1903.02.10
2.590 στίχοι · 19.789 λέξεις · 172 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 29
τῆς 10 Φεβρουαρίου 1903.
(Δευτέρα).
(Γενομένης ἀπαρτίας ὥρᾳ 3 καὶ 30′ μ. μ. ἀναγινώσκονται καὶ ἐγκριθέντα ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ κάτοικοι τοῦ χωρίου Ἁγίου Βασιλείου τοῦ δήμου Πατρέων δι’ ἀναφορᾶς των πρὸς τὴν Βουλὴν ζητοῦσι νὰ ἱδρυθῇ σιδηροδρομικὸς σταθμὸς ἐν Ἁγίῳ Βασιλείῳ (Βραχνέϊκα) τῶν Πατρῶν, καὶ ἐν τῇ αὐτῇ θέσει, ἐν ᾗ ὑπάρχει νῦν ἡ διὰ ξυλίνου φυλακείου λειτουργοῦσα σιδηροδρομικὴ στάσις. Ἡ ἀναφορὰ θὰ σταλῇ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν. Ὁ δήμαρχος Αἰγίνης κ. Πέππας ἀναφέρει τηλεγραφικῶς πρὸς τὴν Βουλὴν περὶ συμπλοκῶν λαβουσῶν χώραν ἐν Αἰγίνῃ, καὶ ζητεῖ νὰ ἀποσταλῇ ἐπόπτης καὶ ἀστυνόμος ἀμερόληπτος πρὸς ἡσυχίαν τῆς πόλεως ἐκ τῆς κομματικῆς διαπάλης.
§2ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ν’ ἀναγνωσθῇ τὸ τηλεγράφημα. (Ἀναγινώσκεται).
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γ. Ἀναστασόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§4Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶχον ζητήσει, κύριε Πρόεδρε, τὸν λόγον κατὰ τὴν παρελθοῦσαν συνεδρίασιν, σκοπῶν νὰ ἐπερωτήσω τὸν ἀξιότιμον Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἐπὶ θέματος, διὰ τὸ ὁποῖον ἐλπίζω, ὅτι προσεχῶς θέλω ἀπασχολήσει τὴν Βουλήν. Ἀτυχῶς δὲν ἤμην κατὰ τὴν ἀμέσως προηγουμένην συνεδρίασιν ἐν τῇ Βουλῇ, ἵνα μετάσχω τῆς συζητήσεως, ἥτις ἤρξατο. Ὡς ἐνθυμεῖσθε, κύριε Πρόεδρε, οἱ τεταγμένοι κατὰ τὴν παρελθοῦσαν τριετίαν, καθ’ ὅλην τὴν λήξασαν Περίοδον τῆς Βουλῆς, εἰς τὰς τάξεις τῆς Ἀντιπολιτεύσεως πολλάκις ἀπησχόλησαν τὴν Βουλήν, διὰ μακρῶν κατακρίνοντες τὸν νόμον περὶ στρεμματικῆς φορολογίας, ἀναπτύσσοντες τὰς πλημμελείας αὐτοῦ καὶ ἐν γένει τὰ ὀλέθρια αὐτοῦ ἀποτελέσματα ἐπὶ τῆς ἐθνικῆς παραγωγῆς. Οἱ Ὑπουργοὶ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν κ. κ. Σιμόπουλος καὶ Νέγρης, κατιδόντες ἐκ τῶν ἀποτελεσμάτων τὸ ναυάγιον τοῦ νόμου τούτου, κατὰ τὰς παραμονὰς τῆς λήξεως τῆς παρελθούσης Περιόδου ὑπέβαλον ἑκάτερος νομοσχέδιον, συνηγωνίσθησαν μάλιστα ἐν τῇ ὑποβολῇ τοῦ τοιούτου νομοσχεδίου, δι’ οὗ μετεβάλλετο ἄρδην τὸ καθεστὼς τῆς στρεμματικῆς φορολογίας. Τὸ ζήτημα ἀπησχόλησεν οὐ μόνον τὴν τότε Ἀντιπολίτευσιν, ἀλλὰ καὶ ὁλόκληρον τὴν Βουλήν, ὡς καὶ ὁλόκληρον τὸν λαὸν τῆς Ἑλλάδος. Ὡς δὲ ἐνθυμεῖσθε, ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, τῆς νῦν, κατὰ τὴν ἐκλογικὴν αὐτοῦ περιοδείαν, ὡς ἀρχηγοῦ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, δὲν ἐδίστασε νὰ ἐπαγγελθῇ εἰς τὸν λαόν, ὅτι ἐκ τῶν πρώτων αὐτοῦ μελημάτων θέλει εἶσθαι καὶ ἡ λῆψις μέτρων εἴτε πρὸς κατάργησιν εἴτε πρὸς τροποποίησιν τοῦ νόμου περὶ στρεμματικῆς φορολογίας. Προσέσχον εἰς τὴν κατὰ τὴν προχθεσινὴν συνεδρίασιν ἀνάπτυξιν τῆς εἰσηγήσεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1903, ἀλλ’ ἀτυχῶς δὲν ἤκουσα περὶ λήψεως μέτρων διὰ τὴν στρεμματικὴν φορολογίαν. Δὲν γνωρίζω, ἂν ἡ σιωπὴ αὕτη ἀποτελεῖ ἄρνησιν τοιαύτης προνοίας, πάντως ὅμως τεκμηριοῖ, ὅτι, τό γε νῦν ἔχον, ἡ Κυβέρνησις ἐπὶ τοῦ παρόντος δὲν ἔχει λάβει πρόνοιαν, τοὐλάχιστον κατὰ τὴν Σύνοδον ταύτην. Θέλω νὰ ἐπερωτήσω τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τούτου καὶ νὰ τὸν παρακαλέσω νὰ δηλώσῃ εἰς τὴν Βουλήν, τί σκοπεῖ ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου νὰ πράξῃ, — διότι ἔστω βέβαιος, ὅτι ἐπὶ τοιούτου ζητήματος οὐδεὶς ἀνταγωνισμὸς θὰ ὑπάρξῃ ἐξ οἱουδήποτε μέρους, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἡ πεῖρα τοῦ παρελθόντος καὶ αἱ μακραὶ συζητήσεις ἔσχον πορίσματα τοιαῦτα, ὥστε νὰ μὴ ἦναι διχασμένη ἡ συζήτησις. Εἶναι γνωστὸν, ὅτι δὲν ἀνταποκρίνεται ὁ νόμος αὐτὸς εἰς τὰς ἐλπίδας ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ὑπέβαλον αὐτὸν, διότι ἀντὶ τῶν 2,500,000 δραχμῶν, ὅσας ἤλπισαν ὅτι θὰ εἰσπράξουν οἱ καταργήσαντες τὸν ἔγγειον φόρον ἐπὶ τῶν ἀμπέλων, οὔτε 2,000,000 δὲν εἰσέπραξαν. Ἐπιθυμῶ καὶ παρακαλῶ, ἵνα ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ποιήσηται τὴν προσήκουσαν δήλωσιν ἐπὶ τούτου· ἐπικαλοῦμαι δὲ καὶ τὴν γνώμην τῶν Βουλευτῶν ἄλλων ἐπαρχιῶν ἀμπελοκτημόνων, ἰδίᾳ δὲ τῶν δεκατριῶν Βουλευτῶν Ἀττικῆς, εἰς τὴν πανηγυρικὴν ἐπιτυχίαν τῶν ὁποίων συνέβαλε πολὺ ἡ ἐξέγερσις τοῦ λαοῦ Ἀττικῆς, πρὸς τὸν ὁποῖον ἐπηγγέλθησαν ἔκτοτε, ὅτι μεταξὺ τῶν πρώτων μελημάτων αὐτῶν ἔσται καὶ ἡ κατάργησις τοῦ νόμου περὶ στρεμματικῆς φορολογίας· ἐπικαλοῦμαι τὴν γνώμην αὐτῶν, καὶ βεβαιῶ, ὅτι θὰ ἦμαι ὁ δέκατος τέταρτος ὑπὲρ τῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα ἤθελον προτείνει περὶ τούτου. Καὶ τί μὲν σκέπτεται ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, βεβαίως μετ’ ὀλίγον θέλει εἴπει πρὸς ἡμᾶς. Ἀλλὰ σχετικὸν πρὸς τὸ ζήτημα τοῦτο εἶναι καὶ ἡ πληρωμὴ τοῦ φόρου. Δὲν θέλω νὰ θίξω τοῦτο, ἵνα μὴ ἐπανέλθῃ ἡ ἀνιαρὰ συζήτησις τῆς παρελθούσης συνεδριάσεως, — διότι συνεζητεῖτο ἐν τῇ παρελθούσῃ συνεδριάσει, ἂν δύναται νὰ γείνῃ ἀναστολὴ τῆς φορολογίας ἐν ταύτῃ ἢ ἐκείνῃ τῇ ἐπαρχίᾳ. — Ἀλλὰ τὸ ζήτημα ἔμεινεν ἐκκρεμὲς ἐξ ἐγκυκλίου τοῦ τέως Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, διότι, ὡς ἐνθυμεῖσθε, κατὰ τὰς τελευταίας ἐκείνας ἡμέρας τῆς ληξάσης Περιόδου, ὅτε ὑπεβλήθη τὸ νομοσχέδιον περὶ μεταρρυθμίσεως τοῦ νόμου περὶ στρεμματικῆς φορολογίας, παρηγγέλθησαν οἱ ταμίαι νὰ βεβαιώσωσι τὰ εἰσπραχθησόμενα ἐκ τῆς στρεμματικῆς φορολογίας, ἀλλὰ ἡ πληρωμὴ νὰ γένηται κατὰ Σεπτέμβριον, ὅτε δηλαδὴ θὰ γένηται ἡ παραγωγὴ, καὶ τοιουτοτρόπως δι’ ἐγκυκλίου, ἂν ὄχι νομοθετικῶς, ἀνεγνωρίσθη ἀπὸ τῆς 15 Σεπτεμβρίου, ὅτι ὁ νόμος θὰ μεταρρυθμισθῇ, ὅτι ὁ Ὑπουργός, στηριζόμενος εἰς τὴν μέλλουσαν ψῆφον τῆς Βουλῆς ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου, διέταξε τοὺς ταμίας νὰ βεβαιώσωσι τὸν φόρον, ἀλλὰ νὰ μὴ προβῶσιν εἰς τὴν εἴσπραξιν αὐτοῦ, εἰμὴ κατὰ τὸν Σεπτέμβριον καὶ χωρὶς νὰ προστεθῇ εἰς αὐτὸν ὁ πρόσθετος φόρος λόγῳ τόκου καὶ τὰ πρόστιμα συνεπείᾳ τῆς ἐκπροθέσμου πληρωμῆς τοῦ φόρου τούτου. Ἔχομεν λοιπὸν συναφὲς πρὸς τὴν ἐπερώτησιν τὸ ζήτημα, τί θὰ γείνῃ περὶ τούτου; Νομοσχέδιον ὑπεβλήθη εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ νομοσχεδίου παρήγγειλεν ὁ Ὑπουργὸς εἰς τοὺς ταμίας, τί θὰ γείνῃ διὰ τὸ παρελθόν· ἀλλ’ ἡ ἐγκύκλιος θὰ ἰσχύῃ καὶ διὰ τὸ τρέχον ἔτος, μέχρι λήψεως νομοθετικοῦ μέτρου; Διότι ἀπὸ τῆς 16 Ἰανουαρίου ἄρχεται ἡ προθεσμία τῶν τριῶν διαφόρων δόσεων τῆς ὀφειλῆς τῆς στρεμματικῆς φορολογίας· ἀλλ’ ὡς γνωρίζετε, κύριε Πρωθυπουργέ, κατὰ τὴν ἐποχὴν ταύτην δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ πληρώσῃ ὁ ἀγροτικὸς πληθυσμὸς, διότι οὐδὲν παράγει, οὐδὲν εἰσάγει εἰς τὸ ταμεῖόν του, καὶ ἑπομένως οὐδὲν δύναται νὰ εἰσφέρῃ εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον. Διὰ τοῦτο θὰ παρακαλέσω, ὅπως ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν δηλώσῃ, τίνα πρόσθετα μέτρα θὰ λάβῃ ὡς πρὸς τὸ παρελθόν, καὶ ποίαν πρόνοιαν θὰ λάβῃ μέχρι λήψεως νομοθετικοῦ μέτρου διὰ τοὺς ἀμπελοκτήμονας.
§5Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Προκειμένου περὶ στρεμματικῆς φορολογίας, αἱ γνῶμαί μου εἶναι γνωσταὶ, δὲν θέλω δὲ ἔχει δυσκολίαν νὰ ἐπαναλάβω αὐτὰς σήμερον. Αἱ γνῶμαί μου εἶναι, ὅτι πάντες οἱ φόροι, οἱ ὁποῖοι ἐπιβάλλονται ἐπὶ τῶν μέσων πρὸς παραγωγὴν, εἶναι ἄδικοι, συνεπῶς δ’ ἄνισοι. Πλὴν δὲ τοῦ ἐλαττώματος τούτου, τὸ ὁποῖον ἔχει ὁ νόμος περὶ φορολογίας τῶν ἀμπέλων, διότι ἐπιβάλλεται ἐπὶ τῆς ἐκτάσεως τῆς γῆς καὶ οὐχὶ ἐπὶ τοῦ προϊόντος, ὑπάρχει καὶ ἄλλο ἐλάττωμα, ὁ ἐκ τῶν προτέρων προσδιορισμὸς κατὰ τὸ διανεμητικὸν σύστημα τοῦ προϊόντος τῆς ἀμπέλου, καὶ ἐλήφθη ὡς βάσις τὸ ποσὸν τῆς βεβαιώσεως τοῦ φόρου τούτου κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος, μεταξὺ δὲ τῶν βεβαιουμένων καὶ τῶν εἰσπραττομένων ἐσόδων ὑπάρχει οὐ σμικρὰ διαφορά. Ἑπομένως τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ἐλήφθη ὡς βάσις κατὰ τὸν προσδιορισμὸν τοῦ φόρου κατὰ στρέμμα τῶν ἀμπέλων, δὲν ἦτο τὸ εἰσπραχθὲν ποσὸν τοῦ φόρου, τὸ πράγματι εἰσπραχθὲν, ἀλλὰ τὸ βεβαιωθὲν ποσὸν, τὸ ὁποῖον οὐδέποτε εἰσεπράχθη ἀκέραιον. Ἡ γνώμη μου λοιπὸν εἶναι, ὅτι πάντα ταῦτα ἔχουσιν ἀνάγκην ἀναθεωρήσεως, ὁμολογῶ δὲ ὅτι δὲν εἶμαι εἰς θέσιν νὰ εἰσαγάγω σήμερον ἢ αὔριον εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον περὶ μεταβολῆς τοῦ νόμου τούτου, διότι εὔκολον εἶναι νὰ καταργῇ τις, ἀλλὰ συγχρόνως πρέπει καὶ νὰ οἰκοδομῇ. Ὀφείλω δὲ νὰ εἰσαγάγω νομοσχέδιον ἄρτιον καὶ πλῆρες, διὰ νὰ μὴ παραγάγῃ τὰ αὐτὰ ἄτοπα· ἀλλὰ πρὸς τοῦτο ἔχομεν ἀνάγκην ἐργασίας· δὲν εἶμαι δὲ εἰς θέσιν νὰ εἴπω, ἂν αὔριον ἢ μεθαύριον θέλω δυνηθῆ νὰ ὑποβάλω τὸ κατάλληλον νομοσχέδιον. Καὶ ταῦτα μὲν περὶ τοῦ νόμου περὶ τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν ἀμπέλων. Περὶ δὲ τῆς ἐκτελέσεως αὐτοῦ ὁμολογῶ, ὅτι δὲν ἀντελήφθην πλήρως τῆς ἱστορίας τῆς ἐκτελέσεως τοῦ νόμου τούτου. Ἀλλὰ μόλις ἀναλαβὼν τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, εὗρον αἰτήσεις πολιτῶν διαφόρων συνοικισμῶν, διαφόρων δήμων, οἵτινες διετείνοντο, ὅτι δὲν εὑρίσκοντο εἰς κατάστασιν νὰ πληρώσωσι τὸν φόρον τῶν ἀμπέλων, καὶ ἐζήτουν νὰ λάβω μέτρον τι, διότι ἄνευ τούτου ἤθελον ὑποχρεωθῆ νὰ πληρώσωσι καὶ τὸ πρόστιμον καὶ τὸν τόκον. Ἔλαβον ὑπ’ ὄψιν τὰς αἰτήσεις ταύτας, καὶ ἐφρόντισα νὰ ἐξετάσω· ὅπου δ’ ἐπείσθην, ὅτι τὰ ἐκτιθέμενα ἦσαν ἀληθῆ, διέταξα ὑπ’ εὐθύνην μου ν’ ἀναβληθῇ ἡ πληρωμὴ τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν ἀμπέλων. Ἔλαβον δὲ τὴν εὐθύνην, ἐνθαρρυνθεὶς καὶ ἐκ προηγουμένου, διότι καὶ ὁ προκάτοχός μου εἶχε τοιοῦτόν τι διατάξει. Γενικώτερον μέτρον δὲν ἠδυνάμην νὰ λάβω, διότι δὲν ἤμην ἐν γνώσει τῆς ἱστορίας τῆς ἐκτελέσεως τοῦ νόμου αὐτοῦ. Θέλω σπουδάσει καὶ ἀναζητήσει νὰ ἴδω, ποίας σκέψεις εἶχον ἐπὶ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ ὅ τε ἐμὸς προκάτοχος καὶ ὁ προκάτοχος αὐτοῦ. Ἀλλ’ ὁμολογῶ, ὅτι τὰ νομοσχέδια, τὰ προταθέντα κατὰ τὰς παραμονὰς τῆς λήξεως τῆς τελευταίας Συνόδου τῆς Βουλῆς, δὲν μοὶ ἐνεποίησαν ἐντύπωσιν, οἵαν ἐνεποίησαν εἰς τὸν κύριον ἐκ Μεγαρίδος Βουλευτὴν, διότι μοὶ ἐφάνησαν τὰ νομοσχέδια ταῦτα ὡς αἰτήσεις ἀφέσεως ἁμαρτιῶν, καὶ εἶχον ἀνάγκην, τοιαύτην ἄφεσιν νὰ προσλιπαρήσωσιν οἱ τὰ νομοσχέδια ταῦτα προβαλόντες, οὐδ’ ἦτο κἄν πλήρης ὁ τρόπος, καθ’ ὃν διέταξαν τὴν διόρθωσιν τοῦ πράγματος. Θέλω ὅμως ἀσχοληθῆ καὶ καταβάλει πᾶσαν προσπάθειαν, ἵνα προτείνω εἰς τὴν Βουλὴν ὅσον οἷόν τε τέλειον σύστημα.
§6Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Ὑποβάλλω εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον, σχετιζόμενον μὲ τὸν Προϋπολογισμὸν, περὶ τῶν τακτικῶν ἐργατῶν τοῦ Ναυστάθμου, ἤτοι «περὶ τροποποιήσεως τοῦ ᾼΡϞϚʹ νόμου τῆς 13 Ἀπριλίου 1884 περὶ διευθύνσεως τοῦ Βασιλικοῦ Ναυστάθμου καὶ ὁρισμοῦ τοῦ προσωπικοῦ αὐτοῦ». Ἐν αἰτιολογικῇ ἐκθέσει ἐκτίθενται οἱ λόγοι οἱ προκαλέσαντες τὴν ὑποβολὴν τοῦ νομοσχεδίου τούτου· θεωρῶ δὲ περιττὸν ν’ ἀναπτύξω αὐτούς.
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ νομοσχέδιον θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθμὸς 114).
§8ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω σχέδιον νόμου περὶ κυρώσεως προξενικῆς συμβάσεως μεταξὺ τῆς Ἑλλάδος καὶ τῶν Ἡνωμένων Πολιτειῶν τῆς Ἀμερικῆς.
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 115).
