοῦ καταλόγου ἴδωσι ποῖα τὰ χρησιμεύοντα αὐτοῖς ἔγγραφα, καὶ ζητήσωσι ταῦτα.
§7ΑΥΓ. ΑΒΕΡΩΦ. Θὰ παρακαλέσω τὸν σεβαστὸν κύριον Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ νὰ ἐρωτήσω αὐτόν, διατὶ ἀπηγορεύθη ἡ ὑλοτομία ἐντελῶς εἰς τοὺς δήμους Χαλκίδος παρ’ Ἀσπροποτάμῳ καὶ Λάκμωνος τῆς ἐπαρχίας Καλαμπάκας. Ὑπάρχουσι πίνακες ἐγκεκριμένοι ὑπὸ τῆς δασικῆς ὑπηρεσίας δι’ ἐθνικὰ δάση, καὶ ἐν τούτοις ἡ ὑπηρεσία διετάχθη ἤδη νὰ μὴ ἐκδώσῃ πλέον ἀδείας ὑλοτομίας δι’ ὡρισμένα κυβικὰ μέτρα, μολονότι ἀναφέρονται εἰς τοὺς πίνακας τούτους τὰ κυβικὰ ταῦτα μέτρα. Παραδείγματος χάριν, εἰς τὸ δάσος Λάκμωνος ὑπάρχει ἐγκεκριμένος πίναξ διὰ 250 κυβικὰ μέτρα ὁ ὑλοτόμος προέβη εἰς τὴν ἐνοικίασιν τοῦ δάσους· εἶχε δὲ λάβει ἄδειαν διὰ 90 κυβικὰ μέτρα· ἀλλὰ μεταβὰς παρὰ τῇ Οἰκονομικῇ Ἐφορείᾳ, ὅπως ζητήσῃ συμπληρωματικὴν ἄδειαν μέχρι τοῦ ποσοῦ τῶν 250 κυβικῶν μέτρων, ἔλαβε τὴν ἀπάντησιν παρὰ τοῦ ἐφόρου, ὅτι διετάχθη οὗτος παρὰ τοῦ Ὑπουργείου νὰ μὴ ἐκδώσῃ πλέον ἀδείας. Εἶναι μέγα τὸ ἄδικον, τὸ ὁποῖον προσγίνεται εἰς τὸν ὑλοτόμον, διότι αὐτὸς προέβη εἰς συμφωνίας μετ’ ἄλλων προσώπων διὰ τὴν παράδοσιν τῆς ξυλείας, καὶ δὲν τῷ δίδεται ἐξήγησις παρὰ τῆς ὑπηρεσίας διὰ ποῖον λόγον ἀπηγορεύθη ἡ ὑλοτομία. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ἐὰν δὲν ὑπάρχῃ δυσκολία, νὰ δώσῃ ἐξηγήσεις διὰ τὸ δάσος αὐτὸ καθὼς καὶ διὰ τὰ ἄλλα δάση.
§8Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἡ ἀπαγόρευσις τῆς ὑλοτομίας διὰ τὰ ἐν τῷ δήμῳ Χαλκίδος, παρ’ Ἀσπροποτάμῳ καὶ ἐν τῷ δήμῳ Καστανέας δάση ἀπηγορεύθη ἀπὸ γενικὰ μέτρα ἀσφαλείας. Ὑποθέτω, ὅτι ἀπηγορεύθη ἡ ἔκδοσις ἀδειῶν ὑλοτομίας οὐχὶ δι’ ὑλοτόμους, εἰς τοὺς ὁποίους εἶχεν ἤδη δοθῆ ἄδεια. Ἀλλ’ εἶναι δικαίωμα διακριτικὸν τοῦ Δημοσίου νὰ δίδῃ ἢ νὰ μὴ δίδῃ ἀδείας.
§9ΑΥΓ. ΑΒΕΡΩΦ. Δὲν πρόκειται περὶ ἐκδοθεισῶν ἀδειῶν. Εἶναι γνωστόν, ὅτι ὑπάρχει πίναξ ὑλοτομίας, ὁ ὁποῖος κανονίζει μέχρι τίνος ποσοῦ δίδεται ἄδεια ὑλοτομίας.
§10Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁ ὁποῖος πίναξ ὅμως δὲν ἐμποδίζει τὰ δικαιώματα τῆς Διοικήσεως. Ἡ Διοίκησις δύναται νὰ δώσῃ ἀδείας ὑλοτομίας ἢ νὰ μὴ δώσῃ.
§11ΑΥΓ. ΑΒΕΡΩΦ. Ἤρχισεν ὅμως νὰ δίδῃ.
§12Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὅσας ἔδωκεν, αὗται ἐκτελοῦνται· δὲν δίδει ὅμως ἄλλας.
§13Β. ΓΙΑΝΝΟΥΣΙΟΥ. Κύριοι, ἐζήτησα νὰ κατατεθῶσιν οἱ φάκελοι, περὶ τῶν ὁποίων ἔκαμε λόγον ὁ σεβαστὸς κύριος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Πρὸ ἡμερῶν μεταβὰς εἰς τὸ δασονομικὸν τμῆμα παρεκάλεσα τὸν ἁρμόδιον τμηματάρχην νὰ μοὶ ἐγχειρίσῃ τοὺς φακέλους. Πράγματι μοὶ τοὺς ἐνεχείρισε, καὶ ἐμελέτησα ὅπως δήποτε αὐτοὺς, καὶ εἶδον πολλὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα θὰ ἦσαν χρήσιμα εἰς τὴν κατ’ ἰδίαν μελέτην. Δὲν ἐνθυμοῦμαι καλῶς, ποῖα εἶναι τὰ ἔγγραφα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἴσως θὰ ἦναι ἀναγκαῖα νὰ παρουσιασθῶσι καὶ εἰς τὴν Βουλήν.
§14Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Αὐτὴν τὴν ἐπιθυμίαν ἐσκόπουν νὰ εὐκολύνω, καὶ διὰ τοῦτο κατέθεσα κατάλογον τῶν ἐγγράφων τῶν περιεχομένων ἐν ἑκάστῳ τῶν φακέλων.
§15Β. ΓΙΑΝΝΟΥΣΙΟΥ. Ὅλων τῶν ἐγγράφων;
§16Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὅλων τῶν ἐγγράφων. Εἶπον μάλιστα, ὅτι ὁ ἀριθμὸς αὐτῶν ἀνέρχεται εἰς 117 ἢ 118. Θὰ καταθέσω τὸν κατάλογον τοῦτον· ἐξ αὐτοῦ δὲ ὁδηγούμενοι οἱ κύριοι Βουλευταὶ δύνανται νὰ ἀνεύρωσι τὰ χρήσιμα αὐτοῖς ἔγγραφα.
§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Φρονῶ, ὅτι εἶναι περιττὸν νὰ ἐκτυπωθῶσιν ὅλοι οἱ πίνακες. Οἱ ἐνδιαφερόμενοι Βουλευταὶ παρακαλοῦνται νὰ λάβωσι γνῶσιν τῶν κατατεθέντων.
§18ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Μοσχούλας ἔχει τὸν λόγον.
§19Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Κατά τινα τῶν τελευταίων συνεδριάσεων εἶχον παρακαλέσει τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ μοὶ δώσῃ πληροφορίας σχετιζομένας πρὸς τὴν διαχείρισιν σταφιδαποθηκῶν τινων ἔν τισι σταφιδοφόροις ἐπαρχίαις, καὶ δὴ τῆς Ζαχάρως, τοῦ Μαράθου, τῆς Μεσσήνης καὶ τοῦ Κιάτου. Παρήλθον ἔκτοτε 20 ἕως 30 ἡμέραι, καὶ αἱ πληροφορίαι, ἃς ἐζήτησα, δὲν κατετέθησαν εἰσέτι.
§20Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἡ βραδύτης αὕτη δὲν προέρχεται ἐξ ὀλιγωρίας, ἀλλὰ διότι αἱ πληροφορίαι, ἃς ἐζητήσαμεν, δὲν ἐλήφθησαν εἰσέτι.
§21Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Σᾶς παρακαλῶ νὰ ὑπομνήσητε τοῖς ἁρμοδίοις καὶ αὖθις καὶ λάβητε ἀπάντησιν, εἰ δυνατὸν, τηλεγραφικῶς. Ὅπως γνωρίζετε, αἱ πληροφορίαι, τὰς ὁποίας ἐζήτησα, ἀνάγονται εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης, ἡ ὁποία ἔχει τὴν ὑποχρέωσιν νὰ χορηγήσῃ τὰς πληροφορίας ταύτας. Σήμερον διενεμήθη τὸ σταφιδικὸν νομοσχέδιον, ἐγὼ δὲ εἶχον ἀνάγκην τῶν πληροφοριῶν αὐτῶν, ἵνα συζητήσω ἐπ’ αὐτοῦ. Ἐπειδὴ δὲ διενεμήθη τὸ σταφιδικὸν νομοσχέδιον σήμερον, θὰ παρακαλέσω ὑμᾶς, κύριε Πρόεδρε, ἐὰν ἦναι δυνατὸν, εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν τῆς αὔριον νὰ προηγηθῇ παντὸς ἄλλου ἀντικειμένου, διότι νομίζω, ὅτι τὸ ζήτημα ἐπείγει. Ἄλλως τε ἡ συζήτησις δὲν θὰ ἦναι μακρὰ, καὶ νομίζω, ὅτι πρὸ παντὸς ἔχει ἡ Κυβέρνησις συμφέρον νὰ προταχθῇ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, διότι τὸ ζήτημα τῆς σταφίδος εἶναι γνωστὸν, ὅτι ἐνδιαφέρει περισσότερον παντὸς ἄλλου τὴν Κυβέρνησιν, διότι εἶναι ζήτημα, ὅπερ δύναται νὰ ἀπειλήσῃ τὴν δημοσίαν τάξιν.
§22Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὑπέθετον, ὅτι ἤθελεν εἶσθαι ἀναγκαῖον νὰ ἀφεθῇ καιρός τις εἰς τοὺς κ. Βουλευτὰς, ἵνα μελετήσωσι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, διότι σήμερον μόλις διενεμήθη, καὶ ἂν σήμερον π. χ. ἐπελαμβανόμεθα τῆς συζητήσεως αὐτοῦ, δὲν ἠθέλομεν εἶσθαι ἐν γνώσει τῶν διατάξεων τοῦ νομοσχεδίου, τῆς οἰκονομίας αὐτοῦ, τῶν μέτρων τῶν προτεινομένων ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ δώσωμεν καιρὸν δύο ἢ τριῶν ἡμερῶν, ὅπως μελετηθῇ ὑπὸ τῶν κυρίων Βουλευτῶν τὸ νομοσχέδιον.
§23Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Τότε παρακαλῶ νὰ τεθῇ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν τῆς Δευτέρας, προτασσόμενον τῶν ἄλλων.
§24ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὔριον θὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλὴν περὶ τοῦ κανονισμοῦ τῆς ἡμερησίας διατάξεως τῆς Δευτέρας.
§25Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ταύτῃ καταθέτω γραπτὴν ἐπερώτησιν, δι’ ἧς ζητῶ καὶ ἄλλας τινὰς σχετικὰς πληροφορίας.
§26ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Σμολένσκης ἔχει τὸν λόγον.
§27Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ. Ἐπειδὴ προσεχῶς θὰ γείνῃ ἡ συζήτησις τῶν στρατιωτικῶν νομοσχεδίων, παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν νὰ μοὶ γνωρίσῃ, ἂν ᾖναι δυνατὸν αὔριον ἢ μεθαύριον, τὸν ἀριθμὸν τῶν ἐφέδρων, τοὺς ὁποίους ἔχει εἰς τὴν διάθεσίν της ἡ στρατιωτικὴ ὑπηρεσία ἐν περιπτώσει ἐπιστρατεύσεως.
§28ΑΛΕΞ. Θ. ΖΑΙΜΗΣ. Χθὲς, κύριε Πρόεδρε, ἡ Βουλὴ, τῇ ὑμετέρᾳ προτάσει, ἀπεδέξατο, ὅπως οἱ Βουλευταὶ Καρδίτσης καὶ Τριχωνίας, τῶν ὁποίων δὲν εἶχον ἐπικυρωθῆ ἔτι αἱ ἐκλογαὶ, λάβωσι μέρος εἰς τὴν ψηφοφορίαν ἐπὶ τῆς ἐκλογῆς Αἰγίνης. Ἐγὼ δὲν ἐθεώρησα ὅτι ἔπρεπε χθὲς νὰ ἀντείπω εἰς τοῦτο, ἡ δὲ Βουλὴ δι’ ἀναστάσεως παρεδέξατο τὴν ὑμετέραν γνώμην. Διὰ τῆς παραδοχῆς τῆς ὑμετέρας γνώμης ἡ νομολογία, οὕτως εἰπεῖν, ἡ μέχρι τοῦδε ὑφισταμένη ἐπὶ μακρὸν χρόνον, ἀνετράπη, ἔχομεν δὲ ἤδη ἕτερον κανόνα, ἀντίθετον τοῦ μέχρι τοῦδε ἰσχύοντος. Δὲν ὁμιλῶ, ὅπως ἀντικρούσω τὴν ὑμετέραν γνώμην· ἴσως ἡ ὑμετέρα γνώμη, πηγάσασα ἐκ μελέτης τῶν οἰκείων ἄρθρων τοῦ Κανονισμοῦ, εἶναι ἡ ὀρθοτέρα. Ἐκεῖνο ὅμως, ἐπὶ τοῦ ὁποίου νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ ἐπιστήσω τὴν ὑμετέραν προσοχὴν, εἶναι τοῦτο, ὅτι ἡ γνώμη τῆς Βουλῆς ἡ χθεσινὴ δὲν εἶναι ὑποχρεωτικὴ οὔτε διὰ μέλλουσαν Βουλὴν, οὔτε δι’ αὐτὴν ταύτην τὴν Βουλὴν, ἐπὶ ὁμοίων περιστάσεων· τοῦτο δὲ φέρει τὸ κακὸν, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν ἔχει σταθερὸν κανόνα, ὃν θὰ ἀκολουθήσῃ. Δύναται δὲ νὰ συμβῇ ἐπιβλαβῶς καὶ ἐπιζημίως ὅ,τι χθὲς συνέβη ἄνευ τινὸς ζημίας, διότι χθὲς ἐν στιγμῇ οὐχὶ καταλλήλῳ ἐζητήθη ἡ ἑρμηνεία τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς, καὶ ἐψήφισαν δύο Βουλευταὶ, ἐναντίον τῶν παραδεδεγμένων· ἀλλὰ λέγω, ὅτι τοῦτο ἐγένετο ἄνευ ζημίας τινός. Ἐπειδὴ δὲ ἐν τοῖς Κοινοβουλίοις πρέπει ἰδίως νὰ λαμβάνηται ὑπ’ ὄψιν ἡ οὐσία, δὲν ἐνόμισα ὅτι ἔπρεπε νὰ ἀντικρούσω τὴν γνώμην τὴν προταθεῖσαν, διότι οὔτε εἰς τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ψηφοφορίας ἠδύνατο νὰ ἐπιδράσῃ ἡ γνώμη τῶν δύο Βουλευτῶν, ἀλλ’ οὔτε καὶ ἔνστασίς τις ὑπῆρχε κατὰ τῶν ἐκλογῶν αὐτῶν, καὶ πράγματι ἠδύναντο νὰ θεωρηθῶσιν οἱ δύο ἐκεῖνοι Βουλευταὶ ὡς ἀντιπρόσωποι τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Ἐὰν ὅμως, κύριε Πρόεδρε, ἐξακολουθήσῃ ἡ ἀβεβαιότης αὕτη, δυνατὸν ἐν τῷ μέλλοντι νὰ παρουσιασθῶσι περιστάσεις, κατὰ τὰς ὁποίας ἑρμηνεία ἀντίθετος, ἢ καὶ αὐτὴ ἡ δεδομένη ὑπὸ τῆς Βουλῆς, νὰ ἐπιδράσῃ ἐπὶ τοῦ ἀποτελέσματος τῆς ψηφοφορίας. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι θὰ ἦναι καλὸν νὰ ληφθῇ πρόνοια, ὅπως διὰ τοῦ Κανονισμοῦ ὁρισθῇ ὁ κανὼν, τὸν ὁποῖον πρέπει αἱ Βουλαὶ νὰ ἀκολουθῶσιν ἐπὶ ὁμοίων περιστάσεων. Ἐπειδὴ δὲ ὑμεῖς, ὡς Πρόεδρος, εἶσθε, κατὰ τὴν ἐμὴν γνώμην, ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἐπὶ τῶν ζητημάτων τοῦ Κανονισμοῦ δέον νὰ ἔχητε τὴν πρωτοβουλίαν, καὶ ἐπειδὴ τὴν ὑμετέραν γνώμην ἡ Βουλὴ χθὲς ἀπεδέξατο, θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ εὐαρεστηθῆτε νὰ διατυπώσητε πρότασιν, καὶ νὰ ζητήσητε τὸ ταχύτερον τὴν γνώμην τῆς Βουλῆς ἐπὶ ταύτης. Σημειώσατε δὲ, κύριε Πρόεδρε, ὅτι κατὰ τὴν χθεσινὴν συζήτησιν ἀπεδείχθη, ὄχι μόνον ὅτι ὅλοι δὲν ἔχουσι τὴν αὐτὴν γνώμην ἐπὶ τοῦ θέματος, καὶ ὅτι δύναται ἐν ὡρισμένῃ στιγμῇ βραδύτερον ἡ γνώμη τῶν χθὲς μειονοψηφούντων νὰ γείνῃ γνώμη τῶν πλειονοψηφούντων, καὶ οὕτως εἰς στιγμὴν ἀκατάλληλον νὰ δοθῇ ἑρμηνεία εἰς τὸν Κανονισμὸν, ἀλλὰ χθὲς ἀπεδείχθη ἐκ τῆς συζητήσεως, ὅτι ὑπάρχει διαφωνία καὶ ὡς πρὸς τὴν κτῆσιν τοῦ δικαιώματος τῶν Βουλευτῶν, τῶν ὁποίων αἱ ἐκλογαὶ δὲν ἐξηλέγχθησαν, διότι ἠκούσατε τὸν ἀξιότιμον Βουλευτὴν ἐκ Κερκύρας, ὁ ὁποῖος σᾶς εἶπεν, ὅτι κατὰ τὴν γνώμην του οἱ Βουλευταὶ, ὧν αἱ ἐκλογαὶ δὲν ἐξηλέγχθησαν, ἔχουσι τὸ δικαίωμα νὰ ψηφίζωσιν ὄχι μόνον ὅταν πρόκηται περὶ ἐξελέγξεως τῶν ἐκλογῶν, ἀλλὰ καὶ ὅταν πρόκηται περὶ καθαρῶς νομοθετικῶν ἔργων τῆς Βουλῆς. Ἐπὶ τούτων ἐνόμισα, ὅτι ἔπρεπε νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς.
§29ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Προκειμένου νὰ ὑποβληθῶσι προσεχῶς τροπολογίαι ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ, θὰ φροντίσω νὰ συμπεριληφθῇ καὶ περὶ τούτου τροπολογία. Ἡ πρότασις τοῦ κυρίου Βουλευτοῦ ἐκ Καλαβρύτων εἶναι σπουδαία, ὅσον ἀφορᾷ τὸ δεύτερον μέρος αὐτῆς, εἰς τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ ἀσχοληθῇ ἡ Βουλή, διότι ὡς πρὸς τὸ πρῶτον μέρος, τὴν ἀπόφασιν τὴν ἐξενεχθεῖσαν χθὲς ὑπὸ τῆς Βουλῆς, ὑπῆρξε τοιαύτη ὁμοφωνία γνωμῶν, ὥστε δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπανέλθῃ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀποφάσεως ταύτης.
§30Κ. ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, προκειμένου, ὡς ἤκουσα, ὡς Πρόεδρος τῆς Βουλῆς νὰ λάβητε πρόνοιαν περὶ τροποποιήσεως ἢ συμπληρώσεως τῶν διατάξεων τοῦ Κανονισμοῦ, νομίζω ὅτι ἡ πρώτη διάταξις, τὴν ὁποίαν πρὸ παντὸς πρέπει νὰ λάβητε ὑπ’ ὄψιν πρὸς τροποποίησιν, εἶναι ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ Κανονισμοῦ, κατὰ τὴν ὁποίαν «μέχρι τῆς ἐκλογῆς τοῦ ὁριστικοῦ Προέδρου προεδρεύει τῆς Βουλῆς ὁ καθ’ ἡλικίαν πρεσβύτερος». Αὐτὴ ἡ διάταξις, κύριε Πρόεδρε, φρονῶ ὅτι εἶναι προδήλως ἐσφαλμένη. Πρὸς ἐπιτυχῆ ἐνάσκησιν τῶν εἰς τὸν Πρόεδρον ἀνατεθειμένων δικαιωμάτων καὶ καθηκόντων ἀπαιτοῦνται πλεῖστα προσόντα, ἀμεροληψίας, ἀταραξίας, ἀντιλήψεως, τὰ ὁποῖα ἀναζητεῖ ἡ Βουλὴ ὅταν πρόκηται νὰ ἐκλέξῃ τὸν ὁριστικὸν Πρόεδρον. Καὶ ὅμως ὁ Κανονισμὸς ὑποθέτει, ὅτι τὰ προσόντα ταῦτα κέκτηται ὁ καθ’ ἡλικίαν πρεσβύτερος, ἐνῷ πολλάκις αὐτὴ ἡ προκεχωρημένη ἡλικία ἐνδέχεται νὰ ἦναι κώλυμα εἰς τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν καθηκόντων τοῦ Προέδρου (ἱλαρότης). Πρὸς θεραπείαν τοῦ ἀτόπου τούτου ὀφείλομεν καὶ ἡμεῖς νὰ πράξωμεν ὅ,τι ἄλλα Κοινοβούλια ἔπραξαν, ἤτοι νὰ καθιερώσωμεν, ὅτι ὁ πρεσβύτερος τὴν ἡλικίαν προεδρεύει μόνον κατὰ τὴν πρώτην συνεδρίασιν τῆς Βουλῆς, καὶ ὅτι εἰς τὴν ἑπομένην τῆς πρώτης Συνόδου συνεδρίασιν ἡ Βουλὴ προβαίνει εἰς ἐκλογὴν τοῦ Προσωρινοῦ Προέδρου. Κατὰ τὸ σύστημα τοῦτο δὲν θὰ λαμβάνωσι χώραν πλέον τὰ ἄτοπα, τὰ ὁποῖα συνέβησαν κατὰ τὴν ἔναρξιν τῆς παρούσης Συνόδου καὶ Περιόδου. Ἐὰν δὲ τὸ σύστημα τοῦτο ἐθεωρήθη ἀναγκαῖον καὶ ἐπιβαλλόμενον εἰς ἄλλα Κοινοβούλια, εἰς ἡμᾶς εἶναι ἀπολύτως ἀναγκαῖον νὰ ψηφισθῇ, διότι ἐκεῖ τὸ ζήτημα τῆς ἡλικίας δὲν δύναται νὰ γείνῃ ἀντικείμενον ἀμφισβητήσεως, τηρουμένων τακτικῶν ληξιαρχικῶν βιβλίων· παρ’ ἡμῖν ὅμως, ἕνεκα ἐλλείψεως τοιούτων βιβλίων, συμβαίνει πάντοτε τὸ ἄτοπον, ἡ Κυβέρνησις νὰ κατορθώνῃ νὰ ἀναβιβάζῃ εἰς τὴν θέσιν τοῦ Προέδρου τὸν ὁμόφρονα αὐτῇ, χωρὶς νὰ ᾖναι καὶ ὁ πρεσβύτερος.
§31Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ πρότασις, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλεν ὁ κ. ἐκ Μαντινείας Βουλευτής, ἀποδεικνύει τὴν ὀρθότητα τοῦ ἡμετέρου Κανονισμοῦ, ὁ ὁποῖος ἐν ἄρθρῳ 1 ὁρίζει, ὅτι ὁ κατὰ τὴν ἔναρξιν τῆς Συνόδου πρεσβύτερος τῶν παρόντων Βουλευτῶν προεδρεύει· διότι εἶναι ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ τῶν πρεσβυτέρων, καὶ τὴν ὀρθοτέραν γνώμην ἐξήνεγκε.
§32Δ. ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§33Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Μολονότι θεωρῶ θεωρητικῶς ὀρθὴν τὴν γνώμην τοῦ ἐκ Μαντινείας ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ, φοβοῦμαι ὅμως, ὅτι, ἂν ἐγίνετο δεκτή, ἤθελεν ἀποβῆ ἐπιβλαβὴς κατὰ τὰς ἐξελέγξεις. Προτιμῶ νὰ προεδρεύῃ κατὰ τὸ στάδιον τῶν ἐξελέγξεων γεγηρακὼς Βουλευτής, ἔστω καὶ λίαν ἐξασθενημένος τὸ σῶμα, παρὰ νὰ δοθῇ διὰ μιᾶς ἐκλογῆς, προσωρινῆς ὅλως, εἰς τὴν Βουλήν, ἥτις πρόκειται νὰ ἐπιληφθῇ τῶν ἐξελέγξεων, τὸ πρόσωπον, ὅπερ θὰ διευθύνῃ σκοπιμώτερον τὰ τῶν ἐξελέγξεων καθ’ ὅλον τὸ διάστημα αὐτῶν. Φοβοῦμαι ὅτι θὰ συγκεντρωθῇ πᾶσα ἡ προσοχὴ τῶν ἐνδιαφερομένων κατὰ τὴν πρώτην συνεδρίασιν τῆς ἐνάρξεως, ὅπως ἀναβιβασθῇ ἐπὶ τοῦ Προεδρείου οὐχὶ ὁ πρεσβύτερος, ἀλλ’ ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος θεωρεῖται ὁ καταλληλότερος εἰς τὸ νὰ διευθύνῃ κομματικώτερον κατὰ τὸ διάστημα τῶν ἐξελέγξεων τὰς ἐργασίας. Δι’ αὐτὸ ἤθελον ἐπιμείνει νὰ ἀφεθῇ ἡ διάταξις ὡς ἔχει, μολονότι παρουσιάζει ἄλλα ἄτοπα. Διότι δὲν παρετήρησα κατ’ οὐδεμίαν τῶν Περιόδων κατὰ τὸ διάστημα τῶν ἐξελέγξεων νὰ ἠγέρθησαν παράπονα σπουδαῖα λόγῳ τῆς προεδρίας τῆς προσωρινῆς, τῆς ἀνατεθείσης εἰς τὸν πρεσβύτερον τῶν Βουλευτῶν. Πιθανὸν νὰ ἐγείρωνται πρὸ τῆς ἐγκαταστάσεως τοῦ προσωρινοῦ τοιούτου Προέδρου διαφωνίαι, τίς εἶναι πραγματικῶς ὁ πρεσβύτερος, ἀλλ’ ἐπὶ τέλους τοῦτο παρετηρήθη ὅτι δὲν ἔχει σήμερον σπουδαίαν ἐπιρροὴν ἐπὶ τῆς ἐξελέγξεως τῶν ἐκλογῶν. Νομίζω δὲ, ὅτι, ἀφοῦ δὲν ἔχομεν ἄξια λόγου παράπονα, καλὸν εἶναι νὰ μὴ μεταβάλωμεν τὰ καθιερωμένα ἀνέκαθεν.
§34Κ. ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Καίτοι κινδυνεύω νὰ παραβῶ τὰς ὡραίας ἀρχὰς, τὰς ὁποίας ὁ ἀξιότιμος ἐξ Εὐρυτανίας Βουλευτὴς εἶπε, δηλαδὴ νὰ προβῶ εἰς συζήτησιν θέματος, περὶ τοῦ ὁποίου δὲν πρόκειται, καὶ ἡ συζήτησις τοῦ ὁποίου θὰ διεξαχθῇ δεόντως, ὅταν ὑποβληθῇ ἡ περὶ μεταβολῆς τοῦ Κανονισμοῦ πρότασις, ἐν τούτοις νομίζω, ὅτι μία καὶ μόνη παρατήρησις ἀρκεῖ πρὸς ἀπόκρουσιν τῆς γνώμης, ἣν ἐξέφρασεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτής.
§35ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἀνταλλαγὴ σκέψεων δὲν δύναται ἢ νὰ διαφωτίσῃ τὸ Προεδρεῖον.
§36Κ. ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Λέγω λοιπὸν, ὅτι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον παρεδέχθησαν τὰ Εὐρωπαϊκὰ Κοινοβούλια, βεβαίως ἡ πεῖρα ἀπέδειξεν ὡς τὸ καλλίτερον καὶ τὸ συντελεστικώτερον. Λέγω προσέτι, ὅτι, ἐὰν ἀπὸ τῆς ἐνάρξεως τῆς παρούσης Συνόδου προήδρευεν ὁ καὶ ἤδη προεδρεύων, δὲν πιστεύω, ὅτι αἱ ἐξελέγξεις τῶν ἐκλογῶν ἤθελον διεξαχθῇ ἧττον ἐπιτυχῶς.
§37ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ ἐκ Τρικκάλων βουλευτὴς κ. Κ. Χατζηπέτρος ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 28 τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τροποποιήσεως διατάξεων τοῦ νόμου ͵ΒΨΞΗʹ περὶ ταχυδρομικῆς, τηλεγραφικῆς καὶ τηλεφωνικῆς ὑπηρεσίας.» Ἡ τροπολογία αὕτη θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 218). Ὁ κύριος Ἱερομνήμων ἔχει τὸν λόγον.
§38Κ. Γ. ΙΕΡΟΜΝΗΜΩΝ. Ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν, ὅπως εὐαρεστούμενος συμπληρώσῃ τὰς πληροφορίας ὡς πρὸς τὰς ἐκθέσεις περὶ τῆς ἐπιθεωρήσεως τῆς ἐνεργηθείσης ἐπὶ τῶν ἀτμοπλοίων τῆς «Νέας Ἀτμοπλοϊκῆς Ἑταιρείας». Τὸ ζήτημα εἶναι μεγίστης σπουδαιότητος, διότι, ὡς παρατηρεῖται ἐκ τῆς πρὸ μικροῦ γενομένης ἐπιθεωρήσεως, ἓν τῶν ἀτμοπλοίων τῆς ἑταιρείας ταύτης, τὸ «Πανελλήνιον», εἶναι ἱκανὸν νὰ λειτουργήσῃ μόνον ἐπὶ ἓξ μῆνας. Ἡ ἐπιθεώρησις ἐγένετο κατὰ τὸν παρελθόντα Σεπτέμβριον, ἔδει δὲ νὰ ἐπαναληφθῇ ἡ ἐπιθεώρησις, καὶ ἐν τούτοις οὐδὲν ἐγένετο μέχρι σήμερον. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν νὰ συμπληρώσῃ τὰς ἐκθέσεις καὶ περὶ τῶν ἄλλων ἀτμοπλοίων τῆς «Νέας Ἀτμοπλοϊκῆς Ἑταιρείας», διότι θέλω ὁμιλήσει διὰ μακρῶν περὶ τῆς ἀτμοπλοϊκῆς ταύτης ἑταιρείας. Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ταύτῃ παρακαλῶ τὸν κύριον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ ἐπισπεύσῃ τὴν κατάθεσιν τῶν αἰτηθεισῶν πληροφοριῶν καὶ καταθέσῃ τὴν σύμβασιν μεταξὺ τῆς Γενικῆς Διευθύνσεως τῶν Ταχυδρομείων καὶ Τηλεγράφων καὶ τῆς «Νέας Ἀτμοπλοϊκῆς Ἑταιρείας», ὡς ἐπίσης καὶ τὰ δρομολόγια τῆς Ἑταιρείας. Τὸ ζήτημα ἐπείγει, διότι πρόκειται περὶ τῆς συγκοινωνίας. Διὸ παρακαλῶ τοὺς κυρίους Ὑπουργοὺς νὰ ἐπισπεύσωσι τὴν κατάθεσιν τῶν πληροφοριῶν τούτων.
§39Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Ἐὰν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ζητῇ τὴν κατάθεσιν καὶ ἄλλων ἐκθέσεων, παρακαλῶ νὰ καταθέσῃ γραπτὴν σημείωσιν περὶ τίνων ἄλλων ἀτμοπλοίων θέλει τὰς ἐκθέσεις.
§40Κ. Γ. ΙΕΡΟΜΝΗΜΩΝ. Τὰ ἀτμόπλοια, ὡς γνωρίζετε, τῆς «Νέας Ἀτμοπλοϊκῆς Ἑταιρείας» νομίζω ὅτι εἶναι δέκα· ἐδῶ ἔχομεν ἐκθέσεις μόνον περὶ 5 ἀτμοπλοίων, ἤτοι τοῦ «Πανελληνίου», τῆς «Ἑπτανήσου», τοῦ «Πηνειοῦ», τῆς «Χίου» καὶ τοῦ «Πέλοπος»· συνεπῶς ἐλλείπουσιν αἱ ἐκθέσεις περὶ τῶν πέντε ἄλλων ἀτμοπλοίων, καὶ παρακαλῶ, εἰ δυνατόν, νὰ κατατεθῶσι καὶ αὗται.
§41ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ βουλευταὶ Καρδίτσης κ. κ. Ἰωάννης Καζαμπάκας καὶ Κίμων Βελλίνης ὑποβάλλουσι τὴν ἑξῆς ἔγγραφον ἐπερώτησιν: «Παρακαλοῦμεν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ὅπως ζητήσῃ παρὰ τοῦ κ. Εἰσαγγελέως Καρδίτσης νὰ ἐξετάσῃ καὶ χορηγήσῃ πληροφορίας σχετικῶς πρὸς τὴν συμπεριφορὰν τοῦ κλητῆρος παρὰ τῇ ἀνακρίσει Γ. Μιχαλοπούλου, ἰδίᾳ ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τῆς παρ’ αὐτοῦ ἐξαγορᾶς ἢ κατακρατήσεως τῶν κλήσεων τῶν μαρτύρων, καὶ ἐνεργήσῃ ὅ,τι νόμιμον.» Ὁ κύριος Στάϊκος ἔχει τὸν λόγον.
§42Ι. ΣΤΑΙΚΟΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅπως εὐαρεστούμενος μοὶ δώσῃ τὰς ἑξῆς πληροφορίας. Ἐν τῷ δήμῳ Ἀμβρακίας τῆς ἐπαρχίας Βάλτου ὑπάρχει ἐθνικὸν κτῆμα, ὀνομαζόμενον Βάλτος. Τὸ κτῆμα τοῦτο κατελήφθη πρὸ πολλῶν ἐτῶν παρ’ ἑνὸς ἰδιώτου. Τὸ Δημόσιον ἐζήτησε νὰ διεκδικήσῃ τὰ δικαιώματά του, καὶ ἡ ὑπόθεσις ἔφθασε μέχρι τοῦ Ἀρείου Πάγου, καὶ ἐξεδόθη ἀπόφασις ὁριστικὴ τοῦ Ἀρείου Πάγου, δυνάμει τῆς ὁποίας ἐπανῆλθε τὸ κτῆμα τοῦτο εἰς τὸ Δημόσιον, ὅπερ διὰ τῶν ἁρμοδίων ἀρχῶν ἐγκατέστη, καὶ ἐξεμίσθωσε τὸ δάσος διὰ δημοπρασίας εἰς ἕτερον ἰδιώτην. Μετὰ τὴν ἐγκατάστασιν τοῦ Δημοσίου καὶ τοῦ νέου ἐνοικιαστοῦ ἐν τῷ κτήματι, ὁ προηγουμένως κατέχων τοῦτο ἰδιώτης ἔλαβε προσωρινὰ μέτρα κατὰ τοῦ νέου ἐνοικιαστοῦ καὶ τοῦ Δημοσίου, εὑρέθη δὲ ὑπάλληλός τις, ἐκτελῶν τότε καθήκοντα εἰρηνοδίκου, γραμματεὺς τοῦ Εἰρηνοδικείου, ὅστις ἐξέδωκεν ἀπόφασιν, δι’ ἧς ἐδέχθη προσωρινὰ μέτρα ὑπὲρ ἐκείνου, ὅστις ἐζήτησε ταῦτα, καὶ κατὰ τῆς ἀποφάσεως τοῦ Ἀρείου Πάγου, δι’ ἧς ἐπεδικάσθη τὸ κτῆμα ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου ὁριστικῶς, καὶ ἔκτοτε ἐγένετο ὁ ἰδιώτης ἐκεῖνος κάτοχος τοῦ κτήματος τούτου. Τὸ Δημόσιον ἔκαμεν ἔφεσιν κατὰ τῆς ἀποφάσεως ταύτης τοῦ Εἰρηνοδικείου, καὶ ἔκτοτε, ἕνεκα τῆς ἀνοχῆς τῶν ἁρμοδίων ἀρχῶν καὶ ἰδίως τοῦ παρὰ τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Οἰκονομικῶν τμήματος τῶν δημοσίων κτημάτων, ἡ ὑπόθεσις αὕτη μένει ἐκκρεμὴς, καὶ ὁ ἰδιώτης ἐκεῖνος ἐξακολουθεῖ νὰ νέμηται τὸ κτῆμα, πρὸς βλάβην καὶ τοῦ Δημοσίου καὶ τοῦ ἐνοικιαστοῦ τοῦ κτήματος καὶ ὁλοκλήρου τῆς κοινότητος. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅπως δυνάμει τοῦ δικαιώματος, τὸ ὁποῖον κέκτηται, διατάξῃ διοικητικῶς τὴν ἀπομάκρυνσιν τοῦ ἰδιώτου τούτου ἀπὸ τοῦ κτήματος, διότι ἡ ἀπόφασις τοῦ Ἀρείου Πάγου δὲν ἠδύνατο νὰ ματαιωθῇ διὰ τῆς ἀποφάσεως τοῦ Εἰρηνοδικείου.
§43Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐγγράφως, παρακαλῶ, νὰ καταθέσητε τὴν ἐπερώτησίν σας.
§44Ι. ΣΤΑΙΚΟΣ. Μάλιστα. Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ταύτῃ καταθέτω τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 3 τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἀπαλλαγῆς ἀπὸ τοῦ φόρου τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν κλπ.
§45ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ τροπολογία θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 219).
§46ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Ἐζήτησα πρὸ ἡμερῶν πληροφορίας τινὰς παρὰ τῶν κυρίων Ὑπουργῶν, τὰς ὁποίας δὲν κατέθηκαν μέχρι σήμερον εἰς τὴν Βουλήν. Μεταξὺ τῶν ζητηθεισῶν πληροφοριῶν ὑπάρχει καὶ μία, ἣν ζητῶ παρὰ τοῦ κυρίου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως καὶ Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν. Διὰ τῆς ἐπερωτήσεώς μου ἐζητήθη ἡ κατάθεσις πρακτικοῦ τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἐπὶ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως, ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ὁποίου ἐξεδόθη Β. Διάταγμα ὑπὸ τῆς παρούσης Κυβερνήσεως, δι’ οὗ διατίθεται μέρος τῶν χρημάτων τῶν κληροδοτηθέντων διὰ τῆς διαθήκης τοῦ ἀειμνήστου καὶ μεγάλου εὐεργέτου τοῦ ἔθνους Συγγροῦ. Ἐπὶ τοῦ Διατάγματος τούτου ἔχω σκοπὸν νὰ φέρω παρατηρήσεις τινὰς καὶ νὰ συζητήσω· ἀλλ’ ἵνα συζητήσω, ἔχω ἀνάγκην τῆς καταθέσεως τοῦ πρακτικοῦ τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, περὶ οὗ πρὸ μικροῦ σᾶς ἔλεγον. Διὰ τοῦτο ἐπαναλαμβάνω τὴν παράκλησίν μου πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως εὐαρεστηθῇ νὰ διατάξῃ τὴν κατάθεσιν ἐν ἀντιγράφῳ τοῦ πρακτικοῦ τούτου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, εἰ δυνατόν, κατὰ τὴν αὐριανὴν συνεδρίασιν.
§47Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐγγράφως, παρακαλῶ.
§48ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Ὑπέβαλον ἐγγράφως τὴν αἴτησιν ταύτην, καὶ ἐδημοσιεύθη ἐν τοῖς ἐπισήμοις πρακτικοῖς.
§49Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Πότε;
§50ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Πρὸ δύο ἢ τριῶν ἡμερῶν. Ὥστε νομίζω περιττὸν νὰ ἐπαναλάβω ἐγγράφως τὴν αἴτησίν μου.
§51Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Σχετικῶς πρὸς τὴν κατάθεσιν ταύτην, παρακαλῶ νὰ ὑποβάλῃ ἡ Κυβέρνησις καὶ τοὺς σχετικοὺς νόμους, τοὺς ὁποίους ἀναφέρει τὸ Διάταγμα, «περὶ φυλακῶν» νομίζω. Διότι ἐξεδόθη Β. Διάταγμα κανονίζον τὰ τῆς διαθέσεως τοῦ κληροδοτήματος Συγγροῦ, ἐπὶ τῇ ὑποθέσει ὅτι ἤθελε ψηφισθῆ ὁ νόμος περὶ φυλακῶν. Τοιοῦτο νομοσχέδιον δὲν ὑπεβλήθη ἀκόμη, ἐνῷ τὸ Διάταγμα ὑπεγράφη καὶ ἐδημοσιεύθη ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως πρὸ 15 ἡμερῶν. Διατὶ ἀναβάλλεται ἡ ὑποβολὴ αὐτῶν τῶν νομοσχεδίων, καὶ διατὶ ἐπεσπεύσθη ἡ δημοσίευσις τοῦ Διατάγματος, ἀφοῦ τὰ νομοσχέδια δὲν ὑπεβλήθησαν ἀκόμη, ἀγνοῶ. Εἶναι ἐλπὶς, ὅτι λίαν προσεχῶς θέλουσιν ὑποβληθῆ; Ἄλλως θὰ μείνῃ ἐκρεμὲς τὸ Διάταγμα τοῦτο, καὶ δὲν θὰ δύναται νὰ ἐκτελεσθῇ, ἐλλείποντος νόμου. Σπουδαῖον θὰ ἦναι, ὁ νόμος νὰ ψηφισθῇ τὸ ταχύτερον, ἀλλ’ ὑπάρχει τόση ἐργασία ἐν τῇ Συνόδῳ ταύτῃ, ὥστε, ἐὰν ἀναβληθῇ ἡ ὑποβολὴ ἀκόμη ἐπὶ χρόνον τινὰ, ὑπάρχει φόβος νὰ μὴ ψηφισθῶσι τὰ νομοσχέδια καὶ οὕτω νὰ μείνῃ ἀνεφάρμοστον καὶ τὸ Διάταγμα.
