1903.02.26
3,996 rows · 31,693 words · 198 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 34
τῆς 26 Φεβρουαρίου 1903.
(Τετάρτη).
(Προεδρεύοντος τοῦ Προέδρου κ. Δ. Ράλλη).
(Γενομένης ἀπαρτίας ὥρᾳ 4 μ. μ. ἀναγινώσκονται καὶ ἐγκριθέντα ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνακοινῶ εἰς τὴν Βουλὴν τηλεγράφημα τοῦ Ἐμπορικοῦ Συλλόγου Μεσσήνης, ἐκφράζοντος τὴν εὐγνωμοσύνην αὐτοῦ πρὸς τὴν Σταφιδικὴν ἐπιτροπὴν ἐπὶ ταῖς ληφθείσαις ἀποφάσεσιν αὐτῆς ἐπὶ τοῦ σταφιδικοῦ ζητήματος. Ὡσαύτως ὑπόμνημα τοῦ Συλλόγου τῶν ἐν Πειραιεῖ καὶ Ἀθήναις κονιακοποιῶν καὶ ποτοποιῶν περὶ τοῦ τρόπου τῆς ἐκποιήσεως τοῦ παρακρατήματος τοῦ σταφιδοκάρπου.
§2Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπόμνημα παρόμοιον διενεμήθη καὶ εἰς ὅλους τοὺς Βουλευτάς. Παρακαλῶ, ὅπως τὸ ὑπόμνημα τοῦτο διαβιβασθῇ πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Ἐπιτροπὴ τοῦ Προϋπολογισμοῦ μετὰ τρεῖς προσκλήσεις δὲν κατώρθωσε νὰ συνέλθῃ ἐν ἀπαρτίᾳ. Ἐντεῦθεν εἶμαι ἠναγκασμένος, συμφώνως μὲ τὴν σχετικὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 55 τοῦ Κανονισμοῦ, νὰ καλέσω μέλη τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ἵνα συμπληρωθῇ ἡ ἀπαρτία ἐν τῇ ἐπιτροπῇ τοῦ Προϋπολογισμοῦ.
§4Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ νὰ δώσω μίαν ἐξήγησιν. Ἕνεκα τῆς διακοπῆς τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς πολλὰ τῶν μελῶν τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἀπεδήμησαν εἰς τὰς ἐπαρχίας των. Εἶναι βέβαιον, ὅτι ἀπὸ τῆς παρελθούσης Κυριακῆς διενεμήθησαν προσκλητήρια εἰς τὰ μέλη τῆς ἐπιτροπῆς, ὅπως συνέλθουν σήμερον τὴν 2 ὥραν μ. μ. εἰς συνεδρίασιν· ἀλλὰ τὴν Κυριακὴν, ὅτε διενεμήθησαν τὰ προσκλητήρια ταῦτα, πολλοὶ τῶν συναδέλφων, τῶν ἀποτελούντων μέλη τῆς ἐπιτροπῆς, δὲν εἶχον ἐπανέλθει εἰς Ἀθήνας. Πρὶν ἢ, κύριε Πρόεδρε, ἐξακριβωθῇ, ποῖοι ἐκ τῶν συναδελφῶν ἀπουσιάζουν ἢ κωλύονται νὰ λάβωσι μέρος εἰς τὴν συνεδρίασιν τῆς ἐπιτροπῆς, παρακαλῶ νὰ μὴ προβῆτε εἰς τὴν ἀντικατάστασιν τῶν μελῶν.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν πρόκειται περὶ ἀντικαταστάσεως.
§6Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅσα εἶπεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μαντινείας δὲν εἶναι ἀκριβῆ, διότι ὄχι μόνον ἅπαξ, ἀλλὰ τρὶς ἐκλήθησαν τὰ μέλη τῆς ἐπιτροπῆς, καὶ ὁ ἀνώτατος ἀριθμὸς τῶν συνελθόντων δὲν ὑπερέβη τοὺς 8, καίτοι ἐν Ἀθήναις ἦσαν ὑπὲρ τοὺς 16. Ἑπομένως τὰ πράγματα δεικνύουσιν, ὅτι δὲν ὑπάρχει προθυμία πρὸς ἐργασίαν, καὶ πᾶσα ἀπόφασις, τὴν ὁποίαν θὰ λάβῃ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, θὰ ἦναι ἀσπαστὴ παρ’ ἡμῶν.
§7Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅ,τι εἶπον, εἶναι ἀκριβέστατον, διότι ὁ κ. Γεροκωστόπουλος, ὁ κ. Γκότσης καὶ ἄλλοι συνάδελφοι μόλις χθὲς τὸ ἑσπέρας ἐπανῆλθον.
§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ τὸν πρόεδρον τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ, νὰ καλέσῃ καὶ δι’ αὔριον τὰ μέλη τῆς ἐπιτροπῆς, ὅπως συνέλθουν· ἐν περιπτώσει δὲ, καθ’ ἣν δὲν γείνῃ καὶ αὔριον ἀπαρτία, εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ προβῶ εἰς τὸ μέτρον τὸ ὑπὸ τοῦ Κανονισμοῦ ἐπιβαλλόμενον. Ἐπίσης τὸ Γʹ τμῆμα τῆς Βουλῆς, εἰς τὸ ὁποῖον παρεπέμφθη ἡ ἐξέλεγξις τῆς ἐπαναληπτικῆς ἐκλογῆς Αἰγίνης, μετὰ δύο ἐπανειλημμένας προσκλήσεις μου δὲν ἐστάθη δυνατὸν νὰ συνέλθῃ ἐν ἀπαρτίᾳ. Ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν ἤθελε παρέλθει ἡ προθεσμία, ἡ ὁποία ἀναγράφεται ἐν τῷ ἄρθρῳ 5 τοῦ Κανονισμοῦ, ὅπως ἐντὸς πέντε ἡμερῶν ὑποβάλῃ τὴν ἔκθεσίν του τὸ τμῆμα, ἀναγκαίως θέλω καλέσει τὴν Βουλὴν, ἵνα διὰ κλήρου διατάξῃ τὴν παρ’ ἄλλου τμήματος ἐξέλεγξιν τῆς ἐκλογῆς καὶ σύνταξιν τῆς ἐκθέσεως. Παρακαλῶ λοιπὸν, ὅπως αὔριον συνέλθῃ ἡ ἐπιτροπὴ ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἵνα προχωρήσῃ εἰς τὰς ἐργασίας της, καὶ τὸ Γʹ τμῆμα διὰ νὰ ἐξέλεγξιν τῆς ἐκλογῆς Αἰγίνης.
§9Α. ΣΤΥΜΦΑΛΙΑΔΗΣ. Πότε εἶναι ἡ πέμπτη ἡμέρα;
§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀπὸ τῆς Δευτέρας εἶναι ἡ πέμπτη ἡμέρα, ἀλλὰ πρέπει νὰ ἔχητε ὑπ’ ὄψιν σας, ὅτι τὴν πέμπτην ἡμέραν πρέπει νὰ καταθέσητε τὴν ἔκθεσίν σας· πρὸς τοῦτο ὅμως πρέπει πρῶτον νὰ συνέλθῃ τὸ τμῆμα ἐν ἀπαρτίᾳ, νὰ διορίσῃ εἰσηγητὴν, νὰ καλέσῃ τοὺς ἐνισταμένους, νὰ ἐξελέγξῃ τὴν ἐκλογήν. Πότε θὰ γείνουν αὐτά; Δὲν θὰ γείνῃ τίποτε!
§11Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Ὅσον ἀφορᾷ τὰς συνεδριάσεις τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ, δηλῶ ὅτι πάντοτε τὰ μέλη τῆς μειονοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς ἐπλειονοψήφουν εἰς τὰς συνελεύσεις, αἱ ὁποῖαι ἐγίνοντο διὰ συνεδρίασιν.
§12Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι τοῦτο ἐντελῶς ἀκριβές. Συνέπεσεν ἡμέραν τινὰ νὰ ἦναι περισσότεροι.
§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐὰν δὲν ὑπάρχῃ ἀπαρτία, εἴτε τὰ μέλη τῆς μειονοψηφίας πλειονοψηφοῦν εἴτε τὰ μέλη τῆς πλειονοψηφίας, ὁ Πρόεδρος ὀφείλει νὰ ἐκτελέσῃ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐπιβάλλει ὁ Κανονισμός. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἔχει τὸν λόγον.
§14Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐσκόπουν νὰ παρακαλέσω τὸ Προεδρεῖον νὰ ποιήσηται εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τοῦ Προϋπολογισμοῦ τὴν σύστασιν τὴν ὁποίαν ἀπηυθύνατε πρὸς αὐτήν. Ὥστε εἶναι περιττὸν νὰ τὴν ἐπαναλάβω.
§15ΑΛΕΞ. ΣΠ. Κ. ΡΩΜΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ καταθέσω νομοσχέδιον «περὶ συντηρήσεως τοῦ δημοτικοῦ Γυμνασίου Μεσσήνης».
§16ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 152). Ἔχει τις τὸν λόγον πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως;
§17Κ. ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ κάμω μίαν παράκλησιν εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν καὶ τὸν κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργόν. Παρετήρησα εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν, ὅτι ἐλαττοῦται τὸ κονδύλιον τῶν βοηθημάτων, τὰ ὁποῖα δίδονται εἰς πρόσφυγας καὶ ἀγωνιστάς, ἐπληροφορήθην δὲ, ὅτι ἡ ἐλάττωσις αὕτη γίνεται πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦ ν’ ἀποκοπῶσι τὰ βοηθήματα, ἅτινα δίδονται εἰς Κρῆτας ἀγωνιστάς. Παρακαλῶ θερμῶς τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ μὴ κάμῃ τὴν ἀποκοπὴν ταύτην, διότι ἐλαχίστη εἶναι ἡ οἰκονομία, ἥτις θὰ προέλθῃ ἐκ τούτου, καθόσον ὀλίγιστοι ἀπομένουσιν ἐν τῇ ζωῇ Κρῆτες ἀγωνισταὶ ἐξ ἐκείνων, εἰς τοὺς ὁποίους ἀπενεμήθησαν βοηθήματα. Εἶναι γραῖαί τινες χῆραι ὁπλαρχηγῶν, φονευθέντων εἰς τὰς μάχας ἢ ἀποβιωσάντων, καὶ γέροντές τινες ὁπλαρχηγοί, ταχέως δὲ διὰ τοῦ θανάτου αὐτῶν θὰ ἐκλείψῃ ἡ ἀνάγκη τῆς δαπάνης ταύτης, ἥτις ἄλλως θὰ ἐκλείψῃ καὶ ἐκ τῆς προσδοκωμένης ταχείας ἑνώσεως, μετὰ τὴν ὁποίαν βεβαίως ἄλλως θὰ κανονισθῶσι τὰ πράγματα. Ἀλλ’ ἐὰν προβῶμεν ἀπὸ τοῦδε εἰς τὴν ἀποκοπὴν τῶν βοηθημάτων, θὰ ἐπέλθωσι δύο κακὰ, ἀφοῦ μάλιστα διατηροῦνται τὰ βοηθήματα τῶν προσφύγων Ἠπειρωτῶν καὶ Μακεδόνων, ἅτινα βεβαίως εἶναι ὀλιγώτερον δεδικαιολογημένα. Τὸ πρῶτον καὶ μικρότερον κακὸν εἶναι, ὅτι θὰ στερηθῶσι τοῦ ἐπιουσίου ἄρτου πτωχαὶ χῆραι ἀγωνιστῶν καὶ γέροντες ἀγωνισταὶ πτωχοὶ, οἵτινες ἐπὶ τριακονταετίαν, τινὲς δὲ καὶ ἐπὶ τεσσαρακονταετίαν ὁλόκληρον συνεχῶς καὶ ἀδιαλείπτως ἠγωνίσθησαν ἡρωϊκῶς καὶ ἀπώλεσαν τὰ πάντα, καὶ εἶδον φονευθέντας εἰς τὰς μάχας τοὺς ἀδελφοὺς, τοὺς συζύγους, τοὺς πατέρας, τὰ τέκνα των, καὶ κατώρθωσαν διὰ τῶν ἡρωϊκῶν ἀγώνων καὶ θυσιῶν των τὴν ἐλευθερίαν τῆς Κρήτης καὶ τὴν προσδοκωμένην ταχεῖαν ἕνωσιν αὐτῆς μετὰ τῆς ἐλευθέρας Ἑλλάδος, οὐχὶ πρὸς ἴδιον ὄφελος, οὐχὶ πρὸς βελτίωσιν τῆς καταστάσεώς των, ἀλλὰ μόνον διὰ τὴν δόξαν, τὴν τιμὴν καὶ τὸ μεγαλεῖον τῆς Ἑλλάδος.
§18Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Περὶ χηρῶν ἀγωνιστῶν εἰς οὐδένα ἐπῆλθεν ἡ ἰδέα νὰ περικόψῃ τὰ βοηθήματα.
§19Κ. ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ προκύψῃ καὶ δεύτερον κακὸν διὰ τῆς ἀποκοπῆς τῶν βοηθημάτων τῶν Κρητῶν, τὸ καὶ σπουδαιότερον· Θὰ δοθῇ ὅπλον ἰσχυρότατον εἰς χεῖρας τοῦ Σφακιανάκη καὶ τοῦ Βενιζέλου ὑπὲρ τῶν γνωστῶν σκοπῶν των· θὰ λάβωσιν οὗτοι ἀφορμὴν νὰ ψευδολογήσωσι πάλιν, νὰ ῥαδιουργήσωσι καὶ διαιρέσωσιν, ὅτι ἡμεῖς δὲν ἀγαπῶμεν τοὺς Κρῆτας, ἀφοῦ ἀφαιροῦμεν τὸν ἐπιούσιον ἄρτον τῶν τελευταίων θυμάτων τῆς ἡρωϊκῆς πάλης, τοῦ Σφακιανάκη, λέγω, καὶ Βενιζέλου, οἱ ὁποῖοι ἦσαν πάντοτε καὶ εἶναι εὐτυχῶς αὐτοὶ μόνοι σήμερον—καὶ θὰ ἦναι ἐχθροὶ τῆς ἑνώσεως καὶ πολέμιοι τῆς ἐθνικῆς ἰδέας ἐν Κρήτῃ.
§20Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε, νὰ διαγραφῶσιν αἱ τελευταῖαι λέξεις ἀπὸ τὰ πρακτικὰ, ἵνα μὴ φανῇ ποτε, ὅτι ἐλέχθησαν τοιαῦται λέξεις περὶ τοιούτων πατριωτῶν.
§21Κ. ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως δὲν θὰ κάμω συζήτησιν, διότι δύναται αὕτη, σήμερον γιγνομένη, νὰ βλάψῃ τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα· ἀλλ’ ἦτο ἀνάγκη νὰ κάμω τὴν δήλωσιν, ἣν ἔκαμα, ἵνα μάθῃ τὸ κοινὸν, τί ἐστὶ Βενιζέλος, ἵνα μὴ πλανᾶται τὸ κοινὸν, ἵνα μὴ πλανῶνται ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι πέρυσιν ἐδῶ μέσα ἠθέλησαν νὰ παραστήσωσιν ὡς πατριώτας τοὺς δύο τούτους μεγάλους ἀγύρτας, διὰ νὰ μὴ πλανᾶται ἡ Ἑλληνικὴ δημοσιογραφία, ἥτις μέχρι ἐσχάτων ἐπεδοκίμαζε τὰς πράξεις τοῦ Βενιζέλου, καὶ προχθὲς ἀκόμη μία ἐφημερὶς ἐνταῦθα δὲν ἐδίστασε νὰ δημοσιεύσῃ ἀλληλογραφίαν ἐκ Κρήτης ἀντιπατριωτικὴν ὑπὲρ τῶν ἀρχῶν τοῦ Βενιζέλου. Δὲν θὰ κάμω συζήτησιν, διότι δὲν συμφέρει· ἀλλὰ θὰ κραυγάσω δι’ ὅλης τῆς δυνάμεως τῶν πνευμόνων μου, ὅτι ὁ Σφακιανάκης καὶ ὁ Βενιζέλος εἶναι ἐχθροὶ τῆς Ἑλλάδος ἀποδεδειγμένοι καὶ ἀναμφισβήτητοι, καὶ οὐδεὶς δύναται νὰ μοὶ τὸ ἀμφισβητήσῃ, διότι οὐδεὶς παρηκολούθησεν, ὡς ἐγώ, τὴν ἱστορίαν τῶν Κρητικῶν ἀγώνων, καὶ οὐδεὶς γνωρίζει, ὅσον ἐγώ, τὰ πράγματα καὶ τὰ πρόσωπα τῆς Κρήτης.
§22ΚΥΡΙΑΚ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Δὲν πρόκειται νὰ λάβω μέρος εἰς τὴν συζήτησιν ταύτην· ἐπιθυμῶ μόνον νὰ ἐπαναλάβω ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον πρὸ μικροῦ εἶπεν ὁ ἀξιότιμος κύριος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι δηλαδὴ δὲν πρόκειται οὔτε περὶ χηρῶν, οὔτε περὶ ὀρφανῶν, διότι ταῦτα βεβαίως θέλουσι διατηρήσει τὰ βοηθήματά των. Τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, τὸ ὁποῖον εἶναι ὑποχρεωμένον νὰ ἐπεκτείνῃ τὸ μέτρον τῶν οἰκονομιῶν, τὰς ὁποίας ἐφήρμοσε καὶ εἰς ἄλλα κονδύλια, καὶ ἐπὶ τῶν βοηθημάτων, ἐσκέφθη ἐὰν δὲν πρέπει νὰ ἐξετάσῃ τὸ ἑξῆς γεγονός. Καθ’ ἃς ἔχει πληροφορίας, τινὲς τῶν λαμβανόντων βοηθήματα μένουσιν ἐν Κρήτῃ, καὶ ἐκεῖ διατελοῦσιν ὑπάλληλοι. Ἐνομίσαμεν λοιπόν, ὅτι, ἐφ’ ὅσον αἱ πληροφορίαι ἡμῶν αὗται δὲν ἀποδειχθῶσιν ἀνακριβεῖς, καὶ ἐφ’ ὅσον δὲν μάθωμεν, ἂν ὄντως ὑπάρχωσιν ὑπάλληλοι λαμβάνοντες καὶ μισθὸν καὶ βοήθημα, ἵνα ἴδωμεν τί ὀφείλομεν νὰ πράξωμεν, ἔπρεπε νὰ ἀναβάλωμεν τὴν πληρωμὴν τῶν βοηθημάτων, καὶ τοῦτο ἐπράξαμεν. Νομίζω δέ, ὅτι καὶ ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις τὰς αὐτὰς εἶχε σκέψεις καὶ εἰς παρόμοιον προέβη μέτρον.
§23Κ. ΦΛΕΣΣΑΣ. Παρακαλῶ τὸν κύριον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, ἐπὶ τίνι λόγῳ μέχρι σήμερον δὲν ἐτιμωρήθη ὁ δήμαρχος Ἀλαγωνίας, ὁ ὁποῖος ἐπ’ ὀνόματί του ἀναλαμβάνει ἐργολαβικῶς τὴν ἐκτέλεσιν δημοσίων ἔργων, καὶ ἐπ’ ὀνόματί του ἐκδίδονται τὰ ἐντάλματα, ἐνῷ τοῦτο εἶναι παράνομον καὶ τιμωρεῖται. Ἐπίσης παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, ἂν ἐπ’ ὀνόματι τοῦ αὐτοῦ δημάρχου κατεκυρώθη ἡ ἐπιχαλίκωσις τῆς ὁδοῦ ἀπὸ σταθμοῦ σιδηροδρόμου μέχρι τῆς πόλεως Καλαμῶν ἀντὶ 8500 δραχμῶν. Ἐπίσης παρακαλῶ τοὺς κ.κ. Ὑπουργοὺς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ τῆς Δικαιοσύνης νὰ πληροφορήσωσι τὴν Βουλήν, ἂν ἐδόθησαν καταγγελίαι κατὰ τοῦ Πολιτικοῦ Πράκτορος καὶ τοῦ Γεν. Προξένου τῆς Ἑλλάδος ἐν Ἀλεξανδρείᾳ καὶ Καΐρῳ, καὶ τί ἐνηργήθη ἐπ’ αὐτῶν.
§24ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. (Κατὰ τίνων; Ὀνομάσατέ τους.
§25Κ. ΦΛΕΣΣΑΣ. Δὲν ἀναφέρω τὰ ὀνόματα, ἀφοῦ παρακαλῶ νὰ λάβωμεν πληροφορίας, ἐὰν ἐδόθησαν καταγγελίαι. Ὅταν λάβωμεν τὰς πληροφορίας ταύτας, θὰ μάθωμεν καὶ τὰ ὀνόματα αὐτῶν. Γνωρίζω, ὅτι καὶ ἄλλοτε ἐπεδόθησαν πρὸς τὸν τότε Πρωθυπουργὸν κ. Θεοτόκην ἀπ’ εὐθείας τοιαῦται καταγγελίαι.
§26ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Ἀφ’ ἧς ἡμέρας ἔχω τὴν τιμὴν νὰ διευθύνω τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν, δὲν ἐνθυμοῦμαι νὰ ἐγένετο τοιαύτη καταγγελία. Ἐὰν ἐγένετο πρίν, καὶ ἂν ἐγένετο οἱαδήποτε ἐνέργεια, δὲν εἶχον ἀφορμὴν νὰ ζητήσω νὰ μάθω.
§27Κ. ΦΛΕΣΣΑΣ. Παρακαλῶ ἐπίσης τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης νὰ ζητήσῃ νὰ λάβῃ πληροφορίας, διατὶ 250 πρόστιμα ἐθεωρήθησαν παραγεγραμμένα καὶ ἐκηρύχθησαν παραγεγραμμένα ἐνώπιον τοῦ εἰρηνοδίκου Θουρίας, ἐπὶ μεγίστῃ ζημίᾳ τοῦ Δημοσίου.
§28Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Χθὲς παρεκάλεσα τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν ἐπὶ τέλους τὰ αἰτηθέντα ἔγγραφα ὑπὸ τῶν συναδέλφων κ. κ. Κωνστ. Σμολένσκη στρατηγοῦ, βουλευτοῦ Ἀττικῆς, Γ. Κρεστενίτου, βουλευτοῦ Ἠλείας, καὶ Ι. Σταΐκου, βουλευτοῦ Βάλτου. Εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὅτι κατέθεσε ταῦτα ἀλλὰ κατὰ πλάνην δὲν κατέθεσεν ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐζήτησαν οἱ κύριοι Βουλευταὶ, ἀλλὰ τὰ περὶ ἐκλογῆς Αἰγίνης. Ἐπαναλαμβάνω τὴν παράκλησιν ταύτην, καὶ παρακαλῶ τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν νὰ μοὶ κάμῃ τὴν εὐχαρίστησιν καὶ σπεύσῃ νὰ καταθέσῃ τὰ ἔγγραφα ταῦτα, καθόσον πρέπει νὰ συζητήσωμεν τὰ περὶ τοῦ νόμου τῆς Γενικῆς Διοικήσεως, διὰ νὰ ἴδωμεν, ἂν ἔχουν δίκαιον ὅσοι ζητοῦσι τὴν κατάργησιν αὐτῆς, ἢ ὅσοι ζητοῦσι τὴν διατήρησιν αὐτῆς, καὶ ἂν ὁ νόμος πρέπει ἢ μὴ νὰ ἐξακολουθήσῃ ἰσχύων.
§29Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Κύριε Πρόεδρε, αἱ μὲν πληροφορίαι, τὰς ὁποίας ἐζήτησεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Βάλτου βουλευτὴς κ. Στάϊκος, εἶναι τοσαῦται, ὥστε πρέπει ἐπὶ πολὺν χρόνον νὰ ἐπασχοληθῶσιν οἱ ὑπάλληλοι τοῦ Ὑπουργείου, ἵνα προσκομίσω ταύτας. Θὰ προσπαθήσω ὅμως νὰ φέρω τινὰ ἐξ ὅλων ἐκείνων, τὰ ὁποῖα διενοήθη νὰ ζητήσῃ ὁ κ. Βουλευτής. Ὅσον δ’ ἀφορᾷ τὴν κατάθεσιν τῶν ἐγγράφων, τὰ ὁποῖα ἐζήτησεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἠλείας Βουλευτὴς, ταῦτα εἶναι ἐκθέσεις καὶ τ’ ἀποτελέσματα τῆς ἐπιθεωρήσεως, ἣν ἐνήργησε κατὰ τὸ παρελθὸν δὶς, νομίζω, ὁ Γενικὸς Διοικητής. Ἐὰν ἐπρόκειτο, κύριοι Βουλευταὶ, νὰ κριθῇ ἀπροσώπως ἡ ἐνέργεια ἀρχῆς ὑποκειμένης εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, νομίζω ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν δὲν ἔπρεπεν οὐδ’ ἐπὶ στιγμὴν νὰ διστάσῃ νὰ προσαγάγῃ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς τὰ ἔγγραφα ταῦτα, διότι οὕτως ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἢ οἱ προκάτοχοι αὐτοῦ, οἱ πρὸ ἐμοῦ χρηματίσαντες Ὑπουργοὶ τῶν Στρατιωτικῶν, ἤθελον δώσει εὐθύνας διὰ τὰς πλημμελεῖς τυχὸν ἐν τῇ ἐνεργείᾳ ἐκείνων τῶν ἐπιθεωρήσεων πράξεις. Ἀλλ’ ἐφ’ ὅσον συγκεκριμένως δὲν καταγγέλλεται ὡρισμένη τις πρᾶξις, καὶ ἑπομένως ἐφ’ ὅσον δὲν μερικεύσωμεν τὸν ἀριθμὸν τῶν ἐγγράφων, δὲν ὁρίσωμεν οὕτω τὰ ἔγγραφα, ἵνα ἐξετασθῇ, ἐὰν ταῦτα τὰ ἔγγραφα δύνανται νὰ προσκομισθῶσιν ἄνευ βλάβης τῶν συμφερόντων τῆς ὑπηρεσίας καὶ τῶν ἠθικῶν ἢ τῶν ὑλικῶν συμφερόντων τοῦ Κράτους, νομίζω ὅτι εἶναι δύσκολος ἡ προσκόμισις αὐτῶν. Ὅπως γνωρίζετε, κύριοι συνάδελφοι, τὸ ζήτημα τῶν ἐπιθεωρήσεων, εἶναι ζήτημα καθαρῶς προσωπικὸν, δὲν σᾶς ἀποκρύπτω δὲ καὶ τὴν λύπην μου, ὅτι ζητήματα προσωπικὰ, τὰ ὁποῖα ἔχουσι βεβαίως μεγάλην σπουδαιότητα, εἶναι τὰ κυρίως ἐπασχολοῦντα κατὰ τὴν ἐπιθεώρησιν τὸν Γενικὸν Διοικητήν. Ἀλλ’ αἱ γνῶμαι, τὰς ὁποίας ὁ Γενικὸς Διοικητὴς, ὡς ἐπιθεωρητὴς, ἐξέφερε περὶ τῶν διαφόρων αὐτῶν ἀξιωματικῶν, ἄλλαι μὲν μετεβλήθησαν, καὶ διὰ νεωτέρων ἐκθέσεων ἐν τῇ δευτέρᾳ ἐπιθεωρήσει διωρθώθησαν, ἄλλαι δὲ ἔμειναν ὁποῖαι ἦσαν. Εἰς τὴν πρώτην ἐπιθεώρησιν ἐκρίθη ἀναγκαῖον νὰ γνωστοποιηθῶσιν αἱ προτάσεις τοῦ Γενικοῦ ἐπιθεωρητοῦ, καὶ συνεπῶς ποῖοι καθίσταντο στάσιμοι — καὶ τοῦτο ἐγένετο διὰ δημοσιεύσεως ἐπισήμου — ἐν τῇ δευτέρᾳ ἐπιθεωρήσει ἐκρίθη, ὅτι αἱ γνῶμαι τοῦ ἐπιθεωρητοῦ δὲν ἔπρεπε νὰ γνωστοποιηθῶσι, καὶ μένουσιν ἄγνωστοι ἀκόμη εἰς τὰ ἄτομα. Τὸ μέτρον τοῦτο εἶχε λάβει ὁ προκάτοχός μου, πιστεύω δὲ, — διότι δὲν ἠρεύνησα τὰ σχετικὰ, — ὅτι τὸ ἔλαβε κατόπιν καὶ γνώμης τοῦ ἐπιθεωρητοῦ. Τοιουτοτρόπως ἔχομεν ἕνα ἀριθμὸν ἀξιωματικῶν ἀγνοούντων, ποία εἶναι ἡ περὶ αὐτῶν γνώμη τῆς Ἐπιθεωρήσεως. Πιθανῶς νεωτέρα ἐπιθεώρησις νὰ ἔλθῃ νὰ ἀλλάξῃ τὴν περὶ αὐτῶν γνώμην. Ἀλλ’ εἴπετέ μοι, Κύριοι, νομίζετε, ὅτι δὲν δυνάμεθα νὰ ἀρυσθῶμεν τὰ ἐπιχειρήματα ἡμῶν, προκειμένου περὶ συζητήσεως νομοσχεδίων, στηριζόμενοι ἐπὶ οὐσιωδεστέρων θεμάτων, καὶ νὰ ἀποφύγωμεν τὴν ἔκθεσιν, οὕτως εἰπεῖν, ἐνώπιον ὅλου τοῦ κόσμου τῆς ὑπολήψεως τῶν ἀτόμων τῶν ἀξιωματικῶν; Θὰ παρακαλέσω ὑμᾶς, καὶ τοὺς εἰς τὴν μίαν πτέρυγα ἀνήκοντας καὶ τοὺς εἰς τὴν ἄλλην—διότι οἱ ζητήσαντες τὰ ἔγγραφα ἀνήκουσιν εἰς ἀμφοτέρας τὰς πτέρυγας, καὶ ἐζήτησαν τὰς ἐκθέσεις ταύτας οὐχὶ βεβαίως ἐκ πολιτικῆς ἀποχρώσεως, ἀλλ’ ἐξ ἀγαθῆς προθέσεως, — θὰ παρακαλέσω, λέγω, νὰ μὴ ἐπιμένωσι νὰ δοθῶσιν εἰς τὴν δημοσιότητα γνῶμαι, αἱ ὁποῖαι πιθανὸν νὰ ἦναι γνῶμαι ὀρθαί, ἀλλὰ προσβάλλουσι βεβαίως τὴν φιλοτιμίαν τῶν ἀξιωματικῶν. Ὑμεῖς, Κύριοι, γνωρίζετε, — δὲν εἶναι ἐνταῦθα τὴν στιγμὴν ταύτην ὁ ἡμέτερος συνάδελφος καὶ ἀγαπητὸς φίλος μου κ. ἐξ Ἠλείας Βουλευτὴς — πόσον βαθέως ἐπλήγη οὗτος, ὡς ἀξιωματικός, ἐκ τῆς, ὡς αὐτὸς βεβαιοῖ, καὶ ἐγὼ ὁμολογῶ, ἀδίκου περὶ αὐτοῦ κρίσεως· ὅλοι γνωρίζομεν, ὅτι ἐπλήγη τόσον βαθέως, ὥστε βεβαίως πολλάκις ὑπερβαίνει καὶ τὸ μέτρον τῆς ἐκδηλώσεως τῆς ἀγανακτήσεώς του, ἀγανακτήσεως δικαίας, ἥτις, μοὶ ἐπιτρέπεται νὰ εἴπω, ὅτι ἐνίοτε ὑπερβαίνει τὸ μέτρον. Ἴσως, ἐὰν ἤμην εἰς τὴν θέσιν του, θὰ ἤμην περισσότερον ὁρμητικὸς καὶ ἤθελον ἐκδηλώσει τὸ φρόνημά μου ἀκόμη δυνατώτερον, ἢ μᾶλλον δύναμαι νὰ βεβαιώσω, ὅτι θὰ τὸ ἔπραττον, ἀλλά, τό γε νῦν ἔχον, δὲν εὑρέθην εἰς τοιαύτην θέσιν εὐτυχῶς. Θὰ σᾶς παρακαλέσω λοιπὸν νὰ λάβητε καλῶς ὑπ’ ὄψιν σας, ὅτι πρόκειται περὶ ἀξιωματικῶν, τῶν ὁποίων ἡ ὑπόληψις, κατὰ τὴν κοινὴν γνώμην τοὐλάχιστον, ἔχει τεθῆ ἐν ἀμφιβόλῳ, καὶ νὰ μὴ ἐπιμένητε. Ἐν τούτοις, ἐὰν ἡ Βουλὴ νομίζῃ, ὅτι πρέπει νὰ φέρωμεν τὰ ἔγγραφα, δὲν θέλω λείψει νὰ τὰ προσαγάγω. (Ἐπιδοκιμασίαι).
§30Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὅπως ὡμίλησεν ὁ κ. Ὑπουργὸς πρὸς τὴν Βουλήν, δὲν δύναται ἡ Βουλὴ νὰ ἔχῃ ἀντίθετον γνώμην· καὶ ἐγὼ αὐτὸς ἐκάμφθην πρὸς στιγμήν. Ἀλλ’ ἐὰν ἐπιμένωσιν οἱ Βουλευταὶ καὶ ἐγὼ αὐτὸς εἰς τὴν κατάθεσιν τῶν τοιούτων ἐγγράφων, ὁ λόγος εἶναι, ὅτι ἡ ὑπηρεσία ἐνόμιζεν, ὅτι δὲν προσβάλλεται ἡ ἀξιοπρέπεια καὶ τὸ γόητρον τῶν ἀξιωματικῶν, ἐὰν δημοσιεύσῃ δι’ ἡμερησίας διαταγῆς τοὺς ὡς στασίμους θεωρηθέντας. Καὶ διὰ τοῦτο οἱ κύριοι συνάδελφοι καὶ ἐγὼ προέβημεν εἰς τὴν ἐπερώτησιν καὶ ἐζητήσαμεν τὰ ἔγγραφα τῆς Ἐπιθεωρήσεως.
§31Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Ἔχω, κύριε συνάδελφε, ἐναντίαν γνώμην, ὅτι δηλαδὴ δὲν ἔπρεπε νὰ δημοσιευθῶσι.
§32Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἔχετε τὴν γνώμην, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ δημοσιευθῶσιν. Ἀλλὰ πρέπει νὰ γνωρίζωσιν οἱ ἀξιωματικοί, ποίαν γνώμην ἔχει ὁ ἐπιθεωρητὴς περὶ τῆς ἱκανότητος αὐτῶν καὶ εἰς ποῖα σημεῖα εὑρίσκει ὁ ἐπιθεωρητής, ὅτι οἱ ἀξιωματικοὶ αὐτοὶ ὑπολείπονται, διὰ νὰ κρίνωσιν, ἂν δύνανται νὰ διορθώσωσι τὰ σφάλματά των, ἂν αἱ ἐλλείψεις αὐτῶν εἶναι τοιαῦται, ὥστε δὲν καταστρέφουσι τὸ κῦρος καὶ τὴν αὐθεντίαν αὐτῶν, ὅπως διευθύνωσι τοὺς ὑπ’ αὐτούς. Ἀναγκαίως λοιπὸν ἐπέρχεται ἡ περίπτωσις, κατὰ τὴν ὁποίαν ὀφείλει νὰ γνωρίζῃ ἡ οἰκογένεια ἡ στρατιωτικὴ ποίαν γνώμην ἔχει ὁ ἐπιθεωρητὴς περὶ τῶν μελῶν αὐτῆς. Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνον ἡ περίπτωσις αὕτη, κατὰ τὴν ὁποίαν γίνεται γνωστόν, τὸ τί σκέπτεται ὁ ἐπιθεωρητὴς περὶ τῶν ἀξιωματικῶν. Οἱ γενόμενοι προβιβασμοὶ καταδηλοῦσι πασιφανέστατα, ποίαν γνώμην ἔχει περί τινων τῶν ἀξιωματικῶν ἡ Ἐπιθεώρησις, ἐκτὸς ἐκείνων, τῶν ὁποίων δὲν εἶναι πρόσφατος ὁ προβιβασμός. Διὰ τοῦτο καὶ ἐγὼ καὶ οἱ κύριοι συνάδελφοι νομίζομεν, ὅτι ἐπιβάλλεται ἴσως νὰ προσκομισθῶσιν εἰς τὴν Βουλὴν τὰ ἔγγραφα ταῦτα. Εἶναι γνωστὸν, τίνες εἶναι οἱ ἀξιωματικοί, καὶ ποίαν ἔχουσιν ἱκανότητα μεταξὺ τῆς οἰκογενείας τῆς στρατιωτικῆς. Θὰ ἦτο ἄτοπον βεβαίως, διὰ τῶν ἀντιπροσώπων αὐτῆς νὰ μάθῃ ἡ Ἑλλὰς ὁλόκληρος καὶ ὁ Ἑλληνισμὸς ποίαν γνώμην ἔχει ὁ ἐπιθεωρητὴς περὶ τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ Ἑλληνικοῦ στρατοῦ, ἐὰν ἡ τοιαύτη διαπόμπευσις ἐγίνετο τὸ πρῶτον ἤδη, ὅτε ζητοῦνται κατ’ αὐτὴν τὴν Σύνοδον τῆς Βουλῆς τὰ περὶ τούτων ἔγγραφα. Ἀλλὰ δὲν διεπομπεύθη ὁ Ἑλληνικὸς στρατὸς ὁλόκληρος μετὰ τὸν πόλεμον, ὅτε ἐγέννετο ἡ μεγάλη ἐπιτροπὴ, ἵνα ἐξελέγξῃ τὴν δρᾶσιν τῶν ἀξιωματικῶν αὐτοῦ καὶ τὴν ἱκανότητα αὐτῶν κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην; Καὶ δὲν ἐνθυμεῖσθε, ὅτι τότε ἐπετράπη εἰς πάντας νὰ ἀλληλοκαταγγέλλωνται καὶ νὰ προσέρχωνται εἰς Συμβούλια, καὶ νὰ τινάσσωνται ἐντεῦθεν καὶ ἐκεῖθεν ἀξιωματικοὶ καὶ γαλόνια;
§33Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸν λόγον, παρακαλῶ.
§34Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Διατὶ τότε δὲν ἠγείρετο μία φωνὴ ἐκ μέρους τοῦ λαοῦ ὁλοκλήρου, ἢ ἐκ τῆς ἀντιπροσωπείας τοῦ ἔθνους, ἢ ἐκ τῆς δημοσιογραφίας, ἵνα σταματήσῃ τοιαύτην ἐνέργειαν, ἀλλ’ ἐθεωρήθη τότε ἀναγκαῖον καὶ ἐπιβαλλόμενον νὰ γνωσθῇ ἡ ἱκανότης καὶ ἡ κατάστασις τῶν ἀξιωματικῶν, καὶ ν’ ἀπομακρυνθῶσιν ἐκεῖνοι, τῶν ὁποίων ἡ δρᾶσις εἴτε ἡ ἱκανότης ἦσαν πλημμελεῖς; Τὸ παρελθὸν λοιπὸν μᾶς ἔδωκε τὸ δικαίωμα νὰ πιστεύσωμεν, ὅτι καὶ σήμερον ἠδυνάμεθα, προκειμένου νὰ μεταβάλωμεν καθεστῶτα νόμον, νόμον, τὸν ὁποῖον θεωροῦσί τινες ὡς σωτήριον, νόμον, τὸν ὁποῖον θεωροῦμεν ἡμεῖς ὡς ἐπιβλαβῆ εἰς τὴν Δυναστείαν, εἰς τὴν πατρίδα, εἰς τὸν στρατὸν, ὅπως θὰ λάβω τὴν τιμὴν νὰ ἀποδείξω — κατὰ τὴν γνώμην μου — κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ νόμου ἐνώπιον τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ ἔθνους, ὅτι καὶ σήμερον, λέγω, ἠδυνάμεθα νὰ ζητήσωμεν τὰ ἔγγραφα. Ἐκάμφθην λοιπόν, εἶπον, ὅτε ἤκουσα τὸν Ὑπουργὸν, καὶ ἐσυλλογίσθην, ἐὰν ἔπρεπε νὰ λάβω τὸν λόγον καὶ νὰ ἐπιμείνω. Καὶ δὲν θὰ ἐπέμενον, ἐὰν δὲ ἐπρόκειτο νὰ σχηματισθῇ γνώμη, ἡ ὁποία μεγάλην ἔχει ἐπιρροὴν εἰς τὸ μέλλον τοῦ τόπου, εἰς τὸ μέλλον τοῦ στρατοῦ, εἰς τὸ γόητρον τῆς Δυναστείας. Ἡμεῖς, οἵτινες θὰ λάβωμεν τὸν λόγον ἐντεῦθεν, ἀναδιφοῦντες τὰ ἔγγραφα ἐκεῖνα, θὰ σταματῶμεν ἐκεῖ, ὅπου δὲν πρέπει νὰ γνωρίζῃ ἄλλος τις, ἐκτὸς ἡμῶν, τὰ ἐκεῖ ἀναγραφόμενα. Ἀλλ’ ἂν ὑπάρξῃ ἀνάγκη, ἴσως ζητήσωμεν νὰ κλείσωσιν αἱ θύραι τοῦ Βουλευτηρίου διὰ νὰ ὁμιλήσωμεν ἐλευθέρως περὶ τῶν ἐν ταῖς ἐκθέσεσιν ἀναγεγραμμένων, καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει φρονῶ, ὅτι οὐδὲ ὁ Ἑλληνικὸς στρατὸς διαπομπεύεται, οὐδὲ τὸ κῦρος τῶν ἀξιωματικῶν κλονίζεται, οὐδὲ κακόν τι συμβαίνει εἰς τὴν πατρίδα, ἐὰν τὴν γνώμην μου ταύτην, τὴν ὁποίαν ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω ταύτην τὴν στιγμήν, ἀναγνωρίσῃ ἡ Βουλὴ ὡς δυναμένην νὰ πραγματοποιηθῇ, ἤτοι ἐὰν, ὅταν φθάσωμεν εἰς τὸ σημεῖον κατὰ τὸ ὁποῖον θὰ ἐξελέγξωμεν τὰ τῶν ἐκθέσεων, κλείσωμεν τὰς θύρας καὶ μείνωμεν μόνοι. Δύναται τότε ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν νὰ προσκομίσῃ τὰ ἔγγραφα ταῦτα, μὲ τὴν πεποίθησιν, ὅτι οὐδεμία βλάβη θὰ προκύψῃ ἐκ τῆς μελέτης καὶ ἐξετάσεως τῶν ἐγγράφων τούτων. Δὲν νομίζω ὅτι οἱ λόγοι μου θὰ ἦναι ἱκανοὶ νὰ μεταβάλωσι τὴν γνώμην ὑμῶν, ἀλλ’ ἐπεθύμουν νὰ ἀκουσθῶσι πρὸς τὸ συμφέρον καὶ τῆς συζητήσεως καὶ τῆς ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς.
§35ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ στρατηγὸς κύριος Σμολένσκης ἔχει τὸν λόγον.
§36Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ. Κύριοι Βουλευταὶ, μία φράσις μόνον τοῦ ἀξιοτίμου κ. ἐξ Οἰτύλου Βουλευτοῦ μὲ ἀναγκάζει νὰ ἔλθω ἐπὶ τοῦ βήματος, διὰ νὰ δώσω μίαν ἐξήγησιν.
§37Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Μοὶ ἐπιτρέπετε, στρατηγέ; Δὲν ἔφερα γνώμην ἐπὶ τῆς δράσεώς σας ἐκείνης.
§38Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ. Τὸ ἠξεύρω· ἀλλὰ θὰ δώσω μίαν ἐξήγησιν μόνον, διὰ νὰ μὴ ὑπάρχῃ τι, τὸ ὁποῖον νὰ ἐξελήφθη ἄλλως πως παρὰ ὅπως πρέπει νὰ ἐκληφθῇ. Μετὰ τὸν πόλεμον, Κύριοι, ἐγὼ εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ἀνέλθω εἰς τὴν διεύθυνσιν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν. Ὅλος ὁ κόσμος ἀπῄτει ἀπὸ ἐμὲ τότε νὰ καθαρίσω τὸ στράτευμα, καὶ βεβαίως ἡ κοινὴ γνώμη, ἕνεκα τῶν ἀτυχιῶν τοῦ πολέμου, εἶχεν ἐξεγερθῆ· ἡ ἐθνικὴ φιλοτιμία εἶχε πληγωθῆ, καὶ συνεπῶς ἔπρεπε νὰ δοθῶσι παραδείγματά τινα, ἅτινα νὰ χρησιμεύσωσιν ὡς μαθήματα διὰ τοὺς ἄλλους, ὥστε ἐν ἄλλῃ δράσει νὰ φέρωνται καλλίτερον ἢ ὅπως ἐφέρθησαν ἐκεῖνοι, κατὰ τῶν ὁποίων ὑπῆρχεν ἡ κατακραυγή. Ἐνοεῖται, ὅτι ἐγὼ δὲν ἠδυνάμην νὰ ἀναλάβω μόνος τοιαύτην εὐθύνην, καὶ νὰ καθαρίσω τὸ στράτευμα ἐντὸς τοῦ ὀλίγου χρονικοῦ διαστήματος, τὸ ὁποῖον ἡ κοινὴ γνώμη ἀπῄτει. Τότε λοιπὸν ἀπεφασίσθη, καὶ μάλιστα συνεπείᾳ γνώμης τοῦ ἀνωτάτου ἄρχοντος τοῦ στρατοῦ, νὰ σχηματισθῇ μία ἐπιτροπὴ ἐκ τῶν καλλιτέρων ἀξιωματικῶν, ἐξ ἐκείνων δηλαδή, οἵτινες δὲν ἔφερον κηλῖδά τινα ἐφ’ ἑαυτῶν ἐκ τοῦ πολέμου, καὶ ἡ ἐπιτροπὴ αὕτη νὰ ἐξετάσῃ τὴν δρᾶσιν ἑνὸς ἑκάστου, ὥστε ἄλλοι μὲν νὰ ἀμειφθῶσι, ἄλλοι δὲ νὰ τιμωρηθῶσι. Πραγματικῶς δὲ τὰ ἄτομα, τὰ ὁποῖα ἀπετέλεσαν τότε τὴν ἐπιτροπήν, ἦσαν ἐκ τῶν καλλιτέρων, καὶ δὲν πιστεύω νὰ ὑπάρχῃ διαφωνία τις ἐπὶ τοῦ προκειμένου. Ἡ ἐλεγκτικὴ ἐπιτροπὴ ἐξήτασε τὴν δρᾶσιν καὶ τοῦ στρατεύματος τῆς Θεσσαλίας καὶ τοῦ στρατεύματος τῆς Ἠπείρου, καὶ ἔκαμε διαφόρους προτάσεις εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν. Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, δηλαδὴ ἐγώ, συνεπείᾳ τῶν διαφόρων προτάσεων, ὡς πρὸς τὰ πρόσωπα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐθεωροῦντο ὅτι ὑστέρησαν κατὰ τὸν πόλεμον, ἐσύστησε κατὰ τὸν νόμον τὰ Ἀνακριτικὰ Συμβούλια, καὶ εἰς αὐτὰ παρέπεμψε τὰ πρόσωπα ἐκεῖνα, ἵνα κριθῶσι, ἐξετέλεσε δὲ κατόπιν τὰς προτάσεις τῶν Ἀνακριτικῶν Συμβουλίων. Ἐὰν ἐγένοντο παρατυπίαι τινές, ἐγὼ δὲν εὐθύνομαι, διότι εἶχον ἐκδώσει ἐγκαίρως τὴν ἐγκύκλιον, δι’ ἧς καθίστων γνωστόν, ὅτι διὰ πᾶσαν παρατυπίαν ἔφερον τὴν εὐθύνην τὰ μέλη τῶν Ἀνακριτικῶν Συμβουλίων καὶ οἱ πρόεδροι αὐτῶν· καὶ τοιαύτη ἐγκύκλιος ὑπάρχει. Ἔγειναν λοιπὸν αἱ διάφοροι προτάσεις, καὶ προεκλήθησαν αἱ συνέπειαι τῶν γνωματεύσεων τῶν Ἀνακριτικῶν Συμβουλίων. Ἀλλὰ κατὰ τὴν ἀγόρευσιν τοῦ ἀξιοτίμου κ. ἐξ Οἰτύλου Βουλευτοῦ ἐλέχθη, ὅτι ἐξεδόθη καὶ ἐγκύκλιος ἐπιτρέπουσα τὴν ἀλληλοκαταγγελίαν μεταξὺ τῶν ἀξιωματικῶν. Εἰς τοῦτο θὰ διαφωνήσω μὲ τὸν ἀξιότιμον κ. συνάδελφόν μου, διότι ἐγὼ τοιαύτην ἐγκύκλιον δὲν ἐξέδωκα ποτέ. Ἐγκυκλίως διέταξα ἁπλῶς, ὅπως πᾶς ἀξιωματικός, ὁ ὁποῖος κατὰ τὸν πόλεμον παρετήρησεν ἐλλείψεις, εἴτε ὡς πρὸς τὸν ὁπλισμόν, εἴτε ὡς πρὸς τὴν ἀποσκευὴν καὶ τὴν ἐνδυμασίαν, καὶ ἐν γένει εἰς ὅ,τι ἀφορᾷ τὸ στράτευμα, μοὶ τὰς ἀναφέρῃ, ὥστε ἐγώ, σκεπτόμενος καὶ περὶ ὁπλισμοῦ, σκεπτόμενος καὶ περὶ ἐνδυμασίας καὶ ὑποδήσεως καὶ περὶ ἀποσκευῆς καὶ λοιπῶν, νὰ ἔχω τὰς γνώμας τῶν διαφόρων ἀξιωματικῶν, οἵτινες νὰ μὲ φωτίσωσιν εἰς τὰς ἀποφάσεις, τὰς ὁποίας ἐπρόκειτο νὰ λάβω· καὶ μάλιστα κατόπιν ἐσύστησα καὶ ἐπιτροπὴν διὰ τὸν ὁπλισμὸν τοῦ στρατοῦ, ἐσύστησα ἐπιτροπὴν καὶ διὰ τὴν ἀποσκευὴν τοῦ στρατοῦ, μετέβαλον κατά τι τὴν στολήν, διέταξα τὴν ἐλάττωσιν τῶν διαστάσεων τοῦ γυλιοῦ, διότι εἶχον παρατηρήσει κατὰ τὸν πόλεμον, ὅτι οἱ στρατιῶται ἀπέρριπτον τοὺς γυλιούς, μὴ δυνάμενοι νὰ ὑποφέρωσι τὸ βάρος αὐτῶν. Λοιπὸν τοιούτου εἴδους ἐγκύκλιον ἐξέδωκα. Ἐὰν ὁ κ. ἐξ Οἰτύλου Βουλευτὴς νομίζῃ, ὅτι ὑπάρχει ἄλλη τις ἐγκύκλιος, ἀφορῶσα εἰς ἀλληλοκαταγγελίαν, ὑπογεγραμμένη ἀπὸ ἐμέ, τὸν παρακαλῶ νὰ μοὶ τὴν παρουσιάσῃ, διότι ἐγὼ δὲν ἐνθυμοῦμαι νὰ ὑπέγραψα καὶ τοιαύτην ἐγκύκλιον. Τὴν ἐξήγησιν αὐτὴν ἠθέλησα νὰ δώσω εἰς τὴν Βουλὴν καὶ εἰς τὸν κ. ἐξ Οἰτύλου Βουλευτὴν προσωπικῶς. Τώρα ἔρχομαι εἰς τὸ ἄλλο ζήτημα. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὰ ἀποτελέσματα τῆς ἐπιθεωρήσεως, καὶ ἐγὼ εἶμαι τῆς ἰδέας, ὅτι οἱ ἀξιωματικοὶ πρέπει νὰ γνωρίζωσι τὴν περὶ αὐτῶν γνώμην τῶν προϊσταμένων των, διὰ νὰ λαμβάνουν τὰ μέτρα των καὶ διορθώνωνται. Ἐὰν λ. χ. χαρακτηρίζωνται ὡς ῥάθυμοι, νὰ γίνωνται ἐνεργητικώτεροι, ἐὰν ὡς ἀμαθεῖς, νὰ μελετῶσι πλειότερον, ἵνα ἀποκτήσωσι τὰς ἀπαιτουμένας γνώσεις, ἐὰν ἦναι σκαιοί, νὰ προσπαθῶσι νὰ γίνωνται εὐγενέστεροι κτλ. Καὶ συμφωνῶν μὲ τὴν γνώμην τοῦ κ. ἐξ Οἰτύλου Βουλευτοῦ, λέγω, ὅτι καὶ τῶν ξένων στρατῶν οἱ ἐπιθεωρηταὶ οὐδέποτε ἀποκρύπτουν πρὸς τοὺς ὑποδεεστέρους, οὓς ἐπιθεωροῦσι, τὴν περὶ αὐτῶν γνώμην των. Ἐγὼ ἔτυχε νὰ ἴδω ἐπιθεωρήσεις ἐνεργουμένας, ὅτε εὑρισκόμην ἐν Εὐρώπῃ, καὶ εἶδον κατὰ τίνα τρόπον οἱ ἐπιθεωρηταὶ νουθετοῦσι τοὺς ἀξιωματικούς, καὶ μὲ ποίαν εἰλικρίνειαν τοῖς καθιστῶσι γνωστὰ τὰ ἐλαττώματά των, ὥστε νὰ τοὺς κάμουν, καὶ ἂν δὲν ἔχουν τὴν διάθεσιν, νὰ προσπαθοῦν παντὶ σθένει νὰ βελτιώνουν τὴν θέσιν των. Ὅτε λοιπὸν εἶδον, ὅτι ὁ πρώην ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργὸς κ. Τσαμαδὸς ἐδημοσίευσε τότε δι’ ἐγκυκλίου, ποῖοι εἶναι οἱ προβιβάσιμοι καὶ ποῖοι οἱ στάσιμοι, τότε, ὅτε ἤκουσα διάφορα παράπονα, ἐγὼ εἶπον, ὅτι εἶμαι καθ’ ὅλα σύμφωνος μὲ τὸν Ὑπουργὸν κ. Τσαμαδόν. Διότι πρέπει ὁ ἀξιωματικὸς νὰ γνωρίζῃ ποίαν ἰδέαν ἔχουσιν οἱ προϊστάμενοι περὶ αὐτοῦ, διὰ νὰ διορθώνηται, καὶ ὄχι ἐν τῷ κρυπτῷ νὰ ἀποφασίζηται ἡ τύχη αὐτοῦ, χωρὶς πολλάκις ὁ ἐπιθεωρητὴς νὰ ἔχῃ ἰδεῖ τὸν ἀξιωματικόν. Καὶ ἐπὶ τοῦ προκειμένου θὰ σᾶς φέρω ἓν παράδειγμα, Κύριοι. Ἐγὼ εἶχον συμμαθητὴν εἰς τὸ Στρατιωτικὸν Σχολεῖον τῶν Εὐελπίδων τὸν νῦν συνταγματάρχην τοῦ μηχανικοῦ κ. Γονατᾶν, καὶ τὸν ἐγνώριζον πάντοτε εὐφυέστατον, δραστηριώτατον, γενναιότατον, ῥωμαλεώτατον καὶ ἐν γένει ἔχοντα ὅλα τὰ στοιχεῖα ἑνὸς καλοῦ ἀξιωματικοῦ, καὶ ἐπὶ πλέον ἀγαθώτατον καὶ συμπαθέστατον. Ἐκ κακῆς εἰσηγήσεως, ὁ ἐπιθεωρητὴς — δὲν ἀναφέρω τὸ ὄνομά του — ἔκρινε τὸν ἀξιωματικὸν ἐκεῖνον στάσιμον· οὗτος ὅμως, ἔχων τὴν συναίσθησιν τῆς ἀξίας του, δὲν ἠδύνατο νὰ ὑποφέρῃ τὸν χαρακτηρισμὸν τοῦτον, καίτοι δὲ πειθαρχικώτατος, ἠγανάκτει ἐνίοτε εἰς τοιοῦτον βαθμόν, ὥστε ἐλησμόνει τὴν αὐστηρότητα τῆς πειθαρχίας. Οἱ συνάδελφοί του συνεχώρουν αὐτό, γνωρίζοντες τὴν ἀξίαν τοῦ ἀτόμου. Καὶ ἐπαναλέγω, ὅτι ὁ ἀξιωματικὸς οὗτος ἐκρίθη στάσιμος χωρὶς νὰ ἐξετασθῇ, ἀλλὰ μόνον ἐκ κακῆς εἰσηγήσεως. Σᾶς ἀνέφερα ἓν καὶ μόνον παράδειγμα. Ἐγὼ εἶχον τὴν εὐτυχίαν νὰ ἀποδώσω εἰς τὸν ἀξιωματικὸν αὐτὸν τὸ δίκαιόν του, ὅτε ἀνέλαβον τὴν διεύθυνσιν τοῦ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργείου, καὶ εἰς τοῦτο μὲ ἐβοήθησε καὶ ὁ τότε ἐπιθεωρητής, ὑποστράτηγος κ. Γ. Μαυρομιχάλης, ὁ ὁποῖος τὸν ἀξιωματικὸν αὐτὸν ἀπὸ στάσιμον τὸν μετέβαλε εἰς προβιβάσιμον, ἐγὼ δέ, ὠφεληθεὶς τῆς περιστάσεως τὸν συμπεριέλαβον εἰς τὰ Διατάγματα τῶν προβιβασμῶν, καὶ οὕτως ἐπροβιβάσθη καὶ ἡσύχασεν ὁ ἀξιωματικὸς ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος εὑρίσκετο ἐν δικαιοτάτῃ ἀγανακτήσει.