§10Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Κατά τινα τῶν προσεχῶν τῆς Βουλῆς συνεδριάσεων θέλει γείνῃ λόγος περὶ τῶν ἐργασιῶν ἐν γένει τῶν Δικαστηρίων καὶ περὶ τῆς καταστάσεως τῆς Ποινικῆς Δικαιοσύνης. Ἐπειδὴ εἰς τὴν συζήτησιν ταύτην εἶναι ἀναγκαία ἡ κατάθεσις μερικῶν πληροφοριῶν, παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλήν: 1) Τὴν ἔκθεσιν ἐπιθεωρήσεως τῶν Δικαστηρίων τῆς περιφερείας τῶν ἐν Ἀθήναις Ἐφετῶν, τῆς ὑπὸ τοῦ κ. ἀντεισαγγελέως τῶν ἐν Ἀθήναις Ἐφετῶν γενομένης κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος. 2) Κατάστασιν ἐμφαίνουσαν τὸν ἀριθμὸν τῶν ἐκδοθεισῶν πολιτικῶν ἀποφάσεων ὑπὸ τοῦ Δικαστηρίου τῶν ἐν Λεβαδείᾳ Πρωτοδικῶν ἀπὸ τῆς συστάσεως τοῦ Δικαστηρίου. 3) Κατάστασιν ἐμφαίνουσαν τὸν ἀριθμὸν τῶν δηλωθεισῶν ἐφέσεων κατ’ ἀποφάσεων τοῦ Πρωτοδικείου Λεβαδείας, μετὰ σημειώματος περὶ τοῦ ἀποτελέσματος αὐτῶν, ἂν δηλ. ἐγένοντο δεκταί, ἢ ἀπερρίφθησαν δι’ ἀποφάσεων τοῦ Ἐφετείου Ἀθηνῶν. 4) Κατάστασιν ἐμφαίνουσαν τὸν ἀριθμὸν τῶν κατὰ τὸ αὐτὸ χρονικὸν διάστημα ἐκδοθέντων βουλευμάτων, ὡς καὶ κατάστασιν τῶν τυχὸν γενομένων κατ’ αὐτῶν ἀνακοπῶν, καὶ τοῦ ἀποτελέσματος τούτων. 5) Κατάστασιν ἐμφαίνουσαν τὸν ἀριθμὸν τῶν ἐκδοθεισῶν ἀποφάσεων ὑπὸ τοῦ Πλημμελειοδικείου Λεβαδείας ἀπὸ τῆς συστάσεως τοῦ Δικαστηρίου Λεβαδείας μέχρι σήμερον. 6) Κατάστασιν ἐμφαίνουσαν πόσοι φυγόποινοι ὑπῆρχον κατὰ τὴν περιφέρειαν τοῦ Πρωτοδικείου Λεβαδείας, καθ’ ὃν χρόνον τοῦτο συνέστη, πόσοι ὑπάρχουσι σήμερον, καὶ συνεπείᾳ ποίας ἀποφάσεως. Ὑποθέτω ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς θὰ ἔχῃ τὴν καλωσύνην νὰ καταθέσῃ τὰς πληροφορίας ταύτας τὸ ταχύτερον. Ὡσαύτως παρακαλεῖται ὁ κ. ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν Ὑπουργὸς νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, ἂν ἤρξατο ἡ κατασκευὴ τῆς ὁδοῦ Παραλίας Διστόμου – Ὁσίου Λουκᾶ καὶ Λεβαδείας, καὶ ἂν οἱ πόροι, οὓς ὁ σχετικὸς νόμος ἀναγράφει, εἰσεπράχθησαν καὶ κατετέθησαν εἰς τὸ ταμεῖον Λεβαδείας.
§11ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἀργυρόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§12Κ. ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγένετο μία παράνομος παραίτησις δημάρχου καὶ μία παράνομος ἀποδοχὴ αὐτῆς, διότι οὐδεμία ὑπῆρχε τῶν ἐν τῷ νόμῳ περιστάσεων, καθ’ ἃς δύναται νὰ παραιτηθῇ ὁ δήμαρχος. Ἐγένετο δὲ τοῦτο πρὸς τὸν σκοπὸν νὰ δυνηθῇ ὁ δήμαρχος Γαυρίου τῆς Ἄνδρου, ὡς παρῃτημένος δῆθεν, νὰ ἀναμιχθῇ εἰς τὰς ἐκλογὰς, ὅπερ καὶ ἔπραξε, ψηφοθηρήσας ἀνὰ τὸν δῆμον καὶ παραστὰς ὡς ἀντιπρόσωπος καὶ σφαιριδιοδότης εἰς τὰς κάλπας. Ἵνα μὴ ἐκ τούτου καθιερωθῇ προηγούμενον, καθ’ ὃ θὰ δύνανται οἱ δήμαρχοι νὰ παραιτῶνται παρανόμως κατὰ τὰς παραμονὰς τῆς βουλευτικῆς ἐκλογῆς, καὶ νὰ ἀναμιγνύωνται εἰς αὐτήν, ἐπὶ παραβάσει τοῦ νόμου, ὁ ὁποῖος ἀπαγορεύει τοῦτο, δέον νὰ ἐξετασθῇ ἡ περίστασις, νὰ λυθῇ τὸ ἐκ ταύτης δυνάμενον νὰ γεννηθῇ ζήτημα, καὶ νὰ τιμωρηθῇ ἡ παρανομία, ἵνα μὴ ἐπαναληφθῇ. Ἕνεκα τούτου παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ ζητήσῃ ἁρμοδίως καὶ προσαγάγῃ τὰ σχετικὰ ἔγγραφα, ἵνα ἴδωμεν ὁποίου εἴδους παραίτησις καὶ ἀποδοχὴ αὐτῆς ἐγένετο, κρίνωμεν περὶ αὐτῶν καὶ ἀποφανθῶμεν. Πρόκειται, ὡς εἶπον, περὶ τοῦ δημάρχου Γαυρίου. Θὰ καταθέσω δὲ καὶ ἐγγράφως διατετυπωμένην τὴν ἐπερώτησίν μου. Δεύτερον παρακαλῶ τὸν κ. ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργὸν νὰ προσκομίσῃ εἰς τὴν Βουλὴν πληροφορίας ἐπὶ τῆς ἑξῆς περιστάσεως. Ὑπάλληλός τις τοῦ ἐν Κωνσταντινουπόλει Ἑλληνικοῦ Προξενείου πρὸ 5 μηνῶν πρὸ τῆς βουλευτικῆς ἐκλογῆς κατέλιπε τὴν θέσιν του, καὶ μεταβὰς εἰς Ἄνδρον ἐξετέλεσε πλείστας προκαταρκτικὰς ἐκλογικὰς ἐνεργείας. Εἶτα μετέβη εἰς Κωνσταντινούπολιν, καὶ μετὰ 5 ἡμέρας ἐπανελθὼν μετέβη πάλιν εἰς Ἄνδρον καὶ ἀνεμίχθη εἰς τὰς ἐκλογὰς, μυρίας ῥᾳδιουργίας καὶ πλεκτάνας διενεργήσας. Εἶναι δὲ αὐτὸς, ὅστις συνωμολόγησε τὰς συμβάσεις περὶ ἀγοραπωλησίας τῶν δημάρχων καὶ τῶν κομματαρχῶν. Κατὰ τὴν ἐκλογὴν ἐστρατολόγησε ψηφοφόρους ἐν Ἀθήναις, ἐψηφοθήρησεν ἐν Ἄνδρῳ, περιελθὼν τὴν ἐπαρχίαν, ὑβρίζων, ῥᾳδιουργῶν, ὀργιάζων, καὶ μετὰ τὴν ἐκλογὴν δ’ ἔμεινεν ἕνα μῆνα ἐν Ἄνδρῳ, μεθ’ ὃ ἐπανῆλθεν εἰς τὴν θέσιν του. Ἐρωτῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν, εἶχεν ἄδειαν ὁ εἰρημένος ὑπάλληλος κατὰ τὸ ἑξάμηνον διάστημα, καθ’ ὃ ἔλειψεν ἀπὸ τὴν θέσιν του; Καὶ ἂν εἶχεν, ἡ ἄδεια ἦτο νόμιμος; Φρονεῖ δὲ, ὅτι δύναται νὰ μένῃ εἰς τὴν ὑπηρεσίαν ὑπάλληλος τοιαῦτα διαπράξας; — ἀφοῦ μάλιστα, ὡς γνωρίζω, καὶ ὡς εἶδον καὶ ἐξ ἀλληλογραφίας ἐκ Κωνσταντινουπόλεως δημοσιευθὲν, καὶ τὴν ὑπηρεσίαν του ὡς ὑπαλλήλου καταχρᾶται διαφοροτρόπως, ὅπερ ἀποδεικνύεται καὶ ἐκ τοῦ ὅτι, ὅτε διωρίσθη εἰς τὴν θέσιν ταύτην, ἦτο ἄνευ περιουσίας καὶ κατάχρεως, καὶ τώρα παρουσιάζεται ὡς ὁμογενὴς μὲ μεγάλην περιουσίαν! Ὀνομάζεται Ἰωάννης Δελαγραμμάτικας. Δύναται ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ μοὶ δώσῃ τώρα πληροφορίας;
§13ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Ἐκ τοῦ προχείρου ὄχι. Θὰ ἐξετάσω περὶ τούτου, καὶ θὰ σᾶς ἀπαντήσω.
§14Κ. ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τρίτον... Δὲν εἶναι παρὼν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας, ἀλλὰ θὰ καταθέσω ἔγγραφον τὴν ἐπερώτησίν μου. Ὑπέδειξα πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἀνάγκην ἐπιβαλλομένην ἐκ τῆς ἀξιοπρεπείας καὶ ἐκ τοῦ συμφέροντος τῆς ὑπηρεσίας, νὰ ἀπολύσῃ ἕνα σχολάρχην καὶ ἕνα ἑλληνοδιδάσκαλον. Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς διστάζει. Ἐν τούτοις εἶναι τοιοῦτοι οἱ λόγοι, οὓς εἶπον εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν, ὥστε ἐπιβάλλεται ἡ ἀπόλυσις τῶν εἰρημένων ὑπαλλήλων, καὶ δὲν δύναται ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ διατηρήσῃ αὐτούς. Ὁ ἑλληνοδιδάσκαλος οὗτος, προκειμένου νὰ ὑπηρετήσῃ εἰς τὸν στρατὸν, ἔλαβεν ἀπὸ τὸν δήμαρχον ψευδὲς πιστοποιητικὸν, ὅτι εἶχε λόγον ἀπαλλαγῆς, ἐνῷ δὲν εἶχε τοιοῦτον. Ἔκαμε χρῆσιν τοῦ πιστοποιητικοῦ, ζητήσας τὴν ἀπαλλαγήν του, ἡ ὁποία καὶ ἐγένετο, καὶ διωρίσθη ἔκτοτε καὶ διατελεῖ εἰς τὴν θέσιν του. Ἡ ἐγκληματικὴ αὕτη πρᾶξις κατηγγέλθη εἰς τὸν τότε Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ὅστις ἐζήτησε πληροφορίας ἀπὸ τὴν Νομαρχίαν ἀπὸ πέρυσιν ἢ προπέρυσιν. Ἡ Νομαρχία ἀπήντησεν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, καὶ ἐβεβαίωσε τὸ ἔγκλημα. Ἡ ἀναφορὰ τῆς Νομαρχίας κατεχωρίσθη εἰς τὸ πρωτόκολλον τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, ἀλλὰ πρὸ πάσης ἐνεργείας ὑπεξηρέθη ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον ἡ ἀναφορὰ τῆς Νομαρχίας μετὰ τῶν σχετικῶν ἐγγράφων, καὶ ἤδη ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου ἐξετάζει περὶ τῆς ὑπεξαιρέσεως. Ἐκτὸς τούτου ὅμως, ὁ ἑλληνοδιδάσκαλος αὐτὸς κατὰ τὰς τελευταίας βουλευτικὰς ἐκλογὰς ἀφῆκε τὴν θέσιν του καὶ περιήρχετο τὰ διάφορα χωρία τῆς Ἄνδρου, ὑβρίζων καὶ ψηφοθηρῶν. Καὶ κατ’ αὐτὴν τὴν διαλογὴν τῶν ψήφων, ἀντιπρόσωπος ὢν τῆς διοικητικῆς ἀρχῆς, συνέλεξεν ἀπὸ τὸ Ὄχι κάλπης τινὸς 10 σφαιρίδια καὶ τὰ ἔρριψεν εἰς τὸ Ναί, ὅτε δὲ τοῦ ἔκαμον παρατήρησιν οἱ παριστάμενοι, προσεποιήθη τὸν ἀφῃρημένον, καὶ εἶπεν, ὅτι τεταραγμένος ὢν ἐκ τῶν μέχρι τῆς ὥρας ἐκείνης ἀποτελεσμάτων τῆς ἐκλογῆς, δὲν ἐνόει τί ἔκαμνε! Φρονῶ ὅτι ὑπάλληλος διαπράξας τὸ ἔγκλημα τῆς ψευδοῦς ἀπαλλαγῆς, χάριν τοῦ ὁποίου ἐγένετο ἄλλο ἔγκλημα, τὸ τῆς ὑπεξαιρέσεως τῶν ἐγγράφων, καὶ τοιαῦτα ὄργια διαπράξας κατὰ τὰς ἐκλογὰς, πολὺ κακὰ μαθήματα ἠθικῆς θὰ δώσῃ εἰς τοὺς μαθητάς του. Ὁ δὲ σχολάρχης πάσχει, μὴ ὢν εἰς κατάστασιν νὰ διδάξῃ παντάπασι. Καὶ οὐ μόνον τοῦτο, ἀλλὰ κατέστη καὶ ὁ περίγελως τοῦ κόσμου καὶ τὸ ἀντικείμενον τῆς διασκεδάσεως τῶν κατοίκων τῆς κωμοπόλεως Γαυρίου. Πάσχει ἀπὸ καταφανῆ καὶ ἀναμφισβήτητον βλακείαν. Ἡ ἀνωτέρα τάξις τοῦ Ἑλληνικοῦ σχολείου εἶχε πάντοτε 15 μαθητάς, ἀλλ’ ἀφ’ ὅτου ἔγεινεν αὐτὸς σχολάρχης, ἔφυγαν καὶ ἐπῆγαν εἰς ἄλλα σχολεῖα. Αὐτὸς δὲ κατὰ τὸ φαινόμενον διατηρεῖ τρεῖς μαθητάς, οὓς μισθοδοτεῖ διὰ 10 δραχμῶν κατὰ μῆνα, διὰ νὰ φαίνηται ὅτι ἔχει μαθητὰς καὶ διατηρῇ τὴν θέσιν του...
§15ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Τότε εἶναι ἔξυπνος.
§16Κ. ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Οἱ βλᾶκες συνήθως ἔχουν τοιαύτας πονηρίας, διότι, ἐνῷ εἶναι βλάξ, εἶχε τὴν πονηρίαν νὰ ἐγκαταλίπῃ τὴν θέσιν του κατὰ τὴν παραμονὴν τῆς ἐκλογῆς καὶ νὰ μεταβῇ εἰς Ἄνδρον, ἐξ ἀποστάσεως 7 ὡρῶν, ὅπου καὶ ἐψήφισε, κραυγάζων κατὰ τὴν ψηφοφορίαν «ἄσπρο!» «μαῦρο!» Δὲν δύναται λοιπὸν νὰ μένῃ εἰς τὴν θέσιν του. Οὐδεὶς ἀμφισβητεῖ, ὅτι πάσχει ἀπὸ βλακείαν· εἶναι τοῦτο γνωστὸν καθ’ ὅλην τὴν ἐπαρχίαν. Δὲν ἔχει δὲ ὁ Ὑπουργὸς ἢ νὰ τὸν καλέσῃ δι’ ὑπηρεσίαν εἰς τὸ γραφεῖόν του, καὶ νὰ καλέσῃ δύο ἰατροὺς, ἵνα τὸν ἐξετάσωσιν, ἢ μᾶλλον τοῦτο εἶναι περιττὸν, διότι ἀρκεῖ νὰ τὸν ἴδῃ μόνος του καὶ θὰ ἐννοήσῃ βεβαίως τὴν κατάστασίν του. Ἐκ τούτων νομίζω, ὅτι ἐπιβάλλεται εἰς τὸν Ὑπουργὸν νὰ ἀπολύσῃ τοὺς δύο τούτους διδασκάλους.