§52ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Τὸ Διάταγμα δὲν στηρίζεται ἐπὶ νομοσχεδίου ὑποβληθέντος εἰς τὴν Βουλὴν, ἀλλ’ ὡς πρὸς μὲν τὴν ἀνέγερσιν τῶν φυλακῶν στηρίζεται ἐπὶ νόμου ψηφισθέντος κατὰ τὴν τελευταίαν Σύνοδον τῆς ληξάσης Περιόδου, ὡς πρὸς τὴν κατασκευὴν ὅμως κτιρίων Ἑλληνικῶν σχολείων ἢ δημοτικῶν, στηρίζεται ἐπὶ τῆς ἀποφάσεως τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως.
§53Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Τὸ Διάταγμα δὲν λέγει αὐτό.
§54ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Στηρίζεται ἐπὶ τῆς ἀποφάσεως ταύτης, καὶ τοῦτο εἶναι τὸ πλημμελὲς, τὸ ὁποῖον θέλω νὰ ἐλέγξω. Ἀλλ’ ἵνα συζητήσωμεν τὰ περὶ τούτου, πρέπει νὰ ἔχωμεν τὴν πρᾶξιν τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ἡ ὁποία ἐξεδόθη, κατὰ τὴν γνώμην μου, παρὰ τὸν νόμον. Ἀπόδειξις δὲ τούτου εἶναι, ὅτι ἐν τῇ τελευταίᾳ Συνόδῳ τῆς ληξάσης Περιόδου ἡ αὐτὴ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία ὑπέγραψε τὴν περὶ ἧς ὁ λόγος πρᾶξιν τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, εἰσήγαγεν εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον, ὅπερ ἐγένετο νόμος τοῦ Κράτους, διὰ τοῦ ὁποίου νόμου ἔλαβε τὴν ἄδειαν τῆς διαθέσεως μονομερῶς. Ἐνῷ λοιπὸν μονομερῶς εἶχε λάβει τὴν ἄδειαν νὰ διαθέσῃ ὡρισμένον ποσὸν ἐκ τῆς διαθήκης τοῦ ἀειμνήστου Συγγροῦ, ἡ αὐτὴ Κυβέρνησις διέθεσε καὶ ἄλλα ποσά. Εἰς τὸ ἄτοπον τοῦτο ὑπέπεσε καὶ ἡ παροῦσα Κυβέρνησις, ἡ ὁποία διέθεσε διὰ Β. Διατάγματος 750,000 δραχμὰς, αἱ ὁποῖαι ἀνήκουσιν εἰς τὸ ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως Ὑπουργεῖον, καὶ διὰ τὰς ὁποίας ἀπαιτεῖται νόμος, ἵνα χρησιμοποιηθῶσιν. Ἀλλ’ ἵνα συζητήσωμεν τὰς λεπτομερείας, πρέπει νὰ ἔχωμεν τὰ ἔγγραφα.
§55Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Τοῦτο νομίζω καὶ ἐγώ.
§56Α. ΣΤΥΜΦΑΛΙΑΔΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§57Δ. Π. ΝΙΚΑΣ. Κατὰ τὴν χθεσινὴν συνεδρίασιν ὑπεβλήθη παράκλησις ὑπὸ τῶν Βουλευτῶν Δωρίδος περὶ καθορισμοῦ τῶν χρεῶν τῶν ἐχόντων ἐθνικὰς γαίας εἰς τὴν ἐπαρχίαν Δωρίδος. Τὴν αὐτὴν παράκλησιν κάμνω καὶ ἐγὼ διὰ τὴν ἐπαρχίαν Παρνασσίδος, μὲ τὴν προσθήκην, ὅπως διαταχθῶσιν οἱ οἰκονομικοὶ ἔφοροι τοῦ Κράτους νὰ δέχωνται τὰς πληρωμὰς ὁλοκλήρους, ὅταν οἱ κάτοικοι θέλωσι νὰ πληρώσωσιν ὅλον τὸ ποσὸν, καὶ οὐχὶ ἐκ διαλειμμάτων.
§58ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ζητεῖ ἄλλος τις τὸν λόγον πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως; Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Συζήτησις περὶ τοῦ κύρους τῆς ἐκλογῆς τοῦ δήμου Ἰτάμου τῆς ἐπαρχίας Καρδίτσης. (Ἀναγινώσκεται τὸ συμπέρασμα τῆς ἐκθέσεως τοῦ οἰκείου τμήματος τῆς Βουλῆς). Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἔγκυρον τῆς ἐκλογῆς παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη τὸ ἔγκυρον τῆς ἐκλογῆς, καὶ νόμιμον βουλευτὴν τῆς ἐπαρχίας Καρδίτσης τὸν κ. Κωνσταντῖνον Ζωγλοπίτην. Συζήτησις ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τῆς Βουλῆς τῆς ἐνεστώσης Συνόδου.
§59ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Ὁ προϋπολογισμὸς τῶν ἐξόδων τῆς Βουλῆς δὲν εἶναι τόσον εὐκρινής. Παρατηρῶ δὲ, ὅτι ὑπερβαίνει τὰς δαπάνας τοῦ λήξαντος ἔτους, καὶ ἑπομένως δὲν εἶναι ἀληθὲς τὸ ἀναγραφόμενον ἐν τῇ εἰσηγητικῇ ἐκθέσει τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Λογιστικοῦ τῆς Βουλῆς, ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ τρέχοντος ἔτους εἶναι οἰκονομικώτερος τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ λήξαντος ἔτους, καὶ ὅτι ἡ ὑπάρχουσα ἐπὶ πλέον δαπάνη κατὰ τὸ ἔτος τοῦτο ἐκ 4432 δραχμῶν μετατρέπεται εἰς περίσσευμα· διότι πρέπει ν’ ἀφαιρεθῶσιν, ὡς ἀναφέρεται ἐν τῇ εἰσηγητικῇ ἐκθέσει, καὶ ἕτεραι 17,000 δραχμαὶ, αἱ ὁποῖαι ἐδαπανήθησαν διὰ μικρὰ ἔξοδα τῆς Βουλῆς κατὰ τὴν λήξασαν Σύνοδον. Ἀλλὰ καὶ αὐτὴ ἡ δαπάνη τῶν 17,000 δραχμῶν ἐὰν ἤθελε καταλογισθῆ εἰς βάρος τῆς ληξάσης Συνόδου, πάλιν θὰ ἔχωμεν κατὰ τὴν παροῦσαν Σύνοδον δαπάνην μείζονα, ἐὰν ἀφαιρέσωμεν πιστώσεις, αἱ ὁποῖαι ἀνήκουσιν εἰς κεκλεισμένας χρήσεις, καὶ αἱ ὁποῖαι εἶχον ἐπιβαρύνει τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ λήξαντος ἔτους. Ἡ ὑπέρβασις αὕτη δὲν ἐπιτρέπεται εἰς τὴν παροῦσαν Κυβέρνησιν, ἡ ὁποία ἔχει ἀναγράψει εἰς τὸ πρόγραμμά της τὰς οἰκονομίας, ἃς ἐπηγγέλλετο κατὰ διαφόρους περιστάσεις. Ἐνθυμοῦμαι ὅτι κατὰ τὴν τελευταίαν Σύνοδον διεξήχθη μακρὰ συζήτησις περὶ ἀσκόπων καὶ περιττῶν δαπανῶν, ἐγγεγραμμένων ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τῆς Βουλῆς· προεκλήθη μάλιστα καὶ ἡ γνώμη τῆς Βουλῆς· ἂν δὲ ἡ γνώμη τῆς τότε Ἀντιπολιτεύσεως καὶ νῦν Συμπολιτεύσεως εἶναι ἡ αὐτὴ, ἄξιον ἀπορίας μοὶ φαίνεται, πῶς δὲν περιέστειλε τὰς δαπάνας ἐκείνας, ἃς ἐθεώρει περιττὰς, ἀλλὰ παρουσιάζει προϋπολογισμὸν ἐξωγκωμένον μάλιστα κατά τινας χιλιάδας δραχμῶν...
§60ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸν προϋπολογισμὸν συντάσσει ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ Λογιστικοῦ.
§61ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Τῇ ὑποδείξει ὅμως ὑμῶν. Ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ ἡ ἐπιτροπὴ νὰ παρατηρήσω, ὅτι ἡ ἀναγραφὴ τῶν 5,000 δραχμῶν δὲν θέλει προλάβει τὰς δαπάνας τῶν μικρῶν ἐξόδων, ἐν ὅσῳ ὑπάρχει τὸ γνωστὸν ἄρθρον τοῦ Κανονισμοῦ. Αἱ οἰκονομίαι, αἱ ὁποῖαι δύνανται νὰ ἐπενεχθῶσι, δὲν ἐξαρτῶνται ἐκ τῆς καλῆς θελήσεως τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς, ἀλλ’ ἐκ τῶν διατάξεων τοῦ Κανονισμοῦ. Ἡ δαπάνη ἡ προστεθεῖσα πρὸ τεσσάρων ἐτῶν ὑπ’ ἐμοῦ, ὡς Ἐφόρου τῆς Βιβλιοθήκης τῆς Βουλῆς, πρὸς σύνταξιν καταλόγου, ἔφερε καρπούς. Ἡ πίστωσις ἐκείνη τῶν 2,000 δραχμῶν ὑπῆρξε καρποφόρος, διότι ἐδημοσιεύθη πολύτιμον τεῦχος τοῦ καταλόγου, τὸ ὁποῖον περιέχει πάντα τὰ ἐν τῇ Βιβλιοθήκῃ τῆς Βουλῆς εὑρισκόμενα περιοδικὰ καὶ ἐφημερίδας· τὸ ποσὸν τοῦτο τῶν 2,000 δραχμῶν ἀνεγράφετο κατ’ ἔτος πρὸς ἐξακολούθησιν τῆς συντάξεως τοῦ καταλόγου· ὁ διαδεχθεὶς με Ἔφορος τῆς Βιβλιοθήκης τῆς Βουλῆς ἐξηκολούθησε τὴν ἐργασίαν διὰ τῶν αὐτῶν ὑπαλλήλων, λίαν ἱκανῶν, ἐργατικῶν, καὶ γλωσσομαθῶν· ἡ πρὸς τὸν σκοπὸν δὲ τοῦτον δαπάνη ἀνεγράφη καὶ τὸ τρίτον ἔτος, ἀναβιβασθεῖσα ὅμως εἰς 7,000 δραχμάς· ἐν τούτοις τὸ ποσὸν ἐδαπανήθη χωρὶς οὐδὲν τεῦχος καταλόγου νὰ τυπωθῇ, καὶ τὸ ἑπόμενον ἔτος ἀνεγράφησαν πάλιν 7,000 δραχμαὶ, χωρὶς καὶ πάλιν οὐδὲν τεῦχος νὰ δημοσιευθῇ!
§62Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ποῦ ἐδαπανήθησαν;
§63ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Ἐδαπανήθησαν πρὸς μισθοδοσίαν τῶν ἐκτάκτων ὑπαλλήλων. Τὸ ποσὸν τίθεται εἰς τὴν διάθεσιν τοῦ Ἐφόρου τῆς Βιβλιοθήκης. Ὑπάρχει δὲ ἀνάγκη τῆς συντάξεως τοῦ καταλόγου. Ἀλλ’ ἡ ἀναγραφὴ τῶν 7,000 δραχμῶν καὶ διὰ τὸ τρίτον ἔτος δὲν ἐπιτρέπεται, ἀφοῦ δὲν ἐγένετο οὐδὲ γίνεται ἡ προσήκουσα ἐργασία, καθ’ ὅσον τοὐλάχιστον εἶναι γνωστὸν εἰς ἡμᾶς, τοὺς μὴ δυναμένους νὰ γινώσκωμεν τὰ τῆς ἰδιαιτέρας ὑπηρεσίας τῆς Βιβλιοθήκης τῆς Βουλῆς. Ἡ ἐκ νέου λοιπὸν ἀναγραφὴ τῶν 7,000 δραχμῶν...
§64ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καὶ ἐπὶ δεκάδα ἐτῶν θὰ ἀναγράφωνται, ἐφ’ ὅσον θὰ ἐξακολουθῇ ἡ Βουλὴ νὰ αὐξάνῃ τὸν ἀριθμὸν τῶν βιβλίων.
§65ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Τὸ ποσὸν τοῦτο τῶν 7,000 δραχμῶν πρὸς σύνταξιν καὶ ἐκτύπωσιν τοῦ καταλόγου καὶ προμήθειαν χάρτου πρέπει ἡ Βουλὴ νὰ τὸ διαγράψῃ.
§66ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ σταματήσῃ τότε ὁ κατάλογος, καὶ ἑπομένως ὅλη ἡ δαπάνη, ἡ ὁποία ἐγένετο μέχρι τοῦδε, θὰ ὑπάγῃ εἰς μάτην.
§67ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Ἐὰν ἡ Βουλὴ νομίζῃ, ὅτι ἡ δαπάνη δὲν εἶναι περιττὴ, ἂς μὴ τὴν διαγράψῃ. Ἐγὼ ἔχω τὴν ὑποχρέωσιν νὰ παρατηρήσω, ὅτι ἡ δαπάνη ἡ γενομένη κατὰ τὸ λῆξαν ἔτος δὲν ἔφερε τοὺς καρποὺς ἐκείνους, χάριν τῶν ὁποίων ἀνεγράφη ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τῆς Βουλῆς. Ἐπίσης παρατηρῶ εἰς τοὺς συντάκτας τοῦ προϋπολογισμοῦ, ὅτι ὑπάρχει σύγχυσίς τις εἰς τὸ δεύτερον κεφάλαιον, εἰς τὰ «Ἔξοδα Γραφείων Βουλῆς ἐν γένει». Εἶναι γνωστόν, ὅτι ἄρθρον τοῦ Κανονισμοῦ ἀναφέρει τὸν ἀριθμὸν τῶν ὑπαλλήλων καὶ τὴν μισθοδοσίαν αὐτῶν. Εἰς τὸν προϋπολογισμὸν προσετέθη τὸ ἑξῆς ἄρθρον: «Μισθὸς ἑνὸς θερμαστοῦ ἐπὶ ἕξ μῆνας· μισθὸς ἑνὸς καθαριστοῦ· μισθὸς ἑτέρου καθαριστοῦ, καὶ μισθὸς δύο καθαριστριῶν». Τὰ ποσὰ ταῦτα, λέγει ἡ ἔκθεσις, ὅτι κατεβάλλοντο ἐκ τοῦ κονδυλίου, τὸ ὁποῖον τίθεται εἰς τὴν διάθεσιν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Βουλῆς. Ποσὸν 2400 δραχμῶν ἐδίδετο διὰ τὸν καθαρισμὸν καὶ τὰς ἄλλας ὁμοίας φύσεως ἀνάγκας τῆς Βουλῆς, δὲν ἀνεγράφετο ὅμως ποτὲ ποσὸν διὰ μισθούς, οὐδὲ δύναται τοῦτο νὰ ἀναγραφῇ, ἂν μὴ προηγουμένως τροποποιηθῇ ὁ Κανονισμὸς καὶ προστεθῇ διάταξις διὰ τὸ νέον τοῦτο προσωπικόν.
§68Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Ἐννοεῖται, ὅτι θὰ τροποποιηθῇ ὁ Κανονισμός.
§69Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Πρέπει νὰ προηγηθῇ ἡ τροποποίησις τοῦ Κανονισμοῦ.
§70ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Κονδύλιον, τὸ ὁποῖον εἶναι ἀπαραιτήτως ἀναγκαῖον, εἶναι τὸ ἐν ἄρθρῳ 8 «δι’ ἐκτύπωσιν τῶν ἐντύπων τῆς Βουλῆς». Πρὸς τοῦτο ἀναγράφεται ποσὸν 2000 δραχμῶν, τὸ ὁποῖον βεβαίως εἶναι ἀνεπαρκές, καὶ οὕτω δὲν θὰ κατορθώσωμεν νὰ ἔχωμεν τὰ ἐστενογραφημένα πρακτικὰ τῆς ληξάσης Συνόδου.
§71Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Μοὶ φαίνεται, ὅτι θὰ ἦναι διὰ τὸν χάρτην, διότι ἐν τῷ νομοσχεδίῳ περὶ Ἐθνικοῦ Τυπογραφείου προστίθεται δαπάνη δι’ ἑπτὰ στοιχειοθέτας, ὥστε νὰ ἐπαρκῇ τὸ προσωπικὸν τοῦ Ἐθνικοῦ Τυπογραφείου εἰς τὴν ἐκτύπωσιν τῶν ἐστενογραφημένων πρακτικῶν.
§72ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Τότε ἴσως εἶναι ἐπαρκές. Εἰς τὸ κεφάλαιον Βʹ, ἄρθρον 14, ἀναγράφεται δαπάνη 5,000 δραχμῶν «διὰ μικρὰ ἔξοδα τῆς Βουλῆς», εἰς δὲ τὸ ἄρθρον 15 ἀναγράφεται δαπάνη 5,000 δραχμῶν «δι’ ἐνδεχομένην ὑπέρβασιν ἕνεκεν ἀπροόπτων δαπανῶν κλπ.» Τὰ δύο ταῦτα κονδύλια εἶναι ὅλως νέα· δὲν ὑπάρχουσιν εἰς τοὺς παλαιοὺς προϋπολογισμούς.
§73ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σᾶς ἐξηγῶ τὴν γνώμην τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Λογιστικοῦ. Εἶναι διὰ νὰ τεθῇ φραγμὸς εἰς τὴν διαχείρισιν τῶν μικρῶν λεγομένων ἐξόδων τοῦ ἄρθρου 83 τοῦ Κανονισμοῦ.
§74ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Καὶ θὰ τεθῇ εὐθὺς ὡς καταργηθῇ τὸ ἄρθρον 83 τοῦ ἐν ἰσχύϊ Κανονισμοῦ.
§75ΑΛΕΞ. Θ. ΖΑΙΜΗΣ. Ποία ἡ ἀνάγκη νὰ καταργηθῇ τὸ ἄρθρον 83 τοῦ Κανονισμοῦ; Τὸ ἄρθρον 83, κύριε Πρόεδρε, ἐτέθη ἀκριβῶς διὰ νὰ περιορίζῃ ἄτοπον, τὸ ὁποῖον ἐγίνετο πρὸ τῆς ἐπιψηφίσεως τούτου. Ἐπειδὴ ὅμως τὸ 83 ἄρθρον τοῦ Κανονισμοῦ δίδει τὸ δικαίωμα εἰς τὸν Πρόεδρον νὰ δαπανᾷ μικρὰ ποσά, δὲν ἕπεται ὅτι ὁ Πρόεδρος ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ δαπανᾷ ποσὰ τοσαῦτα, ὅσα τελευταῖον ἐδαπανήθησαν. Ὅτε ἐγὼ ἐπρότεινα τὴν τροποποίησιν τοῦ Κανονισμοῦ, ὡς πρὸς τὸ ἄρθρον τοῦτο, εἶχον ἐν νῷ ποσὰ ἀληθῶς μικρὰ, τουτέστι ποσὰ 500 ἢ 1000 δραχμῶν. Ἀλλὰ τὸ ποσὸν, ὅπερ ἐγένετο γνωστὸν ὅτι ἐδαπανήθη ἐσχάτως, δὲν εἶναι πλέον μικρὸν ποσὸν, εἶναι μέγα ποσόν. Καὶ ἀντὶ νὰ ζητῶμεν νὰ τροποποιήσωμεν ἄρθρον τοῦ Κανονισμοῦ καλῶς ἔχον, θὰ ἦτο προτιμότερον νὰ θέσωμεν φραγμὸν εἰς δαπάνας, αἱ ὁποῖαι δὲν ἐγένοντο ἐν τῷ πνεύματι τοῦ Κανονισμοῦ, οὐδὲ τοῦ ἄρθρου 83.
§76ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀλλὰ διάφορα μικρὰ ποσὰ, τὰ ὁποῖα ἐπληρώθησαν κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον, ἀνῆλθον εἰς δραχμὰς 17,300.
§77ΑΛΕΞ. Θ. ΖΑΙΜΗΣ. Κακῶς.
§78ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Βεβαίως τοῦτο εἶναι μία ὑπερβολή· καθυστεροῦνται δὲ καὶ 2,300 δραχμαί. Ἀνέρχεται λοιπὸν εἰς 20,000 δραχμὰς τὸ ποσὸν τοῦτο.
§79Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Πόσα ἐδαπανήθησαν;
§80ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Καὶ τοῦτο τὸ ζήτημα εἶχον σκοπὸν νὰ θίξω, καὶ θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν νὰ μὴ προβῇ εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ προϋπολογισμοῦ πρὶν ἢ κατατεθῇ πίναξ τῶν δαπανῶν τῶν 17,300 δραχμῶν.
§81ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐζήτησα τὸν πίνακα τοῦτον — διότι δυστυχῶς δὲν εὑρέθη ἐδῶ — ἀπὸ τὸν Κεντρικὸν ταμίαν.
§82ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Δὲν νομίζω, ὅτι εἶναι ἐπείγουσα ἡ ἐπιψήφισις τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τῆς Βουλῆς, διότι αἱ πλεῖσται τῶν δαπανῶν αὐτῶν ἐγένοντο ἤδη· ἐὰν δὲ ἐπὶ μίαν ἢ δύο ἡμέρας ἀναβληθῇ ἡ ἐπιψήφισις τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τῆς Βουλῆς, δὲν πιστεύω ὅτι ἡ ὑπηρεσία θὰ πάθῃ.
§83ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὲ τὴν διαφορὰν, ὅτι σεῖς προχθὲς ἀνησυχεῖτε, διότι δὲν εἶχεν ἔτι ὑποβληθῆ ὁ προϋπολογισμός. Ἐὰν δ’ ἐπεσπεύσθη ἡ εἰσαγωγὴ τοῦ προυπολογισμοῦ καὶ δὲν συνοδεύεται καὶ μὲ τὴν πρότασιν περὶ τροποποιήσεων τοῦ Κανονισμοῦ, τὰς ὁποίας ἔχω ὑπὸ σκέψιν, τοῦτο ὀφείλεται εἰς τὴν ἰδικήν σας σπουδήν. Σεῖς τὸν ἐζητήσατε, καὶ ἐξεφράσατε μάλιστα καὶ τὴν ἀπορίαν, πῶς ἐβράδυνεν ἐπὶ τόσον χρόνον. Ἐγὼ δὲν εἶχον κανένα λόγον νὰ ἐπισπεύσω τὴν εἰσαγωγήν.
§84ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Ἐξέφρασα ἀπορίαν, διότι τὸ πρῶτον κατὰ τὴν Σύνοδον ταύτην ὑπεβλήθη προϋπολογισμὸς τῶν ἐξόδων τῆς Βουλῆς μετὰ τρεῖς μῆνας ἀπὸ τῆς ἐνάρξεως τῆς Συνόδου. Ἐγὼ τοὐλάχιστον ἐπὶ 12 ἤδη ἔτη ἐν τῇ Βουλῇ ἐνθυμοῦμαι, ὅτι πάντοτε μετά τινας ἡμέρας ἀπὸ τοῦ καταρτισμοῦ τοῦ Σώματος ὑπεβάλλετο εἰς τὴν Βουλὴν ὁ προϋπολογισμὸς τῶν ἐξόδων αὐτῆς.
§85Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐγὼ δὲν ἐνθυμοῦμαι ποτὲ νὰ ὑπεβλήθη ἀμέσως ὁ προϋπολογισμὸς τῶν ἐξόδων τῆς Βουλῆς.
§86ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Δὲν εἶναι δεδικαιολογημένη ἡ βραδύτης τῆς ὑποβολῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ὁ κ. Πρόεδρος εἶπεν, ὅτι σκέπτεται νὰ μὴ ἐπιμείνῃ εἰς τὴν ἐπιψήφισιν αὐτοῦ τὴν ἑσπέραν ταύτην.
§87ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸν ἀποσύρω.
§88ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Εὐχαριστῶ.
§89Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐγένοντο παρατηρήσεις τινὲς, τὰς ὁποίας δὲν δύναται ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ Λογιστικοῦ τῆς Βουλῆς ν’ ἀφήσῃ ἄνευ ἀπαντήσεως. Εἶναι ἀνάγκη νὰ ἀπαντήσωμεν ἀπόψε, καὶ κατόπιν ἂς ἀναβληθῇ.
§90ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀμέσως ἀπαντᾶτε, ἀλλ’ ἐγὼ θὰ τὸν ἀποσύρω.
§91ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Εἶναι ἀνάγκη νὰ γείνῃ γνωστὸν, ὅτι δαπάναι, αἱ ὁποῖαι ἔλαβον χώραν κατὰ τὸ λῆξαν ἔτος, δὲν ἀναγράφονται, ὡς πρέπει, ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τῶν ἐξόδων τῆς παρούσης Συνόδου, ἡ δὲ μὴ ἀναγραφή, ὡς δεῖ, αὐτῶν φαίνεται ὡς οἰκονομία. Πρέπει π. χ. νὰ φανῇ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, ὅτι ἐγένετο δαπάνη 7,248 δραχμῶν διὰ κεκλεισμένας χρήσεις· διότι κατεβλήθησαν 5,512 δραχμαὶ εἰς τὸν βιβλιοπώλην Ἐλευθερουδάκην, 634 δραχμαὶ εἰς τὸν αὐτὸν βιβλιοπώλην, διότι κατεβλήθη ποσὸν 888 δραχμῶν εἰς τὸν βιβλιοπώλην Μπὲκ διὰ δαπάνην ὀφειλομένην ἀπὸ τοῦ 1897, ἂν δὲν μὲ ἀπατᾷ ἡ μνήμη· διότι κατεβλήθη ποσὸν δρ. 214 εἰς τὸν ἐν Ἰταλίᾳ γνωστὸν βιβλιοπώλην Ὀγκάνια. Τὰ ποσὰ δὲ ταῦτα ἀθροιζόμενα δίδουσι ποσὸν δραχμῶν 7,248. Ἀλλ’ ἀναγράφεται καὶ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ τρέχοντος ἔτους δαπάνη δραχμῶν 2602 διὰ κεκλεισμένας χρήσεις. Ἐὰν δὲ τὰ ποσὰ ταῦτα, τὰ ὁποῖα ἀνήκουσιν εἰς παλαιὰς χρήσεις, ἀθροισθῶσι καὶ ἀφαιρεθῶσιν ἐκ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ λήξαντος ἔτους, τότε θ’ ἀποδειχθῇ, ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς τῆς παρούσης Συνόδου, ὁ ὑποβληθεὶς εἰς τὴν Βουλήν, ἔχει πραγματικὰς δαπάνας 580,000 δραχμῶν, ὁ δὲ τοῦ λήξαντος ἔτους 566,000, ἤτοι 14,000 δραχ. ὀλιγωτέρας. Ἑπομένως διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν προϋπολογισμοῦ τῆς Βουλῆς ζητοῦνται ἐπὶ πλέον δραχ. 14,000, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον δὲν πιστεύω νὰ εὐχαριστῇ τὸν ἀξιότιμον Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν.
§92Π. Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, μίαν μικρὰν παρατήρησιν ἤθελον νὰ κάμω, ὅσον ἀφορᾷ τὸ κεφάλαιον τὸ ἀφορῶν τὴν ταξινόμησιν καὶ σύνταξιν καταλόγου τῆς Βιβλιοθήκης τῆς Βουλῆς...
§93Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Ἐὰν πρόκηται νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ συζήτησις, ἔχω καὶ ἐγὼ τὸν λόγον.
§94Π. Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Νομίζω, κύριε Πρόεδρε, ὅτι τὸ ποσόν, τὸ ὁποῖον ἔχει ἀναγραφῆ, τῶν 7,000 δραχμῶν εἶναι ἀναγκαιότατον· ἐνθυμοῦμαι δὲ, ὅτι τὸ ποσὸν τοῦτο ἀνεγράφη καὶ καθ’ ἣν ἐποχὴν ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας κ. Βουλευτὴς Κυθήρων ἦτο Ἔφορος τῆς Βιβλιοθήκης, καὶ ἠγόρευσε τότε διὰ μακρῶν ὁ κύριος Στάης, παραστήσας ὅτι ἡ ταξινόμησις καὶ σύνταξις καταλόγου εἶναι λίαν χρήσιμος πρὸς καταρτισμὸν Βιβλιοθήκης, ἣν ἀπαιτεῖ τὸ ἵδρυμα τοῦτο. Νομίζω δὲ, ὅτι ἡ αἰτίασις, τὴν ὁποίαν νῦν ἔφερεν, ὅτι ὁ Ἔφορος τῆς Βιβλιοθήκης δὲν ἐξετύπωσε τοὺς καταλόγους κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος, δὲν ἀφορᾷ τὸν νῦν Ἔφορον τῆς Βιβλιοθήκης· διότι, ἐὰν ἡ ἐργασία αὕτη δὲν ἐξετελέσθη, τοῦτο προῆλθε διότι ὁ προκάτοχος κ. Κανάρης ἠμέλησε νὰ ἐκπληρώσῃ τὸ καθῆκον τοῦτο, καίτοι τὰ ἔξοδα κατεβλήθησαν διὰ τὴν ἀνατεθεῖσαν αὐτῷ ἐργασίαν. Ἔκτοτε ὅμως μεγάλη ἐργασία ἔχει γείνῃ διὰ τὴν ἔκδοσιν τοῦ καταλόγου, διότι, ὡς μὲ πληροφοροῦσιν ἐκ τῆς Βιβλιοθήκης, μεγάλη σωρεία βιβλίων ἔχει ταξινομηθῆ, δὲν χρειάζεται δὲ παρὰ ἐλαχίστη ἔτι ἐργασία, ὅπως καταστρωθῇ ὁ κατάλογος, τὸν ὁποῖον ὑποθέτω, ὅτι ὁ νῦν Ἔφορος θὰ ἀναλάβῃ, ὅπως ἐκτυπώσῃ ταχέως. Συνεπῶς νομίζω, ὅτι τὸ ποσὸν τοῦτο πρέπει νὰ ἀναγραφῇ, καὶ νὰ μὴ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ἡ παρατήρησις τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Κυθήρων.
§95ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Ἰωάννης Καλούτσης ἔχει τὸν λόγον.
§96Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Δὲν γνωρίζω, κύριε Πρόεδρε, κατὰ τίνα μαθηματικὸν ὑπολογισμὸν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Κυθήρων μᾶς παρουσίασεν, ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς τῶν ἐξόδων τῆς Βουλῆς τοῦ τρέχοντος ἔτους παρουσιάζει αὔξησιν μεγαλειτέραν τῆς δαπάνης τῆς γενομένης ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τῆς Βουλῆς τοῦ παρελθόντος ἔτους καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ Κανονισμοῦ. Δὲν γνωρίζω κατὰ τίνα τρόπον ὑπολογίζει τοὺς ἀριθμοὺς, διότι ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Κυθήρων εἶναι καὶ δεινὸς μαθηματικὸς, καὶ συνεπῶς δύναται εὐκόλως νὰ χειρίζηται τοὺς ἀριθμούς. Ἐγὼ ὅμως, γνωρίζων τὰς τέσσαρας πράξεις τῆς ἀριθμητικῆς ἐπακριβῶς, βλέπω τὰ ἑξῆς, συγκρίνων τὴν μίαν δαπάνην πρὸς τὴν ἄλλην, ὅτι κυρίως τὸ ζήτημα τῆς αὐξήσεως ἢ τῆς ἐλαττώσεως τῶν δαπανῶν ἀποβλέπει εἰς τὸ κεφάλαιον Βʹ, διότι τὸ κεφάλαιον Αʹ «ἀποζημίωσις Βουλευτῶν» εἶναι, οὕτως εἰπεῖν, παγία δαπάνη. Ἐὰν συγκρίνωμεν τὸν προϋπολογισμὸν τὸν ὑποβαλλόμενον ὑπὸ τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς πρὸς τὸν προϋπολογισμὸν τῆς παρελθούσης Συνόδου μέχρι μὲν τοῦ ἄρθρου 13 δὲν ἔχομεν καμμίαν μεταβολὴν, οὐδὲ αὔξησιν μισθοδοσίας, πλὴν τῆς προσθήκης τῶν δύο καθαριστῶν, συνεπῶς ὁ προϋπολογισμὸς ὡς πρὸς τὰ ἄρθρα αὐτὰ εἶναι ὅμοιος πρὸς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ παρελθόντος ἔτους. Ἀλλὰ τί παρατηροῦμεν; ὅτι πέρυσιν ἐδαπανήθησαν ἀναμφισβητήτως ἐπὶ πλέον τῶν προϋπολογισθέντων ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ἄρθρου 83 τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς δραχ. 17,300, αἱ ὁποῖαι δὲν ἀναγράφονται εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ παρελθόντος ἔτους. Ἀλλ’ ἐκτὸς τῶν 17,300 τούτων δραχμῶν ἔχομεν ἀναγράψει ὡς ἀναγόμενον εἰς κεκλεισμένας χρήσεις ποσὸν 2,602 δραχμῶν. Ὥστε αἱ μὴ ἀναγραφεῖσαι καὶ πραγματοποιηθεῖσαι κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος δαπάναι εἶναι οὐχὶ 17,300 ἀλλὰ 19,902, ἴσως δὲ καὶ περισσότεραι, διότι καὶ αὐτὴν τὴν στιγμὴν μοὶ ἀναγγέλλει ὁ κ. Διευθυντὴς τοῦ Γραφείου τῆς Βουλῆς, ὅτι καὶ ἄλλαι σημειώσεις διαφόρων ἀπαιτητῶν παρουσιάζονται καθ’ ἑκάστην εἰς τὸ Γραφεῖον, καὶ πιθανὸν τὸ ποσὸν αὐτὸ νὰ ὑπερβῇ καὶ τὰς 21,000 δραχμάς. Κυρίως λοιπὸν πρέπει νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν οὐχὶ τὰ ποσὰ τὰ φαινόμενα εἰς τὸν πίνακα τοῦ παρελθόντος ἔτους, ἀλλ’ εἰς τὸν πίνακα τοῦτον πρέπει νὰ προσθέσωμεν καὶ τὸ ποσὸν τῶν 20,000 δραχμῶν. Εἶναι ἀληθές, ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ Λογιστικοῦ τῆς Βουλῆς ἐθεώρησεν ὅτι τὰ κακὰ, τὰ ὁποῖα παρουσιάζονται ἐκ τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου 83, ὡς πρὸς τὰ μικρὰ λεγόμενα ἔξοδα, ἐπιβάλλουσι τὴν ἀπάλειψιν αὐτοῦ, οὐχὶ δι’ ἔλλειψιν ἐμπιστοσύνης πρὸς τοὺς ἑκάστοτε Προέδρους τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ διότι πρέπει νὰ ἤμεθα ὅσον τὸ δυνατὸν ἀκριβέστεροι εἰς τὸν προϋπολογισμόν. Διὰ νὰ ἦναι ὁ προϋπολογισμὸς μὲ τὸν ἀπολογισμόν, οὕτως εἰπεῖν, ἐν ἰσορροπίᾳ, ἔπρεπε νὰ καθορίσωμεν τελείως, εἰ δυνατὸν, τὰς ἀπροόπτους δαπάνας, καὶ δι’ αὐτὸν τὸν λόγον ἡ ἐπιτροπὴ ἀνέγραψε τὰ ἄρθρα 14 καὶ 15 ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τῶν ἐξόδων τῆς ἐνεστώσης Συνόδου, τὰ ὁποῖα πιθανὸν ν’ ἀντιστοιχήσωσι πρὸς τὸ ποσὸν τῶν 20,000 δραχμῶν, τὸ δαπανηθὲν ὡς ἔκτακτα ἔξοδα κατὰ τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ παρελθόντος ἔτους. Εἶναι ὅμως βέβαιον, ὅτι δὲν θὰ δαπανηθῇ ποτὲ τὸ ποσὸν τῶν 10,000 δραχμῶν, διότι κυρίως, ὡς βλέπετε, τὸ ποσὸν τῶν 10,000 δραχμῶν ἀποβλέπει ὑπέρβασιν ἐξόδων τῆς Βουλῆς, τὰ ὁποῖα ἔξοδα εἶναι πιθανὸν νὰ μὴ δαπανηθῶσι κατὰ τὴν Σύνοδον ταύτην. Ἐπίσης εἶναι ἐλπὶς, ἢ μᾶλλον εἶναι βέβαιον, ἐφ’ ὅσον Πρόεδρος τῆς Βουλῆς εἶναι ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς συνάδελφος, ὅτι καὶ τὸ κονδύλιον τῶν μικρῶν ἐξόδων, τῶν 5,000, δὲν θέλει καταναλωθῆ. Συνεπῶς ὁ προϋπολογισμὸς ὁ παρουσιαζόμενος εἰς τὴν Βουλὴν εἶναι ηὐξημένος μόνον κατὰ 17,000 δραχμάς. Παρουσιάζεται δὲ ἐξωγκωμένος — καίτοι θὰ ἔχωμεν ἐλάττωσιν τῶν δαπανῶν — ἐπίτηδες, διότι ἠθελήσαμεν νὰ ἤμεθα εἰλικρινεῖς εἰς τὴν Βουλὴν, διότι ἐλάβομεν ὑπ’ ὄψιν τὰς ἐκτάκτους περιστάσεις, κατὰ τὰς ὁποίας ἠδύνατο νὰ ὑποβληθῇ ἡ Βουλὴ εἰς δαπάνας, δὲν ἠθελήσαμεν δὲ νὰ ἀποκρύψωμεν εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι εἴμεθα φειδωλοὶ, ἀλλ’ ἠθελήσαμεν νὰ προβλέψωμεν καὶ τὰς ἐκτάκτους δαπάνας, ἔστω καὶ ἂν πρὸς στιγμὴν χαρακτηρισθῶμεν ὡς μὴ μεριμνῶντες περὶ οἰκονομιῶν. Συνεπῶς, καθαρῶς καὶ κατὰ μαθηματικὴν ἀκρίβειαν, ὁ προϋπολογισμὸς τῆς τρεχούσης Συνόδου παρουσιάζει οἰκονομίας πολὺ μεγάλας ἐν σχέσει πρὸς τὸν τοῦ παρελθόντος ἔτους, ἐν σχέσει οὐχὶ πρὸς τὰ προϋπολογισθέντα, ἀλλὰ πρὸς τὰ δαπανηθέντα, διότι τὰ δαπανηθέντα εἶναι ὁ ἀκριβὴς προϋπολογισμός. Δὲν θέλω νὰ εἴπω, πῶς καὶ κατὰ τίνα τρόπον ἐδαπανήθησαν· διότι, ἄν τις ἤθελε ῥίψει ἕν βλέμμα ἐπὶ τῶν δαπανηθέντων κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον, καὶ ἤθελεν ἐξετάσει τὸν τρόπον, καθ’ ὃν ἐδαπανήθησαν, ἐν ἀγνοίᾳ βεβαίως παντός, ἤθελεν οἰκτείρει τὴν κατάστασιν.
§97Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Μικρὰ ἔξοδα;
§98Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Εἶναι ἐνδεικτικόν, ἐὰν εἴπω πρὸς τὸν κ. ἐκ Κυθήρων Βουλευτήν, ὅτι διὰ μίαν ταινίαν, ἡ ὁποία τίθεται εἰς τὴν ῥαφὴν ἑνὸς τραπεζίου, ἐδαπανήθησαν δραχμαὶ 90, διὰ πρᾶγμα δηλαδή, τὸ ὁποῖον εὑρίσκει τις εἰς τὴν ἀγορὰν ἴσως μὲ δύο μόνον δραχμάς! Ἀλλὰ τοῦτο βεβαίως ἄλλοι κέκληνται νὰ ἐξετάσωσι. Δὲν εἶναι ἐμὸν ἔργον. Ἀνεγράψαμεν τὰ ἔξοδα τῶν καθαριστῶν, ὡς ἔχουσι, διότι εἶναι δαπάνη θετικὴ καὶ βεβαία. Εἰς τοὺς προϋπολογισμοὺς τῶν παρελθόντων ἐτῶν δὲν ἀνεγράφετο, πάντοτε ὅμως ὑπῆρχεν ἡ ἀνάγκη αὕτη. Ἡμεῖς ἠθελήσαμεν νὰ τὴν ἀναγράψωμεν, διὰ νὰ ἤμεθα ἀκριβεῖς· γνωρίζομεν δὲ ἤδη, τί θὰ ἔχωμεν καθ’ ἑκάστην Σύνοδον. Τί σημαίνει, ἐὰν ὑπὸ κοινόν τι ἄρθρον τοῦ κεφαλαίου τούτου ἀναγράφωμεν δαπάνας καθαριότητος; θέλομεν νὰ ὁρίσωμεν τὴν δαπάνην, καὶ φρονῶ ὅτι δὲν ἔπρεπε διὰ τοῦτο νὰ μᾶς παρατηρήσῃ ὁ κ. ἐκ Κυθήρων Βουλευτής. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κυθήρων εἶπεν, ὅτι κατὰ παράδοξον τρόπον δὲν ἀναγράφονται κατ’ ἄτομον αἱ μισθοδοσίαι. Ἐγὼ δὲν καταγίνομαι εἰς τὰ λογιστικὰ, ἀλλ’ ὑποθέτω, ὅτι ὁ κ. ἐκ Κυθήρων Βουλευτής, γνωρίζων ἄριστα τὴν διαίρεσιν, ἠδύνατο ἀξιόλογα νὰ τὸ ἀνεύρῃ, διότι ἀνευρίσκει ἔναντι ἑκάστου ποσοῦ τὰ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα θὰ λάβωσι τὸ ποσὸν τοῦτο· λόγου χάριν, εἰς τὸ πρῶτον ἄρθρον βλέπει, ὅτι εἷς εἶναι ὁ Διευθυντὴς, εἰς τὸ δεύτερον, ὅτι εἷς εἶναι ὁ συντάκτης τῶν πρακτικῶν, εἰς τὸ τρίτον, εἷς ὁ διορθωτὴς τῶν ἐντύπων, εἰς τὸ τέταρτον, εἷς ὁ διεκπεραιωτὴς, εἷς λογιστὴς, εἷς ἀρχειοφύλαξ, καὶ τὰ λοιπά. Ἐὰν λοιπὸν ἔκαμνε μίαν διαίρεσιν τοῦ εἰρημένου ποσοῦ διὰ τοῦ δύο, θὰ εὕρισκε πόσα εἶναι. Λοιπὸν καὶ τοῦτο ἐθεωρήθη περιττόν. Ἐπειδὴ δὲ πάντοτε μᾶς διέπει πνεῦμα οἰκονομίας, δι’ αὐτὸν τὸν λόγον ἐκάμομεν καὶ οἰκονομίαν ἀκόμη εἰς τὸν ἀριθμόν.
