1903.02.12
2.046 στίχοι · 15.884 λέξεις · 152 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 31
τῆς 12 Φεβρουαρίου 1903.
(Τετάρτη).
(Προεδρεύοντος τοῦ Προέδρου κ. Δημ. Ράλλη).
(Ὥρα 4 καὶ 30′ μ. μ. ἀναγινώσκεται ὁ ὀνομαστικὸς τῶν Βουλευτῶν κατάλογος. Μεθ’ ὃ γίνεται ἡ διαλογή).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ εἶναι ἐν ἀπαρτίᾳ, παρόντων 122. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Τὰ πρακτικὰ τῆς χθεσινῆς συνεδριάσεως ἐπεκυρώθησαν χθές. Προβαίνω εἰς τὴν ἀνακοίνωσιν τῶν ληφθέντων τηλεγραφημάτων. Τηλεγράφημα δημοτῶν Νεβροπόλεως τῆς ἐπαρχίας Καρδίτσης. Θ’ ἀναγνωσθῇ.
§2ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει): «Κύριον Πρόεδρον τῆς Βουλῆς τῶν Ἑλλήνων. Ἀθήνας. Γενικὴ καὶ πρωτάκουστος οἰκονομικὴ κρίσις μαστίζει ὁλόκληρον τὸν δῆμον ἡμῶν, στερουμένων καὶ αὐτοῦ τοῦ ἄρτου. Ἱκετεύομεν σεβαστὴν Βουλὴν χορηγήσῃ ἀναστολὴν πληρωμῆς φόρου ἀροτριώντων καὶ ἀμπέλων μέχρι τέλους Σεπτεμβρίου, καθόσον ἀδύνατος ἀποβαίνει πᾶσα πληρωμὴ τούτων σήμερον. Εὐπειθέστατοι ἐντολοδόχοι δημοτῶν Νεβροπόλεως. Ἀναστάσιος Βλάτσιος καὶ λοιποί.» Τηλεγράφημα τοῦ κ. Ι. Κανάρη, νομάρχου Λακωνικῆς, ἀπευθυνόμενον πρὸς τὴν Α. Μ. τὸν Βασιλέα, τὸν Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ τὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς. Παρακαλῶ νὰ ἀναγνωσθῇ καὶ αὐτό.
§3ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει). «Λαὸς Λακωνικῆς, συνελθὼν σήμερον εἰς πάνδημον συλλαλητήριον, ἐπὶ εἰδήσει καταργήσεως Νομαρχίας, δι’ ἐπιτροπῆς, προσελθούσης εἰς ἡμέτερον Γραφεῖον, ἱκετεύει Α. Μ. Βασιλέα, Κυβέρνησιν καὶ Βουλήν, ὅπως ἐν τῇ πατρικῇ αὐτῶν μερίμνῃ συντελέσωσι πρὸς ἀναστολὴν καταργήσεως Νομαρχίας, ἐπ’ ἀγαθῷ τοῦ νομοῦ. Νομάρχης Λακωνικῆς Ι. Κανάρης.»
§4ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ θέματος, κύριε Πρόεδρε, ἔλαβον καὶ ἐγὼ τηλεγράφημα μετὰ δέκα ἄλλων κυρίων συναδέλφων. Τὸ τηλεγράφημα, τὸ ὁποῖον ἔλαβον ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου, ἔχει ὡς ἑξῆς: «Λαὸς πρωτευούσης Λακωνικῆς, συνελθὼν σήμερον εἰς πάνδημον συλλαλητήριον, ἐπὶ τῇ εἰδήσει καταργήσεως Νομαρχίας, παρακαλεῖ ὑμᾶς, ὅπως μετερχόμενοι πᾶν μέσον παρὰ τῇ σεβαστῇ Κυβερνήσει προλάβητε ἐπαπειλουμένην κατάργησιν νόμου νέας διοικητικῆς διαιρέσεως, ἀπειλοῦσαν γενικὴν καταστροφὴν τόπου καὶ διασάλευσιν τάξεως, μόλις παγιωθείσης ὑπὸ νέων ἀρχῶν. Λαὸς Λακωνικῆς.» (Ἔπονται πλεῖσται ὑπογραφαί). Παρακαλῶ νὰ καταχωρισθῇ εἰς τὰ πρακτικὰ τοῦτο, κύριε, Πρόεδρε ἐὰν δὲν ὑπάρχῃ ἀντίρρησις.
§5Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Καλὸν εἶναι νὰ καταργηθῶσιν ἀκόμη καί τινες ἄλλαι Νομαρχίαι.
§6Ν. ΔΑΟΥΤΗΣ. Καὶ τὰ Πρωτοδικεῖα. Καὶ δύο Ἐφετεῖα.
§7Κ. ΒΕΛΛΙΝΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, θεωρῶ καθῆκόν μου νὰ ὁμιλήσω σχετικῶς πρὸς τὴν τηλεγραφικὴν αἴτησιν τῶν κατοίκων τοῦ δήμου Νεβροπόλεως. Ὁμολογουμένως ἡ καταστροφὴ ἦτο τελεία κατὰ τὸ παρελθὸν καὶ τὰ δύο πρὸ αὐτοῦ ἔτη· ὁ περονόσπορος κατέστρεψε τὴν ἐσοδείαν. Ἐφέτος πάλιν ἐπῆλθε τελεία καταστροφὴ ἕνεκα ἄλλων λόγων, κλιματολογικῶν, — δὲν ἠξεύρω ποίων. — Διαβεβαιῶ τὴν Βουλήν, ὅτι εἶναι ἐντελῶς ἐν ἀδυναμίᾳ οἱ κάτοικοι νὰ πληρώσωσι τοὺς φόρους, περὶ ὧν πρόκειται. Παρεκάλεσα καὶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως προχθές, ἀλλ’ ἀφοῦ ὑπεσχέθη, ὅτι θέλει λάβει μέριμναν περὶ αὐτοῦ, δὲν ἔχω νὰ μακρηγορήσω. Ἐπὶ ἑνὸς ἄλλου ζητήματος σχετικοῦ πρὸς τὰς ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ οἰκονομίας, ἐπίσης διὰ τὴν ἐπαρχίαν μου σπουδαίου καὶ ἐπείγοντος, θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ ἐπιστήσῃ τὴν προσοχήν του. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν κατάργησιν τῶν νέων Νομαρχιῶν, ἥν θεωρῶ καταστρεπτικὴν διὰ τὴν ἐπαρχίαν μου, θέλω ὁμιλήσει κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ νέου Προϋπολογισμοῦ. Διὰ τοῦ νέου Προϋπολογισμοῦ κατηργεῖται μία θέσις ὑπογραμματέως τοῦ Πρωτοδικείου Καρδίτσης ἐκ τῶν τριῶν μέχρι τοῦδε ὑπαρχουσῶν, μένουσι δὲ δύο μόνον ὑπογραμματεῖς. Νομίζω, ὅτι δύο ὑπογραμματεῖς παρὰ Πρωτοδικείῳ, παρὰ τῷ ὁποίῳ ἡ ποινικὴ ἐργασία εἶναι ἀρκετὰ μεγάλη, δὲν εἶναι ἐπαρκεῖς, κατ’ ἀνάγκην δὲ θέλει σταματήσει πᾶσα ἐργασία εἰς τὸ Δικαστήριον, διότι δύο ὑπογραμματεῖς, ὅσον καὶ ἂν ἦναι φίλεργοι, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπαρκῶσι. Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ μεριμνήσῃ περὶ τοῦ ζητήματος τούτου, καθόσον, ψηφισθεισῶν μόνον μέχρι τέλους Φεβρουαρίου τῶν νέων πιστώσεων διὰ τοῦ νόμου περὶ τῶν δύο δωδεκατημορίων, δὲν θὰ διατηρηθῶσιν οἱ ὑπάλληλοι, ὧν καταργοῦνται αἱ θέσεις, παρὰ μόνον μέχρι τέλους Φεβρουαρίου, καὶ ἑπομένως κατόπιν θὰ σταματήσῃ πᾶσα ἐργασία τοῦ Δικαστηρίου.
§8ΚΥΡ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν μελέτην καὶ τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς σειρὰν νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα ἀφορῶσι τὸν κλάδον τῆς ὑπηρεσίας, τοῦ ὁποίου ἔχω τὴν τιμὴν νὰ προΐσταμαι. Τὰ νομοσχέδια ταῦτα συνοδεύονται καὶ ὑπὸ αἰτιολογικῶν ἐκθέσεων. Ἐν πάσῃ δὲ περιπτώσει, ὅταν ταῦτα ἔλθωσιν εἰς συζήτησιν, θέλω ἀναπτύξει αὐτὰ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Καὶ ἐν πρώτοις ὑποβάλλω νομοσχέδιον περὶ τροποποιήσεως τῶν διατάξεων τοῦ νόμου ᾼΩΟϚʹ τῆς 2 Ἰανουαρίου 1891, αἵτινες ἀφορῶσι τὸν ἀριθμὸν τῶν Βουλευτῶν. Ὡσαύτως ὑποβάλλω νομοσχέδιον περὶ τροποποιήσεως τοῦ περὶ δημαιρεσιῶν ϞΓʹ νόμου τοῦ 1864. Τρίτον, ὑποβάλλω νομοσχέδιον περὶ τροποποιήσεως διατάξεων τοῦ ͵ΒΨΞΗʹ νόμου τῆς 1 Ἰουνίου 1900 περὶ ταχυδρομικῆς, τηλεγραφικῆς καὶ τηλεφωνικῆς ὑπηρεσίας. Τέταρτον, νομοσχέδιον περὶ καταργήσεως διατάξεών τινων τοῦ νόμου ͵ΒΨΞΘʹ τοῦ 1900 περὶ ταχυδρομικῶν ἐνσήμων καὶ ταχυδρομικοῦ μονοπωλίου. Πέμπτον, νομοσχέδιον περὶ ἀστυνομικῆς διοικήσεως. Ἕκτον, νομοσχέδιον περὶ καταργήσεως τοῦ νόμου ͵ΒΧΕʹ περὶ νομῶν καὶ τῆς διοικήσεως αὐτῶν. Ἕβδομον, νομοσχέδιον περὶ Ἐπαρχιακῶν Συμβουλίων. Ὄγδοον, νομοσχέδιον περὶ ἐνισχύσεως κλάδων τινῶν τῆς ἐθνικῆς παραγωγῆς. Ἔνατον, νομοσχέδιον περὶ ἀποξηράνσεως ἑλῶν καὶ τελμάτων. Δέκατον, νομοσχέδιον περὶ ἀγροφυλακῆς. Ἑνδέκατον, νομοσχέδιον περὶ παροχῆς ἀδείας πρὸς συνομολόγησιν συμπληρωτικῆς συμβάσεως μετὰ τῆς Ἑταιρείας τῶν Σιδηροδρόμων Ἀττικῆς περὶ ἠλεκτροφωτισμοῦ τοῦ ἐν Κηφισιᾷ ἄλσους καὶ περὶ παρατάσεως προθεσμίας πρὸς ἀποπεράτωσιν αὐτοῦ. Εἰς μίαν δὲ τῶν προσεχῶν συνεδριάσεων θέλω ὑποβάλει νομοσχέδιον περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου περὶ διοικητικῆς διαιρέσεως τοῦ Κράτους.
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν ὑποβληθέντα νομοσχέδια θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. Μεθ’ ὃ θέλουσιν ἀναγραφῆ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 124–134).
§10Γ. ΚΑΡΠΕΤΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, ἂν κατὰ τὰς γενομένας ἐσχάτως τοποθετήσεις τῶν ἀξιωματικῶν, ἐτοποθετήθη ὡς ὁριστικὸς διοικητὴς τῆς Ἱππευτικῆς Σχολῆς ὁ νεώτερος συνταγματάρχης τοῦ ἱππικοῦ, παροραθέντων ἄλλων ἀρχαιοτέρων, οἱ ὁποῖοι παραμένουσιν ὡς ὑφιστάμενοι εἰς ἄλλας ὑπηρεσίας.
§11Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Εἶναι ζήτημα ἱκανότητος καὶ ἐκτιμήσεως.
§12Γ. ΚΑΡΠΕΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἂν ἔστω καὶ πόρρωθεν ὁ λόγος οὗτος ἐπρυτάνευε, τὸ συμφέρον αὐτὸ τῆς ὑπηρεσίας ἀπῄτει νὰ μείνῃ εἰς τὴν θέσιν τοῦ Διοικητοῦ τοῦ σχολείου ὁ μέχρι τοῦδε τοιοῦτος, ὅστις εἶναι ἡ μοναδικὴ ἐγγύησις διὰ τὴν ἱππικὴν ἐκπαίδευσιν καὶ τὴν ἐν γένει μόρφωσιν τῶν νέων ἀξιωματικῶν. Ἐὰν ἡ τοποθέτησις αὕτη, ἡ πρώτην φορὰν ἀναφαινομένη ἀπὸ τῆς συστάσεως τοῦ σχολείου, ἡ γενομένη πρὸς μεγίστην ζημίαν τῆς πειθαρχίας, ἡ ἀμέσως ἁπτομένη τῆς ὑπολήψεως καὶ τῆς φιλοτιμίας ἄλλων ἀξιωματικῶν, ἔχει ὡς δικαιολογητικὸν λόγον ἐκεῖνον, τὸν ὁποῖον ὑποθέτετε ὑμεῖς, κύριε συνάδελφε, τουτέστι τὴν ἰδιάζουσαν ἱκανότητα ἢ τὰς πατριωτικὰς ὑπηρεσίας τοῦ κατὰ προτίμησιν τοποθετηθέντος, θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ προσκομίσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὸν φάκελον τὸν περιέχοντα ὅλα τὰ σχετικὰ ἔγγραφα τοῦ Συμβουλίου τοῦ συνελθόντος καὶ καταδικάσαντος εἰς βαρυτάτην ποινὴν τὸν τοποθετηθέντα κατὰ προτίμησιν ἀξιωματικόν, νὰ ἐφοδιάσῃ τὴν Βουλὴν μὲ τὸν φάκελον αὐτόν, διὰ νὰ καταδειχθῇ ἐκ τῆς μελέτης αὐτοῦ, ἂν ὄντως ὁ ἀξιωματικὸς ὁ τοποθετηθεὶς ἔπρεπε νὰ τοποθετηθῇ. Ἡ τοποθέτησις αὕτη εἶναι προϊὸν εὐνοίας, τῆς εὐνοίας ἐκείνης, ἥτις, ἐνῷ θανατώνει τὸ ἀπαραίτητον διὰ τὴν ὕπαρξιν παντὸς στρατεύματος αἴσθημα τῆς συναδελφότητος, ἐξ ἄλλου χωρίζει τὰ στρατεύματα εἰς δύο ἀντιμαχόμενα στρατόπεδα, καὶ εἰς μὲν τὸ ἓν θρασὺς ἐγείρεται ὁ ἐγωϊσμός, εἰς δὲ τὸ ἄλλο ἐλλοχεύει ὁ φθόνος, καὶ οὐδεὶς, Κύριοι, δύναται νὰ προλάβῃ ἢ κἂν νὰ προΐδῃ τὰς συνεπείας τὰς φοβερὰς τῆς συγκρούσεως τῶν παθῶν. Ἡ τοποθέτησις αὕτη εἶναι προϊὸν εὐνοίας, τῆς εὐνοίας ἐκείνης, ἥτις εἶναι τὸ ἀντίδοτον τῆς μυσαρᾶς κολακείας, ἡ ὁποία ἀτυχῶς βλαστάνει λάθρα ἐκεῖ, ὅπου καὶ ὅταν ὑψηλὸς ἐγείρηται κορμός. Κύριε συνάδελφε, μὲ ἐφέρατε εἰς προσωπικὸν ζήτημα, ἀπὸ τὸ ὁποῖον ἀπόφασιν εἶχον καὶ ἔχω νὰ ἀπόσχω, ἀλλ’ ὡς ἀντιπρόσωπος τοῦ λαοῦ καὶ ἐνταυτῷ στρατιώτης, αἰσθάνομαι τὴν ἀνάγκην νὰ ἐγείρω φωνὴν διαμαρτυρίας διὰ τὰς τυχὸν παρουσιαζομένας παρατυπίας καὶ παραβάσεις, αἵτινες, ἐνῷ εἰς οὐδὲν ὠφελοῦσιν, ἀσφαλῶς ὅμως συντρέχουσιν εἰς τὸ νὰ καταρρίπτωσι τὸ γόητρον τοῦ στρατεύματος, τὸ ὁποῖον, ἂν, Κύριοι, ἀφέθη, κακῇ μοίρᾳ, νὰ καταστῇ ἔρημον ἰσχύος, ἀναγκαῖον εἶναι νὰ μὴ καταστῇ καὶ ἔρημον ὑπολήψεως. Ἐγώ, Κύριοι, δὲν φοβοῦμαι νὰ μοῦ καταλογισθῇ, ὅτι ζηλοτυπῶ τοὺς εὐνοουμένους. Τοῖς χαρίζω τὰς εὐνοίας. Οὐδενὸς οὐδέποτε τὴν εὔνοιαν ἐπεζήτησα. Πρὸς τὴν ἐκτίμησιν ὥδευσα καὶ πρὸς αὐτὴν ὁδεύω. (Εὖγε! εὖγε!)
§13ΔΙΟΝ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Καταθέτω τὸ σχέδιον τῆς μειονοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν Βασιλικὸν λόγον.
§14ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ σταλῇ πρὸς τύπωσιν καὶ θὰ διανεμηθῇ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 135). Αὔριον θ’ ἀναγραφῇ, ἐὰν ἡ Βουλὴ ἐπιτρέπῃ, ὡς πρῶτον ἀντικείμενον τῆς ἡμερησίας διατάξεως ἡ ἀπάντησις εἰς τὸν Βασιλικὸν Λόγον.
§15ΠΕΡ. ΒΑΛΑΩΡΙΤΗΣ. Θὰ συνεδριάσῃ αὔριον ἡ Βουλὴ;
§16Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Πρέπει νὰ τελειώσωμεν τὴν ἀπάντησιν εἰς τὸν Βασιλικὸν Λόγον.
§17Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἀλλὰ, κύριε Πρόεδρε, ἡ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν Βασιλικὸν Λόγον ἀποτελεῖ βεβαίως πολιτικὴν συζήτησιν, ἐπιθυμητὸν δὲ εἶναι, οἱ Βουλευταὶ νὰ ὦσι παρόντες. Δυστυχῶς, ἐκ τῆς δυσκολίας, ἣν ἀπαντῶμεν εἰς τὸν σχηματισμὸν ἀπαρτίας, ἀποδεικνύεται, ὅτι καὶ ἐκ τῆς πτέρυγος ἐκείνης καὶ ἐκ τῆς πτέρυγος ταύτης ἀπουσιάζουσι πολλοὶ Βουλευταί, οἱ ὁποῖοι μετέβησαν χάριν τῶν ἑορτῶν εἰς τὰς ἐπαρχίας των. Δὲν νομίζετε λοιπὸν, ὅτι θὰ ἦτο φρόνιμον νὰ διακόψωμεν ἐπί τινας ἡμέρας, παρὰ νὰ ἀρχίσωμεν αὔριον καὶ νὰ διακόψωμεν τὴν συζήτησιν, ὅπως ἐξακολουθήσωμεν αὐτὴν μετὰ τὸ πέρας τῶν ἑορτῶν;
§18Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὑπέθετον, ὅτι ἡ ἀπάντησις εἰς τὸν Βασιλικὸν Λόγον, ὡς εἰσήχθη, δὲν ἤθελε προκαλέσει μακρὰν συζήτησιν. Ἐὰν βεβαίως προκαλέσῃ μακρὰν συζήτησιν, δὲν ἀντιλέγω εἰς τὴν γνώμην ὑμῶν. Ἐκεῖνο ὅμως, τὸ ὁποῖον παρατηρῶ, καὶ ἐπιθυμῶ νὰ γένηται γνωστὸν, εἶναι, ὅτι, ἂν ἕνεκα τῆς διατάξεως τοῦ Συντάγματος, ἥτις ἐπέβαλλεν εἰς ἡμᾶς νὰ εἰσαγάγωμεν τὸν Προϋπολογισμὸν ἐντὸς δύο μηνῶν, ἠναγκάσθημεν νὰ ὑπερβῶμεν τὰ τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν Βασιλικὸν Λόγον καὶ νὰ εἰσαγάγωμεν τὸν Προϋπολογισμὸν, ἂν ἕνεκα τῆς ὑποχρεώσεως νὰ πληρώσωμεν τὰ ἔξοδα Ἰανουαρίου καὶ Φεβρουαρίου ἠναγκάσθημεν νὰ ζητήσωμεν νὰ ψηφισθῇ πρὸ τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν Βασιλικὸν Λόγον τὸ νομοσχέδιον περὶ χορηγίας τῆς ἀναγκαίας πιστώσεως, δὲν θέλει ὅμως εἶσθαι πολὺ εὐπρεπὲς νὰ ἀναβάλωμεν ἐπ’ ἄπειρον τῆς ἀπαντήσεως τὴν συζήτησιν. Ἀλλ’ ἂν πρόκηται νὰ γένηται πολιτικὴ συζήτησις, ἐγὼ δὲν ἀντιλέγω.
§19Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Βεβαίως θὰ γείνῃ. Δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία.
§20Δ. ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω ὅτι ὄχι μόνον δὲν βλάπτει, ὅτι προηγήθησαν τὰ σχετικὰ πρὸς τὸν Προϋπολογισμὸν, ἀλλ’ ἀπεναντίας, ἐὰν σκεφθῶμεν πρακτικώτερον, νομίζω ὅτι αὐτὸ θέλει συντελέσει εἰς τὴν προπαρασκευὴν τοῦ ἐδάφους πρὸς τὴν πολιτικὴν συζήτησιν, τὴν γενησομένην ἐπὶ τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν Βασιλικὸν Λόγον, διότι ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου θὰ ἔχῃ καὶ ἓν ἔδαφος πρακτικώτερον, καὶ ὄχι γενικὸν καὶ θεωρητικόν, ὁποῖον ἴσως παρουσιάζεται ἐν τῷ Βασιλικῷ Λόγῳ καὶ ἐν τῇ ἀπαντήσει. Ὥστε οὐδὲν τὸ ἄτοπον βλέπω εἰς τοῦτο.
§21Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν βλέπω ἄτοπον. Ὑπέθετον ὅμως, ὅτι δὲν ἠθέλομεν ἔχει πολιτικὴν συζήτησιν ἐπὶ τοῦ σχεδίου τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν Βασιλικὸν Λόγον, διότι πρόκειται ἡ γενικὴ συζήτησις τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἥτις παρέχει στάδιον εἰς πᾶσαν πολιτικὴν συζήτησιν καὶ εἰς τὴν ἔρευναν πάσης πράξεως καὶ παντὸς λογισμοῦ.
§22Δ. ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Γνωρίζετε, κύριε Πρόεδρε, καλλίτερον ἐμοῦ, ὅτι ἡ πολιτικὴ συζήτησις δίδεται εἰς τὴν ἀπάντησιν εἰς τὸν Βασιλικὸν Λόγον.
§23Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἐγὼ θεωρῶ καθῆκόν μου νὰ παρατηρήσω, ὅτι ὁ Βασιλικὸς Λόγος εἶναι αὐτὸ τοῦτο πολιτικὴ συζήτησις, ἀσχολούμενος περὶ θεμάτων, τὰ ὁποῖα εἶναι ἀδύνατον νὰ μὴ ἐπιβάλωσι συζήτησιν, διότι ἐν τῷ λόγῳ ἐκείνῳ θίγονται θέματα, τὰ ὁποῖα ἀναντιρρήτως προκαλοῦσι συζήτησιν.
§24Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Δηλαδή, κύριε Βουλευτά, ἐν ᾗ περιπτώσει ἡ Ἀντιπολίτευσις δηλοῖ, ὅτι θέλει προκαλέσει πολιτικὴν συζήτησιν, ὑποχωροῦμεν. Δὲν ἀντιλέγομεν.
§25Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Βεβαίως, κατὰ καθῆκον.
§26Δ. ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Προκαλεῖ τὴν συζήτησιν αὐτὸς ὁ Βασιλικὸς Λόγος.
§27ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει λοιπὸν πρότασις περὶ διακοπῆς τῶν συνεδριάσεων τῆς Βουλῆς, διότι ἄλλως δὲν δικαιολογεῖται ἡ μὴ ἀναγραφὴ ὡς πρώτου ἀντικειμένου τῆς συζητήσεως ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν Βασιλικὸν Λόγον. Ἐὰν διατυπώνητε τοιαύτην πρότασιν, παρακαλῶ νὰ τὴν ὑποστηρίξητε.
§28Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἐγὼ δὲν διατυπώνω τοιαύτην πρότασιν. Ἐγὼ μόνον ἔθηκα μίαν ἐρώτησιν εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργόν. Ἠρώτησα τὸν κ. Πρωθυπουργόν, ἂν νομίζει ὅτι εἶναι πρέπον, ἵνα ἡ Βουλὴ ἐπιληφθῇ τῆς συζητήσεως ταύτης ἀπόντων πλείστων Βουλευτῶν, ἔφερα δὲ ὡς ἐπιχείρημα τὸ γεγονός, τὸ ὁποῖον ἀπὸ ἡμερῶν παρατηρεῖται, ὅτι δυσκόλως γίνεται ἀπαρτία, διότι ἀπουσιάζουσι πλεῖστοι καὶ ἐκ τῆς πτέρυγος ταύτης καὶ ἐκ τῆς πτέρυγος ἐκείνης. Ἔθηκα λοιπὸν τὸ ζήτημα, ἂν νομίζει ὅτι εἶναι πρέπον νὰ ἀρχίσωμεν αὔριον συζήτησιν, ἡ ὁποία κατ’ ἀνάγκην θὰ διακοπῇ, διότι δὲν πιστεύω νὰ ἦναι δυνατὸν ἡ Βουλὴ νὰ συνεδριάσῃ τὴν Παρασκευὴν καὶ τὸ Σάββατον, καὶ ἑπομένως ἐζήτησα, ἂν εἶναι διατεθειμένος ὁ κ. Πρωθυπουργός, ὅπως ἡ συζήτησις αὕτη ἀναβληθῇ μετὰ τὸ πέρας τῶν ἑορτῶν, ὅτε θέλουσιν ἐπανέλθει καὶ οἱ ἀπουσιάζοντες Βουλευταί. Εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν ἀνήκει νὰ κανονίσῃ τὰ τοῦ ζητήματος τούτου.
§29ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Προβάλλετε πρότασιν ἀναβολῆς;
§30Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ὄχι.
§31ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγὼ εἶμαι ἠναγκασμένος, ἐπειδὴ θὰ παρακαλέσω τοὺς κυρίους συναδέλφους νὰ προσέλθωσιν αὔριον εἰς συνεδρίασιν, νὰ ἀναγράψω ὡς πρῶτον ἀντικείμενον τῆς ἡμερησίας διατάξεως τὴν συζήτησιν ἐπὶ τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν Βασιλικὸν Λόγον.
§32Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Δὲν εἶσθε ἠναγκασμένος νὰ τὸ ἀναγράψητε, ἐκτὸς ἐὰν θελήσῃ καὶ ἡ Βουλή.
