1903.03.03
3,183 rows · 24,263 words · 304 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 38
τῆς 3 Μαρτίου 1903.
(Δευτέρα).
(Προεδρεύοντος τοῦ Προέδρου κ. Δημ. Ράλλη).
(Γενομένης ἀπαρτίας ὥρᾳ 4 μ. μ. ἀναγινώσκονται καὶ ἐγκριθέντα ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνακοινῶ εἰς τὴν Βουλήν: 1) ὑπόμνημα τοῦ Ἐμπορικοῦ Συλλόγου Αἰγίου, ὑποβάλλοντος σκέψεις περὶ βελτιώσεως τῆς σταφιδοπαραγωγῆς. 2) Τηλεγράφημα τῶν τηλεγραφικῶν βοηθῶν τῆς Διευθύνσεως Ναυπλίου, παρακαλούντων νὰ μὴ καταργηθῇ ἡ διάταξις τοῦ νόμου περὶ αὐξήσεως τῆς μισθοδοσίας αὐτῶν μετὰ παρέλευσιν ἑκάστης πενταετίας. 3) Ὅμοιον τηλεγράφημα τῶν βοηθῶν τοῦ ταχυδρομείου Πατρῶν. 4) Ἀναφορὰν τοῦ δημάρχου Ποτιδανείας, ζητοῦντος, ἵνα τὸ Δημόσιον καταβάλῃ εἰς τὸν δῆμον, οὗ ὁ ἀναφερόμενος προΐσταται, τὸ ἐπὶ πλέον πληρωθὲν ὑπ’ αὐτοῦ ποσὸν διὰ τὴν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν. 5) Τηλεγραφικὴν εὐχὴν τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου Καλαρρυτῶν, παρακαλοῦντος τὴν Κυβέρνησιν νὰ μὴ καταργήσῃ τὸ τηλεγραφικὸν γραφεῖον τῆς κωμοπόλεώς των. 6) Τηλεγράφημα τοῦ λαοῦ Ἠλείας, ἱκετεύοντος νὰ προταχθῇ τὸ σταφιδικὸν νομοσχέδιον. 7) Ὅμοιον ψήφισμα τοῦ ἐν Ἀμαλιάδι σωματείου «ἡ Ἀδελφότης». 8) Αἴτησιν τῆς Ἀγγελικῆς χήρας Π. Πετρίδου, αἰτουμένης τὴν ἀπονομὴν αὐτῇ καὶ τῷ πάσχοντι υἱῷ της συντάξεώς τινος.
§2Κ. ΑΡΓΑΣΑΡΗΣ ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Παρακαλῶ νὰ τυπωθῇ τὸ ἀνακοινωθὲν ὑπόμνημα τοῦ Ἐμπορικοῦ Συλλόγου Αἰγίου περὶ βελτιώσεως τῆν σταφιδοπαραγωγῆς.
§3Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Ἐπὶ τῆς αἰτήσεως τῆς χήρας τοῦ ἀποβιώσαντος Π. Πετρίδου ἤθελον παρακαλέσει τὴν Βουλὴν νὰ ἐκφράσῃ τὴν θέλησίν της, ὅτι εἶναι δίκαιον νὰ χορηγηθῇ εἰς τὴν αἰτοῦσαν ἓν μικρὸν βοήθημα, διότι ὁ ἀποβιώσας σύζυγός της διετέλεσεν ἐπὶ δεκαοκταετίαν ὑπάλληλος, ἀποθανὼν δὲ ἄνευ συντάξεως, ἀφῆκε δυστυχῆ χήραν καὶ ἓν τέκνον ἀνάπηρον.
§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Βουλευτὴς Ζακύνθου ἐζήτησεν, ὅπως τὸ ὑπόμνημα τοῦ Ἐμπορικοῦ Συλλόγου Αἰγίου περὶ βελτιώσεως τῆς σταφιδοπαραγωγῆς τυπωθῇ. Ὑπάρχει ἀντίρρησις;
§5ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι.
§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ ἀνακοινωθέντα τηλεγραφήματα καὶ αἱ ἀναφοραὶ θέλουσιν ἀποσταλῆ πρὸς τοὺς ἁρμοδίους Ὑπουργοὺς καὶ τὰς ἐπιτροπάς.
§7ΑΛΕΞ. ΦΩΤΗΛΑΣ. Ἤθελον παρακαλέσει, ὅπως καὶ ὅλαι αἱ αἰτήσεις καὶ τὰ τηλεγραφήματα τῶν διαφόρων Συλλόγων καὶ τῶν Δημοτικῶν Συμβουλίων περὶ τοῦ σταφιδικοῦ ζητήματος ἐπιτρέψῃ ἡ Βουλὴ νὰ τυπωθῶσιν, ἵνα λάβωμεν γνῶσιν πάντων τούτων.
§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰς τὰ διάφορα τηλεγραφήματα καὶ τὰς αἰτήσεις οὐδὲν περιλαμβάνεται ἐπιχείρημα, τὸ ὁποῖον νὰ ἀφορᾷ εἰς τὴν οὐσίαν τοῦ ζητήματος. Αὐτὰ θέλουσι κατατεθῇ εἰς τὸ γραφεῖον τῆς Βουλῆς. Δὲν ἐννοῶ εἰς τί θὰ χρησιμεύσῃ ἡ δαπάνη τῆς τυπώσεως αὐτῶν.
§9ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Βεβαίως εἶναι περιττὴ ἡ τύπωσις.
§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καθ’ ὅσον περιλαμβάνονται ἐπιχειρήματα, δύνανται νὰ τυπωθῶσιν· ἄλλως εἶναι περιττὴ ἡ τύπωσις. Τὸ Αʹ τμῆμα τῆς Βουλῆς ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσίν του ἐπὶ τῆς ἐπαναληπτικῆς ἐκλογῆς τοῦ δήμου Παμφίας τῆς Τριχωνίας. Ὡσαύτως τὸ Γʹ τμῆμα τῆς Βουλῆς ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσίν του ἐπὶ τῆς ἐπαναληπτικῆς ἐκλογῆς Αἰγίνης. Ἀμφότεραι αἱ ἐκθέσεις θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ, ἡ δὲ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἐκλογῶν Τριχωνίας καὶ Αἰγίνης θέλει ἀναγραφῆ μεταξὺ τῶν πρώτων ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει τῆς αὔριον. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 180 καὶ 181). Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἔχει τὸν λόγον.
§11Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ὁ ἀξιότιμος ἐκ Λαρίσης βουλευτὴς κ. Φίλιος προέβαλε κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς 27 παρελθόντος μηνὸς Φεβρουαρίου διάφορα ἐρωτήματα περὶ τῆς ἐπιβληθείσης τῷ Θεσσαλικῷ λαῷ εἰδικῆς φορολογίας διὰ τὴν ἐκτέλεσιν ὑδραυλικῶν ἔργων. Εἰς τὰ ἐρωτήματα ταῦτα σπεύδω νὰ δώσω ἀπαντήσεις, αἱ ὁποῖαι ἀναγράφονται ἐν τῷ σημειώματι, τὸ ὁποῖον καταθέτω.
§12Ι. ΦΙΛΙΟΣ. Παρακαλῶ νὰ τυπωθῶσιν αἱ ἀπαντήσεις αὗται.
§13ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Βεβαίως εἶναι χρήσιμον.
§14ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλά. Θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 182).
§15Α. ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Καταθέτω ἀπάντησιν εἰς ἐρώτησιν τοῦ ἐκ Κραναίας βουλευτοῦ κ. Γεράκη περὶ τῆς κατὰ τοῦ πρώην γραμματέως τῆς Νομαρχίας Κεφαλληνίας καταγγελίας. Καταθέτω ἔγγραφον τοῦ Εἰσαγγελέως τῶν ἐν Πάτραις Ἐφετῶν μετὰ αἰτήσεως τοῦ ἐν Μεσολογγίῳ ἀνακριτοῦ περὶ ἀδείας καταδιώξεως τοῦ βουλευτοῦ Ναυπακτίας κ. Ἰωάννου Καναβοῦ.
§16Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Νὰ παραπεμφθῇ εἰς τὴν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης ἐπιτροπὴν τῆς Βουλῆς.
§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κατὰ τὸ ἄρθρον 67 τοῦ Κανονισμοῦ, «ὁσάκις ζητηθῆ ἄδεια τῆς Βουλῆς κατὰ τὸ 63 ἄρθρον τοῦ Συντάγματος πρὸς καταδίωξιν Βουλευτοῦ τινος, παραπέμπεται ἡ αἴτησις αὕτη εἰς τὴν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης ἐπιτροπὴν πρὸς ἐξέτασιν καὶ γνωμοδότησιν. Ἡ δὲ Βουλὴ ἀποφασίζει διὰ μυστικῆς ψηφοφορίας κατὰ τὸ δεύτερον ἐδάφιον τοῦ 61 ἄρθρου». Ἑπομένως ἡ αἴτησις τοῦ ἐν Μεσολογγίῳ ἀνακριτοῦ παραπέμπεται εἰς τὴν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης ἐπιτροπήν, παρακαλουμένην νὰ συνέλθῃ τὸ ταχύτερον, ὅπως ἐξετάσῃ τὸ ζήτημα, διότι πρόκειται περὶ ἐνεργείας τῆς Δικαιοσύνης.
§18Κ. ΒΕΛΛΙΝΗΣ. Παρακαλῶ νὰ ὁρισθῇ ἡμέρα καὶ ὥρα τῆς συνεδριάσεως τῆς ἐπιτροπῆς.
§19ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ καλέσω τὴν ἐπιτροπὴν ἀμέσως δι’ ἰδιαιτέρας προσκλήσεως.
§20Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐπειδὴ πρόκειται περὶ ἐπιτροπῶν, παρακαλῶ τὸ Προεδρεῖον νὰ φροντίσῃ, ἵνα κατορθωθῇ νὰ συνεδριάζῃ ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ Προϋπολογισμοῦ.
§21ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συνεδριάζει.
§22ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν ἐγένετο ἀπαρτία.
§23Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Μέχρι τῆς σήμερον δὲν ἐγένετο ἀπαρτία.
§24ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ καλέσω τὴν ἐπιτροπὴν τοῦ Προϋπολογισμοῦ πάλιν διὰ τὴν αὔριον... Κύριε Πρόεδρε τῆς ἐπιτροπῆς...
§25Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἐκλήθη διὰ τὴν τρίτην ὥραν μετὰ μεσημβρίαν τῆς αὔριον.
§26ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐὰν καὶ αὔριον δὲν γείνῃ ἀπαρτία, θὰ ἀναγκασθῶ νὰ καλέσω πρὸς συμπλήρωσιν μέλη τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, συμφώνως πρὸς τὸ ἄρθρον 55 τοῦ Κανονισμοῦ.
§27Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὰ μέλη τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ συνῆλθον πολλάκις ἐν τῷ Βουλευτηρίῳ, ἀλλ’ ἡ αἴθουσα τῶν συνεδριάσεων τῆς ἐπιτροπῆς εἶναι ἑρμητικῶς κεκλεισμένη, καὶ πολλοὶ τῶν συναδέλφων ἕνεκα τούτου ἀναγκάζονται νὰ ἀπέρχωνται.
§28Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι ἀληθές, ὅτι μέχρι τῆς σήμερον δὲν ἐγένετο ἀπαρτία, διότι προχθὲς συνῆλθεν ἡ ἐπιτροπὴ καὶ εἰργάσθη ἐπὶ νομοσχεδίων πιστώσεων πολλῶν ἑκατομμυρίων.
§29Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἅπαξ μόνον συνῆλθε.
§30ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀλλ’ ὁπωσδήποτε ἡ προεπεξεργασία τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἀπαιτεῖ τὴν συνεχῆ ἐργασίαν τῆς ἐπιτροπῆς. Ἐὰν συνέρχηται ἅπαξ ἡ ἐπιτροπή, ἵνα μόνον ἐγκρίνῃ διαφόρους ἀναπληρωματικὰς πιστώσεις, τοῦτο δὲν σημαίνει καὶ ὅτι ἐργάζεται.
§31Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Διὰ τὴν σήμερον, κ. Πρόεδρε, δὲν ὑπῆρχε πρόσκλησις.
§32Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπῆρχεν ἀπὸ τοῦ Σαββάτου.
§33Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Ἐὰν ὑπῆρχε πρόσκλησις ὑπογεγραμμένη, ἔπρεπε νὰ λάβωμεν γνῶσιν, διότι καθ’ ἑκάστην ἑσπέραν τὴν παρελθοῦσαν ἑβδομάδα ὑπεγράφετο πρόσκλησις, τῆς ὁποίας ἐγὼ τοὐλάχιστον δὲν ἐλάμβανον γνῶσιν.
§34Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὰς τρεῖς μετὰ μεσημβρίαν ἡ ἐπιτροπὴ συνεδρίασε.
§35Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Τὸ Γραφεῖον τῆς Βουλῆς πρέπει νὰ φροντίσῃ νὰ εἰδοποιῇ.
§36ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Τὸ Γραφεῖον τῆς Βουλῆς γινώσκω ὅτι εἶναι ἐν τάξει, διότι καὶ ἐμὲ καὶ τοὺς λοιποὺς συναδέλφους τοὺς ἐν τῇ ἐπιτροπῇ ἐργαζομένους εἰδοποίησεν. Ἴσως ὁ ἀξιότιμος ἐκ Νάξου συνάδελφος κ. Πρωτοπαπαδάκης δὲν ἔλαβε γνῶσιν ἐκ τυχαίου συμβεβηκότος. Ἀλλ’ ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, ὅτι πλεῖστα ἐκ τῶν μελῶν τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ μετὰ προθυμίας προσέρχονται· ἀλλὰ δὲν ἀρκεῖ μόνον τὰ αὐτὰ πρόσωπα νὰ δεικνύωσι πάντοτε τὴν αὐτὴν προθυμίαν· πρέπει καὶ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα μέχρι τῆς στιγμῆς ταύτης δὲν προσῆλθον, νὰ δείξωσι τὴν αὐτὴν προθυμίαν, διότι εἶναι δυνατόν τινα ἐκ τῶν τακτικῶς προσερχομένων νὰ κωλύωνται ἐνίοτε ὅλως ἀπροόπτως, καὶ ἑπομένως δὲν εἶναι πρέπον τούτου ἕνεκα νὰ ματαιῶται ἡ συνεδρίασις τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ.
§37Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπειδὴ πρόκειται περὶ συνεχοῦς ἐργασίας, τοῦτο μόνον θέλω νὰ παρατηρήσω, ὅτι δὲν θὰ ὑπάρχῃ ἀνάγκη προσκλήσεως καθ’ ἑκάστην διὰ τὴν ἐπαύριον· πρόκειται νὰ ἐξακολουθήσῃ ἐργασία ἑβδομάδων. Λοιπὸν τὰ μέλη νὰ γνωρίζωσιν, ὅτι καθ’ ἑκάστην εἰς τὰς 3 μετὰ μεσημβρίαν ἔχουσιν ὑποχρέωσιν νὰ προσέρχωνται.
§38Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Μικρὰν ἀντίρρησιν ἔχω εἰς αὐτό. Ἀπὸ τῆς δευτέρας ὥρας μετὰ μεσημβρίαν νὰ συνερχώμεθα, διότι, ἐὰν συνερχώμεθα εἰς τὰς 3, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ παριστάμεθα καὶ εἰς τὰς συνεδριάσεις τῆς Βουλῆς.
§39Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἄλλοτε ἀπὸ τῆς 2 ἐκαλοῦντο τὰ μέλη τῆς ἐπιτροπῆς. Πολλοὶ ὅμως μὲ παρεκάλεσαν νὰ ὁρίσω τὴν 3ην ὥραν μετὰ μεσημβρίαν διὰ τὸ ἀκατάλληλον τῆς δευτέρας ὥρας πρὸς συνεδρίασιν.
§40ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Μάλιστα.
§41Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τοῦτο καὶ ἐγένετο. Ὅταν ἡ ἐπιτροπὴ συνέλθῃ εἰς συνεδρίασιν, ἐὰν δὲν θεωρηθῇ ἡ ὥρα κατάλληλος, ἀπ’ αὐτῆς ταύτης τῆς ἐπιτροπῆς ἐξαρτᾶται ἡ μεταβολὴ τῆς ὥρας. Ἂς συνέλθῃ ἐν ἀπαρτίᾳ, ἵνα κανονίσῃ τὰς ἐργασίας της.
§42ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καὶ ἐγὼ θεωρῶ ὡς μὴ κατάλληλον τὴν 3ην ὥραν, διότι κατὰ τὸν Κανονισμὸν κατὰ τὴν 3ην ὥραν συνέρχεται ἡ Βουλὴ εἰς συνεδρίασιν. Ἀλλ’ ὅπως δήποτε, ἐὰν νομίζητε ὅτι κωλύεται νὰ συνέρχηται ἡ ἐπιτροπὴ ἐνωρίτερον, ἂς συνέρχηται τὴν 3ην ὥραν.
§43Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ δηλῶ, ὅτι ἐν Ἀθήναις οὐδεμίαν ἄλλην ἐργασίαν ἔχω ἢ τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν βουλευτικῶν μου καθηκόντων· ἀλλ’ ἐπειδὴ πολλοὶ τῶν συναδέλφων εἶναι πολυάσχολοι, μὲ παρεκάλεσαν νὰ ὁρίσω τὴν 3ην ὥραν μετὰ μεσημβρίαν. Πρὸ μεσημβρίας δὲν δύνανται νὰ προσέρχωνται εἰς τὴν ἐπιτροπὴν, διότι ἔχουσιν ἀσχολίας εἰς τὰ Δικαστήρια.
§44ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐὰν δὲν κατορθωθῇ καὶ αὔριον ἀπαρτία, τότε εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ κάμω χρῆσιν τῆς ῥητῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου 55 τοῦ Κανονισμοῦ, καὶ νὰ συμπληρώσω τὴν ἐπιτροπὴν τοῦ Προϋπολογισμοῦ διὰ μελῶν τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν.
§45ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Ἑπομένως, διὰ νὰ ἐφαρμοσθῇ αὐτὸ τὸ ἄρθρον, πρέπει νὰ γνωσθῇ τίνες εἶναι οἱ μὴ προσερχόμενοι.
§46ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν πρόκειται νὰ τοὺς καθαιρέσωμεν. Τὸ ἄρθρον δὲν ὁμιλεῖ περὶ καθαιρέσεως· λέγει μόνον, ὅτι, ἐν ᾗ περιπτώσει δὲν δύναται ν’ ἀποτελεσθῇ ἀπαρτία ἐν τῇ ἐπιτροπῇ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, δύναται νὰ συμπληρωθῇ ὁ ἀπαιτούμενος ἀριθμὸς διὰ μελῶν τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν. Ἐγὼ θὰ ἐκλέξω ἐκεῖνα τῶν μελῶν, τὰ ὁποῖα νομίζω, ὅτι εἶναι μᾶλλον πρόθυμα εἰς ἐκτέλεσιν τῆς ἐργασίας, χωρὶς νὰ ἀποβλέψω εἰς ποῖον κόμμα ἀνήκουσι, καὶ θὰ παρακαλέσω νὰ παρίστανται εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τοῦ Προϋπολογισμοῦ πρὸς συγκρότησιν ἀπαρτίας. Ἄρχεται ὁ Πελοποννησιακὸς πόλεμος! Ὁ κύριος Γκότσης ἔχει τὸν λόγον (γέλωτες).
§47Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ. Δὲν ἄρχομαι, Κύριοι, τοῦ Πελοποννησιακοῦ πολέμου. Ἁπλῶς πληροφορίας τινὰς ἔχω νὰ μεταδώσω εἰς τὴν Βουλὴν ἐν σχέσει πρὸς ζητήματά τινα, τὰ ὁποῖα ἔθιξεν ὁ ἐκ Τριφυλίας βουλευτὴς κ. Κεφαλᾶς κατὰ τὴν προλαβοῦσαν συνεδρίασιν. Ὁ κ. Κεφαλᾶς ἔφερε τὸν λόγον ἐπὶ καταχρήσεων λαμβανουσῶν χώραν εἰς τὴν διαχείρισιν τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης, καὶ κατηγόρησε τοῦ Συμβουλίου διά τινας παραβάσεις· μεταξὺ δ’ ἄλλων παραβάσεων ἐτόνισε μίαν, ὅτι δηλονότι τὸ Συμβούλιον τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης, καὶ δὴ ὁ ἐπιτηρητὴς τῶν οἰνοπνευματοποιείων ἐν Πειραιεῖ ἐδέχθη νὰ λαμβάνῃ καὶ μισθὸν παρ’ αὐτῶν τούτων τῶν οἰνοπνευματοποιῶν. Τοῦτο παρήγαγεν ἐκ πρώτης ὄψεως ἐντύπωσίν τινα, καὶ πολλοὶ ὄντως ἠπόρησαν, πῶς εἶναι δυνατὸν, ὑπάλληλος, ὅστις ἔχει τὸ καθῆκον νὰ ἐπιβλέπῃ τοὺς οἰνοπνευματοποιούς, νὰ μισθοδοτῆται καὶ παρ’ αὐτῶν· διότι τινὲς ἐθεώρησαν, ὅτι τοῦτο δύναται νὰ ἔχῃ τὴν ἔννοιαν, ὅτι ὁ μισθὸς ὁ διδόμενος εἰς τὸν ὑπάλληλον δίδεται βεβαίως ἐπὶ τῷ τέλει τοῦ νὰ παραλείπῃ ὁ ὑπάλληλος ἐκεῖνος τὰ καθήκοντά του. Εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς λέγω, ὅτι τοιοῦτόν τι δὲν δύναται νὰ ὑποπτεύσῃ τις, λογικῶς σκεπτόμενος, διότι, γνωστοῦ ὄντος, ὅτι τὰ οἰνοπνευματοποιεῖα διαχειρίζονται ἑκατομμυρίων περιουσίαν, καὶ κερδίζουσι χιλιάδας δραχμῶν, βεβαίως, ἐὰν ἤθελον ἐπὶ τοιούτῳ τέλει νὰ ἐργασθῶσι πλησίον τοῦ ὑπαλλήλου αὐτοῦ, δὲν θὰ ἔκαμνον μίαν τοιαύτην πρᾶξιν, παραχωροῦντες πρὸς αὐτὸν 100 δραχμὰς κατὰ μῆνα, διὰ νὰ παραλείπῃ τὰ καθήκοντά του, οὔτε οὗτος θὰ ἦτο δυνατὸν ἀντὶ πινακίου φακῆς, ἐνῷ ἠδύνατο νὰ κερδίσῃ χιλιάδας δραχμὰς, νὰ κάμῃ τοιαύτας παραχωρήσεις. Ὁ περὶ οὗ πρόκειται εἶναι φίλος μου· δηλῶ δὲ, ὅτι οὐδεμίαν στενοχωρίαν αἰσθάνομαι, ὅταν τὸν ἀποκαλῶ καὶ ἐγὼ φίλον. Εἶναι εἷς τῶν ἐντιμοτέρων ὑπαλλήλων καὶ διαχειριστῶν τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης. Ἔχει δὲ ὄντως τὴν ὑποχρέωσιν, ὡς ἐκ τῶν καθηκόντων του, νὰ ἐπιτηρῇ κατὰ τὴν ἐπεξεργασίαν τοῦ παρακρατήματος, τὸ ὁποῖον λαμβάνουσιν οἱ οἰνοπνευματοποιοὶ, ἂν ὄντως γίνεται ἡ κατὰ τὸν νόμον χρῆσις τοῦ παρακρατήματος· δὲν ἔχει ὅμως καμμίαν ὑποχρέωσιν νὰ προσέχῃ κατὰ τὴν ἀνάμιξιν τὴν γιγνομένην, εἴτε εἰς τὸ γλεῦκος εἴτε εἰς τὸ μιστέλιον τοῦ ξένου οἰνοπνεύματος· τοῦτο ἐνδιαφέρει μόνον τὰς τελωνιακὰς ἀρχὰς, ἐνδιαφέρει τὸ Κράτος. Ἐν τούτοις ἡ Τράπεζα ἐκ στατιστικῶν λόγων εἶχεν ἀναθέσει καὶ αὐτὸ τὸ καθῆκον εἰς αὐτόν. Ἡ Τράπεζα δὲν ἔχει νὰ ζημιωθῇ, ἐὰν γίνωνται καταχρήσεις κατὰ τὴν ἀνάμιξιν μετ’ οἴνου ξένου οἰνοπνεύματος, τὸ Κράτος μόνον ἔχει ἐκ τούτου νὰ ζημιωθῇ, διότι τὸ ξένον οἰνόπνευμα εἰσάγεται ἐπὶ τῷ σκοπῷ τούτῳ καὶ μόνῳ ἀτελὲς, ὅταν δὲ πρόκηται ν’ ἀναμιχθῇ τοῦτο μὲ οἶνον, ὁ ὁποῖος πρόκειται νὰ ἐξαχθῇ εἰς τὸ ἐξωτερικόν, τότε δὲν ἔχουσι νὰ πληρώσωσι φόρον, ἵνα δὲ μὴ γείνῃ δυνατόν, ὥστε τὸ πρὸς τοιοῦτον σκοπὸν εἰσαγόμενον οἰνόπνευμα νὰ μὴ χρησιμοποιηθῇ δι’ ὃν εἰσήχθη σκοπὸν, δηλαδὴ ἵνα μὴ καταναλωθῇ εἰς τὸ ἐσωτερικὸν, αἱ τελωνιακαὶ ἀρχαὶ ἔχουσι συμφέρον νὰ ἐπιβλέπωσιν, ἂν ἡ ἀνάμιξις γίνεται ἀκριβῶς. Ἐὰν γείνῃ κατάχρησις κατὰ τὸ σημεῖον τοῦτο, δὲν ἐνδιαφέρει διόλου τὴν Σταφιδικὴν Τράπεζαν. Ὅπως σᾶς εἶπον ὅμως προηγουμένως, διὰ λόγους στατιστικούς, διὰ νὰ γνωρίζῃ ἡ Σταφιδικὴ Τράπεζα, πόσον οἰνόπνευμα εἰσάγεται ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ διὰ τὰς τοιαύτας χρήσεις, ἔχει τὸν ὑπάλληλον αὐτὸν, ἵνα ἐπιβλέπῃ. Ἐννοεῖται δὲ, ὅτι εἶναι ἐνδεχόμενον κατὰ τὴν τοιαύτην ἐργασίαν νὰ γίνωνται καταχρήσεις. Αἱ δὲ καταχρήσεις δυνατὸν νὰ γείνωσιν ἐκ μέρους τινῶν ἐπὶ ζημίᾳ ἄλλων, δηλαδὴ ἐπὶ βλάβῃ τοῦ μεταξὺ αὐτῶν ἐμπορικοῦ ἀνταγωνισμοῦ. Οἱ οἰνοπνευματοποιοὶ λοιπὸν συνῆλθον ἅπαντες, καὶ διὰ νὰ ἐξασφαλισθῶσιν ἀπὸ τοιούτων καταχρήσεων, ἐνόμισαν ὅτι ἔπρεπε νὰ ἀναθέσωσιν ἀπὸ κοινοῦ εἰς ἕνα ὑπάλληλον, ὁ ὁποῖος νὰ ἐπιβλέπῃ τὴν τοιαύτην ἐργασίαν· ὡς τοιοῦτον δ’ ἐνόμισαν, ὅτι ἠδύναντο νὰ χρησιμοποιήσωσι τὸν ἐν λόγῳ ὑπάλληλον, καὶ ἀπηυθύνθησαν πρὸς τὴν Τράπεζαν. Ἡ Τράπεζα ἐνέκρινε τὴν τοιαύτην πρᾶξιν, καὶ παρήγγειλε τὸν ὑπάλληλόν της νὰ κάμῃ καὶ αὐτὴν τὴν ἐργασίαν, δηλαδὴ νὰ παρίσταται κατὰ τὴν ἀνάμιξιν τοῦ οἰνοπνεύματος. Ὁ ὑπάλληλος αὐτὸς ὑπηρέτει ἐν Πειραιεῖ· ἐὰν ἀνελάμβανεν ὅμως τὴν τοιαύτην ἐργασίαν, θὰ εἶχε τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ἐπιβλέπῃ καὶ τὰ ἄλλα καταστήματα, καὶ τὰ ἐν Ἀθήναις καὶ τὰ ἐν Ἐλευσῖνι, καὶ διὰ τοῦτο ἐχορήγουν αὐτῷ τὸ ἐπίδομα ἐκεῖνο. Τί ὅμως συνέβη, Κύριοι; Εἶναι γεγονὸς, τὸ ὁποῖον μοὶ κάμνει ἐντύπωσιν, τὸ γνωρίζει δὲ καὶ ὁ κ. Κεφαλᾶς. Ὁ ὑπάλληλος δὲν ἀπεδέχθη τὴν θέσιν. Εἶπεν εἰς τὴν Τράπεζαν: «ἐγὼ δὲν ἀποδέχομαι αὐτὴν τὴν ἐργασίαν, διὰ νὰ μὴ ἔχῃ κανεὶς τὸ δικαίωμα νὰ μὲ παρεξηγήσῃ»· καὶ διὰ τοῦτο τὰ οἰνοπνευματοποιεῖα, τὰ ὁποῖα ἐζήτησαν παρὰ τῆς Τραπέζης, ὅπως ἐντείληται τὸν ὑπάλληλον νὰ παρίσταται κατὰ τὴν ἐργασίαν αὐτὴν, μετὰ τὴν ἄρνησιν αὐτοῦ συνῆλθον πάλιν καὶ συνέταξαν πρᾶξιν, διὰ τῆς ὁποίας ἠκύρωσαν τὴν πρώτην πρᾶξιν, καὶ τοιουτοτρόπως ὁ ὑπάλληλος ἐκεῖνος οὐδέποτε ἐμισθοδοτήθη, οὔτε λεπτὸν ἔλαβεν. Αὐτὸ εἶναι γεγονός.
§48Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Πότε παρεκλήθη;
§49Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ. Ἐνετάλη τὴν 26 Ἰουλίου 1902, — ἔχω ἔγγραφον τοῦ Συμβουλίου πρὸς τὸν ὑπάλληλον αὐτόν, — τὴν δὲ 20 Αὐγούστου, ἀφοῦ αὐτὸς δὲν ἀπεδέχθη, οἱ οἰνοπνευματοποιοὶ συνῆλθον καὶ συνέταξαν τὸ ἄλλο ἔγγραφον, δι’ οὗ ἠκύρωσαν τὸ πρῶτον. Διὰ νὰ ἴδητε δὲ περὶ ποίου ὑπαλλήλου πρόκειται, καὶ ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ γείνῃ τόσος θόρυβος, καὶ ὅτι δὲν ἔπρεπεν ἰδίως ὁ κ. Κεφαλᾶς, ὁ ἀξιότιμος ἐκ Τριφυλίας συνάδελφος, νὰ προκαλέσῃ ὅλον αὐτὸν τὸν θόρυβον, θὰ σᾶς ἀναγνώσω ἔγγραφον, διὰ νὰ ἴδητε μετὰ πόσης εὐσυνειδησίας καὶ εἰλικρινείας ἐκπληροῖ τὰ καθήκοντά του ὁ ὑπάλληλος αὐτός, ὁ μισθοδοτούμενος, κατὰ τοὺς ἰσχυρισμοὺς τοῦ κ. Κεφαλᾶ, παρὰ τῶν οἰνοπνευματοποιῶν!
§50Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. Κεφαλᾶς ἔχει ὑποχρέωσιν ἀπαντήσεως, διότι εἰς τὴν Βουλὴν δὲν πρέπει νὰ ἀκούωνται τοιαῦται ὕβρεις.
§51Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἀνέλαβε ποτὲ τοιαύτην ὑπηρεσίαν ὁ Οἰκονομόπουλος;
§52Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ. Οὐδέποτε.
§53Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Οὔτε ἐμισθοδοτήθη;
§54Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ. Οὔτε. Θὰ σᾶς ἀναγνώσω, Κύριοι, ἓν ἔγγραφον.
§55Ε. ΚΟΚΚΕΒΗΣ. Τίνα σχέσιν ἔχουν αὐτά; Θὰ ἔλθουν αὔριον τὰ νομοσχέδια, καὶ θὰ κανονισθῶσι τὰ πράγματα.
§56Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ. Ἔχουσι σχέσιν, διότι πρέπει νὰ μὴ συκοφαντῶμεν ἐντίμους ὑπαλλήλους, καὶ νὰ μὴ κλονίζωμεν τὴν ὑπόληψιν τῆς Τραπέζης.
§57Ε. ΚΟΚΚΕΒΗΣ. Ἡ Τράπεζα, ὅπως κατηρτίσθη, μὲ τὸ Συμβούλιόν της, δὲν εἶναι πλέον Τράπεζα. Δι’ αὐτὰ θέλομεν νὰ φέρωμεν νομοθετήματα, διὰ νὰ μεταβάλωμεν αὐτὴν τὴν κατάστασιν. Μὴ ἐπιμένετε, διότι θὰ εἴπωμεν περισσότερα.
§58Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ. Νὰ εἴπητε ὅ,τι θέλετε, χωρὶς νὰ κάμνητε ὑπαινιγμούς.
§59Ε. ΚΟΚΚΕΒΗΣ. Δὲν θ’ ἀφήσωμεν τὴν περιουσίαν τὴν ἰδικήν μας νὰ τὴν διασπαθῶσιν αὐτοί.
§60Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ. Τὸ Συμβούλιον τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης τὸ γνωρίζω ἐγὼ πολὺ καλῶς.
§61Ε. ΚΟΚΚΕΒΗΣ. Καὶ ἐγώ.
§62Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ. Ἔχω δὲ ἀπεριόριστον ὑπόληψιν. Εἶναι χρηστότατον.
§63Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Πρόκειται περὶ τῆς ἀδικίας, ἡ ὁποία ἐγένετο εἰς ἕνα ὑπάλληλον.
§64Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ. Ναί. Ἀλλὰ δὲν μὲ ἀφίνουν νὰ προχωρήσω.
§65ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ παύσουν, παρακαλῶ, οἱ διάλογοι καὶ αἱ διακοπαί.
§66Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ. Λοιπὸν θὰ ἐρωτήσητε, Κύριοι, τίς εἶναι ὁ ὑπάλληλος αὐτός; Ἐγὼ ὡς ὑπάλληλον δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τὸν γνωρίζω, μολονότι ἔχω ἀπεριόριστον ὑπόληψιν εἰς τὸν χαρακτῆρά του· ὀφείλει νὰ τὸν γνωρίζῃ τὸ Συμβούλιον τῆς Τραπέζης. Καὶ τὸ Συμβούλιον τῆς Τραπέζης τὸν γνωρίζει, Κύριοι. Τὸν γνωρίζει καὶ ὁ κ. Κεφαλᾶς. Καὶ ἰδοὺ τί σᾶς λέγει ὁ κ. Κεφαλᾶς, ὁ σύμβουλος τῆς Τραπέζης, περὶ τοῦ ὑπαλλήλου αὐτοῦ. Καὶ πότε σᾶς τὸ λέγει; καθ’ ὃν χρόνον λέγει, ὅτι ἐμισθοδοτεῖτο ὁ ὑπάλληλος τῆς Τραπέζης παρὰ τῶν οἰνοπνευματοποιῶν, δηλαδὴ κατὰ τὴν 8ην Ἀπριλίου τοῦ 1902! Προσέξατε! (ἀναγινώσκει): «Κοινοποιῶ ὑμῖν εὐχαρίστως, ὅτι ἐπὶ τῇ ὑπὸ τοῦ κ. Ἐπιτρόπου τοῦ Κράτους ἀνακοινώσει τῶν καταθέσεων τῶν ὑπὸ τοῦ οἰκονομικοῦ ἐπιθεωρητοῦ κ. Π. Νομικοῦ ἐξετασθέντων μαρτύρων καὶ τῆς σχετικῆς ἐκθέσεως τοῦ ἰδίου διὰ τὰς καθ’ ὑμῶν αἰτιάσεις τῆς ἑταιρείας Οἰνοποιΐας καὶ Γεωργικῆς Βιομηχανίας, ἐξ ὧν προκύπτει, ὅτι τὰ ἐναντίον ὑμῶν διατυπωθέντα παράπονα ἦσαν ἐντελῶς ἀβάσιμα, αἱ δὲ προκαλέσασαι ταῦτα ὑμέτεραι πράξεις ἀποτελοῦσι τοσαῦτα δείγματα πίστεως καὶ εὐόρκου ἐκπληρώσεως τῶν τῆς ὑπηρεσίας σας καθηκόντων, τὸ Διοικητικὸν Συμβούλιον τῆς Τραπέζης, τῇ προτάσει τοῦ αὐτοῦ κ. Ἐπιτρόπου τοῦ Κράτους καὶ ἐμοῦ, ἐνέκρινεν, ὅπως ἐκφρασθῇ ὑμῖν ἡ εὐαρέσκεια τῆς Διοικήσεως διὰ τὸν οὑτωσὶ μαρτυρούμενον ὑμέτερον ζῆλον καὶ τὰς μέχρι τοῦδε εὐδοκίμους ὑπηρεσίας σας. Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ταύτῃ ἐκφράζω ὑμῖν καὶ τὴν ἡμετέραν εὐαρέσκειαν. Ὁ Διευθυντὴς Κ. Τσακωνόπουλος.» Πῶς προεκλήθη τὸ ἔγγραφον τοῦτο; Ἡ Ἑταιρεία Οἰνοποιΐας καὶ Βιομηχανίας (Ζάννου καὶ Ρὼς) κατήγγειλε τὸν ὑπάλληλον, ὅτι κατὰ τὴν ἐνάσκησιν τῶν καθηκόντων του παραβλάπτει τὰ συμφέροντά των, τοὺς πιέζει, τοὺς στενοχωρεῖ. Ἐνηργήθη λοιπὸν ἀνάκρισις παρὰ τοῦ οἰκονομικοῦ ἐπιθεωρητοῦ κ. Νομικοῦ, ἐντολῇ τῆς Κυβερνήσεως. Ἀφοῦ δὲ διεξήχθη ὅλη αὐτὴ ἡ ἀνάκρισις, ἀφοῦ ἐξητάσθησαν μάρτυρες, προσεκομίσθησαν ἔγγραφα, καὶ ὑπεβλήθη ἡ δικογραφία εἰς τὸ Συμβούλιον, ὁ κ. Κεφαλᾶς, ὅστις ἀπετέλει μέλος τοῦ τότε Διοικητικοῦ Συμβουλίου, ἔσπευσε νὰ ἐξάρῃ τὴν χρηστότητα καὶ τὴν εἰλικρίνειαν τοῦ ὑπαλλήλου τούτου. Αὐτὸς εἶναι ὁ ὑπάλληλος, τὸν ὁποῖον δὲν χαρακτηρίζω ἐγώ, ἀλλ’ ὁ κύριος Κεφαλᾶς! Κατὰ τοιούτου δὲ ὑπαλλήλου ὁ κύριος Κεφαλᾶς χθὲς ἠκούσατε ποίαν κατηγορίαν διετύπωσε, καὶ κατώρθωσε διὰ τῶν μομφῶν, αἱ ὁποῖαι ἀπεδόθησαν εἰς τὸν ὑπάλληλον, αἱ ὁποῖαι ἀπεδόθησαν εἰς τὸ Διοικητικὸν Συμβούλιον τῆς Τραπέζης, νὰ ἐμπλησθῇ ἡ ἀτμόσφαιρα τῆς Βουλῆς δυσμενῶν ἐντυπώσεων κατὰ τοῦ Συμβουλίου τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης, καὶ ὀλίγον ἔλειψε νὰ χαρακτηρισθῇ ὡς ληστρικὸν κέντρον ἡ Σταφιδικὴ Τράπεζα!
§67ΧΑΡ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ὑπάρχει πρακτικὸν τοῦ Συμβουλίου τῆς Τραπέζης, δι’ οὗ ἀπεφαίνετο;
§68Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ. Ὑπάρχει πρακτικόν. Τὸ ἔγγραφον εἶναι τοῦ Διευθυντοῦ τῆς Τραπέζης, ὁ ὁποῖος ἐκπληροῖ ἐντολὴν τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου. Πρέπει λοιπὸν, ὅταν ἀνερχώμεθα εἰς τὸ βῆμα τοῦτο διὰ νὰ ὁμιλήσωμεν ἐπὶ θέματος προσωπικοῦ, νὰ σεβώμεθα τὴν ὑπόληψιν καὶ τὴν τιμὴν τῶν ἄλλων, ὅταν μάλιστα ἦναι ἀπόντες. Καὶ λυποῦμαι, ὅτι ὁ κύριος Κεφαλᾶς διεξῆλθε τὸ θέμα οὕτως, ὥστε νὰ φέρῃ ἡμᾶς εἰς θέσιν νὰ τῷ ἀρνηθῶμεν τὴν καλὴν πίστιν.
§69Α. ΚΕΦΑΛΑΣ. Κύριοι Βουλευταὶ, ὁ συλλογισμὸς, τὸν ὁποῖον ὁ ἀξιότιμος ἐκ Πατρῶν Βουλευτὴς ἔκαμεν ἐν ἀρχῇ τοῦ λόγου του, ὅτι τουτέστιν ἡ ἀνάμιξις τοῦ ξένου οἰνοπνεύματος ἐνδιαφέρει μόνον τὸ Κράτος, μοὶ ἔκαμε πολλὴν αἴσθησιν, διότι ἀκριβῶς ἐνδιαφέρον ἴσον, ἴσως καὶ μεγαλείτερον, ἔχει ἡ Σταφιδικὴ Τράπεζα, διότι, ἂν ἐπετρέπετο ἡ ἀνάμιξις τοῦ ξένου οἰνοπνεύματος νὰ ἦναι τοιαύτη, ὥστε νὰ εἰσέρχηται εἰς τὸ ἐσωτερικὸν καὶ νὰ καταναλίσκηται ἐδῶ, βεβαίως τὰ συμφέροντα τῆς Τραπέζης θὰ παρεβλάπτοντο σπουδαίως. Ἕνεκα τούτου τὸ Διοικητικὸν Συμβούλιον εἶχεν ἀποφασίσει καὶ διατάξει τὸν ἐπιτηρητὴν τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης, ζητῆσαν ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, ὅπως παρακολουθῇ ὁ ὑπάλληλος τὰς ἀναμίξεις καὶ παρίσταται ἐν αὐταῖς, ἵνα ἐξευρίσκηται, πόσον οἰνόπνευμα ἐκ τοῦ ὑπὸ διαμετακόμισιν ἀναμιγνύουσι, καὶ πόσον οἰνόπνευμα ἐκ τοῦ ὑπὸ διαμετακόμισιν ἐξάγεται εἰς τὸ ἐξωτερικόν. Ὥστε ἡ ὑπηρεσία, περὶ τῆς ὁποίας ἀνέφερεν ὁ προλαλήσας, ἦτο ὑπηρεσία, διὰ τὴν ὁποίαν εἶχεν ἐντολὴν ὁ ὑπάλληλος ἀπὸ τὸ Συμβούλιον, ἐν τῷ συμφέροντι τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης, ἵνα μὴ παραβλάπτηται τὸ οἰνόπνευμα τὸ παραγόμενον ἐκ τῆς παρακρατήσεως. Ἡ ἱστορία, περὶ τῆς ὁποίας ὡμίλησεν ὁ ἐκ Πατρῶν Βουλευτὴς, ὅτι εἰς τὸν ὑπάλληλον αὐτὸν τὸ Διοικητικὸν Συμβούλιον εἶχεν ἐκφράσει εὐαρέσκειαν, εἶναι ἀληθής· ἀλλὰ δὲν ἐπρόκειτο περὶ τῆς αἰτιάσεως, ἡ ὁποία ἐγένετο προχθὲς ἐναντίον του, ἐπρόκειτο περὶ ἄλλης κατηγορίας· ὁ κ. Ζάννος, δὲν ἐνθυμοῦμαι κατὰ ποίαν ἐποχὴν, εἶχεν ἀποστείλει μίαν ἐπιστολὴν πρὸς τὸ Διοικητικὸν Συμβούλιον, διὰ τῆς ὁποίας κατήγγελλε τὸν ὑπάλληλον, ὅτι ὁ ὑπάλληλος αὐτὸς φέρει μυρίας δυσκολίας εἰς τοὺς ὑπαλλήλους τῆς Οἰνοπνευματοποιητικῆς Ἑταιρείας, καὶ ἐν τέλει ἐξεφράζετο, ὅτι εἶπεν εἰς αὐτοὺς, ὅτι «δὲν ἠμπορεῖ ἄνευ ἱκανοποιήσεως νὰ ὑποβάλληται εἰς αὐτοὺς τοὺς κόπους, νὰ τρέχῃ ἀπὸ τὸ γραφεῖον τῆς Τραπέζης εἰς τὸ τελωνεῖον, καὶ νὰ πηγαίνῃ ἐδῶ καὶ ἐκεῖ».
