1903.03.01
2,324 rows · 17,665 words · 229 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 37
τῆς 1 Μαρτίου 1903.
(Σάββατον).
(Προεδρεύοντος τοῦ Προέδρου κ. Δημ. Ράλλη).
(Γενομένης ἀπαρτίας ὥρᾳ 4 μ. μ. ἀναγινώσκονται καὶ ἐγκριθέντα ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνακοινῶ εἰς τὴν Βουλὴν ψήφισμα τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου τοῦ δήμου Ὀρχομενοῦ τῆς Λεβαδείας, ἐκφράζοντος τὴν εὐχήν, ὅπως μὴ μεταβληθῇ ἡ διοικητικὴ διαίρεσις τοῦ Κράτους. Ὡσαύτως ἀνακοινῶ ἀναφορὰν τῶν ἐν ταῖς φυλακαῖς Πύλου καταδίκων, παραπονουμένων κατὰ τῆς ἐφορευτικῆς ἐπιτροπῆς τῶν φυλακῶν καὶ τοῦ χορηγητοῦ τοῦ ἄρτου. Ὁ κύριος Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἔχει τὸν λόγον.
§2Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Λίαν προσεχῶς θέλουσι τελεσθῆ ἐν Κοπενάγῃ ἑορταὶ τῆς αὐτοῦ Μεγαλειότητος τοῦ Βασιλέως τῆς Δανιμαρκίας, τῶν δὲ ἑορτῶν τούτων ἀναγκαίως θέλει μετάσχει καὶ ὁ Βασιλεὺς τῶν Ἑλλήνων. Διὰ τοῦτο προτείνω εἰς τὴν Βουλὴν ἀπὸ τοῦδε τὸ νομοσχέδιον περὶ ἀποδημίας τοῦ Βασιλέως κατὰ τὸ 1903. Ἀποκρίνομαι εἰς ἐπερωτήσεις τοῦ βουλευτοῦ ἐκ Νάξου κ. Πρωτοπαπαδάκη. Ἀπηυθύνθησαν δέκα ἐρωτήματα· πρὸς τὰ δέκα ταῦτα ἐρωτήματα ἀποκρίνομαι διὰ τῶν ἀπαντήσεων, τὰς ὁποίας περιέχει τὸ κείμενον τοῦτο. Καὶ περὶ μὲν τοῦ πρώτου ἰδίως καταθέτω τὸν πίνακα τὸν δηλοῦντα τὸ πωληθὲν ποσὸν τῆς Ναξίας σμύριδος κατὰ τὰ ἔτη 1890 ἕως 1902, δηλαδὴ ἐπὶ δώδεκα ἔτη· ἐπὶ τῷ ἐρωτήματι τῷ ἑβδόμῳ καταθέτω ἀλληλογραφίαν τοῦ δημοσίου ταμίου. Καὶ ἐπὶ τῶν ὑπολοίπων ἐρωτημάτων αἱ ἀπαντήσεις περιέχονται ἐν τοῖς φακέλοις τούτοις. Περὶ τῆς ἄλλης ἐπιθυμίας, τὴν ὁποίαν ἐξέφρασαν οἱ βουλευταὶ ἐκ Νάξου, ὅ τε ὑποστράτηγος κ. Μυκώνιος καὶ ὁ κ. Πρωτοπαπαδάκης, ἔδωκα παραγγελίαν εἰς τὸ ἁρμόδιον τμῆμα νὰ γένηται μελέτη, καὶ νὰ μοὶ ὑποβληθῇ, ὅπως ἐπὶ τῇ βάσει αὐτῆς προβάλω εἰς τὴν Βουλὴν τὸ ἀπαιτούμενον νομοσχέδιον περὶ προκαταβολῆς.
§3Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Εὐχαριστῶ.
§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ νομοσχέδιον περὶ ἀποδημίας τοῦ Βασιλέως εἰς τὸ ἐξωτερικὸν θέλει σταλῆ εἰς τύπωσιν καὶ διανεμηθῆ καὶ ἐγγραφῆ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 176).
§5ΚΥΡ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Καταθέτω ἀπάντησιν εἰς ἐπερώτησιν τοῦ βουλευτοῦ Λαρίσης κ. Γιαννακίτσα περὶ τοῦ κληροδοτήματος Ἀβέρωφ πρὸς ἵδρυσιν Γεωργικῆς Σχολῆς ἐν Λαρίσῃ.
§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ βουλευταὶ Σάμης κ. κ. Βρυώνης καὶ Ραφτόπουλος ὑποβάλλουσι τροπολογίας ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 2, παραγράφου 6 τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ταμιακῆς ὑπηρεσίας». Ἐπίσης ὁ βουλευτὴς Τριφυλίας κ. Κοκκέβης ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 21, παραγράφου γʹ, κεφαλ. δʹ τοῦ αὐτοῦ νομοσχεδίου, ὡς πρὸς τὰ ἐκ τῶν εἰσπραττομένων ἐσόδων ἀποδιδόμενα ποσοστά. Ἀμφότεραι αἱ τροπολογίαι αὗται θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 177 καὶ 178). Ὁ κύριος Στυμφαλιάδης ἔχει τὸν λόγον.
§7Α. ΣΤΥΜΦΑΛΙΑΔΗΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, πρὸς τὸν ὁποῖον ἤθελον ἀποταθῆ, ἀπουσιάζει. Ἐπιφυλάσσομαι νὰ ὁμιλήσω, ὅταν ἔλθῃ.
§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Κρεστενίτης ἔχει τὸν λόγον.
§9Γ. ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Ἐπειδὴ παρατηρῶ εὐχαρίστως, ὅτι τὰ στρατιωτικὰ νομοσχέδια ἀνέρχονται εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, καὶ ἐπειδὴ προχθὲς ἔντιμοι φίλοι μου Βουλευταὶ, καὶ δὴ ὁ κ. ἐκ Μεγαρίδος συνάδελφος, εἶπόν τι, τὸ ὁποῖον μὲ ἀφορᾷ προσωπικῶς, παρακαλῶ τὸν ἔντιμον ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργὸν νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὴν ἔκθεσιν τὴν ἀφορῶσάν με προσωπικῶς, καὶ ὅλα τὰ σχετικὰ καὶ τὸ φύλλον ποιότητος καὶ τὴν ἔκθεσιν τοῦ στρατηγοῦ Βοσσέρ, καὶ πάντα τὰ ἀφορῶντα ἐμὲ, ὡς ἀξιωματικὸν τοῦ Ἑλληνικοῦ στρατοῦ. Προσέτι παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ ὑποβάλῃ καὶ τὴν ἔκθεσιν τὴν ἀφορῶσαν τὸν ἐπίατρον κ. Νικολαΐδην. Δὲν δύναμαι νὰ ζητήσω νὰ ὑποβληθῶσι καὶ αἱ λοιπαὶ ἐκθέσεις, διότι δὲν ἔχω τοιοῦτον δικαίωμα. Παρακαλῶ δὲ ὑμᾶς, κύριε Πρόεδρε, καὶ τὴν Βουλὴν, ὅπως ἐν δημοσίᾳ συνεδριάσει συζητηθῶσι τὰ πάντα. Διότι οὐδέποτε συνήθισα νὰ κρύπτωμαι, καὶ πρὸ πάντων οὐδέποτε νὰ κρύπτωμαι ὄπισθεν τοῦ δακτύλου μου. Παρακαλῶ τὴν Ἑλληνικὴν Βουλὴν νὰ συναινέσῃ νὰ γείνῃ συζήτησις ἐν δημοσίᾳ συνεδριάσει, ὅπως μάθῃ ὅλος ὁ κόσμος, ποία εἶναι ἡ θέσις τῶν πραγμάτων, καὶ ποία εἶναι ἡ θέσις ἐμοῦ ἐν τῇ κοινωνίᾳ καὶ τῇ Πολιτείᾳ, διότι, ὡς σᾶς εἶπον καὶ προχθὲς, ἀπεχωρίσθην τοῦ Ἑλληνικοῦ στρατοῦ, ἀλλ’ ἐπιθυμῶ νὰ ἔχω τὴν ὑπόληψιν ὅλων τῶν Βουλευτῶν, νὰ ἔχω τὴν ὑπόληψιν ὅλου τοῦ ἔθνους, ὅταν μάλιστα, κύριοι Βουλευταὶ, ἔχω βεβαίως ἀφορμήν τινα νὰ ὁμιλῶ οὕτω.
§10ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ἡ ὑπόληψις αὕτη πρὸς ὑμᾶς δὲν ἔλειψε ποτέ.
§11Γ. ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Σᾶς εὐχαριστῶ πολύ. Παρακαλῶ καὶ πάλιν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ ὑποβάλῃ τὴν ἔκθεσιν τὴν ἀφορῶσαν τὸν ἐπίατρον Νικολαΐδην καὶ ἐμὲ αὐτόν. — Ὁμιλῶ καὶ περὶ τοῦ ἐπιάτρου, διότι ἔχω ἐντολήν. — Περὶ τῶν λοιπῶν ἐκθέσεων, ἐπαναλαμβάνω, δὲν δύναμαι νὰ εἴπω τι. Πρὶν ἢ περάνω τὸν λόγον, θεωρῶ καλὸν νὰ ἀπευθύνω μίαν σύστασιν πρὸς ὅλους τοὺς Βουλευτὰς, καὶ διὰ τῶν Βουλευτῶν πρὸς ὅλον τὸν κόσμον. Εἶναι γνωστὸν, κύριε Πρόεδρε, ὅτι οἱ ἀείμνηστοι ἐκεῖνοι ἄνδρες, οἱ ὁποῖοι ἠλευθέρωσαν τὴν Ἑλλάδα, ὡμίλουν διὰ παροιμιῶν πάντοτε. Ὁ ἀείμνηστος στρατηγὸς καὶ στενώτατος φίλος τοῦ μακαρίτου πατρός μου Θεόδωρος Γρίβας ἔλεγεν, ὁσάκις ὡμίλει πρὸς ἡμᾶς τοὺς νέους: «Παιδιά μου, προσέχετε! προφυλαχθῆτε!» Σταματῶ ἕως ἐδῶ, διότι οὔτε ἡ θέσις οὔτε ὁ τόπος μοὶ ἐπιτρέπει νὰ ἐκταθῶ περισσότερον. Προφυλαχθῆτε, προφυλαχθῆτε, προφυλαχθῆτε ἀπὸ τρία τινὰ, πρὸ πάντων δὲ ἀπὸ τὸ τρίτον! Εἶναι περιττὸν νὰ ἀναφέρω τι περισσότερον· οἱ πάντες γνωρίζουσι.
§12Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Καὶ εἰς προηγουμένην αἴτησιν τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἠλείας Βουλευτοῦ καὶ εἰς παρομοίας ἄλλας αἰτήσεις ἄλλων συναδέλφων ἀπήντησα, ὅτι νομίζω, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ὑποβληθῶσιν αἱ ἐκθέσεις εἰς τὴν Βουλὴν, αἱ χρησιμεύσασαι ὡς βάσις τῆς ἐκτιμήσεως τῶν προσόντων διαφόρων ἀξιωματικῶν πρὸς προβιβασμόν. Δὲν ἐπῆλθον λόγοι ἱκανοί, οἵτινες νὰ μὲ μεταπείσωσιν ἐπὶ τῆς ἀποφάσεως, τὴν ὁποίαν ὡς Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν εἶχον ἀνακοινώσει ὑμῖν ἐν προηγουμένῃ συνεδριάσει· δύναμαι ὅμως νὰ ἐπαναλάβω καὶ πάλιν, ὅτι βεβαίως τῆς Βουλῆς ἡ γνώμη εἶναι ὑποχρεωτικὴ δι’ ἐμέ, καὶ ἐν ᾗ περιπτώσει ἐγὼ ἤθελον εὑρεθῆ φρονῶν ἐναντία πρὸς τὴν γνώμην τῆς Βουλῆς, βεβαίως ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει θέλω πράξει τὸ κατ’ ἐμαυτόν. Ἀλλὰ τό γε νῦν ἔχον, προκειμένου περὶ τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἠλείας βουλευτοῦ καὶ πολυτίμου φίλου μου κ. Κρεστενίτου,—ὁ ὁποῖος βεβαίως δὲν ἔχει ἀνάγκην τῆς ἐμῆς συστάσεως ἢ τῆς ἐμῆς γνώμης περὶ τῆς ἀξίας αὐτοῦ,— εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ εἴπω εἰς αὐτόν· νομίζει, ἆρά γε, ὅτι ὑπῆρξεν, οὐχὶ ἐν τῷ περιβόλῳ τούτῳ, ἀλλ’ ἐν ὁλοκλήρῳ τῷ στρατεύματι, ὅτι ὑπῆρξε ποτὲ γνώμη διάφορος, ὅσον ἀφορᾷ τὴν περὶ αὐτοῦ ἐκτίμησιν; Τὸ στράτευμα ὁλόκληρον πάντοτε τὴν γνώμην εἶχεν, ὅτι ἦτο εἷς χρηστὸς ἀξιωματικός, εἷς χρηστὸς πολίτης, συνεισενεγκὼν ἐν τῷ στρατεύματι τὴν χρηστότητα καὶ τὴν ἀξίαν αὐτοῦ.
§13Γ. ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Εὐχαριστῶ, κύριε Ὑπουργέ, ἀλλ’ ἀτυχῶς ψιθυρισμοί τινες ἀκούονται.
§14ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἑκατέρωθεν). Δὲν ἐπιδρῶσιν εἰς τίποτε, κύριε Κρεστενίτη.
§15Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐὰν ἀληθῶς ὁ κ. Κρεστενίτης, καὶ δικαίως, ἔπρεπε νὰ μὴ ἐπιμείνῃ, ἐγὼ ὅμως παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργόν, τοὐλάχιστον νὰ καταθέσῃ τὴν ἔκθεσιν τοῦ Βοσσὲρ, τῆς ὁποίας ἔχω ἀπόλυτον ἀνάγκην κατὰ τὴν συζήτησιν, τὴν ἔκθεσιν, λέγω, τοῦ Βοσσὲρ, τοῦ Γάλλου στρατηγοῦ, προκειμένου περὶ τοῦ κ. Κρεστενίτου.
§16Γ. ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Μετὰ τὰ γυμνάσια, τὰ ὁποῖα ἔγειναν εἰς μεγάλην κλίμακα εἰς τῆς Τράχωνας...
§17ΦΩΝΑΙ. Δίδετε σημασίαν εἰς τοὺς ψιθυρισμούς;
§18Γ. ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Διατὶ ὄχι; Καὶ σήμερον ἀκόμη γράφουσιν ἐναντίον μου!
§19Α. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δίδετε σημασίαν εἰς τὰς τριόδους, ἐκ τῶν ὁποίων ἐκπορεύονται ...
§20ΣΠ. ΓΕΩΡΓΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀνεκοινώσατε, κύριε Πρόεδρε, χθὲς τηλεγράφημα, πρὸς τὴν Βουλὴν ἀπευθυνόμενον, διαφόρων Θεσσαλῶν ποιμνιούχων, ὡς ἀντιπροσώπων τριακοσίων περίπου οἰκογενειῶν ποιμενικῶν, παραχειμαζουσῶν εἰς τοὺς περὶ τὸ Βελεστῖνον λειμῶνας, καὶ αἰτουμένων παρὰ τῆς Κυβερνήσεως συνδρομὴν σύντονον πρὸς ἀνακούφισιν τῆς δεινῆς αὐτῶν θέσεως. Γνωρίζων ἐκ τοῦ σύνεγγυς, ἢ μᾶλλον ἐξ ἰδίας ἀντιλήψεως, τὰ τῆς ἐπελθούσης καταστροφῆς, παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ νὰ συστήσω αὐτῇ θερμότατα τὴν αἴτησιν τῶν ἀτυχῶν τούτων ἀνθρώπων, διότι δύναμαι νὰ βεβαιώσω τὴν Βουλήν, ὅτι αἱ ζημίαι αἱ προσγενόμεναι ἕνεκα τοῦ βαρέος χειμῶνος εἰς τοὺς ἐν λόγῳ ποιμένας εἶναι ἀνώτεραι πάσης περιγραφῆς. Καὶ λέγω τοῦτο, κύριε Πρόεδρε, διότι, παρὰ πᾶσαν προσδοκίαν, κατέπεσεν αὐτόθι χιὼν ὕψους ἑνὸς καὶ ἡμίσεος μέτρου, συνέτυχε δὲ τὰ ποίμνια κατὰ τὴν ὥραν τοῦ τοκετοῦ καὶ ἑπομένως ἐπήνεγκεν εἰς αὐτὰ πραγματικὴν πανωλεθρίαν. Εὐτυχῶς οἱ λειμῶνες, οὓς ἔχουν μισθώσει οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ, ἀνήκουσιν εἰς τὸ Δημόσιον, διότι ἀποτελοῦσι μέρος τῶν κτημάτων Στεφάνοβικ. Εὐχῆς δ’ ἔργον θὰ ἦτο, ἂν ἡ Κυβέρνησις ἐδωρεῖτο, ἂν ὄχι τὸ ὅλον, τοὐλάχιστον τὸ ἥμισυ ἢ μέρος τοῦ μισθώματος, διότι, ἐπαναλαμβάνω, εἶναι ἀδύνατον νὰ πληρώσωσιν ὁλόκληρον τὸ μίσθωμα τοῦτο. Ἐν πάσῃ ὅμως περιπτώσει θὰ παρακαλέσω θερμῶς τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἔλθῃ ἀρωγὸς εἰς αὐτοὺς τοὺς ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι κυριολεκτικῶς σήμερον πένονται, ὅπως ἦλθε καὶ εἰς τοὺς ποιμένας τοὺς παθόντας ἐν Ἁλμυρῷ, ἀφοῦ μάλιστα ἡ ἐπελθοῦσα καταστροφὴ εἰς τοὺς ποιμένας τοῦ Βελεστίνου εἶναι πολὺ ἀνωτέρα.
§21Α. ΚΕΦΑΛΑΣ. Κύριοι Βουλευταί, παρὰ πλείστων συμπολιτῶν μου εἶχον ἐπιστολὰς, διὰ τῶν ὁποίων παρεπονοῦντο ἐναντίον τῆς ἀποφάσεως τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου, ἡ ὁποία ἀντίκειται εἰς τὸν νόμον τὸν εἰδικὸν περὶ Σταφιδικῆς Τραπέζης. Κατὰ τὸ ἄρθρον 21 τοῦ νόμου περὶ Σταφιδικῆς Τραπέζης, οἱ σταφιδοκτήμονες λαμβάνουσι δάνεια ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ μέσου ὅρου τῶν τριῶν προηγουμένων ἐτῶν. Τὸ Διοικητικὸν Συμβούλιον δυστυχῶς, ἀπομακρυνόμενον τῆς διατάξεως ταύτης τοῦ νόμου, ἀπεφάσισε, νὰ γείνῃ ὁ δανεισμὸς εἰς τοὺς μετόχους τῆς Τραπέζης οὐχὶ ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ μέσου ὅρου τῶν τριῶν προηγουμένων ἐτῶν, ἀλλ’ ἐπὶ τῇ βάσει τῆς παραγωγῆς τοῦ 1899. Ἐννοεῖτε, Κύριοι, ὅτι ἐκ τούτου πολλαὶ ἀδικίαι προέρχονται. Στηριζόμενοι δὲ οἱ μέτοχοι εἰς τὴν ῥητὴν ταύτην διάταξιν τοῦ νόμου, πολλὰ παράπονα ἐναντίον τῆς ἀποφάσεως ταύτης τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου ἔχουσι. Διὰ τοῦτο θὰ παρακαλέσω τὸν σεβαστὸν Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅπως εὐαρεστούμενος ἐξετάσῃ διατὶ τὸ Διοικητικὸν Συμβούλιον ἀπεμακρύνθη τῆς ῥητῆς διατάξεως τοῦ νόμου καὶ ἔλαβεν ἀπόφασιν τοιαύτην, ἐκ τῆς ὁποίας σήμερον πολλὰ παράπονα παρὰ τῶν μετόχων τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης ἀπευθύνονται.
§22Π. Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Καὶ εἰς τὴν Κορινθίαν τὸ ἴδιον συνέβη. Θὰ ὁμιλήσω κατόπιν. Κύριε Πρόεδρε, τὸν λόγον.
§23Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ μέτρον εἶναι εἰδικὸν διὰ τὴν Τριφυλίαν ἢ γενικόν;
§24Α. ΚΕΦΑΛΑΣ. Γενικόν. Δὲν εἶπον, ὅτι εἶναι διὰ τὴν Τριφυλίαν μόνον.
§25Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ποῖον μέτρον, παρακαλῶ;
§26Α. ΚΕΦΑΛΑΣ. Κατὰ τὸν νόμον περὶ Σταφιδικῆς Τραπέζης, ἄρθρον 21, «τὸ κατ’ ἔτος διαθετέον ποσὸν πρὸς χορηγίαν δανείων ἐπὶ καλλιεργείᾳ κατανέμεται εἰς τὰς σταφιδοφόρους ἐπαρχίας ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ παραχθέντος ἐξ ἑκάστης αὐτῶν κατὰ τὸν μέσον ὅρον τῶν ἀμέσως προηγουμένων τριῶν ἐτῶν σταφιδοκάρπου. Πρὸς ἐξακρίβωσιν τούτου λαμβάνεται ὑπ’ ὄψιν τὸ βιβλίον τῆς τελωνιακῆς ἀρχῆς...» καὶ τὰ λοιπά. Λοιπόν, ἀντὶ νὰ συμμορφωθῇ πρὸς τὴν διάταξιν ταύτην τοῦ νόμου τὸ Διοικητικὸν Συμβούλιον, ἐξέδοτο αὐθαιρέτως ἀπόφασιν, νὰ γείνῃ ὁ δανεισμὸς ἐπὶ τῇ βάσει τῆς παραγωγῆς τοῦ 1899. Ἐὰν ἡ ἀπόφασις τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου ἐξεδίδετο, ὥστε ὁ δανεισμὸς νὰ γείνῃ ἐπὶ τῇ βάσει τῆς παραγωγῆς τοῦ 1901, βεβαίως δὲν θὰ συνέβαινον παράπονα, διότι κατὰ τὸ 1899 πολλαὶ ἐπαρχίαι ἔπαθον, καὶ συνεπῶς, ἀφοῦ ὁ δανεισμὸς γίνεται ἐπὶ τῇ βάσει τῆς παραγωγῆς ἐκείνης, παραβλάπτεται τὸ συμφέρον τῶν μετόχων. Κύριοι Βουλευταί, ἤδη εἰσέρχομαι εἰς ἄλλο θέμα. Κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς 25 παρελθόντος μηνὸς δὲν εἶχον τὴν τιμὴν νὰ παρευρίσκωμαι ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ἀπῃσχολημένος ὢν εἰς τὴν κατάρτισιν τοῦ σταφιδικοῦ νομοσχεδίου μετὰ τοῦ ἀξιοτίμου κ. Στεφάνου. Κατὰ τὴν συνεδρίασιν ἐκείνην ὁ ἐξ Ὀλυμπίας συνάδελφος κ. Μοσχούλας, ἀπαντῶν εἰς διαμαρτυρίαν τινὰ, ἥτις ἐγένετο αὐτῷ, τίνας ἐκ τῶν συμβούλων τῆς Τραπέζης ἐνόει ὡς ἔχοντας ὑπόπτους χεῖρας, ἀπήντησεν, ὅτι δὲν ἐννοεῖ τὸ παρὸν Συμβούλιον, ἀλλ’ ὅτι ἐννοεῖ τὰ παρελθόντα Συμβούλια.
§27Κ. ΑΡΓΑΣΑΡΗΣ ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Εἶπεν ὅτι ἐννοεῖ τὸν Πρόεδρον τοῦ Συμβουλίου, τὸν κ. Παπαγιάννην.
§28Α. ΚΕΦΑΛΑΣ. Εἶδον ἐκ τῶν ἐφημερίδων.
§29Κ. ΑΡΓΑΣΑΡΗΣ ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Μόνον τὸν Πρόεδρον.
§30Α. ΚΕΦΑΛΑΣ. Πολὺ καλά. Ἂν ὁ κ. συνάδελφος ἐξήταζεν ἀκριβέστερον τὰ πράγματα, τὴν αἰτίασιν, ἡ ὁποία ἐγένετο ἐναντίον τοῦ Προέδρου τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου, βεβαίως θ’ ἀπηύθυνε καὶ ἐναντίον τοῦ παρόντος Διοικητικοῦ Συμβουλίου. Τὸ παρὸν Διοικητικὸν Συμβούλιον δυστυχῶς ἐπελάθετο τῆς ἀποστολῆς του καὶ τῶν καθηκόντων, ἅπερ ἔχει. Ἡ ὑπηρεσία τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης ἐνηργεῖτο ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ Κανονισμοῦ αὐτῆς, ὁ ὁποῖος κατ’ εἰσήγησιν τοῦ ἄλλοτε Διευθυντοῦ τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης κ. Τσακωνοπούλου καὶ τῇ ἐγκρίσει ὅλων τῶν συμβούλων εἶχε καταρτισθῆ, διότι, ὡς γνωρίζετε, Κύριοι, οἱ ὑπάλληλοι τῶν πιστωτικῶν καταστημάτων δὲν αὐτοσχεδιάζονται, οἱ ὑπάλληλοι τῶν πιστωτικῶν καταστημάτων καταρτίζονται ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ, ἐξ αὐτῆς ἀποδεικνύεται ἡ ἱκανότης αὐτῶν καὶ ἡ ἐντιμότης αὐτῶν, στοιχεῖα, τὰ ὁποῖα ἀπαραιτήτως εἶναι ἀναγκαῖα διὰ τοιαύτας ἐμπιστευτικὰς θέσεις. Τὰ τρία παρελθόντα Συμβούλια, ἐκτιμήσαντα τὴν ἀξίαν, ἱκανότητα καὶ ἐντιμότητα τῶν ὑπαλλήλων τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης, διετήρησαν αὐτούς, ἐκτὸς 6 ἢ 7 ὑπαλλήλων, κατὰ τῶν ὁποίων εἶχον ὑποβληθῆ ἐκθέσεις τοῦ ἐπιθεωρητοῦ τῆς Τραπέζης, ὅτι εἶχον ὑποπέσει εἰς διάφορα παραπτώματα, ἅτινα ἐπέβαλλον τὴν ἀπόλυσίν των. Τὸ νῦν Διοικητικὸν Συμβούλιον, ἀναλαβὸν ὑποχρέωσιν νὰ παύσῃ ὑπαλλήλους καὶ δημιουργήσῃ θέσεις ὑπαλλήλων, εὕρισκε σπουδαῖον κώλυμα τὸν τοιοῦτον Κανονισμόν. Ἤρχισε λοιπὸν πόλεμον ἀμείλικτον ἐναντίον τοῦ Κανονισμοῦ. Δυστυχῶς διὰ τὸ Συμβούλιον, ὁ πρώην νομάρχης κύριος Κονδάκης ἀντέστη ἐρρωμένως. Ἡ Κυβέρνησις ἐπίσης ἔδωκε διαταγὴν, ὅπως ὁ Κανονισμὸς μὴ μεταβληθῇ, διότι εἶχε καταστῆ γνωστὸν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι τὸ Διοικητικὸν Συμβούλιον δὲν ἐνεπνέετο ὑπὸ ἐνδιαφέροντος καὶ στοργῆς πρὸς τὰ συμφέροντα τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης, ἀλλὰ τοὐναντίον ἐνεπνέετο ἐξ ἰδιοτελῶν σκοπῶν καὶ σκέψεων συναλλακτικῶν, ὅπως ἀπομακρύνῃ ἐντίμους καὶ ἱκανοὺς ὑπαλλήλους, καὶ διορίσῃ ὑπαλλήλους, οἵτινες ἦσαν ἐντελῶς ἀστοιχείωτοι, οἱ ὁποῖοι βεβαίως δὲν ἦτο δυνατὸν παρὰ νὰ ἐπιφέρουν σύγχυσιν, νὰ ἐπιφέρουν βλάβην εἰς τὰ συμφέροντα τῆς Τραπέζης. Κύριοι, ὀφείλω νὰ σᾶς ἀνακοινώσω, ὅτι δι’ ὅλην τὴν ὑπηρεσίαν τῆς Τραπέζης ὑπεβάλλετο ἡ Τράπεζα, δυνάμει τοῦ Κανονισμοῦ ἐκείνου, εἰς δαπάνην 170,000 δραχμῶν ἐτησίως. Τὸ νῦν Διοικητικὸν Συμβούλιον, χρώμενον τῆς ἀπολύτου δυστυχῶς ἐξουσίας, τὴν ὁποίαν εἶχεν ἐκ τοῦ νόμου ἐκείνου, ηὔξησε τὸν προϋπολογισμὸν τῶν ἐξόδων εἰς 200 χιλιάδας δραχμὰς καὶ πλέον. Εἰς διάστημα, Κύριοι, τριῶν μηνῶν ἔκαμε 48 ὅλας μεταβολὰς ἐπὶ 105 ὑπαλλήλων! 48 ὅλας μεταβολὰς ἔκαμεν εἰς τὸ προσωπικὸν τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης! ἔπαυσε πολλοὺς ὑπαλλήλους.
§31Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ. Σεῖς πόσας εἴχετε κάμει;
§32Α. ΚΕΦΑΛΑΣ. Ἑπτὰ μεταβολὰς εἰς διάστημα τριῶν ἐτῶν.
§33Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ. Διότι τοὺς ὑπαλλήλους τοὺς εἴχετε διορίσει σεῖς.
§34Α. ΚΕΦΑΛΑΣ. Τοὺς ὑπαλλήλους ὅλους, κύριε συνάδελφε, —φαίνεται, ὅτι ἀγνοεῖτε τὰ πράγματα, — τοὺς ὑπαλλήλους τοὺς διετηρήσαμεν ὅλους, διότι ἦσαν πολὺ καλοὶ ὑπάλληλοι. Σᾶς παρακαλῶ νὰ μοὶ εἴπητε, ποῖος ὑπάλληλος ἐκ Πατρῶν ἐπαύθη;
§35Κ. ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ποῖοι εἶναι οἱ ἀπολυθέντες;
§36Α. ΚΕΦΑΛΑΣ. Ὑπὸ τοῦ νῦν Συμβουλίου;
§37Κ. ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα.
§38Α. ΚΕΦΑΛΑΣ. Ἔχω κατάλογον ἐκ τῆς ἐφημερίδος τῶν δημιουργηθεισῶν θέσεων. Ἀκούσατε, Κύριοι, διὰ νὰ ἴδητε. Εἰς 30,000 δραχμὰς ἀνέρχεται ἡ δαπάνη αὕτη τῆς αὐξήσεως! (ἀναγινώσκει): «Ηὐξήθη ἡ μισθοδοσία τοῦ γραμματέως...»
