Ελένη
Digital corpus of Greek Parliamentary Proceedings
Index› Period ΙΣΤ · Session Α› Sitting 35

1903.02.27

3,230 rows · 23,927 words · 1 table · 287 turns

Date
1903.02.27
Presidency
Δ. Γ. ΡΑΛΛΗ
Period
ΙΣΤ
Session
Α
Source
ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΩΝ ΣΥΖΗΤΗΣΕΩΝ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣ (1907)

§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 35

τῆς 27 Φεβρουαρίου 1903.

(Πέμπτη).

(Προεδρεύοντος τοῦ Προέδρου κ. Δημ. Ράλλη).

(Γενομένης ἀπαρτίας ὥρᾳ 4 καὶ 30′ μ. μ. ἀναγινώσκονται καὶ ἐγκριθέντα ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).

§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνακοινῶ εἰς τὴν Βουλὴν τηλεγράφημα ἐπιτροπῆς τοῦ λαοῦ Κυπαρισσίας, παρακαλούσης τὴν Βουλὴν νὰ ἐπιψηφίσῃ ἐπειγόντως τὰς προτάσεις τῆς Σταφιδικῆς ἐπιτροπῆς. Ὡσαύτως αἴτησιν τῶν γραμματιστῶν τοῦ νομοῦ Ἄρτης, παρακαλούντων τὴν Βουλὴν νὰ ὑπαχθῇ καὶ ὁ κλάδος αὐτῶν εἰς τὸν περὶ συντάξεως τῶν ὑπαλλήλων νόμον. Παραπέμπεται ἡ ἀναφορὰ αὕτη εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως. Ὁ κύριος Πρωτοπαπαδάκης ἔχει τὸν λόγον πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως.

§2Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν πρότασιν νόμου «περὶ προκαταβολῆς μέρους τοῦ ὀφειλομένου ἐργατικοῦ δικαιώματος εἰς τοὺς ἐν Νάξῳ σμυριδωρύκτας». Σᾶς ἀνέπτυξα τότε, Κύριοι, ὅτι πρόκειται περὶ ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι κυριολεκτικῶς λιμώττουν, ἐνῷ ἔχουν περιουσίαν ἑνὸς καὶ πλέον ἑκατομμυρίου δραχμῶν ἐμπεπιστευμένην εἰς τοὺς ὑπαλλήλους τῆς Κυβερνήσεως ἐντὸς τῶν περιβόλων τῶν ὅρμων Ληῶνος καὶ Μουτσούνης. Δυστυχῶς, καίτοι ἐκ τῶν πρώτων ὑπεβλήθη ἡ πρότασις αὕτη νόμου, μόλις σήμερον διενεμήθη εἰς τοὺς κυρίους Βουλευτάς. Σήμερον δ’ ἔλαβον καὶ ἐπιστολὴν ἐκ Νάξου, ἐν ᾗ μοὶ γράφουν, ὅτι ὁ κόσμος ἐκεῖ εἶναι ἀνάστατος καὶ ἐν ἀπογνώσει. Ἐπιτρέψατέ μοι, Κύριοι, νὰ σᾶς ἀναγνώσω τὴν σχετικὴν παράγραφον τῆς ἐπιστολῆς, διὰ νὰ πληροφορηθῆτε, ὅτι πρόκειται κυριολεκτικῶς περὶ ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι στεροῦνται καὶ τοῦ ἄρτου, ἐνῷ, ὡς εἶπον, ἔχουν λαμβάνειν παρὰ τῆς Κυβερνήσεως πλέον τοῦ ἑκατομμυρίου (ἀναγινώσκει): «Μετὰ πόνου γράφω σήμερον τὴν κατάστασιν, ὑπὸ οἰκονομικὴν ἔποψιν, τῶν δυστυχισμένων ἐργατῶν τῆς σμύριδος. Πεινοῦν αἱ οἰκογένειαί των, ὡς δὲν ἐπείνασαν ποτὲ ἴσως οἰκογένειαι ἐν τῷ τόπῳ μας. Πρὸς Θεοῦ! ἐργασθῆτε καὶ θὰ κατορθώσητε, πιστεύω, νὰ δοθῇ προκαταβολή. Δὲν εἶναι πρώτη φορά, ὅπου θὰ ληφθῇ τὸ μέτρον αὐτὸ πρὸς ἱκανοποίησιν τῶν ἐργατῶν. Φροντίσατε, καταβάλετε ἐξαιρετικὰς καὶ ὅλως ἐκτάκτους προσπαθείας. Ἔπρεπε νὰ σὲ ἔχω χθὲς εἰς Κορωνίδα, ὅπου ἤμην, καὶ θὰ ἔβλεπες οἰκογενείας κατ’ ἐξακολούθησιν νὰ τρέφωνται μὲ χόρτα τοῦ βουνοῦ, χωρὶς λάδι καὶ χωρὶς ψωμί!» Αὐτὰ δὲ, Κύριοι, σᾶς βεβαιῶ, ὅτι δὲν εἶναι λόγια ποσῶς! εἶναι αὐτὰ τὰ πράγματα· τὰ ἀντελήφθην καὶ ἐγὼ αὐτὸς, ὡς καὶ ὁ τέως ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργός, ὅστις ἐπεσκέφθη τοὺς σμυριδούχους τόπους τῆς Νάξου, κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος, καὶ εἶχε διατάξει νὰ ζυγισθοῦν τρεῖς χιλιάδες τόννοι σμύριδος, διὰ νὰ λάβουν αὐτοὶ οἱ δυστυχεῖς ἐργάται μέρος τοῦ ἐργατικοῦ των δικαιώματος, καὶ κατορθώσουν νὰ συντηρηθοῦν ἐπί τινα ἔτι χρόνον, μέχρις οὗ ἤθελε κατορθωθῆ νὰ παραδοθῇ μεγαλύτερον ποσὸν σμύριδος. Οἱ ἐπικρατήσαντες βόρειοι ἄνεμοι ἠμπόδισαν τὴν ἐκτέλεσιν τῆς ἀποφάσεως, τὴν ὁποίαν ἔλαβεν ὁ τέως ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς, καὶ οἱ ἄνθρωποι μένουν λιμώττοντες. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν σεβαστὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν κατάστασιν αὐτῶν τῶν σμυριδορυκτῶν, καὶ ἀφοῦ πρόκειται ἐντὸς τοῦ ἔτους νὰ πληρωθῶσιν εἰς αὐτοὺς τριακόσιαι χιλιάδες δραχμῶν, ἀφοῦ εἶναι ἐξηκριβωμένον δι’ ἐπισήμου ἐκθέσεως τῆς ὑπηρεσίας, ὅτι ἐντὸς τῶν περιβόλων ὑπάρχουσι 18,000 τόννοι σμύριδος, ἀντὶ τῶν 6,000, τὰς ὁποίας προβλέπει ὁ Προϋπολογισμός, ὅτι θὰ παραδώσουν, νὰ εὐδοκήσῃ, λέγω, νὰ χορηγήσῃ τὴν περὶ ἧς ὁ λόγος προκαταβολήν· ἄλλως νὰ λάβουν τὰ μέτρα των οἱ ἄνθρωποι νὰ ἐκπατρισθοῦν, ἵνα δυνηθῶσι νὰ σωθῶσιν ἀπὸ τὸν ἐκ πείνης θάνατον.

§3Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἔχετε ὑποβάλει καμμίαν πρότασιν;

§4Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Μάλιστα, πρότασιν νόμου, τὴν ὁποίαν παρακαλῶ νὰ εὐαρεστηθῆτε νὰ υἱοθετήσητε. Θὰ σᾶς ἦναι λίαν εὐγνώμων ὁ λαὸς τῆς Νάξου καὶ ἰδίᾳ οἱ σμυριδορύκται, οἵτινες συνεισφέρουσιν ἐτησίως ὑπερεξακοσίας χιλιάδας δραχμῶν εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον.

§5Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν ἀντιλέγω. Νὰ ἐγγραφῇ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.

§6Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Εὐχαριστῶ πολύ.

§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μυκώνιος ἔχει τὸν λόγον.

§8ΕΛ. ΜΥΚΩΝΙΟΣ. Τὰ αὐτά, κύριοι Βουλευταί, γράφουσι καὶ εἰς ἐμὲ οἱ δυστυχεῖς αὐτοὶ ἐργάται. Οἱ ἐργάται αὐτοὶ εἶναι ἐκ τοῦ δήμου τοῦ ἡμετέρου. Ποῦ ἠκούσθη, Κύριοι, νὰ διορίζῃ τὸ Ὑπουργεῖον ἐργάτας νὰ ἐργάζωνται, νὰ μεταφέρουν τὴν σμύριδα ἐπὶ τόπου, καὶ νὰ μὴ τοὺς πληρώνωνται τὰ ἡμερομίσθιά των παρὰ ὅταν εὑρεθῇ ἀγοραστὴς καὶ ἀγοράσῃ σμύριδα ἐκ τοῦ Δημοσίου; Αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι δὲν ἔχουν οὔτε μίαν σπιθαμὴν γῆς, ἵνα σπείρουν ἓν κοιλὸ κριθάρι, διὰ νὰ φάγουν. Τὴν ἑορτὴν τῶν Χριστουγέννων ἔφαγον οἱ δυστυχεῖς αὐτοὶ ἄνθρωποι λάχανα χωρὶς ψωμί, χωρὶς λάδι! Ἠναγκάσθημεν, Κύριοι, μετὰ τῶν συναδέλφων μου νὰ ὑποβάλωμεν αὐτὴν τὴν πρότασιν νόμου, ἵνα τοῖς δοθῇ μία προκαταβολή, διότι βεβαιωθῆτε, ὅτι οὐδεὶς ἔμπορος τοῖς δίδει ἐπὶ πιστώσει οὔτε μίαν ὀκᾶν ἀλεύρου, διὰ νὰ φάγουν, εὑρίσκονται δὲ εἰς ἀπόγνωσιν οἱ ἄνθρωποι! Τὰ ὀρυχεῖα αὐτά, Κύριοι, ἦσαν τῶν ἐργατῶν ἀπὸ τοῦ 1710· ἅμα δὲ ἦλθεν ἡ Βασιλεία τοῦ 1833 τὰ κατέλαβε, καὶ σήμερον δὲν ἔχουν πόρον ζωῆς αὐτοὶ οἱ ἐργάται. Λοιπὸν ζητοῦσι τὴν ἐπιείκειαν τῆς Κυβερνήσεως, καὶ παρακαλοῦσιν αὐτὴν νὰ τοῖς δοθῇ μία προκαταβολή, τοὐλάχιστον ἐξ ἑκατὸν δραχμῶν, διὰ νὰ φάγουν ὀλίγον ψωμί. Θὰ παρακαλέσω δὲ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἐγώ, χάριν εὐσπλαγχνίας, νὰ λυπηθῇ αὐτοὺς τοὺς ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι ἄλλως θὰ ἀποθάνουν τῆς πείνης.

§9Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Ἐπειδὴ δὲ προτίθεμαι ἐν ἐκτάσει νὰ ἀναπτύξω τὸ ἐν γένει ζήτημα τῆς σμύριδος ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, θὰ παρακαλέσω τὸν ἀξιότιμον Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως εὐαρεστούμενος διατάξῃ νὰ κατατεθῶσιν αἱ πληροφορίαι, τὰς ὁποίας ἐζήτησα κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς 24 Φεβρουαρίου ἐνεστῶτος ἔτους.

§10Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν θὰ λείψω.

§11ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ πρότασις ἡ ὑποβληθεῖσα ὑπὸ τοῦ κ. Πρωτοπαπαδάκη ἐξετυπώθη χθὲς καὶ διενεμήθη σήμερον· ἑπομένως εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν τῆς αὔριον θὰ ἀναγραφῇ κατὰ τὴν σειράν της· ὁ Πρόεδρος δὲν δύναται νὰ ἀνατρέψῃ τὴν σειρὰν τῶν ἐγγραφῶν· τοῦτο ἐξαρτᾶται ἐκ τῆς Βουλῆς. Ὁ κύριος Ἰωάννης Καλούτσης ἔχει τὸν λόγον.

§12Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Ἡ κωμόπολις Παραλίου Ἄστρους, τὴν ὁποίαν πάντες, ὅσοι ἐταξείδευσαν τὸν Ἀργολικὸν κόλπον, θὰ γνωρίζουν, εἶναι τὸ ἐπίνειον ὄχι μόνον τῶν δυτικῶν δήμων τῆς Κυνουρίας, ἀλλὰ καὶ τῶν πλείστων δήμων τῆς Λακεδαίμονας καὶ δύο ἢ τριῶν δήμων τῆς Μαντινείας. Ἀτυχῶς ἡ κωμόπολις αὕτη μαστίζεται ἀπὸ δύο φοβερὰς πληγάς· ἡ μία πληγὴ εἶναι ἡ ἔλλειψις ποσίμου ὕδατος, ἡ δὲ ἄλλη τὰ ἕλη καὶ τέλματα, τὰ ὁποῖα ἔχουν σχηματισθῆ πρὸς βορρᾶν τῆς κωμοπόλεως. Πρὸς θεραπείαν τῆς πρώτης ἀνάγκης ἀπεπειράθη νὰ λάβῃ πρόνοιαν ὁ ἐν ἔτει 1899 ψηφισθεὶς νόμος ΒΦΙΒʹ, διὰ τοῦ ὁποίου ἐπετράπη νὰ πληρωθῇ ἐκ μέρους τοῦ Δημοσίου ποσὸν ὀφειλόμενον εἰς τὸν δῆμον Θυρέας ὑπὸ τοῦ Δημοσίου ἐξ εἰσπράξεων ὁδοποιίας δρ. 16,000 καὶ ἐπίσης ἐκ τοῦ ἀποθεματικοῦ κεφαλαίου τοῦ λιμενικοῦ ταμείου ποσὸν 7,000, ἤτοι τὸ ὅλον 23,000 πρὸς ἐπισκευὴν τοῦ παλαιοῦ ὑδραγωγείου καὶ κατασκευὴν νέου πρὸς διοχέτευσιν τοῦ ἄνωθεν τῆς Μονῆς Λουκοῦς πηγάζοντος ὕδατος εἰς τὴν κωμόπολιν Ἄστρους καὶ τὴν κώμην Παραλίου Ἄστρους, ὡς καὶ πρὸς κατασκευὴν ὑδραγωγείου ἀπὸ τῆς θέσεως Περδικογέρι μέχρις Ἁγίου Γεωργίου τῆς κωμοπόλεως Ἁγίου Ἰωάννου καὶ ἐπισκευὴν τοῦ ὑδραγωγείου τῆς κώμης Μελιγοῦς. Πρὸς συμπλήρωσιν δὲ τοῦ ἀπαιτουμένου ποσοῦ διὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν εἰρημένων ἔργων, προϋπολογισθέντων εἰς δρ. 30,801, ἐπετράπη εἰς τὸ Λιμενικὸν ταμεῖον Ἄστρους νὰ διαθέσῃ τὸ ἀποθεματικὸν αὑτοῦ κεφάλαιον, ἀνερχόμενον εἰς δρ. 7,500, καὶ νὰ συνομολογήσῃ προσέτι δάνειον ἐκ δραχμῶν 8,000 ἐπὶ τόκῳ οὐχὶ ἀνωτέρῳ τῶν 8%. Τὸ ποσὸν τοῦτο ἐδαπανήθη διὰ τὴν ἐπισκευὴν τοῦ ὑδραγωγείου ἀπὸ τῆς πηγῆς μέχρι τῆς κωμοπόλεως Ἁγίου Ἰωάννου, δὲν ἐπήρκεσε δὲ εἰς τὴν κατασκευὴν τοῦ ὑδραγωγείου ἀπὸ Ἁγίου Ἰωάννου μέχρι τοῦ Παραλίου Ἄστρους. Ἐδαπανήθησαν περίπου 23,000 ἢ 24,000 δραχμαί, καὶ ἐναπέμεινε ποσὸν ἐκ τοῦ ἀποθεματικοῦ κεφαλαίου δραχ. 2,000 μόνον, τὸ ὁποῖον δὲν ἐπαρκεῖ προδήλως πρὸς συμπλήρωσιν τοῦ ἔργου αὐτοῦ. Εἶναι ἀνάγκη, δι’ οὓς λόγους ἐψηφίσθη ὁ νόμος τοῦ 1899, νὰ συμπληρωθῇ τὸ ὑδραγωγεῖον ἀπὸ τῆς κωμοπόλεως Ἁγίου Ἰωάννου μέχρι Παραλίου Ἄστρους, ἀλλὰ ταυτοχρόνως πρέπει νὰ ληφθῇ μέριμνα περὶ τῆς ἀποξηράνσεως καὶ τῶν ἑλῶν καὶ τελμάτων, διὰ τὰ ὁποῖα ἀπαιτεῖται μία δαπάνη, διότι ἄλλως οὔτε ἡ κοινότης ἐκείνη εἶναι δυνατὸν νὰ προοδεύσῃ, οὔτε καὶ ὁ λιμήν. Πρὸς τοῦτο ὑποβάλλω πρότασιν νόμου, διὰ τῆς ὁποίας προτείνω πρὸς κατασκευὴν τοῦ ὑδραγωγείου ἀπὸ τῆς κωμοπόλεως Ἁγίου Ἰωάννου μέχρι Παραλίου Ἄστρους νὰ δαπανηθῇ τὸ ὑπολειπόμενον ποσὸν ἐν τῷ λιμενικῷ ταμείῳ, καὶ συνάμα τὸ κατὰ τύχην εὑρεθὲν κεφάλαιον ἐξ 22 χιλιάδων, τὸ ὁποῖον ἦτο ἄγνωστον κατὰ τὸ 1899, ἂν δὲ τοῦτο δὲν ἤθελεν ἐπαρκέσει, νὰ ἰσχύῃ ἡ διάταξις τοῦ νόμου περὶ συνάψεως δανείου ἐξ 8,000. Νομίζω ὅτι ἡ Βουλή, ἀναγνωρίζουσα τὴν ἀνάγκην τῆς κωμοπόλεως ταύτης, ἡ ὁποία θὰ δαπανήσῃ καὶ ἐξ ἰδίων, ἐλπίζω, λέγω, ὅτι ἡ Βουλὴ θὰ ψηφίσῃ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, τὸ ὁποῖον συγχρόνως προνοεῖ καὶ περὶ ἀποξηράνσεως τῶν ἑλῶν καὶ τελμάτων τῆς αὐτῆς κωμοπόλεως. Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ταύτῃ θέλω συστήσει εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης τὸ ἑξῆς. Ὅτε, Κύριοι, ἐψηφίζετο ὁ νόμος περὶ συστάσεως τῶν νέων Πρωτοδικείων, δὲν ἀγνοεῖτε ὅτι συνέστη Πρωτοδικεῖον καὶ ἐν Κορίνθῳ. Ὁ τέως Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης κ. Καράπαυλος, ἐπειδὴ οἱ Ναυπλιεῖς ἐπετίθεντο κατ’ αὐτοῦ, εἶχε δὲ τὴν ἀτυχίαν ἡ Κυνουρία νὰ μὴ ὑπάγηται εἰς τὸ Ναύπλιον, ὁ κ. Καράπαυλος ἐσκέφθη, τὸ ἀντιστάθμισμα νὰ τὸ πληρώσῃ ἡ Κυνουρία, καὶ ἐπειδὴ διὰ τοῦ νόμου ἐκείνου ἐχορηγεῖτο εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης ἀτόπως τὸ δικαίωμα νὰ ἀποσπάσῃ δήμους ἀνήκοντας εἰς ἄλλην περιφέρειαν καὶ νὰ τοὺς προσαρτήσῃ ἀλλοῦ, ἀπέσπασεν ἐκ τῆς Μαντινείας τέσσαρας δήμους καὶ τοὺς προσήρτησεν εἰς τὸ Πρωτοδικεῖον Ναυπλίου, ἀδιαφορῶν, ἂν οἱ δῆμοι αὐτοὶ ταλαιπωροῦνται. Ἐπέπρωτο λοιπὸν ἡ Κυνουρία νὰ πληρώσῃ τὴν δειλίαν τοῦ κ. Καραπαύλου. Καὶ ὅσον μὲν ἀφορᾷ τοὺς δήμους Λιμναίου καὶ Μαριοῦ, καλῶς ἔπραξε, διότι ἀληθῶς οἱ δῆμοι οὗτοι ἤθελον νὰ ὑπαχθῶσιν εἰς τὴν περιφέρειαν Ναυπλίου, ἀλλ’ ὡς πρὸς τοὺς δήμους Θυρέας καὶ Βρασιῶν, οἱ δῆμοι αὐτοὶ ἦσαν συνηθισμένοι μὲ τὴν Τρίπολιν, οἱ κάτοικοι αὐτῶν εἶναι ποιμένες καὶ χωρικοί, οἱ ὁποῖοι μεταβαίνουσι πεζοὶ εἰς Τρίπολιν, ἐνῷ τώρα εἶναι ὑποχρεωμένοι νὰ μεταβαίνουν δι’ ἀτμοπλοίων εἰς Ναύπλιον, ὡς μάρτυρες εἰς τὰ Δικαστήρια, καὶ νὰ πληρώνῃ ἕκαστος 25 δραχμάς. Ἐννοεῖτε λοιπὸν ποίαν ταλαιπωρίαν καὶ ποῖα ἔξοδα ὑφίστανται. Διὰ τοῦτο ὑποβάλλω ἑτέραν πρότασιν νόμου, διὰ τῆς ὁποίας οἱ δύο οὗτοι δῆμοι ἐπανάγονται πάλιν εἰς τὴν περιφέρειαν τοῦ Πρωτοδικείου Τριπόλεως, καὶ παρακαλῶ τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ υἱοθετήσῃ τὴν πρότασιν ταύτην.

§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ βουλευτὴς Ἁγυιᾶς κύριος Λέων Μελᾶς ὑποβάλλει ἀναφορὰν κατοίκων τοῦ δήμου Βοιῶν τῆς ἐπαρχίας Ἐπιδαύρου Λιμηρᾶς, παραπονουμένων κατὰ τοῦ γεωμέτρου Γ. Καλούλη, διότι συνέταξε χίλια περίπου πρωτόκολλα ἀδηλώτων δῆθεν ἐθνικῶν γαιῶν καὶ ἀμπέλων τοῦ δήμου Βοιῶν, χωρὶς νὰ μεταβῇ ἐπὶ τόπου, καὶ αἰτουμένων τὴν ἀκύρωσιν τῶν πρωτοκόλλων τούτων καὶ τὴν τιμωρίαν τοῦ γεωμέτρου. Ὁ κύριος Φίλιος ἔχει τὸν λόγον.

§14Ι. ΦΙΛΙΟΣ. Ἐν ἔτει 1900, κύριε Πρόεδρε, ἐψηφίσθη νόμος, δι’ οὗ συνέστη ἐπιτροπὴ ἀποτελουμένη ἀπὸ τοὺς ἀξιοτίμους κ. κ. Ὑπουργοὺς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ Οἰκονομικῶν, ἀπὸ τὸν Διοικητὴν τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης καὶ τὸν Πρόεδρον τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου τῶν Σιδηροδρόμων Θεσσαλίας. Διὰ τοῦ νόμου ἐκείνου ἐπεβλήθη φορολογία εἰς τὸν Θεσσαλικὸν λαόν, ἵνα καταστρωθῶσι σχέδια καὶ μελέται χάριν τῶν ὑδραυλικῶν ἐργασιῶν τῆς Θεσσαλίας. Ἐπεβλήθη δὲ φορολογία ἑνὸς λεπτοῦ κατ’ ὀκᾶν ἐπὶ τοῦ ἐξαγομένου καπνοῦ διὰ τοῦ τελωνείου Βόλου διά τε τὸ ἐσωτερικὸν καὶ τὸ ἐξωτερικόν, ἐπεβλήθη φόρος δύο ἐπὶ τοῖς ἑκατὸν ἐφ’ ὅλων τῶν εἰδῶν τῶν εἰσαγομένων διὰ τοῦ τελωνείου Βόλου εἰς τὴν Θεσσαλίαν, καὶ τέλος ἐπεβλήθη φορολογία ἑνὸς τετάρτου τοῦ λεπτοῦ κατ’ ὀκᾶν ἐφ’ ὅλων τῶν σιτηρῶν τῶν εἰσαγομένων καὶ ἐξαγομένων. Ἔκτοτε ἡ ἐπιτροπὴ συνέστησε συνεργεῖα, τὰ ὁποῖα ἐργάζονται πρὸς τοῦτο. Ἀλλ’ εἴμεθα ἐν παντελεῖ ἀγνοίᾳ, πόσα ποσὰ εἰσεπράχθησαν ἐξ ἑνὸς ἑκάστου τῶν φόρων τούτων, καὶ πόσα ἐν συνόλῳ ἀπέδωκαν οἱ φόροι, εἴμεθα ἐν παντελεῖ ἀγνοίᾳ, πόσα συνεργεῖα συνεστήθησαν, ποῖον εἶναι τὸ βοηθητικὸν αὐτῶν προσωπικόν, καὶ πόσα ἐδαπανήθησαν διὰ τὰς μελέτας καὶ τὰ σχεδιογραφήματα τὰ χρησιμεύοντα εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ὑδραυλικῶν ἔργων τῆς Θεσσαλίας. Ἐν τῷ νόμῳ ἐκείνῳ γίνεται μνεία, ὅτι ἐπιτρέπεται εἰς τὴν ἐπιτροπὴν νὰ συνάψῃ καὶ δάνειον πεντακοσίων χιλιάδων δραχμῶν, διαθέτουσα τὸ ποσοστὸν τοῦ φόρου πρὸς ἐξασφάλισιν τοῦ δανείου. Παρακαλῶ τοὺς κυρίους Ὑπουργοὺς τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ Οἰκονομικῶν νὰ διαφωτίσωσι τὴν Βουλήν, προσκομίζοντες εἰς αὐτὴν πίνακα περὶ τῶν ποσῶν, τὰ ὁποῖα εἰσεπράχθησαν, περὶ τῶν ποσῶν, τὰ ὁποῖα ἐδαπανήθησαν, περὶ τῶν μισθῶν, οἱ ὁποῖοι δίδονται εἰς τοὺς διευθυντὰς τῶν συνεργείων, καὶ περὶ τοῦ μισθοῦ, ὁ ὁποῖος δίδεται εἰς ξένον μηχανικόν, ἐπιβλέποντα τὰς μελέτας καὶ τὰ σχέδια.

§15Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Καὶ περὶ τῶν μισθῶν.

§16Ι. ΦΙΛΙΟΣ. Καὶ περὶ αὐτῶν εἶπον. Περὶ τούτων ὑποβάλλω ἔγγραφον ἐπερώτησιν πρὸς τοὺς κυρίους Ὑπουργοὺς τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τῶν Ἐσωτερικῶν. Ἐπειδὴ δὲ πιθανὸν ν’ ἀναγκασθῶμεν νὰ ὑποβάλωμεν πρότασιν νόμου περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου ἐκείνου, θὰ παρακαλέσω ἀμφοτέρους τοὺς ἀξιοτίμους κυρίους Ὑπουργοὺς νὰ ἀπαντήσωσι τὸ ταχύτερον.

§17Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Καὶ προχείρως δυνάμεθα νὰ δώσωμεν ἀπάντησιν, ἀλλὰ καλλίτερον νὰ λάβωμεν τὴν ἐπερώτησίν σας γραπτήν.

§18Ι. ΦΙΛΙΟΣ. Θὰ παρακαλέσω προσέτι τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ λάβῃ πρόνοιαν, εἰ δυνατόν, νὰ συνεννοηθῇ μὲ τὸν Πρόεδρον τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου τῆς Ἑταιρείας τῶν Θεσσαλικῶν Σιδηροδρόμων ἐπὶ τοῦ ἑξῆς ζητήματος. Ὡς εἶναι γνωστόν, ὅλοι οἱ σιδηρόδρομοι τοῦ πεπολιτισμένου καὶ ἀπολιτίστου κόσμου ἐκδίδουσιν εἰσιτήρια εἰς διπλοῦν, δηλ. μετ’ ἐπιστροφῆς· τοῦτο δὲ γίνεται καὶ χάριν μεγαλειτέρων προσόδων τῶν Ἑταιρειῶν, ἀλλὰ καὶ ἰδίως χάριν τῆς εὐκολίας τῆς συγκοινωνίας τοῦ λαοῦ. Μόνον ὁ Θεσσαλικὸς λαὸς στερεῖται τοῦ εὐεργετήματος τούτου. Ἡ Ἑταιρεία τῶν Θεσσαλικῶν Σιδηροδρόμων κατήργησε πρό τινων ἐτῶν τὰ μετ’ ἐπιστροφῆς εἰσιτήρια. Νομίζω, ὅτι τοῦτο εἶναι μία πίεσις οἰκονομικὴ ἐπὶ τοῦ Θεσσαλικοῦ λαοῦ, καὶ θὰ παρεκάλουν τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ ἐπενέβαινε, διὰ νὰ φέρῃ μίαν διόρθωσιν.

§19ΚΥΡΙΑΚ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Παρακαλῶ νὰ καταθέσητε τὴν σύστασίν σας ἐγγράφως.

§20Ι. ΦΙΛΙΟΣ. Μάλιστα.

§21ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αἱ ἐπερωτήσεις τοῦ κ. Βουλευτοῦ Λαρίσης θὰ τυπωθῶσι καὶ θὰ σταλῶσιν εἰς τοὺς ἁρμοδίους Ὑπουργούς.

§22Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Καταθέτω ἀπαντήσεις εἰς ἐπερωτήσεις διαφόρων συναδέλφων. Πρῶτον καταθέτω ἔκθεσιν περὶ τῆς ἐκλογῆς Αἰγίνης, ὑποβληθεῖσαν ὑπὸ τοῦ ἀνωτέρου στρατιωτικοῦ ἐπόπτου, ἡ ὁποία εἶναι δυνατὸν νὰ χρησιμεύσῃ.

§23Κ. ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, νὰ σταλῇ εἰς τὸ ἁρμόδιον τμῆμα.

§24Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ σταλῇ εἰς τὸ τμῆμα, τὸ ὁποῖον δὲν συνεδρίασεν ἕως τώρα!

§25ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναμφισβητήτως τὸ τμῆμα θὰ συνεδριάσῃ.

§26Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Ὁ ἐξ Ἠλείας βουλευτὴς κ. Δόγκας κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς 24 λήγοντος μηνὸς ἐζήτησε νὰ μάθῃ, ἂν ἀπεστάλη εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν ἔνταλμα συλλήψεως κατὰ τοῦ ἀστυνομεύοντος ἐν τῷ δήμῳ Ὀλυμπίων ἐνωμοτάρχου Κ. Γράτσου, κατηγορουμένου ἐπὶ ἀποπείρᾳ ἀναιρέσεως, καὶ ἂν διετάχθη ἡ ἐκτέλεσις τοῦ ἐντάλματος. Πληροφορῶ τὸν κ. Βουλευτὴν καὶ τὴν Βουλήν, ὅτι τοιοῦτον ἔνταλμα δὲν περιῆλθεν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν. Ὁ ἐκ Λαρίσης βουλευτὴς κ. Γιαννακίτσας εἶχε ζητήσει διαφόρους πληροφορίας περὶ ἀξιωματικῶν καὶ ὁπλιτῶν ἀπεσπασμένων εἰς τὴν ἀστυνομικὴν ὑπηρεσίαν, εἰς τὴν μεταβατικήν, εἰς τὰς Μοιραρχίας κλπ. Καταθέτω ὅσας πληροφορίας ἠδυνήθην νὰ συλλέξω. Ἐπίσης ὁ ἐκ Βάλτου βουλευτὴς κ. Στάϊκος εἶχε ζητήσει πληροφορίας τινὰς περὶ γενικῶν θέσεων τοῦ στρατοῦ κλπ. Τινὰς τῶν πληροφοριῶν τούτων καταθέτω σήμερον. Εἶναι, ὡς βλέπετε, ἀρκετὰ ὀγκώδεις, καὶ ἐχρειάσθη ἀρκετὸς χρόνος καὶ προσωπικὸν πρὸς ἑτοιμασίαν αὐτῶν. Τὰς λοιπὰς θέλω καταθέσει βραδύτερον. Αἱ κατατεθειμέναι εἶναι τὸ πολλοστημόριον, δύναμαι νὰ εἴπω, τῶν ζητηθεισῶν.

§27Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Τὸ πολλοστημόριον εἶναι αὐταί;

§28Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Μάλιστα.

§29Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Φαντάζομαι τί θὰ ἦναι τὸ ὅλον!

§30ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως ζητεῖ τις τὸν λόγον;

§31ΠΕΡ. ΒΑΛΑΩΡΙΤΗΣ. Ἐγώ.

§32ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίστε.

§33ΠΕΡ. ΒΑΛΑΩΡΙΤΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, εἰς τὰς πρωϊνὰς ἐφημερίδας ἀνέγνων ἓν τηλεγράφημα ἐκ Λευκάδος, τὸ ὁποῖον ἐθεώρησα, ὅτι ἔχει ἐπίσημον τύπον, λέγει δὲ τὰ ἀκόλουθα (ἀναγινώσκει): «Ὁ ἀστυνόμος Λευκάδος τηλεγραφικῶς ἀνήγγειλε χθὲς εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅτι οἱ κάτοικοι τῆς νήσου διατελοῦσιν ἐν ἀποκλεισμῷ ἕνεκα τῆς παντελοῦς διακοπῆς τῶν προσεγγίσεων εἰς τὸν λιμένα τῶν ἀτμοπλοίων πασῶν τῶν ἀτμοπλοϊκῶν Ἑταιρειῶν, αἱ ὁποῖαι ὑπέγραψαν πρὸς τοῦτο πρωτόκολλον μεταξύ των.» «Αἱ Ἑταιρεῖαι (προσθέτουσιν αἱ δημοσιεύουσαι τὸ τηλεγράφημα ἐφημερίδες), ὡς ἐγράφομεν πρὸ ἡμερῶν, προέβησαν εἰς τὴν ἀπόφασιν ταύτην, ἐπειδὴ ἀπῃτήθη παρ’ αὐτῶν ἡ καταβολὴ λιμενικῶν φόρων καθυστερουμένων δῆθεν, ἐνῷ αὗται διατείνονται, ὅτι δυνάμει τῶν ἰδιαιτέρων πρὸς τὸ Κράτος ταχυδρομικῶν συμβάσεων ἔχουν ἀπαλλαγῆ τῶν τοιούτων φόρων. Διὰ τοῦ τηλεγραφήματος τοῦ ἀστυνόμου γνωστοποιεῖται, ὅτι οἱ κάτοικοι εὑρίσκονται ἐν ἐξεγέρσει καὶ ἀμηχανίᾳ, διότι ἡ ἐξαγωγὴ τῶν προϊόντων ἐσταμάτησεν, ὡς καὶ ἡ εἰσαγωγὴ τροφίμων καὶ ἐμπορευμάτων, ἕνεκα τοῦ ὁποίου μεγάλαι δυσχέρειαι παρεμβάλλονται εἰς τὸ ἐμπόριον. Παρακαλοῦσι δὲ τὸν κ. Ὑπουργόν, ὡς καὶ τὰ λοιπὰ μέλη τῆς Κυβερνήσεως, ἵνα ἐνεργήσωσι τὰ δέοντα πρὸς ἄρσιν τοῦ κακοῦ, τὸ ὁποῖον ἔχει ἐμβάλει ὁλόκληρον τὴν νῆσον εἰς ἀμηχανίαν.» «Κατὰ τὰς ἀνωτέρω πληροφορίας, τὴν προσεχῆ Κυριακὴν θὰ ἐνεργηθῇ πάνδημον συλλαλητήριον, κατὰ τὸ ὁποῖον θὰ ἐκφρασθῇ ἡ εὐχὴ εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἵνα μεριμνήσῃ περὶ τῶν ἀνωτέρω.» Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, ἂν ἔλαβε γνῶσιν τοῦ τηλεγραφήματος τούτου, καὶ ἂν ἔλαβε γνῶσιν, τίνα μέτρα προτίθεται νὰ λάβῃ. Τῷ ὑπενθυμίζω δέ, ὅτι πέρυσιν ὁ τότε Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν κ. Τριανταφυλλᾶκος ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου ἐτροποποιεῖτο ὁ νόμος τῆς 24 Ἰουλίου 1899, ὁ ὁποῖος ἔχει ἐπιβάλει φορολογίαν εἰς τὰ πλοῖα τὰ προσορμιζόμενα εἰς τὸν λιμένα Λευκάδος καὶ τὰ μέλλοντα νὰ διαπλεύσωσι τὴν διώρυγα. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ ὑποβάλῃ ἐκ νέου τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο, μὲ τροποποιήσεις τινάς, ἃς ἤθελε κρίνει ἀναγκαίας ἕνεκα τῆς σημερινῆς καταστάσεως ἐν Λευκάδι καὶ συνεπείᾳ ὑπομνημάτων τῶν διαφόρων ἀτμοπλοϊκῶν Ἑταιρειῶν, ὑποβληθέντων εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, ἵνα παύσῃ αὐτὴ ἡ κατάστασις. Εἶμαι δὲ πεπεισμένος, ὅτι ἅμα ὡς μάθωσιν αἱ διάφοροι ἀτμοπλοϊκαὶ Ἑταιρεῖαι, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον περὶ ἐλαττώσεως τῆς διὰ τοῦ νόμου τοῦ 1899 ἐπιβληθείσης φορολογίας, ὅλαι αὐταὶ αἱ δυσχέρειαι θέλουσιν ἀρθῆ.

§34Ε. ΤΣΑΡΛΑΜΠΑΣ. Περὶ τοῦ ζητήματος, διὰ τὸ ὁποῖον ἀπησχόλησε τὴν Βουλὴν ὁ κ. Βαλαωρίτης, ἔλαβον νομοσχέδιον συντεταγμένον παρὰ τῆς Λιμενικῆς Ἐπιτροπῆς Λευκάδος, τὸ ὁποῖον μάλιστα ἀπέστειλα καὶ πρὸς τὸν κ. Βαλαωρίτην καὶ πρὸς τὸν ἄλλον συνάδελφόν μας, ἵνα λάβωσι γνῶσιν. Τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ πράγματι εἶναι ἀνάγκη ἐπείγουσα νὰ ψηφισθῇ.

§35ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπεβλήθη τὸ νομοσχέδιον αὐτό;

§36Ε. ΤΣΑΡΛΑΜΠΑΣ. Αὔριον θὰ ὑποβληθῇ εἰς τὴν Βουλήν.

§37ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἐπιτροπὴ ὑποβάλλει τὰς ἐκθέσεις της ἐπὶ 20 νομοσχεδίων περὶ χορηγίας διαφόρων πιστώσεων ἀναπληρωματικῶν καὶ εἰδικῶν τῶν διαφόρων Ὑπουργείων. Θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 153–171).

§38Δ. ΔΟΓΚΑΣ. Ἐπειδὴ, κύριε Πρόεδρε, ἔχω τὴν πληροφορίαν, ὅτι ἐξεδόθη ἔνταλμα συλλήψεως κατὰ τοῦ ἀστυνόμου τοῦ δήμου Ὀλυμπίων, περὶ τοῦ ὁποίου ἠκούσαμεν πρὸ ὀλίγου, παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ ζητήσῃ πληροφορίας ἀπὸ τὸν Εἰσαγγελέα Ἠλείας, ἂν τοιοῦτον ἔνταλμα ἐξεδόθη καὶ ποῦ ἀπεστάλη. Ἐπίσης παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ ὑποβάλῃ τὸν πίνακα, τὸν ὁποῖον ἐζήτησα, πίνακα ἐμφαίνοντα τὰς καταδικαστικὰς ἀποφάσεις κατὰ τοῦ αὐτοῦ ἐνωμοτάρχου, καὶ τὸν παρακαλῶ καὶ πάλιν νὰ τὸν ἐκτοπίσῃ ἐκεῖθεν.

§39ΚΥΡΙΑΚ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Τὸν πίνακα θέλω ὄντως ὑποβάλει αὔριον. Ταυτοχρόνως πληροφορῶ τὸν ἀξιότιμον Βουλευτὴν, ὅτι ὑπεβλήθη καὶ Διάταγμα τοποθετήσεως ἀστυνόμου.

§40Δ. ΔΟΓΚΑΣ. Ἀλλὰ καὶ ἀστυνόμος ἂν τοποθετηθῇ ἐκεῖ, κύριε Ὑπουργέ, δὲν πρέπει ὁ ἄνθρωπος ἐκεῖνος, ὁ ἐνωμοτάρχης, νὰ μένῃ πλέον ἐκεῖ, ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος ἔχυσεν αἷμα! Παρακαλῶ ἐπίσης τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας νὰ συμπληρώσῃ τὸ Ἑλληνικὸν Σχολεῖον Κριεκουκίου, τὸ ὁποῖον μέχρι τοῦ λήγοντος ἤδη μηνὸς Φεβρουαρίου ἔμεινε μὲ μόνον τὸν σχολάρχην, Σχολεῖον, εἰς τὸ ὁποῖον φοιτῶσι πλέον τῶν 150 μαθητῶν κατ’ ἔτος, ἐφέτος μάλιστα ἔχουσιν ἐγγραφῆ 150· λείπει ὁ διδάσκαλος τῆς Βʹ τάξεως τοῦ Ἑλληνικοῦ Σχολείου.

§41ΑΛΕΞ. ΣΠ. Κ. ΡΩΜΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Ἐγγράφως παρακαλῶ, κύριε συνάδελφε, νὰ ὑποβάλητε τὴν σύστασίν σας.

§42Δ. ΔΟΓΚΑΣ. Μάλιστα.

§43Α. ΣΤΥΜΦΑΛΙΑΔΗΣ. Ἔχων, κύριοι Βουλευταί, τινὰς ἀπορίας ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς προσαγωγῆς τῶν ἐκθέσεων τοῦ Γενικοῦ Ἐπιθεωρητοῦ εἰς τὴν Βουλήν, λαμβάνω τὸν λόγον, ἵνα παρακαλέσω νὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ἡ Βουλὴ νὰ τὴν ἀπασχολήσω ἐπ’ ὀλίγον. Ὁ ἐξ Ἠλείας συνάδελφος κ. Κρεστενίτης ᾐτήσατο νὰ κατατεθῶσιν εἰς τὴν Βουλὴν αἱ ἐκθέσεις τοῦ Γεν. Ἐπιθεωρητοῦ κατὰ τὰς δύο τελευταίας ἐπιθεωρήσεις. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, ἀνελθὼν εἰς τὸ βῆμα, παρεκάλεσε τὴν Βουλὴν νὰ τῷ ἐπιτρέψῃ νὰ μὴ προσαγάγῃ τῶν ἐκθέσεων τούτων, καθόσον αἱ ἐκθέσεις αὗται εἶναι προσωπικαὶ, καὶ ὡς προσωπικαὶ προσβάλλουσι τὸ γόητρον τῶν ἀτόμων, καὶ ἐκ τούτου δύνανται νὰ προκύψωσι σκάνδαλα.

§44Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Παρακαλῶ. Δὲν εἶπον τὴν λέξιν «προσβάλλουσι». Εἶναι ἰδική σας λέξις.

§45Α. ΣΤΥΜΦΑΛΙΑΔΗΣ. Λέγω, ὑπὸ τὴν ἔννοιαν, μὲ τὴν ὁποίαν τὸ εἴπετε, κύριε Ὑπουργέ, χωρὶς νὰ θέλω νὰ διαστρέψω τίποτε... Καὶ ἡ Βουλὴ ἐφάνη, ὅτι σιωπηλῶς ἀπεδέχθη τὴν παράκλησιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Καὶ θὰ ἐπειθόμην ὅτι καὶ πράγματι ἀπεδέχθη, ἐὰν ἡ συζήτησις δὲν ἐξηκολούθει κατόπιν, λαβόντος τὸν λόγον τοῦ ἐξ Οἰτύλου βουλευτοῦ κ. Κουμουνδούρου. Ὁ ἀξιότιμος κ. ἐξ Οἰτύλου Βουλευτὴς εἶπεν, ὅτι τὸ ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν λεχθέν, ὅτι αἱ ἐκθέσεις ἀπάδουσιν εἰς τὰ συμφέροντα τῶν προσώπων καὶ τῶν πραγμάτων, δημοσιευόμεναι διὰ τῆς Βουλῆς, δὲν εἶναι ἀληθὲς, καθόσον ἔχομεν ἄλλας περιπτώσεις παρομοίας φύσεως, καθ’ ἃς ἐγένετο γνωστόν, ὅτι αἱ ἐκθέσεις ἐπιθεωρητῶν ἐκοινοποιήθησαν καὶ ἐδημοσιεύθησαν διά τε τοῦ τύπου καὶ διὰ τῆς ὑπηρεσίας. Εἶναι ὄντως ἀληθές, ὅτι κατὰ τὴν προπαρελθοῦσαν ἐπιθεώρησιν τῆς Γενικῆς Διοικήσεως ἡ ὑπηρεσία ἐκοινοποίησε τὸ μέρος τῆς ἐκθέσεως τὸ ἀφορῶν τοὺς ἀξιωματικούς, καὶ ἐκεῖθεν ἐγνώσθη εἰς τὸ στράτευμα, ὅτι οἱ ἀξιωματικοὶ κατέχουσιν ἕκαστος τὴν θέσιν, ἡ ὁποία ἀναφέρεται εἰς τὰς ἐγκυκλίους τῆς δημοσιεύσεως, ἤτοι ἄλλοι μὲν τούτων κρίνονται στάσιμοι, ἄλλοι δὲ προβιβάσιμοι. Τοῦτο δὲν προσέβαλε καθόλου τοὺς ἐπιθεωρηθέντας ἀξιωματικούς, διότι ἁπλῶς ἀνεφέρετο ἡ κατάστασις, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκετο ἕκαστος ἀξιωματικὸς ἀμέσως μετὰ τὴν ἐπιθεώρησιν καὶ οὐ μόνον δὲν ἔβλαψεν, ἀλλὰ πείθομαι, ὅτι καὶ ὠφέλησεν, ἐκ τῆς κατόπιν γενομένης ἐπιθεωρήσεως, τῆς ὁποίας τὸ ἀποτέλεσμα ἔμεινε μὲν τελείως ἄγνωστον, ἐγένετο ὅμως γνωστὸν διὰ τῶν τελευταίων προβιβασμῶν, καθόσον ἀξιωματικοί, οἱ ὁποῖοι ἐκρίθησαν στάσιμοι κατὰ τὸ προπαρελθὸν ἔτος, ἐκρίθησαν προβιβάσιμοι καὶ ἐπροβιβάσθησαν βεβαίως διὰ τῶν τελευταῖον γενομένων προβιβασμῶν. Οἱ στάσιμοι τότε, ἔχοντες γνῶσιν ὅτι ἐκρίθησαν στάσιμοι ὑπὸ τοῦ κ. ἐπιθεωρητοῦ κατὰ τὸ προπαρελθὸν ἔτος, ἔσπευσαν καὶ ἐπεδόθησαν μετὰ θέρμης εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ καθήκοντός των, ἐμελέτησαν ἀρκούντως, καὶ ἐνθυμοῦμαί τινας ἐξ αὐτῶν εἰς τὸ πεδίον τοῦ Ἄρεως ἐδῶ, μετὰ τῶν ὁποίων καὶ ἐγὼ συνεξητάσθην, τοὺς ἐνθυμοῦμαι, Κύριοι, καὶ τοὺς ἐπαινῶ, διότι μοὶ ἔδωκαν ἀρκετὰ διδακτικὸν παράδειγμα, ὅτε, ἐξετασθέντες, ἀπταίστως ἀπήντησαν εἰς πάντα τὰ θέματα, τὰ ὁποῖα τοῖς ὑπέβαλεν ὁ κ. ἐπιθεωρητὴς τοῦ στρατεύματος, καὶ οὕτως οἱ ἀξιωματικοὶ αὐτοὶ ἐπανέκτησαν τὴν θέσιν, εἰς τὴν ὁποίαν ἔπρεπε νὰ εὑρίσκωνται, καὶ προήχθησαν, ἀμειφθέντες ἀρκούντως διὰ τὰς ὑπηρεσίας, τὰς ὁποίας προσέφεραν, καὶ διὰ τὴν ἱκανότητα, τὴν ὁποίαν ἐπεδείξαντο. Ἀλλ’ αἱ δημοσιεύσεις αὗται εἶχον ἁπλῶς τὴν ἀναγγελίαν ὅτι οἱ ἀξιωματικοὶ εἶναι προβιβάσιμοι κατ’ ἐκλογήν, εἶναι προβιβάσιμοι κατ’ ἀρχαιότητα, εἶναι στάσιμοι. Ἄλλο τι δὲν ἐλέχθη, ἄλλο τι δὲν ἐμάθομεν. Διὰ ποίαν αἰτίαν ἕκαστος τῶν ἀξιωματικῶν ἔγεινε στάσιμος, ἐτηρήθη μυστικόν...

§46Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Αὐτὸ εἶναι τὸ ζήτημα. Καὶ δι’ αὐτὸ ἐζήτησα τὴν ἔκθεσιν.

§47Α. ΣΤΥΜΦΑΛΙΑΔΗΣ. .. Διότι, ἐὰν τοῦτο ἐγίνετο γνωστὸν διὰ τῆς ἐγκυκλίου διαταγῆς τοῦ Ὑπουργοῦ, ἤθελε γεννήσει φοβερὰ σκάνδαλα, σημαντικώτατα σκάνδαλα, πρὸς βλάβην, πρὸς καταστροφὴν τοῦ στρατεύματος ὁλοκλήρου. Διότι γνωρίζετε, ὅτι καὶ ὁ στρατός, ὡς μία οἰκογένεια ἐργαζομένη, ἔχει ἐν ἑαυτῷ καὶ τὰ καλὰ καὶ τὰ κακά. Ὑπάρχουσι καλοὶ ἀξιωματικοί, οἱ ὁποῖοι, ὅμως κατὰ τὸν ἰδιωτικὸν βίον δὲν διάγουσι καλῶς, καὶ ὑπάρχουσιν ἀξιωματικοί, οἱ ὁποῖοι, καίτοι διάγουσιν ἄριστα ἐν τῷ κοινωνικῷ βίῳ, χωλαίνουσιν εἴς τινα μέρη τῆς στρατιωτικῆς, τῆς ἐπισήμου αὐτῶν θέσεως, καὶ δὲν κρίνονται ἄξιοι πρὸς προβιβασμόν. Ὑπάρχουσιν ἄλλοι, κατὰ τῶν ὁποίων ἐνηργήθη ἀνάκρισις, πολλοὶ ἄλλοι, διὰ τοὺς ὁποίους συνεστήθησαν Ἀνακριτικὰ Συμβούλια, καὶ ἐξετυλίχθησαν ἐκεῖ ὁλόκληροι οἰκογενειακαὶ ὑποθέσεις. Τί θὰ κάμωμεν αὐτὴν τὴν πληθώραν, τὴν πλησμονὴν τῶν δικογραφιῶν, διὰ τῶν ὁποίων θὰ ὑποχρεώσωμεν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ ἔλθῃ ἐδῶ νὰ φωτίσῃ τὴν Βουλὴν περὶ τῆς δράσεως τῆς Γενικῆς Διοικήσεως ὡς πρὸς τὸ μέρος τοῦτο; Τίνα λόγον ἔχει ἡ προσαγωγὴ αὐτῶν; νὰ γεννήσωμεν ἐν τῇ Βουλῇ προσωπικὰ ζητήματα; Ἀλλὰ τὰ προσωπικὰ ζητήματα οὐδεμίαν σχέσιν, φρονῶ, ἔχουσι πρὸς τὴν Βουλήν. Ἡ Βουλὴ ἔχει σχέσιν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν. Ἡ Κυβέρνησις εἶναι ἐκείνη, πρὸς ἣν θ’ ἀποταθῶσι πᾶσαι αἱ ὑποδεέστεραι ἐξουσίαι. Οὐδεμίαν σχέσιν ἔχουσι πρὸς ἡμᾶς ἢ μόνον διὰ τῆς ὑπευθύνου Κυβερνήσεως.

§48Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε.

§49Α. ΣΤΥΜΦΑΛΙΑΔΗΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν φρονῶ, ὅτι διὰ τοῦτο καὶ μόνον παρεκάλεσε τὴν Βουλὴν νὰ μὴ εἰσαγάγῃ τὴν ἔκθεσιν αὐτήν. Καὶ ἐκτὸς τοῦ ὅτι σέβομαι τὰς γνώμας καὶ τὰς πεποιθήσεις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ἐκτὸς τοῦ ὅτι ὁμολογῶ, ὅτι οὗτος κατέχει ἐν τῷ στρατεύματι μίαν τῶν ἀρίστων θέσεων, πάντες δ’ ἀποβλέπουσι καὶ πρὸς αὐτόν, ὡς καὶ πρὸς ὀλίγους ἄλλους, ἐπ’ ἀγαθῷ τοῦ στρατεύματος, σέβομαι, λέγω, τὰς πεποιθήσεις του καὶ τὰς ἀκολουθῶ ἀβασανίστως πολλάκις· ὡς ἀντιπρόσωπος ὅμως καὶ ἐγώ, καὶ ἔχων γνώμην, λέγω ταύτην· ὅτι ὀρθότατα ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν παρεκάλεσε τὴν Βουλὴν νὰ τῷ ἐπιτρέψῃ νὰ μὴ προσαγάγῃ τὰ ἔγγραφα ταῦτα εἰς τὴν Βουλήν, δι’ οὓς λόγους ὁ ἴδιος κ. Ὑπουργὸς ἐξέθηκε. Καὶ ἐζήτησεν ὁ ἐξ Ἠλείας βουλευτὴς κ. Κρεστενίτης τὴν περὶ ἧς ὁ λόγος ἔκθεσιν, ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργός, λαβὼν τὴν ἔκθεσιν ταύτην, ἀκριβῶς ἐζήτησε τὴν ἄδειαν νὰ μὴ τὴν προσαγάγῃ. Ἡ ἔκθεσις περιέχει δύο μέρη. Τὸ πρῶτον μέρος εἶναι ὁ πίναξ ὁ συντασσόμενος διὰ τοὺς ἀξιωματικούς, τασσομένους κατὰ τὴν σειρὰν τοῦ προβιβασμοῦ· περιέχει τὰς ἰδιότητας τῶν ἀξιωματικῶν, ἀφ’ ἑνὸς μὲν εἰλημμένας ἐκ τῶν φύλλων ποιότητός των, ἀφ’ ἑτέρου δὲ τὰ κατὰ τὴν ἰδίαν γνώμην τοῦ ἐπιθεωρητοῦ τοῦ στρατεύματος, καὶ οὐ μόνον τοῦ Γενικοῦ Ἐπιθεωρητοῦ, ἀλλὰ καὶ τοῦ μεράρχου ἐπιθεωρητοῦ καὶ τοῦ ταξιάρχου, καὶ τοῦ διοικητοῦ τοῦ συντάγματος. Ἔχει πάντοτε τὸ καθῆκον πρὸς ἀπόδειξιν τῆς γνώμης του ὁ Γενικὸς Ἐπιθεωρητὴς ἢ ὁ ἐπιθεωρητὴς μέραρχος νὰ ἐπισυνάψῃ καὶ πάντα τὰ ἔγγραφα, δι’ ὧν ἀποδεικνύεται ἡ κατάστασις αὕτη τοῦ ἀξιωματικοῦ, οἱαδήποτε καὶ ἂν ἦναι. Αὐτὸ εἶναι τὸ πρῶτον μέρος τῆς ἐκθέσεως, ὡς πρὸς τὸ ζήτημα, δι’ ὃ ἀπασχολεῖται ἡ Βουλή. Ἔχομεν ὅμως καὶ τὸ δεύτερον μέρος τῆς ἐκθέσεως, περιλαμβάνον ἐν γενικαῖς γραμμαῖς τὴν κατάστασιν τοῦ στρατεύματος...

§50Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Πόθεν ἐλάβετε γνῶσιν τῆς ἐκθέσεως; Εἴδετε αὐτήν, ἢ ὑποθέτετε ὅτι οὕτως ἔχει;

§51Α. ΣΤΥΜΦΑΛΙΑΔΗΣ. Εἶναι ὡρισμένη ἡ σειρὰ ἐν τῇ ἐκθέσει, αὐτοὶ δὲ εἶναι γνωστότατοι καὶ εἰς τοὺς ὁπλίτας τοῦ στρατοῦ, ὄχι εἰς τοὺς ἀξιωματικοὺς μόνον.

§52Β. ΜΑΣΤΡΑΠΑΣ. Εἶναι τυπικὴ ἡ σειρά.

§53Α. ΣΤΥΜΦΑΛΙΑΔΗΣ. Λέγω, κύριε Μπακόπουλε, ὅτι ἄλλοτε, εἰς παλαιοτέρας ἐποχάς, ἐμανθάνομεν τὰς ἐκθέσεις καὶ τὸν τύπον ἀκόμη τῆς συντάξεως τῆς ἐκθέσεως καὶ τὰς λέξεις, ἃς ἔγραφεν ὁ ἐπιθεωρητής. Ἐξαιρετικῶς κατὰ τὴν παρελθοῦσαν ἐπιθεώρησιν οὐδεὶς τῶν ἀξιωματικῶν ἠδυνήθη νὰ μάθῃ καὶ ἐκ πόρρωθεν ἀκόμη ἔνδειξιν εἰς ποίαν θέσιν εὑρίσκεται. Ἄλλοτε ἐβλέπομεν τὰς ἐκθέσεις. Δὲν δύναται ν’ ἀλλάξῃ ὁ τύπος· εἶναι ἀνάλογος τῆς ἀνάγκης τοῦ στρατεύματος καὶ τοῦ προορισμοῦ τῆς ἐπιθεωρήσεως. Καὶ πρῶτον μὲν κατατάσσονται αἱ σκέψεις τοῦ ἐπιθεωρητοῦ αἱ σχετικαὶ μὲ τὰ πρόσωπα καὶ ἔπειτα αἱ σχετικαὶ μὲ τὰ πράγματα. Τὸ δεύτερον μέρος τῆς ἐκθέσεως, εἶπον, περιλαμβάνει τὴν κατάστασιν τοῦ στρατεύματος ὑπὸ ἔποψιν πειθαρχίας, ἐνδύματος, παραστήματος, τοποθετήσεως, ὑπὸ πᾶσαν ἔποψιν, ὑφ’ ἣν κρίνει ὁ ἐπιθεωρητὴς ἀναγκαῖον νὰ καταστήσῃ γνωστὸν εἰς τὴν Κυβέρνησιν τῆς χώρας, ἵνα αὕτη, ἐν ἐπιγνώσει διατελοῦσα τῆς καταστάσεως ταύτης, φροντίσῃ περὶ τῆς βελτιώσεως αὐτῆς. Τὴν ἔκθεσιν ἐπεθύμουν νὰ τὴν ἴδω, διότι ὁ κ. ἐξ Ἠλείας Βουλευτὴς ἐζήτησε τὴν ἔκθεσιν, ἵνα ἐκτιμήσῃ, προκειμένου νὰ συζητηθῶσιν ἐντὸς ὀλίγου τὰ στρατιωτικὰ νομοσχέδια, ἅτινα ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ὑπέβαλε, νὰ ἐκτιμήσῃ τὴν δρᾶσιν τῆς Γενικῆς Διοικήσεως. Καὶ ἐγὼ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν νὰ προσαγάγῃ τὴν ἔκθεσιν ταύτην, διότι ἐξ αὐτῆς δύναται νὰ κρίνῃ ἡ Βουλὴ τὴν δρᾶσιν τῆς Γενικῆς Διοικήσεως καὶ μόνον.

§54Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Τὴν εἰδικὴν ἔκθεσιν;

§55Α. ΣΤΥΜΦΑΛΙΑΔΗΣ. Τὴν εἰδικὴν περὶ τῆς καταστάσεως τοῦ στρατεύματος, ἀποχωρίζων τὸ μέρος ἐκεῖνο, τὸ περὶ τῶν προσώπων πραγματευόμενον... Νὰ εὐαρεστηθῇ, λέγω, νὰ προσαγάγῃ εἰς τὴν Βουλήν, ἐκτὸς ἐὰν δηλώσῃ, ὅτι καὶ τοῦτο τὸ μέρος τῆς ἐκθέσεως δὲν δύναται ἄνευ ζημίας τῆς ὑπηρεσίας νὰ προσαγάγῃ, ἄνευ ζημίας ἐθνικῆς νὰ τὸ παρουσιάσῃ· ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἀποσύρω τὴν παράκλησίν μου· παρακαλῶ δηλαδὴ μετὰ τὴν δήλωσιν ταύτην νὰ θεωρηθῇ ἡ παράκλησίς μου ὡς μὴ ὑπάρχουσα. Πάντως ὅμως, ἐὰν δὲν γείνῃ ἡ δήλωσις, νὰ προσαχθῇ τὸ μέρος αὐτὸ τῆς ἐκθέσεως οὐ μόνον τῆς τελευταίας ἐπιθεωρήσεως, ἀλλὰ καὶ τῆς προτελευταίας, καὶ ἐκείνης, ἥτις ἐγένετο πρὸ τοῦ καταρτισμοῦ τῆς Γενικῆς Διοικήσεως, διότι θέλω νὰ φωτισθῶ, ἂν ἀπὸ τῆς ἐπιθεωρήσεως ἐκείνης τὰ προταθέντα μέτρα ἐλήφθησαν ὑπ’ ὄψιν ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ἐθεραπεύθησαν αἱ ἀνάγκαι κατὰ τὰς ὑποδείξεις ἐκείνας, ἢ κατ’ ἄλλον τινὰ τρόπον, καθ’ ὃν ἔκρινεν ἡ Κυβέρνησις, διὰ νὰ δυνηθῶ νὰ κρίνω ἀσφαλῶς πλέον τότε περὶ τῆς δράσεως τῆς Γενικῆς Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ.

§56Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Διὰ νὰ μὴ μείνῃ ἐν ἀμφιβολίᾳ ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας, δηλῶ, ὅτι δὲν θέλω καταθέσει τὴν ἔκθεσιν ταύτην.

§57Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐὰν ἐζητήθη νὰ κατατεθῶσιν ἐκθέσεις, ἐζητήθη, διὰ νὰ ἐκτιμηθῇ ἡ δρᾶσις τῆς Γενικῆς Διοικήσεως, διὰ νὰ ἴδωμεν ἂν εἰλικρινῶς ἐγένετο ἡ ἐκτίμησις περὶ τῶν προσώπων. Διὰ τοῦτο ἐζητήθη νὰ κατατεθῇ ἡ ἔκθεσις ἡ γενική, ὄχι ἡ εἰδική, περὶ τῆς ὁποίας ὡμίλησεν ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας, διότι ἡ εἰδικὴ ἔκθεσις ἀφορᾷ τὴν δρᾶσιν τοῦ Ὑπουργοῦ. Ἐὰν, ὡς εἶπεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κορινθίας, ὑπάρχωσιν ἀξιωματικοὶ ἔχοντες πλημμελῆ τὸν βίον, ἱκανοὶ ὅμως εἰς τὸ στράτευμα, ἐὰν ὑπάρχωσιν ἀξιωματικοί, οἱ ὁποῖοι ἐγκλημάτησαν καὶ περὶ αὐτῶν ὑπάρχωσι δικογραφίαι, ἐὰν ὑπάρχωσιν ἀξιωματικοί, δὲν ἠξεύρω διὰ ποίαν κατηγορίαν ὄντες ὑπόδικοι εἰς τὴν ἐκτίμησιν τοῦ Ὑπουργοῦ, θέλω νὰ ἴδω, ἄν ὁ Γενικὸς Διοικητὴς ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν πάντα ταῦτα, θέλω νὰ ἴδω, ἂν ἡ ἀπόφασις, τὴν ὁποίαν ἐξέδωκεν ὁ Γενικὸς Ἐπιθεωρητής, δικαιολογεῖται...

§58Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὴν ἔκθεσιν ἐκτίθενται καὶ οἱ λόγοι, ἕνεκα τῶν ὁποίων χαρακτηρίζεταί τις ὡς στάσιμος;

§59Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Αὐτὸ ζητῶ νὰ μάθω.

§60Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Διότι ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει δυνάμεθα καὶ ἡμεῖς νὰ φωτισθῶμεν.

§61Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Βεβαίως. Θέλω νὰ ἴδω, ἂν εἰς τὴν ἔκθεσιν, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλεν ὁ ἐπιθεωρητὴς εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, γινομένου λόγου περὶ τῆς ἱκανότητος τοῦ Α ἀξιωματικοῦ, αἰτιολογεῖται ἡ γνώμη τοῦ ἐπιθεωρητοῦ διὰ τὴν εἰς τὴν στασιμότητα μετάθεσιν τοῦ ἀξιωματικοῦ αὐτοῦ. Θέλω λοιπὸν νὰ ἴδω, ἂν ἡ γνώμη αὕτη στηρίζεται ἐπὶ τῶν δεδομένων, δηλαδὴ ἐπὶ τοῦ φύλλου ποιότητος τῶν ἀξιωματικῶν καὶ τῶν ἄλλων, τὰ ὁποῖα ἀνέφερεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος. Τοῦτον τὸν λόγον ἔχει ἡ προσαγωγὴ τῆς ἐκθέσεως. Δὲν εἶναι, διὰ νὰ ἴδωμεν μόνον, ἐὰν ὁ Α ἢ ὁ Β ἀξιωματικὸς κρίνεται στάσιμος, ἀλλὰ διὰ νὰ ἴδωμεν κατὰ τίνα τρόπον ὁ Α ἢ ὁ Β ἀξιωματικὸς κρίνεται στάσιμος ἢ θεωρεῖται προβιβάσιμος, καὶ ἂν ὑπάρχῃ ἀξιωματικὸς, κατὰ τοῦ ὁποίου ὑπάρχουσι δύο ἀποφάσεις Συμβουλίων καὶ τὸ Ὑπουργεῖον ἐνήργησε κατ’ αὐτοῦ τὴν μίαν ἐξ αὐτῶν τῶν ἀποφάσεων, ἂν ὁ ἀξιωματικὸς αὐτὸς ἐπροβιβάσθη, χωρὶς νὰ γείνῃ ἐπιθεώρησις.

§62Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Τίνα βαθμὸν ἔχει;

§63Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἀντισυνταγματάρχου.

§64ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Δὲν τὸν ὀνομάζετε;

§65Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Καρμπούνης.

§66Γ. ΚΑΡΠΕΤΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸ δὲν εἶναι νέον!

§67Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Εἶναι νέον ὡς πρὸς τοῦτο, τὸ ὁποῖον δὲν γνωρίζετε, ὅτι, ὅτε τὸ πρῶτον ἐτέθη εἰς ἀργίαν ὁ ἀξιωματικὸς αὐτὸς, ἐγένετο ἐπιθεώρησις, καὶ ὁ ἀμέσως ἀνώτερος αὐτοῦ, κατὰ τὴν γνώμην τοῦ ἐπιθεωρητοῦ, ἦτο προβιβάσιμος κατ’ ἐκλογήν.

§68Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁμιλεῖτε περὶ τῆς ἐκθέσεως τῆς ἀμέσως μετὰ τὸν πόλεμον γενομένης;

§69Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Μάλιστα. Ἐπρόκειτο νὰ γείνωσι προβιβασμοὶ, καὶ ἀνεβλήθησαν. Ἦλθεν ἡ δευτέρα ἐπιθεώρησις, καὶ ὁ ἀξιωματικὸς αὐτὸς ἐθεωρήθη στάσιμος.

§70Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ. Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε.

§71Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. .. Καὶ μετὰ χρόνον, ὅτε ἐπανῆλθεν ἐξ ἀργίας ὁ ἀξιωματικὸς, χωρὶς νὰ παρουσιασθῇ εἰς ἐπιθεώρησιν, ἐγένετο ἀντισυνταγματάρχης!

§72Γ. ΚΑΡΠΕΤΟΠΟΥΛΟΣ. Προσθέτω, ὅτι κατὰ τὸν χρόνον τῆς ἐπιθεωρήσεως ἐξετέλει περιοδείαν· περιώδευε μὲ τὸ Στρατολογικὸν Γραφεῖον.

§73Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Περὶ τοιούτων τινῶν ἀντικειμένων ἤθελον νὰ μάθω, καὶ ἐκεῖθεν ἤθελον νὰ ἐκτιμήσω τὴν εἰλικρινῆ δρᾶσιν καὶ τὴν εἰλικρινῆ κατάρτισιν τῆς ἐκθέσεως ταύτης.

§74Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Λέγετε, ὅτι δὲν ἐπεθεωρήθη. Πῶς ἐπροβιβάσθη; ἄνευ προτάσεως;

§75Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Βεβαίως, ἀφοῦ δὲν ἐπεθεωρήθη.

§76Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Ποῖος τὸν ἐπροβίβασε;

§77Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐπροβιβάσθη κατὰ τοὺς τελευταίους προβιβασμοὺς, οἱ ὁποῖοι ἐγένοντο.

§78Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Ὁ Ὑπουργὸς ὑπέβαλε τὸ Διάταγμα τοῦ προβιβασμοῦ;

§79Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ποῖος ἄλλος παρὰ ὁ Ὑπουργός;

§80Β. ΜΑΣΤΡΑΠΑΣ. Νὰ ζητήσητε νὰ παραπεμφθῇ εἰς τὸ Εἰδικὸν Δικαστήριον ὁ Ὑπουργός.

§81Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐὰν ἔχῃ οὕτω, βεβαίως. Δι’ αὐτὸ θέλομεν νὰ ἴδωμεν, τί συνέβη καὶ τί συμβαίνει, ὥστε ἐν ἐπιγνώσει τῶν πραγμάτων νὰ ἐκφέρωσι γνώμην οἱ κύριοι Βουλευταί. Καὶ εἶπον χθὲς, ὅτι, ἂν νομίζητε ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ διασαλευθῇ τὸ γόητρον τοῦ στρατοῦ καὶ τὸ κῦρος τῶν ἀξιωματικῶν, ἂς γείνῃ μυστικὴ συνεδρίασις. Τὸ ζήτημα δὲν εἶναι ἁπλοῦν· εἶναι ἐθνικὸν τὸ ζήτημα, περὶ οὗ πρόκειται, διὰ λόγους, τοὺς ὁποίους κατὰ τὴν συζήτησιν θὰ εἴπω, καὶ τοὺς ὁποίους κατόπιν παρακλήσεως δὲν λέγω σήμερον. Καὶ δικαίως μὲ παρεκάλεσαν νὰ μὴ εἴπω.

§82Γ. ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Ἐγὼ ὑποστηρίζω τὴν πρότασιν περὶ μυστικῆς συνεδριάσεως.

§83Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐὰν, Κύριοι, πρόκηται νὰ ἀποφασίσητε περὶ τῆς ὑπάρξεως ἢ μὴ τῆς Γενικῆς Διοικήσεως, ὅπως ἐτέθη ἐκτὸς τῆς Βουλῆς τὸ ζήτημα, πρέπει νὰ κάμητε μυστικὴν συνεδρίασιν, καὶ νὰ προσαγάγῃ πάντα τὰ ἔγγραφα ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, διότι ἐγὼ ἴσως, ὁ ὁποῖος εἶμαι τοσοῦτον ἀμείλικτος κατὰ τῆς ὑπάρξεως τῆς Γενικῆς Διοικήσεως, ἐὰν ἴδω ὅτι εὑρίσκομαι ἐν τῷ ἀδίκῳ, ἔχω τὴν δύναμιν, ἔχω τὴν θέλησιν νὰ ὁμολογήσω ἐκ τῆς θέσεως ταύτης ὅτι ἀδικῶ (εὖγε! εὖγε!), καὶ νὰ ἀποδώσω δίκαιον. Ἀλλ’ ἐὰν τοὐναντίον, θὰ ἀξιώσω ἐπ’ ὀνόματι τῆς Πατρίδος, ἡ ὁποία κινδυνεύει τὸν ἔσχατον κίνδυνον, νὰ ψηφίσητε τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ὑπέβαλεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν.

§84Ν. ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Μοὶ φαίνεται, Κύριοι, ὅτι ἐπικρατεῖ σύγχυσις μεγάλη περὶ τὴν ἐκτύλιξιν τῶν γεγονότων. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Οἰτύλου ὡμίλησεν ἐπὶ πραγμάτων ἀνυπάρκτων, ὡμίλησεν ἐπὶ πραγμάτων, ὧν δὲν εἶχεν ἀκριβῆ γνῶσιν, διότι, ἂν ἐν τῇ μνήμῃ αὑτοῦ διετήρει ἀκέραιον τὸ κείμενον τοῦ νόμου καὶ τοῦ Διατάγματος περὶ Γενικῆς Διοικήσεως, δὲν θ’ ἀπεφαίνετο μετὰ τοσαύτης πεποιθήσεως, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν αὐθαιρέτως προήγαγεν ἀξιωματικὸν μὴ κεκτημένον τὰ προσόντα πρὸς προαγωγήν. Ἡ πρᾶξις αὕτη, γενομένη, εἶναι ἀντικείμενον Εἰδικοῦ Δικαστηρίου, ἀντικείμενον, διὰ τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ ὑποβληθῇ πρότασις εἰς τὴν Βουλὴν περὶ παραπομπῆς τοῦ ὑπευθύνου Ὑπουργοῦ ἐπὶ παραβάσει ῥητῆς τοῦ νόμου διατάξεως, τοῦ νόμου δηλονότι περὶ προβιβασμῶν, καθ’ ὃν οὐδεὶς ἀξιωματικὸς προάγεται εἰς ἀνώτερον βαθμὸν, ἂν μὴ κέκτηται τὰ πρὸς τοῦτο ἀπαιτούμενα προσόντα. Καὶ ἐνταῦθα, Κύριοι, παρακαλῶ νὰ δώσητε μικρὰν προσοχὴν εἰς τὸν τρόπον τῆς ἐπιθεωρήσεως. Ὁ Γενικὸς Ἐπιθεωρητὴς ἐπιθεωρεῖ τὸ στράτευμα κατ’ ἐντολὴν τοῦ Ὑπουργοῦ καὶ ἐν ὡρισμένῃ ἐποχῇ τοῦ ἔτους, ἣν προτείνει αὐτὸς ὁ ἴδιος Γενικὸς Ἐπιθεωρητής. Ὁ Γενικὸς Ἐπιθεωρητὴς ἀποκομίζει τὰς ἐντυπώσεις τῆς ἱκανότητος, τῶν γνώσεων καὶ τῆς συμπεριφορᾶς τῶν ἀξιωματικῶν ἐκ τῆς ἐπιθεωρήσεως· οὐχ ἧττον λαμβάνει ὑπ’ ὄψιν καὶ τὰς ἐκθέσεις τῶν μερικῶν ἐπιθεωρήσεων, τῶν μεράρχων, τῶν ταξιάρχων καὶ τῶν συνταγματαρχῶν, αἱ ὁποῖαι εἶναι τελείως κατηρτισμέναι, καὶ δι’ ἐκθέσεων τῷ ὑποβάλλεται ἡ ἱκανότης καὶ ἡ συμπεριφορὰ ἑκάστου ἀξιωματικοῦ. Ὁ Γενικὸς Διοικητής, μετὰ τὸ πέρας τῆς ἐπιθεωρήσεως, οὐδὲν ἄλλο ἔχει καθῆκον, εἰμὴ νὰ ὑποβάλῃ πίνακα τῶν ἀξιωματικῶν τῶν κεκτημένων τὰ προσόντα, τῶν μὲν ἀνωτέρων κατ’ ἐκλογὴν, τῶν λοχαγῶν κατὰ τὸ ἥμισυ κατ’ ἐκλογὴν, καὶ τῶν ὑπολοχαγῶν καὶ ἀνθυπολοχαγῶν κατὰ σειρὰν ἀρχαιότητος, ἅτε μὴ λειτουργοῦντος τοῦ νόμου περὶ προβιβασμῶν τοῦ 1861, ὅσον ἀφορᾷ τοὺς ὑποδεεστέρους ἀξιωματικούς. Πίνακα λοιπὸν ὑποβάλλει ὁ Γενικὸς Διοικητὴς, καὶ τοῦτον ζητοῦσιν οἱ κ. κ. Βουλευταὶ νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν. Κατὰ τὴν ἐμὴν γνώμην, δύναται νὰ καταθέσῃ τὸν πίνακα τοῦτον, διότι ἐγὼ ἄλλοτε, ἔχων τὴν τιμὴν νὰ διευθύνω τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, ἐκοινοποίησα εἰς τὰ σώματα, ὅπως μὲ πληροφορήσωσι διὰ τοὺς ἀξιωματικοὺς τοὺς ὑπὸ τὰς διαταγάς των περὶ τῶν προσόντων, ἅτινα ἕκαστος ἔχει, ὅπως προαχθῇ ἢ μὴ εἰς ἀνώτερον βαθμόν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς εἶπεν, ὅτι αὐτὸς δὲν εὑρίσκει πρέπον τοῦτο. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν κατάθεσιν τῶν λοιπῶν ἐγγράφων, καὶ ἐγὼ εἶμαι σύμφωνος μὲ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, δηλαδὴ διὰ τὰς ἐκθέσεις τῶν μεράρχων, ταξιάρχων καὶ συνταγματαρχῶν, διότι αὗται ἀφορῶσιν εἰς τὴν ἐσωτερικὴν ὑπηρεσίαν τοῦ στρατοῦ, καὶ νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ περιέλθωσιν εἰς τὴν δημοσιότητα τὰ ἀντικείμενα τὰ ἀφορῶντα εἰς τοὺς ἀξιωματικούς, ἅτινα οἱ κανονισμοὶ ἐπιμελῶς ἀπαγορεύουσι νὰ περιέρχωνται εἰς τὴν δημοσιότητα. Νομίζω, ὅτι ὁ ἀντισυνταγματάρχης τοῦ ἱππικοῦ, περὶ οὗ ἀνέφερεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς, προήχθη ὑπ’ ἐμοῦ ὡς κεκτημένος τὰ πρὸς προβιβασμὸν προσόντα, ὡς καὶ οἱ λοιποὶ πάντες.

§85Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Χαίρω πολὺ, διότι ὁ στρατηγὸς καὶ πρώην Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν κατώρθωσε νὰ μελετήσῃ τὸν νόμον περὶ Γενικῆς Διοικήσεως, καὶ τὸ μάθημα, τὸ ὁποῖον τῷ ἐδόθη προχθὲς, τὸν ὠφέλησεν, ὥστε νὰ μελετήσῃ αὐτὸς ὁ εἰσηγητὴς τὸ νομοσχέδιόν του περὶ Γενικῆς Διοικήσεως, καὶ τίνα καθήκοντα ἔχει ὁ Γενικὸς Διοικητὴς τοῦ στρατοῦ, καὶ τί κάμνει ὁ στρατός. Ἀλλ’ ἡμεῖς ἐζητήσαμεν νὰ καταθέσῃ τὰς ἐκθέσεις, καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐνόησε καλῶς, καὶ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κορινθίας πολὺ καλῶς ἐχώρισε τὴν ἔκθεσιν. Ἡμεῖς ζητοῦμεν τὴν ἔκθεσιν καὶ τὰ συναφῆ πρὸς αὐτὴν, δηλαδὴ ὅλα τὰ ἀφορῶντα εἰς τοὺς ἀξιωματικοὺς, τὰ ὁποῖα ὁ κ. ἐπιθεωρητὴς εἶχεν ὑπ’ ὄψει του, ἵνα κρίνωμεν καὶ ὅλη ἡ ἀνάπτυξις, τὴν ὁποίαν ἐκάμαμεν, εἰς αὐτὸ ἀπέβλεπε. Παρακαλῶ δὲ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν νὰ μᾶς δώσῃ ἀπάντησιν· ἡ νέα ἐπιθεώρησις ἤρξατο; καὶ ἂν ἤρξατο, τοῦτο ἐγένετο συνεπείᾳ διαταγῆς αὐτοῦ; διὰ νὰ κρίνωμεν ἐπὶ τέλους ποῖοι ἀναγινώσκουν, ποῖοι μελετῶσι τοὺς νόμους, καὶ ποῖοι δὲν μελετῶσιν αὐτοὺς καὶ δὲν ἐξετάζουσι, πῶς ἐκτελοῦνται οἱ νόμοι.

§86Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ ἀπαντήσω εἰς τὸν κ. Βουλευτήν. Ἐὰν καλῶς ἀντελήφθην, μὲ ἠρώτησεν, ἂν ἤρξατο ἡ ἐπιθεώρησις τῇ ἐμῇ διαταγῇ. Ἐγὼ δὲν διέταξα ἐπιθεώρησιν. Παρεκάλεσα νὰ ἀναβληθῇ ἡ διαταχθεῖσα παρασκευαστικὴ ἐπιθεώρησις.

§87Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἐπιθυμοῦμεν νὰ μάθωμεν τὸ ἀποτέλεσμα.

§88Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Δὲν ἔχω δυσκολίαν χρονογραφικῶς νὰ σᾶς εἴπω, τί συνέβη. Μοὶ ἐζητήθη νὰ διατάξω τὴν ἕναρξιν τῆς ἐπιθεωρήσεως· ἐγὼ ἔκρινα, ὅτι πρέπει νὰ ἀναβληθῇ. Ἐπληροφορήθην, ὅτι εἶχε διαταχθῆ ἡ ἕναρξις, καὶ ὅτι, ἐπὶ τῇ ἐμῇ διαταγῇ, ἀνεστάλη ἡ ἐπιθεώρησις τῆς χωροφυλακῆς καὶ ἡ τοῦ πυροβολικοῦ καὶ μηχανικοῦ, ὡς καὶ ἡ τοῦ ὑγειονομικοῦ σώματος. Ὅσον δὲ ἀφορᾷ τὰς προπαρασκευαστικὰς ἐπιθεωρήσεις τῶν μεράρχων, ἀγνοῶ τί περὶ τούτου διετάχθη.

§89Ν. ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Αἱ ἐπιθεωρήσεις τῶν μεράρχων πρέπει νὰ ἀρχίζωσι τῇ διαταγῇ τοῦ Ὑπουργοῦ.

§90Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Ἐγὼ δὲν διέταξα ἐπιθεωρήσεις.

§91Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ. Οὐδεμία ἀμφιβολία, ὅτι ἡ κατάστασις τοῦ στρατεύματος εἶναι δυσάρεστος, καὶ ἐκ τοῦ πατριωτισμοῦ ἡμῶν ἐξαρτᾶται νὰ τὴν ἐπαναφέρωμεν ἐκεῖ, ὅπου πρέπει νὰ ἵσταται. Ἐγὼ, Κύριοι, διετέλεσα μέραρχος, καὶ βεβαιῶ, ὅτι ἤμην λίαν εὐχαριστημένος, ὅτε εἶχον τὴν τιμὴν νὰ διοικῶ τὴν Γʹ Μεραρχίαν, ἀλλὰ δὲν εὑρισκόμην εἰς τὸ ὕψος τῆς θέσεώς μου, διότι πραγματικῶς διετέλουν ἐπὶ κεφαλῆς μόνον τριῶν ἢ τεσσάρων λόχων, δηλαδὴ ἐν συνόλῳ 300 ἀνδρῶν ἐν Μεσολογγίῳ, καὶ διὰ τοῦτο, ὅτε μοὶ ἐπροτάθη ἡ ὑποψηφιότης διὰ τὴν ἐκλογὴν Ἀττικῆς, τὴν ἐδέχθην, μόνον καὶ μόνον ὅπως ἐν τῇ Βουλῇ εὕρω εὐκαιρίαν νὰ ὑπηρετήσω τὸ στράτευμα. Τούτου ἕνεκα λαμβάνω συχνὰ τὸν λόγον, οὐχὶ πρὸς ἐπίδειξιν, ἀλλ’ ἵνα λύω ἀπορίας, ἐφ’ ὅσον, ἐννοεῖται, ἡ μάθησις, ἣν ἔχω, μοὶ ἐπιτρέπει τοῦτο, ἵνα ἦσθε εἰς κατάστασιν, ὅταν δίδητε τὴν ψῆφόν σας περὶ νομοσχεδίων ἀφορώντων τὸ στράτευμα, νὰ δίδητε ταύτην ἐν γνώσει, ὅτι θὰ ὠφελήσητε τὸ στράτευμα πρὸς τὸ συμφέρον τοῦ ἔθνους, καὶ δὲν θὰ τὸ βλάψητε πρὸς βλάβην τοῦ ἔθνους. Ὁ λόγος εἶναι σήμερον περὶ ἐπιθεωρήσεως, καὶ ἂν, ὡς γίνεται αὕτη, ὠφελεῖ τὸ στράτευμα, ἢ τὸ βλάπτει. Λοιπὸν θὰ συμφωνήσω εἰς πολλὰ μετὰ τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐξ Οἰτύλου, καὶ τὴν συμφωνίαν μου ταύτην θὰ τὴν βασίσω ἐπὶ πραγμάτων, τὰ ὁποῖα θὰ πείσουν ὑμᾶς, ὅτι ἐκεῖνος καὶ ἐγὼ ἔχομεν δίκαιον νὰ λέγωμεν ὅ,τι λέγομεν. Ἡ σειρὰ τῆς ἐκτελέσεως τῆς ἐπιθεωρήσεως εἶναι ἡ ἑπομένη. Διατάσσεται ἡ ἔναρξις τῆς ἐπιθεωρήσεως ὑπὸ τῶν μεράρχων, καὶ μετὰ τὴν ἐκτέλεσιν ταύτης γίνεται ἡ γενικὴ ἐπιθεώρησις ὑπὸ τοῦ Γενικοῦ Διοικητοῦ τοῦ στρατοῦ. Ὁ μέραρχος λοιπὸν ἐκτελεῖ τὴν ἐπιθεώρησιν, ὡς ἐγὼ ἐπανειλημμένως ἐξετέλεσα ταύτην, καὶ εἶμαι εἰς κατάστασιν νὰ σᾶς διαφωτίσω, κατὰ τὸν ἑπόμενον τρόπον· ἐν πρώτοις θὰ ζητήσῃ τὰς προτάσεις τῶν διοικητῶν τῶν σωμάτων, ἐπικεκυρωμένας ὑπὸ τῶν διοικητῶν τῶν Ταξιαρχιῶν, καὶ ἐπ’ αὐτῶν θὰ βασισθῇ, ἵνα κάμῃ τὰς κρίσεις του, καὶ ἐπιβεβαιώσῃ ταύτας κατόπιν ἐξ ἰδίας ἀντιλήψεως, ἐξετάζων τοὺς ἀξιωματικοὺς θεωρητικῶς καὶ πρακτικῶς. Κατὰ τὰς ἐπιθεωρήσεις, τὰς ἐκτελεσθείσας μέχρι τοῦδε, ἠκολουθήθη ἡ ἑπομένη σειρά. Ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος εἶναι εἰς ἄμεσον συνάφειαν μὲ τοὺς ἀξιωματικοὺς καὶ γνωρίζει καλῶς αὐτοὺς, εἶναι ὁ διοικητὴς τοῦ συντάγματος, ἤτοι ὁ σωματάρχης. Μετὰ ταῦτα ἔρχεται ὁ ταξίαρχος, ὅστις εἰς τὸ πεζικόν, ὅπως εἶναι τὰ πράγματα σήμερον, εἶναι αὐτὸς ὁ διοικητὴς τοῦ συντάγματος. Ὁ μέραρχος λοιπόν, μελετῶν τὰς προτάσεις τοῦ διοικητοῦ τοῦ σώματος, ἐπικεκυρωμένας ὑπὸ τοῦ διοικητοῦ τῆς Ταξιαρχίας, παρατηρεῖ ἂν εἶναι σύμφωνοι μὲ τοὺς χαρακτηρισμοὺς τοῦ φύλλου ποιότητος τῶν ἀξιωματικῶν, καὶ ἂν λόγου χάριν ἀξιωματικός τις χαρακτηρίζηται ὡς μέθυσος, ὁ μέραρχος θὰ παρατηρήσῃ εἰς τὸ φύλλον ποιότητος τοῦ ἀξιωματικοῦ, πόσας ποινὰς ἐπέβαλεν ὁ διοικητὴς τοῦ σώματος εἰς αὐτὸν τὸν ἀξιωματικὸν διὰ τὴν τάσιν, τὴν ὁποίαν ἔχει, νὰ μεθύσκηται· καὶ ἂν οὐδεμία ποινὴ ἐμφαίνηται διὰ μέθην, καὶ ἐν τούτοις χαρακτηρίζηται ὁ ἀξιωματικὸς ὡς μέθυσος, τότε τοῦτο σημαίνει, ὅτι βεβαίως ὁ διοικητὴς τοῦ σώματος δὲν ἐξετέλεσεν εὐσυνειδήτως τὸ καθῆκόν του, καὶ ὅτι ἐπιπολαίως ἐχαρακτήρισε τὸν ἀξιωματικὸν ὡς μέθυσον, καὶ ἑπομένως ὁ διοικητὴς οὗτος πρέπει νὰ τιμωρηθῇ. Αὐτὸ ἀπαιτοῦσιν οἱ στρατιωτικοὶ κανονισμοὶ, αὐτὸ ἀπαιτεῖ ἡ δικαιοσύνη. Ἀφοῦ βλέπετε λοιπὸν ἐπὶ τίνων βάσεων ἐκτελεῖται ἡ ἐπιθεώρησις, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ παραξενεύηταί τις, ὅταν βλέπῃ ἕνα ἀξιωματικὸν χαρακτηριζόμενον ὡς προβιβάσιμον ὑπὸ τοῦ σωματάρχου, ὑπὸ τοῦ ταξιάρχου, ὑπὸ τοῦ μεράρχου, νὰ χαρακτηρίζηται οὗτος κατόπιν ὡς στάσιμος ὑπὸ τοῦ Γενικοῦ Διοικητοῦ τοῦ στρατοῦ; Δὲν ἔχει τότε δίκαιον ὁ ἀξιωματικὸς αὐτὸς νὰ ἀγανακτῇ καὶ νὰ βεβαιοῖ, ὅτι ἠδικήθη, ἀφοῦ ὁ σωματάρχης, ὁ ὁποῖος τὸν βλέπει καθ’ ἑκάστην, τὸν θεωρεῖ προβιβάσιμον, καὶ τοιοῦτον τὸν χαρακτηρίζουσιν ὅ τε ταξίαρχος καὶ ὁ μέραρχος, νὰ ἔρχηται κατόπιν, καθ’ ὑπόθεσιν, ὁ Γενικὸς Διοικητὴς τοῦ στρατοῦ, ὁ ὀλιγώτερον ὅλων γνωρίζων αὐτὸν, καὶ νὰ τὸν χαρακτηρίζῃ ὡς στάσιμον; Βεβαίως ὁ ἀξιωματικὸς ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ λέγῃ τότε, ὅτι ἠδικήθη. Καὶ γνωρίζετε ὅτι οὐδὲν ἕτερον κινεῖ εἰς ἀγανάκτησιν τὸ ἄτομον, ὅσον ἡ ἀδικία. Διὰ τοὺς λόγους λοιπὸν τούτους πρέπει νὰ ἐξετασθῇ τὸ ζήτημα μεθ’ ὅλης τῆς προσοχῆς, διότι διὰ τοῦτο ἀκριβῶς ἄλλοτε, ἐπειδὴ ἐγένοντο αὐθαιρεσίαι ἐπὶ τῆς προαγωγῆς τῶν ἀξιωματικῶν, ἐψηφίσθησαν οἱ νόμοι περὶ καταστάσεως τῶν ἀξιωματικῶν καὶ περὶ προβιβασμῶν, οἱ ὁποῖοι ἐξασφαλίζουσι τὰ δικαιώματα τοῦ ἀξιωματικοῦ. Ὁ τελευταῖος οὗτος νόμος, ὁ περὶ προβιβασμῶν, σχετίζεται σήμερον μὲ τὴν ἐπιθεώρησιν, καὶ κατὰ συνέπειαν, ἀφοῦ ἐψηφίσθη νόμος περὶ ἐξασφαλίσεως τῶν δικαιωμάτων τῶν ἀξιωματικῶν, φρονῶ, ὅτι δὲν πρέπει ὁ νόμος οὗτος νὰ καταστρέφηται διὰ μιᾶς αὐθαιρέτου ἐπιθεωρήσεως. Οὗτος ὁ λόγος μὲ ἔφερεν εἰς τὸ βῆμα, ἵνα ἀναφέρω τὴν σειρὰν τῆς ἐπιθεωρήσεως καὶ καταστήσω ὑμᾶς προσεκτικοὺς εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τῶν στρατιωτικῶν νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα εἰσήχθησαν καὶ θὰ εἰσαχθῶσι, καὶ τὰ ὁποῖα ἴσως τροποποιηθῶσι κατὰ τὴν συζήτησιν.

§92Γ. ΚΑΡΠΕΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν γνωρίζω, ἂν τὸν ἀξιότιμον ἐκ Κορινθίας συνάδελφον ἔφερεν εἰς τὸν λόγον ἡ προσπάθεια νὰ δικαιολογήσῃ τ’ ἀποτελέσματα τῆς τελευταίας ἐπιθεωρήσεως. Ἰσχυρίσθη ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, ὅτι ἡ κατάστασις τῆς στασιμότητος τῶν ἀξιωματικῶν—ἣν ὅμως ἐγὼ δὲν ἀναγνωρίζω, ὡς ὑπ’ οὐδενὸς νόμου προβλεπομένην— εἶναι ἐπανορθωτικὴ, εἶναι δηλαδὴ χρόνος, κατὰ τὸν ὁποῖον δύναται ὁ ἀξιωματικὸς νὰ βελτιώσῃ ἑαυτὸν γενικῶς, νὰ συμπληρώσῃ τὰς γνώσεις του καὶ νὰ βελτιώσῃ τὸν χαρακτῆρά του· δὲν ἐδίστασε μάλιστα καὶ παραδείγματα νὰ ἐπικαλεσθῇ πρόσφατα, ἅτινα ἠρύσθη, παραστὰς εἰς τὴν τελευταίως ἐνεργηθεῖσαν ἐπιθεώρησιν, καθ’ ἣν οἱ ἄλλοτε κηρυχθέντες στάσιμοι εὑρέθησαν ἱκανώτατοι! Παράδοξος ἡ θεωρία αὕτη τῇ ἀληθείᾳ! Εἰς ἐμὲ ἐπιτραπήτω νὰ ἔχω ὅλως ἀντίθετον γνώμην. Φρονῶ, ὅτι ὁ χρόνος τῆς στασιμότητος εἶναι χρόνος ἀπογοητεύσεως, χρόνος καταπτώσεως ἠθικῆς τοῦ ἀτόμου. Καὶ πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχῃ ἄλλως, ὅταν ἀξιωματικὸς παραμείνας στάσιμος βλέπῃ νὰ προάγωνται ἄλλοι νεώτεροί του; Τοῦτο, Κύριοι, ἀντίκειται εἰς αὐτὰ τὰ αἰσθήματα τοῦ ἀνθρώπου, κατὰ μείζονα δὲ λόγον εἰς τὰ τοῦ στρατιώτου, οὗτινος καταργεῖται τὸ ἐγώ. Ἀλλ’ ἐπεξέτεινε τὰς σκέψεις του ὁ κ. συνάδελφος, καὶ ἠθέλησε νὰ μᾶς πείσῃ, ὅτι τὸ ἄγνωστον καὶ μυστηριῶδες τῶν ἐκθέσεων πλήρως δικαιολογεῖται· ἰσχυρίσθη δ’ ὅτι δὲν πρέπει νὰ γίνηται γνωστὸν τὸ περιεχόμενον αὐτῶν, καὶ τοῦτο, ἵνα μὴ γνωρίζωσιν οἱ ἄλλοι ἀξιωματικοὶ τὴν αἰτίαν, δι’ ἣν ἐτέθη εἰς στασιμότητα εἷς συνάδελφός των. Ἀλλ’ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει δὲν θὰ γνωρίζῃ ὁ ἀξιωματικὸς οὗτος, τί δέον νὰ βελτιώσῃ, ἀφοῦ δὲν γνωρίζει διατὶ ἐθεωρήθη στάσιμος. Ἐτέθη εἰς στασιμότητα λόγῳ ἀνικανότητος; ἐτέθη εἰς στασιμότητα λόγῳ ἐλλείψεως στρατιωτικῆς ἀνατροφῆς; λόγῳ ἑτέρων ἐλαττωμάτων; Πῶς δύναται νὰ διορθωθῇ αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος, ἀφοῦ δὲν γνωρίζει, τί τοῦ κατηγοροῦσι;—καίτοι, ἐπαναλαμβάνω, ἂν καταστῇ δυνατὸν νὰ βελτιώσῃ τὴν κατάστασίν του, ἀσφαλῶς τότε θὰ ἔχῃ καταστρέψει τὸ ἠθικόν του. — Ἀξιωματικός, οὗτινος κατὰ τρόπον τοιοῦτον θίγεται ἡ φιλοτιμία, μόνον ἐπὶ ζημίᾳ τοῦ στρατεύματος δύναται νὰ παραμένῃ εἰς τὰς τάξεις του. Ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ὕδρας συνάδελφος, δὲν γνωρίζω, τί ἠθέλησε νὰ παραστήσῃ, ἀναπτύξας τὸν τρόπον, καθ’ ὃν ἐνεργοῦνται αἱ ἐπιθεωρήσεις καὶ ὑποβάλλονται αἱ ἐκθέσεις. Ἐγὼ οὐδὲν προσῆψα κατὰ τῆς ὑπηρεσίας τῶν ἐπιθεωρήσεων· ἐζήτησα ἁπλῶς τὴν προσαγωγὴν τῶν ἐκθέσεων, καὶ εἰς τὴν προσαγωγὴν αὐτῶν ἐμμένω, διότι ἐπ’ αὐτῶν θέλω νὰ συζητήσω ἐν ἐκτάσει. Κατὰ συνέπειαν φρονῶ, ὅτι δὲν ἔχει νὰ ζημιωθῇ ἡ φιλοτιμία τῶν στρατιωτικῶν μας διὰ τῆς προσαγωγῆς τῶν ἐκθέσεων. Ὅπως καὶ χθὲς εἶπον, δὲν πρέπει νὰ φοβῆται τὸ φῶς ἡ ἀλήθεια, οὐδὲ εἶναι ὀρθὸν ἐπὶ ἀγνώστου στηριζόμενοι ν’ ἀποφαινώμεθα· πρέπει νὰ ἔχωμεν ἐνώπιόν μας τὰ πράγματα, καὶ ἐπ’ αὐτῶν βασιζόμενοι ν’ ἀποφανθῶμεν.

§93ΑΘ. ΖΕΡΒΑΣ. Πολλοὺς ἔχω λόγους, κύριε Πρόεδρε, νὰ σέβωμαι τὸν ἀξιότιμον στρατηγὸν καὶ ἐξ Ἀττικῆς συνάδελφον. Ἐπὶ τῆς ὅλης ἐκτυλίξεως τῆς σειρᾶς τῶν ἐπιθεωρήσεων, τῶν ὑπὸ τοῦ κανονισμοῦ προβλεπομένων καὶ διαγεγραμμένων, ἔχω νὰ ἐκφέρω μερικὰς παρατηρήσεις, ὅσον ἀφορᾷ τὸ στάδιον, τὸ ὁποῖον ἄρχεται ἀπὸ τῆς ἐνάρξεως τῶν ἐπιθεωρήσεων μέχρι τοῦ τέλους τῶν ἐπιθεωρήσεων τῶν ὑπὸ τῶν μεράρχων, καὶ τὸ δεύτερον στάδιον τὸ ἐπέκεινα τῆς ἐπιθεωρήσεως τῆς λαβούσης χώραν ὑπὸ τοῦ Γενικοῦ Ἐπιθεωρητοῦ. Βεβαίως, ἐὰν δεχθῶμεν, ὅτι ἐκ μέρους τῶν καθηκόντων τοῦ Γενικοῦ Ἐπιθεωρητοῦ ἐθεωρεῖτο ὡς ἀπόρροια καὶ ὡς παραδεδεγμένον τὸ ἀποτέλεσμα, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ λάβῃ, τουτέστιν, ἐὰν ὁ διοικητὴς τοῦ σώματος ἔχῃ τὴν δεῖνα γνώμην, ἣν ἀκολουθεῖ ἢ ἔχει καὶ ὁ ταξίαρχος καὶ τὴν ὁποίαν ἔχει καὶ ὁ μέραρχος, ἐὰν ἅπασαι αὐταὶ αἱ γνῶμαι ἦναι ὑποχρεωτικαὶ ἐκ μέρους τοῦ Γενικοῦ Διοικητοῦ, ἐὰν ἦναι ἀπόρροια ἀναμφισβητήτου ἀποτελέσματος, ἔχομεν ἀμέσως τὸ ἀποτέλεσμα, ὅτι δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ δεύτερον στάδιον, τὸ ὁποῖον πάντοτε ἐκτυλίσσεται καὶ λαμβάνει χώραν, ἐξ αὐτῆς τῆς γνώμης, ἐξ αὐτῶν τῶν ἀποτελεσμάτων, τῶν ἀμέσως ἐπὶ τοῦ πεδίου τῶν ἀσκήσεων λαμβανομένων. Ὡς πρὸς τὸ στάδιον τοῦτο, ἔχω νὰ ἐκφέρω τὴν γνώμην μου.

§94Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ. Ἵνα μὴ ματαιοπονῆτε, εἶπον ἐγώ, ὅτι συσχετίζονται αἱ μερικαὶ ἐργασίαι, δηλαδὴ ὅτι ἅπασαι αἱ πράξεις τοῦ διοικητοῦ τοῦ σώματος, ἅπασαι αἱ πράξεις τοῦ ταξιάρχου καὶ ἅπασαι αἱ πράξεις τοῦ μεράρχου συσχετίζονται μὲ τὸ φύλλον ποιότητος τῶν ἀξιωματικῶν. Λοιπὸν δὲν δύναται οὔτε ὁ διοικητὴς τοῦ σώματος, οὔτε ὁ ταξίαρχος, οὔτε ὁ μέραρχος νὰ χαρακτηρίσῃ τὸν ἀξιωματικὸν ἄλλως πως ἀφ’ ὅ,τι τὸ φύλλον ποιότητος ἀποδεικνύει. Διότι, ἐὰν ὁ σωματάρχης, λόγου χάριν, ἐχαρακτήρισε τὸν ἀξιωματικὸν ὡς στάσιμον, διότι ἦτο ἀμαθὴς, διότι δὲν ἐγνώριζε τὰ καθήκοντά του, δὲν ἐγνώριζε τὰ γυμνάσιά του, πρέπει νὰ φανῇ πόσας ποινὰς ὁ ἀξιωματικὸς αὐτὸς ὑπέστη, ἐπιβληθείσας ἀπὸ τὸν σωματάρχην ἢ τὸν ταξίαρχον ἢ ἄλλον τινὰ διὰ τοιαύτην αἰτίαν· καὶ ἂν δὲν ἐπεβλήθησαν ποιναὶ διὰ τοιαύτην αἰτίαν κτλ., βεβαίως τότε ὁ σωματάρχης ἢ ὁ ταξίαρχος ἢ ὁ μέραρχος κακῶς ἐχαρακτήρισαν τὸν ἀξιωματικόν, καὶ τότε ὁ Γενικὸς Διοικητὴς τοῦ στρατοῦ ἐπεμβαίνει, κατὰ τὴν ἐπιθεώρησίν του, ἵνα ἐπανορθώσῃ τὸ ἀδίκημα. Σᾶς δίδω τὴν ἐξήγησιν αὐτὴν, ὅτι δηλαδὴ πᾶσα πρᾶξις τοῦ σωματάρχου, τοῦ ταξιάρχου, τοῦ μεράρχου πρέπει νὰ ἔχῃ μίαν βάσιν ὡρισμένην, καὶ ἑπομένως πρέπει πάντοτε νὰ λαμβάνηται ὑπ’ ὄψιν τὸ φύλλον ποιότητος τοῦ ἀξιωματικοῦ.

§95ΑΘ. ΖΕΡΒΑΣ. Ἡ γνώμη μου εἶναι, ὅτι ἐγὼ, ἐὰν ἤμην σωματάρχης καὶ ἐπέβαλλον ποινὰς εἰς τὸν ἀξιωματικὸν Α διὰ τὴν δεῖνα αἰτίαν, εἰς τὸν Β διὰ τὴν ἑτέραν αἰτίαν καὶ δι’ αἰτίας ἐν συνόλῳ μὴ σχετιζομένας μὲ τὸ στάδιον, τὸ ὁποῖον ἔχετε διὰ τὴν προαγωγὴν τοῦ ἀξιωματικοῦ, καὶ τὰς ποινὰς ταύτας δὲν εὑρίσκω πολλοῦ λόγου ἀξίας καὶ ἐν ταῖς λεπτομερείαις αὐτῶν ἔχω τὴν γνώμην ὅτι, ἐὰν ὑποστῇ ὁ Α ἀξιωματικὸς μίαν ποινὴν, διότι ἐβράδυνε νὰ ἔλθῃ εἰς τὸν στρατῶνα δέκα λεπτὰ τῆς ὥρας, καὶ εἰς τὸν αὐτὸν ἀξιωματικὸν ἐπεβλήθη ἑτέρα ποινὴ, διότι ἐτιμώρησεν ἀδίκως ἕνα στρατιώτην, δὲν εἶναι αἱ ποιναὶ αὗται φύσεως τοιαύτης, ὥστε νὰ χαρακτηρισθῇ ὁ ἀξιωματικὸς ἐκεῖνος στάσιμος. Λοιπὸν θέλω νὰ ἔχω τὴν γνώμην, ὅτι αἱ ἐπιβληθεῖσαι ποιναὶ δὲν εἶναι τὸ ἀπαύγασμα, τὸ τελικὸν σημεῖον, ἐπὶ τοῦ ὁποίου θέλει στηρίξει τὴν γνώμην του ὁ Γεν. Ἐπιθεωρητὴς δι’ ἀπολύτου ἀτομικῆς διαγνώσεως, ποριζομένης ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ ἐπὶ τοῦ πεδίου τῶν ἀσκήσεων καὶ τοῦ παρελθόντος τοῦ ἀξιωματικοῦ.

§96Γ. ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, παρατηρεῖτε εἰς ποῖον κυκεῶνα εἰσήλθομεν! Ἐξορκίζω τοὺς κυρίους Βουλευτὰς, ἐξορκίζω αὐτοὺς, ὡς τοὺς ἐξώρκιζον καὶ κατὰ τὰς παραμονὰς τοῦ πολέμου, ἵνα εἰς μυστικὴν συνεδρίασιν συνέλθωμεν. Δὲν πρόκειται περὶ παρωνυχίδος, πρόκειται περὶ ζητήματος σοβαροῦ. Πολλοὶ ἀπέδωκαν εἰς ἐμὲ προσωπικὸν ζήτημα· εἶμαι πολὺ ὑπεράνω τῶν προσωπικῶν ζητημάτων. Ἂς μάθωσι πάντες οἱ κ.κ. Βουλευταὶ, διότι ἐπιθυμῶ πρὸ πάντων νὰ μὲ ἐκτιμῶσι καὶ ἔπειτα νὰ μὲ ἀγαπῶσιν, ἂς μάθωσιν, ὅτι πάντες μὲ ἐπίεζον νὰ μείνω εἰς τὸν στρατὸν, αὐτὸς ὁ ἀξιότιμος κ. Βουλευτὴς ἐκ Κερκύρας καὶ ὅλοι οἱ συνάδελφοί μου, μέχρι τοῦ τελευταίου ἀξιωματικοῦ, ἀλλὰ δὲν κατεδέχθην νὰ μείνω, διότι ἐτρώθην καιρίως. Καὶ νομίζω, ὅτι ὁ ἀξιωματικὸς πρέπει πρὸ πάντων νὰ ἦναι φιλότιμος· ὅταν ἀπολέσῃ τὴν φιλοτιμίαν, εἶναι μηδέν. Ἐπὶ τὰ πράγματα, κύριε Πρόεδρε. Πρέπει νὰ προσαχθῶσιν αἱ ἐκθέσεις. Σέβομαι τὴν γνώμην τοῦ κυρίου ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργοῦ καὶ στενωτάτου φίλου μου, ἀλλὰ τὸν παρακαλῶ, τὸν ἐξορκίζω εἰς τὸν πατριωτισμόν του, νὰ τὰς προσαγάγῃ· ἐπαναλαμβάνω δὲ, ἐπειδὴ δὲν πρέπει ὁλόκληρος ἡ Ἑλλὰς νὰ λάβῃ γνῶσιν τῶν ἐν ταῖς ἐκθέσεσι, πρέπει ἡ ἐθνικὴ ἀντιπροσωπεία νὰ λάβῃ γνῶσιν· διότι τίς ἄλλως θὰ δικάσῃ τοὺς ὑπὸ κατηγορίαν ἀξιωματικοὺς τοῦ Ἑλληνικοῦ στρατοῦ; Ἐγὼ δὲν ζητῶ τίποτε· χαίρω, διότι μοὶ ἐδόθη ἡ ἐλευθερία νὰ ὁμιλῶ ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, διότι συνήθισα νὰ λέγω τὰ σῦκα σῦκα καὶ τὴν σκάφην σκάφην. Σέβομαι καὶ ἐκτιμῶ τοὺς Ἕλληνας δημοσιογράφους, διότι εἰς τὴν κρισιμωτέραν στιγμὴν τῆς ζωῆς μου ὅλοι ἐτάχθησαν ὑπὲρ ἐμοῦ, καὶ δέχομαι ὅ,τι ἄλλο λέγουσιν· εἶναι κρίσεις, αἱ ὁποῖαι ἀφορῶσιν αὐτοὺς καὶ μόνον. Ἐπαναλαμβάνω τὰ πράγματα. Πρῶτον εἶναι ἡ κατάστασις σήμερον τοῦ δυστυχοῦς ἀρχιάτρου κ. Χριστοφόρου. Εἶναι θαῦμα, ὅτι δὲν μὲ ἔφεραν καὶ ἐμὲ εἰς τὴν κατάστασιν νὰ παρίσταμαι ἀπόπληκτος, διότι ἠδυνάμην νὰ πάθω ἀποπληξίαν, ὅτε εἰς τὰ λουτρὰ τῆς Ὑπάτης ἔμαθον, ὅτι ἤμην στάσιμος! Εὐτυχῶς ἡ συμπάθεια τῶν ἀξιωματικῶν ἡ ἐκδηλωθεῖσα πρὸς ἐμὲ, ἀπὸ τοῦ Βασιλέως μέχρι τοῦ κατωτάτου ἀξιωματικοῦ, μὲ ἔσωσεν· ἀλλὰ βεβαίως δὲν ἠδυνάμην νὰ παραμείνω εἰς τὸν στρατόν. Σεῖς γνωρίζετε, ὅτι ἐπέταξα τὸ βουλευτικὸν ἀξίωμα εἰς τὸ πρόσωπον τοῦ ἀειμνήστου Βούλγαρη, ὅτε ἤμην ἐν ἡλικίᾳ 28 ἐτῶν, διότι δὲν εἶμαι ἐκ τῶν ἀνθρώπων, οἵτινες ἕρπουν, οἵτινες ἐκλιπαροῦν· ἤμην τότε νεαρὸς, καθ’ ὅλην τὴν σημασίαν τῆς λέξεως. Οὐδέποτε προεκάλεσα οὐδένα, οὐδέποτε προεκλήθην, οὐδέποτε προσέβαλόν τινα, οὐδέποτε προσεβλήθην. Διέρχομαι τὰς ἀγυιὰς τῆς πόλεως καὶ ἐν στολῇ καὶ ἄνευ στολῆς, καὶ παραμερίζω, ἵνα διέλθωσιν οἱ πολῖται· οὐδέποτε ἠνώχλησα κανένα, οὐδὲ συνήθισα νὰ σπαθίζω ἢ νὰ ῥαβδίζω κατὰ τῶν πολιτῶν. Ἐπαναλαμβάνω καὶ διαβεβαιῶ, ὅτι ὅσα διαδίδονται δὲν προέρχονται ἀπὸ τὴν αἴθουσαν ταύτην, προέρχονται ἀπὸ διαφόρους ἄλλας ἐκδόσεις. Ὁ ἐπίατρος κ. Νικολαΐδης εἶχεν ὅλα τὰ προσόντα, ὡς ἀνέφερεν ὁ στρατηγός μου, ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς, ὑπὸ τὰς διαταγὰς τοῦ ὁποίου ἐπολέμησε, καὶ ὁ εἰδικὸς ἐπιθεωρητὴς, ὁ γενικὸς ἀρχίατρος, τὸν ἐθεώρησε κατ’ ἐκλογὴν προβιβάσιμον· ἐν τούτοις ὁ Γενικὸς Ἐπιθεωρητὴς τὸν ἐθεώρησε στάσιμον δὶς κατ’ ἐπανάληψιν! Ἀπαντήσατε!

§97Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν ἀνήκω εἰς τὴν στρατιωτικὴν οἰκογένειαν· ἀλλ’ ἐὰν κρίνω ἐκ τῶν διαφωνιῶν, αἵτινες ὑπάρχουσιν ἐν τῷ μικρῷ κύκλῳ τῶν ἀξιωματικῶν τῶν τιμηθέντων ὑπὸ τῆς ψήφου τῶν ἐκλογέων των διὰ τῆς ἀποστολῆς αὐτῶν ἐνταῦθα, δύναμαι νὰ εἴπω, ὅτι κατ’ εὐφημισμὸν καλοῦνται οἱ εἰς τὸν στρατὸν ἀνήκοντες Στρατιωτικὴ οἰκογένεια. Διότι μεταξὺ τῶν τεσσάρων ἢ πέντε ἀξιωματικῶν, οἵτινες ἠγόρευσαν ἐπὶ τοῦ ζητήματος τοῦ ἀναφυέντος τὴν ἑσπέραν ταύτην, ἠκούσαμεν τόσας γνώμας, ὅσοι ἦσαν οἱ κ.κ. ἀξιωματικοὶ Βουλευταί, οἱ ἀγορεύσαντες. Καὶ εἴδομεν, ὅτι ἄλλη ἦτο ἡ γνώμη τοῦ στρατηγοῦ καὶ βουλευτοῦ ἐξ Ὕδρας κ. Τσαμαδοῦ, ἄλλη ἡ γνώμη τοῦ ἀξιοτίμου ἀνθυπιλάρχου καὶ βουλευτοῦ ἐξ Ἄργους κ. Καρπετοπούλου· ἄλλη ἦτο ἡ γνώμη τοῦ σεβαστοῦ στρατηγοῦ καὶ βουλευτοῦ Ἀττικῆς κ. Σμολένσκη, καὶ ἄλλη ἦτο ἡ γνώμη τοῦ βουλευτοῦ Μεγαλοπόλεως λοχαγοῦ κ. Ζέρβα. Ἀλλ’ ἐὰν δὲν ἔχω τὴν εἰδικότητα ἐπὶ τοῦ θέματος, ὡς μὴ ἀνήκων εἰς τὴν στρατιωτικὴν οἰκογένειαν, ἔχω ὅμως τὸ καθῆκον, ἀνήκων εἰς τὴν ἀντιπροσωπείαν τοῦ ἔθνους, νὰ ἐγείρω τὴν φωνήν μου κατὰ τοῦ ἀτόπου, τὸ ὁποῖον διαπράττεται, τὸ ὁποῖον βλάπτει καὶ τὸ ζήτημα, καὶ τοὺς δημιουργήσαντας τὸ ζήτημα, καὶ ἐκείνους, τοὺς ὁποίους ἀφορᾷ τὸ νομοσχέδιον, ἀλλὰ καὶ διότι βλάπτει πολὺ περισσότερον τὸ στράτευμα, τὴν πειθαρχίαν αὐτοῦ. Δὲν εἶμαι διατεθειμένος, Κύριοι, νὰ λάβω τὸ θυμιατήριον εἰς τὰς χεῖρας, ἵνα ὑμνολογήσω οἱονδήποτε, καὶ καθῆκον παντὸς ἀντιπροσώπου τοῦ ἔθνους, εἰσερχομένου ἐνταῦθα, εἶναι νὰ ῥίψῃ τοῦτο ἐκτὸς τοῦ περιβόλου, νὰ τὸ ἀναρτήσῃ εἰς μίαν γωνίαν ἀργοῦν. Ἀλλ’ ὀφείλω νὰ εἴπω, ὅτι καὶ ἐκεῖνοι, οἵτινες, φέροντες τὴν τιμίαν στολὴν καὶ τὴν ἰδιότητα τοῦ Ἕλληνος ἀξιωματικοῦ, εἰσῆλθον ἐνταῦθα, δὲν ἀπέβαλον καὶ τὰ καθήκοντα, τὰ ὁποῖα ἔχουσι πρὸς τὸ στράτευμα, καὶ τὰς ὑποχρεώσεις, τὰς ὁποίας ἔχουσι πρὸς τοῦτο. Καὶ πείθομαι μὲν, ὅτι ἐκ πνεύματος ἀληθοῦς συμφέροντος πρὸς τὸν στρατὸν λαμβάνουσι τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ φλέγοντος τούτου ζητήματος, ἀλλὰ μοὶ εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ διαφωνήσω ὡς πρὸς τὰ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα ἐγὼ πορίζομαι, τὰ ὁποῖα τὸ πλεῖστον μέρος τῆς Βουλῆς, τὸ πλεῖστον μέρος τοῦ ἔθνους πορίζεται ἐκ τῶν τοιούτων συζητήσεων. Τί εἶναι τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον ὑπῆρξε τὸ ἔναυσμα εἰς τὴν φλέγουσαν ταύτην κατάστασιν ἐπὶ τοῦ στρατιωτικοῦ ζητήματος; ἐζητήθη, κύριε Πρόεδρε, ἀπὸ τῆς χθεσινῆς συνεδριάσεως ἡ κατάθεσις διαφόρων ἐκθέσεων, ἤτοι ἐκθέσεων τῆς Γενικῆς Ἐπιθεωρήσεως τοῦ στρατοῦ. Εἶμαι συντεταγμένος πρὸς τοὺς φρονοῦντας ὅτι ἡ ἀλήθεια ἀείποτε πρέπει ν’ ἀποκαλύπτηται. Καὶ ὅτε ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς, ὁ σεβαστὸς στρατηγὸς κ. Σμολένσκης ἔλεγεν, ὅτι, ὅταν κατηγορηθῇ, θὰ ἀποκαλύψῃ πολλὰ πράγματα, εἶπον, ὅτι αἱ ἀποκαλύψεις, ὁσάκις στηρίζωνται ἐπὶ τῆς ἀληθείας, εἶναι ἀείποτε ὠφέλιμοι, καὶ δὲν ὑπάρχει ἀνάγκη κατηγορίας, ἵνα προβῇ εἰς τὴν ἀποκάλυψιν τῆς ἀληθείας, ἥτις ἀσφαλῶς θὰ ἦναι ὠφέλιμος εἰς τὸ στράτευμα.

§98Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, παρακαλῶ, τὸν λόγον.

§99Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐκεῖνος, ὅστις εἶχε τὴν τόλμην νὰ ἀντιμετωπίσῃ τὸν ἐχθρὸν εἰς τὰ πεδία τοῦ Ρεβενίου καὶ τοῦ Βελεστίνου, βεβαίως δὲν θὰ ἀπέβαλλε τὴν τόλμην, ἵνα ἐκθέσῃ πρὸς τὸ ἔθνος ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα μόνον κατ’ αὐτοῦ κατηγορία, εἶπε, θὰ τὸν ἀναγκάσῃ νὰ εἴπῃ. Ἀλλὰ προκειμένου περὶ ζητημάτων ὑποπιπτόντων οὐχὶ μόνον εἰς τὴν στρατιωτικὴν ἐπιστήμην, ἀλλὰ καὶ εἰς τὴν στοιχειώδη λογικὴν καὶ τὴν ἀντίληψιν τὴν ἐθνικὴν, διὰ τὴν ὁποίαν οὐδεὶς δύναται νὰ καυχᾶται ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ πλειότερον τοῦ ἄλλου, ἓν ὀφείλει εἰς ταῦτα νὰ πρυτανεύῃ, ἡ σύνεσις, καὶ ἡ ἔρευνα, ἀλλ’ ἡ ἀπαθὴς ἔρευνα, τῶν ζητημάτων, ἡ μηδὲ ἐκ συμφέροντος μηδὲ ἐκ συμπαθείας μηδὲ ἐκ πνεύματος στενῶς στρατιωτικοῦ ἀπορρέουσα. Καὶ ὅτε ἤκουσα τὴν αἴτησιν περὶ καταθέσεως ἐγγράφων, ἀνεμνήσθην, ὅτι πέρυσι λογομαχία ὀξυτάτη ἔλαβε χώραν μεταξὺ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Οἰτύλου καὶ ἐμοῦ, ἐμοῦ ἐπιμένοντος ὅτι ὕπνωσε τὸ ζήτημα τὸ στρατιωτικὸν ἀπὸ τοῦ 1897, ἀπὸ τοῦ ὀνείδους τοῦ πολέμου ἐκείνου μέχρι τῆς λήξεως τῶν ἐργασιῶν τῆς ληξάσης Συνόδου τῆς Βουλῆς, καὶ συνεστήθησαν μόνον ἐπιτροπαὶ καὶ ἐζητήθησαν ἐκθέσεις. Καὶ ἠκούσθη ἰσχυρὰ ἡ φωνὴ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Οἰτύλου, λέγοντος, ὅτι αὐτὸ ἔβλαπτε τὰ συμφέροντα τοῦ στρατοῦ. Ἔβλαπτε τὰ συμφέροντα τῶν φυγάδων, ἀπήντησα ἐγὼ τότε, ἂν ὑπῆρχον φυγάδες ἐν τῷ κύκλῳ τῶν ἀξιωματικῶν, ἂν ὑπῆρχον φυγάδες ἐν τῷ στρατῷ, ὅστις ὑπεχώρησε μέχρι τῶν Θερμοπυλῶν. Ἀλλὰ μὴ ἐκεῖνοι, οἵτινες ὑπονοοῦνται διὰ τούτων, δὲν ἀνήκουσιν εἰς τὸ στράτευμα, δὲν ἀνήκουσιν εἰς τὸ ἔθνος; Ἐζήτησα τὴν κατάθεσιν τῶν ἐγγράφων ἐκείνων, καὶ ἂν μὲ ἀκούετε, κύριε Πρόεδρε, τὴν ἑσπέραν ταύτην μὴ συμφωνοῦντα εἰς τὴν κατάθεσιν τῶν ἐγγράφων, ὁ λόγος εἶναι διότι ἐπείσθην, ὅτι, ἐὰν σήμερον, ὡς τὰ πράγματα ἔχουσιν, ὑπάρχουσί τινες, καὶ μεταξὺ τούτων ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Τυρνάβου καὶ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ὅστις διστάζει εἰς τὴν κατάθεσιν τῶν ἐγγράφων, ὀφείλω νὰ σέβωμαι τὴν γνώμην τούτου, ὡς εἰδικωτέρου περὶ ταῦτα, καὶ διότι, ὡς θεὶς τὸν δάκτυλον ἐπὶ τὸν τύπον τῶν ἥλων, εἶναι κρεῖττον παντὸς ἄλλου εἰς θέσιν νὰ κρίνῃ ποῖα θὰ ἦναι τ’ ἀποτελέσματα τῆς τοιαύτης πανδήμου γνώσεως τούτων καὶ ἐκείνων, τῶν ἀπλύτων ἐν ἑνὶ λόγῳ. Ἀλλὰ τὴν ἑσπέραν ταύτην ἐγενόμην κάτοχος μαθημάτων, τὰ ὁποῖα μόνα εἶναι ἐπαρκῆ, ἵνα μετάσχωμεν τῆς συζητήσεως ταύτης. Ὅτε ἠγόρευεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Οἰτύλου, διέκοψα καὶ ἠρώτησα αὐτόν, ἂν ἐν τῇ ἐκθέσει τοῦ Γενικοῦ Ἐπιθεωρητοῦ ἐν τῷ χαρακτηρισμῷ ἑκάστου ἀξιωματικοῦ, κρινομένου ὡς προβιβασίμου ἢ κρινομένου ὡς στασίμου, ὑπάρχει αἰτιολογία, ἂν ὑπάρχουσι τὰ γεγονότα, οἱ χρωματισμοί, διὰ τῶν ὁποίων δίδεται ἡ εἰκὼν τοῦ στασίμου ἢ ἡ εἰκὼν τοῦ προβιβασίμου. Καὶ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Οἰτύλου ἀνήγειρε τοὺς ὤμους του, καὶ μοὶ εἶπε κατὰ τοιοῦτον τρόπον ὅτι ἀγνοεῖ. Ἀλλὰ, καθ’ ὅσον ἐπληροφορήθην, ἡ ἔκθεσις αὕτη, ἡ ἀφορῶσα εἰς τὰ ζητήματα τῶν προσώπων, διότι ἡ ἀφορῶσα εἰς τὰ πράγματα νομίζω ὅτι ὀλιγώτερον ἀτυχῶς ἐνδιαφέρει ἡμᾶς, ἐνῷ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον θὰ ὠφέλει περισσότερον ἡμᾶς, θὰ ἦτο ἡ γνῶσις τῶν πραγμάτων, τίς ἡ κατάστασις τοῦ ὁπλισμοῦ, τῶν ἐνδυμάτων, τῆς ἐπιμελητείας, τοῦ ὑλικοῦ ἐπὶ τέλους τοῦ πολέμου, ἡ ἔκθεσις, λέγω, τοῦ Γενικοῦ Ἐπιθεωρητοῦ ἐδημοσιεύθη, καὶ ἔχει ἕνα ἁπλοῦν πίνακα τῶν ἀξιωματικῶν, οὐχὶ τῶν κηρυσσομένων στασίμων, ἀλλὰ τῶν ἀξιωματικῶν τῶν κηρυσσομένων ὡς δυναμένων νὰ προβιβασθῶσιν. Ἡ σιωπὴ περὶ τῶν ἄλλων ἐνδεικνύει, ὅτι οὗτοι δὲν ἐκρίθησαν ὡς προβιβάσιμοι. Ἐκεῖνο ὅμως, τὸ ὁποῖον ἐπορίσθην ἐκ τῆς συζητήσεως ταύτης καὶ ἐκ πληροφοριῶν ἄλλων, εἶναι, ὅτι οὐδεμία ἐκ τῶν ἐκθέσεων περιλαμβάνει οὐδὲ δύναται νὰ περιλάβῃ τοὺς λόγους, ἕνεκα τῶν ὁποίων κηρύσσεταί τις ἀξιωματικὸς στάσιμος.

§100Γ. ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Ἀκριβέστατα.

§101Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν τοῦτο, κύριε Πρόεδρε, ἦναι ἀληθές, εἰς τί θὰ ὠφελήσῃ τὴν Βουλὴν, εἰς τί θὰ χρησιμεύσωσιν αἱ ἐκθέσεις εἰς ἡμᾶς, συζητήσοντας μετ’ ὀλίγας ἡμέρας, αὔριον ἢ μεθαύριον, τὸ νομοσχέδιον τὸ περιλάλητον τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν περὶ Στρατηγίας, συζητήσοντας περὶ τῆς δικαίας ἢ τῆς ἀδίκου, τῆς ἀληθοῦς ἢ τῆς πεπλανημένης δράσεως τοῦ κ. Γενικοῦ Διοικητοῦ; Εἶπεν ὁ βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς, ὁ στρατηγὸς κ. Σμολένσκης,—καὶ εἶναι μέγα τὸ κῦρος τῶν λόγων του—ὅτι ὄντως εἶναι δυνατόν τις νὰ ἐκπλαγῇ, ὅταν βλέπῃ ἀπὸ τῆς κατωτάτης βαθμίδος, τοῦ λοχίου, τοῦ λοχαγοῦ, τοῦ ταγματάρχου, τοῦ συνταγματάρχου, τοῦ ταξιάρχου, τοῦ μεράρχου, τοῦ εἰδικοῦ ἐπιθεωρητοῦ μίαν γνώμην ἀμέριστον περὶ τῆς ἀξίας ἑνὸς ἀξιωματικοῦ, καὶ νὰ ἔρχηται εἶτα ἡ ἔκθεσις τοῦ Γενικοῦ Ἐπιθεωρητοῦ κηρύσσοντος στάσιμον τὸν ἀξιωματικόν. Βεβαίως δύναταί τις νὰ ἐκπλαγῇ ἐκ τούτου· ἀλλὰ θὰ σύρῃ ἀσφαλὲς συμπέρασμα, ὅτι ἀδικία ἐπῆλθε; Καὶ ἀγνοοῦμεν ὅτι μετὰ τὴν σύστασιν τοῦ θεσμοῦ τῆς Γενικῆς Διοικήσεως, εἴτε συνταγματικοῦ εἴτε ἀντισυνταγματικοῦ, —τοῦτο θέλομεν συζητήσει, ὅταν τὸ νομοσχέδιον ἔλθῃ κατὰ τὴν ἡμερησίαν διάταξιν εἰς συζήτησιν—ἀφ’ ἧς στιγμῆς τηλικαύτη ὄντως εὐθύνη ἐδόθη, ὡς μὴ ἔδει, Ὑπουργικὴ, ποῦ ἐστράφη τὸ στράτευμα, ἀπὸ τοῦ κατωτέρου μέχρι τοῦ ἀνωτέρου, εἰς πᾶσαν ἀδικίαν, εἰς πᾶσαν παρεκτροπὴν ἀναφερόμενον; Πρὸς τὸν Γεν. Διοικητήν. Εἶναι ἄρα ἐνδεχόμενον, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ἀγνοῇ ὁ λοχαγὸς, ὁ ταγματάρχης, ὁ συνταγματάρχης, ὁ ταξίαρχος, ὁ μέραρχος, ὁ εἰδικὸς ἐπιθεωρητὴς, νὰ ἀγνοῇ μίαν περικοπὴν τοῦ βίου τοῦ στρατιωτικοῦ καὶ τοῦ κοινωνικοῦ ἑνὸς ἀξιωματικοῦ καὶ νὰ τὴν γνωρίζῃ ὁ Γενικὸς Διοικητὴς, καὶ νὰ ἐπιβάλλῃ τὸν χαρακτηρισμὸν τοῦ στασίμου διὰ μίαν περίοδον ἑνὸς ἢ δύο ἐτῶν ὡς ποινὴν διὰ τὸ παράπτωμα τοῦτο. Ἐγὼ, Κύριοι, ἤμην ἐκ τῶν θρηνησάντων διὰ τὸ γεγονὸς, ὅτι περιῆλθεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἠλείας, ὁ ἱππότης ἀξιωματικὸς, εἰς τὴν κατάστασιν τῆς στασιμότητος, διότι ὄντως προσεβάλλετο ἡ κοινὴ ἀντίληψις, καὶ ἐπεθύμουν νὰ παρουσιάζετο ἡ ἔκθεσις, ἵνα ἴδω, διὰ τίνα λόγον δὲν ἐκηρύχθη προβιβάσιμος οὗτος. Ἀλλ’ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον προέτεινεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἠλείας, νὰ γείνῃ μυστικὴ συνεδρίασις, ἵνα μὴ φανῇ, ὅτι ἐκ προσωπικῶν λόγων ἤγειρε τὸ ζήτημα τοῦτο τὸ φλέγον ἐν τῷ περιβόλῳ τούτῳ, κατὰ γνώμην, ἡ ὁποία εἶναι μὲν σεβαστὴ καὶ ἣν ἀποκρούω μὲ τὸ θάρρος τῶν ἰδεῶν, τὸ ὁποῖον ἔχω ἀείποτε, χωρὶς νὰ τρέχω τὸν κίνδυνον νὰ παρεξηγηθῶ, οὐδὲ διὰ νὰ εὐχαριστήσω οἱονδήποτε, οὐδὲ διὰ νὰ πικράνω τὸν κ. Βουλευτὴν ἐξ Ἠλείας, λέγω ὅτι ἡ πρότασις αὕτη, καθ’ ὃν τρόπον ὑπερήφανον ἐγένετο, ἀλλ’ ἀντιτιθέμενον πρὸς τὴν στρατιωτικὴν ἀποστολὴν, διότι καὶ Βουλευτὴς τυγχάνων δὲν ἀπέβαλε τὴν ἰδιότητα τοῦ Ἕλληνος ἀξιωματικοῦ, ἀπὸ τῆς στιγμῆς ἐκείνης μοὶ ὑπηγόρευσε τὴν σκέψιν, μήπως ἆρά γε ὁ λόγος ὁ ἀόριστος, ὁ μυστηριώδης, ὁ ἀσύλληπτος, ἕνεκα τοῦ ὁποίου δὲν ἀνεγράφη ἐν τῷ πίνακι τῶν προβιβασίμων, εἶναι ἡ νόσος, ἥτις ἀτυχῶς μαστίζει τὸν Ἑλληνικὸν στρατὸν, ἡ νόσος τῆς ἀντιπειθαρχικότητος; Καὶ λέγω, Κύριοι, ὅτι ἡ συζήτησις αὕτη, γινομένη κατὰ τοιοῦτον τρόπον, μοὶ ὑπομιμνήσκει τὸ νομοσχέδιον τὸ ἐθνικὸν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὥριζεν, ὅτι δὲν ἦτο ἡ θέσις τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ Ἑλληνικοῦ στρατοῦ ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ. Ἀτυχῶς ἡ ἐλευθερία τοῦ πολιτεύματος εἶναι τοιαύτη. Διὰ τοῦτο, Κύριοι, ἀποτεινόμενος πρὸς ὑμᾶς, οὐχὶ χάριν τῆς τάξεως μόνον τοῦ Κοινοβουλίου, ἀλλὰ καὶ χάριν τοῦ συμφέροντος τοῦ Κοινοβουλίου, τὸ ὁποῖον διασαλεύεται διὰ τῶν τοιούτων συζητήσεων, ἀποτεινόμενος πρὸς ὑμᾶς, πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον καὶ τοὺς κ. κ. Ὑπουργοὺς, οἵτινες εἶναι τεταγμένοι φρουροὶ τῶν Νόμων καὶ τῶν συμφερόντων τοῦ Κράτους καὶ τῶν συμφερόντων ἐκείνων, οὓς ὑπονοεῖ ἑκάστοτε ἡ συζήτησις αὕτη, διότι ταυτίζονται τὰ συμφέροντα ἐκείνων πρὸς τὰ συμφέροντα τοῦ ἔθνους, ἀποτεινόμενος πρὸς ὑμᾶς, παρακαλῶ νὰ ἀφήσωμεν τὴν συζήτησιν ταύτην νὰ γένηται τὸν κατάλληλον χρόνον, ἀφοῦ πρῶτον ὅλαι αἱ γνώσεις ἡμῶν ἀρτιώτεραι γένωνται, καὶ προσκομισθῶσιν ὅλα τὰ μέσα, ὥστε οὔτε νὰ παρεξηγηθῇ οὔτε νὰ ἐκτραπῇ ἡ συζήτησις. Διότι ἐγὼ ἐνόμισα διὰ μίαν στιγμήν, καθόσον δὲν ἐγένετο ἡ δέουσα ἐξήγησις ἀμέσως, ἐνόμισα, ὅτι συνέβη ἄλλο τι, παράχορδον καὶ ἀντισυνταγματικόν, ὅτι ἠπείθησέ τις ὁπωσδήποτε εἰς τὰς διαταγὰς τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν. Ἠρωτήθη ὁ κ. Ὑπουργὸς, ἂν ἀνεστάλη ἡ ἐπιθεώρησις, καὶ ἂν εἶναι ἀληθές, ὅτι γενήσεται αὕτη ἐναντίον τῆς γνώμης του. Προκαλῶ νὰ δοθῇ σαφὴς δήλωσις ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν ἐπὶ τούτου, ἵνα μὴ ἡ Βουλὴ καὶ ἡ κοινωνία ἔχωσιν ἕνα ἔτι λόγον πρὸς τὴν ἀγωνίαν, ἥτις τὰς συνέχει ἀπὸ ἡμερῶν ἕνεκα τοῦ ἀναφυέντος στρατιωτικοῦ ζητήματος, τοῦ ἐκραγέντος ἐκ τῆς αἰθούσης ταύτης εἰς ποικιλίαν ἐκμεταλλεύσεως. Ἀφέθη νὰ ὑπονοηθῇ, ὅτι ὁ Γενικὸς Διοικητὴς εὑρέθη ἀντιμέτωπος πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ἀσεβῶν πρὸς τὰς ἐκ τοῦ νόμου ὑποχρεώσεις του. Εἶναι ἀληθὲς τοῦτο; — Διότι τοῦτο εἶναι τὸ συγκινῆσαν πάντας. Ὁ νόμος, Κύριοι, περὶ Γενικῆς Διοικήσεως ἐν τῷ ἄρθρῳ 9 λέγει, ὅτι ὁ Γενικὸς Διοικητὴς δύναται νὰ ἐκτελῇ κατὰ βούλησιν—κατὰ βούλησιν—ἐπιθεωρήσεις τοῦ συνόλου ἢ τμήματος στρατοῦ, ἔτι δὲ νὰ διατάσσῃ τὴν ἐκτέλεσιν τούτων διὰ τῶν μεράρχων ἢ τῶν εἰδικῶν ἐπιθεωρητῶν. Ἕτερον ἄρθρον, τὸ 11, ὁρίζει, ὅτι τὰς λεπτομερείας θέλει ὁρίσει Βασιλικὸν Διάταγμα. Τὸ δὲ Βασιλικὸν Διάταγμα, τὸ ἐκδοθὲν μετὰ τὸν νόμον τοῦτον, ἐν ἄρθρῳ 27 λέγει: «Ὁ Γεν. Διοικητὴς ἐκτελεῖ κατὰ βούλησιν, ὁσάκις κρίνῃ ἀναγκαῖον, ἐπιθεωρήσεις τακτικάς, περιοδικὰς καὶ ἐκτάκτους τοῦ συνόλου ἢ τμημάτων τοῦ στρατοῦ, σωμάτων, καταστημάτων κλπ. Δύναται νὰ διατάσσῃ τὴν ἐκτέλεσιν ὁμοίων ἐπιθεωρήσεων διὰ τῶν μεράρχων, τῶν εἰδικῶν ἐπιθεωρητῶν τοῦ πυροβολικοῦ καὶ μηχανικοῦ καὶ διὰ τοῦ παρ’ αὐτῷ Γεν. Ἀρχιάτρου.» Ἔχομεν ἐνταῦθα ἑπομένως μίαν κατὰ βούλησιν δυναμένην μόνον νὰ ἐνεργηθῇ ἐπιθεώρησιν, κατὰ τοὺς τρόπους, τοὺς ὁποίους ὁρίζει τὸ ἄρθρον. Ἔχομεν ἔτι τὸ ἄρθρον 29 ὁρίζον, ὅτι «Γενικὴ ἐπιθεώρησις τοῦ στρατοῦ ἐκτελεῖται ἅπαξ τοῦ ἔτους ὑπὸ τοῦ Γενικοῦ Διοικητοῦ τοῦ στρατοῦ, τῆς ἐνάρξεως αὐτῆς ὁριζομένης ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν τῇ προτάσει τοῦ Γεν. Διοικητοῦ τοῦ στρατοῦ.» Τὸ δὲ ἄρθρον 31 λέγει: «Πρὸ πάσης Γενικῆς ἐπιθεωρήσεως ὁ Γενικὸς Διοικητὴς τοῦ στρατοῦ διατάσσει τακτικὴν ἐπιθεώρησιν, ἐκτελουμένην ὑπὸ τῶν μεράρχων κλπ.» Ἐρωτῶ, περὶ τίνος ἐπιθεωρήσεως πρόεκειτο; πρόεκειτο περὶ τῆς γενικῆς ἐπιθεωρήσεως, ἣν ὁρίζει τὸ ἄρθρον 29 καὶ ἥτις διατάσσεται ὄντως ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ, πάντοτε κατὰ πρότασιν τοῦ Γεν. Διοικητοῦ; Εἶναι πραγματικὸν ζήτημα, τὸ ὁποῖον ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν δύναται εὐχερῶς νὰ λύσῃ. Διότι, ὡς ἀντιλαμβάνομαι, πρόκειται περὶ τακτικῆς ἐπιθεωρήσεως διατασσομένης πρὸ πάσης γενικῆς ἐπιθεωρήσεως κατὰ τὸ ἄρθρον 31, ἐνεργουμένης ὑπὸ τῶν μεράρχων καὶ εἰδικῶν ἐπιθεωρητῶν, ἔνθα οὐδεμιᾶς διαταγῆς ἢ ἀδείας τοῦ Ὑπουργοῦ εἶναι ἀνάγκη. Ποῦ ἑπομένως ἡ ἔλλειψις εὐλαβείας πρὸς τὰ δικαιώματα τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν; Ἡ Γενικὴ Διοίκησις δύναται νὰ ἐκτελῇ τὰς προκαταρκτικὰς ταύτας τακτικὰς ἐπιθεωρήσεις ἐλευθέρως. Ἐδόθη ἡ γενικὴ ἀπόλυτος ἄδεια διὰ τοῦ ἄρθρου 9 τοῦ νόμου. Ἐδόθη διὰ τοῦ ἄρθρου 31 τοῦ Β. Διατάγματος. Ἀλλὰ διὰ νὰ λυθῇ τὸ μέγα τοῦτο ζήτημα, ἂς προσκομισθῶσι τὰ ἔγγραφα, ἵνα πεισθῆτε περὶ τίνος ἐπιθεωρήσεως πρόκειται. Κύριοι, θὰ καταλήξω μὲ μίαν ἔκκλησιν, ὅτι πρέπει μετὰ μείζονος προσοχῆς νὰ προβαίνωμεν εἰς τοιαύτας συζητήσεις, διότι δι’ αὐτῶν διασαλεύεται ἡ πειθαρχία τοῦ στρατοῦ, ἡ ὑπόληψις τοῦ στρατοῦ, διασαλεύεται τὸ συμφέρον τοῦ στρατοῦ, καὶ φοβοῦμαι μήπως μὲ τὴν συζήτησιν ταύτην καὶ μὲ ἄλλας συζητήσεις ὑποδαυλιζομένας καὶ ἐκ τῆς πεπλανημένης γνώμης τοῦ ὅτι κἄτι τι ἐναντίον τοῦ Συντάγματος συνετελέσθη, φοβοῦμαι μήπως, ἀντὶ νὰ ἐποικοδομήσωμεν στρατόν, συγκλονήσωμεν ἐκ βάθρων τὰ λείψανα τοῦ ὑπολειφθέντος στρατοῦ, καὶ μὴ, σπείροντες τοιαύτας συζητήσεις, δρέψωμεν πρῶτοι ἡμεῖς ἀκάνθας, καὶ θερίσωμεν θυέλλας ἐθνικὰς καὶ κοινωνικάς.

§102Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Κατὰ τὴν ἐμὴν γνώμην, πρέπει ὄντως νὰ σταματήσῃ ἡ συζήτησις, οὐχὶ διότι δὲν ἔχομεν ὑπ’ ὄψει τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα πραγματεύονται περὶ τῶν κατὰ τὸ παρελθὸν γενομένων ἐπιθεωρήσεων ἢ περὶ τῆς ἐπιθεωρήσεως, ἡ ὁποία πρόκειται νὰ γείνῃ νῦν, ἀλλὰ διότι νομίζω, ὅτι ἡ συζήτησις αὕτη ἐξετάθη ὑπὲρ πᾶν δέον, οὐχὶ διότι ἀφῄρεσε πολὺν χρόνον ἀπὸ τὰς ἐργασίας ἡμῶν, ἀλλὰ καὶ διότι μᾶς εἰσήγαγεν εἰς θέματα, περὶ ὧν ἐγὼ ἀμφιβάλλω ἂν ἔχωμεν τὸ δικαίωμα νὰ ἐξετάζωμεν καὶ ν’ ἀποφαινώμεθα. Ἐν ἄλλῳ χρόνῳ, ὅτε ἐτύγχανον ὡσαύτως Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ἐπερωτήσεις τοιαῦται ἐγένοντο παρὰ Βουλευτοῦ στρατιωτικοῦ, ὁ ὁποῖος κατόπιν ἀνῆλθεν εἰς τὸ ἀξίωμα τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, καὶ αἱ ἐπερωτήσεις αὗται ἐγίγνοντο τότε διὰ τὴν πειθαρχικὴν ἐξουσίαν, ἣν ἐνήσκησεν ὁ τότε Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν κατ’ ἀξιωματικῶν τοῦ στρατοῦ. Δὲν ὤκνησα νὰ παρατηρήσω τότε εἰς τὸν ἐπερωτῶντα, ὅτι τὸ δικαίωμα τοῦ ἐπερωτᾶν δὲν ἐκτείνεται μέχρι τῆς πειθαρχικῆς ἐξουσίας τοῦ προϊσταμένου τοῦ στρατοῦ. Ποῖον δὲ ἡ συζήτησις αὕτη, ἡ σήμερον γιγνομένη, ἔχει ἀντικείμενον; Τί σκοποῦμεν συζητοῦντες; Ψηφίζομεν, Κύριοι, νομοσχέδιον, καὶ ἐνασκοῦμεν νομοθετικὴν ἐξουσίαν; ἐξετάζομεν τὰς λεπτομερείας αὐτοῦ; ἐξετάζομεν τὰς ἀνάγκας τοῦ στρατοῦ, καὶ σκεπτόμεθα νὰ δώσωμεν ψῆφον ὑπὲρ ἢ κατὰ τοῦ νομοσχεδίου; Ἢ ἐπερωτῶμεν τὴν νομοεκτελεστικὴν ἐξουσίαν διὰ παραβάσεις τῶν νόμων, εἰς ἃς αὕτη περιέπεσεν; Ἐγὼ δὲν βλέπω ὅτι εἴμεθα οὔτε ἐπὶ τοῦ ἑνὸς θέματος οὔτε ἐπὶ τοῦ ἄλλου· διότι, ἂν ἤθελεν ὑποτεθῆ, ὅτι ἡ συζήτησις τῶν ἐκθέσεων ἐπιθεωρήσεων σκοπεῖ ν’ ἀποκαλύψῃ παρανομίας, αἵτινες ἐπράχθησαν, αὗται ἐπράχθησαν κατὰ τὸ παρελθόν; ἢ ἐπράχθησαν παρ’ ἡμῶν σήμερον; Ἂν ἐπράχθησαν κατὰ τὸ παρελθόν, εὐθύνονται οἱ Ὑπουργοὶ τῆς περιόδου ἐκείνης, ἡ δὲ πολιτικὴ εὐθύνη τῶν Ὑπουργῶν τῆς περιόδου ἐκείνης ἐσταμάτησε τὴν ἡμέραν, καθ’ ἣν ὁ Βασιλεὺς ἐσχημάτισεν ἄλλο Ὑπουργεῖον, καθ’ ἣν ἐδέχθη τὴν παραίτησιν τῶν Ὑπουργῶν ἐκείνων. Ἡ ἀντικατάστασις τῶν Ὑπουργῶν δηλοῖ, ὅτι δὲν ἀπολαύουσι τῆς ἐμπιστοσύνης τοῦ Κοινοβουλίου καὶ τῆς ἐμπιστοσύνης τοῦ Βασιλέως, ἐνῷ αἱ ἐπερωτήσεις αἱ πρὸς τοὺς Ὑπουργοὺς, αἱ σκοποῦσαι τὴν εὐθύνην αὐτῶν τὴν πολιτικὴν, ἔχουσι σκοπὸν νὰ πείσωσι τὴν Βουλὴν νὰ ἀφαιρέσῃ τὴν ἐμπιστοσύνην της ἀπὸ τοὺς Ὑπουργοὺς, ἢ νὰ πείσωσι τὸ Στέμμα περὶ τούτου. Ἀλλ’ οἱ Ὑπουργοὶ ἐκεῖνοι δὲν εἶναι ἐπὶ τῶν ὑπουργικῶν ἑδωλίων, δὲν πρόκειται νὰ συντελέσωσιν, ἵνα μειωθῇ ἡ ἐμπιστοσύνη εἴτε τοῦ Κοινοβουλίου εἴτε τοῦ Βασιλέως πρὸς αὐτούς. Ἂν δὲ πρόκηται περὶ παραβάσεως νόμου, καὶ πρόκηται νὰ ἐνασκήσωμεν ποινικὴν εὐθύνην, ἂς ὑποβληθῇ πρότασις περὶ συστάσεως ἀνακριτικῆς ἐπιτροπῆς. Καὶ ὄντως ποῖος ὁ σκοπὸς τῆς ζητήσεως τῶν ἐκθέσεων; Τί ἐπρόκειτο ν’ ἀποδειχθῇ; ὅτι αἱ κατὰ τὸ παρελθὸν γενόμεναι ἐπιθεωρήσεις δὲν παρήγαγον πορίσματα, τὰ ὁποῖα ἦσαν πιστὰ ἀποτελέσματα εὐθυκρισίας, εὐθύτητος ἢ ἀμεροληψίας; Τοῦτο σκοπεῖ ἡ ζήτησις ἐκθέσεων ἐπιθεωρήσεως; Ἀλλ’ εἴμεθα ἡμεῖς εἰς θέσιν νὰ ἐξετάσωμεν καὶ κρίνωμεν τὴν ἐκτίμησιν, ἥτις ἐγένετο ἐπὶ τῶν πορισμάτων τῆς ἐπιθεωρήσεως τῆς γενομένης πρὸ ἐτῶν; Ὄχι! Οὐ μόνον διότι δὲν ἤμεθα κατὰ τὸν χρόνον ἐκεῖνον, ἀλλὰ διότι ἡ Βουλὴ οὐδεμίαν δικαιοδοσίαν ἔχει νὰ ἀσχολῆται, ἵνα ἐξετάζῃ, ἂν οἱ προϊστάμενοι καλῶς ἐξετίμησαν τὰ τῆς διαγωγῆς καὶ ἐκπληρώσεως τῶν καθηκόντων τῶν ὑφισταμένων. Ἂν τότε ἐγένοντο ἀδικίαι, ἂν τότε συνέβησαν κακαὶ ἐκτιμήσεις, ἐσφάλλετο ὁ τότε Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ὅστις δὲν προσέφυγεν εἰς ὅλα τὰ νόμιμα μέτρα, ἵνα προλάβῃ τὰ ἀδικήματα, ἢ γενόμενα νὰ τὰ θεραπεύσῃ. Ἀλλὰ ταῦτα παρῆλθον· τίς ἐξ ὑμῶν δὲ νῦν δύναται, ἀναγινώσκων τὴν ἔκθεσιν τῆς ἐπιθεωρήσεως, νὰ ἀποφανθῇ, ἂν ἡ ἐκτίμησις, ἡ τότε γενομένη, ἦτο ὀρθὴ ἢ ὄχι; Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι ἡ συζήτησις ἐξετάθη πέραν τῶν ὁρίων, τὰ ὁποῖα οἱ συνταγματικοὶ θεσμοὶ διαγράφουσι διὰ τὴν ἐνάσκησιν τῶν δικαιωμάτων ἑκάστης τῶν πολιτειακῶν ἐξουσιῶν. Ἐὰν ζητῶνται ἔγγραφα, διὰ νὰ βεβαιωθῇ, ὅτι αἱ διατάξεις τοῦ ὑποβληθέντος εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχεδίου εἶναι ὀρθαὶ, πείθομαι ὅτι δύνανται τὰ φῶτα ταῦτα νὰ χρησιμεύσωσιν εἰς τὴν ἐνάσκησιν τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας, εἰς τὴν ὁποίαν θέλομεν προβῆ ὅταν ἐπιλαβώμεθα τῆς συζητήσεως τῶν στρατιωτικῶν νομοσχεδίων. Ἀλλὰ τώρα, πρὶν ἢ ἔλθῃ ἡ στιγμὴ τῆς ἐπ’ αὐτῶν συζητήσεως, νὰ προβαίνωμεν εἰς ἐρεύνας καὶ μελέτας, καὶ νὰ ἐπιζητῶμεν νὰ ἐξελέγξωμεν τὴν πολιτείαν τῶν ἐν τοῖς διαφόροις βαθμοῖς καὶ σταδίοις ἀξιωματικῶν τοῦ στρατοῦ, οἵτινες δὲν εἶναι ὑπεύθυνοι ἐνώπιον ἡμῶν,—διότι ὑπεύθυνος διὰ τὰς παραβάσεις αὐτῶν εἶναι ὁ Ὑπουργὸς—ἀναμιγνυόμεθα, κατὰ τὴν ἐμὴν γνώμην, εἰς ἔργα τῆς Διοικήσεως, τὰ ὁποῖα ἀνάγονται εἰς τοὺς διαφόρους Ὑπουργοὺς, οἵτινες διὰ τοῦτό εἰσιν ὑπεύθυνοι ἐπὶ τούτοις. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι εἶναι καιρὸς νὰ σταματήσωμεν. Αἱ γνῶμαι, τὰς ὁποίας ἔχω περὶ τῶν στρατιωτικῶν πραγμάτων, εἶναι γνωσταί· περιττὸν δὲ νὰ τὰς δηλώσω σήμερον εἰς τὴν Βουλὴν, διότι ἡ Βουλὴ ἤκουσε πολλάκις αὐτὰς, καὶ τὰς γνωρίζουσι πάντες· αἱ γνῶμαι αὐταὶ δὲν ἐπηρεάζουσιν ἐμὲ, ἐξ ἐναντίας μοὶ ἐπιβάλλουσι τὸ καθῆκον νὰ προσπαθήσω νὰ ἐξασφαλίσω, ὅσον εἶναι δυνατὸν, τὴν ἐκτέλεσιν τῶν γνωμῶν τούτων. Ἀλλὰ διὰ τοιούτων συζητήσεων δὲν ἐξασφαλίζεται ἡ ἐκτέλεσις τῶν γνωμῶν τούτων· διὰ τοιούτων συζητήσεων μάλιστα παραβλάπτονται τὰ συμφέροντα τοῦ στρατοῦ, ἡμεῖς δὲ, ὡς μέλη τοῦ Ὑπουργείου, οὐδέποτε πρέπει νὰ συντελέσωμεν εἰς τὴν βλάβην τῶν συμφερόντων τοῦ στρατοῦ. Ὅθεν παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ ἀφήσῃ τὰ θέματα ταῦτα, νὰ προβῶμεν δὲ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.

§103ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.

§104ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Λεβίδης ἔρχεται κατὰ τάξιν, ἐκτὸς ἐὰν ὑποχωρῇ ὑπὲρ τοῦ κ. Σμολένσκη.

§105Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ κ. στρατηγὸς παρεχώρησεν εἰς ἐμέ.

§106Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ. Μοὶ ἐπέτρεψεν ὁ κύριος Λεβίδης.

§107ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίστε.

§108Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ. Κύριοι Βουλευταὶ, κατόπιν τῶν ὅσα εἶπεν ὁ ἀξιότιμος Πρωθυπουργὸς, βεβαίως δὲν ἔπρεπε νὰ ἀνέλθω εἰς τὸ βῆμα, διὰ νὰ ὁμιλήσω, ἐὰν δὲν ἤμην ὑποχρεωμένος νὰ πράξω τοῦτο ἐκ φράσεώς τινος τοῦ κ. ἐκ Μεγαρίδος Βουλευτοῦ, ἥτις ἀπέβλεπεν εἰς τὸ ὅτι κατὰ τὴν ἑσπερινὴν ταύτην συζήτησιν διεσαλεύσαμεν τὴν πειθαρχίαν τοῦ στρατεύματος, ὅτι διεφωνήσαμεν οἱ συζητοῦντες ἐνταῦθα στρατιωτικοὶ, καὶ ὅτι ἐκ τῆς διαφωνίας ταύτης διαβλέπει, ὅτι διεσαλεύθη ἡ πειθαρχία τοῦ στρατεύματος.

§109Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Φόβον ἐξέφρασα.

§110Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ. Φόβον! Δι’ αὐτὸ ἀνέβην εἰς τὸ βῆμα, Κύριε, διὰ νὰ δώσω μίαν ἐξήγησιν ἐπὶ τοῦ προκειμένου, καὶ νὰ πείσω ὑμᾶς, ὅτι ποσῶς δὲν διεσαλεύθη ἡ πειθαρχία τοῦ στρατεύματος. Ἐγὼ, Κύριοι, σᾶς ἐδήλωσα, ὅτι ἀνῆλθον εἰς τὸ βῆμα, διὰ νὰ ἔλθω εἰς ἐπικουρίαν τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Οἰτύλου Βουλευτοῦ, ἐδήλωσα δὲ, ὅτι πράττω τοῦτο, οὐχὶ πρὸς ἐπίδειξιν, διότι τοῦτο ἀντίκειται εἰς τὸν χαρακτῆρά μου· δὲν ἐπιδιώκω τὰς ἐπιδείξεις· ἀνέβην εἰς τὸ βῆμα, μόνον διὰ νὰ φωτίσω τὴν Βουλὴν ἐπὶ ζητήματος σπουδαιοτάτου, ἀφορῶντος ἰδίως εἰς τὴν πειθαρχίαν τοῦ στρατεύματος, καὶ εἶπον, ὅτι οὐδὲν ἕτερον καταστρέφει τὴν πειθαρχίαν τοῦ στρατεύματος ἀπὸ τὴν ἀδικίαν, καὶ ἐσύστησα ὑμῖν, ὅπως κατὰ τὴν συζήτησιν τῶν εἰσαχθέντων νομοσχεδίων περὶ στρατοῦ ἔχητε ὑπ’ ὄψει τὰς διαφόρους ταύτας συζητήσεις, ὥστε τὰ νομοσχέδια αὐτὰ ψηφιζόμενα νὰ συντελέσωσι πράγματι εἰς τὴν ἑδραίωσιν τῆς πειθαρχίας τοῦ στρατεύματος. Κατὰ τὰς προηγουμένας μου ἀγορεύσεις, οὐδέποτε εὑρέθην ἀντιμέτωπος πρὸς τὴν Γενικὴν Διοίκησιν τοῦ στρατοῦ. Ἁπλῶς, ἐξετάζων τοὺς νόμους, εἶπον, ὅτι ὁ νόμος περὶ Γενικῆς Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ δὲν ἐφηρμόσθη καλῶς εἰς τὴν δεῖνα καὶ δεῖνα περίστασιν. Καὶ τοῦτο εἶπον ἐκ τοῦ καθήκοντος, τὸ ὁποῖον φρονῶ, ὅτι εἶχον, ὡς ἐκ τοῦ ἀξιώματος, δι’ οὗ εἶμαι περιβεβλημένος σήμερον, τοῦ ἀντιπροσώπου τῆς ἐπαρχίας Ἀττικῆς καὶ τοῦ ἔθνους. Ὁ κ. ἐκ Μεγαρίδος Βουλευτὴς παρετήρησεν, ὅτι ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ μεταξὺ πέντε ἢ ἓξ στρατιωτικῶν Βουλευτῶν ὑπάρχουσι πέντε ἢ ἓξ ἰδέαι.

§111Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Καὶ ὄχι ἐπὶ τεχνικοῦ ζητήματος, ἀλλὰ στρατιωτικοῦ.

§112Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ. Ναί... Ἐγὼ φρονῶ, ὅτι δι’ ὅσων ἐδήλωσα δὲν ἔρχομαι εἰς διαφωνίαν πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἐκτέλεσιν τῆς ἐπιθεωρήσεως. Εἶπον, πῶς γίνεται ἡ ἐπιθεώρησις, ποῦ βασίζονται οἱ χαρακτηρισμοὶ, καὶ τί γίνεται μὲ τὴν Γενικὴν Ἐπιθεώρησιν. Δὲν φρονῶ, ὅτι εἶμαι εἰς διαφωνίαν. Δὲν πιστεύω ἐπίσης νὰ περιπίπτω εἰς ἀντίφασιν πρὸς τὸν ἀξιότιμον ἐξ Οἰτύλου Βουλευτὴν, διότι καὶ αὐτὸς γνωρίζει τοὺς κανονισμοὺς, καὶ εἶναι σύμφωνος μὲ ὅσα εἶπον. Δὲν μοὶ φαίνεται ὡσαύτως νὰ ἔρχωμαι εἰς ἀντίφασιν πρὸς τὸν ἀξιότιμον ἐξ Ὕδρας Βουλευτὴν, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἐκτέλεσιν τῆς ἐπιθεωρήσεως.

§113Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Μόνον ἕως ἐκεῖ.

§114Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ. Μάλιστα· διὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῆς ἐπιθεωρήσεως. Μόνον ἦλθον εἰς διαφωνίαν μὲ τὸν ἐκ Μεγαλοπόλεως κύριον Βουλευτὴν καὶ λοχαγὸν, ἀλλὰ φρονῶ, ὅτι ὁ λοχαγὸς οὗτος δὲν θὰ μὲ εἶχε παρακολουθήσει κατὰ τὸ διάστημα τῆς ὁμιλίας μου, διότι, ἐὰν μὲ παρηκολούθει, βεβαίως καὶ αὐτὸς δὲν θὰ διεφώνει πρὸς ἐμὲ, καθὼς πιστεύω καὶ τώρα νὰ μὴ διαφωνῇ πλέον, ὕστερον ἀπὸ τὰ λεχθέντα.

§115Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν πρόκειται περὶ διαφωνίας ἐπὶ στρατιωτικοῦ ζητήματος· πρόκειται ἁπλῶς περὶ καταθέσεως τῶν ἐκθέσεων· καὶ εἰς αὐτὴν τὴν ὑπόθεσιν ἡ παρατήρησις τοῦ κ. ἐκ Μεγαρίδος Βουλευτοῦ δὲν εἶχε καμμίαν θέσιν.

§116Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ. Βεβαίως. Κύριοι, δηλῶ ἀπεριφράστως, ὅτι διὰ τῶν ὁμιλιῶν μου δὲν ἐπεδίωξα νὰ διασαλεύσω τὸ κῦρος τοῦ Γενικοῦ Διοικητοῦ τοῦ στρατοῦ. Ἐξ ἐναντίας διὰ τῶν ὁμιλιῶν μου προσεπάθησα, ὥστε εἰς τὰ μέλλοντα νομοθετήματα νὰ ἐξασφαλισθῇ τὸ κῦρος αὐτοῦ, καὶ νὰ προφυλάξωμεν τὸν μέλλοντα Βασιλέα τῶν Ἑλλήνων ἀπὸ τὰς ἔχθρας, αἱ ὁποῖαι δύνανται νὰ γεννηθῶσιν ἐναντίον του ὡς ἐκ τῆς κακῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου περὶ Γενικῆς Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ. Ἐγὼ, Κύριοι, χωρὶς νὰ σᾶς τὸ ἀποκρύψω, ἤμην πάντοτε Βασιλικός.

§117Α. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ ΚΑΙ ΑΛΛΟΙ. Ὅλοι εἴμεθα.

§118Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Οὐδεὶς εἶναι ἀντιβασιλικός.

§119Γ. ΚΟΡΥΖΗΣ. Δευτέρα γνώμη δὲν ὑπάρχει.

§120Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ. Ἐγὼ ὁμιλῶ ἁπλῶς περὶ ἐμοῦ, δὲν ὁμιλῶ περὶ τῶν ἄλλων. Παραδέχομαι ὅτι εἶσθε ὅλοι τοιοῦτοι· δὲν ἐξαιρῶ κανένα. Μὲ τοὺς πολλοὺς εἶμαι λοιπὸν καὶ ἐγώ. Ἀλλὰ δὲν εἶμαι κόλαξ· ἄλλως τε ἔχω καὶ τὸ θάρρος τῶν ἰδεῶν μου. Ἔδειξα δὲ εἰς ἄλλας περιστάσεις, ὅτι ὑπηρέτησα τὴν Βασιλείαν, ὅπως ὤφειλον νὰ τὴν ὑπηρετήσω.

§121Γ. ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Τὴν ὑπηρετήσατε ὅσον οὐδεὶς ἄλλος τὴν ὑπηρέτησε, καὶ μάλιστα πολὺ περισσότερον ἐν εἰρήνη παρὰ ἐν πολέμῳ.

§122Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ. Λοιπὸν διὰ τῶν νομοθετημάτων, τὰ ὁποῖα εἰσήγαγεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, καὶ ἐπὶ τῶν ὁποίων θὰ γείνῃ συζήτησις, θὰ προσπαθήσωμεν νὰ θέσωμεν ἐπὶ τέλους τὰς γενικὰς γραμμὰς περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ, ὁ ὁποῖος ὀργανισμὸς θέλει συμπληρωθῆ βαθμηδὸν, διότι οὔτε εἰς ἓν ἔτος οὔτε εἰς δύο δύναται νὰ δημιουργηθῇ στρατός. Διὰ νὰ δημιουργηθῇ στρατὸς, ἐὰν ψηφισθῶσι σήμερον τὰ προσήκοντα νομοθετήματα, θὰ ἔχητε τὸ ἀποτέλεσμα ἴσως μετὰ δέκα ἔτη. Αὐτοσχέδιοι τακτικοὶ στρατοὶ δὲν δημιουργοῦνται, Κύριοι, σήμερον. Δι’ αὐτὸ λοιπὸν κοπιάζομεν, ὥστε νὰ τεθῶσιν ἐπὶ τέλους αἱ γενικαὶ γραμμαὶ τοῦ ὀργανισμοῦ, καὶ νὰ ἀφαιρέσωμεν ἐξ αὐτοῦ ὅ,τι ἀντίκειται εἰς τὸ Σύνταγμα, εἰς τὸ ὁποῖον ἔχομεν ὅλοι ὁρκισθῆ καὶ τοῦ ὁποίου ἡ διαφύλαξις ἔχει ἀνατεθῆ εἰς τὸν πατριωτισμὸν τῶν Ἑλλήνων. Ἐπ’ αὐτοῦ λοιπὸν τοῦ ζητήματος ἐργαζόμεθα. Δὲν ἐργαζόμεθα οὔτε διὰ νὰ δημοκοπήσωμεν οὔτε διὰ νὰ συντελέσωμεν εἰς τὴν καταστροφὴν τῆς πειθαρχίας. Ἄλλως τε, Κύριοι, ἡ πειθαρχία, καὶ μὲ τὰς σημερινὰς συζητήσεις, αἱ ὁποῖαι γίνονται, δὲν διεσαλεύθη ποσῶς· διότι, ἐὰν μὲν δὲν ἔγεινεν ἄλλο τι διὰ τοῦ νόμου περὶ Γενικῆς Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ, ἠδραιώθη τοὐλάχιστον ἡ πειθαρχία, καὶ ἡ πειθαρχία εἶναι ἠδραιωμένη καὶ ἔσεται ἠδραιωμένη. Ἓν μόνον προσπαθοῦμεν σήμερον ν’ ἀποφύγωμεν, μὴ τυχὸν διὰ τῶν ἀδικημάτων χαλαρωθῇ αὐτή· ὅτι δὲ ἡ πειθαρχία ὑπάρχει σήμερον ἠδραιωμένη, πρέπει πραγματικῶς νὰ τὸ ἀποδώσωμεν εἰς τὸν Γενικὸν Διοικητὴν τοῦ στρατοῦ...

§123ΕΠ. ΕΜΠΕΙΡΙΚΟΣ. Λαμβάνομεν σημείωσιν τῶν λόγων σας.

§124Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ. Ἐγὼ δὲν ἤλλαξα ποτέ τους λόγους μου. Ποτέ! Ἐξ ἐναντίας. Θὰ σᾶς εἴπω δὲ καὶ ἓν ἄλλο ἀκόμη· ὅτι, μὲ ὅλας τὰς συζητήσεις, αἱ ὁποῖαι γίνονται κατ’ αὐτὰς τὰς ἡμέρας ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, δὲν βλέπομεν τὰ προνουντσιαμέντα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐγίνοντο εἰς ἄλλην ἐποχὴν εἴτε εἰς τὴν Λάρισαν εἴτε ἀλλαχοῦ, οὔτε τὰ γεύματα τῶν ἀξιωματικῶν, οὔτε διατάραξίν τινα ἐντὸς τῶν σωμάτων, οὔτε ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐγένετο εἰς ἐμὲ εἰς ἄλλην ἐποχὴν, ὅτε εἶχον διορισθῆ Διοικητὴς τοῦ Σχολείου βολῆς τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ πεζικοῦ, ὁπότε ἔγεινε συνωμοσία ἐναντίον μου· καὶ διατὶ νομίζετε; διότι ἤμην ἀξιωματικὸς τῶν τεχνικῶν ὅπλων, καὶ ἐπεδιώκετο ἡ διοίκησις παρ’ ἀξιωματικοῦ τοῦ πεζικοῦ. Καὶ ἐνῷ ἐγὼ ἐδήλωσα πρὸς τὸν τότε Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, τὸν μακαρίτην Τρικούπην, ὅτι οὐδεὶς κίνδυνος ὑπῆρχε, καὶ ν’ ἀφήσῃ τὰ πράγματα ἐκεῖ, ὅπου εὑρίσκοντο, διότι ἐὰν ἐνέδιδε, τότε θὰ διεσαλεύετο ἡ πειθαρχία, ἐν τούτοις, χάρις εἰς τὰς ἐνεργείας Βουλευτῶν—καὶ δὲν βλέπω τὴν στιγμὴν ταύτην τὰ πρόσωπα ἐκεῖνα ἐνταῦθα, οὔτε θέλω νὰ τὰ ἀναφέρω, —χάρις, λέγω, εἰς πολιτικὰς ἐνεργείας, ἀπεφάσισεν ὁ τότε Πρωθυπουργὸς νὰ μὲ ἀποστείλῃ εἰς τὴν Εὐρώπην μὲ εἰδικὴν ἀποστολὴν, καὶ νὰ μὲ ἀντικαταστήσῃ δι’ ἀξιωματικοῦ τοῦ πεζικοῦ. Ἐκ τούτων λοιπὸν ἡ πειθαρχία προσβάλλεται, καὶ ὄχι διὰ τῶν ἐνταῦθα σήμερον γιγνομένων συζητήσεων. Κατὰ συνέπειαν ἐγὼ σᾶς δηλῶ ἀπεριφράστως, ὅτι θὰ λάβω μέρος εἰς ὅλας τὰς συζητήσεις τῶν νομοσχεδίων καὶ θὰ ἐκφέρω τὴν γνώμην μου εἰλικρινέστατα, χωρὶς νὰ ὑπάρχῃ κίνδυνος νὰ διασαλευθῇ ἡ πειθαρχία τοῦ στρατεύματος.

§125Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἐὰν, Κύριοι, συζητήσεις ἀλλεπάλληλοι καὶ ἐπερωτήσεις καὶ ἐντεῦθεν καὶ ἐκεῖθεν ἀπασχολοῦσι τὴν Βουλὴν, ἐὰν, ἐν τῇ σφαίρᾳ τῆς κοινωνίας ὑπάρχῃ πολὺς ὁ ἠλεκτρισμὸς, βεβαίως διὰ ταῦτα δὲν πταίουσιν οἱ κύριοι Βουλευταί. Δὲν θέλω νὰ ἐξετάσω πρὸς τὸ παρὸν, τίς ὁ δοὺς ἀφορμὴν εἰς ὅλην αὐτὴν τὴν ἀνεμοζάλην. Ἐλεύσεται ἡμέρα, καθ’ ἣν καὶ περὶ τούτων μεγάλη θέλει συγκροτηθῆ συζήτησις. Ἀλλὰ βεβαίως, Κύριοι, δὲν εἶναι δυνατὸν, μεθ’ ὅσα γινώσκομεν ὡς λαβόντα χώραν, ἡμεῖς καὶ πάντες οἱ κύριοι Βουλευταὶ νὰ μὴ ἐπερωτῶμεν, καὶ ἡ κοινωνία νὰ μὴ ἀσχολῆται περὶ τὴν συζήτησιν τῶν θεμάτων τούτων. Δὲν συμφωνῶ μετὰ τοῦ ἐντίμου ἐκ Μεγαρίδος συναδέλφου, λέγοντος, ὅτι, ἵνα τὸ ἕτερον τῶν ζητημάτων, τῶν σήμερον συζητουμένων, λυθῇ, εἶναι ἀνάγκη ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ προσκομίσῃ τὰ αἰτηθέντα ἔγγραφα. Ἡμεῖς ἔχομεν ἐνταῦθα τὸ ἔγγραφον τῶν ἐγγράφων, τὸ ἔμψυχον ἔγγραφον, οὕτως εἰπεῖν, τὸν ἀξιότιμον καὶ φίλον μου κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν. Καὶ δυνάμεθα, ἔχοντες τὴν τιμὴν νὰ συνεδρεύῃ μεθ’ ἡμῶν οὗτος, νὰ λύσωμεν τὴν ἀπορίαν ἡμῶν, ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς εὐδοκήσῃ νὰ ἀπαντήσῃ εἰς ὅσα ἐπηρωτήθη καὶ εἰς ὅσα θέλει ἐπερωτηθῆ. Λυποῦμαι διότι διαφωνῶ οὐ μόνον πρὸς τὴν γνώμην τοῦ κ. ἐκ Μεγαρίδος συναδέλφου, ἀλλὰ καὶ πρὸς τὴν τοῦ σεβαστοῦ ἡγέτου τῆς Συμπολιτεύσεως, εἰπόντος ὅτι, ὅταν ἔλθῃ πρὸς συζήτησιν τὸ νομοσχέδιον «περὶ σχηματισμοῦ ἀνωτέρων μονάδων τοῦ στρατοῦ» καὶ «περὶ Στρατηγίας», δυνάμεθα νὰ ζητήσωμεν τὰ ἔγγραφα, ὧν ἔχομεν ἀνάγκην, ἵνα σχηματίσωμεν γνώμην περὶ τοῦ ὑποβληθέντος νομοσχεδίου. Ἀλλὰ τὸ ζήτημα τῆς Στρατηγίας, συνδεόμενον πρὸς τὸν νόμον τῆς Γενικῆς Διοικήσεως καὶ πρὸς ὅλα τὰ ἔκτοτε καὶ σήμερον ἔτι λαβόντα χώραν, εἶναι τοσοῦτον σπουδαῖον, ὥστε δὲν δύναμαι νὰ ἀδικήσω τοὺς κυρίους συναδέλφους, τοὺς ζητοῦντας νὰ κατατεθῶσι τὰ ἔγγραφα, ὅπως λάβωσι γνῶσιν αὐτῶν καὶ συζητήσωσι πεφωτισμένως περὶ τῆς ἀνάγκης ἢ μὴ τῆς καταργήσεως τοῦ ὑφισταμένου περὶ Γενικῆς Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ νόμου. Ὅτε κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Περίοδον τῆς Βουλῆς ἐγένοντο συζητήσεις περὶ τῶν θεμάτων τούτων, εἶχον λάβει τὴν τιμὴν καὶ ἐγὼ νὰ ἀγορεύσω περὶ αὐτῶν. Κατὰ δύο τινὰς περιστάσεις συνεζητήθησαν τὰ προκείμενα θέματα. Πρῶτον μὲν ἐξ ἀφορμῆς τῆς ἀποχωρήσεως τοῦ κ. ἐξ Οἰτύλου Βουλευτοῦ ἐκ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, ἔπειτα δὲ, ὅτε ὑπεβλήθη πρὸς συζήτησιν τὸ νομοσχέδιον «περὶ Γενικῆς Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ». Καὶ κατὰ μὲν τὸ πρῶτον τμῆμα τῆς συζητήσεως ἐγὼ δὲν ἔσχον τὴν τιμὴν νὰ λάβω τὸν λόγον· ὅτε ὅμως ἤχθη εἰς συζήτησιν τὸ νομοσχέδιον «περὶ Γενικῆς Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ», πρῶτος ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ἀγορεύσω, καὶ νὰ ἐκφράσω τὴν περὶ αὐτοῦ γνώμην μου. Καίτοι δὲ αὕτη ἦτο ἐντελῶς ἀντίθετος πρὸς τὴν γνώμην τοῦ τότε Πρωθυπουργοῦ, τοῦ κ. ἐκ Κερκύρας Βουλευτοῦ, οὗτος συγκατένευσε νὰ δηλώσῃ, ὅτι ἡ ἀγόρευσίς μου ἐκείνη ἀνέλυσε τὸ θέμα, ἢ μᾶλλον τὰ θέματα, ὑπὸ τὰς πραγματικὰς καὶ ἀληθεῖς αὐτῶν ὑποστάσεις. Οὐδεὶς λόγος ἔκτοτε ὑπῆρξε πείθων με, ὅτι ἔδει νὰ μεταβάλω τὰς περὶ τοῦ θεσμοῦ τούτου γνώμας μου. Ἐξ ἐναντίας, πάνθ’ ὅσα καὶ ἄλλοι καὶ ἐγὼ κατὰ τοῦ νομοσχεδίου ἐκείνου εἴπομεν, καὶ τὰ μετὰ ταῦτα γενόμενα, ἡμέρᾳ τῇ ἡμέρᾳ πείθουσι καὶ ἐνισχύουσιν ἡμᾶς εἰς τὸ νὰ ἐπιμένωμεν, ὅτι ὁ ψηφισθεὶς νόμος πρέπει ὁπωσδήποτε νὰ καταπέσῃ. Δὲν θέλω ἐκ προκαταβολῆς, οὕτως εἰπεῖν, νὰ εἰσέλθω εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ ὑποβληθέντος νομοσχεδίου «περὶ καταρτισμοῦ ἀνωτέρων μονάδων τοῦ στρατοῦ». Ὅταν ἔλθῃ ἡ περὶ τούτου συζήτησις, ἐλπίζω ὅτι θέλω δυνηθῆ καὶ πάλιν νὰ λάβω τὸν λόγον. Ἀλλά, Κύριοι, τὰ ἔκτοτε λαβόντα χώραν, τὰ σήμερον τελούμενα ἢ ἀπειλούμενα νὰ τελεσθῶσι πείθουσί με, ὅτι φιλόπατρι ἀληθῶς ἔργον ἀνελάβομεν ἡμεῖς, οἱ πάσῃ δυνάμει καὶ διὰ πάσης ἐπιμονῆς ἀντιστάντες κατὰ τοῦ ὀλεθρίου τούτου νόμου, ἵνα μὴ ψηφισθῇ. Εἰμὶ πάντοτε ὁ αὐτὸς ἄνθρωπος καὶ ὁ αὐτὸς ἀντιπρόσωπος τοῦ λαοῦ, καὶ οὐδεὶς λόγος καὶ οὐδεμία βλέψις δύναται νὰ μεταβάλῃ τὰς περὶ τοῦ πολιτεύματος ἡμῶν ἰδέας μου καὶ τὰς περὶ τοῦ συμφέροντος τῆς πατρίδος ἡμῶν γνώμας μου, ὅπως οὐδὲ τὰς ὑμετέρας. Ἐὰν εἶχον τὴν τιμὴν, ὡς ἐκ τῆς ὑπηρεσίας μου, νὰ βλέπω τὸν Ἄνακτα, ἤθελον τολμήσει, μεθ’ ὅλης τῆς πρὸς αὐτὸν ὀφειλομένης εὐλαβείας, νὰ εἴπω πρὸς αὐτόν: «Μεγαλειότατε, σπεῦσον νὰ συντελέσῃς ἵνα καταργηθῇ ὁ ὀλέθριος νόμος, σπεῦσον καὶ νὰ πείσῃς τοὺς ἀμφιβάλλοντας, ἢ τοὺς ἀνθισταμένους, ὅτι ὁ νόμος αὐτὸς εἶναι ὀλέθριος καὶ πρὸς τὰ συμφέροντα τοῦ ἔθνους καὶ πρὸς τὰ τοῦ στρατοῦ καὶ πρὸς τὰ τῆς Δυναστείας, ὅτι ἀντίκειται πρὸς αὐτὸ τὸ γράμμα καὶ τὸ πνεῦμα τοῦ διέποντος ἡμᾶς πολιτεύματος». Ἐὰν εἶχον τὴν τιμὴν νὰ συνεργάζωμαι τῷ Ἄνακτι, ποτὲ ἐπίσης δὲν ἤθελον ὑποβάλει αὐτῷ, ἢ τῇ Βουλῇ, τὸ νομοσχέδιον, ὅπερ ἡ Κυβέρνησις τοῦ σεβαστοῦ ἐκ Γόρτυνος πολιτευτοῦ ὑπέβαλε, «περὶ σχηματισμοῦ ἀνωτέρων μονάδων τοῦ στρατοῦ». Ἤθελον τολμήσει, οὐχὶ νὰ παρακαλέσω, Κύριοι, ἀλλὰ νὰ ἱκετεύσω τὸν Ἄνακτα, καὶ ἀπὸ τούτου τοῦ νομοσχεδίου νὰ ἀποστρέψῃ τὸ πρόσωπον αὑτοῦ. Καὶ δὲν θέλει παρέλθει πολὺς χρόνος, ἀγαπητοὶ συνάδελφοι, ἐὰν ψηφισθῇ καὶ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, καθ’ ὃν θέλομεν παραστῆ καὶ πάλιν μάρτυρες τεθλιμμένοι καὶ κατηφεῖς τῶν αὐτῶν ἀποτελεσμάτων, εἰ μὴ καὶ χειρόνων ἐκείνων, ἅτινα παρήγαγεν ὁ νόμος «περὶ Γενικῆς Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ». Μία εἶναι ἡ ἀλήθεια, καὶ αὐτὴ δὲν ἐπιδέχεται συζητήσεις, ὅτι οἱ ἀνεύθυνοι, καὶ πρὸς τὸ συμφέρον αὐτῶν καὶ πρὸς τὸ συμφέρον τῆς πατρίδος καὶ τοῦ πολιτεύματος καὶ τῶν νόμων, δὲν πρέπει νὰ διοικῶσι.