§17ΣΠ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§18Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὀφείλω καὶ ἐγὼ, ἐκ Μεσσήνης ἕλκων τὴν καταγωγὴν, νὰ ἑνώσω τὴν φωνήν μου ὑπὲρ τῆς συστάσεως, τὴν ὁποίαν ἐποιήσατο πρὸ ὀλίγου πρὸς τὴν Κυβέρνησιν ὁ ἀξιότιμος συμπολίτης μου κ. Κουμουνδοῦρος. Πληθυσμὸς, κύριε Πρόεδρε, 100,000 ψυχῶν, —δὲν εἶναι ὑπερβολὴ —ὁ πληθυσμὸς τῶν δύο ἐπαρχιῶν Καλαμῶν καὶ Μεσσήνης ἐξαρτᾷ τὴν εὐτυχίαν καὶ τὴν ὕπαρξιν αὐτοῦ καὶ τὴν εὐδαιμονίαν τὴν οἰκονομικὴν ἐκ τῆς ἐκτελέσεως τῶν ὑδραυλικῶν ἔργων Παμίσου, περὶ τῆς ὁποίας προὐνόησεν ὁ νόμος τοῦ 1888. Ἀπὸ 15 ὁλοκλήρων ἐτῶν οὐδὲν σχεδὸν ἐγένετο πρὸς ἐκτέλεσιν τοῦ συμπλέγματος τῶν ὑδραυλικῶν ἔργων τοῦ Παμίσου. Τοῦτο ὀφείλεται, ἀφ’ ἑνὸς μὲν εἰς τὴν μὴ ἔγκαιρον παρασκευὴν τοῦ τεχνικοῦ μέρους τοῦ ἔργου, τῶν σχεδιαγραφημάτων καὶ τῶν προϋπολογισμῶν, ἀφ’ ἑτέρου δὲ εἰς τὴν μὴ εὐπορίαν τοῦ εἰδικοῦ ταμείου καὶ τὴν ἀδυναμίαν πρὸς εὕρεσιν χρημάτων διὰ τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ ἔργου. Καὶ τμῆμα μέν τι τοῦ ἔργου ἐξετελέσθη ἤδη, ἀλλ’ ὑπολείπονται ὁλόκληρα τμήματα, καὶ δὴ τὰ κυριώτερα τοῦ ἔργου, ἐκ τῶν ὁποίων ὁλόκληροι οἱ πληθυσμοὶ τῶν δύο ἐπαρχιῶν θέλουσιν εὐεργετηθῆ. Ἀληθῶς τοὺς δήμους Οἰχαλίας καὶ Ἀνδανίας διαρρέουσι χείμαροι, οἱ ὁποῖοι ὡς πρὸ ὀλίγου εἶπεν ὁ κ. Κουμουνδοῦρος, σπουδαιοτάτας ζημίας προξενοῦσιν εἰς τοὺς πληθυσμοὺς τῶν μερῶν ἐκείνων. Ἀληθῶς δὲ πρὸ ὀλίγου χρόνου παρέστημεν θεαταὶ ἀξιοθρηνήτου θεάματος. Ἡ κατάστασις τῶν χωρίων τοῦ δήμου Οἰχαλίας ἦτο ὄντως ἀξιοθρήνητος, διότι τὰ ὕδατα τῶν χειμάρρων αὐτῶν, οὐδὲν εὑρίσκοντα ἐμπόδιον, εἰσέρρεον βιαίως ἐντὸς τῶν χωρίων, κυλίοντα ὀγκώδεις λίθους· ὁλόκληρα κυβικὰ μέτρα λίθων, κατερχομένων ἀπὸ τῆς Μεγαλοπόλεως, εἶχε μεταφέρει ἐκεῖ ἡ ὁρμὴ τῶν ὑδάτων καὶ εἶχε ῥίψει ἐντὸς τῶν χωρίων καὶ τῶν κωμοπόλεων, ἀπειλήσασα καὶ τὰς κατοικίας καὶ τὴν ζωὴν τῶν χωρικῶν. Εἶναι λοιπὸν ἀληθῶς ἀξιοθρήνητος ἡ κατάστασις αὕτη τῶν χωρίων ἐκείνων, καὶ ἐπείγει τὰ μέγιστα ἡ ἐκτέλεσις τῶν ἔργων. Εἶναι δὲ ἔργον στοιχειώδους ἐνδιαφέροντος ὑπὲρ τῶν κοινῶν, τὸ ὁποῖον βαρύνει τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως προνοήσῃ περὶ ἐκτελέσεως τῶν ἔργων τούτων. Ἔχω δὲ τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις, αἰσθανομένη πλῆρες τὸ καθῆκον αὐτῆς πρὸς τοὺς ἐργατικοὺς πληθυσμοὺς τῆς Ἑλλάδος, δὲν θέλει λείψει νὰ λάβῃ τὴν ἀπαιτουμένην πρόνοιαν, ὅπως ἐκτελεσθῶσι τὰ ἔργα ταῦτα. Ἀλλ’ αἱ δύο αἰτίαι, αἵτινες μέχρι τοῦδε παρήγαγον τὴν σημερινὴν κατάστασιν ἐν ταῖς ἐπαρχίαις Μεσσήνης καὶ Καλαμῶν, ἐξακολουθοῦσιν ὑφιστάμεναι εἰσέτι. Ἀφ’ ἑνὸς μὲν τὸ τεχνικὸν μέρος τοῦ ἔργου δὲν ἔχει συμπληρωθῆ, διότι αἱ μελέται, ὁ καταρτισμὸς τοῦ σχεδιογραφήματος καὶ ἡ σύνταξις τῶν προϋπολογισμῶν δὲν ἐπερατώθησαν εἰσέτι, ἀφ’ ἑτέρου δὲ δὲν εὑρέθησαν τὰ ἀπαιτούμενα χρήματα, ὥστε νὰ δύναται νὰ προβῇ ἀπροσκόπτως ἡ ἐκτέλεσις τοῦ ἔργου. Καὶ ὅσον μὲν ἀφορᾷ τὴν κατάρτισιν τοῦ τεχνικοῦ μέρους, τὰ σχεδιαγραφήματα καὶ τοὺς προϋπολογισμούς, δὲν ἔχει ὁ κ. Ὑπουργὸς ἢ νὰ παραγγείλῃ τὸ ἁρμόδιον γραφεῖον νὰ ἐπισπεύσῃ τὸν καταρτισμὸν καὶ τὴν ὑποβολὴν αὐτῶν. Ὅσον δ’ ἀφορᾷ τὸ οἰκονομικὸν μέρος τοῦ ἔργου, ἐπιβάλλεται ἡ λῆψις ἄλλων μέτρων. Ὁ νόμος τοῦ 1888, ὅστις ἐμερίμνησε περὶ ἐκτελέσεως τῶν ὑδραυλικῶν ἔργων τοῦ Παμφίου, ὥρισε καὶ εἰδικὴν φορολογίαν, ἥτις θέλει χρησιμεύσει πρὸς πορισμὸν τῶν ἀναγκαίων χρημάτων διὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ἔργων. Ἡ φορολογία αὕτη ἐπιβάλλεται ἐπὶ τῶν Μεσσηνιακῶν προϊόντων, τουτέστιν ἐπὶ τῶν ἐν ταῖς ἐπαρχίαις Μεσσήνης καὶ Καλαμῶν παραγομένων σύκων, σταφίδος καὶ ἐλαίων, ἐξαγομένων ἢ μεταφερομένων διὰ τῶν τελωνείων Καλαμῶν καὶ Νησίου. Ἀλλ’ ἀφ’ ὅτου κατεσκευάσθη ἡ σιδηροδρομικὴ γραμμὴ, ἡ ἑνώνουσα τὴν Πελοπόννησον μὲ τὰς Πάτρας, ἔκτοτε μέγα μέρος τῶν φορολογητέων τούτων προϊόντων διαφεύγει τὴν φορολογίαν, καὶ διέφυγεν αὐτὴν μέχρι τοῦδε, διὰ τὸν λόγον, ὅτι ὁ νόμος τοῦ 1888 ὥρισεν, ὅτι φορολογοῦνται τὰ προϊόντα ταῦτα τῶν δύο ἐπαρχιῶν, τὰ ἐξαγόμενα διὰ τῶν τελωνείων Καλαμῶν καὶ Νησίου. Ἡ τοιαύτη λοιπὸν διατύπωσις τοῦ νόμου δὲν ἐπέτρεψεν, ὅπως ἀπὸ τῆς κατασκευῆς τῆς σιδηροδρομικῆς γραμμῆς φορολογηθῶσι καὶ ἐκεῖνα τὰ προϊόντα, τὰ ὁποῖα, μεταφερόμενα διὰ τοῦ σιδηροδρόμου εἰς Πάτρας, ἐξάγονται ἐκεῖθεν εἰς τὸ ἐξωτερικόν. Ἡ ποσότης δὲ τῶν οὕτως ἐξαγομένων Μεσσηνιακῶν προϊόντων εἶναι μεγίστη. Δύναμαι δὲ νὰ εἴπω, ὅτι τὰ 8/10 τῶν Μεσσηνιακῶν προϊόντων ἐξάγονται διὰ μέσου τῶν Πατρῶν εἰς τὸ ἐξωτερικὸν, ὥστε τὰ 8/10 διαφεύγουσι τὴν φορολογίαν ταύτην τὴν εἰδικὴν, φορολογοῦνται δὲ μόνον τὰ 2/10 τῶν Μεσσηνιακῶν προϊόντων. Ἡ πρόνοια λοιπὸν, ἡ ἐπιβαλλομένη εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἐνδείκνυται ἐντεῦθεν, ὁποία πρέπει νὰ ᾖναι· ἡ ἐνδεδειγμένη δὲ πρόνοια εἶναι, ὅπως εἰσαγάγῃ εἰς τὴν Βουλὴν νομοθετικὸν μέτρον, διὰ τοῦ ὁποίου πάντα τὰ προϊόντα τῶν Καλαμῶν καὶ τῆς Μεσσήνης, τὰ εἴτε ἐξαγόμενα διὰ τῶν τελωνείων Καλαμῶν καὶ Νησίου, εἴτε μεταφερόμενα διὰ τοῦ σιδηροδρόμου εἰς Πάτρας καὶ ἐκεῖθεν ἐξαγόμενα, ὑποβληθῶσιν εἰς τῆς εἰδικὴν ταύτην φορολογίαν. Οὕτω θὰ δυνηθῶμεν ἐκ τῆς εἰδικῆς ταύτης φορολογίας τῶν Μεσσηνιακῶν προϊόντων νὰ ἔχωμεν περὶ τὰς 100,000 δραχ. εἰσπράξεις κατ’ ἔτος, ὅσας εἶχεν ἄλλοτε τὸ ταμεῖον τοῦτο, τὸ εἰδικόν. Νομοσχέδιον τοιοῦτον ὑπεβλήθη κατὰ τὴν τελευταίαν Σύνοδον τῆς ληξάσης Βουλευτικῆς Περιόδου, ἀλλὰ τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο ἔμεινε νομοσχέδιον. Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν καὶ ἐγὼ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ἑνόνων τὴν φωνήν μου μετὰ τῆς τοῦ ἀξιοτίμου συμπολίτου μου κ. Κουμουνδούρου, ὅπως τὸ αὐτὸ νομοσχέδιον ὑποβληθῇ ἐκ νέου εἰς τὴν Βουλὴν, ἵνα κατορθωθῇ νὰ ἐπιβληθῇ ἡ φορολογία, τὴν ὁποίαν προθύμως καὶ εὐχαρίστως δέχονται οἱ κάτοικοι τῶν δύο ἐπαρχιῶν, διότι κατ’ αὐτὸν καὶ μόνον τὸν τρόπον εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιτευχθῇ ὁ πορισμὸς ἀρκετῶν χρημάτων πρὸς ἐκτέλεσιν τῶν ἔργων.
§19Ι. ΝΙΚΟΛΑΙΔΗΣ. Συνοδὰ ταῖς διατάξεσι τοῦ ἄρθρου 2 τοῦ ᾼΧΜΖʹ νόμου τοῦ 1888 καὶ τοῦ συμπληρωτικοῦ νόμου ͵ΒΡΜΒʹ τοῦ 1893 περὶ ὑδραυλικῶν ἔργων τῆς κοιλάδος Παμίσου, ὡς πόροι τοῦ ταμείου τούτου τοῦ εἰδικοῦ ὡρίσθησαν πρόσθετα ποσοστὰ φόρου ἐπὶ τῆς σταφίδος, σύκων καὶ ἐλαίου, εἰσπραττόμενα ἐν τοῖς τελωνείοις, στρεμματικὴ φορολογία καὶ εἰσφορὰ τῶν περὶ τὴν κοιλάδα Παμίσου δήμων. Ἐν τοῖς ὑδραυλικοῖς ἔργοις περιελήφθησαν σὺν τοῖς ἄλλοις καὶ ὁ δῆμος Οἰχαλίας, διὰ δὲ τοῦ ἀπὸ 27 Νοεμβρίου 1898 Β. Διατάγματος περιελήφθησαν ὡς ἐκτελέσιμα ἔργα καὶ τὰ τῶν χειμάρρων καὶ ποταμῶν τῶν πέραν τῶν πηγῶν τοῦ Παμίσου ὑπαρχόντων, ἀλλὰ συμβαλλόντων αὐτῷ· τὸ Βασιλικὸν τοῦτο Διάταγμα προεκλήθη ὑπὸ τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργοῦ, τῇ ἐπιμονῇ τοῦ βουλευτοῦ κ. Μπούτου. Οἱ περιληφθέντες χείμαρροι καὶ ποταμοὶ ὡς ἐξάρτημα τῶν ὑδραυλικῶν τῆς κοιλάδος Παμίσου εἶναι ἐν Εὔᾳ τοῦ Βαρυμπόπι, ἐν Οἰχαλίᾳ καὶ Ἀνδανίᾳ τοῦ ποταμοῦ Χαράδρου (Τζαμὶ) καὶ τῶν χειμάρρων Στεκαλαρίου, πεδίου Τσακώνας, Ντουράκου καὶ Γκρίκας. Οἱ χείμαρροι οὗτοι, ἕνεκα τῆς ἐπιχώσεως τῶν κοιτῶν των, καταρρέουσιν ὁρμητικοὶ ἐπὶ τῶν κτημάτων καὶ παρακειμένων αὐτοῖς χωρίων, μεγίστας ἐπιφέροντες καταστροφάς. Μάλιστα κατὰ τὰ τέλη τοῦ μηνὸς Ὀκτωβρίου 1902 ὁ χείμαρρος Τσακώνας πλημμυρήσας κατέστρεψε τέλεον τὸ χωρίον Λουτρὸ τοῦ δήμου Οἰχαλίας, καὶ μεγίστας ζημίας ἐπήνεγκεν εἰς τὰ παρακείμενα χωρία Σανδάνιον, Ἀλητσελεπῆ, Δογαντζίδιον καὶ Ζευγολατίον. Ἡ ἐπενεχθεῖσα ζημία ἰδίᾳ ἐν τῷ χωρίῳ Λουτρῷ, ἔν τε τῷ χωρίῳ καὶ τοῖς συκοπεριβολίοις αὐτοῦ, ἀνέρχεται εἰς διακοσίας καὶ πλέον χιλιάδας δραχμάς. Φρονῶ, ὅτι τὰ τῆς εἰσπράξεως τοῦ εἰδικοῦ φόρου τῶν ὑδραυλικῶν πρέπει νὰ κανονισθῶσι τελεσφορώτερον καὶ φειδωλότερον, καὶ πρέπει νὰ λείψῃ ἡ κατ’ ἐξακολούθησιν ἁδρὰ πληρωμὴ ἀργομίσθων ἐκ τοῦ γλίσχρου ταμείου τῶν ὑδραυλικῶν, ὑπὸ τὸ πρόσχημα ἐργοφυλάκων, διότι ἡ ματαία αὕτη δαπάνη ἐξικνεῖται ἐτησίως εἰς τὸ στρογγύλον ποσὸν τῶν δραχμῶν 8,000–10,000, καὶ νὰ ὑπαχθῶσιν εἰς τὴν πληρωμὴν τοῦ ὑδραυλικοῦ φόρου καὶ τὰ διὰ ξηρᾶς μεταφερόμενα προϊόντα, σταφὶς, σῦκα καὶ ἔλαιον. Διὰ τῆς φορολογίας δὲ πάντων τῶν προϊόντων, τῶν διὰ ξηρᾶς καὶ θαλάσσης μεταφερομένων, θέλουσιν εἰσπράττεσθαι ἐτησίως περὶ τὰς 130,000 ἕως 140,000 δραχμαί, ποσὸν δυνάμενον νὰ ἐξαρκέσῃ εἰς συνομολόγησιν δανείου χρεωλυτικοῦ δραχμῶν 1,300,000, ὅπερ ἐξαρκεῖ εἰς τὴν συντέλεσιν τῶν ὑδραυλικῶν ἔργων τῆς κοιλάδος Παμίσου, δι’ ὧν μεγίστη ἔσεται ἡ ὠφέλεια τῶν τε κατοίκων καὶ τῆς Πολιτείας ἐν γένει.
§20Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Σήμερον τὰ Μεσσηνιακὰ προϊόντα δὲν φορολογοῦνται ἐπὶ τῇ βάσει τῆς κλίμακος, τὴν ὁποίαν ὥρισεν ὁ νόμος τοῦ 1888, διότι ὁ νόμος ἐκεῖνος, νομίζω, ὑπέβαλεν εἰς φορολογίαν μιᾶς δραχμῆς ἑκάστην χιλιάδα λιτρῶν σταφίδος, εἰς ἀνάλογον δὲ φορολογίαν καὶ τὰ λοιπὰ προϊόντα, τὰ ἐξαγόμενα διὰ τοῦ τελωνείου Νησίου, ἡμισείας δὲ δραχμῆς τὰ προϊόντα τὰ ἐξαγόμενα διὰ τοῦ τελωνείου Καλαμῶν· τουτέστι τὰ προϊόντα τὰ ἐξαγόμενα ἐκ τοῦ τελωνείου Καλαμῶν ἐφορολογήθησαν κατὰ τὸ ἥμισυ ἐλαφρότερον ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἐξάγονται διὰ τοῦ τελωνείου Νησίου. Ἀλλὰ κατὰ τὸ 1896, ἀφομοιωθείσης διὰ νόμου τῆς φορολογίας, ὑπήχθησαν τὰ προϊόντα καὶ τῆς μιᾶς ἐπαρχίας καὶ τῆς ἑτέρας εἰς τὴν αὐτὴν φορολογίαν, τουτέστιν εἰς τὴν ἀνωτέραν κλίμακα. Δὲν νομίζω δὲ, ὅτι εἶναι ὀρθὸν ὅ,τι φρονεῖ ὁ ἀξιότιμος συμπολίτης μου, κ. Νικολαΐδης, ὅτι τουτέστι δύναται νὰ γείνῃ καὶ σήμερον ἡ ἐκτέλεσις τῶν ἔργων ἐπὶ τῇ βάσει τῶν νόμων τῶν ὑπαρχόντων· οἱ ὑπάρχοντες νόμοι δὲν ἐπαρκοῦσι. Δάνειον δὲν δύναται νὰ συνομολογηθῇ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν προσόδων τῶν διὰ τῶν κειμένων νόμων καθοριζομένων. Διὰ νὰ συνομολογηθῇ δάνειον ἑνὸς καὶ ἡμίσεος ἑκατομμυρίου, ὅσον ἀπαιτεῖται διὰ τὴν ἀποπεράτωσιν τῶν ἔργων, θέλουσι καταστῆ ὑπέγγυοι αἱ εἰσπράξεις, τὰς ὁποίας ἔχει τὸ ὑδραυλικὸν ταμεῖον τοῦ Παμίσου· ἀλλ’ αἱ εἰσπράξεις αὗται ἀπὸ τοῦ 1893 ἔχουσι τεθῆ ὑπ’ ἐγγύησιν. Εἰς ἐποχὴν, κατὰ τὴν ὁποίαν ὑμεῖς, κύριε Πρόεδρε, διηυθύνετε τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, συνωμολογήθη σύμβασις μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, διὰ τῆς ὁποίας ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα ἐπίστωσε τὸ ταμεῖον τῶν ὑδραυλικῶν ἔργων Παμίσου διὰ ποσοῦ 500,000 δραχμῶν, πρὸς ἀσφάλειαν δὲ τοῦ δανείου τούτου κατεστάθησαν ὑπέγγυοι διὰ τοὺς τόκους καὶ τὸ χρεωλύσιον αἱ εἰσπράξεις τῶν δύο τελωνείων. Τὸ ποσὸν τὸ κατ’ ἔτος ἀπαιτούμενον διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δανείου τούτου ἀνέρχεται, ὡς ὑποθέτω, εἰς 34,000 δραχμάς· οὕτω τὸ ὑπολειπόμενον ἐκ τῶν εἰσπράξεων τούτων ποσὸν εἶναι τοσοῦτον μικρὸν καὶ τοσοῦτον ἀνεπαρκὲς διὰ τὴν συνομολόγησιν δανείου, ὥστε ἀποβαίνει ἐντεῦθεν ἀσφαλὲς καὶ βέβαιον, ὅτι δάνειον εἶναι ἀδύνατον σήμερον, ἐπὶ τῇ ἐγγυήσει τοῦ ποσοῦ τούτου, νὰ εὕρῃ ἡ Κυβέρνησις, ὥστε νὰ κατορθώσῃ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ἔργων τοῦ Παμίσου. Ἐξ ἀναποδράστου λοιπὸν ἀνάγκης ἐπιβάλλεται ἡ ψήφισις νόμου, διὰ τοῦ ὁποίου οὐ μόνον τὰ προϊόντα τὰ ἐξαγόμενα διὰ τῶν τελωνείων Καλαμῶν καὶ Νησίου θὰ φορολογῶνται, ἀλλὰ καὶ ἐκεῖνα, ἅτινα μεταφερόμενα εἰς Πάτρας διὰ τοῦ σιδηροδρόμου ἐξάγονται ἐκεῖθεν.
§21ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ βουλευτὴς Κραναίας κ. Ρωμᾶνος ὑποβάλλει τὴν ἑξῆς ἔγγραφον ἐπερώτησιν.
§22ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει). «Παρακαλεῖται ὁ κύριος ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργὸς, ὅπως εὐαρεστούμενος ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν: 1) Κατάστασιν ἐμφαίνουσαν τὰς εἰσπράξεις ἐκ προξενικῶν τελῶν τῶν ἐτῶν 1898 καὶ 1899. 2) Κατάστασιν ἐμφαίνουσαν τὰς εἰσπράξεις ἐκ προξενικῶν τελῶν μετὰ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ Προξενικοῦ νόμου ͵ΒΨΗʹ, ἤτοι διὰ τὰ ἔτη 1900, 1901 καὶ 1902. 3) Κατάστασιν ἐμφαίνουσαν, κατὰ πόσον ἠλαττώθησαν τὰ προξενικὰ τέλη: αʹ) Ὡς ἐκ τῶν ἀτελειῶν, αἵτινες ἐχορηγήθησαν δυνάμει τῆς τελευταίας παραγράφου τοῦ ἄρθρου 250 τοῦ Προξενικοῦ νόμου, δι’ οὗ πρὸς ἐμψύχωσιν τῆς ἐμπορικῆς ναυτιλίας ἀπηλλάγησαν τῶν ἐν τοῖς ἐδαφίοις 3 μέχρι 5 τοῦ αὐτοῦ ἄρθρου τελῶν τὰ ἀτμόπλοια, ὅσα δυνάμει συμβάσεως μετὰ τῆς Κυβερνήσεως ἐκτελοῦσιν ἀνελλιπῶς ταχυδρομικὴν συγκοινωνίαν ἐκτὸς τοῦ Κράτους δι’ ἑβδομαδιαίου ἢ δεκαπενθημέρου τακτικοῦ δρομολογίου, καὶ βʹ) ὡς ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς τῆς ἐν ἄρθρῳ 223 τοῦ ἰδίου νόμου ὁρισθείσης διατιμήσεως, ὅσον ἀφορᾷ τὰ τέλη χαρτοσήμου δι’ ἔγγραφα ἀγοραπωλησίας ἢ καὶ ναυπηγήσεως πλοίων, ψηφισθείσης ἐπίσης τῇ ὁμοθύμῳ ἀποφάσει τῆς Βουλῆς πρὸς ἐμψύχωσιν τῆς ἐμπορικῆς ναυτιλίας. 4) Κατάστασιν ἐμφαίνουσαν τὰς πρὸ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νέου νόμου πραγματοποιηθείσας δαπάνας διὰ μισθοὺς προξενικῶν ὑπαλλήλων καὶ τὰς μετὰ τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νόμου πραγματοποιηθείσας, ἀναγραφομένων κεχωρισμένως ἐκείνων, αἵτινες ἀφορῶσιν εἰς τὴν αὔξησιν μισθῶν, καὶ ἐκείνων αἵτινες ἀφορῶσιν εἰς σύστασιν νέων προξενικῶν ἀρχῶν, τέως ἀμίσθων. 5) Κατάστασιν ἐμφαίνουσαν τὰ ὑπὸ τὸν τίτλον «Ἐξωτερικαὶ δαπάναι» διατεθέντα ποσὰ κατὰ τὸ ἔτος 1896 καὶ κατὰ τὰ ἔτη 1899, 1900 καὶ 1901. 6) Κατάστασιν ἐμφαίνουσαν τὸ ποσὸν τὸ πληρωθὲν διὰ νομισματικὴν διαφορὰν εἰς βάρος τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν κατὰ τὸ ἔτος 1896 καὶ κατὰ τὰ ἔτη 1899, 1900 καὶ 1901. 7) Κατάστασιν ἐμφαίνουσαν τὴν αὔξησιν, ἥτις προῆλθεν εἰς τὰ ἔξοδα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν, ὡς ἐκ τῆς συμπληρώσεως τῶν θέσεων τῶν ἐν Λονδίνῳ, Ρώμῃ, Πετρουπόλει καὶ Βελιγραδίῳ Πρεσβειῶν, ἐπελθούσης κατὰ τὸ ἔτος 1902.»