§33Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Διαφωνοῦμεν εἰς δύο τινά εἰς τὴν ἀναγραφὴν ἀφ’ ἑνὸς ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν Βασιλικὸν Λόγον.
§34Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Αὐτὸ εἶναι δικαίωμα τοῦ Προέδρου.
§35Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. .. καὶ εἰς τὴν μὴ πρόοδον τῆς συζητήσεως ἐπ’ αὐτῆς. Ὅταν πρόκηνται νομοσχέδια πολλὰ ἡ ἀπάντησις εἰς τὸν Βασιλικὸν Λόγον ἔχει πάντως τὴν πρώτην θέσιν. Ἑπομένως νομίζω, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ὑπάρξῃ ἀμφιβολία, ὅτι πρῶτον ἀντικείμενον τῆς ἡμερησίας διατάξεως εἶναι ἡ ἀπάντησις εἰς τὸν Βασιλικὸν Λόγον. Τώρα πρόκειται νὰ ὁρισθῇ ὁ χρόνος τῆς συζητήσεως. Πρέπει νὰ συζητήσωμεν αὐτὴν αὔριον; Ὁ κ. ἐκ Κερκύρας Βουλευτὴς, ὅστις ὁμιλεῖ ἐν ὀνόματι τῆς μειονοψηφίας, εἰσαγγέλλει ὅτι σκοπεῖ νὰ ποιήσηται πολιτικὴν συζήτησιν ἐπὶ τῆς ἀπαντήσεως ταύτης, καὶ ὅτι νομίζει ὀρθὸν, ὅτι πρέπει νὰ ᾖναι παροῦσα ἡ Βουλή. Ἐγὼ δὲν ἀντιλέγω.
§36ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγὼ εἶπον, ὅτι ἀναγκαίως πρέπει νὰ ἀναγραφῇ ὡς πρῶτον ἀντικείμενον τῆς ἡμερησίας διατάξεως διὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς αὔριον ἡ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν Βασιλικὸν Λόγον, διότι τὸ ἄρθρον 64 τοῦ Κανονισμοῦ λέγει: «Μετὰ τὸν καταρτισμὸν τοῦ Προεδρείου ἡ Βουλὴ ἐκλέγει, κατὰ τὸ ἄρθρον 51, ἐννεαμελῆ ἐπιτροπὴν πρὸς σύνταξιν σχεδίου ἀπαντήσεως εἰς τὸν Βασιλικὸν Λόγον». Ἡ πρόβλεψις τοῦ Κανονισμοῦ αὕτη ἀποδεικνύει, ὅτι ἀναγκαίως ὀφείλεται ὡς πρώτη ἐργασία ἐκ μέρους τῆς Βουλῆς, λόγῳ ἁβρότητος πρὸς τὸ Στέμμα, νὰ ἀναγραφῇ ἡ συζήτησις αὕτη. Καὶ ἐγὼ ἀνέγραψα ταύτην. Ἔχω καθῆκον νὰ συνεννοῶμαι μετὰ τῆς Βουλῆς ὡς πρὸς τὸν καταρτισμὸν τῆς ἡμερησίας διατάξεως. Ἐὰν ἡ Βουλὴ δὲν ἔχῃ διάθεσιν νὰ συζητήσῃ, ἢ ἀναχωρῇ ἐξ ἄλλης σκέψεως, κυρία εἶναι ν’ ἀποφασίσῃ περὶ ἀναβολῆς τῆς συζητήσεως ἐπὶ τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν Βασιλικὸν Λόγον.
§37Δ. ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Καλῶς ἐπράξατε, ἀλλ’ ὑπάρχει, βλέπετε, γενικὴ συγκατάνευσις.
§38Κ. ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Ὑμεῖς, κύριε Πρόεδρε, τὸ ἀνεγράψατε, καὶ ἡ Βουλὴ θ’ ἀποφανθῇ!
§39Γ. ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν καὶ ὑμᾶς, κύριε Πρόεδρε, ἵνα, εἰ δυνατὸν, κατὰ τὴν ἐπανάληψιν τῶν ἐργασιῶν αὐτῆς, ἥτις πιθανὸν νὰ γείνῃ τὴν καθαρὰν Τετάρτην, ἀναγραφῶσιν ὡς δεύτερον ἀντικείμενον ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει τὰ νομοσχέδια τὰ ὑποβληθέντα χθὲς παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, διότι ταῦτα, ὡς ὁλόκληρος ἡ Βουλὴ ἀντελήφθη, εἶναι νομοθετήματα ὑψίστης σπουδαιότητος, καὶ δέον ἡ Βουλὴ ν’ ἀποφανθῇ ἐπ’ αὐτῶν τάχιστα. Ὀρθότατα παρετήρησεν ὁ κ. ἐκ Κερκύρας Βουλευτὴς, ὅτι πρόκειται μετά τινας ἡμέρας νὰ ἐξέλθωσι τὰ Στρατολογικὰ Συμβούλια εἰς περιοδείαν, καὶ ἂν τὰ νομοσχέδια ταῦτα γείνωσι νόμοι τοῦ Κράτους, δύναται ν’ ἀναβληθῇ ἡ κλήρωσις τῶν στρατευσίμων, ἡ μέλλουσα νὰ γείνῃ κατὰ τὸν νῦν ἰσχύοντα νόμον. Καὶ διὰ τὸν λόγον αὐτὸν καὶ δι’ ἄλλους λίαν σοβαροὺς παρακαλῶ ὑμᾶς, ἵνα ὡς δεύτερον ἀντικείμενον ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει μετὰ τὰς ἑορτὰς ἀναγραφῶσι τὰ νομοσχέδια ταῦτα. Ἐπειδὴ δὲ σκέπτομαι νὰ συζητήσω ἐπὶ τῶν νομοθετημάτων τούτων, παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ὅπως εὐαρεστούμενος καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τοὺς σχετικοὺς φακέλους ἐγγράφων, τοὺς ἀφορῶντας τὰ κατὰ τὴν πρώτην καὶ δευτέραν ἐπιθεώρησιν τοῦ στρατοῦ, τὴν γενομένην πέρυσι καὶ προπέρυσι παρὰ τοῦ Γενικοῦ Ἐπιθεωρητοῦ. Διότι φρονῶ, ὅτι τότε θὰ δυνηθῶμεν ἐν ἐπιγνώσει νὰ συζητήσωμεν καὶ ἀποφασίσωμεν ἐπὶ τοῦ ὑψίστου αὐτοῦ ἀντικειμένου. Τὸ ζήτημα τοῦ στρατοῦ εἶναι ὑψίστης σπουδαιότητος, ἀφ’ ἧς δὲ στιγμῆς ὑπεβλήθησαν τόσον σπουδαῖα καὶ σοβαρὰ νομοσχέδια, ὡς τὰ ὑποβληθέντα χθές, πρέπει ἡ Βουλὴ εὐθὺς μετὰ τὴν συζήτησιν ἐπὶ τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν Βασιλικὸν Λόγον νὰ ἐπιληφθῇ τῆς συζητήσεως τούτων, καὶ ἢ νὰ τὰ παραδεχθῇ, ἢ νὰ τὰ ἀπορρίψῃ. Δὲν πρέπει νὰ μένῃ ἐν ἐκκρεμότητι τοιοῦτον ζήτημα, ἐξ οὗ παραβλάπτονται ὕψιστα συμφέροντα τοῦ Κράτους.
§40ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ νομοσχέδια τὰ ὑποβληθέντα χθὲς ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν ἀπεστάλησαν πρὸς ἐκτύπωσιν, εὐθὺς δ’ ὡς διανεμηθῶσι, θ’ ἀναγραφῶσιν ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει κατὰ τὴν σειράν των· ἐξαρτᾶται δ’ ἐκ τῆς Βουλῆς νὰ μεταβάλῃ ταύτην. Ἀλλ’ ἔχομεν συντεταγμένην ἡμερησίαν διάταξιν, διανεμηθεῖσαν ἤδη εἰς τοὺς κυρίους Βουλευτάς, περιλαμβάνουσαν δὲ ἐννέα ἀντικείμενα. Αὐθαιρέτως δὲν δύναμαι νὰ μεταβάλω τὴν τάξιν. Ὁ κ. ἐξ Ἠλείας Βουλευτὴς δύναται, ὅταν ἔλθῃ ἡ ὥρα, νὰ ζητήσῃ τὴν προτίμησιν τῶν στρατιωτικῶν νομοσχεδίων.
§41Γ. ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Νὰ κληθῇ ἡ ἐπὶ τῶν στρατιωτικῶν ἐπιτροπή, ἵνα ἐπεξεργασθῇ ταῦτα.
§42ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ ὑποβληθῶσιν εἰς αὐτήν.
§43Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ὁ βουλευτὴς Πατρῶν κ. Ροῦφος ὑπέβαλε πρὸ ἡμερῶν πρότασιν νόμου, ὑπογεγραμμένην καὶ παρ’ ἄλλων συναδέλφων, ἀφορῶσαν εἰς τὴν μεταβολὴν τῆς στρεμματικῆς φορολογίας τῶν ἀμπέλων. Διατὶ δὲν διενεμήθη;
§44ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἐξετυπώθη ἔτι.
§45Κ. ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Καὶ ἐγὼ εἶχον ὑποβάλει νομοσχέδιον ἀφορῶν τὴν ἐπαρχίαν μου. Παρακαλῶ νὰ τυπωθῇ καὶ διανεμηθῇ.
§46ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα. Ὁ βουλευτὴς Βόλου κ. Γιαννακόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§47ΦΙΛ. ΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶδον ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως δημοσιευθεῖσαν μετάθεσιν τοῦ διατελοῦντος εἰσέτι ἀστυνόμου ἐν Ὑπάτῃ Περικλέους Γεωργοπούλου. Ἐγὼ ἐνόμιζον, ὅτι ὁ ἀστυνόμος οὗτος δὲν ἀπετέλει πλέον μέλος τῆς ἀστυνομίας τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους. Διότι ὁ περίφημος οὗτος ἀξιωματικὸς διετέλει ἀστυνόμος ἐν τῷ δήμῳ Ζαγορᾶς κατὰ τὸ 1899, ὁπότε ἐνηργοῦντο αἱ δημοτικαὶ ἐκλογαί, ἕνεκα δὲ τῶν ἐπεμβάσεων αὐτοῦ ἡ δικαστικὴ ἀρχή, τὸ Πρωτοδικεῖον Βόλου, ἠκύρωσε τὴν ἐκλογὴν τοῦ δήμου Ζαγορᾶς. Εἰσηγητὴς δὲ ἐν τῷ τμήματι τοῦ Πρωτοδικείου, ὅπερ ἠκύρωσε τὴν ἐκλογὴν τοῦ δήμου Ζαγορᾶς τότε, καὶ διέταξε τὴν ἐπανάληψιν αὐτῆς, ἦτο ὁ λαμπρὸς πρωτοδίκης κ. Δούνιας, ὃν, ὑποθέτω, πολλοὶ ἐξ ὑμῶν γνωρίζετε. Ἐνόμιζον, ὅτι ὁ ἀξιωματικὸς οὗτος δὲν διετηρεῖτο ἀκόμη ἐν τῇ ἀστυνομικῇ ὑπηρεσίᾳ, ἀλλὰ βλέπω μετὰ λύπης μου, ὅτι ἐξακολουθεῖ διατελῶν ἀστυνόμος, καὶ ἔχω πεποίθησιν, ὅτι τοποθετούμενος εἰς διαφόρους ἀστυνομίας, ἀναμφισβητήτως, προκειμένου νὰ γείνωσιν ἐντὸς ὀλίγου δημοτικαὶ ἐκλογαὶ, θὰ γείνῃ πάλιν αἰτία ἀκυρώσεως ἄλλης δημοτικῆς ἐκλογῆς. Ἑπομένως φρονῶ, ὅτι χάριν τῆς ἀξιοπρεπείας τοῦ ἀστυνομικοῦ σώματος καὶ χάριν τῆς τάξεως καὶ ἀσφαλείας, πρὸς δὲ τούτοις καὶ τῆς ἀμερολήπτου ἐκφράσεως τῆς γνώμης τῶν ἐκλογέων, πρέπει νὰ παύσῃ ὑπηρετῶν ὡς ἀστυνόμος. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ ζητήσῃ τὰ ἔγγραφα, τὰ ἀφορῶντα τὴν ἀκύρωσιν τῆς δημοτικῆς ἐκλογῆς τοῦ 1899 ἐν Ζαγορᾷ, καὶ ἐξ αὐτῶν θέλει πεισθῇ, ὅτι τὸ Δικαστήριον τῶν ἐν Βόλῳ Πρωτοδικῶν, τοῦ ὁποίου δύο δικαστὰς, τοὺς λαβόντας μέρος εἰς τὴν ἀπόφασιν τὴν ἀκυρωτικὴν τῆς ἐκλογῆς Ζαγορᾶς, ὁ τότε Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἐντὸς μηνὸς διὰ τὸν λόγον τοῦτον μετέθεσεν, ἀπεφάνθη, ὅτι ἡ ἐκλογὴ Ζαγορᾶς ἐνηργήθη ὑπὸ τὸ κράτος τοῦ ἀστυνόμου Γεωργοπούλου. Φρονῶ, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἔχει ὑποχρέωσιν, ἀστυνόμον, ἐναντίον τοῦ ὁποίου ὑπάρχει ἀπόφασις δικαστική, νὰ μὴ διατηρῇ ἐν τῇ ἀστυνομίᾳ, ἀλλὰ νὰ ἀπολύσῃ τάχιστα. Πρὸς δὲ τούτοις ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ὀφείλει νὰ παραπέμψῃ αὐτὸν εἰς Ἀνακριτικὸν Συμβούλιον, τὸ ὁποῖον ν’ ἀποφανθῇ, ἂν πρέπῃ νὰ ἦναι ἀξιωματικὸς ἐν ἐνεργείᾳ ὁ ἀστυνόμος οὗτος.
§48ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Διατὶ δὲν τὰ κατηγγέλλετε τότε;
§49ΦΙΛ. ΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ διὰ τοῦ τύπου καὶ δικαστικῶς κατεδιώχθη. Ἐν τῇ Βουλῇ δὲν εἶχον τὴν τιμὴν νὰ παρακάθημαι τότε, ἵνα τὰ ἐκθέσω, καὶ πράττω τοῦτο νῦν.
§50ΚΥΡ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ὁ ἀξιότιμος κ. συνάδελφος πρέπει νὰ ὁμολογήσῃ, ὅτι τὸ γεγονός, ὅπερ ἀνέφερεν εἰς τὴν Βουλήν, δὲν εἶναι νωπόν, καὶ ἀφοῦ δὲν εἶναι τοιοῦτον, δὲν ἠδυνάμην νὰ γνωρίζω πάντα ταῦτα...
§51ΦΙΛ. ΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως. Δι’ αὐτὸ σᾶς τὰ εἶπον.
§52ΚΥΡ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. .. Ἡ δὲ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν δὲν μοὶ ἀνέφερέ τι περὶ τοῦ γεγονότος τούτου. Βεβαίως θὰ λάβω τὰς δεούσας πληροφορίας, καὶ ἂν ταῦτα πάντα ἦναι ἀληθῆ, ὡς δὲν ἀμφιβιβάλλω, ἐστὲ βέβαιος, ὅτι ὁ ἀστυνόμος αὐτὸς δὲν θὰ μείνῃ εἰς τὴν ὑπηρεσίαν.
§53ΦΙΛΙΠ. ΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ ζητήσητε διὰ τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης ἀπὸ τὸν Εἰσαγγελέα Βόλου ἀντίγραφον τῆς ἀποφάσεως τοῦ Πρωτοδικείου, δι’ ἧς ἠκυρώθη ἡ ἐκλογὴ τοῦ δήμου Ζαγορᾶς, ἀποτελουμένου ἐκ χιλίων διακοσίων ἐκλογέων. Διότι ἐκ τῆς ἀποφάσεως ταύτης θέλει καταδειχθῆ, ὅτι ἡ ἐκλογὴ ἐκείνη ἠκυρώθη ἕνεκα τῶν ἐπεμβάσεων τοῦ εἰρημένου ἀστυνόμου. Ἀλλ’ ὅτε ἐνηργήθη ἡ ἐπαναληπτικὴ ἐκλογὴ, ὁ κύριος ἐκ Κερκύρας Βουλευτής, Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως τότε καὶ ἁρμόδιος Ὑπουργὸς, ἐθεώρησε καλὸν νὰ διατηρήσῃ τὸν ἀστυνόμον τοῦτον πάλιν ἐν τῇ ἀστυνομίᾳ Ζαγορᾶς, παρὰ τὴν ἀπόφασιν τοῦ Δικαστηρίου Βόλου!
§54ΑΡ. ΑΝΑΓΝΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τί ἔκαμνε τότε ὁ κύριος Τοπάλης;
§55ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ναί, τί ἔκαμνε;
§56ΦΙΛ. ΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως ἔσπευσε καὶ ἐκεῖνος καὶ ἐγὼ νὰ καταστήσωμεν ταῦτα γνωστὰ εἰς τὴν Κυβέρνησιν τοῦ ἐκ Κερκύρας βουλευτοῦ κ. Θεοτόκη, ἀλλ’ οὗτος δὲν ἠθέλησε νὰ εἰσακούσῃ τὸ δίκαιον ἡμῶν· ὅτε ὅμως ἐπὶ τὴν ἀρχὴν ἀνῆλθεν ὁ ἔντιμος ἐκ Καλαβρύτων πολιτευτής, ἔκτοτε χρονολογεῖται ἡ ἄκρα τάξις, ἥτις βασιλεύει ἐν τῷ τόπῳ ἐκείνῳ.
§57ΣΠΥΡ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ τῆς ἐπὶ τὸ βῆμα ἐλεύσεώς μου παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ἵνα εὐαρεστούμενος δώσῃ πληροφορίας περὶ τῆς ἐνεργείας του, σχετικὰς πρὸς τὴν ἐπερώτησιν τοῦ ἐκ Λεβαδείας βουλευτοῦ κυρίου Μπουφίδου περὶ τοῦ δημοσίου εἰσπράκτορος Βασιλείου Τρομάρα ἐν Παμφίᾳ, περὶ οὗ ὁ κύριος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὑπεσχέθη, ὅτι θέλει ἐνεργήσει. Ὁ περὶ οὗ πρόκειται εἰσπράκτωρ κατάγεται ἐκ τοῦ δήμου, ἐν ᾧ διενεργεῖται ἡ ἐπαναληπτικὴ ἐκλογὴ μετά τινας ἡμέρας. Σκανδαλώδεις δὲ ἐπεμβάσεις αὐτοῦ θέλουσι προκαλέσει ἀναμφισβητήτως σκηνὰς, ἃς πάντες ἀπευχόμεθα. Ὁ κ. ἐκ Λεβαδείας συνάδελφος διὰ μακρῶν ἀνέπτυξε πρὸ ἡμερῶν τὸ θέμα τοῦτο, καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶχε τὴν καλωσύνην νὰ ὑποσχεθῇ, ὅτι θέλει λάβει μέριμναν περὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης. Ὑπομιμνήσκων τὴν ὑπόσχεσίν του ταύτην, παρακαλῶ, ὅπως τάχιστα ληφθῶσι τὰ δέοντα μέτρα ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης.
§58Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Δὲν ἠξεύρω πῶς ἀντελήφθητε τὴν ἀπάντησίν μου πρὸς τὸν ἐκ Λεβαδείας Βουλευτήν. Ἐγὼ, ὁ δοὺς τὴν ἀπάντησιν, εἶμαι καὶ ὁ φυσικώτερος ἑρμηνευτὴς αὐτῆς. Ἀπήντησα εἰς τὸν ἐκ Λεβαδείας Βουλευτὴν, ὅτι ἡ ἐγκύκλιος, ἣν ἐπεκαλέσθη, ἐξεδόθη πρὸ 25 ἐτῶν, καὶ οὐδέποτε ἐξετελέσθη. Ἐν τούτοις θέλω ἐξετάσει περὶ τῆς ὑποθέσεως καὶ θέλω ἐνεργήσει τὰ δέοντα.
§59ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Ὡς πρὸς τὴν τελευταίαν ταύτην φράσιν σας, συνενῶ καὶ ἐγὼ τὰς παρακλήσεις μου πρὸς τὰς τοῦ κ. ἐκ Λεβαδείας Βουλευτοῦ.
§60Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τώρα, ὅτε ἔλειψεν ἡ εὐρύτης τῆς ἑρμηνείας.
§61ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Ὁ ἐκ Βόλου συνάδελφος κ. Γιαννακόπουλος, λαβὼν τὸν λόγον κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς 8 Φεβρουαρίου, ἐζήτησε πληροφορίας περὶ τοῦ Κρητσκείου κληροδοτήματος, καὶ ἐδήλωσεν ὅτι κατέστη ἀδύνατος ἡ ἐκτέλεσις τῆς θελήσεως τοῦ διαθέτου διὰ τοῦ ὁρισθέντος ἐν τῷ Βασιλικῷ Διατάγματι ὅρου, τοῦ κανονίζοντος, ὅπως οἱ διαγωνιζόμενοι φέρωσι βαθμὸν Λίαν καλῶς.
§62Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Πρόκειται περὶ ἀναπτύξεως τῆς ἐπερωτήσεως τοῦ κ. Βουλευτοῦ Βόλου;
§63ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Πρόκειται περὶ ἀπαντήσεως εἰς αὐτὸν, ἐπειδὴ τὸ σχετικὸν Βασιλικὸν Διάταγμα προσυπέγραψα ἐγὼ, ὡς Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως.
§64Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἠρώτησα, νομίσας ὅτι θὰ ἦτο ἀναγκαία ἡ παρουσία τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Παιδείας.
