1903.03.05
2.329 στίχοι · 17.997 λέξεις · 167 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 40
τῆς 5 Μαρτίου 1903.
(Τετάρτη).
(Προεδρεύοντος τοῦ Προέδρου κ. Δημ. Ράλλη).
(Γενομένης ἀπαρτίας ὥρᾳ 4 καὶ 30′ μ. μ. ἀναγινώσκονται καὶ ἐγκριθέντα ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνακοινοῦται πρὸς τὴν Βουλὴν ἡ προσφώνησις τοῦ Προεδρείου καὶ ἡ ἀντιφώνησις τῆς Α. Μ. τοῦ Βασιλέως ἐπὶ τῇ ἐπιδόσει τῆς ἀπαντήσεως τῆς Βουλῆς εἰς τὸν Βασιλικὸν Λόγον.
§2ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει). Προσφώνησις. «Τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς, κομίζον εὐλαβῶς τῇ Ὑμετέρᾳ Μεγαλειότητι τὴν ἀπάντησιν αὐτῆς εἰς τὸν Βασιλικὸν Λόγον, εὔχεται, Βασιλεῦ, ὅπως αἱ ἐν αὐτῷ ἐπαγγελίαι πραγματοποιηθῶσι πᾶσαι, ἐπ’ ἀγαθῷ μὲν τῆς χώρας, πρὸς δόξαν δὲ τῆς Ὑμετέρας Μεγαλειότητος καὶ τοῦ Βασιλικοῦ Οἴκου, οὗ αἱ τύχαι συνεδέθησαν ἐσαεὶ μετὰ τῶν τοῦ ὅλου ἔθνους.» Ἀντιφώνησις. «Εὐχαρίστως δέχομαι τὰς ὑπὲρ ἐμοῦ καὶ τοῦ Βασιλικοῦ Μου Οἴκου εὐχὰς τῆς Βουλῆς. Εὔχομαι δὲ, ἵνα ἐπιτευχθῇ ὄντως τῶν πραγμάτων τῆς Πολιτείας καὶ τῆς χώρας ἡ βελτίωσις, ἀφοῦ πρόθυμος θέλει εἶσθαι ἡ πρὸς τοῦτο σύμπραξις τῆς Βουλῆς.»
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ τρίτον τμῆμα τῆς Βουλῆς ὑπέβαλε τὴν ἔκθεσίν του ἐπὶ τοῦ κύρους τῆς ἐπαναληπτικῆς ἐκλογῆς τοῦ δήμου Ἰτάμου τῆς Καρδίτσης. Θέλει σταλῆ πρὸς τύπωσιν, μεθ’ ὃ θέλει διανεμηθῆ καὶ ἀναγραφῆ ἐκ τῶν πρώτων ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει. Ὁ δήμαρχος Χαλκιδέων διαβιβάζει ψήφισμα τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου Χαλκιδέων ἐκφράζοντος εὐχὴν περὶ καταργήσεως τοῦ νόμου «περὶ τῆς στρεμματικῆς φορολογίας τῶν ἀμπέλων». Ἀνακοινῶ εἰς τὴν Βουλὴν αἴτησιν τῶν καταδίκων Παλαμηδίου, ἱκετευόντων ἵνα τοῖς ἀπονεμηθῇ βασιλικὴ χάρις καὶ ἐπιδιορθωθῶσιν αἱ φυλακαί. Ἀναφορὰ τῶν ἐμπόρων Πειραιῶς Ζαρόκωστα κλπ., παραπονουμένων κατὰ τοῦ νῦν ταμείου Πειραιῶς–Αἰγίνης διὰ τὸν παρ’ αὐτοῦ συνταχθέντα κατάλογον τῶν ἐπιτηδευμάτων, καὶ διότι τοὺς κατήγγειλεν ὡς μὴ τηροῦντας χαρτοσημασμένα βιβλία. Αἴτησιν τοῦ Παναγιώτου Κασιμάτη, ὑποβληθεῖσαν διὰ τοῦ βουλευτοῦ Ἀττικῆς κ. Λεβίδου, ζητοῦντος τὴν ἐλάττωσιν τοῦ ἐξαγωγικοῦ φόρου ἐπὶ τῆς ἰδιωτικῆς σμύριδος τῆς ἐξορυττομένης ἐν τῇ νήσῳ Ἡρακλείας τοῦ δήμου Ἀμοργοῦ. Ἀναφορὰν τῆς Μαρίας Ἀντωνίου καὶ Γεωργίας Δασκαλάκη, ὑποβληθεῖσαν διὰ τοῦ κ. Λεβίδου, αἰτουμένων ἵνα ἐξισωθῶσιν αἱ χῆραι καὶ τὰ ὀρφανὰ τῶν κατὰ τὸν πόλεμον φονευθέντων ἀστυφυλάκων πρὸς τὰς χήρας καὶ τὰ ὀρφανὰ τῶν κατὰ τὸν τελευταῖον πόλεμον πεσόντων στρατιωτῶν. Τηλεγράφημα τοῦ Ἐμπορικοῦ Συλλόγου Πύργου, παρακαλοῦντος νὰ προταχθῇ τὸ σταφιδικὸν νομοσχέδιον, καὶ νὰ καταργηθῇ ὁ λιμενικὸς φόρος ἐπὶ τῆς ἐξαγωγῆς σταφιδοκάρπου ἐκ τοῦ λιμένος Κατακώλου. Ὅμοιον τηλεγράφημα ἀπεστάλη πρὸς τοὺς κ. Βουλευτὰς Ἠλείας. Ἡ ἐπὶ τοῦ Λογιστικοῦ τῆς Βουλῆς ἐπιτροπὴ ὑπέβαλε τὸν προϋπολογισμὸν τῶν ἐξόδων τῆς Βουλῆς τῆς Αʹ Συνόδου τῆς ΙϚʹ Βουλευτικῆς Περιόδου. Θέλει σταλῆ πρὸς τύπωσιν καὶ διανομὴν, μεθ’ ὃ θέλει ἐγγραφῆ ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει. Ὁ βουλευτὴς Δωρίδος κ. Λιδωρίκης ὑποβάλει τὰς ἑξῆς ἐγγράφους ἐπερωτήσεις: «Παρακαλεῖται ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως· αʹ) Νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, διατὶ μένουσι κεναὶ αἱ ἑξῆς θέσεις Ἑλληνοδιδασκάλων τῶν Ἑλληνικῶν σχολείων Δωρίδος: 1) ἑνὸς τοῦ σχολείου Σουλὲ, 2) ἑνὸς τοῦ σχολείου Παλαιοξαρίου, 3) δύο τοῦ σχολείου Παλαιοκατούνου, καὶ 4) ἑνὸς τοῦ σχολείου Ἀρτοτίνης· βʹ) Νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν πίνακα ἐμφαίνοντα πόσα κτίρια δημοτικῶν σχολείων ἀρρένων καὶ θηλέων ἔχουσι κατασκευασθῆ ὑπὸ τοῦ Δημοσίου εἰς ἑκατέραν τῶν ἐπαρχιῶν Παρνασσίδος καὶ Δωρίδος, καὶ τίς ἡ δαπάνη τῆς κατασκευῆς αὐτῶν.» «Παρακαλεῖται ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν: αʹ) Πίνακα ἐμφαίνοντα πόσοι φυγόδικοι ὑπάρχουσιν εἰς ἑκατέραν τῶν ἐπαρχιῶν Δωρίδος καὶ Παρνασσίδος, τίς ἡ ἐγκληματικὴ πρᾶξις, δι’ ἣν ἕκαστος κατηγορεῖται, καὶ πότε ἔλαβε χώραν αὕτη. βʹ) Πίνακα ἐμφαίνοντα πόσα κακουργήματα ἢ πλημμελήματα κατηγγέλθησαν ἁρμοδίως ὡς λαβόντα χώραν κατὰ τὸ τελευταῖον τρίμηνον εἰς ἑκατέραν τῶν ἐπαρχιῶν Δωρίδος καὶ Παρνασσίδος.» «Παρακαλεῖται ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν: αʹ) Πίνακα ἐμφαίνοντα πόσων χιλιομέτρων ὁδοὶ ἁμαξιταὶ ἢ βαταὶ ἔχουσι κατασκευασθῆ εἰς ἑκάστην τῶν ἐπαρχιῶν Παρνασσίδος, Δωρίδος καὶ Ναυπακτίας. βʹ) Πίνακα ἐμφαίνοντα πόσαι γέφυραι ἔχουσι κατασκευασθῆ εἰς ἑκάστην τῶν ἄνω ἐπαρχιῶν.» «Παρακαλεῖται ὁ κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸς νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν πίνακα ἐμφαίνοντα πόσοι κατάδικοι, ὑπόδικοι ἢ κρατούμενοι διὰ χρέη πρὸς τὸ Δημόσιον ἀπέθανον, καὶ ἐκ ποίας ἕκαστος νόσου, ἐν ταῖς φυλακαῖς Ἀμφίσσης, ἀπὸ τοῦ 1897 μέχρι σήμερον.» Ἐπίσης ὁ βουλευτὴς Κυθήρων κ. Σπυρίδων Στάης ὑποβάλλει τὴν ἑξῆς ἔγγραφον ἐπερώτησιν: «Παρακαλεῖται ὁ κ. ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως Ὑπουργὸς, ὅπως εὐαρεστούμενος καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὸ ἔγγραφον τοῦ Πρυτάνεως, τὸ ἔγγραφον τῆς Συγκλήτου καὶ τὸ ἔγγραφον τῆς Ἰατρικῆς Σχολῆς, τὸ σχετικὸν πρὸς τὸ νομοσχέδιον περὶ τῶν δαπανῶν τῆς ἀνωτέρας ἐκπαιδεύσεως.» Ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ἔχει τὸν λόγον.
§4Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ εἰσαγάγω εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον «περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως ἐκ δραχμῶν 32,000 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1902». Πρόκειται περὶ πιστώσεως πρὸς συμπλήρωσιν τῆς ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ἀναγεγραμμένης δι’ ἔξοδα φωτισμοῦ, ἀεριόφωτος καὶ ἠλεκτρικοῦ ῥεύματος τῶν καταστημάτων τῶν ὑπαγομένων εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν. Ὡσαύτως προτείνω νομοσχέδιον «περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως ἐκ δραχμῶν 15,800 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1902». Πρόκειται περὶ ἐξόδων τοῦ τμήματος τῶν δημοσίων κτημάτων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν. Ἐπίσης προβάλλω νομοσχέδιον «περὶ χορηγίας εἰδικῆς πιστώσεως ἐκ δραχμῶν 38,032 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1903». Πρόκειται περὶ ἐκτελέσεως δικαστικῶν ἀποφάσεων, αἱ ὁποῖαι ἀνάγονται εἰς χρόνον πολὺ προγενέστερον· ἐπειδὴ ὅμως ἡ τελευταία ἀπόφασις τοῦ Ἀρείου Πάγου ἐξεδόθη τὸ 1902, ἐκοινοποιήθη δὲ πρὸς ἡμᾶς κατὰ τὸ 1903, ἀναγράφομεν τὴν αἰτουμένην πίστωσιν ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1903. Ἀπέθανεν ἐν Χαλκίδι ὁ ταμίας Μιχαὴλ Κούκας, ὁ ὁποῖος κατέλιπεν ἀνυπόγραφα τριπλότυπα ἀποδεικτικὰ, ἐκδοθέντα ὑπ’ αὐτοῦ, παραλαβῆς εἰσπρακτέων καὶ γραμματίων παραλαβῆς. Εἶναι δευτέρα φορά, καθ’ ἣν παρουσιάζεται ἡ τοιαύτη περίστασις, καὶ κατὰ τὴν πρώτην δὲ φορὰν ἐπετράπη διὰ νόμου, ὅπως ὑπογράψῃ ταῦτα ὁ διάδοχος τοῦ ἀποβιώσαντος. Ὅμοιον νομοσχέδιον ὑποβάλλω, τὸ ὁποῖον ἐπιτρέπει νὰ γείνῃ τοῦτο καὶ νῦν.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως καὶ Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ὑποβληθέντα νομοσχέδια θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 197–200). Ὁ βουλευτὴς Μεγαρίδος κύριος Γεώργιος Ἀναστασόπουλος δι’ ἐγγράφου ἐπερωτήσεώς του ἐπερωτᾷ τὸν κύριον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, «ἐὰν, ἐνεργηθείσης τὴν 2 Μαρτίου ἐ. ἔ. μειοδοτικῆς δημοπρασίας πρὸς ἀνοικοδόμησιν τοῦ Μαρασλείου Διδασκαλείου, ἀληθεύει ὅτι, ἐνῷ ὑπῆρχε προσφορὰ μειοδοτικὴ 17%, ἡ ἐπιτροπὴ ἐνέκρινε προσφορὰν 5%. Καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει συνιστᾶται τῷ κ. Ὑπουργῷ ἡ μελέτη τοῦ ζητήματος, καθόσον, ἐὰν γένηται δεκτὴ ἡ πρότασις τῆς ἐπιτροπῆς, καὶ ἐγκριθῇ αὕτη, ἐπέρχεται ζημία ἀδικαιολόγητος 30,000 δραχμῶν.»
§6ΑΛΕΞ. ΦΩΤΗΛΑΣ. Ἡ ἐπερώτησις ἡ κατατεθεῖσα ὑπὸ τοῦ κ. Ἀναστασοπούλου παρακαλῶ νὰ διαβιβασθῇ ἀμέσως εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν, διότι ἡ ἔγκρισις αὕτη ζημιοῖ κατὰ 25 χιλιάδας δραχμὰς τὴν ἐργασίαν.
§7Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Διὰ Διατάγματος τῆς 18 Ἰανουαρίου συνεστήθη ἐπιτροπὴ ἐκ τῶν κ.κ. Σάουρωτ, Πρέκα καὶ Σακελλαρίδου, ἡ ὁποία πρόκειται νὰ ἐπιβλέψῃ τὴν ἀνέγερσιν τῆς Μαρασλείου Σχολῆς. Ἡ 2 Μαρτίου εἶχεν ὁρισθῆ ἡμέρα, καθ’ ἣν ἐπρόκειτο νὰ ἐνεργηθῇ ἡ δημοπρασία. Εἰς τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 6 ὑπάρχει ὁ ὅρος, ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ αὕτη ἀποφασίζει εἰς ὅντινα ἐγκρίνει τὴν κατακύρωσιν, χωρὶς νὰ δεσμεύηται ὑπὸ τῆς ἐλάσσονος προσφορᾶς. Ἀλλὰ τότε εἰς τί χρησιμεύει ἡ μειοδοτικὴ δημοπρασία; Ἤδη, ἐνῷ ἡ προσφορὰ ἔφθασε μέχρι 17%, ἡ ἐπιτροπὴ ἀπεφάσισε νὰ κατακυρώσῃ τὸ ἔργον εἰς τὸν προσενεγκόντα 5%, ἐκ τούτου δὲ ἐπέρχεται ζημία ἐπὶ τοῦ ὅλου 25,000 δραχμῶν. Ἐπειδὴ ὑπάρχει διάταξις, ὅτι ἡ ἀπόφασις τῆς ἐπιτροπῆς ὑποβάλλεται εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, εἶναι δὲ ἐνδεχόμενον νὰ ὑπεβλήθη σήμερον καὶ νὰ ἐγκριθῇ ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ αὔριον, εἶναι ἀνάγκη νὰ γνωρίζῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τὰς λεπτομερείας, ὅπως προσκαλέσῃ τὴν ἐπιτροπὴν νὰ δικαιολογήσῃ τὴν ἀπόφασίν της.
§8ΚΥΡ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Καταθέτω εἰς τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς ἀπάντησιν εἰς ἐπερώτησιν τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ Μαντινείας κ. Κωνσταντοπούλου περὶ τῶν ἐκθέσεων τῶν νομαρχῶν ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς ἀγροφυλακῆς. Ὡσαύτως καταθέτω ἀπάντησιν εἰς τὴν ἐπερώτησιν τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ Λαρίσης κ. Γιαννακίτσα, δηλαδὴ πίνακα τῶν ὑπηρετούντων ἀξιωματικῶν καὶ ὑπαξιωματικῶν ἐν τῇ ἀστυνομικῇ ὑπηρεσίᾳ. Ἐπίσης ἀπάντησιν εἰς ἐπερώτησιν τοῦ βουλευτοῦ Ναυπακτίας κ. Καλαντζοπούλου περὶ τῶν ταχυδρομικῶν γραφείων τοῦ Κράτους κλπ.
§9Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ ἐπιτροπὴ ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ καταθέτει τὴν ἔκθεσιν αὐτῆς ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως ἐκ δραχμῶν 1,257,498.50 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν τῆς χρήσεως τοῦ 1902.» Κατὰ τὸ ἔτος ἐκεῖνο δὲν ὑπῆρχεν ἡ δέουσα πρόβλεψις, αἱ δὲ πιστώσεις αἱ ζητηθεῖσαι καὶ χορηγηθεῖσαι διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐκείνου ἀπεδείχθησαν ἀνεπαρκεῖς· διὸ ζητεῖται ἡ πίστωσις αὕτη μετὰ πολλῶν ἄλλων.
§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἔκθεσις αὕτη θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 201). Ὁ κύριος Κρεστενίτης ἔχει τὸν λόγον πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως.
§11Γ. ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, χθὲς ἐβράδυνα νὰ ἔλθω εἰς τὴν Βουλήν· καθ’ ἣν δὲ στιγμὴν εἰσηρχόμην εἰς τὴν αἴθουσαν, ἤκουσα τὸ τέλος συζητήσεως, ἥτις ἔλαβε χώραν ἐπὶ τῇ βάσει ἐπερωτήσεως, ἣν ἀπηύθυνεν ὁ ἔντιμος συνάδελφός μου ἐξ Ἠλείας. Ἠπόρησα δέ, κύριε Πρόεδρε, διότι, ἐνῷ ἀνεγινώσκετο τηλεγράφημά τι ὑπὸ τοῦ ἐντίμου κ. Βουλευτοῦ ἐκ Κυθήρων, ἡ Βουλὴ ὁλόκληρος ἐκάγχαζεν· ὑπέθεσα πρὸς στιγμὴν, ὅτι εὑρίσκομαι εἰς τὸ Ἀγγλικὸν Κοινοβούλιον, ἢ μᾶλλον εἰς τὴν Βουλὴν τῶν Λόρδων, διότι μόνον ἐκεῖ ἠδύνατο νὰ προκαλέσῃ ἀπορίαν καὶ γέλωτα ἓν τηλεγράφημα τοιοῦτον. Εἶναι γνωστὸν εὐτυχῶς, κύριοι Βουλευταί, τίνι τρόπῳ πολιτεύεται ἕκαστος ἐξ ἡμῶν. Δὲν θέλω νὰ ἐπαναφέρω συζητήσεις, αἵτινες πολλάκις ἐγένοντο ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ· οὔτε περὶ τοῦ Γράτσου πρόκειται, οὔτε περὶ τοῦ Καλογεροπούλου, οὔτε περὶ τοῦ Παπαλουκᾶ. Εὐτυχῶς εἶναι τόσον ὀλίγοι οἱ Ἕλληνες πολιτευόμενοι, ὥστε εἶναι εἰς πάντας γνωστοί, παρακαλῶ δὲ πάντα Βουλευτὴν νὰ ἐπισκεφθῇ τοὺς διαφόρους τμηματάρχας καὶ ἐρωτήσῃ αὐτούς, θέλει δὲ πληροφορηθῆ, ὅτι οὐδέποτε καταδέχομαι νὰ ἐνοχλήσω οὐδένα. Τὸ τηλεγράφημα ἐκεῖνο ἀπηυθύνετο πρὸς ἐμὲ ὑπὸ τοῦ Δημάρχου Ὀλυμπίων. Ἐθεώρησα καθῆκόν μου ν’ ἀποστείλω αὐτὸ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν· συγχρόνως ὅμως εὗρον ἰδιαιτέρως τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ τὸν παρεκάλεσα, ὅπως ἐκτοπίσῃ ἐκεῖθεν τὸν ἐνωμοτάρχην Γράτσον, διότι πάντας τοὺς συμπολίτας μου, εἰς οἱανδήποτε ἀπόχρωσιν καὶ ἂν ἀνήκωσι, τοὺς ἀγαπῶ, χωρὶς ποτε νὰ προσέξω, ἂν εἶναι πολιτικοί μου φίλοι ἢ ὄχι. Τοῦτο κάλλιον παντὸς ἄλλου γνωρίζει ὁ φίλος συνάδελφος κ. Στεφανόπουλος. Ταῦτα ὅσον ἀφορᾷ τὸ πρῶτον μέρος. Ἔρχομαι ἤδη νὰ παρακαλέσω τὸν ἔντιμον Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ἵνα τὸ ταχύτερον υἱοθετήσῃ τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ὑπέβαλεν ἡ σταφιδικὴ ἐπιτροπὴ, καὶ τὸ ὁποῖον ὑποστηρίζω ὅλαις δυνάμεσιν. Ὁ δυστυχὴς λαὸς τῆς Ἠλείας πένεται σήμερον. Ἡ Ἠλεία εἶναι ὁ μᾶλλον φορολογούμενος νομὸς τοῦ Κράτους, ἔρχεται εὐθὺς μετὰ τὸν νομὸν Ἀττικῆς ὑπὸ ἔποψιν πληθυσμοῦ, ὅσον δ’ ἀφορᾷ τοὺς φόρους, νομίζω ὅτι προηγεῖται καὶ αὐτῆς τῆς πρωτευούσης, σήμερον δὲ, ὡς ἐκ τῶν ἀλλεπαλλήλων δυστυχημάτων, τὰ ὁποῖα ὑπέστη εἰς τὸ πολύτιμον αὐτοῦ προϊόν, τὴν σταφίδα, εὑρίσκεται εἰς ἀπόγνωσιν, καὶ ἕνεκα τούτου ἀκούετε καθ’ ἡμέραν συλλαλητήρια, παρακλήσεις, ἐπικλήσεις, ἱκεσίας. Θὰ παρακαλέσω δὲ καὶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅπως διαπραγματευθῇ τὸ ζήτημα πρὸς τὴν Ἀγγλικὴν Κυβέρνησιν μετὰ τῆς διακρινούσης αὐτὸν λεπτότητος, διότι εἶμαι πεπεισμένος, ὅτι ἡ Ἀγγλικὴ Κυβέρνησις ἡ ὁποία πανταχοῦ καὶ πάντοτε ὑπεστήριξε τὸ πτωχὸν ἡμῶν Κράτος, ὅτι καὶ εἰς τὴν περίστασιν ταύτην θὰ τὸ ὑποστηρίξῃ. Διότι δὲν παραδέχομαι, ὅτι ἡ Ἀγγλικὴ Κυβέρνησις θὰ προβάλῃ προσκόμματα, ὅσον ἀφορᾷ τὴν εὐημερίαν αὐτοῦ τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους, — καθόσον δὲν πρόκειται περὶ τῆς εὐημερίας τῆς Ἠλείας μόνον, ἀλλὰ πρόκειται περὶ τῆς εὐημερίας τοῦ Κράτους ὁλοκλήρου — διότι, ἐὰν κατορθώσωμεν νὰ ἔχωμεν μίαν σταθερότητα τιμῶν, εἶναι βέβαιον ὅτι θὰ εἰσάγωνται εἰς τὸ Κράτος πλέον τῶν 30 ἑκατομμυρίων δραχμῶν εἰς χρυσόν, καὶ τότε λύεται καὶ τὸ ζήτημα τῆς ἐπικαταλλαγῆς, καὶ τότε λύονται ὅλα τὰ ζητήματα. Ἐπαναλαμβάνω, ὅτι ἡ Ἀγγλικὴ Κυβέρνησις, ἥτις ἐσταμάτησε τὸν ἐχθρὸν εἰς τὴν Ταράτσαν, δὲν θὰ ἐγείρῃ καμμίαν ἀξίωσιν, διότι δὲν πρόκειται νὰ ζημιωθῇ ὁ Ἀγγλικὸς λαός· πρόκειται νὰ ζημιωθῶσι μόνον οἱ μεσῖται καὶ οἱ μεγάλοι παντοπῶλαι. Ὁ Ἀγγλικὸς λαὸς τρώγει πάντοτε τὴν σταφίδα μας εἰς τὴν αὐτὴν τιμήν· δὲν πρόκειται λοιπὸν νὰ ἀδικήσωμεν τὸν Ἀγγλικὸν λαόν. Ἐπαναλαμβάνω λοιπόν, ὅτι πρέπει ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως νὰ υἱοθετήσῃ τὸ ζήτημα τοῦτο καὶ νὰ τὸ προτάξῃ ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει, διότι εἶναι ζήτημα ζωτικόν, ἀφορῶν ὁλόκληρον τὸ Κράτος.
§12Α. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν, κύριε Πρόεδρε, ἀναγνώσω τὸ τηλεγράφημα, ὅπερ καὶ εἰς ἐμὲ ἀπεστάλη, σχετικῶς μὲ τὸ σταφιδικὸν ζήτημα κλπ., θὰ ἐννοηθῇ ἡ λυπηρὰ κατάστασις, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκονται τὰ μέρη ἐκεῖνα, ὡς ἐκ τῆς ἀβεβαιότητος, ἥτις συνέχει τὰς κυβερνητικὰς ἰδέας περὶ τοῦ σταφιδικοῦ ζητήματος. Ἡ Κυβέρνησις, πρὸς μεγάλην θλῖψιν τῶν ἐνδιαφερομένων ἐκείνων ἐπαρχιῶν ὑπὲρ τοῦ ζητήματος τούτου, ἐδήλωσε πρό τινων ἡμερῶν διὰ τοῦ ἀξιοτίμου κ. Προέδρου αὐτῆς, ὅτι δὲν ἔχει μορφώσει γνώμην περὶ τοῦ σταφιδικοῦ ζητήματος, καὶ ὅτι ἀναμένει νὰ μορφώσῃ ταύτην εὐθὺς ὡς ἤθελε καταλήξει ἡ συστᾶσα Σταφιδικὴ ἐπιτροπὴ εἰς τὸ συμπέρασμα, εἰς τὸ ὁποῖον ἤθελε καταλήξει. Ἐντεῦθεν λοιπὸν οἱ φόβοι καὶ αἱ ὑποψίαι τῶν μερῶν ἐκείνων, ὅτι κατὰ τὴν Σύνοδον ταύτην ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡ Βουλὴ δὲν θὰ προέλθουν εἰς καμμίαν ἀπόφασιν ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου. Νομίζω, κύριε Πρόεδρε, ὅτι καλὸν εἶναι νὰ ἐκφρασθῇ ἡ γνώμη τῆς Κυβερνήσεως ἐμφαντικώτερον ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου· διότι, ἐκφραζομένης τῆς γνώμης τῆς Κυβερνήσεως, καὶ αἱ κερδοσκοπίαι, αἱ τελούμεναι ἐκεῖ πρὸς βλάβην τῶν πολιτῶν, θὰ παύσωσι, καὶ ἡμεῖς δὲν θὰ λαμβάνωμεν καθ’ ἑκάστην τηλεγραφήματα ἐκ τῶν Ἐμπορικῶν Συλλόγων καὶ ψηφίσματα ἐκ τῶν Δημοτικῶν Συμβουλίων καὶ τῶν συλλαλητηρίων, δι’ ὧν νὰ προτρεπώμεθα, ὅπως διὰ τῆς φωνῆς καὶ τῆς ψήφου ἡμῶν συντελέσωμεν εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου τούτου· διότι, γνωσθέντος ἐκεῖ, κύριε Πρόεδρε, ὅτι τὸ ἐκπονηθὲν ὑπὸ τῆς Σταφιδικῆς ἐπιτροπῆς νομοσχέδιον ἐμπεριέχει διατάξεις τινάς, αἵτινες πραγματοποιούμεναι μεγάλας ὠφελείας θὰ προσδώσωσιν εἰς τὰ μέρη ἐκεῖνα, ἔτι πλειότερον ἐντείνονται αἱ φωναὶ ἐκεῖθεν, καὶ αὐξάνεται ἡ ἀνησυχία τῶν κατοίκων. Ὡς ἐκ τούτου καλὸν θὰ ἦτο, ὅπως ἡ Κυβέρνησις δώσῃ μίαν ἐξήγησιν ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου, ἂν ἐννοεῖ νὰ προσχωρήσῃ εἰς τὴν ἰδέαν τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ νομοσχεδίου τοῦ ὑποβληθέντος ὑπὸ τῆς Σταφιδικῆς ἐπιτροπῆς.
§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὲ συγχωρεῖτε· εἶμαι ἠναγκασμένος ἐγὼ νὰ σᾶς δώσω μίαν ἐξήγησιν. Τὸ νομοσχέδιον ἀμέσως μετὰ τὴν ὑποβολήν του ἀπεστάλη εἰς τὸ Ἐθνικὸν Τυπογραφεῖον πρὸς ἐκτύπωσιν. Δυστυχῶς δὲν κατωρθώθη ἀκόμη ἡ ἐκτύπωσις, διότι εἶναι μακρὸν, πρόκειται δὲ, παραπλεύρως τῶν διατάξεων τοῦ νομοσχεδίου νὰ ἐκτυπωθῶσι καὶ αἱ διατάξεις τοῦ ὑφισταμένου νόμου. Ἐντεῦθεν μόνον αὔριον ἴσως τὸ Ἐθνικὸν Τυπογραφεῖον θὰ κατορθώσῃ νὰ παραδώσῃ εἰς τὸ Γραφεῖον τῆς Βουλῆς ἐκτετυπωμένον τὸ νομοσχέδιον, ἀμέσως δὲ κατόπιν ἀναγκαίως θὰ ἀναγραφῇ συμφώνως πρὸς τὸν Κανονισμὸν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Ἐξαρτᾶται δὲ ἐξ ὑμῶν, ὡς καὶ ἐκ τῆς Κυβερνήσεως, ν’ ἀποφασίσῃ τὴν πρόταξιν αὐτοῦ.
§14ΑΛΕΞ. ΦΩΤΗΛΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, αὐτὸ, τὸ ὁποῖον λέγετε, εἶναι ἀκριβές· ἀλλ’ εὐθὺς ἐκ πρώτης ὄψεως ἡ ἐπιψήφισις τοῦ νομοσχεδίου προσκρούει εἰς τὴν δήλωσιν, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν.
§15ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀφήσατε νὰ ἀναγραφῇ τὸ νομοσχέδιον εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, καὶ τότε θὰ ἴδῃ ἡ Κυβέρνησις κατὰ πόσον δύναται νὰ ψηφισθῇ.
§16Α. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸ λέγω· ὅτι ἀνησυχοῦσιν οἱ σταφιδικοὶ πληθυσμοὶ καὶ ὁλόκληρος ἡ Πελοπόννησος, νομίζοντες ὅτι ὁ πρέσβυς τῆς Ἀγγλίας δὲν ἀποδέχεται τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἐξεπόνησεν ἡ Σταφιδικὴ ἐπιτροπὴ τῆς Βουλῆς. Καὶ ἐπὶ τούτου ὡμίλησαν καὶ ὁ κύριος Κρεστενίτης καὶ ὁ κύριος Στεφάνου, θέλοντες νὰ εἴπωσιν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ λάβῃ πρόνοιαν, ὅπως συστήσῃ εἰς τὴν Ἀγγλικὴν Πρεσβείαν, ὅτι δὲν πρόκειται νὰ αὐξηθῇ ἡ τιμὴ τῆς σταφίδος εἰς τοιοῦτον τρόπον, ὥστε νὰ καταπονηθῇ ὁ Ἀγγλικὸς λαός. Καὶ ἄλλοτε ἐγένοντο τοιαῦται παραστάσεις εἰς τὴν Ἀγγλικὴν Κυβέρνησιν, καὶ ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις κατώρθωσε νὰ πείσῃ τὴν Ἀγγλικὴν Πρεσβείαν, ὅτι δὲν πρόκειται περὶ αὐξήσεως τοῦ φόρου τῆς ἐξαγωγῆς, καὶ οὕτως ἐψηφίσθη ὁ νόμος τῆς παρακρατήσεως. Εἰς αὐτὸ ἀφορῶσιν αἱ συστάσεις καὶ τοῦ κ. Κρεστενίτου καὶ ὅλων τῶν ἀντιπροσώπων τῶν σταφιδικῶν πληθυσμῶν, εἰς τὰς παραστάσεις τῆς Ἀγγλικῆς Πρεσβείας.