§99ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸν λόγον.
§100Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Εἰς τὸ Γραφεῖον τῆς Βιβλιοθήκης τῆς Βουλῆς διὰ τὸ ποσὸν τῶν 7,000 δραχμῶν, ἐν τῇ ἐκθέσει, τὴν ὁποίαν ἀπηύθυνε πρὸς ἡμᾶς ὁ κ. Ἔφορος τῆς Βιβλιοθήκης, ἀναγράφεται λεπτομερῶς ὁ σκοπὸς, καὶ ὑποθέτω, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν θὰ ἀρνηθῇ ποτὲ τὴν ψήφισιν τοῦ κονδυλίου. Ἐπειδή, κύριε Πρόεδρε, ὁ κ. ἐκ Κυθήρων Βουλευτὴς ᾐτήσατο νὰ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις, ἵνα γείνῃ λεπτομερὴς ἐργασία, καὶ ἐγὼ θὰ παρακαλέσω ὑμᾶς νὰ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τῆς Βουλῆς, διὰ νὰ προσκομίσωμεν καὶ ὅλα τὰ ἀποδεικτικὰ μέσα, ὅλας τὰς ἀποδείξεις τῶν δαπανῶν τοῦ παρελθόντος ἔτους.
§101Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε, Πρόεδρε, εἶναι ἀνάγκη νὰ ἀναβληθῇ.
§102ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Κύριε συνάδελφε, ἔχω ἐγὼ τὸν λόγον. Εἶναι προσωπικὸν μεταξὺ ἐμοῦ καὶ τοῦ κ. Καλούτση. Ἄλλως τε ἐγὼ εἶχον ζητήσει προηγουμένως τὸν λόγον. Δὲν ἔχω πολλὰ νὰ εἴπω.
§103Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Οὔτε ἐγώ. Κύριε Πρόεδρε, εἶναι ἀνάγκη νὰ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις, ἵνα ἐφαρμοσθῇ ὁ Κανονισμός, διότι κατὰ τὸ ἄρθρον 84 «ἅμα τῇ ἐνάρξει τῶν ἐργασιῶν ἑκάστης Συνόδου ὁ Κεντρικὸς ταμίας ὀφείλει νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς πίνακα, ἐμφαίνοντα τοὺς ἀριθμοὺς, τὰ χρηματικὰ ποσὰ καὶ τὴν αἰτίαν τῆς πληρωμῆς τῶν ἐπὶ τοῦ ταμείου του ἐκδοθέντων χρηματικῶν ἐνταλμάτων διὰ τὰ ἔξοδα ἐν γένει τῆς Βουλῆς καθ’ ὅλον τὸ χρονικὸν διάστημα, τὸ ἀπὸ τῆς ἐνάρξεως τῆς προηγουμένης Βουλευτικῆς Συνόδου μέχρι τῆς ἐνάρξεως τῆς νέας, καὶ τῶν ἀπέναντι αὐτῶν πληρωθεισῶν χρηματικῶν ποσοτήτων». Δὲν ἀνεγράφη δὲ ἀσκόπως ἡ διάταξις αὕτη. Τὸ ἄρθρον 84 ἔχει τὴν ἀρχὴν, ὅτι δέον ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ Λογιστικοῦ νὰ ἔχῃ τὰ δεδομένα τῆς ἐργασίας, ἥτις ἐγένετο. Εἶναι δὲ ἀναγκαία ἡ προσαγωγὴ τοῦ πίνακος τούτου, τοῦ ὑπὸ τοῦ Κανονισμοῦ ὁριζομένου, ἵνα χρησιμεύσῃ ὄχι μόνον πρὸς καταρτισμὸν τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐν τῇ λογιστικῇ ἐπιτροπῇ, ἀλλὰ καὶ πρὸς ψήφισιν τοῦ προϋπολογισμοῦ ὑπὸ τῆς Βουλῆς, ἐχούσης ὑπ’ ὄψει, τίνες αἱ δαπάναι, κατὰ τίνα τρόπον ἐγένοντο, καὶ ἂν πραγματικῶς ἐξηντλήθησαν ὅλα τὰ κονδύλια καὶ τὰ ἄρθρα τοῦ Προϋπολογισμοῦ.
§104ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι εἰς τὴν διάθεσίν τας. Ἀλλὰ δὲν ἐτυπώθη. Θέλετε νὰ τυπωθῇ;
§105Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι θέλω. Ἐκ τοῦ Κανονισμοῦ, κύριε Πρόεδρε, κατὰ τὸ ἄρθρον 85, ἐπιβάλλεται ὁ ἀπολογισμὸς, ὁ ὁποῖος τὸν ἴδιον λόγον ἔχει. Ἀκούων τὸν κύριον ἐκ Κυθήρων Βουλευτὴν καὶ τὸν κύριον ἐκ Κυνουρίας ἐρίζοντας περὶ τοῦ ἂν ὁ προϋπολογισμὸς ὁ ἐφετεινὸς θέλει παρουσιάσει περισσότερα ἢ ὀλιγώτερα ἔξοδα τοῦ παλαιοῦ ἐκπλήττομαι· διότι, ὅταν δὲν ἔχωμεν τὸν ἀπολογισμὸν, ἵνα ἴδωμεν, ἂν ἐξηντλήθησαν πᾶσαι αἱ πιστώσεις, αἱ διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ ζητηθεῖσαι, δὲν δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν μαθηματικῶς τὸ ποσὸν τῶν δαπανηθέντων. Ἀλλὰ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συζητῶμεν ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ δι’ ἄλλον λόγον, διότι, κύριε Πρόεδρε, κατὰ τὸ ἄρθρον 77, «οὐδεμία δαπάνη ἐπιτρέπεται διὰ τὸ προσωπικὸν πέραν τοῦ ἀναγεγραμμένου μισθολογίου ἐν τῷ παρόντι ἄρθρῳ καὶ τῷ προηγουμένῳ». Ἐὰν δὲ ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει ἀνεγράφομεν συζήτησιν ἐπὶ τῆς τροποποιήσεως ἄρθρων τινῶν τοῦ Κανονισμοῦ, καὶ εἶτα συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ, θὰ ἐβαδίζομεν συμφώνως μὲ τὸν Κανονισμόν. Ἐπὶ τούτῳ τῷ λόγῳ, ἀφίνων τὴν οὐσιαστικὴν συζήτησιν ἐπὶ τοῦ ἔργου τῆς ἐπιτροπῆς τῆς Βουλῆς, παρακαλῶ νὰ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις, καὶ νὰ προταχθῇ ἡ τροποποίησις τοῦ Κανονισμοῦ, ἡ ὁποία προηγεῖται.
§106ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁπωσδήποτε ὁ πίναξ αὐτὸς ἐζητήθη ἀπὸ τὸν Κεντρικὸν ταμίαν, καὶ εὑρίσκεται εἰς τὴν διάθεσιν τῶν κυρίων Βουλευτῶν. Θέλει ἡ Βουλὴ νὰ τυπωθῇ; δὲν ἔχω καμμίαν δυσκολίαν. Ἀλλ’ ἀναγκαίως θ’ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις ἐπὶ ὀκτὼ ἡμέρας.
§107Ν. ΜΙΣΥΡΛΗΣ. Νὰ τυπωθῇ βεβαίως καὶ νὰ διανεμηθῇ.
§108ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εἶναι ὁ ἀπολογισμός· εἶναι ὁ πίναξ τῶν διαφόρων ἐξόδων, συμφώνως πρὸς τὸ ἄρθρον 83 τοῦ Κανονισμοῦ.
§109Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Διὰ τοῦ ἄρθρου 85 ἐπιβάλλεται ἡ ὑποβολὴ τοῦ ἀπολογισμοῦ.
§110ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 84 (ἀναγινώσκει): «Ἅμα τῇ ἐνάρξει τῶν ἐργασιῶν ἑκάστης Συνόδου ὁ Κεντρικὸς ταμίας ὀφείλει νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς πίνακα, ἐμφαίνοντα τοὺς ἀριθμούς, τὰ χρηματικὰ ποσὰ καὶ τὴν αἰτίαν τῆς πληρωμῆς τῶν ἐπὶ τοῦ ταμείου του ἐκδοθέντων χρηματικῶν ἐνταλμάτων διὰ τὰ ἔξοδα ἐν γένει τῆς Βουλῆς καθ’ ὅλον τὸ χρονικὸν διάστημα τὸ ἀπὸ τῆς ἐνάρξεως τῆς προηγουμένης Βουλευτικῆς Συνόδου μέχρι τῆς ἐνάρξεως τῆς νέας, καὶ τῶν ἀπέναντι αὐτῶν πληρωθεισῶν χρηματικῶν ποσοτήτων.»
§111Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὑπεβλήθη ὁ πίναξ;
§112ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὐτὸ εἶναι καινοτομία τοῦ νέου Προεδρείου, διότι μέχρι τοῦδε οὐδέποτε ἐφηρμόσθη αὐτὸ τὸ ἄρθρον. Τὸ νέον Προεδρεῖον δι’ ἐγγράφου του ἐζήτησεν ἀπὸ τὸν Κεντρικὸν ταμίαν, ὅπως ὑποβληθῇ αὐτὸς ὁ πίναξ· καὶ ὑπεβλήθη, καὶ εὑρίσκεται εἰς τὴν διάθεσιν τῶν κ. Βουλευτῶν.
§113Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐπεξήγησις τοῦ ἄρθρου τοῦ ἀφορῶντος τὰς μικρὰς δαπάνας. Ἑπομένως θὰ ὑποβληθῇ συμφώνως μὲ τὸν ἀπολογισμόν.
§114ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα.
§115ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Περὶ τῶν ἄρθρων, τὰ ὁποῖα ἀνεγνώσατε, τοῦ 84 καὶ 85, δὲν ἐγένετο λόγος, διότι βεβαίως δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ὑποτεθῇ, ὅτι ἡ σύνταξις τοῦ προϋπολογισμοῦ, τοῦ ὑποβληθέντος εἰς τὴν Βουλήν, ἠδύνατο νὰ γείνῃ ἄνευ τῶν στοιχείων ἐκείνων, ἐπὶ τῶν ὁποίων βασιζομένη ἡ ἐπὶ τοῦ Λογιστικοῦ ἐπιτροπὴ κατὰ τὸν Κανονισμὸν καταρτίζει αὐτόν. Ἀναμφισβητήτως τὰ στοιχεῖα ταῦτα ἔχουσα ὑπ’ ὄψιν ἡ ἐπὶ τοῦ Λογιστικοῦ ἐπιτροπή, συνέταξε τὸν προϋπολογισμὸν τῶν ἐξόδων τῆς παρούσης Συνόδου.
§116Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Μάλιστα.
§117ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Δὲν ἐζήτησα τὴν τύπωσιν αὐτῶν, καίτοι ὁ Κανονισμὸς ἐπιτάσσει τὴν τύπωσιν καὶ τὴν διανομὴν εἰς τοὺς Βουλευτάς.
§118ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὄχι.
§119ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Τὸ ἄρθρον 85 λέγει, κύριε Πρόεδρε, τὰ ἑξῆς: «Ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ κατὰ τὸ προηγούμενον ἄρθρον πίνακος ὁ λογιστὴς τῆς Βουλῆς καταστρώνει τὸν ἀπολογισμὸν τῶν ἐξόδων, τὸν ὁποῖον ὑποβάλλει μεθ’ ὅλων τῶν δικαιολογητικῶν ἐγγράφων εἰς τὴν ἐπὶ τοῦ Λογιστικοῦ ἐπιτροπήν, ἥτις, ἀφοῦ τὸν ἐπεξεργασθῇ καὶ φέρῃ οἱασδήποτε νομίζῃ ἐπ’ αὐτοῦ παρατηρήσεις, τὸν παραδίδει εἰς τὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς, ὅστις διατάσσει τὴν τύπωσιν καὶ τὴν διανομὴν αὐτοῦ τε καὶ τῆς ἐκθέσεως τῆς ἐπὶ τοῦ λογιστικοῦ ἐπιτροπῆς τῆς Βουλῆς εἰς τοὺς Βουλευτάς...»
§120ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὄχι τοῦ πίνακος. Τοῦ ἀπολογισμοῦ.
§121ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Τοῦ ἀπολογισμοῦ, βεβαίως. Τοῦτον ἐννοεῖ. Ἐγὼ ἐζήτησα τὴν ἀναβολὴν, διὰ νὰ προσαχθῶσι τὰ δικαιολογητικὰ, τὰ ὁποῖα τὸ ἄρθρον 83 τῆς Βουλῆς ἐπιβάλλει. Ποῖα δὲ εἶναι ταῦτα; Εἶναι τὰ δικαιολογητικὰ, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὁποίων, τῇ παραγγελίᾳ τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς, ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐξέδωκε τὰ ἐντάλματα, ἃ ἐξηργύρωσεν ὁ Κεντρικὸς ταμίας ἐπὶ ἀποδόσει λογαριασμοῦ διὰ λογαριασμὸν τοῦ λογιστοῦ τῆς Βουλῆς. Ταῦτα ἐζήτησα διὰ νὰ ἴδω κατὰ πόσον εἶναι δεδικαιολογημένη ἡ δαπάνη, τὴν ὁποίαν ἀναφέρετε μὲν ἐν τῇ ἐκθέσει συλλήβδην, οὐχὶ ὅμως καὶ ἀναλυτικῶς. Κατάπληξιν δὲ μοὶ ἔκαμε τὸ πρὸ μικροῦ λεχθὲν, ὅτι καὶ ταύτην τὴν στιγμὴν προσκομίζουσι καὶ ἄλλας πληροφορίας καὶ αἰτήσεις εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῆς Βιβλιοθήκης τῆς Βουλῆς, διὰ τῶν ὁποίων ἀποδεικνύεται, ὅτι καὶ ἄλλοι ἔχουσι νὰ λάβωσιν, ὥστε θὰ ἦναι δυνατὸν νὰ ἔχωσι νὰ λάβωσι καὶ ἄλλοι μετὰ τὴν λῆξιν τῆς Συνόδου, κατὰ τὴν ὁποίαν πλέον οὐδεμία δαπάνη ἐπιτρέπεται εἰς βάρος τῆς ληξάσης Συνόδου. Ὁ λογιστὴς τῆς Βουλῆς, ὁ τέως, εἶναι ὑπόχρεως νὰ παραδώσῃ εἰς τὸν διάδοχόν του πάντα τὰ δικαιολογητικὰ, ἐπὶ τῇ βάσει δὲ αὐτῶν ν’ ἀναγραφῇ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τῶν ἐξόδων τῆς Βουλῆς ἰδιαίτερον κεφάλαιον, εἰς τὸ ὁποῖον νὰ ἀναγράφωνται ὅλαι αἱ ἔκτακτοι δαπάναι τῶν κεκλεισμένων χρήσεων· ταύτας δὲ τὰς δαπάνας ἐνόει πρὸ μικροῦ ὁ κ. Βουλευτὴς, ὅτε ἔλεγεν ὅτι, ἐὰν προσθέσητε αὐτὰς εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ λήξαντος ἔτους, θὰ ἔχητε προϋπολογισμὸν ἀνώτερον τοῦ συζητουμένου. Ἀλλὰ τὰς δαπάνας ταύτας δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξετάσω, διότι δὲν γνωρίζω τὰς λεπτομερείας αὐτῶν. Γνωρίζω ὅτι εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τῶν ἐξόδων τῆς Βουλῆς τοῦ λήξαντος ἔτους ὑπῆρχε ποσὸν 8,000 δραχμῶν διὰ κεκλεισμένας χρήσεις. Τὸ ποσὸν τοῦτο δὲν εἶναι πρέπον νὰ καταλογίσητε εἰς βάρος τῆς χρήσεως τῆς ληξάσης Συνόδου. Θὰ ἀφαιρέσητε λοιπὸν καὶ τοῦτο τὸ ποσόν. Σεῖς δὲ πάλιν εἰς τὸν προϋπολογισμόν σας τοῦ τρέχοντος ἔτους ἀναγράφετε ποσὸν 2602 δραχμῶν εἰς βάρος τῆς ληξάσης Συνόδου, καὶ τοῦτο τὸ ποσὸν δὲν εἶναι πρέπον νὰ καταλογίσωμεν εἰς βάρος τοῦ προϋπολογισμοῦ σας. Καὶ ταύτας θὰ ἀφαιρέσωμεν, καὶ ἐκείνας θὰ ἀφαιρέσωμεν, καὶ τότε θὰ κάμωμεν τὴν σύγκρισιν, τὴν ὁποίαν ἐγὼ πρὸ μικροῦ ἔλεγον, καὶ τὴν ὁποίαν σεῖς ἐκακίσατε, καίτοι, ὡς εἴπετε, δὲν ἔχετε τὰς μαθηματικὰς γνώσεις, τὰς ὁποίας ἔχω ἐγώ. Δὲν χρειάζονται μαθηματικαὶ γνώσεις, διὰ νὰ γείνῃ πρόσθεσις καὶ ἀφαίρεσις. Ταύτην τὴν πρόσθεσιν καὶ ἀφαίρεσιν ἐὰν πράξητε, θὰ ἴδητε, ὅτι σεῖς ἔχετε ἀναγράψει ἐπὶ πλέον ποσὸν 2000 δραχμῶν, τὸ ὁποῖον δὲν ἦτο ἀναγεγραμμένον κατὰ τὴν λήξασαν Σύνοδον, ὑπὸ κεφάλαιον Βʹ καὶ ἄρθρον 8, «δι’ ἐκτύπωσιν τῶν ἐντύπων τῆς Βουλῆς». Θὰ ἴδητε ὅτι συγχρόνως ἔχετε ἀναγράψει ἐπὶ πλέον 420 δραχμὰς ὑπὸ κεφάλαιον Βʹ καὶ ἄρθρον 10 διὰ μισθὸν θερμαστοῦ ἐπὶ ἕξ μῆνας· θὰ ἴδητε, ὅτι ἀνεγράψατε ἄλλο ποσὸν 600 δρ. ὑπὸ κεφάλαιον Βʹ ἄρθρον 13 «διὰ προμήθειαν ὕδατος Ἀμαρουσίου»...
§122Ι. Γ. ΛΑΠΠΑΣ. Αἱ ὁποῖαι δαπανῶνται πάντοτε.
§123ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Ὄχι πάντοτε... Ἐν κεφαλαίῳ Βʹ ἄρθρῳ 11 ἔχετε μισθὸν ἑνὸς καθαριστοῦ δραχ. 840, μισθὸν ἑτέρου καθαριστοῦ δραχ. 600, μισθὸν δύο καθαριστριῶν δρ. 960. Ταῦτα τὰ ποσὰ ἀπαρτίζουσι τὰς 2400 δραχμάς, τὰς ὁποίας ἔχει ἀναγράψει καὶ ὁ προϋπολογισμὸς τῆς ληξάσης Συνόδου. Τὰ ἄλλα ποσὰ εἶναι πρόσθετα, τὰ ὁποῖα σεῖς προσθέτετε σήμερον. Εἰς τὸ κεφάλαιον Γʹ ἄρθρον 4 προσθέτετε ἐπίσης δρ. 500 δι’ ἔξοδα τῆς Ἐφορείας κλπ. Τὸ ἕβδομον ἄρθρον εἶναι κατὰ ποσὸν ἔλαττον, διότι ἔχετε 500 δρ. ἀπέναντι τῶν δύο χιλιάδων κατὰ τὸ παρελθόν. Κατόπιν ἄρθρον 10 «ἔξοδα καθαριότητος Βιβλιοθήκης καὶ ἀναγνωστηρίου» δρ. 360, τὸ ὁποῖον εἶναι ἀδικαιολόγητον, διότι δὲν λαμβάνετε ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ἔχετε ἀναγράψει ποσὸν καθαριότητος ἀλλαχοῦ.
§124Ι. Γ. ΛΑΠΠΑΣ. Εἶναι ἰδιαιτέρα ὑπηρεσία τῆς Βιβλιοθήκης.
§125ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Ὁ προϋπολογισμὸς τῶν δαπανῶν τῆς παρελθούσης Συνόδου ἦτο μεγαλείτερος, διότι ἀνέγραφε τοὺς μισθοὺς δύο ἀσθενῶν καὶ γερόντων, οἱ ὁποῖοι ἀπὸ τεσσαρακονταετίας ὑπηρετοῦσιν εἰς τὴν Βουλήν, καὶ δὲν ἦτο πρέπον νὰ τοὺς ἀποπέμψωμεν· δὲν ἦτο πρέπον ν’ ἀποπέμψωμεν τὸν μπάρμπα–Στέφανον, τὸν τυφλὸν καὶ πιστὸν ἐκεῖνον ὑπηρέτην τῆς Βιβλιοθήκης τῆς Βουλῆς, ὁ ὁποῖος ἀπεβίωσε κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος, καὶ ὁ ὁποῖος ἐξηκολούθει νὰ μισθοδοτῆται, καὶ τὸν μπάρμπ’-Ἀντώνην, ὁ ὁποῖος ἀπεβίωσε πρό τινος, καὶ ὁ ὁποῖος ἐμισθοδοτεῖτο χωρὶς νὰ ὑπηρετῇ. Αἱ πιστώσεις αἱ σχετικαὶ ἀπηλείφθησαν εἰς τὸν ἐφετεινὸν προϋπολογισμόν. Ἐπίσης ἀναγράφονται καὶ χίλιαι δραχμαὶ πρὸς ἀγορὰν τῆς εἰκόνος τοῦ ἀειμνήστου Φιλήμονος. Ὡς Ἔφορος τῆς Βιβλιοθήκης καὶ ὡς ὁ πρῶτος ὀργανωτὴς αὐτῆς, ὁ Φιλήμων εἶναι ἄξιος πάσης τιμῆς· τὴν τιμὴν δὲ ταύτην ἐξεδήλωσεν ἐμπράκτως ἡ Βουλή, διαθέσασα μεγάλα ποσὰ πρὸς ἀγορὰν Βιβλίων, προερχομένων ἐκ τῆς βιβλιοθήκης αὐτοῦ, καὶ ἐπὶ τῆς ἐμῆς ἐφορείας καὶ ἐπὶ τῆς ἐφορείας ἄλλων συναδέλφων. Ἡ δαπάνη αὕτη τῶν χιλίων δραχμῶν δὲν εἶναι ἀπαραιτήτως ἀναγκαία, διότι ἐπὶ τέλους δὲν ἔχετε καὶ τόπον πρὸς τοποθέτησιν τῆς εἰκόνος.
§126ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κυρίως αὐτὸ εἶναι.
§127Ι. Γ. ΛΑΠΠΑΣ. Γίνεται καὶ γραφεῖον Ἐφορείας, καὶ διὰ τοῦτο ζητεῖται ἡ δαπάνη τῶν χιλίων δραχμῶν.
§128ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Εἶναι τόσον μικρὸς ὁ χῶρος, ὥστε οἱ κλητῆρες τῆς Βιβλιοθήκης τῆς Βουλῆς κατοικοῦσιν εἰς τὰ ὑγρὰ ὑπόγεια τῆς Βιβλιοθήκης, εἷς δὲ προσεβλήθη ἀπὸ φθίσιν καὶ ἀπέθανε. Τὰ μέχρι τοῦδε λεχθέντα ἀποδεικνύουσιν, ὅτι πρέπει νὰ ἀναβληθῇ ἡ ἐπιψήφισις τοῦ προϋπολογισμοῦ τῆς Βουλῆς ὡς ἐδέχθη ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς. Ἀλλὰ πρὶν ἔλθωμεν εἰς νέαν συζήτησιν αὐτοῦ ἀνάγκη νὰ ἐφαρμοσθῶσι τὰ σχετικὰ ἄρθρα τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς, περὶ ὧν ὡμίλησα.
§129Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Βεβαίως πρέπει νὰ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις, διὰ νὰ μελετήσῃ τοὺς πίνακας ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κυθήρων, διότι ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς πρὸ μικροῦ ἔλεγεν, ὅτι ἡμεῖς προσεθέσαμεν δαπάνας εἰς τὸν ἐφετεινὸν προϋπολογισμόν, καὶ ἀνεγίνωσκε τὸ ἄρθρον 11 τοῦ Βʹ κεφαλαίου, καὶ ἔλεγεν ὅτι «ἡμεῖς μισθὸν καθαριστοῦ δὲν εἴχομεν ἐγγράψει, ἡμεῖς μισθὸν δευτέρου καθαριστοῦ δὲν εἴχομεν ἐγγράψει, μισθὸν δύο καθαριστριῶν δὲν εἴχομεν ἐγγράψει», καὶ οὕτω καθεξῆς. «Σεῖς λοιπὸν, λέγει, ἐγγράφετε κονδύλια περισσότερα· ἡμεῖς δὲν εἴχομεν τόσα». Ἐν τούτοις, ἐὰν ἔδιδε προσοχὴν εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ παρελθόντος ἔτους, θὰ ἔβλεπεν ὑπὸ τὸ ἄρθρον 9 «διὰ καθαριότητα τοῦ Βουλευτηρίου δραχ.2,400», τὰς ὁποίας ἡμεῖς δὲν ἐνεγράψαμεν· ἡμεῖς διαθέτομεν τὰς 2400 δρ. δι’ ἕνα καθαριστὴν καὶ ἕτερον καθαριστὴν καὶ διὰ δύο καθαριστρίας. Τοιαῦται εἶναι αἱ ἀνωμαλίαι καὶ αἱ συγχύσεις, τὰς ὁποίας ἀνεκάλυψεν ὁ κύριος Στάης καὶ εἰς τὰ ἄλλα κεφάλαια καὶ ἄρθρα τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τῆς Βουλῆς! Ἐν τούτοις ἐπιφυλαττόμεθα αὔριον νὰ λάβωμεν τὸν λόγον.
§130Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐκ τῆς ἐκθέσεως καὶ τῶν λεχθέντων συνέλαβον πολλὰς ἀμφιβολίας περὶ τῆς νομιμότητος, μεθ’ ἧς ἐκτελοῦνταί τινες τῶν δαπανῶν τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τῆς Βουλῆς. Ὁ προϋπολογισμὸς τῆς τρεχούσης Συνόδου ἀναγράφει πραγματικῶς διὰ μικρὰ ἔξοδα τῆς Βουλῆς 5,000 δραχμὰς, καὶ δι’ ἐνδεχομένην ὑπέρβασιν ἕνεκα ἀπροόπτων δαπανῶν ἑτέρας 5,000. Μάτην ὅμως ἐζήτησα ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τῆς παρελθούσης Συνόδου τῆς ληξάσης Περιόδου ἀναγραφὴν τοιαύτης πιστώσεως περὶ τῶν μικρῶν αὐτῆς ἐξόδων. Ἐνῷ δὲ δὲν ἀνεγράφη τοιοῦτο ποσόν, ἐν τῇ ἐκθέσει ἡ ὁποία συνοδεύει τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ ἔτους τούτου παρατηρεῖται ὅτι ὑπάρχει ὑπέρβασις 17 καὶ πλέον χιλιάδων δραχμῶν. Δὲν ἐννοῶ, ἐπὶ τῇ βάσει τίνος διατάξεως νόμου ἐγένοντο αἱ καθ’ ὑπέρβασιν δαπάναι αὗται. Ὁ Κανονισμὸς τῆς Βουλῆς ἀναγράφει ἐν ἄρθρῳ 83 τὰ ἑξῆς, ἅπερ γινώσκετε: «Διὰ τὰ μικρὰ ἔξοδα, ὧν ἡ πληρωμὴ δὲν δύναται νὰ ἀναβληθῇ, ἐκδίδοται, συνεπείᾳ ἐγγράφου τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς, ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν χρηματικὸν ἔνταλμα ἐπὶ ἀποδόσει λογαριασμοῦ καὶ ἐπ’ ὀνόματι τοῦ λογιστοῦ τῆς Βουλῆς, ὀφείλοντος νὰ δικαιολογήσῃ τὴν γενομένην αὐτῷ προπληρωμήν». Κατ’ αὐτὸ τὸ ἄρθρον, ἐπιτρέπεται εἰς τὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς, ὁσάκις παρουσιάζηται ἔκτακτός τις δαπάνη, τὴν ὁποίαν δὲν δύναται νὰ ἀναβάλῃ, νὰ ζητῇ παρὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ αὐτὸς νὰ ἐκδίδῃ χρηματικὸν ἔνταλμα ἐπὶ ἀποδόσει λογαριασμοῦ ἐπ’ ὀνόματι τοῦ λογιστοῦ τῆς Βουλῆς, καὶ οὗτος νὰ διαχειρίζηται τὸ ποσὸν ὑπ’ εὐθύνην του. Νομίζω ὅμως, ὅτι παρέλκει τοιαύτη διάταξις· πρῶτον διότι προέρχεται ἐκ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς, ὁ ὁποῖος δὲν εἶναι νόμος, καὶ δεύτερον διότι δὲν ἐννοῶ, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἀναγράφηται ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ποσὸν πιστώσεως, τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι νόμιμον. Πῶς εἶναι δυνατὸν ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς νὰ ἔχῃ ἀπεριόριστον ἄδειαν νὰ δαπανᾷ τοιαῦτα ἔξοδα διὰ μόνης αὐτῆς τῆς μεθόδου τοῦ νὰ ζητῇ ἀπὸ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν τὴν ἔκδοσιν χρηματικοῦ ἐντάλματος; Ἀλλ’ ἂν ἡ Βουλὴ ἤθελε νομίσει, ὅτι δικαιοῦται, ὅτι ἐκτελεῖ νόμον, δυνάμει αὐτοῦ τοῦ ἄρθρου τοῦ Κανονισμοῦ, ἐπιτρέπουσα εἰς τὸν Πρόεδρον νὰ προβαίνῃ εἰς δαπάνας καὶ ἄνευ οὐδεμιᾶς δικαιολογίας, ὅτι δὲν ἀπαιτεῖται οὐδὲ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ νὰ ἀναγραφῇ ἓν ποσὸν δι’ αὐτά, νομίζω ὅτι τοῦτο ὑπερβαίνει τὸ ὅριον εὐλόγου ἐλευθερίας καὶ ἐξουσίας. Διὰ τοῦτο θὰ παρακαλέσω ὑμᾶς, κύριε Πρόεδρε, ἐν τῇ ἀναθεωρήσει τοῦ Κανονισμοῦ...
§131ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ πρῶτον πρᾶγμα εἶναι αὐτό.
§132Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. .. τοῦ κανονισμοῦ, τὸν ὁποῖον μελετᾶτε, νὰ κανονίσητε καὶ αὐτὸ κἄπως ἀσφαλέστερον καὶ πρακτικώτερον. Ἐὰν δὲ νομίζητε, ὅτι πρέπει καὶ διὰ νόμου νὰ νομιμοποιήσητε τοιαύτην δαπάνην, νὰ ζητήσητε, συνεννοούμενος μετὰ τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως τοιαῦται δαπάναι καὶ διὰ νόμου νομιμοποιηθῶσι. Διότι ναὶ μὲν πρόκειται περὶ Προέδρου τῆς Βουλῆς, Προέδρου, ὁ ὁποῖος βεβαίως δὲν θὰ θελήσῃ δαπάνας μὴ δεδικαιολογημένας νὰ ζητήσῃ παρὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅπως οὗτος ἐγκρίνῃ δι’ ἐντάλματος, ἀλλ’ ὅπως δήποτε πρέπει νὰ ἔχωμεν ἓν ὅριον δαπανῶν, καὶ νὰ ἔχωμεν βάσιν τὸν νόμον. Δὲν νομίζω, ὅτι, ὡς ἔχουσι τὰ πράγματα, πρέπει νὰ ἀφεθῶσι. Καλῶς ἀναγράφεται νῦν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ποσὸν 5000 δραχμῶν, καὶ ἐν ἐκτάκτῳ ἀνάγκῃ ὑπέρβασις 5000 δραχμῶν. Οὐδεμίαν ἀντίρρησιν ἔχω, καὶ μεγαλείτερον ποσὸν νὰ ἀναγραφῇ, ἀλλὰ νὰ μὴ ἀφεθῇ ἀπόλυτος ἐλευθερία, καὶ αὕτη μόνον δυνάμει τοῦ ἄρθρου 83 τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς.
§133ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρέπει νὰ ἔχητε ὑπ’ ὄψει σᾶς, ὅτι κατήντησε πλέον ἀνοικονόμητος ἡ κατάστασις! Ὑμεῖς, Κύριοι, γνωρίζετε εἰς τίνα δωμάτια διημερεύετε. Ἔπιπλα δὲν δύνανται νὰ ὀνομασθῶσι τὰ ἐν αὐτοῖς εὑρισκόμενα ἀντικείμενα, δὲν ἠξεύρω δὲ καὶ κατὰ πόσον δὲν κινδυνεύετε, καθήμενοι ἐκεῖ, τοὐλάχιστον εἰς τὸ δωμάτιον τῆς δεξιᾶς· ἐκεῖ εὑρίσκονται συνήθως καθ’ ὅλην σχεδὸν τὴν ἡμέραν καὶ τὸ πλεῖστον τῆς νυκτὸς ἐκτὸς τῶν ἄλλων καὶ εἴκοσιν ἕως τριάκοντα κλητῆρες· εἶναι ἀδύνατον πλέον νὰ τηρηθῇ καθαριότης καὶ εὐπρέπεια. Παρεκάλεσα τοὺς κυρίους Βουλευτάς, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχουν, κατὰ τὸ δὴ λεγόμενον, ποῦ τὴν κεφαλὴν κλῖναι, νὰ συνέρχωνται εἰς τὸ Προεδρεῖον, ἀλλὰ καὶ ἐκεῖ θὰ φθάσουν εἰς τὸ αὐτὸ σημεῖον τὰ πράγματα. Ὁ Ἔφορος τῆς Βιβλιοθήκης ἐζήτησεν ἓν δωμάτιον, ἀλλὰ χρειάζονται δύο δωμάτια τοὐλάχιστον ἀπὸ τὴν ἄλλην πτέρυγα, διὰ νὰ κατασταθῇ δυνατὴ ἡ διαμονὴ τῶν Βουλευτῶν. Ὅλα αὐτὰ ἀπαιτοῦσι δαπάνας.
§134Ι. Γ. ΛΑΠΠΑΣ. Αἱ ὁποῖαι πρέπει νὰ γείνουν.
§135ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀλλ’ ἀπαιτεῖται καὶ χῶρος ἵνα ἐξοικονομηθῇ δὲ ὀλίγος χῶρος διὰ τὰ δωμάτια τοῦ γραφείου τοῦ Ἐφόρου, ἠναγκάσθημεν νὰ μεταφέρωμεν τὰ βιβλία εἰς τὸν προθάλαμον τοῦ βασιλικοῦ θεωρείου. Ἐὰν εἰσέλθητε εἰς τὸ δωμάτιον τοῦ Διευθυντοῦ τοῦ Γραφείου, θὰ ἴδητε 16 ὑπαλλήλους συσσωρευθέντας ἐκεῖ καὶ μὴ ἐργαζομένους, ὅπερ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξακολουθήσῃ. Ἀναγκαίως πρέπει νὰ ληφθῇ γενικώτερον μέτρον, ἀποβλέπον εἰς τὸν σκοπόν, ὃν ἔχει ἡ Βουλή. Ὡς πρὸς δὲ τὴν Βιβλιοθήκην, βεβαίως, ἐὰν ἐξακολουθήσῃ ἡ κατάστασις αὕτη, πρέπει νὰ ἐξέλθωμεν ἐντεῦθεν, καὶ ν’ ἀποβλέψωμεν εἰς τὴν ἀνοικοδόμησιν ἄλλου Βουλευτηρίου, ν’ ἀφήσωμεν δὲ ὁλόκληρον τὸ Βουλευτήριον εἰς τὴν Βιβλιοθήκην. Ἐὰν ὅμως ὑπάρχῃ εἰδικὸς σκοπός, εἰς ὃν ἀποβλέπει ἡ Βιβλιοθήκη τῆς Βουλῆς, τότε πρέπει καὶ τὰ βιβλία, ἅπερ δὲν ἀποβλέπουσιν εἰς τὸν σκοπὸν τῆς Βουλῆς, οὔτε πραγματοποιοῦσιν αὐτόν, νὰ μετακομισθῶσιν εἰς τὴν Ἐθνικὴν Βιβλιοθήκην.
§136Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Ἐπειδὴ πρόκειται ν’ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις τοῦ προϋπολογισμοῦ τῆς Βουλῆς, θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ διατάξητε, κύριε Πρόεδρε, νὰ προσκομισθῶσιν οἱ ἀπολογισμοὶ ἀπὸ τοῦ ἔτους 1895 καὶ ἐντεῦθεν, ἵνα ἴδωμεν, κατὰ πόσον αἱ δαπάναι τῶν ἐτῶν ἐκείνων δύνανται νὰ συγκριθῶσι πρὸς τὰς τοῦ παρελθόντος ἔτους· διότι διαδίδεται ἐν τοῖς προθαλάμοις τῆς Βουλῆς, ὅτι τῆς τελευταίας Συνόδου τῆς ληξάσης Περιόδου τὰ ἔξοδα τῆς Βουλῆς τὰ ἔκτακτα ἦσαν ὄντως ὑπερβολικά.
§137ΕΛΕΥΘ. ΜΥΚΩΝΙΟΣ. Ὑπερέβησαν κατὰ 43 χιλιάδας δραχμὰς τὰ ἔξοδα τῆς προγενεστέρας Συνόδου.
§138Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Ἀλλ’ ἐπειδὴ τὰ ἔκτακτα ταῦτα ἔξοδα ἦσαν ὄντως ἔκτακτα καὶ ἐκτάκτως δαπανηρὰ, δὲν εἶναι λόγος νὰ δεσμεύσωμεν τὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς, καταργοῦντες τὸ ἄρθρον 83.
§139ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐξ ἐναντίας πρέπει νὰ καταργηθῇ ἢ τροποποιηθῇ, ν’ ἀναγραφῇ δὲ πίστωσις ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, ἣν νὰ μὴ δύναται νὰ ὑπερβῇ ὁ Πρόεδρος. Εἰς αὐτὸ ἀποβλέπει ἡ ἀναγραφὴ τῶν δύο κονδυλίων, ἐκ 5000 ἑκατέρου· μάλιστα τὸ δεύτερον ἦτο ἐναντίον τῶν σκέψεών μου, ἐτέθη δὲ ἐπὶ τῷ λόγῳ, ὅτι δικαιολογεῖται ἐκ τῆς πείρας.
§140Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Ὅταν ἡ Βουλὴ ἀπουσιάζῃ, ὁ Πρόεδρος εὑρίσκεται εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ κάμνῃ δαπάνας ἐκτάκτους, δὲν νομίζω δὲ ὀρθὸν ν’ ἀφαιρεθῇ τὸ δικαίωμά του τοῦτο. Πρέπει νὰ μείνῃ τὸ ἄρθρον ὡς ἔχει· νὰ ἔχῃ τὴν ἐλευθερίαν ταύτην ὁ Πρόεδρος, ὅστις εἶναι εἰς θέσιν νὰ κανονίζῃ τὰς ἀναγκαίας δαπάνας, νὰ μὴ ὑπογράφῃ δὲ «μὲ κλειστὰ τὰ μάτια», κατὰ τὸ δὴ λεγόμενον, λογαριασμούς, τοὺς ὁποίους τῷ παρουσιάζει τὸ Γραφεῖον τῆς Βουλῆς, — διότι ἐντεῦθεν αἱ καταχρήσεις, ἃς καταγγέλλουσι σήμερον· — ὅταν δ’ ἔχῃ τὴν ἐλευθερίαν τῆς διαθέσεως, θὰ ἔχῃ καὶ τὴν εὐθύνην ἀπέναντι τῆς Βουλῆς, οὐδέποτε δὲ θέλει παρατηρηθῆ ἀνωμαλία, διότι θὰ ἐνασκῇ καὶ αὐστηρότερον ἔλεγχον ἐπὶ τοῦ γραφείου, τὸ ὁποῖον μέχρι σήμερον πράττει ὅ,τι βούλεται...
§141Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Δὲν πιστεύω.
§142Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Ἐγὼ βλέπω σπατάλην, ἥτις πρέπει νὰ προληφθῇ, καὶ μάλιστα ὑπὸ τῆς παρούσης Κυβερνήσεως, ἥτις ἔχει τὴν διάθεσιν τῆς οἰκονομίας τοῦ δημοσίου χρήματος. Καὶ οἱ ἄλλοι βεβαίως εἶχον τὴν διάθεσιν αὐτήν, ἀλλὰ πολὺ περισσότερον ἡ παροῦσα Κυβέρνησις, ἥτις ἐξήγγειλε τὰς οἰκονομικὰς διαθέσεις της ἀπὸ μακροῦ χρόνου.