§65ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Κατὰ τὴν αὐτὴν συνεδρίασιν ἔλαβον ἀμέσως τὸν λόγον, καὶ ἐδήλωσα ὅτι, ἐὰν ἤθελεν ἐγκύψει ὁ κ. Βουλευτὴς εἰς τὴν μελέτην τοῦ Βασιλικοῦ ἐκείνου Διατάγματος, ἀντὶ μομφῆς εἶχε τὴν ὑποχρέωσιν εὐχαριστίας νὰ ἀπευθύνῃ πρὸς τότε Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως ἐπὶ τῇ ἐκδόσει τοῦ περὶ οὗ πρόκειται Βασιλικοῦ Διατάγματος. Τὸ θέμα εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχῃ γενικωτέραν ἔννοιαν καὶ σπουδαιοτέραν σημασίαν παρ’ ὅσην ἔδωκεν ὁ ἐκ Βόλου ἀξιότιμος συνάδελφος· νομίζω δὲ, ὅτι ἡ εὐκαιρία δὲν εἶναι ἀκατάλληλος, ὅπως παρακαλέσω τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ ἐνθυμηθῇ παλαιὰν ὑπόσχεσιν, τὴν ὁποίαν ἔχει δώσει πρὸς τὴν Α. Μ. τὸν Βασιλέα καὶ πρὸς τὴν Βουλήν, πρὸς τὴν Α. Μ. τὸν Βασιλέα δι’ ἐκθέσεως αὑτοῦ, ὡς Ὑπουργοῦ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως κατὰ τὸ 1877, πρὸς τὴν Βουλὴν δὲ εἰς σχετικὴν συζήτησιν περὶ τοῦ διακανονισμοῦ τῶν κληροδοτημάτων τῶν ὑπὸ τὴν διοίκησιν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως. Ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὡς Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως κατὰ τὴν 20 Ἰουλίου τοῦ 1877, προκειμένου περὶ κανονισμοῦ τῶν ὑποτροφιῶν, ἔγραφεν ἐν ἐκθέσει πρὸς τὴν Α. Μ. τὸν Βασιλέα τὰ ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Μέχρις οὗ διὰ νόμου κανονισθῶσιν ἀμεταβλήτως τὰ τῶν ὑποτροφιῶν καὶ κατασταθῶσιν ὅροι τινὲς, τῶν ὁποίων ἡ ὑπέρβασις δὲν θέλει εἶσθαι ἐπιτετραμμένη, καὶ οἵτινές εἰσιν ἀναγκαῖοι, ὅπως ὑπαχθῶσιν εἰς κανόνας, ὑπαγορευομένους ἀπὸ τὸ συμφέρον τοῦ Κράτους, τὰ κατὰ τὸν διορισμὸν καὶ τὴν ἐπιτήρησιν τῶν ὑποτρόφων, ἔκρινα ὅτι μοὶ ἐπιβάλλεται... νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Ὑμετέραν Μεγαλειότητα τὴν ἑξῆς πρότασιν. Σχετίζω τὰ ὀλίγα, τὰ ὁποῖα πρόκειται νὰ εἴπω περὶ τοῦ Κρητσκείου κληροδοτήματος, πρὸς τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν εἶχεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως κατὰ τὸ 1877, καὶ τὴν ὁποίαν, ὡς εἶπον πρὸ μικροῦ, ἐξέθηκεν ἄλλοτε καὶ ἐν τῇ Βουλῇ, ἵνα παρακαλέσω αὐτὸν νὰ ἐπωφεληθῇ τῆς καταλληλοτάτης ταύτης εὐκαιρίας, κατὰ τὴν ὁποίαν διευθύνει τὰ τῆς πλειονοψηφίας τῆς Βουλῆς, ὅπως πραγματοποιήσῃ τὴν ὑπόσχεσίν του, κανονίζων τὰ τῶν κληροδοτημάτων διὰ νόμου. Θεωρῶ ὅτι ἐπείγει ἡ ὑποβολὴ νομοσχεδίου πρὸς κανονισμὸν τῶν ὑποτροφιῶν καὶ τῆς διαθέσεως τῶν κληροδοτημάτων, συμφώνως πάντοτε, ἐννοεῖται, πρὸς τὸ γράμμα καὶ τὸ πνεῦμα τῶν ἀοιδίμων διαθετῶν. Ὅτε κατὰ Μάϊον τοῦ 1900 ἀνέλαβον τὴν διεύθυνσιν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, ἓν τῶν πρώτων θεμάτων, εἰς τὰ ὁποῖα ἔστρεψα τὴν προσοχήν μου, ἦσαν τὰ κληροδοτήματα, τὰ ὑπὸ τὴν διοίκησιν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως. Τὰ κληροδοτήματα εὑρίσκοντο εἰς ποιάν τινα ἀνωμαλίαν, καὶ μετὰ μακρὰν μελέτην κατώρθωσα μετὰ τοῦ ἁρμοδίου τμηματάρχου, λίαν ἐμπείρου, δι’ ἐπιμόνου ἐργασίας νὰ κανονίσω τὰ τῶν ἐσόδων, καὶ νὰ διαχωρίσω τὰ κεφάλαια ἀπὸ τοὺς τόκους αὐτῶν, τὰ ὁποῖα διετέλουν ἕως τότε ἀπὸ πολλῶν ἐτῶν ἀναμεμιγμένα ἐν τῷ δημοσίῳ ταμείῳ. Δὲν νομίζω ὅτι εἶναι ἄσκοπον νὰ ἀναγνώσω πρὸς τὴν Βουλὴν ἓν ἔγγραφον ἐκ τῶν πολλῶν, τὰ ὁποῖα ἀντηλλάγησαν μεταξὺ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν πρὸς διακανονισμὸν τῆς ὑποθέσεως ταύτης. Διότι ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, ὅτι ἡ ἀντίδρασις ἡ προβληθεῖσα ἐκ μέρους καὶ τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου καὶ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν ἦτο δι’ ἐμὲ ἀκατανόητος, ἵνα μὴ χαρακτηρίσω αὐτὴν ἄλλως. Ἐπὶ τέλους αἱ δύο αὗται ὑπηρεσίαι ὑπέκυψαν εἰς τὴν ἀπαίτησιν τὴν δικαίαν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, τὴν στηριζομένην ἐπὶ τοῦ δικαίου καὶ ἐπὶ τῶν διαθηκῶν τῶν ἀοιδίμων δωρητῶν, καὶ ἀνεγνώρισαν ποῖα ἐκ τῶν ἐν τῷ δημοσίῳ ταμείῳ εὑρισκομένων ποσῶν ἀνῆκον εἰς τὰ κεφάλαια καὶ ποῖα εἰς τοὺς τόκους αὐτῶν. Τὴν 12ην Σεπτεμβρίου τοῦ 1900 ἔτους ἔπεμψα τὸ ἑξῆς, ὑπ’ ἀριθμὸν 14007, λίαν ἐπεῖγον ἔγγραφον, ὡς Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, πρὸς τὸ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργεῖον (ἀναγινώσκει): «Ἐπιθυμοῦντες, κ. συνάδελφε, ἵνα αἱ ἐν τῷ καθ’ ἡμᾶς Ὑπουργείῳ τηρούμεναι ἐγγραφαὶ τῆς πιστοχρεώσεως τῶν κληροδοτημάτων ἐν γένει εὑρίσκωνται ἐν συμφωνίᾳ πρὸς τὰς ἐν τοῖς βιβλίοις τοῦ ὑφ’ ὑμᾶς Γενικοῦ Λογιστηρίου, καθ’ ὅσον αὗται σχετίζονται πρὸς τὴν διὰ λογαριασμὸν τῶν κληροδοτημάτων ἐνεργουμένην ληψοδοσίαν, ἀπηυθύναμεν εἰς τὸ καθ’ ὑμᾶς Ὑπουργεῖον (Γενικὸν Λογιστήριον) τὸ ὑπ’ ἀριθ. 11926 τῆς 19 Ἰουλίου ἐ. ἔ. ἡμέτερον ἔγγραφον, δι’ οὗ παρεκαλέσαμεν νὰ διαβιβασθῇ ἡμῖν ἀκριβὲς ἀπόσπασμα τῆς ἐν τοῖς βιβλίοις τοῦ ὑφ’ ὑμᾶς Γενικοῦ Λογιστηρίου τηρουμένης μερίδος τῶν γενικῶν λεγομένων κληροδοτημάτων. Μὴ τυχόντες ἐν καιρῷ ἀπαντήσεως ἐπὶ τοῦ ἀνωτέρω μνησθέντος ἐγγράφου ἡμῶν...» (Ἐπειδὴ μέχρι τῆς 12 Σεπτεμβρίου, ἀπὸ τῆς 19 Ἰουλίου, ἤτοι ἐπὶ δύο περίπου μῆνας, δὲν εἶχε δώσει ἀπάντησιν οὔτε τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν οὔτε τὸ Γενικὸν Λογιστήριον πρὸς τὸ ἔγγραφον τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, ἠναγκάσθην νὰ πέμψω τὸ λίαν ἐπεῖγον ἔγγραφον, τὸ ὁποῖον σᾶς ἀναγινώσκω ταύτην τὴν στιγμήν), (ἀναγινώσκει): «... ὑπεμνήσαμεν τὴν παράκλησίν μας διὰ νεωτέρου, ὁμοιαρίθμου τῷ πρώτῳ, ἐγγράφου ἀπὸ 1 Αὐγούστου ἐ. ἔ., τῇ 19 δὲ τοῦ αὐτοῦ μηνὸς Αὐγούστου διεβιβάσθη ἡμῖν διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 8777 ἐγγράφου τοῦ καθ’ ὑμᾶς Ὑπουργείου (Γενικοῦ Λογιστηρίου) τὸ ζητηθὲν ἀπόσπασμα, καὶ ἐπὶ πλέον, εἰ καὶ δὲν ἐζητήσαμεν γνώμην τινὰ περὶ τοῦ τρόπου τῆς διαθέσεως τῶν πλεονασμάτων ἐκ τῶν ἐτησίων εἰσοδημάτων τῶν ὡς εἴρηται κληροδοτημάτων, ὑπεδείχθη ἡμῖν διὰ τοῦ ἐγγράφου τούτου τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου: αʹ) νὰ ἐκδώσωμεν ἡμετέραν ἐπιταγὴν εἰς βάρος τῶν κληροδοτημάτων ἐκ δραχμῶν 325,562, ὅπως δι’ αὐτῶν ἀγορασθῇ ἔντοκον τοῦ Δημοσίου γραμμάτιον εἰς πίστωσιν τῶν κεφαλαίων τῶν κληροδοτημάτων τούτων, βʹ) νὰ ἐκδώσωμεν ἑτέραν ἐπιταγὴν εἰς βάρος τῶν αὐτῶν κληροδοτημάτων ἐκ δραχμῶν 133,333 καὶ λεπτῶν 32 δι’ ἀπόδοσιν τῷ Δημοσίῳ τῶν ὑπ’ αὐτῶν ὀφειλομένων δῆθεν εἰς τὸ καταργηθὲν ταμεῖον τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, καὶ γʹ) ὅτι τὸ εἰς πίστωσιν τοῦ λογαριασμοῦ τούτου ἀπομένον ὑπόλοιπον ἐκ δραχ. 78,498 καὶ λεπ. 52 δέον καὶ τοῦτο ν’ ἀποδοθῇ τῷ Δημοσίῳ, καθὸ ἀνῆκον εἰς τὸ πρὸς συνδρομὴν τῶν δήμων διὰ τὰ ἔξοδα τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως προωρισμένον κεφάλαιον. Εἰς τὸ ἔγγραφον τοῦτο τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου, δι’ οὗ, ὡς παρατηρεῖτε, διακανονίζονται πράξεις ἀναγόμεναι εἰς τὴν ἀποκλειστικὴν τοῦ καθ’ ἡμᾶς Ὑπουργείου ἁρμοδιότητα, ἀπηντήσαμεν δι’ ἡμετέρου ἐγγράφου, ὑπ’ ἀριθ. 14007 τῆς 25 Αὐγούστου ἐ. ἔ. αʹ) ὅτι ἀπόκειται ἡμῖν ν’ ἀποφασίσωμεν περὶ τοῦ καταλληλοτέρου καὶ πρὸς τὰ συμφέροντα τῶν κληροδοτημάτων ταυτιζομένου τρόπου τῆς διαθέσεως τῶν εἰς τὰ κεφάλαια ἐκ τοῦ ποσοῦ τῶν πλεονασμάτων ἀναλογούντων εἰς ἀγορὰν ἐντόκων γραμματίων τοῦ Δημοσίου ἢ ἄλλων χρηματικῶν ἀξιῶν, βʹ) ὅτι τὰ εἰς τὰ κεφάλαια τῶν κληροδοτημάτων τούτων ἀναλογοῦντα ἐκ τῶν ἀνωτέρω πλεονασμάτων ἀνέρχονται εἰς δραχμὰς 286,121 καὶ λεπτὰ 71, καὶ οὐχὶ εἰς δραχμὰς 325,562, καὶ γʹ) ὅτι τὸ μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν τῶν δραχ. 286,121.71 ἀπομένον ὑπόλοιπον πλεονασμάτων ἐκ δραχ. 233,053 καὶ λεπτῶν 13 δύναται νὰ διατεθῇ κατὰ τὰ ὑπὸ τῶν ἀειμνήστων κληροδοτῶν ὁριζόμενα. Ἐπὶ τοῦ ἐγγράφου ἡμῶν τούτου, καίτοι ὑπομνησθέντος διὰ νεωτέρου ὁμοιαρίθμου ἀπὸ 5 τρέχ. μηνός, οὐδεμιᾶς ἐτύχομεν μέχρι σήμερον ἀπαντήσεως. Ἑπομένως παρακαλοῦμεν ὑμᾶς, κύριε συνάδελφε, ἵνα, λαβόντες ὑπ’ ὄψιν τὸ ὑπ’ ἀριθ. 14007 τῆς 25 Αὐγούστου ἐ. ἔ. ἡμέτερον ἔγγραφον, ἐν ᾧ λεπτομερῶς ἀναλύονται οἱ λόγοι οἱ ἄγοντες εἰς τὰ ἀνωτέρω ὑφ’ ἡμῶν διατυπούμενα συμπεράσματα, εὐαρεστηθῆτε νὰ γνωρίσητε ἡμῖν, ἂν συμφωνεῖτε ἢ ὄχι πρὸς ταῦτα, καθόσον ἐπείγει τὰ μάλιστα ἐν τῇ καθ’ ἡμᾶς ὑπηρεσίᾳ ὁ διακανονισμὸς τοῦ προκειμένου ζητήματος. Ὁ Ὑπουργὸς Σπ. Ε. Στάης.» Κατόπιν τῶν δριμέων τούτων ἐγγράφων ἀνεγνώρισε τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι ποσὸν 286,121 δραχμῶν καὶ λεπ. 71 ἀνῆκεν εἰς τὰ κεφάλαια τῶν κληροδοτημάτων (Ἀδελφῶν Ζωσιμᾶ 183,224, Ι. Βόζου 55,202, Ρ. Ρογγότη 20,611, Σαλόνσκη 23,214, καὶ διαφόρων 3868), καὶ ἐξέδωκε τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Παιδείας τὴν ὑπ’ ἀριθ. 6 ἐπιταγὴν ἐκ δραχμῶν 286,121 καὶ λεπ. 71 τὴν 12 Ἰανουαρίου 1901, ἀπέμεινε δὲ οὕτω ποσὸν δραχ. 233,053 καὶ λεπ. 13, τὸ ὁποῖον ἀπεφάσισα τότε ἐγώ, ὡς Ὑπουργός, νὰ χρησιμοποιήσω πρὸς ἀποστολὴν εἰς Ἑσπερίαν νέων διδακτόρων τοῦ ἡμετέρου ἐθνικοῦ Πανεπιστημίου πρὸς ἐκμάθησιν ἐμπορικῶν μαθημάτων καὶ τελειοποίησιν εἰς ἄλλας ἐπιστήμας. Οὕτως ἐστάλησαν κατόπιν διαγωνισμοῦ οἱ ἑξῆς 12 διδάκτορες τοῦ ἡμετέρου Πανεπιστημίου: 1) Εἰς τὴν École Normale Supérieure τῶν Παρισίων ὁ Γ. Ρεμοῦνδος διὰ τὰ μαθηματικὰ, ὁ Κ. Μπέης διὰ τὰ Φυσικὰ, ὁ Ἀδαμάντιος Ἀδαμαντίου διὰ τὴν Φιλολογίαν, καὶ ὁ Α. Συρῖγος διὰ τὴν Γαλλικὴν γλῶσσαν. 2) Διὰ τὰ ἐμπορικά: ὁ Γ. Ραζῆς εἰς Neuchâtel τῆς Ἑλβετίας, ὁ Ε. Παπαστρᾶτος εἰς Λειψίαν, καὶ ὁ Ἠλ. Παπακώστας εἰς Βενετίαν. 3) Ὁ Π. Γιαβάσης διὰ τὴν χειροτεχνίαν τῶν σχολείων εἰς Στοκχόλμην. 4) Ὁ Σ. Κῦρος διὰ βιοτεχνικὰ εἰς τὴν Γερμανίαν, ὁ ὁποῖος δυστυχῶς ἀπεβίωσε, καὶ 5) ὁ Δ. Λάμψας καὶ ὁ Ν. Ἐξαρχόπουλος εἰς Ἰένην διὰ τὴν Παιδαγωγικήν. Καὶ ταῦτα ὡς πρὸς τὸ γενικὸν θέμα, τὸ ὁποῖον, ἐπαναλέγω, εἶναι ἄξιον νὰ προκαλέσῃ τὴν προσοχὴν τοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργοῦ καὶ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως διὰ νόμου κανονισθῶσιν ἐπὶ τέλους τὰ τῶν ὑποτροφιῶν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως. Σχετικῶς δὲ πρὸς τὸ Κρήτσκειον κληροδότημα, τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι ἐκ τῶν γενικῶν καλουμένων κληροδοτημάτων, ἀλλ’ εἶναι ἐκ τῶν εἰδικῶν, ἔχω νὰ ἀνακοινώσω εἰς τὴν Βουλὴν τὰ ἑξῆς. Ὡς καὶ κατὰ τὴν προπαρελθοῦσαν συνεδρίασιν ἐλέχθη, τὸ κληροδότημα τοῦτο εἶναι προωρισμένον διὰ τοὺς ἐκ Ζαγορᾶς καταγομένους, διὰ τοὺς ἐκ Πελοποννήσου, διὰ τοὺς ἐκ Σπετσῶν καὶ διὰ τοὺς ἐξ Ὕδρας, κατὰ τὴν ἑξῆς ἀναλογίαν: 4/10 μὲν ὑπὲρ τῶν πρώτων, τῶν ἐκ Ζαγορᾶς, 2/10 ὑπὲρ τῶν ἐκ Πελοποννήσου, 2/10 ὑπὲρ τῶν ἐκ Σπετσῶν καὶ 2/10 ὑπὲρ τῶν ἐξ Ὕδρας. Εἰς τὴν μελέτην, περὶ ἧς πρὸ μικροῦ ἔλεγον, καὶ εἰς τὴν ὁποίαν κατὰ τὸ δίμηνον πρῶτον διάστημα τῆς ὑπουργίας μου ἠσχολήθην, παρετήρησα, ὅτι αἱ τέσσαρες αὗται μερίδες δὲν εὑρίσκοντο κεχωρισμέναι, καὶ δὲν διετίθεντο συνῳδὰ τῇ διαθήκῃ τὰ εἰσοδήματα τοῦ Κρητσκείου κληροδοτήματος, τοῦ ὁποίου τὰ κεφάλαια ἀπαρτίζονται ἀπὸ 90 μετοχὰς τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ἀλλ’ ἑκάστοτε διενέμοντο ὡς ἡ βούλησις τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως Ὑπουργοῦ ἤθελεν. Οὕτως ἀπὸ τοῦ ἔτους 1885 μέχρι τέλους τῆς πρώτης ἑξαμηνίας τοῦ 1900 τὰ εἰσοδήματα ἐκ δραχμῶν 292,217 εἶχον διανεμηθῆ κατὰ τὴν ἑξῆς ἀναλογίαν: 105,138 δραχμαὶ ὑπὲρ τῶν ἐκ Ζαγορᾶς, ὑπὲρ τῶν ἐκ Σπετσῶν 62,802· ὑπὲρ τῶν Ὑδραίων 68,016, καὶ ὑπὲρ τῶν Πελοποννησίων δραχ. μόνον 56,360. Ἐθεώρησα ὅτι τοῦτο οὐ μόνον ἄδικον ἦτο, ἀλλὰ καὶ καταπάτησις ἀσύστολος τῆς βουλήσεως τοῦ ἀοιδίμου διαθέτου. Διότι ἔπρεπεν οἱ μὲν Ζαγοραῖοι, ἀντὶ τῶν 105,000, τὰς ὁποίας εἶχον λάβει, νὰ λάβωσι δρ. 126,303, οἱ δὲ Σπετσιῶται, ἀντὶ τῶν δρ. 62,000, νὰ λάβωσιν 63,151, οἱ Ὑδραῖοι ἀντὶ τῶν 68,000, ἃς εἶχον λάβει, νὰ λάβωσιν 63,151, καὶ τέλος οἱ Πελοποννήσιοι, ἀντὶ τῶν 56,000, ἃς εἶχον λάβει, νὰ λάβωσιν 63,151. Συνεπείᾳ τῆς ἀνωμαλίας ταύτης ἐξέδωκα τὸ Βασιλικὸν Διάταγμα, τὸ ὁποῖον ἐκάκισεν ὁ κύριος Βουλευτὴς ἐκ Βόλου, καὶ κατὰ τὸ ὁποῖον διατάσσεται νὰ τηρῶνται τέσσαρες μερίδες, καὶ νὰ κρατῆται βιβλίον ἑκάστης μερίδος, ὥστε νὰ μὴ ἐπιτρέπηται ἡ ἀνάμιξις αὐτῶν κατὰ τὰς ἐπιθυμίας τοῦ Ὑπουργοῦ. Ὁ δὲ κ. Βουλευτὴς ἐκ Βόλου, ἐὰν ἤθελε μελετήσει τὸ Διάταγμα καὶ ἤθελε ζητήσει ἐπισήμους πληροφορίας ἐκ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, θὰ ἐμάνθανεν, ὅτι οὐδεὶς κατὰ τὸ διάστημα τῆς ἐμῆς ὑπουργίας διωρίσθη ὑπότροφος ἐξ Ὕδρας ἢ Σπετσῶν, ἀλλὰ μόνον εἷς ἐκ Πελοποννήσου, διότι ἡ μερὶς τῶν Πελοποννησίων εἶχε πλεόνασμα 6791 δραχμῶν· καὶ οὗτος δὲ ἀπεστάλη ἀριστοῦχος τοῦ ἡμετέρου Πανεπιστημίου καὶ κατόπιν διαγωνισμοῦ εἰς Ἑσπερίαν πρὸς τελειοποίησιν αὐτοῦ εἰς τὰς πολιτικὰς ἐπιστήμας· εἶναι δὲ οὗτος ὁ κ. Κ. Σημαντήρας, ὁ υἱὸς τοῦ Προέδρου τοῦ Ἀρείου Πάγου. Ἡ δὲ μερὶς τῶν Ζαγοραίων ἔχει ποσὸν διαθέσιμον δραχ. 21,164. Καὶ τοιοῦτος εἶναι ὁ ἰσολογισμὸς τοῦ κληροδοτήματος Κρήτσκη, ὃν ἀφῆκα ἐγὼ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον. Ἡ διάταξις δὲ τοῦ Β. Διατάγματος τῆς 28 Σεπτεμβρίου 1900, τὴν ὁποίαν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἐκ Βόλου ἐκάκισεν, εἶναι ἡ ἑπομένη: «Ὁ διαγωνισμὸς δι’ ὑποτροφίαν εἰς τὰ ἐντὸς τοῦ Κράτους παιδευτήρια γίνεται μεταξὺ ὁμοταξίων φερόντων ἀπολυτήριον ἢ ἐνδεικτικὸν μετὰ βαθμοῦ τοὐλάχιστον λίαν καλῶς καὶ διαγωγῆς κοσμίας.» Τὸν περιορισμὸν τοῦ βαθμοῦ λίαν καλῶς εὗρεν ὁ κ. συνάδελφος καταστρεπτικὸν τῶν διατάξεων τῆς διαθήκης. Ἐὰν ἔχητε τὴν γνώμην, ὅτι ἡ διάταξις ἦτο ἄδικος, ὡς νῦν λέγετε, ὀφείλετε νὰ διορθώσητε τὰ ἐπίσημα πρακτικὰ τῆς Βουλῆς.
§66ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τί λέγει ἡ διαθήκη;
§67ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Ἡ διαθήκη δὲν ὁρίζει τὰς λεπτομερείας· ἀπαιτεῖ μόνον τὴν μόρφωσιν νέων ἐκ Ζαγορᾶς, Σπετσῶν, Ὕδρας καὶ Πελοποννήσου.
§68ΦΙΛ. ΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν εἷς μαθητὴς ἔχῃ τὸν βαθμὸν καλῶς, δὲν δύναται νὰ διορισθῇ ὑπότροφος;
§69Ι. ΣΙΓΑΛΑΣ. Ἡ διαθήκη ὁμιλεῖ περὶ ἀνατροφῆς πέντε νέων· ἀνατροφὴ δὲ δὲν εἶναι ἡ ἀποστολὴ εἰς τὴν Εὐρώπην, ὅτε ἡ ἀνατροφὴ εἶναι συμπεπληρωμένη. Τὸ Διάταγμα ἀντίκειται εἰς τὸ γράμμα καὶ τὸ πνεῦμα τῆς διαθήκης, δὲν ἐσεβάσθησαν δὲ αἱ Κυβερνήσεις τὰς τελευταίας θελήσεις τῶν διαθετῶν.
§70ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Ὁ ἀξιότιμος κ. συνάδελφος ἀνέγνωσε πράγματι τὴν περικοπὴν τῆς διαθήκης, τὴν ἀφορῶσαν τὴν διάθεσιν τῶν εἰσοδημάτων τοῦ κληροδοτήματος Κρήτσκη. Ἡ περικοπὴ δὲ ἀληθῶς ἔχει ὡς ἑξῆς: «...ὅπως ἡ Κυβέρνησις ἐκ τῶν τόκων τῶν 100,000 τούτων ῥουβλίων ἀνατρέφῃ, πέντε νέους, ἐξ ὧν εἷς νὰ ἦναι Πελοποννήσιος, εἷς Ὑδραῖος, εἷς Σπετσιώτης καὶ δύο ἀπὸ τὴν πόλιν Ζαγοράν». Ἀλλὰ δὲν πιστεύω ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Τήνου νὰ θεωρῇ, ὅτι ἡ «ἀνατροφὴ τῶν νέων» σημαίνει καὶ πρόσληψιν παραμάννας δι’ ἕνα ἕκαστον ἐξ αὐτῶν (ἱλαρότης). Ὀρθῶς δὲ ὁ ἐκ Γόρτυνος ἀξιότιμος Βουλευτής, Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, κατὰ τὸ 1877 ἐξέδωκε Βασιλικὸν Διάταγμα, διὰ τοῦ ὁποίου πρῶτος ἀπηγόρευσε τὰς ὑποτροφίας εἰς τὰ δημοτικὰ σχολεῖα· ἐγὼ δὲ ἀπηγόρευσα τὰς ὑποτροφίας εἰς τὰ Ἑλληνικὰ σχολεῖα, καὶ εὔχομαι ἄλλος Ὑπουργὸς ν’ ἀπαγορεύσῃ τὰς ὑποτροφίας εἰς τὰ Γυμνάσια.
§71Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Προκειμένου περὶ διαθήκης, ἦσθε ὑποχρεωμένος νὰ σεβασθῆτε τὰς διατάξεις αὐτῆς, ὁποιαιδήποτε καὶ ἂν ἦσαν αὗται.
§72ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Εἶμαι σύμφωνος μαζύ σας, καὶ ἀπορῶ διατὶ ἐξεγείρεσθε, ἐνῷ οὐδεμία ὑπάρχει περίπτωσις ἐξεγέρσεως.
§73Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Διότι βλέπω, ὅτι προέβητε εἰς κανονισμὸν τῶν τοιούτων θεμάτων χωρὶς ἡ διαθήκη νὰ ὁρίζῃ τι περὶ αὐτῶν.
§74ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Ἡ διαθήκη ἐπιβάλλει εἰς τὸν Ὑπουργὸν τὴν ἐκπαίδευσιν τῶν 5 νέων· πάντα τὰ λοιπὰ εἶναι τῆς δικαιοδοσίας αὐτοῦ. Ἑπομένως καὶ τὰ τοῦ βαθμοῦ καὶ τὰ τοῦ διαγωνισμοῦ καὶ τὰ τῆς ἀποστολῆς αὐτῶν εἰς Ἑσπερίαν εἶναι τῆς ἀπολύτου ἁρμοδιότητος τοῦ Ὑπουργοῦ· μαθηταὶ δὲ φέροντες τὸν βαθμὸν σχεδὸν καλῶς ἢ καλῶς εἶναι περιτρίμματα τῶν Γυμνασίων, προαγόμενοι ἀπὸ τάξεως εἰς τάξιν τῇ παρακλήσει τῶν συγγενῶν αὐτῶν. Ἐγὼ φρονῶ, ὅτι ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως.
§75Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Εἶναι ἀσθενής.
§76ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Τὸ γνωρίζω, καὶ ἐπιφυλάσσομαι νὰ ἀπευθύνω αὐτῷ ἐν καταλλήλῳ στιγμῇ ἐπερώτησιν περὶ τῆς διατάξεως ταύτης τοῦ Διατάγματος. Ἀλλ’ ἐνῷ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Βόλου εὕρισκε καταστρεπτικὴν τὴν διάταξιν ταύτην ἐν τῷ ἐκδοθέντι Β. Διατάγματι, δὲν εὕρισκεν ἐν τούτοις εὐεργετικὴν τὴν διάταξιν ἐκείνην, διὰ τῆς ὁποίας ἔχει σήμερον ἡ μερὶς τῶν Ζαγοραίων ποσὸν διαθέσιμον ἄνω τῶν 21,164 δραχμῶν.
§77Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Μόνον οἱ λαμβάνοντες ἄριστα πρέπει νὰ διορίζωνται ὑπότροφοι.
§78ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Καὶ ἐγὼ εἶχον τὴν αὐτὴν γνώμην, ἀλλὰ δὲν ἠθέλησα ἀπὸ τῆς ἄκρας ἐπιεικείας εἰς τὴν ἄκραν αὐστηρότητα νὰ μεταβῶ.
§79Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Εἶμαι τῆς ἰδέας, ὅτι οἱ λαμβάνοντες σχεδὸν καλῶς δὲν πρέπει οὔτε νὰ προβιβάζωνται.
§80ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Βόλου ἔπρεπε νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν, ὅτι προϋπῆρχεν ἄλλο Βασ. Διάταγμα περὶ τοῦ Κρητσκείου κληροδοτήματος, κατὰ τὸ ὁποῖον τὸ περίσσευμα τῶν ἐτησίων ἐσόδων, ἐξ οἱασδήποτε μερίδος καὶ ἂν προήρχετο, προσετίθετο εἰς τὸ κεφάλαιον τοῦ κληροδοτήματος· διὰ τῆς διατάξεως δὲ ταύτης ἱκανοποιοῦντο οὐχὶ οἱ διὰ τῆς διαθήκης ὑποδεικνυόμενοι, ἀλλ’ οἱ ἑκάστοτε ἰσχυρότεροι, οἱ ὁποῖοι οὕτω κατεβρόχθιζον τὰς μερίδας τῶν Ζαγοραίων. Τὸν ἀξιότιμον Βουλευτὴν ἐκ Βόλου καὶ πάντα ἄλλον ἐπιθυμοῦντα νὰ ἐγκύψῃ εἰς τὴν μελέτην τῶν κληροδοτημάτων παραπέμπω εἰς τὴν ἐκδοθεῖσαν ὑπ’ ἐμοῦ, ὡς Ὑπουργοῦ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, κατὰ τὸ 1900 Ἐπετηρίδα, εἰς τὴν ὁποίαν καὶ τὰ τῶν κεφαλαίων καὶ τὰ τῆς διαθέσεως τῶν τόκων καὶ τὰ τῶν ὑποτρόφων εὑρίσκονται ἐν λεπτομερείᾳ.