§39Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ Καλλιβωκᾶς τί εἶναι;
§40Α. ΚΕΦΑΛΑΣ. Ὁ κ. Καλλιβωκᾶς κάμνει ὑπηρεσίαν διϋλίσεως ἐκεῖ· διϋλίζει τὰ οἰνοπνεύματα.
§41Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι χημικός;
§42Α. ΚΕΦΑΛΑΣ. Μάλιστα. (Ἀναγινώσκει). Ἡ ἐπιτήρησις τοῦ Πειραιῶς εἶχεν ἕνα διευθυντὴν καὶ δύο βοηθοὺς, καὶ ἐν ᾧ ἐπήρκει τὸ προσωπικὸν αὐτὸ, προσέθεσαν καὶ τρίτον βοηθὸν, καθ’ ἣν ἐποχὴν τὸ παρακράτημα ἦτο κατειργασμένον ὅλον, καὶ δὲν ἦτο ἀνάγκη οὔτε τοῦ ὑπάρχοντος προσωπικοῦ. (Ἀναγινώσκει): «Ηὐξήθη ἡ μισθοδοσία τοῦ ἐπιθεωρητοῦ Ἡρακλέους Οἰκονομοπούλου...»
§43Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ποῖος ἦτο ὁ γυναικάδελφος αὐτοῦ;
§44Α. ΚΕΦΑΛΑΣ. Δὲν σημαίνει τὸ ὄνομα. Περὶ τοῦ πράγματος πρόκειται. Δὲν ὁμιλῶ δὲ περὶ τοῦ προσώπου... «Ἀπεχωρίσθη ἡ ἡνωμένη μετὰ τοῦ πρακτορείου ἀποθήκη τῆς Ἀμαλιάδος...»
§45Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τί ἐξήγετο ἐκ τῆς ἀποθήκης Ἀμαλιάδος πρὸ τῆς διαιρέσεως;
§46Α. ΚΕΦΑΛΑΣ. Ἐξήγοντο 2,000,000 λίτραι σταφίδος. Καὶ τώρα ἐξάγονται ἐπίσης 2,000,000. «Ἀπεχωρίσθη ἡ ἡνωμένη μετὰ τοῦ πρακτορείου...» Ἐδῶ, εἰς τὸ Νησίον, τοιαύτη ἀνάγκη δὲν ὑπῆρχε.
§47Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι ἀληθὲς τοῦτο.
§48Α. ΚΕΦΑΛΑΣ. Πῶς δὲν εἶναι ἀληθὲς, ἀφοῦ ἐκ τῶν πρακτικῶν τὸ ἔχω λάβει; Τουναντίον σεῖς μᾶλλον δὲν εὑρίσκεσθε ἐν τῇ ἀληθείᾳ.
§49Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐξ ἰδίας πείρας σᾶς βεβαιῶ, ὅτι δὲν εἶναι ἀκριβὲς, ὅτι διωρίσθησαν φύλακες τῶν ἀποθηκῶν.
§50Α. ΚΕΦΑΛΑΣ. Δυνατὸν νὰ μὴ διωρίσθησαν, ἀλλ’ ἀπεφασίσθη νὰ διορισθῶσιν ὅλοι αὐτοὶ οἱ ὑπάλληλοι. Πολλοὶ δὲ καὶ διωρίσθησαν.
§51Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Οὐδὲ εἷς!
§52Α. ΚΕΦΑΛΑΣ. Κύριοι συνάδελφοι, ἵδρυμα τοιοῦτον μοὶ φαίνεται, ὅτι δὲν εἶναι ἵδρυμα ἰδιωτικὸν, ἀλλὰ δημόσιον, συνδέεται δὲ μετ’ αὐτοῦ καὶ ἡ οἰκονομία τῆς χώρας καὶ ἐν γένει ἡ οἰκονομία τοῦ Δημοσίου, καὶ διὰ τοῦτο φρονῶ, ὅτι εἶναι ἄξιον νὰ προσελκύῃ τὴν προσοχὴν τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ ἔθνους, τοσούτῳ μᾶλλον, καθόσον πρόκειται περὶ τροποποιήσεων, αἵτινες θὰ ἐπέλθωσιν εἰς τὸν σταφιδικὸν νόμον. Νομίζω δὲ, ὅτι οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ ἔθνους ὀφείλουσι νὰ γνωρίζωσι, τί διεπράττετο μὲ τὴν ἀπόλυτον ἐξουσίαν, ἣν εἶχον οἱ σύμβουλοι τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης. Καταλήγω, Κύριοι, εἰς τοῦτο καὶ μόνον, ὅτι αὐτοὶ κατώρθωσαν εἰς διάστημα τριῶν μηνῶν ν’ αὐξήσωσι τὰς δαπάνας τῆς Τραπέζης ἀπὸ 170,000 εἰς 200,000 χιλιάδας δραχμὰς, καὶ ἀνεστάτωσαν τελείως τὴν ὑπηρεσίαν τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης. Ὁ ἐπιτηρητὴς Πειραιῶς κάμνει χημικὴν ἀνάλυσιν τῶν βιομηχανικῶν προϊόντων τῶν παραγομένων ἐκ τοῦ παρακρατήματος, καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἀναλύσεως ταύτης ἐπιστρέφεται ἡ ἐγγύησις, ἡ καταβαλλομένη εἰς τὴν Τράπεζαν διὰ τὰ προϊόντα τὰ ἐξαγόμενα... Διὰ νὰ ἐξηγηθῶ δὲ καλλίτερον, προτοῦ ἀκόμη τελειώσω τὴν φράσιν μου, ὀφείλω νὰ σᾶς κάμω τὴν ἑξῆς διασάφησιν. Ἡ Σταφιδικὴ Τράπεζα πωλεῖ τὸ παρακράτημα πολλάκις, τώρα μάλιστα, ὅτε εἶναι περισσότερον ποσὸν ἀπὸ τὸ ἀναγκαιοῦν διὰ τὴν ἐσωτερικὴν κατανάλωσιν, πωλεῖ μέρος πρὸς ἐξαγωγήν, ἤτοι μεταποιεῖται μέρος τοῦ παρακρατήματος εἰς βιομηχανικὰ προϊόντα, τὰ ὁποῖα ἐξάγονται.
§53Α. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τίνος εἴδους προϊόντα;
§54Α. ΚΕΦΑΛΑΣ. Ὁ ἐπιτηρητὴς, λέγω, Πειραιῶς κάμνει τὴν ἀνάλυσιν, καὶ ἐπὶ τῇ βάσει αὐτῆς τῆς ἀναλύσεως ἐπιστρέφεται ἡ ἐγγύησις, ἡ ὁποία ἔχει κατατεθῆ εἰς τὴν Τράπεζαν. Φαίνεται λοιπὸν, ὅτι τὴν ὑπηρεσίαν ταύτην ὁ ὑπάλληλος δὲν τὴν ἐνήσκει συμφώνως πρὸς τὸ καθῆκόν του, διότι ἐξ Εὐρώπης διάφοροι ἔμποροι παρεπονοῦντο, ὅτι προσεφέρετο μιστέλιον εἰς αὐτοὺς εἰς τιμὴν 7 φράγκων, ἐνῷ, διὰ νὰ κερδίσωσιν οἱ ἐργοστασιάρχαι μόνον ἓν φράγκον, ἔπρεπε νὰ πωλήσωσιν εἰς τὴν τιμὴν τῶν 11 φράγκων. Συνέβαινεν ὅμως τὸ ἑξῆς, Κύριοι. Φαίνεται ὅτι οἱ ἐργοστασιάρχαι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἐδικαιοῦντο ν’ ἀναλάβωσιν ἅμα ἐβεβαιοῦτο, ὅτι ἐξήγαγον βιομηχανικὰ προϊόντα ἐκ τοῦ παρακρατήματος τοῦ 1899 καὶ 1900, δραχμὰς 61 κατὰ χιλιάδα, δὲν ἀνεμίγνυον οἰνόπνευμα ἐκ σταφίδος, ἀλλ’ οἰνόπνευμα ἐξ ἄλλων οὐσιῶν. Διότι δυστυχῶς ἐδόθη μία ἑρμηνεία εἰς τὸν σχετικὸν νόμον... Διατὶ μειδιᾶτε, κύριε Ἀναστασόπουλε; Μόνον περὶ στρεμματικῆς φορολογίας πρέπει νὰ συζητῶμεν;
§55Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Μὲ συγχωρεῖτε. Γνωρίζω τὴν ὑπόθεσιν. Ἐπεξετάθη μάλιστα ἡ ἀνάμιξις.
§56Α. ΚΕΦΑΛΑΣ. Ἐδόθη δυστυχῶς ἑρμηνεία ἐπιβλαβής. Μετὰ τὴν ἀνάμιξιν δὲν γίνεται ἐπιτήρησις, ἂν ὁ ἀναμιγνυόμενος οἶνος ἢ τὸ μιστέλιον τίθεται εἰς κυκλοφορίαν ἐντὸς τοῦ Κράτους. Διότι δύνανται οἱ ἐργοστασιάρχαι νὰ ἀφαιρῶσι τὸ οἰνόπνευμα καὶ νὰ τὸ θέτωσιν εἰς κυκλοφορίαν ἐσωτερικὴν, παραβλάπτοντες οὕτω τὸ οἰνόπνευμα τὸ παραγόμενον ἐκ τοῦ παρακρατήματος, καὶ οὕτως ἐπέρχεται σπουδαία βλάβη εἰς τὸ Δημόσιον καὶ εἰς τὴν Σταφιδικὴν Τράπεζαν.
§57Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὸ Δημόσιον.
§58Α. ΚΕΦΑΛΑΣ. Ὁ ἐπιτηρητὴς Πειραιῶς δὲν ἐνήσκει τὸ καθῆκόν του ὡς ἔπρεπε· διὰ τοῦτο φαίνεται, ὅτι ἐξήρχοντο προϊόντα κατασκευαζόμενα οὐχὶ ἐκ τοῦ παρακρατήματος τῆς σταφίδος, ἀλλὰ καὶ ἐξ ἄλλων οὐσιῶν· ἐπιστοποίει δὲ ὁ ἐπιτηρητὴς, ὅτι πράγματι τὸ οἰνόπνευμα τὸ ἀναμεμιγμένον προήρχετο ἐκ παρακρατήματος σταφίδος, καὶ οὕτως ἐλάμβανον οἱ ἐργοστασιάρχαι 61 δραχμὰς τὴν χιλιάδα, αἵτινες εἶχον κατατεθῆ ὡς ἐγγύησις εἰς τὴν Σταφιδικὴν Τράπεζαν. Διὰ τοῦτο, φαίνεται, οἱ ἐργοστασιάρχαι, ὑποχρεωμένοι ἐκ τῶν εὐκολιῶν, ἃς ὁ ἐπιτηρητὴς ἔκαμνε πρὸς αὐτοὺς, ἐνῷ αὐτὸς ἦτο ἐλέγχων καὶ ἐκεῖνοι ἐλεγχόμενοι, διὰ πράξεως οἱ ἐργοστασιάρχαι, ἣν ἀμέσως θὰ σᾶς ἀναγνώσω, ὥρισαν μισθὸν εἰς τὸν ἐπιθεωρητήν!
§59ΑΛΕΞ. Θ. ΖΑΙΜΗΣ. Εἴπετε «μιστέλιον ἀναμεμιγμένον μετ’ οἰνοπνεύματος μὴ παραγομένου ἐκ τῆς σταφίδος». Ἀλλὰ τὸ οἰνόπνευμα εἰσάγεται ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ. Λοιπὸν περὶ τοῦ ζητήματος τούτου κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Περίοδον τῆς Βουλῆς καὶ τὴν τελευταίαν αὐτῆς Σύνοδον ἐγένετο μακρὰ συζήτησις, νομίζω δὲ μάλιστα, ὅτι ὁ τότε Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν κατέθηκε νομοσχέδιον εἰς τὴν Βουλὴν, ὅπερ δὲν συνεζητήθη μὲν, ἀλλ’ ἐτυπώθη καὶ διενεμήθη, καὶ θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ λάβητε γνῶσιν αὐτοῦ. Γνωρίζετε, τί συνέβαινε τότε; Εἰσήγετο οἰνόπνευμα ἐκ Γερμανίας δυνάμει τῆς συμβάσεως. Τοῦτο ἐδυσχέραινε.
§60Α. ΚΕΦΑΛΑΣ. Ἠδύνατο νὰ μείνῃ ὑπὸ διαμετακόμισιν, καὶ νὰ μὴ δοθῇ ἡ ἑρμηνεία, ἡ ὁποία ἐδόθη ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ, ὅτι ἠδύνατο νὰ γείνῃ ἀνάμιξις ξένου οἰνοπνεύματος μετ’ οἴνου· ἀλλὰ μετὰ τὴν ἀνάμιξιν πλέον παύει πᾶς ἔλεγχος, καὶ ἠδύνατο ν’ ἀποσταχθῇ αὖθις, καὶ τὸ οἰνόπνευμα νὰ μένῃ ἐν τῷ ἐσωτερικῷ. Αὐτὸ συνέβαινε δυστυχῶς.
§61Α. ΖΑΪΜΗΣ. Τοῦτο δὲν ἐγίνετο ἕνεκεν ἐλλείψεως ἐπιτηρήσεως· ἐγίνετο, διότι ἡ Γερμανικὴ Κυβέρνησις ἐποιήσατο παρατηρήσεις, καθ’ ἃ εἶχε δικαίωμα· διὰ ν’ ἀποφύγωμεν δὲ τὰ παράπονα αὐτὰ τῆς Γερμανικῆς Κυβερνήσεως ἐμελετήθη τότε τὸ ζήτημα, καὶ ὑπεβλήθη τὸ νομοσχέδιον, περὶ οὗ εἶπον.
§62Α. ΚΕΦΑΛΑΣ. Δὲν πρόκειται περὶ ἀπαγορεύσεως τῆς εἰσαγωγῆς οἰνοπνεύματος ξένου, πρόκειται ὅτι ἔπρεπε νὰ ἐπιτηρῶνται τὰ οἰνοπνεύματα ταῦτα, ὅπως μὴ εἰσερχόμενα ἀτελῶς εἰς τὸ ἐσωτερικὸν παραβλάπτωσι τὸ οἰνόπνευμα τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης.
§63Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Εἴπετε ὅτι συνέβαινε κατάχρησις ἀπὸ τὸν ἐπιτηρητήν. Περὶ αὐτῆς πρέπει ν’ ἀκούσωμεν, διότι εἶναι ἀξιόποινος πρᾶξις.
§64Α. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Πρόκειται περὶ μισθοδοσίας. Εἶναι ἀρκετὰ περίεργον!
§65Α. ΚΕΦΑΛΑΣ. Θὰ σᾶς ἀναγνώσω τὸ σχετικὸν μέρος (ἀναγινώσκει).
§66Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τί εἶναι αὐτὰ, τὰ ὁποῖα ἀνεγνώσατε;
§67Α. ΚΕΦΑΛΑΣ. Εἶναι ἓν πιστοποιητικὸν, τὸ ὁποῖον ἔστειλεν ἡ Ἀστυνομία Πειραιῶς, κατόπιν ἐντολῆς, ἣν ἔλαβε παρὰ τοῦ νομάρχου Πατρῶν, ἂν ὁ ἐπιτηρητὴς, ὁ ὑπάλληλος τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης ὄντως μισθοδοτεῖται ὑπὸ τῶν ἐξελεγχομένων ἐργοστασιαρχῶν. Πιστοποιεῖται δυστυχῶς, ὅτι πράγματι εὑρέθη τὸ πρακτικὸν, τὸ ὁποῖον σᾶς ἀνέγνωσα.
§68Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχετε τὸ ἔγγραφον;
§69Α. ΚΕΦΑΛΑΣ. Εἶναι δημοσιευμένον.
§70Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Πρέπει νὰ ζητήσητε, ὅπως τὸ ἔγγραφον, ἐὰν ὑπάρχῃ, κατατεθῇ ἀπὸ τὸν ἁρμόδιον Ὑπουργὸν εἰς τὴν Βουλήν· ἐπὶ τῇ βάσει τῶν δημοσιευομένων εἰς τὰς ἐφημερίδας δὲν δυνάμεθα νὰ συζητῶμεν.
§71Α. ΚΕΦΑΛΑΣ. Τὸ μόνον, τὸ ὁποῖον ἔχω νὰ κάμω, εἶναι νὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὁ ὁποῖος θὰ ἔχῃ τοιοῦτον ἔγγραφον, νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ τὸ καταθέσῃ. Κύριε Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, παρακαλῶ, ἐὰν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν εὑρίσκηται ἔγγραφον, ἀφορῶν τὴν μισθοδότησιν ὑπὸ τῶν ἐργοστασιαρχῶν Πειραιῶς τοῦ ἐπιτηρητοῦ τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης, νὰ τὸ καταθέσητε.
§72Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Πρὸ πολλοῦ καιροῦ;
§73Α. ΚΕΦΑΛΑΣ. Πρὸ δύο ἢ τριῶν μηνῶν τὸ πολύ. Ὁ ἁρμόδιος ὑπάλληλος, ὁ κ. Μπαρλᾶς, γνωρίζει.
§74Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ ἑνώσω καὶ ἐγὼ τὴν παράκλησίν μου, κύριε Πρόεδρε, εἰς τὸ νὰ κατατεθῇ τὸ ἔγγραφον.
§75Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν θέλω λείψει ἀπὸ τοῦ νὰ τὸ ζητήσω καὶ τὸ καταθέσω.
§76Α. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπὸ τίνα ἰδιότητα ἐμισθοδοτεῖτο αὐτὸς ὑπὸ τῶν ἐργοστασιαρχῶν;
§77Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Πρέπει νὰ τὰ μάθωμεν αὐτὰ τὰ πράγματα.
§78Α. ΚΕΦΑΛΑΣ. Νὰ σᾶς εἴπω. Διαβιβάζονται παράπονα ἀπὸ ἐμπόρους ἐξ Εὐρώπης, ἀποροῦντας πῶς συμβαίνει νὰ προσφέρηται ἐδῶ μιστέλιον πρὸς ἑπτὰ φράγκα, ἐνῷ τὸ μιστέλιον αὐτὸ, παραγόμενον ἐκ παρακρατήματος σταφίδος ἀγοραζομένου 50 δραχμὰς τὴν χιλιάδα, στοιχίζει δέκα τοὐλάχιστον φράγκα, καὶ ἓν φράγκον ποῦ ἔπρεπε νὰ ἔχῃ κέρδος ἕνδεκα φράγκα· ὥστε ἔπρεπε νὰ προσφέρηται μὲ ἕνδεκα φράγκα. Πῶς λοιπὸν συμβαίνει, ἐρωτοῦν ἀποροῦντες οἱ ἄνθρωποι, πῶς συμβαίνει, ὥστε νὰ προσφέρηται εἰς αὐτοὺς μὲ ἑπτὰ φράγκα;
§79Α. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Οἱ βιομήχανοι μισθοδοτοῦν τὸν ἐπιτηρητὴν τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης;
§80Α. ΚΕΦΑΛΑΣ. Μάλιστα.
§81Α. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπὸ ποῖον πρόσχημα;
§82Α. ΚΕΦΑΛΑΣ. Ὑπὸ τὸ πρόσχημα νὰ ἔχωσιν εὐκολίας.
§83Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὰ, τὰ ὁποῖα λέγετε, εἶναι περιεργότατα πράγματα καὶ ἄξια ποινικῆς καταδιώξεως. Δὲν νομίζετε λοιπόν, ὅτι, προκειμένου περὶ τοιούτων κατηγοριῶν, πρέπει νὰ ἔχωμεν ἐνώπιον ἡμῶν τὰ ἔγγραφα, καὶ ἑπομένως δὲν νομίζετε, ὅτι πρέπει ν’ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις αὕτη μέχρις οὗ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν κομίσῃ τὰ ἀναγκαῖα ἔγγραφα;
§84Α. ΚΕΦΑΛΑΣ. Μάλιστα. Καὶ ἐπὶ ἄλλου ζητήματος, κύριοι συνάδελφοι, λίαν ἐνδιαφέροντος, ἔχω ὀλίγον νὰ ἀσχοληθῶ. Κατὰ τὴν 29 Δεκεμβρίου 1899 ἐξεδόθη διακήρυξις, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐξετίθετο εἰς πλειοδοτικὴν δημοπρασίαν τὴν 12 Ἰανουαρίου τοῦ 1900 παρακράτημα σταφίδος ἐκ λιτρῶν 48,000,000, εὑρισκόμενον ἐν ταῖς ἀποθήκαις τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης. Ἐξ αὐτῶν 4,000,000 ἔλαβε πρόνοιαν τὸ Διοικητικὸν Συμβούλιον τότε νὰ κρατήσῃ διὰ τὴν μικρὰν βιομηχανίαν, διὰ νὰ μὴ ἐκμεταλλεύηται ταύτην ἡ μεγάλη βιομηχανία, ἡ ὁποία ἀπετέλει σύνδεσμον, καὶ ἠγόραζε τὸ παρακράτημα ὅλον, καὶ κατόπιν ἠναγκάζοντο οἱ μικροὶ νὰ τὸ ἀγοράζωσι παρ’ αὐτῆς εἰς μεγάλας τιμάς. Ἔλαβε λοιπὸν τοιαύτην πρόνοιαν τὸ τότε Διοικητικὸν Συμβούλιον, καὶ ἐκράτησε 4,000,000 λίτρας, ἑπομένως ἐπωλήθη ἡνωμένως τότε ποσὸν 44,000,000. Κατὰ τὸ ἄρθρον 19 τῆς σχετικῆς διακηρύξεως ὁ ἀγοραστὴς ἢ οἱ ἀνάδοχοι αὐτοῦ ὤφειλον τὸ ἥμισυ ποσὸν νὰ καταναλώσουν εἰς προϊόντα βιομηχανικὰ ἐν τῷ ἐσωτερικῷ, τὸ δὲ ἕτερον ἥμισυ, ἤτοι 22 ὅλα ἑκατομμύρια, νὰ ἐξαγάγωσιν εἰς βιομηχανικὰ προϊόντα εἰς τὸ ἐξωτερικόν. Ἐπειδὴ ὅμως ἦτο δυνατὸν τὸ βιομηχανικὸν αὐτὸ προϊόν νὰ τὸ καταναλώσωσιν ὁλόκληρον ἐν τῷ ἐσωτερικῷ, διότι ἡ τιμὴ ἦτο πολὺ διάφορος, — τοῦ μὲν παρακρατήματος τοῦ προωρισμένου διὰ τὴν ἐσωτερικὴν κατανάλωσιν ἦτο 109 δραχμαὶ, τοῦ δὲ παρακρατήματος τοῦ προωρισμένου πρὸς ἐξαγωγὴν τῶν προϊόντων αὐτοῦ ἦτο, νομίζω, 48 δραχμαὶ, — ἡ Σταφιδικὴ Τράπεζα ἔλαβε τὴν πρόνοιαν, ὅπως ὁ ἀγοραστὴς καὶ οἱ ἀνάδοχοι αὐτοῦ, ὡς ἐγγύησιν ὅτι ὄντως ἤθελον ἐξαγάγει τὰ 22 ἑκατομμύρια, καταθέσωσι παρὰ τῇ Ἀθηναϊκῇ Τραπέζῃ 61 δραχμὰς κατὰ χιλιάδα, καὶ ἂν ἐβεβαιοῦτο, ὅτι ὄντως ἐξήγαγον τὸ ποσὸν αὐτὸ, θ’ ἀνελάμβανον τὴν ἐγγύησιν· πόσον δ’ ἐξήγαγον, θὰ ἐπιστοποίει ὁ ἐπιθεωρητὴς, καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τῆς πιστοποιήσεως ταύτης ἡ Σταφιδικὴ Τράπεζα θὰ ἐξέδιδε τὴν ἀνάλογον ἐντολὴν πρὸς τὴν Ἀθηναϊκὴν Τράπεζαν, ἵνα ἀναλάβῃ ὁ ἐργοστασιάρχης τὴν ἐγγύησιν· ἄλλως, ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν δὲν ἐξήγετο εἰς τὸ ἐξωτερικόν, ἡ ἐγγύησις αὕτη θὰ κατέπιπτε πρὸς ὄφελος τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης. Μετὰ τὴν δημοπρασίαν ταύτην, Κύριοι, ἐπηκολούθησεν ἑτέρα δημοπρασία, διὰ τὸ παρακράτημα τοῦ 1901, ἀνερχόμενον εἰς 30 περίπου ἑκατομμύρια, καὶ ὅλον τὸ παρακράτημα αὐτὸ ἐδόθη εἰς τὴν ἐσωτερικὴν βιομηχανίαν πρὸς δραχμὰς 80 τὴν χιλιάδα. Τὴν 31 Ὀκτωβρίου παρελθόντος ἔτους ἤρχισεν ἡ παραλαβὴ τοῦ παρακρατήματος τοῦ 1901, τὸ ὁποῖον, ὡς εἶπον, εἶχε δοθῇ μόνον πρὸς ἐσωτερικὴν κατανάλωσιν ἀντὶ 80 δραχμῶν τὴν χιλιάδα. Τὸ Διοικητικὸν Συμβούλιον τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης τί ὤφειλε νὰ πράξῃ; εἶναι τόσον στοιχειῶδες τὸ πρᾶγμα, ὥστε εἶναι περίεργον ἀληθῶς, διατὶ παρέλειψε νὰ τὸ πράξῃ· ὤφειλε βεβαίως νὰ στείλῃ ὑπαλλήλους τῆς Τραπέζης, ἵνα ἐξετάσωσι, πόσα οἱ κύριοι βιομήχανοι βιομηχανικὰ προϊόντα ἐκ παρακρατήματος εἶχον εἰς τὰς ἀποθήκας των, καὶ εἰς πόσον ἀντεστοίχουν, ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ συνταχθέτος πίνακος, τὰ προϊόντα ταῦτα, ἐπίσης δὲ πόσον αὐτούσιον σταφιδόκαρπον εἶχον εἰς τὰς ἀποθήκας των. Ἐν τούτοις χωρὶς νὰ λάβωσιν οὐδὲν τοιοῦτον μέτρον, ἔδωκαν ἄδειαν ν’ ἀρχίσῃ ἡ παραλαβή! Κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, ἐκ τῶν βιβλίων τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης ἀποδεικνύεται, ὅτι εἶχον ἐξαχθῆ 9,335,000 λίτραι σταφιδοκάρπου παρακρατήματος μεταπεποιημένου εἰς βιομηχανικὰ προϊόντα ἐκ τῶν 22,000,000, τῶν ὁποίων τὰ βιομηχανικὰ προϊόντα ἐπρόκειτο νὰ ἐξαχθῶσιν εἰς τὸ ἐξωτερικόν.
§85Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἀλλ’ ἤδη ὁμιλεῖτε περὶ τοῦ 1901, ὄχι περὶ τοῦ 1900.
§86Α. ΚΕΦΑΛΑΣ. Εἰς τὰ 1901 παρέλαβον καὶ ἄλλο παρακράτημα, ὥστε ἐγένετο σύγχυσις.
§87Α. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλὰ παρακαλῶ πρὸ παντὸς νὰ ἀκούωμεν, κύριε Πρόεδρε.
§88Α. ΚΕΦΑΛΑΣ. Κύριοι, πρόκειται περὶ ζημίας 500,000 δραχμῶν εἰς τὴν Σταφιδικὴν Τράπεζαν, καὶ διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι εἶναι ἄξιον τὸ ζήτημα νὰ προσελκύσῃ τὴν προσοχήν σας· διότι δὲν πρόκειται περὶ μικρῶν πραγμάτων, πρόκειται περὶ σπατάλης, περὶ βλάβης σπουδαιοτάτης τῶν συμφερόντων τοῦ σταφιδικοῦ κόσμου, τῶν σταφιδικῶν πληθυσμῶν, καὶ νομίζω ὅτι ἡ ἀντιπροσωπεία τοῦ ἔθνους ἔχει καθῆκον νὰ δώσῃ προσοχὴν εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο...
§89Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ. Ἀλλὰ δέον νὰ ἔχητε ὑπ’ ὄψει σας, ὅτι τὸ Διοικητικὸν Συμβούλιον τῆς Τραπέζης δικάζεται ἐρήμην.
§90Α. ΚΕΦΑΛΑΣ. Δὲν πρόκειται περὶ τοῦ Συμβουλίου τῆς Τραπέζης. Σεῖς πρόκειται τώρα νὰ σχηματίσητε τὴν γνώμην, ἂν ἔχει εὐθύνην ἢ οὔ. Ἐγὼ ὀφείλω τὰ πράγματα μαθηματικῶς νὰ ἐκθέσω εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ ἕκαστος τῶν κυρίων Βουλευτῶν δύναται νὰ σχηματίσῃ γνώμην. Βεβαίως δὲν ἔχω τὴν ἀξίωσιν νὰ σχηματίσητε τὴν γνώμην, ἣν ἐγὼ θέλω, ἀλλ’ ὁποίαν ὑμεῖς ἐκ τῶν πραγμάτων θὰ σχηματίσητε. Ἡ προθεσμία, ἡ ὁποία εἶχε δοθῆ πρὸς ἐξαγωγὴν διὰ τὰ βιομηχανικὰ προϊόντα τῶν 22,000,000, ἦτο διετὴς, ἀλλ’ ἐντὸς τῆς διετίας, δηλ. τὸ παρελθὸν ἔτος, ἔκαμε δημοπρασίαν νέαν τοῦ παρακρατήματος τοῦ 1901· ὤφειλε λοιπὸν τὸ Διοικητικὸν Συμβούλιον νὰ προσέξῃ πολὺ, διότι ἐπρόκειτο περὶ σπουδαιοτάτων συμφερόντων· εἶχον κατατεθῆ 1,350,000 φράγκα εἰς τὴν Ἀθηναϊκὴν Τράπεζαν ὡς ἐγγύησις, ὅτι τὰ βιομηχανικὰ ταῦτα προϊόντα θὰ ἐξήγοντο εἰς τὸ ἐξωτερικὸν, καὶ ἂν δὲν ἐξήγοντο, θὰ κατέπιπτεν ἡ ἐγγύησις αὕτη ὑπὲρ τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης. Λοιπὸν μέχρι τῆς ἐποχῆς, καθ’ ἣν ἤρχισεν ἡ παραλαβὴ τοῦ παρακρατήματος τοῦ 1901, εἶχον ἐξαγάγει μόνον 9,335,000 λίτρας, καὶ συνεπῶς ἔμενον πρὸς ὄφελος τῆς Τραπέζης 12,635,000, ἤτοι προϊὸν ἀξίας ἑπτακοσίων περίπου χιλιάδων δραχμῶν...
§91Α. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δηλαδὴ ὤφειλον ἀκόμη νὰ ἐξαγάγωσι δώδεκα περίπου ἑκατομμύρια.
