1903.02.28
2,335 rows · 17,624 words · 255 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 36
τῆς 28 Φεβρουαρίου 1903.
(Παρασκευή).
(Προεδρεύοντος τοῦ Προέδρου κ. Δημ. Ράλλη).
(Γενομένης ἀπαρτίας ὥρᾳ 4 καὶ 30′ μ. μ. παρόντων 127 Βουλευτῶν, ἀναγινώσκονται καὶ ἐγκριθέντα ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλεῖται ὁ βουλευτὴς Αἰγίνης κ. Καναβαριώτης νὰ προσέλθῃ, ἵνα ὁρκισθῇ. (Προσελθὼν ὀμνύει ἐπὶ τοῦ ἱεροῦ Εὐαγγελίου τὸν νενομισμένον ὅρκον ὁ νέος βουλευτὴς Αἰγίνης κ. Εὐάγγελος Καναβαριώτης).
§2ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνακοινῶ εἰς τὴν Βουλὴν ἀναφορὰν τῶν κατοίκων τοῦ δήμου Παλλέων τῆς ἐπαρχίας Πάλλης τῆς Κεφαλληνίας περὶ τοῦ ἐκ τοῦ παρακρατήματος παρασκευαζομένου μιστελίου καὶ σταφιδίτου οἴνου. Ὡσαύτως τηλεγράφημα τοῦ λαοῦ Πύλου, παρακαλοῦντος τὴν Βουλὴν νὰ ἐπιψηφίσῃ τὰ συνταχθέντα παρὰ τῆς Σταφιδικῆς ἐπιτροπῆς νομοσχέδια. Τηλεγράφημα Θεσσαλῶν ποιμένων, ἱκετευόντων ἵνα ἡ Κυβέρνησις χορηγήσῃ αὐτοῖς βοήθημα, διότι κατεστράφησαν τὰ ποίμνιά των ἐκ τοῦ βαρέος χειμῶνος. Ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἔχει τὸν λόγον.
§3Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Κατὰ τὸν Ἀπρίλιον τοῦ 1905 λήγει ἡ διάρκεια τοῦ δικαιώματος τῆς ἐκδόσεως καὶ κυκλοφορίας τραπεζικῶν γραμματίων, τὸ ὁποῖον εἶχεν ἀπονεμηθῆ εἰς τὴν Ἰονικὴν Τράπεζαν διὰ νόμου, ἐκδοθέντος κατ’ Ἀπρίλιον τοῦ 1880. Ἕνεκα τούτου ὁ Πρόεδρος τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου τῆς Ἰονικῆς Τραπέζης ἀφίκετο εἰς Ἀθήνας ἐκ Λονδίνου πρὸ ἓξ ἢ ἑπτὰ ἑβδομάδων, κατὰ τὴν διάρκειαν δὲ τοῦ χρόνου τούτου ἐπανειλημμένως οὗτος ἦλθεν εἰς συνεννοήσεις μεθ’ ἡμῶν. Ὁ Πρόεδρος τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου ἐφρόνει, ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις εἶχεν ὑποχρέωσιν νὰ ἀνανεώσῃ ἢ νὰ παρατείνῃ τὴν διάρκειαν τοῦ δικαιώματος τῆς Ἰονικῆς Τραπέζης πρὸς ἔκδοσιν καὶ κυκλοφορίαν τῶν τραπεζικῶν γραμματίων, ἡμεῖς δ’ ἐφρονοῦμεν, ὅτι οὐδεμίαν ὑποχρέωσιν εἶχεν ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις νὰ ἀνανεώσῃ ἢ νὰ παρατείνῃ τὴν διάρκειαν τοῦ δικαιώματος τούτου, καὶ ὅτι, ἂν αὕτη δὲν ἤθελεν ἐγκρίνει νὰ παρατείνῃ τὴν διάρκειαν τοῦ εἰρημένου δικαιώματος, ἡ Ἰονικὴ Τράπεζα οὐδὲν δικαίωμα εἶχε νὰ ἀπευθύνῃ ἀξίωσίν τινα πρὸς τὴν Κυβέρνησιν. Φυσικὸν ἦτο νὰ ζητήσῃ νὰ ἀποδείξῃ τοὺς ἰσχυρισμοὺς αὑτοῦ ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου τῆς Ἰονικῆς Τραπέζης, καὶ προσέφυγεν εἰς δύο ἐπιχειρήματα, τὰ ὁποῖα προέβαλεν ἡμῖν καὶ προφορικῶς καὶ ἐγγράφως δι’ ὑπομνήματος. Τὰ ἐπιχειρήματα ταῦτα ἐστηρίζοντο πρῶτον ἐπὶ τῆς Ἰονίου νομοθεσίας· ἀλλὰ τὸ ἐπιχείρημα τοῦτο ἀνῄρει ὁ νόμος, ὁ ἐκδοθεὶς κατὰ τὸ 1880, δι’ οὗ ἐκυρώθη σύμβασις, διὰ τῆς ὁποίας ἡ Ἰονικὴ Τράπεζα ἀνεγνώριζεν, ὅτι οὐδὲν ἐκ τῆς Ἰονίου νομοθεσίας παρείχετο ὑπὲρ ἑαυτῆς δικαίωμα. Τὸ ἕτερον ἐπιχείρημα ἦτο, ὅτι τὸ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον ἠξίου ὅτι ἔχει, ἐπήγαζεν ἐκ τῆς συμβάσεως, τὴν ὁποίαν κατὰ τὸ 1885 ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις συνωμολόγησε μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, μετὰ τῆς Ἰονικῆς καὶ μετὰ τῆς Τραπέζης Ἠπειροθεσσαλίας, καὶ δι’ ἧς εἶχε συμφωνηθῆ ἡ κοινὴ τύχη τῶν τραπεζικῶν γραμματίων ἑκάστης τῶν τριῶν τούτων Τραπεζῶν. Ἀλλὰ καὶ τὸ ἐπιχείρημα τοῦτο δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ὑποστηριχθῇ. Διὰ τοῦτο ἠρνήθημεν σταθερῶς ὅτι ἔχομεν ὑποχρέωσιν ν’ ἀνανεώσωμεν τὸ δικαίωμα τῆς Ἰονικῆς Τραπέζης, ἐδηλώσαμεν ὅμως, ὅτι, ἂν ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου τῆς Ἰονικῆς Τραπέζης ἀνεκάλει τὸν ἰσχυρισμὸν, ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις εἶχεν ὑποχρέωσιν νὰ παρατείνῃ τὸ πρὸς ἔκδοσιν καὶ κυκλοφορίαν τραπεζικῶν γραμματίων δικαίωμα αὐτῆς, καὶ ὅτι ἡ Ἰονικὴ Τράπεζα εἶχε δικαίωμα νὰ ἀπαιτήσῃ τὴν παράτασιν τῆς διαρκείας τοῦ δικαιώματος τούτου αὐτῆς, καὶ ἂν παρῃτεῖτο τοιαύτης ἀξιώσεως, ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, οὐχὶ χάριν ἑαυτῆς, ἀλλ’ ἐπιθυμοῦσα νὰ καταδείξῃ τὴν εὐλάβειαν αὑτῆς πρὸς Μεγάλην εὐεργέτιδα Δύναμιν, ἥτις πολλάκις ἐδείχθη εὐμενὴς πρὸς τὴν Ἑλλάδα, δὲν ἤθελε δυσκολευθῆ νὰ στέρξῃ, ἵνα παρατείνῃ τὴν διάρκειαν τοῦ δικαιώματος τῆς ἐκδόσεως καὶ κυκλοφορίας τραπεζικῶν γραμματίων ἐπὶ διάρκειαν ἐτῶν τινῶν. Μετὰ συνεννοήσεις δ’ ἔστερξε ν’ ἀναβιβάσῃ τὴν παράτασιν ταύτην ἐπὶ δεκαπενταετίαν. Οὕτως ἡ μὲν Ἰονικὴ Τράπεζα ἔστερξε ταῦτα, καὶ παρῃτήθη διὰ τὸ μέλλον πάσης ἀξιώσεως, ἡ δὲ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις παρεδέχθη νὰ παράσχῃ εἰς αὐτὴν τὸ δικαίωμα τῆς ἐκδόσεως καὶ κυκλοφορίας τραπεζικῶν γραμματίων ἐπὶ 15 ἔτη, ἀπὸ τῆς ἡμέρας, κατὰ τὴν ὁποίαν θέλει λήξει ἡ διάρκεια τοῦ δικαιώματος, τὸ ὁποῖον εἶχε χορηγηθῆ εἰς αὐτὴν διὰ τοῦ νόμου τοῦ 1880. Τὴν συμφωνίαν ταύτην κατηρτίσαμεν, ὑπεγράφη δ’ ἡ σύμβασις μεταξὺ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, ἐμοῦ καὶ τοῦ Προέδρου τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου τῆς Ἰονικῆς Τραπέζης. Τὴν σύμβασιν δὲ ταύτην καταθέτω μετὰ νομοσχεδίου, δι’ οὗ ζητεῖται παρὰ τῆς Βουλῆς ἡ κύρωσις αὐτῆς.
§4Κ. ΑΡΓΑΣΑΡΗΣ ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἄνευ μεταβολῆς τῶν ὑπαρχόντων ὅρων;
§5Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἄνευ μεταβολῆς τῶν ὑπαρχόντων ὅρων· ἀλλὰ δὲν γνωρίζω, ἂν ἔχετε τὴν καλωσύνην νὰ μοὶ εἴπητε, τίνας ὑπάρχοντας ὅρους ἐννοεῖτε.
§6Κ. ΑΡΓΑΣ. ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὰς ὑποχρεώσεις τῆς Τραπέζης πρὸς τὰς Ἰονίους νήσους.
§7Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Βεβαίως, ἄνευ μεταβολῆς.
§8Γ. ΜΕΛΙΣΣΗΝΟΣ. Ὁ τόκος δὲν ἐλαττοῦται; Ὑποχρέωσις δανείων μεγαλειτέρα;
§9Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὄχι. Ἀφέθησαν ὡς εἶχον τὰ πράγματα. Ἀλλ’ ἡ λῆξις τοῦ οὕτω παραχωρουμένου εἰς τὴν Ἰονικὴν Τράπεζαν δικαιώματος ἐκδόσεως καὶ κυκλοφορίας τραπεζικῶν γραμματίων θέλει ἐπέλθει κατὰ τὸ 1920, διότι τὰ 15 ἔτη θέλουσιν ὑπολογισθῆ ἀρχόμενα ἀπὸ τῆς 25 Ἀπριλίου 1905, ὅτε λήγει τὸ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον εἶχε χορηγηθῆ εἰς τὴν Ἰονικὴν Τράπεζαν. Ὑπελείπετο οὕτως ἡμῖν νὰ σκεφθῶμεν περὶ τοῦ κανονισμοῦ τῶν τῆς ἐκδόσεως καὶ κυκλοφορίας τῶν τραπεζικῶν γραμματίων, καθ’ ἣν ἡμέραν ἔμελλε νὰ λήξῃ ἡ δεκαπενταετὴς διάρκεια τοῦ δικαιώματος, τὸ ὁποῖον ἐχορηγεῖτο εἰς τὴν Τράπεζαν. Ἐπειδὴ δὲ, κατὰ τὰ περὶ Ἐθνικῆς Τραπέζης νενομοθετημένα καὶ τὰς μετ’ αὐτῆς συμβάσεις, τὸ προνόμιον τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης πρὸς ἔκδοσιν καὶ κυκλοφορίαν τραπεζικῶν γραμματίων ἔμελλε νὰ λήξῃ κατὰ τὸ 1916, ἐνῷ τὸ παραχωρούμενον ἐπὶ δεκαπενταετίαν δικαίωμα τῆς ἐκδόσεως καὶ κυκλοφορίας τῶν τραπεζικῶν γραμματίων τῆς Ἰονικῆς Τραπέζης ἔμελλε νὰ λήξῃ κατὰ Ἀπρίλιον τοῦ 1920, ὅτε δὲν θὰ ὑφίστατο τὸ δικαίωμα τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, διότι τὸ δικαίωμα τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης πρὸς ἔκδοσιν καὶ κυκλοφορίαν τραπεζικῶν γραμματίων ἔμελλε νὰ λήξῃ τέσσαρα περίπου ἔτη πρὸ τῆς λήξεως τοῦ τοιούτου δικαιώματος τῆς Ἰονικῆς Τραπέζης, καθίστατο ἀναπόφευκτον νὰ προβλέψωμεν περὶ τούτου, ὅπως πραγματοποιηθῇ ὁ σκοπὸς, ὃν προετιθέμεθα, τῆς ἀποκαταστάσεως μιᾶς μόνον Τραπέζης ἐκδοτικῆς τραπεζικῶν γραμματίων, ἀφοῦ, μετὰ τὴν συγχώνευσιν τῆς Τραπέζης Ἠπειροθεσσαλίας μετὰ τῆς Ἐθνικῆς, δύο μόνον Τράπεζαι εἶχον ὑπολειφθῆ ἔχουσαι τὸ δικαίωμα τῆς ἐκδόσεως καὶ κυκλοφορίας τραπεζικῶν γραμματίων. Διὰ τοῦτο συνεννοήθημεν μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, καὶ κατελήξαμεν εἰς σύμβασιν, ἡ ὁποία ὑπεγράφη σήμερον. Κατὰ τὴν σύμβασιν ταύτην ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα, καθ’ ἣν ἡμέραν ἔμελλε νὰ λήξῃ ἡ διάρκεια τοῦ δικαιώματος τῆς Ἰονικῆς Τραπέζης πρὸς ἔκδοσιν καὶ κυκλοφορίαν τραπεζικῶν γραμματίων, θέλει ἀναλάβει αὐτὴ τὸ δικαίωμα τοῦτο. Ἐπειδὴ δὲ, διὰ νὰ ὑπάρχῃ κατὰ τὸ 1920 ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα καὶ διαδεχθῆ τὸ δικαίωμα τῆς Ἰονικῆς, ἔπρεπε νὰ ἔχῃ καὶ τὸ δικαίωμα πρὸς ἔκδοσιν καὶ κυκλοφορίαν τραπεζικῶν γραμματίων, συνεφωνήσαμεν νὰ παρατείνωμεν καὶ τὸ δικαίωμα τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, λῆγον κατὰ τὸ 1916, ἐπὶ 14 προσέτι ἔτη, ἤτοι μέχρι τοῦ ἔτους 1930, ὥστε οὐ μόνον νὰ διαδεχθῇ τὸ δικαίωμα τῆς Ἰονικῆς Τραπέζης κατὰ τὸ 1920, ἀλλὰ καὶ νὰ δύναται νὰ ὀργανώσῃ καὶ κανονίσῃ τὰ καθ’ ἑαυτὴν, καθισταμένη πλέον μόνη ἐκδοτικὴ Τράπεζα ἐν Ἑλλάδι. Τοιαύτη λοιπὸν συνωμολογήθη μεταξὺ ἡμῶν καὶ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης σύμβασις, δι’ ἧς παρετάθη ἐπὶ 14 ἔτη τὸ ἐκδοτικὸν δικαίωμα αὐτῆς, ἀπὸ τῆς ἡμέρας, καθ’ ἣν ἔμελλε νὰ λήξῃ. Ἀλλ’ ἀπέναντι τῆς παροχῆς ταύτης, ἣν συνεφωνήσαμεν πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, αὕτη ἀνέλαβεν ὑποχρεώσεις, τὰς ὁποίας σπεύδω νὰ ποιήσωμαι γνωστὰς εἰς ὑμᾶς, ἐλπίζω δ’ ὅτι θέλετε ἀναγνωρίσει, ὅτι αὗται θεραπεύουσιν ἀνάγκας τῆς χώρας, τὰς ὁποίας πάντες ἀναγνωρίζομεν, καὶ αἱ ὁποῖαι ἀληθῶς ὑπάρχουσιν ἐν τῇ χώρᾳ. Πρωτίστην ἀνάγκην ἔχει ἡ χώρα νὰ κατασταθῶσι τὰ κεφάλαια ὅσον εἶναι δυνατὸν προσιτὰ καὶ ἐπαρκῆ ἰδίως εἰς τοὺς γεωργοκτηματίας· καὶ κατὰ τὰ μέχρι τοῦδε συντεθειμένα μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης αὕτη ὤφειλε νὰ παρέχῃ δάνεια βραχυπρόθεσμα εἰς τοὺς γεωργοκτηματίας 10 ἑκατομμύρια· ἡ Ἐθνικὴ δὲ Τράπεζα συνωμολόγησε μεθ’ ἡμῶν τὴν ὑποχρέωσιν ν’ ἀναβιβάσῃ τὸ ποσὸν, τὸ προοριζόμενον εἰς βραχυπρόθεσμα δάνεια εἰς γεωργοκτηματίας εἰς 21 ἑκατομμύρια κατὰ τὴν 30 Ἰουνίου ἑκάστου ἔτους· προσδιωρίσαμεν δὲ τὸ τέλος τοῦ πρώτου ἑξαμήνου ἑκάστου ἔτους πρὸς προσδιορισμὸν τοῦ εἰς βραχυπρόθεσμα δάνεια προοριζομένου κεφαλαίου, καὶ οὐχὶ τὴν 31 Δεκεμβρίου, διότι κατὰ τὸ πρῶτον ἑξάμηνον τοῦ ἔτους ἐκτελοῦνται αἱ γεωπονικαὶ ἐργασίαι ἐν γένει, ἡ δὲ Τράπεζα κατὰ τὸ πρῶτον τοῦτο ἑξάμηνον παρέχει τὰ βραχυπρόθεσμα δάνεια· καὶ καταβάλλει ἀληθῶς καὶ κατὰ τὸ δεύτερον ἑξάμηνον χρήματα, ἀλλὰ κατὰ τὸ ἑξάμηνον τοῦτο γίγνεται καὶ ἡ συγκομιδὴ τῶν προϊόντων, καὶ οἱ δανεισθέντες ἀποδίδουσι ποσὰ ἐκ τῶν δανείων, τὰ ὁποῖα κατὰ τὸ πρῶτον ἑξάμηνον ἔλαβον. Ἐὰν δὲ ἠθέλομεν ὑπολογίσει τὸ ποσὸν τῶν δανείων, τὰ ὁποῖα κατὰ τὴν 30 Ἰουνίου ἤθελε πραγματοποιήσει, προσθέσωμεν δὲ εἰς τὸ ποσὸν τοῦτο καὶ τὰ δάνεια, τὰ ὁποῖα πάντως θέλουσι λάβει χώραν κατὰ τὸ δεύτερον ἑξάμηνον, τὸ ὅλον τῶν κατὰ τὴν διάρκειαν τοῦ ἔτους γενησομένων δανείων ἤθελεν ἀνέλθει εἰς ποσὸν πολλῷ ἀνώτερον, ἤτοι εἰς 38 καὶ πλέον ἑκατομμύρια.
§10Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ τόκος μένει ὁ αὐτός;
§11Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσσήνης μὲ προέλαβε διὰ τοῦ ἐρωτήματος περὶ τόκων, διότι ἔμελλον ν’ ἀνακοινώσω εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι, κατὰ διάταξιν τῆς συμβάσεως, ὁ τόκος τῶν βραχυπροθέσμων δανείων, τῶν χορηγουμένων εἰς γεωργοκτηματίας, ὑποβιβάζεται ἀπὸ 6½ τοῖς ἑκατὸν εἰς 6%, ἀπὸ πρώτης Ἰανουαρίου 1905, ἤτοι μετὰ εἴκοσι καὶ δύο μῆνας. Ἀλλὰ συνεφωνήθη νὰ ὑποβιβασθῇ καὶ ὁ τόκος τῶν ἐνυποθήκων δανείων τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ἀπὸ 7 ἢ 6½ εἰς 6% μόνον, ἀπὸ τῆς ἡμέρας, καθ’ ἣν θέλει ἀρχίσει ἡ παράτασις τοῦ προνομίου αὐτῆς, διότι ἡ μείωσις τοῦ τόκου τῶν ἐνυποθήκων δανείων παρέχεται ὡς ἀντάλλαγμα τῆς παρατάσεως τοῦ προνομίου. Οὕτως ἔχομεν τρία ἀνταλλάγματα ἐπὶ τοῦ παρόντος· πρῶτον τὸ τῆς αὐξήσεως τοῦ ποσοῦ τῶν κεφαλαίων, τὰ ὁποῖα θέλουσι διατίθεσθαι εἰς βραχυπρόθεσμα δάνεια εἰς τοὺς γεωργοκτηματίας, δεύτερον τὸ τῆς ἐλαττώσεως τοῦ τόκου τῶν βραχυπροθέσμων δανείων, τῶν παρεχομένων εἰς χωρικούς ἀπὸ 6½% εἰς 6%, καὶ τρίτον τὸ τῆς ἐλαττώσεως τοῦ τόκου τῶν ἐνυποθήκων δανείων ἀπὸ 7 ἢ 6½% εἰς 6%, ἀπὸ τῆς ἡμέρας, κατὰ τὴν ὁποίαν θέλει ἀρχίσει ἡ παράτασις τοῦ χορηγουμένου εἰς τὴν Τράπεζαν δικαιώματος τῆς ἐκδόσεως καὶ κυκλοφορίας τραπεζογραμματίων. Ἀλλὰ πλὴν τούτου ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα ὑπεχρεώθη διὰ τῆς συμβάσεως ν’ ἀποδίδῃ εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν καὶ εἴκοσιν ἑκατοστὰ ἐκ τῶν κερδῶν, τὰ ὁποῖα θ’ ἀπολαμβάνῃ ἐκ τῆς ἐκδόσεως καὶ κυκλοφορίας τῶν τραπεζικῶν γραμματίων· θέλει δ’ εὑρίσκεσθαι τὸ ποσοστὸν τῶν 20% μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν τοῦ μέσου ὅρου τῶν κατὰ τὸ ἑξάμηνον ἐν τοῖς ταμείοις τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ὑπαρχόντων κεχορηγημένων τραπεζικῶν γραμματίων καὶ προσέτι τοῦ μέσου ὅρου τοῦ μεταλλικοῦ τοῦ ὑπάρχοντος ἐν τοῖς ταμείοις αὐτῆς, συμπεριλαμβανομένων καὶ τῶν εἰς χρυσὸν ὑπηρετουμένων ὁμολογιῶν τοῦ ἠγγυημένου δανείου 2½%, δηλαδὴ τοῦ δανείου τῆς πολεμικῆς ἀποζημιώσεως. Κατὰ τοὺς ὑπολογισμούς, οἱ ὁποῖοι ἐγένοντο, τὸ παραχωρούμενον, ὡς εἴρηται, ποσοστὸν εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον ἐκ τῶν κερδῶν τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ἐκ τῶν τραπεζικῶν γραμματίων ἀνέρχεται εἰς τετρακοσίας περίπου χιλιάδας δραχμὰς κατ’ ἔτος. Ὀφείλω εἰς ταῦτα νὰ προσθέσω καὶ ἑτέραν ὑποχρέωσιν, ἣν ἀνέλαβεν ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα, νὰ συστήσῃ ἐντὸς δύο ἐτῶν, πρὸς τῷ ὑπάρχοντι ἐν Λευκάδι ὑποκαταστήματι αὐτῆς, καὶ τέσσαρα ἄλλα ὑποκαταστήματα, ἐν Κερκύρᾳ, ἐν Κεφαλληνίᾳ, ἐν Ζακύνθῳ καὶ ἐν Ἰθάκῃ, καὶ τρία προσέτι ὑποκαταστήματα ἐν τῇ λοιπῇ Ἑλλάδι, ὡς καὶ πέντε πρακτορεῖα, ἐξ ὧν δύο ἐν Ἑπτανήσῳ. Τὰς δύο ταύτας συμβάσεις παρακαλεῖται ἡ Βουλὴ νὰ μελετήσῃ, καὶ κυρώσῃ τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον προτείνω εἰς τὴν κύρωσιν αὐτῆς. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο μετὰ τῆς συνοδευούσης αὐτὸ αἰτιολογικῆς ἐκθέσεως καταθέτω εἰς τὴν Βουλήν.
§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ μετὰ τῶν δύο συμβάσεων, καὶ θὰ ἐγγραφῇ κατὰ τὴν σειράν του εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 172).
§13ΚΥΡ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Καταθέτω ἀπάντησιν εἰς ἐπερώτησιν τοῦ βουλευτοῦ Λοκρίδος κ. Χαλκιοπούλου περὶ τῶν ὑπὲρ τῶν σεισμοπαθῶν Λοκρίδος συλλεγέντων ἐράνων. Ἐπίσης καταθέτω ἀπάντησιν εἰς ἐπερώτησιν τοῦ βουλευτοῦ Ἠλείας κ. Δόγκα περὶ τῶν κατὰ τοῦ ἐνωμοτάρχου τῆς ἀστυφυλακῆς Κ. Γράτσου καταδικαστικῶν ἀποφάσεων.
§14ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Πονηρόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§15ΑΛΕΞ. ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν ἀξιότιμον κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸν νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ προσκομίσῃ ἀπάντησιν ἐπὶ προηγουμένων ἐπερωτήσεών μου περὶ τῆς καταστάσεως τῆς δημοσίας ἀσφαλείας ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Τριφυλίας καὶ περὶ τῶν μέτρων, ἅτινα ἔλαβε πρὸς καταδίωξιν τῶν ἀναφανέντων ἐκεῖ πρὸ ἔτους σχεδὸν καὶ ἐπικηρυχθέντων λῃστῶν. Ἐπίσης παρακαλῶ τὸν αὐτὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ παράσχῃ τὴν πληροφορίαν, ἂν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ ὑπ’ αὐτὸν Ὑπουργείου ἀμέσως μετὰ τὴν ἐνέργειαν τῶν βουλευτικῶν ἐκλογῶν τῆς 17 Νοεμβρίου παρελθόντος ἔτους ὑπεβλήθη ὑπὸ τοῦ ἀστυνόμου Αὐλῶνος τῆς ἐπαρχίας Καρυστίας ἀναφορά, δι’ ἧς καταγγέλλεται, ὅτι ὑπάλληλος τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργείου, ἐγκαταλιπὼν τὴν θέσιν του, εὑρέθη ἐν τῷ τόπῳ ἐκείνῳ ὀλίγας ἡμέρας πρὸ τῆς ἐκλογῆς καὶ κατὰ τὴν ἐκλογήν, ψηφοθηρῶν σκανδαλωδῶς, μετέχων τῆς ἐκλογῆς, καὶ ἐνεργῶν ὑπὲρ καὶ κατὰ ὑποψηφίων. Ἐὰν ὑπάρχῃ δὲ τοιαύτη ἀναφορά, παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ καταθέσῃ αὐτὴν εἰς τὴν Βουλήν, ἵνα λάβωμεν γνῶσιν αὐτῆς καὶ ἐνεργήσωμεν τὰ δέοντα.
§16ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Πῶς λέγεται ὁ ὑπάλληλος αὐτός;
§17ΑΛΕΞ. ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω, ὅτι ὀνομάζεται Κατέβας.
