1903.02.25
3,257 rows · 25,273 words · 245 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 33
τῆς 25 Φεβρουαρίου 1903.
(Τρίτη).
(Προεδρεύοντος τοῦ Προέδρου κ. Δημ. Ράλλη).
(Γενομένης ἀπαρτίας ὥρᾳ 4 καὶ 30′ μ. μ. ἀναγινώσκονται καὶ ἐγκριθέντα ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μετὰ λύπης παρατηρῶ, ὅτι ἀπὸ τῆς τρίτης συνεδριάσεως μετὰ τὴν ἐπανάληψιν τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς ἤρχισε νὰ χαλαροῦται ἡ τάξις. Τινὲς ἐκ τῶν συναδέλφων νομίζουν, ὅτι δύνανται νὰ εἰσάγωσιν εἰς τὸ Βουλευτήριον τοὺς συμπολίτας των. Ὑπὸ τοιούτους ὅρους, θὰ ἔχωμεν πλημμυρισμένους πάντοτε καὶ τοὺς διαδρόμους καὶ τὴν αἴθουσαν τῶν συνεδριάσεων ἀπὸ ἀνθρώπους πάσης τάξεως. Σᾶς παρακαλῶ νὰ μὲ συντρέξητε πρὸς τήρησιν τῆς τάξεως, ἥτις δέον νὰ ὑπάρχῃ ἐν τῷ Βουλευτηρίῳ, καὶ πρὸς ἄνεσιν ἡμῶν αὐτῶν. Ἀνακοινῶ εἰς τὴν Βουλὴν τὴν προσφώνησιν τοῦ Προεδρείου τῆς Βουλῆς πρὸς τὸν Βασιλέα καὶ τὴν ἀντιφώνησιν τοῦ Βασιλέως κατὰ τὴν παρουσίασιν τοῦ Προεδρείου ἐνώπιον τῆς Α. Μ. πρὸς ἀναγγελίαν τῆς συγκροτήσεως τοῦ Σώματος. Ὁ κ. Γραμματεὺς θὰ ἀναγνώσῃ τήν τε προσφώνησιν καὶ τὴν ἀντιφώνησιν.
§2ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει). Προσφώνησις. «Βασιλεῦ! «Τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς, ἀγγέλλον τὴν συγκρότησιν αὐτοῦ, εὔχεται, ὅπως ὁ Ὕψιστος σκέπῃ τὴν Ὑμετέραν Μεγαλειότητα, τὴν Σεπτὴν Βασίλισσαν καὶ ἅπασαν τὴν Βασιλικὴν οἰκογένειαν.» Ἀντιφώνησις. «Μετὰ χαρᾶς βλέπω ἐνώπιόν μου τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς, καὶ σᾶς εὐχαριστῶ, Κύριοι, διὰ τὰς ὑπὲρ ἐμοῦ καὶ τῆς Βασιλικῆς οἰκογενείας εὐχάς σας. Εὔχομαι, ἵνα ὁ Ὕψιστος σκέπῃ ἐσαεὶ τὴν ἀγαπητὴν ἡμῶν Πατρίδα.»
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνακοινῶ εἰς τὴν Βουλὴν τηλεγράφημα τοῦ λαοῦ Ἀμαλιάδος, ἐκφράζοντος τὴν εὐχὴν, ἵνα προταχθῶσι τὰ ὑπὸ τῆς Σταφιδικῆς ἐπιτροπῆς καταρτισθέντα σταφιδικὰ νομοσχέδια. Ὁ βουλευτὴς Βόλου κ. Κ. Τοπάλης κατέθηκεν ἔγγραφον ἐπερώτησιν, δι’ ἧς ζητεῖ νὰ κατατεθῶσιν εἰς τὴν Βουλὴν τὰ πρακτικὰ τῆς ἐκλογῆς Αἰγίνης τῆς 7 Φεβρουαρίου 1899. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας ἔχει τὸν λόγον.
§4ΑΛΕΞ. ΣΠ. Κ. ΡΩΜΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Πρό τινων ἡμερῶν εἶχον τὴν τιμὴν νὰ εἰσαγάγω εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον περὶ τοῦ προσωπικοῦ καὶ τῶν δαπανῶν τῆς Ἀρχαιολογικῆς ὑπηρεσίας. Ἐπειδὴ ἠναγκάσθην νὰ φέρω μερικὰς τροποποιήσεις εἰς τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ὑπέβαλον, ἀποσύρω αὐτὸ, καὶ ὑποβάλλω νέον. Παρακαλῶ δὲ νὰ ληφθῇ τοῦτο ὑπ’ ὄψιν κατὰ τὴν συζήτησιν καὶ ὄχι τὸ πρῶτον.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 150).
§6ΑΛΕΞ. ΣΠ. Κ. ΡΩΜΑΣ. Ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Λεβαδείας κ. Μπουφίδης εἶχεν ὑποβάλει ἐπερώτησιν περὶ τῆς κατασκευῆς τῆς ὁδοῦ Παραλίας Διστόμου–Ὁσίου Λουκᾶ καὶ Λεβαδείας. Περὶ τούτου καταθέτω σημείωμα, καθ’ ὃ εἰσεπράχθησαν δραχμαὶ 21,850 παρὰ τῆς Μονῆς Σεραφεὶμ, καὶ δραχ. 30,000 παρὰ τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρείας, καθυστεροῦνται δὲ δρ. 38,150 παρὰ τῆς Μονῆς Ὁσίου Σεραφεὶμ καὶ δρ. 10,000 παρὰ τῆς Μονῆς Ὁσίου Λουκᾶ. Ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Ναυπακτίας κ. Καλαντζόπουλος εἶχε ζητήσει πίνακας ἐμφαίνοντας τὰ ἐν τῷ Κράτει λειτουργοῦντα Ἑλληνικὰ σχολεῖα καὶ τοὺς ἐν αὐτοῖς ἐγγεγραμμένους μαθητάς. Τοὺς πίνακας τούτους καταθέτω.
§7Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Παρακαλῶ νὰ τυπωθῶσι.
§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλά.
§9ΑΛΕΞ. ΣΠ. Κ. ΡΩΜΑΣ. Ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Βόλου κ. Γιαννακόπουλος εἶχεν ἀπευθύνει ἐπερώτησιν, σχετικὴν πρὸς τὸ ἐν Ζαγορᾷ Κασσαβέτειον Παρθεναγωγεῖον. Καταθέτω τὴν ἀπάντησιν εἰς τὴν ἐπερώτησιν ταύτην μὲ τὰ δύο σχετικὰ Β. Διατάγματα.
§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Μπέλλος ἔχει τὸν λόγον.
§11ΛΟΥΚΑΣ ΜΠΕΛΛΟΣ. Κύριοι Βουλευταί, συνήθως οἱ τὸ πρῶτον ἀξιούμενοι τῆς βουλευτίας, ὡς καὶ οἱ τὸ πρῶτον ἐπιδιδόμενοι εἴς τι τῶν ἐλευθερίων ἐπαγγελμάτων, σώζουσι πλεῖστα τὰ ἰδεώδη, ἵνα μὴ εἴπω, ὅτι πλάττουσι διπλοῦν τὸν ὄγκον τοῦ ἰδανικοῦ, προσκομίζουσι δὲ μεθ’ ἑαυτῶν καὶ ἄφθονον τὴν δόσιν τοῦ ἐνθουσιασμοῦ. Τὰ πάντα φαντάζονται ὡς μεγάλα καὶ ὑψηλά, τὰ πάντα βλέπουσι δυνατὰ καὶ εὔκολα, ἀρκεῖ νὰ θελήσωσι, τὰ πάντα βλέπουσι ῥόδινα καὶ χρυσᾶ, προσομοιάζοντές πως πρὸς τὰς τρυφερὰς νεάνιδας, αἵτινες τὸ πρῶτον ποιοῦνται, τὸ δὴ λεγόμενον, τὴν εἴσοδον αὑτῶν εἰς τὸν κόσμον, καὶ δι’ ἃς ὁ πρῶτος χορός, ἂν μάλιστα τύχῃ λαμπρός, ὡς οἱ τῶν Ὑπουργῶν κ.κ. Μαυρομιχάλη καὶ Σκουζὲ (ἱλαρότης), ἀποτελεῖ μέγα καὶ βαρυσήμαντον γεγονός. Τοιοῦτόν τι συναισθανόμεθα καὶ οἱ τὸ πρῶτον ἀξιούμενοι τῆς βουλευτίας εὐέλπιδες καὶ αἰσιόδοξοι. Τοὐναντίον ὅμως οἱ πολλὰς δεκαετηρίδας τριβέντες ἐν τῇ ἀσκήσει τοῦ ἐπαγγέλματος, ἔστω καὶ τοῦ φιλανθρωπικωτάτου καὶ θειοτάτου τῶν ἐπαγγελμάτων, καὶ πολλὰς πικρίας καὶ ἀπογοητεύσεις δοκιμάσαντες, ἄλλως βλέπουσι τὰ πράγματα, καθίστανται δύσπιστοι καὶ δυσκίνητοι, δυσπιστοῦσι πρὸς τὰ πράγματα, δυσπιστοῦσι πρὸς τοὺς ἀνθρώπους, ἐφ’ ὅσον δὲ ἡ ἡλικία προχωρεῖ, ὑπόκεινται εἰς τὸν νόμον τοῦ Ἀριστοτέλους, καθίστανται φιλύποπτοι ἐν τῇ ἐμπειρίᾳ, καχύποπτοι δὲ διὰ πονηρίαν (ἱλαρότης). Ὑπάρχουν βεβαίως καὶ ἐξαιρέσεις. Ἀλλ’ ἐκ τῆς συγκρούσεως τῶν δύο ἀντιθέτων ῥευμάτων γεννᾶται ὁ σπινθὴρ τῆς ἀληθείας, ἀνευρίσκεται τὸ μέσον, ὅπερ κατ’ Ἀριστοτέλην εἶναι ἡ ἀρετή, τουτέστι τὸ τέλειον ἀνθρωπίνως, καὶ τοιουτοτρόπως γεννᾶται ἡ φυσικὴ ἐξέλιξις τῶν ἀνθρωπίνων καὶ ἡ πρόοδος. Ἀλλοίμονον δὲ εἰς τὰ σωματεῖα, καὶ τὰ ἐπιστημονικὰ καὶ τὰ πολιτικά, τὰ ὁποῖα δὲν φροντίζουσι νὰ εἰσάγωσιν ἑκάστοτε νέον αἷμα ἐν ἑαυτοῖς! Ταῦτα ἀποτελματοῦνται, φθίνουσι καὶ μαραίνονται, εἶναι καταδεδικασμένα εἰς θάνατον, ὡς ἡ Γερουσία τῆς ἀρχαίας Ῥώμης. Κατὰ ταῦτα, Κύριοι, ἐλπίζω, ὅτι οὐδεὶς θέλει ψέξει ἡμᾶς, τοὺς τὸ πρῶτον ἀξιουμένους τῆς βουλευτίας, ἂν ἔχωμεν μεγίστην, τρὶς μεγίστην περὶ τοῦ ἀξιώματος τοῦ Βουλευτοῦ ἰδέαν, τὸ ὁποῖον νομίζομεν πρὸς τοῖς ἄλλοις καὶ καθῆκον ὕψιστον καὶ ἱερόν, καὶ τοῦτ’ αὐτὸ θεῖον, κατὰ τὴν γνώμην τοῦ Χαιρωνέως, ὅτι ὁ ἄρχων δέον νὰ ᾖ ὁ ἀντιπρόσωπος ἐπὶ τῆς γῆς, εἰκὼν ζῶσα ἡλίου καὶ τοῦ τὰ πάντα ἐφορεύοντος καὶ ἐποπτεύοντος Θεοῦ. Δὲν κρύπτω δὲ τὴν χαράν μου καὶ τὴν ὑπερηφάνειαν, ἣν αἰσθάνομαι, ὅτι εἰδικῶς ἀνήκω εἰς τὸ παρὸν Κοινοβούλιον, καὶ διότι τὸ παρὸν τοῦτο Κοινοβούλιον ἐνέχει ὅ,τι καὶ ἡ Πολιτεία καὶ ὁ στρατὸς καὶ αἱ ἐπιστῆμαι καὶ ἡ κοινωνία ἐγκλείουσιν ἔξοχον καὶ ὑπερέχον, ἀλλὰ καὶ διότι ἀκραδάντως πιστεύω, ὅτι τὸ παρὸν Κοινοβούλιον διὰ τῶν ἔργων καὶ τῆς σωφροσύνης, διὰ τῆς ἀρετῆς θέλει καταλάβει ἔξοχον καὶ ὑπέροχον θέσιν ἐν τῇ κοινοβουλευτικῇ ἱστορίᾳ τοῦ Ἑλληνικοῦ ἔθνους, θέλει ἀποτελέσει ἱστορικὴν περίοδον, ναί! Καὶ ὅτι δὲν εἴμεθα θύματα αὐταπάτης ἢ νεανικοῦ θαυμασμοῦ, ἐπιμαρτύρομαι τὰ πράγματα. Πρό τινων ἑβδομάδων ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς βουλευτής, ὁ ὀξὺς κ. Ἀγγελόπουλος, ὁμιλῶν κατὰ τὸ ἀνιαρὸν ἐκεῖνο στάδιον τῶν ἐξελέγξεων, εἶπεν ὅτι αἱ ἐκλογαὶ τῆς 17 Νοεμβρίου πρέπει νὰ θεωρηθῶσιν ὡς ἠθικὴ καὶ εἰρηνικὴ ἐπανάστασις, καὶ χθὲς τὰ αὐτὰ περίπου, καίτοι ὑπὸ ἄλλο πνεῦμα, ἀνεπιγνώστως ἴσως, ὁ ἐκ Ζακύνθου Βουλευτὴς περὶ ἐπαναστάσεως καὶ στάσεως ὑπῃνίχθη. Ἐγὼ δὲ προστίθημι, Κύριοι, μὲ τὴν εἰλικρίνειαν Βοιωτοῦ, ὅτι ἡ ἄνοδος τῶν σημερινῶν Ὑπουργῶν εἰς τὴν ἐξουσίαν, ἡ τόσον δικαία καὶ νόμιμος καὶ κανονικὴ, ὀφείλεται εἰς στάσιν. Ναί, Κύριοι! Μὴ παραγνωρίζετε, μὴ παρερμηνεύετε τὸ γεγονὸς τοῦτο, τὸ ὁποῖον εἶναι τεκμήριον τῆς ψυχολογικῆς καταστάσεως οὐ μόνον τῆς πρωτευούσης καὶ τοῦ Πειραιῶς.
§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνάστασις.
§13ΛΟΥΚΑΣ ΜΠΕΛΛΟΣ. Αἱ σανίδες εἶναι στάσις, καὶ ἐγὼ ὑπερηφανεύομαι, ὅτι ἀνήκω εἰς αὐτὸ τὸ Κοινοβούλιον, τὸ ὁποῖον ἐποιήσατο χρῆσιν τῶν σανίδων.
§14Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν ἔκαμαν τὸ Κοινοβούλιον αἱ σανίδες.
§15Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ. Αἱ σανίδες ἦσαν τυχαῖον περιστατικόν, οὐχὶ ἐκ προμελέτης.
§16ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Βουλευτὰ, (ἀποτείνεται πρὸς τὸν ἐπὶ τοῦ βήματος κ. Μπέλλον) τὸ ἀντικείμενον, τὸ ὁποῖον πραγματεύεσθε, δὲν εἶναι θέμα ἐπερωτήσεως, ἀλλ’ ἀνάγεται εἰς τὴν ἀπάντησιν εἰς τὸν Βασιλικὸν Λόγον. Σᾶς παρακαλῶ λοιπὸν, ὅταν ἔλθῃ ἡ ὥρα, τότε νὰ τὸ πραγματευθῆτε. Μὴ ἀνατρέπετε, παρακαλῶ, τὴν τάξιν τῆς συζητήσεως. Τώρα εὑρισκόμεθα εἰς τὸ στάδιον τῶν ἐπερωτήσεων· δὲν εἰσήλθομεν ἀκόμη εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Μετ’ ὀλίγον θὰ σᾶς καλέσω. Ὁ κύριος Μοσχούλας ἔχει τὸν λόγον.
§17Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Ἐκ τῶν πρακτικῶν, κύριε Πρόεδρε, λαμβάνων ἀφορμὴν, ἀπαντῶ εἰς τὸν ἀξιότιμον ἐκ Μεσολογγίου συνάδελφον. Ὁ ἀξιότιμος ἐκ Μεσολογγίου συνάδελφος χθὲς, λαβὼν τὸν λόγον, μὲ προεκάλεσεν, ἵνα διασαφηνίσω, τί εἶπον σχετικῶς πρὸς τὴν διαχείρισιν τοῦ παρόντος Συμβουλίου τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης. Δυστυχῶς χθὲς δὲν ἤμην παρὼν, ἵνα δώσω τὴν ἀπάντησιν εἰς τὸν ἀξιότιμον Βουλευτήν.
§18ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Βουλευτὰ, τὸ λεχθὲν χθὲς παρὰ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Μεσολογγίου ἀπέβλεπεν εἰς τὴν συνεδρίασιν τοῦ τμήματος.
§19Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Ὄχι τοῦ τμήματος, ὄχι.
§20ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐξ ἀριστερῶν). Ὄχι, ὄχι.
§21Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. .. καίτοι δὲν ἔχω τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ἀπαντήσω εἰς τὸν ἀξιότιμον Βουλευτὴν ἐκ Μεσολογγίου, διότι νομίζω, ὅτι, ἄν τις ἐκ τῶν Κυρίων τῶν ἀποτελούντων τὸ Συμβούλιον, τὸ ὑφεστὼς, τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης ἐθεώρει, ὅτι ἐσυκοφάντησα αὐτὸν, ὑπῆρχε στάδιον, ἵνα ἀποδείξῃ, ὅτι ὅ,τι ἔλεγον ἐγὼ δὲν ἦτο ἀκριβὲς, ἡ Δικαιοσύνη· ἐὰν δὲ ἐθεώρει τὸ ζήτημα προσωπικὸν, ἐγὼ δὲν εἶμαι ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἀναιροῦσιν ὅ,τι ὑποστηρίζουσιν ἐντὸς τοῦ περιβόλου τούτου, διότι ὅ,τι λέγω ἐντὸς τοῦ περιβόλου τούτου αἰσθάνομαι, ὅτι ἔχω τὴν ὑποχρέωσιν νὰ μὴ ἀναιρῶ ἐκτὸς αὐτοῦ. Ἀλλὰ δὲν πρόκειται περὶ τούτου. Διότι οἱ κύριοι σύμβουλοι τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης δὲν ἀντελήφθησαν καλῶς, τί ἐγὼ εἶπον, ὅτε ἔλαβον τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ ζητήματος τοῦ σταφιδικοῦ. Ἐγὼ, ὁμιλῶν περὶ τῆς διαχειρίσεως τοῦ Συμβουλίου τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης, ἔλεγον, ὅτι ἡ ἄτοπος ἀνάμιξις τῆς Πολιτικῆς ἐν ταῖς συνελεύσεσι ταῖς σταφιδικαῖς εἶχεν ὡς ἀποτέλεσμα, ὅτι ἐν τῷ παρελθόντι ἡ διοίκησις τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης ἀνετέθη εἰς χεῖρας ὑπόπτους ἢ μὴ καθαρᾶς. Ἑπομένως ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἔλεγον εἰς μίαν τῶν παρελθουσῶν συνεδριάσεων τῆς Βουλῆς, δὲν ἀφεώρα βεβαίως τὸ Συμβούλιον τὸ ὑφεστώς. Ἀλλ’ ἔχω τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ἀπαντήσω πρὸς τὸν ἀξιότιμον ἐκ Μεσολογγίου συνάδελφον.
§22Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Μοὶ ἐπιτρέπετε;
§23Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Μάλιστα.
§24Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Εἴπετε ὅτι ἡ παρελθοῦσα διοίκησις τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης ἀνετέθη εἰς χεῖρας ὑπόπτους. Σᾶς παρακαλῶ νὰ διευκρινήσητε τὸ ζήτημα, διότι ἔχω ἀντίρρησιν ὡς πρὸς τὸν ἕνα τῶν διοικησάντων τὴν Τράπεζαν. Θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ διασαφηνίσητε.
§25Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Ἐνδιαφέρεσθε ὑπὲρ κανενὸς ἐκ τῶν τοῦ παρόντος Συμβουλίου;
§26Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Περὶ τοῦ παρελθόντος ὁμιλεῖτε σεῖς. Δὲν ὁμιλεῖτε περὶ συμβούλων, ἀλλὰ περὶ τῆς διοικήσεως· κατὰ τοῦ Διευθυντοῦ λοιπόν.
§27Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Ὄχι! Περὶ τῶν συμβούλων πρόκειται. Δὲν πρόκειται, κύριε συνάδελφε, περὶ τῶν διευθυντῶν τοῦ Συμβουλίου.
§28Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Τότε εἴμεθα σύμφωνοι.
§29Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Πρόκειται περὶ τῶν συμβούλων, οἱ ὁποῖοι ἔχουσιν αἱρετὸν ἀξίωμα, ὅπως ἔχετε καὶ ὑμεῖς, καὶ ὅταν τις ἔχῃ αἱρετὸν ἀξίωμα, ὑπόκειται εἰς τὸν δημόσιον ἔλεγχον, πολλῷ δὲ μᾶλλον, ὅταν διαχειρίζηται περιουσίαν τρίτων...
§30ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ποινικὴ καταδίωξις, ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν ἐπιτρέπεται ἐκ τοῦ νόμου.
§31Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Ἐκ τοῦ νόμου ἁρμόδιος νὰ προκαλέσῃ τοιαύτην καταδίωξιν εἶναι ὁ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ὑποθέτω, ἀλλὰ καὶ ὁ τῆς Δικαιοσύνης.
§32ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ἐὰν ἀνάγηται εἰς τὸ παρελθόν;
§33Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Ἐὰν ἀνάγηται εἰς τὸ παρελθόν, ἀνήκει βεβαίως εἰς τὴν ἱστορίαν. Ἀλλὰ δὲν δύναταί τις νὰ ἀπαγορεύσῃ τὸν ἔλεγχον ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου.
§34Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Τὰ ἀδικήματα δὲν παραγράφονται.
§35Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Βεβαίως τὰ ἀδικήματα δὲν παραγράφονται· παραγράφονται ὅμως, ὅταν δὲν ἐγκαλῶνται. Λοιπὸν ἔλεγον, ὅτι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὑπεστήριζον εἰς μίαν τῶν τελευταίων συνεδριάσεων τῆς Βουλῆς, ὅτε ἔλαβον τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ σταφιδικοῦ ζητήματος, δὲν ἀπέβλεπε τὸ ὑφεστὼς Συμβούλιον, ἀλλὰ ἀπέβλεπεν ἀτυχῆσαν ἄτομον, ἀπέβλεπεν ἀκριβῶς ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος ὀφείλει ἀκόμη μέχρι τοῦδε 360,000 δραχμὰς εἰς τὴν Σταφιδικὴν Τράπεζαν, καὶ δὲν πιστεύω νὰ ὑπάρχῃ τις ἐκ τῶν κυρίων συναδέλφων ἐνταῦθα, ὁ ὁποῖος νὰ θελήσῃ ν’ ἀμφισβητήσῃ ἓν τοιοῦτο γεγονός, διότι βεβαιῶ ἐπισήμως ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅτι εἰς τὴν Σταφιδικὴν Τράπεζαν ὀφείλονται ἔτι αἱ 360,000 δραχμαί, αἱ ὁποῖαι ἀνήκουσιν εἰς τοὺς μετόχους, ἀνήκουσιν εἰς τοὺς παραγωγούς, οἱ ὁποῖοι σήμερον πένονται κυριολεκτικῶς! Καὶ νομίζετε, ὅτι δὲν ἔχω τὸ δικαίωμα, ὡς ἀντιπρόσωπος τοῦ ἔθνους καὶ ὡς ἀντιπρόσωπος σταφιδοφόρου ἐπαρχίας, νὰ ζητήσω, ἢ μᾶλλον νὰ ἐλέγξω συμβούλους, οἱ ὁποῖοι κατὰ τοιοῦτον τρόπον διεχειρίσθησαν τὸ ἀξίωμα, τὸ ὁποῖον τοῖς ἀνέθεσεν ἡ Συνέλευσις, τὸ ὁποῖον ἀνετέθη εἰς αὐτοὺς παρὰ τῶν παραγωγῶν; Δὲν νομίζω ὅτι εἶναι ἐπίκαιρον, ἵνα ἐπεκταθῶ ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, διότι ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, ὅτι ὁ προκαλέσας τὴν διαμαρτυρίαν ἐν τῷ Συμβουλίῳ, ὁ κ. Γεωργακόπουλος, εἶναι ὄντως ἄξιος πάσης τιμῆς καὶ ὑπολήψεως· λέγω δὲ τοῦτο, οὐχὶ διότι προεκλήθην παρὰ τοῦ κ. ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτοῦ, ἀλλὰ διότι θὰ τὸ ἔλεγον καὶ θὰ τὸ εἴπω, ὅταν θὰ λάβω τὸν λόγον ἐν ἐκτάσει ἐπὶ τοῦ σταφιδικοῦ ζητήματος, ὅταν τὸ σταφιδικὸν ζήτημα ἔλθῃ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Ὀφείλω νὰ εἴπω, ὅτι ὁμολογουμένως ἡ διαμαρτυρία αὐτοῦ ἐν ταῖς πλείσταις πράξεσι τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου παρουσιάζει τοῦτον ὡς πολίτην καὶ ὡς σύμβουλον ἔχοντα τὴν συναίσθησιν τῆς ἐκπληρώσεως τοῦ καθήκοντος αὐτοῦ. Ἐπειδὴ ὅμως εὑρίσκομαι ἐπὶ τοῦ βήματος, λαβὼν τὸν λόγον, ἵνα ἀπαντήσω εἰς τὸν ἔντιμον ἐκ Μεσολογγίου συνάδελφον, θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὡς Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ἢ μᾶλλον θὰ ὑπομνήσω πρὸς αὐτὸν, νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας εἰς μίαν τῶν παρελθουσῶν συνεδριάσεων ἐζήτησα, τὰς σχετιζομένας πρὸς τὴν διοίκησιν ἢ μᾶλλον πρὸς τὴν διαχείρισιν τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης,—διότι τότε εἶχον ζητήσει παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως νὰ κατατεθῇ ὀνομαστικὸς πίναξ τῶν διορισθέντων ὑπαλλήλων παρὰ τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης, τῶν ὑπηρετούντων ἤδη,—συγχρόνως δὲ τοὺς ἀπολογισμοὺς τῆς διαχειρίσεως τῶν ἐτῶν 1900– 1902 τῶν σταφιδαποθηκῶν Ζαχάρως, Μαράθου, Μεσσήνης καὶ Κιάτου. Ὅταν τὸ ζήτημα ἔλθῃ ἐν τῇ Βουλῇ,—καὶ ἐλπίζω ὅτι πολὺ ταχέως θὰ ἔλθῃ,—τότε θὰ λάβω τὸν λόγον καὶ θὰ ζητήσω σαφεστέρας πληροφορίας παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, σχετιζομένας καὶ πρὸς τὴν διαχείρισιν τοῦ παρόντος Συμβουλίου. Δὲν θέλω νὰ ἐκφέρω κρίσεις ἐκ τῶν προτέρων. Ὅταν κατατεθῶσιν αἱ πληροφορίαι, τὰς ὁποίας λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ζητήσω, καταθέτων σημείωμα τὴν στιγμὴν ταύτην εἰς τὸ Προεδρεῖον, τότε πιστεύω ὅτι θέλει πεισθῆ ἡ Βουλή, ἂν ἀνετέθησαν εἰς χεῖρας ὑπόπτους ἢ μὴ τὰ τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης, ἄν.
§36Δ. ΔΟΓΚΑΣ. Κύριε συνάδελφε, παρακαλῶ νὰ ὀνομάσητε αὐτὰς τὰς χεῖρας.
§37Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Παρακαλῶ.
§38Δ. ΔΟΓΚΑΣ. Ἀποτελῶ μέλος τοῦ Συμβουλίου.
§39Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Ἀφοῦ ὠνόμασα πρότερον.
§40Δ. ΔΟΓΚΑΣ. Τὸν διευθύνοντα τὴν Τράπεζαν ὠνομάσατε κατὰ τὸ 1900. Ἀλλ’ ὁμιλεῖτε καὶ περὶ τοῦ ὑφεστῶτος Συμβουλίου.
§41Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Παρακαλῶ, κύριε συνάδελφε. Περὶ τοῦ ὑφεστῶτος Συμβουλίου εἶπον, ὅτι δὲν ὡμίλησα. Ὅτε ἔλαβον τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ σταφιδικοῦ ζητήματος, δὲν ἀνέφερα περὶ τῆς διαχειρίσεως αὐτοῦ. Σήμερον λαμβάνων ἀφορμὴν, θέλω ζητήσει πληροφορίας παρὰ τοῦ σεβαστοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ὅταν θὰ κατατεθῶσιν αἱ πληροφορίαι, κύριε συνάδελφε, τότε θὰ ὁμιλήσω· καὶ διὰ πᾶν ὅ,τι θὰ εἴπω ἀναλαμβάνω τὴν εὐθύνην πλήρη καὶ ἀκεραίαν καὶ ἀπέναντι ὑμῶν, ὁ ὁποῖος εἶσθε σύμβουλος τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης, ἀλλὰ καὶ ἀπέναντι παντός.
§42Δ. ΔΟΓΚΑΣ. Ἀντὶ τούτου δὲν εἶναι καλλίτερον νὰ ζητήσητε ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ διατάξῃ ἀμέσως ἐξέλεγξιν τῶν πράξεων τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης; Αὐτὸ εἶναι τὸ καλλίτερον, καὶ νὰ ληφθῶσι μέτρα τώρα, ὅτε ὑπάρχει ἡ Βουλὴ ἐδῶ.
§43Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Οὐδεὶς ψέγει τὸν Ἡρακλέα!
§44Δ. ΔΟΓΚΑΣ. Ἀφῃρημένως δὲ δὲν πρέπει νὰ ὁμιλῆτε. Πρέπει νὰ ὁμιλῆτε συγκεκριμένως. Νὰ καταγγέλλητε ὡρισμένα γεγονότα. Ἴσως νὰ ὑπῆρξαν καὶ πράξεις τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου τοιαῦται, αἱ ὁποῖαι νὰ ἦναι κατακριτέαι. Ἀλλὰ σεῖς ὁμιλεῖτε γενικῶς, ὅτι τὸ Διοικητικὸν Συμβούλιον τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης δὲν ἐφάνη ἄξιον τοῦ προορισμοῦ του· ἐγὼ δὲ δύναμαι νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι οὐδὲν Διοικητικὸν Συμβούλιον ἐξεπλήρωσεν ὅπως ἔπρεπε τὸν προορισμόν του, διότι ὅ,τι συμβαίνει εἰς τὴν πολιτειακὴν μηχανὴν συμβαίνει καὶ ἐκεῖ ὁμοίως, καὶ τὸ μικρόβιον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἴπετε, εἶναι ἀληθές, ἀλλ’ εἶναι καὶ τὸ ἄλλο, τῆς συναλλαγῆς. Ἕκαστος θέλει νὰ διορίσῃ τοὺς φίλους του. Καὶ ἐκεῖ ἠμπορεῖ νὰ ὑπῆρξαν μερικὰ κακά. Λοιπὸν ζητήσατε καλλίτερον ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν, ἔχουσαν τὸ δικαίωμα, ἀμέσως σήμερον νὰ στείλῃ νὰ ἐξελέγξῃ. Αὐτὸ εἶναι τὸ καλλίτερον. Διότι ἐγώ, κύριε συνάδελφε, μόνον εἰς δύο ἢ τρεῖς περιστάσεις, νομίζω, ἔλαβον μέρος, ἀπὸ τῆς 13 Ὀκτωβρίου καὶ ἐντεῦθεν, ἀλλὰ διὰ ζητήματα ὅλως ξένα.
§45Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Ἐγώ, κύριε συνάδελφε, δὲν ὡμίλησα περὶ συναλλαγῆς... Ὁ κ. συνάδελφος ἐξ Ἠλείας ἔλαβε τὸν λόγον καὶ ὡμίλησε περὶ συναλλαγῆς, ἡ ὁποία γίνεται εἰς τὸ Συμβούλιον. Δὲν ἀγνοεῖτε, ὅτι κατηγοροῦσιν ἡμῶν τῶν πολιτευομένων, ὅτι εἴμεθα ὄργανα τῆς συναλλαγῆς, καὶ ὅτι, ἀντὶ νὰ ἐξυπηρετῶμεν ὑψηλὰ συμφέροντα τοῦ λαοῦ, ἐξυπηρετοῦμεν ταπεινὰ συμφέροντα τῶν ἀτόμων. Ἡμεῖς ὅμως ὑποκείμεθα εἰς τὸν δημόσιον ἔλεγχον, καὶ ἀγογγύστως ὑφιστάμεθα αὐτόν, καὶ καθ’ ἡμῶν ἐκτοξεύονται ὅλα τὰ βέλη τῆς συκοφαντίας, λογοδοτοῦμεν δὲ ἐνώπιον τοῦ λαοῦ, ὅταν προσερχώμεθα, ἵνα ζητήσωμεν τὰς ψήφους αὐτοῦ. Ἀλλὰ νομίζετε, ὅτι δὲν ἔχει τὴν ὑποχρέωσιν τὸ Συμβούλιον, τὸ ὁποῖον περιβάλλεται δι’ αἱρετοῦ ἀξιώματος, νὰ δίδῃ λόγον τῶν πράξεων αὐτοῦ, ὅταν, ἀντὶ νὰ μεριμνᾷ περὶ τῶν συμφερόντων τῶν παραγωγῶν, μεριμνᾷ περὶ τῶν συμφερόντων τῶν συγγενῶν αὐτοῦ;
§46Δ. ΔΟΓΚΑΣ. Βεβαιότατα.
§47Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Σεῖς ἐθίξατε τὸ ζήτημα τῆς συναλλαγῆς. Ἐγὼ δὲν ἠθέλησα νὰ εἴπω, ὅτι ἐκεῖ διαπράττεται ἡ συναλλαγὴ ὑπὸ τὴν εὐτελεστέραν αὐτῆς μορφήν. Ἐγὼ ἐπαναλαμβάνω, διὰ νὰ ἦμαι ἐν τάξει καὶ ἐν τῷ δικαίῳ, ὅτι, ὅτε ἔλεγον, ὅτι ἀνετέθη ἐν τῷ παρελθόντι ἡ διοίκησις τῆς Τραπέζης εἰς χεῖρας ὑπόπτους, δὲν ἐνόουν τὸ ὑφεστὼς Συμβούλιον, πολλῷ δὲ μᾶλλον δὲν ἐνόουν ὑμᾶς, διότι γνωρίζω, ὅτι εἶσθε ἔντιμος πολιτευόμενος, καὶ διότι νομίζω, ὅτι μέχρι σήμερον ἅπαξ μόνον μετέσχετε τῶν ἀποφάσεων τοῦ Συμβουλίου, ὡς ἐπίσης δὲν ἐνόουν τὸν κ. Γεωργακόπουλον, ὁ ὁποῖος διεμαρτυρήθη ἐν τῷ Συμβουλίῳ δι’ ὅσα ἐγὼ εἶπον ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης. Ἐγὼ ὁμιλῶν ἐνόουν μόνον τὸ παρελθόν, καὶ ἐφ’ ὅσον ἔχω δεδομένον, ὅτι ὁ πρώην Πρόεδρος τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου εἶναι ὀφειλέτης ἀκόμη εἰς τὴν Τράπεζαν 360,000 δραχμῶν, νομίζω ὅτι ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ εἴπω, ὅτι κατὰ τὸ παρελθὸν ἡ διεύθυνσις τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης ἀνετέθη εἰς χεῖρας ὑπόπτους. Διότι ἤδη αἱ 360,000 αὗται δραχμαὶ λείπουσιν ἀπὸ τὰ κεφάλαια τῶν συμπολιτῶν μας ἐξ αἰτίας ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἀπεστάλησαν, ὅπως ἀντιπροσωπεύσωσιν αὐτούς.
§48Δ. ΔΟΓΚΑΣ. Κατὰ τοῦτο ἔχετε δίκαιον.
§49ΑΧ. ΧΟΙΔΑΣ. Πόθεν προέρχεται ἡ ὀφειλὴ αὕτη πρὸς τὴν Τράπεζαν;
§50Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Ὁ Παπαγιάννης, ὡς διευθυντὴς τοῦ Συμβουλίου, ἔλαβε 360,000 δραχμὰς, ἵνα ἀγοράσῃ θειϊκὸν χαλκόν.
§51ΑΧ. ΧΟΙΔΑΣ. Τίς ἐνέκρινε τὴν ἀπόφασιν τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου, νὰ ἀνατεθῇ ἡ προμήθεια χαλκοῦ εἰς τὸν Πρόεδρον αὐτοῦ;
§52Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Δὲν γνωρίζω.
§53ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Πῶς δὲν τὸ γνωρίζετε; (Θόρυβος).
§54Κ. ΓΕΡΑΚΗΣ. Ἀντὶ διακοπῶν, θὰ σᾶς παρακαλέσω, ὡς παρεκάλεσε καὶ ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἠλείας συνάδελφος κύριος Δόγκας, νὰ παρακαλέσωμεν τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ἵνα διατάξῃ ἐξέλεγξιν τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης. Τοῦτο πρέπει νὰ γείνῃ ὅσον τὸ δυνατὸν τάχιον, διότι τὸ σταφιδικὸν ζήτημα τάχιστα θὰ ἔλθῃ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς καὶ θὰ συζητηθῇ, καὶ βεβαίως ἔχομεν ἀνάγκην τῶν πληροφοριῶν τούτων, ὅπως δυνηθῶμεν νὰ συζητήσωμεν ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου, ἔχοντες ὑπ’ ὄψιν τὰ διάφορα γεγονότα ἐκ παρελθουσῶν διαχειρίσεων.
§55Δ. ΔΟΓΚΑΣ. Καὶ ἐγὼ παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον....
§56Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Ἀγορεύω ἐγώ! Πρέπει νὰ ἤμεθα ἐν τάξει.
§57ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Δόγκα, ὁμιλεῖτε ὅταν ἔλθῃ ἡ σειρά σας.
§58Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Συνεχίζων τὸν λόγον λέγω, ὅτι θέλει πεισθῇ ἡ Βουλή, ἂν καὶ κατὰ πόσον διοικεῖται σωφρόνως καὶ συνετῶς ἡ Σταφιδικὴ Τράπεζα καὶ παρὰ τοῦ ὑφεστῶτος Συμβουλίου. Λαμβάνων δὲ ἀφορμὴν ἐκ τῆς παρατηρήσεως τοῦ κ. συναδέλφου, παρακαλῶ τὸν σεβαστὸν κύριον Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὡς Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλήν: 1) τὴν ἔκθεσιν τοῦ Βασιλικοῦ Ἐπιτρόπου κ. Κονδάκη, τὴν ὁποίαν ἀπηύθυνεν οὗτος πρὸς τὸν τέως ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸν κύριον Νέγρην, σχετιζομένην πρὸς πράξεις τοῦ ὑφεστῶτος Διοικητικοῦ Συμβουλίου· 2) ἔγγραφον τοῦ τέως Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν πρὸς τὸ Συμβούλιον, σχετιζόμενον πρὸς πράξεις τοῦ ὑφεστῶτος Διοικητικοῦ Συμβουλίου· 3) ἔγγραφον τοῦ νῦν κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως καὶ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν διαβιβασθὲν πρὸς τὸν Βασιλικὸν Ἐπίτροπον κ. Κονδάκην, δι’ οὗ διετάσσετο οὗτος νὰ συμμορφωθῇ πρὸς τὰς διαταγὰς, ἃς εἶχε λάβει παρὰ τοῦ προκατόχου Ὑπουργοῦ κ. Νέγρη· 4) ἔγγραφον τοῦ αὐτοῦ Βασιλικοῦ Ἐπιτρόπου κ. Κονδάκη πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, δι’ οὗ ἐζητεῖτο ἡ τιμωρία δύο συμβούλων δι’ ὡρισμένας αὐτῶν πράξεις.
§59Δ. ΔΟΓΚΑΣ. Γνωρίζετε τὰ ὀνόματα αὐτῶν;
§60Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Ὁ κ. Λυμπερόπουλος καὶ ὁ κ. Κρητικός... 5) Ἔγγραφον τοῦ αὐτοῦ Βασιλικοῦ Ἐπιτρόπου κ. Κονδάκη, δι’ οὗ οὗτος κατήγγελλε τὸν ἐπιτηρητὴν τῆς διαχειρίσεως τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης ἐν Πειραιεῖ, διότι οὗτος, καίτοι ἐμισθοδοτεῖτο παρὰ τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης, ἐλάμβανεν ἐπίδομα παρὰ τῶν οἰνοπνευματοποιῶν Πειραιῶς δραχμὰς 100 μηνιαίως!
§61Ε. ΚΟΚΚΕΒΗΣ. Ποῖος ὁ ὑπάλληλος οὗτος;
§62Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Ἦτο καὶ εἶναι ἤδη ὑπάλληλος, ἀλλὰ δὲν τὸν γνωρίζω· γνωρίζω μόνον, ὅτι ὁ ὑπάλληλος οὗτος, ὁ ὁποῖος εἶχε διορισθῆ παρὰ τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης, ἵνα ἐξελέγχῃ τοὺς οἰνοπνευματοποιοὺς, ἐκείνους, οἵτινες ἠγόραζον τὸ παρακράτημα, ἵνα ἐξάγωσιν αὐτὸ εἰς τὸ ἐξωτερικὸν ὑπὸ μορφὴν μιστελίου, οἰνοπνεύματος ἢ κονιὰκ, ὁ ὑπάλληλος, ὅστις εἶχε τὸ καθῆκον τοῦ ἐλέγχου, ἐμισθοδοτεῖτο παρ’ ἐκείνων, οὓς εἶχε τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ἐλέγχῃ!
§63Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ. Εἶναι ἀποδεδειγμένον αὐτὸ, ἢ ζητεῖτε πληροφορίας, ἵνα τὸ ἀποδείξητε;
§64Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Ἐγὼ ζητῶ τὸ ἔγγραφον τοῦ Βασιλικοῦ Ἐπιτρόπου, δι’ οὗ κατήγγειλεν οὗτος τὸν ὑπάλληλον ἐκεῖνον ἐνώπιον τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν· ὅταν δὲ κατατεθῶσι τὰ ἔγγραφα, τότε θὰ γείνῃ ἡ ἀνάπτυξις τοῦ θέματος τούτου.
§65ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ζητήσατε τὰ ἔγγραφα ταῦτα, περὶ ὧν ὁμιλεῖτε.
§66Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Ἀκριβῶς ταῦτα ζητῶ. Ἀλλὰ παρὰ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως θὰ ζητήσω, συμφώνως πρὸς τὴν πρότασιν τῶν συναδέλφων κ. κ. Δόγκα καὶ Γεράκη, νὰ διατάξῃ τὴν ἐξέλεγξιν γενικῶς τῆς διαχειρίσεως τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης, καὶ νὰ μὴ περιορισθῇ ν’ ἀποστείλῃ ἕνα οἰκονομικὸν ἐπιθεωρητὴν, ἵνα ἐνεργήσῃ τὴν ἐξέλεγξιν τῆς Τραπέζης ταύτης, διότι ἴσως νὰ μὴ θεωρηθῶσιν ἐπαρκῆ τὰ φῶτα αὐτοῦ πρὸς τοιαύτην σπουδαίαν ἐργασίαν, ἀλλὰ ν’ ἀνατεθῇ εἰς τριμελῆ ἐπιτροπὴν ἡ τοιαύτη ἐξέλεγξις, διότι δὲν θέλω νὰ γείνω ἐγὼ ὁ διερμηνεὺς τῶν ὅσα λέγονται εἰς πάσας τὰς σταφιδοφόρους ἐπαρχίας περὶ τῆς ἐν γένει διαχειρίσεως τῆς Τραπέζης.
§67Δ. ΔΟΓΚΑΣ. Τὴν Τράπεζαν τὴν διοικεῖ ὁ Πρόεδρος.