§17ΦΩΝΑΙ. Ὄχι ὅλων.
§18ΧΡ. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχω νὰ ὑποβάλω μίαν ἀναφορὰν πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, καὶ παρακαλῶ νὰ δηλώσῃ εἰς τὴν Βουλὴν, ἂν ἔλαβε τὰ ψηφίσματα τῶν δήμων Λετρίνων, Ὀλυμπίων καὶ Ὠλένης, τὰ ἀφορῶντα εἰς μεταρρύθμισιν τοῦ φορολογικοῦ νόμου ὑπὲρ τοῦ λιμένος Κατακώλου, ἂν ἐμελέτησε ταῦτα, καὶ ἂν σκέπτεται νὰ ὑποβάλῃ νομοσχέδιον.
§19ΚΥΡ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Δὲν ἔλαβον. Πότε ἐστάλησαν;
§20ΧΡ. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Πρὸ δέκα ἡμερῶν. Ζητήσατέ τα ἀπὸ τὴν ὑπηρεσίαν, κύριε Ὑπουργὲ, καὶ θὰ τὰ λάβητε.
§21ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μελισσηνὸς ἔχει τὸν λόγον.
§22Γ. ΜΕΛΙΣΣΗΝΟΣ. Τὴν 26 Φεβρουαρίου ἐ. ἔ. ἀπενεμήθη ὑπὸ τῆς Α. Μεγαλειότητος βασιλικὴ χάρις εἰς 34 καταδίκους πάσχοντας ἐκ φυματιώσεως τῶν πνευμόνων καὶ εὑρισκομένους εἰς τὸ τελευταῖον στάδιον τῆς ἀσθενείας των. Ὅτι ἡ κατάστασις τῶν δυστυχῶν αὐτῶν καταδίκων εἶναι σοβαρωτάτη, καὶ ὅτι ἀπὸ ἡμέρας εἰς ἡμέραν ἐπίκειται τὸ μοιραῖον τέλος των, δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία, καθόσον τὴν ἐπιθεώρησιν τῶν ἀσθενῶν τούτων ἐνήργησε κατὰ διαταγὴν τῆς Α. Μεγαλειότητος ὁ διαπρεπὴς καὶ ἐντιμότατος ἐπιστήμων ἀρχίατρος κ. Μανοῦσος. Ἐκ τῶν καταδίκων τούτων, τῶν συσταθέντων εἰς τὴν βασιλικὴν χάριν ὑπὸ τοῦ κυρίου Μανούσου, ἀπὸ τῆς ἡμέρας τῆς ὑποβολῆς τῆς ἐκθέσεως αὐτοῦ μέχρι τῆς ἡμέρας τῆς ἀπονομῆς τῆς βασιλικῆς χάριτος, ἤτοι μέχρι τῆς 26 Φεβρουαρίου, ἀπέθανον 7 κατάδικοι, γεγονός, ὅπερ εἶναι γνωστὸν εἰς τὸν κύριον ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργόν, ὁ ὁποῖος φρονῶ ὅτι δὲν θὰ διστάσῃ νὰ τὸ ἀνακοινώσῃ εἰς τὴν Βουλήν. Ἤδη πρόκειται οὗτοι οἱ κατάδικοι ν’ ἀπολυθῶσιν ἐκ τῶν φυλακῶν· θὰ ἀνοιχθῶσιν εἰς αὐτοὺς πλέον αἱ πύλαι τῶν κατέργων, διὰ νὰ ἀνοιχθῶσι μετ’ ὀλίγον αἱ πύλαι τοῦ Ἅδου. Δυστυχῶς ὅμως δὲν δύνανται νὰ ἀποφυλακισθῶσιν οἱ ἀπόβλητοι οὗτοι τῆς μοίρας κατάδικοι, διότι ὀφείλουσι πρὸς τὸ Δημόσιον τὰ ποινικὰ τῶν ἔξοδα· εἶναι πένητες. Ἀλλὰ θὰ μοὶ εἴπητε: «ἀφοῦ εἶναι πένητες, διατὶ δὲν προσάγουσι πιστοποιητικὸν ἀκτημοσύνης τοῦ οἰκείου ταμίου, ἵνα ἀπολυθῶσι;» Κατὰ τὴν διάταξιν τοῦ νόμου, ὡς γνωρίζετε, ὅταν ὀφείλῃ τις εἰς τὸ Δημόσιον συνεπείᾳ ποινικῆς ἀποφάσεως καταδικασάσης αὐτὸν εἰς βαθμὸν κακουργήματος, πρέπει, καὶ ἀφ’ οὗ προσαγάγῃ πιστοποιητικὸν ἀκτημοσύνης, νὰ διαμείνῃ ἐπὶ μίαν τετραμηνίαν εἰς τὰς φυλακὰς, καὶ κατόπιν ν’ ἀποφυλακισθῇ. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ, καὶ φρονῶ ὅτι καὶ σεῖς, κύριοι συνάδελφοι, θὰ συμφωνήσητε μετ’ ἐμοῦ.
§23ΦΩΝΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§24Γ. ΜΕΛΙΣΣΗΝΟΣ. Παρακαλῶ, λέγω, τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ἵνα, ἐν τῇ διακρινούσῃ αὐτὸν φιλανθρωπίᾳ, ἐνεργήσῃ ὅ,τι δίκαιον, ὅ,τι φιλάνθρωπον, καὶ διατάξῃ τὴν ἐκ τῶν φυλακῶν ἀπόλυσιν τῶν καταδίκων τούτων, ὅπως τοὐλάχιστον κατορθώσωσιν οἱ δυστυχεῖς οὗτοι ἄνθρωποι νὰ ἀποθάνωσιν εἰς τοὺς κόλπους τῶν οἰκογενειῶν των, ἀφοῦ ἀναπνεύσωσιν ἐπί τινας ἡμέρας τὸν ἀέρα τῆς ἐλευθερίας.
§25Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐκ τίνων φυλακῶν;
§26Γ. ΜΕΛΙΣΣΗΝΟΣ. Πρόκειται, κύριε Πρόεδρε, περὶ τῶν 34 ἀσθενῶν καταδίκων, εἰς οὓς τελευταῖον ἀπενεμήθη βασιλικὴ χάρις, καὶ οἱ ὁποῖοι δὲν ἀπολύονται τῶν φυλακῶν δι’ οὓς λόγους σᾶς ἀνέφερα.
§27Δ. Π. ΝΙΚΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, θὰ παρακαλέσω τὸν κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸν νὰ λάβῃ τὴν φροντίδα καὶ ἐξακριβώσῃ, πόσοι κατάδικοι εὑρίσκονται ἐν τῷ πρώτῳ σταδίῳ τῆς φυματιώσεως, διότι ἡ πρᾶξις, τὴν ὁποίαν ἔπραξε διὰ τοὺς πάσχοντας καὶ εὑρισκομένους ἐν τῷ δευτέρῳ καὶ τρίτῳ σταδίῳ, εἶναι ὡραία καὶ εὐγενής, ἀλλ’ ἐπίσης θὰ ἦναι ὡραία καὶ εὐγενὴς καὶ ἐκείνη, τὴν ὁποίαν θὰ ἐνεργήσῃ διὰ τοὺς εὑρισκομένους ἐν τῷ πρώτῳ σταδίῳ· διότι, ἀφοῦ ὁ νόμος δὲν κατεδίκασεν αὐτοὺς εἰς θάνατον, ἐὰν παραμείνωσιν εἰς τὰς φυλακὰς, θὰ προχωρήσωσιν εἰς τὸ δεύτερον καὶ τρίτον στάδιον, καὶ ὅταν προκληθῇ βασιλικὴ χάρις δι’ αὐτούς, θὰ ἦναι ἀνωφελής. Θὰ ἦναι λοιπὸν εὐγενὲς καὶ ἀξιοπρεπές, καὶ συνάμα φιλάνθρωπον νὰ ζητηθῇ χάρις δι’ αὐτούς, ἐν ὅσῳ εὑρίσκονται εἰς τὸ πρῶτον στάδιον, καὶ εἶναι δυνατὸν νὰ θεραπευθῶσι· διότι, ἂν βραδύτερον ἀνοιχθῶσιν εἰς αὐτοὺς αἱ πύλαι τῶν φυλακῶν, θὰ ἀνοιχθῶσι συγχρόνως καὶ αἱ πύλαι τοῦ Ἅδου, ὡς ὀρθῶς εἶπεν ὁ προλαλήσας κ. συνάδελφος. Θὰ ἦναι εὐγενὴς καὶ φιλάνθρωπος ἡ πρᾶξις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ἐὰν, ἀνοιγομένων εἰς αὐτοὺς τῶν πυλῶν τῶν φυλακῶν, ἀνοίξωσιν αἱ πύλαι τῆς ζωῆς καὶ οὐχὶ αἱ πύλαι τοῦ Ἅδου. Αὐτὴν τὴν παράκλησιν ὑποβάλλω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ἡ ὁποία νομίζω ὅτι εἶναι δικαιοτάτη, καὶ θὰ συμφωνήσῃ ἡ Βουλὴ ἅπασα.
§28Γ. ΜΠΑΛΤΑΤΖΗΣ. Ὁ νόμος ὁρίζει, ὅτι οἱ πολιτοκρατούμενοι, προσάγοντες πιστοποιητικὸν τοῦ οἰκείου δημάρχου εἰς τὸν ταμίαν, ἀποφυλακίζονται.
§29ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὄχι ἀμέσως.
§30Γ. ΜΠΑΛΤΑΤΖΗΣ. Μετὰ παρέλευσιν τεσσάρων μηνῶν. Ἀλλ’ ὁ νόμος προβλέπει περὶ Ἑλλήνων πολιτῶν ἐγγεγραμμένων εἰς ἕνα δῆμον τοῦ Κράτους. Πῶς θέλετε νὰ δώσῃ εἷς δήμαρχος πιστοποιητικὸν εἰς ἀλλοδαπόν;
§31ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πιστοποιητικὸν τοῦ οἰκείου δημάρχου, λέγει ὁ νόμος.
§32Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅλοι εἶναι δημόται Ἕλληνες.
§33Γ. ΜΠΑΛΤΑΤΖΗΣ. Σᾶς παρακαλῶ...Αὐτὸ τὸ γνωρίζω ἐκ τῆς διοικητικῆς ὑπηρεσίας. Ὅταν ἀλλοδαπὸς διαπράξῃ ἀδίκημα, συλλαμβάνεται καὶ τιμωρεῖται. Μετὰ τὸ πέρας τῆς ποινῆς του ἔχει νὰ ἀποτίσῃ τὰ λεγόμενα ποινικὰ ἔξοδα τῆς δίκης. Ποῖος θὰ τῷ δώσῃ τὸ πιστοποιητικόν, ἂν ἦναι ἄπορος καὶ ἀκτήμων; Οὐδείς! Ἕνεκα τούτου λοιπὸν νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ ληφθῇ πρόνοια νομοθετικὴ δι’ αὐτούς· διότι πολλοὶ τοιοῦτοι σήπονται εἰς τὰς φυλακὰς καὶ δὲν δύνανται νὰ ἐξέλθωσιν.
§34ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἐδῶ πρόκειται περὶ φυματιώντων.
§35Γ. ΜΠΑΛΤΑΤΖΗΣ. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Ζακύνθου ὡμίλησε περὶ τῶν διὰ χρέη κρατουμένων.
§36ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, ὄχι.
§37ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει δίκαιον ὁ κ. Βουλευτής· ἀφοῦ ἐχαρίσθη εἰς τοὺς καταδίκους αὐτοὺς ἡ ποινή, μετεφέρθησαν εἰς τὰς διὰ χρέη φυλακάς.
§38Γ. ΜΠΑΛΤΑΤΖΗΣ. Λοιπὸν συνιστῶ, ὅπως καὶ διὰ τοὺς ἐκ τῆς ἀλλοδαπῆς εὑρισκομένους εἰς τὰς πολιτικὰς φυλακὰς ληφθῇ πρόνοια.
§39Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἡ ἀσφάλεια τοῦ Κράτους εἶναι μέρος τῆς διοικήσεως, ὑπαγομένη ὑπὸ τὴν ἐπίβλεψιν τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργοῦ. Ἐπὶ τοῦ ζητήματος δέ, τὸ ὁποῖον ἀνεκίνησεν ὁ κ. ἐκ Ζακύνθου Βουλευτής, μοὶ φαίνεται, ὅτι δὲν ἔχει κανὲν δικαίωμα ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ διατάξῃ τὴν ἀπόλυσιν τῶν καταδίκων τῶν κρατουμένων ἐν ταῖς πολιτικαῖς φυλακαῖς διὰ τὴν πληρωμὴν ἐξόδων, παρὰ τὰς διατυπώσεις τοῦ νόμου. Ὁ νόμος ὁρίζει, ὅτι τότε μόνον ἀπολύεται ὁ φυλακισμένος, οὗ ἡ ποινὴ ἔληξεν, ὅταν προσαγάγῃ πιστοποιητικὸν ἀκτημοσύνης τοῦ ἁρμοδίου δημάρχου, τὸ ὁποῖον θὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν μετὰ 4 μὲν μῆνας ἀπὸ τῆς λήξεως τῆς ποινῆς, ἐὰν κατεδικάσθη ὑπὸ τοῦ Κακουργιοδικείου, μετὰ δύο δὲ μῆνας ἀπὸ τῆς λήξεως τῆς ποινῆς, ἐὰν κατεδικάσθη ὑπὸ τοῦ Πλημμελειοδικείου. Ἀλλ’ ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἔχει ἁρμοδιότητα ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν. Πρόκειται περὶ τῆς δημοσίας ὑγιείας. Συζήτησις πανταχοῦ τοῦ κόσμου γίνεται περὶ περιστολῆς τῆς μεταδόσεως τῆς φυματιώσεως, κατὰ τὰ ἐσχάτως δὲ παραδεδεγμένα, ἡ φυματίωσις εἶναι μεταδοτική· συζητήσεις λοιπὸν γίνονται, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ περισταλῇ ἡ μετάδοσις τοῦ τοιούτου νοσήματος, καὶ πολλὰ κεφάλαια διατίθενται, πολλαὶ σκέψεις γίνονται περὶ ἱδρύσεως ἰατρείων καὶ ἄλλων εὐαγῶν καταστημάτων. Ἑπομένως ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ὁ ἐποπτεύων τὴν ὑγιεινὴν τοῦ Κράτους, ἐὰν εὑρίσκωνται μετ’ ἄλλων καταδίκων ἐν ταῖς φυλακαῖς ἄνθρωποι πάσχοντες, καὶ δὴ ἐκ τοῦ φοβερωτέρου τῶν νοσημάτων, ὀφείλει νὰ διατάξῃ ἀμέσως τὴν ἀποπομπήν, οὐχὶ τὴν ἀπόλυσιν, τὴν ἀποπομπὴν ἐκ τῶν φυλακῶν τῶν πασχόντων, καὶ διὰ τῆς ἀποπομπῆς των, γινομένης πρὸς ἀποφυγὴν τῆς μεταδόσεως τοῦ φοβερωτάτου αὐτοῦ νοσήματος, ἐπέρχεται ἡ ἀπόλυσις αὐτῶν. Εἶναι εὐνόητον, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν εἶναι ἁρμόδιος νὰ λάβῃ οἱονδήποτε μέτρον πρὸς περιστολὴν τῆς μεταδόσεως τοῦ φοβεροῦ νοσήματος, ὁ δὲ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐμποδίζεται ἐκ τοῦ νόμου, καὶ δὲν δύναται νὰ λάβῃ κανὲν μέτρον.
§40Γ. ΜΕΛΙΣΣΗΝΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Μαντινείας, ἀφοῦ προηγουμένως ἠθέλησε νὰ ὑπομνήσῃ εἰς ἐμέ, τὸν συνάδελφόν του, τὰς διατάξεις τοῦ νόμου, ὡσεὶ τὰς ἠγνόουν ἐγώ, ἀφοῦ εἶπεν, ὅτι ὁ ὀφειλέτης τοῦ Δημοσίου, ὁ ὁποῖος ὀφείλει συνεπείᾳ ἀποφάσεως καταδικαστικῆς εἰς βαθμὸν κακουργήματος, πρέπει νὰ διαμείνῃ εἰς τὰς φυλακὰς ἐπὶ 4 μῆνας, ὁ δὲ ὀφειλέτης συνεπείᾳ ἀποφάσεως τοῦ Πλημμελειοδικείου πρέπει νὰ διαμείνῃ εἰς τὰς φυλακὰς ἐπὶ 2 μῆνας, καὶ ἀφοῦ παρέστησεν, ὅτι ὁ νόμος εἶναι ἀνώτερος πάσης ἐξουσίας, ἀνώτερος τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, εἶπε κατόπιν, ὅτι εἶναι ἁρμόδιος ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν διὰ τὴν ἀποπομπὴν τῶν καταδίκων ἐκ τῶν φυλακῶν. Ἐὰν ἔλεγε διὰ τὸν διαχωρισμὸν αὐτῶν, θὰ τὸ παρεδεχόμην, ἀλλ’ εἶπε διὰ τὴν ἀποπομπήν! Τί θὰ εἴπῃ τοῦτο; πρέπει δηλαδὴ νὰ λάβῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τὰς κλεῖδας τῶν φυλακῶν, νὰ ἀνοίξῃ τὰς φυλακὰς καὶ νὰ εἴπῃ εἰς τοὺς καταδίκους «εἶσθε ἐλεύθεροι»; Ὁ τρόπος οὗτος φρονῶ ὅτι μόνον εἰς τὸν κ. ἐκ Μαντινείας συνάδελφον θὰ εἶναι γνωστός. Ἐλησμόνησεν ὅμως, ὅτι εἰς τὴν περίστασιν ταύτην δυνατὸν νὰ ἐπέλθῃ ἀρωγὸς ὁ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργός· διότι, διὰ νὰ κρατηθῶσιν εἰς τὰς φυλακὰς ἐπὶ τετράμηνον οἱ λαβόντες τὴν βασιλικὴν χάριν κατάδικοι, πρέπει νὰ καταβληθῶσιν εἰς αὐτοὺς τροφεῖα παρὰ τῶν ἁρμοδίων ταμιῶν· ὥστε, μόνον ὅταν οἱ ταμίαι δὲν καταβάλλωσι τὰ τροφεῖα, ἀνοίγονται δι’ αὐτοὺς πραγματικῶς καὶ νομίμως αἱ θύραι τῶν φυλακῶν. Τοῦτο παρεκάλεσα τὸν κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸν νὰ ἐνεργήσῃ, ὅπως τὰ δυστυχῆ καὶ ἑτοιμοθάνατα ταῦτα ὄντα κατορθώσωσι ν’ ἀποθάνωσιν ὑπὸ τὴν οἰκογενειακήν τῶν στέγην.
§41ΗΛ. ΠΟΛΙΤΗΣ. Ἀνοίγονται αἱ θύραι τῶν φυλακῶν, ἵνα ἐξέλθωσιν οἱ πάσχοντες ἐκ φυματιώσεως, ὅπως μὴ μεταδώσωσι τὴν φυματίωσιν εἰς τοὺς κρατουμένους, ἀλλὰ μεταβῶσιν εἰς τὰς οἰκογενείας αὐτῶν, ὅπου ὑπάρχουσι τέκνα, ὅπου ὑπάρχουσιν αἱ γυναῖκές των, ὅπου συρροὴ φίλων, καὶ μεταδώσωσι τὴν φυματίωσιν εἰς αὐτοὺς καὶ τὴν κοινωνίαν ὅλην! Ἐνῷ ὅλα τὰ μέσα πρέπει νὰ ληφθῶσιν, ὅπως ἀπομονωθῶσιν οἱ πάσχοντες, ἡμεῖς μὲ αὐτὸν τὸν τρόπον, ἐπειδὴ εἶναι πένητες, θέλομεν νὰ τοὺς εἰσαγάγωμεν εἰς τὴν οἰκογένειάν των ἀμέσως, ἵνα μεταδώσωσι τὴν φυματίωσιν καὶ ἐκταθῇ ἔτι περισσότερον τὸ φοβερὸν αὐτὸ νόσημα, τὸ ὁποῖον καθ’ ἡμέραν καταστρέφει τόσας ὑπάρξεις! Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι φιλάνθρωπον εἶναι τὸ ἔργον νὰ δοθῇ χάρις, ἀλλ’ ἔπρεπε νὰ ληφθῇ συγχρόνως μέριμνα περὶ ἀπομονώσεως τῶν ἀνθρώπων αὐτῶν, νὰ τεθῶσιν εἰς νοσοκομεῖα, ὅπου ὑπάρχουν μέρη, εἰς τὰ ὁποῖα εἶναι περιωρισμένοι οἱ πάσχοντες ἐκ φυματιώσεως. Ὑπάρχει ἐν τῷ νοσοκομείῳ Κερκύρας τοιοῦτον διαμέρισμα· ἂς τεθῶσιν ἐκεῖ προσωρινῶς, μέχρις οὗ ἱδρυθῶσι τοιαῦτα καταστήματα, ὥστε οἱ ἐξερχόμενοι ἐκ τῶν φυλακῶν μὲ φυματίωσιν νὰ μὴ μεταδίδωσι τὸ νόσημα εἰς τὰς οἰκογενείας αὐτῶν.
§42Α. ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Τὸ ζήτημα τῆς ἀπονομῆς χαρίτων εἰς τοὺς πάσχοντας ἐκ φυματιώσεως ἐπὶ πολὺ ἀπησχόλησε καὶ τὸ Ὑπουργεῖον καὶ τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, καὶ πολὺ περισσότερον τὴν Α. Μεγαλειότητα τὸν Βασιλέα, ὅστις ὑπέγραψε τὰ Διατάγματα. Αἱ σκέψεις, τὰς ὁποίας ἀνέφερεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, ἦσαν μεταξὺ ἐκείνων, αἵτινες ἀπησχόλησαν καὶ ἡμᾶς, ἀλλὰ σκέψεις ἄλλαι γενικώτεραι ἐπεκράτησαν, ὅπως ἀπονεμηθῇ χάρις εἰς τοὺς ἐκ τῶν πασχόντων ἐκ τῆς νόσου εὑρισκομένους εἰς τὸ προτελευταῖον καὶ τελευταῖον στάδιον τῆς νόσου. Ἄν οἱ πάσχοντες οὗτοι ἐξέλθωσιν ἐκ τῶν φυλακῶν καὶ μεταβῶσιν εἰς τὰς οἰκογενείας των, αἱ οἰκογένειαι αὐτῶν ἔχουσι τὰ μέσα, καὶ δύνανται νὰ προφυλαχθῶσιν, ὅσον εἶναι δυνατόν, κατὰ τῆς μεταδόσεως τῆς νόσου, ἥτις δὲν εἶναι δὰ καὶ τόσον ἀστραπιαίως μεταδοτικὴ, ὥς τινες τὴν χαρακτηρίζουν. Ἀλλ’ ἐνόμισεν ἡ Κυβέρνησις, ὅτι εἶχε τὸ καθῆκον νὰ μὴ κρατῇ ἐν ταῖς φυλακαῖς ὀλίγους πάσχοντας μεταξὺ 6,000 ἄλλων δυστυχῶν, οἱ ὁποῖοι εἶναι ὑποχρεωμένοι νὰ εὑρίσκωνται ἐν τῇ φυλακῇ. Λοιπὸν ἡ προφύλαξις αὐτῶν τῶν ὄντων, τῶν ἓξ χιλιάδων ἀνθρώπων, εἶναι ἀδύνατος, ὅταν οἱ πάσχοντες οὗτοι εὑρίσκωνται καὶ συζῶσι καὶ συγχρωτίζωνται μεταξὺ αὐτῶν. Οἱ ἐξερχόμενοι ἐκ τῶν φυλακῶν θέλουσιν οἱ πλεῖστοι μεταβῆ εἰς τὰς οἰκογενείας των, ἄλλοι δὲ θέλουσιν εἰσέλθει εἰς φιλανθρωπικὰ καταστήματα, τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ τοῖς παράσχωσι βοήθειαν, ὡς εἰς τὸν «Εὐαγγελισμὸν» κλπ. Βεβαίως δὲ πρέπει νὰ δίδηται χάρις καὶ εἰς τοὺς ἔχοντας τὴν προδιάθεσιν εἰς τὸ νόσημα, ἀλλὰ δὲν εἶναι καὶ εὔκολον νὰ γείνῃ ἡ διάκρισις τῶν πασχόντων. Μελετῶντες, Κύριοι, τὰς δικογραφίας ἐπὶ πολλὰς καὶ μακρὰς νύκτας, εὕρομεν ἐν αὐταῖς γνωμοδοτήσεις καὶ αὐτοῦ τοῦ κ. ἀρχιάτρου καὶ ἄλλων ἰατρῶν παρωχημένων ἐποχῶν, αἵτινες ἐσημείουν, ὅτι ὁ τάδε ἀσθενὴς πάσχει ἐκ φυματιώσεως καὶ εὑρίσκεται εἰς κίνδυνον. Αἱ σημειώσεις ἐκεῖναι δὲν ἐλήφθησαν ὑπ’ ὄψιν ὑπὸ τοῦ προκατόχου Ὑπουργοῦ, ἢ διότι δὲν ἔλαβε καιρὸν νὰ τὰς μελετήσῃ, ἢ διότι ἔπρεπε νὰ ληφθῇ γενικὸν μέτρον, ἢ δι’ ἄλλους λόγους. Μετὰ ἕξ μῆνας, μετὰ ἕν ἔτος καὶ πλέον, ὅτε ἐγὼ ἔλαβον ὑπ’ ὄψιν τὰς δικογραφίας, ὁ αὐτὸς ἰατρὸς, εὐσυνείδητος ἐπιστήμων, ἐπισκεφθεὶς τὸν ἀσθενῆ, σημειοῖ ὅτι ὁ ἀσθενὴς δὲν εἶναι φυματιῶν, διότι ἰάθη ἤδη, καὶ τώρα πάσχει ἀπὸ ἄλλο νόσημα. Διὰ τοὺς εὑρισκομένους ὅμως εἰς τὸ πρῶτον στάδιον τῆς νόσου ταύτης, ὠφείλομεν βεβαίως νὰ σκεφθῶμεν, λόγῳ φιλανθρωπίας καὶ πρὸς αὐτοὺς καὶ πρὸς τοὺς λοιποὺς φυλακισμένους, καὶ ἐσκέφθημεν καὶ σκεπτόμεθα καὶ ἐγὼ καὶ ἡ Κυβέρνησις, καὶ ὁ Βασιλεὺς καὶ ἡ Βασίλισσα, ἥτις μετὰ τῆς ἐγνωσμένης φιλανθρωπίας αὐτῆς, μεριμνᾷ περὶ τῶν φυλακῶν, πῶς νὰ ἐξευρεθῇ τρόπος, ἵνα ἱδρυθῇ εἰδικὸν θεραπευτήριον τῶν εἰς τὴν ἔναρξιν τῆς νόσου ταύτης εὑρισκομένων· ἔχω δὲ δι’ ἐλπίδος, ὅτι λίαν προσεχῶς θὰ ἐξευρεθῇ εἰδικὸν κτῆμα ἐξοχικὸν, εἰς τὸ ὁποῖον νὰ ᾖναι δυνατὸν νὰ γείνῃ τοιοῦτον θεραπευτήριον, πρὸς ἀπαλλαγὴν καὶ τῶν ἀσθενῶν καὶ τῶν ἐν ταῖς φυλακαῖς τοῦ Κράτους ὑγιῶν καταδίκων.
§43ΗΛ. ΠΟΛΙΤΗΣ. Μία πτέρυξ τοῦ Σωφρονιστηρίου Κερκύρας ἠδύνατο νὰ χρησιμεύσῃ, ὅπως ἐκεῖ διαμένωσιν οἱ πάσχοντες. Τὸ Σωφρονιστήριον, καθὼς γνωρίζετε, εἶναι διῃρημένον ἀκτινοειδῶς, καὶ αἱ ἀκτῖνες εἶναι ὅλως διόλου ἀποκεχωρισμέναι ἡ μία ἀπὸ τῆς ἄλλης. Ἠδύναντο ἑπομένως ὅλοι οἱ πάσχοντες νὰ συγκεντρωθῶσιν εἰς μίαν μόνον ἀκτῖνα, καὶ νὰ ᾖναι ἐκεῖ ἀπομεμονωμένοι καὶ μὴ ἀναμιγνύωνται μὲ τοὺς ἄλλους, ἂν δὲν ᾖναι δυνατὸν νὰ ληφθῶσιν ἐπὶ τοῦ παρόντος ἄλλα μέτρα.
§44Α. ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ἡ ἰδέα τοῦ κ. συναδέλφου δὲν εἶναι ἀδύνατον νὰ χρησιμοποιηθῇ δι’ ὅλους τοὺς φυλακισμένους, οἱ ὁποῖοι εὑρίσκονται εἰς τὰ δυτικὰ μέρη τῆς Ἑλλάδος. Διὰ τοὺς λοιποὺς θὰ χρησιμοποιήσω ἓν ἀγροτικὸν κτῆμα, προσφερόμενον διὰ τὸν σκοπὸν τοῦτον ἀπὸ τὴν φιλανθρωπίαν καὶ τὰς ἀγαθὰς διαθέσεις εὐγενῶν Κυριῶν τῶν Ἀθηνῶν. Ἡ ἑταιρεία αὕτη πρόκειται νὰ ἱδρύσῃ εἰδικὰ καταστήματα, καὶ ἐπρότεινα, ὅπως μία ἀκτὶς χρησιμοποιηθῇ διὰ τοιοῦτον σκοπόν.