§18ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κωνσταντόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§19Κ. ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι Βουλευταί, κατὰ τὴν προχθεσινὴν συνεδρίασιν, ἀγορεύων ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν Βασιλικὸν Λόγον, ἐμνήσθη καὶ τῆς κατὰ τὸ ἔτος 1892 λαβούσης χώραν ὑπουργικῆς μεταβολῆς, ἐμέμφθη δ’ αὐστηρῶς τὴν τότε διαγωγὴν ἐμοῦ προσωπικῶς, καὶ ἐπέκρινε καὶ τὰς συνεπείας ἀκόμη τῆς μεταβολῆς ἐκείνης. Ἕνεκα τούτου ὀφείλω νὰ δώσω εἰς τὴν Βουλὴν ἐξηγήσεις τινάς, πρὸς ἀναίρεσιν τῶν ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου Πρωθυπουργοῦ ἐκτεθέντων. Κατὰ τὸ 1892, κύριοι Βουλευταί, ἐγὼ διετέλουν μέλος κόμματος, τότε προσφάτως σχηματισθέντος, πέμπτου ἐπικληθέντος, καὶ ἀποτελουμένου ἐκ διαπρεπῶν μελῶν τοῦ Κοινοβουλίου, τοῦ μακαρίτου Σωτηροπούλου, τοῦ ἀξιοτίμου καὶ ἤδη τοσοῦτον θαυμασίως διευθύνοντος τὰς συζητήσεις τῆς Βουλῆς Προέδρου αὐτῆς, τοῦ κ. Φιλαρέτου, τοῦ κ. Παπαμιχαλοπούλου καὶ ἄλλων. Τὸ κόμμα τοῦτο ἀπετέλει τὴν ἥσσονα μερίδα τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἧς ἡ μείζων μερὶς διετέλει ὑπὸ τὴν ἡγεσίαν τοῦ ἀειμνήστου Τρικούπη. Ἀμφότεραι αἱ μερίδες ἐπέκρινον αὐστηρῶς τὴν τότε ὑπὸ τὸν κ. Δηλιγιάννην Κυβέρνησιν, ὡς μὴ ἀνταποκρινομένην εἰς τὰς ἀνάγκας τῶν περιστάσεων, καὶ ὠθοῦσαν τὸ Κράτος κατὰ κρημνῶν. Ἅπαντα δὲ τὰ μέλη τῆς ἥσσονος Ἀντιπολιτεύσεως ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἀνέπτυσσον, διδομένης ἀφορμῆς, καὶ τὰς ἀρχάς, ὑπὸ τὰς ὁποίας ἐφρόνουν, ὅτι ἔδει νὰ βαίνῃ ἡ λειτουργία τοῦ πολιτεύματος. Τὰς παραστάσεις καὶ τὰς γνώμας τῆς τότε Ἀντιπολιτεύσεως ἀπεδέχθη ἐν τῇ συνέσει αὑτοῦ ὁ Ἡγεμὼν, ἐθεώρησεν ἐπιβαλλόμενον ὑπὸ τῶν συμφερόντων τοῦ Κράτους νὰ προβῇ εἰς μεταβολὴν Κυβερνήσεως, καὶ ᾐτήσατο ἀπὸ τὴν τότε Κυβέρνησιν νὰ ὑποβάλῃ τὴν παραίτησίν της. Συγχρόνως ἐκάλεσεν ἀμέσως τὸν ἀρχηγὸν τῆς μείζονος Ἀντιπολιτεύσεως, τὸν μακαρίτην Τρικούπην, καὶ ἀνέθετο αὐτῷ τὴν ἐντολὴν νὰ σχηματίσῃ τὴν νέαν Κυβέρνησιν. Ἀλλ’ ὁ ἀείμνηστος Τρικούπης, αὐστηρῶς τηρῶν τὸ δόγμα τῆς δεδηλωμένης, ὅπερ εἶχεν ἀνακηρύξει διὰ τοῦ Βασιλικοῦ Λόγου τοῦ 1875, καὶ καθ’ ὃ δὲν ἐπιτρέπεται εἰς τὴν μειονοψηφίαν νὰ ἀναλάβῃ τὴν Κυβέρνησιν τοῦ Κράτους, ἠρνήθη ν’ ἀποδεχθῇ τὴν ἐντολὴν τοῦ Βασιλέως. Τότε ὁ Βασιλεὺς ηὐδόκησε νὰ καλέσῃ ἐμὲ, ὡς μέλος τοῦ πέμπτου κόμματος, ὅπερ οὐδένα εἶχεν ἀνακηρύξει εἰσέτι ἀρχηγὸν, καὶ μοὶ ἀνέθετο τὴν αὐτὴν ἐντολὴν τοῦ σχηματισμοῦ τῆς νέας Κυβερνήσεως. Ἐγὼ, ὅστις οὐδέποτε ἀπεδέχθην τὸ δόγμα τῆς δεδηλωμένης ἢ ἐνδεδειγμένης, ἐνόμισα ὅτι, ἐπιζητήσαντες τὴν πτῶσιν τῆς Κυβερνήσεως, εἴχομεν καθῆκον νὰ συντελέσωμεν εἰς τὸν σχηματισμὸν νέας τοιαύτης, ἀπεδέχθην δὲ τὴν ἐντολὴν τοῦ Ἡγεμόνος, καὶ προέβην εἰς τὸν σχηματισμὸν αὐτῆς. Οὕτως ἔλαβε χώραν ἡ Ὑπουργικὴ μεταβολὴ τοῦ ἔτους 1892. Καὶ δὲν δύναμαι ἀληθῶς νὰ ἐννοήσω, τίνος ἕνεκεν ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εὑρίσκει μεμπτὴν τὴν τότε διαγωγήν μου. Τὸν ἤκουσα ὑποστηρίζοντα, ὅτι ἔχει ὁ Βασιλεὺς τὸ δικαίωμα τῆς κλήσεως τῆς μειονοψηφίας εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἀλλ’ ἔχει τὴν ὑποχρέωσιν ἡ τοιαύτη Κυβέρνησις νὰ προβῇ εἰς τὴν διάλυσιν τῆς Βουλῆς. Τοῦτο ὅμως ἐπράξαμεν καὶ ἡμεῖς. Διελύσαμεν τὴν Βουλὴν ὅσον οἷόν τε τάχιον, καὶ προέβημεν εἰς νέας ἐκλογὰς, προσπαθήσαντες νὰ μείνῃ ὅλως ἀνεπηρέαστον τὸ φρόνημα τῶν ἐκλογέων. Καὶ ἡ ἐνέργεια τῶν ἐκλογῶν ἐκείνη δύναται νὰ χρησιμεύσῃ ὡς παράδειγμα...
§20Α. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δι’ αὐτὸ ἐστείλατε πυροβολικὸν εἰς τὴν Ἑπτάνησον, ὅπως καὶ εἰς τὸ Αἴγιον!
§21Κ. ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἠξεύρετε, κύριοι Βουλευταὶ, τί πυροβολικὸν ἀπεστείλαμεν; Δὲν ἐπήρκουν οἱ ἄνδρες τοῦ πεζικοῦ, καὶ ἀπεστείλαμεν εἴς τινας ἐπαρχίας ἄνδρας τοῦ πυροβολικοῦ. Ἀλλ’ οὗτοι δύνανται νὰ θεωρηθῶσι καὶ ὡς μᾶλλον ἀμερόληπτοι τῶν τοῦ πεζικοῦ. Ἀλλὰ συγχρόνως ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη, ἢ μᾶλλον ἐγὼ προσωπικῶς προέβην εἰς τὴν ἀπόλυσιν τῆς πρώην Κυβερνήσεως, διότι, μὴ ἐνδίδουσα εἰς τὴν ῥητὴν ἐντολὴν τοῦ Βασιλέως, ἠρνήθη νὰ ὑποβάλῃ τὴν παραίτησίν της, ἐπὶ τῷ λόγῳ, ὅτι εἶχε τὴν ἐμπιστοσύνην τῆς Βουλῆς! Ἐγὼ ἐφρόνουν καὶ φρονῶ, ὅτι ἡ τοιαύτη ἄρνησις ἦτο ὅλως ἀδικαιολόγητος, καὶ ἀποτελεῖ προσβολὴν τοῦ δικαιώματος τοῦ Στέμματος νὰ παύῃ τοὺς Ὑπουργοὺς, καὶ παραβίασιν τῆς ὑποχρεώσεως τῆς Κυβερνήσεως, ὡς καὶ παντὸς ἐντολοδόχου—διότι ἐντολοδόχος τοῦ Ἡγεμόνος εἶναι ἡ Κυβέρνησις—νὰ καταθέτῃ τὴν ἐντολὴν, ἅμα τῇ ἐλλείψει τῆς ἐμπιστοσύνης τοῦ ἐντολέως. Συνεπῶς ἐνόμισα, ὅτι εἶχον καθῆκον, ἐφαρμόζων τὸ ἄρθρον 30 τοῦ Συντάγματος, νὰ ὑπογράψω τὴν ἀπόλυσιν τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης. Καὶ ἤδη ἐρωτῶ· διατὶ ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως μέμφεται τὴν ἐνέργειάν μου ἐκείνην; Τί ἆρά γε νομίζει, ὅτι ὤφειλον νὰ πράξω; Νὰ προβῶ εἰς τὸν σχηματισμὸν τῆς νέας Κυβερνήσεως, πρὶν ἢ ἀπολύσω τὴν προηγουμένην; Νὰ συνυπάρχωσι συγχρόνως αἱ δύο Κυβερνήσεις; Ὁμολογῶ, ὅτι δὲν ἐννοῶ τὸν λόγον τῆς ἀποδιδομένης μοι μομφῆς. Καὶ οὐ μόνον ἐπέκρινεν ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως τὴν ἐνέργειάν μου ἐκείνην, ἀλλ’ ἠκούσατε αὐτὸν ἀπειλοῦντα, ὅτι, ἂν ἐπλειονοψήφει κατὰ τὰς τότε ἐκλογὰς, ἔτρεχον τὸν κίνδυνον νὰ παραπεμφθῶ δι’ αὐτὴν εἰς τὸ Εἰδικὸν Δικαστήριον. Καὶ νὰ εὐχαριστήσω, ἔλεγε, τὸν Θεὸν, διότι μὲ ἀπήλλαξε τοιούτου κινδύνου! Ἐγὼ, κύριοι Βουλευταὶ, εὐχαριστῶ ἀληθῶς τὸν Θεὸν διὰ τὴν φρόνησιν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ὅστις ἐπεδοκίμασε πληρέστατα τὴν διαγωγήν μου.
§22ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ τῆς δεξιᾶς). Πόσους ἐφέρατε;
§23Κ. ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλὰ δὲν πιστεύω, ὅτι, καὶ πλειονοψηφῶν ἂν ἀνεδεικνύετο ἐκ τῶν ἐκλογῶν ἐκείνων ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἤθελε κατορθώσει πράγματι νὰ μὲ παραπέμψῃ εἰς τὸ Εἰδικὸν Δικαστήριον. Καὶ δὲν ἀμφιβάλλω μὲν, ὅτι εἶχε τοιαύτην διάθεσιν, ἀφοῦ τὸ ὁμολογεῖ, ἀλλ’ ὑποθέτω, ὅτι οἱαδήποτε πλειονοψηφία, ὅσον καὶ ἂν ἦτο πειθήνιος εἰς τὰς ὀρέξεις τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, δὲν ἤθελε παρακολουθήσει αὐτὸν εἰς τοιαύτην ἀπόφασιν. Ἔχω δὲ καὶ ἀπόδειξιν περὶ τῆς ὀρθότητος τῆς ὑποθέσεώς μου, τὴν ἑξῆς. Ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐπεζήτησε ποτὲ νὰ παραπέμψῃ εἰς τὸ Εἰδικὸν Δικαστήριον τὸν ἀείμνηστον Τρικούπην, καὶ τὸ ζήτημα προέβη μέχρι ψηφοφορίας, ἀλλὰ κατ’ αὐτὴν δὲν ἐπεκράτησεν ἡ γνώμη του. Ἀλλ’ ὑπάρχει καὶ ἕτερος σπουδαιότατος λόγος, δι’ ὃν θεωρῶ ἀδύνατον τὴν τοιαύτην παραπομπὴν, καὶ ἂν ἀκόμη ἡ πλειονοψηφία ἤθελεν ἔχει τοιαύτην διάθεσιν. Καὶ ὁ λόγος οὗτος εἶναι, ὅτι ὤφειλεν ἡ πλειονοψηφία νὰ διατυπώσῃ κατηγορίαν, καὶ νὰ στηρίξῃ αὐτὴν εἰς ὡρισμένον ποινικὸν νόμον. Ἀλλ’ ἡ ἀπόλυσις τοῦ ἀρνουμένου νὰ παραιτηθῇ Ὑπουργείου ὑπ’ οὐδενὸς ποινικοῦ νόμου τιμωρεῖται, καὶ γνωρίζετε, κύριοι Βουλευταὶ, ὅτι κατὰ τὸ ἄρθρον 7 τοῦ Συντάγματος ποινὴ δὲν ἐπιβάλλεται ἄνευ νόμου ὁρίζοντος προηγουμένως αὐτήν. Ἐρωτῶ λοιπὸν τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ τὸν παρακαλῶ νὰ δηλώσῃ, ποῖον ἄρθρον τοῦ νόμου περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν τιμωρεῖ τὴν πρᾶξιν, ἣν ἐγὼ ἐξετέλεσα; Οὐδέν! Ἀλλὰ καὶ ἂν ὑποτεθῇ, ὅτι ἡ ὑπὸ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως πλειονοψηφία ἤθελε μὲ παραπέμψει εἰς τὸ Εἰδικὸν Δικαστήριον διὰ τὴν ἀπόλυσιν τοῦ ἀρνουμένου νὰ παραιτηθῇ Ὑπουργείου, ἐγὼ βεβαίως οὐδόλως ἤθελον ἀνησυχήσει, διότι ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἡ Δικαιοσύνη τῆς πατρίδος μου μετ’ ἀγανακτήσεως καὶ οἴκτου ἤθελεν ἀπορρίψει τοιαύτην κατηγορίαν. Καὶ νομίζω, κύριοι Βουλευταὶ, ὅτι τὸ ζήτημα, ἂν τιμωρεῖται ποινικῶς ἡ ἀπόλυσις τῶν ἀρνουμένων νὰ παραιτηθῶσιν Ὑπουργῶν, ἔχει τὴν σπουδαιότητά του, διότι τοιαύτη περίστασις δύναται ἀνὰ πᾶσαν στιγμὴν νὰ παρουσιασθῇ (γέλωτες). Παρακαλῶ, Κύριοι, μὴ γελᾶτε! Δὲν θέλω νὰ κάμω ὑπαινιγμόν.
§24ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Ἀναλαμβάνετε ἐκ νέου τὴν εὐθύνην; (γέλωτες).
§25ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σᾶς παρακαλῶ, Κύριοι, νὰ μὴ γελᾶτε τόσον θορυβωδῶς.
§26ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, σᾶς μιμούμεθα.
§27ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγὼ δὲν γελῶ θορυβωδῶς (γέλωτες).
§28Κ. ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑποθέσατε, Κύριοι, ὅτι, ἔστω μετὰ μακρὸν χρόνον, ἕτερος συνάδελφος καλεῖται νὰ σχηματίσῃ Κυβέρνησιν, ὑφ’ ἃς ἐγὼ περιστάσεις ἐκλήθην, καὶ πρόκειται νὰ ἀπολύσῃ τὴν ἀρνουμένην νὰ ὑποβάλῃ παραίτησιν. Ἐὰν ὁ συνάδελφος οὗτος τρέχῃ τὸν κίνδυνον νὰ τιμωρηθῇ ὑπὸ τοῦ Εἰδικοῦ Δικαστηρίου, τὸ πρᾶγμα καθίσταται λίαν σπουδαῖον...
§29ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Βεβαίως.
§30Κ. ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. ... Διότι ἐνδέχεται νὰ ἀρνηθῇ νὰ ὑποβάλῃ παραίτησιν καὶ αὐτὴ ἡ ἀποδοκιμασθεῖσα ὑπὸ τῆς Βουλῆς Κυβέρνησις. Τί γενήσεται, Κύριοι, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει; (γέλωτες).
§31Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν δυνάμεθα νὰ μὴ γελῶμεν θορυβωδῶς. Ἐφαρμόσατε τὸν Κανονισμόν.
§32Κ. ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Φρονῶ λοιπὸν, Κύριοι, ὅτι ἡ πρᾶξις, ἣν τότε ἐξετέλεσα, οὐ μόνον νομιμωτάτη ἦτο, ἀλλ’ ἦτο καὶ πρᾶξις, δι’ ἣν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρχῃ ποινικὴ εὐθύνη. Τὸ ἄρθρον 30 τοῦ Συντάγματος λέγει ἀληθῶς, ὅτι ὁ ὑπογράψας τὴν ἀπόλυσιν τοῦ Ὑπουργείου εἶναι ὑπεύθυνος, ἀλλ’ ἐννοεῖ προφανῶς τὴν πολιτικὴν εὐθύνην, καὶ ἦτο ὅλως περιττὸν νὰ τεθῇ ἡ φράσις αὕτη εἰς τὸ δεύτερον ἐδάφιον τοῦ ἄρθρου, ἂν δὲ τῇ προτάσει τοῦ κ. Προέδρου ἐτέθη, ὡς ἔλεγεν, εἰς ματαίαν φροντίδα ὑπεβλήθη οὗτος, διότι ἡ εὐθύνη παντὸς Ὑπουργοῦ διὰ πᾶσαν πρᾶξιν φέρουσαν τὴν ὑπογραφήν του ἀναγράφεται εἰς τὸ πρῶτον ἐδάφιον τοῦ ἄρθρου, καὶ ἦτο περιττὸν νὰ ἐπαναληφθῇ.
§33Θ. ΦΑΡΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ δεύτερον ἐδάφιον τοῦ ἄρθρου 2 εἶναι.
§34Κ. ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅταν ἀναπτύξητε ἐντεῦθεν τὴν ἰδέαν σας, θέλω σᾶς ἀντικρούσει. Καὶ ταῦτα μὲν ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἀπειλὴν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Ἀλλ’ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐπεζήτησε νὰ ῥίψῃ εἰς βάρος τῆς ὑπὸ τὴν προεδρίαν μου σχηματισθείσης τότε Κυβερνήσεως, ὡς τοὐλάχιστον ἀντελήφθην, καὶ τὴν κατόπιν ἐπελθοῦσαν πτώχευσιν τοῦ Κράτους. Ἠσχολεῖτο, εἶπε, νὰ ἀνορθώσῃ τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους, καὶ ἡ παρέμβασις ἡμῶν ἐματαίωσε τὰς ἐνεργείας του! Ἐγὼ δὲν γνωρίζω διὰ τίνων μέτρων ἐπρόκειτο νὰ ἀνορθώσῃ ὁ κ. Πρόεδρος τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους, γνωρίζω μόνον, ὅτι, ἂν τότε δὲν ἐπτώχευσε τὸ Κράτος, τοῦτο ὀφείλεται εἰς τὴν ἡμετέραν Κυβέρνησιν, ἥτις κατώρθωσε νὰ συνομολογήσῃ τὸ δάνειον τῶν 16 ἑκατομμυρίων, δι’ οὗ ἐπληρώθησαν αἱ τότε ὑποχρεώσεις τοῦ Κράτους. Καὶ ἐπέτυχε τὴν συνομολόγησιν τοῦ δανείου τούτου χάρις εἰς τὴν συνδρομὴν τοῦ ἀειμνήστου μεγάλου τοῦ ἔθνους εὐεργέτου, τοῦ μακαρίτου Συγγροῦ, πρὸς ὃν, δὲν θέλω νὰ ὑπομνήσω, πῶς προσεφέρετο τὸ κόμμα, οὗ ἡγεῖτο τότε ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Καὶ εἰς τὸ ζήτημα λοιπὸν τῆς πτωχεύσεως τοῦ Κράτους ὅλως ἀνυπόστατος εἶναι ἡ καθ’ ἡμῶν μομφὴ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Ἀλλ’ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἰσχυρίσθη συγχρόνως, ὅτι πρὸς τὴν τότε σχηματισθεῖσαν Κυβέρνησιν οὐδεμίαν ἐξεδήλωσεν ἐμπιστοσύνην ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς, διότι, ὡς ἔλεγεν, εἷς καὶ μόνος Βουλευτὴς ἐξελέχθη φίλα φρονῶν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν ἐκείνην, ὁ βουλευτὴς Λεβαδείας κύριος Λάππας. Ἀλλ’ ὁ κ. Πρόεδρος βεβαίως ἐπλανήθη, διότι, ἂν ἤθελεν ἐρωτήσει αὐτὸν τὸν βουλευτὴν, τὸν ἀγαπητὸν συνάδελφον κ. Λάππαν, τυγχάνοντα ἤδη φίλον του, ἂν ἤθελεν ἐρωτήσει τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον κ. Μερλόπουλον, τυγχάνοντα ἤδη ἐπίσης φίλον του, ἤθελε μάθει παρ’ αὐτῶν, ὅτι μείζων ἦτο ὁ ἀριθμὸς τῶν Βουλευτῶν, μεθ’ ὧν τότε συνεπράττομεν. Ἐὰν δ’ ἐξήταζε βαθύτερον τὰ τότε συμβάντα, ἤθελε μάθει, ὅτι πλὴν αὐτῶν καὶ ἕτεροι εἴκοσι περίπου Βουλευταὶ ἐξετέθησαν καὶ ἐπέτυχον ὡς φίλοι τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης, ἀλλὰ ἐλθόντες ἐνταῦθα ἔκριναν, ὅτι ἔδει νὰ προστεθῶσιν εἰς τὴν ὑπὸ τὸν Τρικούπην μεγίστην τότε πλειονοψηφίαν. Τοῦτο ἦτο δικαίωμά των (γέλωτες). Ἀλλ’ ἵνα ἐκτιμηθῇ δεόντως ἡ πρὸς τὴν τότε Κυβέρνησιν ἐκδηλωθεῖσα ἐμπιστοσύνη τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, δὲν πρέπει νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ἡ ἐκ τῶν τότε ἐκλογῶν προκύψασα πλειονοψηφία τοῦ Τρικούπη, ἥτις ἦτο ἀληθῶς μεγίστη, διότι σύμπαν τὸ Ἑλληνικὸν ἔθνος ἀπέβλεπε τότε πρὸς τὸν Τρικούπην, ὡς τὸν μόνον δυνάμενον νὰ σώσῃ τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους, καὶ παρέσχεν αὐτῷ μεγίστην πλειονοψηφίαν. Ἵνα ἐκτιμηθῇ δεόντως ἡ πρὸς τὴν τότε Κυβέρνησιν ἐνδειχθεῖσα ἐμπιστοσύνη τοῦ λαοῦ, πρέπει νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ἡ πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως ἐκδηλωθεῖσα τότε ἐμπιστοσύνη αὐτοῦ, νὰ συγκριθῇ ὁ ἀριθμὸς τῶν ἐκλεχθέντων τότε φίλων τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης πρὸς τὸν ἀριθμὸν τῶν ἐκλεχθέντων ἰδίων αὐτοῦ φίλων. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει θέλει ἀποδειχθῆ, ὅτι ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὁ πολλάκις κυβερνήσας τὴν χώραν, ὁ μεγίστου ἡγούμενος κόμματος εἰς τὴν διαλυθεῖσαν τότε Βουλήν, δὲν κατώρθωσε νὰ διασώσῃ ἢ δεκαπέντε μόνον περίπου φίλους, ἐνῷ οἱ ὡς φίλοι τῆς Κυβερνήσεως ἐκλεχθέντες ἦσαν πλείονες τῶν 25. Ὥστε μείζονα τότε ἐμπιστοσύνην ἐπεδείξατο τὸ ἔθνος πρὸς ἡμᾶς ἢ πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως. Καὶ μία ἀκόμη διαφωνία ἐγεννήθη, ὡς ἠκούσατε, μεταξὺ ἐμοῦ καὶ τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Ἰσχυρίσθη, ὅτι μοὶ ἐζήτησε ποτὲ ἐξηγήσεις περὶ τῶν συμβάντων, ἐγὼ δὲ, οἱονεὶ ἀναγνωρίζων τὴν ὀρθότητα τῶν παρατηρήσεών του, ἤγειρα τοὺς ὤμους. Διαβεβαιῶ ὑμᾶς, κύριοι Βουλευταί, ὅτι οὐδόλως ἐνθυμοῦμαι τοιαύτην τινὰ μεταξὺ ἐμοῦ καὶ τοῦ κ. Προέδρου ἐξήγησιν. Ἀλλ’ ἐὰν ὑποτεθῇ, ὅτι εἶναι ἀληθής, ἡ ἔγερσις τῶν ὤμων οὐδὲν ἄλλο, νομίζω, ἀποδεικνύει ἢ τὴν ἀπορίαν τοῦ ἀνθρώπου, πρὸς ὃν ὑποβάλλεται ἄτοπος ἐρώτησις, οὐδέποτε ὅμως ἀναγνώρισιν πλημμελοῦς ἐνεργείας. Συγγνώμην, Κύριοι, ζητῶ ἐν τέλει, διότι σᾶς ἀπησχόλησα περὶ τῶν συμβάντων τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, ἀλλ’ ἐνόμισα, ὅτι ὤφειλον νὰ ἀναιρέσω τοὺς περὶ αὐτῶν ἰσχυρισμοὺς τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως.
§35Λ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Κύριοι, ἐπὶ τῆς Κυβερνήσεως τῆς προεδρευομένης ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Κερκύρας Βουλευτοῦ προεκλήθη ὑπὸ τοῦ τότε Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως Β. Διάταγμα, διὰ τοῦ ὁποίου συνεστήθη Ἐμπορικὴ Σχολή, ὡς γνωρίζετε, ἐν Πάτραις. Τὸ πρᾶγμα ἔγεινε τότε βιαστικά, διότι, ὡς ἐνθυμεῖσθε, εἶχε γείνῃ πρότασις, ἵνα ἱδρυθῇ ἐν Πάτραις Σχολὴ Γαλλικὴ διὰ καθηγητῶν Γάλλων, καὶ ἡ Σχολὴ ἐκείνη ἐπρόκειτο βεβαίως νὰ πληρώσῃ ἓν κενὸν τοῦ τόπου ἐκείνου τοῦ ἐμπορικοῦ. Αἱ διαπραγματεύσεις περὶ τῆς Σχολῆς τῆς Γαλλικῆς ἐγίνοντο τότε μεταξὺ τοῦ δημάρχου Πατρέων καὶ τῆς Πρεσβείας, νομίζω, τῆς Γαλλικῆς· ἀλλ’ ἐπειδὴ ὁ τόπος ἐπεζήτει Ἐμπορικὴν Σχολὴν καὶ ἐπίεζε τὴν Κυβέρνησιν, ἵνα ἐγκρίνῃ πρότασιν τοῦ δημάρχου περὶ τῆς συστάσεως τῆς Γαλλικῆς Σχολῆς, φαίνεται ὅτι ὁ κομματικὸς ἀνταγωνισμὸς ἐν τῷ τόπῳ ἐνόμισε πρέπον νὰ μὴ δώσῃ τὴν εὐκαιρίαν εἰς τὸν δήμαρχον Πατρέων, ἵνα συντελέσῃ εἰς ἓν τόσον μέγα καλὸν διὰ τὸν τόπον, καὶ διὰ τοῦτο, ἐνῷ ἡ Κυβέρνησις ἡ τότε δὲν ἐνέκρινε τὴν πρότασιν τοῦ δημάρχου, ἀφ’ ἑτέρου προεκλήθη Β. Διάταγμα, διὰ τοῦ ὁποίου συνεστήθη Σχολὴ Ἐμπορικὴ ἐν Πάτραις ἄνευ νόμου.
§36ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, παρακαλῶ, σημειώσατέ με σχετικῶς.
§37Λ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Μοὶ φαίνεται μάλιστα, ἂν ἐνθυμῶμαι καλῶς, μοὶ φαίνεται, ὅτι αὐτὸς οὗτος ὁ τότε κύριος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως μετέβη εἰς Πάτρας καὶ ἑώρτασε τὰ ἐγκαίνια τῆς Ἐμπορικῆς ἐκείνης Σχολῆς, ὑποσχόμενος, ὅτι διὰ νόμου ἤθελεν ἐγκρίνει τὴν σύστασιν αὐτῆς καὶ ἤθελεν οὕτω πως τὴν νομιμοποιήσει. Οἱ κάτοικοι τῆς πόλεως τῶν Πατρῶν ἔδωκαν πίστιν εἰς τὴν ἐπαγγελίαν ἑνὸς Ὑπουργοῦ, καὶ πολλοὶ μαθηταί, ἀποφοιτήσαντες ἀπὸ τὰ Γυμνάσια, κατετάχθησαν εἰς τὴν Σχολὴν ἐκείνην, τὴν Ἐμπορικήν. Ἔκτοτε παρῆλθεν ἓν καὶ ἥμισυ περίπου ἔτος, οἱ μαθηταὶ δ’ ἐκεῖνοι ἔχασαν τὰ δικαιώματά των, τὰ ὁποῖα τοῖς προσέδιδεν ἡ ἐγγραφὴ αὐτῶν ἐν τοῖς Γυμνασίοις, νομίζοντες, ὅτι ἤθελεν ἐγκριθῆ ἡ ἵδρυσις τῆς Σχολῆς διὰ νόμου, καὶ ὅτι ἑπομένως ἤθελον ἀπολαύσει οἱ μαθηταὶ ἐκεῖνοι τὰ αὐτὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα ἔδιδεν ἡ Σχολὴ ἡ Ἐμπορική. Οἱ καθηγηταί, οἱ ὁποῖοι διωρίσθησαν τότε, ἐξακολουθοῦσι διδάσκοντες μέχρι τοῦδε, διότι ἀκόμη ἐξακολουθεῖ λειτουργοῦσα ἡ Σχολὴ αὕτη, ἀλλ’ οὐδέποτε ἔλαβον μισθὸν οἱ πτωχοὶ ἐκεῖνοι καθηγηταί, καὶ πένονται κυριολεκτικῶς ἐν Πάτραις, εἶναι δὲ ἀξιέπαινοι λίαν, διότι, μολονότι δὲν πληρώνονται τοὺς μισθούς των, ἐξακολουθοῦσι νὰ διδάσκωσι, νομίζοντες, ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις θὰ ἐγκρίνῃ ἐπὶ τέλους τὴν Σχολὴν διὰ νόμου καὶ δὲν θὰ τοὺς ἀφήσῃ νὰ καταστραφῶσι, διότι ἐπίστευσαν εἰς τὴν ἐπαγγελίαν ἑνὸς Ὑπουργοῦ τοῦ Κράτους καὶ ἐμμένουσιν ἐν τῇ ἐνασκήσει τῶν καθηκόντων αὐτῶν. Ἀλλ’ ἤδη παρετηρήθη, ὅτι εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν δὲν ἀνεγράφη πάλιν πίστωσις, ἡ ὁποία νὰ ὑποδεικνύῃ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἔχει σκοπὸν νὰ ἐγκρίνῃ τὴν Σχολὴν ταύτην καὶ νὰ τὴν νομιμοποιήσῃ. Καὶ ἐγεννήθη, Κύριοι, ἐκεῖ θόρυβος πολὺ δίκαιος· οἱ μὲν μαθηταὶ καταστρέφονται ὁλοτελῶς, διότι εἰς τὰ Γυμνάσια δὲν δύνανται νὰ φοιτήσωσι πλέον, διότι παρῆλθεν ὁ χρόνος καὶ δὲν γίνονται δεκτοί, ἡ φοίτησις δέ, τὴν ὁποίαν μέχρι τοῦδε ἔκαμαν ἐν τῇ Ἐμπορικῇ Σχολῇ, οὐδὲν δικαίωμα τοῖς προσδίδει, οἱ δὲ πατέρες αὐτῶν εἶναι εἰς ἄκρον τεθορυβημένοι, καὶ πολὺ δικαίως, καὶ διὰ τοῦτο συνῆλθον ἐν Πάτραις εἰς συλλαλητήριον...