§81ΦΙΛΙΠ. ΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐνόμιζον ὅτι ὁ βουλευτὴς Κυθήρων κ. Στάης δὲν ἤθελε λάβει τὸν λόγον σήμερον, ἀλλ’ ὅτι ἤθελεν ἀναμείνει τὴν κατάθεσιν παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως τῶν ἐγγράφων, ἅτινα ἐζήτησα πρὸ ἡμερῶν, καὶ τότε νὰ συζητήσωμεν, παρόντος καὶ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ὅστις σήμερον ἀσθενεῖ. Ὁ κ. Στάης εἶπεν, ὅτι νὰ τὸν ἐπαινέσω μᾶλλον ἔπρεπε, διότι ὡς Ὑπουργὸς ἐπελήφθη τοῦ ζητήματος τῶν κληροδοτημάτων, καὶ ἐξήλεγξε καὶ ἐξεκαθάρισε ταῦτα. Δὲν νομίζω ὅτι ἔπρεπε νὰ ἀναμένῃ νὰ τὸν ἐπαινέσω, διότι οὐδὲν ἕτερον ἔπραξεν, ὡς Ὑπουργός, ἢ τὸ καθῆκόν του. Ἤλεγξα ὅμως τοῦτον, τὸν ἐλέγχω δὲ καὶ ἤδη καὶ θὰ ἐξακολουθῶ νὰ τὸν ἐλέγχω, διότι διὰ τοῦ Διατάγματος ἐκείνου ὥρισεν, ὅτι ἀποκλείονται τοῦ διαγωνισμοῦ ὅσοι δὲν ἔχουν τὸν βαθμὸν λίαν καλῶς, ἐδήλωσε δὲ νῦν, ὅτι τοὺς ἔχοντας βαθμὸν καλῶς θεωρεῖ ὡς περιτρίμματα. Τοῦτο εἶναι ἄδικον καὶ παρακεκινδυνευμένον· οὐδεὶς δὲ Ὑπουργός, οὔτε ὁ νῦν οὔτε πᾶς ἄλλος, ὀφείλει νὰ πράξῃ ἄλλως ἢ νὰ τηρήσῃ τὴν διάταξιν τὴν ῥητὴν τῆς διαθήκης. Ὅσοι ἔχουσι τὸν βαθμὸν καλῶς, κύριε συνάδελφε, δὲν εἶναι περιτρίμματα, ἀλλὰ πολλάκις εἶναι οἱ ἄριστοι τῶν μαθητῶν· συμβαίνει ἕνεκα διαφόρων λόγων νὰ λαμβάνωσι κατὰ τὰς ἐξετάσεις τὸν βαθμὸν καλῶς, χωρὶς νὰ ἦναι καὶ περιτρίμματα. Πρέπει νὰ προκληθῇ διαγωνισμός, εἰς τὸν ὁποῖον νὰ ἦναι δεκτοὶ οἱ μαθηταὶ πασῶν τῶν τάξεων τοῦ Γυμνασίου Βόλου, ἀνεξαρτήτως τοῦ βαθμοῦ, οἱ καταγόμενοι ἐκ Ζαγορᾶς, καὶ νὰ λάβωσι τὴν ὑποτροφίαν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι θὰ λάβωσι τὸν σχετικῶς καλλίτερον βαθμόν. Αὐτὸ εἶναι τὸ λογικόν, τὸ δίκαιον, τὸ ἐπιβεβλημένον, καὶ αὐτὸ ὤφειλε νὰ κάμῃ ὁ κ. Στάης. Συνεπῶς εἶχον τὸ δικαίωμα καὶ τὴν ὑποχρέωσιν νὰ τὸν ἐλέγξω διὰ τοῦτο, καὶ ἐξακολουθῶ νὰ τὸν ἐλέγχω· δι’ οὐδεμίαν δὲ ἄλλην ἐνέργειαν αὐτοῦ, ὡς Ὑπουργοῦ, ἤλεγξα αὐτόν. Καὶ δὲν εἶχε σήμερον τὸ δικαίωμα νὰ ἐπιτεθῇ κατὰ Βουλευτοῦ, ὁ ὁποῖος πρώτην φορὰν εἰσέρχεται εἰς τὴν Βουλὴν μεθ’ ὅλης τῆς ὑπερηφανείας, ἐνδιαφερόμενος ὑπὲρ τῆς πατρίδος του, διότι ὁ Βουλευτὴς οὗτος τὸν ἐσεβάσθη καὶ ἁπλῶς τὸν ἤλεγξε, καὶ δικαίως, διὰ παράβασιν ὡρισμένης διατάξεως. Οὐδεὶς δὲ τῶν Βουλευτῶν, πιστεύω, θὰ εὑρεθῇ νὰ εἴπῃ, ὅτι ὁ Ζαγοραῖος ὑπότροφος πρέπει νὰ ἔχῃ τὸν βαθμὸν λίαν καλῶς, ἵνα λάβῃ μέρος εἰς τὸν διαγωνισμόν. Ἐπιβάλλεται δὲ νὰ καταργηθῇ τὸ Διάταγμα, ἢ νὰ τροποποιηθῇ ἐν πολλοῖς.
§82ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ροδόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§83Γ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. Κατὰ τὸ ἔτος 1901 ἕνεκα τοῦ περονοσπόρου ἢ ἄλλων καιρικῶν περιστάσεων ἐπῆλθε βλάβη τῶν εἰσοδημάτων τῶν ἀμπέλων τοῦ δήμου Τυρνάβου καὶ τοῦ δήμου Γόννων τῆς ἐπαρχίας Τυρνάβου, ὡς καὶ ἄλλων τινῶν δήμων τοῦ Κράτους. Τὸ προκάτοχον Ὑπουργεῖον εἰσήγαγεν εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου ἐπρότεινε νὰ ἀπαλλαγῶσιν ἀπὸ τοῦ φόρου τῶν ἀμπέλων οἱ ἀμπελοκτήμονες τῶν δήμων ἐκείνων, εἰς τοὺς ὁποίους ἐπῆλθον αἱ ζημίαι. Ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν ἐκκρεμῆ ταύτην ἐργασίαν, ἢ μᾶλλον τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον εἶχεν ὑποβάλει ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις, καὶ λάβῃ μίαν ἀπόφασιν περὶ τοῦ δικαίου τῶν ἀνθρώπων ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι κατέβαλον τὸν φόρον αὐτὸν, ἢ καταδιώκονται ἤδη διὰ νὰ τὸν καταβάλουν, χωρὶς νὰ λάβωσιν εἰσόδημά τι ἐκ τῶν ἀμπέλων των. Ὁ πρώην Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν κ. Νέγρης, πρὸς τὸν ὁποῖον τότε ἔγραψα, παρακαλῶν αὐτὸν νὰ λάβῃ πρόνοιαν περὶ τοῦ δικαίου τῶν συμπολιτῶν μου, μοὶ ἀπήντησιν, ὅτι ἦτο ὑποχρεωμένος ἐκ τοῦ νόμου νὰ ἐπιδιώξῃ τὴν εἴσπραξιν, ἀλλ’ ἐν τούτοις ὑπῆρχε διατεθειμένος, εἰς τὴν προσεχῆ Βουλὴν, ἐὰν διετέλει Ὑπουργὸς, νὰ ὑποβάλῃ νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου νὰ ὁρισθῇ, ὅτι πᾶν ὅ,τι ἤθελον πληρώσει οἱ ὑποστάντες τὴν καταστροφὴν ἀμπελοκτήμονες διὰ τὸν φόρον τοῦ 1901 νὰ συμψηφισθῇ εἰς τὰς δόσεις τοῦ ἰδίου φόρου τοῦ 1902. Ἀλλὰ καὶ γενικώτερον, προκειμένου περὶ τῆς φορολογίας τῶν ἀμπέλων, τὴν ὁποίαν, ὡς ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς κ. Σμολένσκης εἶπεν, ἡ Κυβέρνησις ὑπεσχέθη νὰ καταργήσῃ, θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν νὰ ἀκούσῃ καὶ τῆς ἐμῆς γνώμης, ἡ ὁποία ὅμως δὲν συμπίπτει μὲ τὴν γνώμην ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι νομίζουσιν, ὅτι ὁ φόρος αὐτὸς δύναται εὐχερῶς νὰ καταργηθῇ. Θὰ ἦτο ἀληθῶς εὐχῆς ἔργον νὰ κατηργεῖτο ὁ στρεμματικὸς φόρος ἐπὶ τῶν ἀμπέλων, διότι βεβαίως δὲν στηρίζεται ἐπὶ βάσεως δικαίας, ἀλλὰ τὸ δύσκολον εἶναι ὡς εἶπε καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὄχι νὰ καταρρίψῃ τις ἕνα θεσμὸν, ἓν φορολογικὸν σύστημα, ἀλλὰ νὰ ἀνορθώσῃ εἰς τὴν θέσιν του ἄλλο. Καὶ πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἀντικατασταθῇ αὐτὸς ὁ φόρος δι’ ἄλλου; Ἐγὼ διστάζω νὰ ἐλπίσω, ὅτι θὰ εὑρεθῇ ἄλλος φόρος, ὁ ὁποῖος θ’ ἀντικαταστήσῃ τὸν ὑπάρχοντα, χωρὶς νὰ ἦναι καταθλιπτικώτερος αὐτοῦ. Ἀλλὰ τί δέον γενέσθαι, ἀφοῦ καὶ ὁ νῦν φόρος εἶναι καταθλιπτικὸς καὶ ὁ ἀντικαταστήσων αὐτὸν εἶναι πιθανὸν νὰ ἦναι ἐπίσης καταθλιπτικὸς, ἂν μὴ καταθλιπτικώτερος αὐτοῦ; Ἐὰν ἐπανέλθωμεν εἰς τὴν φορολογίαν ἐπὶ τοῦ οἴνου, φορολογοῦντες κατὰ τὸ καταργηθὲν σύστημα τὸ εἰσόδημα, θὰ ἐπανέλθωμεν εἰς τὰς ἁμαρτίας τοῦ παρελθόντος. Διότι εἶναι μὲν ἀληθὲς, ὅτι ἡ βάσις τοῦ παλαιοῦ νόμου γενικῶς ἦτο δικαία, καθότι ἐφορολογεῖτο ἡ πραγματικὴ παραγωγὴ, τὸ εἰσόδημα τὸ ἀποληφθὲν, καὶ ὄχι ἡ πιθανότης τοῦ εἰσοδήματος, ὡς συμβαίνει εἰς τὴν κατὰ στρέμμα φορολογίαν, αἱ λεπτομέρειαι ὅμως, ὁ τρόπος τῆς βεβαιώσεως, καὶ προσέτι ὁ τρόπος τοῦ ἀναλογισμοῦ τοῦ φόρου, ἦτο ἄδικος διότι ἡ μὲν βεβαίωσις καὶ εἴσπραξις τοῦ φόρου ἦτο καταθλιπτικωτάτη, καὶ πάντες μετὰ φρίκης ἀναμιμνησκόμεθα τῶν ἀπαισίας μνήμης ἐνοικιαστῶν τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ οἴνου, οἱ ὁποῖοι κατεπίεζον τὸν πτωχὸν κτηματίαν μέχρι τοιούτου σημείου, ὥστε πολλάκις οἱ παραγωγοὶ ἀπεφάσιζον νὰ ἐγκαταλείψουν τὸ εἰσόδημά των, διὰ ν’ ἀποφύγουν τοὺς ὄνυχας τῶν τοιούτων ἀσυνειδήτων καταπιεστῶν. Τίς δὲν ἐνθυμεῖται τὰ περίφημα ἐκεῖνα πρωτόκολλα, δι’ ὧν κατεμετροῦντο οἱ κάδοι ὡς δοχεῖα ἀποταμιεύσεως οἴνου, ἕνεκα τῶν ὁποίων οἱ πτωχοὶ ἀμπελοκτήμονες ἠναγκάζοντο ἢ νὰ καταφεύγωσιν εἰς τὰ Δικαστήρια καὶ πληρώνωσιν εἰς δικηγόρους καὶ λοιπὰ ἔξοδα πολλαπλάσια τοῦ φόρου, ὁ ὁποῖος τοῖς ἐζητεῖτο, ἢ νὰ ὑποκύπτωσιν εἰς τὰς ληστρικὰς πιέσεις τῶν ἐνοικιαστῶν, καὶ νὰ πληρώνωσιν αὐτοῖς ὅ,τι θὰ κατηνάλισκον εἰς ἀνακοπὰς κατὰ τῶν πρωτοκόλλων, ἐξαγοράζοντες οὕτω τὴν ἡσυχίαν των; Ἀλλ’ ἐκτὸς τοῦ ὅτι ἦτο καταθλιπτικώτατον τὸ καταργηθὲν σύστημα ἕνεκα τῶν εἰρημένων ἐλαττωμάτων αὐτοῦ περὶ τὴν βεβαίωσιν καὶ εἴσπραξιν, ἀλλὰ καὶ ἡ φορολογία ἦτο ἄνισος κατὰ τὴν κατανομὴν τοῦ φόρου, διότι ὁ φόρος ἐπεβάλλετο κατ’ ὀκᾶν οἴνου, ἀσχέτως πρὸς τὴν ποιότητα αὐτοῦ, ἤτοι πρὸς τὴν τιμήν του· ἀλλ’ ὁ οἶνος, ὡς εἶναι γνωστόν, δὲν ἔχει τὴν αὐτὴν τιμὴν εἰς ὅλα τὰ μέρη τῆς Ἑλλάδος, ἡ τιμὴ αὐτοῦ ποικίλλει ἀναλόγως τῆς ποιότητος· ἀφοῦ δὲ ἡ φορολογία δὲν ἦτο εἰς εἶδος, ἀλλ’ εἰς ὡρισμένον χρηματικὸν ποσὸν κατ’ ὀκᾶν, προφανῶς δὲν εἶχε δικαίαν βάσιν ἀναλογικῆς φορολογίας. Ὑπάρχουσι διαμερίσματα, εἰς τὰ ὁποῖα ὁ οἶνος τιμᾶται πρὸς 10 λεπτὰ τὴν ὀκᾶν, καὶ ἄλλα, εἰς τὰ ὁποῖα φθάνει μέχρι μιᾶς δραχμῆς κατ’ ὀκᾶν· καὶ ὅμως 1 λεπτὸν καὶ ¾ κατ’ ὀκᾶν ἐπλήρωνεν ὁ παραγωγὸς οἴνου ἔχοντος ἀξίαν 10 λεπτῶν κατ’ ὀκᾶν, καὶ ἐπίσης 1 λεπτὸν καὶ ¾ κατ’ ὀκᾶν ἐπλήρωνεν ὁ παραγωγὸς οἴνου, ὃν ἐπώλει ἀντὶ μιᾶς δραχμῆς κατ’ ὀκᾶν. Ἐφορολογεῖτο λοιπὸν δικαίως καὶ κατ’ ἴσην ἀναλογίαν τὸ εἰσόδημα, ἀφοῦ ὁ μὲν πρῶτος ἐξ 100 ὀκάδων οἴνου εἰσέπραττε 10 δραχμὰς, ὁ δὲ δεύτερος 100 δραχμάς; Καὶ ὅμως ἀμφότεροι ἐπλήρωνον ἀνὰ δρ. 1 καὶ 75/00 ἑκάτερος ὡς φόρον εἰσοδήματος; Βλέπετε λοιπόν, ὅτι καὶ ἐπὶ τοῦ συστήματος ἐκείνου ἡ φορολογία ἦτο πολὺ ἀδικωτέρα ἀφ’ ὅ,τι εἶναι σήμερον. Δι’ αὐτὸ, ὅτε εἰσήχθη τὸ νομοσχέδιον περὶ στρεμματικῆς φορολογίας τῶν ἀμπέλων, ὅλοι εὐφροσύνως ἐχαιρετίσαμεν τὴν εἰσαγωγὴν αὐτοῦ, τὸ μὲν διότι ἡ εἴσπραξις τοῦ φόρου δὲν θὰ ἦτο, ὅπως πρὶν, καταθλιπτικὴ, τὸ δὲ διότι ἦτο τὸ πρῶτον βῆμα πρὸς σύνταξιν κτηματολογίου, καὶ τοιαύτην ἔννοιαν καὶ σκοπὸν εἶχεν ὁ φόρος οὗτος, νὰ παρασκευάσῃ δηλαδὴ τὸ ἔδαφος δι’ ἄλλην ἐργασίαν, ἤτοι τὸν καταρτισμὸν φορολογικοῦ κτηματολογίου, ὅπως βραδύτερον καὶ ἐπὶ ἄλλων εἰδῶν παραγωγῆς, καὶ ἰδίως τῶν δημητριακῶν, εἰσαχθῇ μὲ ἀναλόγους βελτιώσεις καὶ τροποποιήσεις τὸ αὐτὸ φορολογικὸν σύστημα. Προέκυψαν ὅμως κατὰ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου ἄτοπά τινα, ὧν ἡ διόρθωσις ἐνδείκνυται· τὸ βαρύτερον δὲ ἐκ τῶν κατὰ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου αὐτοῦ βεβαιωθέντων ἐλαττωμάτων ἦτο, ὅτι, ὡς ἐκανονίσθη ἡ κλῖμαξ τῆς φορολογίας ὑπὸ τῶν ὀργάνων τῶν τεθειμένων πρὸς ὑπολογισμὸν τοῦ φόρου, ἐφορολογήθη ἐπαχθέστατα ἡ ἤδη καὶ ἐξ ἄλλων λόγων πάσχουσα οἰνοπαραγωγή, τουτέστιν ἐπεβαρύνθησαν αἱ ἄμπελοι διὰ φόρου πολλάκις ὑπερβαίνοντος καὶ αὐτὴν τὴν ἀξίαν τῆς ὅλης παραγωγῆς. Ταῦτα κυρίως ὑπῆρξε τὸ ἄτοπον, τὸ ὁποῖον ἐξήγειρε τὴν κατακραυγὴν ὅλου τοῦ κτηματικοῦ κόσμου, κατὰ τοῦ νόμου αὐτοῦ, ὅστις, ὅτε ἐψηφίσθη, εἶχε γηθοσύνως ὑπὸ πάντων χαιρετισθῆ, ὡς ἀπαλλαγὴ ἀπὸ δεινῶν. Ἔπταιεν ὁ νόμος; ὄχι τόσον ὁ νόμος, ὅσον οἱ τοιουτοτρόπως ἐφαρμόσαντες αὐτόν. Ἕτερον, προκῦψαν ἐκ τῆς πείρας τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου τούτου, ἄτοπον εἶναι, ὅτι εἴτε παραγάγῃ εἴτε δὲν παραγάγῃ ἡ ἄμπελος καρπὸν, ὁ ἰδιοκτήτης εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ πληρώσῃ τὸν φόρον. Τὸ ἐλάττωμα τοῦτο τοῦ νόμου εἶναι θεμελιῶδες· ἀνατρέπει αὐτὴν τὴν βάσιν, ἐφ’ ἧς στηρίζεται ὁ φόρος οὗτος, ὡς φόρος παραγωγῆς καὶ καταναλώσεως, δὲν εἶναι πλέον φόρος ἐπὶ τοῦ εἰσοδήματος, ἀλλ’ εἶναι φόρος ἐπὶ τῆς ἰδιοκτησίας. Αὐτὰ τὰ δύο ἐλαττώματα τοῦ νόμου, Κύριοι, μᾶς κατέδειξεν ἡ ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς αὐτοῦ πεῖρα, καὶ ἕνεκα αὐτῶν σύσσωμος ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἐξηγέρθη, ζητῶν τὴν κατάργησιν αὐτοῦ. Εἶναι ὅμως εὔκολος, εἶναι δυνατὴ ἡ διὰ συστήματος ἧττον καταθλιπτικοῦ ἀντικατάστασις αὐτοῦ; Φρονῶ ἐν ἀκραδάντῳ πεποιθήσει, ὄχι! Ἐὰν ἐδόθη τοιαύτη ὑπόσχεσις ὑπὸ τοῦ κόμματος τοῦ νῦν ἐν τῇ ἐξουσίᾳ, δὲν θὰ τηρηθῇ, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τηρηθῇ, καὶ ὁ νόμος θὰ μείνῃ. Τί δέον ὅμως γενέσθαι; πῶς θὰ ἐξέλθωμεν ἀπὸ τὴν δυσχέρειαν αὐτήν; Οὐδὲν ἄλλο πρακτικώτερον εὑρίσκω ἢ τὸ νὰ διατηρήσωμεν τὸ φορολογικὸν σύστημα ὅπως ἔχει, νὰ τροποποιήσωμεν ὅμως αὐτὸ τοιουτοτρόπως, ὥστε νὰ ἄρωμεν τὰ ἄτοπα, τὰ ὁποῖα μᾶς κατέδειξεν ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ νόμου, καὶ περὶ τῶν ὁποίων προηγουμένως ἔκαμον λόγον. Τὸ πρῶτον ἄτοπον αἴρεται διὰ τῆς ἐλαττώσεως τῆς κλίμακος τῆς φορολογικῆς, καὶ πρὸς τοῦτο ὁ πρώην Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὁ κατὰ τὴν τελευταίαν Σύνοδον τῆς παρελθούσης Περιόδου, εἶχεν εἰσαγάγει νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου ὁ φόρος τῶν ἀμπέλων ἠλαττοῦτο εἰς 3 δραχμὰς κατὰ στρέμμα διὰ τὰς ἀμπέλους, δι’ ἃς ἔχει καταλογισθῆ φόρος δραχμῶν 6 μέχρι 5, εἰς δραχμὰς 2, 75 δι’ ἃς ἀμπέλους ἔχει καταλογισθῆ φόρος δραχ. 5 μέχρι 4, εἰς δραχμὰς 2, 50 δι’ ἃς ἔχει καταλογισθῆ φόρος δραχμῶν 4 μέχρι 3, καὶ οὕτω καθεξῆς, κλιμακηδὸν ὁ φόρος ἐμειοῦτο κατ’ ἐλάχιστον ὅρον εἰς μίαν δραχμὴν κατὰ στρέμμα. Νομίζω ὅτι, ἐὰν συμφώνως μὲ τὴν βάσιν τοῦ νομοσχεδίου ἐκείνου ὁ φόρος περιορισθῇ ἀπὸ μιᾶς μέχρι τριῶν κατ’ ἀνώτατον ὅρον δραχμῶν κατὰ στρέμμα, καὶ ληφθῇ πρόνοια νὰ γίνεται εἰς τὸ μέλλον δικαιότερος ὁ ἀναλογισμὸς τοῦ φόρου ἐντὸς τῆς κλίμακος ταύτης, αἴρεται τὸ ἄτοπον τοῦ ἐπαχθοῦς τῆς φορολογίας, τὸ ὁποῖον ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ νόμου κατέδειξε μέχρι σήμερον. Τὸ θεμελιωδέστερον ἄτοπον τοῦ νόμου, τὸ ὅτι δηλ. φορολογοῦνται αἱ ἄμπελοι αἱ μὴ παραγαγοῦσαι εἰσόδημα, εὐκολώτερον διορθοῦται. Κατὰ τὸ ἔτος 1900 εἰς πολλὰ διαμερίσματα ὑπέστησαν βλάβην αἱ ἄμπελοι ὡς ἐκ τοῦ περονοσπόρου· τότε ἐνομοθετήσαμεν ἀπαλλαγὴν ἀπὸ τοῦ φόρου τῶν ἀμπέλων διὰ τὰ διαμερίσματα ἐκεῖνα, εἰς τὰ ὁποῖα ἐγένετο τοσαύτη βλάβη, ὥστε τὸ εἰσόδημα νὰ μὴ καλύπτῃ τὰ ἔξοδα τῆς καλλιεργείας, καὶ ἐψηφίσθη ὁ νόμος ΒΩΚΒʹ τοῦ 1900, διὰ τοῦ ὁποίου ὡρίσθη διαδικασία ἐπαρκῶς ἐξασφαλίζουσα τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐβεβαιώθη ποῦ ἐγένετο ἡ εἰς τὸ εἰσόδημα τῶν ἀμπέλων καταστροφὴ, καὶ καθωρίσθη, εἴτε κατὰ χωρία ὁλόκληρα, εἴτε κατὰ κτηματικὰς περιφερείας, εἴτε καὶ κατὰ κτήματα ὡρισμένα ὡρισμένων κτηματιῶν, ἡ ἀπαλλαγὴ αὐτῶν ἐκ τοῦ φόρου, ἀφοῦ ἐπιστοποιήθη, ὅτι τὸ εἰσόδημα αὐτῶν δὲν ἐπήρκει εἰς τὰς δαπάνας τῆς καλλιεργείας. Τότε ἐζητήσαμεν, ὅπως αἱ διατάξεις αὗται θεσπισθῶσιν ὡς τροποποιήσεις τοῦ νόμου περὶ φορολογίας τῶν ἀμπέλων, ἵνα ἐφαρμόζωνται πάντοτε, ὁσάκις παρουσιάζηται ἡ περίστασις τῆς ἐφαρμογῆς αὐτῶν, καὶ ὄχι ὡς προσωρινὸς νόμος, διὰ τὴν ἀπαλλαγὴν ἀπὸ τοῦ φόρου τῶν ἀμπέλων διὰ τὸ ἔτος 1899. Δὲν ἠθέλησεν ὅμως ὁ τότε Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ εἰσακούσῃ τὰς γνώμας μας ταύτας, φοβηθεὶς μήπως γίνεται κατάχρησις τῶν τοιούτων διατάξεων. Ὁ λόγος οὗτος δὲν εἶναι σοβαρός. Ὅταν νομοθετική τις διάταξις ἦναι δικαία καὶ προβλέπῃ περίστασιν ἐνδεχομένην, δὲν δύναται ν’ ἀποκρουσθῇ διὰ τὴν ὑπόνοιαν, ὅτι δυνατὸν νὰ γείνῃ κατάχρησις αὐτῆς καὶ νὰ ἐφαρμοσθῇ ποτε χωρὶς νὰ ὑπάρξῃ ὁ λόγος τῆς ἐφαρμογῆς της. Σήμερον οὐδεὶς δισταγμὸς ἐπιτρέπεται· ὀφείλει τὰς διατάξεις ταύτας νὰ τὰς εἰσαγάγῃ ἡ Κυβέρνησις ὡς νομοσχέδιον περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου περὶ φορολογίας τῶν ἀμπέλων, ὥστε παγίως καὶ κατ’ ἔτος, ὁσάκις καὶ ὅπου ἤθελε συμβῆ καταστροφὴ τοῦ εἰσοδήματος τῶν ἀμπέλων εἰς τοιοῦτον σημεῖον, ὥστε τὸ εἰσόδημα νὰ μὴ καλύπτῃ τὰς δαπάνας, νὰ γίνεται ἐφαρμογὴ τῶν διατάξεων τούτων, καὶ νὰ ἐπέρχηται κατὰ τὴν προμνησθεῖσαν διαδικασίαν ἀπαλλαγὴ ἀπὸ τοῦ φόρου. Τοιουτοτρόπως δ’ αἴρεται καὶ τὸ ἄλλο ἄτοπον, τὸ ὁποῖον μέχρι σήμερον παρουσίασεν ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ νόμου περὶ φορολογίας τῶν ἀμπέλων. Ὁ τρόπος τῆς διαδικασίας, τὸν ὁποῖον ὁρίζει ὁ νόμος οὗτος, νομίζω ὅτι ἀσφαλίζει καὶ τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου καὶ τὰ συμφέροντα τῶν πολιτῶν. Ὁ νόμος ΒΩΚΒʹ ἐν ἄρθρῳ 3 λέγει (ἀναγινώσκει): «Συνεπείᾳ ἐγγράφου τοῦ δημάρχου ὁ νομάρχης συγκαλεῖ ἐπιτροπὴν ἀποτελουμένην παρ’ αὐτοῦ ἢ τοῦ νομίμου ἀναπληρωτοῦ του, παρὰ τοῦ ἁρμοδίου οἰκονομικοῦ ἐφόρου, τοῦ ἁρμοδίου εἰρηνοδίκου τῆς περιφερείας, ἐν ᾗ κεῖται ἡ ἄμπελος, τοῦ οἰκείου δημάρχου, ἢ τοῦ ἀναπληροῦντος αὐτὸν δημαρχικοῦ παρέδρου, τοῦ προέδρου τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου καὶ ἑνὸς γεωμέτρου ἢ ἐργοδηγοῦ, ὁριζομένου ὑπὸ τοῦ νομάρχου, ἥτις, συνερχομένη ἐν τῇ ἕδρᾳ τοῦ οἰκονομικοῦ ἐφόρου, καὶ προεδρευομένη ὑπὸ τοῦ ἀνωτέρου κατὰ βαθμὸν δημοσίου ὑπαλλήλου, βεβαιοῖ διὰ πρωτοκόλλου τὴν ἐκ τοῦ περονοσπόρου ἐπελθοῦσαν καταστροφὴν κατὰ τὸ 1900 ἐπὶ τῆς παραγωγῆς τῶν ἀμπέλων ἑνὸς ἢ πλειόνων ἀμπελοκτημόνων ὡρισμένης θέσεως, χωρίου, ἢ δήμου, καὶ ἀποφαίνεται κατὰ πλειονοψηφίαν περὶ τῆς ἀπαλλαγῆς ἐκ τῆς πληρωμῆς τοῦ φόρου.» Ἐὰν λοιπὸν εἴς τινα δῆμον ἢ χωρίον ἢ κτηματικὴν περιφέρειαν, εἴτε καὶ εἰς μίαν μόνην ἄμπελον, συμβῇ καταστροφὴ τοῦ εἰσοδήματος, δύναται συνερχομένη ἡ ἐπιτροπὴ νὰ ἀποφανθῇ περὶ τῆς ἀπαλλαγῆς ἀπὸ τοῦ φόρου τοῦ δήμου, τοῦ χωρίου, τῆς κτηματικῆς περιφερείας, ἢ τῆς ὡρισμένης ἀμπέλου. Ὑπάρχει δὲ ἄλλη διάταξις ἐν τῷ νόμῳ τούτῳ, καθορίζουσα, πῶς δύναται νὰ κάμῃ ἔνστασιν ἐκεῖνος, ὅστις δὲν περιελήφθη ἐν τῷ πρωτοκόλλῳ τούτῳ, καὶ καθεξῆς. Νομίζω, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι εἶχον καθῆκον νὰ ὑποβάλω ὑμῖν τὴν γνώμην μου ταύτην ἐπὶ τοῦ τόσον ἐνδιαφέροντος πάντας ἡμᾶς ζητήματος τούτου, ἐφ’ οὗ ἔχει καθῆκον ν’ ἀσχοληθῇ ὡς τάχιστα ἡ Βουλή. Πιστεύω δ’ ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, κατὰ τὴν μελέτην, τὴν ὁποίαν θὰ κάμῃ, ὅπως ὑποβάλῃ νέον νομοσχέδιον περὶ μεταβολῆς τοῦ φόρου τούτου, θὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν του ὅσα ἐξέθηκα, καὶ ἐν πεποιθήσει φρονῶ, ὅτι δὲν θὰ δυνηθῇ νὰ ἀποστῇ ἀπὸ τῆς ἐφαρμογῆς τῶν παρ’ ἐμοῦ ὑποδειχθέντων. Ἐὰν ὅμως ἔχῃ τελειότερον τι νὰ παρουσιάσῃ ἡ Κυβέρνησις, ἐὰν ἐξεύρῃ ἄλλο σύστημα τελειότερον καὶ εἰσαγάγῃ ἄλλον τρόπον φορολογίας, ἧττον καταθλιπτικόν, καταργουμένης τῆς στρεμματικῆς φορολογίας, ἐγὼ βεβαίως δὲν θὰ λυπηθῶ δι’ ἄλλο τι ἢ ὅτι ἀπησχόλησα ἐπὶ μακρὸν εἰς μάτην τὴν Βουλήν.