§126Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἡ συζήτησις αὕτη τὸ μαρτυρεῖ.

§127Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἀνεύθυνοι δὲ εἶναι, οὐχὶ νόμῳ, ἀλλὰ πράγματι, οἱ Βασιλόπαιδες. Ἀπόδειξις ἡ συζήτησις αὕτη. Ἐρωτῶ ὑμᾶς, ἀγαπητὲ κύριε Ὑπουργὲ τῶν Στρατιωτικῶν, καὶ παρακαλῶ, ἐὰν εὐδοκῆτε, ν’ ἀπαντήσητε, ἐναντίον τῆς γνώμης ὑμῶν ἐνεργεῖται σήμερον, ἢ πρόκειται νὰ ἐνεργηθῇ ἐπιθεώρησις τοῦ στρατοῦ; Ναὶ ἢ οὔ; Καὶ παρὰ τίνος;

§128Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Ἐγὼ διέταξα τὴν ἀναστολήν. Οὐδένα δὲ λόγον ἔχω μέχρι τῆς στιγμῆς νὰ φρονῶ, ὅτι ἡ ἀναστολὴ, τὴν ὁποίαν διέταξα, δὲν θέλει ἐκτελεσθῆ. Ἐὰν ὑπῆρχε λόγος νὰ μὲ πείσῃ, ὅτι αἱ διαταγαί μου δὲν θέλουσιν ἐκτελεσθῆ, τότε δύναται νὰ γείνῃ συζήτησις.

§129Γ. ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Κράτος ἐν Κράτει!

§130Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Πρόκειται περὶ τῆς γενικῆς ἢ τῆς μερικῆς ἐπιθεωρήσεως;

§131Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Παρακαλῶ νὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς διακόψω, ὅπως δώσω ἐξηγήσεις τινάς, ἀναγκαίας εἰς τὸ ζήτημα τῶν ἐπιθεωρήσεων.

§132Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Μάλιστα.

§133Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Αἱ ἐπιθεωρήσεις εἶναι δύο εἰδῶν· εἶναι ἐπιθεωρήσεις σκοποῦσαι τὴν βεβαίωσιν τῆς καλῆς καταστάσεως τοῦ ὑλικοῦ τοῦ στρατοῦ, τοῦ στρατωνισμοῦ, τῆς ἐκπαιδεύσεως, τῆς ὑγιεινῆς, καὶ ἐν γένει παντὸς ὅ,τι ἀφορᾷ τὴν κατάστασιν τοῦ στρατεύματος, καὶ τὴν βελτίωσιν αὐτοῦ· πάντα ταῦτα ὑπόκεινται εἰς δικαίωμα διηνεκὲς ἐξελέγξεως τοῦ Γενικοῦ Διοικητοῦ τοῦ στρατοῦ· ἀλλὰ καὶ ὁ μέραρχος ἐν τῇ Μεραρχίᾳ καὶ ὁ ταξίαρχος ἐν τῇ Ταξιαρχίᾳ καὶ ὁ συνταγματάρχης ἐν τῷ συντάγματί του, ὡς καὶ ὁ Γενικὸς Διοικητὴς ἐν τῇ Γενικῇ Διοικήσει του, προκειμένου νὰ προβῶσιν εἰς τοιαύτας ἐπιθεωρήσεις, οὐδενὸς ἄλλου ἔχουσιν ἀνάγκην, εἰμὴ μόνον νὰ ζητήσωσι τὴν ἔγκρισιν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, διότι πρόκειται αἱ ἐπιθεωρήσεις αὗται νὰ προκαλέσωσι δαπάνην· ἄλλως εἶναι ἐντὸς τῶν καθηκόντων των, εἶναι ἐν τῇ ἐνεργείᾳ των, διότι τὸ δικαίωμα πρὸς τοιαύτην ἐπιθεώρησιν εἶναί τι ἀχώριστον πρὸς τὴν ἐξάσκησιν τῶν καθηκόντων αὐτῶν. Προκειμένου λοιπὸν περὶ τῶν τοιούτων ἐπιθεωρήσεων, τὸ δικαίωμα εἶναι ἀπόλυτον. Ἀλλὰ ὁ νόμος περὶ προβιβασμῶν τῶν ἀξιωματικῶν ἀπαιτεῖ γενικὴν ἐπιθεώρησιν, καὶ παρακαλῶ, Κύριοι, νὰ προσέξητε, οἱ μὴ ἐνδιατρίψαντες εἰς τὰ θέματα ταῦτα. Ἡ ἐπιθεώρησις, περὶ τῆς ὁποίας ἐποιησάμην λόγον πρότερον, ἡ εἰδικὴ ἐπιθεώρησις ἀποβλέπει εἰς τὴν ἔρευναν τῆς καταστάσεως τοῦ στρατεύματος, ἡ δὲ γενικὴ ἐπιθεώρησις ἕνα καὶ μόνον σκοπὸν ἔχει, τὴν ἐξυπηρέτησιν, τὴν παρασκευαστικὴν ἐργασίαν πρὸς λειτουργίαν τοῦ νόμου περὶ προβιβασμοῦ τῶν ἀξιωματικῶν. Ἐν τῇ ἐκθέσει τῇ κατατεθείσῃ, ἥτις συνοδεύει τὸ νομοσχέδιον «περὶ ἐπιθεωρήσεων τοῦ στρατοῦ», ἐκεῖ διὰ μακρῶν ἀναπτύσσονται τὰ θέματα ταῦτα, καὶ γίνεται ἡ διάκρισις τῶν ἐπιθεωρήσεων· πᾶς δ’ ὅστις ἤθελεν ἀναγνώσει τὴν ἔκθεσιν ταύτην, ἤθελε φωτισθῆ περὶ τοῦ θέματος. Προκειμένου λοιπὸν περὶ τῆς γενικῆς ἐπιθεωρήσεως, τῆς σκοπούσης τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ περὶ προβιβασμοῦ τῶν ἀξιωματικῶν νόμου, ἡ διαταγὴ τῆς ἐνάρξεως τῆς ἐπιθεωρήσεως δὲν εἶναί τι τυχαῖον, ἔχει σημασίαν μεγίστην καὶ σπουδαιότητα. Ἀφ’ ἧς διαταχθῇ ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν ἡ γενικὴ ἐπιθεώρησις, συνεπάγεται καὶ τὸ τέλος τοῦ κύρους τοῦ πίνακος τοῦ παλαιοῦ, καθ’ ὃν ἐγένοντο οἱ προβιβασμοί· πρέπει ὅθεν νὰ περατωθῇ τὸ ταχύτερον ἡ ἐπιθεώρησις, ἵνα καταρτισθῶσιν οἱ νέοι πίνακες, οἵτινες μέλλουσι ν’ ἀντικαταστήσωσι τοὺς παλαιούς. Βεβαίως ὑπὸ τοιαύτην ἔποψιν δὲν δύναταί τις νὰ φαντάζηται, ὅτι δύναται καθ’ ὅλον τὸ διάστημα τοῦ ἔτους νὰ ἐνεργῆται ἡ τοιαύτη ἐπιθεώρησις, διότι ἤθελεν ἀφίνει νεκρὸν τὸν νόμον «περὶ προβιβασμοῦ τῶν ἀξιωματικῶν». Πρόκειται λοιπὸν περὶ τακτικῆς ἐπιθεωρήσεως καὶ οὐχὶ γενικῆς. Διὰ τοῦτο φρονῶ, Κύριοι, ὅτι ἐπιθεώρησις γενικὴ ταύτην τὴν στιγμὴν δὲν γίνεται· ἐὰν δὲ γίνηται τις ἐπιθεώρησις, εἶναι ἐκ τῶν ἐπιθεωρήσεων ἐκείνων, αἱ ὁποῖαι θεωροῦνται τακτικαί, καὶ ὡς τοιαύτας οὐδεὶς λόγος ὑπάρχει νὰ τὰς ἐμποδίσω.

§134Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὁ πίναξ, τὸν ὁποῖον ὑποβάλλει τῷ Ὑπουργῷ μετὰ τὴν ἐπιθεώρησιν ὁ Γενικὸς Ἐπιθεωρητής, δὲν πρέπει νὰ συνοδεύηται ὑπὸ ἠτιολογημένης ἐκθέσεως; Εἶναι δυνατόν, Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν νὰ δεχθῇ πίνακα περιέχοντα τοὺς στασίμους ἢ προβιβασίμους ἀξιωματικοὺς τοῦ στρατοῦ, ἐὰν δὲν στηρίζηται ἐπὶ ἠτιολογημένων προτάσεων συνοδευουσῶν αὐτόν;

§135Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Ὁ νόμος περὶ προβιβασμοῦ τῶν ἀξιωματικῶν λέγει, ὅτι δι’ ἕνα ἕκαστον τῶν ἀνωτέρων ἀξιωματικῶν ὑποβάλλεται ἰδία ἔκθεσις, ἑπομένως ὑπάρχει φάκελος ἑνὸς ἑκάστου τῶν ἀξιωματικῶν. Δὲν ὑποβάλλεται πίναξ διὰ τοὺς ἀνωτέρους· οἱ πίνακες συντάσσονται διὰ τοὺς κατωτέρους ἀξιωματικούς, διὰ δὲ τοὺς ἀνωτέρους συντάσσει τοιοῦτον ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν.

§136Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὥστε περὶ ἑνὸς ἑκάστου τῶν ἀνωτέρων ἀξιωματικῶν ὑπάρχει ἰδιαιτέρα πρότασις;

§137Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Ὑποθέτω.

§138Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐὰν δὲ δὲν ὑπάρχῃ ἠτιολογημένη πρότασις διά τινα ἀξιωματικόν, δὲν νομίζετε, ὅτι ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ προσφύγῃ ὁ ἀξιωματικὸς πρὸς ὑμᾶς, διαμαρτυρόμενος, ἢ πρὸς τὰ Δικαστήρια;

§139Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Εἰς τὴν διακριτικὴν ἐξουσίαν τοῦ Ὑπουργοῦ ἐναπόκειται νὰ κρίνῃ, ἂν οἱ λόγοι, οἵτινες προτάσσονται ἐν τῇ ἐκθέσει ἐκείνῃ, εἶναι ἐπαρκεῖς, ὥστε ἐπὶ τούτων νὰ στηριχθῇ ὁ Ὑπουργὸς εἰς τὴν ἐνάσκησιν τοῦ δικαιώματός του· ἄλλως τὸ δικαίωμα τοῦ Ὑπουργοῦ εἶναι ἀπεριόριστον, καὶ ἐπαναλαμβάνω, ὅτι εἰς τὴν διακριτικὴν ἐξουσίαν τοῦ Ὑπουργοῦ ἐναπόκειται ν’ ἀποδεχθῇ ἢ μὴ τὰς προτάσεις. Ἐὰν τοιαῦται δὲν ὑπάρχωσιν, ὁ Ὑπουργὸς ἀδυνατεῖ νὰ ἐνεργήσῃ προβιβασμόν.

§140Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δὲν ἀμφισβητῶ τοῦτο. Ἀλλ’ ὁ νόμος περὶ Γενικῆς Διοικήσεως ῥητῶς ἀπαιτεῖ, ἵνα ὁ Γενικὸς Ἐπιθεωρητὴς ὑποβάλλῃ εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν τὸ πόρισμα τῆς ἐπιθεωρήσεως, καὶ προτείνων ὅ,τι δήποτε περὶ ἑκάστου ἀξιωματικοῦ, ὑποβάλλῃ ἠτιολογημένας τὰς προτάσεις ταύτας.

§141Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Ἠτιολογημένην ἔκθεσιν.

§142Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὥστε αὐτὸ, τὸ ὁποῖον ἐρρήθη πρὸ μικροῦ, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρχουν προτάσεις ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τοῦ Γενικοῦ Ἐπιθεωρητοῦ καὶ Γενικοῦ Διοικητοῦ, αἱ ὁποῖαι νὰ μὴ στηρίζωνται ἐπὶ αἰτιολογιῶν, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἦναι ἀκριβές.

§143Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Δὲν δύναμαι νὰ βεβαιώσω, διότι δὲν ἔλαβον ἀφορμὴν νὰ ἐξετάσω.

§144Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὥστε δὲν δύνασθε νὰ βεβαιώσητε, ἂν ἐτηρήθη ἡ διάταξις αὕτη τοῦ νόμου;

§145Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Δὲν μοὶ ἐδόθη ἀφορμὴ νὰ ἐξετάσω, πῶς ἐνήργησαν τοὺς προβιβασμοὺς οἱ προκάτοχοί μου, καὶ δὲν ἐσκέφθην νὰ προτείνω τοιούτους εἰς τὴν Α. Μ. τὸν Βασιλέα. Θὰ ἐρευνήσω ἐν τούτοις καὶ θὰ βεβαιωθῶ, ἂν ὑπάρχουσι προτάσεις.

§146Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ. Δύο λέξεις, παρακαλῶ, κύριε Ὑπουργέ. Τὴν ἐποχὴν ταύτην ἐκδίδεται ἡ διαταγὴ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν περὶ τῆς γενικῆς ἐπιθεωρήσεως τοῦ στρατοῦ, ἅμα δὲ τῇ ἐκδόσει ταύτης, ἵνα ἀρχίσῃ ἡ ἐπιθεώρησις τοῦ στρατοῦ, ὁ Γενικὸς Διοικητὴς τούτου ἐκδίδει τὴν σχετικὴν διαταγὴν πρὸς τοὺς μεράρχους. Ἐξεδόσατε τὴν διαταγὴν πρὸς τὸν Γενικὸν Διοικητήν, ἵνα ἀρχίσῃ ἡ ἐπιθεώρησις;

§147Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Ὄχι.

§148Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ. Ἐν τοσούτῳ ἐξεδόθη ἡ διαταγὴ πρὸς τοὺς μεράρχους νὰ ἀρχίσουν τὴν ἐπιθεώρησιν.

§149ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν κατ’ ἐρωταπόκρισιν ἡ συζήτησις νὰ γίνεται.

§150Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ. Νὰ λυθῇ μία ἀπορία.

§151ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀγορεύσατε, ἀλλὰ μὴ θέτετε ἐρωτήματα. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ἐὰν θέλῃ νὰ ἀπαντήσῃ, ἂς ἀπαντήσῃ.

§152Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ. Λέγω λοιπόν, ὅτι εἰς τὴν ἐποχὴν αὐτὴν ἐκδίδει ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν τὴν διαταγὴν πρὸς τὴν Γενικὴν Διοίκησιν, ἵνα ἀρχίσῃ ἡ γενικὴ ἐπιθεώρησις τοῦ στρατοῦ. Ἅμα λάβῃ τὴν διαταγὴν ταύτην ὁ Γενικὸς Διοικητὴς τοῦ στρατοῦ, θὰ ἐκδώσῃ τὴν διαταγήν του πρὸς τοὺς μεράρχους, ἵνα ἀρχίσωσιν αὐτοὶ ἀμέσως τὴν προκαταρκτικὴν ἐπιθεώρησιν, καὶ ὅταν τελειώσουν οἱ μέραρχοι καὶ ὑποβάλουν τ’ ἀποτελέσματα τῆς ἐπιθεωρήσεώς των εἰς τὸν Γενικὸν Διοικητὴν τοῦ στρατοῦ, τότε οὗτος ἀρχίζει τὴν γενικὴν ἐπιθεώρησιν. Λέγει λοιπὸν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ὅτι διαταγή, ἵνα ἀρχίσῃ ἡ γενικὴ ἐπιθεώρησις τοῦ στρατοῦ ἐκ μέρους τοῦ Γενικοῦ Διοικητοῦ, δὲν ἐδόθη, καὶ ἐν τούτοις ἡ Γενικὴ Διοίκησις ἐξέδωκε διαταγὴν πρὸς τοὺς μεράρχους, ἵνα ἀρχίσωσιν αὐτοὶ τὴν προκαταρκτικὴν ἐπιθεώρησιν.

§153ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Λεβίδης παρακαλεῖται νὰ ἐξακολουθήσῃ τὴν ἀγόρευσίν του.

§154Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἐγώ, Κύριοι, ἐκ τῆς ἀναφυείσης συζητήσεως ἐκινδύνευσα νὰ παραγραφῶ.

§155Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ἐὰν μὴ παρεγράφης.

§156Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἐὰν μὴ παρεγράφην! Ἐλπίζω ὅμως, ὅτι δὲν παρεγράφην, διότι ἐκ τῆς ἀναπτύξεως, ἣν σαφέστατα ἔκαμε πρὸς ἡμᾶς ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, προέκυψε μία λέξις τετρασύλλαβος, ἀλλὰ πολὺ βαρεῖα. Εἶπεν ὅτι ἀνέστειλε τὴν ἐπιθεώρησιν τοῦ στρατοῦ.

§157ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν ἐπέτρεψε.

§158Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Τῷ ἐζητήθη ἡ ἄδεια, καὶ δὲν τὴν ἔδωκεν, ἢ ἀνεστάλη ἡ ἐπιθεώρησις; (Διακοπαί).

§159ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀφήσατε νὰ τελειώσῃ τὴν ἀγόρευσίν του ὁ κ. Βουλευτής, καὶ ἂν νομίζῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἀναγκαῖον νὰ δώσῃ ἀπάντησιν, ἂς τὴν δώσῃ.

§160Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἀλλὰ τὸ ἄρθρον 29, καὶ εὐτυχῶς περιβαλλόμεθα καὶ ὑπὸ ἰδιότητός τινος, παρεχούσης ἡμῖν μικράν τινα δύναμιν, ὅπως ἀναγινώσκωμεν τὰ ἄρθρα τῶν νόμων, — τὸ ἄρθρον 29 λέγει: «Ἡ Γενικὴ ἐπιθεώρησις τοῦ στρατοῦ ἐκτελεῖται ἅπαξ τοῦ ἔτους ὑπὸ τοῦ Γενικοῦ Διοικητοῦ τοῦ στρατοῦ, τῆς ἐνάρξεως αὐτῆς ὁριζομένης ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, τῇ προτάσει τοῦ Γενικοῦ Διοικητοῦ τοῦ στρατοῦ». Λοιπὸν ὁ Γενικὸς Διοικητὴς τοῦ στρατοῦ ἐζήτησε διὰ προτάσεως αὐτοῦ παρὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν τὴν ἔναρξιν τῆς ἐπιθεωρήσεως, ναὶ ἢ οὔ;

§161Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Ναί.

§162Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Τότε ὁ Γενικὸς Διοικητὴς εὑρίσκεται ἐντὸς τῶν καθηκόντων αὐτοῦ. Ὁ Ὑπουργὸς ἠδύνατο νὰ συναινέσῃ, ἢ νὰ μὴ συναινέσῃ... Ὥστε τὰ λεχθέντα ἐν ἀρχῇ τῆς συνεδριάσεως, ὅτι δῆθεν ὁ Γενικὸς Διοικητὴς τοῦ στρατοῦ ἐγένετο ἔνοχος παραβάσεως τῶν νόμων, ἀποδεικνύονται ἐξ ὁλοκλήρου μὴ ἀκριβῆ. Χαίρω, Κύριοι, εἰλικρινῶς διὰ τοῦτο. Ἀλλ’ ὁπωσδήποτε ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ἐν τῷ Τύπῳ, ἐν τῇ κοινωνίᾳ, ἤδη ἀπὸ πολλοῦ χρόνου, πρὸ πάντων ὅμως κατὰ τὰς τελευταίας ταύτας ἡμέρας, μακραὶ καὶ θορυβώδεις καὶ πείσμονες διεξάγονται συζητήσεις. Ἀναγινώσκομεν, ὅτι καλοῦνται εἰς τὰ Ἀνάκτορα ὑπὸ τῶν Αὐτῶν Βασιλικῶν Ὑψηλοτήτων τῶν Βασιλοπαίδων Βουλευταὶ ἑκατέρας τῶν πτερύγων, πολιτικοί τε καὶ στρατιωτικοί, καὶ συνεντεύξεις μετ’ αὐτῶν λαμβάνουσι χώραν, αἵτινες καὶ δημοσιεύονται οὐ μόνον ἐν Ἀθήναις, ἀλλὰ καὶ ἐν Πάτραις. Συμβάλλουσι ταῦτα πρὸς τὴν πειθαρχίαν τοῦ στρατεύματος; Ἀλλὰ πρὸ πάντων συμβάλλουσι πρὸς τὴν λειτουργίαν αὐτὴν τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος;

§163Γ. ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Εἶναι ἀληθές, ὅτι ὁ κ. Ἀνδρέας Στεφανόπουλος, βουλευτὴς Ἠλείας, ἔλαβε συνέντευξιν.

§164Α. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ εἶναι κακὸν νὰ παρουσιασθῇ κανεὶς εἰς τὸν Βασιλέα ἢ τὸν Διάδοχον;

§165Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Σήμερον, Κύριοι, Βουλευτὴς λίαν ἀξιότιμος, οὗτινος δὲν ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ δημοσιεύσω τὸ ὄνομα, μοὶ ἔλεγεν, ὅτι ἐκλήθη εἰς τὸ ἕτερον τῶν Ἀνακτόρων, καὶ ἔλαβε συνέντευξιν περὶ τῶν γενομένων ἐν τῇ Βουλῇ πρός τινα τῶν Αὐτῶν Βασιλικῶν Ὑψηλοτήτων τῶν Βασιλοπαίδων. Ἐρωτῶ, συμβάλλουσι ταῦτα εἰς τὴν πειθαρχίαν τοῦ στρατεύματος, καὶ δύναται νὰ ὑφίσταται οὕτω τὸ πολίτευμα, ὅπερ διέπει καὶ θέλει διέπει τὴν χώραν; Καὶ ἐφ’ ὅσον αἱ Αὐτῶν Βασιλικαὶ Ὑψηλότητες οἱ Βασιλόπαιδες προάγονται εἰς τὴν ἡλικίαν καὶ τοὺς βαθμοὺς καὶ τὸν ἀριθμὸν, δὲν θέλομεν ἆρά γε εὑρεθῆ μετά τινα χρόνον πρὸ φοβερωτάτου ἀπροχωρήτου; Ἐρωτῶ ἑκατέραν τῶν πτερύγων. Οὐδένα λόγον προσωπικὸν ἔχω κατὰ τῶν Αὐτῶν Βασιλικῶν Ὑψηλοτήτων τῶν Βασιλοπαίδων, καὶ οὔτε τις αὐτῶν ἠδίκησέ με· σέβομαι καὶ τὰ πρόσωπα καὶ τὸ ὑπέρτιμον ἀξίωμα αὐτῶν τε καὶ τοῦ πατρὸς αὐτῶν, τοῦ Βασιλέως. Ἄς λέγωσιν ὅ,τι ἂν θέλωσι ῥυπαραὶ γλῶσσαι καὶ αὐθάδεις. Ἐγὼ ἀνήκω εἰς τὴν τάξιν τῶν ἄγαν φιλελευθέρων πολιτῶν, ἀλλὰ καὶ τῶν λίαν συνταγματικῶν καὶ φιλοβασιλικῶν. Διότι γνωρίζω, ὅτι, ἐν οἵᾳ καταστάσει εὑρίσκονται τὰ τῆς χώρας ἡμῶν καὶ ἐν οἵᾳ καταστάσει εὕρηνται ἀκόμη μεγάλαι χῶραι τῆς Εὐρώπης, αἱ Βασιλεῖαί εἰσιν ἀναγκαῖαι. Ἀλλὰ λέγω, ὅτι, ἂν τὰ πράγματα ἀκολουθῶσιν αὐτὸ τὸ σύστημα καὶ αὐτὸν τὸν ῥοῦν, ἀκατασχέτως φερόμεθα πρὸς τὴν ἀναρχίαν, δημιουργοῦμεν ἐχθροὺς τοῦ Θρόνου. Ἡ δὲ φωνή μου εἴθε νὰ ἀκουσθῇ μέχρι τοῦ Θρόνου, διότι εἶναι εἰλικρινεστάτη. Πολλοὶ συγγενεῖς ἀξιωματικῶν, οἵτινες νομίζουσιν, ὅτι ἡ Γενικὴ Διοίκησις ἠδίκησε τοὺς ἀξιωματικοὺς αὐτοὺς, ἦλθον πολλάκις ἀπὸ τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ νόμου μέχρι σήμερον εἰς τὴν οἰκίαν μου καὶ ὡμίλησαν πρὸς ἐμὲ περὶ τῆς σεπτῆς Β. Οἰκογενείας μετὰ γλώσσης πικρᾶς, ἵνα μὴ εἴπω καὶ ἀπειλητικῆς. Διὰ τοῦτο, Κύριοι, ὅτε συνεζητεῖτο τὸ νομοσχέδιον περὶ Γενικῆς Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ, ὅτε καὶ ἐγὼ εἶχον ὁμιλήσει κατὰ τῆς ἐπιψηφίσεως αὐτοῦ, περαίνων τὸν λόγον, ἔλεγον: «Ἡμεῖς οἱ πολεμοῦντες μετὰ τοσαύτης ἀντοχῆς τέλος πάντων καὶ τηλικαύτης ἐπιμονῆς, καὶ μέλλοντες νὰ πολεμήσωμεν τὸ προκείμενον νομοσχέδιον, ἡμεῖς, λέγω, Κύριοι, θέλομεν τὴν Α. Β. Ὑψηλότητα τὸν Διάδοχον ὑψηλὰ ἱστάμενον, μὴ προκαλοῦντα τὰ μίση καὶ τὰς ἔχθρας, μηδὲ ἐν τῷ παρόντι μηδὲ ἐν τῷ ἐγγὺς ἢ τῷ ἀπωτάτω μέλλοντι, ἱεροφάντην αὐτὸν ἐν τῷ ἀδύτῳ τοῦ ναοῦ. Δὲν θέλομεν παντάπασι νὰ μειωθῇ ἡ αἴγλη, ἥτις καὶ πρὸς τὸ συμφέρον αὐτοῦ καὶ πρὸς τὸ συμφέρον τοῦ ἔθνους δέον νὰ στέφῃ τὸ μέτωπον αὐτοῦ. Καὶ θέλομεν, ὅταν ὁ Ὕψιστος νομίσῃ, ὅτι ἐπέστη ἡ ὥρα νὰ καλέσῃ τὴν Α. Β. Ὑψηλότητα τὸ ἔθνος εἰς τὸν Θρόνον, θέλομεν κατὰ τὴν μεγάλην ἐκείνην ἡμέραν νὰ λατρεύηται ὁ νέος Βασιλεὺς παρὰ τῶν Ἑλλήνων ἁπάντων, ὅπου ὁμιλεῖται ἡ Ἑλληνικὴ γλῶσσα καὶ λατρεύεται ὁ Χριστός, οὐδὲν νέφος, οὐδ’ ἐλάχιστον, νὰ ἐπισκιάζῃ τὸ παρελθὸν αὐτοῦ, ἀλλὰ ν’ ἀκτινοβολῇ ἐκ λάμψεως ὁ νέος Βασιλεὺς καὶ ἡ οἰκογένεια αὐτοῦ.» Ἀλλ’ ἐρωτῶ, Κύριοι, ἐὰν τοιαύτη κατάστασις ἐξακολουθήσῃ, ἐὰν τὸν στρατὸν ὅλον, τὴν διοίκησιν αὐτοῦ ὅλην παραδώσωμεν μετά τινα ἔτη εἰς τὰς χεῖρας τῶν Αὐτῶν Βασιλικῶν Ὑψηλοτήτων, ὅταν ἡ Α. Β. Ὑψηλότης ὁ Διάδοχος τοῦ Θρόνου μετὰ πολλοὺς ἐνιαυτοὺς διαδεχθῇ τὸν σεπτὸν πατέρα αὐτοῦ,—καὶ εἴθε πολὺ μακρὰν νὰ ἦναι ἡ ἡμέρα ἐκείνη,—πρὸ ποίων ἀποτελεσμάτων θέλει εὑρεθῆ αὐτὸς ὁ τόπος; Πόσοι ἐχθροὶ κρύφιοι καὶ φανεροὶ δὲν θέλουσιν εὑρίσκεσθαι εἰς πᾶσαν γωνίαν ἐναντίον τοῦ μέλλοντος Βασιλέως τῆς Ἑλλάδος, —τί λέγω!—τῆς Ἑλληνικῆς φυλῆς; Οὐδὲν προσωπικὸν πάθος ἔχω, οὐδεμία προσωπικὴ δυσαρέσκεια ὑφίσταται, οὐδεμία ἀφορμὴ μὲ ὠθεῖ νὰ ἐγερθῶ καὶ νὰ ἀγορεύσω κατὰ τοιαύτης ὀλεθρίας ἐθνικῆς καταστάσεως· ἁπλῶς καὶ μόνον τὸ ἐθνικὸν συμφέρον. Αὐταὶ αἱ συζητήσεις, αἱ σήμερον γενόμεναι, τί ἄλλο ἀποδεικνύουσιν, εἰμὴ τὸ κῦρος καὶ τὴν ἀλήθειαν τῶν λόγων ἡμῶν; Καὶ εἶναι τάχα ἀνάγκη νὰ ἀποκρύψωμεν, ἀφοῦ πάντες ἐδῶ τυγχάνομεν ὄντες, ὅτι αὐτὴ ἡ Κυβέρνησις, καθ’ ἣν στιγμὴν ἐνταῦθα συζητοῦμεν, δὲν εὑρίσκεται ἐν λίαν ὁμαλαῖς σχέσεσι πρὸς τὰ ὑψηλὰ ταῦτα πρόσωπα; Βεβαίως δὲν εἶναι ἀπίθανον καὶ νὰ ἀκούσωμεν, ὡς ἐκ τοῦ καθήκοντος, ὅπερ ἔχει ἡ Κυβέρνησις, διάψευσιν τοῦ ἰσχυρισμοῦ ἡμῶν τούτου. Ἐγὼ ὅμως ἐπικαλοῦμαι τὴν συνείδησιν ὅλου τοῦ τόπου, τὴν συνείδησιν παντὸς ἀληθινοῦ ἀνθρώπου νὰ μοὶ εἴπῃ, ἂν ἡ Κυβέρνησις ἕνεκα τῶν ὑποβληθέντων στρατιωτικῶν νομοσχεδίων δὲν εὑρίσκεται εἰς δυσάρεστον θέσιν, ἂν οὐχὶ πρὸς τὸν Θρόνον, ἀλλὰ τοὐλάχιστον πρὸς τοὺς περὶ τὸν Θρόνον. Ἰδοὺ, Κύριοι, διατὶ ἐξεπλάγην, ὅτε εἶδον ἐν τῷ συμπλέγματι τῶν νομοσχεδίων, τῶν ὑποβληθέντων εἰς τὴν Βουλήν, πάλιν νὰ ἀναφαίνηται σχεδὸν καὶ ἡ «Γενικὴ Διοίκησις» ὑπὸ ἄλλο ἔνδυμα, ὑπὸ ἄλλην περιβολὴν, ὑπὸ τὸ ἔμβλημα τῆς νομοθεσίας «περὶ σχηματισμοῦ ἀνωτέρων μονάδων τοῦ στρατοῦ», ὑπὸ τὸ ὄνομα τῆς «Στρατηγίας». Ἐρωτῶ, τίς αὐτὴ ἡ «Στρατηγία»; Ἔσται ὑπεύθυνος ἀπέναντι τῶν νόμων; Παρακαλῶ νὰ ἐγερθῇ τις ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ἐὰν ὑπάρχῃ, καὶ ἂν ἔχῃ τὸ θάρρος, νὰ μοὶ εἴπῃ, ὅτι, ἐν ᾗ περιπτώσει, ὡς Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ἤθελε σχηματίσει τὴν ἰδέαν, ὅτι ἡ «Στρατηγία» δὲν ἀπεδεικνύετο ἐπιτηδεία πρὸς τὸ καθῆκον αὑτῆς, ἤθελε ποτὲ τολμήσει νὰ ὑποβάλῃ πρότασιν πρὸς ἀπαλλαγὴν αὐτῆς ἀπὸ τῶν ἰδίων καθηκόντων. Ὑποθέτω, ὅτι οὐδεὶς θέλει τολμήσει νὰ πράξῃ τοῦτο, διότι κατὰ τὴν στιγμὴν, καθ’ ἣν, οὐχὶ ἤθελε πράξει, ἀλλ’ ἁπλῶς ἤθελεν ἀποπειραθῆ νὰ πράξῃ τοῦτο, ἤθελε συντριβῆ, ὡς θέλετε πεισθῆ μετ’ οὐ πολὺν χρόνον. Διὰ τοῦτο ἐγὼ, Κύριοι, δὲν θέλω δυστυχῶς δυνηθῆ, μεθ’ ὅλην τὴν ἐμπιστοσύνην, ἣν ἐπεθύμουν νὰ ἔχω πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, δὲν θέλω δυνηθῆ νὰ ψηφίσω καὶ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, διότι εἰμὶ βέβαιος, ὅτι ἐντὸς οὐχὶ πολλοῦ χρόνου θέλομεν πάλιν εὑρεθῆ πρὸ τῶν αὐτῶν δυσαρέστων περιστάσεων. Διότι ἐγὼ φρονῶ, ὅτι καὶ πρὸς τὸ συμφέρον τῆς Δυναστείας, καὶ πρὸς τὸ συμφέρον τοῦ πολιτεύματος καὶ τοῦ στρατοῦ καὶ τοῦ τόπου, αἱ Αὐτῶν Βασιλικαὶ Ὑψηλότητες πρέπει ν’ ἀπέχωσι πάσης ἀναμίξεως εἰς τὰ τῆς Διοικήσεως, ἐπειδὴ ἐπιθυμῶ νὰ πραγματοποιηθῶσιν οἱ πόθοι μου, οὓς, ὅτε συνεζητεῖτο τὸ περὶ «Γενικῆς Διοικήσεως» νομοσχέδιον, καταστρέφων τὴν ἀγόρευσίν μου, ὡς ἐν συμπεράσματι ἔλεγον, καὶ οὓς ἀπετόλμησα, ἕνεκα τῆς εὐμενοῦς ἀνοχῆς ὑμῶν, νὰ ὑπομνήσω πρὸς ὑμᾶς καὶ πάλιν. Θέλω, Κύριοι, κηρυχθῆ καὶ κατὰ τοῦ ἑτέρου νομοσχεδίου, τοῦ «περὶ Ἐπιθεωρήσεων τοῦ στρατοῦ», καὶ διὰ πολλοὺς μὲν ἄλλους καὶ τοὺς αὐτοὺς λόγους, ἀλλὰ κυρίως διότι διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου ὑποβάλλονται εἰς ἐπιθεώρησιν ἀναγκαστικήν, Κύριοι, τίνες νομίζετε; καὶ αὐτοὶ οἱ στρατιωτικοὶ Βουλευταί! τοῦθ’ ὅπερ κατὰ τὴν προτέραν νομοθεσίαν δὲν ὑφίστατο, διότι ἐκ τῆς θελήσεως αὐτῶν ἐξήρτητο νὰ ἐπιθεωρηθῶσι. Καὶ φαντάζομαι ἐξαίφνης, Κύριοι, ὡραίαν τινὰ ἡμέραν ἀγορεύοντα τὸν κύριον ἐξ Οἰτύλου Βουλευτὴν, καὶ καλούμενον νὰ διακόψῃ τὴν ἀγόρευσιν αὐτοῦ, ὅπως ἀναγκαστικῶς ἐπιθεωρηθῇ! (ἱλαρότης).

§166Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Εἶμαι ἕτοιμος πάντοτε.

§167Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (πρὸς τὸν κύριον Κουμουνδοῦρον). Ἀλλὰ πρέπει τότε νὰ διακόψητε τὴν ἀγόρευσιν, καὶ ἡμεῖς νὰ περιμένωμεν!

§168Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Νομίζω, κύριοι Βουλευταί, ὅτι εὑρέθημεν πρὸ τῆς καταστάσεως ταύτης, διότι, ὅσῳ καὶ ἂν προσεπαθήσαμεν πρόρριζα ν’ ἀνατρέψωμεν τὸ παρελθὸν, κατὰ τὰς ἰδέας ἡμῶν καὶ τὰς ἐπαγγελίας, δὲν ἐτολμήσαμεν, ὠρρωδήσαμεν· ἠθελήσαμεν μικρὸν ἐκ τοῦ παρελθόντος νὰ θίξωμεν, καὶ οὐχὶ τὸ παρελθὸν αὐτὸ ἐν τῇ ἑαυτοῦ ὁλομερείᾳ. Ἐγὼ, Κύριοι, δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι, ἐὰν τὸ σεβαστὸν γῆρας τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως καὶ τὸ παρελθὸν αὐτοῦ, τὸ ἔντιμον καὶ τὸ ἐπιβάλλον, καὶ ἡ μεγάλη πεῖρα αὐτοῦ ἐνεφανίζοντο πρὸ τοῦ Ἄνακτος καὶ ἔλεγον αὐτῷ εὐθαρσῶς τὴν ἀλήθειαν, ὅτι τουτέστι «τοιαῦτά τινά εἰσι τὰ μέτρα ἡμῶν, ἅτινα θέλομεν ὑποβάλει εἰς τὴν Βουλὴν τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ ἔθνους, οὐχὶ διότι ὑπεστηρίξαμεν αὐτὰ κατὰ τὸ παρελθὸν, ἀλλὰ διότι πεποίθαμεν καὶ κατὰ τὸ παρὸν, ὅτι εὑρισκόμεθα ἐν τῇ ἀληθείᾳ», ἐγὼ, Κύριοι, δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι ὁ Ἄναξ, ὃν χαρακτηρίζει λεπτότης κρίσεως, στοργὴ πρός τε τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα καὶ πρὸς τὸν Οἶκον αὑτοῦ, ἤθελεν ἴσως συζητήσει, ἀλλ’ ἤθελεν ἀποδεχθῆ τὰς γνώμας τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Διότι ἐγὼ πιστεύω, ὅτι οἱ Ὑπουργοὶ κατὰ γενικὴν ἀρχὴν βεβαίως δὲν εἶναι ὑπόχρεοι νὰ εἰσηγῶνται προηγουμένως τὰ νομοθετήματα αὑτῶν πρὸς τὸν Βασιλέα. Ἐὰν τοιοῦτόν τι ἐλάμβανε χώραν, ἡ συζήτησις ἐν τῇ Βουλῇ δὲν ἤθελεν εἶσθαι ἐλευθέρα, διότι οἱ Ὑπουργοὶ ἐν πάσῃ τροπολογίᾳ τῶν μετὰ τοῦ Βασιλέως συζητηθέντων καὶ συνταχθέντων νομοσχεδίων ἤθελον ἀναγκάζεσθαι νὰ ἐγκαταλείπωσι τὴν αἴθουσαν τῆς Βουλῆς, καὶ νὰ ἐπισκέπτωνται τὸ Γραφεῖον τῆς Αὐτοῦ Μεγαλειότητος, ἵνα ζητήσωσι γνώμην. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι οὐ μόνον δὲν εἶναι ὑπόχρεοι κατὰ γενικὴν ἀρχὴν οἱ Ὑπουργοὶ νὰ ὑποβάλλωσι τὰ νομοσχέδια εἰς τὸν Βασιλέα, ἀλλὰ καὶ συμφέρον τῆς Βασιλείας εἶναι τοῦτο, νὰ μὴ λαμβάνῃ τουτέστι κατὰ γενικὴν ἀρχὴν μέρος εἰς τὴν τοιαύτην προεργασίαν, διότι ἄλλως φαίνεται ἡ Βασιλεία ἐρχομένη εἰς τὴν αἴθουσαν ταύτην καὶ συζητοῦσα μεθ’ ἡμῶν, πρᾶγμα, ὅπερ ἡ κοινοβουλευτικὴ συνήθεια ἀνέκαθεν δὲν παρεδέχθη, πρᾶγμα, ὅπερ ἤθελε τιτρώσκει τὴν Βασιλείαν, ὁσάκις αἱ γνῶμαι αὐτῆς δὲν ἤθελον γίγνεσθαι ἀποδεκταί. Ἀλλ’ ἐνῷ φρονῶ ταῦτα ἐκ θεωρητικῆς ἀπόψεως, ἀφ’ ἑτέρου ἐκ πρακτικῆς ἀπόψεως νομίζω, ὅτι, ἀφοῦ πρόκειται περὶ νομοσχεδίου, δι’ οὗ ὁπωσδήποτε ἀφαιρεῖται ὑπάτη ἐξουσία ἐκ τῶν χειρῶν ἑνὸς τῶν Βασιλοπαίδων, βεβαίως ἀπῃτεῖτο, ἵνα προειδοποιηθῶσι περὶ τούτου καὶ ὁ Βασιλεὺς καὶ ὁ Γεν. Διοικητὴς τοῦ στρατοῦ, οὐχὶ ἵνα ζητηθῇ ἄδεια, ἧς οἱ Ὑπουργοὶ δὲν ἔχουσιν ἀνάγκην, ἀλλ’ ἐκ πνεύματος ἁβρότητος καὶ πρακτικότητος, ἥτις ἔδει νὰ διευθύνῃ τὰς πράξεις τῶν Ὑπουργῶν. Ὅθεν, ἐὰν τοιοῦτόν τι ἐγίγνετο, βεβαίως ἡ Κυβέρνησις δὲν ἤθελεν ἀπαντήσει τὰς δυσχερείας, πρὸ τῶν ὁποίων σήμερον εὑρίσκεται. Διὰ τοῦτο, Κύριοι, ἐγὼ τοὐλάχιστον νομίζω, ὅτι ἡ αἴτησις τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Κορινθίας Βουλευτοῦ, ζητοῦντος, ἵνα κατατεθῶσιν αἱ ἐκθέσεις τῶν κατὰ διαφόρους ἐποχὰς λαβουσῶν χώραν ἐπιθεωρήσεων τοῦ στρατοῦ, εἶναι νόμιμος καὶ λυσιτελὴς, λυσιτελὴς πρὸς τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου, ὅπερ μετ’ ὀλίγον θέλομεν κληθῆ νὰ προτάξωμεν ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει. Διὰ τοῦτο ἄς μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ φρονῶ, μεθ’ ὅλον τὸν σεβασμὸν, ὃν ἔχω πρὸς τὸ κῦρος τῆς γνώμης τοῦ κ. ἡγέτου τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι δὲν εἶναι κατὰ πάντα δικαία ἡ σύστασις αὐτοῦ, ὅπως οἱ κύριοι Βουλευταὶ μὴ ζητήσωσι νὰ προσκομισθῶσιν αἱ ἐκθέσεις αὗται, ὅταν ἡ προσκόμισις αὐτῶν ἀκριβῶς ζητῆται διὰ τοῦτον τὸν λόγον, ἵνα σχηματισθῇ πεποίθησις, ὅτι ἀπέτυχεν ὁ νόμος «περὶ Γενικῆς Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ», ἵνα σχηματισθῇ πεποίθησις, ἣν ἐγὼ τοὐλάχιστον ἔχω ἤδη, ὡς προεῖπον, ὅτι καὶ αὐτὸς ὁ νόμος «περὶ σχηματισμοῦ ἀνωτέρων μονάδων τοῦ στρατοῦ» θέλει ἐπίσης ἀποτύχει. Καὶ ἵνα, Κύριοι, καταστρέψω τὸν λόγον, ἐγὼ τοὐλάχιστον δὲν θέλω νὰ ἰσχυρισθῶ, ὅτι, ἂν συνέβησαν ἀδικίαι ἐκ μέρους τῆς «Γενικῆς Διοικήσεως» πρὸς ἄλλους, αὗται συνέβησαν ἐπίτηδες καὶ ἀπὸ σκοποῦ. Ἀναμένω τὴν κατάθεσιν τῶν ἐγγράφων ἀκριβῶς, ἵνα εὐχαρίστως πεισθῶ περὶ τοῦ ἐναντίου. Ἐγὼ, Κύριοι, δὲν ἰσχυρίζομαι, ὅτι ἡ Αὐτοῦ Βασιλικὴ Ὑψηλότης ὁ Διάδοχος δὲν ἐμπνέεται ἐκ φιλοπατρίδων προαιρέσεων πρὸς βελτίωσιν τῶν τοῦ στρατοῦ, ζητῶν νὰ ἐξακολουθήσῃ ἔχων τὴν Γενικὴν Διοίκησιν τοῦ στρατοῦ. Ἀλλὰ καὶ διατείνομαι καὶ λέγω, ὅτι ἕνεκα τῶν λόγων, οἵτινες πολλάκις ἀνεπτύχθησαν ἐνταῦθα καὶ κατὰ τὸ στάδιον τοῦτο τῶν συζητήσεων καὶ κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ ὑπάρχοντος θεσμοῦ, ἕνεκα τῶν λόγων, λέγω, ἐκείνων τὰ συμφέροντα τῆς Δυναστείας ζημιοῦνται, καὶ τὰ συμφέροντα τοῦ στρατοῦ, καὶ τὰ συμφέροντα τοῦ ἔθνους, καὶ τὸ κῦρος τοῦ πολιτεύματος ἐπίσης. Ἀνομολογῶ τῳόντι, ὅτι, ὡς διῳκοῦντο ἄλλοτε τὰ πράγματα τοῦ στρατοῦ, θὰ συνέβαινον ἴσως αἱ κατηγορούμεναι ἀλλότριαι ἐπεμβάσεις. Ὡς ἐκ τῆς μεγάλης, πολυανθρώπου καὶ τὰ μάλα πεφωτισμένης ἐκλογικῆς περιφερείας, ἐν ᾗ ἔχω τὴν τιμὴν νὰ πολιτεύωμαι, ἐλάχιστα ἀναμιγνύομαι εἰς τὰ τῶν προσωπικῶν μεταβολῶν, καὶ προκαλῶ τοὺς ἑκάστοτε καὶ κατὰ καιροὺς Ὑπουργοὺς τῶν Στρατιωτικῶν ἑκατέρας τῶν πτερύγων νὰ βεβαιώσωσιν, ἄν ποτε ἐπεσκέφθην αὐτοὺς εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, ἢ ἂν ἐγενόμην ποτὲ πρὸς αὐτοὺς φορτικὸς ἢ ὀχληρὸς, ζητῶν προστασίαν ἀξιωματικῶν, ἢ ὑπαξιωματικῶν, ἢ στρατιωτῶν. Ἀκούω ὅμως καὶ μανθάνω, διότι κατοικῶ καὶ ἐγὼ ἐν τῇ πόλει ταύτῃ, ὅτι πολλάκις συνέβαινον ἔκτροπα πράγματα, ὅτι ἀληθῶς πολλάκις τοὺς Ὑπουργοὺς τῶν Στρατιωτικῶν περιεκύκλουν πολιτικοί τινες ἄνδρες, αἰτοῦντες διαφόρους χαριστικὰς πράξεις ὑπὲρ φίλων αὑτῶν ἀξιωματικῶν, ἢ ὑπαξιωματικῶν, ἢ στρατιωτῶν. Ἀκούω ὅτι τὸ κακὸν τοῦτο περιεστάλη ἐκ τοῦ ὑπάρχοντος θεσμοῦ τῆς Γενικῆς Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ.

§169ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ (ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Ἔπαυσε.

§170Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Νομίζω, ὅτι εἶναι καλὸν νὰ περιορισθῶμεν εἰς τὸ «περιεστάλη», διότι ἐντελῶς δὲν ἔπαυσεν. Ὄχι διότι ἡ Α. Β. Ὑψηλότης θέλει καταδεχθῆ ποτε νὰ ἐνεργήσῃ χαριστικὰς πράξεις· ἐξ ἐναντίας, ἐγὼ ἀκούω τοὺς ἀξιωματικούς, ὧν πολλοὺς ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ἔχω φίλους, ὅτι δίκαιος ἀνὴρ εἶναι ἡ Α. Β. Ὑψηλότης ὁ Διάδοχος, καὶ τοιοῦτον καὶ ἐγὼ ἐγνώρισα αὐτὸν ἐκ τῆς ὀλιγοχρονίου μετὰ τῆς Α. Β. Ὑψηλότητος ἐργασίας μου. Ἀλλὰ μὴ λησμονῶμεν, Κύριοι, ὅτι περὶ τὸν Διάδοχον ὑπάρχει καὶ βοηθητικὴ ὑπηρεσία, ἥτις ποτὲ μοὶ φαίνεται, ὅτι δὲν θέλει τολμήσει νὰ ἀρνηθῇ, ὅτι ἀνέλαβε νὰ ἐκτελῇ ὅ,τι ἄλλοτε, βεβαίως ἐν μείζονι κλίμακι, ἐξετέλουν οἱ Βουλευταὶ, πολλαχῶς καὶ φορτικῶς πιεζόμενοι. Διὰ τοῦτο, καίτοι εἶμαι διατεθειμένος νὰ ἴδω πολὺ εὐχαρίστως πίπτοντα τὸν θεσμὸν τῆς Γενικῆς Διοικήσεως, καίτοι δὲν εἶμαι διατεθειμένος νὰ ψηφίσω οὔτε τὸ νομοσχέδιον «περὶ ἐπιθεωρήσεων», οὔτε τὸ νομοσχέδιον «περὶ Στρατηγίας», εὐαρέστως καὶ μετὰ πολλῆς τῆς προθυμίας θέλω δεχθῆ καὶ ψηφίσει διατάξεις νόμων, ὧν δυνάμει νὰ περιφρουρηθῶσι τὰ δικαιώματα, ἡ ἀσφάλεια καὶ ἡ τιμὴ τῶν κυρίων ἀξιωματικῶν. Καὶ τοιοῦτόν τινα νόμον ἀπεκδέχομαι ἀπὸ τῆς πεφωτισμένης Κυβερνήσεως, ἥτις ἡγεῖται τῶν πραγμάτων τῆς χώρας.

§171Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Τοιαύτη ἐργασία παρασκευάζεται.

§172Α. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω, κύριε Πρόεδρε, ὅτι ἔχω τὴν ὑποχρέωσιν νὰ μὴ ἀφήσω νὰ παρέλθῃ ἐν σιγῇ τὸ μέρος ἐκεῖνο τῆς ὁμιλίας τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀττικῆς συναδέλφου, διὰ τοῦ ὁποίου ἔρριψεν ὑπαινιγμόν τινα κατὰ τῶν Βουλευτῶν ἐκείνων, οἵτινες τελευταίως παρουσιάσθησαν ἐνώπιον τῆς Α. Β. Ὑψηλότητος τοῦ Διαδόχου καὶ ἐπειδὴ καὶ ἐγὼ συνέπεσε νὰ παρουσιασθῶ κατὰ τὰς ἡμέρας ἐκείνας, ὀφείλω νὰ γνωρίσω εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι ἔπραξα τοῦτο χωρὶς νὰ παρακληθῶ, οὐδὲ νὰ προκληθῶ, οὐδὲ νὰ προσκληθῶ παρ’ οὐδενός· ἔπραξα τοῦτο ἐκ τῆς πεποιθήσεως, τὴν ὁποίαν ἔχω, ὅτι οὐχὶ μόνον Βουλευταὶ, ἀλλὰ καὶ πάσης τάξεως πολῖται ὀφείλουσι νὰ ἐπιδιώκωσι τὴν εὐκαιρίαν, ὅπως γνωρίζωσιν ἐκ τοῦ πλησίον τὴν Α. Β. Ὑψηλότητα καὶ μορφώνωσιν ἀκλόνητον καὶ ἑδραίαν τὴν πεποίθησιν περὶ τῆς μορφώσεως καὶ τῆς διανοητικῆς ἀναπτύξεως αὐτοῦ (ἱλαρότης). Διότι φρονῶ, ὅτι κατόπιν τοιαύτης ἐπικοινωνίας μετὰ τοῦ μέλλοντος ἡμῶν Βασιλέως δὲν θὰ εὑρίσκωσιν ἔδαφος πλέον οἱ ῥιπτόμενοι ἑκάστοτε ὑπαινιγμοὶ, ὅπως ἐπισκιάζηται πᾶσα ἀγαθὴ πρᾶξις ἀπορρέουσα παρὰ τῆς Α. Ὑψηλότητος. Οὐδένα, Κύριοι, ἐξαιρετικὸν λόγον ἔχω, ἵνα ἐκφράζωμαι ὅπως ἐκφράζομαι· ἔχω μόνον τὸν λόγον, τὸν ὁποῖον ἡ συνείδησίς μου ὑπαγορεύει, ὅτι ἡ φροντὶς ἁπάντων ἡμῶν καὶ ἐντὸς καὶ ἐκτὸς τῆς Βουλῆς πρέπει νὰ ἦναι τοιαύτη, ὥστε νὰ τηρῆται ἀμείωτον τὸ γόητρον τοῦ Βασιλέως καὶ τῆς Βασιλικῆς Οἰκογενείας.

§173Α. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Μόνον οἱ κόλακες τὰ λέγουσιν αὐτά!

§174Α. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Μὲ συγχωρεῖτε, κύριε Παναγιωτόπουλε· τὴν θέσιν, τὴν ὁποίαν κατέχω, τὴν ἐδημιούργησα ἀπ’ ἐμαυτοῦ, χωρὶς νὰ ἴδω τίποτε καὶ χωρὶς νὰ ἐλπίζω τίποτε παρ’ οὐδενός. Ἔχω λοιπὸν τὴν πεποίθησιν, ὅτι, τηρουμένου ἀμειώτου τοῦ γοήτρου τοῦ Βασιλέως, ὡς καὶ τῶν μελῶν τῆς Βασιλικῆς Οἰκογενείας, ἔχει πλειότερον νὰ ὠφεληθῇ ὁ Ἑλληνισμὸς ἢ τοὐναντίον. Ταῦτα εἶχον, κύριε Πρόεδρε, νὰ εἴπω.

§175Γ. ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε.

§176ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κουμουνδοῦρος ἔχει τὸν λόγον.

§177Γ. ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Εἶναι προσωπικόν, κ. Κουμουνδοῦρε.

§178Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὁρίστε.

§179Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Προτείνει νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν καὶ νὰ διακόψωμεν μετὰ τὰς 8.

§180Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὁ κ. Κουντουριώτης δὲν θὰ μᾶς κανονίσῃ τὴν συζήτησιν.

§181Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Δὲν πρόκειται νὰ κανονίσω ἐγὼ τὴν συζήτησιν. Ἐγὼ εἶπον μίαν γνώμην, καὶ ἂν ἡ Βουλὴ ἦναι διατεθειμένη νὰ τὴν δεχθῇ, θὰ μὲ εὐχαριστήσῃ παραπολὺ (ἱλαρότης).

§182Γ. ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἀπὸ τοῦ 1874 εἶχον νὰ ἀκούσω παρομοίαν γνώμην. Ὁ ἀξιότιμος συνάδελφός μου ἐξ Ἠλείας κ. Ἀνδρέας Στεφανόπουλος εἶπε πρὸ μικροῦ, ὅτι ἔκρινε περὶ τῆς διανοητικῆς ἀναπτύξεως τοῦ μέλλοντος Βασιλέως τῆς Ἑλλάδος! Ἐνθυμεῖσθε, ὅτι κατὰ τὸ 1874 ἔκρινε περὶ τῆς διανοητικῆς ἀναπτύξεώς μου ὁ τότε Πρόεδρος τῆς Βουλῆς Κασιμάτης, ὅστις ἐκλήθη καὶ νοομέτρης. Ὥστε ἀνέζησεν ὁ νοομέτρης, κύριε Πρόεδρε! (γέλωτες).

§183Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν ἤθελον, Κύριοι, ν’ ἀναμιχθῶ εἰς τὴν συζήτησιν πλέον, ἐὰν ἡ ἀγόρευσις τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Μεγαρίδος Βουλευτοῦ δὲν μὲ προεκάλει, καὶ ἐὰν ἡ γνώμη, τὴν ὁποίαν ἐξέφρασεν ὁ ἔντιμος Πρωθυπουργός, δὲν μοὶ ἐπέβαλλε νὰ λάβω τὸν λόγον. Εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ παρατηρήσω εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Μεγαρίδος, ὅτι εἶναι πολὺ νέος, ἵνα δίδῃ συμβουλὰς πρὸς ἡμᾶς τοὺς στρατιωτικούς.

§184Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶμαι καὶ τόσον νέος; εἶμαι τεσσαρακοντούτης (ἱλαρότης).

§185Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. .. Ἡ προθυμία δὲ αὕτη εἰς τὸ νὰ δίδῃ συμβουλὰς τὸν ἔκαμε νὰ στηρίξῃ τὴν γνώμην του ἐπὶ τούτου εἰς ἰδέαν, τὴν ὁποίαν αὐτὸς ἐσχημάτισεν, ὅτι ἡμεῖς οἱ στρατιωτικοὶ ἐνταῦθα κατὰ τὴν συζήτησιν τὴν σημερινὴν εὑρέθημεν διαφωνοῦντες.

§186Γ. ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Ἐγὼ εἶμαι πολίτης, κύριε Κουμουνδοῦρε.

§187Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. .. Ὑπάρχει στρατιωτικὸν ζήτημα, εἰς τὸ ὁποῖον διαφωνοῦμεν; Ὁμιλοῦμεν περὶ ἐκθέσεων· καὶ οἱ μὲν εἶχον τὴν ἰδέαν νὰ ἔλθῃ ἡ ἔκθεσις ἡ εἰδική, οἱ δὲ εἶχον τὴν ἰδέαν νὰ ἔλθῃ ἡ ἔκθεσις ἡ γενική. Ὑπάρχει που διαφωνία εἰς τοῦτο; Ἀλλὰ δὲν εἶναι ἀκριβῶς ὁ λόγος αὐτός, ὁ ὁποῖος μὲ κάμνει νὰ λάβω τὸν λόγον. Ὁ λόγος, ὁ ὁποῖος μὲ ἔφερεν εἰς τὸ βῆμα, Κύριοι, εἶναι, διότι ὁ ἔντιμος ἐκ Μεγαρίδος Βουλευτὴς ἠθέλησε νὰ δείξῃ εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι ἐγὼ δὲν εἶμαι συνεπὴς πρὸς ἐμαυτόν, διότι ἄλλοτε ἐξηγέρθην καὶ ἐζήτησα νὰ μὴ προσαχθῶσιν ἐκθέσεις καὶ καταγγελίαι ἀφορῶσαι ἀξιωματικοὺς τοῦ στρατοῦ, διὰ νὰ μὴ συντριβῇ τὸ γόητρον αὐτῶν. Ἀληθῶς, Κύριοι; ἀλλὰ τότε ἐπρόκειτο νὰ γείνῃ συζήτησις ἐν τῇ Βουλῇ ἀκαδημαϊκή, οὐδένα ἔχουσα σκοπόν. Ὁ λόγος ὅμως, Κύριοι, ὁ ὁποῖος μὲ ἔφερε σήμερον εἰς τὴν ἀναπόδραστον ἀνάγκην νὰ ζητῶ νὰ προσαχθῶσι τὰ τοιαῦτα ἔγγραφα, εἶναι, διότι ἀνώτερος καὶ σπουδαιότερος λόγος ἀπὸ τὸ γόητρον τοῦ στρατοῦ προκαλεῖ τὴν ἐπιμονήν μου ταύτην. Καὶ ὁ ἀνώτερος λόγος εἶναι τὸ γόητρον τῆς Δυναστείας. Ἐγὼ ἀγαπῶ τὴν πατρίδα μου, καὶ εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ ἀγαπῶ τὴν Βασιλείαν. Δὲν θέλω νὰ κολακεύω, καὶ ὁμιλῶ τοιουτοτρόπως, διότι δὲν συνήθισα νὰ κολακεύω. Εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ ἀγαπῶ τὴν Βασιλείαν, διότι ἀγαπῶ τὴν πατρίδα μου, διότι ἡ Βασιλεία εἶναι ἀρρήκτως συνδεδεμένη μὲ τὴν πατρίδα μου.

§188Γ. ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Ὄχι καὶ τόσον, κύριε Βουλευτά.

§189Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ταῦτα εἰς ἀπάντησιν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἄλλως θέτουσι τὸ ζήτημα, καὶ τὸ θέτουσι διὰ τὸν λόγον, διὰ τὸν ὁποῖον κατηγοροῦσιν ἡμᾶς ὡς καταγγέλλοντας τὰ πράγματα καὶ βυσσοδομοῦντας κατὰ τῆς Δυναστείας! Βυσσοδομοῦσι κατὰ τῆς Δυναστείας ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἀναμιγνύουσιν ἀνευθύνους εἰς ὑπηρεσίας, αἱ ὁποῖαι ἐπιφέρουσιν εὐθύνας.

§190Γ. ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Ἀκριβῶς.

§191Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἡμεῖς δέ, οἱ ὁποῖοι συζητοῦμεν ἐδῶ, ζητοῦμεν ν’ ἀπομακρύνωμεν τοὺς ἀνευθύνους ἀπὸ τὰς εὐθύνας, καὶ νὰ μὴ καταρρίπτηται τὸ γόητρον τῆς Δυναστείας ἐκ τῆς ἀναμίξεως τῆς τάδε ἢ τάδε, ἡ ὁποῖα προκαλεῖ τὰς συζητήσεις καὶ κλονίζει τὸ γόητρον τῆς Δυναστείας.

§192Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ συμφωνῶ.

§193Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Διὰ τοῦτο ζητοῦμεν τὴν συζήτησιν καὶ ἐν μυστικῇ συνεδριάσει, διὰ νὰ σώσωμεν τὴν Δυναστείαν ἀπὸ τὸν κίνδυνον, τὸν ὁποῖον ὑπηνίχθη ὁ βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς κ. Λεβίδης. Ἡμεῖς, Κύριοι, εἴτε Ὑπουργοὶ εἴμεθα, εἴτε ἰδιῶται, εἰς προτάσεις καὶ γνώμας φίλων μας τείνομεν οὖς εὐμενὲς, διότι τ’ ἀποτελέσματα τῶν γνωμῶν ἐκείνων, ὅταν ἔχωσιν ἀγαθὴν τὴν βάσιν, θὰ τιμῶσιν ἡμᾶς, οἱ ὁποῖοι θὰ πραγματοποιήσωμεν τὰς γνώμας ἐκείνας. Κατὰ μείζονα λόγον θὰ δεχθῶμεν γνώμας εἴτε τοῦ Βασιλέως εἴτε τῶν Ὑψηλοτήτων, ὅταν πρόκηται νὰ πραγματοποιήσωμεν ἀγαθόν τι διὰ τὴν πατρίδα ἡμῶν. Φιλοδοξοῦμεν νὰ καταλάβωμεν τὴν ἀρχὴν, οὐχὶ διὰ νὰ καλώμεθα Ὑπουργοὶ, διότι ὁ τίτλος αὐτὸς δὲν ἔχει καμμίαν ἀξίαν, ὅταν δὲν ἦναι εἰς τὴν πραγματικὴν του θέσιν· ἐγὼ τὸν περιφρονῶ, — καὶ τὸ λέγω εἰλικρινῶς· — ἐὰν φιλοδοξῶ νὰ γείνω Ὑπουργὸς, φιλοδοξῶ διὰ νὰ συνδέσω τὸ ὄνομά μου μὲ ἀγαθὴν, μὲ ἔνδοξον, εἰ δυνατὸν, πρᾶξιν πρὸς τὴν πατρίδα μου. Διὰ τοῦτο συζητοῦμεν καὶ ἐπαναλαμβάνομεν εἰς ἑκάστην συζήτησιν τὸ ζήτημα τὸ στρατιωτικὸν, διὰ νὰ φωτίσωμεν τὴν Βουλὴν περὶ τῶν κακῶν τῶν ἐπικειμένων, περὶ τῶν κακῶν, τὰ ὁποῖα ἤρξαντο νὰ λαμβάνωσι σάρκα καὶ ὀστᾶ, διὰ νὰ ὑποδείξωμεν εἰς τὴν Βουλὴν, εἰς τὸ ἔθνος, ὅτι κινδυνεύομεν. Δὲν θέλω νὰ εἴπω περισσότερα. Μία συνέντευξίς μου πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν καὶ μία παράκλησίς μου προῆλθεν ἐκ τοῦ κινδύνου, ὁ ὁποῖος ἀπειλεῖ τὴν πατρίδα ἡμῶν· εὑρῆκα πρόθυμον ἢ μᾶλλον ἐκτελοῦντα τὴν παράκλησίν μου τὸν κ. Ὑπουργὸν, καὶ ἐξέφρασα τὴν εὐγνωμοσύνην μου. Διὰ τοῦτο ζητοῦμεν λοιπὸν τὴν συζήτησιν καὶ ἐν μυστικῇ συνεδριάσει, διὰ νὰ σώσωμεν, ἐπαναλαμβάνω, τὴν πατρίδα ἡμῶν.

§194Γ. ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Διὰ νὰ προλάβωμεν, ἵνα μὴ οἱ τέσσαρες ὑπαξιωματικοὶ, οἱ ὁποῖοι ἐπῆγαν εἰς τὸ Παλάτι καὶ ἐζήτησαν τὸ δίκαιόν των, γείνωσι δέκα ἢ καὶ περισσότεροι.

§195Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. 600 προήχθησαν! Δὲν ἠμπορεῖ πλέον νὰ τὸ χωνεύσῃ κανείς! Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε. Ὅλοι, ὅσων ἐκοκκίνισεν ὁ σβέρκος, κατὰ τὸ δὴ λεγόμενον, ἀπὸ τὸ κτύπημα τῶν ποδῶν ἐπ’ αὐτοῦ, ἔγειναν ἀξιωματικοί! Ἐσώσατε τὴν πατρίδα! Ἐμουντζουρώσατε τὴν πατρίδα! Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε.

§196Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἀπαντῶ εἰς τὸν ἔντιμον συνάδελφον ἐκ Γυθείου, ὅτι εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ἐπροβιβάσθησαν καὶ εὐεργετικοὶ δι’ ὅσους συνέλαβον φυγοδίκους, εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ἐπροβιβάσθησαν ἕνεκα ἀρχαιότητος ὑπηρεσίας κατὰ τὸν εὐεργετικὸν νόμον καὶ ὑπαξιωματικοὶ εἰς οὐδὲν συντελέσαντες, καὶ ὑπαξιωματικοὶ ἐκ τῆς ὑπηρεσίας προερχόμενοι, ἀλλ’ ὀλίγοι μόνον ἐκ τῶν ὑπαξιωματικῶν, οἱ ὁποῖοι ἔπραξαν ἐν τῇ στιγμῇ τῇ κρισίμῳ τῆς πατρίδος τὸ καθῆκον αὐτῶν ἐπροβιβάσθησαν, οἱ λοιποὶ ἐκ τῶν τοιούτων περιεφρονήθησαν, παρηγκωνίσθησαν, λέγω πρὸς τὸν ἔντιμον ἐκ Γυθείου Βουλευτήν. Καὶ ἂν ἦναι ἀληθὲς, ὅτι ἐξεπλήρωσαν τὸ καθῆκόν των κατὰ τρόπον, ὅστις ἐπέβαλλεν εἰς τὴν Πολιτείαν νὰ μεριμνήσῃ περὶ αὐτῶν καὶ ἱκανοποιήσῃ αὐτοὺς, μάρτυς ψευδὴς θὰ ἦναι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἐμελέτησε καὶ ἔδωκε τὴν γνώμην του περὶ τούτου, ὁ συνταγματάρχης κ. Γρίβας, ὁ ἐκ Βονίτσης βουλευτής.

§197Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Εἶναι ἐκθέσεις 1100, καὶ δὲν ὑπάρχει ἀνώτερος ἀξιωματικὸς, ὅστις νὰ μὴ λέγῃ ἐν τῇ ἐκθέσει του, ὅτι πρέπει νὰ προαχθῶσιν οἱ ὑπ’ αὐτὸν, διὰ νὰ δείξῃ, ὅτι τὸ Σῶμά του ἐξεπλήρωσε τὸ καθῆκόν του, διὰ νὰ καλύψῃ τὸ αἶσχός του!

§198Κ. ΓΕΡΑΚΗΣ. Μάλιστα, Κύριοι! διότι εἶμαι μάρτυς εἰς τὸν πόλεμον.

§199Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἂν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτῆς, ὁ ὁμιλῶν ταύτην τὴν στιγμήν, φέρῃ τοιαύτην συζήτησιν, θὰ μὲ ἀναγκάσῃ νὰ φέρω καὶ ἐγὼ τὴν συζήτησιν εἰς τὸ σημεῖον, ὅπου πρέπει, διὰ νὰ ἀποδειχθῇ, πόθεν προῆλθον καὶ πῶς προῆλθον τὰ κακὰ τοῦ πολέμου, καὶ τότε θὰ φέρω γνώμην ὄχι τῶν Ἑλλήνων ἀξιωματικῶν, εἴτε πολιτῶν παρευρεθέντων ἐκεῖ, ἀλλὰ θὰ φέρω γνώμην ἀξιωματικῶν τοῦ Γερμανικοῦ Ἐπιτελείου, διὰ νὰ ἀποδείξω, ἂν τὰ καταγγελλόμενα κατὰ τοιοῦτον τρόπον ἔχονται ἀληθείας. Ἀλλὰ διαφωνῶ καὶ πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν καὶ πρὸς τὸν κ. Πρωθυπουργόν, ὁ ὁποῖος ἐθεώρησεν, ὅτι αὐτὴ ἡ συζήτησις δὲν ἔχει κανένα λόγον, καὶ ὅτι δὲν πρόκειται νὰ ζητήσωμεν εὐθύνας ἀπὸ Ὑπουργοὺς, οὐδὲ συζητοῦμεν νομοσχέδιον. Ὁ Ὑπουργὸς ἔχει ἀληθῶς εὐθύνην, κύριε Πρόεδρε, διὰ τὰς πράξεις τῶν ὑποδεεστέρων του, ἀλλ’ ἐδῶ ἔγκειται τὸ ζήτημα, ἂν δύναται νὰ ζητήσῃ τὰς εὐθύνας· καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει μὲ φέρετε εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἐκταθῶ. Ἐπειδὴ ὅμως ὁ χρόνος δὲν εἶναι ἀρκετὸς πρὸς τοῦτο, καὶ ἐπειδὴ θὰ συζητήσωμεν περὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου κατὰ τὴν συζήτησιν τῶν νομοσχεδίων, δὲν θέλω ἀναπτύξει τώρα τὸ ζήτημα τοῦτο διὰ μακρῶν. Ἀλλὰ διότι ὁ ὑπεύθυνος, ἐπαναλαμβάνω, ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν δὲν δύναται νὰ ζητήσῃ εὐθύνας ἀπὸ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ὡς ἐκ τοῦ νόμου ἀνέλαβον εὐθύνην, — καὶ αὐτὸ ζητοῦμεν ν’ ἀποφύγωμεν, καὶ δι’ αὐτὸ κάμνομεν τὴν συζήτησιν, κύριε Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως — ἀλλὰ καὶ διότι καὶ τὸν νόμον πρόκειται νὰ συζητήσωμεν, διὰ τοῦτο ζητοῦμεν τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα ζητοῦμεν, διὰ νὰ ἴδωμεν, κατὰ πόσον ὁ νόμος βλάπτει ἢ δὲν βλάπτει, δίδων δικαιώματα πρὸς τὸν ἡγέτην τοῦ στρατεύματος. Ἀλλ’ ἐπέχει τόπον σπουδαῖον ἡ συζήτησις αὕτη ἐπὶ τοῦ νομοθετήματος, καὶ διὰ τοῦτο καταναλίσκομεν τὴν ὥραν, διότι ἡ ὥρα οὕτω δαπανωμένη εἶναι πρὸς τὸ συμφέρον καὶ τῆς Δυναστείας καὶ τοῦ στρατοῦ καὶ τῆς πατρίδος. Καὶ δὲν συμφωνῶ μὲ τὸν ἀξιότιμον βουλευτὴν ἐξ Ἀττικῆς κ. Λεβίδην, ὁ ὁποῖος διατείνεται, ὅτι τὰ ἴδια ἀποτελέσματα θὰ ἔχῃ καὶ ὁ νόμος ὁ προτεινόμενος ἐκ μέρους τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, διότι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἐδήλωσεν, ὅτι δύναται νὰ δεχθῇ τροποποιήσεις, αἱ ὁποῖαι δὲν δύνανται νὰ μεταβάλωσι τὴν βάσιν τοῦ νομοθετήματος. Καὶ ποία εἶναι ἡ βάσις τοῦ νομοθετήματος; Ν’ ἀφαιρεθῶσι ἀπὸ ἀνεύθυνον δικαιώματα καὶ καθήκοντα, ἀποδίδοντα εἰς αὐτὸν εὐθύνην. Ἡ τροπολογία, τὴν ὁποίαν δύνασθε νὰ φέρητε, κύριε Βουλευτά, καὶ νὰ πεισθῆτε νὰ ψηφίσητε τὸν νόμον, εἶναι ἐκείνη, τὴν ὁποίαν σεῖς ἐννοεῖτε, ὅτι πρέπει νὰ ἔχῃ ὁ νόμος αὐτός· εἴτε θέλετε νὰ ἀλλάξητε τὸν στρατηγὸν καὶ δώσητε τὴν Στρατηγίαν εἰς τὸν ἀντιστράτηγον, ὁ ὁποῖος κατὰ τὸ Σύνταγμα θὰ ὑπέχῃ εὐθύνην, εἴτε ἄλλην τινὰ τροπολογίαν θέλετε, βεβαίως ὁ Ὑπουργὸς, ὅταν δὲν μεταβάλητε τὴν βάσιν τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ, θὰ δεχθῇ τὴν τροπολογίαν· καὶ ἰδού, ὅπου θὰ ἦσθε εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ὑποστηρίξητε τὸ νομοσχέδιον τοῦ Ὑπουργοῦ. Θὰ δεχθῆτε λοιπὸν τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου, διότι ἔχει μίαν βάσιν, ν’ ἀπομακρυνθῇ ὁ Διάδοχος ἀπὸ τὴν ἐνεργὸν ὑπηρεσίαν κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον, καθ’ ὃν ἐδόθη εἰς αὐτὸν ἡ ἀρχή. Καταλήγων ἐπαναλαμβάνω νὰ εἴπω, ὅτι ἡ συζήτησις, τὴν ὁποίαν ἐκάμαμεν, εἶναι ἐπωφελής, δὲν εἶναι οἵα ὑπέδειξεν αὐτὴν ὁ κ. Πρωθυπουργός, καὶ θέλω τὸν παρακαλέσει, ἀφοῦ ἐκ τῆς συζητήσεως καταφαίνεται, ὅτι ἡ δρᾶσις, ἡ ὁπωσδήποτε εἴτε ἀγαθὴ εἴτε μὴ ἀγαθή, τῆς Α. Ὑψηλότητος δὲν ἔχει τ’ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα ὑπέδειξε πρὸ μιᾶς ὥρας ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Ἀττικῆς κ. Λεβίδης, νὰ μὴ ἐπιμείνῃ. Ἐν πάσῃ περιπτώσει καλὸν εἶναι νὰ προσαχθῶσι τὰ ἔγγραφα, καὶ νὰ γείνῃ μυστικὴ συνεδρίασις, διὰ ν’ ἀποφασίσωμεν ὅ,τι πρέπει ν’ ἀποφασίσωμεν, χωρὶς νὰ ἀκούωμέν τινας τῶν κυρίων Βουλευτῶν νὰ μᾶς ὀνομάζουν ἀγύρτας, διότι ὑποβάλλομεν μετὰ σεβασμοῦ καὶ μετὰ κοινοβουλευτικῆς τάξεως τὴν γνώμην ἡμῶν! Ἡμεῖς δὲν εἴμεθα ἀγύρται· ἀγύρται εἶναι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι διὰ τῶν λόγων αὐτῶν καὶ τῶν τρόπων ζητοῦσι νὰ καταστρέψωσι καὶ τοὺς ἰσχυροὺς καὶ τοὺς ἀδυνάτους.

§200Δ. ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).

§201ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Πετροπουλάκης ἔχει τὸν λόγον.

§202Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.

§203Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Δὲν γνωρίζω, Κύριοι, τίνα ὑπηνίχθη ὁ ἀξιότιμος ἐξ Οἰτύλου Βουλευτὴς ὡς κόλακα. Ἀλλὰ ἐγὼ ὀφείλω νὰ δηλώσω, ὅτι οὔτε ἄρχοντας, οὔτε κυβερνήσαντας, οὔτε κυβερνῶντας, οὔτε μέλλοντας νὰ κυβερνήσωσιν ἔμαθον ποτὲ νὰ κολακεύω, διότι εὐτυχῶς τὴν μικράν μου πολιτικὴν ὕπαρξιν τὴν στηρίζω εἰς τὸν τόπον τῆς γεννήσεώς μου, ὁ ὁποῖος ἀείποτε ἐτίμησε τὸ ὄνομα, τὸ ὁποῖον φέρω, καὶ ἐκεῖ ἐν τῷ μέλλοντι θὰ τὴν στηρίζω...

§204Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Εἰς τὸ μυαλό σου πρὸ πάντων.

§205Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Δὲν γνωρίζω, ἂν εἰς τὸ μυαλό μου ἢ ὄχι. Ἤθελον μόνον νὰ ὑπομνήσω εἰς τὸν ἐξ Οἰτύλου συνάδελφον καὶ φίλον μου κ. Κουμουνδοῦρον, ὅτι, ὅτε ἦτο Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ἀπὸ τῆς θέσεως ἐκείνης ἔλεγεν ὅτι, ἐὰν προβιβάσωμεν πάντας ἐκείνους, ὑπὲρ τῶν ὁποίων ὑπάρχουσιν ἐκθέσεις, ὄχι μόνον τοὺς ἐν τῷ στρατεύματι ὑπηρετοῦντας ἠθέλομεν προβιβάσει, ἀλλὰ πάντας τοὺς Ἕλληνας! — Ἐνθυμοῦμαι καὶ τὴν φράσιν.

§206Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Καὶ εἶπον, ὅτι αἱ ἐκθέσεις εἶναι εἰς τὴν ἐπιτροπὴν, καὶ θὰ τὸ βεβαιώσῃ ἡ ἐπιτροπὴ, διὰ νὰ ἴδωμεν ποίους θὰ καθαρίσῃ.

§207Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Ἤκουσα δὲ καὶ παρ’ ἄλλων ἀξιωματικῶν καὶ παρὰ κατὰ διαφόρους περιστάσεις Ὑπουργῶν τῶν Στρατιωτικῶν, ὅτι οἱ ἀξιωματικοὶ οἱ παρευρεθέντες ἐν πολέμῳ, ὄχι μόνον οἱ ἐκπληρώσαντες τὸ καθῆκόν των, ἀλλὰ καὶ οἱ μὴ ἐκπληρώσαντες, διὰ νὰ καλύψωσι τὴν ἔλλειψίν των, «σκρούα γραμματίκα!» πάντες αὐτοί, ὡς ἀνδραγαθήσαντες παρουσιάσθησαν! (γέλωτες). Προκειμένου λοιπὸν νὰ συζητηθῇ μετ’ οὐ πολὺ τὸ σχετικὸν νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἀληθῶς ἀφορᾷ τὴν διακανόνισιν τῶν καθ’ ἡμᾶς στρατιωτικῶν πραγμάτων, εἶναι ἀνάγκη νὰ προσκομισθῶσι πάντα τὰ στοιχεῖα ἀπὸ μέρους τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, ἵνα ἴδωμεν, πῶς πρέπει νὰ ὁδηγηθῶμεν καὶ κατὰ τίνα τρόπον πρέπει νὰ κανονίσωμεν τὴν ψῆφον ἡμῶν. Διὰ τοῦτο θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ προσαγάγῃ εἰς τὴν Βουλὴν πίνακα ἐμφαίνοντα τοὺς προβιβασθέντας ἀξιωματικοὺς μετὰ τὸν πόλεμον τοῦ 1897 καὶ ἐντεῦθεν.

§208Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅλοι προήχθησαν!

§209Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Πότε προήχθη ἕκαστος, καὶ ἂν προήχθησαν δυνάμει μεταγενεστέρων ἐκθέσεων, δηλαδὴ ἐκθέσεων γενομένων μετὰ τὸν πόλεμον ἢ πρὸ τοῦ πολέμου, τίνες κατηγγέλθησαν καὶ παρεπέμφθησαν εἰς διάφορα Συμβούλια ἀνακριτικὰ, τίνες παρεπέμφθησαν εἰς τὸ Στρατοδικεῖον, καὶ πόσοι τούτων κατεδικάσθησαν, διὰ νὰ ἴδωμεν τὴν πραγματικὴν λειτουργίαν τοῦ στρατιωτικοῦ ποινικοῦ νόμου μετὰ τὸν πόλεμον· ἐνήργησεν αὕτη ἢ οὔ; καὶ τότε, — διότι ἔχομεν ἀνάγκην νὰ συγκρίνωμεν, ἐπειδὴ ἐψηφίσθη εἷς νόμος, καὶ ἔχομεν Γενικὴν Διοίκησιν ἤδη, — τότε θὰ ἴδωμεν, ἂν αἱ παρὰ τῆς Γενικῆς Διοικήσεως γενόμεναι ἐπιθεωρήσεις ἠδίκησαν περισσοτέρους ἀξιωματικοὺς ἢ αἱ ἄλλοτε γενόμεναι. Ἐπίσης ἐπεθύμουν, εἰ δυνατόν, ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ φέρῃ τὰς προτάσεις τῆς Γενικῆς Διοικήσεως περὶ μεταθέσεων ἀξιωματικῶν ἀπὸ τοῦ τέλους τοῦ πολέμου τοῦ 1897 καὶ ἐντεῦθεν, ἵνα ἴδωμεν ὁποῖαι μεταθέσεις κατ’ ἔτος ἐγένοντο· διότι ἔχω τὴν γνώμην, Κύριοι, — καὶ μὴ κρυπτώμεθα ὄπισθεν τῶν δακτύλων μας, — ὅτι ἐν τῇ Γενικῇ Διοικήσει ὑπάρχουσι βεβαίως 2 ἢ 3 ἢ 5 ἀξιωματικοὶ ὑπηρετοῦντες, καὶ οἱ ὁποῖοι συμπαθοῦσιν εἰς 2 ἢ 3 ἢ 5, ἢ καὶ εἰς 20 ἢ 30 ἄτομα, τὰ ὁποῖα θὰ κατορθώσωσι νὰ τοποθετήσωσιν ὅπου ταῦτα ζητοῦσιν, ἀλλὰ γενικῶς βεβαίως ἡ κατανομὴ γίνεται δικαία, ἐνῷ ἡμεῖς θὰ ἤμεθα εἰς μίαν κυβερνητικὴν πτέρυγα, καὶ διὰ νὰ ὑπάρξῃ ὡς Κυβέρνησις ἡ πτέρυξ ἐκείνη, πρέπει νὰ ἤμεθα περὶ τοὺς 130, καὶ αὐτοὶ οἱ 130 θὰ ἔχωσι βεβαίως ἕκαστος δύο ἢ τρεῖς συγγενεῖς ἢ καὶ φίλους ἐν τῷ στρατῷ καὶ ἄλλους τόσους ἢ καὶ περισσοτέρους ἐχθροὺς, καὶ τοὺς μὲν συγγενεῖς θὰ θέλωμεν νὰ τοὺς τοποθετήσωμεν ὅπου οὗτοι ζητοῦσι, τοὺς δὲ ἀντιθέτους νὰ τοὺς στείλωμεν ἀλλαχοῦ. Πόσοι γίνονται; Ὑπολογίσατε, παρακαλῶ. Ἐντεῦθεν λοιπὸν, τί γίνεται ὁ μπαξὲς ἐκεῖνος τῶν ἀξιωματικῶν;

§210Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δηλῶ, ὅτι ἐγὼ ὑπέβαλον ἄλλοτε ὡς Ὑπουργός, καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς ὁ νῦν ἔχει ἕτοιμον νομοσχέδιον περὶ μεταθέσεως τῶν ἀξιωματικῶν.

§211Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Ὅσον δ’ ἀφορᾷ, Κύριοι, τὸ ζήτημα τῆς εὐθύνης, διὰ τὴν ὁποίαν κοπτόμεθα ἐδῶ, ἢ μᾶλλον τοῦ ἀνευθύνου, τὸ ὁποῖον προστατεύει τὴν Α. Β. Ὑψηλότητα τὸν Διάδοχον, ἐγὼ εἶμαι ἀντιθέτου ἐντελῶς γνώμης. Ἐπεθύμουν καὶ ἐπιθυμῶ νὰ ἔχῃ μίαν εὐθύνην. Διατί; Διότι νομίζω, ὅτι ὄχι μόνον διὰ τὸν Διάδοχον τοῦ Ἑλληνικοῦ Θρόνου, ὄχι μόνον διὰ τὸν Ὑπουργὸν τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους, ἀλλὰ διὰ πάντα ἄνθρωπον ἡ ἠθικὴ εὐθύνη εἶναι ὑπερτέρα πάσης καταδίκης. Καὶ ἐπιθυμῶ νὰ ἔχῃ εὐθύνην ὁ μέλλων Βασιλεὺς τοῦ Ἑλληνικοῦ Θρόνου καὶ ἀρχηγὸς τοῦ στρατεύματος, ἵνα παρουσιαζομένης στιγμῆς, καθ’ ἣν τὸ Ἑλληνικὸν ἔθνος—οὐχὶ μόνον τὸ Κράτος—θὰ εὑρεθῇ εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ παρακολουθήσῃ αὐτόν, νὰ γινώσκῃ τίνα παρακολουθεῖ. Διότι πῶς θέλετε ἀκολουθήσει τὸν Διάδοχον τοῦ Ἑλληνικοῦ Θρόνου, ἢ τὸν Βασιλέα σας, μὴ γινώσκοντες τί πρᾶγμα εἶναι κἄν, ἀφοῦ κατ’ ἀνάγκην, ὡς ἐκ τῆς θέσεώς του καὶ τοῦ βαθμοῦ του, θὰ τὸν ἔχητε ἀρχηγόν; Βεβαίως οἱ συνταγματικοὶ θεσμοὶ καὶ ὁ κίνδυνος ὁ μέγας, ἵνα μὴ εὑρεθῶμεν εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἐκδιώξωμεν τὴν Βασιλικὴν Οἰκογένειαν ἐντεῦθεν, μᾶς ἀναγκάζει νὰ λέγωμεν, ὅτι πρέπει νὰ προνοήσωμεν. Σᾶς βεβαιῶ ὅτι ἀπὸ ἡμᾶς κανεὶς δὲν ἔχει ἀνάγκην νὰ τὴν ἐκδιώξῃ, διότι πάντες γινώσκομεν, ὅτι ἡ πατρίς μας ἔχει ἀνάγκην βασιλικοῦ θεσμοῦ, καὶ βασιλικοῦ θεσμοῦ συνδεομένου μετὰ συγγενειῶν, ὅπως συνδέεται εὐτυχῶς ἡ ἡμετέρα Βασιλικὴ Δυναστεία, ἀπὸ τὴν ὁποίαν ὁ Ἑλληνισμὸς ὁλόκληρος περιμένει ἡμέρας ἀνατολῆς Ἡλίου. Αὐτὴ ἦτο καὶ εἶναι ἡ γνώμη μου.

§212Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, κατόπιν τῶν πληροφοριῶν, ἃς ἐζήτησεν ὁ κύριος ἐξ Οἰτύλου Βουλευτής, νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν ὀνομαστικὸν πίνακα τῶν ὑπαρχόντων συνταγματαρχῶν, ἀντισυνταγματαρχῶν καὶ ταγματαρχῶν...

§213ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Καὶ τῶν στρατηγῶν.

§214ΕΤΕΡΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Τὴν Ἐπετηρίδα τότε.

§215Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Νὰ καταθέσῃ τὴν Ἐπετηρίδα. Συγχρόνως δὲ νὰ κατατεθῇ πίναξ, πόσοι ἐκ τῶν ὑπαρχόντων συνταγματαρχῶν ἔλαβον μέρος κατὰ τὸν τελευταῖον πόλεμον, καὶ πόσοι προήχθησαν εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ στρατηγοῦ· διότι πρέπει νὰ μάθῃ ὁ Ἑλληνικὸς λαός, κατόπιν τοῦ τελευταίου πολέμου, τοῦ τόσον νικηφόρως (!) διεξαχθέντος, πόσα πληρώνει διὰ μισθοὺς ταγματαρχῶν, ἀντισυνταγματαρχῶν, συνταγματαρχῶν καὶ στρατηγῶν.