§38ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Πότε;
§39Λ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ὅτε ἀκόμη ἤμην ἐν Πάτραις... Συνῆλθον, λέγω, καὶ συνέστησαν μίαν ἐπιτροπήν, ἡ ὁποία παρεκάλεσε καὶ ἄλλους πολλοὺς τῶν συναδέλφων τοῦ νομοῦ, ἦλθε δὲ καὶ πρὸς ἐμὲ καὶ μὲ παρεκάλεσεν, ἵνα συστήσω εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ μὴ ἀφήσῃ νὰ ἐξακολουθήσῃ αὐτὴ ἡ μεγάλη ἀδικία. Λοιπὸν τοῦτο τὸ καθῆκον ἐκπληρῶν, καὶ διότι βλέπω καὶ ἐγώ, ὅτι προσγίνεται μεγάλη ἀδικία εἰς πόλιν, ἡ ὁποία, ὡς γνωρίζετε, εἶναι ἡ ἐμπορικωτέρα πόλις τῆς Ἑλλάδος, καὶ ἑπομένως ἔχει ἀνάγκην νὰ ἔχῃ μίαν Ἐμπορικὴν Σχολὴν, ἀφοῦ κατωρθώθη διὰ τοῦ τεχνάσματος, περὶ οὗ εἶπον, διὰ τῆς πράξεως αὐτῆς, νὰ στερηθῇ τῆς Γαλλικῆς Ἐμπορικῆς Σχολῆς, ἡ ὁποία τῷ ὄντι ἤθελε τὴν ὠφελήσει πολὺ, ἂς μὴ ἐπιμένωμεν τοὐλάχιστον νὰ τὴν ἀδικῶμεν τοιουτοτρόπως, καὶ νὰ ἀδικῶμεν πτωχοὺς νέους καὶ γονεῖς, οἱ ὁποῖοι ἐνόμιζον, ὅτι κατατάσσοντες τοὺς υἱούς των εἰς τὴν Ἐμπορικὴν Σχολὴν ἤθελον τοῖς δώσει ἓν ἐφόδιον βίου, καὶ ἤδη θὰ βλέπουν αὐτοὺς εἰς τοὺς δρόμους περιφερομένους. Διὰ τοῦτο ἐνόμισα καθῆκόν μου νὰ συστήσω εἰς τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῆς Ἐκπαιδεύσεως, — ὁ ὁποῖος δυστυχῶς ἀσθενεῖ, ἀλλὰ θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρόεδρον νὰ διευθύνῃ τὴν σύστασίν μου εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, — καὶ παρακαλῶ θερμῶς καὶ τὸν Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ἵνα σκεφθῶσιν ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου καὶ εὕρωσι τρόπον λύσεως, διορθοῦντα τὰ πράγματα.
§40Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Καὶ ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῆς Ἐκπαιδεύσεως καὶ οἱ ἄλλοι συνάδελφοι εἴμεθα πεπεισμένοι, ὅτι ὑπάρχει ἀνάγκη νὰ ἱδρυθῶσιν Ἐμπορικαὶ Σχολαὶ ἐν Πάτραις καὶ ἐν ἄλλαις πόλεσι τῆς Ἐπικρατείας. Καταγινόμεθα εἰς τὸν καταρτισμὸν τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον θέλει καθορίσει τὰ ἔργα τῆς διδασκαλίας εἰς τὰς Ἐμπορικὰς Σχολάς. Εὐθὺς ὡς τελειώσωμεν τὸ νομοσχέδιον, ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργὸς θέλει εἰσαγάγει αὐτό. Καὶ ταῦτα περὶ τοῦ μέλλοντος. Περὶ τοῦ παρελθόντος οὐδεμίαν ἔχω νὰ δώσω πληροφορίαν.
§41Λ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἔχω μίαν ἀναφορὰν τῶν κατοίκων τοῦ χωρίου Καρνεσίου τοῦ δήμου Κλειτορίας, τοῦ εὐφορωτέρου δήμου τῆς ἐπαρχίας Καλαβρύτων. Οἱ κάτοικοι αὐτοί, οἱ ὁποῖοι εἶναι ὑπογεγραμμένοι εἰς τὴν ἀναφορὰν πάντες, —εἶναι δὲ τὸ Καρνέσι χωρίον πολυπληθὲς, —παραπονοῦνται καὶ ἐκθέτουσιν εἰς τὴν Βουλὴν διὰ τῆς ἀναφορᾶς ταύτης, ὅτι ἐκεῖ, εἰς τὸ χωρίον των, ὑπάρχει εἷς χείμαρρος, ὁ ὁποῖος καταστρέφει τοὺς ἀγρούς των, πεδιάδα ἐκ χιλιάδων στρεμμάτων. Οἱ δυστυχεῖς προσεπάθησαν δι’ ἰδίων μέσων ν’ ἀποτρέψωσι τὴν ἐκ τοῦ χειμάρρου καταστροφὴν, καὶ ἐδαπάνησαν πολλὰ πρὸς τοῦτο, ἀλλ’ ἐπὶ τέλους ἐξηντλήθησαν, καὶ ἤδη πρόκειται νὰ ἐπέλθῃ τελεία καταστροφή, πρὸς ζημίαν καὶ τοῦ τόπου ἐκεῖ καὶ τοῦ Δημοσίου. Ἀναφέρουσιν ἐμπεριστατωμένως διὰ τῆς ἀναφορᾶς των τὰ παθήματά των εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ παρακαλοῦσι νὰ ἔλθῃ τὸ Κράτος εἰς βοήθειαν αὐτῶν, διότι τὰ πλεῖστα ἔργα τὰ ἔκαμαν ἐξ ἰδίων των. Ἐλπίζω ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργός, λαμβάνων ὑπ’ ὄψιν τὴν ἀναφορὰν ταύτην, σύμφωνον πρὸς τὰς ἰδέας του περὶ ὑποστηρίξεως τῆς παραγωγῆς, καὶ εἰσακούων τὰ δίκαια παράπονα τῶν κατοίκων Καρνεσίου, ὡς καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, εἰς ὃν παρακαλῶ νὰ παραπεμφθῇ ἡ ἀναφορὰ αὕτη, θέλουσι μεριμνήσει συντόνως πρὸς ἐνέργειαν τῶν δεόντων.
§42ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Στάης ἔχει τὸν λόγον.
§43ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, ὁ ἄρτι τοῦ βήματος κατελθὼν, βεβαίως εἶναι δικαιολογημένος, ὁμιλήσας περὶ τεχνασμάτων καὶ δὲν ἠξεύρω τίνων ἄλλων μέσων...
§44Λ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἀνεκάλεσα· εἶπον πράξεων.
§45ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Ἔστω πράξεων, χαρακτηρισθεισῶν δὲν γνωρίζω κατὰ τίνα τρόπον, ὅπως παρεμποδισθῇ ἡ ἵδρυσις Γαλλικῆς Ἐμπορικῆς Σχολῆς ἐν Πάτραις κατὰ τὸ προπαρελθὸν ἔτος, εἶναι, λέγω, δικαιολογημένος, διότι δὲν διετέλει Βουλευτὴς κατὰ τὴν λήξασαν Περίοδον, καὶ δὲν εἶχεν ἑπομένως ὑποχρέωσιν νὰ παρακολουθῇ τὰς ἐν τῇ Βουλῇ συζητήσεις, καὶ μάλιστα ἐπὶ θέματος, τὸ ὁποῖον ἐθεωρεῖτο παρὰ πολλῶν ὅλως ἀσήμαντον, οἷον τὸ τῆς ἱδρύσεως Ἐμπορικῶν Σχολῶν εἰς τὰς διαφόρους πόλεις τῆς Ἑλλάδος. Ἀλλ’ ἂν ὁ κ. Βουλευτὴς δὲν παρηκολούθησε τὰς ἐν τῇ Βουλῇ γενομένας συζητήσεις, καὶ δὲν ἔλαβε κατ’ ἀκολουθίαν γνῶσιν τῶν δηλώσεων τοῦ τότε Πρωθυπουργοῦ, ἀξιοτίμου βουλευτοῦ Κερκύρας κ. Θεοτόκη, δι’ ὧν ἀπεδείχθη, ὅτι οὐδέποτε ἡ Γαλλικὴ Κυβέρνησις εἶχε σκεφθῆ περὶ ἱδρύσεως ἐν Πάτραις τοιαύτης Σχολῆς, ὅτι οὐδέποτε εἶχε γείνῃ πρότασις παρ’ οἱουδήποτε ἄλλου ξένου ἐπισήμου προσώπου πρὸς ἵδρυσιν τοιαύτης ξένης Σχολῆς, ὅτι οὐδέποτε εἶχε γείνῃ ἐνέργεια τοῦ τότε Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως σχετικῶς πρὸς τὴν φανταστικὴν ταύτην ἰδέαν τῆς ἱδρύσεως Γαλλικῆς Ἐμπορικῆς Σχολῆς ἐν Πάτρας, εἶχεν ὅμως τὴν ὑποχρέωσιν νὰ γινώσκῃ, ὅτι ὁ τότε Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, διερχόμενος ἐκ Πατρῶν καὶ μεταβαίνων εἰς Ὀλυμπίαν πρὸς τέλεσιν τῶν σχολικῶν ἀγώνων, κατὰ τὸ τέλος Ἀπριλίου ἢ ἀρχὰς Μαΐου τοῦ ἔτους 1900, ἐποχὴν, κατὰ τὴν ὁποίαν δὲν εἶχε κἄν λεχθῇ τι περὶ ἱδρύσεως Ἐμπορικῆς Σχολῆς, ὑπέδειξε δημοσίᾳ ἐν Πάτραις τὴν ἀπόλυτον ἀνάγκην ἱδρύσεως δημοσίας Ἐμπορικῆς Σχολῆς, ὑπεσχέθη δὲ, ὅτι ἡ ἵδρυσις αὐτῆς ἤθελε πραγματοποιηθῆ πρὸ τῆς ἐνάρξεως τοῦ ἑπομένου σχολικοῦ ἔτους. Ἐὰν ὁ κ. Βουλευτὴς εἶχε λάβει ταῦτα ὑπ’ ὄψιν, βεβαίως δὲν ἤθελεν εἴπει ὅσα εἶπε σχετικῶς πρὸς τὴν ἵδρυσιν Γαλλικῆς Σχολῆς καὶ τῆς δημοσίας Ἐμπορικῆς Σχολῆς. Ἐγώ, Κύριοι, ἐν Πάτραις, ὡς Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, γενόμενος δεκτὸς ὑπὸ τῶν διαφόρων ἐκπαιδευτικῶν συλλόγων, ἔδωκα ὑπόσχεσιν, ὅτι ἐν Πάτραις θὰ ἱδρυθῇ ἡ πρώτη Ἐμπορικὴ Σχολὴ τοῦ Κράτους. Κατὰ τὸ Διάταγμα τοῦ 1833 περὶ ἁρμοδιότητος τῶν Ὑπουργῶν ἔχει τὸ δικαίωμα ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως τῆς ἱδρύσεως Ἑλληνικῶν σχολείων, Γυμνασίων καὶ διαφόρων Ἐμπορικῶν Σχολῶν ἄνευ νομοθετικῆς ἀδείας, ἀρκεῖ μόνον ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ Κράτους νὰ ἦναι ἀναγεγραμμένη ἡ ἀναγκαία πίστωσις. Ἀληθῶς ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1901 δὲν ὑπῆρχεν ἀναγεγραμμένη ἡ ἀναγκαία πίστωσις, εἶχεν ὅμως ληφθῆ ἀπόφασις ἐν τῷ Ὑπουργικῷ Συμβουλίῳ ν’ ἀναγραφῇ ἡ πίστωσις αὕτη πρὸς συντήρησιν δύο Ἐμπορικῶν Σχολῶν, μιᾶς ἐν Πάτραις καὶ μιᾶς ἐν Ἀθήναις, κατὰ τὸ ἑπόμενον σχολικὸν ἔτος ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ Κράτους διὰ τὸ σχολικὸν ἔτος 1901. Ἀνέλαβον δ’ ἐγὼ, ὡς Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, νὰ ἐξεύρω ἐκ τῶν κληροδοτημάτων τοῦ Ὑπουργείου τῆς Παιδείας τὴν ἀναγκαίαν πίστωσιν πρὸς συντήρησιν τῶν δύο Σχολῶν κατὰ τὸ χρονικὸν διάστημα τὸ ἀπὸ Σεπτεμβρίου τοῦ 1901 μέχρι τῆς πρώτης Ἰανουαρίου τοῦ 1902, ὅτε θὰ ἐτίθετο εἰς ἐκτέλεσιν ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1902. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἱστορία τῆς ἱδρύσεως δημοσίας Ἐμπορικῆς Σχολῆς ἐν Πάτραις. Ἡ ἐν Ἀθήναις Ἐμπορικὴ Σχολὴ ἱδρύθη τὸν Σεπτέμβριον τοῦ 1901 δαπάναις τοῦ κληροδοτήματος Δωρίδου, τὸ ὁποῖον, διατιθέμενον ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, προορισμὸν ἔχει τὴν συνδρομὴν ὑπὲρ τῶν δημοσίων ἐν Ἀθήναις καθιδρυμάτων. Ἐνῷ δ’ ἐγὼ εὑρισκόμην ἐν Πάτραις χάριν τῶν ἐγκαινίων τῆς ἐνάρξεως τῶν μαθημάτων τῆς δημοσίας Ἐμπορικῆς Σχολῆς, συνέβησαν τὰ γεγονότα τοῦ Νοεμβρίου 1901, ἐπανελθὼν δ’ ἐνταῦθα εὗρον τὴν Κυβέρνησιν ἑτοίμην πρὸς παραίτησιν, καὶ οὕτω δὲν ἠδυνάμην νὰ ἐκπληρώσω τὴν ὑπόσχεσιν τὴν δοθεῖσαν ἐν Πάτραις, ὅτι καὶ διὰ νόμου ἤθελον ζητήσει τὴν κύρωσιν τοῦ Βασιλικοῦ Διατάγματος, δι’ οὗ ἱδρύθη ἡ ἐν Πάτραις δημοσία Ἐμπορικὴ Σχολή. Ἔκτοτε παρῆλθον δύο ἔτη, καὶ ἡ πάροδος τοῦ χρόνου ἐδικαίωσε τὰς ἐνεργείας μου. Ἡ ἐπιτυχία τῶν ἐν Ἀθήναις καὶ Πάτραις ἱδρυθεισῶν Ἐμπορικῶν Σχολῶν εἶναι τοιαύτη, ὥστε οὐδεὶς τολμᾷ σήμερον νὰ σκεφθῇ περὶ καταργήσεως αὐτῶν. Ἡ εὕρεσις τοῦ καταλλήλου προσωπικοῦ ἦτο ἀληθῶς δυσχερεστάτη, διὰ τοῦτο δὲ καὶ ἡ ἵδρυσις τῆς ἐν Πάτραις Ἐμπορικῆς Σχολῆς ἐβράδυνεν ἐπὶ δύο μῆνας. Ἴσως δὲ δὲν ἤθελον προβῆ εἰς τὴν ἵδρυσιν τῆς ἐν Πάτραις Ἐμπορικῆς Σχολῆς, ἐὰν δὲν εὑρίσκετο διακεκριμένος διπλωματοῦχος τῆς ἐν Παρισίοις Ἐμπορικῆς Πρακτικῆς Σχολῆς, ὁ ὁποῖος προσεφέρθη νὰ ἀναλάβῃ τὴν διεύθυνσιν τῆς ἐν Πάτραις Ἐμπορικῆς Σχολῆς. Εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1902 ἡ Κυβέρνησις εἶχεν ἀναγράψει πίστωσιν 130,000 δραχμῶν πρὸς συντήρησιν τῶν ὑπαρχουσῶν Ἐμπορικῶν Σχολῶν καὶ ἵδρυσιν νέων· ἀλλ’ ἡ διάδοχος Κυβέρνησις ἀπήλειψε τὴν πίστωσιν τῶν 100,000 δραχμῶν καὶ ἀφῆκε μόνον πίστωσιν 35,000, δι’ ὧν ἐπρόκειτο νὰ συντηρηθῶσιν αἱ δύο Ἐμπορικαὶ Σχολαὶ, ἡ ἐν Ἀθήναις καὶ ἡ ἐν Πάτραις. Ἡ πίστωσις αὕτη ἐψηφίσθη. Κατὰ τὴν συζήτησιν τὴν λαβοῦσαν χώραν κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς νῦν Κυβερνήσεως καὶ τότε ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ὁμιλῶν περὶ τῆς ἱδρύσεως τῶν Ἐμπορικῶν Σχολῶν, ἐκάκισε τὴν ἵδρυσιν αὐτῶν ὡς παράνομον. Ἐνθυμοῦμαι δὲ κάλλιστα, ὅτι ἐδήλωσεν, ὅτι θὰ ἦτό πως ἡ ἵδρυσις τῶν Σχολῶν δικαιολογημένη, ἐὰν ὑπῆρχε σχετικὴ πίστωσις ἀναγεγραμμένη ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ Κράτους. Διότι ἐγὼ εἶχον ἰσχυρισθῆ, ὅτι μόνον ἡ ἀναγραφὴ τῶν σχετικῶν πιστώσεων ἦτο ἀναγκαία πρὸς ἵδρυσιν τῶν Ἐμπορικῶν Σχολῶν. Πρὸς ὑποστήριξιν δὲ τῆς γνώμης μου ταύτης εἶχον ἀποφάσεις τοῦ Ἀρείου Πάγου τοῦ 1885 καὶ τοῦ 1896. Ἡ ἀναγραφὴ πιστώσεως ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ Κράτους εἶναι ἐπαρκὴς πρὸς καταβολὴν μισθοῦ, ἔστω καὶ εἰς θέσιν μὴ νενομοθετημένην, διότι ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ Κράτους εἶναι νόμος ἐτήσιος, ὑποχρεωτικὸς διὰ τοὺς Ὑπουργούς. Εἶναι δὲ γνωστὸν, ὅτι δύο οὕτω διορισθέντες ὑπάλληλοι, προσφυγόντες εἰς τὰ Δικαστήρια, ἐδικαιώθησαν δι’ ἀποφάσεως τοῦ Ἀρείου Πάγου, καὶ ἔλαβον τοὺς μισθοὺς αὐτῶν, τοὺς ὁποίους αἱ κατὰ καιροὺς Κυβερνήσεις εἶχον ἀρνηθῆ νὰ καταβάλωσιν, ἐπὶ τῇ προφάσει, ὅτι εἶχον διορισθῆ εἰς θέσεις μὴ νενομοθετημένας.
§46Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Τοῦτο εἶναι σπουδαῖον, καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης πρέπει νὰ ἐπιστήσῃ τὴν προσοχήν τῶν Δικαστηρίων, διότι δὲν ἐπιτρέπεται νὰ ἐκδοθῶσιν ἐντάλματα, ὅταν νόμος δὲν ὑπάρχῃ.
§47ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Κύριε Βουλευτά, ἐγὼ ἀναφέρω δικαστικὰς ἀποφάσεις,—ἃς ὑπόσχομαι νὰ προσκομίσω εἰς τὴν Βουλὴν, — διὰ τῶν ὁποίων ὑπεχρεώθη τὸ Δημόσιον νὰ καταβάλῃ τοὺς μισθούς. (Θόρυβος).
§48ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κάμετε ἡσυχίαν, Κύριοι, διὰ ν’ ἀκούωμεν.
§49ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐὰν γείνῃ ἡσυχία, θὰ ἐπαναλάβω.
§50ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ.
§51ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Πρέπει δὲ, κατὰ τὴν γνώμην μου, οἱ καθηγηταὶ τῆς ἐν Πάτραις Ἐμπορικῆς Σχολῆς καὶ τῆς ἐν Ἀθήναις νὰ προσφύγωσιν εἰς τὰ Δικαστήρια, ζητοῦντες τοὺς μισθοὺς αὐτῶν, ἵνα μὴ παρέλθῃ τὸ διετὲς χρονικὸν διάστημα, κατὰ τὸ ὁποῖον εἶναι ἀπαιτητοὶ οἱ μισθοὶ τῶν ὑπαλλήλων.
§52Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Τοὺς λαμβάνουσιν ἀπὸ σᾶς.
§53ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Ἀλλ’ ἀνεξαρτήτως τοῦ ζητήματος τοῦ παρελθόντος, — τὸ ὁποῖον ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως δὲν θέλει νὰ ἐξετάσῃ, — θέλω ἐξετάσει τὸ ζήτημα τοῦ παρόντος, τῆς ὑποβολῆς τουτέστιν ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον προανήγγειλε τὴν ἑσπέραν ταύτην ὁ κύριος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως πρὸς ἵδρυσιν τῶν Ἐμπορικῶν Σχολῶν καὶ ἐν Πάτραις καὶ ἀλλαχοῦ. Πίστωσις ἀναγεγραμμένη τοιαύτη ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ δὲν ὑπάρχει. Ὡς καὶ χθὲς τὴν ἑσπέραν εἶπον, ἡ πίστωσις τῶν 35,000 πρὸς συντήρησιν Ἐμπορικῶν Σχολῶν διεγράφη ὑπὸ τῆς παρούσης Κυβερνήσεως· καὶ ὄχι μόνον ἡ πίστωσις αὕτη διεγράφη, ἀλλὰ διεγράφη καὶ μέρος τῆς χορηγίας τῆς ὑπὸ τοῦ Κράτους παρεχομένης εἰς τὴν ἐν Ληξουρίῳ Ἐμπορικὴν Σχολὴν, ἥν ἵδρυσα ἐγὼ κατὰ τὸ 1900, μετατρέψας τὸ Γυμνάσιον εἰς Ἐμπορικὴν Σχολὴν, λειτουργεῖ δὲ αὕτη, κατὰ τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας ἔχω, καλῶς. Ταῦτα πάντα καταδηλοῦσι, κύριε Πρόεδρε, ὅτι ἡ πρόθεσις τῆς Κυβερνήσεως δὲν εἶναι ἐκείνη, τὴν ὁποίαν πρὸ μικροῦ ἀνέφερεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Ἡ πρόθεσις τῆς Κυβερνήσεως εἶναι ἡ συντήρησις, ἴσως καὶ ἡ αὔξησις τῶν Γυμνασίων καὶ τῶν Ἑλληνικῶν σχολείων. Διότι, ἐὰν δὲν ἦτο τοιοῦτος ὁ σκοπὸς αὐτῆς, βεβαίως ἤθελεν ἀναγράψει σχετικὰς πιστώσεις πρὸς συντήρησιν τῶν Ἐμπορικῶν Σχολῶν, καὶ ἤθελε σπεύσει νὰ καταθέσῃ νομοσχέδιον περὶ ἱδρύσεως νέων τοιούτων Σχολῶν, διότι ἡ σύνταξις τοιούτου νομοσχεδίου δὲν ἔχει ἀνάγκην πολλοῦ καὶ μακροῦ χρόνου πρὸς διασκευήν, διότι εἶναι ζητήματα γνωστὰ καὶ εὐχερῆ. Οὐδεμίαν λοιπὸν ἔχω πεποίθησιν εἰς ὅσα εἶπεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως περὶ ἱδρύσεως Ἐμπορικῶν Σχολῶν. Τοὐναντίον φρονῶ ἀδιστάκτως, ὅτι θέλει συντελέσει ὁ κύριος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἰς διάλυσιν καὶ τῆς ἐν Πάτραις καὶ τῆς ἐν Ἀθήναις καὶ τῆς ἐν Ληξουρίῳ Ἐμπορικῆς Σχολῆς.
§54ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἰωάννης Καλούτσης ἔχει τὸν λόγον.
§55Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Δὲν γνωρίζω, κύριε Πρόεδρε, ἂν νομίμως ἢ παρανόμως συνεστήθησαν αἱ Ἐμπορικαὶ Σχολαὶ, δὲν γνωρίζω, ἂν ἡ ἀναγραφὴ τῆς πιστώσεως περιεκόπη, διότι τὰ ζητήματα ταῦτα δὲν ἐμελέτησα. Ἐκ τῆς ἱδρύσεως ὅμως τῶν Σχολῶν δύο τινὰ ἐγένοντο· ἐδιδάχθησαν Ἕλληνές τινες, καὶ ἐδίδαξαν Ἕλληνες διδάσκαλοι. Βεβαίως ἐκ τῆς διδασκαλίας αὐτῆς τῶν διδασκάλων προσεπορίσθη κἄποιαν ὠφέλειαν τὸ Κράτος, προσεπορίσθη ὠφέλειάν τινα ἡ νεολαία. Τὰ ἀτυχῆ λοιπὸν αὐτὰ ὄντα, οἱ διδάσκαλοι, οἱ ὁποῖοι παρεσύρθησαν ἴσως ἐκ μιᾶς παρανομίας τοῦ Ὑπουργοῦ εἰς ἐργασίαν κοπιώδη, τὴν ὁποίαν καὶ κατέβαλον ἀγογγύστως, φρονῶ ὅτι εἶναι δίκαιον καὶ φιλάνθρωπον νὰ ἀμειφθῶσιν.
§56ΙΣ. ΚΟΛΙΑΤΣΟΣ. Δὲν πρόκειται περὶ αὐτοῦ.
§57Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ παρακαλέσω καὶ ἰδιαιτέρως τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης λαμβάνω καὶ αὖθις τὴν τιμὴν νὰ τὸν παρακαλέσω, ὅπως λάβῃ πρόνοιαν, ἵνα ἱκανοποιηθῶσιν οἱ δυστυχεῖς αὐτοὶ ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι ὡς ἐκ τῆς θέσεώς των καὶ τοῦ ἐπαγγέλματός των δὲν ἐγνώριζον, ἄν, διοριζόμενοι διὰ Β. Διατάγματος διδάσκαλοι εἰς τὰς Ἐμπορικὰς Σχολὰς, νομίμως ἢ παρανόμως διωρίζοντο, καὶ ἂν θὰ δικαιωθῶσιν ἢ ὄχι μισθοῦ. Ἤδη αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι ἔχουσι λαμβάνειν τόσους μισθούς. Ἐρωτᾶται, δὲν εἶναι δίκαιον νὰ πληρωθῶσιν εἰς τοὺς ἀνθρώπους αὐτοὺς οἱ μισθοί των; Δέχομαι πρὸς στιγμήν, ὅτι παρανόμως διωρίσθησαν, δέχομαι πρὸς στιγμήν, ὅτι παρανόμως συνεστήθησαν αἱ Σχολαί. Πρέπει τὸ Κράτος, ἔστω καὶ ὑπὸ τύπον δωρεᾶς, νὰ ἀνακουφίσῃ αὐτοὺς τοὺς ἀνθρώπους. Τὴν παράκλησίν μου ταύτην ὑποβάλλω πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ παρακαλῶ νὰ τὴν εἰσακούσῃ.
§58Π. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ φίλος μου κ. Στάης νὰ διαφωνήσω πρὸς τὰς σοφὰς γνώμας αὐτοῦ...
§59Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ἕνεκα τῆς φιλίας.
§60Π. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἕνεκα τῆς φιλίας βεβαίως. Παρεπονέθη, ὅτι διὰ τὰς ὑπ’ αὐτοῦ συσταθείσας Ἐμπορικὰς Σχολὰς δὲν περιελήφθη πίστωσις εἰς τὸν Προϋπολογισμόν. Ὁ κύριος Στάης, ὁ ὁποῖος διετέλεσε λειτουργὸς τῆς μέσης ἐκπαιδεύσεως ἐπὶ μακρὰν σειρὰν ἐτῶν, ἠθέλησε νὰ δώσῃ εἰς ἑαυτὸν εὑρεσιτεχνίαν διὰ τῆς ἱδρύσεως Ἐμπορικῶν Σχολῶν, ἐνῷ γιγνώσκει πολὺ καλῶς, ὅτι ἀπὸ δεκάδων ἐτῶν ἐγεννήθη ἔρις, καὶ νομοσχέδια μάλιστα ἤχθησαν πρὸ τῆς Βουλῆς περὶ μετατροπῆς τοῦ ἐκπαιδευτικοῦ συστήματος, εἴτε ἐν διχασμῷ εἴτε ἐν τριχασμῷ, καὶ περὶ ἱδρύσεως τῶν πρακτικῶν λεγομένων Σχολῶν, τὸ ὁποῖον δὲν ἐπετεύχθη...
§61Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Πυροτεχνικαὶ Σχολαί!
§62Π. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Πολὺ ὀρθὴ ἡ ὀνομασία τοῦ κ. ἐκ Λεβαδείας συναδέλφου. Βεβαίως δύναταί τις νὰ εἴπῃ, ὅτι δὲν εἶναι ὅλως ἀπόβλητος ἡ γνώμη τῶν ἐπιθυμούντων τὸν διχασμὸν τῆς ἐκπαιδεύσεως, ἀλλὰ εἰς τὴν πραγμάτωσιν καὶ ἐκτέλεσιν τῆς γνώμης ταύτης δὲν πρέπει ἀμελετήτως καὶ ὡς ἔτυχε νὰ προβαίνωμεν, διὰ νὰ ἐπιδείξωμεν προθυμίαν πρὸς ἀνάπτυξιν τόπου τινός· αἱ Ἐμπορικαὶ Σχολαὶ δὲν εἶναι ὀρθὸν νὰ ἱδρύωνται κατὰ τὴν θέλησιν ἑνὸς Ὑπουργοῦ, μετὰ σπουδῆς, πλὴν ἀμελετήτως, ἱδρύοντος τοιαύτας διὰ Βασιλικοῦ Διατάγματος. Σχολαὶ οἱαιδήποτε, εἴτε πρακτικαὶ εἴτε ἐπιστημονικαί, πρέπει νὰ ἱδρύωνται καὶ ὀργανῶνται διὰ νόμου πλήρους, καθορίζοντος τὴν ἀρχήν, τὰ μέσα καὶ τὴν ἔκτασιν τῆς ἐκτελέσεως καὶ λειτουργίας αὐτῶν. Ἡ σπουδὴ καὶ τὸ βεβιασμένον περιπίπτει εἰς λάθη, ἐξ ὧν προκύπτει ναυάγιον. Τῆς ἀληθείας ταύτης ἔχω πρόχειρον ἀπόδειξιν τὸ πρὸ δεκαεπτά περίπου ἐτῶν ἱδρυθὲν καὶ Λύκειον Πρακτικὸν ἐπικληθέν, τὸ ὁποῖον πᾶν ἄλλο ἢ πρακτικὸν εἶναι· διότι ἐν τούτῳ διδάσκονται ὅσα καὶ ἐν Γυμνασίῳ καὶ ἐν Ἑλληνικῷ σχολείῳ, πλὴν τῶν Λατινικῶν, τὰ ὁποῖα δὲν διδάσκονται, πλὴν τοῦ περιορισμοῦ τῆς διδασκαλίας τῶν Ἑλληνικῶν καὶ τῆς αὐξήσεως τῶν Μαθηματικῶν καὶ Φυσικῶν, ἀλλὰ τὰ τοιαῦτα δὲν δύνανται νὰ καταστήσωσι πρακτικὸν τὸ τοιοῦτον ἵδρυμα, τὸ ὁποῖον ἔμεινε θεωρητικὸν καὶ κλασσικὸν, μικρόν τι παραλλάσσον τοῦ Γυμνασίου καὶ ἴσως πρὸς περιορισμὸν τῶν γνώσεων, ὅπως διὰ μακρῶν ἴσως θὰ εἴπωμεν, ἐὰν καὶ ὅταν φθάσωμεν συζητοῦντες τὰ περὶ Γυμνασίων. Τὰ ἄτοπα ταῦτα τοῦ τοιούτου ἱδρύματος προῆλθον, διότι ἡ ἵδρυσις ἐγένετο μετὰ σπουδῆς καὶ διὰ Β. Διατάγματος, καὶ οὐχὶ μετὰ μελέτην καὶ νόμου...