§68Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Τὸ Διοικητικὸν Συμβούλιον τὴν διοικεῖ, καὶ ὡς σύμβουλος τὸ γνωρίζετε πολὺ καλά· καὶ ὅτι διορίζει τοῦτο, τὸ γνωρίζετε καλλίτερον ἐμοῦ. Ἐγὼ εἶπον, ὅτι ὁμιλῶ περὶ τοῦ ἐν γένει μηχανισμοῦ τῆς Τραπέζης, ὁμιλῶ περὶ πάντων, ὅσοι στρέφονται ὡς περὶ ἄξονα περὶ αὐτὴν, περὶ πρακτόρων, περὶ ἀποθηκαρίων, περὶ τῶν ἐπιτηρητῶν, οἱ ὁποῖοι εἶναι διωρισμένοι, ἵνα ἐπιτηρῶσι τὰς πράξεις τῶν διαφόρων διαχειριστῶν. Ἑπομένως μὴ φέρετε ζήτημα, εἰς ὃ δὲν θέλω νὰ εἰσέλθω. Δὲν θέλω νὰ γείνω διερμηνεὺς τῶν λεγομένων κατὰ τῶν ὑπαλλήλων τῆς διαχειρίσεως, διότι ἔχω ἓν πρόσφατον γεγονὸς ὅτι ὁ σταφιδαποθηκάριος Ζαχάρως ἀφῆκεν, ὡς λέγεται, ἔλλειμμα 12%, ἐνῷ ὑπὸ τοῦ νόμου δικαιοῦται εἰς 2% μόνον· προκαλῶ δὲ τὴν μαρτυρίαν τοῦ συναδέλφου μου κ. Πολυχρονοπούλου, ἂν τοῦτο εἶναι ἀκριβὲς, διότι οὗτος κάλλιον ἐμοῦ γνωρίζει τὸ πρᾶγμα. Προχθὲς ὁ κ. ἐκ Τριφυλίας συνάδελφος, ὃν δὲν βλέπω ταύτην τὴν στιγμὴν ἐδῶ, ἀνέπτυξεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου καταχρήσεις ἄλλου ὑπαλλήλου, ὅστις εἶναι διωρισμένος ἐν Φιλιατροῖς. Καὶ ἔπειτα ἔρχονται καὶ λέγουσιν, ὅτι δὲν πρέπει νὰ δίδωμεν πίστιν εἰς θρύλους καὶ προσβάλλωμεν τὴν ὑπόληψιν προσώπων! Ἐγὼ βεβαίως δὲν ἠθέλησα νὰ ψέξω πρόσωπα, πολλῷ δὲ μᾶλλον δὲν ἠθέλησα νὰ ψέξω τὰ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα ἀποτελοῦσι τὸ νῦν Διοικητικὸν Συμβούλιον, τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης, ἀλλ’ ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ ὁμιλήσω καὶ νὰ προκαλέσω τὸν ἔλεγχον τῆς Πολιτείας, ὅταν φέρωνται φῆμαι περὶ καταχρήσεων ὡρισμένων προσώπων, γενομένων εἰς βάρος τῶν σταφιδοπαραγωγῶν, καταχρήσεων, αἵτινες δὲν πρέπει νὰ βαρύνωσι τοὺς ὑπολόγους, ἐὰν ἦναι ψευδεῖς. Δὲν γνωρίζω, ἂν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Σταφιδικῆς ἐπιτροπῆς κατέθηκεν εἰς τὴν Βουλὴν τὸ συνταχθὲν ὑπ’ αὐτῆς νομοσχέδιον· ἀλλ’ ὅταν κατατεθῇ καὶ πρὶν ἢ συζητηθῇ, ἐλπίζω ὅτι θὰ ἔχωσι κατατεθῆ καὶ αἱ πληροφορίαι, ἃς ἐζήτησα παρὰ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, καὶ τότε θὰ ἀναπτύξω ἐκτενέστερον τὸ ζήτημα, καὶ θ’ ἀποδείξω εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι, καὶ ἂν δὲν ἀνετέθησαν εἰς χεῖρας ὑπόπτους τὰ τῆς διαχειρίσεως τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης, βεβαίως ὅμως πρέπει νὰ κατηγορηθῶσιν οἱ Κύριοι οὗτοι ἐπὶ σπατάλῃ τοῦ χρήματος τοῦ λαοῦ, τοῦ γυμνητεύοντος καὶ πεινῶντος λαοῦ τῶν σταφιδοφόρων ἐπαρχιῶν.
§69Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Νὰ μοὶ δοθῇ, παρακαλῶ, γραπτὸν σημείωμα.
§70Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Μάλιστα.
§71ΚΥΡ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Καταθέτω εἰς τὸ Προεδρεῖον τὴν ἐπιστολὴν τοῦ πρώην ἀντιπροέδρου τῆς Βουλῆς, βουλευτοῦ Σπετσῶν κ. Ν. Λεωνίδα, ὡς ἐπίσης καὶ τὴν ἔκθεσιν τοῦ Διευθυντοῦ τῆς Ἀστυνομίας κ. Γενήσαρλη περὶ τῆς καταλήψεως τοῦ Βουλευτηρίου κατὰ τὴν νύκτα τῆς 8 πρὸς τὴν 9 Νοεμβρίου παρελθόντος ἔτους, ἀμφότερα ζητηθέντα παρὰ τοῦ βουλευτοῦ Τρικκάλων κ. Ραδινοῦ. Ἀπαντῶν δὲ εἰς τὴν χθεσινὴν ἐπερώτησιν τοῦ βουλευτοῦ Πυλίας κ. Μισυρλῆ, πληροφορῶ τὴν Βουλὴν, ὅτι ὄντως εἰς τὴν πρωτεύουσαν τῆς ἐπαρχίας Πυλίας εἶχε τοποθετηθῇ ἄριστος ἀστυνόμος, ὅστις ἐτοποθετήθη ἐκεῖ ἀκριβῶς, διότι ἦτο ἄριστος· ἀπόδειξις δὲ τούτου εἶναι, ὅτι ἐνομίσαμεν ὅτι ὠφείλομεν ὅσον τάχιστα νὰ τοποθετήσωμεν αὐτὸν εἰς τὴν πρωτεύουσαν τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου, κατόπιν δὲ τούτου ὑπεβάλομεν Διάταγμα πρὸς τοποθέτησιν ἄλλου καλοῦ ἀστυνόμου ἐν Πύλῳ.
§72Ε. ΚΟΚΚΕΒΗΣ. Ἐπειδὴ πρόκειται λόγος περὶ τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης, ἀναγκάζομαι νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι εἶχον καταρτίσει πρὸ τῆς ἑβδόμης Φεβρουαρίου νομοσχέδιον περὶ τοῦ σταφιδικοῦ ζητήματος. Δὲν τὸ κατέθεσα δὲ, διότι συνέπεσε τὴν ἡμέραν ἐκείνην, μετὰ τὴν εἰσηγητήριον ὁμιλίαν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους, νὰ ἀναχωρήσω εἰς τὴν ἰδιαιτέραν πατρίδα μου. Ἐκ τῶν ἐφημερίδων ἐπληροφορήθην, ὅτι κατήρτισεν ἐπιτροπὴν τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς, ἵνα μελετήσῃ τὸ σταφιδικὸν ζήτημα, καὶ ἐκ τῶν ἐφημερίδων ἔμαθον ἐπίσης, ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ εἰργάσθη πρὸς κατάρτισιν ἰδίου νομοσχεδίου. Ἐπειδὴ ὅμως βραδύνει ἡ ὑποβολὴ τοῦ νομοσχεδίου ἐκείνου, καὶ ἐγὼ ἔχω ἕτοιμον τὸ νομοσχέδιόν μου, ὑποβάλλω τοῦτο εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ παρακαλῶ νὰ τυπωθῇ καὶ διανεμηθῇ, καὶ ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ἐὰν ἡ ἐπιτροπὴ ἢ ἄλλα μέλη τοῦ Κοινοβουλίου τὸ κρίνωσιν ὀρθὸν, εἴτε ἐλαττωματικόν, εἴτε ὁπωσδήποτε μὴ συντελοῦν εἰς τὴν διόρθωσιν τῆς ἐλαττωματικότητος, δύνανται νὰ προσθέσωσιν ἢ ν’ ἀφαιρέσωσιν. Ἐπ’ αὐτοῦ, λέγω, νὰ γείνῃ ἐργασία ἀποτελεσματική.
§73ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς κατὰ τὸν καταρτισμὸν τῆς Σταφιδικῆς ἐπιτροπῆς οὐδαμῶς παρεῖδε τὰ πλεονεκτήματα, τὰ ὁποῖα θὰ ἔφερεν ἡ περίληψις τοῦ κ. Κοκκέβη εἰς τὴν ἐπιτροπήν. Δυστυχῶς ὅμως οὗτος εἶχεν ἀπέλθει, καὶ οὕτως ἡ περίληψίς του ἦτο ἀδύνατος. Ἡ ὑπ’ αὐτοῦ ὑποβληθεῖσα πρότασις νόμου θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ: (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 151).
§74Δ. ΔΟΓΚΑΣ. Ἀρκούμενος σήμερον εἰς τὰ ὀλίγα, ἅπερ ἀπήντησα πρὸς τὸν κ. ἐξ Ὀλυμπίας συνάδελφον, ἐπιφυλάσσομαι νὰ δώσω τὰς δεούσας ἐξηγήσεις, ὅταν προσκομισθῶσι τὰ ζητηθέντα παρὰ τοῦ κ. συναδέλφου ἔγγραφα. Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ταύτῃ, παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ μεριμνήσῃ περὶ τοποθετήσεως καταλλήλου ἀστυνόμου εἰς τὸν δῆμον Ὀλυμπίων, διότι ὁ δῆμος οὗτος δὲν εἶναι ἐκ τῶν κοινῶν, εἰς τὴν περιφέρειαν δ’ αὐτοῦ κεῖται ἡ ἀρχαία Ὀλυμπία, καὶ πρέπει εἰς τὰ ὄμματα τῶν ξένων νὰ παριστάμεθα εὐπρεπῶς.
§75Α. ΣΠΗΛΙΑΔΗΣ. Μεταξὺ τῶν ἐπαγγελιῶν, ἅς ἐποιήσατο τὸ ἤδη κυβερνῶν πολιτικὸν κόμμα διὰ τοῦ ἡγέτου αὑτοῦ καὶ ἐν τῇ Βουλῇ κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Βουλευτικὴν Περίοδον, καὶ κατὰ τὴν προεκλογικὴν αὑτοῦ περιοδείαν, προεῖχε, νομίζω, ἐκείνη, ἥτις ἀφεώρα εἰς τὴν ἐνίσχυσιν τῆς ἐθνικῆς παραγωγῆς. Καὶ δικαίως ὁ σεβαστὸς ἐκ Γόρτυνος πολιτευτὴς προέτασσε ταύτην, διότι ἄνευ τῆς ἐνισχύσεως τῆς ἐθνικῆς παραγωγῆς, μὲ ὅσας οἰκονομίας καὶ ἂν ὑποσχεθῶμεν, δὲν δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν καλὰ οἰκονομικὰ, καὶ συνεπῶς οὐδένα κλάδον τῆς διοικήσεως νὰ βελτιώσωμεν, καὶ διότι, ἂς ὁμολογήσωμεν, ἐν τῷ παρελθόντι παρημελήθη ἀρκούντως ἡ μέριμνα αὕτη. Μετὰ προσοχῆς μεγάλης παρακολουθῶν τὰ προτεινόμενα ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὴν Βουλὴν νομοθετικὰ μέτρα, ἤρχισα νὰ ἀνησυχῶ καὶ νὰ ὑποπτεύω, ὅτι καὶ ἡ ὑπόσχεσις αὕτη, ἐφ’ ἧς ἐγὼ τοὐλάχιστον ἐστήριζον τὰς μεγαλειτέρας μου ἐλπίδας, λησμονεῖται τέλεον. Ὁμολογῶ, ὅτι χθὲς ἠσθάνθην ποιάν τινα ἀνακούφισιν, ἀκούσας τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως εἰσάγοντος νομοσχέδιον, προορισμὸν καὶ σκοπὸν ἔχον τὴν ἐνίσχυσιν τῆς παραγωγῆς προϊόντων ἀξίων λόγου διὰ τὸν τόπον διὰ βελτιώσεως τῆς ποιότητος αὐτῶν. Ἐννοῶ τὸ νομοσχέδιον τὸ ἀφορῶν καὶ προστατεῦον τὴν βελτίωσιν τῆς ποιότητος τοῦ ἐλαίου καὶ τῶν σύκων. Ὅτι ἡ βελτίωσις τῆς ποιότητος τῶν διαφόρων τοῦ ἔθνους προϊόντων εἶναι μέλημα σπουδαιότατον, ἄξιον ν’ ἀπασχολῇ τὴν Κυβέρνησιν τῆς χώρας, καὶ δυνάμενον νὰ ἔχῃ μεγίστην ἐπιρροὴν ἐπὶ τῆς τύχης τῶν προϊόντων τούτων, οὐδεὶς, νομίζω, δύναται νὰ ἀμφισβητήσῃ. Ἡ βελτίωσις τῆς ποιότητος καθιστᾷ αὐτὰ περιζήτητα, τὰ ἐπιβάλλει, οὕτως εἰπεῖν, εἰς τοὺς τόπους τῆς καταναλώσεως, αὐξάνει τὴν κατανάλωσιν αὐτῶν, καὶ ἑπομένως ἐξασφαλίζει τὴν τύχην αὐτῶν, ἐξασφαλίζουσα οὕτω καὶ τὴν εὐημερίαν τῶν παραγωγῶν. Τὰ μέτρα, διὰ τῶν ὁποίων ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ζητεῖ νὰ συντελέσῃ καὶ ἐνθαρρύνῃ τὴν βελτίωσιν τῆς ποιότητος τῶν δύο τούτων προϊόντων, ἐκρίθησαν πάντοτε ὡς τὰ λυσιτελέστερα. Τοιούτων μέτρων γίνεται χρῆσις εἰς ὅλα τὰ Εὐρωπαϊκὰ ἔθνη, τὰ καλλίτερον ἡμῶν ἴσως κυβερνώμενα, καὶ πανταχοῦ ἐγένοντο πρόξενα ἀρίστων ἀποτελεσμάτων. Τὸ βραβεύειν τὴν προσπάθειαν καὶ τὴν δαπάνην πρὸς βελτίωσιν τῆς ποιότητος τῶν προϊόντων δι’ ἐλαττώσεως τοῦ ἐξαγωγικοῦ αὐτῶν δασμοῦ εἶναι μέτρον ἀσφαλὲς καὶ δίκαιον. Τὰ ἀποτελέσματα δὲ τοιούτου μέτρου ἔσονται μεγάλα καὶ ἀποτελεσματικά. Ἀλλὰ τὴν χαράν, ἣν ἠσθάνθην ἐπὶ τῇ εἰσηγήσει τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ὁμολογῶ ὅτι ἐμετρίασεν ἓν παράπονον· καὶ ἠπόρησα, πῶς ὁ ἐνθυμηθεὶς τὰ σῦκα καὶ τὸ ἔλαιον, προϊόντα ἀληθῶς ἄξια λόγου, ἀλλὰ δευτερευούσης ἀξίας διὰ τὴν Ἑλλάδα, ἐλησμόνησε τέλεον τὸν σταφιδόκαρπον. Καὶ δὲν ἔπρεπε νὰ λησμονηθῇ ἡ σταφὶς εἰς τὰ μέτρα, τὰ ἀληθῶς ἄξια συγχαρητηρίων, τὰ ὁποῖα ἔλαβεν ὁ κύριος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως διὰ τὰ δύο ἕτερα προϊόντα· καὶ δὲν ἔπρεπε νὰ λησμονηθῇ, τὸ μὲν διότι ἡ σταφὶς μεταξὺ τῶν προϊόντων τῆς Ἑλλάδος κατέχει τὴν πρώτην θέσιν, θέσιν πολὺ ἀνωτέραν ἐκείνης, ἣν κατέχουσι τὰ δύο ἄλλα προϊόντα, ὁμοῦ λαμβανόμενα...
§76Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ. Τὸ ἥμισυ τῆς ἐξαγωγῆς.
§77Α. ΣΠΗΛΙΑΔΗΣ. Ἴσως καὶ πλέον... Τὸ δὲ, διότι, ὅστις θελήσῃ νὰ μελετήσῃ τοὺς ἐπιβαλλομένους φόρους εἰς τὰ διάφορα τῆς Ἑλλάδος προϊόντα — καὶ θὰ τὰ ἐμελέτησε βεβαίως ὁ κ. Πρωθυπουργὸς — καὶ πάντες ὑμεῖς, κύριοι συνάδελφοι, θὰ ὁμολογήσητε ἄνευ ἐλαχίστου δισταγμοῦ, ὅτι ὁ ἐπὶ τῆς σταφίδος ἐπιβαλλόμενος φόρος εἶναι ὁ μέγιστος τῶν φόρων, εἶναι φόρος ἀπαίσιος, τεράστιος, βάρβαρος! Κατὰ τὰ τελευταῖα μάλιστα ἔτη, ὅτε αἱ τιμαὶ τοῦ σταφιδοκάρπου ἐξηυτελίσθησαν ἐπὶ τοσοῦτον, ἡ ἀναλογία τοῦ φόρου τούτου πρὸς τὴν ἐξ αὐτοῦ πρόσοδον ἄγει εἰς ἀληθῆ κατάπληξιν. Ἵνα παραχθῇ ἓν χιλιόμετρον σταφιδοκάρπου, ἀπαιτεῖται ἡ καλλιέργεια δύο τοὐλάχιστον στρεμμάτων. Αἱ πρὸς τὴν καλλιέργειαν τῶν δύο τούτων στρεμμάτων ἀπαιτούμεναι δαπάναι, μὲ τὴν προσθήκην τῶν πρὸς ῥαντισμὸν δαπανῶν, ἀνέρχονται εἰς ἑκατὸν δέκα δραχμάς. Ἀλλὰ τὸ χιλιόλιτρον τῆς σταφίδος δὲν τιμᾶται πλέον τῶν ἑκατὸν δραχμῶν· καὶ ἐνῷ οὕτως ὁ παραγωγὸς οὐδὲν ἐσοδεύει, οὐδὲν κερδίζει, τὸ Δημόσιον ἐπὶ τῶν δαπανῶν τῶν καταβαλλομένων πρὸς παραγωγὴν λαμβάνει 16%! Καὶ δύναται νὰ ὀνομασθῇ φόρος αὐτὸς; Καὶ παρουσιάζει ἡ φορολογία αὕτη τὴν εἰκόνα εὐνομουμένου ἔθνους; Καὶ ἂν ἀληθείᾳ δύναται νὰ ἀπορήσῃ τις, πῶς ἐξακολουθεῖ ὁ σταφιδικὸς πληθυσμὸς νὰ ἀνέχηται τοιαύτην φορολογίαν. Δὲν εἶμαι βεβαίως ἐγὼ ἐκεῖνος, ὅστις θὰ τολμήσῃ, ἐν τοιαύτῃ καταστάσει τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους, νὰ ἀνακινήσῃ τοιοῦτον ζήτημα, καὶ νὰ ζητήσῃ τὴν ἐξίσωσιν τοῦ φόρου τῆς σταφίδος ἐν δικαίᾳ ἀναλογίᾳ πρὸς τοὺς ἄλλους τῶν ἄλλων προϊόντων φόρους, ἀλλὰ δικαιοῦμαι, νομίζω, νὰ παραπονεθῶ, διατὶ ἐλησμονήθη ἡ σταφὶς εἰς τὸ ἀγαθώτατον μέτρον, τὸ ὁποῖον λαμβάνεται διὰ τὰ δύο ἄλλα προϊόντα. Ὡς γνωρίζει βεβαίως ὁ κ. Πρωθυπουργός, πρὸ τινων ἐτῶν εἰσήχθησαν ἐν Ἑλλάδι ἀτμοκίνητα καθαριστήρια τῆς σταφίδος, διὰ τῆς λειτουργίας τῶν ὁποίων ἐπιτυγχάνεται κατὰ πολὺ ἡ βελτίωσις τῆς ποιότητος. Ὅτι δὲ ἡ βελτίωσις τῆς ποιότητος τοῦ σταφιδοκάρπου, ἐπιτυγχανομένη βαθμηδὸν καὶ κατ’ ὀλίγον, θὰ συνετέλει εἰς τὴν ἐπίλυσιν τοῦ σταφιδικοῦ ζητήματος, οὐδείς, νομίζω, ὑπάρχει ὁ ἀμφιβάλλων. Πᾶσα προσπάθεια πρὸς διάδοσιν, πᾶσα μέριμνα πρὸς ἐξεύρεσιν νέων ἀγορῶν, θὰ ἐστέφετο ὑπὸ ἐπιτυχίας, ἂν παραλλήλως ἐβάδιζε καὶ ἡ βελτίωσις τῆς ποιότητος. Καὶ ἡ τελεία τῆς ποιότητος βελτίωσις, ἔχω ἰδέαν, ὅτι ἐν ἀπωτέρω μέλλοντι θὰ καθίστα περιττὰ τὰ προσωρινὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα ἡ ὀξύτης τῆς κρίσεως μᾶς ἀναγκάζει ἀνυπερθέτως καὶ συντόμως νὰ λάβωμεν, καὶ διὰ τὰ ὁποῖα τόσον φιλοτίμως εἰργάσθη ἡ συστᾶσα ἐπιτροπή, ἣν ἱκετεύω, ἵνα ὅσον ἔνεστι ταχύτερον ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὸ ἔργον της. Καὶ οὐδεμία ὑπάρχει ἀμφιβολία, ὅτι ἡ βελτίωσις τῆς ποιότητος θέλει καταστήσει περιζήτητον τὴν σταφίδα, τὴν τόσα χαρίσματα ἔχουσαν. Ὑπάρχουσιν, ἐπαναλαμβάνω, ἀτμοκίνητα καθαριστήρια, διὰ τῶν ὁποίων παρασκευάζεται ἀρίστη ποιότης σταφιδοκάρπου. Καθαρίζεται ἐντελῶς ἀπὸ πάσης ξένης οὐσίας, διαιρεῖται εἰς διαφόρους ποιότητας, ἐχούσας τὴν ἀρετὴν τοῦ ἰσομεγέθους τῆς ῥαγός, — πρᾶγμα πολὺ ἐπιζητούμενον ὑπὸ τῶν καταναλωτῶν — καὶ ἔχει τὸ καθαριστήριον τὸ ἄριστον προτέρημα, νὰ ἀναγκάζῃ τοὺς θέλοντας νὰ ποιήσωσι χρῆσιν αὐτοῦ ν’ ἀποξηραίνωσι καλῶς τὸν σταφιδόκαρπον, διότι σταφὶς μαλακὴ δὲν ἀντέχει, ὡς μαζοποιουμένη, εἰς τὴν βάσανον τοῦ καθαριστηρίου. Ἀλλὰ διὰ νὰ γείνωσιν ὅλα ταῦτα, ἀπαιτοῦνται δαπάναι, κόποι, ἐργασία, καὶ ἐπὶ πᾶσι τούτοις ἡ οὕτω καθαριζομένη σταφὶς ἔχει φύραν οὐκ ὀλίγην. Δὲν εἶναι λοιπὸν δίκαιον νὰ ἐνθαρρύνωμεν τὴν ἐργασίαν ταύτην, λαμβάνοντες καὶ διὰ τὴν οὕτω ἐκκαθαρισμένην σταφίδα τὸ αὐτὸ μέτρον, ὅπερ ἐλήφθη διὰ τὰ δύο ἕτερα προϊόντα, ἐλαττοῦντες δηλαδὴ κατὰ τὴν αὐτὴν ἀναλογίαν τὸν ἐξαγωγικὸν αὐτῆς δασμόν; Φρονῶ, κύριοι Βουλευταί, ὅτι σύσσωμος ἡ Βουλὴ θέλει παραδεχθῆ, ὅτι ἔχω δίκαιον, ζητῶν τὴν προστασίαν ταύτην τοῦ εἴδους, προστασίαν, ἥτις ἐλήφθη εὐτυχῶς δι’ ἄλλα προϊόντα, προστασίαν εἴδους, τὸ ὁποῖον δὲν ἀφορᾷ μόνον εἰς τὴν Ἠλείαν ἢ τὰς Πάτρας, ἀλλ’ ἀφορᾷ τὴν τύχην τῶν οἰκονομικῶν τοῦ ἔθνους ὁλοκλήρου. Καὶ βεβαίως δὲν θὰ εἴχομεν ἀνάγκην οἰκονομιῶν, ἐὰν ἡ κρίσις ἡ σταφιδικὴ δὲν ἐμάστιζεν ἀπὸ δεκαετίας τὴν Πελοπόννησον, διότι βεβαίως τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους θὰ προήγοντο διπλασίως ἀφ’ ὅσον προήχθησαν κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρωθυπουργὸν νὰ μελετήσῃ τὸ ζήτημα...
§78Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὅταν κατέλθητε τοῦ βήματος, θὰ σᾶς δώσω πληροφορίας.
§79Α. ΣΠΗΛΙΑΔΗΣ. Ἐλπίζω, ὅτι δὲν πλανῶμαι, φρονῶν ὅτι τὸ αὐτὸ μέτρον δύναται νὰ ληφθῇ καὶ ὑπὲρ τῆς σταφίδος. Ἐὰν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἔχῃ λόγους νὰ πείσῃ τὴν Βουλήν, ὅτι εἶναι ἀνεφάρμοστον τὸ μέτρον τοῦτο ὑπὲρ τῆς σταφίδος, καὶ ὅτι δὲν δυνάμεθα καὶ ἡμεῖς νὰ ἀπολαύσωμεν τοῦ εὐεργετήματος αὐτοῦ, τὸ ὁποῖον ἄλλα προϊόντα ἀπήλαυσαν, ἡμεῖς, οἵτινες πάσχομεν, ἡμεῖς, οἵτινες καλλιεργοῦμεν προϊόν κανονίζον τὴν οἰκονομικὴν τοῦ ἔθνους εὐεξίαν, τότε θέλω παραδεχθῆ, ὅτι ἡ τύχη κατεδίκασε τὴν σταφίδα, καὶ μετ’ αὐτῆς καὶ τὰ οἰκονομικὰ τῆς ὅλης Ἑλλάδος.
§80Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἡμεῖς οὐδένα λόγον ἔχομεν, ἵνα πείσωμεν ὑμᾶς νὰ ἐγκαταλίπητε τὰς ἰδέας, τὰς ὁποίας πρὸ μικροῦ ἀνεκοινώσατε εἰς τὴν Βουλὴν· διότι ἡμεῖς φρονοῦμεν πεποιθότως, ὅτι ἀνάγκη βεβαίως ὑπάρχει, ἵνα ληφθῶσι μέτρα καὶ πρὸς βελτίωσιν τῆς ποιότητος τῆς σταφίδος, ὅπως κατασταθῇ πλέον εὐρεῖα ἡ κατανάλωσις τοῦ πολυτίμου τούτου προϊόντος. Ἐὰν ἐπροτείναμεν εἰς τὴν Βουλὴν μέτρα μόνον περὶ τοῦ ἐλαίου καὶ τῶν σύκων, τὸ ἐπράξαμεν διότι πρὸ δύο ἐτῶν, ὅτε διέτριψα ἐπί τινας ἡμέρας ἐν Καλάμαις, ἦλθον εἰς συνάφειαν μετὰ τοῦ Ἐμπορικοῦ Συλλόγου τῶν Καλαμῶν, καὶ συνεζήτησα περὶ τῆς τύχης τῶν προϊόντων, τὰ ὁποῖα παράγονται ἐν τῇ πλουσίᾳ ἐκείνῃ χώρᾳ, ὁ δὲ Ἐμπορικὸς Σύλλογος τῶν Καλαμῶν μοὶ παρέστησεν, ὅτι ἤθελεν εἶσθαι λυσιτελὲς τὸ μέτρον, νὰ ἐλαττωθῇ ὁ φόρος τοῦ ἐλαίου τοῦ παραγομένου ἐκ τῶν μηχανικῶν διϋλιστηρίων, καὶ νὰ ἐλαττωθῇ προσέτι ὁ φόρος τῶν σύκων, τὰ ὁποῖα διὰ τῆς κατεργασίας γίνονται πλέον εὔχρηστα πρὸς βρῶσιν. Τὰς γνώμας ταύτας τοῦ Ἐμπορικοῦ Συλλόγου τῶν Καλαμῶν δὲν ἐλησμόνησα, ἀνέγραψα ἐν τοῖς ἐμοῖς σημειώμασι, καὶ ὅτε ἦλθεν ἡ ὥρα, ἐφρόντισα νὰ ἐκπληρώσω τὴν ἐπιθυμίαν αὐτοῦ, συντρέχων καὶ ἐγὼ τὸ κατὰ δύναμιν εἰς τὴν βελτίωσιν τῶν προϊόντων τούτων, τῶν τόσον πολυτίμων, τοῦ ἐλαίου καὶ τῶν σύκων. Δὲν ἐπραγματεύθην περὶ τοῦ σταφιδοκάρπου, ἐνῷ ἀναγνωρίζω ὅτι ὑπάρχει μείζων ἴσως ἀνάγκη τῆς βελτιώσεως τοῦ προϊόντος τούτου, δὲν ἐπραγματεύθην ὅμως περὶ τούτου, οὐδὲ ἐτόλμησα νὰ λάβω πρωτοβουλίαν, ἀφοῦ πρὸ μικροῦ συνεστήθη ὑπὸ τῆς Βουλῆς ἐπιτροπή, εἰς ἣν ἀνετέθη νὰ μελετήσῃ τὸ ζήτημα, καὶ νὰ ὑποδείξῃ εἰς τὴν Βουλὴν, ποῖα μέτρα νομίζει ἀναγκαῖα πρὸς βελτίωσιν τοῦ προϊόντος, πρὸς ἐπέκτασιν τῆς καταναλώσεως αὐτοῦ, πρὸς εὕρεσιν νέων ἀγορῶν, ὅπως ἐξασφαλισθῇ ἡ τύχη τοῦ προϊόντος τούτου. Ἡ σύστασις τῆς Σταφιδικῆς ἐπιτροπῆς, τὴν ὁποίαν ἡμεῖς δὲν ἐπροτείναμεν, ὑπεστηρίξαμεν ὅμως ἐν τῇ προτάσει τῇ γενομένῃ πρὸς τὴν Βουλὴν, ἡ σύστασις τῆς ἐπιτροπῆς ταύτης ἐκρίθη παρ’ ἡμῶν τὰ μάλιστα ἀναγκαία, διότι ἡμεῖς γνωρίζομεν τοὺς κινδύνους, οἵτινες ἀπειλοῦσι τὴν τύχην τοῦ πολυτίμου τούτου προϊόντος, καὶ τὰ σχέδια, τὰ ὁποῖα παρασκευάζονται, τὰ ὁποῖα πάντως θέλουσι περιορίσει τὴν κατανάλωσιν αὐτοῦ. Ἐν τῇ συστάσει τῆς ἐπιτροπῆς ἠλπίσαμεν, ὅτι θέλομεν εὑρεῖ πάντα τὰ φῶτα, τὰ ἀπαιτούμενα πρὸς καταρτισμὸν μέτρων, ὅπως εἰσαγάγωμεν εἰς τὴν Βουλὴν προτάσεις πλήρεις καὶ ἀκεραίας, διὰ τῶν ὁποίων θέλομεν δυνηθῆ νὰ ἐξασφαλίσωμεν τὴν κατανάλωσιν τοῦ προϊόντος τούτου. Ἑπομένως ἀναμένομεν τῆς Σταφιδικῆς ἐπιτροπῆς τὸ πόρισμα τῶν ἐργασιῶν, ὅταν δὲ ἡ ἐπιτροπὴ ὑποβάλῃ αὐτὸ εἰς τὴν Βουλὴν, θέλομεν μελετήσει καὶ προτείνει τὰ ἀναγκαῖα μέτρα, τὰ ὁποῖα ἤθελον κριθῆ, ὅτι θέλουσι συντελέσει εἰς τὴν βελτίωσιν τοῦ προϊόντος καὶ τὴν ἐξασφάλισιν τῆς καταναλώσεως αὐτοῦ.
§81ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Πονηρόπουλος, μέλος τῆς Σταφιδικῆς ἐπιτροπῆς, παρὼν, δύναται νὰ μᾶς εἴπῃ, ποῦ εὑρίσκονται αἱ ἐργασίαι αὐτῆς.
§82ΑΛΕΞ. ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ Σταφιδικὴ ἐπιτροπὴ ἀπὸ τῆς πρώτης ἡμέρας τῆς συστάσεώς της διὰ τῶν παρόντων αὐτῆς μελῶν, ἀποτελούντων ἀπαρτίαν, εἰργάσθη ἐπὶ 10 ἡμέρας καὶ κατήρτισε νομοσχέδιον, ὅπερ ἀνετέθη εἰς τοὺς κυρίους Στεφάνου καὶ Κεφαλᾶν νὰ τὸ διαρρυθμίσωσι καταλλήλως καὶ δώσωσιν εἶτα νὰ τυπωθῇ, ὅπως ἔχῃ ἡ Βουλὴ αὐτὸ ἔντυπον. Ἐλπίζω ὅτι ἐντὸς ὀλίγων ἡμερῶν θὰ διανεμηθῇ εἰς τοὺς κυρίους Βουλευτάς.
§83ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀφοῦ μετ’ ὀλίγας ἡμέρας πρόκειται νὰ ἔχῃ ἡ Βουλὴ τὸ ἀποτέλεσμα τῶν ἐργασιῶν τῆς ἐπιτροπῆς, σήμερον ἀδίκως καταναλίσκεται χρόνος εἰς ἀσκόπους συζητήσεις.
§84Α. ΣΠΗΛΙΑΔΗΣ. Ἐγὼ ὡμίλησα ἐπὶ διαφόρου θέματος, καὶ τὸ μέτρον, τὸ ὁποῖον ὑπέδειξα, ἀφορᾷ εἰς τὸ ἀπώτερον μέλλον.
§85ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὅλα τὰ μέτρα τὰ νομοθετικά, τὰ ὁποῖα θέλουσι ληφθῆ, ἀφορῶσιν εἰς ἀπώτερον μέλλον. Ἐπιμένοντες σήμερον εἰς συζητήσεις τοιαύτας ἄνευ τῆς γνώμης τῆς ἐπιτροπῆς, δὲν θὰ φθάσωμεν εἰς ἀποτέλεσμα. Ὁ κύριος Σμολένσκης ἔχει τὸν λόγον.