§216Κ. ΓΡΙΒΑΣ. Ἐξ ὅλης αὐτῆς τῆς συζητήσεως τοῦ στρατιωτικοῦ ζητήματος μίαν καὶ μόνην γνώμην κατώρθωσα νὰ μορφώσω, καὶ τὴν γνώμην αὐτὴν θὰ λάβω τὴν τόλμην καὶ τὴν τιμὴν νὰ τὴν μεταδώσω εἰς τὴν Βουλήν. Ἡ παρουσία ἡμῶν τῶν στρατιωτικῶν Βουλευτῶν εἶναι περιττὴ ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, διότι φρονῶ, ὅτι μαθήματα καὶ πειθαρχίας καὶ εὐλαβείας καὶ ἐντεῦθεν δίδονται εἰς τὸ στράτευμα. Δι’ αὐτὸ θὰ ὑποβάλω τὴν ἑξῆς παράκλησιν πρὸς τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν· νὰ ὑποβάλῃ νομοσχέδιον, δι’ οὗ, εἰς τὸ μέλλον τοὐλάχιστον, ἡμεῖς οἱ ἀξιωματικοὶ νὰ μὴ ὑπάρχωμεν ἐνταῦθα, διὰ νὰ μὴ εὑρισκώμεθα εἰς τὴν θλιβερὰν θέσιν νὰ ἀκούωμεν αὐτὰ, τὰ ὁποῖα ἀκούομεν ἐνταῦθα. Διότι, ἐπαναλαμβάνω καὶ πάλιν, μαθήματα πειθαρχίας καὶ εὐλαβείας καὶ ἐντεῦθεν δίδονται. Λοιπὸν θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, καὶ μάλιστα θερμῶς θὰ τὸν παρακαλέσω, χάριν τοῦ στρατεύματος αὐτοῦ, δι’ ὃ καὶ αὐτὸς ἐνδιαφέρεται, ὅπως ἐνδιαφέρομαι καὶ ἐγώ, νὰ ὑποβάλῃ τοιοῦτον νομοσχέδιον.

§217ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Χρειάζεται Ἐθνοσυνέλευσις.

§218Κ. ΓΡΙΒΑΣ. Ὑπάρχει τρόπος, καθ’ ὃν δύναται νὰ μὴ πολιτεύωνται οἱ ἀξιωματικοί, χωρὶς νὰ παραβῶμεν τὴν διάταξιν τοῦ Συντάγματος.

§219ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Ὁ κ. Πετιμεζᾶς ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν Βασιλικὸν Λόγον.

§220Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπερατώθη ἡ ἐπ’ αὐτοῦ συζήτησις.

§221ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Νὰ λυθῇ ἡ συνεδρίασις.

§222ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τέσσαρας ἡμέρας γίνεται ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ Βασιλικοῦ Λόγου, καὶ ἀκόμη δὲν ἐτελειώσαμεν!

§223Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ συζήτησις γίνεται ἤδη ἐπὶ τοῦ συνόλου.

§224Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δυνάμεθα νὰ κάμωμεν διακοπὴν καὶ νὰ ἐπανέλθωμεν.

§225ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὁ κ. Πετιμεζᾶς παραιτεῖται τοῦ λόγου.

§226Λ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Παραιτοῦμαι, ἐὰν πρόκηται νὰ γείνῃ ψηφοφορία ἀμέσως.

§227ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κωνσταντόπουλος ἔχει τὸν λόγον.

§228Κ. ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀνταλλάσσω τὴν θέσιν μου μὲ τὸν κ. Χατζόπουλον.

§229ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εἶναι δυνατόν.

§230Κ. ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Συμβαίνει συχνότατα ἐν τούτοις.

§231Ι. Γ. ΛΑΠΠΑΣ. Νὰ διακόψωμεν καὶ νὰ ἐπανέλθωμεν,

§232ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Θὰ ἦτο συντελεστικὸν πρὸς τὸν σκοπὸν, πρὸς ὃν πάντες τείνομεν, νὰ γείνῃ μιᾶς ὥρας διακοπή, διότι καὶ ὁ ἀξιότιμος κ. Χατζόπουλος, ἴσως καὶ ἄλλος τις, ἀλλὰ καὶ ἐγὼ βεβαίως θὰ ὁμιλήσω διὰ μακρῶν. Τὴν παράκλησίν μου δὲ ταύτην ὑποβάλλω εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως.

§233ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ ἐξακολουθήσωμεν, ἀφοῦ χθὲς ἐξηκολουθήσαμεν μέχρι τῆς δεκάτης ὥρας.

§234Ν. ΛΕΩΝΙΔΑΣ. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ὑποβάλλω πρότασιν ἀναβολῆς.

§235ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶσθε δέκα;

§236ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ τῆς δεξιᾶς). Μάλιστα. (Ἐγείρονται ὑπὲρ τοὺς δέκα).

§237ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν περὶ ἀναβολῆς παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν, (Ἐγείρονται οἱ ὀλιγώτεροι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη.

§238Ν. ΛΕΩΝΙΔΑΣ. Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως. Εἴμεθα 15.

§239ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καὶ ὁ κ. Χατζόπουλος μεταξὺ τῶν 15;

§240Δ. ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Διατὶ ὄχι;

§241Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐὰν πρόκηται νὰ γείνῃ ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, θὰ ἀπολέσωμεν χρόνον μιᾶς ὥρας, καὶ δὲν θὰ δυνάμεθα νὰ ἐπανέλθωμεν, ἵνα ἐξακολουθήσωμεν τὴν συνεδρίασιν. Διὰ τοῦτο προτιμότερον νὰ διακόψωμεν καὶ νὰ ἐπανέλθωμεν τὴν 10ην.

§242ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγὼ ἀνέμενον ἀπόφασιν τῆς πλειονοψηφίας. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις μέχρι τῆς 10ης ὥρας. (Γίνεται διακοπὴ ὥρᾳ 8 καὶ 30′ μ. μ. Ἐπαναλαμβάνεται δὲ ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 10 μ. μ.)

§243ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλοῦνται οἱ κύριοι Βουλευταὶ νὰ καταλάβωσι τὰς ἕδρας των. Ἐὰν δὲν ὑπάρχῃ ἀντίρρησις, ἐπαναλαμβάνεται ἡ συνεδρίασις.

§244Κ. ΓΕΡΑΚΗΣ. Ἀλλὰ νὰ ἤμεθα παρόντες οἱ Βουλευταί.

§245ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ τῆς δεξιᾶς). Παρόντες εἴμεθα.

§246ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐξηγηθῆτε, παρακαλῶ, κύριε Βουλευτά· θέλετε τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ καταλόγου;

§247Κ. ΓΕΡΑΚΗΣ. Μάλιστα.

§248ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος. (Ἀναγινώσκεται ὁ ὀνομαστικὸς τῶν βουλευτῶν κατάλογος, ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν τῶν βουλευτῶν Σπυρ. Ε. Στάη καὶ Ἀριστοτέλους Ἀναγνωστοπούλου, ὡς ψηφολεκτῶν. Μεθ’ ὃ γίνεται ἡ διαλογή).

§249ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρόντες 126. Ἡ Βουλὴ εἶναι ἐν ἀπαρτίᾳ. Παρακαλεῖται ὁ κύριος Πετιμεζᾶς νὰ λάβῃ τὸν λόγον.

§250Λ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἂς προτιμηθῇ ἕτερος.

§251ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Χατζόπουλος.

§252Δ. ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).

§253ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ ἐκ Κυθήρων βουλευτὴς κύριος Στάης ἔχει τὸν λόγον.

§254ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι κατάλληλος ἡ ὥρα.

§255ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ δεξιῶν). Καταλληλοτάτη!

§256ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Ἐγώ, κύριε Πρόεδρε, λαμβάνων τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν Βασιλικὸν Λόγον, δὲν θὰ εἰσέλθω εἰς θεωρίας συνταγματικὰς, οὐδὲ θὰ ἐξετάσω τὰς μεταφυσικὰς αὐτοῦ ἐννοίας, περὶ ὧν ἐλάλησεν ὁ ἐκ Λεβαδείας ἀγαπητὸς συνάδελφος, διότι εὑρίσκω οὐ μόνον ἔκτακτον τὴν εὐκαιρίαν τῆς ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ἤδη κατατεθειμένης νομοθετικῆς ἐργασίας τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ καὶ λίαν ἐπίκαιρον τὴν ἐξέτασιν αὐτῆς, καὶ ἰδίᾳ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους, ὁ ὁποῖος, κατ’ ἐμὲ, εἶναι τὸ κάτοπτρον τῆς πολιτικῆς τῆς Κυβερνήσεως καὶ οὐχὶ τὸ κάτοπτρον τῆς ἀνεχείας τοῦ Κράτους, ὡς εἶπεν ὁ ἐξ Εὐρυτανίας ἀξιότιμος συνάδελφος. Ἐξετάζοντες δὲ τὸν Προϋπολογισμὸν καὶ τὰ μέχρι τοῦδε ἐνώπιον ἡμῶν ὑποβληθέντα νομοσχέδια θὰ ἴδωμεν, ἂν εἶναι πραγματοποιήσιμοι αἱ ἐν τῷ Βασιλικῷ Λόγῳ ἐπαγγελίαι τῆς Κυβερνήσεως περὶ διαρρυθμίσεως τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους, τῆς διοικήσεως αὐτοῦ, τῆς ἐκπαιδεύσεως, τῆς ἀνορθώσεως τῆς Δικαιοσύνης, τῆς διαρρυθμίσεως τοῦ στρατιωτικοῦ καὶ ναυτικοῦ κλάδου, καὶ πρὸ πάντων κατὰ πόσον θὰ πραγματοποιηθῶσιν αἱ ἐπαγγελίαι τῆς Κυβερνήσεως περὶ ἐνισχύσεως τῆς ἐθνικῆς παραγωγῆς. Ἀλλ’ ἵνα ἀποδείξω, ὅτι ταῦτα εἶναι λέξεις ἐστερημέναι πάσης ἐννοίας, ὡς ἦσαν αἱ ὑποσχέσεις τῆς Κυβερνήσεως, ὅτε διετέλει ἐν τῇ Ἀντιπολιτεύσει ἢ ἐν τῷ προεκλογικῷ σταδίῳ, περὶ οἰκονομίας 33 ἑκατομμυρίων, τὰ ὁποῖα πολὺ ταχέως κατεβίβασεν εἰς 22 καὶ ἔτι ταχύτερον εἰς 14 καὶ τέλος πρὸ ἡμερῶν εἰς 5 μόνον, ἔχω ἀνάγκην νὰ εἰσέλθω εἰς λεπτομερείας τοῦ Προϋπολογισμοῦ...

§257ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δικαίωμά σας.

§258ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Δικαίωμά μου ἀναμφιβόλως, κ. Πρόεδρε τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ δικαίωμά μου ὡσαύτως εἶναι νὰ ὑπομνήσω εἰς τὴν Βουλὴν καὶ εἰς τὸν Πρόεδρον αὐτῆς, ὅτι ἀπὸ τῆς 2ας ὥρας μετὰ μεσημβρίαν σήμερον εὑρισκόμην ἐν τῇ ἐπιτροπῇ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ὅτι ἄνευ διακοπῆς ἐπὶ δέκα συνεχεῖς ἤδη ὥρας διαμένω ἐν τῷ Βουλευτηρίῳ, καὶ ὅτι εἶναι ἤδη ἡ 1η ὥρα τῆς πρωΐας. Δὲν λέγω ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξακολουθήσω, ἔστω καὶ ἐν τοιαύτῃ ὥρᾳ, καὶ μετὰ τόσον πολύωρον ἐργασίαν, ἀλλὰ λέγω, ὅτι δὲν εἶναι εὐπρεπὲς νὰ ἐξακολουθήσω. Ἐπεθύμουν μάλιστα νὰ ἦσαν παρόντα πάντα τὰ μέλη τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, διότι ἤθελον ὑπομνήσει πρός τινα ἐξ αὐτῶν τὴν ἀντίφασιν, εἰς ἣν εὑρίσκονται αἱ γνῶμαι αὐτῶν, αἱ μόλις πρὸ μηνῶν ἐνώπιον ἡμῶν ἀναπτυχθεῖσαι, πρὸς τὰς γνώμας τὰς ἐν τῷ κυβερνητικῷ συστήματι διατυπουμένας. Ἀλλὰ καὶ ἂν τὴν ὥραν ταύτην δὲν ἀναπτύξω τὰς γνώμας μου ἐπὶ τοῦ κυβερνητικοῦ προγράμματος, βεβαίως δὲν θ’ ἀπολίπωσιν αἱ εὐκαιρίαι, κατὰ τὰς ὁποίας θέλω δυνηθῆ νὰ τὸ πράξω. Λυποῦμαι μόνον, διότι δὲν θὰ ἔλθωσι πρὸς συζήτησιν, ὡς ἐγὼ φρονῶ, τὰ νομοσχέδια ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἤθελον καὶ τὴν ἑσπέραν ταύτην ἐξετάσει. Ἔχω ἀκράδαντον πεποίθησιν, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἔλθωσι πρὸς συζήτησιν νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα οὐδ’ αὐτοὶ οἱ ὑποβαλόντες Ὑπουργοὶ ἀνέγνωσαν, διότι, ἐὰν εἶχον ἀναγνώσει αὐτὰ, βεβαίως δὲν θὰ εὑρίσκοντο εἰς χεῖρας ἡμῶν. Ἀλλ’ ἀφοῦ, ὡς παρατηρῶ, ἡ Βουλή, δηλαδὴ ἡ πλειονοψηφία, δὲν ἀποδέχεται τὴν εἰς αὔριον ἀναβολὴν τῆς συζητήσεως ἐπὶ τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν Βασιλικὸν Λόγον, ἀναγκάζομαι νὰ εἴπω τινὰ ἐκ τῆς θέσεώς μου, χωρὶς νὰ ἐξετάσω τὴν ἑσπέραν ταύτην ἐν λεπτομερείᾳ τὰ νομοσχέδια καὶ τὸν ὑποβληθέντα Προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους. Ἰδίᾳ ἐπεθύμουν νὰ εἴπω ἐν συμπεράσματι πρὸς τὴν Βουλὴν καὶ πρὸς τὸ ἔθνος, ὅτι ὁ ὑποβληθεὶς Προϋπολογισμὸς οὐ μόνον σχεδὸν οὐδεμίαν πραγματικὴν καὶ ἀξίαν λόγου οἰκονομίαν φέρει, ἀλλὰ καταλήγει καὶ εἰς ἔλλειμμα, κατὰ τὴν γνώμην αὐτῶν τούτων τῶν κυρίων Ὑπουργῶν. Προϋπολογισμὸς δὲ σήμερον καταλήγων εἰς ἔλλειμμα εἶναι αὐτὴ ἡ χρεωκοπία τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ἣν ἐκήρυξεν ἀνὰ τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος πρὸ τῶν ἐκλογῶν ὁ κύριος Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, καὶ τὴν ὁποίαν πράγματι ἦλθε νὰ πραγματώσῃ διὰ τοῦ προγράμματος αὑτοῦ.

§259ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Σεῖς ἐφέρατε τὴν χρεωκοπίαν! (Θόρυβος).

§260ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε, παρακαλῶ.

§261ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Προϋπολογισμὸς, κύριε Πρόεδρε, εἰς τὸν ὁποῖον τὰ καταφανῆ ἔξοδα ἀνέρχονται εἰς 114 ἑκατομμύρια, τὰ δὲ ἔσοδα εἰς 117 ἑκατομμύρια, οὐδὲν ἄλλο δεικνύει ἢ ὅτι βαίνομεν εἰς τὴν χρεωκοπίαν.

§262ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Σεῖς εἶσθε ἐξ ἐπαγγέλματος χρεωκόποι! (Θόρυβος).

§263ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ προβαίνετε εἰς διακοπάς.

§264ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Εἶμαι, κύριε Πρόεδρε, συνηθισμένος εἰς τὰς διακοπάς, ἐνίοτε μάλιστα καὶ τὰς ἀστείας διακοπάς.

§265ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Μόνον σεῖς εἶσθε ἀστεῖος! (Θόρυβος).

§266ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐξ ἀριστερῶν). Τί εἶναι αὐτά!

§267ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Εἶσθε ἀστεῖος, καὶ ὅταν ὁμιλῆτε. Ὁ ἀστεῖος ὁμιλεῖ περὶ ἀστειοτήτων! (Θόρυβος)· ὁ γελοῖος! (Θόρυβος).

§268ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Ἀλεξάκη, παρακαλῶ.

§269ΑΛΕΞ. ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε, ν’ ἀνακληθῇ εἰς τὴν τάξιν.

§270ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε, νὰ μὴ ἀνακαλέσητε κανένα εἰς τὴν τάξιν, διότι καλῶς γινώσκω, ὅτι ἡ ἀνάκλησις εἰς τὴν τάξιν δὲν θὰ μεταβάλῃ τοὺς ἀτάκτους εἰς εὐτάκτους. Ἔλεγον, κύριε Πρόεδρε, ὅτι εἶναι ἐν ἐλλείμματι ὁ Προϋπολογισμός, ὁ ὁποῖος παρουσιάζει καταφανεῖς μὲν δαπάνας 114 ἑκατομμυρίων, ἀφανεῖς δὲ τοὐλάχιστον 3 ἑκατομμύρια, ἀπέναντι ἐσόδων 117 περίπου ἑκατομμυρίων, ὅσα ἀπομένουσι τὰ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1903 μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν τοῦ φανταστικοῦ ἐσόδου τῶν δύο ἑκατομμυρίων, τοῦ ἐξ ἰσοτίμου τραπεζικῶν γραμματίων ἀποσυρομένων ἐκ τῆς κυκλοφορίας πρὸς ἐλάττωσιν τοῦ δανείου ἐπ’ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ τῶν τραπεζικῶν γραμματίων, δυνάμει τοῦ νόμου περὶ Ἐλέγχου. Ἡ ἀπουσία τοῦ κυρίου ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν Ὑπουργοῦ μὲ ἀναγκάζει νὰ μὴ σᾶς ἀναγνώσω τὸ μέρος τῆς περυσινῆς ἀγορεύσεως αὐτοῦ κατὰ τὰς συνεδριάσεις τῆς 28 καὶ 29 Μαρτίου 1902 ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1902, οὗ τὴν χρῆσιν ὑμεῖς ἐκτελεῖτε, ἵνα μάθητε, ὅτι κατὰ τὸν κ. Καραπάνον εἶναι ἀδύνατον τὰ ἔσοδα τοῦ 1902 νὰ ὑπερβῶσι τὸ ποσὸν τῶν 112,809,375 δραχμῶν. Καὶ ἂν τὰ ἔσοδα τοῦ Κράτους δὲν θ’ ἀνέλθωσιν εἰς 113 περίπου ἑκατομμύρια, πῶς ὑμεῖς θὰ ἐπαρκέσητε εἰς ἔξοδα κατὰ τὸ 1903 ἐν ὅλῳ 114½ ἑκατομμυρίων, ἀφοῦ μάλιστα κατὰ μὲν τὸ 1899 εἰσεπράχθησαν 107 ἑκατομμύρια, κατὰ δὲ τὸ 1900 εἰσεπράχθησαν 111, καὶ κατὰ τὸ 1901 περίπου 114 ἑκατομμύρια, ἔστω καὶ δι’ ἀπηνοῦς καταδιώξεως; Δὲν εἶναι μόνος ὁ κ. Καραπᾶνος, ὁ ἔχων τὴν γνώμην ταύτην περὶ τῆς οἰκονομικῆς δυνάμεως τοῦ Κράτους. Τὴν αὐτὴν περίπου ἔχει καὶ ἕτερον μέλος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ἀλλὰ καὶ αὐτὸς ὁ Πρόεδρος αὐτοῦ, ὁ ὁποῖος ἐκήρυττεν ἀνὰ τὸ Ἑλληνικὸν, ὅτι «ἡ εἴσπραξις κατὰ τὸ 1899 107 ἑκατομμυρίων καὶ 111 κατὰ τὸ 1900 καὶ 114 κατὰ τὸ 1901 εἶναι πρᾶξις προδοτική, ἄγουσα τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν εἰς χρεωκοπίαν καὶ εἰς ἀναρχίαν καὶ εἰς ἐπανάστασιν». (Ἀγόρευσις κ. Δηλιγιάννη εἰσηγητήριος ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1903). Καὶ ἐνῷ ἡ ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως Θεοτόκη εἴσπραξις τῶν 114 ἑκατομμυρίων ἔχει τὰ τραγικὰ ταῦτα ἀποτελέσματα, ἡ εἴσπραξις τῶν 117 ἑκατομμυρίων, ὅσα ζητεῖ ὁ κ. Δηλιγιάννης νὰ ἀφαιμάξῃ κατὰ τὸ 1903 ἀπὸ τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν, ἔχει τὰ ἀντίθετα, τὴν εὐημερίαν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ καὶ τὴν καταστολὴν τῆς ἀναρχίας καὶ τῆς ἐπαναστάσεως, ἃς ὁ νῦν Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, περιπλανώμενος ἀνὰ τὸ Κράτος κατὰ τὰς προεκλογικὰς ἐκδρομάς του, προεκάλει! Ἀληθῶς ἐπανάστασιν ἔφερεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους διὰ τῶν τοιούτων αὐτοῦ ἐνεργειῶν, τὴν ὁποίαν δὲν θὰ δυνηθῇ νὰ θεραπεύσῃ δι’ οἱωνδήποτε μέσων, ἔστω καὶ δι’ ἀπηνοῦς εἰσπράξεως τῶν ζητουμένων 117 ἑκατομμυρίων. Ἐγὼ ἀληθῶς λυποῦμαι, κύριε Πρόεδρε, ὅτι ἡ Κυβέρνησις οὐδεμίαν πραγματικὴν οἰκονομίαν ἔφερεν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1903, οὐδὲ μέτρον οὐδὲν ἔλαβε πρὸς πρόληψιν δαπανῶν ἐκτὸς τοῦ Προϋπολογισμοῦ καὶ εἰς βάρος τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, τὰς ὁποίας κατ’ ἐπανάληψιν ἡ Βουλὴ ὑπέδειξεν εἰς τὰς ἑκάστοτε Κυβερνήσεις. Προχείρως ἐνθυμοῦμαι τὸ νομοσχέδιον «περὶ συνδρομῆς τοῦ Δημοσίου τοῖς δήμοις διὰ τὰ ἔξοδα τῆς ἐν αὐτοῖς στοιχειώδους ἢ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως»!. Ἐν τῷ νομοσχεδίῳ τούτῳ οὐδεμία λαμβάνεται πρόνοια περὶ κανονισμοῦ τῆς ἀνωμάλου καταστάσεως, εἰς ἣν ἀπὸ τοῦ 1896 εὑρισκόμεθα. Εἰς τὴν ἀνώμαλον δὲ ταύτην κατάστασιν μᾶς ἔρριψεν ὁ νόμος ͵ΒΤΜΘʹ τοῦ 1896, ὁ ἐν ἰσχύϊ, περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως. Τὰ οἰκτρὰ οἰκονομικὰ ἀποτελέσματα τοῦ νόμου τούτου πολλάκις ἀνεπτύχθησαν ἐν τῇ Βουλῇ. Ἤδη δὲ ἐν συντόμῳ λέγω, ὅτι πλὴν τῆς ἐτησίας συνδρομῆς τοῦ Δημοσίου τοῖς ἀπόροις δήμοις, τῆς ἐξ ἑνὸς ἑκατομμυρίου, ἢ ἑνὸς καὶ διακοσίων χιλιάδων δραχμῶν, ὅπως ἀναγράφει ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1903, δαπανᾷ τὸ Δημόσιον διὰ τῶν καλουμένων προκαταβολῶν ἐτησίως ἄλλο ἓν ἑκατομμύριον, κατ’ ἐλάχιστον ὅρον, ἵνα μὴ εἴπω ἀκριβῶς 1¼, ὡς ἐξάγεται ἐκ τοῦ ἰσολογισμοῦ τῆς Γενικῆς ληψοδοσίας τοῦ δημοσίου ταμείου. Καὶ τὰ 1¼ τοῦτο ἑκατομμύριον ῥίπτεται ἐτησίως εἰς βάρος τοῦ δημοσίου ταμείου, ἀλλ’ οὐχὶ καὶ εἰς βάρος τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους, διότι ὁ νόμος ͵ΒΤΜΘʹ τοῦ 1896 περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως ἐπέβαλε μὲν τῷ Δημοσίῳ τὴν δαπάνην ταύτην, δὲν ἐπέτρεψεν ὅμως τὴν ἀναγραφὴν αὐτῆς ἐτησίως εἰς τὰ ἔξοδα τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους. Οὕτω δὲ εἰς τὰ 114½ ἑκατομμύρια τῶν ἐξόδων τοῦ Προϋπολογισμοῦ σας θὰ προσθέσητε τὸ 1½ τοῦτο ἑκατομμύριον, καὶ οὕτως ἔχετε δαπάνας 116 ἑκατομμυρίων. Περὶ τῶν δαπανῶν τούτων τοῦ ἑνὸς καὶ ἡμίσεος ἑκατομμυρίου τὸ νομοσχέδιόν σας δὲν προβλέπει· προβλέπει μόνον περὶ τυπικοῦ κανονισμοῦ τῆς ληψοδοσίας μεταξὺ τῶν ἀπόρων δήμων καὶ τοῦ Δημοσίου! Οὐδεμία δὲ πρόνοια λαμβάνεται περὶ θεραπείας τῶν αἰτίων τῶν προκαλούντων τὴν εἰς βάρος τοῦ Δημοσίου δαπάνην ταύτην, ἡ ὁποία αὐξάνει ἀνὰ πᾶσαν ἡμέραν, καὶ τὴν ὁποίαν ἡ Κυβέρνησίς σας ὑποβοηθεῖ διὰ τῶν ἀνὰ πᾶσαν ἡμέραν ἱδρυομένων σχολείων πάσης φύσεως τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, ὡς ἐξάγεται ἐκ τῆς «Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως», εἰς ἣν ἀθρόως δημοσιεύονται ἐγκρίσεις καὶ προβιβασμοὶ τοιούτων σχολείων. Λυποῦμαι, κύριε Πρόεδρε, διότι δὲν εἶναι κατάλληλος ἡ ὥρα δι’ ἐμὲ τοὐλάχιστον, ἵνα εἰσέλθω εἰς τὰς λεπτομερείας τοῦ Προϋπολογισμοῦ καὶ ἀποδείξω, ὅτι αἱ κατὰ μέρος οἰκονομίαι τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1903 εἶναι φανταστικαί. Ὁ Προϋπολογισμὸς τῶν ἐξόδων τοῦ Κράτους, ὡς γνωστόν, διαιρεῖται εἰς πέντε μέρη, ἐξ ὧν τὸ Αʹ περιλαμβάνει τὰς ὑποχρεώσεις τοῦ Κράτους, ἤτοι τὰς συντάξεις, τὴν Βασιλικὴν χορηγίαν, τὰ ἔξοδα τῆς Βουλῆς καὶ τὰ ναυτικὰ καὶ ἄλλα χορηγήματα. Τὸ Βʹ μέρος περιλαμβάνει τὰ ἔξοδα τοῦ δημοσίου χρέους. Ἀμφοτέρων τῶν μερῶν τούτων τὰς δαπάνας οἱαδήποτε Κυβέρνησις δὲν δύναται νὰ μεταβάλῃ. Τῶν τριῶν ὅμως ἐπιλοίπων μερῶν τὰς δαπάνας εἶναι δυνατὸν νὰ ἐλαττώσῃ ἡ ἱκανότης τῶν ἑκάστοτε Κυβερνήσεων. Τὸ Γʹ μέρος (τοῦ Προϋπολογισμοῦ) τῶν ἐξόδων περιλαμβάνει τὰς δαπάνας τῆς Γεν. Διοικήσεως, αἱ ὁποῖαι κατὰ τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1903 ἀνέρχονται εἰς δρ. 54,800,000 περίπου, κατὰ δὲ τὸν τοῦ 1902 εἰς 59,700,000 περίπου, ἤτοι διαφορὰ περίπου 5 ἑκατομμυρίων ἐπὶ πλέον κατὰ τὸ 1902. Τὸ Δʹ μέρος τοῦ Προϋπολογισμοῦ περιλαμβάνει τὰ ἔξοδα διοικήσεως καὶ εἰσπράξεως τῶν φόρων, τὰ ὁποῖα κατὰ τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1903 εἶναι 9,400,000 περίπου, κατὰ δὲ τὸν τοῦ 1902 εἶναι 11,400,000 περίπου, ἤτοι καὶ πάλιν διαφορὰ ἐπὶ πλέον κατὰ τὸ 1902 δύο ἑκατομμυρίων. Καὶ τὸ Εʹ μέρος περιέχει διαφόρους πληρωμάς, ἤτοι ἐπιστροφὰς χρημάτων ἀχρεωστήτως εἰσπραττομένων ὑπὸ τοῦ Δημοσίου, δικαστικὰς ἀποζημιώσεις καὶ ἀποδόσεις. Κατὰ τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1903 αἱ δαπάναι τοῦ πέμπτου τούτου μέρους ἀνέρχονται εἰς 4,600,000 περίπου, κατὰ δὲ τὸν τοῦ 1902 εἰς 9½ περίπου ἑκατομμύρια· καὶ ἐνταῦθα διαφορὰ ἐπὶ πλέον κατὰ τὸ 1902 δρ. 5 περίπου ἑκατομμυρίων. Αἱ τρεῖς αὗται διαφοραὶ παρουσιάζουσιν οἰκονομίας δώδεκα περίπου ἑκατομμυρίων εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1903, ποσὸν καταπληκτικόν, τὸ ὁποῖον πάντα ἄνθρωπον δύναται νὰ καταπλήξῃ καὶ νὰ ἐξαναγκάσῃ νὰ συγχαρῇ τὴν Κυβέρνησιν, τὴν συντάξασαν Προϋπολογισμὸν φέροντα τόσας οἰκονομίας. Ἀλλ’ ἆρά γε εἶναι οἰκονομίαι πραγματικαὶ ἡ καταπληκτικὴ αὕτη διαφορά; Προέρχονται, ὡς διατείνεται ἡ Κυβέρνησις ἐν τῷ Βασιλικῷ Λόγῳ, «ἐκ καταργήσεως οὐ μόνον τῶν περιττῶν, ἀλλὰ καὶ τῶν μὴ ἀπολύτως ἀναγκαίων δαπανῶν»; Ἀκούσατε, Κύριοι, πόθεν προέρχονται αἱ οἰκονομίαι αὗται. Τὰ τρίτον περίπου τῶν οἰκονομιῶν τούτων προέρχεται ἐκ τῆς μὴ ἀγορᾶς καὶ ἄλλων ἐν Θεσσαλίᾳ τσιφλικίων, διότι τὸ ποσὸν τῶν 3,777,300 περίπου, τὸ δαπανηθὲν κατὰ τὸ λῆξαν ἔτος πρὸς ἀγορὰν τῶν κτημάτων Στεφάνοβικ Σκυλίτση, φέρει ὡς οἰκονομίαν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ ὁ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργός. Τίς ἐπίστευε, Κύριοι, ὅτι τὴν ἐθνικὴν ἐκείνην πρᾶξιν, τῆς ἀγορᾶς τῶν κτημάτων Στεφάνοβικ, τοῦ ἐκ Κερκύρας πολιτευτοῦ, ἤθελε μεταχειρισθῆ ὁ ἐκ Γόρτυνος πολιτευτὴς πρὸς κατηγορίαν! ὡς ἐπίσης τίς ἤθελε πιστεύσει, ὅτι τὴν ἄλλην ἐθνικωτάτην πρᾶξιν τοῦ ἐκ Κερκύρας πολιτευτοῦ, τὴν σύναψιν τῆς συμβάσεως πρὸς κατασκευὴν τοῦ σιδηροδρόμου Πειραιῶς–Συνόρων, ἤθελεν ἐκμεταλλευθῆ πρὸς τὸν αὐτὸν σκοπόν! διότι διὰ τῆς συμβάσεως ταύτης ἐξησφάλισεν εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν ὁ κ. Θεοτόκης ποσὸν 5½ ἑκατομμυρίων φράγκων ἐτησίως, καὶ ἐπὶ τέσσαρα ἔτη πρὸς 1,46 τὸ φράγκον; ἡ πρᾶξις δ’ αὕτη φέρει οἰκονομίαν εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1903 ἓν ἑκατομμύριον ἑκατὸν πεντήκοντα χιλιάδας δραχμῶν. Σᾶς ἀνέφερε δὲ ἤδη ὁ ἀξιότιμος ἐκ Κερκύρας πολιτευτής, ὅτι εἰς ὄφελος τῆς Κυβερνήσεως φέρεται καὶ ποσὸν 772,000 δραχμῶν ἐκ τῆς ἀγορᾶς πετρελαίου, τὴν ὁποίαν ἐνήργησεν ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις πρὸς χρῆσιν τοῦ ἔτους 1903.

§271Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐλέχθησαν αὐτά, κύριε Στάη.

§272ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Ἐλέχθησαν, ἀξιότιμε συνάδελφε, καὶ ἀποδεικνύονται εὐχερῶς.

§273Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Διατὶ τὰ ἐπαναλαμβάνετε;

§274ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σᾶς παρακαλῶ. Δὲν θὰ κανονίσητε τὸν τρόπον, μὲ τὸν ὁποῖον ἀγορεύει ὁ κ. Βουλευτής.

§275ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Διὰ νὰ μάθῃ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ὁποίου εἴδους οἰκονομίας ἔφερεν ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν του, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἓν βλέμμα ἐὰν ῥίψητε, θὰ ἴδητε, ὅτι ἀναγράφεται ποσὸν ἐπὶ ἔλαττον τοῦ 1903 διὰ κεκλεισμένας καὶ διαγεγραμμένας χρήσεις 1,500,000, ὅπερ φέρεται ὡς οἰκονομία. Ἀλλ’ ἐὰν ὑπάρχωσι δαπάναι τοιαῦται, θὰ ὑποχρεωθῆτε νὰ τὰς ἀναγράψητε ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ σας· ἐὰν δὲ δὲν ὑπάρχωσι, τοῦτο δὲν ὀφείλεται εἰς τὸ οἰκονομικόν σας σύστημα, ἀλλ’ εἰς δρᾶσιν τῶν Κυβερνήσεων τοῦ παρελθόντος. Ὡς ἐπίσης δὲν ὀφείλεται εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ἀλλ’ εἰς τὰς προκατόχους Κυβερνήσεις ἡ ἐπὶ ἔλαττον ἀναγραφὴ ποσοῦ δρ. 375,000 διὰ δικαστικὰς ἀποζημιώσεις, ἐὰν πραγματοποιηθῇ ἡ οἰκονομία αὕτη, ἡ ὁποία κατ’ ἐμὲ εἶναι φανταστική, ὡς ἐπίσης φανταστικὴ εἶναι ἡ μὴ ἀναγραφὴ δραχμῶν 831,000, ἃς δὲν θὰ καταβάλῃ τὸ Δημόσιον εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, ἀλλ’ εἰς τὸ δημόσιον χρέος, ἐκ τῶν εἰσπράξεων τοῦ καπνοῦ διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τῶν σιδηροδρόμων Πειραιῶς–Συνόρων καὶ Πύργου–Μελιγαλᾶ. Ἐπίσης δὲν εἶναι οἰκονομία ἡ ἐπὶ ἔλαττον ἀναγραφὴ 500,000 δρ. ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1903 ἐκ τῆς μὴ ἐκτελέσεως διαφόρων κτιρίων, ἐκ τῶν ὁποίων ἄλλα ἐπερατώθησαν κατὰ τὸ 1902, καὶ ἄλλα διεκόπησαν, καὶ τῶν ὁποίων βραδύτερον θ’ ἀναγκασθῆτε ν’ ἀναγράψητε τὴν δαπάνην. Ἐπίσης δὲν εἶναι οἰκονομία ἡ διαγραφὴ ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ναυτικῶν πιστώσεως 200,000 δραχ. δι’ ἔργα ἐν τῷ Ναυστάθμῳ, τὰ ὁποῖα ἐπερατώθησαν κατὰ τὸ λῆξαν ἔτος, ὡς ἐπίσης δὲν εἶναι οἰκονομία ἡ ἐπὶ ἔλαττον ἀναγραφὴ πιστώσεως 100,000 δρ. διὰ προμηθείας γαιανθράκων καὶ ὁπλισμοῦ, ἅτινα ἠγοράσθησαν κατὰ τὸ παρελθόν, ὡς ἐν τῇ εἰσηγητικῇ του ἐκθέσει ἀναφέρει ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν. Δὲν εἶναι ὡσαύτως οἰκονομία ἡ ἐπὶ ἔλαττον ἀναγραφὴ περίπου 400,000 δραχ. πρὸς προμήθειαν εἰδῶν στρατωνισμοῦ καὶ ἐξαρτήσεως, διότι ἐγένετο κατὰ τὸ λῆξαν ἔτος — ὡς ἀναγράφεται ἐν τῇ εἰσηγητικῇ ἐκθέσει τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν — προμήθεια ἱκανῶν κλινοσκεπασμάτων, ὡς ἐπίσης δὲν εἶναι οἰκονομία ἡ διαγραφὴ πιστώσεως 190,000 δρ. δι’ ἔργα ὑδραυλικὰ, ἐκτελεσθέντα ἢ διακοπέντα, ὡς ἐπίσης δὲν εἶναι οἰκονομία ἡ ἀναγραφὴ ἐπὶ ἔλαττον 124,000 δρ. διὰ τὰς δαπάνας τῆς διαχειρίσεως καὶ καλλιεργείας τῶν ἐν Θεσσαλίᾳ κτημάτων Στεφάνοβικ, διότι τὸ ἐπὶ πλέον τοῦτο ποσὸν, τὸ ἀναγεγραμμένον ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1902, δὲν ἐδαπανήθη, ὡς ἐπληροφορήθην. Δὲν εἶναι ἐπίσης οἰκονομία αἱ 100,000 περίπου δραχ. αἱ ἐκ τῶν παιγνιοχάρτων καὶ τοῦ ἅλατος, διότι ἡ μικροτέρα κατανάλωσις θὰ φέρῃ μείωσιν καὶ τῶν ἐσόδων· ὡς ἐπίσης δὲν εἶναι οἰκονομία πραγματικὴ ἡ ἐλάττωσις κατὰ 100,000 δρ. τῆς ἀντιμισθίας τῶν δικηγόρων, ἀφοῦ κατὰ τὸ λῆξαν ἔτος ἐδαπανήθησαν πρὸς τοῦτο 175,000 δραχμαί. Ἐπίσης δὲν εἶναι οἰκονομία ἡ διαγραφὴ πιστώσεως 175,000 δρ. δι’ ἐκτέλεσιν ἐκλογικοῦ νόμου, καὶ διότι θὰ ἔχωμεν ἐντὸς τοῦ ἀρξαμένου ἔτους τὰς δημοτικὰς ἐκλογάς. Ἐπίσης δὲν εἶναι οἰκονομία ἡ διαγραφὴ τῶν πιστώσεων τῆς ἀρχαιολογικῆς ὑπηρεσίας ἐκ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῆς Παιδείας καὶ ἡ ἐπιβάρυνσις δι’ αὐτῶν τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρείας. Ἡ ἐξ 130,000 δραχμῶν δαπάνη αὕτη δὲν θὰ καταργηθῇ, ἀλλὰ θὰ καταβληθῇ κατ’ ἄλλον τρόπον ἀπὸ τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, κατὰ τρόπον μάλιστα ἀνήθικον, διὰ λαχείου. Τὸ σύνολον τῶν ποσῶν τούτων, Κύριοι, τὰ ὁποῖα ἐκ τοῦ προχείρου σᾶς ἀνέφερα, εἶναι περίπου 10 ἑκατομμύρια. Ὑπολείπονται 2 ἑκατομμύρια, τὰ ὁποῖα παρουσιάζονται ὡς οἰκονομίαι ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1903. Τὰ δύο ταῦτα ἑκατομμύρια προέρχονται ἐκ τῶν οἰκονομιῶν, ἃς φέρει ἡ Κυβέρνησις διὰ τῆς καταργήσεως τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας, τῆς καταργήσεως τῶν νέων νομῶν, καὶ τῆς ἐλαττώσεως τῶν μισθῶν τῶν ταχυδρομικῶν καὶ τηλεγραφικῶν ὑπαλλήλων καὶ τῶν σχετικῶν ὑπηρεσιῶν, ὡς καὶ ἐκ τῆς ἐλαττώσεως τοῦ μισθοῦ τῶν δικαστῶν. Ἡ κατάργησις τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας φέρει οἰκονομίαν ἑνὸς περίπου ἑκατομμυρίου· ἀλλ’ ἡ οἰκονομία αὕτη εἶναι ὅλως φανταστικὴ, διότι μέρος μὲν αὐτῆς θὰ καταβάλῃ διὰ τοὺς μισθοὺς τῶν τριακοσίων πεντήκοντα περίπου ἀξιωματικῶν ἀστυνόμων, οἱ ὁποῖοι θὰ μετατεθῶσιν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, μέρος δὲ θὰ καταβάλῃ διὰ τοὺς νέους ἀστυνόμους τῶν ἀπόρων δήμων, τῶν μὴ δυναμένων νὰ καταβάλωσιν οὐδὲ μέρος τῶν δαπανῶν τῆς διοικήσεως αὐτῶν, καὶ πρὸς τοὺς ὁποίους ἐδώρησεν ἤδη τὸ Δημόσιον δι’ εἰδικοῦ νόμου τῷ 1900 τὴν ὀφειλὴν αὐτῶν ἐκ τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου, κατὰ τὸ ἤδη ἀρξάμενον ἔτος δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐφαρμοσθῇ ἡ διοικητικὴ καὶ ἡ δημοτικὴ ἀστυνομία, διότι οἱ προϋπολογισμοὶ τῶν δήμων ἐνεκρίθησαν καὶ ἤδη ἐκτελοῦνται, ἐλάχιστοι δὲ τὸν ἀριθμὸν εἶναι οἱ δῆμοι, οἱ δυνάμενοι νὰ ζητήσωσι καὶ λάβωσιν ἀναπληρωματικὰς πιστώσεις. Ἐπειδὴ δὲ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐγκαταλείψῃ τις τὸ Κράτος ἄνευ ἀστυνομίας, θὰ ὑποχρεωθῆτε νὰ διατηρήσητε καὶ κατὰ τὸ 1903 τὴν στρατιωτικὴν ἀστυνομίαν, καὶ οὕτως ἡ οἰκονομία σας τοῦ ἑνὸς ἑκατομμυρίου θὰ μείνῃ ὄνειρον οὐχὶ θερινῆς, ἀλλὰ χειμερινῆς νυκτὸς, διότι εἶναι ὑπερβαλλόντως μέγα. Ἐκ τῶν ταχυδρομείων, τηλεγραφείων καὶ τηλεφωνείων φέρει ἡ Κυβέρνησις 580,000 δραχ. οἰκονομίας, αἱ ὁποῖαι καὶ ἄδικοι καὶ ἐπιβλαβεῖς εἰς τὴν ὑπηρεσίαν καὶ τὴν κοινωνίαν εἶναι. Ἐκ τῆς καταργήσεως τῶν νομῶν φέρει οἰκονομίαν 121,000 δραχμῶν, ἡ ὁποία δὲν θὰ πραγματοποιηθῇ. Ἐκ δὲ τῆς ἐλαττώσεως τοῦ μισθοῦ τῶν δικαστῶν οἰκονομίαν 60 χιλιάδων δραχμῶν. Αὐταὶ εἶναι αἱ οἰκονομίαι, κύριε Πρόεδρε, τὰς ὁποίας διαβλέπω ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1903, οἰκονομίαι φανταστικαὶ καὶ δαπάναι ἐσκεμμένως περικεκαλυμμέναι. Αὐτὸ εἶναι τὸ πρόγραμμα τῆς Κυβερνήσεως, τὸ ὁποῖον φέρει τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1903 εἰς ἀσφαλὲς ἔλλειμμα, καὶ τὸ ὁποῖον ἐτάραξε τὰ νεῦρα συναδέλφων τινῶν. Τοῦτο κατ’ ἐμὲ εἶναι τὸ σπουδαιότερον τῶν θεμάτων, τὰ ὁποῖα ἔχει νὰ ἐξετάσῃ ἡ Βουλή. Οὔτε τὰ στρατιωτικὰ νομοσχέδια, οὔτε τὰ διοικητικὰ, οὔτε τὰ ἐκπαιδευτικὰ δύνανται νὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν, καὶ ἂν ἦσαν ἐπισταμένης μελέτης ἄξια, ἐν ᾗ περιπτώσει ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1903 ὑπάρχει κίνδυνος νὰ καταλήξῃ εἰς ἔλλειμμα. Τὸν κίνδυνον δὲ τοῦτον προβλέπω δυστυχῶς ἐπαπειλούμενον, ἂν δὲν ληφθῶσι μέτρα ὅλως ἀλλοῖα ἐκείνων, ἃ λαμβάνει ἡ Κυβέρνησις. Ἀλλ’ ἐνῷ φαίνεται πνεῦμα οἰκονομίας διέπον τὰς σκέψεις τοῦ συντάκτου τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ὑπάρχουσι περιπτώσεις γενναιότητος καὶ σπατάλης αὐτοῦ. Οὕτως, ἐνῷ καταργεῖ τὰς ἐκ 35,000 δραχμῶν πιστώσεις πρὸς συντήρησιν τῶν ἐν Πάτραις καὶ ἐν Ἀθήναις Ἐμπορικῶν Σχολῶν, ἱδρύει δύο νέα Διδασκαλεῖα, καταργῶν τὰ ἐν ἐνεργείᾳ Ὑποδιδασκαλεῖα, φέρων οὕτως αὔξησιν δαπανῶν εἴκοσι χιλιάδων δραχμῶν. Ἡ ἵδρυσις δὲ τῶν δύο Διδασκαλείων οὐ μόνον ἀνέφικτος εἶναι, ἐλλείψει καταλλήλου διδακτικοῦ προσωπικοῦ, ἀλλὰ καὶ πολλαχῶς ἐπιζήμιος, ὡς ἄλλοτε ἐπιφυλάττομαι νὰ δείξω. Οὕτως, ἐνῷ οἰκονομεῖ δραχμὰς 100 ἐκ τῶν 600, ὅσαι εἶναι ἀναγεγραμμέναι ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1902 πρὸς ἐκτύπωσιν, ἀγορὰν χάρτου κλπ. τῶν Διαδηλώσεων τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, δίδει 5000 δραχμὰς εἰς τὴν Ἑταιρείαν τῶν Ἐρασιτεχνῶν πρὸς παράστασιν ἀρχαίων δραμάτων διὰ συνδρομὴν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοτικῆς Ἐκπαιδεύσεως! Οὕτως, ἐνῷ περικόπτει τὸ ἐπίδομα τοῦ συλλόγου «Παρνασσοῦ» ἐκ 2000 εἰς 1000, δίδει 5000 εἰς τὴν ἐν Ἀθήναις Ἐπαγγελματικὴν Σχολήν. Οὕτως, ἐνῷ περικόπτει κατὰ 2000 δραχ. τὴν ἐξ 8000 συνδρομὴν τοῦ Δημοσίου εἰς τὴν ἐν Ληξουρίῳ Ἐμπορικὴν Σχολὴν, αὐξάνει διὰ τῆς χειρὸς τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν κατὰ δραχ. 3000 τὴν ἐκ 5000 δραχμῶν συνδρομὴν τοῦ Ὑπουργείου τῆς Παιδείας πρὸς παράστασιν τῶν ἀρχαίων δραμάτων! Ἐπισκοποῦντες λοιπὸν, κύριε Πρόεδρε, ἐν γενικαῖς γραμμαῖς τὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1903, οὐ μόνον δὲν εὑρίσκομεν οἰκονομίας 5,254,965 δραχμῶν, ἀλλὰ τοὐναντίον εὑρίσκομεν ἔλλειμμα καταφανὲς, τὸ ὁποῖον προσεπάθησε νὰ ἀποκρύψῃ λογιστικὴ χεὶρ ἀδαὴς καὶ αὐθάδης, διότι ἀμάθεια καὶ αὐθάδεια εἶναι ἡ ἀπόκρυψις τῶν 3,777,300 δρ. διὰ τὴν ἀγορὰν τῶν κτημάτων Στεφάνοβικ, τῶν 772,000 διὰ τὴν ἀγορὰν τοῦ πετρελαίου, τῶν 831,000 ἐκ τῶν τοῦ καπνοῦ, καὶ τόσων ἄλλων, τὰ ὁποῖα ἐπιφυλάττομαι ἐν ἐπικαιροτέρα στιγμῇ νὰ ἐξετάσω, καὶ τῶν ὁποίων σήμερον μόλις ἄκρῳ δακτύλῳ ἠψάμην.

§276ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Μαρκέτης ἔχει τὸν λόγον.

§277Ν. ΜΑΡΚΕΤΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἡ ὥρα εἶναι λίαν προκεχωρημένη, καὶ δὲν θέλω ἀπασχολήσει ἐπὶ μακρὸν τὴν Βουλήν. Ἐγὼ ἀπουσίαζον ἐξ Ἀθηνῶν, καὶ μόλις ἀφικόμην τὴν ἑσπέραν ταύτην, ὥστε δὲν ἠδυνήθην ν’ ἀκολουθήσω καὶ μετάσχω τῆς συζητήσεως ἐπὶ τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν Βασιλικὸν Λόγον, ὡς ὤφειλον καὶ ὡς ἐπεθύμουν, ὡς μέλος καὶ εἰσηγητὴς μάλιστα τῆς μειονοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῆς ἀπαντήσεως. Ἀλλὰ θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ εἴπω ὀλιγίστας μόνον λέξεις. Ἐν τῷ Βασιλικῷ Λόγῳ ὁ Ἄναξ, μετὰ τὸν τυπικὸν χαιρετισμὸν τῶν Βουλευτῶν, ἀμέσως ἐπικαλεῖται τὴν φιλοπατρίαν αὐτῶν, ὅπως τὸν συνδράμωσι «πρὸς ἐξομάλυνσιν ἐπιφανεισῶν δυσχερειῶν καὶ πρὸς τὴν προσήκουσαν διαρρύθμισιν τῶν κοινῶν». Δὲν ἤμην, ὡς προεῖπον, παρὼν κατὰ τὴν γενομένην συζήτησιν, ἠρώτησα ὅμως τοὺς κυρίους συναδέλφους, ἂν ἐδόθησαν αἱ δέουσαι ἐξηγήσεις ἐπὶ τῆς φράσεως ἐκείνης, διότι δὲν δύναμαι οὐδὲ κἄν νὰ ὑποθέσω, ὅτι ὁ Ἄναξ εἰκῇ καὶ ὡς ἔτυχε τοιαύτην ἐπεκαλέσθη τῆς ἐθνικῆς ἀντιπροσωπείας συνδρομὴν, δὲν δύναμαι νὰ ὑποθέσω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις, τῆς ὁποίας, κατὰ τὰ συνταγματικὰ θέσμια, εἶναι ἔργον ὁ Βασιλικὸς Λόγος, ἔθηκεν ἐν τῷ στόματι τοῦ Βασιλέων εἰκῇ καὶ ὡς ἔτυχε τοιαύτην φράσιν, φράσιν εἰς εὔλογον ἐμβαλοῦσαν ἀνησυχίαν καὶ τὸν ἔσω καὶ τὸν ἔξω Ἑλληνισμόν. Διότι ποῖαι εἶναι αἱ δυσχέρειαι, αἱ ὁποῖαι ἀνεφάνησαν; Ποῖαι εἶναι αἱ δυσχέρειαι αὗται, πρὸς ἐξομάλυνσιν τῶν ὁποίων ὁ Βασιλεὺς, τίποτε ὀλιγώτερον, ἐπικαλεῖται τὸν πατριωτισμὸν τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ ἔθνους; Πόθεν ἐγεννήθησαν αἱ δυσχέρειαι αὗται; ὑπὸ τίνος ἐδημιουργήθησαν; Ποῖον εἶναι τὸ μέτρον, ποία ἡ ἔκτασις αὐτῶν τῶν δυσχερειῶν; Πάντες διαπυνθανόμεθα, καὶ οὐδεὶς ὁ διαφωτίζων ἡμᾶς, οὐδεὶς ὁ καθησυχάζων τὴν εὔλογον ἀνησυχίαν ἡμῶν. Ὅθεν φρονῶ, ὅτι ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὀφείλει νὰ δώσῃ τὰς δεούσας ἐξηγήσεις, ὅπως μᾶς καθησυχάσῃ, καὶ κατὰ τοῦτο φρονῶ, ὅτι, ἐφ’ ὅσον δὲν δίδονται αἱ ἐξηγήσεις αὗται, ὅπως γνῶμεν, ἂν τῳόντι ἔχονται ὑποστάσεως τὰ ὑπὸ τοῦ Βασιλέως λεχθέντα, δέον νὰ τεθῇ ἐν τῇ ἀπαντήσει εἰς τὸν Βασιλικὸν Λόγον ἡ ἀπάντησις, ἥτις ἐτέθη ἐν τῷ σχεδίῳ τῆς μειονοψηφίας, ὅτι τουτέστιν, ἐάν ποτε ἀναφανῶσι τοιαῦται δυσχέρειαι, προθύμως ἡ Βουλὴ θέλει συντρέξει τὸν Ἄνακτα εἰς τὴν ἐξομάλυνσιν αὐτῶν. Ἡ ἀπάντησις αὕτη, ἐν τῷ σχεδίῳ τῆς μειονοψηφίας τεθεῖσα, εἶναι εὔσχημος ἄρνησις τῶν λεχθέντων ὑπὸ τοῦ ἄνακτος, ὅτι ἀνεφύησαν καὶ ἀνεφάνησαν τοιαῦται δυσχέρειαι. Δὲν ἥρμοζε νὰ ἀρνηθῶμεν ἀποτόμως τὸ λεχθὲν ὑπὸ τοῦ Ἄνακτος, ἀλλ’ ἀρνούμεθα τοῦτο εὐσχήμως, ἀπαντῶντες, ὅτι, ἐάν ποτε ἐπιφανῶσιν ἐν τῷ μέλλοντι δυσχέρειαι, προθύμως θέλομεν συντρέξει πρὸς τὴν ἐξομάλυνσιν τοῦθ’ ὅπερ σημαίνει, ὅτι τό γε νῦν ἔχον δὲν ὑφίστανται τοιαῦται. Ἐν τῷ Βασιλικῷ Λόγῳ λέγεται, ὅτι «κατὰ τὴν Βουλευτικὴν ταύτην Περίοδον αἱ πολλαχοῦ ἐν τῷ σταδίῳ τῶν ἐκλογῶν ἐκδηλωθεῖσαι σαφεῖς περὶ τῶν πραγμάτων τῆς Πολιτείας καὶ τῆς χώρας γνῶμαι ἐνέδειξαν ὑμῖν τὴν σοβαρότητα τῶν περιστάσεων». Ἀγνοῶ κατὰ πόσον ἡ σοβαρότης τῶν περιστάσεων τῶν νῦν εἶναι ἀνωτέρα τῆς σοβαρότητος τῶν περιστάσεων τῶν πρώην. Φρονῶ, ὅτι καὶ νῦν καὶ κατὰ τὸ παρελθὸν αἱ περιστάσεις ἦσαν ἐπίσης σοβαραί. Ἀλλ’ ἀγνοῶ, κατὰ τίνα τρόπον οἱ ἐκλογεῖς ἐνέδειξαν τὴν σοβαρότητα αὐτῶν. Φρονῶ τοὐναντίον, ὅτι οἱ ἐκλογεῖς δὲν ἐνέδειξαν τοιαύτην σοβαρότητα, ἀφοῦ δὲν ἔκριναν ἀναγκαῖον νὰ ὑποδείξωσιν ἰσχυρὰν Κυβέρνησιν. Ἐκτὸς ἐὰν ἡ ἐκδήλωσις τοιούτου φρονήματος τῶν ἐκλογέων συνήχθη ἐκ τῆς ἐκδηλωθείσης αὐτῶν δυσπιστίας πρὸς πάντας τοὺς πολιτικοὺς τῆς χώρας ἄνδρας, διότι οἱ ἐκλογεῖς οὐδένα τῶν πολιτικῶν τῆς χώρας ἀνδρῶν περιέβαλον δι’ ἀπολύτου ἐμπιστοσύνης, εἰς αὐτοὺς δὲ τοὺς ἀσθενῶς ὑπ’ αὐτῶν ὑποδειχθέντας ἠθέλησαν ν’ ἀντιτάξωσι κραταιὰν Ἀντιπολίτευσιν, ἀριθμητικῶς ἰσχυροτέραν πάσης προηγουμένης, ὅπως λυσιτελέστερον καὶ ἐγκυρότερον ἐνασκῇ ἐπὶ τῶν κυβερνητικῶν πράξεων τοῦ ἐλέγχου τὸ δικαίωμα. Ἀλλ’ οἱανδήποτε καὶ ἂν ἐνέχῃ ἔννοιαν αὕτη τοῦ Βασιλικοῦ Λόγου ἡ περικοπὴ, πρόκειται μόνον περὶ λέξεων, καὶ βεβαίως αἱ κεναὶ λέξεις δὲν ἔχουσι σπουδαιότητα. Ἐκεῖνο ὅμως, τὸ ὁποῖον ἔχει μεγίστην σπουδαιότητα, καὶ ὅπερ φρονῶ, ὅτι δὲν δύναται νὰ μείνῃ ἄνευ ἀπαντήσεως, εἶναι τὸ νέον δόγμα, ὅπερ ἀναγράφεται ἐν τῷ Βασιλικῷ Λόγῳ, κατ’ ἐμὲ δόγμα, ὅπερ σημαίνει αὐτόχρημα κατάλυσιν τῶν θεσμῶν, τὸ δόγμα τουτέστιν, ὅτι τὰς Κυβερνήσεις ὑποδεικνύουσιν εἰς τὸ Στέμμα ὄχι οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ ἔθνους, ἢ οἱ ἐκλογεῖς διὰ τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ ἔθνους, ἀλλὰ ταυτοχρόνως εἴτε οἱ ἐκλογεῖς εἴτε οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ ἔθνους. Φρονῶ, ὅτι τὸ δόγμα τοῦτο σημαίνει ἀνατροπὴν ἄρδην τοῦ πολιτεύματος. Ἐγὼ εἶμαι εἴπερ τις καὶ ἄλλος ἔνθερμος ζηλωτὴς τοῦ πολιτεύματος τοῦ ἡμετέρου· φρονῶ ὅτι, τοὐλάχιστον τὸ γε νῦν ἔχον, εἶναι τὸ μόνον πολίτευμα, ὅπερ ἁρμόζει εἰς ἡμᾶς, καὶ θὰ ἐκηρυσσόμην ἐναντίος πάσης μεταρρυθμίσεως αὐτοῦ, καίτοι εὐτυχῶς πᾶσα μεταρρύθμισις κατέστη ἀδύνατος ὑπὸ τῶν συντακτῶν τοῦ Συντάγματος, ὧν τὴν μνήμην γεραίρω. Ἀκριβῶς ὅμως, ἐπειδὴ εἶμαι ἔνθερμος ζηλωτὴς τοῦ πολιτεύματος τοῦ ἡμετέρου, μετὰ δέους βλέπω ἀναγεγραμμένον τοιοῦτον δόγμα ἐν τῷ Βασιλικῷ Λόγῳ, τὸ δόγμα δηλονότι, ὅτι οὐχὶ οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ ἔθνους, ἀλλὰ οἱ ἐκλογεῖς, ἐν ταῖς πλατείαις καὶ ταῖς ἀγυιαῖς, δύνανται νὰ ὑποδείξωσιν εἰς τὸ Στέμμα τὰ πρόσωπα, τὰ ἐνδεδειγμένα διὰ νὰ κυβερνῶσι. Τοιοῦτο δόγμα θεωρῶ λίαν ἐπικίνδυνον, αὐτόχρημα ἀνατρεπτικὸν τῶν θεσμῶν, αὐτόχρημα ἀνατρεπτικὸν τοῦ ἡμετέρου πολιτεύματος, καὶ φρονῶ, ὅτι ἐν τῇ ἀπαντήσει εἰς τὸν Βασιλικὸν Λόγον δὲν δυνάμεθα νὰ παρέλθωμεν ἐν σιγῇ τὴν περικοπὴν ἐκείνην, καὶ ὅτι δέον νὰ δοθῇ ἡ ἐν τῷ σχεδίῳ τῆς μειονοψηφίας ἀπάντησις, ὅτι τουτέστι «δέον νὰ καλῶνται ἐκεῖνοι, ὑπὲρ ὧν ἐνδείκνυται ἡ ἐμπιστοσύνη τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ ἔθνους, οἵτινες μόνοι τοιοῦτον κέκτηνται ἐκ τοῦ πολιτεύματος δικαίωμα.» Ταῦτα τὰ ὀλίγα ἤθελον νὰ εἴπω, κύριε Πρόεδρε, διότι ἡ ὥρα εἶναι λίαν προκεχωρημένη, καὶ δὲν ἐπιθυμῶ, ἐκτείνων τὸν λόγον, νὰ καταχρασθῶ τῆς ἀνοχῆς τῆς κεκμηκυίας Βουλῆς.

§278ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ παρατηρήσω εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Κερκύρας, ὅτι δὲν μοὶ ἐπιτρέπεται νὰ θέσω εἰς ψηφοφορίαν τὰς προτάσεις του, διότι εὑρισκόμεθα ἐπὶ τοῦ συνόλου. «Ἐπὶ τῆς ἀναγνώσεως ταύτης», λέγει τὸ ἄρθρον 42, «οὐδεμία πρότασις δύναται νὰ γένηται, ἐπιτρέπεται ὅμως νὰ ὑποβληθῶσιν εἰς συζήτησιν καὶ ψηφοφορίαν διορθώσεις ἀριθμητικῶν σφαλμάτων ἢ τροποποιήσεις σκοποῦσαι ἀποκλειστικῶς εἰς γλωσσικὰς ἢ γραμματικὰς βελτιώσεις τοῦ κειμένου, τοιαῦται δὲ μόνον, οἷαι οὐδὲ κατ’ ἐλάχιστον μεταβάλλουσι τὴν ἔννοιαν.»

§279Ν. ΜΑΡΚΕΤΗΣ. Πολὺ καλά.

§280ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἕτερός τις, ζητῶν τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ συνόλου; Κηρύσσω περατωμένην τὴν συζήτησιν. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ σύνολον τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν Βασιλικὸν Λόγον, ὡς ἐψηφίσθη κατὰ παράγραφον, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ὑπάρχει ἀντίρρησις;

§281ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐξ ἀριστερῶν). Ὄχι.

§282ΕΤΕΡΟΙ (ἐκ δεξιῶν). Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, κύριε Πρόεδρε.

§283ΠΟΛΛΟΙ (ἐξ ἀριστερῶν). Δὲν ὑπάρχει ἀντίρρησις, ὥστε νὰ γείνῃ δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.

§284ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι δεκαπέντε οἱ ζητοῦντες τὴν ὀνομαστικὴν κλῆσιν;

§285ΠΟΛΛΟΙ (ἐκ δεξιῶν). Μάλιστα, μάλιστα.

§286ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ σύνολον τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν Βασιλικὸν Λόγον λέγουσι Ναὶ, οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουσιν Ὄχι. Σᾶς παρακαλῶ, Κύριοι, νὰ καθίσητε, διὰ νὰ γείνῃ ἐν τάξει ἡ ψηφοφορία. (Γίνεται ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν, ὡς ψηφολεκτῶν, τῶν βουλευτῶν Σπυρ. Δεληγιάννη καὶ Μιχαὴλ Στελλάκη, καὶ εἶτα ἡ διαλογή, κατὰ τὸ ἑπόμενον πρωτόκολλον ψηφοφορίας).

Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
Λέων Μελᾶς ΝΝικ. Γουλιμῆς
Στέργιος Μ. Καρανίκας ΝΚωνσταντῖνος Γρίβας
Κωνστ. Παπανικολῆς Ν
Ἀνδρ. Παναγιωτόπουλος ΝΘ. Π. Δηλιγιάννης Ν
Εὐάγ. Καναβαριώτης Περ. Ἀλεξάκης Ν
Γεώργιος Μπαλτατζῆς Ἐπαμ. Ν. Δηλιγιάννης Ν
Π. Ταμπακόπουλος Ν
Κωνστ. Ἀργυρόπουλος ΝἸωάν. Ἀντωνόπουλος Ν
Ἐπαμειν. Ἐμπειρῖκος Χαρίλ. Τζανετάκης
Γεώργ. Πολυγένης ΝΓεώργ. Πετροπουλάκης
Γεώργ. Καρπετόπουλος ΝΜιχ. Φωτιάδης
Ἰωάννης Ζωγράφος Βασ. Μαστραπᾶς
Κωνστ. Γ. Καραπᾶνος Κ. Α. Λιδωρίκης
Ἰωάννης Γ. Καραπᾶνος ΝἈρ. Χ. Ἀναγνωστόπουλος Ν
Σπυρίδων Ν. Βαρζέλης ΝΜιχ. Ι. Στελλάκης Ο
Κωνστ. Β. Κοττίκας Γ. Π. Καπιτσίνης
Δημήτρ. Γ. Ράλλης Πάϊκος Λ. Ρίτσος Ν
Ἀλέξανδρος Γ. Σκουζὲς ΝΣταμάτιος Μήτσας
Νικόλαος Λεβίδης ΝΔημ. Τσιτσάρας Ν
Ἀντώνιος Ζυγομαλᾶς ΝΔημ. Χατζόπουλος Ο
Ἀθαν. Μουτσόπουλος ΝΓεώργ. Ἀλεξανδρόπουλος Ν
Κωνστ. Σμολένσκης ΝἸωάν. Σερμπᾶνος
Κυριάκος Λιγενὸς Κ. Δ. Ἀργασ. Λομβάρδος
Λάμπρος Δ. Καλλιφρονᾶς ΝἈλέξανδρος Σ. Κ. Ρώμας Ν
Ἀνδρέας Ψύλλας ΝΓεώργιος Ι. Μελισσηνὸς Ν
Νικόλαος Γουναράκης ΝΔιονύσιος Π. Στεφάνου
Θεόδωρος Λέκας ΝΧρῆστος Ι. Στεφανόπουλος
Ἰσίδωρος Κολιάτσος ΝἈνδρέας Ι. Στεφανόπουλος
Κωνστ. Ι. Ἀγγελόπουλος ΝἸωάννης Ν. Σισίνης
Νικόλαος Α. Στρᾶτος Ἀνδρέας Δ. Σπηλιάδης Ο
Ἰωάννης Σ. Στάϊκος Διονύσιος Π. ΠαυλόπουλοςΝ
Κωνσταντῖνος Τοπάλης Ἰωάννης Θ. Ψημένος Ν
Φίλιππος Γιαννακόπουλος Γεώργιος Ι. Κρεστενίτης Ν
Νικόλαος Σταματιάδης Δημοσθένης Γ. Δόγκας
Δημ. Καρακίτης Νικόλαος Δαούτης Ν
Κωνστ. Φιλιππίδης Ἰωάννης Κόλλιας Ν
Ἀντ. Καρτάλης Λουκᾶς Γ. Μπέλλος Ν
Χριστόφορος Ι. Ἀσιμῆς ΝἸωάννης Λάππας Ν
Πέτρος Ν. Δελένδας ΝΠερικλῆς Σ. Βαλαωρίτης
Γεώργιος Ι. Σκληρός Ν
Τηλέμ. Α. Δενδρινὸς Εὐάγγελ. Θ. Τσαρλαμπᾶς Ν
Γεώργιος Ν. Καλλίνικος Κωνσταντ. Χαλκιόπουλος Ν
Λεωνίδας Π. Πετιμεζᾶς ΝἈχιλλεὺς Παπαλουκᾶς
Ἀλέξανδρος Θ. Ζαΐμης Γκίκας Μάστορης Ν
Ἀλέξανδρος Φωτήλας Ἰωάννης Μπακόπουλος Ν
Γεώρ. Χ. Παπαδημητρίου ΝΝικόλ. Τριανταφυλλᾶκος Ο
Βασιλάκης Κ. ΓιαννουσίουΝΚωνστ. Κωνσταντόπουλος
Αὐγερινὸς Ἀβέρωφ ΝΠαναγ. Παπαναστασίου Ν
Κωνσταντῖνος Κρίτσας ΝΠαναγιώτης Μανέτας Ν
Ἰωάννης Δαμηλάτης ΝἈθαν. Πετρόπουλος Ν
Κωνστ. Ι. Φλέσσας ΝἈθαν. Ζέρβας Ν
Ἠλίας Μαυρομιχάλης Γεώργ. Ἀναστασόπουλος
Κίμων Βελλίνης Γεώργιος Νικολαΐδης Ν
Ι. Καφταντζόγλου Κωνσταντ. Τρικούπης
Ι. Παλάσκας ΝΛεωνίδας Δεληγεώργης
Δ. Τερτίπης Περικλῆς Μποῦτος
Ι. Καζαμπάκας Παναγ. Δ. Μερλόπουλος Ν
Α. Βασαρδάνης Σπυρ. Α. Κουμουνδοῦρος
Ἰωάννης Νικολαΐδης Ν
Νικόλ. Μπαλάφας Ἱπποκράτης Ι. Ἀπέργης
Νικόλ. Σταματιάδης ΝἈριστομέν. Προβελέγγιος Ν
Μιχ. Στεφανίδης Π. Ι. Πρωτοπαπαδάκης
Νικόλ. Νικολαΐδης ΟἘλευθέριος Ν. Μυκώνιος Ν
Θεμιστοκλῆς Κόλλιας ΝΝικόλαος Κ. Κρίσπης
Κωνστ. Γ. Ἱερομνήμων Δημ. Ι. Φαρμάκης
Ἰωάννης Ρώτας ΝἸω. Κ. Καλαντζόπουλος Ν
Γεώρ. Ν. Θεοτόκης Ἰωάννης Ν. Καναβὸς Ν
Μιχ. Ν. Θεοτόκης Θεόδ. Κ. Φαρμακόπουλος Ν
Νικόλ. Μαρκέτης Νικ. Κ. Φαρμακόπουλος Ν
Ἀλκίνοος Σ. Ζερβὸς Κωνσταντ. Χριστοδούλου
Γουλιέλμος Ι. Σκάρπας Ἀθαν. Πετσάλης Ν
Σπυρίδων Α. Ἀγάθος Κυρ. Π. Μαυρομιχάλης Ν
Περικλῆς Α. Ἀλαμᾶνος Κωνστ. Α. Κουμουνδοῦρος
Ἠλίας Α. Πολίτης Κυρ. Λ. Μαυρομιχάλης Ν
Σπυρίδων Ι. Δεληγιάννης ΝΦώτιος Π. Μοσχούλας Ο
Παναγιώτης Δ. Πετρίδης ΝΝικόλ. Α. Παπαλέξης
Ἀθανάσιος Α. Γκράβας Δημ. Α. Πολυχρονόπουλος Ν
Ἀναστάσ. Στυμφαλιάδης ΟἈνδρέας Δ. Μονοκροῦσος Ν
Ἀπόστολος Σ. Ζούζουλας ΝΝικόλαος Γ. Μαντζαβῖνος
Κωνστ. Β. Χριστόπουλος Θεόδωρος Α. Βελλιανίτης Ν
Ἄθως Ι. Ρωμᾶνος Ἀνάργυρος Σιμόπουλος
Διονύσιος Π. Βενιεράτος Ἰωάννης Δελμοῦζος
Κωνσταντ. Α. Γεράκης Δημήτριος Π. Νίκας
Δημήτριος Β. Τραυλὸς Κ. Δ. Γερακωστόπουλος Ν
Σπυρίδων Ε. Στάης Ἀχιλλεὺς Χοϊδᾶς Ν
Διονύσιος Καλούτσης Ἰωάννης Κ. Τσερτίδης Ν
Νικόλαος Τσοῦχλος Ἰωάννης Γ. Μ. Ροῦφος
Παναγ. Σπυράκης ΝΚωνσταντῖνος Γκότσης Ν
Ἰωάννης Καλούτσης ΝΔημήτριος Π. Γούναρης Ο
Χαράλαμπος Βοζίκης Δ. Ἀνδρικ. ἢ Μπουκαούρης
Γεώργ. Λ. Μαυρομιχάλης Γεώργιος Ράλλης Ο
Ἰωάν. Π. Μελετόπουλος ΝΠαναγιώτης Π. Σάκκης Ν
Πέτρος Ν. Βαρβιτσιώτης Νικόλαος Α. Μισυρλῆς
Στέφανος Κοπανίτσας Νικόλ. Δ. Ραφτόπουλος Ν
Γεώργιος Δ. Φικιώρης ΝἸωάννης Α. Βρυώνης Ν
Ἰωάννης Φίλιος ΟἸωάν. Γ. Α. Γεωργιάδης Ν
Κωνσταντῖνος Καρακίτης ΝΝικόλαος Γ. Λεωνίδας
Ἰωάννης Γιαννακίτσας Διομήδης Ν. Κυριακὸς
Νικόλαος Μπουφίδης Ἰωάννης Ν. Καλαμάρης
Σταμ. Δ. Βαφειαδάκης ΝΓεώργιος Κορυζῆς Ν
Κωνσταν. Α. Τσιροπινᾶς Θεόδωρος Λιμπρίτης Ν
Ἐμμαν. Ε. Λαδόπουλος ΝΓεώργιος Ροδόπουλος
Ἀντώνιος Π. Βιτάλης ΝΠαντελῆς Π. Γκίκας Ν
Κάρολος Μ. Βιτάλης ΝἸωάν. Θ. Κουντουριώτης
Ἰωάννης Ν. Σιγάλας ΟΝικόλαος Μ. Τσαμαδὸς
Κων. Εὐθ. Χατζηπέτρος Νικόλαος Πλατσῆς
Σωτήριος Ι. Χατζηγάκης ΝΝ. Χατζῖσκος
Γεώργιος Ραδινὸς Χαρ. Εὐταξίας Ν
Ἀπόστολος Ζάππας Δ. Δεδούσης
Ἠλίας Μπασδέκης ΝΚομνᾶς Τράκας Ν
Σπυρίδων Γεωργόπουλος ΝΝ. Κοντογιάννης Ν
Ἀνδρέας Ι. Κεφαλᾶς ΝΜιχαὴλ Κακαρᾶς
Εὐστάθιος Κοκκέβης ΝΒασίλειος Βουδούρης
Ἀλέξ. Δ. Πονηρόπουλος Γεώργιος Ἀβέρωφ
Δημ. Ἀναστασόπουλος ΝΝικόλαος Καλογερόπουλος
Ἀνδρέας Σκαλτσοδῆμος Νικόλαος Μαμούνης Ν
Ἰωάννης Θ. Βρατσᾶνος Ν

§287ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψηφοφόρησαν ἐν ὅλῳ 124. Ὑπὲρ τῆς προτάσεως 111, κατὰ τῆς προτάσεως 13. Ἑπομένως ἡ πρότασις ἐγένετο δεκτή. Λύεται ἡ συνεδρίασις (Ὥρα 1 καὶ 45′ μετὰ τὸ μεσονύκτιον).