§63Π. ΜΑΝΕΤΑΣ. Δὲν ὑπῆρχεν ἀνάγκη νόμου.
§64Π. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Δὲν ὑπῆρχεν ἀνάγκη νόμου! Ὑμεῖς λέγετε τοῦτο! Πλανᾶσθε. Δὲν εἴδετε τ’ ἀποτελέσματα τοῦ ἔργου σας; Ὅταν φθάσωμεν νὰ συζητήσωμεν τὰ περὶ Βαρβακείου ἢ Πρακτικοῦ Λυκείου καὶ τὰ ἐν τούτῳ τελεσθέντα, τότε θὰ μάθητε καὶ ὑμεῖς, ὅτι ἡ διὰ Β. Διατάγματος ἀμελέτητος ἵδρυσις αὐτοῦ εἰς οὐδὲν ὠφέλησεν, ἀλλὰ καὶ ἐζημίωσεν... Ἑπομένως ταῦτα πάντα γιγνώσκων ὁ φίλος μου κ. Στάης δὲν ἔπρεπε νὰ ὑποσχεθῇ ὡς Ὑπουργὸς τὴν ἵδρυσιν Σχολῆς, περὶ τῆς ὁποίας δὲν εἶχε νόμον, οὐδὲ γνώμονα ὡς βάσιν καὶ ὁδηγόν. Ἡ δὲ προσαχθεῖσα ὑπ’ αὐτοῦ δικαιολογία, ὅτι ἐν Εὐρώπῃ, εἴτε ἐν τῇ Σκανδιναυικῇ χερσονήσῳ, εἴτε ἐν Γαλλίᾳ, εἴτε ἐν ἄλλῃ χώρᾳ, ὑπάρχουσι νόμοι περὶ τοιούτων Σχολῶν, ἡ τοιαύτη δικαιολογία δὲν εἶναι ὀρθή· διότι, ἐὰν οἱ παρ’ ἄλλοις εὐδοκιμοῦντες νόμοι ἠδύναντο καὶ παρ’ ἡμῖν νὰ εὐδοκιμήσωσι, τότε ἦτο περιττὸν ἡμεῖς οἱ μικροὶ νὰ ἔχωμεν Κοινοβούλιον καὶ νὰ ψηφίζωμεν ἰδίους νόμους· ἤρκει νὰ διορίσωμεν ὀλίγους μεταφραστάς, καὶ διὰ τούτων νὰ μεταφυτεύσωμεν εἰς τὴν Ἑλλάδα καὶ ἐφαρμόσωμεν πάντας τοὺς παρ’ ἄλλοις δοκίμους νόμους. Τοιαύτη κρίσις βεβαίως ἤγαγε τὸν τότε Ὑπουργὸν νὰ προβῇ εἰς πρᾶξιν μὴ νόμιμον, εἰς πρᾶξιν πλημμελῆ καὶ πρὸς βλάβην τῆς νεότητος ἐκείνης τῶν Πατρῶν. Ἀλλ’ ἡ βλάβη αὕτη δὲν προῆλθεν ἀπὸ τῆς Πολιτείας, ὥστε νὰ ἔχῃ αὕτη τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ἐπανορθώσῃ τὸ γενόμενον ἐκεῖ ἀδίκημα, προῆλθεν ἀπὸ σπουδῆς καὶ θελήσεως ἑνὸς Ὑπουργοῦ, ἑπομένως ὀφείλει ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως νὰ προβῇ καὶ εἰς τὴν κατάργησιν τῶν οὕτως ἐκνόμως λειτουργούντων παιδευτηρίων ἐν τόποις μάλιστα, ἐν οἷς ἀφέθησαν νὰ λειτουργῶσι δύο Γυμνάσια θεωρητικῆς παιδεύσεως καὶ τέσσαρα ἢ πέντε Ἑλληνικὰ σχολεῖα, παρὰ τούτοις δὲ νὰ ἱδρύηται Σχολὴ Ἐμπορικὴ ἄνευ οὐδενὸς κανόνος, ἄνευ οὐδενὸς γνώμονος, ἄνευ καθορισμοῦ τῶν προσόντων τῶν τε διδασκόντων καὶ διδασκομένων, καὶ ἄνευ προγράμματος σαφοῦς τῶν διδαχθησομένων μαθημάτων, ὁποῖον πρόγραμμα δὲν δύναται νὰ δανεισθῇ ἄλλοθεν, ἀπὸ τῆς ξένης, οὐδὲ δανειζόμενος τοῦτο δύναται νὰ τὸ ἐφαρμόσῃ εἰς τὴν Ἑλλάδα. Διὰ τοῦτο διχογνωμῶ πρὸς τὸν κ. Στάην, ὁ ὁποῖος, ὡς μαθηματικός, ὤφειλε νὰ γιγνώσκῃ κάλλιον ἐμοῦ, ὅτι τοιαῦται ἀτελεῖς καὶ ἀκανόνιστοι Σχολαὶ εἶναι ἐπιβλαβεῖς καὶ οὐχὶ ὠφέλιμοι. Διὰ τοῦτο ἐπαναλαμβάνω τὴν παράκλησιν τοῦ νὰ καταργηθῶσι τοιαῦται ἀνωφελεῖς ἢ μᾶλλον ἐπιβλαβεῖς, δι’ ὅσα εἶπον, Σχολαί. Τὸ λεχθὲν δὲ ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου ἐκ Καλαβρύτων, ὅτι οἱ μεταβάντες εἰς τὴν Ἐμπορικὴν Σχολὴν ἐγκατέλιπον τὰ γυμνασιακὰ μαθήματα καὶ ζημιοῦνται διὰ τῆς καταργήσεως τῆς Ἐμπορικῆς Σχολῆς, ἀναγκαζόμενοι νὰ ἐπανέλθωσιν εἰς τὰς αὐτὰς καὶ πρὸ ἔτους Γυμνασιακὰς τάξεις, τὸ λεχθὲν τοῦτο δὲν εἶναι ὀρθόν, διότι οἱ εἰς τὴν Ἐμπορικὴν Σχολὴν μεταβάντες μετέβησαν οὐχὶ ἐγκαταλιπόντες τὴν γυμνασιακὴν παίδευσιν, ἀλλὰ δραπετεύσαντες ἀπ’ ἐκείνης, ὡς βαρυτέρας, καὶ προσελθόντες ὡς αὐτόμολοι εἰς ταύτην, ὡς εὐχερεστέραν καὶ κουφοτέραν.
§65Λ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Δι’ αὐτὸ δὲν ἔχετε δίκαιον καθόλου.
§66Π. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Τὰ γιγνόμενα ἐν Πάτραις δὲν εἶδον ἐκ τοῦ σύνεγγυς, ἐξάγω δὲ ὅσα εἶπον ἐκ τῶν ἐν Ἀθήναις συμβαινόντων ἐν ἀμφοτέραις ταῖς Ἐμπορικαῖς Σχολαῖς.
§67Λ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἐξ ὄνυχος τὸν λέοντα!
§68Π. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Μάλιστα· καὶ ἐκ λέοντος κρίνω περὶ τοῦ ὄνυχος, καὶ ὅτι συνήθως καὶ κατὰ κανόνα εἰς τὰς τοιαύτας μὴ ὠργανωμένας Σχολὰς προσφεύγουσιν οἱ χωλαίνοντες ἐν τῷ Γυμνασίῳ, καὶ διὰ τοῦτο δραπετεύοντες ἐκεῖθεν. Μεμετρημέναι θὰ ἦναι αἱ ἐξαιρέσεις.
§69Λ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Εἶχον ὀργανωθῆ διὰ Βασιλικοῦ Διατάγματος.
§70Π. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἡ διὰ Διατάγματος ὀργάνωσις, ἀξιότιμε φίλε, εἶναι πλημμελεστάτη καὶ λίαν κινδυνώδης, εἶναι γνώμη ἑνός, καὶ ἐντεῦθεν ἐπισφαλής· ἡ διὰ νόμου ὀργάνωσις εἶναι κανονικωτάτη καὶ ἀσφαλεστάτη καὶ ὀρθοτάτη. Πᾶν ἄλλο εἶναι πλάσμα καὶ οὐχὶ πρᾶγμα.
§71ΑΥΓ. ΑΒΕΡΩΦ. Νὰ ἴδωμεν, τί θὰ εἴπωσι καὶ οἱ Πατρινοὶ Βουλευταί.
§72Π. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Θὰ εἴπωσιν ὅ,τι θέλουσι· δύο καὶ τρεῖς Ἐμπορικὰς Σχολάς. Ἀλλὰ τί μὲ τοῦτο; ἡ ἀλήθεια καὶ ἡ ὀρθότης δὲν μεταβάλλονται.
§73Δ. Π. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§74Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ. Πρὸ ὀλίγου ἀγορεύων ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κυθήρων ἐποιήσατο μνείαν περὶ μιᾶς ἱστορίας συστάσεως Γαλλικῆς Ἐμπορικῆς Σχολῆς ἐν Πάτραις. Καὶ ὅτε ἤκουσα τοῦ κ. συναδέλφου ἐπίστευσα, ὅτι οἱ συμπολῖταί μου ἐπὶ ἕν ἢ δύο ἔτη ὠνειρεύοντο! Παρέστησεν ὡς μίαν φαντασιοκοπίαν τὴν ἱστορίαν τῆς συστάσεως ἐν Πάτραις Γαλλικῆς Ἐμπορικῆς Σχολῆς. Οἱ συμπολῖταί μου, καὶ μεταξὺ αὐτῶν ὁ δήμαρχος Πατρέων, πολλὰ μέλη τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου, πολλὰ μέλη τοῦ Ἐμπορικοῦ Συλλόγου, γνωρίζουσι καλῶς, ὅτι ἀπὸ μέρους ὄχι τῆς Γαλλικῆς Κυβερνήσεως βεβαίως, ἀλλὰ τοῦ πρέσβεως αὐτῆς, ἐνεδείχθη πρὸς αὐτούς, ὅτι θὰ ἦτο δυνατὸν εἰς τὴν Γαλλικὴν Κυβέρνησιν, ἐὰν ὁ δῆμος Πατρέων ἤθελεν ἀποφασίσει τὴν σύστασιν Ἐμπορικῆς καὶ Γεωργικῆς Σχολῆς, νὰ παράσχῃ τὴν συνδρομὴν αὐτῆς, τοιαύτην δ’ ἐνόει τὴν ἀποστολὴν Γάλλων εἰδικῶν καθηγητῶν ἰδίαις αὐτῆς δαπάναις. Ἡ εὐγενὴς πρότασις τοῦ πρέσβεως τῆς Γαλλίας ἦτο σαφὴς καὶ ὡρισμένη. Ἔλεγε δηλαδὴ πρὸς τοὺς συμπολίτας μου, ὧν ἐμνήσθην, ὅτι ἡ Γαλλικὴ Κυβέρνησις θ’ ἀνελάμβανε νὰ ἐξασφαλίσῃ, χάριν τῆς λειτουργίας τῆς Σχολῆς, καὶ τὸν ἀναγκαιοῦντα ἀριθμὸν τῶν καθηγητῶν καὶ τὰ ἀπαιτούμενα προσέτι ὄργανα πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον, ἰδίαις αὐτῆς δαπάναις, ὡς εἶπον, καὶ ἐπὶ μόνῳ τῷ ὅρῳ, τοῦ νὰ παρέχῃ ὁ δῆμος τὴν δωρεὰν κατοικίαν τῶν καθηγητῶν, ὅσοι ἤθελον τύχει νὰ ὦσιν ἄγαμοι. Δὲν γνωρίζω λοιπὸν πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποστηρίζηται σοβαρῶς, ὅτι τὰ περὶ ἱδρύσεως τῆς Γαλλικῆς αὐτῆς Σχολῆς λαβόντα χώραν δὲν συνέβησαν ὄντως, ἀλλ’ ὅτι πρόκειται περὶ φαντασιοκοπίας, διότι δὲν φαντάζομαι, ὅτι ἦτο δυνατὸν οἱ συμπολῖταί μου νὰ ὠνειρεύοντο κατὰ τοιοῦτον τρόπον. Ἐπιθυμῶ ὅθεν καὶ παρακαλῶ πρὸς τοῦτο τὸν κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸν νὰ καταθέσῃ τὰ σχετικὰ ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης ἔγγραφα, διότι γνωρίζω καλῶς, ὅτι ὑπάρχει ψήφισμα τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου, δι’ οὗ ἀποφασίζεται ἡ ἵδρυσις τῆς Σχολῆς ταύτης καὶ παρακαλεῖται τὸ Ὑπουργεῖον, ἵνα δώσῃ τὴν συναίνεσίν του. Ἀλλὰ θὰ παρακαλέσω συγχρόνως καὶ τὸν σεβαστὸν κύριον Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ δηλώσῃ, καὶ εἰ δυνατὸν κατὰ τὴν στιγμὴν ταύτην, ἂν εἶναι διατεθειμένος νὰ ἐγκρίνῃ τὸ τοιοῦτο ψήφισμα τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου Πατρέων. Τοῦτο εἶναι ἀναγκαῖον, διότι κατὰ τὴν γνώμην τῶν συμπολιτῶν μου, ἐὰν ἐνδειχθῇ καὶ σήμερον ἀκόμη, ὅτι ἀπὸ μέρους τῆς Κυβερνήσεως δὲν ὑπάρχει ἀντίρρησις ἐπ’ αὐτοῦ, θέλει ἐξασφαλισθῆ ἡ ὑπεσχημένη συνδρομὴ τῆς Γαλλικῆς Κυβερνήσεως. Καὶ περὶ τούτου μὲν ἀρκετά. Μᾶς ἀπασχολεῖ ὅμως τὸ ἄλλο σχετικὸν ζήτημα, τὸ ζήτημα δηλονότι τῆς ἀναγνωρίσεως ἢ μὴ τῶν συσταθεισῶν ὑπὸ τοῦ πρώην ἐπὶ τῆς Παιδείας Ὑπουργοῦ, τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Κυθήρων Βουλευτοῦ, ἐνταῦθά τε καὶ ἐν Πάτραις Ἐμπορικῶν Σχολῶν, ὑφισταμένων δὲ καὶ λειτουργουσῶν ἔτι. Ἐγὼ δὲν νομίζω, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ γένηται σοβαρὰ συζήτησις περὶ τῶν ὑποχρεώσεων, ἃς ἔχει τὸ Κράτος καὶ ἀπέναντι τῶν ἀνθρώπων, οἵτινες συνεισήνεγκον τὰς ὑπηρεσίας των, καὶ ἀπέναντι τῶν μαθητῶν, οἵτινες ἐφοίτησαν ἐν ταῖς Σχολαῖς, ἔστω καὶ ἂν αὗται παρανόμως συνέστησαν. Διότι τί εἶναι ὁ Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας; ὑπάλληλος τοῦ Κράτους. Τίς ἐγκατέστησεν αὐτὸν εἰς τὰ καθήκοντά του; Τὸ Κράτος. Τοῦτο λοιπὸν ἔχει τὴν ὑποχρέωσιν, πρὸ πάντων τὴν ἠθικὴν ὑποχρέωσιν, νὰ ἀναγνωρίσῃ τὰς πράξεις ἑνὸς ὑπαλλήλου αὐτοῦ, ὅταν μάλιστα ἐξ αὐτῶν πρόκειται νὰ ζημιωθῶσιν ἄτομα, διότι τοῦτο προέστησεν αὐτὸν εἰς τὰ καθήκοντά του, ἐν τῇ ἐνασκήσει τῶν ὁποίων προέβη εἰς πράξεις ζημιούσας ἄλλους. Δὲν πρέπει δὲ νὰ ἀξιῶμεν, ὅπως ὅλοι αὐτοί, οἵτινες ἀντλοῦσι δικαιώματα ἐκ τῆς τοιαύτης ἐνεργείας τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Παιδείας, κατασταθῶσιν ἀντίδικοι αὐτοῦ, ὡς ἤκουσά τινα λέγοντα, διότι τοῦτο καὶ ἀναξιοπρεπὲς καὶ ἄδικον εἶναι, τοσοῦτο μᾶλλον, καθόσον ἐνδέχεται νὰ συμβῇ, ὥστε ὁ ἀντίδικος αὐτῶν νὰ μὴ ἦναι ἀξιόχρεως, μολονότι τοιοῦτό τι δὲν δύναται νὰ λεχθῇ περὶ τοῦ κ. Στάη, οὗ ἡ οἰκονομικὴ ἐπάρκεια εἶναι ὄντως ἀναμφισβήτητος. Ἐπαναλαμβάνω λοιπόν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις εἶναι ὑποχρεωμένη νὰ ἀναγνωρίσῃ τὰς πράξεις ἑνὸς Ὑπουργοῦ, ἐφ’ ὅσον διὰ τῆς μὴ ἀναγνωρίσεως αὐτῶν πρόκειται, καθ’ οἱονδήποτε τρόπον, νὰ ζημιωθῶσιν ἄλλοι, νὰ προβῇ δέ, ἂν νομίζῃ ὅτι ὑπάρχει περίπτωσις, εἰς τὴν καταδίωξιν τοῦ παραβάντος τὸ Σύνταγμα Ὑπουργοῦ. Τοῦτο εἶναι ὑπόχρεως νὰ πράξῃ, ἵνα μὴ φανῇ ἄδικος, ἀρνουμένη πρὸς ἀνθρώπους ὑπηρετήσαντας τὴν Πολιτείαν τὸν μισθὸν παρασχεθείσης ἐργασίας.
§75Π. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ὀλίγα τινὰ ὀφείλω ν’ ἀποκριθῶ πρὸς τὸν ἀξιότιμον ἐκ Πατρῶν συνάδελφον, τὸν πρῶτον μετ’ ἐμὲ ἀγορεύσαντα· ὁ κ. ἐκ Πατρῶν συνάδελφος παρενόησεν ὅσα εἶπον καὶ τὰ ἔστρεψε κατ’ ἐμοῦ καὶ μοὶ ἀπέδωκε κατηγορίαν διπλῆν, τὸ μὲν ὅτι ἐτάχθην ὑπὲρ τῆς κλασσικῆς παιδεύσεως καὶ κατὰ τῆς πρακτικῆς, τὸ δὲ ὅτι εἶπον τοὺς Πατρεῖς μαθητὰς τῆς Ἐμπορικῆς Σχολῆς δραπέτας καὶ φυγάδας τῶν Γυμνασίων. Διὰ τὴν πρώτην κατηγορίαν ἤγειρε Φιλιππικὸν ὅλον κατὰ τῆς κλασσικῆς παιδεύσεως, ὡς ἀποστεούσης τὸν ἐγκέφαλον τῶν παιδευομένων. Ἀλλ’ ὁ κ. Γούναρης δι’ ὅσων εἶπε διέψευσεν αὐτὸς ἑαυτόν, διότι παρουσιάσθη μὲ ἐγκέφαλον ὄχι ἀπωστεωμένον, ἀλλὰ μᾶλλον αἰθέριον καὶ θεωρητικόν, εἰπὼν θεωρίας καὶ μόνον θεωρίας καὶ οὐδόλως εἰς τὸ πρακτικὸν κατελθών. Τίνας γνώμας ἔχω περὶ κλασσικῆς καὶ πρακτικῆς παιδεύσεως ἐξεδήλωσα ἄλλοτε, καὶ πάλιν θὰ ἐκδηλώσω, ἐὰν παραστῇ εὐκαιρία ἢ ἀνάγκη, ὁπότε θὰ μάθῃ ὁ κ. Γούναρης, τίνες αἱ γνῶμαί μου καὶ ἂν εἶναι ὀρθαί. Ὡς πρὸς τὸ δεύτερον, ἐγὼ δὲν κατηγόρησα τοὺς Πατρεῖς μαθητὰς τῆς Ἐμπορικῆς Σχολῆς ὡς φυγάδας τῶν Γυμνασίων, ἀλλ’ εἶπον ὅσα εἶπον, ἀποβλέπων εἰς τὰς ἐν Ἀθήναις τοιαύτας Σχολὰς, εἰς ἃς προσφεύγουσι καὶ ἀθροίζονται ὅσοι δὲν προκόπτουσιν ἐν τῇ κλασσικῇ παιδεύσει εἴτε ἐξ ἰδίας εἴτε ἐξ ἄλλης ὑπαιτιότητος. Δι’ ὅσων εἶπον ἔψεξα μόνον τὸν τρόπον τῆς ἱδρύσεως τῆς Ἐμπορικῆς Σχολῆς, καὶ ἰσχυρίσθην καὶ ἐμμένω εἰς τὴν γνώμην αὐτὴν, ὅτι καὶ αὕτη καὶ πᾶσα ἄλλη Σχολὴ πρέπει νὰ ἱδρύωνται μετὰ μελέτην καὶ διὰ νόμου, πᾶσα ἄλλη εἶναι ὀλεθρία καὶ ἐπιπόλαιος, ἀποβλέπουσα μόνον εἰς τὸ ἐξωτερικὸν καὶ τὸν τύπον καὶ οὐχὶ εἰς τὴν οὐσίαν. Ἔχομεν Ἐμπορικὰς Σχολὰς, ἀλλ’ εἶναι ἀληθῶς τοιαῦται; Τίνες αἱ βάσεις τούτων; πῶς λειτουργοῦσι; τίνες διδάσκουσι; τίνα τὰ διδασκόμενα μαθήματα; τίνα τὰ προσόντα τῶν μαθητῶν καὶ τίνα τ’ ἀποτελέσματα τῶν δαπανῶν; Τοῦτο ἔψεξα, καὶ ἐκάκισα τὴν ἵδρυσιν τῆς Σχολῆς, ὡς ἐγένετο. Ὅταν δὲ περὶ Γυμνασίων καὶ κλασσικῆς παιδεύσεως θὰ γείνῃ λόγος, ἐὰν γείνῃ, θὰ μὲ εὕρῃ ὁ κ. Γούναρης ὑπερθεματίζοντα, ἀλλ’ ὄχι διὰ τὸν ῥηθέντα ὑπ’ αὐτοῦ λόγον, ὅτι ἐν τῇ κλασσικῇ παιδεύσει ἀποστεοῦται ὁ ἐγκέφαλος τῶν παίδων, ἀλλὰ διὰ λόγον ἄλλον, τὸν ὁποῖον ὑπέδειξεν, ἀλλὰ δὲν ἀπέδειξε. Τὰ ὀλίγα ταῦτα ὤφειλον ν’ ἀπαντήσω πρὸς τὸν ἀδικήσαντά με τόσον κύριον ἐκ Πατρῶν συνάδελφον.
§76Ι. Κ. ΚΑΛΑΝΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁμολογῶ, κύριε Πρόεδρε, ὅτι ἐκ τῆς σπουδῆς, μετὰ τῆς ὁποίας ἤθελον νὰ ὑπομνήσω μίαν συμπληρωτικὴν πληροφορίαν πρὸς τὸν ἐκ Πατρῶν ἀξιότιμον συνάδελφον κ. Γούναρην, ἀναιροῦσαν τὴν γνώμην τοῦ ἐκ Μαντινείας ἀξιοτίμου συναδέλφου κ. Παπαναστασίου, ὅτι ἡ ἐν Πάτραις λειτουργία δύο Γυμνασίων χάριν μιᾶς καὶ μόνης ἐπαρχίας εἶναι δῆθεν πολυτέλεια, ὁμολογῶ, λέγω, ὅτι περιέπεσα εἰς τυπικήν τινα παράβασιν τοῦ Κανονισμοῦ. Ἔπρεπε νὰ κατέλθω ἐκ τοῦ Προεδρείου εἰς τὰ ἑδώλια, ἵνα ἐκεῖθεν ἀπευθύνω τὴν πληροφορίαν ταύτην...
§77ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ. Δὲν ἦτο τίποτε.
§78Ι. Κ. ΚΑΛΑΝΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Εὐχαριστῶ. Λοιπὸν ἡ πληροφορία αὕτη εἶναι, ὅτι τὰ δύο ἐν Πάτραις λειτουργοῦντα Γυμνάσια, ἐκτὸς τοῦ ὅτι εἶναι ὑπερπλήρη, ὑπὸ ἔποψιν ἀριθμοῦ μαθητῶν, συμφώνως πρὸς τὰ κεκανονισμένα, ἐξυπηρετοῦσι καὶ τὰ συμφέροντα ὄχι μόνον τῆς ἐπαρχίας τῶν Πατρῶν, ἀλλὰ καὶ πολλῶν ἄλλων ὁμόρων αὐτῇ ἐπαρχιῶν, μεταξὺ τῶν ὁποίων συγκαταλέγεται καὶ ἡ ἐπαρχία Ναυπακτίας. Συνεπῶς καταλήγω εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι ἡ γνώμη τοῦ ἐκ Μαντινείας ἀξιοτίμου συναδέλφου εἶναι πεπλανημένη, καὶ ὅτι ὄχι μόνον ἡ ὕπαρξις αὐτῶν τῶν δύο Γυμνασίων εἶναι ἀπαραίτητος, ἀλλὰ καὶ ἡ διατήρησις τῆς Ἐμπορικῆς Σχολῆς ἐν Πάτραις, δι’ οὓς λόγους ἐπαρκέστατα καὶ λίαν εὐφραδῶς ἀνέπτυξεν ὁ ἐκ Πατρῶν ἀξιότιμος Βουλευτής, εἶναι ἐπιβεβλημένη, καὶ δὴ ὑπὸ τῆς παρούσης Κυβερνήσεως, ἥτις εὐτυχῶς μεταξὺ τῶν ἄλλων προοδευτικῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα περιλαμβάνονται εἰς τὸ πολιτικὸν πρόγραμμα αὐτῆς, κατέταξε καὶ τὴν ἵδρυσιν Ἐμπορικῶν Σχολῶν, τὰ μέγιστα συντελεστικῶν πρὸς ἐνίσχυσιν τῆς ὑλικῆς καὶ ἠθικῆς εὐημερίας τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ.
§79Α. ΜΟΝΟΚΡΟΥΣΟΣ. Ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ, εἰς τὴν ὁποίαν ἀνήκω, πάντοτε ὑπῆρξε Γυμνάσιον ὑποστηριζόμενον καὶ ὑπὸ τοῦ Δημοσίου μὲ 12–13 χιλιάδας δραχμῶν κατ’ ἔτος. Βεβαίως τὸ Δημόσιον ὄχι μόνον τὸ ποσὸν αὐτὸ, ἀλλὰ καὶ πολὺ μεγαλείτερον ἠδύνατο νὰ συνεισφέρῃ διὰ τὸ Γυμνάσιον ἐκεῖνο, διότι ἡ ἐπαρχία Πάλλης ἀρκετοὺς φόρους εἰσφέρει εἰς τὸ Δημόσιον ἐκ τῶν προϊόντων αὐτῆς, οἴνου, σταφίδος, ἐξ ἧς παράγει περὶ τὰ 14 ἑκατομμύρια λίτρας, κλπ. Ἀλλὰ σήμερον τί συμβαίνει, κύριοι Βουλευταί; Ὅτε ἦτο Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας ὁ κ. Στάης, παρουσιάσθη ἐνώπιον αὐτοῦ ὁ κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Περίοδον ἀντιπρόσωπος τῆς ἐπαρχίας Πάλλης, καὶ τὸν ἠρώτησεν, ἂν δύναται νὰ ἱδρυθῇ Ἐμπορικὴ Σχολὴ ἐν Ληξουρίῳ. Ὁ κ. Στάης, ἀντὶ ν’ ἀπαντήσῃ εἰς αὐτὸν, ὅτι δὲν ἐπιτρέπει ὁ νόμος τὴν διὰ Β. Διατάγματος ἵδρυσιν τῆς Σχολῆς, ἀλλ’ ἀπαιτεῖται νόμος παρὰ τῆς Βουλῆς, συνῄνεσε, καὶ ὁ Βουλευτὴς ἐκεῖνος ἐξαπατηθεὶς παρεδέχθη νὰ ἱδρυθῇ Ἐμπορικὴ Σχολὴ ἐν Ληξουρίῳ, καὶ ἀντὶ τοῦ ἐκ 13,000 δραχμῶν βοηθήματος τοῦ Δημοσίου δίδονται μόνον 8,000 δραχμαί. Δηλαδὴ ἠλάττωσεν ὁ κ. Στάης τὸ βοήθημα τοῦ Δημοσίου κατὰ 4,000 δραχμὰς, ἀδικήσας τὴν ἐπαρχίαν ἐκείνην, ἡ ὁποία ἐπιβαρύνεται μὲ τόσους φόρους, τοὺς ὁποίους συνεισφέρει εἰς τὸ Δημόσιον. Βλέπω δὲ σήμερον ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ἐλάττωσιν κατὰ 2,000 δραχμὰς τοῦ βοηθήματος ἐκείνου, ἀλλὰ τοῦτο δὲν μοὶ κάμνει ἐντύπωσιν, διότι ἔχω πεποίθησιν εἰς τὸν σεβαστὸν Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι, ὅταν ἐξετάσῃ, ποῖα εἶναι τὰ προϊόντα καὶ οἱ φόροι τῆς ἐπαρχίας Πάλλης, καὶ ὅταν ἐξετάσῃ τὴν κατάστασιν ἐκεῖ, βεβαίως θὰ αὐξήσῃ τὸ βοήθημα· ἀλλ’ ὅμως ἡ ἁμαρτία μένει εἰς τὸν Ὑπουργὸν ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος διέπραξεν αὐτὸ τὸ ἀδίκημα εἰς τὴν ἐπαρχίαν Πάλλης.