§92Α. ΚΕΦΑΛΑΣ. Βεβαίως, ἀλλὰ δυστυχῶς αὐτὰ κατηναλώθησαν εἰς τὸ ἐσωτερικόν. Διὰ τοῦτο βλέπετε, ὅτι ἔσπευσαν οἱ βιομήχανοι καὶ ἐπῆγαν εἰς τὰς Πάτρας καὶ ἐζήτησαν νὰ γείνῃ δημοπρασία τοῦ παρακρατήματος, διότι τὰ βιομηχανικὰ προϊόντα, περὶ ὧν ὁ λόγος, τὰ εἶχον καταναλώσει εἰς τὸ ἐσωτερικόν. Μάλιστα ἐνθυμοῦμαι καλῶς, ὅτι οἱ βιομήχανοι μιᾶς κατηγορίας, οἱ ὁποῖοι ἦσαν ὑποχρεωμένοι νὰ ἐξαγάγωσι 12½ ἑκατομμύρια, αὐτοὶ ἦλθον εἰς τὰς Πάτρας, ὅτε ἤμην σύμβουλος τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης, καὶ προσεφέροντο νὰ δώσουν ἐπιστολὴν, ἵνα λάβῃ ἡ Σταφιδικὴ Τράπεζα τὰς 61 δραχμὰς τὴν χιλιάδα, ἀλλὰ δὲν τὸ ἔπραξαν, διότι εἶχον ἀναλάβει ὑποχρέωσιν εἰς τὴν Ἀθηναϊκὴν Τράπεζαν, ὅτι τὰ χρήματα ταῦτα θὰ μείνωσι διὰ δύο ἔτη, διότι εἶχον δικαίωμα ἐντὸς τῶν δύο ἐτῶν νὰ ἐξαγάγωσι τὰ προϊόντα ταῦτα. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ Διοικητικὸν Συμβούλιον, περὶ οὗ εἶπεν ὁ κύριος Γκότσης, ὅτε πρὸ μηνὸς διεδόθη, ὅτι γίνεται κατάχρησις εἰς τὴν Τράπεζαν, ὁ Γραμματεὺς τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης παρουσίασε πρὸς τὸ Διοικητικὸν Συμβούλιον μίαν ἐπιστολὴν τοῦ κ. Ζάννου, διὰ τῆς ὁποίας ὁ κ. Ζάννος μετέβαλλεν τὰς ὑποχρεώσεις τὰς ἰδικάς του. Νομίζω, ὅτι, ὅταν τὸ Συμβούλιον ἐγκρίνῃ μίαν δημοπρασίαν περὶ τῆς διαθέσεως τοῦ παρακρατήματος, οἱ ὅροι τῆς διακηρύξεως δὲν δύνανται νὰ μεταβληθῶσι, διότι προσβάλλονται δικαιώματα τρίτων· διότι, ἂν οὗτοι ἐγνώριζον, ὅτι θὰ εἶχον ἐλαφροὺς ὅρους, θὰ ἐλάμβανον μέρος εἰς τὴν πλειοδοσίαν. Τὸ παρακράτημα διῃρέθη εἰς τέσσαρας κατηγορίας· εἰς τὴν μίαν, ἀποτελουμένην ἀπὸ τοὺς Χατζηπαναγιώτου καὶ Σοφιανόπουλον, ἔδωκεν ὁ ἀγοραστὴς κ. Ζάννος 2,792,666 λίτρας ἑνετικάς, εἰς τὴν δευτέραν, ἀποτελουμένην ἀπὸ τοὺς οἰνοπνευματοποιοὺς Χαριλάου, Κοτσώνην, Πουρῆν, Καμπᾶν, Μπαρμπαρέσον, καὶ Ἀσημακόπουλον, 25,627,204 λίτρας, εἰς τὴν τρίτην, ἀποτελουμένην ἀπὸ Φαράκλον, 970,727 λίτρας, καὶ εἰς τὴν τετάρτην, ἀποτελουμένην ἀπὸ τὸν Ζάννον, ἀπέμειναν λίτραι 13,429,510. Ἐνῷ οὕτω πως διερρυθμίσθησαν τὰ τῆς διαθέσεως τοῦ παρακρατήματος τοῦ 1899 καὶ 1900 καὶ συμφώνως τῷ ἄρθρῳ 19 τῆς διακηρύξεως ὁ ἀγοραστὴς κ. Ζάννος καὶ οἱ ἀνάδοχοι αὐτοῦ ἐδικαιοῦντο ἕκαστος τὸ ἥμισυ ποσὸν νὰ καταναλώσῃ ἐν τῷ ἐσωτερικῷ, τὸ δὲ ἕτερον ἥμισυ ἐν τῷ ἐξωτερικῷ, καθ’ ὃν τρόπον ἐξέθηκα προηγουμένως. Ἀλλ’ ὁ κ. Ζάννος δι’ ἐπιστολῆς του πρὸς τὸ Συμβούλιον τῆς Τραπέζης ἠθέλησε νὰ μεταβάλῃ τοὺς ὅρους, καὶ ἔγραφεν, ὅτι αὐτὸς ἔδωκεν εἰς τὴν πρώτην κατηγορίαν 2,792,666 λίτρας, διὰ νὰ καταναλώσῃ ὅλον τὸ ποσὸν εἰς τὸ ἐσωτερικόν, εἰς τὴν δευτέραν 25,627,204 λίτρας, ἐξ ὧν θὰ ἐξαγάγῃ 10,500,000, εἰς τὴν τρίτην νὰ ἐξαγάγῃ 500,000, καὶ τὸ ὑπόλοιπον τῶν 22 περίπου ἑκατομμυρίων ἀνελάμβανε νὰ ἐξαγάγῃ αὐτός.
§93Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δι’ ἐξαγωγήν;
§94Α. ΚΕΦΑΛΑΣ. Ἂν δὲν ἐξῆγε, τὸ ὑπόλοιπον θὰ κατέπιπτεν ὡς ἐγγύησις πρὸς ὄφελος τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης. Ὁ κ. Ζάννος τὴν 31 Ὀκτωβρίου, ὅτε ἤρχισε νὰ παραλαμβάνῃ παρακράτημα σταφιδοκάρπου τοῦ 1901, δὲν εἶχε σταφιδόκαρπον, διότι, ἂν εἶχε, θὰ ἐξῆγε τὰ προϊόντα αὐτοῦ· ἐξηγεῖται λοιπόν, ὅτι εἶχε καταναλώσει τὸ ποσὸν αὐτὸ, καὶ ἅπασαι αἱ κατηγορίαι εἶχον ἐξαγάγει περὶ τὰ 9,300,000 λίτρας. Οὕτω πως δὲ ἡ Σταφιδικὴ Τράπεζα ἐζημιώθη δρ. 700,000 περίπου. Δυστυχῶς οἱ κύριοι σύμβουλοι, τῶν ὁποίων τὴν προστασίαν ἀνέλαβεν ὁ κ. Γκότσης, ἀπεδέχθησαν ἄνευ ἀντιρρήσεως τὰς νέας ὑποχρεώσεις, πρὸς βλάβην τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης. Τοῦτο ὅμως δὲν δύναται ἄλλως νὰ χαρακτηρισθῇ ἢ ὡς διασπάθησις καὶ διαρπαγὴ καθαρά. Ἐξ ὅσων ἀνέπτυξα παρετηρήσατε, ὅσοι εἴχετε τὴν καλωσύνην νὰ παρακολουθήσητε τὴν ὁμιλίαν μου, ὅτι τὸ Διοικητικὸν Συμβούλιον τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης δὲν ἐξεπλήρωσε τὸ καθῆκόν του, καὶ ὅτι, ἔχον, φαίνεται, ἄλλας βλέψεις, ἔθεσεν ἐκποδὼν πᾶν ἠθικὸν στοιχεῖον τῆς Τραπέζης, καὶ ἄνευ αἰτίας προέβη εἰς 48 ὅλας μεταβολὰς ἐν τῷ προσωπικῷ τῶν ὑπαλλήλων τῆς Τραπέζης, ἐνῷ αἱ ὑπηρεσίαι τῆς Τραπέζης ἠλαττώθησαν πολὺ ὡς ἐκ τῆς μὴ ἐκπληρώσεως τῶν ὑποχρεώσεων τῶν μετόχων, διότι, ἐνῷ ἐγένοντο καὶ δάνεια 30,000 κατὰ τὰ προηγούμενα ἔτη, ἐφέτος ἀμφιβάλλω ἂν θὰ φθάσουν εἰς τὸ τρίτον τοῦ ποσοῦ· καὶ ἐν τούτοις προσέθηκε 17 νέους ὑπαλλήλους, καὶ ἐπεβάρυνε τὰ ἔξοδα αὐτῆς δι’ 25–30 χιλιάδων δραχμῶν. Τὰ περιστατικὰ ταῦτα, Κύριοι, εἶναι σπουδαῖα, διότι θίγουσι σημαντικῶς τὰ συμφέροντα τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης· καὶ εἰς τοῦτο προκαλῶ τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως.
§95Α. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι δυνατὸν νὰ μᾶς ὁρίσητε τὸ ποσὸν τῆς ζημίας τῆς Τραπέζης;
§96Α. ΚΕΦΑΛΑΣ. 475,000 δραχμαί. Ἀλλὰ, Κύριοι, παρέλειψα νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι τὸ Διοικητικὸν Συμβούλιον δὲν προέβη εἰς τὴν προμήθειαν τοῦ θειϊκοῦ χαλκοῦ ἐντὸς τοῦ Δεκεμβρίου· ἐνῷ ὤφειλεν ἐντὸς τοῦ μηνὸς τούτου νὰ προκηρύξῃ δημοπρασίαν πρὸς προμήθειαν θειϊκοῦ χαλκοῦ, ὅπως ἀγοράσῃ εὐθηνότερον, διότι κατὰ τὴν ἐποχὴν ταύτην αἱ τιμαὶ ποικίλλουσιν ἀπὸ 16 μέχρι 18 λιρῶν, τὸ Διοικητικὸν Συμβούλιον ἠσχολεῖτο, πῶς νὰ μεταβάλῃ τὸν Κανονισμὸν τῆς Τραπέζης, καὶ ἔχασεν οὕτως εἴκοσι συνεδριάσεις, ἐνῷ κατὰ τὸ παρελθὸν ἐπρομηθεύθη ἐντὸς τοῦ Δεκεμβρίου τὸν θειϊκὸν χαλκὸν, καὶ ὤφειλε νὰ γνωρίζῃ, ὅτι ὁ μὴν αὐτὸς εἶναι ὁ κατάλληλος διὰ τὴν προμήθειαν ταύτην. Οἱ σύμβουλοι τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης θεωροῦνται δημόσιοι ὑπάλληλοι, καὶ, συμφώνως τῷ ἄρθρῳ 34 τοῦ Λογιστικοῦ νόμου, ὤφειλον διὰ μειοδοτικῆς δημοπρασίας καὶ κατόπιν διαγωνισμοῦ νὰ προβῶσιν εἰς τὴν προμήθειαν τοῦ ἀπαιτουμένου θειϊκοῦ χαλκοῦ, διὰ νὰ ἐμπνεύσωσι καὶ τὴν καλὴν πίστιν· ἐν τούτοις τὸ Διοικητικὸν Συμβούλιον ἠσχολεῖτο, πῶς νὰ κατορθώσῃ νὰ πείσῃ τὸν νομάρχην, τὸν ἀντιπρόσωπον τοῦ Κράτους, νὰ μεταβάλῃ τὸν Κανονισμὸν, καὶ οὕτω κατώρθωσαν νὰ παύσουν 15 ὑπαλλήλους, καὶ νὰ διορίσουν ἑτέρους 20 ἢ 30. Οὕτω δὲ παρῆλθεν ὁ πολύτιμος χρόνος τοῦ Δεκεμβρίου διὰ τὴν προμήθειαν θειϊκοῦ χαλκοῦ, ἐξ οὗ θὰ ἐκέρδιζον οἱ σταφιδοκτήμονες περὶ τὰς 200,000 δραχμάς! Τὸν Ἰανουάριον δ’ ἐνεθυμήθησαν, ὅτι πρέπει νὰ φέρουν θειϊκὸν χαλκὸν, καὶ ἀντὶ νὰ συμμορφωθῶσι πρὸς τὸν νόμον, τυπικῶς ἔκαμαν μίαν δημοπρασίαν, εἰς τὴν ὁποίαν ἐγένοντο διάφοροι προσφοραὶ, ἐνέκριναν δὲ μίαν μόνον, ἀφορῶσαν 100 τόννους, διὰ δὲ τὸ ἕτερον ποσὸν ἐθεώρησαν καλὸν νὰ κάμουν ἰδιαιτέρας συμφωνίας, διὰ τὴν προμήθειαν ποσοῦ 1,000,000. Ἀλλ’ ἦτο ἐπιτετραμμένον τοῦτο λόγῳ τῆς ἰδιότητός των; Ἐκ τούτου, ἐννοεῖται, ἐγεννήθησαν πολλαὶ ὑπόνοιαι, βαρύνουσαι σπουδαίως τὴν θέσιν τῶν συμβούλων. Δυστυχῶς τὸ ὑπόλοιπον τοῦ θειϊκοῦ χαλκοῦ ἐπρομηθεύθησαν δι’ ἰδιαιτέρων συμφωνιῶν!
§97Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐπῆλθε ζημία ἐκ τούτου;
§98Α. ΚΕΦΑΛΑΣ. Δὲν γνωρίζω τὰς τιμάς, εἰς τὰς ὁποίας ἠγόρασαν τὸν θειϊκὸν χαλκὸν, ἵνα κρίνω περὶ τῆς ζημίας τῆς Τραπέζης· ὅ,τι δύναμαι νὰ βεβαιώσω, εἶναι, ὅτι ἔπρεπε νὰ προμηθευθῶσι τὸν χαλκὸν ἐντὸς τοῦ Δεκεμβρίου, διότι θὰ ἐπήρχετο οἰκονομία διακοσίων χιλιάδων δραχμῶν.
§99Π. Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Τὸ παράπονον, τὸ ὁποῖον ὁ κ. προλαλήσας ἀνέφερεν, ὅτι ἡ Σταφιδικὴ Τράπεζα δὲν ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν τὸν νόμον, ἀλλὰ προέβη εἰς διορισμοὺς, ἐξήγειρε καὶ τοὺς συμπολίτας μου, οἱ ὁποῖοι δι’ ἐμοῦ ἀναγκάζονται νὰ διαμαρτυρηθῶσι κατὰ τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης. Ἡ ἀπόφασις τῆς Τραπέζης εἶναι παρὰ τὸν νόμον, ὅστις λέγει τὰ ἑξῆς. (Ἀναγινώσκει τὸ σχετικὸν ἄρθρον τοῦ νόμου περὶ Σταφιδικῆς Τραπέζης). Ἡ Σταφιδικὴ Τράπεζα, λαβοῦσα ὑπ’ ὄψιν οὐχὶ τὰ τελευταῖα ἔτη, δηλαδὴ τὸ 1900, 1901 καὶ 1902, ἀλλὰ τὸ ἔτος 1899, ἐπέφερε μεγάλας ζημίας εἰς τὰς ἐπαρχίας, αἵτινες κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη παρήγαγον ποσὸν μέγα, ὥστε καὶ τὰ δάνεια, τὰ ὁποῖα ἤθελε χορηγήσει ἡ Τράπεζα, νὰ ἦναι μεγάλα. Ἐν Κορινθίᾳ τὸ 1899 ἡ παραγωγὴ ἦτο λίαν ἠλαττωμένη, συνεπῶς σήμερον οἱ κτηματίαι ἐν Κορινθίᾳ στεροῦνται τοῦ μόνου εὐεργετήματος, τὸ ὁποῖον ἡ Σταφιδικὴ Τράπεζα ἠδύνατο νὰ τοῖς παράσχῃ. Ἐὰν ἐφηρμόζετο ὁ νόμος, θὰ ἐλάμβανον οἱ σταφιδοκτήμονες δραχμὰς 50 καὶ 60 κατὰ στρέμμα λόγῳ δανείου καλλιεργείας, ἐνῷ σήμερον, διὰ τῆς παρανόμου ταύτης ἑρμηνείας καὶ ἐφαρμογῆς ἡ Κορινθία στερεῖται ἑνὸς δικαιώματος, τὸ ὁποῖον μεγάλως ἤθελε συντελέσει εἰς τὴν ἐξασφάλισιν τῆς καλλιεργείας, ἡ ὁποία, βεβαιωθῆτε, κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη, ἰδίως τὸ παρελθὸν καὶ τὸ τρέχον, εὑρίσκεται εἰς κρίσιμον σημεῖον. Πέποιθα, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν δὲν θὰ παρίδῃ τὸ ἀδίκημα, τὸ ὁποῖον γίνεται εἰς τὴν ἐπαρχίαν μου, καὶ θὰ φροντίσῃ, ὅπως διὰ τῶν μέσων, τὰ ὁποῖα, διαθέτει καὶ τὰ ὁποῖα δυστυχῶς δὲν εἶναι τοιαῦτα, ὥστε νὰ ἐπιβάλῃ τὴν γνώμην του, θέλει πείσει τοὺς κυρίους συμβούλους νὰ ἐφαρμόσωσι τὸν νόμον, νὰ μὴ προβαίνωσι δὲ εἰς παρανόμους ἑρμηνείας. Δὲν γνωρίζω τὰ αἴτια, τὰ ὁποῖα προεκάλεσαν τὴν Σταφιδικὴν Τράπεζαν νὰ λάβῃ τοιοῦτον μέτρον, ἀλλὰ τοῦτο προσβάλλει καιριώτατα τοὺς παραγωγούς. Δυστυχῶς ἡ Κορινθία καὶ ἡ Αἰγιάλεια ὑπεβλήθησαν εἰς τὸ καταθλιπτικὸν αὐτὸ νομοθέτημα τῆς παρακρατήσεως, τὸ ὁποῖον οὔτε ἔχει βάσιν τινὰ οἰκονομολογικήν, οὔτε δύναται νὰ δικαιολογηθῇ εἰς οὐδὲν μέρος τοῦ κόσμου. Ἡμεῖς, μολονότι πρόκειται περὶ δημεύσεως περιουσίας, ἐπειδὴ πρόκειται περὶ νόμου τεθέντος ἐν ἰσχύϊ, ὑπήχθημεν εἰς αὐτόν. Ἀλλ’ ὑπάρχουσι καὶ διατάξεις τινὲς αὐτοῦ, αἱ ὁποῖαι ἀνακουφίζουσι τὴν παραγωγήν· διατὶ δὲν φροντίζουσιν οἱ κύριοι τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης νὰ θέσωσι ταύτας ἐν ἰσχύϊ; Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ πληροφορήσῃ ἐν ἄλλῃ ἡμέρᾳ τὴν Βουλήν, τίνα μέτρα θὰ λάβῃ περὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης.
§100Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κατά τινα τῶν προηγουμένων συνεδριάσεων, κύριε Πρόεδρε, ἐρρίφθη ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ὑπαινιγμὸς περὶ τῆς διαχειρίσεως τῆς γινομένης ἐκ μέρους τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης. Ὁ ὑπαινιγμὸς ἐρρίφθη ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ὀλυμπίας βουλευτοῦ κ. Μοσχούλα. Ἀλλ’ ἐπ’ ἐσχάτων, προκληθεὶς ὁ ἐξ Ὀλυμπίας ἀξιότιμος Βουλευτὴς παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐκ Μεσολογγίου, ἵνα σαφέστερον ἐξηγηθῇ καὶ ὁμιλήσῃ πλέον εὐκρινῶς, τίνας ἐκ τῶν διαχειριζομένων τὰ τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης ἐνόει δι’ ὅσων πρὸς τὴν Βουλὴν ὑπηνίξατο, ἐδήλωσεν, ὅτι ἐνόει τὸ Συμβούλιον τὸ παλαιὸν, καὶ ἰδίᾳ τὸν τότε προεδρεύσαντα αὐτοῦ Κωνσταντ. Παπαγιάννην. Ἐκεῖνον ἐνόει ὡς ἔχοντα τὰς χεῖρας ὑπόπτους, καὶ οὕτως ὁ ὑπαινιγμὸς ὁ ῥιφθεὶς παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ὀλυμπίας Βουλευτοῦ οὐδεμίαν ἔχει πλέον σημασίαν, οὐδόλως ἀποβλέπει εἰς τὸ ἐνεστὼς Συμβούλιον. Οὕτω τὸ βέλος, τὸ ὁποῖον ἐξηκόντισεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐξ Ὀλυμπίας κατὰ τῆς ἐνεστώσης διαχειρίσεως τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης, κατέπεσε καὶ κατέστη ἄμαχον διὰ τὸ ἐνεστὼς Συμβούλιον καὶ ἀβλαβές. Ἀλλὰ τὸ βέλος ἐκεῖνο ὁ ἀξιότιμος ἐκ Τριφυλίας Βουλευτὴς, ὁ σήμερον ἀγορεύσας, ἐνόει ν’ ἀνασηκώσῃ καὶ ὀξύνῃ ἐκ νέου, καὶ ῥίψῃ αὐτὸ κατὰ τοῦ ἐνεστῶτος Διοικητικοῦ Συμβουλίου. Καὶ διὰ μακρῶν ἀγορεύσας ὁ κύριος ἐκ Τριφυλίας Βουλευτὴς καὶ προσπαθήσας ν’ ἀποδείξῃ, ὅτι ἐπελάθετο τῶν καθηκόντων αὐτοῦ τὸ Συμβούλιον, ἀπέδειξε περιτράνως, ὅτι ἐπελάθετο αὐτὸς οὗτος τοῦ καθήκοντός του. Διότι, ἐρωτῶ αὐτόν, τί ἐσκόπει, δι’ ὅσων εἶπεν, ὁ ἀξιότιμος ἐκ Τριφυλίας Βουλευτής; Τίνα ἐνέργειαν ἐσκόπει νὰ προκαλέσῃ; τὴν ἐνέργειαν τῆς Κυβερνήσεως, ἢ ἄλλου τινός; Ἐσκόπει νὰ ἐλέγξῃ τὴν Διοίκησιν παρανομοῦσαν; Τοῦτο οὐδόλως εἴδομεν, οὐδὲ προκύπτει ἐκ τῶν λόγων αὐτοῦ. Ἐσκόπει νὰ προκαλέσῃ τὴν ἐνέργειαν τῆς Κυβερνήσεως πρὸς ποινικὴν καταδίωξιν τῶν ἀποτελούντων τὸ Συμβούλιον τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης; ἀλλὰ τοῦτο οὐδόλως εἶπεν. Ἐνῷ δὲ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Τριφυλίας κατηγορίαν ἀπηύθυνε κατὰ τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου, δὲν εἶχε δυστυχῶς ἀνὰ χεῖρας τὰς ἀποδείξεις ἐκείνας, τὰς ὁποίας ὀφείλουσι νὰ ἔχωσιν οἱ κατηγοροῦντες, καὶ μάλιστα οἱ ἀπόντας κατηγοροῦντες, διότι πᾶς κατηγορῶν χωρὶς νὰ ἔχῃ καὶ τὰς ἀποδείξεις εἰς χεῖρας, ἀποκαλεῖται μὲ ἄλλο ὄνομα, τὸ ὁποῖον δὲν ἐπιθυμῶ, διότι φιλικῶς συνδέομαι πρὸς τὸν κύριον Κεφαλᾶν, ν’ ἀποδώσω πρὸς αὐτόν. Δι’ αὐτὸ εἶπον, κύριε Πρόεδρε, ὅτι ὁ ἀξιότιμος προαγορεύσας ἐπελάθετο τῶν καθηκόντων αὐτοῦ, διότι καθῆκον τῶν Βουλευτῶν εἶναι οὐχὶ νὰ μεταφέρωσιν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ τὰ λεγόμενα ἐν ταῖς τριόδοις· καθῆκον τοῦ Βουλευτοῦ εἶναι τὸ νομοθετεῖν, τὸ ἐλέγχειν τὰς πράξεις τῆς Κυβερνήσεως. Καὶ ἐνῷ ἐγὼ προέτρεπον αὐτὸν νὰ ἀπόσχῃ, τό γε νῦν ἔχον, τῆς συζητήσεως, ἵνα ἐν εὐθέτῳ καιρῷ προέλθωμεν εἰς τὴν συζήτησιν, ἔχοντες ἀνὰ χεῖρας ἔγγραφα, ὁ κ. Βουλευτής, παρασκευάσας ὅσα εἶχε νὰ εἴπῃ, ἐξηκολούθησε νὰ λέγῃ καὶ νὰ λέγῃ, χωρὶς εἰς οὐδὲν συμπέρασμα νὰ καταλήγῃ τελικόν! Καὶ ποῖαι εἶναι αἱ πράξεις ἐκεῖναι τοῦ Συμβουλίου, τὰς ὁποίας κατηγόρησεν; Ἡ κατάργησις διατάξεών τινων τοῦ Κανονισμοῦ, αἵτινες ἀφεώρων τὴν ἐγκατάστασιν δοκίμων ὑπαλλήλων ἐν τῷ καταστήματι. Οἱ δόκιμοι ὑπάλληλοι οὐδένα ἄλλον εἶχον σκοπὸν ἢ νὰ εἰσάγωνται εἰς τὰ ἔργα τῆς ὑπηρεσίας τῆς Τραπεζικῆς, λαμβάνοντες μισθὸν 100 ἢ 120 δραχμῶν κατὰ μῆνα, καὶ νὰ εὑρίσκωνται ἐκεῖ, ἵνα ἐν πάσῃ ἐνδεχομένῃ περιπτώσει ἐν τῷ μέλλοντι χρησιμοποιηθῶσιν ὡς ἀποθηκάριοι καὶ διευθυνταὶ πρακτορείων καὶ ὑποκαταστημάτων. Τὴν πολυτέλειαν ταύτην τὴν ὑπαλληλικὴν, τὴν ὁποίαν εἰσήγαγεν ὁ κ. Τσακωνόπουλος, τὸ νῦν Συμβούλιον ἔκρινεν ὡς ἐπιβαρύνουσαν τὴν Τράπεζαν καὶ ἀπαλειπτέαν· καὶ συνεπῶς προέβη εἰς τὴν ἀπάλειψιν τῆς τοιαύτης διατάξεως, τῆς κανονιζούσης θέσεις ἀμεριμνομερίμνης, θέσεις ἀργομίσθων ἐν τοῖς γραφείοις τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης· προέβη δὲ εἰς τὴν ἀπάλειψιν ταύτην τῇ συναινέσει καὶ ἐγκρίσει αὐτῆς τῆς ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν. Τοῦτο ἠθέλησε νὰ ψέξῃ ὁ κ. Βουλευτής, μέτρον συνετὸν, μέτρον σῶφρον! Σᾶς εἶπεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Τριφυλίας, ὅτι ηὔξησαν αἱ δαπάναι τῆς Διοικήσεως ἀπὸ δρ. 170,000, εἰς ὅσας ἀνήρχοντο ἄλλοτε, εἰς 200,000. Δὲν θέλω νὰ ἀναιρέσω τὸ γεγονός, διότι ἴσως νὰ ἦναι ἀκριβές. Ἀλλὰ τί ἕπεται ἐκ τούτου; Ἔπεται, ὅτι οἱ διοικοῦντες τὴν Τράπεζαν ἔχουν ὑπόπτους τὰς χεῖρας; Ἐκ τοῦ γεγονότος, ὅτι ηὔξησαν κατὰ 30,000 δραχμὰς αἱ δαπάναι τῆς Διοικήσεως, ἕπεται, ὅτι εἶναι κλέπται ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι διὰ τῆς πλειονοψηφίας τῶν μετόχων ἀνῆλθον ἐπὶ τὴν Διοίκησιν τῆς Τραπέζης; Ἐὰν ηὔξησαν αἱ ἐργασίαι τῆς Τραπέζης, δὲν ἦτο φυσικὸν νὰ αὐξήσωσι καὶ αἱ δαπάναι; Κατέκρινεν ὁ κ. Βουλευτὴς τὴν διαίρεσιν ἀποθηκῶν τινων. Τὸν ἠρώτησα, πόσον ποσὸν εἰσήγετο εἰς τὴν ἀποθήκην Ἀμαλιάδος, ἡ ὁποία διῃρέθη εἰς δύο, καὶ μοὶ ἀπήντησε 2,000,000 λίτραι. Δὲν δύναμαι νὰ βεβαιώσω τὸ ἐναντίον, διότι δὲν ἔχω ἐνώπιόν μου τὰς καταστάσεις. Ἀλλ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν διαίρεσιν ἑτέρας ἀποθήκης, ἥτις ἐφέτος ἐγένετο, τῆς ἀποθήκης Νησίου, δύναμαι νὰ βεβαιώσω τὸν κ. συνάδελφον, ὅτι τὸ μέτρον ἦτο ἐπιβεβλημένον εἰς τὸ Συμβούλιον οὐ μόνον ἀπὸ τοῦ τρέχοντος ἔτους, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τοῦ παρελθόντος καὶ προπαρελθόντος, διότι δώδεκα ὁλόκληρα ἑκατομμύρια εἰσῆλθον εἰς τὴν ἀποθήκην Νησίου. Πῶς ἐπεθύμει λοιπὸν ὁ κ. συνάδελφος, εἷς ἀποθηκάριος καὶ μόνος νὰ ἐπαρκέσῃ εἰς τὴν παραλαβὴν τοσούτου ποσοῦ, οἷον τὸ ποσὸν τῶν 12,000,000 λιτρῶν, καὶ εἰς τὴν πώλησιν αὐτοῦ; — διότι δὲν γίνεται μόνον ἡ παράδοσις, ἀλλὰ καὶ ἡ ἐξαγωγὴ κατὰ τὸν χρόνον τῆς πωλήσεως. Τοιοῦτοι λοιπὸν λόγοι, λόγοι ἀπόλυτοι, ἐπιτακτικοί, ἀναγκαῖοι, ἐπέβαλλον εἰς τὸ Συμβούλιον τὸ Διοικητικὸν τὴν διαίρεσιν ἀποθηκῶν τινων, καὶ ἐκ τοιούτων λόγων, πέποιθα, ὅτι τὸ Διοικητικὸν Συμβούλιον προέβη εἰς τὰ μέτρα ταῦτα. Εἶπεν ὁ κ. συνάδελφος πολλὰ καὶ κατὰ τοῦ ὑπαλλήλου ἐκείνου, εἰς ὃν παρὰ τοῦ Συμβουλίου ἀνετέθη ἡ ἐπιτήρησις τῆς ἐξαγωγῆς ἐν Πειραιεῖ. Οὐδὲν δύναμαι, κύριε Πρόεδρε, νὰ βεβαιώσω, ἀλλὰ καὶ οὐδὲν νὰ ἀρνηθῶ. Παρετήρησα ὅμως εἰς τὸν κ. συνάδελφον, τοιαῦτα λέγοντα, ὅτι τὰ ὑπ’ αὐτοῦ λεγόμενα εἶναι σοβαρώτατα, καὶ δὲν πρέπει νὰ ἀρκῆται εἰς τὰ δημοσιευόμενα ἐν ταῖς ἐφημερίσιν. Ἂν τὰ δημοσιευόμενα ἦναι ἔγγραφα ἐπίσημα, ἔπρεπε νὰ ἀπόσχῃ τῆς συζητήσεως καὶ ζητήσῃ ἀπὸ τὸν κύριον Ὑπουργὸν νὰ προσκομισθῶσι τὰ ἔγγραφα ταῦτα εἰς τὴν Βουλήν, ἵνα ἴδωμεν καὶ πεισθῶμεν, ἂν ὁ ὑπάλληλος, τὸν ὁποῖον ἀνέφερεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, ἐμισθοδοτεῖτο παρ’ ἐκείνων, τῶν ὁποίων τὰς ἐργασίας ἔπρεπε νὰ ἐπιτηρῇ. Ἀλλ’ ὁ κ. συνάδελφος, ἅπαξ ἱππεύσας τὸν Πήγασόν του, ἐξήρθη εἰς ὕψος δυσθεώρητον, καὶ εἶπεν ὅσα ἠκούσατε κατὰ τῶν ὑπαλλήλων καὶ τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου. Ἐν τέλει δὲ ὁ κ. συνάδελφος ἐμέμφθη τὸ Διοικητικὸν Συμβούλιον καὶ δι’ ἄλλο τι σπουδαῖον, μεγάλο καὶ τρανό! διὰ παράβασιν τοῦ καθήκοντος