§86Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ. Κύριοι Βουλευταί, κατόπιν τῶν χθεσινῶν ἐπερωτήσεων καὶ κατόπιν τῆς ὑποβολῆς τῶν στρατιωτικῶν νομοσχεδίων ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, καὶ κατόπιν τῆς διαδόσεως, ὅτι ὁ κ. ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργὸς εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, ἐπὶ παρουσίᾳ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, συνειργάσθη μετὰ τοῦ παρανόμως ἐκπληροῦντος καθήκοντα ἐπιτελάρχου παρὰ τῇ Γενικῇ Διοικήσει τοῦ στρατοῦ, εὑρίσκομαι εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἀπευθύνω πρὸς αὐτὸν ἐπερωτήσεις τινάς. Πρῶτον, ἂν εἶναι ἀληθὲς ὅτι συνειργάσθη μετὰ τοῦ ἐκτελοῦντος καθήκοντα ἐπιτελάρχου παρανόμως παρὰ τῇ Γενικῇ Διοικήσει τοῦ στρατοῦ, καὶ δεύτερον, ἂν περιῆλθον εἰς χεῖράς του ὑπηρεσιακῶς τὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα ἐξεπονήθησαν ἐν τῇ Γενικῇ τοῦ στρατοῦ Διοικήσει, καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει παρακαλῶ αὐτὸν νὰ τὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλήν, ἵνα λάβωμεν καὶ ἡμεῖς γνῶσιν αὐτῶν, καὶ ἰδίως θέλομεν νὰ μάθωμεν, ἂν προτίθεται νὰ συσχετίσῃ τὰ ἰδικά του νομοσχέδια μὲ ἐκεῖνα, καθότι, ἐπειδὴ θὰ γείνῃ βεβαίως συζήτησις λεπτομερὴς ἐπὶ τῶν νομοσχεδίων τούτων, πρέπει νὰ τὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψιν, ὥστε νὰ ἤμεθα εἰς κατάστασιν νὰ λάβωμεν μέρος εἰς τὴν συζήτησιν. Ὁ κ. Ὑπουργός, ὑποβάλλων τὰ νομοσχέδιά του, ἀνέφερε τοὺς ἄνδρας τῆς μεγαλουργοῦ γενεᾶς, καὶ ἰδίως τοὺς ἀειμνήστους στρατάρχας Κολοκοτρώνην καὶ Καραϊσκάκην, καὶ ὑπεσχέθη εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι τὸ στράτευμα, τὸ ὁποῖον θὰ καταρτισθῇ διὰ τῶν νομοσχεδίων του, θὰ καταρτισθῇ οὐ μόνον θεωρητικῶς, ἀλλὰ καὶ πρακτικῶς, οὕτως ὥστε ἐν ὥρᾳ δράσεως νὰ ἦναι ἅπαντες οἱ ἀπαρτίζοντες αὐτὸ εἰς κατάστασιν νὰ πράττωσι τὸ καθῆκόν των ὡς πρέπει. Συμφωνῶ μὲ ὅσα εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργός, καὶ ὀφείλω νὰ ὑπομνήσω αὐτῷ, ὅτι εἶπεν, ὅτι ἡ πειθαρχία, τὴν ὁποίαν ἐλπίζει ὅτι θὰ ἔχῃ τὸ στράτευμα μετὰ τὴν ἐφαρμογὴν τῶν νομοσχεδίων του, θὰ ἦναι σιδηρᾶ. Καὶ ἐγὼ λέγω, ὅτι ἡ πειθαρχία, ἡ ὁποία ὑπῆρχεν εἰς τὰ στρατεύματα ἐκεῖνα, τὰ ὁποία διέπραξαν τόσον μεγάλα κατορθώματα ὑπὸ τοὺς στρατάρχας ἐκείνους, καίτοι ἦσαν ἄτακτα, ἡ πειθαρχία, λέγω, ἐκείνη δὲν ἦτο μὲν σιδηρᾶ, διότι δὲν ἐλειτούργουν τότε οἱ αὐστηροὶ νόμοι, οἱ ὁποῖοι καθιστῶσι τὴν στρατιωτικὴν πειθαρχίαν σιδηρᾶν, ἀλλ’ ἦτο πραγματικὴ πειθαρχία, βασιζομένη ἐπὶ τῆς ἐκτιμήσεως τῶν ὑφισταμένων πρὸς τοὺς προϊσταμένους· ἑπομένως εὔχομαι, ὅπως τὰ νομοσχέδια τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν οὐ μόνον κατορθώσουν νὰ καταστήσωσι τὴν πειθαρχίαν ἑδραίαν ἐν τῷ στρατῷ, ἀλλὰ καὶ νὰ συντελέσωσιν εἰς τὸ νὰ στηρίζηται αὕτη ἐπὶ τῆς ἐκτιμήσεως τῶν ὑποδεεστέρων πρὸς τοὺς ἀνωτέρους· διότι αὐτὴ εἶναι ἡ πραγματικὴ πειθαρχία, καθότι ἡ ἐκτίμησις εἶναι πολὺ ἰσχυροτέρα τοῦ σιδήρου, ὅσον καὶ ἂν προέρχηται οὗτος ἐκ καταστήματος ἐκλεκτοῦ. Εἰς τὰ στρατεύματα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα διεξήγαγον τὸν ὑπὲρ τῆς ἀνεξαρτησίας τῆς Ἑλλάδος ἀγῶνα, οἱ ἡγήτορες ἔδιδον τὸ παράδειγμα, καὶ τὰ παραδείγματα αὐτῶν ἐφρονημάτιζον τὰ στρατεύματα, καὶ οὕτω τότε εὑρέθησαν εἰς κατάστασιν νὰ πράξουν τὰ κατορθώματα, τὰ ὁποῖα ἔπραξαν, καὶ τὰ ὁποῖα πραγματικῶς ἐκίνησαν καὶ κινοῦσιν εἰσέτι τὸν θαυμασμὸν ὅλου τοῦ κόσμου. Οἱ ἡγήτορες, λέγω, τῶν στρατευμάτων πρέπει νὰ δίδωσι πάντοτε τὸ καλὸν παράδειγμα, ὥστε νὰ φρονηματίζωνται τὰ στρατεύματα· καὶ διὰ τοῦτο, μολονότι σήμερον οἱ κανονισμοὶ τῶν τακτικῶν στρατευμάτων, ἐπειδὴ τὰ ὅπλα τὰ σημερινὰ ἔχουσιν ἀποτελέσματα λίαν φονικὰ, ὁρίζουσι τὴν θέσιν τῶν ἡγητόρων εἰς τρόπον, ὥστε νὰ μὴ ἦναι πολὺ ἐκτεθειμένοι εἰς τὰ φονικὰ ταῦτα ἀποτελέσματα, οὐχ ἧττον δὲν τοὺς θέλουν καὶ ἀπομεμακρυσμένους τόσον πολὺ, ὥστε νὰ χάνουν τὴν ἐμπιστοσύνην τῶν στρατευμάτων. Καὶ γνωρίζει καλῶς ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ὅτι, κατὰ τοὺς διαφόρους κανονισμοὺς, ἐν ὥρᾳ μάχης οἱ ταγματάρχαι εὑρίσκονται μεταξὺ τῆς πρώτης γραμμῆς τῆς μάχης καὶ τῆς ἐφεδρείας ἑκάστου τάγματος, οἱ συνταγματάρχαι εἰς τὸ ὕψος τῶν ἐφεδρειῶν τῶν ταγμάτων των τῆς πρώτης γραμμῆς, οἱ ταξίαρχοι εἰς τὸ ὕψος τῆς δευτέρας γραμμῆς τῶν ταγμάτων των, οἱ μέραρχοι, καθὼς καὶ ὁ γενικὸς ἀρχηγὸς, ὄπισθεν μὲν, ἀλλ’ εἰς τοιαύτην θέσιν, ὥστε τὰ στρατεύματα νὰ τοὺς βλέπουν, καὶ διὰ τοῦτο ἐν ἡμέρᾳ ὑπάρχει εἰδικὴ σημαία, ἡ ὁποία ὁρίζει τὴν θέσιν ἑκάστου μεράρχου καὶ τοῦ ἀρχηγοῦ, ἐν ὥρᾳ δὲ νυκτὸς ὡρισμένος φανὸς κεχρωματισμένος δι’ ἕκαστον μέραρχον ἢ τὸν ἀρχηγὸν, καὶ ἂν ἦναι πλησίον τοῦ πεδίου τῆς μάχης χωρίον τι ἢ πολίχνη, δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον εἰς τὸν ἀρχηγὸν τοῦ μαχομένου στρατοῦ νὰ θεᾶται διὰ τοῦ τηλεσκοπίου τὴν μάχην ἀπὸ τοῦ ἐξώστου οἰκίας τινὸς, ἀλλὰ πρέπει νὰ εὑρίσκηται ἐπὶ τοῦ πεδίου τῆς μάχης, ὥστε νὰ σπεύδῃ ὅπου ἡ ἀνάγκη τὸ καλεῖ. Αὐτὰ προβλέπουν οἱ κανονισμοὶ, καὶ διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν, ἵνα διὰ τῶν νομοσχεδίων του ἐπιδιώξῃ ἰδίως τὴν μόρφωσιν καλῶν στελεχῶν, ὥστε ταῦτα διὰ τῆς ἀξίας των νὰ προκαλῶσι τὴν ἐμπιστοσύνην τῶν ὑποδεεστέρων, καὶ οὕτω πως ἡ πραγματικὴ πειθαρχία νὰ στηρίζηται οὐχὶ ἐπὶ τοῦ φόβου τῶν ἀδικημάτων, οὐχὶ ἐπὶ τῆς αὐστηρότητος τῶν νόμων, ἀλλ’ ἐπὶ τῆς ἀγάπης καὶ ἐκτιμήσεως τῶν ὑποδεεστέρων πρὸς τοὺς ἀνωτέρους των. Λοιπὸν λέγω, ὅτι διὰ τῶν νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ Στρατιωτικῶν θὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν ψῆφον ἡμῶν, πρέπει τοιαῦτα νὰ ἐπιδιωχθῶσιν, ἐὰν θέλωμεν νὰ ἔλθωμεν εἰς ἓν καλὸν ἀποτέλεσμα καὶ νὰ ἔχωμεν στρατὸν, ὁ ὁποῖος ἐν ὥρᾳ ἀνάγκης νὰ ἦναι εἰς κατάστασιν νὰ πράξῃ ὅ,τι ἔπραξαν τὰ στρατεύματα ὑπὸ τὴν ἀρχηγίαν τῶν ἀειμνήστων ἀρχιστρατήγων Κολοκοτρώνη καὶ Καραϊσκάκη, τοὺς ὁποίους ἀνέφερεν ὁ κ. Ὑπουργός. Καὶ μάλιστα λέγω καὶ ἓν ἄλλο· νὰ συνηθίσῃ ἡ γενεὰ ἡ σημερινὴ καὶ ἡ μέλλουσα νὰ μὴ ἐπαναπαύωνται εἰς τὰ κατορθώματα τῶν πατέρων ἡμῶν, ἀλλὰ νὰ ἀποκτήσωσι τοιαύτην πεποίθησιν εἰς ἑαυτὰς, ὥστε νὰ λέγωσι μετ’ εὐσυνειδησίας ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἔλεγον τὸ πάλαι οἱ νέοι Ἕλληνες, λόγου γινομένου περὶ τῶν κατορθωμάτων τῶν προγόνων των: «ἄμμες δέ γʹ ἐσσόμεθα πολλῷ κάρρονες». Τότε θὰ ὑπάρχῃ ἐλπὶς, ὅτι θὰ κατορθώσωμεν νὰ φθάσωμεν εἰς ἀποτέλεσμα καλὸν, καὶ νὰ ἔχωμεν στράτευμα, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἡ Πατρὶς νὰ ἔχῃ ἐμπιστοσύνην. Κύριοι, ἐγὼ ἔλαβον τὸν λόγον εἰς προηγουμένας συνεδριάσεις, ὄχι διὰ νὰ ὁμιλήσω κατὰ τοῦ θεσμοῦ τῆς Γενικῆς Διοικήσεως. Περιβεβλημένος τὸ ἀξίωμα τοῦ Βουλευτοῦ, εἶχον καθῆκον νὰ δείξω, ἂν ὁ νόμος αὐτὸς περὶ Γενικῆς Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ ἐφηρμόσθη καλῶς ἢ κακῶς. Ἔδειξα λοιπὸν εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι ὁ νόμος αὐτὸς ἐστρεβλώθη ἐπανειλημμένως, ὅτι δὲν ἐφηρμόσθη μετὰ τῆς εἰλικρινείας ἐκείνης, ἡ ὁποία ἔπρεπε νὰ ἐπικρατῇ, προκειμένου περὶ βελτιώσεως τῶν στρατιωτικῶν πραγμάτων τῆς χώρας. Αὐτὸ καὶ μόνον ὑπέδειξα εἰς τὴν Βουλήν. Ἐγὼ ὑπηρέτησα ὑπὸ τὸν Γενικὸν Διοικητὴν τοῦ στρατοῦ, καὶ δὲν ἦλθόν ποτε εἰς σύγκρουσίν τινα. Ἤμην ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ εὐχαριστημένος. Ἐν τούτοις ἀπὸ καιροῦ εἰς καιρὸν οἱ περὶ αὐτὸν μοὶ ἐπεδείκνυον μακρόθεν εἰκόνα τινὰ τῆς μάχης τοῦ Δομοκοῦ, ἀλλὰ τὴν στιγμὴν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἠτένιζον αὐτὴν, ἵνα ἐξετάσω τὰς λεπτομερείας της, ἀπέσυρον ταύτην ἀμέσως. Δὶς μοὶ παρουσίασαν τὴν εἰκόνα ταύτην τῆς μάχης τοῦ Δομοκοῦ· εἰς τὰς παραμονὰς τῶν ἐκλογῶν τοῦ 1899 καὶ τώρα, κατόπιν τῆς ὁμιλίας, τὴν ὁποίαν ἔκαμα, δεικνύων τὰς παρανομίας ἐκείνας, αἱ ὁποῖαι ἔλαβον χώραν κατὰ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου περὶ Γενικῆς Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ. Βεβαίως δὲν πρόκειται νὰ ἐξιστορήσω σήμερον τὰ τοῦ τελευταίου πολέμου, διότι αὐτὰ εἶναι τοῖς πᾶσι γνωστὰ, οὐχ ἧττον θὰ προσπαθήσω νὰ συλλάβω τὴν χεῖρα ἐκείνην, ἡ ὁποία μοὶ ἐπεδείκνυε αὐτὴν τὴν εἰκόνα, ὅπως καταπέσῃ αὕτη καὶ τὴν παραλάβω ἐγὼ, ἵνα κατόπιν, ὡς καλὸς ζωγράφος, τὴν ἐξετάσω, ὅταν ἔλθῃ ἡ κατάλληλος στιγμή. Κύριοι, σήμερον σᾶς λέγω μόνον, ὅτι κατόπιν τῆς δράσεως τῆς Γʹ Ταξιαρχίας ἐν Ρεβενίῳ, καὶ κατόπιν τῆς δράσεως αὐτῆς εἰς τὸ Βελεστῖνον, ἡ Ταξιαρχία αὕτη ἀφέθη ἐλευθέρα, διότι τὴν 24 Ἀπριλίου 1897 ἐν ὥρῃ μάχης μὲ ἐκάλεσεν εἰς τὸ τηλεγραφεῖον τοῦ Βελεστίνου ὁ κ. ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργὸς τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, ὁ ὁποῖος παρακάθηται ἐνταῦθα, καὶ μὲ ἠρώτησε «τί νέα;»· ἀπήντησα: «μαχόμεθα».—«Τὰ στρατεύματα (μοὶ εἶπε) τῶν Φαρσάλων ὑπεχώρησαν πρὸς Δομοκόν· προσέξατε, μὴ συλληφθῆτε αἰχμάλωτοι». Ἀπήντησα εἰς τὸν κ. Ὑπουργόν: «Διαταγὴν ἔχομεν νὰ ἀμυνώμεθα ἐνταῦθα». Τότε μοὶ εἶπεν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις μ’ ἐξουσιοδότει νὰ ὑποχωρήσω ὅπου θέλω, ἀρκεῖ μόνον νὰ μὴ αἰχμαλωτισθῇ ἡ Ταξιαρχία. Τὰς λεπτομερείας, πῶς ἔφθασα εἰς τὸν Ἁλμυρόν, εἶναι περιττὸν τώρα νὰ σᾶς εἴπω, διότι δὲν εἶναι τῆς παρούσης ὥρας, ἄλλως τε βλέπω πολλοὺς Ὑπουργοὺς τῆς ἐποχῆς ἐκείνης ἐνταῦθα, καὶ εἰς τὴν πρώτην σειρὰν τῶν θέσεων καὶ εἰς τὴν δευτέραν, καὶ μάλιστα εἰς τὸ Προεδρεῖον τὸν τότε Πρωθυπουργὸν, ὥστε ὅλα αὐτὰ σᾶς εἶναι γνωστά. Ἀνέφερα λοιπὸν τότε καὶ εἰς τὸν ἀρχηγὸν καὶ εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι ἔφθασα ἐκεῖ καὶ ὅτι κατέλαβον αὐτὰς καὶ αὐτὰς τὰς θέσεις. Τώρα, διατὶ κατέλαβον τὰς θέσεις αὐτὰς, εἶναι ἄλλο ζήτημα· αὐτὸ δὲν εἶναι πάλιν τῆς παρούσης ὥρας· ἄλλως τε ὅλα ταῦτα ἐξηγοῦνται ὑπὸ τῶν πλείστων στρατιωτικῶν συγγραφέων, οἱ ὁποῖοι ἔγραψαν περὶ τοῦ Ἑλληνοτουρκικοῦ πολέμου, καὶ οἱ ὁποῖοι ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ μὲ ἐδικαίωσαν. Ἑπομένως τοῦτο μόνον σᾶς λέγω, ὅτι τὴν στιγμὴν, κατὰ τὴν ὁποίαν ὑπεχώρησαν τὰ Ἑλληνικὰ στρατεύματα ἐκ Φαρσάλων, ὁ ἀρχιστράτηγος τοῦ τουρκικοῦ στρατοῦ ἔδωκε διαταγὴν πρὸς τὸν μέραρχον, ὁ ὁποῖος ἦτο ἀπέναντι τῆς Γʹ Ταξιαρχίας, νὰ βαδίσῃ ἀμέσως πρὸς τὸν Ἁλμυρὸν, νὰ ἐκτοπίσῃ τὰ στρατεύματα τῆς Γʹ Ταξιαρχίας καὶ νὰ σπεύσῃ νὰ καταλάβῃ τὴν Λαμίαν. Ἐννοεῖται, διὰ ποῖον σκοπὸν νὰ καταλάβῃ τὴν Λαμίαν, διὰ νὰ αἰχμαλωτισθῇ ὁ ἀρχιστράτηγος τοῦ Ἑλληνικοῦ στρατοῦ καὶ ὁ στρατὸς ἐκεῖνος. Τοῦτο εἶναι ἀναγεγραμμένον εἰς τὸ περιοδικὸν τὸ στρατιωτικὸν, τὸ ὁποῖον γράφεται ἀπὸ δέκα ἀνωτέρους ἀξιωματικοὺς ἐν Βερολίνῳ, καὶ τὸ ὁποῖον περιέχει τὰς διαταγὰς τοῦ Ἐτὲμ πασσᾶ. Ἐκεῖ δύναταί τις, ἐὰν θέλῃ, νὰ εὕρῃ τὴν σχετικὴν διαταγὴν εἰς τὸν τόμον τὸν ἐκδοθέντα πρὸ δύο ἢ τριῶν ἐτῶν. Δι’ αὐτὸ λοιπὸν ἐγὼ, ἀντὶ νὰ μεταβῶ, ὅπως εἶχον ἐλευθερίαν, εἰς Βόλον, μετέβην εἰς Ἁλμυρόν. Ἐκεῖ μοὶ ἐζητήθη ἐνίσχυσις 3500 ἀνδρῶν διὰ τὸν Δομοκόν. Καίτοι εἶχον ἀνάγκην αὐτῶν τῶν ἀνδρῶν, μ’ ὅλα ταῦτα ἐξετέλεσα τὴν διαταγὴν, καὶ ἀπέστειλα τοὺς ἄνδρας, καίτοι ὁ τότε κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, συνομιλῶν μετὰ τοῦ ἀρχιστρατήγου, μὲ ἐδικαίωσεν εἰς τὴν ἀναφοράν μου, ὅτι τὰ στρατεύματα αὐτὰ ἦσαν χρήσιμα διὰ τὴν φρούρησιν τῶν περὶ τὸν Ἁλμυρὸν θέσεων. Ἐὰν ἀμφιβάλλῃ ὁ τότε ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργός, δύναμαι νὰ τῷ παρουσιάσω τὴν ὁμιλίαν του.
§87Ν. ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Ὄχι.
§88Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ. Ἐξακολουθῶ. Ἔστειλα λοιπὸν εἰς τὸν Δομοκὸν 3500 ἄνδρας, καὶ κατόπιν, μαθὼν ἐκ τῶν κατασκόπων, τοὺς ὁποίους συνετήρουν ἐξ ἰδίων, — διότι οὐδὲν χρηματικὸν ποσὸν εἶχε δοθῆ εἰς ἐμὲ διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τῆς κατασκοπείας, — μαθὼν, λέγω, ἐκ τῶν κατασκόπων τὰς προθέσεις τοῦ ἐχθροῦ, καὶ μαθὼν συνάμα ὅτι καὶ ὁ κ. Βάσος εἶχε λάβει διαταγὴν νὰ ἔλθῃ πρὸς τὰ μέρη ἐκεῖνα, ἦσαν δὲ καὶ τὰ πληρώματα τοῦ στόλου εἰς Ἁλμυρὸν, ἐτηλεγράφησα εἰς τὸν ἀρχιστράτηγον τῶν στρατευμάτων τοῦ Δομοκοῦ, ὅτι παρεκάλουν νὰ μὲ ἀπαλλάξῃ τῆς εὐθύνης τῆς φρουρήσεως τῶν περὶ τὸν Ἁλμυρὸν θέσεων, καὶ νὰ μὲ διατάξῃ νὰ μεταβῶ μὲ τὴν Γʹ Ταξιαρχίαν εἰς τὸν Δομοκὸν, διότι θὰ ἦτο εὐτύχημα δι’ ἐμὲ καὶ τὴν Ταξιαρχίαν μου νὰ πολεμήσωμεν ὑπὸ τὰ ὄμματα τῆς Α. Β. Ὑψηλότητος. Λοιπὸν βλέπετε, ὅτι δὲν ἐκπλήσσει ἐμὲ ἡ εἰκὼν τοῦ Δομοκοῦ· ἡ εἰκὼν τῆς ὅλης ἐκστρατείας δι’ ἐμὲ, δύναμαι νὰ εἴπω, ὅτι εἶναι ἀδιάφορος, δηλαδὴ δὲν μὲ ἀνησυχεῖ. Ἕν μόνον θὰ εἴπω, ὅτι, ἂν ἐγενόμην ὑπαίτιος ἀνυπακοῆς τινος, ὡς ψιθυρίζεται κἄπως, καθὰ καὶ πρὸ ὀλίγου ἤκουσα καὶ εἰς τὸ δωμάτιον τῆς πτέρυγος ταύτης ἀπὸ ἕνα Βουλευτὴν, ὅτι δηλαδὴ ἤκουσε νὰ λέγηται τοιοῦτόν τι, ἐὰν ἐγενόμην, λέγω, ὑπαίτιος ἀνυπακοῆς τινος, βεβαίως ἡ Κυβέρνησις τῆς ἐποχῆς ἐκείνης δὲν θὰ μὲ προῆγε κατ’ ἐκλογὴν εἰς ὑποστράτηγον. Διότι, Κύριοι, ἔχω εἰς τὸ θυλάκιόν μου δύο χαρτιά· τὸ ἓν εἶναι αὐτὸ, τὸ ὁποῖον διαλαμβάνει ὅτι προήχθην εἰς ὑποστράτηγον διὰ τὰς ἀρίστας πρὸς τὴν Πατρίδα ὑπηρεσίας μου ἀπέναντι τοῦ ἐχθροῦ, φέρει δὲ ἡμερομηνίαν τῆς 7 Μαΐου 1897· τὸ ἕτερον δὲν δύναμαι νὰ ἀναγνώσω ὁλόκληρον, διότι δὲν μοὶ ἐπιτρέπεται, — εἶναι τοῦ τότε ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργοῦ — μόνον μίαν παράγραφον θὰ σᾶς ἀναγνώσω. Ὁ κ. ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργὸς, ὄχι ἀκριβῶς τότε, ἀλλὰ κατόπιν, ὅτε ἐκ Μεσολογγίου ἀπηύθυνα τηλεγράφημα πρὸς αὐτὸν καὶ τὸν κ. Πρωθυπουργόν, δι’ οὗ τοὺς εὐχαρίστουν, ὅτι μὲ ἀπήλλαξαν δυσαρέστου θέσεως, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν Διοίκησιν τοῦ στρατοῦ, αὐτοὶ οἱ ἴδιοι, οἱ ὁποῖοι εἰς ἄλλην ἐποχὴν ἐπρότειναν τὸν κατ’ ἐκλογὴν προβιβασμόν μου εἰς ὑποστράτηγον, ὁ κύριος, λέγω, ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν τότε Ὑπουργὸς ἔγραψε τὴν ἑξῆς ἐπιστολὴν πρὸς δύο πρόσωπα μετὰ τὴν ἔξοδόν του ἐκ τοῦ Ὑπουργείου. Ἐν τῇ ἐπιστολῇ ταύτῃ γράφει: «... Ἐν τέλει προσθέτω, ὅτι τὸν στρατηγὸν πάντοτε ἐξετίμησα διὰ τὰς πρὸς τὴν Πατρίδα ὑπηρεσίας του.» Ὥστε λοιπὸν κατόπιν ὅλων αὐτῶν ἐγὼ δὲν ἀνῆλθον εἰς τὸ βῆμα, διὰ νὰ δικαιολογηθῶ, διότι δὲν εἶμαι κατηγορούμενος, ἵνα δικαιολογηθῶ· θὰ δικαιολογηθῶ τότε μόνον καὶ θὰ ὁμιλήσω, καὶ θὰ ἔχητε νὰ ἀκούσητε πολλὰ, ὅταν τολμήσουν νὰ κάμουν καταγγελίαν ἐναντίον μου. Ὅταν τολμήσουν, λέγω, νὰ κάμουν καταγγελίαν ἐναντίον μου, διότι ἠμποροῦν ἀκόμη καὶ σήμερον, ἐὰν θέλουν, νὰ τὸ πράξωσι, διότι δὲν ἐπῆλθεν εἰσέτι ἡ παραγραφὴ τῆς ἀνυπακοῆς — ἐὰν ὑπῆρξε τοιαύτη — καὶ τοὺς ἀναμένω πρὸς τοῦτο, τότε θὰ μάθητε πολλὰ, τὰ ὁποῖα δὲν γνωρίζετε, καὶ τὰ ὁποῖα σήμερον δὲν θέλω νὰ εἴπω, διότι σέβομαι τὰ πρόσωπα ἐκεῖνα, περὶ τῶν ὁποίων πρόκειται...
§89Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Αἱ ἀποκαλύψεις εἶναι πάντοτε ὠφέλιμοι, καὶ ἡ ἀλήθεια πρέπει νὰ λέγηται, κύριε στρατηγέ.
§90Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε. Εἶναι ὅλως διόλου περιττόν. Ἐὰν θέλουν νὰ μὲ καταγγείλουν, καὶ τοὺς παρακαλῶ νὰ μὲ καταγγείλουν, τότε πλέον...
§91Ν. ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Ποῖος νὰ σᾶς καταγγείλῃ;
§92Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ. Οἱ ἁρμόδιοι νὰ μὲ καταγγείλουν. Εἶναι ὁ ἀρχιστράτηγος τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, ἢ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, ἐὰν θέλῃ. Οὐδεὶς ἄλλος.
§93Ν. ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Ἀφοῦ σᾶς ἐπροβίβασεν ὁ Ὑπουργὸς ἐκεῖνος, βεβαίως δὲν θὰ σᾶς καταγγείλῃ.
§94Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ. Ὑποθέτω. Λοιπὸν εἶναι περιττὸν νὰ εἴπω πράγματα, τὰ ὁποῖα δὲν σχετίζονται μὲ τὴν περίστασιν. Ἤθελον λοιπὸν πρῶτον νὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ἐὰν ἔχῃ τὴν ἐργασίαν τῆς Γενικῆς Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ, καὶ ἂν τὴν ἔλαβε κανονικῶς, διὰ τοῦ πρωτοκόλλου, νὰ τὴν καταθέσῃ εἰς τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς, ἵνα τυπωθῇ, καὶ λάβωμεν γνῶσιν καὶ ἡμεῖς, ἐὰν πρόκηται τὴν ἐργασίαν αὐτὴν νὰ τὴν χρησιμοποιήσῃ πρὸς συμπλήρωσιν τῶν ἰδικῶν του νομοθετημάτων, καὶ δεύτερον, τὰ περὶ Δομοκοῦ σᾶς τὰ εἶπον, διὰ νὰ τελειώσῃ μίαν φορὰν αὐτὴ ἡ ὑπόθεσις, καὶ μὴ δεικνύωσιν εἰς ἐμὲ τὴν εἰκόνα αὐτήν, δι’ ἣν ἐγὼ δὲν εὐθύνομαι ποσῶς, μ’ ἔφερε δ’ ἁπλῶς εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ὁμιλήσω πρὸς ὑμᾶς καὶ δι’ ὑμῶν πρὸς τὸ ἔθνος καὶ δηλώσω, ὅτι παραγραφὴ δὲν ὑπάρχει ἀκόμη, ὅτι ἐγὼ ἐδῶ εὑρίσκομαι, καὶ ἂν θέλουν οἱ ἁρμόδιοι, ἂς μὲ καταγγείλουν, καὶ τότε μόνον, ἐν ἀμύνῃ εὑρισκόμενος, θέλω ὁμιλήσει ἐλευθέρως. (Εὖγε! εὖγε!).
§95Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Βεβαίως κατανοεῖ ἡ Βουλή, ὅτι δὲν πρόκειται νὰ ὁμιλήσω ἐπὶ τοῦ δευτέρου μέρους τοῦ λόγου τοῦ ἀξιοτίμου στρατηγοῦ, Βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς. Τὸ μέρος τοῦτο ἀνάγεται εἰς τὴν ἱστορίαν δυστυχῶν συμβεβηκότων. Δὲν καλοῦμαι νὰ ἐκφέρω γνώμην, διότι δὲν εἶμαι εἰδικός, δὲν εἶμαι στρατιωτικός, οὐδὲ δύναμαι καὶ ἐγὼ αὐτὸς νὰ ἔχω γνώμην ἐπ’ αὐτῶν. Ἐπειδὴ ὅμως ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς, ὁ καταβὰς τοῦ βήματος, ἐζήτησε παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν νὰ πληροφορήσῃ αὐτόν, ἂν κατέχει σχέδια νόμων παρασκευασθέντων ἐν τῇ Γενικῇ Διοικήσει τοῦ στρατοῦ, ὀφείλω νὰ ἀπαντήσω, διότι ὁ κ. στρατηγὸς ἐζήτησεν, ἐὰν ὁ Ὑπουργὸς κατέχῃ τοιαῦτα σχέδια, νὰ τὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλήν, ὀφείλω, λέγω, ν’ ἀποκριθῶ, ὅτι εἰς τὴν Βουλὴν οἱ Ὑπουργοὶ εἰσάγουσι νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα εἶναι τὸ πόρισμα τῶν μελετῶν καὶ τῶν γνωμῶν αὐτῶν, εἶναι κρίσεις αὐτῶν περὶ τοῦ τί δέον γένεσθαι, τὰ δὲ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα κατέθετο ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ἑρμηνεύουσι τὰς γνώμας αὐτοῦ καὶ τὰς γνώμας τῶν μελῶν τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν δὲν κατέθεσε κανὲν ἄλλο ἔργον, κανὲν ἄλλο ἔγγραφον, ἑπομένως νομίζω, ὅτι οὐδεμίαν ὑποχρεοῦται νὰ δώσῃ πληροφορίαν, ἂν ἔχομεν ἄλλας πληροφορίας, ἂν ἔχομεν ἄλλα σχέδια νόμων, ἂν ἔχομεν ἄλλα ὑπομνήματα. Ἐὰν ἔχωμεν τοιαῦτα, ἡμεῖς θὰ τὰ ἔχωμεν· εἶναι ἔργον ἡμῶν αὐτῶν νὰ ποιήσωμεθα χρῆσιν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Βεβαίως θέλομεν καταθέσει εἰς τὴν Βουλὴν τὰς προτάσεις ἐκείνας, τὰς ὁποίας ἡμεῖς θέλομεν προβάλει ὑπὸ τὴν ἰδίαν ἡμῶν εὐθύνην, τὰς ὁποίας ἡμεῖς κατηρτίσαμεν ἐκ τῶν πληροφοριῶν ἢ τῶν φώτων, τὰ ὁποῖα ἐπορίσθημεν. Ἑπομένως παρακαλῶ τὸν κ. στρατηγὸν νὰ ἀρκεσθῇ εἰς τὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα ἔχομεν καταθέσει ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ἐν ᾗ δὲ περιπτώσει φέρομεν νέας προτάσεις, τότε νὰ ζητήσῃ παρ’ ἡμῶν τὰς νέας προτάσεις, ὅπως ἐξετάσῃ καὶ φέρῃ καὶ ἐπ’ αὐτῶν ψῆφον.
§96Ν. ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Δὲν θὰ ἐλάμβανον τὸν λόγον, ἐὰν ἀφορμὴν δὲν μοὶ ἔδιδεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς πολὺ ὀρθῶς ἐζήτησε τὴν κατάθεσιν τῆς σχετικῆς ἐργασίας τῆς Γενικῆς Διοικήσεως ἐπὶ τοῦ θέματος τῶν στρατιωτικῶν νομοσχεδίων, καὶ βεβαίως ἔχει ὑποχρέωσιν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν νὰ καταθέσῃ τὰς μελέτας ἐπὶ τῶν νομοσχεδίων τούτων τῆς Γενικῆς Διοικήσεως... (θόρυβος).
§97ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σᾶς παρακαλῶ.
§98Ν. ΤΣΑΜΑΔΟΣ. .. Διότι αἱ μελέται αὗται προέρχονται ἐξ αὐτῆς ταύτης τῆς ῥητῆς τοῦ νόμου περὶ Γενικῆς Διοικήσεως διατάξεως τοῦ στρατοῦ, καθόσον ὁ νόμος περὶ Γενικῆς Διοικήσεως, ὁ κανονίζων τὰ τῆς ὑπηρεσίας τοῦ Ἐπιτελείου τῆς Γενικῆς Διοικήσεως, ἀναγράφει ὅτι τὸ ἐπιτελεῖον τῆς Γενικῆς Διοικήσεως ἐκτελεῖ τὴν αὐτὴν ὑπηρεσίαν, οἵαν καὶ τὸ Ἐπιτελεῖον τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, τουτέστιν εἶναι ὑποχρεωμένον νὰ παρασκευάζῃ τὴν νομοθετικὴν ἐργασίαν. Βεβαίως δὲν ὑπονοεῖ νομοσχέδια, — διότι ταῦτα ἀνήκουσιν εἰς τὴν δικαιοδοσίαν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν — ἀλλ’ ἐννοεῖ ἐργασίαν ὀργανώσεως, σχετιζομένην μὲ τὴν νομοθετικὴν ἐργασίαν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν. Ἐπειδὴ δὲ ἡ ἐργασία αὕτη εἶναι ἐπιβεβλημένη εἰς τὴν Γενικὴν Διοίκησιν, καὶ ἡ Γενικὴ Διοίκησις ὑπέβαλε ταύτην εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, ἕπεται ὅτι ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν πρέπει σὺν τοῖς νομοσχεδίοις αὐτοῦ νὰ συνυποβάλῃ καὶ τὰς μελέτας ταύτας, ὅπως ἡ Βουλὴ κρίνῃ περὶ τῶν νομοσχεδίων τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν ἐν σχέσει πρὸς τὴν ἐπιτελικὴν ἐργασίαν τῆς Γενικῆς Διοικήσεως.
§99Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἔχει δικαίωμα νὰ συντάσσῃ τις νομοσχέδια, ἂν δὲν ἦναι Ὑπουργὸς ἢ Βουλευτής.
§100ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σᾶς παρακαλῶ.
§101Ν. ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Ἐγὼ δὲν εἶπον, ὅτι πρόκειται νὰ ὑποβάλῃ νομοσχέδια ἡ Γενικὴ Διοίκησις. Ἡ Γενικὴ Διοίκησις ὑποβάλλει μελέτην νομοθετικὴν πρὸς ὀργάνωσιν τοῦ στρατοῦ.
§102Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὴν κρίσιν τοῦ Ὑπουργοῦ ἀπόκειται.
§103ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σᾶς παρακαλῶ, κύριε Ἀγγελόπουλε, μὴ διακόπτετε.
§104Ν. ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Ἡ ἐργασία αὕτη, ἀπορρέουσα ἐκ τοῦ νόμου, καὶ οὖσα ἐπιβεβλημένη εἰς τὴν Γενικὴν Διοίκησιν, ἀνάγκη εἶναι νὰ συνυποβληθῇ εἰς τὴν Βουλήν, διὰ νὰ κρίνῃ ἡ Βουλή, κατὰ πόσον ὁ κ. Ὑπουργὸς ἠσπάσθη ἢ μὴ τὴν γνώμην τοῦ Ἐπιτελείου τῆς Γενικῆς Διοικήσεως. Διὰ τοῦτο καὶ ἐγὼ νομίζω, ὅτι, ἂν ἡ Γενικὴ Διοίκησις ὑπέβαλεν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν τοιαύτην ἐργασίαν, πρέπει ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ συνυποβάλῃ ταύτην.
§105Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Δὲν γνωρίζω, κύριε Πρόεδρε, ὑπὸ τίνα τύπον ἔφερε τὴν ἐπερώτησιν αὐτοῦ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ὕδρας, ἀλλ’ ἐν ἀρχῇ τῆς ἀγορεύσεως αὐτοῦ ἐδήλωσεν, ὅτι ὑποχρεοῦται ἐκ τοῦ νόμου τῆς Γενικῆς Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν νὰ εἰσαγάγῃ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς τὰ παρασκευασθέντα, ὡς ἐγράφη καὶ ἐλέχθη, νομοσχέδια ὑπὸ τοῦ Ἐπιτελείου τῆς Γενικῆς Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ. Τὸ πρᾶγμα, Κύριοι, εἶναι ἀληθῶς καινοφανές· διότι εἰς τὴν Βουλὴν δὲν εἰσάγονται σχέδια νόμων ἢ μόνον ὑπὸ τῶν Ὑπουργῶν, ὡς Βουλευτῶν, καὶ ὑπὸ τῶν Βουλευτῶν. Θὰ ἦτο δ’ ἀληθῶς περίεργον, ἐὰν ὑπῆρχε καὶ ἄλλη τις ἀρχὴ καὶ ἄλλη τις ἐξουσία, ἥτις ἠδύνατο νὰ εἰσαγάγῃ νομοσχέδια οἱαδήποτε εἰς τὴν Βουλήν. Κατόπιν ὅμως διορθῶν τὴν γνώμην αὑτοῦ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ὕδρας...
§106Ν. ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Μὲ συγχωρεῖτε· ἐξ ἀρχῆς αὐτὸ εἶπον.
§107Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Εἴπετε νὰ ὑποβάλῃ τὰ νομοσχέδια.
§108ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σᾶς παρακαλῶ, Κύριοι. Γνώμη εἶναι ἡ μία, γνώμη εἶναι καὶ ἡ ἄλλη.
§109Ν. ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Εἴμεθα σύμφωνοι· ἐξ ἀρχῆς αὐτὸ εἶπον.
§110ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀδιάφορον. Καὶ τώρα ἠμπορεῖτε νὰ εἴπητε τὴν γνώμην σας.
§111Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ἐὰν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐζήτει νὰ ὑποβληθῶσιν αἱ μελέται αἱ γενόμεναι παρὰ τοῦ Γενικοῦ Διοικητοῦ, ὡς ἔργα, τὰ ὁποῖα δύναται νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν ἡ Βουλὴ, θὰ εἶχεν ἄλλως τὸ πρᾶγμα.
§112Ν. ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Αὐτὸ εἶπον.
§113Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ἀλλὰ καὶ ταύτας βεβαίως δὲν ἔχει ὑποχρέωσιν ὁ Ὑπουργὸς νὰ τὰς εἰσαγάγῃ· εἶναι ἐλεύθερος νὰ τὰς εἰσαγάγῃ, ἐὰν ἐγκρίνῃ, ὅτι πρέπει νὰ εἰσαχθῶσι, καὶ ἂν ζητηθῇ ἀκόμη ἡ κατάθεσις αὐτῶν. Ἐὰν οὕτως ἔχῃ τὸ πρᾶγμα, βεβαίως συμφωνῶ μετὰ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ὕδρας. Ἐὰν ὑπάρχῃ τοιαύτη τις μελέτη, καὶ ἂν ἦναι δυνατὸν νὰ κατατεθῇ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς αὕτη, ὅπως χρησιμεύσῃ καὶ εἰς τὰς ἡμετέρας μελέτας, τότε βεβαίως δύναται νὰ τὴν καταθέσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν. Ἀλλ’ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐδήλωσεν, ὅτι τὰ μόνα νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα θὰ εἰσαχθῶσιν εἰς τὴν Βουλήν, εἶναι τὰ στρατιωτικὴ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα εἰσήγαγεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ἐπὶ τῶν ὁποίων θὰ γείνῃ μετ’ ὀλίγον ἡ συζήτησις, καὶ ἐπὶ τῶν ὁποίων θὰ προκληθῇ ἡ ψῆφος τῆς Βουλῆς,
§114Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Θὰ ἐθεώρουν τὸ θέμα ἐπαρκῶς διαφωτισθὲν, ἐὰν ὁ ἀξιότιμος φίλος μου καὶ βουλευτὴς Ὕδρας κ. Τσαμαδὸς δὲν μοὶ ἐφαίνετο, ὅτι διετύπωσεν ἀξίωσίν τινα. Πατὴρ ὢν τοῦ νόμου, ὅστις σήμερον ὑφίσταται, τῆς Γενικῆς Διοικήσεως, ἔχει στοργὴν πρὸς αὐτὸν πατρὸς, καὶ θέλει νὰ ἐξακολουθῇ καὶ σήμερον προστατεύων αὐτόν, θέλει νὰ περιβάλῃ αὐτὸν μὲ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα δὲν ἔχει. Δὲν πιστεύω ποτε, ὅτι ἡ Βουλὴ ἐφαντάσθη, ὅτι ὑπάρχει ἐνταῦθα Ὑπουργός, ὅστις ἔχει περιορισμὸν εἰς τὰ καθήκοντα αὑτοῦ, εἰσηγούμενος πρὸς ὑμᾶς νομοσχέδιόν τι. Τοῦτο, Κύριοι, ὑποθέτω, ὅτι οὐδεὶς ἐξ ὑμῶν πιστεύει. Ὑποθέτω ὅτι καὶ ἐκ τῆς πτέρυγος ταύτης (δεικνύει τὴν ἀριστερὰν) οὐδεὶς ἐξ ὑμῶν πιστεύει τοῦτο.
§115ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Μάλιστα.
§116Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Ἀλλὰ μόνην ἐξαίρεσιν ποιεῖται ἐκ στοργῆς πρὸς τὸν νόμον αὑτοῦ ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐξ Ὕδρας...
§117Γ. ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Ἐγὼ δὲν εἶπον...
§118ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ (ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Δὲν εἶπεν αὐτό.
§119Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Σᾶς παρακαλῶ, κύριε Βουλευτά. Τὰ σχόλια εἶναι περιττά... Μόνον ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ὕδρας τρέφει στοργὴν πρὸς τὸν νόμον αὑτοῦ, καὶ ἡ στοργὴ αὐτοῦ ἔφθασε μέχρι τοιούτου σημείου, ὥστε ἠθέλησε νὰ σᾶς πείσῃ καὶ νὰ σᾶς ἀποδείξῃ, ὅτι ἡ ἐργασία τοῦ ὑπευθύνου ἐνώπιον ὑμῶν Ὑπουργοῦ, ἐκείνου, ὅστις μέχρι ταύτης τῆς στιγμῆς κέκτηται τὴν ἐμπιστοσύνην ὑμῶν, καὶ δὲν ἔχει ἀκόμη ἀπόδειξιν, οὐδὲ τεκμήριον, ὅτι στερεῖται τῆς ἐμπιστοσύνης ὑμῶν, ὅτι ἡ ἐργασία αὐτοῦ δὲν γνωρίζει ποίαν ἀξίαν ἔχει. «Φέρετέ μας», λέγει, «καὶ ἄλλην τινὰ ἐργασίαν, διὰ νὰ τὴν συγκρίνωμεν καὶ διὰ νὰ ἴδωμεν—ἐπὶ λέξει εἶπεν ὁ κύριος Βουλευτής—ποία ἐκ τούτων εἶναι ἡ καλλιτέρα». Τοιαύτην σύγχυσιν δὲν ἔκαμε μέχρι τοῦδε ἡ Βουλή, καὶ παρακαλῶ αὐτὴν νὰ μὲ ἀξιώσῃ τῆς τιμῆς, ὅπως μήτε ἐπὶ τῶν ἔργων, τὰ ὁποῖα ἐγὼ ὑπέβαλον, προβάλῃ τοιαύτην ἀξίωσιν συγκρίσεως. Ταῦτα ἀπολύτως θὰ κριθῶσι καὶ ἂν μὲν τυγχάνωσι τῆς γνώμης τῆς Βουλῆς, θέλει ἡ Βουλὴ διὰ τῆς ψήφου αὐτῆς περιβάλει αὐτὰ καὶ θέλει καταστήσει νόμους τοῦ Κράτους σὺν τῇ ἑτέρᾳ τῶν ἐξουσιῶν, ἐὰν τύχωσι τῆς κυρώσεως τῆς Α. Μ. τοῦ Βασιλέως. Πρὸ τούτου ὑποβαλλόμενα ἐνώπιον ὑμῶν ὑπεβλήθησαν ὡς σχέδια νόμων παρασκευασθέντα ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν καὶ προσέτι ἐν τῇ ἰδιότητι αὐτοῦ ὡς Βουλευτοῦ καὶ συμπαρακαθημένου ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ. Διὰ τοῦτο ἀποδίδων τούτο μόνον εἰς ὑπερβάλλουσαν στοργὴν τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ὕδρας Βουλευτοῦ, ἀντιπαρέρχομαι. Ἀλλὰ μοὶ ἐγένετο τὸ ἐρώτημα, ἂν ἔχω εἰς χεῖράς μου ἐργασίαν ὑπὸ τῆς Γενικῆς Διοικήσεως ὑποβληθεῖσαν. Ἐγὼ δηλῶ πρὸς τὴν Βουλήν, ὅτι δὲν ἔχω καμμίαν ἐργασίαν, σχετικὴν πρὸς τὰ νομοσχέδια, ὑποβληθεῖσαν ἐμοὶ ὑπὸ τῆς Γενικῆς Διοικήσεως. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς Βουλῆς καὶ τῶν ἀκροατηρίων).
§120ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐφιστῶ τὴν προσοχὴν τῶν ἀκροατηρίων εἰς τὸ ἄρθρον 89 τοῦ Κανονισμοῦ, τὸ ὁποῖον θὰ ἀναγνώσῃ ὁ Γραμματεὺς μεγαλοφώνως.
§121ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει). «Διαρκούσης τῆς συνεδριάσεως, οἱ ἀκροαταὶ ὀφείλουσι νὰ τηρῶσιν ἄκραν σιγήν. Ἀκροατής, ὅστις ἤθελε δείξει σημεῖα ἐπιδοκιμασίας ἢ ἀποδοκιμασίας, εἴτε δι’ ἐπευφημήσεων καὶ χειροκροτήσεων εἴτε διὰ κραυγῶν, ἀγορεύοντός τινος Βουλευτοῦ, ἀποβάλλεται τῆς θέσεώς του παρὰ τοῦ ἁρμοδίου κλητῆρος. Ὁ ταράττων τὰς διασκέψεις ἀπάγεται ἄνευ ἀναβολῆς, ἂν ἡ χρεία τὸ καλέσῃ, καὶ ἐνώπιον τῆς ἁρμοδίας ἀρχῆς.»
§122ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπιθυμεῖ ἡ Βουλή, ὅπως κενωθῇ τὸ ἀκροατήριον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον προέβη εἰς ἐπιδοκιμασίας;
§123ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, ὄχι.
§124ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι ἡ τελευταία φορά. Παρακαλῶ, Κύριοι, νὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ κάμω χρῆσιν τοῦ δικαιώματος, τοῦ ἐκ τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ τοῦ Κανονισμοῦ ἀπορρέοντος, ἅμα ὡς ἐκδηλωθῇ καὶ πάλιν ἐπιδοκιμασία ἢ ἀποδοκιμασία ἔκ τινος ἀκροατηρίου. (Εὖγε! εὖγε! ἐκ τῆς αἰθούσης).
§125Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Τότε ἡμεῖς χειροκροτοῦμεν τὸν κύριον Πρόεδρον. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς αἰθούσης).
§126ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Τσαμαδὸς ἔχει τὸν λόγον.
§127Ν. ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Ἵνα γείνω καταληπτὸς ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, λέγω, ὅτι ἐγὼ δὲν εἶπον πρὸς αὐτὸν, ὅτι ἔχει ὑποχρέωσιν, τὸ ἔργον τὸ ἰδικόν μου νὰ τὸ τηρήσῃ ἀλώβητον. Αὐτὸ εἶναι δικαίωμά του. Ἠδύνατο νὰ συντάξῃ οἱονδήποτε νομοσχέδιον ἤθελε κρίνει κατὰ τὴν γνώμην του ὡς πληροῦν τὰς ἀνάγκας τοῦ στρατεύματος. Ἂν ἡ Γενικὴ Διοίκησις δὲν ἐκρίνετο κατ’ αὐτὸν ὡς ἡ καταλληλοτέρα τοῦ στρατοῦ Διοίκησις, ἠδύνατο νὰ τὴν καταργήσῃ, χωρὶς νὰ ἔχῃ ποτὲ ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ἐγὼ ἤθελον ἀντισταθῆ, ἕνεκα τῆς πατρότητος τοῦ νόμου, εἰς τὰς ἐνεργείας του. Οὐδὲ εἶπον ὅτι εἰς τὴν Γενικὴν Διοίκησιν ὁ νόμος ἐπιτρέπει παρασκευὴν νομοσχεδίου, οὔτε ἦτο δυνατὸν νὰ τὸ εἴπω, διότι τοιοῦτόν τι οὐδαμοῦ τοῦ νόμου ἀναφέρεται. Ὁ Ὑπουργὸς βεβαίως ἔχει τὴν ἁρμοδιότητα καὶ τὸ καθῆκον νὰ συντάσσῃ τὰ νομοσχέδια, καὶ αὐτὸς νὰ ὑποβάλλῃ ταῦτα εἰς τὴν Βουλήν· ὑπέμνησα ὅμως, λαβὼν ἀφορμὴν ἐκ τῆς ἀγορεύσεως τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς, ὅτι ὁ νόμος περὶ Γενικῆς Διοικήσεως, ὁ καθιερῶν τὸ Ἐπιτελεῖον αὐτῆς, ὁρίζει ὅτι «τὸ Ἐπιτελεῖον τῆς Γεν. Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ διεξάγει καὶ τὰς νῦν διεξαγομένας ὑπὸ τῆς παρὰ τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Στρατιωτικῶν ἐπιτελικῆς ὑπηρεσίας ἐργασίας.» Τί σημαίνει τοῦτο; Σημαίνει ὅτι ἐν τῷ Ἐπιτελείῳ τούτῳ παρασκευάζεται οὐχὶ νομοθετικὴ ἐργασία, ἀλλ’ ἐργασία πρὸς ὀργάνωσιν τοῦ στρατοῦ, ἡ ὁποία ὑποβάλλεται εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, πρὸς γνῶσιν αὐτοῦ καὶ ὅπως πληροφορηθῇ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν περὶ τῶν ἀναγκῶν τοῦ στρατεύματος, διότι τὸ στράτευμα ὑπείκει ἀπ’ εὐθείας εἰς τὰς διαταγὰς τοῦ στρατηγοῦ Διοικητοῦ, ἐννοεῖται δὲ, ὅτι οὗτος εὑρίσκεται εἰς θέσιν πολὺ καλλιτέραν νὰ γνωρίζῃ τὰς ἀνάγκας τοῦ στρατεύματος καὶ νὰ παρασκευάζῃ τὴν ἐργασίαν τὴν ὀργανωτικήν. Ἀλλὰ, σᾶς παρακαλῶ, ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐδήλωσεν, ὅτι πᾶς νόμος, μὴ καταργούμενος, εἶναι ἀκέραιος καὶ ἐν πλήρει ἰσχύϊ. Λοιπὸν ὑποθέτω, ὅτι ὁ νόμος περὶ Γενικῆς Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ ὑπάρχει καὶ σήμερον ἐν πλήρει ἰσχύϊ, ἐν ὅσῳ δὲν καταργεῖται — μολονότι ἐν μέρει κατηργήθη. — Ὁ νόμος οὗτος ὑπαγορεύει, ὅτι τὸ Ἐπιτελεῖον τῆς Γενικῆς Διοικήσεως παρασκευάζει τὴν ἐργασίαν τὴν ὑποβαλλομένην εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν· ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν βεβαίως λαμβάνει ὑπ’ ὄψιν τὴν ἐργασίαν ταύτην κατὰ τὴν σύνταξιν τῶν ὀργανικῶν νομοσχεδίων. Ποίαν λοιπὸν ἐργασίαν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐζήτησεν, εἰμὴ τὴν ἐργασίαν ταύτην, τὴν πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν ὑποβαλλομένην; Ὁ κ. Ὑπουργὸς λέγει, ὅτι δὲν ὑπεβλήθη τοιαύτη. Ἀλλὰ δὲν ζητοῦμεν τὸ μὴ ὑποβληθέν. Τὸ τί θὰ κάμω ἐγὼ ἢ οἱοσδήποτε τῶν συναδέλφων, κύριε Ὑπουργὲ, τὰς μελέτας ταύτας, εἶναι δικαίωμα, τὸ ὁποῖον ἔχει ἕκαστος Βουλευτής.
§128ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Κ. Κουμουνδοῦρος ἔχει τὸν λόγον.