1§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 35
2τῆς 27 Φεβρουαρίου 1903.
3(Πέμπτη).
4(Προεδρεύοντος τοῦ Προέδρου κ. Δημ. Ράλλη).
5(Γενομένης ἀπαρτίας ὥρᾳ 4 καὶ 30′ μ. μ. ἀναγινώσκον-
6ται καὶ ἐγκριθέντα ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγου-
7μένης συνεδριάσεως).
8§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνακοινῶ εἰς τὴν Βουλὴν τηλεγράφημα
9ἐπιτροπῆς τοῦ λαοῦ Κυπαρισσίας, παρακαλούσης τὴν Βου-
10λὴν νὰ ἐπιψηφίσῃ ἐπειγόντως τὰς προτάσεις τῆς Σταφιδι-
11κῆς ἐπιτροπῆς.
12Ὡσαύτως αἴτησιν τῶν γραμματιστῶν τοῦ νομοῦ Ἄρτης,
13παρακαλούντων τὴν Βουλὴν νὰ ὑπαχθῇ καὶ ὁ κλάδος αὐτῶν
14εἰς τὸν περὶ συντάξεως τῶν ὑπαλλήλων νόμον.
15Παραπέμπεται ἡ ἀναφορὰ αὕτη εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς
16Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως.
17Ὁ κύριος Πρωτοπαπαδάκης ἔχει τὸν λόγον πρὸ τῆς ἡμε-
18ρησίας διατάξεως.
19§2Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν εἶχον τὴν
20τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν πρότασιν νόμου «περὶ προ-
21καταβολῆς μέρους τοῦ ὀφειλομένου ἐργατικοῦ δικαιώματος
22εἰς τοὺς ἐν Νάξῳ σμυριδωρύκτας». Σᾶς ἀνέπτυξα τότε, Κύ-
23ριοι, ὅτι πρόκειται περὶ ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι κυριολεκτικῶς
24λιμώττουν, ἐνῷ ἔχουν περιουσίαν ἑνὸς καὶ πλέον ἑκατομμυρίου
25δραχμῶν ἐμπεπιστευμένην εἰς τοὺς ὑπαλλήλους τῆς Κυβερ-
26νήσεως ἐντὸς τῶν περιβόλων τῶν ὅρμων Ληῶνος καὶ Μου-
27τσούνης. Δυστυχῶς, καίτοι ἐκ τῶν πρώτων ὑπεβλήθη ἡ πρό-
28τασις αὕτη νόμου, μόλις σήμερον διενεμήθη εἰς τοὺς κυρίους
29Βουλευτάς. Σήμερον δ’ ἔλαβον καὶ ἐπιστολὴν ἐκ Νάξου, ἐν
30ᾗ μοὶ γράφουν, ὅτι ὁ κόσμος ἐκεῖ εἶναι ἀνάστατος καὶ ἐν
31ἀπογνώσει. Ἐπιτρέψατέ μοι, Κύριοι, νὰ σᾶς ἀναγνώσω τὴν
32σχετικὴν παράγραφον τῆς ἐπιστολῆς, διὰ νὰ πληροφορηθῆ-
33τε, ὅτι πρόκειται κυριολεκτικῶς περὶ ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι
34στεροῦνται καὶ τοῦ ἄρτου, ἐνῷ, ὡς εἶπον, ἔχουν λαμβάνειν
35παρὰ τῆς Κυβερνήσεως πλέον τοῦ ἑκατομμυρίου (ἀναγινώ-
36σκει):
37«Μετὰ πόνου γράφω σήμερον τὴν κατάστασιν, ὑπὸ οἰκο-
38νομικὴν ἔποψιν, τῶν δυστυχισμένων ἐργατῶν τῆς σμύριδος.
39Πεινοῦν αἱ οἰκογένειαί των, ὡς δὲν ἐπείνασαν ποτὲ ἴσως οἰ-
40κογένειαι ἐν τῷ τόπῳ μας. Πρὸς Θεοῦ! ἐργασθῆτε καὶ θὰ
41κατορθώσητε, πιστεύω, νὰ δοθῇ προκαταβολή. Δὲν εἶναι
42πρώτη φορά, ὅπου θὰ ληφθῇ τὸ μέτρον αὐτὸ πρὸς ἱκανοποίη-
43σιν τῶν ἐργατῶν. Φροντίσατε, καταβάλετε ἐξαιρετικὰς καὶ
44ὅλως ἐκτάκτους προσπαθείας.
45»Ἔπρεπε νὰ σὲ ἔχω χθὲς εἰς Κορωνίδα, ὅπου ἤμην, καὶ
46θὰ ἔβλεπες οἰκογενείας κατ’ ἐξακολούθησιν νὰ τρέφωνται μὲ
47χόρτα τοῦ βουνοῦ, χωρὶς λάδι καὶ χωρὶς ψωμί!»
48Αὐτὰ δὲ, Κύριοι, σᾶς βεβαιῶ, ὅτι δὲν εἶναι λόγια ποσῶς!
49εἶναι αὐτὰ τὰ πράγματα· τὰ ἀντελήφθην καὶ ἐγὼ αὐτὸς, ὡς
50καὶ ὁ τέως ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργός, ὅστις ἐπεσκέφθη
51τοὺς σμυριδούχους τόπους τῆς Νάξου, κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος,
52καὶ εἶχε διατάξει νὰ ζυγισθοῦν τρεῖς χιλιάδες τόννοι σμύρι-
53δος, διὰ νὰ λάβουν αὐτοὶ οἱ δυστυχεῖς ἐργάται μέρος τοῦ ἐρ-
54γατικοῦ των δικαιώματος, καὶ κατορθώσουν νὰ συντηρηθοῦν
55ἐπί τινα ἔτι χρόνον, μέχρις οὗ ἤθελε κατορθωθῆ νὰ παρα-
56δοθῇ μεγαλύτερον ποσὸν σμύριδος. Οἱ ἐπικρατήσαντες βό-
57ρειοι ἄνεμοι ἠμπόδισαν τὴν ἐκτέλεσιν τῆς ἀποφάσεως, τὴν
58ὁποίαν ἔλαβεν ὁ τέως ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς, καὶ
59οἱ ἄνθρωποι μένουν λιμώττοντες.
60Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν σεβαστὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερ-
61νήσεως νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν κατάστασιν αὐτῶν τῶν σμυ-
62ριδορυκτῶν, καὶ ἀφοῦ πρόκειται ἐντὸς τοῦ ἔτους νὰ πληρω-
63θῶσιν εἰς αὐτοὺς τριακόσιαι χιλιάδες δραχμῶν, ἀφοῦ εἶναι
64ἐξηκριβωμένον δι’ ἐπισήμου ἐκθέσεως τῆς ὑπηρεσίας, ὅτι ἐν-
65τὸς τῶν περιβόλων ὑπάρχουσι 18,000 τόννοι σμύριδος, ἀντὶ
66τῶν 6,000, τὰς ὁποίας προβλέπει ὁ Προϋπολογισμός, ὅτι
67θὰ παραδώσουν, νὰ εὐδοκήσῃ, λέγω, νὰ χορηγήσῃ τὴν περὶ
68ἧς ὁ λόγος προκαταβολήν· ἄλλως νὰ λάβουν τὰ μέτρα των
69οἱ ἄνθρωποι νὰ ἐκπατρισθοῦν, ἵνα δυνηθῶσι νὰ σωθῶσιν ἀπὸ
70τὸν ἐκ πείνης θάνατον.
71§3Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἔχετε ὑπο-
72βάλει καμμίαν πρότασιν;
73§4Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Μάλιστα, πρότασιν νόμου,
74τὴν ὁποίαν παρακαλῶ νὰ εὐαρεστηθῆτε νὰ υἱοθετήσητε. Θὰ
75σᾶς ἦναι λίαν εὐγνώμων ὁ λαὸς τῆς Νάξου καὶ ἰδίᾳ οἱ σμυ-
76ριδορύκται, οἵτινες συνεισφέρουσιν ἐτησίως ὑπερεξακοσίας
77χιλιάδας δραχμῶν εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον.
78§5Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν ἀντιλέγω. Νὰ ἐγγραφῇ
79εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
80§6Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Εὐχαριστῶ πολύ.
81§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μυκώνιος ἔχει τὸν λόγον.
82§8ΕΛ. ΜΥΚΩΝΙΟΣ. Τὰ αὐτά, κύριοι Βουλευταί, γρά-
83φουσι καὶ εἰς ἐμὲ οἱ δυστυχεῖς αὐτοὶ ἐργάται. Οἱ ἐργάται
84αὐτοὶ εἶναι ἐκ τοῦ δήμου τοῦ ἡμετέρου. Ποῦ ἠκούσθη, Κύ-
85ριοι, νὰ διορίζῃ τὸ Ὑπουργεῖον ἐργάτας νὰ ἐργάζωνται, νὰ
86μεταφέρουν τὴν σμύριδα ἐπὶ τόπου, καὶ νὰ μὴ τοὺς πληρώ-
87νωνται τὰ ἡμερομίσθιά των παρὰ ὅταν εὑρεθῇ ἀγοραστὴς καὶ
88ἀγοράσῃ σμύριδα ἐκ τοῦ Δημοσίου; Αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι δὲν
89ἔχουν οὔτε μίαν σπιθαμὴν γῆς, ἵνα σπείρουν ἓν κοιλὸ κριθά-
90ρι, διὰ νὰ φάγουν. Τὴν ἑορτὴν τῶν Χριστουγέννων ἔφαγον οἱ
91δυστυχεῖς αὐτοὶ ἄνθρωποι λάχανα χωρὶς ψωμί, χωρὶς λάδι!
92Ἠναγκάσθημεν, Κύριοι, μετὰ τῶν συναδέλφων μου νὰ
93ὑποβάλωμεν αὐτὴν τὴν πρότασιν νόμου, ἵνα τοῖς δοθῇ μία
94προκαταβολή, διότι βεβαιωθῆτε, ὅτι οὐδεὶς ἔμπορος τοῖς δί-
95δει ἐπὶ πιστώσει οὔτε μίαν ὀκᾶν ἀλεύρου, διὰ νὰ φάγουν,
96εὑρίσκονται δὲ εἰς ἀπόγνωσιν οἱ ἄνθρωποι!
97Τὰ ὀρυχεῖα αὐτά, Κύριοι, ἦσαν τῶν ἐργατῶν ἀπὸ τοῦ 1710·
98ἅμα δὲ ἦλθεν ἡ Βασιλεία τοῦ 1833 τὰ κατέλαβε, καὶ σήμερον
99δὲν ἔχουν πόρον ζωῆς αὐτοὶ οἱ ἐργάται. Λοιπὸν ζητοῦσι τὴν
100ἐπιείκειαν τῆς Κυβερνήσεως, καὶ παρακαλοῦσιν αὐτὴν νὰ τοῖς
101δοθῇ μία προκαταβολή, τοὐλάχιστον ἐξ ἑκατὸν δραχμῶν, διὰ
102νὰ φάγουν ὀλίγον ψωμί. Θὰ παρακαλέσω δὲ τὸν κ. Πρόεδρον
103τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἐγώ, χάριν εὐσπλαγχνίας, νὰ λυπηθῇ
104αὐτοὺς τοὺς ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι ἄλλως θὰ ἀποθάνουν τῆς
105πείνης.
106§9Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Ἐπειδὴ δὲ προτίθεμαι ἐν
107ἐκτάσει νὰ ἀναπτύξω τὸ ἐν γένει ζήτημα τῆς σμύριδος ἐνώ-
108πιον τῆς Βουλῆς, θὰ παρακαλέσω τὸν ἀξιότιμον Πρόεδρον τῆς
109Κυβερνήσεως, ὅπως εὐαρεστούμενος διατάξῃ νὰ κατατεθῶσιν
110αἱ πληροφορίαι, τὰς ὁποίας ἐζήτησα κατὰ τὴν συνεδρίασιν
111τῆς 24 Φεβρουαρίου ἐνεστῶτος ἔτους.
112§10Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν θὰ λείψω.
113§11ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ πρότασις ἡ ὑποβληθεῖσα ὑπὸ τοῦ κ.
114Πρωτοπαπαδάκη ἐξετυπώθη χθὲς καὶ διενεμήθη σήμερον·
115ἑπομένως εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν τῆς αὔριον θὰ ἀνα-
116γραφῇ κατὰ τὴν σειράν της· ὁ Πρόεδρος δὲν δύναται νὰ ἀνα-
117τρέψῃ τὴν σειρὰν τῶν ἐγγραφῶν· τοῦτο ἐξαρτᾶται ἐκ τῆς
118Βουλῆς.
119Ὁ κύριος Ἰωάννης Καλούτσης ἔχει τὸν λόγον.
120§12Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Ἡ κωμόπολις Παραλίου Ἄστρους,
121τὴν ὁποίαν πάντες, ὅσοι ἐταξείδευσαν τὸν Ἀργολικὸν κόλπον,
122θὰ γνωρίζουν, εἶναι τὸ ἐπίνειον ὄχι μόνον τῶν δυτικῶν δήμων
123τῆς Κυνουρίας, ἀλλὰ καὶ τῶν πλείστων δήμων τῆς Λακεδαί-
124μονας καὶ δύο ἢ τριῶν δήμων τῆς Μαντινείας. Ἀτυχῶς ἡ
125κωμόπολις αὕτη μαστίζεται ἀπὸ δύο φοβερὰς πληγάς· ἡ μία
126πληγὴ εἶναι ἡ ἔλλειψις ποσίμου ὕδατος, ἡ δὲ ἄλλη τὰ ἕλη
127καὶ τέλματα, τὰ ὁποῖα ἔχουν σχηματισθῆ πρὸς βορρᾶν τῆς
128κωμοπόλεως. Πρὸς θεραπείαν τῆς πρώτης ἀνάγκης ἀπε-
129πειράθη νὰ λάβῃ πρόνοιαν ὁ ἐν ἔτει 1899 ψηφισθεὶς νόμος
130ΒΦΙΒʹ, διὰ τοῦ ὁποίου ἐπετράπη νὰ πληρωθῇ ἐκ μέρους
131τοῦ Δημοσίου ποσὸν ὀφειλόμενον εἰς τὸν δῆμον Θυρέας ὑπὸ
132τοῦ Δημοσίου ἐξ εἰσπράξεων ὁδοποιίας δρ. 16,000 καὶ ἐπί-
133σης ἐκ τοῦ ἀποθεματικοῦ κεφαλαίου τοῦ λιμενικοῦ ταμείου
134ποσὸν 7,000, ἤτοι τὸ ὅλον 23,000 πρὸς ἐπισκευὴν τοῦ πα-
135λαιοῦ ὑδραγωγείου καὶ κατασκευὴν νέου πρὸς διοχέτευσιν τοῦ
136ἄνωθεν τῆς Μονῆς Λουκοῦς πηγάζοντος ὕδατος εἰς τὴν κωμό-
137πολιν Ἄστρους καὶ τὴν κώμην Παραλίου Ἄστρους, ὡς καὶ
138πρὸς κατασκευὴν ὑδραγωγείου ἀπὸ τῆς θέσεως Περδικογέρι
139μέχρις Ἁγίου Γεωργίου τῆς κωμοπόλεως Ἁγίου Ἰωάννου
140καὶ ἐπισκευὴν τοῦ ὑδραγωγείου τῆς κώμης Μελιγοῦς. Πρὸς
141συμπλήρωσιν δὲ τοῦ ἀπαιτουμένου ποσοῦ διὰ τὴν ἐκτέλεσιν
142τῶν εἰρημένων ἔργων, προϋπολογισθέντων εἰς δρ. 30,801,
143ἐπετράπη εἰς τὸ Λιμενικὸν ταμεῖον Ἄστρους νὰ διαθέσῃ τὸ
144ἀποθεματικὸν αὑτοῦ κεφάλαιον, ἀνερχόμενον εἰς δρ. 7,500,
145καὶ νὰ συνομολογήσῃ προσέτι δάνειον ἐκ δραχμῶν 8,000
146ἐπὶ τόκῳ οὐχὶ ἀνωτέρῳ τῶν 8%. Τὸ ποσὸν τοῦτο ἐδαπα-
147νήθη διὰ τὴν ἐπισκευὴν τοῦ ὑδραγωγείου ἀπὸ τῆς πηγῆς μέ-
148χρι τῆς κωμοπόλεως Ἁγίου Ἰωάννου, δὲν ἐπήρκεσε δὲ εἰς
149τὴν κατασκευὴν τοῦ ὑδραγωγείου ἀπὸ Ἁγίου Ἰωάννου μέ-
150χρι τοῦ Παραλίου Ἄστρους. Ἐδαπανήθησαν περίπου 23,000
151ἢ 24,000 δραχμαί, καὶ ἐναπέμεινε ποσὸν ἐκ τοῦ ἀποθεμα-
152τικοῦ κεφαλαίου δραχ. 2,000 μόνον, τὸ ὁποῖον δὲν ἐπαρκεῖ
153προδήλως πρὸς συμπλήρωσιν τοῦ ἔργου αὐτοῦ.
154Εἶναι ἀνάγκη, δι’ οὓς λόγους ἐψηφίσθη ὁ νόμος τοῦ 1899,
155νὰ συμπληρωθῇ τὸ ὑδραγωγεῖον ἀπὸ τῆς κωμοπόλεως Ἁγίου
156Ἰωάννου μέχρι Παραλίου Ἄστρους, ἀλλὰ ταυτοχρόνως πρέ-
157πει νὰ ληφθῇ μέριμνα περὶ τῆς ἀποξηράνσεως καὶ τῶν ἑλῶν
158καὶ τελμάτων, διὰ τὰ ὁποῖα ἀπαιτεῖται μία δαπάνη, διότι
159ἄλλως οὔτε ἡ κοινότης ἐκείνη εἶναι δυνατὸν νὰ προοδεύσῃ,
160οὔτε καὶ ὁ λιμήν.
161Πρὸς τοῦτο ὑποβάλλω πρότασιν νόμου, διὰ τῆς ὁποίας
162προτείνω πρὸς κατασκευὴν τοῦ ὑδραγωγείου ἀπὸ τῆς κωμο-
163πόλεως Ἁγίου Ἰωάννου μέχρι Παραλίου Ἄστρους νὰ δαπα-
164νηθῇ τὸ ὑπολειπόμενον ποσὸν ἐν τῷ λιμενικῷ ταμείῳ, καὶ
165συνάμα τὸ κατὰ τύχην εὑρεθὲν κεφάλαιον ἐξ 22 χιλιάδων,
166τὸ ὁποῖον ἦτο ἄγνωστον κατὰ τὸ 1899, ἂν δὲ τοῦτο δὲν ἤθε-
167λεν ἐπαρκέσει, νὰ ἰσχύῃ ἡ διάταξις τοῦ νόμου περὶ συνάψεως
168δανείου ἐξ 8,000. Νομίζω ὅτι ἡ Βουλή, ἀναγνωρίζουσα τὴν
169ἀνάγκην τῆς κωμοπόλεως ταύτης, ἡ ὁποία θὰ δαπανήσῃ
170καὶ ἐξ ἰδίων, ἐλπίζω, λέγω, ὅτι ἡ Βουλὴ θὰ ψηφίσῃ τὸ
171νομοσχέδιον τοῦτο, τὸ ὁποῖον συγχρόνως προνοεῖ καὶ περὶ ἀπο-
172ξηράνσεως τῶν ἑλῶν καὶ τελμάτων τῆς αὐτῆς κωμοπόλεως.
173Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ταύτῃ θέλω συστήσει εἰς τὸν κ. Ὑπουρ-
174γὸν τῆς Δικαιοσύνης τὸ ἑξῆς. Ὅτε, Κύριοι, ἐψηφίζετο ὁ νό-
175μος περὶ συστάσεως τῶν νέων Πρωτοδικείων, δὲν ἀγνοεῖτε ὅτι
176συνέστη Πρωτοδικεῖον καὶ ἐν Κορίνθῳ. Ὁ τέως Ὑπουργὸς
177τῆς Δικαιοσύνης κ. Καράπαυλος, ἐπειδὴ οἱ Ναυπλιεῖς ἐπε-
178τίθεντο κατ’ αὐτοῦ, εἶχε δὲ τὴν ἀτυχίαν ἡ Κυνουρία νὰ μὴ
179ὑπάγηται εἰς τὸ Ναύπλιον, ὁ κ. Καράπαυλος ἐσκέφθη, τὸ
180ἀντιστάθμισμα νὰ τὸ πληρώσῃ ἡ Κυνουρία, καὶ ἐπειδὴ διὰ
181τοῦ νόμου ἐκείνου ἐχορηγεῖτο εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιο-
182σύνης ἀτόπως τὸ δικαίωμα νὰ ἀποσπάσῃ δήμους ἀνήκοντας
183εἰς ἄλλην περιφέρειαν καὶ νὰ τοὺς προσαρτήσῃ ἀλλοῦ, ἀπέ-
184σπασεν ἐκ τῆς Μαντινείας τέσσαρας δήμους καὶ τοὺς προσήρ-
185τησεν εἰς τὸ Πρωτοδικεῖον Ναυπλίου, ἀδιαφορῶν, ἂν οἱ δῆμοι
186αὐτοὶ ταλαιπωροῦνται. Ἐπέπρωτο λοιπὸν ἡ Κυνουρία νὰ πλη-
187ρώσῃ τὴν δειλίαν τοῦ κ. Καραπαύλου. Καὶ ὅσον μὲν ἀφορᾷ
188τοὺς δήμους Λιμναίου καὶ Μαριοῦ, καλῶς ἔπραξε, διότι ἀλη-
189θῶς οἱ δῆμοι οὗτοι ἤθελον νὰ ὑπαχθῶσιν εἰς τὴν περιφέρειαν
190Ναυπλίου, ἀλλ’ ὡς πρὸς τοὺς δήμους Θυρέας καὶ Βρασιῶν,
191οἱ δῆμοι αὐτοὶ ἦσαν συνηθισμένοι μὲ τὴν Τρίπολιν, οἱ κάτοι-
192κοι αὐτῶν εἶναι ποιμένες καὶ χωρικοί, οἱ ὁποῖοι μεταβαίνουσι
193πεζοὶ εἰς Τρίπολιν, ἐνῷ τώρα εἶναι ὑποχρεωμένοι νὰ μεταβαί-
194νουν δι’ ἀτμοπλοίων εἰς Ναύπλιον, ὡς μάρτυρες εἰς τὰ Δικα-
195στήρια, καὶ νὰ πληρώνῃ ἕκαστος 25 δραχμάς. Ἐννοεῖτε
196λοιπὸν ποίαν ταλαιπωρίαν καὶ ποῖα ἔξοδα ὑφίστανται.
197Διὰ τοῦτο ὑποβάλλω ἑτέραν πρότασιν νόμου, διὰ τῆς
198ὁποίας οἱ δύο οὗτοι δῆμοι ἐπανάγονται πάλιν εἰς τὴν περι-
199φέρειαν τοῦ Πρωτοδικείου Τριπόλεως, καὶ παρακαλῶ τὸν κύ-
200ριον Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ υἱοθετήσῃ τὴν πρότασιν
201ταύτην.
202§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ βουλευτὴς Ἁγυιᾶς κύριος Λέων Μελᾶς
203ὑποβάλλει ἀναφορὰν κατοίκων τοῦ δήμου Βοιῶν τῆς ἐπαρ-
204χίας Ἐπιδαύρου Λιμηρᾶς, παραπονουμένων κατὰ τοῦ γεωμέ-
205τρου Γ. Καλούλη, διότι συνέταξε χίλια περίπου πρωτόκολλα
206ἀδηλώτων δῆθεν ἐθνικῶν γαιῶν καὶ ἀμπέλων τοῦ δήμου
207Βοιῶν, χωρὶς νὰ μεταβῇ ἐπὶ τόπου, καὶ αἰτουμένων τὴν ἀκύ-
208ρωσιν τῶν πρωτοκόλλων τούτων καὶ τὴν τιμωρίαν τοῦ γεω-
209μέτρου.
210Ὁ κύριος Φίλιος ἔχει τὸν λόγον.
211§14Ι. ΦΙΛΙΟΣ. Ἐν ἔτει 1900, κύριε Πρόεδρε, ἐψηφίσθη νό-
212μος, δι’ οὗ συνέστη ἐπιτροπὴ ἀποτελουμένη ἀπὸ τοὺς ἀξιο-
213τίμους κ. κ. Ὑπουργοὺς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ Οἰκονο-
214μικῶν, ἀπὸ τὸν Διοικητὴν τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης καὶ τὸν
215Πρόεδρον τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου τῶν Σιδηροδρόμων
216Θεσσαλίας. Διὰ τοῦ νόμου ἐκείνου ἐπεβλήθη φορολογία εἰς τὸν
217Θεσσαλικὸν λαόν, ἵνα καταστρωθῶσι σχέδια καὶ μελέται χά-
218ριν τῶν ὑδραυλικῶν ἐργασιῶν τῆς Θεσσαλίας. Ἐπεβλήθη δὲ
219φορολογία ἑνὸς λεπτοῦ κατ’ ὀκᾶν ἐπὶ τοῦ ἐξαγομένου κα-
220πνοῦ διὰ τοῦ τελωνείου Βόλου διά τε τὸ ἐσωτερικὸν καὶ τὸ
221ἐξωτερικόν, ἐπεβλήθη φόρος δύο ἐπὶ τοῖς ἑκατὸν ἐφ’ ὅλων
222τῶν εἰδῶν τῶν εἰσαγομένων διὰ τοῦ τελωνείου Βόλου εἰς τὴν
223Θεσσαλίαν, καὶ τέλος ἐπεβλήθη φορολογία ἑνὸς τετάρτου
224τοῦ λεπτοῦ κατ’ ὀκᾶν ἐφ’ ὅλων τῶν σιτηρῶν τῶν εἰσαγομέ-
225νων καὶ ἐξαγομένων. Ἔκτοτε ἡ ἐπιτροπὴ συνέστησε συνερ-
226γεῖα, τὰ ὁποῖα ἐργάζονται πρὸς τοῦτο. Ἀλλ’ εἴμεθα ἐν
227παντελεῖ ἀγνοίᾳ, πόσα ποσὰ εἰσεπράχθησαν ἐξ ἑνὸς ἑκάστου
228τῶν φόρων τούτων, καὶ πόσα ἐν συνόλῳ ἀπέδωκαν οἱ φόροι,
229εἴμεθα ἐν παντελεῖ ἀγνοίᾳ, πόσα συνεργεῖα συνεστήθησαν,
230ποῖον εἶναι τὸ βοηθητικὸν αὐτῶν προσωπικόν, καὶ πόσα ἐδα-
231πανήθησαν διὰ τὰς μελέτας καὶ τὰ σχεδιογραφήματα τὰ
232χρησιμεύοντα εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ὑδραυλικῶν ἔργων τῆς
233Θεσσαλίας.
234Ἐν τῷ νόμῳ ἐκείνῳ γίνεται μνεία, ὅτι ἐπιτρέπεται εἰς
235τὴν ἐπιτροπὴν νὰ συνάψῃ καὶ δάνειον πεντακοσίων χιλιάδων
236δραχμῶν, διαθέτουσα τὸ ποσοστὸν τοῦ φόρου πρὸς ἐξασφάλι-
237σιν τοῦ δανείου.
238Παρακαλῶ τοὺς κυρίους Ὑπουργοὺς τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ
239Οἰκονομικῶν νὰ διαφωτίσωσι τὴν Βουλήν, προσκομίζοντες
240εἰς αὐτὴν πίνακα περὶ τῶν ποσῶν, τὰ ὁποῖα εἰσεπράχθησαν,
241περὶ τῶν ποσῶν, τὰ ὁποῖα ἐδαπανήθησαν, περὶ τῶν μισθῶν,
242οἱ ὁποῖοι δίδονται εἰς τοὺς διευθυντὰς τῶν συνεργείων, καὶ
243περὶ τοῦ μισθοῦ, ὁ ὁποῖος δίδεται εἰς ξένον μηχανικόν, ἐπι-
244βλέποντα τὰς μελέτας καὶ τὰ σχέδια.
245§15Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Καὶ περὶ τῶν μισθῶν.
246§16Ι. ΦΙΛΙΟΣ. Καὶ περὶ αὐτῶν εἶπον.
247Περὶ τούτων ὑποβάλλω ἔγγραφον ἐπερώτησιν πρὸς τοὺς
248κυρίους Ὑπουργοὺς τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τῶν Ἐσωτερικῶν.
249Ἐπειδὴ δὲ πιθανὸν ν’ ἀναγκασθῶμεν νὰ ὑποβάλωμεν πρό-
250τασιν νόμου περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου ἐκείνου, θὰ παρα-
251καλέσω ἀμφοτέρους τοὺς ἀξιοτίμους κυρίους Ὑπουργοὺς νὰ
252ἀπαντήσωσι τὸ ταχύτερον.
253§17Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Καὶ προχεί-
254ρως δυνάμεθα νὰ δώσωμεν ἀπάντησιν, ἀλλὰ καλλίτερον νὰ
255λάβωμεν τὴν ἐπερώτησίν σας γραπτήν.
256§18Ι. ΦΙΛΙΟΣ. Θὰ παρακαλέσω προσέτι τὸν κ. Ὑπουργὸν
257τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ λάβῃ πρόνοιαν, εἰ δυνατόν, νὰ συνεννοηθῇ
258μὲ τὸν Πρόεδρον τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου τῆς Ἑταιρείας
259τῶν Θεσσαλικῶν Σιδηροδρόμων ἐπὶ τοῦ ἑξῆς ζητήματος. Ὡς
260εἶναι γνωστόν, ὅλοι οἱ σιδηρόδρομοι τοῦ πεπολιτισμένου καὶ
261ἀπολιτίστου κόσμου ἐκδίδουσιν εἰσιτήρια εἰς διπλοῦν, δηλ.
262μετ’ ἐπιστροφῆς· τοῦτο δὲ γίνεται καὶ χάριν μεγαλειτέρων
263προσόδων τῶν Ἑταιρειῶν, ἀλλὰ καὶ ἰδίως χάριν τῆς εὐκολίας
264τῆς συγκοινωνίας τοῦ λαοῦ. Μόνον ὁ Θεσσαλικὸς λαὸς στερεῖ-
265ται τοῦ εὐεργετήματος τούτου. Ἡ Ἑταιρεία τῶν Θεσσαλι-
266κῶν Σιδηροδρόμων κατήργησε πρό τινων ἐτῶν τὰ μετ’ ἐπιστρο-
267φῆς εἰσιτήρια. Νομίζω, ὅτι τοῦτο εἶναι μία πίεσις οἰκονομικὴ
268ἐπὶ τοῦ Θεσσαλικοῦ λαοῦ, καὶ θὰ παρεκάλουν τὸν κ. Ὑπουρ-
269γὸν νὰ ἐπενέβαινε, διὰ νὰ φέρῃ μίαν διόρθωσιν.
270§19ΚΥΡΙΑΚ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν
271Ἐσωτερικῶν). Παρακαλῶ νὰ καταθέσητε τὴν σύστασίν σας
272ἐγγράφως.
273§20Ι. ΦΙΛΙΟΣ. Μάλιστα.
274§21ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αἱ ἐπερωτήσεις τοῦ κ. Βουλευτοῦ Λαρίσης
275θὰ τυπωθῶσι καὶ θὰ σταλῶσιν εἰς τοὺς ἁρμοδίους Ὑπουρ-
276γούς.
277§22Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν).
278Καταθέτω ἀπαντήσεις εἰς ἐπερωτήσεις διαφόρων συναδέλφων.
279Πρῶτον καταθέτω ἔκθεσιν περὶ τῆς ἐκλογῆς Αἰγίνης,
280ὑποβληθεῖσαν ὑπὸ τοῦ ἀνωτέρου στρατιωτικοῦ ἐπόπτου, ἡ
281ὁποία εἶναι δυνατὸν νὰ χρησιμεύσῃ.
282§23Κ. ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, νὰ σταλῇ εἰς τὸ
283ἁρμόδιον τμῆμα.
284§24Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ σταλῇ εἰς τὸ τμῆμα, τὸ
285ὁποῖον δὲν συνεδρίασεν ἕως τώρα!
286§25ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναμφισβητήτως τὸ τμῆμα θὰ συνεδριάσῃ.
287§26Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Ὁ ἐξ Ἠλείας βουλευτὴς κ. Δόγκας
288κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς 24 λήγοντος μηνὸς ἐζήτησε νὰ
289μάθῃ, ἂν ἀπεστάλη εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου τῶν
290Στρατιωτικῶν ἔνταλμα συλλήψεως κατὰ τοῦ ἀστυνομεύον-
291τος ἐν τῷ δήμῳ Ὀλυμπίων ἐνωμοτάρχου Κ. Γράτσου, κατη-
292γορουμένου ἐπὶ ἀποπείρᾳ ἀναιρέσεως, καὶ ἂν διετάχθη ἡ ἐκ-
293τέλεσις τοῦ ἐντάλματος. Πληροφορῶ τὸν κ. Βουλευτὴν καὶ
294τὴν Βουλήν, ὅτι τοιοῦτον ἔνταλμα δὲν περιῆλθεν εἰς τὴν
295ὑπηρεσίαν.
296Ὁ ἐκ Λαρίσης βουλευτὴς κ. Γιαννακίτσας εἶχε ζητήσει
297διαφόρους πληροφορίας περὶ ἀξιωματικῶν καὶ ὁπλιτῶν ἀπε-
298σπασμένων εἰς τὴν ἀστυνομικὴν ὑπηρεσίαν, εἰς τὴν μεταβα-
299τικήν, εἰς τὰς Μοιραρχίας κλπ. Καταθέτω ὅσας πληροφο-
300ρίας ἠδυνήθην νὰ συλλέξω.
301Ἐπίσης ὁ ἐκ Βάλτου βουλευτὴς κ. Στάϊκος εἶχε ζητή-
302σει πληροφορίας τινὰς περὶ γενικῶν θέσεων τοῦ στρατοῦ κλπ.
303Τινὰς τῶν πληροφοριῶν τούτων καταθέτω σήμερον. Εἶναι,
304ὡς βλέπετε, ἀρκετὰ ὀγκώδεις, καὶ ἐχρειάσθη ἀρκετὸς χρό-
305νος καὶ προσωπικὸν πρὸς ἑτοιμασίαν αὐτῶν. Τὰς λοιπὰς
306θέλω καταθέσει βραδύτερον. Αἱ κατατεθειμέναι εἶναι τὸ
307πολλοστημόριον, δύναμαι νὰ εἴπω, τῶν ζητηθεισῶν.
308§27Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Τὸ πολλοστημόριον εἶναι αὐταί;
309§28Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Μάλιστα.
310§29Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Φαντάζομαι τί θὰ ἦναι τὸ ὅλον!
311§30ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως ζητεῖ τις
312τὸν λόγον;
313§31ΠΕΡ. ΒΑΛΑΩΡΙΤΗΣ. Ἐγώ.
314§32ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίστε.
315§33ΠΕΡ. ΒΑΛΑΩΡΙΤΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, εἰς τὰς πρωϊνὰς
316ἐφημερίδας ἀνέγνων ἓν τηλεγράφημα ἐκ Λευκάδος, τὸ ὁποῖον
317ἐθεώρησα, ὅτι ἔχει ἐπίσημον τύπον, λέγει δὲ τὰ ἀκόλουθα
318(ἀναγινώσκει):
319«Ὁ ἀστυνόμος Λευκάδος τηλεγραφικῶς ἀνήγγειλε χθὲς
320εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅτι οἱ κάτοικοι τῆς
321νήσου διατελοῦσιν ἐν ἀποκλεισμῷ ἕνεκα τῆς παντελοῦς δια-
322κοπῆς τῶν προσεγγίσεων εἰς τὸν λιμένα τῶν ἀτμοπλοίων πα-
323σῶν τῶν ἀτμοπλοϊκῶν Ἑταιρειῶν, αἱ ὁποῖαι ὑπέγραψαν
324πρὸς τοῦτο πρωτόκολλον μεταξύ των.»
325«Αἱ Ἑταιρεῖαι (προσθέτουσιν αἱ δημοσιεύουσαι τὸ τηλε-
326γράφημα ἐφημερίδες), ὡς ἐγράφομεν πρὸ ἡμερῶν, προέβησαν
327εἰς τὴν ἀπόφασιν ταύτην, ἐπειδὴ ἀπῃτήθη παρ’ αὐτῶν ἡ
328καταβολὴ λιμενικῶν φόρων καθυστερουμένων δῆθεν, ἐνῷ αὗται
329διατείνονται, ὅτι δυνάμει τῶν ἰδιαιτέρων πρὸς τὸ Κράτος
330ταχυδρομικῶν συμβάσεων ἔχουν ἀπαλλαγῆ τῶν τοιούτων
331φόρων. Διὰ τοῦ τηλεγραφήματος τοῦ ἀστυνόμου γνωστοποι-
332εῖται, ὅτι οἱ κάτοικοι εὑρίσκονται ἐν ἐξεγέρσει καὶ ἀμηχα-
333νίᾳ, διότι ἡ ἐξαγωγὴ τῶν προϊόντων ἐσταμάτησεν, ὡς καὶ
334ἡ εἰσαγωγὴ τροφίμων καὶ ἐμπορευμάτων, ἕνεκα τοῦ ὁποίου
335μεγάλαι δυσχέρειαι παρεμβάλλονται εἰς τὸ ἐμπόριον. Παρα-
336καλοῦσι δὲ τὸν κ. Ὑπουργόν, ὡς καὶ τὰ λοιπὰ μέλη τῆς
337Κυβερνήσεως, ἵνα ἐνεργήσωσι τὰ δέοντα πρὸς ἄρσιν τοῦ κα-
338κοῦ, τὸ ὁποῖον ἔχει ἐμβάλει ὁλόκληρον τὴν νῆσον εἰς ἀμη-
339χανίαν.»
340«Κατὰ τὰς ἀνωτέρω πληροφορίας, τὴν προσεχῆ Κυριακὴν
341θὰ ἐνεργηθῇ πάνδημον συλλαλητήριον, κατὰ τὸ ὁποῖον θὰ
342ἐκφρασθῇ ἡ εὐχὴ εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἵνα μεριμνήσῃ περὶ τῶν
343ἀνωτέρω.»
344Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ
345πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, ἂν ἔλαβε γνῶσιν τοῦ τηλεγραφή-
346ματος τούτου, καὶ ἂν ἔλαβε γνῶσιν, τίνα μέτρα προτίθεται
347νὰ λάβῃ. Τῷ ὑπενθυμίζω δέ, ὅτι πέρυσιν ὁ τότε Ὑπουργὸς
348τῶν Ἐσωτερικῶν κ. Τριανταφυλλᾶκος ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βου-
349λὴν νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου ἐτροποποιεῖτο ὁ νόμος τῆς
35024 Ἰουλίου 1899, ὁ ὁποῖος ἔχει ἐπιβάλει φορολογίαν εἰς
351τὰ πλοῖα τὰ προσορμιζόμενα εἰς τὸν λιμένα Λευκάδος καὶ
352τὰ μέλλοντα νὰ διαπλεύσωσι τὴν διώρυγα. Θὰ παρακαλέσω
353τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ ὑποβάλῃ ἐκ νέου τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο,
354μὲ τροποποιήσεις τινάς, ἃς ἤθελε κρίνει ἀναγκαίας ἕνεκα τῆς
355σημερινῆς καταστάσεως ἐν Λευκάδι καὶ συνεπείᾳ ὑπομνημά-
356των τῶν διαφόρων ἀτμοπλοϊκῶν Ἑταιρειῶν, ὑποβληθέντων εἰς
357τὸ Ὑπουργεῖον, ἵνα παύσῃ αὐτὴ ἡ κατάστασις. Εἶμαι δὲ
358πεπεισμένος, ὅτι ἅμα ὡς μάθωσιν αἱ διάφοροι ἀτμοπλοϊκαὶ
359Ἑταιρεῖαι, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλὴν νομο-
360σχέδιον περὶ ἐλαττώσεως τῆς διὰ τοῦ νόμου τοῦ 1899 ἐπι-
361βληθείσης φορολογίας, ὅλαι αὐταὶ αἱ δυσχέρειαι θέλουσιν
362ἀρθῆ.
363§34Ε. ΤΣΑΡΛΑΜΠΑΣ. Περὶ τοῦ ζητήματος, διὰ τὸ ὁποῖον
364ἀπησχόλησε τὴν Βουλὴν ὁ κ. Βαλαωρίτης, ἔλαβον νομοσχέ-
365διον συντεταγμένον παρὰ τῆς Λιμενικῆς Ἐπιτροπῆς Λευ-
366κάδος, τὸ ὁποῖον μάλιστα ἀπέστειλα καὶ πρὸς τὸν κ. Βα-
367λαωρίτην καὶ πρὸς τὸν ἄλλον συνάδελφόν μας, ἵνα λάβωσι
368γνῶσιν. Τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ πράγματι εἶναι ἀνάγκη ἐπεί-
369γουσα νὰ ψηφισθῇ.
370§35ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπεβλήθη τὸ νομοσχέδιον αὐτό;
371§36Ε. ΤΣΑΡΛΑΜΠΑΣ. Αὔριον θὰ ὑποβληθῇ εἰς τὴν Βουλήν.
372§37ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἐπιτροπὴ
373ὑποβάλλει τὰς ἐκθέσεις της ἐπὶ 20 νομοσχεδίων περὶ χορη-
374γίας διαφόρων πιστώσεων ἀναπληρωματικῶν καὶ εἰδικῶν τῶν
375διαφόρων Ὑπουργείων. Θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα
376Παράρτημα, ἀριθ. 153–171).
377§38Δ. ΔΟΓΚΑΣ. Ἐπειδὴ, κύριε Πρόεδρε, ἔχω τὴν πληρο-
378φορίαν, ὅτι ἐξεδόθη ἔνταλμα συλλήψεως κατὰ τοῦ ἀστυνόμου
379τοῦ δήμου Ὀλυμπίων, περὶ τοῦ ὁποίου ἠκούσαμεν πρὸ ὀλί-
380γου, παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ ζητήσῃ
381πληροφορίας ἀπὸ τὸν Εἰσαγγελέα Ἠλείας, ἂν τοιοῦτον ἔν-
382ταλμα ἐξεδόθη καὶ ποῦ ἀπεστάλη.
383Ἐπίσης παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν
384νὰ ὑποβάλῃ τὸν πίνακα, τὸν ὁποῖον ἐζήτησα, πίνακα ἐμ-
385φαίνοντα τὰς καταδικαστικὰς ἀποφάσεις κατὰ τοῦ αὐτοῦ
386ἐνωμοτάρχου, καὶ τὸν παρακαλῶ καὶ πάλιν νὰ τὸν ἐκτοπί-
387σῃ ἐκεῖθεν.
388§39ΚΥΡΙΑΚ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν
389Ἐσωτερικῶν). Τὸν πίνακα θέλω ὄντως ὑποβάλει αὔριον.
390Ταυτοχρόνως πληροφορῶ τὸν ἀξιότιμον Βουλευτὴν, ὅτι ὑπε-
391βλήθη καὶ Διάταγμα τοποθετήσεως ἀστυνόμου.
392§40Δ. ΔΟΓΚΑΣ. Ἀλλὰ καὶ ἀστυνόμος ἂν τοποθετηθῇ ἐκεῖ,
393κύριε Ὑπουργέ, δὲν πρέπει ὁ ἄνθρωπος ἐκεῖνος, ὁ ἐνωμοτάρ-
394χης, νὰ μένῃ πλέον ἐκεῖ, ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος ἔχυσεν αἷμα!
395Παρακαλῶ ἐπίσης τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας νὰ
396συμπληρώσῃ τὸ Ἑλληνικὸν Σχολεῖον Κριεκουκίου, τὸ ὁποῖον
397μέχρι τοῦ λήγοντος ἤδη μηνὸς Φεβρουαρίου ἔμεινε μὲ μόνον
398τὸν σχολάρχην, Σχολεῖον, εἰς τὸ ὁποῖον φοιτῶσι πλέον τῶν
399150 μαθητῶν κατ’ ἔτος, ἐφέτος μάλιστα ἔχουσιν ἐγγραφῆ
400150· λείπει ὁ διδάσκαλος τῆς Βʹ τάξεως τοῦ Ἑλληνικοῦ
401Σχολείου.
402§41ΑΛΕΞ. ΣΠ. Κ. ΡΩΜΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας
403Ἐκπαιδεύσεως). Ἐγγράφως παρακαλῶ, κύριε συνάδελφε,
404νὰ ὑποβάλητε τὴν σύστασίν σας.
405§42Δ. ΔΟΓΚΑΣ. Μάλιστα.
406§43Α. ΣΤΥΜΦΑΛΙΑΔΗΣ. Ἔχων, κύριοι Βουλευταί, τινὰς
407ἀπορίας ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς προσαγωγῆς τῶν ἐκθέσεων
408τοῦ Γενικοῦ Ἐπιθεωρητοῦ εἰς τὴν Βουλήν, λαμβάνω τὸν λό-
409γον, ἵνα παρακαλέσω νὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ἡ Βουλὴ νὰ τὴν ἀπα-
410σχολήσω ἐπ’ ὀλίγον.
411Ὁ ἐξ Ἠλείας συνάδελφος κ. Κρεστενίτης ᾐτήσατο νὰ
412κατατεθῶσιν εἰς τὴν Βουλὴν αἱ ἐκθέσεις τοῦ Γεν. Ἐπιθεω-
413ρητοῦ κατὰ τὰς δύο τελευταίας ἐπιθεωρήσεις. Ὁ κ. Ὑπουρ-
414γὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, ἀνελθὼν εἰς τὸ βῆμα, παρεκά-
415λεσε τὴν Βουλὴν νὰ τῷ ἐπιτρέψῃ νὰ μὴ προσαγάγῃ τῶν ἐκ-
416θέσεων τούτων, καθόσον αἱ ἐκθέσεις αὗται εἶναι προσωπι-
417καὶ, καὶ ὡς προσωπικαὶ προσβάλλουσι τὸ γόητρον τῶν ἀτό-
418μων, καὶ ἐκ τούτου δύνανται νὰ προκύψωσι σκάνδαλα.
419§44Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν).
420Παρακαλῶ. Δὲν εἶπον τὴν λέξιν «προσβάλλουσι». Εἶναι
421ἰδική σας λέξις.
422§45Α. ΣΤΥΜΦΑΛΙΑΔΗΣ. Λέγω, ὑπὸ τὴν ἔννοιαν, μὲ τὴν
423ὁποίαν τὸ εἴπετε, κύριε Ὑπουργέ, χωρὶς νὰ θέλω νὰ δια-
424στρέψω τίποτε... Καὶ ἡ Βουλὴ ἐφάνη, ὅτι σιωπηλῶς ἀπε-
425δέχθη τὴν παράκλησιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Καὶ θὰ ἐπειθόμην
426ὅτι καὶ πράγματι ἀπεδέχθη, ἐὰν ἡ συζήτησις δὲν ἐξηκολού-
427θει κατόπιν, λαβόντος τὸν λόγον τοῦ ἐξ Οἰτύλου βουλευτοῦ
428κ. Κουμουνδούρου.
429Ὁ ἀξιότιμος κ. ἐξ Οἰτύλου Βουλευτὴς εἶπεν, ὅτι τὸ
430ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν λεχθέν, ὅτι αἱ ἐκ-
431θέσεις ἀπάδουσιν εἰς τὰ συμφέροντα τῶν προσώπων καὶ τῶν
432πραγμάτων, δημοσιευόμεναι διὰ τῆς Βουλῆς, δὲν εἶναι ἀλη-
433θὲς, καθόσον ἔχομεν ἄλλας περιπτώσεις παρομοίας φύσεως,
434καθ’ ἃς ἐγένετο γνωστόν, ὅτι αἱ ἐκθέσεις ἐπιθεωρητῶν ἐκοι-
435νοποιήθησαν καὶ ἐδημοσιεύθησαν διά τε τοῦ τύπου καὶ διὰ
436τῆς ὑπηρεσίας. Εἶναι ὄντως ἀληθές, ὅτι κατὰ τὴν προπαρελ-
437θοῦσαν ἐπιθεώρησιν τῆς Γενικῆς Διοικήσεως ἡ ὑπηρεσία ἐκοι-
438νοποίησε τὸ μέρος τῆς ἐκθέσεως τὸ ἀφορῶν τοὺς ἀξιωματι-
439κούς, καὶ ἐκεῖθεν ἐγνώσθη εἰς τὸ στράτευμα, ὅτι οἱ ἀξιωμα-
440τικοὶ κατέχουσιν ἕκαστος τὴν θέσιν, ἡ ὁποία ἀναφέρεται εἰς
441τὰς ἐγκυκλίους τῆς δημοσιεύσεως, ἤτοι ἄλλοι μὲν τούτων
442κρίνονται στάσιμοι, ἄλλοι δὲ προβιβάσιμοι. Τοῦτο δὲν προσ-
443έβαλε καθόλου τοὺς ἐπιθεωρηθέντας ἀξιωματικούς, διότι ἁ-
444πλῶς ἀνεφέρετο ἡ κατάστασις, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκετο
445ἕκαστος ἀξιωματικὸς ἀμέσως μετὰ τὴν ἐπιθεώρησιν καὶ οὐ
446μόνον δὲν ἔβλαψεν, ἀλλὰ πείθομαι, ὅτι καὶ ὠφέλησεν, ἐκ τῆς
447κατόπιν γενομένης ἐπιθεωρήσεως, τῆς ὁποίας τὸ ἀποτέλεσμα
448ἔμεινε μὲν τελείως ἄγνωστον, ἐγένετο ὅμως γνωστὸν διὰ τῶν
449τελευταίων προβιβασμῶν, καθόσον ἀξιωματικοί, οἱ ὁποῖοι
450ἐκρίθησαν στάσιμοι κατὰ τὸ προπαρελθὸν ἔτος, ἐκρίθησαν προ-
451βιβάσιμοι καὶ ἐπροβιβάσθησαν βεβαίως διὰ τῶν τελευταῖον
452γενομένων προβιβασμῶν. Οἱ στάσιμοι τότε, ἔχοντες γνῶσιν ὅτι
453ἐκρίθησαν στάσιμοι ὑπὸ τοῦ κ. ἐπιθεωρητοῦ κατὰ τὸ προ-
454παρελθὸν ἔτος, ἔσπευσαν καὶ ἐπεδόθησαν μετὰ θέρμης εἰς τὴν
455ἐκτέλεσιν τοῦ καθήκοντός των, ἐμελέτησαν ἀρκούντως, καὶ
456ἐνθυμοῦμαί τινας ἐξ αὐτῶν εἰς τὸ πεδίον τοῦ Ἄρεως ἐδῶ,
457μετὰ τῶν ὁποίων καὶ ἐγὼ συνεξητάσθην, τοὺς ἐνθυμοῦμαι, Κύ-
458ριοι, καὶ τοὺς ἐπαινῶ, διότι μοὶ ἔδωκαν ἀρκετὰ διδακτι-
459κὸν παράδειγμα, ὅτε, ἐξετασθέντες, ἀπταίστως ἀπήντησαν εἰς
460πάντα τὰ θέματα, τὰ ὁποῖα τοῖς ὑπέβαλεν ὁ κ. ἐπιθεωρη-
461τὴς τοῦ στρατεύματος, καὶ οὕτως οἱ ἀξιωματικοὶ αὐτοὶ
462ἐπανέκτησαν τὴν θέσιν, εἰς τὴν ὁποίαν ἔπρεπε νὰ εὑρίσκωνται,
463καὶ προήχθησαν, ἀμειφθέντες ἀρκούντως διὰ τὰς ὑπηρεσίας,
464τὰς ὁποίας προσέφεραν, καὶ διὰ τὴν ἱκανότητα, τὴν ὁποίαν
465ἐπεδείξαντο.
466Ἀλλ’ αἱ δημοσιεύσεις αὗται εἶχον ἁπλῶς τὴν ἀναγγελίαν
467ὅτι οἱ ἀξιωματικοὶ εἶναι προβιβάσιμοι κατ’ ἐκλογήν, εἶναι
468προβιβάσιμοι κατ’ ἀρχαιότητα, εἶναι στάσιμοι. Ἄλλο τι
469δὲν ἐλέχθη, ἄλλο τι δὲν ἐμάθομεν. Διὰ ποίαν αἰτίαν ἕκα-
470στος τῶν ἀξιωματικῶν ἔγεινε στάσιμος, ἐτηρήθη μυστικόν...
471§46Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Αὐτὸ εἶναι τὸ ζήτημα.
472Καὶ δι’ αὐτὸ ἐζήτησα τὴν ἔκθεσιν.
473§47Α. ΣΤΥΜΦΑΛΙΑΔΗΣ... Διότι, ἐὰν τοῦτο ἐγίνετο γνω-
474στὸν διὰ τῆς ἐγκυκλίου διαταγῆς τοῦ Ὑπουργοῦ, ἤθελε γεν-
475νήσει φοβερὰ σκάνδαλα, σημαντικώτατα σκάνδαλα, πρὸς
476βλάβην, πρὸς καταστροφὴν τοῦ στρατεύματος ὁλοκλήρου.
477Διότι γνωρίζετε, ὅτι καὶ ὁ στρατός, ὡς μία οἰκογένεια ἐρ-
478γαζομένη, ἔχει ἐν ἑαυτῷ καὶ τὰ καλὰ καὶ τὰ κακά. Ὑπάρ-
479χουσι καλοὶ ἀξιωματικοί, οἱ ὁποῖοι, ὅμως κατὰ τὸν ἰδιωτι-
480κὸν βίον δὲν διάγουσι καλῶς, καὶ ὑπάρχουσιν ἀξιωματικοί,
481οἱ ὁποῖοι, καίτοι διάγουσιν ἄριστα ἐν τῷ κοινωνικῷ βίῳ, χω-
482λαίνουσιν εἴς τινα μέρη τῆς στρατιωτικῆς, τῆς ἐπισήμου
483αὐτῶν θέσεως, καὶ δὲν κρίνονται ἄξιοι πρὸς προβιβασμόν.
484Ὑπάρχουσιν ἄλλοι, κατὰ τῶν ὁποίων ἐνηργήθη ἀνάκρισις,
485πολλοὶ ἄλλοι, διὰ τοὺς ὁποίους συνεστήθησαν Ἀνακριτικὰ
486Συμβούλια, καὶ ἐξετυλίχθησαν ἐκεῖ ὁλόκληροι οἰκογενειακαὶ
487ὑποθέσεις. Τί θὰ κάμωμεν αὐτὴν τὴν πληθώραν, τὴν πλη-
488σμονὴν τῶν δικογραφιῶν, διὰ τῶν ὁποίων θὰ ὑποχρεώσωμεν
489τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ ἔλθῃ ἐδῶ νὰ φω-
490τίσῃ τὴν Βουλὴν περὶ τῆς δράσεως τῆς Γενικῆς Διοικήσεως
491ὡς πρὸς τὸ μέρος τοῦτο; Τίνα λόγον ἔχει ἡ προσαγωγὴ αὐ-
492τῶν; νὰ γεννήσωμεν ἐν τῇ Βουλῇ προσωπικὰ ζητήματα;
493Ἀλλὰ τὰ προσωπικὰ ζητήματα οὐδεμίαν σχέσιν, φρονῶ,
494ἔχουσι πρὸς τὴν Βουλήν. Ἡ Βουλὴ ἔχει σχέσιν πρὸς τὴν
495Κυβέρνησιν. Ἡ Κυβέρνησις εἶναι ἐκείνη, πρὸς ἣν θ’ ἀπο-
496ταθῶσι πᾶσαι αἱ ὑποδεέστεραι ἐξουσίαι. Οὐδεμίαν σχέσιν
497ἔχουσι πρὸς ἡμᾶς ἢ μόνον διὰ τῆς ὑπευθύνου Κυβερνήσεως.
498§48Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε.
499§49Α. ΣΤΥΜΦΑΛΙΑΔΗΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτι-
500κῶν φρονῶ, ὅτι διὰ τοῦτο καὶ μόνον παρεκάλεσε τὴν Βουλὴν
501νὰ μὴ εἰσαγάγῃ τὴν ἔκθεσιν αὐτήν. Καὶ ἐκτὸς τοῦ ὅτι σέ-
502βομαι τὰς γνώμας καὶ τὰς πεποιθήσεις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ,
503ἐκτὸς τοῦ ὅτι ὁμολογῶ, ὅτι οὗτος κατέχει ἐν τῷ στρατεύ-
504ματι μίαν τῶν ἀρίστων θέσεων, πάντες δ’ ἀποβλέπουσι καὶ
505πρὸς αὐτόν, ὡς καὶ πρὸς ὀλίγους ἄλλους, ἐπ’ ἀγαθῷ τοῦ στρα-
506τεύματος, σέβομαι, λέγω, τὰς πεποιθήσεις του καὶ τὰς ἀκο-
507λουθῶ ἀβασανίστως πολλάκις· ὡς ἀντιπρόσωπος ὅμως καὶ
508ἐγώ, καὶ ἔχων γνώμην, λέγω ταύτην· ὅτι ὀρθότατα ὁ κύριος
509Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν παρεκάλεσε τὴν Βουλὴν νὰ τῷ
510ἐπιτρέψῃ νὰ μὴ προσαγάγῃ τὰ ἔγγραφα ταῦτα εἰς τὴν Βου-
511λήν, δι’ οὓς λόγους ὁ ἴδιος κ. Ὑπουργὸς ἐξέθηκε. Καὶ ἐζή-
512τησεν ὁ ἐξ Ἠλείας βουλευτὴς κ. Κρεστενίτης τὴν περὶ ἧς
513ὁ λόγος ἔκθεσιν, ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργός, λαβὼν τὴν ἔκθεσιν
514ταύτην, ἀκριβῶς ἐζήτησε τὴν ἄδειαν νὰ μὴ τὴν προσαγάγῃ.
515Ἡ ἔκθεσις περιέχει δύο μέρη. Τὸ πρῶτον μέρος εἶναι ὁ πί-
516ναξ ὁ συντασσόμενος διὰ τοὺς ἀξιωματικούς, τασσομένους
517κατὰ τὴν σειρὰν τοῦ προβιβασμοῦ· περιέχει τὰς ἰδιότητας
518τῶν ἀξιωματικῶν, ἀφ’ ἑνὸς μὲν εἰλημμένας ἐκ τῶν φύλλων
519ποιότητός των, ἀφ’ ἑτέρου δὲ τὰ κατὰ τὴν ἰδίαν γνώμην τοῦ
520ἐπιθεωρητοῦ τοῦ στρατεύματος, καὶ οὐ μόνον τοῦ Γενικοῦ
521Ἐπιθεωρητοῦ, ἀλλὰ καὶ τοῦ μεράρχου ἐπιθεωρητοῦ καὶ τοῦ
522ταξιάρχου, καὶ τοῦ διοικητοῦ τοῦ συντάγματος. Ἔχει πάν-
523τοτε τὸ καθῆκον πρὸς ἀπόδειξιν τῆς γνώμης του ὁ Γενικὸς
524Ἐπιθεωρητὴς ἢ ὁ ἐπιθεωρητὴς μέραρχος νὰ ἐπισυνάψῃ καὶ
525πάντα τὰ ἔγγραφα, δι’ ὧν ἀποδεικνύεται ἡ κατάστασις αὕτη
526τοῦ ἀξιωματικοῦ, οἱαδήποτε καὶ ἂν ἦναι. Αὐτὸ εἶναι τὸ πρῶ-
527τον μέρος τῆς ἐκθέσεως, ὡς πρὸς τὸ ζήτημα, δι’ ὃ ἀπασχο-
528λεῖται ἡ Βουλή. Ἔχομεν ὅμως καὶ τὸ δεύτερον μέρος τῆς ἐκ-
529θέσεως, περιλαμβάνον ἐν γενικαῖς γραμμαῖς τὴν κατάστασιν
530τοῦ στρατεύματος...
531§50Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Πόθεν ἐλάβετε γνῶσιν τῆς ἐκθέ-
532σεως; Εἴδετε αὐτήν, ἢ ὑποθέτετε ὅτι οὕτως ἔχει;
533§51Α. ΣΤΥΜΦΑΛΙΑΔΗΣ. Εἶναι ὡρισμένη ἡ σειρὰ ἐν τῇ
534ἐκθέσει, αὐτοὶ δὲ εἶναι γνωστότατοι καὶ εἰς τοὺς ὁπλίτας
535τοῦ στρατοῦ, ὄχι εἰς τοὺς ἀξιωματικοὺς μόνον.
536§52Β. ΜΑΣΤΡΑΠΑΣ. Εἶναι τυπικὴ ἡ σειρά.
537§53Α. ΣΤΥΜΦΑΛΙΑΔΗΣ. Λέγω, κύριε Μπακόπουλε, ὅτι
538ἄλλοτε, εἰς παλαιοτέρας ἐποχάς, ἐμανθάνομεν τὰς ἐκθέ-
539σεις καὶ τὸν τύπον ἀκόμη τῆς συντάξεως τῆς ἐκθέσεως
540καὶ τὰς λέξεις, ἃς ἔγραφεν ὁ ἐπιθεωρητής. Ἐξαιρετικῶς
541κατὰ τὴν παρελθοῦσαν ἐπιθεώρησιν οὐδεὶς τῶν ἀξιωματικῶν
542ἠδυνήθη νὰ μάθῃ καὶ ἐκ πόρρωθεν ἀκόμη ἔνδειξιν εἰς ποίαν
543θέσιν εὑρίσκεται. Ἄλλοτε ἐβλέπομεν τὰς ἐκθέσεις. Δὲν δύ-
544ναται ν’ ἀλλάξῃ ὁ τύπος· εἶναι ἀνάλογος τῆς ἀνάγκης τοῦ
545στρατεύματος καὶ τοῦ προορισμοῦ τῆς ἐπιθεωρήσεως. Καὶ
546πρῶτον μὲν κατατάσσονται αἱ σκέψεις τοῦ ἐπιθεωρητοῦ
547αἱ σχετικαὶ μὲ τὰ πρόσωπα καὶ ἔπειτα αἱ σχετικαὶ μὲ τὰ
548πράγματα. Τὸ δεύτερον μέρος τῆς ἐκθέσεως, εἶπον, περιλαμ-
549βάνει τὴν κατάστασιν τοῦ στρατεύματος ὑπὸ ἔποψιν πειθαρ-
550χίας, ἐνδύματος, παραστήματος, τοποθετήσεως, ὑπὸ πᾶσαν
551ἔποψιν, ὑφ’ ἣν κρίνει ὁ ἐπιθεωρητὴς ἀναγκαῖον νὰ κατα-
552στήσῃ γνωστὸν εἰς τὴν Κυβέρνησιν τῆς χώρας, ἵνα αὕτη, ἐν
553ἐπιγνώσει διατελοῦσα τῆς καταστάσεως ταύτης, φροντίσῃ
554περὶ τῆς βελτιώσεως αὐτῆς. Τὴν ἔκθεσιν ἐπεθύμουν νὰ τὴν
555ἴδω, διότι ὁ κ. ἐξ Ἠλείας Βουλευτὴς ἐζήτησε τὴν ἔκθεσιν,
556ἵνα ἐκτιμήσῃ, προκειμένου νὰ συζητηθῶσιν ἐντὸς ὀλίγου τὰ
557στρατιωτικὰ νομοσχέδια, ἅτινα ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρα-
558τιωτικῶν ὑπέβαλε, νὰ ἐκτιμήσῃ τὴν δρᾶσιν τῆς Γενικῆς
559Διοικήσεως. Καὶ ἐγὼ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν
560Στρατιωτικῶν νὰ προσαγάγῃ τὴν ἔκθεσιν ταύτην, διότι ἐξ
561αὐτῆς δύναται νὰ κρίνῃ ἡ Βουλὴ τὴν δρᾶσιν τῆς Γενικῆς
562Διοικήσεως καὶ μόνον.
563§54Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Τὴν εἰδικὴν ἔκθεσιν;
564§55Α. ΣΤΥΜΦΑΛΙΑΔΗΣ. Τὴν εἰδικὴν περὶ τῆς καταστά-
565σεως τοῦ στρατεύματος, ἀποχωρίζων τὸ μέρος ἐκεῖνο, τὸ περὶ
566τῶν προσώπων πραγματευόμενον... Νὰ εὐαρεστηθῇ, λέγω, νὰ
567προσαγάγῃ εἰς τὴν Βουλήν, ἐκτὸς ἐὰν δηλώσῃ, ὅτι καὶ τοῦτο
568τὸ μέρος τῆς ἐκθέσεως δὲν δύναται ἄνευ ζημίας τῆς ὑπηρε-
569σίας νὰ προσαγάγῃ, ἄνευ ζημίας ἐθνικῆς νὰ τὸ παρουσιάσῃ·
570ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἀποσύρω τὴν παράκλησίν μου· παρα-
571καλῶ δηλαδὴ μετὰ τὴν δήλωσιν ταύτην νὰ θεωρηθῇ ἡ παρά-
572κλησίς μου ὡς μὴ ὑπάρχουσα. Πάντως ὅμως, ἐὰν δὲν γείνῃ
573ἡ δήλωσις, νὰ προσαχθῇ τὸ μέρος αὐτὸ τῆς ἐκθέσεως οὐ μό-
574νον τῆς τελευταίας ἐπιθεωρήσεως, ἀλλὰ καὶ τῆς προτελευ-
575ταίας, καὶ ἐκείνης, ἥτις ἐγένετο πρὸ τοῦ καταρτισμοῦ τῆς
576Γενικῆς Διοικήσεως, διότι θέλω νὰ φωτισθῶ, ἂν ἀπὸ τῆς
577ἐπιθεωρήσεως ἐκείνης τὰ προταθέντα μέτρα ἐλήφθησαν ὑπ’
578ὄψιν ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ἐθεραπεύθησαν αἱ ἀνάγκαι
579κατὰ τὰς ὑποδείξεις ἐκείνας, ἢ κατ’ ἄλλον τινὰ τρόπον,
580καθ’ ὃν ἔκρινεν ἡ Κυβέρνησις, διὰ νὰ δυνηθῶ νὰ κρίνω ἀσφα-
581λῶς πλέον τότε περὶ τῆς δράσεως τῆς Γενικῆς Διοικήσεως
582τοῦ στρατοῦ.
583§56Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν).
584Διὰ νὰ μὴ μείνῃ ἐν ἀμφιβολίᾳ ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας, δηλῶ,
585ὅτι δὲν θέλω καταθέσει τὴν ἔκθεσιν ταύτην.
586§57Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐὰν ἐζητήθη νὰ κατατε-
587θῶσιν ἐκθέσεις, ἐζητήθη, διὰ νὰ ἐκτιμηθῇ ἡ δρᾶσις τῆς Γε-
588νικῆς Διοικήσεως, διὰ νὰ ἴδωμεν ἂν εἰλικρινῶς ἐγένετο ἡ ἐκ-
589τίμησις περὶ τῶν προσώπων. Διὰ τοῦτο ἐζητήθη νὰ κατα-
590τεθῇ ἡ ἔκθεσις ἡ γενική, ὄχι ἡ εἰδική, περὶ τῆς ὁποίας ὡμί-
591λησεν ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας, διότι ἡ εἰδικὴ ἔκθεσις ἀφορᾷ
592τὴν δρᾶσιν τοῦ Ὑπουργοῦ.
593Ἐὰν, ὡς εἶπεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κορινθίας, ὑπάρχωσιν
594ἀξιωματικοὶ ἔχοντες πλημμελῆ τὸν βίον, ἱκανοὶ ὅμως εἰς τὸ
595στράτευμα, ἐὰν ὑπάρχωσιν ἀξιωματικοί, οἱ ὁποῖοι ἐγκλημά-
596τησαν καὶ περὶ αὐτῶν ὑπάρχωσι δικογραφίαι, ἐὰν ὑπάρχω-
597σιν ἀξιωματικοί, δὲν ἠξεύρω διὰ ποίαν κατηγορίαν ὄντες
598ὑπόδικοι εἰς τὴν ἐκτίμησιν τοῦ Ὑπουργοῦ, θέλω νὰ ἴδω, ἄν
599ὁ Γενικὸς Διοικητὴς ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν πάντα ταῦτα, θέλω
600νὰ ἴδω, ἂν ἡ ἀπόφασις, τὴν ὁποίαν ἐξέδωκεν ὁ Γενικὸς Ἐπι-
601θεωρητής, δικαιολογεῖται...
602§58Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὴν ἔκθεσιν ἐκτίθενται
603καὶ οἱ λόγοι, ἕνεκα τῶν ὁποίων χαρακτηρίζεταί τις ὡς στά-
604σιμος;
605§59Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Αὐτὸ ζητῶ νὰ μάθω.
606§60Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Διότι ἐν τοιαύτῃ περιπτώ-
607σει δυνάμεθα καὶ ἡμεῖς νὰ φωτισθῶμεν.
608§61Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Βεβαίως.
609Θέλω νὰ ἴδω, ἂν εἰς τὴν ἔκθεσιν, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλεν ὁ
610ἐπιθεωρητὴς εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, γινομέ-
611νου λόγου περὶ τῆς ἱκανότητος τοῦ Α ἀξιωματικοῦ, αἰτιολο-
612γεῖται ἡ γνώμη τοῦ ἐπιθεωρητοῦ διὰ τὴν εἰς τὴν στασιμό-
613τητα μετάθεσιν τοῦ ἀξιωματικοῦ αὐτοῦ. Θέλω λοιπὸν νὰ ἴδω,
614ἂν ἡ γνώμη αὕτη στηρίζεται ἐπὶ τῶν δεδομένων, δηλαδὴ ἐπὶ
615τοῦ φύλλου ποιότητος τῶν ἀξιωματικῶν καὶ τῶν ἄλλων, τὰ
616ὁποῖα ἀνέφερεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος. Τοῦτον τὸν λόγον
617ἔχει ἡ προσαγωγὴ τῆς ἐκθέσεως. Δὲν εἶναι, διὰ νὰ ἴδωμεν
618μόνον, ἐὰν ὁ Α ἢ ὁ Β ἀξιωματικὸς κρίνεται στάσιμος, ἀλλὰ
619διὰ νὰ ἴδωμεν κατὰ τίνα τρόπον ὁ Α ἢ ὁ Β ἀξιωματικὸς κρί-
620νεται στάσιμος ἢ θεωρεῖται προβιβάσιμος, καὶ ἂν ὑπάρχῃ
621ἀξιωματικὸς, κατὰ τοῦ ὁποίου ὑπάρχουσι δύο ἀποφάσεις
622Συμβουλίων καὶ τὸ Ὑπουργεῖον ἐνήργησε κατ’ αὐτοῦ τὴν
623μίαν ἐξ αὐτῶν τῶν ἀποφάσεων, ἂν ὁ ἀξιωματικὸς αὐτὸς
624ἐπροβιβάσθη, χωρὶς νὰ γείνῃ ἐπιθεώρησις.
625§62Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Τίνα βαθμὸν ἔχει;
626§63Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἀντισυνταγματάρχου.
627§64ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Δὲν τὸν ὀνομάζετε;
628§65Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Καρμπούνης.
629§66Γ. ΚΑΡΠΕΤΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸ δὲν εἶναι νέον!
630§67Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Εἶναι νέον ὡς πρὸς τοῦτο,
631τὸ ὁποῖον δὲν γνωρίζετε, ὅτι, ὅτε τὸ πρῶτον ἐτέθη εἰς ἀρ-
632γίαν ὁ ἀξιωματικὸς αὐτὸς, ἐγένετο ἐπιθεώρησις, καὶ ὁ ἀμέ-
633σως ἀνώτερος αὐτοῦ, κατὰ τὴν γνώμην τοῦ ἐπιθεωρητοῦ, ἦτο
634προβιβάσιμος κατ’ ἐκλογήν.
635§68Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁμιλεῖτε περὶ τῆς ἐκθέ-
636σεως τῆς ἀμέσως μετὰ τὸν πόλεμον γενομένης;
637§69Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Μάλιστα.
638Ἐπρόκειτο νὰ γείνωσι προβιβασμοὶ, καὶ ἀνεβλήθησαν.
639Ἦλθεν ἡ δευτέρα ἐπιθεώρησις, καὶ ὁ ἀξιωματικὸς αὐτὸς
640ἐθεωρήθη στάσιμος.
641§70Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ. Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε.
642§71Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ... Καὶ μετὰ χρόνον, ὅτε
643ἐπανῆλθεν ἐξ ἀργίας ὁ ἀξιωματικὸς, χωρὶς νὰ παρουσιασθῇ
644εἰς ἐπιθεώρησιν, ἐγένετο ἀντισυνταγματάρχης!
645§72Γ. ΚΑΡΠΕΤΟΠΟΥΛΟΣ. Προσθέτω, ὅτι κατὰ τὸν χρό-
646νον τῆς ἐπιθεωρήσεως ἐξετέλει περιοδείαν· περιώδευε μὲ τὸ
647Στρατολογικὸν Γραφεῖον.
648§73Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Περὶ τοιούτων τινῶν ἀντι-
649κειμένων ἤθελον νὰ μάθω, καὶ ἐκεῖθεν ἤθελον νὰ ἐκτιμήσω
650τὴν εἰλικρινῆ δρᾶσιν καὶ τὴν εἰλικρινῆ κατάρτισιν τῆς ἐκ-
651θέσεως ταύτης.
652§74Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Λέγετε, ὅτι δὲν ἐπεθεωρήθη. Πῶς
653ἐπροβιβάσθη; ἄνευ προτάσεως;
654§75Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Βεβαίως, ἀφοῦ δὲν ἐπε-
655θεωρήθη.
656§76Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Ποῖος τὸν ἐπροβίβασε;
657§77Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐπροβιβάσθη κατὰ τοὺς
658τελευταίους προβιβασμοὺς, οἱ ὁποῖοι ἐγένοντο.
659§78Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Ὁ Ὑπουργὸς ὑπέβαλε τὸ
660Διάταγμα τοῦ προβιβασμοῦ;
661§79Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ποῖος ἄλλος παρὰ ὁ Ὑπουρ-
662γός;
663§80Β. ΜΑΣΤΡΑΠΑΣ. Νὰ ζητήσητε νὰ παραπεμφθῇ εἰς
664τὸ Εἰδικὸν Δικαστήριον ὁ Ὑπουργός.
665§81Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐὰν ἔχῃ οὕτω, βεβαίως.
666Δι’ αὐτὸ θέλομεν νὰ ἴδωμεν, τί συνέβη καὶ τί συμβαίνει,
667ὥστε ἐν ἐπιγνώσει τῶν πραγμάτων νὰ ἐκφέρωσι γνώμην οἱ
668κύριοι Βουλευταί.
669Καὶ εἶπον χθὲς, ὅτι, ἂν νομίζητε ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ
670διασαλευθῇ τὸ γόητρον τοῦ στρατοῦ καὶ τὸ κῦρος τῶν ἀξιω-
671ματικῶν, ἂς γείνῃ μυστικὴ συνεδρίασις. Τὸ ζήτημα δὲν εἶναι
672ἁπλοῦν· εἶναι ἐθνικὸν τὸ ζήτημα, περὶ οὗ πρόκειται, διὰ
673λόγους, τοὺς ὁποίους κατὰ τὴν συζήτησιν θὰ εἴπω, καὶ τοὺς
674ὁποίους κατόπιν παρακλήσεως δὲν λέγω σήμερον. Καὶ δι-
675καίως μὲ παρεκάλεσαν νὰ μὴ εἴπω.
676§82Γ. ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Ἐγὼ ὑποστηρίζω τὴν πρότασιν περὶ
677μυστικῆς συνεδριάσεως.
678§83Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐὰν, Κύριοι, πρόκηται νὰ
679ἀποφασίσητε περὶ τῆς ὑπάρξεως ἢ μὴ τῆς Γενικῆς Διοική-
680σεως, ὅπως ἐτέθη ἐκτὸς τῆς Βουλῆς τὸ ζήτημα, πρέπει νὰ
681κάμητε μυστικὴν συνεδρίασιν, καὶ νὰ προσαγάγῃ πάντα τὰ
682ἔγγραφα ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, διότι ἐγὼ ἴσως,
683ὁ ὁποῖος εἶμαι τοσοῦτον ἀμείλικτος κατὰ τῆς ὑπάρξεως τῆς
684Γενικῆς Διοικήσεως, ἐὰν ἴδω ὅτι εὑρίσκομαι ἐν τῷ ἀδίκῳ,
685ἔχω τὴν δύναμιν, ἔχω τὴν θέλησιν νὰ ὁμολογήσω ἐκ τῆς θέ-
686σεως ταύτης ὅτι ἀδικῶ (εὖγε! εὖγε!), καὶ νὰ ἀποδώσω δί-
687καιον. Ἀλλ’ ἐὰν τοὐναντίον, θὰ ἀξιώσω ἐπ’ ὀνόματι τῆς Πα-
688τρίδος, ἡ ὁποία κινδυνεύει τὸν ἔσχατον κίνδυνον, νὰ ψηφίσητε
689τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ὑπέβαλεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν
690Στρατιωτικῶν.
691§84Ν. ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Μοὶ φαίνεται, Κύριοι, ὅτι ἐπικρατεῖ
692σύγχυσις μεγάλη περὶ τὴν ἐκτύλιξιν τῶν γεγονότων. Ὁ κ.
693Βουλευτὴς ἐξ Οἰτύλου ὡμίλησεν ἐπὶ πραγμάτων ἀνυπάρκτων,
694ὡμίλησεν ἐπὶ πραγμάτων, ὧν δὲν εἶχεν ἀκριβῆ γνῶσιν, διότι,
695ἂν ἐν τῇ μνήμῃ αὑτοῦ διετήρει ἀκέραιον τὸ κείμενον τοῦ νόμου
696καὶ τοῦ Διατάγματος περὶ Γενικῆς Διοικήσεως, δὲν θ’ ἀπε-
697φαίνετο μετὰ τοσαύτης πεποιθήσεως, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῶν
698Στρατιωτικῶν αὐθαιρέτως προήγαγεν ἀξιωματικὸν μὴ κε-
699κτημένον τὰ προσόντα πρὸς προαγωγήν. Ἡ πρᾶξις αὕτη,
700γενομένη, εἶναι ἀντικείμενον Εἰδικοῦ Δικαστηρίου, ἀντικείμε-
701νον, διὰ τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ ὑποβληθῇ πρότασις εἰς τὴν Βου-
702λὴν περὶ παραπομπῆς τοῦ ὑπευθύνου Ὑπουργοῦ ἐπὶ παρα-
703βάσει ῥητῆς τοῦ νόμου διατάξεως, τοῦ νόμου δηλονότι περὶ
704προβιβασμῶν, καθ’ ὃν οὐδεὶς ἀξιωματικὸς προάγεται εἰς
705ἀνώτερον βαθμὸν, ἂν μὴ κέκτηται τὰ πρὸς τοῦτο ἀπαιτού-
706μενα προσόντα.
707Καὶ ἐνταῦθα, Κύριοι, παρακαλῶ νὰ δώσητε μικρὰν προσο-
708χὴν εἰς τὸν τρόπον τῆς ἐπιθεωρήσεως. Ὁ Γενικὸς Ἐπιθεω-
709ρητὴς ἐπιθεωρεῖ τὸ στράτευμα κατ’ ἐντολὴν τοῦ Ὑπουργοῦ
710καὶ ἐν ὡρισμένῃ ἐποχῇ τοῦ ἔτους, ἣν προτείνει αὐτὸς ὁ ἴδιος
711Γενικὸς Ἐπιθεωρητής. Ὁ Γενικὸς Ἐπιθεωρητὴς ἀποκομίζει
712τὰς ἐντυπώσεις τῆς ἱκανότητος, τῶν γνώσεων καὶ τῆς συμ-
713περιφορᾶς τῶν ἀξιωματικῶν ἐκ τῆς ἐπιθεωρήσεως· οὐχ ἧτ-
714τον λαμβάνει ὑπ’ ὄψιν καὶ τὰς ἐκθέσεις τῶν μερικῶν ἐπι-
715θεωρήσεων, τῶν μεράρχων, τῶν ταξιάρχων καὶ τῶν συνταγμα-
716ταρχῶν, αἱ ὁποῖαι εἶναι τελείως κατηρτισμέναι, καὶ δι’ ἐκ-
717θέσεων τῷ ὑποβάλλεται ἡ ἱκανότης καὶ ἡ συμπεριφορὰ ἑκά-
718στου ἀξιωματικοῦ. Ὁ Γενικὸς Διοικητής, μετὰ τὸ πέρας
719τῆς ἐπιθεωρήσεως, οὐδὲν ἄλλο ἔχει καθῆκον, εἰμὴ νὰ ὑπο-
720βάλῃ πίνακα τῶν ἀξιωματικῶν τῶν κεκτημένων τὰ προσόν-
721τα, τῶν μὲν ἀνωτέρων κατ’ ἐκλογὴν, τῶν λοχαγῶν κατὰ
722τὸ ἥμισυ κατ’ ἐκλογὴν, καὶ τῶν ὑπολοχαγῶν καὶ ἀνθυπολο-
723χαγῶν κατὰ σειρὰν ἀρχαιότητος, ἅτε μὴ λειτουργοῦντος
724τοῦ νόμου περὶ προβιβασμῶν τοῦ 1861, ὅσον ἀφορᾷ τοὺς
725ὑποδεεστέρους ἀξιωματικούς. Πίνακα λοιπὸν ὑποβάλλει ὁ
726Γενικὸς Διοικητὴς, καὶ τοῦτον ζητοῦσιν οἱ κ. κ. Βουλευταὶ
727νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιω-
728τικῶν. Κατὰ τὴν ἐμὴν γνώμην, δύναται νὰ καταθέσῃ τὸν
729πίνακα τοῦτον, διότι ἐγὼ ἄλλοτε, ἔχων τὴν τιμὴν νὰ διευ-
730θύνω τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, ἐκοινοποίησα εἰς
731τὰ σώματα, ὅπως μὲ πληροφορήσωσι διὰ τοὺς ἀξιωματικοὺς
732τοὺς ὑπὸ τὰς διαταγάς των περὶ τῶν προσόντων, ἅτινα ἕκα-
733στος ἔχει, ὅπως προαχθῇ ἢ μὴ εἰς ἀνώτερον βαθμόν. Ὁ κ.
734Ὑπουργὸς εἶπεν, ὅτι αὐτὸς δὲν εὑρίσκει πρέπον τοῦτο. Ὅσον
735ἀφορᾷ τὴν κατάθεσιν τῶν λοιπῶν ἐγγράφων, καὶ ἐγὼ εἶμαι
736σύμφωνος μὲ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, δηλαδὴ
737διὰ τὰς ἐκθέσεις τῶν μεράρχων, ταξιάρχων καὶ συνταγμα-
738ταρχῶν, διότι αὗται ἀφορῶσιν εἰς τὴν ἐσωτερικὴν ὑπηρεσίαν
739τοῦ στρατοῦ, καὶ νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ
740περιέλθωσιν εἰς τὴν δημοσιότητα τὰ ἀντικείμενα τὰ ἀφο-
741ρῶντα εἰς τοὺς ἀξιωματικούς, ἅτινα οἱ κανονισμοὶ ἐπιμελῶς
742ἀπαγορεύουσι νὰ περιέρχωνται εἰς τὴν δημοσιότητα. Νομίζω,
743ὅτι ὁ ἀντισυνταγματάρχης τοῦ ἱππικοῦ, περὶ οὗ ἀνέφερεν ὁ
744ἀξιότιμος Βουλευτὴς, προήχθη ὑπ’ ἐμοῦ ὡς κεκτημένος τὰ
745πρὸς προβιβασμὸν προσόντα, ὡς καὶ οἱ λοιποὶ πάντες.
746§85Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Χαίρω πολὺ, διότι ὁ στρα-
747τηγὸς καὶ πρώην Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν κατώρθωσε
748νὰ μελετήσῃ τὸν νόμον περὶ Γενικῆς Διοικήσεως, καὶ τὸ μά-
749θημα, τὸ ὁποῖον τῷ ἐδόθη προχθὲς, τὸν ὠφέλησεν, ὥστε νὰ
750μελετήσῃ αὐτὸς ὁ εἰσηγητὴς τὸ νομοσχέδιόν του περὶ Γε-
751νικῆς Διοικήσεως, καὶ τίνα καθήκοντα ἔχει ὁ Γενικὸς Διοι-
752κητὴς τοῦ στρατοῦ, καὶ τί κάμνει ὁ στρατός. Ἀλλ’ ἡμεῖς
753ἐζητήσαμεν νὰ καταθέσῃ τὰς ἐκθέσεις, καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς
754ἐνόησε καλῶς, καὶ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κορινθίας πολὺ καλῶς
755ἐχώρισε τὴν ἔκθεσιν. Ἡμεῖς ζητοῦμεν τὴν ἔκθεσιν καὶ τὰ
756συναφῆ πρὸς αὐτὴν, δηλαδὴ ὅλα τὰ ἀφορῶντα εἰς τοὺς ἀξιω-
757ματικοὺς, τὰ ὁποῖα ὁ κ. ἐπιθεωρητὴς εἶχεν ὑπ’ ὄψει του,
758ἵνα κρίνωμεν καὶ ὅλη ἡ ἀνάπτυξις, τὴν ὁποίαν ἐκάμαμεν,
759εἰς αὐτὸ ἀπέβλεπε. Παρακαλῶ δὲ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ
760τῶν Στρατιωτικῶν νὰ μᾶς δώσῃ ἀπάντησιν· ἡ νέα ἐπιθεώ-
761ρησις ἤρξατο; καὶ ἂν ἤρξατο, τοῦτο ἐγένετο συνεπείᾳ δια-
762ταγῆς αὐτοῦ; διὰ νὰ κρίνωμεν ἐπὶ τέλους ποῖοι ἀναγινώ-
763σκουν, ποῖοι μελετῶσι τοὺς νόμους, καὶ ποῖοι δὲν μελετῶσιν
764αὐτοὺς καὶ δὲν ἐξετάζουσι, πῶς ἐκτελοῦνται οἱ νόμοι.
765§86Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν).
766Εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ ἀπαντήσω εἰς τὸν κ. Βουλευτήν.
767Ἐὰν καλῶς ἀντελήφθην, μὲ ἠρώτησεν, ἂν ἤρξατο ἡ ἐπιθεώ-
768ρησις τῇ ἐμῇ διαταγῇ. Ἐγὼ δὲν διέταξα ἐπιθεώρησιν. Πα-
769ρεκάλεσα νὰ ἀναβληθῇ ἡ διαταχθεῖσα παρασκευαστικὴ ἐπι-
770θεώρησις.
771§87Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἐπιθυμοῦμεν νὰ μάθωμεν τὸ ἀποτέλεσμα.
772§88Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν).
773Δὲν ἔχω δυσκολίαν χρονογραφικῶς νὰ σᾶς εἴπω, τί συνέβη.
774Μοὶ ἐζητήθη νὰ διατάξω τὴν ἕναρξιν τῆς ἐπιθεωρήσεως· ἐγὼ
775ἔκρινα, ὅτι πρέπει νὰ ἀναβληθῇ. Ἐπληροφορήθην, ὅτι εἶχε
776διαταχθῆ ἡ ἕναρξις, καὶ ὅτι, ἐπὶ τῇ ἐμῇ διαταγῇ, ἀνεστάλη
777ἡ ἐπιθεώρησις τῆς χωροφυλακῆς καὶ ἡ τοῦ πυροβολικοῦ καὶ
778μηχανικοῦ, ὡς καὶ ἡ τοῦ ὑγειονομικοῦ σώματος. Ὅσον δὲ
779ἀφορᾷ τὰς προπαρασκευαστικὰς ἐπιθεωρήσεις τῶν μεράρχων,
780ἀγνοῶ τί περὶ τούτου διετάχθη.
781§89Ν. ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Αἱ ἐπιθεωρήσεις τῶν μεράρχων πρέ-
782πει νὰ ἀρχίζωσι τῇ διαταγῇ τοῦ Ὑπουργοῦ.
783§90Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν).
784Ἐγὼ δὲν διέταξα ἐπιθεωρήσεις.
785§91Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ. Οὐδεμία ἀμφιβολία, ὅτι ἡ κατά-
786στασις τοῦ στρατεύματος εἶναι δυσάρεστος, καὶ ἐκ τοῦ πα-
787τριωτισμοῦ ἡμῶν ἐξαρτᾶται νὰ τὴν ἐπαναφέρωμεν ἐκεῖ, ὅπου
788πρέπει νὰ ἵσταται. Ἐγὼ, Κύριοι, διετέλεσα μέραρχος, καὶ
789βεβαιῶ, ὅτι ἤμην λίαν εὐχαριστημένος, ὅτε εἶχον τὴν τιμὴν
790νὰ διοικῶ τὴν Γʹ Μεραρχίαν, ἀλλὰ δὲν εὑρισκόμην εἰς τὸ
791ὕψος τῆς θέσεώς μου, διότι πραγματικῶς διετέλουν ἐπὶ κε-
792φαλῆς μόνον τριῶν ἢ τεσσάρων λόχων, δηλαδὴ ἐν συνόλῳ 300
793ἀνδρῶν ἐν Μεσολογγίῳ, καὶ διὰ τοῦτο, ὅτε μοὶ ἐπροτάθη ἡ
794ὑποψηφιότης διὰ τὴν ἐκλογὴν Ἀττικῆς, τὴν ἐδέχθην, μόνον
795καὶ μόνον ὅπως ἐν τῇ Βουλῇ εὕρω εὐκαιρίαν νὰ ὑπηρετήσω
796τὸ στράτευμα. Τούτου ἕνεκα λαμβάνω συχνὰ τὸν λόγον, οὐχὶ
797πρὸς ἐπίδειξιν, ἀλλ’ ἵνα λύω ἀπορίας, ἐφ’ ὅσον, ἐννοεῖται, ἡ
798μάθησις, ἣν ἔχω, μοὶ ἐπιτρέπει τοῦτο, ἵνα ἦσθε εἰς κατά-
799στασιν, ὅταν δίδητε τὴν ψῆφόν σας περὶ νομοσχεδίων ἀφο-
800ρώντων τὸ στράτευμα, νὰ δίδητε ταύτην ἐν γνώσει, ὅτι θὰ
801ὠφελήσητε τὸ στράτευμα πρὸς τὸ συμφέρον τοῦ ἔθνους, καὶ
802δὲν θὰ τὸ βλάψητε πρὸς βλάβην τοῦ ἔθνους.
803Ὁ λόγος εἶναι σήμερον περὶ ἐπιθεωρήσεως, καὶ ἂν, ὡς
804γίνεται αὕτη, ὠφελεῖ τὸ στράτευμα, ἢ τὸ βλάπτει. Λοιπὸν
805θὰ συμφωνήσω εἰς πολλὰ μετὰ τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐξ
806Οἰτύλου, καὶ τὴν συμφωνίαν μου ταύτην θὰ τὴν βασίσω ἐπὶ
807πραγμάτων, τὰ ὁποῖα θὰ πείσουν ὑμᾶς, ὅτι ἐκεῖνος καὶ ἐγὼ
808ἔχομεν δίκαιον νὰ λέγωμεν ὅ,τι λέγομεν.
809Ἡ σειρὰ τῆς ἐκτελέσεως τῆς ἐπιθεωρήσεως εἶναι ἡ ἑπο-
810μένη. Διατάσσεται ἡ ἔναρξις τῆς ἐπιθεωρήσεως ὑπὸ τῶν με-
811ράρχων, καὶ μετὰ τὴν ἐκτέλεσιν ταύτης γίνεται ἡ γενικὴ
812ἐπιθεώρησις ὑπὸ τοῦ Γενικοῦ Διοικητοῦ τοῦ στρατοῦ. Ὁ μέ-
813ραρχος λοιπὸν ἐκτελεῖ τὴν ἐπιθεώρησιν, ὡς ἐγὼ ἐπανειλημ-
814μένως ἐξετέλεσα ταύτην, καὶ εἶμαι εἰς κατάστασιν νὰ σᾶς
815διαφωτίσω, κατὰ τὸν ἑπόμενον τρόπον· ἐν πρώτοις θὰ ζη-
816τήσῃ τὰς προτάσεις τῶν διοικητῶν τῶν σωμάτων, ἐπικεκυ-
817ρωμένας ὑπὸ τῶν διοικητῶν τῶν Ταξιαρχιῶν, καὶ ἐπ’ αὐτῶν
818θὰ βασισθῇ, ἵνα κάμῃ τὰς κρίσεις του, καὶ ἐπιβεβαιώσῃ ταύ-
819τας κατόπιν ἐξ ἰδίας ἀντιλήψεως, ἐξετάζων τοὺς ἀξιωματι-