§39Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Νομίζω μάλιστα, ὅτι ἡ γνώμη, ἡ ἀναγραφεῖσα εἰς τὸ ἔγγραφον τῆς Ἐπιθεωρήσεως, δὲν ἦτο σαφὴς, δηλαδὴ δὲν καθώριζε διὰ τίνα λόγον ἐτίθετο εἰς στασιμότητα ὁ κ. συνταγματάρχης, καθὼς μάλιστα δύναμαι νὰ εἴπω, ὅτι καὶ δι’ ὅλους τοὺς ἄλλους στασίμους δὲν γίνεται μνεία ῥητὴ τῶν λόγων, ὧν ἕνεκα ἐτέθησαν εἰς κατάστασιν στασιμότητος.
§40Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ. Ἐγώ, Κύριοι, δὲν σᾶς ἀποκρύπτω, ὅτι, ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ, κατὰ τὸ διάστημα τοῦ στρατιωτικοῦ μου βίου δὲν ἤμην ἐκ τῶν εὐνοουμένων· φιλύποπτος δὲ ὢν εἰς τὸ τί συμβαίνει διὰ τὸ ἄτομόν μου, παρουσιαζόμην ἐνίοτε εἰς τὸν ἀνώτατον ἄρχοντα τοῦ στρατοῦ, καὶ τὸν ἠρώτων περὶ τῆς ἰδέας, ἣν εἶχε περὶ ἐμοῦ, ὡς ἀνώτατος ἄρχων τοῦ στρατοῦ. Ἑπομένως δὲν σᾶς ἀποκρύπτω, ὅτι εἶμαι καὶ ἐγὼ τῆς ἰδέας τοῦ ἀξιοτίμου κ. ἐξ Οἰτύλου Βουλευτοῦ, ὅτι, ἂν ἦναι δυνατὸν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, χωρὶς νὰ τὸν στενοχωρήσωμεν, καλὸν θὰ ἦτο νὰ καταθέσῃ τὴν ἔκθεσιν τῆς Ἐπιθεωρήσεως, διότι τ’ ἀποτελέσματα αὐτὰ — καὶ σᾶς παρακαλῶ νὰ ἦσθε βέβαιοι, ὅτι ἐγὼ ὁμιλῶ ἀκαδημαϊκῶς, καὶ οὐδὲν πρόσωπον ἐννοῶ νὰ θίξω, διότι ἐδῶ πρόκειται νὰ διορθώσωμεν ὅ,τι κακὸν ὑπάρχει, δὲν πρόκειται νὰ προκαλέσωμεν ἔχθραν ἐναντίον οὐδενός, — τὰ ἀποτελέσματα, λέγω, αὐτὰ τῶν ἐπιθεωρήσεων δὲν εἶναι μόνον ὁ ἔλεγχος διὰ τοὺς ἐπιθεωρουμένους ἀξιωματικούς, ἀλλ’ εἶναι ἔλεγχος καὶ διὰ τὸν ἐπιθεωροῦντα, ὥστε ἐκ τοῦ ὀρθοῦ ἀποτελέσματος τῆς ἐπιθεωρήσεως νὰ σχηματίζῃ τὸ στράτευμα τὴν πεποίθησίν του πρὸς αὐτὸν, καὶ ἐνεργουμένης ἑτέρας ἐπιθεωρήσεως νὰ μὴ ὑποπτεύηται ὁ ἀξιωματικός, ὅτι θὰ ἀδικηθῇ, τὸ ὁποῖον βλάπτει πολὺ τὴν πειθαρχίαν, ὅταν ὁ ὑποδεέστερος γνωρίζῃ, ὅτι δὲν θὰ λάβῃ τὸ δίκαιόν του ἀπὸ τὸν προϊστάμενόν του. Σᾶς λέγω δὲ, ὅτι εἶναι πολὺ προσεκτικοὶ ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου εἰς τοὺς ἄλλους στρατούς, καὶ σᾶς ἀναφέρω τὸ παράδειγμα, ὅτι εἰς τὸν Γαλλικὸν στρατὸν ἔλαβε ποτὲ χώραν τὸ ἑξῆς περιστατικόν. Ἐκρίθη στάσιμος εἷς λοχαγὸς, διότι παρετηρήθη, ὅτι, ὁσάκις ἐπέβαλλε ποινὴν πρὸς ὑποδεέστερόν του, τὴν ἐπέβαλλε μετ’ ἀγανακτήσεως. Οἱ προϊστάμενοί του ἀντελήφθησαν τοῦτο, καὶ ἐσχημάτισαν τὴν ἰδέαν, ὅτι ὁ λοχαγὸς αὐτὸς, ἐπιβάλλων ποινὴν μετ’ ἀγανακτήσεως, δὲν εἶναι δυνατὸν ἄλλως παρὰ νὰ ἀδικῇ τοὺς ὑφισταμένους του, καὶ δὲν τὸν ἔκριναν ἄξιον νὰ γείνῃ ἀνώτερος ἀξιωματικός. Ἐπανέρχομαι λοιπὸν εἰς τὸ ὅτι ἡ ἐπιθεώρησις καὶ τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ἐπιθεωρήσεως δὲν εἶναι μόνον ὁ ἔλεγχος τῆς ἱκανότητος τῶν ἐπιθεωρουμένων, ἀλλ’ εἶναι καὶ ὁ ἔλεγχος τῆς ἱκανότητος τοῦ ἐπιθεωροῦντος, ὥστε ἡ περὶ αὐτοῦ γνώμη νὰ γενικεύηται ἐν τῷ στρατεύματι, ὅπερ νὰ ἀποκτᾷ πρὸς αὐτὸν πεποίθησιν, καὶ οὕτως ἡ πειθαρχία ἐν τῷ στρατεύματι νὰ ἦναι ἑδραία. Διὰ τοῦτο φρονῶ καὶ ἐγώ, ὅτι τὰ ἀποτελέσματα τῆς ἐπιθεωρήσεως πρέπει νὰ γίνωνται γνωστὰ, ὥστε ἕκαστος ἀξιωματικὸς νὰ γνωρίζῃ ποία τύχη τὸν ἀναμένει.
§41Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Δύο λέξεις θὰ προσθέσω, καὶ ἴσως θέσω τέρμα εἰς τὴν συζήτησιν, ἡ ὁποία εἶναι πρόωρος. Δὲν πρόκειται νὰ συζητήσωμεν σήμερον, πῶς θὰ γίνεται ἡ ἐπιθεώρησις· τοῦτο θέλομεν πράξει ὅταν ἔλθῃ ἡ στιγμὴ τῆς συζητήσεως τοῦ ὑποβληθέντος νομοσχεδίου περὶ Ἐπιθεωρήσεως. Ἀλλ’ ἐπειδὴ δὲν θέλω μέχρι τῆς ὥρας ἐκείνης νὰ μείνῃ ἡ ἀμφιβολία ἐκ τῆς διαφορᾶς, ἡ ὁποία ἐγεννήθη ἐκ τῶν ἀναπτυχθεισῶν γνωμῶν ἐνταῦθα, λέγω, ὅτι σύμφωνος εἶμαι τελείως μὲ τὴν γνώμην τοῦ κ. ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτοῦ, ὅτι εἷς ἕκαστος εἶναι ἀπολύτως ἀναγκαῖον νὰ γνωρίζῃ τὴν γνώμην, ἣν περὶ αὐτοῦ ἔχει ἡ Ἐπιθεώρησις. Ἀλλὰ εἷς ἕκαστος. Διότι τοῦτο σημαίνει, ὅτι θεωρεῖται μὲν ὑπὸ τῆς ὑπηρεσίας ὡς ἔχων μειονεκτήματά τινα, ὧν ἕνεκα δὲν κρίνεται προβιβάσιμος, ἀλλὰ δὲν χαρακτηρίζεται ὡς ἄχρηστος, καὶ δύναται βραδύτερον νὰ θεωρηθῇ προβιβάσιμος. Ἀλλ’ ἐπειδὴ κρίνεται δεκτικὸς βελτιώσεως, εἶναι ἀνάγκη νὰ γνωσθῶσιν αὐτῷ, τίνα τὰ αἴτια, ὧν ἕνεκα ἐκρίθη προσκαίρως στάσιμος, καὶ οὕτω βελτιώσῃ ἑαυτόν. Μὲ ἄλλας λέξεις, διὰ νὰ μὴ χρονοτριβῶ, εἶμαι συμφωνότατος μετὰ τοῦ στρατηγοῦ, ὅτι εἶναι ἐπάναγκες, οἱ ἐπιθεωρούμενοι καὶ μὴ κρινόμενοι ὡς κεκτημένοι τὰ προσόντα, καὶ μὴ προβιβάσιμοι, νὰ μάθωσι διατὶ ἐκηρύχθησαν τοιοῦτοι· ἐννοεῖται ὅμως πάντοτε, διὰ τῆς ἱεραρχίας, διὰ τοῦ ταξιάρχου, τοῦ διοικητοῦ τοῦ συντάγματος καὶ καθεξῆς. Καὶ οὕτω δὲν θὰ διακωδωνισθῇ εἰς τὰ τέσσαρα πέρατα τοῦ κόσμου, ὅπως θὰ συμβῇ διὰ τοῦ τόσον πλουσίου Τύπου, ὃν ἔχομεν, ἀλλὰ καὶ τόσον ἐστερημένου εἰδήσεων.
§42Ν. ΓΟΥΛΙΜΗΣ. Κατὰ τὸν νόμον περὶ καταστάσεως τῶν ἀξιωματικῶν, πάντες οἱ ἀνώτεροι ἀξιωματικοὶ δὲν δύνανται νὰ προβιβασθῶσι παρὰ μόνον κατ’ ἐκλογὴν, οὐδεὶς δὲ δύναται νὰ προβιβασθῇ κατ’ ἐκλογὴν, ἐὰν δὲν ὑπάρχῃ πρότασις τοῦ ἐπιθεωρητοῦ. Ἀνέκαθεν λοιπὸν, καὶ πρὸ τοῦ νόμου περὶ Γενικῆς Διοικήσεως, οἱ ἐπιθεωρηταὶ ἦσαν ἐκεῖνοι, οἵτινες διὰ τῆς γνωμοδοτήσεώς των παρεῖχον τὸ δικαίωμα εἰς τὸν Ὑπουργὸν νὰ προβιβάζῃ ἐκείνους, τοὺς ὁποίους ἔκρινεν ὡς ἱκανούς. Ἦτο δὲ ὑποχρεωτικὴ ἡ γνώμη των αὕτη διὰ τὸν Ὑπουργόν. Ὁ Ὑπουργὸς δὲν εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ μεταβάλῃ τὴν τοιαύτην γνώμην τοῦ ἐπιθεωρητοῦ. Ὁ νόμος τῆς Γενικῆς Διοικήσεως δὲν μετέβαλε τίποτε, παρὰ μόνον, ὅτι, ἀφοῦ, ὡς πρὶν, δὲν ὑφίσταντο τρία Ἀρχηγεῖα, καὶ δὲν ὑπῆρχον ἐνίοτε οἱ ἐπιθεωρήσοντες, ὡς πολλάκις συνέβη, ἀλλὰ διετάσσοντο καὶ οἱ τρεῖς ἀρχηγοὶ τῶν τριῶν Ἀρχηγείων νὰ ἐκτελῶσι τὰς ἐπιθεωρήσεις, διὰ τοῦ νόμου τῆς Γενικῆς Διοικήσεως ὡρίσθη εἷς μόνος ἐπιθεωρητὴς, ὁ Γενικὸς Διοικητής. Ἑπομένως ὁ νόμος οὗτος οὐδὲν μετέβαλεν ἐξ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἕως τότε κατὰ τὸν νόμον ἐτηροῦντο, ὅσον ἀφορᾷ τὴν κρίσιν περὶ τῆς ἱκανότητος τῶν ἀξιωματικῶν. Νομίζω λοιπὸν, — καὶ εἶμαι σύμφωνος κατὰ τοῦτο μὲ τὴν γνώμην τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν — ὅτι τὸ νὰ θέλῃ ἡ Βουλὴ, ἢ μᾶλλον τὸ νὰ θέλωσιν οἱ ζητήσαντες τὴν προσαγωγὴν εἰς τὴν Βουλὴν τῶν ἐγγράφων τῶν ἀφορώντων τὴν κρίσιν τοῦ ἐπιθεωρητοῦ, τὸ νὰ θέλωσι νὰ κατατεθῶσι τὰ ἔγγραφα ταῦτα, τοῦτο εἰς οὐδὲν ἄλλο δύναται νὰ συντελέσῃ παρὰ μόνον ἵνα ἐκλύσῃ τὴν πειθαρχίαν, ἡ ὁποία πρέπει νὰ διέπῃ τὸ στράτευμα, διότι ἡ Βουλὴ δὲν δύναται νὰ κρίνῃ διὰ ποῖον λόγον ὁ ἐπιθεωρητὴς ἐσχημάτισε τοιαύτην ἢ τοιαύτην γνώμην περὶ ἐκείνων, διὰ τοὺς ὁποίους ἀπεφήνατο γνώμην, διότι εἶναι ἀπολύτως ἀδύνατον, διότι ἡ κρίσις δὲν ὑπόκειται εἰς κανένα ἔλεγχον ἀπολύτως. Ἑπομένως φρονῶ, ὅτι δὲν πρέπει ἡ Βουλὴ τὸ τοιοῦτον νὰ τὸ θεωρήσῃ ὡς ἔργον συζητήσεως, καὶ ὅτι πρέπει, ὡς καὶ ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἐζήτησεν, ἡ Βουλὴ νὰ μὴ ζητήσῃ τὴν προσαγωγὴν τῶν ἐγγράφων, τὰ ὁποῖα οὐδὲν πρακτικὸν καὶ οὐδὲν ἀγαθὸν ἀποτέλεσμα δύνανται νὰ ἔχωσι.
§43Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον νὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ, ἂν θέλῃ, νὰ ὁμιλήσω δύο λέξεις ἀκόμη, ἐπειδὴ εἶναι ἡ τρίτη φορά.
§44ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίστε.
§45Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐπὶ τῆς κρίσεως τοῦ ἀρχηγοῦ, εἶπεν ὁ ἔντιμος συνάδελφος, κρίσις δὲν δύναται νὰ γείνῃ. Καὶ πῶς κάμνει τοιαύτην κρίσιν ὁ Ὑπουργὸς ἢ ὁ Βασιλεὺς, ἀπονέμων παράσημα, ἢ ἀποστέλλων εἰς τὸν οἶκόν του τὸν ἀξιωματικόν; Ἀλλ’ ἡ Βουλὴ θὰ κρίνῃ βεβαίως καὶ θὰ κρίνῃ ὀρθῶς, ὅταν μάθῃ, ὅτι ἀξιωματικὸς, — δὲν θέλω ὁμιλήσει περὶ τοῦ κ. Κρεστενίτου, διότι εἶναι παρὼν, — ὡς ὁ Τσακάκης, ἐγκυκλοπαιδικὸς, καὶ ἀξιωματικὸς ὁ ὁποῖος ἐν Ἄρτῃ ἐξετέθη καὶ ἔδειξε παλληκαρισμὸν πρώτης τάξεως, θεωρεῖται, ὅτε ἦτο εἰς τὸ σύνταγμα, ὡς στάσιμος, καὶ ὅταν κάθηται ἐπὶ ἓν ἔτος εἰς τὴν ἀστυνομίαν, προτείνεται διὰ προβιβασμόν! Ἐρωτῶ, δὲν εἶναι τοιαύτη ἡ κρίσις τῶν Βουλευτῶν, ὥστε νὰ ἐννοήσωσιν, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἦναι ὀρθὴ μία σκέψις τοιαύτη; Εἷς ἀξιωματικός, εὑρισκόμενος εἰς τὰς τάξεις του, καὶ δρῶν καὶ ἐνεργῶν, καὶ ἐφαρμόζων ὅσα ἔμαθε, θεωρεῖται ἀνίκανος ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος ἐν πολέμῳ καὶ ὡς ἀξιωματικὸς ἐξετέλεσε τὸ καθῆκόν του καὶ παλληκαρισμὸν ἰδιαίτερον ἔδειξε, καὶ ὡς καθηγητὴς ἐν εἰρήνῃ ἐδίδαξε μαθητὰς τῆς Στρατιωτικῆς Σχολῆς, ὅταν ἦτο, λέγω, ἐν ἐνεργείᾳ, ἐθεωρήθη ὡς στάσιμος καὶ ἀνίκανος, καὶ ὅταν ἐπῆγε καὶ ἔμεινεν ἓν ἔτος ὡς ἀστυνόμος ἐν Ἠλείᾳ, μετὰ τὸ ἔτος ἐπιθεωρούμενος ἐθεωρήθη ἱκανός! Ἐρωτῶ, ὅτε ἐγκατέλειψε καὶ τὴν σπουδὴν καὶ τὴν ἐφαρμογὴν ἔγεινε σοφώτερος, παρὰ ὅτε καὶ ἐσπούδαζε καὶ ἐφήρμοζε καὶ ἐδίδασκε;
§46Γ. ΚΟΡΥΖΗΣ. Κύριε Κουμουνδοῦρε, καὶ ὁ κ. Δροσινὸς εἰς τὴν αὐτὴν κατηγορίαν εὑρίσκεται!
§47Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Αὐτὰ εἰς ἀπάντησιν τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Βονίτσης Βουλευτοῦ.
§48Γ. ΚΑΡΠΕΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ προσκόμισις τῶν αἰτουμένων ἐγγράφων δὲν ζημιοῖ ποσῶς τὴν ὑπόληψιν τοῦ στρατεύματος. Τὸ ἄγνωστον φονεύει τὰς ὑπολήψεις. Ἡ εἰλικρινής, ἡ ἄμεμπτος καὶ δικαία ἐκτίμησις δὲν φοβεῖται τὸ φῶς, καὶ δι’ αὐτὸ γνώμην ἔχω, ὅτι προσήκει νὰ προσαχθῶσι τὰ αἰτούμενα ἔγγραφα, ἅτινα βεβαίως δὲν θὰ ἦναι τὰ μοναδικὰ στοιχεῖα, ἐπὶ τῶν ὁποίων θὰ στηρίξωμεν τὸν αὐστηρὸν ἔλεγχόν μας.
§49ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἄλλος τις ζητῶν τὸν λόγον πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως;
§50ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι.
§51ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Ἐξακολούθησις τῆς συζητήσεως ἐπὶ τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν Βασιλικὸν Λόγον. Ὁ κύριος Γιαννουσίου ἔχει τὸν λόγον.
§52Β. ΓΙΑΝΝΟΥΣΙΟΥ. Οὐχὶ ὀρθῶς, κύριοι Βουλευταί, ὑπέλαβον ἐκεῖνοι ἐκ τῶν προαγορευσάντων, ὅσοι εἶπον ὅτι ἡ Κυβέρνησις ὑπετίμησε τὴν σοβαρότητα, ἡ ὁποία ὀφείλεται εἰς τὴν συζήτησιν ἐπὶ τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν Βασιλικὸν Λόγον. Οὐδεμία ἀμφιβολία, ὅτι ἡ συζήτησις αὕτη ἀποτελεῖ οἱονεὶ τὸ κάτοπτρον τοῦ κυβερνητικοῦ προγράμματος, τὸν περιεκτικὸν καὶ συνοπτικὸν πίνακα τῶν γνωμῶν τῆς Κυβερνήσεως περὶ τῶν ἀναγκῶν τῆς χώρας καὶ τῶν ἐπαγγελιῶν αὐτῆς πρὸς διόρθωσιν τῶν κακῶς ἐχόντων. Ἀλλ’ αἱ γνῶμαι αὗται τῆς Κυβερνήσεως, αἱ πεποιθήσεις αὐτῆς περὶ τῶν ἀναγκῶν τῆς χώρας καὶ περὶ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν ἐλειτούργουν μέχρι τοῦδε, καὶ τοῦ τρόπου δέον νὰ λειτουργῶσιν οἱ θεσμοὶ τῆς χώρας, πάντα ταῦτα διετυπώθησαν ἐπαρκῶς καὶ ἐν τῷ Βασιλικῷ Λόγῳ καὶ ἐν τῇ ἀπαντήσει εἰς αὐτόν, καθ’ ὃ σχέδιον παρεδέχθη ἡ πλειονοψηφία τῆς ἐπιτροπῆς. Ἐπαρκέστερον δὲ καὶ μᾶλλον ἀνεπτυγμένως διετυπώθησαν πάντα ταῦτα ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, τῷ ὑποβληθέντι πρό τινων ἡμερῶν ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ἐν τοῖς συναφέσι πρὸς αὐτὸν νομοσχεδίοις καὶ ἐν τοῖς λοιποῖς νομοσχεδίοις, τοῖς ὑποβληθεῖσι παρὰ τῶν λοιπῶν μελῶν τῆς Κυβερνήσεως. Τούτου μόνον ἕνεκα ἐνόμισα ὅτι, καθὸ εἰσηγητὴς τῆς πλειονοψηφίας, θὰ ἐθεωρούμην ἴσως προώρως λαμβάνων τὸν λόγον, ἐὰν μὴ εἶχον τὴν ὑπομονὴν νὰ ἀκούσω τὰς γνώμας ἐκείνων, οἵτινες, ἐκπροσωποῦντες ἐν τῇ οἰκείᾳ ἐπιτροπῇ τὴν μειονοψηφίαν τῆς Βουλῆς, δὲν ἔχουσι τὰ στοιχεῖα ἐκεῖνα, ὡς μειονοψηφία, τῶν ὁποίων εὐμοιρεῖ ἡ πλειονοψηφία, δὲν ἔχουσι τουτέστι τὸ πρόγραμμα αὐτῶν ἀνεπτυγμένον ἐκεῖ, ὅπου πρὸ μικροῦ εἶπον. Ἀλλὰ καὶ ἄλλο τι μὲ ἀπέτρεπε νὰ λάβω τὸν λόγον πρῶτος, τὸ γεγονὸς ὅτι μέλος τῆς πλειονοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς, ἐκπροσωποῦν τὴν ἐλάσσονα ἐν τῇ πτέρυγι ταύτῃ μερίδα, ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Εὐρυτανίας, κατὰ τὴν συζήτησιν τὴν γενομένην ἐν τῷ τμήματι συνεφώνησε μὲν πρός τε τὴν πλειονοψηφίαν καὶ τὴν μειονοψηφίαν, ὅσον ἀφορᾷ τὰς εὐχὰς τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ ἔθνους ὑπὲρ τοῦ Βασιλικοῦ Οἴκου, ἀλλὰ διέστη πρὸς ἀμφοτέρας — πρὸς τὴν πλειονοψηφίαν, λέγω, καὶ τὴν μειονοψηφίαν — κατὰ τὰ λοιπά, καὶ ἐπεφυλάξατο νὰ ἐκφράσῃ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ἰδίας γνώμας, γνώμας, ἃς εἴτε αὐτὸς εἶχεν, εἴτε ὡς ἐκπροσωπῶν ὡρισμένην μερίδα. Διὰ τοῦτο λοιπὸν ἀνέβαλλον νὰ λάβω τὸν λόγον πρῶτος, καθὸ εἰσηγητής. Ἀνελθοῦσα ἐπὶ τὴν ἀρχὴν, Κύριοι, ἡ Κυβέρνησις, βεβαίως δὲν ἐγκατέστη ἐπὶ ῥόδων· τοὐναντίον πολλὰς εὗρε τὰς ἀκάνθας, πολλὰς συνήντησε τὰς δυσχερείας, δυσχερείας, αἵτινες εἶχον ἐπιφανῆ πολὺ πρὸ τῆς ἀνόδου αὐτῆς εἰς τὴν ἀρχήν. Διὰ τὴν ἐξομάλυνσιν τῶν δυσχερειῶν ἐκείνων καὶ διὰ τὴν ἐν γένει διαρρύθμισιν τῶν κοινῶν ἐκαλεῖτο, καὶ τοῦτο ἀκριβῶς ἐξήγγειλε διὰ τῶν χειλέων τοῦ Ἡγεμόνος. Ἡ οἰκονομικὴ ἐξάντλησις τῆς χώρας, εἰς τὴν ὁποίαν εἶχε περιαγάγει αὐτὴν ἡ παρὰ τῶν ἑκάστοτε κυβερνώντων μὴ ἐπαρκὴς ἀναμέτρησις τῶν παραγωγικῶν δυνάμεων αὐτῆς, ἡ μὴ λῆψις μέτρων ἐπαρκῶν πρὸς ἐνίσχυσιν τῆς ἐθνικῆς παραγωγῆς, ἡ ἐμμονὴ ἐν θεσμοῖς, οἱ ὁποῖοι ἔχουσι καταδικασθῆ ὄχι μόνον ἐν τῇ κοινῇ συνειδήσει, ἀλλ’ ἴσως καὶ ἐν τῇ συνειδήσει αὐτῶν τῶν εἰσηγησαμένων αὐτούς, ἡ διοικητικὴ ἐξάρθρωσις, ἡ ὁποία πολλαχῶς μὲν ἐξεδηλοῦτο, κατεδηλώθη δὲ ἐπαρκέστατα εἰς τὰ τελεσθέντα κατὰ τὰς τελευταίας ἐκλογὰς ὄργια, ὅλα ταῦτα ἐξηγγέλθησαν διὰ τοῦ Βασιλικοῦ Λόγου, καὶ ἡ πλειονοψηφία τῆς ἐπιτροπῆς ἐνόμισεν, ὅτι ὤφειλε νὰ ὑποσχεθῇ, ὤφειλε νὰ ἀπαντήσῃ, βεβαιοῦσα, ὅτι θέλει παράσχει συνδρομὴν εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἡ Βουλὴ πρὸς ἐπιτέλεσιν τῶν καθηκόντων αὐτῆς. Ἡ μειονοψηφία τῆς ἐπιτροπῆς ἀπεδέχθη τοῦτο, ὑπισχνεῖται καὶ αὐτὴ συνδρομὴν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ἀλλὰ συνδρομὴν πρὸς ἄρσιν ἀναφανησομένων τυχὸν δυσχερειῶν, ἀλλ’ οὐχὶ πρὸς ἐξομάλυνσιν ἀναφανεισῶν. Τὸ κακὸν ἡ μειονοψηφία τῆς ἐπιτροπῆς, ἐν ἄλλαις λέξεσιν, ὑποθέτει ὡς ἐνδεχόμενον, ἀλλὰ δὲν ἀνάγει αὐτὸ εἰς τὸ παρελθόν, ὡς ἡ πλειονοψηφία τῆς ἐπιτροπῆς· ἐν ἄλλαις λέξεσιν, ὑποθέτει ὅτι ἡ κατάστασις τῶν πραγμάτων εἶναι ῥοδίνη, ὅτι τὰ πάντα καλῶς ἔχουσιν, ἐὰν δὲ ἀναφανῶσι δυσχέρειαι, εἶναι πρόθυμος ἡ μειονοψηφία νὰ παράσχῃ τὴν ἑαυτῆς συνδρομὴν εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Καὶ δὲν ἦτο δυνατὸν βεβαίως ἀλλοία νὰ ἦναι ἡ τῶν πραγμάτων ἀντίληψις παρὰ τοῖς μέλεσι τῆς ἐπιτροπῆς ἐκείνης, ἡ ὁποία τὴν καταγωγὴν ἕλκει ἐκ τῆς μερίδος ἐκείνης, ἥτις τὴν περικοπὴν δεκάδος ὅλης ἑκατομμυρίων θεωρεῖ ἔργον οὐχὶ οἰκονομίας, ἀλλ’ ἁπλῆς ἴσως λογιστικῆς ἰδιοτροπίας.
§53Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Σπατάλης!
§54Β. ΓΙΑΝΝΟΥΣΙΟΥ. Καὶ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ σκεφθῶσιν ἄλλως τὰ μέλη τῆς μειονοψηφίας, ὅταν λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν, ὅτι, ἐνῷ θυσιάζονται 130 ἑκατομμύρια δραχμῶν κατ’ ἔτος, ἐνῷ πέντε ἢ ἓξ παρῆλθον ἔτη ἀπὸ τοῦ ἀτυχοῦς πολέμου, ἐνῷ πυκνά, πυκνότατα περικυκλοῦσιν ἡμᾶς τὰ Μακεδονικὰ νέφη, ἐν τούτοις οὐδὲν ἐλήφθη γενναῖον μέτρον ὑπὸ τῶν ἐν τῷ μεταξὺ χρόνῳ κυβερνησάντων τὴν χώραν ὑπὲρ τοῦ στρατοῦ, ἀλλὰ τοὐναντίον διατηρεῖται οὗτος ὑπὸ τὸ κράτος θεσμῶν καταδεδικασμένων ἐν τῇ κοινῇ συνειδήσει, θεσμῶν μὴ δυναμένων βεβαίως νὰ ἐξυπηρετήσωσι τὸ ἐθνικὸν ἰδιῶδες, οὐδὲ προσηρμοσμένων εἰλικρινῶς πρὸς τὸ πολίτευμα. Κατὰ τοῦτο τὸ μέρος διέστη ἡ πλειονοψηφία τῆς ἐπιτροπῆς πρὸς τὴν μειοψηφίαν αὐτῆς. Αἱ ἐκλογαὶ τῆς 17 Νοεμβρίου ἐνέδειξαν εἰς τὸν ἀνώτατον ἄρχοντα τῆς χώρας ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ὤφειλον νὰ κληθῶσιν ἐπὶ τὴν ἀρχήν. Δὲν γνωρίζω, διατὶ ἐχαρακτηρίσθη παρά τινος τῶν προαγορευσάντων, παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐκ Ζακύνθου, ὡς καινοφανῆ θεωρίαν παρεισάγουσα ἡ περικοπὴ τοῦ Βασιλικοῦ Λόγου, καθ’ ἣν «εἰς τὴν Κυβέρνησιν τῆς χώρας καλοῦνται ἐκεῖνοι, ὑπὲρ ὧν ἐνδείκνυται ἡ ἐμπιστοσύνη εἴτε τῶν ἐκλογέων, εἴτε τῆς ἐθνικῆς ἀντιπροσωπείας». Καινοφανῆ καὶ κινδυνώδη ἠθέλομεν προσθέσει θεωρίαν, ἐὰν τοὐναντίον παρεδεχόμεθα, ὅτι πρέπει νὰ ἐκλείψῃ ἐκείνη ἀκριβῶς ἡ φράσις, ἣν ἐπολέμησεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Ζακύνθου. Τότε ἠθέλομεν παραγνωρίσει τὰ κυριαρχικὰ δικαιώματα τοῦ λαοῦ, ἠθέλομεν παραβλέψει τὴν προνομίαν τοῦ Στέμματος περὶ τοῦ δικαιώματος τοῦ διορίζειν καὶ παύειν τοὺς Ὑπουργούς. Μία μόνον διάταξις ὑπάρχει ἐν τῷ Συντάγματι, ἡ ἀπονέμουσα εἰς τὸν ἀνώτατον ἄρχοντα τὴν προνομίαν τοῦ διορίζειν καὶ παύειν τοὺς Ὑπουργούς. Ὑπάρχει διάταξίς τις ἄλλη, ἡ ὁποία ὁρίζει, ὅτι ἐνδείκνυονται κυβερνῆται ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἐνδείκνυνται εἴτε ὑπὸ τῆς ἀντιπροσωπείας τοῦ λαοῦ εἴτε ὑπὸ τοῦ λαοῦ; Ἐν τῷ συνταγματικῷ χάρτῃ βεβαίως δὲν ὑπάρχει ἄλλη διάταξις. Ἐκ τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος ὅμως κρίνοντες, δὲν δυνάμεθα νὰ μὴ ὁμολογήσωμεν, ὅτι οὐδέποτε παρέλιπεν ὁ ἀνώτατος ἄρχων νὰ συμβουλευθῇ τὴν θέλησιν τοῦ κυριάρχου λαοῦ. Καὶ τὴν θέλησιν ἐκείνην συνεβουλεύθη ὁ ἀνώτατος ἄρχων εἴτε διὰ τῆς ἀντιπροσωπείας τοῦ ἔθνους, ὁσάκις ἦναι παρόντες οἱ Βουλευταί, εἴτε ἀμέσως ἐκ τοῦ λαοῦ, ὁσάκις οὗτοι ἀπουσιάζωσιν, ἢ πείθηται ὁ ἀνώτατος ἄρχων, ὅτι δὲν ἐκπροσωπεῖ πλέον ἡ πλειονοψηφία τῆς Βουλῆς τὸ γνήσιον τοῦ λαοῦ φρόνημα. Ὁ ἀνώτατος ἄρχων, ἀντλῶν τὰ δικαιώματα αὐτοῦ ἐκ τοῦ καταστατικοῦ χάρτου, καὶ διορίζων ἢ παύων τοὺς Ὑπουργούς, ἕνα μόνον σύμβουλον, ἕνα μόνον γνώμονα ὀφείλει νὰ ἔχῃ ἐν τῇ κρίσει αὐτοῦ, τὴν θέλησιν τοῦ κυριάρχου λαοῦ. Πῶς θὰ σχηματίσῃ τὴν περὶ τούτου κρίσιν, ἂς δώσῃ λόγον εἰς τὴν ἰδίαν του συνείδησιν. Φέρει εὐθύνην ἠθικήν. Ἀλλὰ φέρουσιν εὐθύνην καὶ οἱ Ὑπουργοί, οἱ ὁποῖοι θέλουσιν ὑπογράψει τὸ Διάταγμα τῆς διαλύσεως καὶ τὸ Διάταγμα τοῦ διορισμοῦ τῶν νέων Ὑπουργῶν. Καὶ ἵνα ἀποφύγῃ βεβαίως τὴν τοιαύτην εὐθύνην, πρέπει ὁ ἀνώτατος ἄρχων νὰ συμβουλεύηται ἐκείνην τὴν γνώμην, ἣν ὑποδεικνύουσιν οἱ κοινοβουλευτικοὶ θεσμοί. Διότι ἄλλως δὲν θὰ ἦτο νοητὴ ἡ προνομία τοῦ δικαιώματος τῆς διαλύσεως τῆς Βουλῆς. Ἡ προνομία τῆς διαλύσεως τῆς Βουλῆς ἀκριβῶς ἐδόθη— ἵνα μεταχειρισθῶ φράσιν ἐξόχου πολιτευτοῦ, ἀγορεύσαντος ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ ζητήματος κατὰ τὸ 1890, τοῦ κ. Χατζοπούλου, —ἐδόθη ἵνα κατασυντρίψῃ τὴν πλειονοψηφίαν, καὶ ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον ἡ ἐνάσκησις αὐτῆς γίνεται κατὰ τῆς πλειονοψηφίας. Πῶς θὰ παραδεχθῶμεν, ὅτι μόνην τὴν ἀντιπροσωπείαν τοῦ ἔθνους πρέπει καὶ ὀφείλει νὰ συμβουλευθῇ ὁ ἀνώτατος ἄρχων; Ὀφείλει νὰ συμβουλευθῇ τὴν ἀντιπροσωπείαν τοῦ ἔθνους, διότι οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ ἔθνους ἵστανται μεταξὺ αὐτοῦ καὶ τοῦ λαοῦ. Ἀλλ’ ὅταν ἐκλείψωσιν οἱ ἀντιπρόσωποι, ἢ ὅταν ὁ ἀνώτατος ἄρχων ἐξ ἄλλων στοιχείων πείθηται, ὅτι εἶναι ἀλλοῖον τὸ φρόνημα τοῦ λαοῦ ἢ ὡς ἐκδηλοῦται ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ, τότε ἀναμφισβητήτως ὀφείλει καὶ δικαιοῦται νὰ σχηματίσῃ τὴν περὶ τούτου πεποίθησιν ἀμέσως ἐκ τοῦ λαοῦ. Ἐπὶ τοῦ προκειμένου σαφῶς, νομοταγέστατα εἶχεν ἐκδηλωθῆ ἡ λαϊκὴ θέλησις. Κατὰ τὴν προεκλογικὴν ἐνέργειαν, κατὰ τὸν προεκλογικὸν ἀγῶνα πανταχοῦ διετυπώθησαν καὶ ἀνεπτύχθησαν προγράμματα εἴτε ἐκ μέρους τῶν ἡγητόρων τῶν κομμάτων, εἴτε ἐκ μέρους τῶν ὑπὸ τὰς σημασίας αὐτῶν ταχθέντων. Ὁ λαὸς ἐξεδήλωσε τὴν περὶ τούτου θέλησίν του, ὅτε προσῆλθε πρὸ τῶν καλπῶν· ἀλλὰ καὶ μετὰ τὴν ἐκλογὴν ἐν διαδηλώσεσι νομίμοις ἐξεδήλωσε τὴν περὶ τούτου θέλησιν, ἐν διαδηλώσεσι, καθ’ ἃς ἐπανηγύριζε τὴν ἐπικράτησιν τῶν ἰδεῶν του. Ὥστε, τούτου τεθέντος, δὲν εἶχε τὴν θέσιν της ἡ ἔννοια τῆς ὀχλοκρατίας, ἥτις ἀπεδόθη πρὸ ἡμερῶν παρ’ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐκ τῆς πτέρυγος ταύτης, διότι ἔχομεν πεποίθησιν, ὅτι ἡ φιλοπατρία τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ καὶ ἡ ἐγνωσμένη σύνεσις τοῦ ἀνωτάτου ἄρχοντος εἶναι τοιαῦται καὶ τοσοῦτον ἁρμονικῶς συμβαδίζουσιν, ὥστε οὐδέποτε, ἐλπίζω, θέλει παραστῆ ἀνάγκη ἀνωμάλου προσφυγῆς εἰς τὸ ἀκροτελεύτιον ἄρθρον τοῦ καταστατικοῦ χάρτου ἡμῶν. Ὀρθῶς λοιπὸν, κατὰ τὴν γνώμην τῆς ἐπιτροπῆς, ἐτέθη ἡ περικοπὴ ἐν τῷ Βασιλικῷ Λόγῳ, καὶ ἁρμονικῶς γίνεται ἡ ἀπάντησις. Λόγος ἐγένετο, ὡς ἦτο φυσικὸν, καὶ περὶ τῶν οἰκονομικῶν τῆς χώρας. Ἐλέχθη ἐκ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ὅτι ἡ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ παρατηρουμένη περικοπὴ δεκάδος ἑκατομμυρίων δὲν ἀποτελεῖ οἰκονομίαν, ἀλλ’ ἀποτελεῖ πρᾶξιν, ἣν καὶ ὁ κοινότερος νοῦς ἤθελεν ἐπιχειρήσει. Πολὺ ἠδίκησαν ἑαυτοὺς οἱ ταῦτα λέγοντες, διότι, ἂν ὁ κοινότερος νοῦς ἠδύνατο νὰ ἐπιχειρήσῃ τοῦτο, τότε διατὶ δὲν προέβησαν εἰς τὴν περικοπὴν ταύτην καὶ οἱ διευθύνοντες τὰ κοινὰ τῆς χώρας μέχρι τῆς σήμερον; Ἀλλ’ ὑπεστηρίχθη ἀπὸ ἄλλης ἀπόψεως, ὅτι ἡ περικοπὴ αὕτη, ἡ γενομένη οἰκονομία, ἤθελε προσκρούσει πρὸς τὴν εὐρυθμίαν τῆς διοικήσεως τῆς χώρας. Ἀλλ’ ἡ εὐρυθμία τῆς διοικήσεως δὲν ἔγκειται ἐν τῷ πλήθει τῶν ὑπαλλήλων, ἔγκειται ἀκριβῶς ἐν τῇ διαρρυθμίσει τῶν θεσμῶν, ἐν τῇ ἁπλοποιήσει τοῦ συστήματος τῶν διαφόρων νόμων. Θέλετε νὰ ἔχητε εὐρυθμίαν διοικήσεως; ἀναπτύξατε τὴν ἰδέαν τοῦ καθήκοντος παρὰ τοῖς ὑπαλλήλοις. Μεταβαίνομεν καθ’ ἑκάστην εἰς τὰ Ὑπουργεῖα περὶ ὥραν δεκάτην, καὶ δὲν εὑρίσκομεν ὑπαλλήλους!
§55Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Καὶ τώρα ἀκόμη;
§56Β. ΓΙΑΝΝΟΥΣΙΟΥ. Διωρίσθη ὑπάλληλος τῇ συστάσει μου (ἔχω τὸ θάρρος νὰ τὸ εἴπω) εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ πρὶν ἢ ἀκόμη δώσῃ τὸν ὅρκον τῆς ὑπηρεσίας, ἔσχε τὸ θάρρος νὰ μὲ παρακαλέσῃ, ὅπως παρακαλέσω τὸν κ. τμηματάρχην νὰ τῷ ἐπιτρέψῃ νὰ μὴ ἐργάζηται πλέον τῆς ὥρας! Μετέβην δεκαεπτάκις εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης, ἵνα κατορθωθῇ ἡ μεταγωγὴ δύο καταδίκων ἀπὸ τοῦ Σωφρονιστηρίου Αἰγίνης εἰς τὰς φυλακὰς Τρικκάλων.
§57Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Ἀποδίδετε μομφὴν εἰς τὴν Κυβέρνησιν;
§58Β. ΓΙΑΝΝΟΥΣΙΟΥ. Ὁμιλῶ περὶ τοῦ πῶς διεμορφώθησαν οἱ χαρακτῆρες τῶν ὑπαλλήλων ἀπὸ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως. Δὲν ἦτο δυνατὸν εἰς διάστημα δίμηνον ν’ ἀναμορφωθῶσιν οἱ χαρακτῆρες καὶ διορθωθῶσι τὰ οἰκονομικὰ τῆς χώρας.
§59Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Εἰς διάστημα εἰκοσιτεσσάρων ὡρῶν δύναται.
§60ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ (πρὸς τὸν κ. Κουντουριώτην). Λυπηρὸν, ὅτι δὲν ἐγείνατε ἕως τώρα Ὑπουργός!
§61Β. ΓΙΑΝΝΟΥΣΙΟΥ. Τὸ εὔρυθμον τῆς διοικήσεως, κύριε Βουλευτὰ, δὲν ἔγκειται ἐν τῷ πλήθει τῶν ὑπαλλήλων. Ἐγένοντο νέοι νομάρχαι, ἀλλ’ οὗτοι ἐχρησίμευσαν μόνον, ἵνα κατὰ τὰς παραμονὰς τῶν ἐκλογῶν μεταβαίνωσιν εἰς τὰ ἐκλογικὰ κέντρα καὶ κηρύττωσι Φιλιππικοὺς κατὰ τῶν μὲν, πανηγυρικοὺς ὑπὲρ τῶν δέ! Πολυσύνθετος καὶ πολυσχιδὴς ὁ θεσμὸς τῆς ἀστυνομίας, ἀλλ’ ἐν τούτοις οἱ φυγόδικοι ἀναπληροῦσι καὶ συμπληροῦσι τὸ ἔργον τῶν ἐφορευτικῶν ἐπιτροπῶν! Πολυσύνθετος ὁ μηχανισμὸς τῆς δασονομικῆς ὑπηρεσίας, ἀλλ’ ἐν τούτοις διαρπάζονται καὶ διηρπάγησαν τὰ κοινοτικὰ δάση ἐν Θεσσαλίᾳ, τὰ ἱερὰ, ἀπὸ τῶν ὁποίων συνετηροῦντο αἱ ἐκκλησίαι καὶ τὰ σχολεῖα, εἰς τὰ ὁποῖα περικλείεται τὸ ζώπυρον τῆς θρησκείας, τῆς γλώσσης, τὸ ζώπυρον τοῦ Ἑλληνισμοῦ!
§62Ν. ΓΟΥΛΙΜΗΣ. Ἀπὸ ποίους διηρπάγησαν;
§63Β. ΓΙΑΝΝΟΥΣΙΟΥ. Καὶ οἱ ὑπάλληλοι ἐκεῖνοι, οἵτινες ἐγκαθίδρυσαν τοιαύτην διοίκησιν εἰς τὸ κέντρον τῆς πρωτευούσης, εἰς τὴν αἴθουσαν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, οἱ ὑπάλληλοι ἐκεῖνοι τὸ παρελθόν των ἀνάγουσιν εἰς τὰς προκατόχους Κυβερνήσεις. Καὶ λέγουσιν, ὅτι δὲν θὰ ἔχωμεν ἀγαθὴν διοίκησιν μὲ οἰκονομίας· ἐὰν διατηρήσωμεν ὅμως τὸν Προϋπολογισμὸν τῶν 130,000,000, θὰ ἔχωμεν ἀγαθὴν διοίκησιν! Καὶ ἐν τούτοις, Κύριοι, — καὶ ἐπιτρέψατέ μοι νὰ ὁμιλήσω εἰδικῶς περὶ ἑνὸς τμήματος τῆς χώρας, τὴν ὁποίαν ἀντιπροσωπεύω, περὶ ἑνὸς τμήματος τῆς ἐπαρχίας Καλαμπάκας, — ἐν τούτοις, λέγω, εἰς κωμόπολιν ἀριθμοῦσαν 300 οἰκογενείας, ἀπὸ ἔτους ὁλοκλήρου δὲν ὑπάρχει διδάσκαλος, δὲν ὑπάρχει διδασκάλισσα! καὶ εἰς ἑτέραν κώμην, τὴν ἰδιαιτέραν μου πατρίδα, ἀριθμοῦσαν 180 οἰκογενείας, ἐλλείπει ἐπίσης διδάσκαλος ἀπὸ ὀκτὼ ἤδη μηνῶν! Καὶ ἐν τούτοις ἐπὶ Τουρκοκρατίας εἰς τὰ μέρη ἐκεῖνα, τὰ ἄσημα, τὰ ἐγκαταλειφθέντα ὑπὸ τῆς ἐλευθέρας πατρίδος, εἰς τὰ μέρη ἐκεῖνα διετηροῦντο σχολεῖα, ἀπὸ τῶν βάθρων τῶν ὁποίων ἐξερχόμενοι οἱ μαθηταὶ κατετάσσοντο εἰς τὴν τρίτην τοῦ Γυμνασίου τάξιν τῆς Ζωσιμαίας Σχολῆς, καὶ ἀπεφοίτων ἐκεῖθεν ἀριστοῦχοι! Τὴν τουρκικὴν διοίκησιν διεδέχθη ἡ διοίκησις τῆς ἐλευθέρας πατρίδος, καὶ διὰ τοῦτο οἱ νέοι καὶ αἱ νεάνιδες τῶν μερῶν ἐκείνων μένουσιν εἰς τὸ ἔρεβος καὶ τὸ σκότος τῆς ἀμαθείας!
§64ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Νὰ ζητήσητε νὰ ἐπανέλθῃ ἡ διοίκησις ἐκείνη!
§65Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Παρεξηγεῖτε· ἦτο αὐτοδιοίκησις Ἑλληνική, δὲν ἦτο τουρκική.
§66Β. ΓΙΑΝΝΟΥΣΙΟΥ. Δὲν θέλω νὰ ἀπαντήσω εἰς τὴν διακοπὴν τοῦ κυρίου Στάη, διότι δὲν θὰ εὐχαριστήσῃ καὶ αὐτὸν καὶ τὴν Βουλὴν ἡ ἀπάντησίς μου· ἐρωτῶ ὅμως αὐτὸν, ὡς εἰδικὸν, καὶ διότι ἔχω ὑπόληψιν μεγάλην εἰς τὸν κύριον Στάην, ὡς πολὺ ἀσχοληθέντα εἰς τὰ τῆς παιδείας, — καὶ τὸ λέγω εἰλικρινῶς, — ἐρωτῶ τὸν κ. Στάην, ἐὰν εἰς τὴν Κασταναίαν, τὴν ἀριθμοῦσαν 300 οἰκογενείας, ἀπὸ ἑνὸς ἔτους ὑπάρχει διδάσκαλος, ἐπίσης ἐὰν εἰς ἄλλην κωμόπολιν, ἀριθμοῦσαν 180 οἰκογενείας, ὑπῆρχε διδάσκαλος ἀπὸ ὀκτὼ μηνῶν, καὶ ἂν ὑπάρχει καὶ σήμερον ἀκόμη· ἐὰν δὲ δὲν ὑπάρχῃ, δικαιοῦμαι νὰ παραπονεθῶ κατὰ τῆς Διοικήσεως. Μὴ νομίσητε δὲ, ὅτι θέλω νὰ ἐπικρίνω Κυβέρνησίν τινα· καὶ ἀναγνωρίζω τὰς ὑπηρεσίας, τὰς ὁποίας παρέσχετε, ὡς Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας.
§67Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Ἐβελτίωσε πολὺ τὴν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν.
§68Β. ΓΙΑΝΝΟΥΣΙΟΥ. Μὴ παρεξηγῆτε, παρακαλῶ, τοὺς λόγους μου. Ὁμιλῶ περὶ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι τὴν περικοπὴν τῶν οἰκονομιῶν ἐν τῷ Βασιλικῷ λόγῳ θεωροῦσιν ὡς μέλλουσαν νὰ ἔχῃ συνέπειαν τὸ ἔκρυθμον εἰς τὴν διοίκησιν. Δὲν εἴδομεν ὅμως μέχρι τοῦδε τὸ εὔρυθμον ἐν τῇ διοικήσει.
§69Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Περιμένετε ὅτι θὰ βελτιωθῇ ἡ κατάστασις, ἀφοῦ πλέκετε τὸν πανηγυρικὸν τοῦ πρώην Ὑπουργοῦ τῆς Παιδείας;
§70Β. ΓΙΑΝΝΟΥΣΙΟΥ. Δὲν ἦλθον, ἀξιότιμε συνάδελφε, νὰ κακίσω κανένα· ὁμιλῶ περὶ τοῦ προγράμματος τοῦ οἰκονομικοῦ, τὸ ὁποῖον ἀσπάζομαι, τοῦ προγράμματος τῆς Κυβερνήσεως, ὑπὸ τὴν σημαίαν τῆς ὁποίας ἐκ πεποιθήσεως εἶμαι τεταγμένος, καὶ φρονῶ ὅτι αἱ οἰκονομίαι ἐκεῖναι εἶναι σωτήριοι, φρονῶ ὅτι διὰ τῶν οἰκονομιῶν ἐκείνων θὰ ἐπιτευχθῇ τὸ εὔρυθμον τῆς διοικήσεως, θὰ ἐπιτευχθῇ ἡ ἐνίσχυσις τῆς ἐθνικῆς παραγωγῆς. Διότι, ἐὰν εἶχον περισσεύσει ὄχι δέκα ἑκατομμύρια, ἀλλὰ πέντε ἢ ἕξ ἢ τέσσαρα μόνον ἑκατομμύρια, βεβαίως δὲν θὰ εὑρισκόμεθα σήμερον εἰς τὸ ἐλεεινὸν θέαμα, νὰ βλέπωμεν ὅτι ἀπέραντοι γαῖαι τῆς Θεσσαλίας δὲν δύνανται ν’ ἀντιταχθῶσι κατὰ τῶν ἀτμοσφαιρικῶν συνθηκῶν. Φρονοῦμεν ἐν πεποιθήσει, κύριοι Βουλευταί, ὅτι πολλὰ ἐξ ἐκείνων, περὶ τῶν ὁποίων ὡμίλησε χθὲς ὁ ἐξ Εὐρυτανίας κ. Βουλευτής, θέλουσιν ἐπιτελεσθῆ διὰ τοῦ προγράμματος τῆς Κυβερνήσεως, διότι δι’ ὅλους τοὺς κλάδους προβλέπονται εἰδικοὶ νόμοι. Θ’ ἀπαλλαγῶμεν ἀπὸ τοῦ θεσμοῦ τῆς ἀστυνομικῆς διοικήσεως, ἡ ὁποία βεβαίως δὲν δύναται νὰ ἀποτελέσῃ φαεινόν τι σημεῖον, σημεῖον σταθμοῦ προόδου καὶ πολιτισμοῦ ἐν τῇ καθ’ ἡμᾶς ἱστορίᾳ. Εἰσάγεται θεσμὸς περὶ μέσης ἐκπαιδεύσεως ἀποκεντρωτικός, τοιοῦτος, οἷον σχεδὸν ὠνειροπόλησεν αὐτὸν ὁ κ. Βουλευτής. Θέλουσι καταργηθῆ οἱ θεσμοὶ ἐκεῖνοι, διὰ τῆς καταργήσεως τῶν ὁποίων ὁ στρατὸς θὰ ἀποδοθῇ εἰς ἑαυτόν, καὶ θ’ ἀπαλλαγῇ ἀπὸ τῆς κλίκας τῶν ἐπιτηδείων, καὶ θ’ ἀνυψωθῇ ὁ Διάδοχος τοῦ Θρόνου ἐκεῖ, ὅπου ὀνειρεύονται αὐτὸν τόσα ἑκατομμύρια Ἑλληνικῶν ψυχῶν, ἐκεῖ, ὅπου ὀνειρεύονται οἱ πόθοι τόσων αἰώνων. Ὡς εἰσηγητὴς τῆς πλειονοψηφίας, Κύριοι, σκοπὸν ἔχω νὰ δικαιολογήσω τὴν ἀπάντησιν εἰς τὸν Βασιλικὸν Λόγον. Δὲν σκοπεύω βεβαίως νὰ μακρηγορήσω, ἀναπτύσσων γνώμας, οἵας ἀνέπτυξεν ὁ ἐξ Εὐρυτανίας κ. Βουλευτής, διότι καὶ ἡ πεῖρα καὶ αἱ γνώσεις αὐτοῦ μοὶ ἐλλείπουσιν· ἀλλὰ τοῦτο μόνον λέγω, ὅτι ὁ ἐκ Ζακύνθου ἀξιότιμος Βουλευτὴς εἶπεν, ὅτι εἰς τὰς κοινοβουλευτικὰς συζητήσεις δέον νὰ πρυτανεύῃ τὸ πνεῦμα τῆς εἰλικρινείας, τὸ πνεῦμα τῆς καλῆς πίστεως. Βεβαίως καλὴ πίστις καὶ εἰλικρίνεια, Κύριοι, πρέπει νὰ ἐπικρατῇ ἐν ταῖς συζητήσεσιν, ἐν τῇ ἐφαρμογῇ τῶν θεσμῶν, ἐν τῇ ἑρμηνείᾳ τῶν νόμων, ἐν τῇ ἐκτιμήσει τῶν γεγονότων· ἀλλὰ γεννᾶται τὸ ζήτημα, τίνες ἆρά γε μαρτυροῦσιν εἰλικρίνειαν; τίνες προδίδουσι καλὴν πίστιν; ἐκεῖνοι, οἵτινες θέλουσι νὰ περιορίσωσι τὰ κυριαρχικὰ δικαιώματα τοῦ λαοῦ; ἢ ἐκεῖνοι, οἵτινες περιφρουροῦσιν αὐτὰ ὡς κόρην ὀφθαλμοῦ, ἐκεῖνοι, οἵτινες νομίζουσιν, ὅτι ἡ Βουλὴ ἐλευθέρα καὶ ἀνεπηρέαστος δέον νὰ νομοθετῇ; ἢ ἐκεῖνοι, οἵτινες φρονοῦσιν, ὅτι ἀλλαχοῦ που, ἀλλ’ ὄχι ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, δέον νὰ προεξοφλῆται ἡ ψῆφος τῆς Βουλῆς; Περὶ τούτου ἂς κρίνῃ ἡ Βουλή!
§71ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οὐδεὶς ἄλλος ἔχει τὸν λόγον· οὐδεὶς εἶναι ἐγγεγραμμένος. Ζητεῖ ἕτερός τις τὸν λόγον; (Οὐδεὶς ὁμιλεῖ). Κηρύσσω περατωμένην τὴν συζήτησιν. Θ’ ἀναγνωσθῇ ἡ πρώτη παράγραφος τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν Βασιλικὸν Λόγον τῆς πλειονοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς.
§72ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει). «Μεγαλειότατε! Μετ’ ἀγαλλιάσεως οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ ἔθνους εἶδον ἐν τῷ μέσῳ αὐτῶν τὴν Ὑμετέραν Μεγαλειότητα, σπεύδουσι δὲ νὰ ἐκδηλώσωσι τὴν εὐφροσύνην, μεθ’ ἧς ἔμαθον τὸ ἐν τῇ Βασιλικῇ Οἰκογενείᾳ συντελεσθὲν χαρμόσυνον γεγονὸς τῶν γάμων τῆς Α. Β. Ὑψηλότητος τοῦ Βασιλόπαιδος Νικολάου μετὰ τῆς Α. Α. Ὑψηλότητος τῆς Μεγάλης Δουκίσσης Ἑλένης τῆς Ρωσσίας, καὶ νὰ προσθέσωσιν εἰς τὰς πατρικὰς εὐχὰς τῆς Ὑμετέρας Μεγαλειότητος καὶ τὰς ἰδίας αὐτῶν πρὸς τὸν Ὕψιστον ἱκεσίας.»
§73ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀντίρρησις ὡς πρὸς τὴν πρώτην παράγραφον τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν Βασιλικὸν Λόγον τῆς πλειονοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς; (Οὐδεὶς ἀντιλέγει). Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρώτην παράγραφον παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Δευτέρα παράγαφος.