§129Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Καὶ ὁ πατὴρ τοῦ νομοσχεδίου τῆς Γενικῆς Διοικήσεως καὶ ὁ ἔντιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς περιέπεσαν εἰς ἓν σφάλμα. Ἐπιτελεῖον, τὸ ὁποῖον συντάσσει ὀργανωτικὴν ἐργασίαν, εἰς τὴν Γενικὴν Διοίκησιν δὲν ὑπάρχει, καὶ πολὺ ὀρθῶς εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὅτι δὲν ἔχει τίποτε, καὶ δὲν δύναται νὰ δεχθῇ τίποτε ὑποβαλλόμενον ἐκ τοῦ ὑπάρχοντος Ἐπιτελείου, ὅπερ δὲν εἶναι τοιοῦτον, διότι ὁ νόμος λέγει, ὅτι θὰ ὑπάρξῃ Ἐπιτελεῖον εὐθὺς ὡς ἔλθῃ ὁ στρατηγὸς ὁ ξένος, ὁ ὁποῖος καὶ θὰ διασκευάζῃ τὴν ἐργασίαν αὐτήν. Ποῖον εἶναι λοιπὸν τὸ Ἐπιτελεῖον; ὁ συνταγματάρχης Σαπουντζάκης; Ἔχομεν Διάταγμα, τὸ ὁποῖον τὸν διορίζει τοιοῦτον; καὶ δύναται νὰ ἦναι ἐκ τοῦ νόμου τοιοῦτος; Ἄν ἡ Α. Ὑψηλότης ὑπέβαλεν εἰς τὸν Ὑπουργὸν σκέψεις, αὐταὶ εἶναι μόνον σκέψεις, ἀλλ’ Ἐπιτελεῖον δὲν ὑπάρχει, καὶ συνεπῶς δὲν ἠδύνατο νὰ ὑπάρξῃ ἐργασία ἐξ Ἐπιτελείου ἀνυπάρκτου, καὶ εἶχε δικαίωμα ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ ἀπορρίψῃ τριαύτην ἐργασίαν. Ἀπορῶ δὲ, πῶς ὁ πατὴρ τοῦ νομοσχεδίου ὑπέπεσεν εἰς τοιοῦτον σφάλμα.
§130ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Γεράκης ἔχει τὸν λόγον.
§131Κ. ΓΕΡΑΚΗΣ. Ἐγένετο γνωστὸν, ὅτι ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Οἰκονομικῶν ἔλαβε χώραν συνέντευξις μεταξὺ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν καὶ τοῦ ἐπιτελάρχου· ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς ἐζήτησε νὰ πληροφορηθῇ ἡ Βουλὴ, ἂν ὄντως ἔλαβε χώραν τοιαύτη συνέντευξις, ἀλλ’ ἀπάντησις οὐδεμία ἐδόθη εἰς αὐτόν. Παρακαλῶ τὸν ἀξιότιμον Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ἀπαντήσῃ, ἂν ὄντως ἔλαβε χώραν τοιαύτη συνέντευξις, καὶ ἂν ἐν τῇ συνεντεύξει ἐκείνῃ συνεζητήθη ἡ ἐργασία, ἡ ὁποία ἐγένετο ὑπὸ τῆς Γενικῆς Διοικήσεως, ἐνώπιον καὶ αὐτοῦ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν.
§132ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄν πρόκειται περὶ εὐθύνης ὑπουργικῆς, δύνασθε νὰ διατυπώσητε ἐπερώτησιν. Ἄν πρόκειται νὰ ἐρωτήσητε τὸν Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ἂν συνηντήθη μὲ τὸν συνταγματάρχην, τὸν παρὰ τῇ Γενικῇ Διοικήσει εὑρισκόμενον, ζητεῖτε νὰ τεθῶσιν οἱ Ὑπουργοὶ ὑπὸ ἀστυνομικὴν ἐπιτήρησιν, καὶ νὰ τοῖς ἀπαγορεύσητε νὰ συναντηθῶσι μετ’ ἄλλου. Αὐτὸ εἶναι ἄλλο ζήτημα.
§133Κ. ΓΕΡΑΚΗΣ. Ἐζήτησα νὰ πληροφορήσῃ περὶ τούτου τὴν Βουλὴν ὁ κ. Πρωθυπουργός, διότι εἶπε προηγουμένως, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ὅτι οὐδεμία τοιαύτη ἐργασία ὑπεβλήθη εἰς αὐτόν.
§134ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑποθέτω, ὅτι δὲν ἔχετε τὴν ἀξίωσιν νὰ διαψεύσητε ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐβεβαίωσεν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἐν τῇ ἐπισημότητι τῆς ἀρχῆς του.
§135Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Εἶναι τόσον ἀρχάριος, ὥστε εἶναι ἐλεύθερος νὰ λέγῃ ὅ,τι θέλει, κύριε Πρόεδρε!
§136ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Πονηρόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§137ΑΛΕΞ. ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Μοὶ γράφουσιν ἐκ Τριφυλίας, ὅτι ἐν τῷ δήμῳ Ἀετοῦ, καὶ δὴ ἐν τῇ πρωτευούσῃ αὐτοῦ, τὸ διτάξιον δημοτικὸν σχολεῖον ἔχει παύσει λειτουργοῦν ἀπὸ τοῦ Ὀκτωβρίου παρελθόντος ἔτους, τοῦ διευθύνοντος αὐτὸ διδασκάλου λαμβάνοντος συνεχῶς ἀναρρωτικὴν ἄδειαν. Ἐρωτῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας, καὶ παρακαλῶ αὐτὸν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, ἂν ὄντως τοιαύτη ἄδεια ἐχορηγήθη, καὶ ἂν ὑπερέβη τὸ τρίμηνον ἡ ἄδεια αὕτη. Ἂν δὲ ὁ διδάσκαλος οὗτος πάσχῃ τὴν ὑγείαν καὶ ἀδυνατῇ νὰ ἐκπληρώσῃ τὰ καθήκοντά του, εἶναι ἄτοπον ἕνεκα τούτου νὰ ἀργῇ τὸ σχολεῖον ἐκεῖνο, καὶ νὰ μὴ ἀντικαθίσταται ὁ διδάσκαλος. Ὡσαύτως παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ παράσχῃ τὴν πληροφορίαν, ἂν ὁ ἐσχάτως διορισθεὶς παρὰ τῷ ταμείῳ Γόρτυνος εἰσπράκτωρ Ἰωάννης Κανελλόπουλος ἔχει καταδικασθῆ δι’ ἀποφάσεως τοῦ Κακουργιοδικείου Σπάρτης εἰς εἱρκτὴν, ἂν ἐστερήθη τῶν πολιτικῶν του δικαιωμάτων, καὶ ἂν ἀποκατεστάθη εἰς τὰ πολιτικά του δικαιώματα· ἂν πρὸς τούτοις δὲν διατελεῖ ὑπὸ τὸ βάρος πλήθους καταδικαστικῶν ἀποφάσεων τοῦ Πλημμελειοδικείου Τριπόλεως, καταδικασθεὶς ἐπὶ ζωοκλοπαῖς καὶ ζωοκτονίαις, καὶ καθ’ ὃν χρόνον διατελεῖ ὡς δημόσιος εἰσπράκτωρ. Καὶ ἂν ταῦτα ἦναι ἀληθῆ, πῶς διατηρεῖται ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ;
§138Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Παρακαλῶ νὰ μοὶ δώσητε ἐγγράφως τὴν ἐπερώτησίν σας· διότι, ἂν ἦναι ἀκριβῆ, ὅσα λέγετε, δὲν πρέπει νὰ παραμένῃ εἰσπράκτωρ.
§139ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κουντουριώτης ἔχει τὸν λόγον.
§140Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰς ἑξῆς πληροφορίας: Πόσα ἐστοίχισεν ὁ καθαρισμὸς τῶν θωρηκτῶν, χωριστὰ δι’ ἕκαστον, ἐν Μελίτῃ, ἐν Τάραντι καὶ ἐν Τουλῶνι· πόσας ἡμέρας διήρκεσεν ἡ ἐξ Ἑλλάδος ἀπουσία τῶν πλοίων μας κατὰ τὴν μετάβασιν, διαμονὴν καὶ ἐπάνοδον ἐξ ἑκάστου τῶν εἰρημένων λιμένων, καὶ ὁποῖον τὸ προσωπικὸν τῶν ἀξιωματικῶν ἑκάστου τῶν εἰρημένων πλοίων κατὰ τοὺς πλόας τούτους...
§141Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Ἀπὸ τῆς κατασκευῆς;
§142Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Ἀπὸ τῆς κατασκευῆς, βεβαίως. Νὰ καταθέσῃ πίνακα ὁ κ. Ὑπουργός, διότι ἡ πληροφορία αὕτη θὰ μοὶ χρησιμεύσῃ λίαν προσεχῶς.
§143ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σπυρίδων Κουμουνδοῦρος ἔχει τὸν λόγον.
§144ΣΠ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐγὼ σχετικῶς πρὸς ὅσα ἀνέπτυξεν ὁ σεβαστὸς Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἤθελον τὸν παρακαλέσει νὰ ἐπιστήσῃ τὴν προσοχήν του ἐπὶ τοῦ ἑξῆς ζητήματος. Πρὸ διετίας ὁ κύριος οἰκονομικὸς ἔφορος Καλαμῶν ὑπέβαλεν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον ἀναφοράν, διὰ τῆς ὁποίας ζητεῖται, ὅπως ἡ ξυλεία ἡ χρησιμοποιουμένη πρὸς κατασκευὴν κυτίων σύκων ἀπαλλαγῇ τῆς πληρωμῆς εἰσαγωγικοῦ τέλους διὰ καταλλήλου νομοθετικοῦ μέτρου, καθόσον μόνον δι’ αὐτοῦ τοῦ τρόπου δύναται νὰ εἰσαχθῇ ἡ ξυλεία ἡ προωρισμένη εἰς κατασκευὴν κυτίων σύκων, ἐξ ἧς σπουδαίως θέλει βελτιωθῆ ἡ ποιότης τῶν σύκων. Παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν ἀναφορὰν ταύτην.
§145Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Παρακαλῶ νὰ διατυπώσητε τὴν σύστασίν σας ἐγγράφως.
§146ΣΠ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Πολὺ καλά.
§147ΕΜΜ. ΛΑΔΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸν λόγον.
§148ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σχετικόν;
§149ΕΜΜ. ΛΑΔΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι.
§150ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι ὁ κ. Μοσχούλας.
§151ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν εἶναι ἐδῶ.
§152ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Γεράκης.
§153Κ. ΓΕΡΑΚΗΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ ἀπαντήσῃ, εἰ δυνατόν, εἰς σχετικὴν ἐπερώτησιν, τὴν ὁποίαν ἔκαμα κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς 8 Φεβρουαρίου, περὶ τῆς ματαιωθείσης συνεδριάσεως τοῦ Πλημμελειοδικείου Κεφαλληνίας τῆς 29 Νοεμβρίου παρελθόντος ἔτους, καὶ νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, διὰ ποῖον λόγον ἀπουσίαζον ἐκ τῆς ἕδρας των οἱ δικασταὶ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἦσαν παραίτιοι τῆς ματαιώσεως τῆς συνεδριάσεως. Μέχρι τῆς στιγμῆς ταύτης δυστυχῶς δὲν ἔτυχον ἀπαντήσεως. Ὑποθέτω ὅτι τοῦτο δὲν προέρχεται ἐκ μέρους τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, διότι βεβαίως ὁ κ. Ὑπουργὸς θὰ ἐζήτησε πληροφορίας παρὰ τῆς ὑπηρεσίας, ἀλλ’ ἴσως μέχρι τῆς στιγμῆς ταύτης δὲν ἔλαβε τοιαύτας. Θὰ παρακαλέσω ὅθεν τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ διατάξῃ, ἵνα ὅσον τὸ δυνατὸν τάχιον ἔχωμεν ἀπάντησιν ἐπὶ τοῦ γεγονότος τούτου. Θὰ παρακαλέσω ἐπίσης τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, τίνι τρόπῳ ἐπρομηθεύθη ἐφέτος, ἤτοι κατὰ τὸ 1903, ἡ Σταφιδικὴ Τράπεζα τὸν θειϊκὸν χαλκόν· διὰ μειοδοτικῆς δημοπρασίας, ἢ ἀπ’ εὐθείας τὸ Συμβούλιον ἐπρομηθεύθη τοῦτον; Ἐν περιπτώσει δέ, καθ’ ἣν ἀπ’ εὐθείας ἐπρομηθεύθη αὐτόν, διὰ ποῖον λόγον ἐγένετο τοῦτο, καὶ πόσον κατὰ τόννον ἠγόρασε τὸν θειϊκὸν χαλκόν; Προσέτι θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν — ὅστις δυστυχῶς κατὰ τὴν στιγμὴν ταύτην δὲν εἶναι παρὼν — νὰ φροντίσῃ, ὅπως ἀποσταλῇ τέλος νομάρχης εἰς τὴν Κεφαλληνίαν, διότι ἀπὸ ἕξ ἤδη μηνῶν ὁ νομὸς τῆς Κεφαλληνίας στερεῖται νομάρχου. Ἐννοεῖται, δέ, Κύριοι, ὅτι κατὰ τὸ διάστημα τοῦτο οἱ διάφοροι γραμματεῖς ἐξετέλουν μέχρι σήμερον τὰ καθήκοντα τοῦ νομάρχου. Ὁ προκάτοχος δὲ γραμματεὺς προέβη εἰς τοιαύτας παραβάσεις ἐκτρόπους, ὥστε προεκάλεσε τὴν γενικὴν ἀγανάκτησιν τῶν συμπολιτῶν μου. Ἔλαβε χώραν πρᾶξις ἐπαίσχυντος ἐντὸς τῆς Νομαρχίας...
§154Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Κατὰ ποίαν περίοδον χρόνου;
§155Κ. ΓΕΡΑΚΗΣ. Τώρα, κατὰ τὰς ἐξελέγξεις τῶν ἐκλογῶν... Ὥστε ἠναγκάσθη ὑπάλληλος νέος τῆς Νομαρχίας νὰ μεταβῇ ἐνώπιον τοῦ Εἰσαγγελέως καὶ νὰ καταγγείλῃ προφορικῶς τὴν πρᾶξιν ταύτην. Δὲν εἶμαι εἰς θέσιν νὰ πληροφορήσω τὴν Βουλήν, τί ἐνήργησεν ὁ ἀξιότιμος Εἰσαγγελεὺς ἐπὶ τῆς προφορικῆς ταύτης καταγγελίας· ἔχω ὅμως καθῆκον νὰ συστήσω εἰς τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ ζητήσῃ πληροφορίας παρὰ τοῦ κ. Εἰσαγγελέως. Δὲν ἔχω τὴν ἀξίωσιν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν περὶ τούτου· ἔχω ὅμως καθῆκον νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν αὐτοῦ ἐπὶ τῆς πράξεως ταύτης, καὶ νὰ συστήσω νὰ καταδιωχθῇ ποινικῶς ὁ ὑπάλληλος ἐκεῖνος.
§156Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐξακολουθεῖ ὑπάρχων ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ;
§157Κ. ΓΕΡΑΚΗΣ. Ἀμέσως θὰ δικαιολογήσω, κ. Πρόεδρε.
§158ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἐρωτᾷ, ἂν ἐξακολουθεῖ ὑπάρχων ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ.
§159Κ. ΓΕΡΑΚΗΣ. Θὰ ἀπαντήσω ἀμέσως. Ἀλλ’ ὁ ὑπάλληλος οὗτος δὲν προέβη, Κύριοι, εἰς τὴν ἔκνομον ταύτην πρᾶξιν μόνον, ἀλλὰ καὶ ἄλλο ἐπεισόδιον συνέβη μετ’ αὐτοῦ δι’ ἕνα ὑψηλὸν πῖλον. Εὐτυχῶς, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, λαβὼν βεβαίως γνῶσιν ὅλων τούτων τῶν γεγονότων, ἐφρόντισε ν’ ἀντικαταστήσῃ αὐτὸν δι’ ἄλλου, καὶ ἔχω καθῆκον νὰ εὐχαριστήσω τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐκ μέρους τῶν συμπολιτῶν μου ἐπὶ τούτῳ.
§160Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Πότε εἶχε διορισθῆ αὐτός;
§161Κ. ΓΕΡΑΚΗΣ. Εἶναι παλαιὸς ὑπάλληλος.
§162Ε. ΚΟΚΚΕΒΗΣ. Πῶς λέγεται;
§163Κ. ΓΕΡΑΚΗΣ. Καλὸν εἶναι νὰ μὴ ἀναφέρωμεν τὰ ὀνόματα τῶν ὑπαλλήλων, νομίζω. Ἐὰν θέλητε, τὰ πληροφορεῖσθε ἀπὸ τὴν ὑπηρεσίαν.
§164Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ. Αὐτὸ τὸ ζήτημα τοῦ ὑψηλοῦ πίλου τί εἶναι;
§165Κ. ΓΕΡΑΚΗΣ. Θὰ ἐνεργήσῃ ἀνακρίσεις ὁ Εἰσαγγελεὺς κατὰ διαταγὴν τοῦ Ὑπουργοῦ. Αὐτὰ τὰ γεγονότα, κατ’ ἐμέ, δὲν πρέπει νὰ ἔρχωνται ἐν τῷ περιβόλῳ τούτῳ.
§166ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ποῖος τὰ ἔφερε;
§167Ν. ΜΑΝΤΖΑΒΙΝΟΣ. Τὸ λέγω ἐγὼ τὸ ὄνομα· Ἀδάμ.
§168Κ. ΓΕΡΑΚΗΣ. Βλέπετε, Κύριοι, ὅτι ὡς ἐκ τῆς ἐλλείψεως νομάρχου λαμβάνουσι χώραν τοιαῦτα γεγονότα. Θὰ ἦτο καλὸν, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ παραγγείλῃ εἰς τὸν διορισθέντα νομάρχην — περὶ τοῦ ὁποίου ἔχω λαμπροτάτας πληροφορίας — νὰ μεταβῇ εἰς τὴν Κεφαλληνίαν καὶ νὰ ἀναλάβῃ τὰ καθήκοντά του, διότι διὰ τῆς ταχείας ἐκεῖ μεταβάσεώς του θὰ ἀναστείλῃ καὶ ἄλλα ἔκτροπα, τὰ ὁποῖα ἔλαβον καὶ λαμβάνουσι χώραν καθ’ ἡμέραν ἕνεκα τῆς ἀπουσίας τοῦ νομάρχου. Ἔχω ἐπιστολήν, κύριε Ὑπουργὲ τῶν Ἐσωτερικῶν, ἐξ ἑνὸς δημάρχου τοῦ νομοῦ Κεφαλληνίας, τοῦ δήμου Δολιχίου, ὁ ὁποῖος μοὶ ἀναφέρει, ὅτι, τίς οἶδεν ἐκ ποίων ἐλατηρίων ὁρμώμενος, ὁ νῦν ἐκτελῶν καθήκοντα νομάρχου προέβη εἰς τὴν ἀποκοπὴν καθ’ ὁλοκληρίαν τῶν πιστώσεων τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ δήμου ἐκείνου, εἰς τοιαύτην ἀποκοπήν, ὥστε εἶναι ἀδύνατον νὰ διοικηθῇ ὁ δῆμος...
§169Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Αὐτὸ θὰ εἰπῇ δήμαρχος ἀντιπολιτευόμενος!
§170Κ. ΓΕΡΑΚΗΣ. .. Ἀλλὰ τοῦτο βεβαίως δὲν κάμνει καμμίαν ἐντύπωσιν εἰς τὰς ἀκοὰς τῶν κυρίων Βουλευτῶν, διότι ἕκαστος ἐξ ἡμῶν εἶναι συνηθισμένος, καὶ εἰς πάντα εἶναι γνωστόν, ὅτι οἱ πλεῖστοι τῶν δημάρχων ἐξογκοῦσι τοὺς προϋπολογισμούς των, καὶ ἕνεκα τούτου ὑπάρχει ἀνάγκη περικοπῆς τῶν ἐξόδων. Ἀλλὰ δὲν ἔπραξε τοῦτο μόνον, Κύριοι, ὁ νομαρχεύων, ἀλλὰ ἠκύρωσε καὶ ὁμόφωνον ἀπόφασιν τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου, ζημιώσας τοιουτοτρόπως τὸν δῆμον τουλάχιστον χιλίας δραχμάς. Καὶ ἰδοὺ τί συμβαίνει. Ἐξετέθησαν εἰς πλειοδοτικὴν δημοπρασίαν οἱ φόροι τοῦ δήμου Δολιχίου ἐπὶ τῶν ὠνίων καὶ ἐμπορευμάτων, καὶ κατεκυρώθησαν ἐπ’ ὀνόματι ἑνὸς ἀντὶ χιλίων δραχμῶν ἔλαττον τῆς τελειωτικῆς δημοπρασίας τοῦ περυσινοῦ ἔτους. Τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον παμψηφεὶ ἠκύρωσε τὴν ἐνεργηθεῖσαν δημοπρασίαν, ἀλλ’ ὁ νομαρχεύων ἐπεκύρωσεν αὐτήν. Τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον ἔκαμεν ἔφεσιν τῆς ἀποφάσεως τοῦ νομαρχεύοντος, καὶ ἡ ἔφεσις αὕτη διεβιβάσθη πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν. Θὰ παρακαλέσω ὅθεν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ ἀκυρώσῃ τὴν ἀπόφασιν ἐκείνην τοῦ κ. νομαρχεύοντος, διὰ τῆς ὁποίας ζημιοῦται ὁ δῆμος ἐκεῖνος, καὶ νὰ ἐπικυρώσῃ τὴν ἀπόφασιν τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου. Ἔχω πεποίθησιν, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν θέλει φροντίσει περὶ ὅλων, ὅσα ἀνέφερα προηγουμένως, ὡς ἐφρόντισε — καὶ τὸν συγχαίρω πρὸς τοῦτο — διὰ τὴν μετάθεσιν τοῦ ὑπαλλήλου ἐκείνου, τὴν ὁποίαν θεωρῶ ὡς προσωρινὸν μέτρον, καὶ ἐλπίζω ὅτι θέλει ἐπιστήσει τὴν προσοχήν του, καὶ θέλει ἐφαρμόσει τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα ἐπιβάλλουσιν οἱ νόμοι κατὰ τοῦ ὑπαλλήλου ἐκείνου.
§171Ν. ΡΑΦΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δύο λέξεις, κύριε Πρόεδρε.
§172ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σχετικὰς;
§173Ν. ΡΑΦΤΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα. Ὁ κ. συνάδελφος ἐγένετο βεβαίως θῦμα κακῶν πληροφοριῶν, τὰς ὁποίας ἔλαβεν, ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ δήμου Δολιχίου. Θὰ παρακαλέσω τούτου ἕνεκα τὸν κύριον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ ζητήσῃ ἀντίγραφον τοῦ ὑποβληθέντος παρὰ τοῦ δημάρχου προϋπολογισμοῦ, ἐν τῷ ὁποίῳ νὰ ὑπάρχῃ σημείωσις τῶν ποσοτήτων ἐκείνων, αἱ ὁποῖαι ὑπεβλήθησαν παρὰ τοῦ δημάρχου, διότι ἐκ τούτου θέλει καταδειχθῆ, ἂν ὁ νομάρχης κακῶς ἢ καλῶς περιώρισε τὰ ποσά, τὰ ὁποῖα ἀνεγράφοντο ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, τῷ ὑποβληθέντι ὑπὸ τοῦ δημάρχου. Παρακαλῶ ἐπίσης τὸν αὐτὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ ζητήσῃ σχετικὰς πληροφορίας περὶ τῆς δημοπρασίας, τὴν ὁποίαν ὑπηνίξατο ὁ κ. συνάδελφος. Ἅμα δ’ ὡς προσαχθῶσι τὰ σχετικά, ἔχω πεποίθησιν πληρεστάτην, ὅτι ὁ κ. συνάδελφος θέλει μεταμεληθῆ δι’ ὅσα ἀνεκοίνωσεν εἰς τὴν Βουλήν.
§174ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Λαδόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§175ΕΜΜ. ΛΑΔΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔλαβον ἐκ Σύρου τηλεγράφημα ὑπογεγραμμένον παρὰ πλείστων εὐϋπολήπτων πολιτῶν καὶ δικηγόρων, οἵτινες μὲ πληροφοροῦσιν, ὅτι ἐπίκειται ἡ ἐκεῖθεν μετάθεσις τοῦ Προέδρου τῶν Πρωτοδικῶν...
§176Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ἐγένετο καὶ ἐδημοσιεύθη.
§177ΕΜΜ. ΛΑΔΟΠΟΥΛΟΣ. .. ὅτι, καίτοι ὁ Πρόεδρος οὗτος ἐπὶ ἑξαετίαν ὁλόκληρον παρέμεινεν ἐν τῇ θέσει ταύτῃ, ἐν τούτοις οὐδέποτε ἠκούσθη παράπονον κατ’ αὐτοῦ, καὶ ἐκφράζουσι τὴν εὐχὴν, ἵνα, εἰ δυνατόν, παραμείνῃ ἐν τῇ θέσει ἐκείνῃ. Δυστυχῶς ἡ δι’ ἐκείνους ἐπικειμένη αὕτη μετάθεσις, δι’ ἡμᾶς εἶναι γεγονὸς τετελεσμένον, διότι τὴν εἶδον ἀναγεγραμμένην ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως. Διαβιβάζω ἐν τούτοις τὴν εὐχὴν ταύτην πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, τὸν ὁποῖον παρακαλῶ, ἵνα, ἂν δὲν ὑπάρχῃ λόγος οὐσιώδης, παραβλάπτων τὴν ὑπηρεσίαν, ἀνακαλέσῃ τὴν μετάθεσιν ταύτην, ἐκπληρῶν εὐχὴν ὁλοκλήρου τῆς πόλεως.
§178ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει τις τὸν λόγον πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως;
§179Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Ἐγώ. Μὴ μοῦ ἀφαιρεῖτε τὸν λόγον, ὃν ἐζήτησα ἐκ τῶν πρώτων.
§180ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σᾶς ζητῶ συγγνώμην διὰ τὴν παράβλεψιν.
§181Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ἀπαντῶν εἰς ἐπερώτησιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ Πυλίας, εἶπεν ὅτι εἰς τὴν ἐπαρχίαν ἐκείνην εἶχε διορισθῆ ἄριστος ἀστυνόμος, ἀλλ’ ἀκριβῶς διὰ τὸν λόγον τοῦτον, ὅτι ἦτο ἄριστος, προσεκλήθη εἰς τὴν πρωτεύουσαν τοῦ Κράτους, καὶ διὰ τοῦτο ἔμεινε προσωρινῶς ἡ ἐπαρχία ἐκείνη ἄνευ ἀστυνόμου...
§182ΚΥΡ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ὑπέβαλον Διάταγμα, ὅπως διορισθῇ ἄλλος ἀστυνόμος.
§183Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Ἐπεθύμουν νὰ μάθω, ἂν εἶναι δόγμα καθιερωμένον, ὅτι, ὁσάκις ἀναγνωρίζηταί τις ἄριστος ὑπάλληλος ἐν ταῖς ἐπαρχίαις, πρέπει νὰ προσκαλῆται εἰς τὴν πρωτεύουσαν.
§184ΚΥΡ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Βεβαίως καὶ αἱ ἐπαρχίαι ἔχουσιν ἀνάγκην καλῶν ἀστυνόμων, ἀλλὰ δὲν δύνασθε, νομίζω, νὰ ἀρνηθῆτε, ὅτι ἡ πρωτεύουσα ἔχει ἀνάγκην μεγαλειτέραν καλλιτέρων ἀστυνόμων.
§185Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Δὲν δύναμαι νὰ συμφωνήσω μαζύ σας, διότι κατόπιν γεγονότων, τὰ ὁποῖα σᾶς ἀνέπτυξα, ἐδῶ ἡ ἀνάγκη καλῶν ἀστυνόμων δὲν εἶναι ἴσως τόσον μεγάλη, ὅσον ἐν ταῖς ἐπαρχίαις. Ἐνταῦθα ὑπάρχουσι φρουραί, Δικαστήρια καὶ ἄλλαι ἀρχαί, εἰς τὰς ὁποίας δύναταί τις νὰ καταφύγῃ, ἀδικούμενος ὑπὸ τῶν κακῶν ἀστυνομικῶν ὀργάνων, ἅτινα δολοφονοῦσιν ἐνίοτε, καθ’ ὃν τρόπον σᾶς ἐξέθηκα. Νομίζω ὅτι αἱ ἐπαρχίαι ἔχουσι μεγαλειτέραν ἀνάγκην καλῶν ἀστυνόμων.
§186Ι. ΣΙΓΑΛΑΣ. Ἐσχάτως διωρίσθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν ἐφορευτικὴ ἐπιτροπὴ τοῦ ἐν Τήνῳ ἱεροῦ καθιδρύματος τῆς Εὐαγγελιστρίας, τοῦ πανελλήνιον ἔχοντος σημασίαν. Ὑποθέτω ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν θὰ περιέπιπτεν ἐν γνώσει εἰς τὸ σφάλμα, εἰς ὃ περιέπεσε κατὰ τὰς πληροφορίας μου, διορίσας δύο μέλη τῆς ἐφορευτικῆς ἐπιτροπῆς ἐναντίον τοῦ Καταστατικοῦ τοῦ καταστήματος τούτου, ἀπαιτοῦντος ἐν ἄρθρῳ 2, τὰ μέλη αὐτῆς νὰ ὦσι φερέγγυα, ἰδίως νὰ ἔχωσιν ἀκίνητον περιουσίαν ἐλευθέραν, νὰ μὴ ἦναι ἔμμισθοι ὑπάλληλοι τοῦ καταστήματος αὐτοῦ, καὶ νὰ μὴ ἦναι ὀφειλέται αὐτοῦ. Παρ’ ἐλπίδα δὲ, καὶ ἐκ κακῶν εἰσηγήσεων βεβαίως, ὁ κ. Ὑπουργὸς διώρισε πρόσωπα, ἅπερ στεροῦνται πολλῶν ἐκ τῶν προσόντων τούτων, καὶ ἰδίᾳ κτηματικῆς περιουσίας· ὁ πρόεδρος μάλιστα τῆς ἐπιτροπῆς καὶ ἔμμισθος ὑπάλληλος τοῦ καθιδρύματος ἦτο καὶ εἶναι· ἐννοεῖται δὲ, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἦναί τις ἐλέγχων καὶ ἐλεγχόμενος, προϊστάμενος καὶ ὑφιστάμενος. Οὕτως ὁ διορισμὸς τῶν δύο αὐτῶν μελῶν εἶναι ἀντικανονικὸς, καὶ τὸ Β. Διάταγμα, δι’ οὗ διωρίσθησαν ταῦτα, ὡς ἀντικανονικὸν, δὲν δύναται νὰ ὑφίσταται νομίμως. Πιστεύω ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς θὰ λάβῃ τὴν καλωσύνην νὰ ἐξετάσῃ, καὶ ἂν αἱ πληροφορίαι μου ἦναι βάσιμοι, θ’ ἀκυρώσῃ τὸ Διάταγμα καὶ θ’ ἀντικαταστήσῃ τοὺς διορισθέντας δι’ ἄλλων προσώπων, συμφώνως πρὸς τὸν κανονισμὸν καὶ τὰ συμφέροντα τοῦ καταστήματος. Ἐπειδὴ δὲ ἔλαβον τὸν λόγον, ἀνακοινῶ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅτι ἡ Τῆνος, ὅπως καὶ ἡ Ἄνδρος καὶ ἡ Νάξος, ἄλλοτε ἐξῆγε φορτία λεμονίων· ἀλλὰ κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη ἄγνωστος ἀσθένεια προσέβαλεν ὅλα τὰ ἑσπεριδοειδῆ δένδρα, καὶ ὄχι μόνον δὲν ἐξάγει πλέον λεμόνια ἡ Τῆνος, ἀλλ’ οὐδ’ εἰς τὰς ἀνάγκας τῶν κατοίκων ἐπαρκοῦσι σχεδὸν τὰ παραγόμενα. Δὲν γνωρίζω, ἂν οἱ ἁρμόδιοι, καὶ ἰδίᾳ ὁ δήμαρχος τοῦ δήμου Περαίας, ἀνεκοίνωσαν τοῦτο πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, καὶ ἂν οὗτος διέταξε τὰ δέοντα. Ἐπειδὴ ὅμως ὁ τόπος πάσχει καὶ ἐκ τῆς νόσου ταύτης, διότι ἐστερήθη καὶ τοῦ χρήματος, ὅπερ πρότερον ἱκανὸν εἰσήγετο εἰς τὴν νῆσον, καὶ αἱ ἄμπελοι δὲ τῆς Τήνου, ὄχι μόνον δὲν ἀποφέρουσιν εἰσόδημα, ἀλλ’ ἔχουσι καὶ τόσον μικρὰν παραγωγὴν, ὥστε ἀντὶ νὰ ἐξάγηται γλεῦκος, ὡς ἄλλοτε, ἀπό τινων ἐτῶν εἰσάγεται τοιοῦτον, θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ἐν τῇ μερίμνῃ αὐτοῦ ὑπὲρ τοῦ γενικοῦ συμφέροντος, καὶ ἰδίως πρὸς ἐνίσχυσιν τῆς ἐθνικῆς παραγωγῆς, νὰ ἀποστείλῃ δενδροκόμον ἱκανὸν καὶ δυνάμενον νὰ ἐξετάσῃ τὰ τῆς ἀσθενείας τῶν δένδρων καὶ ὁδηγήσῃ τοὺς χωρικοὺς περὶ τῆς θεραπείας αὐτῆς, ὡς καὶ περὶ τῆς καταλληλοτέρας καλλιεργείας τῶν δένδρων. Ἄν μοὶ ἐπέτρεπε μάλιστα ὁ κύριος Ὑπουργὸς, θὰ ἠδυνάμην νὰ συστήσω νέον διακρινόμενον διὰ τὰς γνώσεις καὶ τὴν πεῖράν του, ἀπολαύοντα δ’ ἐν τῷ τόπῳ τῆς ἐμπιστοσύνης τῶν καλλιεργητῶν, καὶ δυνάμενον ὑπὲρ πάντα ἄλλον νὰ συντελέσῃ ὄχι μόνον εἰς τὴν διάγνωσιν καὶ θεραπείαν τῆς νόσου, ἀλλὰ καὶ εἰς τὴν βελτίωσιν τῆς καλλιεργείας ἐν γένει, διότι ἐνδιαφέρεται πολὺ διὰ τὸν τόπον, καὶ συνδέεται μετ’ αὐτοῦ. Εἶναι νέος διακριθεὶς κατὰ τὸν διαγωνισμὸν καὶ ἀποσταλεὶς ὑπὸ τῆς προηγουμένης Κυβερνήσεως εἰς τὴν Εὐρώπην, ὅπου ὡσαύτως διεκρίθη, καὶ εἶναι ἤδη τοποθετημένος εἰς τὸ ἀγροκήπιον τοῦ Πόρου.
§187ΚΥΡ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Πῶς ὀνομάζεται;
§188Ι. ΣΙΓΑΛΑΣ. Ὀνομάζεται Χ. Φώσκολος καὶ εἶναι ἐπιμελητὴς τοῦ ἐν Πόρῳ ἀγροκηπίου· εἶναι διακεκριμένος, ἐκ τῶν νεωτέρων γεωπόνων, καὶ ἐνδιαφέρεται, ὡς προεῖπον, διὰ τὸν τόπον.
§189ΚΑΡΟΛΟΣ ΒΙΤΑΛΗΣ. Ἐθαύμασα τὴν τόλμην τοῦ κ. συναδέλφου, κατακρίνοντος τὴν ἐφορευτικὴν ἐπιτροπὴν τῆς Εὐαγγελιστρίας. Δύναμαι ν’ ἀποδείξω, ὅτι τὰ μέλη αὐτῆς ὄχι μόνον ἀκίνητον κτηματικὴν περιουσίαν ἔχουσιν, ἀλλ’ εἶναι καὶ πολὺ ἠθικώτερα τοῦ κ. Σιγάλα (θόρυβος).
§190Ι. ΣΙΓΑΛΑΣ. Τίνος;
§191ΑΛΕΞ. ΣΠ. Κ. ΡΩΜΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν). Τῶν μελῶν τῆς προηγουμένης ἐπιτροπῆς;
§192ΚΑΡ. ΒΙΤΑΛΗΣ. Καὶ αὐτοῦ τοῦ κ. Σιγάλα. Ἐθαύμασα τὴν τόλμην τοῦ κ. συναδέλφου, θελήσαντος νὰ κατακρίνῃ τὴν ἐπιτροπὴν, ἡ ὁποία ἵσταται ὑψηλότερον αὐτοῦ. Καὶ θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐκκλησιαστικῶν νὰ ζητήσῃ ἀπὸ τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον ἀπόφασιν τοῦ 1884 ἢ 1885, δι’ ἧς φαίνεται, ὅτι ὁ πατὴρ τοῦ κυρίου Σιγάλα κατεχράσθη... (θόρυβος).
§193ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν θὰ ἐπιτρέψω οὐδεμίαν προσωπικὴν προσβολήν. Ἐὰν ἔχητε νὰ ὁμιλήσητε ἐπὶ τοῦ θέματος, ἐξακολουθήσατε.
§194ΚΑΡ. ΒΙΤΑΛΗΣ. Προκειμένου ὅμως νὰ ἀκούω ἀνακριβείας;
§195ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐὰν ἔχητε ἀντίθετον γνώμην τῆς τοῦ κ. συναδέλφου, ὡς πρὸς τὴν συγκρότησιν τῆς ἐπιτροπῆς, διατυπώσατε αὐτὴν, ἀλλὰ μὴ προβαίνετε εἰς ἀντεγκλήσεις προσωπικάς.
§196ΚΑΡ. ΒΙΤΑΛΗΣ. Πληροφορήσατέ με, ἐὰν ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ ζητήσω τὸν λόγον. Ὁ κ. Σιγάλας εἶπεν, ὅτι τὰ διορισθέντα μέλη τοῦ ναοῦ εἰσιν ἀφερέγγυα.
§197ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπερασπίσατέ τα.
§198ΚΑΡ. ΒΙΤΑΛΗΣ. Θὰ σᾶς προσαγάγω τοὺς τίτλους τῶν ἰδιοκτησιῶν των, ἀλλὰ θέλω νὰ εἴπω, προκειμένου περὶ τοῦ ἐνδιαφέροντος, ὅπερ δεικνύει ὑπὲρ τοῦ ναοῦ ὁ κ. συνάδελφος, ὅτι ὁ πατήρ του, χρηματίσας ἐπίτροπος τοῦ ναοῦ... (θόρυβος).
§199ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σᾶς παρακαλῶ.
§200ΚΑΡ. ΒΙΤΑΛΗΣ. Ὑπάρχει ἀπόφασις τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου διὰ 30,000 δραχμάς. Καὶ δὲν θέλω νὰ εἴπω ἄλλο τι, τὸ ὁποῖον θὰ καταρρίψῃ τὸ γόητρον τοῦ καταστήματος, ἕνεκεν τῶν ὀργίων, ἅτινα διέπραξεν ὁ πατήρ του ἐν αὐτῷ... (θόρυβος.).
§201ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σιγάλας δὲν ὑπέχει εὐθύνην δι’ οὐδεμίαν πρᾶξιν τοῦ πατρός του.
§202ΚΑΡ. ΒΙΤΑΛΗΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας νὰ ἐπιδιώξῃ τὴν εἴσπραξιν τῶν χρημάτων τούτων. Καθ’ ὅσον δ’ ἀφορᾷ τὴν ἀποστολὴν εἰδικοῦ γεωπόνου εἰς Τῆνον, ἐζήτησα ἐγὼ προηγουμένως παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν ν’ ἀποστείλῃ τοιοῦτον, καὶ παρακαλῶ αὐτὸν νὰ ἐπισπεύσῃ τὴν ἀποστολήν του.
§203Ι. ΣΙΓΑΛΑΣ. Ἴσως θὰ εἶχε καὶ τύψιν συνειδήσεως ὁ κ. Βουλευτὴς, ὥστε δὲν εἶχε τὴν δύναμιν νὰ ὁμιλήσῃ καὶ νὰ ἀκουσθῇ, διότι, ὅσον καὶ ἂν στερῆται συνειδήσεως, ἴσως πάντοτε ὁ ἔλεγχος αὐτῆς...
§204ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σᾶς παρακαλῶ, μὴ ἀνταποδίδετε ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον κατεκρίθη παρὰ πάντων.
§205Ι. ΣΙΓΑΛΑΣ. Δὲν ἐπιτρέπει ἡ ἀνατροφή μου νὰ διαγωνισθῶ εἰς ὕβρεις, ἀλλὰ θέλω νὰ κάμω παρατήρησιν ψυχολογικὴν καὶ ἐπὶ τῆς φωνῆς του ἀκόμη. Λέγω δὲ ταῦτα, διότι δὲν ἤκουσα τί εἶπεν, οὔτε θὰ ἤξιζε τὸν κόπον νὰ ἀκουσθῇ. Ἀλλ’ ἂν ἀφίνω τι ἄνευ ἀπαντήσεως, θέλω νὰ μὴ ὑποτεθῇ ὅτι ἐν γνώσει σιωπῶ. Ὁ φόβος, ὁ ὁποῖος τὸν κατέλαβε καὶ τὸν συνετάραξεν, εἶναι, διότι εἶναι ὁ ἠθικὸς ὑπαίτιος τῆς παρανομίας, εἰς τὴν ὁποίαν ὑπέπεσεν ὁ κ. ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν Ὑπουργὸς, ὅστις βεβαίως τῇ συστάσει αὐτοῦ ἐπλανήθη καὶ ἐξηπατήθη. Ὁ φόβος δικαιολογεῖ τὴν ἀνησυχίαν καὶ τὴν ταραχὴν τοῦ προαγορεύσαντος διὰ τὴν ἠθικὴν εὐθύνην του. Ἐγὼ ἐν τούτοις ἐπαναλαμβάνω, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς δέον νὰ ἐξετάσῃ τὰ πράγματα. Ὅσον δ’ ἀφορᾷ τὸν ἀείμνηστον πατέρα μου, ὃν δὲν ἠδύνατο οὐδὲ νὰ τὸν ἀτενίσῃ κἄν οὗτος, ἵνα μὴ εἴπω τι περισσότερον, ὤφειλε μεγαλείτερον σεβασμὸν πρὸς τὴν μνήμην του δι’ ἀπείρους λόγους. Ἐὰν εἰς τὴν διαχείρισιν τῆς τότε ἐπιτροπῆς ἀπέμεινεν ἔλλειμμα, δὲν ἦτο μέλος αὐτῆς ὁ πατήρ μου, οὔτε ἐνεργὸν μέρος εἶχεν εἰς τὴν ἐπιτροπὴν ἐκείνην, ἀλλ’ ἦσαν οἱ φίλοι τοῦ κ. Βιτάλη, οἱ ὁποῖοι ἀπέμειναν ἐλλειμματίαι, καὶ κατελογίσθη εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τὸ ἔλλειμμα ἐν ἀπουσίᾳ τοῦ πατρός μου, εὑρισκομένου τότε ἐν Κωνσταντινουπόλει. Ὁσάκις ὁ πατήρ μου διετέλεσε μέλος τῆς ἐπιτροπῆς, οὐδέποτε αὕτη ἔμεινεν ἐλλειμματίας, οἱ φίλοι δὲ μόνον τοῦ κ. Βιτάλη διεχειρίσθησαν μετ’ ἐλλείμματος τὰ τοῦ καταστήματος, καὶ κατὰ τοιοῦτον τρόπον ἐννοεῖ καὶ ἤδη νὰ διοικηθῶσι τὰ οἰκονομικὰ τοῦ ναοῦ μὲ τὴν διορισθεῖσαν τῇ συστάσει αὐτοῦ ἐπιτροπήν.
§206Γ. ΡΑΔΙΝΟΣ. Ἐν τῷ δήμῳ Φαρκαδόνος τῆς ἐπαρχίας Τρικκάλων ἐτοποθετήθη ὡς ἀστυνόμος εἷς ἐπιλοχίας τοῦ πεζικοῦ, Γεώργιος Παπαγεωργίου, ὅστις κατάγεται ἐκ τοῦ δήμου ἐκείνου καὶ ἔχει συγγενεῖς ἐν αὐτῷ, συνεπῶς δὲ καὶ συμπαθείας καὶ ἀντιπαθείας. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ἀφοῦ ἡ τοποθέτησις αὕτη δὲν ἐπιτρέπεται ἐκ τοῦ νόμου, νὰ μετατεθῇ ὁ ἀστυνόμος οὗτος ἐκεῖθεν, καὶ ἀποσταλῇ ἄλλος κατάλληλος, ὅπως ἀμερολήπτως ἀστυνομευθῇ ἡ πόλις.