αὐτοῦ, ἥτις, ἐὰν δὲν δύναται νὰ ὀνομασθῇ παρανομία, δύναται νὰ ὀνομασθῇ ἔλλειψις στοιχειώδους μερίμνης καὶ στοργῆς πρὸς τὰ συμφέροντα τῆς Τραπέζης, διὰ τὴν ὁποίαν τὸ Διοικητικὸν Συμβούλιον βαρεῖαν πρέπει νὰ ὑπέχῃ τὴν εὐθύνην. Εἶπεν ὁ κ. συνάδελφος, ὅτι τὸ Διοικητικὸν Συμβούλιον, παρὰ τὸ ἑαυτοῦ καθῆκον, παρὰ τὰς διατάξεις τῶν νόμων, παρὰ τὰς ἐνδείξεις τοῦ συμφέροντος τῆς Τραπέζης, δὲν προέβη εἰς τὴν προμήθειαν θειϊκοῦ χαλκοῦ ἀπὸ τοῦ μηνὸς Δεκεμβρίου, ὅτε θὰ εὕρισκε τὸν θειϊκὸν χαλκὸν, τὸν ἀναγκαῖον εἰς τοὺς σταφιδοπαραγωγοὺς καὶ ἀνερχόμενον εἰς ποσὸν ἀρκετὰ σημαντικόν, 800 τόννων, θὰ τὸν εὕρισκεν, εἶπεν ὁ κ. συνάδελφος, κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην τοῦ Νοεμβρίου, εἰς τιμὴν λίαν συμφέρουσαν· ἀφῆκε δὲ νὰ παρέλθῃ ἄπρακτον τὸ διάστημα ἐκεῖνο τὸ χρονικὸν, καὶ ἐπὶ μῆνας δύο ἠπράκτει τὸ Συμβούλιον, ἀδιάφορον ἂν ἐζημιοῦντο τὰ συμφέροντα τῆς Τραπέζης ἐκ τῆς ἀναβολῆς ταύτης, προέβη δὲ μόλις ἐσχάτως εἰς προμήθειαν θειϊκοῦ χαλκοῦ. Εἶναι λυπηρὸν, κύριε Πρόεδρε, ὅτι Βουλευτής, ὅστις καὶ ἐξ ἐπαρχίας σταφιδοφόρου ἕλκει τὴν καταγωγὴν καὶ ἐπὶ πολὺ ἐχρημάτισεν ἐν τῇ Διοικήσει τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης, ἀγνοεῖ πράγματα στοιχειώδη, τὰ ὁποῖα ὤφειλε καὶ ὡς ἁπλοῦς ἰδιώτης, κάτοικος σταφιδοφόρου ἐπαρχίας, νὰ γινώσκῃ. Ἐὰν δ’ ἐγίνωσκε ταῦτα, δὲν ἤθελε προβῆ τόσον ἐπιπολαίως εἰς τοιαύτας ἀβασίμους καὶ ἑώλους κατηγορίας κατὰ τοῦ Συμβουλίου. Ὤφειλεν ὁ κ. συνάδελφος νὰ γνωρίζῃ, ὅτι τὰ τῆς προμηθείας τοῦ θειϊκοῦ χαλκοῦ δὲν γίνονται δι’ ἰδιαιτέρων συμφωνιῶν τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου, ἀλλὰ γίνονται διὰ δημοπρασίας, ὤφειλε δὲ νὰ γνωρίζῃ, ὅτι δημοπρασία δὲν δύναται νὰ προκηρυχθῇ, ἂν δὲν ἀποφασισθῇ ἐν συνεδριάσει τοῦ Συμβουλίου, συνεδρίασις δὲ τοῦ Συμβουλίου δὲν ἦτο δυνατὸν ἐντὸς τοῦ Νοεμβρίου νὰ καταρτισθῇ, διότι ἔλειπεν εἷς τῶν ἀπαραιτήτων ὅρων, ὅπως ἡ συνεδρίασις τοῦ Συμβουλίου ᾖ ἔγκυρος· δὲν ὑπῆρχε Βασιλικὸς Ἐπίτροπος παρὰ τῇ Σταφιδικῇ Τραπέζῃ, ἀπολυθέντος τοῦ τέως νομάρχου Πατρῶν. Τοιοῦτον ἦτο τὸ κώλυμα τὸ ἀνυπέρβλητον, ἕνεκα τοῦ ὁποίου τὸ Διοικητικὸν Συμβούλιον δὲν ἠδύνατο κἄν νὰ συνεδριάσῃ, ἵνα προκηρύξῃ τὴν προμήθειαν θειϊκοῦ χαλκοῦ, ἠναγκάζετο δὲ νὰ ἀναβάλλῃ, ἕως ὅτου διορισθῇ Βασιλικὸς Ἐπίτροπος ὁ νέος νομάρχης, καίτοι κατὰ τὸν νόμον δὲν ἀνατίθενται τὰ καθήκοντα τοῦ Βασ. Ἐπιτρόπου πρὸς τὸν ἑκάστοτε νομάρχην Πατρῶν, ἀλλ’ ἀνατίθενται εἰς οἱονδήποτε ὑπάλληλον ἐγκρίνῃ ἡ Κυβέρνησις. Ἐνεκρίθη λοιπὸν, ἵνα δι’ ἰδιαιτέρου Διατάγματος ἀνατεθῶσι τὰ καθήκοντα τοῦ Β. Ἐπιτρόπου παρὰ τῇ Σταφιδικῇ Τραπέζῃ εἰς τὸν νομάρχην Πατρῶν, ἵνα κατορθωθῇ ἡ συγκρότησις συνεδριάσεως. Πρὸς τοῦτο δὲ καὶ παρεκλήθη ὁ κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸς νὰ ἐπισπεύσῃ τὴν ἔκδοσιν τοῦ Διατάγματος, ἵνα προβῇ ἐγκαίρως εἰς τὸ μέτρον, διότι πράγματι ζημία ἐπήρχετο καὶ εἰς τὰ συμφέροντα τῆς Τραπέζης καὶ εἰς τὰ συμφέροντα τῶν σταφιδοκτημόνων ἐκ τῆς βραδείας προμηθείας τοῦ θειϊκοῦ χαλκοῦ. Μόλις δὲ ἐγένετο τοῦτο, ἀμέσως τὸ Συμβούλιον προέβη εἰς τὴν δημοπρασίαν καὶ τὴν προμήθειαν τοῦ θειϊκοῦ χαλκοῦ. Τοιαῦται, Κύριοι, ἐξ ὅσων ἐκ τοῦ προχείρου ἠδυνήθην νὰ ἀπαντήσω εἰς τὰ ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Τριφυλίας λεχθέντα, τοιαῦται ἀποδεικνύονται πᾶσαι αἱ κατηγορίαι αἱ κατὰ τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου τῆς Τραπέζης. Ἔχω δὲ γνώμην, κύριε Πρόεδρε, ὅτι ὁ ἀξιότιμος ἐκ Τριφυλίας Βουλευτὴς, ὅστις ἐπὶ πολὺ ἐχρημάτισεν ἐν τῇ Διοικήσει τῆς Τραπέζης, καὶ ὤφειλεν ἐντεῦθεν νὰ γνωρίζῃ ὁποῖαι δυσχέρειαι ἀνὰ πᾶν βῆμα ἐν τῇ Διοικήσει τῆς Τραπέζης γεννῶνται, καὶ πόσον τὰ ἔργα τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου εἶναι δυσχερῆ, ὤφειλε, λέγω, νὰ ἦναι μετριώτερος εἰς τὰς ἐκφράσεις του, ὤφειλε δὲ πρωτίστως, προτοῦ ἀπευθύνῃ κατηγορίαν κατ’ ἀνθρώπων, μετὰ τῶν ὁποίων συνήδρευσε καὶ συνειργάσθη μέχρις ἐσχάτων, νὰ προμελετήσῃ τὰ πράγματα καὶ νὰ ἐξακριβώσῃ τὴν ἀλήθειαν αὐτῶν, ἵνα μὴ ἔρχηται ἀμελέτητος ἐνταῦθα καὶ αἰτιᾶται ἀδίκως καὶ ἀβασίμως ἀνθρώπους, τοὺς ὁποίους ἡ κοινωνία σέβεται.
§101ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Παναγιωτόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§102Α. ΚΕΦΑΛΑΣ. Εἶναι προσωπικὸν, κύριε Πρόεδρε... Παρακαλῶ, κύριε Παναγιωτόπουλε.
§103Α. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁρίστε.
§104Α. ΚΕΦΑΛΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, εἶναι λυπηρὸν, ὅτι ὁ ἀξιότιμος κ. συνάδελφος, ἐκ τοῦ ἐνδιαφέροντος, φαίνεται, τὸ ὁποῖον ἔχει ὑπὲρ προσώπων ἐν τῷ Διοικητικῷ Συμβουλίῳ...
§105Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχω καὶ ἐγὼ ἐνδιαφέρον περὶ προσώπων, καὶ τὸ ὁμολογῶ· σεῖς δὲν τὸ ὁμολογεῖτε.
§106Α. ΚΕΦΑΛΑΣ. Τί δὲν ὁμολογῶ;
§107Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εἴπετε, ὅτι δὲν ἔχετε προσωπικοὺς λόγους. Ἐγὼ ἔχω προσωπικοὺς λόγους, καὶ τὸ ὁμολογῶ. Συνδέομαι μετά τινων μελῶν τοῦ Συμβουλίου.
§108Α. ΚΕΦΑΛΑΣ. Εἶναι λυπηρὸν, λέγω, ὅτι παρεσύρθη ὁ κ. συνάδελφος ἐκ τοῦ ἐνδιαφέροντος, τὸ ὁποῖον ἔχει ὑπέρ τινων τῶν συμβούλων, παρεσύρθη νὰ συνηγορήσῃ ὑπὲρ αὐτῶν καὶ νὰ εἴπῃ πολλὰ πράγματα, χωρὶς ὅμως οὐδόλως νὰ ἀναιρέσῃ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα δι’ ἀριθμῶν ὑπεστήριξα.
§109ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὐτὸ δὲν εἶναι προσωπικόν.
§110Α. ΚΕΦΑΛΑΣ. Ὁ κ. συνάδελφος ὑπεστήριξεν, ὅτι ἐντὸς τοῦ Δεκεμβρίου δὲν ἔγεινε καμμία συνεδρίασις τοῦ Συμβουλίου. Δύναμαι νὰ βεβαιώσω τὸν κ. συνάδελφον, ὅτι ἐντὸς τοῦ Δεκεμβρίου ἐγένοντο 6 ἢ 7 συνεδριάσεις· δύναμαι νὰ βεβαιώσω ἐπίσης τὸν κ. συνάδελφον, ὅτι ὁ ἀπολυθεὶς νομάρχης κ. Κονδάκης ἔφυγεν ἐκ Πατρῶν τὴν 8 Ἰανουαρίου. Ἠδύνατο λοιπὸν τὸ Διοικητικὸν Συμβούλιον, κατὰ τὰς προηγουμένας συνεδριάσεις, καθ’ ἃς συνεδρίαζεν, ἵνα παύῃ τοὺς ὑπαλλήλους, ἵνα δημιουργῇ θέσεις καὶ διορίζῃ ὑπαλλήλους, ἠδύνατο, λέγω, νὰ ἔχῃ τὴν προσοχήν του εἰς τὰ συμφέροντα τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης καὶ νὰ προμηθευθῇ τὸν ἀναγκαιοῦντα θειϊκὸν χαλκόν, τοῦθ’ ὅπερ καὶ τὰ προηγούμενα Διοικητικὰ Συμβούλια ἔπραξαν. Ἐὰν ἔβλεπε τὸ Διοικητικὸν Συμβούλιον ἐκεῖνο, τί ἔπραξαν τὰ προηγούμενα Διοικητικὰ Συμβούλια, βεβαίως ἤθελε προκηρύξει μειοδοτικὴν δημοπρασίαν ἐντὸς τοῦ Δεκεμβρίου, ἀφοῦ, ὡς προεῖπον, συνῆλθεν εἰς 5 ἢ 6 συνεδριάσεις· ἀλλὰ δυστυχῶς δὲν ἔπραξε τοῦτο, τοὐναντίον ἀφῆκεν ἄπρακτον ὅλον αὐτὸν τὸν κατάλληλον χρόνον, καὶ ἐπρομηθεύθη τὸν θειϊκὸν χαλκὸν ἐντὸς τοῦ Ἰανουαρίου, καὶ ἐκ τούτου προέκυψε βεβαίως ζημία, διότι εἶναι βέβαιον, ὅτι ἀπὸ τοῦ Ἰανουαρίου καὶ ἐντεῦθεν ἡ ἀξία τοῦ θειϊκοῦ χαλκοῦ αὐξάνει, καὶ αὐξάνει τεραστίως. Ἐπίσης δύναμαι νὰ βεβαιώσω τὸν κ. συνάδελφον, ὅτι εἶναι λυπηρόν, πῶς ὑπεστήριξεν, ὅτι ἡ ὑπηρεσία τῆς Τραπέζης ἐπέβαλλε τὴν αὔξησιν τῶν ὑπαλλήλων, ἀφοῦ εἶναι γνωστόν, ὅτι, ὡς ἐκ τῆς μὴ ἐκπληρώσεως τῶν ὑποχρεώσεων τῶν μετόχων, ἡ ὑπηρεσία τῆς Τραπέζης ἠλαττώθη ἐπαισθητῶς, δὲν εἶναι οὐδὲ τὸ ἥμισυ αὐτῆς, διότι ἐξ 25,000 δανείων, τὰ ὁποῖα ἐγίνοντο εἰς ἄλλην ἐποχήν, σήμερον μόλις 8,000 ἢ 10,000 δάνεια τοιαῦτα ἔχει νὰ κάμῃ. Λοιπὸν οὐδεὶς λόγος ὑπῆρχεν, ἵνα αὐξήσῃ τὸ προσωπικὸν τῶν ὑπαλλήλων, διὰ νὰ γείνῃ ὅλη αὐτὴ ἡ ἀναστάτωσις, ὅλη αὐτὴ ἡ παραλυσία τῆς Τραπέζης, ἡ ὁποία ἐπῆλθεν ἐκ τῶν ἀθρόων αὐτῶν μεταβολῶν, ἐκ 48 ὅλων μεταβολῶν, αἱ ὁποῖαι ἔγειναν εἰς διάστημα τριῶν μηνῶν. Εἶναι λυπηρόν, λέγω, πῶς ἀνέλαβε νὰ ὑποστηρίξῃ τοιαῦτα πράγματα, τὰ ὁποῖα βεβαίως πάντες πειθόμεθα, ὅτι φέρουσι τὴν ἀναστάτωσιν, τὴν παραλυσίαν τῆς ὑπηρεσίας τῆς Τραπέζης, ὅταν ἀποδιώκωμεν ἱκανοὺς καὶ ἐντίμους ὑπαλλήλους καὶ φέρωμεν ὑπαλλήλους ἀγνώστου προελεύσεως, ὑπαλλήλους, τοὺς ὁποίους δὲν γνωρίζομεν, ἂν εἶναι δυνατὸν νὰ ἦναι ἱκανοί, νὰ ἦναι ἐπαρκεῖς εἰς τὴν ὑπηρεσίαν των. Ἐπίσης, Κύριοι, εἶναι ἀληθὲς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὑπεστήριξα, καὶ τὸ ὁποῖον δὲν ἐπειράθη νὰ ἀνασκευάσῃ ὁ κ. συνάδελφος, ὅτι τὸ Διοικητικὸν Συμβούλιον ἐγένετο παραίτιον νὰ ζημιώσῃ τὴν Σταφιδικὴν Τράπεζαν.
§111Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν τὰ ἠξεύρομεν αὐτά. Ὅταν ἔλθωσι τὰ ἔγγραφα εἰς τὴν Βουλήν, θὰ τὰ ἴδωμεν. Διὰ τοῦτο ἀπέσχον νὰ ὁμιλήσω.
§112Α. ΚΕΦΑΛΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἀφοῦ ἤμην ἐν γνώσει ὅλων αὐτῶν τῶν ἀτασθαλιῶν, ὅλων αὐτῶν τῶν ὑπερβασιῶν τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου, ὤφειλον νὰ ἀνακοινώσω ταῦτα εἰς τὴν Βουλὴν καὶ εἰς τὴν Κυβέρνησιν, διὰ νὰ λάβῃ μέτρα ἐναντίον τῶν ὑπερβασιῶν τούτων τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου, ἐναντίον τῆς σκανδαλώδους ταύτης αὐθαιρεσίας, ἐναντίον τῆς διαρπαγῆς τῆς περιουσίας τῆς Τραπέζης.
§113Κ. ΓΕΡΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, μίαν πληροφορίαν θὰ ζητήσω...
§114ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ βουλευτὴς Βονίτσης κ. Γουλιμῆς ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἀπαλλαγῆς ἀπὸ τοῦ φόρου τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 179). Ὁ κ. Παναγιωτόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§115Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἔχω καὶ ἐγὼ ζητήσει τὸν λόγον προηγουμένως.
§116Κ. ΓΕΡΑΚΗΣ. Πρὸ παντὸς ἄλλου ἔχω ἐγὼ ζητήσει τὸν λόγον.
§117ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Παναγιωτόπουλος τὸν ἐζήτησε πρῶτος.
§118Α. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§119Κ. ΓΕΡΑΚΗΣ. Δὲν θὰ ἀπασχολήσω τὴν Βουλήν, συζητῶν ἂν πρέπει νὰ διατηρηθῇ ἢ καταργηθῇ ὁ νόμος τῆς παρακρατήσεως.
§120Λ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Δὲν πρόκειται περὶ παρακρατήσεως.
§121Κ. ΓΕΡΑΚΗΣ. Ὁ ἀξιότιμος ἐκ Τριφυλίας Βουλευτής, ἀνελθὼν τὸ βῆμα, κατήγγειλε πρᾶξιν.
§122Α. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπιτρέψατέ μοι, κύριε συνάδελφε, διότι ἐλησμόνησα κἄτι τι. Θὰ παρακαλέσω θερμῶς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, νὰ διατάξῃ δικαστικὴν ἀνάκρισιν, ἵνα βεβαιωθῇ, ἂν ἀληθεύουσι τὰ καταγγελθέντα ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Τριφυλίας, — καὶ δὲν ἔχω ἀμφιβολίαν, ὅτι σπουδαίως ὁ κ. συνάδελφος κατήγγειλεν ὅσα κατήγγειλεν, — ὅτι ὑπάλληλος διορισθεὶς πρὸς ἐξέλεγξιν, ἐμισθοδοτεῖτο ὑπὸ τῶν ἐργοστασιαρχῶν τοῦ Πειραιῶς. Ὡσαύτως θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ προβῇ εἰς ἔρευναν δι’ εἰδικοῦ ἐπιθεωρητοῦ, ὅπως πιστοποιηθῇ, ἂν τοιαῦτα αἴσχη ἐλάμβανον χώραν ἐν μέσαις Ἀθήναις, ὑπὸ τὰ ὄμματα ὅλου τοῦ κόσμου.
§123Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Προκειμένου νὰ προβῶμεν εἰς διοικητικὴν ἔρευναν περὶ τῶν καταγγελθέντων ὑπὸ τοῦ κ. ἐκ Τριφυλίας Βουλευτοῦ, παρακαλῶ αὐτόν, ὅστις ἐπὶ τούτῳ ὡμίλησε, νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ καταθέσῃ σημείωμα τῶν πράξεων ἢ τῶν παραλείψεων, δι’ ἃς κατήγγειλε τὸν ὑπάλληλον, ὅπως ἐπὶ τῇ βάσει τούτων προβῶμεν.
§124Ν. ΜΙΣΥΡΛΗΣ. Νὰ γείνῃ γενικὴ ἐξέλεγξις.
§125Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Περὶ γενικῆς ἐξελέγξεως θέλομεν σκεφθῆ· ἀλλ’ ἐπειδὴ νῦν πρόκειται περὶ ὡρισμένων πράξεων καὶ παραλείψεων, περὶ τούτων ἐπὶ τοῦ παρόντος θέλει γείνῃ φροντίς.
§126Α. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἑκάστη πρᾶξις χωριστὰ καλλίτερον νὰ ἐρευνηθῇ, διότι αἱ γενικαὶ ἐξελέγξεις δὲν φέρουσιν εἰς ἀποτελέσματα.
§127Ι. Γ. ΡΟΥΦΟΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, σὺν ταῖς πληροφορίαις, ἃς θὰ προσαγάγῃ διὰ τὰ κατὰ τοῦ ὑπαλλήλου αὐτοῦ καταγγελλόμενα, νὰ φέρῃ καὶ ἀντίγραφον τῆς πράξεως τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου, δι’ ἧς ἐπετράπη εἰς τὸν ὑπάλληλον αὐτὸν νὰ μισθοδοτηθῇ ἀπὸ τοὺς ἐργοστασιάρχας.
§128Κ. ΓΕΡΑΚΗΣ. Δὲν ἤθελον λάβει τὸν λόγον, ἐὰν ὁ κ. ἐκ Τριφυλίας Βουλευτὴς δὲν ἔφερεν ἐν τῇ Βουλῇ τὸ ζήτημα τῆς προμηθείας τοῦ θειϊκοῦ χαλκοῦ. Κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς 25 τοῦ παρελθόντος μηνὸς ὑπέβαλον ἐπερώτησιν καὶ παρεκάλεσα τὸν κ. Πρωθυπουργὸν καὶ Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, ἂν δυνάμει μειοδοτικῆς δημοπρασίας ἐπρομηθεύθη ἡ Σταφιδικὴ Τράπεζα τὸν θειϊκὸν χαλκόν, ἢ τὸ Διοικητικὸν Συμβούλιον αὐτῆς ἀπ’ εὐθείας ἐπρομηθεύθη τοιοῦτον, καὶ ἀντὶ ποίας τιμῆς κατὰ τόννον, καὶ διὰ τίνας λόγους ἀπ’ εὐθείας τὸ Συμβούλιον τῆς Τραπέζης ἐπρομηθεύθη τοῦτον. Ἐὰν ἤθελε ῥίψει ἓν βλέμμα εἰς τὰ πρακτικὰ τῆς συνεδριάσεως ἐκείνης ὁ ἀξιότιμος ἐκ Τριφυλίας Βουλευτής, ἤθελε περιμείνει καὶ δὲν ἤθελε φέρει τὸ ζήτημα σήμερον ἐν τῇ Βουλῇ, διότι ἔχω πεποίθησιν, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν θέλει δώσει ἡμῖν τὰς αἰτηθείσας πληροφορίας. Δυστυχῶς ὅμως ὁ κ. συνάδελφος ἔφερε τὸ ζήτημα ἐν τῇ Βουλῇ πρὶν ἢ δοθῶσιν αἱ πληροφορίαι αὗται.
§129Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἔχω δώσει παραγγελίαν εἰς τὸ ἁρμόδιον τμῆμα, ἀλλὰ δὲν μοὶ ὑπεβλήθη ἀκόμη ἡ σχετικὴ πληροφορία.
§130Κ. ΓΕΡΑΚΗΣ. Δὲν ἀμφιβάλλω περὶ τούτου. Ἐὰν, λέγω, ὁ κ. συνάδελφος ἐκ Τριφυλίας εἶχε τὴν ὑπομονὴν νὰ ἀφήσῃ νὰ κατατεθῶσι πρῶτον αἱ πληροφορίαι ἐκεῖναι, ἤθελε πεισθῆ ἀμέσως ἡ Βουλή, ὅτι, ὑποβαλὼν ἐγὼ τοιαύτην ἐπερώτησιν, ὑπωπτευόμην, ὅτι κἄτι τι συνέβαινεν ἐν τῇ προκειμένῃ περιστάσει. Δυστυχῶς αἱ πληροφορίαι ἐκεῖναι καθυστεροῦσι, καὶ ἄνευ αὐτῶν οὐδὲν δυνάμεθα νὰ πράξωμεν. Ἐμμένω ὅμως εἰς ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐξετυλίχθησαν ἀφ’ ἑνὸς μὲν παρὰ τοῦ κ. ἐκ Τριφυλίας Βουλευτοῦ, ἀφ’ ἑτέρου δὲ παρὰ τοῦ κ. Μερλοπούλου, ἐξ ὧν ἐσχημάτισα σχεδὸν πεποίθησιν καὶ ἐννοῶ πλέον περὶ τίνος πρόκειται. Ἐν τοιαύτῃ δὲ περιπτώσει, καὶ ἐν σχέσει πρὸς τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας ἐζήτησα, τί ἔχω νὰ πράξω; ἓν καὶ μόνον· νὰ ἐπιμείνω νὰ μάθω, ποῖος εἶναι ὁ ὑπαίτιος τῆς παραβάσεως ταύτης, ποῖος εἶναι ἐκεῖνος, ἐξ ὑπαιτιότητος τοῦ ὁποίου τὸ Διοικητικὸν Συμβούλιον προέβη ἀπ’ εὐθείας εἰς τὴν ἀγορὰν θειϊκοῦ χαλκοῦ. Πρέπει πρὸ παντὸς νὰ γνωρίζητε, ὅτι ἐγένετο διακήρυξις μειοδοτικῆς δημοπρασίας πρὸς προμήθειαν θειϊκοῦ χαλκοῦ, δι’ ἧς ὡρίσθη ἡμέρα προσφορᾶς καὶ καθ’ ἣν παρουσιάσθησαν διάφοροι προσφοραί. Κατὰ δὲ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, ἐμάθομεν σήμερον παρὰ τοῦ κ. ἐκ Τριφυλίας Βουλευτοῦ, ὅτι ἡ ἀξία τοῦ χαλκοῦ ἀνήρχετο εἰς 18 λίρας κατὰ τόννον. Ἀλλ’ ὁ χαλκὸς ὁ ἀγορασθεὶς ὑπὸ τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης ἠγοράσθη πρὸς 22 λίρας κατὰ τόννον, ἠγοράσθησαν δὲ 700 ἐν ὅλῳ τόννοι, οἵτινες πρὸς 4 λίρας κατὰ τόννον, ἥτις εἶναι ἡ διαφορὰ ἀπὸ 18 μέχρις 22 λιρῶν, μᾶς δίδουσι 2800 λίρας ἐν ὅλῳ ζημίαν τῆς Τραπέζης καὶ συνεπῶς τῶν σταφιδοπαραγωγῶν.
§131Α. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δηλαδὴ 20 ἐπὶ τοῖς ἑκατόν! Ὑπερβαίνει καὶ τὸ ποσὸν τῆς παρακρατήσεως!
§132Κ. ΓΕΡΑΚΗΣ. Εὐχαριστῶ, διότι μ’ ἐβοηθήσατε. Ὀφείλομεν ὅθεν, κύριοι Βουλευταὶ, νὰ ἀνεύρωμεν τὸν ὑπαίτιον, καὶ ἀφ’ ἑνὸς μὲν πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν, ἂν ἀφ’ ἧς ἡμέρας ἐδόθησαν αἱ προσφοραὶ ἔλαβε χώραν συνεδρίασις τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου τῆς Τραπέζης, διότι, ἂν ἐγένετο συνεδρίασις τοιαύτη, οὐδόλως θὰ εἶχον νὰ μεμφθῶ ἀκριβῶς ἐκεῖνον, ὃν θεωρῶ ὑπαίτιον. Ἀλλά, Κύριοι, ἀφ’ ἧς ἐγένοντο αἱ προσφοραί, οὐδόλως συνεδρίασε τὸ Συμβούλιον τῆς Τραπέζης. Καθ’ ἃς δ’ ἔχω πληροφορίας, δὲν συνεδρίαζε διὰ ποῖον νομίζετε λόγον; Ἔχομεν, Κύριοι, τὸν νόμον περὶ Σταφιδικῆς Τραπέζης, τοῦ ὁποίου τὸ ἄρθρον 11 προβλέπει τὰ ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Παρὰ τῷ Διοικητικῷ Συμβουλίῳ διορίζεται ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν Ἐπίτροπος τοῦ Κράτους, ὅστις παρευρίσκεται εἰς ἁπάσας τὰς συνεδριάσεις τοῦ Συμβουλίου, μεταδίδων τὴν γνώμην αὐτοῦ, ἀλλὰ μὴ ἔχων δικαίωμα ψήφου, δικαιούμενος δὲ νὰ λαμβάνῃ γνῶσιν ἁπάντων τῶν βιβλίων καὶ τῆς ἀλληλογραφίας τῆς Τραπέζης». Δυστυχῶς κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ἀντιπρόσωπος τῆς Κυβερνήσεως δὲν ὑπῆρχεν, οὔτε εἶχε διορισθῆ τοιοῦτος δυνάμει Βασιλικοῦ Διατάγματος. Ἐν τούτοις ὅμως, ἐπειδὴ παρήρχετο ὁ ἀπαιτούμενος χρόνος, ἔπρεπε τὸ Διοικητικὸν Συμβούλιον τῆς Τραπέζης νὰ φροντίσῃ διὰ τὸν θειϊκὸν χαλκὸν, ὃν ἔπρεπε νὰ προμηθεύσῃ εἰς τοὺς σταφιδοπαραγωγούς. Μετὰ τῶν κ. κ. συμβούλων τῆς Τραπέζης οὐδόλως συνδέομαι, οὔτε γνωρίζω τινὰ ἐξ αὐτῶν. Πλὴν ὅμως, ἐπειδὴ ἀπεδόθη μομφὴ καταχρήσεως κατ’ αὐτῶν, ὀφείλω νὰ ἔλθω ἐν μέρει συνεπίκουρος τοῦ βουλευτοῦ Μεσσήνης κ. Μερλοπούλου. Ἐὰν ἠναγκάσθησαν νὰ παραβῶσιν οἱ κύριοι σύμβουλοι τὸν νόμον, ποῖος τοὺς ἠνάγκασεν; Ἐκεῖνος, ὅστις δὲν ἐφρόντισε νὰ διορίσῃ τὸ μέλος ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶναι ὑποχρεωμένον νὰ παρίσταται κατὰ τὰς συνεδριάσεις τοῦ Συμβουλίου, καὶ τὸ ὁποῖον εἶναι τεταγμένον νὰ προλαμβάνῃ πᾶσαν παράβασιν τοῦ σταφιδικοῦ νόμου. Ἀλλὰ θὰ μοὶ εἴπητε ἴσως: «κατόπιν τῶν ἐκτεθέντων ὑπὸ τοῦ κυρίου ἐκ Τριφυλίας Βουλευτοῦ θὰ προστατεύσητε τοὺς κυρίους συμβούλους, διότι ἠγόρασαν τὸν χαλκὸν 22 λίρας κατὰ τόννον;» Μάλιστα, κύριοι συνάδελφοι, ἔχομεν καθῆκον νὰ προστατεύσωμεν αὐτούς, διότι, ἐὰν ἐφρόντιζεν ὁ ἁρμόδιος νὰ διορίσῃ τὸν Ἐπίτροπον τοῦ Κράτους, ὅστις νὰ παρευρίσκηται εἰς τὰς συνεδριάσεις τοῦ Συμβουλίου, βεβαίως θὰ ἐγίνετο συνεδρίασις, καὶ γινομένης συνεδριάσεως, θὰ ἐπρομηθεύετο ἡ Τράπεζα θειϊκὸν χαλκὸν εἰς τὴν τιμήν, ἣν εἶπεν ὁ κ. συνάδελφος.