§74ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει). «Οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ ἔθνους προθύμως θέλουσιν εἰσενέγκει πᾶσαν τὴν ἑαυτῶν συνδρομὴν πρὸς βελτίωσιν τῶν πραγμάτων τῆς Πολιτείας καὶ τῆς χώρας, πεπεισμένοι περὶ τῆς σοβαρότητος τῶν περιστάσεων πεποίθασι δ’ ὅτι ἡ ἀπρόσκοπτος λειτουργία τῶν ὑπὸ τοῦ πολιτεύματος κανονισθέντων καὶ ἡ εἰλικρινὴς συναρμολογία τῶν προνομιῶν τοῦ Στέμματος μετὰ τῶν δικαιωμάτων τῆς ἐθνικῆς ἀντιπροσωπείας θέλουσι περιβάλει τὴν Κυβέρνησιν τῆς χώρας διὰ τοῦ προσήκοντος κύρους καὶ τῆς πρὸς σκοπιμωτέραν διεξαγωγὴν τῶν κυβερνητικῶν ἔργων ἀπαιτουμένης δυνάμεως.»
§75ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀντίρρησις εἰς τὴν δευτέραν παράγραφον;
§76Κ. ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε.
§77ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κωνσταντόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§78Κ. ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν συμμερίζομαι, κύριοι Βουλευταὶ, τὴν ὑπὸ πολλῶν ἐκ τῶν προαγορευσάντων ὑποστηριχθεῖσαν γνώμην, ὅτι ἡ ἀπάντησις εἰς τὸν Βασιλικὸν Λόγον εἶναι τὸ πρόσφορον πεδίον τῆς ἐξετάσεως καὶ τοῦ ἐλέγχου τῶν ἔργων καὶ τῶν μέτρων τῆς Κυβερνήσεως περὶ τῶν κοινῶν πραγμάτων. Ἐν τῷ Βασιλικῷ Λόγῳ περιλαμβάνονται πολλὰ καὶ ποικίλα θέματα, ἡ σύγχρονος καὶ ἐν συνόλῳ ἐξέτασις τῶν ὁποίων εἶναι ἀδύνατον νὰ διεξαχθῇ μετὰ τῆς δεούσης ἐπιμελείας καὶ ἀκριβείας. Τοιαύτη συζήτησις δέον νὰ προκαλῆται, ὅταν ἰδιαιτέρως ἑκάστη τῶν πράξεων ἢ ἕκαστον τῶν μέτρων τῆς Κυβερνήσεως ὑποβάλληται ὑπὸ τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς. Καὶ ἐπεκράτει μὲν ἄλλοτε ἀντίθετος γνώμη, καὶ μεγίστη ἐδίδετο σημασία εἰς τὰς ἐπὶ τῶν ἀπαντήσεων εἰς τὸν Βασιλικὸν Λόγον συζητήσεις, ἀλλ’ ἡ γνώμη αὕτη ἐγκατελείφθη, καὶ βλέπομεν ἤδη, ὅτι καὶ ἐν αὐτῷ τῷ Ἀγγλικῷ Κοινοβουλίῳ ἡ ἀπάντησις εἰς τὸν Βασιλικὸν Λόγον κατέστη ἁπλῆ σχεδὸν διατύπωσις. Ἀλλ’ ἐν τῷ κατὰ τὴν ἔναρξιν τῆς Συνόδου ἀπαγγελθέντι Βασιλικῷ Λόγῳ περιελήφθησαν σκέψεις καὶ γνῶμαι περὶ τοῦ ἰσχύοντος παρ’ ἡμῖν πολιτεύματος, ἡ ἐπικράτησις τῶν ὁποίων δύναται νὰ ἐπιδράσῃ ἐπιβλαβῶς ἐπὶ τῆς μελλούσης αὐτοῦ λειτουργίας. Διὰ τοῦτο φρονῶ, ὅτι ἐπ’ αὐτῶν ἰδίως τῶν θεμάτων ἐπιβάλλεται ἄμεσος ἐξέτασις καὶ συζήτησις. Εἶχον ἀναγνώσει, κύριοι Βουλευταί, πρὸ καὶ κατὰ τὴν ἐνέργειαν τῶν ἐκλογῶν διαφόρους μομφὰς καὶ αἰτιάσεις περὶ τελουμένων παραβάσεων τῶν θεσμῶν, καὶ διάφορα ἐκλογικὰ προγράμματα, ὑποσχόμενα τὴν ἄμεσον αὐτῶν ἀνόρθωσιν καὶ ἀναστήλωσιν. Ἀλλ’ ἐξελάμβανον ταῦτα πάντα ὡς ἐκλογικὰ τεχνάσματα πρὸς ἐξέγερσιν τοῦ δημοσίου φρονήματος ὑπὲρ τῶν ἐπαγγελλομένων τοιαύτας ἐπαγγελίας. Διὰ τοῦτο μετ’ ἀπορίας ἤκουσα τοιαύτας ἰδέας περιεχομένας καὶ ἐν αὐτῷ τῷ Βασιλικῷ Λόγῳ. Ἡ Κυβέρνησις ἐθεώρησε προσῆκον καὶ εὐπρεπὲς νὰ περιλάβῃ ἐν αὐτῷ ὑπόσχεσίν τινα τοῦ Ἡγεμόνος, ὅτι «τὰ πράγματα τῆς Πολιτείας, προσηκόντως ὑπὸ τοῦ πολιτεύματος κανονισθέντα, ἀπροσκόπτως θέλουσι λειτουργεῖ, καλουμένων εἰς τὴν Κυβέρνησιν τῆς χώρας ἐκείνων, ὑπὲρ ὧν ἐνεδείχθη ἡ ἐμπιστοσύνη εἴτε τῶν ἐκλογέων εἴτε τῆς ἐθνικῆς ἀντιπροσωπείας, εἰλικρινῶς δὲ συναρμολογουμένων τῶν προνομιῶν τοῦ Στέμματος μετὰ τῶν δικαιωμάτων τῆς Βουλῆς.» Συμπέρασμα τῆς περιόδου ταύτης τοῦ Βασιλικοῦ Λόγου εἶναι, ὡς βλέπετε, ὅτι εἰς τὴν Κυβέρνησιν τῆς χώρας δέον νὰ καλῶνται ἐκεῖνοι, ὑπὲρ ὧν ἐνεδείχθη ἡ ἐμπιστοσύνη εἴτε τῶν ἐκλογέων εἴτε τῆς ἐθνικῆς ἀντιπροσωπείας. Καὶ πρὸς τὸ συμπέρασμα τοῦτο, ὅπερ, ἐν συνετῇ σιωπῇ, οὐδόλως θίγει ἡ ἀπάντησις τῆς πλειονοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς, φαίνεται σύμφωνος καὶ ἡ μειονοψηφία τῆς ἐπιτροπῆς, διότι καὶ αὕτη ἀποκρούει μὲν, ὀρθῶς, τὸ καινοφανὲς ἀληθῶς δόγμα, ὅτι τὸν σχηματισμὸν τῆς Κυβερνήσεως ἐνδεικνύει ἡ γνώμη τῶν ἐκλογέων, ἐνῷ οὐδέποτε ἡ γνώμη τούτων, ἀλλὰ πάντοτε ἡ γνώμη τῶν ὑπ’ αὐτῶν ἐκλεγομένων ἀντιπροσώπων δέον νὰ λαμβάνηται ὑπ’ ὄψιν, ὅταν ἐκδηλοῦται ἐν τῇ Βουλῇ, ἢ ἔστω καὶ ἀμέσως μετὰ τὰς ἐκλογάς, ὥστε οὐχὶ ὀρθῶς περιελήφθη ἐν τῷ Βασιλικῷ Λόγῳ ἡ ἰδέα τῆς ἐκδηλώσεως γνώμης ὑπὸ τῶν ἐκλογέων. Ἀποκρούει, λέγω, τὸ δόγμα τοῦτο ἡ μειονοψηφία τῆς ἐπιτροπῆς, ἀναγνωρίζει ὅμως καὶ αὕτη, ὅτι «εἰς τὴν Κυβέρνησιν τῆς χώρας πρέπει νὰ καλῶνται ἐκεῖνοι, ὑπὲρ ὧν ἐνδείκνυται ἡ ἐμπιστοσύνη τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ ἔθνους, οἵτινες μόνοι κέκτηνται τοιοῦτον δικαίωμα ἐκ τοῦ πολιτεύματος.» Τὰ ἐπίσημα ταῦτα κείμενα, καὶ ἰδίως ἡ μνησθεῖσα ἐν τῷ Βασιλικῷ Λόγῳ περίοδος, περιέχουσι προδήλως μομφήν τινα κατὰ τῆς προηγουμένης λειτουργίας τοῦ πολιτεύματος, ἐγείροντα τὴν ὑπόνοιαν, ὅτι κατ’ αὐτὴν δὲν ἐλειτούργουν ἀπροσκόπτως οἱ θεσμοὶ, οὔτε εἰλικρίνεια ἐπεκράτει περὶ τὴν συναρμολόγησιν τῶν δικαιωμάτων τοῦ Στέμματος καὶ τῶν δικαιωμάτων τῆς Βουλῆς, οὐδόλως ὅμως διασαφηνίζουσιν, ὁποῖος ὁ ὑπὸ τοῦ πολιτεύματος γενόμενος κανονισμὸς τῶν πραγμάτων τῆς Πολιτείας, οὐδ’ ἐπεξηγοῦσι κατὰ τί προσέκρουσεν ἡ λειτουργία τοῦ κανονισμοῦ τούτου, πότε δὲν ἐπεκράτησεν εἰλικρίνεια περὶ τὴν συναρμολόγησιν τῶν ἀμοιβαίων δικαιωμάτων τοῦ Στέμματος καὶ τῆς Βουλῆς, καὶ ἰδίως τίς ἡ ἀληθὴς ἔννοια τοῦ συμπεράσματος, ὅτι εἰς τὴν Κυβέρνησιν τῆς χώρας δέον νὰ καλῶνται οἱ ἐνδεικνυόμενοι ὑπὸ τῆς ἐμπιστοσύνης τῆς Βουλῆς. Ἕνεκα τούτων φρονῶ, ὅτι, καλούμενοι ἤδη νὰ ἀπαντήσωμεν εἰς τὴν περίοδον αὐτὴν τοῦ Βασιλικοῦ Λόγου, δικαιούμεθα ν’ ἀπαιτήσωμεν, ἵνα ἀνέλθῃ ἐπὶ τοῦ βήματος πρὸ πάντων ὁ ἀξιότιμος ἀρχηγὸς τῆς Κυβερνήσεως, καὶ δηλώσῃ σαφῶς εἰς τὴν Βουλήν, τίς ἡ ἔννοια τῶν θεμάτων τούτων, ἅτινα περιέλαβεν εἰς τὸν Βασιλικὸν Λόγον. Ἰσχυρίζεται ἀληθῶς, ὅτι δὲν ἐλειτούργησαν τὰ ὑπὸ τοῦ πολιτεύματος κανονισθέντα; ἰσχυρίζεται πράγματι, ὅτι δὲν ἐπεκράτησεν εἰλικρίνεια εἰς τὴν ἀμοιβαίαν σχέσιν τοῦ Στέμματος καὶ τῆς Βουλῆς; Πότε καὶ πῶς ἐγένετο τοῦτο; Ἀλλὰ πρὸ πάντων ὀφείλει νὰ ἐπεξηγήσῃ, τίς ἡ ἀληθὴς ἔννοια τοῦ συμπεράσματος, εἰς ὃ κατέληξεν. Ἐννοεῖ διὰ τοῦ συμπεράσματος τούτου, ὅτι ἀπροσκόπτως λειτουργοῦσι τὰ πράγματα τῆς Πολιτείας, ὅταν ἐπὶ τῶν αὐτῶν προσώπων συμπίπτῃ ἡ ἐμπιστοσύνη τοῦ Στέμματος καὶ ἡ ἐμπιστοσύνη τῆς ἐθνικῆς ἀντιπροσωπείας; Ἐὰν τοιαύτην ἔννοιαν ἀποδίδῃ, οὐδὲν ἔχω νὰ ἀντιτάξω, καὶ διὰ τοῦτο εὐχαρίστως ἤκουσα τὸν ἀξιότιμον εἰσηγητὴν τῆς μειονοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς τοιαύτην ἀποδίδοντα ἔννοιαν εἰς τὴν σχετικὴν περίοδον τῆς ἀπαντήσεως τῆς μειονοψηφίας. Ἐὰν ὅμως διὰ τῶν παρατεθέντων κειμένων ἐννοοῦσιν, ὅτι ὁ Ἡγεμὼν ἔχει συνταγματικὴν ὑποχρέωσιν νὰ καλῇ πάντοτε εἰς τὴν Κυβέρνησιν τῆς χώρας ἐκείνους, ὑπὲρ ὧν ἐνδείκνυται ἡ ἐμπιστοσύνη τῆς ἐθνικῆς ἀντιπροσωπείας, καὶ ὅτι συνεπῶς παραβιάζει συνταγματικὴν ὑποχρέωσιν, μὴ πράττων τοῦτο, ἐγὼ τοιαύτην γνώμην οὐδόλως θεωρῶ ὀρθὴν, οὐδὲ συνᾴδουσαν, ἀλλὰ τοὐναντίον παραβιάζουσαν τοὺς θεσμοὺς, πρὸς τήρησιν τῶν ὁποίων δῆθεν ὑποβάλλεται. Ἀλλὰ συγχρόνως θεωρῶ αὐτὴν καὶ ὡς ἀναιροῦσαν καὶ τὴν τελευταίαν ἐλπίδα βελτιώσεως τῶν κοινῶν πραγμάτων. Ἔχω τὴν γνώμην, ὅτι ὁ συνταγματικὸς Ἡγεμὼν δὲν εἶναι ἁπλῆ μηχανή, ἵνα κυρώνῃ διὰ τῆς ὑπογραφῆς του τὰς πράξεις τῶν Ὑπουργῶν, ἀλλ’ ἔχει μεγάλα καὶ ὑψηλὰ δικαιώματα καὶ καθήκοντα, ἡ ὀρθὴ ἐκπλήρωσις τῶν ὁποίων οὐσιωδῶς συντελεῖ εἰς τὴν εὐνομίαν, τὴν εὐημερίαν καὶ τὴν εὔκλειαν τοῦ Κράτους. Κατὰ τὸ Σύνταγμα, ὁ Βασιλεὺς ἀνακηρύσσεται ἀνώτατος ἄρχων τοῦ Κράτους. Ἐν τῷ προσώπῳ αὐτοῦ ἐνσαρκοῦται ἡ ἐθνικὴ Μεγαλειότης, καὶ ἐν τῇ ἀπονεμηθείσῃ αὐτῷ ἐξουσίᾳ συγκεντροῦνται ὅλα τὰ δικαιώματα τῆς ἐθνικῆς κυριαρχίας. Ὁ Βασιλεὺς ἔχει ἐξουσίαν νομοθετικὴν, εἰς αὐτὸν μόνον ἀνετέθη ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία, καὶ αἱ ἀποφάσεις αὗται τῶν Δικαστηρίων ἐν ὀνόματι τοῦ Βασιλέως ἐκδίδονται. Πλεῖστα δὲ δικαιώματα, ἀφορῶντα εἰς τὴν λειτουργίαν τοῦ πολιτεύματος, ἀπενεμήθησαν αὐτῷ, ἐν οἷς καὶ τὸ δικαίωμα τοῦ διορίζειν καὶ παύειν τοὺς Ὑπουργούς. Ἀλλ’ ἐν τῷ Συντάγματι ἀνεγράφησαν καὶ περιορισμοί τινες τῶν βασιλικῶν δικαιωμάτων, ἀφορῶντες εἰς τὴν περιεσκεμμένην αὐτῶν ἐνάσκησιν καὶ εἰς τὴν ἀποφυγὴν πάσης καταχρήσεως. Τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν ἐνασκεῖ ὁ Βασιλεὺς μετὰ τῆς Βουλῆς. Τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν ἐκτελεῖ δι’ Ὑπουργῶν, οὓς αὐτὸς διορίζει, καὶ ὧν ἡ ὑπογραφὴ εἶναι ἀναγκαία, ἵνα ἰσχύσῃ καὶ ἐκτελεσθῇ οἱαδήποτε πρᾶξις τοῦ Βασιλέως. Ὁ Βασιλεὺς διορίζει τοὺς δικαστὰς, ἀλλ’ οὗτοι, ἅμα τῷ διορισμῷ, καθίστανται ἰσόβιοι. Καὶ τὸ δικαίωμα αὐτὸ τοῦ διορίζειν τοὺς Ὑπουργοὺς περιωρίσθη ἐν τῷ Συντάγματι, ἀπαγορευθέντος νὰ λαμβάνῃ ὁ Βασιλεὺς τοὺς Ὑπουργοὺς του ἐκ τῶν μελῶν τοῦ Βασιλικοῦ Οἴκου. Ὑπῆρχε μάλιστα ἐν τῷ σχεδίῳ τοῦ Συντάγματος καὶ ἕτερος περιορισμὸς τοῦ δικαιώματος τούτου, ἡ ὑποχρέωσις τοῦ Βασιλέως νὰ λαμβάνῃ τοὺς Ὑπουργούς του ἐκ τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ τὴν ὑποχρέωσιν ταύτην, πολεμηθεῖσαν ὑπὸ διακεκριμένων μελῶν τῆς Συνελεύσεως, ὑπὸ τοῦ Καλλιγᾶ, ὑπὸ τοῦ Σαριπόλου, ἀπήλειψεν ἡ Συνέλευσις, καὶ δὲν περιέλαβεν αὐτὴν ἐν τῷ Συντάγματι. Οὗτοι εἶναι οἱ μόνοι περιορισμοὶ, οὓς ἔθετο τὸ Σύνταγμα εἰς τὴν ἐνάσκησιν τῶν βασιλικῶν δικαιωμάτων. Ἑπομένως ὀφείλομεν νὰ συμπεράνωμεν, ὅτι κατὰ τὰ λοιπὰ ἡ ἐξάσκησις τῶν βασιλικῶν δικαιωμάτων ἀνετέθη εἰς τὴν σύνεσιν τοῦ Βασιλέως καὶ τὴν ὑψηλὴν αὐτοῦ μέριμναν ὑπὲρ τῶν συμφερόντων τῆς Πολιτείας. Ἔπεται δ’ ἐντεῦθεν, ὅτι οἱαδήποτε χρῆσις τῶν βασιλικῶν δικαιωμάτων ἐνδέχεται νὰ ἦναι ἐπιβλαβὴς εἰς τὰ δημόσια συμφέροντα, ἀλλ’ οὐδέποτε δύναται νὰ ἀποτελέσῃ παραβίασιν τοῦ Συντάγματος, παραβίασιν τῶν θεσμῶν τοῦ Κράτους. Ἡ προσήκουσα ἐξάσκησις τῶν βασιλικῶν δικαιωμάτων, ἐν οἷς καὶ τὸ δικαίωμα τοῦ διορισμοῦ καὶ τῆς παύσεως τῶν Ὑπουργῶν, εἶναι πάντοτε ζήτημα σκοπιμότητος καὶ οὐχὶ νομιμότητος. Πῶς ὅμως συμβιβάζονται ταῦτα, δύναταί τις νὰ ἐρωτήσῃ, πρὸς τὰ δικαιώματα τῆς ἐθνικῆς ἀντιπροσωπείας; Ἔχει καὶ ἡ ἐθνικὴ ἀντιπροσωπεία μεγάλα ἀληθῶς δικαιώματα· τὸ δικαίωμα τοῦ ἐλέγχου τῶν πράξεων τῶν Ὑπουργῶν, τῆς ἀποδοκιμασίας αὐτῶν, τῆς παραπομπῆς αὐτῶν εἰς ποινικὴν καταδίωξιν. Ἔχει τὸ δικαίωμα τῆς ἐπιψηφίσεως τῶν νόμων, καὶ ἰδίως τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους, ἄνευ τῆς ὁποίας ἀδύνατος ἀποβαίνει πᾶσα εἴσπραξις καὶ πᾶσα δαπάνη. Δύναται ἑπομένως ἡ ἐθνικὴ ἀντιπροσωπεία, ὁσάκις φρονῇ, ὅτι οἱ Ὑπουργοὶ δὲν διαχειρίζονται δεόντως τὴν ἀνατεθεῖσαν αὐτοῖς ἐξουσίαν, νὰ ἀρνηθῇ τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, καὶ νὰ καταστήσῃ ἀδύνατον τὴν κυβέρνησιν τοῦ Κράτους. Προδήλως ἕπεται ἐκ τούτων, ὅτι, ἵνα λειτουργήσῃ ἀπροσκόπτως τὸ πολίτευμα, δὲν ἀρκεῖ ὁ ὑπὸ τοῦ Βασιλέως διορισμὸς τῶν Ὑπουργῶν, ἀλλ’ ἀπαιτεῖται ἀναγκαίως νὰ τύχωσιν οὗτοι καὶ τῆς ἐμπιστοσύνης τῆς Βουλῆς. Τί γενήσεται ὅμως ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν τὰ ἀμοιβαῖα ταῦτα δικαιώματα περιέρχονται εἰς σύγκρουσιν, καθ’ ἣν οἱ ἔχοντες τὴν ἐμπιστοσύνην τοῦ Ἡγεμόνος δὲν τύχωσι τῆς ἐμπιστοσύνης τῆς Βουλῆς, ἢ τἀνάπαλιν; Ἐμερίμνησε καὶ περὶ τούτου τὸ Σύνταγμα, ἀναθέσαν εἰς τὸν Βασιλέα τὴν ἐκλογήν, ἢ νὰ ἀπολύσῃ τοὺς Ὑπουργούς, ἢ νὰ διαλύσῃ τὴν Βουλήν. Καὶ ἡ ἐκλογὴ δὲ αὕτη ἀνετέθη εἰς τὴν σύνεσιν τοῦ Βασιλέως καὶ εἰς τὴν ὑψηλὴν αὐτοῦ μέριμναν ὑπὲρ τῶν μεγάλων συμφερόντων τῆς Πολιτείας. Ἐκ τῶν ῥηθέντων ἐξάγεται, ὅτι ἡ γνώμη τῶν φρονούντων, ὅτι ὁ Βασιλεὺς ἔχει συνταγματικὴν ὑποχρέωσιν νὰ καλῇ εἰς τὴν Κυβέρνησιν τῆς χώρας ἐκείνους, ὑπὲρ ὧν ἐνδείκνυται ἡ ἐμπιστοσύνη τῆς ἐθνικῆς ἀντιπροσωπείας, ἀποκρούεται διαῤῥήδην ὑπὸ τῆς ὀρθῆς ἑρμηνείας τοῦ Συντάγματος. Καὶ τὴν ὀρθὴν αὐτὴν ἑρμηνείαν ὑποστηρίζουσι πρὸ πάντων αἱ ἐν τῇ Ἐθνικῇ Συνελεύσει γενόμεναι περὶ τοῦ πολιτεύματος συζητήσεις. Εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ἦμαι μέλος τῆς Συνελεύσεως ἐκείνης, καὶ οὐδέποτε ἤκουσα τὰς ἰδέας καὶ τὰ δόγματα, ἅτινα νῦν ἀποκρούω. Ἀλλὰ καὶ πᾶς, ὅστις θελήσῃ νὰ διεξέλθῃ τὰ πρακτικὰ τῶν συζητήσεων τῆς Συνελεύσεως ἐκείνης, θέλει πεισθῆ, ὅτι οὐδέποτε διενοήθη αὕτη νὰ περιορίσῃ τὰ δικαιώματα τοῦ Βασιλέως, καὶ νὰ καταστήσῃ αὐτὸν νευρόσπαστον, ὑπεῖκον εἰς τὰ κελεύσματα τῶν Ὑπουργῶν καὶ τῆς Βουλῆς· ὅτι οὐδέποτε διενοήθη νὰ περιορίσῃ τὸ εἰς τὸν Βασιλέα ἀπονεμηθὲν δικαίωμα τοῦ διορίζειν καὶ παύειν τοὺς Ὑπουργούς. Καὶ ἀπόδειξις τούτου τρανοτάτη, ἀνεπίδεκτος ἀμφισβητήσεως εἶναι, ὅτι ἐπέτρεψεν, ὡς εἶπον, εἰς τὸν Βασιλέα νὰ λαμβάνῃ τοὺς Ὑπουργούς του καὶ ἐκτὸς τῆς Βουλῆς. Ἀλλὰ τὴν ὀρθὴν ταύτην ἑρμηνείαν τοῦ Συντάγματος ὑποστηρίζουσι καὶ πάντες οἱ σπουδαῖοι δημοσιολόγοι ἡμεδαποί τε καὶ ἀλλοδαποί. Ὁ Σαρίπολος, κύριοι Βουλευταί, ὁ εἰσηγητὴς τοῦ Συντάγματος εἰς τὴν Ἐθνικὴν Συνέλευσιν, ὁ μετασχὼν πασῶν τῶν περὶ αὐτοῦ συζητήσεων καὶ ἐν τῇ ἐπιτροπῇ καὶ ἐν ταῖς δημοσίαις συνεδριάσεσιν, ὁ δυνάμενος εἴπερ τις καὶ ἄλλος νὰ γνωρίζῃ τὰς ἰδέας καὶ τὰς γνώμας τῶν μελῶν τῆς Συνελεύσεως, τί ὑποστηρίζει ἐν τῷ περὶ Συνταγματικοῦ δικαίου συγγράμματι αὐτοῦ; Ὅτι τὸ δόγμα τοῦ βασιλεύειν καὶ μὴ κυβερνᾷν εἶναι ὅλως σαθρὸν καὶ πεπλανημένον, ὅτι ὁ Βασιλεὺς καὶ βασιλεύει καὶ κυβερνᾷ, καὶ ὅτι εἰς οὐδένα περιορισμὸν ὑποβάλλεται τὸ βασιλικὸν δικαίωμα τοῦ διορίζειν καὶ παύειν τοὺς Ὑπουργούς. Ὡς εὐήθειαν μάλιστα χαρακτηρίζει τὴν γνώμην, ὅτι ἐδόθησαν μὲν εἰς τὸν Βασιλέα ὑπὸ τοῦ Συντάγματος πολλὰ καὶ μεγάλα δικαιώματα, ἀλλὰ δὲν δύναται νὰ ποιῆται χρῆσιν αὐτῶν, εἰμὴ κατὰ τὰς ὀρέξεις τῆς πλειονοψηφίας τῆς Βουλῆς καὶ τῶν παρ’ αὐτῆς ὑποδεικνυομένων Ὑπουργῶν! Ἕτερος διάσημος Γερμανὸς δημοσιολόγος, ὁ Bluntschli, ἐν τῷ λαμπρῷ περὶ Κράτους συγγράμματι αὐτοῦ ὡς ὅλως πεπλανημένην χαρακτηρίζει τὴν γνώμην τῶν φρονούντων, ὅτι ὁ συνταγματικὸς Ἡγεμὼν ἔχει συνταγματικὴν ὑποχρέωσιν νὰ κυβερνᾷ κατὰ τὴν θέλησιν τῆς ἐθνικῆς ἀντιπροσωπείας, καὶ νὰ συμμορφοῦται μὲ τὰς προτάσεις τῶν Ὑπουργῶν, ἀναγνωρίζει δὲ ὡς ἀπόλυτον τὸ δικαίωμα τοῦ Ἡγεμόνος νὰ διορίζῃ καὶ παύῃ τοὺς Ὑπουργούς του. Ἕτερος διάσημος Γάλλος δημοσιολόγος, ὁ Esmein, καθηγητὴς νῦν ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ τῶν Παρισίων, ἐν κεφαλαίῳ τοῦ συγγράμματός του πραγματευομένῳ οὐχὶ ἐν γένει περὶ τοῦ συνταγματικοῦ πολιτεύματος, ἀλλ’ ἰδίως περὶ πολιτεύματος κοινοβουλευτικοῦ (regime parlementaire), ὑποστηρίζει, ὅτι καὶ ὑπὸ τοιοῦτον πολίτευμα ὁ ἔχων τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν δικαιοῦται νὰ ἀντιδράσῃ κατὰ τῆς ἐθνικῆς ἀντιπροσωπείας, ὁσάκις αὕτη θελήσῃ νὰ τῷ ἐπιβάλῃ Ὑπουργοὺς καὶ συνεπῶς πολιτικήν, ἣν δὲν ἐγκρίνει, χρώμενος τῷ δικαιώματι τῆς διαλύσεως. Ὁ Fischel, ἕτερος διάσημος Γερμανὸς δημοσιολόγος, συγγράψας ἰδίως περὶ τοῦ Ἀγγλικοῦ πολιτεύματος, ὑποστηρίζει, ὅτι καὶ κατὰ τὸ πολίτευμα τοῦτο ὁ Ἡγεμὼν διατηρεῖ τὸ δικαίωμα νὰ παύῃ τοὺς Ὑπουργοὺς αὐτοῦ, καὶ ὅταν ἀκόμη ἔχωσι τὴν ἐμπιστοσύνην τοῦ Ἀγγλικοῦ Κοινοβουλίου. Ἐξ ὅλων τούτων σαφῶς προκύπτει, κύριοι Βουλευταί, ὅτι τὸ ζήτημα τοῦ διορισμοῦ καὶ τῆς παύσεως τῶν Ὑπουργῶν εἶναι, ὡς εἶπον, ζήτημα σκοπιμότητος καὶ οὐχὶ νομιμότητος. Βεβαίως πᾶς συνετὸς Ἡγεμὼν δὲν θέλει προβῆ εἰς τὴν ἐξάσκησιν αὐτοῦ πρὸς ἱκανοποίησιν τῶν ἰδιοτροπιῶν του ἢ τῶν προσωπικῶν αὐτοῦ συμπαθειῶν, ἀλλὰ μόνον πρὸς ἐξυπηρέτησιν τῶν δημοσίων συμφερόντων, τῶν ἐνδεικνυομένων ἐκ τοῦ συνόλου τῶν περιστάσεων τῆς χώρας. Βεβαίως, ὅταν οἱ ἔχοντες τὴν ἐμπιστοσύνην τῆς Βουλῆς ἀνταποκρίνωνται εἰς τὰς ἀνάγκας τῶν περιστάσεων, αἱ δὲ ἀρχαὶ καὶ τὰ μέτρα αὐτῶν συνάδωσι πρὸς τὰ δημόσια συμφέροντα, οὐδεὶς συνετὸς Ἡγεμὼν θέλει ἀρνηθῆ νὰ συμπράξῃ μετ’ αὐτῶν, προκαλῶν οὕτω σύγκρουσιν πρὸς τὴν Βουλήν, πάντοτε ἐπιβλαβῆ εἰς τὰ δημόσια συμφέροντα. Ἀλλ’ ὅταν ὁ Ἡγεμὼν σχηματίσῃ ἐναντίαν πεποίθησιν, ὅταν πεισθῇ, ὅτι αἱ ἀρχαὶ καὶ ἡ πορεία τῶν ἐχόντων τὴν ἐμπιστοσύνην τῆς Βουλῆς ἀντίκεινται εἰς τὰ δημόσια συμφέροντα, καὶ παραβλάπτουσιν αὐτὰ οὐσιωδῶς, ὡς καὶ ὅταν ἄδηλος ἢ ἀμφίβολος ἦναι ἡ τῆς Βουλῆς ἐμπιστοσύνη, εἰς τοιαύτας περιστάσεις οὐ μόνον δικαίωμα, ἀλλὰ καὶ καθῆκον ἔχει ὁ Ἡγεμὼν νὰ καλέσῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἐκείνους, οὓς θεωρεῖ ἱκανωτέρους πρὸς τοῦτο. Ἐὰν τώρα, κύριοι Βουλευταί, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν σκέψεων τούτων θελήσῃ τις νὰ μορφώσῃ γνώμην περὶ τῆς ἐπωφελεστέρας παρ’ ἡμῖν χρήσεως τῶν βασιλικῶν δικαιωμάτων, εἰς δύο τινὰ ὀφείλει, φρονῶ, νὰ ἀποβλέψῃ· πρῶτον εἰς τὴν κατάστασιν, εἰς ἣν περιῆλθε καὶ διατελεῖ ἡ χώρα, καὶ δεύτερον εἰς τὰ αἴτια τὰ παραγαγόντα τὴν κατάστασιν ταύτην. Ὅτι ἡ κατάστασις, εἰς ἣν ἡ πατρὶς ἡμῶν περιῆλθεν, εἶναι οἰκτρὰ καὶ ἀξιοδάκρυτος, δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ διαφωνία, διότι ἅπαντες οἱ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἀγορεύσαντες, ἀδιακρίτως πολιτικῶν φρονημάτων, διεξετραγώδησαν τὴν ἀθλιότητα καὶ ἐλεεινότητα αὐτῆς. Οὐδεὶς δύναται νὰ ἀρνηθῇ, ὅτι στερούμεθα δημοσίας τάξεως καὶ ἀσφαλείας, ὅτι τὰ ἐγκλήματα ὑπερεπλεόνασαν, καὶ δὲν ἐπαρκεῖ πρὸς καταδίωξιν αὐτῶν ἡ ποινικὴ Δικαιοσύνη, ὅτι αἱ φυλακαὶ ὑπερεπληρώθησαν καταδίκων, καὶ εἰς χιλιάδας ἀνέρχονται οἱ φυγόδικοι. Οὐδεὶς δύναται νὰ ἀρνηθῇ, ὅτι ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία δὲν λειτουργεῖ ὡς ἀπαιτοῦσιν οἱ νόμοι, τὸ δίκαιον, τὸ δημόσιον συμφέρον, ἀλλὰ λειτουργεῖ ὡς ἐπιβάλλουσιν αὐτῇ αἱ κομματικαὶ ἀξιώσεις, καὶ διὰ τοῦτο παριστάμεθα ἑκάστοτε μάρτυρες μυρίων καταχρήσεων καὶ ὑπερβασιῶν. Οὐδεὶς δύναται νὰ ἀρνηθῇ, ὅτι ὁ λαὸς πένεται καὶ ταλαιπωρεῖται ὑπὸ τὸ βάρος τῆς ἐπιβληθείσης αὐτῷ φορολογίας, καὶ ἐκπατρίζεται εἰς μακρυνὰς χώρας πρὸς ἀνεύρεσιν πόρων ζωῆς, οὓς δὲν δύναται νὰ προμηθευθῇ ἐν τῇ πατρίδι. Οὐδεὶς δύναται νὰ ἀρνηθῇ, ὅτι στερούμεθα τῶν μέσων καὶ τῶν ὀργάνων τῶν ἀπαιτουμένων πρὸς προστασίαν καὶ ἱκανοποίησιν τῶν ἐθνικῶν δικαίων, οὐδὲ ὑποφώσκει μάλιστα ἐλπίς, ὅτι θέλομεν προσεχῶς δυνηθῆ νὰ προμηθευθῶμεν ταῦτα. Ὀφείλομεν πάντες νὰ ὁμολογήσωμεν, ὅτι κατέστημεν δυστυχῶς ὑπόδειγμα Κράτους διακρινομένου ἐπὶ κακοδαιμονίᾳ καὶ κακοδιοικήσει! Αὐτὴ εἶναι, κύριοι Βουλευταί, ἡ ἀληθὴς κατάστασις τῆς ἀτυχοῦς ἡμῶν πατρίδος! Ποῖα ἤδη τὰ αἴτια τῆς καταστάσεως ταύτης; Πρὸ πολλῶν ἐτῶν προεβλήθη ὁ ἰσχυρισμὸς, ὅτι ἡ κατάστασις τῆς χώρας, ἥτις ἔκτοτε δὲν ἦτο εὐχάριστος, ὀφείλεται εἰς τὴν ἄνοδον τῶν μειονοψηφιῶν εἰς τὴν Κυβέρνησιν τοῦ Κράτους, καὶ εἰς τὴν ἐντεῦθεν παρακώλυσιν τοῦ σχηματισμοῦ ἰσχυρῶν κομμάτων. Καὶ ἦσαν τότε τοιαῦται μειονοψηφίαι, ἀνελθοῦσαι εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἂν καλῶς ἐνθυμοῦμαι, τὸ Ὑπουργεῖον Μωραϊτίνη, τὸ Ὑπουργεῖον Ἐπαμεινώνδα Δεληγεώργη, τὸ Ὑπουργεῖον Θρασυβούλου Ζαΐμη, μέλος τοῦ ὁποίου ἦτο καὶ αὐτὸς ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς νῦν Κυβερνήσεως...
§79Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐπιτρέπετε; Βεβαιῶ, ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον τὸ ὑπὸ τὸν Θρασύβουλον Ζαΐμην οὐδέποτε ἦτο ἐν μειονοψηφίᾳ.
§80Κ. ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ (μειδιῶν). Δὲν πιστεύω.
§81Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μὴ γελᾶτε! Φέρετε ἀποδείξεις.
§82Κ. ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἐσκέφθην, ὅτι ἦτο ἀνάγκη νὰ φέρω μετ’ ἐμοῦ τὰς ἀποδείξεις. Γνωρίζω ὅμως, ὅτι παραιτηθέντος τοῦ Ὑπουργείου Βούλγαρη ἐκλήθη εἰς τὴν Κυβέρνησιν ὁ Θρασύβουλος Ζαΐμης ἐκ τῆς μειονοψηφίας.
§83Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Οὐδεὶς ἀμφισβητεῖ τὸ δικαίωμα τοῦ Βασιλέως νὰ καλῇ ἐπὶ τὴν Κυβέρνησιν τὴν μειονοψηφίαν, ἀλλὰ πρέπει νὰ δίδηται ἀμέσως διάλυσις τῆς Βουλῆς, ἵνα ἀποφανθῇ ὁ λαός.
§84Κ. ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὴν τὴν βεβαίωσιν δὲν εὑρίσκω σύμφωνον μὲ τὰ ἐν τῷ Βασιλικῷ Λόγῳ περιληφθέντα. Ἔκτοτε ὑπεστηρίζετο συγχρόνως, ὡς ἀναγκαῖον πρὸς ἀνόρθωσιν τῶν κοινῶν, τὸ συνταγματικὸν δόγμα, ὅτι ἀπαραίτητον προσὸν τῶν εἰς τὴν Κυβέρνησιν καλουμένων εἶναι ἡ πρὸς αὐτοὺς δεδηλωμένη ἐμπιστοσύνη τῆς ἐθνικῆς ἀντιπροσωπείας, αὐτὴν δὲ τὴν ἰδέαν ἐκδηλώνει ἡ περὶ ἧς πρόκειται περικοπὴ τοῦ Βασιλικοῦ Λόγου. Καὶ τὸ δόγμα τοῦτο ἀπεδέχθη ἔκτοτε ὁ Ἡγεμὼν, καὶ τὸ δόγμα τοῦτο περιελήφθη ἐν τῷ Βασιλικῷ λόγῳ, τῷ ἐκφωνηθέντι τὸ ἔτος 1875, καὶ τὰς τὸ δόγμα τοῦτο ἐκδηλούσας ἐκφράσεις ἔθηκε καὶ νῦν ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὸ στόμα τοῦ Βασιλέως, μεταβαλὼν τὴν δεδηλωμένην εἰς ἐνδεδειγμένην. Καὶ τὸ δόγμα τοῦτο ἐτήρησεν ὁ Ἡγεμὼν ἀπαρεγκλίτως ἐπὶ μακρὰν σειρὰν ἐτῶν, ἀπὸ τοῦ 1875 μέχρι τοῦ 1892, καλῶν συμφώνως πρὸς τοῦτο εἰς τὴν Κυβέρνησιν τοὺς ἔχοντας δεδηλωμένην τὴν πρὸς αὐτοὺς ἐμπιστοσύνην τῆς ἐθνικῆς ἀντιπροσωπείας. Ἀλλὰ καὶ μετὰ τὸ 1892 ἐτήρησεν αὐτό, ἐκτὸς ὀλίγων ἐξαιρέσεων. Ἐρωτῶ ἤδη, κύριοι Βουλευταί, ποῖα εἶναι τὰ ἀγαθὰ τὰ προκύψαντα ἐκ τῆς συμφώνως πρὸς τὸ μνησθὲν δόγμα λειτουργίας τοῦ πολιτεύματος; Ἐβελτιώθησαν ἆρά γε τὰ πράγματα τῆς πατρίδος; Πρέπει τάχα νὰ θεωρήσωμεν ὡς ἀγαθὸν τὴν οἰκτρὰν κατάστασιν, εἰς ἣν περιήλθομεν, καὶ ἣν ἐξετραγώδησαν ἅπαντες οἱ ἀγορεύσαντες; Καὶ οὐ μόνον ἡ κατάστασις τῆς χώρας ἐπὶ τοσοῦτον ἐδεινώθη, ἀλλὰ καὶ τὰ μέγιστα τῶν δυστυχημάτων ἐνέσκηψαν εἰς τὴν δυστυχῆ ἡμῶν πατρίδα διὰ τῶν τοιούτων Κυβερνήσεων. Ἐνέσκηψεν ἡ χρεωκοπία τοῦ Κράτους διὰ τῆς ἀσυνέτου πολυτελείας καὶ σπατάλης· ἐνέσκηψεν ἡ ἀπώλεια τοῦ γοήτρου, ἡ ἀπώλεια τῆς τιμῆς αὐτῆς τῆς Ἑλλάδος, διὰ τῆς ἀσυνέτου προκλήσεως καὶ τῆς ἀθλίας διεξαγωγῆς τοῦ τελευταίου ἀτυχοῦς πολέμου· ἐνέσκηψεν ὁ ἀκρωτηριασμὸς τῆς ἐθνικῆς κυριαρχίας, διὰ τῆς ἐγκαταστάσεως τοῦ διεθνοῦς ἐλέγχου! Τοιαῦτα εἶναι, κύριοι Βουλευταί, τὰ ἀποτελέσματα τῆς ἐφαρμογῆς τῶν δογμάτων, ἅτινα καὶ ἤδη περιελήφθησαν εἰς τὸν Βασιλικὸν Λόγον. Καὶ φρονῶ, ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἀποβῶσιν ἄλλως τὰ πράγματα, διότι τὰ πολιτικὰ κόμματα δὲν βασίζονται δυστυχῶς παρ’ ἡμῖν ἐπὶ ἀρχῶν καὶ ἰδεῶν, ἀλλὰ σχηματίζονται καὶ προάγονται μόνον διὰ τοῦ συνδυασμοῦ καὶ τῆς ἱκανοποιήσεως ἰδιωτικῶν συμφερόντων καὶ προσωπικῶν φιλοδοξιῶν. Αἱ κατὰ πᾶσαν Κυβερνητικὴν μεταβολὴν ἐπερχόμεναι ἀθρόαι μεταβολαὶ καὶ ἀναστατώσεις τῆς ὑπηρεσίας ἀριδήλως ἀποδεικνύουσιν, ὅτι ὁ κύριος λόγος καὶ ὁ κύριος σκοπὸς τῶν κυβερνητικῶν μεταβολῶν εἶναι οὐχὶ ἡ βελτίωσις τῶν κοινῶν, ἀλλ’ ἡ ἱκανοποίησις κομματικῶν συμφερόντων. Καὶ ὅμως εἰς τὰ οὕτω μορφούμενα καὶ οὕτω λειτουργοῦντα κόμματα ἀξιοῦσιν οἱ πρεσβεύοντες τὰ περὶ ὧν πρόκειται δόγματα νὰ ἀναθέτωμεν διαρκῶς τὴν Κυβέρνησιν τοῦ τόπου, περιάγοντες εἰς ἀδράνειαν τὰ δικαιώματα τοῦ Ἡγεμόνος καὶ καθιστῶντες αὐτὸν ἀνδρείκελον ἄνευ δυνάμεως καὶ ζωῆς! Ἐγώ, κύριοι Βουλευταί, σέβομαι τὰς ἰδέας καὶ τὰς γνώμας πάντων, καὶ οὐδόλως ἀμφιβάλλω, ὅτι ἀπὸ χρηστοῦ συνειδότος καὶ ἀπὸ ἀγαθῆς προαιρέσεως προέρχονται αὗται. Ἀλλὰ θὰ μοὶ ἐπιτραπῇ βεβαίως νὰ ἔχω διάφορον γνώμην, καὶ ἡ γνώμη μου εἶναι, ὅτι, ὡς ἔχουσι παρ’ ἡμῖν τὰ πράγματα, μόνον διὰ τῆς συνετῆς καὶ περιεσκεμμένης χρήσεως τῶν βασιλικῶν δικαιωμάτων δύναται νὰ ἐπέλθῃ βελτίωσις εἰς τὸν δυστυχῆ τοῦτον τόπον. Καὶ διὰ τοῦτο φρονῶ, ὅτι, ἐπιζητοῦντες νὰ περιορίσωμεν τὴν χρῆσιν τῶν βασιλικῶν δικαιωμάτων, οὐ μόνον προσκρούομεν εἰς ῥητὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος, ἀλλὰ καὶ πᾶσαν ἐλπίδα βελτιώσεως τῶν κοινῶν πραγμάτων ματαιοῦμεν.
§85Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Λυποῦμαι, Κύριοι, διότι ἀντιφωνῶ ἐξ ὁλοκλήρου πρὸς τὰς ἰδέας τοῦ ἀξιοτίμου καὶ σοφοῦ συναδέλφου, τοῦ ἄρτι καταλιπόντος τὸ βῆμα. Ἀντιφωνῶ, διότι, ἂν ἤθελον κρατήσει αἱ ἰδέαι, τὰς ὁποίας ἀνέπτυξε πρὸ μικροῦ περὶ τῆς λειτουργίας τοῦ πολιτεύματος παρ’ ἡμῖν, φοβοῦμαι ὅτι τὸ πολίτευμα ἡμῶν συνεχῶς θὰ ἐξετροχιάζετο, καὶ ἠθέλομεν βλέπει ἀνερχομένους εἰς τὴν ἀρχὴν τοὺς πολιτικοὺς ἐκείνους, οὓς ἀποκρούει ἡ ἐθνικὴ συνείδησις καὶ οὓς κατ’ ἐπανάληψιν ἀποδοκιμάζει πανηγυρικῶς ὁ λαὸς, ὁσάκις καλεῖται νὰ ἐκφέρῃ γνώμην περὶ αὐτῶν. Ἂν αἱ γνῶμαι τοῦ κ. συναδέλφου ἐκράτουν, ἡ λαϊκὴ θέλησις οὐδεμίαν ἤθελεν ἔχει σημασίαν, καὶ ὁ δημοκρατικὸς χαρακτὴρ τοῦ πολιτεύματος ἡμῶν ἤθελε βαθμηδὸν μετατραπῆ εἰς ἀπολυταρχίαν, καθ’ ἣν τὰς Κυβερνήσεις ἤθελεν ἐκλέγει ἡ θέλησις μόνον τοῦ Βασιλέως. Ἀντιτίθεμαι πάσῃ δυνάμει εἰς τὴν γνώμην τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐκ Μαντινείας, διότι θεωρῶ, ὅτι πᾶσα ἀρχή, μηδ’ αὐτῆς ἀκόμη τῆς ἀνωτάτης ἐξαιρουμένης, δὲν δύναται νὰ ἔχῃ ἑτέραν πηγήν, τῆς πηγῆς τῆς λαϊκῆς κυριαρχίας. Τοιοῦτος δὲ εἶναι ὁ χαρακτὴρ τῶν κοινοβουλευτικῶν πολιτευμάτων, ὡς διεμόρφωσεν ἡ ἐξέλιξις αὐτῶν· ἠπόρησα δὲ, ἀκούσας πρὸ μικροῦ ἀναφερόμενα ὀνόματα συγγραφέων, οἷα τοῦ Fischel καὶ Kracher, οἵτινες ἔγραψαν τὴν ἱστορίαν καὶ τὴν κριτικὴν τοῦ Ἀγγλικοῦ Συντάγματος, ἀναφερόντων ὅτι ἐν Ἀγγλίᾳ ἀναγνωρίζεται ἀπόλυτον τὸ δικαίωμα εἰς τὸν Ἡγεμόνα τοῦ διορίζειν καὶ παύειν τοὺς Ὑπουργούς. Ἠπόρησα ἀληθῶς, διότι οἱ συγγραφεῖς οὗτοι εἰς τὰ ἀληθῶς ἔξοχα καὶ σοφὰ αὐτῶν συγγράμματα, ἀντιθέτως πρὸς ὅσα ἐλέχθησαν, εἰκονίζουσι τὸν Βασιλέα ὡς φάσμα καὶ σκιὰν, μηδεμίαν ἔχουσαν ἰσχὺν, πεπρωμένως δὲ μὴ δυναμένην νὰ καταστῇ κακοῦ πρόξενος.
§86Κ. ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν διατάσσετε νὰ ἔλθῃ ὁ πρῶτος τόμος τοῦ Σαριπόλου, ὅπου ἀναφέρεται καὶ ὁ Fischel, διὰ νὰ τελειώσῃ αὐτὴ ἡ συζήτησις;
§87ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ζητήσατέ τον ἀπὸ τὴν Βιβλιοθήκην.
§88Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ἐπεθύμουν νὰ ἔχω αὐτὸ τὸ κείμενον τοῦ περὶ Ἀγγλικοῦ Συντάγματος βιβλίου τοῦ Fischel καὶ οὐχὶ τὰς παραπομπὰς τοῦ Σαριπόλου, δὲν εἶναι δὲ δύσκολον νὰ ζητηθῇ τὸ ἴδιον βιβλίον, διότι, ἂν οὕτως ἑρμηνεύῃ τὰς γνώμας τοῦ Γερμανοῦ δημοσιολόγου ὁ Σαρίπολος, βεβαίως παρερμηνεύει αὐτάς. Ἐν αὐτῷ ἀκριβῶς τῷ συγγράμματι, ὅπως εἰκονισθῇ ἡ ἀδυναμία τῆς βασιλικῆς ἐξουσίας, ἀναφέρεται, ὅτι, ὅταν ἓν ἐκ τῶν δύο κομμάτων ἀνέρχηται εἰς τὴν ἐξουσίαν, ἐπεμβαίνει καὶ εἰς αὐτὴν τὴν ἰδιαιτέραν ὑπηρεσίαν τῶν Ἀνακτόρων, συνέβη δὲ, ὅτε ὁ σὶρ Ροβέρτος Πὴλ διεδέχθη τὸν Melbourne, νὰ ἀξιώσῃ παρὰ τῆς Βασιλίσσης Βικτωρίας, οὐ μόνον ν’ ἀντικαταστήσῃ τὰς Κυρίας ἐπὶ τῶν τιμῶν, ἀλλὰ καὶ αὐτὰς τὰς θαλαμηπόλους της καὶ αὐτοὺς τοὺς κομμωτάς της· ἡ δὲ Βασίλισσα ὑπέκυψεν εἰς τὴν ἀξίωσιν ταύτην τοῦ Ὑπουργοῦ της. Τοιαύτην εὐλάβειαν δεικνύουσιν ἐν Ἀγγλίᾳ οἱ Βασιλεῖς εἰς τὰς ἀξιώσεις ἐκείνων, οὓς ὑποδεικνύει ὡς κυβερνήτας ἡ λαϊκὴ θέλησις!...
§89Λ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἐδῶ θέλουν ἀπολυταρχίαν!
§90Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Δὲν γνωρίζουν τί ζητοῦν ἐδῶ· ἀλλ’ ὅ,τι καὶ ἂν ζητῶσιν, ἂς τὸ εἴπωσι καθαρά... Ὁ κ. ἐκ Μαντινείας συνάδελφος ἐκήρυσσε πρὸ μικροῦ, ὅτι ὁ Βασιλεὺς ἔχει ἀπόλυτον τὸ δικαίωμα τοῦ διορίζειν καὶ παύειν τοὺς Ὑπουργούς. Ἀλλὰ τίς ἠρνήθη τὸ δικαίωμα τοῦτο; Ὁ Βασιλεὺς, κατὰ τὸ γράμμα τοῦ ἡμετέρου Συντάγματος, ἔχει τὸ δικαίωμα τοῦτο, ἀλλ’ ἐν τῇ ἐφαρμογῇ αὐτοῦ τὸ δικαίωμα τοῦτο περιορίζεται, διότι, ἐν ᾗ περιπτώσει τοὺς ἐκλεκτοὺς τούτους τοῦ Βασιλέως ἡ Βουλὴ ἀποδοκιμάζει, τί γίνεται ἡ προνομία αὐτὴ τοῦ Στέμματος; Ἔχει βεβαίως ἓν ὅπλον εἰς τὰς χεῖράς του ὁ Βασιλεὺς, τὴν διάλυσιν αὐτῆς· ἀλλ’ ἂν συμβῇ καὶ ἡ νέα Βουλὴ ν’ ἀποδοκιμάσῃ ἐκ νέου τοὺς Ὑπουργοὺς τοῦ Βασιλέως, τί συμβήσεται τότε; Θὰ ἐπέλθῃ ἢ δὲν θὰ ἐπέλθῃ χάος; θὰ ἐπέλθῃ ἢ δὲν θὰ ἐπέλθῃ πλήρης ἀναρχία; Ὥστε ἡ ἐνάσκησις αὕτη τοῦ δικαιώματος τοῦ Στέμματος δέον νὰ γίνεται ἀσπαστὴ παρὰ τῆς ἐθνικῆς ἀντιπροσωπείας, ἵνα μὴ ἐπέλθῃ σύγκρουσις μεταξὺ τῶν δύο μεγάλων τοῦ ἔθνους ἐξουσιῶν καὶ προκύψωσιν ἐκ τούτου ὀδυνηραὶ συνέπειαι. Ὅτι δύναται νὰ λαμβάνῃ ὁ Βασιλεὺς Ὑπουργοὺς ἐκ τῆς μειονοψηφίας, οὐδεὶς εἰς τοῦτο ἀντιλέγει. Διότι ὁ Βασιλεὺς δύναται νὰ συμφωνῇ πρὸς τὰς ἰδέας τῆς μειονοψηφίας ἐπὶ ὡρισμένων τινῶν ζητημάτων· ἀλλὰ τότε δέον νὰ προβαίνῃ εἰς τὴν διάλυσιν τῆς Βουλῆς, ὅπως ἐρωτᾶται ὁ λαὸς, ἂν συναινεῖ νὰ κυβερνᾶται ἀπὸ τοὺς Ὑπουργοὺς, οὓς ἐκάλεσεν ὁ Βασιλεὺς εἰς τὴν ἀρχήν. Δὲν δύναται νὰ ἦναι αὐθαίρετος καὶ ἀπόλυτος ἡ γνώμη καὶ ἡ πρᾶξις αὕτη τοῦ Ἡγεμόνος. Αὕτη δέον νὰ ἦναι τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ἐξηκριβωμένης θελήσεως τοῦ ἔθνους, διότι αἱ κυβερνητικαὶ μεταβολαὶ δέον νὰ ἐπέρχωνται, ὅτε καταφανῶς ἡ κοινὴ γνώμη δὲν ἀποδέχεται τὴν πολιτείαν τῶν Κυβερνήσεων. Αὕτη δέον νὰ ᾖ ἡ δρᾶσις τοῦ Ἡγεμόνος, ὥστε νὰ μὴ ἔρχηται εἰς ἀντίθεσιν πρὸς τὸ λαϊκὸν φρόνημα, καὶ νὰ μὴ παρορᾶται ἡ λαϊκὴ κυριαρχία...
§91Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Καὶ νὰ ἔρχωνται οἱ Βουλευταὶ εἰς τὴν Βουλήν, ἵνα ἐκδηλῶσι τὴν γνώμην των.
§92Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Αὐτὸ εἶναι ἄλλο ζήτημα, τὸ ὁποῖον, ἂν θέλητε, συζητοῦμεν... Ἐν πάσῃ περιπτώσει ὁ Βασιλεὺς δὲν ἁρμόζει καὶ δὲν συμφέρει νὰ ὑποβάλλῃ ἰδίας γνώμας, ἰδίαν πολιτικὴν εἰς τὴν κρίσιν τοῦ λαοῦ διὰ Κυβερνήσεων, ἃς πρὸς τοῦτο ἐκλέγει, διότι τοῦτο δύναται νὰ ἔχῃ ὀλεθρίας ἀληθῶς συνεπείας. Εἴδομεν τί συνέβη κατὰ τὸ 1897. Ἐκλήθη κατὰ τὸ ἔτος ἐκεῖνο ἐπὶ τὴν ἀρχὴν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Καλαβρύτων Βουλευτὴς, ὅστις δι’ ἐπιστολῆς πρὸς τὸν Βασιλέα ἀνέπτυξεν ἀρχὰς καὶ γνώμας, περὶ διοικήσεως τῆς χώρας, αἵτινες, ὡς ἐγράφη τότε, ἦσαν αἱ ἰδέαι καὶ αἱ γνῶμαι, ἃς ἤντλησεν ὁ Ἡγεμὼν ἐκ τῆς ἀνὰ τὴν Πελοπόννησον περιοδείας του. Αἱ γνῶμαι αὗται διετυπώθησαν ὡς πρόγραμμα τῆς Αὐλικῆς Κυβερνήσεως, ὅπερ διεσπάρη καθ’ ὅλην τὴν Ἑλλάδα. Ἀλλὰ τί συνέβη κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην; Ἐγένοντο ἐκλογαί, καὶ τὸ πρόγραμμα ἐκεῖνο οἰκτρὰν ἔσχε τύχην, οἰκτρῶς ἀποδοκιμασθέν, καὶ οὕτως εἰς τὸ πρόσωπον τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Καλαβρύτων ἀπεδοκιμάζοντο αἱ γνῶμαι καὶ αἱ ἰδέαι, αἱ διατυπωθεῖσαι ὡς πρόγραμμα Βασιλικόν. Ἰδοὺ εἰς ποῖα κακὰ ὁδηγοῦσιν αἱ συνταγματικαὶ ἐκτροχιάσεις!