§143ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐφ’ ὅσον δὲν ὑπάρχει πίστωσις ὁρίζουσα τὸ ὅριον, μέχρις οὗ ἐξικνεῖται τὸ δικαίωμα τοῦ Προέδρου, δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία, ὅτι θὰ ἔχωμεν τοιαύτας δαπάνας δι’ ἀναποφεύκτους ἀνάγκας. Διὰ τὴν ἐπίπλωσιν τῶν τριῶν δωματίων δυνατὸν νὰ δαπανηθῶσι 10,000 δραχμαὶ τοὐλάχιστον.
§144Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Πρέπει νὰ ὁρίσητε ποσόν τι, ὅπερ νὰ δύναται νὰ θεωρῆται ἐπαρκὲς διὰ δαπάνας ἐκτάκτως παρουσιασθησομένας. Ἀλλὰ πρόκειται περὶ τῆς ἀπουσίας τῆς Βουλῆς καὶ τῆς παρουσίας ἐκτάκτου περιστάσεως, καθ’ ἣν πρέπει νὰ ἔχῃ ὁ Πρόεδρος ἐλευθερίαν, ὅπως ἐκτελέσῃ χρήσιμόν τινα ἢ ἐπιβεβλημένην δαπάνην.
§145ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ κατάθεσις ἑνὸς στεφάνου συνεπάγεται δαπάνην 300 ἢ 500 δραχμῶν· ἡ παρουσίασις τοῦ Προεδρείου εἰς τὰς τελετὰς ἢ τὰ Ἀνάκτορα συνεπάγεται δαπάνην 50 περίπου δραχμῶν δι’ ἁμάξας, κλπ.
§146Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Συνοψίζων παρακαλῶ νὰ κατατεθῶσιν οἱ ἀπολογισμοὶ τῶν ἐξόδων τῆς Βουλῆς ἀπὸ τοῦ ἔτους 1895 καὶ ἐντεῦθεν. Ὅσον ἀφορᾷ δὲ τὰ παρ’ ὑμῶν, κύριε Πρόεδρε, πρὸ μικροῦ λεχθέντα περὶ τῆς εὐπρεπεστέρας διαρρυθμίσεως τῶν ἐντευκτηρίων καὶ δωματίων τῆς Βουλῆς, νομίζω ὅτι ἀντίρρησις δὲν ὑπάρχει, καὶ ὅτι θέλουσι προθύμως χορηγηθῆ εἰς τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς τὰ μέσα, ὅπως τῶν δωματίων, εἰς ἃ ἐνδιαιτώμεθα, ἡ ἐπίπλωσις καὶ ὁ καθαρισμὸς βελτιωθῶσι, διότι ὁμολογουμένως, τό γε καὶ νῦν, ταῦτα εἶναι ἀχυρῶνες σχεδόν. Λοιπὸν πρέπει νὰ ζητήσητε τὴν ἀνάλογον πίστωσιν, ὅπως τὰ δωμάτια ταῦτα διαρρυθμισθῶσιν εὐπρεπῶς, καὶ λείψῃ ἡ ἀηδὴς ὄψις, ἣν παρουσιάζουσι, καὶ λείψῃ καὶ ὁ κίνδυνος, ὃν διατρέχομεν, νὰ πάθωμεν τὴν ὑγείαν, διαιτώμενοι εἰς αἰθούσας ῥυπαρὰς καὶ ἑστίας ἑκατομμυρίων μικροβίων,
§147Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ποικίλα εἰσὶ τὰ θέματα, τὰ συζητηθέντα ἐξ ἀφορμῆς τοῦ ὑποβληθέντος προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τῆς Βουλῆς. Ἐξ ὅλων δὲ τῶν ἀναπτυχθεισῶν πρὸ μικροῦ γνωμῶν προκύπτει, ὅτι ὑπάρχει τέλος πάντων ἀνάγκη ῥιζικωτέρας διαρυθμίσεως. Ἐκ τῶν συζητηθέντων δὲ θεμάτων σπουδαιότερον καὶ ῥιζικώτερον φρονῶ, — πέποιθα δὲ, ὅτι μετ’ ἐμοῦ φρονεῖ καὶ σύμπασα ἡ Βουλὴ, — ὅτι εἶναι ἡ λῆψις μέτρων σπουδαίων ὡς πρὸς τὸ κτίριον τῆς Βουλῆς. Δὲν θέλω νὰ ἐξετάσω, τίς ἦτο ὁ μηχανικὸς ὁ καταρτίσας τὸ σχέδιον τοῦ Βουλευτηρίου, ἢ ὁ μηχανικὸς ὁ ἐκτελέσας αὐτό. Ἐνθυμοῦμαι, ὅτι ἄλλος ἦτο ὁ συλλαβὼν, καὶ ἄλλος ὁ ἐκτελέσας τὸ σχέδιον.
§148Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Ὁ κολοβώσας αὐτό!
§149Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Διὰ τοῦτο ἴσως παριστάμεθα πρὸ περιέργου οἰκοδομήματος, ὅπερ οὐδένα τῶν ἀπαιτουμένων ὅρων πληροῖ. Θέλετε νὰ ἐξετάσητε αὐτὸ ὑπὸ τὴν ὑγιεινὴν αὐτοῦ ἔποψιν; ἴσως ὀλίγιστοι τῶν παλαιῶν Βουλευτῶν εἰσιν ἐκεῖνοι, ὧν ἡ ὑγεία δὲν προσεβλήθη, ὡς ἐκ τῆς μακρᾶς διαμονῆς ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ — ἐπίζηλον ἐξαίρεσιν ἀποτελεῖ ὁ κύριος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. — Θέλετε νὰ ἐξετάσητε τὸ κτίριον ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς ἀκουστικῆς; ὅλοι οἱ ὅροι συντρέχουσιν εἰς τὸ νὰ μὴ ὑπάρχῃ ἀκουστική. Θέλετε νὰ ἐξετάσητε αὐτὸ ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῶν φιλοξενουμένων ἀκροατῶν, οἵτινες ποιοῦσιν ἡμῖν τὴν τιμὴν νὰ ἀκροῶνται τῶν λόγων ἡμῶν; εἶναι λίαν ἀφιλόξενον πρὸς αὐτούς. Ὑποθέτω δὲ, ὅτι, ὅταν ὁ Δημιουργὸς δημιουργήσῃ ἐκ νέου τὸν Κόσμον, θέλει φροντίσει, ὅπως ἔχῃ τέσσαρα ὦτα ὁ θέλων νὰ φοιτᾷ εἰς τὸ Ἑλληνικὸν Κοινοβούλιον, διότι τὰ δύο δὲν ἀρκοῦσι. Θέλετε νὰ ἐξετάσητε αὐτὸ ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς εὐαρέστου διαμονῆς τῶν Βουλευτῶν, ὅταν δὲν εὑρίσκωνται ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ; ἠκούσατε, ὅτι τις τῶν κυρίων συναδέλφων δὲν ἐκωλύθη νὰ παραστήσῃ τὰ δωμάτια τῶν Βουλευτῶν ὡς ἀχυρῶνας! Θέλετε νὰ ἐξετάσητε αὐτὸ ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῶν Βιβλιοθηκῶν καὶ τῶν λοιπῶν ἀπαιτουμένων; πρωτογενὴς τῷ ὄντι κατάστασις καὶ ἀστεία! Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι οἱ διευθύνοντες τὰ πράγματα, καλὸν ἤθελεν εἶσθαι, ἂν ἐσκέπτοντο ἅπαξ διὰ παντὸς περὶ ῥιζικωτέρου τινὸς μέτρου. Ἐγὼ δὲν ἤθελον διστάσει, ἀκούσας μάλιστα καὶ τὴν γνώμην πρακτικωτέρων ἀνδρῶν, παρακαθημένων ἐνταῦθα, νὰ προτείνω εἰς τοὺς ἁρμοδίους, ὅπως ὅσον οἷόν τε τάχιστα προβῶσιν εἰς ἐκποίησιν καὶ τοῦ κτιρίου καὶ τοῦ οἰκοπέδου τῆς Βουλῆς. Μάλιστα ἐκτὸς τοῦ Βουλευτηρίου ὑπάρχει καὶ τὸ μέγα οἰκόπεδον, ἐν ᾧ τὰ θεμέλια τῆς ἄλλοτε μελλούσης νὰ ἐγερθῇ Γερουσίας. Λέγω λοιπόν, ὅτι ἐκποιούμενα τὸ οἰκόπεδον καὶ τὸ κτίριον τοῦτο μεθ’ ὅλης τῆς ἐκτεταμένης περιοχῆς, σήμερον, ὡς ἔχουσιν αἱ τιμαὶ τῶν οἰκοπέδων τῆς ὁδοῦ Σταδίου, ἥτις εἶναι ὅλως ἐμπορικὴ ὁδὸς, θέλουσι προσδώσει ἡμῖν μέγα καὶ ἀνυπολόγιστον κεφάλαιον. Καὶ οὐ μόνον τοῦτο, ἀλλὰ θέλει προσδοθῆ καὶ ὡραιοτέρα ὄψις εἰς τὸ τμῆμα τοῦτο τῆς πόλεως, ὅπερ εἶναι ἓν τῶν καταφανεστάτων καὶ ἐπισημοτάτων. Δὲν ἤθελε δὲ εἶσθαι κακὸν, ἐὰν τὸ μὲν Βουλευτήριον ἠγείρετο ἐν τῷ κήπῳ τῷ πρὸ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτε εἶναι βέβαιον, ὅτι τοῦτο θέλει οἰκοδομηθῆ εἰς ἄλλο δημόσιον οἰκόπεδον, ἐπὶ δὲ τοῦ ἐδάφους, ὅπου νῦν εἶναι τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, ἐφυτεύετο ὡραιότατος κῆπος. Νομίζω, ὅτι διὰ τοιούτου τινὸς συνδυασμοῦ, εὑρισκομένου πρὸ παντὸς καταλλήλου ἀρχιτέκτονος, θέλομεν κατορθώσει νὰ ἔχωμεν Βουλευτήριον, αἰθούσας Βιβλιοθήκης, δωμάτια διὰ τοὺς Βουλευτὰς, ἀκροατήρια διὰ τοὺς ἀκροατὰς κατὰ τοὺς νεωτέρους κανόνας, καὶ ἵνα μὴ εἴπω ἄλλο τι, τοὐλάχιστον κατὰ τοὺς κανόνας τοὺς ἀνθρωπίνους, διότι οἱ κανόνες οἱ διέποντες τὸ πᾶν ἐνταῦθα, λόγῳ ἀρχιτεκτονικῆς, βεβαίως δὲν εἶναι ἀνθρώπινοι. Καὶ ταῦτα μὲν ἐν γενικαῖς γραμμαῖς περὶ τοῦ κτιρίου τῆς Βουλῆς. Ἐπειδὴ ὅμως περὶ πάντων τῶν ζητημάτων ἐγένετο λόγος ἐξ ἀφορμῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τῆς Βουλῆς, ἐπιτρέψατε καὶ εἰς ἐμὲ, ὅπως ἐπί τινος ἐξ αὐτῶν φέρω τὸν λόγον. Εἶναι λυπηρόν, Κύριοι, ὅτι ἑκάστοτε δὲν εἴμεθα ἐνήμεροι περὶ τὴν ἐκτύπωσιν τῶν ἐστενογραφημένων πρακτικῶν τῆς Βουλῆς. Μόλις πρό τινων ἡμερῶν ἐξετυπώθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς ἐκτάκτου Συνόδου τῆς παρελθούσης Περιόδου τῆς Βουλῆς, ἔχομεν δὲ ἀνάγκην τῶν πρακτικῶν δύο ἔτι ληξασῶν Συνόδων, ὅπως ὦμεν ἐνήμεροι. Τοῦτο φέρει δυσκολίαν εἰς τοὺς Βουλευτὰς, τοὺς διαχειριζομένους πολλὰ τῶν συζητουμένων ἐν τῇ Βουλῇ θεμάτων, καθόσον δὲν δύνανται νὰ ὦσιν ἐν γνώσει τῶν λαβόντων χώραν καὶ τῶν συζητηθεισῶν ἄλλοτε γνωμῶν ἐν τῇ Βουλῇ. Εἰς τοῦτο πολλὰ συντελοῦσιν. Ἐκτὸς ὅμως τούτου, Κύριοι, ὑπάρχει καὶ τὸ ἑξῆς ἄτοπον. Ἑκάστοτε ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τῶν ἐξόδων τῆς Βουλῆς ἀναγράφεται ποσὸν χιλιάδων τινῶν δραχμῶν διὰ ὀκτωκαίδεκα ἐκτάκτους ἀντιγραφεῖς τοῦ Στενογραφικοῦ Γραφείου. Οἱ ἔκτακτοι αὐτοὶ ἀντιγραφεῖς χρησιμεύουσι συνήθως, ἵνα, τῇ ὑπαγορεύσει τῶν κυρίων στενογράφων, γράφωσι τὰς ἀγορεύσεις τῶν κυρίων Βουλευτῶν· ἐπεκράτησε δὲ ἡ συνήθεια, ἐκτὸς σπανιωτάτων ἀντιγραφέων, οἱ πλεῖστοι αὐτῶν νὰ στρατολογῶνται ἐκ τῆς τάξεως τῶν λεγομένων θέσεων θηρευτῶν. Ὅσοι πολλάκις λαμβάνουσι τὸν λόγον βεβαίως θέλουσι συνομολογήσει τὴν ἀκρίβειαν ὧν λέγω. Πολλοὶ αὐτῶν τῶν ἀντιγραφέων, Κύριοι, διατελοῦσιν ἐν τοσαύτῃ καὶ τηλικαύτῃ ἀμαθείᾳ, ὥστε πολλάκις δὲν διακρίνουσιν, ὅταν ὁ στενογράφος ὑπαγορεύῃ, ἂν πρόκειται περὶ δύο ἢ μιᾶς λέξεως, καὶ ἐξαίφνης εὑρίσκετε δύο λέξεις ἡνωμένας, ἃς αὐτὸς ἐκλαμβάνει ἀντὶ μιᾶς. Ποῦ νὰ εὕρητε δύο μ εἰς τὸν ἀντιγραφέα αὐτόν! ποῦ δύο κ, ἢ δύο ρ! ποῦ ὑπογεγραμμένην, καὶ περισπωμένην ἀντὶ ὀξείας, καὶ τοιαῦτα μικρὰ πράγματα! Βεβαιῶ ὑμᾶς, ὅτι δύναταί τις νὰ γράψῃ κωμῳδίαν, ἐὰν θελήσῃ, περὶ τῆς γραμματικῆς ἱκανότητος αὐτῶν τῶν προσώπων, τῶν πλείστων ἐξ αὐτῶν. Ἐγὼ μάλιστα ἠπείλησά ποτε τὸ Στενογραφικὸν Γραφεῖον τῆς Βουλῆς, ὅ,τι ἐὰν ἐξακολουθήσῃ νὰ μοὶ ἀποστέλλῃ τοιαῦτα ἀντίγραφα, θέλω ἀνέλθει εἰς τὸ βῆμα, καὶ θέλω ἀγορεύσει περὶ μιᾶς ἑκάστης τῶν τερατωδῶν αὐτῶν ἀνορθογραφιῶν καὶ ἀγραμματοσυνῶν! Διὰ τοῦτο, ἀκούσας καὶ τὴν γνώμην ἁρμοδίων, προβάλλω τὴν ἑξῆς γνώμην. Τὸ ποσὸν αὐτὸ, ὅπερ δίδεται εἰς τοὺς 18 τοιούτους ἀντιγραφεῖς κατὰ τὸ πλεῖστον, —διότι ὑπάρχουσι βεβαίως καὶ ἐξαιρέσεις— ὅπερ δ’ ἀνέρχεται εἰς δραχμὰς 4320 ἐφέτος, ὡς νομίζω δὲ, καὶ πάντοτε, νὰ δίδωται εἰς τοὺς κυρίους στενογράφους, οἵτινες ἐπὶ εὐθύνῃ ἑαυτῶν νὰ ἐκλέγωσι τοὺς ἀντιγραφεῖς. Ἐὰν ὅμως οἱ ἀντιγραφεῖς ἐξακολουθῶσι καὶ τότε νὰ ὦσι τοιοῦτοι, τὸ ποσὸν αὐτὸ νὰ καταλογίζηται εἰς βάρος τῶν στενογράφων, ἀναλόγως. Ἠρώτησα τοὺς ἁρμοδίους καὶ μοὶ εἶπον, ὅτι καὶ εὔχονται καὶ ἐπιζητοῦσιν αὐτό. Νομίζω, ὅτι ἡ γνώμη αὕτη, ἐὰν βασανισθῇ, ἐὰν ὁπωσδήποτε τροπολογηθῇ, ἢ ὁπωσδήποτε ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν, θέλει συντελέσει εἰς τὸ νὰ μὴ παριστάμεθα πρὸ τοιούτου φαινομένου, ὅπερ ἐγείρει τὴν ἀγανάκτησιν ἐκείνων, οἵτινες ἀγορεύουσιν ἐνταῦθα, ὅταν ὑποβάλλωνται εἰς τὸν ἐπαχθῆ κόπον τοῦ διορθοῦν τὰς ἀγορεύσεις αὐτῶν.
§150ΑΛΕΞ. Θ. ΖΑΙΜΗΣ. Κατὰ τὸ 1896, ὅτε διετέλουν Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, ὑπέβαλον τοιαύτην πρότασιν, περὶ ἧς ὡμιλήσατε ταύτην τὴν ἑσπέραν, τουτέστι τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον δαπανᾶται σήμερον εἰς πληρωμὴν μισθοῦ ἀντιγραφέων, νὰ δίδεται εἰς τοὺς στενογράφους, οἱ δὲ στενογράφοι νὰ δίδωσιν ἀντιγεγραμμένα τὰ στενογραφήματα ὑπὸ ἰδίαν αὐτῶν εὐθύνην. Ἡ πρότασίς μου ἐδημοσιεύθη, εὑρίσκεται δὲ εἰς τὸ Παράρτημα τῆς Ἐφημερίδος τῶν Συζητήσεων τῆς Βουλῆς.
§151Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Καίτοι ὅμως, Κύριοι, τοιαύτη εἶναι ἡ κατάστασις, οἵαν ἐπεχείρησα νὰ ὑποζωγραφήσω ὑμῖν, ἐν τούτοις ὀφείλομεν νὰ ὁμολογήσωμεν, ὅτι τελοῦνται καὶ ἔργα ἄξια λόγου. Τοιοῦτον ἔχω τῷ ὄντι νὰ ἐπιδείξω τὸν κατάλογον, τὸν δημοσιευθέντα πρό τινος, περὶ τῶν Ἑλληνικῶν Ἐφημερίδων καὶ τῶν Ἑλληνικῶν Περιοδικῶν, τῶν ὑπαρχόντων ἐν τῇ Βιβλιοθήκῃ τῆς Βουλῆς. Οἱ κατάλογοι, Κύριοι, τῶν Βιβλιοθηκῶν εἰσι σπουδαῖοι διὰ δύο λόγους· πρῶτον μὲν, διότι ὁ ἐπιθυμῶν νὰ μελετήσῃ θέμα τι δύναται νὰ ᾖναι ἐν γνώσει τῆς περιεχομένης ὕλης ἔν τινι Βιβλιοθήκῃ, ἔπειτα δὲ οἱ κατάλογοι εἶναι ἀναγκαῖοι καὶ σπουδαῖοι, διότι χρησιμεύουσι πρὸς ἐξασφάλισιν τῶν βιβλίων τῶν Βιβλιοθηκῶν. Διότι, ὅταν ὁ κατάλογος ᾖναι εἰς χεῖρας πολλῶν, δυσκόλως δύνανται νὰ ἐξαφανίζωνται τὰ βιβλία. Δὲν λέγω τοῦτο, διότι ἔχω ἀφορμὴν ὑπονοιῶν κατὰ τοῦ προσωπικοῦ τῆς Βιβλιοθήκης τῆς Βουλῆς. Ἀπεναντίας γνωρίζω, ὅτι πάντες οἱ ἀποτελοῦντες τὸ προσωπικὸν τῆς Βιβλιοθήκης εἰσὶν ἐντιμότατοι ἄνθρωποι. Ἀλλ’ ὁπωσδήποτε δὲν ἤθελον ποτὲ διὰ τῆς ψήφου μου συντελέσει, ἵνα ἐμποδισθῇ ἡ ἐξακολούθησις τοιαύτης ἐργασίας, ὑπὸ τὸν ὅρον ὅμως, ὅτι πρόκειται νὰ γένηται ἐργασία τοιαύτη πραγματικὴ, οὐχὶ δὲ νὰ μισθοδοτῶνται πρόσωπα χάριν βοηθείας καὶ ἐλεημοσύνης.
§152Ι. Γ. ΛΑΠΠΑΣ. Βεβαίως δὲν πρόκειται περὶ τοιούτων βοηθημάτων, διότι ὑπάρχει ἑτοίμη ἐργασία πρὸς ἐκτύπωσιν.
§153Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Τότε μάλιστα... Εὐχῆς ἔργον ἤθελον εἶσθαι μάλιστα, ἐὰν περὶ ἑκάστης ὕλης βιβλίων, ὑπαρχόντων ἐν τῇ Βιβλιοθήκῃ, συνετάσσετο κατάλογος, οἷος ὁ συνταχθεὶς περὶ τῶν Ἑλληνικῶν Ἐφημερίδων καὶ τῶν Περιοδικῶν. Ἐφ’ ὅσον ὅμως, Κύριοι, τὰ τοῦ κτιρίου τῆς Βουλῆς εὕρηνται ἐν τῇ καταστάσει, ἣν πάντες ἀντιλαμβάνεσθε, ὑπάρχουσι δαπάναι τινὲς, ἃς ἐγὼ θεωρῶ οὐχὶ ἐπωφελεῖς, καὶ μᾶλλον ματαίας. Διατὶ π.χ. νὰ ἀναγράφωμεν ἑκάστοτε 4000 δραχμὰς, ἢ καὶ πλείονας, δι’ ἀγορὰν βιβλίων, ἀφοῦ εἶναι πανθομολογούμενον, ὅτι δὲν ὑπάρχει χῶρος καὶ δι’ αὐτὰ ἔτι τὰ ὑπάρχοντα βιβλία; Ἐὰν τέλος πάντων ᾖναι ἀνάγκη νὰ δαπανῶμεν 4,000 δραχμὰς ἑκάστοτε δι’ ἀγορὰν βιβλίων, ἐπωφελέστερον ἤθελεν εἶσθαι, ἐὰν καὶ τὰς 4,000 δραχμὰς ἐδαπανῶμεν διὰ τὸ δέσιμον τῶν βιβλίων. Διότι ὅταν ᾖναι τὰ βιβλία δεδεμένα, ἐξασφαλίζονται πλειότερον, τοιαύτης καταστάσεως ὑπαρχούσης ἐν τῇ Βιβλιοθήκῃ τῆς Βουλῆς.
§154Ι. Γ. ΛΑΠΠΑΣ. Εἶναι τὰ νεώτερα συγγράμματα.
§155Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Δὲν λέγω, ὅτι δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ δαπανᾷ ἡ Βουλὴ διὰ τὴν ἀγορὰν νεωτέρων συγγραμμάτων. Ἀλλ’ ὅταν, Κύριοι, δὲν ἔχητε δωμάτια, δὲν ἔχητε θήκας, ὅταν οὐδὲν ἔχητε, ἀμφιβάλλω, ἂν θὰ δύνασθε καὶ νὰ ποιήσησθε χρῆσιν αὐτῶν τῶν νεωτέρων συγγραμμάτων, ὅταν τέλος πάντων δὲν ἔχητε αἴθουσαν, ἐν ᾗ νὰ δύνασθε νὰ μελετήσητε. Δὲν ἤθελον ἀποδεχθῆ ἄνευ συζητήσεως γνώμην ἀκουσθεῖσαν, ὅτι τουτέστι δυνάμεθα νὰ κρατήσωμεν ἐν τῇ Βιβλιοθήκῃ τῆς Βουλῆς ὀλίγα τίνα βιβλία, τὰ δὲ λοιπὰ νὰ ἀποστείλωμεν εἰς τὴν Ἐθνικὴν Βιβλιοθήκην, διότι οἱ δωρήσαντες— οἵτινές εἰσι πολλοὶ—βιβλιοθήκας ὁλοκλήρους καὶ βιβλία πολλὰ εἰς τὴν Βιβλιοθήκην τῆς Βουλῆς ἐδώρησαν αὐτὰ ἐπὶ τῷ ὅρῳ νὰ μένωσιν ἐν τῇ Βουλῇ. Ἄλλως, Κύριοι, ὑπάρχει καὶ ὁ ἑξῆς λόγος τῆς ὑπάρξεως πλειόνων Βιβλιοθηκῶν. Ὑποθέσατε, ὅτι συμβαίνει καταστροφὴ τῆς ἑτέρας τῶν Βιβλιοθηκῶν. Διατὶ, ἀφοῦ ὑπάρχει ἡ Βιβλιοθήκη τῆς Βουλῆς, νὰ μὴ ἔχωμεν δύο Βιβλιοθήκας, ὅταν τοῦτο δὲν ἦναι τοσοῦτον δύσκολον καὶ χαλεπὸν, ὅσον τινὲς φαντάζονται; Διὰ τούτους τοὺς λόγους, κύριοι Βουλευταὶ, νομίζω ὅτι, ἐφ’ ὅσον δὲν λαμβάνομεν ῥιζικώτερα καὶ κατεπείγοντα μέτρα περὶ τοῦ κτιρίου τῆς Βουλῆς, πᾶν ὅ,τι λέγομεν καὶ ὅ,τι συζητοῦμεν ἐνταῦθα, καὶ πᾶν μέτρον, ὅπερ λαμβάνομεν, εἶναι προσωρινὸν, μὴ τεῖνον εἰς τὴν βελτίωσιν τῆς ὑφισταμένης καταστάσεως. Ὅτε, Κύριοι, ἐφθάσαμεν, δόξα τῷ Θεῷ καὶ δόξα τοῖς θυλακίοις τῶν κατοίκων τοῦ Βασιλείου τούτου, νὰ ἔχωμεν Προϋπολογισμὸν 115 καὶ 120 καὶ 130 ἑκατομμυρίων, νομίζω ὅτι εἶναι τέλος πάντων καιρὸς νὰ μεριμνήσωμεν, ὅπως εὐπροσωπότερον παρίσταται ἡ Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία.
§156ΕΛΕΥΘ. ΜΥΚΩΝΙΟΣ. Δὲν ἤμην ἐξ ἀρχῆς, ὅτε ἤρχισεν ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τῆς Βουλῆς, ἀλλ’ ἦλθον, ὅτε ὁ ἐκ Κυθήρων ἀξιότιμος Βουλευτὴς ὡμίλει περὶ τοῦ ποσοῦ τῶν 5,000 δραχμῶν, τὸ ὁποῖον ἀναγράφεται εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τῆς Βουλῆς δι’ ἐνδεχομένην ὑπέρβασιν ἕνεκεν ἀπροόπτων δαπανῶν κλπ. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κυθήρων ἐθεώρησε τοῦτο ὡς ποσὸν μέγα. Ἀλλ’ ὀφείλω νὰ εἴπω εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Περίοδον τῆς Βουλῆς ἐξωδεύθησαν πλέον τῶν ὑπὸ τῆς ἐπὶ τοῦ Λογιστικοῦ τῆς Βουλῆς ἐπιτροπῆς προϋπολογισθέντων ποσῶν δραχμαὶ 45,360, ἤτοι εἰς τὴν Αʹ Σύνοδον δρ. 6,000, εἰς τὴν ἔκτακτον Σύνοδον 9,000, εἰς τὴν Βʹ τακτικὴν 11,000, εἰς τὴν Γʹ Σύνοδον 17,360, καὶ ἀφῆκε καὶ χρέος ἡ Γʹ Σύνοδος ἐπὶ πλέον τῶν 17,360 δραχμὰς 2,000. Τὸ ὅλον 45,360. Διὰ τοῦτο θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν νὰ θέσῃ φραγμὸν εἰς τὰ ἔκτακτα αὐτὰ ἔξοδα, τὰ πληρωνόμενα παρὰ τοῦ Κεντρικοῦ Ταμείου δυνάμει πιστοποιήσεως τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς, καὶ νὰ ἀναγράφηται ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τῆς Βουλῆς ἓν ποσὸν, τὸ ὁποῖον νὰ μὴ δύναται κανεὶς πλέον νὰ ὑπερβῇ. Αὐτὰ ὤφειλον νὰ εἴπω καὶ συστήσω εἰς τὴν Βουλήν.
§157Ι. ΣΙΓΑΛΑΣ. Ἤθελον περὶ τοῦ Βουλευτικοῦ κτιρίου νὰ λάβω τὸν λόγον, ἀλλὰ μὲ προέλαβεν ὁ ἐξ Ἀττικῆς ἀξιότιμος Βουλευτής. Ἀλλὰ πλὴν τούτου νομίζω ὅτι ἠδύνατο νὰ ἐπιπνεύσῃ οἰκονομίας πνεῦμα περισσότερον, ὅσον ἀφορᾷ τὸ προσωπικὸν τῶν ἐκτάκτων ἀντιγραφέων καὶ τῶν ἐκτάκτων κλητήρων, διότι, ὡς ἀντιλαμβανόμεθα πάντες, οὔτε τόσοι ἀντιγραφεῖς ὑπάρχουσιν ἐν τοῖς Γραφείοις τῆς Βουλῆς ἐργαζόμενοι, οὔτε τόσοι κλητῆρες, ὅσοι ἀναγράφονται ἐν τῷ προϋπολογισμῷ. Βεβαίως λοιπὸν αἱ θέσεις αὗται, αἱ πλεῖσται τοὐλάχιστον, δίδονται εἰς ἀργομίσθους, διότι οἱ πλεῖστοι ἐξ αὐτῶν οὔτε ἔρχονται κἄν εἰς τὴν Βουλὴν, οὔτε ἐκτελοῦσι καμμίαν ἐργασίαν.
§158ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀποσύρεται λοιπὸν ὁ προϋπολογισμὸς, ἵνα ὑποβληθῇ μετὰ τοῦ ἀπολογισμοῦ. Προβαίνομεν εἰς τὸ τρίτον ἀντικείμενον τῆς ἡμερησίας διατάξεως. Συζήτησις ἐπὶ τῆς αἰτήσεως ἀδείας πρὸς καταδίωξιν τοῦ βουλευτοῦ Ναυπακτίας Ἰωάννου Καναβοῦ. Ἔχει τις τὸν λόγον;
§159Ν. ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπὶ τοῦ προκειμένου θέλω νὰ παρατηρήσω, ὅτι τῆς ὑποθέσεως ταύτης ἐλάβομεν γνῶσιν ἐκ δύο περιστατικῶν· πρῶτον ἐκ τοῦ ἐγγράφου τοῦ ἀνακριτοῦ Μεσολογγίου, τοῦ ἀνακοινωθέντος ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου, ὅπερ παρεπέμφθη εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῆς Δικαιοσύνης, καὶ δεύτερον ἐξ ἀνακοινώσεως τοῦ ἐνδιαφερομένου συναδέλφου, παρακαλοῦντος νὰ ἐπιτρέψωμεν τὴν καταδίωξιν. Ἀλλ’ ἡ ἔκθεσις τῆς ἐπιτροπῆς τῆς Δικαιοσύνης εἶναι λίαν σύντομος· λέγει ὅτι, συνελθοῦσα καὶ λαβοῦσα γνῶσιν τῆς αἰτήσεως τοῦ ἀνακριτοῦ, γνωμοδοτεῖ ὅτι πρέπει νὰ γείνῃ δεκτὴ ἡ ἄδεια πρὸς καταδίωξιν. Διὰ τῆς αἰτουμένης ἀδείας, Κύριοι, πρόκειται νὰ ἄρωμεν τὸ ἀπαραβίαστον τοῦ Βουλευτοῦ, ὅπερ εἶναι ἐκ τῶν σπουδαιοτέρων προνομίων τῆς Βουλῆς, καὶ εἶναι περιττὸν νὰ σᾶς ἐξηγήσω τὴν δικαιολογητικὴν βάσιν τῆς προνομίας ταύτης. Ἔρχεται ἔκθεσις τοῦ ἀνακριτοῦ, λαμβάνομεν ταύτης ξηρὰν γνῶσιν, ὅτι ὑπεβλήθη· ἔρχεται ἡ ἔκθεσις τῆς ἐπιτροπῆς τῆς Δικαιοσύνης, ἀλλὰ παρακαλῶ νὰ μοὶ εἴπητε, εἶσθε εἰς θέσιν νὰ ψηφίσητε καὶ ἀποφανθῆτε ἐπὶ ταύτης καὶ παραδώσητε συνάδελφον εἰς τὸν ἀνακριτὴν, χωρὶς νὰ γινώσκητε ποία ἡ κατηγορία; Πρόκειται περὶ κακουργήματος; πρόκειται περὶ πλημμελήματος; πρόκειται περὶ κολασίμου πράξεως; Ἡ πρᾶξις εἶναι τοιαύτης φύσεως, ὥστε πρέπει ἀμέσως νὰ καταδιωχθῇ ὁ Βουλευτής; ἢ δυνάμεθα, χωρὶς τὸ συμφέρον τῆς Δικαιοσύνης νὰ παραβλαφθῇ, νὰ ἀναβάλωμεν πᾶσαν ἀπόφασιν μέχρι τῆς λήξεως τῆς Συνόδου; Δὲν ἔχομεν ὡρισμένα στοιχεῖα, ἵνα σκεφθῶμεν, ἂν συντρέχουσιν ὅλοι οἱ ὅροι, ὅπως δοθῇ ἡ ἄδεια τῆς καταδιώξεως τοῦ Βουλευτοῦ. Διὰ τοῦτο ἐπεθύμουν νὰ δοθῶσιν ἐξηγήσεις, διότι, καθ’ ἃ ἤκουσα παρ’ ἀξιοτίμου συναδέλφου, τὸ ἔγγραφον τοῦ Εἰσαγγελέως εἶναι διαβιβαστικόν, ἡ ἔκθεσις δὲ τοῦ ἀνακριτοῦ μνημονεύει, ὅτι θέλει νὰ καταδιώξῃ τὸν Βουλευτὴν ἐπὶ πλαστογραφίᾳ. Ἐπεθύμουν, ἐπὶ τῆς προκειμένης ὑποθέσεως νὰ δοθῶσιν αἱ προσήκουσαι ἐξηγήσεις.
§160Α. ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ἐὰν ἐπρόκειτο περὶ ζητήματος ἐλαφρᾶς κατηγορίας, δὲν ἤθελον ἐσπευσμένως ὑποβάλει εἰς τὴν Βουλὴν τὴν αἴτησιν, ἀλλὰ θὰ ἐζήτουν πᾶσαν πληροφορίαν καὶ πάντα τὰ σχετικὰ ἔγγραφα, ὅπως πεισθῶ.
§161ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Δὲν ἠμπορεῖτε.
§162Α. ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης δύναται καὶ ὀφείλει νὰ ζητήσῃ νὰ πεισθῇ περὶ τῆς σοβαρότητος καὶ τῆς εἰλικρινείας τῆς αἰτουμένης ἀδείας... Περὶ τοῦ θέματος τούτου ἐγένετο μακρὰ συζήτησις ἐν τῇ Βουλῇ καὶ εἰς ἄλλας περιστάσεις, καὶ εἰς τὸ ζήτημα τῆς αἰτήσεως ἀδείας πρὸς καταδίωξιν τοῦ ἄλλοτε βουλευτοῦ Βόλου κυρίου Ν. Ἀξελοῦ· τότε ἐκακίσθη ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ὅτι δὲν ἐζήτησε νὰ πεισθῇ περὶ τῆς σοβαρότητος τῆς ὑποθέσεως, ἀλλ’ ἔσπευσε μηχανικῶς νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν αἴτησιν τοῦ Εἰσαγγελέως. Τὸ ὑποβληθὲν εἰς ἐμὲ ἔγγραφον τοῦ Εἰσαγγελέως τῶν Πρωτοδικῶν διὰ τοῦ Εἰσαγγελέως τῶν Ἐφετῶν Πατρῶν εἶναι αἴτησις τοῦ ἀνακριτοῦ Μεσολογγίου· ὡς δ’ ἐκτίθενται τὰ ἄρθρα τῆς κατηγορίας ἐν τῷ ἐγγράφῳ, ἔκρινα ταῦτα σοβαρά. Ἀλλ’ ὅπως ἔτι μᾶλλον πεισθῶ περὶ τῆς σοβαρότητος τῆς κατηγορίας καὶ τῆς ἀνάγκης τῆς ἐσπευσμένης ὑποβολῆς τῆς αἰτήσεως εἰς τὴν Βουλὴν καὶ τῆς ὑποστηρίξεως αὐτῆς, ἐζήτησα πληροφορίας ἀπὸ τὸν ἴδιον τὸν ὑπὸ κατηγορίαν συνάδελφον, ὅστις μοὶ εἶπεν, ὅτι πάντες σχεδὸν οἱ μάρτυρες τῆς τε κατηγορίας καὶ τῆς ὑπερασπίσεως ἐξητάσθησαν, καὶ τυπικῶς ὑποβάλλεται ἡ αἴτησις τῆς ἀδείας, ἵνα περατωθῇ ἡ ὑπόθεσις· περὶ δὲ τῆς ἀποδοχῆς τῆς αἰτήσεως οὐδεμίαν αὐτὸς ἔχει ἀντίρρησιν.
§163Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Αὐτὸ εἶναι σπουδαῖον.
§164Α. ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Διότι ἄλλως θὰ μένωσι φυλακισμένοι ἐπὶ μακρὸν χρόνον οἱ λοιποὶ συγκατηγορούμενοι, δηλαδὴ μέχρι τῆς λήξεως τῆς Συνόδου. Διὰ τοῦτο ἐπείσθην νὰ ὑποβάλω τὴν αἴτησιν, καὶ ὑποστηρίξω αὐτὴν παρὰ τῇ Βουλῇ, ὅπως περατωθῇ ταχέως ἡ ὑπόθεσις. Περὶ ἄλλων αἰτήσεων — καὶ εὔχομαι νὰ μὴ παρουσιασθῇ νέα — θὰ φροντίσω, ἂν εἶναι σοβαραὶ ἢ μὴ αἱ κατηγορίαι, νὰ σχηματίσω γνώμην μετὰ ὥριμον μελέτην. Διότι μόνον ἐὰν ἔχω πεφωτισμένην γνώμην θὰ δυνηθῶ νὰ ὑποστηρίξω ἐν τῇ Βουλῇ τὴν ἀποδοχὴν τῆς αἰτήσεως δικαστικῆς τινος ἀρχῆς, ἣν ἐγὼ αὐτὸς ὡς ἁρμόδιος Ὑπουργὸς ὑποβάλλω καὶ ὡς Βουλευτὴς θὰ ψηφίσω, περιορίζων ἢ ἐκμηδενίζων τὸ μόνον ἄξιον λόγου προνόμιον τῶν Βουλευτῶν, διὰ σπουδαιοτάτους λόγους ἀναγραφὲν ἐν τῷ Συντάγματι.
§165ΚΙΜΩΝ ΒΕΛΛΙΝΗΣ. Ὀφείλω νὰ δώσω τινὰς πληροφορίας εἰς τὴν Βουλὴν σχετικῶς πρὸς τὴν ἔκθεσιν τῆς ἐπιτροπῆς τῆς Δικαιοσύνης, διότι ἐχρησίμευσα ὡς εἰσηγητής. Ὁμολογῶ, ὅτι ἐσκέφθην, ἂν ἔπρεπεν ἐν τῇ ἐκθέσει νὰ ἀναφέρω τοὺς λόγους, δι’ οὓς ζητεῖται ἡ ἄδεια, καὶ τὰς ἀποδιδομένας τῷ κ. Βουλευτῇ κατηγορίας· ἀλλ’ ἐπειδὴ ἐν τῇ αἰτήσει τοῦ κ. ἀνακριτοῦ ἀναφέρονται πράξεις καὶ κατηγορίαι, αἵτινες φαίνονται πολὺ βαρεῖαι, ἐνῷ πράγματι δὲν εἶναι τοιαῦται, ἐνόμισα, ὅτι δὲν ἦτο καλὸν, χάριν τῆς ἀξιοπρεπείας τοῦ Βουλευτοῦ, νὰ ἐκθέσω ταύτας. Τὸ ἔγγραφον τοῦ ἀνακριτοῦ ἀναφέρει, ὅτι ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος κατηγορεῖται διὰ πολλὰς πράξεις, ἃς ἀναγκάζομαι ἤδη προκαλούμενος νὰ ἀναφέρω· κατηγορεῖται δηλαδὴ ἐπὶ ἀντιστάσει, ἐπὶ ἀποπείρᾳ ἀναιρέσεως, ἐπὶ πλαστογραφίᾳ καὶ ἐπὶ παραβάσει τοῦ ἐκλογικοῦ νόμου. Ἐνοεῖται, ὅτι ὅλαι αἱ πράξεις αὗται σχετίζονται μὲ τὴν ἐνέργειαν τῆς ἐκλογῆς Ναυπακτίας. Τὸ ἄρθρον 63 τοῦ Συντάγματος δὲν ἀποβλέπει εἰς ἄλλο τι, εἰμὴ νὰ προφυλάξῃ τὸν Βουλευτὴν ἀπὸ τὴν ἐπίδρασιν τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας· ἀλλ’ ἐπὶ τοῦ προκειμένου οὐδὲ ὑπόνοια τοιαύτη δύναται νὰ ἐγερθῇ, καὶ μάλιστα ἀφοῦ αὐτὸς οὗτος ὁ Βουλευτὴς ζητεῖ νὰ χορηγηθῇ ἡ ἄδεια. Δὲν ἔπρεπε βεβαίως ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει νὰ διστάσῃ ἡ ἐπιτροπὴ νὰ γνωμοδοτήσῃ ὑπὲρ τῆς ἀδείας, καὶ διὰ τοῦτο ἐν τῇ ἐκθέσει τῆς ἐγνωμοδότησεν ὑπὲρ ταύτης, χωρὶς νὰ ἐκθέσῃ καὶ τοὺς λόγους τῆς ἀποφάσεώς της. Πληροφορίας δὲν ἐζητήσαμεν ἄλλας, διότι κατὰ τὸν νόμον ὁ ἀνακριτὴς δὲν δύναται νὰ χορηγῇ πληροφορίας, καθόσον παραβιάζει τὴν μυστικότητα τῆς ἀνακρίσεως· οὐδ’ ἐπιτρέπεται εἰς αὐτὸν τοῦτο, ἀλλ’ οὐδ’ ἡ ἐπιτροπὴ ἠδύνατο νὰ τὸ ζητήσῃ. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν ὑπάρχει περίπτωσις νὰ ἐξετάσῃ ἄλλο τι, εἰμὴ νὰ χορηγήσῃ τὴν ἄδειαν, συμφώνως πρὸς τὴν ἔκθεσιν τῆς ἐπιτροπῆς.