§70Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Ὁ Ζάννος τὰ ἔλεγεν αὐτά;
§71Α. ΚΕΦΑΛΑΣ. Μάλιστα.
§72Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Πρὸς ποῖον τὰ ἔλεγε;
§73Α. ΚΕΦΑΛΑΣ. Πρὸς τὸ Διοικητικὸν Συμβούλιον τῆς Τραπέζης.
§74Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Ὑπάρχει τὸ ἔγγραφον αὐτό;
§75Α. ΚΕΦΑΛΑΣ. Ὑπάρχει βεβαίως· ἤμην σύμβουλος τότε. Τὸ ἀληθὲς εἶναι, ὅτι τὸ ἔγγραφον αὐτὸ εἶχεν ἀποκρυφθῆ καὶ δὲν εἶχεν ἐνεργηθῆ, διότι ὁ διευθύνων τότε ἐτύγχανε κουμπάρος τοῦ ὑπαλλήλου αὐτοῦ. Ἀλλὰ μετὰ ἕξ μῆνας ἤμην ἐγὼ ἐδῶ, καὶ μεταβὰς εἰς τὸ κατάστημα τοῦ κ. Ζάννου, ἤκουσα παρ’ αὐτοῦ τὰ ἑξῆς· «Διατὶ», μὲ ἠρώτησεν ὁ κ. Ζάννος, «δὲν ἐνηργήσατε τίποτε ἐπὶ τῆς ἐπιστολῆς, τὴν ὁποίαν εἶχον ὑποβάλει πρὸ ἓξ μηνῶν εἰς τὸ Διοικητικὸν Συμβούλιον;» Τῷ ἀπαντῶ: «Δὲν ἠξεύρω τίποτε». Τότε ὁ κ. Ζάννος μοὶ ἀφηγήθη τὴν ἱστορίαν αὐτήν. Ὅτε δὲ ἐπέστρεψα εἰς Πάτρας, ἀνεκοίνωσα τὰ παράπονα τοῦ κ. Ζάννου εἰς τὸ Διοικητικὸν Συμβούλιον τῆς Τραπέζης, καὶ συνεπείᾳ τῆς ἀνακοινώσεώς μου αὐτῆς ὁ Διευθυντὴς τῆς Τραπέζης ἀνέθεσεν εἰς ἕνα οἰκονομικὸν ἐπιθεωρητὴν νὰ κάμῃ ἀνάκρισιν· ἐκ τῆς ἀνακρίσεως δ’ αὐτῆς προέκυψεν ἀπαλλακτικὴ ἀπόφασις. Ὁ κ. Ζάννος, τὸν ὁποῖον κατόπιν τῆς ἀνακρίσεως εἶδον, μοὶ εἶπε: «δὲν ἠθέλησα νὰ τὸν πάρω εἰς τὸν λαιμόν μου αὐτὸν τὸν ἄνθρωπον. Δὲν ἠμποροῦσα νὰ τὸ βεβαιώσω, διότι θὰ τὸν ἔπαιρνα εἰς τὸν λαιμόν μου». Συνεπείᾳ λοιπὸν τῆς ἐπιεικοῦς αὐτῆς ἀνακρίσεως, τὴν ὁποίαν ἔδωκεν ὁ κ. Ζάννος, ἀπηλλάγη ὁ ὑπάλληλος τῆς κατηγορίας, καὶ συνεπῶς τῷ ἐξεφράσθη καὶ εὐαρέσκεια.
§76Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Τοῦ ἐξεφράσατε δηλαδὴ τὴν εὐαρέσκειάν σας!
§77Α. ΚΕΦΑΛΑΣ. Μάλιστα.
§78Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Τί εἶναι αὐτά!
§79Α. ΚΕΦΑΛΑΣ. Δὲν πρόκειται περὶ τούτου.
§80Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Ἀλλὰ περὶ τίνος πρόκειται;
§81Α. ΚΕΦΑΛΑΣ. Κύριοι, ἐγὼ προχθὲς εἶπον, ὅτι συνεπείᾳ ἐγγράφου τοῦ παρὰ τῇ Σταφιδικῇ Τραπέζῃ Βασιλικοῦ Ἐπιτρόπου, τοῦ νομάρχου Ἀχαΐας Κονδάκη, πρὸς τὸν ἀστυνόμον Πειραιῶς, ἵνα ἐξετάσῃ, ἂν εἶχε συνταχθῆ πρακτικὸν μεταξὺ τῶν βιομηχάνων περὶ μισθοδοσίας τοῦ ἐπιτηρητοῦ Πειραιῶς, ὁ ἀστυνόμος Πειραιῶς ἐβεβαίωσεν, ὅτι εὗρε τοιοῦτον πρακτικόν, ὅτι ἀνελάμβανον οἱ βιομήχανοι, ἵνα μισθοδοτῶσι τὸν ἐπιτηρητὴν Πειραιῶς μὲ 100 δραχμὰς κατὰ μῆνα...
§82Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ. Ἐκ τῆς ἐκθέσεως τοῦ Κονδάκη ἐμάθετε αὐτὸ τὸ γεγονός; Ὑπάρχει εἰς τὸ Συμβούλιον; ἐκ ταύτης ἐπληροφορήθητε;
§83Α. ΚΕΦΑΛΑΣ. Βεβαίως.
§84Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ. Σᾶς παρακαλῶ νὰ δώσητε ἐξηγήσεις.
§85Α. ΚΕΦΑΛΑΣ. Εἶναι ἀληθές, ὅτι μίαν ἡμέραν ὁ διευθύνων τὴν Τράπεζαν τότε πρόεδρος μᾶς ἔφερε τὴν ὑπόθεσιν αὐτὴν εἰς τὸ Συμβούλιον, ἀλλὰ δὲν μᾶς εἶπεν, ὅτι πρόκειται νὰ μισθοδοτηθῇ ὁ ὑπάλληλος· ἁπλῶς μόνον εἶπεν, ὅτι οἱ βιομήχανοι παρακαλοῦσιν, ἵνα κανονίσωσι τοὺς λογαριασμοὺς τῆς ἀναμίξεως· καὶ ἂν ἴδητε τὴν πρᾶξιν, θὰ πεισθῆτε, ὅτι τὸ Συμβούλιον δὲν ἐπέτρεψε νὰ μισθοδοτῆται, διότι ἦτο ἐντροπὴ νὰ ἀνεχθῇ τὸ Συμβούλιον νὰ μισθοδοτῆται ὑπάλληλος τῆς Τραπέζης ἀπὸ τοὺς βιομηχάνους, ἐνῷ ἔπρεπε νὰ μισθοδοτῆται ἀπὸ τὴν Τράπεζαν.
§86Ι. Γ. ΡΟΥΦΟΣ. Καὶ τί διαφορὰ ἦτο; Τὴν αὐτὴν ὑπηρεσίαν θὰ ἐξετέλει.
§87Α. ΚΕΦΑΛΑΣ. Ἐὰν ἐμισθοδοτεῖτο παρ’ ἐκείνων, τοὺς ὁποίους ἐλέγχει, θὰ ἦτο σκανδαλῶδες.
§88Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὰ, τὰ ὁποῖα σᾶς εἶπεν ὁ κ. Ζάννος, τὰ ἀνεκοινώσατε πρὸς τοὺς συναδέλφους σας;
§89Α. ΚΕΦΑΛΑΣ. Δὲν ἤμην σύμβουλος τότε.
§90ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Μπουκαούρης ἔχει τὸν λόγον.
§91Δ. ΑΝΔΡΙΚΟΠΟΥΛΟΣ (ἢ ΜΠΟΥΚΑΟΥΡΗΣ). Κατόπιν τῆς τόσον ἐνθέρμου ἀναπτύξεως περὶ Ἐμπορικῶν Σχολῶν ἐκ μέρους πολλῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων, θὰ ἐπερίττευον ἴσως ὅσα ἐγὼ θὰ εἴπω ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου. Εἶμαι ὅμως ἠναγκασμένος νὰ ὁμιλήσω περὶ τῶν Ἐμπορικῶν Σχολῶν, —καίτοι, ὡς προεῖπον, πολλοὶ τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων ἐνθέρμως ὑπεστήριξαν τὸ ζήτημα τοῦτο καὶ χθὲς καὶ προχθὲς καὶ ἄλλοτε — διότι ὑπείκω εἰς ὑποχρέωσιν ἀπέναντι τῶν συμπολιτῶν μου, τῶν ὁποίων τὸ μέγιστον ἐνδιαφέρον ἀντελήφθην καὶ ἐγὼ καὶ οἱ λοιποὶ ἐκ Πατρῶν συνάδελφοι καὶ ἄλλοτε καὶ τελευταῖον ἀκόμη, κατὰ τὴν ὀλιγοήμερον ἐν Πάτραις διαμονήν μου. Τὸ ἐνδιαφέρον τοῦτο τῶν συμπολιτῶν μου περὶ νομιμοποιήσεως τῆς Σχολῆς νομίζω ὅτι θὰ θεωρηθῇ πλέον ἢ δεδικαιολογημένον, ὅταν γνωσθῇ, ὅτι ἡ Σχολὴ ἐλειτούργησε μέχρι σήμερον μετὰ παραδειγματικῆς ἐπιτυχίας, ὀφειλομένης καὶ εἰς τὴν ἐπίδοσιν τῶν μαθητῶν, ἀλλὰ ταυτοχρόνως καὶ εἰς τὴν μετὰ ζήλου ἐργασίαν τῶν διδασκόντων καθηγητῶν. Κυρία ἔνδειξις τούτων εἶναι οὐ μόνον ἡ ἀθρόα τῶν μαθητῶν προσέλευσις εἰς τὴν Σχολήν, οἵτινες βεβαίως ἠδικήθησαν, χαρακτηρισθέντες ὡς φυγάδες παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου ἐκ Μαντινείας, ἀλλὰ καὶ ἡ στοργή, μεθ’ ἧς οἱ γονεῖς αὐτῶν περιέβαλον τὴν Σχολήν, οἵτινες καὶ ἐν συλλαλητηρίοις ἐπανειλημμένως ἐξέφρασαν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν τὴν εὐχήν, ἵνα ἡ Σχολὴ αὕτη νομιμοποιηθῇ καὶ διατηρηθῇ, καὶ ἡμεῖς καθ’ ἑκάστην παρακαλούμεθα δι’ ἐπιστολῶν καὶ τηλεγραφημάτων νὰ συστήσωμεν τοῦτο πρὸς τὴν Κυβέρνησιν. Ἀκόμη δὲ καὶ σήμερον ἐλάβομεν τηλεγράφημα ἐκ Πατρῶν, τὸ ὁποῖον εἶναι ὑπογεγραμμένον ὑπὸ πέντε γονέων, κατ’ ἐντολὴν τῶν ὑπερογδοήκοντα γονέων καὶ κηδεμόνων τῶν μαθητῶν τῶν φοιτώντων ἐν τῇ Σχολῇ. Ἐλπίζω ὅτι ἡ Κυβέρνησις, κατόπιν ὅλων τούτων, δὲν θὰ θελήσῃ νὰ διαλύσῃ τοιοῦτον ἵδρυμα,— διότι πρὸς διάλυσιν ἰσοδυναμεῖ ἡ μὴ νομιμοποίησις τῆς Σχολῆς ἀπὸ τῆς πρώτης ἡμέρας τῆς συστάσεώς της, — ἀλλ’ ὅτι τοὐναντίον θὰ σπεύσῃ νὰ εἰσαγάγῃ τὸ ἀναγκαῖον νομοσχέδιον, δι’ ὃ θὰ ἔχῃ ἀμέριστον τὴν εὐγνωμοσύνην τῆς πόλεως Πατρῶν, καὶ ἰδιαιτέρως τῆς ἐν τῇ Σχολῇ σπουδαζούσης νεολαίας.
§92ΑΛΕΞ. ΦΩΤΗΛΑΣ. Δὲν ἤμην προχθὲς ἐνταῦθα, ὅτε ἐγίνετο ἡ συζήτησις περὶ τῆς Ἐμπορικῆς Σχολῆς Πατρῶν. Χθὲς ἔλαβον καὶ ἐγὼ τηλεγράφημα ἐκ Πατρῶν πολλῶν γονέων, διὰ τοῦ ὁποίου οὗτοι μὲ παρακαλοῦσι νὰ συστήσω εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως ὄχι μόνον νομιμοποιήσῃ τὴν Σχολὴν, ἀλλὰ καὶ μεριμνήσῃ περὶ ἐκδόσεως τῶν ἐνταλμάτων τῶν διδασκόντων, τοῦ τε Διευθυντοῦ καὶ τῶν καθηγητῶν. Ἐγὼ φρονῶ, ὅτι ἡ Σχολὴ νομίμως συνέστη. Ἡ Σχολὴ συνέστη ἐπὶ τῇ βάσει Διατάγματος, τὸ ὁποῖον ἐπέχει τόπον νόμου. Κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον νομίζω ὅτι συνέστησαν ὄχι μόνον Σχολαὶ ἐπαγγελματικαὶ, ἀλλὰ καὶ Γυμνάσια, τῶν ὁποίων οἱ καθηγηταὶ καὶ τὸ προσωπικὸν μισθοδοτοῦνται ὑπὸ τοῦ Δημοσίου, ἤτοι ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ Διατάγματος. Ὑποθέτω, ἂν δὲν πλανῶμαι, ὅτι οὕτω πως, ἤτοι διὰ Διατάγματος, συνέστη καὶ τὸ Γυμνάσιον τῆς ἰδιαιτέρας πατρίδος τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ καὶ τὸ Γυμνάσιον τῶν Καλαβρύτων. Τὰ Γυμνάσια δὲ ταῦτα θεωροῦνται καὶ ὡς νομίμως καταρτισθέντα καὶ ὡς καλῶς λειτουργοῦντα, τὸ δὲ Δημόσιον καταβάλλει τὰς μισθοδοσίας καὶ τῶν γυμνασιαρχῶν καὶ τῶν καθηγητῶν. Ἡ Σχολὴ λοιπὸν αὕτη νομίμως συνέστη. Ἀλλ’ ἂν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς φρονῇ, ὅτι ἡ Σχολὴ αὕτη δὲν συνέστη νομίμως, ἤθελεν εἶσθαι ἀδίκημα ἐκ μέρους τῆς Πολιτείας, ἀφοῦ ὁλόκληρος ἡ κοινωνία ἀξιοῖ, τὰ τέκνα αὐτῆς νὰ ἐπιδοθῶσιν εἰς πρακτικὰς σπουδὰς, ἀφοῦ συνέστη ἡ Σχολὴ αὕτη, καὶ ἐπὶ 1½ ἔτος διδάσκουσιν οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ συνεπείᾳ Β. Διατάγματος, ἐκδοθέντος τῇ προτάσει τοῦ πρώην Ὑπουργοῦ τῆς Παιδείας, θὰ ἦτο, λέγω, ἀδίκημα, νὰ ἔρχηται ἡ Πολιτεία καὶ νὰ λέγῃ πρὸς αὐτούς: «κακῶς ἐδιδάξατε· δὲν θὰ πληρωθῆτε!» καὶ νὰ λέγῃ πρὸς 80 μαθητὰς, οἱ ὁποῖοι ἐπιμελῶς ἀκούουσι τὰ μαθήματα τῆς Ἐμπορικῆς Σχολῆς, καὶ οἱ ὁποῖοι θέλουσι νὰ ἐπιδοθῶσιν εἰς πρακτικὰ ἐπαγγέλματα: «κακῶς ἐσπουδάζετε ἐπὶ 1½ ἔτος!» Ἐρωτῶ τὴν Κυβέρνησιν, καὶ ἰδίᾳ τὸν κ. Πρωθυπουργόν: τί πταίουσιν οἱ μαθηταί; τί πταίουσιν αὐτοὶ οἱ καθηγηταί; τί πταίει αὐτὸς ὁ Διευθυντὴς τῆς Σχολῆς; Εἶναι ἠθικόν, εἶναι πρέπον ἐκ μέρους τῆς Πολιτείας νὰ ἀρνῆται ἡ Κυβέρνησις τὴν μισθοδοσίαν εἰς τὸν Διευθυντὴν τῆς Σχολῆς, εἰς τοὺς καθηγητὰς τῆς Σχολῆς, οἱ ὁποῖοι ἐπὶ 1½ ἔτος ἐπιμελῶς διδάσκουσι τοὺς μαθητάς; Εἶναι ἠθικόν, εἶναι πρέπον ἐκ μέρους τῆς Πολιτείας νὰ λέγῃ πρὸς 80 μαθητάς: «κακῶς ἠθελήσατε νὰ ἐπιδοθῆτε εἰς πρακτικὰς σπουδάς· ἀρνοῦμαι νὰ σᾶς νομιμοποιήσω, ὅπως ἀποκτήσητε προσόντα, ἀρνοῦμαι νὰ σᾶς δώσω τὸ δικαίωμα νὰ συμπληρώσητε τὰς σπουδάς σας, ὅπως ἀποκτήσητε τὰ προσόντα διὰ τῆς τριετοῦς φοιτήσεως εἰς τὴν Σχολήν»; Ἐγένετο προχθὲς συζήτησις, καθ’ ἣν, ὡς προεῖπον, δὲν ἤμην παρών, ἤκουσα ὅμως, ὅτι ὁ κ. Παπαναστασίου ἀπεκάλεσε τοὺς μαθητὰς τῆς Ἐμπορικῆς Σχολῆς φυγάδας τῶν Γυμνασίων. Τοῦτο δὲν εἶναι ἀληθές, οὔτε ἀκριβές. Οἱ μαθηταὶ αὐτοὶ εἶναι νέοι ἐκ τῶν καλλιτέρων οἰκογενειῶν καὶ ἐπιμελέστατοι μαθηταί...
§93ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τὸ ἀνῄρεσεν αὐτὸ ὁ κύριος Παπαναστασίου.
§94ΑΛΕΞ. ΦΩΤΗΛΑΣ. .. εἶναι ἐκ τῶν καλλιτέρων μαθητῶν τῶν Γυμνασίων, οἱ ὁποῖοι, βλέποντες τὸ πλῆθος τῶν ἐπιστημόνων, ἀπεφάσισαν νὰ ἐπιδοθῶσιν εἰς πρακτικὰς σπουδάς, ἵνα γείνωσιν ἐμποροϋπάλληλοι. Εἰς τὰς Πάτρας, κύριοι Βουλευταί, ὑπάρχουσι 3 ἢ 4 καταστήματα ξένα, τὰ ὁποῖα ἔχουσιν ἐμπορικὰς ἐργασίας, καὶ τὰ ὁποῖα, ἐπειδὴ δὲν εὑρίσκουσιν Ἑλληνόπαιδας κατηρτισμένους εἰς τὴν διπλογραφίαν, κατηρτισμένους εἰς ξένας γλώσσας, ἀναγκάζονται νὰ φέρωσιν ὑπαλλήλους ἐκ Γερμανίας. Τὸ κατάστημα τοῦ Ἄμβουργερ π. χ. ἔχει πλῆθος Γερμανῶν ὑπαλλήλων, διατί; διότι δὲν εὑρίσκει ὑπαλλήλους ἐν Ἑλλάδι. Ἐπεδόθημεν ὅλοι εἰς τὰς θεωρητικὰς ἐπιστήμας! ὅλοι δικηγόροι καὶ ἰατροί! Συνέστη μία Σχολὴ Ἐμπορικὴ, καὶ ὅλοι ἐνεθουσιάσθησαν διὰ τὴν σύστασιν τῆς Σχολῆς αὐτῆς, ὅλοι ἐπεθύμουν, ὁ ὀργανισμὸς αὐτῆς νὰ ἦτο τελειότερος. Ἄς καταρτίσῃ ἡ Κυβέρνησις τελειότερον ὀργανισμόν· ἀλλὰ δὲν εἶναι οὐδὲ λογικόν, οὐδὲ δίκαιον, ἡ Κυβέρνησις νὰ σιωπᾷ, ἢ νὰ λέγῃ: «ἀρνοῦμαι νὰ πληρώσω τοὺς καθηγητὰς, ἀρνοῦμαι νὰ ἀναγνωρίσω προσόντα εἰς τοὺς μαθητὰς, ἀρνοῦμαι τὴν συνέχειαν τῆς διδασκαλίας, ἀλλὰ θὰ ὑποβάλω νομοσχέδιον». Πότε θὰ ὑποβάλῃ ἡ Κυβέρνησις νομοσχέδιον; Μετὰ παρέλευσιν 6 μηνῶν; Πότε θὰ λειτουργήσῃ ἡ Σχολή; Καὶ ἐρωτῶ ὅλους τοὺς Βουλευτάς, ἐρωτῶ τὴν Κυβέρνησιν, ἐρωτῶ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν νὰ μοὶ εἴπῃ: πρέπει νὰ ἀπολέσωσιν οἱ καθηγηταὶ τὰς μισθοδοσίας των; πρέπει οἱ μαθηταὶ νὰ ἀπολέσωσιν ὅλον αὐτὸν τὸν χρόνον τοῦ ἑνὸς καὶ ἡμίσεος ἔτους; Ἐὰν ἡ Κυβέρνησις νομίζῃ ὅτι δὲν εἶναι νόμιμος ἡ σύστασις τῆς Σχολῆς, — ἐγὼ φρονῶ ὅτι εἶναι νομιμωτάτη, — ἂς φέρῃ νομοσχέδιον, ἵνα νομιμοποιήσῃ τὴν Σχολὴν ταύτην, ὅπως εἶπε καὶ ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἐκ Πατρῶν, καὶ ἂς πληρώσῃ τὴν μισθοδοσίαν τῶν καθηγητῶν· διότι, ἐπαναλαμβάνω, δὲν εἶναι πρέπον, δὲν εἶναι ἠθικὸν ἐκ μέρους τῆς Πολιτείας νὰ ἀρνῆται νὰ πληρώσῃ τοὺς μισθοὺς πρὸς ἀνθρώπους διδάσκοντας μετὰ τόσης ἐπιμελείας καὶ τόσου ζήλου ἐπὶ 1½ ἔτος. Καὶ παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ δώσῃ μίαν ἀπάντησιν, διότι ὅλοι οἱ γονεῖς καὶ ὅλη ἡ πόλις τῶν Πατρῶν καὶ ὅλαι αἱ πλησίον πόλεις ἐνδιαφέρονται μεγάλως εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο.
§95Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Κύριοι, ἐγὼ δὲν εἶχον σκοπὸν νὰ ἀναμιχθῶ εἰς τὴν συζήτησιν ταύτην, μολονότι παρέστην καθ’ ὅλας τὰς προηγουμένας συζητήσεις καὶ ἤκουσα παραδόξως ἀναπτυσσομένας θεωρίας, αἱ ὁποῖαι οὐδεμίαν ἔχουσι βάσιν. Ἀλλ’ ἐπειδὴ προεκλήθην ἀπὸ τὸν ἀξιότιμον φίλον μου κ. Ἀγγελόπουλον ἐπιζητήσαντα νὰ ἀκούσῃ τὴν γνώμην μου ἐπὶ τοῦ θέματος, εὐχαρίστως λαμβάνω τὸν λόγον...
§96ΧΑΡ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Πρέπει νὰ ἀκούσωμεν καὶ τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ κατόπιν τὴν γνώμην.
§97Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Βεβαίως. Προχθές, κατὰ τὴν γενομένην συζήτησιν, ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως δύο ἔφερεν ἐπιχειρήματα, ἵνα παραστήσῃ εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι αἱ Ἐμπορικαὶ Σχολαί, καὶ ἐπειδὴ περὶ τῆς Ἐμπορικῆς Σχολῆς Πατρῶν ἐπρόκειτο, ὅτι ἡ Ἐμπορικὴ Σχολὴ Πατρῶν συνέστη παρανόμως. Τὰ δύο ταῦτα ἐπιχειρήματα εἶναι ἡ διάταξις τοῦ Συντάγματος, καθ’ ἣν δὲν ἐπιτρέπεται νὰ διορισθῇ τις εἰς θέσιν μὴ νενομοθετημένην, καὶ ἡ γνώμη τοῦ πρώην Ὑπουργοῦ κ. Μομφερράτου, εἰσαγαγόντος νομοσχέδιον, ἐκ τοῦ ὁποίου προκύπτει ἡ γνώμη αὐτοῦ, ὅτι μέχρι τῆς εἰσαγωγῆς τοῦ νομοσχεδίου ἐκείνου ἐθεώρει ὡς κακῶς ἔχοντα τὰ κείμενα. Ἂς ἐξετάσωμεν ἐν ὀλίγοις, ἑρμηνεύοντες τὴν διάταξιν τοῦ Συντάγματος, διὰ νὰ ἴδωμεν, ἂν τὰ ἐπιχειρήματα, τὰ ὁποῖα ἐπεκαλέσθη ὁ κ. Πρωθυπουργός, ἔχουσιν ἔστω καὶ τὴν ἐλαχίστην σχέσιν πρὸς τὸ ζήτημα, περὶ τοῦ ὁποίου πρόκειται. Βεβαίως τὸ Σύνταγμα ὁρίζει, ὅτι οὐδεὶς δύναται νὰ διορισθῇ εἰς μὴ νενομοθετημένην θέσιν. Περὶ τούτου δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ ἀμφιβολία· εἶναι ῥητὴ καὶ κατηγορηματικὴ ἡ διάταξις τοῦ Συντάγματος. Ἀλλὰ τὸ ζήτημα δὲν λύεται διὰ τοῦ Συντάγματος. Τὸ ζήτημα εἶναι τὸ ἑξῆς· εἶναι ἢ δὲν εἶναι νενομοθετημένη ἡ θέσις σήμερον τῶν καθηγητῶν τῆς Ἐμπορικῆς Σχολῆς; αὐτὸ εἶναι τὸ ζήτημα. Ἑπομένως τοῦτο δὲν λύεται διὰ τοῦ Συντάγματος, διότι ἡ ἐπίκλησις τῆς διατάξεως τοῦ Συντάγματος θὰ γένηται, ἀφοῦ προηγουμένως λυθῇ τὸ ζήτημα, ἂν εἶναι ἢ δὲν εἶναι νενομοθετημέναι αἱ θέσεις τῶν καθηγητῶν τῆς Ἐμπορικῆς Σχολῆς· ἑπομένως αὐτὸ πρέπει νὰ ἐρευνήσωμεν. Διὰ νὰ λύσωμεν δὲ τὸ ζήτημα τοῦτο, θὰ ἀνατρέξωμεν εἰς τὰς διατάξεις τοῦ Διατάγματος τοῦ 1833, τοῦ Διατάγματος περὶ ὀργανισμοῦ καὶ ἁρμοδιότητος τῶν Ὑπουργείων. Εἶναι γνωστόν, Κύριοι, (παρ’ ἡμῖν τοὐλάχιστον οὕτω συμβαίνει συχνότατα) ὅτι ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία ἀναθέτει πολλάκις ὡρισμένας πράξεις εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν, τὰς ὁποίας δικαιοῦται νὰ ἐνεργήσῃ ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία, προκαλοῦσα Β. Διάταγμα. Τὸ Διάταγμα τοῦ 1833, τὸ κανονίζον τὴν ἁρμοδιότητα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, κανονίζει καθήκοντα, ἀλλὰ καὶ δικαιώματα. Ἓν τῶν δικαιωμάτων μεταξὺ τῶν ἄλλων, τὰ ὁποῖα ὁ νόμος τοῦ 1833 δίδει εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως διὰ τοῦ πρώτου ἐδαφίου τῆς δευτέρας παραγράφου, εἶναι τοῦτο· ἡ σύστασις Σχολείων καὶ ἄλλων ὑψηλοτέρων ἐκπαιδευτηρίων, ὡς ἐκφράζεται τὸ Διάταγμα τοῦ 1833, ἑνὸς Πανεπιστημίου καὶ μιᾶς Ἀκαδημίας τῶν ἐπιστημῶν. Τώρα ἐρωτᾶται, τί θὰ εἴπῃ «ἀνατίθεται εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας, εἰς ὃν δίδεται ἁρμοδιότης κατὰ τὸν νόμον, ἡ σύστασις τῶν Σχολῶν»; τί δηλαδὴ ἀνατίθεται εἰς αὐτόν; νὰ εἰσαγάγῃ νομοσχέδιον εἰς τὴν Βουλὴν πρὸς σύστασιν τῶν Σχολῶν;
§98Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Μετὰ τὸ 1833.
§99Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ἀλλ’ αὐτὸ τὸ δικαίωμα τοῦ εἰσάγειν εἰς τὴν Βουλὴν προτάσεις περὶ συστάσεως ἢ περὶ δημιουργίας οἱασδήποτε θέσεως ἢ οἱουδήποτε ἀντικειμένου, τὸ δικαίωμα αὐτὸ τὸ ἔχει καὶ πᾶς Βουλευτής. Ὅταν λοιπὸν ὁ νόμος λέγῃ «ἀνατίθεται εἰς αὐτὸν ἡ σύστασις», προφανῶς ἐννοεῖ, ὅτι δίδεται τὸ δικαίωμα εἰς τὸν Ὑπουργόν...
§100ΛΟΥΚΑΣ ΜΠΕΛΛΟΣ. Ἐδίδετο.
§101Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Μὴ ἀνακατεύεσθε εἰς αὐτά! Ἠξεύρετε ὅτι δὲν ἀνάγονται εἰς τὴν Φαρμακολογίαν! (ἱλαρότης).
§102Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Εἶναι ἰατρός, δὲν εἶναι φαρμακοποιός.
§103Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Δίδεται λοιπὸν εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν τὸ δικαίωμα νὰ προβῇ εἰς τὴν δημιουργίαν τῶν ἐκπαιδευτηρίων, ἀντλοῦσα τὸ δικαίωμα ἐκ τῆς ἀδείας, τὴν ὁποίαν ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία τοῦ 1833 τῇ παρέχει. Τοιαύτη δὲ ὑπῆρξε πάντοτε ἡ ἐκ τῆς κοινῆς συνειδήσεως ἀπορρέουσα ἑρμηνεία τοῦ Διατάγματος τοῦ 1833. Ἀπὸ τῆς συστάσεως τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου, καὶ μετὰ τὸ πρῶτον Σύνταγμα καὶ μετὰ τὸ δεύτερον Σύνταγμα, οὕτως ἐφηρμόσθη πάντοτε, ὡς πρὸς τὸ ὑπὸ συζήτησιν ἀντικείμενον, τὸ Διάταγμα τοῦ 1833. Ἀπόδειξις τούτου καταφανὴς εἶναι, ὅτι πάντα σχεδὸν τὰ Ἑλληνικὰ σχολεῖα καὶ πλεῖστα Γυμνάσια συνεστήθησαν ἐπὶ τῇ βάσει τῆς διατάξεως ταύτης, διὰ μόνου Βασιλικοῦ Διατάγματος. Δὲν ἀναφέρω μόνον τὰ Γυμνάσια τῶν ἐπαρχιῶν, τὰ πλεῖστα τῶν ὁποίων οὕτω πως συνεστήθησαν. Τὸ πρακτικὸν Λύκειον, τὸ Βαρβάκειον Λύκειον οὕτω πως συνεστήθησαν. Διὰ Βασιλικοῦ Διατάγματος τῆς 6 Ὀκτωβρίου 1886 ἱδρύθη τὸ Βαρβάκειον Λύκειον. Ἑπομένως οὐδεμία δύναται νὰ ὑπάρξῃ ἀμφισβήτησις, ὅτι δυνάμει τοῦ Διατάγματος τοῦ 1833 ὁ Ὑπουργὸς τῆς Ἐκπαιδεύσεως ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ προκαλῇ Διάταγμα, διὰ τοῦ ὁποίου νὰ συνιστᾷ οἱονδήποτε σχολεῖον· διότι τὸ Διάταγμα ἐκφράζεται διὰ γενικῆς ἐκφράσεως. Λέγει «Σχολεῖα καὶ ὑψηλοτέρας ἐκπαιδεύσεως ἐκπαιδευτικὰ ἱδρύματα»...
§104Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Καὶ Πανεπιστήμιον εἴπετε.
§105Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Περὶ Πανεπιστημίου ὁμιλεῖ ἰδιαιτέρως· ὁρίζει ἓν Πανεπιστήμιον, ὅπερ καὶ ἐγένετο, καὶ μίαν Ἀκαδημίαν. Ὅταν ἀναγνώσητε τὸ ἐδάφιον αʹ τῆς 2 παραγράφου τοῦ Διατάγματος, θὰ ἴδητε ὅτι χωριστὰ ἐκφράζεται περὶ τοῦ Πανεπιστημίου, χωριστὰ περὶ τῆς Ἀκαδημίας, χωριστὰ δὲ περὶ τῆς συστάσεως σχολείων στοιχειωδῶν καὶ ὑψηλοτέρας ἐκπαιδεύσεως ἐκπαιδευτηρίων.
§106Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δι’ ὅλα τὰ Ὑπουργεῖα τὸ Διάταγμα ἐκεῖνο ὁρίζει ἁρμοδιότητα καὶ ἐξουσίαν· ἄρα διὰ Διαταγμάτων ἕκαστος Ὑπουργὸς δύναται νὰ ἀσκήσῃ πᾶσαν ἐξουσίαν.
§107Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Δὲν πρόκειται περὶ τῶν ἄλλων Ὑπουργῶν, πρόκειται περὶ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως· πρόκειται δὲ περὶ καθεστῶτος, τὸ ὁποῖον καὶ σήμερον ἀκόμη ὑπάρχει, καὶ τὸ ὁποῖον παρέχει τὴν ἀπόδειξιν πλήρη, ὅτι οὕτω πως ἐνοήθη πάντοτε τὸ Διάταγμα τοῦ 1833. Ἐννοεῖται ὅτι, δι’ ὅσα ἐχορηγήθη νομοθετικὴ ἄδεια, δύναται ὁ Ὑπουργὸς νὰ ἐνεργήσῃ διὰ Β. Διατάγματος. Καὶ μολονότι οὕτω συνεστήθησαν καὶ Γυμνάσια καὶ Σχολεῖα καὶ τὸ Βαρβάκειον Λύκειον καὶ τὸ Πρακτικὸν Λύκειον καὶ ἄλλα, ἐν τούτοις οὐδεὶς διενοήθη ποτὲ νὰ ἀρνηθῇ τὴν πληρωμὴν τῶν μισθῶν τῶν διαφόρων καθηγητῶν, οἵτινες διδάσκουσιν εἰς τὰ ἐκπαιδευτήρια ταῦτα. Ἀλλ’ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶπε προχθές, ὅτι ὁ πρώην Ὑπουργὸς τῆς Ἐκπαιδεύσεως, ὁ κ. Μομφερρᾶτος, εἰσήγαγε νομοσχέδιον περὶ Ἐμπορικῶν Σχολῶν, ὑποδείξας οὕτως, ὅτι δὲν ἐθεώρει νόμιμον τὴν σύστασιν τῶν ὑπαρχουσῶν. Κύριοι, δὲν γνωρίζω τίνα γνώμην εἶχεν ὁ κ. Μομφερρᾶτος καὶ διατὶ εἰσήγαγε τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο. Ἐγὼ ἔχω πολλὴν ὑπόληψιν εἰς τὰ φῶτα καὶ εἰς τὴν ἱκανότητα τοῦ κ. Μομφερράτου, καὶ εἶμαι πεπεισμένος, ὅτι ἐξ ἄλλων λόγων εἰσήγαγε τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἰσήγαγεν, οὐχὶ διότι δὲν ἀνεγνώριζεν ὅτι νομίμως συνεστήθησαν αἱ Ἐμπορικαὶ Σχολαὶ, ἀλλὰ διότι εἶχε λόγους προσωπικοὺς (φωναὶ ἐκ τῆς δεξιᾶς: ἆ! ἆ!), ἕνεκα τῶν ὁποίων ἤθελε νὰ καταδειχθῇ, ὅτι ὁ προκάτοχος αὐτοῦ δὲν ἐνήργησε συμφώνως πρὸς τὸν νόμον.
§108Α. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ προκάτοχος αὐτοῦ δὲν εἶχεν εἰσαγάγει ἐπίσης νομοσχέδιον;
§109Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ἐὰν δὲ οὕτως ἔχωσι τὰ κείμενα, πῶς εἶναι δυνατόν, νομομαθής, οἷος ὁ κύριος Μομφερρᾶτος, νὰ ἔχῃ ἀντίθετον γνώμην; ἐὰν οὕτως ἔχωσι τὰ κείμενα, ἐὰν οὕτως ἐφαρμόσθησαν ἀπὸ τοῦ 1833 μέχρι σήμερον, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ ἔστω καὶ εἷς ἐξ ἡμῶν δυνάμενος ν’ ἀμφισβητήσῃ τὴν νομιμότητα τῆς συστάσεως τῆς Ἐμπορικῆς Σχολῆς Πατρῶν; Ἀλλ’ ὅταν ἀποδεχθῶμεν, ὅτι ἡ διάταξις τοῦ Διατάγματος τοῦ 1833 δίδει τὸ δικαίωμα εἰς τὸν Ὑπουργὸν νὰ συστήσῃ τὴν Σχολήν, τίνα λόγον ἔχει πλέον ἡ ἐπίκλησις τῆς διατάξεως τοῦ Συντάγματος; Διότι, Κύριοι, ἡ διάταξις τοῦ Συντάγματος ἐπέρχεται μετὰ καθεστώς, τὸ ὁποῖον νομίμως εὑρίσκει ἱστάμενον. Ἑπομένως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἰσχυρισθῇ τις, ὅτι πρόκειται περὶ θέσεως μὴ νενομοθετημένης, ἵνα ἐπικαλεσθῇ τὴν σχετικὴν τοῦ Συντάγματος διάταξιν. Καὶ αὐτὴ μὲν εἶναι, Κύριοι, ἡ ἐξέτασις ὑπὸ νομικὴν ἔποψιν τοῦ ζητήματος. Ἀλλ’ ἐπὶ τοῦ προκειμένου ὑπάρχει οὐσιωδέστερος λόγος, ὁ ὁποῖος συνηγορεῖ ὑπὲρ τῆς ἰδέας, ἵνα σπεύσωμεν πάντες, ν’ ἀναγνωρίσωμεν—καὶ ἂν ὑποτεθῇ ὅτι ὑπάρχουσιν ἀκόμη οἱ φρονοῦντες, ὅτι ἐκ πλάνης συνεστήθησαν, ὡς συνεστήθησαν, τὰ σχολεῖα, —ν’ ἀναγνωρίσωμεν τὴν σύστασιν τούτων. Διότι δὲν μὲ ἐνδιαφέρει, Κύριοι, ἡ μὴ πληρωμὴ τῶν μισθῶν τῶν καθηγητῶν τῆς Ἐμπορικῆς Σχολῆς, διότι περὶ αὐτῶν ἔχω ἀκράδαντον πεποίθησιν, ὅτι, ἐὰν κινηθῶσι δικαστικῶς, θέλουσιν ἀφεύκτως ἐπιτύχει τὴν καταδίκην τοῦ Δημοσίου, καὶ θέλουσιν ἀποζημιωθῇ. Ἀλλὰ πῶς θ’ ἀποζημιωθῶσι, Κύριοι, οἱ ἑκατὸν Ἑλληνόπαιδες, οἱ ὁποῖοι ἀπεφάσισαν νὰ εἰσέλθωσιν εἰς τὴν Σχολὴν τὴν Ἐμπορικήν, ἐὰν δὲν ἀναγνωρίσωμεν αὐτήν, διὰ τὴν ἀπώλειαν πολυτίμου δι’ αὐτοὺς χρόνου, ἀφοῦ δὲν προσγίνεται εἰς αὐτοὺς ζημία χρηματική; Διὰ τὴν ἀπώλειαν τοῦ χρόνου τούτου βεβαίως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ καταφύγωσιν εἰς τὰ Δικαστήρια· ἀλλὰ ὁ χρόνος, σήμερον πρὸ παντός, εἶναι πολύτιμος διὰ τοὺς νέους τούτους. Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ εἴπῃ τις εἰς αὐτοὺς, ὅτι ἐπὶ δύο ἔτη κατεγίνοντο ἀσκόπως, καὶ ὅτι εἰς τὸ μέλλον πρέπει νὰ ἀπολέσωσιν ἄλλον τόσον χρόνον, διὰ νὰ κατορθώσωσι νὰ ἐξέλθωσιν εἰς τὸν πρακτικὸν βίον; Αὐτὴ ἡ ζημία εἶναι σπουδαιοτάτη. Ἡ ζημία, ἡ ὁποία προσγίνεται εἰς ὅλους τοὺς νέους, πρέπει νὰ μᾶς ἀναγκάσῃ ὅλους, καὶ ἂν ἀκόμη, ἐπαναλαμβάνω, ὑπάρχωσί τινες φρονοῦντες ὅτι δὲν συνεστήθησαν νομίμως αἱ Σχολαί, νὰ σπεύσωμεν νὰ νομιμοποιήσωμεν τὰς Σχολάς, ἵνα μὴ ἐπέλθῃ καταστροφὴ εἰς τόσους Ἑλληνόπαιδας, οἱ ὁποῖοι ἀπεφάσισαν νὰ εἰσέλθωσιν εἰς τὴν Σχολήν. Δὲν λησμονεῖτε δὲ, ἢ δὲν ἀγνοεῖτε πάντες, ὅτι μία ἐκ τῶν πληγῶν, τοὐλάχιστον παρ’ ἡμῖν, εἶναι καθολικὴ, οὕτως εἰπεῖν, ἐπίδοσις εἰς τὴν κλασσικὴν ἐκπαίδευσιν, μεθ’ ὅλας τὰς διαμαρτυρίας τοῦ ἀξιοτίμου φίλου μου κυρίου Παπαναστασίου.