§23ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Πρωτοπαπαδάκης ἔχει τὸν λόγον.
§24Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Ὁ σάλος τῶν παραμονῶν τῶν ἐκλογῶν ἠμπόδισεν ἴσως τινὰς ἐξ ὑμῶν, κύριοι Βουλευταί, νὰ λάβωσι γνῶσιν στυγεροῦ ἐγκλήματος, τὸ ὁποῖον διεπράχθη ἐντὸς τοῦ ἀστυνομικοῦ καταστήματος τοῦ χωρίου Φιλότι τοῦ δήμου Τραγαίας τῆς Νάξου τὴν νύκτα τῆς 2ας πρὸς τὴν 3ην παρελθόντος Νοεμβρίου. Τὴν νύκτα τῆς 1ης πρὸς τὴν 2αν τοῦ αὐτοῦ μηνὸς συνελήφθη ὑπὸ τῶν ἀστυνομικῶν ὀργάνων ὁ ἐξ Ἀπειράνθου τῆς Νάξου Φλόριος Σοϊλὲς, νέος τριακονταετὴς τὴν ἡλικίαν, ἐπὶ ὑπονοίᾳ ζωοκλοπῆς. Ἦτο Παρασκευή. Τὸ Σάββατον, δι’ ὅλης τῆς ἡμέρας, περιεφέρετο ἐντὸς τοῦ χωρίου Φιλότι, καθ’ ὃν τρόπον, ὡς ὅλοι γνωρίζομεν, ἔνια τῶν ἀστυνομικῶν ὀργάνων διαπομπεύουσιν ἐντὸς τῶν χωρίων τοὺς ὑπ’ αὐτῶν συλλαμβανομένους, ἀδιάφορον ἂν οὗτοι εἶναι ἔνοχοι ἢ ἀθῶοι. Κατὰ τὴν αὐτὴν ἡμέραν, Σάββατον, 2 Νοεμβρίου, περὶ τὴν τετάρτην μεταμεσημβρινὴν ὥραν, ἔφθασα καὶ ἐγὼ εἰς τὸ χωρίον Φιλότι, ὅπου ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος κ. Μυκώνιος μὲ ἀνέμενε δι’ ἐκλογικὴν περιοδείαν. Μόλις ἔφθασα εἰς τὸ χωρίον, ἦλθεν ἡ μήτηρ τοῦ συλληφθέντος, ἐβεβαίωσεν ἡμᾶς, ὅτι ὁ υἱός της εἶναι ἀθῷος, καὶ ὅτι ἄλλοι λόγοι, ξένοι ἐντελῶς πρὸς τὴν ζωοκλοπὴν, συνετέλεσαν εἰς τὸ νὰ συλληφθῇ οὗτος, ἐπεζήτει δὲ καὶ τοῦ κ. Μυκωνίου καὶ ἐμοῦ τὴν ὑπὲρ τοῦ συλληφθέντος ἐπέμβασιν. Ἀλλ’ ὄχι μόνον οὐδεμίαν ἐδώκαμεν προσοχὴν εἰς τὰ λεγόμενά της, ἀλλά, δυστυχῶς, καὶ κακὴν κακῶς καὶ ἐγὼ καὶ ὁ κ. Μυκώνιος τὴν ἀπεπέμψαμεν, πεποιθότες ὅτι πράγματι ἐπὶ ζωοκλοπῇ εἶχε συλληφθῆ ὁ Σοϊλές. Μᾶς ἐβεβαίωσαν τῷ ὄντι, ὅτι αὐτὸς τὴν νύκτα μετέβη νὰ κλέψῃ εἴς τινα οἰκίαν τοῦ χωρίου Φιλότι τὰ ἐν αὐτῇ φυλαττόμενα πρόβατα. Ἐν τῇ οἰκίᾳ εὑρίσκετο μία μόνη γυνή, ἡ δὲ γυνὴ ἐβεβαίωσεν, ὅτι ὁ ἐλθὼν νὰ κλέψῃ εἶναι ὁ Φλόριος Σοϊλές. «Θὰ μεταβῆτε, εἶπεν, εἰς τὰ ἀστυνομικὰ ὄργανα καὶ τὸν πάρεδρον τοῦ χωρίου, νὰ τὸν εὕρητε εἰς τὴν σπηλιὰν τῶν Φινελιῶν, θὰ εὕρητε δὲ καὶ τὸ πρόσωπόν του μὲ ἀμυχὰς, τὰς ὁποίας ἐγὼ αὐτὴ τῷ ἐπροξένησα μὲ τοὺς ὄνυχας, ὅτε τὸν ἐννόησα ὅτι ἦλθε νὰ κλέψῃ τὰ πρόβατα.» Μετέβη πράγματι ὁ πάρεδρος τοῦ χωρίου μετὰ τῶν ἀστυνομικῶν ὀργάνων εἰς τὴν σπηλιὰν, τὴν ὁποίαν ὑπέδειξεν ἡ γυνὴ αὕτη, εὗρον ἐν αὐτῇ τὸν Σοϊλὲν κοιμώμενον, εὗρον καὶ τὰς ὑποδειχθείσας ἀμυχὰς ἐπὶ τοῦ προσώπου του. Οὐδεμία πλέον ἀπέμενεν ἀμφιβολία, ὅτι αὐτὸς ἦτο ὁ μεταβὰς εἰς Φιλότι τὴν νύκτα, ἵνα κλέψῃ τὰ πρόβατα, καὶ ὅτι δικαίως συνελήφθη καὶ ἐκρατεῖτο ὑπὸ τῆς ἀστυνομίας. Αὐτὸς δὲ εἶναι καὶ ὁ λόγος, οὗ ἕνεκα καὶ ἐγὼ καὶ ὁ κ. Μυκώνιος ἀπεπέμψαμεν τὴν μητέρα αὐτοῦ κακὴν κακῶς, διαβεβαιώσαντες μάλιστα αὐτήν, ἐγὼ δὲ πρωτίστως, (διότι εἰς τὸν δῆμον Ἀπειρανθίας ἀπὸ τὸν ὁποῖον καὶ ἐγὼ κατάγομαι, ἐπεκράτει ἄλλοτε, ἐξακολουθοῦν δὲ καὶ σήμερον ἀναφαινόμενα σποραδικὰ κρούσματα ζωοκλοπῆς, καὶ τοῦτο ἦτο ἓν ἐκ τῶν ὅπλων, ὅσα οἱ πολιτικοὶ ἀντίπαλοι μετεχειρίζοντο ἐναντίον μου, βεβαιοῦντες ὅτι, «ἐὰν κάμητε τὸν Ἀπειρανθίτην βουλευτήν, ἡ ζωοκλοπὴ θὰ ἀφανίσῃ ἐντελῶς τὴν Νάξον») καὶ δι’ αὐτὸν, ἐπαναλαμβάνω, τὸν λόγον, ἐγὼ πρωτίστως ἐβεβαίωσα περὶ τῶν διαθέσεών μου τὴν μητέρα τοῦ συλληφθέντος ἐκείνου νέου, εἰπὼν εἰς αὐτήν: «κυρά μου, ὄχι μόνον οὐδεμίαν δύναμαι νὰ σᾶς παράσχω συνδρομήν, ἀλλὰ καὶ θὰ συντελέσω, ἐφ’ ὅσον εἶναι δυνατόν, νὰ τιμωρηθῇ ἀκόμη περισσότερον, ἀφ’ ὅ,τι πρέπει, ὁ υἱός σας». Καὶ οὐδὲν πλέον οὔτε ἐγὼ οὔτε ὁ κ. Μυκώνιος ἠθέλομεν νὰ ἀκούσωμεν ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης. Διήλθομεν τὴν νύκτα τοῦ Σαββάτου ἐν τῷ χωρίῳ Φιλότι, μετέβημεν τὴν πρωΐαν τῆς Κυριακῆς εἰς τὴν ἐκκλησίαν, ἐξεφωνήσαμεν πολιτικοὺς λόγους, περιήλθομεν τὰ διάφορα καφενεῖα τοῦ χωρίου, τὴν μεσημβρίαν δὲ, ὅτε μετὰ τὸ πέρας τῆς ἐν τῷ χωρίῳ περιοδείας μας μετεβαίνομεν εἰς τὴν οἰκίαν, ἔνθα ἐπρόκειτο νὰ γευματίσωμεν, ὁ κ. Μυκώνιος μοὶ εἶπε κατ’ ἰδίαν, ὅτι ἐφονεύθη ὁ Σοϊλὲς ὑπὸ τῶν ἀστυνομικῶν ὀργάνων τὴν παρελθοῦσαν νύκτα, ἀλλὰ διετήρησε τοῦτο μυστικὸν ἀπὸ ἐμὲ, ἵνα μὴ ταραχθῶ. Μοὶ ἐγένετο ἐν τούτοις γνωστὸν ὅτι ἔφθασεν ἤδη εἰς τὸ χωρίον Φιλότι ὁ εἰρηνοδίκης μετὰ ἰατρῶν καὶ ἄλλης ἀστυνομικῆς δυνάμεως (καθόσον οἱ ἐκτελέσαντες τὸν φόνον στρατιῶται εἶχον ἤδη μεταβῆ τὴν νύκτα εἰς Χαλκὶ, ὅπου τὸ κεντρικὸν κατάστημα τῆς ἀστυνομικῆς περιφερείας), ἵνα ἐκτελέσωσιν αὐτοψίαν ἐπὶ τοῦ πτώματος τοῦ Σοϊλὲ, ἀποθανόντος (ὡς ἐβεβαίου ἡ πρὸς τοὺς ἰατροὺς ἐντολὴ τῶν ἐπισήμων ἀρχῶν) ἐκ τυχαίου θανάτου! Ἠθέλησα νὰ ζητήσω περισσοτέρας περὶ τοῦ φόνου πληροφορίας καὶ νὰ παρευρεθῶ εἰς τὸν τόπον τῆς νεκροψίας, ἀλλὰ φίλοι μου μὲ ἠμπόδισαν· ὁμολογῶ δὲ καὶ ἐγὼ, ὅτι δὲν εἶχον τὴν δύναμιν νὰ ἀντιμετωπίσω τὴν δυστυχῆ ἐκείνην μητέρα, τὴν ὁποίαν τόσον σκληρῶς τὴν προτεραίαν ἀπεπέμψαμεν, δὲν εἶχον, λέγω, τὴν δύναμιν νὰ τὴν συναντήσω, κλαίουσαν τριακονταετῆ μονάκριβον υἱόν· — ὁ ἕτερος υἱός της ἐφονεύθη κατὰ τὸν πόλεμον. — Ἀνεχώρησα λοιπὸν περὶ τὴν 2αν μ. μ. ὥραν ἐκ τοῦ χωρίου Φιλότι, καὶ μετέβην εἰς τὸ χωρίον Καλόξυλον, ὅπου εἶχον ὑποσχεθῆ νὰ ἐκτελέσω βάπτισιν. Ἐκεῖ, περὶ τὴν 5ην ἑσπερινὴν ὥραν, μοὶ ἀνηγγέλθησαν τὰ ἀκόλουθα. Μόλις ἐγνώσθη ὁ θάνατος τοῦ Σοϊλὲ ἐν Ἀπειράνθῳ, τὸ χωρίον, ἐννοεῖται, ἀνεστατώθη, τριάκοντα δὲ τῶν συγχωρίων του ἐκκινήσαντες μετέβησαν εἰς Φιλότιον, καὶ εὗρον τοὺς ἰατροὺς ἐν τῷ νεκροταφείῳ, ἐκτελοῦντας αὐτοψίαν ἐπὶ τοῦ πτώματος τοῦ Σοϊλέ. Οἱ ἐξ Ἀπειράνθου χωρικοὶ οὗτοι ἐπέμενον, ἵνα ἐπαναφέρωσι τὸ πτῶμα ἐντὸς τῆς ἐκκλησίας καὶ ἐνεργηθῇ ἐκεῖ ἡ αὐτοψία, ὅπερ καὶ ἐγένετο. Λυποῦμαι, κύριοι Βουλευταὶ, ὅτι ὁ κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸς δὲν ἠδυνήθη νὰ καταθέσῃ τὴν ἐπίσημον ἔκθεσιν τῆς αὐτοψίας, διότι ἐκεῖ θὰ ἐβλέπατε, ὅτι «τὸ πτῶμα τοῦ Σοϊλὲ ἔφερε περὶ τὰς 70 πληγὰς, προξενηθείσας διὰ τῆς λόγχης, πυρακτουμένης πρῶτον εἰς τὴν πυρὰν καὶ ἐναποτιθεμένης κατόπιν ἐπὶ τοῦ σώματος!» Ἐκεῖ θὰ ἐβλέπατε, ὅτι «αἱ κλειδώσεις τοῦ πτώματος τοῦ Σοϊλὲ ἔφερον βαθέα ἐγκαύματα, προξενηθέντα ἐκ πυρίτιδος, ἥτις ἐναπετίθετο ἐπὶ τῶν γυμνῶν σαρκῶν τοῦ Σοϊλὲ καὶ ἀνεφλέγετο!...»
§25Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Αὐτὰ εἶναι φρικωδέστερα καὶ τῶν βασάνων τῆς ἱερᾶς ἐξετάσεως!
§26Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Εἰς αὐτὴν τὴν κατάστασιν εὑρέθη τὸ πτῶμα τοῦ Σοϊλὲ, γυμνὸν καὶ ἐγκαταλελειμμένον ἐν τῷ ἀστυνομικῷ σταθμῷ Φιλοτίου τὴν πρωΐαν τῆς Κυριακῆς, τὰ δὲ καθαρὰ ἐνδύματα καὶ ἡ τροφὴ, τὰ ὁποῖα τὴν μεσημβρίαν τοῦ Σαββάτου ἔφερε πρὸς αὐτὸν ἡ μήτηρ του, ἐπανεῦρεν ἡ δυστυχὴς ἀνέπαφα, παρὰ τὸ πτῶμα τοῦ υἱοῦ της, τὴν πρωΐαν τῆς Κυριακῆς. Οὗτοι, οἱ ἐξ Ἀπειράνθου χωρικοὶ, μετὰ τὴν νεκροψίαν καὶ ὑπὸ τὴν φοβερὰν αὐτῆς ἐντύπωσιν, ἐκκινήσαντες ἐν σώματι, μετέβησαν εἰς τὸ εἴκοσι μόνον λεπτὰ τῆς ὥρας ἀπέχον χωρίον Χαλκί, ὅπου καὶ ἡ κεντρικὴ τῆς ἀστυνομίας διεύθυνσις· ἐκεῖ ἐπληροφορήθησαν ὅτι ἐκρατεῖτο ὁ δολοφόνος, καὶ ἐζήτησαν ἀπὸ τὸν ὑπίλαρχον ἀστυνόμον νὰ τοῖς παραδώσῃ τὸν λοχίαν, ὀνόματι Μπερμπάτην, ὅστις ἐξετέλεσε τὸ στυγερόν κακούργημα· ἐπειδὴ δὲ ὁ ἀστυνόμος ἐπέμενεν ἀρνούμενος, ἔθραυσαν οὗτοι τὰς θύρας καὶ τὰ παράθυρα τοῦ ἀστυνομικοῦ καταστήματος, ἀφοῦ πρῶτον ἐτοποθέτησαν εἰς τοὺς πέριξ δρομίσκους καὶ σκοποὺς, ἵνα μὴ διαφύγῃ ὁ δολοφόνος Μπερμπάτης. Οὗτος ἀπεπειράθη πράγματι νὰ δραπετεύσῃ ἐκ τῆς ὀπισθίας θύρας τοῦ καταστήματος, κρατῶν εἰς τὴν μίαν χεῖρα ὅπλον Γκρᾶ καὶ εἰς τὴν ἄλλην περίστροφον· ἀλλ’ εὑρέθη ἀπέναντι τῶν Ἀπειρανθιτῶν, ἐναντίον τῶν ὁποίων ἐξεκένωσε καὶ τρεῖς βολὰς τοῦ περιστρόφου ἄνευ ἀποτελέσματος· δὲν ἐπρόφθασε δὲ νὰ κάμῃ περισσοτέραν χρῆσιν τῶν ἀνὰ χεῖρας αὐτοῦ ὅπλων, διότι οἱ χωρικοὶ ἐκτύπησαν αὐτὸν διὰ ῥοπάλων εἰς τὴν κεφαλὴν καὶ τὸν ἔρριψαν χαμαί, ὁπότε τῇ ἐπεμβάσει ἑτέρων ἐκ Χαλκίου χωρικῶν ἠναγκάσθησαν νὰ ἐγκαταλείψωσι τὸν δολοφόνον καὶ νὰ ἐπανέλθωσιν εἰς τὸ χωρίον των, τὴν Ἀπείρανθον. Ἐνταῦθα ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, Κύριοι, ὅτι θεωρῶ τὸν ἑαυτόν μου εὐτυχῆ, ὅτι ἀνεχώρησα ἐκ Φιλοτίου ἓν τέταρτον τῆς ὥρας πρὸ τῆς ἀφίξεως τῶν συγχωρίων μου Ἀπειρανθιτῶν. Τὴν ἑσπέραν ὅμως τῆς Κυριακῆς ἐκείνης ἐδυσανασχέτουν μὲ τὸν ἑαυτόν μου, διότι ἐπεθύμουν τότε νὰ ἤμην ἐκεῖ παρὼν, —ναὶ, ἔχω τὸ θάρρος νὰ τὸ ὁμολογήσω ἐνώπιον ὑμῶν, κύριοι Βουλευταὶ, ἐὰν ἤμην ἐκεῖ παρὼν, θὰ ἐτιθέμην ἐπὶ κεφαλῆς τῶν Ἀπειρανθιτῶν, καὶ θὰ τοὺς προέτρεπον ὄχι μόνον τὸν δολοφόνον λοχίαν νὰ φονεύσωσιν, ἀλλ’ οἱονδήποτε στρατιώτην συνήντων πρὸ αὐτῶν. Ἐπὶ τοσοῦτον εἶχα καταντήσει ἐκτὸς ἐμαυτοῦ τὴν ἡμέραν ἐκείνην. Ἀλλ’ ἀπῆλθον, ὡς εἶπον, τῇ προτροπῇ φίλων πρὸ τῆς ἀφίξεως τῶν συγχωρίων μου. Ὅσα σᾶς διηγήθην, Κύριοι, μετεβιβάσαμεν τότε τηλεγραφικῶς ὁ συνάδελφος κ. Μυκώνιος καὶ ἐγὼ εἰς τὸν τέως ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸν κ. Τριανταφυλλᾶκον, ὁ ὁποῖος λυποῦμαι ὅτι δὲν εἶναι ἐδῶ παρὼν, διότι θὰ μοὶ ἦτο πολὺ χρήσιμος...