§207Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν θὰ ὡμίλουν τώρα, ὅτε παρῆλθεν ἡ ὥρα, ἀλλ’ ἀναγκάζομαι ἐκ τῆς ἀπαντήσεως, τὴν ὁποίαν μοὶ ἔδωκεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ὃν ἠρώτησα ἰδιαιτέρως, ὅπως καταθέσῃ τὰ ζητηθέντα δι’ ἐπερωτήσεων διαφόρων κυρίων Βουλευτῶν ἔγγραφα, προκειμένου νὰ ἔχωμεν ἐντὸς ὀλίγου συζήτησιν περὶ τῆς καταργήσεως τῆς Γενικῆς Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς μοὶ εἶπεν, ὅτι ἀπέστειλε διὰ τῆς ὑπηρεσίας τὰ ἔγγραφα εἰς τὸ Προεδρεῖον, ἀλλὰ ὑπὸ τούτου δὲν ἀνεκοινώθη τίποτε. Ἡμεῖς ὅμως ἔχομεν ἀνάγκην τῶν ζητηθέντων, καὶ πρὸς τοῦτο παρακαλοῦμεν τὸν κ. Πρόεδρον, ὅστις ἐδήλωσε καὶ ὑπεσχέθη ὅτι ἀμερολήπτως καὶ ὀρθῶς θέλει διευθύνει τὰ πράγματα τῆς Βουλῆς.
§208ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει, κύριε Βουλευτά, ἴσως παραδρομή, διότι δὲν τὰ προσήγαγον.
§209Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Πιθανὸν νὰ μὴ ἦναι πᾶσαι αἱ ἀπαντήσεις.
§210ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔλαβον παρὰ τῆς ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν ἔγγραφά τινα, καὶ τὰ παρέδωκα εἰς τὸν κ. Διευθυντὴν τοῦ Γραφείου. Ἴσως ἐντεῦθεν παράλειψίς τις. Σᾶς ζητῶ συγγνώμην.
§211Ν. ΜΙΣΥΡΛΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§212ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐλπίζω ὅτι δὲν ὑπάρχει τις, ὁ ὁποῖος νὰ ζητῇ τὸν λόγον πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Ἐξακολούθησις τῆς συζητήσεως ἐπὶ τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν Βασιλικὸν Λόγον. Ὁ κ. Πετιμεζᾶς ἔχει τὸν λόγον.
§213Λ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Παρεκάλεσα χθὲς τὸν ἐκ Ζακύνθου ἀξιότιμον Βουλευτὴν, ἀγορεύοντα ἐπὶ τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν Βασιλικὸν Λόγον, νὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ μίαν μικρὰν διακοπὴν, ἀλλ’ ὁ κ. Βουλευτὴς, ὀχυρωθεὶς ὄπισθεν τοῦ δικαιώματός του, δὲν μοὶ ἐπέτρεψε ταύτην. Ἐζήτησα δὲ τὴν διακοπὴν ταύτην, διότι μοὶ ἐφάνη, ὅτι ὅσα ἔλεγε τὴν στιγμὴν ἐκείνην δὲν ἦσαν ὀρθὰ, καὶ ὅτι διὰ τῶν λόγων του ἐκείνων παρηρμήνευσε τὰς ἰδέας, αἵτινες ἐμπεριέχονται εἰς τὸν Βασιλικὸν Λόγον. Δὲν ἐπίστευσα δὲ, ὅτι τοῦτο προήρχετο ἐξ ἀδυναμίας κατανοήσεως τῶν ἰδεῶν τῶν περιεχομένων εἰς τὸν Βασιλικὸν Λόγον, ἀλλ’ ἐνόμισα, ὅτι ἐγίνετο ἐπίτηδες μεταβολὴ τῶν ἰδεῶν τούτων, ἵνα ἀποδοθῶσιν ἀναρχικαὶ τάσεις εἰς τὴν τέως Ἀντιπολίτευσιν, τὴν κυβερνῶσαν ἤδη τὸν τόπον. Διότι ἔλεγεν ὁ κύριος Βουλευτὴς, ὅτι παρετήρησεν, ὅτι δόγμα καινοφανὲς ἐξηγγέλλετο διὰ τοῦ Βασιλικοῦ Λόγου, δόγμα μὴ ἀναγνωριζόμενον ὑπὸ τοῦ πολιτεύματος, οὐδὲ ὑπὸ τῶν κοινοβουλευτικῶν ἐθίμων, τὸ ὁποῖον δόγμα οὐδαμοῦ, εἰς οὐδὲν Κράτος κοινοβουλευτικὸν ἀπαντᾷ. Καὶ τοιοῦτον δόγμα, κατὰ τοὺς λόγους τοῦ κυρίου Βουλευτοῦ Ζακύνθου, εἶναι ἡ φράσις ἡ ἀπαντῶσα εἰς τὸν Βασιλικὸν Λόγον, ὅτι αἱ Κυβερνήσεις ἐνδείκνυνται εἰς τὸ Στέμμα οὐ μόνον ὑπὸ τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας, ἀλλὰ καὶ ὑπὸ τῆς ἐμπιστοσύνης τοῦ λαοῦ. Τῷ ὄντι, Κύριοι, ἐν τῷ Βασιλικῷ Λόγῳ ἀπαντᾷ ἡ περικοπὴ αὕτη (ἀναγινώσκει): «...Καὶ τὰ μὲν τῆς Πολιτείας, προσηκόντως ὑπὸ τοῦ πολιτεύματος κανονισθέντα, ἀπροσκόπτως θέλουσι λειτουργεῖ, καλουμένων εἰς τὴν Κυβέρνησιν τῆς χώρας ἐκείνων, ὑπὲρ ὧν ἐνεδείχθη ἡ ἐμπιστοσύνη εἴτε τῶν ἐκλογέων εἴτε τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας...» Ἀλλὰ, ἐρωτῶ, ποῦ εὗρεν εἰς ταῦτα δόγμα καινοφανές; πῶς εὗρεν, ὅτι ἐν τούτοις ἐμπεριέχεταί τι, ὅπερ δὲν ἀναγνωρίζεται ὑπὸ τοῦ πολιτεύματος; Ὅταν κατὰ τὰς ἐκλογὰς ἡ Ἀντιπολίτευσις ἐνδείκνυται ὑπὸ τῶν ἐκλογέων ὡς ἔχουσα τὴν ἐμπιστοσύνην τῆς πλειονοψηφίας τοῦ ἔθνους, ὅταν ἐπικρατῇ κατὰ τὰς ἐκλογὰς καὶ ᾖναι φανερὸν τὸ ἀποτέλεσμα τῶν ἐκλογῶν διὰ τῆς ἐκλογῆς ὑποψηφίων φρονούντων τὰ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἀκολουθούντων τὸ πρόγραμμα τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ὑπάρχει, Κύριοι, παράδειγμα, κατὰ τὸ ὁποῖον, μετὰ τοιαύτην ἐκλογικὴν νίκην, —παράδειγμα ὄχι αὐταρχικὸν, ἀλλὰ κοινοβουλευτικόν, —ἡ Κυβέρνησις ἡ ἐνεργήσασα τὰς ἐκλογὰς καὶ οὕτω πως ἡττηθεῖσα δὲν παρῄτησεν ἀμέσως τὴν ἀρχὴν, καὶ δὲν ἐκλήθη ἀντ’ αὐτῆς εἰς τὴν ἀρχὴν ἡ Ἀντιπολίτευσις, τὴν ὁποίαν ἐνέδειξεν ἡ ψῆφος τοῦ λαοῦ, ἡ ψῆφος τῶν ἐκλογέων; Νομίζω ὅτι οὐδαμοῦ, εἰς οὐδὲν κοινοβουλευτικὸν Κράτος ὑπάρχει παράδειγμα ἐναντίον. Ἑκάστοτε βλέπομεν, ὅτι Κυβερνήσεις διαφόρων κοινοβουλευτικῶν Κρατῶν, ἡττώμεναι κατὰ τὰς ἐκλογὰς, καταθέτουσιν ἀμέσως τὴν ἀρχὴν, καὶ καλοῦνται εἰς τὴν ἐξουσίαν αἱ Ἀντιπολιτεύσεις, τὰς ὁποίας ἐνδεικνύει ἡ ψῆφος τῶν ἐκλογέων, δηλαδὴ ἡ ἐμπιστοσύνη τοῦ λαοῦ. Νομίζετε, Κύριοι, ὅτι δὲν ἠδύνατο ὁ ἐκ Ζακύνθου ἀξιότιμος Βουλευτὴς νὰ κατανοήσῃ τὴν ἔννοιαν τῆς περικοπῆς ταύτης τοῦ Βασιλικοῦ Λόγου, ἡ ὁποία καὶ εἰς τὴν κοινοτέραν ἀντίληψιν ὑποπίπτει; Εἶχον δίκαιον λοιπὸν, νομίζων ὅτι μετεβάλλετο ἐπίτηδες ἡ ἔννοια τῆς περικοπῆς ταύτης, καὶ δὲν πιστεύω νὰ ἐνόμιζεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Ζακύνθου Βουλευτὴς, ὅτι ὁ συντάκτης τοῦ Βασιλικοῦ Λόγου διὰ τῆς περικοπῆς ταύτης ἐνόει, ὅτι διὰ τῆς βίας καὶ ἀναρχίας ἤθελον ἐπιβάλει οἱ ἐκλογεῖς τὴν Κυβέρνησιν. Ὅταν, Κύριοι, πρόκηται περὶ ἐκλογῶν, ἡ ἐμπιστοσύνη τῶν ἐκλογέων ἐνδείκνυται διὰ τῶν ἐκλογῶν, ἡ ἐμπιστοσύνη δὲ τοῦ Κοινοβουλίου δὲν δύναται νὰ ἐνδειχθῇ παρὰ μόνον ἀφοῦ καταρτισθῇ τὸ Σῶμα. Ἤδη δύναται τὸ Κοινοβούλιον νὰ ἐνδείξῃ, εἰς τίνας ἐμπιστεύεται τὴν ἀρχὴν, ἀλλὰ κατὰ τὰς ἐκλογὰς, ὅταν ἡ Βουλὴ δὲν δύναται νὰ ψηφοφορήσῃ, πῶς ἄλλως δύναται νὰ ἐνδειχθῇ ἡ θέλησις τοῦ λαοῦ παρὰ διὰ τῶν ἐκλογῶν; Νομίζω λοιπὸν, ὅτι αἱ ἰδέαι αὗται τῶν ἀντιφρονούντων δὲν ἔχουσι καμμίαν ἀξίαν. Δὲν δύναμαι, Κύριοι, νὰ ἐννοήσω, ποῦ βασίζεται ἡ ἑρμηνεία, ἡ ὁποία ἀπὸ πολλοῦ χρόνου κηρύσσεται ὑπό τινων πολιτειολόγων, καὶ κατὰ τὴν ὁποίαν θεωρεῖται ἀπόλυτον τὸ δικαίωμα τοῦ Στέμματος εἰς τὸν διορισμὸν τῶν Ὑπουργῶν. Τὰς προνομίας, Κύριοι, τοῦ Στέμματος οὐδεὶς ἀρνεῖται· πάντες ἀναγνωρίζομεν, ὅτι ὁ Βασιλεὺς ἔχει κατὰ τὸ Σύνταγμα τὸ δικαίωμα τοῦ διορίζειν καὶ παύειν τοὺς Ὑπουργοὺς, ἀλλὰ τὸ δικαίωμα τοῦτο οὐδέποτε ἐθεωρήθη ἀπόλυτον· τὸ δικαίωμα τοῦτο δεσμεύεται ὑπὸ τῆς ἀνάγκης τῆς ἐμπιστοσύνης τῆς Βουλῆς. Ἀλλ’ ἐφ’ ὅσον ἡ Βουλὴ δὲν εἶναι κατηρτισμένη, ἐφ’ ὅσον ἄλλοθεν εἶναι γνωστὸν, ὅτι ἡ πλειονοψηφία τοῦ λαοῦ ἐνδεικνύει μίαν Κυβέρνησιν, δὲν ἔχει ἀνάγκην οὔτε ἡ Κυβέρνησις οὔτε τὸ Στέμμα νὰ περιμένῃ τὴν γνώμην τοῦ Κοινοβουλίου. Ἄλλο τὸ ζήτημα, ἂν δὲν διακρίνεται ἡ πλειονοψηφία· ὅταν ὅμως ἡ πλειονοψηφία ἦναι φανερὰ, συνταγματικώτατα προβαίνει καὶ ὁ Βασιλεὺς εἰς τὴν ἀλλαγὴν τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ἡ Κυβέρνησις πολὺ ὀρθῶς παραιτεῖται, καὶ ἡ Ἀντιπολίτευσις πολὺ ὀρθῶς καὶ πολὺ συνταγματικῶς ἀναλαμβάνει τὴν ἀρχήν. Κατὰ τὰς ἐκλογὰς μάλιστα τὰς ἄρτι ἐνεργηθείσας ὁ λαὸς ἀπέδειξε πανηγυρικῶς τὴν ἀποδοκιμασίαν του κατὰ τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης, διότι ἐλάχιστος ἀριθμὸς Βουλευτῶν ἐξελέγη ὑπὸ τὸ πρόγραμμα καὶ ὑπὸ τὴν σημαίαν αὐτῆς. Πρέπει, Κύριοι, ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ταύτῃ, νὰ ἀκουσθῇ παρὰ πάντων, διὰ νὰ λείψουν αἱ παρερμηνεῖαι, αἱ ὁποῖαι παρασύρουν τινὰς, ὅτι, ἐφ’ ὅσον ὑπάρχει πολίτευμα Συνταγματικὸν, ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἐννοεῖ νὰ διοικῆται καὶ νὰ κυβερνᾶται συνταγματικῶς, καὶ πᾶσα ἐξουσία θὰ πηγάζῃ ἐκ τοῦ λαοῦ. Καὶ αὐτὴ δὲ ἡ Βασιλικὴ ἐξουσία ἐκ τοῦ λαοῦ πηγάζει. Ἐφ’ ὅσον παραμένει ἀναγεγραμμένον ἐν τῷ Συντάγματι, ὅτι πᾶσα ἐξουσία πηγάζει ἐκ τοῦ ἔθνους, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ παραδεχθῇ τις, ὅτι εἶναι δυνατὸν ὁ Βασιλεὺς ἐναντίον τῆς θελήσεως τοῦ ἔθνους νὰ καταστήσῃ Κυβέρνησιν ἄλλην; καὶ ἂν τὴν καταστήσῃ, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἦναι βιώσιμος ἡ τοιαύτη Κυβέρνησις, ἡ ὁποία ἔχει ἀνάγκην τῆς ἐμπιστοσύνης τῆς Βουλῆς; Δύναται ὁ Βασιλεὺς βεβαίως καὶ παρὰ τὴν γνώμην τῆς Βουλῆς νὰ προβῇ εἰς ἀλλαγὴν Κυβερνήσεως, ἀλλὰ τότε πρέπει νὰ διαλύσῃ τὴν Βουλὴν, ἂν ἦναι δυνατὸν νὰ ἀνεύρῃ ὑπευθύνους Ὑπουργοὺς, ἀναλαμβάνοντας τὴν εὐθύνην τῆς διαλύσεως. Δυστυχῶς δὲ, Κύριοι, ἀφ’ ὅτου ἐτέθη εἰς ἀχρηστίαν ὁ νόμος περὶ εὐθύνης τῶν Ὑπουργῶν, εὑρίσκονται εὐκόλως Ὑπουργοὶ ἀναλαμβάνοντες τὴν εὐθύνην τῆς διαλύσεως, ὡς καὶ τῆς ἀναβολῆς τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς. Πολλάκις δὲ οἱ τοιοῦτοι Ὑπουργοὶ προκαλοῦσι τὸ Διάταγμα τῆς διαλύσεως τόσον ἀργὰ, ὥστε δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιτευχθῇ ἡ κανονικὴ λειτουργία τοῦ πολιτεύματος, καὶ ἐπέρχεται οὕτως ἡ κοινοβουλευτικὴ καὶ διοικητικὴ παραλυσία, περὶ τῆς ὁποίας πολὺ δικαίως καὶ πολὺ ὀρθῶς ὁμιλεῖ μία παράγραφος τοῦ Βασιλικοῦ Λόγου. Ταῦτα, τὰ ὁποῖα ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ σᾶς εἴπω, καὶ τὰ ὁποῖα φρονῶ ὅτι εἶναι ἀνεπίδεκτα ἀμφισβητήσεως, ἀποδεικνύουσιν, ὅτι αἱ ἀντιρρήσεις τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Ζακύνθου Βουλευτοῦ ἦσαν κατὰ τὴν φράσιν του πομφόλυγες τῷ ὄντι, διαλυθεῖσαι εἰς τὴν πρώτην πνοὴν τοῦ ἀνέμου. Πομφόλυγες δὲ ἦσαν, ἔτι ἀσθενέστεραι, καὶ αἱ λοιπαὶ ἀντιρρήσεις τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ. Διότι διεμαρτυρήθη κατὰ τῶν οἰκονομιῶν, αἱ ὁποῖαι σημειοῦνται ἐν τῷ Βασιλικῷ Λόγῳ ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, καὶ μᾶς εἶπεν, ὅτι αἱ οἰκονομίαι φέρουν ἄλλας μεγάλας ζημίας εἰς τὸ ἔθνος. Κατὰ τὸν συλλογισμὸν τοῦτον, ὅσον περισσοτέρους ἀργομίσθους δημιουργοῦμεν, τόσον περισσότερον ὑποβοηθοῦμεν τὸν πλοῦτον τῆς χώρας καὶ τοῦ Κράτους! Ἰδοὺ μέθοδος εὔκολος, διὰ νὰ λυθῇ τὸ ζήτημα τὸ οἰκονομικόν! Δημιουργοῦμεν θέσεις, προβιβασμοὺς στρατιωτικούς, ἀποτάξεις ἀξιωματικῶν διὰ τῆς μεθόδου τῶν πειθαρχικῶν Συμβουλίων καὶ τῶν ἐπιθεωρήσεων, καὶ ἐξογκώνομεν τὴν τάξιν τῶν συνταξιούχων. Ἰδοὺ μέθοδος, ὅπως λύσωμεν τὸ οἰκονομικὸν ζήτημα! Ἡ μέθοδος εἶναι παλαιὰ, ἐφαρμόζεται ἀπὸ πολλῶν ἐτῶν, ἀπὸ τοῦ 1882, ὅτε ὁ Προϋπολογισμὸς ἀνήρχετο εἰς 56,000,000. Καὶ γνωρίζετε ὅτι τότε ἡ Ἑλλὰς ἦτο ὡς εἶναι καὶ σήμερον· διότι ἦτο προσηρτημένη εἰς αὐτὴν ἡ Θεσσαλία, εἴχομεν δὲ τὴν αὐτὴν Δικαιοσύνην, τὴν ὁποίαν ἔχομεν καὶ τώρα, πλὴν τῶν Δικαστηρίων, τὰ ὁποῖα συνεστήθησαν κατόπιν, εἴχομεν τὸν αὐτὸν στρατόν· ἀλλ’ ἔκτοτε, ὡς γνωρίζετε, τὰ μὲν δάνεια τοῦ Κράτους ἀνῆλθον εἰς 850 ἑκατομμύρια δραχμὰς, ὁ δὲ προϋπολογισμὸς τῶν ἐξόδων εἰς 130 ἑκατομμύρια. Ὑπολογίσατε, παρακαλῶ, ἀπὸ τοῦ 1882 μέχρι σήμερον, δηλαδὴ ἐπὶ μίαν εἰκοσαετίαν, πόσα ἐδαπανήσαμεν. Βεβαίως δισεκατομμύρια. Ἀλλ’ ἔχομεν καλλιτέραν διοίκησιν τῆς τότε; ἔχομεν περισσοτέραν εὐημερίαν; Αὐτὴ εἶναι ἡ μέθοδος τοῦ πλουτισμοῦ τῆς χώρας! ἢ τῆς πολυτελείας καὶ τῆς σπατάλης! Ποῦ εἶναι ὁ πλουτισμός; Τί νὰ εἴπῃ ὁ δυστυχὴς Ἑλληνικὸς λαὸς, ὁ ὁποῖος, κατόπιν τόσων θυσιῶν, εἰς ἃς ὑπεβλήθη, εὑρίσκεται εἰς τοιαύτην πενίαν, ὥστε ἀναγκάζεται ἐκ τῆς δυσπραγίας νὰ ἐκπατρίζηται; Ἀλλὰ λέγει ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Ζακύνθου, ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς τῶν ἐσόδων εἶναι ὁ ἴδιος. Τοῦτο δὲν εἶναι ἀληθὲς, διότι κατὰ πολλὰ ἑκατομμύρια ἠλαττώθη, λαμβανομένου ὑπ’ ὄψιν, ὅτι πρώτην φορὰν κατὰ τὸ ἔτος τοῦτο πολλὰ ἑκατομμύρια ἐξ ἐκτάκτων ἀναγκῶν ἐπιβαρύνουσι τὸν Προϋπολογισμὸν. Ἐγὼ βλέπω ἐνώπιόν μου τὸ χάος, καὶ οὐδεὶς δύναται νὰ μὲ διαψεύσῃ. Δὲν δύνασθε νὰ ἀρνηθῆτε, ὅτι τὸ ἔτος 1886 εἴχομεν Προϋπολογισμὸν 86,000,000, καὶ ὅτι κατόπιν οὗτος ηὐξήθη. Ἀλλ’ ἔστω· τί θέλετε; Θέλετε, τὸ οἰκοδόμημα, τὸ πολυτελὲς καὶ σπάταλον, τὸ ὁποῖον ἐπὶ μίαν εἰκοσαετίαν ἠγωνίσθητε νὰ ἐγείρητε, θέλετε διὰ μιᾶς νὰ καταλυθῇ; Μήπως νομίζετε, ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἔχει εἰς χεῖράς του ῥάβδον μαγικὴν, διὰ τῆς ὁποίας νὰ κατορθώσῃ ἐν μιᾷ μόνῃ στιγμῇ νὰ ἐπουλώσῃ βαθείας πληγὰς, νὰ ἀνορθώσῃ τὴν ἐκτροχιασθεῖσαν Διοίκησιν, τὸν ἐξαρθρωθέντα στρατὸν, τὴν ἐκτροχιασθεῖσαν Δικαιοσύνην καὶ Ἀστυνομίαν; Ἔχετε ὑπομονὴν, καὶ θὰ εὑρεθῇ τρόπος, δι’ οὗ θὰ τεθῇ τέρμα εἰς τὴν ἀτάσθαλον καὶ σπάταλον πολιτικὴν, ἥτις ἐπέφερε τὴν τοιαύτην κατάστασιν, ἀλλὰ καὶ τὴν ἀνυπόφορον κυβερνητικὴν συγκέντρωσιν. Εἰς τὴν συγκέντρωσιν ταύτην ὀφείλεται ἡ ἀναίρεσις τῶν ἐλευθεριῶν τοῦ πολίτου, ἡ οἰκτρὰ κατάστασις τῆς Διοικήσεως καὶ τοῦ στρατοῦ. Εἰς τὴν συγκέντρωσιν ὀφείλεται ἡ ἀναίρεσις καὶ αὐτῶν τῶν δικαιωμάτων τοῦ ἀνθρώπου· διότι πάντες γνωρίζετε, ὅτι ὅλαι αἱ ἐλευθερίαι τοῦ πολίτου καὶ ὅλα του τὰ δικαιώματα, οὐ μόνον ἡ περιουσία, ἀλλὰ καὶ ἡ ὑγεία καὶ ἡ ζωὴ εἶναι ἐκτεθειμέναι, ὡς ἕρμαιον, εἰς τὰς χεῖρας τῶν ὀργάνων τῆς ἐξουσίας. Ὑπὲρ τοιούτου δὲ συστήματος ὑμεῖς ἀγωνίζεσθε! Λοιπὸν ἂς μάθωσι πάντες, ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς δὲν θὰ ἀνεχθῇ ἐπὶ πλέον—καὶ τὸ γνωρίζω ἐκ τοῦ λαοῦ τῆς ἰδιαιτέρας μου ἐπαρχίας—δὲν θ’ ἀνεχθῇ ἐπὶ πλέον τὴν τοιαύτην πολιτικὴν, καὶ θὰ ἀμυνθῇ ὑπὲρ τῶν ἐλευθεριῶν του καὶ τῆς εὐημερίας του πάσῃ δυνάμει καὶ διὰ παντὸς μέσου, τὸ ὁποῖον ἀναγράφει καὶ ὑπαινίσσεται τὸ Πολίτευμα.
§214Δ. ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Σᾶς ὁμολογῶ, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι πρὸ παντὸς ἐπεθύμουν νὰ εἶχον τὴν δύναμιν νὰ θέσω ἐκποδὼν ὅλα τὰ ζητήματα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα καὶ κατ’ αὐτὰς μᾶς ἀπασχολοῦσι, καὶ ἐπιπροσθοῦντα εἰς τοὺς ὀφθαλμούς μας δὲν μᾶς ἀφίνουσι νὰ ἴδωμεν τὰ πράγματα. Καὶ θ’ ἀπέκλειον καὶ ἄλλα μὲν πολλὰ τοιαῦτα προηγούμενα ζητήματα, ἐκ περιτροπῆς ἐπανερχόμενα εἰς τὸν τόπον τοῦτον, ἀφ’ ὅτου εἰσήχθη τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα, ἀλλά, χωρὶς βεβαίως νὰ προσκρούσω εἰς τὴν πρὸς τὸν Βασιλέα εὐλάβειαν, θ’ ἀπέκλειον καὶ αὐτὸν τὸν Βασιλικὸν Λόγον καὶ πάντα ἐκεῖνα τὰ περὶ τῶν θεσμῶν λεγόμενα ἐσχάτως, προτείνω νὰ θεωρήσωμεν ταῦτα ὡς ἐπεισόδια καὶ ὅπλα τοῦ κομματικοῦ ἀνταγωνισμοῦ, τὰ ὁποῖα κατόπιν ἑκάστης κυβερνητικῆς μεταβολῆς, ὅταν ὑπενθυμίζωνται, προκαλοῦσι μόνον τὰ μειδιάματα καὶ τὴν θυμηδίαν. Καὶ δύναταί τις ἴσως νὰ χρησιμοποιήσῃ ἔκφρασιν τοῦ Πλάτωνος, ὀνομάζων τὰς σημαίας τῶν τοιούτων ἀγώνων μορμολύκας τινὰς πρὸς τοὺς νηπιόφρονας. Μορμολύκειον ἀληθῶς ἀποδεικνύονται τὰ ἑκάστοτε ὑπὸ κομμάτων κηρυττόμενα, ὅτι κινδυνεύουσιν ἢ ἀπειλοῦνται ὑπὸ τούτων ἢ ἐκείνων οἱ θεσμοί· διότι, ἐὰν κινδυνεύωσιν οἱ κοινοβουλευτικοὶ θεσμοὶ ἐν Ἑλλάδι, κινδυνεύουσι πρὸ πάντων νὰ ἐκπέσωσιν εἰς τὴν συνείδησιν τοῦ λαοῦ. Ὁ λαὸς ἤρχισε νὰ συνδυάζῃ τὴν κατάστασιν, ἐν τῇ ὁποίᾳ διατελεῖ, οὐχὶ πρὸς τὴν παραβίασιν τῶν θεσμῶν, ἀλλὰ τοὐναντίον πρὸς τὴν λειτουργίαν τῶν θεσμῶν. Ἐκεῖ εἶναι ὁ πραγματικὸς κίνδυνος! Ἀλλ’ εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ παρακολουθήσω τὴν συζήτησιν, ὅπως διεξάγεται ἐν τῇ Βουλῇ, ἵνα ἀκριβῶς ἐπιτύχω, ἔστω καὶ κατά τι, τοῦτο, ὅτι πρέπει νὰ θέσωμεν ἐκποδὼν τὸν κομματικὸν ἀνταγωνισμόν, τὸν συνήθη, ἵνα ἴδωμεν τὰ πράγματα μὲ διαυγεῖς ὀφθαλμούς. Ἀλλ’ ἂν πρόκηται, Κύριοι, νὰ συζητήσωμεν εὐρύτερον τὰ πράγματα τοῦ τόπου, ποῖον ἆρά γε ἔδαφος δυνάμεθα νὰ εὕρωμεν προσφορώτερον, παρὰ τὴν ἀπάντησιν εἰς τὸν Βασιλικὸν Λόγον; Καὶ ὁμολογῶ, ὅτι μετ’ ἐκπλήξεως παρετήρησα μίαν ἀπαρέσκειαν τοῦ ἀξιοτίμου κυρίου Πρωθυπουργοῦ πρὸς τὴν ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ ἐδάφους συζήτησιν. Ἀναπολῶ τὴν ἐρώτησιν, τὴν ὁποίαν πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν πρὸ τῆς διακοπῆς τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς ἀπηύθυνεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἐρωτήσας, ἂν ἐσκόπει ἡ Ἀντιπολίτευσις νὰ φέρῃ πολιτικὴν συζήτησιν ἐπὶ τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν Βασιλικὸν Λόγον. Ἀλλὰ παρατηρῶ καὶ ἀπὸ χθές, ὅτι ἡ Κυβέρνησις, ἀντὶ προθύμως νὰ δραχθῇ τῆς εὐκαιρίας, ὅπως ἐκθέσῃ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς τὸ πρόγραμμα αὑτῆς, ἵνα γινόμενον τοῦτο ἀποδεκτὸν ὑπὸ τῆς Βουλῆς ἀνακοινωθῇ πρὸς τὸν Βασιλέα, παρετήρησα, ὅτι ὁ κύριος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, φρονῶν, ὅτι ἐπίσης καταλλήλως δυνάμεθα ἐπὶ ἄλλου θέματος νὰ φέρωμεν συζήτησιν πολιτικὴν, ὑποδεικνύει τὴν γενικὴν συζήτησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Καὶ τῷ ὄντι, Κύριοι, καθιερώθη καὶ παρ’ ἡμῖν νὰ λέγηται, ὅτι ἐν τῇ γενικῇ συζητήσει τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἐκτίθενται πᾶσαι αἱ πολιτικαὶ ἰδέαι, διότι ὁ Προϋπολογισμὸς εἶναι τὸ κάτοπτρον τῆς πολιτικῆς τῆς Κυβερνήσεως. Ἀλλὰ μοὶ φαίνεται, ὅτι δυστυχῶς περιήλθομεν εἰς τοιαύτην θέσιν, ὥστε νὰ ἦναι ἀληθὴς εἰρωνεία τὸ νὰ λέγωμεν, ὅτι ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ Κράτους τοῦ Ἑλληνικοῦ εἶναι κάτοπτρον πολιτικῆς τινος. Ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ Κράτους τοῦ Ἑλληνικοῦ εἶναι δυστυχῶς τὸ κάτοπτρον τῆς πενίας μόνον τοῦ Κράτους, καὶ οὐδὲν ἄλλο. Ἔδαφος εἰς εὐρεῖαν καὶ ἀληθῆ πολιτικὴν, καὶ οὐχὶ ἁπλῶς κομματικὴν συζήτησιν παρέχει μόνον ἡ ἀπάντησις εἰς τὸν Βασιλικὸν Λόγον. Καὶ ἐπίστευον, ὅτι μετὰ μεγάλης προθυμίας Κυβέρνησις, ἡ ὁποία ἀξιοῖ ὅτι ἦλθεν εἰς τὰ πράγματα διὰ θριάμβου τῶν κοινοβουλευτικῶν θεσμῶν, Κυβέρνησις ἀντλοῦσα τὴν δύναμιν οὐχὶ ἄλλοθεν, ἀλλά, ὡς ἀξιοῖ, ἐκ τῆς ἐμπιστοσύνης τοῦ λαοῦ, ἤθελε σπεύσει νὰ δικαιώσῃ αὐτὴν τὴν δύναμιν, οὐχὶ διὰ τῆς ἐπιδείξεως μικρᾶς διαφορᾶς ἀριθμῶν, ἀλλὰ διὰ τῆς ἀναπτύξεως τῶν ἰδεῶν καὶ τοῦ προγράμματός της. Ἀρκεῖ ἀληθῶς νὰ ἐνθυμηθῇ τις, ποίαν σημασίαν πανταχοῦ δίδουσιν εἰς τὴν ἀπάντησιν εἰς τὸν Βασιλικὸν Λόγον, ἵνα συμπεράνῃ, ἂν καὶ κατὰ πόσον ἡμεῖς ἐννοοῦμεν τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα. Περιμένουσι, Κύριοι, παντοῦ ὅπου ὑπάρχει συνταγματικὸν πολίτευμα τὴν ἔναρξιν Συνόδου Βουλευτικῆς καὶ τὸν Λόγον τὸν Βασιλικόν, διὰ τοῦ ὁποίου αὕτη κηρύσσεται, ὅπως ἀκούσωσιν ἀπὸ τοῦ στόματος τοῦ Ἡγεμόνος ὁποία τις εἶναι ἡ ἐν τῷ παρόντι κατάστασις τοῦ Κράτους, καὶ ὁποῖόν τι παρασκευάζεται καὶ προοιωνίζεται τὸ μέλλον. Ἀλλὰ περιμένουσιν ἰδίως ἐν ταῖς Πολιτείαις, αἵτινες ἀξιοῦσι νὰ κυβερνῶνται κοινοβουλευτικῶς, τὴν ἔναρξιν τῆς Βουλευτικῆς Συνόδου καὶ τὸν Λόγον τὸν Βασιλικόν, ἵνα ἴδωσιν ἐν τοῖς λόγοις τοῦ Ἡγεμόνος ἀποτυπουμένην τὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως, τὴν πολιτικὴν οὐ μόνον τὴν ἐσωτερικὴν, ἀλλὰ καὶ αὐτὴν τὴν ἐξωτερικήν. Ὅπου μάλιστα συνέπεσε νὰ ἦναι τὸ Κράτος μέγα καὶ ἰσχυρὸν, περιμένουσιν οὐ μόνον οἱ πολῖται τοῦ ἰδίου Κράτους τὸν Βασιλικὸν Λόγον, ἀλλὰ καὶ ἄλλαι Πολιτεῖαι, ὅπως καὶ αὐταὶ κανονίσωσι τὴν πολιτικὴν αὐτῶν ἀναλόγως τῶν ὅσα περιέχει ὁ λόγος τοῦ ἰσχυροῦ Ἡγεμόνος. Ἐὰν ἴδωσιν ἐν αὐτῷ, ὅτι ὑφίσταται εἰρήνης αἰθρία εἰς τὸν ὁρίζοντα, ἐννοοῦσιν ὅτι δύνανται καὶ αὐταὶ νὰ ἀσχολῶνται εἰς ἔργα εἰρήνης· ἀπ’ ἐναντίας δὲ, ἐὰν ἴδωσι νέφη μελανὰ, ἀναφαινόμενα εἰς τὸν ὁρίζοντα τὸν διεθνῆ, φροντίζουσι καὶ αὐταὶ νὰ λαμβάνωσι μέτρα κατὰ τῆς ἐνδεχομένης συρράξεως ἄλλων Κρατῶν. Ἀλλὰ καὶ ὅπου τὸ Κράτος εἶναι μὲν μικρὸν, ἔχει ὅμως βλέψεις, ἐθνικὰ δίκαια καὶ ἐθνικοὺς πόθους πρὸς τὰ ἐκτὸς τῶν ὁρίων αὐτοῦ, καὶ ἐκεῖ περιμένουσι καὶ οἱ πολῖται τοῦ Κράτους καὶ οἱ ἐκτὸς τῶν ὁρίων ὁμόφυλοι τὴν ἔναρξιν τῆς Βουλευτικῆς Συνόδου καὶ τὸν Λόγον τὸν Βασιλικὸν, ἵνα ἀκούσωσιν ἀπὸ τοῦ στόματος τοῦ Ἡγεμόνος ὅσα εἶναι σχετικὰ πρὸς τὴν μέριμναν, τὴν ὁποίαν τὸ Κράτος δεικνύει διὰ τὰ ἐκτὸς τῶν ὁρίων ἐθνικὰ συμφέροντα. Τὸ τοιοῦτον ἠδύνατο ἐνίοτε ἐκ πρώτης ὄψεως νὰ φαίνηται περιττὸν, βεβαίως δὲ περιορίζεται ἡ γλῶσσα τῶν Ἡγεμόνων, ὅταν ὁμιλοῦν ἐπὶ ἐξωτερικῶν ζητημάτων. Ἀλλ’ ὅπου δὲν ὑπάρχει τι τὸ ἐπιβάλλον τὴν σιωπὴν καὶ τὴν ἐπιφύλαξιν χάριν τῶν διεθνῶν σχέσεων, πρόκειται δὲ ἀπ’ ἐναντίας περὶ ἐθνικῶν δικαίων καὶ ἀξιώσεων ἀπροκαλύπτως δυναμένων νὰ ὑποστηρίζωνται ἀπέναντι πάντων, συμφέρει καὶ ἐπιβάλλεται νὰ μὴ ἀποσιωπῶνται τὰ ἐθνικὰ δίκαια· ἐπιβάλλεται καὶ χάριν τῶν ἐκτὸς τῶν ὁρίων τοῦ Κράτους ὁμοφύλων καὶ νὰ κηρύσσωνται καὶ νὰ ὑποστηρίζωνται, ὅταν μάλιστα οὐδαμῶς ἀντιβαίνωσιν εἰς τὴν εἰρήνην καὶ τὴν διατήρησιν τῶν καθεστώτων. Περὶ τῶν τοιούτων σήμερον ὁ Βασιλικὸς Λόγος σιωπᾷ ἐντελῶς. Ἀλλὰ περιμένουσιν ἰδίως ἐν Πολιτείαις συνταγματικαῖς τὸν Λόγον τοῦ συνταγματικοῦ Ἡγεμόνος, ὅπως ἴδωσιν ἐν αὐτῷ τὴν πολιτικὴν τὴν ἐσωτερικὴν τῆς Κυβερνήσεως, ἐν γενικαῖς ἔστω γραμμαῖς ἀποτυπουμένην. Καὶ οὕτω προκαλεῖται σαφῶς πλέον, ἐπισήμως καὶ πανηγυρικῶς ὑπ’ αὐτοῦ τοῦ Βασιλέως ἡ Βουλὴ εἰς τὸ ἔργον αὐτῆς τὸ πολιτικὸν καὶ κοινοβουλευτικόν, ὑποχρεουμένη ν’ ἀπαντήσῃ ἰδίως εἰς τὰ τῆς ἐσωτερικῆς πολιτικῆς τοῦ Ὑπουργείου. Ἀλλὰ ποία εἶναι ἡ πολιτικὴ ἡ ἐσωτερικὴ μιᾶς Κυβερνήσεως εἰς Κράτος κοινοβουλευτικόν; Μήπως εἶναι ἡ ἐκτέλεσις τῶν στοιχειωδῶν καθηκόντων πάσης Κυβερνήσεως; Τοιαύτας μόνον ἀληθῶς ἐπαγγελίας βλέπομεν ὅτι περιέχει σήμερον ὁ Βασιλικὸς Λόγος, τὰς ἐπαγγελίας, ὅτι ἡ Κυβέρνησις θέλει μεριμνήσει περὶ στρατοῦ, περὶ ἐκπαιδεύσεως, περὶ διοικήσεως, περὶ ἐνισχύσεως τῆς ἐθνικῆς παραγωγῆς. Ἐν τούτοις δὲν δυνάμεθα βεβαίως νὰ εἴπωμεν, ὅτι, ἐὰν δὲν περιέχηται εἰς τὸν Βασιλικὸν Λόγον τὸ πρόγραμμα τῆς Κυβερνήσεως, παρελείφθη καὶ κατόπιν ἡ διατύπωσις αὐτοῦ. Βεβαίως ἤδη εἴμεθα ἀπέναντι ἑνὸς προγράμματος, ἑνὸς συστήματος δηλαδὴ νομοθετικοῦ, τὸ ὁποῖον μετὰ τὸν Λόγον τὸν Βασιλικὸν ὑπεβλήθη εἰς τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς. Ἀλλὰ φαίνεται, ὅτι τοῦτο εἶχε θεωρηθῆ ἀνεπαρκὲς καὶ μὴ ἁρμόζον εἰς τὸν μέγαν ἀγῶνα, ὅστις ἐπέφερε τὴν τελευταίαν κυβερνητικὴν μεταβολήν, τὸ νὰ θεωρηθῇ δηλ. ὅτι ὅλος ἐκεῖνος ὁ ἀγὼν ἐπρόκειτο ν’ ἀπολήξῃ εἰς τὴν ὑποβολὴν τῶν νομοσχεδίων τούτων, τὰ ὁποῖα θέλομεν συζητήσει. Ἔπρεπε νὰ ἔχωμεν ἀνάλογόν τι πρὸς τὸν ἀγῶνα ἐξ ἀρχῆς, καὶ ἑπομένως ὁ Βασιλικὸς Λόγος ἔπρεπε νὰ περιέχῃ ἐκεῖνο πρὸ πάντων, ὡς τὸ κυριώτατον, ὅτι οἱ συνταγματικοὶ καὶ κοινοβουλευτικοὶ θεσμοὶ κινδυνεύσαντες ἐσώθησαν. Καὶ ἐθεωρήθη, ὡς παρετήρησα, ὅτι ἡ εὐλάβεια πρὸς τὸν Βασιλέα, ἡ ὁποία τοσοῦτον χθὲς ἐξεδηλοῦτο ἐνταῦθα, συνίσταται πρὸ πάντων εἰς τὴν ταχύτητα τῆς ἀπαντήσεως! Καὶ τὴν ταχύτητα, ὡς ἠκούσατε, συνίστα ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἀφ’ ἑτέρου δὲ δεῖγμα ἐπίσημον τῆς κανονικῆς λειτουργίας τῶν θεσμῶν τῶν κοινοβουλευτικῶν ἐθεώρησε, φαίνεται, μόνον τὴν συντόμευσιν τῆς συζητήσεως, τὴν διὰ τῆς σιωπῆς τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ καὶ εἰς ἄλλα, φαίνεται ἡ ταχύτης εἶναι τὸ σῷζον, ἡ δὲ ἀργοπορία εἶναι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον κατέστρεψε τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους. Τί κατέστρεψε τὰ οἰκονομικά; ἡ μὴ ἔγκαιρος ὑποβολὴ τῶν Προϋπολογισμῶν! Ἰδοὺ τὸ ἀμέσως μετὰ τὰ περὶ λειτουργίας τῶν κοινοβουλευτικῶν θεσμῶν ἐξαιρόμενον ὡς κυριώτατον καὶ τοῦτο ἐν τῷ Βασιλικῷ Λόγῳ. Ἐὰν οἱ Προϋπολογισμοὶ ὑπεβάλλοντο ἐγκαίρως, τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους ἤθελον εἶσθαι διωρθωμένα! Τοὺς βλέπομεν κατόπιν τοὺς Προϋπολογισμούς, τοὺς βλέπομεν ἤδη ἐπὶ δεκαετηρίδας. Τί δὲ προσέβαλε τοὺς θεσμούς; Κατὰ τὸν Βασιλικὸν Λόγον—καὶ τοῦτο προχείρως φαίνεται ἀποδεδειγμένον—τὸ Σύνταγμα καὶ τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα προσεβλήθησαν ἐν Ἑλλάδι, διότι ἦλθον μερικὰ Ὑπουργεῖα, τὰ ὁποῖα δὲν ἦσαν κοινοβουλευτικὰ, ἐνῷ, ἐὰν δὲν συνέπιπτον αὐταὶ αἱ διακοπαὶ τῆς λειτουργίας τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος, τὰ πράγματα θὰ ἦσαν διαφορετικά! Αὗται εἶναι αἱ δύο κεφαλαιώδεις ἰδέαι, αἵτινες μᾶς προσφέρονται σήμερον διὰ τοῦ Βασιλικοῦ Λόγου. Ὑπουργεῖα κοινοβουλευτικὰ καὶ ταχεῖα ὑποβολὴ τῶν Προϋπολογισμῶν! Ἀλλὰ μελετῶντες σήμερον τὴν φράσιν ἐκείνην τοῦ Βασιλικοῦ Λόγου, τὴν περὶ θεσμῶν, δυνάμεθα τῷ ὄντι ν’ ἀπορήσωμεν εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς καὶ νὰ ἐρωτήσωμεν ἐν πρώτοις: ποῖος ἆρά γε ὁμιλεῖ; ὁ Βασιλεὺς, ἡ Κυβέρνησις, ἢ ἡ Βουλὴ ἐκφράζει ἐκείνην τὴν ἰδέαν, τὴν περὶ τῆς λειτουργίας τῶν θεσμῶν ἐν τῷ μέλλοντι; Καὶ ἡ ἰδέα αὕτη εἶναι ἑρμηνεία τοῦ Συντάγματος διὰ τὸ μέλλον; Ἢ μήπως εἶναι ἐξήγησις προελεύσεως τῆς παρούσης Κυβερνήσεως; Τίνα ἔννοιαν ἔχει; καί πρὸς τίνα σκοπὸν ἐτέθη; καὶ διατὶ ἐτέθη κατὰ τὴν περίστασιν ταύτην; Πρώτην ταύτην φορὰν νομίζω, ὅτι εἰς τὸν Βασιλικὸν Λόγον ὁ Βασιλεὺς παρίσταται ἑρμηνεύων οὕτω τὸ Σύνταγμα διὰ τὸ μέλλον· ἀλλ’ ἆρά γε εἶναι ἑρμηνεία διὰ τὸ μέλλον; Θὰ μοὶ ἐφαίνετο, Κύριοι, οὐχὶ σοβαρὸν, ὅτι ὁ Βασιλεὺς, ἢ τὸ Ὑπουργεῖον τὸ κοινοβουλευτικὸν παρίσταται ἑρμηνεῦον διὰ τὰς παρούσας Βουλὰς τὸ Σύνταγμα, καὶ ἑρμηνεῦον τοῦτο οἱονεὶ αὐθεντικῶς· ἀλλὰ μήπως παρίσταται ὁ Βασιλεὺς δίδων ὑπόσχεσιν πρὸς τὸ ἔθνος, συνάπτων νέαν συνθήκην περὶ τοῦ πῶς ἐννοεῖ νὰ πολιτεύηται εἰς τὸ μέλλον, καὶ πλαγίως κατηγορῶν ἑαυτοῦ, ὅτι προέβη εἰς παρεκτροπὰς μέχρι τοῦδε; Ἀλλὰ νομίζω, δὲν ἐπρόκειτο νὰ περιλάβῃ τοιαύτας ἐννοίας ὁ Λόγος ὁ Βασιλικός· ἐπρόκειτο νὰ ἐξηγηθῇ ἡ ἔλευσις τῆς παρούσης Κυβερνήσεως, καὶ ὑπετέθη, ὅτι ἡμεῖς ἠθέλομεν πράξει ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἡ κυβερνῶσα ἤδη μερὶς ἔπραξε πρὸ ὀλίγου χρόνου ὡς Ἀντιπολίτευσις. Ὑπέθεσεν ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις, ὅτι μόλις ἤθελεν εἰσέλθει εἰς τὴν αἴθουσαν, ἠθέλομεν ἀμέσως διαμαρτυρηθῆ καὶ ἐρωτήσει αὐτὴν, πῶς ἦλθεν εἰς τὴν ἐξουσίαν. Ἀλλ’ ἡμεῖς, ἐὰν ἐκινεῖτο τοιοῦτον ζήτημα, ἠθέλομεν εἴπει πρὸς αὐτὴν, ὅτι συνταγματικῶς εἰσῆλθεν εἰς τὴν Βουλὴν, διότι φέρει τὸν διορισμὸν παρὰ τοῦ Βασιλέως. Μόνον ἡ Κυβέρνησις ἐθεώρησεν ὅτι μικρόν τινα τίτλον θὰ ἐπεκαλεῖτο, ἂν ἐπεκαλεῖτο, ἢ ἂν ἄφινε νὰ ὑποτεθῇ, ὅτι οὗτος εἶναι ὁ ὑπὸ τοῦ Βασιλέως διορισμός. Ἠθέλησεν ἄλλον μεγαλείτερον τίτλον, ἄλλα μεγαλείτερα δείγματα, ἵνα παραστήσῃ ὅτι ἔχει δίκαιον. Ὑποδεικνύεται λοιπὸν ἐν τῷ Βασιλικῷ Λόγῳ, ὅτι τὸ ἐνεστὼς Ὑπουργεῖον δὲν ἐκλήθη ὑπὸ τῆς ἐμπιστοσύνης τῆς Βασιλικῆς, ἀλλ’ ἔχει ἄλλα δύο στηρίγματα, τὰ ὁποῖα μάλιστα ἀναφέρονται καὶ διαζευτικῶς, διὰ τὴν περὶ τῆς προτιμήσεως ἀμφιβολίαν· ὑπεδείχθη τὸ Ὑπουργεῖον εἴτε ὑπὸ τῶν ἐκλογέων εἴτε ὑπὸ τῶν Βουλευτῶν. Παρίστανται δύο γεννήτορες τοῦ Ὑπουργείου, διαζευκτικῶς συντρέχοντες, ἀλλὰ δὲν γνωρίζω, Κύριοι, κατὰ πόσον τὴν γνησιότητα τοῦ νεογεννήτου ἐνισχύει ἡ διαζευκτικὴ συνάντησις τῶν δύο τούτων ἀσυμβιβάστων γεννητόρων (γέλωτες). Ἀλλ’ ἡ Ἀντιπολίτευσις ἡ σημερινὴ οὐδαμῶς θὰ ἐνδιεφέρετο, οὐδὲ ἀπὸ πολιτικῆς τινος κερδοσκοπίας ἢ ἀνάγκης, νὰ φιλονικήσωμεν ἐπὶ τοιούτων ἰδεῶν. Οὐδένα εὑρίσκει λόγον οὔτε ἐν τῷ παρελθόντι οὔτε ἐν τῷ μέλλοντι νὰ ἀνησυχῇ δι’ ἑαυτὴν ἐκ τοῦ ἂν θὰ ἐνδεικνύωνται αἱ Κυβερνήσεις εἴτε ὑπὸ τῶν ἐκλογέων εἴτε ὑπὸ τῆς Βουλῆς. Καὶ ὡς παρετηρήσατε, ὁ ἀξιότιμος προαγορεύσας ἀνέφερε μὲν τοὺς ἐκλογεῖς, ἀλλ’ ἐπέφερε τὴν ἑρμηνείαν ταύτην, ὅτι οἱ ἐκλογεῖς ἀναφέρονται ὡς ἐκλέξαντες ἤδη τοὺς Βουλευτάς. Ὥστε οὐδ’ εἶναι πλέον οἱ ἐκλογεῖς οἱ ἐνδείξαντες τὸ Ὑπουργεῖον, ἀλλ’ εἶναι οἱ Βουλευταί. Ἐνόησεν ἤδη ὁ ἀξιότιμος προαγορεύσας ἐν τῇ νοημοσύνῃ αὑτοῦ, ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐννοηθῇ πολίτευμα συνταγματικὸν ἢ κοινοβουλευτικὸν στηριζόμενον ἐπὶ τῆς παρὰ τῶν ἐκλογέων ἀμέσου ὑποδείξεως τῶν Κυβερνήσεων. Ἀλλὰ μήπως ἐξεδήλωσεν ἡ σημερινὴ Ἀντιπολίτευσις τάσιν, ὅπως ἐκ παντὸς τρόπου καὶ τὸ ταχύτερον ἀναλάβῃ τὴν ἐξουσίαν; ἢ μὴ καὶ σήμερον ἔτι τόσον ἀπέχει, εἴτε ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ μετρουμένῃ, εἴτε ἐκτὸς τῆς αἰθούσης ταύτης, ἀπὸ τοῦ ὕψους, εἰς τὸ ὁποῖον εὑρίσκεται ἡ Κυβέρνησις, ὥστε δὲν δύναται πλέον νὰ ἐλπίσῃ καὶ αὐτὴ ἐπὶ τῶν αὐτῶν στηριγμάτων; Ἢ μήπως δὲν ἔχει καὶ αὐτὴ ἐκλογεῖς, τοὺς ὁποίους ἐν ἀνάγκῃ δύναται βεβαίως νὰ φέρῃ εἰς Ἀθήνας, ἐὰν ἐκφραζόμενοι ἀλλαχοῦ, θεωρεῖται ὅτι ἐκφράζονται εἰς τόπους ἀναρμοδίους καὶ ὅτι ὁ ἁρμόδιος τόπος τῆς ὑπὸ ἐκλογέων ἐνδείξεως τῶν Κυβερνήσεων εἶναι μόνον ἡ πρωτεύουσα τοῦ Βασιλείου; Κατ’ ἐμέ, ἐὰν ἡ ἑρμηνεία μόνον αὕτη ὑπῆρχεν, ὅτι τὸ πᾶν συγκεντροῦται εἰς τὴν Βουλήν, ἐγὼ θὰ ἐφρόνουν, ὅτι οὐδεὶς κίνδυνος τῶν θεσμῶν, οὐδὲ τοῦ τόπου, θὰ ὑπῆρχε πραγματικὸς καὶ διαρκής. Ἡ Βουλὴ, ὁσονδήποτε καὶ ἂν παρεκκλίνῃ τῶν καθηκόντων αὐτῆς, οὐδέποτε πιστεύω, ὅτι μέχρι τέλους θὰ λησμονήσῃ τοὺς κανόνας, οἵτινες ὑπαγορεύονται ὑπὸ τῆς καινῆς λογικῆς καὶ ὑπὸ τῆς κοινῆς φρονήσεως, καὶ ὁσηνδήποτε ἐξουσίαν ἐὰν ἐπρόκειτο αὐτὴ νὰ λάβῃ, δὲν ἤθελε καταχρασθῆ τῆς ἐξουσίας αὐτῆς, ὅπως ἀνατρέψῃ τὸ πολίτευμα. Ἄλλοι εἶναι οἱ λόγοι, διὰ τοὺς ὁποίους ὀφείλομεν νὰ δώσωμεν ἀρκοῦσαν προσοχήν. Δὲν φοβοῦμαι τὴν ἐξουσίαν τῆς Βουλῆς· ἀλλ’ ἡ ἰδέα τοῦ νὰ προτείνωσιν οἱ ἐκλογεῖς Κυβερνήσεις εἶναι ἀφ’ ἑνὸς μὲν ἰδέα ὀχλοκρατίας, ἀφ’ ἑτέρου ὅμως καὶ ἰδέα τῆς δικτατορίας, διότι ἐπίσης καὶ ἡ δικτατορία καὶ ἡ τυραννία πολλάκις ἐστηρίχθησαν ἐπὶ τῶν δημοψηφισμάτων. Καὶ νομίζω, ὅτι διττόν τινα κίνδυνον πρέπει νὰ φοβώμεθα, νὰ φοβώμεθα ὄχι μόνον τὴν ὀχλοκρατίαν καὶ τὴν ἀναρχίαν, ἀλλὰ καὶ τὸν δεσποτισμόν. Δὲν διστάζω, Κύριοι, νὰ τὸ εἴπω, διὰ νὰ προκαλέσω πάντων τὴν προσοχήν. Νομίζω ὅτι, ὅπως πολιτευόμεθα, τάχιον ἢ βράδιον, ἐὰν ὑποτεθῇ ὅτι θὰ ἐξακολουθῶμεν μὴ βλέποντες ἐνώπιον ἡμῶν τὸ βάραθρον, τάχιον ἢ βράδιον ὠθούμεθα πρὸς τὴν παραλυσίαν καὶ τὴν ἀναρχίαν, διὰ δὲ τῆς παραλυσίας καὶ τῆς ἀναρχίας, ὡς διὰ γεφύρας, θὰ περιέλθωμεν εἰς τὸν δεσποτισμόν! Ὁ λαὸς δὲν γνωρίζει βεβαίως νὰ ὀργανίζῃ Κράτη, ὁ λαὸς ὑπομένει, καὶ πάντες οἱ λαοὶ ὑπομένουσι, διότι εἶναι μεγάλοι, ἀλλὰ ὑπομένει μέχρις ὁρίων. Ὅταν φθάσῃ ὅμως τὸ κακὸν εἰς ὑπερβολὴν, ἀρκεῖ μία οἱαδήποτε ἔκτακτος ἀφορμὴ, ἀρκεῖ εἷς ὀχλαγωγὸς, ἵνα κατασυντρίψῃ τὸ πολίτευμα, ἐκμεταλλευόμενος τὴν δυσφορίαν καὶ τὴν ἀπελπισίαν τοῦ λαοῦ, τὸ πολίτευμα, τὸ ὁποῖον ὁ λαὸς θὰ συνταυτίζῃ πλέον πρὸς τὴν κακοδαιμονίαν, πρὸς τὴν ἰδέαν τῆς πολιτικῆς ἀποσυνθέσεως, πρὸς τὴν ἰδέαν τῆς γενικῆς παραλυσίας. Καὶ θὰ ἦναι τοῦτο τοσούτῳ μᾶλλον εὔκολον, καθόσον θὰ συνετρέχετο καὶ ἀπὸ τὴν γενικὴν πενίαν. Γνωρίζετε τὸ ῥητὸν μεγάλου ἀνδρὸς, ὅτι «ἡ κοιλία κάμνει τὰς ἐπαναστάσεις». Ἀλλ’ ἐρχόμεθα τέλος πάντων κατ’ ἀνάγκην εἰς τὸ νὰ ἐξετάσωμεν, ἀφοῦ καθ’ ἡμᾶς μὲν δὲν εἶναι τόσον ἀνθηρὰ καὶ εὔελπις ἡ κατάστασις ἡ σημερινὴ, κατ’ ἄλλους δὲ ἴσως εἰσήλθομεν ἤδη εἰς τὴν ἀναστήλωσιν μὲν τῶν θεσμῶν, εἰς ἔναρξιν δὲ πρὸς τὴν βελτίωσιν καὶ τὴν πρόοδον, ἐρχόμεθα, λέγω, νὰ ἐξετάσωμεν ἐν πρώτοις τὸ πρόσφατον παρελθὸν, διὰ νὰ ἴδωμεν διὰ τίνων τρόπων περιήλθομεν ἐσχάτως εἰς αὐτὸ τὸ σημεῖον, ἀπὸ τοῦ ὁποίου πλέον πλησίστιοι φερόμεθα, ὡς φρονοῦσιν ἴσως τινὲς, εἰς νέους λιμένας πλήρους ἀποκαταστάσεως τῶν πραγμάτων. Καὶ ἰδίως πρέπει, φαίνεται, νὰ ἐνθαρρυνθῶμεν, ὅτι, ἀφοῦ πλέον ἠδραιώθησαν οἱ θεσμοὶ οἱ κοινοβουλευτικοὶ, θὰ δρέψωμεν ἐκ νέου τὰς δάφνας, τὰς ὁποίας ἐδρέψαμεν ἐν τῷ παρελθόντι κοινοβουλευτικῶς.
§215Λ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Διότι δὲν ἐφηρμόζετο τὸ πολίτευμα.
§216Δ. ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀπ’ ἐναντίας. Κοινοβουλευτικώτατα ἐδρέψαμεν τὰς δάφνας τὰς οἰκονομικὰς, κοινοβουλευτικώτατα δὲ ἐδρέψαμεν ἄλλας δάφνας, καὶ ἐστήσαμεν ἄλλα τρόπαια εἰς τὰ πεδία τῆς Θεσσαλίας! Ἀλλ’ ἂν εἰσήλθομεν ἤδη διὰ τῆς ἑρμηνείας τῶν θεσμῶν καὶ διὰ τῶν νέων νομοσχεδίων εἰς ὁδὸν σωτηρίας, ἐὰν ἐν τῇ ἐλλείψει τούτων ἐχάσαμεν τόσον χρόνον, 40 ὅλων ἐτῶν, ἕν μόνον παράπονον ἠδυνάμην ἐγὼ τοὐλάχιστον νὰ ἀπευθύνω πρὸς τὸν ἀξιότιμον Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως· διατὶ τόσον ἀργὰ ἐπέρχεται ἡ θεραπεία; Τὰ μέτρα τὰ νομοθετικὰ, τὰ ὁποῖα εἰσάγονται σήμερον, δὲν ἦτο ἆρά γε εὔκολον νὰ προταθῶσιν ὀλίγον πρότερον; τὰ μέτρα καὶ τὰ ἄλλα καὶ τὰ τῆς ἐνισχύσεως τῆς ἐθνικῆς παραγωγῆς. Τόσον πρὸ ὀλίγου χρόνου διατελοῦμεν πλούσιοι; Ἀλλὰ καὶ ἂν πρόκηται σήμερον περὶ τῆς παραβιάσεως τῶν θεσμῶν, ἡ ὁποία ἐγένετο κατ’ ἐπανάληψιν ἐν τῷ παρελθόντι ὑπὸ τῶν μειονοψηφιῶν, πάλιν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως δὲν ἠδύνατο ἆρά γε νὰ μᾶς ὁδηγήσῃ ἐγκαιρότερον, τίνι τρόπῳ ἠδυνάμεθα νὰ τεθῶμεν ἐπὶ τὰ ἴχνη καὶ νὰ ἀνακαλύψωμεν ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἐκ περιτροπῆς ἐπιβουλεύονται τοὺς θεσμοὺς τοῦ τόπου; Οἱ ἐπιβουλευόμενοι τοὺς θεσμοὺς ὑπάρχουσι πρὸς τὰ ἄνω; πρὸς τὰ κάτω; Τίνα γνωρίσματα φέρουν; Εἶναι πρόσωπα ἐκτὸς τῆς Βουλῆς; Ἂν ἐξετάσωμεν ταῦτα, θὰ εὕρωμεν μίαν περίεργον σύμπτωσιν, ὅτι τὰ πρόσωπα αὐτὰ ἔχουν ἀπ’ ἐναντίας πολλὴν σχέσιν μὲ τὴν ἐκτίμησιν τῆς Βουλῆς, καὶ ἰδίως εὑρίσκονται οἱ τοιοῦτοι μεταξὺ ἐκείνων, τοὺς ὁποίους ἡ Βουλὴ ἀναβιβάζει εἰς τὸ ὕψιστον ἀξίωμα αὐτῆς, τὸ προεδρικὸν (ἱλαρότης). Ἔχω ἀπέναντί μου ἕνα ἔνοχον ἐπιβουλῆς κατὰ τῶν θεσμῶν, τὸν ἀξιότιμον ἐκ Μαντινείας βουλευτὴν κ. Κωνσταντόπουλον. Ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς διετέλεσε Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, καὶ ἐν τούτοις, κατ’ ἀντίθεσιν πρὸς μεγάλην πλειονοψηφίαν, ἐγένετο Πρωθυπουργός. Ἂν ὑψωθῶ ἀνωτέρω, εὑρίσκω ἄλλον, τὸν πρώην Πρωθυπουργὸν καὶ ἄλλοτε Πρόεδρον τῆς Βουλῆς. Ἀλλὰ δὲν εἶναι ἀμέτοχος τῆς ἐπιβουλῆς τῶν θεσμῶν, τοὐλάχιστον εἰς μέγαν βαθμὸν συνεργίας, καὶ ἄλλος Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, τὸν ὁποῖον ἔχετε ἐνώπιόν σας. Ἐγένετο, ὡς ἐνθυμεῖσθε, ἄλλη ἐπιβουλὴ τῶν θεσμῶν, ὅτε ἀνέλαβε τὴν ἀρχὴν ὁ μακαρίτης Σωτηρόπουλος μετὰ τοῦ ἀξιοτίμου σημερινοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς. Πρέπει, φαίνεται, Κύριοι, νὰ λάβωμεν πλέον τὰ μέτρα μας, νὰ προσέχωμεν πολὺ εἰς τὴν ἐκλογὴν τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς, διότι ἴσως ἀπειλοῦνται νέαι ἐπιβουλαὶ τῶν θεσμῶν. (Γέλωτες). Ἀλλά, Κύριοι, τί ἤθελεν εἴπει εἷς ξένος, βλέπων τὸ Κράτος ἡμῶν; ἤθελεν εἴπει: «τί ἆρά γε παθὸν τὸ ἔθνος τοῦτο ἐπιβουλεύεται τοὺς θεσμοὺς αὑτοῦ;» Καὶ εἶναί τι παράδοξον ἀληθῶς, πῶς ἀντέσχον οἱ θεσμοὶ κατὰ τοσούτων ἀλλεπαλλήλων ἐπιβουλῶν! Ἀλλ’ ἰδού, ὅτι ἐσώθησαν καὶ ζῶσιν. Αἱ κραυγαί, αἱ πρὸ ὀλίγου πλήξασαι τὰς ἀκοὰς ἡμῶν, δὲν ἦσαν φαίνεται, κραυγαὶ τοῦ ἀλγοῦντος ἐκ τῶν προσβολῶν πολιτεύματος· ἦσαν μόνον ὠδῖνες τῆς παρασκευαζομένης γεννήσεως τοῦ νέου Ὑπουργείου! Ὁ τοκετὸς ἐπῆλθεν, αἱ ὠδῖνες ἔπαυσαν, τὸ δὲ νεογνὸν παρεδόθη εἰς τὴν τροφὸν, τὴν Βουλὴν, διὰ τὰ περαιτέρω. (Γέλωτες). Εἶναι περίεργον ἀληθῶς τὸ συμβαῖνον εἰς τὸν τόπον τοῦτον, ἀφ’ ὅτου εἰσήχθη τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα. Ἔχομεν ἔκτοτε ἀδιακόπους πάντοτε κατὰ τῶν θεσμῶν ἐπιβουλάς! Καὶ οἱ ἐπιβουλευόμενοι τοὺς θεσμοὺς δὲν εὑρίσκονται εἰς ἓν καὶ τὸ αὐτὸ σημεῖον. Αὐτοὶ μετακινοῦνται πολλάκις ἐντὸς τῆς αἰθούσης ταύτης, ὡς χορεύοντες τετράχορον τοὺς βλέπετε πότε ἐδῶ, πότε ἐκεῖ, διαφοροτρόπως ἀναμιγνυομένους, καὶ ἂν προβῇ τις εἰς μίαν ἐξιστόρησιν, δὲν ἠξεύρω κατὰ ποῖον τρόπον θὰ ταξινομήσῃ τὴν Βουλήν. Ἂν θελήσῃ νὰ συγκεντρώσῃ εἰς ἓν μέρος τοὺς ἐπιβουλεύοντας τοὺς θεσμούς, καὶ ἀλλαχοῦ τοὺς ἄλλους, οἱ ὁποῖοι τοὺς ἔχουν κατὰ καιροὺς προασπίσει, θὰ γείνῃ πολὺ μεγάλη τῶν προσώπων ἀνάμιξις. Ἀλλ’ ἂς ἀφήσωμεν πλέον ταῦτα. Ἂς ἐνθυμηθῶμεν, ὅτι, ὁσάκις δὲν ἀπεδόθη σημασία εἰς τὰς τοιαύτας ὑποτιθεμένας προσβολὰς τῶν θεσμῶν, ὑπῆρξαν πολλοί, οἵτινες ἐσκέφθησαν, ὅτι κἄτι ἄλλο θὰ πάσχῃ τὸ πολίτευμα αὐτὸ ἐν Ἑλλάδι, κἄτι, τὸ ὁποῖον δὲν ὑπάρχει ἐν τῇ θελήσει οὔτε τῶν Ὑπουργῶν, οὔτε τῆς Βουλῆς, οὔτε ἄλλου τινός, καὶ ὅτι ὅσα φαίνονται ὡς προσβολαὶ τοῦ πολιτεύματος εἶναι ἁπλᾶ συμπτώματα καὶ αὐτὰ νόσου ἄλλης, νόσου ἥτις ἔγκειται—ἂς σπεύσω νὰ τὸ εἴπω—ἐν τῷ διοικητικῷ συστήματι τῆς συγκεντρώσεως. Ἄνδρες οὐχὶ ἰδεολόγοι, ἄνδρες σοβαροὶ καὶ πρακτικοὶ ἠθέλησαν νὰ σκεφθῶσι περὶ τοῦ νοσήματος τοῦ πολιτεύματος ἡμῶν. Ἄλλοτε ὁ ἀείμνηστος Κουμουνδοῦρος προέβη εἰς τὸ νὰ σκεφθῇ, ἂν δὲν πρέπει νὰ γείνῃ μεταρρύθμισις τῶν ἄλλων ὀργανικῶν νόμων· ὁ ἀοίδιμος Τρικούπης ἐπίσης, ὡς καὶ ἄλλοι σοβαρώτατοι πολιτευταὶ καὶ δημοσιογράφοι ἠσχολήθησαν ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου, ἀλλὰ δυστυχῶς οὐχὶ ἐπιμόνως. Καὶ ὁ ἀξιότιμος ἐκ Μεσολογγίου βουλευτὴς κ. Δεληγεώργης δὲν ἐπειράθη ἆρά γε νὰ προβῇ κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Περίοδον εἰς ἐξέτασιν περὶ τῶν αἰτίων τοῦ κακοῦ, ἀσχέτως πρὸς τὸν κομματικὸν ἀνταγωνισμόν; Πολλὰ καὶ διάφορα προὐτάθησαν δι’ αὐτὸ τὸ νόσημα τῶν θεσμῶν. Πολλοὶ πολλάκις εἶπον, ὅτι πρέπει νὰ ἔλθῃ Ἐθνοσυνέλευσις. Ἐξεταζόμενον ὅμως τὸ ζήτημα τοῦτο, εὑρίσκεται, ὅτι δὲν ἔχει πρακτικὸν ἀποτέλεσμα. Ἄλλοι πάλιν λέγουν, ὡς ἐξόχως δῆθεν πρακτικοὶ ὄντες αὐτοί, ὅτι αἱ Κυβερνήσεις ἢ αἱ Βουλαὶ πρέπει ν’ ἀποφασίσουν νὰ πράττουν ἐκεῖνο καὶ ἐκεῖνο· καὶ τέλος ἄλλοι, ὅτι πρέπει ὁ λαὸς νὰ ἠθικοποιηθῇ! Ἐκφράζουσι δηλαδὴ εὐχάς! Ἀλλ’ ὅλα ταῦτα ὅπως δήποτε δεικνύουν, ὅτι πάντες ἀναγνωρίζουν, ὅτι ὑπάρχει τι νόσημα ἄσχετον πρὸς τοὺς συνεχεῖς κομματικοὺς ἀγῶνας. Ἀλλὰ πρέπει, ὡς εἶπον καὶ ἐν ἀρχῇ, πρὸ πάσης ἄλλης ἀληθεστέρας τῶν πραγμάτων ἐρεύνης, ὅλα ἐκεῖνα τὰ ζητήματα νὰ παραμερισθοῦν, τὰ ὁποῖα ἐσχάτως μᾶς ἀπησχόλησαν· καὶ πρὸς τοῦτο ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ κάμω μίαν ἀναδρομὴν εἰς τὸ πρόσφατον παρελθόν. Εὐτυχῶς ἔχομεν σημεῖον, ἀπὸ τοῦ ὁποίου δυνάμεθα νὰ ἀρχίσωμεν, ἵνα μὴ ἀνατρέξωμεν εἰς πολὺ μακρυνὴν ἐποχὴν, ἔχομεν περίοδον, ἡ ὁποία εἶναι κεχαραγμένη διὰ καταφανῶν ὁρίων, δυστυχῶς ὁρίων γραφέντων δι’ αἵματος. Λέγουσι πολλοί, ἀναγινώσκω πολλάκις εἰς τὰς ἐφημερίδας, ὅτι μετὰ τὸν πόλεμον ἔπρεπε ν’ ἀποφασίσωμεν νὰ λάβωμεν τοῦτο ἢ ἐκεῖνο τὸ μέτρον. Πρὸ τοῦ πολέμου ἴσως ἐλειτούργουν ἄλλοι θεσμοὶ, μετὰ τὸν πόλεμον ἐπῆλθεν ἄλλη περίοδος, νέα. Ὑπῆρχε λοιπὸν χθὲς καὶ πρώην Κυβέρνησις, ἡ ὁποία δὲν πιστεύω νὰ κατηγγέλθη ὡς ἀντικοινοβουλευτική, ἡ Κυβέρνησις ἡ ὑπὸ τὸν ἀξιότιμον ἐκ Κερκύρας Βουλευτήν. Ὄχι μόνον ἀντικοινοβουλευτικὴν δὲν ἐχαρακτήρισέ τις τὴν Κυβέρνησιν ἐκείνην, ἀλλ’ ἀπ’ ἐναντίας ὡμολογεῖτο, ὅτι καὶ ὁ ἀρχηγὸς τῆς μερίδος ἐκείνης κατὰ σύμπτωσιν ἐκοσμεῖτο καὶ ὑπὸ προσόντων κοινοβουλευτικῶν. Ἀλλ’ ἐνῷ ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη ὑφίστατο ἐπὶ ἔτη, περιστοιχιζομένη ὑπὸ κολοσσιαίας πλειονοψηφίας, γεγονὸς ἀπροσδόκητον, ἐμφανισθέν, ἔφερε κλονισμὸν ἐν τῷ Κράτει, ζήτημα ἐξ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα συνταράττουσι πᾶσαν κοινωνίαν, ζήτημα θρησκευτικόν, τὸ ὁποῖον μετεῖχε καὶ χαρακτῆρος ἐθνικοῦ. Οἱ συνταρασσόμενοι ἐδήλουν, ὅτι οὐδεμίαν ἄλλην πολιτικὴν ἔννοιαν ἔχουσιν αἱ ἐκδηλώσεις αὐτῶν. Ἀλλ’ ἡ δημοσία τάξις ἤρχισε νὰ σαλεύηται! Κοινὴ γνώμη ἀληθής, κοινὴ γνώμη οὐχὶ ἐκ τοῦ ὄχλου, ἀλλ’ ἐκ τῶν πεφωτισμένων τάξεων, ἀπεδοκίμαζε μετὰ σφοδρότητος τὴν μετάφρασιν τοῦ Εὐαγγελίου. Καὶ ἡ Κυβέρνησις ὑφίστατο τὸν γενικὸν ἐκεῖνον νόμον, ὅτι εἰς τὰς τοιαύτας ἐξεγέρσεις ὁ λαὸς συνήθως ἐξεγείρεται κατὰ τῶν ἐχόντων τὴν ἐξουσίαν. Ἀπητεῖτο λοιπὸν διέξοδος, καὶ ἂν ἦναι στιγμή, κατὰ τὴν ὁποίαν θεωρῶ, ὅτι ἡ στάσις καὶ ἡ πορεία τῶν πολιτειακῶν ἐξουσιῶν τιμᾷ τὴν λειτουργίαν τῶν παρ’ ἡμῖν κοινοβουλευτικῶν θεσμῶν, ἂν ὑπάρχωσιν ἐνδείξεις ἀληθοῦς κατανοήσεως τῶν κοινοβουλευτικῶν θεσμῶν, ὑπάρχουσιν ἐν τῇ περιστάσει ἐκείνῃ. Ὁ Πρόεδρος τῆς τότε Κυβερνήσεως ἐσκέφθη λίαν συνετῶς καὶ πολιτικώτατα, ὅτι ἔπρεπε νὰ προσφερθῇ ἓν ἐξιλαστήριον θῦμα. Καὶ ἰδοὺ ἓν μέγα πλεονέκτημα τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος, ὅτι τοῦτο σώζει πολλάκις καὶ τὴν τάξιν διὰ τῶν διεξόδων τῶν τεκμηρίων καὶ τῶν πλασμάτων, ὅσον δὲν δύναται νὰ τὴν σώσῃ ἡ πλέον ἰσχυρὰ Μοναρχία. Παρῃτήθη λοιπὸν ἡ Κυβέρνησις, ἵνα πρὸς τοῖς ἄλλοις καὶ ἡ δικαία ἀγανάκτησις, ἡ κατὰ τῆς μεταφράσεως τοῦ Εὐαγγελίου, κατευνασθῇ, καὶ ἡ κοινωνία πεισθῇ, ὅτι ἡ μετάφρασις ἤθελε καταδιωχθῆ. Καὶ μετὰ τὴν παραίτησιν τῆς Κυβερνήσεως τί ἔπρεπε νὰ γείνῃ; Ἐκλογαί, ἔλεγόν τινες εἰς τὸν ἀναβρασμόν, ἐκλογαί! Δηλαδὴ νὰ ἐπέλθῃ ἡ πλέον ὀχλοκρατικὴ καὶ ἀξία ἀποτροπιασμοῦ νοθεία τοῦ πολιτικοῦ ἀνταγωνισμοῦ! Ἀλλὰ θὰ ἦτο καὶ ἄνανδρον καὶ ἀνήθικον, νὰ θελήσῃ τις νὰ παλαίσῃ πρὸς τὸν ἀντίπαλον, καθ’ ἣν ἐποχὴν τὸ ἔδαφος ἦτο τοσοῦτον ἀπρόσφορον πρὸς συνήθη καὶ κανονικὸν πολιτικὸν ἀνταγωνισμόν. Βεβαίως, τὴν στιγμὴν ἐκείνην ἐὰν ἐγίνοντο ἐκλογαί, οὔτε εἷς ὀπαδὸς τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Κερκύρας πολιτευτοῦ ἤθελε κατορθώσει νὰ ἐπιτύχῃ. Αὐτὸ λοιπὸν θὰ ἦτο λειτουργία κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος; Ἀλλὰ τί ἀποδεικνύει ὁ καιρός, ὁ ὁποῖος ἐδόθη καὶ ἔπρεπε νὰ δοθῇ, ἵνα κατασιγασθῇ ὁ ἀναβρασμός; Βλέπετε ἤδη, πόσας ψήφους ἀριθμοῦσιν ἤδη ἐν τῇ Βουλῇ οἱ καθ’ ὧν ἐγένετο ἡ φοβερὰ ἐκείνη ἐξέγερσις! Ἐκλήθη λοιπὸν Κυβέρνησις μὴ ἔχουσα μὲν ἐκ τῶν προτέρων τὴν πλειονοψηφίαν, ἀλλ’ ὑποστηριζομένη, ἂν οὐχὶ καὶ ἐνδειχθεῖσα, ὑπὸ τῆς πλειονοψηφίας. Καὶ τί γίνεται τότε ἐκ μέρους τῶν ὑποστηριζόντων τοὺς θεσμούς; Πρὸ πάσης, ἔστω καὶ τυπικῆς, ἐργασίας τῆς Βουλῆς, σταματᾶται, οὕτως εἰπεῖν, ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη, καὶ γίνεται κατ’ αὐτῆς προσβολή, ἐπὶ τῷ λόγῳ, ὅτι εἶναι Κυβέρνησις ἀντισυνταγματική. Κατὰ τὴν πρόοδον τῆς συζητήσεως ἡ κατηγορία βαθμηδὸν ἐκολάζετο. Εἶπον κατόπιν, ὅτι δὲν εἶναι ἀντισυνταγματική· ὅτι εἶναι συνταγματική, ἀλλὰ δὲν εἶναι κοινοβουλευτική! Ἀλλὰ προϊούσης τῆς συζητήσεως ἡ κατηγορία πάλιν ἐτροποποιεῖτο. Καὶ ποῦ κατέληξεν; εἰς τὸ ὅτι ἦτο μὲν ἡ Κυβέρνησις καὶ συνταγματικὴ καὶ κοινοβουλευτική, ἀλλὰ συνεστήθη παρὰ τοὺς κανόνας τῆς πολιτικῆς ἠθικῆς. Λοιπὸν τὸ ζήτημα μετεβλήθη εἰς οὐσιαστικόν. Καὶ διατὶ συνεστήθη παρὰ τοὺς κανόνας τῆς πολιτικῆς ἠθικῆς; Διότι ἡ πλειονοψηφία δὲν εἶχε δικαίωμα νὰ ὑποστηρίξῃ ἐκείνην τὴν Κυβέρνησιν! Καὶ ἐπλάσθη οὕτως ἓν ἄλλο δόγμα, τὸ δόγμα, κατὰ τὸ ὁποῖον ἡ μειονοψηφία ἔχει καὶ ἄνευ συζητήσεως τὴν τιμητείαν, τὴν αὐθεντικὴν τῶν διανοημάτων καὶ τῆς διαγωγῆς τῆς πλειονοψηφίας! Καὶ ἀφοῦ ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη παρῃτήθη, ἀπεξεδύθητε, ἔλεγον πρὸς τὴν πλειονοψηφίαν, σεῖς τῶν δικαιωμάτων σας ὡς πλειονοψηφία! Εἰς τὴν ὁδὸν Κοραῆ κατελύθη καὶ ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡ Βουλή! Παρίστατο τότε, ὅτι ἡ Βουλὴ ἐκείνη ἦτο Βουλὴ διαλελυμένη, καὶ ἐν τούτοις συνεζήτει. Μὰ τὴν ἀλήθειαν, ἐκ τῶν ἰδεῶν, αἱ ὁποῖαι τότε εἰς ἐκείνην τὴν συζήτησιν τὴν σοβαρὰν ἐξετυλίσσοντο, μία μοὶ ἐφάνη ὡς πλέον συνεπής, ἡ τοῦ ἀξιοτίμου καὶ ἤδη ἐξ Ἀττικῆς βουλευτοῦ κ. Γουναράκη, ὁ ὁποῖος κατὰ τὴν τεθεῖσαν βάσιν, ὅτι διελύθη καὶ ἡ Βουλή, ἤγαγε τὰς συνεπείας, τὰς σχετικῶς λογικάς, καὶ εἶπε: «Κύριοι, τὸ καθῆκον μας εἶναι, ἐπειδὴ αὐτὴ δὲν εἶναι Βουλή, ἐπειδὴ ἡ Βουλὴ διελύθη ὑπὸ τοῦ λαοῦ, νὰ λάβωμεν τοὺς πίλους μας καὶ νὰ ἐξέλθωμεν!».
§217Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Τὸ λόγον, κύριε Πρόεδρε.
§218Δ. ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπέπρωτο ἀληθῶς, μετὰ τεσσαρακονταετῆ συνταγματικὸν βίον νὰ παριστάμεθα ἀγνοοῦντες τὰ στοιχειώδη τοῦ πολιτεύματος, νὰ παριστάμεθα ἀγνοοῦντες, ὅτι τὸ Σύνταγμα, λέγον ὅτι ὁ Βασιλεὺς διορίζει καὶ παύει τοὺς Ὑπουργοὺς, γνωρίζει τί λέγει. Ἐὰν ὑπάρχῃ ἡ ἐπίδρασις τῆς Βουλῆς ἐπὶ τῆς διατηρήσεως καὶ τῆς μεταβολῆς τῶν Κυβερνήσεων, ἡ ἐπίδρασις αὕτη δὲν δύναται ποτὲ νὰ ἦναι ἄμεσος, εἶναι ἐπίδρασις ἔμμεσος, τὴν ὁποίαν δημιουργεῖ πρώτη αὐτὴ ἡ ἀνάγκη τῶν πραγμάτων, καθιεροῦσι δὲ τὰ κοινοβουλευτικὰ ἔθιμα. Ποία εἶναι ἡ ἀνάγκη τῆς προσβολῆς τοῦ δικαιώματος τοῦ Στέμματος; Οὐδέποτε ὑπῆρξε τοιοῦτον παράδειγμα παρ’ ἡμῖν, ὁποῖον ὑπῆρξεν εἰς ἄλλο μέγα Κράτος, τὸ νὰ κυβερνᾷ μειονοψηφία, παρούσης τῆς Βουλῆς. Γνωρίζετε, ὅτι εἰς τὴν Ἀγγλίαν ὑπῆρξεν Ὑπουργεῖον μειονοψηφοῦν, τὸ ὁποῖον ἐπὶ ἓξ μῆνας διετήρει τὴν ἐξουσίαν, παρούσης καὶ ἀνθισταμένης τῆς Βουλῆς· μὴ θέλετε ἆρά γε νὰ εἴπητε, ὅτι παρ’ ἡμῖν δὲν πρέπει ὁ Βασιλεὺς ποτέ, εἰς οἱανδήποτε περίστασιν, οὐδὲ νὰ καλῇ Ὑπουργεῖον ἐκ τῆς μειονοψηφίας, οὐδὲ νὰ προβαίνῃ, ὅταν τὸ κρίνῃ καλόν, καὶ εἰς διάλυσιν τῆς Βουλῆς; Ἐὰν τοιούτους τινὰς περιορισμοὺς θελήσητε νὰ θέσητε, ἀνετρέψατε, Κύριοι, τὸ πολίτευμα καὶ ἐκηρύξατε τὴν ἀναρχίαν! διότι τὸ ἀπόλυτον δικαίωμα τοῦ Βασιλέως τοῦ νὰ διαλύῃ τὴν Βουλὴν εἶναι ἡ κλεὶς τοῦ συνταγματικοῦ καὶ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος. Καὶ ταῦτα λέγω, οὐχὶ ἀποβλέπων μόνον εἰς ἐνδεχομένους κινδύνους ἐν τῷ μέλλοντι, ἀλλὰ λαμβάνων ὑπ’ ὄψιν αὐτὸ τὸ πρόσφατον παρελθόν. Καὶ γνωρίζετε, καὶ ἐνθυμούμεθα, ὅτι, ἂν ἐκλήθησαν παρ’ ἡμῖν Κυβερνήσεις ἐκ τῆς μειονοψηφίας, ἐκλήθησαν διότι ὑπῆρξεν ἀναπόδραστος ἀνάγκη τοῦ Κράτους. Ἄν θελήσητε νὰ περιορίσητε τὴν Βασιλικὴν ἐξουσίαν, τὸ Κράτος δύναται ποτὲ νὰ παραδοθῇ εἰς τὴν ἀναρχίαν, εἰς τὴν καταστροφήν! Ἄν συμπέσῃ, οὐχὶ ὁ Βασιλεὺς τῆς σήμερον, ἀλλ’ ὁ Βασιλεὺς ἑνὸς μέλλοντος ἀπωτάτου, νὰ εἴπῃ: «ἐγώ, ἐπειδὴ μὲ περιορίζετε, δὲν ἀναμιγνύομαι», καὶ ἂν ἐντὸς τῆς Βουλῆς μαίνηται ἡ ἀναρχία, δὲν ἠξεύρω, ἂν θὰ ἔχητε Κράτος ἀσφαλές.
§219Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Δὲν ἠξεύρω ἂν θὰ ἔχωμεν καὶ Βασιλέα τοιοῦτον καὶ ἂν δύναται νὰ ὑπάρξῃ τοιοῦτος.