§110Π. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Διόλου δὲν διαμαρτύρομαι διὰ τοῦτο.
§111Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ἡ ἐπίδοσις κατὰ τοὺς χρόνους τούτους εἰς τὴν κλασσικὴν ἐκπαίδευσιν, τροφοδοτοῦσα κατὰ τὸ πλεῖστον τὰς δημοσίας ὑπηρεσίας, εἶναι πληγὴ διὰ τὸν τόπον. Δέον παραλλήλως νὰ βαδίζῃ καὶ ἡ πρακτικὴ ἐκπαίδευσις, τρεπομένων τῶν Ἑλληνοπαίδων καὶ εἰς ἔργα μὴ σχετιζόμενα πρὸς τὸν Προϋπολογισμόν, ἀπὸ τοῦ ὁποίου ἐπιζητοῦμεν πάντες νὰ ἀποζήσωμεν. Τὸ πνεῦμα τῶν κοινωνιῶν σήμερον ἁπανταχοῦ ἐστράφη πρὸς τὴν πρακτικὴν ἐκπαίδευσιν. Ἐστράφη πρὸς τὴν πρακτικὴν ἐκπαίδευσιν, διότι οἱ κλασσικοὶ ῥωμαντισμοὶ καὶ αἱ φιλοσοφικαὶ θεωρίαι ἐν τῇ καθόλου ἐπιστημονικῇ κινήσει τῆς σήμερον δέον ν’ ἀπασχολῶσι τοὺς ὀλίγους, τοὺς δυναμένους νὰ ὦσιν ὠφέλιμοι πρὸς τοὺς ἄλλους καὶ πρὸς ἑαυτοὺς καὶ ἐν κύκλῳ πάντοτε περιωρισμένῳ. Αἱ κοινωνίαι ἐστράφησαν πρὸς τὴν πρακτικὴν ἐκπαίδευσιν, διότι καὶ πρακτικὸς κατέστη σήμερον ὁ βίος, καὶ αἱ ἀνάγκαι τοῦ βίου εἶναι τοιαῦται, ὥστε νὰ ἐπιβάλληται ἡ πρακτικὴ ἐκπαίδευσις πρὸς τοὺς πλείστους τῶν νέων. Διὰ τοῦτο θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, οἱανδήποτε καὶ ἂν ἔχῃ γνώμην, καὶ ἂν ἀκόμη φρονῇ, ὅτι δὲν συνέστησαν νομίμως αἱ Σχολαὶ, νὰ σπεύσῃ νὰ νομιμοποιήσῃ ταύτας, ἀναλογιζόμενος ὁποίων ζημιῶν γίνεται πρόξενος πρὸς τοὺς γονεῖς καὶ τοὺς νέους, οἱ ὁποῖοι ἐπὶ δύο ἔτη ἐσπούδαζον, χωρὶς νὰ ἦναι δυνατὸν ν’ ἀποκτήσωσιν ἐκ τῆς σπουδῆς τὰ προσόντα, τὰ ὁποῖα οὗτοι ἐπεθύμουν νὰ ἔχωσιν, ἵνα ἐν τῷ μέλλοντι ζήσωσι. Δὲν εἶναι δὲ ὀρθὸν νὰ ἐπιμένωμεν, Κύριοι, ἄνευ λόγου, ἵνα καταδείξωμεν, ὅτι δὲν ἔπραξε καλῶς ὁ συστήσας τὰς Σχολὰς Ὑπουργὸς καθ’ ὃν τρόπον συνέστησε ταύτας, νὰ ἐπιμένωμεν νὰ μὴ ἀναγνωρίζωμεν τὴν νομιμότητα τούτων. Ἐπὶ τέλους θέλομεν νὰ ἐπιτιμήσωμεν τὸν Ὑπουργόν; νὰ τὸν ἐπιτιμήσωμεν· θέλει ἡ Κυβέρνησις νὰ καταδείξῃ, ὅτι παρανόμως ὁ Ὑπουργὸς συνέστησε τὰς Σχολὰς, ἃς τὸ καταδείξῃ καθ’ οἱονδήποτε τρόπον θέλει· ἀλλ’ ἱκανοποιοῦσα οὕτω τὴν ἐπιθυμίαν της, ἂς σπεύσῃ συγχρόνως ν’ ἀναγνωρίσῃ τὰς Σχολάς. Τί πταίουσιν οἱ δυστυχεῖς μαθηταὶ, ἵνα ἐκ τοῦ πείσματος τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ἀποστερηθῶσι τόσων κόπων, τόσων ἀγώνων, τόσων δαπανῶν, καὶ πρὸ παντὸς τόσου χρόνου; Διὰ τοῦτο, Κύριοι, παρακαλῶ πάντας ὑμᾶς νὰ ἑνώσητε τὰς παρακλήσεις σας πρὸς τὸν κύριον Πρωθυπουργὸν, διὰ νὰ φέρῃ νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου νὰ νομιμοποιηθῶσιν αἱ Σχολαὶ, ἵνα μὴ ἀπολεσθῇ ἐπὶ ματαίῳ τόσος χρόνος, ἀφοῦ ἔχει τὴν ἰδέαν, ὅτι δὲν συνεστήθησαν νομίμως. Διότι ἐγὼ, ἐπαναλαμβάνω, ἀδιστάκτως φρονῶ, ὅτι νομιμώτατα συνεστήθησαν αἱ Σχολαὶ, καὶ ὅτι οἱ καθηγηταὶ βεβαιότατα θὰ δικαιωθῶσι παρὰ τῶν Δικαστηρίων. Ἀλλ’ ἐὰν ἡ Κυβέρνησις φρονῇ τὰ ἀντίθετα, δὲν ἔχει, νομίζω, δικαίωμα διὰ τοῦτον καὶ μόνον τὸν λόγον νὰ γείνῃ πρόξενος τόσης ζημίας εἰς τοὺς γονεῖς καὶ τοὺς νέους, οἱ ὁποῖοι εἰσήχθησαν εἰς τὴν Σχολὴν, ἵνα μάθωσιν ὅ,τι τοῖς ἀναγκαιοῖ πρὸς τὸν σκοπὸν, δι’ ὃν προωρίσθησαν.
§112Α. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§113Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶμαι, κύριοι συνάδελφοι, ὑποχρεωμένος νὰ ἐκφράσω τὴν εὐγνωμοσύνην μου πρὸς τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον ἐκ Λεβαδείας, ὅστις ἀπὸ τοῦ ὕψους τῆς νομικῆς αὑτοῦ περιωπῆς, ὑπείκων εἰς φιλίαν παράκλησιν, ἠξίωσε νὰ ἐξηγήσῃ πρὸς τὴν Βουλὴν καὶ πρὸς ἐμὲ ἰδιαιτέρως, τίνες ποτὲ εἶναι οἱ λόγοι οἱ πείθοντες αὐτὸν, ὅτι νόμιμος ὑπῆρξεν ἡ σύστασις τῶν Ἐμπορικῶν Σχολῶν, ἡ ὑπὸ τοῦ ἄλλοτε Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως γενομένη. Καθὼς ἤκουσεν ἡ Βουλὴ, ὁ κ. ἐκ Λεβαδείας συνάδελφος ὑπεστήριξεν, ὅτι τὸ Διάταγμα τῆς 3/15 Ἀπριλίου 1833 χορηγεῖ πλῆρες τὸ δικαίωμα εἰς τὸν Ὑπουργὸν, διὰ Β. Διατάγματος νὰ προβαίνῃ εἰς τὴν σύστασιν τοιούτων σχολείων. Ἐνθυμοῦμαι ἑσπέραν τινὰ παρῳχημένην τὸν κ. ἐκ Λεβαδείας συνάδελφον, ἐξαπολύοντα τοὺς κεραυνοὺς τῆς εὐγλωττίας του ἐναντίον τοῦ ἀπηρχαιωμένου τούτου Διατάγματος τοῦ 1833, καὶ κακίζοντα, ὡς ἐνθυμοῦμαι, τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, διότι ἐκ τοῦ Διατάγματος ἐκείνου ἐδανείσθη στοιχεῖά τινα καὶ ὅρους χρησίμους εἰς αὐτὸν διὰ τὸν καταρτισμὸν ἑνὸς νομοσχεδίου. Σήμερον τὸ Διάταγμα τοῦτο, τὸ κατάρατον (!), τὸ ἀπηρχαιωμένον (!), ἀνακτᾷ πλῆρες τὸ γόητρον αὐτοῦ καὶ τὴν αἴγλην, καὶ ὁ κ. ἐκ Λεβαδείας συνάδελφος εὑρίσκει, ὅτι οὐ μόνον παρέχει εἰς τοὺς Ὑπουργοὺς τὸ δικαίωμα νὰ ἀρύωνταί τινας φράσεις ἢ στοιχεῖα ἢ ὅρους ἐξ αὐτοῦ, ἀλλ’ ὅτι καὶ ἐξουσιοδοτεῖ τοὺς Ὑπουργοὺς νὰ νομοθετῶσιν! Ἀλλὰ φέρε ἴδωμεν, τί λέγει τὸ Διάταγμα τῆς 3 Ἀπριλίου, περὶ τοῦ ὁποίου πρόκειται. Τὸ Διάταγμα τῆς 3 Ἀπριλίου ἐκανόνισε τὴν ἁρμοδιότητα τῶν Ὑπουργείων, δηλαδὴ τῶν Γραμματειῶν, ὡς ὠνομάζοντο τότε. Προκειμένου δὲ περὶ τῆς Γραμματείας τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, λέγει ἐπὶ λέξει τὰ ἀκόλουθα (ἀναγινώσκει): «Εἰς τὴν ἁρμοδιότητα τῆς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως Γραμματείας ἀνήκουσι» (πολλὰ μὲν καὶ ἄλλα καὶ δὴ) «ἡ φροντὶς περὶ συστάσεως καὶ ἁρμοδίου ὀργανισμοῦ τῶν στοιχειωδῶν καὶ τῶν ὑψηλοτέρων παιδευτικῶν καταστημάτων, ἑνὸς Πανεπιστημίου καὶ μιᾶς Ἀκαδημίας τῶν ἐπιστημῶν». Ὁ κ. Μπουφίδης φρονεῖ παραδόξως, ὅτι ἡ φροντὶς περὶ συστάσεως εἶναι καὶ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον ἔχει ὁ Ὑπουργὸς, νὰ συστήσῃ, ὁπόταν θέλῃ, οἱονδήποτε σχολεῖον!
§114Λ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἠμπορεῖ νὰ κάμῃ καὶ Πανεπιστήμιον!
§115Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν τοῦτο ᾖναι ἀκριβὲς, ἐγὼ θὰ κακίσω πολὺ τὸν κύριον πρώην ἐπὶ τῆς Παιδείας Ὑπουργὸν, διότι, ἐνῷ τὸ Διάταγμα παρεῖχε καὶ ἐχορήγει εἰς αὐτὸν τὸ δικαίωμα νὰ πράξῃ πολλὰ καὶ μεγάλα, αὐτὸς περιωρίσθη νὰ πράξῃ ἓν καὶ μόνον, νὰ συστήσῃ δύο Ἐμπορικὰς Σχολάς· διότι τὸ Διάταγμα δὲν ἀνέθετο εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας τὴν φροντίδα μόνον περὶ συστάσεως τοιούτων Σχολῶν, ἀνέθετο εἰς αὐτὸν καὶ πολλὰς ἄλλας φροντίδας. Ἠδύνατο ἀξιόλογα ἐπὶ τῆς κορυφῆς τοῦ Παρνασσοῦ νὰ ἀνεγείρῃ λ. χ. Ἀστρονομικὰς σκοπιὰς,—ἔχει τὸ δικαίωμα τοῦτο ἄνευ τῆς Βουλῆς—ἠδύνατο νὰ συστήσῃ τεχνοδιδακτικὰ σχολεῖα, ἠδύνατο νὰ ἱδρύσῃ καὶ Ἀκαδημίαν, ἐκτὸς τῆς ἄλλης, τῆς περὶ ἧς ὡμιλήσαμεν ἤδη, καὶ Ἀκαδημίαν τῶν πλασματογραφικῶν τεχνῶν, ἠδύνατο νὰ φροντίσῃ καὶ περὶ ἀνεγέρσεως Ἐκκλησιῶν. Ὅλας ταύτας τὰς φροντίδας τὰς χορηγεῖ τὸ Διάταγμα τοῦ 1833· ἀλλὰ θὰ ἦτό τις τόσον ἁπλοῦς, ὅσον ὑπῆρξεν ὁ εὐφυὴς ἐκ Λεβαδείας συνάδελφος, ὥστε νὰ ὑποστηρίξῃ, ὅτι ἡ φροντὶς ἑνὸς Ὑπουργοῦ, ἡ ἐπιβαλλομένη εἰς αὐτὸν ἐκ τῆς ἁρμοδιότητός του καὶ ἐκ τοῦ Διατάγματος τούτου τῆς 3 Ἀπριλίου τοῦ 1833, εἶναι δικαίωμα, τὸ ὁποῖον ἔχει, νὰ συνιστᾷ, ὁπόταν θέλῃ, εἴτε Ἀστρονομικὰς σκοπιὰς, εἴτε Ἐκκλησίας, εἴτε Σχολεῖα, εἴτε Ἀκαδημίας, χωρὶς ἡ Βουλὴ νὰ λαμβάνῃ γνῶσίν τινα καὶ πληροφορίαν περὶ τῶν πραγμάτων τούτων, ἢ νὰ χορηγῇ τὴν πρὸς τοῦτο νομοθετικὴν ἄδειαν; Ἀλλ’ ἐρωτᾶται: καὶ μετὰ τὸ Σύνταγμα τοῦ 1864 δύναται ποτὲ Ὑπουργὸς, ἂν θέλῃ νὰ σέβηται τοὺς νόμους, νὰ ἀναλαμβάνῃ αὐτὸς οἴκοθεν τὴν εὐθύνην νὰ συνιστᾷ Σχολεῖα ἐπαγγελματικὰ, νὰ μεταβάλλῃ δηλαδὴ αὐτὸ τὸ εἶδος τῆς ἐκπαιδεύσεως, χωρὶς ἡ Βουλὴ νὰ ἔχῃ εἴδησιν περὶ αὐτοῦ; Καὶ ἀφοῦ τὸ Σύνταγμα ῥητῶς ἐνομοθέτησεν, ὅτι οὐδεὶς διορίζεται εἰς θέσιν μὴ νενομοθετημένην, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἀξιοῖ ὁ κ. Μπουφίδης, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας δύναται νὰ διορίζῃ πληθὺν προσώπων ἄνευ τῆς γνώσεως καὶ τῆς ἐντολῆς καὶ τῆς ἀδείας τοῦ Κοινοβουλίου; Ὁ κ. Μπουφίδης ὑπεστήριξεν, ὅτι καὶ ἄλλοτε συνεστήθησαν σχολεῖα ἐν ὡρισμένῳ χρόνῳ, καὶ ἀνέφερε τὸ Βαρβάκειον. Ὡς νομίζω, τὸ Βαρβάκειον ἱδρύθη διὰ δωρεᾶς, οὐχὶ ἐκ χρημάτων τοῦ Δημοσίου, ἱδρύθησαν δὲ καὶ ἄλλα σχολεῖα, κατὰ κατάχρησιν Ὑπουργικήν. Ἀλλὰ δὲν δύνασθε νὰ εἴπητε, ὅτι, ἐπειδὴ ἐν τῷ παρελθόντι ἐγένετο μία τις κατάχρησις, αὐτὴ εἶναι ἱκανὴ νὰ δικαιολογήσῃ καὶ ἐν τῷ μέλλοντι πᾶσαν τοιαύτην. Μήπως εἶναι ἡ μόνη κατάχρησις, ἡ ὁποία ἐγένετο, καὶ θὰ ἤμεθα ὑποχρεωμένοι ἕκαστον Ὑπουργὸν παρανομοῦντα νὰ τὸν ἀπολύωμεν καὶ νὰ τὸν δικαιολογῶμεν, διότι ὑπῆρξαν καὶ ἄλλοι ἐν τῷ παρελθόντι, τοὺς ὁποίους ἐμιμήθη; Τοῦτο θὰ ἦτο ἀνάρμοστον καὶ ἥκιστα ἐποικοδομητικόν. Φρονῶ λοιπὸν διὰ τῶν ὀλίγων τούτων, ὅτι ἡ ἐξήγησις, τὴν ὁποίαν ἔδωκεν ὁ κ. Μπουφίδης, δὲν ἔχει καμμίαν λογικὴν βάσιν, καὶ ὅτι ὁ Ὑπουργὸς, ὁ ἱδρύσας τὰ σχολεῖα ταῦτα διὰ Διατάγματος, διέπραξέ τι τὸ ἀντιβαῖνον εἰς τοὺς νόμους. Ἀλλ’ ὑπέχει νομικὴν εὐθύνην καὶ ποινικὴν εὐθύνην; Κατ’ ἐμὲ, βεβαίως ὁ Ὑπουργὸς ὁ ἱδρύσας τοιαύτας Σχολὰς διὰ Διατάγματος ὑπέχει εὐθύνην. Ἄλλο ὅμως εἶναι τὸ ζήτημα, ἂν οἱ διορισθέντες δικαιοῦνται νὰ λάβωσι τὸν μισθὸν, τὸν ὁποῖον ὥρισεν εἰς αὐτοὺς ὁ διορισμός των. Νομικῶς βεβαίως δὲν ἔχουσι κανὲν δικαίωμα, καὶ ἄν, ὅπως ὑμεῖς εἴπετε, ἀπευθυνθῶσιν εἰς τὰ Δικαστήρια, βεβαίως δὲν θὰ λάβωσιν οὐδὲ λεπτόν. Ἀλλ’ ἐγὼ φρονῶ, ὅπως καὶ πάντες ὑμεῖς, ὅτι ἠθικὴν ὑποχρέωσιν ἔχει τὸ Κράτος νὰ μὴ ἀδικήσῃ ὑπαλλήλους ἕνεκα τῆς πλάνης ἢ τοῦ σφάλματος ἢ τῆς ὀλιγωρίας τοῦ Ὑπουργοῦ. Ὅσον ἀφορᾷ ἐν γένει τὴν συζήτησιν περὶ τῶν Πρακτικῶν Σχολῶν, νομίζω ὅτι αὕτη βεβαίως εἶναι ἀξία ν’ ἀπασχολήσῃ τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς· ἀλλ’ ἐπειδὴ φρονῶ ἐπίσης, ὅτι τὸ βῆμα τοῦτο δὲν εἶναι βῆμα Ἀκαδημαϊκὸν, δὲν εἶναι βῆμα σωματείου φιλολογικοῦ, ἀπὸ τοῦ ὁποίου εἰς πᾶσαν ὥραν καὶ εἰς πᾶσαν στιγμὴν νὰ ἀνακύπτωσι θεωρίαι περὶ τοιᾶσδε ἢ τοιᾶσδε μεταβολῆς τοῦ ἐκπαιδευτικοῦ συστήματος, ἢ καὶ περὶ ἄλλου συστήματος διοικητικοῦ, ἀλλ’ ὅτι ἐν δεδομένῃ στιγμῇ καὶ ὅταν προσάγωνται σχετικὰ νομοσχέδια, πρέπει νὰ συζητῶνται, διὰ νὰ λαμβάνωνται καὶ ἀποφάσεις ἀμέσως, διὰ τοῦτο δὲν θὰ λάβω μέρος εἰς τὴν περὶ τῆς χρησιμότητος αὐτῶν συζήτησιν.
§116Α. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Σᾶς ζητῶ συγγνώμην διὰ τὴν παράλειψιν.
§117Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ τοὐναντίον θὰ εὐχαριστήσω ἰδιαιτέρως ὑμᾶς, διότι εἴπετε ὅσα εἴπετε, τὰ ὁποῖα ἀσπάζομαι καθ’ ὁλοκληρίαν. Νομίζω ὅμως, ὅτι ἀκριβῶς αὐτὰ ταῦτα, λεγόμενα ἐν ὥρᾳ εὐθέτῳ, θὰ ἐνεποίουν εἰς τὴν Βουλὴν αἴσθησιν πολὺ περισσοτέραν, καὶ θὰ ἐχρησίμευον πολὺ περισσότερον.
§118Α. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Σᾶς εὐχαριστῶ διὰ τὸ μάθημα.
§119Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν πρόκειται περὶ μαθήματος.
§120ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Στάης ἔχει τὸν λόγον.
§121ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Ὁ ἀξιότιμος κ. συνάδελφος, ὁ ἄρτι τοῦ βήματος κατελθὼν, ἀνέγνωσε τὸ πρῶτον ἐδάφιον τῆς δευτέρας παραγράφου τοῦ ἄρθρου Βʹ τοῦ Διατάγματος τοῦ 1833, διὰ τοῦ ὁποίου εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως ἀνατίθεται ἡ φροντὶς περὶ συστάσεως Πανεπιστημίου, Ἀκαδημίας κλπ. Δὲν ἀνέγνωσεν ὅμως καὶ τὸ ἕβδομον ἐδάφιον, διὰ τοῦ ὁποίου δίδεται τὸ δικαίωμα τῆς συστάσεως τοιούτων διδακτικῶν σχολείων. Ἀλλὰ καὶ τὸ ἕβδομον καὶ τὸ πρῶτον μίαν καὶ τὴν αὐτὴν ἔννοιαν ἔχουσιν. Ὅτι δὲ τὴν ἔννοιαν ταύτην ἔχουσι, κύριε Πρόεδρε, ἀπέδειξα ἄλλοτε κατ’ ἐπανάληψιν. Ἡ ἵδρυσις Ἑλληνικῶν σχολείων καὶ Γυμνασίων δημοσίων γίνεται πάντοτε διὰ Β. Διατάγματος. Μόνον ὁσάκις πρόκηται περὶ ἱδρύσεως Γυμνασίων δημοσυντηρήτων ἢ συντηρουμένων διὰ τῶν δημοτικῶν καὶ τῶν λιμενικῶν πόρων, ἐπικούρου ἐρχομένου καὶ τοῦ Δημοσίου, τότε ἀπαιτεῖται νόμος πρὸς ἵδρυσιν αὐτῶν. Εἰς πάσας τὰς ἄλλας περιστάσεις ἡ ἵδρυσις τῶν Ἑλληνικῶν σχολείων καὶ τῶν Γυμνασίων ἐγένετο σχεδὸν πάντοτε διὰ Βασιλικῶν Διαταγμάτων, τοῦτο δὲ ἀναγνωρίζει καὶ ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς συνάδελφος, λέγων ὅτι, ἂν ἐγένετο κατάχρησις ἀλλοῦ, ἐδῶ ἔπρεπε νὰ εἰσαχθῇ νόμος· ἀνέχεται δηλαδὴ τὴν κατάχρησιν διὰ τὴν ἵδρυσιν τῶν Γυμνασίων καὶ τῶν Ἑλληνικῶν σχολείων, δὲν ἀνέχεται ὅμως τὴν κατάχρησιν διὰ τὴν ἵδρυσιν τῶν Ἐμπορικῶν Σχολῶν...
§122Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Οὐδαμοῦ τὴν ἀνέχομαι.
§123ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Τὴν ἀνέχεσθε, ὅταν ἐπιτρέπητε τὴν καταβολὴν τῶν μισθῶν εἰς καθηγητὰς καὶ ἑλληνοδιδασκάλους διωρισμένους εἰς θέσεις ἱδρυθείσας διὰ Βασιλικῶν Διαταγμάτων. Καταργήσατε ἢ ἀπαλείψατε ἀπὸ τοῦ Προϋπολογισμοῦ σας τὰς δαπάνας τὰς ἐγγεγραμμένας πρὸς συντήρησιν τῶν Ἑλληνικῶν σχολείων καὶ τῶν Γυμνασίων ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἱδρύθησαν διὰ Βασιλικῶν Διαταγμάτων, καὶ τότε θὰ ἦσθε συνεπεῖς πρὸς τὰς γνώμας σας. Ἐγὼ δὲν ἀρέσκομαι εἰς τὴν ἐπανάληψιν τῶν αὐτῶν πραγμάτων, διὰ μακρῶν δὲ καὶ κατ’ ἐπανάληψιν τὰ θέματα ταῦτα ἐπραγματεύθην, καὶ ἀνέφερα σωρείαν Γυμνασίων, τὰ ὁποῖα θεωρῶ περιττὸν σήμερον νὰ ἀναφέρω. Ἀλλά, ἐπαναλέγω, διατὶ δὲν ἀπαλείφετε τὴν δαπάνην;—καὶ ἐπιμένω εἰς τοῦτο.—Ἀπαλείψατε τὴν δαπάνην τῶν Ἑλληνικῶν σχολείων καὶ Γυμνασίων τῶν ἱδρυμένων διὰ Βασιλικῶν Διαταγμάτων! Ἀλλ’ ὁ κ. Βουλευτὴς σᾶς ἠρώτησε πρὸ μικροῦ: «καὶ πῶς ὁ Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας ἔχει τὸ δικαίωμα τοῦτο χωρὶς νὰ λαμβάνῃ γνῶσιν ἡ Βουλή;» Καὶ μὴ δὲν λαμβάνει γνῶσιν ἡ Βουλὴ διὰ τοῦ ψηφιζομένου Προϋπολογισμοῦ, ἐν τῷ ὁποίῳ ἀναγράφεται ἡ πίστωσις; καὶ μὴ δὲν εἶναι νόμος ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ Κράτους;
§124Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι νόμος.
§125ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Ἐγὼ ὑπῆρξα διδάσκαλος, καὶ σεῖς νομικός. Ἐπιτρέψατέ μοι ὅμως νὰ σᾶς συλλυπηθῶ.
§126Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Διατὶ λέγει τότε τὸ Σύνταγμα, ὅτι οὐδεὶς διορίζεται εἰς μὴ νενομοθετημένην θέσιν;
§127ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Ἄλλο αὐτὸ, καὶ ἄλλο τὸ ζήτημα, ἂν ὁ Προϋπολογισμὸς δὲν εἶναι νόμος ἐτήσιος. Ὑπάρχουσι μάλιστα οἱ φρονοῦντες, ὅτι ὁ Προϋπολογισμὸς εἶναι ὁ νόμος τῶν νόμων. Ἀλλ’ ἂς ἀφήσωμεν ταῦτα, διότι ἐγὼ δὲν ἀρέσκομαι εἰς θεωρίας. Ἰσχυρίζομαι ὅτι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἔκαμα ἐγώ, τὸ ἔκαμε καὶ ὁ νῦν Πρωθυπουργός, ἱδρύσας διὰ Β. Διαταγμάτων Ἑλληνικὰ σχολεῖα καὶ Γυμνάσια· λέγω λοιπόν, ὅτι, ἂν τὸ ἔκαμε ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, προκειμένου περὶ Ἑλληνικῶν σχολείων καὶ Γυμνασίων, διατὶ νὰ μὴ γείνῃ προκειμένου περὶ Ἐμπορικῶν Σχολῶν; Εἰς τὴν οὐσίαν λοιπὸν τοῦ ζητήματος δὲν ὑπάρχει διαφορά· ἀλλ’ εἶναι ἐλατήρια ἄλλα πάθη καὶ ἐκδίκησις, ὧν ἕνεκα δὲν θέλουν νὰ ἀναγνωρίσουν τὰς ἱδρυθείσας ὑπ’ ἐμοῦ Ἐμπορικὰς Σχολάς. Ἀλλ’ ἐγὼ ἀδιαφορῶ. Ἰδοὺ ἡ Ῥόδος, ἰδοὺ καὶ τὸ πήδημα! Καὶ ἂν ἔχητε τὸ θάρρος, παραπέμψατέ με εἰς τὸ Εἰδικὸν Δικαστήριον ἐπὶ παραβάσει τῶν κειμένων νόμων! Καὶ ταῦτα μὲν ὡς πρὸς τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ κυρίου Ἀγγελοπούλου. Περὶ δὲ τῶν λεχθέντων ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου ἐξ Αἰγιαλείας δὲν εἶναι πρέπον νὰ ἀπαντήσω· ὄχι διότι δὲν δύναμαι, ἀλλὰ διότι θεωρῶ, ὅτι δὲν εἶναι κατάλληλος οὔτε ἐπίκαιρος ἡ συζήτησις αὕτη, ἀφοῦ ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει εἶναι ἐγγεγραμμένον νομοσχέδιον ἐκπαιδευτικόν, κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ ὁποίου θ’ ἀναπτυχθῶσιν αἱ γνῶμαι, τὰς ὁποίας ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Αἰγιαλείας ἐξέθηκε πρὸ μικροῦ. Ἐν τούτοις ἔχω ὑποχρέωσιν νὰ εἴπω τινά, διότι μὲ κατηγόρησεν...
§128Α. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Προσεπάθησα νὰ ἀποφύγω.
§129ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Προσεπαθήσατε, ἀλλὰ δὲν τὸ κατωρθώσατε, καὶ δὲν τὸ κατωρθώσατε σεῖς ὁ ὀξύνους καὶ πρακτικός, διότι ἐξ ὑπογυίου ἀνήλθετε τὸ βῆμα, καὶ ὡμιλήσατε περὶ μυρίων πραγμάτων, τὰ ὁποῖα δὲν ἦσαν ἐπίκαιρα· διότι δὲν ἦτο ἐπίκαιρον νὰ ἀναφέρητε τὸ σύστημά σας περὶ μέσης ἐκπαιδεύσεως, διότι δὲν ἦτο ἐπίκαιρον νὰ εἴπητε, ὁπόση πρέπει νὰ ἦναι ἡ δαπάνη περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, διότι δὲν ἦτο ἐπίκαιρον νὰ ὁμιλήσητε περὶ τῶν θεωριῶν τοῦ Σπέγσερ περὶ ἐκπαιδεύσεως, περὶ τῶν ὁποίων καὶ κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος ὡμιλήσατε διὰ μακρῶν, συζητουμένου νομοσχεδίου ἐκπαιδευτικοῦ. Ἐγὼ φρονῶ, ὅτι πρέπει νὰ χωρίσωμεν τὰ ζητήματα, καὶ οὕτω νὰ συζητήσωμεν· ἐκ τοιαύτης δὲ συζητήσεως θὰ ἐπέλθῃ ἀγαθόν τι. Ἐγὼ δὲν εἶμαι ὑπὲρ τῆς κατ’ ἐπέκτασιν συζητήσεως, διότι δὲν εἶμαι ὑπὲρ τῆς κωλυσιεργίας· ἐὰν ὅμως ἤθελον εἰσέλθει εἰς τὴν ἀνάπτυξιν, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ὁ ἐξ Αἰγιαλείας κ. Βουλευτὴς, θὰ ἐκωλυσιέργουν. Θὰ ἐξετάσω τὰ οὐσιώδη ζητήματα χωρὶς νὰ κωλυσιεργήσω. Μεταξὺ δ’ αὐτῶν πρωτεύει ἡ ἀνάγκη τῆς συστάσεως Ἐμπορικῶν Σχολῶν. Τὴν ἀνάγκην ταύτην ἀνέπτυξα ἄλλοτε διὰ μακρῶν, ἀλλὰ τὴν ἀνάγκην ταύτην μόνον ἡμεῖς δὲν ἀναγνωρίζομεν, οἱ ἐνταῦθα παρακαθήμενοι· τὴν ἀναγνωρίζει ὅμως ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς, ὁ ἐκφράζων διὰ τηλεγραφημάτων καὶ ἐπιστολῶν καὶ συλλαλητηρίων τὴν ἐπιθυμίαν τῆς διατηρήσεως τῶν ἱδρυθεισῶν Ἐμπορικῶν Σχολῶν, ὧν ἡ λειτουργία ἐστέφθη ὑπὸ πλήρους ἐπιτυχίας, μεθ’ ὅσα ἀφῆκε νὰ ὑπονοηθῶσιν ὁ ἐξ Αἰγιαλείας ἀξιότιμος Βουλευτὴς διὰ τῶν συλλεχθέντων εἰκῆ καὶ ὡς ἔτυχε καὶ ἀμελετήτως κατὰ τῶν καθηγητῶν καὶ ἐν γένει τοῦ διδακτικοῦ προσωπικοῦ αὐτῶν. Ὅτι ἡ ἐκλογὴ τοῦ προσωπικοῦ ἐγένετο ὡς ἀρίστη, μαρτυρεῖ τοῦτο ἡ κοινωνία, ἡ ὁποία ὑποστηρίζει αὐτὸ, ἵνα μὴ εἴπω, ὅτι αὐτὴ τὸ ἐπιβάλλει εἰς τοὺς ἀντιπροσώπους της καὶ εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἧς ὁ Πρόεδρος θὰ εὐδοκήσῃ ἐπὶ τέλους νὰ ἀναγνωρίσῃ τὰ γεγενημένα. Ἀλλὰ βεβαίως ἐγὼ ἤθελον περιαυτολογήσει, ἂν ἤθελον ἐκθειάσει τὰ πλεονεκτήματα τοῦ προσωπικοῦ, τὸ ὁποῖον ἐγὼ αὐτὸς ἐξελεξάμην. Δὲν εἶμαι δὲ ἄγνωστον, Κύριοι, ὅτι ἀπὸ περάτων τῆς οἰκουμένης ἐζήτησα νὰ φέρω εἰδικὸν προσωπικὸν, καίτοι ἐπὶ τοῦ παρόντος δὲν εἶναι ἀνάγκη πολλῶν εἰδικῶν. Γινώσκων καὶ ἐγὼ, εἴπερ τις καὶ ἄλλος, τὴν παρ’ ἡμῖν ἔλλειψιν ἁρμοδίου προσωπικοῦ, δὲν προέβην ἀμέσως εἰς τὴν σύστασιν ὁλοκλήρου τῆς Ἐμπορικῆς Σχολῆς, ἡ ὁποία πρέπει νὰ ἔχῃ τριετῆ ἢ τετραετῆ τὴν φοίτησιν, προκειμένου περὶ μέσης ἐμπορικῆς ἐκπαιδεύσεως, ἀλλ’ ἵδρυσα μόνον τὴν πρώτην τάξιν. Προκειμένου δὲ περὶ τῆς πρώτης τάξεως τῶν Ἐμπορικῶν Σχολῶν τῆς μέσης ἐκπαιδεύσεως, ἡ διδασκαλία δὲν εἶναι εἰδική, ἀλλὰ μᾶλλον γενικὴ, εἶναι ἀνθρωπιστικὴ, ὡς τὴν ἔλεγεν ὁ κ. Παναγιωτόπουλος, τοιαύτη δὲ διδασκαλία εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιτευχθῇ καὶ παρ’ ἡμῖν διὰ μὴ εἰδικῶν· ἤρκει μόνον ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργὸς νὰ κανονίσῃ διὰ τοῦ προγράμματος τὴν διδακτικὴν ὕλην καὶ τὸν τρόπον τῆς διδακτέας ὕλης. Ἐπειδὴ δὲ ὁμιλῶ περὶ τρόπου διδακτέας ὕλης, ὀφείλω νὰ εἴπω πρὸς τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον ἐξ Αἰγιαλείας, ὅτι ὅσα εἶπε περὶ μέσης ἐκπαιδεύσεως ἀπέδειξαν, ὅτι δὲν ὤφειλε νὰ ὁμιλήσῃ ἐξ ὑπογυίου, διότι, ὅτε σᾶς εἶπεν, ὅτι θὰ ψηφίσῃ τὸ νομοσχέδιον περὶ μέσης ἐκπαιδεύσεως, ἐνῷ ἀναγνωρίζει τὴν ἀθλιεστάτην κατάστασιν τῆς μέσης ἐκπαιδεύσεως, βεβαίως ἔλεγέ τι, τὸ ὁποῖον δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ εἴπῃ, ἂν μελετημένος ἀνήρχετο τὸ βῆμα· διότι, ἂν ἦναι ἀθλιεστάτη ἡ κατάστασις, βεβαίως δὲν ἐπιτρέπεται διὰ νόμου νὰ παγιώσωμεν αὐτὴν χάριν νομοσχεδίου προσωπικοῦ, χωρὶς νὰ λαμβάνηται οὐδεμία πρόνοια πραγματικὴ περὶ βελτιώσεως τῆς καταστάσεως ταύτης. Ἔκαμα τὴν παρέκβασιν ταύτην, διότι ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Αἰγιαλείας ὡμίλησε περὶ συγχύσεως τῶν ἐκπαιδευτικῶν συστημάτων...
§130Α. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ ἀπήντων πρὸς γνώμας ἐκφρασθείσας ἐνταῦθα, ὄχι πρὸς ὑμᾶς.
§131ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Εἴπετε σύγχυσιν ἐπικρατήσασαν κατὰ τὴν σύστασιν τῶν Ἐμπορικῶν Σχολῶν, εἴπετε ὅτι πτυχιοῦχοι τοῦ δημοτικοῦ σχολείου εἰσέρχονται εἰς τὴν Ἐμπορικὴν Σχολήν...
§132Α. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸ δὲν τὸ εἶπον οὕτω, ἢ σεῖς δὲν ἠκούσατε καλῶς. Μοὶ ἐπιτρέπετε; Εἶπον, ὅτι ὁ καθηγητής σας, τὸν ὁποῖον ἐθέσατε Διευθυντὴν, ἀπεφοίτησεν ἀπὸ Σχολὴν, ἡ ὁποία ἰσοδυναμεῖ μὲ δημοτικὸν σχολεῖον ἐμπορικῆς ἐκπαιδεύσεως.
§133ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Ὁ κ. Ἠσαΐας ἐπιτελεῖ ἄριστα τὸ ἔργον του· εἶναι δὲ διπλωματοῦχος τῆς ἐν Παρισίοις Σχολῆς.
§134Α. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἥτις ὀνομάζεται «Ecole pratique de comptabilité».
§135ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Εἶναι πρακτικὴ Ἐμπορικὴ Σχολὴ ἐκ τῶν ἀρίστων. Ἀλλ’ ἐὰν ὑπῆρχε καὶ τούτου ἱκανώτερος, ἔστε βέβαιοι, ὅτι αὐτὸς ἤθελε κληθῆ ὡς Διευθυντὴς τῆς ἐν Πάτραις Ἐμπορικῆς Σχολῆς. Δυστυχῶς δὲν ὑπάρχει ἐπὶ τοῦ παρόντος παρ’ ἡμῖν ἱκανὸν διδακτικὸν προσωπικόν. Τοῦτο δὲ καὶ σεῖς εἴπετε πρὸ μικροῦ. Εἴπετε προσέτι, ὅτι κατεβάλετε μεγάλας προσπαθείας πρὸς ἐξεύρεσιν τοῦ καταλληλοτέρου ἐμπορικοῦ συστήματος διδασκαλίας, τὸ ὁποῖον ἔπρεπε νὰ εἰσαχθῇ εἰς τὴν χώραν ἡμῶν. Εἴπετε προσέτι, ὅτι δὲν κατωρθώσατε νὰ ἀποστείλητε εἰς Ἑσπερίαν νέους πρὸς σπουδὴν τῶν ἐμπορικῶν μαθημάτων ἐκ τῶν κληροδοτημάτων τοῦ Ὑπουργείου τῆς Παιδείας, χάριν δὲ τῆς πραγματοποιήσεως τῆς ἰδέας ταύτης ἠθέλετε καὶ εἰς παράβασιν τῶν νόμων προβῆ, ὡς ἔπραξα ἐγώ. Ἀλλ’ ἐγὼ εἰς οὐδεμίαν παράβασιν τῶν νόμων προέβην, ἀπέδειξα δὲ κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον, ὅτι, ἐκκαθαρίσας τὰ γενικὰ κληροδοτήματα, τὰ ὑπὸ τὴν διοίκησιν τοῦ Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, ἐν βραχυτάτῳ χρονικῷ διαστήματι, εὗρον διαθέσιμον ποσὸν 550,000 περίπου δραχμῶν, ὅπερ εὑρίσκετο εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον, καὶ τὸ ὁποῖον διεξεδίκει ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὡς ἀνῆκον τῷ δημοσίῳ ταμείῳ, ἐνῷ πράγματι ἀνῆκεν εἰς τὰ κεφάλαια τῶν κληροδοτημάτων καὶ εἰς τοὺς τόκους αὐτῶν. Ἐπανέφερα τὰ ⅔ εἰς τὰ κεφάλαια τῶν κληροδοτημάτων καὶ τὸ ⅓ εἰς τοὺς διαθεσίμους τόκους· οὕτως ἐπανῆλθον εἰς ἣν ἦσαν τὸ πρότερον κατάστασιν τὰ κληροδοτήματα, καὶ ἔκτοτε κρατεῖται ἰδιαιτέρα μερὶς καὶ ἰδιαίτερον βιβλίον ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῆς Παιδείας δοσοληψίας ἑκάστου κεχωρισμένου κληροδοτήματος. Ταῦτα δὲ πάντα εἶναι δεδημοσιευμένα εἰς τὴν Ἐπετηρίδα τοῦ 1900, τὴν ὁποίαν ἐγὼ, ὡς Ὑπουργὸς, ἐδημοσίευσα. Ἐὰν δὲ εἰς ταύτην ἠθέλετε προστρέξει, κύριε συνάδελφε, θὰ ἐβλέπετε, ὅτι τὴν ἀνάγκην, τὴν ὁποίαν σεῖς καὶ πᾶς τις διαγινώσκει, τῆς μορφώσεως ἱκανοῦ διδακτικοῦ προσωπικοῦ ἐγὼ πρῶτος ἐθεράπευσα διὰ τῶν τόκων τῶν κληροδοτημάτων, ἀποστείλας εἰς τὴν Ἐμπορικὴν Σχολὴν τῆς Neuchâtel τῆς Ἑλβετίας τὸν κ. Ρ. Ραζῆν, τὸν ὁποῖον οὔτε κατ’ ὄψιν γινώσκω, ὁ ὁποῖος ὅμως εἶναι ἀριστοῦχος τοῦ Μαθηματικοῦ τμήματος τοῦ Πανεπιστημίου, καὶ ὁ ὁποῖος ἐν διαγωνισμῷ ἐνώπιον καθηγητῶν — τῶν κ. κ. Ἀγγελοπούλου, Καζάζη, Λάμπρου καὶ ἄλλων τινῶν — ἐπέτυχε πρῶτος· ὅτι ἀπέστειλα εἰς Λειψίαν τὸν Περικλῆ Παπαστρᾶτον, ἐπίσης διδάκτορα τῶν Φυσικῶν τοῦ ἡμετέρου Πανεπιστημίου ἀριστοῦχον, ἐπιτυχόντα ἐν τῷ αὐτῷ διαγωνισμῷ· ὅτι ἀπέστειλα εἰς Βενετίαν, εἰς τὴν Μεγάλην Ἐμπορικὴν Σχολὴν, ἡ ὁποία λέγεται Ἀκαδημία,—διὰ νὰ σᾶς εὐχαριστήσω—εἰς τὴν Μεγάλην Ἐμπορικὴν Ἀκαδημίαν τῆς Βενετίας τὸν διδάκτορα τῶν Μαθηματικῶν Παπακώσταν. Οὕτω δὲ τὴν 31 Δεκεμβρίου 1903 ἐπανέρχονται τρεῖς διπλωματοῦχοι τῶν πρώτων τῆς Ἑσπερίας Ἐμπορικῶν Σχολῶν, τοὺς ὁποίους θὰ δύνασθε νὰ χρησιμοποιήσητε καὶ ὡς διευθυντὰς καὶ ὡς καθηγητὰς τῶν Ἐμπορικῶν μας Σχολῶν. Ἀλλὰ δὲν ἀπέστειλα μόνον πρὸς ἄσκησιν καὶ ἐκμάθησιν τῶν ἐμπορικῶν μαθημάτων, ἀλλ’ ἀπέστειλα καὶ ἄλλους— πρᾶξις, διὰ τὴν ὁποίαν ἤκουσα παρὰ τῆς τότε Ἀντιπολιτεύσεως ὅσα εἶναι δυνατὸν νὰ φαντασθῇ τις·—ἀπέστειλα ἄλλον διδάκτορα τοῦ Φυσικομαθηματικοῦ τμήματος, ἵνα σπουδάσῃ τὴν χειροτεχνίαν εἰς Στοκχόλμην, τὸν κ. Γιαβάσην.— Καὶ ἴσως θὰ μὲ ἐρωτήσῃ τις, τί θὰ εἰπῇ χειροτεχνία; Ἀλλὰ δὲν φρονῶ ὅτι ἡ Βουλὴ εἶναι ὁ κατάλληλος τόπος, ἵνα ἀναπτύξωμεν τὰ διάφορα προγράμματα τῆς τεχνικῆς καὶ τῆς ἐμπορικῆς ἐκπαιδεύσεως. — Ἀπέστειλα ἐπίσης τὸν κ. Γεωργαντῆν, διδάκτορα καὶ αὐτὸν καὶ ἀριστοῦχον, εἰς τὸ Winterthur τῆς Ἑλβετίας, ὅπως σπουδάσῃ τὴν Σιδηροτεχνίαν· νὰ μάθῃ πῶς κάμνουν τὴς λίμαις, ἐργαλεῖα σιδηρουργικὰ, νὰ μάθῃ πῶς διδάσκουσιν ἐκεῖ τὸν λαόν. Αὐτὴ ἦτο ἡ δρᾶσίς μου, τὴν ὁποίαν ἤλεγξαν! Περιττὸν νὰ ἀναφέρω ἄλλας πράξεις μου...