§84Θ. ΛΕΚΑΣ. Κύριε Βουλευτὰ, πῶς γνωρίζετε ὅτι ἐζητήθη ἡ κατάργησις τοῦ φόρου τῶν ἀμπέλων παρ’ ἡμῶν;
§85Γ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ εἶπον, ὅτι ὁ κύριος Σμολένσκης τὸ εἶπε.
§86Θ. ΛΕΚΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, σᾶς παρακαλῶ· εἶναι σχετικόν. Ἐπὶ τρεῖς συνεδριάσεις ἀπασχολεῖται ἡ Βουλὴ μὲ ἐπερωτήσεις, ἐὰν θὰ μεταρρυθμισθῇ ὁ νόμος τῆς στρεμματικῆς φορολογίας τῶν ἀμπέλων ἢ ὄχι. Τολμῶ νὰ εἴπω, ὅτι ἡ ἀπάντησις ἡ δοθεῖσα παρὰ τοῦ σεβαστοῦ κυρίου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως πρὸς τὸν κύριον Βουλευτὴν Μεγαρίδος βεβαίως δὲν ηὐχαρίστησεν ἡμᾶς, καὶ δὲν ηὐχαρίστησε καὶ τοὺς συμπολίτας μας τοὺς χωρικούς· διότι, ὡς γνωρίζετε καὶ οἱ 13 Βουλευταὶ τῆς Ἀττικῆς ἐδόσαμεν τοιαύτην ὑπόσχεσιν· καὶ οὐ μόνον ἐδόσαμεν ὑπόσχεσιν, ἀλλ’ εἴπομεν ὅτι κύριον μέλημα ἡμῶν κατὰ τὴν Σύνοδον ταύτην τῆς Βουλῆς θὰ ἦναι νὰ ὑποβληθῇ νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου θὰ μεταρρυθμισθῇ ὁ νόμος τῆς στρεμματικῆς φορολογίας τῶν ἀμπέλων. Θὰ παρακαλέσω τὸν σεβαστὸν Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, διὰ νὰ δοθῇ ἓν τέλος εἰς τὰς ἐπερωτήσεις, καὶ πρὸς ἡσυχίαν τῶν συμπολιτῶν μας, νὰ μᾶς πληροφορήσῃ, ἂν σκέπτεται νὰ ὑποβάλῃ κατὰ τὴν παροῦσαν Σύνοδον νομοσχέδιον μεταρρυθμίζον τὸν νόμον τῆς στρεμματικῆς φορολογίας τῶν ἀμπέλων, καὶ οὐχὶ καταργοῦν αὐτόν, διότι εἶναι εἰς θέσιν οἱ Βουλευταὶ τῆς Ἀττικῆς νὰ γνωρίζουν, ὅτι δὲν καταργοῦνται εὐκόλως οἱ φόροι.
§87Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὅτε προχθὲς μοὶ ἐδόθη εὐκαιρία νὰ ἀνακοινώσω εἰς τὴν Βουλὴν, τί φρονῶ περὶ τούτου, ἐβεβαίωσα τὴν Βουλήν, ὅτι ἀσχολοῦμαι καὶ ὅτι θέλω δυνηθῆ νὰ φέρω εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον. Μοὶ ζητεῖται ἡ πληροφορία, ἂν αὐτὸ θέλει γείνῃ ἐντὸς τῆς Συνόδου, ἀποκρίνομαι δ’ ὅτι ἐλπίζω νὰ γείνῃ ἐντὸς τῆς Συνόδου· ἀλλὰ παρακαλῶ νὰ μὴ ζητῆτε ἀπὸ τοὺς Ὑπουργοὺς ποτὲ ὑποσχέσεις, διότι μυρία προσκόμματα προστίθενται, τὰ ὁποῖα ἴσως δύνανται νὰ ματαιώσωσι τὰς ὑποσχέσεις ταύτας, καὶ νὰ δώσωσιν ἀφορμὴν νὰ παραπονῶνται ἐκεῖνοι, πρὸς τοὺς ὁποίους ἐδόθησαν αἱ ὑποσχέσεις.
§88ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Μοσχούλας ἔχει τὸν λόγον.
§89Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Ἔχω ἐπιστολὴν ἑνὸς συμπολίτου μου, ὁ ὁποῖος μοὶ παραπονεῖται, ὅτι καταδιώκεται ἀπηνῶς παρὰ τοῦ ἀποσπασματάρχου, ὁ ὁποῖος εἶναι τεταγμένος διὰ τὴν δημοσίαν ἀσφάλειαν ἐν Ὀλυμπίᾳ, διότι ὀφείλει 500 δραχμὰς εἰς τὴν Σταφιδικὴν Τράπεζαν. Ἀλλὰ δὲν εἶναι, φαίνεται, μόνον ὁ συμπολίτης μου οὗτος, ὁ ὁποῖος καταδιώκεται ἀπηνέστατα παρὰ τῶν τεταγμένων νὰ προστατεύωσι τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου, ἐπιπροσθέτως δὲ τώρα καὶ τὰ τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης, ἀλλ’ εἶναι καὶ πολλοὶ ἄλλοι, εἶναι δὲ πολλοὶ ὄχι μόνον εἰς τὴν ἐπαρχίαν τῆς Ὀλυμπίας, ἀλλὰ καὶ εἰς ὅλην τὴν Πελοπόννησον.
§90Α. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Καί τινες μεγάλοι μάλιστα.
§91Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Δὲν ἐνδιαφέρομαι διὰ τοὺς μεγάλους. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως γνωρίζει, ὅτι δυστυχῶς ἡ σταφιδικὴ κρίσις, ἡ ὁποία μαστίζει ἀπὸ τοῦ 1890 τοὺς σταφιδικοὺς πληθυσμούς, κατέστησεν αὐτοὺς ἀνικάνους εἰς τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν ὑποχρεώσεών των ἀπέναντι τοῦ Δημοσίου. Νομίζω ὅτι ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ λάβῃ ἓν μέτρον, ὅπως οἱ ὀφειλέται τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης ἀποδίδωσιν εἰς αὐτὴν τὰ ὀφειλόμενα κατὰ δόσεις, εἴτε μηνιαίως, εἴτε καθ’ ὡρισμένας ἐποχὰς, ἐὰν ἦναι τοῦτο δυνατὸν· διότι, ὅπως σήμερον ζητεῖ ἡ Σταφιδικὴ Τράπεζα τὴν ἐξόφλησιν τῶν δανείων, τὰ ὁποῖα παρέσχεν εἰς τοὺς μετόχους, εἶναι ἐντελῶς ἀδύνατον νὰ λάβῃ ταῦτα· διότι οἱ πλεῖστοι ἐξ αὐτῶν ἐπεβαρύνθησαν ἐπὶ πλέον καὶ μὲ χρέη διὰ τὸν θειϊκὸν χαλκὸν, τὸν ὁποῖον ἐπιπροσθέτως ἔλαβον λόγῳ τοῦ περονοσπόρου, ὁ ὁποῖος ἀπὸ τοῦ 1900 ἐπέσκηψεν εἰς τὰς σταφιδαμπέλους καὶ ἀμπέλους τῆς Πελοποννήσου. Ἑπομένως ὁ μέτοχος, ὁ ὁποῖος συγχρόνως ἔχει νὰ πληρώσῃ καὶ πρὸς τὸ Δημόσιον διάφορα χρέη εἴτε ὡς ἐπιτηδευματίας, εἴτε φόρον στρεμματικόν, εἴτε οἱονδήποτε ἄλλον ἄμεσον φόρον, βεβαίως δὲν εἶναι εἰς θέσιν σήμερον νὰ πληρώσῃ 500 ἢ 800 ἢ 1000 δραχμὰς εἰς τὴν Σταφιδικὴν Τράπεζαν—διότι βεβαιωθῆτε, ὅτι οἱ περισσότεροι ἐξ αὐτῶν τοιαῦτα ποσὰ ὀφείλουσιν, ἐλάχιστοι δὲ εἶναι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ὀφείλουσι 30 ἢ 50 ἢ 100 δραχμάς.—Καὶ βεβαίως ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἔχουσι μικρὰς ὀφειλὰς, ὑποθέτω ὅτι θὰ ἦναι εἰς θέσιν καὶ θὰ σπεύσωσι νὰ ἐξοφλήσωσι τὰ χρέη αὐτῶν πρὸς τὴν Σταφιδικὴν Τράπεζαν. Ἀλλ’ ὅταν πρόκηται, ὡς σᾶς εἶπον, νὰ πληρώσωσι 500 ἢ 1000 δραχμὰς, βεβαίως εὑρίσκονται ἐν ἀδυναμίᾳ. Ὅπως δὲ σήμερον δυστυχῶς ἐν τόσῃ πολυτελείᾳ καὶ σπατάλη διοικεῖται ἡ Σταφιδικὴ Τράπεζα, — καὶ γνωρίζουσι τοῦτο ὅλοι οἱ κύριοι Βουλευταὶ, ὅσοι κατάγονται ἐκ τῶν σταφιδοφόρων ἐπαρχιῶν, — βεβαίως οὐδεὶς δύναται νὰ ἀδικήσῃ τοὺς μετόχους, ὅταν δὲν σπεύδωσιν, ἐξ ἀδυναμίας κατὰ τὸ πλεῖστον, νὰ πληρώσωσι τὰ χρέη τὰ πρὸς τὴν Σταφιδικὴν Τράπεζαν, διότι δυστυχῶς ἡ σπατάλη κυριαρχεῖ καὶ πρυτανεύει ἐν τῇ διοικήσει τῆς Τραπέζης...
§92ΣΠ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸν λόγον.
§93Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Διὰ τοῦτο θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὁ ὁποῖος κατά τινα τῶν προηγουμένων συνεδριάσεων ἀπεδέχθη τὴν γνώμην, ὅτι πρέπει νὰ καταρτισθῇ ἐπιτροπὴ ἐκ Βουλευτῶν, ἡ ὁποία νὰ μελετήσῃ τὸ ζήτημα περὶ τοῦ δυνατοῦ τῆς μεταρρυθμίσεως τοῦ νόμου περὶ Σταφιδικῆς Τραπέζης καὶ ἐν γένει τὸ ζήτημα τὸ Σταφιδικόν, θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ σπεύσῃ εἰς τὴν σύστασιν τῆς ἐπιτροπῆς ταύτης, διότι νομίζω, ὅτι πρέπει, ἀφοῦ αἱ ἐργασίαι τῆς Βουλῆς θὰ διακοπῶσιν, ὅσοι ἐκ τῶν κυρίων Βουλευτῶν παραμένουσιν ἐν Ἀθήναις, νὰ συνέλθωσι καὶ ἀνταλλάξωσι τὰς γνώμας τῶν ἐπὶ τοῦ ἐξόχως ἐθνικοῦ τούτου ζητήματος, καὶ κατὰ τὴν ἐπανάληψιν τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς νὰ δώσωσιν εἰς αὐτὴν τὸ πόρισμα τῆς μελέτης αὐτῶν. Ἀλλὰ τὸ ζήτημα, τοῦτο ὡς προεῖπον, εἶναι ἄσχετον. Ἐδῶ πρόκειται περὶ καταδιώξεως ἀπηνοῦς, τὴν ὁποίαν τὰ ὄργανα τῆς ἐξουσίας μετέρχονται κατὰ τῶν ὀφειλετῶν τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης. Ἐὰν ὁ κύριος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως νομίζῃ, ὅτι ἐκ τοῦ νόμου ἔχει δικαίωμα νὰ ἐπέμβῃ εἰς τὴν ὑπόθεσιν ταύτην, ἤτοι νὰ συστήσῃ εἰς τὴν Σταφιδικὴν Τράπεζαν νὰ μὴ μετέρχηται βίαν ἀπηνῆ κατὰ τῶν ὀφειλετῶν, ὁ κύριος Πρόεδρος βεβαίως εἶναι εἰς θέσιν ν’ ἀκολουθήσῃ οἷον μέτρον οὗτος ἐγκρίνει. Ἐγὼ ὤφειλον, ὡς ἀντιπρόσωπος σταφιδοφόρου ἐπαρχίας, καὶ ἐπειδὴ μοὶ παραπονέθη εἷς συμπολίτης μου, νὰ κάμω τὴν σύστασιν ταύτην πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως.
§94Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁμολογῶ, ὅτι τὸ ἄγγελμα, τὸ ὁποῖον μεταδίδεται εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι ἀπηνῶς καταδιώκονται οἱ ὀφειλέται τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης, ἵνα πληρώσωσι τὰ χρέη των, μοὶ ἔκαμεν ἐντύπωσιν, διότι, ὡς ἐνθυμοῦμαι, πρὸ 40 ἡμερῶν ἀπηύθυνα σύστασιν εἰς τὴν Σταφιδικὴν Τράπεζαν, ἕνεκα παραστάσεων, αἱ ὁποῖαι μοὶ ἐγένοντο ὄχι μόνον ἐκ τῆς περιφερείας τῆς Ζακύνθου, ἀλλὰ καὶ ἐξ ἄλλων περιφερειῶν, ὅτι ἡ Σταφιδικὴ Τράπεζα ζητεῖ νὰ ἐπιστραφῇ εἰς τὰ ταμεῖα αὐτῆς τὸ κεφάλαιον τὸ δανεισθὲν, ἐνῷ οἱ δανεισθέντες στεροῦνται, διότι εἶχον ἀτυχίας κατὰ τε τὴν συγκομιδὴν τῶν προϊόντων αὐτῶν καὶ κατὰ τὴν ἐκποίησιν τούτων. Εἰς τὰς παραστάσεις ταύτας ἡ Σταφιδικὴ Τράπεζα μοὶ ἐδήλωσεν, ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἀποδεχθῇ αὐτὰς τόσον ἀκεραίας, ὅσον ἐγὼ τὰς προέτεινα, — διότι ἐγὼ ἐζήτουν τὴν ἀναστολὴν τῆς καταζητήσεως τῶν πληρωμῶν τούτων, — ἀλλ’ ἐβεβαίου, ὅτι, ὅταν οἱ ὀφειλέται πληρώσωσι ποσοστόν τι ἐκ τοῦ χρέους αὐτῶν, τότε θέλει δώσει εἰς αὐτοὺς προθεσμίαν. Διὰ τοῦτο μοὶ ἐνεποίησεν ἐντύπωσιν ἡ πληροφορία, τὴν ὁποίαν δίδετε, διότι δὲν συμβιβάζεται μὲ τὴν ἀνακοίνωσιν, τὴν ὁποίαν μοὶ εἶχεν ὑποβάλει ἡ Σταφιδικὴ Τράπεζα. (Ὁ κ. Μοσχούλας ἐπιδεικνύει τὴν ἐπιστολήν). Σᾶς πιστεύω. Ὡς πρὸς τὸ ἵδρυμα τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης, μοὶ φαίνεται, ὅτι αὕτη συνεστήθη ὑπὸ τοὺς κανόνας τῆς ἀπολύτου ἀποκεντρώσεως. Ὁμολογῶ, ὅτι δὲν ἤμην σύμφωνος, δὲν ἐπεδοκίμασα τὸν ὀργανισμὸν τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης, ὅτε οὗτος ἐξεδόθη· δὲν εἶχον ὅμως δικαίωμα νὰ ἐκφέρω γνώμην, διότι δὲν ἦτο νομοθέτημα, τὸ ὁποῖον ἔμελλε νὰ ψηφίσῃ ἡ Βουλή· ἀλλὰ βεβαίως δὲν ἐπεδοκίμασα τὸν ὀργανισμὸν αὐτῆς, διότι, ὅσον καὶ ἂν ἦναι καταφανεῖς αἱ ἀνάγκαι τῶν σταφιδοκτημόνων, μάλιστα αἱ ἀνάγκαι τῶν μετόχων, οἱ ὁποῖοι, καθ’ ἃ μοὶ λέγουσι καὶ καθ’ ἃ πολλοὶ ἐβεβαίωσαν, δὲν εἶναι καὶ σταφιδοκτήμονες πάντες.
§95Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Μάλιστα· εἶναι ψευδομέτοχοι.
§96Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. ... ὅσον καὶ ἂν ἦναι καταφανεῖς αἱ ἀνάγκαι αὐτῶν, νομίζω ὅτι ὁ ὑποχρεωτικὸς δανεισμὸς εἰς πάντας τούτους θέλει φέρει ἐλάττωσιν τῶν κεφαλαίων τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης· διότι, ἂν ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα, ἡ ὁποία ἐκ συμβάσεως ἔχει τὴν ὑποχρέωσιν νὰ δίδῃ βραχυπρόθεσμα δάνεια εἰς τοὺς γεωργοκτηματίας, ζητῇ πάντοτε ἕνα ὅρον, νὰ τὰ δίδῃ εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἀνεγνωρίσθησαν, ὅτι ἔχουσι δικαίωμα νὰ ἔχωσι πίστωσιν, ἡ Σταφιδικὴ Τράπεζα δίδει εἰς πάντα, ὁ ὁποῖος ἔχει τίτλους, ὅτι εἶναι σταφιδοπαραγωγός· ἑπομένως ὀφείλει νὰ δίδῃ εἰς πάντας, καὶ βεβαίως οὕτω θέλει ἐπέλθει ἐλάττωσις τῶν κεφαλαίων τῆς Τραπέζης. Ἀλλὰ τὰ πράγματα ἐγένοντο καὶ εἶναι ἐν τῇ ἐκτελέσει. Ἡ ἐξουσία τῆς Κυβερνήσεως δὲν εἶναι τοσοῦτον ἀπεριόριστος· θέλω προσπαθήσει ὅμως, ἐξασκῶν πᾶσαν τὴν ἐπιρροήν μου, νὰ πείσω τοὺς διοικοῦντας τὴν Σταφιδικὴν Τράπεζαν νὰ μὴ ἦναι τοσοῦτον ἀπηνεῖς κατὰ τῶν ὀφειλόντων πρὸς τὴν Τράπεζαν.
§97ΣΠ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὅτι ὑπάρχει ἀνάγκη ἀναστολῆς τῶν πληρωμῶν τῶν δανείων τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης, οὐδεμία ἀμφιβολία, διότι ἡ κατάστασις τῆς ἀγορᾶς τῆς σταφιδικῆς εἶναι εἰς ἐλεεινὴν θέσιν· ἀλλὰ δυστυχῶς — καὶ αὐτὸ ἐλησμόνησαν καὶ ὁ κ. συνάδελφος καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως — δυνάμει τοῦ νόμου δὲν δύνασθε νὰ κάμητε ἀναστολήν, διότι ἐπιτάσσει τὴν πληρωμὴν ὁ νόμος, καὶ οὔτε ἡ Κυβέρνησις δύναται νὰ διατάξῃ τὴν ἀναστολήν. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ νὰ ζητηθῇ ἡ μεταβολὴ τοῦ ὑπάρχοντος συστήματος τῆς Τραπέζης. Κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον, ὅτε παρουσιάσθη τὸ ζήτημα τῆς ἀγορᾶς παρὰ τῆς Τραπέζης θειϊκοῦ χαλκοῦ, ἐγὼ ἐπρότεινα εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ ἐδέχθη ὁ τότε Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν κ. Σιμόπουλος νὰ συστηθῇ ἐπιτροπή. Τῆς ἐπιτροπῆς ἐκείνης μετέσχον καὶ ἐγώ. Δυστυχῶς δὲν ἐφθάσαμεν εἰς ἀποτέλεσμα. Νομίζω δὲ, ὅτι καὶ τώρα ἂν συστηθῇ ἐπιτροπή, εἰς τὸ αὐτὸ ἀποτέλεσμα θὰ καταλήξῃ. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ νὰ μελετήσῃ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν τὸ ζήτημα, καὶ νὰ παρουσιάσῃ νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου ἡ βάσις ἐν γένει τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης νὰ μεταβληθῇ, διότι ὄντως τὸ ἵδρυμα τοῦτο δύναται νὰ χρησιμεύσῃ οὐχὶ εἰς ἀπώτερον μέλλον ὡς βάσις Γεωργικῆς Τραπέζης, καὶ διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι δὲν πρέπει νὰ συζητῆται τόσον ἐπιπολαίως τὸ ζήτημα αὐτό. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν Διοίκησιν τῆς Τραπέζης, δὲν ἔχουσι δίκαιον νὰ παραπονῶνται οἱ συνάδελφοι, καὶ δὲν ἔχουσι δίκαιον, διότι δὲν ἀναφέρουσι πράγματα. Κατὰ τὸν νόμον περὶ συστάσεως τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης, ἄρθρον 30, κατ’ ἔτος συνέρχεται ἐξελεγκτικὴ ἐπιτροπή, ἀποτελουμένη ἀπὸ τὸν Πρόεδρον τῶν ἐν Πάτραις Ἐφετῶν, ἢ τὸν νόμιμον αὐτοῦ ἀναπληρωτήν, ἀπὸ ἓν μέλος τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, ἐκλεγόμενον παρὰ τοῦ Σώματος τούτου, ἀπὸ ἕνα οἰκονομικὸν ἐπιθεωρητήν, ἐκλεγόμενον παρὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ ἀπὸ τὸν Διευθυντὴν τοῦ ἐν Πάτραις ὑποκαταστήματος τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, καὶ ἡ ἐπιτροπὴ αὕτη ἐξελέγχει τὴν διαχείρισιν τῆς Τραπέζης. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ζητήσῃ καὶ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰς ἐκθέσεις τῆς ἐπιτροπῆς ταύτης, καὶ θέλετε ἴδει, ὅτι μὲ τὰ λαμπρότερα χρώματα χαρακτηρίζει ἡ ἐπιτροπὴ τὴν διαχείρισιν τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης.