§166Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ἀνέγνωσα τὸ ἔγγραφον τοῦ ἀνακριτοῦ, καὶ εὑρίσκω τελείως δεδικαιολογημένην τὴν αἴτησιν αὐτοῦ καὶ ἀρκούντως περιγραφικὴν τῶν ἀδικημάτων, διὰ τὰ ὁποῖα κατηγορεῖται ὁ Βουλευτὴς, κατὰ τοῦ ὁποίου ζητεῖται νὰ ἀπαγγελθῇ κατηγορία. Ἑπομένως τὸ ζήτημα δὲν νομίζω ὅτι χρήζει περισσοτέρας ἐξετάσεως. Ἀλλ’ ἔλαβον τὸν λόγον, ἵνα ὑποβάλω μίαν παρατήρησιν εἰς ὅσα εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ἰδίως εἰς τὴν τελευταίαν περικοπὴν τοῦ λόγου του. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐξέφερε τὴν γνώμην, ὅτι ἠδύνατο νὰ ζητήσῃ πλείονας πληροφορίας καὶ δὴ καὶ τὴν δικογραφίαν, ἵνα πεισθῇ, ἂν ἔπρεπε νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὴν αἴτησιν τοῦ κ. ἀνακριτοῦ, ὅπως δοθῇ ἡ ἄδεια πρὸς καταδίωξιν τοῦ Βουλευτοῦ. Πρέπει νὰ γνωρίζῃ ὁ κ. Ὑπουργός, ὅτι δὲν δύναται νὰ ζητήσῃ πλείονας πληροφορίας ἐκείνων, ἃς ἐκ τοῦ νόμου εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ ζητῇ. Ἀλλὰ καὶ ἕτερον εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργός, ὅτι δικαιοῦται νὰ κρίνῃ τὴν σπουδαιότητα τῆς κατηγορίας, καὶ ἀναλόγως τῆς σπουδαιότητος ν’ ἀποφασίσῃ αὐτός, ἂν πρέπει νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὴν αἴτησιν ταχέως ἢ βραδέως, ἢ καὶ νὰ μὴ ὑποβάλῃ παντάπασι ταύτην εἰς τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς. Παρατηρῶ, ὅτι ἡ τοιαύτη θεωρία τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ εἶναι ἄντικρυς ἀντίθετος πρὸς τὰ καθήκοντα αὐτοῦ καὶ τὴν ἔννοιαν τῆς ἁρμοδιότητος καὶ τῆς δικαιοδοσίας τῆς Βουλῆς. Ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἔχει ὑποχρέωσιν, ὁσάκις ἡ δικαστικὴ ἐξουσία ζητῇ τὴν καταδίωξιν Βουλευτοῦ, ἄνευ ἐξετάσεως, ἄνευ οὐδεμιᾶς ἐρεύνης νὰ ὑποβάλλῃ τὴν αἴτησιν. Μόνον ἡ Βουλὴ ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ κρίνῃ, ἂν πρέπει ἢ δὲν πρέπει νὰ δώσῃ τὴν ἄδειαν. Ἑπομένως νομίζω, ὅτι ἔπρεπε νὰ κατασταθῇ γνωστόν, ὅτι τοιαῦται θεωρίαι δὲν πρέπει νὰ ἀκούωνται ἐντὸς τῆς Βουλῆς, καὶ ὅταν ζητῇ ἡ Δικαιοσύνη τὴν ἄδειαν παρὰ τῆς Βουλῆς, ὅπως καταδιώξῃ Βουλευτὴν, ὁ Ὑπουργὸς ἔχει ὑποχρέωσιν νὰ ὑποβάλλῃ ἀμέσως τὴν αἴτησιν, ἡ δὲ Βουλὴ δὲν πρέπει νὰ ἔχῃ δυσκολίαν νὰ χορηγῇ τὴν ἄδειαν, ἐκτὸς ἐὰν ἔχῃ πρὸς τοῦτο ἀποχρῶντας λόγους.
§167Α. ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Δὲν εἶναι ὥρα νὰ λύσωμεν ζήτημα, τὸ ὁποῖον καὶ ἄλλοτε ἤχθη εἰς τὴν Βουλὴν καὶ διὰ μακρῶν συνεζητήθη, καὶ πολλοὶ ἐκ τῆς πτέρυγος ταύτης, οὐχὶ πάντες, εἶχον τὴν γνώμην, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης δὲν εἶναι παρὰ ἁπλῆ μηχανὴ διαβιβαστικὴ εἰς τὸ ζήτημα τῆς ἀσυλίας. Ἐγὼ ὁμολογῶ, — ὡς ὅτε ἐγεννήθη ἡ συζήτησις περὶ τῆς ἀποδόσεως τοῦ Ἀξελοῦ ἐλέχθη, — ὅτι ὁ Ὑπουργὸς δὲν εἶναι μηχανὴ διαβιβαστική, ἀλλὰ πρέπει νὰ ἔχῃ γνώμην, ἣν νὰ ὑποβάλλῃ εἰς τὴν Βουλήν· εἶχον δὲ καὶ ἔχω, καὶ ὡς Ὑπουργὸς καὶ ὡς Βουλευτής, τὴν γνώμην, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς δὲν εἶναι ἁπλῆ μηχανὴ διαβιβαστική, καὶ ὅταν ἔλθῃ ἡ ὥρα, θὰ συζητήσωμεν τὸ ζήτημα τοῦτο. Τώρα δὲν εἶναι κατάλληλος ἡ ὥρα.
§168Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Βλέπετε, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπαναλαμβάνει ὅσα καὶ πρότερον εἶπεν. Εἶναι πολὺ σοβαρὰ αὐτά, τὰ ὁποῖα εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργός. Ὁ κ. Ὑπουργὸς εἶπεν, ὅτι ἔχει τὸ δικαίωμα ὁ Ὑπουργός, ὁσάκις ὑποβάλληται παρὰ τῆς καταδιωκτικῆς ἀρχῆς αἴτησις, ὅπως ζητηθῇ ἡ ἄδεια τῆς Βουλῆς, νὰ κρίνῃ περὶ τῆς σοβαρότητος.
§169ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Βουλευτά, διατὶ ἐπιμένετε; Οὐδεὶς Ὑπουργὸς ὑπάρχει εἰς τὸν κόσμον, ὁ ὁποῖος νὰ δύναται νὰ ἀναστείλῃ τὴν καταδίωξιν τὴν ποινικήν.
§170Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ἐγώ, κύριε Πρόεδρε, ἐπιμένω, διότι βλέπω τὸν Ὑπουργὸν ἐπιμένοντα εἰς θεωρίας παραδόξους. Ἀλλ’ ἐπειδὴ ὁ κ. Πρόεδρος ἐνόησεν, ὅτι πρέπει νὰ παύσῃ αὐτὴ ἡ συζήτησις, θὰ εἴπω μόνον, ὅτι ἡ ἐκτίμησις περὶ τῆς σοβαρότητος τῆς πράξεως δὲν εἶναι ἔργον εὐχερές. Διὰ νὰ ἐκτιμήσῃ τις τὴν σοβαρότητα τῆς πράξεως, πρέπει νὰ ἔχῃ ὅλα τὰ στοιχεῖα, ὁ δὲ κ. Ὑπουργὸς δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ ἔχῃ τὰ στοιχεῖα, διὰ νὰ ἐκτιμήσῃ τὴν σοβαρότητα ἢ μὴ τῆς πράξεως. Διὰ τοῦτο πολὺ ὀρθῶς ὁ κ. Πρόεδρος παρετήρησεν, ὅτι πρέπει νὰ παύσῃ αὐτὴ ἡ συζήτησις, μὲ τὴν παρατήρησιν, ὅτι δὲν πρέπει ν’ ἀκούωνται ἄλλοτε τοιαῦται γνῶμαι.
§171ΙΩΑΝ. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Ἡ ἀτυχὴς παρατήρησις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης ἔφερεν ἄλλο ζήτημα εἰς τὸ μέσον, παρὰ ἐκεῖνο, ἐπὶ τοῦ ὁποίου προετιθέμεθα νὰ ἀποφασίσωμεν. Εἶναι ἀληθές, ὅτι ἡ αἴτησις περὶ παροχῆς ἀδείας ἐκ μέρους τῆς Βουλῆς πρὸς καταδίωξιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Ναυπακτίας δὲν ἐγένετο κατὰ τοὺς τύπους, ὅτι δὲν παρουσιάσθησαν τὰ ἀπαιτούμενα ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα νὰ ὑποβληθῶσιν ὑπὸ τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς. Εἶναι ἀληθές, ὅτι ἡ αἴτησις δὲν ὑπεβλήθη, ὅπως ἀναγινώσκουσα αὐτὴν ἡ Βουλὴ πεισθῇ, ὅτι πρέπει νὰ ἐπιτρέψῃ τὴν ἄδειαν τῆς καταδιώξεως. Ἀλλὰ διατὶ ἡ μακρὰ αὕτη συζήτησις, ὅταν αὐτὸς οὗτος ὁ Βουλευτὴς δι’ ἐπιστολῆς του παρακαλῇ τὴν Βουλὴν νὰ ἐπιτρέψῃ εἰς τὴν δικαστικὴν ἀρχὴν νὰ ἐπιληφθῇ τῆς καταδιώξεως αὐτοῦ;
§172Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι δικαίωμά του.
§173Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Καὶ ἂν δὲν ἦναι δικαίωμά του, αὐτὸς ἐδέχθη. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἐπιθυμία του· τοῦτο δὲ εἶναι τιμητικὸν δι’ αὐτόν. Ἀλλὰ δὲν εἶναι ὁ λόγος αὐτός, τοῦ νὰ ἀποδειχθῇ δηλ. διὰ τῆς δίκης ἡ ἀθωότης τοῦ συναδέλφου μας, ὃν βαρυτάτη πιέζει κατηγορία· τὸ ζήτημα ἐνέχει καὶ ἄλλον σπουδαιότερον λόγον, ὅτι ἐξ αἰτίας τῆς ἐκκρεμότητος τῆς ὑποθέσεως ταύτης βασανίζονται ἄλλοι ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι εἶναι προφυλακισμένοι καὶ οἱ ὁποῖοι θ’ ἀπαλλαχθῶσι, μόνον ἐὰν παρουσιασθῇ ὁ κυρίως κατηγορούμενος ἐν τῇ ὑποθέσει ταύτῃ. Δὲν εἶναι λοιπὸν δίκαιον νὰ παρατείνηται ἡ ὑπόθεσις, καὶ νὰ ἀδικῶνται ἀθῷοι ἴσως ἄνθρωποι· καὶ διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ χορηγηθῇ ἡ ἄδεια.
§174Δ. ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§175Α. ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ὁ κ. Σιμόπουλος, ὡς Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς 20 Ἰουνίου 1892 εἶχεν ὑποβάλει ὁμοίαν ἀκριβῶς αἴτησιν τοῦ Εἰσαγγελέως Βόλου περὶ τοῦ τότε βουλευτοῦ Βόλου Νικολ. Ἀξελοῦ. Εὐτυχῶς ὁ νῦν ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς καὶ ἄλλοι ἐπιφανεῖς ῥήτορες εἶχον λάβει μέρος εἰς τὴν ἐπ’ αὐτῆς συζήτησιν. Καὶ ἰδοὺ τί ἔλεγον κατὰ τὴν συνεδρίασιν ἐκείνην. (Ἀναγινώσκει ἐκ τῆς Ἐφημερίδος τῶν Συζητήσεων τῆς Βουλῆς τῆς Αʹ Συνόδου τῆς ΙΓʹ Περιόδου): «Δ. Ράλλης. Θαυμάζω, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης προέβη εἰς τὴν ὑποβολὴν τοιούτου ἐγγράφου. Ἐπὶ τῇ ἁπλῇ μόνῃ ἀναγγελίᾳ μελετωμένης καταδιώξεως ἐκ μέρους οἱουδήποτε ὀργάνου εἰσαγγελικοῦ κατὰ Βουλευτοῦ, ἡ Βουλὴ δὲν ὀφείλει εὐκόλως νὰ ἐπιτρέψῃ τὴν καταδίωξιν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, τὴν στιγμήν, καθ’ ἣν ἔλαβε τὸ ἔγγραφον τοῦτο, ὤφειλε νὰ ζητήσῃ ἁπάσας τὰς πληροφορίας, ἐπὶ τῶν ὁποίων βασιζομένη δύναται ἡ Βουλὴ νὰ ἀποφανθῇ ἐν ἐπιγνώσει περὶ τῆς ζητουμένης ἀδείας...» «Α. Σιμόπουλος .......» «Δ. Ράλλης. Ἀλλ’ ὁσάκις παρουσιάσθη ὁμοία περίπτωσις, ἡ Βουλὴ ἤσκησεν αὐστηρῶς τὸ δικαίωμά της, διότι, ἄλλως ἡ ἀσυλία, τὴν ὁποίαν ἀναγράφει τὸ Σύνταγμα ὑπὲρ τῶν Βουλευτῶν, ἤθελεν εἶσθαι τύπος κενός, θὰ ἐξηρτᾶτο δὲ ἐξ οἱουδήποτε Εἰσαγγελέως νὰ ὑπάρξῃ ἢ νὰ μὴ ὑπάρξῃ ἡ ἀσυλία αὕτη. Ἔχει καθῆκον ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, καίτοι τυπικὴ εἶναι ἡ ἐργασία του, νὰ ζητήσῃ νὰ πληροφορηθῇ περὶ τῆς καταγγελλομένης πράξεως, καὶ νὰ φωτίσῃ περὶ ταύτης τὴν Βουλήν. Ἡ Βουλὴ ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἐνασκεῖ καθήκοντα Συμβουλίου, καὶ δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ ἐντεῦθεν, ὅτι παραβιάζεται ἡ μυστικότης τῆς ἀνακρίσεως...» Τὴν γνώμην ταύτην τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Βουλῆς, τότε καὶ νῦν Βουλευτοῦ Ἀττικῆς, ὅστις διετέλεσε καὶ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, προσεπικυροῖ καὶ ὁ Ἰωάννης Μεσσηνέζης, εἷς ἐκ τῶν συνταξάντων τὸ Σύνταγμα, ὡς καὶ ὁ διαπρεπὴς πολιτευτὴς κ. Ρικάκης κλπ. (ἀναγινώσκει): «Μεσσηνέζης. Ἐπὶ τῇ ἁπλῇ αἰτήσει ἑνὸς Εἰσαγγελέως, ὁ ὁποῖος, ἵνα ἀποκτήσῃ ἴσως δικαιώματα παρὰ τῷ νικήσαντι κόμματι, προβαίνει καὶ ζητεῖ τὴν ἄδειαν, δὲν δύναται ἡ Βουλὴ νὰ χορηγήσῃ ταύτην. Ἔδει νὰ ὑποβληθῇ ἡ αἴτησις εἰς μίαν βάσανον, διότι ἄνευ βασάνου ἐπισταμένης δὲν δύναται ἡ Βουλὴ ν’ ἀποδεχθῇ τὴν αἴτησιν, καθόσον, εἰς ἣν κατάστασιν περιῆλθε σήμερον ἡ Εἰσαγγελικὴ ἀρχὴ, ὑπάρχει κίνδυνος, ὅλοι ἡμεῖς νὰ παραπεμφθῶμεν εἰς δίκην. Καὶ ὅσον μὲν ἀφορᾷ τοὺς συμπολιτευομένους, οὗτοι δύνανται ν’ ἀπαλλαχθῶσι τῆς τοιαύτης ἐνοχλήσεως, ἀλλ’ ὅσον ἀφορᾷ ἡμᾶς τοὺς ἀντιπολιτευομένους, ὁ κίνδυνος δὲν εἶναι μικρός. Δὲν ἐπιτρέπεται, Κύριοι, ἀβασανίστως νὰ εἰσαγάγῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς εἰς τὴν Βουλὴν τὴν αἴτησιν τοῦ Εἰσαγγελέως Βόλου, καὶ διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ ζητήσῃ καὶ μελετήσῃ τὰ ἔγγραφα, καὶ ἂν εὕρῃ ἐκ τῆς μελέτης τούτων, ὅτι δύναται νὰ ὑποστηριχθῇ τοιαύτη κατηγορία, τότε νὰ εἰσαγάγῃ τὴν πρότασιν ἐνώπιον τοῦ Σώματος, ἄλλως νὰ παύσῃ τὸν Εἰσαγγελέα, καὶ νὰ παύσῃ αὐτὸν τηλεγραφικῶς, διότι ἐτόλμησε πρᾶξιν τοιαύτην, νὰ ζητήσῃ δηλαδὴ ἄδειαν τῆς Βουλῆς, ὅπως ἐπιτραπῇ ἡ εἰς δίκην εἰσαγωγὴ Βουλευτοῦ, χωρὶς νὰ ὑπάρχωσι πρὸς τοῦτο σπουδαῖαι ἐνδείξεις ἐνοχῆς εἰς ἀξιόποινόν τινα πρᾶξιν.» «Ρικάκης... Ἄλλοτε, προκειμένου νὰ δοθῇ ἄδεια καταδιώξεως Βουλευτοῦ, ὑπεβάλλετο δεδικαιολογημένη αἴτησις τοῦ Εἰσαγγελέως, περιέχουσα ὅλα τὰ συστατικά, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἠδύνατο νὰ στηριχθῇ αὕτη, ὁ δὲ ἁρμόδιος Ὑπουργὸς, ἐπ’ αὐτῶν βασιζόμενος, ἀπεφάσιζεν, ἂν πρέπει ἢ ὄχι νὰ ὑποστηρίξῃ τὴν τοιαύτην αἴτησιν. Δεύτερον δὲ πρέπει νὰ ὑπάρχῃ ἐνδεδειγμένος ὁ λόγος τοῦ κατεπείγοντος, ὥστε νὰ μὴ ἐπισπευσθῇ ἡ ἐνέργεια τῆς Δικαιοσύνης ἄνευ ἀνάγκης, ἐνόσῳ ἐξακολουθεῖ ὁ χρόνος τῆς Βουλευτικῆς Συνόδου.» «Μεσσηνέζης... Πρόκειται ν’ ἀποφανθῇ ἡ Βουλὴ, ἂν ἠδύνατο ὁ Ὑπουργὸς, χωρὶς νὰ προσβάλῃ τὰ προνόμια τῆς Βουλῆς, νὰ εἰσαγάγῃ εἰς τὸ Σῶμα πρότασιν τοιαύτην, πρὶν ἢ ὑποβάλῃ αὐτὴν εἰς τὸν δίκαιον καὶ πρέποντα ἔλεγχον. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἰσχυρίζεται, ὅτι ἡ διάταξις τοῦ Συντάγματος δὲν εἶναι διάταξις καθιεροῦσα προνόμιον ὑπὲρ τῶν Βουλευτῶν, ἀλλὰ διάταξις σκοπὸν ἔχουσα νὰ καθίσταται γνωστὸν μόνον τῇ Βουλῇ, ὅτι ἓν ἐκ τῶν μελῶν αὐτῆς πρόκειται νὰ εἰσαχθῇ εἰς δίκην. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι δὲν ἐμελέτησε καλῶς ὁ κ. Ὑπουργὸς τὴν ἐν λόγῳ διάταξιν τοῦ Συντάγματος. Ἐὰν ἐπρόκειτο μόνον καὶ μόνον περὶ μιᾶς ἁπλῆς γνωστοποιήσεως, ὅτι πρόκειται νὰ εἰσαχθῇ εἰς δίκην Βουλευτής τις, τότε μοὶ φαίνεται, ὅτι ἤθελε τεθῆ πρὸς τοῦτο ῥητὴ διάταξις ἐν τῷ Συντάγματι. Ἡ διάταξις αὕτη ἐτέθη, ἵνα προφυλάσσωνται οἱ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως Βουλευταὶ ἐκ τῶν παρεκτροπῶν καὶ καταχρήσεων τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, ὅπως μὴ προσβάλληται ἁπλῶς καὶ ὡς ἔτυχεν ἡ ἀξιοπρέπεια τῶν μελῶν τοῦ Σώματος, ὡς καὶ ὁλοκλήρου τοῦ σώματος. Διὰ τοῦτο τὸ Σύνταγμα ἐπιβάλλει νὰ γίνηται μία προεξέτασις καὶ σπουδαία ἔρευνα, πρὶν ἢ εἰσαχθῇ εἰς τὴν Βουλὴν πρότασις περὶ εἰς δίκην εἰσαγωγῆς ἑνὸς Βουλευτοῦ, διότι ἄλλως ἀδικεῖται, προσβάλλεται ὁ περιβληθεὶς τὸ ἀξίωμα τοῦ ἐθνικοῦ ἀντιπροσώπου. Ὁ κ. Ὑπουργὸς θεωρεῖ, ὅτι εἶναι μικροῦ λόγου ἄξιον τὸ νὰ παρουσιάζηταί τις κατηγορούμενος ἐνώπιον μιᾶς ἀρχῆς· ἀλλ’ ἐὰν δὲν ἦναι μικροῦ λόγου ἄξιον διὰ πάντα ἄνθρωπον τὸ νὰ εἰσάγηται εἰς δίκην, χωρὶς νὰ βασανισθῇ σπουδαίως ἡ κατ’ αὐτοῦ κατηγορία, δὲν παραδέχομαι, ὅτι τοῦτο εἶναι ἀδιάφορον, προκειμένου περὶ ἑνὸς Βουλευτοῦ. Ἐν τοιαύτῃ δὲ περιπτώσει τὸ Σῶμα δὲν δύναται βεβαίως, ἁπλῶς καὶ ὡς ἔτυχε, νὰ κρίνῃ καὶ ἀποφασίσῃ περὶ εἰσαγωγῆς εἰς δίκην τῶν προσώπων, τὰ ὁποῖα ἀπέστειλεν ἐνταῦθα ὁ λαὸς, ὡς ἀντιπροσώπους αὐτοῦ, καὶ ὀφείλει, σεβόμενον τὰ προνόμια αὐτοῦ, ν’ ἀποκρούσῃ τὴν ἀβασανίστως εἰσαχθεῖσαν ἐνώπιον αὐτοῦ πρότασιν. Διὰ τοῦτο ἐπαναλαμβάνω, ὅτι κατὰ τὸ πνεῦμα τοῦ Συντάγματος ἡ Βουλὴ ἁπλῶς καὶ ὡς ἔτυχεν, ἐπὶ τῇ αἰτήσει τοῦ Εἰσαγγελέως, δὲν δύναται νὰ ἐπιτρέψῃ τὴν εἰσαγωγὴν εἰς δίκην ἑνὸς Βουλευτοῦ. Ὁ δὲ κ. Ὑπουργός, ὅταν δυνηθῇ νὰ ὑποστηρίξῃ τὴν αἴτησιν ταύτην, ὅταν τὴν ὑποβάλῃ εἰς ἔλεγχον, ὅταν ζητήσῃ νὰ ἔλθουν ὅλα τὰ ἔγγραφα, τότε μόνον δύναται νὰ ὑποβάλῃ αὐτὴν εἰς τὴν Βουλήν. Ἀλλ’ ὅταν ἡ αἴτησις γίνηται τηλεγραφικῶς, ὡς ἄν ἐπρόκειτο περὶ ἑνὸς λῃστοῦ ἢ φυγοδίκου, μεγαλειτέρα ὕβρις πρὸς τὴν Βουλὴν δὲν δύναται νὰ γείνῃ...» «Δ. Ράλλης. Θὰ παρατηρήσω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ὅτι ἡ ἀξιοπρέπεια τῆς Βουλῆς ἐπέβαλλεν εἰς αὐτὸν νὰ μὴ προβῇ εἰς ὑποβολὴν αἰτήσεως καταδιώξεως Βουλευτοῦ, τόσον ἐλαφρῶς διατυπωθείσης· διότι, ἂν εἶχε τὸν καιρὸν νὰ ἀναγνώσῃ τὸ ἔγγραφον ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, βεβαίως ἤθελε πράξει ὅ,τι ἐγὼ ἔπραξα, ὡς τοιοῦτος, κατὰ τοῦ Εἰσαγγελέως Σπάρτης, καὶ ὅ,τι ἐζήτησεν ὁ κ. Βουλευτὴς Αἰγιαλείας... Πρόκειται ἀληθῶς περὶ αἰτήσεως, τὴν ὁποίαν ἡ ἀξιοπρέπεια τῆς Βουλῆς ἀπήτει νὰ μὴ ὑποβάλητε εἰς τὴν Βουλήν, ἀφοῦ τόσον ἐλαφρῶς διετυπώθη.» Μετὰ τὴν συζήτησιν ταύτην ἡ αἴτησις τοῦ Εἰσαγγελέως Βόλου παρεπέμφθη εἰς τὴν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης ἐπιτροπὴν τῆς Βουλῆς, ἥτις κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς 27 Ἰουνίου ὑπέβαλε τὴν ἔκθεσίν της, καὶ διὰ πλειονοψηφίας ἕξ ψήφων κατὰ μιᾶς ἐπρότεινε νὰ χορηγηθῇ ἡ αἰτουμένη ἄδεια περὶ καταδιώξεως τοῦ βουλευτοῦ Βόλου Ν. Ἀξελοῦ. Ἐπὶ τῆς προτάσεως ταύτης τῆς ἐπιτροπῆς ἐγένετο συζήτησις ἐν τῇ Βουλῇ κατὰ τὴν ἀμέσως ἑπομένην συνεδρίασιν τῆς 29 Ἰουνίου 1902, καθ’ ἣν πολλοὶ ἔλαβον τὸν λόγον, ἐν οἷς καὶ οἱ τότε καὶ νῦν διαπρεπεῖς βουλευταὶ καὶ νομομαθεῖς κ. κ. Διον. Στεφάνου καὶ Δ. Ράλλης. Ὁ κύριος Στεφάνου μεταξὺ ἄλλων εἶπε τὰ ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Διον. Στεφάνου. Εἶναι ἀληθές, ὅτι, ὁσάκις τοιαύτη αἴτησις ἐγένετο ἐνώπιον τοῦ Κοινοβουλίου, προεκάλεσε συζητήσεις πολλάς, διότι περιπλέκεται ἐν ταῖς συζητήσεσι ταύταις τὸ πολιτικὸν συμφέρον. Καὶ ἐνώπιον τοῦ Κοινοβουλίου τῆς Ἑλλάδος ὁσάκις τὸ ζήτημα τοῦτο παρουσιάσθη, τοιαύτην προὐκάλεσε συζήτησιν, τὸ πρῶτον δὲ ἀπὸ τῆς δευτέρας ἡμῶν συνταγματικῆς περιόδου, ἐπὶ τῆς δευτέρας δυναστείας, ἐν τῇ Ἐθνοσυνελεύσει παρουσιάσθη τὸ ζήτημα, προκειμένου περὶ καταδιώξεως τοῦ πρώην Ὑπουργοῦ κ. Μαστραπᾶ, λοχαγοῦ τότε ὄντος ἐν Τριπόλει καὶ κατηγορουμένου ἐπὶ στάσει. Τῆς Συνελεύσεως τότε προήδρευεν ὁ σεβαστὸς ἐξ Αἰγιαλείας συνάδελφος, καὶ ἀνεπτύχθησαν τότε γνῶμαι παντοῖαι, γνῶμαι ἀλλοπρόσαλλοι· ἀλλὰ τὸ ζήτημα τότε ἐντὸς τῶν νομίμων αὐτοῦ ὁρίων καὶ ἐν τῇ ἀληθεῖ αὐτοῦ βάσει ἔθηκεν ὁ τότε ἐκ Γόρτυνος πληρεξούσιος κ. Θεόδωρος Π. Δηλιγιάννης. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ δὲ ἡ Βουλὴ νὰ ἀναγνώσω τεμάχιά τινα ἐκ τοῦ λόγου ἐκείνου, ὅπου ἀναπτύσσεται ἡ θεωρία τῆς βουλευτικῆς ἀσυλίας. Ἰδοὺ τί εἶπε τότε ὁ κ. Δηλιγιάννης (ἀναγινώσκει): «Θ. Π. Δηλιγιάννης. Ἡ νομοτελεστικὴ ἐξουσία, Κύριοι, δὲν εἶναι, ὡς παρεστάθη ὑπὸ τοῦ προαγορεύσαντος, ταχυδρομεῖον, διὰ νὰ διαβιβάζῃ εἰς τὰ Κοινοβούλια ἀνεξετάστως τὰς αἰτήσεις τῶν εἰσαγγελικῶν ἀρχῶν· ἔχει τὸ καθῆκον νὰ μὴ εἰσάγῃ εἰς αὐτά, εἰμὴ μόνας τὰς αἰτήσεις ἐκείνας, αἱ ὁποῖαι σκοποῦσι τὴν καταδίωξιν τῶν ἐγκλημάτων, τῶν ὁποίων ἡ τιμωρία πρέπει νὰ γίνηται ἀμέσως· ἄλλως ὀφείλει νὰ μὴ εἰσαγάγῃ αὐτὰς, καὶ νὰ ἀφήσῃ ν’ ἀναβληθῇ ἡ καταδίωξις τοῦ ἐγκλήματος, ἕως ἂν τελειώσῃ ἡ ἐργασία τῶν κοινοβουλευτικῶν Σωμάτων, ὅτε ἔρχεται αὖθις ἡ Δικαιοσύνη, καὶ ἁρπάζει ἀπὸ τῆς ἑστίας του ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος τώρα, ὡς μέλος τῆς Συνελεύσεως, ἔχει τὸ προνόμιον, ἀλλ’ ὅστις τότε οὐδὲν τοιοῦτον ἔχει. Ὄτι δὲ ἡ γνώμη μου αὕτη εἶναι ἀληθὴς, σᾶς φέρω τὴν γνώμην καὶ τὴν μαρτυρίαν Πρωθυπουργοῦ μεγάλου Κράτους, ὅστις κατὰ τὴν 1 Αὐγούστου τοῦ 1822, ἐπερωτηθεὶς διατὶ δὲν ἐζήτησε παρὰ τῆς Βουλῆς τὴν ἄδειαν τῆς εἰς δίκην εἰσαγωγῆς πέντε Βουλευτῶν, οἱ ὁποῖοι εἶχον ἀναμιχθῆ εἰς τινα συνωμοσίαν τοῦ στρατηγοῦ Berton, κατὰ ἓν κατηγορητήριον, τὸ ὁποῖον καθ’ ὅλων τῶν συνωμοτῶν ἐξέδωκεν ὁ Εἰσαγγελεὺς τοῦ Δικαστηρίου τοῦ Poitiers, ὁ Πρωθυπουργὸς Villèle, ἐπερωτηθεὶς, λέγω, τότε ὑπὸ τοῦ στρατηγοῦ Λαφαγὲτ, ἐν συνεννοήσει διατελοῦντος μετὰ τῶν Benjamin Constant καὶ Casimir Périer, «δὲν ἐζήτησα, εἶπε, τὴν ἄδειαν, διότι ἐπείσθην, ὅτι τοῦτο δὲν ἦτο ἀναπόφευκτον δι’ ἡμᾶς καθῆκον, οὐδὲ ἀναπόδραστος διὰ τὴν πατρίδα ἀνάγκη.» «Διὰ τοῦτο ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία (προστίθησιν ὁ κ. Δηλιγιάννης) ὑποβάλλει τότε αἴτησιν, ὅταν βλέπῃ, ὅτι αὕτη συνδέεται στενῶς μετὰ τῆς κοινῆς ἀσφαλείας· ἄλλως ἀναβάλλει τὴν αἴτησιν, ὅταν πείθηται, ὅτι δὲν παραβλάπτονται μεγάλα συμφέροντα τῆς Πολιτείας.» Ὁ κ. Δ. Ράλλης, διακόπτων τὸν ἀγορεύοντα κ. Στεφάνου, λέγει: «Δ. Ράλλης. Ἀκριβῶς τοῦτο ἰσχυριζόμεθα.» «Ι. Ἀντωνόπουλος. Τοῦτο καὶ ἡμεῖς διατεινόμεθα.» «Στεφάνου. Ἀλλὰ τοῦτο εἶναι τῆς διακριτικῆς ἐξουσίας τοῦ Ὑπουργοῦ. Ἀλλ’ ἂν οὗτος δὲν ἔχῃ λόγον, κατὰ τὰς πεποιθήσεις αὑτοῦ, νὰ ἀναστείλῃ τὴν αἴτησιν, τὴν γενομένην ὑπὸ τῆς καταδιωκτικῆς ἀρχῆς, ὀφείλει νὰ τὴν διαβιβάσῃ.» «Δ. Ράλλης. Καὶ ἡ Βουλὴ ἐλέγχει τὴν πρᾶξιν τοῦ Ὑπουργοῦ, καὶ οὕτω γεννᾶται τὸ πολιτικὸν συμφέρον.» «Στεφάνου. Ἀκριβῶς τοῦτο καὶ μόνον ὀφείλει νὰ ἐξετάσῃ ἡ Βουλή· ὑπάρχει ἐκ μέρους τοῦ Ὑπουργοῦ πρόθεσις, διαβιβάζοντος τὴν αἴτησιν τοῦ Εἰσαγγελέως Βόλου, ὥστε νὰ ἀφαιρέσῃ ἐκ τοῦ Κοινοβουλίου ἕνα Βουλευτὴν ἐκ πολιτικοῦ σκοποῦ; Τοῦτο ἀκριβῶς ὀφείλει νὰ ἐξετάσῃ ἡ Βουλή, καὶ εἰς τοῦτο καὶ μόνον περιορίζεται τὸ δικαίωμα αὐτῆς.» Μετὰ τὸν κύριον Στεφάνου λαμβάνει τότε τὸν λόγον ὁ κ. Δ. Ράλλης, ὅστις λέγει τὰ ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Δ. Ράλλης...Τὰ πραγματικὰ γεγονότα βεβαίως, τὴν στιγμήν, καθ’ ἣν εἰσῆγεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης τὴν αἴτησιν τοῦ Εἰσαγγελέως Βόλου, δὲν τὰ ἐγνώριζεν, οὐδὲ πρόκειται διὰ τῆς ψήφου ἡμῶν νὰ κριθῇ ἡ πρᾶξις τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης. Ὡς ἀπὸ τῆς πρώτης εἰσαγωγῆς τῆς προκειμένης ὑποθέσεως εἶπον, ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἐπὶ τοιαύτης φύσεως ὑποθέσεων εἶναι εἰσηγητὴς ἁπλοῦς· ἀλλ’ ἕνεκα τῆς ἰδιότητός του ταύτης ὤφειλε νὰ ἐξετάσῃ, κατὰ πόσον ὑφίστατο ἡ περίπτωσις τῆς χορηγήσεως τῆς ἀδείας καταδιώξεως, καὶ νὰ διαφωτίσῃ τὴν Βουλήν. Ἀλλοίαν ἐν τούτοις μετῆλθε πολιτείαν ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, οὐδὲ συνεκόμισεν ὅμως ἐντεῦθεν ἀναγκαίως τὴν εὐθύνην τῶν πράξεων τοῦ ἐπιπολαίου Εἰσαγγελέως, ὡς ἐχαρακτηρίσθη παρὰ τῶν μελῶν τῆς ἐπιτροπῆς, οὐδὲ τὴν εὐθύνην τῶν πράξεων τοῦ προκατόχου του· ἀλλ’ ὅ,τι παρέλειψε νὰ πράξῃ ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, οὔτε ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Ζακύνθου θὰ ἀρνηθῇ, ὅτι ἔχει ἁρμοδιότητα νὰ πράξῃ ἡ Βουλή, παρ’ ἧς ζητεῖται ἡ ἄδεια καταδιώξεως.» Ταῦτα, Κύριοι, ἐλέχθησαν τότε ἐπὶ ὑποθέσεως ὁμοίας τῇ σημερινῇ φύσεως. Ἐγώ, Κύριοι, εἶχον καὶ ἔχω τὴν γνώμην, συμφώνως καὶ πρὸς ὅσα ἠκούσατε ἀναγνωσθέντα ὑπ’ ἐμοῦ, ὅτι, ὅταν πρόκηται περὶ καταγγελιῶν, αἱ ὁποῖαι δὲν εἶναι ποσῶς σοβαραί, ὅταν βλέπῃ ὁ Ὑπουργὸς, ὅτι ἁπλῶς φατριαστικαὶ ἐνέργειαι ἐκίνησαν τὴν αἴτησιν τοῦ Εἰσαγγελέως, ἐπὶ τῇ βάσει καταθέσεων ὀλίγων ἐμφανισθέντων μαρτύρων, ἐν ἐκλογικῷ μάλιστα ἔτι ὀργασμῷ διατελούντων, δὲν ἔχει τὴν ὑποχρέωσιν ὁ Ὑπουργὸς ὀπωσδήποτε, ἄνευ ἐρεύνης, ὡς μηχανὴ διαβιβαστικὴ, νὰ ὑποβάλῃ τὴν αἴτησιν εἰς τὴν Βουλήν. Ἐκτὸς ἂν παραδεχθῆτε, ὅτι διὰ τῆς μιᾶς χειρὸς ὀφείλει ὁ Ὑπουργὸς νὰ ὑποβάλῃ τὴν αἴτησιν τοῦ κ. Εἰσαγγελέως, καὶ διὰ τῆς ἑτέρας νὰ τὴν ἀποσύρῃ, αἰτούμενος τὴν ἀπόρριψίν της ὑπὸ τῆς Βουλῆς, ἂν φρονῇ, ὅτι δέον ν’ ἀπορριφθῇ αὕτη. Καὶ ὡς Ὑπουργὸς καὶ ὡς Βουλευτὴς ὀφείλει νὰ ἔχῃ γνώμην, καὶ νὰ δώσῃ ψῆφον.
§176ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κηρύσσεται περατωμένη ἡ συζήτησις. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν τῆς ἐπιτροπῆς, ὅπως χορηγηθῇ ἡ ἄδεια τῆς Βουλῆς πρὸς καταδίωξιν τοῦ βουλευτοῦ Ναυπακτίας κ. Ἰωάννου Καναβοῦ, ψηφίζουσιν εἰς τὸ Ναί, οἱ μὴ παραδεχόμενοι ψηφίζουσιν εἰς τὸ Ὄχι. Ἄρχεται ἡ ψηφοφορία. (Γίνεται μυστικὴ διὰ σφαιριδίων ψηφοφορία, συμφώνως πρὸς τὰ ἄρθρα 67 καὶ 61 τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς, ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν, ὡς ψηφολεκτῶν, τῶν βουλευτῶν Κ. Χατζηπέτρου καὶ Ι. Καλαντζοπούλου, καὶ εἶτα ἡ διαλογή).
§177ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψήφισαν ἐν ὅλῳ 128· ὑπὲρ τῆς προτάσεως 84, κατὰ τῆς προτάσεως 44. Ἑπομένως ἡ Βουλὴ παρεδέχθη τὴν πρότασιν, ὅπως χορηγηθῇ ἡ ἄδεια πρὸς καταδίωξιν τοῦ βουλευτοῦ Ναυπακτίας κ. Ἰωάννου Καναβοῦ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις μέχρι τῆς 9 καὶ 30′. (Γίνεται διακοπὴ ὥρᾳ 8 μ. μ. Ἐπαναλαμβάνεται δὲ ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 10 μ. μ.)
§178ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ συνεδρίασις. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἀναθέσεως τῆς Ἀντιβασιλείας τῷ Διαδόχῳ Κωνσταντίνῳ, ἢ τῆς διαχειρίσεως ἐν ὀνόματι τοῦ Βασιλέως τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας τῷ Ὑπουργικῷ Συμβουλίῳ, ἐν ἐνδεχομένῃ ἀποδημίᾳ τοῦ Βασιλέως ἐκτὸς τοῦ Κράτους κατὰ τὸ ἔτος 1903». (Ἀναγινώσκεται τὸ νομοσχέδιον τοῦτο καὶ γίνεται δεκτὸν, κατ’ ἀρχὴν ἄρθρον καὶ σύνολον, εἰς πρώτην συζήτησιν, ἄνευ ἀντιρρήσεως).
§179ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Ἀφοῦ ἐψηφίσθη καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου, παρατηρῶ, ὅτι κατὰ παράβασιν τοῦ ἄρθρου 34 τοῦ Κανονισμοῦ εἰσήχθη τὸ νομοσχέδιον ἄνευ αἰτιολογικῆς ἐκθέσεως. Κατὰ τὸ παρελθὸν ἐνθυμοῦμαι, ὅτι κατ’ ἐπανάληψιν μετὰ τὴν ἐπιψήφισιν καὶ τοῦ πρώτου καὶ τοῦ τελευταίου ἄρθρου, καὶ ὅτε ἐπρόκειτο ἡ ψήφισις τοῦ συνόλου, ἐγίνετο ἡ παρατήρησις αὕτη, καὶ ἀπεσύρετο τὸ νομοσχέδιον.