§80Κ. ΓΕΡΑΚΗΣ. Κύριοι Βουλευταὶ, καλὸν βεβαίως εἶναι ἀσχολώμεθα εἰς συζητήσεις ἀφορώσας τὰ τῶν ἐσωτερικῶν τοῦ Κράτους, ἀλλὰ δὲν πρέπει νὰ περιοριζώμεθα εἰς συζητήσεις μόνον τοιαύτας, αἱ ὁποῖαι ἀποβλέπουσιν εἰς τὴν διοίκησιν, τὴν παιδείαν, τὰ οἰκονομικὰ, τὸν στρατὸν καὶ τὰς διαφόρους ἄλλας τοῦ Κράτους ὑπηρεσίας, ἀλλ’ ὀφείλομεν νὰ ῥίψωμεν ἓν βλέμμα καὶ εἰς τὰς ξένας ἐκείνας χώρας, εἰς τὰς ὁποίας καθ’ ἡμέραν μεταβαίνουσιν ἐκεῖνοι, οἵτινες ἀναγκάζονται νὰ ἐγκαταλείπωσι τὴν πατρίδα, διὰ νὰ εὕρωσι πόρους ζωῆς πρὸς συντήρησιν ἑαυτῶν καὶ τῶν οἰκογενειῶν των. Ἐὰν ὑπάρχῃ, Κύριοι, μέρος τῆς γῆς, ἐν ᾧ ἔδρασε καὶ δρᾷ ὁ Ἑλληνισμὸς, καὶ ἐν τῷ ὁποίῳ βιοῦσι χιλιάδες Ἑλλήνων, εἶναι ἡ χώρα τῆς Αἰγύπτου. Εἰς τὴν πλουσίαν ταύτην χώραν χιλιάδες Ἑλλήνων εὑρίσκονται, μετερχόμενοι διάφορα ἐπαγγέλματα, καὶ κυρίως τὸ τῆς σιγαροποιΐας, εἰς χεῖρας τῶν ὁποίων εὑρίσκεται ἡ βιομηχανία αὕτη. Ἐκ τῆς σιγαροποιΐας ἰδίως τρέφονται χιλιάδες τῶν ἐκεῖ Ἑλλήνων ἐργατῶν. Ἀλλὰ μεταξὺ τῶν ἐργοστασιαρχῶν καὶ τῶν ἐργατῶν ἀνεφύη πρὸ πολλοῦ ζήτημά τι, ἀλλὰ τῇ δραστηρίᾳ ἐνεργείᾳ τῶν τότε διπλωματικῶν πρακτόρων καὶ προξένων ἐλύθη ὑπὲρ τῶν ἐργατῶν, καὶ οὕτω δὲν διεκινδύνευσαν τὰ συμφέροντα αὐτῶν, οὐδὲ τὰ συμφέροντα τοῦ ἐλευθέρου Κράτους. Ἐσχάτως ὅμως ἀνεφάνη καὶ αὖθις τὸ ζήτημα τοῦτο· τοιαύτη δ’ εἶναι ἡ στενοχωρία, τὴν ὁποίαν τινὲς τῶν ἐργοστασιαρχῶν προξενοῦσιν ἐπὶ τῶν ἐργατῶν, ὥστε οἱ τελευταῖοι οὗτοι εὑρίσκονται εἰς θέσιν σήμερον νὰ ἀπεργήσουν, διὰ τοῦτο δὲ ἐπιδιώκουσί τινες τῶν ἐργοστασιαρχῶν, ὅπως ἀντικαταστήσωσιν αὐτοὺς δι’ ἰθαγενῶν, οἵτινες ζητοῦσιν ἀμοιβὴν ὀλιγωτέραν. Ὑπάρχει ὅμως σύμβασις μεταξὺ τῶν ἐργατῶν καὶ τῶν ἐργοστασιαρχῶν, καθ’ ἣν οὗτοι δὲν δύνανται ν’ ἀποπέμψωσιν αὐτοὺς καὶ ἐγκαταλίπωσιν εἰς τὰς ὁδούς. Οἱ δυστυχεῖς οὗτοι ἀπηυθύνθησαν δι’ ἀναφορᾶς των πρὸς τὸν διπλωματικὸν πράκτορα τῆς Ἑλλάδος κ. Γεννάδην, καὶ ζητοῦσιν, ὅπως τῇ μεσολαβήσει τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως λυθῇ τὸ ζήτημα ἐπιτυχῶς, ὡς καὶ ἄλλοτε ἐλύθη, χάρις εἰς τὴν διορατικότητα καὶ δραστηρίαν καὶ δεξιὰν διαχείρισιν τοῦ ζητήματος ὑπὸ τῶν τότε διπλωματικῶν πρακτόρων κ.κ. Σκωτίδου καὶ Γρυπάρη. Οὐδεμίαν ἀμφιβολίαν ἔχω, ὅτι ὁ νῦν διπλωματικὸς πράκτωρ κύριος Γεννάδης θέλει ἐργασθῆ δραστηρίως πρὸς λύσιν ἐπιτυχῆ τοῦ ζητήματος τούτου, καὶ θέλει προσπαθήσει νὰ κατορθώσῃ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον κατώρθωσαν οἱ προκάτοχοί του. Παρεκλήθην ὅμως δι’ ἐπιστολῆς νὰ ὑψώσω φωνὴν ἐν τῷ περιβόλῳ τούτῳ ὑπὲρ τῶν εἰρημένων ἐργατῶν· μοὶ ἀπεστάλη δὲ συνάμα καὶ φύλλον τῆς ἐν Καΐρῳ ἐκδιδομένης ἐφημερίδος «Κάϊρον», εἰς τὸ ὁποῖον ἐδημοσιεύθη ἡ ἀναφορὰ αὕτη, φέρουσα τὴν ὑπογραφὴν τοῦ προέδρου τοῦ διεθνοῦς σωματείου τῶν σιγαροποιῶν, καὶ συνεπῶς εἶχον καθῆκον νὰ λάβω τὸν λόγον καὶ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅστις δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι δραστηρίως θέλει ἐνεργήσει, ὅπως τὸ ζήτημα λυθῇ ἐπιτυχῶς.
§81Ν. ΜΑΡΚΕΤΗΣ. Παρακαλῶ τὸν ἀξιότιμον κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸν νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, τίνα μέτρα ἔλαβεν, ἢ προτίθεται νὰ λάβῃ, πρὸς θεραπείαν τῶν ἐκνόμων ἀποτελεσμάτων τῶν προελθόντων ἐκ τῆς παρανόμου ἀπολύσεως δι’ ὑπουργικῆς ἀποφάσεως ἀπὸ 16 Ἰανουαρίου ἐ. ἔ. τοῦ ἀρχειοφύλακος Κερκύρας καὶ ἐκ τοῦ παρανόμου διορισμοῦ, δι’ ὑπουργικῆς ἐπίσης ἀποφάσεως, ἑτέρου εἰς τὴν θέσιν αὐτοῦ. Ὁ ἀρχειοφύλαξ ἔχει βαθμὸν ὑπουργικοῦ γραμματέως, καὶ ἑπομένως μόνον διὰ Βασιλικοῦ Διατάγματος διορίζεται καὶ ἀπολύεται. Ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου κατενόησεν ἀμέσως τὸ πλημμελὲς τοῦ διορισμοῦ, καὶ ἀπέλυσε τὸν νεοδιορισθέντα δι’ ὑπουργικῆς πάλιν ἀποφάσεως τῆς 19 Φεβρουαρίου. Ἀλλὰ μετὰ τὴν ἀνάκλησιν ταύτην, καὶ μετὰ τὴν ἀπομάκρυνσιν τοῦ πρώην ἀρχειοφύλακος ἐκ τῆς ὑπηρεσίας, δὲν ἀγνοεῖ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅτι ἐπέρχονται καὶ νομικὰ ἀποτελέσματα· διότι ἐν τῷ Ἀρχειοφυλακείῳ Κερκύρας, ἐκτὸς τῶν πολλῶν κειμηλίων καὶ ἄλλων ἐγγράφων, τηροῦνται καὶ ὅλοι οἱ τίτλοι τῆς ἰδιοκτησίας τῆς νήσου καὶ ὅλαι αἱ ληξιαρχικαὶ πράξεις. Ἐν τῷ χρονικῷ τούτῳ διαστήματι ὁ παρανόμως διορισθεὶς ἀρχειοφύλαξ ἐξέδωκεν ἀντίγραφα καὶ ἄλλα ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα πάντοτε καὶ καθ’ ἡμέραν ζητοῦνται παρ’ αὐτοῦ, ὅπως προσκομισθῶσιν ἐνώπιον τῶν Δικαστηρίων τῶν τε ἐν Ἑλλάδι, ὡς καὶ τῶν ἐν τῷ ἐξωτερικῷ, ὁσάκις συμβαίνῃ νὰ δικάζωνται Κερκυραῖοι ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ. Δὲν ἀμφιβάλλω ποσῶς, ὅτι ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, ἀναλογισθεὶς ὁποῖαι ἐνδεχόμεναι ζημίαι ἐπέρχονται εἰς ἰδιώτας, καὶ ὁποίας εὐθύνας ἐνδεχόμενον νὰ ὑπέχῃ τὸ Δημόσιον, ἐμβριθῶς μελετᾷ τὸ ζήτημα καὶ τὸν τρόπον τῆς θεραπείας τῶν τοιούτων ἀποτελεσμάτων, δὲν ἀμφιβάλλω δέ, ὅτι τὸ ζήτημα ὑπέβαλε καὶ εἰς τὰς σκέψεις τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου. Ἀλλὰ, καίτοι ἔχω πλήρη τὴν πεποίθησιν περὶ τούτων, παρακαλῶ νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν περὶ τῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα ἔλαβεν, ὅπως καὶ ἡ Βουλὴ κρίνῃ περὶ τοῦ προσφόρου αὐτῶν. Παρακαλῶ δὲ τὸν κύριον Ὑπουργὸν νὰ σπεύσῃ εἰς τὴν θεραπείαν τοῦ ἀτόπου, πρὸς πρόληψιν ἀποτελεσμάτων, τὰ ὁποῖα δύνανται ν’ ἀποβῶσι λίαν ἐπιζήμια.
§82ΚΥΡ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἀληθῶς ἐκ λάθους τῆς ὑπηρεσίας ἀπελύθη δι’ ὑπουργικῆς διαταγῆς ὑπάλληλος ὑπαγόμενος εἰς εἰδικὸν νόμον, καὶ διωρίσθη ἕτερος δι’ ὑπουργικῆς διαταγῆς. Ἐπειδὴ ἐντεῦθεν ἐπῆλθεν ἀνωμαλία, ἐσκέφθην νὰ ὑποβάλω τὴν ὑπόθεσιν εἰς τὸ Νομικὸν Συμβούλιον, διὰ νὰ ἴδω, ἂν εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ τὸν ἐπαναφέρω διὰ Βασιλικοῦ Δατάγματος.
§83Ν. ΜΑΡΚΕΤΗΣ. Ὡς πρὸς τὰ ἀποτελέσματα, τί λέγετε; —διότι αὐτὸς ἔδωκεν ἀντίγραφα.
§84ΚΥΡ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ταῦτα πρέπει νὰ ἀκυρωθῶσι.
§85ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Τσαμαδὸς ἔχει τὸν λόγον.
§86Ν. ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Εἶναι γνωστὸν, ὅτι μόλις σήμερον κατωρθώθη νὰ συνέλθῃ τὸ τρίτον τμῆμα τῆς Βουλῆς πρὸς ἐκδίκασιν τῆς ἐκλογῆς Αἰγίνης· ἐπειδὴ δὲ σήμερον εἶναι ἡ τελευταία ἡμέρα, καθ’ ἣν ἔπρεπε νὰ κατατεθῇ ἡ ἔκθεσις, καὶ ἐπειδὴ ὑπεβλήθησαν πολλαὶ ἐνστάσεις, αἵτινες θ’ ἀπαιτήσωσι πολὺν χρόνον πρὸς ἐξέτασιν, θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν νὰ παράσχῃ προθεσμίαν τριῶν ἡμερῶν, ὅπως τὸ τμῆμα λάβῃ καιρὸν νὰ περατώσῃ τὴν ἐξέλεγξιν τῆς ἐκλογῆς.
§87ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν ἡ Βουλὴ δὲν ἤθελεν ἐγκρίνει τὴν χορήγησιν προθεσμίας τριῶν ἡμερῶν, ἐξ ἀνάγκης θὰ παραπέμψωμεν διὰ κλήρου τὴν ἐξέλεγξιν τῆς ἐκλογῆς εἰς ἕτερον τμῆμα, ὅτε πάλιν θὰ ἀπολέσωμεν χρόνον.
§88ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μέχρι τῆς Δευτέρας.
§89ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλεῖται τὸ τμῆμα νὰ φέρῃ τὴν ἔκθεσίν του τὴν προσεχῆ Δευτέραν. Τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν ἀπέστειλεν ὅλα τὰ πρακτικὰ τῆς ἐπαναληπτικῆς ἐκλογῆς ἐν τῷ δήμῳ Παμφίας τῆς ἐπαρχίας Τριχωνίας. Θέλουσι παραπεμφθῆ εἰς τὸ Αʹ τμῆμα τῆς Βουλῆς, τὸ ὁποῖον παρακαλεῖται νὰ συνέλθῃ αὔριον, τὴν δεκάτην ὥραν πρὸ μεσημβρίας, ὅπως ἐπιληφθῇ τῆς ἐξελέγξεως τῆς ἐκλογῆς.
§90Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν αἴτησιν τῆς χήρας Ἀγγελικῆς Θρασυβούλου Κ. Κανάρη, ἀντιπλοιάρχου τοῦ Β. Ναυτικοῦ, αἰτούσης, ὅπως τῇ ἀπονεμηθῇ σύνταξις. Ὁ Θρασύβουλος Κανάρης ἦτο ὁ τελευταῖος υἱὸς τοῦ ἀειμνήστου Κωνσταντίνου Κανάρη. Δὲν ἐπικαλοῦμαι ὑπὲρ αὐτῆς, κύριε Πρόεδρε, μόνον τὰς μεγάλας ὑπηρεσίας, τὰς ὁποίας προσήνεγκεν ὁ Κανάρης κατὰ τὸν ἱερὸν ἀγῶνα, δὲν ἐπικαλοῦμαι τὴν μεγάλην πενίαν τῆς οἰκογενείας, ἥτις νῦν ἀναγκάζεται νὰ προσφύγῃ εἰς τὴν φιλανθρωπίαν τῆς Βουλῆς, καὶ ἥτις ἀποτελεῖται ἐκ τῆς μητρὸς καὶ τεσσάρων τέκνων ἀνηλίκων, ἐνῷ λαμβάνει μόνον 90 δραχμὰς κατὰ μῆνα καὶ ἐνῷ στερεῖται πάσης ἄλλης περιουσίας. Θὰ ἐπικαλεσθῶ νῦν νόμον εἰδικὸν ὑπὲρ τῆς οἰκογενείας Κανάρη, ὅστις δίδει τὸ δικαίωμα καὶ εἰς αὐτὴν νὰ ζητήσῃ παρὰ τῆς Κυβερνήσεως καὶ παρὰ τῆς Βουλῆς νὰ ἐπεκτείνωσι καὶ ἐπ’ αὐτὴν τὴν αὐτὴν προστατευτικὴν διάθεσιν, τὴν ὁποίαν ἔδειξαν ἐπὶ ἄλλων μελῶν τῆς οἰκογενείας Κανάρη, εἰς τὰς αὐτὰς περιστάσεις εὑρεθέντων. Κατὰ τὸ 1877 ἐψηφίσθη νόμος, δι’ οὗ ἀπενεμήθη εἰς τὴν χήραν τοῦ ναυάρχου Κ. Κανάρη σύνταξις 600 δραχμῶν κατὰ μῆνα, συγχρόνως δὲ μηνιαία σύνταξις 100 δραχμῶν εἰς τὰς χήρας δύο τέκνων τοῦ μεγάλου ναυάρχου Κανάρη. Ὥρισεν ὁ νόμος αὐτὸς, ὅτι ἡ ἑκατοντάδραχμος αὕτη σύνταξις θὰ προστίθηται εἰς τὴν σύνταξιν, τὴν ὁποίαν λόγῳ τῶν βαθμῶν τῶν συζύγων αὐτῶν ἐλάμβανον αἱ χῆραι ἐκεῖναι. Συγχρόνως ὁ νόμος ἐκεῖνος ὥρισεν, ὅτι μετὰ τὸν θάνατον τῆς χήρας τοῦ ναυάρχου Κανάρη ἤθελε προστεθῆ εἰς τὴν σύνταξιν τῶν δύο χηρῶν τῶν δύο τέκνων αὐτοῦ, δηλαδὴ τῶν χηρῶν τοῦ Λυκούργου καὶ Ἀριστείδου Κανάρη, μηνιαία σύνταξις 100 δραχμῶν, ἑπομένως ἤθελεν ἀναβιβασθῆ τὸ ὅλον τῶν συντάξεων αὐτῶν ἀπὸ 100 δραχμῶν εἰς 200, πρὸς τῇ συντάξει, τὴν ὁποίαν, ὡς χῆραι τῶν συζύγων αὐτῶν ἐλάμβανον λόγῳ τοῦ βαθμοῦ τῶν συζύγων. Γνωστὸν εἶναι, ὅτι μετὰ τὸν θάνατον τοῦ υἱοῦ τοῦ Κωνσταντίνου Κανάρη ἀπενεμήθη διὰ νόμου ὑπὸ τῆς Βουλῆς σύνταξις 500 δραχμῶν εἰς τὴν χήραν τοῦ ἀποβιώσαντος Μιλτιάδου Κανάρη, ὑποναυάρχου, καὶ νομίζω ὅτι τοῦτο ἔλαβε χώραν κατὰ τὸ 1901, οὐδὲν δὲ τότε ἐγένετο ὑπὲρ τῆς χήρας τοῦ Θρασυβούλου Κανάρη, ὑπὲρ τῆς ὁποίας ἐν τούτοις συνηγοροῦσι τὰ αὐτὰ πατρικὰ δικαιώματα καὶ αἱ αὐταὶ ἀνάγκαι, συνηγορεῖ δ’ ἔτι πλέον ἡ μεγάλη πενία, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκεται ἡ οἰκογένεια αὐτῆς. Πιστεύω ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν θέλει εὕρει ἐπίσης δίκαιον, ὅπως ἐπεκταθῇ διὰ νόμου καὶ ἐπὶ τῆς οἰκογενείας τῆς αἰτούσης ἡ διάταξις, ἥτις κατ’ ἄλλον νόμον παρεῖχεν εἰς τὰς ἄλλας χήρας τέκνων τοῦ Κωνσταντίνου Κανάρη σύνταξιν μεγαλειτέραν ἐκείνης, τὴν ὁποίαν ὁ νόμος ὁρίζει. Πέποιθα δὲ, ὅτι καὶ ἡ Βουλὴ θὰ δεχθῇ καὶ θὰ θελήσῃ νὰ συστήσῃ πρὸς τὴν Κυβέρνησιν τὴν παροῦσαν αἴτησιν. Νομίζω, ὅτι οὐδεμία ἀντίρρησις θὰ προέλθῃ καὶ ἐμμέσως ἐκ μέρους ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι συνήθως, προβαλλομένης αἰτήσεως συντάξεως, ἐγείρονται καὶ ζητοῦσιν, εὐλόγως, —δὲν ἀντιλέγω— τὴν ἀπονομὴν συντάξεων καὶ πρὸς ἄλλας οἰκογενείας, αἱ ὁποῖαι ἐπίσης ἔχουσι δικαιώματα, καὶ δίκαιον καὶ φιλάνθρωπον εἶναι νὰ λάβωσι καὶ αὐταὶ τοιαύτας, ἀλλὰ τοιουτοτρόπως οὐδὲν ἕτερον κατορθοῦσιν ἢ νὰ γείνωσι παραίτιοι, οὔτε εἰς αὐτὴν, περὶ ἧς πρόκειται, ἀλλ’ οὔτε πρὸς τὰς ὑπὲρ ὧν συνηγοροῦσι ν’ ἀπονεμηθῇ σύνταξις, διότι πρόδηλον, ὅτι οὔτε ἡ Κυβέρνησις οὔτε ἡ Βουλὴ ἔχουσι τὴν διάθεσιν νὰ ἀπονέμωσι διὰ μιᾶς ὅλας τὰς συντάξεις, ὅσαι ζητοῦνται. Ἂν εἴχομεν τὴν ὑπομονὴν νὰ ἀναμείνωμεν βαθμηδὸν καὶ κατ’ ὀλίγον νὰ γίνεται ἡ ἀπονομὴ, εὐκολώτερον θὰ ἱκανοποιοῦντο αἱ ἀπαιτήσεις, ἐνῷ ἤδη μὲ τὸ σύστημα τῆς ἀθρόας ἀπονομῆς οὐδὲν ἀπολύτως γίνεται, οὔτε θὰ γείνῃ, οὔτε εἶναι δυνατὸν νὰ γείνῃ. Εὔκολον νὰ γίνηται τὸ κακὸν, ἀλλ’ οὐδεμία ἐκ τούτου ὠφέλεια.
§91Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Εἶπε τόσα ὁ κ. συνάδελφος, ὥστε δὲν μένει εἰς ἐμὲ τίποτε νὰ προσθέσω, παρὰ μόνον νὰ ἑνώσω τὴν παράκλησίν μου πρὸς τὴν τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Μεσολογγίου βουλευτοῦ κ. Δεληγεώργη, διότι νομίζω ὅτι τὸ πρᾶγμα καὶ δίκαιον εἶναι καὶ πρέπον.
§92Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Καὶ ὁ νόμος τῆς ἰσότητος συνηγορεῖ.
§93ΔΙΟΝ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, εἶχον παρακαλέσει χθὲς τὸ Γραφεῖον τῆς Βουλῆς νὰ συγκαλέσῃ τὰ μέλη τῆς Σταφιδικῆς Ἐπιτροπῆς δι’ αὔριον τὴν 10ην ὥραν πρὸ μεσημβρίας. Ἐπειδὴ ὅμως φοβοῦμαι μήπως δὲν εἰδοποιηθῶσιν ἐγκαίρως ἅπαντα τὰ μέλη, τὰ συνιστῶντα τὴν ἐπιτροπὴν, παρακαλῶ τοὺς ἀξιοτίμους τούτους συναδέλφους νὰ προσέλθωσι πρὸς συνεδρίασιν αὔριον τὴν 10ην ὥραν.
§94ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλω ἀποστείλει καὶ ἰδιαιτέραν πρόσκλησιν εἰς τὰ μέλη τῆς ἐπιτροπῆς, ὅπως συνέλθωσι τὴν 10ην ὥραν αὔριον.
§95Ν. ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Εἰς τὰς 10 ἔχει ὁρίσει νὰ συνέλθῃ καὶ τὸ Γʹ τμῆμα τῆς Βουλῆς πρὸς συζήτησιν τῆς ἐκλογῆς Αἰγίνης.
§96ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τότε ἂς συνέλθῃ ἡ Σταφιδικὴ Ἐπιτροπὴ εἰς τὰς 11.
§97ΔΙΟΝ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Δὲν θὰ ἐπαρκέσῃ μία ὥρα, κύριε Πρόεδρε. Ἂς προσέλθωσιν εἰς τὰς 10½.
§98ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλά. Ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἐκ Μεσολογγίου ὑπέβαλεν αἴτησιν τῆς Ἀγγελικῆς χήρας Θρασυβούλου Κ. Κανάρη, ἐζήτησε δὲ νὰ συστήσῃ τὴν αἴτησιν ταύτην ἡ Βουλὴ πρὸς τὴν Κυβέρνησιν.
§99ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἑκατέρωθεν). Μάλιστα, μάλιστα.
§100ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἀποσταλῇ εἰς τὸν ἁρμόδιον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν μετὰ μνείας τῆς συστάσεως τῆς Βουλῆς. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§101Γ. ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Ἐπὶ τῆς ἡμερησίας διατάξεως ἔχω τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε. Παρακαλῶ νὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλή, ἂν συναινεῖ νὰ προταχθῶσι τὰ στρατιωτικὰ νομοσχέδια. Θεωρῶ δὲ περιττὸν νὰ προσθέσω τι πρὸς ὑποστήριξιν τῆς προτάσεώς μου, μεθ’ ὅσα κατὰ τὰς ἡμέρας ταύτας ἐρρήθησαν ἐνταῦθα.
§102Ν. ΓΟΥΛΙΜΗΣ. Κύριοι Βουλευταὶ, ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς εἶχεν εἰπεῖ, ὅτι μετὰ τὸ παράδειγμα, τὸ ὁποῖον τῷ ἔδωκεν ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, εἶναι ἀνάγκη νὰ ἀρθῇ ὀλίγον ὁ πέπλος ὁ καλύπτων τὰ στρατιωτικά. Νομίζω ὅτι εἶναι καιρὸς, οὐχὶ νὰ ἀρθῇ ὀλίγον ὁ πέπλος, ἀλλὰ νὰ ἀναπετασθῇ ὁλόκληρος ἡ αὐλαία...
§103ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εὑρισκόμεθα ἐντὸς τοῦ θέματος.
§104Ν. ΓΟΥΛΙΜΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, μοὶ ἀπαγορεύετε τὴν ἐλευθερίαν τοῦ λόγου! Δὲν γνωρίζετε ἀκόμη περὶ τίνος θὰ ὁμιλήσω.
§105ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσέρχεσθε εἰς ἀναπτύξεις περὶ ἀντικειμένου, διὰ τὸ ὁποῖον δὲν ἀπεφάσισεν ἀκόμη ἡ Βουλή, ἂν θὰ συζητήσῃ ἢ ὄχι.
§106Ν. ΓΟΥΛΙΜΗΣ. Ἐγὼ διὰ τῆς ὁμιλίας μου θὰ φθάσω εἰς τὸ συμπέρασμα, νὰ προτείνω νὰ μὴ προταχθῶσι τὰ νομοσχέδια αὐτά. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι πρέπει νὰ ἀναπτύξω εἰς τὴν Βουλὴν τὰ περὶ τῆς καταστάσεως τοῦ στρατεύματος. Ἀλλὰ πρὶν εἰσέλθω εἰς τὰ ἀφορῶντα τὴν κατάστασιν τοῦ ἡμετέρου στρατεύματος, καὶ ἂν μοὶ ἐπιτρέψῃ ἡ Βουλή, — διότι δὲν θὰ εἴπω πολλά, τὰ ὀλίγα δὲ, τὰ ὁποῖα θὰ εἴπω, ἴσως τινὲς ἀγνοοῦσι, — φρονῶ ὅτι εἶναι ἐπάναγκες νὰ ἄρξωμαι καθιστῶν γνωστὴν εἰς τὴν Βουλὴν τὴν κατάστασιν τῶν στρατιωτικῶν πραγμάτων, τὴν ὑπάρχουσαν εἰς τὰ Βαλκανικὰ Κράτη· διότι, διὰ νὰ ἐννοήσωμεν τὰ περὶ τῆς καταστάσεως τοῦ ἡμετέρου στρατοῦ, πρέπει νὰ γνωρίζωμεν τὴν κατάστασιν τῶν στρατιωτικῶν πραγμάτων τῶν Κρατῶν ἐκείνων μόνον, πρὸς τὰ ὁποῖα ἡ Ἑλλὰς εἶναι ἴσως πιθανὸν νὰ εὑρεθῇ εἰς θέσιν ν’ ἀντιμετωπισθῇ καὶ εἰς τὸ μέλλον, ὅπως ἀντεμετωπίσθη καὶ εἰς τὸ παρελθόν. Ἄρχομαι ἀπὸ τῆς Σερβίας, ἡ ὁποία ἔχει σχεδὸν τὸν αὐτὸν πληθυσμὸν μὲ τὴν Ἑλλάδα...
§107ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ, κύριε συνάδελφε, βεβαίως δὲν εἶσθε ἐντὸς τοῦ θέματος.
§108Ν. ΓΟΥΛΙΜΗΣ. Ἐντὸς τοῦ θέματος ὁμιλῶ.
§109ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ζητήσω τὴν γνώμην τῆς Βουλῆς.
§110Ν. ΓΟΥΛΙΜΗΣ. Δὲν ὑπάρχει ἀνάγκη νὰ ζητηθῇ ἡ γνώμη τῆς Βουλῆς. Διαμαρτύρομαι καὶ κατέρχομαι τοῦ βήματος. Αὐτὸ εἶναι καθαρὰ ἀπαγόρευσις τῆς ἐλευθερίας τοῦ λόγου!
§111ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν σᾶς ἀφαιρεῖται ὁ λόγος, ἀλλ’ ὑμεῖς ἠρχίσατε ὁμιλοῦντες περὶ τῆς Σερβίας, καὶ θὰ φθάσητε εἰς τὴν Ὠκεανίαν! Οὔτε ἡ Σερβία οὔτε ἡ Ὠκεανία ἔχουν σχέσιν μὲ τὸν κανονισμὸν τῆς ἡμερησίας διατάξεως.
§112Ν. ΓΟΥΛΙΜΗΣ. Δὲν ἔχετε, κύριε Πρόεδρε, τὸ δικαίωμα νὰ μοὶ κανονίσητε ὑμεῖς τὸν λόγον. Κύριοι Βουλευταὶ, ἐγὼ δὲν συνηθίζω νὰ κωλυσιεργῶ, οὐδὲ ἀπασχολῶ ποτε τὴν Βουλήν. Σπανίως λαμβάνω τὸν λόγον, καὶ μόνον εἰς στρατιωτικὰ ζητήματα, ὅπου δύναμαι νὰ ἐκφέρω τὴν γνώμην μου, καὶ ἑπομένως δὲν ἔχω δώσει ἀποδείξεις εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι θέλω νὰ καταχρασθῶ τῆς καλωσύνης της.