§93ΑΛΕΞ. Θ. ΖΑΙΜΗΣ. Ποῖος ἐχαρακτήρισε τὰς ἰδέας τὰς ἰδικάς μου ὡς πρόγραμμα Βασιλικόν; Ἐν τῷ προγράμματι τῷ ἐμῷ, τὸ ὁποῖον ἐδημοσιεύθη ἐν τῇ «Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως», λέγεται ῥητῶς, ὅτι αἱ γνῶμαι αὗται εἶναι ἐμαί, καὶ ἐδημοσιεύθη ὑπ’ εὐθύνην ἐμοῦ. Οὐδέποτε ἀνέμιξα τὸν Βασιλέα, καὶ οὐδέποτε ἐζήτησα νὰ κρυφθῶ ὄπισθεν τοῦ Βασιλέως.
§94Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ἀλλ’ ἐνθυμοῦμαι, ὅτι, ὅτε περιώδευεν ἡ Α. Μεγαλειότης εἰς τὰς ἐπαρχίας τῆς Πελοποννήσου μετὰ τὴν γενομένην κατὰ τῆς ζωῆς του ἀπόπειραν, ἠκολουθεῖτο ἀπὸ πολλοὺς δημοσιογράφους, καὶ καθ’ ἑκάστην ἡμέραν ἀνεγινώσκομεν περιέργους ἀληθῶς ἀρχὰς καὶ περιέργους συνταγματικὰς ἰδέας, τὰς ὁποίας ἐφαίνετο διακηρύσσων ὁ Βασιλεὺς κατὰ τὴν περιοδείαν του, συνέπεσε δὲ νὰ ἦσαν αἱ ἀρχαὶ καὶ αἱ ἰδέαι, τὰς ὁποίας ὑμεῖς ὡς πρόγραμμα ἰδικόν σας διετυπώσατε ἐνώπιον τῶν ἐκλογικῶν συλλόγων. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Καλαβρύτων δὲν παρηκολούθει, φαίνεται, τί ἐγίνετο τότε, καὶ δὲν ἐνθυμεῖται τί συνέβαινε κατὰ τὴν ἐποχὴν τῆς περιοδείας ἐκείνης καὶ πῶς συνεδυάσθη τὸ πρόγραμμα ἐκεῖνο μὲ τὴν περιοδείαν τῆς Αὐτοῦ Μεγαλειότητος.
§95ΑΛΕΞ. Θ. ΖΑΙΜΗΣ. Εἶναι ἐντελῶς ἄσχετον.
§96Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Διὰ τοῦτο, Κύριοι, δὲν παρεξενεύθην παντάπασιν, ὅτε ἤκουσα τοιαύτας ἰδέας ἀναπτυσσομένας εἴτε παρὰ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Μαντινείας εἴτε παρὰ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Εὐρυτανίας, τοῦ ὁποίου ὅμως αἱ ἰδέαι εὑρίσκονται ἐνίοτε εἰς σύγκρουσιν πρὸς ἀλλήλας καὶ εὑρίσκοντο ἄλλοτε ἐν ἀντιθέσει πρὸς τὴν πολιτείαν αὐτοῦ· ἀλλὰ μοὶ ἐφάνη ἀληθῶς περίεργον, ὅτε ἤκουσα τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Ζακύνθου ἐλθόντα ἐνταῦθα καὶ τοιαῦτα δογματίζοντα· διότι ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Ζακύνθου ἀνήκει εἰς κόμμα, τὸ ὁποῖον ἐλπίζω, ὅτι δὲν θ’ ἀναζητήσῃ ἄλλην ὁδόν, ὅπως ἀνέλθῃ εἰς τὴν ἐξουσίαν, ἢ τὴν εὐρεῖαν λεωφόρον τῆς Βουλῆς. Μόνον ἐκεῖνοι, οἵτινες δὲν δύνανται τὰς ἰδέας καὶ τὰς γνώμας αὐτῶν νὰ καταστήσωσιν ἀσπαστὰς παρὰ τῷ λαῷ, δύνανται νὰ ἔχωσι τὰς γνώμας καὶ τὰς ἰδέας, τὰς ὁποίας ἀνέπτυξεν ἐντεῦθεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μαντινείας. Ἀλλ’ ἐκεῖνοι, οἵτινες ἀπευθύνονται εἰς τὸν λαόν, οἱ ὁποῖοι ἀντλοῦσι τὴν δύναμιν αὐτῶν ἀπὸ τοῦ λαοῦ, ἐκεῖνοι οὐδέποτε τοιαύτας ἑρμηνείας δύνανται νὰ δώσωσιν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου περὶ τοῦ κρατοῦντος πολιτεύματος. Ἀλλ’ ἔλεγον, ὅτι ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Εὐρυτανίας εὑρίσκεται εἰς ἀντίθεσιν πρὸς τὰς γνώμας, τὰς ὁποίας εἴς τινας περιόδους τῆς ἀγορεύσεώς του ἐξέφραζε χθές, διότι, ἐρευνῶν τὰς αἰτίας, αἱ ὁποῖαι ἐπέφερον τὴν κατάπτωσιν τοῦ ἐθνικοῦ φρονήματος, ἐρευνῶν τὰς ἀφορμάς, αἵτινες προεκάλεσαν τὴν κακοδαιμονίαν τοῦ λαοῦ, ἔλεγεν, ἀντιθέτως πρὸς ὅσα ὑπεστήριξεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μαντινείας, ὅτι τοῦτο προῆλθεν ἐκ τῆς ἐξασθενήσεως τῶν πολιτικῶν κομμάτων, καὶ ἐνῷ ἐν τῇ δυνάμει τῶν κομμάτων ἐζήτει τὴν ἀνύψωσιν τοῦ ἐθνικοῦ γοήτρου, ἐν τῇ ἐνισχύσει τῶν κομμάτων ἐζήτει τὴν λαϊκὴν εὐδαιμονίαν, παρακάθηται εἰς κόμμα, τὸ ὁποῖον μίαν ἔχει ἐνταῦθα ἀποστολὴν καὶ ἕνα ἔχῃ σκοπόν, πῶς νὰ ἐξασθενίσῃ καὶ τὸ ἓν καὶ τὸ ἕτερον κόμμα, πῶς νὰ ἐνσφηνωθῇ μεταξὺ αὐτῶν καὶ νὰ παραλύῃ πᾶσαν ἐργασίαν καὶ τοῦ ἑνὸς καὶ τοῦ ἑτέρου κόμματος. (Ἐπιδοκιμασίαι ἐκ τῆς δεξιᾶς).
§97Δ. ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Σᾶς παρακαλῶ, κύριε συνάδελφε. Ἐγὼ δὲν ἠδυνήθην νὰ ἐννοήσω, καὶ παρακαλῶ νὰ ἐξηγηθῆτε, ποῦ εὑρίσκετε τὴν τάσιν αὐτὴν τῆς ἐξασθενίσεως τῶν κομμάτων ἐν τῇ ὑπάρξει πλειόνων κομμάτων.
§98Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅταν ἐπιζητῆται ὁ σχηματισμὸς πολλῶν κομμάτων, ζητεῖταί τι τὸ καταστρεπτικὸν ἐναντίον τοῦ πολιτεύματος καὶ τοῦ Κράτους.
§99Δ. ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ νομίζετε ὅτι σεῖς θὰ κανονίσητε πόσα κόμματα θὰ ὑπάρχωσιν ἐν τῇ Βουλῇ;
§100Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κανονίζει τὸ ἔθνος διὰ τῶν νομίμων αὐτοῦ ἀντιπροσώπων.
§101ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σᾶς παρακαλῶ. Τώρα ἔχομεν τριλογίαν! (ἱλαρότης). Ὄχι τριλογίαν, παρακαλῶ.
§102Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Τοιαύτας ἔχων ἰδέας περὶ τῆς λειτουργίας τοῦ πολιτεύματος, Κύριοι, ἠπόρησα ἀληθῶς, ὅτε ἤκουσα τοῦ ἀξιοτίμου φίλου μου, τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Λεβαδείας, λέγοντος ὅτι ἡ περίοδος αὕτη τοῦ Βασιλικοῦ Λόγου εἶναι νεφελώδης, μεταφυσικὴ καὶ — δὲν ἐνθυμοῦμαι — ὁμιχλώδης καὶ ἀσαφὴς, νομίζω. Ἀλλ’ εἶναι γνωστὸν, ὅτι τὸν συντάκτην τοῦ Βασιλικοῦ Λόγου διακρίνει ἡ διαύγεια τοῦ ὕφους καὶ ἡ ἀναλυτικὴ σαφήνεια, διότι οὐδὲ τὰς νεφελώδεις καὶ ἀσαφεῖς ἀρχὰς τῶν νεωτέρων συμβολιστῶν ἠσπάσθη ποτὲ, οὐδὲ ἐν τῷ παρελθόντι, ὅτε ἐκράτει ὁ συρμὸς, ἠκολούθησε ποτὲ τὰ δόγματα τῶν μεταφυσικῶν θεωριῶν τῆς Γερμανικῆς φιλοσοφίας τοῦ παρελθόντος αἰῶνος. Ἡ περίοδος αὕτη τοῦ Βασιλικοῦ Λόγου, ἡ ἀναφερομένη εἰς τὴν λειτουργίαν τοῦ Συντάγματος, εἶναι σαφὴς καὶ κατηγορηματική, εἰλικρινὴς καὶ διαυγὴς δήλωσις, δι’ ἧς ζητεῖται ἡ «ἐξομάλυνσις τῶν ἀναφυεισῶν δυσχερειῶν» ἐν τῇ εἰλικρινεῖ λειτουργίᾳ τοῦ πολιτεύματος. Καὶ δὲν πιστεύω νὰ ὑπάρχουν πολλοὶ σήμερον, εἴτε ἐν τῇ πτέρυγι ταύτῃ, εἴτε ἐν τῇ πτέρυγι ἐκείνῃ, — καὶ λέγων πτέρυγα ταύτην, ἐννοῶ τὸ κόμμα, τοῦ ὁποίου ἡγεῖται ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κερκύρας, — οἵτινες θεωροῦσιν, ὅτι εἰλικρινῶς ἐλειτούργει κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος τὸ πολίτευμα, διότι εἴδομεν δυστυχῶς ἀνερχομένους εἰς τὴν ἀρχὴν ἄνδρας μὴ ἀπολαύοντας τῆς ἐμπιστοσύνης τοῦ λαοῦ, εἴδομεν εἰσδύοντα εἰς τὸν πολιτικὸν βίον τοῦ ἔθνους στοιχεῖα ξένα πρὸς τὰ αἰσθήματα τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ· εἴδομεν στοιχεῖα, τὰ ὁποῖα ἀποκρούει ἡ Ἑλληνικὴ συνείδησις, μεταμορφούμενα εἰς Κυβέρνησιν, ἥτις παρέμεινεν ἐπὶ ἓν ὁλόκληρον ἔτος, ὅπως διαπράξῃ πᾶσαν παρανομίαν κατὰ τὰς ἐκλογὰς καὶ ὅπως καταστήσῃ ἀνίσχυρον καὶ τὴν μίαν καὶ τὴν ἑτέραν πολιτικὴν μερίδα, ἵνα δυσκόλως κινηθῇ καὶ λειτουργήσῃ ἡ συνταγματικὴ μηχανή...
§103Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Τὰ διώρθωσε τώρα ἐσχάτως ἡ Αἴγινα!
§104Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Δὲν γνωρίζω τί ἐγένετο εἰς τὴν Αἴγιναν. Ὅταν θὰ ἔλθωσι τὰ πρακτικὰ τῆς ἐκλογῆς ἐκείνης, θέλομεν ἴδει, τί διεπράχθη ἐν Αἰγίνῃ. Ἀλλ’ ἐγὼ ἔχω πρόσφατον, τί διεπράχθη ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ μου παρὰ τῆς Κυβερνήσεως τοῦ κ. Ζαΐμη, καὶ οὐχὶ ἅπαξ ἀνέφερα γεγονότα, ἀχρειεστάτας καταχρήσεις, βδελυρωτάτας παρανομίας, τῶν ὀργάνων αὐτῶν τῆς ἐξουσίας, ἀπὸ τῶν ὁποίων ἀναμένουσιν οἱ πολῖται προστασίαν.
§105ΜΙΧ. ΣΤΕΛΛΑΚΗΣ. Δὲν εὑρίσκετε ἄλλας λέξεις;
§106Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ἐὰν εὕρισκον βαρυτέρας, ἤθελον μεταχειρισθῆ αὐτὰς, ὅπως χαρακτηρίσω τὰς ἀχρειότητας τὰς διαπραχθείσας ἐν τῇ ἐμῇ ἐπαρχίᾳ ὑπὸ τοῦ ἀστυνόμου ἐκείνου. Καὶ ἐνῷ ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη ἐγνώριζεν ὁποῖα ὄργια ἐμελέτα ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ μου νὰ διαπράξῃ ὁ ἀστυνόμος...
§107ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Συζητεῖται ἡ ἐκλογὴ Παξῶν;
§108Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. .. ἐνῷ ἐγνώριζε τοῦτο ὁ Ὑπουργὸς, δὲν μετέθεσε τὸ ὄργανον ἐκεῖνο, καὶ δὲν τὸ μετέθεσε, διότι ἄλλοθεν ἐπηρεάζετο πρὸς τοῦτο, κατὰ τὴν ἰδίαν αὐτοῦ ὁμολογίαν. Λίαν καταλλήλως λοιπὸν ἐτέθη ἡ φράσις αὕτη ἐν τῷ Βασιλικῷ Λόγῳ· διότι, ἂν πρόκηται νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ κατάστασις αὕτη, ἂν πρόκηται νὰ ἐξακολουθήσουν ἀπόλυτα τὰ δικαιώματα τοῦ Στέμματος, ὥστε ἐκ τῶν μειονοψηφιῶν νὰ ἀνέρχωνται ἀκωλύτως εἰς τὴν ἐξουσίαν, καὶ νὰ παρατείνηται τεχνητῶς ἐπὶ τοσοῦτον ὁ βίος αὐτῶν, νὰ μὴ προβαίνῃ δὲ ὁ Βασιλεὺς εἰς τὴν ἄμεσον διάλυσιν τῆς Βουλῆς, θὰ ἴδωμεν διακωμῳδούμενον συχνότατα τὸ πολίτευμα ἡμῶν ὑπὸ τῆς φυλῆς τῶν μικροφιλοδόξων καὶ τῶν δολοπλόκων. Δὲν γνωρίζω, τίς ἔλεγε χθὲς—νομίζω ὁ κ. Χατζόπουλος — ὅτι οὐδέποτε εἶδεν ἐπιβουλὴν κατὰ τῶν θεσμῶν τῆς χώρας. Τοῦτο εἶναι ἴσως ἀληθὲς, διότι θὰ ἐνόουν, ἐὰν ἤρχοντο μετὰ παρρησίας ἐνώπιον τοῦ ἔθνους καὶ ἔλεγον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ ἐκ Μαντινείας ἀξιότιμος Βουλευτὴς, ὅτι ὑπὸ τὸ νῦν πολιτικὸν σύστημα, ὑπὸ τὸ νῦν Σύνταγμα, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εὐδαιμονήσῃ τὸ ἔθνος...
§109Κ. ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶπον τοιοῦτόν τι. Διαμαρτύρομαι.
§110Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Εἴπετε, ὅτι ἡ λειτουργία τοῦ πολιτεύματος, ὡς γίνεται παρ’ ἡμῖν, φέρει τὴν κακοδαιμονίαν καὶ τὴν παράλυσιν καὶ τὴν ἐξάρθρωσιν τῆς Πολιτείας.
§111Κ. ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅπως ἐφαρμόζεται...
§112Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Μάλιστα... Θὰ ἐνόουν, ἔλεγον, ἂν ὑπῆρχεν ἡ φιλοδοξία ἐκείνη, ἥτις θὰ ὤθει νὰ ἀναλάβῃ οἷος δήποτε μεγαλόνους ἀνὴρ τὴν ἀπόλυτον ἀρχὴν, καὶ ἀπολυταρχικῶς κυβερνῶν νὰ ὁδηγήσῃ τὸ ἔθνος εἰς τὴν ἐθνικὴν αὑτοῦ ἀποκατάστασιν καὶ εἰς τὴν εὐημερίαν αὐτοῦ. Ἀλλὰ στρέφων δεξιᾷ καὶ ἀριστερᾷ, δὲν βλέπω τὰς φυσιογνωμίας ταύτας, οὐδὲ τὰς τάσεις ταύτας. Δὲν βλέπω ἐπιβουλὴν κατὰ τῶν θεσμῶν, βλέπω ὅμως τάσιν πρὸς κατάρριψιν αὐτῶν διὰ τῆς διακωμῳδήσεως καὶ τῆς γελωτοποιήσεως αὐτῶν. Καὶ ἐκ τοιούτου κινδύνου καλεῖται ἡ Βουλὴ νὰ σώσῃ τοὺς θεσμοὺς τῆς χώρας. Ἔλεγε πρὸ μικροῦ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μαντινείας, ὅτι τὴν κακοδαιμονίαν εἰς τὴν χώραν ἔφεραν τὰ δύο μεγάλα κόμματα, εἰς τὴν δύναμιν τῶν ὁποίων εὕρισκεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Εὐρυτανίας, ἀντιθέτως πρὸς τὸν ἄρτι κατελθόντα τὸ βῆμα, ὅτι δι’ αὐτῶν θέλει ἀνυψωθῆ καὶ τὸ ἐθνικὸν γόητρον καὶ ἐπιτευχθῆ ἡ λαϊκὴ εὐδαιμονία.
§113Δ. ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἐνόησε, Κύριοι, τίποτε ὁ κ. συνάδελφος ἐξ ὅσων εἶπον! (γέλως).
§114Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ἂν ἄλλα ἐφρόνει καὶ ἄλλα ἔλεγεν ὁ κ. συνάδελφος, δὲν πταίω οὔτε ἐγὼ, οὔτε ὑμεῖς, οἵτινες οὕτως ἀντελαμβανόμεθα τῶν λόγων του. Ἥρμοζεν ἀληθῶς ἡ συνηγορία τοιούτων ἰδεῶν εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν ἐξ Εὐρυτανίας, διότι ἀνήκει εἰς πολιτικὸν κόμμα τοιαύτας ἐξυπηρετοῦν ἀρχάς. Δὲν ἥρμοζεν ὅμως εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Ζακύνθου, διότι οὗτος ἀνήκει εἰς κόμμα, ὅπερ χθὲς καὶ πρώην εἶχεν ὡς σημαίαν τὴν ἀρχὴν τῆς δεδηλωμένης. Ἀλλ’ ἂν οὕτως ἐνόμιζον οἱ προλαλήσαντες, ὅτι ὤφειλον νὰ ἑρμηνεύωσι τὰς σχετικὰς τοῦ Συντάγματος διατάξεις, εἰς Κυβέρνησιν ὅμως ἀνελθοῦσαν εἰς τὴν ἀρχὴν κατόπιν τοσούτων γεγονότων, ἅτινα ἔθεσαν ἐν ἀμφιβόλῳ τὴν εἰλικρινῆ λειτουργίαν τοῦ πολιτεύματος, ἅτινα ἐξήγειραν τὴν κοινὴν συνείδησιν, ἥρμοζε νὰ θέσῃ εἰς τὰ βασιλικὰ χείλη, ὅτι εἰς τὸ μέλλον κανονικῶς καὶ εὐρύθμως δέον νὰ λειτουργήσῃ τὸ πολίτευμα. Εἶναι ἀληθὲς, ὡς ἔλεγεν ὁ κ. Βουλευτὴς Ζακύνθου, ὅτι ἡ Βουλὴ εἶναι μέγα σχολεῖον, ἀπὸ τοῦ ὁποίου διαπαιδαγωγεῖται ὁ Ἑλληνικὸς λαός. Καὶ ὁ λαὸς δέον νὰ διδάσκηται, ὅπως σέβηται τοὺς νόμους, ὅπως πιστεύῃ εἰς τὴν μονιμότητα αὐτῶν. Ἀλλὰ δέον νὰ διδαχθῇ καὶ κἄτι ἄλλο μετ’ αὐτοῦ, ὅτι οὐδεὶς ἀπειλεῖ τὰ δικαιώματα αὐτοῦ. Δέον νὰ πιστεύσῃ εἰς μίαν ἀλήθειαν, τὴν ὁποίαν νὰ ἐνστερνισθῇ, ὅτι τὸ πολίτευμα δὲν θὰ καθίσταται ἑκάστοτε κωμῳδία, καὶ ὅτι ἐν τῇ εἰλικρινεῖ ἐφαρμογῇ τούτου δέον νὰ ἀναζητήσῃ τὴν πρόοδον αὐτοῦ καὶ τὴν ἐθνικὴν αὐτοῦ ἀποκατάστασιν. (Εὖγε! εὖγε! ἐκ τῆς δεξιᾶς).
§115ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει ἄλλος τις τὸν λόγον ἐπὶ τῆς δευτέρας παραγράφου; Δὲν ὑπάρχει ἀντίρρησις; Οἱ παραδεχόμενοι τὴν δευτέραν παράγραφον, ὡς ἀνεγνώσθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Μετὰ τοῦτο ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὴ ἑκάστη τῶν λοιπῶν παραγράφων τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν Βασιλικὸν Λόγον ἄνευ ἀντιρρήσεως).
§116ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Μπουφίδης ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ συνόλου.
§117Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ἐζήτησα, Κύριοι, τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ συνόλου τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν Βασιλικὸν Λόγον, διότι, μεθ’ ὅσα προχθὲς τὴν ἑσπέραν, προκαλούμενοι νὰ ὁμιλήσωμεν, εἶχον ἀπευθύνει πρὸς τὴν πλειονοψηφίαν τῆς ἐπιτροπῆς καὶ τὸν εἰσηγητὴν αὐτῆς, τὸν συντάξαντα τὸ σχέδιον ἐπὶ τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν Βασιλικὸν Λόγον, ἐθεώρησα ὅτι εἶχον ὑποχρέωσιν νὰ ἀνέλθω ἐπὶ τοῦ βήματος, διὰ νὰ παραστήσω εἰς τὴν Βουλὴν καὶ πάλιν, ὅτι, μεθ’ ὅλην τὴν ἀνάπτυξιν, εἰς ἣν ὁ πρόεδρος τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν Βασιλικὸν Λόγον ἐποιήσατο περὶ τῶν ἐννοιῶν αὐτῆς, δὲν κατώρθωσεν οὐδ’ αὐτός, οὐδ’ ὁ κ. εἰσηγητὴς νὰ διαφωτίσωσι τὰ σκοτεινὰ μέρη, τὰ ὁποῖα περιλαμβάνει ὁ Βασιλικὸς Λόγος. Καὶ εἶναι μὲν ἀληθές, ὅτι ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἐκ Παξῶν, ὅπως παραστήσῃ, ὅτι σαφῶς ὁ Βασιλικὸς Λόγος ἐκφράζεται, ἐπεκαλέσθη τὴν γνωστὴν περὶ τὴν ἔκφρασιν τῶν ἰδεῶν σαφήνειαν τοῦ συντάκτου τοῦ Βασιλικοῦ Λόγου. Ἀλλὰ, καὶ ἂν τοῦτο ἦναι ἀκριβές, ἐμοῦ ἰσχυριζομένου ἀκριβῶς τὸ ἀντίθετον, ὅτι τουτέστιν ὁ συντάκτης τοῦ Βασιλικοῦ Λόγου ἐπιμελῶς προσπαθεῖ πάντοτε, οὐ μόνον γράφων, ἀλλὰ καὶ ἀγορεύων, νὰ διατυπώνῃ τὰς ἰδέας του κατὰ τρόπον ἐπιτρέποντα εἰς αὐτὸν, ὅπως ἐν δεδομένῃ στιγμῇ δίδῃ διττὴν ἐξήγησιν περὶ τῶν ἐννοιῶν τῶν λεγομένων ἢ γραφομένων ὑπ’ αὐτοῦ, καὶ ἄν, λέγω, τοῦτο ἦτο ἀκριβὲς, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ παρασχεθῇ φῶς ἐκ τοῦ ἀναμφισβητήτως ὁμιχλώδους Βασιλικοῦ Λόγου, πρὸ πάντων ὅμως ἐκ τοῦ σχεδίου τῆς ἀπαντήσεως εἰς αὐτόν. Διὰ τοῦτο ἠκούσαμεν τὸν ἕνα μετὰ τὸν ἄλλον, τὰ μέλη τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν Βασιλικὸν Λόγον, προσπαθήσαντα νὰ ἑρμηνεύσωσι τὰ σκοτεινὰ μέρη τοῦ Βασιλικοῦ Λόγου, ἀλλὰ νὰ μὴ αἰτιολογήσωσι διατὶ τὰς ἑρμηνείας, τὰς ὁποίας ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἀπήγγειλαν, δὲν περιέλαβον ἐν τῷ σχεδίῳ τῆς ἀπαντήσεως ἐπὶ τοῦ Βασιλικοῦ Λόγου. Δὲν γνωρίζω, τίς εἶναι ὁ εἰσηγητὴς τῆς ἀπαντήσεως· φέρει αὕτη ὑπογραφὴν τοῦ Βουλευτοῦ ἐκ Καλαμπάκας, εὐγλώττου ἀληθῶς συναδέλφου καὶ νοημονεστάτου, ἀλλ’ ἐξ ὅσων ὁ συνάδελφος εἶπεν ἄγομαι νὰ πιστεύσω, ὅτι οὔτε συνέταξεν, ἀλλ’ οὔτε κἄν ἀνέγνωσε τὸ κείμενον τῆς ἀπαντήσεως ἐπὶ τοῦ Βασιλικοῦ Λόγου (ἱλαρότης), διότι εἶναι πρόσφατος ἡ ἀγόρευσις τοῦ Βουλευτοῦ Καλαμπάκας, ὅστις ἑρμηνεύων τὸ πρῶτον μέρος, τὸ ἀσαφὲς, τοῦ Βασιλικοῦ Λόγου, κατὰ τὸ ὁποῖον ὁ Βασιλεὺς προσδοκᾷ, ὅτι θέλει συμπράξει μετ’ αὐτοῦ ἡ Βουλὴ πρὸς ἐξομάλυνσιν ἐπιφανεισῶν δυσχερειῶν, σᾶς εἶπεν, ὅτι, καθ’ ὃν τρόπον αὐτὸς ἐξήγησεν ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς, κατὰ τοιοῦτον τρόπον καὶ ἡ ἀπάντησις ἐννοεῖ τὰς ἀναφανείσας δυσχερείας. Ἀνέγνωσα, Κύριοι, τὴν ἀπάντησιν τῆς πλειονοψηφίας εἰς τὸν Βασιλικὸν Λόγον, καὶ οὐδαμοῦ εὑρίσκω, ὅτι ἀπαντᾷ εἰς τὸ μέρος τοῦτο τοῦ Βασιλικοῦ Λόγου. Ἐν τῇ πρώτῃ παραγράφῳ περιορίζεται νὰ ἐκφράσῃ τὰς εὐχὰς αὐτῆς ἡ Βουλὴ διὰ τὸ χαρμόσυνον γεγονὸς τοῦ γάμου τοῦ τριτοτόκου υἱοῦ τῆς Α. Μ. τοῦ Βασιλέως. Ἐρωτῶ, ἐκ συνέσεως ἆρα καὶ, καθ’ ἃ εἶπεν ὁ κ. Βουλευτὴς Μαντινείας, ἐκ περιεσκεμμένης σιωπῆς ἀπεσιώπησεν ἡ ἐπιτροπὴ ἐπὶ τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν Βασιλικὸν Λόγον τὸ μέρος τοῦτο τοῦ Βασιλικοῦ Λόγου, καὶ δὲν ἠθέλησε νὰ δώσῃ ἀπάντησιν, ἢ ἐξ ἐλλείψεως ἐμπιστοσύνης πρὸς ἐκείνους, οἵτινες συνέταξαν τὸν Βασιλικὸν Λόγον; Ἐγὼ Κύριοι εἶχον καθῆκον νὰ προβῶ εἰς τὴν παρατήρησιν ταύτην, διότι σᾶς ὁμολογῶ, ὅτι πολὺ ἤθελον δυσαρεστηθῆ, ἂν διεγίνωσκον, ὅτι ἐξ ἐλλείψεως ἐμπιστοσύνης παρελείφθη ἡ τοιαύτη πρὸς τὸν Βασιλικὸν Λόγον ἀπάντησις ἐν τῷ σχεδίῳ τῆς πλειονοψηφίας. Καὶ λέγω, τοῦτο μεθ’ ὅλης τῆς εἰλικρινείας, δὲν διστάζω δὲ νὰ δηλώσω, ὅτι, ἂν ἐπρόκειτο νὰ κληθῇ ἡ Βουλὴ, ὅπως δώσῃ ψῆφον ἐμπιστοσύνης πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ἐνῷ εἶναι γνωσταὶ αἱ γνῶμαί μου περὶ τῆς Κυβερνήσεως καὶ τοῦ ἡγέτου αὐτῆς, ἤθελον σπεύσει νὰ δώσω ψῆφον ἐμπιστοσύνης, κατὰ τύπον τοὐλάχιστον, ἂν ὄχι κατ’ οὐσίαν, διότι ἐν τῇ ἐμῇ συνειδήσει, Κύριοι, ὑπάρχει ἐρριζωμένη πεποίθησις, ὅτι ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος εἶναι ὀλιγώτερον ἐπιβλαβὴς εἰς τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα, διαχειριζόμενος τὰ τῆς Κυβερνήσεως ἢ διαχειριζόμενος τὰ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Ἐπιθυμῶ νὰ παρακάθηται εἰς τὴν θέσιν, εἰς ἣν παρακάθηται ἤδη, ἐφ’ ὅσον χρόνον νομίσῃ οὗτος, ὅτι πρέπει νὰ παρακάθηται, διότι οὕτω, κατ’ ἀντίθεσιν πρὸς τὰς γνώμας αὐτοῦ καὶ τὰς γνώμας τῆς πλειονοψηφίας, νομίζω ὅτι περισῴζονται οἱ θεσμοὶ, οἱ ὁποῖοι διατρέχουσιν ἀληθῆ κίνδυνον, ὅταν τὰ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως διαχειρίζηται, ὡς ἡγέτης αὐτῆς, ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος.
§118Λ. ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Δι’ αὐτὸ ἀγορεύετε;
§119Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Τοιαύτη εἶναι ἡ ἐμὴ γνώμη. Καὶ διὰ τοῦτο εἶπον, ὅτι θὰ ἐθεώρουν λυπηρὸν σύμπτωμα, ἂν ἐγίνωσκον, ὅτι ἐκ τῆς σιωπῆς ταύτης τῆς πλειονοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν Βασιλικὸν Λόγον προέκυπτεν ἡ ἔλλειψις ἐμπιστοσύνης πρὸς τὴν Κυβέρνησιν. Ἀλλὰ, Κύριοι, δὲν εἶναι μόνον τοῦτο τὸ σημεῖον, εἰς τὸ ὁποῖον ἡ πλειονοψηφία τῆς ἐπιτροπῆς ἐθεώρησεν, ὅτι δὲν ὤφειλε νὰ ἀπαντήσῃ, ἢ ὅτι ἔπρεπε νὰ σιωπήσῃ.
§120Β. ΓΙΑΝΝΟΥΣΙΟΥ. Ἀπαντᾷ διὰ τῆς δευτέρας παραγράφου, κύριε Βουλευτά.
§121ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀμφιβάλλετε, ὅτι τὸ γνωρίζει ὁ κ. Βουλευτὴς Λεβαδείας; Λοιπὸν ἀφήσατέ τον νὰ ἀναπτύξῃ, κατὰ τὴν σειράν, τὴν ὁποίαν θέλει αὐτὸς, τὰς ἰδέας του.
§122Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Δὲν γνωρίζω, ἂν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς ἔχει τὴν πεποίθησιν, ὅτι γνωρίζω ὅ,τι τὸ σχέδιον τῆς ἀπαντήσεως ἐν τῇ δευτέρᾳ παραγράφῳ ἀπαντᾷ, ἀλλὰ βεβαίως γνωρίζει ὁ κύριος Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, ὅτι ἐπίσης γνωρίζω, ὅτι ἐν πολλοῖς εἴμεθα σύμφωνοι εἰς τὰς γνώμας μετὰ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Βουλῆς, τὰς γνώμας τὰς ὁποίας μέλλω μετ’ ὀλίγον νὰ παραστήσω ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, προκειμένου περὶ τῶν ἀναπτυχθεισῶν συνταγματικῶν καὶ κοινοβουλευτικῶν θεωριῶν, νομίζω δὲ, ὅτι τὰ διαμαχόμενα μέρη ἐξίκοντο ἀμφότερα εἰς ὑπερβολὰς, αἵτινες, ἐὰν κατισχύσωσιν, ἢ οὕτως ἢ ἄλλως, θέλουσι κατισχύσει ἐπὶ προφανεῖ βλάβῃ τῶν ἐθνικῶν συμφερόντων. Διότι, Κύριοι, δὲν ἀποδέχομαι ἀπολύτως τὰς γνώμας, τὰς ὁποίας διηρμήνευσεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Μαντινείας συνάδελφος, ἀλλὰ δὲν ἀποδέχομαι ἀπολύτως ἐπίσης τὰς γνώμας, τὰς ὁποίας διηρμήνευσεν ὁ κ. ἐκ Παξῶν Βουλευτής. Τὸ συνταγματικὸν πολίτευμα τοῦτο ἔχει πρὸ πάντων τὸ ἰδιάζον, ὅτι στηρίζεται εἰς τὴν καλὴν πίστιν τῶν διαφόρων ἐξουσιῶν καὶ αἱ χιμαιρικαὶ ὑποθέσεις, τὰς ὁποίας ἀνέφερεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Παξῶν Βουλευτής, ἀναιροῦσι τὴν βάσιν, ἐπὶ τῆς ὁποίας στηρίζεται τὸ συνταγματικὸν πολίτευμα, ἀναιροῦσι τὴν καλὴν πίστιν, ἥτις πρέπει νὰ διέπῃ τὴν λειτουργίαν ἁπασῶν τῶν διὰ τοῦ Συντάγματος καθιερωθεισῶν ἐξουσιῶν. Ὁ Βασιλεὺς εἶναι ἀναμφισβητήτως ἡ κορυφὴ τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, ὁ Βασιλεὺς συγκεντροῖ εἰς χεῖρας αὐτοῦ ὄχι μόνον τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν, ἀλλὰ μέρος καὶ τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας. Εἰς τὸν Βασιλέα ἀπενεμήθησαν προνομίαι διὰ τοῦ Συντάγματος, καὶ τῶν προνομιῶν τούτων ἀπολύτως δικαιοῦται νὰ ποιῆται χρῆσιν, μὴ ὑποκείμενος αὐτὸς εἰς τὸν ἔλεγχον κανενὸς διὰ τὴν χρῆσιν, ἣν ἐποιήσατο τῶν προνομιῶν αὐτοῦ. Ἀλλ’ ἡ Βουλὴ ἔχει ἐπίσης προνομίας ἐκ τοῦ Συντάγματος. Καὶ ἂν ὑποθέσητε πρὸς στιγμήν, ὅτι ἐξέλιπεν ἡ καλὴ πίστις κατὰ τὴν λειτουργίαν τῶν διαφόρων ἐξουσιῶν, τῶν δημιουργηθεισῶν διὰ τοῦ Συντάγματος, Κύριοι, μὴ ἀγωνίζεσθε· ἐπέρχεται χάος, ἐπέρχεται ἀναρχία, ἐπέρχεται καταστροφή! Ἔχει βεβαίως ἀπόλυτον τὸ δικαίωμα ὁ Βασιλεὺς τοῦ διορίζειν καὶ παύειν τοὺς Ὑπουργούς, ἀλλ’ ἔχει ἐπίσης ἡ ἀντιπροσωπεία τοῦ ἔθνους ἀπόλυτον τὸ δικαίωμα νὰ ἐγκρίνῃ ἢ νὰ μὴ ἐγκρίνῃ τὰ μέτρα, δι’ ὧν ἐπαγγέλλεται ἡ Κυβέρνησις, ὅτι θέλει διοικήσει τὸ Κράτος. Ἀρνουμένη δὲ ἡ Βουλὴ τὴν ἔγκρισιν, αἴρουσα τὴν ἐμπιστοσύνην αὐτῆς ἀπὸ τῆς Κυβερνήσεως, ὑποδεικνύει διὰ τοῦ ἐμμέσου τούτου τρόπου, ὅτι δὲν ἐπιθυμεῖ νὰ διαχειρισθῶσι τὰ κοινὰ ἐκεῖνοι, τοὺς ὁποίους ἐξέλεξε πρὸς τοῦτο τὸ Στέμμα. Ἀλλ’ ὅταν, Κύριοι, λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν, ὅτι κατὰ τὸν κανονισμὸν τῶν δικαιωμάτων τῶν διαφόρων ἐξουσιῶν, κατὰ τὴν χρῆσιν τῶν προνομιῶν ὑπὸ τῶν διαφόρων ἐξουσιῶν, τῶν προνομιῶν τῶν ὑπὸ τοῦ Συντάγματος καθιερωθεισῶν, δὲν προεδρεύει ἡ καλὴ πίστις, τότε ἐπέρχεται σύγκρουσις μεταξὺ τῶν ἐξουσιῶν τούτων, ἐκ δὲ τῆς συγκρούσεως ἀναμφισβητήτως ἐπέρχεται καταστροφή· ὅταν δὲ προεδρεύῃ ἡ καλὴ πίστις, καὶ αἱ θεωρίαι τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Παξῶν καὶ αἱ θεωρίαι τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Μαντινείας Βουλευτοῦ δὲν εἶναι χρήσιμοι, ἵνα κανονισθῇ ἡ λειτουργία τῶν διαφόρων ἐξουσιῶν. Ἀλλ’ ἂν ποιοῦμαι περὶ τούτου λόγον, Κύριοι, τοῦτο πράττω, διότι οἱ συνάδελφοι, οἱ πρὸ ἐμοῦ ἀγορεύσαντες, προέβησαν εἰς τὴν ἀνάπτυξιν τοιούτων θεωριῶν. Δὲν εἶχον σκοπὸν νὰ καταγείνω εἰς τὸ θέμα τοῦτο, οὔτε νομίζω, ὅτι εἶναι συμφέρον εἰς τὴν Πολιτείαν, οὔτε νομίζω, ὅτι ἐξυπηρετεῖ καὶ τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα καὶ τὰ ἰδεώδη τοῦ Ἑλληνισμοῦ ἡ κατ’ ἐπανάληψιν καὶ ἐπιμόνως ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ τῷ Ἑλληνικῷ γινομένη διὰ γλώσσης — ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ ἡ ἔκφρασις — μὴ ἐπαρκῶς εὐλαβοῦς χρῆσις τῶν ὀνομάτων, τὰ ὁποῖα συνδέονται πρὸς τὴν μεγάλην ἰδέαν τῆς κυριαρχίας, ἀλλὰ καὶ τῆς ἑνότητος τοῦ Ἑλληνικοῦ ἔθνους. Ἡ τοιαύτη, λέγω, κατ’ ἐπανάληψιν γιγνομένη χρῆσις βεβαίως δὲν συμβάλλει πρὸς τὴν ἐξυπηρέτησιν τῶν ἐθνικῶν συμφερόντων. Δὲν πρέπει νὰ λησμονῶμεν, Κύριοι, ὅτι ὁ πολιτικὸς ἀνταγωνισμὸς ἔχει τὰ ὅριά του, ὅτι δυνατὸν νὰ ὑπάρχωσι δεδικαιολογημένα παράπονα ἐν ταῖς καρδίαις πολλῶν, νομίζω ὅμως, ὅτι συμφέρον ἔχομεν πάντες, καὶ οἱ τὸ παράπονον αἰσθανόμενοι, μετ’ εὐλαβείας νὰ διατυπῶμεν τοῦτο. Συμφέρον δ’ ἔχομεν, ἀλλὰ καὶ καθῆκον, ἡμεῖς νὰ ὑποδείξωμεν πρὸς τοὺς ἀνευλαβῶς ἐκφραζομένους, ὅτι μετὰ τοῦ ὀνόματος τῆς Ἑλληνικῆς Δυναστείας συνδέονται στενῶς τὰ μέλλοντα συμφέροντα τοῦ Ἑλληνικοῦ ἔθνους, καὶ ὅτι ἡ δρᾶσις αὐτῆς θέλει πάντοτε ἐπωφελῶς λειτουργήσει ἐπὶ τῶν ἰδεωδῶν τοῦ Ἑλληνικοῦ ἔθνους καὶ τοῦ Ἑλληνισμοῦ. Διὰ τοῦτο εἶπον, ὅτι δὲν εἶχον σκοπὸν νὰ προβῶ εἰς τοιαύτας ἀναπτύξεις, ἀλλ’ ἠναγκάσθην νὰ πράξω τοῦτο, διότι ἐπεζήτησα νὰ δηλωθῇ ὑπὸ τῆς πλειονοψηφίας, ποίαν ἔχει γνώμην περὶ τοῦ ἐν τῷ Βασιλικῷ Λόγῳ ἀναφερομένου δόγματος τῆς ὑποδείξεως τῶν Κυβερνήσεων ὑπὸ τῶν ἐκλογέων καὶ τοσούτῳ μᾶλλον εἶχον καθῆκον νὰ ζητήσω τὴν διασάφησιν ὑπὸ τῆς πλειονοψηφίας ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου, ὅσῳ διότι ἐν τῷ σχεδίῳ τῆς ἀπαντήσεως ὑπὸ τῆς πλειονοψηφίας οὔτε λέξις περὶ τούτου ὑπάρχει.
§123Λ. ΜΠΕΛΛΟΣ. Τὰ ἐννοούμενα παραλείπονται.
§124Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Εἶπον προχθές, ὅτι τὸ νέον τοῦτο δόγμα δὲν εἶναι κοινοβουλευτικόν, δὲν εἶναι βεβαίως συνταγματικόν, δὲν εἶναι βεβαίως δημοκρατικόν, εἶναι ὀχλοκρατικόν, ὡς τοιοῦτο δέ, εἶναι καταστρεπτικόν, καὶ μετ’ εὐχαριστήσεως εἶδον, ὅτι οἱ κύριοι συνάδελφοι τῶν μελῶν τῆς πλειονοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς, καίτοι οὐδένα λόγον ποιοῦνται ἐν τῷ σχεδίῳ τῆς ἀπαντήσεως, ἔσπευδον ὁ εἷς μετὰ τὸν ἄλλον νὰ δηλώσωσιν, ὅτι δὲν εἶχε τὴν ἔννοιαν ἐκείνην, ἡ ὁποία προκύπτει ἐκ τῆς γραμματικῆς ἑρμηνείας τῆς φράσεως. Εὐχάριστον καὶ τοῦτο, ἔστω καὶ ἄν, ἐναντίον τῆς γραμματικῆς ἐννοίας τῶν λέξεων, ἀναγνωρίζωσιν, ὅτι τοιαύτην ἔννοιαν δὲν εἶχον σκοπὸν νὰ δώσωσιν εἰς τὴν φράσιν ταύτην. Τὰ συνταγματικὰ πολιτεύματα, ὡς γνωρίζετε κάλλιον ἐμοῦ πάντες, εἶναι πολιτεύματα ἀντιπροσωπευτικὰ, καὶ ὁ λαὸς μετέχει τῆς διοικήσεως τῶν κοινῶν διὰ τοῦ δικαιώματος τῆς ψήφου, ἐκλέγων τοὺς ἀντιπροσώπους αὐτοῦ. Πέραν τούτου οὐδεμίαν δικαιοῦται νὰ ἔχῃ ἀνάμιξιν ὁ λαός.
§125Λ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Τοῦτο λέγει ὁ Βασιλικὸς Λόγος.
§126Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ἡ πέραν τούτου ἀνάμιξις τοῦ λαοῦ βεβαίως πρέπει νὰ προκαλέσῃ σκέψεις, σκέψεις σοβαρὰς παρὰ τοῖς ἐνδιαφερομένοις καὶ διὰ τὸ πολίτευμα καὶ διὰ τὸ Κράτος, τοῦ ὁποίου τὰς τύχας αὐτοὶ διευθύνουσιν, εἴτε ὡς νομοθέται εἴτε ὡς ἐνασκοῦντες τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν. Ἡ πέραν τούτου ἀνάμιξις τοῦ λαοῦ εἶναι ἀναμφισβητήτως ἐπανάστασις κατὰ τοῦ καθεστῶτος, καὶ ἐπανάστασις ὀχλοκρατικὴ τοῦ χειρίστου εἴδους, ἐπανάστασις, ἡ ὁποία δὲν ἔχει κανὲν τὸ ἰδεῶδες, ἀλλ’ ἐξυπηρετεῖ ἴδια ἀτομικὰ συμφέροντα, ἐπὶ βλάβῃ τῶν ἐθνικῶν καὶ τῶν γενικῶν συμφερόντων. Τοιοῦτον δόγμα, τοιαύτην ἀρχὴν ἐνόησε νὰ θέση ὁ συντάκτης τοῦ Βασιλικοῦ Λόγου εἰς τὰ χείλη τοῦ Βασιλέως; Χαίρω, ἐπαναλαμβάνω, διότι ἤκουσα πάντας διαμαρτυρομένους, ὅτι τοιαύτην ἔννοιαν δὲν εἶχεν ἡ φράσις τοῦ Βασιλικοῦ Λόγου αὕτη. Ἡ ἀπάντησις ἡ διδομένη ὑπὸ τῆς μειονοψηφίας εἰς τὴν σχετικὴν τοῦ Βασιλικοῦ Λόγου περίοδον εἶναι σαφής, καὶ δὲν ἐπιδέχεται ἀμφισβήτησιν, ἀπορῶ δὲ, πῶς ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μαντινείας ἐπείσθη, ὅτι τοιαύτη ὑπῆρξεν ἡ ἔννοια τῆς ἀπαντήσεως ἐπὶ τοῦ Βασιλικοῦ Λόγου τῆς μειονοψηφίας, μόνον ὅτε ἤκουσεν ἀναπτύσσοντος τὰ κατ’ αὐτὴν τοῦ κ. ἐκ Ζακύνθου Βουλευτοῦ. Δὲν ὁμιλεῖ περὶ τοῦ παρελθόντος ἡ ἀπάντησις, διότι δὲν ὁμιλεῖ καὶ ὁ Βασιλικὸς Λόγος περὶ τούτου. Ὁ Βασιλικὸς Λόγος καθορίζει τὰς γνώμας τῆς Κυβερνήσεως, ἡ ἀπάντησις καθορίζει τὰς γνώμας ἐκείνων, ἐν ὀνόματι τῶν ὁποίων συντάσσεται ἡ ἀπάντησις. Ἡ γνώμη ἡμῶν ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου εἶναι γνωστή. Ἀλλ’ ἡ γνώμη ἡμῶν, οὖσα ὁποία εἶναι, δὲν ἐννοεῖ οὐδ’ ἐπ’ ἐλάχιστον νὰ ἀναιρέσῃ τὰ δικαιώματα καὶ τὰς προνομίας τοῦ Στέμματος, αἱ ὁποῖαι καθιερώθησαν διὰ τοῦ Συντάγματος. Διότι ἡ γνώμη ἡμῶν εἶναι ἡ τήρησις, ἡ ἀπαρέγκλιτος τήρησις τοῦ Συντάγματος. Καὶ ἀφοῦ, Κύριοι, συντόμως διεξῆλθον τὸ μέρος τοῦτο τοῦ Βασιλικοῦ Λόγου, θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε ἤδη νὰ εἰσέλθω εἰς τὸ κυριώτερον κατ’ ἐμὲ καὶ σπουδαιότερον μέρος αὐτοῦ. Ἐξετάσωμεν ἤδη τὰς ἐπαγγελίας τῆς Κυβερνήσεως, ἵνα ἴδωμεν, ἐὰν ἀφαιροῦντες τὰς συνταγματικὰς θεωρίας, περὶ ὧν ἐκφράζεται ὁ Βασιλικὸς Λόγος, ἔχομέν τι ἐν αὐτῷ σχετικὸν πρὸς τὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως, ναὶ ἢ ὄχι, ἵνα ἴδωμεν, ἂν αἱ ἐπαγγελίαι περὶ διαρρυθμίσεως τῶν οἰκονομικῶν, περὶ βελτιώσεως τῶν τῆς Διοικήσεως καὶ τῆς Δικαιοσύνης στηρίζονται εἰς γνώμας, εἰς πεποιθήσεις, εἰς νομοθετήματα, τῶν ὁποίων γνῶσιν ἔλαβεν ἡ Βουλή, ναὶ ἢ οὔ. Διότι τὸ παρελθὸν δὲν μᾶς παρέχει πρὸς τοῦτο ἔδαφος. Ἐγνωρίσαμεν πάντοτε, ὅτι ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος, ἐπικρίνων διαρκῶς, ἐν τῇ Ἀντιπολιτεύσει διατελῶν, τοὺς τὰ κοινὰ διαχειριζομένους, οὐδέποτε οὐδ’ ἅπαξ διετύπωσεν ἴδιον πρόγραμμα διοικήσεως. Διότι γνωρίζομεν, ὅτι, ὁσάκις ἀνῆλθεν ἐπὶ τὴν ἀρχήν, οὐδέποτε διετύπωσεν οὐδ’ ὑπέδειξε κἄν ἴδιον τρόπον διαχειρίσεως τῶν κοινῶν, περιοριζόμενος πάντοτε εἰς τὸ νὰ ἀναφωνῇ, ὅτι πρέπει νὰ περιορισθῇ ἡ σπάταλος διοίκησις, ὅτι πρέπει νὰ ἐπανορθωθῶσι τὰ οἰκονομικὰ, ὅτι πρέπει νὰ διαρρυθμισθῶσι τὰ τῆς Δικαιοσύνης καὶ τῆς Διοικήσεως, ἀλλ’ οὐδέποτε ὑπέδειξε τὸν τρόπον, καθ’ ὃν θὰ διορθωθῶσι τὰ οἰκονομικὰ, καθ’ ὃν θὰ διαρρυθμισθῶσι τὰ τῆς Διοικήσεως, οὔτε τὸν τρόπον, καθ’ ὃν θὰ διαρρυθμισθῶσι τὰ τῆς Δικαιοσύνης. Καὶ ἡ τοιαύτη περὶ τῆς πολιτείας τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ γνώμη δὲν εἶναι γνώμη μόνον ἐμοῦ. Δὲν ἐποιησάμην ἐγὼ πρῶτος τὴν ἀνακάλυψιν ταύτην περὶ τῆς πολιτικῆς τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Ἀμυδρὰν ἐγὼ, δι’ ὅσων εἶπον, σᾶς ἔδωκα τὴν εἰκόνα τῆς πολιτικῆς αὐτοῦ. Ἀλλὰ θέλω σᾶς δώσει ταύτην ζωηροτέραν, δανειζόμενος αὐτὴν παρ’ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ, καθημένου ἤδη μεταξὺ ὑμῶν, εἰκόνα, ἣν παρέστησεν εἰς τὴν Βουλὴν, εἰς ἐποχὴν, καθ’ ἣν δὲν ἀνῆκεν εἰς τὴν πτέρυγα ταύτην....
§127ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ἐφωτίσθη κατόπιν.
§128Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. .. ἵνα ἴδητε, τίνας ἰδέας ὁ κ. Βουλευτὴς εἶχε περὶ τῆς πολιτικῆς τοῦ κ. ἐκ Γόρτυνος πολιτευτοῦ. Καὶ ἂν πράττω τοῦτο, ἐπικαλούμενος εἰκόνα, ἣν ὁ κ. Βουλευτὴς ἔδωκεν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, τὸ πράττω, διότι τὸν ἤκουσα χθὲς τὴν ἑσπέραν ἀνελθόντα ἐπὶ τοῦ βήματος καὶ ἀναπτύσαντα γνώμας ἐντελῶς ἀλλοίας ἐκείνων, τὰς ὁποίας ὀλίγον χρόνον πρότερον εἶχεν ἀναπτύξει, τὸν ἤκουσα ἔχοντα ἄλλας ἰδέας περὶ τῆς πολιτικῆς τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Καὶ εἶχον τὴν ὑποχρέωσιν, ὅταν βλέπω Βουλευτὴν μεταβάλλοντα γνώμην, καὶ ἀπαγγέλλοντα ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἰδέας, τὰς ὁποίας οὐ μόνον δὲν εἶχεν, ἀλλὰ καὶ τὰς ὁποίας μετὰ ζωηρότητος καὶ ἀποτροπιασμοῦ ἀπέκρουεν ὀλίγον χρόνον πρότερον, εἶχον τὴν ὑποχρέωσιν...
§129Λ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε.
§130Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. .. νὰ δείξω εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν, ὅτι, ὁσάκις ἔρχωνται θέματα σχετιζόμενα μὲ δρᾶσιν αὐτοῦ ἐν τῷ παρελθόντι, τοὐλάχιστον πρέπει ν’ ἀποστέργῃ νὰ ἀνέρχηται ἐπὶ τοῦ βήματος. Ἦτο, Κύριοι, ἡ ἐποχή, καθ’ ἣν ὁ κ. νῦν Πρόεδρος τῆς Βουλῆς ἦτο μέλος τῆς Κυβερνήσεως ὑπὸ τὸν ἀείμνηστον Βουλευτὴν Τριφυλίας Σωτηρόπουλον. Ὅτε ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη ἀνετράπη, καὶ ἐσχηματίσθη ἡ Κυβέρνησις τοῦ πολυκλαύστου Τρικούπη, ὁ κ. ἐκ Γόρτυνος πολιτευτὴς ἐζήτησεν εὐθύνας διὰ τὴν ἐπὶ 6 μῆνας ἄνοδον ἐπὶ τὴν ἀρχὴν τοῦ ἀειμνήστου Σωτηροπούλου καὶ τὴν ὑπὸ τούτου διαχείρισιν τῶν κοινῶν· μετὰ τῆς συνήθους δὲ αὐτῷ δυνάμεως ἐκαυτηρίασε τὴν διοίκησιν ἐκείνην, καὶ ὑπεστήριξεν, ὅτι αὕτη ὑπῆρξεν ἐπιβλαβὴς εἰς τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα καὶ τὰ συμφέροντα τῆς χώρας. Τότε ὡμίλησαν πολλοὶ διαπρεπεῖς Βουλευταί, ἀνήκοντες εἰς τὴν ὑπὸ τὸν νῦν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς πολιτικὴν μερίδα· μεταξὺ δ’ αὐτῶν ὡμίλησε καὶ ὁ φίλος μου κ. Πετιμεζᾶς, ὡμίλησε δὲ, διότι ἠγανάκτησεν ἐκ τῆς σφοδρᾶς ἀποστροφῆς, τὴν ὁποίαν ἐποιήσατο τότε ὁ κ. ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς πρὸς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἐγκατέλιπον τὴν μερίδα αὐτοῦ, καὶ προσεχώρησαν εἰς τὴν ὑπὸ τὸν κ. Ράλλην μερίδα, καὶ ὡμίλησε διὰ μακρῶν, ὑποστηρίζων, ὅτι τὰ πάντα τότε καλῶς ἐγένοντο. Πρέπει δ’ ἐνταῦθα νὰ τῷ καταστήσω γνωστὸν, ὅτι ἐγὼ δὲν ἔχω τὴν ἰδέαν, ὅτι κακῶς ἐγένοντο...
§131Λ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Τὸ πιστεύω.