§98Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Παρέλιπον νὰ ἀπαντήσω καὶ εἰς πρότασιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ Ὀλυμπίας. Ὅτε ἐγένετο λόγος περὶ συστάσεως ἐπιτροπῆς, ὁμολογῶ, ὅτι ἀνεγνώρισα τὴν σύστασιν, ἀλλ’ ὑπέθετον, ὅτι ἤθελε συστηθῆ ἐπιτροπὴ τῆς Βουλῆς καὶ ὑπὸ τῆς Βουλῆς ἐκλεγομένη. Ἐθεώρησα δὲ αὐτὴν ἀναγκαιοτάτην ὄχι μόνον διὰ μελέτας καὶ διὰ γνώμας περὶ λειτουργίας τοῦ ἱδρύματος, ὄχι μόνον διὰ γνώμας περὶ τῆς ἐξασφαλίσεως τῆς διαχειρίσεως τῆς περιουσίας τοῦ ἱδρύματος, ἀλλ’ ἀκόμη καὶ διὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ ληφθῶσι μετὰ σπουδῆς, ὅπως ἐξασφαλισθῇ τὸ προσεχὲς μέλλον τῆς σταφίδος. Τὸ προστατευτικὸν σύστημα κρατεῖ καθ’ ἅπασαν τὴν Εὐρώπην, καὶ ἕκαστον Κράτος ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ προστατεύῃ τὰ ἴδια αὑτοῦ προϊόντα· ἑπομένως ἡ σταφὶς ἀνταγωνίζεται πρὸς πάσας τὰς Ἐπικρατείας, αἱ ὁποῖαι παράγουσιν οἶνον ἐκ σταφίδος, καὶ ἑπομένως πρέπει νὰ ἀμυνθῶμεν, ἵνα σώσωμεν τὸ προϊόν ἡμῶν. Ἐπειδὴ δὲ νομίζω, ὅτι τὰ φῶτα, τὰ ὁποῖα ἔχει ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, δὲν εἶναι ἐπαρκῆ, ἐπεπόθουν ἵνα οἱ ἀντιπρόσωποι τῶν σταφιδοφόρων ἐπαρχιῶν συνέλθωσι καὶ εἰσφέρωσι τὰ φῶτα τῆς πείρας αὐτῶν, ὅπως φωτισθῇ ἡ Διοίκησις. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι ἡ Βουλὴ πρέπει, ἢ αὐτὴ νὰ προβῇ, ἢ νὰ ἀναθέσῃ εἰς τὸν κ. Πρόεδρον νὰ προβῇ εἰς τὴν ἐκλογὴν τῆς ἐπιτροπῆς· ἐπειδὴ δὲ κατ’ ἀνάγκην θέλομεν ἔχει τεσσάρων ἢ πέντε ἡμερῶν ἀργίαν, πρέπει κατὰ τὰς ἡμέρας ταύτας τῆς ἀργίας νὰ συνεδριάσῃ ἡ ἐπιτροπή.
§99Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἡ πρότασις περὶ τῆς ἐπιτροπῆς, κύριε Πρόεδρε, ὅπως τὴν διετύπωσε πρὸ μικροῦ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, βεβαίως εἶναι προωρισμένη νὰ ἀποβῇ ἔργον πολὺ ὠφελιμώτερον ἢ ἐκεῖνο, ὅπερ ἐνόησάν τινες πρό τινων ἡμερῶν, ὅτε ἐζήτουν νὰ καταρτισθῇ ἐπιτροπὴ παρ’ ὑμῶν, ἢ ἄλλως πως, ἐκ Βουλευτῶν, ὅπως ὑποβάλωσι μέτρα καὶ προτάσεις ἐντὸς ὀλίγων ἡμερῶν πρὸς θεραπείαν τῶν κακῶν, τὰ ὁποῖα καθ’ ἑκάστην καταγγέλλονται. Ἄν τοιαύτη ἐπιτροπὴ ἤθελε συστηθῆ, σκοποῦσα νὰ ἐρευνήσῃ οὐ μόνον ἐν τῇ Βουλῇ, ἀλλὰ καὶ ἐκτὸς τῆς Βουλῆς, ὅλα τὰ ἐλαττώματα τῶν κειμένων νόμων, τὰ μέχρι τοῦδε φανερὰ γενόμενα, τοὺς λόγους τῆς ἀποτυχίας, τὰ μέσα τῆς θεραπείας καὶ ἐν γένει ὅ,τι ἀφορᾷ τὴν ἄμυναν τῆς σταφίδος κατὰ τῶν ἀπειλούντων αὐτὴν κακῶν, τότε τοιαύτη ἐργασία τῆς ἐπιτροπῆς δὲν εἶναι δυνατὸν ἐντὸς τῆς τρεχούσης Συνόδου τῆς Βουλῆς νὰ παρουσιάσῃ τὰ ἀποτελέσματα τῶν μελετῶν αὐτῆς. Διότι τοιαύτη ἐπιτροπή, ἐπιχειροῦσα κοινοβουλευτικὴν ἔρευναν εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐξέλθῃ καὶ τοῦ Βουλευτηρίου καὶ τῶν Ἀθηνῶν, καὶ νὰ ἐνεργήσῃ ἀνακρίσεις εἰς πάντα τὰ κέντρα τὰ σταφιδικά, ἢ εἰς τὰ σπουδαιότερα, ὅπως ἐκεῖθεν ἀντλήσῃ τὰς ἀναγκαίας πληροφορίας, τὰ πορίσματα τῆς μέχρι τοῦδε κρίσεως. Ἐγὼ εἰμὶ ὑπὲρ τοιαύτης ἐπιτροπῆς, ἡ ὁποία μέλλει καὶ ἐκτὸς τῆς Βουλῆς νὰ ἐρευνήσῃ τὰ τῆς ἐφαρμογῆς τῆς παρακρατήσεως, τὰ τῆς συγκροτήσεως τῆς Τραπέζης, ὡς ἐγένετο, τὰ τῶν δανείων τῆς Τραπέζης, τὰ τοῦ τρόπου τῆς ἐκλογῆς τῶν συμβούλων, τὰ τῶν ἐργασιῶν αὐτῆς. Πρέπει νὰ περιορισθῶμεν εἰς τοῦτο καὶ μόνον, τὸ ὁποῖον μέχρι τοῦδε γίνεται, εἰς τὸ νὰ πωλῆται τὸ παρακράτημα εἰς τοὺς οἰνοπνευματοποιοὺς, καὶ αὐτὴ νὰ ἦναι ἡ μόνη διέξοδος; Δὲν ὑπάρχουν καὶ ἄλλοι τρόποι, τοὺς ὁποίους πρέπει ἐπίσης ἡ σταφιδικὴ ἐπιτροπὴ νὰ δοκιμάσῃ; ἂν π. χ. ὁ νόμος ἀπαγορεύει, ἀγνοῶ ἐκ τίνων λόγων, νὰ ἐπιχειρῇ ἡ Τράπεζα ἄλλο τι παρ’ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὁ νόμος αὐτὸς ὥρισε, νὰ πωλῇ δηλ. τὸ παρακράτημα εἰς τοὺς οἰνοπνευματοποιοὺς, καὶ ἐξ αὐτῆς τῆς πωλήσεως νὰ ἀπολαμβάνῃ ὅ,τι ἀπολαμβάνει; Ὅλα αὐτὰ τὰ ζητήματα, πρέπει νὰ ἐξετάσῃ ἡ ἐπιτροπή. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἀπαιτήσωμεν ἀπὸ τῆς ἐπιτροπῆς αὐτῆς, ὅπως ἐντὸς ὀλίγων ἡμερῶν ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὸ πόρισμα τῆς ἐργασίας ἐπὶ τόσον σπουδαίων ζητημάτων. Ἔρχομαι ἤδη εἰς τὸ ἄλλο ζήτημα, ὅπερ προεκάλεσεν ἡ ἐπερώτησις τοῦ κ. Βουλευτοῦ Ὀλυμπίας. Πράγματι ὅ,τι εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐγένετο, δηλ. ἡ Σταφιδικὴ Τράπεζα εἰδοποίησε τοὺς ὀφειλέτας αὐτῆς, πρὸς τοὺς ὁποίους ἀρνεῖται τὴν χορήγησιν δανείων, νὰ καταβάλωσι τὸ ἥμισυ τῆς ὀφειλῆς αὐτῶν ὀκτὼ ἡμέρας πρὶν λάβωσιν 25 δραχμὰς κατὰ χιλιάδα λιτρῶν δηλαδὴ χορηγεῖ 25 δραχμὰς κατὰ χιλιάδα λιτρῶν καὶ εἰς ἐκείνους τῶν ὀφειλετῶν, οἱ ὁποῖοι ὀκτὼ ἡμέρας πρὶν θέλουσι καταβάλει τὸ ἥμισυ τῆς ὀφειλῆς αὐτῶν. Ἀλλὰ τοῦτο δὲν δύναται νὰ ὠφελήσῃ ἢ ἐκείνους ἐκ τῶν σταφιδοκτημόνων, οἱ ὁποῖοι ζῶσιν εἰς πόλεις, ἐν αἷς προχείρως δύνανται νὰ προμηθευθῶσι τὸ ποσὸν αὐτὸ, τὸ ἥμισυ τῆς ὀφειλῆς των, καὶ λάβωσι τὰς 25 δραχμὰς κατὰ χιλιάδα ἴσως μέρος ἐκ τῶν 25 δραχμῶν, ἃς θὰ λάβωσι, θ’ ἀποδώσωσι πολλοὶ εἰς ἐκείνους οἱ ὁποῖοι τοῖς χορηγοῦσι τὸ ἥμισυ τῆς ὀφειλῆς των, ἵνα πληρώσωσι τὴν Τράπεζαν καὶ λάβωσιν τὰς 25 δραχμὰς κατὰ χιλιάδα. Ἐκεῖνοι ὅμως, οἵτινες δὲν ἔχουσι τοιαῦτα μέσα, ἢ ζῶσι μακρὰν τῶν πόλεων, ἔνθα εὐκολωτέρα ἡ εὕρεσις χρημάτων, αὐτοὶ δὲν δύνανται νὰ ὠφεληθῶσιν ἐκ τοῦ μέτρου τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης. Ἐγένετο παρά τινων σταφιδοκτημόνων, οἱ ὁποῖοι καὶ πρὸς ἐμὲ ἀπετάθησαν, ἡ πρότασις πρὸς τὸ Συμβούλιον τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης, ὅπως τὸ ἥμισυ τῆς ὀφειλῆς των ἐκπίπτηται κατὰ τὰς 25 αὐτὰς δραχμὰς, καὶ ἂν ὑπολείπηταί τι, νὰ χορηγῆται τοὐλάχιστον αὐτὸ τὸ ὑπόλοιπον. Δὲν ἐνόμισα καλὸν οὔτε πρὸς τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἀπευθυνθῶ διὰ τοῦτο, οὔτε πρὸς τὴν Βουλήν· ἀπηυθύνθην ὅμως πρὸς τὴν Σταφιδικὴν Τράπεζαν, πλὴν ἀκόμη δὲν ἔλαβον ἀπάντησιν. Ἀλλὰ καλὸν θὰ ἦτο, ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς νὰ συνηγόρει παρὰ τοῖς συμβούλοις τῆς Τραπέζης, ὅπως γείνῃ δεκτὸν τοιοῦτο μέτρον, διότι κυρίως ἐνδιαφέρει ἡ θέσις τῶν πτωχοτέρων σταφιδοκτημόνων, ἵνα μὴ μείνωσιν ἐστερημένοι ἐντελῶς βοηθείας.
§100Α. ΚΕΦΑΛΑΣ. Μοὶ φαίνεται ὅτι ἠδύνατο νὰ συστηθῇ εἰς τὸ Διοικητικὸν Συμβούλιον τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης, ἀντὶ νὰ ἀπαιτήσῃ τὸ ἥμισυ τοῦ χρέους, ἵνα γείνῃ νέος δανεισμός, νὰ ἀπαιτήσῃ ἐλάχιστον ποσόν, δηλ. 10%, διότι κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον ἠδύναντο ὅλοι οἱ ὀφειλέται νὰ πληρώσωσι 10% καὶ νὰ ἔχουν νέον δανεισμόν. Ἀντὶ νὰ ἀπαιτήσῃ τὸ Συμβούλιον 50, ν’ ἀπαιτήσῃ 10. Τὸ χρῆμα τὸ ὁποῖον θὰ εἰσπράξῃ ἡ Σταφιδικὴ Τράπεζα, πρόκειται νὰ τὸ δώσῃ εἰς τοὺς ἰδίους, δὲν πρόκειται νὰ τὸ χρησιμοποιήσῃ δι’ ἄλλας ἀνάγκας. Ἑπομένως, ἀφοῦ πρόκειται τοὺς ἰδίους νὰ δανείσῃ ἡ Σταφιδικὴ Τράπεζα, ἀντὶ νὰ τοὺς δανείσῃ 50, δύναται νὰ τοὺς δανείσῃ 10.
§101Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Αὐτὸ, τὸ ὁποῖον λέγω ὅτι προτείνουσιν ἄποροι σταφιδοκτήμονες, πιθανὸν νὰ φέρῃ, ὥστε τινὲς νὰ μὴ λάβωσι τίποτε, ἀλλὰ δύναται νὰ φέρῃ εἰς ἄλλους καλλίτερα ἀποτελέσματα, νὰ δικαιωθῶσι δηλ. νὰ λάβωσιν ἀπὸ 25 δραχμὰς περισσότερον, διότι δυνατὸν τὸ ἥμισύ τινος νὰ ἦναι τόσον ὀλίγον, ὥστε νὰ τοῦ περισσεύσωσιν εἴκοσιν ἢ δεκαπέντε δραχμαί. Πρῶτον εἶναι καλὸν τὸ μέτρον, διότι ἀνοίγει τὴν ὁδὸν πρὸς χορήγησιν καὶ εἰς τοὺς πτωχούς. Ἀλλὰ δι’ ὅσους δὲν ἔχουν τὰ μέσα ἢ δὲν τὰ εὑρίσκουν, διότι κατοικοῦσιν εἰς πόλεις, ὅπου δὲν δύνανται νὰ προμηθευθῶσι χρήματα, εἶναι μία βοήθεια, ὅτι, ἂν εἰσπράξῃ ἡ Τράπεζα τὸ ἥμισυ τῆς ὀφειλῆς, τὴν ὁποίαν χορηγεῖ ἐκ τῶν 25, θὰ ὑπολειφθῇ ἴσως νὰ λάβωσι πολλοὶ δέκα καὶ δεκαπέντε δραχμάς. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι θὰ ἦτο πρέπον, ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ἐδέχετο νὰ συνηγορήσῃ ὑπὲρ αὐτοῦ τοῦ τρόπου παρὰ τῷ Συμβουλίῳ τῆς Τραπέζης, καὶ νὰ γείνῃ δεκτόν.
§102Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, δύο λέξεις. Εἶναι ἡ ἐποχὴ τῆς καλλιεργείας, διότι οἱ ἄνθρωποι, πρὸ πάντων οἱ σταφιδοκτήμονες καὶ ἀμπελοκτήμονες, καταγίνονται εἰς τὴν καλλιέργειαν τῶν ἀμπέλων των, ἢ τῶν σταφίδων των. Δυστυχῶς τὸ μέτρον τῆς Τραπέζης ἀναγκάζει αὐτοὺς νὰ ἐκπατρίζωνται, ἢ, ἂν μὴ νὰ ἐκπατρίζωνται, τοὐλάχιστον νὰ μὴ προσέρχωνται εἰς τὴν ἐργασίαν των, διότι ἔχουσι τὸν φόβον τῆς συλλήψεως. Νομίζω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἠδύνατο, ἀφοῦ εἶναι ἀνατεθειμένη ἡ σύλληψις τῶν ὀφειλετῶν τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης εἰς τὰς διοικητικὰς καὶ τὰς στρατιωτικὰς ἀρχάς.
§103Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Εἰς τὰς διοικητικάς;
§104Ν. ΜΙΣΥΡΛΗΣ. Εἰς τὰ ταμεῖα, κύριε Πρόεδρε.
§105Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Δυνάμει τοῦ νόμου, κύριε Πρόεδρε, τὰ ἐντάλματα, τὰ ὁποῖα ἐκδίδει ἡ Διεύθυνσις τῶν σταφιδικῶν καταστημάτων, ἀποστέλλονται εἰς τὰ ταμεῖα, καὶ τὰ ταμεῖα ἀποστέλλουσιν αὐτὰ εἰς τὰς δημοσίας ἀρχὰς, εἴτε εἰς τοὺς ἀστυνόμους, εἴτε εἰς τοὺς ἀποσπασματάρχας, καὶ οὗτοι προβαίνουσιν εἰς τῶν ὀφειλετῶν τὴν σύλληψιν. Ἀλλ’ ἐπειδὴ εἶναι ἀκριβῶς ἡ ἐποχὴ, κατὰ τὴν ὁποίαν οἱ ὀφειλέται σήμερον καλλιεργοῦσι τὰ κτήματά των, νομίζω ὅτι τὸ μέτρον εἶναι ἀπηνές· ἠδύνατο δὲ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ συστήσῃ εἰς τοὺς ταμίας...
§106Α. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Φυγοδικοῦσιν αὐτοί;
§107Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Φυγοδικοῦσιν οἱ πλεῖστοι.
§108Α. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐξ αἰτίας τῆς Τραπέζης;
§109Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Δυστυχῶς, ναί.
§110ΣΠ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐξ αἰτίας τῶν εἰσπρακτόρων τοῦ Δημοσίου· διότι τὸ Ὑπουργεῖον ἤδη διέταξε τὰς εἰσπράξεις, οὐχὶ ἡ Τράπεζα· ἡ Τράπεζα ἔστειλε τοὺς καταλόγους εἰς τὸν ταμίαν, καὶ ὁ ταμίας ὑποχρεοῦται, δυνάμει τοῦ νόμου, τὸν ὁποῖον ἐψήφισεν ἡ Βουλή. (Διάλογοι).
§111Α. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως.
§112Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Παρακαλῶ. Δὲν θὰ εἴπω πολλά. Αὐτός, ὁ ὁποῖος μοὶ γράφει, κατάγεται ἐκ τοῦ δήμου Βώλακος· ἀναγκάζεται νὰ καταφύγῃ εἰς τινα πλησίον δῆμον τῆς Ἠλείας, διότι ἐν τῷ δήμῳ Βώλακος ἦτο ἀπόσπασμα, καὶ ὁ λοχίας τοῦ ἀποσπάσματος μετὰ τῶν εὐζώνων εἰσῆλθον εἰς τὸν οἶκόν του, τοῦ ἔσφαξαν τὴς κότταις, ὕβρισαν τὰς γυναῖκας, καὶ ἂν — λέγει ὁ γράφων — ἦσαν τὰ παιδιά του ἐκεῖ, θὰ εἴχομεν βεβαίως ὡς ἀποτέλεσμα τῆς στάσεως αὐτῆς τῆς δημοσίας δυνάμεως σκηνὰς λυπηράς. Λοιπὸν βεβαίως ἀποδεικνύεται ἐκ τούτου, ὅτι οἱ ἄνθρωποι ἀναγκάζονται νὰ ἐγκαταλείψωσι τὰς ἐργασίας των. Βεβαίως ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὡς ἀντιπρόσωπος τοῦ Δημοσίου, δὲν ὠφελεῖται τίποτε, διότι, ὅταν ἐγκαταλείπῃ τὰς ἐργασίας του ὁ φορολογούμενος, τὸ δημόσιον ταμεῖον ζημιοῦται, διότι ὅταν δὲν καλλιεργήσῃ τὴν ἄμπελον, ἢ τὴν σταφίδα του, δὲν δύναται νὰ δώσῃ τοὺς φόρους, τοὺς ὁποίους ἀποδίδει. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι δύναται ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ διατάξῃ τοὺς ταμίας νὰ μὴ ἀποστέλλωσι τὰ ἐντάλματα τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης πρὸς τὰς στρατιωτικὰς ἀρχὰς, μέχρις ὅτου ἡ ἐπιτροπὴ, περὶ τῆς ὁποίας ὡμίλησεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, καταρτισθῇ, συνέλθῃ καὶ λάβῃ ἓν μέτρον γενικὸν περὶ τῶν ὀφειλῶν αὐτῶν. Αἱ ὀφειλαὶ δὲ ἐπολλαπλασιάσθησαν, διὰ τὸν λόγον τὸν ὁποῖον ἀνέπτυξεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, διότι ὑπάρχει ἀτέλεια ἐν τῷ ὀργανισμῷ, ἐν τῷ νόμῳ τῷ συνταχθέντι περὶ συστάσεως τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης, καὶ διὰ τοῦτο εἰσεχώρησαν ἐν τῇ Τραπέζῃ, ὡς μέτοχοι, σταφιδοκτήμονες ἀνύπαρκτοι, διότι δυστυχῶς ἡ διάταξις περὶ μετοχῶν καὶ μετόχων εἶναι ἀτελής.
§113Ν. ΜΙΣΥΡΛΗΣ. Δὲν εἶναι μόνον αὐτό. Εἶναι καὶ ἐξευτελισμὸς τῆς τιμῆς.
§114Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Εἶναι καὶ τοῦτο, ἐκτὸς τῆς σταφιδικῆς κρίσεως... Διότι λοιπὸν πολλοὶ ἐκ τῶν σταφιδοκτημόνων παρετήρησαν καὶ ἐκ τῶν συζητήσεων τῶν γενομένων ἐν τῇ Βουλῇ καὶ ἐκ τῶν ἀνακοινώσεων ἐν τῷ τύπῳ, ὅτι ὑπάρχουσι πολλοὶ ψευδομέτοχοι, καὶ τὸ προϊόν τῆς ἐργασίας καὶ τοῦ ἱδρῶτος τῶν σταφιδοκτημόνων τὸ ἔλαβον οἱ ψευδομέτοχοι ὡς δάνειον, διὰ τοῦτο συντρέχει κατά τι εἰς τὴν καθυστέρησιν ταύτην, πλὴν τῆς ἀδυναμίας, καὶ ὁ λόγος οὗτος, ὅπως συντρέχει καὶ ἡ διασπαρεῖσα πανταχοῦ ἰδέα τῆς κακῆς διαχειρίσεως τῶν τῆς Τραπέζης, ἥτις παρεδόθη δεσμία εἰς τὴν Πολιτικήν. Βεβαίως εὑρίσκονται ἐν παντελεῖ ἀδυναμίᾳ· ἀλλὰ νομίζουσιν, ὅτι τὸ δάνειον, ὅπως συνεστήθη καὶ ὅπως διοικεῖται ἡ Τράπεζα, δὲν ὀφείλουσι νὰ τὸ ἐπιστρέψωσι. Τὸ ναυάγιον δὲ τοῦ ἱδρύματος ἐν τοιαύτῃ ἀλληλεγγύῃ εἶναι προφανές. Ὡς καὶ ὁ ἀξιότιμος ἐκ Πατρῶν Βουλευτὴς ἔλεγε πρὸ ἡμερῶν, ὅτε συνεζητεῖτο τὸ ζήτημα τοῦτο, ὅπως διοικεῖται σήμερον ἡ Τράπεζα, τόσον πολυτελῶς, δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ νὰ καταρρεύσῃ. Οὐδεμία ἀμφιβολία περὶ τούτου πρέπει νὰ ὑπάρξῃ· διότι, ὅταν διὰ τὴν διαχείρισιν τεσσαράκοντα δραχμῶν δαπανᾷ ἡ Σταφιδικὴ Τράπεζα μίαν δραχμὴν, ἐνῷ ἡ Τράπεζα τῆς Γαλλίας δαπανᾷ μίαν δραχμὴν διὰ τὴν διαχείρισιν 2½ χιλιάδων, βεβαίως, ἅμα κάμῃ τις τὴν ἀναλογίαν, θὰ ἴδῃ, ὅτι μετὰ παρέλευσιν δεκαετίας ἡ Σταφιδικὴ Τράπεζα, μὲ ὅσα κεφάλαια καὶ ἂν ᾖναι προικισμένη, θὰ καταρρεύσῃ παταγωδῶς. Διὰ τοῦτο, μέχρις ὅτου ληφθῇ μέτρον γενικὸν περὶ τῶν ὀφειλετῶν τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης, ἢ μέχρις ὅτου διαρρυθμισθῶσι τὰ κατ’ αὐτοὺς, καθ’ ὃν τρόπον καὶ ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡ ἐπιτροπὴ ἤθελον ὑποδείξει, παρακαλῶ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν καὶ Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, χάριν φιλανθρωπίας — διότι αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι στεροῦνται καὶ τοῦ ἐπιουσίου, διότι αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι δὲν δύνανται νὰ προσέρχωνται, ἵνα καλλιεργήσωσι σήμερον τὰ κτήματά των, — νὰ λάβῃ ἓν μέτρον, τὸ μέτρον, τὸ ὁποῖον ὑπέδειξα ἐγὼ, νὰ συστήσῃ εἰς τοὺς ταμίας, ἵνα τὰ ἐντάλματα τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης μὴ τὰ στέλλωσιν εἰς τὰς στρατιωτικὰς ἀρχὰς, ὅπως εἰσπράττωσι τὰς ὀφειλὰς, ἐκτὸς ἐὰν ἡ Σταφιδικὴ Τράπεζα ἤθελε συναινέσει νὰ ἀποδώσωσιν οἱ ὀφειλέται εἰς αὐτὴν τὸ ἓν δέκατον κατὰ δόσεις, τὰς ὁποίας νὰ ὁρίσῃ.
§115Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Δὲν νομίζετε ὅτι ὑπερβαίνει τὴν ἁρμοδιότητά μου ἡ ἐκτέλεσις τοῦ μέτρου;
§116Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Πρὸς τοὺς ταμίας. Δὲν ὑπερβαίνει, κύριε Πρόεδρε.
§117Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. .. Διότι, ἀφοῦ ὁ νόμος ἔδωκε τὸ δικαίωμα εἰς τὴν Σταφιδικὴν Τράπεζαν νὰ ζητήσῃ τὰς ὀφειλὰς παρὰ τῶν ὀφειλετῶν, τὰ ὄργανα τῆς Διοικήσεως εἶναι ὑποχρεωμένα νὰ ἐκτελῶσι τὸ δικαίωμα τοῦτο. Ἐὰν δὲ ἡ Διοίκησις ἀρνηθῇ τὴν πληρωμὴν, ἔχει δικαίωμα ἡ Σταφιδικὴ Τράπεζα νὰ ζητήσῃ ἀποζημίωσιν.
§118ΔΙΟΝ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Βεβαίως.
§119ΣΠ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δι’ αὐτὸ ἡ Κυβέρνησις νὰ φέρῃ νόμον, ὁ ὁποῖος νὰ τροποποιήσῃ ὅλα αὐτά.
§120Α. ΚΕΦΑΛΑΣ. Καὶ ἐγὼ προχθὲς παρέστησα...
§121ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι ἄλλοι, οἱ ὁποῖοι ἐζήτησαν τὸν λόγον προηγουμένως· ὁ κύριος Μισυρλῆς, ὁ κύριος Στεφάνου.
§122Ν. ΜΙΣΥΡΛΗΣ. Ἐγὼ, κύριε Πρόεδρε, δὲν θὰ εἰσέλθω εἰς τὴν οὐσίαν, ἀφοῦ πρόκειται νὰ σχηματισθῇ ἐπιτροπὴ, ἐν ᾗ θὰ ἀναπτυχθῶσι πᾶσαι αἱ γνῶμαι. Τοῦτο μόνον παρακαλῶ, νὰ μὴ παρέλθῃ καὶ ἡ παροῦσα συνεδρίασις ἄγονος, ὅπως παρῆλθε καὶ ἡ προγενεστέρα.
§123ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, προφανῶς δὲν εἶναι ἐν ἀπαρτίᾳ ἡ Βουλή. Συζήτησις γίνεται ἐπὶ σπουδαίου θέματος. Πρέπει εἰς ἓν τοιοῦτον σπουδαῖον θέμα νὰ ὦμεν ἐν ἀπαρτίᾳ.
§124ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ. Ὑπεβλήθη ἔνστασις.
§125Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Ἠθέλησεν ὁ κ. συνάδελφος νὰ συντελέσῃ εἰς τὴν προσοχήν.
§126ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ λύωνται αὐτὰ τὰ ζητήματα. Ὑπέβαλεν ἔνστασιν ἀπαρτίας.
§127ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Παρακαλῶ τὸ Προεδρεῖον νὰ καλέσῃ τοὺς κυρίους Βουλευτὰς ἀπὸ τὰ δωμάτια νὰ ἔλθωσι.