820κοὺς θεωρητικῶς καὶ πρακτικῶς. Κατὰ τὰς ἐπιθεωρήσεις,
821τὰς ἐκτελεσθείσας μέχρι τοῦδε, ἠκολουθήθη ἡ ἑπομένη σειρά.
822Ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος εἶναι εἰς ἄμεσον συνάφειαν μὲ τοὺς ἀξιωμα-
823τικοὺς καὶ γνωρίζει καλῶς αὐτοὺς, εἶναι ὁ διοικητὴς τοῦ
824συντάγματος, ἤτοι ὁ σωματάρχης. Μετὰ ταῦτα ἔρχεται ὁ
825ταξίαρχος, ὅστις εἰς τὸ πεζικόν, ὅπως εἶναι τὰ πράγματα
826σήμερον, εἶναι αὐτὸς ὁ διοικητὴς τοῦ συντάγματος. Ὁ μέ-
827ραρχος λοιπόν, μελετῶν τὰς προτάσεις τοῦ διοικητοῦ τοῦ
828σώματος, ἐπικεκυρωμένας ὑπὸ τοῦ διοικητοῦ τῆς Ταξιαρ-
829χίας, παρατηρεῖ ἂν εἶναι σύμφωνοι μὲ τοὺς χαρακτηρισμοὺς
830τοῦ φύλλου ποιότητος τῶν ἀξιωματικῶν, καὶ ἂν λόγου χά-
831ριν ἀξιωματικός τις χαρακτηρίζηται ὡς μέθυσος, ὁ μέραρχος
832θὰ παρατηρήσῃ εἰς τὸ φύλλον ποιότητος τοῦ ἀξιωματικοῦ,
833πόσας ποινὰς ἐπέβαλεν ὁ διοικητὴς τοῦ σώματος εἰς αὐτὸν
834τὸν ἀξιωματικὸν διὰ τὴν τάσιν, τὴν ὁποίαν ἔχει, νὰ μεθύ-
835σκηται· καὶ ἂν οὐδεμία ποινὴ ἐμφαίνηται διὰ μέθην, καὶ ἐν
836τούτοις χαρακτηρίζηται ὁ ἀξιωματικὸς ὡς μέθυσος, τότε
837τοῦτο σημαίνει, ὅτι βεβαίως ὁ διοικητὴς τοῦ σώματος δὲν
838ἐξετέλεσεν εὐσυνειδήτως τὸ καθῆκόν του, καὶ ὅτι ἐπιπολαίως
839ἐχαρακτήρισε τὸν ἀξιωματικὸν ὡς μέθυσον, καὶ ἑπομένως ὁ
840διοικητὴς οὗτος πρέπει νὰ τιμωρηθῇ. Αὐτὸ ἀπαιτοῦσιν οἱ
841στρατιωτικοὶ κανονισμοὶ, αὐτὸ ἀπαιτεῖ ἡ δικαιοσύνη.
842Ἀφοῦ βλέπετε λοιπὸν ἐπὶ τίνων βάσεων ἐκτελεῖται ἡ
843ἐπιθεώρησις, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ παραξενεύηταί τις,
844ὅταν βλέπῃ ἕνα ἀξιωματικὸν χαρακτηριζόμενον ὡς προβι-
845βάσιμον ὑπὸ τοῦ σωματάρχου, ὑπὸ τοῦ ταξιάρχου, ὑπὸ τοῦ
846μεράρχου, νὰ χαρακτηρίζηται οὗτος κατόπιν ὡς στάσιμος ὑπὸ
847τοῦ Γενικοῦ Διοικητοῦ τοῦ στρατοῦ; Δὲν ἔχει τότε δίκαιον
848ὁ ἀξιωματικὸς αὐτὸς νὰ ἀγανακτῇ καὶ νὰ βεβαιοῖ, ὅτι ἠδι-
849κήθη, ἀφοῦ ὁ σωματάρχης, ὁ ὁποῖος τὸν βλέπει καθ’ ἑκά-
850στην, τὸν θεωρεῖ προβιβάσιμον, καὶ τοιοῦτον τὸν χαρακτηρί-
851ζουσιν ὅ τε ταξίαρχος καὶ ὁ μέραρχος, νὰ ἔρχηται κατόπιν,
852καθ’ ὑπόθεσιν, ὁ Γενικὸς Διοικητὴς τοῦ στρατοῦ, ὁ ὀλιγώ-
853τερον ὅλων γνωρίζων αὐτὸν, καὶ νὰ τὸν χαρακτηρίζῃ ὡς στά-
854σιμον; Βεβαίως ὁ ἀξιωματικὸς ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ λέγῃ
855τότε, ὅτι ἠδικήθη. Καὶ γνωρίζετε ὅτι οὐδὲν ἕτερον κινεῖ εἰς
856ἀγανάκτησιν τὸ ἄτομον, ὅσον ἡ ἀδικία.
857Διὰ τοὺς λόγους λοιπὸν τούτους πρέπει νὰ ἐξετασθῇ τὸ
858ζήτημα μεθ’ ὅλης τῆς προσοχῆς, διότι διὰ τοῦτο ἀκριβῶς
859ἄλλοτε, ἐπειδὴ ἐγένοντο αὐθαιρεσίαι ἐπὶ τῆς προαγωγῆς
860τῶν ἀξιωματικῶν, ἐψηφίσθησαν οἱ νόμοι περὶ καταστάσεως
861τῶν ἀξιωματικῶν καὶ περὶ προβιβασμῶν, οἱ ὁποῖοι ἐξασφα-
862λίζουσι τὰ δικαιώματα τοῦ ἀξιωματικοῦ. Ὁ τελευταῖος
863οὗτος νόμος, ὁ περὶ προβιβασμῶν, σχετίζεται σήμερον μὲ τὴν
864ἐπιθεώρησιν, καὶ κατὰ συνέπειαν, ἀφοῦ ἐψηφίσθη νόμος περὶ
865ἐξασφαλίσεως τῶν δικαιωμάτων τῶν ἀξιωματικῶν, φρονῶ,
866ὅτι δὲν πρέπει ὁ νόμος οὗτος νὰ καταστρέφηται διὰ μιᾶς αὐ-
867θαιρέτου ἐπιθεωρήσεως.
868Οὗτος ὁ λόγος μὲ ἔφερεν εἰς τὸ βῆμα, ἵνα ἀναφέρω τὴν
869σειρὰν τῆς ἐπιθεωρήσεως καὶ καταστήσω ὑμᾶς προσεκτικοὺς
870εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τῶν στρατιωτικῶν νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα
871εἰσήχθησαν καὶ θὰ εἰσαχθῶσι, καὶ τὰ ὁποῖα ἴσως τροποποιη-
872θῶσι κατὰ τὴν συζήτησιν.
873§92Γ. ΚΑΡΠΕΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν γνωρίζω, ἂν τὸν ἀξιότι-
874μον ἐκ Κορινθίας συνάδελφον ἔφερεν εἰς τὸν λόγον ἡ προσ-
875πάθεια νὰ δικαιολογήσῃ τ’ ἀποτελέσματα τῆς τελευταίας
876ἐπιθεωρήσεως. Ἰσχυρίσθη ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, ὅτι ἡ
877κατάστασις τῆς στασιμότητος τῶν ἀξιωματικῶν—ἣν ὅμως
878ἐγὼ δὲν ἀναγνωρίζω, ὡς ὑπ’ οὐδενὸς νόμου προβλεπομένην—
879εἶναι ἐπανορθωτικὴ, εἶναι δηλαδὴ χρόνος, κατὰ τὸν ὁποῖον
880δύναται ὁ ἀξιωματικὸς νὰ βελτιώσῃ ἑαυτὸν γενικῶς, νὰ
881συμπληρώσῃ τὰς γνώσεις του καὶ νὰ βελτιώσῃ τὸν χαρα-
882κτῆρά του· δὲν ἐδίστασε μάλιστα καὶ παραδείγματα νὰ ἐπι-
883καλεσθῇ πρόσφατα, ἅτινα ἠρύσθη, παραστὰς εἰς τὴν τελευ-
884ταίως ἐνεργηθεῖσαν ἐπιθεώρησιν, καθ’ ἣν οἱ ἄλλοτε κηρυ-
885χθέντες στάσιμοι εὑρέθησαν ἱκανώτατοι! Παράδοξος ἡ θεω-
886ρία αὕτη τῇ ἀληθείᾳ! Εἰς ἐμὲ ἐπιτραπήτω νὰ ἔχω ὅλως
887ἀντίθετον γνώμην. Φρονῶ, ὅτι ὁ χρόνος τῆς στασιμότητος
888εἶναι χρόνος ἀπογοητεύσεως, χρόνος καταπτώσεως ἠθικῆς
889τοῦ ἀτόμου. Καὶ πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχῃ ἄλλως, ὅταν
890ἀξιωματικὸς παραμείνας στάσιμος βλέπῃ νὰ προάγωνται
891ἄλλοι νεώτεροί του; Τοῦτο, Κύριοι, ἀντίκειται εἰς αὐτὰ
892τὰ αἰσθήματα τοῦ ἀνθρώπου, κατὰ μείζονα δὲ λόγον εἰς τὰ
893τοῦ στρατιώτου, οὗτινος καταργεῖται τὸ ἐγώ.
894Ἀλλ’ ἐπεξέτεινε τὰς σκέψεις του ὁ κ. συνάδελφος, καὶ
895ἠθέλησε νὰ μᾶς πείσῃ, ὅτι τὸ ἄγνωστον καὶ μυστηριῶδες τῶν
896ἐκθέσεων πλήρως δικαιολογεῖται· ἰσχυρίσθη δ’ ὅτι δὲν πρέπει
897νὰ γίνηται γνωστὸν τὸ περιεχόμενον αὐτῶν, καὶ τοῦτο, ἵνα
898μὴ γνωρίζωσιν οἱ ἄλλοι ἀξιωματικοὶ τὴν αἰτίαν, δι’ ἣν ἐτέθη
899εἰς στασιμότητα εἷς συνάδελφός των. Ἀλλ’ ἐν τοιαύτῃ περι-
900πτώσει δὲν θὰ γνωρίζῃ ὁ ἀξιωματικὸς οὗτος, τί δέον νὰ βελ-
901τιώσῃ, ἀφοῦ δὲν γνωρίζει διατὶ ἐθεωρήθη στάσιμος. Ἐτέθη εἰς
902στασιμότητα λόγῳ ἀνικανότητος; ἐτέθη εἰς στασιμότητα
903λόγῳ ἐλλείψεως στρατιωτικῆς ἀνατροφῆς; λόγῳ ἑτέρων
904ἐλαττωμάτων; Πῶς δύναται νὰ διορθωθῇ αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος,
905ἀφοῦ δὲν γνωρίζει, τί τοῦ κατηγοροῦσι;—καίτοι, ἐπανα-
906λαμβάνω, ἂν καταστῇ δυνατὸν νὰ βελτιώσῃ τὴν κατάστα-
907σίν του, ἀσφαλῶς τότε θὰ ἔχῃ καταστρέψει τὸ ἠθικόν του.
908— Ἀξιωματικός, οὗτινος κατὰ τρόπον τοιοῦτον θίγεται ἡ
909φιλοτιμία, μόνον ἐπὶ ζημίᾳ τοῦ στρατεύματος δύναται νὰ
910παραμένῃ εἰς τὰς τάξεις του.
911Ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ὕδρας συνάδελφος, δὲν γνωρίζω, τί ἠθέ-
912λησε νὰ παραστήσῃ, ἀναπτύξας τὸν τρόπον, καθ’ ὃν ἐνερ-
913γοῦνται αἱ ἐπιθεωρήσεις καὶ ὑποβάλλονται αἱ ἐκθέσεις.
914Ἐγὼ οὐδὲν προσῆψα κατὰ τῆς ὑπηρεσίας τῶν ἐπιθεωρήσεων·
915ἐζήτησα ἁπλῶς τὴν προσαγωγὴν τῶν ἐκθέσεων, καὶ εἰς τὴν
916προσαγωγὴν αὐτῶν ἐμμένω, διότι ἐπ’ αὐτῶν θέλω νὰ συζη-
917τήσω ἐν ἐκτάσει. Κατὰ συνέπειαν φρονῶ, ὅτι δὲν ἔχει νὰ
918ζημιωθῇ ἡ φιλοτιμία τῶν στρατιωτικῶν μας διὰ τῆς προσ-
919αγωγῆς τῶν ἐκθέσεων. Ὅπως καὶ χθὲς εἶπον, δὲν πρέπει νὰ
920φοβῆται τὸ φῶς ἡ ἀλήθεια, οὐδὲ εἶναι ὀρθὸν ἐπὶ ἀγνώστου
921στηριζόμενοι ν’ ἀποφαινώμεθα· πρέπει νὰ ἔχωμεν ἐνώπιόν
922μας τὰ πράγματα, καὶ ἐπ’ αὐτῶν βασιζόμενοι ν’ ἀποφαν-
923θῶμεν.
924§93ΑΘ. ΖΕΡΒΑΣ. Πολλοὺς ἔχω λόγους, κύριε Πρόεδρε, νὰ
925σέβωμαι τὸν ἀξιότιμον στρατηγὸν καὶ ἐξ Ἀττικῆς συνάδελ-
926φον. Ἐπὶ τῆς ὅλης ἐκτυλίξεως τῆς σειρᾶς τῶν ἐπιθεωρήσεων,
927τῶν ὑπὸ τοῦ κανονισμοῦ προβλεπομένων καὶ διαγεγραμμέ-
928νων, ἔχω νὰ ἐκφέρω μερικὰς παρατηρήσεις, ὅσον ἀφορᾷ τὸ
929στάδιον, τὸ ὁποῖον ἄρχεται ἀπὸ τῆς ἐνάρξεως τῶν ἐπιθεωρή-
930σεων μέχρι τοῦ τέλους τῶν ἐπιθεωρήσεων τῶν ὑπὸ τῶν με-
931ράρχων, καὶ τὸ δεύτερον στάδιον τὸ ἐπέκεινα τῆς ἐπιθεωρή-
932σεως τῆς λαβούσης χώραν ὑπὸ τοῦ Γενικοῦ Ἐπιθεωρητοῦ. Βε-
933βαίως, ἐὰν δεχθῶμεν, ὅτι ἐκ μέρους τῶν καθηκόντων τοῦ Γε-
934νικοῦ Ἐπιθεωρητοῦ ἐθεωρεῖτο ὡς ἀπόρροια καὶ ὡς παραδε-
935δεγμένον τὸ ἀποτέλεσμα, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ λάβῃ, του-
936τέστιν, ἐὰν ὁ διοικητὴς τοῦ σώματος ἔχῃ τὴν δεῖνα γνώ-
937μην, ἣν ἀκολουθεῖ ἢ ἔχει καὶ ὁ ταξίαρχος καὶ τὴν ὁποίαν
938ἔχει καὶ ὁ μέραρχος, ἐὰν ἅπασαι αὐταὶ αἱ γνῶμαι ἦναι ὑπο-
939χρεωτικαὶ ἐκ μέρους τοῦ Γενικοῦ Διοικητοῦ, ἐὰν ἦναι ἀπόρ-
940ροια ἀναμφισβητήτου ἀποτελέσματος, ἔχομεν ἀμέσως τὸ
941ἀποτέλεσμα, ὅτι δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ δεύτερον στάδιον,
942τὸ ὁποῖον πάντοτε ἐκτυλίσσεται καὶ λαμβάνει χώραν, ἐξ αὐ-
943τῆς τῆς γνώμης, ἐξ αὐτῶν τῶν ἀποτελεσμάτων, τῶν ἀμέσως
944ἐπὶ τοῦ πεδίου τῶν ἀσκήσεων λαμβανομένων. Ὡς πρὸς τὸ
945στάδιον τοῦτο, ἔχω νὰ ἐκφέρω τὴν γνώμην μου.
946§94Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ. Ἵνα μὴ ματαιοπονῆτε, εἶπον ἐγώ,
947ὅτι συσχετίζονται αἱ μερικαὶ ἐργασίαι, δηλαδὴ ὅτι ἅπασαι
948αἱ πράξεις τοῦ διοικητοῦ τοῦ σώματος, ἅπασαι αἱ πράξεις
949τοῦ ταξιάρχου καὶ ἅπασαι αἱ πράξεις τοῦ μεράρχου συσχε-
950τίζονται μὲ τὸ φύλλον ποιότητος τῶν ἀξιωματικῶν. Λοι-
951πὸν δὲν δύναται οὔτε ὁ διοικητὴς τοῦ σώματος, οὔτε ὁ τα-
952ξίαρχος, οὔτε ὁ μέραρχος νὰ χαρακτηρίσῃ τὸν ἀξιωματι-
953κὸν ἄλλως πως ἀφ’ ὅ,τι τὸ φύλλον ποιότητος ἀποδεικνύει.
954Διότι, ἐὰν ὁ σωματάρχης, λόγου χάριν, ἐχαρακτήρισε τὸν
955ἀξιωματικὸν ὡς στάσιμον, διότι ἦτο ἀμαθὴς, διότι δὲν ἐγνώ-
956ριζε τὰ καθήκοντά του, δὲν ἐγνώριζε τὰ γυμνάσιά του, πρέ-
957πει νὰ φανῇ πόσας ποινὰς ὁ ἀξιωματικὸς αὐτὸς ὑπέστη, ἐπι-
958βληθείσας ἀπὸ τὸν σωματάρχην ἢ τὸν ταξίαρχον ἢ ἄλλον
959τινὰ διὰ τοιαύτην αἰτίαν· καὶ ἂν δὲν ἐπεβλήθησαν ποιναὶ
960διὰ τοιαύτην αἰτίαν κτλ., βεβαίως τότε ὁ σωματάρχης ἢ ὁ
961ταξίαρχος ἢ ὁ μέραρχος κακῶς ἐχαρακτήρισαν τὸν ἀξιωμα-
962τικόν, καὶ τότε ὁ Γενικὸς Διοικητὴς τοῦ στρατοῦ ἐπεμβαίνει,
963κατὰ τὴν ἐπιθεώρησίν του, ἵνα ἐπανορθώσῃ τὸ ἀδίκημα.
964Σᾶς δίδω τὴν ἐξήγησιν αὐτὴν, ὅτι δηλαδὴ πᾶσα πρᾶξις
965τοῦ σωματάρχου, τοῦ ταξιάρχου, τοῦ μεράρχου πρέπει νὰ ἔχῃ
966μίαν βάσιν ὡρισμένην, καὶ ἑπομένως πρέπει πάντοτε νὰ λαμ-
967βάνηται ὑπ’ ὄψιν τὸ φύλλον ποιότητος τοῦ ἀξιωματικοῦ.
968§95ΑΘ. ΖΕΡΒΑΣ. Ἡ γνώμη μου εἶναι, ὅτι ἐγὼ, ἐὰν ἤμην
969σωματάρχης καὶ ἐπέβαλλον ποινὰς εἰς τὸν ἀξιωματικὸν Α
970διὰ τὴν δεῖνα αἰτίαν, εἰς τὸν Β διὰ τὴν ἑτέραν αἰτίαν καὶ
971δι’ αἰτίας ἐν συνόλῳ μὴ σχετιζομένας μὲ τὸ στάδιον, τὸ ὁποῖον
972ἔχετε διὰ τὴν προαγωγὴν τοῦ ἀξιωματικοῦ, καὶ τὰς ποινὰς
973ταύτας δὲν εὑρίσκω πολλοῦ λόγου ἀξίας καὶ ἐν ταῖς λεπτο-
974μερείαις αὐτῶν ἔχω τὴν γνώμην ὅτι, ἐὰν ὑποστῇ ὁ Α ἀξιω-
975ματικὸς μίαν ποινὴν, διότι ἐβράδυνε νὰ ἔλθῃ εἰς τὸν στρα-
976τῶνα δέκα λεπτὰ τῆς ὥρας, καὶ εἰς τὸν αὐτὸν ἀξιωματικὸν
977ἐπεβλήθη ἑτέρα ποινὴ, διότι ἐτιμώρησεν ἀδίκως ἕνα στρα-
978τιώτην, δὲν εἶναι αἱ ποιναὶ αὗται φύσεως τοιαύτης, ὥστε
979νὰ χαρακτηρισθῇ ὁ ἀξιωματικὸς ἐκεῖνος στάσιμος. Λοιπὸν
980θέλω νὰ ἔχω τὴν γνώμην, ὅτι αἱ ἐπιβληθεῖσαι ποιναὶ δὲν εἶ-
981ναι τὸ ἀπαύγασμα, τὸ τελικὸν σημεῖον, ἐπὶ τοῦ ὁποίου θέλει
982στηρίξει τὴν γνώμην του ὁ Γεν. Ἐπιθεωρητὴς δι’ ἀπολύτου
983ἀτομικῆς διαγνώσεως, ποριζομένης ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ ἐπὶ τοῦ πε-
984δίου τῶν ἀσκήσεων καὶ τοῦ παρελθόντος τοῦ ἀξιωματικοῦ.
985§96Γ. ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, παρατηρεῖτε εἰς
986ποῖον κυκεῶνα εἰσήλθομεν! Ἐξορκίζω τοὺς κυρίους Βουλευ-
987τὰς, ἐξορκίζω αὐτοὺς, ὡς τοὺς ἐξώρκιζον καὶ κατὰ τὰς παρα-
988μονὰς τοῦ πολέμου, ἵνα εἰς μυστικὴν συνεδρίασιν συνέλθω-
989μεν. Δὲν πρόκειται περὶ παρωνυχίδος, πρόκειται περὶ ζητή-
990ματος σοβαροῦ. Πολλοὶ ἀπέδωκαν εἰς ἐμὲ προσωπικὸν ζή-
991τημα· εἶμαι πολὺ ὑπεράνω τῶν προσωπικῶν ζητημάτων. Ἂς
992μάθωσι πάντες οἱ κ.κ. Βουλευταὶ, διότι ἐπιθυμῶ πρὸ πάν-
993των νὰ μὲ ἐκτιμῶσι καὶ ἔπειτα νὰ μὲ ἀγαπῶσιν, ἂς μάθω-
994σιν, ὅτι πάντες μὲ ἐπίεζον νὰ μείνω εἰς τὸν στρατὸν, αὐτὸς
995ὁ ἀξιότιμος κ. Βουλευτὴς ἐκ Κερκύρας καὶ ὅλοι οἱ συνάδελ-
996φοί μου, μέχρι τοῦ τελευταίου ἀξιωματικοῦ, ἀλλὰ δὲν κατε-
997δέχθην νὰ μείνω, διότι ἐτρώθην καιρίως. Καὶ νομίζω, ὅτι ὁ
998ἀξιωματικὸς πρέπει πρὸ πάντων νὰ ἦναι φιλότιμος· ὅταν
999ἀπολέσῃ τὴν φιλοτιμίαν, εἶναι μηδέν.
1000Ἐπὶ τὰ πράγματα, κύριε Πρόεδρε. Πρέπει νὰ προσα-
1001χθῶσιν αἱ ἐκθέσεις. Σέβομαι τὴν γνώμην τοῦ κυρίου ἐπὶ τῶν
1002Στρατιωτικῶν Ὑπουργοῦ καὶ στενωτάτου φίλου μου, ἀλλὰ
1003τὸν παρακαλῶ, τὸν ἐξορκίζω εἰς τὸν πατριωτισμόν του, νὰ
1004τὰς προσαγάγῃ· ἐπαναλαμβάνω δὲ, ἐπειδὴ δὲν πρέπει ὁλό-
1005κληρος ἡ Ἑλλὰς νὰ λάβῃ γνῶσιν τῶν ἐν ταῖς ἐκθέσεσι, πρέ-
1006πει ἡ ἐθνικὴ ἀντιπροσωπεία νὰ λάβῃ γνῶσιν· διότι τίς ἄλ-
1007λως θὰ δικάσῃ τοὺς ὑπὸ κατηγορίαν ἀξιωματικοὺς τοῦ Ἑλ-
1008ληνικοῦ στρατοῦ; Ἐγὼ δὲν ζητῶ τίποτε· χαίρω, διότι μοὶ
1009ἐδόθη ἡ ἐλευθερία νὰ ὁμιλῶ ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, διότι συνή-
1010θισα νὰ λέγω τὰ σῦκα σῦκα καὶ τὴν σκάφην σκάφην. Σέβο-
1011μαι καὶ ἐκτιμῶ τοὺς Ἕλληνας δημοσιογράφους, διότι εἰς
1012τὴν κρισιμωτέραν στιγμὴν τῆς ζωῆς μου ὅλοι ἐτάχθησαν
1013ὑπὲρ ἐμοῦ, καὶ δέχομαι ὅ,τι ἄλλο λέγουσιν· εἶναι κρίσεις,
1014αἱ ὁποῖαι ἀφορῶσιν αὐτοὺς καὶ μόνον. Ἐπαναλαμβάνω τὰ
1015πράγματα. Πρῶτον εἶναι ἡ κατάστασις σήμερον τοῦ δυστυ-
1016χοῦς ἀρχιάτρου κ. Χριστοφόρου. Εἶναι θαῦμα, ὅτι δὲν μὲ
1017ἔφεραν καὶ ἐμὲ εἰς τὴν κατάστασιν νὰ παρίσταμαι ἀπόπλη-
1018κτος, διότι ἠδυνάμην νὰ πάθω ἀποπληξίαν, ὅτε εἰς τὰ λου-
1019τρὰ τῆς Ὑπάτης ἔμαθον, ὅτι ἤμην στάσιμος! Εὐτυχῶς ἡ
1020συμπάθεια τῶν ἀξιωματικῶν ἡ ἐκδηλωθεῖσα πρὸς ἐμὲ, ἀπὸ
1021τοῦ Βασιλέως μέχρι τοῦ κατωτάτου ἀξιωματικοῦ, μὲ ἔσω-
1022σεν· ἀλλὰ βεβαίως δὲν ἠδυνάμην νὰ παραμείνω εἰς τὸν στρα-
1023τόν. Σεῖς γνωρίζετε, ὅτι ἐπέταξα τὸ βουλευτικὸν ἀξίωμα εἰς
1024τὸ πρόσωπον τοῦ ἀειμνήστου Βούλγαρη, ὅτε ἤμην ἐν ἡλικίᾳ
102528 ἐτῶν, διότι δὲν εἶμαι ἐκ τῶν ἀνθρώπων, οἵτινες ἕρπουν,
1026οἵτινες ἐκλιπαροῦν· ἤμην τότε νεαρὸς, καθ’ ὅλην τὴν σημα-
1027σίαν τῆς λέξεως. Οὐδέποτε προεκάλεσα οὐδένα, οὐδέποτε προε-
1028κλήθην, οὐδέποτε προσέβαλόν τινα, οὐδέποτε προσεβλήθην.
1029Διέρχομαι τὰς ἀγυιὰς τῆς πόλεως καὶ ἐν στολῇ καὶ ἄνευ στο-
1030λῆς, καὶ παραμερίζω, ἵνα διέλθωσιν οἱ πολῖται· οὐδέποτε
1031ἠνώχλησα κανένα, οὐδὲ συνήθισα νὰ σπαθίζω ἢ νὰ ῥαβδίζω
1032κατὰ τῶν πολιτῶν. Ἐπαναλαμβάνω καὶ διαβεβαιῶ, ὅτι ὅσα
1033διαδίδονται δὲν προέρχονται ἀπὸ τὴν αἴθουσαν ταύτην, προ-
1034έρχονται ἀπὸ διαφόρους ἄλλας ἐκδόσεις.
1035Ὁ ἐπίατρος κ. Νικολαΐδης εἶχεν ὅλα τὰ προσόντα, ὡς
1036ἀνέφερεν ὁ στρατηγός μου, ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐξ Ἀτ-
1037τικῆς, ὑπὸ τὰς διαταγὰς τοῦ ὁποίου ἐπολέμησε, καὶ ὁ εἰ-
1038δικὸς ἐπιθεωρητὴς, ὁ γενικὸς ἀρχίατρος, τὸν ἐθεώρησε κατ’
1039ἐκλογὴν προβιβάσιμον· ἐν τούτοις ὁ Γενικὸς Ἐπιθεωρητὴς τὸν
1040ἐθεώρησε στάσιμον δὶς κατ’ ἐπανάληψιν! Ἀπαντήσατε!
1041§97Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν ἀνήκω
1042εἰς τὴν στρατιωτικὴν οἰκογένειαν· ἀλλ’ ἐὰν κρίνω ἐκ τῶν
1043διαφωνιῶν, αἵτινες ὑπάρχουσιν ἐν τῷ μικρῷ κύκλῳ τῶν ἀξιω-
1044ματικῶν τῶν τιμηθέντων ὑπὸ τῆς ψήφου τῶν ἐκλογέων των
1045διὰ τῆς ἀποστολῆς αὐτῶν ἐνταῦθα, δύναμαι νὰ εἴπω, ὅτι
1046κατ’ εὐφημισμὸν καλοῦνται οἱ εἰς τὸν στρατὸν ἀνήκοντες
1047Στρατιωτικὴ οἰκογένεια. Διότι μεταξὺ τῶν τεσσάρων ἢ πέντε
1048ἀξιωματικῶν, οἵτινες ἠγόρευσαν ἐπὶ τοῦ ζητήματος τοῦ ἀνα-
1049φυέντος τὴν ἑσπέραν ταύτην, ἠκούσαμεν τόσας γνώμας, ὅσοι
1050ἦσαν οἱ κ.κ. ἀξιωματικοὶ Βουλευταί, οἱ ἀγορεύσαντες. Καὶ
1051εἴδομεν, ὅτι ἄλλη ἦτο ἡ γνώμη τοῦ στρατηγοῦ καὶ βουλευ-
1052τοῦ ἐξ Ὕδρας κ. Τσαμαδοῦ, ἄλλη ἡ γνώμη τοῦ ἀξιοτίμου
1053ἀνθυπιλάρχου καὶ βουλευτοῦ ἐξ Ἄργους κ. Καρπετοπούλου·
1054ἄλλη ἦτο ἡ γνώμη τοῦ σεβαστοῦ στρατηγοῦ καὶ βουλευτοῦ
1055Ἀττικῆς κ. Σμολένσκη, καὶ ἄλλη ἦτο ἡ γνώμη τοῦ βουλευ-
1056τοῦ Μεγαλοπόλεως λοχαγοῦ κ. Ζέρβα. Ἀλλ’ ἐὰν δὲν ἔχω
1057τὴν εἰδικότητα ἐπὶ τοῦ θέματος, ὡς μὴ ἀνήκων εἰς τὴν
1058στρατιωτικὴν οἰκογένειαν, ἔχω ὅμως τὸ καθῆκον, ἀνήκων
1059εἰς τὴν ἀντιπροσωπείαν τοῦ ἔθνους, νὰ ἐγείρω τὴν φωνήν μου
1060κατὰ τοῦ ἀτόπου, τὸ ὁποῖον διαπράττεται, τὸ ὁποῖον βλά-
1061πτει καὶ τὸ ζήτημα, καὶ τοὺς δημιουργήσαντας τὸ ζήτημα,
1062καὶ ἐκείνους, τοὺς ὁποίους ἀφορᾷ τὸ νομοσχέδιον, ἀλλὰ καὶ
1063διότι βλάπτει πολὺ περισσότερον τὸ στράτευμα, τὴν πειθαρ-
1064χίαν αὐτοῦ.
1065Δὲν εἶμαι διατεθειμένος, Κύριοι, νὰ λάβω τὸ θυμιατήριον
1066εἰς τὰς χεῖρας, ἵνα ὑμνολογήσω οἱονδήποτε, καὶ καθῆκον
1067παντὸς ἀντιπροσώπου τοῦ ἔθνους, εἰσερχομένου ἐνταῦθα, εἶ-
1068ναι νὰ ῥίψῃ τοῦτο ἐκτὸς τοῦ περιβόλου, νὰ τὸ ἀναρτήσῃ εἰς
1069μίαν γωνίαν ἀργοῦν. Ἀλλ’ ὀφείλω νὰ εἴπω, ὅτι καὶ ἐκεῖνοι,
1070οἵτινες, φέροντες τὴν τιμίαν στολὴν καὶ τὴν ἰδιότητα τοῦ
1071Ἕλληνος ἀξιωματικοῦ, εἰσῆλθον ἐνταῦθα, δὲν ἀπέβαλον καὶ
1072τὰ καθήκοντα, τὰ ὁποῖα ἔχουσι πρὸς τὸ στράτευμα, καὶ τὰς
1073ὑποχρεώσεις, τὰς ὁποίας ἔχουσι πρὸς τοῦτο. Καὶ πείθομαι
1074μὲν, ὅτι ἐκ πνεύματος ἀληθοῦς συμφέροντος πρὸς τὸν στρα-
1075τὸν λαμβάνουσι τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ φλέγοντος τούτου ζητή-
1076ματος, ἀλλὰ μοὶ εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ διαφωνήσω ὡς
1077πρὸς τὰ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα ἐγὼ πορίζομαι, τὰ ὁποῖα
1078τὸ πλεῖστον μέρος τῆς Βουλῆς, τὸ πλεῖστον μέρος τοῦ ἔθνους
1079πορίζεται ἐκ τῶν τοιούτων συζητήσεων. Τί εἶναι τὸ ζήτη-
1080μα, τὸ ὁποῖον ὑπῆρξε τὸ ἔναυσμα εἰς τὴν φλέγουσαν ταύτην
1081κατάστασιν ἐπὶ τοῦ στρατιωτικοῦ ζητήματος; ἐζητήθη,
1082κύριε Πρόεδρε, ἀπὸ τῆς χθεσινῆς συνεδριάσεως ἡ κατάθεσις
1083διαφόρων ἐκθέσεων, ἤτοι ἐκθέσεων τῆς Γενικῆς Ἐπιθεωρή-
1084σεως τοῦ στρατοῦ. Εἶμαι συντεταγμένος πρὸς τοὺς φρονοῦν-
1085τας ὅτι ἡ ἀλήθεια ἀείποτε πρέπει ν’ ἀποκαλύπτηται. Καὶ
1086ὅτε ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς, ὁ σεβαστὸς στρατηγὸς κ.
1087Σμολένσκης ἔλεγεν, ὅτι, ὅταν κατηγορηθῇ, θὰ ἀποκαλύψῃ
1088πολλὰ πράγματα, εἶπον, ὅτι αἱ ἀποκαλύψεις, ὁσάκις στη-
1089ρίζωνται ἐπὶ τῆς ἀληθείας, εἶναι ἀείποτε ὠφέλιμοι, καὶ δὲν
1090ὑπάρχει ἀνάγκη κατηγορίας, ἵνα προβῇ εἰς τὴν ἀποκάλυψιν
1091τῆς ἀληθείας, ἥτις ἀσφαλῶς θὰ ἦναι ὠφέλιμος εἰς τὸ στρά-
1092τευμα.
1093§98Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, παρακαλῶ, τὸν
1094λόγον.
1095§99Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐκεῖνος, ὅστις εἶχε τὴν τόλ-
1096μην νὰ ἀντιμετωπίσῃ τὸν ἐχθρὸν εἰς τὰ πεδία τοῦ Ρεβενίου
1097καὶ τοῦ Βελεστίνου, βεβαίως δὲν θὰ ἀπέβαλλε τὴν τόλμην,
1098ἵνα ἐκθέσῃ πρὸς τὸ ἔθνος ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα μόνον κατ’ αὐτοῦ
1099κατηγορία, εἶπε, θὰ τὸν ἀναγκάσῃ νὰ εἴπῃ.
1100Ἀλλὰ προκειμένου περὶ ζητημάτων ὑποπιπτόντων οὐχὶ
1101μόνον εἰς τὴν στρατιωτικὴν ἐπιστήμην, ἀλλὰ καὶ εἰς τὴν
1102στοιχειώδη λογικὴν καὶ τὴν ἀντίληψιν τὴν ἐθνικὴν, διὰ τὴν
1103ὁποίαν οὐδεὶς δύναται νὰ καυχᾶται ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ
1104πλειότερον τοῦ ἄλλου, ἓν ὀφείλει εἰς ταῦτα νὰ πρυτανεύῃ,
1105ἡ σύνεσις, καὶ ἡ ἔρευνα, ἀλλ’ ἡ ἀπαθὴς ἔρευνα, τῶν ζητημά-
1106των, ἡ μηδὲ ἐκ συμφέροντος μηδὲ ἐκ συμπαθείας μηδὲ ἐκ
1107πνεύματος στενῶς στρατιωτικοῦ ἀπορρέουσα. Καὶ ὅτε ἤκου-
1108σα τὴν αἴτησιν περὶ καταθέσεως ἐγγράφων, ἀνεμνήσθην, ὅτι
1109πέρυσι λογομαχία ὀξυτάτη ἔλαβε χώραν μεταξὺ τοῦ κ. Βου-
1110λευτοῦ ἐξ Οἰτύλου καὶ ἐμοῦ, ἐμοῦ ἐπιμένοντος ὅτι ὕπνωσε τὸ
1111ζήτημα τὸ στρατιωτικὸν ἀπὸ τοῦ 1897, ἀπὸ τοῦ ὀνείδους
1112τοῦ πολέμου ἐκείνου μέχρι τῆς λήξεως τῶν ἐργασιῶν τῆς ληξά-
1113σης Συνόδου τῆς Βουλῆς, καὶ συνεστήθησαν μόνον ἐπιτροπαὶ
1114καὶ ἐζητήθησαν ἐκθέσεις. Καὶ ἠκούσθη ἰσχυρὰ ἡ φωνὴ τοῦ κ.
1115Βουλευτοῦ ἐξ Οἰτύλου, λέγοντος, ὅτι αὐτὸ ἔβλαπτε τὰ συμ-
1116φέροντα τοῦ στρατοῦ. Ἔβλαπτε τὰ συμφέροντα τῶν φυγάδων,
1117ἀπήντησα ἐγὼ τότε, ἂν ὑπῆρχον φυγάδες ἐν τῷ κύκλῳ τῶν
1118ἀξιωματικῶν, ἂν ὑπῆρχον φυγάδες ἐν τῷ στρατῷ, ὅστις ὑπε-
1119χώρησε μέχρι τῶν Θερμοπυλῶν. Ἀλλὰ μὴ ἐκεῖνοι, οἵτινες ὑπο-
1120νοοῦνται διὰ τούτων, δὲν ἀνήκουσιν εἰς τὸ στράτευμα, δὲν
1121ἀνήκουσιν εἰς τὸ ἔθνος; Ἐζήτησα τὴν κατάθεσιν τῶν ἐγγρά-
1122φων ἐκείνων, καὶ ἂν μὲ ἀκούετε, κύριε Πρόεδρε, τὴν ἑσπέ-
1123ραν ταύτην μὴ συμφωνοῦντα εἰς τὴν κατάθεσιν τῶν ἐγγρά-
1124φων, ὁ λόγος εἶναι διότι ἐπείσθην, ὅτι, ἐὰν σήμερον, ὡς τὰ
1125πράγματα ἔχουσιν, ὑπάρχουσί τινες, καὶ μεταξὺ τούτων ὁ
1126κ. Βουλευτὴς ἐκ Τυρνάβου καὶ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτι-
1127κῶν, ὅστις διστάζει εἰς τὴν κατάθεσιν τῶν ἐγγράφων, ὀφεί-
1128λω νὰ σέβωμαι τὴν γνώμην τούτου, ὡς εἰδικωτέρου περὶ ταῦ-
1129τα, καὶ διότι, ὡς θεὶς τὸν δάκτυλον ἐπὶ τὸν τύπον τῶν ἥλων,
1130εἶναι κρεῖττον παντὸς ἄλλου εἰς θέσιν νὰ κρίνῃ ποῖα θὰ ἦναι
1131τ’ ἀποτελέσματα τῆς τοιαύτης πανδήμου γνώσεως τούτων καὶ
1132ἐκείνων, τῶν ἀπλύτων ἐν ἑνὶ λόγῳ.
1133Ἀλλὰ τὴν ἑσπέραν ταύτην ἐγενόμην κάτοχος μαθημά-
1134των, τὰ ὁποῖα μόνα εἶναι ἐπαρκῆ, ἵνα μετάσχωμεν τῆς συ-
1135ζητήσεως ταύτης. Ὅτε ἠγόρευεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Οἰτύ-
1136λου, διέκοψα καὶ ἠρώτησα αὐτόν, ἂν ἐν τῇ ἐκθέσει τοῦ Γε-
1137νικοῦ Ἐπιθεωρητοῦ ἐν τῷ χαρακτηρισμῷ ἑκάστου ἀξιωμα-
1138τικοῦ, κρινομένου ὡς προβιβασίμου ἢ κρινομένου ὡς στασί-
1139μου, ὑπάρχει αἰτιολογία, ἂν ὑπάρχουσι τὰ γεγονότα, οἱ χρω-
1140ματισμοί, διὰ τῶν ὁποίων δίδεται ἡ εἰκὼν τοῦ στασίμου ἢ
1141ἡ εἰκὼν τοῦ προβιβασίμου. Καὶ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Οἰτύλου
1142ἀνήγειρε τοὺς ὤμους του, καὶ μοὶ εἶπε κατὰ τοιοῦτον τρόπον
1143ὅτι ἀγνοεῖ. Ἀλλὰ, καθ’ ὅσον ἐπληροφορήθην, ἡ ἔκθεσις αὕτη,
1144ἡ ἀφορῶσα εἰς τὰ ζητήματα τῶν προσώπων, διότι ἡ ἀφο-
1145ρῶσα εἰς τὰ πράγματα νομίζω ὅτι ὀλιγώτερον ἀτυχῶς ἐνδια-
1146φέρει ἡμᾶς, ἐνῷ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον θὰ ὠφέλει περισσότερον
1147ἡμᾶς, θὰ ἦτο ἡ γνῶσις τῶν πραγμάτων, τίς ἡ κατάστασις τοῦ
1148ὁπλισμοῦ, τῶν ἐνδυμάτων, τῆς ἐπιμελητείας, τοῦ ὑλικοῦ
1149ἐπὶ τέλους τοῦ πολέμου, ἡ ἔκθεσις, λέγω, τοῦ Γενικοῦ Ἐπι-
1150θεωρητοῦ ἐδημοσιεύθη, καὶ ἔχει ἕνα ἁπλοῦν πίνακα τῶν
1151ἀξιωματικῶν, οὐχὶ τῶν κηρυσσομένων στασίμων, ἀλλὰ τῶν
1152ἀξιωματικῶν τῶν κηρυσσομένων ὡς δυναμένων νὰ προβιβα-
1153σθῶσιν. Ἡ σιωπὴ περὶ τῶν ἄλλων ἐνδεικνύει, ὅτι οὗτοι
1154δὲν ἐκρίθησαν ὡς προβιβάσιμοι. Ἐκεῖνο ὅμως, τὸ ὁποῖον ἐπο-
1155ρίσθην ἐκ τῆς συζητήσεως ταύτης καὶ ἐκ πληροφοριῶν ἄλ-
1156λων, εἶναι, ὅτι οὐδεμία ἐκ τῶν ἐκθέσεων περιλαμβάνει οὐδὲ
1157δύναται νὰ περιλάβῃ τοὺς λόγους, ἕνεκα τῶν ὁποίων κηρύσ-
1158σεταί τις ἀξιωματικὸς στάσιμος.
1159§100Γ. ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Ἀκριβέστατα.
1160§101Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν τοῦτο, κύριε Πρόεδρε,
1161ἦναι ἀληθές, εἰς τί θὰ ὠφελήσῃ τὴν Βουλὴν, εἰς τί θὰ χρη-
1162σιμεύσωσιν αἱ ἐκθέσεις εἰς ἡμᾶς, συζητήσοντας μετ’ ὀλίγας
1163ἡμέρας, αὔριον ἢ μεθαύριον, τὸ νομοσχέδιον τὸ περιλάλητον
1164τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν περὶ Στρατηγίας, συ-
1165ζητήσοντας περὶ τῆς δικαίας ἢ τῆς ἀδίκου, τῆς ἀληθοῦς
1166ἢ τῆς πεπλανημένης δράσεως τοῦ κ. Γενικοῦ Διοικητοῦ;
1167Εἶπεν ὁ βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς, ὁ στρατηγὸς κ. Σμολέν-
1168σκης,—καὶ εἶναι μέγα τὸ κῦρος τῶν λόγων του—ὅτι ὄντως
1169εἶναι δυνατόν τις νὰ ἐκπλαγῇ, ὅταν βλέπῃ ἀπὸ τῆς κατω-
1170τάτης βαθμίδος, τοῦ λοχίου, τοῦ λοχαγοῦ, τοῦ ταγματάρ-
1171χου, τοῦ συνταγματάρχου, τοῦ ταξιάρχου, τοῦ μεράρχου,
1172τοῦ εἰδικοῦ ἐπιθεωρητοῦ μίαν γνώμην ἀμέριστον περὶ τῆς
1173ἀξίας ἑνὸς ἀξιωματικοῦ, καὶ νὰ ἔρχηται εἶτα ἡ ἔκθεσις τοῦ
1174Γενικοῦ Ἐπιθεωρητοῦ κηρύσσοντος στάσιμον τὸν ἀξιωματι-
1175κόν. Βεβαίως δύναταί τις νὰ ἐκπλαγῇ ἐκ τούτου· ἀλλὰ θὰ
1176σύρῃ ἀσφαλὲς συμπέρασμα, ὅτι ἀδικία ἐπῆλθε; Καὶ ἀγνοοῦ-
1177μεν ὅτι μετὰ τὴν σύστασιν τοῦ θεσμοῦ τῆς Γενικῆς Διοική-
1178σεως, εἴτε συνταγματικοῦ εἴτε ἀντισυνταγματικοῦ, —τοῦτο
1179θέλομεν συζητήσει, ὅταν τὸ νομοσχέδιον ἔλθῃ κατὰ τὴν ἡμε-
1180ρησίαν διάταξιν εἰς συζήτησιν—ἀφ’ ἧς στιγμῆς τηλικαύτη
1181ὄντως εὐθύνη ἐδόθη, ὡς μὴ ἔδει, Ὑπουργικὴ, ποῦ ἐστράφη
1182τὸ στράτευμα, ἀπὸ τοῦ κατωτέρου μέχρι τοῦ ἀνωτέρου, εἰς
1183πᾶσαν ἀδικίαν, εἰς πᾶσαν παρεκτροπὴν ἀναφερόμενον; Πρὸς
1184τὸν Γεν. Διοικητήν. Εἶναι ἄρα ἐνδεχόμενον, ὅτι εἶναι δυνα-
1185τὸν νὰ ἀγνοῇ ὁ λοχαγὸς, ὁ ταγματάρχης, ὁ συνταγματάρχης,
1186ὁ ταξίαρχος, ὁ μέραρχος, ὁ εἰδικὸς ἐπιθεωρητὴς, νὰ ἀγνοῇ
1187μίαν περικοπὴν τοῦ βίου τοῦ στρατιωτικοῦ καὶ τοῦ κοινωνι-
1188κοῦ ἑνὸς ἀξιωματικοῦ καὶ νὰ τὴν γνωρίζῃ ὁ Γενικὸς Διοικη-
1189τὴς, καὶ νὰ ἐπιβάλλῃ τὸν χαρακτηρισμὸν τοῦ στασίμου διὰ
1190μίαν περίοδον ἑνὸς ἢ δύο ἐτῶν ὡς ποινὴν διὰ τὸ παράπτωμα
1191τοῦτο.
1192Ἐγὼ, Κύριοι, ἤμην ἐκ τῶν θρηνησάντων διὰ τὸ γεγονὸς,
1193ὅτι περιῆλθεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἠλείας, ὁ ἱππότης ἀξιω-
1194ματικὸς, εἰς τὴν κατάστασιν τῆς στασιμότητος, διότι ὄν-
1195τως προσεβάλλετο ἡ κοινὴ ἀντίληψις, καὶ ἐπεθύμουν νὰ
1196παρουσιάζετο ἡ ἔκθεσις, ἵνα ἴδω, διὰ τίνα λόγον δὲν ἐκηρύ-
1197χθη προβιβάσιμος οὗτος. Ἀλλ’ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον προέτεινεν
1198ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἠλείας, νὰ γείνῃ μυστικὴ συνεδρίασις,
1199ἵνα μὴ φανῇ, ὅτι ἐκ προσωπικῶν λόγων ἤγειρε τὸ ζήτημα
1200τοῦτο τὸ φλέγον ἐν τῷ περιβόλῳ τούτῳ, κατὰ γνώμην, ἡ
1201ὁποία εἶναι μὲν σεβαστὴ καὶ ἣν ἀποκρούω μὲ τὸ θάρρος τῶν
1202ἰδεῶν, τὸ ὁποῖον ἔχω ἀείποτε, χωρὶς νὰ τρέχω τὸν κίνδυνον
1203νὰ παρεξηγηθῶ, οὐδὲ διὰ νὰ εὐχαριστήσω οἱονδήποτε, οὐδὲ
1204διὰ νὰ πικράνω τὸν κ. Βουλευτὴν ἐξ Ἠλείας, λέγω ὅτι ἡ
1205πρότασις αὕτη, καθ’ ὃν τρόπον ὑπερήφανον ἐγένετο, ἀλλ’ ἀντι-
1206τιθέμενον πρὸς τὴν στρατιωτικὴν ἀποστολὴν, διότι καὶ Βου-
1207λευτὴς τυγχάνων δὲν ἀπέβαλε τὴν ἰδιότητα τοῦ Ἕλληνος
1208ἀξιωματικοῦ, ἀπὸ τῆς στιγμῆς ἐκείνης μοὶ ὑπηγόρευσε τὴν
1209σκέψιν, μήπως ἆρά γε ὁ λόγος ὁ ἀόριστος, ὁ μυστηριώδης, ὁ
1210ἀσύλληπτος, ἕνεκα τοῦ ὁποίου δὲν ἀνεγράφη ἐν τῷ πίνακι
1211τῶν προβιβασίμων, εἶναι ἡ νόσος, ἥτις ἀτυχῶς μαστίζει τὸν
1212Ἑλληνικὸν στρατὸν, ἡ νόσος τῆς ἀντιπειθαρχικότητος; Καὶ
1213λέγω, Κύριοι, ὅτι ἡ συζήτησις αὕτη, γινομένη κατὰ τοιοῦ-
1214τον τρόπον, μοὶ ὑπομιμνήσκει τὸ νομοσχέδιον τὸ ἐθνικὸν
1215ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὥριζεν, ὅτι δὲν ἦτο ἡ θέσις τῶν ἀξιωμα-
1216τικῶν τοῦ Ἑλληνικοῦ στρατοῦ ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ. Ἀτυ-
1217χῶς ἡ ἐλευθερία τοῦ πολιτεύματος εἶναι τοιαύτη.
1218Διὰ τοῦτο, Κύριοι, ἀποτεινόμενος πρὸς ὑμᾶς, οὐχὶ χάριν
1219τῆς τάξεως μόνον τοῦ Κοινοβουλίου, ἀλλὰ καὶ χάριν τοῦ
1220συμφέροντος τοῦ Κοινοβουλίου, τὸ ὁποῖον διασαλεύεται διὰ
1221τῶν τοιούτων συζητήσεων, ἀποτεινόμενος πρὸς ὑμᾶς, πρὸς τὸν
1222κ. Πρόεδρον καὶ τοὺς κ. κ. Ὑπουργοὺς, οἵτινες εἶναι τεταγ-
1223μένοι φρουροὶ τῶν Νόμων καὶ τῶν συμφερόντων τοῦ Κράτους
1224καὶ τῶν συμφερόντων ἐκείνων, οὓς ὑπονοεῖ ἑκάστοτε ἡ συζή-
1225τησις αὕτη, διότι ταυτίζονται τὰ συμφέροντα ἐκείνων πρὸς
1226τὰ συμφέροντα τοῦ ἔθνους, ἀποτεινόμενος πρὸς ὑμᾶς, παρα-
1227καλῶ νὰ ἀφήσωμεν τὴν συζήτησιν ταύτην νὰ γένηται τὸν
1228κατάλληλον χρόνον, ἀφοῦ πρῶτον ὅλαι αἱ γνώσεις ἡμῶν ἀρ-
1229τιώτεραι γένωνται, καὶ προσκομισθῶσιν ὅλα τὰ μέσα, ὥστε
1230οὔτε νὰ παρεξηγηθῇ οὔτε νὰ ἐκτραπῇ ἡ συζήτησις.
1231Διότι ἐγὼ ἐνόμισα διὰ μίαν στιγμήν, καθόσον δὲν ἐγένετο
1232ἡ δέουσα ἐξήγησις ἀμέσως, ἐνόμισα, ὅτι συνέβη ἄλλο τι,
1233παράχορδον καὶ ἀντισυνταγματικόν, ὅτι ἠπείθησέ τις ὁπωσ-
1234δήποτε εἰς τὰς διαταγὰς τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτι-
1235κῶν. Ἠρωτήθη ὁ κ. Ὑπουργὸς, ἂν ἀνεστάλη ἡ ἐπιθεώρη-
1236σις, καὶ ἂν εἶναι ἀληθές, ὅτι γενήσεται αὕτη ἐναντίον τῆς
1237γνώμης του. Προκαλῶ νὰ δοθῇ σαφὴς δήλωσις ὑπὸ τοῦ κ.
1238Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν ἐπὶ τούτου, ἵνα μὴ ἡ Βουλὴ
1239καὶ ἡ κοινωνία ἔχωσιν ἕνα ἔτι λόγον πρὸς τὴν ἀγωνίαν, ἥτις
1240τὰς συνέχει ἀπὸ ἡμερῶν ἕνεκα τοῦ ἀναφυέντος στρατιωτικοῦ
1241ζητήματος, τοῦ ἐκραγέντος ἐκ τῆς αἰθούσης ταύτης εἰς ποι-
1242κιλίαν ἐκμεταλλεύσεως. Ἀφέθη νὰ ὑπονοηθῇ, ὅτι ὁ Γενικὸς
1243Διοικητὴς εὑρέθη ἀντιμέτωπος πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν
1244Στρατιωτικῶν, ἀσεβῶν πρὸς τὰς ἐκ τοῦ νόμου ὑποχρεώσεις
1245του. Εἶναι ἀληθὲς τοῦτο; — Διότι τοῦτο εἶναι τὸ συγκινῆ-
1246σαν πάντας.
1247Ὁ νόμος, Κύριοι, περὶ Γενικῆς Διοικήσεως ἐν τῷ ἄρθρῳ 9
1248λέγει, ὅτι ὁ Γενικὸς Διοικητὴς δύναται νὰ ἐκτελῇ κατὰ βού-
1249λησιν—κατὰ βούλησιν—ἐπιθεωρήσεις τοῦ συνόλου ἢ τμήμα-
1250τος στρατοῦ, ἔτι δὲ νὰ διατάσσῃ τὴν ἐκτέλεσιν τούτων διὰ
1251τῶν μεράρχων ἢ τῶν εἰδικῶν ἐπιθεωρητῶν. Ἕτερον ἄρθρον, τὸ
125211, ὁρίζει, ὅτι τὰς λεπτομερείας θέλει ὁρίσει Βασιλικὸν Διά-
1253ταγμα. Τὸ δὲ Βασιλικὸν Διάταγμα, τὸ ἐκδοθὲν μετὰ τὸν
1254νόμον τοῦτον, ἐν ἄρθρῳ 27 λέγει: «Ὁ Γεν. Διοικητὴς ἐκ-
1255τελεῖ κατὰ βούλησιν, ὁσάκις κρίνῃ ἀναγκαῖον, ἐπιθεωρήσεις
1256τακτικάς, περιοδικὰς καὶ ἐκτάκτους τοῦ συνόλου ἢ τμημά-
1257των τοῦ στρατοῦ, σωμάτων, καταστημάτων κλπ. Δύναται
1258νὰ διατάσσῃ τὴν ἐκτέλεσιν ὁμοίων ἐπιθεωρήσεων διὰ τῶν
1259μεράρχων, τῶν εἰδικῶν ἐπιθεωρητῶν τοῦ πυροβολικοῦ καὶ
1260μηχανικοῦ καὶ διὰ τοῦ παρ’ αὐτῷ Γεν. Ἀρχιάτρου.» Ἔχο-
1261μεν ἐνταῦθα ἑπομένως μίαν κατὰ βούλησιν δυναμένην μόνον
1262νὰ ἐνεργηθῇ ἐπιθεώρησιν, κατὰ τοὺς τρόπους, τοὺς ὁποίους
1263ὁρίζει τὸ ἄρθρον. Ἔχομεν ἔτι τὸ ἄρθρον 29 ὁρίζον, ὅτι «Γε-
1264νικὴ ἐπιθεώρησις τοῦ στρατοῦ ἐκτελεῖται ἅπαξ τοῦ ἔτους
1265ὑπὸ τοῦ Γενικοῦ Διοικητοῦ τοῦ στρατοῦ, τῆς ἐνάρξεως αὐτῆς
1266ὁριζομένης ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν τῇ προτά-
1267σει τοῦ Γεν. Διοικητοῦ τοῦ στρατοῦ.» Τὸ δὲ ἄρθρον 31 λέ-
1268γει: «Πρὸ πάσης Γενικῆς ἐπιθεωρήσεως ὁ Γενικὸς Διοικη-
1269τὴς τοῦ στρατοῦ διατάσσει τακτικὴν ἐπιθεώρησιν, ἐκτελου-
1270μένην ὑπὸ τῶν μεράρχων κλπ.»
1271Ἐρωτῶ, περὶ τίνος ἐπιθεωρήσεως πρόεκειτο; πρόεκειτο
1272περὶ τῆς γενικῆς ἐπιθεωρήσεως, ἣν ὁρίζει τὸ ἄρθρον 29 καὶ
1273ἥτις διατάσσεται ὄντως ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ, πάντοτε κατὰ
1274πρότασιν τοῦ Γεν. Διοικητοῦ; Εἶναι πραγματικὸν ζήτημα,
1275τὸ ὁποῖον ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν δύναται εὐχερῶς
1276νὰ λύσῃ. Διότι, ὡς ἀντιλαμβάνομαι, πρόκειται περὶ τακτι-
1277κῆς ἐπιθεωρήσεως διατασσομένης πρὸ πάσης γενικῆς ἐπιθεω-
1278ρήσεως κατὰ τὸ ἄρθρον 31, ἐνεργουμένης ὑπὸ τῶν μεράρχων
1279καὶ εἰδικῶν ἐπιθεωρητῶν, ἔνθα οὐδεμιᾶς διαταγῆς ἢ ἀδείας
1280τοῦ Ὑπουργοῦ εἶναι ἀνάγκη. Ποῦ ἑπομένως ἡ ἔλλειψις εὐλα-
1281βείας πρὸς τὰ δικαιώματα τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτι-
1282κῶν; Ἡ Γενικὴ Διοίκησις δύναται νὰ ἐκτελῇ τὰς προκαταρ-
1283κτικὰς ταύτας τακτικὰς ἐπιθεωρήσεις ἐλευθέρως. Ἐδόθη ἡ
1284γενικὴ ἀπόλυτος ἄδεια διὰ τοῦ ἄρθρου 9 τοῦ νόμου. Ἐδόθη
1285διὰ τοῦ ἄρθρου 31 τοῦ Β. Διατάγματος. Ἀλλὰ διὰ νὰ λυθῇ
1286τὸ μέγα τοῦτο ζήτημα, ἂς προσκομισθῶσι τὰ ἔγγραφα, ἵνα
1287πεισθῆτε περὶ τίνος ἐπιθεωρήσεως πρόκειται.
1288Κύριοι, θὰ καταλήξω μὲ μίαν ἔκκλησιν, ὅτι πρέπει μετὰ
1289μείζονος προσοχῆς νὰ προβαίνωμεν εἰς τοιαύτας συζητήσεις,
1290διότι δι’ αὐτῶν διασαλεύεται ἡ πειθαρχία τοῦ στρατοῦ, ἡ
1291ὑπόληψις τοῦ στρατοῦ, διασαλεύεται τὸ συμφέρον τοῦ στρα-
1292τοῦ, καὶ φοβοῦμαι μήπως μὲ τὴν συζήτησιν ταύτην καὶ μὲ
1293ἄλλας συζητήσεις ὑποδαυλιζομένας καὶ ἐκ τῆς πεπλανημέ-
1294νης γνώμης τοῦ ὅτι κἄτι τι ἐναντίον τοῦ Συντάγματος συν-
1295ετελέσθη, φοβοῦμαι μήπως, ἀντὶ νὰ ἐποικοδομήσωμεν στρα-
1296τόν, συγκλονήσωμεν ἐκ βάθρων τὰ λείψανα τοῦ ὑπολειφθέν-
1297τος στρατοῦ, καὶ μὴ, σπείροντες τοιαύτας συζητήσεις, δρέ-
1298ψωμεν πρῶτοι ἡμεῖς ἀκάνθας, καὶ θερίσωμεν θυέλλας ἐθνικὰς
1299καὶ κοινωνικάς.
1300§102Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Κατὰ τὴν
1301ἐμὴν γνώμην, πρέπει ὄντως νὰ σταματήσῃ ἡ συζήτησις,
1302οὐχὶ διότι δὲν ἔχομεν ὑπ’ ὄψει τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα πραγ-
1303ματεύονται περὶ τῶν κατὰ τὸ παρελθὸν γενομένων ἐπιθεωρή-
1304σεων ἢ περὶ τῆς ἐπιθεωρήσεως, ἡ ὁποία πρόκειται νὰ γείνῃ
1305νῦν, ἀλλὰ διότι νομίζω, ὅτι ἡ συζήτησις αὕτη ἐξετάθη ὑπὲρ
1306πᾶν δέον, οὐχὶ διότι ἀφῄρεσε πολὺν χρόνον ἀπὸ τὰς ἐργασίας
1307ἡμῶν, ἀλλὰ καὶ διότι μᾶς εἰσήγαγεν εἰς θέματα, περὶ ὧν
1308ἐγὼ ἀμφιβάλλω ἂν ἔχωμεν τὸ δικαίωμα νὰ ἐξετάζωμεν καὶ
1309ν’ ἀποφαινώμεθα. Ἐν ἄλλῳ χρόνῳ, ὅτε ἐτύγχανον ὡσαύτως
1310Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ἐπερωτήσεις τοιαῦ-
1311ται ἐγένοντο παρὰ Βουλευτοῦ στρατιωτικοῦ, ὁ ὁποῖος κατό-
1312πιν ἀνῆλθεν εἰς τὸ ἀξίωμα τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτι-
1313κῶν, καὶ αἱ ἐπερωτήσεις αὗται ἐγίγνοντο τότε διὰ τὴν πει-
1314θαρχικὴν ἐξουσίαν, ἣν ἐνήσκησεν ὁ τότε Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν
1315Στρατιωτικῶν κατ’ ἀξιωματικῶν τοῦ στρατοῦ. Δὲν ὤκνησα
1316νὰ παρατηρήσω τότε εἰς τὸν ἐπερωτῶντα, ὅτι τὸ δικαίωμα
1317τοῦ ἐπερωτᾶν δὲν ἐκτείνεται μέχρι τῆς πειθαρχικῆς ἐξου-
1318σίας τοῦ προϊσταμένου τοῦ στρατοῦ. Ποῖον δὲ ἡ συζήτησις
1319αὕτη, ἡ σήμερον γιγνομένη, ἔχει ἀντικείμενον; Τί σκοποῦμεν
1320συζητοῦντες; Ψηφίζομεν, Κύριοι, νομοσχέδιον, καὶ ἐνασκοῦ-
1321μεν νομοθετικὴν ἐξουσίαν; ἐξετάζομεν τὰς λεπτομερείας αὐ-
1322τοῦ; ἐξετάζομεν τὰς ἀνάγκας τοῦ στρατοῦ, καὶ σκεπτό-
1323μεθα νὰ δώσωμεν ψῆφον ὑπὲρ ἢ κατὰ τοῦ νομοσχεδίου; Ἢ
1324ἐπερωτῶμεν τὴν νομοεκτελεστικὴν ἐξουσίαν διὰ παραβάσεις
1325τῶν νόμων, εἰς ἃς αὕτη περιέπεσεν; Ἐγὼ δὲν βλέπω ὅτι
1326εἴμεθα οὔτε ἐπὶ τοῦ ἑνὸς θέματος οὔτε ἐπὶ τοῦ ἄλλου· διότι,
1327ἂν ἤθελεν ὑποτεθῆ, ὅτι ἡ συζήτησις τῶν ἐκθέσεων ἐπιθεω-
1328ρήσεων σκοπεῖ ν’ ἀποκαλύψῃ παρανομίας, αἵτινες ἐπράχθη-
1329σαν, αὗται ἐπράχθησαν κατὰ τὸ παρελθόν; ἢ ἐπράχθησαν
1330παρ’ ἡμῶν σήμερον; Ἂν ἐπράχθησαν κατὰ τὸ παρελθόν, εὐ-
1331θύνονται οἱ Ὑπουργοὶ τῆς περιόδου ἐκείνης, ἡ δὲ πολιτικὴ
1332εὐθύνη τῶν Ὑπουργῶν τῆς περιόδου ἐκείνης ἐσταμάτησε
1333τὴν ἡμέραν, καθ’ ἣν ὁ Βασιλεὺς ἐσχημάτισεν ἄλλο Ὑπουρ-
1334γεῖον, καθ’ ἣν ἐδέχθη τὴν παραίτησιν τῶν Ὑπουργῶν ἐκεί-
1335νων. Ἡ ἀντικατάστασις τῶν Ὑπουργῶν δηλοῖ, ὅτι δὲν ἀπο-
1336λαύουσι τῆς ἐμπιστοσύνης τοῦ Κοινοβουλίου καὶ τῆς ἐμπι-
1337στοσύνης τοῦ Βασιλέως, ἐνῷ αἱ ἐπερωτήσεις αἱ πρὸς τοὺς
1338Ὑπουργοὺς, αἱ σκοποῦσαι τὴν εὐθύνην αὐτῶν τὴν πολιτικὴν,
1339ἔχουσι σκοπὸν νὰ πείσωσι τὴν Βουλὴν νὰ ἀφαιρέσῃ τὴν ἐμ-
1340πιστοσύνην της ἀπὸ τοὺς Ὑπουργοὺς, ἢ νὰ πείσωσι τὸ Στέμμα
1341περὶ τούτου. Ἀλλ’ οἱ Ὑπουργοὶ ἐκεῖνοι δὲν εἶναι ἐπὶ τῶν
1342ὑπουργικῶν ἑδωλίων, δὲν πρόκειται νὰ συντελέσωσιν, ἵνα
1343μειωθῇ ἡ ἐμπιστοσύνη εἴτε τοῦ Κοινοβουλίου εἴτε τοῦ Βα-
1344σιλέως πρὸς αὐτούς. Ἂν δὲ πρόκηται περὶ παραβάσεως νό-
1345μου, καὶ πρόκηται νὰ ἐνασκήσωμεν ποινικὴν εὐθύνην, ἂς
1346ὑποβληθῇ πρότασις περὶ συστάσεως ἀνακριτικῆς ἐπιτροπῆς.
1347Καὶ ὄντως ποῖος ὁ σκοπὸς τῆς ζητήσεως τῶν ἐκθέσεων; Τί
1348ἐπρόκειτο ν’ ἀποδειχθῇ; ὅτι αἱ κατὰ τὸ παρελθὸν γενόμε-
1349ναι ἐπιθεωρήσεις δὲν παρήγαγον πορίσματα, τὰ ὁποῖα ἦσαν
1350πιστὰ ἀποτελέσματα εὐθυκρισίας, εὐθύτητος ἢ ἀμεροληψίας;
1351Τοῦτο σκοπεῖ ἡ ζήτησις ἐκθέσεων ἐπιθεωρήσεως; Ἀλλ’
1352εἴμεθα ἡμεῖς εἰς θέσιν νὰ ἐξετάσωμεν καὶ κρίνωμεν τὴν ἐκ-
1353τίμησιν, ἥτις ἐγένετο ἐπὶ τῶν πορισμάτων τῆς ἐπιθεωρήσεως
1354τῆς γενομένης πρὸ ἐτῶν; Ὄχι! Οὐ μόνον διότι δὲν ἤμεθα
1355κατὰ τὸν χρόνον ἐκεῖνον, ἀλλὰ διότι ἡ Βουλὴ οὐδεμίαν δι-
1356καιοδοσίαν ἔχει νὰ ἀσχολῆται, ἵνα ἐξετάζῃ, ἂν οἱ προϊστά-
1357μενοι καλῶς ἐξετίμησαν τὰ τῆς διαγωγῆς καὶ ἐκπληρώσεως
1358τῶν καθηκόντων τῶν ὑφισταμένων. Ἂν τότε ἐγένοντο ἀδι-
1359κίαι, ἂν τότε συνέβησαν κακαὶ ἐκτιμήσεις, ἐσφάλλετο ὁ τότε
1360Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ὅστις δὲν προσέφυγεν εἰς ὅλα
1361τὰ νόμιμα μέτρα, ἵνα προλάβῃ τὰ ἀδικήματα, ἢ γενόμενα
1362νὰ τὰ θεραπεύσῃ. Ἀλλὰ ταῦτα παρῆλθον· τίς ἐξ ὑμῶν δὲ
1363νῦν δύναται, ἀναγινώσκων τὴν ἔκθεσιν τῆς ἐπιθεωρήσεως, νὰ
1364ἀποφανθῇ, ἂν ἡ ἐκτίμησις, ἡ τότε γενομένη, ἦτο ὀρθὴ ἢ ὄχι;
1365Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι ἡ συζήτησις ἐξετάθη πέραν τῶν ὁρίων,
1366τὰ ὁποῖα οἱ συνταγματικοὶ θεσμοὶ διαγράφουσι διὰ τὴν ἐνά-
1367σκησιν τῶν δικαιωμάτων ἑκάστης τῶν πολιτειακῶν ἐξουσιῶν.
1368Ἐὰν ζητῶνται ἔγγραφα, διὰ νὰ βεβαιωθῇ, ὅτι αἱ διατά-
1369ξεις τοῦ ὑποβληθέντος εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχεδίου εἶναι ὀρ-
1370θαὶ, πείθομαι ὅτι δύνανται τὰ φῶτα ταῦτα νὰ χρησιμεύσω-
1371σιν εἰς τὴν ἐνάσκησιν τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας, εἰς τὴν
1372ὁποίαν θέλομεν προβῆ ὅταν ἐπιλαβώμεθα τῆς συζητήσεως
1373τῶν στρατιωτικῶν νομοσχεδίων. Ἀλλὰ τώρα, πρὶν ἢ ἔλθῃ ἡ
1374στιγμὴ τῆς ἐπ’ αὐτῶν συζητήσεως, νὰ προβαίνωμεν εἰς ἐρεύ-
1375νας καὶ μελέτας, καὶ νὰ ἐπιζητῶμεν νὰ ἐξελέγξωμεν τὴν
1376πολιτείαν τῶν ἐν τοῖς διαφόροις βαθμοῖς καὶ σταδίοις ἀξιω-
1377ματικῶν τοῦ στρατοῦ, οἵτινες δὲν εἶναι ὑπεύθυνοι ἐνώπιον
1378ἡμῶν,—διότι ὑπεύθυνος διὰ τὰς παραβάσεις αὐτῶν εἶναι ὁ
1379Ὑπουργὸς—ἀναμιγνυόμεθα, κατὰ τὴν ἐμὴν γνώμην, εἰς
1380ἔργα τῆς Διοικήσεως, τὰ ὁποῖα ἀνάγονται εἰς τοὺς διαφόρους
1381Ὑπουργοὺς, οἵτινες διὰ τοῦτό εἰσιν ὑπεύθυνοι ἐπὶ τούτοις.
1382Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι εἶναι καιρὸς νὰ σταματήσωμεν.
1383Αἱ γνῶμαι, τὰς ὁποίας ἔχω περὶ τῶν στρατιωτικῶν πραγ-
1384μάτων, εἶναι γνωσταί· περιττὸν δὲ νὰ τὰς δηλώσω σήμερον
1385εἰς τὴν Βουλὴν, διότι ἡ Βουλὴ ἤκουσε πολλάκις αὐτὰς, καὶ
1386τὰς γνωρίζουσι πάντες· αἱ γνῶμαι αὐταὶ δὲν ἐπηρεάζουσιν
1387ἐμὲ, ἐξ ἐναντίας μοὶ ἐπιβάλλουσι τὸ καθῆκον νὰ προσπα-
1388θήσω νὰ ἐξασφαλίσω, ὅσον εἶναι δυνατὸν, τὴν ἐκτέλεσιν τῶν
1389γνωμῶν τούτων. Ἀλλὰ διὰ τοιούτων συζητήσεων δὲν ἐξ-
1390ασφαλίζεται ἡ ἐκτέλεσις τῶν γνωμῶν τούτων· διὰ τοιούτων
1391συζητήσεων μάλιστα παραβλάπτονται τὰ συμφέροντα τοῦ
1392στρατοῦ, ἡμεῖς δὲ, ὡς μέλη τοῦ Ὑπουργείου, οὐδέποτε πρέ-
1393πει νὰ συντελέσωμεν εἰς τὴν βλάβην τῶν συμφερόντων τοῦ
1394στρατοῦ.
1395Ὅθεν παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ ἀφήσῃ τὰ θέματα ταῦτα,
1396νὰ προβῶμεν δὲ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
1397§103ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
1398§104ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Λεβίδης ἔρχεται κατὰ τάξιν,
1399ἐκτὸς ἐὰν ὑποχωρῇ ὑπὲρ τοῦ κ. Σμολένσκη.
1400§105Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ κ. στρα-
1401τηγὸς παρεχώρησεν εἰς ἐμέ.
1402§106Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ. Μοὶ ἐπέτρεψεν ὁ κύριος Λεβίδης.
1403§107ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίστε.
1404§108Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ. Κύριοι Βουλευταὶ, κατόπιν τῶν ὅσα
1405εἶπεν ὁ ἀξιότιμος Πρωθυπουργὸς, βεβαίως δὲν ἔπρεπε νὰ ἀνέλ-
1406θω εἰς τὸ βῆμα, διὰ νὰ ὁμιλήσω, ἐὰν δὲν ἤμην ὑποχρεωμένος
1407νὰ πράξω τοῦτο ἐκ φράσεώς τινος τοῦ κ. ἐκ Μεγαρίδος Βου-
1408λευτοῦ, ἥτις ἀπέβλεπεν εἰς τὸ ὅτι κατὰ τὴν ἑσπερινὴν
1409ταύτην συζήτησιν διεσαλεύσαμεν τὴν πειθαρχίαν τοῦ στρα-
1410τεύματος, ὅτι διεφωνήσαμεν οἱ συζητοῦντες ἐνταῦθα στρα-
1411τιωτικοὶ, καὶ ὅτι ἐκ τῆς διαφωνίας ταύτης διαβλέπει, ὅτι
1412διεσαλεύθη ἡ πειθαρχία τοῦ στρατεύματος.
1413§109Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Φόβον ἐξέφρασα.
1414§110Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ. Φόβον! Δι’ αὐτὸ ἀνέβην εἰς τὸ
1415βῆμα, Κύριε, διὰ νὰ δώσω μίαν ἐξήγησιν ἐπὶ τοῦ προκειμέ-
1416νου, καὶ νὰ πείσω ὑμᾶς, ὅτι ποσῶς δὲν διεσαλεύθη ἡ πειθαρ-
1417χία τοῦ στρατεύματος.
1418Ἐγὼ, Κύριοι, σᾶς ἐδήλωσα, ὅτι ἀνῆλθον εἰς τὸ βῆμα, διὰ
1419νὰ ἔλθω εἰς ἐπικουρίαν τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Οἰτύλου Βουλευτοῦ,
1420ἐδήλωσα δὲ, ὅτι πράττω τοῦτο, οὐχὶ πρὸς ἐπίδειξιν, διότι
1421τοῦτο ἀντίκειται εἰς τὸν χαρακτῆρά μου· δὲν ἐπιδιώκω τὰς
1422ἐπιδείξεις· ἀνέβην εἰς τὸ βῆμα, μόνον διὰ νὰ φωτίσω τὴν Βου-
1423λὴν ἐπὶ ζητήματος σπουδαιοτάτου, ἀφορῶντος ἰδίως εἰς τὴν
1424πειθαρχίαν τοῦ στρατεύματος, καὶ εἶπον, ὅτι οὐδὲν ἕτερον
1425καταστρέφει τὴν πειθαρχίαν τοῦ στρατεύματος ἀπὸ τὴν
1426ἀδικίαν, καὶ ἐσύστησα ὑμῖν, ὅπως κατὰ τὴν συζήτησιν τῶν
1427εἰσαχθέντων νομοσχεδίων περὶ στρατοῦ ἔχητε ὑπ’ ὄψει τὰς
1428διαφόρους ταύτας συζητήσεις, ὥστε τὰ νομοσχέδια αὐτὰ
1429ψηφιζόμενα νὰ συντελέσωσι πράγματι εἰς τὴν ἑδραίωσιν τῆς
1430πειθαρχίας τοῦ στρατεύματος.
1431Κατὰ τὰς προηγουμένας μου ἀγορεύσεις, οὐδέποτε εὑρέθην
1432ἀντιμέτωπος πρὸς τὴν Γενικὴν Διοίκησιν τοῦ στρατοῦ.
1433Ἁπλῶς, ἐξετάζων τοὺς νόμους, εἶπον, ὅτι ὁ νόμος περὶ Γε-
1434νικῆς Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ δὲν ἐφηρμόσθη καλῶς εἰς τὴν
1435δεῖνα καὶ δεῖνα περίστασιν. Καὶ τοῦτο εἶπον ἐκ τοῦ καθή-
1436κοντος, τὸ ὁποῖον φρονῶ, ὅτι εἶχον, ὡς ἐκ τοῦ ἀξιώματος,
1437δι’ οὗ εἶμαι περιβεβλημένος σήμερον, τοῦ ἀντιπροσώπου τῆς
1438ἐπαρχίας Ἀττικῆς καὶ τοῦ ἔθνους.
1439Ὁ κ. ἐκ Μεγαρίδος Βουλευτὴς παρετήρησεν, ὅτι ἐν τῇ
1440αἰθούσῃ ταύτῃ μεταξὺ πέντε ἢ ἓξ στρατιωτικῶν Βουλευτῶν
1441ὑπάρχουσι πέντε ἢ ἓξ ἰδέαι.
1442§111Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Καὶ ὄχι ἐπὶ τεχνικοῦ ζη-
1443τήματος, ἀλλὰ στρατιωτικοῦ.
1444§112Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ. Ναί... Ἐγὼ φρονῶ, ὅτι δι’ ὅσων
1445ἐδήλωσα δὲν ἔρχομαι εἰς διαφωνίαν πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν
1446τῶν Στρατιωτικῶν, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἐκτέλεσιν τῆς ἐπι-
1447θεωρήσεως. Εἶπον, πῶς γίνεται ἡ ἐπιθεώρησις, ποῦ βασίζον-
1448ται οἱ χαρακτηρισμοὶ, καὶ τί γίνεται μὲ τὴν Γενικὴν Ἐπι-
1449θεώρησιν. Δὲν φρονῶ, ὅτι εἶμαι εἰς διαφωνίαν.
1450Δὲν πιστεύω ἐπίσης νὰ περιπίπτω εἰς ἀντίφασιν πρὸς τὸν
1451ἀξιότιμον ἐξ Οἰτύλου Βουλευτὴν, διότι καὶ αὐτὸς γνωρίζει
1452τοὺς κανονισμοὺς, καὶ εἶναι σύμφωνος μὲ ὅσα εἶπον. Δὲν μοὶ
1453φαίνεται ὡσαύτως νὰ ἔρχωμαι εἰς ἀντίφασιν πρὸς τὸν ἀξιό-
1454τιμον ἐξ Ὕδρας Βουλευτὴν, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἐκτέλεσιν
1455τῆς ἐπιθεωρήσεως.
1456§113Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Μόνον ἕως ἐκεῖ.
1457§114Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ. Μάλιστα· διὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῆς
1458ἐπιθεωρήσεως.
1459Μόνον ἦλθον εἰς διαφωνίαν μὲ τὸν ἐκ Μεγαλοπόλεως κύ-
1460ριον Βουλευτὴν καὶ λοχαγὸν, ἀλλὰ φρονῶ, ὅτι ὁ λοχαγὸς
1461οὗτος δὲν θὰ μὲ εἶχε παρακολουθήσει κατὰ τὸ διάστημα
1462τῆς ὁμιλίας μου, διότι, ἐὰν μὲ παρηκολούθει, βεβαίως καὶ
1463αὐτὸς δὲν θὰ διεφώνει πρὸς ἐμὲ, καθὼς πιστεύω καὶ τώρα
1464νὰ μὴ διαφωνῇ πλέον, ὕστερον ἀπὸ τὰ λεχθέντα.
1465§115Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν πρόκειται περὶ δια-
1466φωνίας ἐπὶ στρατιωτικοῦ ζητήματος· πρόκειται ἁπλῶς περὶ
1467καταθέσεως τῶν ἐκθέσεων· καὶ εἰς αὐτὴν τὴν ὑπόθεσιν ἡ
1468παρατήρησις τοῦ κ. ἐκ Μεγαρίδος Βουλευτοῦ δὲν εἶχε καμ-
1469μίαν θέσιν.
1470§116Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ. Βεβαίως.
1471Κύριοι, δηλῶ ἀπεριφράστως, ὅτι διὰ τῶν ὁμιλιῶν μου δὲν
1472ἐπεδίωξα νὰ διασαλεύσω τὸ κῦρος τοῦ Γενικοῦ Διοικητοῦ
1473τοῦ στρατοῦ. Ἐξ ἐναντίας διὰ τῶν ὁμιλιῶν μου προσεπά-
1474θησα, ὥστε εἰς τὰ μέλλοντα νομοθετήματα νὰ ἐξασφαλισθῇ
1475τὸ κῦρος αὐτοῦ, καὶ νὰ προφυλάξωμεν τὸν μέλλοντα Βασι-
1476λέα τῶν Ἑλλήνων ἀπὸ τὰς ἔχθρας, αἱ ὁποῖαι δύνανται νὰ
1477γεννηθῶσιν ἐναντίον του ὡς ἐκ τῆς κακῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νό-
1478μου περὶ Γενικῆς Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ.
1479Ἐγὼ, Κύριοι, χωρὶς νὰ σᾶς τὸ ἀποκρύψω, ἤμην πάντοτε
1480Βασιλικός.
1481§117Α. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ ΚΑΙ ΑΛΛΟΙ. Ὅλοι εἴμεθα.
1482§118Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Οὐδεὶς εἶναι ἀντιβασιλικός.
1483§119Γ. ΚΟΡΥΖΗΣ. Δευτέρα γνώμη δὲν ὑπάρχει.
1484§120Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ. Ἐγὼ ὁμιλῶ ἁπλῶς περὶ ἐμοῦ, δὲν
1485ὁμιλῶ περὶ τῶν ἄλλων. Παραδέχομαι ὅτι εἶσθε ὅλοι τοιοῦτοι·
1486δὲν ἐξαιρῶ κανένα. Μὲ τοὺς πολλοὺς εἶμαι λοιπὸν καὶ ἐγώ.
1487Ἀλλὰ δὲν εἶμαι κόλαξ· ἄλλως τε ἔχω καὶ τὸ θάρρος τῶν
1488ἰδεῶν μου. Ἔδειξα δὲ εἰς ἄλλας περιστάσεις, ὅτι ὑπηρέτησα
1489τὴν Βασιλείαν, ὅπως ὤφειλον νὰ τὴν ὑπηρετήσω.
1490§121Γ. ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Τὴν ὑπηρετήσατε ὅσον οὐδεὶς ἄλ-
1491λος τὴν ὑπηρέτησε, καὶ μάλιστα πολὺ περισσότερον ἐν εἰρή-
1492νη παρὰ ἐν πολέμῳ.
1493§122Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ. Λοιπὸν διὰ τῶν νομοθετημάτων,
1494τὰ ὁποῖα εἰσήγαγεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, καὶ
1495ἐπὶ τῶν ὁποίων θὰ γείνῃ συζήτησις, θὰ προσπαθήσωμεν νὰ
1496θέσωμεν ἐπὶ τέλους τὰς γενικὰς γραμμὰς περὶ ὀργανισμοῦ
1497τοῦ στρατοῦ, ὁ ὁποῖος ὀργανισμὸς θέλει συμπληρωθῆ βαθμη-
1498δὸν, διότι οὔτε εἰς ἓν ἔτος οὔτε εἰς δύο δύναται νὰ δημιουρ-
1499γηθῇ στρατός. Διὰ νὰ δημιουργηθῇ στρατὸς, ἐὰν ψηφισθῶσι
1500σήμερον τὰ προσήκοντα νομοθετήματα, θὰ ἔχητε τὸ ἀποτέ-
1501λεσμα ἴσως μετὰ δέκα ἔτη. Αὐτοσχέδιοι τακτικοὶ στρατοὶ
1502δὲν δημιουργοῦνται, Κύριοι, σήμερον. Δι’ αὐτὸ λοιπὸν κο-
1503πιάζομεν, ὥστε νὰ τεθῶσιν ἐπὶ τέλους αἱ γενικαὶ γραμμαὶ
1504τοῦ ὀργανισμοῦ, καὶ νὰ ἀφαιρέσωμεν ἐξ αὐτοῦ ὅ,τι ἀντίκει-
1505ται εἰς τὸ Σύνταγμα, εἰς τὸ ὁποῖον ἔχομεν ὅλοι ὁρκισθῆ καὶ
1506τοῦ ὁποίου ἡ διαφύλαξις ἔχει ἀνατεθῆ εἰς τὸν πατριωτισμὸν
1507τῶν Ἑλλήνων.
1508Ἐπ’ αὐτοῦ λοιπὸν τοῦ ζητήματος ἐργαζόμεθα. Δὲν ἐρ-
1509γαζόμεθα οὔτε διὰ νὰ δημοκοπήσωμεν οὔτε διὰ νὰ συντελέ-
1510σωμεν εἰς τὴν καταστροφὴν τῆς πειθαρχίας. Ἄλλως τε,
1511Κύριοι, ἡ πειθαρχία, καὶ μὲ τὰς σημερινὰς συζητήσεις, αἱ
1512ὁποῖαι γίνονται, δὲν διεσαλεύθη ποσῶς· διότι, ἐὰν μὲν δὲν
1513ἔγεινεν ἄλλο τι διὰ τοῦ νόμου περὶ Γενικῆς Διοικήσεως τοῦ
1514στρατοῦ, ἠδραιώθη τοὐλάχιστον ἡ πειθαρχία, καὶ ἡ πειθαρ-
1515χία εἶναι ἠδραιωμένη καὶ ἔσεται ἠδραιωμένη. Ἓν μόνον προσ-
1516παθοῦμεν σήμερον ν’ ἀποφύγωμεν, μὴ τυχὸν διὰ τῶν ἀδικη-
1517μάτων χαλαρωθῇ αὐτή· ὅτι δὲ ἡ πειθαρχία ὑπάρχει σήμερον
1518ἠδραιωμένη, πρέπει πραγματικῶς νὰ τὸ ἀποδώσωμεν εἰς τὸν
1519Γενικὸν Διοικητὴν τοῦ στρατοῦ...
1520§123ΕΠ. ΕΜΠΕΙΡΙΚΟΣ. Λαμβάνομεν σημείωσιν τῶν λόγων
1521σας.
1522§124Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ. Ἐγὼ δὲν ἤλλαξα ποτέ τους λό-
1523γους μου. Ποτέ! Ἐξ ἐναντίας. Θὰ σᾶς εἴπω δὲ καὶ ἓν ἄλλο
1524ἀκόμη· ὅτι, μὲ ὅλας τὰς συζητήσεις, αἱ ὁποῖαι γίνονται
1525κατ’ αὐτὰς τὰς ἡμέρας ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, δὲν βλέπομεν
1526τὰ προνουντσιαμέντα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐγίνοντο εἰς ἄλλην
1527ἐποχὴν εἴτε εἰς τὴν Λάρισαν εἴτε ἀλλαχοῦ, οὔτε τὰ γεύ-
1528ματα τῶν ἀξιωματικῶν, οὔτε διατάραξίν τινα ἐντὸς τῶν σω-
1529μάτων, οὔτε ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐγένετο εἰς ἐμὲ εἰς ἄλλην ἐπο-
1530χὴν, ὅτε εἶχον διορισθῆ Διοικητὴς τοῦ Σχολείου βολῆς τῶν
1531ἀξιωματικῶν τοῦ πεζικοῦ, ὁπότε ἔγεινε συνωμοσία ἐναντίον
1532μου· καὶ διατὶ νομίζετε; διότι ἤμην ἀξιωματικὸς τῶν τεχνι-
1533κῶν ὅπλων, καὶ ἐπεδιώκετο ἡ διοίκησις παρ’ ἀξιωματικοῦ τοῦ
1534πεζικοῦ. Καὶ ἐνῷ ἐγὼ ἐδήλωσα πρὸς τὸν τότε Πρόεδρον τῆς
1535Κυβερνήσεως, τὸν μακαρίτην Τρικούπην, ὅτι οὐδεὶς κίνδυνος
1536ὑπῆρχε, καὶ ν’ ἀφήσῃ τὰ πράγματα ἐκεῖ, ὅπου εὑρίσκοντο,
1537διότι ἐὰν ἐνέδιδε, τότε θὰ διεσαλεύετο ἡ πειθαρχία, ἐν τού-
1538τοις, χάρις εἰς τὰς ἐνεργείας Βουλευτῶν—καὶ δὲν βλέπω τὴν
1539στιγμὴν ταύτην τὰ πρόσωπα ἐκεῖνα ἐνταῦθα, οὔτε θέλω νὰ
1540τὰ ἀναφέρω, —χάρις, λέγω, εἰς πολιτικὰς ἐνεργείας, ἀπεφά-
1541σισεν ὁ τότε Πρωθυπουργὸς νὰ μὲ ἀποστείλῃ εἰς τὴν Εὐρώπην
1542μὲ εἰδικὴν ἀποστολὴν, καὶ νὰ μὲ ἀντικαταστήσῃ δι’ ἀξιω-
1543ματικοῦ τοῦ πεζικοῦ. Ἐκ τούτων λοιπὸν ἡ πειθαρχία προσ-
1544βάλλεται, καὶ ὄχι διὰ τῶν ἐνταῦθα σήμερον γιγνομένων συ-
1545ζητήσεων.
1546Κατὰ συνέπειαν ἐγὼ σᾶς δηλῶ ἀπεριφράστως, ὅτι θὰ λά-
1547βω μέρος εἰς ὅλας τὰς συζητήσεις τῶν νομοσχεδίων καὶ θὰ
1548ἐκφέρω τὴν γνώμην μου εἰλικρινέστατα, χωρὶς νὰ ὑπάρχῃ
1549κίνδυνος νὰ διασαλευθῇ ἡ πειθαρχία τοῦ στρατεύματος.
1550§125Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἐὰν, Κύριοι, συζητήσεις ἀλλεπάλληλοι
1551καὶ ἐπερωτήσεις καὶ ἐντεῦθεν καὶ ἐκεῖθεν ἀπασχολοῦσι τὴν
1552Βουλὴν, ἐὰν, ἐν τῇ σφαίρᾳ τῆς κοινωνίας ὑπάρχῃ πολὺς ὁ ἠλε-
1553κτρισμὸς, βεβαίως διὰ ταῦτα δὲν πταίουσιν οἱ κύριοι Βου-
1554λευταί. Δὲν θέλω νὰ ἐξετάσω πρὸς τὸ παρὸν, τίς ὁ δοὺς
1555ἀφορμὴν εἰς ὅλην αὐτὴν τὴν ἀνεμοζάλην. Ἐλεύσεται ἡμέρα,
1556καθ’ ἣν καὶ περὶ τούτων μεγάλη θέλει συγκροτηθῆ συζήτη-
1557σις. Ἀλλὰ βεβαίως, Κύριοι, δὲν εἶναι δυνατὸν, μεθ’ ὅσα γι-
1558νώσκομεν ὡς λαβόντα χώραν, ἡμεῖς καὶ πάντες οἱ κύριοι
1559Βουλευταὶ νὰ μὴ ἐπερωτῶμεν, καὶ ἡ κοινωνία νὰ μὴ ἀσχο-
1560λῆται περὶ τὴν συζήτησιν τῶν θεμάτων τούτων.
1561Δὲν συμφωνῶ μετὰ τοῦ ἐντίμου ἐκ Μεγαρίδος συναδέλφου,
1562λέγοντος, ὅτι, ἵνα τὸ ἕτερον τῶν ζητημάτων, τῶν σήμερον
1563συζητουμένων, λυθῇ, εἶναι ἀνάγκη ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ προσ-
1564κομίσῃ τὰ αἰτηθέντα ἔγγραφα. Ἡμεῖς ἔχομεν ἐνταῦθα τὸ
1565ἔγγραφον τῶν ἐγγράφων, τὸ ἔμψυχον ἔγγραφον, οὕτως εἰπεῖν,
1566τὸν ἀξιότιμον καὶ φίλον μου κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτι-
1567κῶν. Καὶ δυνάμεθα, ἔχοντες τὴν τιμὴν νὰ συνεδρεύῃ μεθ’
1568ἡμῶν οὗτος, νὰ λύσωμεν τὴν ἀπορίαν ἡμῶν, ἐὰν ὁ κ. Ὑπουρ-
1569γὸς εὐδοκήσῃ νὰ ἀπαντήσῃ εἰς ὅσα ἐπηρωτήθη καὶ εἰς ὅσα
1570θέλει ἐπερωτηθῆ. Λυποῦμαι διότι διαφωνῶ οὐ μόνον πρὸς τὴν
1571γνώμην τοῦ κ. ἐκ Μεγαρίδος συναδέλφου, ἀλλὰ καὶ πρὸς τὴν
1572τοῦ σεβαστοῦ ἡγέτου τῆς Συμπολιτεύσεως, εἰπόντος ὅτι, ὅταν
1573ἔλθῃ πρὸς συζήτησιν τὸ νομοσχέδιον «περὶ σχηματισμοῦ
1574ἀνωτέρων μονάδων τοῦ στρατοῦ» καὶ «περὶ Στρατηγίας»,
1575δυνάμεθα νὰ ζητήσωμεν τὰ ἔγγραφα, ὧν ἔχομεν ἀνάγκην, ἵνα
1576σχηματίσωμεν γνώμην περὶ τοῦ ὑποβληθέντος νομοσχεδίου.
1577Ἀλλὰ τὸ ζήτημα τῆς Στρατηγίας, συνδεόμενον πρὸς τὸν νό-
1578μον τῆς Γενικῆς Διοικήσεως καὶ πρὸς ὅλα τὰ ἔκτοτε καὶ σή-
1579μερον ἔτι λαβόντα χώραν, εἶναι τοσοῦτον σπουδαῖον, ὥστε δὲν
1580δύναμαι νὰ ἀδικήσω τοὺς κυρίους συναδέλφους, τοὺς ζητοῦν-
1581τας νὰ κατατεθῶσι τὰ ἔγγραφα, ὅπως λάβωσι γνῶσιν αὐτῶν
1582καὶ συζητήσωσι πεφωτισμένως περὶ τῆς ἀνάγκης ἢ μὴ τῆς
1583καταργήσεως τοῦ ὑφισταμένου περὶ Γενικῆς Διοικήσεως τοῦ
1584στρατοῦ νόμου.
1585Ὅτε κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Περίοδον τῆς Βουλῆς ἐγέ-
1586νοντο συζητήσεις περὶ τῶν θεμάτων τούτων, εἶχον λάβει τὴν
1587τιμὴν καὶ ἐγὼ νὰ ἀγορεύσω περὶ αὐτῶν. Κατὰ δύο τινὰς πε-
1588ριστάσεις συνεζητήθησαν τὰ προκείμενα θέματα. Πρῶτον μὲν
1589ἐξ ἀφορμῆς τῆς ἀποχωρήσεως τοῦ κ. ἐξ Οἰτύλου Βουλευτοῦ
1590ἐκ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, ἔπειτα δὲ, ὅτε ὑπε-
1591βλήθη πρὸς συζήτησιν τὸ νομοσχέδιον «περὶ Γενικῆς Διοική-
1592σεως τοῦ στρατοῦ». Καὶ κατὰ μὲν τὸ πρῶτον τμῆμα τῆς συ-
1593ζητήσεως ἐγὼ δὲν ἔσχον τὴν τιμὴν νὰ λάβω τὸν λόγον· ὅτε
1594ὅμως ἤχθη εἰς συζήτησιν τὸ νομοσχέδιον «περὶ Γενικῆς Δι-
1595οικήσεως τοῦ στρατοῦ», πρῶτος ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ἀγο-
1596ρεύσω, καὶ νὰ ἐκφράσω τὴν περὶ αὐτοῦ γνώμην μου. Καίτοι
1597δὲ αὕτη ἦτο ἐντελῶς ἀντίθετος πρὸς τὴν γνώμην τοῦ τότε
1598Πρωθυπουργοῦ, τοῦ κ. ἐκ Κερκύρας Βουλευτοῦ, οὗτος συγκα-
1599τένευσε νὰ δηλώσῃ, ὅτι ἡ ἀγόρευσίς μου ἐκείνη ἀνέλυσε τὸ θέμα,
1600ἢ μᾶλλον τὰ θέματα, ὑπὸ τὰς πραγματικὰς καὶ ἀληθεῖς
1601αὐτῶν ὑποστάσεις.
1602Οὐδεὶς λόγος ἔκτοτε ὑπῆρξε πείθων με, ὅτι ἔδει νὰ μετα-
1603βάλω τὰς περὶ τοῦ θεσμοῦ τούτου γνώμας μου. Ἐξ ἐναν-
1604τίας, πάνθ’ ὅσα καὶ ἄλλοι καὶ ἐγὼ κατὰ τοῦ νομοσχεδίου
1605ἐκείνου εἴπομεν, καὶ τὰ μετὰ ταῦτα γενόμενα, ἡμέρᾳ τῇ
1606ἡμέρᾳ πείθουσι καὶ ἐνισχύουσιν ἡμᾶς εἰς τὸ νὰ ἐπιμένωμεν,
1607ὅτι ὁ ψηφισθεὶς νόμος πρέπει ὁπωσδήποτε νὰ καταπέσῃ. Δὲν
1608θέλω ἐκ προκαταβολῆς, οὕτως εἰπεῖν, νὰ εἰσέλθω εἰς τὴν συ-
1609ζήτησιν τοῦ ὑποβληθέντος νομοσχεδίου «περὶ καταρτισμοῦ
1610ἀνωτέρων μονάδων τοῦ στρατοῦ». Ὅταν ἔλθῃ ἡ περὶ τούτου
1611συζήτησις, ἐλπίζω ὅτι θέλω δυνηθῆ καὶ πάλιν νὰ λάβω τὸν
1612λόγον. Ἀλλά, Κύριοι, τὰ ἔκτοτε λαβόντα χώραν, τὰ σήμε-
1613ρον τελούμενα ἢ ἀπειλούμενα νὰ τελεσθῶσι πείθουσί με, ὅτι
1614φιλόπατρι ἀληθῶς ἔργον ἀνελάβομεν ἡμεῖς, οἱ πάσῃ δυνάμει
1615καὶ διὰ πάσης ἐπιμονῆς ἀντιστάντες κατὰ τοῦ ὀλεθρίου τού-
1616του νόμου, ἵνα μὴ ψηφισθῇ.
1617Εἰμὶ πάντοτε ὁ αὐτὸς ἄνθρωπος καὶ ὁ αὐτὸς ἀντιπρόσω-