§180ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ προφορικὴ ἔκθεσις, ἡ ὁποία ἐγένετο ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, εἰσάγοντος εἰς τὴν Βουλὴν τὸ νομοσχέδιον, ἐπέχει τόπον αἰτιολογικῆς ἐκθέσεως.
§181Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν ἠξεύρω ἂν ἀπαιτεῖται αἰτιολογία ἢ διασάφησις ἢ ἑρμηνεία τοῦ νομοσχεδίου.
§182ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ κυρώσεως: 1) τῆς ἀπὸ 28 Φεβρουαρίου 1903 συμβάσεως μεταξὺ τῶν κ. κ. Ὑπουργῶν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τῆς Ἰονικῆς Τραπέζης, ἐξ ἄρθρων ἕξ, περὶ παρατάσεως τοῦ ἐκδοτικοῦ δικαιώματος αὐτῆς ἐν ταῖς ἑπτὰ Ἰονίοις νήσοις, 2) τῆς ἀπὸ 28 Φεβρουαρίου 1903 συμβάσεως μεταξὺ τῶν κ. κ. Ὑπουργῶν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος, ἐξ ἄρθρων ἑπτὰ, περὶ παρατάσεως τοῦ προνομίου αὐτῆς καὶ περὶ ἐπεκτάσεως αὐτοῦ εἰς τὰς ἑπτὰ Ἰονίους νήσους ἀπὸ τῆς λήξεως τοῦ ἐκδοτικοῦ δικαιώματος τῆς Ἰονικῆς Τραπέζης».
§183Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἐπιτρέψατέ μοι, Κύριοι, ἵνα βραχείας τινὰς παρατηρήσεις ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν ἐπὶ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἐπιγράφεται «περὶ κυρώσεως 1) τῆς ἀπὸ 28 Φεβρουαρίου 1903 συμβάσεως μεταξὺ τῶν κ. κ. Ὑπουργῶν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τῆς Ἰονικῆς Τραπέζης, ἐξ ἄρθρων 6, περὶ παρατάσεως τοῦ ἐκδοτικοῦ δικαιώματος αὐτῆς ἐν ταῖς ἑπτὰ Ἰονίοις νήσοις, 2) τῆς ἀπὸ 28 Φεβρουαρίου 1903 συμβάσεως μεταξὺ τῶν κ.κ. Ὑπουργῶν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος, ἐξ ἄρθρων 7, περὶ παρατάσεως τοῦ προνομίου αὐτῆς καὶ περὶ ἐπεκτάσεως αὐτοῦ εἰς τὰς ἑπτὰ Ἰονίους νήσους ἀπὸ τῆς λήξεως τοῦ ἐκδοτικοῦ δικαιώματος τῆς Ἰονικῆς Τραπέζης». Κατὰ τὴν κρίσιν μου, τὸ νομοσχέδιον τοῦτο εἶναι σύνθετον, περιλαμβάνει δὲ διατάξεις, αἱ ὁποῖαι ὤφειλον ν’ ἀποτελέσωσιν ἀντικείμενον κατ’ ἐμὲ τεσσάρων χωριστῶν νομοσχεδίων, διότι διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου ἀφ’ ἑνὸς κυροῦται σύμβασις μεταξὺ τῶν Ὑπουργῶν τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ Οἰκονομικῶν ἀφ’ ἑνὸς καὶ τῆς Ἰονικῆς Τραπέζης ἀφ’ ἑτέρου, κυροῦται δ’ ἀφ’ ἑτέρου ἑτέρα σύμβασις, ὅλως χωριστὴ, μεταξὺ τῶν Ὑπουργῶν τῶν Οἰκονομικῶν καὶ Ἐσωτερικῶν ἀφ’ ἑνὸς καὶ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ἀφ’ ἑτέρου· δεύτερον, δίδεται ἐκ μέρους τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας ἐξουσία εἰς τὴν νομοτελεστικὴν ἐξουσίαν, ἵνα κυρώσῃ σύμβασιν ἐνδεχομένην μεταξὺ Ἰονικῆς καὶ Ἐθνικῆς Τραπέζης, πρᾶγμα ἐντελῶς ἄσχετον πρὸς τὰς δύο πρώτας συμβάσεις· τρίτον, ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ἀπαντῶσι διατάξεις νομοθετικαί, κανονίζουσαι τὰ τῶν ἐνυποθήκων δανείων καὶ ἄλλα τινὰ, ἄσχετα κατ’ ἐμὲ πρὸς τὰς ἄλλας δύο συμβάσεις. Ἑπομένως, ὑπὸ τὴν ἔποψιν τάξεως, νομίζω ὅτι αἱ διατάξεις αὗται, αἱ ὁποῖαι ἀποτελοῦσιν ἀντικείμενον ἑνὸς καὶ μόνου νομοσχεδίου, ὤφειλον κατ’ ἀνάγκην ν’ ἀποτελέσωσι μέρος τεσσάρων χωριστῶν νομοσχεδίων. Λέγω δὲ, ὅτι δὲν εἶναι μόνον ζήτημα τάξεως, ἀλλὰ καὶ ζήτημα ψήφου ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου. Παρακαλῶ νὰ μοὶ εἴπητε, ἄν τις παραδέχεται τὴν σύμβασιν μεταξὺ τοῦ Δημοσίου καὶ τῆς Ἰονικῆς Τραπέζης, ἀλλ’ οὐχὶ καὶ τὴν σύμβασιν μετὰ τῆς Ἐθνικῆς, ἢ παραδέχεται ἀμφοτέρας τὰς συμβάσεις, ἀλλὰ δὲν παραδέχεται, ὡς εἶναι διατετυπωμένον, τὸ ἄρθρον, διὰ τοῦ ὁποίου δίδεται εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν τὸ δικαίωμα νὰ ἐξασκήσῃ νομοθετικὸν δικαίωμα, ἢ παραδέχεται καὶ τοῦτο, ἀλλὰ δὲν παραδέχεται τὰς διατάξεις τὰς ἄλλας, τὰς ἀποτελούσας τὸ ἀντικείμενον τῶν ἄρθρων 3, 4, 5 καὶ 6 τοῦ νομοσχεδίου, τί θὰ κάμῃ εἰς τὴν ψηφοφορίαν ἐπὶ τοῦ συνόλου; Θὰ ᾖναι δυνατὸν νὰ ψηφίσῃ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου, ἐὰν ἐπί τινος τῶν διατάξεων αὐτοῦ, τῶν ὅλως, λέγω, ἀσχέτων πρὸς τὸ ὅλον, δὲν συμφωνήσῃ; Ἑπομένως νομίζω, ὅτι ἡ παρατήρησις αὕτη δέον νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ἂν εὕρῃ ταύτην εὔλογον, ἴσως εἰς τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν προβῇ εἰς τὴν θεραπείαν τοῦ παρατηρουμένου ἀτόπου. Μετὰ τὰς παρατηρήσεις ταύτας ἔρχομαι εἰς τὴν ἐξέτασιν τῶν συμβάσεων, ὅπως ἴδω, ἂν αἱ συμβάσεις αὗται πράγματι συντελοῦσιν εἰς τὴν ἐμψύχωσιν τῆς ἐθνικῆς παραγωγῆς, ὡς ἐλέχθη, ἐπανελήφθη καὶ ἐγράφη. Καὶ πρῶτον ἐξετάσωμεν τὴν σύμβασιν μεταξὺ Δημοσίου καὶ Ἰονικῆς Τραπέζης. Κατὰ τὴν εἰσήγησιν τῆς συμβάσεως ταύτης ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι ἡ Ἰονικὴ Τράπεζα ὑπεστήριξεν, ὅτι δυνάμει συμβάσεων μεταγενεστέρων τῆς συμβάσεως, διὰ τῆς ὁποίας ἀνενεώθη τὸ προνόμιον αὐτῆς, καὶ τῆς διατάξεως τῆς ἐν ταῖς συμβάσεσι ταύταις ὑπαρχούσης, δυνάμει τῆς ὁποίας ἡ κυκλοφορία τῶν τραπεζικῶν γραμματίων θὰ ἐξακολουθήσῃ μέχρις οὗ ἐξακολουθεῖ νὰ ἰσχύῃ ἡ ἀναγκαστικὴ κλυκλοφορία, δικαίωμα εἶχεν, ἵνα καὶ μετὰ τὴν λῆξιν τοῦ προνομίου ἐξακολουθήσῃ ὑπάρχουσα καὶ ἐνεργοῦσα, καὶ ὅτι ἀνάγκην πρὸς τοῦτο δὲν εἶχε τῆς ἀνανεώσεως τοῦ προνομίου τούτου. Ὀρθῶς, κατ’ ἐμὲ, ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἀνεκοίνωσεν εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι τὴν γνώμην ταύτην τῆς Ἰονικῆς Τραπέζης δὲν ἀπεδέχθη, διότι ἐνόμιζεν, ὅτι οὐδὲν δικαίωμα αὐτὴ ἐκ τῶν συμβάσεων ἐκείνων ἠδύνατο νὰ ἀρυσθῇ, ὅπως ἀξιώσῃ, ὅτι τὰ δικαιώματα αὐτῆς δὲν δύνανται νὰ λήξωσι κατὰ τὴν ἡμέραν τῆς λήξεως τοῦ προνομίου αὐτῆς, τουτέστι κατὰ τὸ 1905, ἑπομένως ὅτι κατὰ τὸ 1905 πᾶν δικαίωμα αὐτῆς ἔληγεν, ἐὰν δὲν ἐπήρχετο σύμβασις πρὸς ἀνανέωσιν τοῦ προνομίου αὐτῆς. Νομίζω, ὅτι περὶ τούτου ἀμφιβολία δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ, ὅταν μάλιστα λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα, ἡ ὁποία εὑρίσκεται ὑπὸ τοὺς αὐτοὺς ὅρους, ὑπὸ τοὺς ὁποίους εὑρίσκεται ἡ Ἰονικὴ δυνάμει τῶν συμβάσεων, τὰς ὁποίας ἐπεκαλεῖτο, ὅπως ὑποστηρίξῃ, ὅτι δὲν ἔχει ἀνάγκην νέας συμβάσεως, ὅπως ἐξακολουθήσῃ λειτουργοῦσα ὡς ἐκδοτικὴ Τράπεζα, ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα, λέγω, ἐδέχθη νὰ δώσῃ ἀνταλλάγματά τινα, ὅπως ἐπιτύχῃ παράτασιν τοῦ προνομίου αὐτῆς. Συμφωνῶ πληρέστατα μὲ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως ὡς πρὸς τὸ ἀβάσιμον τῆς γνώμης, ἣν ὑπεστήριξεν ἡ Ἰονική. Ἀλλ’ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἀφοῦ ἀπέρριψε τὰς ἀπαιτήσεις τῆς Τραπέζης, τὰς ἐπὶ τοῦ λόγου τούτου βασιζομένας, προσέθηκεν, ὅτι καὶ λόγῳ τοῦ ἀτόπου, τὸ ὁποῖον ὑπῆρχεν ἐκ τοῦ γεγονότος, ὅτι ἡ Τράπεζα, μὴ ἔχουσα ἑλληνικὴν ἰθαγένειαν, εἶχε τὸ ἐκδοτικὸν δικαίωμα, καὶ λόγῳ τῆς ἐπιθυμίας τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως τὸ ἐκδοτικὸν τοῦτο δικαίωμα δοθῇ εἰς μίαν καὶ μόνην Τράπεζαν, ἀπεδέχθη συστάσεις, αἱ ὁποῖαι δέον νὰ ὦσι σεβασταὶ δι’ οἱανδήποτε Κυβέρνησιν, καὶ προέβη εἰς τὴν συνομολόγησιν τῆς συμβάσεως. Ὡς πρὸς ταῦτα, ἔχω νὰ ὑποβάλω παρατήρησίν τινα. Κατὰ τὴν κρίσιν μου, ἐσφαλμένως ἐλέχθη, ὅτι ἡ Ἰονικὴ Τράπεζα δὲν ἔχει τὴν ἑλληνικὴν ἰθαγένειαν, διότι ἡ μελέτη τῶν νόμων, ἐπὶ τῶν ὁποίων στηρίζει αὐτὴ τὴν ὕπαρξίν της, ἀποδεικνύει ἀναμφισβητήτως, ὅτι ἡ Ἰονικὴ Τράπεζα ἔδει νὰ ἔχῃ ἑλληνικὴν ἰθαγένειαν, καὶ ὅτι, ἐὰν δὲν εἶχε τοιαύτην, βεβαίως καταχρηστικῶς δὲν εἶχε ταύτην. Ἑπομένως εἷς τῶν λόγων τῶν ὑποβληθέντων πρὸς ὑποστήριξιν τῆς ἀνανεώσεως τοῦ προνομίου, ὁ λόγος τουτέστιν, ὅτι παρεχωρήθη ἡ ἀνανέωσις πρὸς ἐπιτυχίαν τῆς παραιτήσεως παντὸς δικαιώματος μετὰ τὴν λῆξιν τοῦ παρατεινομένου προνομίου Τραπέζης ἐκδοτικῆς μὴ ἐχούσης ἑλληνικὴν τὴν ἰθαγένειαν, δὲν νομίζω, ὅτι εἶναι βάσιμος. Εὑρίσκω βεβαίως βασίμους τοὺς ἑτέρους δύο λόγους, ἀλλ’ ἐπειδὴ φρονῶ, ὅτι παράτασις προνομίου ἀποτελεῖ παραχώρησιν ἔχουσαν χρηματικὴν ἀξίαν, ἡ παραχώρησις αὕτη, ἔστω καὶ ἂν ἔδει νὰ γείνῃ, ὅπως φανῶμεν εὐμενῶς διακείμενοι πρὸς συστάσεις, τὰς ὁποίας οἱαδήποτε Κυβέρνησις Ἑλληνικὴ πρέπει νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν, ἔπρεπε νὰ γείνῃ ἐπὶ ἀνταλλάγμασι· δὲν νομίζω δὲ, ὅτι ζητοῦντες ἀνταλλάγματα ἠθέλομεν πράξει τι, ἕνεκα τοῦ ὁποίου ἠδύνατό τις νὰ φαντασθῇ, ὅτι αἱ γενόμεναι ἡμῖν συστάσεις δὲν ἐλαμβάνοντο ὑπ’ ὄψιν. Τοιοῦτο δὲ ἀντάλλαγμα οὐδὲν διὰ τῆς συμβάσεως ἐπετεύχθη, ἀλλ’ ἐδόθη παράτασις προνομίου ἐπὶ δεκαπέντε ὅλα ἔτη ἄνευ οὐδενὸς ἀνταλλάγματος. Δὲν γινώσκω δὲ καμμίαν σύμβασιν, ἐξ ὅσων ἔλαβον τὴν εὐκαιρίαν νὰ μελετήσω, ἡ ὁποία νὰ περιέχῃ παράτασιν προνομίου ἐπὶ δεκαπέντε ὅλα ἔτη ἄνευ οὐδενὸς ἀνταλλάγματος. Ἐὰν ἐξετάσωμεν τὴν σύμβασιν τοῦ 1880, διὰ τῆς ὁποίας ἐδόθη παράτασις 25 ἐτῶν εἰς τὴν Ἰονικὴν Τράπεζαν, βλέπομεν, ὅτι σπουδαιότατα ἀνταλλάγματα ἐπετεύχθησαν πρὸς τὸ συμφέρον τοῦ Δημοσίου ἀφ’ ἑνός, πρὸς τὸ συμφέρον τοῦ Ἑπτανησιακοῦ λαοῦ ἀφ’ ἑτέρου. Ἐν τῇ ὑπὸ συζήτησιν συμβάσει οὐδὲν συνομολογεῖται ἀντάλλαγμα, ἀλλὰ χορηγεῖται δεκαπενταετὴς παράτασις προνομίου, ἡ ὁποία μεγάλην ἔχει ἀξίαν πρὸς τὸ ἀποκλειστικὸν συμφέρον τῶν μετόχων, οἵτινες, διαπραγματευόμενοι τὴν συγχώνευσιν τῆς Ἰονικῆς μετὰ τῆς Ἐθνικῆς, θέλουσι λάβει παρ’ αὐτῆς τὴν ἀξίαν τοῦ παρατεινομένου προνομίου. Ἡ παράτασις λοιπὸν τοῦ προνομίου, ἡ διδομένη ἀκριβῶς καθ’ ἣν στιγμὴν εἰς ὅλους εἶναι γνωστόν, ὅτι διαπραγματεύσεις διεξάγονται, ὅπως ἡ συγχώνευσις τῶν δύο Τραπεζῶν ἐπιτευχθῇ, ἡ παράτασις, λέγω, αὕτη ἀποτελεῖ παραχώρησιν τοῦ Δημοσίου ὑπὲρ τῶν μετόχων τῆς Ἰονικῆς ἄνευ οὐδενὸς ὑπὲρ τοῦ Ἑπτανησιακοῦ λαοῦ ἀνταλλάγματος. Καὶ ταῦτα, Κύριοι, ὡς πρὸς τὴν σύμβασιν τῆς Ἰονικῆς. Ἔρχομαι τώρα δι’ ὀλίγων νὰ ἐξετάσω τὰ τῆς συμβάσεως μετὰ τῆς Ἐθνικῆς. Καὶ πρῶτον νομίζω, ὅτι ἔχω καθῆκον νὰ ὑποβάλω παρατήρησιν, ἡ ὁποία γεννᾶται ἀμέσως ἅμα τις ἐξετάσῃ τὰ τῶν συμβάσεων τούτων. Ἡ παρατήρησις αὕτη εἶναι ἡ ἑξῆς. Ὑπῆρχεν ἀνάγκη, ὅπως σήμερον, ὅτε εὑρισκόμεθα πολὺ μακρὰν τῆς ἡμέρας, κατὰ τὴν ὁποίαν λήγει τὸ προνόμιον τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, τὸ ὁποῖον λήγει κατὰ τὸ 1916, ὑπῆρχε, λέγω, ἀνάγκη νὰ προβῶμεν σήμερον εἰς διαπραγματεύσεις πρὸς συνομολόγησιν συμβάσεως παρατάσεως προνομίου ἐπὶ 14 ὅλα ἔτη; Ὑπῆρχεν ἀνάγκη τις ἐπιβάλλουσα τὴν συνομολόγησιν τῆς συμβάσεως ταύτης; Δὲν νομίζετε ὅτι, καθ’ ἣν στιγμήν, ὄχι εἰς διάστημα 13 ἐτῶν, ἀλλ’ εἰς διάστημα χρόνου πολὺ μικρότερον, μεγάλη δύναται νὰ ἐπέλθῃ τροπὴ εἰς τὰς συναλλαγὰς, εἰς τὸ ἐμπόριον, εἰς τὴν εὐκολίαν τῆς εὑρέσεως χρημάτων, εἰς τὴν ἀνάπτυξιν ἐν γένει τῶν χρηματιστικῶν συναλλαγῶν, ὅτι εἶναι πρόωρος ἡ ἐπὶ δεκατέσσαρα ἔτη παράτασις προνομίου 13 ὅλα ἔτη πρὸ τῆς λήξεως αὐτοῦ; Ἀλλ’ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως προέβλεπε τὴν παρατήρησιν ταύτην, καὶ ἐν τῇ εἰσηγήσει τῆς συμβάσεως ἠθέλησεν ἐκ τῶν προτέρων νὰ ἀπαντήσῃ εἰς τὸ ἐπὶ ταύτης στηριζόμενον ἐπιχείρημα, καὶ εἶπεν: «εὑρέθην εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ προβῶ εἰς τὴν συνομολόγησιν τῆς συμβάσεως διότι ἡ παράτασις τοῦ προνομίου τῆς Ἰονικῆς ἐπὶ 15 ἔτη ἔχει ὡς ἀποτέλεσμα νὰ λήξῃ τὸ προνόμιον τῆς Ἰονικῆς κατὰ τὸ 1920, καὶ δὲν ἦτο δυνατὸν κατ’ ἐκείνην τὴν στιγμὴν νὰ μὴ ὑπάρχῃ ἡ Ἐθνικὴ, τὸ δὲ προνόμιον τῆς Ἐθνικῆς λήγει κατὰ τὸ 1916, ἑπομένως λήγει πρὸ τῆς λήξεως τοῦ προνομίου τῆς Ἰονικῆς, τοῦ παρατεινομένου ἐπὶ 15 ἔτη ἀπὸ τοῦ 1905». Ἀλλὰ φρονῶ, ὅτι, ἐὰν ἦναι αὐτὴ ἡ αἰτία, ἡ δικαιολογοῦσα τὴν τόσον πρόωρον σύμβασιν πρὸς παράτασιν τοῦ προνομίου, θὰ ἦτο δυνατὸν ἢ νὰ περιορισθῇ ἡ παράτασις τοῦ προνομίου τῆς Ἰονικῆς μέχρι τῆς λήξεως τοῦ προνομίου τῆς Ἐθνικῆς, δηλαδὴ μέχρι τοῦ 1916, ἢ τουλάχιστον, ἐὰν τοῦτο ἦτο ἀδύνατον, — καίτοι τὸ ἀδύνατον δὲν τὸ παραδέχομαι, διότι, ἐπαναλαμβάνω, πρόκειται περὶ παρατάσεως ἄνευ οὐδενὸς ἀνταλλάγματος—ἐκ περιστάσεων, τὰς ὁποίας, ἐκτὸς τῆς ἀρχῆς εὑρισκόμενος, δὲν δύναμαι ἐντελῶς νὰ κρίνω, καὶ αἵτινες δυνατὸν νὰ ὑφίστανται, ποῖος ὁ λόγος τοῦ νὰ μὴ γείνῃ σύμβασις παρατάσεως τοῦ προνομίου τῆς Ἐθνικῆς μέχρι τῆς λήξεως τοῦ παρατεινομένου προνομίου τῆς Ἰονικῆς; Μετὰ τὴν παρατήρησιν ταύτην, νομίζω ὅτι ἐπιβάλλεται ἡ ἐξέτασις τοῦ ἑτέρου ζητήματος: ποῖα εἶναι τὰ ἀνταλλάγματα, τὰ ὁποῖα ἡ σύμβασις ἐπέτυχεν ἀπέναντι τῆς παρατάσεως τοῦ προνομίου τῆς Ἐθνικῆς ἐπὶ 14 ὅλα ἔτη, δηλαδὴ ἀπὸ τοῦ 1916, ἐποχῆς κατὰ τὴν ὁποίαν λήγει τὸ προνόμιον τῆς Ἐθνικῆς, μέχρι τοῦ 1930, οὐ μόνον, ἀλλὰ καὶ τῆς ἀναγνωρίσεως εἰς αὐτὴν τοῦ προνομίου, ὅπως ἀπὸ τοῦ 1920 μέχρι τοῦ 1930 ἔχῃ τὸ προνόμιον καὶ ἐν Ἑπτανήσῳ καὶ αὐξήσῃ τὸ δικαίωμα τῆς ἐκδόσεως γραμματίων κατὰ ἑπτὰ ὅλα ἑκατομμύρια; Τὰ ἀνταλλάγματα ταῦτα, Κύριοι, συνοψίζονται, ἐὰν δὲν ἀπατῶμαι, εἰς τὰς ἑξῆς παραχωρήσεις. Πρῶτον ἀναλαμβάνει ἡ Ἐθνικὴ τὴν ὑποχρέωσιν, ἵνα ἀπὸ τοῦ 1905, ὅτε λήγει τὸ προνόμιον τῆς Ἰονικῆς, ἀνεξαρτήτως τῆς παρατάσεως, τῆς διὰ τῆς συμβάσεως χορηγουμένης αὐτῇ, ἐλαττώσῃ τὸν τόκον τῶν ἀγροτικῶν δανείων ἀπὸ 6½% εἰς 6%. Δευτέρα παραχώρησις εἶναι, ὅτι ἀπὸ τοῦ 1916, ὅτε λήγει τὸ προνόμιον τῆς Ἐθνικῆς, εἶναι ὑπόχρεως αὕτη νὰ ἐλαττώσῃ τὸν τόκον τῶν ἐνυποθήκων δανείων ἀπὸ 7% εἰς 6%. Τρίτην παραχώρησιν ἀποτελεῖ ἡ ὑποχρέωσις τῆς Τραπέζης νὰ αὐξήσῃ τὸ ποσὸν τὸ προωρισμένον δι’ ἀγροτικὰ δάνεια. Τετάρτην δὲ καὶ τελευταίαν ἀποτελεῖ ἡ ὑποχρέωσις τῆς εἰς τὸ Δημόσιον χορηγίας εἴκοσιν ἐπὶ τοῖς ἑκατὸν ἐκ τῆς ὠφελείας τῆς προκυπτούσης ἐκ τῆς κυκλοφορίας τῶν τραπεζικῶν γραμματίων. Ἡ χορηγία αὕτη ἄρχεται ἀπὸ 1 Ἰανουαρίου 1916· ὁρίζεται δὲ ἐν τῇ συμβάσει ὁ τρόπος, καθ’ ὃν ἡ ὠφέλεια θέλει ἐξευρεθῆ. Ἐξετάσωμεν ἤδη, ποία ἡ πραγματικὴ ἀξία τῶν παραχωρήσεων τούτων, ὅπως ἴδωμεν, ἂν εἶναι δυνατὸν νὰ λεχθῇ, ὅτι αἱ παραχωρήσεις αὐταὶ ἀποτελοῦσιν ἐμψύχωσιν τῆς ἐθνικῆς παραγωγῆς, ἂν ἀποτελοῦσιν ὠφελείας διὰ τὸν λαὸν καὶ τὸ Δημόσιον, δικαιολογούσας τὸ ὅλως πρόωρον, ὡς εἶπον, τῆς παρατάσεως τοῦ προνομίου. Καὶ πρῶτον ἔρχομαι εἰς τὴν ἐξέτασιν τῆς παραχωρήσεως τῆς συνισταμένης εἰς τὴν αὔξησιν τοῦ ποσοῦ, τοῦ προωρισμένου δι’ ἀγροτικὰ δάνεια, τὸ ὁποῖον ἀπὸ 10,000,000 ἀναβιβάζεται εἰς 20,000,000. Καὶ ἐρωτῶ, ἐὰν ἐκ τοῦ ἰσολογισμοῦ τῆς Τραπέζης ἀποδεικνύηται, ὅτι διὰ τὰ δάνεια ταῦτα, διὰ τὰ ὁποῖα ὑποχρεοῦται νὰ διαθέσῃ 10,000,000, διαθέτει σήμερον ποσὸν ἀνερχόμενον εἰς 16,500,000, νομίζετε ὅτι δύναται νὰ θεωρηθῇ ὡς παραχώρησις ἡ ὑποχρέωσις, ὅπως τὸ ποσὸν ἀναβιβασθῇ εἰς 20,000,000; Ὅταν σήμερον ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα διαθέτῃ εἰς γεωργοκτηματικὰς χορηγήσεις ποσὸν 16,500,000, νομίζετε ὅτι πράττει τοῦτο ἀποκλειστικῶς, ὅπως ἐμψυχώσῃ τὴν ἐθνικὴν παραγωγήν; Τὸ πράττει βεβαίως, διότι εὑρίσκει τὴν διάθεσιν ταύτην συμφέρουσαν αὐτῇ· ἐὰν δ’ εὑρίσκῃ, ὅτι συμφέρει αὐτῇ σήμερον νὰ διαθέσῃ ποσὸν 16,500,000, νομίζετε ὅτι δύναται νὰ θεωρηθῇ παραχώρησις ἡ ὑποχρέωσις τῆς διαθέσεως εἰς γεωργοκτηματικὰς χορηγήσεις ποσοῦ 20,000,000 ἀπὸ τῆς 1 Ἰανουαρίου 1905; Νομίζω, ὅτι τοῦτο δὲν δύναταί ποτε νὰ θεωρηθῇ ὡς παραχώρησις, καθόσον εἶμαι πεπεισμένος, ὅτι καὶ ἄνευ τῆς παρατάσεως τοῦ προνομίου ἡ Τράπεζα, ἀποβλέπουσα εἰς τὸ συμφέρον αὐτῆς, ἤθελε διαθέσει κατὰ τὸ 1905 ποσὸν ἴσον ἐκείνου, τὸ ὁποῖον διὰ τῆς συμβάσεως ὑποχρεοῦται νὰ διαθέσῃ, καὶ τὸ ὁποῖον περιελήφθη ἐν τῇ συμβάσει ὑπὸ τύπον παραχωρήσεως πρὸς τὸ Δημόσιον. Ἐξετάσωμεν τώρα τὴν ἑτέραν παραχώρησιν, τὴν ἐλάττωσιν τοῦ τόκου ἐπὶ τῶν γεωργοκτηματικῶν χορηγήσεων. Ὁ τόκος τῶν δανείων ἐν γένει, ὡς ἐκ τῆς ἀφθονίας τῶν χρημάτων, ἠλαττώθη. Ἀπόδειξις ἔστω, ὅτι ἡ Τράπεζα, ἄνευ οὐδεμιᾶς ἐκ συμβάσεως ὑποχρεώσεως, εὑρισκομένη ἐν συναγωνισμῷ πρὸς ἄλλας Τραπέζας, εἶναι ὑποχρεωμένη νὰ ἐλαττώσῃ τὸν τόκον τῶν δανείων της ἐν γένει, καὶ παρατηροῦμεν πράγματι, ὅτι ἠλάττωσε τὸν τόκον τῶν δανείων πρὸς δήμους, πρὸς λιμενικὰ ταμεῖα· ἔπραξε δὲ τοῦτο, ἐπαναλέγω, καίτοι ὑποχρέωσιν τοιαύτην δὲν εἶχεν. Ἀλλὰ διατὶ ἔπραξε τοῦτο; Διότι ὁ συναγωνισμὸς, ἡ ἀφθονία τῶν χρημάτων, ἡ ἀνάγκη, ἡ ἐκ τοῦ συναγωνισμοῦ προκύπτουσα, ἀναγκάζει αὐτὴν εἰς τὴν ἐλάττωσιν ταύτην. Τὸ συμφέρον τῆς Τραπέζης ἐπιβάλλει αὐτῇ τὴν ἐλάττωσιν ταύτην, καὶ αὐτὴ δὲν δύναται ἑπομένως νὰ θεωρηθῇ ὡς ἀποτελοῦσα παραχώρησιν. Τί δὲ νὰ εἴπω περὶ τῆς παραχωρήσεως τῆς συνισταμένης εἰς τὴν ὑποχρέωσιν, ὅπως ἀπὸ τοῦ 1916 ἐλαττώσῃ τὸν τόκον τῶν ἐνυποθήκων δανείων εἰς 6%; Δὲν νομίζετε, ὅτι ὑπάρχει ἐλπὶς, βασιζομένη ἐπὶ τῆς πείρας τῶν τελευταίων ἐτῶν, ὅτι κατὰ τὰ 1916 θὰ ἦναι δυνατὸν καὶ μὲ πολὺ ὀλιγώτερον τόκον νὰ δανείσῃ; Ἐὰν τὰ πράγματα προχωρήσωσιν, ὅπως κατὰ τὸ τελευταῖα ἔτη εἴδομεν ταῦτα ἀναπτυσσόμενα, οὐδεμία ὑπάρχει ἀμφιβολία, ὅτι τὸ συμφέρον τῆς Τραπέζης θ’ ἀναγκάσῃ αὐτὴν νὰ ὑποβιβάσῃ τὸν τόκον τῶν ἐνυποθήκων δανείων, ὅπως πρὸ δύο ἐτῶν ἠναγκάσθη νὰ ἐλαττώσῃ τὸν τόκον τῶν εἰς δήμους καὶ λιμενικὰ ταμεῖα δανείων. Ποῦ εἶναι λοιπὸν ἡ ὠφέλεια, ἡ ἐκ τῆς συμβάσεως ταύτης προκύπτουσα; ποῦ εἶναι ἡ ἐμψύχωσις τῆς ἐθνικῆς παραγωγῆς; ποῦ εἶναι αἱ εὐκολίαι αἱ παρεχόμεναι εἰς τοὺς ἀγροτικοὺς πληθυσμούς; ποῦ αἱ παραχωρήσεις, δι’ ἃς τοσοῦτος ἐγένετο λόγος, τοσοῦτος ἐγένετο πάταγος; Καὶ ἐπειδὴ ὁ λόγος περὶ παρεχομένων εὐκολιῶν εἰς τοὺς ἀγροτικοὺς πληθυσμοὺς, ἐπιτρέψατέ μοι νὰ ὑποβάλω, ἐν τῇ ἰδιότητί μου ὡς βουλευτοῦ Κερκύρας, παρατήρησίν τινα ἐπὶ τῶν συνεπειῶν τῆς συμβάσεως διὰ τοὺς ἀγροτικοὺς πληθυσμοὺς τῆς Ἑπτανήσου. Ἡ μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης σύμβασις, χωρὶς ἴσως νὰ προσέξῃ ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς, — καὶ ἐπὶ τούτου ἐφιστῶ τὴν προσοχήν του — ἐχειροτέρευσε τοὺς ὅρους, ὑφ’ οὓς ὑπὸ τὴν κρατοῦσαν μετὰ τῆς Ἰονικῆς Τραπέζης σύμβασιν κανονίζονται αἱ γεωργοκτηματικαὶ χορηγήσεις, διότι δυνάμει τῆς συμβάσεως μετὰ τῆς Ἐθνικῆς, διὰ τῆς ὁποίας ἐπεκτείνεται τὸ προνόμιον αὐτῆς καὶ ἐπὶ τῆς Ἑπτανήσου ἀπὸ τῆς ἡμέρας τῆς λήξεως τοῦ προνομίου τῆς Ἰονικῆς, τουτέστιν ἀπὸ τοῦ 1920 μέχρι τοῦ 1930, ὑποχρεοῦται αὕτη νὰ δανείζῃ χρήματα εἰς τοὺς γεωργοκτηματίας τῆς Ἑπτανήσου, ὑπὸ τοὺς ὅρους, οὓς ἐπιβάλλει αὐτῇ ἡ ῥητὴ μετὰ τοῦ Δημοσίου συνομολογηθεῖσα σύμβασις. Ἀλλ’ οἱ γεωργοκτηματίαι τῆς Ἑπτανήσου, δυνάμει τῆς συμβάσεως τοῦ 1880, λαμβάνουσιν ἀγροτικὰ δάνεια πρὸς 5%. Ἀποτέλεσμα λοιπὸν τῆς μετὰ τῆς Ἐθνικῆς συμβάσεως θὰ ἦναι, ὅτι κατὰ τὸ 1920, ὅτε ἀρχίζει ἡ ἐφαρμογὴ τῆς συμβάσεως ἐν Ἑπτανήσῳ, θὰ δανείζωνται πρὸς 6%. Ἡ ἐμψύχωσις τῆς παραγωγῆς, ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὴν Ἑπτάνησον, ἐκδηλοῦται διὰ τῆς ὑποχρεώσεως τῶν ἀγροτῶν τῆς Ἑπτανήσου, οἵτινες συνήθισαν ἀπὸ τὸ 1880 νὰ δανείζωνται πρὸς 5%, νὰ πληρώνωσιν ἀπὸ τοῦ ἔτους 1920, δηλαδὴ 40 ὁλόκληρα ἔτη μετὰ τὴν σύμβασιν τοῦ 1880, 6% διὰ τὰ εἰς αὐτοὺς χορηγούμενα δάνεια. Νομίζω, ὅτι τοῦτο δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ ἐμψύχωσις τῆς γεωργίας, ἀλλὰ τοὐναντίον δύναται νὰ θεωρηθῇ ἐπιδείνωσις τῶν ὅρων, ὑφ’ οὓς αὕτη σήμερον περιθάλπεται, καὶ ἐπιδείνωσις ἄδικος. Καὶ λέγω ἄδικος, διότι οὐδεὶς ὑπάρχει ὁ φρονῶν, ὅτι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἦτο δυνατὸν κατὰ τὸ 1880 καὶ ἐπετεύχθη διὰ τῆς συμβάσεως τοῦ 1880, δὲν θὰ ἦναι δυνατὸν κατὰ τὸ 1920 καὶ δὲν δύναται νὰ ἐπιτευχθῇ διὰ τῆς συμβάσεως τῆς σήμερον συζητουμένης. Μένει τώρα ἡ τελευταία παραχώρησις, — διότι δὲν ἀσχολοῦμαι περὶ τῆς μικρᾶς ἐκείνης παραχωρήσεως, δηλαδὴ περὶ τῆς ὑποχρεώσεως τῆς συστάσεως ἐντὸς δύο ἐτῶν ὑποκαταστημάτων τινῶν ἐν Ἑπτανήσῳ, διότι γνωστὸν τοῖς πᾶσι τυγχάνει, ὅτι ἡ σύμβασις τῆς συγχωνεύσεως τῆς Ἰονικῆς μετὰ τῆς Ἐθνικῆς ἢ ὑπεγράφη ἢ εἶναι ἐν τῷ ὑπογράφεσθαι· ἑπομένως, ἂν πρόκηται νὰ ὑπογραφῇ τοιαύτη σύμβασις, ἡ ὑποχρέωσις πρὸς σύστασιν τεσσάρων ὑποκαταστημάτων ἐν Ἑπτανήσῳ οὐδεμίαν ἔχει σημασίαν, διότι θὰ ὑπάρχῃ ὑποχρέωσις ὡς ἐκ τῆς συγχωνεύσεως, ἵνα τὰ ὑποκαταστήματα ταῦτα τηρηθῶσιν. Ἡ τελευταία παραχώρησις χορηγεῖ εἰς τὸ Δημόσιον καθ’ ἑξαμηνίαν εἴκοσιν ἐπὶ τοῖς ἑκατὸν ἐκ τῆς ὠφελείας τῆς προκυπτούσης ἐκ τῆς κυκλοφορίας τῶν τραπεζικῶν γραμματίων. Ὁρίζεται δὲ ἐν τῷ ἄρθρῳ 5 τῆς συμβάσεως καὶ ὁ τρόπος, δι’ οὗ καθορίζεται ἡ ὠφέλεια αὕτη. Καὶ ἴσως θὰ ἠδυνάμην καὶ ὡς πρὸς τὸν τρόπον τοῦ καθορισμοῦ τῆς ὠφελείας, διαρκούσης τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, νὰ παρατηρήσω, ὅτι ἡ διάταξις, δυνάμει τῆς ὁποίας περιλαμβάνονται εἰς τὸν μέσον ὅρον τοῦ μεταλλικοῦ καὶ αἱ εἰς χρυσὸν ὑπηρετούμεναι ὁμολογίαι τοῦ ἠγγυημένου ἑλληνικοῦ δανείου 2½% τοῦ 1898 μέχρις ἀξίας φρ. χρ. 16,800,000, δὲν δικαιολογεῖται, διότι αἱ ὁμολογίαι τοῦ ἠγγυημένου δανείου ἀποδίδουσι τόκον. Ἀλλὰ παραβλέπω τοῦτο, καὶ ἔρχομαι εἰς τὴν οὐσίαν. Συνωμολογήθη συμμετοχὴ τοῦ Δημοσίου ἀνερχομένη εἰς 20% ἐπὶ τῶν ὠφελειῶν. Ἀλλ’ ἡ σύμβασις τοῦ 1880 ἀναγνωρίζει ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου συμμετοχὴν ἀνερχομένην εἰς 25%. Ἐρωτῶ, ποῖος ὁ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον ἠρκέσθητε, παρατείνοντες σήμερον τὸ προνόμιον τὸ λῆγον τῷ 1916 διὰ δεκατέσσαρα ὅλα ἔτη, εἰς συμμετοχὴν 20%, ἐνῷ τὸ Δημόσιον, συμβληθὲν διὰ τὴν παράτασιν τοῦ προνομίου κατὰ τὸ 1880, ἐπέτυχε συμμετοχὴν 25% ἐπὶ τῶν ὠφελειῶν τῶν προκυπτουσῶν ἐκ τῆς κυκλοφορίας τραπεζικῶν γραμματίων; Ὁμολογῶ, ὅτι τὸν λόγον τοῦτον δὲν ἀνευρίσκω. Θεωρῶ ἀπεναντίας, ὅτι ἡ ἀνάπτυξις, ἣν αἱ τραπεζικαὶ ἐργασίαι ἔλαβον κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη, ὡς καὶ ἡ ἐκ ταύτης προκύπτουσα αὔξησις τῶν ὠφελειῶν, τὸ γεγονός, ὅτι διὰ τῆς συμβάσεως ἐπιτρέπεται εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, ὅπως ἀπὸ τῆς 26 Ἀπριλίου 1920, ἐὰν καὶ ἐφ’ ὅσον ἐξακολουθῇ ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία τῶν τραπεζικῶν γραμματίων, αὐξήσῃ κατὰ 7,000,000 δρ. ὁ ἀνώτατος ὅρος κυκλοφορίας τῶν γραμματίων τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, πάντα ταῦτα ἔπρεπεν ἀσφαλῶς νὰ γεννήσωσι τὴν πεποίθησιν εἰς ὅλους, ὅτι τὸ Δημόσιον, συναλλαττόμενον πρὸς παράτασιν προνομίου, θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἐπιτύχῃ συμμετοχὴν ἀνωτέραν ἐκείνης, ἣν ἐπέτυχε κατὰ τὸ 1880, ποτὲ δὲ κατωτέραν ταύτης. Ἐνταῦθα δὲ ἀνευρίσκει τις ἕνα τῶν λόγων, οἵτινες δέον νὰ ἀποτρέψωσιν ἡμᾶς, ἵνα προβῶμεν σήμερον εἰς τὴν συνομολόγησιν συμβάσεως περὶ παρατάσεως τοῦ προνομίου· διότι οὐδεμίαν ἔχω ἀμφιβολίαν, ὅτι, ἂν τὰ πράγματα ἐξακολουθήσωσιν ὁδεύοντα, ὡς κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη εἴδομεν ταῦτα ἀναπτυσσόμενα, βεβαίως μετὰ δέκα ἔτη εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιτύχωμεν συμμετοχὴν τοῦ Δημοσίου, ὄχι μόνον ὁμοίαν πρὸς ἐκείνην, ἣν καθιεροῖ ἡ σύμβασις τοῦ 1880, ἀλλὰ συμμετοχὴν ἀναμφισβητήτως ἀνωτέραν καὶ ἐκείνης. Ἀλλ’ ὁπωσδήποτε οὐδεὶς ὑπάρχει, ἐπαναλαμβάνω, δικαιολογητικὸς λόγος, ὅπως ἀρκεσθῶμεν σήμερον εἰς συμμετοχὴν 20%, ἀφοῦ κατὰ τὸ 1880 ἐπετύχομεν συμμετοχὴν 25%. Σημειώσατε δέ, ὅτι τὸ ζήτημα τῆς συμμετοχῆς τοῦ Δημοσίου εἰς τὰς ὠφελείας ἔχει ἀξίαν μεγάλην, διότι, ὡς πάντες γινώσκομεν, ὅτε τὸ Δημόσιον εὑρέθη εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ συναινέσῃ εἰς τὴν ἐξαγορὰν τῆς συμμετοχῆς, τὴν ὁποίαν ἀνεγνώριζεν αὐτῷ ἡ σύμβασις τοῦ 1880, ἐπέτυχε ποσὸν φρ. χρ. 2,500,000, ἐπέτυχε δὲ καὶ δάνειον 700,000 φρ. χρ. Οὐδεμία δὲ ἀμφιβολία, ὅτι συμμετοχὴ τοιαύτη, ἡ ὁποία κατὰ τὴν κρίσιν μου ἦτο δυνατὸν νὰ ἐπιτευχθῇ, συμμετοχὴ ἀνωτέρα ἐκείνης τοῦ 1880, τὴν ὁποίαν θὰ ἠδύνατο τὸ Δημόσιον νὰ ἀξιώσῃ, ἐὰν δὲν ἔσπευδε σήμερον εἰς τὴν συνομολόγησιν τῆς περὶ παρατάσεως συμβάσεως, θὰ ἐπέτρεπεν εἰς τὸ Δημόσιον ἐν δεδομένῃ στιγμῇ ἀνάγκης ἐθνικῆς ἢ ἄλλης τινὸς νὰ πορισθῇ κεφάλαιον μεγάλης ἀξίας. Δὲν εὑρίσκω λοιπὸν ἐν τῇ συμβάσει ταύτῃ τίποτε, τὸ ὁποῖον νὰ μὲ πείσῃ, ὅτι διὰ ταύτης πρόκειται ἡ ἐθνικὴ παραγωγὴ νὰ ἐμψυχωθῇ, ὅτι διὰ ταύτης τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου ἐξασφαλίζονται. Ἀπ’ ἐναντίας πείθομαι, ὅτι τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου θυσιάζονται, οὐδὲν δὲ γίνεται πρὸς ὄφελος τῆς ἐθνικῆς παραγωγῆς. Μεταβαίνω εἰς τὸ ἄρθρον 2, τὸ ὁποῖον ἀναντιρρήτως ἀποτελεῖ ἀντικείμενον ἰδίου νομοσχεδίου. Διὰ τοῦ ἄρθρου τούτου ἐπιτρέπεται εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ συνομολογήσῃ σύμβασιν. Καὶ ἐδῶ παρατηρῶ, ὅτι ἡ φράσις δὲν εἶναι ἀκριβὴς, διότι δὲν πρόκειται ἡ Κυβέρνησις νὰ συνομολογήσῃ σύμβασιν, ἀλλὰ πρόκειται, ἐξασκοῦσα δικαιώματα νομοθετικὰ, νὰ κυρώσῃ σύμβασιν, τὴν ὁποίαν πρόκειται νὰ συνομολογήσωσιν αἱ δύο Τράπεζαι. Ἑπομένως νομίζω, ὅτι κατ’ ἀνάγκην πρέπει τὸ μέρος τοῦτο νὰ διορθωθῇ, διότι πρόκειται περὶ κυρώσεως, περὶ δικαιώματος, τὸ ὁποῖον ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία δίδει εἰς τὴν νομοτελεστικὴν, ὅπως κυρώσῃ σύμβασιν μεταξὺ τῶν δύο Τραπεζῶν περὶ συγχωνεύσεως αὐτῶν ἐν ὅλῳ ἢ ἐν μέρει. Καὶ ἐνταῦθα ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ κύριος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως νὰ παρατηρήσω, ὅτι θὰ ἦτο ἀναγκαῖον, ἐν τῷ ἄρθρῳ τούτῳ νὰ περιληφθῇ διάταξίς τις, περιορίζουσα τὸ δικαίωμα τῆς Κυβερνήσεως εἰς τοῦτο τοὐλάχιστον, νὰ μὴ χειροτερεύσῃ κατὰ τὰ δέκα ἔτη, τὰ ὁποῖα θὰ διαρρεύσουν μεταξὺ τῆς λήξεως τοῦ προνομίου τῆς Ἰονικῆς Τραπέζης καὶ τῆς λήξεως τοῦ προνομίου τῆς Ἐθνικῆς, τὰ συμφέροντα τῶν γεωργοκτηματιῶν τῆς Ἑπτανήσου, καὶ ἑπομένως νὰ μὴ ἔχῃ τὸ δικαίωμα νὰ κυρώσῃ τοιαύτην σύμβασιν ἢ ὑποχρεουμένης τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης καὶ κατὰ τὰ δέκα ἐκεῖνα ἔτη νὰ δανείζῃ ἐπὶ τῷ αὐτῷ τόκῳ, ἐπὶ τῷ ὁποίῳ ἡ Ἰονικὴ Τράπεζα δανείζει ἀπὸ τοῦ 1880 μέχρι τοῦδε καὶ θέλει ἐξακολουθήσει δανείζουσα μέχρι τῆς λήξεως τοῦ προνομίου.