§45Κ. ΤΟΠΑΛΗΣ. Καὶ ἐν τῷ ζητήματι τῶν χαρίτων οὐδὲν σύστημα κρατεῖ, καὶ τοῦτο, διότι ὄντως δὲν ἔχομεν σύστημα φυλακῶν. Ἕως ὅτου τὸ ζήτημα τοῦτο κανονισθῇ, δὲν εἶναι δυνατὸν ἢ νὰ ἀκούωνται πολλαὶ γνῶμαι καὶ ὅλως διάφοροι ἐκ μέρους τῶν διαφόρων Βουλευτῶν. Προκειμένου περὶ καταδίκων φυματιώντων, ἐλήφθη ἀτυχῶς πάντοτε ὑπ’ ὄψιν, ὡς προχειροτέρα τῶν λύσεων, τὸ νὰ ἀνοίγωμεν τὰς φυλακὰς, καὶ ν’ ἀποδίδωμεν αὐτοὺς ἐλευθέρους εἰς τὴν κοινωνίαν. Ἡ γνώμη αὕτη ἔχει καθ’ ἑαυτῆς τὰ ἑξῆς δύο κακά: πρῶτον, ὡς παρετήρησε καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, πολλοὶ, οἵτινες ἐχαρακτηρίσθησαν ὡς φυματιῶντες ὑπὸ τοῦ ἰατροῦ, μετά τινα χρόνον ἰάθησαν. Εἶναι λοιπὸν λίαν ἐνδεχόμενον, οἱ σήμερον ὡς φυματιῶντες χαρακτηρισθέντες καὶ ἐξελθόντες ἐκ τῶν φυλακῶν, αὔριον νὰ ἰαθῶσι καὶ νὰ ζῶσιν ἐν τῇ κοινωνίᾳ. Ἀλλὰ καὶ πάλιν νομίζω, ὅτι τοῦτο εἶναι ὁ μικρότερος κίνδυνος, σχετικῶς πρὸς τὸν μεγαλείτερον, ὁ ὁποῖος ἀπειλεῖ τὴν κοινωνίαν ἐκ τῶν φυματιώντων καταδίκων, οἱ ὁποῖοι λαμβάνουν χάριτας καὶ ἀποδίδονται εἰς τὰς οἰκογενείας αὐτῶν, τῶν φυματιώντων ἐκείνων καταδίκων, τοὺς ὁποίους ἡ Πολιτεία παρέλαβεν ὑγιεῖς καὶ τοὺς ἀποδίδει σήμερον εἰς τὰς οἰκογενείας αὐτῶν καὶ εἰς τὴν κοινωνίαν ἀσθενεῖς, μὲ τὸν κίνδυνον νὰ μεταδώσωσι τὸ νόσημα αὑτῶν καὶ εἰς τὴν οἰκογένειάν των καὶ εἰς τὴν κοινωνίαν. Τὸ ζήτημα τοῦτο, Κύριοι, μὲ ἀπησχόλησεν, ὅτε εἶχον τὴν τιμὴν νὰ διευθύνω τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης, καὶ ἔκαμα μίαν περιοδείαν εἰς τὰς ποινικὰς φυλακὰς τοῦ Κράτους καὶ δι’ ἄλλα μὲν ζητήματα, ἅτινα θὰ ἐκθέσω ἐν ἄλλῃ περιστάσει ἀπὸ τοῦ βήματος, ἀλλὰ καὶ διὰ τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἀπασχολεῖ σήμερον δικαίως τὴν Βουλὴν, ὅπως ἀπησχόλησεν αὐτὴν πολλάκις. Περιήλθομεν μετὰ τοῦ ἀρχιάτρου κ. Μανούσου τὰς ποινικὰς φυλακὰς τοῦ Κράτους, ἐν αἷς ἐξεῦρεν ὁ ἀρχίατρος οὗτος, κατόπιν ἐπισταμένης ἐξετάσεως, περὶ τοὺς ἐνενήκοντα, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, φυματιῶντας. Ἡ σκέψις ὅμως ἐμοῦ δὲν ἦτο νὰ ἀποδώσω αὐτοὺς διὰ βασιλικῆς χάριτος εἰς τὴν κοινωνίαν καὶ τὰς οἰκογενείας αὐτῶν, ἀλλὰ κυρίως νὰ ληφθῇ πρόνοια καὶ μέριμνα καλλιτέρα ἀπὸ ἐκείνην, ἥτις λαμβάνεται συνήθως διὰ τοὺς λοιποὺς φυλακισμένους ἀσθενεῖς· ἅμα δ’ ὡς συνεκέντρωσα τὰς ἐκθέσεις ταύτας τοῦ ἀρχιάτρου, (τὰς ὁποίας μετὰ σχετικῆς γενικῆς ἐκθέσεως τούτου παρέδωκα εἰς τὸν διάδοχόν μου) ἐλήφθη ἀπόφασις περὶ μέτρου ὁριστικοῦ, ἵνα δυνηθῶμεν, ἀπομονοῦντες τοὺς φυματιῶντας, νὰ ἀπαλλάξωμεν ἀπὸ τοῦ κινδύνου τῆς μεταδόσεως τοῦ νοσήματος τοὺς λοιποὺς φυλακισμένους. Καὶ ἀπετάθην τότε πρὸς τὴν Πρόεδρον τῆς «Σωτηρίας», σωματείου, τοῦ ὁποίου σκοπὸς καὶ προορισμὸς εἶναι ἡ ἀνέγερσις Φθισιατρείου, ἀποστείλας αὐτῇ μακρὸν ἔγγραφον, καὶ παραστήσας τοὺς κινδύνους, εἰς τοὺς ὁποίους ἐκτίθενται οἱ ὑγιεῖς φυλακισμένοι, συζῶντες μετὰ τῶν ἀτυχῶν τούτων θυμάτων τῶν φυλακῶν· ἐξέθετον δὲ τὴν ἀπορίαν, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκεται, ἐπὶ τοῦ παρόντος τοὐλάχιστον, τὸ Κράτος, τί ν’ ἀποφασίσῃ περὶ τῶν ἀτυχῶν τούτων πλασμάτων, τῶν προσβεβλημένων ἐκ τῆς ἐπαράτου ταύτης νόσου, καὶ ποιούμενος ἔκκλησιν εἰς τὰ φιλάνθρωπα αἰσθήματα τῆς κυρίας Προέδρου, ἐπειδὴ ἐνόμιζον, ὅτι τὸ Κράτος, ἐπὶ τοῦ παρόντος, δὲν εἶναι εἰς θέσιν νὰ βοηθήσῃ τοὺς ἀσθενεῖς αὐτοὺς, ποιούμενος, λέγω, ἔκκλησιν πρὸς τὰ φιλάνθρωπα αἰσθήματα τῆς κυρίας Σοφίας Σχλῆμαν, Προέδρου τοῦ εἰρημένου σωματείου, ἐζήτησα, ἵνα παρὰ τὸ Φθισιατρεῖον, τὸ ὁποῖον θὰ ἀνηγείρετο διὰ τοὺς ἐλευθέρους πολίτας, νὰ ἀνηγείρετο καὶ Φθισιατρεῖον διὰ τοὺς φυλακισμένους φυματιῶντας. Ἡ Πρόεδρος τοῦ φιλανθρωπικοῦ τούτου καταστήματος, ἐν τῇ διακρινούσῃ αὐτὴν φιλανθρωπίᾳ καὶ μερίμνῃ, μοὶ ἀπήντησεν, ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ σωματείου τούτου ἦτο πρόθυμος νὰ ἀναλάβῃ ὑπὸ τὴν φιλάνθρωπον αὐτῆς προστασίαν τοιούτους φυλακισμένους, ἂν κτισθῇ ὑπὸ τοῦ Κράτους Φθισιατρεῖον, καὶ οἱ φυλακισμένοι οὗτοι μένωσιν ἐκεῖ, φυλασσόμενοι ὡς φυλάσσονται ἐν ταῖς φυλακαῖς. Ἀλλ’ ἵνα τὸ μέτρον τεθῇ εἰς πρᾶξιν, ἀπῃτεῖτο καὶ ἡ συμμετοχὴ τῆς Βουλῆς, ἥτις διὰ νομοθετικῆς πράξεως θὰ παρεῖχεν εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης τὸ δικαίωμα τῆς ἀνεγέρσεως τοιούτου καταστήματος. Εὐτυχῶς τὰ μέσα τὰ χρηματικὰ διὰ τὴν ἀνέγερσιν τοῦ Φθισιατρείου τούτου ὑπάρχουσι, διότι ὁ ἀείμνηστος Συγγρὸς ἀφῆκεν 1½ ἑκατομμύριον πρὸς βελτίωσιν τῶν φυλακῶν τοῦ Κράτους· νομίζω δὲ, ὅτι μία τῶν σπουδαιοτάτων βελτιώσεων τῶν φυλακῶν τοῦ Κράτους θὰ ἦτο ἡ ἀνέγερσις Φθισιατρείου, διότι δυνάμεθα βεβαίως νὰ σκεφθῶμεν περὶ βελτιώσεως τῆς τύχης τῶν φυλακισμένων, ἀλλὰ πρωτίστως ἔχομεν καθῆκον νὰ σκεφθῶμεν περὶ τῆς τύχης τῶν ἀτυχῶν τούτων θυμάτων τῆς σημερινῆς ἰδίᾳ κακῆς καταστάσεως τῶν φυλακῶν μας. Ἠπόρησα μάλιστα, διότι ἐπὶ τοσοῦτον χρόνον ὁ κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸς ἠμέλησε νὰ εἰσαγάγῃ τοιοῦτο νομοσχέδιον· διότι ἀποχωρῶν τοῦ Ὑπουργείου ἐνόμισα, ὅτι ὤφειλον πολλὰ τῶν ἐκκρεμῶν ζητημάτων, ἐπὶ τῶν ὁποίων εἶχον τὴν εὐκαιρίαν νὰ ἀσχοληθῶ ἐν τῷ Ὑπουργείῳ, τὸ ὁποῖον διηύθυνον, νὰ μεταδώσω εἰς τὸν διάδοχόν μου, νὰ εἴπω εἰς αὐτὸν τὰς γνώμας μου καὶ τὰς ἰδέας μου, ὅπως τὸν καταστήσω ἐγκαίρως ἐνήμερον εἰς τὰ ζητήματα ταῦτα· εὐχαρίστως δὲ εἶδον, ὅτι ὑπὸ τῶν αὐτῶν περίπου ἰδεῶν καὶ ὑπὸ τῶν αὐτῶν αἰσθημάτων ἐνεπνέετο, ἰδίως εἰς τὸ ζήτημα τῆς φυματιώσεως τῶν καταδίκων. Διὰ τοῦτο, ἐπαναλαμβάνω, ἠπόρησα, πῶς ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ἀφοῦ ἔχομεν τὰ μέσα τὰ χρηματικά, δὲν ἔσπευσε νὰ ὑποβάλῃ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον νὰ ἀποβλέπῃ εἰς τὴν βελτίωσιν τῶν φυλακῶν καὶ ἐν γένει εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο. Ἐν τῷ μεταξὺ ὅμως εἶχον σκεφθῆ καὶ τὸ μέτρον, τὸ ὁποῖον ὁ ἀξιότιμος ἐκ Κερκύρας προλαλήσας προέτεινεν· εἶχον σκεφθῆ, ἵνα τοὺς φυλακισμένους τούτους, τοὺς φυματιῶντας, περὶ τῶν ὁποίων ὁ ἀρχίατρος κύριος Μανοῦσος ἔκαμεν ἰατρικὴν ἔκθεσιν, ὅτι πάσχουσιν ὄντως ἐκ φυματιώσεως, τοὺς συγκεντρώσω εἰς ἓν τῶν Σωφρονιστηρίων τοῦ Κράτους, καὶ ἐνόμισα ὡς καταλληλότερον τὸ Σωφρονιστήριον Αἰγίνης, ἐξεδήλωσα δὲ τὴν γνώμην ταύτην εἰς τὴν Ἐφορείαν τῶν ἐκεῖ φυλακῶν· ἀλλὰ δυστυχῶς κρατεῖ πρόληψις — ἵνα μὴ εἴπω ἀμάθεια — παρὰ τῷ λαῷ, ὁ ὁποῖος κατ’ οὐδένα λόγον θέλει νὰ γνωρίζῃ, ὅτι ἐν ταῖς φυλακαῖς του ὑπάρχουσι φθισικοί.
§46Π. Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ ΚΑΙ ΑΛΛΟΙ. Πρόληψις εἶναι αὐτή;
§47Κ. ΤΟΠΑΛΗΣ. Τὴν λέγω πρόληψιν, Κύριοι, διότι εἰς ἑκάστην φυλακὴν τοῦ Κράτους — καὶ περιῆλθον, βεβαιῶ τὸν ἀξιότιμον ἐκ Ζακύνθου Βουλευτὴν, ὅλας τὰς φυλακὰς τοῦ Κράτους, καὶ τὴν τῆς Ζακύνθου — ὑπάρχουσι φυλακισμένοι φυματιῶντες· ἑκάστη φυλακὴ τοῦ Κράτους ποινικὴ — διότι περὶ αὐτῶν δύναμαι νὰ ὁμιλήσω, διότι αὐτὰς μόνον ἐπεσκέφθην, ἀλλ’ ἐξ αὐτῶν δύναται νὰ κρίνῃ τις καὶ περὶ τῶν ἄλλων, — ἔχει περὶ τοὺς 15 μέχρις 20 φυματιῶντας. Αὐτὸ τοὐλάχιστον ἀποδεικνύουσιν αἱ ἐκθέσεις τοῦ ἀρχιάτρου κ. Μανούσου. Οἱ 20 δὲ οὗτοι φυλακισμένοι φυματιῶντες συζῶσι μετὰ τῶν ἐπιλοίπων φυλακισμένων, ἐπικοινωνοῦσι μετ’ αὐτῶν, μετὰ τῶν ἐπιστατῶν, μετὰ τῶν ἐπισκεπτῶν, καὶ μετὰ τῶν πολιτῶν ἐκείνων, οἵτινες ἔρχονται εἰς σχέσιν καὶ συνάφειαν μὲ τὰς φυλακάς· τὰ φορέματα αὐτῶν πλύνονται μετὰ τῶν φορεμάτων τῶν ὑγιῶν φυλακισμένων, καὶ ἴσως πλύνονται μετὰ τῶν φορεμάτων οὐχὶ μόνον τῶν ὑγιῶν φυλακισμένων, ἀλλὰ καὶ μετὰ τῶν φορεμάτων τῶν ὑγιῶν ἐλευθέρων πολιτῶν. Διὰ τοῦτο ἐνόμισα, ὅτι ἡ Αἴγινα — καὶ λαμβάνω ταύτην ὡς παράδειγμα, — ἐὰν ἀπειλῆται ὑπὸ τοῦ κινδύνου τῆς φυματιώσεως ἐκ 10 ἢ 15 φυλακισμένων, τοὺς ὁποίους ἐγκλείουσι σήμερον αἱ φυλακαί της, δὲν θὰ ἀπειλῆται περισσότερον, ἐγκλείουσα πλειοτέρους, περὶ τῶν ὁποίων θὰ ληφθῇ πρόνοια πρῶτον ἀποκλεισμοῦ αὐτῶν ἀπὸ τῶν ἄλλων φυλακισμένων, δεύτερον περὶ μὴ συγχρωτισμοῦ αὐτῶν μετὰ τῶν πολιτῶν καὶ ὅλου τοῦ προσωπικοῦ ἐν γένει τῶν φυλακῶν. Ἐπίσης δὲν θὰ ἔχωσι τὴν αὐτὴν τροφὴν μετ’ αὐτῶν, καὶ ἑπομένως δὲν θὰ ἔχωσι τὰς αὐτὰς σχέσεις· τὰ φορέματα θὰ πλύνωνται ἰδιαιτέρως, ἐν τῇ ἰδιαιτέρᾳ ἀκτῖνι, εἰς ἣν θὰ ἐγκαταβιῶσι· καὶ θὰ ληφθῶσι προσέτι διὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ὄχι διὰ μεγάλων δαπανῶν, ὅλα τὰ μέσα τὰ ἀπολυμαντικά, δι’ ὧν θὰ ἦναι ἴσως δυνατὸν νὰ ἀποφύγωμεν τὸν κίνδυνον μεταδόσεως τῆς νόσου ὄχι μόνον εἰς τοὺς πολίτας τοὺς διαμένοντας τυχὸν ἐκτὸς τῶν φυλακῶν, ἀλλὰ καὶ εἰς αὐτοὺς τοὺς φυλακισμένους, οἱ ὁποῖοι διαμένουσιν ἐντὸς αὐτῶν. Ἀλλὰ τὸ ζήτημα, Κύριοι, τότε, ἐν σχέσει μὲ τὴν Αἴγιναν, κατέστη τοπικὸν, καὶ ἐσκέφθην ὅτι, ἀντὶ νὰ παλαίσω πρὸς τὸν λαὸν, ὁ ὁποῖος ἐξηγέρθη κατὰ τῆς ἀποφάσεώς μου, θὰ ἦτο προτιμότερον νὰ στραφῶ πρὸς ἄλλο Σωφρονιστήριον, καὶ χωρὶς νὰ ἀνακοινώσω εἰς οὐδένα τὴν γνώμην μου νὰ μεταφέρω ἀνεπαισθήτως ἐκεῖ ὅλους τοὺς φθισιῶντας. Συνενοήθην λοιπὸν μετὰ τοῦ Εἰσαγγελέως Κερκύρας περὶ τοῦ αὐτόθι Σωφρονιστηρίου, καὶ ὑπέδειξα εἰς αὐτὸν, καλέσας τοῦτον ἐνταῦθα διὰ λόγους ὑπηρεσίας, ἵνα συνεννοούμενος μετὰ τῆς Ἐφορείας ἐν πάσῃ ἐχεμυθίᾳ, προετοιμάσῃ μίαν ἢ δύο ἀκτῖνας ἐκ τοῦ Σωφρονιστηρίου Κερκύρας κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε νὰ δύνανται αἱ ἀκτῖνες αὗται νὰ ὑποδεχθῶσι τοὺς φυματιῶντας φυλακισμένους, ἐσύστησα δ’ εἰς αὐτὸν, — καὶ βεβαίως θὰ ἐλάμβανον καὶ πάντα τὰ κατάλληλα μέτρα, ὅσα θὰ ἐθεώρουν πρόσφορα πρὸς τὸ μέτρον τοῦτο, ἐὰν δὲν ἐγκατέλειπον τὸ Ὑπουργεῖον, — ἵνα ἀπὸ κοινοῦ μετὰ τῆς Ἐφορείας τῶν φυλακῶν λάβωσιν ὅλα τὰ κατάλληλα ἀπολυμαντικὰ μέτρα, καὶ ἐν γένει νὰ ἐφαρμόσωσι τοιαύτην δίαιταν, ὥστε, ἐνῷ θὰ ἀπεφεύγομεν τὸν κίνδυνον τῆς μεταδόσεως τῆς νόσου, θὰ εἴχομεν ἐξ ἄλλου τὴν ἐλπίδα, ὅτι ἴσως καὶ θὰ ἐθεραπεύοντό τινες ἐξ αὐτῶν, καὶ θὰ ἐσώζοντο, ὑποβαλλόμενοι εἰς δίαιταν ἀνθρωπινωτέραν. Διότι ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, Κύριοι, ὅτι βεβαίως εἶναι θλιβερὰ ἡ τύχη τῶν καταδίκων, οἱ ὁποῖοι εἶναι ἐγκεκλεισμένοι εἰς τὰς φυλακάς μας, ἀλλ’ ἡ τύχη τῶν φυματιώντων καὶ τῶν λοιπῶν πασχόντων ἐκ χρονίων ἀσθενειῶν, οἵτινές εἰσιν ἐγκεκλεισμένοι εἰς τὰς φυλακάς μας, εἶναι χειροτέρα ἢ ὅσον δύναται νὰ συλλάβῃ ἡ φαντασία τοῦ ἀνθρώπου, εἶναι ζωή, τὴν ὁποίαν οὔτε τὰ κτήνη δὲν διάγουσι· σᾶς βεβαιῶ δὲ, ὅτι, ἐὰν μόνον ἐπισκεφθῆτε καὶ ἐξετάσητε ταύτην τὴν κατάστασιν, ὅλοι θὰ φωνάξητε, ὅπως ἐξευρεθῇ τάχιστα μία ῥιζικὴ θεραπεία τοῦ θλιβεροῦ τούτου γεγονότος, τὸ ὁποῖον ὁμολογουμένως εἶναι πληγὴ φοβερὰ διὰ τοὺς φυλακισμένους καὶ ἀπανθρωπία τοῦ Κράτους.
§48Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, θὰ ἦτο εὐκταῖον, ἐὰν κατωρθοῦτο νὰ πραγματοποιηθῶσιν αἱ ὡραῖαι ἰδέαι, τὰς ὁποίας ὁ τέως Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἐξέθηκεν, ἀλλ’ ἡ γενικότης, ἣν ἔλαβε τὸ ζήτημα, ἦλθεν, ἵνα ματαιώσῃ τὴν πρόθεσιν τὴν ὀρθὴν — ἥτις ἔχει ἀνάγκην συντόνου ἐνεργείας — τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Ζακύνθου. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον πρόκειται σήμερον ὑπὸ συζήτησιν, εἶναι τὸ ἑξῆς· δύναται νὰ ληφθῇ ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως τὸ μέτρον, ὅπως ἐκ τῶν ἐνόντων ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἔτυχον τῆς βασιλικῆς χάριτος, τύχωσι πραγματικῆς ἐλευθερίας, καὶ μὴ ἀλλάξωσι μόνον ἔδαφος, τὸ ὁποῖον τόσον ζωηρῶς εἰκόνισεν ἐν τῇ οἰκτρᾷ αὐτῶν ἀληθείᾳ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Βόλου; Ἐνησκήθη ἡ βασιλικὴ χάρις εἰς τριάκοντα καταδίκους, μετὰ γνωμοδότησιν ἐπιστήμονος ἀρχιάτρου, ἀνωτέρου πάσης ὑπονοίας—ὅτι δὲν ἐγνωμάτευσε συμφώνως μὲ τὴν συνείδησίν του καὶ τὴν ἀλήθειαν· καὶ οἱ τυχόντες τῆς βασιλικῆς χάριτος κατάδικοι θὰ μεταφερθῶσι, δυνάμει τῶν διατάξεων τῶν κειμένων νόμων, εἰς τὰς πολιτικὰς φυλακὰς πρὸς ἀπότισιν τῶν ποινικῶν ἐξόδων. Περὶ αὐτῶν εἶναι ἀνάγκη, ὅπως ἀπολαύσωσιν ἐλεύθερον ἀέρα, καὶ λόγῳ ὑγιεινῆς, ἵνα μὴ μεταδοθῇ τὸ νόσημα εἰς τοὺς ἄλλους καταδίκους, νὰ ληφθῇ πρόνοια. Ἐπροτάθησαν δύο συστήματα, τὸ ἓν ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ Ζακύνθου, τὸ ἕτερον ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ Μαντινείας, τὸ ἓν ἀφορῶν εἰς τὴν ἐνέργειαν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, τὸ ἕτερον εἰς τὴν τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν. Νομίζω, Κύριοι, ὅτι ἡ πρότασις, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλεν ὁ κ. ἐκ Ζακύνθου Βουλευτὴς, εἶναι δυνατὸν νὰ τελεσφορήσῃ χωρὶς νὰ παραβαθῶσιν οἱ νόμοι, νὰ πραγματοποιηθῇ δὲ καὶ ἡ πρόνοια, τὴν ὁποίαν ἔλαβε καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς καὶ ἡ ἐπὶ τῶν χαρίτων ἐπιτροπὴ καὶ ἡ Α. Μ. ὁ Βασιλεὺς, ὑπογράψας τὰς χάριτας. Εἶναι ἀληθὲς, κύριε Πρόεδρε, ὅτι μεταξὺ τῶν 30 ἢ 34 καταδίκων εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρχωσί τινες, οἵτινες νὰ μὴ παρέχωσι τὸν κίνδυνον μεταδόσεως τῆς νόσου. Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ταύτῃ ὑπομιμνήσκω γεγονὸς γνωστὸν εἴς τινας ἐκ τῶν κυρίων Βουλευτῶν, ὅτι χάριν τοῦ γενικοῦ τούτου μέτρου, τῆς ἀπονομῆς χάριτος εἰς τοὺς φυματιῶντας, κατηρτίσθη ἡ σειρὰ τοιούτων καταδίκων πρὸ δύο ἢ τριῶν ἐτῶν, μεταξὺ δὲ τούτων γνωρίζω ἕνα, ὅστις πραγματικῶς ἠλευθερώθη, καὶ ἂν σήμερον εἶχε τὴν ἡλικίαν κληρωτοῦ, ἠδύνατό τις νὰ προβῇ εὐσυνειδήτως εἰς ἀπαλλαγὴν αὐτοῦ λόγῳ ὑπερσαρκίας! Ἀνθρώπινος εἶναι ἡ πλάνη αὕτη· καὶ ἡ ἐπιστήμη δύναται νὰ πλανᾶται, καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἔχει ὡς τεκμήριον τοῦτο, προκειμένου περὶ ἀπονομῆς χάριτος εἰς φυματιῶντας. Δὲν εἶναι τὸ μέτρον μόνον τῆς ὑγιεινῆς, τὸ ὁποῖον ὑπηγόρευσε τὴν ἀπονομὴν χάριτος, ἀλλὰ καὶ τὸ μέτρον τῆς φιλανθρωπίας· ἡ φιλανθρωπία δὲ θὰ ἐπέλθῃ διὰ τοῦ τελευταίου ἔργου, τὸ ὁποῖον καλεῖται ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ πραγματοποιήσῃ. Εἶναι γνωστὸν, κύριε Πρόεδρε, ὅτι εἰς τὰς ποινικὰς φυλακὰς συμβαίνει ἐνταῦθα, χωρὶς νὰ θίγωνται οἱ νόμοι καὶ χωρὶς νὰ γίνωνται τοσαῦται συζητήσεις ἐν τῇ Βουλῇ, διὰ τῆς μεθόδου τῆς μὴ καταβολῆς τῆς τροφοδοσίας νὰ ἀπαλλάσσωνται εἴτε πολιτοκρατούμενοι εἴτε κατάδικοι τοῦ Πλημμελειοδικείου ἢ τοῦ Κακουργιοδικείου· ὅταν δὲ συζητῆται ἐν τῇ Βουλῇ καὶ ὑποδεικνύηται εἰς τὴν Κυβέρνησιν τοιοῦτον μέτρον, καὶ εἶναι ἀνεγνωρισμένη αὐτὴ ἡ κατάστασις, οὐδεμίαν δὲ ζημίαν δύναται νὰ ἐπενέγκῃ οὔτε εἰς τοὺς φυλακισμένους οὔτε εἰς τὴν κοινωνίαν, νομίζω ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν πρέπει νὰ διστάσῃ. Ποῖος λόγος δύναται νὰ συμβουλεύσῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὸ μέτρον τῆς περαιτέρω τηρήσεως αὐτῶν εἰς τὰς φυλακάς; Οὐδείς. Ἐὰν δὲ καὶ ὑπὸ ἑτέραν ἔποψιν ἐξετάσω τὸ προκείμενον ζήτημα, νομίζω ὅτι εἴτε τὸ Σωφρονιστήριον Αἰγίνης χρησιμεύσῃ, ὡς ἐπρότεινεν ὁ κ. Τοπάλης, εἴτε τὸ τῆς Κερκύρας, ὁ ἐλεύθερος ἀὴρ εἶναι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον θὰ θεωρήσωσιν ὡς μεγαλείτερον εὐεργέτημα οἱ τυχόντες βασιλικῆς χάριτος. Διὰ τοῦτο συνιστῶ καὶ ἐγὼ, συμφωνῶν μετὰ τοῦ κ. ἐκ Μαντινείας συναδέλφου, καὶ νομίζω ὅτι ἔργον ἀποκλειστικῆς προνοίας, καὶ ὡς δημοσίου ἀνδρὸς καὶ ὡς κατ’ ἐξοχὴν φιλανθρώπου, τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως εἶναι νὰ προβῇ ὡς τάχιστα καὶ διατάξῃ τὸν ἁρμόδιον ταμίαν νὰ μὴ καταθέσῃ τὴν τροφοδοσίαν τῶν καταδίκων τούτων· μεθ’ ὃ θὰ προβῇ κατὰ τὸν νόμον ὁ ἐπιστάτης τῶν φυλακῶν εἰς ἀπόλυσιν. Ὅταν δὲ ἔλθῃ ἡ συζήτησις περὶ τοῦ ζητήματος τῶν φυλακῶν καὶ τῆς καταστάσεως αὐτῶν, τότε βεβαίως τὸ ζήτημα περισσότερον θέλει ἀναπτυχθῆ, καὶ οἱ εἰδότες θὰ λάβωσι τὸν λόγον, ὑποδεικνύοντες καὶ αὐτοὶ τὰ προσήκοντα μέτρα, ἀναλόγως τῆς μικρᾶς των πείρας.
§49Ι. ΠΑΛΑΣΚΑΣ. Πρὸ ἡμερῶν παρεκάλεσα τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ὅπως εὐαρεστηθῇ νὰ προκαλέσῃ βασιλικὴν χάριν διὰ τοὺς καταδίκους ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι κατηγορήθησαν κατὰ τὰ 1877, 1878 καὶ 1879. Ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης δὲν εὐηρεστήθη μέχρι σήμερον νὰ προβῇ εἰς τὸ μέτρον τοῦτο· δὲν γνωρίζω διατί. Μήπως νομίζει ὅτι παρανόμως θ’ ἀπονεμηθῇ εἰς αὐτοὺς ἡ χάρις; Βεβαιῶ τὴν Βουλὴν καὶ τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ὅτι ἡ ἀπονομὴ βασιλικῆς χάριτος εἰς τοὺς δυστυχεῖς αὐτοὺς καταδίκους εἶναι δικαιοτάτη, διότι αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι δὲν ἐγκλημάτησαν ἐκ προθέσεως, διότι αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι, χάριν τοῦ ἔθνους, καὶ παρακινούμενοι ἐντεῦθεν δι’ ἐπιστολῶν, ὅπως δώσωσι χεῖρα βοηθείας, ἔσπευσαν νὰ προστατεύσωσι καὶ βοηθήσωσι τοὺς ὑποδούλους ἀδελφοὺς ἡμῶν, βασανιζομένους ὑπὸ τῶν ἐχθρῶν. Καὶ προκαλῶ τὸν κ. Τερτίπην νὰ εἴπῃ, ἂν δὲν ἐπολέμησαν εἰς τὴν Ματαράγκαν καὶ ἀλλαχοῦ χάριν τῶν ἀδελφῶν ἡμῶν. Τοιοῦτοι ἄνθρωποι, ὡς ὁ Τσιλιμίγκρας, ὁ Τσούμας, ὁ Χατζηγιάννης καὶ ἄλλοι, κατηγορηθέντες καὶ καταδικασθέντες δι’ ἐγκλήματα διαπραχθέντα ἐν Θεσσαλίᾳ ἐπὶ τουρκοκρατίας, εἶναι ἄδικον νὰ κρατῶνται ἐπὶ 20 ἔτη εἰς τὰς φυλακὰς, ἐνῷ δὲν ἔπρεπεν οὔτε νὰ καταδικασθῶσι κἄν, ἔπρεπε μᾶλλον νὰ ἐκφρασθῇ εἰς αὐτοὺς καὶ ἡ εὐαρέσκεια τοῦ Κράτους. Ἐκτὸς τούτου, ὑπομιμνήσκω εἰς τὸν κύριον Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι κατὰ τὸ 1895 συνεστήθη μία μεγάλη ἐπιτροπὴ, ὅπως μελετήσῃ τὰ ζητήματα τῆς Θεσσαλίας, εἰσήχθη μάλιστα τότε καὶ νομοσχέδιον εἰς τὴν Βουλήν, τὸ ὁποῖον, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, καὶ ἐψηφίσθη εἰς δευτέραν ἀνάγνωσιν, ἀλλ’ ὁ πόλεμος ἐματαίωσε τὸ ἔργον. Τώρα εἶναι καιρὸς, νομίζω, νὰ εἰσαχθῇ ἐκ νέου τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο, καὶ δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς θὰ τὸ ἀναγράψῃ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, καὶ ὅτι πανηγυρικῶς, οὕτως εἰπεῖν, θὰ τὸ ψηφίσῃ ἡ Βουλή.
§50ΣΠ. ΓΕΩΡΓΟΠΟΥΛΟΣ. Συνιστῶ καὶ ἐγὼ θερμότατα τὴν αἴτησιν τοῦ βουλευτοῦ Καρδίτσης κ. Παλάσκα. Ὑπάρχουσι κατάδικοι ἀπὸ τοῦ 1878 ἢ 1879 ἐγκληματήσαντες εἰς ἐποχὴν ἀνώμαλον, οἱ πλεῖστοι δὲ, γεγηρακότες ἤδη, ἐσάπισαν κυριολεκτικῶς εἰς τὰς φυλακάς. Θὰ ἦναι ἔργον φιλανθρωπίας, ἐὰν δοθῇ χάρις εἰς αὐτούς.