1618πος τοῦ λαοῦ, καὶ οὐδεὶς λόγος καὶ οὐδεμία βλέψις δύναται
1619νὰ μεταβάλῃ τὰς περὶ τοῦ πολιτεύματος ἡμῶν ἰδέας μου καὶ
1620τὰς περὶ τοῦ συμφέροντος τῆς πατρίδος ἡμῶν γνώμας μου,
1621ὅπως οὐδὲ τὰς ὑμετέρας. Ἐὰν εἶχον τὴν τιμὴν, ὡς ἐκ τῆς
1622ὑπηρεσίας μου, νὰ βλέπω τὸν Ἄνακτα, ἤθελον τολμήσει,
1623μεθ’ ὅλης τῆς πρὸς αὐτὸν ὀφειλομένης εὐλαβείας, νὰ εἴπω
1624πρὸς αὐτόν: «Μεγαλειότατε, σπεῦσον νὰ συντελέσῃς ἵνα κα-
1625ταργηθῇ ὁ ὀλέθριος νόμος, σπεῦσον καὶ νὰ πείσῃς τοὺς ἀμφι-
1626βάλλοντας, ἢ τοὺς ἀνθισταμένους, ὅτι ὁ νόμος αὐτὸς εἶναι
1627ὀλέθριος καὶ πρὸς τὰ συμφέροντα τοῦ ἔθνους καὶ πρὸς τὰ τοῦ
1628στρατοῦ καὶ πρὸς τὰ τῆς Δυναστείας, ὅτι ἀντίκειται πρὸς
1629αὐτὸ τὸ γράμμα καὶ τὸ πνεῦμα τοῦ διέποντος ἡμᾶς πολιτεύ-
1630ματος». Ἐὰν εἶχον τὴν τιμὴν νὰ συνεργάζωμαι τῷ Ἄνακτι,
1631ποτὲ ἐπίσης δὲν ἤθελον ὑποβάλει αὐτῷ, ἢ τῇ Βουλῇ, τὸ νο-
1632μοσχέδιον, ὅπερ ἡ Κυβέρνησις τοῦ σεβαστοῦ ἐκ Γόρτυνος πο-
1633λιτευτοῦ ὑπέβαλε, «περὶ σχηματισμοῦ ἀνωτέρων μονάδων τοῦ
1634στρατοῦ». Ἤθελον τολμήσει, οὐχὶ νὰ παρακαλέσω, Κύριοι,
1635ἀλλὰ νὰ ἱκετεύσω τὸν Ἄνακτα, καὶ ἀπὸ τούτου τοῦ νομο-
1636σχεδίου νὰ ἀποστρέψῃ τὸ πρόσωπον αὑτοῦ. Καὶ δὲν θέλει παρέλ-
1637θει πολὺς χρόνος, ἀγαπητοὶ συνάδελφοι, ἐὰν ψηφισθῇ καὶ τὸ
1638νομοσχέδιον τοῦτο, καθ’ ὃν θέλομεν παραστῆ καὶ πάλιν μάρ-
1639τυρες τεθλιμμένοι καὶ κατηφεῖς τῶν αὐτῶν ἀποτελεσμάτων,
1640εἰ μὴ καὶ χειρόνων ἐκείνων, ἅτινα παρήγαγεν ὁ νόμος «περὶ
1641Γενικῆς Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ».
1642Μία εἶναι ἡ ἀλήθεια, καὶ αὐτὴ δὲν ἐπιδέχεται συζητή-
1643σεις, ὅτι οἱ ἀνεύθυνοι, καὶ πρὸς τὸ συμφέρον αὐτῶν καὶ πρὸς
1644τὸ συμφέρον τῆς πατρίδος καὶ τοῦ πολιτεύματος καὶ τῶν
1645νόμων, δὲν πρέπει νὰ διοικῶσι.
1646§126Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἡ συζήτησις αὕτη τὸ
1647μαρτυρεῖ.
1648§127Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἀνεύθυνοι δὲ εἶναι, οὐχὶ νόμῳ, ἀλλὰ
1649πράγματι, οἱ Βασιλόπαιδες. Ἀπόδειξις ἡ συζήτησις αὕτη.
1650Ἐρωτῶ ὑμᾶς, ἀγαπητὲ κύριε Ὑπουργὲ τῶν Στρατιωτικῶν,
1651καὶ παρακαλῶ, ἐὰν εὐδοκῆτε, ν’ ἀπαντήσητε, ἐναντίον τῆς
1652γνώμης ὑμῶν ἐνεργεῖται σήμερον, ἢ πρόκειται νὰ ἐνεργηθῇ
1653ἐπιθεώρησις τοῦ στρατοῦ; Ναὶ ἢ οὔ; Καὶ παρὰ τίνος;
1654§128Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν).
1655Ἐγὼ διέταξα τὴν ἀναστολήν. Οὐδένα δὲ λόγον ἔχω μέχρι
1656τῆς στιγμῆς νὰ φρονῶ, ὅτι ἡ ἀναστολὴ, τὴν ὁποίαν διέτα-
1657ξα, δὲν θέλει ἐκτελεσθῆ. Ἐὰν ὑπῆρχε λόγος νὰ μὲ πείσῃ,
1658ὅτι αἱ διαταγαί μου δὲν θέλουσιν ἐκτελεσθῆ, τότε δύναται
1659νὰ γείνῃ συζήτησις.
1660§129Γ. ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Κράτος ἐν Κράτει!
1661§130Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Πρόκειται περὶ τῆς γενικῆς ἢ τῆς μερι-
1662κῆς ἐπιθεωρήσεως;
1663§131Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Παρακαλῶ νὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς
1664διακόψω, ὅπως δώσω ἐξηγήσεις τινάς, ἀναγκαίας εἰς τὸ ζή-
1665τημα τῶν ἐπιθεωρήσεων.
1666§132Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Μάλιστα.
1667§133Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν).
1668Αἱ ἐπιθεωρήσεις εἶναι δύο εἰδῶν· εἶναι ἐπιθεωρήσεις σκοποῦσαι
1669τὴν βεβαίωσιν τῆς καλῆς καταστάσεως τοῦ ὑλικοῦ τοῦ στρα-
1670τοῦ, τοῦ στρατωνισμοῦ, τῆς ἐκπαιδεύσεως, τῆς ὑγιεινῆς, καὶ
1671ἐν γένει παντὸς ὅ,τι ἀφορᾷ τὴν κατάστασιν τοῦ στρατεύματος,
1672καὶ τὴν βελτίωσιν αὐτοῦ· πάντα ταῦτα ὑπόκεινται εἰς δι-
1673καίωμα διηνεκὲς ἐξελέγξεως τοῦ Γενικοῦ Διοικητοῦ τοῦ στρα-
1674τοῦ· ἀλλὰ καὶ ὁ μέραρχος ἐν τῇ Μεραρχίᾳ καὶ ὁ ταξίαρχος ἐν
1675τῇ Ταξιαρχίᾳ καὶ ὁ συνταγματάρχης ἐν τῷ συντάγματί του,
1676ὡς καὶ ὁ Γενικὸς Διοικητὴς ἐν τῇ Γενικῇ Διοικήσει του,
1677προκειμένου νὰ προβῶσιν εἰς τοιαύτας ἐπιθεωρήσεις, οὐδε-
1678νὸς ἄλλου ἔχουσιν ἀνάγκην, εἰμὴ μόνον νὰ ζητήσωσι τὴν
1679ἔγκρισιν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, διότι πρόκειται
1680αἱ ἐπιθεωρήσεις αὗται νὰ προκαλέσωσι δαπάνην· ἄλλως εἶναι
1681ἐντὸς τῶν καθηκόντων των, εἶναι ἐν τῇ ἐνεργείᾳ των, διότι
1682τὸ δικαίωμα πρὸς τοιαύτην ἐπιθεώρησιν εἶναί τι ἀχώριστον
1683πρὸς τὴν ἐξάσκησιν τῶν καθηκόντων αὐτῶν. Προκειμένου λοι-
1684πὸν περὶ τῶν τοιούτων ἐπιθεωρήσεων, τὸ δικαίωμα εἶναι ἀπό-
1685λυτον.
1686Ἀλλὰ ὁ νόμος περὶ προβιβασμῶν τῶν ἀξιωματικῶν ἀπαι-
1687τεῖ γενικὴν ἐπιθεώρησιν, καὶ παρακαλῶ, Κύριοι, νὰ προσέ-
1688ξητε, οἱ μὴ ἐνδιατρίψαντες εἰς τὰ θέματα ταῦτα. Ἡ ἐπι-
1689θεώρησις, περὶ τῆς ὁποίας ἐποιησάμην λόγον πρότερον, ἡ εἰ-
1690δικὴ ἐπιθεώρησις ἀποβλέπει εἰς τὴν ἔρευναν τῆς καταστά-
1691σεως τοῦ στρατεύματος, ἡ δὲ γενικὴ ἐπιθεώρησις ἕνα καὶ
1692μόνον σκοπὸν ἔχει, τὴν ἐξυπηρέτησιν, τὴν παρασκευαστικὴν
1693ἐργασίαν πρὸς λειτουργίαν τοῦ νόμου περὶ προβιβασμοῦ τῶν
1694ἀξιωματικῶν. Ἐν τῇ ἐκθέσει τῇ κατατεθείσῃ, ἥτις συνο-
1695δεύει τὸ νομοσχέδιον «περὶ ἐπιθεωρήσεων τοῦ στρατοῦ», ἐκεῖ
1696διὰ μακρῶν ἀναπτύσσονται τὰ θέματα ταῦτα, καὶ γίνεται
1697ἡ διάκρισις τῶν ἐπιθεωρήσεων· πᾶς δ’ ὅστις ἤθελεν ἀναγνώ-
1698σει τὴν ἔκθεσιν ταύτην, ἤθελε φωτισθῆ περὶ τοῦ θέματος.
1699Προκειμένου λοιπὸν περὶ τῆς γενικῆς ἐπιθεωρήσεως, τῆς
1700σκοπούσης τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ περὶ προβιβασμοῦ τῶν ἀξιω-
1701ματικῶν νόμου, ἡ διαταγὴ τῆς ἐνάρξεως τῆς ἐπιθεωρήσεως
1702δὲν εἶναί τι τυχαῖον, ἔχει σημασίαν μεγίστην καὶ σπουδαιό-
1703τητα. Ἀφ’ ἧς διαταχθῇ ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρα-
1704τιωτικῶν ἡ γενικὴ ἐπιθεώρησις, συνεπάγεται καὶ τὸ τέλος
1705τοῦ κύρους τοῦ πίνακος τοῦ παλαιοῦ, καθ’ ὃν ἐγένοντο οἱ
1706προβιβασμοί· πρέπει ὅθεν νὰ περατωθῇ τὸ ταχύτερον ἡ ἐπι-
1707θεώρησις, ἵνα καταρτισθῶσιν οἱ νέοι πίνακες, οἵτινες μέλλου-
1708σι ν’ ἀντικαταστήσωσι τοὺς παλαιούς. Βεβαίως ὑπὸ τοιαύ-
1709την ἔποψιν δὲν δύναταί τις νὰ φαντάζηται, ὅτι δύναται
1710καθ’ ὅλον τὸ διάστημα τοῦ ἔτους νὰ ἐνεργῆται ἡ τοιαύτη
1711ἐπιθεώρησις, διότι ἤθελεν ἀφίνει νεκρὸν τὸν νόμον «περὶ προ-
1712βιβασμοῦ τῶν ἀξιωματικῶν». Πρόκειται λοιπὸν περὶ τακτι-
1713κῆς ἐπιθεωρήσεως καὶ οὐχὶ γενικῆς.
1714Διὰ τοῦτο φρονῶ, Κύριοι, ὅτι ἐπιθεώρησις γενικὴ ταύτην
1715τὴν στιγμὴν δὲν γίνεται· ἐὰν δὲ γίνηται τις ἐπιθεώρησις,
1716εἶναι ἐκ τῶν ἐπιθεωρήσεων ἐκείνων, αἱ ὁποῖαι θεωροῦνται
1717τακτικαί, καὶ ὡς τοιαύτας οὐδεὶς λόγος ὑπάρχει νὰ τὰς ἐμ-
1718ποδίσω.
1719§134Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὁ πίναξ, τὸν ὁποῖον ὑποβάλλει
1720τῷ Ὑπουργῷ μετὰ τὴν ἐπιθεώρησιν ὁ Γενικὸς Ἐπιθεωρη-
1721τής, δὲν πρέπει νὰ συνοδεύηται ὑπὸ ἠτιολογημένης ἐκθέ-
1722σεως; Εἶναι δυνατόν, Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν νὰ δε-
1723χθῇ πίνακα περιέχοντα τοὺς στασίμους ἢ προβιβασίμους
1724ἀξιωματικοὺς τοῦ στρατοῦ, ἐὰν δὲν στηρίζηται ἐπὶ ἠτιολο-
1725γημένων προτάσεων συνοδευουσῶν αὐτόν;
1726§135Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Ὁ νόμος περὶ προβιβασμοῦ τῶν ἀξιω-
1727ματικῶν λέγει, ὅτι δι’ ἕνα ἕκαστον τῶν ἀνωτέρων ἀξιωμα-
1728τικῶν ὑποβάλλεται ἰδία ἔκθεσις, ἑπομένως ὑπάρχει φάκελος
1729ἑνὸς ἑκάστου τῶν ἀξιωματικῶν. Δὲν ὑποβάλλεται πίναξ διὰ
1730τοὺς ἀνωτέρους· οἱ πίνακες συντάσσονται διὰ τοὺς κατωτέ-
1731ρους ἀξιωματικούς, διὰ δὲ τοὺς ἀνωτέρους συντάσσει τοιοῦτον
1732ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν.
1733§136Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὥστε περὶ ἑνὸς ἑκάστου τῶν ἀνω-
1734τέρων ἀξιωματικῶν ὑπάρχει ἰδιαιτέρα πρότασις;
1735§137Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Ὑποθέτω.
1736§138Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐὰν δὲ δὲν ὑπάρχῃ ἠτιολογημέ-
1737νη πρότασις διά τινα ἀξιωματικόν, δὲν νομίζετε, ὅτι ἔχει
1738τὸ δικαίωμα νὰ προσφύγῃ ὁ ἀξιωματικὸς πρὸς ὑμᾶς, διαμαρ-
1739τυρόμενος, ἢ πρὸς τὰ Δικαστήρια;
1740§139Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Εἰς τὴν διακριτικὴν ἐξουσίαν τοῦ
1741Ὑπουργοῦ ἐναπόκειται νὰ κρίνῃ, ἂν οἱ λόγοι, οἵτινες προ-
1742τάσσονται ἐν τῇ ἐκθέσει ἐκείνῃ, εἶναι ἐπαρκεῖς, ὥστε ἐπὶ
1743τούτων νὰ στηριχθῇ ὁ Ὑπουργὸς εἰς τὴν ἐνάσκησιν τοῦ δι-
1744καιώματός του· ἄλλως τὸ δικαίωμα τοῦ Ὑπουργοῦ εἶναι
1745ἀπεριόριστον, καὶ ἐπαναλαμβάνω, ὅτι εἰς τὴν διακριτικὴν
1746ἐξουσίαν τοῦ Ὑπουργοῦ ἐναπόκειται ν’ ἀποδεχθῇ ἢ μὴ τὰς
1747προτάσεις. Ἐὰν τοιαῦται δὲν ὑπάρχωσιν, ὁ Ὑπουργὸς ἀδυ-
1748νατεῖ νὰ ἐνεργήσῃ προβιβασμόν.
1749§140Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δὲν ἀμφισβητῶ τοῦτο. Ἀλλ’ ὁ
1750νόμος περὶ Γενικῆς Διοικήσεως ῥητῶς ἀπαιτεῖ, ἵνα ὁ Γενι-
1751κὸς Ἐπιθεωρητὴς ὑποβάλλῃ εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρα-
1752τιωτικῶν τὸ πόρισμα τῆς ἐπιθεωρήσεως, καὶ προτείνων ὅ,τι
1753δήποτε περὶ ἑκάστου ἀξιωματικοῦ, ὑποβάλλῃ ἠτιολογημένας
1754τὰς προτάσεις ταύτας.
1755§141Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Ἠτιολογημένην ἔκθεσιν.
1756§142Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὥστε αὐτὸ, τὸ ὁποῖον ἐρρήθη πρὸ
1757μικροῦ, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρχουν προτάσεις ἐν τῷ
1758Ὑπουργείῳ τοῦ Γενικοῦ Ἐπιθεωρητοῦ καὶ Γενικοῦ Διοικη-
1759τοῦ, αἱ ὁποῖαι νὰ μὴ στηρίζωνται ἐπὶ αἰτιολογιῶν, δὲν εἶναι
1760δυνατὸν νὰ ἦναι ἀκριβές.
1761§143Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Δὲν δύναμαι νὰ βεβαιώσω, διότι δὲν
1762ἔλαβον ἀφορμὴν νὰ ἐξετάσω.
1763§144Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὥστε δὲν δύνασθε νὰ βεβαιώση-
1764τε, ἂν ἐτηρήθη ἡ διάταξις αὕτη τοῦ νόμου;
1765§145Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Δὲν μοὶ ἐδόθη ἀφορμὴ νὰ ἐξετάσω,
1766πῶς ἐνήργησαν τοὺς προβιβασμοὺς οἱ προκάτοχοί μου, καὶ
1767δὲν ἐσκέφθην νὰ προτείνω τοιούτους εἰς τὴν Α. Μ. τὸν Βα-
1768σιλέα. Θὰ ἐρευνήσω ἐν τούτοις καὶ θὰ βεβαιωθῶ, ἂν ὑπάρ-
1769χουσι προτάσεις.
1770§146Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ. Δύο λέξεις, παρακαλῶ, κύριε
1771Ὑπουργέ. Τὴν ἐποχὴν ταύτην ἐκδίδεται ἡ διαταγὴ τοῦ
1772Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν περὶ τῆς γενικῆς ἐπιθεωρήσεως
1773τοῦ στρατοῦ, ἅμα δὲ τῇ ἐκδόσει ταύτης, ἵνα ἀρχίσῃ ἡ
1774ἐπιθεώρησις τοῦ στρατοῦ, ὁ Γενικὸς Διοικητὴς τούτου ἐκδί-
1775δει τὴν σχετικὴν διαταγὴν πρὸς τοὺς μεράρχους. Ἐξεδό-
1776σατε τὴν διαταγὴν πρὸς τὸν Γενικὸν Διοικητήν, ἵνα ἀρχίσῃ
1777ἡ ἐπιθεώρησις;
1778§147Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν).
1779Ὄχι.
1780§148Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ. Ἐν τοσούτῳ ἐξεδόθη ἡ διαταγὴ
1781πρὸς τοὺς μεράρχους νὰ ἀρχίσουν τὴν ἐπιθεώρησιν.
1782§149ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν κατ’ ἐρωταπόκρισιν ἡ
1783συζήτησις νὰ γίνεται.
1784§150Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ. Νὰ λυθῇ μία ἀπορία.
1785§151ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀγορεύσατε, ἀλλὰ μὴ θέτετε ἐρωτήματα.
1786Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ἐὰν θέλῃ νὰ ἀπαντή-
1787σῃ, ἂς ἀπαντήσῃ.
1788§152Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ. Λέγω λοιπόν, ὅτι εἰς τὴν ἐποχὴν
1789αὐτὴν ἐκδίδει ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν τὴν διατα-
1790γὴν πρὸς τὴν Γενικὴν Διοίκησιν, ἵνα ἀρχίσῃ ἡ γενικὴ ἐπι-
1791θεώρησις τοῦ στρατοῦ. Ἅμα λάβῃ τὴν διαταγὴν ταύτην ὁ
1792Γενικὸς Διοικητὴς τοῦ στρατοῦ, θὰ ἐκδώσῃ τὴν διαταγήν
1793του πρὸς τοὺς μεράρχους, ἵνα ἀρχίσωσιν αὐτοὶ ἀμέσως τὴν
1794προκαταρκτικὴν ἐπιθεώρησιν, καὶ ὅταν τελειώσουν οἱ μέραρ-
1795χοι καὶ ὑποβάλουν τ’ ἀποτελέσματα τῆς ἐπιθεωρήσεώς των
1796εἰς τὸν Γενικὸν Διοικητὴν τοῦ στρατοῦ, τότε οὗτος ἀρχίζει
1797τὴν γενικὴν ἐπιθεώρησιν. Λέγει λοιπὸν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν
1798Στρατιωτικῶν, ὅτι διαταγή, ἵνα ἀρχίσῃ ἡ γενικὴ ἐπιθεώρη-
1799σις τοῦ στρατοῦ ἐκ μέρους τοῦ Γενικοῦ Διοικητοῦ, δὲν ἐδόθη,
1800καὶ ἐν τούτοις ἡ Γενικὴ Διοίκησις ἐξέδωκε διαταγὴν πρὸς
1801τοὺς μεράρχους, ἵνα ἀρχίσωσιν αὐτοὶ τὴν προκαταρκτικὴν
1802ἐπιθεώρησιν.
1803§153ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Λεβίδης παρακαλεῖται νὰ ἐξακο-
1804λουθήσῃ τὴν ἀγόρευσίν του.
1805§154Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἐγώ, Κύριοι, ἐκ τῆς ἀναφυείσης συζη-
1806τήσεως ἐκινδύνευσα νὰ παραγραφῶ.
1807§155Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ἐὰν μὴ παρεγράφης.
1808§156Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἐὰν μὴ παρεγράφην! Ἐλπίζω ὅμως, ὅτι
1809δὲν παρεγράφην, διότι ἐκ τῆς ἀναπτύξεως, ἣν σαφέστατα
1810ἔκαμε πρὸς ἡμᾶς ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, προέ-
1811κυψε μία λέξις τετρασύλλαβος, ἀλλὰ πολὺ βαρεῖα. Εἶπεν ὅτι
1812ἀνέστειλε τὴν ἐπιθεώρησιν τοῦ στρατοῦ.
1813§157ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν ἐπέτρεψε.
1814§158Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Τῷ ἐζητήθη ἡ ἄδεια, καὶ δὲν τὴν ἔδω-
1815κεν, ἢ ἀνεστάλη ἡ ἐπιθεώρησις; (Διακοπαί).
1816§159ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀφήσατε νὰ τελειώσῃ τὴν ἀγόρευσίν του
1817ὁ κ. Βουλευτής, καὶ ἂν νομίζῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρα-
1818τιωτικῶν ἀναγκαῖον νὰ δώσῃ ἀπάντησιν, ἂς τὴν δώσῃ.
1819§160Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἀλλὰ τὸ ἄρθρον 29, καὶ εὐτυχῶς περι-
1820βαλλόμεθα καὶ ὑπὸ ἰδιότητός τινος, παρεχούσης ἡμῖν μικράν
1821τινα δύναμιν, ὅπως ἀναγινώσκωμεν τὰ ἄρθρα τῶν νόμων, — τὸ
1822ἄρθρον 29 λέγει: «Ἡ Γενικὴ ἐπιθεώρησις τοῦ στρατοῦ ἐκ-
1823»τελεῖται ἅπαξ τοῦ ἔτους ὑπὸ τοῦ Γενικοῦ Διοικητοῦ τοῦ
1824»στρατοῦ, τῆς ἐνάρξεως αὐτῆς ὁριζομένης ὑπὸ τοῦ Ὑπουρ-
1825»γοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, τῇ προτάσει τοῦ Γενικοῦ Διοικητοῦ
1826»τοῦ στρατοῦ». Λοιπὸν ὁ Γενικὸς Διοικητὴς τοῦ στρατοῦ
1827ἐζήτησε διὰ προτάσεως αὐτοῦ παρὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν
1828Στρατιωτικῶν τὴν ἔναρξιν τῆς ἐπιθεωρήσεως, ναὶ ἢ οὔ;
1829§161Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν).
1830Ναί.
1831§162Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Τότε ὁ Γενικὸς Διοικητὴς εὑρίσκεται ἐν-
1832τὸς τῶν καθηκόντων αὐτοῦ. Ὁ Ὑπουργὸς ἠδύνατο νὰ συναι-
1833νέσῃ, ἢ νὰ μὴ συναινέσῃ... Ὥστε τὰ λεχθέντα ἐν ἀρχῇ τῆς
1834συνεδριάσεως, ὅτι δῆθεν ὁ Γενικὸς Διοικητὴς τοῦ στρατοῦ
1835ἐγένετο ἔνοχος παραβάσεως τῶν νόμων, ἀποδεικνύονται ἐξ
1836ὁλοκλήρου μὴ ἀκριβῆ. Χαίρω, Κύριοι, εἰλικρινῶς διὰ τοῦτο.
1837Ἀλλ’ ὁπωσδήποτε ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ἐν τῷ Τύπῳ, ἐν
1838τῇ κοινωνίᾳ, ἤδη ἀπὸ πολλοῦ χρόνου, πρὸ πάντων ὅμως κατὰ
1839τὰς τελευταίας ταύτας ἡμέρας, μακραὶ καὶ θορυβώδεις καὶ
1840πείσμονες διεξάγονται συζητήσεις. Ἀναγινώσκομεν, ὅτι κα-
1841λοῦνται εἰς τὰ Ἀνάκτορα ὑπὸ τῶν Αὐτῶν Βασιλικῶν Ὑψηλο-
1842τήτων τῶν Βασιλοπαίδων Βουλευταὶ ἑκατέρας τῶν πτερύγων,
1843πολιτικοί τε καὶ στρατιωτικοί, καὶ συνεντεύξεις μετ’ αὐτῶν
1844λαμβάνουσι χώραν, αἵτινες καὶ δημοσιεύονται οὐ μόνον ἐν
1845Ἀθήναις, ἀλλὰ καὶ ἐν Πάτραις. Συμβάλλουσι ταῦτα πρὸς
1846τὴν πειθαρχίαν τοῦ στρατεύματος; Ἀλλὰ πρὸ πάντων συμ-
1847βάλλουσι πρὸς τὴν λειτουργίαν αὐτὴν τοῦ κοινοβουλευτικοῦ
1848πολιτεύματος;
1849§163Γ. ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Εἶναι ἀληθές, ὅτι ὁ κ. Ἀνδρέας
1850Στεφανόπουλος, βουλευτὴς Ἠλείας, ἔλαβε συνέντευξιν.
1851§164Α. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ εἶναι κακὸν νὰ παρουσια-
1852σθῇ κανεὶς εἰς τὸν Βασιλέα ἢ τὸν Διάδοχον;
1853§165Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Σήμερον, Κύριοι, Βουλευτὴς λίαν ἀξιότι-
1854μος, οὗτινος δὲν ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ δημοσιεύσω τὸ ὄνομα,
1855μοὶ ἔλεγεν, ὅτι ἐκλήθη εἰς τὸ ἕτερον τῶν Ἀνακτόρων, καὶ
1856ἔλαβε συνέντευξιν περὶ τῶν γενομένων ἐν τῇ Βουλῇ πρός τινα
1857τῶν Αὐτῶν Βασιλικῶν Ὑψηλοτήτων τῶν Βασιλοπαίδων.
1858Ἐρωτῶ, συμβάλλουσι ταῦτα εἰς τὴν πειθαρχίαν τοῦ στρα-
1859τεύματος, καὶ δύναται νὰ ὑφίσταται οὕτω τὸ πολίτευμα,
1860ὅπερ διέπει καὶ θέλει διέπει τὴν χώραν; Καὶ ἐφ’ ὅσον αἱ
1861Αὐτῶν Βασιλικαὶ Ὑψηλότητες οἱ Βασιλόπαιδες προάγονται
1862εἰς τὴν ἡλικίαν καὶ τοὺς βαθμοὺς καὶ τὸν ἀριθμὸν, δὲν θέλο-
1863μεν ἆρά γε εὑρεθῆ μετά τινα χρόνον πρὸ φοβερωτάτου ἀπρο-
1864χωρήτου; Ἐρωτῶ ἑκατέραν τῶν πτερύγων.
1865Οὐδένα λόγον προσωπικὸν ἔχω κατὰ τῶν Αὐτῶν Βασιλι-
1866κῶν Ὑψηλοτήτων τῶν Βασιλοπαίδων, καὶ οὔτε τις αὐτῶν
1867ἠδίκησέ με· σέβομαι καὶ τὰ πρόσωπα καὶ τὸ ὑπέρτιμον ἀξί-
1868ωμα αὐτῶν τε καὶ τοῦ πατρὸς αὐτῶν, τοῦ Βασιλέως. Ἄς λέ-
1869γωσιν ὅ,τι ἂν θέλωσι ῥυπαραὶ γλῶσσαι καὶ αὐθάδεις. Ἐγὼ
1870ἀνήκω εἰς τὴν τάξιν τῶν ἄγαν φιλελευθέρων πολιτῶν, ἀλλὰ
1871καὶ τῶν λίαν συνταγματικῶν καὶ φιλοβασιλικῶν. Διότι γνω-
1872ρίζω, ὅτι, ἐν οἵᾳ καταστάσει εὑρίσκονται τὰ τῆς χώρας ἡμῶν
1873καὶ ἐν οἵᾳ καταστάσει εὕρηνται ἀκόμη μεγάλαι χῶραι τῆς
1874Εὐρώπης, αἱ Βασιλεῖαί εἰσιν ἀναγκαῖαι.
1875Ἀλλὰ λέγω, ὅτι, ἂν τὰ πράγματα ἀκολουθῶσιν αὐτὸ τὸ
1876σύστημα καὶ αὐτὸν τὸν ῥοῦν, ἀκατασχέτως φερόμεθα πρὸς
1877τὴν ἀναρχίαν, δημιουργοῦμεν ἐχθροὺς τοῦ Θρόνου. Ἡ δὲ
1878φωνή μου εἴθε νὰ ἀκουσθῇ μέχρι τοῦ Θρόνου, διότι εἶναι εἰ-
1879λικρινεστάτη. Πολλοὶ συγγενεῖς ἀξιωματικῶν, οἵτινες νομί-
1880ζουσιν, ὅτι ἡ Γενικὴ Διοίκησις ἠδίκησε τοὺς ἀξιωματικοὺς
1881αὐτοὺς, ἦλθον πολλάκις ἀπὸ τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ νόμου μέ-
1882χρι σήμερον εἰς τὴν οἰκίαν μου καὶ ὡμίλησαν πρὸς ἐμὲ περὶ
1883τῆς σεπτῆς Β. Οἰκογενείας μετὰ γλώσσης πικρᾶς, ἵνα μὴ
1884εἴπω καὶ ἀπειλητικῆς. Διὰ τοῦτο, Κύριοι, ὅτε συνεζητεῖτο
1885τὸ νομοσχέδιον περὶ Γενικῆς Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ, ὅτε καὶ
1886ἐγὼ εἶχον ὁμιλήσει κατὰ τῆς ἐπιψηφίσεως αὐτοῦ, περαίνων
1887τὸν λόγον, ἔλεγον:
1888«Ἡμεῖς οἱ πολεμοῦντες μετὰ τοσαύτης ἀντοχῆς τέλος
1889»πάντων καὶ τηλικαύτης ἐπιμονῆς, καὶ μέλλοντες νὰ πολε-
1890»μήσωμεν τὸ προκείμενον νομοσχέδιον, ἡμεῖς, λέγω, Κύριοι,
1891»θέλομεν τὴν Α. Β. Ὑψηλότητα τὸν Διάδοχον ὑψηλὰ ἱστά-
1892»μενον, μὴ προκαλοῦντα τὰ μίση καὶ τὰς ἔχθρας, μηδὲ ἐν
1893»τῷ παρόντι μηδὲ ἐν τῷ ἐγγὺς ἢ τῷ ἀπωτάτω μέλλοντι,
1894»ἱεροφάντην αὐτὸν ἐν τῷ ἀδύτῳ τοῦ ναοῦ. Δὲν θέλομεν παν-
1895»τάπασι νὰ μειωθῇ ἡ αἴγλη, ἥτις καὶ πρὸς τὸ συμφέρον αὐ-
1896»τοῦ καὶ πρὸς τὸ συμφέρον τοῦ ἔθνους δέον νὰ στέφῃ τὸ μέ-
1897»τωπον αὐτοῦ. Καὶ θέλομεν, ὅταν ὁ Ὕψιστος νομίσῃ, ὅτι
1898»ἐπέστη ἡ ὥρα νὰ καλέσῃ τὴν Α. Β. Ὑψηλότητα τὸ ἔθνος
1899»εἰς τὸν Θρόνον, θέλομεν κατὰ τὴν μεγάλην ἐκείνην ἡμέραν
1900»νὰ λατρεύηται ὁ νέος Βασιλεὺς παρὰ τῶν Ἑλλήνων ἁπάν-
1901»των, ὅπου ὁμιλεῖται ἡ Ἑλληνικὴ γλῶσσα καὶ λατρεύεται
1902»ὁ Χριστός, οὐδὲν νέφος, οὐδ’ ἐλάχιστον, νὰ ἐπισκιάζῃ τὸ
1903»παρελθὸν αὐτοῦ, ἀλλὰ ν’ ἀκτινοβολῇ ἐκ λάμψεως ὁ νέος
1904»Βασιλεὺς καὶ ἡ οἰκογένεια αὐτοῦ.»
1905Ἀλλ’ ἐρωτῶ, Κύριοι, ἐὰν τοιαύτη κατάστασις ἐξακολου-
1906θήσῃ, ἐὰν τὸν στρατὸν ὅλον, τὴν διοίκησιν αὐτοῦ ὅλην παρα-
1907δώσωμεν μετά τινα ἔτη εἰς τὰς χεῖρας τῶν Αὐτῶν Βασιλι-
1908κῶν Ὑψηλοτήτων, ὅταν ἡ Α. Β. Ὑψηλότης ὁ Διάδοχος
1909τοῦ Θρόνου μετὰ πολλοὺς ἐνιαυτοὺς διαδεχθῇ τὸν σεπτὸν
1910πατέρα αὐτοῦ,—καὶ εἴθε πολὺ μακρὰν νὰ ἦναι ἡ ἡμέρα
1911ἐκείνη,—πρὸ ποίων ἀποτελεσμάτων θέλει εὑρεθῆ αὐτὸς ὁ
1912τόπος; Πόσοι ἐχθροὶ κρύφιοι καὶ φανεροὶ δὲν θέλουσιν εὑρί-
1913σκεσθαι εἰς πᾶσαν γωνίαν ἐναντίον τοῦ μέλλοντος Βασιλέως
1914τῆς Ἑλλάδος, —τί λέγω!—τῆς Ἑλληνικῆς φυλῆς;
1915Οὐδὲν προσωπικὸν πάθος ἔχω, οὐδεμία προσωπικὴ δυσα-
1916ρέσκεια ὑφίσταται, οὐδεμία ἀφορμὴ μὲ ὠθεῖ νὰ ἐγερθῶ καὶ
1917νὰ ἀγορεύσω κατὰ τοιαύτης ὀλεθρίας ἐθνικῆς καταστάσεως·
1918ἁπλῶς καὶ μόνον τὸ ἐθνικὸν συμφέρον.
1919Αὐταὶ αἱ συζητήσεις, αἱ σήμερον γενόμεναι, τί ἄλλο
1920ἀποδεικνύουσιν, εἰμὴ τὸ κῦρος καὶ τὴν ἀλήθειαν τῶν λόγων
1921ἡμῶν; Καὶ εἶναι τάχα ἀνάγκη νὰ ἀποκρύψωμεν, ἀφοῦ πάν-
1922τες ἐδῶ τυγχάνομεν ὄντες, ὅτι αὐτὴ ἡ Κυβέρνησις, καθ’ ἣν
1923στιγμὴν ἐνταῦθα συζητοῦμεν, δὲν εὑρίσκεται ἐν λίαν ὁμα-
1924λαῖς σχέσεσι πρὸς τὰ ὑψηλὰ ταῦτα πρόσωπα; Βεβαίως δὲν
1925εἶναι ἀπίθανον καὶ νὰ ἀκούσωμεν, ὡς ἐκ τοῦ καθήκοντος,
1926ὅπερ ἔχει ἡ Κυβέρνησις, διάψευσιν τοῦ ἰσχυρισμοῦ ἡμῶν τού-
1927του. Ἐγὼ ὅμως ἐπικαλοῦμαι τὴν συνείδησιν ὅλου τοῦ τό-
1928που, τὴν συνείδησιν παντὸς ἀληθινοῦ ἀνθρώπου νὰ μοὶ εἴπῃ,
1929ἂν ἡ Κυβέρνησις ἕνεκα τῶν ὑποβληθέντων στρατιωτικῶν νο-
1930μοσχεδίων δὲν εὑρίσκεται εἰς δυσάρεστον θέσιν, ἂν οὐχὶ πρὸς
1931τὸν Θρόνον, ἀλλὰ τοὐλάχιστον πρὸς τοὺς περὶ τὸν Θρόνον.
1932Ἰδοὺ, Κύριοι, διατὶ ἐξεπλάγην, ὅτε εἶδον ἐν τῷ συμπλέγ-
1933ματι τῶν νομοσχεδίων, τῶν ὑποβληθέντων εἰς τὴν Βουλήν,
1934πάλιν νὰ ἀναφαίνηται σχεδὸν καὶ ἡ «Γενικὴ Διοίκησις» ὑπὸ
1935ἄλλο ἔνδυμα, ὑπὸ ἄλλην περιβολὴν, ὑπὸ τὸ ἔμβλημα τῆς νο-
1936μοθεσίας «περὶ σχηματισμοῦ ἀνωτέρων μονάδων τοῦ στρα-
1937τοῦ», ὑπὸ τὸ ὄνομα τῆς «Στρατηγίας». Ἐρωτῶ, τίς αὐτὴ ἡ
1938«Στρατηγία»; Ἔσται ὑπεύθυνος ἀπέναντι τῶν νόμων; Παρα-
1939καλῶ νὰ ἐγερθῇ τις ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ἐὰν ὑπάρχῃ, καὶ
1940ἂν ἔχῃ τὸ θάρρος, νὰ μοὶ εἴπῃ, ὅτι, ἐν ᾗ περιπτώσει, ὡς
1941Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ἤθελε σχηματίσει τὴν ἰδέαν,
1942ὅτι ἡ «Στρατηγία» δὲν ἀπεδεικνύετο ἐπιτηδεία πρὸς τὸ κα-
1943θῆκον αὑτῆς, ἤθελε ποτὲ τολμήσει νὰ ὑποβάλῃ πρότασιν
1944πρὸς ἀπαλλαγὴν αὐτῆς ἀπὸ τῶν ἰδίων καθηκόντων. Ὑπο-
1945θέτω, ὅτι οὐδεὶς θέλει τολμήσει νὰ πράξῃ τοῦτο, διότι κατὰ
1946τὴν στιγμὴν, καθ’ ἣν, οὐχὶ ἤθελε πράξει, ἀλλ’ ἁπλῶς ἤθε-
1947λεν ἀποπειραθῆ νὰ πράξῃ τοῦτο, ἤθελε συντριβῆ, ὡς θέλετε
1948πεισθῆ μετ’ οὐ πολὺν χρόνον.
1949Διὰ τοῦτο ἐγὼ, Κύριοι, δὲν θέλω δυστυχῶς δυνηθῆ,
1950μεθ’ ὅλην τὴν ἐμπιστοσύνην, ἣν ἐπεθύμουν νὰ ἔχω πρὸς τὴν
1951Κυβέρνησιν, δὲν θέλω δυνηθῆ νὰ ψηφίσω καὶ τὸ νομοσχέδιον
1952τοῦτο, διότι εἰμὶ βέβαιος, ὅτι ἐντὸς οὐχὶ πολλοῦ χρόνου θέ-
1953λομεν πάλιν εὑρεθῆ πρὸ τῶν αὐτῶν δυσαρέστων περιστάσεων.
1954Διότι ἐγὼ φρονῶ, ὅτι καὶ πρὸς τὸ συμφέρον τῆς Δυναστείας,
1955καὶ πρὸς τὸ συμφέρον τοῦ πολιτεύματος καὶ τοῦ στρατοῦ
1956καὶ τοῦ τόπου, αἱ Αὐτῶν Βασιλικαὶ Ὑψηλότητες πρέπει
1957ν’ ἀπέχωσι πάσης ἀναμίξεως εἰς τὰ τῆς Διοικήσεως, ἐπειδὴ
1958ἐπιθυμῶ νὰ πραγματοποιηθῶσιν οἱ πόθοι μου, οὓς, ὅτε συνε-
1959ζητεῖτο τὸ περὶ «Γενικῆς Διοικήσεως» νομοσχέδιον, κατα-
1960στρέφων τὴν ἀγόρευσίν μου, ὡς ἐν συμπεράσματι ἔλεγον, καὶ
1961οὓς ἀπετόλμησα, ἕνεκα τῆς εὐμενοῦς ἀνοχῆς ὑμῶν, νὰ ὑπο-
1962μνήσω πρὸς ὑμᾶς καὶ πάλιν.
1963Θέλω, Κύριοι, κηρυχθῆ καὶ κατὰ τοῦ ἑτέρου νομοσχε-
1964δίου, τοῦ «περὶ Ἐπιθεωρήσεων τοῦ στρατοῦ», καὶ διὰ πολ-
1965λοὺς μὲν ἄλλους καὶ τοὺς αὐτοὺς λόγους, ἀλλὰ κυρίως διότι
1966διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου ὑποβάλλονται εἰς ἐπιθεώρησιν
1967ἀναγκαστικήν, Κύριοι, τίνες νομίζετε; καὶ αὐτοὶ οἱ στρα-
1968τιωτικοὶ Βουλευταί! τοῦθ’ ὅπερ κατὰ τὴν προτέραν νομο-
1969θεσίαν δὲν ὑφίστατο, διότι ἐκ τῆς θελήσεως αὐτῶν ἐξήρτητο
1970νὰ ἐπιθεωρηθῶσι. Καὶ φαντάζομαι ἐξαίφνης, Κύριοι, ὡραίαν
1971τινὰ ἡμέραν ἀγορεύοντα τὸν κύριον ἐξ Οἰτύλου Βουλευτὴν,
1972καὶ καλούμενον νὰ διακόψῃ τὴν ἀγόρευσιν αὐτοῦ, ὅπως ἀναγ-
1973καστικῶς ἐπιθεωρηθῇ! (ἱλαρότης).
1974§166Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Εἶμαι ἕτοιμος πάντοτε.
1975§167Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (πρὸς τὸν κύριον Κουμουνδοῦρον).
1976Ἀλλὰ πρέπει τότε νὰ διακόψητε τὴν ἀγόρευσιν, καὶ ἡμεῖς
1977νὰ περιμένωμεν!
1978§168Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Νομίζω, κύριοι Βουλευταί, ὅτι εὑρέθημεν
1979πρὸ τῆς καταστάσεως ταύτης, διότι, ὅσῳ καὶ ἂν προσεπα-
1980θήσαμεν πρόρριζα ν’ ἀνατρέψωμεν τὸ παρελθὸν, κατὰ τὰς
1981ἰδέας ἡμῶν καὶ τὰς ἐπαγγελίας, δὲν ἐτολμήσαμεν, ὠρρωδή-
1982σαμεν· ἠθελήσαμεν μικρὸν ἐκ τοῦ παρελθόντος νὰ θίξωμεν,
1983καὶ οὐχὶ τὸ παρελθὸν αὐτὸ ἐν τῇ ἑαυτοῦ ὁλομερείᾳ.
1984Ἐγὼ, Κύριοι, δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι, ἐὰν τὸ σεβαστὸν γῆ-
1985ρας τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως καὶ τὸ παρελθὸν αὐ-
1986τοῦ, τὸ ἔντιμον καὶ τὸ ἐπιβάλλον, καὶ ἡ μεγάλη πεῖρα αὐ-
1987τοῦ ἐνεφανίζοντο πρὸ τοῦ Ἄνακτος καὶ ἔλεγον αὐτῷ εὐθαρ-
1988σῶς τὴν ἀλήθειαν, ὅτι τουτέστι «τοιαῦτά τινά εἰσι τὰ μέτρα
1989ἡμῶν, ἅτινα θέλομεν ὑποβάλει εἰς τὴν Βουλὴν τῶν ἀντιπρο-
1990σώπων τοῦ ἔθνους, οὐχὶ διότι ὑπεστηρίξαμεν αὐτὰ κατὰ τὸ
1991παρελθὸν, ἀλλὰ διότι πεποίθαμεν καὶ κατὰ τὸ παρὸν, ὅτι
1992εὑρισκόμεθα ἐν τῇ ἀληθείᾳ», ἐγὼ, Κύριοι, δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι
1993ὁ Ἄναξ, ὃν χαρακτηρίζει λεπτότης κρίσεως, στοργὴ πρός τε
1994τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα καὶ πρὸς τὸν Οἶκον αὑτοῦ, ἤθελεν ἴσως
1995συζητήσει, ἀλλ’ ἤθελεν ἀποδεχθῆ τὰς γνώμας τοῦ κ. Πρω-
1996θυπουργοῦ.
1997Διότι ἐγὼ πιστεύω, ὅτι οἱ Ὑπουργοὶ κατὰ γενικὴν ἀρχὴν
1998βεβαίως δὲν εἶναι ὑπόχρεοι νὰ εἰσηγῶνται προηγουμένως τὰ
1999νομοθετήματα αὑτῶν πρὸς τὸν Βασιλέα. Ἐὰν τοιοῦτόν τι
2000ἐλάμβανε χώραν, ἡ συζήτησις ἐν τῇ Βουλῇ δὲν ἤθελεν εἶσθαι
2001ἐλευθέρα, διότι οἱ Ὑπουργοὶ ἐν πάσῃ τροπολογίᾳ τῶν μετὰ
2002τοῦ Βασιλέως συζητηθέντων καὶ συνταχθέντων νομοσχεδίων
2003ἤθελον ἀναγκάζεσθαι νὰ ἐγκαταλείπωσι τὴν αἴθουσαν τῆς
2004Βουλῆς, καὶ νὰ ἐπισκέπτωνται τὸ Γραφεῖον τῆς Αὐτοῦ Με-
2005γαλειότητος, ἵνα ζητήσωσι γνώμην. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι οὐ
2006μόνον δὲν εἶναι ὑπόχρεοι κατὰ γενικὴν ἀρχὴν οἱ Ὑπουργοὶ
2007νὰ ὑποβάλλωσι τὰ νομοσχέδια εἰς τὸν Βασιλέα, ἀλλὰ καὶ
2008συμφέρον τῆς Βασιλείας εἶναι τοῦτο, νὰ μὴ λαμβάνῃ τουτέ-
2009στι κατὰ γενικὴν ἀρχὴν μέρος εἰς τὴν τοιαύτην προεργασίαν,
2010διότι ἄλλως φαίνεται ἡ Βασιλεία ἐρχομένη εἰς τὴν αἴθουσαν
2011ταύτην καὶ συζητοῦσα μεθ’ ἡμῶν, πρᾶγμα, ὅπερ ἡ κοινοβου-
2012λευτικὴ συνήθεια ἀνέκαθεν δὲν παρεδέχθη, πρᾶγμα, ὅπερ
2013ἤθελε τιτρώσκει τὴν Βασιλείαν, ὁσάκις αἱ γνῶμαι αὐτῆς δὲν
2014ἤθελον γίγνεσθαι ἀποδεκταί.
2015Ἀλλ’ ἐνῷ φρονῶ ταῦτα ἐκ θεωρητικῆς ἀπόψεως, ἀφ’ ἑτέ-
2016ρου ἐκ πρακτικῆς ἀπόψεως νομίζω, ὅτι, ἀφοῦ πρόκειται περὶ
2017νομοσχεδίου, δι’ οὗ ὁπωσδήποτε ἀφαιρεῖται ὑπάτη ἐξουσία ἐκ
2018τῶν χειρῶν ἑνὸς τῶν Βασιλοπαίδων, βεβαίως ἀπῃτεῖτο, ἵνα
2019προειδοποιηθῶσι περὶ τούτου καὶ ὁ Βασιλεὺς καὶ ὁ Γεν. Διοι-
2020κητὴς τοῦ στρατοῦ, οὐχὶ ἵνα ζητηθῇ ἄδεια, ἧς οἱ Ὑπουργοὶ
2021δὲν ἔχουσιν ἀνάγκην, ἀλλ’ ἐκ πνεύματος ἁβρότητος καὶ πρα-
2022κτικότητος, ἥτις ἔδει νὰ διευθύνῃ τὰς πράξεις τῶν Ὑπουρ-
2023γῶν. Ὅθεν, ἐὰν τοιοῦτόν τι ἐγίγνετο, βεβαίως ἡ Κυβέρνησις
2024δὲν ἤθελεν ἀπαντήσει τὰς δυσχερείας, πρὸ τῶν ὁποίων σή-
2025μερον εὑρίσκεται.
2026Διὰ τοῦτο, Κύριοι, ἐγὼ τοὐλάχιστον νομίζω, ὅτι ἡ αἴτη-
2027σις τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Κορινθίας Βουλευτοῦ, ζητοῦντος, ἵνα
2028κατατεθῶσιν αἱ ἐκθέσεις τῶν κατὰ διαφόρους ἐποχὰς λαβου-
2029σῶν χώραν ἐπιθεωρήσεων τοῦ στρατοῦ, εἶναι νόμιμος καὶ λυ-
2030σιτελὴς, λυσιτελὴς πρὸς τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου,
2031ὅπερ μετ’ ὀλίγον θέλομεν κληθῆ νὰ προτάξωμεν ἐν τῇ ἡμε-
2032ρησίᾳ διατάξει.
2033Διὰ τοῦτο ἄς μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ φρονῶ, μεθ’ ὅλον τὸν σε-
2034βασμὸν, ὃν ἔχω πρὸς τὸ κῦρος τῆς γνώμης τοῦ κ. ἡγέτου
2035τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι δὲν εἶναι κατὰ πάντα δικαία ἡ σύ-
2036στασις αὐτοῦ, ὅπως οἱ κύριοι Βουλευταὶ μὴ ζητήσωσι νὰ
2037προσκομισθῶσιν αἱ ἐκθέσεις αὗται, ὅταν ἡ προσκόμισις αὐ-
2038τῶν ἀκριβῶς ζητῆται διὰ τοῦτον τὸν λόγον, ἵνα σχηματι-
2039σθῇ πεποίθησις, ὅτι ἀπέτυχεν ὁ νόμος «περὶ Γενικῆς Διοι-
2040κήσεως τοῦ στρατοῦ», ἵνα σχηματισθῇ πεποίθησις, ἣν ἐγὼ
2041τοὐλάχιστον ἔχω ἤδη, ὡς προεῖπον, ὅτι καὶ αὐτὸς ὁ νόμος
2042«περὶ σχηματισμοῦ ἀνωτέρων μονάδων τοῦ στρατοῦ» θέλει
2043ἐπίσης ἀποτύχει.
2044Καὶ ἵνα, Κύριοι, καταστρέψω τὸν λόγον, ἐγὼ τοὐλάχι-
2045στον δὲν θέλω νὰ ἰσχυρισθῶ, ὅτι, ἂν συνέβησαν ἀδικίαι ἐκ
2046μέρους τῆς «Γενικῆς Διοικήσεως» πρὸς ἄλλους, αὗται συνέ-
2047βησαν ἐπίτηδες καὶ ἀπὸ σκοποῦ. Ἀναμένω τὴν κατάθεσιν
2048τῶν ἐγγράφων ἀκριβῶς, ἵνα εὐχαρίστως πεισθῶ περὶ τοῦ
2049ἐναντίου.
2050Ἐγὼ, Κύριοι, δὲν ἰσχυρίζομαι, ὅτι ἡ Αὐτοῦ Βασιλικὴ
2051Ὑψηλότης ὁ Διάδοχος δὲν ἐμπνέεται ἐκ φιλοπατρίδων προ-
2052αιρέσεων πρὸς βελτίωσιν τῶν τοῦ στρατοῦ, ζητῶν νὰ ἐξακο-
2053λουθήσῃ ἔχων τὴν Γενικὴν Διοίκησιν τοῦ στρατοῦ. Ἀλλὰ καὶ
2054διατείνομαι καὶ λέγω, ὅτι ἕνεκα τῶν λόγων, οἵτινες πολλά-
2055κις ἀνεπτύχθησαν ἐνταῦθα καὶ κατὰ τὸ στάδιον τοῦτο τῶν
2056συζητήσεων καὶ κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ ὑπάρχοντος θεσμοῦ,
2057ἕνεκα τῶν λόγων, λέγω, ἐκείνων τὰ συμφέροντα τῆς Δυνα-
2058στείας ζημιοῦνται, καὶ τὰ συμφέροντα τοῦ στρατοῦ, καὶ τὰ
2059συμφέροντα τοῦ ἔθνους, καὶ τὸ κῦρος τοῦ πολιτεύματος ἐπίσης.
2060Ἀνομολογῶ τῳόντι, ὅτι, ὡς διῳκοῦντο ἄλλοτε τὰ πράγ-
2061ματα τοῦ στρατοῦ, θὰ συνέβαινον ἴσως αἱ κατηγορούμεναι
2062ἀλλότριαι ἐπεμβάσεις. Ὡς ἐκ τῆς μεγάλης, πολυανθρώπου
2063καὶ τὰ μάλα πεφωτισμένης ἐκλογικῆς περιφερείας, ἐν ᾗ ἔχω
2064τὴν τιμὴν νὰ πολιτεύωμαι, ἐλάχιστα ἀναμιγνύομαι εἰς τὰ
2065τῶν προσωπικῶν μεταβολῶν, καὶ προκαλῶ τοὺς ἑκάστοτε
2066καὶ κατὰ καιροὺς Ὑπουργοὺς τῶν Στρατιωτικῶν ἑκατέρας
2067τῶν πτερύγων νὰ βεβαιώσωσιν, ἄν ποτε ἐπεσκέφθην αὐτοὺς
2068εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, ἢ ἂν ἐγενόμην ποτὲ πρὸς αὐτοὺς φορτικὸς
2069ἢ ὀχληρὸς, ζητῶν προστασίαν ἀξιωματικῶν, ἢ ὑπαξιωματι-
2070κῶν, ἢ στρατιωτῶν. Ἀκούω ὅμως καὶ μανθάνω, διότι κα-
2071τοικῶ καὶ ἐγὼ ἐν τῇ πόλει ταύτῃ, ὅτι πολλάκις συνέβαινον
2072ἔκτροπα πράγματα, ὅτι ἀληθῶς πολλάκις τοὺς Ὑπουργοὺς
2073τῶν Στρατιωτικῶν περιεκύκλουν πολιτικοί τινες ἄνδρες, αἰ-
2074τοῦντες διαφόρους χαριστικὰς πράξεις ὑπὲρ φίλων αὑτῶν
2075ἀξιωματικῶν, ἢ ὑπαξιωματικῶν, ἢ στρατιωτῶν. Ἀκούω ὅτι
2076τὸ κακὸν τοῦτο περιεστάλη ἐκ τοῦ ὑπάρχοντος θεσμοῦ τῆς
2077Γενικῆς Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ.
2078§169ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ (ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Ἔπαυσε.
2079§170Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Νομίζω, ὅτι εἶναι καλὸν νὰ περιορισθῶ-
2080μεν εἰς τὸ «περιεστάλη», διότι ἐντελῶς δὲν ἔπαυσεν. Ὄχι
2081διότι ἡ Α. Β. Ὑψηλότης θέλει καταδεχθῆ ποτε νὰ ἐνεργή-
2082σῃ χαριστικὰς πράξεις· ἐξ ἐναντίας, ἐγὼ ἀκούω τοὺς ἀξιω-
2083ματικούς, ὧν πολλοὺς ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ἔχω φίλους, ὅτι
2084δίκαιος ἀνὴρ εἶναι ἡ Α. Β. Ὑψηλότης ὁ Διάδοχος, καὶ τοι-
2085οῦτον καὶ ἐγὼ ἐγνώρισα αὐτὸν ἐκ τῆς ὀλιγοχρονίου μετὰ τῆς
2086Α. Β. Ὑψηλότητος ἐργασίας μου. Ἀλλὰ μὴ λησμονῶμεν,
2087Κύριοι, ὅτι περὶ τὸν Διάδοχον ὑπάρχει καὶ βοηθητικὴ ὑπη-
2088ρεσία, ἥτις ποτὲ μοὶ φαίνεται, ὅτι δὲν θέλει τολμήσει νὰ
2089ἀρνηθῇ, ὅτι ἀνέλαβε νὰ ἐκτελῇ ὅ,τι ἄλλοτε, βεβαίως ἐν μεί-
2090ζονι κλίμακι, ἐξετέλουν οἱ Βουλευταὶ, πολλαχῶς καὶ φορτι-
2091κῶς πιεζόμενοι. Διὰ τοῦτο, καίτοι εἶμαι διατεθειμένος νὰ
2092ἴδω πολὺ εὐχαρίστως πίπτοντα τὸν θεσμὸν τῆς Γενικῆς Διοι-
2093κήσεως, καίτοι δὲν εἶμαι διατεθειμένος νὰ ψηφίσω οὔτε τὸ
2094νομοσχέδιον «περὶ ἐπιθεωρήσεων», οὔτε τὸ νομοσχέδιον
2095«περὶ Στρατηγίας», εὐαρέστως καὶ μετὰ πολλῆς τῆς προθυ-
2096μίας θέλω δεχθῆ καὶ ψηφίσει διατάξεις νόμων, ὧν δυνάμει
2097νὰ περιφρουρηθῶσι τὰ δικαιώματα, ἡ ἀσφάλεια καὶ ἡ τιμὴ
2098τῶν κυρίων ἀξιωματικῶν. Καὶ τοιοῦτόν τινα νόμον ἀπεκδέ-
2099χομαι ἀπὸ τῆς πεφωτισμένης Κυβερνήσεως, ἥτις ἡγεῖται τῶν
2100πραγμάτων τῆς χώρας.
2101§171Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Τοιαύτη ἐρ-
2102γασία παρασκευάζεται.
2103§172Α. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω, κύριε Πρόεδρε, ὅτι
2104ἔχω τὴν ὑποχρέωσιν νὰ μὴ ἀφήσω νὰ παρέλθῃ ἐν σιγῇ τὸ
2105μέρος ἐκεῖνο τῆς ὁμιλίας τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀττικῆς συνα-
2106δέλφου, διὰ τοῦ ὁποίου ἔρριψεν ὑπαινιγμόν τινα κατὰ τῶν
2107Βουλευτῶν ἐκείνων, οἵτινες τελευταίως παρουσιάσθησαν ἐνώ-
2108πιον τῆς Α. Β. Ὑψηλότητος τοῦ Διαδόχου καὶ ἐπειδὴ καὶ
2109ἐγὼ συνέπεσε νὰ παρουσιασθῶ κατὰ τὰς ἡμέρας ἐκείνας, ὀφεί-
2110λω νὰ γνωρίσω εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι ἔπραξα τοῦτο χωρὶς νὰ
2111παρακληθῶ, οὐδὲ νὰ προκληθῶ, οὐδὲ νὰ προσκληθῶ παρ’ οὐ-
2112δενός· ἔπραξα τοῦτο ἐκ τῆς πεποιθήσεως, τὴν ὁποίαν ἔχω,
2113ὅτι οὐχὶ μόνον Βουλευταὶ, ἀλλὰ καὶ πάσης τάξεως πολῖται
2114ὀφείλουσι νὰ ἐπιδιώκωσι τὴν εὐκαιρίαν, ὅπως γνωρίζωσιν ἐκ
2115τοῦ πλησίον τὴν Α. Β. Ὑψηλότητα καὶ μορφώνωσιν ἀκλό-
2116νητον καὶ ἑδραίαν τὴν πεποίθησιν περὶ τῆς μορφώσεως καὶ
2117τῆς διανοητικῆς ἀναπτύξεως αὐτοῦ (ἱλαρότης). Διότι φρο-
2118νῶ, ὅτι κατόπιν τοιαύτης ἐπικοινωνίας μετὰ τοῦ μέλλοντος
2119ἡμῶν Βασιλέως δὲν θὰ εὑρίσκωσιν ἔδαφος πλέον οἱ ῥιπτόμε-
2120νοι ἑκάστοτε ὑπαινιγμοὶ, ὅπως ἐπισκιάζηται πᾶσα ἀγαθὴ
2121πρᾶξις ἀπορρέουσα παρὰ τῆς Α. Ὑψηλότητος.
2122Οὐδένα, Κύριοι, ἐξαιρετικὸν λόγον ἔχω, ἵνα ἐκφράζωμαι
2123ὅπως ἐκφράζομαι· ἔχω μόνον τὸν λόγον, τὸν ὁποῖον ἡ συν-
2124είδησίς μου ὑπαγορεύει, ὅτι ἡ φροντὶς ἁπάντων ἡμῶν καὶ
2125ἐντὸς καὶ ἐκτὸς τῆς Βουλῆς πρέπει νὰ ἦναι τοιαύτη, ὥστε
2126νὰ τηρῆται ἀμείωτον τὸ γόητρον τοῦ Βασιλέως καὶ τῆς Βα-
2127σιλικῆς Οἰκογενείας.
2128§173Α. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Μόνον οἱ κόλακες τὰ λέ-
2129γουσιν αὐτά!
2130§174Α. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Μὲ συγχωρεῖτε, κύριε Πανα-
2131γιωτόπουλε· τὴν θέσιν, τὴν ὁποίαν κατέχω, τὴν ἐδημιούρ-
2132γησα ἀπ’ ἐμαυτοῦ, χωρὶς νὰ ἴδω τίποτε καὶ χωρὶς νὰ ἐλ-
2133πίζω τίποτε παρ’ οὐδενός.
2134Ἔχω λοιπὸν τὴν πεποίθησιν, ὅτι, τηρουμένου ἀμειώτου τοῦ
2135γοήτρου τοῦ Βασιλέως, ὡς καὶ τῶν μελῶν τῆς Βασιλικῆς
2136Οἰκογενείας, ἔχει πλειότερον νὰ ὠφεληθῇ ὁ Ἑλληνισμὸς ἢ
2137τοὐναντίον.
2138Ταῦτα εἶχον, κύριε Πρόεδρε, νὰ εἴπω.
2139§175Γ. ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε.
2140§176ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κουμουνδοῦρος ἔχει τὸν λόγον.
2141§177Γ. ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Εἶναι προσωπικόν, κ. Κουμουνδοῦρε.
2142§178Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὁρίστε.
2143§179Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Προτείνει νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν
2144ἡμερησίαν διάταξιν καὶ νὰ διακόψωμεν μετὰ τὰς 8.
2145§180Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὁ κ. Κουντουριώτης δὲν
2146θὰ μᾶς κανονίσῃ τὴν συζήτησιν.
2147§181Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Δὲν πρόκειται νὰ κανονίσω ἐγὼ
2148τὴν συζήτησιν. Ἐγὼ εἶπον μίαν γνώμην, καὶ ἂν ἡ Βουλὴ
2149ἦναι διατεθειμένη νὰ τὴν δεχθῇ, θὰ μὲ εὐχαριστήσῃ παρα-
2150πολὺ (ἱλαρότης).
2151§182Γ. ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἀπὸ τοῦ 1874 εἶ-
2152χον νὰ ἀκούσω παρομοίαν γνώμην. Ὁ ἀξιότιμος συνάδελφός
2153μου ἐξ Ἠλείας κ. Ἀνδρέας Στεφανόπουλος εἶπε πρὸ μικροῦ,
2154ὅτι ἔκρινε περὶ τῆς διανοητικῆς ἀναπτύξεως τοῦ μέλλοντος
2155Βασιλέως τῆς Ἑλλάδος! Ἐνθυμεῖσθε, ὅτι κατὰ τὸ 1874
2156ἔκρινε περὶ τῆς διανοητικῆς ἀναπτύξεώς μου ὁ τότε Πρόε-
2157δρος τῆς Βουλῆς Κασιμάτης, ὅστις ἐκλήθη καὶ νοομέτρης.
2158Ὥστε ἀνέζησεν ὁ νοομέτρης, κύριε Πρόεδρε! (γέλωτες).
2159§183Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν ἤθελον, Κύριοι, ν’ ἀνα-
2160μιχθῶ εἰς τὴν συζήτησιν πλέον, ἐὰν ἡ ἀγόρευσις τοῦ ἀξιοτί-
2161μου ἐκ Μεγαρίδος Βουλευτοῦ δὲν μὲ προεκάλει, καὶ ἐὰν ἡ
2162γνώμη, τὴν ὁποίαν ἐξέφρασεν ὁ ἔντιμος Πρωθυπουργός, δὲν
2163μοὶ ἐπέβαλλε νὰ λάβω τὸν λόγον. Εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ
2164παρατηρήσω εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Μεγαρίδος, ὅτι εἶναι
2165πολὺ νέος, ἵνα δίδῃ συμβουλὰς πρὸς ἡμᾶς τοὺς στρατιωτι-
2166κούς.
2167§184Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶμαι καὶ τόσον νέος;
2168εἶμαι τεσσαρακοντούτης (ἱλαρότης).
2169§185Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ... Ἡ προθυμία δὲ αὕτη εἰς
2170τὸ νὰ δίδῃ συμβουλὰς τὸν ἔκαμε νὰ στηρίξῃ τὴν γνώμην του
2171ἐπὶ τούτου εἰς ἰδέαν, τὴν ὁποίαν αὐτὸς ἐσχημάτισεν, ὅτι
2172ἡμεῖς οἱ στρατιωτικοὶ ἐνταῦθα κατὰ τὴν συζήτησιν τὴν ση-
2173μερινὴν εὑρέθημεν διαφωνοῦντες.
2174§186Γ. ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Ἐγὼ εἶμαι πολίτης, κύριε Κου-
2175μουνδοῦρε.
2176§187Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ... Ὑπάρχει στρατιωτικὸν
2177ζήτημα, εἰς τὸ ὁποῖον διαφωνοῦμεν; Ὁμιλοῦμεν περὶ ἐκθέ-
2178σεων· καὶ οἱ μὲν εἶχον τὴν ἰδέαν νὰ ἔλθῃ ἡ ἔκθεσις ἡ εἰδική,
2179οἱ δὲ εἶχον τὴν ἰδέαν νὰ ἔλθῃ ἡ ἔκθεσις ἡ γενική. Ὑπάρχει
2180που διαφωνία εἰς τοῦτο;
2181Ἀλλὰ δὲν εἶναι ἀκριβῶς ὁ λόγος αὐτός, ὁ ὁποῖος μὲ κά-
2182μνει νὰ λάβω τὸν λόγον. Ὁ λόγος, ὁ ὁποῖος μὲ ἔφερεν εἰς
2183τὸ βῆμα, Κύριοι, εἶναι, διότι ὁ ἔντιμος ἐκ Μεγαρίδος Βου-
2184λευτὴς ἠθέλησε νὰ δείξῃ εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι ἐγὼ δὲν εἶμαι
2185συνεπὴς πρὸς ἐμαυτόν, διότι ἄλλοτε ἐξηγέρθην καὶ ἐζήτησα
2186νὰ μὴ προσαχθῶσιν ἐκθέσεις καὶ καταγγελίαι ἀφορῶσαι
2187ἀξιωματικοὺς τοῦ στρατοῦ, διὰ νὰ μὴ συντριβῇ τὸ γόητρον
2188αὐτῶν. Ἀληθῶς, Κύριοι; ἀλλὰ τότε ἐπρόκειτο νὰ γείνῃ συ-
2189ζήτησις ἐν τῇ Βουλῇ ἀκαδημαϊκή, οὐδένα ἔχουσα σκοπόν.
2190Ὁ λόγος ὅμως, Κύριοι, ὁ ὁποῖος μὲ ἔφερε σήμερον εἰς τὴν
2191ἀναπόδραστον ἀνάγκην νὰ ζητῶ νὰ προσαχθῶσι τὰ τοιαῦτα
2192ἔγγραφα, εἶναι, διότι ἀνώτερος καὶ σπουδαιότερος λόγος
2193ἀπὸ τὸ γόητρον τοῦ στρατοῦ προκαλεῖ τὴν ἐπιμονήν μου ταύ-
2194την. Καὶ ὁ ἀνώτερος λόγος εἶναι τὸ γόητρον τῆς Δυναστείας.
2195Ἐγὼ ἀγαπῶ τὴν πατρίδα μου, καὶ εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ
2196ἀγαπῶ τὴν Βασιλείαν. Δὲν θέλω νὰ κολακεύω, καὶ ὁμιλῶ
2197τοιουτοτρόπως, διότι δὲν συνήθισα νὰ κολακεύω. Εἶμαι
2198ἠναγκασμένος νὰ ἀγαπῶ τὴν Βασιλείαν, διότι ἀγαπῶ τὴν
2199πατρίδα μου, διότι ἡ Βασιλεία εἶναι ἀρρήκτως συνδεδεμένη
2200μὲ τὴν πατρίδα μου.
2201§188Γ. ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Ὄχι καὶ τόσον, κύριε Βουλευτά.
2202§189Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ταῦτα εἰς ἀπάντησιν ἐκεί-
2203νων, οἱ ὁποῖοι ἄλλως θέτουσι τὸ ζήτημα, καὶ τὸ θέτουσι διὰ
2204τὸν λόγον, διὰ τὸν ὁποῖον κατηγοροῦσιν ἡμᾶς ὡς καταγγέλ-
2205λοντας τὰ πράγματα καὶ βυσσοδομοῦντας κατὰ τῆς Δυνα-
2206στείας! Βυσσοδομοῦσι κατὰ τῆς Δυναστείας ἐκεῖνοι, οἱ
2207ὁποῖοι ἀναμιγνύουσιν ἀνευθύνους εἰς ὑπηρεσίας, αἱ ὁποῖαι
2208ἐπιφέρουσιν εὐθύνας.
2209§190Γ. ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Ἀκριβῶς.
2210§191Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἡμεῖς δέ, οἱ ὁποῖοι
2211συζητοῦμεν ἐδῶ, ζητοῦμεν ν’ ἀπομακρύνωμεν τοὺς ἀνευθύνους
2212ἀπὸ τὰς εὐθύνας, καὶ νὰ μὴ καταρρίπτηται τὸ γόητρον τῆς
2213Δυναστείας ἐκ τῆς ἀναμίξεως τῆς τάδε ἢ τάδε, ἡ ὁποῖα
2214προκαλεῖ τὰς συζητήσεις καὶ κλονίζει τὸ γόητρον τῆς Δυνα-
2215στείας.
2216§192Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ συμφωνῶ.
2217§193Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Διὰ τοῦτο ζητοῦμεν τὴν
2218συζήτησιν καὶ ἐν μυστικῇ συνεδριάσει, διὰ νὰ σώσωμεν τὴν
2219Δυναστείαν ἀπὸ τὸν κίνδυνον, τὸν ὁποῖον ὑπηνίχθη ὁ βου-
2220λευτὴς ἐξ Ἀττικῆς κ. Λεβίδης.
2221Ἡμεῖς, Κύριοι, εἴτε Ὑπουργοὶ εἴμεθα, εἴτε ἰδιῶται, εἰς
2222προτάσεις καὶ γνώμας φίλων μας τείνομεν οὖς εὐμενὲς, διότι
2223τ’ ἀποτελέσματα τῶν γνωμῶν ἐκείνων, ὅταν ἔχωσιν ἀγαθὴν
2224τὴν βάσιν, θὰ τιμῶσιν ἡμᾶς, οἱ ὁποῖοι θὰ πραγματοποιή-
2225σωμεν τὰς γνώμας ἐκείνας. Κατὰ μείζονα λόγον θὰ δεχθῶ-
2226μεν γνώμας εἴτε τοῦ Βασιλέως εἴτε τῶν Ὑψηλοτήτων, ὅταν
2227πρόκηται νὰ πραγματοποιήσωμεν ἀγαθόν τι διὰ τὴν πατρί-
2228δα ἡμῶν. Φιλοδοξοῦμεν νὰ καταλάβωμεν τὴν ἀρχὴν, οὐχὶ
2229διὰ νὰ καλώμεθα Ὑπουργοὶ, διότι ὁ τίτλος αὐτὸς δὲν ἔχει
2230καμμίαν ἀξίαν, ὅταν δὲν ἦναι εἰς τὴν πραγματικὴν του θέ-
2231σιν· ἐγὼ τὸν περιφρονῶ, — καὶ τὸ λέγω εἰλικρινῶς· — ἐὰν φι-
2232λοδοξῶ νὰ γείνω Ὑπουργὸς, φιλοδοξῶ διὰ νὰ συνδέσω τὸ ὄνομά
2233μου μὲ ἀγαθὴν, μὲ ἔνδοξον, εἰ δυνατὸν, πρᾶξιν πρὸς τὴν πα-
2234τρίδα μου. Διὰ τοῦτο συζητοῦμεν καὶ ἐπαναλαμβάνομεν εἰς
2235ἑκάστην συζήτησιν τὸ ζήτημα τὸ στρατιωτικὸν, διὰ νὰ φω-
2236τίσωμεν τὴν Βουλὴν περὶ τῶν κακῶν τῶν ἐπικειμένων, περὶ
2237τῶν κακῶν, τὰ ὁποῖα ἤρξαντο νὰ λαμβάνωσι σάρκα καὶ
2238ὀστᾶ, διὰ νὰ ὑποδείξωμεν εἰς τὴν Βουλὴν, εἰς τὸ ἔθνος, ὅτι
2239κινδυνεύομεν.
2240Δὲν θέλω νὰ εἴπω περισσότερα. Μία συνέντευξίς μου πρὸς
2241τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν καὶ μία παράκλησίς μου
2242προῆλθεν ἐκ τοῦ κινδύνου, ὁ ὁποῖος ἀπειλεῖ τὴν πατρίδα
2243ἡμῶν· εὑρῆκα πρόθυμον ἢ μᾶλλον ἐκτελοῦντα τὴν παράκλη-
2244σίν μου τὸν κ. Ὑπουργὸν, καὶ ἐξέφρασα τὴν εὐγνωμοσύνην
2245μου. Διὰ τοῦτο ζητοῦμεν λοιπὸν τὴν συζήτησιν καὶ ἐν μυ-
2246στικῇ συνεδριάσει, διὰ νὰ σώσωμεν, ἐπαναλαμβάνω, τὴν πα-
2247τρίδα ἡμῶν.
2248§194Γ. ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Διὰ νὰ προλάβωμεν, ἵνα μὴ οἱ τέσ-
2249σαρες ὑπαξιωματικοὶ, οἱ ὁποῖοι ἐπῆγαν εἰς τὸ Παλάτι καὶ
2250ἐζήτησαν τὸ δίκαιόν των, γείνωσι δέκα ἢ καὶ περισσότεροι.
2251§195Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. 600 προήχθησαν! Δὲν ἠμπο-
2252ρεῖ πλέον νὰ τὸ χωνεύσῃ κανείς! Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε.
2253Ὅλοι, ὅσων ἐκοκκίνισεν ὁ σβέρκος, κατὰ τὸ δὴ λεγόμενον,
2254ἀπὸ τὸ κτύπημα τῶν ποδῶν ἐπ’ αὐτοῦ, ἔγειναν ἀξιωματι-
2255κοί! Ἐσώσατε τὴν πατρίδα! Ἐμουντζουρώσατε τὴν πα-
2256τρίδα! Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε.
2257§196Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἀπαντῶ εἰς τὸν ἔντιμον
2258συνάδελφον ἐκ Γυθείου, ὅτι εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ἐπροβιβάσθη-
2259σαν καὶ εὐεργετικοὶ δι’ ὅσους συνέλαβον φυγοδίκους, εἶναι
2260ἀληθὲς, ὅτι ἐπροβιβάσθησαν ἕνεκα ἀρχαιότητος ὑπηρεσίας
2261κατὰ τὸν εὐεργετικὸν νόμον καὶ ὑπαξιωματικοὶ εἰς οὐδὲν συν-
2262τελέσαντες, καὶ ὑπαξιωματικοὶ ἐκ τῆς ὑπηρεσίας προερχόμε-
2263νοι, ἀλλ’ ὀλίγοι μόνον ἐκ τῶν ὑπαξιωματικῶν, οἱ ὁποῖοι
2264ἔπραξαν ἐν τῇ στιγμῇ τῇ κρισίμῳ τῆς πατρίδος τὸ καθῆκον
2265αὐτῶν ἐπροβιβάσθησαν, οἱ λοιποὶ ἐκ τῶν τοιούτων περιεφρο-
2266νήθησαν, παρηγκωνίσθησαν, λέγω πρὸς τὸν ἔντιμον ἐκ Γυ-
2267θείου Βουλευτήν. Καὶ ἂν ἦναι ἀληθὲς, ὅτι ἐξεπλήρωσαν τὸ
2268καθῆκόν των κατὰ τρόπον, ὅστις ἐπέβαλλεν εἰς τὴν Πολι-
2269τείαν νὰ μεριμνήσῃ περὶ αὐτῶν καὶ ἱκανοποιήσῃ αὐτοὺς,
2270μάρτυς ψευδὴς θὰ ἦναι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἐμελέτησε καὶ
2271ἔδωκε τὴν γνώμην του περὶ τούτου, ὁ συνταγματάρχης κ.
2272Γρίβας, ὁ ἐκ Βονίτσης βουλευτής.
2273§197Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Εἶναι ἐκθέσεις 1100, καὶ δὲν
2274ὑπάρχει ἀνώτερος ἀξιωματικὸς, ὅστις νὰ μὴ λέγῃ ἐν τῇ ἐκ-
2275θέσει του, ὅτι πρέπει νὰ προαχθῶσιν οἱ ὑπ’ αὐτὸν, διὰ νὰ
2276δείξῃ, ὅτι τὸ Σῶμά του ἐξεπλήρωσε τὸ καθῆκόν του, διὰ νὰ
2277καλύψῃ τὸ αἶσχός του!
2278§198Κ. ΓΕΡΑΚΗΣ. Μάλιστα, Κύριοι! διότι εἶμαι μάρτυς
2279εἰς τὸν πόλεμον.
2280§199Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἂν ὁ ἀξιότιμος Βουλευ-
2281τῆς, ὁ ὁμιλῶν ταύτην τὴν στιγμήν, φέρῃ τοιαύτην συζήτησιν,
2282θὰ μὲ ἀναγκάσῃ νὰ φέρω καὶ ἐγὼ τὴν συζήτησιν εἰς τὸ ση-
2283μεῖον, ὅπου πρέπει, διὰ νὰ ἀποδειχθῇ, πόθεν προῆλθον καὶ
2284πῶς προῆλθον τὰ κακὰ τοῦ πολέμου, καὶ τότε θὰ φέρω γνώ-
2285μην ὄχι τῶν Ἑλλήνων ἀξιωματικῶν, εἴτε πολιτῶν παρευρε-
2286θέντων ἐκεῖ, ἀλλὰ θὰ φέρω γνώμην ἀξιωματικῶν τοῦ Γερμα-
2287νικοῦ Ἐπιτελείου, διὰ νὰ ἀποδείξω, ἂν τὰ καταγγελλό-
2288μενα κατὰ τοιοῦτον τρόπον ἔχονται ἀληθείας.
2289Ἀλλὰ διαφωνῶ καὶ πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν καὶ πρὸς τὸν κ.
2290Πρωθυπουργόν, ὁ ὁποῖος ἐθεώρησεν, ὅτι αὐτὴ ἡ συζήτησις δὲν
2291ἔχει κανένα λόγον, καὶ ὅτι δὲν πρόκειται νὰ ζητήσωμεν εὐθύ-
2292νας ἀπὸ Ὑπουργοὺς, οὐδὲ συζητοῦμεν νομοσχέδιον. Ὁ Ὑπουρ-
2293γὸς ἔχει ἀληθῶς εὐθύνην, κύριε Πρόεδρε, διὰ τὰς πράξεις
2294τῶν ὑποδεεστέρων του, ἀλλ’ ἐδῶ ἔγκειται τὸ ζήτημα, ἂν
2295δύναται νὰ ζητήσῃ τὰς εὐθύνας· καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει
2296μὲ φέρετε εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἐκταθῶ. Ἐπειδὴ ὅμως ὁ χρό-
2297νος δὲν εἶναι ἀρκετὸς πρὸς τοῦτο, καὶ ἐπειδὴ θὰ συζητήσω-
2298μεν περὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου κατὰ τὴν συζήτησιν τῶν
2299νομοσχεδίων, δὲν θέλω ἀναπτύξει τώρα τὸ ζήτημα τοῦτο διὰ
2300μακρῶν.
2301Ἀλλὰ διότι ὁ ὑπεύθυνος, ἐπαναλαμβάνω, ὁ Ὑπουργὸς
2302τῶν Στρατιωτικῶν δὲν δύναται νὰ ζητήσῃ εὐθύνας ἀπὸ ἐκεί-
2303νους, οἱ ὁποῖοι ὡς ἐκ τοῦ νόμου ἀνέλαβον εὐθύνην, — καὶ αὐτὸ
2304ζητοῦμεν ν’ ἀποφύγωμεν, καὶ δι’ αὐτὸ κάμνομεν τὴν συζή-
2305τησιν, κύριε Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως — ἀλλὰ καὶ διότι καὶ
2306τὸν νόμον πρόκειται νὰ συζητήσωμεν, διὰ τοῦτο ζητοῦμεν τὰ
2307ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα ζητοῦμεν, διὰ νὰ ἴδωμεν, κατὰ πόσον ὁ
2308νόμος βλάπτει ἢ δὲν βλάπτει, δίδων δικαιώματα πρὸς τὸν
2309ἡγέτην τοῦ στρατεύματος. Ἀλλ’ ἐπέχει τόπον σπουδαῖον ἡ
2310συζήτησις αὕτη ἐπὶ τοῦ νομοθετήματος, καὶ διὰ τοῦτο κατα-
2311ναλίσκομεν τὴν ὥραν, διότι ἡ ὥρα οὕτω δαπανωμένη εἶναι
2312πρὸς τὸ συμφέρον καὶ τῆς Δυναστείας καὶ τοῦ στρατοῦ καὶ
2313τῆς πατρίδος. Καὶ δὲν συμφωνῶ μὲ τὸν ἀξιότιμον βουλευτὴν
2314ἐξ Ἀττικῆς κ. Λεβίδην, ὁ ὁποῖος διατείνεται, ὅτι τὰ ἴδια
2315ἀποτελέσματα θὰ ἔχῃ καὶ ὁ νόμος ὁ προτεινόμενος ἐκ μέρους
2316τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, διότι ὁ κ. Ὑπουργὸς
2317τῶν Στρατιωτικῶν ἐδήλωσεν, ὅτι δύναται νὰ δεχθῇ τροπο-
2318ποιήσεις, αἱ ὁποῖαι δὲν δύνανται νὰ μεταβάλωσι τὴν βάσιν
2319τοῦ νομοθετήματος. Καὶ ποία εἶναι ἡ βάσις τοῦ νομοθετή-
2320ματος; Ν’ ἀφαιρεθῶσι ἀπὸ ἀνεύθυνον δικαιώματα καὶ κα-
2321θήκοντα, ἀποδίδοντα εἰς αὐτὸν εὐθύνην. Ἡ τροπολογία, τὴν
2322ὁποίαν δύνασθε νὰ φέρητε, κύριε Βουλευτά, καὶ νὰ πεισθῆτε
2323νὰ ψηφίσητε τὸν νόμον, εἶναι ἐκείνη, τὴν ὁποίαν σεῖς ἐννο-
2324εῖτε, ὅτι πρέπει νὰ ἔχῃ ὁ νόμος αὐτός· εἴτε θέλετε νὰ ἀλ-
2325λάξητε τὸν στρατηγὸν καὶ δώσητε τὴν Στρατηγίαν εἰς τὸν
2326ἀντιστράτηγον, ὁ ὁποῖος κατὰ τὸ Σύνταγμα θὰ ὑπέχῃ εὐθύ-
2327νην, εἴτε ἄλλην τινὰ τροπολογίαν θέλετε, βεβαίως ὁ Ὑπουρ-
2328γὸς, ὅταν δὲν μεταβάλητε τὴν βάσιν τοῦ νομοσχεδίου αὐ-
2329τοῦ, θὰ δεχθῇ τὴν τροπολογίαν· καὶ ἰδού, ὅπου θὰ ἦσθε εἰς
2330τὴν ἀνάγκην νὰ ὑποστηρίξητε τὸ νομοσχέδιον τοῦ Ὑπουρ-
2331γοῦ. Θὰ δεχθῆτε λοιπὸν τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου,
2332διότι ἔχει μίαν βάσιν, ν’ ἀπομακρυνθῇ ὁ Διάδοχος ἀπὸ τὴν
2333ἐνεργὸν ὑπηρεσίαν κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον, καθ’ ὃν ἐδόθη εἰς
2334αὐτὸν ἡ ἀρχή.
2335Καταλήγων ἐπαναλαμβάνω νὰ εἴπω, ὅτι ἡ συζήτησις,
2336τὴν ὁποίαν ἐκάμαμεν, εἶναι ἐπωφελής, δὲν εἶναι οἵα ὑπέδει-
2337ξεν αὐτὴν ὁ κ. Πρωθυπουργός, καὶ θέλω τὸν παρακαλέσει,
2338ἀφοῦ ἐκ τῆς συζητήσεως καταφαίνεται, ὅτι ἡ δρᾶσις, ἡ
2339ὁπωσδήποτε εἴτε ἀγαθὴ εἴτε μὴ ἀγαθή, τῆς Α. Ὑψηλότη-
2340τος δὲν ἔχει τ’ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα ὑπέδειξε πρὸ μιᾶς
2341ὥρας ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Ἀττικῆς κ. Λεβίδης, νὰ μὴ ἐπι-
2342μείνῃ. Ἐν πάσῃ περιπτώσει καλὸν εἶναι νὰ προσαχθῶσι τὰ
2343ἔγγραφα, καὶ νὰ γείνῃ μυστικὴ συνεδρίασις, διὰ ν’ ἀποφα-
2344σίσωμεν ὅ,τι πρέπει ν’ ἀποφασίσωμεν, χωρὶς νὰ ἀκούωμέν
2345τινας τῶν κυρίων Βουλευτῶν νὰ μᾶς ὀνομάζουν ἀγύρτας, διότι
2346ὑποβάλλομεν μετὰ σεβασμοῦ καὶ μετὰ κοινοβουλευτικῆς τά-
2347ξεως τὴν γνώμην ἡμῶν! Ἡμεῖς δὲν εἴμεθα ἀγύρται· ἀγύρ-
2348ται εἶναι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι διὰ τῶν λόγων αὐτῶν καὶ τῶν
2349τρόπων ζητοῦσι νὰ καταστρέψωσι καὶ τοὺς ἰσχυροὺς καὶ τοὺς
2350ἀδυνάτους.
2351§200Δ. ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
2352§201ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Πετροπουλάκης ἔχει τὸν λόγον.
2353§202Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, νὰ εἰσέλθωμεν εἰς
2354τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
2355§203Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Δὲν γνωρίζω, Κύριοι, τίνα ὑπη-
2356νίχθη ὁ ἀξιότιμος ἐξ Οἰτύλου Βουλευτὴς ὡς κόλακα. Ἀλλὰ
2357ἐγὼ ὀφείλω νὰ δηλώσω, ὅτι οὔτε ἄρχοντας, οὔτε κυβερνή-
2358σαντας, οὔτε κυβερνῶντας, οὔτε μέλλοντας νὰ κυβερνήσωσιν
2359ἔμαθον ποτὲ νὰ κολακεύω, διότι εὐτυχῶς τὴν μικράν μου πο-
2360λιτικὴν ὕπαρξιν τὴν στηρίζω εἰς τὸν τόπον τῆς γεννήσεώς
2361μου, ὁ ὁποῖος ἀείποτε ἐτίμησε τὸ ὄνομα, τὸ ὁποῖον φέρω, καὶ
2362ἐκεῖ ἐν τῷ μέλλοντι θὰ τὴν στηρίζω...
2363§204Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Εἰς τὸ μυαλό σου πρὸ πάν-
2364των.
2365§205Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Δὲν γνωρίζω, ἂν εἰς τὸ μυαλό
2366μου ἢ ὄχι.
2367Ἤθελον μόνον νὰ ὑπομνήσω εἰς τὸν ἐξ Οἰτύλου συνάδελ-
2368φον καὶ φίλον μου κ. Κουμουνδοῦρον, ὅτι, ὅτε ἦτο Ὑπουργὸς
2369τῶν Στρατιωτικῶν, ἀπὸ τῆς θέσεως ἐκείνης ἔλεγεν ὅτι, ἐὰν
2370προβιβάσωμεν πάντας ἐκείνους, ὑπὲρ τῶν ὁποίων ὑπάρχουσιν
2371ἐκθέσεις, ὄχι μόνον τοὺς ἐν τῷ στρατεύματι ὑπηρετοῦντας
2372ἠθέλομεν προβιβάσει, ἀλλὰ πάντας τοὺς Ἕλληνας! — Ἐνθυ-
2373μοῦμαι καὶ τὴν φράσιν.
2374§206Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Καὶ εἶπον, ὅτι αἱ ἐκθέσεις
2375εἶναι εἰς τὴν ἐπιτροπὴν, καὶ θὰ τὸ βεβαιώσῃ ἡ ἐπιτροπὴ,
2376διὰ νὰ ἴδωμεν ποίους θὰ καθαρίσῃ.
2377§207Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Ἤκουσα δὲ καὶ παρ’ ἄλλων
2378ἀξιωματικῶν καὶ παρὰ κατὰ διαφόρους περιστάσεις Ὑπουρ-
2379γῶν τῶν Στρατιωτικῶν, ὅτι οἱ ἀξιωματικοὶ οἱ παρευρεθέντες
2380ἐν πολέμῳ, ὄχι μόνον οἱ ἐκπληρώσαντες τὸ καθῆκόν των, ἀλλὰ
2381καὶ οἱ μὴ ἐκπληρώσαντες, διὰ νὰ καλύψωσι τὴν ἔλλειψίν
2382των, «σκρούα γραμματίκα!» πάντες αὐτοί, ὡς ἀνδραγαθή-
2383σαντες παρουσιάσθησαν! (γέλωτες).
2384Προκειμένου λοιπὸν νὰ συζητηθῇ μετ’ οὐ πολὺ τὸ σχετι-
2385κὸν νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἀληθῶς ἀφορᾷ τὴν διακανόνισιν
2386τῶν καθ’ ἡμᾶς στρατιωτικῶν πραγμάτων, εἶναι ἀνάγκη νὰ
2387προσκομισθῶσι πάντα τὰ στοιχεῖα ἀπὸ μέρους τοῦ Ὑπουρ-
2388γοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, ἵνα ἴδωμεν, πῶς πρέπει νὰ ὁδηγη-
2389θῶμεν καὶ κατὰ τίνα τρόπον πρέπει νὰ κανονίσωμεν τὴν ψῆ-
2390φον ἡμῶν.
2391Διὰ τοῦτο θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρα-
2392τιωτικῶν νὰ προσαγάγῃ εἰς τὴν Βουλὴν πίνακα ἐμφαίνοντα
2393τοὺς προβιβασθέντας ἀξιωματικοὺς μετὰ τὸν πόλεμον τοῦ
23941897 καὶ ἐντεῦθεν.
2395§208Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅλοι προήχθησαν!
2396§209Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Πότε προήχθη ἕκαστος, καὶ ἂν
2397προήχθησαν δυνάμει μεταγενεστέρων ἐκθέσεων, δηλαδὴ ἐκθέ-
2398σεων γενομένων μετὰ τὸν πόλεμον ἢ πρὸ τοῦ πολέμου, τίνες
2399κατηγγέλθησαν καὶ παρεπέμφθησαν εἰς διάφορα Συμβούλια
2400ἀνακριτικὰ, τίνες παρεπέμφθησαν εἰς τὸ Στρατοδικεῖον, καὶ
2401πόσοι τούτων κατεδικάσθησαν, διὰ νὰ ἴδωμεν τὴν πραγματι-
2402κὴν λειτουργίαν τοῦ στρατιωτικοῦ ποινικοῦ νόμου μετὰ τὸν πό-
2403λεμον· ἐνήργησεν αὕτη ἢ οὔ; καὶ τότε, — διότι ἔχομεν ἀνάγ-
2404κην νὰ συγκρίνωμεν, ἐπειδὴ ἐψηφίσθη εἷς νόμος, καὶ ἔχομεν
2405Γενικὴν Διοίκησιν ἤδη, — τότε θὰ ἴδωμεν, ἂν αἱ παρὰ τῆς
2406Γενικῆς Διοικήσεως γενόμεναι ἐπιθεωρήσεις ἠδίκησαν περισ-
2407σοτέρους ἀξιωματικοὺς ἢ αἱ ἄλλοτε γενόμεναι.
2408Ἐπίσης ἐπεθύμουν, εἰ δυνατόν, ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ φέρῃ
2409τὰς προτάσεις τῆς Γενικῆς Διοικήσεως περὶ μεταθέσεων
2410ἀξιωματικῶν ἀπὸ τοῦ τέλους τοῦ πολέμου τοῦ 1897 καὶ ἐν-