§132Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. .. Ὑποστηρίζων δὲ, ὅτι τὰ πάντα τότε καλῶς ἐγένοντο, ὑπεστήριξε προσέτι, τί νομίζετε; ὅτι πᾶς ἄλλος ἐδικαιοῦτο νὰ ψέξῃ τὰ μέτρα, ὧν ἐποιήσατο χρῆσιν ἡ Κυβέρνησις πρὸς ἀποτροπὴν τοῦ ἐπαπειλουμένου κινδύνου, ἢ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος. Διότι ἔλεγε τότε ὁ κ. Βουλευτὴς Καλαβρύτων, ὅτι ὁ κύριος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς οὐδεμίαν ἰδέαν εἶχεν εἰς τὴν κεφαλήν του, διότι οὐδὲ διετύπωσέ ποτε πολιτικὴν γνώμην ἐν σχέσει πρὸς τὰ οἰκονομικὰ ζητήματα καὶ τὰ ζητήματα τῆς ἐν γένει διοικήσεως. Ἀλλ’ ἵνα μὴ σᾶς εἴπω ἐγὼ, τί εἶπεν ὁ κ. Βουλευτὴς, καὶ μειώσω τὴν ἐντύπωσιν καὶ τὴν χάριν τῶν παρ’ αὐτοῦ λεχθέντων, θὰ σᾶς ἀναγνώσω αὐτοὺς τούτους τοὺς λόγους του ἐκ τῶν ἐστενογραφημένων πρακτικῶν. Ἔλεγε λοιπὸν ὁ κ. Βουλευτὴς Καλαβρύτων τότε (ἀναγινώσκει): «Ὁ κ. ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς οὐδέποτε ἀνέπτυξε πολιτικόν τι πρόγραμμα, οὐδέποτε ἀνέπτυξε πολιτικήν τινα ἰδέαν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐννοεῖ νὰ πράττῃ τὰ κοινά. Ἡ πολιτικὴ τοῦ κ. ἐκ Γόρτυνος Βουλευτοῦ, ἠδύνατό τις νὰ εἴπῃ, ὅτι ὁμοιάζει πρὸς κιβώτιον κλειδωμένον, τὸ ὁποῖον ἠμπορεῖ νὰ περιέχῃ πολλὰ πράγματα, ἀλλ’ ἡμεῖς τοὐλάχιστον δὲν γνωρίζομεν οὔτε τί περιέχει, οὔτε ἂν περιέχει τι....» Καὶ ἵνα μὴ ὑποθέσῃ ἡ Βουλὴ, ὅτι ὁ κ. ἐκ Καλαβρύτων Βουλευτὴς ἐπίστευεν, ὅτι ἦτο δυνατὸν νὰ περιέχῃ πολλὰ πράγματα τὸ κλειδωμένον αὐτὸ κιβώτιον τοῦ κ. ἐκ Γόρτυνος Βουλευτοῦ, σπεύδει νὰ προσθέσῃ ἀμέσως: «Ὅσον ἀφορᾷ δὲ ἐμὲ ἀτομικῶς, ἔχω ἀδιάσειστον τὴν πεποίθησιν, ὅτι οὐδὲν περιέχεται ἐν τῷ κιβωτίῳ ἐκείνῳ, ὅτι οὐδεμία πολιτικὴ ἰδέα ἀπαντᾶται ἐκεῖ, ὅθεν ἡ πλημμύρα τῶν συνταγματικῶν θεωριῶν καὶ τῆς ἐξιστορήσεως ἑκάστοτε τῶν πολιτικῶν του κατορθωμάτων μᾶς κατέκλυσεν...» Ἀλλὰ καὶ ἵνα μὴ ἀφήσῃ τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Γόρτυνος νὰ εὐχαριστηθῇ, ὑποθέτων, ὅτι μόνος ὁ κ. Βουλευτὴς Καλαβρύτων θὰ κατώρθου νὰ ἀνακαλύψῃ τὸ περιεχόμενον τοῦ κιβωτίου, προβαίνει οὗτος καὶ περαιτέρω εἰς ἐξήγησιν περὶ τοῦ τί βλέπει, ὅτι περιέχει τὸ κιβώτιον.
§133Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Δὲν εἶχον ἀνακαλυφθῆ αἱ ἀκτῖνες τοῦ Ρέντγκεν.
§134Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Καὶ μολονότι δὲν εἶχον ἀνακαλυφθῆ αἱ ἀκτῖνες τοῦ Ρέντγκεν, ὁ κ. Βουλευτὴς Καλαβρύτων εἶχε τὴν δύναμιν, καίτοι παρέστησε τόσον καλῶς κλειδωμένον τὸ κιβώτιον, νὰ ἀνακαλύψῃ, τί περιέχεται ἐντὸς αὐτοῦ. Ἀκούσατε, παρακαλῶ, καὶ σεῖς, τί λέγει ὁ κ. Βουλευτὴς Καλαβρύτων, ὁ χθὲς ἀγορεύσας ὑπὲρ τῆς πολιτικῆς τῆς Κυβερνήσεως (ἀναγινώσκει): «... Ἀλλὰ τί λέγω; Ἐλησμόνησα, ὅτι ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος ἀνεπέτασεν ἄλλοτε πολιτικόν τι πρόγραμμα, καθ’ ὃ ἐπηγγέλλετο, ὅτι ἤθελε διαπράξει τὰ ἀντίθετα, τῶν ὅσων ἔπραττεν ὁ Τρικούπης...» Ὡς παρατηρεῖτε, Κύριοι, ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Καλαβρύτων ἀρχίζει νὰ βλέπῃ, τί περιέχει τὸ κιβώτιον, ἀλλὰ θὰ ἴδητε, ὅτι βλέπει ἀνεστραμμένον τὸ περιεχόμενον. Προσέξατε! «Ἀνῆλθε», λέγει ὁ κ. Βουλευτής, «εἰς τὴν ἀρχὴν πανηγυρικῶς ψήφῳ τοῦ λαοῦ, καὶ μόλις ἀνελθὼν ἐλησμόνησε καὶ ἠθέτησε τὸ πρόγραμμα τοῦτο, πράξας τὰ ἀντίθετα τῶν ἀντιθέτων. Ὑποβαλὼν τότε τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ κ. Τρικούπη, ἠσπάσθη τὸ σύστημα ἐκείνου, ἔλαβε τὴν σημαίαν του, καὶ ὄχι μόνον ἠκολούθησε τὸ αὐτὸ σύστημα, ἀλλὰ καὶ τὸ διέφθειρεν!» Αὐτὴν τὴν γνώμην ἔχει ὁ κ. Πετιμεζᾶς περὶ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Γόρτυνος!
§135ΜΙΧ. ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Εἶχεν, ἀλλὰ δὲν ἔχει.
§136Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ἐγὼ, Κύριοι, δὲν θὰ ἦμαι τόσον αὐστηρὸς, ὅσον ὑπῆρξεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Καλαβρύτων, κρίνων ἐπὶ τῆς πολιτικῆς τοῦ νῦν κ. Πρωθυπουργοῦ.
§137Λ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Συνηθίζω νὰ ἦμαι αὐστηρός. Καὶ αὐτὸ θὰ σᾶς ἐπείραξεν. Αὐτὸ εἶναι τὸ ἐλάττωμα.
§138Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Προσπαθήσατε νὰ μὴ τὸ ἔχητε, πρὸς τὸ συμφέρον σας.
§139Λ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Εἶναι ἀνάγκη νὰ τὸ ἔχω, καὶ θὰ ἐξακολουθήσω νὰ τὸ ἔχω.
§140Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Δὲν θὰ ἦμαι, εἶπον, αὐστηρὸς τόσον, κρίνων τὴν πολιτικὴν τοῦ κ. ἐκ Γόρτυνος Βουλευτοῦ, ἀλλὰ δὲν εἶναι δυνατόν, ὅσον ἠπίως καὶ ἂν θελήσω νὰ ἐξετάσω τὰ τῆς πολιτικῆς αὐτοῦ, νὰ μὴ σᾶς ἀναφέρω, ὅτι ὁ Βασιλικὸς Λόγος, ὁ ἀναγράφων τὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως, ἀναγράφει ἐννοίας κενὰς, διότι οὐδὲν ἐκ τῶν μέτρων, ἅτινα μέχρι τοῦδε ἐπρόβαλεν εἰς τὴν Βουλὴν, τείνει πρὸς ἐξυπηρέτησιν τῶν ὡραίων ἰδεῶν, τὰς ὁποίας διὰ γενικῶν γραμμῶν ἀναγράφουσιν ἐν τῷ Βασιλικῷ Λόγῳ.
§141Λ. ΜΠΕΛΛΟΣ. Ἔχετε ὀλίγην ὑπομονήν.
§142Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Εἶναι προφανὲς, Κύριοι, ἐκ τῆς ἁπλῆς ἐπισκοπήσεως τῶν ὑποβληθέντων νομοσχεδίων εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἀνῆλθεν ἐπὶ τὴν ἀρχὴν τελείως ἀπαράσκευος ἐπὶ παντὸς θέματος τῆς καθόλου διοικήσεως. Τοῦτο εἶναι ἄλλως τε τὸ ἀνέκαθεν σύστημα τοῦ ἐκ Γόρτυνος ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ. Ἐπικρίνει τοὺς προκατόχους αὐτοῦ, τοὺς ἐπικρίνει μετὰ δριμύτητος, μετ’ ἀσυνήθους μάλιστα δυνάμεως, καὶ ὁσάκις περιῆλθεν εἰς τὴν ἀρχὴν, μὴ ἔχων τι ἴδιον νὰ προβάλῃ, ἀρκεῖται νὰ ἀνατρέπῃ τὰ παρ’ ἐκείνων δημιουργηθέντα! Καὶ μᾶς παρουσιάζει σήμερον ἡ ὑποβληθεῖσα νομοθετικὴ ἐργασία εἰς τὴν Βουλὴν περίεργον ἀληθῶς θέαμα, Κύριοι. Διότι, ἐνῷ εὑρισκόμεθα ἐν ἔτει 1903, ἐνῷ εὑρισκόμεθα εἰς ἐποχὴν, κατὰ τὴν ὁποίαν πάντα τὰ Κράτη, καὶ τὰ παλαιὰ καὶ τὰ νεώτερα, σπεύδουσι πρὸς τὸν πολιτισμὸν καὶ τὴν ἀνάπτυξιν τῶν μέσων, δι’ ὧν παρέχεται εὐμάρεια εἰς τοὺς πολίτας, ὁ κ. Πρωθυπουργὸς μᾶς ἐπαναφέρει εἰς τὸ πρὸ τοῦ 1800 καθεστὼς, μᾶς ἐπαναφέρει 100 ἔτη ὄπισθεν, καὶ μᾶς προβάλλει τὸν νόμον περὶ Ἐπαρχιακῶν Συμβουλίων, καὶ τοῦτον, Κύριοι, ἐντελῶς ἀμελετήτως. Ἔπρεπε νὰ προβάλωσι μέτρα τινὰ εἰς τὴν Βουλὴν, ἵνα δικαιολογήσωσι τὴν σπουδὴν πρὸς τὴν κατάληψιν τῆς ἐξουσίας, καὶ ἐθεώρησαν, ὅτι ὤφειλον νὰ καταργηθῶσι τὰ καθεστῶτα. Ἐπειδὴ δὲ δὲν εἶχον σκεφθῆ, πῶς ν’ ἀντικαταστήσωσι ταῦτα, ἀπεφάσισαν προχείρως ν’ ἀντικαταστήσωσι ταῦτα διὰ τῶν καταργηθέντων δυνάμει τῶν παρισταμένων νόμων· παρήγγειλαν λοιπὸν ἀμέσως εἰς τὴν ὑπηρεσίαν ν’ ἀντιγραφῶσιν οἱ καταργηθέντες νόμοι, καὶ νὰ προβληθῶσιν ὡς νομοθετήματα εἰς τὴν Βουλήν· τόση δὲ ὑπῆρξεν ἡ σπουδὴ αὐτῶν, ὥστε οὐδὲ τὰ ἀνέγνωσαν κἄν, ὅτε τὰ ὑπέβαλον. Διότι, ἐὰν τὰ ἀνεγίνωσκον, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ θεωρήσωσιν, ὅτι προσηκόντως συναρμολογοῦνται αἱ προνομίαι τοῦ Στέμματος πρὸς τὰ δικαιώματα τῆς Βουλῆς, ὅταν ἐν τοῖς ὑποβαλλομένοις νομοσχεδίοις περιλαμβάνηται ὁ πανηγυρικὸς τύπος, δι’ οὗ ὁ Βασιλεὺς ἐξασκεῖ τὸ νομοθετικὸν αὐτοῦ δικαίωμα, τουτέστι τὸ: «Ψηφισάμενοι ὁμοφώνως μετὰ τῆς Βουλῆς, ἀποφασίζομεν καὶ διατάσσομεν τάδε!» (γέλωτες).
§143ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Αὐτὸ δὲν εἶναι ἐπιχείρημα· εἶναι λάθος.
§144Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Αὐτὸ εἶναι ἐπιχείρημα δεικνῦον καταφανῶς καὶ ἄνευ ἀμφισβητήσεως, ὅτι τὰ ἔργα ταῦτα προσήχθησαν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ἐντελῶς ἀμελετήτως, ὡς ἀντέγραψαν αὐτὰ οἱ κακοὶ ἀντιγραφεῖς ἐκ τῶν κειμένων τῆς «Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως». Ἀλλὰ τοῦτο, Κύριοι, νομίζετε, ὅτι παρατηρεῖται μόνον εἰς τὸν νόμον περὶ Ἐπαρχιακῶν Συμβουλίων; παρατηρεῖται καὶ εἰς τὸν νόμον περὶ καταργήσεως τῶν νομῶν καὶ τῆς διοικήσεως αὐτῶν, διότι ὁ ἀντιγράψας τὸν νόμον περὶ καταργήσεως ἑτέρου νόμου θὰ ἦτο ἐντελῶς ἄπειρος, καὶ ἐπεζήτησε νὰ εὕρῃ σχέδιον ἐν τῇ «Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως», ἀλλὰ τὸ σχέδιον τὸ ἐν τῇ «Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως», ὡς ὁ νόμος, περιελάμβανε καὶ τὸ «Ψηφισάμενοι ὁμοφώνως μετὰ τῆς Βουλῆς»· τὸ ἀντέγραψε λοιπὸν ὁ ἀντιγραφεὺς καὶ τοῦτο, ὁ δὲ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, σπεύδων νὰ τὸ ὑποβάλῃ, τὸ ὑπέγραψε χωρὶς νὰ τὸ ἀναγνώσῃ, καὶ τὸ ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλήν. Αὐτά, Κύριοι, δεικνύουσι τὸν τρόπον, καθ’ ὃν εἰσάγονται εἰς τὴν Βουλὴν τὰ νομοσχέδια, πρὸς ἐξυπηρέτησιν τῶν ἐθνικῶν συμφερόντων καὶ ἀναστήλωσιν τῶν θεσμῶν! (γέλωτες). Ἀλλὰ τί εἶναι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἀποκαθιστῶσι διὰ τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον προβάλλουσιν; Εἶναι, Κύριοι, ἀπελπιστικὸν νὰ ἀναλογιζώμεθα, ὅτι μετὰ παρέλευσιν ἑκατὸν ἐτῶν ἐπανερχόμεθα εἰς τὰ μακαρίᾳ τῇ λήξει Ἐπαρχιακὰ Συμβούλια, ἵνα κάμωσι τί τὰ Ἐπαρχιακὰ ταῦτα Συμβούλια;
§145ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Τί ἔκαμαν τὰ Νομαρχιακὰ, τὰ ὁποῖα ἐψηφίσατε σεῖς;
§146Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Τὰ Ἐπαρχιακὰ Συμβούλια θὰ ἐκφράζωσι τὰς εὐχάς. Καὶ βλέπω τοὺς συναδέλφους μετὰ πόσης εὐκολίας ἀποτεινόμενοι πρὸς ἐμὲ λέγουσιν «ὅ,τι θὰ κάμουν τὰ ἰδικά σας, τὰ Νομαρχιακά». Δὲν ἀπήντησα ἀμέσως, ἵνα τὸ ἐπαναλάβωσι, διὰ νὰ γείνῃ κατάδηλον, ὅτι δὲν ἀνέγνωσαν ποτὲ τὸν νόμον «περὶ νομῶν καὶ τῆς διοικήσεως αὐτῶν»· διότι, ἂν τὸν ἀνεγίνωσκον, δὲν θὰ ἀπηύθυνον εἰς ἐμὲ τὴν ἐρώτησιν, ἣν ἀπηύθυναν. Ἐὰν ἀνεγίνωσκον τὸν νόμον ἐκεῖνον, ἐὰν ἐμελέτων τὰς διατάξεις αὐτοῦ, θὰ ἔβλεπον, ὅτι τὰ Νομαρχιακὰ Συμβούλια, καθιεροῦντα τὸ τόσον ποθητὸν σύστημα τοῦ ἐξ Εὐρυτανίας κ. Βουλευτοῦ, τῆς ἀποκεντρώσεως τῶν νομῶν, δημιουργοῦσιν ἀληθῆ προστασίαν τῶν συμφερόντων τῶν νομῶν. Ἐὰν δὲ, Κύριοι, δὲν ἐφηρμόσθη ὁ νόμος μέχρι τοῦδε, τοῦτο πρέπει νὰ τὸ ἀποδώσητε εἰς μέριμναν τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως ἐξεύρῃ τὰ μέσα, ἵνα δώσῃ πόρους πρὸς τὰ Νομαρχιακὰ Συμβούλια καὶ τὴν Διοίκησιν τῶν νομῶν, ὅπως δυνηθῶσι νὰ ἐκπληρώσωσι τὸν προορισμὸν αὐτῶν. Ὑμεῖς ὅμως, ἐρχόμενοι εἰς τὴν Κυβέρνησιν τῆς χώρας, ἀντὶ νὰ καταγίνητε εἰς τὴν ἐξεύρεσιν τῶν πόρων, συμπληροῦντες οὕτω τὸ ἄριστον ἔργον τῶν προκατόχων ὑμῶν, τί πράττετε; Καταργεῖτε, ἀνατρέπετε αὐτό! Ἀλλ’ ἀνατρέποντες αὐτὸ, καὶ μὴ ἔχοντες ἰδίας γνώμας, ὅπως δημιουργήσητέ τι ἄξιον τοῦ ὀργῶντος πρὸς τὴν πρόοδον Ἑλληνικοῦ λαοῦ, δανείζεσθε τὰς γνώμας τοῦ 1833, καὶ μᾶς ἐπαναφέρετε αἰῶνα ὁλόκληρον πρὸς τὰ ὀπίσω, ἐν ἐποχῇ, καθ’ ἣν καὶ οἱ ἄγριοι τῆς Ἀφρικῆς βαδίζουσι πρὸς τὰ ἐμπρός, — διότι ὁ νόμος τῶν Ἐπαρχιακῶν Συμβουλίων εἶναι νόμος τοῦ παρελθόντος αἰῶνος. Τοιαῦτα δὲ πράττοντες, οὕτω τὰ κοινὰ διαχειριζόμενοι, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ τολμᾶτε νὰ προβάλητε ἀξιώσεις ἐπὶ τῆς ἀγάπης καὶ τῆς ἐκτιμήσεως τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ὡς δῆθεν μεριμνῶντες ὑπὲρ αὐτοῦ; Ὅταν καθιστᾶτε τὰ Ἐπαρχιακὰ Συμβούλια, καὶ ὅταν ὑποδεικνύητε διὰ τούτου, ὅτι δὲν ἐννοεῖτε οὔτε βῆμα πρὸς τὴν πρόοδον νὰ κάμητε, ποίαν θέλετε νὰ ἔχῃ γνώμην περὶ ὑμῶν ὁ Ἑλληνικὸς λαός; Μίαν ἐκ τῶν ἐνεργειῶν ὑμῶν παρέχετε αὐτῷ ἐλπίδα, νὰ ἀναμένῃ λίαν προσεχῶς τὴν δημιουργίαν τῶν δημογεροντιῶν, ἵνα πραγματικῶς ἐπανέλθωμεν εἰς τὸ πρὸ τοῦ 1800 καθεστώς!
§147ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ὅπως σεῖς ἐδημιουργήσατε τὰς Νομαρχίας!
§148Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Τὰς Νομαρχίας δὲν ἐδημιουργήσαμεν ἡμεῖς· τὸ Νομαρχιακὸν σύστημα εἶναι πρὸ πολλῶν ἐτῶν δημιουργημένον, ἴσως–ἴσως δὲ κατὰ τὸν χρόνον τῆς δημιουργίας τοῦ συστήματος τοῦ Νομαρχιακοῦ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς διετέλει Ὑπουργὸς τότε, ἢ μέλος τοῦ Κοινοβουλίου, εἶναι δὲ γνωστόν, ὅτι, ὅτε βραδύτερον ὑπεβλήθη σύστημα, περιορίζον τὰς νομαρχιακὰς περιφερείας, καὶ μετονομάζον αὐτὰς εἰς Διοικήσεις, ὑπὸ τοῦ ἀειμνήστου Κουμουνδούρου, ὁ ἐκ Γόρτυνος ἀξιότιμος Βουλευτὴς, διὰ τῆς περὶ τοῦ νομοθετήματος ἐκείνου ἐκθέσεως, ὡς εἰσηγητής, ἐκηρύσσετο ὑπὲρ αὐτοῦ.
§149Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. (Πρωθυπουργός). Ὑπὲρ τίνος;
§150Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ὑπὲρ τοῦ συστήματος τοῦ νέου τῆς διοικητικῆς διαιρέσεως τοῦ 1865.
§151Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ποῖον ἦτο τὸ νέον σύστημα τοῦ 1865;
§152Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Τὸ καθιεροῦν τὰς διοικήσεις.
§153ΜΙΧ. ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Καὶ τῆς Λεβαδείας;
§154Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Μάλιστα. Ἐπειδὴ εἶσθε νέος Βουλευτὴς καὶ ἀγνοεῖτε τὰ πράγματα, σᾶς πληροφορῶ, ὅτι καὶ τότε ἡ Λεβαδεία περιελαμβάνετο εἰς τὰς διοικήσεις. Αὐτὸ εἶναι, Κύριοι, τὸ σύστημα τῆς διοικήσεως, ἄνευ κόπου δημιουργίας, ἄνευ οὐδενὸς κόπου μελέτης, αὐτὸ εἶναι τὸ προβληθὲν ὑπὸ τὴν ψῆφον ὑμῶν! Ἀλλὰ τὰς τάσεις ταύτας τὰς ὀπισθοδρομικὰς νομίζετε, ὅτι τὰς ἀνευρίσκομεν μόνον ἐν τῷ νομοσχεδίῳ αὐτῷ; Καὶ ἐπειδὴ εἶπον, Κύριοι, περὶ τάσεων ὀπισθοδρομικῶν, θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ ἐκφράσω τὴν ἔκπληξίν μου, πῶς μεταξὺ τῶν μελῶν τῆς Κυβερνήσεως βλέπω τὸν ἄνδρα, ὁ ὁποῖος ἐδημιούργησε πολιτικὸν κόμμα, εἰς τὸ ὁποῖον ἔδωκε τὸ ὄνομα τοῦ προοδευτικοῦ, πῶς παρακάθηται εἰς τὴν θέσιν τῆς Κυβερνήσεως, καθ’ ἣν ἐποχὴν γνωμοδοτεῖται, ὅπως συστηθῶσι τὰ Ἐπαρχιακὰ Συμβούλια, καὶ καθ’ ἣν ἐποχὴν συνιστᾶται τὸ Ὑπουργεῖον τοῦ Ἐμπορίου, τῆς Γεωργίας καὶ τῆς Βιομηχανίας, ἔχον τόσον μακρὸν ὄνομα καὶ περιλαμβάνον ἓν τμῆμα μόνον τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν! Καὶ ἐπειδὴ ἀνέφερα τὸ Ὑπουργεῖον, τὸ τόσον ἔχον μακρὸν ὄνομα, πρέπει νὰ εἴπω, ὁποία εἶναι ἡ ἐμὴ πεποίθησις ὡς πρὸς τὴν ὑποβολὴν τοῦ νομοθετήματος τούτου. Βεβαίως, Κύριοι, τὸ νομοθέτημα αὐτὸ δὲν ὑπεβλήθη, ἵνα ψηφισθῇ, δὲν εἶναι δὲ δυνατὸν νὰ καταρτισθῇ Ὑπουργεῖον, τοῦ ὁποίου τὸ μόνον μεγαλεῖον συνίσταται εἰς τὸ μάκρος τοῦ ὀνόματος, διότι ἀφαιρεῖται ἀπὸ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν τὸ τμῆμα μόνον τῆς δημοσίας οἰκονομίας, καὶ καθίσταται Ὑπουργεῖον, τὸ ὁποῖον μετὰ πόσης νομίζετε ταχύτητος συνέστη; πῶς ἐδημιουργήθη ἐν τῷ χάρτῃ αὐτὸ τὸ Ὑπουργεῖον, ἵνα ἔλθῃ μίαν ὥραν ταχύτερον εἰς τὴν Βουλὴν; Νομίζετε ὅτι ἐκ τῆς ταχύτητος ἐλησμονήθη μόνον ἡ ἀναγραφὴ τῆς ἁμάξης τοῦ Ὑπουργοῦ, ὡς εἶπεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος κ. Στεφάνου; Ὄχι, Κύριοι, δὲν ἐλησμονήθη μόνον αὐτό. Εἰς τὸ Ὑπουργεῖον αὐτὸ ἀνατίθενται καθήκοντα, τὰ ὁποῖα ἀπεσβέσθησαν κατ’ ἀνάγκην πρὸ 40, πρὸ 50 ἐτῶν. Ἵνα καταρτισθῇ αὐτὸ τὸ Ὑπουργεῖον, ἦτο ἀνάγκη νὰ ἀντιγραφῶσιν ἐκ τοῦ Διατάγματος τοῦ 1833 «περὶ καθηκόντων τῶν νομαρχῶν» ὡρισμέναι διατάξεις, κανονίζουσαι τὰ καθήκοντα τοῦ Ὑπουργοῦ τοῦ ἐπὶ τοῦ Ἐμπορίου, τῆς Βιομηχανίας καὶ τῆς Γεωργίας. Καὶ κατὰ τὸ 1833, Κύριοι, ὅτε ἡ Ἑλλὰς ἀκόμη ἦτο ἐρείπια, ὅτε ἐν τῇ Ἑλλάδι ἦτο ἄγνωστον, ἐὰν ἦτο ἐφευρημένος ὁ ἀτμός, ὅτε εἰς τὴν Ἑλλάδα ὄχι μόνον δὲν ὑπῆρχεν ἀτμοκίνητον κατάστημα, ἀλλ’ ἀμφιβάλλω, ἂν ὑπῆρχε καὶ χειροκίνητον, τότε βεβαίως ὁ νομοθέτης τῆς ἐποχῆς ἐκείνης ἐθεώρησεν ὡς σπουδαιοτάτην ὑποχρέωσιν τῆς Διοικήσεως νὰ μεριμνήσῃ (ἀναγινώσκει) «περὶ τῆς εὑρέσεως» — προσέξατε, παρακαλῶ, Κύριοι, διότι τὸ θέμα εἶναι πολὺ σπουδαῖον — «περὶ τῆς εὑρέσεως καὶ τοῦ προσδιορισμοῦ τῶν τόπων, οἵτινες κρίνονται καταλληλότεροι πρὸς σύστασιν ἐν τῇ ὑπαιθρίῳ χώρᾳ ἐργοστασίων ἢ ἄλλων διὰ τοῦ ὕδατος καὶ τοῦ πυρὸς κινουμένων ἐργοστασίων». Πότε, Κύριοι, νὰ μεριμνήσουν περὶ ἀνευρέσεως τῶν καταλλήλων δι’ ἐργοστάσια τόπων; ὅταν πρὸ τῆς ῥινὸς τοῦ δυστυχοῦς αὐτοῦ Ὑπουργοῦ κῆνται ἑκατοντάδες ἀτμοκινήτων καταστημάτων διὰ τῆς ἰδιωτικῆς πρωτοβουλίας δημιουργηθέντων! Μετὰ τοιαύτην δέ, Κύριοι, κατάστασιν, ἔχουσι τὴν τόλμην νὰ λέγωσιν, ὅτι σπουδαίως ὑπέβαλον τὸ νομοσχέδιον! Δὲν ἐνεθυμήθησαν τοὐλάχιστον, ὅτι, ἂν δὲν ἔκαμεν ἄλλην πρόοδον ἡ Ἑλλάς, προώδευσε ἔκτοτε κατὰ τὴν γλῶσσαν, καὶ ὅτι σήμερον ἐν τῇ Ἑλληνικῇ γλώσσῃ δὲν ὀνομάζονται τὰ ἀτμοκίνητα καταστήματα πυροκίνητα· οὔτε τοὐλάχιστον τοῦτο δὲν ἐνεθυμήθησαν νὰ διορθώσωσι, τὸ λεκτικὸν τοῦ Διατάγματος! Ἠκούσατε τὰ καθήκοντα, τὰ ὁποῖα πρόκειται νὰ ἔχῃ τὸ νέον Ὑπουργεῖον τοῦ Ἐμπορίου κλπ.! Ἀκούσατε παρακαλῶ, καὶ ἓν ἕτερον, καὶ ἂν δύνασθε, συγκρατήσατε τὸν γέλωτα! Ἔχει ὁ δυστυχὴς αὐτὸς Ὑπουργός, κατὰ τὸ σωτήριον ἔτος 1903, τὸ καθῆκον νὰ μεριμνήσῃ περὶ τε ἀναπτύξεως καὶ ἐνισχύσεως τῶν βαναύσων τεχνῶν τῶν χειροεργοστασίων καὶ τῶν πυροεργοστασίων! Δὲν γνωρίζω, Κύριοι, ποῖος θὰ ἦναι αὐτὸς ὁ δυστυχὴς Ὑπουργός, ἀλλ’ οἱοσδήποτε καὶ ἂν ἦναι, βεβαίως θὰ λιθοβοληθῇ, ὅταν, ταξειδεύων αὐτὸς δι’ ἠλεκτρικῶν σιδηροδρόμων, θὰ προσπαθῇ νὰ πείσῃ τοὺς ὑπηκόους του, ὅπως συστήσουν χειροκίνητα ἐργοστάσια!! Τοιαῦτα νομοσχέδια εἶναι ἐντροπὴ νὰ προσάγωνται ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Τοιαῦτα μέτρα κατὰ τοιοῦτον τρόπον συντεταγμένα, καθ’ ἣν ἐποχὴν δὲν ὑπάρχει σημεῖον τῆς γῆς, εἰς τὸ ὁποῖον αἱ Κυβερνήσεις νὰ μὴ ἐργάζωνται ἀνενδότως, ὅπως δι’ ἁλμάτων βαδίζωσιν εἰς τὴν πρόοδον καὶ τὸν πολιτισμόν, πρέπει ἡ Βουλὴ παμψηφεὶ νὰ καταδικάσῃ. Τοιαῦτα λοιπόν, Κύριοι, εἶναι τὰ μέσα, διὰ τῶν ὁποίων ἐπαγγέλλεται ἡ Κυβέρνησις, ὅτι θέλει διαρρυθμίσει τὰ κοινά! Ἀλλὰ καὶ οἰκονομίας ἐπαγγέλλεται ἡ Κυβέρνησις. Ὅταν ἔλθῃ ὁ χρόνος τῆς συζητήσεως ἐπὶ τούτων, θέλει καταδειχθῆ ὁποῖαί τινές εἰσιν αὗται· διότι δὲν γνωρίζω, ἂν δύναται νὰ ὀνομασθῇ οἰκονομία ἡ ἀφαίρεσις ποσοῦ ἐκ τῆς διατροφῆς τῶν καταδίκων, ἡ ἀφαίρεσις ποσοῦ 50 λεπτῶν κατὰ τριμηνίαν ἀπὸ τὰ γραφικὰ τῶν Εἰσαγγελιῶν τῆς Ἑπτανήσου, ἡ ἀφαίρεσις τῶν μισθῶν τῶν δικαστῶν, ἡ ἀφαίρεσις τῶν μισθῶν τῶν δυστυχεστέρων ὑπαλλήλων τοῦ Κράτους, τῶν περισσότερον παντὸς ἄλλου ἐργαζομένων, τῶν τηλεγραφικῶν. Παρ’ ἡμῖν, Κύριοι, τὰ τηλεγραφεῖα καὶ ταχυδρομεῖα δίδουσι περίσσευμα· δὲν ὑπάρχει δὲ Κράτος εὐνομούμενον, εἰς τὸ ὁποῖον τὰ περισσεύματα τῶν ταχυδρομείων καὶ τηλεγραφείων νὰ διατίθηνται ὑπὲρ τοῦ δημοσίου ταμείου. Εἰς πάντα τὰ Κράτη, τὰ ὁποῖα ἐννοοῦσι νὰ ἔχωσιν ἀνταπόκρισιν πνευματικήν, καὶ πραγματικὴν συγκοινωνίαν, τὰ περισσεύματα διατίθενται ὑπὲρ τῆς ταχυδρομικῆς καὶ τηλεγραφικῆς ὑπηρεσίας· καὶ ὑμεῖς ἀξιοῦτε ἀπὸ τὸν τηλεγραφικὸν ὑπάλληλον, τὸν βοηθὸν πρώτης ἢ δευτέρας τάξεως, νὰ γνωρίζῃ γαλλικὰ, νὰ ἦναι εὐπρεπῶς ἐνδεδυμένος, νὰ ἔχῃ περατώσει τὸ Γυμνάσιον καὶ νὰ ἐργάζηται 18 ὥρας τὸ ἡμερονύκτιον! ἀξιοῦμεν παρὰ τοῦ τοιούτου ὑπαλλήλου νὰ ὑπηρετῇ μὲ μισθὸν 85 δραχμῶν, καὶ διότι ηὐξήθη διὰ τῆς ἀναδιοργανώσεως τῶν ὑπηρεσιῶν ὁ μισθὸς κατὰ δέκα δραχμὰς, νομίζει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι κάμνει οἰκονομίαν, περικόπτων τὴν γλίσχραν ταύτην αὔξησιν, χωρὶς νὰ ἐννοῇ, ὅτι ἡ περικοπὴ αὕτη θέλει συντελέσει εἰς παράλυσιν τῆς ταχυδρομικῆς ὑπηρεσίας! Καὶ ἤκουσα ἕνα τῶν κ.κ. Βουλευτῶν διατυποῦντα παράπονα κατὰ τῆς τηλεγραφικῆς ὑπηρεσίας, — διότι παραπονοῦνται πάντες, ὅσοι δὲν γνωρίζουν τὰ κατ’ αὐτήν. — Ἀλλ’ ὅταν ὁ κ. Βουλευτὴς μάθῃ, ὅτι ἡ Ἑλλὰς, ἀπὸ ὅλα τὰ Κράτη τῆς Εὐρώπης, καὶ ἀπὸ αὐτὰ ἀκόμη τὰ ἀνατολικὰ, καὶ ἀπὸ αὐτὴν ἀκόμη τὴν Βουλγαρίαν, ἔχει ὀλιγωτέρας γραμμὰς καὶ ὀλιγώτερον προσωπικὸν, τότε θ’ ἀναγνωρίσῃ, ὅτι εἶναι θαῦμα, ὅτι διεξάγεται, καθ’ ὃν τρόπον διεξάγεται, ἡ ὑπηρεσία. Ἡ Βουλγαρία ἔχει διπλάσιον προσωπικὸν καὶ τριπλασίας ἐκτάσεως γραμμάς! Δὲν γνωρίζω δὲ, Κύριοι, δικαιοτέραν ἀξίωσιν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ ἢ τὴν ἀξίωσιν τοῦ νὰ συγκοινωνῇ ταχύτατα πνευματικῶς· διὰ τοῦτο εἶπον, ὅτι οὐδέποτε περισσεύματα τοιαύτης ὑπηρεσίας πρέπει νὰ διατίθηνται ὑπὲρ τοῦ δημοσίου ταμείου, ἀλλὰ πάντοτε ὑπὲρ τῆς ὑπηρεσίας. Καὶ ὅμως μόλις ἀνῆλθεν ἐπὶ τὴν ἀρχὴν ἡ Κυβέρνησις, ἤκουσα παρὰ συμπολίτου μου, ἐλθόντος ἐνταῦθα, ὅπως συμβληθῇ μετὰ τοῦ γενικοῦ ἐργολάβου τῶν ταχυδρομείων καὶ ἀναλάβῃ γραμμήν τινα ταχυδρομικὴν, ὅτι ὁ ἐργολάβος εἶπεν εἰς αὐτὸν νὰ ἀπέλθῃ, διότι ἡ Κυβέρνησις μελετᾷ νὰ κάμῃ οἰκονομίας καὶ εἰς τὴν μεταφορὰν τῆς ἀλληλογραφίας, καὶ νὰ καταργήσῃ τὴν δι’ ἁμαξῶν μεταφορὰν τῆς ἀλληλογραφίας! Ὅτε ἤκουσα τοῦτο, ἠπόρησα. Διότι, ἐνῷ σήμερον εἰς ὅλον τὸν ἄλλον κόσμον μεταφέρεται ἡ ἀλληλογραφία διὰ τῶν ἠλεκτρικῶν σιδηροδρόμων, ἡμεῖς πρόκειται νὰ ἐπανέλθωμεν εἰς τοὺς πεζοδρόμους, καὶ ἐγκαταλίπωμεν καὶ αὐτὰ τὰ ἀτελῆ μέσα, ὧν ποιούμεθα χρῆσιν. Τελευταῖον ἔμαθον, ὅτι δὲν ἐπραγματοποιήθη ἡ σκέψις αὕτη. Ἀλλοίμονον δὲ, ἂν μέχρις αὐτοῦ τοῦ σημείου αἱ οἰκονομικαὶ τάσεις τῆς Κυβερνήσεως ἤθελον ἐπεκταθῆ! Ὁμολογῶ, ὅτι τὴν οἰκονομίαν ἐν τῷ Κράτει, ὡς καὶ ἐν τῇ οἰκογενείᾳ, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τὴν φαντασθῶ ἐξικνουμένην μέχρι τῆς ἀποστερήσεως καὶ αὐτῆς τῆς τροφῆς. Ὅταν ἀποστερῶμεν τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν τῶν κοινοτέρων ἀγαθῶν, δικαιοῦται, νομίζω, νὰ ἐρωτήσῃ ἡμᾶς, πρὸς τίνα λοιπὸν σκοπὸν πληρώνει μετὰ τόσης προθυμίας τοὺς φόρους αὐτοῦ; Τοιαῦται εἶναι καὶ αἱ ἐπαγγελλόμεναι οἰκονομίαι! Καταστροφὴ τελεία πασῶν τῶν ὑπηρεσιῶν! Καὶ ἂν σᾶς ἀνέφερα μόνον τὴν τηλεγραφικὴν ὑπηρεσίαν, ἔπραξα τοῦτο, διότι εἶχον πρὸ ἐμοῦ τὸ περὶ ταύτης νομοσχέδιον. Ὅταν ἔλθῃ ὁ καιρὸς τῆς συζητήσεως τῶν νομοθετημάτων τούτων, θέλω σᾶς ἀποδείξει, μετὰ πόσης ἀπρονοησίας συνετάχθη ἡ νομοθετικὴ ἐργασία τῆς Κυβερνήσεως. Θὰ ἴδητε, ὅτι δὲν ἐλήφθη κἄν ἡ πρόνοια, ὅπως τὰ νομοθετήματα αὐτῆς ἔχωσι τὴν ἐξωτερικὴν τοὐλάχιστον παράστασιν νομοθετικοῦ ἔργου, εἶναι λέξεις φύρδην μίγδην ἐρριμμέναι ἐπὶ τοῦ χάρτου, ἄνευ συνοχῆς καὶ πρὸ πάντων ἄνευ σαφηνείας! εἶναι δὲ πρόδηλον, ὅτι τὰ νομοσχέδια ταῦτα συνετάχθησαν παρ’ ἀνθρώπων ἀγνοούντων καὶ τὴν παράστασιν τῶν νόμων! Ἀλλὰ συμβαίνει καὶ ἕτερόν τι περίεργον, ὅτι αἱ αἰτιολογικαὶ ἐκθέσεις τῶν νομοσχεδίων εἶναι μετὰ δυνάμεως γεγραμμέναι, καὶ προδίδουσι τὸν συντάκτην, οὗτινος ἡ χεὶρ εἰργάσθη εἰς τὴν σύνταξιν τῶν ἐκθέσεων, ἀλλ’ οὐχὶ καὶ τῶν νομοσχεδίων. Τοιαύτη, Κύριοι, προβάλλει ἐκ τοῦ Βασιλικοῦ Λόγου ἡ πολιτικὴ τῆς Κυβερνήσεως. Πολιτικὴ ἄνευ συστήματος, πολιτικὴ κενῶν ἐννοιῶν, πολιτικὴ ἀφῃρημένων θεωριῶν, πολιτικὴ μηδὲν ὑπισχνουμένη εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν ἢ ὀπισθοδρόμησιν καὶ τοιαύτην πολιτικὴν καλεῖσθε νὰ ἐγκρίνητε! Ἐκ τοῦ παρελθόντος ἔχομεν τὴν διαβεβαίωσιν τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐκ Καλαβρύτων, ἔχομεν τὴν γνώμην συμπάσης τῆς Βουλῆς, ὅτι οὐδεμίαν ἀνευρίσκομεν ἐγγύησιν περὶ εὐθυτέρας διὰ τὸ παρὸν καὶ τὸ μέλλον πορείας. Δὲν θὰ ἔχωμεν ἄρα παρὸν καὶ μέλλον ἀλλοῖον τοῦ παρελθόντος. Ἀλλὰ κατὰ τὸ παρελθόν, εἴτε ἐκ τύχης, εἴτε ἐξ ὑπαιτιότητος τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, πάντοτε τὴν ἐν τῇ ἀρχῇ ἄνοδον αὐτοῦ ἐπηκολούθησε μία ἐθνικὴ συμφορά! Εὔχομαι νὰ μὴ ἐπακολουθήσῃ καὶ τὴν φορὰν ταύτην τοιαύτη. Ἀλλ’ ἂν ἦναι πεπρωμένον διὰ τὴν ἀτυχῆ πατρίδα μου νὰ ἐπακολουθήσῃ καὶ ἤδη ἑτέρα συμφορά, εὔχομαι τοὐλάχιστον νὰ μὴ ἦναι αὕτη ἡ δεινοτέρα τῶν προηγουμένων.
§155Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἀληθὲς μάθημα μοὶ ἔδωκεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Λεβαδείας, διότι μὲ ἐδίδαξεν, ὅτι ἐσφαλμένως ὑπέθετον ὅτι δὲν ἐννοεῖ τὰ πράγματα, ἐνῷ ἔπρεπεν οὐχὶ νὰ ὑποθέτω, ἀλλὰ νὰ φρονῶ, ὅτι ὄντως δὲν ἐννοεῖ τὰ πράγματα. Πᾶσαι αἱ αἰτιάσεις, τὰς ὁποίας ἀπηύθυνε κατὰ τῶν νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα προεβάλομεν, ἐπικυροῦσι τοῦτο, καὶ φυσικὸν νὰ μὴ ἐννοῇ, διότι δὲν ἐσπούδασε, πιθανῶς δὲ καὶ νὰ μὴ ἐφοίτησεν εἰς τὰς παραδόσεις τοῦ διοικητικοῦ δικαίου ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ, ἀφοῦ δὲν ἐννοεῖ, τί ἐστι νομὸς, τί ἐστὶ διοίκησις ἢ ἐπαρχία, καὶ καταγγέλλει ἡμᾶς, ὅτι μεγάλην ζημίαν ἐπηνέγκομεν, καταργήσαντες τὰ Νομαρχιακὰ Συμβούλια, τὰ ὁποῖα οὐδέποτε ὑπῆρξαν, οὐδ’ ἐβίωσαν. Τὰ Νομαρχιακὰ Συμβούλια κατέστησε διὰ νόμου ὁ ἀποθανὼν Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου, ὅστις ἐπειράθη ἐπὶ δύο ἔτη νὰ συστήσῃ αὐτά, ἀλλὰ δὲν ἠδυνήθη νὰ τὸ κατορθώσῃ. Διὰ τοῦτο, ὅτε ἐκλήθημεν ἐν τῇ ἀρχῇ, τὰ κατηργήσαμεν, διότι ἦτο θεσμὸς ἄχρηστος, ἀνωφελὴς, καὶ ἀφοῦ δὲν ἐγένετο δυνατὸν νὰ λειτουργήσῃ, ἐδαπανήθησαν καὶ διακόσιαι χιλιάδες δραχμαὶ εἰς μάτην. Ἀλλ’ ἡ καινοτομία καὶ ἡ ἀμάθεια καὶ ἐκ δευτέρου συνεδυάσθησαν, ἐλπίσασαι ὅτι ἤθελον καταπλήξει τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, προβάλλουσαι νομοθετήματα, τὰ ὁποῖα δὲν ἐννοεῖ ὁ Ἑλληνικὸς λαός· ὅτε δὲ προέβαλον ἐκ νέου τὸν νόμον περὶ τῶν Νομαρχιακῶν Συμβουλίων, ποίαν ἔλαβον πρόνοιαν περὶ αὐτῶν; Ἐπρονόησαν νὰ φορολογήσωσι τὰ λιμενικὰ ταμεῖα, διὰ νὰ πληρώνωσι τὰς ἀποζημιώσεις τῶν νομαρχιακῶν συμβούλων! Ἀλλὰ τέλος πάντων εἰργάσθησαν τὰ Νομαρχιακὰ Συμβούλια; Ἀπὸ τοῦ 1900 μέχρι τοῦδε πόσα ἔτη παρῆλθον; Ἠκούσατε ὅτι ἐξελέχθησαν νομαρχιακοὶ σύμβουλοι; ἠκούσατε ὅτι συνεκρότησαν ποτὲ συνεδρίασιν; ἠκούσατε ὅτι συνεσκέφθησαν καὶ ἐξήνεγκον γνώμας ἐπὶ τῶν θεμάτων, διὰ τὰ ὁποῖα ἐκάλεσε τὰ Νομαρχιακὰ Συμβούλια ὁ νόμος, ὃν ἐψήφισεν ἡ Βουλὴ καὶ ἐκύρωσεν ὁ Βασιλεύς; Δὲν ὑπῆρξαν ποτὲ τὰ Νομαρχιακὰ Συμβούλια. Διατί; Διότι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ὑπάρχωσι, διότι ὁ νομὸς παρ’ ἡμῖν δὲν εἶναι ὡς εἶναι ὁ νομὸς ἐν Γαλλίᾳ· ὁ νομὸς παρ’ ἡμῖν οὐδεμίαν ἔχει ἱστορίαν, οὐδεμίαν ἔχει περιουσίαν. Οἱ νομοὶ ἐν Γαλλίᾳ εἶναι πρόσωπα νομικά, τὰ ὁποῖα ἔχουσι κτήσεις ἀπὸ αἰώνων ἀνηκούσας εἰς τὸν νομόν, ἔχουσιν ἐξ αὐτῶν ἔσοδα, ἐκ τῶν ὁποίων δαπανῶσι πρὸς διατήρησιν φιλανθρωπικῶν καταστημάτων, πρὸς θεραπείαν τῶν ἀναγκῶν τῶν νομῶν. Δὲν ὑπάρχει νομὸς ἐν Γαλλίᾳ, εἰς τὸν ὁποῖον δὲν ὑφίσταται ἓν ἀγαθοεργὸν κατάστημα εἴτε φρενολογικὸν, εἴτε φιλανθρωπικὸν, εἴτε ἰαματικόν. Τίς πληρώνει τὰ ἔξοδα τούτων; Ἀλλ’ ἐν Ἑλλάδι τί δύναται νὰ πράξῃ ὁ νομὸς; Τί δύναται νὰ πράξῃ τὸ Νομαρχιακὸν Συμβούλιον; Νὰ κατανείμῃ τοὺς νομαρχιακοὺς φόρους; Νὰ διαχειρισθῇ τὴν περιουσίαν τοῦ νομοῦ; Νὰ δαπανήσῃ ἢ διαθέσῃ αὐτὴν εἰς ἔργα, εἰς ἐξυπηρέτησιν τῶν συμφερόντων τοῦ νομοῦ ἢ τῶν κατοικούντων ἐν τῷ νομῷ; Καὶ τὸ τοιοῦτον ἵδρυμα, τὸ ὁποῖον ἵδρυσαν ἐπὶ τοῦ χάρτου, δὲν ἠδυνήθησαν δὲ νὰ ἱδρύσωσιν ἐν τῷ πραγματικῷ κόσμῳ, τὸ τοιοῦτον ἵδρυμα ἤλθομεν νὰ καταργήσωμεν, καὶ μᾶς ἐλέγχουσι! Καὶ μᾶς ἐλέγχουσι διότι ἐφέραμεν τὰ Ἐπαρχιακὰ Συμβούλια, τὰ ὁποῖα εἰργάζοντο πρὸ ἑκατὸν χρόνων, καὶ εἴμεθα διὰ τοῦτο ἄνθρωποι ὀπισθοδρομικοί! Τὰ Ἐπαρχιακὰ Συμβούλια ὅμως ἔχουσι λόγον ὑπάρξεως. Καὶ εἶναι μὲν ἀληθὲς, ὅτι οὐχὶ ἕνεκα ἐλλείψεως διοικητικοῦ συστήματος, ἀλλ’ ἕνεκα ἐλλείψεως μέσων χρηματικῶν, ἕνεκα ἐλλείψεως πόρων, καὶ αὐτὰ τὰ Ἐπαρχιακὰ Συμβούλια δὲν δύνανται νὰ λειτουργήσωσι σκοπίμως καὶ προσηκόντως· ἀλλὰ τέλος πάντων μᾶς δίδουσι γνώμας, ἐὰν πρέπει νὰ συστηθῶσι δημοτικὰ ἢ ἑλληνικὰ σχολεῖα, ἂν πρέπει νὰ κατασκευασθῇ ὁδός τις ἐπαρχιακὴ ἢ δημοτική. Καὶ ἐπειδὴ ἡ ἐπαρχιακὴ ὁδοποιΐα καὶ ἡ δημοτικὴ διατηρεῖ ἔτι κεφάλαια, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ διατεθῶσιν εἰς θεραπείαν ἀναγκῶν ὁδοποιητικῶν, τίς ἄλλος ἤθελεν ἀντιπροσωπεύσει τὴν ἐπαρχίαν ἢ τὸ Ἐπαρχιακὸν Συμβούλιον, ἵνα γνωμοδοτήσῃ ἐὰν πρέπει νὰ δαπανηθῶσιν ἐκ τῶν κεφαλαίων τούτων πρὸς κατασκευὴν ἐπαρχιακῶν ἢ δημοτικῶν ὁδῶν; Τοῦτο εὗρεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Λεβαδείας ἀμάθειαν, καὶ μὲ θάρρος ἐπέδειξε τὴν σοφίαν του, τὴν προοδευτικότητά του, καὶ ἐποιεῖτο μάλιστα χρῆσιν φράσεων ἀναρμόστων, λέγων ὅτι ἔπρεπε νὰ ἐντρεπώμεθα νὰ εἰσαγάγωμεν τοιαῦτα νομοθετήματα, ἐνῷ δὲν ἐντρέπετο αὐτὸς νὰ ἄγηται ἐμπαθῶς εἰς τοιαύτας φράσεις! Καὶ ἄλλο νομοσχέδιον ἐπέκρινε, τὸ τῆς ταχυδρομικῆς καὶ τηλεγραφικῆς ὑπηρεσίας, καὶ ἐξεθείασε τὸν κατὰ τὸ 1900 νομοθετηθέντα ὀργανισμὸν, καὶ ἰσχυρίζετο, ὅτι αἱ γενόμεναι πρὸς ἐφαρμογὴν τοῦ ὀργανισμοῦ ἐκείνου δαπάναι ἦσαν παραγωγικαὶ καὶ ἀναγκαῖαι καὶ σκόπιμοι καὶ καρποφόροι καὶ λυσιτελεῖς! Καὶ ἐνῷ ταῦτα ἔλεγεν, ἐγὼ ἐνθυμοῦμαι, ὅτι εὗρον ἐν ταῖς ἀποθήκαις δύο ἑκατομμύρια δελταρίων εἰκονογραφημένων, ἀγορασθέντων παρὰ τῆς Γενικῆς Διευθύνσεως τῶν ταχυδρομείων! Ὑπῆρχε ἀνάγκη δύο ἑκατομμυρίων δελταρίων, ἢ ὑπῆρχεν ἀνάγκη νὰ δαπανήσωμεν τόσον ποσὸν χρημάτων πρὸς ποῖον σκοπόν; Καὶ τόσον μεγάλη δαπάνη παρεῖχε κἄν κέρδος εἴς τινα; Καὶ ἔλεγεν ὁ ἐκ Λεβαδείας Βουλευτὴς περὶ μεταφορᾶς τῶν ταχυδρομικῶν σάκκων, καὶ ἤλεγξεν ἡμᾶς, διότι εἴδομεν, ὅτι ἀντὶ διακοσίων εἴκοσι χιλιάδων δραχμῶν, αἵτινες ἐδαπανῶντο μέχρι τοῦ 1896 διὰ τὴν μεταφορὰν τῶν ταχυδρομικῶν σάκκων, εὕρομεν δαπάνην πληρωτέαν εἰς τὸν ἐργολάβον ἀνερχομένην εἰς τετρακοσίας ἑξήκοντα χιλιάδας δραχμῶν! Καὶ ὅτε ἡμεῖς προεθέμεθα νὰ ἐξομοιώσωμεν πρὸς τοὺς ἄλλους ὑπαλλήλους τοῦ Κράτους τοὺς ταχυδρομικοὺς καὶ τοὺς τηλεγραφικοὺς ὑπαλλήλους, οἱ ὁποῖοι ἐτέθησαν ἐν κρείσσονι μοίρᾳ, ἐν μοίρᾳ, ἐν ᾗ οὐδεὶς τῶν ὑπαλλήλων τοῦ Κράτους ἀνεβιβάσθη, διότι ἐνομοθετήθησαν ὑπὲρ αὐτῶν αὐξήσεις μισθοῦ κατὰ πᾶσαν τριετίαν ἢ πενταετίαν, αὐξήσεις 10 μέχρι 50 δραχμῶν, καὶ ἐκρίνομεν, ὅτι ἔπρεπε νὰ σταματήσωμεν τὴν τοιαύτην εἰς δαπάνας κατωφέρειαν μέχρις ἑνὸς σημείου, ἐταράχθη ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Λεβαδείας, καὶ μᾶς κατήγγειλεν, ὅτι οὕτω παραλύομεν τὴν ὑπηρεσίαν! Παραλυσίαν ὑπηρεσίας, ἥτις, ἀναγκάζομαι νὰ ὑπενθυμίσω εἰς τὴν Βουλὴν, εἰς ποίαν εἶχε περιαχθῆ παραλυσίαν, νὰ ὑπενθυμίσω τὴν κατάστασιν, εἰς τὴν ὁποίαν εἶχε περιαχθῆ κατὰ τὰς ἐκλογὰς, νὰ ποιήσωμαι γνωστὸν εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι τέσσαρες ἡμέραι παρῆλθον, ἵνα τηλεγράφημα τοῦ συναδέλφου μου βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς κ. Σκουζὲ φθάσῃ εἰς Τρίκκαλα, ὅπως μοὶ ἀναγγείλῃ, ὅτι ἔφθασεν εἰς Ἀθήνας, ἐπανελθὼν ἐξ Εὐρώπης. Τότε, μὴ λαμβάνων ἐγὼ τηλεγράφημα, ἵνα μάθω, ἂν ἐπανῆλθεν ἐξ Εὐρώπης, ἠναγκάσθην νὰ τηλεγραφήσω καὶ ἐρωτήσω, ἂν ἔφθασεν ὁ κ. Σκουζὲς, ἀλλὰ τὴν ἀπάντησιν ἔλαβον μετὰ 7 ἡμέρας, διότι τόσαι ἡμέραι παρῆλθον, ἵνα περιέλθῃ τὸ τηλεγράφημα εἰς χεῖράς μου! Πρέπει νὰ σᾶς ἀναμνήσω τὴν κατάστασιν τῆς ὑπηρεσίας τῆς τηλεγραφικῆς ἐν Τριπόλει; Καὶ λησμονοῦσιν, ὅτι τὴν τετάρτην ἡμέραν τῆς ἑβδομάδος δὲν ἐγνωρίζομεν ἔτι, ποῖα ἦσαν τ’ ἀποτελέσματα τῶν ἐκλογῶν; Ἡ ὑπηρεσία ἐκείνη, ἡ ὁποία ἐνομίζον, ὅτι ἤθελε κριθῆ, ὅτι ἦτο εὐγενὴς πρός με, καὶ κατ’ ἐξαίρεσιν μοὶ ἀνήγγειλεν ὅτι θέλει προθύμως δίδει τ’ ἀποτελέσματα τὰ ἐκλογικὰ εἰς ἐκείνους, τοὺς ὁποίους ἐγὼ ἤθελον στέλλει πρὸς τοῦτο, ἀκούσατε ποῖα ἀποτελέσματα μοὶ ἔστελλε. Κατὰ τὴν ὥραν 2 τῆς πρωΐας τῆς Κυριακῆς πρὸς τὴν Δευτέραν μοὶ ἔστειλεν εἰκοσάδα τηλεγραφημάτων, τὰ ὁποῖα μοὶ ἀνήγγελλον τ’ ἀποτελέσματα τῶν ἐκλογῶν εἰς τέσσαρας δήμους τῆς ἐπαρχίας Κερκύρας· τὴν 4ην δὲ ὥραν τῆς πρωΐας μοὶ ἔστειλε τηλεγραφήματα, τὰ ὁποῖα μοὶ ἀνήγγειλαν τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ἐκλογῆς Κραναίας τῆς Κεφαλληνίας· τὴν ἑπομένην ἡμέραν, τὴν Δευτέραν, περὶ τὴν μεσημβρίαν, μοὶ ἀπέστειλε τηλεγραφήματα, τὰ ὁποῖα μοὶ ἀνήγγελλον ἐκ δευτέρου τ’ ἀποτελέσματα τῶν δήμων Κερκύρας· καὶ τὴν ἑσπέραν τῆς Δευτέρας αὐτὰς ταύτας πάλιν τὰς εἰδήσεις, τὰς ὁποίας περιεῖχον τὰ τηλεγραφήματα, τὰ ὁποῖα μοὶ εἶχε πρὸ μικροῦ στείλει περὶ τῶν ἀποτελεσμάτων τῆς ἐπαρχίας Κραναίας. Αὐτὴ εἶναι ἡ τηλεγραφικὴ ὑπηρεσία, ἡ ὁποία δὲν ἐδίσταζε νὰ ἔχῃ τὴν αὐθάδειαν νὰ μὲ ἐμπαίζῃ, στέλλουσα πρός με ἐπανειλημμένως τηλεγραφήματα ἀναγγέλλοντα μόνον τὴν ἐπιτυχίαν τοῦ κυρίου Θεοτόκη ἐν τοῖς δήμοις τῆς Κερκύρας, καὶ τοῦ κ. Ρωμάνου ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Κραναίας, μὲ ἐστέρει δὲ πάσης εἰδήσεως διὰ τὰς λοιπὰς ἐπαρχίας! Ἡ ὑπηρεσία ἐκείνη δὲν ἐδίστασε νὰ προβῇ εἰς πρᾶξιν, ἡ ὁποία δὲν ἐπετρέπετο ὑπὸ τοῦ πολιτεύματος, καὶ τὴν ὁποίαν δύναμαι νὰ χαρακτηρίσω καὶ ὡς ἀπέχουσαν τῶν κανόνων τῆς ἠθικῆς. Νομίζετε, ὅτι ταῦτα δὲν ἦσαν μεμελετημένα; ὅτι δὲν εἶχον σχέσιν τινὰ πρὸς τὰ γενόμενα; ὅτι δὲν συνεδέοντο μετὰ τῶν ἐκλογικῶν ἀποτελεσμάτων; Ταῦτα δὲν ἠδυνήθη νὰ ἐννοήσῃ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Λεβαδείας, ταῦτα ἐχαρακτήρισε νεφελώδη καὶ ἀκατανόητα. Καὶ ἐχαρακτήρισεν αὐτὰ ὀχλαγωγικὰ καὶ ἐπαναστατικά! Ποῖα ἦσαν ταῦτα; ὅτι τὸ Στέμμα θέλει ἔχει ὁδηγόν, ἂν μὲν ἦναι παροῦσα ἡ Βουλὴ, τὰς ἐνδείξεις τῆς ἀντιπροσωπείας τοῦ ἔθνους, ἐὰν δὲ δὲν ἦναι παροῦσα ἡ Βουλὴ, τὰς ἐνδείξεις τῶν ἀποτελεσμάτων τῶν ἐκλογῶν· ὅτι δὲν εἶναι συνταγματικὸν ν’ ἀφίνηται ἐν τῇ ἀρχῇ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία ἐκ τῶν ἐκλογῶν ἐξῆλθε μειονοψηφοῦσα, οὐδ’ ἐπιτρέπεται νὰ διατηρῆται ἐν τῇ ἀρχῇ μέχρι τῆς ἐκλογῆς τοῦ Προέδρου τῆς νέας Βουλῆς. Εἶναι ὀλιγωρία πρὸς τὴν διὰ τῶν ἐκλογῶν καταδηλωθεῖσαν γνώμην τοῦ ἔθνους ἡ διατήρησις τῆς τοιαύτης Κυβερνήσεως, ἡ ἐξακολούθησις τῆς πρὸς αὐτὴν ἐμπιστοσύνης τοῦ Στέμματος καὶ ἡ ἀνοχὴ ἐπὶ τρεῖς ἢ τέσσαρας μῆνας αὐτῆς νὰ ἐξακολουθῇ νὰ διοικῇ, καὶ νὰ ἐπιτηρῇ μάλιστα τὴν γιγνομένην ἐν τῇ Βουλῇ ἐξέλεγξιν τῶν ἐκλογῶν, ἐνῷ εἶναι γνωστὸν, ὅτι ἡ πλειονοψηφία τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ δὲν τὴν ἐμπιστεύεται. Τὸν κανόνα τοῦτον ἀναγράφει ὁ Βασιλικὸς λόγος, ἀναγράφων ὅτι εἶναι ἀναγκαῖον νὰ ὑπάρχωσιν ἐνδείξεις εἴτε τῶν ἐκλογέων εἴτε τῆς ἐθνικῆς ἀντιπροσωπείας, ὄχι τῶν πολιτῶν, ἀλλὰ τῶν ἐκλογέων, δηλαδὴ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἔδωκαν τὴν ψῆφόν των καὶ παρήγαγον τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ἐκλογῆς. Καὶ νομίζετε, ὅτι αὐτὸ εἶναι πρωτοφανὲς, ὅτι εἶναι πρωτάκουστον, ὅτι εἶναι ἐπινόημα ἡμῶν, ὅτι εἶναι ἐφεύρημα, εἰς τὸ ὁποῖον κατεφύγομεν, διὰ νὰ δολιευθῶμεν τοὺς θεσμοὺς, διὰ νὰ διαστρέψωμεν τὴν ἀλήθειαν, διὰ νὰ πλαστογραφήσωμεν τὴν ἔννοιαν τοῦ πολιτεύματος; Αὐτὴ εἶναι ἡ τακτικὴ, τὴν ὁποίαν αὐτὸς ὁ Βασιλεὺς ἐτήρησε κατὰ τὸ 1885. Τὴν 7ην Ἀπριλίου ἡ ἐκλογὴ τῶν Βουλευτῶν ἐγένετο, τὴν δὲ 8ην μέχρι τῆς μεσημβρίας εἶχον γνωσθῆ τ’ ἀποτελέσματα, τὴν ἐνάτην τῆς πρωΐας ἦλθε πρός με ὁ Γραμματεὺς τοῦ Βασιλέως, ὅστις μοὶ ἀνήγγειλεν, ὅτι ὁ Βασιλεὺς ἐπεθύμει νὰ ὑποβάλω κατάλογον τῶν Ὑπουργῶν, μοὶ ἀνέθετε δὲ τὸν σχηματισμὸν τῆς Κυβερνήσεως. Οἱ φίλοι μου πάντες ἦσαν ἐν ταῖς ἐπαρχίαις· οὐδεὶς ἦτο ἐνταῦθα. Ὁ κ. Ἀντώνιος Ζυγομαλᾶς, βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς, ἦτο ἐνταῦθα, καὶ μ’ ἐβοήθησε νὰ τηλεγραφήσω εἰς τὰς ἐπαρχίας, καλῶν τοὺς φίλους μου νὰ σπεύσωσιν, ἵνα συνεννοηθῶμεν περὶ τῶν Ὑπουργῶν, τὸν κατάλογον τῶν ὁποίων ἔπρεπε νὰ ὑποβάλω εἰς τὸν Βασιλέα. Ἀλλὰ μήπως μόνον κατ’ ἐξαίρεσιν κατὰ τὸ 1885 ἔπραξε τοῦτο τὸ Στέμμα; Καὶ κατὰ τὸ 1890 ἔπραξε τὸ αὐτὸ, διότι μόλις ἐγένοντο γνωστὰ τ’ ἀποτελέσματα τῶν βουλευτικῶν ἐκλογῶν, τὸ Στέμμα ἀπεφάσισε νὰ ἀναθέσῃ εἰς ἐμὲ τὸν σχηματισμὸν Ὑπουργείου. Τρεῖς τῶν Ὑπουργῶν τοῦ χρόνου ἐκείνου, οἵτινες συνεδρεύουσιν ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ, δὲν εὑρίσκοντο ἐνταῦθα, διότι ὁ κ. Κωνσταντῖνος Κουμουνδοῦρος δὲν εἶχεν ἐπανέλθει ἔτι εἰς Ἀθήνας, ὁ κ. Δεληγεώργης εἶχεν ἐπανέλθει κατὰ τὰς ἡμέρας ἐκείνας, ὁ δὲ κ. Καραπάνος δὲν εἶχεν ἐπανέλθει, ἀνέβαλον δὲ νὰ συντάξω τὸν κατάλογον τῶν Ὑπουργῶν, ὅπως φθάσωσι καὶ οἱ φίλοι μου. Δὲν ζητοῦμεν λοιπὸν καινόν τι, οὐδ’ ὁ Βασιλεὺς εἶπεν ἐν τῷ Βασιλικῷ Λόγῳ καινόν τι ἢ ἔκτροπον. Ὁ Βασιλεὺς συμβουλεύει διὰ τοῦ Βασιλικοῦ Λόγου τοὺς πολιτικοὺς ἄνδρας, ὅτι πρέπει νὰ γνωρίζωσιν, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ καλῶνται εἰς τὴν ἀρχὴν ἢ ὅταν ἔχωσιν ἐνδειχθῆ ὑπὸ τῆς Βουλῆς, ἢ ὅταν, τῆς Βουλῆς μήπω καταρτισθείσης, κατεδηλώθη διὰ τῶν ἐκλογέων ἡ ἐπ’ αὐτοὺς ἐμπιστοσύνη τῶν ἐκλογέων· ἡ δὲ γνώμη τοῦ Βασιλέως εἶναι γνώμη σύμφωνος μὲ τὸ Σύνταγμα, εἶναι γνώμη, τὴν ὁποίαν, ὡς εἶπον ὑμῖν, ἐξετέλεσε. Ταύτην τὴν γνώμην ὁ Βασιλικὸς Λόγος μεταδίδει εἰς τοὺς ἀναγινώσκοντας αὐτόν· συμβουλεύει τοὺς πολιτικοὺς ἄνδρας νὰ μὴ λείχωνται τῆς ἀρχῆς, νὰ μὴ σπεύδωσι νὰ δέχωνται ἀξιώματα Ὑπουργικὰ, ὅταν δὲν ἔχωσι τὴν ἐμπιστοσύνην τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ ἐκδηλουμένην εἴτε ὑπὸ τῆς ἀντιπροσωπείας τῆς ἐθνικῆς, εἴτε ὑπὸ τῶν γενομένων ἐκλογῶν. (Εὖγε! εὖγε). Καὶ ἠδυνάμην νὰ μὴ ἀπορήσω, ὅτε ἤκουον τὸν Βουλευτὴν Μαντινείας ἔχοντα γνώμας, τὰς ὁποίας πρὸ μικροῦ σᾶς εἶπε καὶ ὑμεῖς ἠκούσατε; Ὁ κ. Βουλευτὴς Μαντινείας εἶναι Σχολῆς ἰδίας, διότι ὑπολαμβάνει, ὅτι ἔχει δικαίωμα νὰ δέχηται, ὅταν ὁ Βασιλεὺς λέγῃ αὐτῷ «ἐλθὲ νὰ σὲ διορίσω Πρωθυπουργόν!» Καὶ ὅτε κατὰ τὸ 1893 ἐγένετο λόγος περὶ τούτου, ἠρώτων δ’ αὐτὸν, ἐλέγχων, διατί ἐδέχθη τὸ Ὑπουργεῖον, ὁ Βουλευτὴς ἐκ Μαντινείας δὲν ἐδίστασε νὰ εἴπῃ πρὸς τὴν Βουλὴν, τί; Ἀκούσατε! «Σὰν ὁ Βασιλεὺς μὲ ἔκαμε Πρωθυπουργὸν, νὰ μὴ τὸ δεχθῶ;» (γέλωτες).