§136Α. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Σᾶς ἤλεγξα διὰ καμμίαν ἐξ αὐτῶν τῶν πράξεων;
§137ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Ἀλλ’ ἐμμέσως ἀπετείνατε τὴν μομφὴν, ὅτι, ἐνῷ ἐφρόντισα νὰ ἱδρύσω Ἐμπορικὰς Σχολὰς, δὲν ἐφρόντισα καὶ περὶ τοῦ προσωπικοῦ αὐτῶν. Ἀλλ’ ἀθορύβως καὶ ἄνευ ρεκλάμας, χωρὶς οὐδεὶς νὰ γνωρίζῃ—οὔτε αὐτὰ τὰ μέλη τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου—ὅτι διενεργεῖται διαγωνισμὸς, χωρὶς οὐδεὶς νὰ γνωρίζῃ, ποῖοι εἶναι οἱ καθηγηταὶ τοῦ Πανεπιστημίου, οἱ διορισθέντες πρὸς ἐξέτασιν αὐτῶν, ἔλαβον ταῦτα χώραν. Ἀλλ’ ὁ κ. Βουλευτὴς ἔψεξε τὴν σύστασιν τῆς Ἐμπορικῆς Σχολῆς καὶ ὑπὸ τυπικὴν καὶ ὑπὸ οὐσιαστικὴν ἔποψιν. Καὶ ὑπὸ τυπικὴν μὲν ἔποψιν δὲν θέλω νὰ ἐπαναλάβω ὅσα ἐλέχθησαν πολλάκις, ὑπὸ οὐσιαστικὴν ὅμως ἔποψιν ἔχω ὑποχρέωσιν νὰ ἀναιρέσω ὅσα εἶπεν ὁ κ. Βουλευτὴς, νὰ προσθέσω μάλιστα ὅτι μετ’ ἀπορίας ἤκουσα ὅσα εἶπε, διότι ἀπεδείκνυεν, ὅτι δὲν εἶχεν ἐννοήσει τὸν σκοπὸν τῆς συστάσεως αὐτῶν τῶν Ἐμπορικῶν Σχολῶν. Ἡ σύστασις τῶν Ἐμπορικῶν Σχολῶν, ἰδίᾳ τῆς ἐν Πάτραις, εἶχε δύο σκοπούς· πρῶτον νὰ χορηγήσῃ ἐμποροϋπαλλήλους, καὶ δεύτερον νὰ μορφώσῃ ἐμπόρους· ἰδίως ἡ μόρφωσις ἐμποροϋπαλλήλων γινωσκόντων ὄχι μόνον τὴν διπλογραφίαν καὶ καταστιχογραφίαν καὶ λογιστικὴν, ἀλλὰ καὶ ξένας γλώσσας. Εἰς τοῦτο δὲ κυρίως ἡμεῖς χωλαίνομεν, καὶ τούτου πρὸ πάντων ἡμεῖς ἔχομεν ἀνάγκην. Ἔλεγέ τις πρὸ μικροῦ, ὅτι ἐν Πάτραις κατάστημα Ἑλληνικὸν μετακαλεῖ ἐκ Γερμανίας ἐμποροϋπαλλήλους, ὅπως μετακαλοῦσιν ἐν Ἀγγλίᾳ ἐμποροϋπαλλήλους ἐκ Γερμανίας, διότι αἱ Ἐμπορικαὶ Σχολαὶ τῆς Γερμανίας, αἱ πάμπολλαι τὸν ἀριθμὸν, αἱ χιλιάδας μαθητῶν ἀριθμοῦσαι, δὲν περιορίζονται μόνον εἰς μόρφωσιν ἀνωτέρων ἐμπόρων, ἀλλ’ ἐπεκτείνονται καὶ εἰς τὴν μόρφωσιν ἐμποροϋπαλλήλων, οὕτω δὲ κατέκλυσαν τὴν Ἀγγλίαν, καὶ παραπονοῦνται ἐν Ἀγγλίᾳ, καὶ σκέπτονται καὶ ἐκεῖ νὰ λάβωσι μέτρα περὶ μορφώσεως τοιούτων ὑπαλλήλων, διότι χιλιάδες ἐμποροϋπαλλήλων κατέκλυσαν ὅλα τὰ γραφεῖα οὐχὶ μόνον εἰς τὰς ἀποικίας, ἀλλὰ καὶ εἰς αὐτὴν τὴν Ἀγγλίαν. Αὐτὴ εἶναι ἔλλειψις σπουδαία ἐν τῷ τόπῳ ἡμῶν, καὶ εἰς θεραπείαν αὐτῆς ἀποβλέπει ἡ σύστασις τῆς ἐν Πάτραις Ἐμπορικῆς Σχολῆς. Ὁ δὲ κύριος Ἡσαΐας, ὁ Διευθυντὴς αὐτῆς, ὁ ἐν Γαλλίᾳ ἐκπαιδευθεὶς, δὲν ἔχει μόνον νὰ διδάξῃ καταστιχογραφίαν καὶ λογιστικὴν, ἀλλ’ ἔχει νὰ διδάξῃ καὶ τὴν Γαλλικὴν γλῶσσαν, καὶ ταύτην διδάσκει ἐπιτυχῶς, ὅπως καὶ οἱ καθηγηταὶ τῆς ἐν Ἀθήναις Ἐμπορικῆς Σχολῆς διδάσκουσι μετὰ μεγάλης ἐπιτυχίας τὰς ξένας γλώσσας. — Μετὰ τοῦ κυρίου Λεβίδου ἐθαυμάσαμεν πρὸ ἡμερῶν κατὰ τὰς ἐξετάσεις τὰς προόδους τῶν μαθητῶν. Παρακαλῶ δὲ τὸν κύριον συνάδελφον νὰ ὁμολογήσῃ.
§138Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Μάλιστα.
§139ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Διατὶ δὲ δὲν μεταβαίνετε μέχρι τοῦ Πολυτεχνείου, ἔνθα φιλοξενουμένη λειτουργεῖ ἡ Σχολὴ, ἵνα πεισθῆτε ἐξ ἰδίας ἀντιλήψεως; Δὲν εἶναι δὲ ἄσκοπον νὰ πληροφορήσω τὴν Βουλὴν, ὅτι τῇ συστάσει μου ὁ κύριος Ἰωάννης Πεσματζόγλου, εἰς τὴν δωρεὰν, τὴν ὁποίαν ἐποιήσατο ὑπὲρ τῆς ἱδρύσεως καταστήματος τοῦ Συλλόγου τῶν ἐμποροϋπαλλήλων Ἀθηνῶν παρὰ τὴν Μητρόπολιν, ἀνέγραψεν ἐν τῷ συμβολαίῳ, ὅτε συνεβλήθη μετὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ μετ’ ἐμοῦ, ὡς Ὑπουργοῦ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, ὅτι ὁ Σύλλογος ἔχει τὴν ὑποχρέωσιν νὰ χορηγήσῃ τὸν πρῶτον ὄροφον τῆς οἰκοδομῆς πρὸς λειτουργίαν τῆς ἐν Ἀθήναις Ἐμπορικῆς Σχολῆς. Ἀλλὰ μόνον διὰ τῆς ἱδρύσεως τῶν τοιούτων Σχολῶν δὲν φρονῶ ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ μορφωθῶσιν ἔμποροι, — διότι καὶ περὶ τούτου ὡμίλησεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Αἰγιαλείας καὶ εἶπεν ὅτι, ἵνα μορφωθῶσιν ἔμποροι, χρειάζονται χαρακτῆρες, ὡσεὶ εἶχέ τις ἀντίθετον περὶ τούτου γνώμην. Χαρακτῆρες χρειάζονται δι’ οἱονδήποτε ἐπάγγελμα τοῦ κόσμου, καὶ διὰ τοῦτο εἰς τὰ προγράμματα τῶν Ἐμπορικῶν Σχολῶν καὶ ἡ ἠθικὴ διδάσκεται, καὶ ἡ καθόλου ἀνθρωπιστικὴ διδασκαλία δὲν παραμελεῖται. Ἀλλ’ ὁ κύριος Βουλευτὴς, ἵνα ἀποκρούσῃ τὴν ἰδέαν, ὅτι εἶναι ἀπαραιτήτως ἀναγκαία ἡ σύστασις Ἐμπορικῶν Σχολῶν πρὸς μόρφωσιν ἐμποροϋπαλλήλων, ἢ καὶ ἐμπόρων, ἀνέφερεν, ὅτι πλεῖστοι τῶν μεγάλων ἐμπόρων ἦσαν ἀγράμματοι! Καὶ τίς δὲν γνωρίζει, ὅτι ὁ μέγιστος τῶν Ἑλλήνων ἐμπόρων, ὁ Παναγῆς Βαλλιᾶνος, ἐγίνωσκε μόνον τὴν ὑπογραφὴν αὑτοῦ νὰ θέτῃ; Καὶ τίς ἀρνεῖται, ὅτι τὰ μεγάλα πνεύματα διαπρέπουσιν, ὁπουδήποτε καὶ ὁπωσδήποτε; Καὶ μήπως δὲν εὑρίσκονται ἐνταῦθα διακεκριμένα μέλη τῆς Βουλῆς μὴ διελθόντα τὰς Ἀκαδημαϊκὰς κλίμακας; Ἀλλ’ ἐνῷ λέγω ταῦτα διὰ τὰς ἐξαιρέσεις, ὑποστηρίζω ὅτι ἄνευ Ἐμπορικῶν Σχολῶν, οἵας ἐγὼ πρὸ διετίας ἵδρυσα, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ διαμορφώσωμεν ἐμποροϋπαλλήλους καὶ ἐμπόρους δυναμένους ν’ ἀνταποκριθῶσιν εἰς τὰς σημερινὰς ἀνάγκας τοῦ ἐμπορίου. Εἶπον ἄλλοτε περὶ τῆς ἐκτοπίσεως ἡμῶν ἐκ τοῦ ἐμπορίου τῆς Ἀνατολῆς καὶ πρὸ πάντων τῆς Μικρᾶς Ἀσίας. Δὲν εἶναι τοῦ παρόντος νὰ ἐπανέλθω ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου. Ὅταν θὰ προσαχθῇ εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον περὶ συστάσεως Ἐμπορικῶν Σχολῶν, τότε θὰ ἀναπτύξωμεν τὰς γνώμας μας, καὶ τὰς θεωρίας τὰς ἐπικρατούσας σήμερον ἐν τῇ Ἑσπερίᾳ ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου. Ἐπὶ τοῦ παρόντος ἀρκοῦμαι, ὅτι οἱ διακεκριμένοι συνάδελφοι ἀναγνωρίζουσιν, ὅτι ἡ ἵδρυσις τῶν Ἐμπορικῶν Σχολῶν εἶναι χρησιμωτάτη.
§140Α. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§141Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ. Ἡ λύσις τοῦ ἀπασχολοῦντος ἡμᾶς ζητήματος, ἂν δηλ. πρέπει ἢ μὴ νὰ διατηρήσωμεν τὰς ὑπαρχούσας Ἐμπορικὰς Σχολὰς, δίδοντες εἰς αὐτὰς νόμιμον ὕπαρξιν, καὶ ἀναγνωρίζοντες τὰ ἀποτελέσματα αὐτῶν, εἶναι λίαν εὐχερής. Ἐξαρτᾶται ἐκ τῆς γνώμης, ἣν ἔχομεν περὶ τῆς χρησιμότητος τῆς πρακτικῆς ἐκπαιδεύσεως. Εὐθὺς ὡς πεισθῶμεν, ὅτι ἡ πρακτικὴ ἐκπαίδευσις δέον νὰ εἰσαχθῇ πλέον παρ’ ἡμῖν, θέλομεν καταλήξει εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι πρέπει νὰ ἐξακολουθήσωμεν ἀρχὴν, ἡ ὁποία ἐγένετο ἤδη, ἔχοντες ὑπ’ ὄψει σοφὸν ἀπόφθεγμα τῶν προγόνων ἡμῶν, ὅτι ἡ ἀρχὴ εἶναι τὸ ἥμισυ τοῦ παντός· διότι, ἂν καταργήσωμεν δι’ οἱονδήποτε λόγον τὰς ὑπαρχούσας Ἐμπορικὰς Σχολάς, καταστρέφομεν τὴν ἀρχὴν τῆς εἰσαγωγῆς παρ’ ἡμῖν πρακτικῆς ἐκπαιδεύσεως, τὸ ἥμισυ δηλαδή, τὸ ὁποῖον ἀπεκτήσαμεν ὁπωσδήποτε, ἱδρύσαντες αὐτάς. Ὅτι ἡ πρακτικὴ ἐκπαίδευσις δέον πλέον νὰ εἰσαχθῇ παρ’ ἡμῖν, δὲν ὑπάρχει δευτέρα γνώμη ἐνταῦθα. Καὶ αἱ δύο πτέρυγες ἀπαντῶσι ναὶ εἰς πάντα ἐρωτῶντα. Χθὲς ἔτι ἐρωτηθεὶς ἀπήντησεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι συναισθάνεται καὶ αὐτὸς τὴν ἀνάγκην τῆς ἐγκαταστάσεως ἐν τῷ τόπῳ πρακτικῆς ἐκπαιδεύσεως, καὶ ὑπεσχέθη ὅτι μετ’ ὀλίγον θέλει ὑποβάλει τὸ κατάλληλον νομοσχέδιον. Ὁ δὲ ἀξιότιμος ἐξ Αἰγιαλείας συνάδελφος ὑπὲρ πάντα ἄλλον ὑπερμαχεῖ τῆς γνώμης ταύτης, καίπερ πειρώμενος νὰ διαφωνήσῃ, ὅταν λέγῃ, ὅτι ἐν Ἀμερικῇ ἱδρύονται Πανεπιστήμια Ἐμπορικὰ, καὶ ὅτι ἐν Ἀγγλίᾳ συνιστᾶται ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ ἕδρα ἐμπορικῆς διδασκαλίας. Καὶ ἀφοῦ πάντες τοιαύτην ἔχομεν γνώμην, ἀπορῶ, πῶς θέλετε νὰ γένηται συζήτησις, ἂν πρέπει νὰ διατηρηθῶσιν αἱ συστηθεῖσαι Σχολαὶ, καὶ ἂν πρέπει νὰ δοθῇ κῦρος εἰς τὰ ἀποτελέσματα αὐτῶν. Ἀλλ’ ὑπάρχει ἓν πρόσκομμα. Δὲν δυνάμεθα, λέγουσι, νὰ ἀναγνωρίσωμεν τὰ γενόμενα, διότι ἀντισυνταγματικῶς ἐγένοντο. Πρὸς ποίους δὲ λέγομεν ταῦτα; πρὸς τοὺς μαθητὰς τοὺς σπεύσαντας νὰ εἰσέλθωσιν εἰς τὰς Σχολὰς ταύτας, πρὸς τοὺς καθηγητὰς τοὺς διδάξαντας, πρὸς τοὺς ἰδιοκτήτας τοὺς παρασχόντας τὰς οἰκίας αὑτῶν, ἵνα ἐγκατασταθῶσιν ἐν αὐταῖς αἱ Σχολαὶ, πρὸς τοὺς ἐμπόρους, οἵτινες προσέφεραν τὰ ἀναγκαιοῦντα ἔπιπλα κλπ., καὶ πρὸς πάντας ἐν γένει. Ἐγὼ, Κύριοι, ἐπεθύμουν, πάντες οἱ ἐνδιαφερόμενοι, οἱ μαθηταὶ, οἱ γονεῖς αὐτῶν, οἱ καθηγηταὶ καὶ πάντες οἱ ἀξιοῦντες δικαιώματα οἱαδήποτε ἐκ τῆς ὑποθέσεως ταύτης, νὰ παρίσταντο κατὰ τὴν συζήτησιν ταύτην καὶ νὰ ἔβλεπον ἡμᾶς διϊσταμένους κατὰ τοιοῦτον τρόπον τὰς γνώμας περὶ τοῦ ἂν συνταγματικῶς, ἢ μὴ, συνέστησαν καὶ ὑφίστανται αἱ Σχολαί, καὶ κατόπιν μεταβαίνοντες εἰς τὰ Δικαστήρια, ὅπου θέλομεν νὰ τοὺς παραπέμψωμεν, νὰ ἀκούωσι τὴν ἔνστασιν τοῦ Δημοσίου, τὴν ἔνστασιν τοῦ Κράτους, ὅπερ ἐκπροσωπεῖ τὴν ἰδέαν τῆς ὑπερτάτης δικαιοσύνης· ποίαν ἔνστασιν; «Πηγαίνετε, Κύριοι! Οὐδεμίαν ὑποχρέωσιν ἔχω νὰ σᾶς πληρώσω, διότι, ὅτε συνέστησα τὰς Σχολὰς, ἐνήργησα ἀντισυνταγματικῶς, σεῖς δ’ ἔπρεπε νὰ γνωρίζητε ταῦτα, διότι οὐδεὶς δύναται νὰ ἀγνοῇ τοὺς νόμους τοῦ Κράτους, δηλαδὴ τοὺς νόμους μου». Ἔ! τί νομίζετε ὅτι θ’ ἀπαντήσωσιν οὗτοι εἰς τὴν ἔνστασιν ταύτην, τὴν προβαλλομένην τόσον ἰταμῶς παρὰ τοῦ ἐκπροσωποῦντος τὸ Κράτος Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν; «Κύριε Ὑπουργὲ, ὅταν τὸ Κράτος αὐτὸ ἀγνοῇ τοὺς νόμους αὐτοῦ, ἔχετε τὴν ἀξίωσιν νὰ τοὺς γνωρίζωμεν ἡμεῖς; Ἀλλ’ ἡμεῖς παρέστημεν κατά τινα συνεδρίασιν τῆς Βουλῆς, καθ’ ἣν συνεζητεῖτο τὸ ζήτημα τοῦτο, καὶ εἴδομεν ὑμᾶς πάντας, οἵτινες ἔχετε ἐγκύψει εἰς τὴν μελέτην τῶν νόμων καὶ ἔχετε τὸ δικαίωμα καὶ τὴν ὑποχρέωσιν νὰ δίδητε τὴν αὐθεντικὴν ἑρμηνείαν αὐτῶν, εἴδομεν ὑμᾶς νὰ διΐστασθε ῥιζικῶς τὰς γνώμας· καὶ ἔχετε τὴν ἀξίωσιν παρ’ ἡμῶν τῶν ἀμαθῶν, οἱ ὁποῖοι δὲν γνωρίζομεν κἄν ποῦ κεῖται τὸ Πανεπιστήμιον, ἔνθα διδάσκονται αἱ ἀρχαὶ τοῦ συνταγματικοῦ δικαίου, ἔχετε τὴν ἀξίωσιν νὰ γνωρίζωμεν πάντα ταῦτα;» Ἐγὼ Κύριοι, προκαλῶ τὸν κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸν νὰ ἀπαντήσῃ εἰς τὴν ἀντίρρησιν ταύτην. Ἀλλὰ φαντάζομαι ποίας θέλουσιν ἀποκομίσει ἐντυπώσεις οἱ ἄνθρωποι οὗτοι, ἀπερχόμενοι τοῦ Δικαστηρίου, ὅπου παρέστησαν πρὸ τοῦ παραδόξου ἀληθῶς φαινομένου, ἑνὸς Κράτους στρεψοδικοῦντος, ἑνὸς Βασιλέως ἀρνουμένου τὴν ὑπογραφὴν αὐτοῦ! Ναί! ἀρνουμένου τὴν ὑπογραφήν του! Νομίζετε ὅτι εἶναι δυνατὸν πλέον νὰ ὑφίσταται κῦρος ἐν τῷ Κράτει τούτῳ; Δύναται νὰ ὑπάρξῃ ἴχνος ἐξουσίας, ὅταν ὁ ἀνώτατος ἄρχων τοῦ Κράτους αἰσθάνηται ἐν ἑαυτῷ ἀρκοῦν θάρρος, ἵνα διακηρύξῃ, ὅτι πράττει ἀντισυνταγματικῶς; ὅτι παρανομεῖ; Δὲν δυνάμεθα λοιπὸν νὰ μὴ ἀναγνωρίσωμεν, ὅτι πάντες, ὅσοι προσέρχονται ἐνταῦθα, ἀξιοῦντες δικαιώματα ἐκ γεγονότος, ὅπερ συνετελέσθη διὰ τῆς ὑπογραφῆς τοῦ Βασιλέως, ἔχουσι δίκαιον, διότι ἄλλως λέγομεν πρὸς αὐτούς: «Κύριοι, σᾶς ἠπάτησεν ὁ Βασιλεύς!» Τοῦτο θὰ ἦτο ὄντως ἀδικία πρωτοφανὴς, ἴση μόνον πρὸς τὸν ἐξευτελισμόν, ὃν ἤθελεν ὑποστῆ ἓν Κράτος, στρεψοδικοῦν ἐν ὀνόματι τοῦ Βασιλέως αὐτοῦ! Ἢ δὲν ἐννοεῖτε, ποῖον ἐξευτελισμὸν ὑφιστάμεθα, ὅταν, στηριζόμενοι εἰς θεωρίας, ἀμφισβητουμένας ἀκόμη καὶ ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, θέλωμεν νὰ ἀδικήσωμεν πτωχοὺς ἀνθρώπους, ὅπως οἰκονομήσωμεν δέκα ἢ εἴκοσι ψωροχιλιάδας δραχμάς! Ἀλλά, πρὸς Θεοῦ! εἶναι ζητήματα αὐτὰ, περὶ ὧν δέον ν’ ἀσχολώμεθα σοβαρῶς; Οὐδεμία διαφωνία ἔπρεπε νὰ ὑπάρχῃ ἐπὶ τοῦ προκειμένου. Ἔχω δὲ πλήρη τὴν πεποίθησιν, ὅτι ὁ σεβαστὸς κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως θέλει σπεύσει νὰ ἀναγνωρίσῃ ὅ,τι εἴτε καλῶς εἴτε κακῶς ἐγένετο, ἂν μὴ δι’ ἄλλον λόγον, τοὐλάχιστον διὰ νὰ σώσῃ τὴν ἀξιοπρέπειαν καὶ τοῦ Κράτους καὶ τοῦ Βασιλέως.
§142Π. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Δὲν θ’ ἀπαντήσω σήμερον εἰς τὰ λεχθέντα περὶ πρακτικῆς καὶ κλασσικῆς παιδεύσεως, τὰ ὁποῖα ἀνεπτύχθησαν ἐντεῦθεν· ὅταν ἔλθῃ ὁ κατάλληλος χρόνος, θὰ μετάσχω καὶ ἐγὼ τῆς περὶ τούτων συζητήσεως, καὶ θὰ προβάλω τὴν γνώμην μου. Ὀφείλω ὅμως σήμερον νὰ ἀπαντήσω εἰς τὰς ἐντεῦθεν ἐξενεχθείσας γνώμας ἀξιοτίμων συναδέλφων, τῶν κ.κ. Μπουφίδου, Στάη καὶ Ἀγγελοπούλου, τοῦ ἐξ Ἀττικῆς συναδέλφου. Στηριχθέντες πάντες ἐπὶ τοῦ Διατάγματος τοῦ 1833, ἰσχυρίσθησαν, ὅτι οὐδεὶς δύναται νὰ ἀφαιρέσῃ ἀπὸ τὸν Ὑπουργὸν τὸ δικαίωμα νὰ συνιστᾷ οἱανδήποτε Σχολὴν κατ’ ἀρέσκειαν...
§143Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ δὲν ἐστηρίχθην εἰς τὸ Διάταγμα τοῦ 1833.
§144Π. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Σᾶς ἐξαιρῶ. Εἶπον, ὅτι, ἐπειδὴ τὸ Διάταγμα τοῦ 1833, περιλαμβάνον τὰ καθήκοντα τῶν Γραμματειῶν, εἴτε τῶν μετὰ ταῦτα Ὑπουργείων, ὁρίζει μέχρι τίνος ὁρίου ἐκτείνονται τὰ δικαιώματα ἑκάστης Γραμματείας, ὑπέλαβον, ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον δύναται νὰ ἐκτελέσῃ πάντα τὰ ἐκεῖ περιλαμβανόμενα δικαιώματα, ἔχει δηλονότι τὸ δικαίωμα συστάσεως σχολείων δημοτικῶν, Ἑλληνικῶν, Γυμνασίων, Πανεπιστημίων καὶ ἄλλων καὶ σήμερον ἀκόμη, τὸ 1903! Οὐ μόνον δὲ τοῦτο εἶπον, ἀλλ’ ἵνα κυρώσωσι τὸν ἰσχυρισμόν των, προέβησαν καὶ εἶπον, ὅτι, ἂν δὲν δύναται νὰ πράξῃ τοῦτο ὁ Ὑπουργός, τότε εἶναι καταργητέα πάντα τὰ μέχρι τοῦ νῦν συσταθέντα διὰ Β. Διατάγματος Ἑλληνικὰ σχολεῖα καὶ Γυμνάσια. Ταῦτα εἴπετε καὶ οἱ ἄλλοι καὶ ὑμεῖς, κύριε πρώην Ὑπουργέ! Δὲν ἐμερίμνησαν νὰ εὕρωσι καὶ μελετήσωσι δύο ἄλλα κανονιστικὰ Διατάγματα, ἰσχὺν νόμου ἔχοντα, τὸ μὲν τοῦ 1836, τὸ δὲ τοῦ 1837, διὰ τῶν ὁποίων Διαταγμάτων κανονίζονται πρῶτον τὰ τῶν Γυμνασίων καὶ Ἑλληνικῶν σχολείων, ὁ τρόπος τῆς ἱδρύσεως τούτων, τὰ προσόντα τῶν διδασκόντων, καὶ ὑπὸ τίνων γίνεται ὁ διορισμὸς τούτων, καὶ τὰ τῆς μισθοδοσίας, τίνα τὰ διδασκόμενα μαθήματα, μετὰ δικαιολογίας καὶ ὁδηγίας ἐφ’ ἑκάστου, προστίθεται δ’ ἐν τέλει, ὅτι, ὅπου τὸ Κράτος δὲν δύναται νὰ ἱδρύσῃ τοιαῦτα σχολεῖα, εἰς τοὺς δήμους, παρέχει τὸ δικαίωμα εἰς τοὺς δήμους νὰ ἱδρύσωσι τοιαῦτα ἰδίαις αὑτῶν δαπάναις. Οὕτω δ’ ἐκανονίσθη τὸ δικαίωμα τῆς ἱδρύσεως σχολείων, καὶ δὲν ἔμεινεν ἀπεριόριστον εἰς τὸν Ὑπουργὸν, ὡς παραδόξως ἰσχυρίσθησαν, ἀλλὰ περιωρισμένον καὶ διὰ Β. Διατάγματος, κατὰ τὰ διατυπωθέντα λεπτομερῶς ἐν τῷ Διατάγματι τοῦ 1836. Διὰ τοῦ Διατάγματος τοῦ 1837 δεύτερον ἐκανονίσθησαν τὰ τοῦ Πανεστημίου μέχρις οὗ γείνῃ μόνιμος κανονισμὸς, ὁποῖος δυστυχῶς δὲν ἐγένετο καὶ μετὰ παρέλευσιν ἑπτὰ περίπου δεκαετηρίδων, καθ’ ἃς λειτουργεῖ τὸ Πανεπιστήμιον κατὰ τὸν προσωρινὸν ἐκεῖνον κανονισμόν. Καὶ ταῦτα μὲν ἔχουσι καλῶς· ἀλλὰ θὰ ἰσχυρισθῆτε, ὅτι περὶ Ἐμπορικῶν Σχολῶν δὲν ἐλήφθη πρόνοιά τις. Τοῦτο δὲν εἶναι ἀκριβὲς, διότι μετὰ ταῦτα ἐξεδόθη Β. Διάταγμα ὁρίζον, ὅτι μέχρις οὗ γείνῃ κανονισμὸς τῶν Ἐμπορικῶν Σχολῶν, ὅπως καὶ διὰ τὰ Γυμνάσια καὶ τὰ Ἑλληνικὰ σχολεῖα, ἐπιτρέπεται νὰ προστεθῶσι μαθήματα ἐμπορικὰ εἰς τὸ Γυμνάσιον Σύρου...
§145Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Πότε ἐγένετο τὸ Διάταγμα τοῦτο;
§146Π. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Θὰ σᾶς εἴπω. Λοιπὸν εἰς τὸ Γυμνάσιον Σύρου ἐπετράπη νὰ προστεθῶσι διὰ Β. Διατάγματος μαθήματα ἐμπορικὰ, μέχρις οὗ κανονισθῶσι τὰ τῆς ἱδρύσεως τοιούτων Σχολῶν. Ὁρίστε τὸ Διάταγμα· εἶναι τοῦ 1856.
§147Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Δὲν ἔχει ἰσχὺν νόμου.
§148Π. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Δὲν ἰσχυρίσθην τοῦτο. Ἀλλὰ τότε πῶς συμβιβάζεται ὁ ἰδικός σας ἰσχυρισμὸς, ὅτι τὸ Β. Διάταγμα τοῦ παρελθόντος ἔτους, δι’ οὗ ἄνευ νόμου καὶ κανονισμοῦ συνεστήσατε Ἐμπορικὰς Σχολὰς, ἔχει ἰσχύν; Ἐκ τούτων λοιπὸν συνάγεται, ὅτι τὰ κατὰ τὸ Β. Διάταγμα τοῦ 1833 περὶ συστάσεως σχολείων ἐκανονίσθησαν, ὡς πρὸς τὰ Ἑλληνικὰ σχολεῖα, τὰ Γυμνάσια καὶ τὸ Πανεπιστήμιον, διὰ τῶν μνημονευθέντων νεωτέρων Διαταγμάτων τοῦ 1836 καὶ 1837, δὲν ἐφαρμόζεται δὲ διόλου τὸ Διάταγμα τοῦ 1833, ἄνευ εἰδικοῦ διὰ νόμου κανονισμοῦ καὶ ὀργανισμοῦ. Ἑπομένως πλημμελὲς εἶναι τὸ ὑπὸ τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων ἐκ Λεβαδείας καὶ Κυθήρων ῥηθὲν, ὅτι δυνάμει τοῦ Διατάγματος τοῦ 1833 ἐπιτρέπεται νὰ ἱδρυθῶσιν Ἐμπορικαὶ Σχολαί.
§149Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ἀλλὰ μόνον δυνάμει τοῦ Διατάγματος τοῦ 1836;
§150Π. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Βεβαίως τοῦ 1836 καὶ 1837 καὶ διὰ νόμου εἰδικοῦ.
§151ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μπαλτατζῆς ἔχει τὸν λόγον.
§152Γ. ΜΠΑΛΤΑΤΖΗΣ. Ἔλαβον ἀναφορὰν τῶν καραγωγέων καὶ λοιπῶν κατοίκων Ἁλμυροῦ, παραπονουμένων διὰ τὴν κατασκευὴν τῆς ἀπὸ Ἁλμυροῦ εἰς Ἄκετσι δημοσίας ὁδοῦ, ὡς ἐπιστρωνομένης πλημμελῶς ὑπὸ τοῦ ἐργολάβου. Θὰ παρακαλέσω δὲ τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ διατάξῃ, ὅπως ἐνεργηθῇ αὐστηρὸς ἔλεγχος ἐπὶ τῆς ἐργασίας ταύτης τοῦ ἐργολάβου, διότι πιθανὸν τὸ Δημόσιον μετὰ τὴν ἀποπεράτωσιν τῆς ἐργασίας νὰ ὑποβληθῇ εἰς τὴν ἀνάγκην νέας δαπάνης.
§153Ι. ΓΙΑΝΝΑΚΙΤΣΑΣ. Ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸς εὐηρεστήθη νὰ καταθέσῃ σημείωμα εἰς ἀπάντησιν τῆς ἐπερωτήσεώς μου σχετικῶς πρὸς τὴν διὰ τοῦ κληροδοτήματος τοῦ ἀειμνήστου Γ. Ἀβέρωφ ἵδρυσιν Γεωργικῆς Σχολῆς ἐν Λαρίσῃ. Κατὰ τὸ σημείωμα τοῦτο, τὸ μέχρι τῆς 27 Φεβρουαρίου κατατεθειμένον παρὰ τῇ Ἐθνικῇ Τραπέζῃ ποσὸν ἐκ τοῦ κληροδοτήματος Ἀβέρωφ πρὸς ἵδρυσιν Γεωργικῆς Σχολῆς ἐν Λαρίσῃ ἀνέρχεται εἰς δραχμὰς 619,750.63 ἐκ κεφαλαίων, ἐκ δόσεων δὲ τῶν κεφαλαίων τούτων πρὸς 4% ἀπὸ τῆς καταθέσεως μέχρι τῆς 31 Δεκεμβρίου 1902 εἰς δρ. 30,452.10. Κάτωθεν τοῦ σημειώματος τούτου ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ποιεῖται τὴν δήλωσιν, ὅτι, ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἵδρυσιν τῆς Σχολῆς ταύτης, τὸ Ὑπουργεῖον θέλει ἀποφασίσει μετὰ τὴν ὁριστικὴν ἐκκαθάρισιν τῆς ὅλης κληρονομίας τοῦ διαθέτου. Εἶναι ἀληθές, ὅτι ὁ σχετικὸς νόμος ἐν ἄρθρῳ, νομίζω, 14 ἀνέγραψεν, ὅτι ἡ ἵδρυσις τῆς Σχολῆς θέλει ἐνεργηθῆ εὐθὺς ὡς καταβληθῇ ὁλόκληρον τὸ κληροδότημα, καὶ ἴσως ὁ κύριος Ὑπουργὸς εἰς τὴν διάταξιν ταύτην τοῦ νόμου στηριζόμενος ἀναβάλλει τὴν ἵδρυσιν τῆς Σχολῆς. Ὅτε ἐψηφίζετο ὁ νόμος οὗτος, εἴχομεν ὑπ’ ὄψει, ὅτι εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ ἀγοράσωμεν διὰ χρημάτων τοῦ κληροδοτήματος τούτου καὶ τὰς ἀπαιτουμένας γαίας πρὸς λειτουργίαν τῆς Σχολῆς ταύτης, τῶν ὁποίων γαιῶν ἡ ἔκτασις ἀνήρχετο εἰς 4,000 τοὐλάχιστον στρέμματα. Βεβαίως ἡ ἀγορὰ τῆς ἐκτάσεως ταύτης θὰ ἀπῄτει δαπάνην 100–150 χιλιάδων δραχμῶν, καὶ ἑπομένως μειουμένου τοῦ κληροδοτήματος κατὰ τοσοῦτον ποσόν, φυσικῶς οἱ πόροι τοῦ ὑπολοίπου θὰ ἦσαν ὁπωσδήποτε ἀνεπαρκεῖς διὰ τὴν λειτουργίαν καὶ τὴν ἐξυπηρέτησιν ἐν γένει τῶν ἀναγκῶν τῆς Σχολῆς. Ἀλλ’ ὅταν σήμερον προτιθέμεθα, Κύριοι, νὰ ἱδρύσωμεν τὴν Σχολὴν ταύτην ἐντὸς τοῦ παρὰ τὴν Λάρισαν ἢ μᾶλλον συνεχομένου πρὸς τὴν Λάρισαν κτήματος τοῦ Δημοσίου Ἄκ–Σαράϊ, συμφώνως πρὸς τὴν γνώμην τῶν μελετησάντων καὶ τὸ μέρος καὶ τὸ ἔδαφος γεωπόνων, ὅταν προτιθέμεθα νὰ λάβωμεν δωρεὰν τὰς 4,000 στρέμματα, χορηγοῦντος τοῦ Δημοσίου ταῦτα, καὶ ἑπομένως εἰς ὄφελος, εἰς πίστωσιν τῆς Σχολῆς νὰ οἰκονομήσωμεν τὰς 100 ἢ 150 χιλιάδας δραχμὰς, τὰς ὁποίας ἄλλως ἠθέλομεν δαπανήσει ἐκ τοῦ κληροδοτήματος, νομίζω ὅτι δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ ἀναβάλωμεν τὴν ἵδρυσιν τῆς Σχολῆς ταύτης, τοσοῦτο μᾶλλον, καθόσον φρονῶ, ὅτι δὲν πρέπει νὰ δοθῇ τοιαύτη στενὴ ἑρμηνεία εἰς τὸ ἄρθρον 14 τοῦ νόμου, οὐδὲ πρέπει νὰ ὑποτεθῇ, ὅτι ἔδει νὰ καταβληθῇ ὁλόκληρον τὸ ποσὸν τοῦ κληροδοτήματος, μέχρι τῆς δραχμῆς καὶ μέχρι τοῦ λεπτοῦ, ἵνα γένηται ἔναρξις τοῦ ἔργου, διότι ἐν τοιαύτῃ ἑρμηνείᾳ εἶναι δυνατὸν ἐπὶ πολλὰ ἔτη νὰ καθυστερῆται ἐλάχιστον ποσὸν, 50 δραχμαὶ, λόγου χάριν, ἐκ τοῦ κληροδοτήματος τούτου ἢ 1000 δραχμαὶ, καὶ ἡμεῖς, ἐμμένοντες εἰς τὴν στενὴν ταύτην ἑρμηνείαν τοῦ ἄρθρου 14, νὰ ἀναβάλλωμεν ἐπὶ σειρὰν ἐτῶν τὴν ἵδρυσιν τῆς Σχολῆς ταύτης. Ἡ δήλωσις αὕτη τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν μοὶ ἐφάνη ὅλως ἀπροσδόκητος, κύριε Πρόεδρε, τοσοῦτο μᾶλλον, καθόσον, ὡς παρατηροῦμεν, πρὸς ἐνίσχυσιν καὶ βελτίωσιν τῆς γεωργίας ὁμολογουμένως προνοεῖ ἡ Κυβέρνησις, καλῶς καὶ φρονίμως ποιοῦσα, πρόκειται δὲ, ὡς ἐκ τοῦ σχετικοῦ νομοσχεδίου ἐξάγεται, νὰ προβῇ εἰς τὴν ἵδρυσιν καὶ ἄλλων γεωργικῶν σταθμῶν καὶ ἀγροκηπίων, τουτέστιν εἰς τὴν ἵδρυσιν καὶ σύστασιν ἔργων πάντοτε δευτερευούσης ἢ μικροτέρας σπουδαιότητος ἐν σχέσει πρὸς τὸ ἔργον, ὅπερ προώρισται νὰ ἐπιτελέσῃ ἡ ἐν Λαρίσῃ Γεωργικὴ Σχολή. Φρονῶ, λοιπόν, ὅτι δὲν εἶναι δεδικαιολογημένον νὰ ἀναβάλλωμεν ἐπὶ πλέον τὴν ἔναρξιν τῆς ἱδρύσεως τῆς Σχολῆς ταύτης, μελλούσης σπουδαῖα συμφέροντα νὰ ἐξυπηρετήσῃ τόσον τῆς Θεσσαλίας, ὅσον καὶ τῆς Ἑλλάδος ὅλης, δύναται δὲ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ διατάξῃ ἀπὸ τοῦδε τὴν μελέτην καὶ τὴν σύνταξιν τῶν προϋπολογισμῶν καὶ τῶν σχεδιογραφημάτων τῶν διαφόρων ἔργων καὶ καταστημάτων, τῶν χρησίμων διὰ τὴν λειτουργίαν τῆς Σχολῆς, δύναται νὰ διατάξῃ τὴν δημοπρασίαν καὶ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ἔργων τούτων, ἥτις ἐκτέλεσις βεβαίως θὰ διαρκέσῃ ἐπ’ ἀρκετὸν χρόνον, καὶ πιθανώτατα ἐν τῷ μεταξὺ νὰ καταβληθῇ καὶ τὸ ὑπόλοιπον τοῦ κληροδοτήματος, καὶ οὕτως ἀμέσως ν’ ἀρχίσῃ ἡ λειτουργία τῆς Σχολῆς ταύτης· ἀλλὰ καὶ ἂν δὲν κατατεθῇ ἕως τότε ὁλόκληρον τὸ κληροδότημα, οἱ πόροι τοῦ κατατεθειμένου ἤδη καὶ κατατεθησομένου εἰσὶν ἐπαρκέστατοι. Διὰ τοῦτο ἐπαναλαμβάνω καὶ αὖθις νὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅπως εὐαρεστηθῶσι νὰ διατάξωσι τὴν ἐκτέλεσιν τῶν προπαρασκευαστικῶν τούτων ἔργων πρὸς ταχυτέραν ἵδρυσιν καὶ λειτουργίαν τῆς περὶ ἧς πρόκειται Σχολῆς. Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ταύτῃ ἐπιτρέψατέ μοι, κύριε Πρόεδρε, νὰ ἀπευθύνω παράκλησίν τινα πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν. Ὡς ἐνθυμεῖσθε, Κύριοι, κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Περίοδον τῆς Βουλῆς κατ’ ἐπανάληψιν ἤχθη ἐνώπιον τῆς Βουλῆς τὸ ζήτημα τῶν μπασματάδων, αἱ δὲ Κυβερνήσεις τῆς Περιόδου ἐκείνης ὁμολογουμένως ἐπέδειξαν ἐνδιαφέρον καὶ εἰργάσθησαν πρὸς λύσιν τοῦ ζητήματος τούτου. Ἀλλ’ ἀτυχῶς τοῦτο μέχρι σήμερον μένει ἀκόμη ἐκκρεμές, ἐπὶ βλάβῃ καὶ ζημίᾳ ἀνυπολογίστῳ τῶν κατόχων τῶν μπασματάδων. Οἱ μπασματάδες, Κύριοι, — καὶ τοῦτο λέγω πρὸς διαφώτισίν τινων τῶν κυρίων συναδέλφων, οἱ ὁποῖοι ἀγνοοῦσι τί σημαίνει μπασματάδες, — εἰσὶν αἱ ἀποδείξεις, τὰς ὁποίας ἔλαβον οἱ χορηγήσαντες διάφορα χρειώδη, ἤτοι σῖτον, κριθήν, χόρτον, τροφὰς ἐν γένει, εἰς τὸν τουρκικὸν στρατὸν κατὰ τὴν τελευταίαν κατάληψιν τῆς Θεσσαλίας ἀντὶ χρημάτων καὶ ἐπὶ τῇ ὑποσχέσει ὅτι αἱ ἀποδείξεις αὗται θὰ πληρωθῶσιν, ὅταν τὰ πράγματα ἤθελον ἡσυχάσει. Ἀλλὰ μολονότι ἀποκατεστάθησαν αἱ σχέσεις μεταξὺ τῶν δύο Κρατῶν, μολονότι αἱ προκάτοχοι Κυβερνήσεις εἰργάσθησαν τῇ ἀληθείᾳ μετ’ ἐνδιαφέροντος, μολονότι πολλοὶ τῶν κατόχων τῶν μπασματάδων τούτων μετέβησαν κατ’ ἐπανάληψιν εἰς τὴν Κωνσταντινούπολιν καὶ ἐνήργησαν διὰ τῆς ἐκεῖ ἡμετέρας Πρεσβείας, ἐντούτοις μέχρι σήμερον τὸ ζήτημα ἐξακολουθεῖ καὶ τίς οἶδεν ἐπὶ πόσον ἀκόμη χρόνον θὰ ἐξακολουθήσῃ μένον ἄλυτον, τῆς Τουρκικῆς Κυβερνήσεως ἀναγνωριζούσης τὸ δίκαιον, ἀλλὰ μηδὲν ἀποφασιζούσης.