§51ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Σκληρὸς ἔχει τὸν λόγον.
§52Γ. ΣΚΛΗΡΟΣ. Ἀξιότιμοι κύριοι συνάδελφοι, ἐπιτρέψατέ μοι, ὅπως κατὰ πρῶτον δι’ ὀλίγων λέξεων ἐπικαλεσθῶ τὴν ὑμετέραν ἐπιείκειαν διὰ τὴν γλῶσσαν, τὴν ὁποίαν θέλω μεταχειρισθῆ, ὁμιλῶν πρὸς ὑμᾶς. Ἐπὶ εἴκοσι πέντε ὁλόκληρα ἔτη ἀπουσιάζων ἐκ τῆς φίλης πατρίδος, σπανίως ἔλαβον ἀφορμὴν νὰ ὁμιλήσω τὴν μητρικήν μου γλῶσσαν. Δύνασθε δὲ ἤδη νὰ φαντασθῆτε, ἂν μετὰ τὴν πολυχρόνιον ταύτην ἀπουσίαν δύναμαι νὰ εὕρω τὰς καταλλήλους λέξεις καὶ φράσεις, ὅπως ἐκφράσω ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐπιθυμῶ νὰ ἐκφράσω πρὸς ὑμᾶς. Ἀφ’ ἑτέρου δὲ, δὲν ἔχω καὶ ῥητορικὴν ἱκανότητα, ἵνα ἐκθέσω καταλλήλως ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον θεωρῶ ὀρθὸν καὶ δίκαιον καὶ συντελοῦν εἰς τὴν πρόοδον τοῦ ἔθνους. Διὰ τοῦτο ἐπικαλοῦμαι τὴν ὑμετέραν ἐπιείκειαν. Πρὸ ὀλίγων ὡρῶν, κύριοι συνάδελφοι, εἶδον εἰς τὰς ἐφημερίδας, ὅτι ἐν Λευκάδι ἐγένετο συλλαλητήριον ἐναντίον τοῦ ἀποκλεισμοῦ, τὸν ὁποῖον αἱ ἀτμοπλοϊκαὶ ἑταιρεῖαι ἠθέλησαν νὰ ἐπιβάλωσιν εἰς τὴν ἐπαρχίαν ἐκείνην (τὴν ὁποίαν ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ἀντιπροσωπεύω) πρὸς καταστροφὴν τοῦ ἐμπορίου καὶ τῶν συμφερόντων αὐτῆς. Ὁ ἀποκλεισμὸς, Κύριοι, ἐν καιρῷ εἰρήνης εἶναι κἄτι τι περίεργον. Ἐὰν εὑρισκόμεθα ἐν καιρῷ πολέμου, δὲν θὰ ἦτο παράδοξον· ἀλλὰ νὰ ἀποκλείωνται ὁλόκληροι ἐπαρχίαι, νὰ καταστρέφωνται τὰ συμφέροντά των, νὰ ἐμποδίζηται ἡ συγκοινωνία των ἐν εἰρήνῃ, εἶναι πρᾶγμα πολὺ ἄδικον, τὸ ὁποῖον δὲν ἔπρεπε νὰ συμβαίνῃ εἰς πεπολιτισμένον ἔθνος. Ἀλλὰ πρέπει νὰ ἐξιστορήσωμεν καὶ πῶς ἐπῆλθεν ὁ ἀποκλεισμὸς αὐτός. Πρὸ τριῶν ἢ τεσσάρων ἐτῶν, νομίζω, ἐψηφίσθη νόμος περὶ φορολογίας τῶν ἀτμοπλοίων τῶν διερχομένων διὰ τῆς διώρυγος τῆς Λευκάδος. Ὁ φόρος οὗτος, ὡς ἦτο ἑπόμενον, δὲν ἤρεσεν εἰς οὐδεμίαν τῶν ἀτμοπλοϊκῶν ἑταιρειῶν, καὶ οὐδεμία ἐξ αὐτῶν ἐπλήρωσε τὸν φόρον αὐτὸν καθ’ ὁλόκληρον τὸ διάστημα τῶν τριῶν ἢ τεσσάρων ἐτῶν. Ἐσχάτως ὅμως τὸ Νομικὸν Συμβούλιον ἐγνωμοδότησεν, ὅτι αἱ ἑταιρεῖαι αὗται ὤφειλον νὰ πληρώσουν τὸν φόρον αὐτὸν, καὶ εἶχε δοθῆ προθεσμία, νομίζω, μέχρι τῆς 31 Δεκεμβρίου, ὅπως πληρωθῇ ὁ φόρος. Ἡ προθεσμία αὕτη παρῆλθε, καὶ τὸ Ὑπουργεῖον διέταξε τὰς ἀρχὰς νὰ προβῶσιν εἰς τὴν εἴσπραξιν τοῦ φόρου. Ὁ λαβὼν τὴν διαταγὴν ταύτην ὑπάλληλος προέβη εἰς τὴν εἴσπραξιν μετὰ δραστηριότητος καὶ ζήλου ἀκαίρου καὶ ὑπερβολικοῦ, μὴ λαβὼν ὑπ’ ὄψιν τὰς συνεπείας αὐτοῦ. Βεβαίως δραστηριότης καὶ ζῆλος πρέπει νὰ ὑπάρχῃ εἰς πάντα ὑπάλληλον, ἀλλὰ πρέπει ταῦτα νὰ ἐκδηλῶνται λογικῶς καὶ ἐν ἐπιγνώσει τῶν ἀποτελεσμάτων αὐτῶν. Δυστυχῶς ὁ ὑπάλληλος οὗτος δὲν ἔβλεπε μακρὰν, ἀλλὰ προσεπάθησε νὰ ἐπιβληθῇ διὰ τῆς βίας, ἀναγκάζων τὰς ἀτμοπλοϊκὰς ἑταιρείας νὰ πληρώσωσι τὸν εἰρημένον φόρον. Καὶ τί ἔπραξε; Κατάσχεσιν ἐπὶ κατασχέσεως! Καὶ ὄχι μόνον κατέσχε χρήματα τῶν ἑταιρειῶν εἰς χεῖρας τῶν πρακτόρων, ἀλλὰ καὶ ἠπείλησε νὰ κατάσχῃ καὶ αὐτὰ τὰ ἀτμόπλοια τῶν ἑταιρειῶν. Ἐπὶ πλέον δὲ, ὡς ἤκουσα, ἀλλ’ ἀγνοῶ ἂν εἶναι ἀληθὲς, συνέλαβε τὸν πράκτορα τῆς Ἀτμοπλοϊκῆς Ἑταιρείας τοῦ Λόϋδ, καὶ μάλιστα τὸν συνέλαβεν ὥς τινα κακοῦργον, ἐνῷ εἶναι ἄνθρωπος γνωστὸς εἰς ὅλην τὴν Λευκάδα· νομίζω δὲ, ὅτι τὸ ζήτημα τοῦτο εὑρίσκεται τώρα εἰς χεῖρας τῆς Αὐστριακῆς Πρεσβείας, ἡ ὁποία ἐζήτησεν ἱκανοποίησιν παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν, καὶ δύναται οὗτος νὰ μᾶς πληροφορήσῃ περὶ αὐτοῦ. Ἐκ τούτου δὲ ἐλπίζω, ὅτι θὰ ληφθῶσι δραστήρια μέτρα, ὅπως μὴ ἐπιτρέπωνται τοιαῦται παρεκτροπαὶ εἰς τοὺς ὑπαλλήλους. Ἀλλὰ τί συνέβη ἐκ τούτου; Μετὰ τὴν ἐνέργειαν ταύτην τοῦ ὑπαλλήλου αἱ ἀτμοπλοϊκαὶ ἑταιρεῖαι ἀπεφάσισαν νὰ ἀποκλείσωσι τὴν νῆσον, καὶ ἀπὸ τριῶν ἤδη ἑβδομάδων οὐδεμία συγκοινωνία ὑπάρχει μετ’ αὐτῆς· καὶ ὄχι μόνον μετ’ αὐτῆς δὲν ὑπάρχει συγκοινωνία, ἀλλὰ καὶ μετὰ τῆς Ἀκαρνανίας, ἡ ὁποία κατὰ τὸ πλεῖστον δι’ αὐτῆς συγκοινωνεῖ. Οὐδεμία συγκοινωνία οὔτε μετὰ τοῦ Πειραιῶς, τῆς Σύρου, τῶν Πατρῶν, τῆς Κερκύρας κλπ. Καταστρέφονται δὲ οὕτω μεγάλα συμφέροντα, ἕνεκα τοῦ ἀκαίρου καὶ ὑπερβολικοῦ ζήλου ἑνὸς ὑπαλλήλου. Βεβαίως ὁ νόμος δύναται νὰ ἦναι αὐστηρός, ἀλλ’ ὅταν ἐφαρμόζηται μετ’ ἐπιεικείας καὶ καλοῦ τρόπου, δὲν φαίνεται τόσον βαρύς, ἐνῷ τοὐναντίον καὶ ὁ ἠπιώτερος νόμος γίνεται αὐστηρός, ὅταν ἐφαρμόζηται μετ’ αὐστηρότητος. Ἀφ’ ἑτέρου ὅμως εἶναι ὀρθὸν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἔπραξαν αἱ ἀτμοπλοϊκαὶ ἑταιρεῖαι; εἶναι νόμιμον; Δὲν πιστεύω ποτὲ ὁ Ἑλληνικὸς νόμος νὰ ἐπιτρέπῃ τοιαύτας συνεννοήσεις ἑταιρειῶν ἢ σωματείων, ὅπως καταστρέφωσι τὰ συμφέροντα ἐπαρχιῶν ὁλοκλήρων καὶ ἀτόμων ἐνδιαφερομένων. Διότι ἐγὼ γνωρίζω πλεῖστα πρόσωπα, τὰ ὁποῖα ἔχουσι συμφέροντα νὰ μεταβῶσιν εἰς Λευκάδα, ἀλλὰ δὲν δύνανται, ματαίως δὲ ἀγωνίζονται, ζητοῦντα τρόπον, ὅπως μεταβῶσιν ἐκεῖ. Εἷς μεγαλέμπορος, θέλων νὰ μεταβῇ εἰς Λευκάδα, ἠναγκάσθη νὰ πληρώσῃ ἁδρὰ, ὅπως τὸ ἀτμόπλοιον πλησιάσῃ εἰς ἀκτήν τινα καὶ τὸν ἀποβιβάσῃ. Ἡ κατάστασις, εἰς ἣν δύναται νὰ περιέλθῃ ἡ ἐπαρχία μας ἐκ τοῦ τοιούτου, κατόπιν συνεννοήσεων τῶν ἑταιρειῶν, ἀποκλεισμοῦ, εἶναι λίαν σοβαρὰ καὶ ἐξαιρετική· πρέπει δὲ νὰ ληφθῇ ταχίστη πρόνοια παρὰ τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως ἀρθῇ τὸ κακὸν καὶ μὴ ἐπιτρέπωνται εἰς τὸ μέλλον τοιαῦται παρανομίαι, ἀλλὰ πρέπει καὶ δι’ ἠπίου τρόπου νὰ γίνεται ἡ εἴσπραξις τοῦ φόρου. Βεβαίως αἱ ἑταιρεῖαι, ἐν τῇ προασπίσει τῶν συμφερόντων των, προέβησαν εἰς τὸ διάβημα αὐτὸ, ἀλλὰ πρέπει νὰ ἐπιβληθῇ εἰς αὐτὰς βαρεῖα ἀποζημίωσις, ἐν ᾗ περιπτώσει διὰ τοιούτους λόγους ἐξακολουθοῦσιν ἐπιμένουσαι νὰ μὴ προσεγγίζωσιν εἰς τοὺς λιμένας, ὅπου προσήγγιζον. Πρέπει τοῦτο νὰ ἀναγράφηται ὡς ὅρος εἰς τὰς συμβάσεις τοῦ Δημοσίου μετὰ τῶν ἑταιρειῶν, ἢ ἄλλως πρέπει νὰ καθιερωθῇ διὰ γενικῆς νομικῆς διατάξεως. Λοιπὸν θὰ παρακαλέσω τὴν Κυβέρνησιν, ἐν ᾗ περιπτώσει δὲν ὑπάρχῃ νόμος ἢ δὲν ἀναγράφηται εἰς τὰς συμβάσεις τὸ δικαίωμα τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως ἐπεμβῇ καὶ ἐπιβάλῃ εἰς τὰς ἑταιρείας τὴν ἄρσιν τοῦ ἀποκλεισμοῦ αὐτοῦ, νὰ ἐξεύρῃ τρόπον, δι’ οὗ θὰ διορθωθῇ τὸ κακόν. Διότι εἶναι ἄδικον νὰ καταστρέφωνται τὰ συμφέροντα ὁλοκλήρου ἐπαρχίας, τῆς Λευκάδος, ἐκ τοιούτου ἀποκλεισμοῦ. Πρέπει ὅμως νὰ ληφθῇ καὶ γενικὸν μέτρον, διότι χθὲς ἠκούσαμεν ὑπὸ τοῦ κ. συναδέλφου ἐκ Κέας λεχθὲν, ὅτι καὶ εἰς τὴν ἐπαρχίαν ἐκείνην συνέβη τὸ αὐτό.
§53Ε. ΤΣΑΡΛΑΜΠΑΣ. Τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ συναδέλφου κ. Σκληροῦ περὶ τοῦ ἀποκλεισμοῦ, εἰς τὸν ὁποῖον εὑρίσκεται ἡ Λευκὰς ἕνεκα τῆς μὴ προσεγγίσεως τῶν ἀτμοπλοίων, εἶναι καθ’ ὅλα ἀκριβῆ. Διὰ τῶν ἀτμοπλοίων γίνεται ἐκ Λευκάδος ἡ ἐξαγωγὴ τῶν προϊόντων αὐτῆς, καθὼς καὶ ἡ εἰσαγωγὴ τῶν εἰς τὴν ἐπαρχίαν ἀναγκαίων ἐμπορευμάτων· ἐκ τῆς μὴ προσεγγίσεως δὲ τῶν ἀτμοπλοίων ἔπαυσε πᾶσα ἐμπορικὴ ἐργασία, καὶ μεγάλα ἐκ τούτου συμφέροντα καταστρέφονται. Ὁ λόγος τῆς τοιαύτης καταστάσεως εἶναι τὸ ἀποτέλεσμα τῶν νόμων τῆς 7 Ἰουλίου 1892 καὶ 24 Ἰουλίου 1899, δι’ ὧν ἀπεφασίσθη ἡ ἐκτέλεσις λιμενικῶν ἔργων ἐν Λευκάδι διὰ τῆς ἐπιβολῆς λιμενικῶν φόρων ἐπί τε τῆς ἐξαγωγῆς καὶ τῆς εἰσαγωγῆς, ὡς καὶ ἐπὶ τῶν προσορμιζομένων ἐκεῖσε ἀτμοπλοίων· ὁ διὰ τοῦ τελευταίου ὅμως νόμου ἐπιβληθεὶς λιμενικὸς φόρος ἐπὶ τῶν εἰς Λευκάδα προσορμιζομένων πλοίων οὐδέποτε μέχρι σήμερον εἰσεπράχθη. Ἀλλ’ ἐπειδὴ ἡ Λιμενικὴ Ἐπιτροπὴ εἶχεν ἀνάγκην χρημάτων, κατὰ τὴν 30 Ἰανουαρίου 1901 συνωμολόγησε δάνειον μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, πρὸς ἐξασφάλισιν δὲ κατέστησεν ὑπεγγύους ὅλους τοὺς ὑπάρχοντας τοῦ λιμένος πόρους, ἐν οἷς καὶ τὸν ἐπὶ τῶν ἀτμοπλοίων φόρον. Διαμαρτυρηθείσης ὅμως τῆς Τραπέζης διὰ τὴν μὴ εἴσπραξιν τοῦ φόρου τούτου, ἤρξατο ἡ ζήτησις αὐτοῦ ὡς καὶ ἡ τῶν προηγουμένως καθυστερουμένων, καὶ ἐκ τούτου προῆλθεν ὁ ἀποκλεισμὸς τῆς νήσου διὰ τῆς μὴ προσεγγίσεως τῶν ἀτμοπλοίων. Ὁμολογῶ, ὅτι τὸ λιμενικὸν αὐτὸ ἔργον ἐξυπηρετεῖ οὐ μόνον τὰ γενικὰ τοῦ ἐμπορίου συμφέροντα, ἀλλὰ καὶ ἐθνικά· ἐγὼ ὅμως ἔκτοτε ἤμην κατὰ τῆς ἐκτελέσεως τοῦ ἔργου τούτου, διότι ἀνεγνώριζον, ὅτι ἡ πατρίς μου δὲν ἦτο εἰς κατάστασιν νὰ τὸ ἐκτελέσῃ, ἐξ ἄλλου δ’ ἔκρινα, ὅτι οὐδεμίαν ὠφέλειαν θὰ προσεπορίζετο ἡ ἐπαρχία μου. Μετὰ θάρρους δὲ ὁμολογῶ, ὅτι τὸ ἐθεώρησα καὶ τὸ θεωρῶ καταστρεπτικὸν διὰ τὴν πατρίδα μου, διότι ἐπαρχία ἔχουσα πληθυσμὸν ἐλάσσονα τῶν 27,000 κατοίκων, τῶν ὁποίων τὰ προϊόντα περιορίζονται εἰς τὴν ἐξαγωγὴν 150,000 βαρελῶν οἴνου, 10,000 ἢ 15,000 βαρελῶν ἐλαίου καὶ περὶ τὸ 1,000,000 λιτρῶν σταφιδοκάρπου, δὲν ἦτο εἰς κατάστασιν, ἄνευ καταστροφῆς αὐτῆς, νὰ ὑποβληθῇ εἰς τὸ ὑπέρογκον αὐτὸ ἔξοδον πρὸς ἐκτέλεσιν ἔργου, οὗτινος τὴν ἕναρξιν ἐθεώρησεν ὁ Ἄγγλος ἁρμοστὴς κατὰ τὸ 1850 ὡς ἀτυχῆ ἰδέαν· ἀφοῦ δὲ Κράτη μεγάλα δὲν εἶναι εἰς θέσιν νὰ ἐκτελέσωσι τοιαῦτα ἔργα, πολὺ ὀλιγώτερον ἠδύνατο μόνη ἡ ἐπαρχία μου, ἀφοῦ μάλιστα οὐδεμίαν ὠφέλειαν ἤθελε προσπορίζεσθαι ἐξ αὐτοῦ. Ἀλλ’ ἐπειδὴ οἱ ἐπιβληθέντες φόροι δὲν ἠδύναντο νὰ καταργηθῶσιν ἢ νὰ μειωθῶσιν ἄνευ ἑτέρου νόμου, πρὸς ἀποφυγὴν δυσαρέστων, ὡς ἐκ τῶν πιέσεων τῶν ἀρχῶν πρὸς εἴσπραξιν τῶν ὀφειλομένων, παρεκάλεσα τὸν κ. Πρωθυπουργὸν καὶ τὸν κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸν, ἵνα εὐαρεστούμενοι διατάξωσι τὴν ἀναστολὴν πάσης καταδιώξεως κατὰ τῶν ἀτμοπλοϊκῶν ἑταιρειῶν μέχρι τῆς ὑποβολῆς καὶ ἐπιψηφίσεως νομοσχεδίου κανονίζοντος τὸ ζήτημα τοῦτο: ὁμολογῶ δὲ, ὅτι μετὰ προθυμίας παρεδέχθησαν τὴν ὑποβληθεῖσαν παράκλησίν μου, τὴν ὁποίαν καὶ σήμερον ἐπαναλαμβάνω καὶ παρακαλῶ, ἵνα τηλεγραφικῶς δοθῶσιν αἱ δέουσαι πρὸς τοὺς ἁρμοδίους διαταγαί, καὶ ἀρθῇ οὕτως ὁ τῆς πατρίδος μου ἀποκλεισμός.
§54ΠΕΡ. ΒΑΛΑΩΡΙΤΗΣ. Δὲν κατώρθωσα ἀτυχῶς ν’ ἀκούσω καλῶς τὸν προαγορεύσαντα, ἄλλοι ὅμως ἀκούσαντες αὐτὸν μοὶ εἶπον, ὅτι ὁ σεβαστὸς συνάδελφός μου κατέκρινε τὸ ἔργον τῆς κατασκευῆς ἐσωτερικῆς αὔλακος μεταξὺ τοῦ λιμένος Ἀλεξάνδρου καὶ τοῦ λιμένος Λευκάδος. Χαίρω τὰ μέγιστα, ὅτι ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς ἠκούσθη ἡ φωνὴ τοῦ γηραιοῦ συναδέλφου μου, ψέγοντος ἐμὲ, ὅστις διὰ τῶν μέσων τῆς πρώην Κυβερνήσεως τοῦ κ. ἐκ Κερκύρας Βουλευτοῦ συνετέλεσα ὥστε νὰ ψηφισθῇ ὁ νόμος τοῦ 1899, διὰ τοῦ ὁποίου ἐπεβάλλετο φορολογία εἰς τὴν νῆσον Λευκάδα, ἵνα δυνηθῇ διὰ τῆς φορολογίας ταύτης τὸ Λιμενικὸν Ταμεῖον νὰ συνάψῃ δάνειον μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, διὰ τοῦ ὁποίου νὰ κατασκευασθῇ ὑφ’ ὅλας τὰς ἐπόψεις λίαν συμφέρουσα, ὄχι μόνον διὰ τὸν τόπον, ἀλλὰ καὶ διὰ τὸ Κράτος, ἐσωτερικὴ διῶρυξ, ἑνοῦσα τὸν λιμένα Ἀλεξάνδρου μετὰ τοῦ λιμένος Φρουρίου. Καὶ ἂν ἡ ἐσωτερικὴ αὕτη αὖλαξ ἤθελε γείνῃ πρὸ τοῦ 1897, ἤθελε χρησιμεύσει καὶ ὡς στρατηγικὴ ὁδὸς διὰ τὰ μικρὰ πλοῖα, τὰ ὁποῖα ἦτο ἀνάγκη νὰ ἔλθωσιν εἰς βοήθειαν τῶν μεγάλων, εὑρισκομένων πρὸ τῆς Πρεβέζης. Πᾶς τις δὲ εἶχε καθῆκον νὰ ὑποστηρίξῃ τὸ κοινωφελὲς τοῦτο ἔργον, καὶ ὁμολογῶ, ὅτι μετὰ λύπης μου ἤκουσα τοῦ σεβαστοῦ συναδέλφου, πρώτην ταύτην φορὰν ἐκφράσαντος τοιαύτην γνώμην, διότι ποτὲ δὲν ἤκουσα αὐτὸν, ὅτε εὑρίσκετο ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ, νὰ ψέξῃ τὸ ἔργον, καθόσον εἶχεν ἐννοήσει τὰς μεγίστας ἐξ αὐτοῦ ὠφελείας τῆς Λευκάδος. Ὁμολογῶ καὶ ἐγὼ, ὅτι ἡ φορολογία εἶναι μεγάλη, σχετικῶς μὲ τὴν μικρὰν νῆσον τῆς Λευκάδος, ἀλλὰ δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι, ὅταν ἀνοίξῃ ἐντὸς τριῶν μηνῶν ἡ αὖλαξ ἐκείνη, ἐντὸς ὀλίγου ἡ ἐπαρχία, τὴν ὁποίαν ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ἀντιπροσωπεύω, θέλει ἀναγνωρίσει τὰ καλὰ, τὰ ὁποῖα ἡ κατασκευὴ τῆς ἐσωτερικῆς ταύτης αὔλακος θέλει ἐπιφέρει εἰς τὸν τόπον. Ἀναγκάζομαι δὲ καὶ ἐγὼ νὰ παρακαλέσω τὴν Κυβέρνησιν, ὡς καὶ κατ’ ἰδίαν χθὲς παρεκάλεσα τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ἵνα, εἰ δυνατὸν καὶ ἂν ὁ νόμος τὸ ἐπιτρέπῃ, ἀναστείλῃ τὴν εἴσπραξιν τῶν καθυστερουμένων φόρων τῶν προσορμιζομένων πλοίων, οὓς αἱ διάφοροι ἀτμοπλοϊκαὶ ἑταιρεῖαι ἀρνοῦνται σήμερον νὰ πληρώσωσι, μέχρις ὅτου διὰ τῆς ὑποβολῆς νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον γνωρίζω, ὅτι ἑτοιμάζει ἡ Κυβέρνησις, ἴδωσιν αἱ ἀτμοπλοϊκαὶ ἑταιρεῖαι, ὅτι ἀπαλλάσσονται τοῦ πλείστου μέρους τῶν καθυστερουμένων, καὶ οὕτως ἀρχίσωσιν οἱ πλόες πάλιν εἰς τὴν Λευκάδα καὶ παύσῃ ὁ ἀποκλεισμός, ὅστις ἐπέφερε μέχρι σήμερον οὐκ ὀλίγην ζημίαν εἰς τὸ ἐμπόριον, καὶ δύναται ἀκόμη νὰ ἐπιφέρῃ καὶ τὴν χειροτέραν ὅλων τῶν ζημιῶν εἰς τοὺς κατοίκους, τὴν πεῖναν, ἕνεκα τῆς ἐλλείψεως ἀλεύρων καὶ τροφῶν.
§55ΚΥΡ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Δὲν πρόκειται νὰ κρίνω τὴν ἀξίαν τῶν ἔργων, περὶ τῶν ὁποίων ὡμίλησεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Λευκάδος Βουλευτής· πρόκειται ἁπλῶς νὰ δηλώσω εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι μετὰ τὴν ἀποδοχὴν ἐκ μέρους τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης τῆς ἐλαττώσεως τοῦ λιμενικοῦ φόρου θέλω καταθέσει εἰς μίαν τῶν προσεχῶν συνεδριάσεων νομοσχέδιον περὶ τούτου.
§56Ε. ΤΣΑΡΛΑΜΠΑΣ. Ἀπαντῶν εἰς τὰς παρατηρήσεις τοῦ κ. συναδέλφου, ἐπαναλαμβάνω, ὅτι ἐγὼ ἤμην καὶ εἶμαι πάντοτε ἀντίθετος τῆς κατασκευῆς τῶν λιμενικῶν ἔργων τῆς πόλεως Λευκάδος, καὶ ὅτε ὁ ἀείμνηστος Τρικούπης, συμφώνως πρὸς τὸν κανονίζοντα τοὺς λιμενικοὺς φόρους νόμον, ὑπέβαλε τὴν πρότασιν τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου τῆς πόλεως εἰς τὴν κρίσιν καὶ τῶν λοιπῶν Συμβουλίων τῆς ἐπαρχίας, ἐγὼ καὶ διὰ τοῦ λόγου καὶ διὰ τοῦ τύπου ἀντέστην, ὄχι διότι τὸ ἔργον δὲν ἐξυπηρέτει συμφέροντα τοῦ ἐμπορίου καὶ ἀνάγκας τοῦ Κράτους, ἀλλὰ διότι τὸ ἐθεώρουν ἀσύμφορον διὰ τὴν μικρὰν πατρίδα μου, ὡς ἀνίκανον νὰ ἀναλάβῃ τὴν ἀπαιτουμένην μεγάλην δαπάνην διὰ τὴν ἐκτέλεσίν του. Τότε ἐκ τῶν λοιπῶν 7 Δημοτικῶν Συμβουλίων τῆς ἐπαρχίας Λευκάδος δύο μὲν δι’ ἐκτεταμένων δικαιολογητικῶν ἐκθέσεων ἐξέφρασαν τὴν κατὰ τῆς προτάσεως περὶ τοῦ οὕτω κατασκευασθησομένου ἔργου γνώμην των, ὡς θεωροῦντα τοῦτο πολὺ ἐπιβαρυντικὸν καὶ ἀσύμφορον εἰς τὸν τόπον, τὰ δὲ λοιπὰ Συμβούλια ἠρνήθησαν νὰ ἐκφράσωσι γνώμην, πλὴν τοῦ μικροῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου Ταφίων, ὅπερ συνεφώνησε μὲ τὸ τῆς πόλεως. Ἀποτυχόντος οὕτω τοῦ μέτρου τούτου τῆς παρὰ τῶν Δημοτικῶν Συμβουλίων ἐγκρίσεως, οἱ ἐπιδιώκοντες τὴν κατασκευὴν ἠδυνήθησαν διὰ νόμου νὰ ἐπιβάλωσι τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ ἔργου τούτου, πληρωνομένης τῆς δαπάνης ἀπὸ τοὺς λιμενικοὺς φόρους, οἱ ὁποῖοι κατὰ τὸ ἔτος 1902 ἀνῆλθον εἰς δραχμὰς περίπου 134,000, αἵτινες, προστιθέμεναι εἰς τὰς δρ. 301,000 καὶ πλέον, ἃς καταβάλλει ἡ ἐπαρχία δι’ εἰσαγωγικὰ καὶ ἐξαγωγικὰ τέλη, ἀναβιβάζουσι τὸ ποσὸν εἰς 435,000 δραχμὰς, πλὴν τῶν ταμιακῶν καὶ ἄλλων φόρων, οἱ ὁποῖοι, ἐπαναλαμβάνω, πληρώνονται ἀπὸ τὴν ἀξίαν τῶν ἐξαγομένων προϊόντων, τουτέστιν ἀπὸ τὰς 86,000 βαρέλας οἴνου, αἱ ὁποῖαι προκύπτει ὅτι ἐξήχθησαν κατὰ τὸ ἔτος 1901 καὶ 1902, ἐξ ἐλαίου βαρελῶν 15,000 ἢ 20,000, καὶ ἐξ ἑξακοσίων ἢ ἑπτακοσίων περίπου χιλιάδων λιτρῶν σταφιδοκάρπου· ἐξ αὐτῶν τῶν φορολογουμένων ὅθεν εἰσοδημάτων ὀφείλει ἡ ἐπαρχία τῆς Λευκάδος νὰ πληρώσῃ 4 ἢ 5 ἑκατομμύρια, εἰς ἃ θέλει ἀνέλθει ἡ δαπάνη τῆς κατασκευῆς τῶν λιμενικῶν ἔργων. Ἀλλὰ κατὰ τί θὰ ὠφεληθῇ ἡ Λευκὰς ἐκ τῆς τοιαύτης μεγάλης δαπάνης; Μὴ εἶναι τόπος ἐμπορικός; μὴ εἶναι βιομηχανικός; Τὰ εἰσοδήματά της εἶναι ἤδη ὡρισμένα. Πλὴν ὅμως τῆς εἰρημένης μεγάλης δαπάνης, ἀπαιτοῦνται πρὸς συντήρησιν τοῦ ἔργου τούτου καὶ περὶ τὰς 60,000 δραχμαὶ ἐτησίως, τὰς ὁποίας οὐδέποτε θέλει ἀπολαμβάνει ἡ Λευκὰς ἐκ διοδίων ἢ ἄλλων ἐσόδων. Καὶ ταύτας ἐν τούτοις θέλει πληρώνει αἰωνίως ἡ ἐπαρχία μου διὰ τῶν πενιχρῶν αὐτῆς προϊόντων. Δι’ ὅλους αὐτοὺς τοὺς λόγους, Κύριοι, λέγω, ὅτι τὸ ἔργον αὐτὸ εἶναι ὁ τάφος τῆς πατρίδος μου, καὶ ἑπομένως ὄχι μόνον εὐεργέτημα δὲν εἶναι, ἀλλ’ εἶναι καὶ λίαν καταστρεπτικὸν δι’ αὐτήν.