§27ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὁ λοχίας ἐφονεύθη;
§28Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Ὄχι· ζῇ, καὶ εἶναι εἰς τὰς φυλακάς.
§29ΚΥΡ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Κύριε συνάδελφε, κατὰ τὴν στιγμὴν ταύτην ἡ ὑπηρεσία μοὶ δίδει ἔγγραφα ἀφορῶντα τὴν ἐπερώτησίν σας. Τὰ ἔχω ἀνὰ χεῖρας.
§30Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Εὐχαριστῶ πολύ. (Λαμβάνει τὰ ἔγγραφα). Ἰδοὺ τὸ τηλεγράφημά μας· εἶναι τὸ πρῶτον ἐν τῷ φακέλῳ τῶν ἐγγράφων, τὰ ὁποῖα μόλις μοὶ παρέδωκεν ὁ κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸς (ἀναγινώσκει): «Ἀριθ. διεκπ. 12826. Ἐκ Τραγαίας (ἀριθ. 64 τῇ 3)16, ὥρᾳ 7 μ. μ.) Ὑπουργὸν Ἐσωτερικῶν Νικόλαον Τριανταφυλλᾶκον. Ἀθήνας. «Συλληφθεὶς ὡς ὕποπτος ζωοκλοπῆς Φλώριος Σοϊλὲς Ἀπειράνθιος ἀπεβίωσε σήμερον ἐν ἀστυνομικῷ στρατῶνι Φιλοτίου ἐκ ξυλοκοπημάτων, λογχισμῶν καὶ λοιπῶν βασανιστηρίων σταθμάρχου λοχίου Μπερμπάτη, οὗ προφορικῶς καὶ ἐγγράφως ἐζητήσαμεν μετάθεσιν ἐκ Νάξου, καὶ οὐδὲν ἀπε-
φασίσθη.»
«ΜΥΚΩΝΙΟΣ–ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ.»
Δὲν δύναμαι, Κύριοι, νὰ ἀνεύρω ἐν τοῖς κατατεθεῖσι φακέλοις ὑπὸ τῶν κυρίων Ὑπουργῶν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης καὶ τῶν Ἐσωτερικῶν ἕτερον ἔγγραφον τῶν ἐπισήμων ἀρχῶν, ἀναγγέλον τὸν μαρτυρικὸν θάνατον τοῦ δυστυχοῦς Σοϊλέ. Ἀνευρίσκω τηλεγράφημα τοῦ ἐν Σύρῳ Εἰσαγγελέως Παππᾶ πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης καὶ τὸν Εἰσαγγελέα τῶν Ἐφετῶν, ληφθὲν ἐνταῦθα οὐχὶ πλέον τὴν Κυριακὴν, 16)3 Νοεμβρίου, ἡμέραν καθ’ ἣν τὸ ἔγκλημα εἶχε συντελεσθῆ, ἀλλὰ τὴν 17)4 Νοεμβρίου, ἡμέραν Δευτέραν καὶ ὥραν 11 καὶ 30′ π. μ., δι’ οὗ παρεμπιπτόντως μόνον ἀναγγέλεται ἡ ἀποβίωσις τοῦ Σοϊλέ, ἵνα δικαιολογηθῇ τὸ οὐσιῶδες γεγονὸς τῆς κατὰ τῶν ἀστυνομικῶν δολοφόνων ἐπιθέσεως τῶν Ἀπειρανθιτῶν. Ἀλλὰ δὲν θέλω, Κύριοι, νὰ σᾶς κουράσω διὰ τῆς ἀναγνώσεως ὅλων τῶν τηλεγραφημάτων...
§31ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναγνώσατε τὰ τηλεγραφήματα, κύριε συνάδελφε.
§32Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. (ἀναγινώσκει). «Ἐν Πανόρμῳ Τραγαίας συνελήφθη ὑπὸ τῶν ἀστυνομικῶν ὀργάνων καὶ ἐκρατήθη Φλώριος Σοϊλὲς, ὡς ζωοκλόπος, ὅστις καὶ ἀπεβίωσε. Θάνατον τούτου ἀποδίδοντες συγγενεῖς καὶ συμπολῖταί του εἰς κακώσεις, ἐπετέθησαν κατ’ ἀστυνομικῶν ὀργάνων, εὑρισκομένων ἐν ἀστυνομικῷ καταστήματι, ἔθραυσαν θύρας καὶ παράθυρα, διήρπασαν ἀρχεῖον καὶ ἐκακοποίησαν ἀστυνομικὰ ὄργανα, ἅτινα ἐν κακῇ καταστάσει ἀστυνόμος Τραγαίας ἀπέστειλεν ἀστυνομίαν Νάξου πρὸς πρό-
ληψιν ἑτέρων σκηνῶν...» Εἰσαγγελεὺς
«ΠΑΠΠΑΣ.»
Ἀλλ’ ἰδοὺ καὶ ἕτερον τηλεγράφημα, ἐκ Τραγαίας τοῦτο καὶ φέρον ἀριθμὸν διεκπ. 12827, ληφθὲν δηλαδὴ ἀμέσως μετὰ τὸ ἡμέτερον πρὸς τὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸν τηλεγράφημα, δι’ οὗ ὁ εἰρηνοδίκης καὶ ὁ ἀστυνόμος Τραγαίας ἀγγέλλουσι πρὸς τὰς ἀνωτέρας ἀρχὰς, ὅτι (ἀναγινώσκει): «Συγχωρῖται θανόντος Σοϊλὲ συσσωματωθέντες ἐπετέθησαν περὶ τοὺς 35 κατ’ ἀστυνόμου καὶ ἀστυνομικοῦ καταστήματος, ζητοῦντες φονεύσωσι λοχίαν Μπερμπάτην, καθ’ οὗ εἶχον ὑπονοίας περὶ τοῦ θανάτου Σοϊλὲ ἐκ ξυλοκοπημάτων. Ἔθραυσαν ὑάλους θυρῶν καὶ παραθύρων, κατέστρεψαν ἅπασαν ἀλληλογραφίαν ἀστυνομίας, καὶ συλλαβόντες χωροφύλακας ἀόπλους καὶ λοχίαν Μπερμπάτην ἐτραυμάτισαν θανατηφόρως αὐτὸν διὰ ῥοπάλων καὶ μαχαίρας, καθὼς καὶ πολίτην Σταμάτιον Κόκκινον, ἐπεμβάντα πρὸς διάσωσιν κινδυνεύοντος λοχίου, ἀφήρεσαν ὅπλον καὶ ξιφολόγχην λοχίου...» «Εἰρηνοδίκης Τραγαίας ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΔΗΣ.» Ἀστυνόμος Τραγαίας ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ.» Ὡς παρατηρεῖτε, κύριοι Βουλευταί, ἐπισήμως ἀνομολογεῖται, ὅτι οἱ χωροφύλακες ἦσαν ἄοπλοι, εἰς τὸν δολοφόνον λοχίαν ὅμως ἐπετρέπετο νὰ ἦναι ὡπλισμένος τὴν 4ην μεταμεσημβρινὴν ὥραν τῆς Κυριακῆς, μετὰ πάροδον 12 ὅλων ὡρῶν ἀπὸ τῆς ἐκτελέσεως ὑπ’ αὐτοῦ τοῦ στυγεροῦ κακουργήματος! Αὐτὰ εἶναι, Κύριοι, τὰ γεγονότα. Ἐκ τῶν τηλεγραφημάτων δὲ, τὰ ὁποῖα εἴχετε τὴν ὑπομονὴν ν’ ἀκούσητε ἀναγινωσκόμενα, ἐσχηματίσατε, δὲν ἀμφιβάλλω, τὴν πεποίθησιν περὶ τῆς ἀμερολήπτου ἐνεργείας τῶν ἐπισήμων ἀρχῶν! Ἀλλ’ ἰδοὺ καὶ τὰ ἐπακόλουθα: Τρεῖς ἡμέρας μετὰ τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ στυγεροῦ ἐγκλήματος ἀφίκετο εἰς Νάξον ὁ παρὰ τῷ Πρωτοδικείῳ Σύρου ἀνακριτὴς κ. Χοϊδᾶς· παρέλαβεν ἐκ τῆς πόλεως Νάξου ἰατροὺς, ξένους πρὸς ἐκείνους, οἵτινες ἐξετέλεσαν τὴν αὐτοψίαν κατὰ τὴν ἡμέραν τοῦ κακουργήματος, μετέβη μετ’ αὐτῶν εἰς τὸ χωρίον Φιλότι, ἐξέθαψαν τὸ διαμελισμένον ἤδη πτῶμα τοῦ Σοϊλὲ, καὶ ἐξετέλεσαν νέαν ἐπ’ αὐτοῦ αὐτοψίαν, ἐπιβεβαιώσασαν καθ’ ὅλα τὴν προτέραν, ἐκεῖθεν δὲ διελθὼν διὰ τοῦ χωρίου Χαλκὶ ὁ κ. ἀνακριτὴς μετέβη εἰς Ἀπείρανθον. Ὁμολογῶ, Κύριοι, ὅτι, ὅτε εἶδον τὸν ἀνακριτὴν νὰ ἔλθῃ εἰς Ἀπείρανθον, ὅπως ἐνεργήσῃ ἀνακρίσεις, οὐχὶ ἐπὶ τῆς στυγερᾶς δολοφονίας τοῦ Σοϊλὲ, ἀλλ’ ἐπὶ τῆς κακοποιήσεως τῶν δολοφόνων ὑπὸ τῶν συγχωρίων καὶ συγγενῶν τοῦ μάρτυρος, ἐξεπλάγην, καὶ εἶχον τὸ θάρρος νὰ τῷ παρατηρήσω, ὅτι ἔπρεπε πρῶτον νὰ μεταβῇ εἰς τὸν τόπον τοῦ ἐγκλήματος καὶ ἐνεργήσῃ ἀνακρίσεις ἐπὶ τῆς στυγερᾶς δολοφονίας, κατόπιν δὲ νὰ ἀνακρίνῃ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἐκακοποίησαν τὰ ἀστυνομικὰ ὄργανα συνεπείᾳ τοῦ θανάτου τοῦ συγχωρίου των. Δὲν ἐγνώριζον ποσῶς τὸν κ. Χοϊδᾶν, ἀλλὰ διέμενε τότε ἐν Ἀπειράνθῳ συγγενής μου δικηγόρος ἐν Σύρῳ, ὁ ὁποῖος μοὶ ἔδωκε τὰς καλλιτέρας περὶ αὐτοῦ συστάσεις· μὲ ἐβεβαίωσεν, ὅτι εἶναι ὁ ἀκεραιότατος τῶν δικαστῶν, ὅτι εἶναι ἄνθρωπος καθὼς πρέπει, εἷς τῶν μᾶλλον εὐπαιδεύτων δικαστῶν. Ὁ κ. Χοϊδᾶς ἐφιλοξενήθη εἰς οἰκίαν φίλου μου, καὶ ὄχι εἰς τὴν ἰδικήν μου, διότι ἐγὼ ἐπολιτευόμην. Ἐγὼ δὲ, πεποιθὼς εἰς τὰς διαβεβαιώσεις τοῦ συγγενοῦς μου δικηγόρου, οὔτε ποίους ἀνέκρινεν, οὔτε ποίου εἴδους ἀνακρίσεις ἐξετέλεσεν, ἠθέλησα νὰ μάθω. Ὅτε, ὡς προηγουμένως εἶπον, τῷ παρετήρησα διατὶ δὲν μετέβη πρότερον εἰς Φιλότι καὶ κατόπιν εἰς Ἀπείρανθον, μοὶ ἀπήντησεν ὅτι θὰ μεταβῇ καὶ ἐκεῖ· καὶ εἰς τοῦτο ἠρκέσθην. Λέγω ταῦτα, Κύριοι, διότι καὶ ἐγὼ ἐσχημάτισα τὴν πεποίθησιν, ὅτι ὁ κύριος Χοϊδᾶς εἶναι εἷς τῶν ἀκεραιοτέρων δικαστῶν, καὶ κάμνω τὴν δήλωσιν ταύτην, ἵνα μὴ παρεξηγηθῶ δι’ ὅσα πρόκειται ν’ ἀπαριθμήσω κατόπιν. Ἐπὶ τρεῖς ἤδη ἡμέρας ὁ ἀνακριτὴς εὑρίσκετο ἐν Ἀπειράνθῳ, ὅτε τὴν μεσημβρίαν τῆς Κυριακῆς μὲ εἰδοποίησαν, ὅτι ἐκράτησεν οὗτος πέντε ἐκ τῶν τριάκοντα χωρικῶν, οἱ ὁποῖοι πρὸ 8 ἡμερῶν κατῆλθον εἰς Χαλκὶ καὶ ἐκακοποίησαν τὸν δολοφόνον λοχίαν. Ἐπέμενον δὲ νὰ μεταβῶ εἰς τὴν ἀστυνομίαν καὶ νὰ παρακαλέσω νὰ ἐλευθερωθῶσι, διότι ἄλλως τὸ χωρίον ὁλόκληρον θ’ ἀναστατωθῇ. Διερχόμενος διὰ τῆς πλατείας τοῦ χωρίου, εὗρον ἐκεῖ ἑκατοντάδα χωρικῶν, οἵτινες ἐπέμενον νὰ μὲ ἀκολουθήσωσιν εἰς τὸ ἀστυνομικὸν κατάστημα. Τὸ τοιοῦτον ἠρνήθην διαρρήδην, καὶ μετέβην ἀμέσως καὶ μόνος ἐκεῖ, συνοδευόμενος ὑφ’ ἑνὸς στρατιώτου, καθόσον δὲν ἐγνώριζον, ποῦ κεῖται τὸ ἀστυνομικὸν κατάστημα... Σημειώσατε, Κύριοι, ὅτι εὑρισκόμεθα εἰς τὴν τελευταίαν πρὸ τῶν ἐκλογῶν Κυριακὴν, καθ’ ἣν ἐν τῷ χωρίῳ Ἀπειράνθου κατὰ τὴν ἡμέραν ἐκείνην εὑρίσκοντο ὑποψήφιοι ἀντιθέτων πολιτικῶν φρονημάτων, ἐκ τῆς πρωϊνῆς λογομαχίας τῶν ὁποίων τὰ πνεύματα διετέλουν ἐν ἀρκετῇ ἐξάψει, ὅτι κατὰ τὴν ἡμέραν ἐκείνην ἐτελέσθησαν δύο γάμοι ἐν τῷ χωρίῳ, καὶ ὁ ἀναβρασμὸς εὑρίσκετο εἰς τὸ κατακόρυφον. Συνήντησα τὸν κ. Χοϊδᾶν ἐν τῷ ἀστυνομικῷ καταστήματι, καὶ μὲ ἐβεβαίωσεν ὅτι πράγματι ἐκράτησε πέντε ἐκ τῶν ἐνόχων ἐπὶ ἐπιθέσει κατὰ τῶν ἀστυνομικῶν ὀργάνων. Τῷ παρέστησα, ὅτι κατὰ τὴν ἡμέραν ἐκείνην τὰ πνεύματα ἦσαν ἐξημμένα, καὶ ὅτι φρόνιμον θὰ ἦτο ν’ ἀφήσῃ ἐλευθέρους τοὺς πέντε κρατηθέντας, ἔδιδα δὲ αὐτῷ τὴν ὑπόσχεσιν, ὅτι τὴν ἐπαύριον θὰ τοὺς ὁδηγήσω ἐγὼ αὐτὸς εἰς Χαλκὶ καὶ θὰ τοὺς παραδώσω εἰς τὰς ἀρχάς. Ὁ κ. Χοϊδᾶς μοὶ εἶπεν, ὅτι δὲν δύναται νὰ πράξῃ τοῦτο, καθόσον πρέπει νὰ λειτουργήσωσιν οἱ νόμοι, μὲ παρεκάλεσε δὲ νὰ τῷ παράσχω τὴν συνδρομήν μου, πείθων τοὺς κατοίκους νὰ μὴ ζητήσωσι νὰ ἐλευθερώσωσι τοὺς συλληφθέντας. Τοῦτο καὶ ἔπραξα ὑποκύψας, διότι καὶ ἐγὼ συνήθισα νὰ σέβωμαι τὸν νόμον. Μετέβην εἰς τὴν πλατεῖαν καὶ παρεκάλεσα τοὺς συγχωρίους μου νὰ ἡσυχάσωσι, βεβαιώσας αὐτοὺς, ὅτι οὐδένα κίνδυνον διέτρεχον οἱ συλληφθέντες, — καθόσον ἐφοβοῦντο οὗτοι κυρίως τὴν ὑπὸ τῶν ἀστυνομικῶν ὀργάνων κακοποίησιν τῶν συλληφθέντων. — Οἱ χωρικοὶ ἐπείσθησαν, ἀλλὰ μετὰ μίαν ὥραν, ἐνῷ ἐγὼ εὑρισκόμην μετὰ τοῦ κ. Χοϊδᾶ εἰς τὴν οἰκίαν, εἰς ἣν παρέμενεν, ἠκούσαμεν νὰ σημαίνωσιν οἱ κώδωνες τῆς ἐκκλησίας τοῦ χωρίου. Ἀμέσως ἐθορυβήθην, ἀπέστειλα ἀνθρώπους, ἵνα ἴδωσι τί συμβαίνει, καὶ μᾶς ἔφεραν τὴν πληροφορίαν, ὅτι οἱ χωρικοὶ ἐσήμαινον, ἵνα προσέλθωσιν οἱ κάτοικοι καὶ ἐλευθερώσωσι τοὺς κρατουμένους. Ὁ κ. Χοϊδᾶς ἠθέλησε νὰ μεταβῇ εἰς τὴν ἐκκλησίαν· ἐζήτησα νὰ τὸν συνοδεύσω καὶ ἐγώ, ἀλλ’ αὐτὸς ἀπεποιήθη. Μετέβη μόνος του εἰς τὴν ἐκκλησίαν· ἐκεῖ δὲ, ὄχι μόνον δὲν κατώρθωσε νὰ καθησυχάσῃ τοὺς χωρικούς, ἀλλ’ εὐθὺς ὡς ἐπρόφερεν ἀπειλήν τινα κατὰ χωρικοῦ αὐθαδιάσαντος πρὸς αὐτόν, ὅλοι ἐν σώματι μετέβησαν ἐκ τῆς ἐκκλησίας εἰς τὸ ἀστυνομικὸν κατάστημα, ζητοῦντες τὴν ἀπελευθέρωσιν τῶν συγχωρίων των. «Ἢ νὰ μᾶς παραδώσητε», ἐφώναζον οὗτοι, τοὺς συμπολίτας μας, «ἢ θὰ κατέλθωμεν ὅλοι ὁμοῦ εἰς τὸ Χαλκί.» Οἱ δὲ στρατιῶται, ἔχοντες καὶ τὸν φόβον τῆς δυναμίτιδος, ἡ ὁποία κυκλοφορεῖ ἐκεῖ ἐλευθέρως ὡς αἱ πεντάρες, ὄχι μόνον ἄφησαν τοὺς κρατουμένους, ἀλλὰ καὶ τοὺς προέτρεψαν, καλῶς ποιοῦντες ἄλλως τε, νὰ φύγωσιν. (Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ταύτῃ ἤθελον παρακαλέσει τὸν σεβαστὸν Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ προνοήσῃ περὶ τοῦ κανονισμοῦ τῆς διανομῆς τῆς δυναμίτιδος, διότι ἤδη ἅπαντες οἱ κάτοικοι τῆς Ἀπειράνθου, ἕνεκα τοῦ ἔργου τῆς ἐξορύξεως τῆς σμύριδος, ἔχουσιν εἰς χεῖράς των τὴν δυναμίτιδα ἐν πάσῃ ἐλευθερίᾳ, καὶ ἐννοεῖται πόσον εἶναι τοῦτο ἐπικίνδυνον). Ὅτι δὲ οἱ δῆθεν δραπέται οὐδαμῶς ἐσκόπουν νὰ δραπετεύσωσιν, ἀποδεικνύεται καὶ ἐκ τοῦ γεγονότος, ὅτι πρὸ τῶν σκηνῶν καὶ καθ’ ἣν ὥραν ὁ κ. ἀνακριτὴς μετέβη ἵνα γευματίσῃ, τινὲς τῶν κρατουμένων ἀφέθησαν ἐλεύθεροι, μετέβησαν μετὰ στρατιωτῶν εἰς τὰς οἰκίας των, ἐγευμάτισαν, ἐκεῖθεν μετέβησαν εἰς τὸ καφενεῖον, ἔλαβον καφὲ, καὶ εἶτα ἐπανῆλθον εἰς τὸ ἀστυνομικὸν κατάστημα. Μετὰ τὴν ἐκ τοῦ ἀστυνομικοῦ καταστήματος ἀπόδρασιν τῶν πέντε κρατουμένων ὁ κ. ἀνακριτὴς ἀνήγγειλεν εἰς τὰς ἁρμοδίας ἀρχὰς τὰ λαβόντα χώραν διὰ τοῦ ἑξῆς τηλεγραφήματος (ἀναγινώσκει): «Ἐκ Τραγαίας (ἀριθ. 39 τῆς 10)23 Νοεμβρίου, ὥρα 7 π. μ.) Ὑπουργεῖα Ἐσωτερικῶν, Δικαιοσύνης, Στρατιωτικῶν, Εἰσαγγελέα Ἐφετῶν Ἀθήνας καὶ Εἰσαγγελέα Σύρου. «Κατηγορήσας σήμερον πέντε πρωταιτίους στάσεως λαβούσης χώραν παρελθοῦσαν Κυριακὴν εἰς Χαλκὶ, ἐκράτησα τούτους διὰ τὰ περαιτέρω. Μετ’ ὀλίγον ὁλόκληρος σχεδὸν πληθυσμὸς χωρίου, συναθροισθεὶς ἐκκλησίαν, ἐζήτει ἐπιμόνως ἀπελευθέρωσιν κρατηθέντων. Εἰς μάτην προσεπάθησα αὐτοπροσώπως διὰ τοῦ λόγου καὶ τῆς πειθοῦς νὰ ἐμπνεύσω σεβασμὸν πρὸς τὰ ληφθέντα μέτρα καὶ τὴν ὑποταγὴν εἰς τὸν νόμον. Μεθ’ ὅ κατηυθύνθην ἀστυνομικῷ σταθμῷ, ἔνθα εὑρίσκοντο κρατούμενοι, πρὸς πρόληψιν ἀπευκταίων. Ἐκεῖ ὑπὸ τοῦ αὐτοῦ πλήθους ἐπολιορκήθη σταθμὸς καὶ ἐξηκολούθει ἰσχυρογνώμων θρασύτης χωρικῶν, παρ’ ὅλας τὰς παραινέσεις μου. Διαρκούσης τῆς καταστάσεως ταύτης ἐπὶ ὥραν περίπου, κρατούμενοι ἀπέδρασαν, βοηθοῦντος ἐπιδραμόντος πλήθους, ἀκαταλλήλου κρατητηρίου καὶ ἐλλείψεως ἐπαρκοῦς δυνάμεως πρὸς βιαίαν καταστολὴν στάσεως ἄνευ ἀπευκταίων, καὶ ἐπιβολὴν κύρους τῶν νόμων. Προληπτικῶς εἶχον ζητήσει ἐνίσχυσιν παρὰ δημάρχου, ὅστις οὐδεμίαν συνδρομὴν παρέσχεν ὑπὲρ τοῦ νόμου, ἀλλὰ μᾶλλον διὰ λόγου δημοσίᾳ ὑπεβοήθησε κίνημα, ἱκετεύων καὶ αὐτὸς ὑπὲρ ἀπελευθερώσεως κρατουμένων. Πρὸς ἐπαναφορὰν τῶν νόμων καὶ τὴν ἐκτέλεσιν ἀπαραιτήτων ἀναγκαστικῶν μέτρων ἀνάγκη ἀποστολῆς ἰσχυροτάτης δυνάμεως τοὐλάχιστον 600 ἀνδρῶν...»