§220Δ. ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀρκεῖ νὰ ἀνατρέξωμεν εἰς τὸ πρόσφατον παρελθόν, ἵνα ἀνεύρωμεν, ὅτι ἡ πρόσκλησις Ὑπουργείων μὴ ἐνδειχθέντων ὑπὸ τῆς πλειονοψηφίας συνεδέετο μὲ τὴν ὕπαρξιν τοῦ Κράτους. Ἀλλ’ ἐπλάσαμεν, καὶ ἓν ἄλλο δόγμα. «Ὅταν ὑπάρχῃ», λέγουσιν, «ἀνάγκη ὅλως ἔκτακτος, τότε ἠμποροῦμεν νὰ ἀνεχώμεθα καὶ τὰ Ὑπουργεῖα τῆς μειονοψηφίας»! Καὶ ὑπῆρξαν τοιαῦτα Ὑπουργεῖα. Ὑπῆρξε τὸ Ὑπουργεῖον, τοῦ ὁποίου προήδρευεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, ὑπῆρξε τὸ Ὑπουργεῖον τὸ πρῶτον, τὸ ὑπὸ τὸν κ. ἐκ Καλαβρύτων Βουλευτήν. Μήπως ταῦτα ἐκλήθησαν ἄνευ ἀνάγκης; Μὴ ἠδύνατο νὰ μείνῃ τὸ πλειονοψηφοῦν κόμμα εἰς τὴν ἐξουσίαν, ἔστω καὶ μίαν στιγμήν; Ἐὰν, χωρὶς ἔστω νὰ πταίῃ, τὸ κοινοβουλευτικὸν Ὑπουργεῖον ἐγκαταλείπῃ τὴν ἀρχὴν καὶ τρέπηται εἰς φυγὴν, καὶ ὁ τόπος ἦναι ἐν διαταράξει, μήπως ὁ Βασιλεὺς καὶ τὸ Κράτος πρέπει νὰ σταυρώσωσι τὰς χεῖρας; Αὐτὴ εἶναι ἡ ἔννοια τοῦ Συντάγματος; Ἐὰν, Κύριοι, ἐπετρέπετο εἰς οἱονδήποτε ἄλλο Κράτος νὰ προτείνωνται τοιαῦται ἰδέαι, ἀλλὰ σήμερον, ὅτε προτείνονται ἐν Ἑλλάδι, μετὰ τὰ πρόσφατα παραδείγματα, μετὰ τὴν ἀνάμνησιν τῶν ἀναγκῶν, αἱ ὁποῖαι ἔφεραν πρὸς καιρὸν, τὰ μὴ πλειονοψηφοῦντα Ὑπουργεῖα, ἔπρεπε ν’ ἀποτροπιαζώμεθα τὰς τοιαύτας ἰδέας. Ἐπλάσθη, φαίνεται, τὸ περίεργον αὐτὸ δόγμα, ὅτι, ὅταν ἔρχηται εἷς κίνδυνος ἄμεσος τοῦ Κράτους, ἢ ὅταν ὑπάρχῃ ἄλλη ἀνάγκη νὰ διαχειρισθῇ Ὑπουργεῖόν τι τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους ἀπέναντι ξένων, τότε πρέπει νὰ ἔρχωνται τὰ μειονοψηφοῦντα Ὑπουργεῖα, τότε δὲν χρειάζεται ἡ ἐμπιστοσύνη τῆς Βουλῆς! Πρόκειται περὶ τακτοποιήσεως τῶν πραγμάτων μετὰ μίαν χρεωκοπίαν; ἂς ἔλθῃ ἓν Ὑπουργεῖον μειονοψηφοῦν! Μόλις ὅμως ἀποκατασταθῇ ἡ τάξις, δηλαδὴ ἅμα ὡς ἐπέλθῃ ἡ ὄρεξις καρπώσεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ, τότε τὰ μειονοψηφοῦντα Ὑπουργεῖα δὲν ἔχουσι λόγον ὑπάρξεως! Πρέπει λίαν κατεπειγόντως νὰ παραιτῶνται. Ταῦτα ἔχουσι μικρὰν τὴν γαστέρα! Τότε χρειάζονται νὰ ἔρχωνται παραχρῆμα ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἔχουσι μεγάλην τὴν γαστέρα! Μόλις τὰ μειονοψηφοῦντα Ὑπουργεῖα κατορθώσωσι νὰ σώσωσι τὸ Κράτος ἀπὸ τοὺς ἀμέσους κινδύνους, καὶ πρὶν ἔτι ὁ σάλος κοπάσῃ, ἔρχεται ἀμέσως ἡ σειρὰ τῶν κοινοβουλευτικῶν! Δὲν κατακρίνω, Κύριοι, τὸ πολίτευμα! Θεωρῶ ἀπ’ ἐναντίας, ὅτι τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα εἶναι δι’ ἡμᾶς τὸ μόνον. Τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα ὅμως ἐφαρμοζόμενον, καὶ ὑπὸ καταλλήλων ἄλλων θεσμῶν περιφρουρούμενον! Δὲν ὑπάρχει τὸ κακὸν οὔτε εἰς τὸ πολίτευμα, ἀλλ’ οὔτε εἰς τὴν θέλησιν τῶν κυβερνώντων, οὔτε εἰς τὰς ἐπιβουλὰς, τὰς ὁποίας οἱ ἑκάστοτε Πρόεδροι τῆς Βουλῆς ἐπιχειροῦσι κατ’ αὐτοῦ, οὔτε εἰς τὰς διαθέσεις τὰς ἐν ἄλλῃ ἐξουσίᾳ ὑποτιθεμένας, διότι, εἴτε εὐτυχῶς εἴτε δυστυχῶς, — ἂς τὸ εἴπωμεν καθαρὰ — οὐδεμίαν φαίνεται ἔχουσα ὄρεξιν ἡ ἀνωτάτη ἀρχὴ νὰ ἀναλάβῃ εὐθύνας. Τολμῶ νὰ εἴπω, καὶ ἂν ἠδυνάμην νὰ θέσω εἰς ἀμφιβολίαν τὰς προθέσεις τῆς ἀνωτάτης ἀρχῆς ὡς πρὸς τὸ πολίτευμα, νὰ ὑποπτεύσω, ὅτι ἀκριβῶς ἡ τοιαύτη λειτουργία τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος, ἡ μετ’ ἄκρας πρὸς τοὺς τύπους μόνον εὐλαβείας, δύναται νὰ φέρῃ εἰς τὴν καταστροφήν· δύναμαι νὰ ὑποθέσω, ἐὰν δὲν εἶχον πεποίθησιν ἐπὶ τῆς εἰλικρινείας τῆς ἀρχῆς τῆς ἀνωτάτης, ὅτι ὁ Μακιαβελισμὸς ὑπάρχει ἐν τῇ λειτουργίᾳ τοῦ πολιτεύματος, διὰ νὰ καταστραφῇ ἀκριβῶς τὸ πολίτευμα, διὰ νὰ καταστραφῇ ἐκ τῶν κάτω, διαμαρτυρομένου καὶ ἐξεγειρομένου τοῦ λαοῦ, καὶ οὐχὶ ἐκ τῶν ἄνω. Ἂς ὁμολογήσωμεν, Κύριοι, ὅτι κατὰ τοὺς τελευταίους χρόνους παρίσταται ἀληθῶς ἐπικρατοῦσα καὶ ἐν τῷ πνεύματι τοῦ λαοῦ ἀπέναντι τῆς Βουλῆς ἡ ἄλλη ἐξουσία. Πόθεν προέρχεται τοῦτο; Δὲν προέρχεται ἐκ διαθέσεων καὶ σχεδίων ἀπολυταρχικῶν. Ταῦτα τοὐναντίον ἴσως ἤθελον ἐξεγείρει τὸ ὑπὲρ τῆς Βουλῆς καὶ τῶν θεσμῶν φρόνημα. Ἀλλὰ τοῦτο ὁμολογῶ, ὅτι δὲν τὸ βλέπω. Βλέπω τοὐναντίον, ὅτι, ἂν παρίσταται ἐπικρατοῦσα ἀνωτάτη ἐκτελεστικὴ ἀρχή, τοῦτο ὀφείλεται εἰς οὐδὲν ἄλλο, εἰμὴ εἰς τὴν ἠθικὴν ἐξασθένησιν τῶν κομμάτων, ὀφείλεται εἰς τὸ ὅτι ἡ πρόοδος καὶ ἐξακολούθησις τοῦ κακοῦ συνδέεται ἐν τῇ συνειδήσει τοῦ λαοῦ ἀκριβῶς μὲ τὴν ὑπέρμετρον λειτουργίαν τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος, ἀκριβῶς μὲ τὴν δρᾶσιν τῶν κομμάτων. Ὅταν ταῦτα, ἐν οἷς ἐνσαρκοῦται, οὕτως εἰπεῖν, ὁ κατὰ τὸ πνεῦμα τοῦ πολιτεύματος συγκερασμὸς τοῦ μοναρχικοῦ στοιχείου, ἐκπίπτωσι, καὶ ἐκ περιτροπῆς ὁλονὲν ἐξασθενίζωνται, διατὶ ἀποροῦμεν, ὅτι ἐπικρατεῖ ὁλονὲν ἡ ἄλλη δύναμις; Ἂς εὕρωμεν τὰ φάρμακα τὰ νομοθετικὰ, τὰ ἀποτρέποντα καὶ ἐκριζοῦντα τὸ κακὸν, ὅπου τοῦτο εὑρίσκεται, ἂς ἐκριζώσωμεν νομοθετικῶς τὴν συναλλαγὴν, καὶ τότε τὰ κόμματα θὰ ἔχωσι πραγματικὴν δύναμιν ἐν τῷ τόπῳ, καὶ πᾶς τις δύναται νὰ ἦναι βέβαιος, ὅτι τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα καὶ θὰ δοκιμασθῇ ἐν πράγματι καὶ θὰ εὐδοκιμήσῃ. Τότε καὶ μόνον τότε θὰ ἔχωμεν καὶ κοινὴν γνώμην ἀληθῆ, καὶ φρόνημα παρὰ τῷ λαῷ καὶ τῷ πολιτικῷ κόσμῳ ἀληθές, σὺν τῷ χρόνῳ ἀναπτυσσόμενον. Ἀλλά, Κύριοι, ὅταν ἀναφέρωμεν ἑκάστοτε προσβολὰς τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος, μὴ λησμονῶμεν ὁποῖόν τι εἶναι τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα καὶ ὅτι δὲν ἐπιδέχεται τοιαύτας προσβολάς, ὅπως δὲν ἐπιδέχεται καὶ τοὺς ἐκ τῶν προτέρων κανονισμοὺς καὶ τὰς ἑκάστοτε ἐπιχειρουμένας διαφόρους ἑρμηνείας. Νὰ μοὶ εἴπῃ τις, ὅτι παρεβιάσθη τὸ Σύνταγμα, οἱ νόμοι, τὸ ἐννοῶ· ἀλλὰ νὰ μοὶ εἴπῃ, ὅτι παρεβιάσθη τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα, νὰ σᾶς εἴπω τὴν ἀλήθειαν, δὲν τὸ ἐννοῶ. Τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα δὲν εἶναι θεσμὸς γεγραμμένος· εἶναι θεσμός, ὅστις γράφεται ἐν αὐτῇ τῇ συνειδήσει τοῦ λαοῦ, ἐν αὐτῇ τῇ συνειδήσει τῶν πολιτευομένων καὶ τῶν κομμάτων, εἶναι θεσμός, ὁ ὁποῖος ἔχει ἐν ἑαυτῷ τὴν δύναμιν, εἶναι θεσμός, οὕτως εἰπεῖν, αὐτάρκης καὶ αὐτοκίνητος. Ὑποθέτομεν βεβαίως, ὅτι ὑπάρχουσιν ἐκλογαὶ ἐλεύθεραι, καὶ ὅτι συνέρχονται οἱ Βουλευταί, οἱ ὑπὸ τοῦ λαοῦ ἐκλεχθέντες, συνέρχονται δὲ καὶ ἄνευ προσκλήσεως, δυνάμει τοῦ Συντάγματος, ὡς γνωρίζετε, κατὰ τὴν πρώτην Νοεμβρίου. Καὶ ἂς ὑποθέσωμεν, ὅτι εὑρίσκουσιν ἐν τῇ ἐξουσίᾳ Ὑπουργεῖον μειονοψηφοῦν. Φοβεῖσθε μὴ μείνῃ τοῦτο ἐναντίον τῆς θελήσεως τῆς πλειονοψηφίας; Πότε συνέβη τοιοῦτόν τι παρ’ ἡμῖν; Ἡ Βουλὴ κατέστησε πάντοτε καὶ καθιστᾷ ἀδύνατον καὶ ἐπὶ μίαν ἔστω στιγμὴν τὴν διατήρησιν Ὑπουργείου μειονοψηφοῦντος. Ἰδοὺ ἐκεῖνο, ὅπερ παρ’ ἡμῖν καὶ μέχρις ὑπερβολῆς τηρεῖται. Ἰδού, ὅτι τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα δὲν ἐπιδέχεται ἢ δὲν ὑπέστη ποτὲ παρ’ ἡμῖν παραβίασιν. Παραβιάζονται ἴσως οἱ νόμοι πάντες, ἀλλὰ παραβιάζονται δυστυχῶς ἐν τῇ λειτουργίᾳ καὶ διὰ τῆς λειτουργίας τῶν κομμάτων, δηλαδὴ τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος. Ἐὰν κληθῇ ἓν Ὑπουργεῖον ἐκ τῆς μειονοψηφίας, ἀλλὰ στηριζόμενον τυχὸν ἐπὶ τῆς κοινῆς γνώμης, καὶ ἐπέλθῃ διάλυσις, καὶ ἡ διάλυσις δικαιωθῇ ἐκ τῶν ὑστέρων, φρονεῖτε ἆρά γε, ὅτι παρεβιάσθη ἡ λειτουργία τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος; Καὶ ἐρωτῶ: δύνασθε νὰ θέσητε κανόνα εἰς τὸ δικαίωμα τῆς διαλύσεως τῆς Βουλῆς; δύνασθε νὰ θέσητε περιορισμοὺς καὶ ὅρους; Ὁ περιορισμὸς τῆς Βασιλικῆς προνομίας δὲν εἶναι μόνον περιορισμὸς τῶν συνταγματικῶν προνομιῶν τοῦ Στέμματος, ἀλλ’ εἶναι περιορισμὸς καὶ τῶν δικαιωμάτων αὐτοῦ τοῦ λαοῦ, τοῦ ὁποίου πολλάκις ἡ γνώμη, ἀντιτιθεμένη πρὸς τὴν γνώμην τῆς πλειονοψηφίας τῆς Βουλῆς, ἀνέρχεται μέχρι τῶν Ἀνακτόρων, καὶ ἐνσαρκοῦται εἰς Διάταγμα τῆς διαλύσεως τῆς Βουλῆς. Ἀλλὰ τίς εἶναι ἡ ἀληθὴς κοινὴ γνώμη; Ὄχι βεβαίως ἡ γνώμη τῶν ἀγυιῶν. Οὐδὲ ὀφείλεται πάντοτε ὑποταγὴ εἰς τὴν κοινὴν γνώμην. Θὰ ἴδωμεν, ὑπὸ τίνας ὅρους ἐπιβάλλεται ἀλλαχοῦ ἡ κοινὴ γνώμη, καὶ ὁποία τις εἶναι ἡ δύναμις αὕτη.
§221Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Δύνασθε νὰ μᾶς εἴπητε, σᾶς παρακαλῶ, τί διαφέρει τὸ συνταγματικὸν πολίτευμα ἀπὸ τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος;
§222Δ. ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Σᾶς εὐχαριστῶ διὰ τὴν ἐρώτησιν, διότι μοὶ δίδετε ἀφορμὴν νὰ διευκρινήσω ταῦτα, μολονότι εἰς αὐτό, βλέπετε, ἀσχολοῦμαι, καὶ διὰ μακρῶν μάλιστα. Διαφέρει τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα ἀπὸ τοῦ συνταγματικοῦ, καθόσον ἐκεῖνο εἶναι προϊὸν τῆς ἀνάγκης τῶν πραγμάτων, ἐκ τοῦ Συντάγματος πηγαζούσης. Ὅταν τὸ Σύνταγμα δίδῃ τὸ δικαίωμα εἰς τὴν Βουλὴν νὰ ψηφίζῃ τοὺς νόμους, νὰ ψηφίζῃ τὸν Προϋπολογισμὸν, καὶ ἡ Κυβέρνησις, ἵνα ἐφαρμόσῃ τὴν πολιτικήν της, ἔχει ἀνάγκην νόμων, ἔχει ἀνάγκην Προϋπολογισμοῦ, ἐκ τούτων ἔχετε ἀμέσως τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα, καθ’ ὃ ἡ Βουλὴ ἐπιδρᾷ ἐπὶ τοῦ σχηματισμοῦ καὶ τῆς διατηρήσεως ἢ ἀπολύσεως τοῦ Ὑπουργείου, ἐνῷ κατὰ τὸ Σύνταγμα ὁ Βασιλεὺς διορίζει καὶ παύει τοὺς Ὑπουργούς.
§223Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Τώρα ἡμεῖς τί ἔχομεν; Σύνταγμα ἢ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα;
§224Δ. ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ εὕρητε πᾶσαν ἀπάντησιν, ἐὰν ἔχητε ὑπομονὴν νὰ μὲ ἀκούσητε. Αἱ διακοπαὶ δὲν μὲ ταράσσουν, ἀλλὰ θέλω νὰ ἐξακολουθήσω κανονικῶς τὴν συζήτησιν, διότι οὕτως ἁρμόζει καὶ εἰς τὸ θέμα. Ἔχομεν πολίτευμα ὑπερκοινοβουλευτικόν.
§225Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Νὰ διακόψωμεν τώρα, καὶ νὰ ἐπανέλθωμεν μετὰ μίαν ὥραν.
§226Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐγὼ δὲν ἀποστέργω τὴν γνώμην σας.
§227ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις. Θὰ ἐπαναληφθῇ δὲ τὴν 9 καὶ 30′ μετὰ μεσημβρίαν. (Γίνεται διακοπὴ ὥρᾳ 8 καὶ 30 μ. μ. Ἐπαναλαμβάνεται δὲ ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 10 μ. μ.)
§228ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ συνεδρίασις. Ὁ κ. Βουλευτὴς Εὐρυτανίας παρακαλεῖται νὰ ἐξακολουθήσῃ τὴν ἀγόρευσίν του.
§229Δ. ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ἠρωτώμην πρὸ ὀλίγου ὑπὸ ἀξιοτίμου συναδέλφου, κατὰ τί διαφέρει τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα τοῦ συνταγματικοῦ. Ἐκ πρώτης ὄψεως φαίνεται, ὅτι συγκρούονται ταῦτα, διότι τὸ συνταγματικὸν πολίτευμα λέγει, ὅτι ὁ Βασιλεὺς διορίζει καὶ παύει τοὺς Ὑπουργοὺς, τὸ δὲ κοινοβουλευτικὸν, ὅτι εἰς τὴν προνομίαν ταύτην τοῦ Βασιλέως παρεμβαίνει καὶ ἑτέρα ἐξουσία. Ἀλλ’ ἡ σύγκρουσις δὲν εἶναι πραγματική. Τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα δύναταί τις νὰ εἴπῃ, ὅτι εἶναι τὸ πνεῦμα τοῦ συνταγματικοῦ πολιτεύματος. Ἐὰν ὡς ἠξίου ὁ ἀξιότιμος προαγορεύσας, ὁ λαὸς διὰ τῶν ἐκλογῶν τῶν τελευταίων ἐξεφράσθη ὑπὲρ τῆς ἀνόδου τοῦ σημερινοῦ Ὑπουργείου εἰς τὴν ἐξουσίαν, καὶ ὁ Βασιλεὺς διώριζε τοῦτο συμφώνως πρὸς τὴν ὑπόδειξιν τῆς πλειονοψηφίας τῆς Βουλῆς, τὸ Ὑπουργεῖον θὰ ἦτο οὐ μόνον συνταγματικὸν, ἀλλὰ καὶ κοινοβουλευτικόν. Ἀλλ’ ὁ ἀξιότιμος ἐκ Καλαβρύτων Βουλευτὴς ἔλεγεν, ὅτι ἐξεφράσθη τὸ ἀποτέλεσμα τῶν ἐκλογῶν καὶ πρὶν συνέλθῃ ἡ Βουλή· καὶ ἐπεκαλέσθη τὰ ἰσχύοντα ἐν Ἀγγλίᾳ. Δὲν μοὶ ἐπιτρέπεται ἴσως, κύριοι συνάδελφοι, νὰ μεταχειρισθῶ μίαν δημώδη ἔκφρασιν, κατὰ τὴν ὁποίαν δὲν πρέπει νὰ παραβάλῃ τις τὸν ἑαυτόν του μὲ τοὺς ἀνωτέρους του. Εἶναι γνωστὸν βεβαίως, ὅτι αἱ ἐκλογαὶ ἐν Ἀγγλίᾳ ἐκφράζουσιν ἀμέσως τὴν θέλησιν τοῦ λαοῦ. Ἀλλὰ διατὶ τοῦτο; διότι ἐκεῖ τὰ τῶν κομμάτων δὲν ἔχουσιν ὡς τὰ καθ’ ἡμᾶς. Εἰς τὴν Ἀγγλίαν δὲν δὲν δύναται κἄν νὰ ἐννοηθῇ τὸ φαινόμενον τῶν μικτῶν συνδυασμῶν, εἶναι δὲ ἐκ τῶν προτέρων γνωστὰ τὰ φρονήματα τῶν ὑποψηφίων· ἀλλ’ εἰς τὸ Ἑλληνικὸν λαὸν δὲν τίθενται ζητήματα γενικῶν πολιτικῶν ἀρχῶν. Δύνασθε νὰ εἴπητε, ὅτι οἱ συνδυασμοὶ ἐν ταῖς ἐπαρχίαις δύνανται νὰ θέσωσι ζητήματα γενικῆς πολιτικῆς εἰς τοὺς ἐκλογεῖς των; Καὶ προϊόντος τοῦ χρόνου, καὶ ἐνῷ ἴσως φρονοῦμεν, ὅτι τελειοποιούμεθα κοινοβουλευτικῶς, ἀπέναντι τίνος φαινομένου εὑρισκόμεθα; Σπανιωτάτη ἤδη ἐξαίρεσις εἶναι νὰ σχηματίζωνται συνδυασμοὶ ἀμιγεῖς.
§230Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀποτέλεσμα τῶν πολλῶν κομμάτων.
§231Δ. ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Πολλάκις ἠσχολήθη καὶ ὁ Τύπος περὶ τῶν μικτῶν συνδυασμῶν, λέγων, ὅτι αὐτοὶ εἶναι ἓν ψεῦδος. Ἀλλ’ ἐγὼ ἔχω τὴν παράδοξον ταύτην ἰδέαν, ὅτι τὸ ψεῦδος δὲν εἶναι ἐν τοῖς μικτοῖς συνδυασμοῖς, εἶναι μᾶλλον ἡ ἀλήθεια ἐν τοῖς μικτοῖς συνδυασμοῖς... Ἀλλὰ διατὶ λέγω, ὅτι ὑπάρχει ἀλήθεια ἐν τοῖς μικτοῖς συνδυασμοῖς; Εἶναι ἡ ἀλήθεια ἡ σχετική, οὐχὶ βεβαίως ἡ ἀπόλυτος. Ὁ λαὸς οὐχὶ ἀπὸ ἔλλειψιν ἀναπτύξεως, ἀλλὰ πολὺ καλῶς ἐννοῶν τὰ πολιτικὰ πράγματα, ἐννοεῖ ἐπίσης πολὺ καλῶς, ὅτι δὲν πρόκειται περὶ τοιούτου εἴδους ἀρχῶν, ὥστε νὰ ἐπιβάλληται ἡ διαίρεσις κομμάτων ἐν τοῖς συνδυασμοῖς. Εἶναι ἡ ἀλήθεια ἡ σχετικὴ ἐν τοῖς μικτοῖς συνδυασμοῖς, διότι ἐκπροσωπεῖται ἐν αὐτοῖς ἡ νοήμων ἐκτίμησις τοῦ λαοῦ τῆς Ἑλλάδος ἐπὶ τῶν πολιτικῶν πραγμάτων, διότι ὁ λαὸς τῆς Ἑλλάδος, καίτοι γνωρίζει πολὺ καλῶς, ὅτι ἔπρεπεν ἄλλως νὰ ἔχωσι τὰ πράγματα, ἀναγκάζεται νὰ ἐκλέγῃ τοὺς ἀντιπροσώπους, ἐπηρεαζόμενος κατὰ μέγα μέρος ἐκ τῶν σκέψεων περὶ τῶν ἐπαρχιακῶν του δικαίων. Καὶ μὴ σκανδαλιζώμεθα ἐπὶ τῇ ἰδέᾳ, ὅτι τὸ ἐκπροσωπεῖν δίκαια ἐπαρχιακὰ εἶναί τι ἀπολύτως ἀσυμβίβαστον μὲ τὰ δίκαια τοῦ Κράτους. Τὸ Κράτος ἀποτελεῖται ἐκ τῶν ἐπαρχιῶν, καὶ ὅταν ἡ γενικὴ κατάστασις τοῦ τόπου ἀναγκάζῃ τὸν λαὸν νὰ προστατεύῃ διὰ τῶν ἀντιπροσώπων του τὰ δικαιώματά του τὰ ἐπαρχιακά, αὐτὸς οὗτος ὁ λαὸς ἐπιβάλλει τοὺς μικτοὺς συνδυασμούς, ἢ ἄλλως ἐκλέγει τοὺς Βουλευτάς του ἀνεξαρτήτως τῶν ἀνυπάρκτων κομματικῶν ἀρχῶν, καθιστῶν ματαιοπονίαν ἅμα καὶ φενάκην τὴν πάλην ἀμιγῶν συνδυασμῶν. Ἂς μὴ ἔχωμεν τὴν ἀξίωσιν, ἵνα αἱ ἐπαρχίαι ὑπηρετῶσι τὴν λεγομένην γενικὴν πολιτικὴν, ἡ δὲ γενικὴ πολιτικὴ νὰ μὴ ὑπηρετῇ οὐδ’ αὐτὰ τὰ γενικώτερα δίκαια τῶν ἐπαρχιῶν ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ αὐτοῦ κανόνος καί τινος ἰσότητος, ἔστω καὶ κατὰ προσέγγισιν. Βλέπετε, ὅτι ἄλλαι μὲν ἐπαρχίαι ἔχουσι πλῆθος τηλεγραφείων, τηλεφωνείων, δρόμων καὶ τῶν τοιούτων, ἄλλαι δὲ εὑρίσκονται ἐν μοίρᾳ Καρός, εἰς θέσιν παρίου καὶ εἵλωτος! Καὶ σᾶς φαίνεται παράδοξον τότε, διατὶ ἡ ἐπαρχία σκέπτεται περὶ τῶν πραγματικῶν δικαίων, καὶ ὄχι περὶ τῶν ἐπιπλάστων καὶ μὴ σοβαρῶν ἀρχῶν τῶν κομμάτων, τῶν ἀρχῶν ἐκείνων, τὰς ὁποίας βλέπουσι διαψευδομένας ἑκάστοτε; Ἔχετε λοιπὸν ἀνάγκην νὰ ἐξετάσητε βαθύτερον τὴν κατάστασιν τὴν πολιτικὴν τοῦ τόπου. Καυχᾶσθε οἱ κυβερνῶντες, ὅτι ἐπαλαίσατε κατὰ τῶν παραβιαζόντων τοὺς θεσμούς. Ἀλλὰ μήπως μετὰ τὰς ἐκλογὰς εὑρέθητε ἐνώπιον Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία δὲν παρῃτεῖτο; Δὲν συλλογίζεσθε, φαίνεται, ὅτι προκατόχους εἴχετε Κυβερνήσεις παραιτηθείσας πρὸ πάσης κατ’ αὐτῶν ἐκφράσεως τῆς πλειονοψηφίας. Ἀλλ’ ἀφοῦ ἐξεφράσθη, ὡς λέγετε, διὰ τῶν ἐκλογῶν ὁ λαὸς, τὸ πᾶν ἔπρεπε νὰ θεωρῆται ἤρεμον πλέον, καὶ νὰ μὴ ἔχωμεν ἄλλο τι ἢ νὰ ἀναμείνωμεν τοὺς κ.κ. Βουλευτάς, ἵνα αὐτοὶ ἀναδείξωσι τὴν κοινοβουλευτικὴν Κυβέρνησιν. Ἀλλ’ ἐὰν ἦτο ἀληθὲς, ὅτι ἐκ τῶν ἐκλογῶν προέκυψεν ἀμέσως ἀποτέλεσμα σαφὲς ὑπὲρ τῶν νῦν κυβερνώντων, πῶς θὰ ἐπήρχοντο τὰ βίαια ἐκεῖνα ἐν τῇ πρωτευούσῃ κινήματα; Μὴ ἦσαν ἁπλαῖ ἐκδηλώσεις κοινῆς γνώμης; Δὲν ἀμφισβητῶ, ὅτι βεβαίως ἐν τῷ κοινοβουλευτικῷ πολιτεύματι συντρέχει ἡ ἐπίδρασις τῆς κοινῆς γνώμης. Ἀλλ’ ἡ κοινὴ γνώμη δὲν εἶναι νόμιμός τις ἐξουσία, οὐδὲ ὀφείλεται πάντοτε ὑποχώρησις εἰς τὴν κοινὴν γνώμην, καὶ ὅταν αὕτη ᾖναι πραγματική, διότι γνωστὸν εἶναι, πῶς ἡ κοινὴ γνώμη πολλάκις ἐπλανήθη, καὶ εἰς ποίας συμφορὰς ἔφερεν ἓν Κράτος. Ἡ κοινὴ γνώμη, καὶ ὅταν ᾖναι ἀληθὴς κοινὴ γνώμη, εἶναι μία δύναμις ἁπλῶς, τὴν ὁποίαν πᾶσα ἐξουσία φιλοτιμεῖται καὶ ἐνδιαφέρεται νὰ ἔχῃ ὑπὲρ ἑαυτῆς, καὶ δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ θέσητε κανόνας καθήκοντός τινος πρὸς τὴν κοινὴν γνώμην. Ἔχετε ἀρκετὴν ἐγγύησιν τὸ συμφέρον, τὸ ὁποῖον ἄγει οἱανδήποτε ἐξουσίαν, ὁσονδήποτε ὑψηλὰ καὶ ἂν ἵσταται, νὰ ἔχῃ σύμμαχον τὴν κοινὴν γνώμην. Ἀλλ’ ἡ κοινὴ γνώμη ἀπαιτεῖ ὅρους τινάς, τῶν ὁποίων συντρεχόντων ἔχει τὴν ἀξίαν αὐτῆς ἐν Ἀγγλίᾳ. Ἡ κοινὴ γνώμη δὲν εἶναι τόσον δημοκράτις, ὅσον ὑποτίθεται, ἀλλὰ τρέφεται καὶ γαλουχεῖται συνηθέστατα εἰς τὰς ἀνωτέρας τάξεις, τὰς μορφωμένας τάξεις. Ἐκεῖθεν κατέρχεται εἰς τὸν λαόν. Ἡ κοινὴ γνώμη, ὅπως λέγει ἔξοχος συγγραφεὺς (νομίζω, ἡ κ. Στάελ), δὲν εἶναι ἡ γνώμη τῶν πολλῶν, εἶναι τὸ ἀπάνθισμα τῶν ἀρίστων γνωμῶν· ἀλλ’ ἡμεῖς πολλάκις ἐδῶ ἐθεωρήσαμεν κοινὴν γνώμην τὴν συναρπαγὴν καὶ τὰς στιγμιαίας παραφορὰς τοῦ πλήθους. Ἡ κοινὴ γνώμη, ἡ ἀληθὴς καὶ σεβαστή, ἀπαιτεῖ πρὸ πάντων μίαν ἄλλην προϋπόθεσιν, ἀπαιτεῖ τὴν ἀπαλλαγὴν τοῦ τόπου καὶ τῆς κοινωνίας ἀπὸ τῆς ὀλεθρίας ἐκείνης ἐπιδράσεως τῶν ἀτομικῶν συμφερόντων, τῆς ἐπηρείας, τὴν ὁποίαν δημιουργεῖ καὶ παρουσιάζει ἡ συγκέντρωσις ἡ διοικητική. Διὰ τοῦτο ἐν Ἀγγλίᾳ ἡ κοινὴ γνώμη εἶναι σεβαστὴ καὶ πεφωτισμένη. Ἐκεῖ ὁ πολίτης δὲν ἔχει ἀνάγκην νὰ ἐξαρτήσῃ τὰ συμφέροντά του καὶ τὰ δίκαιά του ἀπὸ τὴν διατήρησιν ἢ τὴν μεταβολὴν τῶν Κυβερνήσεων. Ἀλλ’ ἐνταῦθα, Κύριοι, οὐδεὶς δύναται νὰ ἀρνηθῇ, ὅτι εἶναι δύσκολον νὰ εὕρῃ τις ἕνα πολίτην, τοῦ ὁποίου ἡ περιουσία, τοῦ ὁποίου ἡ ἡσυχία, ἡ γαλήνη, ἡ τιμή, ἡ ὕπαρξις πολλάκις δὲν σχετίζονται πρὸς τὴν Κυβερνητικὴν κατάστασιν! Καὶ περιμένετε τότε, ἀπέναντι τοιαύτης καταστάσεως, περιμένετε πολίτευμα κοινοβουλευτικόν, λειτουργοῦν ὠφελίμως; Τὸ πολίτευμα τὸ κοινοβουλευτικὸν δὲν εἶναι παρὰ μία μηχανή· δὲν δύναται αὕτη νὰ σᾶς παραγάγῃ νέα προϊόντα· ὅ,τι ῥίψητε εἰς αὐτὴν, ἐκεῖνο θὰ σᾶς κατεργασθῇ. Ἐὰν ῥίψητε εἰς τὴν μηχανὴν αὐτὴν ἰδέας καὶ ἀρχὰς, διὰ τῶν συζητήσεων θὰ κατεργασθῇ τὰς ἰδέας καὶ τὰς ἀρχὰς, καὶ θὰ σᾶς παρουσιάσῃ τὰ προϊόντα τῆς συζητήσεως τῶν ἰδεῶν καὶ τῶν ἀρχῶν· ἐὰν ῥίψητε ὅμως συμφέροντα ἄλλα πολυειδῆ, συμφέροντα ἀτόμων, κοινοτήτων, δήμων, ἐπαρχιῶν, συμφέροντα ἀλληλοσυγκρουόμενα, συμφέροντα, τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι πάντοτε βεβαίως θεμιτὰ, ἐὰν ῥίψητε τὰς παντοίας ταύτας ὕλας, εἴτε καθαρὰς εἴτε μὴ καθαρὰς, δὲν πρέπει νὰ περιμένητε κανὲν χρήσιμον προϊὸν νὰ σᾶς παραγάγῃ ἡ μηχανὴ αὐτὴ τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος. Λοιπὸν τὸ πολίτευμα τὸ κοινοβουλευτικὸν λειτουργεῖ παρ’ ἡμῖν, λειτουργεῖ καθ’ ὁλοκληρίαν, λειτουργεῖ πολὺ περισσότερον παρὰ εἰς πολλὰ ἄλλα Κράτη, ἀλλὰ δὲν λειτουργεῖ ὠφελίμως, καὶ πρέπει νὰ εὕρωμεν, διατὶ δὲν λειτουργεῖ ὠφελίμως. Καὶ εἶναι παράδοξον, ὅτι ἀξιοῦμεν ἡμεῖς ἐν Ἑλλάδι ν’ ἀποτελέσωμεν ἐξαίρεσιν μοναδικήν! Τί συμβαίνει εἰς ὅλην τὴν ἠπειρωτικὴν Εὐρώπην, καὶ τί φρονοῦσιν ἐκεῖ ἐν σχέσει πρὸς τὸ συνταγματικὸν πολίτευμα; ὅτι συνταγματικὸν ἢ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα, ἅμα δὲν ἔχητε σύστημα ἀποκεντρώσεως καὶ αὐτοδιοικήσεως, δὲν δύναται νὰ εὐδοκιμήσῃ. Δὲν ἦτο δυνατὸν ἡ Ἑλλάς, ἡ μικρὰ, ἡ πτωχὴ, εὑρισκομένη ἀπέναντι ἐξουσίας ὑπερόγκως ἰσχυρᾶς, ν’ ἀποτελέσῃ ἐξαίρεσιν τῶν ὅσα συμβαίνουσιν εἰς κοινωνίας ἰσχυρὰς καὶ κοινωνίας μᾶλλον ἀνεπτυγμένας, εἰς κοινωνίας, ὅπου δύναται νὰ ὑπάρξῃ φρόνημα ὁπωσδήποτε γενικὸν, τὸ ὁποῖον νὰ μὴ ἐξαρτᾶται ἀπὸ τοὺς ἐπηρεασμοὺς τῆς ἐξουσίας. Καὶ ἀξιοῦμεν νὰ μὴ βαίνωμεν ὁλονὲν ἐπὶ τὰ χείρω, ὅταν βλέπωμεν μίαν δοκιμασίαν 40 ἐτῶν, ποῦ μᾶς ἄγει τὸ σύστημα! Ἐκυβέρνησαν τὸν τόπον τοῦτον πάντα τὰ κόμματα ἐκ περιτροπῆς. Ἐκυβέρνησαν ἐκ περιτροπῆς οἱ ἄνδρες, οἱ ὁποῖοι συνέπεσε νὰ ἦναι πεπροικισμένοι καὶ ὑπὸ προσόντων ἐκτάκτων. Ἐὰν ἐκεῖνοι οἱ ἄνδρες ἐναυάγησαν ἀπέναντι τοῦ κακοῦ τῆς συγκεντρώσεως, ἐὰν συνετρίβησαν ἐκεῖνοι οἱ ἄνδρες, πόθεν ἐλπίζομεν, ὅτι, ὁσονδήποτε καὶ ἂν θεωρηθῶσιν οἱ νέοι ἄνδρες ὑπέρτεροι ἐκείνων, πόθεν ἐλπίζομεν, Κύριοι, ὅτι οἱ νέοι ἄνδρες θὰ εὐδοκιμήσωσιν; Ἐγὼ, Κύριοι, δὲν ὑπερτιμῶ τοὺς ἄνδρας ἐκείνους, οὐδὲ ὑποτιμῶ τοὺς σημερινούς. Ἀλλὰ τὸ κακὸν θέλει διὰ τῆς παρατάσεως καὶ διὰ τοῦ χρόνου ἐξασκήσει ἐκείνην τὴν ἐπιρροὴν, τὴν ὁποίαν φυσικῶς ἐξασκεῖ πᾶν κακόν, ἐν ὅσῳ παραμένει. Οὐδεὶς δύναται νὰ ἀρνηθῇ, ὅτι ἡ πολιτικὴ διαφθορά, ἀφιεμένη ἐλευθέρα, ὁλονὲν ἐπιτείνεται. Οὐδεὶς δύναται νὰ ἰσχυρισθῇ, ὅτι δὲν ἀπειλεῖται νὰ μεταδοθῇ τὸ κακὸν καὶ εἰς τὴν κοινωνίαν, καὶ ἀπὸ πολιτικοῦ νὰ γείνῃ κοινωνικόν. Οὐδεὶς δύναται νὰ ἀρνηθῇ, ὅτι ὁσημέραι αὐξάνονται αἱ ἀνάγκαι, καταπονεῖται δ’ ὁ τόπος καὶ γίνεται πτωχότερος. Καὶ μὴ λαμβάνετε ὑπ’ ὄψιν, Κύριοι, τί δύναται νὰ συμβαίνῃ εἴς τινα κέντρα τοῦ Κράτους, τὰ κέντρα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ θεωρηθῶσιν, ὅτι εἶναι ὑπότροφα τοῦ Κράτους, τρεφόμενα ἰδίως διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Φέρω—διότι περὶ πάντων ἴσως πρέπει νὰ ἐκφραζώμεθα ἀπροκαλύπτως— φέρω δύο παραδείγματα διαπρεψάντων ἀνδρῶν, τοῦ ἀοιδίμου Τρικούπη καὶ τοῦ ἀοιδίμου Δεληγεώργη. Συνεκρότησαν τὸ πρῶτον Ὑπουργεῖόν των καὶ ὁ εἷς καὶ ὁ ἄλλος, καὶ ἤθελον τῷ ὄντι νὰ διοικήσωσι προσηκόντως καὶ ὁ εἷς καὶ ὁ ἄλλος, καὶ παρουσίασεν εἰς τὴν πρώτην πρωθυπουργίαν του ἑκάτερος πρότυπον διοικήσεως ἀμερολήπτου. Ποῖα ἦσαν τὰ κατόπιν; Δὲν ἀσεβῶ πρὸς τὴν μνήμην τῶν ἀνδρῶν ἐκείνων· ἀπ’ ἐναντίας λυποῦμαι, διότι τοιοῦτοι ἄνδρες συνετρίβησαν ἐνώπιον τοῦ κακοῦ, τὸ ὁποῖον δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ νικήσωσιν. Ἤρχοντο κατόπιν εἰς τὴν ἐξουσίαν, καὶ ὑπεχώρουν καὶ ὑπεχώρουν καὶ ὑπεχώρουν ὁλονὲν, ἕως ὅτου ὑπερηκόντιζον ἐκείνους, τοὺς ὁποίους κατεκεραυνοβόλουν ἀκριβῶς δι’ αὐτὸ τὸ κακὸν, εἰς τὸ ὁποῖον ὑπέκυψαν καὶ αὐτοί. Ἀλλὰ μήπως δὲν πρόκειται περὶ τοιούτου κακοῦ; μήπως τὸ αὐτὸ πολίτευμα κατηρτίσθη κακῶς; Μᾶς λέγει ὁ Βασιλικὸς Λόγος, ὅτι τὸ πολίτευμα κατηρτίσθη προσηκόντως, καὶ μὰ τὴν ἀλήθειαν δὲν ἔχομεν ἴσως ἀποδείξεις τοῦ ἐναντίου, ἀλλ’ ὀφείλομεν νὰ ὁμολογήσωμεν, ὅτι τὸ πολίτευμα, τὸ ὁποῖον μᾶς διέπει, ἐγένετο καὶ κατηρτίσθη ὑπὸ τὸ κράτος τινῶν ἰδεῶν οὐχὶ ἴσως πολὺ πρακτικῶν, ἰδίως δὲ οὐχὶ πολὺ προνοητικῶν. Γνωρίζουσι πάντες, εἴτε ἐξ ἰδίας ἀντιλήψεως εἴτε ἐπὶ τέλους ἐκ παραδόσεως παρ’ ἄλλων, ποῖον ἦτο τὸ πνεῦμα τὸ δημιουργῆσαν τὴν Μεταπολίτευσιν τοῦ 1862, καὶ πολλοὶ ἀναπολοῦμεν τὸ πνεῦμα ἐκεῖνο, καὶ ἀναπολοῦμεν πρὸς τοῖς ἄλλοις, ὅτι παραδόξως ἐπηρέαζεν ἡ Γαλλικὴ ἐπανάστασις τὴν ἐπανάστασιν τοῦ 1862. Βλέπετε ἀκόμη ἕνα ζῆλον πρὸς ἀπομίμησιν καὶ εἰς τὴν ὀνομασίαν ἀκόμη τῶν κομμάτων, Ὀρεινῶν καὶ Πεδινῶν. Καὶ ὅπως ἡ Γαλλία καὶ ἡ Γαλλικὴ ἐπανάστασις ἔτεινε νὰ καταρρίψῃ πᾶν παρελθόν, ἐφαντάζοντο καὶ οἱ ἀγαθοὶ ἐκεῖνοι ἡμέτεροι πατριῶται, ἀλλὰ καὶ πολὺ εὐφάνταστοι, ὅτι ἔπρεπε καὶ αὐτοὶ νὰ καταργῶσι κἄτι τι! Δὲν ἔλαβον ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ἐπρόκειτο μόνον περὶ μιᾶς ἐκθρονίσεως, καὶ ὅτι πρόνοια μᾶλλον περὶ τοῦ μέλλοντος ἔπρεπε νὰ ληφθῇ, ἀλλ’ ἀπ’ ἐναντίας, ἐνθυμοῦμαι ὅτι ἀνεγίνωσκόν που ἔκφρασιν ἑνὸς, ὅστις πρακτικώτερον καὶ νοημονέστερον ἀντεπροσώπευε τῷ ὄντι τὴν εὐφάνταστον ἐκείνην ἐποχὴν, τοῦ ἀοιδίμου Δεληγεώργη, ὁ ὁποῖος ἔλεγεν ὅτι «πρέπει νὰ λάβωμεν μέτρα κατὰ τῶν ἐπιδρομῶν τοῦ παρελθόντος». Τὰς ἐπιδρομὰς τοῦ μέλλοντος δὲν ἐσυλλογίζοντο· ἐπιδρομὰς ἄνωθεν ἐφαντάζοντο μόνον· περὶ τῶν ἐπιδρομῶν, αἱ ὁποῖαι ἐκ τῶν κάτω θὰ ἐκλόνιζον τὸ πολίτευμα, περὶ τούτων δὲν ἐπρονόουν! Καὶ τόσον τὸ πνεῦμα τῆς Γαλλικῆς ἐπαναστάσεως ἐπενήργει καὶ εἰς τὴν ἐπανάστασιν τοῦ 1862 τὴν ἰδικήν μας, ὥστε καὶ οἱ ἄνδρες τῆς ἐπαναστάσεως ταύτης ἐσκέπτοντο περὶ ἀνακηρύξεως δικαιωμάτων. Ὅπως ἐγένετο εἰς τὴν Γαλλίαν ἀνακήρυξις τῶν δικαιωμάτων τοῦ ἀνθρώπου καὶ τοῦ πολίτου, ἀνακήρυξις δικαιωμάτων ἐγίνετο καὶ ἐδῶ. Καὶ εἰς τὸν Κανονισμὸν τῆς Βουλῆς, ὁ ὁποῖος συνετάχθη οὐχὶ μὲν ὑπὸ τῆς ἐπαναστατικῆς Συνελεύσεως, ἀλλ’ ὑπὸ τῆς ἀμέσως μετ’ αὐτὴν συνελθούσης Βουλῆς, καὶ ὑπὸ τὸ πνεῦμα ἐκείνης, τὸ βλέπετε αὐτὸ τὸ πνεῦμα τῆς ἀνακηρύξεως τῶν δικαιωμάτων ἰδίως τῶν Βουλευτῶν. Δικαιώματα ἀπ’ ἐδῶ, δικαιώματα ἀπ’ ἐκεῖ! Καὶ τοῦτο μοὶ ἐνθυμίζει, Κύριοι, μίαν συνέντευξιν τοῦ μεγάλου Βίσμαρκ πρὸς ἕνα Γάλλον δημοσιογράφον. Ὁ Γάλλος ἐκεῖνος δημοσιογράφος ἔλεγε πρὸς τὸν Βίσμαρκ περὶ τῆς Γαλλικῆς ἐπαναστάσεως, ὅτι αὐτὴ ἔσωσε τὸν κόσμον, διότι αὐτὴ ἀνεκήρυξε τὰ δικαιώματα τοῦ ἀνθρώπου καὶ τοῦ πολίτου. Ὁ Βίσμαρκ τῷ ἀπήντα: «ἰδοὺ ἀκριβῶς τὸ σφάλμα τῆς Γαλλικῆς ἐπαναστάσεως, ὅτι ἀνεκήρυξε τὰ δικαιώματα μόνον, δὲν ἀνεκήρυξε καὶ τὰ καθήκοντα». Καὶ ἐξακολουθοῦμεν ἀκόμη νὰ λέγωμεν περὶ τῶν ἰδίων δικαιωμάτων, τὰ ὁποῖα καθιεροῖ ὁ Κανονισμός. Ἡ ἐλευθερία τοῦ λόγου! ἡ ἐλευθερία τοῦ νὰ ἐρχώμεθα καὶ νὰ μὴ ἐρχώμεθα εἰς τὴν Βουλὴν! ἡ ἐλευθερία τοῦ νὰ προτείνωμεν εἰς πᾶσαν στιγμὴν ἐνστάσεις περὶ ἀπαρτίας! Περὶ καθηκόντων οὐδεμία πρόνοια! Καὶ νομίζομεν, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχωμεν πολίτευμα λειτουργοῦν, ἔστω καὶ κατ’ ἐπιφάνειαν, ὅταν ἔχωμεν τοιούτους κανονισμούς, κανονισμούς, οἱ ὁποῖοι δὲν ὑπάρχουσιν εἰς κανὲν μέρος τοῦ κόσμου; Εὑρετέ μοι, παρακαλῶ, εἰς ἓν Κράτος Εὐρωπαϊκὸν ἢ Ἀμερικανικὸν οἱονδήποτε Κανονισμὸν Βουλῆς, ὁποῖος ὁ ἰδικός μας. Ἀλλαχοῦ ἠναγκάσθησαν νὰ λάβωσιν αὐστηρὰ μέτρα κατὰ τῶν καταχρήσεων τῆς ἐλευθερίας· ἡμεῖς ὑπεθέσαμεν, ὅτι τόσον πολὺ ἀνεπτύχθημεν πολιτικῶς, ὥστε δὲν ὑπάρχει ἀνάγκη κανενὸς μέτρου! Ἔχομεν ἀληθῶς παρῳδίαν θεσμῶν, καὶ ἐνῷ ἔχομεν παρῳδίαν θεσμῶν, θέλομεν συγχρόνως ν’ ἀπορροφήσωμεν ὅλα τὰ δικαιώματα, νὰ τὰ περικλείσωμεν ὅλα ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ἐν τῇ ὁποίᾳ οὐδεὶς ἐτέθη κατὰ τῆς ἀκολάστου καταχρήσεως ἐκ τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς ἢ ἐκ τοῦ Συντάγματος περιορισμός. Ἀλλὰ τὸ κύριον νόσημα τὸ πολιτικὸν δὲν εἶναί τι ἄγνωστον, οὔτε καὶ τὸ φάρμακον· καὶ τὸ νόσημα εἶναι παντοῦ γνωστόν, καὶ τὰ φάρμακα εἶναι γνωστά. Δὲν δύνασθε νὰ εἴπητε, ὅτι ὑπάρχει ἄλλο φάρμακον κατὰ τῶν κινδύνων τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος τῶν ἐκ τῆς συναλλαγῆς, δὲν δύνανται νὰ ὑπάρχουν ἄλλα φάρμακα παρὰ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα μεταχειρίζονται εἰς ὅλον τὸν κόσμον· κανονισμοὶ ἀληθεῖς τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς καὶ σύστημα θεσμῶν ἀποκεντρωτικῶν. Ἀλλὰ τὸ περίεργον εἶναι, ὅτι πολλάκις λέγομεν: «πῶς δὲν ἔχομεν ἀποκέντρωσιν ἡμεῖς;» Παράδοξον εἶναι τῳόντι, ὅτι δὲν ἠθελήσαμεν ἀκόμη νὰ ἐννοήσωμεν εἰς τί συνίσταται ἡ ἀποκέντρωσις καὶ ἡ αὐτοδιοίκησις, καὶ ποῖον εἶναι τὸ μυστήριον αὐτῆς πρὸς ἀποτροπὴν τῶν κακῶν. Θεωροῦμεν πολλάκις, ὅτι ἀποκέντρωσις εἶναι τὸ νὰ ἀφαιρέσωμεν ἐξουσίαν τινὰ ἀπὸ τὸν Ὑπουργόν, καὶ νὰ τὴν ἀναθέσωμεν ὅπου δήποτε ἀλλοῦ. Ἀλλ’ ὅταν ἀφαιρῆτε ἐξουσίαν ἀπὸ τὸν Ὑπουργὸν καὶ τὴν δίδετε εἰς τὸν νομάρχην δὲν ἔχετε πραγματικὴν ἀποκέντρωσιν, ἀλλ’ εἶδός τι καταμερισμοῦ τῆς ἐξουσίας μεταξὺ προσώπων καὶ ἀρχῶν τῆς αὐτῆς προελεύσεως. Ἡ ἀποκέντρωσις αὐτὴ εἶναι, ὡς εἶπέ τις πολιτειολόγος, συντόμευσις τῆς λαβῆς τῆς σφύρας· καθιστᾶτε τὴν λαβὴν βραχυτέραν, πλησιάζετε τὴν κεντρικὴν ἐξουσίαν περισσότερον εἰς τὸν πολίτην. Ὁ νομάρχης ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὸ κέντρον, καὶ ἐγὼ, μὰ τὴν ἀλήθειαν, δύναμαι νὰ ἔχω ἐν πολλοῖς πολὺ πλειοτέραν πεποίθησιν, ἂν πρόκηται περὶ τοιαύτης ἀποκεντρώσεως, εἰς τὸν Ὑπουργὸν παρὰ εἰς τὸν νομάρχην. Χρησιμεύει βεβαίως καὶ ὁ καταμερισμὸς, ὅταν πρόκηται ν’ ἀναθέσητε μικρότερά τινα ἀντικείμενα εἰς ἄλλας ἀρχὰς, ἀποσπῶντες ταῦτα ἀπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ. Ἀλλ’ ἡ ἀληθὴς ἀποκέντρωσις συνίσταται εἰς τοῦτο, ὅτι τὴν ἀφαιρουμένην ἀπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ ἐξουσίαν τὴν ἀποδίδομεν εἰς τὴν πηγὴν πάσης ἐξουσίας, εἰς τὸν λαόν· καὶ ἔχετε τότε τὴν λεγομένην αὐτοδιοίκησιν. Ἐκ πρώτης ὄψεως φαίνεταί τις ἰδεολογῶν, ὅταν ἀναφέρῃ τὴν λέξιν ταύτην, ἡ ὁποία θεωρεῖται, ὅτι εἶναι καινόν τι δαιμόνιον. Ἀποκέντρωσις! αὐτοδιοίκησις! καὶ ἀμέσως ἀκούονται αἱ λέξεις «καὶ εἴμεθα ἡμεῖς δι’ ἀποκέντρωσιν; καὶ εἴμεθα ἡμεῖς δι’ αὐτοδιοίκησιν;» Εἶναι παράδοξον, Κύριοι, νὰ ἀκούηται τοῦτο, μάλιστα δὲ ἐν Ἑλλάδι. Ἐν Ἑλλάδι τί ἔχομεν; ἔχομεν ὅλα τὰ κακὰ τῆς ἀποκεντρώσεως καὶ αὐτοδιοικήσεως, ἄνευ τῶν καλῶν αὐτῆς. Δὲν εἶναι ἆρά γε γνωστὸν, ὅτι ὁ Βουλευτὴς διοικεῖ τὴν ἐπαρχίαν του; Καὶ τί εἶναι αὐτό; εἶναι διοίκησις γινομένη ἀπὸ τὸν Ὑπουργὸν ἢ μόνον διὰ τοῦ Ὑπουργοῦ; Καὶ ἐνῷ τὸν δήμαρχον δὲν τὸν ἐμπιστεύεσθε διὰ τὰς ὑποθέσεις τοῦ δήμου, τοῦ δίδομεν τὴν διοίκησιν ἑνὸς νομοῦ ὁλοκλήρου, διότι ὅλοι γνωρίζομεν, ὅτι εἷς δήμαρχος πλειστάκις δύναται νὰ κάμῃ ἕνα νομάρχην. Διὰ τῆς συγκεντρώσεως ἔχομεν, οὕτως εἰπεῖν, τὴν παράνομον αὐτοδιοίκησιν, ἔχομεν τὴν κατάχρησιν αὐτῆς ἄνευ τῶν καλῶν. Τὰ καλὰ δὲ ταῦτα τῆς νομίμου αὐτοδιοικήσεως εἶναι ὅτι, ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι θὰ διαχειρίζωνται τὰ συμφέροντα τῶν πολιτῶν, θὰ εὑρίσκωνται πλησίον τῶν ἐντολέων, εἰς τοὺς ὁποίους θὰ δώσωσι λόγον, καὶ ὁσηνδήποτε καὶ ἂν ἔχωμεν κακὴν ἰδέαν περὶ ἀρχῶν δημοτικῶν, δὲν πρέπει νὰ λησμονῶμεν, ὅτι αἱ ἀρχαὶ αἱ δημοτικαὶ οὐδέποτε θὰ δυνηθῶσι νὰ διαπράξωσι τὴν κατάχρησιν ἐκείνην, τὴν ὁποίαν διαπράττει τὸ Κράτος. Ἡ διαφορὰ εἶναι, ὅτι τοῦτο τὴν διαπράττει διὰ κανονισμῶν καὶ ὀργανισμῶν, οἵτινες διαφεύγουσι τὰ ὄμματα τοῦ κοινοῦ. Διὰ τῆς συγκεντρώσεως κλέπτονται πολλὰ ἀφανῶς, ἐνῷ εἰς τὸν δῆμον θὰ ἔχητε τοὺς ἀγρυπνοῦντας καὶ φωνάζοντας καὶ διὰ πεντήκοντα καὶ δι’ ἑκατὸν δραχμὰς, ἀλλὰ χρειάζεται, ἐννοεῖται, πρακτικὸς καὶ πλήρης ὀργανισμὸς καὶ τῶν δήμων καὶ τῶν κοινοτήτων μετὰ καταμερισμοῦ τῶν ἐξουσιῶν καὶ αὐτῆς τῆς δημοτικῆς διοικήσεως. Ἐν Γαλλίᾳ ἠγωνίσθησαν νὰ πολεμήσωσι τὸ ῥεῦμα τῶν τοιούτων ἰδεῶν, λέγοντες καὶ ἐκεῖ «δὲν εἴμεθα δι’ αὐτοδιοίκησιν»· ἀλλὰ παρετήρησαν ἄλλοι, ὅτι εἶναι παραλογισμὸς τὸ νὰ λέγῃ μία Πολιτεία ἔχουσα ἀπεράντους καὶ ἀπεριορίστους κοινοβουλευτικὰς θεωρίας, ὅτι δὲν εἶναι ἀξία τῶν κατωτέρων ἐλευθεριῶν, τῆς τοπικῆς αὐτοδιοικήσεως, ὅτι δὲν εἶναι ἀξία διὰ τὰ μικρὰ, εἶναι ὅμως ἱκανὴ διὰ τὰ μεγάλα· καὶ ἐνῷ εἰς τὸν ἁπλοῦν ἐκλογέα ἐμπιστεύεσθε, ἵνα διὰ τῆς ψήφου αὑτοῦ ἀποφασίζῃ διὰ τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους, δυσπιστεῖτε καὶ ἀνησυχεῖτε, ὅταν πρόκηται ν’ ἀφήσητε εἰς αὐτὸν ν’ ἀποφασίσῃ περὶ μικρῶν συμφερόντων τοῦ δήμου. Καὶ ὡς ἐγγύησιν τῆς καλῆς διοικήσεως τῶν τοῦ δήμου παριστῶσι τὴν ἐπέμβασιν τοῦ νομάρχου, ὡς νὰ μὴ ἠξεύρουν, ὅτι ὁ νομάρχης δὲν θὰ πράξῃ συνήθως ἄλλο τι παρ’ ὅ,τι θὰ ὑπαγορευθῇ εἰς αὐτὸν νὰ πράξῃ, καὶ ἂν εἰς τὴν πλειονοψηφίαν τοῦ δήμου δὲν ἐμπιστεύησθε τὴν χρῆσιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἐμπιστεύεσθε αὐτὴν εἰς τὴν μειονοψηφίαν, ἡ ὁποία ὑποστηρίζεται τυχὸν ὑπὸ τοῦ νομάρχου.