§133Α. ΚΕΦΑΛΑΣ. Δύναμαι νὰ σᾶς διαβεβαιώσω, ὅτι κατὰ τὴν 21, 22 καὶ 23 Δεκεμβρίου ἐγένετο συνεδρίασις τοῦ Συμβουλίου. Εἶμαι δὲ εἰς θέσιν νὰ γνωρίζω καλῶς, ὅτι ἠδύνατο τὸ Διοικητικὸν Συμβούλιον, ἐὰν ἤθελε πράγματι...
§134Κ. ΓΕΡΑΚΗΣ. Ἐγένοντο συνεδριάσεις παρισταμένου τοῦ Ἐπιτρόπου τοῦ Κράτους;
§135Α. ΚΕΦΑΛΑΣ. Βεβαίως· ὑπονοεῖται ὅτι ὑπῆρχε Βασιλικὸς Ἐπίτροπος, καὶ ὑπῆρχεν ὁ νομάρχης κ. Κονδάκης.
§136Κ. ΓΕΡΑΚΗΣ. Ὁ κ. Κονδάκης ἔλειπεν.
§137Α. ΚΕΦΑΛΑΣ. Ὄχι. Γνωρίζω καλῶς. Δύναμαι δὲ νὰ προσαγάγω καὶ πιστοποιητικόν.
§138Κ. ΓΕΡΑΚΗΣ. Ἀκριβῶς κατὰ τὸν Ἰανουάριον Ἐπίτροπος τοῦ Κράτους δὲν ὑπῆρχε.
§139Α. ΚΕΦΑΛΑΣ. Ὑπῆρχε μέχρι τῆς 8ης Ἰανουαρίου.
§140Κ. ΓΕΡΑΚΗΣ. Ἀλλ’ ἕνεκα τῶν μεσολαβησασῶν ἑορτῶν, αἵτινες ἔληγον κατὰ τὰ κεκανονισμένα εἰς τὰς 7 Ἰανουαρίου, συνεδριάσεις δὲν ἔλαβον χώραν, καὶ ἑπομένως ἠναγκάσθη νὰ προμηθευθῇ τὸ Διοικητικὸν Συμβούλιον τῆς Τραπέζης θειϊκὸν χαλκὸν οὐχὶ πρὸς 18 λίρας κατὰ τόννον, ὡς ὥρισεν ὁ ἐκ Τριφυλίας κ. συνάδελφος, ἀλλ’ εἰς τὴν ὑψηλὴν τιμὴν τῶν 22 λιρῶν. Ὁμολογῶ, ὅτι αὐτὴν τὴν παράβασιν τοῦ νόμου διέπραξε τὸ Διοικητικὸν Συμβούλιον τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης. Ἀλλ’ ἐὰν τοῦτο δὲν ἐφρόντιζε νὰ ἀγοράσῃ πρὸς 22 λίρας κατὰ τόννον τὸν θειϊκὸν χαλκόν, πόσον νομίζετε ὅτι ἤθελεν ἀγοράσει αὐτὸν σήμερον; Πρὸ παντὸς ὀφείλετε νὰ γνωρίζητε, ὅτι ὁ πρῶτος ζητήσας νὰ προμηθεύσῃ θειϊκὸν χαλκὸν εἰς τὴν Σταφιδικὴν Τράπεζαν ἦτο ὁ ἀντιπρόσωπος Ἀμερικανικῆς τινος Ἑταιρείας, ἥτις ὅμως ἀπέσυρε τὴν προσφοράν της, διότι ἕνεκα πυρκαϊᾶς κατεστράφη τὸ ἐν Ἀμερικῇ ἐργοστάσιόν της. Τὸ Συμβούλιον, εὑρισκόμενον εἰς τοιαύτην θέσιν, τί ὤφειλε νὰ πράξῃ; Ἀφοῦ ἀπεσύροντο αἱ προσφοραὶ, καὶ ἀφοῦ ἔβλεπεν ὅτι ὑψοῦται ἡ τιμὴ τοῦ θειϊκοῦ χαλκοῦ ἐν τῇ ἀγορᾷ, ὤφειλε νὰ προμηθευθῇ χαλκόν, μήπως ἡ Τράπεζα καὶ οἱ σταφιδοπαραγωγοὶ ὑποστῶσι μεγαλειτέραν ζημίαν. Ἀλλὰ πᾶς τις ἐξ ὑμῶν δύναται νὰ μ’ ἐρωτήσῃ, ἂν ταῦτα, τὰ ὁποῖα εἶπον προηγουμένως, δύνανται νὰ καλύψωσι τὴν εὐθύνην τῶν συμβούλων. Δὲν εἶμαι εἰς θέσιν νὰ πληροφορήσω, ἂν κατεχράσθησαν οἱ σύμβουλοι ἢ δὲν κατεχράσθησαν, διότι, διὰ νὰ εἴπω τοῦτο, ὀφείλω νὰ ἔχω πραγματικὰς ἀποδείξεις, καὶ τοιαύτας, ὥστε νὰ μὲ πείθουν ὅτι κατεχράσθησαν. Ἀλλ’ ἐὰν κατεχράσθησαν, ὀφείλομεν πάλιν νὰ ζητήσωμεν τὸν ὑπεύθυνον, καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει δὲν εἶναι ἄλλος τις ὑπεύθυνος, εἰμὴ εἷς καὶ μόνος, ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος δὲν ἐφρόντισε νὰ ἀποστείλῃ Ἐπίτροπον τοῦ Κράτους παρὰ τῇ Σταφιδικῇ Τραπέζῃ.
§141Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Πολὺ ὡραία λογική! Διὰ νὰ καλύψωσιν οἱ σύμβουλοι τὴν εὐθύνην των, πταίει ἡ Κυβέρνησις, διότι δὲν ἀπέστειλεν ἀντιπρόσωπον! (Διάλογοι).
§142ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀλλὰ δὲν θὰ τελειώσωμεν ποτὲ μὲ τοὺς διαλόγους.
§143Κ. ΓΕΡΑΚΗΣ. Κύριοι Βουλευταί, καταλήγων, ἓν καὶ μόνον ἔχω νὰ ὑπομνήσω ὑμῖν. Ἐὰν θέλητε ν’ ἀπαλλαχθῆτε τῆς ἐκθέσεως καὶ διατυπώσεως τοιούτων καταχρήσεων, ἐὰν θέλητε νὰ ἀπαλλαχθῶμεν τοῦ παρασκευαζομένου φυτωρίου τῶν λῃστῶν...
§144ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τί ἐννοεῖτε λέγοντες φυτώριον ληστῶν;
§145Κ. ΓΕΡΑΚΗΣ. Θὰ σᾶς εἴπω ἀμέσως, διατὶ εἶναι φυτώριον ληστῶν. Εἶναι γνωστὸν, ὅτι καταδιώκονται σήμερον πλεῖστοι τῶν ὀφειλετῶν, οἱ ὁποῖοι δὲν δύνανται νὰ πληρώσουν τὰ ὀφειλόμενα πρὸς τὴν Σταφιδικὴν Τράπεζαν, καταδιώκονται ὑπὸ τῶν χωροφυλάκων, ἐκβιάζονται νὰ πληρώσουν, καὶ εἶναι ἠναγκασμένοι νὰ φυγοδικῶσι, φεύγοντες πρὸς τὰ ὄρη, ἵνα εὕρωσιν ἡσυχίαν. Ἀλλ’ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἀναγκάζονται νὰ ἐγκαταλείπωσι τὰς οἰκίας των καὶ νὰ μεταβαίνωσιν εἰς τὰ ὄρη, ὡς μὴ δυνάμενοι νὰ πληρώσουν, εἶναι ἠναγκασμένοι νὰ πορισθῶσι τὰ πρὸς τὸ ζῆν, καὶ πρὸς τοῦτο τί πρέπει νὰ πράττωσιν; εἶναι βεβαίως ἠναγκασμένοι νὰ πράττωσιν ἀδικήματα διάφορα καὶ νὰ κλέπτωσι. Καὶ ἰδοὺ, Κύριοι, πῶς εἶναι φυτώριον ληστῶν. Ἐὰν θέλωμεν λοιπὸν νὰ ἀπαλλαγῶμεν ἐκ τοῦ φυτωρίου τούτου, ἓν καὶ μόνον ἐπιβάλλεται εἰς ἡμᾶς, ἡ κατάργησις τῆς παρακρατήσεως, καὶ πρὸς τοῦτο, ὅταν ἔλθῃ ἡ στιγμὴ, κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ συζητηθῇ τὸ σταφιδικὸν ζήτημα, θὰ ὑψώσω φωνὴν ἐν τῇ Βουλῇ, καὶ θὰ παρακαλέσω πάντας τοὺς Βουλευτὰς νὰ μελετήσωσι τὸ ζήτημα τοῦτο, καὶ νὰ ψηφίσωσιν ὑπὲρ τῆς καταργήσεως τῆς παρακρατήσεως.
§146Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ. Ἐγὼ εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς, ἀγορεύοντος τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Τριφυλίας συναδέλφου, ἐχαρακτήρισα τὴν συζήτησιν ὡς ἄσκοπον, καίτοι δὲ ἐδήλωσα, ὅτι δὲν ἐσκόπουν νὰ μετάσχω αὐτῆς, νομίζω ἤδη, ὅτι ἔχω τὴν ὑποχρέωσιν νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις, ὅπως ἀποκρούσω κατηγορίαν, ἥτις διετυπώθη καθ’ ἑνὸς τῶν ὑπαλλήλων τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης, ἀλλὰ καὶ κατὰ τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου αὐτῆς, τοῦ ὁποίου τὰ μέλη καὶ σέβομαι καὶ τιμῶ, ἵνα ἐκ τούτου κρίνητε περὶ τῆς ἀξίας τῶν λόγων τοῦ κ. Βουλευτοῦ, μὴ διστάσαντος νὰ κατηγορήσῃ ἀπόντας ἀνθρώπους. Ἡ κατηγορία, ἡ κατὰ τοῦ ὑπαλλήλου τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης ἐκτοξευθεῖσα, παρεστάθη ὡς τόσον σοβαρὰ, ὥστε καὶ τὴν ἀγανάκτησιν πολλῶν ἐκ τῶν κυρίων Βουλευτῶν, καὶ ἰδίως τοῦ κ. Παναγιωτοπούλου, ἐξήγειρε.
§147Α. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν γνωρίζω ἐγὼ, οὔτε ποῖος εἶναι ὁ ὑπάλληλος αὐτός.
§148Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ. Σᾶς τὸν λέγω ἐγώ. Εἶναι ὁ ἐπιτηρητὴς τῶν ἐν Πειραιεῖ καταστημάτων οἰνοπνευματοποιΐας.
§149Α. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀφ’ ἧς ἅπαξ παρέστην εἰς μίαν συνεδρίασιν καὶ ἐτράπην εἰς φυγὴν ἐπὶ τῇ ὄψει τῶν ἐγχειριδίων, οὐδέποτε ἄλλοτε ἔλαβον μέρος. (Διάλογοι).
§150ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ νὰ παύσουν οἱ διάλογοι καὶ νὰ γείνῃ ἡσυχία.
§151Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ. Διατὶ κατηγορεῖται δὲ ὁ ἐπιτηρητὴς οὗτος; Διότι, λέγει ὁ κ. Κεφαλᾶς, ἐνῷ εἶχε τὴν ὑποχρέωσιν, ὡς ἐκ τῶν καθηκόντων του, νὰ ἐπιβλέπῃ τοὺς ἐν Πειραιεῖ οἰνοπνευματοποιοὺς κατὰ τὴν ἀνάμιξιν τοῦ ἔξωθεν εἰσαγομένου οἰνοπνεύματος εἴτε μετὰ οἴνου εἴτε μετὰ μιστελίου, ἀπεδέχθη ἀμοιβὴν παρ’ αὐτῶν τούτων τῶν οἰνοπνευματοποιῶν, δραχμῶν 100 κατὰ μῆνα· εἶπε δὲ ὁ κ. Κεφαλᾶς: «ποῦ ἠκούσθη ὁ ἐλέγχων νὰ λαμβάνῃ μισθὸν παρὰ τοῦ ἐλεγχομένου;» Κύριοι, δὲν σᾶς ἀποκρύπτω, ὅτι καὶ ἐγὼ ἀπορῶ, ὡς ἀπορεῖτε καὶ ὑμεῖς, ἐπὶ τούτῳ, καὶ ἀναγνωρίζω, ὅτι δὲν εἶναι ὀρθὸν τὸ συμβαῖνον, ἐὰν ὄντως συμβαίνῃ. Ἀλλ’ ἐὰν ἅπαντες ἐνταῦθα ἔχωμεν δικαίωμα νὰ ἀπορῶμεν καὶ νὰ ἐκπλησσώμεθα διὰ τὸ ἄτοπον, εἷς καὶ μόνος δὲν ἔπρεπε νὰ ἀπορῇ καὶ νὰ ἐκπλήσσηται, καὶ οὗτος εἶναι ὁ κ. Κεφαλᾶς! Θέλω δὲ ἀποδείξει ὑμῖν ἀμέσως διατί. Τὰ ἡνωμένα πνευματοποιεῖα, τὰ ἐν Πειραιεῖ λειτουργοῦντα, καὶ ἡ Οἰνοπνευματοποιητικὴ Ἑταιρεία «Ζάννου καὶ Ρὼς» ἀπηύθυναν αἴτησιν πρὸς τὸ Συμβούλιον τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης, — ἣν ὁμολογῶ ὅτι εὑρίσκω παράδοξον, — διὰ τῆς ὁποίας παρακαλοῦσιν αὐτὸ, ἵνα ἐπιτρέψῃ εἰς τὸν ἐν Πειραιεῖ ὑπάλληλον αὐτῆς — οὗ καθῆκον εἶναι νὰ ἐπιτηρῇ, ἵνα γίγνηται κατὰ νόμον χρῆσις τοῦ παρακρατήματος παρὰ τῶν οἰνοπνευματοποιῶν — νὰ παρίσταται περιπλέον καὶ ἐπιβλέπῃ καὶ κατὰ τὴν ἀνάμιξιν οἰνοπνεύματος, ἔξωθεν εἰσαγομένου, μετὰ μιστελίου ἢ οἴνου, προσέφερον δ’ εἰς αὐτὸν, λόγῳ ἀμοιβῆς διὰ τὴν ἐργασίαν ταύτην, δραχμὰς 100 κατὰ μῆνα. Τὴν αἴτησιν ταύτην τῶν οἰνοπνευματοποιείων καὶ τῆς Οἰνοπνευματοποιητικῆς Ἑταιρείας «Ζάννου καὶ Ρὼς» ἀπεδέχθη τὸ Συμβούλιον τῆς Τραπέζης, καὶ ἀπηύθυνεν ἔγγραφον πρὸς τὸν ἐπιτηρητὴν αὐτῆς, τὸν σήμερον καταγγελλόμενον, διὰ τοῦ ὁποίου παρήγγειλεν αὐτῷ, ἵνα ἀναλάβῃ τὴν ἐργασίαν ἐκείνην καὶ τὸν προσφερόμενον μισθόν.
§152Α. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ δὲν ἐνόησα περὶ τίνος πρόκειται. Ὁ ὑπάλληλος αὐτὸς ἐξετέλει καθήκοντα ἐπιβεβλημένα παρὰ τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης; Πῶς ἐγένετο ἡ αἴτησις αὕτη;
§153Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ. Καὶ εἰς ἐμὲ ἐφάνη παράδοξος ἡ αἴτησις τῶν οἰνοπνευματοποιῶν, καὶ ἀκόμη παραδοξότερον μοὶ ἐφάνη, ὅτι αὕτη ἐγένετο ἀποδεκτὴ παρὰ τοῦ Συμβουλίου τῆς Τραπέζης· εἶπον ὅμως, ὅτι, καὶ ἂν ὅλοι ἀπορῶμεν, ὁ κ. Κεφαλᾶς δὲν ἔχει δικαίωμα νὰ ἀπορῇ, διότι ὁ κ. Κεφαλᾶς ἦτο μέλος τοῦ Συμβουλίου, τὸ ὁποῖον ἀπεδέχθη τὴν αἴτησιν ἐκείνην, καὶ ἀνέθηκεν εἰς τὸν ὑπάλληλον αὐτῆς, τὸν σήμερον καταγγελλόμενον, τὴν τοιαύτην ἐργασίαν, ὅστις, ἐνεργήσας κατ’ ἐντολὴν τῆς προϊσταμένης αὐτοῦ ἀρχῆς, κατ’ ἐντολὴν δηλ. τοῦ κ. Κεφαλᾶ, δὲν εἶναι ἄξιος κατακρίσεως. Σᾶς ἀναγινώσκω τὸ ἔγγραφον, περὶ οὗ ὁμιλῶ. (Ἀναγινώσκει αὐτό).
§154Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Ποῖος εἶναι ὑπογεγραμμένος;
§155Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ. Ὁ Πρόεδρος τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου. Ἐγὼ εὑρίσκομαι ἐν ἀπορίᾳ, πῶς ἄνθρωποι λογικοὶ κάμνουν τοιαύτας συζητήσεις, φανταζόμενοι καταχρήσεις ἐκ τοῦ γεγονότος τούτου. Νομίζετε, ὅτι, ἂν τὰ Καταστήματα ταῦτα ἤθελον νὰ δωροδοκήσωσι τὸν ὑπάλληλον, διὰ τοῦ παρεχομένου μισθοῦ, θὰ ἔπραττον τοῦτο κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ἵνα διακηρύξωσι τὴν μεταξύ των συναφθεῖσαν ἀθέμιτον συμφωνίαν; Ἢ νομίζετε, ὅτι ὁ ὑπάλληλος ἦτο τόσον μωρὸς, ὥστε νὰ δεχθῇ ἀντὶ τόσον εὐτελοῦς ποσοῦ νὰ παράσχῃ εὐκολίαν εἰς τοὺς οἰνοπνευματοποιούς, ἵνα κλέψωσιν ὁλόκληρα ἴσως ἑκατομμύρια; Εἶναι ὄντως παράδοξος ἡ αἴτησις, παραδοξοτέρα δὲ ἡ ἀπόφασις τοῦ Συμβουλίου· τὸ γεγονὸς ὅμως δὲν ἀποδεικνύει διὰ λογικοὺς ἀνθρώπους τίποτε τὸ ὕποπτον, σοβαρῶς ἐξεταζομένου τοῦ πράγματος. Εἶπον ταῦτα, ἵνα πείσω ὑμᾶς, ὅτι ὁ γενόμενος παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Τριφυλίας συναδέλφου θόρυβος περὶ καταχρήσεων τῆς Διοικήσεως τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης καὶ τῶν ὑπαλλήλων αὐτῆς ἦτο ἀδικαιολόγητος, ν’ ἀποδείξω δὲ ἀληθὲς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς εἶπον, ὅτι δηλαδὴ ἡ συζήτησις αὕτη δὲν ἔχει κανένα σκοπὸν, ἐφ’ ὅσον πρόκειται νὰ κρίνωμεν περὶ κατηγοριῶν ἀπευθυνομένων κατὰ τοῦ Συμβουλίου τῆς Τραπέζης, ὅσον ἀφορᾷ τὴν διαχείρισιν αὐτοῦ, οἱ δὲ σύμβουλοι, τῶν ὁποίων ἡ διαχείρισις κρίνεται, δὲν εἶναι παρόντες, ἵνα ἀπολογηθῶσι, δώσωσιν ἐξηγήσεις καὶ ἀποκρούσωσι τὰς κατ’ αὐτῶν μομφὰς, διότι ἡμεῖς δὲν ἔχομεν δικαίωμα νὰ δώσωμεν πίστιν εἰς ὅσα κατηγόρησεν αὐτῶν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, χωρὶς νὰ ἀκούσωμεν αὐτούς, μεθ’ ὅλην τὴν πεποίθησιν, ἣν δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν ἐπὶ τὴν εἰλικρίνειαν αὐτοῦ, μολονότι καὶ αὕτη ἀτυχῶς ἠδύνατο νὰ παρεξηγηθῇ, καθ’ ὃν τρόπον διεξήχθη ἡ ἐπὶ τοῦ θέματος συζήτησις. Διότι δὲν πρέπει νὰ λησμονῆτε, ὅτι ὁ κ. Κεφαλᾶς κατηγόρησε τοῦ εἰρημένου ὑπαλλήλου πρᾶξιν, ἣν ὁ ἴδιος εἶχεν ἐγκρίνει ὡς νόμιμον, παρέστησε δὲ, ὅτι δὲν εἶχε γνῶσιν αὐτῆς, ἐνῷ πράγματι εἶχε.
§156Ν. ΜΙΣΥΡΛΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§157ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει τις τὸν λόγον πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως;
§158Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Τὴν συζήτησιν ταύτην, κατασταθεῖσαν μακρὰν, προεκάλεσεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Τριφυλίας. Τὰ λεχθέντα ὑπ’ αὐτοῦ ἀπέβλεπον εἰς καταγγελίας κατὰ τῆς διοικήσεως τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης ἐπὶ ὀλιγωρίᾳ καὶ ἀδρανείᾳ, ἢ ἐπὶ παραβάσει τοῦ νόμου, ἡ ἀγόρευσις δ’ αὐτοῦ ἤγαγε καὶ εἰς συζήτησιν περὶ τοῦ σταφιδικοῦ ζητήματος. Μοὶ φαίνεται ὅτι ἡ συζήτησις πρέπει νὰ καταλήξῃ, πρῶτον διότι τὰ τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης καὶ τῶν γενομένων παρεκτροπῶν θέλομεν συζητήσει μετ’ ὀλίγον, ὅτε ἡ εἰδικὴ ἐπιτροπὴ θέλει ὑποβάλει εἰς τὴν Βουλὴν τὸ οἰκεῖον νομοσχέδιον, δεύτερον διότι, ὡς πρὸς τὰς γενομένας καταγγελίας, εἶπον, ὅτι θέλομεν ἐνεργήσει ὅ,τι τὸ καθῆκον ἐπιβάλλει ἡμῖν.
§159Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Μοὶ τηλεγραφοῦσιν ἐξ Αἰγίου, ὅτι, ἐπικειμένης τῆς ἐπαναληπτικῆς βουλευτικῆς ἐκλογῆς Αἰγιαλείας, ὁ ἐκεῖ ταμίας καταπιέζει τοὺς πολίτας κατὰ τρόπον ἀρκετὰ ἐνδεικτικὸν τῶν διαθέσεών του κατὰ τῶν ἀντιθέτων τοῦ κ. Πολυχρονιάδου.
§160Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἐπεθύμων, αἱ καταγγελλόμεναι πράξεις νὰ ὁρισθῶσιν ἀκριβέστερον. Διὰ τίνας πράξεις ὡρισμένως καταγγέλλεται ὁ ταμίας;
§161Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Τὸ τηλεγράφημα ἀναφέρει, ὅτι καταπιέζει σκληρῶς τοὺς φίλους τοῦ ὑποψηφίου κ. Πολυχρονιάδου. Ὁ κύριος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ἂς ἐξετάσῃ.
§162Κ. ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Μεταξὺ τῶν νομοσχεδίων, ἅτινα ὑπεβλήθησαν εἰς τὴν Βουλὴν, εἶναι καὶ τὸ περὶ ἀγροφυλακῆς, δι’ οὗ ζητεῖται ἡ βελτίωσις τοῦ ἰσχύοντος νόμου τοῦ 1856. Ὁ τότε καὶ νῦν Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν εἶχε λάβει τὴν πρόνοιαν νὰ ἐρωτήσῃ διαφόρους νομάρχας, τί φρονοῦσι περὶ τοῦ νόμου τούτου, καὶ πολλοὶ τῶν νομαρχῶν ἀπήντησαν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον δι’ ἐκθέσεών των. Ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰς ἐκθέσεις ταύτας, αἵτινες θέλουσι χρησιμεύσει κατὰ τὴν συζήτησιν.
§163ΣΠ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Παρακαλῶ νὰ ἀναγραφῇ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν καὶ τὸ νομοσχέδιον «περὶ συντηρήσεως τοῦ Γυμνασίου Μεσσήνης».
§164ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ βουλευτὴς Νάξου κ. Πρωτοπαπαδάκης ὑποβάλλει τὴν ἑξῆς ἐπερώτησιν: «Παρακαλῶ τὸν ἀξιότιμον ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸν, ὅπως μετὰ τῶν ζητηθεισῶν ὑπ’ ἐμοῦ πληροφοριῶν κατὰ τὴν ΛΒʹ συνεδρίασιν εὐαρεστηθῇ καὶ καταθέσῃ ἀναλυτικὸν πίνακα τῶν γενομένων δαπανῶν τῶν σχετικῶν πρὸς τὰ ἄρθρα 1, 2, 3 καὶ 4 τοῦ κεφαλαίου 23 τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1902 τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν.» Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τῶν δαπανῶν τῆς ἀνωτέρας ἐκπαιδεύσεως.» Ἔχει τις τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου;
§165ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Τὰ ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει προτεταγμένα νομοσχέδια ἀνήκουσιν εἰς τὴν ἁρμοδιότητα τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως Ὑπουργοῦ. Ἐπειδή, κύριε Πρόεδρε, τὰ νομοσχέδια ταῦτα θὰ προκαλέσωσι συζήτησιν, φρονῶ ὅτι ἡ παρουσία τοῦ κ. ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως Ὑπουργοῦ εἶναι ἀναγκαία, καὶ διὰ τοῦτο ἡ συζήτησις νομίζω ὅτι πρέπει νὰ ἀναβληθῇ δι’ ἄλλην ἑσπέραν. Ἐὰν ὅμως ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως σκοπῇ νὰ ἀναπληρώσῃ τὸν ἀξιότιμον ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως Ὑπουργόν, τότε δυνάμεθα νὰ προβῶμεν εἰς τὴν συζήτησιν.
§166Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Μάλιστα.