§113Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχομεν στρατιωτικὸν ζήτημα τώρα;
§114Ν. ΓΟΥΛΙΜΗΣ. Αὐτὸς ὁ τρόπος τοῦ περιορισμοῦ τοῦ λόγου δὲν ἔπρεπε νὰ ἀκουσθῇ ἀπὸ τὴν Βουλήν, καὶ μάλιστα ἀπὸ τὴν πτέρυγα ἐκείνην, ἡ ὁποία τοσάκις ὡμίλησε περὶ τῶν θεσμῶν.
§115ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίστε, κύριε Βουλευτά, νὰ ὁμιλήσητε περὶ τῆς Σερβίας, προκειμένου περὶ τῆς μεταβολῆς τῆς ἡμερησίας διατάξεως! Σᾶς παρακαλῶ, ὁρίστε.
§116Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Παρεξήγησις, νομίζω, συμβαίνει, κύριε Βουλευτά.
§117ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐὰν νομίζητε, ὅτι εἶσθε ἐντὸς τῶν διατάξεων τοῦ Κανονισμοῦ, ἐξακολουθήσατε· διότι σεῖς θὰ κρίνητε περὶ αὐτοῦ.
§118Ν. ΓΟΥΛΙΜΗΣ. Ἐγὼ βεβαιῶ, ὅτι εἶμαι ἐντὸς τῶν διατάξεων τοῦ Κανονισμοῦ, διότι ἔχω εἰς τὸν νοῦν μου ποῦ θὰ καταλήξω.
§119ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίστε, νὰ ἴδωμεν ποῦ θὰ καταλήξητε.
§120Ν. ΓΟΥΛΙΜΗΣ. Ἡ Σερβία λοιπὸν, κ. Βουλευταὶ, ἔχει πληθυσμὸν περίπου ἴσον πρὸς τὸν τῆς Ἑλλάδος, καὶ ἐν τούτοις διατηρεῖ στρατὸν ἐκ 5 μεραρχιῶν, αἱ ὁποῖαι ἀποτελοῦνται ἀπὸ 5 ταξιαρχίας ἐν ἐνεργείᾳ καὶ ἀπὸ 5 ταξιαρχίας τῆς ἐφεδρείας, ἐν ὅλῳ 60 τάγματα πεζικοῦ, ἀπὸ μίαν μεραρχίαν ἱππικοῦ ἐξ 20 ἰλῶν, καὶ ἀπὸ 5 συντάγματα πυροβολικοῦ ἐξ 9 πυροβολαρχιῶν τῶν 8 ἑκατοστομέτρων, ἤτοι ἐν ὅλῳ ἀπὸ 40 πυροβολαρχίας· εἶναι δὲ ὡπλισμένος ὁ στρατὸς μὲ ὅπλα νέου συστήματος, ἐπαναληπτικὰ, τοῦ Μάουζερ, τῶν 7 χιλιοστομέτρων. Ἡ Βουλγαρία, ἡ ὁποία ἔχει πληθυσμὸν περίπου 4,000,000, ἤτοι κατὰ τὸ ἥμισυ μείζονα τοῦ ἰδικοῦ μας, ἔχει ἐν εἰρήνῃ 6 μεραρχίας, καὶ ἐν πολέμῳ συγκροτοῦνται ἕτεραι 6 μεραρχίαι, ὥστε ἀποτελοῦνται 12 μεραρχίαι· ἔχει ἐν εἰρήνῃ 24 συντάγματα πεζικοῦ καὶ στελέχη δι’ 24 συντάγματα ἐφεδρείας.
§121ΛΟΥΚΑΣ ΜΠΕΛΛΟΣ. Κύριε Βουλευτὰ, μίαν ἐρώτησιν, παρακαλῶ.
§122ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σᾶς παρακαλῶ, μὴ κάμνετε ἐρωτήσεις.
§123Λ. ΜΠΕΛΛΟΣ. Περὶ τῆς Σερβίας.
§124ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρόκειται πάντοτε περὶ ἑνὸς καὶ μόνου θέματος, περὶ τῆς μεταβολῆς τῆς ἡμερησίας διατάξεως.
§125Λ. ΜΠΕΛΛΟΣ. Τὸν ἀριθμὸν τοῦ στρατοῦ τῆς Σερβίας ἤθελον.
§126ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ.
§127Ν. ΓΟΥΛΙΜΗΣ. Ἔχει ὁπλισμὸν καὶ ἡ Βουλγαρία νέου συστήματος, συστήματος Μάνλιχερ, τῶν 8 χιλιοστομέτρων. Ἡ ἀρχικὴ ταχύτης τῶν ὅπλων τοῦ νέου συστήματος Μάνλιχερ εἶναι 620 μέτρα, καὶ τὸ μῆκος τῆς βολῆς των φθάνει μέχρι 2700 μέτρων περίπου. Ἔχει 6 συντάγματα πυροβολικοῦ, ἐξ 9 πυροβολαρχιῶν ἕκαστον, συστήματος Κροὺπ, τῶν 8 καὶ 7, καὶ ἓν σύνταγμα ὀρειβατικοῦ πυροβολικοῦ ἐξ 8 πυροβολαρχιῶν, ἤτοι 62 πυροβολαρχίας ἐν ὅλῳ, μίαν ταξιαρχίαν μηχανικοῦ καὶ 30 ἴλας ἱππικοῦ. Διατηρεῖ ἐν εἰρήνῃ 2,500 ἀξιωματικούς, 40,000 ἄνδρας καὶ 7,400 ἵππους. Ἡ Ρουμανία ἔχει 4 σώματα στρατοῦ, ἐκ 2 μεραρχιῶν ἕκαστον, καὶ μίαν μεραρχίαν τῆς Δοβρούτσας. Ὁ στρατὸς οὗτος ἀποτελεῖται ἐν εἰρήνῃ ἀπὸ 3,500 ἀξιωματικούς, 120,000 περίπου ἄνδρας, 21,000 ἵππους καὶ 384 πυροβόλα.
§128ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Βουλευτὰ, σᾶς παρακαλῶ, μὲ συγχωρεῖτε. Τὸ ἄρθρον 13 τοῦ Κανονισμοῦ ὁρίζει, ὅτι «ὁ Πρόεδρος δύναται νὰ ἀγορεύῃ κατὰ τὰς συζητήσεις, ἵνα ἐξηγήσῃ εἰς ποίαν στάσιν εὑρίσκεται τὸ ζήτημα, ἢ διὰ νὰ δώσῃ ἀναγκαίας πληροφορίας, ἢ διὰ νὰ ἐπαναγάγῃ τοὺς ἀγορεύοντας εἰς τὸ προκείμενον». Βεβαίως ὁ ὁπλισμὸς ὅλων τῶν Κρατῶν τῆς ὑφηλίου δὲν ἔχει καμμίαν σχέσιν μὲ τὴν μεταβολὴν τῆς ἡμερησίας διατάξεως. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀντίληψις τοῦ Προεδρείου. Σᾶς παρακαλῶ νὰ ἐπανέλθητε εἰς τὸ θέμα.
§129Ν. ΓΟΥΛΙΜΗΣ. Ἐγὼ ἔχω ἐναντίαν ἀντίληψιν.
§130ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κακὴν ἀντίληψιν ἔχετε.
§131Ν. ΓΟΥΛΙΜΗΣ. Ἐὰν δὲν ἠθέλετε μὲ διακόψει, ἤθελον τελειώσει.
§132ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σᾶς παρακαλῶ νὰ ἐπανέλθητε εἰς τὸ θέμα.
§133Ν. ΓΟΥΛΙΜΗΣ. Θὰ ἔλθω εἰς τὸ θέμα καθ’ ὃν τρόπον ἐγὼ νομίζω.
§134ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχετε μέγα λάθος, διότι τότε δὲν θὰ εἶχε λόγον ὑπάρξεως τὸ ἄρθρον 13 τοῦ Κανονισμοῦ.
§135Ν. ΓΟΥΛΙΜΗΣ. Τὸ ἄρθρον 13 τοῦ Κανονισμοῦ ὑπάρχει διὰ τοὺς ὁμιλοῦντας διὰ τὸ σταφιδικὸν ζήτημα, προκειμένου περὶ μεταβολῆς τῆς ἡμερησίας διατάξεως.
§136ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σᾶς ἐπαναφέρω εἰς τὸ θέμα. Σᾶς παρακαλῶ νὰ ὁμιλήσητε περὶ μεταβολῆς τῆς ἡμερησίας διατάξεως, οὐχὶ περὶ τῶν διαφόρων ὁπλισμῶν.
§137Ν. ΓΟΥΛΙΜΗΣ. Ἐγὼ ὁμιλῶ ἐναντίον τῆς προτάσεως περὶ μεταβολῆς τῆς ἡμερησίας διατάξεως, θὰ ὁμιλήσω δὲ κατὰ τὸν τρόπον, κατὰ τὸν ὁποῖον ἐγὼ θεωρῶ ἐπίκαιρον.
§138ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διὰ τοὺς λογικοὺς ἀνθρώπους ὁ ὁπλισμὸς τοῦ στρατοῦ δὲν ἔχει καμμίαν σχέσιν μὲ τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§139Ν. ΓΟΥΛΙΜΗΣ. Ἔχει σχέσιν μὲ τὰ στρατιωτικὰ νομοσχέδια καὶ οὐχὶ μὲ τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§140Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Πρόκειται περὶ ἁπλῆς μεταβολῆς τῆς ἡμερησίας διατάξεως.
§141Ν. ΓΟΥΛΙΜΗΣ. Περὶ προτάξεως τῶν στρατιωτικῶν νομοσχεδίων. Ἐὰν πρόκηται εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν νὰ προταχθῇ τὸ περὶ διοικητικῆς διαιρέσεως, νὰ κατέλθω, διότι δὲν πρόκειται περὶ αὐτοῦ νὰ ὁμιλήσω.
§142ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίστε.
§143Ν. ΓΟΥΛΙΜΗΣ. Καὶ ἡ Ρουμανία ἔχει ἐπίσης ὅπλα πεζικοῦ, ἐννοεῖται, συστήματος Μάουζερ.... (γέλωτες).
§144ΠΡΟΕΔΡΟΣ (κρούων τὸν κώδωνα). Δὲν εὑρισκόμεθα ἐντὸς τοῦ θέματος.
§145Ν. ΓΟΥΛΙΜΗΣ. Εἰπέτε καθαρὰ, ὅτι δὲν μοὶ ἐπιτρέπετε τὴν ἐλευθερίαν τοῦ λόγου.
§146ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εὑρίσκεσθε ἐντὸς τοῦ θέματος.
§147Ν. ΓΟΥΛΙΜΗΣ. Κύριε Πρόεδρε.
§148ΠΡΟΕΔΡΟΣ. (ἐξακολουθῶν νὰ κρούῃ τὸν κώδωνα). Δὲν εὑρίσκεσθε ἐντὸς τοῦ θέματος.
§149Ν. ΓΟΥΛΙΜΗΣ. Ἐγὼ τότε κατέρχομαι τοῦ βήματος, καὶ διαμαρτύρομαι ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ὅτι δὲν μοὶ ἐπιτρέπετε νὰ ὁμιλήσω.
§150ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Ἀντωνόπουλε, παρακαλῶ. (Ὁ ἀντιπρόεδρος κ. Ι. Ἀντωνόπουλος προσέρχεται καὶ καταλαμβάνει τὴν ἕδραν τοῦ Προέδρου).
§151Δ. ΡΑΛΛΗΣ (ἀπὸ τοῦ βήματος). Εἰς τὸν Πρόεδρον ὑμῶν, Κύριοι, ἐρρίφθη ἡ μομφή, ὅτι ἠθέλησε νὰ παρεμποδίσῃ τὴν ἐλευθερίαν τοῦ λόγου. Ἀπέναντι τοιαύτης μομφῆς ζητῶ, ἵνα ἡ Βουλὴ ἀποφανθῇ, ἂν ὁ Πρόεδρος ὑπερέβη τὸ καθῆκόν του· διότι φρονῶ, ὅτι ἐπετέλεσα τὸ καθῆκον, τὸ ὁποῖον εἶχον πρὸς τὴν Βουλήν.
§152ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐξ ἀμφοτέρων τῶν πτερύγων). Μάλιστα, μάλιστα.
§153Δ. ΡΑΛΛΗΣ. .. εἰπὼν εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν, ὅτι πρέπει νὰ περιορισθῇ ἐντὸς τοῦ θέματος. Βεβαίως δὲν ἦτο θέμα συζητήσεως ὁ ὁπλισμὸς τῶν Κρατῶν, ὧν ἐμνημόνευσεν ὁ κύριος Βουλευτής. Καὶ δὲν θὰ ἀναλάβω τὴν προεδρίαν ἢ ἀφοῦ μὲ ἱκανοποιήσῃ ἡ Βουλή, ἀποφαινομένη ὅτι ἐξεπλήρωσα τὸ πρὸς αὐτὴν καθῆκον. (Χειροκροτήματα παταγώδη).
§154Ν. ΓΟΥΛΙΜΗΣ. Ἐγὼ φρονῶ, ὅτι μὲ παρεξήγησεν ἐντελῶς ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, τὸν ὁποῖον σέβομαι καὶ ἐκτιμῶ καὶ ἴσως θαυμάζω διὰ τὸν ἀξιοθαύμαστον τρόπον, μὲ τὸν ὁποῖον διηύθυνε μέχρι τοῦδε τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς, καὶ διὰ τὴν τάξιν, τὴν ὁποίαν ἐπέβαλεν. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι ἐπῆλθε παρεξήγησις, διότι ὁ κύριος Πρόεδρος ἐνόμισεν, ὅτι ἐπρόκειτο ν’ ἀπασχολήσω τὴν Βουλὴν ἐπὶ ἀλλοτρίων πραγμάτων, ἐνῷ εἶχον σκοπόν, δι’ ὀλίγων νὰ ὁμιλήσω, ὅπως καταστήσω τὴν Βουλὴν εἰς θέσιν νὰ ἐννοήσῃ διὰ τίνα λόγον θὰ ἤθελον νὰ μὴ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ἡ πρόταξις τῶν στρατιωτικῶν νομοσχεδίων. Ἑπομένως, ἐπειδὴ ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι μόνον ἐκ παρεξηγήσεως ἐπῆλθεν ἡ διακοπή μου αὕτη, βεβαίως οὐδεμίαν μομφὴν ἔχω νὰ ἀποτείνω πρὸς τὸν σεβαστὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς.
§155ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ἡ Βουλὴ ἀποφαίνεται, ὅτι ἐπιδοκιμάζει τὸν τρόπον τῆς διευθύνσεως τοῦ κ. Προέδρου.
§156ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Δὲν ὑπάρχει ζήτημα.
§157Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ Βουλὴ ἔχει πλήρη ἐμπιστοσύνην εἰς τὸν Πρόεδρον.
§158Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, νομίζω ὅτι μετὰ τὰς ἐξηγήσεις τὰς δοθείσας ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ δὲν ὑπάρχει θέμα, ἑπομένως δὲν πρόκειται οὐδὲ νὰ ἀποδοκιμασθῇ ὁ κ. Βουλευτής.
§159Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐγὼ εἶπον, ὅτι ἡ Βουλὴ ἔχει πλήρη ἐμπιστοσύνην εἰς τὸν Πρόεδρον.
§160Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Κατὰ τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς οὐδεμία μομφὴ παρ’ οὐδενὸς ἐρρίφθη, διότι καὶ τὰ λεχθέντα παρὰ τοῦ κ. Βουλευτοῦ, μετὰ τὰς παρ’ αὐτοῦ δοθείσας ἐξηγήσεις, νομίζω ὅτι δὲν ἀποτελοῦσι μομφήν.
§161ΦΩΝΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§162Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Καὶ ἑπομένως νομίζω, ὅτι τὸ ζήτημα τοῦτο πρέπει νὰ λήξῃ. Ἄς μοὶ ἐπιτραπῇ ὅμως νὰ ὑποβάλω μίαν παρατήρησιν. Νομίζω, ὅτι ὁ Κανονισμὸς πρέπει νὰ τηρηθῇ, δὲν εἶναι δὲ ἐπιχείρημα κατὰ τῆς μὴ τηρήσεως τοῦ Κανονισμοῦ τὸ ὅτι εἰς ἄλλας περιστάσεις δὲν ἐτηρήθη· εὐχῆς ἔργον θὰ ἦναι, ἂν ἀπὸ σήμερον καὶ εἰς τὸ μέλλον πάντοτε τηρηθῇ ὁ Κανονισμὸς καὶ ἅπασαι αἱ διατάξεις τοῦ Κανονισμοῦ ἐφαρμοσθῶσιν. Ἀλλ’ ἐπιτρέψατέ μοι νὰ ὑποβάλω μίαν παρατήρησιν. Δὲν γινώσκω ποία θὰ ἦναι ἡ συζήτησις, τὴν ὁποίαν σκοπεῖ νὰ κάμῃ ὁ κύριος Βουλευτής· ἀλλ’ ὑποθέσατε πρὸς στιγμὴν, ὅτι θέλει νὰ δείξῃ, —δὲν ἠξεύρω διὰ ποίων παραδειγμάτων, διὰ ποίας συγκρίσεως, —ὅτι τὰ νομοσχέδια τὰ ὑποβληθέντα δὲν εἶναι ἐπαρκῶς μελετημένα, καὶ ὅτι πρέπει νὰ γείνῃ εὐρυτέρα μελέτη, καὶ ἑπομένως δὲν πρέπει νὰ προταχθῶσιν. Ὑπόθεσιν κάμνω, διότι ἐγὼ ἀπολύτως ἀγνοῶ, τί ἔχει νὰ ἀποδείξῃ ὁ κ. Βουλευτής. Ἐὰν θέλητε δὲ νὰ σᾶς εἴπω εἰλικρινῶς τὴν γνώμην μου, ἡ ἐντύπωσις, τὴν ὁποίαν ἐγὼ ἀπεκόμισα, εἶναι, ὅτι τὰ παρ’ αὐτοῦ ἀναπτυχθέντα εἶναι ἄσχετα πρὸς τὸ θέμα. Ἀλλὰ κάμνω ἁπλῆν ὑπόθεσιν, καὶ ἐρωτῶ, δύνασθε νὰ τῷ εἴπητε νὰ μὴ προβῇ εἰς τὴν ἀνάπτυξιν ταύτην; Βλέπετε λοιπόν, ὅτι πρέπει νὰ ἤμεθα ὀλίγον προσεκτικοί. Νομίζω, ὅτι οὐδεμία διάθεσις ὑπῆρχεν ἐκ μέρους τοῦ Προέδρου, ἵνα περιορίσῃ τὴν ἐλευθερίαν τοῦ λόγου.
§163ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§164Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Περὶ τούτου δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία. Νομίζω, ὅτι ὁ Πρόεδρος ἔχει ἀπόλυτον τὸ δικαίωμα νὰ ζητῇ πάντοτε τὴν ἐφαρμογὴν τῶν διατάξεων τοῦ Κανονισμοῦ. Τὸν παρακαλῶ λοιπὸν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν παρατήρησιν, τὴν ὁποίαν ὑποβάλλω εἰς τὴν εὐθυκρισίαν αὐτοῦ, καὶ εἶμαι βέβαιος, ὅτι τὴν παρατήρησιν ταύτην θέλει δεόντως ἐκτιμήσει.
§165Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Ἐγὼ δὲν ἐζήτησα νὰ προκαλέσω μομφὴν κατὰ τοῦ κ. Βουλευτοῦ, ἐγὼ ἐζήτησα ν’ ἀποφανθῇ ἡ Βουλή, ἂν ἐπετέλεσα τὸ καθῆκον, τὸ ὁποῖον μοὶ ἐπεβάλλετο ἐκ τοῦ Κανονισμοῦ.
§166ΦΩΝΑΙ. Βεβαίως.
§167Ν. ΜΙΣΥΡΛΗΣ ΚΑΙ ΑΛΛΟΙ. Οὐδεμία ὑπάρχει ἀντίρρησις.
§168Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Θαυμάζω δὲ, πῶς ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κερκύρας, ζήτημα, τὸ ὁποῖον εἶναι θετικὸν καὶ εἰδικὸν, ἠθέλησε νὰ τὸ γενικεύσῃ. Ὁ τρόπος, μὲ τὸν ὁποῖον ἐλάλησεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κερκύρας, ἀποτελεῖ μομφὴν κατὰ τοῦ Προέδρου.
§169Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Διόλου! ποσῶς!
§170Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Τὸ ζήτημα ἐτέθη ὡς ἑξῆς· ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Ἠλείας ἐζήτησε τὴν μεταβολὴν τῆς ἡμερησίας διατάξεως, καὶ καθ’ ἣν στιγμὴν ἐπρόκειτο νὰ τεθῇ εἰς ψηφοφορίαν ἐκ μέρους τοῦ Προέδρου ἡ πρότασις τοῦ κ. Βουλευτοῦ Ἠλείας, ἠγέρθη ὁ κ. Βουλευτὴς Βονίτσης καὶ ἤρχισε — τὰ ἠκούσατε πάντες — τὴν ἀνάπτυξιν καὶ τὴν ἐξήγησιν τῶν διαφόρων ὁπλισμῶν τῶν διαφόρων στρατῶν τῆς ὑφηλίου. Νομίζετε ὅτι δὲν εἶχε καθῆκον ὁ Πρόεδρος νὰ κάμῃ χρῆσιν τοῦ ἄρθρου 13 τοῦ Κανονισμοῦ, νὰ ἐξηγήσῃ εἰς τὸν κύριον Βουλευτὴν ὅτι δὲν εἶναι ὀρθὸν, ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ τῆς μεταβολῆς τῆς ἡμερησίας διατάξεως, νὰ θέλῃ νὰ λαλῇ περὶ τῶν ὁπλισμῶν τῶν διαφόρων Κρατῶν;
§171Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Τὸ ἐδήλωσα.
§172Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Ἐὰν τὸ ἐδηλώσατε, διατὶ ἠθέλετε ἐμμέσως νὰ ἐπιρρίψητε μομφὴν εἰς τὸν Πρόεδρον;
§173Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Πῶς;
§174Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Ἠξεύρετε ὅτι εἶμαι παρὰ πολὺ εὐαίσθητος εἰς τὰ ἀφορῶντα τὴν ἐκπλήρωσιν τοῦ καθήκοντός μου (ἱλαρότης).
§175Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Πῶς;
§176Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Βεβαίως δὲ, ὅταν θέλητε νὰ ὑποδείξητε τὸν τρόπον, καθ’ ὃν πρέπει νὰ ἐκτελῶ τὸ καθῆκον μου, μοῦ μέμφεσθε. Οὔτε ἀπὸ σᾶς, οὔτε ἀπὸ κανένα ἔχω ἀνάγκην νὰ μάθω τὸν τρόπον, καθ’ ὃν πρέπει νὰ ἐκτελῶ τὸ καθῆκον μου. Ἐὰν δὲν σᾶς ἀρέσκῃ ὁ τρόπος μου, εἶναι εὔκολον νὰ μὲ ξεφορτωθῆτε. Ἀλλ’ ἐν ὅσῳ εἶμαι Πρόεδρος, θὰ ἐκτελῶ τὸ καθῆκόν μου, ὅπως ἐγὼ ἀντιλαμβάνομαι αὐτό.
§177Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Νομίζω ὅτι εἶναι ἀναπόφευκτον ν’ ἀποφανθῇ ἡ Βουλὴ περὶ τῆς ἐμπιστοσύνης, τὴν ὁποίαν ἔχει πρὸς τὸν Πρόεδρον αὐτῆς. Ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, ἐκτελῶν τὸν Κανονισμὸν, ἐζήτησε παρὰ τοῦ ἀγορεύοντος Βουλευτοῦ νὰ καταλίπῃ τὰ θέματα, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἤρχισε νὰ ἀγορεύῃ, καὶ νὰ περιορισθῇ εἰς τὸ θέμα, τὸ ὁποῖον ἐτέθη πρὸς συζήτησιν· ὁ ἀγορεύων ἐπέμενεν ἀρνούμενος ν’ ἀκούσῃ τὰς συμβουλὰς τοῦ Προέδρου, καὶ ἐπὶ τέλους κατήντησε, καταβαίνων τὸ βῆμα, νὰ διαμαρτυρηθῇ κατὰ τῆς παρανομίας, κατὰ τοῦ περιορισμοῦ τῆς ἐλευθερίας τοῦ λόγου! Τοιοῦτον εἶναι τὸ ζήτημα. Βεβαίως ὑποθέτω, ὅτι ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κερκύρας δὲν ἐνόει νὰ ποιήσηται ἐπιφύλαξιν ὡς πρὸς τὴν γνώμην ταύτην τοῦ κ. Προέδρου, ἀλλ’ ὅπως δήποτε ἡ Βουλὴ ὀφείλει ν’ ἀποφανθῇ, καὶ διὰ τοῦτο παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε, νὰ θέσητε θέμα εἰς τὴν Βουλὴν, ἂν ἡ Βουλὴ ἔχει ἐμπιστοσύνην πρὸς τὸν Πρόεδρον.
§178Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Εἴμεθα ὅλοι σύμφωνοι· δὲν ὑπάρχει ἀντίρρησις.
§179ΦΩΝΑΙ (ἑκατέρωθεν). Ἔχομεν ἀπεριόριστον ἐμπιστοσύνην.
§180Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἐπειδὴ ἀποτείνεσθε πρὸς ἐμὲ καὶ λέγετε ὅτι ἔκαμα ἐπιφυλάξεις, νομίζω ὅτι ἡ δήλωσίς μου εἶναι καθαρὰ, καθαρωτάτη. Εἶπον ὅτι ἡ ἐντύπωσίς μου ἦτο, ὅτι τὰ ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ Βονίτσης λεγόμενα εἶναι ἄσχετα πρὸς τὴν συζήτησιν, ἀλλὰ προσέθηκα, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ δοθῇ ὑπ’ αὐτοῦ ἡ ἑξῆς ἐξήγησις· προτείνεται ἡ πρόταξις τῶν στρατιωτικῶν νομοσχεδίων· ὑποθέσατε, ὅτι θέλει δι’ ἐπιχειρημάτων νὰ ἀποδείξῃ, ὅτι τὰ νομοσχέδια ταῦτα δὲν εἶναι ἐπαρκῶς μελετημένα καὶ ὅτι ἑπομένως δὲν πρέπει νὰ προταχθῶσιν· εἶναι δυνατὸν νὰ εἴπητε, ὅτι δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα αὐτό; Βεβαίως τὸ ἔχει. Ἑπομένως, καίτοι ἐδήλωσα ῥητῶς, ὅτι τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ Βονίτσης πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς, ἂν δὲν ἤθελον ἐξηγηθῆ παρ’ αὐτοῦ ὡς ἐξηγήθησαν, βεβαίως ἐδικαίουν πληρέστατα τὸν Πρόεδρον νὰ ζητήσῃ, ὅπως μομφὴ ἀφ’ ἑνὸς ἐκφρασθῇ πρὸς τὸν κ. Βουλευτὴν καὶ πλήρης ἱκανοποίησις πρὸς τὸν Πρόεδρον, λέγω ὅτι τὸ ζήτημα ἐλύθη μετὰ τὰς ἐξηγήσεις τὰς δοθείσας, καὶ ὅτι οὐδεὶς ἐμέμφθη τὴν διαγωγὴν τοῦ Προέδρου. Ἔκαμα ἁπλῶς μίαν παρατήρησιν πρὸς αὐτόν, δικαιολογῶν τὴν στάσιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ Βονίτσης ὡς πρὸς τὸν τρόπον...
§181Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Καὶ ἀποδοκιμάζοντες συνεπῶς.
§182Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Οὐδόλως ἀπεδοκίμασα, ὅτε εἶπον, ὅτι ἡ ἐντύπωσίς μου ἦτο, ὅτι τὰ ἐπιχειρήματα, τὰ ὁποῖα ἔφερε, δὲν ἐσχετίζοντο πρὸς τὸ θέμα· ἔδιδον ὅμως εἰς αὐτὸν τὸ μέσον, ἵνα ἀποδείξῃ, ὅτι ἔκαμε χρῆσιν τῶν ἐπιχειρημάτων τούτων, διότι ἦσαν πρόσφορα πρὸς τὸ θέμα, τὸ ὁποῖον ἐσκόπει νὰ ὑποστηρίξῃ. Ἑπομένως οὐδεμία ὑπῆρχεν ἐκ μέρους μου διάθεσις μομφῆς πρὸς ὑμᾶς. Νομίζω, ὅτι ἡ παρατήρησις, ἣν ἐκάμετε πρὸς ἐμέ, εἶναι ἐντελῶς ἀδικαιολόγητος, διότι ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς γινώσκει, ὅτι, ὡς πρὸς τὸν τρόπον, καθ’ ὃν διευθύνει τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς, ἔχω γνώμην ἐκπεφρασμένην, ὅτι διευθύνει ἄριστα. Εἶπον δὲ καὶ ἐδήλωσα, ὅτι εὐχῆς ἔργον εἶναι νὰ τηρηθῇ ὁ Κανονισμὸς τῆς Βουλῆς, ἂν ὅλαι αἱ διατάξεις αὐτοῦ τηρηθῶσι.
§183ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλήν, ἂν παρέχει τὴν ἐμπιστοσύνην αὐτῆς πρὸς τὸν Πρόεδρον.
§184ΠΟΛΛΟΙ (ἐξ ἀριστερῶν). Βεβαιότατα· δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία.
§185ΕΤΕΡΟΙ. Δὲν ὑπάρχει ἀντίρρησις.
§186Κ. ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχει ἡ Βουλὴ πλήρη ἐμπιστοσύνην πρὸς τὸν Πρόεδρον. (Μετὰ ταῦτα ὁ Πρόεδρος κ. Δ. Ράλλης ἐπανέρχεται καὶ καταλαμβάνει τὴν προεδρικὴν ἕδραν, χειροκροτούντων τῶν Βουλευτῶν καὶ τῶν ἀκροατηρίων).