§184Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ τελευταία παράγραφος τοῦ ἄρθρου λύει τὴν ἀπορίαν· διότι, ἐὰν συγχωνευθῇ ἡ Ἰονικὴ Τράπεζα μετὰ τῆς Ἐθνικῆς, τὸ σύνολον τῶν δικαιωμάτων καὶ τῶν ὑποχρεώσεων τῆς Ἰονικῆς μεταβιβάζεται εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν.
§185Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ναὶ, μεταβιβάζονται διὰ τὰ ἔτη ἐκεῖνα, κατὰ τὰ ὁποῖα τὸ προνόμιον τῆς Ἰονικῆς ἰσχύει. Ἀλλ’ ἐπειδὴ παρατείνεται τὸ προνόμιον τῆς Ἐθνικῆς ἐπὶ δέκα ἀκόμη ἔτη, ἐκτείνεται δὲ ἐπὶ τὰ δέκα ταῦτα ἔτη καὶ εἰς τὴν Ἑπτάνησον, λέγω ὅτι θὰ ἐπέλθῃ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶπον πρὸ ὀλίγου. Ἔρχομαι τώρα εἰς τὰς διατάξεις τῶν ἄρθρων 3, 4, 5 καὶ 6, καὶ παρατηρῶ, ὅτι αἱ διατάξεις αὗται φέρουσιν ἐντελῶς νομοθετικὸν χαρακτῆρα, ἀνεξάρτητον πάσης συμβάσεως μετὰ τῆς Τραπέζης, ἀλλ’ ἡ παρένθεσις αὐτῶν ἐν νομοσχεδίῳ κυροῦντι σύμβασιν ἀναγνωρίζουσαν παράτασιν προνομίου ἐγέννησεν ἀμφιβολίας, καὶ ἠκούσαμεν τὸν ἀξιότιμον Βουλευτὴν ἐκ Μεσολογγίου κατὰ τὴν πρώτην ἀνάγνωσιν τῆς συμβάσεως, τὸν κ. Βουλευτὴν Μεσολογγίου, ὁ ὁποῖος ἐπισταμένως πάντοτε μελετᾷ τὰ ὑποβαλλόμενα εἰς τὴν Βουλὴν νομοθετήματα, ἠκούσαμεν, λέγω, αὐτὸν κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ ἄρθρου 6 παρακαλοῦντα τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ συνεννοηθῇ μετὰ τῆς Τραπέζης, ὅπως μεταρρυθμισθῇ τὸ ἄρθρον τοῦτο. Ὑπέλαβε λοιπὸν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς, ὅτι τὰ ἄρθρα ταῦτα δὲν ἀποτελοῦσιν ἀποκλειστικῶς νομοθετικὴν πρόβλεψιν ἐντελῶς ἀνεξάρτητον πρὸς τὴν θέλησιν καὶ τὴν ἐπιθυμίαν τῆς Τραπέζης, ἀλλ’ ὅτι σχετίζονται μὲ τὴν σύμβασιν, ὅτι πρόκειται περὶ διατάξεων, αἵτινες μεταρρυθμίζουσι τὴν σύμβασιν.
§186Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δὲν ἐνόουν τοῦτο.
§187Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. .. Καὶ ὅλοι διεμαρτυρήθημεν κατὰ τῆς παρατηρήσεως ταύτης τοῦ κ. Βουλευτοῦ. Ἡ ἐντύπωσις τῆς Βουλῆς ἦτο τότε, ὅτι οὐδεμία σχέσις ὑπῆρχεν, ὅτι οὐδεμία ἀνάγκη ὑπῆρχεν, ὅπως ἡ γνώμη τῆς Τραπέζης ἐπὶ τῆς μεταρρυθμίσεως, ἐπὶ τῆς τροπολογίας τῶν ἄρθρων ἐκείνων ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν. Ἀλλ’ ἔλαβον σήμερον ὑπόμνημα τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης εἰς ἀπάντησιν ἑτέρου ὑπομνήματος, ὑποβληθέντος εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ὑπομνήματος ἀγνώστου ἐντελῶς εἰς ἐμέ· ἀλλὰ παρετήρησα εἰς τὸ ὑπόμνημα τοῦτο τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ὅτι ὑπάρχει ἡ ἑξῆς φράσις: «Τὰ ἄρθρα ταῦτα ἀφορῶσι τὸ συμφέρον τῆς κοινωνίας μᾶλλον ἢ τῶν ἐκδοτικῶν Τραπεζῶν». Ἄρα ἀφορῶσι τὰ ἄρθρα ταῦτα καὶ εἰς τὰ συμφέροντα τῶν Τραπεζῶν. Δύναταί τις ἐκ τῶν φράσεων τούτων νὰ ἐννοήσῃ, ὅτι ἐν τῇ ἰδέᾳ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης αἱ διατάξεις αὗται, καίτοι ἀφορῶσι μᾶλλον τὰ κοινωνικὰ συμφέροντα, ἀφορῶσιν ὅμως καὶ τὰ τῶν Τραπεζῶν, καὶ πολὺ φοβοῦμαι, ὅτι ἡ θέσις τῶν διατάξεων αὐτῶν ἐν νομοσχεδίῳ κυροῦντι σύμβασιν ἴσως θ’ ἀπετέλει ἀναγνώρισιν, ὅτι ἡ Τράπεζα δικαιοῦται νὰ ἔχῃ γνώμην ἐπὶ τῶν διατάξεων τούτων, καὶ ὅτι ψηφιζομένων τῶν διατάξεων τούτων οὐδεμία ἐν τῷ μέλλοντι δύναται νὰ ἐπέλθῃ τροπολογία ἄνευ συναινέσεως τῆς Τραπέζης, θεωρούσης ταύτας ὡς ἀποτελούσας μέρος ἀναπόσπαστον τῆς συμβάσεως...
§188Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐπὶ τίνος διατάξεως ἤθελε στηριχθῆ ἡ τοιαύτη ἀξίωσις τῆς Τραπέζης;
§189Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Εἶπον ποία ἦτο ἡ ἐντύπωσις τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Μεσολογγίου.
§190Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἀλλὰ διεμαρτυρήθη ὁ ἴδιος.
§191Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἀλλὰ δὲν δύνασθε νὰ ἀρνηθῆτε, ὅτι ὑπάρχει φράσις, εὑρισκομένη ἐν τῷ ὑπομνήματι, διὰ τῆς ὁποίας ἀναγνωρίζεται, ὅτι αἱ διατάξεις αὗται ἐλήφθησαν μᾶλλον πρὸς τὸ συμφέρον τῆς κοινωνίας, παρὰ πρὸς τὸ τῆς Τραπέζης· τὸ «μᾶλλον» δὲν ἀποκλείει, ὅτι ἐλήφθησαν καὶ πρὸς τὸ συμφέρον τῆς Τραπέζης. Ἐγὼ δὲν παραδέχομαι τὴν ἑρμηνείαν ταύτην, ἀλλὰ πρέπει νὰ ὁμολογήσωμεν, ὅτι ὁ τρόπος οὗτος τοῦ νομοθετεῖν εἶναι ὅλως νέος.
§192Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὄχι. Ὑπάρχει εἰς πολλὰς συμβάσεις.
§193Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Δὲν νομίζετε, ὅτι αὐτὸ συντελεῖ πολὺ εἰς τὸν κυκεῶνα τῆς ἡμετέρας νομοθεσίας; Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ φαντασθῇ τις, ὅτι ἐν νόμῳ κυροῦντι σύμβασιν εὑρίσκεται καὶ ἄδεια ἐκ μέρους τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας, ὅπως ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία ἐπικυρώσῃ ἄλλην σύμβασιν; ὅτι ἐν νόμῳ κυροῦντι σύμβασιν ὑπάρχουσι διατάξεις ἄσχετοι πρὸς τὴν σύμβασιν; Ὁ νομοθέτης διὰ τῶν διατάξεων τούτων ἐνόμισεν, ὅτι εἶναι καλὸν νὰ κανονίσῃ τὰ θέματα, τὰ ὑπὸ τῶν διατάξεων τούτων προβλεπόμενα, κατὰ τὸν τρόπον, κατὰ τὸν ὁποῖον κανονίζουσι ταῦτα τὰ ἄρθρα τοῦ νομοσχεδίου. Ἐρωτῶ, ποῖος ὁ λόγος, ὅπως τὰ ἄρθρα ταῦτα παρεμβληθῶσιν ἐν νομοσχεδίῳ κυροῦντι σύμβασιν μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης; Καὶ ἐγὼ παραδέχομαι πληρέστατα τὴν ἑρμηνείαν, τὴν ὁποίαν δίδετε ὑμεῖς, ὅτι οὐδεμία σχέσις ὑπάρχει καὶ οὐδόλως δεσμεύεται τὸ Δημόσιον πρὸς τὴν Τράπεζαν, καὶ ἑπομένως μένει ἐλεύθερον τὸ δικαίωμα αὐτοῦ, ἵνα εἰς τὸ μέλλον τροποποιήσῃ τὰς διατάξεις αὐτάς. Ἀλλὰ καίτοι τοῦτο οὕτως ἔχει, νομίζω ὅτι καλλίτερον θὰ ἦτο, ὅπως αἱ διατάξεις αὗται ἀποτελέσωσιν ἀντικείμενον ἐντελῶς χωριστοῦ νομοσχεδίου, ἐντελῶς ἀσχέτου πρὸς τὸ νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου κυροῦται ἡ σύμβασις. Ὅσον ἀφορᾷ τὰς διατάξεις τῶν ἄρθρων 3, 4, 5 καὶ 6, φρονῶ, ὅτι αἱ παρατηρήσεις, τὰς ὁποίας ὑπέβαλε μετὰ τοσαύτης εἰδικότητος καὶ σαφηνείας ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Χαλκίδος, πρέπει νὰ γείνωσι δεκταί, πρὸς τὸ συμφέρον τοῦ ἐμπορίου, πρὸς τὸ συμφέρον τῶν συναλλαγῶν. Ἐπιφυλάσσομαι δὲ κατὰ τὴν συζήτησιν τῶν ἄρθρων τούτων νὰ ἐπανέλθω εἰς τὸ ζήτημα, ἐὰν ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς δὲν ἀποδεχθῇ τὰς γνώμας τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Χαλκίδος. Ἐνόμισα, ὅτι εἶχον καθῆκον τὰς βραχείας ταύτας παρατηρήσεις νὰ ὑποβάλω εἰς τὰς σκέψεις καὶ τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς Βουλῆς· εἰς ὑμᾶς δὲ ἀπόκειται νὰ σταθμίσητε, ἐὰν αἱ παρατηρήσεις αὗται ἔχουσί τι ἄξιον, ὅπως ἐφελκύσωσι τὴν προσοχὴν ὑμῶν.
§194Γ. ΣΚΛΗΡΟΣ. Ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Κερκύρας εἶπεν ἀρκετά, ὅσον ἀφορᾷ τὰς λεπτομερείας τῆς συνομολογηθείσης συμβάσεως μεταξὺ τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς Ἰονικῆς Τραπέζης. Ἐγὼ θέλω ὁμιλήσει γενικῶς, ὅσον ἀφορᾷ τὸ ζήτημα τῆς Τραπέζης ταύτης σχετικῶς πρὸς τὴν ἀγγλικὴν αὐτῆς καταγωγήν. Γνωρίζομεν ὅλοι, ὅτι ἡ Ἰονικὴ Τράπεζα ἔχει τὴν ἕδραν αὐτῆς ἐν Ἀγγλίᾳ, ὅπου τὰ κεφάλαια εἶναι πολὺ εὐθηνά, καὶ εὑρίσκει τις ὅσα θέλει μὲ 2½%, καὶ ὅτι ἡ Τράπεζα, ἐργαζομένη ἐνταῦθα, δανείζει τὰ κεφάλαιά της πρὸς 6%. Τοιουτοτρόπως ἔχει μεγάλα κέρδη, καὶ πλὴν τούτου πραγματοποιεῖ κέρδη μεγάλα ἐκ τοῦ δικαιώματος, τὸ ὁποῖον τῇ παρέχομεν, ὅπως κυκλοφορῇ 7,000,000 δρ. εἰς τραπεζογραμμάτια καὶ λαμβάνῃ τόκον 6% ἐπ’ αὐτῶν· ἐκ τῶν κερδῶν της δὲ αὐτῶν μέγα ποσὸν χρημάτων, τρεπόμενον εἰς χρυσόν, ἐξάγεται ἐκ τῆς Ἑλλάδος, καὶ δὲν ἐπανέρχεται πλέον· τοῦτο δὲ εἶναι εἷς ἐκ τῶν λόγων, ὁ ὁποῖος συντείνει εἰς τὸ νὰ ἐμποδίζῃ τὴν κατάργησιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Δὲν βλέπω, διατὶ νὰ δίδωμεν δικαιώματα, ἢ νὰ ἀνανεώνωμεν τοιαῦτα δικαιώματα, εἰς Τράπεζαν, ἡ ὁποία ἕλκει τὴν καταγωγὴν αὐτῆς ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ, ἀφοῦ ἔχομεν Τραπέζας ἐνταῦθα, ἔχομεν τὴν Ἐθνικὴν καὶ ἄλλας Τραπέζας, αἱ ὁποῖαι, ἀναλαμβάνουσαι τὰ δικαιώματα ταῦτα, δὲν θὰ ἔχωσι λόγον νὰ ἐξάγωσι τὰ κέρδη εἰς τὸ ἐξωτερικόν, τὰ χρήματα θὰ μένωσιν ἐν τῷ τόπῳ, καὶ δὲν θὰ ἐξέλθωσιν εἰς τὸ ἐξωτερικὸν εἰς χρυσόν, ἵνα μὴ ἐπανέλθωσι πλέον. Πλὴν ὅμως τούτου ἡ Ἰονικὴ Τράπεζα συνεστήθη διὰ τὰς Ἰονίους νήσους, ἀλλὰ μετὰ τὴν ἕνωσιν τῆς Ἑπτανήσου ἡ Ἰονικὴ Τράπεζα ἐπεξέτεινε τὰς ἐργασίας της καὶ εἰς τὰ ἄλλα μέρη τῆς Ἑλλάδος, καὶ ἐγκατέλιπε τὰς Ἰονίους νήσους, ἀντὶ δὲ νὰ χορηγῇ πλειότερα δάνεια εἰς τὰς Ἰονίους νήσους, χορηγεῖ τοιαῦτα εἰς τὰ λοιπὰ μέρη τῆς Ἑλλάδος, ἀδικοῦσα τοιουτοτρόπως τὰς Ἰονίους νήσους, αἱ ὁποῖαι πάσχουν πολύ. Ἐπίσης δὲν νομίζω ὅτι εἶναι ὀρθὸν τὸ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον παρέχομεν, ὅπως συγχωνευθῶσιν αἱ δύο Τράπεζαι, διότι φρονῶ, ὅτι ἔπρεπε ν’ ἀφήσωμεν τὰς δύο Τραπέζας λειτουργούσας χωριστά, ἵνα συναγωνίζωνται ἐν τῇ κινήσει τῶν κεφαλαίων, καὶ ἐκ τοῦ συναγωνισμοῦ τῶν δύο Τραπεζῶν ἤθελεν ὠφεληθῇ ὁ λαός, διότι τότε ἐπιτυγχάνει καὶ τὸ ἐμπόριον καὶ ἡ γεωργία ὅρους πολὺ ἐπωφελεστέρους, παρὰ ἐὰν μείνῃ μία μόνον Τράπεζα. Ἐν Ἑπτανήσῳ ἡ Ἰονικὴ Τράπεζα ἀπὸ τῆς ἑνώσεως καὶ ἐντεῦθεν δὲν ἵδρυσε πλέον ὑποκαταστήματα νέα παρ’ ὅσα εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς εἶχε, καὶ τοῦτο βεβαίως ἔπρεπε νὰ τὸ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν, πρὶν ἢ δώσωμεν παράτασιν τοῦ προνομίου, καὶ νὰ ὑποχρεώσωμεν τὴν Ἰονικὴν Τράπεζαν νὰ ἱδρύσῃ νέα ὑποκαταστήματα ἐν Ἑπτανήσῳ, ἵνα ὠφεληθῶσιν αἱ Ἰόνιοι νῆσοι, αἱ ὁποῖαι γνωρίζομεν ὅτι σήμερον πάσχουσι, καὶ ἡ διάθεσις τῶν κεφαλαίων νὰ χρησιμοποιηθῇ οὐχὶ μόνον πρὸς σκοπὸν ἐμπορικὸν, ἀλλὰ καὶ διὰ τὴν γεωργίαν ἐν γένει. Θὰ ἦτο λοιπὸν ὀρθὸν νὰ ὑποχρεώσωμεν τὴν Ἰονικὴν Τράπεζαν ἤδη, ὅτε τῇ δίδομεν παράτασιν τοῦ προνομίου, νὰ ἱδρύσῃ ὑποκαταστήματα εἰς ὅλας τὰς Ἰονίους νήσους, χωρὶς νὰ ἐμποδισθῶσι καὶ τὰ ὑποκαταστήματα τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης. Ἐπίσης ὁ τόκος νὰ ἐλαττωθῇ ὄχι εἰς 6%, ἀλλὰ εἰς 5%, καὶ ἐντὸς ὀκτὼ ἐτῶν νὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐλαττώσῃ καὶ τὸ 5%, διότι οἱ τόκοι βεβαίως, προϊόντος τοῦ χρόνου, θὰ ἐλαττωθῶσιν, ὅπως συμβαίνει παντοῦ, πολλῷ μᾶλλον εἰς τὰ ἀγγλικὰ κεφάλαια, διότι ταῦτα ὀλίγον κατ’ ὀλίγον αὐξάνουν, καὶ δὲν εὑρίσκουν ἱκανοποιητικὸν τόκον, καὶ καταντᾷ σήμερον νὰ εὑρίσκητε εἰς τὴν Ἀγγλίαν κεφάλαια μὲ τόκον 1½%, καὶ ἐνίοτε οἱ κεφαλαιοῦχοι δὲν εὑρίσκουν ἀσφαλῶς νὰ δανείζουν καὶ μὲ τόσον μικρὸν τόκον τὰ κεφάλαιά των. Ἡ Ἰονικὴ Τράπεζα, ἔχουσα τὴν ἕδραν αὐτῆς ἐν Ἀγγλίᾳ, δύναται νὰ εὑρίσκῃ ἐκεῖ κεφάλαια μὲ 2%. Δίδοντες δὲ εἰς αὐτὴν τὸ δικαίωμα νὰ δανείζῃ ἐνταῦθα μὲ 6%, ἔχομεν τὸ ἀποτέλεσμα νὰ τῇ δωρῶμεν 4% ἐπὶ τῶν γραμματίων τῶν ἑπτὰ ἑκατομμυρίων, καὶ τὰ κέρδη ταῦτα νὰ ἐξάγωνται εἰς τὸ ἐξωτερικόν. Ἐπίσης πρέπει νὰ ὑποχρεώσωμεν τὴν Τράπεζαν νὰ μὴ δανείζῃ ἐπὶ ὑποθήκῃ πλέον τῶν 5%, καὶ τὸ δικαίωμα τοῦτο νὰ μὴ τὸ παραχωρήσωμεν ἐπὶ δεκαπενταετίαν, διότι εἶναι πολὺ, διότι βλέπομεν ὅτι τὰ κεφάλαια ὀλίγον κατ’ ὀλίγον δὲν ἔχουσιν ἀξίαν. Λαμβάνω λοιπὸν τὴν τιμὴν νὰ προτείνω, ὅπως αἱ προτάσεις μου αὗται ἐπιβληθῶσιν ἐπὶ τῆς Τραπέζης, ἤτοι ὁ τόκος νὰ ἐλαττωθῇ εἰς 5%, συνάμα δὲ νὰ ἱδρυθῶσι καὶ ὑποκαταστήματα εἰς ὅλας τὰς Ἰονίους νήσους, καὶ νὰ μὴ συγχωνεύσωμεν τὰς δύο Τραπέζας εἰς μίαν, διότι, ὡς προεῖπον, ὅσον πλειότεραι εἶναι αἱ Τράπεζαι, τόσον ὁ συναγωνισμὸς εἶναι μεγαλείτερος· καὶ πρέπει νὰ προσέξωμεν νὰ μὴ κάμωμεν μονοπώλιον τοιοῦτον, διότι πᾶν μονοπώλιον κάμνει τὰς Τραπέζας ἀνεξαρτήτους.
§195Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Κατὰ σύμπτωσιν, τὰς παρατηρήσεις, τὰς ὁποίας εἶχον νὰ φέρω ἐπὶ τῆς προκειμένης συμβάσεως, τὰς ἔφερεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Κερκύρας Βουλευτὴς, καὶ ὡς ἐκ τούτου βραχέα θέλω εἴπει, περιοριζόμενος εἰς τὸ ζήτημα τὸ ἀφορῶν τὰς σχέσεις τῶν κατοίκων τῆς Ἑπτανήσου πρὸς τὴν Τράπεζαν. Δὲν διστάζω ὅμως νὰ εἴπω προκαταβολικῶς, ὅτι συμφωνῶ πληρέστατα μετὰ τοῦ κυρίου Θεοτόκη, ὅτι ἡ σύμβασις, δυνάμει τῆς ὁποίας παρατείνεται τὸ προνόμιον τῆς Ἰονικῆς Τραπέζης, εἶναι ἁπλούστατα ἓν δῶρον πρὸς τοὺς μετόχους αὐτῆς, διότι ἐκ τῆς παρατάσεως ταύτης οὐδεὶς ἕτερος, πλὴν τῶν μετόχων, ἔχει νὰ ὠφεληθῇ τι, ἀφοῦ ἤδη διεξάγονται διαπραγματεύσεις μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ὅπως συγχωνευθῇ ἡ Ἰονικὴ μετὰ τῆς Ἐθνικῆς. Ἑπομένως διὰ τῆς παρατάσεως τὸ προνόμιον θὰ πληρωθῇ ἀκριβώτερον εἰς τοὺς μετόχους τῆς Ἰονικῆς. Ἀλλὰ ταῦτα ἀνεπτύχθησαν μετὰ τοῦ κύρους, ὅπερ ἔχει ὁ ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ὥστε κρίνω περιττὸν νὰ ἐπανέλθω. Πρόκειται νὰ θίξω μόνον σημεῖά τινα τῆς συμβάσεως καὶ ἐπικαλοῦμαι τὴν ὑμετέραν εὐμένειαν. Ὡς γνωστόν, κατὰ τὴν μέχρι τοῦδε ἰσχύουσαν σύμβασιν τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως μετὰ τῆς Ἰονικῆς Τραπέζης ὑποχρεοῦται ἡ Τράπεζα αὕτη, ἐκ τῶν κεφαλαίων της, τῶν ἀνερχομένων εἰς 7,000,000, νὰ διαθέτῃ τὸ ⅕ εἰς δάνεια ἀστικὰ, τὰ δὲ δύο πέμπτα εἰς ἀγροτικά· ἀλλ’ ἡ Τράπεζα αὕτη οὐδέποτε ἐξεπλήρωσε τὰς ὑποχρεώσεις, τὰς ὁποίας εἶχε πρὸς τοὺς κατοίκους τῆς Ἑπτανήσου· διὰ τοῦτο ἡ Ἰονικὴ Τράπεζα, κυρίως εἰπεῖν, οὐδεμίαν προσέφερεν ὑπηρεσίαν εἰς τοὺς ἀγροτικοὺς πληθυσμοὺς τῆς Ἑπτανήσου, καὶ διὰ τοῦτο ἡ δωρεὰ τῆς παρατάσεως τοῦ προνομίου εἶναι ὑπερβολική, παρεχομένη εἰς αὐτήν. Δι’ ὃ, ὅτε ἔληξε τὸ προνόμιον αὐτῆς, πάντες ἐν Ἑπτανήσῳ ἀνέμενον τὴν ἀνανέωσιν τοῦ προνομίου, ὅπως δοθῇ ὡς ἀντιστάθμισμα τῆς πραγματικῆς διαθέσεως τῶν κεφαλαίων πρὸς τοὺς ἀγροτικοὺς πληθυσμοὺς τῆς Ἑπτανήσου. Ἐν τῇ προκειμένῃ ὅμως συμβάσει οὐδεμία πρόνοια λαμβάνεται, ὅπως ἐξαναγκασθῇ ἡ Ἰονικὴ Τράπεζα, ἐν ᾗ περιπτώσει δὲν συγχωνευθῇ μετὰ τῆς Ἐθνικῆς, νὰ ἐκπληρώσῃ τὰς ὑποχρεώσεις αὑτῆς, τὰς ἀναγραφομένας ἐν τῇ ἀρχικῇ συμβάσει. Οὕτω, Κύριοι, ἐν τῇ ἐμῇ ἐπαρχίᾳ οὔτε λεπτὸν διέθεσε ποτὲ εἰς ἀγροτικὰ δάνεια, καὶ διὰ τοῦτο, ὅτε διετέλει Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὁ κύριος Βουλευτὴς ἐκ Κερκύρας, συνῆλθον δημόται δήμων τινῶν τῆς Κερκύρας, καὶ ἀπηύθυναν ψήφισμα πρὸς τὸν τότε κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ πρὸς ἐμὲ καὶ ἄλλους τινὰς Βουλευτάς, δι’ οὗ καθίστων γνωστόν, ὅτι δὲν ἐξεπλήρωσε τὰς ὑποχρεώσεις αὑτῆς ἡ Τράπεζα, παρεκάλουν δὲ τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἐξαναγκάσῃ τὴν Τράπεζαν νὰ διαθέσῃ τὸ ἀναλογοῦν μέρος ἐκ τῶν κεφαλαίων αὐτῆς εἰς ἀγροτικὰ δάνεια. Ὁ κύριος Πρόεδρος τότε τῆς Κυβερνήσεως εἶπεν, ὅτι ἡ Τράπεζα ἐν Κερκύρᾳ διέθεσεν ἓν μέρος τοῦ ὑπολειπομένου ποσοῦ πρὸς ἀγροτικὰ δάνεια, ἀλλὰ δυστυχῶς οἱ πλεῖστοι τῶν ἀγροτῶν δὲν ἐξεπλήρωσαν τὰς ὑποχρεώσεις αὐτῶν, καὶ ὡς ἐκ τούτου ἡ Τράπεζα ἔπαυσε παρέχουσα οἱονδήποτε ποσὸν εἰς τοὺς ἀγροτικοὺς πληθυσμούς. Εἰς τὴν ἐπαρχίαν ὅμως, ἣν ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ἀντιπροσωπεύω, οὐδέποτε διέθεσε χρηματικόν τι ποσόν. Διὰ τοῦτο, ὅτε ἐπρόκειτο κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος νὰ ἐνεργηθῶσι διαπραγματεύσεις, ὅπως ἀνανεωθῇ τὸ προνόμιον εἰς τὴν Ἰονικὴν Τράπεζαν, συνήλθομεν Βουλευταί τινες, καὶ ἐσκέφθημεν, τί ἔδει νὰ γείνῃ κατὰ τὴν ἀνανέωσιν τοῦ προνομίου τούτου, καὶ ποῖα θὰ ἐλαμβάνοντο μέτρα, ὅπως ἡ Ἰονικὴ Τράπεζα ἐκπληρώσῃ τὰς ὑποχρεώσεις, τὰς ὁποίας ἀνέλαβε. Μεταξὺ δὲ τῶν ὅρων ἦτο καὶ ὅτι ὤφειλε νὰ ἱδρύσῃ ὑποκαταστήματα καὶ πρακτορεῖα εἰς τὰς νήσους ἐκείνας τοῦ Ἰονίου, ὅπου δὲν ὑπῆρχον τοιαῦτα. Διὰ τῆς σημερινῆς ὅμως συμβάσεως παρατηρῶ, ὅτι ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα ὑποχρεοῦται νὰ συστήσῃ ὑποκαταστήματα καὶ πρακτορεῖα, ἐξ ὧν δύο εἰς τὴν Ἑπτάνησον, ὧν τὸ ἓν, ὑποθέτω, θὰ ἦναι εἰς Παξούς. Ἐπιθυμῶ ὅμως νὰ γνωρίζω, ἂν πράγματι τὸ ἓν ἐκ τῶν ὑποκαταστημάτων θὰ ἱδρυθῇ εἰς Παξοὺς, — ἂν δ’ οὕτως ἔχῃ, διατὶ δὲν ἀναφέρεται ῥητῶς ἐν τῇ συμβάσει; — εἶτα δὲ, ἂν θὰ παρέχωνται ἀγροτικὰ δάνεια, διότι τούτων κυρίως ἔχουσιν ἀνάγκην οἱ ἀγρόται, διότι, ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἔκδοσιν ἐπιταγῶν μόνον, οὐδὲν τὸ ὄφελος θὰ προκύψῃ ἐκ τούτου, καθόσον τὴν ἀνάγκην ταύτην ἐκπληροῖ τὸ ταχυδρομεῖον ἐπαρκῶς. Ἡ μεγάλη ἀνάγκη εἶναι ἡ παροχὴ ἀγροτικῶν δανείων, ἥτις δύναται ν’ ἀνακουφίσῃ τοὺς κατοίκους τῶν νήσων, καθόσον ἕνεκα τῆς παντελοῦς ἐλλείψεως ἀγροτικῶν δανείων μαστίζει τὸν τόπον ἀνηλεὴς τοκογλυφία, ἀπορροφοῦσα πᾶσαν τὴν ἐργασίαν καὶ πάντας τοὺς κόπους τῶν μικροκτηματιῶν, οἵτινες, κυρίως εἰπεῖν, ἐργάζονται διὰ τοὺς τοκογλύφους. Τὰ προϊόντα αὐτῶν προπωλοῦσιν εἰς εὐτελεστάτας τιμάς· δηλαδή, ἵνα ἀναφέρω συγκεκριμένον παράδειγμα, προπωλοῦσι πρὸς 25 δραχμὰς ἑκάστην βαρέλαν ἐλαίου, ἥτις κατὰ τὴν ἐποχὴν τῆς ἐσοδείας τιμᾶται ὑπὲρ τὰς 60 ἢ καὶ 70 καὶ 80 πολλάκις δραχμάς, οὕτω δὲ κατορθοῦται, τὸ εἰσόδημα τῶν μικροτέρων ἰδιοκτητῶν ν’ ἀπορροφᾶται ἀπὸ τοὺς τοκογλύφους, καὶ νὰ μαστίζωνται οἱ μικροὶ οὗτοι ἰδιοκτῆται ὑπὸ τῆς πενίας, ἐνῷ ὑπὸ ἄλλους ὅρους θὰ ἦσαν εὐτυχεῖς. Οἱ κάτοικοι τῆς ἐμῆς ἐπαρχίας, ὅταν ἴδωσιν, ὅτι συνιστᾶται ὑποπρακτορεῖον ἐν Παξοῖς, θὰ ὑποθέτωσι φυσικῶς, ὅτι ἡ Τράπεζα εἶναι ὑποχρεωμένη νὰ διαθέτῃ ποσά τινα ὑπὲρ τῶν γαιοκτημόνων· ἀλλὰ δυστυχῶς δὲν ἀναφέρεται που τοιαύτη ὑποχρέωσις τῆς Τραπέζης, οὐδὲ κανονίζεται ἡ ἀποστολὴ τῶν ὑποπρακτορείων. Ἐπεθύμουν λοιπὸν νὰ γνωρίσω, ἂν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐμερίμνησε περὶ τούτου, διότι πολὺ φοβοῦμαι, ὅτι, ἂν ἀνατεθῇ ἡ ἀντιπροσωπεία τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης εἰς ἐντόπιόν τινα πράκτορα, ἡ τοκογλυφία θὰ αὐξήσῃ, πρὸς ὄφελος πλέον τοῦ πράκτορος· δι’ ὃ δέον νὰ ἱδρυθῇ καὶ ἐν Παξοῖς ὑποκατάστημα. Ὡς πρὸς τὰς λοιπὰς παρατηρήσεις, τὰς ὁποίας εἶχον νὰ φέρω, τὸ πλεῖστον ἐξηντλήθη ὑπὸ τοῦ κυρίου Βουλευτοῦ Κερκύρας, καὶ διὰ τοῦτο τὰς παραλείπω. Παρατηρῶ μόνον, ὅτι, ὡς πρὸς τὰ πλεονεκτήματα τὰ ἀναγραφόμενα εἰς τὸ τρίτον καὶ τέταρτον ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου, ταῦτα δύνανται νὰ ἐπεκταθῶσιν οὐ μόνον εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, ἀλλὰ καὶ εἰς πᾶσαν ἄλλην. Διὰ τῶν ἄρθρων τούτων οἱ κατατεθειμένοι τίτλοι δὲν κατάσχονται, ἀλλὰ, παραχωρουμένου τοιούτου προνομίου εἰς μόνην τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, ἀποκλείεται ἡ κατάθεσις εἰς πᾶσαν ἄλλην, ἥτις δύναται νὰ δεχθῇ τὰς καταθέσεις ὑπὸ εὐνοϊκωτέρους ὅρους.
§196Ν. ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Οἱ τίτλοι εἰς οἱανδήποτε Τράπεζαν καὶ ἂν κατατεθῶσι, φέρουσι τὸν αὐτὸν τόκον. Τὸ ἄρθρον ἀναφέρει τίτλους, ὄχι χρήματα.
§197Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ἐν Ἀγγλίᾳ κατατίθενται καὶ χρήματα, ἅτινά εἰσι ἀναπαλλοτρίωτα, καὶ δὲν κατάσχονται, ταῦτα δὲ δύνανται νὰ τοποθετῶνται εἰς ἄλλας Τραπέζας μὲ ἀνώτερον τόκον.
§198Ν. ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι χρήματα ὀρφανῶν καὶ προῖκες τοποθετημέναι εἰς τίτλους· διὸ καὶ δὲν κατάσχονται.
§199Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ἔστω· ἀλλὰ διατὶ τὸ προνόμιον τοῦτο νὰ παρέχηται ἀποκλειστικῶς εἰς τὴν Ἐθνικὴν καὶ οὐχὶ καὶ εἰς ἑτέρας Τραπέζας; Ὅσον ἀφορᾷ τὸ ἄρθρον 6, «ἡ παραβίασις τοῦ προνομίου εἰς ἔκδοσιν καὶ κυκλοφορίαν τραπεζικῶν γραμματίων (ἤτοι ἡ ἔκδοσις παρ’ ἄλλου οἱωνδήποτε τίτλων εἰς τὸν κομιστὴν εἰς ὄψιν ἐκδεδομένων) τιμωρεῖται...» ὑποθέτω, ὅτι δὲν ἀφορᾷ οὔτε τὰς ἐπιταγάς, οὔτε τὰς τοκοφόρους ὁμολογίας, τὰς ὁποίας πᾶσαι αἱ Τράπεζαι, εἰς τὴν Εὐρώπην μάλιστα, νομίζω δὲ καὶ ἐνταῦθα, ἐκδίδουσιν. Ὅπως ὅμως ἔχει ἡ διάταξις αὕτη, ἰδίως δὲ ὅπως φέρεται ἐντὸς παρενθέσεως ἡ ἐπεξήγησις, φαίνεται, ὅτι ἀπαγορεύεται, οὕτως εἰπεῖν, πᾶσα τοκοφόρος ὁμολογία, πᾶσα ἐπιταγὴ εἰς τὸν κομιστήν, ἀπαγορεύεται τὸ chèque.
§200Π. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Περὶ ὁμολογιῶν μόνον πρόκειται.
§201Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Διατὶ ἀπαγορεύεται;
§202Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Προσβάλλεται τὸ προνόμιον τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης.
§203Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ποῖον προνόμιον;
§204Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τοῦ ἐκδίδειν τραπεζικὰ γραμμάτια.