§167ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Εἶναι δι’ ἐμὲ εὐχάριστον, ὅτι ὑπεβλήθησαν τοιαῦτα νομοσχέδια εἰς τὴν Βουλήν, διότι ἐκ τῆς συζητήσεως αὐτῶν θ’ ἀποδειχθῇ, ὅτι δὲν εἶμαι μόνος ἐγὼ ὁ διατάξας ποτὲ τὴν καταβολὴν μισθῶν ὑπαλλήλων, ὧν ἡ θέσις δὲν ἦτο διὰ νόμου νενομοθετημένη, ἀλλ’ ἁπλῶς ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ Κράτους ἀναγεγραμμένη. Παρακαλῶ δὲ καὶ τὸν ἀξιότιμον ἐκ Μεσολογγίου κ. συνάδελφον νὰ ἀναγνώσῃ τὴν εἰσηγητικὴν ἔκθεσιν τοῦ περὶ οὗ πρόκειται νομοσχεδίου, ἵνα ἴδῃ, ὅτι οὐχὶ ἅπαξ, ἀλλὰ πολλάκις κατεβλήθησαν μισθοὶ παρὰ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν κλπ. εἰς ὑπαλλήλους, ὧν αἱ θέσεις δὲν ἦσαν νενομοθετημέναι· τοῦτο δ’ ἐλάμβανε χώραν ἀπὸ τοῦ ἔτους 1895 διὰ τὸ προσωπικὸν τοῦ Πανεπιστημίου τὸ καλούμενον βοηθητικόν. Ἀπὸ τῆς ἐπιψηφίσεως τῶν ἐκπαιδευτικῶν τελῶν καὶ τῆς εἰσπράξεως αὐτῶν ὑπὸ τοῦ Δημοσίου ἐθεωρήθη, ὅτι ἔπρεπε νὰ ἔλθῃ τὸ Δημόσιον ἀρωγὸν εἰς τὸ Πανεπιστήμιον· ἀνέλαβε δὲ τοῦτο ἀπὸ τοῦ 1894 τὴν καταβολὴν τῶν δαπανῶν ὅλου τοῦ βοηθητικοῦ προσωπικοῦ, αἱ ὁποῖαι ἀνέρχονται ἐτησίως περίπου εἰς 100,000 δραχμάς. Ἐν τούτοις παρετηρήθη κατὰ τὸ 1895, ὅτι αἱ δαπάναι αὗται κατεβάλλοντο ἄνευ νόμου· τῇ εἰσηγήσει δὲ τοῦ ἀξιοτίμου κ. Προέδρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ τοῦ τότε Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως ἐψηφίσθη νόμος, ἰσχύων ὅμως δι’ ἓν μόνον ἔτος, διὰ τοῦ ὁποίου ἐπετρέπετο ἡ ἀναγραφὴ διὰ τὸ ἔτος ἐκεῖνο εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως τῶν δαπανῶν τοῦ βοηθητικοῦ προσωπικοῦ τοῦ Πανεπιστημίου. Ἅμα ἔληξε τὸ ἔτος 1895, ἐννοεῖται ὅτι, κατὰ τὴν θεωρίαν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῶν ἀσπαζομένων τὰς ἀρχὰς αὐτοῦ, δὲν ἔπρεπε πλέον νὰ καταβάλλωνται οἱ μισθοὶ τοῦ βοηθητικοῦ προσωπικοῦ τοῦ Πανεπιστημίου. Ἀλλ’ ἐν τούτοις καὶ κατὰ τὸ 1896 κατεβλήθησαν οἱ μισθοὶ οὗτοι καὶ κατὰ τὸ 1897 καὶ κατὰ τὸ 1898 καὶ κατὰ τὸ 1899 καὶ κατὰ τὸ 1900. Πρῶτος ὁ ἀξιότιμος ἐκ Κερκύρας Βουλευτής, ὡς Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, ὑπέβαλε νόμον κατὰ τὸ 1900, διὰ τοῦ ὁποίου ἐπετρέπετο νὰ καταβάλλωνται ὑπὸ τοῦ Κράτους αἱ δαπάναι τοῦ βοηθητικοῦ προσωπικοῦ τοῦ Ἐθνικοῦ Πανεπιστημίου. Ὁ κύριος σκοπὸς τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου εἶναι νὰ γείνῃ μικρά τις οἰκονομία, 20 ἕως 30 δραχμῶν, εἰς τὰς δαπάνας ταύτας τοῦ βοηθητικοῦ προσωπικοῦ τοῦ Πανεπιστημίου. Κατὰ τὸ τελευταῖον ἔτος τὸ σύνολον τῶν μισθῶν τοῦ προσωπικοῦ τούτου ἀνέρχεται εἰς 140,000 δραχμάς· διὰ τοῦ νομοσχεδίου πρόκειται τὸ ποσὸν τοῦτο νὰ ἐλαττωθῇ εἰς 120,000, τὸ ὁποῖον νὰ δοθῇ ὡς βοήθημα εἰς τὸ Πανεπιστήμιον, τὸ δὲ Πανεπιστήμιον διὰ τοῦ ποσοῦ τούτου νὰ καταβάλλῃ τοὺς μισθοὺς τοῦ βοηθητικοῦ προσωπικοῦ τοῦ Πανεπιστημίου. Ἐὰν δὲ τὸ ποσὸν τοῦτο δὲν ἀρκῇ, θὰ συμπληρωθῇ ἐκ τῆς περιουσίας τοῦ Πανεπιστημίου. Δὲν ἠξεύρω κατὰ πόσον ἡ θεωρία αὕτη εἶναι ὀρθή, ἡ καταβολὴ τουτέστι μισθῶν ὑπαλλήλων τοῦ Κράτους ἐκ μέρους σωματείων ἢ νομικῶν προσώπων. Ἀλλὰ τὴν ἀρχὴν ταύτην ἀσπάζεται ἡ Κυβέρνησις, καὶ ἐπεκτείνει αὐτὴν οὐ μόνον εἰς τὸ Πανεπιστήμιον, ἀλλὰ καὶ εἰς τὸ προσωπικὸν τῆς Ἀρχαιολογικῆς ὑπηρεσίας, ὡς ἐν ἑτέρῳ νομοσχεδίῳ θὰ ἴδωμεν. Δὲν νομίζω ἐν τούτοις ὀρθὸν νὰ πληρώνῃ τὸ Δημόσιον ἐτησίως ποσὸν 100,000 δραχμῶν, χωρὶς νὰ γινώσκῃ ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡ Βουλή, πρὸς μισθοδοσίαν τίνων ὑπηρεσιῶν καὶ προσώπων καταβάλλονται. Ἴσως τὸ νομοσχέδιον ἔχει καὶ ἄλλους ἀποκρύφους σκοποὺς, οὓς ἐγὼ δὲν θεωρῶ ἀντικειμένους πρὸς τὰς ἀρχὰς, τὰς ὁποίας ἀσπάζομαι, περὶ τῆς διοικήσεως, ἀλλ’ αἱ ὁποῖαι βεβαίως ἀντίκεινται πρὸς τὰς ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως πρεσβευομένας. Καὶ ἐνῷ φαίνεται ἀσπαζόμενος ἀρχὰς ἀποκεντρωτικὰς ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἑτέρωθεν ζητεῖ νὰ ἀποσπάσῃ τὸ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον ἀπὸ μακροτάτων χρόνων ἔχει ὁ Πρύτανις καὶ οἱ ἁρμόδιοι καθηγηταὶ τοῦ Πανεπιστημίου ὡς πρὸς τὸν διορισμὸν τῶν ὑπ’ αὐτοὺς ὑπαλλήλων, τὸ δικαίωμα τῆς προτάσεως τοῦ διορισμοῦ αὐτῶν. Κατὰ τὸ προκείμενον νομοσχέδιον, τὸ μὲν διδακτικὸν προσωπικὸν θὰ διορίζηται ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ προτάσει τῶν ἁρμοδίων καθηγητῶν καὶ τῆς Συγκλήτου, ἀλλὰ τὸ μὴ διδακτικὸν προσωπικὸν θὰ διορίζηται ἄνευ τοιούτων προτάσεων ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ. Λέγεται, ὅτι ἡ διάταξις αὕτη παρενεβλήθη χάριν τῆς ἀπολύσεως ὡρισμένων προσώπων, ἀλλὰ βεβαίως δὲν εἶναι ἡ ἀρχὴ αὕτη σύμφωνος πρὸς τὰς ἀρχὰς τῆς ἀποκεντρώσεως, τὰς ὁποίας ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἀσπάζεται. Καὶ ἄλλας τινὰς ὁμοίας φύσεως προτάσεις περιέχει τὸ νομοσχέδιον, τὰς ὁποίας ἔχει τὴν ὑποχρέωσιν ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργὸς νὰ ἐξηγήσῃ εἰς τὴν Βουλήν. Δὲν νομίζω, ὅτι εἶναι ὀρθὸν, ὁ διορισμὸς τῶν ἐπιμελητῶν, οἱ ὁποῖοι εἶναι ἡ ψυχὴ τῶν κλινικῶν καὶ τῶν φροντιστηρίων, νὰ ἀφεθῇ εἰς τὴν διάθεσιν τοῦ Ὑπουργοῦ, καταργουμένης τῆς μέχρι τοῦδε ἰσχυούσης διατάξεως. Πῶς εἶναι δυνατὸν π. χ. νὰ διορίσητε ἐπιμελητὴν ἐν τῇ κλινικῇ καθηγητοῦ ἄνευ προτάσεως τοῦ οἰκείου καθηγητοῦ; Ἐπὶ τούτων παρακαλῶ καὶ πάλιν νὰ δοθῶσιν αἱ δέουσαι διασαφήσεις.
§168Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Δύναμαι ἀπὸ τοῦδε νὰ δώσω διασαφήσεις ἐπὶ τῶν ἀποριῶν, τὰς ὁποίας ὁ κύριος ἐκ Κυθήρων Βουλευτὴς προέβαλεν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον συζητεῖται. Διὰ νὰ καταστήσω καταληπτὰ τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα διὰ τοῦ νομοσχεδίου διατάσσονται, ὀφείλω νὰ ἀφηγηθῶ ἱστορίαν τινὰ πρόσφατον, ἡ ὁποία ἠνάγκασε τὸ Ὑπουργεῖον νὰ προβῇ εἰς τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα προτείνει. Ὅτε ἐπῆλθε τὸ συμβεβηκὸς τὸ ἀτυχὲς τῆς πτωχεύσεως τοῦ δημοσίου ταμείου, ὑπετιμήθησαν πᾶσαι αἱ ἀξίαι, ὑπετιμήθησαν ἑπομένως καὶ τὰ χρεώγραφα, τὰ ὁποῖα ἀπετέλουν τὴν περιουσίαν τοῦ Πανεπιστημίου· ἐντεῦθεν ἠλαττώθησαν τὰ ἔσοδα τοῦ Πανεπιστημίου, τὰ δὲ περισωθέντα δὲν ἐπήρκουν εἰς θεραπείαν τῶν ἀναγκῶν αὐτοῦ. Τότε ὑπεδείχθη ἀναγκαῖον νὰ ἐπέλθῃ ἐπίκουρον τὸ Δημόσιον εἰς τὰς ἀνάγκας τοῦ Πανεπιστημίου, καὶ τοῦτο ἐγένετο κατὰ τὸ 1893 πρὸς τὸ 1894, κατὰ δὲ τὸ 1895, ὅτε ἡμεῖς ἐκλήθημεν εἰς τὴν ἀρχὴν, καίτοι ἐκρίνομεν, ὅτι προσῆκε νὰ κανονισθῶσι τὰ περὶ τούτου συμφωνότερον πρὸς τοὺς νόμους, ἵνα μὴ διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ νομοθετῶνται θέσεις καὶ μισθοὶ μὴ κανονισθέντες ὑπὸ νόμου, μηδ’ ὑπὸ τοῦ ὑπευθύνου Ὑπουργοῦ ἐξετασθέντες καὶ ἀναγνωρισθέντες ὡς ἀναγκαῖοι, ἠκολουθήσαμεν ὅμως τὴν τάξιν, τὴν καὶ κατὰ τὸ προηγηθὲν ἔτος γενομένην ὑπὸ τῶν προκατόχων ἡμῶν ἀποδεκτήν. Τὰ ὑπὸ τοῦ δημοσίου ταμείου πληρωνόμενα εἰς τὰς ἀνάγκας ταύτας τοῦ Πανεπιστημίου, ἐπεβάρυνον πάντως τὴν περιουσίαν τοῦ Πανεπιστημίου, κατεβάλλοντο δὲ ὑπὸ τοῦ δημοσίου ταμείου, ὡς χρηματικὴ συνδρομὴ τοῦ Δημοσίου εἰς τὸ Πανεπιστήμιον, τῆς περιουσίας τοῦ ὁποίου τὰ ἔσοδα δὲν ἐπήρκουν, ἕνεκα τῆς μετὰ τὴν πτώχευσιν ἐπελθούσης μειώσεως τῆς περιουσίας αὐτοῦ. Ἑπομένως ἐφρονοῦμεν, ὅτι πρέπει μᾶλλον ν’ ἀποδίδηται ὡρισμένον χρηματικὸν ποσὸν εἰς τὸ Πανεπιστήμιον, ἵνα τοῦτο συμπληροῖ τὰ πρὸς θεραπείαν τῶν ἀναγκῶν τῆς διδασκαλίας ἀναγκαιοῦντα μόνον, καὶ οὐχὶ νὰ ἀναγράφωνται ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ θέσεις καὶ μισθοὶ τῶν διαφόρων ὑπαλλήλων ἢ ὑπηρετῶν, οἱ ὁποῖοι συμπληροῦσι τὸ διδακτικὸν προσωπικὸν τοῦ Πανεπιστημίου, ἀφοῦ νόμος δὲν ἐκανόνισε τὰ περὶ τούτου, οὐδὲ τὰς ἀνάγκας ταύτας ἐξηκρίβωσεν ὁ ὑπεύθυνος Ὑπουργός, ἵνα μὴ αἱ ἀναγραφόμεναι ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ πιστώσεις ὑπερβαίνωσιν τὰ ὅρια τῆς ἀληθοῦς ἀνάγκης. Διὰ τοῦτο συνεφωνήσαμεν μετὰ τοῦ τότε κυρίου Πρυτάνεως νὰ ἐξακολουθήσωμεν τὴν εἰρημένην ὑπὸ τῶν προκατόχων ἡμῶν γενομένην ἀποδεκτὴν τακτικὴν καὶ κατὰ τὸ 1895, κατὰ τὴν διάρκειαν δὲ τοῦ ἔτους κανονίσωμεν τὰ περὶ τούτου ὁμαλώτερον. Ἀλλ’ ἐπῆλθε τὸ 1897, ἔτος ἀνώμαλον ἕνεκα τοῦ πολέμου, καὶ τὸ 1898 καὶ τὰ 1899, μηδενὸς γενομένου πρὸς κανονισμὸν τῆς δαπάνης ταύτης, ἀνεγράφησαν δ’ ἐν τοῖς Προϋπολογισμοῖς καθ’ ὃν τρόπον εἶχον ἀναγραφῆ καὶ κατὰ τὸν ἀπὸ τοῦ 1894 ἔτους καὶ ἑξῆς χρόνον πιστώσεις διὰ τὰ ἔξοδα ταῦτα μετὰ τῶν ἀσκήτρων καὶ ἐξετάστρων: τὸ 1895 δρ. 163,040, τὸ 1896 δρ. 176,240, τὸ 1897 τὸ αὐτὸ ποσόν, τὸ 1898 δρ. 163,720, καὶ τὸ 1899 δραχ. 169,180. Κατὰ τὸ 1900 ὅμως οὐδεμία ἀνεγράφη ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ πίστωσις διὰ τὰς δαπάνας ταύτας, πλὴν πιστώσεως δραχ. 80,000 ἀναγραφείσης πρὸς ἀπόδοσιν εἰς τὸ Πανεπιστήμιον τῶν ἀσκήτρων καὶ ἐξετάστρων. Τὸ 1901 ὅμως ἐψηφίσθησαν πιστώσεις 205,380 δραχμῶν διὰ τὰς περὶ ὧν πρόκειται ἀνάγκας τῆς διδασκαλίας, καὶ δι’ ἀπόδοσιν ἀσκήτρων καὶ ἐξετάστρων καὶ διὰ τὸ 1902 δραχ. 194,380, μεταξὺ τῶν ὁποίων αἱ δι’ ἐπιμελητὰς, βοηθοὺς, παρασκευαστὰς, ἀρχιτεχνίτας, ταριχευτὰς, ἐπιστάτας, κλητῆρας, ἀρχικλητῆρας, καθαριστὰς, νυκτοφύλακας, κηπουροὺς καὶ ὑπηρέτας ἀνῆλθον εἰς δραχ. 71,460. Κρίνων ἀναγκαῖον νὰ κανονισθῶσιν αἱ διὰ τὰς ἀνάγκας ταύτας δαπάναι ὁριστικῶς διὰ τὸ 1903, συνεννοήθην μετὰ τοῦ κ. Πρυτάνεως, καὶ συνεφωνήσαμεν, ἵνα μὴ εὑρεθῶμεν εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ προκαλέσωμεν νόμον, ὅπως νομοθετήσωμεν τὰς θέσεις, νὰ ἀφήσωμεν τὴν διοίκησιν τοῦ Πανεπιστημίου νὰ κανονίζῃ τὰ περὶ τούτων κατ’ ἰδίαν αὐτῆς βούλησιν, προσδιορίζουσα αὐτὴ τὸν ἀριθμὸν τοῦ προσωπικοῦ καὶ τὰς θέσεις, καὶ τὰ τοῦ μισθοῦ ἑκάστης αὐτῶν, τὸ δὲ δημόσιον ταμεῖον νὰ ἔρχηται ἐπίκουρον, χορηγοῦν 120,000 δραχμὰς κατ’ ἔτος. Αὐτὸ δὲν εἶναι σύστημα ἀποκεντρωτικόν, τὸ ὁποῖον ἡμεῖς εἰσηγάγομεν, διότι τὸ σύστημα τοῦτο ὑπῆρχεν ἀφ’ ἧς συνεστήθη τὸ Πανεπιστήμιον, καὶ τὸ Διάταγμα δὲ τῆς συστάσεως τοῦ Πανεπιστημίου δὲν περιέχει μὲν τὸν ὀργανισμὸν αὐτοῦ, ὁ δὲ κατόπιν ἐκδοθεὶς δὲν ἐτέθη ἐν ἐνεργείᾳ, ἀναγνωρίζει ὅμως τὸ Πανεπιστήμιον ὡς πρόσωπον νομικὸν, ἔχον ἰδίαν περιουσίαν· ἐπειδὴ δὲ ἡ περιουσία τοῦ Πανεπιστημίου δὲν ἐπαρκεῖ, ἵνα θεραπεύῃ τὰς ἰδίας αὐτοῦ ἀνάγκας, τάσσομεν ἐπίκουρον αὐτῆς τὸ δημόσιον ταμεῖον, οὕτω δὲ συνεμορφώθημεν μὲ τὰς ἀρχὰς, τὰς ὁποίας ἡ νομοθεσία ἀνεγνώρισε. Περὶ τοῦ διορισμοῦ τῶν ἐπιμελητῶν καὶ τῶν ἄλλων βοηθῶν θέλει ἰσχύει ἡ διάταξις, ὅτι αὐτοὶ διορίζονται τῇ γνωμοδοτήσει τῶν ἁρμοδίων καθηγητῶν, ἢ ἐν τῷ περὶ τούτων νόμῳ, τὸν ὁποῖον ἡμεῖς προεκαλέσαμεν κατὰ τὸ 1895· ἐὰν δὲ δὲν ἐπανελήφθη ἡ διάταξις αὕτη ἐν τῷ νόμῳ, δὲν ἐπανελήφθη οὐχὶ ἐκ πονηρίας, ὅπως ὑποκλέψωμεν τὸ δικαίωμα τοῦ διορισμοῦ αὐτῶν, ἀλλὰ διότι ὑπάρχει νενομοθετημένος ὁ τρόπος, καθ’ ὃν διορίζονται οὗτοι, διὰ τοῦ νόμου, τὸν ὁποῖον ὁ κατὰ τὸ 1895 ἐμὸς συνάδελφος καὶ φίλος Δ. Πετρίδης εἰσηγήσατο εἰς τὴν Βουλήν. Τὸ ποσὸν δὲ ὡρίσαμεν εἰς δρ. 120,000 οὐχὶ αὐθαιρέτως, ἀλλὰ τῇ συμφωνίᾳ καὶ συναινέσει τοῦ κ. Πρυτάνεως.
§169Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὁ ἔντιμος ἐκ Κυθήρων Βουλευτὴς ἐδράξατο τῆς εὐκαιρίας, ἣν παρέχει τὸ νομοσχέδιον, ὅπερ συζητοῦμεν, ὅπως δικαιολογήσῃ καὶ δι’ ἄλλων παραδειγμάτων τὴν παράβασιν, εἰς ἣν ὑπέπεσεν ἄλλοτε, δι’ ἣν ἐγένετο λόγος κατὰ τὴν σύστασιν τῆς Ἐμπορικῆς Σχολῆς Πατρῶν. Καὶ χθὲς ὑπεστήριξε καὶ σήμερον, ὅτι ἀρκεῖ νὰ ἀναγράφηται πίστωσίς τις ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, χωρὶς νὰ ὑπάρχῃ νόμος στηρίζων τὴν δαπάνην, καὶ ὁ Ὑπουργὸς εἶναι κεκαλυμμένος καὶ οὐδαμῶς εὐθύνεται ἐκδίδων ἐντάλματα πληρωμῶν μὴ στηριζόμενα εἰς νόμον, καὶ πολὺ περισσότερον τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον, θεωροῦν τοιαῦτα ἐντάλματα. Προέβη μάλιστα ἐμμέσως νὰ ὑποστηρίξῃ, ὅτι καὶ ἀποφάσεις τοῦ Ἀρείου Πάγου ἐξεδόθησαν, κυροῦσαι τὴν ἀρχὴν αὐτήν. Δὲν προσήχθησαν αἱ ἀποφάσεις αὗται τοῦ Ἀρείου Πάγου, ἑπομένως δὲν δύναμαι περὶ αὐτῶν νὰ ἐκφράσω γνώμην· ἀλλὰ κατ’ ἐμὲ ἀδύνατον νὰ παρεδέχθησαν τὰ Δικαστήρια, ὅτι, καὶ ὁσάκις ἄνευ νόμου ἐπιτρέποντος τοῦτο προσήνεγκον ὑπηρεσίαν πολῖται, τὸ Δημόσιον ὑποχρεοῦται νὰ καταβάλῃ μισθὸν ἢ ἀποζημίωσιν διὰ προσενεχθεῖσαν ὑπηρεσίαν. Τοῦτο ὑποθέτω ὅτι θὰ προταθῇ καὶ διὰ τοὺς μισθοὺς τῶν καθηγητῶν τῆς Ἐμπορικῆς Σχολῆς Πατρῶν. Οὐχ ἧττον δὲν θεωρῶ τοῦτο νόμιμον καὶ καλόν. Οὐδεμία ἐγείρεται ἀντίρρησις, ὅτι δαπάνη στηριζομένη μόνον ἐπὶ Προϋπολογισμοῦ, οὐχὶ δὲ ἐπὶ νόμου, εἶναι παράνομος, δίδουσα τὸ δικαίωμα καὶ εἰς τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον νὰ μὴ θεωρῇ τοιαῦτα ἐντάλματα, καὶ εἰς τὴν Βουλὴν νὰ μέμφηται τὸν Ὑπουργὸν, ὅστις ἐπὶ τῇ βάσει ἁπλῆς ἀναγραφῆς ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τῆς πιστώσεως διέταξε δαπάνην. Ὁ Προϋπολογισμός, κύριε Πρόεδρε, δὲν εἶναι νόμος. Ἂν ἦτο νόμος, τὸ Σύνταγμα θὰ ἀπῄτει, ὡς καὶ περὶ τῶν ἄλλων νόμων, τριπλῆν ἀνάγνωσιν καὶ ψήφισιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἐπίσης. Ἀρκεῖται ὅμως, κατὰ ῥητὴν διάταξιν τοῦ Συντάγματος, ἡ Βουλὴ ψηφίζουσα τὸν Προϋπολογισμὸν ἅπαξ. Τοῦτο δὲν εἶναι ἐξαίρεσις ἀπὸ τῶν ἄλλων διατάξεων τοῦ Συντάγματος περὶ τριπλῆς ἀναγνώσεως τῶν νόμων, διότι ὁ Προϋπολογισμὸς στηρίζεται ἅπας ἐπὶ νόμων, καὶ περιττὸν νὰ ὑποστῇ τὴν τριπλῆν ψήφισιν τῶν νόμων. Ὅταν δὲ ὁ Προϋπολογισμὸς ἅπας στηρίζηται ἐπὶ νόμων ἐπιτρεπόντων τὰς εἰσπράξεις καὶ τὰς δαπάνας, θὰ ἦτο περιττὴ ματαιοπονία νὰ ζητήσῃ τὸ Σύνταγμα, ὅπως τρὶς ψηφίζηται. Ὁ Προϋπολογισμὸς δὲν ἀναγράφει ἢ εἰσπράξεις φόρων στηριζομένων ἐπὶ νόμων, καὶ δαπάνας ἐπίσης στηριζομένας ἐπὶ νόμων, ὧν προϋπολογίζει τὰ εἰσπραχθησόμενα ἢ δαπανηθησόμενα. Ὅταν λοιπὸν δὲν ὑπάρχῃ ὁ αὐτὸς λόγος, δὲν ὑπάρχει ἀνάγκη τῆς αὐτῆς ἐγγυήσεως. Ἀλλὰ τοῦτο συνεπάγεται τὸ ἀναγκαῖον συμπέρασμα, ὅτι, ὁσάκις ἀπαιτῆται νόμος ἐπιτρέπων δαπάνην, διὰ νὰ γείνῃ αὕτη, δὲν ἀρκεῖ ν’ ἀναγραφῇ ἁπλῶς ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ αὕτη. Ἂν τοῦτο ἤρκει, θὰ τὸ ἔλεγεν ὁ Λογιστικὸς νόμος. Τοὐναντίον οὗτος οὐ μόνον ἀπαιτεῖ πίστωσιν διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ χορηγηθεῖσαν, ἀλλὰ καὶ νόμον, ἵνα πληρωθῇ ἓν ἔνταλμα. Ἄλλως αἱ πληρωμαὶ εἶναι παράνομοι, τὸ δὲ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον ὀφείλει νὰ μὴ θεωρῇ τὰ τοιαῦτα ἐντάλματα καὶ ἀπορῶ, πῶς τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον, τὸ ὁποῖον ἀπὸ τοῦ 1887 δυνάμει νόμου ἔχει τὴν ἐντολὴν νὰ ἐξετάζῃ, ἂν τὰ ἐντάλματα οὐ μόνον στηρίζονται εἰς νομίμως κεχορηγημένην πίστωσιν, ἀλλὰ καὶ ἂν συμφώνως πρὸς τὸ ἄρθρον 38 τοῦ Λογιστικοῦ νόμου στηρίζονται εἰς νόμον, ἢ εἰς Διάταγμα πρὸς ἐκτέλεσιν νόμου ἐκδιδόμενον, δὲν ἀπορρίπτει ἀδιακρίτως πᾶσαν δαπάνην, ἥτις, καίτοι ἀναγεγραμμένη ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, δὲν στηρίζεται καὶ εἰς νόμον. Τὸ καθῆκον τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου καθ’ ὅλας τὰς περιπτώσεις, καθ’ ἃς πείθεται, ὅτι δὲν ἐτηρήθησαν αἱ διατάξεις τῶν ἄρθρων 26–42 τοῦ Λογιστικοῦ νόμου, εἶναι ῥητῶς ἀναγεγραμμένον ἐν τῷ νόμῳ τοῦ 1887. Ὀφείλει δηλονότι τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον νὰ ἀρνηθῇ τὴν θεώρησιν τοῦ ἐντάλματος καὶ σημειώσῃ ἐπ’ αὐτοῦ τὸν λόγον συντόμως. Βεβαίως δὲν εἶναι μόνον αὕτη ἡ παράλειψις. Καὶ ἄλλας τοιαύτας παραλείψεις βλέπομεν συχνά, ὅτι ποιεῖται τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον. Αἴφνης θεωρεῖ καθ’ ἡμέραν ἐντάλματα πληρωμῆς μισθῶν ὑπεραρίθμων ἀξιωματικῶν. Οἱ ὑπεράριθμοι ἀξιωματικοὶ δὲν δικαιοῦνται εἰς μισθόν, δυνάμει νόμου. Οἱ κείμενοι νόμοι ἔχουσιν ὁρίσει τὰς ὀργανικὰς θέσεις, ὅταν δὲ λέγωμεν ὑπεράριθμον, ἐννοοῦμεν ἀξιωματικόν, ὅστις δὲν κατέχει ὀργανικήν, δηλαδὴ νενομισμένην θέσιν, κατέχει ἁπλῶς βαθμόν, μολονότι καὶ τοῦτο ἔπρεπεν ἐν πολλαῖς περιστάσεσι νὰ θεωρῆται παράνομον, διότι δὲν ἐπιτρέπεται νὰ ἀπονέμωνται βαθμοὶ εἴς τινα, ὁσάκις δὲν ὑπάρχωσι θέσεις. Τοῦτο εἶναι ἐναντίον ῥητῆς διατάξεως τοῦ νόμου περὶ προβιβασμῶν, ὅστις ῥητῶς λέγει, ὅτι ὁ Βασιλεὺς δὲν ἀπονέμει βαθμοὺς παρὰ ὅταν ὑπάρχωσι θέσεις.
§170Ν. ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Βεβαίως.