§57ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Λαδόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§58ΕΜΜ. ΛΑΔΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐζήτησα τὸν λόγον, λαβὼν ἀφορμὴν ἐκ τῆς ἐπερωτήσεως τοῦ ἀξιοτίμου κ. συναδέλφου ἐκ Λευκάδος, ὅστις εἶπεν, ὅτι αἱ ἀτμοπλοϊκαὶ ἑταιρεῖαι συνώμοσαν. Τοῦτο δὲν πιστεύω νὰ πιστεύῃ ὁ κ. Σκληρὸς, διότι, ὡς γνωστὸν, καὶ ἡ Ἑταιρεία τοῦ Lloyd διέκοψε τοὺς πλόας. Ἡ διακοπὴ προῆλθε διότι κατὰ τὸν νόμον ΒΧΜΖʹ τῆς 24 Ἰουλίου 1899 ἐπεβλήθη τέλος 10 λεπτῶν κατὰ τόννον εἰς ἕκαστον εἰς Λευκάδα προσεγγίζον ἀτμόπλοιον, καὶ τριῶν κατὰ τόννον δραχμῶν ἐπὶ τῶν εἰς τὸν ἐσωτερικὸν λιμένα ἢ τοὺς λιμένας φρουρίου καὶ Ἀλεξάνδρου προσορμιζομένων πλοίων, τῶν ἐχόντων χωρητικότητα μείζονα τῶν 5 τόννων. Τὰ ποσὰ ταῦτα δὲν εἶναι δυνατὸν αἱ ἑταιρεῖαι νὰ καταβάλλωσι, διότι καὶ ἡ κίνησις τοῦ λιμένος δὲν εἶναι τοιαύτη, ὥστε νὰ καλύπτῃ τὴν δαπάνην. Φρονῶ, ὅτι πρέπει ὁ νόμος νὰ τροποποιηθῇ ἐπὶ τὸ πρακτικώτερον, ἐπιβαλλομένου τέλους οὐχὶ ἐπὶ τῶν πλοίων, ἀλλ’ ἐπὶ τῶν εἰσαγομένων καὶ ἐξαγομένων προϊόντων, ὡς γίνεται καὶ ἐν Βουλγαρίᾳ καὶ ἐν Ρουμανίᾳ. Ἐλπίζω δὲ, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, λαβὼν γνῶσιν τοῦ πράγματος, θέλει φροντίσει πρὸς διόρθωσιν τοῦ κακοῦ.
§59ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Μπέλλος ἔχει τὸν λόγον.
§60ΛΟΥΚΑΣ ΜΠΕΛΛΟΣ. Εὐχάριστον, Κύριοι, λίαν καὶ χαρμόσυνον, δύναμαι εἰπεῖν, ἀλλὰ καὶ μέγα καὶ βαρυσήμαντον πολιτικὸν γεγονὸς ἐγκυμονεῖται τὴν στιγμὴν ταύτην παρ’ ἡμῖν. Ἐξηγοῦμαι. Ἐννοῶ τὴν ἄφιξιν καὶ ἐν Ἀθήναις παρουσίαν τῶν Μωαμεθανῶν μεγιστάνων, οἵτινες ἀπεστάλησαν ὑπὸ τῆς Αὐτοῦ Αὐτοκρατορικῆς Μεγαλειότητος τοῦ Σουλτάνου, ἵνα ἐπιδώσωσι παράσημα ἐξαιρετικὰ καὶ δῶρα πολύτιμα, ἀλλὰ καὶ ἰδιόγραφον τοῦ Σουλτάνου ἐπιστολὴν πρὸς τὸν ἡμέτερον Ἄνακτα. Τιμὴ ὅλως ἐξαιρετικὴ καὶ διὰ τὸν Ἄνακτα καὶ διὰ τὸν μέλλοντα Βασιλέα τῆς Ἑλλάδος, ἀλλὰ καὶ διὰ τὸν κυβερνήτην τῆς χώρας. Αἱ ἐξαιρετικαὶ αὗται τιμαί, κύριε Πρόεδρε, νομίζω, ὅτι ἀντανακλῶσιν ἐφ’ ὅλον τὸ Ἑλληνικὸν, τό τε δοῦλον καὶ τὸ ἐλεύθερον καὶ τὸ ἀποικιακόν. Νομίζω δὲ, ὅτι ἀντιπροσωπεύω ὁλόκληρον τὸ ἔθνος τὴν στιγμὴν ταύτην, διατεινόμενος, ὅτι εὗρεν ἀπήχησιν εἰς τὴν καρδίαν τοῦ Ἑλληνικοῦ ἔθνους ἡ εὐγενὴς φιλοφροσύνη τῆς Αὐτοῦ Μεγαλειότητος τοῦ Σουλτάνου, ἣν ἔδειξε πρὸς τὸν ἡμέτερον Ἡγεμόνα. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ Βουλή, ἡ Ἀντιπροσωπεία τῶν Ἑλλήνων, δίκαιον καὶ εὐπρεπὲς, ἀλλὰ καὶ πολιτικῆς συνέσεως ἔργον θέλει πράξει, ἐὰν ἐκδηλώσῃ πόσον βαθέως ᾐσθάνθη κολακευομένην τὴν ἑαυτοῦ φιλοτιμίαν τὸ ἔθνος, καὶ πόσον ἐκτιμᾷ τὴν πολιτικὴν περίνοιαν τοῦ Αὐτοκράτορος τοῦ Βυζαντίου, τοῦ Σουλτάνου Χαμίτ.... (θόρυβος). Κύριοι, πρόκειται περὶ ἐθνικοῦ ζητήματος, εἰς τὰ ἐθνικὰ δὲ ζητήματα ἡ Ἑλληνικὴ Βουλὴ ἐδείχθη πάντοτε ὁμόφωνος καὶ μονόγνωμος. Νομίζω, ὅτι δὲν θὰ ὑπάρξῃ ἡ ἐλαχίστη ἀντίρρησις οὔτε ἐκ τῆς πτέρυγος ταύτης οὔτε ἐκ τῆς ἄλλης πτέρυγος. Δὲν ὁμιλῶ ὡς Βουλευτὴς ἀνήκων εἰς ταύτην ἢ εἰς ἐκείνην τὴν πτέρυγα, ἀλλ’ ὡς ἀνήκων εἰς τὸ ὅλον Κοινοβούλιον, ἢ καὶ εἰς τὸ ὅλον ἔθνος, ὡς πολίτης Ἕλλην. Ἐγὼ λαμπρὰν νομίζω τὴν εὐκαιρίαν, ὅπως ἐκφράσω πρὸς ὑμᾶς πεποίθησιν ἀπὸ πολλοῦ χρόνου ἐρριζωμένην. Νομίζω, Κύριοι, ὅτι καιρὸς εἶναι ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ καὶ ἐν τῷ ἔθνει νὰ ἀκουσθῇ ἡ φωνὴ τῆς λογικῆς καὶ τῆς φρονήσεως, καιρὸς εἶναι νὰ παύσῃ ἡ αἰσθηματικὴ πολιτικὴ, νὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν τὰ συμφέροντα καὶ τὰ πράγματα ἐν γένει τῆς Ἀνατολῆς. Τοῦτο δὲ, νομίζω, κάλλιστα ἐξυπηρετεῖται, ἐὰν ἀπὸ τοῦ ὑψηλοῦ τούτου Κοινοβουλίου, ἀπὸ τῆς πνευματικῆς ἀκροπόλεως, ἀπὸ τῆς πνευματικῆς πρωτευούσης τῆς Ἀνατολῆς ἀναπετασθῇ ἡ μεγάλη σημαία, ἡ φέρουσα ἀναγεγραμμένον: «ἡ Ἀνατολὴ εἰς τὴν Ἀνατολὴν καὶ διὰ τῆς Ἀνατολῆς.» Καιρὸς νὰ παύσωμεν καὶ οἱ Μωαμεθανοὶ καὶ οἱ Ἕλληνες, καὶ οἱ ἐν Βυζαντίῳ καὶ οἱ ἐν Ἀθήναις, οἱ μὲν πεποιθότες εἰς τὰς ἀντιζηλίας τῶν Δυνάμεων, οἱ δὲ ἐλπίζοντες ἐπὶ τὴν μεγαλοφροσύνην τῶν Δυνάμεων καὶ τῆς Εὐρώπης. Καιρὸς εἶναι νὰ σκεφθῶμεν καὶ ἡμεῖς καὶ οἱ Μωαμεθανοὶ, ὅτι δὲν ἔχομεν ἄλλον φίλον παρὰ τὸν ἑαυτόν μας καὶ τὸν Θεὸν, πᾶς δὲ πόλεμος μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Τουρκίας πρέπει νὰ θεωρηθῇ ἐμφύλιος πόλεμος, ἀδελφοκτονία καὶ ἔγκλημα, ἢ καί τι πλέον, δηλαδὴ πολιτικὴ ἀφροσύνη, πρὸς ὄλεθρον ἀμφοτέρων καὶ πρὸς ὄφελος τῶν ἡμετέρων ἐχθρῶν. Παύσωμεν, Κύριοι, ἐπὶ τέλους τὴν πολιτικὴν τῆς μοιρολατρείας καὶ τῆς ἐπαιτείας, τὴν ἐξευτελιστικὴν καὶ ἄφρονα καὶ ὀλεθρίαν. Ἡ Εὐρώπη σήμερον δὲν εἶναι ἡ Εὐρώπη τοῦ 1821, εἰς ἣν ὁ τίτλος τοῦ φιλέλληνος ἀπετέλει περίλαμπρον παράσημον εὐγενείας καὶ ἀριστοκρατίας τοῦ πνεύματος. Ἡ νῦν Εὐρώπη σύγκειται ἀπὸ πλεῖστα ἔθνη, ἅτινα, κατάφρακτα καὶ σιδηροφοροῦντα μέχρις ὀδόντων, εἰσὶν ἕτοιμα νὰ ἐπιπέσωσι κατ’ ἀλλήλων καννιβαλικῶς. Εἰς ἓν καὶ μόνον συμφωνοῦσιν, ὅτι ἡ πολιτεία αὐτῶν δέον νὰ κανονίζηται μόνον ἀπὸ τὰ συμφέροντα τὰ πολιτικὰ καὶ τὰ ἐμπορικὰ, ἠθικὴ δὲ καὶ δικαιοσύνη καὶ λαοὶ καὶ ἐλευθερία εἰσὶ λέξεις, αἱ ὁποῖαι δὲν κυκλοφοροῦσι σήμερον εἰς τὴν διπλωματίαν τῆς Εὐρώπης. Περιττὸν νὰ κουράσω τὴν Βουλὴν διὰ πλειόνων, ἵνα καταδείξω τίς ἐστὶν ἡ Εὐρώπη ἀπέναντι τῆς Ἀνατολῆς, ἀπέναντι ἡμῶν καὶ τῶν Μωαμεθανῶν. Αὐτοὶ οἱ ἀδελφοὶ Ἰταλοὶ, ἡ Ἰταλία ἡ ἐπίσημος διέγραψεν ἐκ τοῦ γεωγραφικοῦ χάρτου τὴν Ἤπειρον, ταύτην δὲ καὶ τὴν Ἀλβανίαν ἐκήρυξε κτήσεις Ἰταλικάς. Καὶ δὲν περιωρίσθη εἰς τοῦτο μόνον· ἀπὸ ἔτους διατηρεῖ ἐν Ἰωαννίνοις ταχυδρομεῖον, τὸ ὁποῖον ὡς γραμματόσημον ἔχει τὴν σημαίαν τῆς δῆθεν Ἀλβανίας καὶ πέριξ τὴν ἐπιγραφὴν «Alhania», καὶ ἔχει ἐκεῖ τὸν πρόξενον καί τινας μισθοδοτουμένους Μωαμεθανοὺς, διὰ τῶν ὁποίων φαντάζεται, ὅτι κατέκτησε τὴν Ἤπειρον, διαγράψασα πᾶσαν αὐτόθι Ἑλληνικὴν φωνὴν καὶ πᾶν τῆς Ἑλλάδος δικαίωμα! Περὶ δὲ τῆς Αὐστρίας τί νὰ σᾶς εἴπω; Γνωρίζετε, ὅτι ὁ γηραιὸς Γλάδστων ἠναγκάσθη νὰ βροντοφωνήσῃ πρὸς αὐτὴν «κάτω τὰς χεῖρας!», ἵνα τῇ ὑποδείξῃ, ὅτι ἄδικός ἐστιν ἡ πρὸς Θεσσαλονίκην ἀκατάσχετος αὐτῆς ὁρμή. Καθὼς καὶ διὰ πάσας τὰς ἄλλας Δυνάμεις εἶναι περιττὸν πρὸς ἀνθρώπους πολιτικοὺς νὰ εἴπω, ὅτι ἡ Εὐρώπη σύμπασα φροντίζει περὶ τῶν ἑαυτῆς συμφερόντων, καὶ τὰ συμφέροντά της ταῦτα καὶ ἐν αὐτῇ τῇ Ἀνατολῇ ἀναζητεῖ πάσῃ δυνάμει, καὶ ἐνεργεῖ, φανταζομένη ὅτι ἡ Ἀνατολὴ εἶναι χώρα κατοικουμένη ὑπὸ λαῶν μὴ ἐχόντων δικαίωμα ἐπ’ αὐτῆς! Φαντάζεται τὴν Ἀνατολὴν ὡς κεντρώαν Ἀφρικὴν, εἰς τὴν διάθεσιν τοῦ πρώτου δυναμένου εὑρισκομένην. Εὐτυχῶς ἡ πολιτικὴ περίνοια καὶ βαθύτης τῶν σκέψεων τοῦ Αὐτοκράτορος τοῦ Βυζαντίου, τοῦ Σουλτὰν Χαμὶτ, ὅστις αὐτὴν τὴν στιγμὴν τείνει χεῖρα φιλίαν διὰ τῶν ἐξαιρετικῶν τιμῶν πρὸς τὸν Ἡγεμόνα ἡμῶν, μᾶς δεικνύει τὴν ὁδὸν, τὴν ὁποίαν πρέπει τὸ ἔθνος νὰ ἀκολουθῇ. Ἐγὼ ἤθελον προτείνει, ὅπως ἡ ἐθνικὴ ἀντιπροσωπεία ἐκδηλώσῃ καθ’ οἱονδήποτε τρόπον θέλει αὐτὴ νομίσει κατάλληλον, ὅτι βαθύτατα τὸ ἔθνος συναισθάνεται τὰ φιλικὰ αἰσθήματα τοῦ Σουλτάνου πρὸς τὸν ἡμέτερον ἄρχοντα, καὶ βαθέως ἐκτιμᾷ τὴν πολιτικὴν αὐτοῦ περίνοιαν.
§61ΙΣΙΔ. ΚΟΛΙΑΤΣΟΣ. (Ὄρα Παράρτημα).
§62ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ὑπὸ τοῦ κ. Κολιάτσου ὑποβληθεῖσα πρότασις νόμου «περὶ Ἐμπορικῶν Σχολῶν» θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὄρα Παράρτημα, ἀριθ. 202).
§63ΦΙΛ. ΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Σχετικὸν, κύριε Πρόεδρε. «Δυστυχῶς ἀπουσίαζον κατὰ τὴν παρελθοῦσαν συνεδρίασιν, καθ’ ἣν οἱ κύριοι συνάδελφοι ὡμίλησαν περὶ ἱδρύσεως Ἐμπορικῶν Σχολῶν. Καὶ ἐγὼ συμφωνῶ πληρέστατα μετὰ τῶν ἀξιοτίμων ἐκείνων Βουλευτῶν, οἱ ὁποῖοι συνέστησαν εἰς τὴν Κυβέρνησιν τοῦτο, καὶ παρακαλῶ αὐτὴν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν σύστασιν, ὅπως ἱδρυθῶσιν αἱ Σχολαὶ καὶ συντηρηθῶσιν ὑπὸ τοῦ Κράτους. Ὡς γνωρίζει κάλλιον παντὸς ἄλλου ὁ σεβαστὸς Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἐν Βόλῳ συντηρεῖται Ἐμπορικὴ Σχολὴ ὑπὸ τοῦ Ἐμπορικοῦ Συλλόγου Βόλου, ὡς ἐπίσης καὶ Τμῆμα Στατιστικῆς μεγάλης καὶ ὑψίστης σπουδαιότητος. Ἡ Ἐμπορικὴ αὕτη Σχολὴ δαπανᾷ πλέον τῶν 30,000 δρ. κατ’ ἔτος· καταβάλλει δὲ ἅπασαν τὴν δαπάνην ταύτην ὁ Ἐμπορικὸς Σύλλογος, ἡ δὲ Κυβέρνησις ἤρχετο ἀρωγὸς μόνον διὰ 2,000 δρ. Ὁ Ἐμπορικὸς Σύλλογος Βόλου διὰ πολλῶν τηλεγραφημάτων παρεκάλεσε καὶ ἐμὲ καὶ τοὺς λοιποὺς συναδέλφους ἐκ Βόλου καὶ ἐν γένει ἐκ τῆς Θεσσαλίας, ὅπως συστήσωμεν τῇ Κυβερνήσει, ἵνα λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν Ἐμπορικὴν Σχολὴν Βόλου, καὶ εἰ δυνατόν, ἐφ’ ὅσον αἱ οἰκονομικαὶ ἀνάγκαι τοῦ Κράτους ἐπιτρέπουσιν, ἔλθῃ ἀρωγὸς εἰς αὐτήν. Μετέβημεν παρὰ τῷ ἀξιοτίμῳ Προέδρῳ τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ὑπεμνήσαμεν εἰς αὐτὸν τὰ διάφορα τηλεγραφήματα τοῦ Ἐμπορικοῦ Συλλόγου, τὰ ὁποῖα καὶ εἰς ἡμᾶς ἀπηυθύνθησαν καὶ εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως μᾶς παρέπεμψεν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ὁ δὲ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν δὲν μᾶς ἔδωκε μὲν καμμίαν ἀπάντησιν ὁριστικὴν, ἀλλ’ εἶπεν ὅτι αἱ 2000 δραχμαὶ, αἱ ὁποῖαι χορηγοῦνται εἰς τὴν Ἐμπορικὴν Σχολὴν Βόλου, πρέπει νὰ ἤμεθα εὐχαριστημένοι, ἐὰν ἐξακολουθήσωσι χορηγούμεναι. Δυστυχῶς, ἀντὶ ἡ παράκλησις ἐμοῦ καὶ τῶν λοιπῶν Βουλευτῶν Βόλου νὰ γείνῃ δεκτὴ, καὶ χορηγηθῇ γενναιοτέρα τις συνδρομὴ—τί νομίζετε, ὅτι ἐζήτησεν ὁ Ἐμπορικὸς Σύλλογος Βόλου; 5000 δραχμὰς ἐτησίως—ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως, ἀντὶ, λέγω, τούτου εἶδον εἰς τὸν ὑποβληθέντα Προϋπολογισμὸν, ὅτι καὶ αἱ 2000 αὗται δραχμαὶ ἀπηλείφθησαν!
§64Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Παράλειψις γενομένη ὑπὸ τοῦ συντάκτου τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τὴν ἀποταθεῖσαν πρὸς ἐμὲ εἶπον, ὅτι ἀναγκαῖον ἦτο νὰ ἴδωσι τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν· δὲν ἤμην ἁρμόδιος ἐγώ. Μετὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν συνενοήθην κατόπιν, ὁ κ. Ὑπουργὸς συνῄνεσε, καὶ βεβαίως εἶναι παράλειψις τοῦ συντάκτου τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἡ ὁποία θὰ διορθωθῇ κατὰ τὴν συζήτησιν.
§65Φ. ΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εὐχαριστῶ πολύ. Καὶ ἐγὼ, κύριε Πρόεδρε, εἶπον, ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως μᾶς παρέπεμψεν εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, μετ’ ἐκπλήξεως δὲ εἶδον ἐν τῷ ὑποβληθέντι Προϋπολογισμῷ μὴ ἀναγραφόμενον τὸ ποσὸν τῶν 2000 δραχμῶν. Ἀλλ’ ἀφοῦ ἔχω τὴν διαβεβαίωσιν τοῦ σεβαστοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ὅτι αἱ 2000 δραχμαὶ, αἱ ὁποῖαι κατὰ λάθος παρελείφθησαν, θ’ ἀναγραφῶσι, θὰ παρακαλέσω ἐκ μέρους τῆς πόλεως Βόλου καὶ ὁλοκλήρου τῆς Θεσσαλίας νὰ μὴ ἀναγραφῶσι 2000 δραχμαὶ μόνον, ἀλλὰ τουλάχιστον αἱ 5000 δραχμαὶ, τὰς ὁποίας ἐζήτησεν ὁ Ἐμπορικὸς Σύλλογος Βόλου. Ὑποθέτω, κύριε Πρόεδρε, ὅτι ἡ Θεσσαλία καὶ τὸ Βόλος δικαιοῦνται νὰ ζητήσωσι διὰ τοιοῦτον σκοπὸν 5000 δραχμὰς ἐφέτος, καὶ ἐφ’ ὅσον τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους ἀργότερον βελτιοῦνται, νὰ ἔρχηται γενναιότερος ἀρωγὸς τὸ Δημόσιον. Τουλάχιστον ὅμως ἐφέτος παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ ἀναγράψωσι τὸ ποσὸν τῶν 5000 δραχμῶν· φρονῶ δὲ, ὅτι ἡ αἴτησις αὕτη τοῦ Ἐμπορικοῦ Συλλόγου Βόλου πρέπει νὰ ἐπιδοκιμασθῇ ὑφ’ ὁλοκλήρου τῆς Βουλῆς.
§66ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§67Ι. Γ. ΡΟΥΦΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, πόλις ἐμπορικὴ, ὡς αἱ Πάτραι, δὲν ἦτο δυνατὸν ἢ νὰ αἰσθανθῶσιν, ὡς ἠσθάνθησαν, πρὸ πολλοῦ τὴν ἀνάγκην Ἐμπορικῆς Σχολῆς. Εἴδομεν ἱδρυομένην τὴν Σχολὴν, ἀλλὰ δυστυχῶς διακινδυνεύουσαν τὴν ὕπαρξιν αὐτῆς. Πρὸ καιροῦ ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως Ὑπουργὸς μὲ διεβεβαίωσεν, ὅτι προτίθεται νὰ φέρῃ εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου νὰ νομιμοποιῶνται αἱ Ἐμπορικαὶ Σχολαί. Δυστυχῶς ἀπουσιάζει. Ἕνεκα δὲ τούτου, ἐπειδὴ βραδύνει ἡ κατάθεσις τοῦ νομοσχεδίου τούτου, καὶ ἐκ τῆς βραδύτητος ἐπέρχεται ζημία, ἀπεφασίσαμεν μετὰ καὶ ἄλλων συναδέλφων νὰ ὑποβάλωμεν τὴν ὑπὸ τοῦ βουλευτοῦ Ἀττικῆς κ. Κολιάτσου εἰσαχθεῖσαν πρότασιν νόμου, φρονοῦντες καὶ ἐλπίζοντες ὅτι ἡ Κυβέρνησις θὰ υἱοθετήσῃ αὐτὴν, ἐπὶ τῇ πεποιθήσει, ὅτι θὰ ἐξυπηρετήσῃ τὰ συμφέροντα καὶ τῶν πόλεων Ἀθηνῶν καὶ Πατρῶν καὶ τοῦ ἐμπορίου.
§68ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γεωργόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§69ΣΠ. ΓΕΩΡΓΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀναγκάζομαι, κύριοι Βουλευταὶ, νὰ καταγγείλω δημοσίᾳ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου τὴν συμπεριφορὰν ἀνωτέρου ὑπαλλήλου τῆς Κυβερνήσεως, ἤτοι τοῦ ἐπιθεωρητοῦ τῶν δημοτικῶν σχολείων ἐν τῷ νομῷ Τρικκάλων, διότι ἕνεκα αὐτοῦ ὑφίσταται ἀπὸ καιροῦ αὐτόθι σοβαρὸν σκάνδαλον, τὸ ὁποῖον πολὺ δικαίως συνετάραξε καὶ συνταράσσει εἰσέτι τὴν ἐκεῖ κοινωνίαν.
§70Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ποῖος εἶναι;
§71ΣΠ. ΓΕΩΡΓΟΠΟΥΛΟΣ. Ὀνομάζεται Σταῦρος Τσιμέας.
§72Π. Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Δὲν ἔχει τὰ προσόντα.
§73ΣΠ. ΓΕΩΡΓΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ ὑπάλληλος οὗτος, κύριοι Βουλευταὶ, λησμονῶν ὁποίαν ἔχει ἀποστολὴν, ἀλλὰ λησμονῶν πρὸ πάντων τὴν κοινοτέραν ἁβρότητα πρὸς τὸν τόπον, ἐν ᾧ φιλοξενεῖται ἀπὸ τριετίας.
§74Π. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Πρὸ τριετίας διωρίσθη;
§75ΣΠ. ΓΕΩΡΓΟΠΟΥΛΟΣ. Πρὸ τριετίας περίπου.
§76Π. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἔχει τὰ προσόντα; Ποῖος τὸν διώρισε;
§77ΣΠ. ΓΕΩΡΓΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ σᾶς εἴπω κατόπιν. Ὁ ὑπάλληλος, λέγω, οὗτος ἐτόλμησε νὰ ὑβρίσῃ βαναυσότατα τὸν Θεσσαλικὸν λαὸν, εἰπὼν ὅτι εἶναι λαὸς ἄπιστος, καὶ ὅτι καὶ κατὰ τὸν τελευταῖον ἀτυχῆ πόλεμον οἱ Θεσσαλοὶ ἐπεδείξαντο διαγωγὴν ἐπαίσχυντον! Δὲν γνωρίζω, πόθεν ὁ ἀξιότιμος αὐτὸς κύριος ἠρύσθη τὰς πληροφορίας του, διὰ νὰ ἐκστομίσῃ τόσον βαρεῖαν ὕβριν ἐναντίον ὁλοκλήρου λαοῦ. Ὀφείλω ὅμως ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου νὰ διαμαρτυρηθῶ κατὰ τῆς συμπεριφορᾶς του ταύτης, καὶ νὰ διακηρύξω ἐνώπιον ὅλου τοῦ ἔθνους, ὅτι οἱ Θεσσαλοὶ στρατιῶται, ὅπου καὶ ἂν ὑπηρέτησαν κατὰ τὸν πόλεμον τοῦ 1897, ἐξετέλεσαν πιστότατα τὸ καθῆκον αὐτῶν, καὶ ἀπέδειξαν, ὅτι γνωρίζουσι νὰ ἀποθνήσκωσιν, ὅταν ἡ πατρὶς ἀπαιτήσῃ παρ’ αὐτῶν τοῦτο. Δικαίως λοιπὸν συνεταράχθη ἡ κοινωνία τῶν Τρικκάλων, καὶ πρῶτον τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον Τρικκαίων συνελθὸν διεμαρτυρήθη ἐντονώτατα κατὰ τῶν ὕβρεων τούτων, ἐκφράσαν τὴν εὐχὴν, ὅπως ἡ ἁρμοδία ἀρχὴ προνοήσῃ περὶ τῆς δεούσης τιμωρίας τοῦ ἐν λόγῳ ἐπιθεωρητοῦ. Δυστυχῶς ὅμως μέχρι σήμερον οὐδὲν ἐγένετο, ἐξακολουθεῖ δὲ ὁ κύριος οὗτος νὰ κομπορρημονῇ καὶ νὰ λέγῃ, ὅτι οὐδένα φοβεῖται! Ἠθέλησαν οἱ διδάσκαλοι, ἐνώπιον τῶν ὁποίων ἐξεστόμισε τὰς ὕβρεις, νὰ καταγγείλωσι, καὶ κατήγγειλαν αὐτὸν εἰς τὸ Ἐποπτικὸν Συμβούλιον, τοῦτο δὲ ἀνέθηκεν εἰς τὸν πρώην Γυμνασιάρχην Δημόπουλον νὰ ἐνεργήσῃ ἀνακρίσεις. Δὲν θέλω νὰ εἴπω, τίνι τρόπῳ διεξήχθησαν αἱ ἀνακρίσεις, καὶ τίνες ἐξηνέχθησαν ἀπειλαὶ κατὰ τῶν διδασκάλων, τῶν τολμησάντων νὰ καταγγείλωσι τὸν ὑβριστήν. Ἀλλ’ ἐν τούτοις μετὰ πάροδον μακροῦ χρόνου τὸ Ἐποπτικὸν Συμβούλιον, κατὰ πλειονοψηφίαν, ὅπως τοὐλάχιστον λέγει ἡ ἀπόφασις αὐτοῦ, ἀπεφήνατο παραδόξως, ὅτι αἱ ὕβρεις δὲν εἶναι σοβαραί, καὶ ὅτι ὁ ὑπάλληλος οὗτος δὲν πρέπει νὰ τιμωρηθῇ! Ἀλλὰ τίς, Κύριοι, εἶναι, νομίζετε, αὐτὴ ἡ πλειονοψηφία; Τὸ Ἐποπτικὸν Συμβούλιον εἰς τὴν περὶ ἧς πρόκειται περίστασιν, ὅταν δηλαδὴ καλῆται ν’ ἀποφανθῇ περὶ τοῦ ἐπιθεωρητοῦ, συγκροτεῖται, ὡς γνωρίζετε, ἐκ τεσσάρων μελῶν, δηλαδὴ ἀπὸ τὸν Ἀρχιεπίσκοπον, ἀπὸ τὸν Γυμνασιάρχην καὶ ἀπὸ δύο κατοίκους τῆς πόλεως, ἐξ ὧν ὁ εἷς ἐπιστήμων καὶ ὁ ἕτερος γαιοκτήμων ἢ ἔμπορος. Ἐκ τῶν τεσσάρων λοιπὸν αὐτῶν μελῶν μόνον ὁ Ἀρχιεπίσκοπος ἀποφαίνεται, ὅτι αἱ ὕβρεις δὲν ἦσαν σοβαραί. Ὁ κ. Γυμνασιάρχης, τὸ δεύτερον μέλος δηλαδὴ, συμφωνεῖ μὲν καὶ αὐτὸς μὲ τὸν Ἀρχιεπίσκοπον, ἀλλὰ προστίθησι τὰ ἑξῆς: «Ὑπὸ τὸν ὅρον ὅμως νὰ γείνωσιν αἱ προσήκουσαι πρὸς τὸν ἐπιθεωρητὴν παρατηρήσεις, ὅπως περιορίζῃ οὗτος τὰς ἐκφράσεις του καὶ μὴ ἐκφέρῃ ἐν τῷ ὑπερβάλλοντι αὐτοῦ περὶ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν καθηκόντων του ζήλῳ καὶ τῇ δυσφορίᾳ ἐπὶ τῇ ἀποτυχίᾳ ἐνίων ἐκ τῶν προσπαθειῶν καὶ πόθων αὐτοῦ φράσεις ἀσαφεῖς καὶ ἀορίστους καὶ ἐπιδεκτικὰς ἑρμηνειῶν διαφόρων.»
§78ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Κύριε συνάδελφε, εἶναι ἀπόφασις τοῦ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου αὐτή;
§79ΣΠ. ΓΕΩΡΓΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως.
§80ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Διατὶ δὲν ἐζητήσατε νὰ κατατεθῇ ἐπισήμως, διὰ νὰ λάβωμεν καὶ ἡμεῖς γνῶσιν καὶ συζητήσωμεν;
§81ΣΠ. ΓΕΩΡΓΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ ζητήσω καὶ τοῦτο· μὴ ἀνησυχεῖτε.