§232Γ. ΜΠΑΛΤΑΤΖΗΣ. Ὑποθέτω, ὅτι θὰ ὑπάρχουν ἐν τῷ Κράτει ἀνώτεροι ὑπάλληλοι, τοὺς ὁποίους διορίζει ἡ Κυβέρνησις καὶ οἱ ὁποῖοι ἐπαξίως ἀντιπροσωπεύουσιν αὐτήν.
§233Δ. ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ ἦτο πολὺ περίεργον τὸ νὰ ὑποτεθῇ, ὅτι ἐγὼ σκοπεύω ἀγορεύων νὰ κατηγορήσω ὅλους τοὺς νομάρχας τοῦ Κράτους. Ἀλλ’ ἂν ἀφήσωμεν τὰς ἐξαιρέσεις κατὰ μέρος, θὰ ἴδωμεν, ὅτι ἠμπορεῖ νὰ εὑρεθῶσι καὶ νομάρχαι ὄχι τόσον πολὺ τοῦ καθήκοντος, καὶ νομίζω, ὅτι εἰς τὴν Βουλὴν καθημερινῶς ἀσχολούμεθα εἰς τὴν ἐξέτασιν τῆς διαγωγῆς ὑπαλλήλων, τοὺς ὁποίους δὲν στολίζομεν τόσον καλὰ ἐδῶ δι’ ἀγορεύσεων ἐκτενῶν. Ἀλλ’ ἀφίνω κατὰ μέρος αὐτά. Νομίζετε, ὅτι ὁ νομάρχης εἶναι ἱκανὸς νὰ γνωρίζῃ τὰ συμφέροντα τῶν δήμων ὅλου τοῦ νομοῦ, ὃν διοικεῖ; Ὑποθέτομεν λοιπὸν τὸν νομάρχην παντεπόπτην; Πόθεν θὰ ἀντλήσῃ τὰς πληροφορίας αὐτοῦ ὁ νομάρχης; Θὰ τὰς ἀντλήσῃ ἀπὸ τοὺς πολιτικῶς ὁμοφρονοῦντας μὲ αὐτόν. Ἔχετε λοιπὸν πάντοτε τὰ κακὰ τῆς αὐτοδιοικήσεως καὶ ἀποκεντρώσεως, χωρὶς νὰ ἔχητε τὰ καλά.
§234Γ. ΜΠΑΛΤΑΤΖΗΣ. Ὥστε ὅλαι αἱ ἐπαρχίαι εἶναι κεκλεισμέναι διὰ τοὺς ἀντιφρονοῦντας;
§235Δ. ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ ἀρκοῦμαι ἀπέναντι τῶν παρατηρήσεων αὐτῶν νὰ σᾶς ἀναφέρω, τί ἔγραφε πρὸς τὸν Πρωθυπουργόν του μονάρχης ἀπόλυτος, ὁ ὁποῖος δὲν δύναται νὰ χαρακτηρισθῇ ὡς ἀνόητος ἢ ὡς ὑβρίζων τὸν τόπον του. Ἰδού, σᾶς ἀναγινώσκω, τί ἔγραφεν ὁ Ναπολέων Γʹ πρὸς τὸν Πρωθυπουργόν του Ρουέ. — Τὸ ἀναγινώσκω ἑλληνιστί: «Τὸ σύστημα ἡμῶν τὸ συγκεντρωτικόν, παρ’ ὅλα τὰ πλεονεκτήματα αὐτοῦ, ἔχει τὸ μέγα ἄτοπον τοῦ νὰ εἰσάγῃ μίαν ὑπερβολὴν κανονισμοῦ. Ἐζητήσαμεν, ὡς γνωρίζετε, νὰ φέρωμεν εἰς τοῦτο θεραπείαν. Οὐχ ἧττον μένουσι πολλὰ ἀκόμη νὰ πράξωμεν. Ἄλλοτε ὁ ἔλεγχος ὁ ἀκατάπαυστος τῆς διοικήσεως ἐπὶ ἑνὸς πλήθους ὑποθέσεων εἶχεν ἴσως λόγον ὑπάρξεως. Ἀλλὰ σήμερον δὲν εἶναι πλέον παρὰ ἓν πρόσκομμα, πῶς νὰ ἐννοήσῃ τις τῳόντι, ὅτι μία τοιαύτη κοινωνικὴ ὑπόθεσις, ἐν παραδείγματι, ἑνὸς ἐνδιαφέροντος δευτερεύοντος, καὶ μὴ ἐγείρουσα ἄλλως καμμίαν ἀντίρρησιν ἀπαιτεῖ μίαν ἔρευναν δύο ἐτῶν τοὐλάχιστον, χάρις εἰς τὴν παρέμβασιν τὴν ὑποχρεωτικὴν ἕνδεκα δικαιοδοσιῶν διαφόρων! Εἴς τινας περιστάσεις αἱ ἐπιχειρήσεις αἱ βιομηχανικαὶ ὑφίστανται μεγάλην βραδύτητα. Ὅσον περισσότερον σκέπτομαι περὶ τῆς καταστάσεως ταύτης, τόσον περισσότερον πείθομαι, ὅτι ἐπείγει μία μεταρρύθμισις...» Καὶ ἦτο μονάρχης ἀπόλυτος σχεδόν!
§236Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Εἰς ποίαν ἐποχὴν ἐγράφετο ἡ ἐπιστολὴ αὕτη;
§237Δ. ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. 24 Ἰουνίου 1863... Καὶ κατόπιν ἤρχισεν ἐπικρατοῦν πλέον εἰς τὴν Γαλλίαν τὸ πνεῦμα τῆς ἀποκεντρώσεως, καὶ νόμους κατόπιν, κατὰ τὸ 1870 καὶ 1871, κατήρτισαν, τείνοντας πρὸς τὴν ὅσον οἷόν τε εὐρυτέραν ἀποκέντρωσιν περὶ τὴν διοίκησιν. Καὶ οἱ Γάλλοι ἦσαν ἐκεῖνοι, οἵτινες ἀπεστρέφοντο πρότερον τὴν ἰδέαν τῆς αὐτοδιοικήσεως, ἴσως καὶ διότι τὴν αὐτοδιοίκησιν τὴν συνεδύαζον μὲ τὴν κατάστασιν τὴν παλαιὰν τῆς Γαλλίας, τὴν κατάστασιν ἐπαρχιῶν τυραννουμένων ἀπὸ τοὺς τιμαριώτας, ἀλλὰ βλέπουσι διὰ τῆς πείρας, ὅτι οὐδὲν ἄλλο φάρμακον ὑπάρχει. Καὶ ἡ αὐτοδιοίκησις σήμερον, Κύριοι, δὲν εἶναι μόνον βάσις ἅμα καὶ συμπλήρωμα ἀπαραίτητον κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος, ἀλλὰ καὶ ὁ μόνος τρόπος τοῦ κυβερνᾷν καὶ εἰς αὐτὰ τὰ μοναρχικὰ πολιτεύματα. Περιττὸν νὰ ἀναπτύξω, ὅτι ἡ αὐτοδιοίκησις δὲν εἶναι ἐκ τῶν φαρμάκων ἐκείνων, τὰ ὁποῖα φέρουσιν αὐθωρεὶ τὰ ἀποτελέσματα, Χρειάζεται καὶ θὰ χρειασθῇ βεβαίως ἡ ἐπὶ χρόνον μακρὸν λειτουργία τοῦ συστήματος· ἀλλὰ παρ’ ἡμῖν καὶ ἐξ ἀρχῆς βελτίωσίν τινα πάντως θὰ ἔχωμεν. Ἀλλὰ θὰ εἴπῃ τις ἴσως, ὅτι «καὶ ἡ Κυβέρνησις τείνει πρὸς τὴν αὐτοδιοίκησιν, καὶ τὴν ἰδέαν ταύτην πολλὰ τῶν νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα εἰσήχθησαν εἰς τὴν Βουλὴν, ἐκπροσωποῦσιν. Ἡ Κυβέρνησις ἐσκέφθη περὶ τῆς αὐτοδιοικήσεως τῶν δήμων. Δὲν εἶναι θεσμὸς αὐτοδιοικήσεως, ὅτι ἐπανερχόμεθα εἰς τὴν δημοτικὴν ἀστυνομίαν; Ἐγὼ, Κύριοι, ὁ ὁποῖος εἶμαι ὑπὲρ τῆς αὐτοδιοικήσεως, δὲν ἐγκρίνω τὴν ἐπάνοδον εἰς τὴν κατὰ τὸ σύστημα τοῦ νομοσχεδίου ἀστυνομίαν. Δὲν ἐπιδοκιμάζω καὶ τὴν διοικητικὴν, ἀλλ’ οὔτε καὶ τὴν στρατιωτικὴν καθ’ ὁλοκληρίαν, ἀλλὰ θεωρῶ λίαν ἐπικίνδυνον τὴν κατὰ τὸ νομοσχέδιον δημοτικήν. Καὶ ἡ τοιαύτη δημοτικὴ ἀστυνομία βεβαίως θὰ ἦναι, κατὰ τὸ νέον νομοσχέδιον, ἡ ἐπικρατοῦσα σχεδὸν καθ’ ὅλον τὸ Κράτος, διότι δῆμοι, οἱ ὁποῖοι ἔχουσιν ὀλιγωτέρας τῶν 11,000 ψυχῶν, εἶναι βεβαίως οἱ πλεῖστοι. Κηρύσσεται δὲ ἡ ἀστυνομία διὰ τῆς εἰσηγητικῆς ἐκθέσεως ὡς δικαίωμα συμφυὲς τοῦ δήμου. Καὶ μοὶ ἐφάνη παράδοξον πρῶτον, ὅτι, ἐνῷ ἀναγνωρίζεται ὡς δικαίωμα συμφυές, τὸ δικαίωμα τοῦτο, τὸ συμφυές, τὸ φυσικόν, ἀφαιρεῖται ἀπὸ τοὺς μεγάλους δήμους. Ἀλλὰ μοὶ ἐφάνη καὶ ἄλλο τι παράδοξον, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς θεωρεῖ, ὅτι εἶναι ἀνεγνωρισμένον εἰς τὸν ἰσχύοντα νόμον ἡμῶν, ὡς δικαίωμα συμφυὲς τῶν δήμων, τὸ δικαίωμα τοῦ ἀστυνομεῖν, καὶ ἐπικαλεῖται τὸ ἄρθρον τοῦ ἀστυνομικοῦ νόμου, κατὰ τὸ ὁποῖον τὸ ἀστυνομεῖν ἐνασκεῖται ὑπὸ τῶν δήμων ἐν ὀνόματι, κατ’ ἐπιταγὴν καὶ ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν τῆς Κυβερνήσεως. Ὡς συμφυὲς δικαίωμα τῶν δήμων ἀνεγνώρισεν ὁ νομοθέτης τοῦ 1836 τὸ ἀστυνομεῖν; Ἀλλ’ ἀπ’ ἐναντίας διαμαρτύρεται κατὰ πάσης τοιαύτης ἰδέας, καὶ ἀναγνωρίζει τὸ δικαίωμα τοῦ ἀστυνομεῖν ὡς δικαίωμα τοῦ Κράτους, παραχώρησιν δὲ ἁπλῆν (octroi) τοῦ Κράτους πρὸς τὸν δῆμον τὴν ὑπὸ τούτου ἐνάσκησιν. Δὲν θέλω νὰ σᾶς ἀπασχολήσω μὲ τὴν ὑποστήριξιν ἄλλου συστήματος, μᾶλλον δημοτικῆς καὶ ταύτης ἀστυνομίας. Ἔσχον ποτὲ τὸ θάρρος νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν δημοσιογραφίαν, καὶ πρὶν ἀκόμη τύχω τῆς τιμῆς νὰ παρακάθημαι μεταξὺ τῶν Βουλευτῶν, καὶ ὅταν ἔλθῃ ἡ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου θὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν τὴν ἰδέαν μου ἐκείνην περὶ ἀστυνόμων αἱρετῶν κατὰ δήμους διὰ ψηφοφορίας οὐχὶ καθολικῆς, ἀλλ’ ὑπὸ ἐκλογέων ἐχόντων προσόντα καὶ προτεινόντων τρεῖς ὑποψηφίους, ἐξ ὧν νὰ διορίζῃ ἕνα ἡ Κυβέρνησις. Ἔχομεν, Κύριοι, ἄλλο νομοσχέδιον ἀποκεντρωτικόν, τὸ νομοσχέδιον τὸ σχετικὸν πρὸς τὴν ἐκπαίδευσιν, καὶ λόγῳ ἀποκεντρώσεως σχηματίζεται ἐπιτροπὴ εἰς τὸ κέντρον, ἡ ὁποία θὰ διέπῃ πλέον πάντα τὰ τῆς παιδείας. Ἐγὼ καὶ τὴν τοιαύτην ἀποκέντρωσιν δὲν τὴν θέλω. Θὰ σχηματισθῇ ἐπιτροπὴ ἐκ καθηγητῶν, οἱ ὁποῖοι θὰ εἶναι περιβεβλημένοι σχεδὸν ἰσοβιότητα, καὶ εἰς αὐτὴν πλέον θὰ ὑπάγωνται τὰ πάντα. Ἀλλ’ ἀπέναντι τῆς τοιαύτης ἀποκεντρώσεως ἤθελον προτιμήσει καὶ ἐν τούτῳ σύστημα αὐτοδιοικήσεως. Θεωρῶ πλειοτέραν τὴν ἐγγύησιν, τὴν ὁποίαν θὰ παρέχωσιν οἱ γονεῖς, θὰ παρέχωσιν οἱ διοικηταὶ, οὕτως εἰπεῖν, οἱ αἱρετοὶ τῶν ἐπαρχιῶν, ἐκλέγοντες αὐτοὶ τοὺς διδασκάλους καὶ ἐπιβλέποντες αὐτούς. Αὐτὸ τὸ σύστημα τῶν ἐπιτροπῶν ἐξ ὑπαλλήλων τοῦ Κράτους καὶ τῆς ἐπιδιώξεως τῆς ἀποκεντρώσεως διὰ τῶν τοιούτων ἐπιτροπῶν δὲν μοὶ φαίνεται, ὅτι παρ’ ἡμῖν παρέχει πραγματικὰς ἐγγυήσεις. Ἔχομεν ἄλλην μέριμναν τοῦ Ὑπουργείου, καὶ ὡς ἐπιστέγασμα, οὕτως εἰπεῖν, τοῦ προγράμματος ἔχομεν τὴν μέριμναν περὶ ἐνισχύσεως τῆς ἐθνικῆς παραγωγῆς, καὶ ἡ μέριμνα περὶ τῆς ἐνισχύσεως τῆς ἐθνικῆς παραγωγῆς γίνεται πρὸ πάντων διὰ τῆς συστάσεως τοῦ ὀγδόου Ὑπουργείου. Ἀλλ’ ἐὰν ἀναγνώσητε, Κύριοι, τὰ καθήκοντα, τὰ ὁποῖα ἐπιβάλλονται εἰς τὸν Ὑπουργὸν τοῦ ὀγδόου Ὑπουργείου, μὰ τὴν ἀλήθειαν θὰ ἴδητε, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς οὗτος πρόκειται νὰ ἐνασχολῆται εἰς τὸ νὰ ἐκπέμπῃ εὐχὰς πρὸς τὸν Ὕψιστον. Ὁ Ὑπουργὸς, ὁ ὁποῖος θὰ ἀσχολῆται εἰς τὰ τῆς ἐνισχύσεως τῆς ἐθνικῆς παραγωγῆς, δὲν ἔχει πρῶτον τὰ τῆς συγκοινωνίας, δὲν ἔχει τὴν ὁδοποιΐαν, ὡσὰν νὰ μὴ ἦναι ἡ ὁδοποιΐα ἀκριβῶς τὸ δραστικώτερον μέσον τῆς ἐθνικῆς παραγωγῆς. Πρόκειται νὰ μεριμνήσῃ περὶ τῆς ἀναπτύξεως τῆς γεωργίας· ἀλλὰ μοὶ φαίνεται, ὅτι, ἂν πρόκηται νὰ ἀσχολῆται εἷς Ὑπουργὸς εἰς τὰ τῆς γεωργίας, ὅπως ἔχουσι παρ’ ἡμῖν ἐν Ἑλλάδι πρὸ πάντων τὰ πράγματα, καὶ τὰ οἰκονομικὰ ἰδίως, θὰ μεταβληθῇ εἰς ἕνα εὐχέτην, θὰ εὔχηται «περὶ εὐκρασίας ἀέρων, εὐφορίας τῶν καρπῶν τῆς γῆς καὶ καιρῶν εἰρηνικῶν! (γέλωτες). Ἀλλὰ μὴ νομίσητε, ὅτι δὲν ἐπρονόησε τὸ νομοσχέδιον, ἵνα μὴ ὁ κ. Ὑπουργὸς ὑποστῇ, οὕτως εἰπεῖν, πλῆξιν ἐκ τῆς ἀργίας. Ἔλαβε μέριμναν. Θὰ ἴδητε, Κύριοι, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τοῦ ὀγδόου Ὑπουργείου ἔχει νὰ μεριμνᾷ ὄχι μόνον περὶ τῆς φυσικῆς, ἀλλὰ καὶ περὶ τῆς ἠθικῆς καταστάσεως τῆς Ἐπικρατείας! Τὸ λέγει ῥητῶς. Ἰδοὺ (ἀναγινώσκει τὸ ἄρθρον): «Ἡ ἀναζήτησις καὶ ἀνεύρεσις τῶν συντελεστικωτέρων μέσων πρὸς αὔξησιν τοῦ ἐθνικοῦ πλούτου, ἑπομένως ἡ φροντὶς περὶ βελτιώσεως τῆς φυσικῆς καὶ ἠθικῆς καταστάσεως τῆς Ἐπικρατείας»! (γέλωτες). Ἀλλ’ εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ κάμνῃ καὶ εὐχὰς περὶ συγκοινωνίας. Διότι τὴν ὁδοποιΐαν δὲν τὴν ἔχει (ἀναγινώσκει): «Ἄρθρον 26. Περὶ εὐχερεστέρας καὶ ὡς οἷόν τε ὀλιγώτερον δαπανηρᾶς συγκοινωνίας τῆς συνδεούσης τοὺς τόπους τῆς παραγωγῆς πρὸς τὰς ἐν τῇ Ἐπικρατείᾳ ἀγορὰς τῆς καταναλώσεως.» Ἐὰν, Κύριοι, περιελαμβάνετο μεταξὺ τῶν ἄλλων, ὡς εἰς τὸ νομοσχέδιον τοῦ προκατόχου Ὑπουργείου, ὁ μέγας κλάδος τῶν δασῶν, τότε μὰ τὴν ἀλήθειαν θὰ εἶχε σπουδαιότατον πράγματι μέλημα τὸ ὄγδοον Ὑπουργεῖον, διότι τὸ Κράτος ἡμῶν ἀπειλεῖται ἀπὸ τὴν καταστροφὴν τῶν δασῶν. Εἶμαι ὑπὲρ τῆς ἰδέας τῆς συστάσεως τοῦ ὀγδόου Ὑπουργείου, καὶ, ἂν ἦτο δυνατὸν, τῆς συστάσεως Ὑπουργείου εἰδικῶς τῶν δημοσίων ἔργων...
§238ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Καὶ τῶν μεταλλείων.
§239Δ. ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. .. περὶ ὧν ἐπίσης προνοεῖ τὸ νομοσχέδιον τοῦ προκατόχου Ὑπουργείου, καὶ τὰ ὑπάγει εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Βιομηχανίας, Γεωργίας καὶ Ἐμπορίου. Παρεῖχεν ἐκεῖνο τὸ νομοσχέδιον τοῦ ὑπὸ τὸν κ. Ζαΐμην Ὑπουργείου ἀληθῶς τροφὴν καὶ μέσα εἰς τὰς ἀσχολίας, οὕτως εἰπεῖν, τοῦ Ὑπουργοῦ πρὸς ἀνάπτυξιν τῆς ἐθνικῆς παραγωγῆς! Τὸ νομοσχέδιον ὅμως τοῦτο δὲν θὰ φέρῃ ἐνίσχυσιν τῆς ἐθνικῆς παραγωγῆς, ἀλλ’ ἀμφιβάλλω, ἂν τὸ Ὑπουργεῖον τοῦτο θὰ δεχθῇ τις, διὰ νὰ φέρῃ ἐνίσχυσιν, ἔστω καὶ τῆς πολιτικῆς παραγωγῆς (γέλωτες). Ἀλλ’ ὑπάρχει καὶ ἡ ἑξῆς διαφορά· ὅτι τὸ προκάτοχον Ὑπουργεῖον, ἐπειδὴ ἦτο 8ον τὸ Ὑπουργεῖον τοῦτο, τὸ κατέτασσε καὶ 8ον, ἐνῷ τὸ νέον νομοσχέδιον τοῦ δίδει κἄποιαν ἀξίαν, τὸ κατατάσσει ὑπ’ ἀριθμὸν 4ον, ὥστε νὰ προηγῆται οὕτω τοῦ Ὑπουργείου τῆς Παιδείας! Ἐὰν, Κύριοι, προχείρως ἠθέλησα νὰ ἐλέγξω τινὰ νομοσχέδια, ἂς πιστευθῇ, παρακαλῶ, ὅτι οὔτε ἐκ πνεύματος ἀντιπολιτεύσεως οὔτε ἐκ πνεύματος ὑπερμέτρου ἐπικρίσεως προέβην εἰς τοῦτο. Ἀλλ’ ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ εἴπω, ὅτι οἱ Ὑπουργοὶ ἐν Ἑλλάδι δὲν εἶναι δυνατὸν οὔτε θὰ ἦναι δυνατὸν νὰ ἐργασθῶσιν, ἐν ὅσῳ δὲν λαμβάνουσι πρόνοιαν κατὰ τοῦ ὀλεθρίου συγκεντρωτικοῦ συστήματος, οὐδὲ πρὸς σύνταξιν ἑνὸς ἁπλοῦ νομοσχεδίου. Ἐπεθύμουν νὰ ἐρωτήσω τοὺς κυρίους Ὑπουργοὺς, ποίας ὥρας τοῦ ἡμερονυκτίου μελετῶσι καὶ ἐργάζονται ἐπὶ τῶν γενικῶν, τῶν δημοσίων συμφερόντων; Μακρὰν τοῦ νὰ κατακρίνω τοὺς Ὑπουργοὺς, τοὺς θεωρῶ ἀληθῶς μάρτυρας ἐκ τῆς καταστάσεως, ὑφ’ ἣν διατελοῦμεν. Ἀρκεῖ δὲ νὰ ῥίψῃ τις ἓν βλέμμα εἰς τὴν Βουλὴν, ἵνα ἴδῃ ζωντανὸν τὸ κακὸν, τὸ ὁποῖον λυμαίνεται τὴν κοινωνίαν ἡμῶν. Τί πράττομεν ὥρας ὁλοκλήρους; τὰ ζητήματα τῆς διοικήσεως τῶν κοινοτήτων, δήμων, ἐπαρχιῶν τὰ φέρομεν καὶ τὰ συζητοῦμεν ἐνταῦθα! Ὅλη ἡ διοίκησις ἐνασκεῖται ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ! Ἐνταῦθα ἑδρεύει τὸ Διευθυντήριον ὅλων τῶν μικροϋποθέσεων τῆς Διοικήσεως! Δὲν θέλω, Κύριοι, νὰ ἐκταθῶ πλειότερον, ἀναπτύσσων ὅτι ἡ ἰδέα αὕτη τῆς ἀληθοῦς ἀποκεντρώσεως καὶ αὐτοδιοικήσεως εἶναι καιρὸς νὰ μᾶς ἀπασχολήσῃ, ἐὰν θέλωμεν νὰ σωθῶμεν. Φρονῶ δὲ, ὅτι, μακρὰν τοῦ νὰ ἐξασθενίζηται ἡ Κυβέρνησις τοῦ Κράτους διὰ συστήματος αὐτοδιοικήσεως, ἀπ’ ἐναντίας θὰ λάβῃ πραγματικὴν ἰσχύν. Πέμψατε, κύριοι Ὑπουργοὶ, εἰς τὰς ἐπαρχίας διὰ συστήματος αὐτοδιοικήσεως, ἀποκεντρώσεως, διὰ περιορισμοῦ τῶν χειρῶν σας, πέμψατε ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι περιβομβοῦσιν εἰς τὰ Ὑπουργεῖα, καὶ δὲν σᾶς ἀφίνουν οὐδὲ στιγμὴν ἡσύχους. Καταστήσατε θεσμοὺς μονιμότητος τῶν ὑπαλλήλων. Μὴ ἀφίνετε λ. χ. νὰ διορίζωνται καὶ παύωνται οἱ γραμματεῖς τῶν Εἰρηνοδικείων, οἵτινες ἀναπληροῦσι τοὺς εἰρηνοδίκας, ἀπεριορίστως. Μὴ ἀφίνετε νὰ διορίζωνται καὶ παύωνται αὐθαιρέτως οἱ ἄλλοι ὑπάλληλοι τοῦ Κράτους. Ὅσον καὶ ἂν ἔχητε καλὴν πρόθεσιν, δὲν δύνασθε νὰ ἐπαρκέσητε μὲ τὸ ἐπικρατοῦν σύστημα, ὡς δὲν ἐπαρκοῦσι καὶ ἀλλαχοῦ. Πρακτικῶς σκεπτόμενοι καὶ μὴ παρασυρόμενοι ἐκ συστήματος, ὅπου τυχὸν δὲν ἁρμόζει ἡ ἀποκέντρωσις καὶ αὐτοδιοίκησις, δυνάμεθα νὰ ἐφαρμόσωμεν ταύτην ὅπως ἁρμόζει. Ἀναλογισθῆτε, ὅτι αἱ παραδόσεις τοῦ τόπου, καὶ ἂν δὲν ὑπῆρχεν ἀλλαχοῦ αὐτοδιοίκησις, ἐνισχύουσι τὴν ἰδέαν ταύτην. Ἐὰν μεταβῆτε εἰς τὴν Ἀνατολὴν, θὰ ἴδητε, ὅτι, καίτοι ὑπὸ τὴν δουλείαν εὑρισκόμενοι, ἀλλ’ αὐτοδιοικούμενοι, οἱ ὑπόδουλοι ἔχουσι καλλίτερα σχολεῖα ἐκείνων, ἅτινα ἔχομεν ἡμεῖς. Δὲν δύναταί τις νὰ φοβηθῇ ἐν Ἑλλάδι, ὅτι ἡ ἐθνικὴ ἑνότης ἔχει νὰ πάθῃ ποτὲ ἐκ τῆς μεγαλειτέρας ἔστω αὐτοδιοικήσεως. Ἡ ἐθνικὴ ἑνότης ἐν Ἑλλάδι ἰδίως εἶναι τοσοῦτον ἰσχυρὰ, ὥστε νὰ μὴ φοβῆσθε ποτὲ δι’ αὐτήν. Ἡ ἐθνικὴ καὶ πολιτικὴ ἑνότης ὑπάρχει εἰς τὸν δημόσιον θησαυρὸν, εἰς τὸν στρατὸν, εἰς τὸν κώδικα· παρ’ ἡμῖν δ’ ἐνισχύεται ἐκ λόγων, οὓς δὲν ηὐτύχησαν νὰ ἔχωσιν ἄλλα ἔθνη. Ἡ ἱστορία, τὸ μέλλον, οἱ πόθοι, οἱ ἀγῶνες, τὰ παθήματα, ἡ θρησκεία, τὸ πᾶν ἑνόνει ὁλόκληρον τὴν Ἑλληνικὴν φυλὴν ὡς ἓν σύνολον ἀδιάρρηκτον. Πρέπει δὲ νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψιν, ὅτι αὐτὴ ἡ ἐθνικὴ πολιτικὴ θὰ ὑπηρετηθῇ διὰ τοῦ συστήματος τούτου. Μὴ ἔχωμεν ἀξιώσεις νὰ συμπαθήσωσι πρὸς ἡμᾶς οἱ ὑπόδουλοι, ὅταν ἤρχισαν ἴσως νὰ φοβῶνται καὶ αὐτοὶ, ὅτι δὲν πρόκειται νὰ ἔχωσι τὸ ἰδανικὸν τῆς ἐλευθερίας καὶ τῆς εὐνομίας, ἑνούμενοι μεθ’ ἡμῶν. Βεβαίως ἡ φιλοπατρία τοῦ Ἕλληνος τείνει πάντοτε εἰς τὴν μετὰ τῆς ἐλευθέρας ταύτης χώρας διὰ πάσης θυσίας ἕνωσιν, ἀλλὰ δὲν πρέπει νὰ λησμονῶμεν, ὅτι ὑπὸ τὴν δουλείαν ἐκεῖνοι αὐτοδιοικούμενοι, ἔχοντες ἀκέραιον τὸν πατριωτισμὸν, ἐργάζονται συγχρόνως, ἐξακολουθοῦσι νὰ ἐργάζωνται ὡς κοινότητες καὶ ὡς δῆμοι, ὅσον δὲν ἐργαζόμεθα ἡμεῖς, περὶ τῶν δικαίων τοῦ Ἑλληνισμοῦ. Ἔχω δὲ τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἔτι πλέον θὰ ἐνθουσιῶσιν ὑπὲρ τοῦ Κράτους ἡμῶν, ὅταν ἴδωσι τὴν εὐνομίαν ἀποκαθισταμένην εἰς τὸν τόπον, τὴν ὁποίαν δὲν βλέπουσιν ἐπὶ τοῦ παρόντος. Καὶ ὅταν ἴδωσιν, ὅτι αἱ κοινωτικαὶ αὐτῶν ἐλευθερίαι θὰ συμβαδίζωσι μὲ τὴν γενικὴν ἐλευθερίαν, ὅταν ἴδωσιν, ὅτι δὲν πρόκειται νὰ καταργηθῶσιν αἱ σημαῖαι τῆς αὐτοδιοικήσεως, τὰς ὁποίας κατὰ τόπους ἔχουσιν οἱ ὑπόδουλοι εἰς τὰ διάφορα μέρη τῆς Ἀνατολῆς, ὅταν ἴδωσιν, ὅτι μαζὺ μὲ τὰς σημαίας ἐκείνας, ἐφ’ ὧν πνέει ὁ ζέφυρος τοῦ πνεύματος τῆς αὐτοδιοικήσεως καὶ ὑπὸ τὴν δουλείαν ἀκόμη, ὅτι μαζὺ μὲ αὐτὰς θὰ ἔχωσι καὶ τὴν μεγάλην σημαίαν τῆς πλήρους πολιτικῆς ἐλευθερίας, θὰ ἐνθουσιῶσιν ἔτι μᾶλλον ὑπὲρ τῆς ἐθνικῆς ἀποκαταστάσεώς των. Ἴσως δὲ, Κύριοι, ἔχομεν ἀνάγκην νὰ ἐπιδείξωμεν εἰς ὅλην τὴν Ἀνατολὴν καὶ ὅτι ἡ σημαία τοῦ Ἑλληνισμοῦ δὲν εἶναι μόνον σημαία ἐθνικὴ, ἀλλ’ εἶναι σημαία συγχρόνως, ὑπὸ τὴν ὁποίαν πάντες οἱ λαοὶ τῆς Ἀνατολῆς δύνανται ἐν τῇ αὐτοδιοικήσει νὰ ἔχωσι τὰς τοπικὰς ἐλευθερίας των. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς ἀριστερᾶς).
§240ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Αὔριον, αὔριον.
§241ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Βελλιανίτης ἔχει τὸν λόγον.
§242ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν εἶναι παρών.
§243ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει ἄλλος τις τὸν λόγον;
§244Κ. ΓΕΡΑΚΗΣ. Πλησιάζει μεσονύκτιον, καὶ πρέπει νὰ ἀπέλθωμεν.
§245ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλά. Παρακαλῶ ὅμως τοὺς κυρίους Βουλευτὰς νὰ συνερχώμεθα ἀκριβῶς τὴν 3ην ὥραν μετὰ μεσημβρίαν, ἵνα μὴ παρατείνωνται αἱ συνεδριάσεις μέχρι τοῦ μεσονυκτίου. Λοιπὸν αὔριον εἰς τὰς 3 μετὰ μεσημβρίαν. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρᾳ 11 καὶ 45′ μ. μ.)