§128ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ κύριοι Βουλευταὶ, ἐὰν θέλωσιν, ἔρχονται. Ἐὰν ὅμως ὑποβάλλητε ἔνστασιν, ἀμέσως ἀναγινώσκεται ὁ κατάλογος.
§129ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Ἐὰν ἤθελον νὰ ὑποβάλω ἔνστασιν, βεβαίως γνωρίζω πῶς ὑποβάλλεται. Ἀλλὰ δὲν ὑποβάλλω τοιαύτην.
§130Ν. ΜΙΣΥΡΛΗΣ. Λοιπὸν νομίζω, κύριε Πρόεδρε, ὅτι πρέπει νὰ συστήσω τοῦτο, νὰ μὴ παρέλθῃ καὶ ἡ παροῦσα συνεδρίασις ἄγονος, ὅπως ἡ προηγουμένη· τουτέστιν, ἐνῷ πάντες εἴμεθα σύμφωνοι εἰς τὸν σχηματισμὸν τῆς ἐπιτροπῆς, ἵνα συζητηθῶσι πάντα τὰ ζητήματα ταῦτα, τὰ σπουδαιότατα κατ’ ἐμὲ, ἡ ἐπιτροπὴ δὲν ἐσχηματίσθη. Λοιπὸν παρακαλῶ νὰ ἐρωτήσητε τὴν Βουλὴν, ἵνα προέλθωμεν εἰς μίαν ἀπόφασιν.
§131Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Ἀνετέθη εἰς τὸν Πρόεδρον.
§132Ν. ΜΙΣΥΡΛΗΣ. Καὶ ἂν ἀνετέθη; Καὶ προχθὲς ἀνετέθη.
§133ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τώρα συζητοῦμεν. Θὰ ἴδωμεν μετ’ ὀλίγον.
§134Ν. ΜΙΣΥΡΛΗΣ. Θὰ ἐρωτήσῃ βεβαίως τὴν Βουλὴν ὁ κ. Πρόεδρος. Διὰ τοῦτο λοιπὸν ἔλαβον τὸν λόγον, ἵνα προβῶμεν εἰς πρακτικὸν ἀποτέλεσμα· διότι, ὅτι ἡ Σταφιδικὴ Τράπεζα ἀπέτυχε, περὶ τούτου δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία· πρῶτον ἀπέτυχε καὶ εἰς τὸν κύριον αὐτῆς προορισμόν· ὁ κύριος δ’ αὐτῆς προορισμὸς εἶναι ἡ διάδοσις τοῦ προϊόντος· περὶ τούτου δὲ οὔτε ἐσκέφθη κἄν. Καὶ περὶ τῆς τύχης τοῦ προϊόντος βεβαίως μᾶς ἐπιβάλλεται νὰ σκεφθῶμεν, διότι ἡ κρίσις ἐπεξετάθη. Δὲν εἰσέρχομαι εἰς τὴν συζήτησιν τῶν θεμάτων τούτων, ὡς προεῖπον, ἀφοῦ πρόκειται νὰ γείνῃ ἐπιτροπή. Παρακαλῶ μόνον τὸν κ. Πρόεδρον νὰ προκαλέσῃ τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς περὶ τούτου, διὰ νὰ ἤμεθα τακτικοί.
§135ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ναί. Ἀλλ’ ἔχει ὁ κ. Στεφάνου τὸν λόγον.
§136ΔΙΟΝ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Ἐγὼ ὀλίγα θὰ προσθέσω εἰς ὅσα ὁ ἀξιότιμος ἐκ Μεσολογγίου συνάδελφος εἶπε, μετὰ τῶν σκέψεων τοῦ ὁποίου συμπίπτουσι καὶ αἱ ἰδικαί μου, ἐν σχέσει πρὸς τὴν μελέτην τοῦ ζητήματος ὑπὸ ἐπιτροπῆς. Πάντες ἀνομολογοῦμεν, ὅτι τὸ ζήτημα τὸ σταφιδικὸν εἶναι ζήτημα ὑψίστης σπουδαιότητος ὑπὸ πολλὰς ἐπόψεις, καὶ ἰδίως καθ’ ὅσον σχετίζεται μὲ τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν τῆς χώρας καὶ μὲ τὰ δημόσια οἰκονομικά. Ζητήματα τοιαύτης περιωπῆς καὶ τοιαύτης σπουδαιότητος βεβαίως ἔχουσιν ἀνάγκην μελέτης, καὶ ὁ μόνος, ὁ ὁποῖος εἶναι ἁρμόδιος καὶ κατάλληλος εἰς τοῦτο, εἶναι ἡ Κυβέρνησις, διότι οὐδεὶς ἄλλος δύναται νὰ εἰσηγήσηται εἰς τὴν Βουλὴν μέτρα καὶ προτάσεις, εἰμὴ ἡ Κυβέρνησις. Φρονῶ, ὅτι ἡ Βουλή, ὡς Σῶμα, ἢ οἱ Βουλευταὶ κατ’ ἰδίαν, δὲν εἶναι εἰς κατάστασιν νὰ φέρωσιν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς προτάσεις περὶ λύσεως τοιούτου σπουδαιοτάτου ζητήματος. Ἔχομεν δὲ εἰς ἀπόδειξιν τῶν λόγων μου τὸ παρελθόν. Τὸ σταφιδικὸν ζήτημα συζητεῖται ἐν τῇ Βουλῇ, ἐν τῷ τύπῳ καὶ ἐν τῷ Ἑλληνικῷ ἅπαντι ἀπὸ δεκαετίας. Ἐνθυμούμεθα πάντες, ὅσοι ἤμεθα μέλη τῆς Βουλῆς τοῦ 1892, τοῦ 1893 καὶ τοῦ 1894, ὅτι τὸ σταφιδικὸν ζήτημα ἐρρίφθη ἐν τῇ Βουλῇ ἀνερμάτιστον, καὶ ὅτι ἡ Βουλὴ εἶχε καταντήσει Βαβυλωνία· ἐὰν δ’ ἀνατρέξωμεν εἰς τὰ παραρτήματα τῆς Ἐφημερίδος τῶν Συζητήσεων τῆς Βουλῆς, θὰ εὕρωμεν σωρείαν προτάσεων καὶ νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα πλεῖστοι Βουλευταί, οἱ ἐκ τῶν σταφιδοφόρων ἐπαρχιῶν, προέτειναν εἰς τὴν Βουλήν· καὶ ὅμως δὲν ἐφθάσαμεν εἰς ἀποτέλεσμα, διότι δὲν ὑπῆρχεν ὁ πηδαλιοῦχος. Ταῦτα ἐγένοντο καὶ εἰς τὰς κατόπιν Συνόδους, καὶ ἐπὶ τέλους κατὰ τὸ 1899 ἐψηφίσθη ὁ καὶ νῦν ὑφιστάμενος νόμος. Πάντες ἀνομολογοῦμεν, ὅτι ὁ νόμος οὗτος εἶχε τὰ ψεκτά. Ἐγώ, ὅτε προὐτάθη τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο, τὸ ἐπολέμησα, διότι ἐθεώρουν ὅτι δὲν ἦτο ἄρτιον, ἰδίως δὲ καὶ διότι ἐντολὴν εἶχον ἔκτοτε παρὰ τῶν συμπολιτῶν μου νὰ πολεμήσω τὴν ἰδέαν τῆς παρακρατήσεως. Ἀλλὰ καὶ ἡ Σταφιδικὴ Τράπεζα, ὡς ὠργανώθη διὰ τοῦ νόμου ἐκείνου, ἔφερεν ἐν ἑαυτῇ ἁμαρτήματα τῆς πρώτης διαπλάσεως, ὡς λέγουσιν οἱ ἰατροί. Ἀληθῶς ἀπεδείχθη ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς καὶ τῆς πείρας, ὅτι τὰ μέτρα ἐκεῖνα ἦσαν ἀνωφελῆ, καὶ δὲν ἔλυσαν τὸ ζήτημα, ὁποῖον προεβάλλετο τότε εἰς τὰς σκέψεις καὶ τῆς Βουλῆς καὶ τῆς Κυβερνήσεως. Φρονῶ, ὅτι ἡ Σταφιδικὴ Τράπεζα μοιραίως εἶναι καταδεδικασμένη εἰς θάνατον, καὶ ἂν δὲν ληφθῇ ἐγκαίρως πρόνοια, θὰ διαλυθῇ εἰς τὰ ἐξ ὧν συνετέθη. Ποῖοι εἶναι οἱ λόγοι, περιττὸν νὰ ἀναπτύξω σήμερον ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Ἔχω ὡς πρὸς τοῦτο ἐσχηματισμένην τὴν πεποίθησιν. Ἀλλὰ σήμερον τὸ ζήτημα τῆς παρακρατήσεως τίθεται πάλιν ἐπὶ τοῦ τάπητος, διότι ἀπεδείχθη, ὅτι ἡ προσδοκωμένη λύσις, αἱ ὠφέλειαι ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς τῆς παρακρατήσεως δὲν ἐπῆλθον. Σήμερον ἀληθῶς συνεζητήθη καὶ πάλιν ἡ χρησιμότης τῆς παρακρατήσεως, ἀλλ’ αὕτη συνδέεται μὲ τὴν ὕπαρξιν τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης, ἑπομένως εἶναι ἀλληλένδετα τὰ δύο ζητήματα. Εἶναι ἀνάγκη λοιπὸν μελέτης σοβαρᾶς καὶ σπουδαίας καὶ ἐμβριθοῦς ἐπὶ τοῦ ζητήματος τοῦ πολυσχιδοῦς τῆς σταφιδικῆς κρίσεως. Φρονῶ, ἐκ τῆς πείρας διδασκόμενος, ὅτι ὁ σχηματισμὸς ἐπιτροπῆς ἐκ τῆς Βουλῆς, ἵνα μετὰ συζήτησιν καὶ ἰδιαιτέραν σύσκεψιν φέρῃ προτάσεις ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, θὰ παρελκύσῃ τὸ ζήτημα, διότι δυσκόλως θὰ ἦναι εἰς κατάστασιν ἐντὸς τόσον βραχέος χρόνου ἡ ἐπιτροπὴ νὰ ἐργασθῇ, ὡς ὀφείλει νὰ ἐργασθῇ, καὶ οὐχὶ ὅπως αἱ ἐπιτροπαὶ τῆς Βουλῆς ἐργάζονται. Δὲν θὰ ἦναι εἰς κατάστασιν νὰ φέρῃ προτάσεις συντελεστικὰς πρὸς λύσιν τοῦ ζητήματος τοῦ σταφιδικοῦ. Διὰ τοῦτο φρονῶ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία ἔχει ἀνάγκην νὰ φωτισθῇ, — διότι, κατὰ τὴν ὁμολογίαν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, δὲν εἶναι εἰς κατάστασιν ἐκ τῶν φώτων μόνον τῆς ὑπηρεσίας καὶ τῶν ἀτομικῶν τῆς Κυβερνήσεως νὰ προβῇ εἰς πρότασιν λύουσαν τὸ ζήτημα, — φρονῶ, λέγω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δύναται νὰ σχηματίσῃ ἐπιτροπήν, εἰς ἣν νὰ λάβωσι μέρος καὶ Βουλευταὶ τῶν σταφιδοφόρων ἐπαρχιῶν καὶ ἄλλοι δυνάμενοι νὰ συνεισφέρωσι τὰ φῶτα αὐτῶν· ἡ διοικητικὴ αὕτη ἢ ἀνακριτικὴ μᾶλλον ἐπιτροπὴ θὰ ἦναι καταλληλοτέρα, ὅπως συλλέξῃ πληροφορίας καὶ γνώμας, μελετήσῃ καὶ διατυπώσῃ λύσιν· μόνον δὲ οὕτω δύναται νὰ προέλθῃ ὠφέλιμον ἀποτέλεσμα. Τοῦτο γίνεται εἰς ὅλα τὰ Κράτη, ὅπου ζητήματα τοιαύτης σπουδαιότητος γεννῶνται Σχηματίζεται ἐπιτροπή, ἐργαζομένη ἐκτὸς τῆς Βουλῆς, μεταβαίνουσα ἐπὶ τόπου, λαμβάνουσα πληροφορίας, καὶ καταθέτουσα ὅλας τὰς πληροφορίας ἐν ἐκθέσεσι καὶ ὑπομνήμασι, τὰ ὁποῖα συντάσσει, καὶ εἶτα προβαίνουσα εἰς συμπεράσματα, διαφωτίζοντα τὴν Κυβέρνησιν. Οὕτως ἐγένετο ἄλλοτε καὶ ἐπὶ τοῦ ἀγροτικοῦ ζητήματος τῆς Θεσσαλίας ὑπὸ τοῦ τότε καὶ νῦν κ. Πρωθυπουργοῦ. Οὕτω καὶ μόνον δυνάμεθα νὰ σκεφθῶμεν σπουδαίως πρὸς λύσιν τοῦ περὶ οὗ πρόκειται ζητήματος, ἄλλως ὁ σχηματισμὸς ἐπιτροπῆς ἐκ Βουλευτῶν θέλει καταλήξει εἰς τὸ αὐτὸ συμπέρασμα, εἰς ὃ κατέληξαν πάντοτε αἱ ἑκάστοτε ἐπιτροπαί. Οὕτω κατὰ τὴν Βʹ Σύνοδον τῆς παρελθούσης Περιόδου 15 Βουλευταὶ ἀπετελοῦμεν μίαν ἐπιτροπήν, καὶ συνηρχόμεθα μόνον οἱ 3, οἱ δ’ ἄλλοι 12 Βουλευταὶ ἀπελείποντο, ἢ κατωρθοῦτο ἐνίοτε νὰ συνέλθωμεν 4 ἢ 5, οἱ ὁποῖοι ἀντηλλάσσομεν ἐπὶ ποδὸς σκέψεις, καὶ ἐπὶ τέλους, ἵνα ἐκπληρώσωμεν τὴν ἐντολήν, ἡ ὁποία ἀνετέθη εἰς ἡμᾶς, καὶ διότι ἡ Βουλὴ ἐπείγετο νὰ φθάσῃ εἰς ἓν μέτρον, συνετάξαμεν μίαν ἔκθεσιν, τὴν ὁποίαν περιέφερον οἱ κλητῆρες εἰς τοὺς Βουλευτὰς τοὺς ἀποτελοῦντας τὴν ἐπιτροπήν, ὅπως ὑπογράψωσιν αὐτήν, καὶ μετὰ ταῦτα κατεθέσαμεν αὐτὴν εἰς τὴν Βουλήν. Αὐτὸ θὰ συμβῇ καὶ μὲ τὴν ἐπιτροπήν, ἣν σήμερον ζητοῦμεν νὰ καταρτισθῇ. Φρονῶ, ὅτι δὲν θὰ φθάσωμεν εἰς λύσιν τοῦ ζητήματος. Τὰς παρατηρήσεις ταύτας ἀπὸ πρακτικοῦ πνεύματος ἐνόμισα καθῆκον νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλήν.
§137Ν. ΜΙΣΥΡΛΗΣ. Ἐγὼ δὲν ἠξεύρω, τί ἀλλαχοῦ συμβαίνει· γνωρίζω ὅμως, ὅτι καὶ κατὰ παρελθούσας Περιόδους συνήλθομεν ἐπανειλημμένως πολλοὶ Βουλευταὶ ἐκ τῶν σταφιδοφόρων ἐπαρχιῶν, καὶ πάντοτε μετὰ δραστηριότητος καὶ ζήλου συνεζητήσαμεν περὶ τοῦ φλέγοντος αὐτοῦ ζητήματος. Ἤδη τὸ ἐνδιαφέρον αὐτοῦ εἶναι μέγα, καὶ ἡ ἀνάγκη αὐτοῦ βεβαίως θέλει ἐμπνεύσει τὴν φιλοτιμίαν νὰ ἐργασθῶσιν οἱ ἐκ τῶν σταφιδοφόρων ἐπαρχιῶν Βουλευταί, ζητήσωσι πληροφορίας ἐκ τῶν ἐπαρχιῶν των καὶ ὅθεν ἄλλοθεν θέλουσιν, ὅπως συντελέσωσι πρὸς σωτηρίαν τοῦ τόπου — διότι ἀκριβῶς περὶ σωτηρίας τοῦ τόπου πρόκειται, συζητουμένου τοῦ θέματος τῆς σταφίδος, περὶ σωτηρίας ὅλου τοῦ ἔθνους. — Ὥστε διαφωνῶ πρὸς τὸν ἀξιότιμον προλαλήσαντα, καὶ ἐπιμένω εἰς τὴν πρότασίν μου, ὑποστηρίζων καὶ τὴν πρότασιν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως συστηθῇ ἐπιτροπὴ ἐκ Βουλευτῶν, δυναμένων κάλλιστα νὰ γνωρίζωσι τὰ πράγματα.
§138Α. ΚΕΦΑΛΑΣ. Καὶ ἐγώ, ἔχων ὑπ’ ὄψιν μου τὰς ἀπηνεῖς καταδιώξεις τῶν ὀφειλετῶν τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης καὶ τὴν ἐπικρατοῦσαν οἰκονομικὴν δυσπραγίαν τοῦ τόπου καὶ τὴν ἀδυναμίαν τῶν ἀτυχῶν ὀφειλετῶν νὰ ἐκπληρώσωσι τὰς ὑποχρεώσεις των πρὸς τὴν Σταφιδικὴν Τράπεζαν, παρεκάλεσα προχθὲς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν καὶ Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ λάβῃ πρόνοιαν πρὸς ἀναστολὴν τῆς καταδιώξεως τῶν ὀφειλετῶν τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης. Δύναται τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ἀρνηθῇ τὴν διοικητικὴν καταδίωξιν τῶν ὀφειλετῶν τούτων, διότι ὁ σταφιδικὸς νόμος δίδει εἰς τὴν Σταφιδικὴν Τράπεζαν τὸ δικαίωμα νὰ ἐνασκήσῃ καταδίωξιν κατὰ τῶν ὀφειλετῶν, ὅταν θέλῃ τὸ Ὑπουργεῖον. Δύναται λοιπὸν ὁ Ὑπουργὸς νὰ ἐνασκήσῃ τὸ δικαίωμά του, ἀρνούμενος τὴν διοικητικὴν καταδίωξιν, καὶ οὕτω δύναται νὰ παύσῃ τὸ παράπονον, τὸ ἐκ τῶν ἀτυχῶν ὀφειλετῶν τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης προερχόμενον. Ὅσον ἀφορᾷ δὲ τὴν σύστασιν ἐπιτροπῆς, ὅπερ καὶ ἐγὼ συνέστησα προχθές, νομίζω, ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται περαιτέρω ἀναβολή, διότι ταχύτατα συνιστωμένη ἡ ἐπιτροπή, — εἰ δυνατόν, σήμερον, — θὰ δυνηθῇ νὰ ἐργασθῇ καὶ ὑποβάλῃ τὰ πορίσματα τῶν μελετῶν της ἐντὸς βραχέος χρόνου, ὥστε νὰ δυνηθῶμεν οὕτω νὰ συζητήσωμεν εὐρύτερον ἐπὶ τοῦ σπουδαίου τούτου ἀντικειμένου, καὶ νὰ ληφθῇ μέτρον τι ὑπὲρ τοῦ σπουδαιοτάτου προϊόντος τῆς σταφίδος.
§139Α. ΜΟΝΟΚΡΟΥΣΟΣ. Τὸ ζήτημα τὸ σταφιδικὸν εἶναι ὑψίστης σπουδαιότητος, καὶ πρέπει νὰ ἀκουσθῇ μετὰ προσοχῆς, διότι ἐκ τῆς σταφίδος προέρχεται ὁ μεγαλείτερος πλοῦτος τῆς χώρας. Δυστυχῶς ὅμως ἡ τάξις ἡ καλλιεργοῦσα τὴν σταφίδα εὑρίσκεται ἐν διωγμῷ. Ἄλλοι συλλαμβάνονται, ἄλλοι καταδιώκονται, ἄλλοι ἀναχωροῦσι μακράν, καὶ περιορίζεται οὕτως ἡ καλλιέργεια τῶν κτημάτων αὐτῶν. Ἐκ τούτου πρέπει σύμπασα ἡ Βουλή, καὶ ἰδίᾳ οἱ ἀντιπρόσωποι τῶν σταφιδοφόρων ἐπαρχιῶν, νὰ μὴ ἀφήσωμεν εἰς τὴν κατάστασιν αὐτὴν τὰ πράγματα, ἀλλὰ νὰ παρακαλέσωμεν τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως τηλεγραφικῶς, εἰ δυνατόν, διατάξῃ τοὺς ταμίας νὰ ἀναστείλωσι τὴν καταδίωξιν τῆς τάξεως, ἥτις ἐργάζεται, καλλιεργοῦσα τὴν γῆν, ὄχι πρὸς τὸ συμφέρον μόνον ἑαυτῆς, ἀλλὰ πρὸς τὸ συμφέρον ὅλων τῶν τάξεων. Πρέπει πάντες νὰ ὑποστηρίξωμεν τὴν παράκλησιν ταύτην, διότι δύναμαι νὰ σᾶς βεβαιώσω, ὅτι ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ μου ὑπάρχουσιν εἰς τὰς φυλακὰς ἄνθρωποι μὴ δυνάμενοι νὰ πληρώσουν οὔτε ἓν λεπτόν. Εἰς τοιοῦτο σημεῖον κατήντησαν οἱ ἄνθρωποι τῶν σταφιδοφόρων ἐπαρχιῶν, ὥστε νὰ μὴ ἔχωσι πολλοὶ ἐξ αὐτῶν οὐδὲ τὸν ἐπιούσιον ἄρτον. Λοιπὸν πρέπει πρὸ παντὸς νὰ ὑποστηρίξωμεν τὴν ἀναστολὴν τῆς καταδιώξεως τῶν ὀφειλετῶν, καὶ κατόπιν, ὅταν ἔλθῃ ἡ κατάλληλος στιγμή, μετὰ προσοχῆς νὰ συζητήσωμεν καὶ ν’ ἀποφασίσωμεν, οὐχὶ χάριν προσώπων, ἀλλὰ χάριν τοῦ ἀληθοῦς συμφέροντος· νὰ καταργήσωμεν τὴν παρακράτησιν, ἤ, ἐν ἐναντίᾳ περιπτώσει, νὰ τὴν πετάξωμεν εἰς τὴν θάλασσαν.
§140Α. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§141Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ βεβαίως κατ’ ἀρχὴν δὲν εἶμαι ὀπαδὸς αὐστηρῶν μέτρων, εἶμαι, τοὐναντίον, ὀπαδὸς τῶν ἐπιεικῶν μέτρων, προκειμένου μάλιστα τὰ μέτρα ταῦτα νὰ ληφθῶσι κατὰ πτωχῶν ὀφειλετῶν, κατ’ ἀνθρώπων οἱ ὁποῖοι ἀνήκουσιν εἰς τὰς παραγωγικὰς τάξεις, καὶ μάλιστα τῶν σταφιδοφόρων ἐπαρχιῶν. Ἀλλὰ προκειμένου νὰ λάβωμεν μέτρα, εἴτε ταῦτα ληφθῶσιν ὑπὸ τῆς Βουλῆς, εἴτε ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, δίκαιον εἶναι νὰ ἴδωμεν, ἂν εἶναι ὀρθὸν ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐπρότειναν πολλοὶ τῶν συναδέλφων εἰς τὴν Βουλήν, παρακαλέσαντες τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως μεριμνήσῃ, ἵνα τὸ Διοικητικὸν Συμβούλιον τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης, ἐν τῇ ἐκπληρώσει τῶν καθηκόντων αὐτοῦ, λάβῃ τοιαῦτα μέτρα ἐπιεικῆ, ἤτοι ἀναστείλῃ τὴν καταδίωξιν κατὰ τῶν ὀφειλετῶν τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης. Ἀλλὰ πρωτίστως ἐξεταστέον, ἂν εἶναι δυνατὸν τὸ Διοικητικὸν Συμβούλιον νὰ κάμῃ τοῦτο. Καὶ δὲν ἠξεύρω, ἂν κατόπιν τῆς ἐξετάσεως ταύτης ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι κόπτονται ὑπὲρ τῶν ὀφειλετῶν τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης, οἱ ὁποῖοι ἐπιδιώκουσι μέτρα ἐπιεικῆ ὑπὲρ τῶν ὀφειλετῶν τούτων, ἂν ἐκεῖνοι δὲν θὰ ἦναι οἱ πρῶτοι, οἵτινες θὰ συνηγορήσωσιν, ἵνα καταδιωχθῶσιν οἱ ὀφειλέται τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης. Διότι, ἂν ἀληθῶς ἀποβλέπωσιν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ζητοῦσι τὰ ἐπιεικῆ μέτρα, ὅπως ἡ Σταφιδικὴ Τράπεζα ὑπάρχῃ καὶ λειτουργῇ εἰς τὸ μέλλον ὡς ἵδρυμα εὐεργετικόν, ὡς ἵδρυμα παρέχον δάνεια πρὸς καλλιέργειαν τῶν σταφιδοκτημάτων ἐπὶ τόκῳ ἐλαφρῷ, ἂν, λέγω, αὐτὸ ἐννοοῦσιν οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι διὰ τῆς προτάσεως, τὴν ὁποίαν εἰσηγήσαντο, δὲν συνηγοροῦσι πρωτίστως ὑπὲρ τῆς διατηρήσεως τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης. Διότι ἀκριβῶς, ἂν ἐλαμβάνοντο τὰ μέτρα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα συνιστῶσιν οἱ συνάδελφοι, τὸ μέτρον τῆς μὴ καταδιώξεως τῶν ὀφειλετῶν τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης, θὰ ἐβλέπετε ὅτι ἐκ θεμελίων θὰ κατελύετο τὸ ἵδρυμα τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης, τὸ ὁποῖον χρησιμεύει καὶ νῦν καὶ εἰς τὸ μέλλον διὰ τὴν προστασίαν τῶν σταφιδοκτημόνων καὶ τῶν σταφιδοπαραγωγῶν. Ἐν πρώτοις ἀμφισβητῶ τὴν ἀκρίβειαν τῶν λεχθέντων ἐνταῦθα, ὅτι δύναται τὸ Διοικητικὸν Συμβούλιον τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης νὰ ἀναστείλῃ τὴν καταδίωξιν τῶν ὀφειλετῶν. Ἀναστολὴ καταδιώξεως δὲν δύναται νὰ γείνῃ ἐκ τοῦ νόμου, δὲν δύναται καὶ ἐκ τοῦ Καταστατικοῦ τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης νὰ γείνῃ. Τὸ Καταστατικὸν τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης ὁρίζει, ὅτι δὲν ἔχει τοιαύτην ἐξουσίαν τὸ Διοικητικὸν Συμβούλιον τῆς Τραπέζης, ἀλλ’ ἡ Γενικὴ Συνέλευσις τῶν μετόχων, τὸ δὲ Καταστατικὸν τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης, ἅπαξ ψηφισθὲν δυνάμει τοῦ νόμου, διέπει τὰς ἐργασίας τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου, ἡ παρέκκλισις δὲ ἀπὸ τοῦ Καταστατικοῦ εἶναι προφανὴς παρανομία, εἰς τὴν ὁποίαν τὸ Συμβούλιον δὲν δύναται νὰ προβῇ, ἀλλ’ οὔτε καὶ αἱ τοιαῦται ἀποφάσεις του ἔχουσι κῦρος.