§33Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὁ ἀστυνόμος ἐτηλεγράφησε νὰ ἀποσταλῶσιν οἱ 600 ἄνδρες;
§34Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Ὁ ἀνακριτὴς κ. Χοϊδᾶς. Σημειώσατε δὲ, ὅτι εἶχεν ἐκεῖ δύναμιν 15 ἀνδρῶν, ὑπὸ ἕνα ὑπαξιωματικὸν, καὶ ὅτι, ὡς ἐβεβαίωσεν ἴσως ἡ ἀνάκρισις, διετάχθη πρὸς στιγμὴν πυροβολισμὸς κατὰ τῶν χωρικῶν, ἀλλ’ εὐτυχῶς οἱ στρατιῶται δὲν ἐξετέλεσαν τὴν διαταγὴν, διὰ τὸν φόβον τῆς δυναμίτιδος. Μὴ νομίζετε δὲ, Κύριοι, ὅτι ὁ κίνδυνος θὰ ἦτο μικρὸς, ἐὰν οἱ κάτοικοι ἐσκέπτοντο νὰ ἐπιτεθῶσιν, οὔτε ὅτι ἦτο ὑπερβολικὴ ἡ δύναμις τῶν 600 ἀνδρῶν, τὴν ὁποίαν ἐζήτει ὁ κ. ἀνακριτὴς, ἐὰν, ὡς ἔλεγεν, ἐσκόπει νὰ ἐπιβάλῃ διὰ τῆς ὑλικῆς βίας τὴν ἰσχὺν τῶν νόμων, διότι τὸ χωρίον εἶναι τοιοῦτον καὶ ἡ δυναμῖτις κατὰ τοιοῦτον τρόπον διανεμημένη, ὥστε βεβαίως ὑπῆρχεν ἀνάγκη τοιαύτης δυνάμεως, ἵνα ἐνασκήσῃ βίαν κατὰ τῶν Ἀπειρανθιτῶν. (Ἐξακολουθεῖ ἀναγινώσκων): «... Αὔριον ἀναχωρῶ Χαλκὶ, ἀναμένων ὁδηγίας. Μετὰ ἀπόδρασιν πλῆθος διελύθη ἄνευ ἄλλων ἀπευκταίων.»
«Ἐν Ἀπειράνθῳ. Ὁ περιοδεύων ἀνακριτὴς Σύρου
«ΧΟΙΔΑΣ.»
Αὐτὸ τοῦτο τὸ γεγονὸς ἀνήγγειλε τὴν ἐπαύριον ἐκ Χαλκίου καὶ ὁ εἰρηνοδίκης Τραγαίας δι’ ἑτέρου τηλεγραφήματος, τὸ ὁποῖον παρακαλῶ νὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς ἀναγνώσω, ἵνα κρίνητε κατὰ πόσον ὁ εἰρηνοδίκης ὑπερεθεμάτισε τοῦ ἀνακριτοῦ εἰς τὸ νὰ παραστήσῃ ἐπαναστατημένην τὴν Ἀπείρανθον (ἀναγινώσκει): «Ἐκ Τραγαίας (ἀριθ. 61 τῇ 11) 24, ὥρᾳ 8 π. μ.) Ὑπουργεῖα Στρατιωτικῶν, Ἐσωτερικῶν, Δικαιοσύνης, Ἀρχηγεῖον Χωροφυλακῆς. Ἀθήνας. Χθὲς περὶ τὴν 10 μ. μ. ὥραν πληροφορηθέντες ἅπαντες κάτοικοι Ἀπειράνθου, ὅτι ἀνακριτὴς διέταξε κράτησιν πέντε ἐπὶ στάσει κατηγορουμένων ὡς πρωταιτίων, συνεπείᾳ κωδωνοκρουσιῶν συνηθροίσθησαν ἅπαντες καὶ μετέβησαν πρὸ ἀστυνομικοῦ σταθμοῦ, ἔνθα εὑρίσκετο ἀνακριτὴς, φωνάζοντες καὶ ἀπειλοῦντες, ὅτι θὰ καύσωσιν αὐτὸν καὶ στρατιωτικὴν δύναμιν διὰ δυναμίτιδος, ἐὰν δὲν ἐλευθερώσωσι κρατουμένους· εἰσβαλόντες δὲ ἐν σταθμῷ ἀπηλευθέρωσαν κρατουμένους, παρουσίᾳ ἀνακριτοῦ, ζητωκραυγάζοντες «ζήτω ἡ ἐλευθερία! ζήτω ἡ Ἀγγλία!» Ἀνάγκη ἀποσταλῇ δύναμις 600 ἀνδρῶν πρὸς καταστολὴν ἐπαναστατησάντων· ἄλλως ἀπειλεῖται ζωὴ ἁπασῶν ἐνταῦθα ἀρχῶν, ἀδυνατουσῶν ἐνεργήσωσι οὐδεμίαν ὑπηρεσίαν. Ἅπαντες κάτοικοι Τραγαίας, ἔντρομοι πρὸ τοιαύτης καταστάσεως, ζητοῦσι σωτηρίαν παρὰ Κυβερνήσεως.»
«Εἰρηνοδίκης Τραγαίας
»ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΔΗΣ.»
Ἀλλ’ ἐπανέρχομαι εἰς τὰ τοῦ ἀνακριτοῦ κ. Χοϊδᾶ. Τὴν ἐπαύριον τῶν σκηνῶν τῆς ἀποδράσεως ἐγκατέλιπεν οὗτος τὴν Ἀπείρανθον μετὰ μέρους τῆς συνοδευούσης τοῦτον στρατιωτικῆς δυνάμεως, ἀφήσας μόνον τρεῖς ἢ τέσσαρας στρατιώτας, ἵνα φυλάττωσι τὸν ἀστυνομικὸν σταθμὸν Ἀπειρανθίας· ἀλλὰ καὶ τούτους μετεκαλέσατο δι’ ἀγγελιαφόρου ὀλίγας ὥρας μετὰ τὴν εἰς Χαλκὶ ἄφιξίν του, ὁπόθεν ἀπέστειλε δεύτερον τηλεγράφημα (ἀναγινώσκει): «Ἐκ Τραγαίας (ἀριθ. 43 τῇ 11)24 ὥρᾳ 4 μ. μ.) Ὑπουργεῖα Στρατιωτικῶν, Ἐσωτερικῶν, Δικαιοσύνης, Ἀρχηγεῖον Χωροφυλακῆς, Εἰσαγγελέα Ἐφετῶν, Γενικὴν Διοίκησιν στρατοῦ. Ἀθήνας. «Κατόπιν χθεσινῆς σκηνῆς οὐδὲν ἄλλο ἀπευκταῖον συνέβη. Μετὰ ἀπόδρασιν κρατουμένων ἡσύχασαν πνεύματα ἐπὶ τοῦ παρόντος. Πρὸς ἀποκατάστασιν ἰσχύος νόμων ἀπαραίτητος ἀποστολὴ ζητηθείσης δυνάμεως πάραυτα, ἢ καὶ περισσοτέρας, ὅπως διὰ τῆς ὑλικῆς βίας ἐπιβάλω τὸν νόμον καὶ ἐμπνευσθῇ ἡ ἰδέα τῆς ὑπεροχῆς τῆς δυνάμεως τῆς Πολιτείας, ἀναιρεθείσης τελείως ἐνταῦθα διὰ τῆς ἐκτελέσεως τῶν ληφθέντων μέτρων κατὰ στασιαστῶν. Ἐὰν ἀναχωρήσω ἐντεῦθεν ἄνευ τῆς ἐνεργείας ταύτης, πεποίθατε, ὅτι ἡ ὑπόστασις τοῦ Κράτους ἀπώλετο ἐνταῦθα.»
Ἀνακριτὴς
«ΧΟΙΔΑΣ.»
Σημειώσατε, Κύριοι, ὅτι τὰ τελευταῖα δύο τηλεγραφήματα στέλλονται ἀπὸ τὸ χωρίον Χαλκὶ τοῦ δήμου Τραγαίας, τὸ ὁποῖον εἶναι ἄλλο ἀπὸ τὸ χωρίον Ἀπείρανθον, καὶ δὴ χωρίον πεδινὸν πλέον. Τὸ Ὑπουργεῖον ἐν τούτοις ὑπέθεσεν, ὅτι ὑπῆρξε λάθος εἰς τὴν μεταβίβασιν τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ζητουμένων στρατιωτῶν, καὶ ἐφρόντισε διὰ τὴν ἀποστολὴν ἑξήκοντα μόνον ἀνδρῶν, καὶ διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθμὸν 31796 πρὸς τὸν ἀνακριτὴν Χοϊδᾶν λίαν ἐπείγοντος τηλεγραφήματος τῆς 11ης Νοεμβρίου 1902 ἀναγγέλλει πρὸς αὐτὸν (ἀναγινώσκει): «Δι’ αὐριανοῦ ἀτμοπλοίου ἀναχωρεῖ αὐτόσε ἐκ Σύρου Μοίραρχος μετὰ αἰτηθείσης ἐνισχύσεως ἑξήκοντα ἀνδρῶν πρὸς ἐνίσχυσιν αὐτόθι τοιαύτης. Λάβετε δὲ ἐκ συνεννοήσεως μετὰ διοικητοῦ αὐτῆς προσήκοντα καὶ περιεσκεμμένα μέτρα πρὸς ἀποκατάστασιν τάξεως.»
Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης
«Κ. ΤΟΠΑΛΗΣ.»
Τὰ προσήκοντα καὶ περιεσκεμμένα μέτρα ἀπήρεσαν, φαίνεται, εἰς τὸν κύριον ἀνακριτὴν, καὶ ἀμέσως τηλεγραφεῖ (ἀναγινώσκει): «Ἐκ Τραγαίας, τῇ 12)25, ὥρᾳ 9 π. μ. Ὑπουργεῖα Δικαιοσύνης, Ἐσωτερικῶν. Ἀθήνας. «Ἐζητήθη δύναμις τοὐλάχιστον ἑξακοσίων ἀνδρῶν καὶ αὕτη ἴσως δὲν ἐπαρκέσῃ, καθότι ὁλόκληρον χωρίον, περὶ τὰς δύο χιλιάδες κατοίκων, ἐννοοῦσι νὰ ἐπιβληθοῦν. Τὸ ζήτημα κατέστη τοπικὸν, καὶ πιθανὸν καὶ τὰ πέριξ χωρία νὰ συνδράμουν τὴν ἀνταρσίαν. Ἀνάγκη ἑπομένως ἀμέσου ἀποστολῆς τοιαύτης ἐνισχύσεως, ἀναλόγου πρὸς παρουσιαζομένην ἔκτακτον περίστασιν· ἄλλως αἱ ἐνέργειαί μας ἴσως δὲν τελεσφορήσωσιν. Ἡ κατάστασις εἶναι φρικτὴ! Κατηργήθη τελείως τὸ Κράτος! Ἄνευ ὑπερβολῆς, αὐτὰ βεβαιῶ ἐξ ἰδίας ἀντιλήψεως. Ἐὰν ἀναχωρήσω ἄπρακτος, θὰ ὑποστῶμεν τραῦμα καίριον ὡς Πολιτεία εὐνομουμένη. Ἐπὶ ὑπ’ ἀριθ. 55274 καὶ 31796 ὑμετέρων διαταγῶν.»
«Περιοδεύων ἀνακριτὴς
»ΧΟΙΔΑΣ.»
Ὑποθέτων δὲ, ὅτι δὲν ἐξηγήθη ἀρκούντως, ἀποστέλλει μετὰ δύο ὥρας ἕτερον τηλεγράφημα πρὸς τὰ αὐτὰ Ὑπουργεῖα (ἀναγινώσκει): «Συμπληρῶν προηγηθὲν τηλεγράφημά μου ἄρτι, ἐπεξηγῶ καὶ προσθέτω, ὅτι ἐννοῶ δύο χιλιάδας μαχίμων κατοίκων, καὶ ὅτι τὴν κατάστασιν ἐπιδεινώνει ἡ παρ’ αὐτῶν κατοχὴ δυναμιτίδων, ἃς ἐλευθέρως διαθέτουν, καὶ ἡ λοιπὴ ὁπλοφορία, ὡς καὶ τὸ ὀρεινὸν καὶ δύσβατον τοῦ τόπου.»
«ΧΟΙΔΑΣ.»
Τοιαῦται συνενοήσεις ἐλάμβανον χώραν, Κύριοι, μεταξὺ ἀνακριτοῦ καὶ προϊσταμένων ἀρχῶν. Ἐγὼ δὲ, ἐπειδὴ οἱ συγχώριοί μου μὲ παρήκουσαν τὴν ἡμέραν τῆς Κυριακῆς καὶ δὲν ἀφῆκαν τὰ πράγματα νὰ ἐκτελεσθῶσι κατὰ τὴν ἐπιθυμίαν τοῦ ἀνακριτοῦ, ἐγκατέλειψα τελείως τὴν ὑπόθεσιν, καὶ τοῖς ἐδήλωσα, ὅτι τοὺς ἀφίνω εἰς τὴν τύχην των. Τὴν Τρίτην ὅμως τὴν πρωΐαν ἔρχονται καὶ μοὶ λέγουσιν, ὅτι τὸ πρᾶγμα παρεστάθη ἐν Ἀθήναις ὡς ἐπαναστατικὸν κίνημα, καὶ τοῦτο ἐπὶ τῷ σκοπῷ νὰ ἐπέλθῃ ἀναβολὴ τῆς ἐκλογῆς· ἀλλὰ καὶ πάλιν οὐδεμίαν ἔδωκα προσοχήν. Ἐστείλαμεν ἁπλῶς ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος κύριος Μυκώνιος καὶ ἐγὼ τὸ ἑξῆς τηλεγράφημα πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ἵνα τῷ παραστήσωμεν τὰ διατρέξαντα (ἀναγινώσκει): «Ὑπουργὸν Ἐσωτερικῶν. — Ἀθήνας. «Διαγωγὴ ὀλίγων Ἀπειρανθίων, πρὸς δικαστικὴν ἀρχήν, ἐνεργοῦσαν ἀνακρίσεις διὰ τὸν ἐξ ἀστυνομικῶν βασάνων μαρτυρικῶς ἀποθανόντα συγχώριόν των Σοϊλὲν, ἐξωγκώθη ὑπὸ πολιτικῶν ἀντιπάλων, προσδοκώντων πολιτικὰ κέρδη ἐκ τούτου, καὶ ἐχαρακτηρίσθη ὡς στάσις. Ἡ ἀλήθεια εἶναι ἡ ἑξῆς: Συνεπείᾳ τῶν ἐνεργηθεισῶν ἀνακρίσεων, ἀνακριτὴς Χοϊδᾶς ἐκράτησε προχθὲς Κυριακὴν, καὶ ἐνῷ ὁ λαὸς τῆς Ἀπειράνθου διετέλει εἰσέτι ὑπὸ τὰς ἐντυπώσεις τοῦ ἐκ φρικτῶν ἀστυνομικῶν βασάνων μαρτυρικοῦ θανάτου τοῦ συγχωρίου των Σοϊλὲ, πέντε Ἀπειρανθίους ὡς κακοποιήσαντας τὰ ἀστυνομικὰ ὄργανα Τραγαίας, τὰ βασανίσαντα τὸν συγχώριόν των. Ὀλίγοι Ἀπειράνθιοι προσελθόντες ἐδήλωσαν πρὸς ἀνακριτὴν, ὅτι, ἐπειδὴ φοβοῦνται μήπως καὶ πάλιν βασανισθοῦν οἱ συλληφθέντες, ἢ πρέπει νὰ τοὺς ἀπολύσῃ, ἢ ὅλοι ὁμοῦ θὰ τοὺς ἀκολουθήσωσιν. Ἐκ τῆς τοιαύτης στάσεως τῶν συγχωρίων των ἐνθαρρυνθέντες οἱ συλληφθέντες, καὶ πρὸς ἀποφυγὴν μεγαλειτέρου κακοῦ, ἀπέδρασαν οἱ μὲν τρεῖς πρὸ τῆς ἐλεύσεως τοῦ ἀνακριτοῦ εἰς τὸ ἀστυνομικὸν κατάστημα, οἱ δὲ δύο μετὰ τὴν ἄφιξιν τοῦ ἀνακριτοῦ, χωρὶς οὐδὲν ὄργανον ἐξουσίας νὰ κακοποιηθῇ, ἢ καὶ ἁπλῶς νὰ δεσμευθῇ εἰς τὴν ἐκπλήρωσιν τοῦ καθήκοντός του. Ὁ δῆμος Ἀπειρανθίας διατελεῖ σήμερον ἐν πλήρει τάξει. 12 Νοεμβρίου 1902.