§187ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει τις τὸν λόγον ἐπὶ τῆς μεταβολῆς τῆς ἡμερησίας διατάξεως;
§188Ν. ΓΟΥΛΙΜΗΣ. Καὶ πάλιν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἐκφράζω τὴν λύπην μου, ἐὰν ἔγεινα αἰτία νὰ παρεξηγηθῶ ἀπὸ τὸν σεβαστὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς. Οὐδέποτε ἐνόουν, εἰς τὴν πολιτικὴν προσωπικότητα τοῦ σεβαστοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς νὰ ἀποδώσω οὐδὲ τὴν ἐλαχίστην νύξιν, ὅτι ὅ,τι ἔκαμε δὲν τὸ ἔκαμεν ἐκ χρηστοῦ συνειδότος καὶ ἐφαρμόζων τὸν Κανονισμόν. Ἀλλ’ ἐγὼ πιθανὸν νὰ εἶχον τὸ δικαίωμα νὰ ἐπιμείνω νὰ συζητῶ, καθ’ ὃν τρόπον ἐθεώρουν ἐπίκαιρον νὰ συζητῶ. Ἑπομένως, διὰ νὰ μὴ ἐπαναληφθῇ τοιαύτη τις αἰτία πάλιν, ὅτι ἐξέρχομαι τοῦ θέματος, θὰ καταλήξω εἰς τὸ συμπέρασμα, εἰς τὸ ὁποῖον ἤθελον καταλήξει, ἐὰν δὲν ἐπήρχετο τὸ συμβεβηκὸς αὐτό. Νομίζω, ὅτι, ἂν πρόκηται νὰ προταχθῶσι τὰ νομοσχέδια τὰ ἀφορῶντα τὴν στρατολογίαν καὶ ὅλα τὰ ἄλλα συναφῆ, ὡς τὸ περὶ Σχολῆς τῶν Εὐελπίδων ἢ περὶ ἐκπαιδεύσεως τῶν ἀξιωματικῶν τῆς χωροφυλακῆς, οὐδεμία ἀντίρρησις ὑπάρχει, ὅπως ταῦτα προταχθῶσι. Προκειμένου ὅμως περὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἀνωτέρων μονάδων τοῦ στρατοῦ», εἰς ὃ ὡς ἀκροτελεύτιον ἄρθρον περιέχεται ἡ κατάργησις τοῦ θεσμοῦ τῆς Γενικῆς Διοικήσεως, νομίζω ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν πρέπει νὰ σπεύσῃ νὰ προτάξῃ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο εἰς συζήτησιν, πρὶν ἢ καταδειχθῇ καὶ ἐνώπιον τοῦ ἔθνους καὶ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς καὶ τοῦ Ἑλληνισμοῦ, ἂν ὁ θεσμὸς τῆς Γενικῆς Διοικήσεως πρέπει νὰ καταργηθῇ, ἂν δὲν ἔδωκε τὰ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα ἀνέμενε καὶ τὸ ἔθνος καὶ ἡ Βουλὴ, ἡ ὁποία ἐψήφισε τὸν τοιοῦτον θεσμόν. Καὶ ὅσον μὲν ἀφορᾷ τὰ ἀποτελέσματα τῆς Γενικῆς Διοικήσεως, ὡς πρὸς τὴν πειθαρχίαν τοῦ στρατοῦ, ἄλλος, καταλληλότερος ἐμοῦ, ὁ σεβαστὸς ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς, εἶπεν ἀπὸ τοῦ βήματος χθὲς, ὁπόσον ἡ πειθαρχία ἐπηνωρθώθη εἰς τὸ στράτευμα, καὶ ὁπόσον σήμερον διατελεῖ ἠδραιωμένη. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου πάντες ἀνέμενον ἀπὸ τὸν θεσμὸν τῆς Γενικῆς Διοικήσεως καὶ τὴν ἀνόρθωσιν τῶν ἄλλων πραγμάτων τοῦ στρατοῦ, τῆς ἐν γένει ἐκπαιδεύσεως καὶ τῶν συμπαρομαρτούντων πρὸς βελτίωσιν καὶ ὕπαρξιν τοῦ στρατεύματος. Ἀλλὰ περὶ τούτου, ἵνα φωτισθῇ καὶ ἡ Βουλὴ καὶ τὸ ἔθνος ὁλόκληρον, πρέπει νὰ προσκομισθῇ εἰς τὴν Βουλὴν ἓν ἀπαραίτητον στοιχεῖον. Ὁ νόμος τῆς Γενικῆς Διοικήσεως ἐψηφίσθη τὸ 1900. Κατὰ Σεπτέμβριον τοῦ 1900 ὁ ἀντιστράτηγος ἡ Α. Ὑψηλότης ὁ Διάδοχος ἀνέλαβε τὴν Γενικὴν Διοίκησιν τοῦ στρατοῦ, συμφώνως μὲ τὸν νόμον. Βεβαίως κατὰ πρῶτον λόγον ὁ Γενικὸς Διοικητὴς ἔπρεπε νὰ προσπαθήσῃ, ὅπως ὁ νόμος οὗτος δώσῃ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἀπῄτει καὶ ἀνέμενε τὸ ἔθνος διὰ τῆς ψηφίσεως τοιούτου θεσμοῦ καὶ πραγματικῶς καὶ ἡ πειθαρχία ἠδραιώθη, καὶ ἡ θέσις τῶν ἀξιωματικῶν ἐξησφαλίσθη. Δὲν εἴδομεν μετὰ ἑκάστην μεταβολὴν Κυβερνήσεως τὰς σωρείας μεταθέσεων τῶν ἀξιωματικῶν. Μεταθέσεις ἐγένοντο μόνον μετὰ τοὺς προβιβασμοὺς, ὅπως πληρωθῶσι τὰ κενὰ τὰ δημιουργούμενα ἐκ τῶν προβιβασμῶν. Ἑπομένως ὑπ’ αὐτὴν τὴν ἔποψιν δὲν ὑπάρχει δευτέρα γνώμη, ὅτι ὁ νόμος ἐλειτούργησε θαυμασίως εἰς τὰ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα ἀνέμενε τὸ ἔθνος. Ἀλλ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἄλλην βελτίωσιν τοῦ στρατεύματος, δὲν ἐξηρτᾶτο ἀπὸ τὴν θέλησιν τοῦ Γενικοῦ Διοικητοῦ νὰ βελτιωθῇ ὁ στρατός. Ἐν τούτοις ἐνόμισεν, ὡς ἔχων τὴν γενικὴν διοίκησιν τοῦ στρατοῦ, ὡς διοικήσας ὡς ἀρχηγὸς στρατοῦ ἐπὶ δέκα ἔτη, ὡς διοικήσας τὸν στρατὸν ἐν πολέμῳ, ὅτι ἠδύνατο νὰ ὑποβάλῃ μέτρα πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, διὰ τῶν ὁποίων ἐνόμιζεν, ὅτι θὰ ἦτο σκοπιμωτέρα ἡ δρᾶσις ἐν τῷ μέλλοντι τοῦ στρατεύματος, καὶ θὰ ἠδύναντο νὰ βελτιωθοῦν τὰ τοῦ στρατοῦ. Τὰ μέτρα ταῦτα, εἴτε ἐν εἴδει ὑπομνήματος εἴτε ἐν εἴδει ἄλλης μελέτης, ὑπεβλήθησαν κατὰ τὰς ἀρχὰς τοῦ 1901 εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὴν προεδρευομένην τότε ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Κερκύρας Βουλευτοῦ. Ἀτυχῶς τὰ ἐπελθόντα κατὰ Νοέμβριον τοῦ 1901 γεγονότα δὲν ἐπέτρεψαν εἰς τὴν Κυβέρνησιν τότε νὰ ὑποβάλῃ τὰ μέτρα ἐκεῖνα — τὰ ὑπὸ τοῦ Γενικοῦ Διοικητοῦ κριθέντα κατάλληλα, ἵνα βελτιώσωσι τὸ στράτευμα — ὑπὸ τὴν συζήτησιν καὶ ἔγκρισιν τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας, ὅπως περιβληθῶσι τὸν τύπον τοῦ νόμου. Τοῦτο τὸ γνωρίζομεν ἐκ δηλώσεως, τὴν ὁποίαν ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς κατὰ τὰς ἀρχὰς τοῦ παρελθόντος ἔτους ὁ ἀξιότιμος πολιτευτὴς ἐκ Κερκύρας ἐποιήσατο. Ἑπομένως ὑπάρχει τοιαύτη ἐργασία, ὑπάρχουσι μελέται, αἱ ὁποῖαι ὑπεβλήθησαν τότε εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Ἄν, κατὰ τὴν δήλωσιν τοῦ ἀξιοτίμου Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, περὶ τῆς ἀκριβείας τῆς ὁποίας δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία, τὰ μέτρα ταῦτα δὲν περιῆλθον μέχρι σήμερον εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, θὰ παρακαλέσω — καὶ εἰς τοῦτο ἐσκόπουν νὰ καταλήξω — τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν νὰ ζητήσῃ τὰ μέτρα ταῦτα ἢ τὰς μελέτας ταύτας παρὰ τοῦ Γενικοῦ Διοικητοῦ, ὅπως τὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλήν. Πρέπει νὰ φωτισθῇ ἡ Βουλὴ περὶ τοῦ ποῖα μέτρα νομίζει ὁ Γενικὸς Διοικητὴς κατάλληλα, ποίαν μελέτην ἔκαμεν ὁ Γενικὸς Διοικητὴς περὶ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα φρονεῖ, ὅτι θὰ συντελέσωσιν εἰς τὴν βελτίωσιν τοῦ στρατεύματος. Ἔχοντες δὲ ταῦτα ὑπ’ ὄψει οἱ Βουλευταὶ, δύνανται τότε νὰ προβῶσι καὶ εἰς τὴν πρόταξιν τοῦ νομοσχεδίου «περὶ σχηματισμοῦ ἀνωτέρων μονάδων τοῦ στρατοῦ», ὡς καὶ τῶν ἄλλων, καὶ εἰς τὴν ἐπιψήφισιν αὐτῶν, ἂν νομίζουν, ὅτι πρέπει νὰ ἐπιψηφισθῶσι.
§189ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει τις τὸν λόγον πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως; Κατόπιν τῶν παρατηρήσεων τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ Βονίτσης ἀναγκαίως τὸ ζήτημα παρίσταται ὡς σύνθετον, καὶ θὰ ψηφισθῇ χωριστά. Πρῶτον νομοσχέδιον στρατιωτικὸν εἶναι τὸ περὶ τροποποιήσεως διατάξεων τοῦ ᾼΝʹ νόμου περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ Στρατιωτικοῦ Σχολείου τῶν Εὐελπίδων. Νὰ προταχθῇ;
§190Κ. ΧΑΛΚΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι, κύριε Πρόεδρε· παρακαλῶ νὰ μὴ προταχθῇ. Πάντες, κύριοι συνάδελφοι, γνωρίζομεν, ὅτι νῦν προέχει τὸ ζήτημα τὸ οἰκονομικὸν ἐν τῇ πατρίδι ἡμῶν, πάντες γνωρίζομεν, ὅτι, ἂν δὲν ἔχωμεν καλὰ οἰκονομικὰ, βεβαίως δὲν δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν οὔτε στρατὸν οὔτε στόλον· ἂν δὲν ῥυθμίσωμεν τὰ οἰκονομικὰ ἡμῶν συμφώνως πρὸς τὰς ἀνάγκας τῆς πατρίδος, καὶ συμφώνως πρὸς τὰς ἐπαγγελίας καὶ πρὸς τὸ πρόγραμμα τοῦ σεβαστοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, δὲν δυνάμεθα νὰ σκεπτώμεθα περὶ τῆς προπαρασκευῆς τοῦ ἔθνους στρατιωτικῶς. Δεῖ δὴ χρημάτων, εἶπε προηγουμένως εἷς ἐκ Πατρῶν συνάδελφος, ἐπὶ ἑτέρου θέματος ὁμιλῶν. Δεῖ δὴ χρημάτων, ἔλεγεν ὁ μέγας τῆς ἀρχαιότητος ῥήτωρ, δεῖ δὴ χρημάτων, ἀναφωνῶ καὶ ἐγὼ νῦν· καὶ περὶ αὐτῶν, Κύριοι, δέον νὰ σκεφθῶμεν. Ἔχομεν ἀνάγκην νὰ κανονίσωμεν τὰ οἰκονομικὰ ἡμῶν, ἐπαναλέγω. Ἔχομεν ἐκκρεμὲς τὸ ζήτημα τὸ σταφιδικόν, τὸ ὁποῖον ἠκούσαμεν ἀναπτυσσόμενον ἐνταῦθα παρὰ πλείστων ῥητόρων, ἔχομεν ἐκκρεμὲς νομοσχέδιον περὶ ἀπαλλαγῆς ἐκ τοῦ φόρου τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, ἐπίσης ἐκ τοῦ φόρου τῶν ἀμπέλων τῶν ἀτυχησάντων Θεσσαλῶν, ἔχομεν νομοσχέδια διάφορα περὶ οἰκονομιῶν καὶ περὶ ἐλαττώσεως τοῦ φόρου τῶν ἀμπέλων. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς πολλάκις εἶπεν, ὅτι δυσανασχετεῖ, διότι ἐπεβραδύνθη ἡ ἐξέλεγξις τῶν ἐκλογῶν, διότι βραδύνεται ἡ συζήτησις τοῦ Προϋπολογισμοῦ καὶ τῶν νομοσχεδίων τῶν συναφῶν, διὰ τῶν ὁποίων περικόπτονται δαπάναι περιτταὶ καὶ ἄσκοποι. Ὡμιλήσαμεν πολλάκις περὶ καταργήσεως δαπανῶν περιττῶν, περὶ καταργήσεως θέσεων περιττῶν καὶ πολυτελῶν· ὑποβάλλονται τὰ σχετικὰ περὶ οἰκονομιῶν νομοσχέδια, καὶ ἐπιδιώκεται ἡ συζήτησις καὶ ψήφισις αὐτῶν· καὶ ἐνῷ οὕτως ἔχουσι, κύριοι συνάδελφοι, τὰ πράγματα καὶ παρασκευάζεται ἡ οἰκονομικὴ εὐρωστία τοῦ τόπου, ἔρχονται καὶ ζητοῦσι τὴν κατὰ προτίμησιν συζήτησιν τῶν στρατιωτικῶν νομοσχεδίων, διὰ τῆς μεταβολῆς τῆς ἡμερησίας διατάξεως, τὴν ὁποίαν ἔχομεν ὑπ’ ὄψει μας! Κύριοι, ἂν ῥίψητε ἓν βλέμμα ἐπὶ τῆς ἡμερησίας διατάξεως, θέλετε ἰδεῖ, ὅτι εἶναι ἄριστα συντεταγμένη, καὶ καλῶς τὰ νομοσχέδια κατατεταγμένα, καὶ ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς ὀρθῶς καὶ ἄριστα ἔταξε τὰ νομοσχέδια. Ἐγὼ φρονῶ, ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ ψηφισθῶσι τὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα ἀνέφερα, καὶ περὶ τῶν ὁποίων ὁ λαὸς ἐνδιαφέρεται, καὶ δι’ ὧν θέλουσι βελτιωθῆ τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους. Καὶ εἶναι μὲν ἀληθές, ὅτι καὶ τὸ ζήτημα τὸ στρατιωτικὸν ἔχει μεγάλην σπουδαιότητα, ἀλλὰ δὲν εἶναι πρὸ τῶν θυρῶν ἡμῶν ὁ ἐχθρός· ἂν δὲ νομίζητε, ὅτι διὰ τῆς ἐπιψηφίσεως μόνον τῶν στρατιωτικῶν νομοσχεδίων σῴζεται ἡ πατρίς, καὶ νικῶμεν τοὺς ἐχθροὺς ἡμῶν, ἐπιτρέψατέ μοι νὰ εἴπω, ὅτι πλανᾶσθε πλάνην οἰκτράν. Ἐπαναλαμβάνω καὶ αὖθις, ὅτι πρώτιστον καθῆκον ἡμῶν εἶναι νὰ ῥυθμίσωμεν τὰ οἰκονομικὰ ἡμῶν, καὶ ἐπ’ αὐτῶν δέον νὰ ἐργασθῶμεν. Ἐνθυμήθητε, Κύριοι, τὰ προηγούμενα ἡμῶν, ἐνθυμήθητε τὸν ἀτυχῆ πόλεμον, εἰς ὃν ἐξωθήθημεν ἀπερισκέπτως, παρασυρθέντες ὑπὸ τῆς καρδίας ἡμῶν, καὶ παύσατε νὰ ὁμιλῆτε περὶ στρατιωτικῆς πολιτικῆς, μὲ τοιαῦτα οἰκονομικά, οἷα ἔχομεν. Ἄλλως τὸ ζήτημα τῆς Μακεδονίας, τὸ ζήτημα τῶν ὑποδούλων ἐν γένει Ἑλληνικῶν ἐπαρχιῶν δὲν θὰ λυθῇ διὰ τῶν χειρῶν τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ θὰ τὸ λύσωσιν αἱ Μεγάλαι ἐκεῖναι Δυνάμεις, αἱ ὁποῖαι προὐνόησαν ἤδη καὶ ἐργάζονται σήμερον, ὅπως διακανονίσωσιν αὐτό. Ἡμεῖς θὰ δυνηθῶμεν νὰ τὸ λύσωμεν διὰ τῆς μεταβολῆς τοῦ νόμου τῆς Γενικῆς Διοικήσεως; Ἐπιτρέψατέ μοι νὰ ἀμφιβάλλω. Καὶ ἐρωτῶ ὑμᾶς, ποῦ θέλουσιν εὑρεθῆ τὰ χρήματα, διὰ τῶν ὁποίων θέλει κατορθωθῆ ἡ προπαρασκευὴ τοῦ ἔθνους καὶ θέλει πραγματοποιηθῆ τὸ μέγα αὐτὸ ὄνειρον τῆς πατρίδος ἡμῶν; Βεβαίως δι’ οἰκονομιῶν καὶ φειδοῦς θέλει κατορθωθῆ τοῦτο. Καλῶς ἄρα προετάχθησαν τὰ οἰκονομικὰ νομοσχέδια, καὶ πρῶτον ἔρχεται τὸ «περὶ οἰκονομικῶν ἐπιθεωρητῶν»· ἐπίσης δέον νὰ συζητηθῇ ἐκ τῶν πρώτων καὶ τὸ ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει ἀναγραφόμενον ὡς δέκατον τέταρτον.
§191Δ. ΠΑΥΛΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ ἐξακολουθήσῃ ὅπως ἔχει ἡ ἡμερησία διάταξις.
§192Κ. ΧΑΛΚΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ναί, νὰ ἐξακολουθήσῃ ὅπως ἔχει. Μάλιστα ἤθελον συστήσει νὰ προταχθῶσι τῶν στρατιωτικῶν νομοσχεδίων καὶ τὰ ἄλλα νομοσχέδια, τὰ ἀφορῶντα τὴν παραγωγὴν καὶ τὴν ἐξυγίασιν τοῦ τόπου, ἤτοι τὰ περὶ ἀποξηράνσεως ἑλῶν καὶ τελμάτων.
§193ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐξ ἀριστερῶν). Νὰ μᾶς ἀποτελματώσητε ὅλους!
§194Κ. ΧΑΛΚΙΟΠΟΥΛΟΣ. .. καὶ νὰ συζητηθῶσι βραδύτερον τὰ στρατιωτικά, ἀφοῦ μελετηθῶσιν ἐπαρκῶς ταῦτα. Λοιπὸν πρῶτον πρέπει νὰ σπεύσωμεν νὰ παράσχωμεν συνδρομὴν καὶ ἀνακούφισιν εἰς τὸν λαόν, ὁ ὁποῖος μᾶς ἀπέστειλεν ἐνταῦθα, πρὸ πάντων ἵνα ἀσχοληθῶμεν εἰς τὴν μελέτην καὶ βελτίωσιν τῶν οἰκονομικῶν τῆς χώρας πρὸς ἀνακούφισιν αὐτοῦ. Εἶναι ἀναμφισβήτητον, ὅτι προέχει τὸ οἰκονομικὸν ζήτημα, προέχει ἡ βελτίωσις τῆς οἰκτρᾶς καταστάσεως, ἐν ᾗ διατελοῦσιν οἱ δυστυχεῖς γεωργοὶ καὶ αἱ ἄλλαι τάξεις τῶν ἐντολέων ἡμῶν. Ἐπιέσθησαν, Κύριοι, φρικωδῶς κατὰ τὰ παρελθόντα ἔτη οἱ φορολογούμενοι. Ἡ εἴσπραξις τῶν φόρων ἐγένετο αὐστηρῶς καὶ ἀμειλίκτως. Ὁ λαὸς ἐξηντλήθη μέχρι τοῦ τελευταίου ὁρίου, ὁ λαὸς πένεται, ὁ λαὸς ζητεῖ σήμερον ἀνακούφισιν εἴτε διὰ τῆς μεταβολῆς τῶν φορολογικῶν νόμων εἴτε διὰ τῆς καταργήσεως τοῦ νόμου περὶ τοῦ φόρου τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, διὰ τῆς καταργήσεως τοῦ ὁποίου ἡ γεωργία θέλει ἀναπτυχθῆ μεγάλως καὶ ἴσως δυνηθῶμεν νὰ κατορθώσωμεν τὴν σιτάρκειαν τῆς χώρας. Ζητεῖ τέλος πάντων ἀνακούφισιν παρ’ ἡμῶν ὁ λαός. Καὶ εἶναι μὲν ἀληθές, ὅτι καὶ τὸ στρατιωτικὸν ζήτημα εἶναι ἐθνικὸν καὶ σοβαρόν, ἀλλὰ προέχουσι πάντως τὰ οἰκονομικὰ ζητήματα, προέχει ἡ βελτίωσις τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως τῆς χώρας, καὶ ἐπιβάλλεται πρωτίστως ἡ βελτίωσις τῶν οἰκονομικῶν, διότι ἄνευ καλῶν οἰκονομικῶν δὲν δυνάμεθα νὰ βελτιώσωμεν τὰ τοῦ στρατοῦ καὶ παρασκευάσωμεν τὸ ἔθνος στρατιωτικῶς. Ἐπιτρέψατέ μοι δὲ νὰ εἴπω, ὅτι τὸ νομοσχέδιον περὶ καταργήσεως ἢ τροποποιήσεως τοῦ θεσμοῦ τῆς Γενικῆς Διοικήσεως δὲν εἶναι τοσοῦτον ἐπεῖγον, ὥστε νὰ προταχθῇ τῶν οἰκονομικῶν· αὐτὸ ἀφορᾷ τὴν κατάστασιν τῶν ἀξιωματικῶν, ἀφορᾶ τὸν προβιβασμὸν ἢ τὴν στασιμότητα αὐτῶν. Ἐπίσης καὶ ἄλλα τινὰ μὴ ἐπείγοντα θέματα. Φρονεῖτε δέ, ὅτι τὰ ζητήματα τὰ σπουδαῖα, τὰ σοβαρὰ, τὰ ὄντως ἐθνωφελῆ καὶ σωτήρια δέον νὰ παραιτήσωμεν καὶ ν’ ἀσχοληθῶμεν εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ καταργήσεως τῆς Γενικῆς Διοικήσεως; Ἐγὼ δὲν φρονῶ τοῦτο, καὶ ἐπιτρέψατέ μοι νὰ ἔχω ἣν ἐξήνεγκον γνώμην. Διὰ τοὺς λόγους τούτους ἀποκρούω τὴν ὑποβληθεῖσαν πρότασιν ὑπὸ τοῦ ἐξ Ἠλείας ἀξιοτίμου συναδέλφου, καὶ δηλῶ, ὅτι θέλω καταψηφίσει αὐτήν.
§195ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄλλος τις ἔχει τὸν λόγον;
§196Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, παρακαλῶ θερμῶς τὴν Βουλὴν καὶ τὸν κ. Πρόεδρον νὰ ἐπιμείνῃ—ὅπως γίνεται ἄλλως εἰς τὸν στρατὸν, ὅπου, ὅταν ἀποθνήσκῃ τις, ἀναφέρεται τὸ ὄνομά του ἐπὶ τρεῖς ἡμέρας εἰς τὴν ἡμερησίαν διαταγὴν τοῦ στρατεύματος, —νὰ ἐπιμείνῃ, λέγω, ν’ ἀναγραφῇ ἐπὶ τρεῖς ἡμέρας εἰς τὰ πρακτικὰ τῆς Βουλῆς, ὅτι περὶ τῶν τελμάτων καὶ περὶ τῶν ἑλῶν πρέπει νὰ φροντίσῃ καὶ νὰ συζητήσῃ ἡ Βουλὴ σήμερον, ὅτε ἡ Μακεδονία κινδυνεύει!
§197Κ. ΧΑΛΚΙΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, παρακαλῶ. Παρεκάλεσα, κύριοι συνάδελφοι, ἵνα προταχθῶσι τὰ νομοσχέδια περὶ ἑλῶν καὶ τελμάτων, διότι γνωρίζω ἐξ ἰδίας ἀντιλήψεως τὴν οἰκτρὰν κατάστασιν τῆς χώρας. Ναὶ, ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς πάσχει δεινῶς, καὶ δεκατίζεται ὑπὸ τῶν ἑλωδῶν πυρετῶν, προερχομένων ἀσφαλῶς ἐκ τῶν ἀπείρων ἑλῶν καὶ τελμάτων, περὶ τῆς ἀποξηράνσεως τῶν ὁποίων οὐδεμία οὐδέποτε ἐλήφθη φροντίς. Ἂς εὐαρεστηθῇ ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος κ. Κουμουνδοῦρος νὰ ἐξετάσῃ πόση ποσότης κινίνης καταναλίσκεται ἐτησίως πρὸς σωτηρίαν τῶν ὑπὸ τῶν ἑλωδῶν πυρετῶν προσβαλλομένων συμπολιτῶν ἡμῶν, πόσοι δ’ ἐξ αὐτῶν ἀπέρχονται προώρως εἰς τὴν αἰωνιότητα, καὶ πόση ἔκτασις γῆς καλύπτεται ὑπὸ τῶν βρωμερῶν αὐτῶν ὑδάτων, μένουσα ἀκαλλιέργητος καὶ ἄγονος, καὶ δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι θέλει ἀναγνωρίσει τὸ ὀρθὸν τῶν παρατηρήσεών μου καὶ δὲν θέλει ἐπιμείνει ἔχων οἵαν ἐξήνεγκε γνώμην περὶ τῶν νομοσχεδίων τοπικῆς καὶ γενικῆς ὠφελείας. Δὲν σώζεται ἡ Μακεδονία, ὅπως φρονεῖ ὁ κ. συνάδελφος, διὰ τῶν στρατιωτικῶν νομοσχεδίων μόνον. Ἀπαιτεῖται καὶ ἄλλο τι, ἀπαιτεῖται χρῆμα καὶ χρῆμα· ἀλλ’ ἀπαιτεῖται καὶ ἕτερόν τι, ὅπερ λησμονοῦμεν, ἀπαιτεῖται ἡ εὐμένεια τῶν Μεγάλων Δυνάμεων, ἄνευ τῆς συνδρομῆς καὶ τῆς συγκαταθέσεως τῶν ὁποίων οὐδὲν δυνάμεθα νὰ πράξωμεν. Ἂς ὁμολογήσωμεν τὴν ἀλήθειαν, ἡ ὁποία σώζει, καίτοι πικρὰ, καὶ ἂς διδαχθῶμεν ἐκ τοῦ παρελθόντος νὰ σκεπτώμεθα, καὶ νὰ μὴ παρασυρώμεθα ὑπὸ πομπωδῶν λόγων καὶ τῶν αἰσθημάτων μόνον. Ἂς γείνωμεν πρακτικώτεροι.
§198Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, παρακαλῶ διὰ τυμπανοκρουσίας ἡ Κυβέρνησις νὰ διακηρύξῃ, ὅτι ὑποχωρεῖ, ὅτι ἐγκαταλείπει τὰ νομοσχέδια τὰ στρατιωτικά. Εἶναι ἀνδρικώτερον αὐτό, παρὰ δι’ αὐτῆς τῆς ὁδοῦ.