2411τεῦθεν, ἵνα ἴδωμεν ὁποῖαι μεταθέσεις κατ’ ἔτος ἐγένοντο· διότι
2412ἔχω τὴν γνώμην, Κύριοι, — καὶ μὴ κρυπτώμεθα ὄπισθεν τῶν
2413δακτύλων μας, — ὅτι ἐν τῇ Γενικῇ Διοικήσει ὑπάρχουσι
2414βεβαίως 2 ἢ 3 ἢ 5 ἀξιωματικοὶ ὑπηρετοῦντες, καὶ οἱ ὁποῖοι
2415συμπαθοῦσιν εἰς 2 ἢ 3 ἢ 5, ἢ καὶ εἰς 20 ἢ 30 ἄτομα, τὰ
2416ὁποῖα θὰ κατορθώσωσι νὰ τοποθετήσωσιν ὅπου ταῦτα ζη-
2417τοῦσιν, ἀλλὰ γενικῶς βεβαίως ἡ κατανομὴ γίνεται δικαία,
2418ἐνῷ ἡμεῖς θὰ ἤμεθα εἰς μίαν κυβερνητικὴν πτέρυγα, καὶ διὰ
2419νὰ ὑπάρξῃ ὡς Κυβέρνησις ἡ πτέρυξ ἐκείνη, πρέπει νὰ ἤμεθα
2420περὶ τοὺς 130, καὶ αὐτοὶ οἱ 130 θὰ ἔχωσι βεβαίως ἕκα-
2421στος δύο ἢ τρεῖς συγγενεῖς ἢ καὶ φίλους ἐν τῷ στρατῷ καὶ
2422ἄλλους τόσους ἢ καὶ περισσοτέρους ἐχθροὺς, καὶ τοὺς μὲν
2423συγγενεῖς θὰ θέλωμεν νὰ τοὺς τοποθετήσωμεν ὅπου οὗτοι ζη-
2424τοῦσι, τοὺς δὲ ἀντιθέτους νὰ τοὺς στείλωμεν ἀλλαχοῦ. Πό-
2425σοι γίνονται; Ὑπολογίσατε, παρακαλῶ. Ἐντεῦθεν λοιπὸν,
2426τί γίνεται ὁ μπαξὲς ἐκεῖνος τῶν ἀξιωματικῶν;
2427§210Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δηλῶ, ὅτι ἐγὼ ὑπέβαλον
2428ἄλλοτε ὡς Ὑπουργός, καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς ὁ νῦν ἔχει ἕτοι-
2429μον νομοσχέδιον περὶ μεταθέσεως τῶν ἀξιωματικῶν.
2430§211Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Ὅσον δ’ ἀφορᾷ, Κύριοι, τὸ
2431ζήτημα τῆς εὐθύνης, διὰ τὴν ὁποίαν κοπτόμεθα ἐδῶ, ἢ
2432μᾶλλον τοῦ ἀνευθύνου, τὸ ὁποῖον προστατεύει τὴν Α. Β.
2433Ὑψηλότητα τὸν Διάδοχον, ἐγὼ εἶμαι ἀντιθέτου ἐντελῶς
2434γνώμης. Ἐπεθύμουν καὶ ἐπιθυμῶ νὰ ἔχῃ μίαν εὐθύνην.
2435Διατί; Διότι νομίζω, ὅτι ὄχι μόνον διὰ τὸν Διάδοχον τοῦ
2436Ἑλληνικοῦ Θρόνου, ὄχι μόνον διὰ τὸν Ὑπουργὸν τοῦ Ἑλλη-
2437νικοῦ Κράτους, ἀλλὰ διὰ πάντα ἄνθρωπον ἡ ἠθικὴ εὐθύνη εἶ-
2438ναι ὑπερτέρα πάσης καταδίκης. Καὶ ἐπιθυμῶ νὰ ἔχῃ εὐθύ-
2439νην ὁ μέλλων Βασιλεὺς τοῦ Ἑλληνικοῦ Θρόνου καὶ ἀρχη-
2440γὸς τοῦ στρατεύματος, ἵνα παρουσιαζομένης στιγμῆς, καθ’ ἣν
2441τὸ Ἑλληνικὸν ἔθνος—οὐχὶ μόνον τὸ Κράτος—θὰ εὑρεθῇ εἰς
2442τὴν ἀνάγκην νὰ παρακολουθήσῃ αὐτόν, νὰ γινώσκῃ τίνα
2443παρακολουθεῖ. Διότι πῶς θέλετε ἀκολουθήσει τὸν Διάδοχον
2444τοῦ Ἑλληνικοῦ Θρόνου, ἢ τὸν Βασιλέα σας, μὴ γινώσκοντες
2445τί πρᾶγμα εἶναι κἄν, ἀφοῦ κατ’ ἀνάγκην, ὡς ἐκ τῆς θέσεώς
2446του καὶ τοῦ βαθμοῦ του, θὰ τὸν ἔχητε ἀρχηγόν;
2447Βεβαίως οἱ συνταγματικοὶ θεσμοὶ καὶ ὁ κίνδυνος ὁ μέγας,
2448ἵνα μὴ εὑρεθῶμεν εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἐκδιώξωμεν τὴν Βασι-
2449λικὴν Οἰκογένειαν ἐντεῦθεν, μᾶς ἀναγκάζει νὰ λέγωμεν, ὅτι
2450πρέπει νὰ προνοήσωμεν. Σᾶς βεβαιῶ ὅτι ἀπὸ ἡμᾶς κανεὶς δὲν
2451ἔχει ἀνάγκην νὰ τὴν ἐκδιώξῃ, διότι πάντες γινώσκομεν, ὅτι
2452ἡ πατρίς μας ἔχει ἀνάγκην βασιλικοῦ θεσμοῦ, καὶ βασιλικοῦ
2453θεσμοῦ συνδεομένου μετὰ συγγενειῶν, ὅπως συνδέεται εὐτυ-
2454χῶς ἡ ἡμετέρα Βασιλικὴ Δυναστεία, ἀπὸ τὴν ὁποίαν ὁ Ἑλλη-
2455νισμὸς ὁλόκληρος περιμένει ἡμέρας ἀνατολῆς Ἡλίου.
2456Αὐτὴ ἦτο καὶ εἶναι ἡ γνώμη μου.
2457§212Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κύριον Ὑπουρ-
2458γὸν τῶν Στρατιωτικῶν, κατόπιν τῶν πληροφοριῶν, ἃς ἐζή-
2459τησεν ὁ κύριος ἐξ Οἰτύλου Βουλευτής, νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν
2460Βουλὴν ὀνομαστικὸν πίνακα τῶν ὑπαρχόντων συνταγματαρ-
2461χῶν, ἀντισυνταγματαρχῶν καὶ ταγματαρχῶν...
2462§213ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Καὶ τῶν στρατηγῶν.
2463§214ΕΤΕΡΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Τὴν Ἐπετηρίδα τότε.
2464§215Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Νὰ καταθέσῃ τὴν Ἐπετηρίδα. Συγ-
2465χρόνως δὲ νὰ κατατεθῇ πίναξ, πόσοι ἐκ τῶν ὑπαρχόντων
2466συνταγματαρχῶν ἔλαβον μέρος κατὰ τὸν τελευταῖον πόλεμον,
2467καὶ πόσοι προήχθησαν εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ στρατηγοῦ· διότι
2468πρέπει νὰ μάθῃ ὁ Ἑλληνικὸς λαός, κατόπιν τοῦ τελευταίου
2469πολέμου, τοῦ τόσον νικηφόρως (!) διεξαχθέντος, πόσα πλη-
2470ρώνει διὰ μισθοὺς ταγματαρχῶν, ἀντισυνταγματαρχῶν, συν-
2471ταγματαρχῶν καὶ στρατηγῶν.
2472§216Κ. ΓΡΙΒΑΣ. Ἐξ ὅλης αὐτῆς τῆς συζητήσεως τοῦ στρα-
2473τιωτικοῦ ζητήματος μίαν καὶ μόνην γνώμην κατώρθωσα νὰ
2474μορφώσω, καὶ τὴν γνώμην αὐτὴν θὰ λάβω τὴν τόλμην καὶ
2475τὴν τιμὴν νὰ τὴν μεταδώσω εἰς τὴν Βουλήν. Ἡ παρουσία
2476ἡμῶν τῶν στρατιωτικῶν Βουλευτῶν εἶναι περιττὴ ἐν τῇ αἰ-
2477θούσῃ ταύτῃ, διότι φρονῶ, ὅτι μαθήματα καὶ πειθαρχίας καὶ
2478εὐλαβείας καὶ ἐντεῦθεν δίδονται εἰς τὸ στράτευμα. Δι’ αὐ-
2479τὸ θὰ ὑποβάλω τὴν ἑξῆς παράκλησιν πρὸς τὸν κύριον Ὑπουρ-
2480γὸν τῶν Στρατιωτικῶν· νὰ ὑποβάλῃ νομοσχέδιον, δι’ οὗ,
2481εἰς τὸ μέλλον τοὐλάχιστον, ἡμεῖς οἱ ἀξιωματικοὶ νὰ μὴ ὑπάρ-
2482χωμεν ἐνταῦθα, διὰ νὰ μὴ εὑρισκώμεθα εἰς τὴν θλιβερὰν θέ-
2483σιν νὰ ἀκούωμεν αὐτὰ, τὰ ὁποῖα ἀκούομεν ἐνταῦθα. Διότι,
2484ἐπαναλαμβάνω καὶ πάλιν, μαθήματα πειθαρχίας καὶ εὐλα-
2485βείας καὶ ἐντεῦθεν δίδονται. Λοιπὸν θὰ παρακαλέσω τὸν κ.
2486Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, καὶ μάλιστα θερμῶς θὰ τὸν
2487παρακαλέσω, χάριν τοῦ στρατεύματος αὐτοῦ, δι’ ὃ καὶ αὐτὸς
2488ἐνδιαφέρεται, ὅπως ἐνδιαφέρομαι καὶ ἐγώ, νὰ ὑποβάλῃ τοιοῦ-
2489τον νομοσχέδιον.
2490§217ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Χρειάζεται Ἐθνοσυνέλευσις.
2491§218Κ. ΓΡΙΒΑΣ. Ὑπάρχει τρόπος, καθ’ ὃν δύναται νὰ μὴ
2492πολιτεύωνται οἱ ἀξιωματικοί, χωρὶς νὰ παραβῶμεν τὴν διά-
2493ταξιν τοῦ Συντάγματος.
2494§219ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διά-
2495ταξιν.
2496Ὁ κ. Πετιμεζᾶς ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀπαντήσεως εἰς
2497τὸν Βασιλικὸν Λόγον.
2498§220Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπερατώθη ἡ ἐπ’ αὐτοῦ
2499συζήτησις.
2500§221ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Νὰ λυθῇ ἡ
2501συνεδρίασις.
2502§222ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τέσσαρας ἡμέρας γίνεται ἡ συζήτησις
2503ἐπὶ τοῦ Βασιλικοῦ Λόγου, καὶ ἀκόμη δὲν ἐτελειώσαμεν!
2504§223Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ συζήτη-
2505σις γίνεται ἤδη ἐπὶ τοῦ συνόλου.
2506§224Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δυνάμεθα νὰ κάμωμεν
2507διακοπὴν καὶ νὰ ἐπανέλθωμεν.
2508§225ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὁ κ. Πετιμεζᾶς παραιτεῖται
2509τοῦ λόγου.
2510§226Λ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Παραιτοῦμαι, ἐὰν πρόκηται νὰ γείνῃ
2511ψηφοφορία ἀμέσως.
2512§227ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κωνσταντόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
2513§228Κ. ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀνταλλάσσω τὴν θέσιν
2514μου μὲ τὸν κ. Χατζόπουλον.
2515§229ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εἶναι δυνατόν.
2516§230Κ. ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Συμβαίνει συχνότατα ἐν
2517τούτοις.
2518§231Ι. Γ. ΛΑΠΠΑΣ. Νὰ διακόψωμεν καὶ νὰ ἐπανέλθωμεν,
2519§232ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Θὰ ἦτο συντελεστικὸν πρὸς τὸν σκο-
2520πὸν, πρὸς ὃν πάντες τείνομεν, νὰ γείνῃ μιᾶς ὥρας διακοπή,
2521διότι καὶ ὁ ἀξιότιμος κ. Χατζόπουλος, ἴσως καὶ ἄλλος τις,
2522ἀλλὰ καὶ ἐγὼ βεβαίως θὰ ὁμιλήσω διὰ μακρῶν. Τὴν παρά-
2523κλησίν μου δὲ ταύτην ὑποβάλλω εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς
2524Κυβερνήσεως.
2525§233ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ ἐξακολουθήσωμεν, ἀφοῦ χθὲς ἐξηκολου-
2526θήσαμεν μέχρι τῆς δεκάτης ὥρας.
2527§234Ν. ΛΕΩΝΙΔΑΣ. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ὑποβάλλω
2528πρότασιν ἀναβολῆς.
2529§235ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶσθε δέκα;
2530§236ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ τῆς δεξιᾶς). Μάλιστα. (Ἐγεί-
2531ρονται ὑπὲρ τοὺς δέκα).
2532§237ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν περὶ ἀνα-
2533βολῆς παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν, (Ἐγείρονται οἱ ὀλιγώ-
2534τεροι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη.
2535§238Ν. ΛΕΩΝΙΔΑΣ. Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως. Εἴμεθα 15.
2536§239ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καὶ ὁ κ. Χατζόπουλος μεταξὺ τῶν 15;
2537§240Δ. ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Διατὶ ὄχι;
2538§241Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐὰν πρό-
2539κηται νὰ γείνῃ ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, θὰ ἀπο-
2540λέσωμεν χρόνον μιᾶς ὥρας, καὶ δὲν θὰ δυνάμεθα νὰ ἐπανέλ-
2541θωμεν, ἵνα ἐξακολουθήσωμεν τὴν συνεδρίασιν. Διὰ τοῦτο
2542προτιμότερον νὰ διακόψωμεν καὶ νὰ ἐπανέλθωμεν τὴν 10ην.
2543§242ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγὼ ἀνέμενον ἀπόφασιν τῆς πλειονοψη-
2544φίας.
2545Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις μέχρι τῆς 10ης ὥρας.
2546(Γίνεται διακοπὴ ὥρᾳ 8 καὶ 30′ μ. μ. Ἐπαναλαμβάνε-
2547ται δὲ ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 10 μ. μ.)
2548§243ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλοῦνται οἱ κύριοι Βουλευταὶ νὰ
2549καταλάβωσι τὰς ἕδρας των.
2550Ἐὰν δὲν ὑπάρχῃ ἀντίρρησις, ἐπαναλαμβάνεται ἡ συνε-
2551δρίασις.
2552§244Κ. ΓΕΡΑΚΗΣ. Ἀλλὰ νὰ ἤμεθα παρόντες οἱ Βουλευταί.
2553§245ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ τῆς δεξιᾶς). Παρόντες εἴμεθα.
2554§246ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐξηγηθῆτε, παρακαλῶ, κύριε Βουλευτά·
2555θέλετε τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ καταλόγου;
2556§247Κ. ΓΕΡΑΚΗΣ. Μάλιστα.
2557§248ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος.
2558(Ἀναγινώσκεται ὁ ὀνομαστικὸς τῶν βουλευτῶν κατάλο-
2559γος, ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν τῶν βουλευτῶν Σπυρ. Ε. Στάη καὶ
2560Ἀριστοτέλους Ἀναγνωστοπούλου, ὡς ψηφολεκτῶν. Μεθ’ ὃ
2561γίνεται ἡ διαλογή).
2562§249ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρόντες 126. Ἡ Βουλὴ εἶναι ἐν ἀπαρ-
2563τίᾳ.
2564Παρακαλεῖται ὁ κύριος Πετιμεζᾶς νὰ λάβῃ τὸν λόγον.
2565§250Λ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἂς προτιμηθῇ ἕτερος.
2566§251ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Χατζόπουλος.
2567§252Δ. ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
2568§253ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ ἐκ Κυθήρων βουλευτὴς κύριος Στάης
2569ἔχει τὸν λόγον.
2570§254ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι
2571κατάλληλος ἡ ὥρα.
2572§255ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ δεξιῶν). Καταλληλοτάτη!
2573§256ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Ἐγώ, κύριε Πρόεδρε, λαμβάνων τὸν λό-
2574γον ἐπὶ τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν Βασιλικὸν Λόγον, δὲν θὰ
2575εἰσέλθω εἰς θεωρίας συνταγματικὰς, οὐδὲ θὰ ἐξετάσω τὰς
2576μεταφυσικὰς αὐτοῦ ἐννοίας, περὶ ὧν ἐλάλησεν ὁ ἐκ Λεβαδείας
2577ἀγαπητὸς συνάδελφος, διότι εὑρίσκω οὐ μόνον ἔκτακτον τὴν
2578εὐκαιρίαν τῆς ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ἤδη κατατεθειμένης νο-
2579μοθετικῆς ἐργασίας τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ καὶ λίαν ἐπίκαι-
2580ρον τὴν ἐξέτασιν αὐτῆς, καὶ ἰδίᾳ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ
2581Κράτους, ὁ ὁποῖος, κατ’ ἐμὲ, εἶναι τὸ κάτοπτρον τῆς πολιτι-
2582κῆς τῆς Κυβερνήσεως καὶ οὐχὶ τὸ κάτοπτρον τῆς ἀνεχείας
2583τοῦ Κράτους, ὡς εἶπεν ὁ ἐξ Εὐρυτανίας ἀξιότιμος συνάδελφος.
2584Ἐξετάζοντες δὲ τὸν Προϋπολογισμὸν καὶ τὰ μέχρι τοῦδε
2585ἐνώπιον ἡμῶν ὑποβληθέντα νομοσχέδια θὰ ἴδωμεν, ἂν εἶναι
2586πραγματοποιήσιμοι αἱ ἐν τῷ Βασιλικῷ Λόγῳ ἐπαγγελίαι
2587τῆς Κυβερνήσεως περὶ διαρρυθμίσεως τῶν οἰκονομικῶν τοῦ
2588Κράτους, τῆς διοικήσεως αὐτοῦ, τῆς ἐκπαιδεύσεως, τῆς
2589ἀνορθώσεως τῆς Δικαιοσύνης, τῆς διαρρυθμίσεως τοῦ στρα-
2590τιωτικοῦ καὶ ναυτικοῦ κλάδου, καὶ πρὸ πάντων κατὰ πόσον
2591θὰ πραγματοποιηθῶσιν αἱ ἐπαγγελίαι τῆς Κυβερνήσεως περὶ
2592ἐνισχύσεως τῆς ἐθνικῆς παραγωγῆς. Ἀλλ’ ἵνα ἀποδείξω, ὅτι
2593ταῦτα εἶναι λέξεις ἐστερημέναι πάσης ἐννοίας, ὡς ἦσαν αἱ
2594ὑποσχέσεις τῆς Κυβερνήσεως, ὅτε διετέλει ἐν τῇ Ἀντιπολι-
2595τεύσει ἢ ἐν τῷ προεκλογικῷ σταδίῳ, περὶ οἰκονομίας 33 ἑκα-
2596τομμυρίων, τὰ ὁποῖα πολὺ ταχέως κατεβίβασεν εἰς 22 καὶ
2597ἔτι ταχύτερον εἰς 14 καὶ τέλος πρὸ ἡμερῶν εἰς 5 μόνον, ἔχω
2598ἀνάγκην νὰ εἰσέλθω εἰς λεπτομερείας τοῦ Προϋπολογισμοῦ...
2599§257ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δικαίωμά σας.
2600§258ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Δικαίωμά μου ἀναμφιβόλως, κ. Πρόε-
2601δρε τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ δικαίωμά μου ὡσαύτως εἶναι νὰ ὑπο-
2602μνήσω εἰς τὴν Βουλὴν καὶ εἰς τὸν Πρόεδρον αὐτῆς, ὅτι ἀπὸ
2603τῆς 2ας ὥρας μετὰ μεσημβρίαν σήμερον εὑρισκόμην ἐν τῇ
2604ἐπιτροπῇ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ὅτι ἄνευ διακοπῆς ἐπὶ δέκα
2605συνεχεῖς ἤδη ὥρας διαμένω ἐν τῷ Βουλευτηρίῳ, καὶ ὅτι εἶναι
2606ἤδη ἡ 1η ὥρα τῆς πρωΐας. Δὲν λέγω ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν
2607νὰ ἐξακολουθήσω, ἔστω καὶ ἐν τοιαύτῃ ὥρᾳ, καὶ μετὰ τόσον
2608πολύωρον ἐργασίαν, ἀλλὰ λέγω, ὅτι δὲν εἶναι εὐπρεπὲς νὰ
2609ἐξακολουθήσω. Ἐπεθύμουν μάλιστα νὰ ἦσαν παρόντα πάντα
2610τὰ μέλη τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, διότι ἤθελον ὑπομνή-
2611σει πρός τινα ἐξ αὐτῶν τὴν ἀντίφασιν, εἰς ἣν εὑρίσκονται αἱ
2612γνῶμαι αὐτῶν, αἱ μόλις πρὸ μηνῶν ἐνώπιον ἡμῶν ἀναπτυ-
2613χθεῖσαι, πρὸς τὰς γνώμας τὰς ἐν τῷ κυβερνητικῷ συστήματι
2614διατυπουμένας. Ἀλλὰ καὶ ἂν τὴν ὥραν ταύτην δὲν ἀναπτύξω
2615τὰς γνώμας μου ἐπὶ τοῦ κυβερνητικοῦ προγράμματος, βεβαίως
2616δὲν θ’ ἀπολίπωσιν αἱ εὐκαιρίαι, κατὰ τὰς ὁποίας θέλω δυ-
2617νηθῆ νὰ τὸ πράξω. Λυποῦμαι μόνον, διότι δὲν θὰ ἔλθωσι
2618πρὸς συζήτησιν, ὡς ἐγὼ φρονῶ, τὰ νομοσχέδια ἐκεῖνα, τὰ
2619ὁποῖα ἤθελον καὶ τὴν ἑσπέραν ταύτην ἐξετάσει. Ἔχω ἀκρά-
2620δαντον πεποίθησιν, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἔλθωσι πρὸς συ-
2621ζήτησιν νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα οὐδ’ αὐτοὶ οἱ ὑποβαλόντες
2622Ὑπουργοὶ ἀνέγνωσαν, διότι, ἐὰν εἶχον ἀναγνώσει αὐτὰ, βε-
2623βαίως δὲν θὰ εὑρίσκοντο εἰς χεῖρας ἡμῶν. Ἀλλ’ ἀφοῦ, ὡς
2624παρατηρῶ, ἡ Βουλή, δηλαδὴ ἡ πλειονοψηφία, δὲν ἀποδέχε-
2625ται τὴν εἰς αὔριον ἀναβολὴν τῆς συζητήσεως ἐπὶ τῆς ἀπαν-
2626τήσεως εἰς τὸν Βασιλικὸν Λόγον, ἀναγκάζομαι νὰ εἴπω τινὰ
2627ἐκ τῆς θέσεώς μου, χωρὶς νὰ ἐξετάσω τὴν ἑσπέραν ταύτην ἐν
2628λεπτομερείᾳ τὰ νομοσχέδια καὶ τὸν ὑποβληθέντα Προϋπολο-
2629γισμὸν τοῦ Κράτους. Ἰδίᾳ ἐπεθύμουν νὰ εἴπω ἐν συμπερά-
2630σματι πρὸς τὴν Βουλὴν καὶ πρὸς τὸ ἔθνος, ὅτι ὁ ὑποβληθεὶς
2631Προϋπολογισμὸς οὐ μόνον σχεδὸν οὐδεμίαν πραγματικὴν καὶ
2632ἀξίαν λόγου οἰκονομίαν φέρει, ἀλλὰ καταλήγει καὶ εἰς ἔλ-
2633λειμμα, κατὰ τὴν γνώμην αὐτῶν τούτων τῶν κυρίων Ὑπουρ-
2634γῶν. Προϋπολογισμὸς δὲ σήμερον καταλήγων εἰς ἔλλειμμα
2635εἶναι αὐτὴ ἡ χρεωκοπία τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ἣν ἐκήρυξεν
2636ἀνὰ τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος πρὸ τῶν ἐκλογῶν ὁ κύριος Πρόε-
2637δρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, καὶ τὴν ὁποίαν πράγματι
2638ἦλθε νὰ πραγματώσῃ διὰ τοῦ προγράμματος αὑτοῦ.
2639§259ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Σεῖς ἐφέρατε τὴν χρεωκοπίαν! (Θό-
2640ρυβος).
2641§260ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε, παρακαλῶ.
2642§261ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Προϋπολογισμὸς, κύριε Πρόεδρε, εἰς τὸν
2643ὁποῖον τὰ καταφανῆ ἔξοδα ἀνέρχονται εἰς 114 ἑκατομμύρια,
2644τὰ δὲ ἔσοδα εἰς 117 ἑκατομμύρια, οὐδὲν ἄλλο δεικνύει ἢ ὅτι
2645βαίνομεν εἰς τὴν χρεωκοπίαν.
2646§262ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Σεῖς εἶσθε ἐξ ἐπαγγέλματος χρεω-
2647κόποι! (Θόρυβος).
2648§263ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ προβαίνετε εἰς διακοπάς.
2649§264ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Εἶμαι, κύριε Πρόεδρε, συνηθισμένος εἰς
2650τὰς διακοπάς, ἐνίοτε μάλιστα καὶ τὰς ἀστείας διακοπάς.
2651§265ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Μόνον σεῖς εἶσθε ἀστεῖος! (Θόρυβος).
2652§266ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐξ ἀριστερῶν). Τί εἶναι αὐτά!
2653§267ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Εἶσθε ἀστεῖος, καὶ ὅταν ὁμιλῆτε.
2654Ὁ ἀστεῖος ὁμιλεῖ περὶ ἀστειοτήτων! (Θόρυβος)· ὁ γελοῖος!
2655(Θόρυβος).
2656§268ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Ἀλεξάκη, παρακαλῶ.
2657§269ΑΛΕΞ. ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε,
2658ν’ ἀνακληθῇ εἰς τὴν τάξιν.
2659§270ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε, νὰ μὴ ἀνα-
2660καλέσητε κανένα εἰς τὴν τάξιν, διότι καλῶς γινώσκω, ὅτι ἡ
2661ἀνάκλησις εἰς τὴν τάξιν δὲν θὰ μεταβάλῃ τοὺς ἀτάκτους εἰς
2662εὐτάκτους.
2663Ἔλεγον, κύριε Πρόεδρε, ὅτι εἶναι ἐν ἐλλείμματι ὁ Προϋπο-
2664λογισμός, ὁ ὁποῖος παρουσιάζει καταφανεῖς μὲν δαπάνας 114
2665ἑκατομμυρίων, ἀφανεῖς δὲ τοὐλάχιστον 3 ἑκατομμύρια, ἀπέ-
2666ναντι ἐσόδων 117 περίπου ἑκατομμυρίων, ὅσα ἀπομένουσι τὰ
2667ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1903 μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν τοῦ
2668φανταστικοῦ ἐσόδου τῶν δύο ἑκατομμυρίων, τοῦ ἐξ ἰσοτίμου
2669τραπεζικῶν γραμματίων ἀποσυρομένων ἐκ τῆς κυκλοφορίας
2670πρὸς ἐλάττωσιν τοῦ δανείου ἐπ’ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ τῶν
2671τραπεζικῶν γραμματίων, δυνάμει τοῦ νόμου περὶ Ἐλέγχου.
2672Ἡ ἀπουσία τοῦ κυρίου ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν Ὑπουργοῦ μὲ
2673ἀναγκάζει νὰ μὴ σᾶς ἀναγνώσω τὸ μέρος τῆς περυσινῆς ἀγο-
2674ρεύσεως αὐτοῦ κατὰ τὰς συνεδριάσεις τῆς 28 καὶ 29 Μαρ-
2675τίου 1902 ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1902, οὗ τὴν χρῆσιν
2676ὑμεῖς ἐκτελεῖτε, ἵνα μάθητε, ὅτι κατὰ τὸν κ. Καραπάνον εἶ-
2677ναι ἀδύνατον τὰ ἔσοδα τοῦ 1902 νὰ ὑπερβῶσι τὸ ποσὸν τῶν
2678112,809,375 δραχμῶν. Καὶ ἂν τὰ ἔσοδα τοῦ Κράτους δὲν
2679θ’ ἀνέλθωσιν εἰς 113 περίπου ἑκατομμύρια, πῶς ὑμεῖς θὰ
2680ἐπαρκέσητε εἰς ἔξοδα κατὰ τὸ 1903 ἐν ὅλῳ 114½ ἑκα-
2681τομμυρίων, ἀφοῦ μάλιστα κατὰ μὲν τὸ 1899 εἰσεπράχθη-
2682σαν 107 ἑκατομμύρια, κατὰ δὲ τὸ 1900 εἰσεπράχθησαν
2683111, καὶ κατὰ τὸ 1901 περίπου 114 ἑκατομμύρια, ἔστω
2684καὶ δι’ ἀπηνοῦς καταδιώξεως;
2685Δὲν εἶναι μόνος ὁ κ. Καραπᾶνος, ὁ ἔχων τὴν γνώμην
2686ταύτην περὶ τῆς οἰκονομικῆς δυνάμεως τοῦ Κράτους. Τὴν
2687αὐτὴν περίπου ἔχει καὶ ἕτερον μέλος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμ-
2688βουλίου, ἀλλὰ καὶ αὐτὸς ὁ Πρόεδρος αὐτοῦ, ὁ ὁποῖος ἐκή-
2689ρυττεν ἀνὰ τὸ Ἑλληνικὸν, ὅτι «ἡ εἴσπραξις κατὰ τὸ 1899
2690107 ἑκατομμυρίων καὶ 111 κατὰ τὸ 1900 καὶ 114 κατὰ
2691τὸ 1901 εἶναι πρᾶξις προδοτική, ἄγουσα τὸν Ἑλληνικὸν
2692λαὸν εἰς χρεωκοπίαν καὶ εἰς ἀναρχίαν καὶ εἰς ἐπανάστασιν».
2693(Ἀγόρευσις κ. Δηλιγιάννη εἰσηγητήριος ἐπὶ τοῦ Προϋπολο-
2694γισμοῦ τοῦ 1903).
2695Καὶ ἐνῷ ἡ ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως Θεοτόκη εἴσπραξις τῶν
2696114 ἑκατομμυρίων ἔχει τὰ τραγικὰ ταῦτα ἀποτελέσματα,
2697ἡ εἴσπραξις τῶν 117 ἑκατομμυρίων, ὅσα ζητεῖ ὁ κ. Δηλι-
2698γιάννης νὰ ἀφαιμάξῃ κατὰ τὸ 1903 ἀπὸ τὸν Ἑλληνικὸν
2699λαὸν, ἔχει τὰ ἀντίθετα, τὴν εὐημερίαν τοῦ Ἑλληνικοῦ
2700λαοῦ καὶ τὴν καταστολὴν τῆς ἀναρχίας καὶ τῆς ἐπαναστά-
2701σεως, ἃς ὁ νῦν Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, περιπλανώμενος
2702ἀνὰ τὸ Κράτος κατὰ τὰς προεκλογικὰς ἐκδρομάς του, προε-
2703κάλει!
2704Ἀληθῶς ἐπανάστασιν ἔφερεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνή-
2705σεως εἰς τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους διὰ τῶν τοιούτων αὐτοῦ
2706ἐνεργειῶν, τὴν ὁποίαν δὲν θὰ δυνηθῇ νὰ θεραπεύσῃ δι’ οἱων-
2707δήποτε μέσων, ἔστω καὶ δι’ ἀπηνοῦς εἰσπράξεως τῶν ζητου-
2708μένων 117 ἑκατομμυρίων.
2709Ἐγὼ ἀληθῶς λυποῦμαι, κύριε Πρόεδρε, ὅτι ἡ Κυβέρνησις
2710οὐδεμίαν πραγματικὴν οἰκονομίαν ἔφερεν ἐν τῷ Προϋπολογι-
2711σμῷ τοῦ 1903, οὐδὲ μέτρον οὐδὲν ἔλαβε πρὸς πρόληψιν δαπα-
2712νῶν ἐκτὸς τοῦ Προϋπολογισμοῦ καὶ εἰς βάρος τοῦ Ἑλληνικοῦ
2713λαοῦ, τὰς ὁποίας κατ’ ἐπανάληψιν ἡ Βουλὴ ὑπέδειξεν εἰς τὰς
2714ἑκάστοτε Κυβερνήσεις. Προχείρως ἐνθυμοῦμαι τὸ νομοσχέδιον
2715«περὶ συνδρομῆς τοῦ Δημοσίου τοῖς δήμοις διὰ τὰ ἔξοδα τῆς
2716ἐν αὐτοῖς στοιχειώδους ἢ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως»!. Ἐν τῷ
2717νομοσχεδίῳ τούτῳ οὐδεμία λαμβάνεται πρόνοια περὶ κανο-
2718νισμοῦ τῆς ἀνωμάλου καταστάσεως, εἰς ἣν ἀπὸ τοῦ 1896
2719εὑρισκόμεθα. Εἰς τὴν ἀνώμαλον δὲ ταύτην κατάστασιν μᾶς
2720ἔρριψεν ὁ νόμος ͵ΒΤΜΘʹ τοῦ 1896, ὁ ἐν ἰσχύϊ, περὶ δημο-
2721τικῆς ἐκπαιδεύσεως. Τὰ οἰκτρὰ οἰκονομικὰ ἀποτελέσματα
2722τοῦ νόμου τούτου πολλάκις ἀνεπτύχθησαν ἐν τῇ Βουλῇ. Ἤδη
2723δὲ ἐν συντόμῳ λέγω, ὅτι πλὴν τῆς ἐτησίας συνδρομῆς τοῦ
2724Δημοσίου τοῖς ἀπόροις δήμοις, τῆς ἐξ ἑνὸς ἑκατομμυρίου, ἢ
2725ἑνὸς καὶ διακοσίων χιλιάδων δραχμῶν, ὅπως ἀναγράφει ὁ
2726Προϋπολογισμὸς τοῦ 1903, δαπανᾷ τὸ Δημόσιον διὰ τῶν
2727καλουμένων προκαταβολῶν ἐτησίως ἄλλο ἓν ἑκατομμύριον,
2728κατ’ ἐλάχιστον ὅρον, ἵνα μὴ εἴπω ἀκριβῶς 1¼, ὡς ἐξάγε-
2729ται ἐκ τοῦ ἰσολογισμοῦ τῆς Γενικῆς ληψοδοσίας τοῦ δημο-
2730σίου ταμείου. Καὶ τὰ 1¼ τοῦτο ἑκατομμύριον ῥίπτεται
2731ἐτησίως εἰς βάρος τοῦ δημοσίου ταμείου, ἀλλ’ οὐχὶ καὶ εἰς
2732βάρος τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους, διότι ὁ νόμος
2733͵ΒΤΜΘʹ τοῦ 1896 περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως ἐπέβαλε
2734μὲν τῷ Δημοσίῳ τὴν δαπάνην ταύτην, δὲν ἐπέτρεψεν ὅμως
2735τὴν ἀναγραφὴν αὐτῆς ἐτησίως εἰς τὰ ἔξοδα τοῦ Προϋπολο-
2736γισμοῦ τοῦ Κράτους. Οὕτω δὲ εἰς τὰ 114½ ἑκατομμύρια
2737τῶν ἐξόδων τοῦ Προϋπολογισμοῦ σας θὰ προσθέσητε τὸ 1½
2738τοῦτο ἑκατομμύριον, καὶ οὕτως ἔχετε δαπάνας 116 ἑκατομ-
2739μυρίων.
2740Περὶ τῶν δαπανῶν τούτων τοῦ ἑνὸς καὶ ἡμίσεος ἑκατομμυ-
2741ρίου τὸ νομοσχέδιόν σας δὲν προβλέπει· προβλέπει μόνον περὶ
2742τυπικοῦ κανονισμοῦ τῆς ληψοδοσίας μεταξὺ τῶν ἀπόρων δήμων
2743καὶ τοῦ Δημοσίου! Οὐδεμία δὲ πρόνοια λαμβάνεται περὶ θε-
2744ραπείας τῶν αἰτίων τῶν προκαλούντων τὴν εἰς βάρος τοῦ
2745Δημοσίου δαπάνην ταύτην, ἡ ὁποία αὐξάνει ἀνὰ πᾶσαν ἡμέ-
2746ραν, καὶ τὴν ὁποίαν ἡ Κυβέρνησίς σας ὑποβοηθεῖ διὰ τῶν ἀνὰ
2747πᾶσαν ἡμέραν ἱδρυομένων σχολείων πάσης φύσεως τῆς δημο-
2748τικῆς ἐκπαιδεύσεως, ὡς ἐξάγεται ἐκ τῆς «Ἐφημερίδος τῆς
2749Κυβερνήσεως», εἰς ἣν ἀθρόως δημοσιεύονται ἐγκρίσεις καὶ
2750προβιβασμοὶ τοιούτων σχολείων.
2751Λυποῦμαι, κύριε Πρόεδρε, διότι δὲν εἶναι κατάλληλος ἡ
2752ὥρα δι’ ἐμὲ τοὐλάχιστον, ἵνα εἰσέλθω εἰς τὰς λεπτομε-
2753ρείας τοῦ Προϋπολογισμοῦ καὶ ἀποδείξω, ὅτι αἱ κατὰ μέρος
2754οἰκονομίαι τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1903 εἶναι φανταστικαί.
2755Ὁ Προϋπολογισμὸς τῶν ἐξόδων τοῦ Κράτους, ὡς γνωστόν,
2756διαιρεῖται εἰς πέντε μέρη, ἐξ ὧν τὸ Αʹ περιλαμβάνει τὰς
2757ὑποχρεώσεις τοῦ Κράτους, ἤτοι τὰς συντάξεις, τὴν Βασιλι-
2758κὴν χορηγίαν, τὰ ἔξοδα τῆς Βουλῆς καὶ τὰ ναυτικὰ καὶ
2759ἄλλα χορηγήματα. Τὸ Βʹ μέρος περιλαμβάνει τὰ ἔξοδα τοῦ
2760δημοσίου χρέους. Ἀμφοτέρων τῶν μερῶν τούτων τὰς δαπά-
2761νας οἱαδήποτε Κυβέρνησις δὲν δύναται νὰ μεταβάλῃ. Τῶν
2762τριῶν ὅμως ἐπιλοίπων μερῶν τὰς δαπάνας εἶναι δυνατὸν νὰ
2763ἐλαττώσῃ ἡ ἱκανότης τῶν ἑκάστοτε Κυβερνήσεων. Τὸ Γʹ
2764μέρος (τοῦ Προϋπολογισμοῦ) τῶν ἐξόδων περιλαμβάνει τὰς δα-
2765πάνας τῆς Γεν. Διοικήσεως, αἱ ὁποῖαι κατὰ τὸν Προϋπολο-
2766γισμὸν τοῦ 1903 ἀνέρχονται εἰς δρ. 54,800,000 περίπου,
2767κατὰ δὲ τὸν τοῦ 1902 εἰς 59,700,000 περίπου, ἤτοι δια-
2768φορὰ περίπου 5 ἑκατομμυρίων ἐπὶ πλέον κατὰ τὸ 1902. Τὸ
2769Δʹ μέρος τοῦ Προϋπολογισμοῦ περιλαμβάνει τὰ ἔξοδα διοι-
2770κήσεως καὶ εἰσπράξεως τῶν φόρων, τὰ ὁποῖα κατὰ τὸν Προ-
2771ϋπολογισμὸν τοῦ 1903 εἶναι 9,400,000 περίπου, κατὰ δὲ
2772τὸν τοῦ 1902 εἶναι 11,400,000 περίπου, ἤτοι καὶ πάλιν
2773διαφορὰ ἐπὶ πλέον κατὰ τὸ 1902 δύο ἑκατομμυρίων. Καὶ
2774τὸ Εʹ μέρος περιέχει διαφόρους πληρωμάς, ἤτοι ἐπιστροφὰς
2775χρημάτων ἀχρεωστήτως εἰσπραττομένων ὑπὸ τοῦ Δημοσίου,
2776δικαστικὰς ἀποζημιώσεις καὶ ἀποδόσεις. Κατὰ τὸν Προϋπο-
2777λογισμὸν τοῦ 1903 αἱ δαπάναι τοῦ πέμπτου τούτου μέρους
2778ἀνέρχονται εἰς 4,600,000 περίπου, κατὰ δὲ τὸν τοῦ 1902
2779εἰς 9½ περίπου ἑκατομμύρια· καὶ ἐνταῦθα διαφορὰ ἐπὶ
2780πλέον κατὰ τὸ 1902 δρ. 5 περίπου ἑκατομμυρίων.
2781Αἱ τρεῖς αὗται διαφοραὶ παρουσιάζουσιν οἰκονομίας δώ-
2782δεκα περίπου ἑκατομμυρίων εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ
27831903, ποσὸν καταπληκτικόν, τὸ ὁποῖον πάντα ἄνθρωπον
2784δύναται νὰ καταπλήξῃ καὶ νὰ ἐξαναγκάσῃ νὰ συγχαρῇ τὴν
2785Κυβέρνησιν, τὴν συντάξασαν Προϋπολογισμὸν φέροντα τόσας
2786οἰκονομίας. Ἀλλ’ ἆρά γε εἶναι οἰκονομίαι πραγματικαὶ ἡ
2787καταπληκτικὴ αὕτη διαφορά; Προέρχονται, ὡς διατείνεται
2788ἡ Κυβέρνησις ἐν τῷ Βασιλικῷ Λόγῳ, «ἐκ καταργήσεως οὐ
2789μόνον τῶν περιττῶν, ἀλλὰ καὶ τῶν μὴ ἀπολύτως ἀναγκαίων
2790δαπανῶν»; Ἀκούσατε, Κύριοι, πόθεν προέρχονται αἱ οἰκο-
2791νομίαι αὗται.
2792Τὰ τρίτον περίπου τῶν οἰκονομιῶν τούτων προέρχεται ἐκ
2793τῆς μὴ ἀγορᾶς καὶ ἄλλων ἐν Θεσσαλίᾳ τσιφλικίων, διότι τὸ
2794ποσὸν τῶν 3,777,300 περίπου, τὸ δαπανηθὲν κατὰ τὸ λῆ-
2795ξαν ἔτος πρὸς ἀγορὰν τῶν κτημάτων Στεφάνοβικ Σκυλίτση,
2796φέρει ὡς οἰκονομίαν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ ὁ κ. ἐπὶ τῶν
2797Οἰκονομικῶν Ὑπουργός. Τίς ἐπίστευε, Κύριοι, ὅτι τὴν ἐθνι-
2798κὴν ἐκείνην πρᾶξιν, τῆς ἀγορᾶς τῶν κτημάτων Στεφάνοβικ,
2799τοῦ ἐκ Κερκύρας πολιτευτοῦ, ἤθελε μεταχειρισθῆ ὁ ἐκ Γόρ-
2800τυνος πολιτευτὴς πρὸς κατηγορίαν! ὡς ἐπίσης τίς ἤθελε
2801πιστεύσει, ὅτι τὴν ἄλλην ἐθνικωτάτην πρᾶξιν τοῦ ἐκ Κερ-
2802κύρας πολιτευτοῦ, τὴν σύναψιν τῆς συμβάσεως πρὸς κατα-
2803σκευὴν τοῦ σιδηροδρόμου Πειραιῶς–Συνόρων, ἤθελεν ἐκμεταλ-
2804λευθῆ πρὸς τὸν αὐτὸν σκοπόν! διότι διὰ τῆς συμβάσεως ταύ-
2805της ἐξησφάλισεν εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν ὁ κ. Θεοτό-
2806κης ποσὸν 5½ ἑκατομμυρίων φράγκων ἐτησίως, καὶ ἐπὶ
2807τέσσαρα ἔτη πρὸς 1,46 τὸ φράγκον; ἡ πρᾶξις δ’ αὕτη φέρει
2808οἰκονομίαν εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1903 ἓν ἑκατομμύ-
2809ριον ἑκατὸν πεντήκοντα χιλιάδας δραχμῶν. Σᾶς ἀνέφερε δὲ
2810ἤδη ὁ ἀξιότιμος ἐκ Κερκύρας πολιτευτής, ὅτι εἰς ὄφελος τῆς
2811Κυβερνήσεως φέρεται καὶ ποσὸν 772,000 δραχμῶν ἐκ τῆς
2812ἀγορᾶς πετρελαίου, τὴν ὁποίαν ἐνήργησεν ἡ προκάτοχος Κυ-
2813βέρνησις πρὸς χρῆσιν τοῦ ἔτους 1903.
2814§271Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐλέχθησαν αὐτά, κύριε Στάη.
2815§272ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Ἐλέχθησαν, ἀξιότιμε συνάδελφε, καὶ
2816ἀποδεικνύονται εὐχερῶς.
2817§273Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Διατὶ τὰ ἐπαναλαμβάνετε;
2818§274ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σᾶς παρακαλῶ. Δὲν θὰ κανονίσητε τὸν
2819τρόπον, μὲ τὸν ὁποῖον ἀγορεύει ὁ κ. Βουλευτής.
2820§275ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Διὰ νὰ μάθῃ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ὁποίου
2821εἴδους οἰκονομίας ἔφερεν ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ
2822Συμβουλίου εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν του, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἓν
2823βλέμμα ἐὰν ῥίψητε, θὰ ἴδητε, ὅτι ἀναγράφεται ποσὸν ἐπὶ
2824ἔλαττον τοῦ 1903 διὰ κεκλεισμένας καὶ διαγεγραμμένας
2825χρήσεις 1,500,000, ὅπερ φέρεται ὡς οἰκονομία. Ἀλλ’ ἐὰν
2826ὑπάρχωσι δαπάναι τοιαῦται, θὰ ὑποχρεωθῆτε νὰ τὰς ἀνα-
2827γράψητε ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ σας· ἐὰν δὲ δὲν ὑπάρχωσι,
2828τοῦτο δὲν ὀφείλεται εἰς τὸ οἰκονομικόν σας σύστημα, ἀλλ’
2829εἰς δρᾶσιν τῶν Κυβερνήσεων τοῦ παρελθόντος. Ὡς ἐπίσης
2830δὲν ὀφείλεται εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ἀλλ’ εἰς
2831τὰς προκατόχους Κυβερνήσεις ἡ ἐπὶ ἔλαττον ἀναγραφὴ πο-
2832σοῦ δρ. 375,000 διὰ δικαστικὰς ἀποζημιώσεις, ἐὰν πραγμα-
2833τοποιηθῇ ἡ οἰκονομία αὕτη, ἡ ὁποία κατ’ ἐμὲ εἶναι φαντα-
2834στική, ὡς ἐπίσης φανταστικὴ εἶναι ἡ μὴ ἀναγραφὴ δραχμῶν
2835831,000, ἃς δὲν θὰ καταβάλῃ τὸ Δημόσιον εἰς τὴν Ἐθνι-
2836κὴν Τράπεζαν, ἀλλ’ εἰς τὸ δημόσιον χρέος, ἐκ τῶν εἰσπρά-
2837ξεων τοῦ καπνοῦ διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τῶν σιδηροδρόμων Πει-
2838ραιῶς–Συνόρων καὶ Πύργου–Μελιγαλᾶ. Ἐπίσης δὲν εἶναι οἰ-
2839κονομία ἡ ἐπὶ ἔλαττον ἀναγραφὴ 500,000 δρ. ἐν τῷ Προ-
2840ϋπολογισμῷ τοῦ 1903 ἐκ τῆς μὴ ἐκτελέσεως διαφόρων κτι-
2841ρίων, ἐκ τῶν ὁποίων ἄλλα ἐπερατώθησαν κατὰ τὸ 1902, καὶ
2842ἄλλα διεκόπησαν, καὶ τῶν ὁποίων βραδύτερον θ’ ἀναγκα-
2843σθῆτε ν’ ἀναγράψητε τὴν δαπάνην. Ἐπίσης δὲν εἶναι οἰκο-
2844νομία ἡ διαγραφὴ ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ναυτικῶν πιστώ-
2845σεως 200,000 δραχ. δι’ ἔργα ἐν τῷ Ναυστάθμῳ, τὰ ὁποῖα
2846ἐπερατώθησαν κατὰ τὸ λῆξαν ἔτος, ὡς ἐπίσης δὲν εἶναι οἰ-
2847κονομία ἡ ἐπὶ ἔλαττον ἀναγραφὴ πιστώσεως 100,000 δρ.
2848διὰ προμηθείας γαιανθράκων καὶ ὁπλισμοῦ, ἅτινα ἠγοράσθη-
2849σαν κατὰ τὸ παρελθόν, ὡς ἐν τῇ εἰσηγητικῇ του ἐκθέσει ἀνα-
2850φέρει ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν. Δὲν εἶναι ὡσαύτως οἰκο-
2851νομία ἡ ἐπὶ ἔλαττον ἀναγραφὴ περίπου 400,000 δραχ. πρὸς
2852προμήθειαν εἰδῶν στρατωνισμοῦ καὶ ἐξαρτήσεως, διότι ἐγέ-
2853νετο κατὰ τὸ λῆξαν ἔτος — ὡς ἀναγράφεται ἐν τῇ εἰσηγη-
2854τικῇ ἐκθέσει τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν — προμήθεια
2855ἱκανῶν κλινοσκεπασμάτων, ὡς ἐπίσης δὲν εἶναι οἰκονομία ἡ
2856διαγραφὴ πιστώσεως 190,000 δρ. δι’ ἔργα ὑδραυλικὰ, ἐκ-
2857τελεσθέντα ἢ διακοπέντα, ὡς ἐπίσης δὲν εἶναι οἰκονομία ἡ
2858ἀναγραφὴ ἐπὶ ἔλαττον 124,000 δρ. διὰ τὰς δαπάνας τῆς
2859διαχειρίσεως καὶ καλλιεργείας τῶν ἐν Θεσσαλίᾳ κτημάτων
2860Στεφάνοβικ, διότι τὸ ἐπὶ πλέον τοῦτο ποσὸν, τὸ ἀναγεγραμ-
2861μένον ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1902, δὲν ἐδαπανήθη, ὡς
2862ἐπληροφορήθην. Δὲν εἶναι ἐπίσης οἰκονομία αἱ 100,000
2863περίπου δραχ. αἱ ἐκ τῶν παιγνιοχάρτων καὶ τοῦ ἅλατος,
2864διότι ἡ μικροτέρα κατανάλωσις θὰ φέρῃ μείωσιν καὶ τῶν ἐσό-
2865δων· ὡς ἐπίσης δὲν εἶναι οἰκονομία πραγματικὴ ἡ ἐλάττω-
2866σις κατὰ 100,000 δρ. τῆς ἀντιμισθίας τῶν δικηγόρων, ἀφοῦ
2867κατὰ τὸ λῆξαν ἔτος ἐδαπανήθησαν πρὸς τοῦτο 175,000
2868δραχμαί. Ἐπίσης δὲν εἶναι οἰκονομία ἡ διαγραφὴ πιστώ-
2869σεως 175,000 δρ. δι’ ἐκτέλεσιν ἐκλογικοῦ νόμου, καὶ διότι
2870θὰ ἔχωμεν ἐντὸς τοῦ ἀρξαμένου ἔτους τὰς δημοτικὰς ἐκλο-
2871γάς. Ἐπίσης δὲν εἶναι οἰκονομία ἡ διαγραφὴ τῶν πιστώ-
2872σεων τῆς ἀρχαιολογικῆς ὑπηρεσίας ἐκ τοῦ εἰδικοῦ προϋπο-
2873λογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῆς Παιδείας καὶ ἡ ἐπιβάρυνσις
2874δι’ αὐτῶν τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρείας. Ἡ ἐξ 130,000
2875δραχμῶν δαπάνη αὕτη δὲν θὰ καταργηθῇ, ἀλλὰ θὰ κατα-
2876βληθῇ κατ’ ἄλλον τρόπον ἀπὸ τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, κατὰ
2877τρόπον μάλιστα ἀνήθικον, διὰ λαχείου.
2878Τὸ σύνολον τῶν ποσῶν τούτων, Κύριοι, τὰ ὁποῖα ἐκ τοῦ
2879προχείρου σᾶς ἀνέφερα, εἶναι περίπου 10 ἑκατομμύρια. Ὑπο-
2880λείπονται 2 ἑκατομμύρια, τὰ ὁποῖα παρουσιάζονται ὡς οἰ-
2881κονομίαι ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1903. Τὰ δύο ταῦτα
2882ἑκατομμύρια προέρχονται ἐκ τῶν οἰκονομιῶν, ἃς φέρει ἡ Κυ-
2883βέρνησις διὰ τῆς καταργήσεως τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνο-
2884μίας, τῆς καταργήσεως τῶν νέων νομῶν, καὶ τῆς ἐλαττώ-
2885σεως τῶν μισθῶν τῶν ταχυδρομικῶν καὶ τηλεγραφικῶν
2886ὑπαλλήλων καὶ τῶν σχετικῶν ὑπηρεσιῶν, ὡς καὶ ἐκ τῆς
2887ἐλαττώσεως τοῦ μισθοῦ τῶν δικαστῶν.
2888Ἡ κατάργησις τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας φέρει οἰκο-
2889νομίαν ἑνὸς περίπου ἑκατομμυρίου· ἀλλ’ ἡ οἰκονομία αὕτη
2890εἶναι ὅλως φανταστικὴ, διότι μέρος μὲν αὐτῆς θὰ κατα-
2891βάλῃ διὰ τοὺς μισθοὺς τῶν τριακοσίων πεντήκοντα περίπου
2892ἀξιωματικῶν ἀστυνόμων, οἱ ὁποῖοι θὰ μετατεθῶσιν εἰς τὸ
2893Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, μέρος δὲ θὰ καταβάλῃ διὰ
2894τοὺς νέους ἀστυνόμους τῶν ἀπόρων δήμων, τῶν μὴ δυναμέ-
2895νων νὰ καταβάλωσιν οὐδὲ μέρος τῶν δαπανῶν τῆς διοική-
2896σεως αὐτῶν, καὶ πρὸς τοὺς ὁποίους ἐδώρησεν ἤδη τὸ Δημό-
2897σιον δι’ εἰδικοῦ νόμου τῷ 1900 τὴν ὀφειλὴν αὐτῶν ἐκ τῆς
2898στρατιωτικῆς ἀστυνομίας. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου, κατὰ τὸ
2899ἤδη ἀρξάμενον ἔτος δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐφαρμοσθῇ ἡ διοι-
2900κητικὴ καὶ ἡ δημοτικὴ ἀστυνομία, διότι οἱ προϋπολογισμοὶ
2901τῶν δήμων ἐνεκρίθησαν καὶ ἤδη ἐκτελοῦνται, ἐλάχιστοι δὲ
2902τὸν ἀριθμὸν εἶναι οἱ δῆμοι, οἱ δυνάμενοι νὰ ζητήσωσι καὶ
2903λάβωσιν ἀναπληρωματικὰς πιστώσεις. Ἐπειδὴ δὲ δὲν εἶναι
2904δυνατὸν νὰ ἐγκαταλείψῃ τις τὸ Κράτος ἄνευ ἀστυνομίας, θὰ
2905ὑποχρεωθῆτε νὰ διατηρήσητε καὶ κατὰ τὸ 1903 τὴν στρα-
2906τιωτικὴν ἀστυνομίαν, καὶ οὕτως ἡ οἰκονομία σας τοῦ ἑνὸς
2907ἑκατομμυρίου θὰ μείνῃ ὄνειρον οὐχὶ θερινῆς, ἀλλὰ χειμερινῆς
2908νυκτὸς, διότι εἶναι ὑπερβαλλόντως μέγα.
2909Ἐκ τῶν ταχυδρομείων, τηλεγραφείων καὶ τηλεφωνείων
2910φέρει ἡ Κυβέρνησις 580,000 δραχ. οἰκονομίας, αἱ ὁποῖαι
2911καὶ ἄδικοι καὶ ἐπιβλαβεῖς εἰς τὴν ὑπηρεσίαν καὶ τὴν κοινω-
2912νίαν εἶναι. Ἐκ τῆς καταργήσεως τῶν νομῶν φέρει οἰκονο-
2913μίαν 121,000 δραχμῶν, ἡ ὁποία δὲν θὰ πραγματοποιηθῇ.
2914Ἐκ δὲ τῆς ἐλαττώσεως τοῦ μισθοῦ τῶν δικαστῶν οἰκονο-
2915μίαν 60 χιλιάδων δραχμῶν.
2916Αὐταὶ εἶναι αἱ οἰκονομίαι, κύριε Πρόεδρε, τὰς ὁποίας
2917διαβλέπω ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1903, οἰκονομίαι φαν-
2918ταστικαὶ καὶ δαπάναι ἐσκεμμένως περικεκαλυμμέναι. Αὐτὸ
2919εἶναι τὸ πρόγραμμα τῆς Κυβερνήσεως, τὸ ὁποῖον φέρει τὸν
2920Προϋπολογισμὸν τοῦ 1903 εἰς ἀσφαλὲς ἔλλειμμα, καὶ τὸ
2921ὁποῖον ἐτάραξε τὰ νεῦρα συναδέλφων τινῶν.
2922Τοῦτο κατ’ ἐμὲ εἶναι τὸ σπουδαιότερον τῶν θεμάτων, τὰ
2923ὁποῖα ἔχει νὰ ἐξετάσῃ ἡ Βουλή.
2924Οὔτε τὰ στρατιωτικὰ νομοσχέδια, οὔτε τὰ διοικητικὰ,
2925οὔτε τὰ ἐκπαιδευτικὰ δύνανται νὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν, καὶ
2926ἂν ἦσαν ἐπισταμένης μελέτης ἄξια, ἐν ᾗ περιπτώσει ὁ
2927Προϋπολογισμὸς τοῦ 1903 ὑπάρχει κίνδυνος νὰ καταλήξῃ
2928εἰς ἔλλειμμα. Τὸν κίνδυνον δὲ τοῦτον προβλέπω δυστυχῶς
2929ἐπαπειλούμενον, ἂν δὲν ληφθῶσι μέτρα ὅλως ἀλλοῖα ἐκεί-
2930νων, ἃ λαμβάνει ἡ Κυβέρνησις.
2931Ἀλλ’ ἐνῷ φαίνεται πνεῦμα οἰκονομίας διέπον τὰς σκέ-
2932ψεις τοῦ συντάκτου τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ὑπάρχουσι περι-
2933πτώσεις γενναιότητος καὶ σπατάλης αὐτοῦ. Οὕτως, ἐνῷ
2934καταργεῖ τὰς ἐκ 35,000 δραχμῶν πιστώσεις πρὸς συντή-
2935ρησιν τῶν ἐν Πάτραις καὶ ἐν Ἀθήναις Ἐμπορικῶν Σχολῶν,
2936ἱδρύει δύο νέα Διδασκαλεῖα, καταργῶν τὰ ἐν ἐνεργείᾳ Ὑπο-
2937διδασκαλεῖα, φέρων οὕτως αὔξησιν δαπανῶν εἴκοσι χιλιάδων
2938δραχμῶν. Ἡ ἵδρυσις δὲ τῶν δύο Διδασκαλείων οὐ μόνον ἀνέ-
2939φικτος εἶναι, ἐλλείψει καταλλήλου διδακτικοῦ προσωπικοῦ,
2940ἀλλὰ καὶ πολλαχῶς ἐπιζήμιος, ὡς ἄλλοτε ἐπιφυλάττομαι
2941νὰ δείξω. Οὕτως, ἐνῷ οἰκονομεῖ δραχμὰς 100 ἐκ τῶν 600,
2942ὅσαι εἶναι ἀναγεγραμμέναι ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1902
2943πρὸς ἐκτύπωσιν, ἀγορὰν χάρτου κλπ. τῶν Διαδηλώσεων τοῦ
2944Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, δίδει 5000 δραχμὰς εἰς τὴν Ἑται-
2945ρείαν τῶν Ἐρασιτεχνῶν πρὸς παράστασιν ἀρχαίων δραμά-
2946των διὰ συνδρομὴν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν
2947καὶ τῆς Δημοτικῆς Ἐκπαιδεύσεως! Οὕτως, ἐνῷ περικόπτει
2948τὸ ἐπίδομα τοῦ συλλόγου «Παρνασσοῦ» ἐκ 2000 εἰς 1000,
2949δίδει 5000 εἰς τὴν ἐν Ἀθήναις Ἐπαγγελματικὴν Σχολήν.
2950Οὕτως, ἐνῷ περικόπτει κατὰ 2000 δραχ. τὴν ἐξ 8000 συν-
2951δρομὴν τοῦ Δημοσίου εἰς τὴν ἐν Ληξουρίῳ Ἐμπορικὴν Σχο-
2952λὴν, αὐξάνει διὰ τῆς χειρὸς τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερι-
2953κῶν κατὰ δραχ. 3000 τὴν ἐκ 5000 δραχμῶν συνδρομὴν τοῦ
2954Ὑπουργείου τῆς Παιδείας πρὸς παράστασιν τῶν ἀρχαίων
2955δραμάτων!
2956Ἐπισκοποῦντες λοιπὸν, κύριε Πρόεδρε, ἐν γενικαῖς γραμ-
2957μαῖς τὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1903, οὐ μόνον δὲν εὑρί-
2958σκομεν οἰκονομίας 5,254,965 δραχμῶν, ἀλλὰ τοὐναντίον
2959εὑρίσκομεν ἔλλειμμα καταφανὲς, τὸ ὁποῖον προσεπάθησε νὰ
2960ἀποκρύψῃ λογιστικὴ χεὶρ ἀδαὴς καὶ αὐθάδης, διότι ἀμάθεια
2961καὶ αὐθάδεια εἶναι ἡ ἀπόκρυψις τῶν 3,777,300 δρ. διὰ τὴν
2962ἀγορὰν τῶν κτημάτων Στεφάνοβικ, τῶν 772,000 διὰ τὴν
2963ἀγορὰν τοῦ πετρελαίου, τῶν 831,000 ἐκ τῶν τοῦ καπνοῦ,
2964καὶ τόσων ἄλλων, τὰ ὁποῖα ἐπιφυλάττομαι ἐν ἐπικαιρο-
2965τέρα στιγμῇ νὰ ἐξετάσω, καὶ τῶν ὁποίων σήμερον μόλις
2966ἄκρῳ δακτύλῳ ἠψάμην.
2967§276ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Μαρκέτης ἔχει τὸν λόγον.
2968§277Ν. ΜΑΡΚΕΤΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἡ ὥρα εἶναι λίαν προ-
2969κεχωρημένη, καὶ δὲν θέλω ἀπασχολήσει ἐπὶ μακρὸν τὴν Βου-
2970λήν. Ἐγὼ ἀπουσίαζον ἐξ Ἀθηνῶν, καὶ μόλις ἀφικόμην τὴν
2971ἑσπέραν ταύτην, ὥστε δὲν ἠδυνήθην ν’ ἀκολουθήσω καὶ μετά-
2972σχω τῆς συζητήσεως ἐπὶ τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν Βασιλικὸν
2973Λόγον, ὡς ὤφειλον καὶ ὡς ἐπεθύμουν, ὡς μέλος καὶ εἰσηγη-
2974τὴς μάλιστα τῆς μειονοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῆς ἀπαν-
2975τήσεως. Ἀλλὰ θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ
2976εἴπω ὀλιγίστας μόνον λέξεις.
2977Ἐν τῷ Βασιλικῷ Λόγῳ ὁ Ἄναξ, μετὰ τὸν τυπικὸν χαιρε-
2978τισμὸν τῶν Βουλευτῶν, ἀμέσως ἐπικαλεῖται τὴν φιλοπα-
2979τρίαν αὐτῶν, ὅπως τὸν συνδράμωσι «πρὸς ἐξομάλυνσιν ἐπι-
2980φανεισῶν δυσχερειῶν καὶ πρὸς τὴν προσήκουσαν διαρρύθμι-
2981σιν τῶν κοινῶν». Δὲν ἤμην, ὡς προεῖπον, παρὼν κατὰ τὴν
2982γενομένην συζήτησιν, ἠρώτησα ὅμως τοὺς κυρίους συναδέλ-
2983φους, ἂν ἐδόθησαν αἱ δέουσαι ἐξηγήσεις ἐπὶ τῆς φράσεως
2984ἐκείνης, διότι δὲν δύναμαι οὐδὲ κἄν νὰ ὑποθέσω, ὅτι ὁ Ἄναξ
2985εἰκῇ καὶ ὡς ἔτυχε τοιαύτην ἐπεκαλέσθη τῆς ἐθνικῆς ἀντι-
2986προσωπείας συνδρομὴν, δὲν δύναμαι νὰ ὑποθέσω, ὅτι ἡ Κυ-
2987βέρνησις, τῆς ὁποίας, κατὰ τὰ συνταγματικὰ θέσμια, εἶναι
2988ἔργον ὁ Βασιλικὸς Λόγος, ἔθηκεν ἐν τῷ στόματι τοῦ Βασι-
2989λέων εἰκῇ καὶ ὡς ἔτυχε τοιαύτην φράσιν, φράσιν εἰς εὔλο-
2990γον ἐμβαλοῦσαν ἀνησυχίαν καὶ τὸν ἔσω καὶ τὸν ἔξω Ἑλλη-
2991νισμόν. Διότι ποῖαι εἶναι αἱ δυσχέρειαι, αἱ ὁποῖαι ἀνεφά-
2992νησαν; Ποῖαι εἶναι αἱ δυσχέρειαι αὗται, πρὸς ἐξομάλυνσιν
2993τῶν ὁποίων ὁ Βασιλεὺς, τίποτε ὀλιγώτερον, ἐπικαλεῖται τὸν
2994πατριωτισμὸν τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ ἔθνους; Πόθεν ἐγεννή-
2995θησαν αἱ δυσχέρειαι αὗται; ὑπὸ τίνος ἐδημιουργήθησαν;
2996Ποῖον εἶναι τὸ μέτρον, ποία ἡ ἔκτασις αὐτῶν τῶν δυσχε-
2997ρειῶν; Πάντες διαπυνθανόμεθα, καὶ οὐδεὶς ὁ διαφωτίζων
2998ἡμᾶς, οὐδεὶς ὁ καθησυχάζων τὴν εὔλογον ἀνησυχίαν ἡμῶν.
2999Ὅθεν φρονῶ, ὅτι ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως
3000ὀφείλει νὰ δώσῃ τὰς δεούσας ἐξηγήσεις, ὅπως μᾶς καθησυ-
3001χάσῃ, καὶ κατὰ τοῦτο φρονῶ, ὅτι, ἐφ’ ὅσον δὲν δίδονται αἱ
3002ἐξηγήσεις αὗται, ὅπως γνῶμεν, ἂν τῳόντι ἔχονται ὑποστά-
3003σεως τὰ ὑπὸ τοῦ Βασιλέως λεχθέντα, δέον νὰ τεθῇ ἐν τῇ
3004ἀπαντήσει εἰς τὸν Βασιλικὸν Λόγον ἡ ἀπάντησις, ἥτις ἐτέθη
3005ἐν τῷ σχεδίῳ τῆς μειονοψηφίας, ὅτι τουτέστιν, ἐάν ποτε
3006ἀναφανῶσι τοιαῦται δυσχέρειαι, προθύμως ἡ Βουλὴ θέλει
3007συντρέξει τὸν Ἄνακτα εἰς τὴν ἐξομάλυνσιν αὐτῶν. Ἡ ἀπάν-
3008τησις αὕτη, ἐν τῷ σχεδίῳ τῆς μειονοψηφίας τεθεῖσα, εἶναι
3009εὔσχημος ἄρνησις τῶν λεχθέντων ὑπὸ τοῦ ἄνακτος, ὅτι ἀνε-
3010φύησαν καὶ ἀνεφάνησαν τοιαῦται δυσχέρειαι. Δὲν ἥρμοζε νὰ
3011ἀρνηθῶμεν ἀποτόμως τὸ λεχθὲν ὑπὸ τοῦ Ἄνακτος, ἀλλ’ ἀρ-
3012νούμεθα τοῦτο εὐσχήμως, ἀπαντῶντες, ὅτι, ἐάν ποτε ἐπι-
3013φανῶσιν ἐν τῷ μέλλοντι δυσχέρειαι, προθύμως θέλομεν συν-
3014τρέξει πρὸς τὴν ἐξομάλυνσιν τοῦθ’ ὅπερ σημαίνει, ὅτι τό γε
3015νῦν ἔχον δὲν ὑφίστανται τοιαῦται.
3016Ἐν τῷ Βασιλικῷ Λόγῳ λέγεται, ὅτι «κατὰ τὴν Βου-
3017λευτικὴν ταύτην Περίοδον αἱ πολλαχοῦ ἐν τῷ σταδίῳ τῶν
3018ἐκλογῶν ἐκδηλωθεῖσαι σαφεῖς περὶ τῶν πραγμάτων τῆς Πο-
3019λιτείας καὶ τῆς χώρας γνῶμαι ἐνέδειξαν ὑμῖν τὴν σοβαρό-
3020τητα τῶν περιστάσεων». Ἀγνοῶ κατὰ πόσον ἡ σοβαρότης
3021τῶν περιστάσεων τῶν νῦν εἶναι ἀνωτέρα τῆς σοβαρότητος
3022τῶν περιστάσεων τῶν πρώην. Φρονῶ, ὅτι καὶ νῦν καὶ κατὰ
3023τὸ παρελθὸν αἱ περιστάσεις ἦσαν ἐπίσης σοβαραί. Ἀλλ’
3024ἀγνοῶ, κατὰ τίνα τρόπον οἱ ἐκλογεῖς ἐνέδειξαν τὴν σοβαρό-
3025τητα αὐτῶν. Φρονῶ τοὐναντίον, ὅτι οἱ ἐκλογεῖς δὲν ἐνέδει-
3026ξαν τοιαύτην σοβαρότητα, ἀφοῦ δὲν ἔκριναν ἀναγκαῖον νὰ
3027ὑποδείξωσιν ἰσχυρὰν Κυβέρνησιν. Ἐκτὸς ἐὰν ἡ ἐκδήλωσις
3028τοιούτου φρονήματος τῶν ἐκλογέων συνήχθη ἐκ τῆς ἐκδηλω-
3029θείσης αὐτῶν δυσπιστίας πρὸς πάντας τοὺς πολιτικοὺς τῆς
3030χώρας ἄνδρας, διότι οἱ ἐκλογεῖς οὐδένα τῶν πολιτικῶν τῆς
3031χώρας ἀνδρῶν περιέβαλον δι’ ἀπολύτου ἐμπιστοσύνης, εἰς
3032αὐτοὺς δὲ τοὺς ἀσθενῶς ὑπ’ αὐτῶν ὑποδειχθέντας ἠθέλησαν
3033ν’ ἀντιτάξωσι κραταιὰν Ἀντιπολίτευσιν, ἀριθμητικῶς ἰσχυ-
3034ροτέραν πάσης προηγουμένης, ὅπως λυσιτελέστερον καὶ ἐγ-
3035κυρότερον ἐνασκῇ ἐπὶ τῶν κυβερνητικῶν πράξεων τοῦ ἐλέγχου
3036τὸ δικαίωμα. Ἀλλ’ οἱανδήποτε καὶ ἂν ἐνέχῃ ἔννοιαν αὕτη
3037τοῦ Βασιλικοῦ Λόγου ἡ περικοπὴ, πρόκειται μόνον περὶ λέ-
3038ξεων, καὶ βεβαίως αἱ κεναὶ λέξεις δὲν ἔχουσι σπουδαιό-
3039τητα.
3040Ἐκεῖνο ὅμως, τὸ ὁποῖον ἔχει μεγίστην σπουδαιότητα,
3041καὶ ὅπερ φρονῶ, ὅτι δὲν δύναται νὰ μείνῃ ἄνευ ἀπαντήσεως,
3042εἶναι τὸ νέον δόγμα, ὅπερ ἀναγράφεται ἐν τῷ Βασιλικῷ Λό-
3043γῳ, κατ’ ἐμὲ δόγμα, ὅπερ σημαίνει αὐτόχρημα κατάλυσιν
3044τῶν θεσμῶν, τὸ δόγμα τουτέστιν, ὅτι τὰς Κυβερνήσεις ὑπο-
3045δεικνύουσιν εἰς τὸ Στέμμα ὄχι οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ ἔθνους,
3046ἢ οἱ ἐκλογεῖς διὰ τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ ἔθνους, ἀλλὰ ταυ-
3047τοχρόνως εἴτε οἱ ἐκλογεῖς εἴτε οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ ἔθνους.
3048Φρονῶ, ὅτι τὸ δόγμα τοῦτο σημαίνει ἀνατροπὴν ἄρδην τοῦ
3049πολιτεύματος. Ἐγὼ εἶμαι εἴπερ τις καὶ ἄλλος ἔνθερμος ζη-
3050λωτὴς τοῦ πολιτεύματος τοῦ ἡμετέρου· φρονῶ ὅτι, τοὐλά-
3051χιστον τὸ γε νῦν ἔχον, εἶναι τὸ μόνον πολίτευμα, ὅπερ ἁρ-
3052μόζει εἰς ἡμᾶς, καὶ θὰ ἐκηρυσσόμην ἐναντίος πάσης μεταρ-
3053ρυθμίσεως αὐτοῦ, καίτοι εὐτυχῶς πᾶσα μεταρρύθμισις κατέ-
3054στη ἀδύνατος ὑπὸ τῶν συντακτῶν τοῦ Συντάγματος, ὧν τὴν
3055μνήμην γεραίρω.
3056Ἀκριβῶς ὅμως, ἐπειδὴ εἶμαι ἔνθερμος ζηλωτὴς τοῦ πολι-
3057τεύματος τοῦ ἡμετέρου, μετὰ δέους βλέπω ἀναγεγραμμένον
3058τοιοῦτον δόγμα ἐν τῷ Βασιλικῷ Λόγῳ, τὸ δόγμα δηλονότι,
3059ὅτι οὐχὶ οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ ἔθνους, ἀλλὰ οἱ ἐκλογεῖς, ἐν
3060ταῖς πλατείαις καὶ ταῖς ἀγυιαῖς, δύνανται νὰ ὑποδείξωσιν
3061εἰς τὸ Στέμμα τὰ πρόσωπα, τὰ ἐνδεδειγμένα διὰ νὰ κυβερ-
3062νῶσι. Τοιοῦτο δόγμα θεωρῶ λίαν ἐπικίνδυνον, αὐτόχρημα
3063ἀνατρεπτικὸν τῶν θεσμῶν, αὐτόχρημα ἀνατρεπτικὸν τοῦ ἡμε-
3064τέρου πολιτεύματος, καὶ φρονῶ, ὅτι ἐν τῇ ἀπαντήσει εἰς
3065τὸν Βασιλικὸν Λόγον δὲν δυνάμεθα νὰ παρέλθωμεν ἐν σιγῇ
3066τὴν περικοπὴν ἐκείνην, καὶ ὅτι δέον νὰ δοθῇ ἡ ἐν τῷ σχεδίῳ
3067τῆς μειονοψηφίας ἀπάντησις, ὅτι τουτέστι «δέον νὰ καλῶν-
3068ται ἐκεῖνοι, ὑπὲρ ὧν ἐνδείκνυται ἡ ἐμπιστοσύνη τῶν ἀντι-
3069προσώπων τοῦ ἔθνους, οἵτινες μόνοι τοιοῦτον κέκτηνται ἐκ
3070τοῦ πολιτεύματος δικαίωμα.»
3071Ταῦτα τὰ ὀλίγα ἤθελον νὰ εἴπω, κύριε Πρόεδρε, διότι ἡ
3072ὥρα εἶναι λίαν προκεχωρημένη, καὶ δὲν ἐπιθυμῶ, ἐκτείνων
3073τὸν λόγον, νὰ καταχρασθῶ τῆς ἀνοχῆς τῆς κεκμηκυίας
3074Βουλῆς.
3075§278ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ παρατηρήσω εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ
3076Κερκύρας, ὅτι δὲν μοὶ ἐπιτρέπεται νὰ θέσω εἰς ψηφοφορίαν
3077τὰς προτάσεις του, διότι εὑρισκόμεθα ἐπὶ τοῦ συνόλου. «Ἐπὶ
3078τῆς ἀναγνώσεως ταύτης», λέγει τὸ ἄρθρον 42, «οὐδεμία
3079πρότασις δύναται νὰ γένηται, ἐπιτρέπεται ὅμως νὰ ὑποβλη-
3080θῶσιν εἰς συζήτησιν καὶ ψηφοφορίαν διορθώσεις ἀριθμητικῶν
3081σφαλμάτων ἢ τροποποιήσεις σκοποῦσαι ἀποκλειστικῶς εἰς
3082γλωσσικὰς ἢ γραμματικὰς βελτιώσεις τοῦ κειμένου, τοιαῦ-
3083ται δὲ μόνον, οἷαι οὐδὲ κατ’ ἐλάχιστον μεταβάλλουσι τὴν
3084ἔννοιαν.»
3085§279Ν. ΜΑΡΚΕΤΗΣ. Πολὺ καλά.
3086§280ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἕτερός τις, ζητῶν τὸν λόγον ἐπὶ
3087τοῦ συνόλου;
3088Κηρύσσω περατωμένην τὴν συζήτησιν.
3089Οἱ παραδεχόμενοι τὸ σύνολον τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν
3090Βασιλικὸν Λόγον, ὡς ἐψηφίσθη κατὰ παράγραφον, παρακα-
3091λοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ
3092Βουλὴ παρεδέχθη. Ὑπάρχει ἀντίρρησις;
3093§281ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐξ ἀριστερῶν). Ὄχι.
3094§282ΕΤΕΡΟΙ (ἐκ δεξιῶν). Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, κύριε
3095Πρόεδρε.
3096§283ΠΟΛΛΟΙ (ἐξ ἀριστερῶν). Δὲν ὑπάρχει ἀντίρρησις, ὥστε
3097νὰ γείνῃ δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.
3098§284ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι δεκαπέντε οἱ ζητοῦντες τὴν ὀνομα-
3099στικὴν κλῆσιν;
3100§285ΠΟΛΛΟΙ (ἐκ δεξιῶν). Μάλιστα, μάλιστα.
3101§286ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ σύνολον τῆς ἀπαντή-
3102σεως εἰς τὸν Βασιλικὸν Λόγον λέγουσι Ναὶ, οἱ μὴ παραδε-
3103χόμενοι λέγουσιν Ὄχι.
3104Σᾶς παρακαλῶ, Κύριοι, νὰ καθίσητε, διὰ νὰ γείνῃ ἐν τά-
3105ξει ἡ ψηφοφορία.
3106(Γίνεται ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, ὑπὸ τὴν
3107ἐπιτήρησιν, ὡς ψηφολεκτῶν, τῶν βουλευτῶν Σπυρ. Δεληγιάν-
3108νη καὶ Μιχαὴλ Στελλάκη, καὶ εἶτα ἡ διαλογή, κατὰ τὸ ἑπό-
3109μενον πρωτόκολλον ψηφοφορίας).
Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
3110Λέων Μελᾶς ΝΝικ. Γουλιμῆς
3111Στέργιος Μ. Καρανίκας ΝΚωνσταντῖνος Γρίβας
3112 Κωνστ. Παπανικολῆς Ν
3113Ἀνδρ. Παναγιωτόπουλος ΝΘ. Π. Δηλιγιάννης Ν
3114Εὐάγ. Καναβαριώτης Περ. Ἀλεξάκης Ν
3115Γεώργιος Μπαλτατζῆς Ἐπαμ. Ν. Δηλιγιάννης Ν
3116 Π. Ταμπακόπουλος Ν
3117Κωνστ. Ἀργυρόπουλος ΝἸωάν. Ἀντωνόπουλος Ν
3118Ἐπαμειν. Ἐμπειρῖκος Χαρίλ. Τζανετάκης
3119Γεώργ. Πολυγένης ΝΓεώργ. Πετροπουλάκης
3120Γεώργ. Καρπετόπουλος ΝΜιχ. Φωτιάδης
3121Ἰωάννης Ζωγράφος Βασ. Μαστραπᾶς
3122Κωνστ. Γ. Καραπᾶνος Κ. Α. Λιδωρίκης
3123Ἰωάννης Γ. Καραπᾶνος ΝἈρ. Χ. Ἀναγνωστόπουλος Ν
3124Σπυρίδων Ν. Βαρζέλης ΝΜιχ. Ι. Στελλάκης Ο
3125Κωνστ. Β. Κοττίκας Γ. Π. Καπιτσίνης
3126Δημήτρ. Γ. Ράλλης Πάϊκος Λ. Ρίτσος Ν
3127Ἀλέξανδρος Γ. Σκουζὲς ΝΣταμάτιος Μήτσας
3128Νικόλαος Λεβίδης ΝΔημ. Τσιτσάρας Ν
3129Ἀντώνιος Ζυγομαλᾶς ΝΔημ. Χατζόπουλος Ο
3130Ἀθαν. Μουτσόπουλος ΝΓεώργ. Ἀλεξανδρόπουλος Ν
3131Κωνστ. Σμολένσκης ΝἸωάν. Σερμπᾶνος
3132Κυριάκος Λιγενὸς Κ. Δ. Ἀργασ. Λομβάρδος
3133Λάμπρος Δ. Καλλιφρονᾶς ΝἈλέξανδρος Σ. Κ. Ρώμας Ν
3134Ἀνδρέας Ψύλλας ΝΓεώργιος Ι. Μελισσηνὸς Ν
3135Νικόλαος Γουναράκης ΝΔιονύσιος Π. Στεφάνου
3136Θεόδωρος Λέκας ΝΧρῆστος Ι. Στεφανόπουλος
3137Ἰσίδωρος Κολιάτσος ΝἈνδρέας Ι. Στεφανόπουλος
3138Κωνστ. Ι. Ἀγγελόπουλος ΝἸωάννης Ν. Σισίνης
3139Νικόλαος Α. Στρᾶτος Ἀνδρέας Δ. Σπηλιάδης Ο
3140Ἰωάννης Σ. Στάϊκος Διονύσιος Π. ΠαυλόπουλοςΝ
3141Κωνσταντῖνος Τοπάλης Ἰωάννης Θ. Ψημένος Ν
3142Φίλιππος Γιαννακόπουλος Γεώργιος Ι. Κρεστενίτης Ν
3143Νικόλαος Σταματιάδης Δημοσθένης Γ. Δόγκας
3144Δημ. Καρακίτης Νικόλαος Δαούτης Ν
3145Κωνστ. Φιλιππίδης Ἰωάννης Κόλλιας Ν
3146Ἀντ. Καρτάλης Λουκᾶς Γ. Μπέλλος Ν
3147Χριστόφορος Ι. Ἀσιμῆς ΝἸωάννης Λάππας Ν
3148Πέτρος Ν. Δελένδας ΝΠερικλῆς Σ. Βαλαωρίτης
3149 Γεώργιος Ι. Σκληρός Ν
3150Τηλέμ. Α. Δενδρινὸς Εὐάγγελ. Θ. Τσαρλαμπᾶς Ν
3151Γεώργιος Ν. Καλλίνικος Κωνσταντ. Χαλκιόπουλος Ν
3152Λεωνίδας Π. Πετιμεζᾶς ΝἈχιλλεὺς Παπαλουκᾶς
3153Ἀλέξανδρος Θ. Ζαΐμης Γκίκας Μάστορης Ν
3154Ἀλέξανδρος Φωτήλας Ἰωάννης Μπακόπουλος Ν
3155Γεώρ. Χ. Παπαδημητρίου ΝΝικόλ. Τριανταφυλλᾶκος Ο
3156Βασιλάκης Κ. ΓιαννουσίουΝΚωνστ. Κωνσταντόπουλος
3157Αὐγερινὸς Ἀβέρωφ ΝΠαναγ. Παπαναστασίου Ν
3158Κωνσταντῖνος Κρίτσας ΝΠαναγιώτης Μανέτας Ν
3159Ἰωάννης Δαμηλάτης ΝἈθαν. Πετρόπουλος Ν
3160Κωνστ. Ι. Φλέσσας ΝἈθαν. Ζέρβας Ν
3161Ἠλίας Μαυρομιχάλης Γεώργ. Ἀναστασόπουλος
3162Κίμων Βελλίνης Γεώργιος Νικολαΐδης Ν
3163Ι. Καφταντζόγλου Κωνσταντ. Τρικούπης
3164Ι. Παλάσκας ΝΛεωνίδας Δεληγεώργης
3165Δ. Τερτίπης Περικλῆς Μποῦτος
3166Ι. Καζαμπάκας Παναγ. Δ. Μερλόπουλος Ν
3167Α. Βασαρδάνης Σπυρ. Α. Κουμουνδοῦρος
3168 Ἰωάννης Νικολαΐδης Ν
3169Νικόλ. Μπαλάφας Ἱπποκράτης Ι. Ἀπέργης
3170Νικόλ. Σταματιάδης ΝἈριστομέν. Προβελέγγιος Ν
3171Μιχ. Στεφανίδης Π. Ι. Πρωτοπαπαδάκης
3172Νικόλ. Νικολαΐδης ΟἘλευθέριος Ν. Μυκώνιος Ν
3173Θεμιστοκλῆς Κόλλιας ΝΝικόλαος Κ. Κρίσπης
3174Κωνστ. Γ. Ἱερομνήμων Δημ. Ι. Φαρμάκης
3175Ἰωάννης Ρώτας ΝἸω. Κ. Καλαντζόπουλος Ν
3176Γεώρ. Ν. Θεοτόκης Ἰωάννης Ν. Καναβὸς Ν
3177Μιχ. Ν. Θεοτόκης Θεόδ. Κ. Φαρμακόπουλος Ν
3178Νικόλ. Μαρκέτης Νικ. Κ. Φαρμακόπουλος Ν
3179Ἀλκίνοος Σ. Ζερβὸς Κωνσταντ. Χριστοδούλου
3180Γουλιέλμος Ι. Σκάρπας Ἀθαν. Πετσάλης Ν
3181Σπυρίδων Α. Ἀγάθος Κυρ. Π. Μαυρομιχάλης Ν
3182Περικλῆς Α. Ἀλαμᾶνος Κωνστ. Α. Κουμουνδοῦρος
3183Ἠλίας Α. Πολίτης Κυρ. Λ. Μαυρομιχάλης Ν
3184Σπυρίδων Ι. Δεληγιάννης ΝΦώτιος Π. Μοσχούλας Ο
3185Παναγιώτης Δ. Πετρίδης ΝΝικόλ. Α. Παπαλέξης
3186Ἀθανάσιος Α. Γκράβας Δημ. Α. Πολυχρονόπουλος Ν
3187Ἀναστάσ. Στυμφαλιάδης ΟἈνδρέας Δ. Μονοκροῦσος Ν
3188Ἀπόστολος Σ. Ζούζουλας ΝΝικόλαος Γ. Μαντζαβῖνος
3189Κωνστ. Β. Χριστόπουλος Θεόδωρος Α. Βελλιανίτης Ν
3190Ἄθως Ι. Ρωμᾶνος Ἀνάργυρος Σιμόπουλος
3191Διονύσιος Π. Βενιεράτος Ἰωάννης Δελμοῦζος
3192Κωνσταντ. Α. Γεράκης Δημήτριος Π. Νίκας
3193Δημήτριος Β. Τραυλὸς Κ. Δ. Γερακωστόπουλος Ν
3194Σπυρίδων Ε. Στάης Ἀχιλλεὺς Χοϊδᾶς Ν
3195Διονύσιος Καλούτσης Ἰωάννης Κ. Τσερτίδης Ν
3196Νικόλαος Τσοῦχλος Ἰωάννης Γ. Μ. Ροῦφος
3197Παναγ. Σπυράκης ΝΚωνσταντῖνος Γκότσης Ν
3198Ἰωάννης Καλούτσης ΝΔημήτριος Π. Γούναρης Ο
3199Χαράλαμπος Βοζίκης Δ. Ἀνδρικ. ἢ Μπουκαούρης
3200Γεώργ. Λ. Μαυρομιχάλης Γεώργιος Ράλλης Ο
3201Ἰωάν. Π. Μελετόπουλος ΝΠαναγιώτης Π. Σάκκης Ν
3202Πέτρος Ν. Βαρβιτσιώτης Νικόλαος Α. Μισυρλῆς
3203Στέφανος Κοπανίτσας Νικόλ. Δ. Ραφτόπουλος Ν
3204Γεώργιος Δ. Φικιώρης ΝἸωάννης Α. Βρυώνης Ν
3205Ἰωάννης Φίλιος ΟἸωάν. Γ. Α. Γεωργιάδης Ν
3206Κωνσταντῖνος Καρακίτης ΝΝικόλαος Γ. Λεωνίδας
3207Ἰωάννης Γιαννακίτσας Διομήδης Ν. Κυριακὸς
3208Νικόλαος Μπουφίδης Ἰωάννης Ν. Καλαμάρης
3209Σταμ. Δ. Βαφειαδάκης ΝΓεώργιος Κορυζῆς Ν
3210Κωνσταν. Α. Τσιροπινᾶς Θεόδωρος Λιμπρίτης Ν
3211Ἐμμαν. Ε. Λαδόπουλος ΝΓεώργιος Ροδόπουλος
3212Ἀντώνιος Π. Βιτάλης ΝΠαντελῆς Π. Γκίκας Ν
3213Κάρολος Μ. Βιτάλης ΝἸωάν. Θ. Κουντουριώτης
3214Ἰωάννης Ν. Σιγάλας ΟΝικόλαος Μ. Τσαμαδὸς
3215Κων. Εὐθ. Χατζηπέτρος Νικόλαος Πλατσῆς
3216Σωτήριος Ι. Χατζηγάκης ΝΝ. Χατζῖσκος
3217Γεώργιος Ραδινὸς Χαρ. Εὐταξίας Ν
3218Ἀπόστολος Ζάππας Δ. Δεδούσης
3219Ἠλίας Μπασδέκης ΝΚομνᾶς Τράκας Ν
3220Σπυρίδων Γεωργόπουλος ΝΝ. Κοντογιάννης Ν
3221Ἀνδρέας Ι. Κεφαλᾶς ΝΜιχαὴλ Κακαρᾶς
3222Εὐστάθιος Κοκκέβης ΝΒασίλειος Βουδούρης
3223Ἀλέξ. Δ. Πονηρόπουλος Γεώργιος Ἀβέρωφ
3224Δημ. Ἀναστασόπουλος ΝΝικόλαος Καλογερόπουλος
3225Ἀνδρέας Σκαλτσοδῆμος Νικόλαος Μαμούνης Ν
3226 Ἰωάννης Θ. Βρατσᾶνος Ν
3227§287ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψηφοφόρησαν ἐν ὅλῳ 124. Ὑπὲρ τῆς προ-
3228τάσεως 111, κατὰ τῆς προτάσεως 13. Ἑπομένως ἡ πρότα-
3229σις ἐγένετο δεκτή.
3230Λύεται ἡ συνεδρίασις (Ὥρα 1 καὶ 45′ μετὰ τὸ μεσονύκτιον).