§171Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὅταν δὲν ὑπάρχωσι θέσεις ὀργανικαί, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἀπονέμωμεν βαθμοὺς ἐν τῷ στρατῷ; Ἠδύναντο τὸ πολύ, ἐπειδὴ εἰσήχθησαν μαθηταὶ ἐν τῇ Σχολῇ τῶν Ὑπαξιωματικῶν ἢ ἐν τῇ Σχολῇ τῶν Εὐελπίδων μείζονος ἀριθμοῦ τοῦ ἀναγκαιοῦντος, νὰ θεωρῶνται ὡς ἁπλοῖ βαθμοφόροι, ἀφοῦ ὁ νόμος ὁρίζει ἄνευ τινὸς περιορισμοῦ, ὅτι ἐξέρχονται μὲ βαθμὸν ἀνθυπολοχαγοῦ. Ἀλλὰ δὲν πρέπει νὰ θεωρῶνται ὡς ἀξιωματικοὶ δικαιούμενοι εἰς μισθόν, ἀφοῦ δὲν ὑπάρχει θέσις δι’ αὐτούς. Ὅταν δὲν ὑπάρχῃ θέσις, ὁ ἀξιωματικὸς κατὰ νόμον εἶναι ἐν ἀργίᾳ. Ἐν τούτοις βλέπομεν, ὅτι πληρώνονται καθ’ ἡμέραν πάντες οἱ ἀξιωματικοὶ οἱ ὑπεράριθμοι μὲ μισθὸν πλήρη ἐνεργείας. Ἀλλὰ καὶ ἄλλας ὁμοίας παραβάσεις παρατηροῦμεν, καὶ ἴσως θὰ ἦναι ἀνάγκη ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ἐπιστήσῃ τὴν προσοχὴν συντονωτέραν τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, εἰς ὃ ὁ νόμος ἀνέθετο τὰ τῆς προληπτικῆς ἐξελέγξεως τῶν δαπανῶν τοῦ Κράτους, ἥτις εἶναι ἡ σκοπιμωτέρα καὶ τελεσφορωτέρα, ἂν ἐνασκῆται αὐστηρὰ καὶ ἀνεπηρέαστος. Διὰ τοῦτο συμφέρον ἔχομεν πάντες νὰ ἐνισχύσωμεν, εἰ δυνατὸν καὶ διὰ πληρεστέρων διατάξεων, τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον, ὅπως αὐστηρῶς ἐνασκῇ τὸν προέλεγχον αὐτόν, ἐπεκτεινόμενον καὶ ὅπου σήμερον δὲν ὑπάρχει. Ἄλλο παράδειγμα ἔχομεν τὸν νόμον περὶ τῆς πληρωμῆς τῶν μισθῶν τῶν ὑπαλλήλων τοῦ Πανεπιστημίου. Ὡρίσθη διὰ νόμου, ὅτι οὗτοι θὰ πληρώνωνται συμφώνως πρὸς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1899· ἀλλὰ τί συνέβη; οἱ Ὑπουργοὶ μετὰ ταῦτα ηὔξανον αὐτοὺς καὶ πέραν τῶν ἀναγραφεισῶν πιστώσεων ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1899, καὶ ἔφθασαν ἀπὸ τὸ ποσὸν, ὅπερ ἀνεγράφετο εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦτον καὶ ἦτο τὸ μόνον νόμιμον κατ’ ἔτος νὰ ἐπαναλαμβάνηται, εἰς ποσὸν ἀνώτερον. Ἡ παράβασις εἶναι φανερὰ καὶ ἀναμφισβήτητος. Ἐν τούτοις ἐξακολουθεῖ νὰ γίνηται ὑπὸ τὰ ὄμματα τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου! Τοῦτο εἶναι σπουδαῖον, καὶ πρέπει νὰ ἐπισπάσηται τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. Δέον νὰ προσπαθήσῃ, οὐχὶ βεβαίως ὡς πρὸς τὰ τετελεσμένα, ἀλλὰ διὰ τὸ μέλλον, νὰ ἐπιστήσῃ πλέον ἄγρυπνον τὴν προσοχὴν τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, Ὅσον ἀφορᾷ τὰς ἄλλας διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου, νομίζω καλὸν νὰ ἐφελκύσω τὴν προσοχὴν ἐπὶ τῆς καινοτομίας, τὴν ὁποίαν ἔφερεν ὁ νόμος οὗτος, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, ἐν τῷ ἄρθρῳ 4. Ἐν τῷ ἄρθρῳ 4 λέγει (ἀναγινώσκει): «Τὸ δυνάμει τοῦ νόμου ΑΧΜϚʹ τῆς 11 Ἰανουαρίου 1888 χορηγούμενον ἐπιμίσθιον εἰς τοὺς καθηγητὰς τοῦ Ἐθνικοῦ Πανεπιστημίου διὰ τὴν ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ διδασκαλίαν αὐτῶν ὁρίζεται εἰς δραχμὰς 50 κατὰ μῆνα. Τὸ ἐπιμίσθιον τοῦτο ὡς καὶ τὸ δυνάμει τοῦ νόμου ΑΡΙΕʹ τῆς 31 Μαρτίου 1883 χορηγούμενον εἰς τοὺς καθηγητὰς τοῦ Ἐθνικοῦ Πανεπιστημίου διὰ διδασκαλίαν μαθήματος χηρευούσης ἕδρας ἄρχονται ἀπὸ τῆς κοινοποιήσεως τοῦ χορηγοῦντος αὐτὰ Β. Διατάγματος.» Μέχρι τοῦδε ἡ κρατοῦσα ἀρχὴ ἀπὸ τῆς συστάσεως τοῦ Βασιλείου ὑπῆρξεν, ὅτι οἱ μισθοὶ διὰ τοὺς διοριζομένους τὸ πρῶτον ὑπαλλήλους ἄρχονται πληρωνόμενοι ἀπὸ τῆς ἡμέρας τῆς ἐγκαταστάσεως, ὅπως λέγει τὸ Διάταγμα, νομίζω, τοῦ 1833, Διάταγμα ἔχον ἰσχὺν νόμου, ἢ, κατά τι μεταγενέστερον Διάταγμα περὶ ἐκτελέσεως τοῦ Λογιστικοῦ νόμου, ἀπὸ τῆς ἐπιούσης τῆς ἐγκαταστάσεως. Ἤδη βλέπομεν ὅτι πρόκειται νὰ ἄρχηται ἡ πληρωμὴ αὐτοῦ τοῦ ἐπιμισθίου ἀπὸ τῆς κοινοποιήσεως τοῦ Β. Διατάγματος· ἀλλ’ ἂν αὐτοὶ ἄρξωνται τῆς παραδόσεώς των μετὰ ἕνα ἢ δύο ἢ πέντε μῆνας, εἶναι δίκαιον νὰ λαμβάνωσι, χωρὶς νὰ ἐγκατασταθῶσιν εἰς τὴν θέσιν των, χωρὶς νὰ διδάξωσι τὸ μάθημα, τὸ ὁποῖον τοῖς ἀνετέθη, νὰ λαμβάνωσι τὸν μισθόν; Ποία ἐξαιρετικὴ περίστασις ἐπὶ τῶν καθηγητῶν αὐτῶν ὑπαγορεύει τοιαύτην ἐξαίρεσιν ἀρχῆς ὄντως θεμελιώδους, ἡ ὁποία ἀνέκαθεν ὑπάρχει, ὅσον ἀφορᾷ τὰ τῆς πληρωμῆς τῶν μισθῶν; Θὰ εἴπητε, ὅτι αὐτοὶ εἶναι ἐγκατεστημένοι καθηγηταὶ ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ. Μάλιστα. Ἀλλ’ ἐν τῷ πνεύματι τοῦ Διατάγματος εἶναι, ὅτι εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τὴν πρόσθετον, τὴν ὁποίαν ἀναλαμβάνουσι καὶ διὰ τὴν ὁποίαν τοῖς χορηγεῖται τὸ ἐπιμίσθιον, εἰς αὐτὴν πρέπει πρὶν νὰ ἐγκατασταθῶσι, καὶ θὰ ἐγκατασταθῶσι διὰ τῆς ἐνάρξεως τοῦ μαθήματος. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι πρὸς πρόληψιν καταχρήσεων καὶ ὅπως μὴ καινοτομήσωμεν ἐπὶ τοιαύτης διατάξεως, πρέπει ν’ ἀφήσωμεν τὰ πράγματα ὅπως κεῖνται ἀνέκαθεν, ἀπὸ τοῦ 1833· δηλ. τὸ ἐπιμίσθιον νὰ χορηγῆται, καίτοι εἶναι καθηγηταὶ ἐν ἐνεργείᾳ, ἀπὸ τῆς ἡμέρας, κατὰ τὴν ὁποίαν θ’ ἀρχίσωσι τὰς παραδόσεις των. Τοῦτο θὰ τοὺς ἀναγκάζῃ νὰ ἐπισπεύδωσι τὴν ἔναρξιν τῶν μαθημάτων. Ἑτέρα διάταξις, τὴν ὁποίαν δὲν θεωρῶ ἀρκετὰ φιλελευθέραν, εἶναι, ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται εἰς τὴν Σύγκλητον τοῦ Πανεπιστημίου νὰ ἱδρύσῃ καὶ δι’ ἰδίων δαπανῶν φροντιστήριον, τὸ ὁποῖον ἤθελε κρίνει ἀναγκαῖον. Ὑποθέτω ὅτι, ὁσάκις, εἴτε ἐκ κληροδοτήματος εἴτε ἐξ ἄλλου τινὸς πόρου, ἐπιθυμῇ ἡ Σύγκλητος τοῦ Πανεπιστημίου νὰ ἱδρύσῃ ἓν φροντιστήριον, πρέπει νὰ δύναται. Διατὶ ἡ ἀπόφασις περὶ συστάσεως αὐτοῦ νὰ ἐξαρτᾶται ἐκ τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, καὶ διατὶ, ἐνῷ βλέπομεν τὸν νομοθέτην ζητοῦντα νὰ ἀποκεντρώσῃ τὰ τῆς μέσης ἐκπαιδεύσεως, ὅπως ἀπεκέντρωσε τὰ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, νὰ ζητῇ ὡς πρὸς τὴν σύστασιν τῶν φροντιστηρίων, τὰ ὁποῖα ἀποτελοῦσιν ἓν τῶν δραστηριωτέρων μέσων τῆς πρακτικῆς διδασκαλίας καὶ τῆς εὐδοκιμήσεως τῶν σπουδῶν, νὰ μὴ δύναται ν’ ἀποφασίζῃ ἡ Σύγκλητος, καὶ ὅταν ἀκόμη κέκτηται τὰς δαπάνας, ἄνευ τῆς ἐγκρίσεως τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως; Ἡ γνώμη μου εἶναι, ὅτι δύναται μὲν, ὅταν τὸ Δημόσιον πρόκηται νὰ καταβάλῃ τὰς δαπάνας τοῦ φροντιστηρίου, νὰ ἐπιφυλάσσῃ εἰς ἑαυτὸ τὴν ἔγκρισιν τὸ Ὑπουργεῖον, ἀλλὰ ὁσάκις δι’ ἰδίων δαπανῶν τὸ Πανεπιστήμιον θέλῃ νὰ ἱδρύσῃ φροντιστήριον, νὰ μὴ ὑπάρχῃ τοιοῦτον ἐμπόδιον.
§172ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει ἄλλος τις τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀρχῆς;
§173ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Ἐγὼ, κύριε Πρόεδρε. Ὁ ἀξιότιμος ἐκ Μεσολογγίου συνάδελφος ὠφελήθη καὶ ταύτης τῆς εὐκαιρίας, ὡς καὶ κατὰ τὸ παρελθὸν πάντοτε ἔπραξεν, ἵνα ἐπικρίνῃ τὴν δρᾶσίν μου, ὡς Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως.
§174Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Μὲ προεκαλέσατε.
§175ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Ὁ ἀξιότιμος ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτὴς δὲν ἔλαβε τὰ πράγματα, ὡς ἐγὼ ἐξέθηκα αὐτὰ, ἵνα τὰ ἐπικρίνῃ. Καὶ κατὰ τὸ παρελθὸν καὶ κατὰ τὴν πρὸ ἡμερῶν συζήτησιν δὲν ἀνέπτυξα καινὰς θεωρίας, δὲν ὑπεστήριξα, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ διορίζωνται ὑπάλληλοι τοῦ Κράτους εἰς μὴ νομοθετημένας θέσεις· τοὐναντίον μάλιστα ὑπεστήριξα, διότι ἡ ἵδρυσις τῆς ἐν Πάτραις Ἐμπορικῆς Σχολῆς ἐγένετο δυνάμει νόμου ὑφισταμένου, τοῦ Β. Διατάγματος τοῦ 1833, ὅπερ ἐπέχει θέσιν νόμου καὶ ὅπερ δίδει τὸ δικαίωμα εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως τῆς ἱδρύσεως τοιούτων Σχολῶν...
§176Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἠμφισβητήθη ἄλλοτε διὰ μακρῶν.
§177ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Δὲν ἠμφισβητήθη τὸ κῦρος τοῦ Διατάγματος, ἀλλ’ ἠμφισβητήθη, ἂν ἡ ἵδρυσις Ἐμπειροτεχνικῶν Σχολῶν, ἡ ἐν τῷ Διατάγματι ἀπαντῶσα, περιέχει καὶ τὴν ἰδέαν τῆς ἱδρύσεως Ἐμπορικῶν Σχολῶν. Ἀλλὰ κατὰ τὴν γνώμην οὐχὶ ἐμοῦ, διότι βεβαίως ἐγὼ δὲν ἔχω ἀξιώσεις νομομαθοῦς, ἀλλὰ κατὰ τὴν γνώμην διαπρεπῶν νομομαθῶν, καὶ ἰσχὺν νόμου ἔχει τὸ Βασιλικὸν τοῦτο Διάταγμα καὶ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως ἔχει τὸ δικαίωμα τῆς ἱδρύσεως διὰ Βασιλικοῦ Διατάγματος Ἑλληνικῶν σχολείων καὶ Γυμνασίων. Τοῦτο δὲ γίνεται, ὁσάκις πρόκηται νὰ ἱδρυθῇ Ἑλληνικὸν σχολεῖον ἢ Γυμνάσιον. Ἐνθυμοῦμαι μάλιστα, ὅτι ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου εἶπε κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Περίοδον, ὅτι εὐχῆς ἔργον θὰ ἦτο, καὶ τοῦτο ν’ ἀπηγορεύετο, τουτέστι νὰ μὴ εἶχεν ὁ Ὑπουργὸς τὸ δικαίωμα, ἄνευ εἰδικοῦ νόμου, τῆς ἱδρύσεως Ἑλληνικῶν σχολείων καὶ Γυμνασίων· οὐδὲν ἄλλο δὲ σημαίνει τοῦτο ἢ ὅτι ἀναγνωρίζει τὸ δικαίωμα εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως τῆς ἱδρύσεως διὰ Β. Διατάγματος Ἐμπορικῶν Σχολῶν.
§178Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὄχι βεβαίως. Θὰ σᾶς διαδεχθῶ, διὰ νὰ ἐκθέσω τὴν γνώμην μου.
§179ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Εἶναι ἑρμηνεία, τὴν ὁποίαν δίδω εἰς τὰ λεγόμενά σας, ἡ ὁποία πιστεύω ὅτι εἶναι ἀκριβής.
§180Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἑρμηνευταὶ βεβαίως εἶναι πολλοὶ, τὴν ὀρθὴν ὅμως ἑρμηνείαν εἶμαι εἰς κατάστασιν νὰ τὴν δώσω ἐγώ.
§181ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Ἀλλὰ τέλος πάντων, καὶ ἐν ᾗ περιπτώσει δὲν ἦτο ἀρκούντως δεδικαιολογημένη ἡ ἵδρυσις τῆς ἐν Πάτραις Ἐμπορικῆς Σχολῆς, καὶ ἐν ᾗ περιπτώσει δὲν ἦτο δεδικαιολογημένος ὁ διορισμὸς τοῦ προσωπικοῦ αὐτῆς, ἀφοῦ ἀνεγράφη ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1902 πίστωσις ἐκ δραχ. 35,000 πρὸς καταβολὴν τῶν μισθῶν τοῦ προσωπικοῦ τῶν δύο ἐν Ἀθήναις καὶ Πάτραις Ἐμπορικῶν Σχολῶν, ἐφρόνουν ὅτι ἦτο δυνατὸν νὰ καταβληθῶσιν οἱ μισθοὶ ἢ αἱ ἀποζημιώσεις πρὸς τὸ διδακτικὸν προσωπικὸν, ἀφοῦ ἔχομεν καὶ ἄλλα παραδείγματα τοιαύτης καταβολῆς μισθῶν. Ἐὰν δὲ ἐγίνωσκον, ὅτι ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου σήμερον θὰ ἐλάμβανε χώραν, ἤθελον κομίσει εἰς τὴν Βουλὴν ἔγγραφα ἐπίσημα, ἐξ ὧν ἀποδεικνύεται ὁ ἰσχυρισμός μου οὗτος. Ἀλλ’ ἡ ἡμερησία διάταξις διανέμεται τὴν 2 μετὰ μεσημβρίαν ὥραν, κύριε Πρόεδρε, ὅτε δὲν ἔχομεν πλέον καιρὸν νὰ μελετήσωμεν τὰ πρὸς συζήτησιν νομοσχέδια. Ἐὰν ἐπιθυμῆτε νὰ γίνηται συζήτησις ἐπὶ τῆς ἡμερησίας διατάξεως, πρέπει ἐγκαίρως νὰ λαμβάνωμεν γνῶσιν αὐτῆς. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον δὲν προσεκόμισα δύο ἀποφάσεις τοῦ Ἀρείου Πάγου, αἱ ὁποῖαι ἀφορῶσι ἡ μὲν τὸν μακαρίτην Λεωνίδαν Πετιμεζᾶν, ὡς Βασιλικὸν Ἐπίτροπον παρὰ τῇ Ἐθνικῇ Τραπέζῃ, ἡ δὲ ἄλλον τινὰ ὑπάλληλον τῆς Βουλῆς, τοῦ ὁποίου ἡ μισθοδοσία εἶχεν ἀναγραφῆ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τῶν ἐξόδων τῆς Βιβλιοθήκης τῆς Βουλῆς, δὲν ἐπληρώθη δὲ ὑπὸ τοῦ Κεντρικοῦ ταμίου. Προσέφυγον ἀμφότεροι εἰς τὰ Δικαστήρια, τὰ ὁποῖα ἐδικαίωσαν αὐτούς. Αἱ δὲ ἀποφάσεις τοῦ Ἀρείου Πάγου ῥητῶς λέγουσιν, ὅτι ἡ ἀναγραφὴ ἐν τῷ ἐτησίῳ νόμῳ, τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ Κράτους, πιστώσεως πρὸς καταβολὴν μισθοῦ εἶναι ὑποχρεωτικὴ διὰ τὸν Ὑπουργόν. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτων ὑμεῖς αὐτοὶ ἐπεκυρώσατε τὰ παρ’ ἐμοῦ λεχθέντα διὰ παραδείγματος ἔτι ἰσχυροτέρου, διότι ἀνεφέρατε τὴν καταβολὴν μισθῶν εἰς ἀξιωματικοὺς ὑπεραρίθμους. Τί ἄλλο λοιπὸν λέγετε ἢ ὅ,τι καὶ ἐγὼ ὑπεστήριξα; Ἐπαναλέγω, ὅτι ἡ ἀνάγκη τῆς ἱδρύσεως ἐν Ἑλλάδι Ἐμπορικῶν Σχολῶν εἶναι τοιαύτη, ὥστε δεδικαιολογημένος θὰ ἦτο ὁ Ὑπουργὸς, ὁ ὁποῖος εἰς ἵδρυσιν αὐτῶν ἤθελε προβῆ, ἔστω καὶ μὴ στηριζόμενος ἐπὶ νόμου. Διὰ τοῦτο ἐπίστευον, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἤθελεν υἱοθετήσει τὸ ἔργον τῆς ἱδρύσεως Ἐμπορικῶν Σχολῶν καὶ μάλιστα βελτιώσει αὐτὸ, διότι δὲν ἐπαγγελλόμεθα τοὺς ἀλαθήτους. Ἡ πολιτικὴ μερὶς, εἰς ἣν ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ἀνήκω, ὑποστηρίζει πᾶν μέτρον, ἔστω καὶ τῶν ἀντιπάλων ἡμῶν, τὸ ὁποῖον ἤθελε θεωρήσει ὠφέλιμον εἰς τὴν χώραν ἡμῶν. Ἄλλοι εἶναι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι προβαίνουσιν εἰς τὴν κατάργησιν παντὸς ἔργου, τὸ ὁποῖον οἱ ἀντίπαλοι αὐτῶν ἔπραξαν, ἔστω καὶ ἂν τοῦτο ἦναι ἄριστον. Ὁ νόμος ὁ ἐν ἰσχύϊ περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, ἔργον τῶν ἀντιπάλων ἡμῶν, ἐκήρυξα ἐγὼ, ὡς Ὑπουργὸς, ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς, ὅτι εἶναι ὠφέλιμος, ἀλλ’ ἔχει καὶ σπουδαιοτάτας ἐλλείψεις, ἃς πρέπει νὰ διορθώσωμεν, ἐλλείψεις, τῶν ὁποίων σήμερον ὑφίσταται τὰς συνεπείας ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν. Μετὰ παρρησίας δὲ ἔπαινον ἀπένειμα πρός τε τὸν μακαρίτην Πετρίδην καὶ πρὸς τὸν τότε καὶ νῦν κύριον Πρωθυπουργὸν, οἱ ὁποῖοι ὑπῆρξαν εἰσηγηταὶ τοῦ νόμου τούτου· ἀλλὰ μὴ ὀκνήσητε νὰ συνομολογήσητε τὰ πολλὰ ἐλαττώματά του, πρὸ πάντων τὰ καταστρεπτικὰ αὐτοῦ οἰκονομικὰ ἀποτελέσματα. Εἶπον καὶ προχθὲς, ἐπαναλέγω καὶ σήμερον, ὅτι πλὴν τῆς βαρυνούσης τὸν Προϋπολογισμὸν δαπάνης δραχμῶν 1,500,000, καὶ ἄλλη δαπάνη ὑπὲρ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως γίνεται εἰς βάρος τοῦ δημοσίου ταμείου. Ὡς γνωστὸν, εἰς ἓξ περίπου ἑκατομμύρια ἀνέρχεται ἡ ὁλικὴ δαπάνη τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, ἐξ ὧν μόλις τὰ τρία καταβάλλουσιν οἱ δῆμοι, τὰ δὲ λοιπὰ καταβάλλει τὸ δημόσιον ταμεῖον διὰ τῶν προκαταβολῶν. Τὸ δημόσιον ταμεῖον καταβάλλει ὅλον τὸ ἔλλειμμα τοῦτο καὶ καταβάλλει αὐτὸ ὄχι μόνον χάριν τῶν ἀπόρων δήμων, ἀλλὰ χάριν καὶ τῶν εὐπόρων, χωρὶς νὰ δύναται νὰ τὰ ἀναλάβῃ· διὰ τοῦτο δ’ ἔχετε διάταξιν εἰς τὸ ἑπόμενον νομοσχέδιον, δι’ ἧς δίδεται τὸ δικαίωμα εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ χαρίσῃ αὐτὰ εἰς τοὺς δήμοις, ὧν ἤθελεν ἀποδειχθῆ ἡ ἀπορία. Ποῖον δὲ εἶναι τὸ ποσόν, τὸ ὁποῖον σήμερον σᾶς ὀφείλουν οἱ δῆμοι; Ὁ ἰσολογισμὸς τῆς Γενικῆς ληψοδοσίας τοῦ δημοσίου ταμείου κατὰ τὸ 1901 ἀναγράφει ὡς ὑπόλοιπον τῶν προκαταβληθέντων ὑπὸ τοῦ δημοσίου ταμείου δι’ ἔξοδα δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως εἰς χρέωσιν τῶν δήμων δραχ. 2,585,141. Ἕνδεκα δὲ ἐν ὅλῳ ἑκατομμύρια ἔχει πληρώσει διὰ μισθοὺς τοῦ προσωπικοῦ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως τὸ δημόσιον ταμεῖον ἀπὸ τῆς ἰσχύος τοῦ νόμου σας. Ἀπορεῖτε, πῶς δὲν φαίνονται εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους· ἀλλ’ ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ Κράτους εἶναι τὸ ἓν ἑκατοστὸν εἰκοστὸν πρῶτον μέρος τῆς ὅλης ληψοδοσίας τοῦ δημοσίου ταμείου, ἐξ οὗ ἀφαιροῦνται ἐτησίως ξένα χρήματα πρὸς ἐκπλήρωσιν τῶν ὑποχρεώσεων, ἃς ἐπιβάλλει εἰς τὸ Κράτος ὁ νόμος ͵ΒΤΜΘʹ τοῦ 1895. Ἐγὼ δὲν εἶμαι κατ’ ἀρχὴν κατὰ τοῦ ἐν ἰσχύϊ νόμου περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, ἀλλ’ ἔχει ἐλλείψεις σπουδαίας, ἃς ἔχει ὑποχρέωσιν ἡ παροῦσα μάλιστα Κυβέρνησις νὰ διορθώσῃ ταχέως. Δυστυχῶς ὅμως οὐδεμίαν λαμβάνει πρόνοιαν· διότι τὸ ἄλλο νομοσχέδιον, τὸ ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει, περὶ συνδρομῆς τοῦ Δημοσίου εἰς τοὺς ἀπόρους δήμους, ἔχει τυπικὸν χαρακτῆρα, ὅλως ὑπηρεσιακὴν μορφήν. Ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου καὶ περὶ ἄλλων ὡμίλησε διατάξεων τοῦ νομοσχεδίου, ἐφ’ ὧν θὰ παρακαλέσω τὸν ἀξιότιμον Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου νὰ εἴπῃ τὰς γνώμας του.
§182Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ συζήτησις ἐξετράπη τοῦ θέματος πέραν τῶν ὁρίων, μετεβλήθη εἰς συζήτησιν de omnibus rebus. Συνεζητήσαμεν περὶ τῶν ἀποφάσεων τοῦ Ἀρείου Πάγου, περὶ τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, συνεζητήσαμεν περὶ τῆς ἀναγραφῆς ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ δαπανῶν, τὰς ὁποίας οἱ νόμοι δὲν ἐπιτρέπουσι, συνεζητήσαμεν περὶ τῆς ἐννοίας καὶ σχέσεως τοῦ Διατάγματος τοῦ 1833 περὶ ἀφομοιώσεως, ἐφθάσαμεν τέλος εἰς τὰς προκαταβολὰς τοῦ Δημοσίου! Εἶναι τοῦτο τακτικὸν ὄχι εἰς ἀνθρώπους συζητοῦντας, ἀλλ’ εἰς ἄλλην κατηγορίαν ὄντων, ἅτινα ζητοῦσι ν’ ἀποφύγωσι τοῦ ἁλιευτοῦ τὸ δέλεαρ, θολώνοντα τὰ νερά; Οἱ ἄνθρωποι ὅμως δὲν καταφεύγουσιν εἰς τοιαῦτα τεχνάσματα. Περὶ τίνος πρόκειται, Κύριοι; πρόκειται περὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ τῆς Ἐμπορικῆς Σχολῆς τῶν Πατρῶν; Δὲν γνωρίζω τί πρέπει νὰ συζητήσω, πόσας γνώμας νὰ ἀναιρέσω τοῦ πρώην Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν! Νὰ ἀναιρέσω τὴν γνώμην, ὅτι τὸ Διάταγμα τοῦ 1833 ἔχει τάξιν νόμου; Ἀλλ’ αὐτὸ ἀνατρέπεται ἀπὸ τὸ Σύνταγμα, διότι διάταξις τοῦ Συντάγματος κηρύττει, ὅτι αἱ διατάξεις τοιούτων Διαταγμάτων δὲν ἔχουσιν ἰσχύν. Τίνα ἰσχὺν ἔχουσιν, ὅταν τὸ Σύνταγμα διατάσσῃ, ὅτι οὐδεὶς δύναται νὰ διορισθῇ εἰς μὴ νενομοθετημένην θέσιν; ὅταν διατάσσῃ ὅτι ὁ Βασιλεὺς δὲν δύναται νὰ διορίσῃ; Καὶ ἀφοῦ ὁ Βασιλεὺς δὲν δύναται νὰ διορίσῃ, ποῖος ἄλλος θὰ δύναται νὰ διορίσῃ εἰς μὴ νενομοθετημένην θέσιν; Μὴ συγχέωμεν τὰ πράγματα, καὶ μὴ λέγωμεν θεωρίας, ἵνα σαγηνεύσωμεν τοὺς ἀμαθεστέρους! Ἡ παρατήρησις περὶ τῶν φροντιστηρίων εἶναι ὀρθὴ πραγματικῶς, ἡ διάταξις δὲ τοῦ νομοσχεδίου περιβάλλει μὲ ἰσχὺν τὸ Διάταγμα, διὰ τοῦ ὁποίου χορηγεῖται ἐπιμίσθιον ἀπὸ τῆς ἐκδόσεως τοῦ Διατάγματος. Ἀλλ’ ἦτο ἀνάγκη ἐπιβαλλομένη· τὰ φροντιστήρια εἶναι τρόπος διδασκαλίας χρησιμώτατος, ἀλλὰ δὲν εἶναι ἀναγκαῖος διὰ πᾶν μάθημα. Ὑποθέσατε ὅτι ὁ καθηγητὴς τῆς Θεολογίας, ὁ διδάσκων τὴν Πατρολογίαν, συνιστᾷ καὶ αὐτὸς φροντιστήριον...
§183Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Πῶς νὰ κάμνουν μετάνοιαις!