§199Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Νομίζω, ὅτι ὁ κ. ἐξ Οἰτύλου Βουλευτὴς οὐδεμίαν ἔλαβεν ἀφορμὴν, ἵνα ὑπολάβῃ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐγκαταλείπει τὰ στρατιωτικὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα προέβαλεν εἰς τὴν Βουλὴν· καὶ ἀφοῦ δὲν ἔσχεν ἀφορμὴν, ἵνα ὑπολάβῃ τοιοῦτόν τι, νομίζω ὅτι ἠδίκησε, — δὲν θέλω νὰ μεταχειρισθῶ ἄλλον τινὰ ὅρον— ἀναγγείλας εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι εἶναι ἀνάγκη ἡ Κυβέρνησις νὰ δηλώσῃ, ὅτι ἐγκαταλείπει τὰ στρατιωτικὰ νομοσχέδια. Ἡμεῖς δὲν ἐνδιαφερόμεθα, ἵνα προτάξωμεν τὰ στρατιωτικὰ νομοσχέδια, οὔτε ἐνδιαφερόμεθα, ἵνα προτάξωμεν ἄλλα νομοσχέδια· ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐπιθυμοῦμεν, εἶναι νὰ συζητηθῶσι πάντα τὰ νομοσχέδια. Ἐὰν πρόκηται ὅμως νὰ συζητηθῶσι τὰ νομοσχέδια ἐκεῖνα, διὰ τῶν ὁποίων ἐλαττοῦνται δαπάναι τοῦ Κράτους, νομίζω, ὅτι εἶναι ἀναγκαῖον νὰ συζητηθῶσι, διότι αἱ οἰκονομίαι θέλουσιν ἀρχίσει ἐφαρμοζόμεναι ἀπὸ τώρα. Ἐὰν τὰ στρατιωτικὰ νομοσχέδια προτεθῶσιν εἰς συζήτησιν μετ’ αὐτὰ, δὲν ἀντιλέγομεν νὰ συζητηθῶσιν· ἀλλὰ καὶ ἂν ἡ Βουλὴ θέλῃ νὰ προτάξῃ τὰ στρατιωτικὰ νομοσχέδια, οὐδ’ εἰς τοῦτο θέλομεν ἀντιλέξει. Ἡμεῖς ἐπιθυμοῦμεν νὰ συζητηθῶσι πάντα τὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα εἰσηγάγομεν, διότι πάντα ταῦτα, ἕκαστον αὐτῶν καὶ πάντα ὁμοῦ, ἔχουσι λόγον τὴν θεραπείαν ἀνάγκης τινός. Τίς ἡ ἀνάγκη ἡ σπουδαιοτέρα, ἡ ἐπικειμένη, ἡ ἀμεσωτέρα; Ἀρνούμεθα, ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ βελτιωθῶσι τὰ τοῦ στρατοῦ, καὶ ὁ ἀξιότιμος ἐξ Οἰτύλου Βουλευτὴς ἐθεώρησε καλὸν νὰ εἴπῃ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐγκαταλείπει τὰ στρατιωτικὰ νομοσχέδια; Ἀλλ’ ὡς δὲν ἀρνούμεθα, ὅτι εἶναι ἀνάγκη πρωτίστη νὰ βελτιωθῶσι τὰ τοῦ στρατοῦ, ὡσαύτως δὲν ἀρνούμεθα, ὅτι εἶναι ἀνάγκη πρωτίστη νὰ ἐφαρμοσθῶσιν αἱ οἰκονομίαι, καὶ νὰ ἐφαρμοσθῶσιν οὐχὶ ἀπὸ τοῦ Ἰουνίου, οὐχὶ ἀπὸ τοῦ Μαΐου, οὐχὶ ἀπὸ τοῦ Ἰουλίου,—διότι τότε θέλομεν ἔχει τὰ ἡμίση ὀφέλη τῶν οἰκονομιῶν—νὰ ἐφαρμοσθῶσιν ἀπὸ τοῦ δευτέρου ἑξαμήνου, νὰ ἐφαρμοσθῶσιν ἀπὸ τοῦ μηνὸς Ἀπριλίου, ἐὰν ἦναι δυνατόν. Ἀλλ’ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει πρέπει νὰ συζητηθῶσι καὶ ταῦτα. Θέλει ἡ Βουλὴ νὰ προτάξῃ καὶ συζητήσῃ τὰ στρατιωτικὰ νομοσχέδια; ἂς προτάξῃ αὐτὰ τὰ νομοσχέδια· ἀλλὰ νὰ συζητήσῃ καὶ τὰ νομοσχέδια ἐκεῖνα, δι’ ὧν ἐλαττοῦνται αἱ δαπάναι. Θέλει ἡ Βουλὴ νὰ προτάξῃ τὰ νομοσχέδια, διὰ τῶν ὁποίων ἐλαττοῦνται αἱ δαπάναι; εἶναι ἐλευθέρα· ἀλλ’ ὡσαύτως νὰ συζητήσῃ καὶ ψηφίσῃ καὶ τὰ στρατιωτικὰ νομοσχέδια.
§200Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Πρώτην φορὰν ἤκουσα τοιαύτην θεωρίαν· ὁ διευθύνων τὴν πλειονοψηφίαν καὶ προωρισμένος νὰ ὑποδεικνύῃ εἰς τὴν Βουλὴν ποῖα εἶναι τὰ ἀναγκαιότερα τῶν νομοσχεδίων, νὰ λέγῃ, ὅτι ἡ Βουλὴ θὰ προτάξῃ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα νομίζει ἢ δὲν νομίζει!
§201ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ δεξιῶν). Τὸ ὑπέδειξε.
§202Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Εἶναι πρώτη φορὰ, καθ’ ἣν ἀκούω Πρόεδρον Κυβερνήσεως, διευθύνοντα πλειονοψηφίαν, νὰ κάμνῃ τοιαύτας συστάσεις. Ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἦτο πρέπον καὶ κανονικὸν — καὶ ἐνθυμοῦμαι, ὅτι πάντοτε αὐτὸ γίνεται — νὰ εἴπῃ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις φρονεῖ, ὅτι οὕτω πρέπει νὰ συνταχθῇ ἡ ἡμερησία διάταξις...
§203ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ δεξιῶν). Τὸ εἶπε.
§204Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε, παρακαλῶ. Ὅταν τελειώσω, μοὶ ἀπαντᾶτε. Οὔτε ἔχει ὁ κ. Πρόεδρος ἀνάγκην δικηγόρων, οὔτε διὰ φωνασκιῶν θὰ λυθῶσι τὰ ζητήματα.
§205Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Ἡμεῖς ἔχομεν περισσότερα δικαιώματα.
§206Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἔχων τὴν δύναμιν νὰ θέσῃ ὅπως θέλει αὐτὸς τὰ ζητήματα, ἠδύνατο νὰ εἴπῃ καθαρὰ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις φρονεῖ, ὅτι πρέπει νὰ προταχθῶσι τὰ δεῖνα νομοσχέδια, καὶ ὄχι τὰ δεῖνα, διὰ νὰ μὴ καταναλίσκωμεν τὸν χρόνον εἰς ματαίας συζητήσεις.
§207Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Τὰ θεωρεῖ ἀλληλένδετα. (Διάλογοι).
§208Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Μὴ μὲ διακόπτετε, σᾶς ἐπαναλαμβάνω. Δὲν σᾶς ὠφελεῖ τίποτε. Οὔτε μὲ ταράσσει αὐτό. Εἶμαι ἕτοιμος νὰ ἀπαντήσω, ὅταν ἀκούω τί λέγουσι...
§209Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ εἶπον, κύριε Κουμουνδοῦρε, ὅτι ἐδήλωσεν ὁ κύριος Πρωθυπουργός, ὅτι θέλει ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα προκαλοῦσιν οἰκονομίας.
§210Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ μοὶ εἴπῃ αὐτὸ ὁ κ. Βουλευτὴς, ἦτο περιττὸν νὰ μὲ διακόψῃ, διότι ἐγὼ ἀπαντῶ εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ἑπομένως παρεῖλκεν ἡ παρέμβασις τοῦ κ. Βουλευτοῦ. Λοιπὸν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὤφειλε, διὰ νὰ παύσουν αἱ συζητήσεις, διὰ νὰ μὴ καταναλίσκεται ὁ χρόνος ἐπὶ ματαίῳ, διὰ νὰ μὴ ἀσχάλλωμεν καὶ ἡμεῖς, ὤφειλε, λέγω, νὰ δηλώσῃ καθαρὰ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις θέλει νὰ προταχθῶσι τὰ νομοσχέδια δεῖνα καὶ δεῖνα, δι’ αὐτοὺς καὶ δι’ αὐτοὺς τοὺς λόγους, καὶ ἡμεῖς τότε θὰ ὑπεκύπτομεν· καὶ δὲν θὰ ἠδυνάμεθα νὰ κάμωμεν ἄλλως, διότι ἡ πλειονοψηφία εἶναι τοιαύτη, ὥστε δὲν δύναται παρὰ νὰ ἐπιβάλῃ τὴν θέλησίν της εἰς τὴν μειονοψηφίαν. Λοιπὸν ἔπρεπεν, ὅτε ὁ κ. Κρεστενίτης ὑπέβαλε τὴν πρότασιν, νὰ εἴπῃ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως «δὲν συναινοῦμεν εἰς αὐτό».
§211Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἀλλὰ δὲν ἐννοῶ, διατὶ αὐτὴ ἡ σπουδὴ, διατὶ αὐτὴ ἡ βία, νὰ σταθμίσωμεν ἕκαστον τῶν νομοσχεδίων, νὰ εὕρωμεν τὸ εἰδικὸν βάρος αὐτῶν, καὶ νὰ ἀρχίσωμεν νὰ προτιμῶμεν ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα κατὰ μονάδας ἢ κατ’ ἔννοιαν εἶναι βαρύτερα. Μήπως πρόκειται μετὰ δύο ἡμέρας νὰ κλείσῃ ἡ Βουλὴ τὰς πύλας της; Μήπως πρόκειται νὰ μὴ συνεδριάσωμεν τὸν Μάρτιον, Ἀπρίλιον, Μάϊον; Μήπως πρόκειται μετὰ τέσσαρας ἡμέρας νὰ ἐπέλθωσι τοιαῦται μεταβολαὶ, ὥστε νὰ παρακωλυθῇ ἡ Βουλὴ ἀπὸ τὰς ἐργασίας της; Ἕκαστον νομοσχέδιον συζητεῖται τρίς. Δύνανται νὰ προτεθῶσι τὰ νομοσχέδια εἰς πρώτην συζήτησιν τὸ ἓν κατόπιν τοῦ ἄλλου. Θέλομεν φθάσει πάντως, εἴτε, ἂν προηγηθῶσι τὰ οἰκονομικὰ, εἰς τὰ στρατιωτικὰ, εἴτε, ἂν προηγηθῶσι τὰ στρατιωτικὰ, εἰς τὰ οἰκονομικὰ, καὶ θέλομεν ἐπανέλθει εἰς τὴν δευτέραν ἀνάγνωσιν, καὶ ἐλπίζω, ὅτι οὕτω θέλουσι συζητηθῆ πάντα. Τώρα ὑπάρχει εἰδικός τις πόθος, νὰ προτάξωμεν τὰ στρατιωτικὰ νομοσχέδια, ὥστε νὰ ἀρχίσωμεν τὴν συζήτησιν αὔριον, εἰ δυνατόν; ἐγὼ δὲν ἀντιλέγω. Ἀλλ’ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἀντιλέγω, εἶναι, ὅτι πρέπει νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψει τὰς ἀνάγκας τοῦ Κράτους. Πρέπον εἶναι νὰ βελτιωθῶσι τὰ τοῦ στρατοῦ, ἀλλὰ πρέπον εἶναι καὶ οἰκονομίαι νὰ ἐπενεχθῶσιν εἰς τὰ ἔξοδα, διότι ἠκούσατε χθὲς τὴν ἑσπέραν θεωρίαν ὀλίγον ἀλλόκοτον, ὅτι ὁ Προϋπολογισμός, τὸν ὁποῖον ἡμεῖς εἰσηγάγομεν, ὅτι τὰ μέτρα τὰ οἰκονομικὰ, τὰ ὁποῖα εἰσηγάγομεν, ἄγουσιν εἰς τὴν χρεωκοπίαν, καὶ ὅτι, ἐνῷ Προϋπολογισμὸς ἀναγράψας ἔξοδα 132 ἑκατομμύρια δὲν ἦγεν εἰς τὴν χρεωκοπίαν, μᾶς ἄγει εἰς αὐτὴν Προϋπολογισμὸς, ὁ ὁποῖος ἀναγράφει ἔξοδα 114 ἑκατομμύρια! Θέλετε λοιπὸν νὰ ἀναβάλω πάντα ταῦτα, καὶ νὰ στέρξω νὰ συζητήσητε τὰ στρατιωτικὰ νομοσχέδια, καὶ νὰ ἐγκαταλείψητε πάντα τὰ λοιπά; Νομίζετε, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν πονεῖ τὸν τόπον;
§212Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Λοιπὸν νὰ μᾶς τὸ εἴπητε, ἵνα ἡσυχάσωμεν.
§213Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Σᾶς τὸ εἶπον.
§214ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν, παρακαλῶ, ὑπάρχουσι δέκα ὑποστηρίζοντες τὴν πρότασιν τοῦ κ. ἐξ Ἠλείας Βουλευτοῦ περὶ μεταβολῆς τῆς ἡμερησίας διατάξεως; (Οὐδεὶς ἐγείρεται).
§215Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Δὲν ὑπάρχουσι, κύριε Πρόεδρε.
§216ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐὰν δὲν ὑπάρχωσιν, ἀναγκαίως ἀπορρίπτεται.
§217Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὑπάρχω λοιπὸν μόνος ἐγώ!
§218ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρῶτον ἀντικείμενον τῆς ἡμερησίας διατάξεως εἶναι ἡ πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ οἰκονομικῶν ἐπιθεωρητῶν». Ἔχει τις τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀρχῆς;
§219Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Κύριε Πρόεδρε, ὀφείλω νὰ ποιήσωμαι ἀνακοίνωσίν τινα. Κατὰ τὴν πρώτην ἀνάγνωσιν ἡμεῖς θέλομεν ἀκούσει πάσας τὰς παρατηρήσεις, τὰς ὁποίας ἐπὶ ἑκάστης τῶν διατάξεων τῶν νομοσχεδίων ἤθελον κρίνει νὰ προβάλωσιν οἱ κύριοι Βουλευταί. Εἰς τὴν δευτέραν ἀνάγνωσιν θέλομεν συζητήσει ἐπὶ τῶν τροπολογιῶν αὐτῶν καὶ ἐπὶ τῶν γνωμῶν ἡμῶν. Ἑπομένως κατὰ τὴν πρώτην ἀνάγνωσιν παρακαλῶ τοὺς κυρίους Βουλευτὰς νὰ ἐκθέσωσι τὰς γνώμας των ἐπὶ ἑκάστης διατάξεως ἑκάστου τμήματος τοῦ νομοσχεδίου.
§220ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 1. (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν ἄνευ ἀντιρρήσεως). Ἄρθρον 2. (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν, ὡς ἔχει). Ἄρθρον 3.
§221ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει). «Ἵνα διορισθῇ τις οἰκονομικὸς ἐπιθεωρητὴς, ἀπαιτεῖται νὰ ἔχῃ τὰ νενομισμένα διὰ τὸν βαθμὸν τῶν τμηματαρχῶν προσόντα. Ὁ χημικὸς ὅμως ἀπαιτεῖται νὰ ἔχῃ δίπλωμα τοῦ Ἐθνικοῦ Πανεπιστημίου, ἢ ἑνὸς τῶν ἐν Γαλλίᾳ ἢ Γερμανίᾳ τοιούτων, νὰ ἐδίδαξε δὲ τὴν χημείαν ἔν τινι τῶν παρ’ ἡμῖν Σχολῶν, τῇ Στρατιωτικῇ τῶν Εὐελπίδων, τῇ Ναυτικῇ τῶν Δοκίμων ἢ τῇ τῶν Βιομηχάνων Τεχνῶν.»
§222ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει τις τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 3;
§223Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Παρατηρῶ, ὅτι ὁ περιορισμὸς τοῦ δικαιώματος, ὃν καθιεροῖ τὸ ἄρθρον, λέγον ὅτι «ὁ χημικὸς ἀπαιτεῖται νὰ ἔχῃ δίπλωμα τοῦ Ἐθνικοῦ Πανεπιστημίου, ἢ ἑνὸς τῶν ἐν Γαλλίᾳ ἢ Γερμανίᾳ Πανεπιστημίων», δὲν στηρίζεται ἐπὶ βασίμου τινὸς λόγου, διότι ὑπάρχουσιν ἔξοχα Πανεπιστήμια καὶ ἐν Ἀγγλίᾳ καὶ ἐν Ἰταλίᾳ καὶ ἐν Αὐστρίᾳ καὶ ἐν Ἀμερικῇ κλπ. Ἑπομένως θεωρῶ ἄδικον τὸν περιορισμόν. Ἐπίσης δὲν ἐννοῶ τὸν περιορισμὸν τοῦ νὰ ἔχῃ διδάξει τὴν χημείαν ἐπί τινα χρόνον, νὰ μὴ λαμβάνηται δὲ ὑπ’ ὄψιν ἡ πρακτικὴ ἐφαρμογή, ἣν δύναταί τις νὰ μετέλθῃ ἄλλως πως.
§224Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Πρὶν ἢ ἐκδοθῇ ὁ νόμος τῆς 20 Ἰουλίου 1899 δὲν ὑπῆρχεν εἰδικὸς ἐπιθεωρητὴς ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν. Ἀλλ’ ὑπῆρχον πολλάκις θέματα, περὶ ὧν ἦτο ἀναγκαία ἡ ἀπόφασις αὐτοῦ, ὁ δὲ Ὑπουργὸς ἀπηυθύνετο πρὸς χημικόν τινα, ὃν ἐκάλει, καὶ ἐζήτει τὴν γνώμην του ἐπὶ τῶν διαφόρων θεμάτων. Ἀλλ’ ὅτε ἐξεδόθη ὁ νόμος, προσελήφθη καὶ εἰδικὸς οἰκονομικὸς ἐπιθεωρητὴς εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν.
§225ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει ἄλλος τις τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 3; Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 3 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀναγινώσκονται εἶτα καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ λοιπὰ ἄρθρα τοῦ νομοσχεδίου, ὡς καὶ τὸ σύνολον αὐτοῦ, εἰς αʹ συζήτησιν). Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ δικαιοδοσίας, καταργήσεως καὶ καθορισμοῦ τοῦ προσωπικοῦ Οἰκονομικῶν τινων Ἐφοριῶν». (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο εἰς αʹ συζήτησιν, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιρρήσεως).
§226ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τοῦ προσωπικοῦ τοῦ Ἐθνικοῦ Τυπογραφείου». (Γίνεται δεκτὸν καὶ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο εἰς αʹ συζήτησιν, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιρρήσεως). Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ εἰσπράξεως τῶν φόρων ἐπὶ τῶν ἐπιτηδευμάτων καὶ οἰκοδομῶν». Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀναγινώσκονται ἀκολούθως τὰ ἄρθρα 1 καὶ 2 τοῦ νομοσχεδίου καὶ γίνονται δεκτὰ ἄνευ ἀντιρρήσεως). Ἄρθρον 3. (Ἀναγινώσκεται, ἔχον ὡς ἑξῆς): «Ὁ φόρος οἰκοδομῶν καθίσταται ἀπαιτητὸς κατ’ ἔτος ἀπὸ τῆς 1 Ἰουνίου· ἐπιτρέπεται δὲ ἡ καταβολὴ αὐτοῦ εἰς δύο ἴσας δόσεις, τῆς μὲν πρώτης μέχρι τέλους Ἰουνίου, τῆς δὲ δευτέρας μέχρι τέλους Δεκεμβρίου ἑκάστου ἔτους.»
§227Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀντὶ «μέχρι τέλους Δεκεμβρίου» πρέπει νὰ τεθῇ «ἀπὸ 1 μέχρι τέλους Δεκεμβρίου».
§228Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Δὲν ἔχω ἀντίρρησιν.
§229ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 3, ὡς ἐτροποποιήθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀναγινώσκεται εἶτα καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 4, ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου, εἰς πρώτην συζήτησιν). Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ καταργήσεως καὶ συστάσεως τελωνειακῶν θέσεων». Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 1 (ἀναγινώσκεται).
§230Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἐπὶ τοῦ πρώτου ἄρθρου κατὰ τὴν δευτέραν ἀνάγνωσιν θέλω προτείνει τροπολογίαν, δι’ ἧς καταργεῖται τὸ ὑποτελωνεῖον Ἀντικύρας, καὶ συνιστῶνται ἀντ’ αὐτοῦ δύο τελωνειακοὶ σταθμοὶ, εἷς ἐν Ἀντικύρᾳ καὶ ἕτερος εἰς τὴν παραλίαν τοῦ Διστόμου.
§231ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τοῦ πρώτου ἄρθρου ὑποβάλλουσι τροπολογίας οἱ βουλευταὶ κ.κ. Γ. Καλλίνικος καὶ Μιχ. Στελλάκης. Αἱ τροπολογίαι αὗται θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ, ἵνα ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν κατὰ τὴν δευτέραν συζήτησιν. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 173 καὶ 174). (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 1. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ λοιπὰ ἄρθρα, ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου, εἰς αʹ συζήτησιν). Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ταμιακῆς ὑπηρεσίας». (Γίνεται δεκτὴ ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 1–14). Ἄρθρον 15 (ἀναγινώσκεται, ἔχον ὡς ἑξῆς): «Κατὰ πρότασιν τοῦ ὑποταμίου, ὑποβαλλομένην διὰ τοῦ οἰκείου ταμίου, καὶ ὑπὸ τὴν εὐθύνην ἀμφοτέρων, διορίζονται οἱ παρὰ τῷ ὑποταμείῳ δημόσιοι εἰσπράκτορες, οἵτινες, ἄμισθοι ὄντες, ἀμείβονται διὰ ποσοστῶν, ὧν τὸ ⅒ διανέμεται ἐξ ἴσου μεταξὺ τοῦ ταμίου καὶ τοῦ ὑποταμίου. Οὐδεὶς διορίζεται δημόσιος εἰσπράκτωρ παρὰ ὑποταμείῳ, ἐὰν μὴ ἔχῃ, ἐκτὸς τῶν ὑπὸ τῶν ἰσχυουσῶν διατάξεων ὁριζομένων προσόντων, καὶ διαγωγὴν ἄμεμπτον, ἀποδεικνυομένην ἐκ πιστοποιητικῶν τῆς τε ἁρμοδίας δημοτικῆς ἀρχῆς καὶ τοῦ Εἰσαγγελέως τῶν Πλημμελειοδικῶν.»
§232Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ δεχθῶμεν ὅ,τι ἐγένετο ἄλλοτε; Νὰ μὴ κατάγωνται δηλαδὴ οἱ δημόσιοι εἰσπράκτορες ἐκ τοῦ δήμου, ἐν ᾧ ὑπηρετοῦσι;
§233Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Τοῦτο ἐγένετο δι’ ἐγκυκλίου ἐκδοθείσης τὸ 1869, ἡ ὁποία ὁμολογῶ ὅτι ἀπεδείχθη οὐχὶ ὀρθή, διότι τὸ ποσοστόν, ὅπερ λαμβάνουσιν οἱ εἰσπράκτορες, εἶναι ἐλάχιστον καὶ ἀνεπαρκές, καὶ δυσκόλως χάριν τοιούτου ποσοστοῦ ἀπομακρύνεται τις τοῦ τόπου του· ἐξ ἄλλου δὲ δὲν συμφέρει εἰς τὸ Κράτος νὰ πληρώνῃ πρὸς τοῦτο ὑπαλλήλους.
§234ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 1, ὡς ἔχει, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀναγινώσκονται εἶτα καὶ γίνονται δεκτὰ, ὡς ἔχουσι, τὰ ἄρθρα 16–39).
§235ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 40 (ἀναγινώσκεται).
§236Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὸ ἄρθρον 40 ἔχω νὰ ὑποβάλω μίαν τροπολογίαν, τὴν ὑποβάλλω δὲ σήμερον, κατὰ τὴν παρατήρησιν, ἣν πρὸ ὀλίγου ἔκαμεν ὁ κ. Πρωθυπουργός, ὅπως αἱ τροποποιήσεις ὑποβληθῶσιν εἰς τὴν πρώτην ἀνάγνωσιν. Ἡ τροπολογία μου ἔχει ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Νὰ διαγραφῶσιν αἱ λέξεις «τὸ ἄρθρον 40 τοῦ νόμου ͵ΒΡΕʹ τοῦ 1892», καὶ νὰ τεθῶσιν ἀντ’ αὐτῶν αἱ λέξεις «τὸ ἄρθρον 38 τοῦ νόμου ͵ΒΡΕʹ τοῦ 1892, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τοὺς παρὰ τοῖς ταμείοις καὶ ὑποταμείοις δημοσίους εἰσπράκτορας, καὶ τὸ ἄρθρον 40 τοῦ αὐτοῦ νόμου.»
§237ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 175). Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 40, ὡς ἔχει, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἐπὶ τοῦ συνόλου ἔχει τις ἀντίρρησιν;
§238ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι.
§239ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ταμιακῆς ὑπηρεσίας» εἰς πρώτην συζήτησιν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τῶν δαπανῶν τῆς ἀνωτέρας ἐκπαιδεύσεως».
§240Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Παρακαλῶ νὰ ἀναβληθῇ δι’ αὔριον.
§241ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ καταργήσεως καὶ τροποποιήσεως διατάξεων τοῦ νόμου ͵ΒΡΚΒʹ τῆς 31 Δεκεμβρίου 1892 καὶ ͵ΒΧΙΘʹ τῆς 10 Ἰουλίου 1899». (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον, εἰς πρώτην συζήτησιν, ἄνευ ἀντιρρήσεως.) Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ συγχωνεύσεως τοῦ τμήματος τοῦ δημοσίου χρέους εἰς τὸ Γενικὸν Λογιστήριον». (Γίνεται δεκτὸν καὶ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον, εἰς πρώτην συζήτησιν, ἄνευ ἀντιρρήσεως). Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τακτοποιήσεως τῶν ὑπολοίπων διαφόρων ἢ χρηματιστικῶν λογαριασμῶν καὶ διακανονισμοῦ τῶν ἐξόδων τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως τῶν ἀπὸ τοῦ ἔτους 1896 καὶ ἐφεξῆς καταβληθέντων καὶ καταβαλλομένων».
§242Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Καὶ αὐτὸ παρακαλῶ ν’ ἀναβληθῇ δι’ αὔριον.
§243ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου περὶ νομικῶν συμβούλων».
§244Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Παρακαλῶ νὰ ἀναβληθῇ δι’ αὔριον.
§245Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἂς ἀναβληθῇ, ὡς καὶ τὸ ἀμέσως ἑπόμενον «περὶ μέσης ἐκπαιδεύσεως».
§246ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλονται. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τοῦ προσωπικοῦ τῆς ἀρχαιολογικῆς ὑπηρεσίας καὶ τῶν δαπανῶν αὐτῆς». (Γίνεται δεκτὸν, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, εἰς πρώτην συζήτησιν, ἄνευ ἀντιρρήσεως). Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τροποποιήσεως διατάξεών τινων τοῦ νόμου ͵ΒΥΞΕʹ τοῦ 1897 περὶ συστάσεως Γεωργικῶν Σταθμῶν». (Γίνεται δεκτὸν καὶ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, εἰς πρώτην συζήτησιν, ἄνευ ἀντιρρήσεως).
§247Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὸ ἀμέσως ἑπόμενον νομοσχέδιον «περὶ καταργήσεως τῶν διὰ τοῦ νόμου ͵ΒΧΔʹ τοῦ 1899 περὶ διοικητικῆς διαιρέσεως τοῦ Κράτους προστεθεισῶν θέσεων ἐπιθεωρητῶν τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως κλπ.» παρακαλῶ νὰ ἀναβληθῇ.
§248ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ ͵ΒΨΗʹ νόμου τῆς 31 Μαρτίου 1900 περὶ μεταρρυθμίσεως τῶν προξενικῶν νόμων».
§249ΑΘΩΣ ΡΩΜΑΝΟΣ. Παρακαλῶ νὰ ἀναβληθῇ ἡ ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου συζήτησις μέχρις οὗ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν εὐαρεστηθῇ νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰς καταστάσεις, αἵτινες ἐζητήθησαν πρὸ ἑβδομάδος, καὶ αἵτινες ἀποδεικνύουσι τὴν αὔξησιν τῶν εἰσπράξεων καὶ δαπανῶν, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο δυνάμει τοῦ τελευταῖον ψηφισθέντος νόμου.
§250ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Τὴν στιγμὴν, καθ’ ἣν ἠρχόμην εἰς τὴν Βουλὴν, μοὶ παρουσιάσθησαν αἱ σημειώσεις, ἀλλὰ δὲν τὰς παρέλαβον, διότι δὲν ἐπρόφθανα νὰ τὰς θεωρήσω πρότερον. Δυνάμεθα ἑπομένως σήμερον νὰ προβῶμεν εἰς τὴν πρώτην συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου, καὶ αὔριον θὰ ἔχητε τὰς καταστάσεις τὰς ζητηθείσας.
§251ΑΘΩΣ ΡΩΜΑΝΟΣ. Παρακαλῶ οὔτε εἰς πρώτην συζήτησιν νὰ ψηφισθῇ, διότι ἡ Βουλὴ εὑρίσκεται ἔτι ὑπὸ τὴν ἐντύπωσιν τῶν λόγων τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὁ ὁποῖος εἶπεν, ὅτι κατὰ 200,000 δραχμὰς ηὔξησαν αἱ δαπάναι διὰ τοῦ νόμου τούτου, οὗτινος ἡ τροποποίησις ζητεῖται διὰ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου. Νομίζω ὅτι διὰ τῶν αἰτηθεισῶν καταστάσεων θέλει ἀποδειχθῆ, ὅτι κατὰ τὸ 1901, ὡς ἐκ τῶν σημειώσεών μου παρετήρησα, αἱ τοιαῦται δαπάναι δὲν ὑπερβαίνουσι τὰς 110,000 δραχμὰς, ἐνῷ ἡ αὔξησις τῶν εἰσπράξεων εἶναι πολὺ ἀνωτέρα.
§252Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν ἀντιλέγομεν νὰ ἀναβληθῇ, ἀλλὰ παρακαλῶ νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ἐνόουν πάντοτε τὰ προϋπολογισθέντα, ὄχι τὰ δαπανηθέντα, διότι ἀπολογισμὸν δὲν ἔχομεν ἀκόμη.
§253ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται λοιπὸν καὶ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τροποποιήσεως διατάξεων τοῦ νόμου ͵ΒΨΞΘʹ τοῦ 1900 περὶ ταχυδρομικῶν ἐνσήμων καὶ ταχυδρομικοῦ μονοπωλίου». (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, εἰς πρώτην συζήτησιν, ἄνευ ἀντιρρήσεως). Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ παροχῆς ἀδείας πρὸς συνομολόγησιν συμπληρωτικῆς συμβάσεως μετὰ τῆς Ἑταιρείας τῶν Σιδηροδρόμων Ἀττικῆς περὶ ἠλεκτρικοῦ φωτισμοῦ τοῦ ἐν Κηφισιᾷ ἄλσους καὶ περὶ παρατάσεως προθεσμίας πρὸς ἀποπεράτωσιν αὐτοῦ. (Γίνεται δεκτὸν καὶ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον, εἰς πρώτην συζήτησιν, ἄνευ ἀντιρρήσεως).
§254Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐὰν ἐγκρίνητε, κύριε Πρόεδρε, δυνάμεθα νὰ μείνωμεν μέχρις ἐδῶ.
§255ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρα 8 καὶ 30′ μ.μ.)