»ΜΥΚΩΝΙΟΣ–ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ.»
Αὐτὰ ἐνόμισα, ὅτι μοὶ ἐπεβάλλετο νὰ καταστήσω γνωστὰ εἰς τὸν ἰδιαίτερον φίλον μου καὶ Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν κ. Τριανταφυλλᾶκον, ἵνα καὶ οὗτος πεισθῇ, ὅτι οὐδὲν ἀπολύτως τὸ σοβαρὸν συνέβαινε· παρεκάλεσα δὲ συγχρόνως καὶ τὸν ἐκεῖ εὑρισκόμενον ἀδελφόν μου Δημοσθένην Πρωτοπαπαδάκην, μηχανικὸν πτυχιοῦχον τῆς ἐν Παρισίοις Σχολῆς τῶν γεφυροδοποιῶν, (καὶ τοῦτο λέγω, ἵνα μὴ νομίσητε, ὅτι πρόκειται περὶ ἁπλοϊκοῦ τινος χωρικοῦ) νὰ κατέλθῃ εἰς Χαλκὶ μὲ τοὺς τέσσαρας ἐκ τῶν δραπετευσάντων καὶ τοὺς παραδώσῃ εἰς τὸν κ. ἀνακριτὴν, καθόσον ὁ πέμπτος μετὰ τὴν δραπέτευσίν του μετέβη εἰς ἕτερον χωρίον, ἵνα τελέσῃ, ὡς ἔλεγον, τοὺς γάμους του, καὶ δὲν ἦτο παρὼν εἰς τὴν Ἀπείρανθον. Ὁ ἀδελφός μου κατῆλθε τῷ ὄντι εἰς Τραγαίαν μετὰ τῶν τεσσάρων, ἀλλ’ ὁ κ. ἀνακριτὴς δὲν ηὐδόκησε νὰ τὸν δεχθῇ. Τὴν πρωΐαν τῆς Τετάρτης ἐπληροφορήθημεν, ὅτι βαδίζει πρὸς τὴν Ἀπείρανθον ὁ Μοίραρχος Κυκλάδων κ. Ἀποστολίδης μὲ δύναμιν ἑξήκοντα ἀνδρῶν. Ὁ ἀδελφός μου καὶ πάλιν κατῆλθεν εἰς Τραγαίαν μὲ τοὺς δύο ἐκ τῶν δραπετευσάντων. Ὅτε δὲ προσῆλθε καὶ τοὺς παρέδωκεν εἰς τὸν Μοίραρχον, ἑτοιμαζόμενον ν’ ἀναχωρήσῃ εἰς Ἀπείρανθον, ὁ κ. ἀνακριτὴς ἐν μέσῃ ἀγορᾷ τῷ ἐφώναξε: «Κύριε Μοίραρχε, μὴ ἀνακόψητε τὴν πορείαν σας. Προχωρήσατε, ἵνα ἐπαναφέρητε τὸ κράτος τῶν νόμων εἰς Ἀπείρανθον!» Ὁ κ. Μοίραρχος παρέλαβεν ἐν τούτοις τοὺς δύο δραπέτας καὶ τοὺς ἀπέστειλεν εἰς τὴν πόλιν τῆς Νάξου, ἐπροχώρησε δὲ ἵνα ἐπαναφέρῃ τὸ κράτος τῶν νόμων εἰς τὴν ἐπαναστατημένην Ἀπείρανθον! ἀλλ’ ἀντὶ νὰ εὕρῃ ἐκεῖ ἐπαναστάτας, εὗρε λαόν, ὁ ὁποῖος τὸν ὑπεδέχετο ἐνθουσιωδῶς καὶ ἐν ζητωκραυγαῖς, λαὸν ὁ ὁποῖος κατεκόπη κυριολεκτικῶς, ἵνα καὶ τοῦτον καὶ τοὺς ὑπ’ αὐτὸν ἄνδρας περιποιηθῇ. Τὴν αὐτὴν ἑσπέραν προσῆλθον καὶ οἱ ἕτεροι δύο ἐκ τῶν δραπετευσάντων, καὶ τὴν Πέμπτην ὁ κ. Μοίραρχος ἐτηλεγράφει πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον, ὅτι (ἀναγινώσκει) «... ἀπὸ τῆς ἀφίξεώς μου οὐ μόνον πλήρης τάξις καὶ ἡσυχία παρατηρεῖται, ἀλλὰ καὶ οἱ χωρικοὶ προθυμοποιοῦνται νὰ ἐκτελοῦν ὅ,τι ἐνόμιζον ὅτι μᾶς εὐχαριστεῖ καὶ ἀποδείξῃ τὸ φιλόνομον αὐτῶν...» Τὴν νύκτα τῆς Τετάρτης ἔρχεται ἄνθρωπος ἐκ Τραγαίας ἐκ μέρους τοῦ τηλεγραφητοῦ, ὁ ὁποῖος μοὶ λέγει, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν—ὁ τότε Ὑπουργὸς—μὲ ζητεῖ εἰς τὸ τηλεγραφεῖον. Κατέρχομαι πράγματι τὴν πρωΐαν εἰς Τραγαίαν, ὅπου ὁ τηλεγραφητὴς μοὶ ἀναγγέλλει, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἐζήτησεν ἀπὸ τῆς Δευτέρας καὶ τὸν κύριον Μυκώνιον καὶ ἐμὲ εἰς τὸ τηλεγραφεῖον, ἀλλ’ ὁ κ. ἀνακριτὴς τῷ ἀπηγόρευσε νὰ μᾶς εἰδοποιήσῃ, καὶ ὅτι τὸ τηλεγράφημα, δι’ οὗ ἀνηγγέλλομεν τὰ διατρέξαντα εἰς τὸν κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργόν, κατεσχέθη ὑπὸ τοῦ ἀνακριτοῦ καὶ δὲν μετεβιβάσθη. Καὶ μετὰ τὴν ἐπάνοδόν μου εἰς Ἀθήνας ὁ ἴδιος κ. Ὑπουργὸς μὲ ἐβεβαίωσεν, ὅτι δὲν ἐπέτρεπεν ὁ ἀνακριτὴς νὰ ἔλθῃ εἰς συνενόησιν τηλεγραφικῶς μεθ’ ἡμῶν, διότι τοῦτο ἤθελε τὸν παραβλάψει εἰς τὴν ἀνακριτικήν του ἐργασίαν. Ἐνῷ δὲ περιέμενον ἐν τῷ τηλεγραφείῳ Τραγαίας νὰ μάθω τί μὲ θέλει ὁ κ. Ὑπουργός, παρουσιάζεται ὁ ἀνακριτὴς κ. Χοϊδᾶς καὶ μοὶ δηλοῖ, ὅτι οὐδὲν μοὶ ἐπιτρέπει νὰ μεταβιβάσω σχετικὸν πρὸς τὴν περὶ ἧς πρόκειται ὑπόθεσιν. Τῷ ἀπαντῶ, ὅτι αὐτὸς ὁ Ὑπουργὸς μὲ προσεκάλεσεν, ἀλλ’ ὁ κ. ἀνακριτὴς μένει ἀμετάπειστος. Τότε ἐγὼ τῷ λέγω: «Θὰ κάμω ἕτερον τηλεγράφημα πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον ἐνώπιόν σας, καὶ ἂν θέλετε, κατάσχετέ το.» Συνέταξα δὲ ἕτερον τηλεγράφημα, ἔχον ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Κύριον Τριανταφυλλᾶκον, Ὑπουργὸν Ἐσωτερικῶν. «Παρακαλῶ πρῶτον, νὰ διαβιβασθῇ τηλεγράφημα πρὸς ὑμᾶς, ὅπερ ἀπὸ κοινοῦ μετὰ κυρίου Μυκωνίου ἐπεδώκαμεν Τρίτην, 12ην τρ., ὥραν 4 μ. μ., καὶ οὗτινος τὴν διαβίβασιν ἠμπόδισεν ἀνακριτὴς κ. Χοϊδᾶς, κατασχὼν αὐτό. Δεύτερον, γνωρίζω εἰς τὸν κ. Ὑπουργόν, ὅτι ὁ ἀδελφός μου Δημοσθένης Πρωτοπαπαδάκης μηχανικός, κατελθὼν χθὲς τὴν ἐννάτην π. μ. ἵνα παραδώσῃ εἰς τὸν ἀνακριτὴν τοὺς τέσσαρας φυγαδευθέντας ἐκ τῆς ἀστυνομίας τὴν Κυριακήν, δὲν ἐγένετο δεκτὸς παρὰ τοῦ ἀνακριτοῦ. Βεβαιῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν, ὅτι ἡ Ἀπείρανθος διατελεῖ ἐν πλήρει τάξει ἀπὸ τῆς 4ης μετὰ μεσημβρίαν τῆς Κυριακῆς, ὅτι οἱ ἄνδρες τοῦ ἀστυνομικοῦ σταθμοῦ Ἀπειρανθίας ἀπῆλθον μόνοι των καὶ οἰκειοθελῶς τὴν πρωΐαν τῆς Δευτέρας, τρεῖς ὅλας ὥρας μετὰ τὴν ἀναχώρησιν τοῦ κ. ἀνακριτοῦ, εἰδοποιηθέντες ἐκ Τραγαίας νὰ ἀπέλθωσι. Βεβαιῶ ὑμᾶς, ὅτι ἡ τάξις οὐδαμῶς διεσαλεύθη πέραν τῆς ἀπαιτήσεως τῆς ἀποφυλακίσεως τῶν κρατηθέντων πέντε Ἀπειρανθίων, ὡς διαλαμβάνει τὸ ἀπὸ δωδεκάτης τρέχοντος τηλεγράφημά μας πρὸς ὑμᾶς, ὅπερ κατέσχεν ὁ ἀνακριτὴς, ἐμποδίσας τὴν διαβίβασίν του. Νομίζομεν ἤδη ἔργον συνέσεως νὰ ἀφεθοῦν ἐλεύθεροι οἱ οἰκειοθελῶς παραδοθέντες εἰς τὸν κ. Μοίραρχον τέσσαρες Ἀπειράνθιοι μέχρι τοῦ πέρατος τῶν ἐκλογῶν.».) Σημειώσατε δέ, Κύριοι, ὅτι αὐτοὶ καὶ οἱ 5 ἦσαν πολιτικῶς ἀντίθετοί μου. (Ἐξακολουθεῖ): «...νὰ διαταχθῇ τηλεγραφικῶς ἡ ἀπὸ σήμερον ἀπομάκρυνσις τοῦ ἀστυνόμου κ. Μαυρομιχάλη καὶ τοῦ ἐνωμοτάρχου Νιανούρη, ν’ ἀνατεθῇ ἡ ἐνέργεια τῶν ἀνακρίσεων εἰς ἕτερον ἀνακριτὴν, ἕνεκα τῆς ἐπηρείας, ἣν ἐνδεχόμενον νὰ ἐπροξένησαν ἐπὶ τοῦ κ. ἀνακριτοῦ τὰ συμβάντα τῆς Κυριακῆς. Ἡ ἀτομική μου ἀντίληψις εἶναι, ὅτι τὸ νὰ χαρακτηρίζωνται τοιαῦτα γεγονότα ὡς στάσις καὶ νὰ μεταβιβάζωνται πέραν τῶν ὁρίων τοῦ Κράτους, εἶναι φαινόμενον ὑπερβαλλόντως λυπηρὸν, ὡς ἐπίσης εἶναι λυπηρὸν νὰ συντρέχωσι τὸν ἀνακριτὴν εἰς τὸ ἔργον του τὰ ὄργανα ἐκεῖνα τῆς ἐξουσίας, ἅτινα ἐμμέσως, ἂν ὄχι ἀμέσως, εὐθύνονται διὰ τὰ τραγικὰ βασανιστήρια τοῦ συγχωρίου μου Σοϊλέ.» «14 Νοεμβρίου 1902.» Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ.» Ὁ κ. ἀνακριτὴς ἐπὶ παρουσίᾳ μου κατέσχε καὶ τὸ τηλεγράφημα τοῦτο, συνέταξεν ἔκθεσιν κατασχέσεως, παρεκάλεσε δὲ καὶ ἐμὲ νὰ τὴν ὑπογράψω, καὶ τὴν ὑπέγραψα, νομίζων ὅτι δὲν ὑπῆρχε λόγος νὰ τῷ ἀρνηθῶ (γέλωτες).
§35Ε. ΜΥΚΩΝΙΟΣ. Καὶ ἐν τούτοις εὑρίσκεται ἀκόμη εἰς τὴν Σῦρον!
§36Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Τὴν ἑσπέραν τῆς αὐτῆς ἡμέρας, Πέμπτην, ἐπανῆλθον εἰς Ἀπείρανθον. Ἐφ’ ὅσον ἐγίνοντο αἱ συνεννοήσεις αὗται μεταξὺ ἀνακριτοῦ καὶ ἀρχῶν, ὁ κύριος Μοίραρχος, ὡς σᾶς εἶπον, εὑρίσκετο εἰς τὴν Ἀπείρανθον, τὰ δὲ τηλεγραφήματά του ἀπέστελλεν οὐχὶ διὰ τοῦ τηλεγραφείου Τραγαίας (φόβῳ τῆς κατασχέσεως καὶ τούτων ὑπὸ τοῦ ἀνακριτοῦ), ἀλλὰ διὰ τοῦ τηλεγραφείου τῆς πόλεως Νάξου, ὅπου ἐπίσης εἶχε δώσει ἐντολὴν ὁ κ. ἀνακριτὴς, οὐδὲν τηλεγράφημα νὰ μεταβιβασθῇ σχετικὸν πρὸς τὴν ἐπανάστασιν (!)· ἀλλ’ ὁ τηλεγραφητὴς Νάξου ἦτο, φαίνεται, θαρραλεώτερος τοῦ ἐν Τραγαίᾳ συναδέλφου του, δὲν εὑρίσκετο δὲ καὶ ὑπὸ τὴν ἄμεσον ἐπήρειαν τοῦ ἀνακριτοῦ, καὶ δὲν ὑπήκουσεν εἰς τὰς διαταγάς του.
§37Ε. ΜΥΚΩΝΙΟΣ. Καὶ εἰς τὸ τηλεγραφεῖον Πάρου;
§38Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Ἀληθῶς. Καὶ εἰς τὸ τηλεγραφεῖον Πάρου. Ἠτοιμαζόμεθα, τῷ ὄντι, νὰ στείλωμεν τὰ τηλεγραφήματά μας εἰς τὴν Πάρον διὰ λέμβου, καὶ ἐκεῖθεν νὰ διαβιβασθῶσιν, ὅτε ἐπληροφορήθημεν, ὅτι καὶ τὰ ἐκεῖ γραφεῖα ἐτέθησαν εἰς ἀποκλεισμόν! Ἐν τούτοις διεβιβάσθησαν ἐκ Νάξου τὰ τηλεγραφήματα τοῦ κ. Μοιράρχου, ὅστις δὲν ἔλειψε νὰ δηλώσῃ καὶ εἰς τὸν κ. ἀνακριτὴν, ὅτι πλήρης ἐπικρατεῖ τάξις ἐν Ἀπειράνθῳ. Μόλις περιῆλθε τοῦτο εἰς γνῶσιν τοῦ κ. ἀνακριτοῦ, συνέταξεν οὗτος εἰρωνικὸν, ὡς ἐχαρακτηρίσθη τοῦτο, ἔγγραφον, τὸ ὁποῖον ἀπέστειλε πρὸς τὸν κύριον Μοίραρχον· καὶ τοῦτο θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς ἀναγνώσω (ἀναγινώσκει): «Δ. Υ. Ἐν Χαλκὶ τῆς Τραγαίας, τῇ 14 Νοεμβρίου 1902. Πρὸς τὸν περιοδεύοντα κ. Μοίραρχον Κυκλάδων. Εἰς Ἀπείρανθον. «Εἰς ἀπάντησιν τοῦ ὑπὸ σημερινὴν χρονολογίαν ὑμετέρου ἐγγράφου, ἐκφράζω τὴν εὐχαρίστησίν μου ἐπὶ τῇ ἀποκαταστάσει τῆς ἡσυχίας καὶ ἐννόμου τάξεως αὐτόθι, περὶ ἧς μοὶ ἀναφέρετε. Περὶ τούτου ἐγνώρισα τὰ δέοντα τηλεγραφικῶς εἰς τὰς λοιπὰς ἁρμοδίας ἀρχάς. Ἐγκλείστως πέμπω ὑμῖν δύο ἐντάλματα συλλήψεως ὑπὸ τὰ στοιχεῖα Δ. Υ. καὶ ἀριθ. δικογραφίας 269, τῶν ὁποίων ἡ ἄμεσος ἐκτέλεσις θέλει εἶσθαι ὑμῖν εὔκολος λίαν μετὰ τὴν ἄκραν ἡσυχίαν αὐτόθι καὶ τὴν προθυμίαν τῶν κατοίκων πρὸς ὑποταγὴν εἰς τὰ νόμιμα μέτρα τῆς ἀνακριτικῆς ἀρχῆς. Παρακαλῶ δὲ ὑμᾶς, ὅπως οἱ συλληφθησόμενοι ἀποσταλῶσιν ἡμῖν ἐνταῦθα πρὸς ἀπαγγελίαν τῆς ἀνηκούσης κατηγορίας. Πρὸς τὴν γνώμην μου περὶ παραμονῆς ὑμῶν μετὰ τῆς ὑφ’ ὑμᾶς δυνάμεως αὐτόθι διὰ τὴν τήρησιν τῆς ἡσυχίας συμφωνεῖ καὶ ὁ κ. Εἰσαγγελεὺς Σύρου, ὅστις διὰ τοῦ χθὲς ληφθέντος ὑπ’ ἀριθ. 11861 ἐ. ἔ. πρὸς ἡμᾶς ἐγγράφου του ἀναφέρει, ὅτι κρίνει ἐπάναγκες, ὅπως ὑμεῖς παραμείνητε ἐν τῷ τόπῳ τῶν σκανδάλων μέχρι πέρατος τῶν ἐκλογῶν. Ἐπὶ τούτοις ἀναμένομεν τὴν τελεσφόρον ἐνέργειάν σας τάχιστα, περὶ ἧς θέλετε ἔχει ἡμᾶς ἐνημέρους.»
«ΧΟΙΔΑΣ.»
Αὐτὰ τὰ δύο ἐντάλματα, τὰ ὁποῖα ἐστάλησαν, Κύριοι, τὴν Πέμπτην, 14 Νοεμβρίου, τρεῖς ἡμέρας πρὸ τῆς ἐκλογῆς, διὰ νὰ ἐκτελεσθῶσιν, ἐπέτασσον, τὸ ἕν, νὰ συλληφθῇ ὁ δήμαρχος, καὶ τὸ ἄλλο, νὰ συλληφθῇ ὁ πρωθιερεὺς τοῦ χωρίου!...