§82ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Δὲν ἔχουσιν ἐπίσημον χαρακτῆρα τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα ἀναγινώσκετε.
§83ΣΠ. ΓΕΩΡΓΟΠΟΥΛΟΣ. Τὴν ἀπόφασιν αὐτὴν ἐν ἀντιγράφῳ μοὶ ἀπέστειλεν ὁ Ἐμπορικὸς Σύλλογος, ὅστις βεβαίως ὑποτίθεται ὅτι δὲν ἀποστέλλει ἔγγραφα ψευδῆ, μὲ παρεκάλεσε δὲ νὰ φέρω τὴν ὑπόθεσιν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ἀφοῦ μέχρι τοῦδε οὐδὲν ἐνηργήθη ὑπὸ τῶν ἁρμοδίων.
§84ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Ἑπομένως ζητήσατε τὴν κατάθεσιν τῶν ἐγγράφων.
§85ΣΠ. ΓΕΩΡΓΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ νὰ ἔχητε ὑπομονήν. Τὰ δύο ἕτερα ὅμως μέλη τοῦ Συμβουλίου, κύριοι Βουλευταί, ἅτινα φαίνεται ὅτι ἀποτελοῦσι τὴν μειονοψηφίαν, ἐνῷ εἶναι πράγματι πλειονοψηφία, ἤτοι ὁ ἔγκριτος ἰατρὸς κύριος Τεγόπουλος καὶ ὁ πρῶτος τῶν ἐμπόρων τῆς πόλεως Τρικκάλων κ. Θεοδοσόπουλος, ἰδοὺ πῶς ἀποφαίνονται: (ἀναγινώσκει) «... ὅτι ἐκ τῶν ἐνεργηθεισῶν ἀνακρίσεων ἀναντιρρήτως ἐβεβαιώθη, παρὰ τὰ πορίσματα τοῦ ἀνακρίναντος, ὅτι ὁ ἐπιθεωρητὴς ὅλως ἀδικαιολογήτως καὶ παρὰ τὴν εἰς τὸ δημόσιον λειτουργημά του ἁρμόζουσαν ἁβρότητα καὶ μόρφωσιν ἐξύβρισεν ὁλόκληρον τὸν Θεσσαλικὸν λαόν, ἀποκαλέσας αὐτὸν ἄπιστον ἐνώπιον τῶν δημοδιδασκάλων Σφέντζου καὶ Τσάγκα, οἵτινες ἐξετασθέντες ἐμαρτύρησαν τὴν ὕβριν ταύτην καὶ ἐγκαίρως αὐτὴν ἀνεκοίνωσαν εἰς ἄλλους συναδέλφους των, οἵτινες ἐπίσης ἐξετασθέντες ἐβεβαίωσαν ὅ,τι παρὰ τούτων ἔμαθον, ὅτι ἡ ὕβρις γνωσθεῖσα παρήγαγεν ἐρεθισμὸν παρὰ τῇ κοινωνίᾳ Τρικκάλων, ἐξακολουθοῦντα ἔτι παρ’ αὐτῇ, ἀδυνατεύουσῃ νὰ ἀνεχθῇ τὸν ὑβριστήν, οὗ τὴν διατήρησιν ὡς δημοσίου ὑπαλλήλου θεωρεῖ ὡς καταφρόνησιν ἑαυτῆς, ὑβρισθείσης, καὶ ὡς τιτρώσκουσαν τὴν φιλοτιμίαν αὐτῆς καὶ ὁλοκλήρου τοῦ Θεσσαλικοῦ λαοῦ· ὅτι ἐκ τῆς ὑβριστικῆς συμπεριφορᾶς τοῦ ὑπαλλήλου τούτου ὑφίσταται ἄσβεστον τὸ γεννηθὲν σκάνδαλον ἐν τῇ κοινωνίᾳ, ἐξέλιπε δὲ ἐκ τῆς ἐν γένει παραφόρου στάσεώς του ἡ ἀπαιτουμένη ἁρμονικὴ αὐτοῦ καὶ τῶν ὑφισταμένων διδασκάλων ἐφεξῆς συνεργασία κλπ. κλπ. Ἀποφαίνεται, ὅτι δέον πρὸς τὸ συμφέρον τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως τοῦ νομοῦ Τρικκάλων ν’ ἀπολυθῇ ἢ μετατεθῇ ὁ ἐπιθεωρητὴς Σταῦρος Τσιμέας καὶ ν’ ἀντικατασταθῇ. Ἐγένετο καὶ ἐξεδόθη αὐθημερὸν, ἤτοι τὴν 22 Δεκεμβρίου 1902, ἐν Τρικκάλοις.»
§86ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Ἡ γνώμη τοῦ Γυμνασιάρχου ποία ἦτο;
§87ΣΠ. ΓΕΩΡΓΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ Γυμνασιάρχης συμφωνεῖ, ὡς προεῖπον, μὲ τὸν Ἐπίσκοπον, ἀλλ’ ἐμμέσως ἀναγνωρίζει τὴν ἐνοχὴν τοῦ ἐπιθεωρητοῦ, διότι, ὡς προεξέθηκα, ἐπιμένει νὰ γείνωσιν αἱ προσήκουσαι αὐτῷ παρατηρήσεις διὰ τὴν ἀκράτειαν τῆς γλώσσης αὐτοῦ. Ἐννοεῖτε οὐχ ἧττον ἐκ πάντων τούτων, κύριοι Βουλευταὶ, τί ὑπέφεραν οἱ πτωχοὶ διδάσκαλοι, οἵτινες εἶχον τὴν τόλμην νὰ καταγγείλωσιν εἰς τὸ Ἐποπτικὸν Συμβούλιον τὸν κ. ἐπιθεωρητήν! Διῃρέθησαν ὑπ’ αὐτοῦ εἰς εὐνοουμένους καὶ μὴ, εἰς ἀξίους καὶ ἀναξίους, καὶ οἱ περισσότεροι τούτων ἠναγκάσθησαν νὰ ἀπέλθωσιν τῶν Τρικκάλων, εἰς βάρος πάντοτε τῆς σπουδαζούσης νεολαίας. Διεμαρτυρήθη κατ’ ἐπανάληψιν ὁ τύπος ὁ ἐγχώριος, ἐδημοσίευσεν ἔγγραφα τοῦ ἐπιθεωρητοῦ, ἀποδεικνύοντα διαφόρους αὐτοῦ ὑπερβασίας, ἐκ τῶν ὁποίων θὰ σᾶς ἀναφέρω ἓν καὶ μόνον, δι’ οὗ εἴς τινα τῶν σχολείων ἠθέλησε νὰ ἐπιβάλῃ βιβλία τῆς ἰδίας αὐτοῦ ἀρεσκείας, καὶ ὅπερ ἔγγραφον συνιστῶ εἰς τὸν κ. Ὑπουργόν, τὸν νῦν καὶ τὸν προϋπάρξαντα, διότι ἐξ αὐτοῦ καταφαίνεται, ὅτι ὁ κ. ἐπιθεωρητὴς εἶναι σὺν τοῖς ἄλλοις καὶ ὅλως ἀγράμματος. Ἰδοὺ δὲ τοῦτο (ἀναγινώσκει): «Πρὸς τὸν γραμματοδιδάσκαλον... Συνιστῶμεν ὑμῖν ὡς εὐμέθοδα διδακτικὰ βιβλία τὰ τοῦ Χαρισίου Παπαμάρκου καὶ Θ. Ἀποστολοπούλου. Ἐπιθυμῶμεν (ἀντὶ ἐπιθυμοῦμεν) ὅμως, ἵνα εἰσαχθῶσιν εἰς τὰ σχολεῖά σας ἡ Γραμματικὴ Π. Πετρούλια καὶ ἡ Γεωγραφία Π. Πετρούλια, ἅπερ ἐλπίζομεν ὅτι θὰ εὕρωμεν εἰσηγμένα ἐν τῷ σχολείῳ σας κατὰ τὴν προσεχῆ ἐπιθεώρησιν.» Καὶ ὅμως, παρ’ ὅλα ταῦτα, κύριοι Βουλευταί, ἐξακολουθεῖ νὰ κατέχῃ εἰσέτι τὴν θέσιν τοῦ ἐπιθεωρητοῦ ὁ κύριος οὗτος, καὶ νὰ μισθοδοτῆται ἁδρῶς, διότι, ὡς λέγεται, ἔχει προστάτας ἰσχυροὺς ἐν αὐτῷ τῷ Ὑπουργείῳ τῆς Παιδείας. Ἀλλ’ ἀνεξαρτήτως πάντων τούτων, ἐγὼ σήμερον ἔλαβον τὸν λόγον κυρίως, ὅπως διαμαρτυρηθῶ διὰ τὰς ὕβρεις, ἃς ἐτόλμησε νὰ ἐκστομίσῃ κατὰ τοῦ λαοῦ τῆς ἐπαρχίας μου καὶ κατὰ τῆς Θεσσαλίας ἐν γένει ὁ ἐν λόγῳ ὑπάλληλος, νὰ παρακαλέσω δὲ τὴν Κυβέρνησιν, καὶ ἰδίᾳ τὸν ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως κ. Ὑπουργὸν, ὅπως ὅσον τὸ δυνατὸν ταχέως θελήσῃ νὰ ἄρῃ τὸ γεννηθὲν σκάνδαλον, ἀπολύων τὸν εἰρημένον ἐπιθεωρητήν, εἴτε ἄλλως μεταθέτων αὐτὸν, ἐκτὸς ὅμως τῆς Θεσσαλίας, συμφώνως καὶ μὲ τὴν εὐχὴν τοῦ ἐν Τρικκάλοις Ἐμπορικοῦ Συλλόγου, ὅστις, τὰ φρόνημα τῆς αὐτόθι κοινωνίας διερμηνεύων, συνῆλθεν ἐπὶ τούτῳ εἰς ἔκτακτον συνεδρίασιν, καὶ διὰ πράξεώς του, ἀποσταλείσης καὶ εἰς τοὺς λοιποὺς ἐκ Τρικκάλων συναδέλφους καὶ εἰς ἐμὲ, παρακαλεῖ ἡμᾶς νὰ ἐνεργήσωμεν μετὰ πάσης δραστηριότητος, καὶ νὰ προκαλέσωμεν καὶ ἐν τῇ Βουλῇ τὴν προσήκουσαν συζήτησιν. Γνωρίζω βεβαίως, ὅτι ὁ νόμος προστατεύει τοὺς ἐπιθεωρητὰς, ὁρίζων ἐν ἄρθρῳ 39 τῆς σχολικῆς νομοθεσίας, ὅτι «οἱ Νομαρχιακοὶ ἐπιθεωρηταὶ, οὔτε μετατίθενται, οὔτε ἀπολύονται τῆς ὑπηρεσίας, εἰμὴ συνεπείᾳ ἠτιολογημένης προτάσεως τοῦ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου, παρ’ ᾧ διατελοῦσιν». Ἀλλ’ ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἔχομεν τὴν σαφεστάτην καὶ κατηγορηματικὴν γνωμοδότησιν τῶν δύο μελῶν τοῦ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου, συνάμα δὲ τὴν ἔμμεσον γνώμην καὶ αὐτοῦ τοῦ Γυμνασιάρχου. Ἑπομένως νομίζω, ὅτι ἀποχρώντως δικαιολογεῖται ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργός, ἐὰν ἐπὶ τῇ βάσει τῆς προτάσεως ταύτης προβῇ εἰς τὴν ἀπόλυσιν, ἢ τοὐλάχιστον εἰς τὴν μετάθεσιν τοῦ ἐπιθεωρητοῦ τούτου, οὗτινος ἡ περαιτέρω ἐν Τρικκάλοις διαμονὴ φοβοῦμαι ὅτι θὰ προκαλέσῃ λυπηρὰς σκηνὰς, ἕνεκα τοῦ ἐρεθισμοῦ, εἰς ὃν εἰσέτι διατελεῖ ἡ αὐτόθι κοινωνία.
§88Π. Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Δὲν ἔπρεπε νὰ γείνῃ ἐπιθεωρητὴς αὐτὸς, διότι δὲν ἔχει τὰ προσόντα.
§89ΣΠ. ΓΕΩΡΓΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀληθῶς παρέλειψα νὰ εἴπω ὑμῖν, ὅτι, ὡς ἐπληροφορήθην, στερεῖται καὶ τῶν ἀπαιτουμένων προσόντων διὰ τὴν θέσιν τοῦ ἐπιθεωρητοῦ. Ἀλλὰ περὶ τούτου ἐπιφυλάσσομαι νὰ ἐπανέλθω, εὐθὺς ὡς συμπληρώσω τὰς πληροφορίας μου.
§90ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Φικιώρης ἔχει τὸν λόγον.
§91Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, ἂν καὶ ἐπὶ τῆς παρούσης Κυβερνήσεως καὶ ἐπὶ τῆς προκατόχου ἐγένετο διαπραγμάτευσις περὶ τῆς κατασκευῆς σιδηροδρομικῆς γραμμῆς μεταξὺ Λεονταρίου–Σπάρτης–Ξηροκάμπου, καὶ νὰ προσκομίσῃ εἰς προσεχῆ συνεδρίασιν πᾶν σχετικὸν πρὸς τὴν γραμμὴν ταύτην ἔγγραφον, ἰδίως δὲ τὴν μελέτην τὴν γενομένην ἐν ἔτει 1890· ἂν δ’ ἐγένετο καὶ ἄλλη μελέτη, νὰ προσκομίσῃ καὶ ταύτης τὰ σχετικὰ ἔγγραφα. Μετὰ τοῦτο, συμπληρῶν ἐπερώτησίν μου, τὴν ὁποίαν χθὲς τὴν ἑσπέραν ἔκαμα πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, ζητῶν πληροφορίας περὶ τοῦ ἐργοστασίου τοῦ ἱδρυομένου ἐν Καλάμαις ὑπὸ τοῦ Δημ. Μαλεύρη, παρακαλῶ αὐτὸν, ὅπως, ἀντὶ νὰ ζητήσῃ πληροφορίας περὶ αὐτοῦ, προσκομίσῃ κάλλιον τὴν ἀπόφασιν τοῦ νομάρχου καὶ τοῦ νομομηχανικοῦ Καλαμῶν, οἱ ὁποῖοι κατὰ τὸν παρελθόντα Μάρτιον, ὅτε ἐγένετο ἀπόπειρα ἀνεγέρσεως τοῦ ἐργοστασίου αὐτοῦ, ἐγνωμάτευσαν καὶ ἀπεφάσισαν μετὰ μελέτην, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἀνεγερθῇ τοιοῦτον κατάστημα ἐκεῖ, ὡς καὶ τὴν διαταγὴν τοῦ Ὑπουργείου πρὸς τὸν ἀστυνόμον, δι’ ἧς ἐπετράπη ἤδη ἡ ἀνέγερσις αὐτοῦ, ἵνα ἴδωμεν, διατὶ ἐπετράπη αὕτη ἤδη ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ, ἐνῷ εἶχεν ἀπαγορευθῆ ὑπὸ τοῦ νομάρχου καὶ τοῦ νομομηχανικοῦ.
§92ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Κουντουριώτης ἔχει τὸν λόγον.
§93Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Ἔχω δι’ ἐλπίδος, ὅτι δὲν θὰ χαρακτηρισθῶ ὡς κωλυσιεργὸς, ἂν λάβω τὸν λόγον ἐπὶ ζητήματος οὐσιώδους. Καὶ λέγω τοῦτο, διότι σήμερον ἀνέγνωσα εἴς τινα ἐφημερίδα, ὅτι ἤρχισεν ἡ Ἀντιπολίτευσις τὸ ἔργον τῆς κωλυσιεργίας. Ἀλλὰ πρόθεσις κωλυσιεργίας δὲν πρέπει ν’ ἀποδοθῇ εἰς ὁμιλίαν, ἥτις ἀφορᾷ ὄχι εἰς πρόσωπα, ἀλλὰ γενικῶς εἰς τὴν Πολιτείαν. Εἶναι γνωστὸν, Κύριοι, ὅτι ἡ ἀστικὴ ἡμῶν νομοθεσία εἶναι πλημμελὴς, χωλαίνει περὶ πολλά. Ὅτι δὲ χωλαίνει, δὲν ἔχω ἀνάγκην νὰ φέρω πρὸς ὑμᾶς παραδείγματα· ἀρκεῖ νὰ εἴπω, ὅτι ἀπὸ μακροῦ χρόνου συνιστῶνται ἐπιτροπαὶ, ὅπως μελετήσωσι καὶ παρασκευάσωσιν Ἀστικὸν Κώδικα, ὅπως συστηματοποιηθῇ δηλαδὴ ἡ ὅλη νομοθεσία εἰς Ἀστικὸν Κώδικα. Δυστυχῶς αἱ διασκέψεις τῶν ἐπιτροπῶν εἰς οὐδὲν ἀποτέλεσμα ἔφεραν, διότι καὶ ἡ σύστασις αὐτῶν δὲν ἦτο πρακτικὴ, καὶ αἱ ἰδέαι, αἱ ὁποῖαι ἐπεκράτησαν μεταξὺ τῶν διαφόρων ἐπιτροπῶν, ἀπεδείχθησαν καὶ αὐταὶ ἄνευ πρακτικοῦ ἀποτελέσματος, διότι ὁτὲ μὲν ὑπεδεικνύετο ὡς ληπτέον ὑπόδειγμα ὁ Κῶδιξ ὁ Ἰταλικὸς, ὁτὲ δὲ ὁ Γερμανικὸς, ὁ ὁποῖος εἶναι μὲν ἀληθὲς ὅτι ἐψηφίσθη καὶ ἔλαβε τὸν τύπον νόμου, ἀλλὰ δὲν ἐτέθη ἀκόμη, νομίζω, εἰς ἐφαρμογὴν ἐν αὐτῇ τῇ Γερμανίᾳ.
§94Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Ἐτέθη.
§95Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Ἀλλ’ ἂν ἡ ἀστικὴ νομοθεσία ἐν γένει χωλαίνει, ἡ πολιτικὴ ἡμῶν δικονομία παρέχει δυστυχῶς στάδιον εὐρύτατον εἰς τὴν στρεψοδικίαν καὶ τὰς παρελκύσεις τῶν δικῶν. Ἐν ὅσῳ δ’ ἐξακολουθοῦμεν ἀκόμη διεπόμενοι ὑπὸ δικονομίας τοιαύτης, εἶναι ἀδύνατον νὰ μὴ αἰσθανώμεθα ἐπιβλαβῆ ἀποτελέσματα καὶ ἡμεῖς οἱ ἰδιῶται, ἀλλὰ καὶ αὐτὸ τὸ Κράτος ἐν γένει, σχετικῶς πρὸς τὰ δημόσια οἰκονομικά, διότι εἶναι ἐξηκριβωμένον καὶ βεβαιωμένον, ὅτι, ὅπου ὑπάρχει ταχεῖα ἀπονομὴ δικαιοσύνης, ὅπου ὑπάρχει δικονομία ἁπλοποιημένη, ἐκεῖ καὶ θαρραλέα εἶναι τὰ κεφάλαια, καὶ ἀρωγὰ ἔρχονται εἰς τὴν παραγωγὴν, καὶ τὰ μάλα συντελοῦσιν εἰς τὴν εὐμάρειαν τῆς χώρας. Διότι τὸ κεφάλαιον εἶναι τὸ δειλότερον χρῆμα, τὸ ὁποῖον ὑπάρχει· ὁσάκις ὅμως εὑρίσκῃ ἀσφάλειαν καὶ εὐταξίαν ἐν χώρᾳ τινὶ, ἐκεῖ καὶ ἀφθονεῖ καὶ δρᾷ, καὶ τὰ ἀποτελέσματα αὐτοῦ εἶναι δι’ ὅλους ἐπωφελῆ. Κατὰ τὴν προτελευταίαν Σύνοδον τῆς τελευταίας Περιόδου ὑπεβλήθη εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον περὶ ἐκτελέσεως, νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον παρεσκεύασε καὶ ἐφιλοπόνησε σοφὸς νομομαθὴς, ὁ πολύκλαυστος Ξενοφῶν Ψαρᾶς, ὁ ὁποῖος κατέβαλεν ὅλην τὴν θαυμασίαν εὐφυΐαν του καὶ τὰς πλουσίας αὐτοῦ γνώσεις, ὅπως κατασκευάσῃ νομοθέτημα ἄρτιον, νομοθέτημα, ἐκ τοῦ ὁποίου πολλὰ τὰ ὀφέλη ἤθελον προκύψει. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο εἰσήχθη ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, παρεπέμφθη δὲ εἰς ἐπιτροπὴν, συνισταμένην ἐξ εἰδικῶν ἀνδρῶν, ἥτις ἐπεξειργάσθη αὐτὸ, καὶ κατήρτισε τὴν ἔκθεσιν αὐτῆς, ἀφοῦ ἐπέφερε τροποποιήσεις τινάς· ἀλλὰ δυστυχῶς αἱ γνωσταὶ ἀντίξοοι περιστάσεις δὲν ἐπέτρεψαν, ὅπως τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο γείνῃ νόμος τοῦ Κράτους. Εἶναι δὲ λυπηρὸν, ὅτι, προκειμένου περὶ ἔργων τοιούτων, δὲν λαμβάνεται μείζων πρόνοια παρὰ τῶν Κυβερνήσεων τῆς χώρας. Δὲν εἶναι βεβαίως εὔκολον νὰ τροποποιήσωμεν ἐν γένει τὴν ἡμετέραν νομοθεσίαν, τοιαῦτα δὲ γενικὰ ἐγχειρήματα σπανίως ἔχουσιν εὐχάριστα ἀποτελέσματα. Ἀλλ’ ὅταν ἐκ μακρᾶς πείρας πειθώμεθα, ὅτι ἐν τῇ νομοθεσίᾳ ἡμῶν ὑπάρχει τι τὸ πλημμελὲς ὡρισμένως, ὑπάρχει τι τὸ χρῆζον διασκευῆς ἢ τροποποιήσεως ἀμέσου, τοῦτο πρέπει νὰ διορθῶται ἄνευ ἀναβολῆς, ὅταν δὲ ἐπιστῇ ὁ χρόνος, καὶ ὅταν αἱ περιστάσεις ἦναι πρόσφοροι, τότε δυνάμεθα νὰ μεταρρυθμίσωμεν γενικώτερον καὶ ῥιζικῶς τὴν νομοθεσίαν ἡμῶν. Ἀλλ’ ὅταν ἔχωμεν ἐνώπιον ἡμῶν ἔργον τοιοῦτον, οἷον τὸ «περὶ ἐκτελέσεως», παρεσκευασμένον καθ’ ὃν σᾶς εἶπον τρόπον, νομίζω ὅτι εἶναι ἐπιβεβλημένον εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ ζητήσῃ παρὰ τῆς ὑπηρεσίας τοῦ ὑπ’ αὐτὸν Ὑπουργείου τὸ ἐν λόγῳ ἕτοιμον νομοσχέδιον, νὰ μελετήσῃ αὐτὸ, νὰ τὸ φέρῃ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, καὶ νὰ ζητήσῃ τὴν ἐπιψήφισιν αὐτοῦ, διότι τὸ ζήτημα τῆς ἐκτελέσεως, δηλαδὴ ἡ διαδικασία περὶ ἐκτελέσεως εἶναι μία ἐκ τῶν πολυπλοκωτέρων. Ἐν ᾧ ὁ διάδικος — ὅπως καὶ ἄλλοτε ἔλαβον ἀφορμὴν νὰ ἀναφέρω εἰς τὴν Βουλὴν — μετὰ μακρὸν καὶ περιπετειώδη δικαστικὸν ἀγῶνα ἔφθασεν εἰς ἀποτέλεσμά τι, ἔλαβε δικαστικὴν ἀπόφασιν εἰς χεῖράς του, καὶ νομίζει ὅτι ἀφίκετο τέλος πάντων εἰς τὸν λιμένα, καὶ ἑτοιμάζεται ν’ ἀποβιβασθῇ εἰς τὸν λιμένα τοῦτον, βλέπει αἴφνης, ὅτι ἀπὸ τῆς στιγμῆς ἐκείνης ἄρχεται νέος ἀγὼν, μακρότερος, δαπανηρότερος, ὁ ἀγὼν περὶ ἐκτελέσεως! Ὅτι δὲ τοῦτο εἶναι ἀκριβὲς, δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ σᾶς ἀποδείξω διὰ παραδειγμάτων. Οἱ πλεῖστοι ἐξ ὑμῶν εἶσθε νομομαθεῖς, οἱ πλεῖστοι ἐξ ὑμῶν ἀσκεῖτε τὸ ἐπάγγελμα τοῦ δικηγόρου, καὶ γνωρίζετε τὰς περιπετείας, τὰς ὁποίας ὑφίστανται οἱ ταλαίπωροι διάδικοι. Ἐλπίζω ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, κατανοῶν τὴν σπουδαιότητα τοῦ πράγματος, θέλει σπεύσει νὰ καταθέσῃ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς τὸ ζητούμενον νομοσχέδιον, οὐδεμία δὲ ὑπάρχει ἀμφιβολία, ὅτι ἡ Βουλὴ θέλει τὸ ψηφίσει, διὰ νὰ παύσωσι τέλος πάντων τῶν διαδίκων αἱ περιπετειώδεις περὶ τὴν ἐκτέλεσιν δίκαι.
§96Α. ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ὁμολογουμένως, Κύριοι, ἡ ἀνάγκη νομοθετικῆς προνοίας, ὅσον ἀφορᾷ τὰ τῆς ἐκτελέσεως, εἶναι ἀπόλυτος καὶ ἐπείγουσα, καὶ ἅπασα ἡ κοινωνία αἰσθάνεται τὴν ἀνάγκην ταύτην. Δυστυχῶς ὅμως, ὅσον ἐπείγουσα καὶ ἂν ἦναι καὶ κοινῶς ἀνεγνωρισμένη ἡ μεταβολὴ τῆς νομοθεσίας, δὲν εἶναι τόσον πολὺ εὔκολος, ὡς νομίζει ὁ προλαλήσας κ. Βουλευτής. Ἔχω γνῶσιν τῆς ὑποθέσεως ταύτης, διότι ἐπληροφορήθην, ὅτι ὄντως ὁ ἀείμνηστος Ξενοφῶν Ψαρᾶς εἶχε καταρτίσει νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον βεβαίως, ὡς ἔργον τοιούτου ἀνδρὸς, δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ νὰ ἦναι σπουδαῖον καὶ ὅσον ἔνεστι τέλειον ἀνθρωπίνως, κατὰ τὰς γνώμας του. Δυστυχῶς ὅμως ἡ ἐποχὴ, τὴν ὁποίαν διανύομεν ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ, δὲν ἐπιτρέπει τὴν εἰσαγωγὴν τόσον ἐκτενοῦς νομοσχεδίου. Τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ ἔχει ἤδη ὑπὸ μελέτην ὁ κύριος Ἰωάννης Εὐταξίας, ὅστις μετὰ τῶν ἄλλων μελῶν τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Κώδικος θ’ ἀναθεωρήσῃ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, καὶ θὰ τὸ καταρτίσῃ ὡς οἷόν τε τελειότερον. Ἀλλ’ ἐν τῇ σπουδῇ, ὅπως εἰσαχθῇ νομοσχέδιον συντελεστικὸν εἰς τὴν βελτίωσιν τῶν τῆς ἐκτελέσεως, ὁμολογῶ ὅτι ἔσχον μετὰ πολλῶν νομομαθῶν ὁμιλίαν, εὗρον δὲ ἕνα ἐκ τῶν διαπρεπῶν νομομαθῶν, ὅστις προθύμως ἐνόμισεν ὅτι ἠδύνατο νὰ ἀναλάβῃ νὰ συντάξῃ σύντομον νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον νὰ περιέχῃ ἀκριβῶς τὰ τῆς ἀπολύτου ἀνάγκης καὶ ἐκεῖνα, καθ’ ὧν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ ἀντίρρησις. Ἀνέθεσα λοιπὸν εἰς αὐτὸν τὸ ἔργον, καὶ τὸν παρεκάλεσα νὰ συντάξῃ τὸ σύντομον αὐτὸ νομοσχέδιον. Δὲν εἶναι βεβαίως ἀνάγκη νὰ εἴπω τὸν λόγον τῆς βραδύτητος, διότι, ὡς γνωρίζετε, μεταβολὴ περὶ τὴν νομοθεσίαν, ἰδίως τὴν δικαστικὴν, δὲν εἶναι εὔκολον νὰ γείνῃ συντόμως καὶ ἐκ τοῦ προχείρου· ἀπαιτεῖται μακρὰ πεῖρα, μελέτη καὶ εὐσυνείδητος ἐργασία. Μετὰ ἕνα μῆνα ἀπὸ τῆς ἐπιφορτίσεως τοῦ νομομαθοῦς τούτου, μετὰ τοῦ ὁποίου παρεκάλεσα καὶ ἕτερον νομομαθῆ νὰ συνεργασθῇ, οὗτος μοὶ ἐζήτησεν ἡμερῶν τινων ἀναβολήν· ἀλλὰ καὶ πάλιν ἠναγκάσθη νὰ ἀναβάλῃ, καὶ νὰ μοὶ διαβιβάσῃ τὴν πληροφορίαν, ὅτι, ὅτε ἔλαβε τὸν κάλαμον ἀνὰ χεῖρας καὶ προσεπάθησε νὰ καταστρώσῃ τὰ ἄρθρα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα θεωρεῖ τῆς ἀπολύτου ἀνάγκης καὶ κοινῶς ἀνεγνωρισμένα ὡς μεταρρυθμιστέα καὶ μὴ προκαλέσοντα καμμίαν ἀντίρρησιν, εὗρεν, ὅτι τὸ ἔργον δὲν εἶναι εὔκολον, καὶ ὅτι εἶναι ἀνάγκη μείζονος χρονικοῦ διαστήματος, ὅπως κατορθώσῃ τοῦτο. Τούτου ἕνεκα δὲν ὑπέβαλον τοιοῦτο νομοσχέδιον. Ἐλπίζω ὅμως, ὅτι θὰ δυνηθῶμεν ὡς οἷόν τε συντομώτερον νὰ ὑποβάλωμεν τοιοῦτο σύντομον νομοσχέδιον, θεραπεῦον τὰς ἀπολύτους ἀνάγκας πρωτίστως, κατόπιν δὲ νὰ ὑποβληθῇ γενικώτερον νομοσχέδιον, ἐκεῖνο ἀκριβῶς, τὸ ὁποῖον εἶχε συντάξει ὁ ἀείμνηστος Ξενοφῶν Ψαρᾶς, τροποποιημένον ὅμως εἴς τινα σημεῖα οὐσιωδῶς, συμφώνως πρὸς τὰς νεωτέρας ἰδέας.
§97Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Νομίζω, κύριε Πρόεδρε, ὅτι τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον λίαν ἀξιεπαίνως ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ὕδρας συνάδελφος ἀνεκίνησε τὴν ἑσπέραν ταύτην, πρέπει νὰ ἐφελκύσῃ ἀμέριστον καὶ σύντονον τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς...
§98Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Δὲν ἔχομεν ζήτημα περὶ ἐκτελέσεως. Ἔχομεν μόνον σύστασιν...