§154Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Πόσον ποσὸν ἀντιπροσωπεύουσιν αἱ ἀποδείξεις αὗται;
§155Ι. ΓΙΑΝΝΑΚΙΤΣΑΣ. 15,000 λίρας, καὶ πλέον ἴσως, διὰ τὴν ἐπαρχίαν Λαρίσης μόνον. Ἐπειδὴ δὲ, καθ’ ἃ βλέπομεν καὶ ἀκούομεν, αἱ σχέσεις τοῦ ἡμετέρου Κράτους μετὰ τῆς ὁμόρου Ἐπικρατείας εἰσὶν ἤδη λίαν ἀγαθαί, ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅπως εὐαρεστηθῇ νὰ ἀναζητήσῃ καὶ ἀνεύρῃ τὰ σχετικὰ πρὸς τὴν ὑπόθεσιν ταύτην, ἐπαναλάβῃ δὲ τὰς διαπραγματεύσεις μετὰ τῆς Τουρκικῆς Κυβερνήσεως, ἐπὶ τῷ τέλει, ἵνα δοθῇ ὁριστικὴ λύσις εἰς τὸ ζήτημα, τοσοῦτο μᾶλλον, καθόσον νομίζω, ὅτι ἐπὶ τέλους ἡ πληρωμὴ τῆς οὐχὶ σμικρᾶς ταύτης ἀπαιτήσεως πιθανώτατα νὰ ἐπιβληθῇ εἰς τὸ Ἑλληνικὸν Δημόσιον, ἐντολῇ τοῦ ὁποίου ἐκρατήθησαν τότε ἐν Λαρίσῃ τὰ κατόπιν εἰς τὸν τουρκικὸν στρατὸν χορηγηθέντα χρειώδη, ἐνῷ ἄλλως θὰ ἦτο δυνατὴ ἡ μεταφορὰ αὐτῶν ἐγκαίρως ἐκτὸς τοῦ θεάτρου τοῦ πολέμου, καθ’ ἃς ἔχω πληροφορίας, καὶ περὶ τούτου ἐπιφυλάσσομαι νὰ ἐπανέλθω.
§156ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Μὲ τὸ αὐτὸ ἐνδιαφέρον, μὲ τὸ ὁποῖον, ὡς εἴπετε, ἐνήργησαν καὶ αἱ ἄλλαι Κυβερνήσεις, μὴ ἀμφιβάλλετε, ὅτι θὰ ἐνεργήσωμεν καὶ ἡμεῖς ἐπὶ τοῦ προκειμένου ζητήματος. Ὄταν δὲ θὰ ἔχω τι σχετικόν, θέλω τὸ ἀνακοινώσει εἰς τὴν Βουλήν.
§157ΙΩΑΝ. ΦΙΛΙΟΣ. Ἀληθῶς, κύριε Πρόεδρε, ἀνὰ πᾶσαν τὴν Θεσσαλίαν, παραδόξως, ἐν τῇ κατ’ ἐξοχὴν γεωργικῇ ἐκείνῃ χώρᾳ, οὐδεμία ἐλήφθη μέριμνα περὶ συστάσεως Γεωργικῆς Σχολῆς. Καὶ ἐν ᾧ ὁ ἀείμνηστος Ἀβέρωφ μέγιστον κληροδότημα κατέλιπε πρὸς σύστασιν Γεωργικῆς Σχολῆς ἐν Λαρίσῃ, καὶ ἐν ᾧ ὁ κ. ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργὸς ὡμολόγησεν ὅτι πλέον τῶν 600,000 δραχμῶν ἐκ τοῦ κληροδοτήματος τούτου κατετέθησαν, οὐδὲν μέχρι τοῦδε ἐγένετο. Ἡ ἔναρξις πρὸς ἀνέγερσιν τῆς Γεωργικῆς ταύτης Σχολῆς καθίσταται ἀνέφικτος, διότι ἐν τῷ νόμῳ ὑπάρχει ἄρθρον, κατὰ τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ κατατεθῇ ὁλόκληρον τὸ κληροδότημα, καὶ τότε νὰ ἀρχίσῃ ἡ ἵδρυσις τῆς Σχολῆς· ἀλλ’ ἐγὼ φρονῶ, ὅτι ἡ καθυστέρησις ἐλαχίστου ποσοῦ ἐκ τοῦ κληροδοτήματος δὲν εἶναι λόγος νὰ μὴ ἄρξηται ἡ λειτουργία αὐτῆς.
§158ΑΥΓ. ΑΒΕΡΩΦ. Τὸ κατατεθὲν ποσὸν τῶν 600,000 δραχμῶν εἶναι μόλις τὸ ἥμισυ.
§159ΙΩΑΝ. ΦΙΛΙΟΣ. Ἀλλ’ ὅταν τοσοῦτον ποσὸν εἶναι ἤδη κατατεθειμένον, βεβαίως δὲν δικαιολογεῖται ἡ μὴ ἀνέγερσις τῆς Γεωργικῆς ταύτης Σχολῆς ἐν Λαρίσῃ. Ἔξωθεν μάλιστα τῆς Λαρίσης ὑπάρχει τὸ μέγα κτῆμα τοῦ Στεφάνοβικ, τὸ νῦν ἀνῆκον τῷ Δημοσίῳ, ἐν τῷ κτήματι δὲ τούτῳ ἄριστα θὰ ἠδύνατο νὰ ἀνεγερθῇ ἡ Γεωργικὴ Σχολή. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ φροντίσῃ, ὅπως, ὡς τάχιστα, γείνῃ ἡ προσήκουσα μελέτη καὶ ἐνέργεια πρὸς ἔκδοσιν τοῦ Βασιλικοῦ Διατάγματος πρὸς ἐγκαθίδρυσιν Γεωργικῆς Σχολῆς ἐν Λαρίσῃ. Σχετικῶς πρὸς τὸ ζήτημα τῶν μπασματάδων, ὀφείλω νὰ παρατηρήσω πρὸς τὸν κ. συνάδελφον, ὅτι δὲν ἀνέρχεται τὸ ποσὸν αὐτῶν εἰς 15,000 λίρας, ἀλλ’ ἀνέρχεται εἰς ποσὸν ἀνώτερον τῶν 50,000 λιρῶν. Ἡ Ὀθωμανικὴ Κυβέρνησις εἰς ἐπιτροπὴν ἐμπόρων, μεταβᾶσαν εἰς Κωνσταντινούπολιν, ἐδείχθη λίαν πρόθυμος, ὅπως ἔλθῃ εἰς συνεννόησιν.
§160ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Ὅσον ἀφορᾷ τὴν σύστασιν τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου, ἐγὼ οὐδόλως εἶπον, ὅτι πρόκειται περὶ μπασματάδων πέντε, δεκαπέντε ἢ πεντήκοντα χιλιάδων λιρῶν. Ἐγώ, βεβαιωθῆτε ὅτι, εἴτε πρόκειται περὶ μιᾶς δραχμῆς εἴτε περὶ πεντήκοντα χιλιάδων λιρῶν, κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον θέλω μεριμνήσει καὶ θέλω φροντίσει μὲ τὴν αὐτὴν προθυμίαν, ἵνα φανῶ χρήσιμος εἰς τοὺς ἐνδιαφερομένους συμπολίτας μας. Εἶπον μόνον, ὅτι, ἀφ’ ἧς ἀνέλαβον τὸ Ὑπουργεῖον, δὲν μοὶ ἐδόθη ἀφορμή, ἵνα ἀσχοληθῶ περὶ τούτου. Ἤδη, ὅτε μοὶ δίδεται ἀφορμή, βεβαιωθῆτε, ὅτι θέλω πράξει ὅ,τι δυνηθῶ περὶ αὐτοῦ.
§161ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Ῥοῦφος ἔχει τὸν λόγον.
§162Ι. Γ. ΡΟΥΦΟΣ. Ἐζήτησα τὸν λόγον, ἵνα ἀπευθύνω δύο ἐπερωτήσεις. Τὴν πρώτην πρὸς τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν, τὸν ὁποῖον παρακαλῶ νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, ἐὰν ἡ εἴδησις ἡ ἀναγραφομένη σήμερον ἔν τινι ἐφημερίδι, ὅτι ὁ πρεσβευτὴς τῆς Μεγάλης Βρεττανίας ἐποιήσατο παραστάσεις πρὸς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν ἐπὶ τῇ προϋποθέσει, ὅτι σήμερον θὰ κατατεθῇ νομοσχέδιον περὶ ἀπεριορίστου τοῦ ποσοστοῦ τῆς παρακρατήσεως, εἶναι ἀκριβής. Τὴν δευτέραν δὲ πρὸς τὸν ἀξιότιμον ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργόν, ἐὰν ἡ ἑτέρα ἐπίσης ἀναγραφομένη εἴδησις, ὅτι ἡ Κυβέρνησις εὑρίσκεται εἰς διαπραγματεύσεις περὶ κατασκευῆς σιδηροδρόμου Πατρῶν–Καλαβρύτων–Τριπόλεως, εἶναι ἀκριβής.
§163Α. ΣΠΗΛΙΑΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, θὰ παρακαλέσω, ὅπως ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ἐπειδὴ τὰ ζητήματα αὐτὰ δὲν πρέπει νὰ μένωσιν ἐπὶ πολὺ ἀμφίβολα καὶ κρατοῦντα τὸν κόσμον εἰς ἀνησυχίαν μεγάλην, ἐὰν ἔχῃ τὴν αὐτὴν γνώμην, ὅτι τοῦτο δύναται νὰ παρεμποδισθῇ ἀπὸ τὴν σύμβασιν τὴν κρατοῦσαν μεταξὺ Ἀγγλίας καὶ Ἑλλάδος, νὰ τὸ δηλώσῃ, ἵνα παύσῃ ὁ κόσμος ἐλπίζων· διότι βεβαίως, ἂν ὑποθέσωμεν, ὅτι ἡ Ἀγγλικὴ Κυβέρνησις ἀνθίσταται, καὶ ἀνθίσταται δεδικαιολογημένως ἐναντίον τοιούτων μέτρων, βεβαίως ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις δὲν δύναται νὰ ἐπιμείνῃ ὑπὲρ τῆς λήψεως τοιούτων μέτρων, τὰ ὁποῖα θέλουσιν ἔχει ἀφορμὴν ἀνυπολογίστων κακῶν. Ἀλλὰ νὰ δηλώσῃ τοῦτο ἡ Κυβέρνησις, διότι ἡ ἀμφίβολος αὕτη κατάστασις ἐπιφέρει μεγάλην συμφορὰν καὶ ζημίας καὶ κρατεῖ ἐκκρεμῆ τὴν κοινωνίαν καὶ τὸ ἐμπόριον, καὶ πολλὰ συμφέροντα θέτει εἰς κίνδυνον. Ἐὰν ἐγένοντο παραστάσεις ὑπὸ τῆς Ἀγγλικῆς Κυβερνήσεως, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις φοβῆται, ὅτι δύναται τοιοῦτον ἔργον, τοιοῦτο νομοθέτημα νὰ καταστρέψῃ τὴν σύμβασιν μεταξὺ Ἀγγλίας καὶ Ἑλλάδος, δὲν πρέπει νὰ γείνῃ πλέον λόγος. Δύναται ἡ Κυβέρνησις νὰ φέρῃ ἕτερον νομοσχέδιον, καὶ νὰ προτείνῃ ἕτερα μέτρα, ἐὰν βλέπῃ τοιαῦτα.
§164Γ. ΜΕΛΙΣΣΗΝΟΣ. Ταύτην τὴν στιγμὴν πληροφοροῦμαι ἐκ τηλεγραφήματος ἐκ τῆς ἰδιαιτέρας μου πατρίδος, ὅτι ἡ Σταφιδικὴ Τράπεζα προέβη εἰς τοσαύτας ἀθρόας τῶν ὀφειλετῶν αὐτῆς συλλήψεις, ὥστε οὐ μόνον ὁλόκληρον τὸ Σωφρονιστήριόν μας, τὸ ὁποῖον εἶναι ἀπέραντον, ἐπληρώθη, ἀλλὰ καὶ ἔγκρισιν ἐνοικιάσεως νέας οἰκίας ὁ κ. Εἰσαγγελεὺς σήμερον ἐζήτησε τηλεγραφικῶς ἀπὸ τὸν κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργόν, διὰ νὰ καταρτίσῃ νέας φυλακὰς διὰ τοὺς συλλαμβανομένους! Ἐὰν τοῦτο εἶναι ἀληθές, — καὶ πιστεύω, ὅτι κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸς δὲν θὰ ἀρνηθῇ νὰ ἀνακοινώσῃ εἰς τὴν Βουλὴν ὅ,τι γνωρίζει, — ἤθελον παρακαλέσει τοὺς κυρίους Ὑπουργοὺς νὰ συνέλθωσιν εἰς Ὑπουργικὸν Συμβούλιον καὶ μεριμνήσωσι περὶ τοῦ ζητήματος τούτου, διότι οἱ ἄνθρωποι ἐκεῖνοι οὐδὲν ἔγκλημα ἔπραξαν· τὸ μόνον δὲ, ὅπερ δύναται νὰ τοὺς αἰτιαθῇ, εἶναι, ὅτι δὲν ἔχουσι νὰ πληρώσωσι τὴν Σταφιδικὴν Τράπεζαν, ἀλλὰ δὲν ἔχουσιν οὔτε τὸν ἐπιούσιον αὐτῶν ἄρτον. Σημειώσατε δὲ, ὅτι αἱ συλλήψεις αὗται τῶν ὀφειλετῶν τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης ζημιοῦσι καὶ αὐτὴν, διότι τώρα εἶναι ὁ χρόνος, κατὰ τὸν ὁποῖον οὗτοι καλλιεργοῦσι τὰ κτήματά των, καὶ ἂν δὲν τὰ καλλιεργήσωσι, βεβαίως ἡ Τράπεζα δὲν θὰ εἰσπράξῃ τίποτε.
§165Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Οἱ ἐκ Ζακύνθου συμπολῖται τοῦ κυρίου Βουλευτοῦ γνωρίζουσι βεβαίως, ἑπομένως καὶ ὁ κ. Βουλευτὴς, ὅτι πρὸ ἑνὸς μηνὸς ἐποιησάμεθα παραστάσεις εἰς τὴν Σταφιδικὴν Τράπεζαν, ἵνα φανῇ οὐχὶ ἐπιεικὴς, ἀλλὰ νὰ ἀναστείλῃ πᾶσαν ἐνέργειαν, πᾶσαν καταδίωξιν κατὰ τῶν ὀφειλετῶν αὐτῆς· ἀνεκοίνωσα μάλιστα εἰς αὐτὴν τὰς γνώμας, αἱ ὁποῖαι μοὶ εἶχον προταθῆ ὑπὸ τῶν παραπονουμένων. Μ’ ὅλα ταῦτα ἤδη μανθάνω, ὅτι προέβη εἰς μέτρα, τὰ ὁποῖα δὲν ἐγνώριζον.
§166Α. ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Εἶναι ἀληθὲς, κύριε Πρόεδρε, ὅτι ἔλαβον ἔγγραφον τοῦ νομάρχου Ζακύνθου, νομίζω, τὸ ὁποῖον ἐκθέτει, ὅτι αἱ φυλακαὶ τῆς Ζακύνθου ἐπληρώθησαν καὶ ἀπὸ πολιτικῶς κρατουμένους, ὀφείλοντας εἰς τὴν Σταφιδικὴν Τράπεζαν, καὶ ζητεῖται ἐσπευσμένως ἡ ἐνοικίασις ἰδιαιτέρου καταστήματος, διότι εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐξακολουθήσουν νὰ συμφύρωνται ἐκεῖ μετὰ τῶν ἐγκληματιῶν ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι οὐδὲν ἕτερον ἔπραξαν ἢ μόνον, ὅτι δὲν δύνανται ἕνεκα ἀνεχείας νὰ πληρώσωσι τὰ χρέη των. Ἐτηλεγράφησα ἀμέσως εἰς Ζάκυνθον, ὅπως εὑρεθῇ ἰδιαίτερον οἴκημα, ὅπου νὰ ἐγκατασταθῶσι καὶ ἀπολαύωσι σχετικῆς τινος ἀνέσεως οἱ ἀτυχεῖς αὐτοὶ ἄνθρωποι, ἕως ὅτου ληφθῇ τὸ μέτρον, τὸ ὁποῖον ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐδήλωσεν, ὅτι θέλει λάβει γενικῶς ὑπὲρ πάντων τῶν ὀφειλετῶν τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης.
§167Α. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Ὑπουργὲ, τὴν ἐποχὴν αὐτὴν αἱ ἀποθῆκαι τῆς παρακρατήσεως εἶναι κεναί, διότι ἐπωλήθη ὁ σταφιδόκαρπος τῆς παρακρατήσεως. Δύνασθε ἑπομένως νὰ χρησιμοποιήσητε τὰς ἀποθήκας αὐτὰς διὰ φυλακὰς τῶν ὀφειλετῶν τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης.
§168ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Στυμφαλιάδης ἔχει τὸν λόγον.
§169Α. ΣΤΥΜΦΑΛΙΑΔΗΣ. Ἄλλοι ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου καὶ ἄλλοι ἀπὸ τῆς θέσεώς των, πολλοὶ τῶν κυρίων συναδέλφων ὡμίλησαν περὶ ἐκπαιδεύσεως ἀνωτέρας καὶ μέσης, καὶ ὄντως ἀνέπτυξαν μετὰ πολλῆς ἐμπειρίας πολλὰ συστήματα, τὰ ὁποῖα ἕκαστος ἐφρόνει, ὅτι ἔπρεπε νὰ ἀναπτύξῃ. Ἐγὼ ἀνῆλθον εἰς τὸ βῆμα τοῦτο, διὰ νὰ εἴπω ὀλίγα τινὰ, ἀλλὰ χαρακτηριστικὰ τῆς καταστάσεως τῆς κατωτάτης ἐκπαιδεύσεως. Ἐκ τύχης, Κύριοι, διερχόμενος ἔμπροσθεν τοῦ σχολείου τοῦ δημοτικοῦ τῆς πόλεως Κορίνθου, παρέστην πρὸ θεάματος, τὸ ὁποῖον ἴσως εἶναι λυπηρόν. Τὸ σχολεῖον τοῦτο εἶναι ἐντελῶς κατηρειπωμένον· οὐδὲ πατώματα ἔχει, οὐδὲ στέγην ἔχει, οὐδὲ παραθυρόφυλλα ἔχει, ἀλλ’ οὐδὲ ὑαλοπίνακας! Εἶναι ἑξατάξιον, ἔχει 5 διδασκάλους, καὶ 4 αἰθούσας, ἀλλ’ αἱθούσας μικράς, ἐντὸς τῶν ὁποίων εἶναι πνιγηροτάτη ἡ ἀτμόσφαιρα. Ἐνῷ τὸ σχολεῖον αὐτὸ εἶναι διῃρημένον εἰς 6 τάξεις, ἔχει, ὡς εἶπον, 5 διδασκάλους, καὶ μόνον 4 αἰθούσας, οἱ δὲ μαθηταὶ μένουσιν ἔξωθεν, εἰς τοὺς διαδρόμους καὶ εἰς τὸ προαύλιον, ἀναμένοντες πότε νὰ κενωθῶσι μία ἢ δύο αἴθουσαι, διὰ νὰ εἰσέλθωσιν αὐτοὶ εἰς ἐκείνην καὶ οἱ ἄλλοι εἰς τὴν ἄλλην!
§170Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Εἶναι ἰδιωτικὴ οἰκία;
§171Α. ΣΤΥΜΦΑΛΙΑΔΗΣ. Εἶναι δημοτική.
§172Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. ᾨκοδομήθη πρὸ πολλοῦ καιροῦ;
§173Α. ΣΤΥΜΦΑΛΙΑΔΗΣ. Πρὸ πολλοῦ. Πρόκειται π. χ. νὰ διδαχθῶσιν οἱ μαθηταὶ τῆς μιᾶς τάξεως, καὶ ἀναγγέλουσιν εἰς τὸν διδάσκαλον τῆς ἄλλης: «φύγε ἀπ’ αὐτοῦ, διότι μᾶς χρειάζονται οἱ πίνακες τοῦ σχετικοῦ μαθήματος»· ἐξέρχεται ἐκεῖνος, καὶ πηγαίνει ἐν τῷ μέσῳ τῆς διδασκαλίας εἰς ἄλλην αἴθουσαν, διὰ νὰ εἰσέλθῃ νὰ διδάξῃ ὁ διδάσκων τὴν ἰχνογραφίαν, ἢ ἄλλος ἄλλα μαθήματα. Κἄποτε, χάρις εἰς τὸν κλητῆρα τῆς δημοτικῆς ἀρχῆς, παραχωρεῖται καὶ ὡς πέμπτον δωμάτιον ἓν ἰσόγειον στενὸν τοῦ δημαρχιακοῦ καταστήματος, διὰ νὰ διδάσκηται ἡ πρώτη τάξις τοῦ σχολείου αὐτοῦ. Ἄλλοτε δὲ πάλιν, διὰ νὰ μὴ μένωσιν οἱ μαθηταὶ τελείως ἄνευ διδασκαλίας, συγκεντροῦνται εἰς μίαν καὶ τὴν αὐτὴν τάξιν 100 καὶ πλέον μαθηταί, διὰ νὰ διδαχθῶσι τὰ μαθήματα!
§174Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ὅλοι οἱ διδάσκαλοι μαζὺ διδάσκουσι;
§175Α. ΣΤΥΜΦΑΛΙΑΔΗΣ. Συγχωνεύεται ἡ διδασκαλία εἰς μίαν τάξιν, καὶ εἷς διδάσκαλος διδάσκει αὐτούς.
§176Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Οἱ ἄλλοι πέντε διδάσκαλοι; — διότι εἴπετε ὅτι εἶναι ἓξ διδάσκαλοι.
§177Α. ΣΤΥΜΦΑΛΙΑΔΗΣ. Ἕξ τάξεις, 5 διδάσκαλοι καὶ 4 αἴθουσαι, καὶ εἰς αὐτὰς γίνεται ἡ διδασκαλία εἰς τοὺς μαθητάς· κατὰ τίνα τρόπον, ἐνοήσατε.
§178Π. Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Καὶ ὁ ἐπιθεωρητὴς τί κάμνει;
§179Α. ΣΤΥΜΦΑΛΙΑΔΗΣ. Ὁ κ. ἐπιθεωρητὴς σηκώνει τοὺς ὤμους του.
§180Π. Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Αὐτὸς εἶναι ἁρμόδιος.
§181Α. ΣΤΥΜΦΑΛΙΑΔΗΣ. Ὅταν δὲ, ὅπως ἐγὼ ὁ ἴδιος εἶδον, ἦναι 100 μαθηταὶ εἰς τὴν αὐτὴν τάξιν, γίνεται μία χαύρα, ἥτις μοὶ ὑπενθυμίζει τὰ παλαιότερα ἐκεῖνα σχολεῖα, διδάσκοντα τὸ κλὲ, γρὲ, ὅτε ἐφώναζον ὅλοι μαζὺ μὲ μίαν φωνήν! Πολλάκις ἐπέρχονται διενέξεις μεταξὺ τῶν διδασκάλων, διότι ὁ εἷς δὲν θέλει τὸν ἄλλον εἰς τὴν τάξιν κατὰ τὴν παράδοσιν τοῦ μαθήματος, οὕτω δὲ περιμένουσιν οἱ μαθηταὶ εἰς τὸ προαύλιον, πετροβολοῦνται ἢ δέρονται, γελῶσιν ἢ κλαίουσι, τρέχουν εἰς τοὺς διδασκάλους, καὶ ἐννοεῖτε πλέον, ἂν δύνανται οἱ ἄλλοι μαθηταὶ νὰ προσέχωσιν εἰς τὸ μάθημά των, ἀφοῦ οἱ ἄλλοι χοροπηδοῦν πέριξ τοῦ σχολείου. Εἰς τὴν πρώτην τάξιν φοιτῶσιν 98 μαθηταί, ὅταν δὲ αὐτὰ τὰ τρυφερὰ πλάσματα εἰς στενὸν δωμάτιον ἐγκλείωνται διὰ νὰ ἐκπαιδευθῶσιν, ἐγκλείονται ἀπὸ σκοποῦ, ἵνα καταστραφῶσι τελείως καὶ παραδοθῶσιν αὔριον εἰς τὴν κοινωνίαν εἰς ἐλεεινὴν καὶ ἀθλίαν κατάστασιν, ὑπὸ ἔποψιν ὑγείας...
§182Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Ἀπὸ πότε χρονολογεῖται αὐτή ἡ κατάστασις, κύριε Στυμφαλιάδη;
§183Α. ΣΤΥΜΦΑΛΙΑΔΗΣ. Εἶναι παλαιαὶ ἁμαρτίαι καὶ ἐξακολουθοῦσιν! Αὐτὴ εἶναι ἡ κατάστασις, τὴν ὁποίαν ἐγὼ παρετήρησα σήμερον! Ἡ πληθώρα αὕτη τῶν μαθητῶν καὶ ἡ κατάστασις τοῦ σχολείου δύναται νὰ μᾶς δώσῃ νὰ ἐννοήσωμεν, ὅτι δὲν γίνεται πλέον διδασκαλία, ἀλλὰ συγκεντροῦνται τὰ τέκνα μας ἐκεῖ, μόνον διὰ ν’ ἀποκτήσωσιν ἀσθενείας, διὰ νὰ φθειριάσωσι, καὶ τίποτε ἄλλο, διότι ἡ συμπύκνωσις αὕτη ἡ μεγάλη δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχῃ ἄλλο ἀποτέλεσμα, παρὰ νὰ μεταδώσῃ νόσους μολυσματικὰς καὶ ἀκαθαρσίας εἰς τὰ παιδία, καὶ ἐνῷ οἱ γονεῖς στέλλουσι τὰ τέκνα αὑτῶν ὑγιᾶ εἰς τὸ σχολεῖον, ταῦτα ἐπιστρέφουσιν εἰς τὴν οἰκίαν των νοσοῦντα· ἐνῷ τρέφονται καλῶς, ἐνῷ ἐπιβλέπονται εἰς τὰς οἰκίας των καλῶς, καὶ ἐνῷ οἱ γονεῖς κατ’ οἶκον προσέχουσιν, ὅπως τὰ τέκνα αὑτῶν ὦσιν ἐν τάξει, ταῦτα πηγαίνοντα εἰς τὸ Σχολεῖον διδάσκονται τὴν ἀταξίαν καὶ ἀποκτῶσι νοσήματα καὶ παντὸς εἴδους ἀκαθαρσίας! Τοιαύτη εἶναι ἡ κατάστασις τοῦ σχολείου, Κύριοι, ἐνῷ διὰ μικρᾶς δαπάνης ἠδύναντο καὶ δύο αἴθουσαι νὰ προστεθῶσι, καὶ νὰ ὀλιγοστεύσῃ ὁ ἀριθμὸς τῶν μαθητῶν. Ἐν τῷ σχολείῳ τούτῳ, ὡς εἶπον, ὁ ἀριθμὸς τῶν μαθητῶν εἶναι ἀνώτερος τοῦ ὑπὸ τοῦ νόμου ὁριζομένου, καὶ ἐν τούτοις δὲν προέβη ἡ Κυβέρνησις ἐν καιρῷ εἰς τὴν σύστασιν καὶ ἄλλου Σχολείου. Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον ἡ παράβασις τοῦ νόμου γίγνεται καταφανής· δηλαδὴ νὰ συγκεντρῶνται 100 μαθηταὶ εἰς μίαν καὶ τὴν αὐτὴν αἴθουσαν καὶ νὰ διδάσκωνται. Πᾶσα δαπάνη διὰ τοιαύτην διδασκαλίαν δὲν εἶναι σκόπιμος, τοὐναντίον μάλιστα εἶναι ἐπιβλαβής. Προτιμότερον νὰ καταργηθῇ καὶ αὐτὸ τὸ ὑπάρχον σχολεῖον, παρὰ νὰ ὑπάρχῃ ὑπὸ τοιούτους ὅρους. Μὲ τὴν προσθήκην ἑνὸς μόνον διδασκάλου ἠδύνατο νὰ συστηθῇ καὶ δεύτερον σχολεῖον διτάξιον, καὶ οὕτω θὰ ἠλαττοῦτο ὁ ἀριθμὸς τῶν μαθητῶν τοῦ ὑπάρχοντος σχολείου, καὶ ἡ ἐκπαίδευσις θὰ ἐγίνετο λυσιτελεστέρα, καὶ θὰ ἐξεπληροῦτο ὁ σκοπὸς, διὰ τὸν ὁποῖον ἀποστέλλουσιν οἱ γονεῖς τὰ τέκνα αὑτῶν ἐκεῖ. Μὲ δαπάνην, κύριε Πρόεδρε, τριῶν ἢ τεσσάρων χιλιάδων δραχμῶν ἠδύνατο καὶ νὰ ἐπισκευασθῇ τὸ σχολεῖον καὶ ν’ αὐξηθῶσιν αἱ αἴθουσαι εἰς ἕξ. Μὲ τὴν προσθήκην δὲ 2,000 δραχμῶν ἠδύνατο νὰ λειτουργήσῃ καὶ ἕτερον διτάξιον σχολεῖον, καὶ οὕτω θὰ ἐπετυγχάνετο ἡ ἀραίωσις, διότι τοιαύτη πληθὺς μαθητῶν εἰς διδακτήριον, οἷον τὸ περιγραφὲν, μεταβάλλει τοὺς μαθητὰς εἰς ἀνθρωπομάζωμα, εἰκονίζον κἄτι τι ἄλλο, ὁμοιάζον πρὸς σκώληκας συμφυρομένους κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον. Αὐτὴ εἶναι ἡ κατάστασις τοῦ σχολείου αὐτοῦ, ἄνευ ὑπερβολῆς, τὴν ὁποίαν εἶδον ἰδίοις ὄμμασιν!
§184Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Αἱ σκέψεις ὑμῶν εἶναι ὀρθαί, εὐτυχῶς δὲ τοῦ νόμου αἱ διατάξεις παρέχουσι πᾶσαν εὐκολίαν, καὶ χρήματα δὲν ἐλλείπουσιν, ἵνα γένηται ὅ,τι πρέπει νὰ γείνῃ. Εἶναι παράλειψις τῶν ὀργάνων, τὰ ὁποῖα ὁ νόμος ἔταξεν ἐκεῖ. Ὁ Ὑπουργὸς τῆς Ἐκπαιδεύσεως, ὁ ὁποῖος θέλει μάθει ὅσα εἴπετε, διότι θέλω τῷ ἀνακοινώσει αὐτά, θέλει φροντίσει νὰ ἐκδώσῃ διαταγὰς, ὅπως ἀρθῇ τὸ ἄτοπον.
§185Α. ΣΤΥΜΦΑΛΙΑΔΗΣ. Εὐχαριστῶ, κύριε Πρόεδρε. Αὐτὰ εἶπον, διὰ νὰ καταγγείλω ὄντως τὴν ἀδράνειαν τῶν ἁρμοδίων διὰ τὴν κατάστασιν αὐτὴν, τῶν ἀρχῶν τοῦ τόπου ἐκεῖ. Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνον ὁ ἐπιθεωρητὴς ἁρμόδιος· καὶ οἱ διδάσκαλοι καὶ οἱ γονεῖς ἔχουσι καθῆκον νὰ ἐγείρωσι φωνὴν μέχρις οὐρανοῦ διὰ τὴν κατάστασιν αὐτὴν, τὴν ἀθλίαν. Καταθέτω ἔγγραφον ἐπερώτησιν πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, τὸν ὁποῖον παρακαλῶ νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ ὑποβάλῃ ἐν καιρῷ εἰς τὴν Βουλὴν καταστάσεις τινὰς, σχετικὰς πρὸς τὴν δύναμιν τῶν ἀστυνομιῶν τοῦ Κράτους, διότι θὰ χρησιμεύσωσι κατὰ τὴν προσεχῆ συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἀστυνομίας. Κατερχόμενος τοῦ βήματος παρακαλῶ τὸν κύριον Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ διατάξῃ νὰ μεταβῇ καὶ ὑγειονομικὸν πρόσωπον ἐξ Ἀθηνῶν, ἐκ τῶν μᾶλλον ἁρμοδίων, ἵνα ἐπιθεωρήσῃ πάντας τοὺς μαθητὰς τόσον τοῦ δημοτικοῦ ἐν Κορίνθῳ σχολείου, ὅσον καὶ τοῦ Ἑλληνικοῦ. Θέλετε δὲ μάθει ἐκ τῆς ἐκθέσεως αὐτοῦ, ὅτι ἡ κατάστασις τῆς ὑγείας τῶν μαθητῶν τοῦ τε δημοτικοῦ σχολείου καὶ τοῦ Ἑλληνικοῦ εἶναι ἀθλιεστάτη, ἐνῷ τὸ κλῖμα τῆς Κορίνθου εἶναι τὸ ὑγιέστερον κλῖμα τῆς Ἑλλάδος· τοῦ Γυμνασίου οἱ μαθηταὶ εἶναι τόσον ὑγιεῖς, ὥστε βλέπων τις αὐτοὺς νομίζει, ὅτι εὑρίσκεται πρὸ προσώπων ἀθλητικῶν, ὡς ἐκ τοῦ κλίματος καὶ τοῦ καταλλήλου διδακτηρίου, εἰς ὃ φοιτῶσι.
§186ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, σχετικῶς πρὸς ὅσα εἶπεν ὁ κ. ἐκ Κορινθίας συνάδελφος, βεβαίως ἐγὼ δὲν ἔχω νὰ προσθέσω τι. Ἡ οἰκτρὰ κατάστασις τῶν σχολείων, οἵαν τὴν περιέγραψεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, δὲν εἶναι μόνον ἐν Κορίνθῳ, ἀλλὰ καὶ ἀλλαχοῦ. Λαμβάνω ὅμως τὸν λόγον, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀφήσω νὰ παρέλθῃ ἀπαρατήρητος ἡ γνώμη τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ἡ ὁποία εἶναι παρὰ τὸν νόμον, τὸν ὁποῖον εἰσηγήσατο αὐτὸς ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Ἡ γνώμη τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως εἶναι παρὰ τὸν νόμον, διότι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως οὐδὲν δικαίωμα ἔχει ἐκ τοῦ νόμου ΒΤΜΘʹ περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως νὰ ἐπεμβῇ εἰς τὰ καθήκοντα τοῦ ἐπιθεωρητοῦ ἢ τοῦ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου.
§187Π. Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Σύστασιν θὰ κάμῃ.
§188ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Οὐδὲ σύστασιν ἔχει δικαίωμα ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως νὰ ποιήσηται πρὸς τὸν ἐπιθεωρητὴν τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως διότι ὁ ἐπιθεωρητὴς δικαιοῦται νὰ ἐπιστρέψῃ τὸ ἔγγραφον τοῦ Ὑπουργοῦ μὲ ἓν θαυμαστικόν, ἢ καὶ νὰ μὴ δώσῃ ἀπάντησιν.
§189Π. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἐπέστρεψε πρὸς σᾶς ἐπιθεωρητής τις ἔγγραφόν τι;
§190ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Καὶ τοῦτο εἶναι ἓν τῶν ἐλαττωμάτων τοῦ νόμου περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως. Ἐπιλαμβάνομαι δ’ ἐκ τούτου τῆς εὐκαιρίας, ἵνα παρακαλέσω τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ μελετήσῃ καὶ αὐτὸς τὰς ἐλλείψεις, τὰς ὁποίας ἔχει ὁ νόμος περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως. Ὅσα εἶπεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος εἶναι καθήκοντα τοῦ ἐπιθεωρητοῦ καὶ τοῦ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου, τὸ ὁποῖον δικαιοῦται νὰ λάβῃ ἀπόφασιν ἐπὶ τῶν θεμάτων τούτων, πάντοτε ὅμως τῇ εἰσηγήσει τοῦ ἐπιθεωρητοῦ. Ὁ δὲ ἐπιθεωρητὴς οὐδεμίαν ἔχει ὑποχρέωσιν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν παραστάσεις τῆς κεντρικῆς ὑπηρεσίας, ἡ ὁποία εἶναι ὅλως ξένη τῶν τῆς διοικήσεως τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, δυνάμει τοῦ νόμου, τὸν ὁποῖον ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς κατὰ τὸ 1895 εἰσηγήσατο εἰς τὴν Βουλήν.
§191Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐγὼ νομίζω ἐμαυτὸν εὐτυχῆ, διότι, ὅτε διετέλουν ἐν τῇ Κυβερνήσει, ἐπροτάθη τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο, καὶ διότι ἡ Βουλὴ ἐψήφισεν αὐτὸ, καὶ κατέστησε νόμον τοῦ Κράτους, ἀφοῦ τὸ ἐκύρωσεν ὁ Βασιλεύς. Ὁ νόμος ἐκεῖνος παρήγαγε τοιαῦτα ἀποτελέσματα, ὅσα οὐδ’ ἐγὼ προσεδόκων, ὅτι ἤθελον παραχθῆ, τόσον καλὰ καὶ τόσον ἄρτια, πρὸς ἐνίσχυσιν καὶ βελτίωσιν τῶν τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως. Οὐδὲ αὐτά, τὰ ὁποῖα εἶπεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κυθήρων, μοὶ φαίνονται ὀρθά, διότι, ὅταν ὁ Ὑπουργὸς μανθάνῃ, ὅτι δημοτικόν τι σχολεῖον κατηρειπώθη, ὅτι δὲν ἔχει παραθυρόφυλλα, ὅτι δὲν ἔχει θύρας, δὲν ἔχει δικαίωμα νὰ ἀνακοινώσῃ ταῦτα πάντα εἰς τὸν ἁρμόδιον ἐπιθεωρητὴν καὶ νὰ παρακαλέσῃ αὐτὸν νὰ ἐξετάσῃ, ἂν ταῦτα εἶναι ἀκριβῆ, ἵνα λάβῃ τὴν ὀφειλομένην πρόνοιαν; Ποῦ εὗρε τὴν ἑρμηνείαν ταύτην τοῦ νόμου, ἣν εἶπε πρὸ μικροῦ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κυθήρων;
§192ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Δὲν πρόκειται, κύριε Πρόεδρε, περὶ ἑρμηνείας, πρόκειται περὶ ῥητοῦ γράμματος τοῦ νόμου.
§193Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τὸ ῥητὸν γράμμα τοῦ νόμου ἀπαγορεύει τὴν αὐθαιρεσίαν τῶν Ὑπουργῶν, οἱ ὁποῖοι δὲν ἐκτελοῦσι τὰς προτάσεις τῶν Ἐποπτικῶν Συμβουλίων, δὲν ἐμποδίζει ὅμως τὸν ἁρμόδιον Ὑπουργὸν νὰ ποιήσηται ἀνακοινώσεις εἰς τὸν ἐπιθεωρητήν, ἀνακοινώσεις πληροφοριῶν, τὰς ὁποίας ἐν τῇ Βουλῇ ἀκούει ὑπὸ Βουλευτοῦ παρέχοντος αὐτάς.