§156Κ. ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Οὐδέποτε, Κύριοι, ἔκαμον τὴν ἐλαχίστην ὁμιλίαν πρὸς τὸν κ. Πρωθυπουργόν. Ὅσα λέγει, δὲν εἶναι ἀληθῆ.
§157Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Καὶ τόσον εἶναι ἀληθῆ, ὥστε εἶπον τότε ἐγὼ ἀπὸ τοῦ βήματος πρὸς αὐτόν, καθήμενον ἐκεῖ, εἶπον, λέγω, πρὸς αὐτόν: «Ἀλλὰ πρέπει νὰ εὐχαριστῇς τὸν Θεόν, διότι αἱ ἐκλογαὶ τοῦ 1892 δὲν κατέληξαν εἰς ἀποτέλεσμα καταδηλοῦν τὴν πρὸς ἐμὲ ἐμπιστοσύνην τοῦ λαοῦ, ἐκ τῶν ἐκλογῶν δ’ ἐκείνων ὀλίγους ἀπέκτησα φίλους, διότι οἱ πλεῖστοι τῶν φίλων μου ἀπέτυχον, καὶ ἕνεκα τούτου δὲν ἤμην ἐν πλειονοψηφίᾳ, διότι, ἐὰν ἤμην ἐν πλειονοψηφίᾳ, ἤθελον σὲ διδάξει (εἶπον πρὸς αὐτὸν) ποία ἐστὶν ἡ Ὑπουργικὴ εὐθύνη, ὅταν προσυπογράφῃς Διάταγμα, διὰ τοῦ ὁποίου παύεται Ὑπουργεῖον ὑφιστάμενον, καὶ διορίζεται Πρωθυπουργός· διότι σὺ ἔχεις τὴν εὐθύνην, ὁ Βασιλεὺς δὲν εὐθύνεται, ὁ Βασιλεὺς εἶναι καλῆς πίστεως· ἔπρεπε λοιπὸν νὰ εἴπῃς εἰς τὸν Βασιλέα τότε, ὅτι τῷ εὐγνωμονεῖς, διότι σοὶ μεταδίδει τοιοῦτον ἐμπιστευτικὸν ἀξίωμα, ἀλλ’ ὅτι ἐφρόνεις, ὅτι δὲν εἶχες δικαίωμα νὰ δεχθῇς τὸ ἀξίωμα τοῦτο, διότι ἤθελες γενῇ αἴτιος κακοῦ. Καὶ ἐγένεσο ὄντως αἴτιος κακοῦ, δεχθεὶς τὸν σχηματισμὸν Ὑπουργείου, διότι ὁ σχηματισμὸς τοῦ Ὑπουργείου ἐκείνου παρέλυσε πᾶσαν τὴν διοίκησιν, ἠναγκάσθης δὲ νὰ καταφύγῃς, ὡς εἰκός, εἰς τὴν διάλυσιν τῆς Βουλῆς· ἀνεστάλη ἡ εἴσπραξις τῶν φόρων, ηὔξησαν τὰ συνήθη ἔξοδα τοῦ Κράτους, καὶ παρῆλθον τρεῖς μῆνας, μέχρις οὗ συνέλθῃ Βουλὴ νέα, ἐνῷ δ’ ἐβαίνομεν εἰς αὔξησιν τῶν πιθανοτήτων νὰ προλάβωμεν τὴν πτώχευσιν, ἡ Ὑπουργικὴ ἐκείνη μεταβολὴ κατέστησεν ἀναπόφευκτον τὴν πτώχευσιν, καὶ ἐπέσπευσεν αὐτήν, καὶ ἐπῆλθεν ἡ πτώχευσις μετὰ 10 μῆνας.»
§158Κ. ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε.
§159Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐγὼ δὲν φρονῶ, ὅτι ὁ Βασιλεὺς δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ παύῃ τοὺς Ὑπουργούς, καὶ δὲν δύναμαι νὰ τὸ φρονῶ, διότι τὸ Σύνταγμα ῥητῶς διδάσκει, ὅτι ὁ Βασιλεὺς ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ διορίζῃ καὶ νὰ παύῃ τοὺς Ὑπουργούς· ἀλλ’ ἐκεῖνοι, τοὺς ὁποίους καλεῖ, ἔχουσι καθῆκον νὰ εἴπωσιν εἰς τὸν Βασιλέα τὴν ἀλήθειαν, καὶ νὰ ἀρνηθῶσι νὰ δεχθῶσι τὸ ἀξίωμα, ὅταν ἡ Ὑπουργικὴ μεταβολὴ θέλῃ ἔχει ὀλεθρίους συνεπείας εἰς τὰ συμφέροντα τοῦ τόπου. Τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα ἰδίως, εἰς τὸ ὁποῖον κατέληξεν ἡ ἐξέλιξις τοῦ συνταγματικοῦ πολιτεύματος, εἶναι ἤδη γνωστὸν καθ’ ἅπασαν τὴν Εὐρώπην. Πανταχοῦ λειτουργεῖ· καὶ δὲν λειτουργεῖ μόνον τώρα, ἀλλ’ ἐλειτούργει καὶ ἐν χρόνοις, κατὰ τοὺς ὁποίους δὲν εἶχε συντελεσθῆ ἡ ἐξέλιξις τοῦ συνταγματικοῦ πολιτεύματος, καὶ ὑπῆρχε μὲν κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα καὶ πρότερον, ὡς κατὰ τὸ 1830 μέχρι τοῦ 1848 ἐν Γαλλίᾳ, ἐπὶ Λουδοβίκου Φιλίππου, ἀλλ’ ὑπῆρχε περιωρισμένον καὶ ἐν στενωτάτοις ὁρίοις λειτουργοῦν. Δὲν ἀναφέρω τὰ παραδείγματα τῆς Ἀγγλίας, δὲν ἀναφέρω τὰ παραδείγματα τοῦ Βελγίου, ἀλλ’ εἶναι ἀναντίρρητον πλέον, ὅτι ὁ Βασιλεύς, ἐπὶ κεφαλῆς τοῦ πολιτικοῦ οἰκοδομήματος ἱστάμενος, εἶναι ἀρχηγὸς τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, ἀλλὰ διαχειριζόμενος αὐτὴν δι’ Ὑπουργῶν ὑπευθύνων, διότι οὐδεμία πρᾶξις τοῦ Βασιλέως ἰσχύει, ἂν δὲν φέρῃ τὴν προσυπογραφὴν τοῦ Ὑπουργοῦ· εἶναι ὁ Βασιλεὺς μέλος τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας, ἐνασκεῖ τὸ δικαίωμα τῆς κυρώσεως τῶν νόμων, ἀλλ’ εὐθύνεται πάντοτε ὁ Ὑπουργός, ὁ προσυπογράφων τοὺς κυρουμένους νόμους· ἐν ὀνόματι τοῦ Βασιλέως γίνεται ἡ διαχείρισις τῆς δικαιοσύνης, ἀλλ’ ἀπονέμεται ὑπὸ δικαστῶν ἰσοβίων καὶ ἀνεξαρτήτων, διότι ὁ Βασιλεὺς πάντοτε πράττει τὸ ἀγαθόν, οὐδέποτε δὲ πράττει τὸ κακόν. Ἡ Ἑλληνικὴ Βασιλεία δὶς ἔδωκε μάθημα εἰς τοὺς πολιτικοὺς ἄνδρας· ἔδωκεν αὐτὸ κατὰ τὸ 1875, τὸ ἔδωκε καὶ κατὰ τὸ 1893. Ἐγὼ ὁμολογῶ, ὅτι δὲν ἀποδέχομαι τὰς ἀπολύτους θεωρίας, τὰς ὁποίας ὁ Βασιλικὸς Λόγος τοῦ 1875 περιεῖχε, διότι νομίζω, ὅτι, ἐὰν τὸ Στέμμα ἦτο δεμένον ὄπισθεν τῆς δεδηλωμένης πλειονοψηφίας, ἦτο δυνατὸν νὰ παρασκευάσωμεν ἐν τῇ λειτουργίᾳ τῶν κοινοβουλευτικῶν θεσμῶν τὴν τυραννίαν. Ὑποθέσατε Βουλήν, ἥτις ἀποτελεῖται ἀπὸ Βουλευτὰς λησμονοῦντας τὰ ἑαυτῶν καθήκοντα, ὑποκειμένους εἰς ἀπολαυὰς ὠφελειῶν πολιτικῶν, τοπικῶν, κομματικῶν, ἢ ἄλλων παροχῶν, ἑπομένως συνδεδεμένους μετὰ τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἀποτελοῦντας παγίαν καὶ μόνιμον πλειονοψηφίαν. Ὑποθέσατε, κατὰ τὸ δόγμα τοῦ 1875, ὅτι ὁ Βασιλεὺς πρέπει νὰ δίδῃ τὴν διάλυσιν τῆς Βουλῆς μόνον εἰς τὴν πλειονοψηφοῦσαν Κυβέρνησιν· ἤθελε λήξει ἡ Περίοδος ἡ Βουλευτικὴ, καὶ ὁ εἰσηγητὴς τῆς πλειονοψηφίας ἐκείνης, ὁ Πρωθυπουργὸς τοῦ χρόνου ἐκείνου, ἤθελε λάβει τὸ Διάταγμα τῆς διαλύσεως τῆς Βουλῆς, καὶ ἤθελεν αὐτὸς ἐνεργήσει ἐκλογὰς, ἡ δὲ Κυβερνητικὴ ἐπίδρασις, ἡ ἐνασκουμένη κατὰ τὰς ἐκλογὰς, ἤθελε χρησιμεύσει, ἵνα ἐπαναφέρῃ πάλιν τοιαύτην πλειονοψηφίαν· τοιουτοτρόπως δὲ ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη ἤθελε μεταβληθῆ εἰς τυραννίαν. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι τὰ πολιτικὰ κόμματα ἔχουσι προγράμματα, ἔχουσιν ἀρχὰς, ζητοῦσι νὰ κυβερνῶσιν οὐχὶ ἐν ἀγνώστῳ ὄρῳ, οὐχὶ κατὰ βούλησιν, ἀλλ’ ἵνα ἐφαρμόσωσιν ὡρισμένας γνώμας, ὡρισμένας ἰδέας, ἵνα ἐκτελέσωσιν ὡρισμένα μέτρα, τὰ ὁποῖα πρέπει πρὸ παντὸς νὰ γνωρίζῃ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς, διότι αὐτὸς θέλει κληθῆ, ἵνα δηλώσῃ, ἂν ἔχει ἢ μὴ ἐμπιστοσύνην εἰς αὐτά. Ἐὰν τὰ κόμματα ἦναι τοιαῦτα, εἶναι διαστροφὴ ἢ παραποίησις τῆς λειτουργίας τοῦ πολιτεύματος, ὅταν ἀντὶ δύο κομμάτων γίνωνται τρία, τέσσαρα, πέντε, ἕξ. Τί εἶναι κόμμα; Εἶναι ὁμὰς πολιτικῶν ἀνδρῶν, οἱ ὁποῖοι ἔχουσι τὸ αὐτὸ φρόνημα. Ποῖον φρόνημα; περὶ τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως τοῦ τόπου, περὶ τῆς διοικήσεως τοῦ τόπου, περὶ τῆς Δικαιοσύνης ἐν τῇ χώρᾳ, περὶ τῶν στρατιωτικῶν πραγμάτων, περὶ τῶν ναυτικῶν, περὶ τῶν θεσμῶν, περὶ τῆς ἐν γένει νομοθεσίας. Ἰδοὺ ὁ δεσμός, ὁ ὁποῖος συνδέει τοὺς ἀποτελοῦντας τὰς ὁμάδας ἐκείνας πολιτικοὺς ἄνδρας. Ἀλλὰ μία γνώμη, ἓν φρόνημα δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρχῃ μόνον ἐν τῷ τόπῳ· θέλει ὑπάρχει καὶ ἄλλη γνώμη, ἑπομένως θέλει ὑπάρχει καὶ ἄλλη ὁμὰς ἀνθρώπων, ἡ ὁποία ἔχει ἐναντίαν γνώμην περὶ τῶν πραγμάτων τοῦ τόπου, ἐναντίαν ἐκείνης, τὴν ὁποίαν ἔχει ἡ ὁμὰς ἡ πρώτη, αὐτὴ δὲ ἀποτελεῖ δεύτερον κόμμα, ἔχον ὅμως καὶ τοῦτο ἰδίας ἀρχὰς καὶ γνώμας. Ἐὰν ἦναι δυνατὸν νὰ ὑπάρχῃ καὶ τρίτη γνώμη περὶ τῆς Κυβερνήσεως τῆς χώρας, περὶ τῆς διαρρυθμίσεως τῶν πραγμάτων τῆς Πολιτείας, περὶ τῆς διευθετήσεως τῆς διοικήσεως, εἴτε τῆς δικαιοσύνης, εἴτε τῆς ἐκπαιδεύσεως, εἴτε τοῦ στρατοῦ, εἴτε τοῦ ναυτικοῦ, ἔστω καὶ τρίτον κόμμα, τὸ ὁποῖον ἔχει γνώμας, τὰς ὁποίας δὲν ἔχει οὔτε τὸ πρῶτον οὔτε τὸ δεύτερον. Ἀλλ’ ὅταν οὐδεμίαν ἔχωσιν ἰδέαν διάφορον εἰς τὰς κεφαλάς των, ἀλλ’ ἔχωσι μόνον ἐπιθυμίαν νὰ γείνωσιν Ὑπουργοὶ, καὶ συνδέωνται καὶ ἀποτελῶσι μίαν ὁμάδα, ἡ ὁποία ὁμοιάζει πρὸς μεταβατικὸν πρὸς καταδίωξιν Ὑπουργείου (γέλωτες), αὐτὰ δὲν εἶναι συνταγματικὰ κόμματα, αὐτὰ εἶναι ὁμάδες, αἱ ὁποῖαι ἐπιζητοῦσι μόνον τὴν ἀρχήν. Ποῖον εἶχε τὸ φρόνημα ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μαντινείας, ὅτε ἐδέχθη νὰ γείνῃ Πρωθυπουργός; Τὸ ἐδήλωσεν εἰς τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως. Τί τῷ εἶπεν ὁ λαός; Σᾶς στέλλω ἕνα καὶ μόνον φίλον. Καὶ εἷς μόνον Βουλευτὴς ἐξελέχθη φίλος τοῦ Ὑπουργείου ἐκείνου, ὁ ὁποῖος εὐτυχῶς μοὶ κάμνει τὴν μεγάλην εὐχαρίστησιν νὰ ἦναι ἔκτοτε φίλος μου, ὁ κ. Ἰωάννης Λάππας.
§160Ι. Γ. ΛΑΠΠΑΣ. Μάλιστα.
§161Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν ὁμιλῶ περὶ τῶν τοιούτων κομμάτων, διότι ἐπανειλημμένως ἔλαβον μαθήματα ἀπὸ τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν, ὅτι δὲν μεταδίδει μὲ κλειστοὺς ὀφθαλμοὺς τὴν ἐμπιστοσύνην του εἰς τοιαῦτα ἐγχειρήματα. Ἐλπίζω, ὅτι τὰ μαθήματα ταῦτα θέλουσι καρποφορήσει· ἐλπίζω, ὅτι αἱ συμβουλαὶ καὶ αἱ παραινέσεις τοῦ Ἡγεμόνος, αἱ ἐπανειλημμένως δοθεῖσαι εἰς τοὺς πολιτικοὺς ἄνδρας, θέλουσι τέλος πείσει πάντας, ὅτι δὲν εἶναι εὔκολον, δὲν εἶναι ἀζήμιον εἰς αὐτοὺς νὰ δέχωνται τὸ βάρος τῆς διοικήσεως τοῦ τόπου, ὅταν δὲν ἔχωσι τὴν ἐμπιστοσύνην τοῦ τόπου αὐτοῦ, τὸν ὁποῖον καλοῦνται νὰ διοικήσωσι. Κατὰ τοῦτο λοιπὸν διαφέρω ἀπὸ τὸ δόγμα τοῦ 1875, καθ’ ὅσον ἀποδέχομαι, ὅτι, ὅταν τὸ Στέμμα δὲν ἔχῃ τὴν αὐτὴν γνώμην περὶ τῶν πραγμάτων τοῦ Κράτους τῶν πολιτικῶν, ἀλλ’ ἔχῃ γνώμην διάφορον, τότε ὁ Βασιλεὺς ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ προβαίνῃ εἰς τὴν διάλυσιν τῆς Βουλῆς, σχηματίζων Ὑπουργεῖον ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἔχουσι τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ὁ Βασιλεὺς ἔχει, διαλύων ἀμέσως τὴν Βουλὴν καὶ καλῶν τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν νὰ ἀποφανθῇ, τίνα ἐκ τῶν δύο γνωμῶν ἀποδέχεται, τὴν γνώμην τοῦ Ὑπουργείου, τὴν ὁποίαν δὲν εἶχεν ὁ Βασιλεὺς, καὶ διὰ τοῦτο ἀπέβαλεν αὐτὸ, καὶ προέβη εἰς τὴν διάλυσιν τῆς Βουλῆς, ἢ τὴν γνώμην τοῦ νέου Ὑπουργείου, τὴν ὁποίαν ἐπροτίμησεν ὁ Βασιλεὺς καὶ ἔφερεν αὐτὸ εἰς τὴν ἀρχὴν, καίτοι μειονοψηφοῦν; Διότι, Κύριοι, καὶ οἱ πολιτικοὶ ἄνδρες πρέπει νὰ ἔχωσι γνώμας περὶ τῶν πολιτικῶν τῆς χώρας, καὶ τὸ Στέμμα πρέπει νὰ ἔχῃ πάντοτε γνώμην περὶ τῶν πραγμάτων τῆς χώρας. Ἡ ἐμπιστοσύνη τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ πρὸς τοὺς πολιτικοὺς ἄνδρας δὲν εἶναι ἐμπιστοσύνη προσωπικὴ, δὲν εἶναι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς τυφλὸν σκεῦος, τυφλὸν ὄργανον, τὸ ὁποῖον δὲν σκοπεῖ ἄλλο τι ἢ νὰ θεραπεύῃ τὴν φιλοδοξίαν ἐκείνων, τοὺς ὁποίους θεωρεῖ φίλους. Πρέπει νὰ πείθηται, ὅτι αὐτοὶ, εἰς τοὺς ὁποίους δίδει τὴν ψῆφόν του, ἔχουσι γνώμας συμφερούσας πρὸς τὸν τόπον, καὶ διὰ τοῦτο δίδει εἰς αὐτοὺς τὴν ψῆφόν του. Ἡ ψῆφος λοιπὸν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ εἶναι ἔνδειξις τῆς ἐμπιστοσύνης αὐτοῦ πρὸς τοὺς ἐκλεγομένους, ἡ δὲ ἐμπιστοσύνη αὐτοῦ πρὸς τοὺς ἐκλεγομένους εἶναι ἀποδοχὴ τῶν γνωμῶν, τὰς ὁποίας οἱ ἐκλεγόμενοι ἔχουσι περὶ τῶν πραγμάτων τῶν πολιτικῶν, ἢ περὶ τῶν πραγμάτων τῆς χώρας. Κατὰ τὸν αὐτὸν λόγον καὶ ὁ Βασιλεὺς, ὅταν καλῇ εἰς τὴν Κυβέρνησιν πολιτικοὺς ἄνδρας, εἰς τοὺς ὁποίους ἀναθέτει τὴν ἐμπιστοσύνην αὑτοῦ, ἐπιδοκιμάζει βεβαίως τὴν γνώμην καὶ τὰ φρονήματα αὐτῶν, καὶ ὅταν διαφωνήσῃ πρὸς αὐτοὺς, δὲν εἶναι δεσμευμένος εἰς τοὺς ἄνδρας αὐτοὺς, τῶν ὁποίων ἀπεδέχθη τὰς γνώμας· ὅταν διαφωνήσῃ πρὸς τὰς γνώμας αὐτῶν, τὸ Στέμμα εἶναι ἐλεύθερον νὰ προσφύγῃ πρὸς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἔχουσι τὴν γνώμην αὐτοῦ, καὶ νὰ προβῇ εἰς τὴν διάλυσιν τῆς Βουλῆς, διὰ νὰ ἐρωτηθῇ ὁ λαὸς, ποίαν ἐκ τῶν δύο γνωμῶν ἔχει. Διὰ τοῦτο μὴ λησμονεῖτε, ὅτι πᾶσαι αἱ ἐξουσίαι ἐκπορεύονται ἐκ τοῦ ἔθνους. Δὲν ἀρνοῦμαι, ὅτι ὑπάρχουσι πολιτικοὶ ἄνδρες, οἱ ὁποῖοι εἴτε δὲν ἀρέσκονται εἴτε πεποιθότως δὲν ἀποδέχονται τὴν γνώμην ταύτην, οὐδὲ ἀρνοῦμαι, ὅτι ὑπάρχουσι καὶ πολιτικοὶ ἄνδρες, οἱ ὁποῖοι δύνανται μάλιστα, ὅταν ἔχωσι τὴν εὐφυΐαν καὶ τὴν εὐγλωττίαν τοῦ κ. ἐξ Εὐρυτανίας Βουλευτοῦ, δύνανται, λέγω, καὶ νὰ εἰρωνεύωνται καὶ νὰ σατυρίζωσιν ὅλην αὐτὴν τὴν λειτουργίαν τῶν θεσμῶν καὶ ν’ ἀποδεικνύωσιν, ὅτι πταίουσι ποῖοι; οἱ πολιτικοὶ ἄνδρες, τὰ κόμματα. Καὶ διατὶ πταίουσιν αὐτά; Πταίει ὁ λαὸς, ὁ ὁποῖος δίδει δύναμιν εἰς τὰ κόμματα ταῦτα. Λοιπὸν νὰ φρονῶσιν, ὅτι ὁ λαὸς εἶναι ἀνίκανος νὰ διαχειρίζηται τὰ ἑαυτοῦ πράγματα, καὶ ἔχει ἀνάγκην κηδεμόνος, οὐχὶ δὲ Ἡγεμόνος συνταγματικοῦ!
§162Δ. ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Τοὐναντίον εἶπον. Εἶπον ὅτι ἀλλοῦ ἔγκειται τὸ κακόν.
§163Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐγὼ μετ’ εὐλαβείας ἠκροάσθην ὑμῶν, καὶ προσεῖχον ἀταράχως καθ’ ὅλην τὴν διάρκειαν τοῦ λόγου σας.
§164Δ. ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Εὐχαριστῶ.
§165Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἀλλ’ ὁ Βασιλικὸς Λόγος δὲν εἶχε μόνον τὴν ἀσάφειαν αὐτήν, ὅτι πρέπει νὰ καλῶνται εἰς τὴν ἀρχὴν οἱ ἐνδεικνύμενοι ὑπὸ τῶν ἐθνικῶν ἀντιπροσώπων, ἢ ὑπὸ τῶν ἐκλογέων, διότι ἡ ἀσάφεια αὕτη ἀναγκάζει τὸν ἀναγνώστην νὰ ζητῇ τὴν ἔννοιαν, πῶς, ποία ἐμπιστοσύνη τῶν ἐκλογέων; Ἆρα εἶναι ἡ ὀχλοκρατία; ἆρα εἶναι ὁ τρόπος, κατὰ τὸν ὁποῖον ἡμεῖς ἤλθομεν εἰς τὴν ἀρχήν; ἆρα εἶναι αἱ σανίδες; Πρέπει νὰ μὴ παρέλθω τοὺς ὑπαινιγμοὺς τούτους, διότι πρέπει νὰ ἐκφέρω τὴν γνώμην μου ἐπὶ τῶν συμβεβηκότων, τὰ ὁποῖα ἔλαβον χώραν μετὰ τὰς ἐκλογὰς ἐν τῇ πρωτευούσῃ τοῦ Κράτους. Αἱ σανίδες εἶναι τὸ ὅπλον τὸ εἰρηνικόν, τὸ ὁποῖον ἐπεζήτησε καὶ ἐπρομηθεύθη τυχαίως, κατὰ σύμπτωσιν, ὁ λαὸς τῆς πρωτευούσης, ὅτε ἀπόσπασμα ἱππικοῦ ἐποιήσατο ἐπέλασιν ἐπ’ αὐτὸν, καὶ μικροῦ δεῖν ἔμελλον νὰ συμβῶσιν ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα συνέβησαν, ὅτε σῶμα στρατοῦ ἐπήλασε κατὰ τῶν φοιτητῶν καὶ τῶν ἄλλων διαδηλωτῶν τοῦ Νοεμβρίου τοῦ 1901. Ἤθελον νὰ σώσωσι τὰ σώματα αὐτῶν ἀπὸ τῶν ἐπιδρομῶν τῶν ἱππέων, καὶ εὗρον ἐπὶ οἰκοδομήματος, τὸ ὁποῖον ἠγείρετο, εὗρον τὰς σανίδας ἐρριμμένας, καὶ ἔλαβον αὐτάς, ἵνα ἀμυνθῶσι. Τοῦτο εἶναι αἱ σανίδες. Εἶναι τάχα διαδήλωσις ὀχλαγωγική; ἢ εἶναι ἀνάγκη, εἰς τὴν ὁποίαν τὸ ἄτομον προσφεύγει, ὅπως ἀμυνθῇ κατὰ ἐπιδρομῆς στρατιωτικῶν, καὶ μάλιστα κατὰ ἐπιδρομῆς ἱππικοῦ, τὴν ὁποίαν δὲν εἶχε δικαίωμα νὰ ποιήσηται τὸ ἀπόσπασμα ἐκεῖνο; Πῶς! Τὸ ἀπόσπασμα ἐκεῖνο δὲν εἶναι μέρος τοῦ στρατοῦ; ὁ δὲ στρατὸς δὲν ἔχει δώσει ὅρκον εἰς τὸ Σύνταγμα; δὲν ὤφειλε δὲ διὰ τοῦτο νὰ μὴ ἐπιτίθηται κατ’ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐνήσκουν νόμιμον συνταγματικὸν δικαίωμα, νὰ συνέρχωνται, ἵνα μεταβῶσιν εἰς τὴν οἰκίαν ἑνὸς πολιτικοῦ ἀνδρὸς καὶ ἐπευφημήσωσιν αὐτόν; Ἐχρεώστουν νὰ ὠφεληθῶ ἀπὸ τὴν εὐκαιρίαν, διὰ νὰ ἐξηγήσω ἓν δικαίωμα τοῦ λαοῦ τῆς πρωτευούσης. Δὲν εἶμαι θρέμμα τῶν Ἀθηνῶν, ἀνήκω εἰς ἄλλην ἐπαρχίαν, τῆς ὁποίας πάντοτε ἐνθυμοῦμαι τὴν εὐγένειαν καὶ τὸ ὑπερήφανον, ἀλλ’ ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, ὅτι ὁ λαὸς τῶν Ἀθηνῶν εἶναι ἐπίσης πιστὸς φύλαξ τῶν νόμων, εἶναι νομοταγής, εἶναι νοήμων, καὶ ὁσάκις ὑπῆρξε περίστασις, κατὰ τὴν ὁποίαν ἔπρεπε νὰ συντρέξῃ διὰ τὴν τήρησιν τῆς τάξεως, εἰσήνεγκε τὴν συνδρομήν του μετὰ πάσης τόλμης καὶ μετὰ πάσης προθυμίας. Ἀλλ’ ἀφοῦ ἐξήγησα τὴν ἔννοιαν αὐτοῦ τοῦ κατὰ τὴν κρίσιν τοῦ κ. Χατζοπούλου γρίφου, τὸν ὁποῖον εἶχεν ὁ Βασιλικὸς Λόγος, ὅτι οἱ καλούμενοι ὑπὸ τοῦ Βασιλέως εἰς τὴν ἀρχὴν πρέπει νὰ ἔχωσιν ὑπὲρ ἑαυτῶν τὴν ἐκδήλωσιν τῆς ἐμπιστοσύνης τοῦ λαοῦ εἴτε ἐκ ψήφων τῆς ἐθνικῆς ἀντιπροσωπείας εἴτε ἐκ ψήφων τῶν ἐκλογέων, ἐλπίζω, ὅτι ἐλύθησαν αἱ ἀπορίαι, ὅτι θέλει κατευνασθῆ ὁ θόρυβος, εἰς τὸν ὁποῖον περιῆλθον ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἔβλεπον ἐν τῇ φράσει τοῦ Βασιλικοῦ Λόγου τὴν ὀχλαγωγίαν καὶ τὴν στάσιν, καὶ ἐφοβοῦντο τὴν ἀναρχίαν, αὐτοὶ φιλόνομοι ἄνδρες καὶ φιλειρηνικοί! Πρέπει νὰ λύσω καὶ ἄλλην ἀπορίαν, τὴν ὁποίαν ἐπὶ τοῦ Βασιλικοῦ Λόγου εἶχόν τινες, ἀπορίαν, τὴν ὁποίαν ἐκαλλιέργησεν ἐπὶ μᾶλλον τὸ σχέδιον τῆς ἀπαντήσεως, τὸ ὁποῖον ἡ πλειονοψηφία τῆς ἐπιτροπῆς κατέθηκεν εἰς τὴν Βουλήν, ποῖαι εἶναι αἱ δυσχερεῖς περιστάσεις, ποῖαι εἶναι αἱ ἐπιφανεῖσαι δυσχέρειαι. Ἡ πλειονοψηφία τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν Βασιλικὸν Λόγον οὐδόλως ποιεῖται χρῆσιν τῆς φράσεως ἐπιφανεῖσαι δυσχέρειαι. Λοιπὸν ἡ πλειονοψηφία τῆς ἐπιτροπῆς ἀπεδοκίμασε τὸν Βασιλικὸν Λόγον! λοιπὸν δὲν ἐμπιστεύεται τὸ Ὑπουργεῖον ἡ πλειονοψηφία τῆς ἐπιτροπῆς, δὲν ἐμπιστεύεται τὰς ἐννοίας, τὰς ὁποίας τὸ Ὑπουργεῖον περιέλαβεν ἐν τῷ Βασιλικῷ Λόγῳ! Ταῦτά εἰσιν ὄνειρον ἴσως, τὸ ὁποῖον τέρπει ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι κοιμῶνται νήδυμον ὕπνον. Ἂν ἡ πλειονοψηφία τῆς ἐπιτροπῆς δὲν ἐποιήσατο χρῆσιν τοῦ ὅρου ἐπιφανεῖσαι δυσχέρειαι, ἐποιήσατο ὅμως χρῆσιν ἄλλου ὅρου, ὁ ὁποῖος ἐνδεικνύει τὰς ἐπιφανείσας δυσχερείας, τὰς σοβαρὰς περιστάσεις· ὁ Βασιλικὸς Λόγος ἐν ἀρχῇ ἐποιήσατο μνείαν μόνον τῶν ἐπιφανεισῶν δυσχερειῶν, ἐν τῇ δευτέρᾳ παραγράφῳ ἐξήγησε τὰς ἐπιφανείσας δυσχερείας, καὶ εἶπεν, ὅτι εἶναι σοβαραὶ περιστάσεις. Καὶ ὁ Βασιλικὸς Λόγος εὐλόγως ἐποιήσατο τὴν μνείαν ταύτην, διότι σοβαραὶ ἦσαν αἱ περιστάσεις, κατὰ τὰς ὁποίας διελύετο ἡ Βουλὴ καὶ προεκηρύσσοντο ἐκλογαί. Καὶ ἂν δὲν διεγίνωσκον τὴν σοβαρότητα τῶν περιστάσεων ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι κατοικοῦσιν εἰς τὰς Ἀθήνας, ἐκεῖνοι ὅμως, οἱ ὁποῖοι περιῆλθον τὰς ἐπαρχίας τοῦ Κράτους, ἐψηλάφησαν τὴν σοβαρότητα τῶν περιστάσεων, καὶ κατεῖδον ποῖα αἰσθήματα ἤρχισαν νὰ κυκλοφορῶσι καὶ νὰ γίνωνται ἐνιαχοῦ ἀποδεκτά, καὶ νὰ καρποφορῶσιν ὁσημέραι ἐν ταῖς διανοίαις καὶ ταῖς πεποιθήσεσι καὶ αὐτῶν τῶν ἁπλῶν ἀγροτῶν. Ἐνθυμοῦμαι, ὅτε ἤμην ἐν Καρδίτσῃ, ἤμην ἐπὶ τοῦ ἐξώστου καὶ ἠγόρευον, πλῆθος δὲ ὄχι μόνον ἐκ τῶν κατοικούντων ἐν Καρδίτσῃ, ἀλλὰ καὶ πλῆθος ἐκ τῶν κατοικούντων ἐν τοῖς δήμοις τῆς ἐπαρχίας καὶ ἄλλοι ἐκ Τρικκάλων καὶ ἄλλοι ἐκ Καλαμπάκας, εἶχον πληρώσει τὴν πλατεῖαν τῆς πόλεως Καρδίτσης. Ἐνθυμοῦμαι, ὅτι μοῦ διέφυγε μία τῷ ὄντι ὁμιχλώδης φράσις, τὴν ὁποίαν ἦτο δύσκολον νὰ κατανοήσῃ τις, ὅτε ἤκουε, καὶ μάλιστα, ἐὰν ἦτο ἀγρότης, καὶ μάλιστα, ἐὰν δὲν ἦτο συμπεφυρμένος ἐν Ἀθήναις μετὰ τῆς δημοσιογραφίας, μετὰ τῶν πολιτευομένων, μετὰ τῶν περισαινόντων τοὺς πολιτευομένους, καὶ ὁμολογῶ, ὅτι τὴν ὁμιχλώδη ἐκείνην φράσιν δὲν τὴν εἶπον μετὰ τῆς προαιρέσεως, τὴν ὁποίαν ὁ λαὸς τῆς Καρδίτσης ὑπέλαβεν, ὅτι περιεῖχε, καὶ ἕνεκα τῆς ὁποίας πάντες ἐτράπησαν εἰς χειροκροτήματα, φωνάζοντες, —λαὸς τρεῖς χιλιάδες καὶ πλέον, —ζητωκραυγάζοντες ὑπὲρ τοῦ Συντάγματος, καίτοι ἡ φράσις μου δὲν ἐλέχθη μετὰ τοιαύτης προαιρέσεως. Ἀμφιβάλλετε περὶ τῶν ἰδεῶν, αἱ ὁποῖαι κρατοῦσιν εἰς τοὺς ἀγρότας ἐκείνους; Καὶ ἀμφιβάλλετε περὶ τοῦ αἰσθήματος, τὸ ὁποῖον ἐγέννησεν εἰς αὐτοὺς ἡ ἀμφιβολία ἐκείνη, ἡ ἀσαφὴς ἐκείνη φράσις, ἣν ὑπέλαβον, ὅτι ἀνεφέρετο εἰς τὰ αἰσθήματά των ταῦτα; Καὶ νομίζετε, Κύριοι, ὅτι ἦσαν τὰ πράγματα τοσοῦτον ἤρεμα, ὥστε ἕκαστος ἠδύνατο νὰ μὴ μεριμνᾷ περὶ τῆς ἐπιούσης, ἀλλὰ νὰ φροντίζῃ νὰ διεξάγῃ τὰς ὑποθέσεις του εἴτε διὰ τῶν ὀργάνων τῆς διοικήσεως πρὸς θεραπείαν τῶν ἰδίων αὐτοῦ συμφερόντων εἴτε διὰ τῶν φίλων αὐτοῦ; Αἱ περιστάσεις ὄντως ἦσαν σοβαραί, καὶ ἦλθε στιγμή, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐγώ, ὁ ὁποῖος δὲν ἐγεννήθην ἐπαναστάτης καὶ ὁ ὁποῖος ἐλπίζω, ἐν ὅσῳ ζῶ, νὰ μὴ γένωμαι ἐπαναστάτης, ἦλθε στιγμή, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐσκέφθην, τί πρέπει νὰ πράξω, ἵνα ἀμβλύνω τὴν ὀξύτητα, ἵνα χαλαρώσω τὴν στερεότητα, ἵνα ἀραιώσω τὴν πυκνότητα τοῦ πλήθους, τὸ ὁποῖον συνηθροίζετο καὶ συνεζήτει καὶ ἐσκέπτετο. Καὶ δὲν ἐννοοῦσιν οἱ Κύριοι, ὅτι δὲν εἶναι ἁπλοῦν θέαμα νὰ διέλθῃ ὁλόκληρος ἐνιαυτὸς, καὶ ἡ Βουλὴ νὰ μὴ συγκληθῇ εἰς τακτικὴν Σύνοδον! Εἰς ποίαν τακτικὴν Σύνοδον συνεκλήθη ἡ Βουλὴ κατὰ τὸ 1902, Κύριοι; Ἐρωτῶ ὑμᾶς. Ἔληξεν ἡ Σύνοδος τοῦ 1901, ἡ τακτική, κατὰ τὴν ἕναρξιν τοῦ 1902, ἀλλὰ κατὰ τὸ 1902 δὲν συνεκλήθη ἡ Βουλὴ εἰς τακτικὴν Σύνοδον. Νομίζετε, ὅτι αὐτὸ εἶναι ἁπλοῦν ἄθυρμα; ὅτι εἶναι συμβεβηκὸς ἀνάξιον προσοχῆς; Ἀλλὰ μήπως δὲν ὑπῆρξαν πολλὰ ἔτη, κατὰ τὰ ὁποῖα ὁ Προϋπολογισμὸς δὲν εἶχεν εἰσαχθῆ κατὰ τὰ τέλη τοῦ ἔτους, ἢ κατὰ τὰς ἀρχὰς τοῦ ἀρξαμένου ἔτους; Λοιπὸν τί κακὸν συνέβη; Ἦλθεν ἡ Βουλὴ κατὰ τὸ 1903, καὶ εἰσήχθη ὁ Προϋπολογισμὸς κατὰ τὸ 1903. Ἀλλὰ τοῦτο εἶναι τὸ μόνον κακόν, τὸ ὁποῖον προέρχεται, ὅταν δὲν συγκαλῆται ἡ Βουλὴ κατὰ πᾶν ἔτος; Ποία εἶναι ἡ ἐγγύησις περὶ τῆς ἐκτελέσεως τῶν νόμων; ποία εἶναι ἡ ἀσφάλεια τοῦ πολίτου κατὰ πάσης αὐθαιρεσίας καὶ ἐπιδρομῆς; ποία εἶναι ἡ πεποίθησις, ὅτι τὰ δημόσια χρήματα δὲν διαρπάζονται, δὲν κατασπαταλῶνται ἢ δὲν λαμβάνουσι διεύθυνσιν ἄλλην ἀπὸ ἐκείνην, τὴν ὁποίαν οἱ νόμοι προσδιώρισαν εἰς αὐτά; Ἡ Βουλὴ, ὁ ἐπιτηρητής, ὁ ἐλέγχων, δὲν ὑπάρχει, δὲν ὑπάρχει δὲ ἐπὶ ἔτος ὁλόκληρον. Ποῦ πρέπει οἱ πολῖται νὰ στηρίξωσι τὰς ἐλπίδας των; Δὲν ὑπάρχει παρὰ μόνον ἡ Κυβέρνησις, ἄνευ ἐλέγχου καὶ ἄνευ ἐπιτηρήσεως! Διετελοῦμεν ὑπὸ συνταγματικὸν πολίτευμα, Κύριοι; Καὶ δὲν εἶναι σοβαραὶ αἱ περιστάσεις ἑνὸς τόπου, ὅταν τοιοῦτόν τι διαπράττηται ἐν αὐτῷ; Ὑπάρχουσι θεωρίαι συνταγματικαὶ καὶ ἰδίως θεωρία τινῶν, ἡ ὁποία ἄγει εἰς τὸ ἀρχικῶς λειτουργῆσαν συνταγματικὸν πολίτευμα, δηλαδὴ εἰς τὸ πολίτευμα ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐλειτούργει κατὰ τὰ πρῶτα ἔτη τοῦ συνταγματικοῦ βίου τῆς Γαλλίας, εἰς τὰ πολιτεύματα, τὰ ὁποῖα ἐλειτούργουν ἐν Γαλλίᾳ κατὰ τοὺς πρώτους χρόνους τῆς τρίτης Αὐτοκρατορίας· ὑπῆρξαν δὲ διδάσκαλοι καὶ σχολάρχαι τοιούτων θεωριῶν, τοιούτων γνωμῶν. Καὶ ἐνθυμοῦμαι καθηγητὴν τοῦ Συνταγματικοῦ δικαίου ἢ τοῦ Διεθνοῦς δικαίου, φίλον μου, τοῦ ὁποίου ἀναμιμνήσκομαι πάντοτε μετ’ εὐλαβείας, διότι δὲν ζῇ πλέον, τοῦ μακαρίτου Σαριπόλου. Ἡ Συντακτικὴ Συνέλευσις τοῦ 1863, ὅτε ἐπρόκειτο νὰ συνταχθῇ τὸ πολίτευμα, ἐσύστησε πολυμελῆ ἐπιτροπὴν ἐκ τριάκοντα δύο μελῶν, πρόεδρος τῆς ὁποίας ἐξελέγη ὑπὸ τῶν μελῶν αὐτῆς ὁ ἀείμνηστος Ἀλέξανδρος Μαυροκορδᾶτος. Διήνυε τότε ὁ ἀείμνηστος Μαυροκορδᾶτος δυστυχῆ περίοδον τοῦ βίου αὑτοῦ, διότι εἶχεν ἀπολέσει τὴν ὅρασιν, ἀλλὰ μ’ ὅλα ταῦτα εἰργάζετο μεθ’ ἡμῶν, τῆς ἐπιτροπῆς δὲ ταύτης εἶχον καὶ ἐγὼ ἐκλεγῆ μέλος. Ἡ ἐπιτροπὴ συνέστησεν ὑποεπιτροπὰς, καὶ εἰς μίαν μὲν τῶν ὑποεπιτροπῶν ἀνέθηκε τὴν σύνταξιν τοῦ «περὶ δικαστικῆς ἐξουσίας» τμήματος τοῦ Συντάγματος, εἰς ἄλλην ἀνέθηκε τὴν σύνταξιν τοῦ «περὶ δικαιωμάτων τῶν πολιτῶν» μέρους τοῦ Συντάγματος, εἰς ἄλλην ἀνέθηκε τὴν σύνταξιν τοῦ «περὶ συντάξεως τῆς Πολιτείας» τμήματος τοῦ Συντάγματος. Τῆς ἐπιτροπῆς λοιπὸν ταύτης ἔτυχε νὰ ἦμαι καὶ ἐγὼ μέλος· μέλη δὲ ἦσαν (πάντες ἀποθανόντες ἤδη δυστυχῶς) ὁ Παῦλος Καλλιγᾶς, ὁ Ἀνδρέας Λόντος ὁ ἐκ Πατρῶν, ὁ Ἰωάννης Μεσσηνέζης, ὁ Σαρίπολος καὶ ἐγώ. Ἡ ὑποεπιτροπὴ αὕτη ἀνέθηκεν εἰς ἐμὲ νὰ συντάξω τὸ κείμενον τοῦ τμήματος αὐτοῦ τοῦ Συντάγματος, καὶ νὰ εἰσάγω τὰ συντασσόμενα ἄρθρα εἰς τὴν συνεδρίασιν τῆς ἐπιτροπῆς, ὅπως αὕτη συζητῇ ἐπ’ αὐτῶν. Εἶχον λοιπὸν συντάξει τὸ ἄρθρον τοῦ Συντάγματος, κατὰ τὸ ὁποῖον οὐδεμία πρᾶξις τοῦ Βασιλέως ἰσχύει ἄνευ τῆς προσυπογραφῆς τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργοῦ, ὑπέχοντος τὴν ἐπὶ ταύτῃ εὐθύνην· τοῦτο ἀνεγράφετο ἐν τῷ ἑπομένῳ κειμένῳ τοῦ ἄρθρου 30, ὅπερ εἶχον συντάξει καὶ εἰσῆγον: «Οὐδεμία πρᾶξις τοῦ Βασιλέως ἰσχύει, οὐδ’ ἐκτελεῖται, ἂν δὲν ἦναι προσυπογεγραμμένη παρὰ τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργοῦ, ὅστις διὰ μόνης τῆς ὑπογραφῆς του καθίσταται ὑπεύθυνος...» Ἐτυγχάνομεν ἐν συνεδριάσει, ὅτε εἰσήγαγον τὸ κείμενον τοῦ ἄρθρου τούτου. Ὁ μακαρίτης Σαρίπολος ἀντεῖπε· διῄρει δὲ τὰ δικαιώματα τοῦ Βασιλέως εἰς δικαιώματα, ὧν ἡ ἐνάσκησις ἀπαιτεῖ τὴν εὐθύνην τοῦ Ὑπουργοῦ, καὶ ἑπομένως τὴν προσυπογραφὴν τοῦ Διατάγματος, καὶ εἰς δικαιώματα, τὰ ὁποῖα ὁ Βασιλεὺς ἐνασκεῖ ὡς συμπεφυκότα μετὰ τῆς βασιλικῆς αὑτοῦ ὑπάρξεως, καὶ διὰ τὰ ὁποῖα οὐδεμίαν οὐδεὶς ὑπέχει εὐθύνην· ἀνέγραφε δὲ μεταξὺ αὐτῶν τὴν σύγκλησιν τῆς Βουλῆς, τὴν ἀναβολὴν καὶ τὴν διακοπὴν τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς, τὴν διάρκειαν τῆς Βουλῆς, τὴν ἀπονομὴν τῆς χάριτος, τὸν διορισμὸν τῶν Ὑπουργῶν. Ἀντέλεγε λοιπὸν εἰς τὸ εἰρημένον ἄρθρον, προτείνων νὰ μεταβληθῇ κατὰ τὴν ἔννοιαν, τὴν ὁποίαν εἶπον πρὸς ὑμᾶς πρὸ μικροῦ. Ὁ Καλλιγᾶς ἀπέκρουσε τὴν γνώμην ταύτην τοῦ Σαριπόλου, ὑποστηρίξας τὴν ἐμὴν γνώμην. Ἀλλ’ ὁ Καλλιγᾶς συνήθιζε νὰ δάκνῃ δι’ εἰρωνείας τοὺς ἀντιλέγοντας, ὁ δὲ Σαρίπολος ἦτο ὀξύθυμος. Ἐπῆλθεν ἕνεκα τούτου τραχεῖα τῆς συσκέψεως ταύτης διακοπή· ἀλλὰ τὴν ἐπιοῦσαν ἡ ἐπιτροπὴ συνῆλθεν εἰς συνεδρίασιν, καὶ ἀπεδέχθη τὸ ἄρθρον, ὡς εἶχε συνταχθῆ ὑπ’ ἐμοῦ, ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἀπολύτου ἀρχῆς, ὅτι οὐδεμία πρᾶξις τοῦ Βασιλέως ὑπάρχει ἄνευ εὐθύνης, διότι μόνη ἡ εὐθύνη τοῦ Ὑπουργοῦ δίδωσιν εἰς αὐτὴν τὸ κῦρος, οὗτος δὲ ἕνεκα τούτου φέρει τὴν ἐπὶ ταύτῃ εὐθύνην. Ἀφοῦ λοιπὸν οὐδεμία πρᾶξις τοῦ Βασιλέως ἰσχύει ἄνευ τῆς προσυπογραφῆς τοῦ Ὑπουργοῦ, ὁ ὁποῖος φέρει τὴν ἐπὶ ταύτῃ εὐθύνην, βεβαίως εὐθύνονται καὶ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι διορίζονται Πρωθυπουργοί, καὶ προσυπογράφουσι τὸ Διάταγμα τοῦ διορισμοῦ αὐτῶν, διότι ὁ προκάτοχος αὐτῶν δὲν ἠθέλησε νὰ προσυπογράψῃ αὐτὸ, καὶ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι προσυπογράφουσι Διατάγματα διορισμοῦ Ὑπουργοῦ, ἐὰν ἐν τῷ διορισμῷ αὐτοῦ ὑπάρχῃ τι ἀντισυνταγματικὸν ἢ ἔκτροπον. Τὸ πολίτευμα εἶναι τῷ ὄντι πολύπλοκον· ἔχει πολλὰς πλοκάς· ἔχει πολλὰς θέσεις, ἵνα εἴπω οὕτω, καὶ πολλὰς λύσεις. Ἐὰν δὲν ὑπάρχῃ ἡ εἰλικρίνεια περὶ τὴν ἐφαρμογὴν αὐτοῦ, ἐὰν δὲν ὑπάρχῃ ἡ καλὴ πίστις, ἢ ἐὰν οἱ κατὰ τὸ Σύνταγμα δρῶντες προαιρῶνται νὰ προσπαθῶσι μόνον νὰ τηρῶσι τοὺς τύπους, νὰ ὑποκλέπτωσι δὲ τὴν οὐσίαν, καὶ νὰ διαχειρίζωνται αὐτὸ κατὰ τὴν ἰδίαν αὐτῶν γνώμην, βεβαίως τὸ πολίτευμα δὲν λειτουργεῖ, βεβαίως διαστρέφεται κατὰ τὴν λειτουργίαν αὑτοῦ, καὶ βεβαίως παράγει καρποὺς ἄλλους ἢ ἐκείνους, τοὺς ὁποίους ἔχει προορισθῆ νὰ παραγάγῃ. Ἐγὼ, ὁ ὁποῖος δὲν εἶμαι ἐν ἀκμῇ βίου, ἔχω ἀκράδαντον πεποίθησιν, ὅτι τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα πρέπει ὄχι μόνον νὰ ὑπάρχῃ ἐν Ἑλλάδι, ἀλλὰ πρέπει καὶ νὰ λειτουργῇ ἀπταίστως, πρέπει πᾶσαι αἱ πράξεις, αἱ ὁποῖαι ἀπαιτοῦσι τὴν λειτουργίαν αὐτοῦ, νὰ ὑπαγορεύωνται ὑπὸ εἰλικρινοῦς προαιρέσεως, καὶ πᾶσα ἡ ἐκτέλεσις τῶν πράξεων τούτων νὰ γίνηται μετὰ τῆς αὐτῆς προαιρέσεως· ἀφοῦ δὲ κατ’ εὐτυχίαν ὁ Ἡγεμὼν ἐδείχθη πάντοτε φύλαξ τοῦ πολιτεύματος, συμβουλεύω τοὺς συμπολίτας μου, συμβουλεύω τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, μετὰ τῆς αὐτῆς εἰλικρινείας νὰ διαπράττῃ τὰ δικαιώματα ἢ τὰ καθήκοντα, τὰ ὁποῖα τὸ πολίτευμα, οἱ θεσμοὶ ἢ οἱ νόμοι ἐνεπιστεύθησαν εἰς αὐτὸν, διότι αὐτὸς εἶναι ὁ ἀληθὴς φύλαξ τοῦ πολιτεύματος· ἀπὸ τὴν ἀγρυπνότητα, ἀπὸ τὴν αὐστηρὰν ἐπιτήρησιν αὐτοῦ ἢ τὴν νωχέλειαν καὶ τὴν ἀδράνειαν αὐτοῦ, ἐξαρτᾶται ἡ εἰλικρινὴς λειτουργία ἢ ἡ διαστροφὴ περὶ τὴν λειτουργίαν τοῦ πολιτεύματος· καὶ ἂν ἡ εἰλικρινὴς λειτουργία, κατὰ τὴν ἐμὴν πεποίθησιν, θέλῃ παράγει ἀγλαοὺς καρποὺς, ἡ διαστροφὴ κατὰ τὴν λειτουργίαν τοῦ πολιτεύματος θέλει ἐπάγει πάντοτε δυστυχήματα, τὰ ὁποῖα πάντοτε ἀντανακλῶσιν ἐπὶ τὴν κεφαλὴν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Διὰ τοῦτο ἔχει ὑπὲρ πάντα ἄλλον τὸ συμφέρον νὰ ἦναι ἄγρυπνος φύλαξ, καὶ νὰ ἦναι εἰλικρινὴς ἐργάτης τῶν θεσμῶν καὶ τοῦ πολιτεύματος. Ὁ κ. ἐκ Λεβαδείας Βουλευτὴς μοὶ ἐφάνη, ὅτι κατέπεσεν ἐκ τῶν σπουδαίων θεμάτων, τὰ ὁποῖα ὑπέθεσεν ὅτι διεχειρίζετο, ὅτε ἠγόρευε περὶ τῶν θεσμῶν καὶ τοῦ Συντάγματος, ὅτι κατέπεσεν εἰς θέματα, τῶν ὁποίων ἡ διεξαγωγὴ ἐγίνετο μετά τινος ἀπροσεξίας, ἣν ἠδύνατό τις νὰ χαρακτηρίσῃ ὡς χυδαίαν καὶ μὴ προσήκουσαν. Ὅτε σᾶς ὡμίλει περὶ νομῶν καὶ περὶ διοικήσεως, ὅτε ὡμίλει περὶ δημογεροντιῶν καὶ περὶ δήμων, μοὶ ἐφάνη ὅτι ἦτο ἐστερημένος πάσης ἐπιστήμης, πάσης γνώσεως τοῦ διοικητικοῦ δικαίου, ἥτις ἐκανόνισεν ἤδη πρὸ πολλῶν δεκάδων ἐνιαυτῶν καὶ τοὺς ὁρισμοὺς καὶ τὰ θέματα καὶ τὸν τρόπον, καθ’ ὃν διεξάγεται ἡ διοίκησις. Πανταχοῦ προτιμῶσι τὸ σύστημα τὸ νομαρχιακὸν ἀπὸ τὸ σύστημα τῶν διοικήσεων. Ἐψηφοφόρησα ποτὲ ὑπὲρ διοικήσεως, ὑπὲρ τοῦ συστήματος, τὸ ὁποῖον ὁ ἀείμνηστος Κουμουνδοῦρος διενοεῖτο νὰ προτείνῃ εἰς τὴν Βουλὴν καὶ νὰ νομοθετήσῃ, διότι ἐπειθόμην, ὅτι δὲν εἶχον ἔτι παρασκευασθῆ ἄνδρες, ἄξιοι ἵνα ἀνέλθωσι καὶ διαχειρισθῶσι τὴν ἐξουσίαν, τὴν ὁποίαν οἱ νόμοι ἀνέθηκαν εἰς τὸν νομάρχην. Δὲν δύναμαι νὰ σᾶς δώσω τὴν βεβαίωσιν, ὅτι καὶ τώρα δὲν ἔχω τὴν αὐτὴν γνώμην, ὅτι τώρα ἐπείσθην ὅτι ὑπάρχουσιν ἄνδρες ἐν τῇ χώρᾳ, οἱ ὁποῖοι κατανοοῦσι τὰ δικαιώματα καὶ τὰ καθήκοντα τοῦ νομάρχου· ἀλλὰ τὸ νομαρχιακὸν σύστημα εἶναι τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον παρασκευάζει τὸν λαὸν εἰς τὴν αὐτοδιοίκησιν. Ὁ νομάρχης, ὁποῖον τὸν ὑποθέτει τὸ σύστημα τὸ διοικητικόν, τὸ ὁποῖον ὀνομάζεται νομαρχιακὸν, δὲν εἶναι ὁ νομάρχης τοῦ 1902. Ὁ νομάρχης τοῦ 1902 ἢ τοῦ 1901, διὰ νὰ ἐξελέγξῃ τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ δήμου, ὁ ὁποῖος ὑπήγετο εἰς τὸν νομὸν, ἐζήτει νὰ λάβῃ φιλοδώρημα ἀπὸ τὸν δήμαρχον! Καὶ ποῖον νομίζετε ὅτι ἐπενόησε νὰ λάβῃ φιλοδώρημα;
§166Ι. Γ. ΛΑΠΠΑΣ. Γάλους καὶ χήνας!