§99Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Ἀπὸ μακροῦ χρόνου ἔχει καταδειχθῆ ἡ ἀτέλεια τῆς Πολιτικῆς ἡμῶν Δικονομίας καὶ ἑκάστοτε, ἢ μᾶλλον δὲν παρῆλθε Σύνοδος Βουλῆς, κατὰ τὴν ὁποίαν νὰ μὴ ἀναγνωρισθῇ ἡ ἀνάγκη τῆς βελτιώσεως τῶν διατάξεων αὐτῆς, ἰδίως δὲ τοῦ κεφαλαίου περὶ ἐκτελέσεως. Ἐν τούτοις πᾶσαι αἱ Κυβερνήσεις καὶ αἱ πλειονοψηφίαι τῆς Βουλῆς ἀντιπαρέρχονται τὸ ζήτημα τοῦτο, ἀρκούμεναι μόνον εἰς τὰς μεμψιμοιρίας, ὅτι δὲν κατωρθώθη ἡ ἐπιψήφισις νόμου συντελοῦντος εἰς τὴν βελτίωσιν τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας, διότι δῆθεν δὲν ὑπάρχει ὁ καιρὸς ὁ ἀνάλογος πρὸς συζήτησιν τόσον σοβαροῦ νομοσχεδίου. Καὶ πότε πλέον θὰ εὕρωμεν αὐτὸν τὸν καιρόν; Διατὶ τάχα διὰ τὴν συζήτησιν καὶ ψήφισιν ἄλλων νομοθετημάτων πολλῷ ἥττονος ἀξίας καταναλίσκεται πολλάκις χρόνος πολλῶν ἡμερονυκτίων; Διατί, ὅταν πρόκηται περὶ νομοσχεδίων ἀφορώντων τὴν Κυβέρνησιν ἢ ἄλλα κομματικὰ ἢ προσωπικὰ συμφέροντα, προθύμως ἐπιλαμβανόμεθα τῆς συζητήσεως αὐτῶν, καὶ ἐπιμένομεν ἐπὶ πολλὰς νύκτας, ὅταν δὲ πρόκηται περὶ γενικωτέρων συμφερόντων καὶ περὶ βελτιώσεως τῆς καταστάσεως αὐτοῦ τοῦ λαοῦ, δὲν ἀποφασίζομεν νὰ κοπιάσωμεν καὶ ν’ ἀφιερώσωμεν ὀλίγας συνεδριάσεις, ἵνα διὰ ψηφίσεως καταλλήλων νόμων διορθώσωμεν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον πάντες ἀναγνωρίζομεν ὡς κακόν; Τὸ ζήτημα, κύριοι Βουλευταί, εἶναι τόσον σοβαρόν, ὥστε πιστεύω, ὅτι πρέπει ν’ ἀναγνωρισθῇ παρὰ πάντων ὅτι, ἂν ὁ χρόνος μέχρι τῆς ἐποχῆς, κατὰ τὴν ὁποίαν νομίζει καὶ ἡ Κυβέρνησις καὶ πάντες ἡμεῖς, ὅτι θὰ διαρκέσωσιν αἱ ἐργασίαι τῆς Βουλῆς, δὲν θὰ ἐπαρκέσῃ πρὸς συζήτησιν τοιούτου νομοσχεδίου, πρέπει, ἐκπληροῦντες τὸ καθῆκον καὶ τὴν ὑποχρέωσιν, τὴν ὁποίαν ἔχομεν, καὶ τὸν ὅρκον, τὸν ὁποῖον ἐδώκαμεν, νὰ μὴ ἀπέλθωμεν ἐντεῦθεν πρὸ τῆς λήξεως τῆς ἑξαμήνου προθεσμίας τῆς Συνόδου, χωρὶς νὰ ψηφίσωμεν τοιοῦτο νομοσχέδιον, ἀλλὰ νὰ ἐπανέλθωμεν καὶ μετὰ τὰς ἑορτὰς πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον, διότι βλέπω, ὅτι εἶναι ἀδύνατον νὰ κατορθωθῇ τοῦτο πρὸ τῶν ἑορτῶν, οὐχὶ δι’ ἄλλον λόγον, ἀλλὰ διότι ἐπιμένομεν εἰς ἄλλα ζητήματα πολλῷ μικροτέρας σημασίας. Ἐπειδὴ δὲ τὴν βελτίωσιν τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας θεωρῶ ὑπόθεσιν ὑψίστης σημασίας, καὶ τοιαύτη ἀνεγνωρίσθη καὶ παρ’ ἁπάντων ὑμῶν, προβαίνω ἔτι περαιτέρω, χάριν τοιαύτης ὑποθέσεως. Ἐὰν δὲν κατορθωθῇ νὰ ψηφισθῇ τοιοῦτος νόμος ἐντὸς τῆς τακτικῆς ταύτης Συνόδου, παρατεινομένων τῶν ἐργασιῶν αὐτῆς καὶ πέραν τῶν ἑορτῶν τοῦ Πάσχα, ἐπιβάλλεται καὶ ἔκτακτος Σύνοδος νὰ κληθῇ πρὸς τοῦτο· διότι δὲν πρέπει ἐν ἑκάστῃ Συνόδῳ νὰ ἀσχολώμεθα μόνον εἰς ἐπιψήφισιν ὀλίγων νομοσχεδίων, σχετικῶν πρὸς τὸν Προϋπολογισμόν, καί τινων ἄλλων, ἀφορώντων εἰς προσωπικὰ συμφέροντα, ἢ ἔστω καὶ εἰς βελτίωσιν κλάδου τινὸς ὑπηρεσίας, ἀπὸ τῶν ὁποίων ὅμως δὲν λείπουσι πάντοτε καὶ προσωπικὰ συμφέροντα, καὶ νὰ ἀπερχώμεθα ἐντεῦθεν μετὰ τὴν ἐπιψήφισιν αὐτῶν καὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ὡς ἐκπληρώσαντες πλέον τὸ πρὸς τὴν πατρίδα καὶ πρὸς τὸν λαὸν καθῆκον, τὸ ὁποῖον ὅμως, ἂς ὁμολογήσωμεν, ὅτι οὐδέποτε ἐξεπληρώσαμεν ὡς πρέπει. Ποιοῦμαι λοιπὸν ἔκκλησιν πρὸς τὴν συνείδησιν ὑμῶν, κύριοι Βουλευταί, καὶ παρακαλῶ ὑμᾶς νὰ θελήσητε ν’ ἀπαιτήσωμεν, ὅπως ὑποβάλῃ τὸ σχετικὸν νομοσχέδιον περὶ ἐκτελέσεως εἰς τὴν Βουλὴν ὁ κύριος Ὑπουργός, ὁ ὁποῖος δὲν δικαιολογεῖται, ἰσχυριζόμενος, ὅτι τοῦτο ἔχει ἀνάγκην νέας ἐπεξεργασίας, καὶ ὅτι δὲν εὑρίσκει τοὺς ἱκανοὺς νὰ ἐπεξεργασθῶσιν αὐτό. Τὸ ζήτημα νομίζω ὅτι ἔχει μελετηθῆ ἀρκετά. Κατηρτίσθη νομοσχέδιον παρὰ τοῦ ἀειμνήστου καθηγητοῦ Ξενοφῶντος Ψαρᾶ, τοῦ διαπρεπεστέρου τῶν νομομαθῶν καὶ εἰδικωτέρου μάλιστα εἰς τὰ ζητήματα τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας καὶ κυρίως εἰς τὸ κεφάλαιον τῆς ἐκτελέσεως. Τὸ νομοσχέδιον δ’ αὐτὸ ἐπεξειργάσθη καὶ ἐπιτροπὴ διορισθεῖσα ὑπὸ τῆς Βουλῆς κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Περίοδον· δὲν βλέπω δέ, ποία ἄλλη ἐπεξεργασία αὐτοῦ δύναται πλέον νὰ γείνῃ ὑπ’ ἄλλων. Ἐὰν ἐξακολουθήσωμεν οὕτω πως σκεπτόμενοι καὶ δικαιολογούμενοι, οὐδέποτε θὰ τὸ ἴδωμεν ἐπεξειργασμένον τελειότερον καὶ ὑποβαλλόμενον εἰς συζήτησιν. Ἐλπίζω μάλιστα, ὅτι, ἂν ἔλθῃ εἰς συζήτησιν ὅπως ἔχει ἐπεξεργασθῆ, δὲν θὰ καταναλώσωμεν πολὺν χρόνον διὰ τὴν ἐπιψήφισιν αὐτοῦ. Ἀρκετὸς χρόνος κατηναλώθη κατὰ τὴν ἐπεξεργασίαν πάντες δὲ οἱ δυνάμενοι νὰ ἀποφήνωνται γνώμην ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου ἔλαβον μέρος εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τὴν ἐπεξεργασθεῖσαν τὸ νομοσχέδιον τὸ παρασκευασθὲν ὑπὸ τοῦ Ψαρᾶ. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι οὕτω πως ἐπεξειργασμένον τὸ νομοσχέδιον δὲν θὰ καταναλώσῃ πολὺν χρόνον εἰς συζητήσεις, καὶ δύναται ὁ κ. Ὑπουργὸς κάλλιστα νὰ φέρῃ τοῦτο ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ἐντὸς τῆς Συνόδου ταύτης καὶ πρὸ τῶν ἑορτῶν τοῦ Πάσχα. Ἔχω δὲ τὴν πεποίθησιν, ὅτι δὲν θέλετε ἴδει οὔτε δύο ἢ τρεῖς συνεδριάσεις καταναλισκομένας διὰ τόσον σοβαρὸν νομοσχέδιον, ἀλλὰ καὶ τόσον καλῶς ἐπεξεργασμένον.
§100Α. ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Εὔχομαι.
§101ΑΛΕΞ. ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶχον καὶ ἐγὼ τὴν τιμὴν νὰ τυγχάνω κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Περίοδον τῆς Βουλῆς μέλος τῆς ἐπιτροπῆς, εἰς ἣν παρεπέμφθη πρὸς μελέτην καὶ ἐπεξεργασίαν τὸ νομοσχέδιον, ὅπερ κατήρτισεν ὁ ἀείμνηστος καὶ σοφὸς καθηγητὴς Ξενοφῶν Ψαρᾶς, καὶ διὰ τοῦτο θεωρῶ ἐμαυτὸν ὑποχρεωμένον, ἀνακινηθέντος καὶ αὖθις τοῦ ζητήματος ἐνταῦθα, νὰ ἐξενέγκω τὴν ἐμὴν γνώμην. Ἀληθῶς τὸ ἔργον τοῦτο, προελθὸν ἐκ διανοίας τοσοῦτον σοφοῦ ἀνδρός, ἦτο ἀντάξιον τῆς ἐμβριθείας καὶ εὐρυμαθείας αὐτοῦ, καὶ δύναταί τις εἰπεῖν, ὅτι ἦτο τέλειον σύστημα, δυνάμενον ν’ ἀντικαταστήσῃ ἐπιτυχῶς τὴν περὶ ἐκτελέσεως θεσμοθεσίαν ἡμῶν. Ἀλλ’ ἀτυχῶς, ὑποθέτω ὅτι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐπιδιώκομεν, δὲν θὰ τὸ ἐπιτύχωμεν, ἐὰν φέρωμεν ἐν τῇ Βουλῇ τὸ ἔργον τοῦτο σήμερον. Ἴσως τὸ σχεδίασμα τοῦτο, ὅπερ δὲν πρέπει νὰ παρίδωμεν, ὅτι ἀνατρέπει ἄρδην τὸ σύστημα τὸ καθιερωμένον ὑπὸ τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας ἐν ταῖς περὶ τὴν ἐκτέλεσιν δίκαις, ἴσως, λέγω, προξενήσῃ ἄλλα κακά, ἐὰν μὴ προλειανθῇ τὸ ἔδαφος τῆς ἐφαρμογῆς του...
§102Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Περατοῦται καμμία ἐκτέλεσις;
§103ΑΛΕΞ. ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ εἶμαι ἐναντίος τοῦ ἰσχύοντος συστήματος, ἀλλ’ εἶπον, ὅτι εἰσάγεται νέον σύστημα, ὅπερ δέον νὰ μελετηθῇ εὐρύτατα ὑπὸ τῆς Βουλῆς, καὶ νὰ μελετηθῇ καὶ ἐν σχέσει πρὸς τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν, ἐν ᾗ εὑρισκόμεθα. Διότι ἀληθῶς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον πᾶς νομοθέτης ὀφείλει νὰ ἐπιδιώξῃ, τὸ ἐπιδιώκει τὸ σχεδίασμα τοῦτο, τὴν προστασίαν δηλονότι τῶν δικαιωμάτων τοῦ δανειστοῦ, ἀλλὰ προϋποθέτει τοῦτο ὁμαλὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν. Ἐκ τούτου δὲ θὰ προκληθῇ συζήτησις ἐνταῦθα, καὶ πολλοὶ θὰ ὑψώσωσι φωνήν, καὶ θὰ ὑποδειχθῶσι τροποποιήσεις αὐτοῦ, ἀμφιβάλλω δέ, ἂν θὰ κατορθώσωμεν νὰ περατώσωμεν τὸ ἔργον ἐν τῷ ὑπολειπομένῳ χρόνῳ, εἴτε μέχρι τοῦ Πάσχα, εἴτε καὶ ὀλίγον χρόνον μετὰ ταῦτα. Ἀμφιβάλλω δὲ, ἂν τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους ἐπιτρέπουσι νὰ κληθῶμεν, ὡς ὁ προλαλήσας ἐπρότεινεν, εἰς ἔκτακτον Σύνοδον. Διὰ τοῦτο συμμερίζομαι τὴν γνώμην τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ὅτι εἶναι δυνατὸν αἱ ἀτέλειαι τῆς περὶ ἐκτελέσεως νομοθεσίας ἡμῶν νὰ συμπληρωθῶσι διὰ συντομωτέρου νομοσχεδίου, διότι εἰς πάντας ἡμᾶς, τοὺς μετερχομένους τὸν δικηγόρον, εἶναι γνωσταὶ αἱ διατάξεις, περὶ ὧν ὁ κ. ἐκ Μαντινείας συνάδελφος εἶπεν, ὅτι ἀποτελοῦσι τὸν σάρακα τῆς Πολιτικῆς ἡμῶν Δικονομίας καὶ ἰδίᾳ τοῦ κεφαλαίου τῆς ἐκτελέσεως. Δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐργασθῶμεν ἐπὶ πολὺ καὶ ἕνα δικαστικὸν κλητῆρα ἐὰν ἐρωτήσωμεν, θὰ μᾶς εἴπῃ, ὅτι αἱ διατάξεις αὗται εἶναι αἱ περὶ ἀκατασχέτου, τὸ ἀπεριόριστον δικαίωμα τοῦ Προέδρου νὰ χορηγῇ ἀναστολήν, αἱ ἀγωγαὶ περὶ ἀκυρώσεως τοῦ πλειστηριασμοῦ κλπ., τὰς ὁποίας δυνάμεθα νὰ θεραπεύσωμεν, φέροντες εἰς ταχὺ πέρας ἓν συμπληρωτικὸν νομοσχέδιον. Διατὶ δὲν θέλομεν νὰ μετέλθωμεν τὰ ἔργα τοῦ πραίτωρος τῶν Ῥωμαίων, συμπληροῦντες βαθμηδὸν τὴν νομοθεσίαν ἡμῶν καὶ τελειοποιοῦντες αὐτήν; Εὐχῆς ἔργον θὰ ἦτο νὰ εἰσαχθῇ σύστημα νεώτερον, ὁποῖον τὸ ὑποδειχθὲν ὑπὸ τοῦ ἀειμνήστου Ψαρᾶ, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι τοῦτο ἐν τῇ Ἑλληνικῇ Βουλῇ εἶναι ἀκατόρθωτον.
§104Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Τοῦτο ἤθελον ζητήσει καὶ ἐγὼ, ὅπως βαθμηδὸν ἐπέλθῃ ἡ βελτίωσις τῆς νομοθεσίας ἡμῶν. Ἀλλὰ διὰ τοῦ τρόπου, ὃν προέτεινεν ὁ κ. συνάδελφος, ἐπέρχεται αὐτόχρημα κουρέλιασμα τοῦ μέρους τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας ἡμῶν, τοῦ ἀφορῶντος εἰς τὰ περὶ ἐκτελέσεως. Ἐν τούτοις λυποῦμαι, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης δὲν ἐμελέτησεν ὁ ἴδιος τὸ ἔργον αὐτὸ, ἀλλ’ ἔβαλεν ἄλλον νὰ τὸ μελετήσῃ, ἐθεώρησε δὲ, ὅτι τὸ ἔργον αὐτὸ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ψηφισθῇ ὑπὸ τῆς Βουλῆς ὡς εἶχε, καὶ συνεπῶς τὸ ἔδωκεν εἰς δικηγορίσκον τινά, ὅπως αὐτὸς καταρτίσῃ νομοσχέδιον, καὶ αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον νὰ φέρῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς εἰς τὴν Βουλήν! (Θόρυβος). Δὲν γνωρίζω ποῖος εἶναι ὁ δικηγόρος αὐτὸς, ἀλλ’ ἐννοεῖται, ὅτι, οἱοσδήποτε καὶ ἂν ἦναι, οὐδέποτε δύναται οὗτος νὰ φθάσῃ εἰς τὸ ἀνάστημα τοῦ μακαρίτου Ξενοφῶντος Ψαρᾶ, ὁ ὁποῖος ἐδίδαξε τὴν Πολιτικὴν Δικονομίαν ἐπὶ μακρὰ ἔτη ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ. Εἶναι δυνατὸν βεβαίως νὰ εὕρητε τρωτὰ μέρη ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ἐκείνῳ, ἀλλ’ ἡ γνώμη ἡμῶν εἶναι, ὅτι δέον νὰ ἔχῃ τις τὸ κῦρος τοῦ μακαρίτου Ψαρᾶ, ὥστε νὰ δύναται καὶ τὸ ἔργον ἐκείνου νὰ ἐπεξεργασθῇ. Ἀλλὰ μᾶς εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ὅτι παρέπεμψε τὸ νομοσχέδιον εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τοῦ Ἀστικοῦ Κώδικος. Ποίαν ὅμως σχέσιν ἔχει ἡ ἐπιτροπὴ αὕτη μὲ τὸ περὶ ἐκτελέσεως μέρος τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας; Θὰ ἦτο μάλιστα προτιμότερον νὰ καταργήσῃ τὴν ἐπιτροπὴν ταύτην, διότι σᾶς διαβεβαιῶ, ὅτι οὐδέποτε αὕτη θέλει φθάσει εἰς ἀποτέλεσμα, καὶ οὐδέποτε θέλει ψηφισθῆ ὁ Ἀστικὸς Κῶδιξ, καθόσον ἔχω ὑπ’ ὄψει, πῶς συνιστῶνται καὶ πῶς ἐργάζονται αἱ ἐπιτροπαί· ἀφοῦ δὲ, προκειμένου περὶ τῆς εἰδικῆς ἐργασίας, ἥτις εἶναι ἀνατεθειμένη αὐτῇ, δὲν δύναται νὰ φθάσῃ εἰς ἀποτέλεσμα οἱονδήποτε, εἶναι πιθανὸν, ὅτι μετ’ ἐπιτυχίας θέλει ἐπεξεργασθῆ τὸ νομοσχέδιον περὶ ἐκτελέσεως; Ἐὰν πιστεύῃ τοῦτο ὁ κ. Ὑπουργὸς, βεβαίως ἐγὼ δὲν δύναμαι νὰ τὸν συγχαρῶ, ἀλλ’ ὀφείλω νὰ τῷ παρατηρήσω καὶ πάλιν, ὅτι ἡ ἐργασία τοῦ ἀειμνήστου Ψαρᾶ εἶναι ἀρτία, καὶ αὐτὴν πρέπει νὰ υἱοθετήσῃ, καὶ νὰ ζητήσῃ ἐπ’ αὐτῆς τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς.
§105Α. ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Πληροφορῶ τὸν κ. συνάδελφον, ὅτι αἱ παρατηρήσεις αὐτοῦ καθὼς καὶ ἑτέρων τινῶν κ. συναδέλφων δὲν ἔχονται ἀκριβείας. Διότι ἐγὼ δὲν παρέπεμψα τὸ ἔργον τοῦ ἀειμνήστου Ψαρᾶ εἰς ἕτερον δικηγόρον, καθόσον ἐγὼ δὲν ἤμην Ὑπουργός, ὅτε ἀπεβίωσεν ὁ μακαρίτης Ψαρᾶς. Ὅτε ἀπεβίωσεν οὗτος, τὸ ἔργον ἀνετέθη εἰς ἓν τῶν μελῶν τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Κώδικος, ἕνα τῶν διαπρεπεστέρων καὶ ἐργατικωτέρων νομομαθῶν, τὸν κ. Ἰωάννην Εὐταξίαν, καθηγητὴν τοῦ Ἐθνικοῦ Πανεπιστημίου. Παρατηρῶ ὅμως ἀκόμη εἰς τὸν κ. συνάδελφον, ὅτι πρέπει νὰ ἦναι βέβαιος, ὅτι πολλοὶ τῶν ἐν Ἀθήναις δικηγόρων εἶναι διαπρεπέστατοι νομομαθεῖς καὶ εἰς κατάστασιν νὰ συντάξωσι νομοσχέδιον, ἰδίως ὅσον ἀφορᾷ τὰς περὶ ἐκτελέσεως διατάξεις, διότι ἔχουσι πολλὴν πεῖραν, ὡς ἐκ τοῦ ἐπαγγέλματός των, εἰς τὰ θέματα ταῦτα. Ἐκεῖνο ὅμως, τὸ ὁποῖον ὑπέδειξεν ἕτερος συνάδελφος, εἶναι ὅτι ὑπάρχει ἀπόλυτος ἀνάγκη τῆς μεταρρυθμίσεως ὡρισμένων διατάξεων, ὧν ἔχει ἀναγνωρισθῆ τὸ ἀτελὲς καὶ ἀσύμφορον. Δὲν δύναται ὅμως νὰ ὑπάρξῃ ἀντίρρησις,— καὶ οἱ ἔχοντες πεῖραν κοινοβουλευτικὴν γνωρίζουσι περὶ τούτου, θὰ ὑπάρξῃ δὲ ἀπόδειξις αὐτοῦ, ἅμα ὡς εἰσαχθῇ νομοσχέδιον δικαστικόν, — ὅτι ἡ συζήτησις ἐπὶ νομοσχεδίων δικαστικῶν γίνεται εὐρυτάτη, διότι μέγας εἶναι ὁ ἀριθμὸς τῶν ἐν τῇ Βουλῇ νομομαθῶν καὶ τῶν γνωριζόντων τὰ τῶν δικαστικῶν πραγμάτων. Ἐκ τούτου λοιπὸν θεωρῶ, ὅτι εἶναι ἐπείγουσα ἡ ἀνάγκη τῆς δι’ ἄλλου νομοσχεδίου ἐξευρέσεως τρόπου θεραπείας τῶν ἀναγκῶν ἐκείνων, αἱ ὁποῖαι εἶναι τῆς ἀπολύτου ἀναγνωρίσεως, ὅτι πρέπει νὰ θεραπευθῶσι τάχιστα καὶ ἰδιαιτέρως. Πρὸς τοῦτο λοιπὸν δύναται νὰ ἀνατεθῇ εἰς ἐπιτροπὴν ἐκ νομικῶν ἀνδρῶν τοῦ Κοινοβουλίου, ἡ ὁποία συνερχομένη νὰ συντάξῃ σύντομον νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἐπιβάλλει ἀπόλυτος ἀνάγκη, μετὰ χρόνον δὲ νὰ εἰσαχθῇ τὸ γενικὸν νομοσχέδιον περὶ ἐκτελέσεως· ἐκτὸς ἐὰν ἡ Βουλὴ ἀναμείνῃ ἐπί τινα χρόνον, διότι μετ’ ὀλίγον θέλει ὑποβληθῆ τοιοῦτο νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον θέλει καταρτισθῆ συμφώνως μὲ τὰς ἀνάγκας τὰς ἀνεγνωρισμένας, καὶ ἑπομένως δὲν θέλει προκαλέσει μακρὰς συζητήσεις ἐν τῇ Βουλῇ, δι’ ἃς δὲν ἔχομεν ἐπαρκῆ χρόνον.
§106Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀπὸ πολλοῦ χρόνου ἀνεγνωρίσθη ἐν Ἑλλάδι, ὅτι τὸ διέπον ἡμᾶς δικονομικὸν σύστημα εἶναι ἀπηρχαιωμένον, διὰ δὲ τὸ μέρος τῆς Δικονομίας τὸ κανονίζον τὰ τῆς ἐκτελέσεως καθιστᾷ πᾶσαν ἐκτέλεσιν ἀνεκτέλεστον. Εἶναι γνωστὸν δέ, ὅτι ἀφ’ οὗ διέλθῃ τις ὅλα τὰ στάδια τῆς δικαστικῆς ἱεραρχίας ἐν Ἑλλάδι, ὅπως τύχῃ τελεσιδίκου ἀποφάσεως, δὲν δύναται ἔπειτα νὰ ἐκτελέσῃ αὐτήν, διότι ἀρχίζει νέα δίκη περὶ τὴν ἐκτέλεσιν, ἡ ὁποία οὐδέποτε περατοῦται. Τοῦτο ἀναγνωρίζουσα ἡ Κυβέρνησις κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Περίοδον, ἀνέθηκε τῷ ἀοιδίμῳ Ψαρᾷ νὰ συντάξῃ, καὶ συνέταξεν οὗτος νέον νομοσχέδιον περὶ ἐκτελέσεως. Ὅτε τὸ νομοσχέδιον τοῦτο εἰσήχθη εἰς τὴν Βουλήν, ἐσχηματίσθη πολυμελεστάτη ἐπιτροπή, εἰδική, πρὸς ἐπεξεργασίαν καὶ μελέτην τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ. Πρόεδρος τῆς ἐπιτροπῆς ἐτύγχανεν ὁ κ. Φλογαΐτης, εἰσηγητὴς δὲ ὁ κ. Μομφερρᾶτος, καὶ ἐκ τῶν μελῶν τῆς ἐπιτροπῆς εὐχαρίστως βλέπω ἐνταῦθα τὸν κ. Στεφάνου, τὸν κ. Τριανταφυλλᾶκον, καθὼς καὶ τὸν σπανίως ἐπισκεπτόμενον τότε τὴν ἐπιτροπὴν ταύτην κ. Πονηρόπουλον, ὁ ὁποῖος ὠνόμασεν ἀμελέτητον τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο. Ἐτύγχανον καὶ ἐγὼ μέλος τῆς ἐπιτροπῆς, ἥτις, ἐργασθεῖσα ἐπὶ πολὺν καιρὸν καὶ ἐπιμελέστατα, διεσκεύασε τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο, μετὰ πολλὴν μελέτην αὐτοῦ. Ἔχει ἄδικον λοιπὸν ὁ κ. Πονηρόπουλος, λέγων ὅτι τοῦτο δὲν ἐμελετήθη. Ἡ ἐπιτροπὴ ἐκείνη δὲν περιωρίσθη εἰς τὰ φῶτα αὐτῆς, ἀλλ’ ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν καὶ τὰς ἐκθέσεις πολλῶν, ἀπὸ τοῦ δικαστικοῦ κλητῆρος μέχρι τοῦ Ἀρείου Πάγου, ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν τὰς γνώμας δικαστικῶν κλητήρων, δικηγόρων, Δικηγορικῶν Συλλόγων, τὰς γνώμας Πρωτοδικείων, Ἐφετείων καὶ τοῦ Ἀρείου Πάγου, ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν ὅλας τὰς νεωτέρας Πολιτικὰς Δικονομίας, τῆς Ρουμανίας, τῆς Αὐστρίας, τῆς Ἰταλίας, καὶ διεσκεύασε τὸ νομοσχέδιον κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε νὰ ἐλπίζῃ, ὅτι ἐμφανιζόμενον τοῦτο ἐνώπιον τῆς Βουλῆς θὰ γείνῃ ἀσυζητητὶ δεκτόν. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου ἐκείνου, ὡς διεσκεύασεν αὐτὸ ἡ ἐπιτροπή, νομίζω ὅτι ἐξασφαλίζονται τὰ δικαιώματα ὄχι μόνον τῶν δανειστῶν, ἀλλὰ καὶ τὰ τῶν ὀφειλετῶν. Νομίζω ὅτι μετὰ τὴν ἐπεξεργασίαν ταύτην τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο δὲν ἔπρεπε νὰ παραπεμφθῇ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τοῦ Ἀστικοῦ Κώδικος, διότι αἱ δικονομικαὶ διατάξεις, ὡς γνωστόν, οὐδεμίαν ἢ ὀλίγην σχέσιν ἔχουσι πρὸς τὸν Ἀστικὸν Κώδικα. Προορισμὸς τῆς ἐπιτροπῆς ταύτης, ἡ ὁποία οὐδέποτε θὰ περατώσῃ τὸ ἔργον αὐτό, εἶναι ἡ κωδικοποίησις τῶν ἀστικῶν νόμων, τῶν διεπόντων τὰ δικαιώματα τῶν Ἑλλήνων πολιτῶν, ἐν ᾧ ἡ Δικονομία καθορίζει τὸν τρόπον, καθ’ ὃν τὰ Δικαστήρια ἐργάζονται καὶ ἀπονέμουσι τὸ δίκαιον. Νομίζω ὅτι, ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἤθελεν εὐαρεστηθῆ νὰ διατάξῃ τὴν ἀνατύπωσιν τοῦ νομοσχεδίου καὶ τὴν διανομὴν αὐτοῦ, ἤθελε τοῦτο, ἐρχόμενον εἰς συζήτησιν, γείνῃ δεκτὸν ἄνευ συζητήσεων, διότι εἶναι ἐπεξειργασμένον τελείως.
§107ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Υἱοθετήσατέ το.
§108Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἔχω δυσκολίαν νὰ τὸ ὑποβάλω αὔριον μεθ’ ὅλης τῆς σχετικῆς ἐργασίας.
§109ΧΑΡ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Καὶ ἐγὼ προτείνω αὐτό. Μάλιστα δὲ, ἀφοῦ εἶχεν ὑποβληθῆ καὶ κατὰ τὴν προηγουμένην Περίοδον, δύναται νὰ προταχθῇ ἡ συζήτησίς του.