§194ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, εἶναι πλήρης κατάργησις τοῦ νόμου περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως τὸ παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου λεχθὲν τὴν ἑσπέραν ταύτην. Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, ἐὰν ἐπεμβῇ εἰς τὰ ἰδιαίτερα καθήκοντα τοῦ ἐπιθεωρητοῦ, θὰ παραβῇ τὸν κείμενον νόμον. Εἶπον καὶ ἄλλοτε, ἐπαναλαμβάνω καὶ νῦν, ὅτι ὁ νόμος ἔχει τὰ προτερήματά του, ἀλλ’ ἔχει καὶ τὰ πολλὰ ἐλαττώματά του, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ διορθώσωμεν· ἓν δὲ τῶν ἐλαττωμάτων αὐτοῦ εἶναι καὶ τὸ θέμα, ὅπερ μᾶς ἀπασχολεῖ. Ἔχω πεποίθησιν, ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, εὐθὺς ὡς ἀναγνώσῃ τὰ σχετικὰ ἄρθρα τοῦ νόμου ͵ΒΤΜΘʹ, θέλει μεταμεληθῆ δι’ ὅσα εἶπεν. Ἀλλ’ ἵνα ἐξετάσωμεν ἐπισταμένως τὰ τῆς ἐκτελέσεως τοῦ νόμου τούτου, εἶναι ἀνάγκη νὰ προσαχθῶσιν ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα ἐζήτησα δι’ ἐγγράφου ἐπερωτήσεώς μου τὴν 10 Φεβρουαρίου, παρῆλθε δ’ ἔκτοτε ἱκανὸς χρόνος.
§195ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως ἀσθενεῖ πρὸ 10 ἡμερῶν.
§196ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Ἀλλ’ αἱ ἐργασίαι τῆς Βουλῆς δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ διακοπῶσιν ἕνεκα τούτου, οὐδὲ ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου νὰ μὴ λειτουργῇ.
§197Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Ἤθελον παρακαλέσει τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως νὰ προσκομίσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰς ἀποφάσεις, τὰς ὁποίας, ἀφ’ ὅτου ἀνέλαβε τὸ Ὑπουργεῖον, ἐξέδωκε, καὶ δι’ ὧν ἐξετέλεσεν ἀποφάσεις τῶν Ἐποπτικῶν Συμβουλίων, καὶ ἀπὸ πόσου χρόνου ὑφίσταντο ἐκκρεμεῖς ἐπὶ τῆς προηγουμένης Κυβερνήσεως. Ἐκ τούτων θὰ καταδειχθῇ, ὅτι ὁ νῦν Ὑπουργὸς τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως μόλις ἀνέλαβε τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Παιδείας ἐξετέλεσε τὰς ἀποφάσεις τῶν Ἐποπτικῶν Συμβουλίων, ἃς ἡ προηγουμένη Κυβέρνησις εἶχε ῥίψει εἰς τὸ χρονοντούλαπον. Ὡς ἐκ τῆς ἰδιότητός μου, μεριμνῶν περὶ τῆς παιδείας τοῦ τόπου, καὶ μελετῶν τοὺς νόμους, δὲν ἐννοῶ, πῶς ὁ Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ διορθώσῃ τὰ κακῶς κείμενα, περὶ ὧν ὡμίλησεν ὁ κ. Στυμφαλιάδης. Ἐγὼ φρονῶ, ὅτι ἔχει τὸ δικαίωμα, λαμβάνων γνῶσιν τῆς καταστάσεως, νὰ προκαλέσῃ διὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ διὰ τῶν νομαρχῶν τὰ Δημοτικὰ Συμβούλια νὰ φέρωσι διόρθωσιν. Τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον δύναται νὰ συστήσῃ καὶ δεύτερον σχολεῖον. Ὑπὸ τοῦ νόμου ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως δὲν δεσμεύεται.
§198ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ βουλευτὴς Ἐπιδαύρου Λιμηρᾶς κ. Μιχ. Στελλάκης κατέθηκε τὰς ἑξῆς ἐπερωτήσεις:
§199ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει). «Παρακαλῶ τὸν κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸν, ὅπως εὐαρεστούμενος γνωρίσῃ εἰς τὴν Βουλὴν, τί τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν ἐνήργησε διὰ τὸν γεωμέτρην κ. Γ. Καλούλην, ὑπηρετήσαντα κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος ἐν Ἐπιδαύρῳ Λιμηρᾷ. Ὁ γεωμέτρης οὗτος, ἐνταλθεὶς ὅπως καταμετρήσῃ καὶ ἐξακριβώσῃ τὴν ἐπικαρπίαν ἀδηλώτων ἐθνικῶν γαιῶν εἰς τοὺς δήμους Βοιῶν καὶ Ἕλους, συνέταξε πλῆθος πρωτοκόλλων εἰς ἀμφοτέρους τοὺς δήμους διὰ δῆθεν ἐπικαρπίαν ἐθνικῶν γαιῶν παρὰ μὴ κατόχων καὶ μὴ δηλωσάντων, χωρὶς κἄν διὰ τὰ πλεῖστα τούτων νὰ μεταβῇ ἐπὶ τόπου καὶ χωρὶς νὰ ἐξακριβώσῃ πάντα ταῦτα συμφώνως τῷ νόμῳ. Καταστάσεις ὅμως διὰ τὴν δῆθεν ἐργασίαν του ταύτην ὑπέβαλε πλουσιωτάτας, καὶ ἴσως καὶ τὰς ἐπληρώθη ἀπὸ τὸ δημόσιον ταμεῖον, ἐνῷ τὰ εἰσπραχθησόμενα οὔτε τὸ πολλοστημόριον τῶν εἰς αὐτὸν πληρωθέντων θὰ καλύψωσιν. Οἱ κάτοικοι τοῦ δήμου Ἕλους ὑπέβαλον κατ’ Αὔγουστον καὶ Σεπτέμβριον εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν ἀνακοπὰς κατὰ τῶν ἀδίκων τούτων πρωτοκόλλων, τῶν καὶ πλαστῶν, ὅπως διὰ τῶν ἀνακοπῶν καταγγέλλωνται· ἐπίσης δὲ εἰς τὰ αὐτὰ θὰ ὑποβληθῶσι καὶ τὰ ἴδια θὰ καταγγείλωσι διὰ τῶν ἀνακοπῶν των καὶ οἱ κάτοικοι τοῦ δήμου Βοιῶν, ὅταν κοινοποιηθῶσιν εἰς τούτους τὰ δι’ αὐτοὺς πρωτόκολλα. Ὅθεν παρακαλῶ, ὅπως, εἰ δυνατὸν, ληφθῇ πρόνοιά τις περὶ τῶν ἀδικιῶν τούτων, ἀβασανίστως καὶ παρανόμως διαπραχθεισῶν, καὶ μόνον ὅπως δικαιολογηθῇ ὑποβολὴ καταστάσεων.»
§200ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Στεφάνου ἔχει τὸν λόγον.
§201ΔΙΟΝ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Ἐν ὀνόματι τῆς ἐπιτροπῆς, ἥτις διωρίσθη πρὸς μελέτην τοῦ σταφιδικοῦ ζητήματος, λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω τὸ σχετικὸν σχέδιον νόμου, συνοδευόμενον καὶ ὑπὸ μακρᾶς αἰτιολογικῆς ἐκθέσεως. Συγχρόνως καταθέτω καὶ τὰ ὑπομνήματα, τὰ ὁποῖα ἐν τῷ μεταξὺ, ἐργαζομένης τῆς ἐπιτροπῆς, ὑπεβλήθησαν παρὰ διαφόρων Συλλόγων καὶ ἰδιωτῶν, ἵνα ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν κατὰ τὰς ἐργασίας τῆς ἐπιτροπῆς.
§202ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ τυπωθῶσι.
§203ΔΙΟΝ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Νομίζω, ὅτι ἡ τύπωσις τῶν ὑπομνημάτων δὲν θὰ συντελέσῃ πρὸς φωτισμὸν τῆς Βουλῆς. Ἀλλ’ ἄν τις θέλῃ, δύναται νὰ λάβῃ γνῶσιν αὐτῶν ἐκ τοῦ γραφείου. Ἄλλως δὲ, εἶναι πολλὰ καὶ τηλεγραφήματα καὶ χειρόγραφα καὶ ἔντυπα. Ὡς ἐνθυμεῖσθε, κύριοι Βουλευταὶ, ὅτε ἐζητήθη ἡ σύστασις τῆς ἐπιτροπῆς, ἐγὼ ἐξέφερα ἀλλοίαν γνώμην ἐκείνης, ἣν εἶχον συνάδελφοί τινες, ὑποστηρίζοντες τὴν σύστασιν ἐπιτροπῆς ἐκ Βουλευτῶν. Ἐφρόνουν καὶ φρονῶ, καὶ τὰ πράγματα ἔτι μᾶλλον ἐνίσχυσαν τὴν πεποίθησίν μου, ὅτι ἐπὶ τοσοῦτον σπουδαίων ζητημάτων γενικωτέρου ἐνδιαφέροντος ὁ μόνος ἁρμόδιος νὰ λάβῃ τὴν πρωτοβουλίαν καὶ εἰσαγάγῃ πρότασιν εἰς τὴν Βουλὴν εἶναι ἡ Κυβέρνησις. Κατὰ τὴν ἑσπέραν δὲ ταύτην ἡ ἐπερώτησις τοῦ ἐκ Πατρῶν κυρίου συναδέλφου καὶ ἡ ἀπάντησις τοῦ κυρίου ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργοῦ ἐπεκύρωσε τὴν γνώμην μου. Οὐχ ἧττον, ἐπειδὴ ἡ ἐπιτροπὴ συνέστη καὶ ἐπετέλεσε τὸ ἀνατεθὲν αὐτῇ ὑπὸ τῆς Βουλῆς ἔργον, ἔρχομαι νὰ καταθέσω τὰ πορίσματα τῶν μελετῶν της. Ἡ ἐπιτροπή, ὡς ἐνθυμεῖσθε, ἐσχηματίσθη εἰκοσαμελής, προσετέθη δὲ κατόπιν καὶ ἕτερον μέλος, ὁ κ. Ἀνδρέας Στεφανόπουλος· ἀλλ’ ἐκ τῶν ἐκλεχθέντων μόνον 12 προσῆλθον διαρκῶς εἰς τὰς συνεδριάσεις, ἄλλα δέ τινα μέλη ἐκ διαλειμμάτων προσήρχοντο, καὶ ἄλλα ἅπαξ μόνον προσῆλθον. Αἱ ὑπογραφαὶ τῶν λαβόντων μέρος κατὰ τὰς συζητήσεις τῆς ἐπιτροπῆς εὑρίσκονται ἐν τέλει τῆς αἰτιολογικῆς ἐκθέσεως· λείπει μόνον ἡ ὑπογραφὴ τοῦ κυρίου Μόσχουλα, ὅστις, ἀσθενὴς ὤν, δὲν ἠδυνήθη νὰ ὑπογράψῃ τὴν ἔκθεσιν, διαρκῶς ὅμως ἦτο παρὼν κατὰ τὰς συνεδριάσεις τῆς ἐπιτροπῆς. Ἐπίσης καὶ ὁ κ. Ἰωάννης Νικολαΐδης, καίπερ μετασχὼν διαρκῶς τῶν ἐργασιῶν τῆς ἐπιτροπῆς, ἀπουσιάζων νῦν, δὲν ὑπέγραψε τὴν ἔκθεσιν. Ἡ ἐπιτροπή, ὡς εἰκός, ἐπελήφθη ὅλων τῶν ζητημάτων, ἅτινα προβάλλονται κατὰ τὴν ἐξέτασιν τοῦ σταφιδικοῦ λεγομένου ζητήματος, καὶ ἐν τῇ ἐκθέσει της ἀναφέρονται τὰ θέματα, ἐφ’ ὧν ἐπεστήθη ἡ προσοχὴ αὐτῆς· οὐχ ἧττον φρονῶ, ὅτι ὀφείλω καὶ προφορικῶς νὰ ἐκθέσω ταῦτα, ἵνα καὶ οἱ συνάδελφοι ἐκ τῶν σταφιδοφόρων ἐπαρχιῶν, οἱ μὴ λαβόντες μέρος εἰς τὴν ἐπιτροπήν, πληροφορηθῶσιν ἐκ τῆς προφορικῆς ἀναπτύξεως, ὡσαύτως δὲ καὶ οἱ ἄλλοι συνάδελφοι, οἱ μὴ διαφερόμενοι ἀμέσως, ἀλλ’ ἐμμέσως, εἰς ζήτημα σχετιζόμενον μὲ τὰ οἰκονομικὰ τῆς χώρας. Τὰ κύρια θέματα, τῆς ἐξετάσεως τῶν ὁποίων ἐπελήφθη ἡ ἐπιτροπή, ἀνάγονται εἰς γενικὰ καὶ εἰδικά, ἀφορῶντα τὴν ὀργάνωσιν τῆς διευθύνσεως τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης καὶ τὴν συγκρότησιν τῆς Συνελεύσεως τῶν μετόχων. Πρῶτον ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἐπροτάθη, εἶναι τὸ τῆς παρακρατήσεως, ὅπερ καὶ χθὲς ἔτι συνεζητήθη, ὡς πρὸς τὸ χρήσιμον αὐτοῦ ἢ μή. Ὡς πρὸς τὴν παρακράτησιν, ἐν τῇ ἐπιτροπῇ ὑπῆρξε μικρά τις μειονοψηφία, ὑποστηρίζουσα τὴν κατάργησιν αὐτῆς, ἀλλ’ ἡ πλειονοψηφία ἡ μεγάλη ἦτο ὑπὲρ τῆς παρακρατήσεως, καὶ διότι αὕτη σχετίζεται πρὸς τὴν ὕπαρξιν τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης, καὶ διότι θεωρεῖται, καὶ μετὰ τὰ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα ἔδωκεν, ὅτι δύναται νὰ ᾖναι ὠφέλιμος πρὸς ἀποσόβησιν τῆς ἐκπτώσεως τῶν τιμῶν. Ἐτέθη δὲ συνάμα τὸ ζήτημα καὶ τοῦ ποσοστοῦ τῆς παρακρατήσεως. Ἀνεπτύχθη ἡ ἰδέα παρὰ τοῖς σταφιδικοῖς πληθυσμοῖς, στηριζομένη ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ συστήματος τῆς ἐμπειρικῆς θεραπείας, ὅτι, ἐφ’ ὅσον ἐλαττοῦται τὸ ποσὸν τῆς εἰς κατανάλωσιν ἐν ταῖς ἀγοραῖς τῆς Εὐρώπης ἐξαγομένης σταφίδος, αἱ τιμαὶ αὐτῆς θὰ ὑψῶνται, καὶ ὅτι ἀπεδείχθη, ὅτι ὁ τῆς παρακρατήσεως ἀνώτατος ὅρος, ὁ ὑπὸ τοῦ κειμένου νόμου ἐπιτρεπόμενος, τοῦ 20%, προκειμένου περὶ παραγωγῆς ἀφθόνου, οἷα ὑπῆρξεν ἡ τοῦ παρελθόντος ἔτους, ἐλάχιστα ἐπιδρᾷ ἐπὶ τῶν τιμῶν. Τοὐναντίον εἴδομεν, ὅτι ἡ φυσικὴ παρακράτησις τοῦ περονοσπόρου ἐπέφερεν ὕψωσιν τιμῶν καταπληκτικήν. Ἐντεῦθεν ἐγεννήθη ἡ ἰδέα, ὅτι τὸ ποσοστὸν τῆς παρακρατήσεως πρέπει νὰ ἀφεθῇ ἀπεριόριστον. Καὶ ἐπειδὴ τὰ ζητήματα ἐν τῇ ἐπιτροπῇ κατ’ ἀνάγκην ἐλύοντο διὰ τῆς γνώμης τῶν πλειόνων, ἡ πλειονοψηφία τῆς ἐπιτροπῆς παρεδέχθη τὸ ἀπεριόριστον τῆς παρακρατήσεως. Δὲν ἐξετάζω, οὔτε φρονῶ ὅτι πρέπει νὰ ἐξετασθῇ σήμερον, κατὰ τὴν εἰσήγησιν τοῦ νομοσχεδίου, ἂν τὸ ἀπεριόριστον τοῦ ποσοστοῦ τοῦ παρακρατήματος πρέπει νὰ ψηφισθῇ ἢ μὴ ἕνεκα ἄλλων λόγων. Τὸ νομοσχέδιον ἐνδιατρίβει καὶ περὶ ἄλλο θέμα, τὴν διάθεσιν τουτέστι τοῦ ποσοῦ τῆς παρακρατήσεως. Μέχρι τοῦδε τὸ ποσὸν τὸ ἐν ταῖς ἀποθήκαις τῆς παρακρατήσεως ἀποτεθειμένον ἠδύνατο νὰ χρησιμεύσῃ πρὸς οἰνοπνευματοποιίαν, ἀλλὰ καὶ πρὸς ἄλλους βιομηχανικοὺς σκοπούς, ἂν τὴν χρῆσιν ταύτην ἀπεφάσιζε τὸ Συμβούλιον, ἐνέκρινε δὲ ἡ Κυβέρνησις, καὶ διὰ τοῦτο ἀπὸ δύο ἐτῶν ἀνεπτύχθη ἡ βιομηχανία τοῦ μιστελίου, ἥτις ὁσημέραι ἀναπτύσσεται καὶ κινδυνεύει νὰ λάβῃ διαστάσεις μεγάλας, διότι τὸ μιστέλιον δύναται νὰ χρησιμεύσῃ πρὸς παντοίας ἄλλας μετασκευὰς καὶ μεταποιήσεις. Τοῦτο, φαίνεται, ἔφερεν εἰς σκέψεις τοὺς σταφιδικοὺς πληθυσμούς, φοβηθέντας μήτοι ἡ μεταποίησις αὕτη τοῦ παρακρατήματος διὰ τοῦ μιστελίου, εἴτε μένοντος ἐν τῷ ἐσωτερικῷ πρὸς ἄλλους βιομηχανικοὺς σκοποὺς, καὶ ἰδίως πρὸς οἰνοποιίαν, εἴτε ἐξαγομένου εἰς τὸ ἐξωτερικὸν, ὅπου, ἐπὶ τοῦ παρόντος, δὲν βαρύνεται διὰ δασμοῦ εἰσαγωγῆς μεγάλου, δύναται νὰ συναγωνισθῇ πρὸς τὴν σταφίδα τὴν ἀποστελλομένην εἰς τὸ ἐξωτερικὸν καὶ χρησιμεύουσαν οὐχὶ ἀποκλειστικῶς πρὸς βρῶσιν, ἀλλὰ πρὸς κατασκευὴν ἄλλων βιομηχανικῶν προϊόντων. Διότι εἶναι γνωστόν, ὅτι ἀφ’ ἧς ἡ παραγωγὴ τῆς σταφίδος ηὔξησε καὶ ἔγεινεν ἀφθονωτάτη, δὲν δύναται νὰ καταναλωθῇ—ὅπως καὶ πρὸ τῆς παρακρατήσεως ἀκόμη δὲν ἠδύνατο νὰ καταναλωθῇ — μόνον πρὸς βρῶσιν, ἀλλὰ καὶ τότε ἐχρησίμευεν, ὅπως καὶ νῦν χρησιμεύει, πρὸς μετασκευὴν βιομηχανικήν· ἐφοβήθησαν λοιπὸν ὅτι ἡ ἀφθονία αὕτη τοῦ μιστελίου δύναται νὰ ἔλθῃ εἰς συναγωνισμὸν πρὸς τὴν ἐν ταῖς ἀγοραῖς τῆς καταναλώσεως ξένην βιομηχανίαν, τὴν διὰ τῆς σταφίδος κατασκευάζουσαν ἄλλα βιομηχανικὰ προϊόντα, ὡς γίνεται ἰδίως ἐν Γερμανίᾳ, διὰ τοῦτο καὶ αἱ γνῶμαι σχεδὸν πάντων τῶν μελῶν τῆς ἐπιτροπῆς ἀπέληξαν εἰς τὸ ὅτι πρέπει νὰ ἀπαγορευθῇ πᾶσα ἄλλη βιομηχανικὴ χρῆσις, πλὴν τῆς μεταποιήσεως τοῦ παρακρατήματος εἰς οἰνόπνευμα ἢ εἰς ἀπόσταγμα καθαρὸν οἴνου, τὸ Eau de vie de vin· καὶ τὴν γνώμην ταύτην διετύπωσε τὸ νομοσχέδιον ἐν εἰδικῇ διατάξει. Ἕτερον γενικὸν ζήτημα, προταθὲν εἰς τὴν ἐπιτροπὴν, ὑπῆρξε τὸ τῆς χρησιμοποιήσεως τῶν Γενικῶν Ἀποθηκῶν. Καθὼς γνωρίζετε, ὁ νόμος τοῦ 1896 ἐπέτρεψε τὴν σύστασιν Γενικῶν Ἀποθηκῶν καὶ ἀκριβῶς ἀφορμὴν εἰς τὸν νόμον ἐκεῖνον ἔδωκεν ἡ κρίσις ἡ σταφιδική, διότι αἱ Γενικαὶ Ἀποθῆκαι, ὡς γνωρίζετε, ἐν ἡμέραις κρίσεως γεωργικῶν προϊόντων χρησιμεύουσιν εἰς ἀνακούφισιν τῶν πιεζομένων πληθυσμῶν. Καὶ ἐδόθη μὲν εἰς τὴν Σταφιδικὴν Τράπεζαν διὰ τοῦ νόμου τῆς συστάσεως αὐτῆς τὸ δικαίωμα τοῦ νὰ συστήσῃ Γενικὰς Ἀποθήκας, ἀπηγορεύθη ὅμως εἰς αὐτὴν ἡ οἰκοδομὴ δι’ ἰδίων δαπανῶν ἀποθηκῶν, δὲν ἐπετράπη δὲ εἰς αὐτὴν νὰ δανείζῃ ἐπὶ ἐνεχύρῳ τῶν ἐνεχυρογράφων τῶν ἀποθηκῶν αὐτῆς, οὐδὲ νὰ διαπραγματεύηται τὰ ἐνεχυρόγραφά της. Ἡ πλειονοψηφία τῆς ἐπιτροπῆς ἔκρινεν, ὅτι ἠδύνατο νὰ ἐπιτραπῇ εἰς τὴν Σταφιδικὴν Τράπεζαν νὰ συστήσῃ Γενικὰς Ἀποθήκας, ὅπως καὶ ὁ νόμος ὁ ὑφιστάμενος τῆς ἐπιτρέπει, ἀλλὰ καὶ νὰ δανείζῃ ἐπὶ τῶν ἰδίων ἐνεχυρογράφων, χωρὶς ὅμως νὰ δύναται καὶ νὰ διαπραγματευθῇ αὐτά. Καὶ ἐδῶ εὐθὺς προέκυψε τὸ ζήτημα, πόθεν θὰ πορισθῇ ἡ Σταφιδικὴ Τράπεζα τὰ χρήματα, διὰ νὰ δανείζῃ ἐπὶ ἐνεχυρογράφων, διότι ἄλλως ἡ διάταξις δὲν ἔχει πρακτικὰ ἀποτελέσματα. Ἀνεπτύχθη ἐν τῇ ἐπιτροπῇ σχέδιον συνομολογήσεως δανείου ὑπὸ τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης, ἐκτὸς τοῦ δανείου ἐκείνου, τὸ ὁποῖον ὁ νόμος ὁ κείμενος τῇ ἐπιτρέπει, δανείου σπουδαίου μέχρις 25 ἑκατομμυρίων, ἀλλ’ ἐπὶ ὡρισμένῃ ὑπεγγυότητι προσόδου. Τὸ σχέδιον τοῦτο δὲν περιελήφθη ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, διότι τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον ἠκολούθησεν ἡ ἐπιτροπὴ ἐν τῷ καταρτισμῷ τοῦ νομοσχεδίου, συνίσταται εἰς τὸ ὅτι μετερρύθμισεν ἄρθρα τοῦ κειμένου νόμου, χωρὶς νὰ μεταβάλῃ καὶ τὴν τάξιν αὐτῶν ἐν τῇ σειρᾷ τῶν ἄρθρων τοῦ νόμου, ἀλλὰ συμπληροῦσα καὶ μεταρρυθμίζουσα αὐτὰ, κατὰ τὴν βάσιν, τὴν ὁποίαν παρεδέχθη. Διὰ τοῦτο τὸ νομοσχέδιον παρακολουθεῖ τὴν σειρὰν τῶν ἄρθρων τοῦ νόμου τοῦ κειμένου, καὶ μεταβάλλει μόνον τὰ ἄρθρα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα σχετίζονται πρὸς τὰς ἀποφάσεις καὶ μεταρρυθμίσεις τὰς γενομένας δεκτὰς ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς. Τὸ σχέδιον λοιπὸν τοῦτο τῆς συνομολογήσεως δανείου δρ. 25 ἑκατομμυρίων δὲν ἠδύνατο νὰ περιληφθῇ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ τῷ σήμερον κατατιθεμένῳ. Ἐπεφυλάχθη δὲ ἡ ἐπιτροπὴ νὰ ἐπεξεργασθῇ τὸ θέμα τοῦτο ἐν ἰδιαιτέρῳ νομοσχεδίῳ, τὸ ὁποῖον θέλει ὑποβάλει κατόπιν εἰς τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς, ὡς συντελεστικὸν διὰ τὴν ὑποστήριξιν καὶ τὴν ἀνάπτυξιν τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης. Ἐθεωρήθη πρὸς τούτοις ἀναγκαῖον νὰ κανονισθῶσιν ἐπὶ τὸ ἀκριβέστερον καὶ τὰ τῆς καταδιώξεως τῶν ὀφειλετῶν καὶ τὰ τῆς διαδικασίας καὶ τὰ τῆς ἀποκτήσεως τοῦ προνομίου τῶν πρὸς γεωργοὺς δανείων, καὶ διὰ τοῦτο τὰ σχετικὰ τοῦ κειμένου νόμου ἄρθρα μετεβλήθησαν ἐπὶ τὸ πληρέστερον. Λαμβάνω ὅμως ἀφορμὴν, ἐν σχέσει πρὸς τὴν διαδικασίαν τῆς καταδιώξεως, νὰ γνωρίσω εἰς τὴν Βουλὴν, συνεπείᾳ τῆς ἐπερωτήσεως τῆς γενομένης παρὰ τοῦ συναδέλφου καὶ συμπολίτου μου κ. Μελισσηνοῦ, ὅτι, ἀφ’ ἧς ἡ Σταφιδικὴ Τράπεζα ἐσυστήθη, ὡς πρὸς τὴν καταδίωξιν τῶν ὀφειλετῶν αὐτῆς ἐφηρμόσθησαν αἱ διατάξεις τοῦ περὶ εἰσπράξεως τῶν δημοσίων ἐσόδων νόμου· εἶναι δὲ γνωστόν, πῶς ἡ διαδικασία αὕτη γίνεται· εἶναι γνωστόν, ὅτι δημόσιοι οἱ ταμίαι ἐνεργοῦσι τὴν καταδίωξιν ἐπὶ τῇ βάσει καταλόγων, συντασσομένων εἴτε ὑπὸ τῶν ἐφόρων εἴτε ὑπὸ ἐπιτροπῆς, ἀναλόγως τῶν διαφόρων φόρων, τοὺς ὁποίους εἰσπράττουσιν· εὐθὺς δ’ ὡς ὁ κατάλογος ἀποσταλῇ εἰς τὸν ταμίαν καὶ ἀρχίσῃ ἡ καταδίωξις, ὑπάρχει ῥητὴ διάταξις ἐν τῷ νόμῳ τοῦ 1884, κατὰ τὴν ὁποίαν, οὔτε ὁ ταμίας, οὔτε ὁ Ὑπουργὸς, οὔτε ἄλλος τις δημόσιος ὑπάλληλος δύναται νὰ διατάξῃ τὴν ἀναστολὴν τῆς καταδιώξεως· ἑπομένως, ἢ πρέπει, ὡς πρὸς τὴν Σταφιδικὴν Τράπεζαν, αἱ διατάξεις αὗται νὰ μεταρρυθμισθῶσιν, ἢ, ἐφ’ ὅσον αἱ διατάξεις αὗται ἰσχύουσι, καὶ ἴσως πρέπει νὰ ἰσχύωσι, διότι ἄλλως πως οὐδὲν θὰ εἰσπραχθῇ, ἐφ’ ὅσον, λέγω, αἱ διατάξεις αὗται ἰσχύουσιν, εἶναι περιττὸν νὰ βαυκαλιζώμεθα μὲ τὴν ἰδέαν καὶ τὴν ἐλπίδα, ὅτι δύναται ἡ Κυβέρνησις νὰ ἀναστείλῃ καταδίωξιν ἤδη ἀρξαμένην ὑπὸ τοῦ ταμίου, διότι δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα τοῦτο. Καὶ σύστασιν ἀκόμη ἐὰν κάμῃ πρὸς τὸν ταμίαν καὶ πρὸς τὸ Συμβούλιον τῆς Τραπέζης, εἶναι σύστασις πρὸς τὸ θεαθῆναι, διότι δὲν δύναται νὰ ἐπέλθῃ ἀναστολή. Δύναται ὅμως ἡ Τράπεζα νὰ ἀποφασίσῃ νὰ μὴ προβῇ εἰς καταδίωξιν, καὶ τότε τὸ ἐννοῶ, δύναται τουτέστι νὰ ἀναβάλῃ τὴν καταδίωξιν, ὅπως ἐγένετο καὶ κατὰ τὸ παρελθόν. Ἀλλ’ ἅμα ὡς ἡ καταδίωξις διαταχθῇ καὶ ὁ κατάλογος τῶν ὀφειλετῶν σταλῇ πρὸς τὸν ταμίαν, δὲν ὑπάρχει δύναμις ἐν τῷ Κράτει, ἡ ὁποία νὰ δύναται νὰ ἀναστείλῃ τὴν καταδίωξιν. Τοῦτο εἶναι ἡ καθαρὰ ἀλήθεια. Τὴν ἐπιτροπὴν ἐπὶ πολὺ ἀπησχόλησεν ἡ ἰδέα, ἡ πανταχόθεν ἐκφρασθεῖσα, περὶ ἀναδιοργανώσεως τοῦ Συμβουλίου τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης. Διότι ὁ κόσμος ἐν γένει πιστεύει, ὅτι ἡ ὑφισταμένη ὀργάνωσις τοῦ Συμβουλίου τῆς Τραπέζης δὲν ἔχει καλῶς, καὶ ὅτι ἐκεῖθεν πλέον προέρχονται ὅλα τὰ ἁμαρτήματα τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης. Αἱ πλημμέλειαι, τὰς ὁποίας ὁ κόσμος ἀποδίδει εἰς τὸν νόμον τὸν ὑφιστάμενον, ἀφορῶσι πρῶτον τὸν διορισμὸν τοῦ Διευθυντοῦ. Ὁ Διευθυντὴς τῆς Τραπέζης, ὡς ἔχει σήμερον ὁ ὑφιστάμενος νόμος, εἶναι ὑπάλληλος τοῦ Συμβουλίου, ὑποκείμενος εἰς τὰ νεύματα αὐτοῦ, μὴ ἔχων γνώμην ἐν τῇ διευθύνσει τῆς Τραπέζης, καίτοι φέρει τὸ ὄνομα τοῦ Διευθυντοῦ, καὶ τοῦτο τὸ ἀπέδειξεν ἡ μέχρι τοῦδε πεῖρα καὶ ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ νόμου. Διότι μέχρι τοῦδε εἴδομεν δύο Διευθυντὰς ἐλθόντας καὶ παρελθόντας, καὶ σήμερον ἡ Σταφιδικὴ Τράπεζα εὑρίσκεται ἄνευ Διευθυντοῦ, διότι καὶ ἐγὼ φρονῶ, ὅτι ὑπὸ τὰς κειμένας διατάξεις δύσκολον εἶναι νὰ εὑρεθῇ πρόσωπον κατάλληλον, ὑποβαλλόμενον ὑπὸ τὴν κηδεμονίαν, τὴν ὀχληρὰν καὶ τὴν φορτικήν, τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου· τοσούτῳ μᾶλλον, καθόσον τὸ Διοικητικὸν Συμβούλιον, ὅπως ἐκλέγεται σήμερον, ἴσως δὲν ἀποτελεῖ παράγοντα, ὁποῖον δύναταί τις νὰ εὐχηθῇ, προκειμένου περὶ Τραπέζης τοιούτου ἐνδιαφέροντος. Ἐνόμισε λοιπὸν ἡ ἐπιτροπή, ὅτι, ἐὰν καθίστα ἀμεσωτέραν τὴν ἐπίδρασιν τῆς Κυβερνήσεως κατὰ τὸν καταρτισμὸν τοῦ Συμβουλίου, ἐὰν τὸ ἵδρυμα τοῦτο τῆς Τραπέζης ἐτέλει ὑπὸ τὴν ἀμεσωτέραν κηδεμονίαν τῆς Κυβερνήσεως, θὰ ἠδύνατο νὰ ὀρθοποδήσῃ· δὲν ἐθεώρησε δὲ, ὅτι ἡ ἐπέμβασις τῆς Κυβερνήσεως ἠδύνατο νὰ ἀντίκηται πρὸς τὰς ἀρχὰς τὰς διεπούσας τὰς ἰδιωτικὰς ἑταιρείας, διότι ἡ Τράπεζα ἡ Σταφιδικὴ εἶναί τι ἰδιόρρυθμον καὶ ἀποτελεῖ ἐν τῇ οὐσίᾳ αὐτῆς κλάδον τῆς δημοσίας ὑπηρεσίας καὶ οἰκονομίας· διότι μὴ λησμονῶμεν, ὅτι ἡ Τράπεζα ἦλθεν, ἵνα ἀνακουφίσῃ διὰ τῆς συστάσεως αὐτῆς καὶ τῆς παροχῆς δανείων, ἐκ κεφαλαίου διὰ φορολογίας δημιουργηθέντος, πληθυσμοὺς πενομένους. Ἀνεπλήρωσε κατὰ τοῦτο τὴν Κυβέρνησιν, ἡ ὁποία μεταξὺ τῶν προορισμῶν αὐτῆς καὶ τῆς ἀποστολῆς της ἔχει καὶ αὐτὴν ἀκόμη τὴν μέριμναν καὶ τὸ καθῆκον, νὰ ἀνακουφίζῃ κατὰ τὰς κρισίμους περιστάσεις τοὺς πληθυσμοὺς τῶν πασχουσῶν ἐπαρχιῶν τοῦ Κράτους. Διὰ τοῦτο ἡ ἐπιτροπὴ ἐνόμισεν, ὅτι ὁ σκοπὸς οὗτος ἠδύνατο νὰ ἐπιτευχθῇ πρῶτον διὰ τοῦ διορισμοῦ τοῦ Διευθυντοῦ ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, τῇ προτάσει τοῦ Συμβουλίου, δεύτερον διὰ τοῦ διορισμοῦ δύο ἐκ τῶν συμβούλων, μεταξὺ τῶν ἑπτὰ, ἀπ’ εὐθείας ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, πάντοτε ὅμως μεταξὺ τῶν μετόχων τῆς Τραπέζης, καὶ τρίτον διὰ τῆς ἐγκαταστάσεως μονίμου Ἐπιτρόπου τοῦ Κράτους, ἔχοντος τοῦτο καὶ μόνον ἀποκλειστικῶς τὸ καθῆκον, νὰ ἐπιβλέπῃ τὴν Διοίκησιν τῆς Τραπέζης καὶ νὰ συμμετέχῃ ἄνευ ψήφου τῶν πράξεων τοῦ Συμβουλίου. Ἡ ἐπιτροπὴ φρονεῖ, ὅτι μόνον διὰ τοῦ τρόπου τούτου δύναται νὰ καταστῇ ἐπωφελὴς ἡ ἐπίδρασις τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τῆς Διευθύνσεως τῆς Τραπέζης. Τὴν ἀνάγκην δὲ ταύτην, κύριοι Βουλευταὶ, κατέδειξεν ἡ μέχρι τοῦδε πεῖρα, διότι ἐπὶ πάσης συγκρούσεως τοῦ Συμβουλίου μετὰ τοῦ Διευθυντοῦ, ἐπὶ παντὸς ζητήματος, γεννωμένου ἐν τῇ Διοικήσει τῆς Τραπέζης καὶ ἐνδιαφέροντος τὴν σταφιδοπαραγωγὴν, οἱ πολῖται προσφεύγουσι πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ἐπικαλούμενοι τὴν παρέμβασιν αὐτῆς πρὸς διόρθωσιν τῶν κακῶς κειμένων, καὶ ὅμως ἡ Κυβέρνησις εὑρίσκεται ἀφωπλισμένη, διότι ἐκ τῶν διατάξεων τοῦ κειμένου νόμου οὐδὲν ἔχει δικαίωμα νὰ ἐπεμβῇ. Καὶ εἶναι μὲν ἀληθές, ὅτι αἱ σχετικαὶ διατάξεις τοῦ νόμου ἀφομοιοῦσι τοὺς ὑπαλλήλους τῆς Τραπέζης πρὸς τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους, ἀλλὰ κατὰ τί ἡ ἀφομοίωσις αὕτη ὑπάρχει, δὲν συνάγεται ἐκ τοῦ νόμου. Καὶ διὰ τοῦτο ἡ ἐπιτροπὴ ἐνόμισεν, ὅτι, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἐξομοίωσιν τῶν ὑπαλλήλων τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης πρὸς τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους, ὤφειλε νὰ κάμῃ ῥητὴν διάκρισιν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, καθ’ ὅσον δ’ ἀφορᾷ τοὺς ὑπολόγους διαχειριστὰς τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης, τουτέστι τὸν Διευθυντήν, ὡς διατάκτην πληρωμῶν, τὸν ταμίαν, τοὺς πράκτορας καὶ ἀποθηκαρίους, ἐφ’ ὅσον οὗτοι διαχειρίζονται περιουσίαν ἀνήκουσαν εἰς τὴν Σταφιδικὴν Τράπεζαν. Ἔλεγον, ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ ἐπελήφθη καὶ τοῦ θέματος τῆς συγκροτήσεως τῶν γενικῶν συνελεύσεων τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης. Τὸ θέμα τοῦτο, ὡς ἐνθυμοῦνται ὅσοι ἐκ τῶν κυρίων συναδέλφων ἦσαν μέλη τῆς Βουλῆς τῆς παρελθούσης Περιόδου, πολλάκις ἦλθεν εἰς τὴν Βουλήν. Πράγματι ὁ τρόπος, κατὰ τὸν ὁποῖον, κατὰ τὸν κείμενον νόμον, ἀναγνωρίζονται οἱ μέτοχοι τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης, οὐ μικρὸν συνετέλεσεν, ὥστε αἱ γενικαὶ συνελεύσεις τῶν μετόχων ν’ ἀποτελῶσιν ἀληθῆ Βαβυλωνίαν· διότι ἀρκεῖ νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι αἱ συνελεύσεις αὗται δύνανται νὰ φθάσωσι καὶ μέχρι τοῦ ἀριθμοῦ 6,000 μετόχων!
§204Α. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Τριάκοντα χιλιάδες μέτοχοι.
§205ΔΙΟΝ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Συνήθως τόσοι, ὅσους ἐγὼ εἶπον, προσέρχονται.
§206Α. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Διότι δὲν δύνανται νὰ συνέλθωσι περισσότεροι. Δὲν ἐμποδίζει ὅμως ὁ νόμος νὰ συνέλθωσι τριάκοντα ἢ καὶ τεσσαράκοντα χιλιάδες!
§207ΔΙΟΝ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Ἐννοεῖτε λοιπόν, Κύριοι, ἂν εἶναι δυνατὸν ἐκ τοσούτου ἀριθμοῦ βουλευομένων νὰ προκύψωσιν ἀποφάσεις πρακτικαί. Ἡ ἐπιτροπὴ λοιπὸν ἔκρινεν, ὅτι ἔπρεπε νὰ περιορισθῇ ὁ ἀριθμὸς τῶν συνερχομένων εἰς γενικὴν συνέλευσιν μετόχων, καὶ νὰ μὴ συνέρχωνται πάντες οἱ μέτοχοι αὐτοί, ἀλλὰ μόνον ἀντιπρόσωποι τῶν μετόχων, ἐξ αὐτῶν τῶν μετόχων ἐνδεικνύμενοι. Πῶς δὲ θὰ ἐνδείκνυται οὗτοι; Διὰ κληρώσεως. Δὲν θ’ ἀναπτύξω εἰς τὴν Βουλὴν τὸν τρόπον, τὸν ὁποῖον ἡ ἐπιτροπὴ ἐξεῦρε, διότι θὰ τὸν ἀναγνώσητε ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, ἀλλὰ περιώρισε τὸν ἀριθμὸν τῶν μελῶν τῆς συνελεύσεως εἰς μόνον 120 κατ’ ἀνώτατον ὅρον. Ἡ ἐπιτροπὴ ἐπίσης, κατὰ πλειονοψηφίαν, ἐθεώρησεν, ὅτι ἔπρεπε νὰ ἐπανέλθῃ ἐν ἰσχύϊ διάταξις νόμου καταργηθέντος, ἡ διάταξις τοῦ νόμου 1892, ἡ καταργηθεῖσα κατὰ τὸ ἔτος 1896, καὶ ἀπαγορεύουσα τὴν ἐξαγωγὴν σταφίδος πρὸ τῆς ὡρισμένης προθεσμίας. Ὁ λόγος, ὅστις ὑπηγόρευσε τὴν διάταξιν ταύτην εἰς τὸν νόμον τοῦ 1892, ὅπως τότε ἀνεπτύχθη ἐν τῇ Βουλῇ, εἶναι, ἵνα μὴ ἐξάγηται καρπὸς μὴ ἐπαρκῶς ὥριμος. Εἰσηγητὴς δὲ τῆς προτάσεως ταύτης ἦτο ὁ μακαρίτης Μεσσηνέζης· διότι ὡς ἐκ τοῦ ἀπεριορίστου τῆς ἐξαγωγῆς καὶ ἡ συγκομιδὴ εἰς τὰς ἐπαρχίας, ὅπου ὁ σταφιδόκαρπος ὡριμάζει πρωϊμώτερον, γίνεται ἐσπευσμένη, καὶ ὁ καρπὸς δὲν τυγχάνει τῆς δεούσης περιποιήσεως, οὕτω δὲ ὁ πρῶτος σταφιδόκαρπος τῆς ἐσοδείας, φθάνων εἰς τοὺς τόπους τῆς καταναλώσεως, οὐχὶ ποιότητος καλῆς, ἐξευτελίζει τὰς τιμάς. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ ὅμως τὴν ἡμερομηνίαν, ἀφ’ ἧς πρέπει νὰ ὁρισθῇ ἡ ἀπαγόρευσις αὕτη, ἡ ἐπιτροπὴ διεφώνησεν. Ἡ πλειονοψηφία παρεδέχθη τὴν πρώτην Σεπτεμβρίου, ἡ μειονοψηφία ἔτεινε μᾶλλον εἰς τὴν ὡρισμένην ὑπὸ τοῦ νόμου τοῦ 1892 ἡμερομηνίαν τῆς 16 Αὐγούστου ἢ τὸ πολὺ τῆς 20 Αὐγούστου...