§167Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Νὰ ἀναγραφῇ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ δήμου, ὅτι πρέπει νὰ δίδῃ εἰς τὸν νομάρχην τρεῖς χιλιάδας δραχμὰς κατ’ ἔτος! Διατί; Δι’ ἔξοδα ἐπιθεωρήσεως τῆς δημοσίας ἀσφαλείας τοῦ δήμου! Ποῖος δὲ εἶναι ὁ δῆμος αὐτός, ὁ ὁποῖος ἤθελεν ἔχει τόσην μεγάλην ἔκτασιν καὶ περιφέρειαν, ὥστε ὁ νομάρχης ἔπρεπε νὰ ἱππεύῃ ἵππους, ἢ νὰ μισθώνῃ ἁμάξας, διὰ νὰ διατρέχῃ τὰ διάφορα χωρία, τὰ ὁποῖα ἀποτελοῦσι τὸν δῆμον, καὶ νὰ ἐπιστατῇ ὑπὲρ τῆς δημοσίας ἀσφαλείας; Εἶναι ὁ δῆμος Πειραιῶς, ὁ ὁποῖος ἔχει μόνον μίαν πόλιν, καὶ τὴν ὁποίαν δύναταί τις νὰ ἐπισκεφθῇ ἢ δι’ ὀχήματος, ἢ διὰ σιδηροδρόμου, ἢ διὰ τοῦ ἱπποσιδηροδρόμου! Καὶ ὁ νομάρχης οὗτος εἶχε δωρεὰν εἰσιτήριον εἰς τὸν σιδηρόδρομον! καὶ ὁ νομάρχης οὗτος εἶχε δωρεὰν εἰσιτήριον εἰς τὸν τροχιόδρομον! Καὶ ὁ νομάρχης, ἐναντίον τῶν παραδόσεων τῆς ὑπηρεσίας, παρὰ πᾶσαν συνήθειαν, κατ’ ἐξαίρεσιν, αὐτὸς πρῶτος καὶ μόνος μεταξὺ τῶν νομαρχῶν, εἶχε καὶ ὄχημα δημοσίᾳ δαπάνῃ, καὶ ἠδύνατο νὰ μεταβῇ εἰς τὸν Πειραιᾶ, χωρὶς νὰ δαπανήσῃ ἐκ τοῦ θυλακίου του οὐδὲ λεπτόν. Ἐλάμβανε λοιπὸν τρεῖς χιλιάδας δραχμὰς ἀδικαιολογήτως καὶ παρανόμως, διότι ἐπεθεώρει τὰ τῆς δημοσίας ἀσφαλείας, ὡς εἰ πρὸς τοῦτο εἶχεν ἀνάγκην ἐξόδων. Ὁ δὲ νομάρχης οὗτος ἦτο ὁ νομάρχης Ἀττικῆς, ἑδρεύων ἐν Ἀθήναις, ἔνθα ὑπάρχει ἡ Βουλὴ, τῆς ὁποίας εὔγλωττος ῥήτωρ, ὁ ἐκ Λεβαδείας Βουλευτὴς, συνηγόρει ὑπὲρ τοῦ Ὑπουργείου, τοῦ τοιοῦτον νομάρχην διατηροῦντος! Ἀλλὰ ποίαν ἐπιθεώρησιν ἔκαμνε; νὰ βλέπῃ, ἂν συνελήφθησαν οἱ λωποδύται; ἂν κατεδιώχθησαν τὰ πταίσματα; Τί νὰ πράξῃ; Ἀλλὰ τοιοῦτοι δὲν πρέπει νὰ ὦσιν οἱ νομάρχαι, οἱ ὁποῖοι πρέπει νὰ ἵστανται ἐν τῷ κέντρῳ τοῦ νομοῦ, καὶ ἀπὸ τοῦ ὕψους τῆς θέσεώς των νὰ ἐπισκοπῶσι τὰς ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν αὐτῶν τεταγμένας χώρας. Οἱ νομάρχαι ἔχουσιν ἄλλα καθήκοντα, νὰ ἐπιτηρῶσι τὴν διοίκησιν, τὴν διοίκησιν, τῆς ὁποίας διαχειρισταὶ εἶναι οἱ δήμαρχοι. Ὁ δήμαρχος ἐκπορεύεται ἐκ τῶν σπλάγχνων τοῦ δήμου, εἶναι προϊόν τῆς ἐκλογῆς τοῦ λαοῦ τοῦ δήμου, αὐτὸς δὲ ἐπεφορτίσθη νὰ διοικῇ τὸν δῆμον. Ἐὰν ὑποθέσητε, ὅτι πάντες οἱ δῆμοι διοικοῦνται καλῶς, ὁ νομὸς βεβαίως αὐτοδιοικεῖται, διότι δὲν διοικεῖται δι’ ὀργάνων τῆς Πολιτείας, δὲν διοικεῖται παρ’ ὑπαλλήλων τεταγμένων ὑπὸ τὴν πειθαρχίαν τῆς Διοικήσεως, πληρωνομένων ὑπὸ τοῦ δημοσίου ταμείου, ἀλλὰ διοικεῖται ἀπὸ τοὺς δημάρχους τῶν δήμων. Ὁ νομάρχης εἶναι ὁ ἐπιτηρητής, ὁ ἐξετάζων, ἂν ἐκτελοῦνται οἱ νόμοι· ἡ δημοσία ἀσφάλεια ἔχει καλῶς; καταδιώκονται αἱ ἀξιόποινοι πράξεις; παραπέμπονται εἰς τὴν δικαιοσύνην οἱ αὐτουργοί; ἐκτελοῦνται αἱ μικραὶ πταισματικαὶ ἀποφάσεις; τὰ χρήματα τοῦ δήμου διατίθενται σκοπίμως καὶ κατὰ τοὺς ὅρους τοῦ προϋπολογισμοῦ; ἡ ἀστυνομία τῶν ὑδάτων λειτουργεῖ εὐρύθμως; ἡ ἀσφάλεια κατὰ τοῦ πυρὸς εἶναι πραγματική; ἡ τάξις ἐν ταῖς ἀγοραῖς καὶ ἡ ἀγρονομία λειτουργοῦσιν ἐρρύθμως; ὁ δῆμος τέλος πάντων διοικεῖται καλῶς ὑπὸ τοῦ δημάρχου; Ἰδοὺ ἡ ἐξουσία αὐτοῦ. Ἀλλ’ ἔχει καὶ ἄλλην ἐξουσίαν νὰ ἐξελέγχῃ τοὺς δημοτικοὺς προϋπολογισμούς. Ἐὰν ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ δήμου δὲν γίνεται ἀποδεκτὸς ὑπὸ τῶν δημοτικῶν συμβούλων, ἡ μειονοψηφία τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἐκκαλῇ τὸν προϋπολογισμὸν ἐνώπιον τοῦ νομάρχου, ὅστις πρέπει νὰ ἐξετάζῃ, ἂν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ διετέθησαν αἱ δαπάναι τῶν δήμων, τὰ ἔσοδα αὐτῶν σκοπίμως καὶ πρὸς τὴν εὐημερίαν τῶν πολιτῶν τοῦ δήμου καὶ τὴν θεραπείαν τῶν ποικίλων ἀναγκῶν αὐτοῦ, τῆς ἀσφαλείας, ἢ τῆς ἀγρονομίας, ἂν διετέθησαν πρὸς ἐνίσχυσιν τῆς γεωργίας, ἢ πρὸς διαρρύθμισιν τοῦ ῥοῦ τῶν ὑδάτων, ἂν ἐξετέλεσεν ὁ δῆμος τὰς ὑποχρεώσεις, ἃς οἱ νόμοι ἐπιβάλλουσιν εἰς αὐτόν· ἐὰν δὲ οἱ ἄρχοντες τοῦ δήμου παρέλειψαν νὰ ἐκπληρώσωσι τὰς ὑποχρεώσεις, ἃς οἱ νόμοι ἐπιβάλλουσιν εἰς τοὺς δήμους, ὁ νομάρχης ὀφείλει νὰ μεταβάλῃ τὸν προϋπολογισμὸν, ἀφαιρῶν ἢ ἐλαττώνων ἢ προσθέτων δαπάνας. Ὅταν ὅμως οἱ νομάρχαι δὲν γνωρίζωσι τὸ καθῆκόν των, ὅταν, παραβλέποντες αὐτό, ἔχωσι σκοπὸν νὰ ἐξυπηρετήσωσι συμφέροντα τοπικῶν κομμάτων ἢ ἀτόμων, ἢ ἐκμεταλλεύωνται τὴν ὑπηρεσίαν αὐτῶν πρὸς ἴδιον ἀθέμιτον ὄφελος, βεβαίως τὸ νομαρχιακὸν σύστημα ἀποτυγχάνει, διότι καὶ τοῦτο λειτουργεῖ ἀναλόγως ἐκείνων, οἵτινες διορίζονται νομάρχαι. Ὁμολογῶ, ὅτι εἶναι δύσκολον νὰ εὑρεθῶσι νομάρχαι, καὶ μάλιστα τόσοι, διὰ 26 νομούς. Ἐνθυμοῦμαι, ὅτι ἀνέγνων ἐγκύκλιον νομάρχου, ὁ ὁποῖος οὐδὲν ὀλιγώτερον ἐζήτει ἢ νὰ διασκευασθῶσι τὰ δωμάτια τῆς Νομαρχίας πολυτελῶς· ἐπειδὴ δὲ δὲν ἐπήρκεσαν, φαίνεται, ὅσα τὸ δημόσιον ταμεῖον παρέσχεν αὐτῷ μέσα, ἐκάλει τοὺς δήμους τοῦ νομοῦ νὰ συνεισφέρωσι ποσὸν χρηματικόν, ὅπως ἀγορασθῶσι τὰ ἔπιπλα πρὸς στολισμὸν τῆς Νομαρχίας! Βεβαίως, ἐὰν τοιοῦτοι ἦναι οἱ νομάρχαι, τὸ σύστημα εἶναι κακόν. Ἀλλὰ καὶ διοικηταὶ ἐὰν ἦσαν, πάλιν ἤθελεν εἶσθαι κακὸν τὸ σύστημα. Τὸ σύστημα τῆς διὰ νομαρχῶν διοικήσεως εἶναι σύστημα, τὸ ὁποῖον πανταχοῦ προετιμήθη, διότι τὸ σύστημα τῆς διοικήσεως εἶναι σύστημα διδάσκον τοὺς πολίτας τὴν αὐτοδιοίκησιν· διὰ τοῦτο εἶμαι ὑπὲρ τοῦ νομαρχιακοῦ συστήματος, νομίζω δέ, ὅτι εἰς τὰ μικρὰ Κράτη πρέπει οἱ νόμοι νὰ δημιουργῶσι τὴν ἀνάγκην ὅσῳ τὸ δυνατὸν ὀλιγωτέρων ὀργάνων, ἵνα διοικῶσι, διότι πολλὰ ὄργανα δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εὑρεθῶσι κατάλληλα ἐν μικραῖς χώραις, καὶ ἰδίᾳ οἱ νομάρχαι. Ὁ κ. ἐκ Λεβαδείας Βουλευτὴς πάντα ταῦτα ἐθεώρησεν ἀμάθειαν, ὀπισθοδρομικὰς ἰδέας, φρονεῖ δὲ ὁ ἀνὴρ, ὅτι ἐπιτρέπεται αὐτῷ νὰ λέγῃ, ὅτι οἱ ἄλλοι, οἱ ὁποῖοι δὲν ἀποτελοῦσι τὸ κόμμα, εἰς τὸ ὁποῖον αὐτὸς ἀνήκει, δὲν ἔχουσι τίποτε εἰς τὴν κεφαλήν των καὶ ἀξιοῖ, ὅτι ἡ σοφία ἐνεκλείσθη εἰς τὴν κεφαλὴν τῶν μελῶν τοῦ κόμματος ἐκείνου! Ἐγὼ δὲν συνηθίζω νὰ ψέγω τοὺς ἄλλους, ἀλλ’ ἐξελέγχω μόνον τὰς πράξεις αὐτῶν, οὐδὲ χαρακτηρίζω τοὺς ἀντιπάλους μου ὡς ἀμαθεῖς ἐπὶ θεμάτων, ἐφ’ ὧν ἐγὼ εὑρίσκομαι ἐν ἀμαθείᾳ. Ἐὰν ὁ κ. ἐκ Λεβαδείας Βουλευτὴς ἰσχυρίζηται, ὅτι ἡμεῖς δὲν εἴχομεν πρόγραμμα κατὰ τὸ 1885, κατὰ τὸ 1887 ἢ κατὰ τὸ 1890, ὅτι τὸ πρόγραμμα ἡμῶν ἦτο νὰ πράττωμεν τὰ ἀντίθετα ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἔπραττον οἱ τότε κυβερνῶντες, βεβαίως δὲν ἐννοεῖ, τί λέγει, ἀλλὰ δὲν λέγω, ὅτι δύναμαι νὰ συλλυπηθῶ αὐτόν.
§168Ι. Γ. ΛΑΠΠΑΣ. Κατὰ τὸ 1885 ἦτο φίλος σας. Ἐξελέγη ὡς Δεληγεωργικός.
§169Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. — Δὲν λέγω ὅτι δύναμαι νὰ συλλυπηθῶ τὸν ἄνδρα· σπεύδω δὲ νὰ ἐξηγήσω αὐτῷ, διατὶ ἔλεγον, ὅτι σκοποῦμεν νὰ πράξωμεν τὰ ἐναντία ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἔπραττον οἱ τότε κυβερνῶντες. Καὶ ἀληθῶς τοιοῦτον ἐπέβαλλεν εἰς ἡμᾶς, ὡς Ἀντιπολίτευσιν, καθῆκον ἡ ἐσφαλμένη πολιτικὴ, ἣν ἠκολούθει ἡ τότε Κυβέρνησις. Ἐσφαλμένη οἰκονομικῶς, διότι ἡ πολιτικὴ τῶν δανείων ἦτο ἐπιβλαβὴς καὶ ὀλεθρία εἰς τὸν τόπον. Ἐσφαλμένη διοικητικῶς, διότι διέφθειρε τὸν τόπον, καὶ παρεῖχεν ὀλέθρια εἰς τὴν χώραν διδάγματα. Ἐσφαλμένη πολιτικῶς, διότι ἀνῄρει τὴν οὐσίαν τῶν συνταγματικῶν θεσμῶν διὰ τῆς παρῳδίας τῶν ἐξωτερικῶν τύπων αὐτῶν. Δὲν ὠφείλομεν λοιπὸν νὰ ἀναγράψωμεν ἐν τῷ προγράμματι ἡμῶν, ὅτι ἐσκοποῦμεν νὰ μεταβάλωμεν τὸν νόμον περὶ Νομαρχιακῶν Συμβουλίων τοῦ 1887, τὸν ὁποῖον μετὰ κακοζήλου ἀμαθείας ἐδοκίμασαν νὰ ἀντιγράψωσιν ἐκ τῆς Γαλλικῆς νομοθεσίας; Τὸ πρόγραμμα ἡμῶν ἀληθῶς ἦτο ἡ ἀναίρεσις, ἡ ἀνατροπὴ τῆς βάσεως, ἐκ τῆς ὁποίας ἐξεπορεύετο ἡ πολιτικὴ τῶν τότε κυβερνώντων, ἡ κατὰ τὴν πεποίθησιν ἡμῶν ἐπιζήμιος εἰς τὰ δημόσια συμφέροντα, ἡ μέλλουσα νὰ λήξῃ εἰς τὴν καταστροφὴν, εἰς ἣν δυστυχῶς κατέληξεν. Ἀλλὰ πλὴν τῆς πολιτικῆς ταύτης, τὴν ὁποίαν ἐν τῇ προτελευταίᾳ παραγράφῳ τοῦ Βασιλικοῦ Λόγου ἀνεγράψαμεν, διότι φρονοῦμεν, ὅτι πρέπει νὰ ἀποφεύγωμεν τὴν πολιτικὴν τῶν δανείων, νὰ ἀποφεύγωμεν ἵνα διὰ δανείων προσπορισθῶμεν τὰ χρήματα, τῶν ὁποίων ἔχομεν ἀνάγκην πρὸς βελτίωσιν τῆς χώρας, ἀλλ’ ὅτι ὀφείλομεν νὰ προμηθευθῶμεν τὰ ἀναγκαῖα χρήματα δι’ ἐλαττώσεως τῶν ἐξόδων τοῦ Προϋπολογισμοῦ, αὐτὴν τὴν πολιτικὴν μετήλθομεν πάντοτε, καὶ αὐτὴν πρόκειται νὰ ἐφαρμόσωμεν καὶ νῦν. Νομίζω μάλιστα, καὶ δύναμαι νὰ τὸ εἴπω, οὐχὶ διὰ νὰ περιποιήσω ἔπαινον εἰς ἐμαυτόν, — διότι δὲν ἐσυνήθισα νὰ ἐπαίρωμαι, — ἀλλὰ διὰ νὰ περιποιήσω ἔπαινον εἰς τοὺς ἐκλογεῖς τοῦ Βασιλείου, διὰ νὰ περιποιήσω ἔπαινον πρὸς σᾶς, οἱ ὁποῖοι ἀποτελεῖτε τὸ ἡμέτερον κόμμα καὶ ἀκολουθεῖτε τὴν πολιτικὴν τοῦ κόμματος ἡμῶν, ὡς κόμματος ἀντιπολιτευομένου, πρὸς σᾶς, οἱ ὁποῖοι συνεπράττετε μεθ’ ἡμῶν διὰ τὰ γενικὰ ταῦτα θέματα, νὰ περιποιήσω ἔπαινον πρὸς ὑμᾶς, οἱ ὁποῖοι ἠγωνίζεσθε πρὸς ὑποστήριξιν τοῦ προγράμματος ἡμῶν, δύναμαι, λέγω, νὰ τὸ εἴπω, ὅτι ἡμεῖς ἔχομεν πρόγραμμα, τὸ ὁποῖον διελαλήσαμεν πανταχοῦ τῆς ἐπικρατείας. Δὲν εἴχομεν πρόγραμμα ἡμεῖς, ὅτε ἐμαχόμεθα περὶ θεσμῶν ἐν περιστάσεσι τοιαύταις, ὁποῖαι ἦσαν ἐκεῖναι, αἱ ὁποῖαι ἀνεφάνησαν κατὰ τὸ 1901 καὶ κατὰ τὸ 1902; Δὲν ὠφείλομεν νὰ ἀποκρούσωμεν τὴν γελοίαν δικαιολογίαν, τὴν ὁποίαν ἠκούσαμεν διαλαλουμένην ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅτι, ὅτε παρῃτήθη τὸ Ὑπουργεῖον, οὗ προΐστατο ὁ ἐκ Κερκύρας πολιτευτὴς, δὲν ἔπρεπε νὰ διαλυθῇ ἡ Βουλὴ, διότι ἦσαν εἰς ὀξύτατον σημεῖον τὰ πράγματα; Καὶ ἔπρεπε οὕτω νὰ διοικηθῶμεν ἐπὶ ἓν ὁλόκληρον ἔτος, κατὰ τρόπον πρωτοτύπως ἰδιόρρυθμον, διὰ νὰ ἀποφύγωμεν τὰς ἐκλογάς; Διατί; Διότι, ἐὰν ἐγίνοντο τότε ἐκλογαί, τὸ κόμμα τοῦ ἐκ Κερκύρας Βουλευτοῦ ἤθελε κατατροπωθῇ ὑπὸ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, μόλις δ’ ἤθελε διασώσει ὀλίγους τῶν φίλων του! Ἀλλὰ τοιαῦται σκέψεις δύνανται νὰ προταχθῶσι τῆς πλήρους, τῆς εἰλικρινοῦς, τῆς μετὰ παρρησίας λειτουργίας τοῦ πολιτεύματος; Πρέπει βεβαίως νὰ μὴ ἀπασχολήσω ὑμᾶς, ζητῶν νὰ ἀναιρέσω ἄλλα ἐπιχειρήματα ἐλαφρὰ, τὰ ὁποῖα δὲν ἁρμόζουσιν εἰς βῆμα Κοινοβουλίου· ὅτι δηλαδὴ ἔν τισι νομοσχεδίοις εἶχε γραφῇ ἐν ἀρχῇ τοῦ νομοσχεδίου ὁ τύπος ἐκεῖνος, διὰ τοῦ ὁποίου περιβάλλονται τὰ νομοσχέδια, ἀφοῦ ψηφισθῶσιν ὑπὸ τῆς Βουλῆς καὶ κυρωθῶσιν ὑπὸ τοῦ Βασιλέως καὶ κατασταθῶσι νόμοι, ὁ τύπος «Ψηφισάμενοι ὁμοφώνως μετὰ τῆς Βουλῆς.» Πρὸ μικροῦ ἀνέγνωσα νομοσχέδιον τυπωμένον, τὸ ὁποῖον εἶχεν εἰσαγάγει ὁ κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸς, «περὶ ἀποξηράνσεως ἑλῶν καὶ τελμάτων,» καὶ εἶδον ἐν αὐτῷ, ὅτι μετὰ τοῦ κειμένου τοῦ νομοσχεδίου εἶχον ἐκτυπωθῇ αἱ συμβάσεις καὶ τὰ Διατάγματα, ἅτινα ἐπὶ σειρὰν πέντε ἢ ὀκτὼ ἐτῶν εἶχον ἐκδοθῇ περὶ ἀποξηράνσεως ἑλῶν, εἰς τὸ τέλος δὲ τοῦ νομοσχεδίου εἶχε τεθῆ ἡ ὑπογραφὴ τοῦ προβαλόντος αὐτὸ Ὑπουργοῦ κ. Μαυρομιχάλη. Ταῦτά εἰσι λάθη τῶν γραφείων ἢ τῶν διορθωτῶν τῶν τυπογραφικῶν δοκιμίων· ἐκάλεσα δὲ ἀμέσως τὸν Διευθυντὴν τοῦ Γραφείου τῆς Βουλῆς καὶ συνέστησα τὴν προσοχὴν αὐτοῦ ἐπὶ τῆς ἐκτυπώσεως τῶν νομοσχεδίων. Ἀλλὰ τὰ θέματα ταῦτα ἐξελέξαντο οἱ σοφοὶ ἐπικριταὶ ἡμῶν, ἵνα μειώσωσι τὴν ἀξίαν τῶν νομοσχεδίων, ἵνα χαρακτηρίσωσιν ἡμᾶς ὡς ἀμαθεῖς, ὡς ὅτε ὁ ἐκ Λεβαδείας Βουλευτὴς, ἐξετάζων τὰ περὶ τοῦ προσδιορισμοῦ τῶν θέσεων, εἰς ἃς ἦτο δυνατὸν νὰ ἱδρυθῶσιν ἐργοστάσια, προσεπάθει νὰ πορισθῇ ἐκεῖθεν χαριεντισμοὺς, ἵνα καταστήσῃ εὐπροσδέκτους τὰς παρατηρήσεις του. Ὀλιγωρῶ πάντοτε τῶν προσφευγόντων εἰς ἐκφράσεις ἀκόσμους, τοὺς λέγοντας δὲ, ὅτι μᾶς ἐλεεινολογοῦσιν οἰκτείρω, διότι μετὰ ἑξηκονταετῆ κοινοβουλευτικὸν βίον εἰσάγονται ἐν τῇ Βουλῇ ἄνθρωποι τοιαύτας ἀκόσμους καὶ χυδαίας ἐννοίας ἀπαγγέλλοντες ἀπὸ τοῦ βήματος. Ἔλεγεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Λεβαδείας, ὅτι αὐτὸς μεθ’ ὅλα ταῦτα, τὰ ὁποῖα ἀπηρίθμησε κατὰ τοῦ Ὑπουργείου καὶ τοῦ κόμματος ἡμῶν, ὅτι αὐτὸς θέλει ὑποστηρίξει τὸ Ὑπουργεῖον, διότι προτιμᾷ ἡμᾶς ἐν τῇ ἀρχῇ παρὰ ἐν τῇ ἀντιπολιτεύσει· διότι ἐν τῇ ἀρχῇ εἴμεθα ἄκακα ὄντα, ἐν τῇ ἀντιπολιτεύσει ὅμως εἴμεθα ἐπικίνδυνοι, καὶ δυνάμεθα νὰ φέρωμεν ὄλεθρον. Ὁμολογῶ ὅτι ἀληθῶς προσπαθοῦμεν, ὅσον εἶναι δυνατὸν ἀνθρωπίνως, νὰ ἤμεθα ἄκακα ὄντα, διότι φρονοῦμεν, ὅτι πρωτίστη ἰδιότης τῶν ἀρχόντων εἶναι νὰ ἦναι ἄκακοι, καὶ νὰ πράττωσι τὸ καλὸν, οὐδέποτε δὲ νὰ πράττωσι τὸ κακόν· μάλιστα νὰ ἐκτείνωσιν, εἰ δυνατὸν, τὴν ἀγαθότητα αὐτῶν καὶ πρὸς τοὺς ἀντιπάλους των, ἵνα διδάσκωσι τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν, ὅτι ἡ δικαιοσύνη πρέπει νὰ κινῇ τὰς πράξεις τῶν ἀρχόντων, καὶ ὅτι τὰ καθήκοντα, τὰ ὁποῖα ἔχουσιν οἱ ἄρχοντες, δὲν εἶναι νὰ ἁρπάζωσι τὴν ἀρχὴν, ἵνα ἐκδικῶνται τοὺς ἀντιπάλους των, ἢ ἵνα ἀδικῶσι τοὺς πολίτας, ἢ ἵνα διασπαθῶσι τὸ δημόσιον χρῆμα, ἢ ἵνα λεηλατῶσι τὰς περιουσίας τῶν Μονῶν, ἢ νὰ ἀρνῶνται ἐν τῇ ἐνασκήσει τῶν πολιτικῶν δικαιωμάτων, ἢ ἐν τῇ ἐνασκήσει τῆς μερίμνης αὐτῶν περὶ τῶν ἰδίων αὐτῶν συμφερόντων, τὴν ἀλήθειαν καὶ τὴν δικαιοσύνην. Ἤθελον λογισθῆ εὐτυχὴς, δὲν ἔχω δὲ καμμίαν ἀμφιβολίαν, ὅτι καὶ οἱ ἐμοὶ συνάδελφοι ἤθελον λογίσει ἑαυτοὺς εὐτυχεῖς, ἐὰν ἠδυνάμεθα νὰ μὴ πράττωμεν πράξεις, αἵτινες, καὶ ἂν ἦναι εὔλογοι, καταλήγουσιν ὅμως εἰς ζημίας τῶν πολιτῶν· λέγω καὶ ἂν ἦναι εὔλογοι, διότι καθίστανται ἀναγκαῖαι αἱ πράξεις, αἵτινες σκοποῦσι τὸν καθαρισμὸν τῆς διοικήσεως ἀπὸ πάντα ἐκεῖνα τὰ μὴ ἀγαθὰ στοιχεῖα, τὰ μὴ ἄκακα, ὡς ἐσμὲν ἡμεῖς, στοιχεῖα, τὰ ὁποῖα εἰσέφρησαν ἐν τῇ διοικήσει, ἢ τὰ ὁποῖα εἰσήχθησαν ἐν αὐτῇ ἀπὸ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι δὲν εἶναι ἄκακοι, ὡς ἡμεῖς. Ἐὰν δὲ νομίζῃ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Λεβαδείας, ὅτι ἡμεῖς ἐν τῇ ἀντιπολιτεύσει εἴμεθα ἐπικίνδυνοι, βεβαίως ἀναφέρεται εἰς τὰς προτάσεις, τὰς ὁποίας ὁ ἄλλοτε Βουλευτὴς ἐκ Σύρου ἐπρότεινε, καὶ τὰς ὁποίας ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Λεβαδείας ὑπεστήριζε, τὰς προτάσεις ἐκείνας, αἵτινες ἐσκόπουν νὰ μεταβάλωσι τὴν Βουλὴν εἰς νομοθετικὸν Σῶμα καὶ νὰ ἀφαιρέσωσιν ἀπὸ τὴν Βουλὴν τὸ δικαίωμα τοῦ ἐλέγχου καὶ τῆς ἐπιτηρήσεως. Βεβαίως δυσφορεῖ, ἀναμιμνησκόμενος, ὅτι ἡμεῖς διὰ τῆς κωλυσιεργίας ἐσώσαμεν τὸν δῆμον Ἀθηναίων καὶ τὸν δῆμον Πειραιῶς ἀπὸ δεκάδων πολλῶν ἑκατομμυρίων, τὰ ὁποῖα ἤθελον ἀναγκασθῆ νὰ πληρώνωσιν οἱ εἰρημένοι δῆμοι, ἐὰν ἐψηφίζετο ἡ σύμβασις τῆς Στυμφαλίας, καταστήσαντες ἀναγκαίαν τὴν ἐγκατάλειψιν τῆς συμβάσεως ἐκείνης, ἡ ὁποία παρεστάθη ὡς ἔχουσα τὸ μέγα προτέρημα, ὅτι δὲν εἶχε μελετηθῆ, διότι κατὰ τὴν γνώμην τοῦ τότε Πρωθυπουργοῦ τὰ ἔργα τὰ μελετηθέντα ἀποβαίνουσι πάντοτε κακῶς, ἐνῷ τὰ ἀμελέτητα ἀποβαίνουσι καλῶς. Διὰ τῆς κωλυσιεργίας ὡσαύτως ἐσώσαμεν νόμον, τοῦ ὁποίου τὰ ἀγαθὰ ἀποτελέσματα ἀνομολογοῦνται ὑπὸ πάντων, νόμον, τοῦ ὁποίου πᾶσα Κυβέρνησις, πᾶς Ὑπουργὸς ἤθελε νομίσει ἑαυτὸν εὐτυχῆ, ἐὰν ἠδύνατο νὰ εἰσφέρῃ παραπλήσιον νομοθέτημα, ἵνα σώσῃ κλάδον δημοσίας ἐργασίας, ἐκ τῆς ὁποίας ἐξαρτᾶται τὸ μέλλον τοῦ τόπου, τὸν κλάδον τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, ἡ ὁποία παρασκευάζει τὴν Ἑλληνικὴν νεότητα. Ἀλλὰ τὴν ἀγαθὴν πρὸς ἡμᾶς προαίρεσιν αὐτοῦ, καίτοι ὑπαγορεύει ἡ ἰδιοτέλεια, ὡς πάντα τὰ διανοήματα τῶν ἀνθρώπων τούτων, τὴν προαίρεσιν, ὅτι μᾶς προτιμᾷ ἐν τῇ ἀρχῇ, ἵνα μὴ βλάπτωμεν, ὄντες ἐν τῇ ἀντιπολιτεύσει, τὴν ἀγαθὴν ταύτην προαίρεσιν αὐτοῦ εἴμεθα ἠναγκασμένοι νὰ μὴ στέρξωμεν, ἐν ὅσῳ τὴν προαίρεσιν αὐτὴν ἐξαγγέλλουσιν ἄνδρες, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχουσι τὸ φρόνημα ἡμῶν, διότι, καὶ ἂν ἤθελον προσπαθήσει νὰ ἐξωτερικεύσωσιν αὐτήν, δὲν ἠθέλομεν πιστεύσει εἰς αὐτήν, ἀλλ’ ἠθέλομεν ἀναζητήσει, τί ὑπ’ αὐτὴν κρύπτεται, τὸ ὁποῖον βεβαίως δὲν εἶναι ἄκακον ἐπινόημα, ὡς εἶναι ἄκακα ἐπινοήματα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἡμεῖς ἔχομεν, ἐν τῇ Κυβερνήσει τυγχάνοντες. Ἡμεῖς, ὡς καὶ ἄλλοτε εἶπον πρὸς τὴν Βουλήν, δὲν ἔχομεν λόγον ὑπάρξεως ἐν τῇ ἀρχῇ, εἰμὴ ἐὰν ἡ Βουλὴ στέρξῃ νὰ ἐπιψηφίσῃ τὰ νομοθετήματα, τὰ ὁποῖα προεβάλομεν, καὶ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα θέλομεν προβάλει εἰς αὐτήν, τὰ ὁποῖα ἀποτελοῦσι τὸ πρόγραμμα ἡμῶν. Δὲν θέλομεν βεβαίως μείνει ἐν τῇ ἀρχῇ, ἐὰν ἡ Βουλὴ μᾶς ἀρνηθῇ τὴν ψῆφον καὶ ἐπὶ τῶν νομοσχεδίων τούτων, ὡς δὲν θέλομεν μείνῃ βεβαίως ἐν τῇ ἀρχῇ, ἐὰν τυχὸν ἤθελε τὸ Στέμμα ἀρνηθῇ νὰ κυρώσῃ τὰ νομοθετήματα ἡμῶν. Δὲν ἔχω ἔνδειξιν, ἵνα ὑποθέτω τὸ τελευταῖον τοῦτο, ἐξ ἐναντίας ἔχω πεποίθησιν ἐπὶ τὰς γνώμας καὶ τὰ φρονήματα, τὰ ὁποῖα κρατοῦσιν ἐν τῷ Στέμματι. Ἀλλ’ ἐὰν τυχὸν τὰ νομοθετήματα ἡμῶν δὲν ἤθελον μεταβληθῆ εἰς νόμους, ἡμεῖς δὲν χρησιμεύομεν διότι δὲν ἤλθομεν εἰς τὴν ἀρχήν, ἵνα γείνωμεν Ὑπουργοί, ἵνα διαχειρισθῶμεν τὴν ἀρχήν, ἤλθομεν εἰς τὴν ἀρχήν, ἵνα ὑπηρετήσωμεν τὸν τόπον ἡμῶν, ὁ δὲ τόπος ἡμῶν ἔχει ἀνάγκην τῶν τοιούτων ὑπηρεσιῶν ἡμῶν (Εὖγε! εὖγε! ἐκ τῆς δεξιᾶς). Ὅτε παρευρέθην ἐν τῇ συσκέψει, ἥτις ἐγένετο ἐν τῇ οἰκία ἑνὸς τῶν πολιτικῶν ἀνδρῶν τῆς πατρίδος, ὅστις δὲν ἀνήκει βεβαίως εἰς τὸ πολιτικὸν κόμμα, τοῦ ὁποίου διευθύνω τὰς ἐργασίας, ὅστις ἔχει αὐθυπαρξίαν καὶ αὐτοτέλειαν, ἔχει ἰδίους φίλους, ἔχει ἰδίας γνώμας, τοῦ ὁποίου ὅμως αἱ γενικαὶ γνῶμαι εἶναι αὐταὶ αὗται αἱ γνῶμαι, τὰς ὁποίας καὶ ἡμεῖς ἔχομεν· ὅτε, λέγω, παρευρέθην ἐν τῇ συνελεύσει ἐκείνῃ, ἤκουσα ἐκεῖ ἐκδηλουμένην τὴν γνώμην τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, τὴν γνώμην πάντων τῶν ἀντιπολιτευομένων, καίπερ μὴ ἀνηκόντων εἰς τὸ κόμμα ἡμῶν, συμπραττόντων ὅμως καὶ συνεργούντων, βεβαιούντων ἡμᾶς, ὅτι θέλουσι παράσχει ἡμῖν τὴν συνδρομήν των ἐν τῇ Βουλῇ, ἐὰν ἠθέλομεν κληθῆ εἰς τὴν ἀρχήν. Τὴν συνδρομὴν ταύτην τῶν συναδέλφων τούτων ἀποδεχόμεθα, διότι εἶναι συνδρομὴ ἀνδρῶν κρινόντων τὰ πράγματα ὡς κρίνομεν αὐτὰ καὶ ἡμεῖς, καὶ ἐχόντων τὸν πόθον νὰ συντελέσωσιν, ἵνα ἀνορθωθῶσι τὰ κακῶς ἔχοντα, ἵνα διαρρυθμισθῶσι τὰ ἀνώμαλα. Ἂν ἀποκρούωμεν τὴν ὑπὲρ ἡμῶν προαίρεσιν τοῦ Βουλευτοῦ ἐκ Λεβαδείας, εὐγνωμόνως ἀποδεχόμεθα τὴν συνδρομὴν τῶν συναδέλφων ἐκείνων. Τὴν συνδρομὴν ἀνδρῶν, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχουσι τὰς αὐτὰς γνώμας, τὰ αὐτὰ φρονήματα, δὲν δεχόμεθα, οὐδ’ ὑπολογίζομεν ἐπὶ τὴν συνδρομὴν ἀνδρῶν, οἷος ὁ ἐκ Λεβαδείας Βουλευτής. Καὶ δὲν ἔχομεν βεβαίως δικαίωμα νὰ ὁδηγήσωμεν αὐτούς, ποίαν θέλουσι δίδει ψῆφον, ἀλλὰ δὲν στέργομεν νὰ μένωμεν ἐν τῇ ἀρχῇ, στηριζόμενοι ἐπὶ τῆς συνδρομῆς αὐτῶν, ὑπολογίζοντες ἐπ’ αὐτῶν. Ἐλπίζω, Κύριοι, ἡ πολιτικὴ αὕτη περίοδος τῆς χώρας νὰ ἀποβῇ τοιαύτη, ὥστε αἱ ὑπηρεσίαι ἡμῶν νὰ ἀποβῶσι χρήσιμοι εἰς αὐτήν. Βεβαίως αἱ ὑπηρεσίαι ἡμῶν εἶναι ἀσθενεῖς, πολλαὶ δὲ καὶ μεγάλαι αἱ ἀνάγκαι τῆς χώρας, ἀλλὰ τὰς ἀσθενεῖς ταύτας ὑπηρεσίας ἡμῶν θέλομεν προσενέγκει μετὰ πάσης εἰλικρινείας, καὶ μετὰ παντὸς θάρρους καὶ πάσης πεποιθήσεως. Ἐὰν εὐτυχήσωμεν νὰ ἴδωμεν αὐτὰς καρποφορούσας, θέλομεν ἔχει ἐν τῷ βίῳ ἡμῶν, εἴτε μακρὸς ἔσται οὗτος εἴτε βραχύς, θέλομεν ἔχει εὐχάριστον καὶ εὐτυχῆ τὴν ἀνάμνησιν τῆς περιόδου ταύτης τοῦ βίου μας· ἐὰν δὲν εὐτυχήσωμεν εἴτε νὰ ἴδωμεν μεταβαλλομένας εἰς νόμους τὰς προτάσεις ἡμῶν, εἴτε νὰ ἴδωμεν ἐκτελουμένας αὐτὰς μετὰ τοῦ πόθου, τὸν ὁποῖον ἔχομεν νὰ τὰς ἐκτελέσωμεν, θέλομεν λυπηθῆ, ὄχι διότι θέλομεν ἐγκαταλίπει τὴν ἀρχήν, ἀλλὰ διότι παρῆλθε χρόνος ἀνωφελῶς, οὐδ’ ἐπουλώθησαν κατ’ αὐτὴν αἱ πληγαὶ τῆς Πατρίδος ἡμῶν. (Ζωηραὶ ἐπιδοκιμασίαι καὶ χειροκροτήματα ἐκ τῆς δεξιᾶς).
§170ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κωνσταντόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§171ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ ἀναβάλωμεν δι’ αὔριον.
§172ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐὰν ὁ κ. Κωνσταντόπουλος δὲν θέλῃ νὰ ὁμιλήσῃ, ἔχει τὸν λόγον ὁ κ. Θεοτόκης.
§173Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐὰν θέλητε νὰ ἀναβάλωμεν δι’ αὔριον.
§174Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἐγὼ δὲν ἐζήτησα τὴν ἀναβολήν.
§175ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Θεοτόκης ἔχει τὸν λόγον.
§176Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Οἱ θεσμοί, Κύριοι, δὲν ἀποτελοῦσι τὸ πρόγραμμα ὑμῶν, καὶ δὲν δύνασθε νὰ εἴπητε, ὅτι ἤλθετε εἰς τὴν ἀρχήν, ἵνα ἀναστηλώσητε τοὺς θεσμούς. Ἡ ἀναστήλωσις τῶν θεσμῶν ἦτο καλή, ἐν ὅσῳ ἐχρησίμευεν ὡς ἐκλογικὸν τέχνασμα, ἀλλὰ περὶ ταύτης σοβαρῶς δὲν δύναται νὰ λεχθῇ τι ἐν τῇ Βουλῇ, καὶ δὲν δύναται νὰ λεχθῇ, διότι ὑμεῖς αὐτοὶ διεψεύσατε τοὺς τῶν θεσμῶν κινδύνους, διότι ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἐκηρύξατε πρὸ ὀλίγου, ὅτι ὁ Βασιλεὺς ὑπῆρξε πάντοτε εἰλικρινὴς φύλαξ τοῦ πολιτεύματος. Ἀλλ’ ἐὰν ὁ Βασιλεὺς ἦτο πάντοτε εἰλικρινὴς φύλαξ τοῦ πολιτεύματος, ποίαν σημασίαν ἔχουσι τὰ παρ’ ὑμῶν γραφέντα ἐν τῷ Βασιλικῷ Λόγῳ; ποίαν σημασίαν ἔχουσιν ὅσα εἴπετε σήμερον περὶ τῶν θεσμῶν; Πόθεν οἱ κίνδυνοι τῶν θεσμῶν; Ἐκ τῶν κάτω; ὄχι· αἱ τῶν κάτω ἐξεγέρσεις διευθύνονται παρ’ ὑμῶν, καὶ ὑμεῖς κήδεσθε τῶν θεσμῶν! Ἐκ τῶν ἄνω; Ἀλλ’ ὑμεῖς ἐπισήμως κηρύττετε, ὅτι ὁ Βασιλεὺς ὑπῆρξε πάντοτε εἰλικρινὴς φύλαξ τῶν θεσμῶν. Ἀλλὰ τότε ποῖος ἀπειλεῖ τοὺς θεσμούς; Πρὸς τί ἡ παράγραφος τοῦ Βασιλικοῦ Λόγου, ἡ ποιουμένη μνείαν περὶ προνομιῶν τοῦ Στέμματος εἰλικρινῶς συναρμολογουμένων μετὰ τῶν δικαιωμάτων τῆς Βουλῆς; Πρὸς τί τὰ παρ’ ὑμῶν λεγόμενα καὶ ἐπαναλαμβανόμενα περὶ θεσμῶν καὶ Συντάγματος καὶ περὶ διασώσεως κινδυνευόντων θεσμῶν; Οὐδεὶς, Κύριοι, ἀπειλεῖ τὸ Σύνταγμα, οὐδένα κίνδυνον διατρέχει τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα. Τὸ πολίτευμα τοῦτο καθιεροῖ τὸ δικαίωμα τοῦ Βασιλέως τοῦ διορίζειν καὶ παύειν τοὺς Ὑπουργούς· τὸ δικαίωμα τοῦτο εἶναι ἀπόλυτον, καὶ ἡ ἐνάσκησις αὐτοῦ εἰς οὐδένα ὅρον ὑποβάλλεται. Ἀλλ’ ἐννοεῖτε, ὅτι ἔγκειται ἐν τῇ φύσει τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος, ὅπως ἡ Κυβέρνησις, ἡ παρὰ τοῦ Βασιλέως διοριζομένη, τυγχάνῃ τῆς ἐμπιστοσύνης τῆς Βουλῆς· διότι ἐν ὅσῳ δὲν ἔχει τὴν δύναμιν, τὴν ἐκ τῆς Βουλῆς ἀπορρέουσαν, δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ καὶ λειτουργήσῃ. Ἐκ τούτου ἕπεται κατ’ ἀνάγκην, ὅτι ἡ Κυβέρνησις πρέπει νὰ λαμβάνηται ἐκ τῆς πλειονοψηφίας τοῦ Κοινοβουλίου. Τὸ δόγμα τοῦτο οὐδεὶς ἀναιρεῖ· ἀλλ’ ἡ ὁμολογία τοῦ δόγματος τούτου δὲν ἔχει ὡς ἀναγκαῖον ἀποτέλεσμα καὶ τὴν παραδοχὴν τῆς ἑτέρας ἀρχῆς, τὴν ὁποίαν τινὲς ὑπεστήριξαν, ὅτι οὐδέποτε δύναται νὰ σχηματισθῇ Κυβέρνησις ἐκ τῆς μειονοψηφίας. Ὑπάρχουσι περιστάσεις, καθ’ ἃς τοῦτο ἐπιβάλλεται· καὶ φέρω ὡς παράδειγμα περίστασιν ἐξ ἐκείνων, αἱ ὁποῖαι ἀπετέλεσαν δεινὴν καθ’ ἡμῶν κατηγορίαν. Ἐνθυμοῦμαι, ὅτι, ὅτε ἠναγκάσθη παρ’ ὑμῶν νὰ παραιτηθῇ ἡ Κυβέρνησις, τῆς ὁποίας προήδρευεν ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, εὑρέθη τὸ Κράτος πρὸ δυσκολίας μεγάλης. Ἦτο ἀδύνατον νὰ κληθῇ εἰς τὴν Κυβέρνησιν τῆς χώρας ὁ διευθύνων τὴν πλειονοψηφίαν τῆς ἐποχῆς ἐκείνης· διότι καθ’ ἣν στιγμὴν ἐπρόκειτο νὰ συνομολογηθῇ εἰρήνη μετὰ τῆς Τουρκίας, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἀνατεθῇ ἡ διοίκησις τῆς χώρας καὶ ἑπομένως ἡ συνομολόγησις τῆς εἰρήνης εἰς ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος εὑρέθη εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ προκαλέσῃ τὸν πόλεμον, εἰς ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος, προκαλέσας τὸν πόλεμον, παρήκουσε τὰς συμβουλὰς τῆς Εὐρώπης, τῆς ὁποίας ἡ εὐγενὴς μεσολάβησις ἠδύνατο νὰ μετριάσῃ τοὺς τόσον ἐπαχθεῖς δι’ ἡμᾶς ὅρους τῆς εἰρήνης. Ἐὰν ἡ θεωρία ὑμῶν ἦτο ἀληθὴς, ἐὰν ἔπρεπε πάντοτε νὰ κληθῇ εἰς τὴν διεύθυνσιν τῶν κοινῶν ὁ ὑπὸ τῆς πλειονοψηφίας ὑποδεικνυόμενος, ἢ ἄλλως νὰ διαλυθῇ ἀμέσως ἡ Βουλή, ἐρωτῶ, ποία θὰ ἦτο ἡ τύχη τῆς Ἑλλάδος καὶ ποία ἡ τύχη τῶν ἐθνικῶν συμφερόντων; Δὲν ἐκλήθη εἰς τὴν Κυβέρνησιν τῆς χώρας ὁ ἡγέτης τῆς πλειονοψηφίας, ἀλλ’ ἐκλήθη ὁ ἐκ Καλαβρύτων Βουλευτής. Καὶ ἐναντίον πρὸς τὸ παρ’ ὑμῶν ὑποστηριχθὲν τὴν ἑσπέραν ταύτην δόγμα ἡ πλειονοψηφία ὑπεστήριξε τὴν Κυβέρνησιν τοῦ ἐκ Καλαβρύτων Βουλευτοῦ. Εἰς τοῦτο δὲν εὑρίσκω τίποτε τὸ ἀντισυνταγματικόν, τίποτε τὸ ἀντικοινοβουλευτικόν.
§177ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἦτο Κυβέρνησις ἀνοχῆς.
§178ΑΛΕΞ. Θ. ΖΑΙΜΗΣ. Δὲν ἔχει ἔννοιαν ἡ φράσις «Κυβέρνησις ἀνοχῆς».