§142Α. ΚΕΦΑΛΑΣ. Ἡμεῖς δὲν ἐζητήσαμεν τοῦτο, ἡμεῖς ἐζητήσαμεν μόνον, ἵνα ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως μὴ ἐπιτρέψῃ τὴν καταδίωξιν. Δὲν πρόκειται λοιπὸν περὶ παραβιάσεως τῶν νόμων.
§143Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ ἀξιότιμος ἐκ Τριφυλίας συνάδελφος ἰσχυρίζεται, ὅτι παρεκλήθη ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως νὰ μὴ ἐπιτρέψῃ τὴν διὰ τῶν ὀργάνων τῆς δημοσίας διοικήσεως καταδίωξιν τῶν ὀφειλετῶν τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης. Ἀλλὰ τί εἶναι τοῦτο, εἰμὴ ἀναστολὴ τῆς καταδιώξεως; Διότι ὁ νόμος περὶ συστάσεως τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης καὶ τὸ Καταστατικὸν, τὸ ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ νόμου τούτου καταρτισθὲν, ὥρισαν κατὰ τίνα τρόπον γίνεται ἡ εἴσπραξις τῶν ὀφειλομένων εἰς τὴν Σταφιδικὴν Τράπεζαν: τὰ μέτρα δὲ καὶ τὰ μέσα ταῦτα εἶναι ἡ ἀνάθεσις τῆς εἰσπράξεως τῶν χρεῶν τῶν ὀφειλετῶν τούτων εἰς τοὺς ταμίας τοῦ Κράτους. Ποῦ ἄγει λοιπὸν τοῦτο, ἡ ἀπαγόρευσις εἰς τοὺς ταμίας τοῦ Κράτους, ὅπως ἐκτελῶσι τὰ ἐντάλματα τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης; ἄγει εἰς τὴν ἀναστολὴν πάσης καταδιώξεως τῶν ὀφειλετῶν τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης. Ἀλλ’ ἀκριβῶς τοῦτο ἀμφισβητῶ, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ γείνῃ. Τοῦτο, κατ’ ἐμὲ, δὲν δύναται νὰ γείνῃ, διότι θεωρῶ, ὅτι καὶ τὸ Καταστατικὸν τῆς Τραπέζης δὲν ἐπέτρεψεν εἰς τὸ Διοικητικὸν Συμβούλιον νὰ προβαίνῃ εἰς τοιοῦτον μέτρον. Οὐδαμοῦ τοῦ νόμου, οὐδαμοῦ τοῦ Καταστατικοῦ ὁρίζεται, ὅτι δύναται τὸ Συμβούλιον νὰ λάβῃ τοιαῦτα μέτρα· τοὐναντίον ὑποχρέωσιν ἐπάγεται εἰς τὴν Διοίκησιν ἐν γένει τῆς Τραπέζης, ὅπως ἐπιμελῆται τὴν εἴσπραξιν τῶν ὀφειλομένων εἰς τὴν Σταφιδικὴν Τράπεζαν· τοὐναντίον ἐν τῷ Καταστατικῷ βλέπω ἀναγεγραμμένην διάταξιν, ἕνεκα τῆς ὁποίας δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ πραγματοποιηθῇ ἡ ἐπιθυμία, τὴν ὁποίαν ἐξέφρασεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Τριφυλίας, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ πραγματοποιηθῇ ὁ πόθος, ὅστις ὁδηγεῖ τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Μεσολογγίου, ἴσως καὶ ἐμὲ καὶ πολλοὺς τῶν συναδέλφων, πονοῦντας ὑπὲρ τῶν σταφιδοπαραγωγῶν, ὅπως τουτέστιν ἐξακολουθήσῃ ἡ παροχὴ δανείων, ἔστω καὶ μικρῶν, εἰς τοὺς οὕτω πως καθυστεροῦντας τὰ χρέη των πρὸς τὴν Σταφιδικὴν Τράπεζαν. Ἔχομεν τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 18, ἡ ὁποία ῥητῶς λέγει (ἀναγινώσκει): «Ὁ μὴ ἐμπροθέσμως ἐκπληρώσας τὰς πρὸς τὴν Σταφιδικὴν Τράπεζαν ἀναληφθείσας παρ’ αὐτοῦ ὑποχρεώσεις σταφιδοκτήμων διαγράφεται τοῦ πιστωτικοῦ καταλόγου». Ὁρίζει δὲ ὁ νόμος ἐν ἄρθρῳ 20 καὶ τὸ Καταστατικόν, κατὰ τίνα τρόπον ἐνεργεῖται ὁ δανεισμός. «Ὁ δανεισμὸς ἐνεργεῖται ἐπὶ τῇ βάσει τῆς εἰς τὸ μετοχικὸν κεφάλαιον τῆς Τραπέζης μετοχῆς ἑκάστου τῶν σταφιδοκτημόνων». Πιστοῦχοι δὲ εἶναι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι παράγουν καὶ εἰσφέρουν εἰς τὰ ταμεῖα τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης. Ἀλλ’ ὅταν διαγραφῇ ὁ πιστοῦχος, πῶς εἶναι δυνατὸν ὁ μὴ ὢν πλέον τοιοῦτος νὰ ἐξακολουθῇ λαμβάνων καὶ ἐπὶ τὸ μέλλον δάνεια παρὰ τῆς Τραπέζης; Ἀλλ’ ἀσχέτως, ὡς εἶπον, κύριε Πρόεδρε, πρὸς τὸ κώλυμα τὸ νόμιμον, τὸ ὁποῖον ματαιοῖ πᾶσαν τοιαύτην προσπάθειαν καὶ πᾶσαν τοιαύτην ἐνέργειαν ἐκ μέρους τῆς Διοικήσεως τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης, ἔχομεν ἕτερον κώλυμα, τὸ οὐσιαστικὸν κώλυμα, δύναμαι νὰ εἴπω, τὸ κώλυμα τουτέστιν, ὅτι θὰ παύσῃ λειτουργοῦν τὸ ἵδρυμα τοῦτο τὸ λαϊκόν, ὅπως ἐχαρακτηρίσθη, ἐὰν ἐξακολουθήσωμεν καὶ ἐπὶ τὸ μέλλον νὰ μετερχώμεθα τοιαῦτα μέτρα κακῶς ἐννοουμένης ἐπιεικείας πρὸς τοὺς δυστροποῦντας ἐκ τῶν ὀφειλετῶν τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης. Καὶ ταῦτα λέγων, δὲν ἀγνοῶ, ὅτι δὲν εἶναι καθόλου ἀνθηρὰ ἡ κατάστασις τῶν σταφιδοκτημόνων καὶ τῶν σταφιδοπαραγωγῶν· ἀκριβῶς τοὐναντίον συμβαίνει· ἀλλὰ δὲν ἄγομαι ἐντεῦθεν εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι πρὸς πάντας τοὺς πιστούχους τῆς Τραπέζης, τοὺς ὀφείλοντας εἰς αὐτὴν, πρέπει νὰ δείξωμεν τοιαύτην ἐπιείκειαν, διότι ἡ τοιαύτη ἐπιείκεια θέλει ἀγάγει εἰς τὴν κατάλυσιν τοῦ ἱδρύματος τούτου, τὸ ὁποῖον καὶ ἤδη καὶ εἰς τὸ μέλλον θὰ εὐεργετήσῃ τὸν σταφιδικὸν πληθυσμὸν τῆς Ἑλλάδος. Ἐκ καταστάσεως προσφάτου τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης, τὴν ὁποίαν ἔχω ἀνὰ χεῖρας, τί νομίζετε ὅτι προκύπτει, Κύριοι; ὅτι τὰ καθυστερήματα, τὰ ὁποῖα εἶχεν ἡ Σταφιδικὴ Τράπεζα, ἦσαν 7,926,486 δραχμῶν, τὰ δὲ ἐξ αὐτῶν εἰσπραχθέντα ἀνῆλθον μόνον εἰς δρ. 1,065,507, ὑπολείπεται δὲ ποσὸν καθυστερημάτων ἐκ δύο δανεικῶν περιόδων, τῆς πρώτης καὶ τῆς δευτέρας, 6,860,978 δραχμῶν. Ἔχομεν δὲ διάταξιν ῥητὴν ἐν τῷ νόμῳ, ἥτις ἐπιδεικνύει εἰς ἡμᾶς, ὡς ἐπὶ θύραις εὑρισκομένην τὴν διάλυσιν τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης ἐκ τῆς καθυστερήσεως τοσοῦτον μεγάλου ποσοῦ, ἔχομεν τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 30 τοῦ νόμου, καθ’ ἣν (ἀναγινώσκει): «ἂν τὸ μετοχικὸν κεφάλαιον τῆς Τραπέζης ἐλεγχθῇ ὡς μειωθὲν κατὰ τὸ ἥμισυ ἐκ τῶν ἐργασιῶν τοῦ λήξαντος ἔτους, ἡ Συνέλευσις τῶν μετόχων δύναται ν’ ἀποφασίσῃ τὴν διάλυσιν τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης...» Εὑρίσκεται ὅθεν ἐπὶ θύραις ἡ διάλυσις τῆς Τραπέζης, διότι εἰς τοσαῦτα ποσὰ ἀνῆλθον τὰ καθυστερήματα ἐκ τῶν δύο δανειακῶν περιόδων, τῆς πρώτης καὶ τῆς δευτέρας. Καὶ τὸν κώδωνα τοιούτου κινδύνου σημαίνει ἡ ἔκθεσις τῆς ἐξελεγκτικῆς ἐπιτροπῆς, ἥτις ὑπεβλήθη κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος. Ἡ ἔκθεσις τῆς ἐπιτροπῆς ταύτης, τὴν ὁποίαν ἔχω ἀνὰ χεῖρας, παριστᾷ ὡς ἐπὶ θύραις εὑρισκόμενον τὸν κίνδυνον τῆς διαλύσεως τῆς Τραπέζης, διότι τὰ μέχρι τοῦδε διοικήσαντα τὴν Τράπεζαν Συμβούλια δὲν μετῆλθον ὅλα τὰ μέσα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ὁ νόμος ἐπιτρέπει, ὅπως ἐξασφαλίσουν τὴν ἀπόδοσιν τῶν ὀφειλομένων εἰς τὴν Τράπεζαν. Συνιστᾷ δὲ καὶ μέτρα, τὰ ὁποῖα δυστυχῶς δὲν ἐλήφθησαν εἰσέτι, ἵνα ἐλαττωθῇ τὸ ἐτήσιον καθυστέρημα ἐκ τῶν δανείων τῶν χορηγουμένων εἰς τοὺς σταφιδοκτήμονας. Ἀλλὰ θὰ εἴπῃ ἴσως τις, ὅτι εἶναι σκληρὰ τὰ μέτρα ταῦτα, εἶναι ἀπάνθρωπα πρὸς τοὺς σταφιδοπαραγωγούς, οἵτινες καθ’ ὅλον τὸ ἔτος κοπιάζουν καὶ αὐτοὶ καὶ αἱ οἰκογένειαί των, δαπανῶσι καὶ εὑρίσκονται ἐπὶ τέλους, ἕνεκα τῆς ὑποτιμήσεως τοῦ προϊόντος αὐτῶν, εἰς τὴν δυσάρεστον θέσιν νὰ μὴ δύνανται ν’ ἀποδώσωσι τὰ ὀφειλόμενα εἰς τὴν Σταφιδικὴν Τράπεζαν. Ἀληθῶς ἡ καταδίωξις τοιούτων ὀφειλετῶν, οἱ ὁποῖοι ὄχι ἐκ κακῆς θελήσεως, ἀλλ’ ἐξ ἀδυναμίας καὶ ἕνεκα περιστάσεων ἀπροβλέπτων ὅλως, ἰσχυροτέρων τῶν δυνάμεών των, δὲν κατώρθωσαν ν’ ἀποδώσωσι τὰ ὀφειλόμενα εἰς τὴν Σταφιδικὴν Τράπεζαν, ἡ καταδίωξις αὐτῶν ἤθελεν εἶσθαι μέτρον σκληρὸν καὶ ἀπάνθρωπον. Ἀλλὰ περὶ τοιούτων ὀφειλετῶν ἐμερίμνησε τὸ Διοικητικὸν Συμβούλιον τῆς Τραπέζης· δὲν ἔδειξεν, ὡς νομίζουσί τινες τῶν κυρίων Βουλευτῶν, ἀστοργίαν πρὸς τοιούτους πιστούχους, τοὐναντίον ἔδειξε πραγματικὴν στοργὴν καὶ μέριμναν περὶ αὐτῶν. Ἔχω δὲ ὑπ’ ὄψιν μου, κύριε Πρόεδρε, δηλώσεις, εἰς τὰς ὁποίας προέβη ἐσχάτως ἓν τῶν μελῶν τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης, ἐκ τῶν ὁποίων δηλώσεων φαίνεται, ποία εἶναι ἡ πρόνοια τῆς Διοικήσεως τῆς Τραπέζης, ὅπως μὴ οἱ τοιοῦτοι ὀφειλέται καταδιωχθῶσιν ἀπανθρώπως. Ἰδοὺ τί λέγεται ἐν ταῖς δηλώσεσι ταύταις (ἀναγινώσκει)..... Περὶ αὐτῆς τῆς τάξεως δὲν πρόκειται ἤδη, διότι οὗτοι ἔλαβον ἐγκαίρως τὰ δάνειά των, καὶ ἀπέδοσαν ἐγκαίρως τὰ δάνειά των (ἀναγινώσκει): «Εἰς τὴν δευτέραν τοὺς πιστούχους...» Εἶναι μία τῶν τάξεων ἐκείνων, περὶ τῶν ὁποίων, ἐὰν ληφθῶσι μέτρα, ὥς τινες τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων ἐπρότειναν, ἤθελον ληφθῆ ἀδίκως ὅλως (ἀναγινώσκει): «Εἰς τὴν τρίτην...» Περὶ τοιούτων λοιπὸν ὀφειλετῶν τῆς Τραπέζης πρόκειται, κ. Πρόεδρε, καὶ ἴσως τοιοῦτοι ὀφειλέται τῆς Τραπέζης ὑποκινοῦσι καὶ τὴν λῆψιν μέτρων ἐπιεικῶν, — «ὀφειλέται, οἵτινες, καίπερ δυνάμενοι νὰ ἀποδώσωσι τὰ ὀφειλόμενα εἰς τὴν Τράπεζαν, δὲν τὰ ἀποδίδουσι...» Καὶ εἰς πιστούχους, οἵτινες ἔλαβον ἤδη δάνεια παρὰ τῆς Τραπέζης, εἰς πιστούχους, οἵτινες δὲν ἐδικαιοῦντο νὰ ὦσι πιστοῦχοι, εἰς πιστούχους παρεισφρήσαντας, ὡς λέγει ὁ σύμβουλος οὗτος. Περὶ καταδιώξεως λοιπὸν τοιούτων ὀφειλετῶν πρόκειται, καὶ τοιούτους ὀφειλέτας καταδιώκει ἡ Τράπεζα, τοὺς δυναμένους, ἀλλὰ μὴ θέλοντας νὰ πληρώσωσι, καὶ τοὺς λαβόντας δάνεια, ἐνῷ δὲν ἔπρεπε νὰ ὦσι πιστοῦχοι. Ἡ γνώμη μου λοιπὸν, κύριε Πρόεδρε, τὴν ὁποίαν συνοψίζω, εἶναι, ὅτι ἡ λῆψις μέτρων ἐπιεικῶν ἐν γένει καὶ καθ’ ὁλοκληρίαν διὰ πάντας τοὺς ὀφειλέτας τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης δὲν εἶναι λῆψις μέτρων δικαίως καὶ εὐλόγως ἐπιεικῶν, ἀλλὰ μέτρων αὐστηρῶν, αὐστηροτάτων, καθ’ ὅλου τοῦ σταφιδικοῦ πληθυσμοῦ τῆς Ἑλλάδος. Διότι ἡ ἀναστολὴ τῆς καταδιώξεως τῶν ὀφειλετῶν τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης, τῶν ὀφειλόντων εἰς αὐτὴν διάφορα ποσὰ ἐκ τῆς τελευταίας δανειακῆς περιόδου, ἀλλὰ καὶ ἐκ τῶν προηγουμένων, θέλει ἀγάγει ἡμᾶς εἰς τὴν κατάλυσιν τοῦ λαϊκοῦ τούτου ἱδρύματος, τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης, ἥτις κατάλυσις θὰ ἦναι ζημία καὶ εἰς αὐτοὺς, οἱ ὁποῖοι ζητοῦσι σήμερον τὴν ἀναστολὴν τῆς καταδιώξεως, ἀλλὰ καὶ εἰς ὁλόκληρον τὸν σταφιδικὸν πληθυσμὸν τῆς Ἑλλάδος.
§144Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὅσα εἶπεν ὁ ἔντιμος προλαλήσας περὶ τῆς καταστάσεως, εἰς ἣν περιῆλθεν ἡ Σταφιδικὴ Τράπεζα, καὶ περὶ τοῦ μέλλοντος, ὅπερ ἀναμένει αὐτὴν, εἶναι ἀκριβῆ· ἀλλὰ δὲν συμμερίζομαι τὴν γνώμην, ὅτι προῆλθον ταῦτα ἐκ τῆς ἐπιεικείας περὶ τὴν εἴσπραξιν τῶν χρεῶν. Αἱ αἰτίαι, αἱ ὁποῖαι ἤγαγον τὴν Τράπεζαν εἰς ὃ σημεῖον εὑρίσκεται σήμερον, εἶναι πολλαί· πολλαὶ δὲν ἐξετέθησαν ἀκόμη ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, θέλουσι δ’ ἐκτεθῆ, ὑποθέτω, ὅταν θὰ γείνῃ εὐρυτέρα συζήτησις ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Σήμερον τὴν συζήτησιν προεκάλεσεν ἡ αὐστηρὰ καταδίωξις διὰ τὴν εἴσπραξιν τῶν ὀφειλομένων πρὸς τὴν Σταφιδικὴν Τράπεζαν. Ὁ ἔντιμος προλαλήσας εἶπεν, ὅτι ὁ ζητῶν ἀναστολὴν ἢ μέτρον ἐπιεικείας ζητεῖ πρᾶγμα ἀντιβαῖνον πρὸς τὸν νόμον. Ἀλλὰ τότε ὁ νόμος αὐτὸς θὰ ἦτο ὑπερμέτρως αὐστηρός, ἂν τοιαύτη ἐπιείκεια ἤθελεν ἐντελῶς ἀποκλεισθῆ, προκειμένου περὶ ἱδρύματος, ὅπερ ὑφίσταται ἐκ τῶν εἰσφορῶν αὐτῶν τῶν δανειζομένων, ἱδρυθέν, ὅπως ἀνακουφίζῃ αὐτούς. Ἐπειδὴ δὲ εἶναι Τράπεζα δανειστικὴ τῶν ἰδίων αὐτῆς μετόχων, ἦτο ἀδύνατον νὰ παρίδῃ τὴν περίστασιν τῆς ἀνωτέρας βίας, ἥτις ἤθελε ποτὲ παρουσιασθῆ. Ὁ ἔντιμος προλαλήσας ἀνέγνωσε μέρος τοῦ Καταστατικοῦ τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης· ἂν ἀνεγίνωσκε τὸ ἄρθρον, ὅπερ πραγματεύεται περὶ τῶν ὀφειλετῶν, ἤθελεν ἰδεῖ, ὅτι ἡ ἐπιείκεια καθιερώθη καὶ ἐπιτρέπεται ἐν τῷ ἄρθρῳ 22 τοῦ νόμου, λέγοντι: «Ὁ μὴ ἐμπροθέσμως ἐκπληρώσας τὰς πρὸς τὴν Σταφιδικὴν Τράπεζαν ἀναληφθείσας παρ’ αὐτοῦ ὑποχρεώσεις σταφιδοκτήμων διαγράφεται τοῦ πιστωτικοῦ καταλόγου. Ἡ διαγραφὴ αὕτη ἀναστέλλεται δι’ ἀποφάσεως τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου τῆς Τραπέζης ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν ἤθελεν ἀποδειχθῆ, ὅτι ἐξ ἀνωτέρας βίας, ἀποχρώντως βεβαιουμένης, εὑρέθη ὁ πιστοῦχος εἰς ἀδυναμίαν πρὸς ἐκπλήρωσιν τῶν ἀναληφθεισῶν παρ’ αὐτοῦ ὑποχρεώσεων.» Ἑπομένως ἐξ αὐτοῦ τοῦ ἄρθρου ἐδόθη τὸ δικαίωμα τῆς ἀναστολῆς, καὶ ὡς πρὸς τοῦτο ἡ Τράπεζα εἶναι ἀνεξέλεγκτος· καὶ τοῦτο πράττει ἀπὸ τριῶν ἤδη ἐτῶν, λαβοῦσα ἀφορμὴν ἐξ ἀληθοῦς καὶ ἀναμφισβητήτου συμφορᾶς, ἥτις ἐνέσκηψεν εἰς ὅλας τὰς σταφιδικὰς ἐπαρχίας, ἢ τουλάχιστον εἰς τὰς πλείστας αὐτῶν, ἕνεκα τοῦ περονοσπόρου, ἐξ οὗ πολλοὶ τῶν σταφιδοκτημόνων δὲν δύνανται νὰ ἐκπληρώσωσι τὰς ὑποχρεώσεις αὐτῶν πρὸς τὴν Τράπεζαν. Ἄλλως δὲ, καὶ αἱ τιμαὶ τῆς σταφίδος κατῆλθον εἰς τοιοῦτον σημεῖον, ὥστε δὲν καλύπτουσι τὰ ἔξοδα τῆς καλλιεργείας, καὶ διὰ τοῦτο ἀνέστειλαν τὰς πληρωμὰς πρὸς τοὺς δανειστάς των. Εἶναι λοιπὸν δυνατὸν, Τράπεζα, οἵα ἡ Σταφιδικὴ, εὑρισκομένη ἀπέναντι τοιούτων ὀφειλετῶν, νὰ μὴ φανῇ ἐπιεικής; Ἀλλ’ ἐγὼ δὲν λαμβάνω ὑπ’ ὄψιν τὰς προτάσεις ἑτέρων μέτρων ἐπιεικείας, καὶ περιορίζομαι εἰς ὅσα ἡ Τράπεζα ἐδέχθη. Εἶπον ὅτι ἐδέχθη, ἐνδίδουσα εἰς τὴν βίαν τῶν πραγμάτων, νὰ χορηγήσῃ ἀνὰ 25 δραχμὰς κατὰ χιλιάδα λιτρῶν σταφίδος εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἤθελον καταβάλει τὸ ἥμισυ τοῦ χρέους αὐτῶν ἐντὸς 8 ἡμερῶν. Ἐπειδὴ ὅμως τὸ μέτρον τοῦτο ἤθελεν ὠφελήσει ὀλίγους, καὶ οὐχὶ πάντας, ἤθελον παρακαλέσει τὴν Κυβέρνησιν νὰ μεσολαβήσῃ παρὰ τῷ Συμβουλίῳ, ὅπως δεχθῇ τὴν πρότασιν καὶ καταλογισθῇ τὸ ἥμισυ τῆς ὀφειλῆς, μὴ στερηθῶσι δ’ αὐτῆς τῆς ὠφελείας τῆς Πολιτείας.
§145Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Ἐπειδὴ κατὰ τὴν ἐπανάληψιν τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς θὰ συζητηθῇ τὸ ζήτημα τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης, θὰ παρακαλέσω τὸν κύριον Πρόεδρον νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὸν ἀπολογισμὸν τῆς διαχειρίσεως τῶν ἀποθηκῶν Μεσσήνης, Μαράθου, Ζαχάρως καὶ Κιάτου τῶν ἐτῶν 1900–1902. Συγχρόνως νὰ ζητήσῃ παρὰ τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης καὶ καταθέσῃ ὀνομαστικὸν πίνακα τῶν πρακτόρων καὶ ἀποθηκαρίων τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης, μετὰ σημειώσεως τῶν ἐπαγγελμάτων ἑνὸς ἑκάστου αὐτῶν.
§146ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχουσι δύο προτάσεις, ἡ μία περὶ συστάσεως ἐπιτροπῆς, ἣν νὰ ὁρίσῃ ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς τῇ συναινέσει αὐτῆς, καὶ ἡ ἑτέρα περὶ συστάσεως ἐπιτροπῆς ἐκτὸς τοῦ Κοινοβουλίου.
§147ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὑποστηρίζεται ἡ πρώτη.
§148ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπειδὴ πρόκειται νὰ ἐργασθῇ ἡ ἐπιτροπὴ κατ’ αὐτὰς τὰς ἡμέρας, κατήρτισα κατάλογον ἐκ τῶν παρόντων ἐν Ἀθήναις Βουλευτῶν, ὡς ἑξῆς: Λεωνίδας Δεληγεώργης, Ἀνδρέας Παναγιωτόπουλος, Ἰωάννης Νικολαΐδης, Παναγιώτης Μερλόπουλος, Γεώργιος Κρεστενίτης, Ἀνδρέας Κεφαλᾶς, Ἀλέξανδρος Πονηρόπουλος, Π. Σάκκης, Ν. Μισυρλῆς, Φ. Μοσχούλας, Κ. Φλέσσας, Σπυρίδων Α. Κουμουνδοῦρος, Διον. Στεφάνου, Κ. Γεράκης, Δ. Γούναρης, Κ. Γεροκωστόπουλος, Ἀχ. Χοϊδᾶς, Α. Σιμόπουλος καὶ Ν. Παπαλέξης. Παρακαλῶ τοὺς κυρίους, ὧν τὰ ὀνόματα ἠκούσατε, νὰ συνέλθωσιν αὔριον, ἵνα ἐπιληφθῶσι τῶν ἐργασιῶν των.
§149ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα.
§150ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τηλεγραφοῦσιν ἐκ Χαλκίδος πολλοὶ ὑπόδικοι, παραπονούμενοι ὅτι δὲν προσδιορίζεται ἡ ἡμέρα τῆς δίκης των. Θὰ σταλῇ ἡ ἀναφορὰ αὕτη εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης. Ἐπειδὴ πρόκειται νὰ μεταρρυθμισθῇ ἡ ἡμερησία διάταξις, δὲν ὑπάρχει ἕτερον ἀντικείμενον. Παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ συνέλθῃ αὔριον εἰς τὰς 3 μ.μ.
§151Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Μετὰ πρότασιν γενομένην ἐγένετο ἀναβολὴ τῆς ἡμέρας τῆς συζητήσεως τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν Βασιλικὸν Λόγον, πρὸ τούτου δὲ δὲ δὲν θέλομεν προβῆ εἰς ἄλλο ἀντικείμενον. Ἑπομένως δὲν ἔχομεν ἀφορμὴν νὰ συνέλθωμεν αὔριον.
§152ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τότε δι’ εἰδικῆς προσκλήσεως θὰ καλέσω τὴν Βουλήν. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρα 7 καὶ 15′ μ. μ.)