§208Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸς ἦτο ὁ λόγος, ὁ ὁποῖος ὑπηγόρευσε τὸν νόμον τοῦ 1892· ἀλλ’ ὁ λόγος ὁ ὑπαγορεύσας τὴν κατάργησιν ποῖος ἆρά γε ἦτο;
§209ΔΙΟΝ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Σεῖς δὲν ἤλθετε παρὰ ἅπαξ μόνον εἰς τὴν ἐπιτροπήν, καὶ δὲν ἠδυνήθημεν νὰ ἀκούσωμεν τὰς γνώμας σας, ἀλλὰ κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου δύνασθε νὰ ἐκθέσητε τὰς ἰδέας σας. Ἡ ἐπιτροπὴ ἐπίσης συνεζήτησε τὸ θέμα, ἐὰν ἔδει νὰ τεθῇ ἐπὶ τῶν δοχείων ὁ τόπος τῆς προελεύσεως, ἀλλὰ κατόπιν σκέψεων καὶ παρατηρήσεων, ὑποβληθεισῶν ὑπὸ ἁρμοδίων, παρητήθη τῆς ἰδέας ταύτης, διότι εἶναι γνωστὸν, ὅτι ἐν ταῖς ἀγοραῖς τῆς καταναλώσεως ὑπάρχουσι πλέον κατατεταγμέναι ἐν τοῖς τιμολογίοις καὶ ἐν τῇ διαβαθμίσει τῶν τιμῶν αἱ διάφοροι προελεύσεις τῆς σταφίδος· διότι γνωστοί εἰσιν οἱ τόποι, ἐκ τῶν ὁποίων παράγεται σταφὶς καλῆς ποιότητος, ὁποία εἶναι ἡ τοῦ Αἰγίου, ἡ τῆς Κορινθίας κλπ. Ἀλλ’ ὅταν ἔλθωμεν εἰς τὰς κατωτέρας ποιότητας, ἐκεῖ πλέον δὲν γίνεται διάκρισις ἐν ταῖς ἀγοραῖς τῆς καταναλώσεως, καὶ ἕνεκα τούτου οἱ ἔμποροι τῆς σταφίδος, οἱ ἀγοράζοντες ἐν τῷ ἐσωτερικῷ, ποιοῦσιν ἀναμίξεις, χωρὶς ν’ ἀποβλέψωσιν εἰς τὴν προέλευσιν τοῦ προϊόντος, καὶ τὸ προϊὸν τοῦτο, τὸ ἀναμεμιγμένον, εἶναι γνωστὸν ἐν ταῖς ξέναις ἀγοραῖς ὑπὸ τὴν ἐπωνυμίαν ἐπαρχιακοῦ προϊόντος. Διὰ τοῦτο ἡ ἐπιτροπὴ ἐνόμισεν, ὅτι δὲν ὤφειλε νὰ διαταράξῃ τὴν κατάταξιν ταύτην. Ἡ ἐπιτροπὴ ἐπὶ τέλους ἐσκέφθη, συμφώνως καὶ πρὸς εὐχὴν ἐκφρασθεῖσαν, ὅτι ἔπρεπεν, ἂν μὴ νὰ ἀπαγορευθῶσιν αἱ νέαι φυτεῖαι, τοὐλάχιστον νὰ ἐπιβαρυνθῶσι διὰ δικαιώματος φορολογικοῦ τοιούτου, ὥστε ὁ φόρος αὐτὸς νὰ καταστῇ ἀπαγορευτικός, καὶ ἔκρινεν, ὅτι ὤφειλε νὰ ἐπιβάλῃ δικαίωμα, οὕτως εἰπεῖν, ἀδείας. Οὕτως ὁ μέλλων νὰ ἐμφυτεύσῃ νέαν σταφιδάμπελον πρέπει νὰ ζητήσῃ τὴν ἄδειαν τοῦ οἰκονομικοῦ ἐφόρου, καταβάλλων συγχρόνως 300 δραχμὰς ἀνὰ στρέμμα. Ἐὰν δὲ παραβῇ τὴν ἀπαγόρευσιν, ἢ μᾶλλον, ἂν χωρὶς νὰ λάβῃ τὴν ἄδειαν ἐμφυτεύσῃ αὐτοβούλως, τότε θὰ τιμωρῆται διὰ διπλασίας ποινῆς. Ἐξῃρέθησαν, ἐννοεῖται, αἱ σταφίδες, αἱ ἕνεκα παλαιότητος μείνασαι ἄχρηστοι ἢ μὴ καλλιεργηθεῖσαι κατὰ τὴν τελευταίαν τετραετίαν, ὅτε ἐπιτρέπεται ἡ ἀνανέωσις τῆς φυτείας. Αὐταὶ εἶναι αἱ κυριώτεραι διατάξεις ἐν συνόψει τοῦ ὑποβαλλομένου νομοσχεδίου. Ἡ ἐπιτροπὴ δι’ ἐμοῦ ὑποβάλλει εἰς τὴν Βουλὴν καὶ εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὴν εὐχὴν, ἵνα τὸ νομοσχέδιον τοῦτο προταχθῇ ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει (φωναί: μάλιστα, μάλιστα), καὶ οὕτως ἐπισπευσθῇ ἡ ἐπιψήφισις αὐτοῦ. Θὰ παρακαλέσω δὲ τὸν κύριον Πρόεδρον, ἀποστέλλοντα εἰς τὸ τυπογραφεῖον τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, ἵνα τυπωθῇ, νὰ διατάξῃ νὰ τυπωθῇ συγχρόνως μετὰ τοῦ νομοσχεδίου καὶ ὁ κείμενος νόμος περὶ Σταφιδικῆς Τραπέζης, διὰ νὰ ἔχωσιν οἱ κύριοι Βουλευταὶ ὑπ’ ὄψει καὶ τὸ κείμενον τοῦ παλαιοῦ νόμου, ὅπως τὸ παραβάλωσι πρὸς τὸ μεταβαλλόμενον.
§210ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ὑπὸ τοῦ κυρίου Στεφάνου ὑποβληθεῖσα πρότασις νόμου θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 183). Δὲν ὑπάρχει ἀντικείμενον συζητήσεως. Ἐγένετο ἁπλῶς εἰσαγωγὴ τοῦ νομοσχεδίου.
§211Α. ΜΟΝΟΚΡΟΥΣΟΣ. Δύο λέξεις, παρακαλῶ.
§212ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Αὔριον.
§213ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Παυλόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§214ΔΙΟΝ. ΠΑΥΛΟΠΟΥΛΟΣ. Παραιτοῦμαι τοῦ λόγου.
§215ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μυκώνιος καὶ ὁ κ. Πετιμεζᾶς δὲν εἶναι παρόντες. Ὁ κύριος Στάϊκος.
§216Ι. ΣΤΑΙΚΟΣ. Ἀναβάλλω δι’ αὔριον.
§217ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Κουντουριώτης.
§218Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Ἐὰν πρόκηται νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, εἶμαι πρόθυμος νὰ παραιτηθῶ.
§219ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν δύναμαι νὰ σᾶς βεβαιώσω περὶ τούτου.
§220Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Ἐὰν πολλὰ ἦναι τὰ θέματα, ἅτινα δέονται κυβερνητικῆς μερίμνης, δέονται τροποποιήσεων καὶ μεταρρυθμίσεων ῥιζικῶν, ὅπως κανονικὴ γίνηται ἡ λειτουργία τῶν διαφόρων κλάδων τῆς πολιτειακῆς ἡμῶν μηχανῆς, ἓν τῶν θεμάτων τούτων εἶναι καὶ τὸ Πανεπιστήμιον, περὶ τοῦ ὁποίου ὀλίγας θέλω εἴπω λέξεις, ἵνα συστήσω πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας, — πρὸς ὃν, ἀπουσιάζοντα, παρακαλῶ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν νὰ διαβιβάσῃ τὴν σύστασίν μου, — ὅπως ἐπιστήσῃ τὴν προσοχήν του ἐπὶ τοῦ ἀνωτάτου ἐκπαιδευτικοῦ ἡμῶν ἱδρύματος, δεομένου τῆς κυβερνητικῆς μερίμνης. Οὐδόλως ἀμφιβάλλω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις θέλει ἐπὶ πολλῶν καὶ διαφόρων θεμάτων ὑποβάλει εἰς τὴν Βουλὴν τὴν κατάλληλον ἐργασίαν, ὅπως βελτίωσις ῥιζικὴ ἐπέλθῃ εἰς τοὺς διαφόρους κλάδους τῆς ὑπηρεσιακῆς καταστάσεως, ἀλλὰ τὸ Ἐθνικὸν Πανεπιστήμιον, ὅπερ εἶναι τὸ μόνον λειτουργοῦν ἐν τῇ Ἀνατολῇ, ἔχει ἀνάγκην μεγίστης βελτιώσεως. Εἶμαι δὲ βέβαιος, ὅτι περὶ τούτου θέλει ὑποβληθῆ σχετικὸν νομοσχέδιον· ἀλλ’ ἕως ὅτου φθάσωμεν εἰς τὴν στιγμὴν ἐκείνην τῆς διὰ νομοθετήματος βελτιώσεως τῆς καταστάσεως τοῦ Πανεπιστημίου, ἡ κυβερνητικὴ πρόνοια εἶναι ἡ δυναμένη ἀμέσως νὰ ἐπιφέρῃ βελτιώσεις, καὶ μάλιστα σπουδαίας. Δὲν ἠξεύρω, ἂν αἱ ἄλλαι ἕδραι τοῦ Πανεπιστημίου εἶναι πλήρεις, καθ’ ἣν στιγμὴν ἔχω τὴν τιμὴν νὰ λαλῶ πρὸς ὑμᾶς· ἐκεῖνο ὅμως, ὅπερ εἶναι λυπηρόν, εἶναι, ὅτι ἡ Νομικὴ Σχολὴ λειτουργεῖ κατὰ τρόπον μὴ ἐκπληροῦντα τὸν σκοπὸν αὐτῆς. Ὑπάρχουσι δύο ἕδραι σπουδαιοτάτων μαθημάτων, δι’ ἃς ἀπαιτοῦνται κατάλληλοι καθηγηταί, κεναί, ἄνευ δὲ τῶν μαθημάτων τούτων, κατὰ τὴν ἐμὴν γνώμην, δέον νὰ παύσῃ ἡ λειτουργία τῆς Νομικῆς Σχολῆς. Ἀπὸ τοῦ θανάτου τοῦ σοφοῦ νομοδιδασκάλου Ξενοφῶντος Ψαρᾶ τὸ μάθημα τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας δὲν διδάσκεται. Διότι, καὶ ἂν διδάσκηται, διδάσκεται τοῦτο ὑπὸ καθηγητοῦ ἄλλου, προσωρινῶς ἀναλαβόντος τὴν διδασκαλίαν, ὅστις οὔτε τὴν διάθεσιν οὔτε τὸν ἀπαιτούμενον χρόνον θὰ ἔχῃ, ἵνα καταγείνῃ εἰς τὸ σπουδαιότατον τοῦτο μάθημα, ἀφοῦ ἔχει νὰ ἀσχοληθῇ εἰς μελέτην τοῦ μαθήματος, τὸ ὁποῖον κυρίως διδάσκει. Πλεῖστοι δὲ ἐξ ὑμῶν εἶσθε νομικοί, καὶ ἑπομένως γνωρίζετε, πόσον ἡ διδασκαλία τοῦ μαθήματος τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας εἶναι οὐσιώδης. Τὸ μάθημα τῆς Χειρουργικῆς ἐξ ἐναντίας διδάσκεται Κύριοι, παρ’ ἡμῖν ὑπὸ πέντε καθηγητῶν, ἐνῷ ἐν τῇ Σχολῇ τῶν Παρισίων διδάσκεται ὑπὸ τριῶν μόνον καθηγητῶν. Εἶναι ὀρθόν, τὸ μάθημα τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας νὰ μένῃ ἄνευ διδασκάλου; Εἶναι τοῦτο σύστημα λειτουργίας τῆς Νομικῆς Σχολῆς; Βεβαίως οὕτως ἡ Σχολὴ δὲν ἐκπληροῖ τὸν προορισμόν της, δὲν δύναται νὰ παραγάγῃ νομικούς, δύναται μόνον νὰ παράγῃ δικολάβους, ἀλλὰ τότε πρέπει νὰ καλεῖται οὐχὶ Νομική, ἀλλὰ Δικολαβικὴ Σχολή, ὡς παρετήρησε πρό τινος ὥρας ἀξιότιμος συνάδελφος. Ἐὰν λοιπὸν τοσαύτην ἐπεδείξαντο στοργὴν αἱ Κυβερνήσεις περὶ τὴν θεραπείαν τῶν ἀναγκῶν τῆς Ἰατρικῆς Σχολῆς, ὅσον ἀφορᾷ τὸ μάθημα τῆς Χειρουργικῆς, εἶναι ἐπιβεβλημένον, νομίζω, εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας νὰ προνοήσωσι περὶ διορισμοῦ καθηγητοῦ εἰς τὸ μάθημα τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας, ὅπερ, δύναμαι νὰ εἴπω, ὅτι καὶ χωρισμοῦ εἶναι ἐπιδεκτικόν· τόσον εἶναι πολύπλοκον, τόσον ἕκαστον κεφάλαιον εἶναι οὐσιῶδες, ὥστε καὶ ὁ διορισμὸς δύο καθηγητῶν ἀποκλειστικῶς διὰ τὴν Πολιτικὴν Δικονομίαν δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ ὡς πολυτέλεια περιττή. Ἀλλὰ μήπως τὸ μάθημα τοῦτο μόνον ἔπαυσεν ἀπὸ ἑνὸς καὶ ἡμίσεος ἔτους διδασκόμενον; Ἔχομεν τὸν ἕτερον παράγοντα τῆς ὑπάρξεως τῆς Νομικῆς Σχολῆς, τὴν Ἑρμηνείαν τοῦ Ποινικοῦ Νόμου καὶ τῆς Ποινικῆς Δικονομίας· καὶ ὑμεῖς, κύριε Πρόεδρε, εἶσθε εἰς θέσιν νὰ γνωρίζητε καλλίτερον ἐμοῦ καὶ πολλῶν ἄλλων, ὅτι τὸ μάθημα τῆς ἑρμηνείας τοῦ Ποινικοῦ Νόμου καὶ τῆς Ποινικῆς Δικονομίας εἶναι μεγίστης σπουδαιότητος καὶ τὸ μέρος τοῦτο τοῦ Δικαίου ἀπὸ τῆς ἐποχῆς τοῦ θανάτου τοῦ μακαρίτου Κωστῆ, ἤτοι ἀπὸ 8 ἢ 10 ἐτῶν, ἔπαυσε διδασκόμενον, ἤ, ἂν διδάσκηται, διδάσκεται κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε τ’ ἀποτελέσματα τῆς διδασκαλίας αὐτοῦ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὦσι καρποφόρα. Νομίζω ὅτι κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος ἡ Νομικὴ Σχολὴ προέτεινεν ὡς ὑποψήφιον καθηγητὴν τοῦ μαθήματος τούτου τὸν ἐξ Ἀττικῆς βουλευτὴν κ. Γουναράκην, ἀλλὰ δὲν γνωρίζω διατὶ οὗτος, ὅστις καὶ ἄλλοτε ἐχρημάτισε καθηγητής, δὲν κατέλαβε τὴν θέσιν ταύτην, καὶ ἀντὶ νὰ δρᾷ, ὑψούμενος εἰς σφαίρας ἐπιστημονικάς, ἔρχεται καὶ κατατρίβεται ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ὡς ἡμεῖς, εἰς ἀχάριτας πολιτικοὺς ἀγῶνας. Τὸ ἐπ’ ἐμοί, ὁμολογῶ, ὅτι, ἐὰν εἶχον τὰ ἀπαιτούμενα προσόντα, ἤθελον βεβαίως προτιμήσει τὴν ἕδραν τοῦ Πανεπιστημίου ἀπὸ τὸ βουλευτικὸν ἀξίωμα. Ἀλλ’ εἶναι δυστυχῶς παρατηρημένον, ὅτι εἰς ἔθνη μικρὰ, ὡς τὸ ἡμέτερον, μόνον διὰ τῆς εἰσόδου εἰς τὴν Βουλὴν ἐπιδιώκεται καὶ καθίσταται ὁπωσδήποτε εὐχερὴς ἡ ἱκανοποίησις ὀνείρων φιλοδοξίας, διότι ἡ ἐπιδίωξις ἐπιστημονικῶν δαφνῶν καὶ δυσχερὴς εἶναι καὶ ἀθόρυβος, καὶ τούτου ἕνεκα δὲν ἔχει ὀπαδοὺς ἢ εἰς τὰ Κράτη τὰ τελείως εἰς τὸν πολιτισμὸν προηγμένα. Εἶναι λοιπὸν ἀπαραίτητον καὶ ἐπιβεβλημένον εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ μεριμνήσῃ περὶ τοῦ διορισμοῦ δύο καθηγητῶν ἐν τῇ Νομικῇ Σχολῇ, τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας ἀφ’ ἑνὸς καὶ τοῦ Ποινικοῦ Δικαίου ἀφ’ ἑτέρου, διότι ἄνευ τῶν δύο τούτων καθηγητῶν ἡ λειτουργία τῆς Νομικῆς Σχολῆς εἶναι πλημμελεστάτη. Οἱ φοιτηταὶ μάλιστα τοῦ Πανεπιστημίου πολλάκις, νομίζω, ἐποιήσαντο παραστάσεις εἰς τὴν προκάτοχον Κυβέρνησιν, ἀλλ’ οὐδεμία ἐλήφθη μέριμνα, διότι τοῦτο, φαίνεται, προσκρούει εἰς ζητήματα προσωπικά. Ἔχω τὴν ἐλπίδα, ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως θέλει μεριμνήσει σοβαρῶς περὶ τῆς πληρώσεως τῶν κενῶν τούτων, δὲν θέλει δὲ μᾶς ἀπαντήσει ὅτι «Θὰ φροντίσῃ», διότι τότε εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ τῷ ὑπομνήσω ἱσπανικήν τινα παροιμίαν, ἡ ὁποία λέγει ὅτι «τὸ θὰ εἶναι ὁδὸς, ἥτις ἄγει εἰς τὴν πλατεῖαν ποτέ!»
§221ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Φικιώρης ἔχει τὸν λόγον.
§222Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Παραιτοῦμαι, διότι ἀπουσιάζει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν.
§223ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Καλαμάρης ἔχει τὸν λόγον.
§224Ι. Ν. ΚΑΛΑΜΑΡΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§225ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Σιγάλας ἔχει τὸν λόγον.
§226Ι. ΣΙΓΑΛΑΣ. Γινόμεθα καθ’ ἑκάστην θεαταὶ εἰκόνος, ἥτις δὲν παριστᾷ καλὴν τὴν κατάστασιν ἡμῶν παρατηροῦμεν καθ’ ἑκάστην σωρείαν ἀνθρώπων συλλαμβανομένων ὑπὸ τῆς ἀστυνομίας καὶ δεδεμένων, οἵτινες διέρχονται διὰ τῶν ὁδῶν τῆς πόλεως συνοδευόμενοι ὑπὸ κλητήρων καὶ χωροφυλάκων, ἐνῷ ὁ νόμος ἀπαγορεύει τοῦτο. Μεταξὺ δὲ τούτων, τῶν ἀγομένων εἰς τὸ κρατητήριον ἢ εἰς τὸ Πλημμελειοδικεῖον καὶ Πταισματοδικεῖον, ὑπάρχουσι καὶ παῖδες 12 ἕως 15 ἐτῶν, οἵτινες σύρονται διὰ τῶν ὁδῶν καὶ ἀποβάλλουσιν οὕτω καὶ τὴν φιλοτιμίαν καὶ τὴν ἐντροπήν. Τοῦτο παραβλάπτει, νομίζω, τὴν ἐθνικὴν ἀνατροφὴν καὶ τὴν ἠθικὴν τῶν πολιτῶν. Ἤκουσα παῖδας νὰ εὐχαριστῶνται διὰ τὴν θέσιν ἐκείνην, μὴ θεωροῦντες τοῦτο ὡς ἄτοπον! Τούτου ἕνεκα ἀπηγορεύθη, ὡς γνωρίζετε, καὶ ἡ δημοσία ἐκτέλεσις τῆς θανατικῆς ποινῆς, διότι παρετηρήθη, ὅτι πλεῖστοι τῶν καταδικασθέντων εἰς θάνατον εἶχον παρευρεθῆ εἰς τοιαύτας ἐκτελέσεις. Ἄλλως δὲ καὶ ὁ νόμος δὲν ἐπιτρέπει χειροπέδας καὶ δεσμά. Δύναμαι νὰ βεβαιώσω, ὅτι οἱ ἀγόμενοι καὶ εἰς τὸ Πταισματοδικεῖον ἔτι φέρονται δεδεμένοι! Ἴσως ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης θὰ μᾶς ἀντιτάξῃ τὰ οἰκονομικὰ σχέδιά του· ἀλλ’ ἡ παρατήρησίς μου εἶναι οἰκονομικὴ, διότι πολλοὶ στρατιῶται ἀπασχολοῦνται ἤδη εἰς τὰς συνοδείας ταύτας, ἐνῷ θὰ ἐχρειάζοντο ὀλίγιστοι στρατιῶται, μεταφέροντες τοὺς συλλαμβανομένους ἐφ’ ἁμαξῶν συρομένων ὑπὸ ἵππων τοῦ στρατοῦ. Τὸ κακὸν, περὶ οὗ εἶπον, συμβαίνει δυστυχῶς εἰς ὅλην τὴν Ἑλλάδα, ἀλλὰ διὰ τὰς Ἀθήνας εἶναι ἔτι μεγαλείτερον, κακίστην ἐμποιοῦν ἐντύπωσιν καὶ εἰς τοὺς ξένους. Μοὶ ἐγένοντο παράπονα, ὅτι ἡ νόσος ἰλαρὰ ἐπικρατεῖ εἰς τὰ Παραπήγματα, ἤτοι εἰς τοὺς στρατῶνας τοῦ πεζικοῦ. Δὲν γνωρίζω, ἂν γίνεται ἡ δέουσα ἀπολύμανσις πρὸς περιορισμὸν τῆς νόσου. Τοῦτο ἴσως γνωρίζει ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν. Ἐπίσης γίνονται παράπονα μεταξὺ τῶν ἀξιωματικῶν, ὅτι οἱ στρατιῶται καὶ ὑπαξιωματικοὶ τοῦ Αʹ συντάγματος τοῦ πεζικοῦ ἀπολαμβάνουσι προνομίων τινῶν ὡς πρὸς τὴν τροφὴν καὶ τὴν διοίκησιν. Τοῦτο νομίζω, ὅτι ἀντίκειται εἰς τὴν ἰσότητα μεταξὺ τῶν στρατιωτικῶν καὶ εἰς τὴν πειθαρχίαν. Εἶναι δὲ γνωστὸν, ὅτι οἱ στρατῶνες τοῦ Αʹ συντάγματος εἶναι εἰς ἀρίστην κατάστασιν, ἐνῷ οἱ τῶν ἑτέρων συνταγμάτων εἶναι ἀχυρῶνες καὶ διὰ τοῦτο ἴσως ἐν αὐτοῖς ἐπιπολάζει ἡ νόσος ἰλαρά.
§227Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Ὡς πρὸς τοὺς ὑποδίκους στρατιώτας ἐλήφθη πρόνοια, ὅπως μεταφέρωνται δι’ ἁμάξης. Ὡς πρὸς τὴν νόσον ἰλαρὰν, λέγω ὅτι αὕτη ἐπιπολάζει εἰς τοὺς τὸ πρῶτον εἰσερχομένους στρατιώτας. Ὡς πρὸς τὴν καλλιτέραν δὲ διατροφὴν τῶν ἀνδρῶν τοῦ Αʹ συντάγματος, δὲν πιστεύω νὰ ὑπάρχῃ καμμία διαφορὰ, διότι ὁ Προϋπολογισμὸς δι’ ὅλα τὰ σώματα εἶναι ὁ αὐτός· οὐδεμία διάκρισις ὑπάρχει.
§228ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ κυρώσεως 1) τῆς ἀπὸ 28 Φεβρουαρίου 1903 συμβάσεως μεταξὺ τῶν Ὑπουργῶν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τῆς Ἰονικῆς Τραπέζης ἐξ ἄρθρων 6 περὶ παρατάσεως τοῦ ἐκδοτικοῦ δικαιώματος αὐτῆς ἐν ταῖς ἑπτὰ Ἰονίοις νήσοις, 2) τῆς ἀπὸ 28 Φεβρουαρίου 1903 συμβάσεως μεταξὺ τῶν Ὑπουργῶν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος ἐξ ἄρθρων 7 περὶ παρατάσεως τοῦ προνομίου αὐτῆς καὶ περὶ ἐπεκτάσεως αὐτοῦ εἰς τὰς ἑπτὰ Ἰονίους νήσους ἀπὸ τῆς λήξεως τοῦ ἐκδοτικοῦ δικαιώματος τῆς Ἰονικῆς Τραπέζης». Ἔχει τις τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀρχῆς;
§229ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Ἐπὶ τῆς συμβάσεως ταύτης ἴσως ὑποβληθῶσι πολλαὶ παρατηρήσεις. Καὶ ἐγὼ ἔχω νὰ ὑποβάλω τοιαύτας, ἀλλὰ τὴν ἑσπέραν ταύτην δὲν προτίθεμαι νὰ πράξω τοῦτο. Παρατηρῶ μόνον, ὅτι ἡ ὑποβολὴ ἑνὸς μόνον νομοσχεδίου πρὸς ἐπιψήφισιν δύο συμβάσεων δὲν εἶναί τι ὀρθόν. Ἡ Βουλὴ οὕτως εἶναι ὑποχρεωμένη ἢ ἀμφοτέρας νὰ δεχθῇ, ἢ ἀμφοτέρας νὰ ἀπορρίψῃ. Ποιοῦμαι τὴν παρατήρησιν ταύτην, ὅπως εὐαρεστηθῇ ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς νὰ στέρξῃ εἰς τὴν ἀναβολὴν διὰ τὴν αὔριον. Ἴσως δὲ ἐπωφεληθῇ καὶ ἡ Κυβέρνησις τοῦ μεταξὺ χρόνου, ὅπως φέρῃ τροποποίησίν τινα.
§230Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργὸς). Διατὶ δὲν κάμνετε σήμερον τὰς παρατηρήσεις σας;
§231ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Διότι ἡ ὥρα εἶναι προκεχωρημένη.
§232Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Δὲν ἔχω δυσκολίαν νὰ δεχθῶ τὴν γνώμην νὰ προβῇ ἡ Βουλὴ εἰς τὴν πρώτην ἀνάγνωσιν σήμερον. Παρακαλῶ ὅμως νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν ἡ Κυβέρνησις τὴν παρατήρησιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Κυθήρων, ὅπως ὑποβληθῶσι δύο χωριστὰ νομοσχέδια, καὶ ἐπιφυλάσσομαι νὰ ὑποβάλω παρατηρήσεις τινὰς εἰς τὴν δευτέραν ἀνάγνωσιν.
§233ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀναγινώσκονται εἶτα καὶ γίνονται δεκτὰ ἄνευ ἀντιρρήσεως τὰ ἄρθρα 1 καὶ 2 τοῦ νομοσχεδίου). Ἄρθρον 3 (ἀναγινώσκεται).
§234Ν. ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπὶ τῶν δύο πρώτων ἄρθρων, Κύριοι, ὀφείλω νὰ δώσω ἐξήγησίν τινα εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι, καίτοι παρὼν εἰς τὴν συνεδρίασιν, δὲν θὰ ἠδυνάμην νὰ ζητήσω τὸν λόγον, διότι εἶναι γνωστὸν, ὅτι μετέχω τῆς Διοικήσεως μιᾶς τῶν μετὰ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ συμβληθεισῶν Τραπεζῶν, καὶ θὰ ἐθεώρουν, ὅτι ἡ ἰδιότης μου, ὡς συμβούλου τῆς Τραπέζης ταύτης, δὲν θὰ μοὶ ἐπέτρεπε νὰ μετάσχω τῆς συζητήσεως. Τὰ ἑπόμενα ὅμως ἄρθρα τοῦ νομοσχεδίου, τὰ ὁποῖα, θεωρῶ εὐτύχημα, ὅτι ἐν τῷ αὐτῷ νομοσχεδίῳ εὑρίσκονται, ἵνα συνδυασθῶσι πρὸς ἀμφοτέρας τὰς συμβάσεις, νομίζω ὅτι χρήζουσι μερικῶν ἐξηγήσεων, ὅπως διαρρυθμισθῶσι καταλληλότερον. Ὁμολογῶ, ὅτι ἡ πρωτοβουλία, τὴν ὁποίαν ἔλαβεν ἡ Κυβέρνησις, ὅπως διαρρυθμίσῃ τὰ ἀναγόμενα εἰς τὴν διαχείρισιν ἐν γένει τῶν κεφαλαίων τῶν Τραπεζῶν καὶ εἰς τὴν εὐκολωτέραν προμήθειαν κεφαλαίων ἐκ μέρους τῶν δανειζομένων, εἶναι ἐπιτυχής. Ἐν πρώτοις προνοεῖ τὸ ἄρθρον 3, ὅπως προλάβῃ μίαν ζημίαν, ἥτις συχνάκις παρατηρεῖται, νὰ παρουσιάζωνται τουτέστιν ἄνθρωποι, καλῇ τῇ πίστει προσάγοντες πιστοποιητικὰ, ὅτι τὰ κτήματα αὐτῶν εἶναι ἐλεύθερα πάσης ὑποθήκης, νὰ συνάπτωσιν ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ πιστοποιητικοῦ τούτου δάνειον μετὰ Τραπέζης, κατόπιν δὲ, μετὰ τὴν σύναψιν τῶν συμβολαίων, νὰ προσάγωσιν ἀντίγραφα τῶν μερίδων τῶν ὑποθηκῶν, ἐμφαίνοντα ἁπάσας τὰς ἀπὸ τῆς συστάσεως τῶν βιβλίων τῶν ὑποθηκῶν ἐγγεγραμμένας ὑποθήκας καὶ προσημειώσεις, καὶ τὰς ἐξαλείψεις αὐτῶν, νὰ ἀνακαλύπτηται δὲ κατόπιν, ὅτι ὑπάρχει ἐξάλειψίς τις οὐχὶ κατὰ πάντα ἔγκυρος, καὶ νὰ ἐπέρχηται ἡ ἀκύρωσις τῶν δανειστικῶν συμβολαίων, διὰ τὰ ὁποῖα κατεβλήθησαν ἤδη τὰ τέλη τοῦ χαρτοσήμου ὑπ’ αὐτοῦ τοῦ δανειζομένου. Τὸ τοιοῦτον ἦτο μία ζημία, διότι ἄνθρωποι συναλλασσόμενοι καὶ καταβάλλοντες τὸ τέλος διὰ τὴν συνομολόγησιν τῆς συμβάσεως ζημιοῦνται ἐκ τῆς τοιαύτης ματαιώσεως τῆς συμβάσεως ταύτης τὰ καταβληθέντα τέλη καὶ προσέτι τὰ ἀναγκαῖα ἔξοδα τῆς ἐγγραφείσης ἐπὶ τῇ βάσει τῆς συμβάσεως αὐτῆς ἐπὶ ματαίῳ ὑποθήκης. Διὰ τοῦ διχασμοῦ, ὁ ὁποῖος ἐπέρχεται ἐν τῷ ἄρθρῳ, καὶ ἐν τῷ ὁποίῳ συνομολογεῖται ἓν προσύμφωνον τοῦ δανείου, τὸ ὁποῖον νομικῶς ἔχει τὴν δύναμιν προσημειώσεως, τρόπον τινὰ, διὰ τὴν ἐγγραφὴν τῆς ὑποθήκης, οὕτως ὥστε ἡ σύμβασις διὰ τοῦ ὁριστικοῦ συμβολαίου νὰ ἀνατρέχῃ εἰς τὴν ἡμέραν τῆς ἐγγραφῆς τῆς πρώτης, εἰσάγεται σύστημα ἐπιτυχὲς, δίκαιον κατὰ πάντα, καὶ βεβαίως ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ ἐγκρίνῃ αὐτό. Νομίζω ὅμως, ὅτι πρέπει νὰ γείνῃ διπλῆ παρατήρησις. Πρῶτον ὡς πρὸς τὸ τέλος τοῦ χαρτοσήμου τῆς ἀρχικῆς πράξεως. Αἱ πράξεις, κύριε Πρωθυπουργὲ, κατὰ τὸν σήμερον κρατοῦντα νόμον περὶ χαρτοσήμου, ὑπόκεινται εἰς τέλος πέντε δραχμῶν. Τὸ τέλος, τὸ ὁποῖον ἀναγράφεται ἐν ἄρθρῳ 3, εἶναι τριῶν δραχμῶν. Εἶναι ὑπὲρ τῶν ὀφειλετῶν βεβαίως αὐτὸ, τὸ ὁποῖον ἀναγράφεται, καὶ ἐγὼ δὲν ἐπιθυμῶ νὰ ὑποβάλω πρὸς ὑμᾶς ἰδέας φορολογικὰς εἰς βάρος τῶν συναλλασσομένων, ἀλλὰ φοβοῦμαι, μήπως προσκόψητε εἰς ἀντιρρήσεις. Καὶ γνωρίζετε, τί ἐννοῶ. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι ὀρθὸν εἶναι — καὶ ἡ διαφορὰ τοῦ τέλους δὲν εἶναι μεγάλη — νὰ μὴ μεταβληθῶσιν αἱ ἰσχύουσαι διατάξεις τοῦ περὶ χαρτοσήμου νόμου, ἵνα μὴ προσκόψωμεν εἰς ἀντιρρήσεις, ἀφοῦ, ὡς εἶπον, καὶ τὸ προσύμφωνον τοῦτο θὰ ἦναι πρᾶξις, οἷαι εἶναι πᾶσαι αἱ συμβολαιογραφικαί, αἱ εἰς πάγιον πεντάδραχμον τέλος ὑποβαλλόμεναι. Δεύτερον δὲ, καὶ σπουδαιότερον, νομίζω ὅτι πρέπει νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὸ ἀναγραφόμενον, ὅτι, ἐὰν ὑπὸ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος ἐγκριθῇ τὸ δάνειον, τὸ τοιοῦτον σύστημα καθιεροῦται. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως γινώσκει κάλλιον ἐμοῦ, ὅτι ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα ἔχει πλεονέκτημα τῆς προνομιακῆς ἐκτελέσεως δυνάμει τοῦ νόμου ΦΚϚʹ τοῦ 1859. Διὰ τοῦ νόμου ὅμως ᾼΩΠΓʹ τῆς 31 Μαΐου 1882 ἡ προνομιακὴ ἐκτέλεσις, ἡ ὑπὲρ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ἐν τῇ ἡμετέρᾳ νομοθεσίᾳ ὀρθῶς καθιερωθεῖσα, ἐπεξετάθη εἰς πάσας τὰς μέχρι τῆς δημοσιεύσεως τοῦ νόμου τοῦ 1882 ἀνεγνωρισμένας ἐν Ἑλλάδι Τραπέζας. Ἐπιτρέπεται δὲ περαιτέρω εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἵνα μετὰ γνωμοδότησιν τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου προκαλέσῃ Διάταγμα, ἐπεκτεῖνον αὐτὴν τὴν προνομιακὴν διαδικασίαν καὶ εἰς πάσας τὰς εἰς τὸ μέλλον ἀναγνωρισθησομένας Τραπέζας. Ἓν μόνον ἐξαιρεῖται, τὸ προνόμιον τῆς μεσεγγυήσεως, προνόμιον, τὸ ὁποῖον πρακτικῶς μεγάλην σημασίαν δὲν ἔχει. Δυνάμει τοῦ νόμου τοῦ 1882 καὶ τῆς ἰδιαιτέρας συμβάσεως τοῦ 1880, ῥητῶς ἐπεκτεινάσης εἰς τὴν Ἰονικὴν Τράπεζαν τὸ προνόμιον τῆς ἐκτελέσεως, πολλαὶ Τράπεζαι ἔχουσιν αὐτὸ τὸ δικαίωμα τῆς τοιαύτης ἰδιαιτέρας διαδικασίας τῆς ἐκτελέσεως. Δὲν φρονεῖ λοιπὸν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι εἶναι δικαία καὶ ἡ περὶ ἐκείνων μέριμνα διὰ τὰς τοιαύτας ὑποθήκας; Καὶ δὲν φρονεῖ, ὅτι τὸ κοινωνικὸν συμφέρον ἐπιβάλλει νὰ ἐπεκταθῇ τὸ δικαίωμα τοῦτο τοῦ προσυμφώνου καὶ εἰς τὰς ἄλλας, οὕτως ὥστε ἡ συνομολόγησις προσυμφώνου νὰ ἔχῃ ἀποτελέσματα διὰ τὴν ἐγγραφὴν τῆς ὑποθήκης τὰ αὐτὰ μὲ τὰ ἀναγραφόμενα ἐν τῷ νομοσχεδίῳ; Βεβαίως οὐδεὶς δύναται νὰ συζητήσῃ τὰς ὑπηρεσίας, τὰς ὁποίας ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα παρέχει εἰς τὸ κοινόν· ἀλλ’ ὑπάρχουσι στιγμαὶ, κατὰ τὰς ὁποίας δύνανται αἱ ἀνάγκαι νὰ ἀπορροφῶσι τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα ἔχει διαθέσιμον, καὶ τότε ἕτεραι Τράπεζαι νὰ προσφέρωσι τ’ ἀναγκαιοῦντα κεφάλαια. Μήπως καὶ ἐκεῖναι κατὰ τὸ πλεῖστον δὲν ἀντιπροσωπεύουσιν Ἑλληνικὰ κεφάλαια, καὶ μήπως εἰς αὐτὰς δὲν προσέρχονται Ἕλληνες συναλλασσόμενοι, καὶ ὑπὲρ αὐτῶν μᾶλλον τῶν συναλλασσομένων δὲν εἶναι αὐταὶ αἱ σήμερον εἰσαγόμεναι διατάξεις; Ἡ κοινωνία ἔχει συμφέρον νὰ εὑρίσκῃ κεφάλαια ὁπουδήποτε διαθέσιμα, καὶ διὰ τοῦτο πρέπει νὰ ἐπεκταθῇ καὶ διὰ τὰς λοιπὰς Τραπέζας τὸ διὰ τοῦ ἄρθρου τούτου παρεχόμενον προνόμιον, ἵνα καὶ οἱ δανειζόμενοι δύνανται νὰ ἐπιτυγχάνωσιν ὅρους καλλιτέρους δι’ ἑαυτούς. Ἐλπίζω, ὅτι ἡ παρατήρησις αὐτή, ἡ τόσον δικαία, θὰ ἐγκριθῇ ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου κ. Πρωθυπουργοῦ. Ἐν τέλει, ἐν τῇ παραγράφῳ αὐτῇ παρατηρῶ, ὅτι γίνεται ἐπίσης ὀρθοτάτη πρόνοια, ὅπως παύσῃ ἕν πρόσκομμα, πρόσκομμα ἀνυπέρβλητον καὶ λίαν δυσάρεστον εἰς τὸ ἐμπόριον, τοῦ νὰ δύνανται τουτέστιν οἱ ἐμπορευόμενοι ἐν στιγμῇ ἀνάγκης, ὅταν ἔχωσι περιουσίαν ἀκίνητον σημαντικὴν, νὰ προσπορίζωνται κεφάλαια. Ἀλλ’ αἱ Τράπεζαι εὑρίσκονται πρὸ ἑνὸς ἀπροχωρήτου. Δὲν δύνανται εἰς τοὺς ἐμπορευομένους νὰ δανείσωσιν ἀσφαλῶς ἐπὶ ὑποθήκῃ, διότι κατὰ τὸν κρατοῦντα ἐμπορικὸν νόμον, ἐν ᾗ περιπτώσει ἐπέλθῃ πτώχευσις τοῦ ἐμπόρου καὶ ἀναδράμῃ συνεπείᾳ ὑπάρξεως διαμαρτυρημένης συναλλαγματικῆς, διαμαρτυρηθείσης παρ’ οἱουδήποτε, ἀγνώστου τῇ Τραπέζῃ, συμβολαιογράφου, ὁ χρόνος τῆς παύσεως τῶν πληρωμῶν εἰς χρόνον προγενέστερον τῆς συνάψεως τοῦ δανείου καὶ τῆς ἐπὶ τούτῳ ἐγγραφῆς τῆς ὑποθήκης, ἡ ὑποθήκη ἀκυροῦται, καὶ ἡ Τράπεζα συντρέχει μετὰ τῶν λοιπῶν μὴ προνομιούχων δανειστῶν, ὡς ἁπλοῦς ἐνεχυρόγραφος δανειστής. Προνοεῖ ὀρθῶς τὸ νομοσχέδιον, ὅπως, ὁσάκις ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα δανείσῃ, ἐγγράψῃ τὴν ὑποθήκην καὶ ἐντὸς δέκα ἡμερῶν ἀπὸ τῆς ἐγγραφῆς τῆς ὑποθήκης δὲν ἐπέλθῃ ἀπόφασις κηρύττουσα τὴν πτώχευσιν, θὰ ἦναι ἀναμφισβήτητον τὸ κῦρος τῆς ὑποθήκης. Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον θὰ δύνανται οἱ ἔμποροι, εὑρισκόμενοι ἐν ἀνάγκῃ καὶ ἔχοντες περιουσίαν ἀκίνητον, νὰ δανεισθῶσι, κινητοποιοῦντες καὶ αὐτὴν τὴν ἀκίνητον κτῆσίν των, νὰ εὐκολυνθῶσι δὲ καὶ νὰ ἐπιχειρήσωσιν ἔργα χρήσιμα καὶ δι’ ἑαυτοὺς καὶ διὰ τὴν κοινωνικὴν ἐν γένει κίνησιν. Ἀλλ’ ἐὰν ἡ ἀνάγκη αὕτη καὶ τὸ μέτρον τοῦτο ὀρθῶς, ὀρθότατα, λαμβάνωνται ὑπ’ ὄψιν ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἡ προσήκουσα δίδεται λύσις, διατὶ νὰ παραχωρηθῇ αὐτὸ τὸ δικαίωμα εἰς μόνην τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν; Δὲν πιστεύω, τὸ πρώτιστον παρ’ ἡμῖν πιστωτικὸν ἵδρυμα νὰ διατυπώσῃ ἀξίωσιν, ὅπως τοιοῦτο προνόμιον ἀποκλειστικῶς αὐτὸ ἀποκτήσῃ. Τοῦτο θὰ ἦναι ἄδικον διὰ τοὺς ἄλλους, καὶ ἀντίκειται εἰς τὸ οἰκονομικὸν συμφέρον τῶν δανειζομένων καὶ τῆς κοινωνίας κατ’ ἀκολουθίαν ὅλης. Αὐτὰ εἶχον νὰ εἴπω ἐπὶ τῶν δύο ἄρθρων. Ἐὰν ὁ κύριος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως μοὶ δηλώσῃ, ὅτι εἶναι πρόθυμος νὰ σκεφθῇ ἐπ’ αὐτῶν κατὰ τὰς ἐμὰς ὑποδείξεις, καὶ νὰ ζητήσῃ νὰ τῷ διατυπώσω τροπολογίας, εἶμαι πρόθυμος νὰ διατυπώσω τοιαύτας.