§179Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἦτο Κυβέρνησις, ἡ ὁποία ὑπεστηρίχθη ὑπὸ τῆς Βουλῆς καὶ εἶχεν ὑπὲρ ἑαυτῆς τοὺς ὅρους πάσης συνταγματικῆς Κυβερνήσεως, τὴν ἐμπιστοσύνην τῆς Βουλῆς καὶ τὴν ἐμπιστοσύνην τοῦ Στέμματος, καὶ ἑπομένως ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη δὲν δύναται νὰ κληθῇ Κυβέρνησις ἀνοχῆς, οὐδὲ δύναται νὰ ὑποστηριχθῇ, ὅτι ὁ σχηματισμὸς τοιαύτης Κυβερνήσεως ἔθετεν εἰς κίνδυνον τοὺς θεσμοὺς τῆς χώρας, οὔτε ἐπετρέπετο ἐπὶ τῷ σχηματισμῷ τοιαύτης Κυβερνήσεως νὰ θεωρήσητε, ὅτι ἀπαιτεῖται ἡ ἐπέμβασις ὑμῶν πρὸς διάσωσιν τῶν θεσμῶν τῆς χώρας. Περὶ τῆς ὑπὸ τὴν προεδρίαν ἐμοῦ Κυβερνήσεως δὲν ποιοῦμαι λόγον· αὕτη ἦτο συνταγματική, αὕτη ἦτο κοινοβουλευτική, καὶ ὁ χαρακτὴρ αὐτῆς οὗτος οὐδέποτε ἠμφισβητήθη. Ἀλλ’ ἦλθον τὰ γεγονότα τοῦ Νοεμβρίου τοῦ 1901. Ἡ Κυβέρνησις εἶχε τὴν πλειονοψηφίαν ἐν τῇ Βουλῇ, ἠναγκάσθη ὅμως, ἀφοῦ καὶ μετὰ τὰ ἀτυχῆ γεγονότα ἀπεδείχθη, ὅτι ἐκέκτητο τὴν πλειονοψηφίαν, ἠναγκάσθη, χάριν τῆς τάξεως, χάριν τῆς δημοσίας ἀσφαλείας, χάριν ὑπερτέρων συμφερόντων, νὰ παραιτηθῇ. Τί ἔδει νὰ γείνῃ; Ἡ Ἀντιπολίτευσις τότε ἀπετελεῖτο ἐκ τριῶν διακεκριμένων κομμάτων, τοῦ ἑνὸς ὑπὸ τὴν ἀρχηγίαν τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐκ Γόρτυνος, τοῦ ἑτέρου ὑπὸ τὴν ἀρχηγίαν τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Καλαβρύτων Βουλευτοῦ, καὶ τοῦ τρίτου ὑπὸ τὴν ἀρχηγίαν τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτοῦ. Ἐρωτῶ, ποία διάταξις συνταγματική, ποία ἀρχή, εἴτε συνταγματικὴ εἴτε κοινοβουλευτική, ἠδύνατο νὰ ἐπιβάλῃ εἰς τὸν Βασιλέα νὰ καλέσῃ ἐπὶ τὴν ἀρχὴν τὸν ἀρχηγὸν τοῦ ὑπὸ τὴν προεδρίαν ὑμῶν κόμματος, καὶ ὄχι τὸν ἀρχηγὸν ἑνὸς τῶν δύο ἑτέρων κομμάτων; Εἴχετε ἀληθῶς ἀριθμὸν ὀπαδῶν ἀνώτερον τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ὀπαδῶν ἑνὸς ἑκάστου τῶν ἄλλων κομμάτων, ἀλλ’ ἡ ἀριθμητικὴ αὕτη ὑπεροχὴ δὲν ὑπεχρέου τὸν Βασιλέα νὰ καλέσῃ ὑμᾶς. Ἠδύνατο νὰ ποιήσηται χρῆσιν τοῦ ἀπολύτου δικαιώματος, ὅπερ κέκτηται, τοῦ διορίζειν καὶ παύειν τοὺς Ὑπουργοὺς, καὶ ἐκλήθη ὁ ἐκ Καλαβρύτων Βουλευτὴς, ὅπως σχηματίσῃ Κυβέρνησιν. Ἀλλὰ λέγετε, ὅτι ὁ ἐκ Καλαβρύτων Βουλευτὴς ἔπρεπε νὰ διαλύσῃ ἀμέσως τὴν Βουλήν. Διατὶ τοῦτο; Ἔπρεπε νὰ διαλύσῃ τὴν Βουλήν, ἂν δὲν εἶχε τὴν ἐμπιστοσύνην τῆς Βουλῆς, διότι ἄνευ ταύτης δὲν ἠδύνατο ἡ Κυβέρνησις νὰ λειτουργήσῃ. Ἀλλ’ ἀφοῦ εἶχε τοὺς δύο ἀπαραιτήτους ὅρους τῆς ὑπάρξεως πάσης κοινοβουλευτικῆς Κυβερνήσεως, ἀφοῦ εἶχε τὴν ἐμπιστοσύνην τοῦ Βασιλέως καὶ τὴν ἐμπιστοσύνην τῆς πλειονοψηφίας τῆς Βουλῆς, ποῖον εἶχε λόγον καὶ ποίαν κοινοβουλευτικὴν ὑποχρέωσιν, ὅπως διαλύσῃ τὴν Βουλήν; Καὶ εἶχε τὴν ἐμπιστοσύνην τῆς πλειονοψηφίας οὐχὶ ἐκ συναλλαγῆς καὶ συμφέροντος, ἀλλ’ ἐκ τῆς πεποιθήσεως, ἣν εἴχομεν, ὅτι κατ’ ἐκείνην τὴν στιγμὴν δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐνεργηθῶσιν ἐκλογαὶ, οὐχὶ δι’ ὃν λόγον εἶπεν ὁ ἐξ Εὐρυτανίας Βουλευτὴς, οὐχὶ διότι αἱ ἐκλογαὶ, ἐνεργούμενοι κατ’ ἐκείνην τὴν στιγμὴν, ἤθελον μειώσει τὸν ἀριθμὸν τῶν πολιτικῶν φίλων μου, διότι ἀδιάφορον, ἂν κατὰ τὰς ἐκλογὰς ἐπρόκειτο νὰ ἐπιτύχωσιν ὀλίγοι, διότι οὐδέποτε ἐπεδίωξα τὴν ἀρχὴν, οὔτε κατὰ τὸ παρελθὸν ἐπεδίωξα ταύτην, οὔτε σήμερον ἐπιδιώκω τὴν ἀρχὴν, οὔτε εἰς τὸ μέλλον θέλω ἐπιδιώξει ταύτην. Ἄν τότε ἐγὼ καὶ οἱ φίλοι μου ὑπεστηρίξαμεν τὴν Κυβέρνησιν, τὴν ὑπεστηρίξαμεν, διότι ἐνομίζομεν, ὅτι, ἐν ᾗ καταστάσει τὰ πνεύματα τότε εὑρίσκοντο, ἐκλογαὶ ἀδύνατον ἦτο νὰ ἐνεργηθῶσιν, ὅτι ἡ κατ’ ἐκείνην τὴν στιγμὴν ἐνέργεια τῶν ἐκλογῶν θ’ ἀπετέλει ζημίαν τῶν ἐθνικῶν συμφερόντων, διότι ἐκλογαὶ ἐν ἐξάψει πνευμάτων ἦτο ἀδύνατον νὰ ἀποφέρωσιν ἀγαθὰ ἀποτελέσματα. Πρὸς ἐξάσκησιν τοῦ ἐκλογικοῦ δικαιώματος ἀπαιτεῖται ἠρεμία πνεύματος, τοιαύτη δὲ βεβαίως δὲν ὑπῆρχε κατὰ τὴν στιγμὴν ἐκείνην. Ὑπεστηρίξαμεν λοιπὸν τὴν Κυβέρνησιν ἐκείνην ἐξ ἀνωτέρων ἐθνικῶν λόγων· καὶ ἐρωτῶ: τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης ὑποστηριζομένης ὑπὸ τῆς πλειονοψηφίας τῆς Βουλῆς, δύναταί τις νὰ ἰσχυρισθῇ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἦτο ἀντισυνταγματικὴ ἢ ἀντικοινοβουλευτική; καὶ ἠδύνατο νὰ γείνῃ λόγος περὶ κινδύνου τῶν θεσμῶν, περὶ καταστρατηγήσεως τοῦ πολιτεύματος; Εἶναι δυνατὸν ταῦτα νὰ λέγωνται, πολὺ δὲ ὀλιγώτερον νὰ πιστεύωνται; Ταῦτα δύνανται νὰ λέγωνται, ὅταν πρόκηται δι’ αὐτῶν νὰ ἐπιτευχθῇ τεχνικὴ τῶν πνευμάτων ἐξέγερσις, ὅταν πρόκηται νὰ γένηται χρῆσις μεγάλων λέξεων, ὅπως ἐνθουσιάσωμεν τὰ πλήθη καὶ ἐπιτύχωμεν δι’ ἀδικαιολογήτου ἐνθουσιασμοῦ νὰ ἐπισκοτήσωμεν τὴν κρίσιν, ὅπως καρπωθῶμεν τῆς ἐπισκοτήσεως ταύτης τ’ ἀποτελέσματα· ἀλλὰ σοβαρῶς νὰ ὑποστηριχθῶσι καὶ εἰλικρινῶς νὰ πιστευθῶσι δὲν δύνανται. Καὶ ἐρρίφθη ἡ ἰδέα τῆς διασώσεως τῶν θεσμῶν, ὅπως ἐρρίφθησαν καὶ ἄλλαι σχετιζόμεναι πρὸς θεραπείαν συμφερόντων. Ἐρρίφθη ἡ ἰδέα τῆς καταργήσεως τῆς στρεμματικῆς φορολογίας, τῆς τροποποιήσεως ἄλλων φόρων πρὸς ἀνακούφισιν τοῦ λαοῦ, οὓς δῆθεν ἐπέβαλε σπάταλος Κυβέρνησις· καὶ ποῖα ἦσαν τὰ ἀποτελέσματα τῆς ἐνεργείας ταύτης τῆς προεκλογικῆς; Τὰ γνωρίζετε καὶ τὰ γνωρίζομεν. Τ’ ἀποτελέσματα δὲν ὑπῆρξαν δι’ ὑμᾶς εὐάρεστα, καὶ δίκαιον εἶχεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ δικαιολογήσῃ ἀπὸ τοῦ βήματος τὰς σανίδας, διότι εἰς τὰς σανίδας πολλὰ ὀφείλει. Τἀποτελέσματα τῶν ἐκλογῶν ἦσαν τοιαῦτα, ὥστε ἄνευ τῶν σανίδων καὶ τῶν ἐκ τῶν σανίδων ἐντυπώσεων ἀδύνατον ἦτο νὰ καταλάβῃ τὴν ἀρχήν. Κακῶς δὲ ἐμνήσθη τῶν ἐκλογῶν τοῦ 1885, τοῦ 1890 καὶ τοῦ 1895, διατεινόμενος ὅτι καὶ τότε ἀνέλαβε τὴν ἐξουσίαν εὐθὺς μετὰ τὰς ἐκλογάς. Ἀληθῶς κατέλαβε ταύτην, ἀλλ’ ἐλησμόνησεν, ὅτι τότε τὸ κόμμα τὸ ἡττηθὲν ὡμολόγησε τὴν ἧττάν του, καὶ ὅτι ἡ ἐπιτυχία αὐτοῦ ἦτο ἀναμφισβήτητος. Τότε ἔσχε τὰς ἐκτάκτους ἐκλογικὰς ἐπιτυχίας, μετὰ τῶν ὁποίων οὐδεμίαν ἔχει σχέσιν ἡ σχετικὴ τοῦ 1902 ἀποτυχία. Καὶ δυνάμει ἐκτάκτων καὶ ἀναμφισβητήτων ἐκλογικῶν ἐπιτυχιῶν ἀνελάβετε τὴν Κυβέρνησιν τῆς χώρας εὐθὺς ἀμέσως μετὰ τὰς ἐκλογὰς κατὰ τὰ ἔτη 1885, 1890 καὶ 1895. Ἀλλὰ τῷ 1902 ἐπὶ ἡμέρας ἀμφιβολίαι ἐκράτουν περὶ τῆς σχετικῆς τῶν κομμάτων δυνάμεως. Κατὰ τὸ 1902 εἴχετε ἀνάγκην τῶν τηλεγραφημάτων τῶν μᾶλλον ἀποκέντρων ἐπαρχιῶν, ὅπως μάθητε, ποία ἦτο ἡ δύναμις αὕτη· καθ’ ὅσον δ’ ἐβλέπετε τὰς ἐλπίδας ὑμῶν διαψευδομένας, τῆς διαψεύσεως ταύτης ὑπεύθυνοι παρ’ ὑμῶν ἐθεωροῦντο οἱ τηλεγραφηταὶ, οἱ ἀποκρύπτοντες δῆθεν τὴν ἀλήθειαν! Καὶ τῶν τηλεγραφημάτων ἐκείνων ἐμνήσθητε, κύριε Πρωθυπουργὲ, μετὰ θυμοῦ καὶ ὀργῆς, καὶ ἀνεφέρατε, ὅτι ἀπεκρύπτοντο τὰ ἀποτελέσματα τῶν ἐπαρχιῶν, καὶ μόνον εἰς ἡμᾶς ἀνεκοινοῦντο τ’ ἀποτελέσματα τῆς Κερκύρας, διότι ἐγὼ εἶχον συμφέρον νὰ μάθω ταῦτα ἐκ τῶν πρώτων. Ἐγὼ οὐδὲν συμφέρον τοιοῦτον εἶχον· ἐγὼ ἐγνώριζον, ὅτι ἤθελεν ὁ συνδυασμός μου ὑπερτερήσει κατὰ πολλὰς χιλιάδας ψήφων τὸν συνδυασμὸν τῶν ἀντιπάλων μου. Ὑμεῖς ἐφαντάσθητε, ὅτι καὶ ἐγὼ αὐτὸς ἠδυνάμην ν’ ἀποτύχω, καὶ ἡ ὑπεροχὴ τοσούτων χιλιάδων ψήφων δυσηρέστησεν ὑμᾶς, καὶ ἐλησμονήσατε, ὅτι τὰ ἐκ Κερκύρας τηλεγραφήματα μετεβιβάζοντο διὰ τοῦ Ἀγγλικοῦ τηλεγραφείου, τὸ ὁποῖον μεταβιβάζει ταχύτερον ταῦτα τοῦ Ἑλληνικοῦ. Ποῖον συμφέρον ἄλλως εἴχομεν ν’ ἀποκρύψωμεν τὴν ἀλήθειαν; Μήπως ἐπεδιώκομεν τὴν ἀρχήν; μήπως δὲν εἴχομεν δηλώσει, ὅτι, καὶ ἂν εἴχομεν τὴν πλειονοψηφίαν, δὲν ἠθέλομεν δεχθῆ τὴν ἀρχὴν, εἰμὴ κατόπιν ῥητῆς ἐκδηλώσεως τῶν φρονημάτων τῆς Βουλῆς; Ὑμεῖς εἴχετε τὴν ἀκάθεκτον ἐπιθυμίαν τῆς καταλήψεως τῆς ἀρχῆς, καὶ ἐδυσφορεῖτε, διότι οἱ τηλέγραφοι τῆς Ἑλλάδος λειτουργοῦσι βραδέως. Καὶ πρὸς τί ἡ τοιαύτη ἐπιθυμία τῆς καταλήψεως τῆς ἀρχῆς; Εἴπετε, κύριε Πρωθυπουργὲ, ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐπιτρέψητε, ὅπως ἡ Κυβέρνησις τοῦ ἐκ Καλαβρύτων Βουλευτοῦ διευθύνῃ τὴν ἐξέλεγξιν τῶν ἐκλογῶν. Εἴθε νὰ εἴχετε ἐπιτρέψει, ὅπως ἡ Κυβέρνησις Ζαΐμη διευθύνῃ τὰς ἐξελέγξεις.
§180ΑΛΕΞ. Θ. ΖΑΪΜΗΣ. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος δὲν μὲ ὑπεχρέωσε νὰ παραιτηθῶ. Ὅτε μοὶ ἐγένετο γνωστόν, ὅτι ἀπέτυχον εἰς τὰς ἐκλογὰς τρεῖς τῶν Ὑπουργῶν τοῦ ὑπ’ ἐμὲ Ὑπουργείου, ὑπέβαλον τὴν παραίτησίν μου.
§181Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Εἴθε, λέγω, νὰ ἐπετρέπετε νὰ γείνωσιν αἱ ἐξελέγξεις τῶν ἐκλογῶν ὑπὸ τὴν διεύθυνσιν τοῦ προκατόχου Ὑπουργείου, διότι τότε δὲν θὰ ἐφέρετε τὴν εὐθύνην τριῶν ἀδίκων ἀκυρώσεων. Καὶ ἡ πρώτη τῶν ἀκυρώσεων, ἡ λόγῳ ἀνηλικότητος, ἐθεωρήθη παρ’ ἡμῶν ὡς ἐκτάκτως αὐστηρά, ἀλλὰ προσέλαβε χαρακτῆρα προφανοῦς ἀδικίας, ὅτε ἐπετρέψατε εἰς τέσσαρας ἄλλους ἀνηλίκους νὰ εἰσέλθωσιν εἰς τὴν αἴθουσαν ταύτην. Ἠκυρώσατε ἑτέραν ἐκλογὴν, λόγῳ διαφορᾶς ὀλίγων ψήφων καὶ λόγῳ δῆθεν ψηφοφορίας τεθνεώτων τινῶν ἢ ἀπόντων ἐκλογέων. Καὶ ἡ ἀπόφασις ὑμῶν αὕτη δὲν ὑπηγορεύθη ἐκ πνεύματος δικαιοσύνης καὶ αὐστηρότητος, διότι μετὰ δύο ἡμέρας συνετελέσατε εἰς τὴν ἐπικύρωσιν ἄλλης ἐκλογῆς, τῆς ὁποίας τὸ κῦρος προσεβάλλετο διὰ τοὺς αὐτοὺς λόγους, καὶ ἡ ὁποία εἶχε καθ’ ἑαυτῆς ἐπιβαρυντικήν τινα περίπτωσιν, τὴν ὑποστήριξιν τὴν κυβερνητικήν. Ἐπεκυρώσατε τὴν ἐκλογὴν Τυρνάβου, καὶ καλῶς ἐπράξατε· ἀλλ’ ἠκυρώσατε τὴν ἐκλογὴν Τριχωνίας, καὶ κακῶς ἐπράξατε, διότι διὰ τῆς ἀκυρώσεως ταύτης ἀπεδιώξατε ἐκ τῆς Βουλῆς Βουλευτὴν νομίμως ἐκλεχθέντα.
§182ΜΙΧ. ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Δὲν ὡμιλήσατε περὶ Ναυπακτίας.
§183Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Δὲν ὡμίλησα περὶ Ναυπακτίας, διότι ὁμιλῶ περὶ ἀκυρώσεων, κύριε Βουλευτά, ὁ ὁποῖος ἔχετε τὴν διάθεσιν νὰ διακόπτητε. Πρὸς τί νὰ ὁμιλήσω περὶ τῆς ἐκλογῆς Ναυπακτίας, ἥτις ἐπεκυρώθη;
§184ΜΙΧ. ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Δὲν ἤμην ἐξ ἀρχῆς ἐνταῦθα.
§185Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Καὶ δὲν γνωρίζετε, ὅτι δὲν διακόπτουσιν ὅλους τοὺς Βουλευτὰς ἀγορεύοντας;
§186Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Τρίτη ἀκύρωσις εἶναι ἡ τῆς ἐκλογῆς Αἰγίνης. Ἐπιτρέψατέ μοι νὰ μὴ ἐπιμείνω εἰς τὰ τῆς ἐκλογῆς ταύτης, ἀναβάλλων ἐπί τινας ἡμέρας τὴν περὶ αὐτῆς κρίσιν μου, ὅταν συζητηθῇ ὁ τρόπος, κατὰ τὸν ὁποῖον διεξήχθη ἡ ἐπαναληπτικὴ ἐκλογὴ Αἰγίνης. Ἐρωτῶ, ἀπέναντι τοιούτων ἀποτελεσμάτων εἶναι δυνατὸν νὰ λέγητε, ὅτι ὑπῆρχεν κίνδυνος διὰ τὴν χώραν, ἐὰν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Καλαβρύτων διηύθυνε τὰς ἐξελέγξεις τῶν ἐκλογῶν; Ἀλλ’ ἐὰν εἶχεν ἐπιτραπῆ εἰς αὐτὸν νὰ παραμείνῃ εἰς τὴν ἀρχὴν, ἠθέλομεν ἀποφύγει νὰ καθιερωθῇ διὰ πρώτην φορὰν ἐν Ἑλλάδι ἀρχὴ καταστρεπτική, νὰ καθιερωθῇ ἡ ἀρχή, ὅτι διὰ τῆς ἀναρχίας δύνανται αἱ Κυβερνήσεις νὰ καταλαμβάνωσι τὴν ἀρχήν, καθόσον περὶ ἀναρχίας ἐπρόκειτο, διότι, μεθ’ ὅσης εὐστροφίας καὶ ἂν ἠθελήσατε ν’ ἀποδείξητε, ὅτι αἱ σανίδες ἦσαν τι συμπτωματικόν, καὶ ὅτι ἐχρησιμοποιήθησαν πρὸς ἄμυναν κατ’ ἐπελάσεως ἱππικοῦ, ἡμεῖς δὲν λησμονοῦμεν, ὅτι αἱ σανίδες ἐκεῖναι ἐξηκολούθησαν τὸ ἔργον των ἐπὶ πολλὰς ἡμέρας, δὲν λησμονοῦμεν, ὅτι ἤλθετε εἰς συνθηκολογίας μετὰ τῶν σανιδοφόρων διαδηλωτῶν, καὶ ἐνῷ ἐλέγετε εἰς αὐτοὺς, ὅτι περιμένετε τὴν ἐπαύριον, ὅτε ἤθελε πραγματοποιηθῆ ἡ δοθεῖσα ὑμῖν ὑπόσχεσις περὶ προσκλήσεως ὑμῶν, εἰς τὰ Ἀνάκτορα, ἐλέγετε πρὸς αὐτούς: Γρηγορεῖτε, διότι πρόκειται περὶ τῶν θεσμῶν καὶ περὶ ἀποσοβήσεως τῶν κινδύνων, οὓς οὗτοι διατρέχουσι! Πάντα ταῦτα ἦσαν ἀναρχικά, καὶ τὴν ἀναρχίαν αὐτὴν τὴν καταδικάζομεν, διότι ἡ ἀναρχία οὐδέποτε θὰ συντελέσῃ πρὸς ἀναστήλωσιν τῶν θεσμῶν, ἀλλὰ πάντοτε πρὸς πλήρη αὐτῶν καταστροφήν. Καὶ πρὸς τί, ἐρωτῶ, τοσαύτη βία, τοσαύτη ἀκάθεκτος ἐπιθυμία πρὸς κατάληψιν τῆς ἀρχῆς; Μήπως, ἐὰν τὴν πλειονοψηφίαν τῆς Βουλῆς εἴχετε, δὲν ἠθέλετε φθάσει μετά τινας ἡμέρας εἰς τὴν κανονικὴν αὐτῆς κατάληψιν; Μήπως ὑπῆρχε κίνδυνός τις ἐκ τῆς ἐπί τινας ἡμέρας ἀναβολῆς; Ποῦ λοιπόν, Κύριοι, οἱ κίνδυνοι τῶν θεσμῶν; ποῦ τοὺς βλέπετε, παρακαλῶ; τοὺς βλέπετε εἰς τὴν βραδύτητα τῶν ἐκλογῶν; Καὶ ἐγὼ ὁμολογῶ, ὅτι εἰς τὴν βραδύτητα ταύτην δὲν ἐπεκρότησα· δὲν συνηγόρησα ὑπὲρ αὐτῆς. Ἐνόμιζον, ὅτι ἦτο δυνατὸν αἱ ἐκλογαὶ νὰ γείνωσι πρὸ τῆς ταχθείσης ἡμέρας, ἐνόμιζον μάλιστα, ὅτι καλὸν θὰ ἦτο νὰ γείνωσι πρίν. Ἀλλὰ μήπως ἡ ἀναβολὴ αὕτη γεννᾷ κίνδυνον διὰ τοὺς θεσμοὺς ἢ τὰ συμφέροντα τῆς χώρας; Ποῦ ὁ κίνδυνος οὗτος; Ἀλλὰ, λέγετε, ἡ βραδύτης τῶν ἐκλογῶν ἠμπόδισε νὰ ψηφισθῇ ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ Κράτους πρὸ τοῦ τέλους τοῦ ἔτους; καὶ ἐκ τῆς μὴ ψηφίσεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ κίνδυνοι εἰς τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους προέρχονται. Ἀλλὰ λησμονεῖτε, ταῦτα λέγοντες, ὅτι, ὅτε ἄλλη Κυβέρνησις ἐζήτησε τὴν ψήφισιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ πρὸ τῆς πρώτης Ἰανουαρίου, ἠγέρθη ὁ ἐκ Γόρτυνος Βουλευτής, τότε ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, καὶ μᾶς εἶπε: «τίς ἡ ἀνάγκη νὰ ψηφισθῇ ὁ Προϋπολογισμὸς πρὸ τῆς πρώτης Ἰανουαρίου; ἀναβάλετε τὸν Προϋπολογισμόν, ὅπως ψηφίσωμεν ἐπείγοντα νομοσχέδια». Λησμονεῖτε, ὅτι, ὅτε ἐκαλεῖτο ἡ Βουλὴ νὰ ψηφίσῃ τὸν Προϋπολογισμὸν πρὸ τῆς πρώτης Ἰανουαρίου, ὅτε προσπάθεια παρ’ ἡμῶν κατεβάλλετο, ὅπως εἰσαγάγωμεν τὸ μέτρον τῆς ψηφίσεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ πρὸ τοῦ Ἰανουαρίου, μέτρον, τὸ ὁποῖον καὶ ἐγὼ συνομολογῶ, ὅτι συντελεῖ εἰς τὴν καλὴν διαρρύθμισιν τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους, εὕρομεν ἀντίστασιν ἀκριβῶς ἀπὸ ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος σήμερον κόπτεται διὰ τὴν μὴ ψήφισιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ πρὸ τῆς πρώτης Ἰανουαρίου! Δὲν πρόκειται λοιπὸν περὶ τῶν θεσμῶν, δὲν πρόκειται περὶ τῆς εἰλικρινοῦς ἐφαρμογῆς αὐτῶν, δὲν πρόκειται περὶ τούτων πάντων, μετὰ τὴν ὁμολογίαν, ἡ ὁποία ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης ἐγένετο παρὰ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὅτι ὁ Βασιλεὺς ἐδείχθη πάντοτε εἰλικρινὴς φύλαξ τῶν θεσμῶν. Ἀλλ’ ἀφοῦ ὁ Βασιλεὺς ἐδείχθη πάντοτε εἰλικρινὴς φύλαξ τῶν θεσμῶν, πρὸς τί λέγετε ἐν τῷ Βασιλικῷ Λόγῳ, ὅτι «εἰς τὸ μέλλον ἡ εἰλικρινὴς συναρμολογία τῶν προνομιῶν τοῦ Στέμματος μετὰ τῶν δικαιωμάτων τῆς ἐθνικῆς ἀντιπροσωπείας θέλει ἐξασφαλίσει τὴν τακτικὴν λειτουργίαν τῶν ὑπὸ τοῦ πολιτεύματος κανονισθέντων καὶ θέλει φέρει τὴν σκοπιμωτέραν τῶν πραγμάτων διαρρύθμισιν»; Ποία ἡ ἔννοια τῆς παραγράφου ταύτης τοῦ Βασιλικοῦ Λόγου μετὰ τὴν δήλωσιν ὑμῶν, ὅτι ὁ Βασιλεὺς ὑπῆρξε πάντοτε εἰλικρινὴς φύλαξ τῶν θεσμῶν; Εἶναι καλόν, Κύριοι, ὅταν τοιαῦτα πράγματα λέγωνται, ὅταν ἐπιθυμῶμεν, ἵνα πάντοτε διατηρήσωμεν ἐν τῷ λαῷ τὰς ὑπονοίας περὶ κινδύνου τῶν θεσμῶν, νὰ ἔχωμεν τοὐλάχιστον τὴν ἀπόλυτον πεποίθησιν, ὅτι ταῦτα λέγοντες λέγομεν ἀληθῆ. Ἀλλ’ ὅταν ἐρχώμεθα ἀπὸ τοῦ βήματος νὰ ἀναιρέσωμεν τὴν βάσιν, ἄνευ τῆς ὁποίας ταῦτα δὲν δύνανται νὰ ὑπάρξωσιν, ἐπιτρέψατέ μοι νὰ εἴπω, ὅτι τοῦτο δὲν συντελεῖ πρὸς ἐξυπηρέτησιν πραγματικὴν τῶν συμφερόντων, ἀλλὰ συντελεῖ πρὸς ἔξαψιν τῶν πνευμάτων, πρὸς δημοκοπικὴν ἐνέργειαν. Ἀλλὰ δὲν ἀρκεῖ τοῦτο· ἔχομεν καὶ δευτέραν θεωρίαν συνταγματικήν, ἔχομεν τὴν θεωρίαν, ὅτι τὴν Κυβέρνησιν ὑποδεικνύουσιν εἴτε οἱ ἐκλογεῖς, εἴτε οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ ἔθνους. Ὅτε ταῦτα ἐγράφησαν, Κύριοι, δὲν ἀφιστάμεθα πολὺ ἀπὸ τῆς στιγμῆς, κατὰ τὴν ὁποίαν οἱ ἐκλογεῖς ὡρισμένων τινῶν κέντρων πράγματι διεδραμάτισαν σπουδαιότατον μέρος, καὶ ἦτο ἀνάγκη νὰ γείνῃ ἰδιαιτέρα περὶ αὐτῶν μνεία, λόγῳ εὐγνωμοσύνης. Ἀλλ’ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου τὴν ἑσπέραν ταύτην ὁ κ. Πρωθυπουργὸς προσεπάθησε διὰ παντὸς τρόπου, ὅπως τοὺς ἐκλογεῖς ἀντικαταστήσῃ διὰ τῶν Βουλευτῶν. Λησμονοῦνται σήμερον οἱ ἐκλογεῖς, τῶν ὁποίων αἱ ὑπηρεσίαι περιτταὶ πλέον εἶναι, καὶ γίνεται λόγος μόνον περὶ Βουλευτῶν. Ἀλλ’ ἐν τῷ Βασιλικῷ Λόγῳ ὁμιλεῖτε περὶ ἐκλογέων καὶ Βουλευτῶν· λέγετε «εἴτε τῶν ἐκλογέων, εἴτε τῆς ἐθνικῆς ἀντιπροσωπείας»· ἄρα δὲν εἶναι μόνον οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ ἔθνους, οἵτινες ὑποδεικνύουν τοὺς κυβερνήτας, ἀλλὰ καὶ οἱ ἐκλογεῖς δύνανται νὰ ὑποδείξωσι Κυβερνήσεις. Ἐρωτῶ· πῶς τὰς ὑποδεικνύουν; τὰς ὑποδεικνύουν διὰ τῆς ἐκλογῆς τῶν ἀντιπροσώπων. Ἀλλὰ γίνεται λόγος περὶ ἐθνικῆς ἀντιπροσωπείας· πρὸς τί λοιπὸν οἱ ἐκλογεῖς; Τὰς ὑποδεικνύουν δι’ ἄλλου τρόπου; Διὰ ποίου, παρακαλῶ; διὰ διαδηλώσεων, διὰ φωνασκιῶν, διὰ σανίδων; Καὶ νομίζετε, ὅτι ἐπράξατε ἔργον καλὸν, ἔργον συντελεστικὸν πρὸς τὴν ἀναστήλωσιν τῶν θεσμῶν, ὑποβαλόντες εἰς τὸν Βασιλέα σχέδιον τοιοῦτον, καὶ ἀναγκάσαντες ἠθικῶς αὐτὸν, ἵνα ἀπαγγείλῃ, ὅτι οἱ ἐκλογεῖς δικαιοῦνται νὰ ὑποδείξωσι Κυβερνήσεις; Ἔχετε ὅσην θέλετε εὐστροφίαν πνεύματος, δὲν θὰ ἐξέλθητε ποτὲ ἐκ τοῦ διλήμματος, τὸ ὁποῖον τὸ διαζευκτικὸν θέτει, καὶ διὰ τοῦ ὁποίου παραδέχεσθε μίαν τρίτην δύναμιν, δυναμένην νὰ ὑποδείξῃ Κυβερνήσεις. Ἐγὼ δὲν τὴν παραδέχομαι τὴν δύναμιν ἐκείνην, ἐγὼ λέγω, ὅτι οὐδὲν ἕτερον εἶχε νὰ γείνῃ ἢ νὰ καλέσῃ τοὺς φωνασκοῦντας μετὰ τὴν ἐκλογὴν ὁ Εἰσαγγελεὺς καὶ φροντίσῃ περὶ αὐτῶν. Οἱ ἐκλογεῖς, ἐξασκήσαντες τὸ δικαίωμά των κατὰ τὴν ἡμέραν τῆς ἐκλογῆς, ἐξήντλησαν τὸ δικαίωμα αὐτῶν. Αὐτὴ δὲ εἶναι ἡ ἀρχὴ, τὴν ὁποίαν ἄλλοτε ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶχε, καὶ λυποῦμαι, ὅτι δὲν ἔχω ἐνταῦθα τὰ πρακτικὰ τοῦ 1879, ὅτε ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου εἶπεν, ὅτι μετὰ τὴν ἄσκησιν τοῦ δικαιώματός των, μετὰ τὴν ἐξάσκησιν τοῦ ἐκλογικοῦ των δικαιώματος παύει πᾶσα αὐτῶν ἀνάμιξις εἰς τὰ τῆς Κυβερνήσεως καὶ πᾶσα τοιαύτη ἀνάμιξις ὑπόκειται πλέον εἰς τὴν ἁρμοδιότητα τοῦ Εἰσαγγελέως. Λησμονοῦντες ὅσα ἄλλοτε ὀρθῶς ὑπεστηρίξατε, καθιεροῦτε ἀρχὴν, ἥτις δύναται νὰ ἔχῃ ὀλέθρια ἀποτελέσματα· λυποῦμαι δὲ, ὅτι ὑμεῖς, ὅστις φημίζεσθε ἐπὶ συντηρητικότητι, καθιερώσατε ἀρχὴν, ἣν δύνανται κακοὶ ὑμῶν μιμηταὶ νὰ ἀσπασθῶσι, καὶ ν’ ἀποβῶσι λίαν ἐπικίνδυνοι καὶ εἰς ὑμᾶς, ὅπερ ἀδιάφορον, καὶ εἰς τὰ συμφέροντα τὰ σπουδαῖα τοῦ Κράτους, ὅπερ λίαν σοβαρόν. Νομίζω, ὅτι ἦτο ἀνάγκη νὰ διεξαχθῇ ἡ συζήτησις αὕτη, ὅπως διεξήχθη. Ἠδυνάμεθα ὅμως καὶ νὰ παρέλθωμεν, ἐπιφυλασσόμενοι, ὅπως ἐν ἄλλῃ περιστάσει συζητήσωμεν περὶ τῶν θεμάτων, εἰς ἃ ἠσχολήθη ὁ Βασιλικὸς Λόγος, ἐὰν δὲν ὑπῆρχον αἱ δύο παράγραφοι, περὶ τῶν ὁποίων ἠναγκάσθην νὰ ὁμιλήσω, καὶ κατὰ τῶν ὁποίων ἐθεώρησα, ὅτι εἶχον καθῆκον νὰ διαμαρτυρηθῶ. Τὰ ἄλλα τοῦ Βασιλικοῦ Λόγου μοὶ φαίνονται ἐντελῶς δευτερεύοντα. Ἐντελῶς δευτερεύοντα πρέπει νὰ θεωρηθῶσι τὰ προγράμματα ὑμῶν, διότι ἀνεξαρτήτως τῶν κινδύνων τῶν θεσμῶν, τῶν ὁποίων ἀπέδειξα τὸ ἐντελῶς ἀνύπαρκτον, ἀνεξαρτήτως τῶν κινδύνων, οἱ ὁποῖοι μόνον ἐν τῇ φαντασίᾳ ὑποψηφίων ἠδύναντο νὰ παρουσιασθῶσιν, ἀλλὰ ποτὲ ἐν τῇ κρίσει Βουλευτῶν, ἀνεξαρτήτως, λέγω, τῶν κινδύνων ἐκείνων, τὸ ὑμέτερον πρόγραμμα δὲν ἠξεύρω ποίαν ἀξίαν ἔχει. Ἐὰν κρίνω τοῦτο ἐκ τῶν μέχρι τοῦδε ὑποβληθέντων νομοσχεδίων, ὁμολογῶ, ὅτι τὸ πρόγραμμα ὑμῶν δὲν ἦτο ἄξιον, ὅπως τοσοῦτον συνταράξῃ τὸν Ἑλληνικὸν λαόν. Τὰς παρατηρήσεις τοῦ ἀξιοτίμου φίλου μου, τὰς μετὰ τοσαύτης εὐφραδείας ἀνακοινωθείσας εἰς τὴν Βουλὴν, προσεπαθήσατε νὰ διαστρέψητε, ὅπως ἀποδείξητε, ὅτι οὐδεμίαν εἶχον βάσιν. Εἴπετε· πῶς εἶναι δυνατὸν, πρόγραμμα τοσοῦτον σοβαρὸν νὰ καταρρεύσῃ, ἐπειδὴ ὁ ἀξιότιμος ἐκ Λεβαδείας Βουλευτὴς ἀνεκάλυψεν, ὅτι εἰς τὸ νομοσχέδιον περὶ καταργήσεως τῶν νομῶν καὶ τῆς διοικήσεως αὐτῶν ἀντεγράφη παλαιὸς νόμος καὶ προσετέθη καὶ ὁ τύπος «Ψηφισάμενοι ὁμοφώνως μετὰ τῆς Βουλῆς». Ἀλλὰ μήπως ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Λεβαδείας ἔκαμε τὴν παρατήρησιν ταύτην δι’ ἄλλον σκοπὸν ἢ διὰ ν’ ἀποδείξῃ, ὅτι τὰ ὑποβληθέντα εἰς τὴν Βουλὴν παρ’ ὑμῶν νομοσχέδια δὲν ὑπεβλήθησαν κατόπιν μελέτης; — διότι οὐδεὶς δύναται νὰ ἀρνηθῇ, ὅτι, ἐὰν ὁ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, ὁ ὑποβαλὼν τὸ νομοσχέδιον, εἶχε μελετήσει τοῦτο, δὲν θὰ ἐπέτρεπε τὸ λάθος, τὸ ὁποῖον τίς οἶδε ποῖος ἀμαθὴς συντάκτης τοῦ νομοσχεδίου ἔκαμε. Καὶ ἠρύσθητε ἐπιχείρημα ἔκ τινων παρατηρήσεων τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Λεβαδείας Βουλευτοῦ, ὅπως μακρὸν ποιήσησθε λόγον περὶ Νομαρχιακῶν Συμβουλίων καὶ περὶ Ἐπαρχιακῶν Συμβουλίων. Εὐχαριστῶ ὑμᾶς διὰ τὸ μάθημα τὸ διοικητικὸν, τὸ ὁποῖον εὐηρεστήθητε νὰ μᾶς δώσητε· πιστεύω ὅμως, ὅτι ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ οὐδεὶς ὑπάρχει ὁ ἀγνοῶν τὰ καθήκοντα τῶν Ἐπαρχιακῶν Συμβουλίων. Ἀλλ’ ὅσον ἀφορᾷ τὰς ἐπικρίσεις ὑμῶν διὰ τὸν θεσμὸν τῶν Νομαρχιακῶν Συμβουλίων, νομίζω, ὅτι αὗται ὑπῆρξαν ἄδικοι. Δὲν ἐπιτρέπεται, ὅπως, ἵνα καταρρίψῃ τις θεσμόν τινα, περιορισθῇ νὰ εἴπῃ: «ὑπάρχει ἄρθρον, διὰ τοῦ ὁποίου ἐκ τῶν λιμενικῶν πόρων λαμβάνεται ποσόν τι, τὸ ὁποῖον δίδεται εἰς τὰ Νομαρχιακὰ Συμβούλια». Ἀκριβῶς ἔπρεπε νὰ δώσωμεν πόρους εἰς τὰ Νομαρχιακὰ Συμβούλια. Ἐπειδὴ δὲ ὡμιλήσατε περὶ τῶν Νομαρχιακῶν Συμβουλίων τῆς Γαλλίας, ἐπιτρέψατέ μοι νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι τὴν ἱστορίαν αὐτῶν ἀγνοεῖτε· διότι, ἐὰν ἐγινώσκετε τὴν ἱστορίαν αὐτῶν, δὲν ἠθέλετε εἴπει, ὅτι ἡ ὕπαρξις τῆς περιουσίας αὐτῶν ἀνατρέχει εἰς αἰῶνας. Ἡ περιουσία αὐτῶν ἤρχισεν ἅμα τῇ συστάσει αὐτῶν, καὶ κατὰ μικρὸν ηὔξησε· τοιουτοτρόπως καὶ ἡμεῖς ἠλπίσαμεν, ὅτι ἡ σύστασις τῶν Νομαρχιακῶν Συμβουλίων ἤθελεν ἀποβῆ ὠφέλιμος, καὶ ὅτι ἡ λειτουργία αὐτῶν ἤθελεν ἐπιτρέψει εἰς τὸν νομόν καὶ περιουσίαν νὰ ἀποκτήσῃ καὶ σὺν τῷ χρόνῳ καὶ ἔργα μεγάλα νὰ ἐπιτελέσῃ. Ἐὰν ὁ θεσμὸς οὗτος εἶχεν ἐλαττώματα, καθῆκον εἴχετε νὰ τὸν μελετήσητε, νὰ τὸν βελτιώσητε, καὶ ὄχι νὰ καταργήσητε αὐτὸν δι’ ἑνὸς ἄρθρου καὶ νὰ ἐπαναφέρητε τὰ Ἐπαρχιακὰ Συμβούλια, ὅπως δι’ αὐτῶν μάθητε, ὡς παρ’ ὑμῶν τὴν ἑσπέραν ταύτην ἐλέχθη, ποία ἡ ὁδὸς ἡ ἀναγκαία εἰς τὴν ἐπαρχίαν, ὅπως διαθέσητε διὰ τὴν κατασκευὴν αὐτῆς ὑπόλοιπά τινα, ἀνήκοντα εἰς διαφόρους ἐπαρχίας ἐκ τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιΐας. Οὐδεμία ἀνάγκη ὑπάρχει τῶν Ἐπαρχιακῶν Συμβουλίων, ἵνα γνωρίσωμεν τὰς ἀνάγκας τῆς ὁδοποιΐας τῶν διαφόρων ἐπαρχιῶν. Ἀλλὰ μήπως περιωρίσθητε εἰς ταῦτα; ἐπωφελήθητε παρατηρήσεώς τινος τοῦ ἀξιοτίμου κ. Βουλευτοῦ ἐκ Λεβαδείας περὶ τῆς ἐκφρασθείσης ὑφ’ ὑμῶν ἄλλοτε γνώμης περὶ τινος νομοσχεδίου περὶ διοικήσεων, παρατηρήσεως, ἥτις ἐγένετο, ὅπως ὑπομνήσῃ εἰς τὴν Βουλήν, ὅ,τι καὶ ἄλλοτε ἐλέχθη, ὅτι εἰς τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ἦσθε ὀπαδοὶ ἀριθμοῦ διοικήσεων ἀνωτέρου τῶν Νομαρχιῶν, τῶν σήμερον ὑφισταμένων, καὶ ὠφελήθητε τῆς παρατηρήσεως ταύτης, ὡσεὶ ὁ Βουλευτὴς ἐκ Λεβαδείας σᾶς ἐκάκιζε, διότι εἶσθε ὑπὲρ τοῦ νομαρχιακοῦ συστήματος, καὶ οὐχὶ ὑπὲρ τοῦ διοικητικοῦ, καὶ διὰ μακρῶν ἀνεπτύξατε ποία εἶναι ἡ διαφορὰ τοῦ διοικητικοῦ συστήματος ἀπὸ τοῦ νομαρχιακοῦ. Ἐγνωρίζομεν πάντα ταῦτα, ἀλλὰ τὰ λεχθέντα παρὰ τοῦ Βουλευτοῦ ἐκ Λεβαδείας δὲν ἐδικαιολόγουν τὸ μάθημα ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον περιττὸν ἴσως ἦτο, ἀλλὰ τὸ ὁποῖον μετὰ μεγάλης εὐχαριστήσεως ἠκούσαμεν. Ἐξεδηλώθη τὸ πρόγραμμα ὑμῶν καὶ δι’ ἄλλου νομοσχεδίου, διὰ τοῦ νομοσχεδίου περὶ μεταρρυθμίσεως τοῦ νόμου περὶ τηλεγραφείων καὶ ταχυδρομείων. Δριμυτάτη ὑπῆρξεν ἡ ἐπίκρισις ὑμῶν κατὰ τοῦ νόμου ἐκείνου καὶ τῶν ἀποτελεσμάτων αὐτοῦ. Ὅταν ἔλθῃ ἡ στιγμὴ τῆς συζητήσεως τοῦ παρ’ ὑμῶν προταθέντος νομοσχεδίου, θέλομεν ἀποδείξει ποῖα ὑπῆρξαν τὰ καλὰ ἀποτελέσματα τοῦ νόμου ἐκείνου καὶ ποῖα θὰ ἦναι τὰ κάκιστα ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα τὸ παρ’ ὑμῶν ὑποβληθὲν νομοσχέδιον θὰ φέρῃ. Οὐδεὶς δύναται ὅμως ν’ ἀμφισβητήσῃ, ὅτι ἡ πρόσοδος, ἡ πηγάζουσα ἐκ τελῶν τηλεγραφικῶν ἢ ταχυδρομικῶν, δέον νὰ προορίζηται πρὸς βελτίωσιν τῶν ταχυδρομείων καὶ τηλεγράφων καὶ τῆς ὑπηρεσίας αὐτῶν. Ὅταν δὲ ἔρχησθε σήμερον, καὶ ἐκεῖ, ὅπου ἡμεῖς εἴχομεν δι’ ἁμάξης συγκοινωνίαν, σεῖς ἀντικαθιστᾶτε τὴν ἔφιππον συγκοινωνίαν, ὅταν εἰς τὴν ἔφιππον συγκοινωνίαν ἀντικαθιστᾶτε τὴν συγκοινωνίαν διὰ πεζῶν, νομίζετε ὅτι ταῦτα ἀποτελοῦσι πρόοδον καὶ νομίζετε, ὅτι εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ μὴ κακίσωμεν ὑμᾶς, ὅτι εἶσθε ὀπισθοδρομικοί, ὅτι ἐπανέρχεσθε εἰς τὸ παρελθόν; Ἀλλὰ μᾶς λέγετε, ὅτι κατ’ ἀνάγκην ἐπανέρχεσθε εἰς τὸ παρελθόν. Ἀπαντῶμεν, ὅτι δὲν ἔχετε δικαίωμα νὰ ἐπανέλθητε εἰς τὸ παρελθόν, διότι εἰς τὴν ἐποχὴν ἐκείνην τὰ ἔσοδα τοῦ Κράτους ἀνήρχοντο εἰς 60,000,000, ἐνῷ σήμερον ἀνεβιβάσατε αὐτὰ εἰς 119,000,000. Ἔχει τὸ δικαίωμα ὁ Ἑλληνικὸς λαός, ὅταν τὰ βάρη αὐτοῦ ἐπὶ τοσοῦτον ηὔξησαν, νὰ ἀξιώσῃ, ὅπως αἱ ὑπηρεσίαι, αἱ εἰς αὐτὸν ἀναγκαῖαι καὶ ὠφέλιμοι, βελτιωθῶσιν. Ἐὰν λοιπὸν τὸ πρόγραμμα ὑμῶν εἶναι ἡ κατάργησις παντὸς, ὅ,τι καλὸν παρὰ τῶν ἀντιπάλων ὑμῶν ἐγένετο, ἐπιτρέψατέ μοι νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι λυπηρὸν εἶναι, ὅτι πρὸς ὑπηρεσίαν τοῦ προγράμματος τούτου ἐτέθησαν εἰς κίνησιν ἡ Ἑλλὰς ὅλη καὶ αἱ σανίδες ὅλαι τῶν Ἀθηνῶν· διότι τὸ πρόγραμμα ἐκεῖνο ἐπιθυμητὸν εἶναι νὰ μὴ ἐφαρμοσθῇ. Συνοψίζων, Κύριοι, τὰ παρ’ ἐμοῦ λεχθέντα, νομίζω ὅτι περὶ θεσμῶν δὲν πρόκειται, ὅτι τοὺς θεσμοὺς οὐδεὶς ἀπειλεῖ, καὶ ὅτι, ἐὰν οἱ εὐλογημένοι αὐτοὶ θεσμοὶ ἠδύναντο νὰ ὁμιλήσωσι, θὰ ἱκέτευον τὸν Θεὸν τῆς Ἑλλάδος, ὅπως σώσῃ αὐτοὺς ἀπὸ τοὺς λεγομένους σωτῆρας τῶν θεσμῶν, ἐκ τοῦ ὕψους δὲ, ὅπου ἵστανται, προσβλέποντες τὴν ἐκ σανίδων εὔθραυστον καὶ ὀλισθηρὰν βάσιν, τὴν ὁποίαν παρεσκευάσατε αὐτοῖς, ἤθελον ζητήσει τὴν ταχίστην ἀντικατάστασιν αὐτῆς, ὅπως μὴ καταπέσωσι καὶ ἐν τῇ πτώσει αὐτῶν παρασύρωσι τὸ μέλλον τῆς Πατρίδος. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς ἀριστερᾶς).
§187ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει ἄλλος τις τὸν λόγον;
§188ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Αὔριον, κύριε Πρόεδρε.
§189ΑΛΕΞ. Θ. ΖΑΙΜΗΣ. Ἐγὼ θὰ ὑποβάλω μίαν παρατήρησιν. Ἀγορεύοντος τοῦ κ. Βουλευτοῦ Παξῶν, διέκοψα αὐτὸν, ὅπως τῷ παρατηρήσω, ὅτι ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἔλεγε, δὲν εἶναι ἀκριβῆ· ἀλλ’ ἡ διακοπή, τὴν ὁποίαν ἐποιησάμην πρὸς αὐτόν, δὲν ἐγένετο πιθανῶς καταληπτὴ εἰς ὅλην τὴν Βουλήν· ἐπειδὴ δὲ ὁ ὑπαινιγμὸς, τὸν ὁποῖον ἐποιήσατο ὁ κ. Βουλευτὴς Παξῶν, ἦτο τόσον σκοτεινὸς, ὅσον καὶ τὸ κείμενον τοῦ Βασιλικοῦ Λόγου, τὸ ὁποῖον ἐπεχείρησε νὰ μᾶς ἑρμηνεύσῃ, ἀναγκάζομαι νὰ ἐξηγήσω πρὸς τὴν Βουλὴν περὶ τίνος πρόκειται. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Παξῶν ἀνέφερεν, ὅτι κατὰ τὰς ἀρχὰς τοῦ 1898 ἡ Α. Μ. ὁ Βασιλεὺς κατὰ τὴν ἀνὰ τὰς ἐπαρχίας τῆς Ἑλλάδος περιοδείαν αὐτοῦ ἐξήνεγκε φράσεις καὶ σκέψεις, αἵτινες ἔτειναν ν’ ἀποδείξωσιν, ὅτι τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα εἶναι ἡ αἰτία τῶν κακῶν ἐν Ἑλλάδι.
§190Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Δὲν εἶπον τοιοῦτόν τι.
§191ΑΛΕΞ. Θ. ΖΑΙΜΗΣ. .. καὶ ὅτι ὑπόμνημα, τὸ ὁποῖον ἐγὼ κατόπιν, κατὰ μῆνα Ὀκτώβριον, ὑπέβαλον πρὸς τὴν Α. Μ. τὸν Βασιλέα, ἐν ᾧ ἐξέθετον τὰς σκέψεις μου καὶ τὰς ἰδέας μου περὶ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν ἔπρεπε νὰ διοικῆται τὸ Κράτος, ὅτι τὸ ὑπόμνημα τοῦτο ἦτο ἀποτέλεσμα τῶν ἰδεῶν, τὰς ὁποίας ἡ Α.Μ. ὁ Βασιλεὺς ἐξέθεσε κατὰ τὴν περιοδείαν του ἐν ταῖς ἐπαρχίαις, ἑπομένως ὅτι τὸ ὑπόμνημα, τὸ ὁποῖον ὑπέβαλον πρὸς τὸν Βασιλέα, εἶναι ὑπόμνημα, ὅπερ ἐσκόπει νὰ προτείνῃ τὰ μέτρα, δι’ ὧν ἤθελεν ἀνατραπῆ τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα. Εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ δηλώσω, ὅτι κατὰ τὴν ἐποχὴν τῆς περιοδείας τῆς Α. Μεγαλειότητος ἀληθῶς ἀπεδόθησαν εἰς τὸν Βασιλέα φράσεις καὶ σκέψεις, τὰς ὁποίας ἡ Α. Μεγαλειότης οὐδ’ ἐξήνεγκεν, οὐδ’ ἠδύνατο νὰ ἐκφέρῃ, ἀπεδόθησαν πρὸς τὴν Α. Μεγαλειότητα ἀναληθῶς ὑπὸ πολλῶν ἀνταποκριτῶν ἐφημερίδων, ἐγὼ δὲ, ὡς Πρωθυπουργός, ἐθεώρησα, ὅτι ἤθελεν εἶσθαι ταπεινωτικὸν διὰ τὸν Βασιλέα νὰ προβαίνῃ εἰς ἐπισήμους διαψεύσεις· διότι ἡ Α. Μεγαλειότης ὁ Βασιλεύς, ἐπὶ 35 ἔτη ἐφαρμόζων εἰλικρινῶς τὸ συνταγματικὸν πολίτευμα, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ὑποτεθῇ, ὅτι κατὰ τὸ 1898 περιώδευε τὰς ἐπαρχίας, διὰ νὰ ὑπονομεύσῃ καὶ ὠθήσῃ εἰς ἀνατροπὴν τοῦ πολιτεύματος τούτου. Ἀλλ’ ὁ κ. Βουλευτὴς Παξῶν διϊσχυρίσθη, ὅτι αἱ ἰδέαι, αἱ ὁποῖαι, ὅπως εἶπον, ἀπεδόθησαν πρὸς τὴν Α. Μεγαλειότητα τὸν Βασιλέα, αἱ ἰδέαι ἐκεῖναι αἱ ἀντικοινοβουλευτικαὶ εὑρίσκονται ἐν τῷ ὑπομνήματι, τῷ δημοσιευθέντι ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως. Βεβαίως οἱ πλεῖστοι ἐξ ὑμῶν ἐλάβετε ἀφορμὴν νὰ ἀναγνώσητε τὸ ὑπόμνημα ἐκεῖνο, ἀλλὰ καὶ ὅσοι δὲν τὸ ἀνεγνώσατε δύνασθε νὰ τὸ ἀναγνώσητε, διότι εὑρίσκεται ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως· ὅταν δὲ ἀναγνώσητε τὸ ὑπόμνημα ἐκεῖνο, θέλετε ἴδει, ὅτι οὐδὲ γραμμὴ ὑπάρχει ἐν αὐτῷ κατὰ τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος, θέλετε ἴδει, ὅτι ἐγράφη μὲν τὸ ὑπόμνημα ἐκεῖνο μετά τινος πικρίας, ὅτι ἤλεγξε καὶ τὴν Βουλὴν διὰ τὴν κατάχρησιν τῶν ἐπερωτήσεων, καὶ τὸν Τύπον διὰ τὴν πορείαν, ἣν ἠκολούθησεν ἐπὶ πολλῶν ἐθνικῶν ζητημάτων· ἀλλ’ αἱ παρατηρήσεις ἐκεῖναι, ἀπεδείκνυον στοργὴν πρὸς τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα, εἶχον σκοπὸν νὰ ἐπιστήσωσι τὴν προσοχὴν, ὅπως παύσῃ ἡ ἔκλυσις αὕτη καὶ ἡ κατάχρησις καὶ τοῦ δικαιώματος τοῦ ἐπερωτᾷν καὶ τοῦ δικαιώματος τοῦ ἐκφράζειν τὰς ἰδέας διὰ τοῦ Τύπου. Ὥστε ὁ κ. Βουλευτὴς Παξῶν ἔπραξε κάκιστα καὶ νὰ ἀποδώσῃ πρὸς τὸν Βασιλέα τοιαύτας ἰδέας, τὰς ὁποίας ἡ Α. Μεγαλειότης οὐδέποτε εἶχε, καὶ νὰ συνδέσῃ τὸ ἐμὸν ὑπόμνημα πρὸς τοιαύτας δῆθεν ὑπὸ τοῦ Βασιλέως ἐξενεχθείσας ἰδέας.
§192ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει ἄλλος τις τὸν λόγον;
§193ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Αὔριον, αὔριον.
§194ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Ἐπειδὴ ἡ Βουλὴ συνεδριάζει ἐπὶ 7 ἤδη συνεχεῖς ὥρας, πιστεύω ὅτι δὲν εἶναι πρέπον νὰ ἐξακολουθήσωμεν.
§195ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγὼ δὲν βλέπω κανένα ἐγγεγραμμένον.
§196ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Ἐγὼ θὰ ὁμιλήσω ἐπὶ ἱκανὸν χρόνον, κύριε Πρόεδρε.
§197Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Κύριε Πρόεδρε, ἀφοῦ ἐζητήθη ἡ ἀναβολὴ δι’ αὔριον, ἂς ἀναβάλωμεν.
§198ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ἀποφάσει τῆς Βουλῆς ἀναβάλλεται διὰ τὴν αὔριον ἡ ἐξακολούθησις τῆς συζητήσεως. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρᾳ 10 καὶ 10′ μ.μ.)