§184Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Οἱ καθηγηταὶ διδάσκουσι μαθήματα ὅλως θεωρητικὰ ἐν τοῖς φροντιστηρίοις. Σημειώσατε ὅτι ἐν τῇ ἐκτάσει αὐτῶν, τὴν ὁποίαν ἀναγκάζονται οἱ καθηγηταὶ νὰ δίδωσι, συνιστῶντες ἐνίοτε φροντιστήρια, ἐπιζητεῖται μικρά τις αὔξησις τοῦ μισθοῦ τῶν καθηγητῶν, — διότι πρέπει νὰ ὁμολογήσωμεν, ὅτι ὁ μισθὸς τῶν καθηγητῶν εἶναι γλίσχρος — ὅπως παρασχεθῶσι πλέον πρόχειρα τὰ μέσα τῆς συντηρήσεως. Διὰ τοῦτο ὁ νόμος ὁρίζει, τὸ ἐπιμίσθιον τοῦ συνιστῶντος φροντιστήριον νὰ ἄρχηται οὐχὶ ἀπὸ τῆς συστάσεως τοῦ φροντιστηρίου, ἀλλ’ ἀπὸ τῆς ἐκδόσεως τοῦ Διατάγματος, τὸ ὁποῖον γίνεται προτάσει τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Ἐκπαιδεύσεως. Ἐκεῖ ὑπάρχει ἡ ἀναγνώρισις τῆς ἀνάγκης, καὶ ἐκεῖ ὑπάρχει ἡ ἐπιτήρησις καὶ ἡ ἔγκρισις τοῦ Ὑπουργοῦ. Τὸ νομοσχέδιον πληροῖ κενόν, τὸ ὁποῖον ὑπῆρχε μέχρι τοῦδε, ὅτι τοῦ λοιποῦ δὲν θέλει δαπανᾷ τὸ δημόσιον ταμεῖον εἰς μισθοὺς θέσεων, τὰς ὁποίας οἱ νόμοι δὲν ἐκανόνισαν, ἀλλ’ ἀφίνεται εἰς τὸ Πανεπιστήμιον ἡ φροντὶς νὰ πορίζηται τὸ ἀναγκαῖον προσωπικὸν διὰ τὴν διδασκαλίαν τῶν μαθημάτων τοῦ Πανεπιστημίου, ἀφίνεται εἰς τοὺς καθηγητὰς τῶν Σχολῶν καὶ τοὺς διδάσκοντας νὰ ἐκλέγωσι τοὺς ἀναγκαιοῦντας αὐτοῖς, ἀφίνεται εἰς αὐτοὺς νὰ προσδιορίζωσι τὸν μισθόν· τὸ Κράτος δὲν ἀναμιγνύεται εἰς ταῦτα τὸ παράπαν. Ἓν μόνον ἀναγνωρίζει ἡ Πολιτεία, ὅτι, ἐπειδὴ ἠλαττώθησαν τὰ ἔσοδα τῆς περιουσίας τοῦ Πανεπιστημίου καὶ δὲν ἐπαρκοῦσιν εἰς τὰς ἀνάγκας αὐτοῦ, ἔρχεται τὸ Δημόσιον ἐπίκουρον, ἁρμόδιον νὰ συντελέσῃ πρὸς πλήρωσιν τῶν ἀναγκῶν τῆς διδασκαλίας. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι ὑπάρχουσιν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ὑπῆρχον ἐν τῷ νομοσχεδίῳ τοῦ πρώην Ὑπουργοῦ τῆς Ἐκπαιδεύσεως. Ἤθελον ἀνασκευάσει πολλὰς θεωρίας τοῦ ἐκ Κυθήρων Βουλευτοῦ, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι ἤθελον ἀναγκασθῆ νὰ ἐκτείνω καὶ ἐγὼ πολὺ τὸν λόγον, ἀνατρέχων πέραν τοῦ θέματος. Διὰ τοῦτο ἀφίνω ταῦτα νὰ τὰ συζητήσωμεν, ὅταν ἔλθῃ ἡ ὥρα εἴτε ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ Ἐμπορικῶν Σχολῶν εἴτε ἐπὶ τῶν νομοσχεδίων τῆς ἐκπαιδεύσεως. Ἐπὶ τῶν Ἐμπορικῶν ὅμως Σχολῶν ὀφείλω νὰ δηλώσω, ὅτι δὲν ἔχω τὴν γνώμην τοῦ ἐκ Κυθήρων Βουλευτοῦ. Λέγω ὀφείλω νὰ δηλώσω, διὰ νὰ μὴ ἀφήσω ἐν ἀμφιβολίᾳ ποίαν ἔχω γνώμην ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου. Ἡ σύστασις τῶν Ἐμπορικῶν Σχολῶν εἶχε δύο ἐλαττώματα, ἓν ἐλάττωμα συνταγματικὸν καὶ ἓν ἐλάττωμα οὐσιαστικόν. Τὸ συνταγματικὸν ἦτο, ὅτι συνεστήθησαν Σχολαὶ διὰ Διατάγματος, καὶ ἐνομοθετήθησαν θέσεις διὰ Διατάγματος, ἐνῷ τὸ Σύνταγμα ἀπαιτεῖ νόμον. Ἡ δὲ διάταξις τοῦ Διατάγματος τοῦ 1833, ἡ ὁποία ἐπέτρεπεν εἰς τοὺς Ὑπουργοὺς νὰ συνιστῶσιν ἐκπαιδευτήρια καὶ σχολεῖα, δὲν ἰσχύει, καταργηθεῖσα διὰ τοῦ Συντάγματος. Ὡς πρὸς τὴν οὐσίαν, εἶχεν ἐλάττωμα, διότι τὸ Διάταγμα, διὰ τοῦ ὁποίου συνεστήθησαν αἱ Σχολαί, ἦτο ἀτελέστατον. Δὲν ἦτο δυνατὸν Σχολή τις, συνιστωμένη διὰ τοῦ Διατάγματος ἐκείνου, νὰ ἦναι Ἐμπορικὴ Σχολή, πολλῷ δὲ ἧττον δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ παραγάγῃ καρπούς. Ὁ διάδοχος τοῦ κ. ἐκ Κυθήρων Βουλευτοῦ ἐν τῷ Ὑπουργείῳ, ὁ τότε βουλευτὴς Κραναίας κ. Μομφερρᾶτος, εἰσήγαγε νομοσχέδιον, ἀναγνωρίσας, ὅτι τὰ γενόμενα δὲν ἦσαν νόμιμα. Ἡ ἀναγνώρισις, τὴν ὁποίαν ἐποιήσατο ὁ κ. Μομφερρᾶτος, ὑποθέτω ὅτι ἐνισχύει τοὺς λόγους μου, καὶ καθιστᾷ αὐτοὺς μᾶλλον πιστευτούς· διότι ὁ κ. Μομφερρᾶτος ἦτο μέλος τοῦ Ὑπουργείου, διότι τοῦτο ὑπεστηρίζετο ὑπὸ τῆς πλειονοψηφίας, τῆς ὁποίας ἡγεῖτο ὁ κ. ἐκ Κερκύρας Βουλευτής· ἑπομένως ὁ κ. Μομφερρᾶτος δὲν ἤθελε ποτὲ ἀποφασίσει νὰ ἐπικρίνῃ πρᾶξιν γενομένην ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου, οὗτινος προΐστατο ὁ κ. ἐκ Κερκύρας Βουλευτής, ἀφοῦ ἡ πολιτικὴ αὐτοῦ συνεταυτίζετο μὲ τὴν πολιτικὴν τοῦ Ὑπουργείου, οὗ μέλος ἐτύγχανεν ὁ κ. Μομφερρᾶτος. Ἀλλὰ καὶ τὸ νομοσχέδιον τοῦ κ. Μομφερράτου μοὶ ἐφάνη ἀτελές, διότι εἶχεν ὅρους, τοὺς ὁποίους ἐγὼ τοὐλάχιστον δὲν ἐνόουν, ἀλλὰ δὲν ἐνόει καὶ ὁ εἰσηγητὴς Ὑπουργός, διότι ἐζήτησα ἀπὸ αὐτὸν τότε νὰ τοὺς ἐξηγήσῃ, εἶδον δὲ, ὅτι καὶ αὐτὸς ἐδυσκολεύετο. Τώρα δὲν γνωρίζω, ἂν ὁ συγγραφεὺς τοῦ νομοσχεδίου εἶχε μεταφράσει κακῶς κείμενά τινα Γαλλικά, ἀλλὰ βέβαιον εἶναι, ὅτι οἱ ὅροι αὐτοὶ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ νοηθῶσι. Τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ δὲν ἐψηφίσθη. Τώρα εἴμεθα ἐν πλήρει κενῷ, διότι δὲν ὑφίσταται νόμος περὶ Ἐμπορικῶν Σχολῶν· δὲν ὑπάρχει πρᾶξίς τις νομοθετικὴ ἢ Διατάγματος, ἡ ὁποία νὰ ἔχῃ ἕν σύνολον, ἕν ὅλον μαθημάτων διδασκαλίας, ἡ ὁποία νὰ κανονίζῃ τρόπον ἐκπαιδεύσεως, καὶ ἀπόκειται εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ φροντίσῃ νὰ συντάξῃ νόμον καὶ προτείνῃ αὐτὸν εἰς τὴν Βουλήν, ὅπως, ἐὰν ψηφισθῇ, πληρωθῇ τὸ κενόν. Ἡμεῖς δὲ φρονοῦμεν, ὅτι ἡ σύστασις τῶν Ἐμπορικῶν Σχολῶν ἐν Πάτραις καὶ ἄλλαις πόλεσιν εἶναι ἀναγκαία, καὶ θέλει συντελέσει πολὺ εἰς τὴν πρακτικὴν καὶ θετικὴν μόρφωσιν τῶν πολιτῶν.
§185ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει ἄλλος τις τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀρχῆς; Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου εἰς πρώτην συζήτησιν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀναγινώσκονται εἶτα καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 1, 2 καὶ 3 τοῦ νομοσχεδίου ἄνευ ἀντιρρήσεως). Ἄρθρον 4 (ἀναγινώσκεται).
§186Π. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Φέρω μικρὰν ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τούτου τροπολογίαν. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως προηγουμένως, ὑποστηρίζων τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, ἐδήλωσεν, ὡς πρὸς τοὺς καθηγητὰς τοῦ Πανεπιστημίου, ὅτι ὁ μισθὸς τούτων εἶναι πολὺ γλίσχρος.
§187Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Κατὰ τὴν ἐμὴν γνώμην.
§188Π. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Τὴν ὁποίαν καὶ ἐγὼ ἀποδέχομαι. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ, ἐὰν εἶναι δυνατόν, τὸ ἐπιμίσθιον τῶν καθηγητῶν τοῦ Πανεπιστημίου νὰ τηρηθῇ ὅσον ἦτο καὶ πρότερον, δραχμῶν ἑκατὸν, καὶ οὐχὶ νὰ περιορισθῇ εἰς δραχμὰς πεντήκοντα, τὸ ὁποῖον εἶναι τελείως ἐξευτελιστικὸν διὰ τοὺς καθηγητὰς τοῦ Πανεπιστημίου.
§189Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὥστε θέλετε νὰ αὐξηθῇ ὁ μισθός;
§190Π. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἄν ἦτο τοῦτο δυνατόν. Προτιμότερον δὲ νὰ καταργηθῇ τὸ ἐπιμίσθιον τοῦτο παρὰ νὰ περιορισθῇ εἰς ποσὸν κατώτερον ἐκείνου, τὸ ὁποῖον δίδεται εἰς καθηγητὰς τῆς μέσης ἐκπαιδεύσεως. Ἐὰν ἐγίνετο παραδεκτὴ ἡ γνώμη μου, φρονῶ μετὰ πεποιθήσεως, κύριε Πρόεδρε, ὅτι ἠθέλετε πράξει ἀγαθώτατόν τι!
§191Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἡ ἐργασία τῶν φροντιστηρίων πρέπει νὰ ἦναι πειραματική· διὰ τοῦτο θέλει εἶσθαι τοσοῦτον βραχυχρόνιος.
§192Π. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Δὲν ἔχετε δίκαιον, κύριε Πρόεδρε. Ἡ ἐργασία τῶν φροντιστηρίων εἶναι διπλῆ διὰ τὸν καθηγητήν, προπαρασκευαστικὴ καὶ ἐκτελεστική· ἡ πρώτη δὲν εἶναι βραχυχρόνιος οὐδ’ ἄνευ κόπου, ἡ δευτέρα ἐκτελεῖται ἐν ὡρισμένῳ χρόνῳ. Φροντιστήριον ἄνευ προπαρασκευῆς καὶ μελέτης εἶναι τίποτε. Δὲν πιστεύω νὰ ἔχητε ἐναντίαν γνώμην.
§193Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Διαφωνοῦμεν.
§194ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑποβάλετε ἐγγράφως τὴν τροπολογίαν σας, ἵνα συζητηθῇ εἰς τὴν δευτέραν ἀνάγνωσιν.
§195Π. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Μάλιστα. Θὰ προσθέσω καί τι ἄλλο.
§196ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει ἄλλος τις τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 4; Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 4, ὡς ἔχει, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 5. (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν ἄνευ ἀντιρρήσεως). Ἄρθρον 6 (ἀναγινώσκεται).
§197Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, αὐτὸ τὸ ἄρθρον δὲν δύναμαι νὰ τὸ ἐννοήσω. Κάμνει διάκρισιν καὶ λέγει, ὅτι εἰς ὡρισμένας Σχολὰς ὁ ἀριθμὸς τῶν φοιτώντων εἰς τὸ φροντιστήριον πρέπει νὰ ἦναι τόσος, διὰ νὰ ὑπάρξῃ τὸ φροντιστήριον, εἰς ἄλλας τόσος. Ποίαν ἐπιρροὴν δύναται νὰ ἔχῃ ὁ ἀριθμὸς τῶν φοιτητῶν τῶν διαφόρων Σχολῶν τοῦ Πανεπιστημίου, ὥστε, ἐὰν ἦναι πολλοὶ οὗτοι, νὰ ὑφίσταται τὸ φροντιστήριον, καὶ ἂν ἦναι ὀλίγοι, νὰ καταργῆται; Θὰ παρεκάλουν τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ μᾶς φωτίσῃ, ποία εἶναι ἡ αἰτία, ποία ἡ ἀφορμὴ τῆς τοιαύτης διακρίσεως.
§198Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἕνεκα τῆς πληθύος τῶν φοιτητῶν.
§199Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Πολὺ καλά. Ἐὰν λόγου χάριν μία Σχολὴ ἔχῃ ἕνα μόνον φοιτητὴν, ὁ ὁποῖος παρακολουθεῖ τὰ μαθήματα τῶν καθηγητῶν, αὐτὸς δὲν ἔχει ἀνάγκην τῶν φώτων ἐκείνων, τὰ ὁποῖα παρέχει τὸ φροντιστήριον, διὰ νὰ καταρτισθῇ; Ἡ Μαθηματικὴ Σχολὴ ἀμφιβάλλω ἂν ἔχει 20, 25 ἢ 30 φοιτητάς· ἐνδεχόμενον λοιπὸν, ἡ Σχολὴ αὕτη, ἡ ὁποία πρωτίστως ἔχει ἀνάγκην φροντιστηρίου, νὰ μὴ ἔχῃ τὸν ἀπαιτούμενον ἀριθμὸν φοιτητῶν, διὰ νὰ καταρτισθῇ τὸ φροντιστήριον.
§200Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὑποθέτετε ὅτι δύναται νὰ ὑπάρξῃ φροντιστήριον καὶ νὰ παραγάγῃ καρπούς, ὅταν ἦναι εἷς μόνος φοιτητής; Ἡ διδασκαλία τοῦ καθηγητοῦ δὲν εἶναι ἡ μόνη ἀποτελοῦσα τὸ φροντιστήριον, ἀλλ’ εἶναι καὶ ἡ ἅμιλλα τῶν διδασκομένων, ὁ συναγωνισμός.
§201Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐὰν μοὶ ἐπιτρέπητε, θὰ ἐπιμείνω εἰς τὸ ζήτημα, διότι νομίζω ὅτι ἔχω δικαίωμα νὰ ἐπιμείνω. Διῆλθον πολλὰ ἔτη τοῦ βίου μου ἐν φροντιστηρίοις, καὶ νομίζω ὅτι γνωρίζω περὶ τίνος πρόκειται. Λοιπὸν ὁ ἀριθμὸς τῶν φοιτώντων εἰς τὸ φροντιστήριον οὐδεμίαν ἔχει σημασίαν διὰ τὴν ὕπαρξιν ἢ μὴ ὕπαρξιν τοῦ φροντιστηρίου. Ἀπαντῶν δὲ εἰς τὸν κύριον Πρωθυπουργὸν, λέγω ὅτι, ὅσον ὀλιγώτεροι οἱ μαθηταὶ τοῦ φροντιστηρίου, τόσον περισσότερος ὁ καρπὸς ὁ προκύπτων ἐξ αὐτοῦ. Τὸ φροντιστήριον ἔχει τὸν ἑξῆς σκοπὸν, —καὶ τοῦτο εἶναι μία παρατήρησις, τὴν ὁποίαν ἤθελον νὰ κάμω, ὅτε ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶπε πρὶν, ὅτι ὑπάρχουσι καὶ μαθήματα, διὰ τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι ἀνάγκη φροντιστηρίου, καὶ δι’ αὐτὸ ἐπεφυλάξατο τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Παιδείας τὸ δικαίωμα εἰς ἑαυτὸ νὰ ὁρίζῃ, πότε πρέπει καὶ πότε δὲν πρέπει νὰ συνιστᾶται φροντιστήριον· καὶ ἔφερεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὡς παράδειγμα τὴν Θεολογίαν, καὶ εἶπεν, ὅτι ὑπάρχει ἓν μάθημα, τὸ τῆς Πατρολογίας, διὰ τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι ἀνάγκη φροντιστηρίου. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι δὲν ὑπάρχει κανὲν μάθημα, ὅσον θεωρητικὸν καὶ ἂν ἦναι, τὸ ὁποῖον νὰ μὴ ἔχῃ ἀνάγκην φροντιστηρίου, ἐκτὸς ἐὰν ὁ κ. Πρόεδρος δὲν κάμνῃ διάκρισιν μεταξὺ φροντιστηρίων καὶ ἐπιστημονικῶν ἐργαστηρίων καὶ φροντιστηρίων τῶν ἐπιστημῶν τῶν θεωρητικῶν, αἱ ὁποῖαι δὲν ἔχουσιν ἀνάγκην πειραματικῶν ἀσκήσεων. Θεωρητικωτέρα ἐπιστήμη ἀπὸ τὴν Νομικὴν δὲν ὑπάρχει, καὶ ὅμως ὑπάρχουσι νομικὰ φροντιστήρια. Λοιπὸν ἐπιμένω, ὅτι τὰ φροντιστήρια πρέπει νὰ ὑπάρχωσιν, ἀνεξαρτήτως τοῦ ἀριθμοῦ τῶν μαθητῶν, οἱ ὁποῖοι δυνατὸν νὰ φοιτῶσιν εἰς αὐτά. Ταῦτα σκοπὸν ἔχουσι τὴν λεπτομερεστέραν ἐξέτασιν ἰδιαιτέρων θεμάτων, ἅτινα δὲν δύναται ὁ καθηγητὴς νὰ ἀναπτύσσῃ λεπτομερῶς ἀπὸ τῆς Πανεπιστημιακῆς ἕδρας, τὴν πρακτικὴν ἐξάσκησιν τῶν μαθητῶν εἰς τὴν ἐπιστήμην των, ἀδιάφορον, ἂν ἦναι αὕτη κατ’ ἐξοχὴν θεωρητικὴ, ὡς ἡ Θεολογία ἢ ἡ Νομική, ἢ συμμετέχῃ καὶ τοῦ πρακτικοῦ, ὡς αἱ μαθηματικαὶ καὶ φυσικαὶ ἐν γένει ἐπιστῆμαι. Τὰ φροντιστήρια, ὅπερ καὶ τὸ κυριώτερον κατ’ ἐμὲ, φέρουσιν εἰς ἀμεσωτέραν σχέσιν τοὺς φοιτητὰς πρὸς τοὺς καθηγητάς των.
§202ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἄλλη ἀντίρρησις ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 6; Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 6 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 7. (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν ἄνευ ἀντιρρήσεως). Ἄρθρον 8 (ἀναγινώσκεται):
§203Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Ἐπὶ τοῦ τελευταίου ἐδαφίου τοῦ ἄρθρου 8 θὰ φέρω μικράν τινα παρατήρησιν. Νομίζω, ὅτι ὑπάρχει ἐν αὐτῷ τι, τὸ ὁποῖον χρήζει διορθώσεως. Διότι, ἐνῷ δίδεται εἰς τὸν Πρύτανιν καὶ τὴν Σύγκλητον τὸ δικαίωμα τῆς προτάσεως πρὸς διορισμὸν τοῦ ὑπηρετικοῦ προσωπικοῦ, ἐξ ἄλλου διὰ τοῦ τελευταίου ἐδαφίου ἀφαιρεῖται τὸ δικαίωμα τοῦτο διὰ τοῦ δικαιώματος τοῦ Ὑπουργοῦ νὰ ἀπολύῃ τὸ προσωπικὸν αὐτοῦ. Νομίζω, ὅτι τοῦτο δὲν εἶναι ὀρθὸν, οὔτε συμφέρον διὰ τὸ Πανεπιστήμιον. Διότι ἡ Σύγκλητος καὶ ὁ Πρύτανις ἔχουσιν ἀνάγκην, ὅπως τὰ πρόσωπα ταῦτα μὴ ἀλλάσσωσιν εἰς ἑκάστην μεταβολὴν Κυβερνήσεως. Ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι τὸ ἐδάφιον τοῦτο ἐτέθη ἐκ λάθους ἢ ἐκ πλάνης, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ παραδεχθῶ, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας ἠθέλησε νὰ παραδώσῃ καὶ τὸ ὑπηρετικὸν προσωπικὸν τοῦ Πανεπιστημίου εἰς ἡμᾶς τοὺς Βουλευτάς.
§204Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Πῶς θὰ παραδοθῇ εἰς τοὺς Βουλευτάς;
§205Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Διότι ἐν μὲν τῷ δευτέρῳ ἐδαφίῳ λέγεται ὅτι «τῇ προτάσει τοῦ Πρυτάνεως τοῦ Πανεπιστημίου διορίζεται τὸ ὑπηρετικὸν προσωπικόν», τὸ δὲ τρίτον καὶ τελευταῖον ἐδάφιον λέγει, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας δύναται νὰ ἀπολύσῃ αὐτοὺς τοὺς ὑπαλλήλους, οὓς διώρισε τῇ προτάσει τοῦ Πρυτάνεως, καὶ ἑπομένως ματαιοῦται ἡ πρότασις ἐντελῶς.
§206Α. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀφοῦ ἔχει δικαίωμα νὰ ἀπολύῃ τοὺς καθηγητὰς τοῦ Πανεπιστημίου...
§207Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Ἄλλο εἶναι τὸ ὑπηρετικόν. Ἀφοῦ ἔχει τὸ δικαίωμα ὁ Πρύτανις νὰ προτείνῃ τὸ ὑπηρετικὸν προσωπικόν, διατὶ τοῦ ἀφαιρεῖτε τὸ δικαίωμα τοῦτο διὰ τοῦ χορηγουμένου δικαιώματος εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας νὰ ἀπολύῃ τὸ προσωπικόν, ὀψέποτε ἤθελε κρίνει τοῦτο ἀναγκαῖον;
§208Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐὰν ἤθελε κακῶς τις παυθῇ, τότε ὁ ἔχων τὸ δικαίωμα νὰ προτείνῃ δύναται νὰ προτείνῃ τὸν ἴδιον παυθέντα.
§209Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Παρακαλῶ, ἡ δήλωσις αὕτη τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως νὰ σημειωθῇ εἰς τὰ πρακτικά. Φρονῶ ὅμως, ὅτι τὸ λεχθὲν ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ δὲν συντελεῖ εἰς τὴν πειθαρχίαν, καὶ θέλει εὑρεθῆ εἰς δυσκολωτάτην θέσιν ὁ Ὑπουργὸς ἐκεῖνος, ὅστις ἀπέλυσεν ὑπηρέτην τοῦ Πανεπιστημίου, διορισθέντα τῇ προτάσει τοῦ Πρυτάνεως, καὶ κατόπιν ὁ Πρύτανις προτείνει καὶ αὖθις τὸν ἴδιον. Δὲν θ’ ἀποτελέσῃ τοῦτο εἶδος μομφῆς ἐναντίον τῆς προϊσταμένης ἀρχῆς; Διατὶ λοιπὸν νὰ νομοθετῶμεν κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον, ἐνῷ δυνάμεθα ν’ ἀποφύγωμεν τοιαύτας ἀνωμαλίας, αἱ ὁποῖαι πάντοτε εἶναι πρὸς ζημίαν τῶν ὑπηρεσιῶν καὶ τοῦ Πανεπιστημίου καὶ τοῦ Ὑπουργείου;
§210ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔκαμε δήλωσίν τινα ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως;
§211Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Εἶπον εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν ἐξ Ὕδρας, ὅτι δὲν πρόκειται νὰ δοθῇ εἰς τοὺς κυρίους Βουλευτὰς χάρις ἢ παροχή τις ἐκ τῆς διατάξεως ταύτης. Διότι ἠδύνατο νὰ γεννηθῇ τοιαύτη ὑπόνοια, ἐὰν ἐδίδετο τὸ δικαίωμα εἰς τὸν Ὑπουργὸν νὰ διορίζῃ ἄνευ προτάσεως τοῦ Πρυτάνεως. Ἀφοῦ ὅμως δὲν ἐδόθη τοῦτο τὸ δικαίωμα εἰς τὸν Ὑπουργὸν, οἱ κύριοι Βουλευταὶ δὲν ἀποκτῶσί τι· διότι, ἐὰν ὁ Ὑπουργὸς ἤθελε παύσει τινὰ, δὲν ἔχει δικαίωμα νὰ διορίσῃ ἄλλον ἄνευ προτάσεως τοῦ Πρυτάνεως, ὅστις δύναται νὰ προτείνῃ πάλιν τὸν παυθέντα, ὅτε θέλει ἀναγκασθῆ ὁ Ὑπουργὸς νὰ διορίσῃ αὐτὸν αὖθις.
§212Δ. ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως εἶναι ἀτοπώτατον, ὅταν παυθῇ ὑπάλληλός τις, ἄλλος τις μὴ κατέχων τὴν θέσιν τοῦ Ὑπουργοῦ νὰ ἔρχηται κατόπιν καὶ οἱονεὶ ἀποδοκιμάζων τὸν Ὑπουργὸν νὰ προτείνῃ πρὸς διορισμὸν αὐτὸν τὸν παυθέντα ὑπάλληλον. Θεωρῶ ὅτι ἔχει δίκαιον ὁ κ. συνάδελφος, λέγων ὅτι τυχαίως ἴσως θὰ παρεισέφρησε τοιαύτη διάταξις περὶ τοῦ ἀπολύτου δικαιώματος τοῦ Ὑπουργοῦ, ὅπως παύῃ τὸ ὑπηρετικὸν προσωπικόν. Δὲν δυνάμεθα ἐν Ἑλλάδι νὰ ἐννοήσωμεν, ὅτι κατ’ ἀνάγκην πρέπει νὰ παύσῃ ἡ ἀκατάσχετος τάσις τῆς συγκεντρώσεως εἰς τὰς χεῖρας τῶν Ὑπουργῶν παντὸς διορισμοῦ καὶ πάσης παύσεως, μέχρι καὶ αὐτῶν τῶν ὑπηρετῶν τῶν σχολείων. Τὸ πρᾶγμα εἶναι ἀπελπιστικὸν, καὶ πρέπει ν’ ἀποσπασθῶμεν ἀπὸ τὴν μανίαν τῆς συγκεντρώσεως αὐτῆς. Κατὰ λάθος δὲ, ἄν ποτε ἐπέλθῃ ἀποκέντρωσίς που, σπεύδομεν νὰ ἐπαναφέρωμεν τὰ πράγματα. Μόνον κατὰ λάθος δύναται νὰ διαφύγῃ ἐξουσία τις, καὶ ἡ ἐλαχίστη ἀκόμη, ἀπὸ τοὺς ὄνυχας τῆς Κυβερνήσεως. Καὶ δεκάδραχμος ἀκόμη θέσις δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ διατίθηται ἀπὸ ἄλλην ἀρχήν! Εἶναι τόσον ἀνεπανόρθωτον, τόσον ἀθεράπευτον τὸ πνεῦμα αὐτὸ, ὑφ’ οὗ κατεχόμεθα, ὥστε, ἂν ἔκαμε τὸ ἓν Ὑπουργεῖον ἀποκέντρωσίν τινα, τὸ ἄλλο θὰ ἐπαναφέρῃ τὰ πράγματα εἰς τὴν συγκέντρωσιν. Λοιπὸν καὶ τοῦτο δὲν προέρχεται ἐκ λάθους ἢ ἐκ παραδρομῆς, ὡς εἶπεν ὁ κ. συνάδελφος, ἀλλὰ προέρχεται ἐκ τῆς τάσεως, ἡ ὁποία μᾶς κατέχει, ὥστε νὰ προτιμῶμεν νὰ ζητῶμεν κἄτι ἄτοπον, κἄτι παράνομον, κἄτι θίγον τὴν ἀξιοπρέπειαν τῶν Ὑπουργῶν, παρὰ νὰ ἀφίνωμεν ἐξουσίαν τινὰ εἰς χεῖρας ἀποκεντρωτικῆς τινος ἀρχῆς. Εἶναι τάσις φθάνουσα — ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ ἡ λέξις — μέχρι μονομανίας.
§213Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Ἐπιμένω καὶ ἐγὼ εἰς αὐτὸ, διότι τὸ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον δίδεται διὰ τῆς προτελευταίας παραγράφου, ἀφαιρεῖται διὰ τῆς τελευταίας. Ἀλλὰ πρόκειται καὶ περὶ τούτου· ἐὰν π.χ. ὁ καθηγητὴς ἔχῃ ὑπηρέτην, ὁ ὁποῖος τὸν παρακούει εἰς τὴν ὑπηρεσίαν, καὶ ὁ Ὑπουργὸς δὲν τὸν παύῃ, πῶς θὰ ἐκτελέσῃ τότε τὴν ὑπηρεσίαν, τὴν ὁποίαν τῷ ἐπιβάλλουσι τὰ καθήκοντά του;
§214Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Θέλει ὑποβάλει ἀναφορὰν, δι’ ἧς θέλει δηλώσει ταῦτα εἰς τὸν Ὑπουργὸν, ὁ δὲ Ὑπουργὸς θέλει παύσει τὸν ὑπηρέτην αὐτόν.
§215ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 8, ὡς ἔχει, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 9 (ἀναγινώσκεται). Ἀντὶ τοῦ «Ἡ ἰσχὺς τοῦ νόμου τούτου ἄρχεται ἀπὸ 1 Ἰανουαρίου 1903», ὀρθότερον, νομίζω, εἶναι νὰ τεθῇ: «Ἡ ἰσχὺς τοῦ νόμου τούτου ἀνατρέχει εἰς τὴν 1 Ἰανουαρίου 1903».
§216Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Μάλιστα. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 9, ὡς ἐτροποποιήθη, ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου, εἰς πρώτην συζήτησιν).
§217ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τακτοποιήσεως τῶν ὑπολοίπων διαφόρων ἢ χρηματιστικῶν λογαριασμῶν καὶ διακανονισμοῦ τῶν ἐξόδων τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως τῶν ἀπὸ τοῦ ἔτους 1896 καὶ ἐφεξῆς καταβληθέντων καὶ καταβαλλομένων».
§218ΑΛΕΞ. ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι ἐνάτη περίπου ἡ ὥρα, κύριε Πρόεδρε.
§219ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχετε δίκαιον. Θὰ λυθῇ ἡ συνεδρίασις. Ἐπὶ τῆς ἡμερησίας διατάξεως θὰ μείνωσιν ὡς ἔχουσι τὰ πράγματα, ἐκτὸς τῆς ἀναγραφῆς ὡς πρώτου ἀντικειμένου τοῦ νομοσχεδίου περὶ κυρώσεως τῶν μεταξὺ τοῦ Δημοσίου καὶ τῆς Ἰονικῆς καὶ Ἐθνικῆς Τραπέζης συμβάσεων.
§220Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Συνιστῶ νὰ τεθῶσι μεταξὺ τῶν πρώτων αἱ ἀναπληρωματικαὶ πιστώσεις.
§221ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Μάλιστα. Διότι πολλοὶ δικαιοῦνται νὰ λάβωσι χρήματα.
§222Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ἐγὼ ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ συναινέσωσιν, ὅπως ἀναγραφῇ μεταξὺ τῶν πρώτων τὸ νομοσχέδιον περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου περὶ δημαιρεσιῶν. Εἶναι νομοσχέδιον χρησιμώτατον, καὶ οὐδεμίαν θὰ προκαλέσῃ συζήτησιν, διότι ἔχομεν ὅλοι κατανοήσει τὴν ἀνάγκην αὐτοῦ. Δὲν ὑπάρχει δευτέρα γνώμη περὶ τούτου.
§223Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν γνωρίζομεν, ἂν θὰ προκαλέσῃ ἢ μὴ πολλὰς συζητήσεις. Ὑπάρχουσι βεβαίως πολλὰ νομοσχέδια ἀναγκαῖα, ταῦτα ὅμως δὲν δύνανται νὰ συζητηθῶσι συγχρόνως.
§224Ν. ΜΙΣΥΡΛΗΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ συναινέσῃ νὰ προταχθῶσιν αἱ ἀναπληρωματικαὶ πιστώσεις, διότι ὑπάρχουσι πολλοὶ δικαιοῦχοι, οἱ ὁποῖοι ἔχουσιν ἀνάγκην.
§225Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὅλα τὰ νομοσχέδια θὰ συζητηθῶσι τὰ μὲν αὔριον, τὰ δὲ μεθαύριον καὶ κατόπιν.
§226Ν. ΜΙΣΥΡΛΗΣ. Ὑπάρχει διὰ τινὰ μεγαλειτέρα ἀνάγκη.
§227ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐὰν ἐνόησα καλῶς, τὸ πνεῦμα τῆς Βουλῆς εἶναι, ὅτι καὶ τὰ σήμερον ψηφισθέντα εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν θὰ κατέλθωσι μετὰ τῶν προηγουμένως ψηφισθέντων εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν, θ’ ἀναγραφῶσι δὲ πρῶται αἱ συμβάσεις, καὶ κατόπιν τὰ ἄλλα νομοσχέδια, καθ’ ἣν σειρὰν εὑρίσκονται ἤδη.
§228Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Νὰ μὴ λησμονηθῇ καὶ τὸ νομοσχέδιον περὶ προθεσμίας διὰ τὴν εἴσπραξιν τοῦ φόρου τῶν ἀμπέλων.
§229ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐκεῖνο θὰ ἔλθῃ μετὰ τὰς συμβάσεις. Καὶ ἔπειτα αἱ ἀναπληρωματικαὶ πιστώσεις. Τὴν Δευτέραν θ’ ἀρχίσῃ ἡ συνεδρίασις τὴν 3ην ὥραν μετὰ μεσημβρίαν, διότι πολλοὶ Βουλευταὶ παραπονοῦνται, ὅτι δὲν προσερχόμεθα ἐν καιρῷ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρα 8 καὶ 30′ μ. μ.)