§235Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Βεβαίως. Διὰ τοῦτο παρεκάλεσα τὴν Βουλήν, κατὰ τὴν πρώτην συζήτησιν νὰ φέρῃ τὰς παρατηρήσεις της.
§236Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Καὶ αἱ δέκα ἡμέραι, αἱ ἀπαιτούμεναι πρὸ τῆς δημοσιεύσεως τῆς περὶ πτωχεύσεως ἀποφάσεως, καλὸν εἶναι ν’ ἀφαιρεθῶσι.
§237Ν. ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι σύστημα τοῦ Ἐμπορικοῦ Νόμου, τὸ ὁποῖον καλὸν εἶναι νὰ μὴ θιχθῇ. Ἀντὶ νὰ ἔχωμεν τὴν ἡμέραν τῆς στάσεως τῶν πληρωμῶν, τὴν ἀβεβαίαν, ἔχομεν τὸ ἀποδεικτικὸν τοῦ Δικαστηρίου, ὅτι ἐντὸς δέκα ἡμερῶν ἀπὸ τῆς ἐγγραφῆς τῆς ὑποθήκης δὲν ἐξεδόθη ἀπόφασις κηρύττουσα τὴν πτώχευσιν. Τοῦτο εἶναι ἀρκετὸν διὰ τὸν ἔμπορον, σύμφωνον δὲ καὶ μὲ τὰς ἰσχυούσας γενικὰς ἰδέας τοῦ Ἐμπορικοῦ Νόμου. Ἐπὶ τοῦ τετάρτου ἄρθρου. Εἰς τὴν πρακτικήν, Κύριοι, προέκυψαν δυσχέρειαι μεταξὺ τῶν συνήθων δανειστῶν καὶ τῶν προνομιούχων Τραπεζῶν, — διότι εἶναι προνομιοῦχοι πολλαὶ Τράπεζαι σχετικῶς μὲ τὸ δικαστικὸν προνόμιον, δὲν εἶναι μόνον αἱ δύο ἐκδοτικαὶ Τράπεζαι προνομιοῦχοι. — Ἡ δυσχέρεια ἡ προκύψασα εἶναι, ἂν ἐγγραφῇ ἡ ἐπιταγή, κατὰ τὸν προνομιακὸν νόμον περὶ Τραπεζῶν, εἰς τὸ Βιβλίον τῶν κατασχέσεων, διότι κατὰ τὸν νόμον ἡ τοιαύτη ἐπιταγὴ ἔοικε κατασχέσει, δύναται δανειστής τις νὰ προβῇ εἰς τὴν κατάσχεσιν, ἐν ᾗ περιπτώσει ἡ Τράπεζα ἀπρακτεῖ; καὶ ἀντιστρόφως· ἐὰν μὴ προνομιοῦχος δανειστὴς ἐνεργῇ κατάσχεσιν καὶ ἀπρακτῇ, εἶναι ὑποχρεωμένη ἡ Τράπεζα νὰ προβῇ εἰς ἐκτέλεσιν, νὰ ζητήσῃ νὰ λάβῃ τὴν δικογραφίαν τῆς κατασχέσεως παρὰ τοῦ τοιούτου δανειστοῦ; ἢ δύναται δυνάμει τοῦ προνομίου της νὰ ἐγγράψῃ τὴν ἐπιταγὴν καὶ ἐπιχειρήσῃ τὴν ἐκτέλεσιν; Ὑπῆρξαν ἀποφάσεις ἐπαμφοτερίζουσαι ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, καὶ λίαν ὀρθῶς ἡ Κυβέρνησις ἔταμε τὸ ζήτημα, διδομένης εὐκαιρίας, κατὰ τρόπον δίκαιον. Ἀλλὰ πάλιν παρατηρῶ τὸ αὐτὸ ἐλάττωμα, νὰ ἔχωμεν Τραπέζας κεκτημένας τὸ δικαίωμα τῆς προνομιακῆς ἐκτελέσεως, καὶ ὅμως μὴ δυναμένας ν’ ἀπολαύσωσι τῆς δικαιοτάτης ταύτης λύσεως τοῦ ζητήματος· μόνον δὲ ἐὰν ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα εὑρεθῇ ἐνδιαφερομένη εἰς τοιαύτην ἐκτέλεσιν, λύεται νομοθετικῶς τὸ ζήτημα. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι τὴν λύσιν, τὴν ὁποίαν δίδει πολὺ ὀρθῶς τὸ νομοσχέδιον, καθιστᾷ ἐλαττωματικὴν ὁ ἀναγραφόμενος περιορισμὸς ὑπὲρ μόνης τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης καὶ ἡ μὴ ἐπέκτασις τῆς λύσεως εἰς πάσας τὰς περιπτώσεις, καθ’ ἃς τὸ ζήτημα δύναται νὰ προκύψῃ, ὑπὲρ πασῶν τουτέστι τῶν Τραπεζῶν τῶν κεκτημένων τὸ δικαίωμα τῆς προνομιακῆς ἐκτελέσεως κατὰ τὸν περὶ Τραπέζης νόμον τοῦ 1859. Πιστεύω ὅτι καὶ ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως θὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὰς παρατηρήσεις μου, καὶ θὰ ἐπενέγκῃ τὴν δέουσαν κατὰ τὴν κρίσιν του διόρθωσιν. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 5 ἔχετε ἕνα νεωτερισμὸν, νεωτερισμὸν ὑποδεικνυόμενον ὑπὸ τῶν κοινωνικῶν ἀναγκῶν καὶ ἐν Ἑλλάδι, ἀφοῦ τὸ σύστημα λειτουργεῖ ἀπὸ πολλῶν ἐτῶν καὶ εἰς ἄλλας Ἐπικρατείας. Ἡ Κυβέρνησις προνοεῖ, ὅπως χρήματα ἀνήκοντα εἰς προῖκας ἢ ὀρφανὰ ἢ ἄλλους ἀνικάνους ἢ σωματεῖα φιλανθρωπικὰ κατατίθηνται ὑπὸ τὸν νόμῳ ἰσχυρὸν ὅρον τοῦ ἀναπαλλοτριώτου παρὰ τῇ Ἐθνικῇ Τραπέζῃ. Νομίζω ὅτι τὸ ἄρθρον 5 εἶναι ὀρθόν· διότι, ὅπως περιβάλωμεν μὲ τοιοῦτον δικαίωμα μίαν Τράπεζαν, ἵνα κατέχῃ ὑπὸ τὸν ὅρον τοῦ ἀναπαλλοτριώτου τοιαύτας περιουσίας, πρέπει νὰ ἤμεθα βεβαιότατοι, ὅτι ἡ Τράπεζα αὕτη παρέχει πάντα τὰ ἐχέγγυα. Ὀρθῶς, κατ’ ἐμὲ, κρίνουσα ἡ Κυβέρνησις, εἰς μόνην τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν ἀπένειμε τὸ τοιοῦτον δικαίωμα, διότι εἶναι ἡ κυρία ἀρτηρία τοῦ χρηματικοῦ ἡμῶν βίου, καὶ συνεπῶς εἰς ἐκείνην καὶ μόνην πρέπει νὰ ἀναθέσωμεν τοιαύτην ἐμπιστοσύνην. Ἀλλ’ ἐὰν ἐν τῷ ἄρθρῳ 5 ἡ τοιαύτη λύσις ἐγένετο ἡ προσήκουσα, νομίζω ὅτι ἐν τῷ ἄρθρῳ 6 γίνεται ἓν σφάλμα, εἰς τὸ ὁποῖον δὲν πιστεύω ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως νὰ ἐπιμείνῃ. Εἰς τὸ ἄρθρον 6 ζητεῖται ἡ κύρωσις τοῦ ἐκδοτικοῦ προνομίου, καὶ ἡ Κυβέρνησις ἀναγράφει ποινὴν δι’ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι, μὴ κεκτημένοι δικαίωμα ἐκδόσεως τραπεζογραμματίων, ἐπιχειροῦσι τὴν ἔκδοσιν τοιούτων γραμματίων. Ἀλλ’ ἆρά γε, καθ’ ὃν τρόπον τὸ ἄρθρον 6 διετυπώθη, τὸ ὁποῖον ἐν τῇ ἀρχικῇ συλλήψει του εἶναι ὀρθὸν, πρέπει νὰ παραμείνῃ; Ἤθελεν εἶσθαι σφαλερὸν νὰ παραμείνῃ οὕτως. Ἡ παραβίασις τοῦ προνομίου εἰς ἔκδοσιν καὶ κυκλοφορίαν τραπεζικῶν γραμματίων πρέπει νὰ τιμωρῆται — τοῦτο δὲν συζητεῖται — τί θέλει ὅμως ἡ παρένθεσις ἐκείνη, «ἤτοι ἡ ἔκδοσις παρ’ ἄλλου οἱωνδήποτε τίτλων εἰς τὸν κομιστὴν εἰς ὄψιν ἐκδεδομένων»; Γινώσκετε ποῦ μεταβαίνομεν; Καταργοῦμεν ἐντελῶς τὴν νομοθεσίαν τοῦ chèque au porteur, τῆς ἐπιταγῆς εἰς τὸν κομιστὴν τῆς ἐν ὄψει ἐξοφλητέας.
§238Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Διατί;
§239Ν. ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄταν εἴπητε «ἡ παραβίασις τοῦ προνομίου εἰς ἔκδοσιν καὶ κυκλοφορίαν τραπεζικῶν γραμματίων, τιμωρεῖται», ἔχετε πλήρη ἔννοιαν.
§240Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τὸ ἄρθρον αὐτὸ δὲν τὸ ἐγράψαμεν ἡμεῖς, οὐδὲ τὸ ἡρμηνεύσαμεν ἡμεῖς. Τὸ ἄρθρον αὐτὸ μετεγράψαμεν ἐκ τοῦ νόμου τοῦ Ἰταλικοῦ, ὁ ὁποῖος περιέχει αὐτὴν ταύτην τὴν διάταξιν τῶν τραπεζικῶν γραμματίων. Διὰ δὲ τὰ chèques περιέχει ὅρους ὅλως διόλου διαφορετικοὺς ἀπὸ τοὺς ὅρους, τοὺς ὁποίους τὸ ἄρθρον περιγράφει.
§241Ν. ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Γνωρίζετε ὅμως καὶ τὰ chèques au porteur, τὰ ὁποῖα εἶναι ἐν ὄψει πληρωτέα.
§242ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπεξηγηματικὸν εἶναι.
§243Ν. ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν λέγω, ὅτι δὲν εἶναι ἐπεξηγηματικόν· ἀλλὰ καθ’ ὃν τρόπον εἶναι διεσκευασμένον τὸ ἄρθρον — δὲν ἔχω ὑπ’ ὄψει μου τὸ Ἰταλικὸν, ἔχω ὑπ’ ὄψει μου τὸ Ἑλληνικὸν — θὰ καταργήσῃ, κύριε Πρόεδρε, τὰ chèques au porteur.
§244Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἔχω τὸ Ἰταλικόν.
§245Ν. ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ σᾶς παρακαλέσω, κατόπιν, κύριε Πρόεδρε, νὰ εὐαρεστηθῆτε νὰ μοὶ τὸ ἀνακοινώσητε.
§246Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τὸ ἔχω σημειώσει μὲ κόκκινον μολύβι. Ἄρθρον 140.
§247Ν. ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Μοὶ ἐπιτρέπετε;
§248Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Παρακαλῶ. (Ἐγχειρίζει τῷ κ. Καλογεροπούλῳ τὸ Ἰταλικὸν κείμενον).
§249Ν. ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ (ἀναγινώσκει ἐκ τοῦ Ἰταλικοῦ νόμου).... Παρατηρεῖτε, ὅτι τὸ Ἰταλικὸν κείμενον, ὀρθῶς διαγινῶσκον τὸν κίνδυνον τῆς ἐκδόσεως δικαιογράφων παρεμφερῶν πρὸς τὰ τραπεζικὰ γραμμάτια, διατυποῖ τὴν ἀπαγόρευσιν διὰ τὰ ἠθικὰ πρόσωπα καὶ τοὺς συνεταιρισμούς.
§250Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Βεβαίως.
§251Ν. ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐδῶ ὅμως δὲν περιέλαβε τοιαύτην διατύπωσιν ὁ νόμος, καὶ ἂν ἐγώ, ἔχων χρήματα εἰς Τράπεζάν τινα, θέλω νὰ μεταχειρισθῶ τὸ μέσον τῆς πληρωμῆς, τὸ ὁποῖον γενικεύεται καθ’ ἑκάστην, καὶ τὸ ὁποῖον κατ’ ἀνάγκην θὰ εἰσαχθῇ διὰ νόμου καὶ ἐν Ἑλλάδι, τὸ chèque au porteur, τὴν ἐπιταγὴν εἰς τὸν κομιστήν, ἡ ὁποία ἀπεδείχθη χρησιμωτάτη εἰς τὸ ἐν γένει ἐμπόριον, ἐὰν τὸ ἄρθρον αὐτὸ ψηφισθῇ ὡς ἔχει, νομίζω ὅτι δὲν θὰ δύναμαι νὰ τὸ πράξω· διότι θὰ ἔχω τίτλον ὑπ’ ἐμοῦ ἐκδεδομένον εἰς τὸν κομιστὴν πληρωτέον ἐν ὄψει. Ἐν ὄψει δὲ θὰ ἦναι. Διὰ τοῦτο θὰ παρακαλέσω, ἀφοῦ ἡ ἔννοια, κύριε Πρωθυπουργέ, τοῦ τραπεζικοῦ γραμματίου, τὸ ὁποῖον ὀρθῶς ζητεῖτε νὰ προστατεύσητε, εἶναι πλήρης ἐν τῇ συνειδήσει πάντων, νὰ ἀποφύγητε τὴν παρένθεσιν καὶ νὰ προστατεύσητε τὰ τραπεζικὰ γραμμάτια, καθ’ ὃν τρόπον τὰ προστατεύετε, ἀλλ’ ἄνευ τῆς παρενθέσεως· διότι θὰ συμβῇ καὶ ἓν ἕτερον, κύριε Πρωθυπουργέ. Δυνατὸν νὰ φθάσωμεν καὶ εἰς τὴν ἵδρυσιν Κτηματικῆς τινος Τραπέζης κατὰ τὸν τύπον τοῦ Crédit Foncier. Γινώσκετε πῶς τὸ Crédit Foncier πραγματοποιεῖ τὰ δάνειά του; Δι’ ὁμολογιῶν· καὶ αἱ ὁμολογίαι αὗται εἶναι εἰς τὸν κομιστὴν, καὶ αἱ ὁμολογίαι αὗται καθίστανται καὶ πληρωτέαι ἐν ὄψει. Ἐὰν λοιπὸν φθάσωμεν εἰς ὁριστικὴν ἀπόφασιν καὶ δεχθῶμεν τὸ ὑμέτερον νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον βεβαίως δὲν ἀντιπροσωπεύει τελείαν τὴν ὑμετέραν ἀπόφασιν ἐπὶ τοῦ ζητήματος, ὅπως εἶναι διατετυπωμένον, θὰ εὑρεθῶμεν εἰς τὸ ἀπροχώρητον διὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῆς ἐπιθυμίας, τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ ἔχωμεν, ὅπως ἴδωμεν καὶ μίαν Κτηματικὴν Τράπεζαν ἐν Ἑλλάδι λειτουργοῦσαν. Παρατηρεῖτε δὲ, ὅτι ὁ Ἰταλικὸς νόμος περὶ ἠθικῶν προσώπων καὶ συνεταιρισμῶν μόνον ἐμερίμνησε, κατὰ τὸ κείμενον, τὸ ὁποῖον εἴχετε τὴν ἄπειρον καλωσύνην νὰ μοὶ ἐμπιστευθῆτε πρὸς στιγμὴν, ἵνα λάβω γνῶσιν αὐτοῦ, καὶ δὲν ἠθέλησε νὰ γενικεύσῃ διὰ τῶν ἰδεῶν, αἵτινες κατ’ ἀνάγκην, ἕνεκα τῆς γενικότητος ἐν τῷ ὑμετέρῳ νομοσχεδίῳ, περιλαμβάνονται εἰς τὴν ἐπεξηγηματικὴν παρένθεσιν, ἀναγράφων ἀπαγόρευσιν τῶν εἰς τὸν κομιστὴν ἐπιταγῶν, τουτέστιν οὐχὶ νομίσματος, ἀλλ’ ἀποδείξεων εἰς τὸν κομιστὴν, χρησιμωτάτων εἰς τὸ ἐμπόριον, πολλὰς πληρουσῶν ἀνάγκας αὐτοῦ, καὶ αἱ ὁποῖαι βεβαίως εἶναι προωρισμέναι νὰ εἰσαχθῶσι καὶ εἰς τὸν παρ’ ἡμῖν ἀναπτυσσόμενον ἐμπορικὸν κόσμον. Αὐτὰς καὶ μόνον τὰς παρατηρήσεις, κύριε Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, ἐνόμισα ὅτι εἶχον καθῆκον νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν ὑμετέραν κρίσιν ἀπὸ εὐμενοῦς αἰσθήματος, ὅπως τὸ ἔργον ὑμῶν, τὸ ὁποῖον εἶναι ἄξιον ὁμολογουμένως παντὸς ἐπαίνου, διὰ τὴν ἐπιτυχῆ λύσιν οὐσιωδῶν ζητημάτων, προκυψάντων εἰς τὰς συναλλαγὰς, ἀποβῇ καθ’ ὅλα, κατὰ τὴν ἐμὴν τοὐλάχιστον ταπεινὴν κρίσιν, πλῆρες.
§252Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ τελευταία παρατήρησις ὑμῶν δὲν νομίζετε ὅτι προβάλλεται πρὸς πρόληψιν παρερμηνείας;
§253Ν. ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀκριβῶς, κύριε Πρόεδρε.
§254Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἀλλ’ ἡ παρερμηνεία εἶναι πάντοτε παρερμηνεία, δὲν εἶναι ἑρμηνεία.
§255Ν. ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Πρέπει νὰ ληφθῇ πρόνοια, ὅπως ἡ παρερμηνεία αὕτη μὴ λάβῃ χώραν.
§256Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἡ διάταξις τοῦ νομοσχεδίου δὲν ἐννοεῖ νὰ περιστείλῃ τὴν κυκλοφορίαν τῶν ἐπιταγῶν εἰς διαταγήν.
§257Ν. ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τοῦτο λέγω ἀκριβῶς, ὅτι ὑπερβαίνει τὴν ἀπόφασιν, τὴν ὁποίαν ἔχετε, ὅπως προστατεύσητε τὰ τραπεζογραμμάτια. Τὸ εἶπον προηγουμένως, ὅτι ὁ σκοπὸς ὑμῶν δὲν εἶναι ν’ ἀπαγορεύσητε τὰς εἰς τὸν κομιστὴν καὶ ἐν ὄψει πληρωτέας ἐπιταγάς.
§258Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Οἱ ὅροι, τοὺς ὁποίους περιλαμβάνει τὸ νομοσχέδιον, δὲν εἶναι ὅροι συνιστῶντες ἢ παριστῶντες τὴν ἐπιταγὴν, τὸ chèque.
§259Ν. ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Κατὰ τὴν ἐμὴν κρίσιν, ὡς ἔχει τὸ νομοσχέδιον, περιλαμβάνει καὶ αὐτήν.
§260ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λέγει κατόπιν «κυκλοφορήσαντας τίτλους».
§261Ν. ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν, κύριε Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, ἐπιμένητε εἰς τὴν διατύπωσιν τῆς παρενθέσεως, τοὐλάχιστον συμμορφωθῆτε, παρακαλῶ, μὲ τὴν ἔννοιαν, τὴν ὁποίαν τὸ Ἰταλικὸν κείμενον, ἐξ οὗ ἠρύσθητε τὴν διάταξιν, λέγει, ὅπως ἠθικὰ πρόσωπα ἢ συνεταιρισμοὶ, glienti morali e associazioni, ὡς λέγει τὸ Ἰταλικὸν κείμενον, αὐτὰ καὶ μόνον παραμένωσιν ἐν τῇ ἀπαγορεύσει τῶν εἰς τὸν κομιστὴν καὶ ἐν ὄψει πληρωτέων τίτλων, ἵνα μὴ συμβῇ παρερμηνεία τις, συνεπαγομένη καὶ ποινικὰς συνεπείας καὶ ἀποζημιώσεις πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, τῆς ὁποίας ἤθελε παραβιασθῇ τὸ προνόμιον. Ὡς πρὸς τὸ προνόμιον δὲ, παρακαλῶ νὰ σημειωθῇ, ὅτι δύο ἐκδοτικαὶ Τράπεζαι ὑπάρχουσι, καὶ ὅτι, ἐν ὅσῳ ὑφίσταται καὶ ἡ ἑτέρα, ἡ μικροτέρα, τὸ δικαίωμα τῆς ἀποζημιώσεως δύναται νὰ γεννηθῇ καὶ ὑπὲρ τῆς ἑτέρας. Περὶ τούτου δὲν λαμβάνεται πρόνοια, διότι βεβαίως, καθὼς παρατηρῶ ἐκ τοῦ νομοσχεδίου τοὐλάχιστον, ἡ ὑμετέρα ἐπιθυμία καὶ ἡ λαμβανομένη πρόνοια τείνουσιν εἰς τὴν ἑνοποίησιν τοῦ ἐκδοτικοῦ δικαιώματος ἐν Ἑλλάδι. Ἀλλ’ ἐν ὅσῳ τὸ γεγονὸς τοῦτο ὁριστικῶς δὲν ἔχει ἐπέλθει, ἡ προστασία τοῦ δικαιώματος καὶ τῆς ἑτέρας ἐκδοτικῆς Τραπέζης εἶναι ἀξία νὰ ἑλκύσῃ τὴν ὑμετέραν προσοχὴν, ὅπως καὶ ἐκείνης τὸ ὄνομα ἐν τῷ κύκλῳ τοὐλάχιστον, ἐν τῷ ὁποίῳ δύναται ὡρισμένως νὰ ἐνεργήσῃ, ἀναγραφῇ. Δὲν θεωρῶ, ὅτι θὰ ἀποδώσῃ ἐκείνη σημασίαν εἰς τὸ πρᾶγμα, ὅπως ζητήσῃ ἀποζημίωσιν, ἀλλὰ διὰ τὴν δικαιοσύνην καὶ τὴν ἑνότητα τῆς ἡμετέρας νομοθεσίας, ἐν ὅσῳ ὑπάρχουσι δύο ἐκδοτικαὶ Τράπεζαι, πρέπει ἀμφότεραι ἴσης νὰ τύχωσι προστασίας. Ἄλλο τι δὲν ἔχω νὰ ὑποβάλω, κύριε Πρωθυπουργέ.
§262ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Θὰ σᾶς δώσω μίαν μικρὰν ἐξήγησιν, κύριε συνάδελφε.
§263Ν. ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ ἀκούσω, κύριε Ὑπουργέ, πᾶσαν ἐξήγησιν εὐχαρίστως.
§264ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ. Ὁ συντάξας τὸ νομοσχέδιον δὲν εἶχεν ὑπ’ ὄψει τὰς ἐπιταγὰς, chèques, ἀλλ’ ἀπέβλεπεν εἰς τὴν προφύλαξιν κατὰ τῶν καταστρατηγήσεων τοῦ νόμου, αἵτινες, ὡς ὑμεῖς ὁ ἴδιος γνωρίζετε, γίνονται ἐνίοτε δι’ ἐκδόσεως οὐχὶ τραπεζογραμματίων, ἀλλ’ ὁμολογιῶν εἰς τὸν κομιστήν, αἱ ὁποῖαι, ἀρχίζουσαι ἀπὸ μεγαλείτερον ποσὸν, δύνανται νὰ κατέλθωσιν εἰς ἐλάχιστον ποσὸν, τὸ ὁποῖον ὑποκαθιστᾷ τὸ τραπεζογραμμάτιον. Αὐτὸς εἶναι ὁ σκοπός. Ἐνοήσατε;
§265Ν. ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Πρέπει νὰ διασαφηνισθῇ τὸ πρᾶγμα, διότι θὰ ἦτο ἀδίκημα διὰ τὴν ἡμετέραν νομοθεσίαν νὰ ἀναγράφῃ σήμερον, εἰς τὰ 1903, ἀπαγόρευσιν κατὰ τῶν εἰς τὸν κομιστὴν καὶ ἐν ὄψει πληρωτέων ἐπιταγῶν.
§266Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἦναι τοιαύτη ἡ ἔννοια.
§267Ν. ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀκριβῶς αὐτὸ λέγω· ὅτι εἴμεθα κατ’ οὐσίαν σύμφωνοι. Θὰ παρακαλέσω δὲ διὰ τοῦτο ὑμᾶς νὰ εὐαρεστηθῆτε νὰ εὐκρινήσητε τὸ πρᾶγμα κατὰ τρόπον μὴ ἐπιτρέποντα ἀμφιβολίαν. Ἀφοῦ καὶ εἰς ἐμὲ ἐγεννήθη ἀμφιβολία τις, φαντασθῆτε, ἂν εἰς ἄλλους, μὴ ἔχοντας τέλος πάντων μηδὲ στοιχειώδεις νομικὰς γνώσεις, δὲν θὰ γεννηθῶσιν ἀμφιβολίαι μείζονες. Διατί, ἀφοῦ νομοθετοῦμεν, νὰ μὴ βελτιώσωμεν τὴν ῥήτραν τοῦ νομοσχεδίου, ἀφοῦ περὶ τῆς ἐννοίας, ὡς παρατηρῶ, εἴμεθα πληρέστατα σύμφωνοι;
§268Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐγὼ ἔλαβον σημείωσιν ἀκριβῆ τῶν παρατηρήσεων ὑμῶν· ἀλλ’ εἴχετε τὴν καλωσύνην νὰ ὑποσχεθῆτε, ὅτι θέλετε ὑποβάλει ἐγγράφως αὐτάς.
§269Ν. ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Εὐχαρίστως.
§270Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Καὶ αὐτὸ τὸ τῶν 10 ἡμερῶν ν’ ἀπαλειφθῇ ἐντελῶς.
§271ΦΩΝΑΙ. Ὄχι! ὄχι!
§272Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, νομίζω ὅτι τὸ ἄρθρον τὸ τελευταῖον...
§273ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 3 ἔχετε καμμίαν παρατήρησιν;
§274Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐπὶ τοῦ τελευταίου ἄρθρου.
§275ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μετ’ ὀλίγον θὰ σᾶς παρακαλέσω.
§276Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐπειδὴ ὁ κ. προλαλήσας ὡμίλησεν ἐπὶ τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ, ἤθελον νὰ παρατηρήσω τινὰ ἐπὶ τῶν παρατηρήσεων αὐτοῦ...
§277ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρέπει νὰ προβαίνωμεν ἐν τάξει. Ὑπάρχει ἄλλη ἀντίρρησις ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 3;
§278Ι. ΣΙΓΑΛΑΣ. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 3, κύριε Πρόεδρε, θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, νὰ δεχθῇ, ὅπως ἡ προθεσμία τῶν δέκα ἡμερῶν ὑπολογίζηται ἀπὸ τῆς ἐγγραφῆς τῆς περὶ πτωχεύσεως αἰτήσεως, διότι ἄλλως, ὡς ἔχει ἡ σύμβασις, θὰ δίδῃ χώραν εἰς πολλά.
§279ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ. Δὲν ἠξεύρει ἡ Τράπεζα πότε γίνεται ἡ ἐγγραφή.
§280Ι. ΣΙΓΑΛΑΣ. Θὰ δώσῃ χώραν εἰς πολλὰ παράπονα καὶ εἰς πολλὰς ζημίας. Ὑποθέσατε πρὸς στιγμήν, κύριε Πρόεδρε, ὅτι εἷς, κηρυσσόμενος εἰς πτώχευσιν, μετὰ τὴν ἐγγραφὴν καὶ τὴν ἐκδίκασιν τῆς πτωχεύσεως ἐξαπατᾷ τὴν Τράπεζαν, ὠφελεῖται δὲ τοῦ διαμέσου χρόνου ἀπὸ τῆς συζητήσεως μέχρι τῆς δημοσιεύσεως τῆς ἀποφάσεως, καὶ κλέπτει τοιουτοτρόπως τὰ χρήματα, δανειζόμενος ἐντὸς τῶν 10 ἡμερῶν ἀπὸ τῆς συζητήσεως τῆς αἰτήσεως περὶ πτωχεύσεως· διότι ὅλοι ἠξεύρομεν, ὅτι συνήθως ἀπὸ τῆς συζητήσεως παρέρχονται πολλάκις καὶ 10 καὶ 20 ἡμέραι μέχρις οὗ ἐκδοθῇ ἡ ἐπ’ αὐτῆς ἀπόφασις. Δηλαδὴ βλέπων τις ὅτι κηρύσσεται εἰς κατάστασιν πτωχεύσεως συνομολογεῖ δάνειον.
§281Ν. ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ Τράπεζα θὰ ἐγγράψῃ τὴν ὑποθήκην καὶ θὰ περιμένῃ 10 ἡμέρας, ἵνα λάβῃ πιστοποιητικόν. Ἡ ὑπόθεσις, τὴν ὁποίαν κάμνετε, εἶναι ἐντελῶς ἀπραγματοποίητος.
§282Ι. ΣΙΓΑΛΑΣ. Ἂς ἐξηγηθῶμεν κάλλιον. Νομίζω, ὅτι καὶ διὰ τὴν ἀσφάλειαν τῆς Τραπέζης καὶ τὴν καλὴν πίστιν, καὶ διὰ νὰ περιφρουρήσωμεν καὶ τὰ συμφέροντα καὶ τὰ δικαιώματα τῶν τρίτων δανειστῶν τοῦ πτωχεύσαντος ἐμπόρου, πρέπει νὰ δεχθῶμεν, ὅπως ἡ προθεσμία τῶν δέκα ἡμερῶν μὴ λήγῃ μέχρι τῆς δημοσιεύσεως τῆς ἀποφάσεως, ἀλλὰ νὰ λήγῃ μέχρι τῆς ἐγγραφῆς τῆς αἰτήσεως περὶ πτωχεύσεως εἰς τὸ δελτίον ἢ εἰς τὸ πινάκιον τοῦ Δικαστηρίου. Τὴν βεβαιότητα, ὅτι δὲν ὑπεβλήθη αἴτησις περὶ πτωχεύσεως, θὰ τὴν ἐξάγῃ ἡ Τράπεζα ἐκ τοῦ πιστοποιητικοῦ, τὸ ὁποῖον θὰ λαμβάνῃ μετὰ 10 ἡμέρας ἀπὸ τῆς ἐγγραφῆς τῆς ὑποθήκης παρὰ τοῦ γραμματέως τοῦ οἰκείου Πρωτοδικείου, τῆς κατοικίας δηλαδὴ τοῦ ἐμπόρου. Ὡς ἔχει ἡ σύμβασις, θὰ συνεπάγηται μεγάλας ζημίας, διότι εἶναι γνωστὸν εἰς ὅλους εὐτυχῶς τοὺς συναδέλφους, ὅτι ἀπὸ τῆς συζητήσεως μέχρι τῆς δημοσιεύσεως τῶν ἀποφάσεων δύνανται νὰ παρέλθωσι 15 καὶ 20 ἡμέραι.
§283Ν. ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τί σημαίνει;
§284Ι. ΣΙΓΑΛΑΣ. Δὲν σημαίνει τίποτε; Ἀλλὰ παραβλάπτει τὴν δημοσίαν πίστιν, καὶ ἀνοίγει τὴν θύραν εἰς τὸν δόλον διὰ τῶν μετὰ τὴν πτώχευσιν δανείων. Ἐκτὸς τούτου, καταστρέφει τὰ δικαιώματα τῶν τρίτων, δανειστῶν τοῦ πτωχεύσαντος, οἱ ὁποῖοι θὰ εὑρίσκωνται τοιουτοτρόπως πρὸ μιᾶς ὑποθήκης ἐγγραφείσης μετὰ τὴν συζήτησιν τῆς περὶ πτωχεύσεως αἰτήσεως. Εἶναι λίαν ὑπερβολικὸν τὸ προνόμιον. Ἄλλως δὲ ἡ Τράπεζα δὲν ζημιοῦται, ἂν δεχθῶμεν ἀντὶ τῆς προσαγωγῆς ἀποφάσεως τὴν προσαγωγὴν πιστοποιητικοῦ περὶ τῆς ἐγγραφῆς ἢ μὴ τῆς αἰτήσεως. Πῶς θὰ ἀποδειχθῇ ἡ μὴ ὕπαρξις τῆς ἀποφάσεως ἢ διὰ τῆς προσαγωγῆς πιστοποιητικοῦ τοῦ γραμματέως; Δι’ αὐτοῦ δὲ τοῦ πιστοποιητικοῦ θὰ βεβαιῶται καὶ ὅτι δὲν ἐνεγράφη αἴτησις περὶ πτωχεύσεως.
§285ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἄλλη ἀντίρρησις; Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 3, ὡς ἔχει, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 4 (ἀναγινώσκεται).
§286ΜΙΧ. ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Ὡς διατυποῦται τὸ ἄρθρον τοῦτο, δύναται νὰ γεννηθῇ τὸ ἑξῆς ζήτημα· δύναται νὰ προβῇ εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τῆς κατασχέσεως καὶ ὁ ἰδιώτης καὶ ἡ Τράπεζα, καὶ νὰ ὁρίσουν τὴν αὐτὴν ἡμέραν πλειστηριασμοῦ. Τότε ποῖος εἶναι προτιμητέος; ἡ Τράπεζα ἢ ὁ ἰδιώτης;
§287Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Ὁ ἰδιώτης θ’ ἀκολουθήσῃ τὴν διαδικασίαν τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας, ἡ ὁποία ἔχει διατυπώσεις ἄλλας· αὐτὸ ὑπονοεῖ τὸ ἄρθρον· οὔτε ἠμπορεῖ ὁ ἰδιώτης ν’ ἀκολουθήσῃ ἄλλην διαδικασίαν. Ἄν λοιπὸν ἡ Τράπεζα ἐγγράψῃ τὴν ἐπιταγήν της εἰς τὰ βιβλία τῶν κατασχέσεων, σταματήσῃ δὲ τὴν πρόοδον τῆς ἐκτελέσεως, ὁ ἰδιώτης θὰ σπεύσῃ νὰ ἐκτελέσῃ κατὰ τὰς διατυπώσεις τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας.
§288ΑΧΙΛ. ΠΑΠΑΛΟΥΚΑΣ. Προκειμένου περὶ εἰσπράξεως χρημάτων τῆς Τραπέζης δι’ ἐκτελέσεως, τὸ ἄρθρον 4 λέγει: «Ἐὰν ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα, ἐπιληφθεῖσα ἀναγκαστικῆς ἐκτελέσεως, ἀναβάλῃ τὴν ἐπίσπευσιν τοῦ πλειστηριασμοῦ, δύναται πᾶς ἄλλος δανειστὴς τοῦ ὀφειλέτου νὰ προβῇ εἰς κατάσχεσιν ἀναγκαστικὴν καὶ ἐκτέλεσιν...» Νομίζω, ὅτι τὸ ἐπιβάλλειν κατάσχεσιν μετὰ τὴν Τράπεζαν παρέλκει, καὶ εἶναι περιττὸν νὰ τεθῇ· διότι, ἂν τεθῇ, τότε παραβιάζομεν τὰς γενικὰς διατάξεις τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας, κατὰ τὰς ὁποίας δευτέρα κατάσχεσις δὲν ἐπιτρέπεται, καὶ φρονῶ, ὅτι πρέπει νὰ ἀπαλειφθῇ τὸ μέρος τοῦτο, καὶ νὰ εἴπωμεν ὅτι, ἅπαξ ἐπιβληθείσης κατασχέσεως ἑτέρα τοιαύτη δὲν ἐπιτρέπεται, ἀλλ’ ἐξακολουθεῖ ἡ πρώτη.
§289ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἄλλη ἀντίρρησις ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 4; Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 4, ὡς ἔχει, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 5. (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν, ὡς ἔχει). Ἄρθρον 6 (ἀναγινώσκεται).
§290Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὅτε ὁ ἔντιμος Βουλευτὴς ἐκ Χαλκίδος ὑπέβαλε παρατήρησιν ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τούτου, καὶ ἐζήτησε ν’ ἀπαλειφθῇ ἡ παρένθεσις, τότε ἠδύνατο νὰ λείψῃ καὶ τὸ ἄρθρον, διότι σκοπὸς τοῦ ἄρθρου εἶναι ἡ ἐν αὐτῷ εὑρισκομένη παρένθεσις· σκοπὸς τοῦ ἄρθρου προφανῶς δὲν εἶναι νὰ τιμωρήσῃ τὴν παρ’ ἄλλου ἔκδοσιν τραπεζικῶν γραμματίων, δηλαδὴ τὴν παράβασιν τοῦ προνομίου τῆς ἐκδόσεως τραπεζικῶν γραμματίων, διότι τοῦτο τιμωρεῖται ὑπὸ τοῦ Ποινικοῦ Νόμου. Ἡ Τράπεζα θέλει νὰ εἰσαγάγῃ ἄλλην ἀπαγόρευσιν. Γνωρίζετε ὅτι μεγάλη κίνησις κεφαλαίων γίνεται δι’ ἐπιταγῶν...
§291Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν εἶναι αὐτό.
§292Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἀπορῶ, πῶς τίθεται ὑπὸ ἀμφισβήτησιν, ὅτι αὐτὸς εἶναι ὁ σκοπός· διότι λέγει τὸ ἄρθρον: «Ἡ παραβίασις τοῦ προνομίου εἰς ἔκδοσιν καὶ κυκλοφορίαν τίτλων εἰς τὸν κομιστὴν εἰς ὄψιν...» Τί ἄλλο εἶναι αὐτὸ ἢ ἐπιταγή; Ἐπιταγὴ, καὶ ἂν ἐγὼ τὴν ἐκδίδω, οὐχὶ ἂν λαμβάνων βιβλιάριον ἀπὸ τὴν Τράπεζαν ἐκδίδω ἐπιταγὴν, ἀποσπῶν ἀπ’ αὐτοῦ ἓν φύλλον καὶ παραγγέλλων δι’ αὐτῆς τὴν πληρωμὴν, ἀλλὰ καὶ ἂν ᾖναι ἰδική μου ἡ ἐπιταγὴ, ὑπόκειται εἰς τὴν περίπτωσιν, τὴν ὁποίαν τὸ ἄρθρον μνημονεύει. Ἡ Τράπεζα, φοβουμένη τὸν ἐκ τῆς μεγάλης κυκλοφορίας ἐπιταγῶν τοιούτων ἀνταγωνισμόν, θέλει νὰ περιορίσῃ αὐτόν. Λοιπὸν ἡ Κυβέρνησις πρέπει περὶ αὐτοῦ νὰ μᾶς διαβεβαιώσῃ. Ἂν δὲ συμφωνῇ μεθ’ ἡμῶν, νὰ συνεννοηθῇ μετὰ τῆς Τραπέζης, ὅπως καλλίτερον ἐκφρασθῇ, διότι, ὡς ἔχει τὸ ἄρθρον, δὲν ἐννοεῖ παρὰ νὰ παρακωλύσῃ τὰς ἐπιταγάς· δι’ αὐτὸ ὁμιλεῖ περὶ τιμωρίας, λέγον ὅτι «τιμωρεῖται διὰ χρηματικῆς ποινῆς ἰσαξίας πρὸς τοὺς κυκλοφορήσαντας τίτλους, ἐπιφυλασσομένου τοῦ δικαιώματος τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης εἰς ἀποζημίωσιν».
§293Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Οὐδεὶς ἐννοεῖ νὰ περιστείλῃ τὰς ἐπιταγάς· ἐξ ἐναντίας συμφέρον ὑπάρχει κοινωνικὸν νὰ ἐνισχυθῇ ἡ διευκόλυνσις τῆς μεταφορᾶς τῶν χρημάτων. Ὅθεν δὲν πρόκειται περὶ ἐπιταγῶν, πρόκειται περὶ γραμματίων, τὰ ὁποῖα ἐκδίδει τις πρὸς ἄλλον, πρὸς τὸν κομιστήν, καὶ ὁ κομιστὴς πρὸς ἄλλον. Ἀλλὰ πρόκειται περὶ καταστρατηγήσεως τοῦ δικαιώματος τῆς ἐκδόσεως τραπεζικῶν γραμματίων.
§294Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ δήλωσις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ νὰ σημειωθῇ εἰς τὰ ἐπίσημα πρακτικά.
§295Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι εἰς οἱονδήποτε Δικαστήριον προσαχθῇ τὸ ἄρθρον αὐτὸ, θὰ λάβῃ τὴν ἑρμηνείαν, τὴν ὁποίαν ἐγὼ δίδω. Τώρα ἄλλο ζήτημα, ἂν ἡ ἑρμηνεία, τὴν ὁποίαν δίδετε ὑμεῖς, θὰ χρησιμεύσῃ ὡς ἐπίσημος ἑρμηνεία.
§296ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἄλλη ἀντίρρησις ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 6;
§297ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι.
§298ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 6 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ὑπάρχει ἀντίρρησις ἐπὶ τοῦ συνόλου; Οἱ παραδεχόμενοι τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς πρώτην συζήτησιν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
§299Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Κύριε Πρόεδρε, εἶναι δεκάτη ἡ ὥρα.
§300ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὔριον θὰ ἔχωμεν τὴν ἡμερησίαν διάταξιν ὅπως ἔχει, μὲ μόνην τὴν διαφοράν, ὅτι θὰ προταχθῇ ἡ συζήτησις τῶν ἐπαναληπτικῶν ἐκλογῶν Αἰγίνης καὶ Τριχωνίας, κατόπιν τὸ νομοσχέδιον περὶ Ἀντιβασιλείας, καὶ ἀκολούθως αἱ δύο συμβάσεις μετὰ τῶν Τραπεζῶν Ἐθνικῆς καὶ Ἰονικῆς εἰς δευτέραν συζήτησιν.
§301ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα.
§302ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶσθε σύμφωνοι;
§303Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Σύμφωνοι.
§304ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρα 10′ μ. μ.)