§110ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§111Κ. ΤΟΠΑΛΗΣ. Ὁ κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸς, εἰπὼν, ὅτι ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ὕδρας συνάδελφος κατ’ ἄλλου Ὑπουργοῦ ὤφειλε νὰ διατυπώσῃ παράπονα περὶ τῆς παραπομπῆς τοῦ νομοσχεδίου τοῦ ἀειμνήστου Ξενοφῶντος Ψαρᾶ εἰς ἐπιτροπὴν, ἔδειξεν ὅτι δὲν ἔχει σαφῆ ἰδέαν τοῦ ζητήματος. Τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον κατήρτισεν ὁ μακαρίτης Ψαρᾶς, ὑπέστη τὴν βάσανον τῆς Βουλῆς, περὶ ἧς ὡμίλησεν ὁ κ. ἐκ Μαντινείας συνάδελφος, παραπεμφθὲν εἰς ἐπιτροπὴν ἐξ ἀνδρῶν εἰδικῶν πρὸς ἐπεξεργασίαν. Ἐπίσης ὑπέστη τὴν βάσανον τῶν Ἐφετείων τοῦ Κράτους καὶ τῆς ὁλομελείας τοῦ Ἀρείου Πάγου, τὴν βάσανον τοῦ νομικοῦ τμήματος τοῦ Συλλόγου «Παρνασσοῦ». Ὅλων τούτων αἱ γνῶμαι συνελέγησαν εἰς ἓν τεῦχος, οὗ ἐγὼ προέταξα ἰδίαν βραχεῖαν αἰτιολογικὴν ἔκθεσιν, καὶ ὑπέβαλον οὕτω τὸ νομοσχέδιον εἰς τὴν Βουλὴν κατὰ τὴν ἀρχὴν τῆς τελευταίας Συνόδου τῆς παρελθούσης Περιόδου, παρακαλέσας τότε τὴν Βουλήν, ἵνα ὅσον τὸ δυνατὸν ταχύτερον ἐπιληφθῇ τῆς συζητήσεως καὶ ἐπιψηφίσεως τοῦ νομοσχεδίου τούτου. Ἀλλὰ πλὴν τούτου, ἀκολουθῶν τὸ παράδειγμα τοῦ προκατόχου μου Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης κ. Καραπαύλου, ἐνόμισα καλὸν νὰ ἀναθέσω εἰς τὸν νομομαθῆ κ. Ἰωάννην Εὐταξίαν—διότι ὁ ἀείμνηστος Ψαρᾶς εἶχεν ἤδη ἀποβιώσει—τὴν ἀναθεώρησιν καὶ τοῦ ὑπολοίπου μέρους τῆς Πολιτικῆς ἡμῶν Δικονομίας. Καὶ ἀπετάθην πρὸς τὸν κ. Εὐταξίαν δι’ ἐγγράφου τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης, δημοσιευθέντος καὶ ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως, παρακαλῶν αὐτὸν νὰ προβῇ εἰς τὴν ἀναθεώρησιν καὶ τοῦ ὑπολοίπου μέρους τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας μας, πλὴν, ὡς εἰδικῶς ἀνέφερον ἐν τῷ ἐγγράφῳ τούτῳ, τοῦ μέρους περὶ ἐκτελέσεως, περὶ τοῦ ὁποίου ὑπάρχει νομοσχέδιον ὑποβεβλημένον ἤδη εἰς τὴν Βουλήν. Ἔπραξα δὲ τοῦτο, ἔχων σκοπὸν, ἵνα καὶ ἐπὶ τῆς ἐργασίας τοῦ κ. Ἰωάννου Εὐταξίου γείνῃ κατόπιν ὅ,τι ἐγένετο ἤδη ἐπὶ τῆς ἐργασίας τοῦ ἀειμνήστου Ψαρᾶ. Ἐπίσης ἐσκέφθην, ὅτι θὰ ἦτο εὐχῆς ἔργον, ἂν καὶ περὶ τῆς Ποινικῆς Δικονομίας ἐλαμβάνοντο τὰ αὐτὰ μέτρα, ἅτινα ἐλήφθησαν περὶ τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας, καὶ ἀπετάθην πρὸς τὸν κύριον Κωνσταντόπουλον, βουλευτὴν ἐκ Μαντινείας καὶ σεβαστὸν νομομαθῆ, ὁ ὁποῖος ἰδίως εἰς τὰ ζητήματα τῆς Ποινικῆς Δικονομίας εἶναι εἰδικώτατος, παρακαλέσας αὐτὸν νὰ ἑτοιμάσῃ νομοσχέδιον τροποποιοῦν τὰ τρωτὰ μέρη τῆς Ποινικῆς ἡμῶν Δικονομίας. Καὶ ὁ μὲν κύριος Εὐταξίας ἀπεδέχθη τὴν ἐντολὴν, ἥτις ἀνετέθη αὐτῷ ἐκ μέρους τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης, καὶ νομίζω ὅτι ἐργάζεται ἐπὶ τῶν θεμάτων τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας μας, πλὴν τοῦ μέρους τῆς ἐκτελέσεως· ἀλλ’ ὁ ἐκ Μαντινείας ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἀτυχῶς, ἕνεκα τῶν πολλῶν αὐτοῦ ἀσχολιῶν, δὲν ἠδυνήθη νὰ ἐπιληφθῇ τοῦ ἔργου τούτου, τὸ ὁποῖον τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης ἐσκέφθη νὰ ἀναθέσῃ εἰς αὐτόν. Ταῦτα εἶχον νὰ εἴπω πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, χωρὶς νὰ παραλείψω νὰ συστήσω πρὸς τὴν Βουλὴν, ὅπως, ὡς ὑπεβλήθη κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Περίοδον τὸ νομοσχέδιον περὶ ἐκτελέσεως, ὑποβληθῇ καὶ κατὰ τὴν παροῦσαν Σύνοδον, ἀναγραφῇ δὲ ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει μεταξὺ τῶν πρώτων πρὸς συζήτησιν.
§112ΔΙΟΝ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Δὲν ἐπιθυμῶ νὰ παρατείνω τὴν συζήτησιν, διότι δὲν θέλω νὰ ἐκληφθῶ ὡς κωλυσιεργῶν. Εὐτυχῶς ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος κ. Μπακόπουλος μὲ προέλαβε, διότι ὡς ἔγγιστα τὰ αὐτὰ καὶ ἐγὼ ἔχω νὰ εἴπω, τουτέστιν, ἀντὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης νὰ προσφύγῃ εἰς νέαν ἐπεξεργασίαν καὶ ἀναθεώρησιν τοῦ νομοσχεδίου τούτου, καλλίτερον θὰ ἔπραττε, κατ’ ἐμὲ, νὰ φέρῃ αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον, ὅπως ἐπεξειργάσθη αὐτὸ ἡ ἐπιτροπὴ τῆς Βουλῆς. Διότι ἀληθῶς, ὅπως ὁ ἐκ Μαντινείας ἀξιότιμος Βουλευτὴς πρὸ ὀλίγου εἶπεν, ἡ ἐπιτροπὴ ἐκείνη ἀνενδότως εἰργάσθη.
§113Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπὶ τρεῖς μῆνας.
§114ΔΙΟΝ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. .. καὶ ἀφοῦ ἤκουσε καὶ ἐμελέτησε τὰς διαφόρους γνώμας, κατέληξεν εἰς ὡρισμένα συμπεράσματα, καὶ συνέταξε μακρὰν καὶ ἠτιολογημένην ἔκθεσιν, καὶ ἔφερεν ἔργον πλῆρες, κατὰ τὰ ἐνόντα, ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι τὸ ἔργον τοῦτο δὲν ἔχει ἀνάγκην ἀναθεωρήσεως· διότι, ἐὰν θέλωμεν νὰ ἀναθεωρῶμεν, πάντοτε βεβαίως θὰ εὑρίσκωμεν λόγον ἀναθεωρήσεως, διότι ὁ ἀναθεωρῶν βλέπει τὰ πράγματα πάντοτε ἀπὸ τῆς ἰδικῆς του ἀπόψεως, καὶ ἑπομένως εὑρίσκει, ὅτι τὰ γενόμενα δὲν ἔχουσι καλῶς κατὰ τὴν κρίσιν αὐτοῦ. Διὰ τοῦτο εἰς οὐδὲν πόρισμα θὰ φθάσωμεν. Νομίζω δὲ, ὅτι τὸ ἔργον εἶναι ὥριμον καὶ δύναται νὰ ἔλθῃ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Ἐὰν ἡ κατάστασις τῆς Βουλῆς δὲν ἐπιτρέπῃ νὰ ἐπιψηφισθῇ τώρα, τοῦτο εἶναι ἄλλο ζήτημα, διὰ τὸ ὁποῖον δὲν ἔχομεν νὰ ἐκφράσωμεν γνώμην. Μίαν ἄλλην σύστασιν ἐγὼ θὰ κάμω πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης· ν’ ἀπόσχῃ ἀπὸ τῆς ἰδέας τοῦ νὰ φέρῃ προσωρινὰ μπαλώματα ἐπὶ τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας. Ἢ νὰ θεωρηθῇ τὸ μέρος περὶ ἐκτελέσεως πλῆρες, ὡς εἶναι ἐπεξειργασμένον, ἢ ἄλλως νὰ ἀποφύγῃ νὰ φέρῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τὰ κατ’ αὐτὸν μὴ δεκτικὰ συζητήσεων καὶ ἀντιρρήσεων, διότι, οἱονδήποτε σχέδιον νόμου ἔλθῃ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ἀδύνατον νὰ μὴ προκαλέσῃ εὐρεῖαν συζήτησιν, ἀφοῦ καὶ μόνη ἡ ἰδέα τοῦ ἐξ Ὕδρας ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ προὐκάλεσε σήμερον τοσαύτην συζήτησιν. Διὰ τοῦτο καὶ ἐγὼ συνηγορῶ ὑπὲρ τῆς προτάσεως τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Μαντινείας συναδέλφου.
§115ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Χατζόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§116ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ διακόψωμεν, κύριε Πρόεδρε.
§117ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εἶναι ἀκόμη ὀγδόη... Ὁρίστε, κύριε Χατζόπουλε.
§118Δ. ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Ζακύνθου εἶπε πρὸ ὀλίγου ὅτι... (Πολλοὶ Βουλευταὶ ἐξ ἀμφοτέρων τῶν πτερύγων ἐγείρονται, ἵνα ἀπέλθωσι).
§119ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις, ὅπως ἐπαναληφθῇ τὴν 9ην καὶ ἡμίσειαν. (Γίνεται διακοπὴ ὥρᾳ 7 καὶ 50′ μ. μ. Ἐπαναλαμβάνεται δὲ ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 10 μ. μ.)
§120ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ συνεδρίασις. Ὁ κ. Χατζόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§121Δ. ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§122ΑΛΕΞ. ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀναγκάζομαι, κύριε Πρόεδρε, νὰ λάβω καὶ αὖθις τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ θέματος, καίτοι δὲν ἐπεθύμουν. Λαμβάνω δὲ τὸν λόγον, διότι ἀπεδόθησαν εἰς ἐμὲ γνῶμαι, τὰς ὁποίας οὐδ’ ἔχω οὐδὲ διετύπωσα κατὰ τὴν ἑσπέραν ταύτην. Ὁ ἀξιότιμος ἐκ Μαντινείας συνάδελφος τὸ πρῶτον μὲ ἤλεγξε διὰ τὰς ἀπουσίας μου ἐκ τῆς ἐπιτροπῆς, τῆς ἐντεταλμένης νὰ ἐπεξεργασθῇ τὸ νομοσχέδιον, ὅπερ κατετέθη, παρασκευασθὲν ὑπὸ τοῦ ἀειμνήστου Ξενοφ. Ψαρᾶ, ἀλλ’ ἐν ταυτῷ ἀπέδωκεν εἰς ἐμὲ καὶ τὴν γνώμην, ὅτι ἐχαρακτήρισα τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ὡς ἀμελέτητον. Καὶ πρῶτον ἀγνοῶ, ἂν ὑπῆρξε μαθητολόγιον ἐν τῇ ἐπιτροπῇ, καὶ ἂν ἐν τῷ μαθητολογίῳ τούτῳ ἐσημειώθησαν πολλαὶ ἀπουσίαι μου. Πιθανὸν νὰ ἀπουσίασα κατά τινας ἡμέρας ἐκ λόγων ἀνεξαρτήτων τῆς θελήσεώς μου· ἐκ τούτου ὅμως δὲν ἕπεται, ὅτι δὲν μοὶ ἐπιτρέπεται νὰ ἐξενέγκω ἐν τῇ Βουλῇ τὴν γνώμην μου περὶ τοῦ δυνατοῦ ἢ μὴ τῆς ψηφίσεως τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ὡς ἔχει, καὶ περὶ τῶν βάσεων αὐτοῦ, ὡς εἶπεν ὁ πρὸ ὀλίγου ἀγορεύσας. Ἐγὼ δὲν ἐχαρακτήρισα τὸ νομοσχέδιον ὡς ἀμελέτητον· πολλοῦ γε καὶ δεῖ! Ἀπ’ ἐναντίας τὸ νομοσχέδιον τὸ ἐχαρακτήρισα ὡς προϊὸν τῆς ἐμβριθοῦς μελέτης τοῦ σοφοῦ καθηγητοῦ, ὅστις τὸ παρεσκεύασεν, ἀλλ’ εἶπον, ὅτι θὰ προκαλέσῃ μακρὰν συζήτησιν, ἡ ὁποία θὰ καταστήσῃ ἀδύνατον τὴν ἐπιψήφισιν αὐτοῦ, καὶ ὑπέδειξα, ὅτι προτιμότερον θὰ ἦναι νὰ διορθωθῶσι τὰ τρωτὰ μέρη τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας, ὡς καὶ ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸς πρὸ ὀλίγου εἶπε, καὶ ὡς ὑπεστήριξε καὶ ὁ ἀξιότιμος ἐξ Εὐρυτανίας συνάδελφος, ὁ προλαλήσας. Εἶναι γνωστὰ πλέον, Κύριοι, ἐκ τῆς πείρας, τὰ διορθωτέα μέρη τῆς Πολιτικῆς ἡμῶν Δικονομίας· ὑπάρχει μάλιστα, ὡς εἶπον, συγκέντρωσις γνωμῶν ἐπὶ τῶν ἀντικειμένων αὐτῶν, ὥστε δὲν εἶναι δύσκολον εἰς τὴν Βουλὴν νὰ διορθώσῃ τὰ διορθωτέα, χωρὶς ν’ ἀπασχοληθῇ ἐπὶ πολὺν χρόνον μὲ τὴν συζήτησιν τοιούτων νομοσχεδίων. Αὐτὴν τὴν γνώμην ἐξήνεγκον. Δὲν γνωρίζω, ἂν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Μαντινείας συνάδελφος — ὁ ὁποῖος ἀτυχῶς ἀπουσιάζει τὴν στιγμὴν ταύτην — μὲ παρηκολούθησεν ὁμιλοῦντα, ἢ μὲ παρεξήγησε. Δὲν ἐνόησα νὰ χαρακτηρίσω τὸ νομοσχέδιον ἀμελέτητον, δὲν ἐνόησα νὰ κακίσω τὴν ἐπιτροπήν, ἥτις κατηρτίσθη, ὅπως ἐπεξεργασθῇ αὐτό. Τουναντίον τιμῶ καὶ γεραίρω τὴν ἐπιτροπὴν διὰ τοὺς ἀτρύτους κόπους, τοὺς ὁποίους κατέβαλε πρὸς ἐπεξεργασίαν τοῦ νομοσχεδίου τούτου, καὶ ἐξαιρῶ ἐμαυτὸν τῆς τιμῆς ταύτης, διότι ὑπῆρξα ἀμελής, κατὰ τὸν ἀξιότιμον ἐκ Μαντινείας συνάδελφον — ἐὰν ὑπῆρξα τοιοῦτος. — Ἀλλ’ ἐπὶ τέλους ἔχω τὴν γνώμην μου, τὴν ὁποίαν ὤφειλον νὰ ἐξενέγκω ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ, διότι καὶ ἐγὼ μετέσχον τῶν ἐργασιῶν τῆς ἐπιτροπῆς ἐκείνης, καὶ ἔλαβον ἀφορμὴν νὰ μελετήσω τὸ νομοσχέδιον. Φρονῶ λοιπὸν, ὅτι πρέπει νὰ ἤμεθα πρακτικώτεροι εἰς τὰς σκέψεις μας. Διορθοῦντες τὰ διορθωτέα, φθάνομεν ταχύτερον εἰς τὸ σκοπούμενον ἀποτέλεσμα, παρὰ ζητοῦντες νὰ μεταρρυθμίσωμεν ὁλόκληρον τὸ σύστημα τῆς Πολιτικῆς ἡμῶν Δικονομίας.
§123Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Οὐδὲ ἓν ἄρθρον νὰ μὴ μεταβάλωμεν.
§124ΑΛΕΞ. ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Καταδικάζεται τὸ κρατοῦν σύστημα ὑφ’ ὁλοκλήρου τῆς Βουλῆς, βλέπετε. Ἐγὼ δὲν ἔχω τὴν γνώμην αὐτήν· ἐγὼ ἔχω τὴν γνώμην, ὅτι ὑπάρχουσι μέρη τινὰ χρήζοντα διορθώσεως, ἀλλὰ πρέπει νὰ προβῶμεν εἰς τὴν διόρθωσιν, ὡς εἶπε καὶ ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης. Ἐὰν δὲν μεταβάλωμεν οὐδὲ ἓν ἄρθρον, θὰ κυλιώμεθα πάντοτε εἰς τὴν αὐτὴν κατάστασιν, καὶ θὰ ἔχωμεν τὴν πίστιν εἰς ἣν κατάστασιν ἔχομεν αὐτὴν σήμερον, μὲ κεφάλαια φυγαδευμένα. Ἔχω τὴν γνώμην, ὅτι πρέπει νὰ μεταβληθῶσιν αἱ διατάξεις τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας, ἀλλὰ κατὰ τρόπον συντελοῦντα εἰς τὴν ταχεῖαν περάτωσιν τῆς ἐργασίας, καὶ οὐχὶ κατὰ τρόπον παρελκύοντα τὴν ἐργασίαν.
§125Δ. Π. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§126ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει τις τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ μὴ ὑποβληθέντος νομοσχεδίου; (ἱλαρότης).
§127Ν. ΜΙΣΥΡΛΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§128ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ βουλευτὴς Τριφυλίας κ. Κοκκέβης ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τῶν ἄρθρων 3, 4 καὶ 6 τοῦ νομοσχεδίου περὶ κυρώσεως τῆς μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης συμβάσεως. Ἐπίσης οἱ βουλευταὶ Ἀπ. Βασαρδάνης, Εὐστ. Κοκκέβης, Εὐάγγελος Τσαρλαμπᾶς, Α. Κεφαλᾶς, Δημ. Πολυχρονόπουλος, Χαρίλ. Τζαννετάκης, Δημ. Τσιτσάρας, Π. Δ. Πετρίδης, Σπ. Δεληγιάννης, Δημ. Ἀναστασόπουλος, Ι. Λάππας, Γ. Σκληρὸς καὶ Ἀπόστολος Ζούζουλας ὑποβάλλουσι τροπολογίαν ἐπὶ τῶν ἄρθρων 2 καὶ 5 τοῦ νομοσχεδίου «περὶ καταργήσεως τῶν διὰ τοῦ περὶ διοικητικῆς διαιρέσεως τῆς Ἐπικρατείας ͵ΒΧΔʹ νόμου τοῦ 1899 προστεθεισῶν θέσεων ἐπιθεωρητῶν τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως καὶ περὶ συμπληρώσεως τῶν διατάξεων τοῦ περὶ ταύτης ͵ΒΤΜΘʹ νόμου». Ἐπίσης ὁ βουλευτὴς Πατρῶν κ. Κωνστ. Γκότσης ὑποβάλλει πρότασιν νόμου, δι’ ἧς ἐπιτρέπεται, ἵνα ἐκ τῶν κεφαλαίων τῆς δημοτικῆς ὁδοποιΐας τοῦ δήμου Φαρῶν τῆς ἐπαρχίας Πατρῶν, ἀνερχομένων εἰς δραχ. 35,186.94, διατεθῶσι δραχ. 20,000 πρὸς κατασκευὴν ὑδραγωγείων ἐν τοῖς χωρίοις Γουρζούμισα, Λακκώματα, Πλάτανος καὶ Σποδιάνα τοῦ ἐν λόγῳ δήμου. Αἱ τροπολογίαι αὗται καὶ ἡ πρότασις νόμου θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 203–205). Ἐπιτροπὴ λαοῦ τοῦ Πύργου τηλεγραφεῖ, ὅτι ἐν πανδήμῳ συλλαλητηρίῳ τῶν κατοίκων ἀπεφασίσθη νὰ παρακληθῇ ἡ Βουλὴ νὰ λάβῃ πρόνοιαν περὶ μεταρρυθμίσεως τῆς κοίτης τοῦ χειμάρρου Κυρᾶς – Λαγκάδι καὶ εἰσαχθῇ τὸ κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Περίοδον τῆς Βουλῆς εἰσαχθὲν καὶ εἰς δευτέραν ἀνάγνωσιν ψηφισθὲν σχετικὸν νομοσχέδιον.
§129Α. ΣΠΗΛΙΑΔΗΣ. Κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Περίοδον, κύριε Πρόεδρε, εἶχεν ὑποβληθῆ νομοσχέδιον περὶ διευθετήσεως τοῦ χειμάρρου Κυρᾶς–Λαγκάδι, τὸ ὁποῖον ἔτυχε τότε δύο μόνον ψηφίσεων, κατὰ κακὴν δὲ τύχην, εἰς τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν δὲν κατωρθώθη νὰ ψηφισθῇ. Τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ εἶναι συντεταγμένον ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἔργων τοῦ Παμίσου, παντελῶς δὲ δὲν θίγεται τὸ Δημόσιον. Πρόκειται, κύριε Πρόεδρε, περὶ χειμάρρου καταστρέφοντος ἐκτάσεις μεγάλας ἐν Ἠλείᾳ, τοῦ γνωστοῦ ὑπὸ τὸ ὄνομα Κυρᾶς–Λαγκάδι. Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν νὰ εὑρεθῇ τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ, νὰ μελετηθῇ ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν, καὶ ἀφοῦ αὕτη ἐπιφέρει οἵας ἂν ἤθελε κρίνει ἀναγκαίας τροποποιήσεις, παρακαλοῦμεν νὰ εἰσαγάγῃ αὐτὸ εἰς τὴν Βουλὴν πρὸς συζήτησιν. Πρόκειται περὶ ἔργου ἀναγκαιοτάτου, περὶ ἔργου μάλιστα ἐκ τῶν ἀνηκόντων εἰς τὸ πρόγραμμα τῆς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία ὑπέβαλεν ἤδη εἰς τὴν Βουλὴν καὶ νομοσχέδιον περὶ ἀποξηράνσεως ἑλῶν.
§130Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὅμοιον τηλεγράφημα ἔλαβον καὶ ἐγὼ, τὴν πρωΐαν δὲ τῆς σήμερον ἀνεκοίνωσα αὐτὸ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, καὶ παρεκάλεσα αὐτὸν νὰ ἐρευνήσῃ, ἂν ὑπῆρξε μελέτη γενομένη πρὸς ἐκτέλεσιν τοῦ ἔργου τούτου· περὶ τῆς ἀνάγκης δ’ αὐτοῦ εἰμὶ πεπεισμένος. Ἐλπίζω ὅτι ὁ ἐμὸς συνάδελφος θέλει ἀσχοληθῆ πρὸς ἀνεύρεσιν τῆς μελέτης, ἐὰν ἐγένετο τοιαύτη, καὶ ἂν δὲν ἐγένετο, θέλει διατάξει νὰ γείνῃ τοιαύτη μελέτη.
§131Ν. ΜΙΣΥΡΛΗΣ. Ἐγὼ ἐνόμισα, ὅτι ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος θὰ ὡμίλει σχετικῶς πρὸς τὸ ζήτημα, ὅπερ ἔθιξα. Ἐγὼ ἐπεθύμουν νὰ ἐρωτήσητε, κύριε Πρόεδρε, τὴν Βουλὴν, ἂν θέλει νὰ σχηματίσητε ἐπιτροπὴν ἐκ Βουλευτῶν, ὡς ἐπρότεινα, πρὸς μελέτην τοῦ περὶ ἐκτελέσεως μέρους τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας καὶ σύνταξιν καὶ εἰσαγωγὴν ὑπ’ αὐτῆς εἰς τὴν Βουλὴν τοῦ σχετικοῦ νομοσχεδίου.
§132ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχουσι δέκα ὑποστηρίζοντες τὴν πρότασιν τοῦ κ. Μισυρλῆ; (Οὐδεὶς ἐγείρεται).
§133Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Πειθόμενος τῇ προτροπῇ σας, κύριε Πρόεδρε, αὔριον θὰ καταθέσω τὸ νομοσχέδιον.
§134ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ πρότασίς σας, κύριε Βουλευτὰ Πυλίας, μὴ ὑποστηριζομένη ὑπὸ 10 Βουλευτῶν, κατὰ τὸν Κανονισμὸν, ἀπορρίπτεται. (Ἐνταῦθα προσελθὼν ὁ ἄρτι ἐκλεχθεὶς βουλευτὴς Τριχωνίας Ἀθαν. Νικολίτσας ὀμνύει ἐπὶ τοῦ ἱεροῦ Εὐαγγελίου τὸν νενομισμένον ὅρκον).
§135ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Ἐξακολούθησις τῆς συζητήσεως ἐπὶ τῆς ἐπαναληπτικῆς ἐκλογῆς τῆς ἐπαρχίας Αἰγίνης. Ζητεῖ τις τὸν λόγον;
§136Α. ΣΤΥΜΦΑΛΙΑΔΗΣ. Δὲν ὑπάρχουν οἱ ἀντιλέγοντες εἰς τὸν χθὲς ἀγορεύσαντα κατὰ τοῦ κύρους τῆς ἐκλογῆς κ. Βουλευτὴν ἐκ Τήνου;
§137Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπάρχουν βεβαίως οἱ ἀντιλέγοντες, ἀλλὰ καλὸν εἶναι νὰ ἐκθέσωσι τὰς ἐνστάσεις των ὅλοι συλλήβδην οἱ ἐκδραμόντες εἰς Αἴγιναν, ἵνα ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν κατὰ τὴν ἀπάντησιν.
§138Α. ΣΤΥΜΦΑΛΙΑΔΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§139Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§140Α. ΣΤΥΜΦΑΛΙΑΔΗΣ. Ἐν τῇ ἀπουσίᾳ μου ἐκ τῆς αἰθούσης ταύτης ἐλέχθη ὑπὸ τοῦ προλαλήσαντος ἡ ὑπηρεσία μου ἐν Τριπόλει ὡς προϊσταμένου τῆς ἀστυνομίας. Τὴν πληροφορίαν δὲν ἠξεύρω πόθεν ἔλαβε.
§141Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀπὸ τὰ πρακτικὰ τῆς Βουλῆς.
§142Α. ΣΤΥΜΦΑΛΙΑΔΗΣ. Τί λέγουσι, σᾶς παρακαλῶ;
§143Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἰδού, ἐπειδὴ ἐπιμένετε! Λέγουσιν ὅτι ὑμεῖς κατὰ τὸ 1895, ὡς Διευθυντὴς τῆς ἀστυνομίας Τριπόλεως, ἐφυλακίσατε ἀγροφύλακας τῆς δικαιοδοσίας ὑμῶν, τοὺς ἐκρατήσατε εἰς τὸ ἀστυνομικὸν τμῆμα, καὶ δὲν τοὺς ἀφήσατε νὰ ψηφίσωσι. Διὰ ποῖον λόγον;
§144Α. ΣΤΥΜΦΑΛΙΑΔΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§145Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ὅμως συνελάβετε τότε αὐτοὺς τοὺς ἀγροφύλακας (τοὺς ὁποίους ἐκρατεῖτε ἐν τῷ ἀστυνομικῷ καταστήματι) ἐν τῇ πλατείᾳ τῆς Τριπόλεως. Ἐγὼ τότε εἰδοποιήθην ἐν τῷ τμήματι τῶν Ταξιαρχῶν, ὅπου διενηργεῖτο ἡ ἐκλογὴ, καὶ μετέβην παρὰ τῷ κ. Εἰσαγγελεῖ, δι’ αἰτήσεώς μου δὲ παρέστησα αὐτῷ τὰ λαβόντα χώραν, —καὶ ἀναφέρεται τοῦτο εἰς τὰ πρακτικὰ τῆς Βουλῆς— ὁ Εἰσαγγελεὺς δὲ καὶ ὁ νομάρχης σᾶς ἐκάλεσαν καὶ ἐζήτησαν πληροφορίας, διατὶ ἐκρατεῖτε αὐτοὺς εἰς τὴν ἀστυνομίαν. Ἐγὼ σᾶς συνήντησα μόνον καθ’ ὁδὸν, καὶ ὅτε σᾶς ἠρώτησα περὶ τούτου, μοὶ ἀπηντήσατε, ὅτι τοὺς εἴχετε εἰς τὴν ἀστυνομίαν, διότι τοὺς ἐθεωρεῖτε ἀστυνομικοὺς ὑπαλλήλους, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔπρεπε νὰ παρεμβῶσιν εἰς τὰς ἐκλογάς! Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀλήθεια. Πᾶν ὅ,τι ἄλλο εἴπετε εἶναι ἀνακριβέστατον.
§146ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Διωρθώθη τὸ πρᾶγμα.
§147Α. ΣΤΥΜΦΑΛΙΑΔΗΣ. Οὐδόλως σᾶς τιμᾷ νὰ ἐπιμένητε εἰς τὴν ὕβριν, τὴν ὁποίαν μοὶ ἀπεδώκατε.
§148Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Γνωρίζω, ὅτι αἱ ὑπηρεσίαι σας ἦσαν ἐντιμόταται. Ὅ,τι δ’ ἐπράξατε διὰ τοὺς ἀγροφύλακας, τὸ ἐπράξατε, διότι ἐνομίσατε, ὅτι ἦτο ἐν τῷ κύκλῳ τῶν καθηκόντων σας νὰ ἐμποδίσητε αὐτοὺς νὰ παρεμβῶσιν εἰς τὰς ἐκλογάς...
§149Ι. ΣΤΑΙΚΟΣ. Ἔχω τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε. Δὲν ἀνήρεσε... (θόρυβος).
§150Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μήπως εἶσθε ἀντιπρόσωπος τοῦ ἀγορεύοντος;
§151Ι. ΣΤΑΙΚΟΣ. Μάλιστα. Δὲν ἐντρέπεσθε! (θόρυβος)
§152ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ τῆς δεξιᾶς). Νὰ ἐντραπῆτε σεῖς! (θόρυβος).
§153ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μετὰ τὰς ἐξηγήσεις τοῦ κυρίου Μπακοπούλου...
§154Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἐξηγήθην ἀκόμη... Ὅ,τι δὲ ἐγένετο τότε ὑπὸ τοῦ Εἰσαγγελέως, ἐγένετο δι’ ἐγγράφου, τὸ ὁποῖον κατετέθη. Τὸ «ψεύδεσαι!» δὲ δὲν τὸ εἶπον, ἵνα σᾶς προσβάλω, διότι σεῖς γνωρίζετε, πόσον σᾶς ὑπολήπτομαι· γνωρίζω δὲ μάλιστα, ὅτι ἐν Τριπόλει, ὅτε ὑπηρετεῖτε ὡς ἀστυνόμος, ἡ πορεία σας ἦτο θαυμαστή. Ἴσως τὸ ἐπεισόδιον τῶν ἀγροφυλάκων δὲν τὸ ἐνθυμεῖσθε καλῶς, καὶ δὲν τὸ παριστᾶτε, ὡς ἐγένετο.
§155ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἱκανοποιήθητε, κύριε Στυμφαλιάδη.
§156Α. ΣΤΥΜΦΑΛΙΑΔΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§157ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει ἄλλος τις τὸν λόγον;
§158ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Νὰ ἀναβάλωμεν δι’ αὔριον.
§159ΕΤΕΡΟΙ (ἐκ τῆς δεξιᾶς). Ὄχι, ὄχι.
§160Κ. ΤΟΠΑΛΗΣ. Ἐὰν θὰ ἐξακολουθήσωμεν, ζητῶ τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἐκλογῆς.
§161ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ τῆς δεξιᾶς). Βεβαίως θὰ ἐξακολουθήσωμεν.
§162ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίστε, κύριε Τοπάλη.
§163Κ. ΤΟΠΑΛΗΣ. Ὁ ἐξ Ἀττικῆς κ. Βουλευτὴς καὶ πολλοὶ ἄλλοι τῶν συναδέλφων τῶν παρακαθημένων ἐν τῇ πτέρυγι ἐκείνῃ (δεικνύει τὴν δεξιὰν) ἐζήτησαν τραυματισθέντας καὶ δαρέντας...
§164Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Θὰ ὁμιλήσητε διὰ μακρῶν, κύριε Βουλευτά;
§165Κ. ΤΟΠΑΛΗΣ. Ὑποθέτω.
§166Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Τότε, ἐπειδὴ εἶναι 1 μετὰ τὸ μεσονύκτιον, νὰ ἀναβάλωμεν δι’ αὔριον.
§167ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρα 1 μετὰ τὸ μεσονύκτιον).