§205Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Τὸ τραπεζογραμμάτιον δὲν εἶναι ὁμολογία· τὸ τραπεζογραμμάτιον εἶναι εἶδος νομίσματος συνεπείᾳ συμβάσεων κυκλοφοροῦν· ἡ τοκοφόρος ὁμολογία ἔχει ἄλλον σκοπόν. Παρ’ ὅλων τῶν Τραπεζῶν ἐκδίδονται τοκοφόροι ὁμολογίαι, ἰδίως ἐν Εὐρώπῃ, ὅπου ὑπάρχουσι προνομιοῦχα καταστήματα, τὰ ὁποῖα ὅμως οὐδέποτε ἐφαντάσθησαν, ὅτι παραβιάζεται τὸ προνόμιον αὐτῶν, οὐδέποτε ἐφαντάσθη τις, ὅτι δύναται νὰ ἐξομοιωθῇ πρὸς τραπεζογραμμάτιον ἡ τοκοφόρος ὁμολογία, καὶ κατ’ ἀκολουθίαν, ὅτι παραβιάζει τὸ προνόμιον οἱασδήποτε Τραπέζης. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι εἰς τὴν ἔννοιαν τοῦ ἄρθρου τούτου δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑφίσταται ἡ ἰδέα, ὅτι ἀπαγορεύονται αἱ τοκοφόροι ὁμολογίαι.
§206Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπάρχουσιν ἐν Ἑλλάδι εἰς κυκλοφορίαν τοκοφόροι ὁμολογίαι;
§207Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Θὰ ὑπάρχωσιν, ἢ θὰ ὑπάρξωσι.
§208Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Οἱαδήποτε Τράπεζα ἐκδίδει τοκοφόρους ὁμολογίας.
§209Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι ἐν ὄψει.
§210Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ὑπάρχουσιν ἐν ὄψει.
§211Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἰδοὺ μία τῆς Τραπέζης Ἀθηνῶν.
§212Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ἰδοὺ ὅτι ὑπάρχουσι· βλέπω μίαν, τὴν ὁποίαν μοὶ ἀποστέλλει ὁ κ. Δεληγεώργης. «Τράπεζα Ἀθηνῶν. Ἔντοκος ὁμολογία 5,000 δραχμῶν. Ἡ Τράπεζα Ἀθηνῶν ὑπόσχεται ἅμα τῇ ἐμφανίσει νὰ πληρώσῃ εἰς τὸν κομιστὴν τῆς παρούσης ὁμολογίας δραχμὰς πέντε χιλιάδας πλέον τῶν δεδουλευμένων τόκων πρὸς 3% κατ’ ἔτος, λογιζομένων ἀπὸ σήμερον.»
§213Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸ θέλομεν νὰ ἐμποδίσωμεν· αὐτὸ εἶναι μέσον καταστρατηγήσεως τῆς ἀπαγορεύσεως, αὐτὸ εἶναι χαρτονόμισμα.
§214Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ Τράπεζα ἡ Ἐθνικὴ, κατὰ τὸν νόμον τοῦ 1842, ὁ ὁποῖος ἀνενεώθη δι’ ἄλλων νόμων, ἔχει τὸ ἀποκλειστικὸν προνόμιον τῆς ἐκδόσεως καὶ κυκλοφορίας τραπεζογραμματίων. Νομίζετε ὅτι αἱ ὁμολογίαι αὗται, τὰς ὁποίας πρώτην φορὰν βλέπω, δὲν προσβάλλουσι τὸ προνόμιον τῆς Τραπέζης;
§215Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Μὴ συζητεῖτε περὶ αὐτοῦ. Τὸ προνόμιον τῆς Τραπέζης δὲν προσβάλλεται διὰ τῆς ἐκδόσεως τοιούτων ὁμολογιῶν.
§216Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Εἶναι δυνατὸν νὰ παραδεχθῶμεν, ὅτι προσβάλλεται τὸ προνόμιον τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ἡ ὁποία ἔχει δυνάμει τῆς συμβάσεως τὸ δικαίωμα τοῦ κυκλοφορεῖν τραπεζογραμμάτια; Ἡ ὁμολογία αὕτη ταύτην ἔχει τὴν διαφορὰν πρὸς πᾶσαν ἄλλην ὁμολογίαν, ὅτι δὲν εἶναι ὀνομαστική· ἀνήκει εἰς τὸν φέροντα, καὶ δύναται ὁ φέρων νὰ τὴν παρουσιάσῃ καὶ ἐξοφλήσῃ. Ὅτι, Κύριοι, τὸ νόμισμα δὲν δύναται ν’ ἀντικαταστήσῃ ἡ τοκοφόρος ὁμολογία, ὡς φρονοῦσί τινες τῶν κυρίων συναδέλφων, ὡς ὁ κ. Ἀγγελόπουλος καὶ ὁ κ. Μπακόπουλος, εἶναι ἀναντίρρητον· ἐν Εὐρώπῃ δὲ, καὶ ἰδίως ἐν Αὐστρίᾳ, διεξήχθη μακροτάτη συζήτησις, διότι ἐνόμισαν καὶ ἐκεῖ οἱ ἐνδιαφερόμενοι, ὅπως ἐνταῦθα σήμερον ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα, ὅτι προσβάλλονται τὰ δικαιώματα τῶν προνομιούχων Τραπεζῶν, καὶ ἀπεδείχθη ἐκεῖ, ὅτι οὐδεμίαν σχέσιν ἔχουσι πρὸς τὰ τραπεζογραμμάτια αἱ τοκοφόροι ὁμολογίαι. Ἐκεῖ τὸ ζήτημα ἐλύθη· ἔχομεν δ’ οὕτως ἓν δεδομένον Κράτους, ὅπερ διονυχίζει πᾶσάν του πρᾶξιν καὶ πᾶσαν ἀπόφασιν. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι εἰς τὴν διάνοιαν τῶν συνταξάντων τὸ νομοσχέδιον τοῦτο δὲν ἦτο ἡ παρεμπόδισις τῆς κυκλοφορίας τοιούτων τοκοφόρων ὁμολογιῶν, ἐκτὸς ἐὰν ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα ἐπιδιώκῃ διὰ τοιούτων νόμων νὰ ἀποκλείσῃ πᾶσαν τοιαύτην ἔκδοσιν, ἵνα καρπῶται αὕτη, παρὰ πᾶσαν λογικὴν, κέρδη μὴ προστατευόμενα παρ’ οὐδενὸς προνομίου. Δὲν ἐπιθυμῶ νὰ ἀναπτύξω τὴν στιγμὴν ταύτην, τί ἐστι νόμισμα, καὶ ὅτι τοῦτο οὐδεμίαν ἔχει σχέσιν πρὸς τὰς ἐν λόγῳ ὁμολογίας, αἱ ὁποῖαι παρατηρῶ, ὅτι κυκλοφοροῦσι καὶ ἐνταῦθα ἀπὸ πολλοῦ, ἡ δὲ Ἐθνικὴ Τράπεζα δὲν ἐφαντάσθη, ὅτι προσβάλλεται τὸ προνόμιον αὐτῆς, τῆς κυκλοφορίας τῶν χαρτονομισμάτων, ἄλλως ἠδύνατο νὰ ζητήσῃ δι’ ἄλλης ὁδοῦ τὴν ἀπαγόρευσιν αὐτῶν. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι ἡ παρένθεσις αὕτη παρέλκει, διότι, ἐφ’ ὅσον Τράπεζά τις δὲν ἐκδίδει γραμμάτια τραπεζικὰ, προσβάλλοντα τὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα ἔχει ἐκ τῶν παραχωρηθέντων εἰς αὐτὴν προνομίων, ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα βεβαίως οὐδόλως δύναται νὰ ζητήσῃ τὴν ἀπαγόρευσιν αὐτῶν, καὶ νομίζω, ὅτι τὸ ἄρθρον τοῦτο δέον νὰ διασαφηνισθῇ, ἵνα μὴ γεννηθῶσι μετὰ ταῦτα ζημίαι καὶ ἀνωμαλίαι εἰς τὰς συναλλαγὰς μετὰ τῶν Τραπεζῶν. Τὰς παρατηρήσεις ταύτας εἶχον νὰ φέρω. Εἶχον καὶ ἑτέρας τοιαύτας, ἀλλὰ ταύτας παραλείπω νὰ ἀναπτύξω, ἐπιφυλασσόμενος ὅταν ἔλθωμεν εἰς τὰ καθέκαστα νὰ προτείνω τροπολογίας τινὰς ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου, τοῦ κυροῦντος τὰς συμβάσεις.
§217Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§218ΜΙΧ. ΣΤΕΛΛΑΚΗΣ. Ἵνα σᾶς δείξω περὶ τούτου, ἀναφέρω μίαν περίπτωσιν διὰ τὰς συναλλαγὰς τῆς Τραπέζης. Ἡ νομολογία ἐπὶ τούτου εἶναι ὑπὲρ τῆς Τραπέζης, ἀλλὰ κακῶς. Ἀνοίγετε λογαριασμὸν μὲ τὴν Τράπεζαν ἐπὶ ἐνυποθήκῳ φανταστικῷ δανείῳ, μὴ καταβεβλημένῳ, ὅτε ἡ ὑποθήκη ἐνεγράφη ὑπὲρ τῆς Τραπέζης ἐπὶ οἰκίας σας ἀξίας δρ. 100,000. Σᾶς ἀνοίγει ἡ Τράπεζα ἐνυπόθηκον λογαριασμὸν 50,000 δραχμῶν, καὶ τότε μὲ μόνην τὴν ὑπογραφήν σας ἡ Τράπεζα, ἐξησφαλισμένη ἐκ τῆς ὑποθήκης, σᾶς δανείζει ἐπὶ γραμματίοις τῆς ὑπογραφῆς σας, χωρὶς νὰ ἔχητε ἀνάγκην ἄλλου πιστούχου. Ἰδοὺ ὅμως τί ζήτημα γεννᾶται. Ἐδανείσθητε ἀπὸ τὴν Τράπεζαν διὰ τῆς ὑπογραφῆς σας 25,000 δραχμὰς, πρὶν δὲ λήξουν τὰ γραμμάτια δανείζεσθε ἐπὶ τῆς οἰκίας σας παρ’ ἄλλου ἑτέρας 30,000, δίδοντες δευτέραν ὑποθήκην· ἐνεγράφη δὲ ἡ ὑποθήκη αὕτη ὡς ὁρίζει ὁ νόμος, καὶ ἀπὸ τῆς ἡμέρας ἐκείνης ἔλαβε βεβαίαν χρονολογίαν. Ὅτε ἐνεγράφη ἡ δευτέρα ὑποθήκη, ἡ Τράπεζα δὲν εἶχεν ἰδικά σας γραμμάτια ἀνεξόφλητα παρὰ 10,000 δραχμῶν μόνον. Ὥστε τὸ κτῆμα βαρύνεται ἀπέναντι τῆς φανταστικῆς καὶ ἐκ τῶν προτέρων δοθείσης ὑποθήκης τῶν 50,000 δραχμῶν μὲ ἐνυποθήκους 10,000 δραχμὰς πραγματικάς. Προεξοφλεῖτε ὅμως μετὰ ταῦτα ἄλλα γραμμάτιά σας εἰς τὴν Τράπεζαν καὶ μετὰ τὴν ἐγγραφὴν τῆς ὑποθήκης. Καὶ ὅμως ὁ δεύτερος ἐνυπόθηκος, εἰ καὶ ἐνέγραψεν ὑποθήκην τὴν ἡμέραν, καθ’ ἣν ἡ Τράπεζα ἦτο δανείστρια πραγματικῶς 10,000 δραχμῶν, θὰ πληρωθῇ, ἢ μᾶλλον θὰ καταταχθῇ μετὰ τὴν Τράπεζαν, προτιμωμένην διὰ τὸ ὅλον πρὸς αὐτὴν χρέος, καὶ ἂς ἔλαβε τοῦτο ὑπόστασιν μετὰ τὴν ἐγγραφὴν τῆς δευτέρας ὑποθήκης ὑπὲρ τοῦ τρίτου. Τοῦτο τὸ νομίζετε δίκαιον; Δὲν τὸ πιστεύω, καὶ διὰ τοῦτο ἐπὶ τοῦ πλεονεκτήματος τούτου ἐφιστῶ τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς καὶ τῆς Κυβερνήσεως.
§219Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Τοῦτο προέρχεται ἐξ ἠθικῆς ὑποχρεώσεως καὶ ἐκ τῆς ἐκτιμήσεως τῶν Δικαστηρίων.
§220Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Τὸ ζήτημα εἶναι νομικόν. Ὁ συνομολογήσας μὲ τὴν Τράπεζαν δάνειον ἐπὶ ὑποθήκῃ 100,000 δραχμῶν καὶ λαβὼν μόνον 50,000 δραχμὰς ἐπ’ ἀνοικτῷ λογαριασμῷ, θεωρεῖται ὀφειλέτης 50,000 δραχμῶν μόνον; Τὸ ζήτημα ἄλλως εἶναι νομικόν, καὶ δύνανται τὰ Δικαστήρια, κατὰ τὰς περιστάσεις, νὰ κρίνωσιν οὕτως ἢ ἄλλως. Ἀλλὰ δὲν ἔχει σχέσιν μὲ τὸ ζήτημα, περὶ οὗ πρόκειται. Ἔχομεν τὸ ἄρθρον, τὸ ὁποῖον ἀνεγνώρισε τὸ δικαίωμα, ὅπως δυνάμει προσυμφώνου γίνωνται τοιαῦτα δάνεια. Ἀνεγνώσατε πρὶν τὸ ἄρθρον, ὅτι δύναταί τις νὰ δανείσῃ διὰ προσυμφώνου καὶ νὰ ἐγγράψῃ ὑποθήκην.
§221Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ καὶ ὑπὸ γενικωτέραν ἔποψιν συνεζήτησα τὸ ζήτημα.
§222Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἀλλὰ μὴ λησμονῶμεν, ὅτι ἡ Τράπεζα ἡ Ἐθνικὴ δὲν εἶναι ἁπλῶς Τράπεζα ἐκδόσεως καὶ κυκλοφορίας, ἀλλὰ καὶ Τράπεζα κτηματικῆς πίστεως, εἶναι δ’ ἐκ νόμων ὑποχρεωμένη νὰ δανείσῃ τὸ μεγαλείτερον μέρος τῶν χρημάτων αὐτῆς εἰς κτηματικὰ δάνεια. Ὡς τοιαύτη δὲ Τράπεζα κτηματικῆς πίστεως, ἔχει βεβαίως καὶ ἰδίαν δικονομίαν, καίτοι ἀτελῆ ἐν πολλοῖς, καὶ περιβάλλεται διὰ προνομίων, διότι ἄνευ αὐτῶν θὰ ἦτο ἀδύνατον νὰ ἐργασθῇ ἀσφαλῶς. Αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος, δι’ ὃν κυρίως ἡ Τράπεζα ἀπῄτησε τὰ προνόμια ταῦτα, τὰ ὁποῖα δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ τῇ ἀρνηθῇ τὸ Κράτος, καὶ τὰ ὁποῖα δὲν δύναται πᾶς τις νὰ ἔλθῃ καὶ ἀπαιτήσῃ νὰ λάβῃ. Διότι ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα εἶναι ἐκ νόμων ὑποχρεωμένη, μεγάλα ποσὰ, ἅπερ ἐδανείσθη δι’ ὁμολογιῶν, νὰ χορηγῇ εἰς δάνεια ἐνυπόθηκα. Διὰ τοῦ νόμου τοῦ 1896 ὑπεχρεώθη δι’ ἐνυπόθηκα δάνεια νὰ δώσῃ ποσὸν σπουδαῖον. Πῶς εἶναι δυνατὸν λοιπὸν νὰ ἀρνηθῶμεν εἰς αὐτὴν τὰς ἀσφαλείας, αἱ ὁποῖαι μόναι ἐξασφαλίζουσι τὰ κεφάλαια αὐτῆς, καὶ καθιστῶσι δυνατὴν τὴν λειτουργίαν αὐτῆς ὡς Κτηματικῆς Τραπέζης;
§223Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§224ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Στεφάνου ἔχει τὸν λόγον.
§225ΜΙΧ. ΣΤΕΛΛΑΚΗΣ. Παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε. Χωρὶς ποσῶς νὰ ἔχω σκοπὸν νὰ παρεμβάλω τὴν παραμικρὰν δυσκολίαν εἰς τὸ ἔργον τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς Βουλῆς, εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ φέρω πρότασιν ἀναβολῆς. Ἀλλὰ πρὸ τούτου ἐρωτῶ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ἂν θὰ ἔχωμεν τὴν τιμὴν νὰ τὸν ἀκούσωμεν ἀπόψε ἀντικρούοντα τὰ λεχθέντα, ἅτινα ἐκ βάθρων ἐκλόνισαν τὴν σύμβασιν, καὶ φωτίζοντα ἡμᾶς.
§226Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Μετὰ τὰ λεχθέντα ὑπὸ τῶν προλαλησάντων θὰ ἦτο, νομίζω, παλιλλογία νὰ λάβω τὸν λόγον. Ἀλλ’ εἰς τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν βεβαίως θὰ ὁμιλήσω.
§227ΜΙΧ. ΣΤΕΛΛΑΚΗΣ. Φρονῶ ὅτι ἀπόψε τὸ πρῶτον ἡ Βουλὴ, κατόπιν τῶν γενομένων συζητήσεων, λαμβάνει γνῶσιν ἐπακριβῶς τοῦ τί περιέχουσιν αἱ συμβάσεις αὗται. Δὲν ἀποφαίνομαι κατὰ πόσον εὐεργετικὴ ἢ μὴ εὐεργετικὴ εἶναι ἡ μία ἢ ἡ ἄλλη σύμβασις, ἀλλὰ δὲν δύναμαι νὰ ἀποκρύψω τὴν ἐντύπωσιν, τὴν ὁποίαν εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ εἰς ἐμὲ τουλάχιστον, ἔκαμεν ἡ ἀγόρευσις τοῦ ἐκ Κερκύρας ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ. Μεθ’ ὅσα εἶπεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κερκύρας, ἡ σύμβασις μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, κατὰ τὴν γνώμην μου, δὲν πρέπει νὰ ἐπικυρωθῇ ὡς ἔχει. Διὰ τοῦτο ἐτόλμησα νὰ ἐρωτήσω τὸν ἀξιότιμον Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ἐὰν θὰ ἀπαντήσῃ, ὥστε πρὶν ἢ προβῶμεν εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου νὰ σχηματίσωμεν ἡμεῖς τοὐλάχιστον, οἱ ἀδαεῖς τῶν τοιούτων οἰκονομικῶν συμβάσεων, μίαν πεποίθησιν, ἵνα ἐν συνειδήσει ψηφίσωμεν. Δὲν θὰ ἔφερον τὴν πρότασιν τῆς ἀναβολῆς, ἐὰν ἐπρόκειτο εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν ἀπόψε αἱ συμβάσεις νὰ ψηφισθῶσιν, ἀλλ’ εἶναι εἰς δευτέραν, καὶ ἡ πεῖρα τοῦ παρελθόντος μᾶς ἐδίδαξε, πῶς αἱ συμβάσεις ψηφίζονται εἰς τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν, τοὐλάχιστον ἡ Βουλὴ ἔχει πικρὰν πεῖραν ἀπὸ τῆς παρελθούσης Περιόδου. Ἐπαναλαμβάνω, δὲν θέλω νὰ φανῶ, ὅτι φέρω δυσκολίαν τινὰ εἰς τὸ ἔργον τῆς Κυβερνήσεως καὶ εἰς τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς διὰ τῆς προτάσεως τῆς ἀναβολῆς, ἀλλὰ νομίζω ὅτι χάριν αὐτῆς τῆς Τραπέζης καὶ χάριν τοῦ διαφωτισμοῦ τῆς Βουλῆς πρέπει νὰ ἀναβληθῇ δι’ αὔριον ἡ δευτέρα ἀνάγνωσις τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου, καὶ ἀντὶ τούτου ἂς προβῇ ἡ Βουλὴ εἰς τὴν συζήτησιν καὶ ἐπιψήφισιν τῶν ἀμέσως κατωτέρω ἀναγεγραμμένων νομοσχεδίων.
§228Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐπιθυμῶ νὰ σᾶς δώσω ἐξηγήσεις ἐπὶ τῆς πληροφορίας, τὴν ὁποίαν ἔδωκα, ὅτι δὲν κρίνω ἀναγκαῖον νὰ ὁμιλήσω σήμερον ἐπὶ τῶν συμβάσεων, ἀλλ’ εἰς τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν. Ὡς καὶ ὑμεῖς παρετηρήσατε, ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κερκύρας προέβαλεν ἀντιρρήσεις, ἢ ἐξεδήλωσεν ἀπορίας, τὰς ὁποίας δύναμαι νὰ ἀνακεφαλαιώσω τὴν στιγμὴν ταύτην. Ἡ μία ἐπίκρισις τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Κερκύρας ἦτο, ὅτι δὲν ἔπρεπε δι’ ἑνὸς καὶ τοῦ αὐτοῦ νόμου νὰ κυρωθῶσι δύο συμβάσεις, ἡ σύμβασις τῆς Ἰονικῆς Τραπέζης μετὰ τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἡ σύμβασις τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης μετὰ τῆς Κυβερνήσεως. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κερκύρας ἐνόμιζεν, ὅτι δι’ ἑκατέραν τῶν συμβάσεων τούτων ἔπρεπε νὰ εἰσαχθῇ ἴδιον νομοσχέδιον. Αὕτη εἶναι ἡ πρώτη ἀντίρρησις. Ἡ δευτέρα ἀντίρρησις τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Κερκύρας εἶναι ἐπίκρισις, διατὶ νὰ σπεύσωμεν νὰ στέρξωμεν, ἵνα παραταθῇ τὸ δικαίωμα τῆς ἐκδόσεως καὶ τῆς κυκλοφορίας τῶν τραπεζικῶν γραμματίων τῆς Ἰονικῆς Τραπέζης ἐπὶ 15 ἔτη. Ἐπίσης ἡ τρίτη ἀντίρρησις τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Κερκύρας εἶναι, ὅτι φανταστικά εἰσι τὰ ἀγαθὰ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα ἐγὼ, εἰσάγων τὸ νομοσχέδιον περὶ κυρώσεως τῶν δύο συμβάσεων, παρέστησα εἰς τὴν Βουλήν· ὅτι πάντα ταῦτα εἶναι φανταστικὰ, καὶ ὅτι ἐξ ἐναντίας τ’ ἀποτελέσματα, τὰ ἐκ τῆς κυρώσεως τῶν συμβάσεων τούτων, εἶναι ἀποτελέσματα ἐπιζήμια διὰ τὸν τόπον. Πρῶτον, διότι δὲν ἐζητήσαμεν ἀνταλλάγματα ἀπὸ τὴν Ἰονικὴν Τράπεζαν διὰ τὴν παράτασιν τοῦ δικαιώματος τῆς ἐκδόσεως καὶ κυκλοφορίας τῶν τραπεζικῶν γραμματίων· δεύτερον, διότι ἡ αὔξησις τῶν κεφαλαίων, τὰ ὁποῖα προορίζονται διὰ τῆς συμβάσεως, ἵνα δίδωνται εἰς μικρὰ δάνεια γεωργοκτηματιῶν, αὐτὴ εἶναι ἰδανικὴ, διότι ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα θέλει δίδει ἐπὶ τοσοῦτον, ἐφ’ ὅσον τὴν συμφέρει νὰ δίδῃ τὰ δάνεια, καὶ διότι ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα καὶ τώρα ἀκόμη δίδει 17 ἢ 18 ἑκατομμύρια, ὡς εἶπεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κερκύρας, ἑπομένως ἡ διαφορὰ μεταξὺ τῶν 18 ἑκατομμυρίων, τὰ ὁποῖα χορηγεῖ σήμερον, καὶ τῶν 21 ἑκατομμυρίων, τὰ ὁποῖα ὑποχρεοῦται διὰ τῆς συμβάσεως νὰ δίδῃ εἰς μικροδάνεια, εἶναι τοσοῦτον μικρὰ, ὥστε εἶναι ἀναξία λόγου. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κερκύρας ἰδίως ἐπέκρινε τὰς διατάξεις τῶν ἄρθρων 2, 3, 4 καὶ 5· ἐπὶ δὲ τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου 6 δὲν ἐνθυμοῦμαι νὰ ἔφερε κρίσιν.
§229Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἐγὼ ἀνεφέρθην εἰς τὰς παρατηρήσεις καὶ τὰς ἰδέας τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Χαλκίδος.
§230Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐπὶ τῶν παρατηρήσεων τοῦ κυρίου Βουλευτοῦ ἐκ Χαλκίδος, εἰς τὰς ὁποίας ἀναφέρεται ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κερκύρας, ἐσκόπουν νὰ ὑποβάλω προσθήκας τινὰς, δηλαδὴ νὰ παραδεχθῶ τὴν πρότασιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Χαλκίδος. Ποία εἶναι ἡ πρότασις τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Χαλκίδος; ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ δεχθῶ νὰ ἀναγραφῶσιν ἐν τῇ συμβάσει, καὶ δὴ ἐν τῷ νόμῳ, τὰ πλεονεκτήματα, τὰ ὁποῖα ἀνεγράφησαν διὰ τὴν Ἐθνικὴν μόνον Τράπεζαν, διότι ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα δὲν εἶναι τὸ μόνον ἐκδοτικὸν κατάστημα, ἀλλ’ εἶναι καὶ ἡ Ἰονική. Τὴν παρατήρησιν εὑρίσκω ὀρθήν, καὶ στέργω νὰ προστεθῇ καὶ ἡ Ἰονικὴ Τράπεζα ἐπὶ τῶν δικαιωμάτων, τὰ ὁποῖα παρέχονται εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν διὰ τοῦ ἄρθρου. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Χαλκίδος ἔκαμε παρατήρησιν περὶ τῆς παραβιάσεως τοῦ προνομίου τοῦ δικαιώματος εἰς ἔκδοσιν καὶ κυκλοφορίαν τραπεζικῶν γραμματίων, καὶ παρετήρησεν, ὅτι ἡ διάταξις, ὡς ἀνεγράφη ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, δύναται νὰ θεωρηθῇ ὡς ἀπαγορεύουσα καὶ τὴν ἔκδοσιν καὶ τὴν κυκλοφορίαν ἐπιταγῶν. Ἡ παρατήρησις αὕτη τοῦ κ. Βουλευτοῦ μοὶ ἐφάνη ὅτι δὲν ἔχει βάσιν, ἀλλ’ ἐγὼ στέργω, ἵνα ῥητῶς ἀποκλεισθῶσιν αἱ ἐπιταγαὶ ἀπὸ τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου τούτου. Φρονῶ ὅτι ὑπὸ τῶν ἀγορευσάντων τὴν ἑσπέραν ταύτην τὰ ζητήματα ἀνελύθησαν, συνεζητήθησαν καὶ ἐξητάσθησαν ἐπαρκῶς, καὶ ἂν ἐλάμβανον τὸν λόγον, ἤθελον ἀναγκασθῆ νὰ εἴπω ὅσα ἤκουσεν ἡ Βουλὴ ἀπὸ τὸν ἀξιότιμον Βουλευτὴν ἐκ Μεγαρίδος, ἢ ἀπὸ ἄλλους Βουλευτάς, οἱ ὁποῖοι ἠγόρευσαν. Διὰ τοῦτο ἐνόμισα, ὅτι ἔπρεπε νὰ ἀρκεσθῶ εἰς τὴν πρότασιν τῶν τροπολογιῶν, τὰς ὁποίας ἀνέφερα πρὸ μικροῦ, νὰ ἀναβάλω δὲ νὰ ἀγορεύσω εἰς τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν, ἐπὶ τῇ ἐλπίδι ὅτι ἤθελον προστεθῆ νέα θέματα καὶ νέαι ἐπικρίσεις.
§231ΜΙΧ. ΣΤΕΛΛΑΚΗΣ. Ὁ ἐκ Κερκύρας ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἔθιξεν, ἐκτὸς ἄλλων σπουδαίων ζητημάτων, καὶ τὸ σπουδαιότατον ζήτημα, διατὶ διὰ τῆς συμβάσεως τοῦ 1880 εἴχομεν ἐπιτύχει ὅρους καλλιτέρους, ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῶν ἀνταλλαγμάτων πρὸς τὸ Δημόσιον. Λέγομεν καὶ θέλομεν νὰ πιστεύωμεν, ὅτι οἰκονομικῶς ἡ Ἑλλὰς εἶναι ὑπὸ καλλιτέρας συνθήκας σήμερον ἢ ἄλλοτε, καὶ μάλιστα διὰ τὴν πληθώραν τοῦ χρήματος καὶ τῶν ἰδιωτικῶν ἢ ἑταιρικῶν κεφαλαίων, καὶ συνεπῶς αἱ παρεχόμεναι προνομίαι εἰς Τραπέζας καὶ παρατάσεις τούτων ἔδει ν’ ἀντικρύζωνται μὲ ἱκανοποιητικώτερα διὰ τὸ Δημόσιον ἀνταλλάγματα· καὶ ὅμως ἡ συμμετοχὴ τοῦ Δημοσίου εἰς τὰ κέρδη, ἀπὸ 25%, ὅπως ἦτο μὲ τὴν σύμβασιν τοῦ 1880, κατέρχεται διὰ τῆς σημερινῆς συμβάσεως εἰς 20%. Διατὶ τοῦτο;
§232Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐπιφυλάσσομαι νὰ ἀπαντήσω ἐπὶ τῆς παρατηρήσεως, ὅτι δὲν εὑρίσκετε τοὺς ὅρους τοσοῦτον εὐνοϊκούς, ὅσον ὑπολαμβάνετε ὅτι ἦτο ὁ ὅρος τῆς συμμετοχῆς τοῦ Δημοσίου τῆς συνομολογηθείσης τὸ 1880, δι’ ἧς ἐδίδοντο ὑπὸ τῆς Τραπέζης εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον οὐχὶ 20, ἀλλ’ 25% ἐπὶ τῶν κερδῶν αὐτῆς ἐκ τῶν τραπεζικῶν γραμματίων. Ὅσον ἀφορᾷ δὲ τὰ τοῦ τόκου τοῦ εὐεργετικοῦ τῶν 4 ἢ 4½ καὶ 5%, σᾶς παρέστησεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεγαρίδος τὴν διαφοράν, ἡ ὁποία ὑπάρχει εἰς τοὺς ἀγροτικοὺς πληθυσμούς, ὡς πρὸς τὴν πίστιν καὶ τὸν δανεισμόν· σᾶς παρέστησεν, ὅτι ὄχι ἐν ταῖς ἐπαρχίαις ταῖς μεσογείοις ἢ τῆς Πελοποννήσου ἢ τῆς Στερεᾶς, ἀλλ’ ἐν αὐτῇ τῇ Μεγαρίδι, ἐν αὐτοῖς τοῖς δήμοις τῆς ἐπαρχίας Ἀττικῆς, εἰς τὰ πρόθυρα τῶν Ἀθηνῶν, ἡ ἀγροτικὴ πίστις δὲν ἀνέρχεται εἰς τὴν δύναμιν, τὴν ὁποίαν ἔχει ἡ πίστις ἐν Ἀθήναις, καὶ διὰ τοῦτο, ἐὰν ἔχητε ἀγροτικὸν κτῆμα ἐν Ἀθήναις, εὑρίσκετε τὸ χρῆμα εὐχερῶς, ἐνῷ, ἐὰν ἔχητε εἰς τὸ Κορωπὶ ἢ εἰς τὰ Σπάτα, δὲν εὑρίσκετε εὐχερῶς. Ἤκουσα τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Μεγαρίδος, ἀγορεύοντα καὶ ἀντικρούοντα τὰς προβληθείσας ἀντιρρήσεις καὶ παρατηρήσεις, καὶ εὗρον ὅτι ἐπαρκῶς ἀπήντησεν εἰς αὐτάς. Ἑπομένως ἐπιφυλάσσομαι νὰ ὁμιλήσω ἐπ’ αὐτῶν κατὰ τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν, ἐὰν προταθῶσι νέα θέματα καὶ νέα ἐπιχειρήματα.
§233Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶναι ἐλεύθερος βεβαίως νὰ ἀπαντήσῃ ἢ νὰ μὴ ἀπαντήσῃ, ἢ νὰ ἀπαντήσῃ ὁπόταν θέλῃ, ἀλλὰ δὲν εἶναι ἐλεύθερος, σχολιάζων τὴν ἀγόρευσιν, τὴν ὁποίαν ἐγὼ ἔκαμα, νὰ τὴν εἰρωνεύηται· τοῦτο, νομίζω, δὲν ἐπιτρέπεται. Διότι ἐγὼ ἔφερα ῥητὰ ἐπιχειρήματα, εἰς τὰ ὁποῖα εἶναι ἐλεύθερος νὰ μὴ ἀπαντήσῃ, ἀλλὰ δὲν εἶναι ἐλεύθερος, συνοψίζων τὴν ἀγόρευσίν μου, νὰ εἴπῃ: «ἀπήντησεν ὁ κ. Βουλευτὴς Μεγαρίδος». Διότι ἐγὼ σᾶς εἶπον, ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τῆς μετὰ τῆς Ἰονικῆς Τραπέζης συμβάσεως, ποῖα εἶναι τὰ ἐλαττώματα, σᾶς εἶπον, ὅτι δὲν ἐζητήσατε ἀνταλλάγματα, οὐδὲν ἐζητήσατε.
§234Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Θὰ σᾶς εἴπω.
§235Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἄλλο ζήτημα εἶναι νὰ εἴπητε, ὅτι θέλετε ἀπαντήσει εἰς τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν. Ἀλλ’ ὅταν λέγητε ὅτι δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ ἀπαντήσητε, διότι ἀπήντησεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεγαρίδος, ἐπιτρέψατε καὶ εἰς ἐμὲ νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι εἰς τὰ σπουδαιότατα ἐπιχειρήματα, τὰ ὁποῖα ἀνέπτυξα εἰς τὴν Βουλήν, δὲν ἔλαβον ἀπάντησιν οὔτε παρὰ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Μεγαρίδος, οὔτε παρ’ ὑμῶν.
§236Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐλπίζω νὰ λάβητε.
§237Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἄλλο τοῦτο.
§238Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός.). Ὑμεῖς ἔχετε πλῆρες τὸ δικαίωμα νὰ ἀποδίδητε μεγάλην σημασίαν καὶ μεγάλην ἔννοιαν εἰς τὴν παρατήρησιν, τὴν ὁποίαν προεβάλετε, ὅτι αἱ παραχωρήσεις, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο εἰς τὴν Ἰονικὴν Τράπεζαν, δὲν εἶχον ἀνταλλάγματα, ἢ ὅτι ἴσως ἄλλως πως ἔπρεπε νὰ κανονισθῶσι τὰ περὶ τούτου. Δὲν ἀμφισβητῶ τὸ δικαίωμά σας, ἀλλ’ ἐπιτρέψατέ μοι νὰ ἔχω ἰδίαν γνώμην, ὅτι μοὶ φαίνεται, ὅτι ἡ παρατήρησις, ὅτι ἔπρεπε νὰ ζητήσωμεν ἀνταλλάγματα ἀπὸ τὴν Ἰονικὴν Τράπεζαν, διότι παρετείνομεν τὸ δικαίωμα τῆς ἐκδόσεως καὶ κυκλοφορίας τραπεζογραμματίων, ὅτι ἡ παρατήρησις αὕτη δὲν μοὶ ἐφάνη πολλοῦ λόγου ἀξία, καὶ νομίζω, ὅτι ἴσως καὶ ὑμεῖς θ’ ἀναγνωρίσητε τοῦτο, ὅταν αὔριον ἀναφέρω τοὺς λόγους, οἱ ὁποῖοι ὑπηγόρευσαν εἰς ἡμᾶς νὰ χορηγήσωμεν εἰς τὴν Ἰονικὴν Τράπεζαν τὴν παράτασιν τοῦ προνομίου.
§239Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ὅταν αὔριον ἀκούσω τοὺς λόγους αὐτοὺς, τότε θὰ κρίνω περὶ τῆς ἀξίας αὐτῶν, καὶ θὰ εἴπω καὶ ἐγὼ τὴν γνώμην μου. Ἀλλὰ δὲν νομίζω, ὅτι ἐπετρέπετο εἰς ὑμᾶς νὰ εἴπητε, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀνάγκη ἀπαντήσεως, διότι ἀπήντησεν ὁ κύριος Βουλευτὴς ἐκ Μεγαρίδος. Αὐτὸ ἐπροκάλεσε τὴν παρατήρησίν μου. Διότι λέγω, ὅτι, ἐκτὸς τῶν παρατηρήσεών μου ἐπὶ τῆς συμβάσεως τῆς μετὰ τῆς Ἰονικῆς Τραπέζης, ἔκαμα πολλὰς παρατηρήσεις καὶ ὡς πρὸς τὴν σύμβασιν τὴν μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, καὶ ἔπρεπε νὰ ἔχωμεν τὴν ἀπάντησιν ὑμῶν. Μία δὲ τῶν σπουδαιοτέρων παρατηρήσεων ἦτο, ὅτι, ἐνῷ ἐν τῇ συμβάσει τοῦ ἔτους 1880 συνωμολογήθη συμμετοχὴ τοῦ Δημοσίου 25%, ἐν τῇ συμβάσει τῇ προκειμένῃ συνωμολογήθη συμμετοχὴ μόνον 20%. Ὅταν ἀκούσω τὴν ἀπάντησίν σας καὶ εἰς τὸ ἓν ζήτημα καὶ εἰς τὸ ἄλλο, ἐὰν εὕρω, ὅτι πείθομαι, θὰ ὁμολογήσω ὅτι μὲ ἐπείσατε, ἄλλως θὰ λάβω τὴν τιμὴν νὰ εἴπω, ὅτι τὰ ἐπιχειρήματά σας δὲν ἔχουσιν ἀξίαν.
§240ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Στελλάκης ἐπιμένει εἰς τὴν πρότασιν του περὶ ἀναβολῆς;
§241ΜΙΧ. ΣΤΕΛΛΑΚΗΣ. Μάλιστα.
§242ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑποστηρίζεται ἡ πρότασις ὑπὸ 10 Βουλευτῶν;
§243ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Βεβαίως.
§244Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὑποθέτω, ὅτι ἡ ἀναβολὴ δὲν εἶναι ἀναγκαία. Ἐὰν μάλιστα ἀφήσητε κατὰ μέρος τὰς συμβάσεις μετὰ τῆς Ἰονικῆς καὶ Ἐθνικῆς Τραπέζης, καὶ στρέψητε τὰ βλέμματά σας ἐπὶ τῶν νομοσχεδίων τῶν ἀναγεγραμμένων ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει, θὰ ἴδητε, ὅτι μᾶς ἐπιβάλλεται νὰ σπεύσωμεν ὀλίγον εἰς τὰς ἐργασίας μας. Διότι ἔχομεν τὴν συζήτησιν Προϋπολογισμοῦ, ὁ ὁποῖος διαφέρει κατὰ πολὺ τοῦ συνήθους Προϋπολογισμοῦ, διότι παριστᾷ ἔξοδα κατὰ πολλὰ ἑκατομμύρια ὀλιγώτερα ἢ ὅσα οἱ Προϋπολογισμοὶ τῶν παρελθόντων ἐτῶν, δεύτερον διότι ἡ ἐλάττωσις τῶν ἐξόδων τούτων πρέπει νὰ κυρωθῇ διὰ νόμων, οἱ ὁποῖοι ἀναγράφονται ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει, τρίτον διότι ὑπάρχουσι νομοσχέδια ὀργανικὰ, τὰ ὁποῖα δὲν πρέπει νὰ παραλίπωμεν. Ἐπειδὴ δὲ συμπληροῦνται αὔριον τρεῖς μῆνες ἀπὸ τῆς συγκλήσεως τῆς Βουλῆς, καὶ δὲν ὑπολείπονται παρὰ τρεῖς ἕτεροι μῆνες, ἐν τοῖς ὁποίοις παρεμβάλλονται καὶ αἱ ἑορταὶ τοῦ Πάσχα, νομίζω, ὅτι ὁ ὑπολειπόμενος χρόνος εἶναι τόσον βραχὺς, ὥστε ἐνδέχεται ἡ Βουλὴ νὰ μὴ ἐπαρκέσῃ εἰς τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν ἔργων της. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ νὰ μὴ θελήσωσιν οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι νὰ ἐπιμείνωσιν εἰς τὴν πρότασίν των.
§245ΜΙΧ. ΣΤΕΛΛΑΚΗΣ. Διὰ τοῦτο ἐπρόλαβα νὰ δηλώσω, ὅτι τὴν πρότασιν τῆς ἀναβολῆς δὲν τὴν ἔκαμα, ἵνα ματαιώσω τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ διὰ νὰ ἐπέλθῃ ἀναβολὴ μέχρι τῆς αὔριον, ἵνα φωτισθῇ καλλίτερον ἡ Βουλὴ, καὶ ἐν ἐπιγνώσει δώσῃ ψῆφον ὑπὲρ ἢ κατὰ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου. Δυνάμεθα δὲ νὰ ἀναβάλωμεν τοῦτο, καὶ νὰ προχωρήσωμεν εἰς τὰ κατόπιν ἀναγεγραμμένα νομοσχέδια.
§246ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ἐπιμένετε εἰς τὴν πρότασίν σας περὶ ἀναβολῆς;
§247ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα.
§248Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἀφοῦ οἱ προτείναντες τὴν ἀναβολὴν ἐπιμένουσι, παρακαλῶ νὰ ζητήσητε τὴν γνώμην τῆς Βουλῆς.
§249ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀναβολὴν τῆς συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου περὶ κυρώσεως τῶν δύο συμβάσεων παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται πολλοί. Ἀμφίβολον τὸ ἀποτέλεσμα). Θὰ ἐρωτήσω τὸ ἀντίθετον. Οἱ μὴ παραδεχόμενοι παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσι.
§250ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.
§251ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀναβολὴν λέγουσι Ναὶ, οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουσιν Ὄχι. (Γίνεται ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν, ὡς ψηφολεκτῶν, τῶν βουλευτῶν Ι. Γ. Ρούφου καὶ Εὐαγγ. Καναβαριώτου, καὶ εἶτα ἡ διαλογή).
§252ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ὑπάρχει ἀπαρτία. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρα 1 καὶ 50′ μετὰ τὸ μεσονύκτιον).