§39Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Πρωθιερεὺς — Πρωτοπαπαδάκης;
§40Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Ὁ πρωθιερεὺς, Οἰκονόμου τὸ ὄνομα, ὁ ἀρχηγὸς τοῦ κλήρου, ὁ ὁποῖος, εἰς τὸ χωρίον μου τοὐλάχιστον, εἶναι ἴσος μὲ τὸν δήμαρχον, ἂν οὐχὶ ἀνώτερος πρὸς αὐτόν. Ἐδῶ, Κύριοι, θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ εἴπω τι, τὸ ὁποῖον ἴσως ἔπρεπε νὰ τηρηθῇ μυστικόν. Τὴν νύκτα τῆς Πέμπτης ὁ κ. Μοίραρχος ἐκράτησε τὰ ἐντάλματα, καὶ οὐδὲν ἀνέφερε περὶ τούτων· τὴν πρωΐαν ὅμως τῆς Παρασκευῆς μὲ καλεῖ καὶ μοὶ λέγει ἐπὶ λέξει: «Κύριε Πρωτοπαπαδάκη, ἔχω αὐτὰ τὰ δύο ἐντάλματα νὰ ἐκτελέσω. Προστρέχω εἰς τὴν φιλοπατρίαν σας, καὶ σᾶς παρακαλῶ νὰ μὲ συντρέξητε εἰς τὴν ἐκτέλεσιν.» — «Σημειώσατε, κύριε Μοίραρχε, τῷ ἀπαντῶ, ὅτι ὁ δήμαρχος εἶναι πολιτικῶς ἀντίθετός μου ἐν τῷ χωρίῳ, καὶ μὲ πολεμεῖ λυσσωδῶς· ὁ πρωθιερεὺς, ὁ καὶ διδάσκαλος τοῦ χωρίου, ἀνήκει ἐπίσης εἰς τὴν πολιτικὴν μερίδα τοῦ δημάρχου· πᾶσα σύμπραξίς μου εἰς τὴν ὑπόθεσιν δύναται νὰ παρεξηγηθῇ πολιτικῶς, καὶ ἡ θέσις μου ὡς ἐκ τούτου εἶναι δύσκολος. Ἀλλὰ φρονῶ, ὅτι ἀρκεῖ νὰ τοὺς εἰδοποιήσητε, καὶ εἶμαι πεπεισμένος, ὅτι θὰ προσέλθωσι. Δὲν τολμῶ ὅμως νὰ ἀναλάβω τὴν εὐθύνην τοῦ τί θὰ κάμῃ τὸ χωρίον, ὅταν μάθῃ, ὅτι ὁ δήμαρχος καὶ ὁ πρωθιερεὺς τοῦ χωρίου, πολιτικῶς ἀντίθετοι πρὸς ἐμὲ, συνελήφθησαν τρεῖς ἡμέρας πρὸ τῶν ἐκλογῶν καὶ μεταφέρονται εἰς Σῦρον.» Ὁ ἄνθρωπος εὑρέθη εἰς στενόχωρον θέσιν, καὶ μὲ παρεκάλεσε νὰ κρατήσω μυστικὸν ὅ,τι μοὶ ἀνεκοίνωσεν. Ἀλλ’ εὑρίσκω, ὅτι ἦτο τοῦτο ἔργον συνέσεως ἐκ μέρους τοῦ κ. Μοιράρχου, ἔργον διὰ τὸ ὁποῖον εἶναι ἐπαινετός, καὶ διὰ τοῦτο τολμῶ νὰ τὸ ἀνακοινώσω εἰς τὴν Βουλήν. «Τί νὰ κάμω;» μοὶ λέγει.— Ἐγὼ ὁμολογῶ, ὅτι δὲν ἐγνώριζον καὶ τὰς σχέσεις Μοιράρχου, ἀνακριτοῦ κλπ.— Λέγω: «ἀπευθυνθῆτε εἰς τὴν ἁρμοδίαν ἀρχήν, τὴν ἰδικήν σας, τὴν ἀνωτέραν, καταστήσατε τὸ πρᾶγμα γνωστὸν, καὶ ζητήσατε ὁδηγίας.» Φαίνεται δὲ, ὅτι τοῦτο καὶ ἔπραξε, διότι εὑρίσκω ἐδῶ, ἐν τῷ φακέλῳ, τηλεγράφημα αὐτοῦ πρὸς τὰ Ὑπουργεῖα Στρατιωτικῶν, Ἐσωτερικῶν καὶ τὸ Ἀρχηγεῖον τῆς Χωροφυλακῆς (ἀναγιγνώσκει): «Προσῆλθε καὶ ὁ τελευταῖος ἐκ γνωστῶν ἀπὸ ἀστυνομικοῦ σταθμοῦ Ἀπειρανθίας ἀποδράντων, ἀλλ’ ὁ κ. ἀνακριτὴς ἐξέδοτο ἑσπέραν χθὲς (Πέμπτην) καὶ μοὶ ἀπέστειλεν ἐνταῦθα (Ἀπείρανθον) δύο ἐντάλματα κατὰ δημάρχου Ἀπειρανθίων καὶ πρωθιερέως Παπαοικονόμου καὶ τριῶν ἑτέρων συμπολιτῶν των ἐπὶ στάσει, καὶ μοὶ ἐζήτησεν ἄμεσον καὶ ταχεῖαν ἐκτέλεσιν τούτων ἐν ἡμέραις ἐκλογῆς. Φρονῶ, ὅτι σπεύδει ὁ κύριος ἀνακριτὴς, καὶ ὅτι ρίπτει ἔλαιον εἰς πυρὰν, ἣν ἐνταῦθα μετάβασίς μου κατέσβεσε. Μέτρον συνετὸν, φρονῶ, ἤθελεν εἶσθαι ἀναβολὴ ἐκτελέσεως δι’ ἑπομένην ἑβδομάδα, καθόσον ἐν ἐναντίᾳ περιπτώσει δὲν δύναμαι νὰ προΐδω τὰ ἐπακόλουθα συλλήψεως σήμερον δημάρχου ἀπὸ μέσου ἐκλογέων καὶ ἀρχηγοῦ κλήρου. Δὲν προβαίνω εἰς ἐκτέλεσιν πρὶν ἐπιταχθῶ παρ’ ὑμῶν ὡρισμένως, πρὸς ἀποφυγὴν εὐθυνῶν. Νομάρχης αἰτεῖται ἐκεῖσε ἐπάνοδόν μου. Ἀναμένω διαταγάς.» «Ἐν Ἀπειράνθῳ, 15 Νοεμβρίου 1902.
»Περιοδεύων Διοικητὴς Μοιραρχίας
»ΑΠΟΣΤΟΛΙΔΗΣ.»
Εὐτυχῶς μετὰ ἡμίσειαν ὥραν ἀπὸ τῆς μετὰ τοῦ κ. Μοιράρχου συνεντεύξεώς μου ἔμαθον, ὅτι ἀναχωρεῖ οὗτος μετὰ τῆς στρατιωτικῆς δυνάμεως, μετ’ αὐτοῦ δὲ ἀνεχώρησε καὶ ὁ κύριος ἀνακριτής. Ἡ σπουδαιότης, τὴν ὁποίαν ὁ κ. ἀνακριτὴς ἀπέδιδεν εἰς τὴν σύλληψιν τοῦ δημάρχου καὶ τοῦ πρωθιερέως Οἰκονόμου, ἐμφαίνεται ἐκ τοῦ ὅτι καὶ μετὰ τὴν εἰς Σῦρον ἐπάνοδόν του ἔγραψε νέον ἔγγραφον, τὴν 19 Νοεμβρίου, ὑπ’ ἀριθ. 1008, πρὸς τὸν κ. Μοίραρχον Κυκλάδων, τὸ ὁποῖον εὑρίσκεται ἐδῶ ἐν τῷ φακέλῳ καὶ διὰ τοῦ ὁποίου τῷ λέγει (ἀναγινώσκει): «Παρακαλεῖσθε, ὅπως δώσητε ἡμῖν ἀπάντησιν ἐπὶ τοῦ ὑπὸ στοιχεῖα Δ. Υ. τῆς 14 ἱσταμένου ἐγγράφου μας, ἐκδοθέντος ἐν Χαλκὶ τῆς Τραγαίας καὶ ἀπευθυνομένου πρὸς ὑμᾶς εἰς Ἀπείρανθον, ἐν σχέσει πρὸς τὴν ἐκτέλεσιν ἀνακριτικῶν ἡμῶν μέτρων, καθόσον ἡ συμπλήρωσις τῆς διεξαγομένης ἀλληλογραφίας ἐπὶ τῶν ἐνεργουμένων ἀνακρίσεών ἐστι χρήσιμος τῇ ὑπηρεσίᾳ μας.»
Ὁ ἀνακριτὴς
«ΧΟΙΔΑΣ.»
Συμπληρώνων δὲ ἐγὼ τὴν σπουδαιότητα, ἣν ὁ κ. ἀνακριτὴς ἀπέδιδεν εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τῶν περὶ ὧν ὁ λόγος ἐνταλμάτων, πληροφορῶ τὴν Βουλὴν, ὅτι ἀμέσως μετὰ τὰς ἐκλογὰς καὶ ὁ δήμαρχος καὶ ὁ πρωθιερεὺς Ἀπειράνθου μετέβησαν εἰς Σῦρον, ἀνεκρίθησαν καὶ αὐθημερὸν ἀφέθησαν ἐλεύθεροι, ἵνα ἐπανέλθωσιν εἰς τὰς ἑστίας των. Ἀποφεύγω, Κύριοι, νὰ κρίνω, πολὺ δὲ περισσότερον νὰ ἐπικρίνω ἔργα δικαστικά· ἀλλὰ καὶ δὲν δύναμαι νὰ περατώσω τὰ ἀφορῶντα τὴν ἐν Ἀπειράνθῳ ἀνακριτικὴν δρᾶσιν τοῦ κ. Χοϊδᾶ χωρὶς νὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ μοὶ ἐπιτρέψητε τὴν ἀνάγνωσιν μέρους τῆς πρὸς τὸ Ἀρχηγεῖον ἐκθέσεως τοῦ κ. Μοιράρχου, σχετικοῦ πρὸς ταύτην (ἀναγινώσκει): «... Ἐν τούτοις δὲν δύναμαι, σεβαστὸν Ἀρχηγεῖον, νὰ παραλείψω, ἀπὸ καθήκοντος ὁρμώμενος, ὅτι ὁ κ. ἀνακριτὴς δὲν ἐνεφορεῖτο ὑπὸ τῶν αὐτῶν μετὰ τῶν ἄλλων ἀρχῶν φρονημάτων, καὶ τοῦτο, ἴσως διότι δὲν τῷ ἀπεστάλη ἡ αἰτηθεῖσα δύναμις, ἵνα φθάσῃ δι’ ἄλλου τρόπου εἰς τὴν κατεύνασιν τῶν πνευμάτων ἀγροίκων χωρικῶν, μὴ ἐννοούντων τί διέπραξαν, δι’ ὃ καὶ τὸ τηλεγραφεῖον, ὡς ἰδίοις ὄμμασιν ἀντελήφθην, ἐπωφελούμενος τῆς ἀγνοίας τῶν καθηκόντων τοῦ διευθυντοῦ τούτου, καὶ τοῦ δικαστικοῦ ὄγκου του, εἶχε καταλάβει ὑπὸ τὴν ἐξουσίαν του, καὶ οὕτως οἵ τε πολῖται καθὼς καὶ ὁ ὑποφαινόμενος διετελοῦμεν ὑπὸ λογοκρισίαν, ἐφ’ ὅσον τὰ τηλεγραφήματά μας ἐξέφραζον πρὸς τὰς προϊσταμένας ἀρχὰς τοῦ Κράτους καὶ αὐτοὺς τοὺς Ὑπουργοὺς περὶ τῆς ἡσυχίας καὶ τάξεως τῆς Ἀπειράνθου, καὶ ἀγνοῶ τὸν χρόνον τῆς ἀποστολῆς των, δι’ ὃ καὶ ἠναγκάσθην, ἓν τοιοῦτον νὰ διευθύνω ὑμῖν μέσον τοῦ τηλεγραφείου Νάξου, καὶ ἀναφέρω ταῦτα, διότι, ὡς ἀφικόμην εἰς Χαλκί, πρωτεύουσαν τῆς Τραγαίας, ὅπου τὸ τηλεγραφεῖον, καὶ μᾶς ὑπεδέχθησαν οἱ κάτοικοι ἐν ζητωκραυγαῖς, ἐβεβαιώθην δὲ καὶ παρὰ τοῦ ἀστυνόμου καὶ ἄλλων πολιτῶν, ὅτι πλήρης τάξις καὶ ἡσυχία ἐπικρατεῖ, οὐδέποτε διασαλευθεῖσα ἐκεῖσε, πλὴν τῆς προξενηθείσης κατὰ τῆς ἀστυνομίας ἐπιθέσεως ὑπὸ τῶν ἐπιδραμόντων Ἀπειρανθίων, συνέταξα τὰ πρῶτα δύο πρὸς τὰς προϊσταμένας ἀρχὰς τηλεγραφήματά μου (τὰ τηλεγραφήματα ταῦτα δὲν εὑρίσκονται ἐν τοῖς κατατεθεῖσι φακέλοις), ἀνάλογα πρὸς τὴν κατάστασιν, ἣν εὗρον, καὶ παρέδωκα τῷ τηλεγραφητῇ. Μετ’ ὀλίγην ὅμως ὥραν εἰδοποιήθην, ὅτι ὁ κ. ἀνακριτὴς μὲ περιέμενεν ἐν τῷ τηλεγραφείῳ, ὅπου καὶ μετέβην, ὅτε μετ’ ἐκπλήξεώς μου παρετήρησα, ὅτι, οὗτος ἐκράτει ταῦτα εἰς τὰς χεῖράς του, καὶ ἐπὶ τῇ ἀπορίᾳ μου μοὶ εἶπεν, ὅτι ἡ ἐν τῷ τόπῳ κατάστασις δὲν εἶναι οἵα τὴν παριστάνω, διότι ἔχει εἰς χεῖράς του πειστήρια περὶ τοῦ ἐναντίου, καὶ πρέπει νὰ πεισθῶ, διότι μοὶ τὰ λέγει ἡ ἀρχή. Πρὸς στιγμὴν ἐκλόνισε τὴν σχηματισθεῖσαν πεποίθησίν μου, καὶ μετέτρεψα τὴν φράσιν «πλήρης ἡσυχία καὶ τάξις» διὰ τοῦ «ἡσυχία ἐπικρατεῖ». Ἀλλ’ ὅτε εἶδον, ὅτι ὁ κ. ἀνακριτὴς παρενόει τὴν θέσιν μου, ἠναγκάσθην δι’ αὐστηρᾶς γλώσσης νὰ τῷ καταδείξω ταύτην, ὁπότε καὶ συνῆλθε....» Σᾶς ἀπησχόλησα, Κύριοι, πολὺ ἐπὶ τοῦ γεγονότος τούτου, ἀλλ’ ἦτο ἀνάγκη νὰ γνωρίζητε τὰ καθέκαστα, ἵνα δυνηθῆτε νὰ κρίνητε ἐπὶ τῶν ὅσων προτίθεμαι ἤδη νὰ σᾶς ἀνακοινώσω. Ἔκτοτε ὁ δολοφόνος λοχίας Μπερμπάτης, οἱ μετ’ αὐτοῦ συμπράξαντες εἰς τὴν δολοφονίαν τοῦ Σοϊλὲ τέσσαρες χωροφύλακες καὶ οἱ κακοποιήσαντες τὸν δολοφόνον λοχίαν πέντε Ἀπειράνθιοι κρατοῦνται εἰς τὰς φυλακὰς Σύρου. Ἐγὼ δὲ, εὐθὺς ὡς ἐπανῆλθον ἐνταῦθα, παρουσιάσθην εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, καὶ τὸν παρεκάλεσα νὰ λάβῃ μέτρα διὰ τοὺς πέντε αὐτοὺς συγχωρίους μου, ἐκ τῶν ὁποίων ὁ εἷς, ὁ Στυλιανὸς Δοντᾶς, ἦτο καὶ ἀπὼν κατὰ τὴν ὥραν τῆς συμπλοκῆς ἐκ τοῦ χωρίου Χαλκί, διότι ναὶ μὲν κατήρχετο μετὰ τῶν λοιπῶν συγχωρίων του, ἀλλ’ ἀπέμεινεν εἰς τὸ μέσον τῆς ὁδοῦ καὶ δὲν ἦτο παρὼν εἰς τὴν σκηνὴν, ἡ ὁποία ἔλαβε χώραν παρὰ τὸ ἀστυνομικὸν κατάστημα Τραγαίας. Ἐγὼ, Κύριοι, δὲν διστάζω νὰ ὁμολογήσω, ὅτι, ὅσον κατηγόρησα τοὺς Ἀπειρανθίτας διὰ τὴν ἐκ τοῦ ἀστυνομικοῦ σταθμοῦ τῆς Ἀπειράνθου ἀπόδρασίν των, ἐπὶ τοσοῦτον τοὺς ἐπῄνεσα διὰ τὴν κατὰ τῶν δολοφόνων ἐν Τραγαίᾳ ἐπίθεσίν των. Τοὺς προέτρεψα δὲ, ὁσάκις εἷς χωροφύλαξ τοῖς δίδῃ ἕνα μπάτσον, αὐτοὶ πρέπει νὰ δίδωσι δύο...
§41ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι δά!
§42Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Αὐτὴ εἶναι, Κύριοι, ἡ γνώμη μου ἐπὶ τοῦ προκειμένου· οὕτω πως σκέπτομαι. Δὲν ἔχουσι δικαίωμα οἱ χωροφύλακες, οὐδὲ οἱ λοχίαι, οὐδὲ οἱ ἀξιωματικοί, νὰ τραβοῦν τὰ μουστάκια τῶν πολιτῶν καὶ νὰ τοὺς μεταχειρίζωνται ὅπως δὲν ἐπιτρέπεται εἰς ἡμᾶς νὰ μεταχειρισθῶμεν τοὺς ὑπηρέτας, τοὺς δούλους, τοὺς ὁποίους πληρώνομεν, οὐδὲ αὐτὰ τὰ τὰ ζῶα τὰ ὁποῖα μᾶς ὑπηρετοῦν.
§43Γ. ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Ἄριστα!
§44Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Λοιπὸν παρεκάλεσα τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης νὰ μεριμνήσῃ περὶ τῆς τύχης αὐτῶν τῶν πέντε ἀδίκως, κατ’ ἐμὲ, κρατουμένων ἐν ταῖς φυλακαῖς. Ὁμολογῶ, —καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης θὰ τὸ βεβαιώσῃ, —ὅτι, προκειμένου περὶ δικαιοσύνης, μετὰ δέους πλησιάζω τὰς ἀρχὰς, αἱ ὁποῖαι ἐπιβλέπουσιν αὐτήν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς εὐηρεστήθη νὰ ἀφαιρέσῃ τὰ ἀνακριτικὰ καθήκοντα ἀπὸ τὸν κ. Χοϊδᾶν, καὶ νὰ τὰ ἀναθέσῃ εἰς ἄλλον. Ἀλλ’ ὁ κ. Χοϊδᾶς παραμένει ἐν Σύρῳ ὡς δικαστής! Ἐτόλμησα δὲ, ἀφοῦ δὶς, τρὶς, τετράκις ἐπεσκέφθην τὸν κ. Ὑπουργὸν, χωρὶς νὰ ἀποφασίζω νὰ τῷ εἴπω τι, ὡς πρὸς τὸν κ. Χοϊδᾶν,—καὶ τοῦτο ἵνα μὴ οὐδὲ πόρρωθεν παρεξηγηθῶ—ἐτόλμησα, λέγω, συνεπείᾳ ἐπιστολῆς, τὴν ὁποίαν ἔλαβον ἐκ Σύρου, νὰ παρατηρήσω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν, ὅτι, μολονότι, ὡς εἶπον καὶ πρὶν, ἔχω ἀπόλυτον πεποίθησιν περὶ τῆς ἀκεραιότητος, περὶ τοῦ χαρακτῆρος, περὶ τῆς τιμιότητος, περὶ τῆς ἀναπτύξεως τοῦ κ. Χοϊδᾶ, ἐν τούτοις εἶναι καὶ οὗτος ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος ἀποτελεῖται ἀπὸ σάρκας, ἀπὸ νεῦρα, ἀπὸ κύτταρα, ὅπως ὅλοι ἡμεῖς, καὶ ὅτι ἡ ὑπόθεσις αὕτη ἐπὶ τοσοῦτον τὸν προσέβαλλεν, ὡς αὐτὸς τοὐλάχιστον νομίζει, ἀφοῦ τοσαύτην ἔδειξεν ἐπιμονὴν εἰς τὸ νὰ ἐπιβάλῃ διὰ τῆς βίας τὸ κράτος τῶν νόμων εἰς Ἀπείρανθον κλπ., ὥστε ἐνδεχόμενον εἶναι ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς νὰ ἐπηρεάσθη, καὶ ἐνδεχόμενον εἶναι ἡ παραμονὴ τοῦ κ. Χοϊδᾶ ἐν τῷ Δικαστηρίῳ Σύρου νὰ ἐπηρεάσῃ λεληθότως,—καὶ τονίζω τὴν λέξιν, ἵνα μὴ ὑποτεθῇ, ὅτι καὶ νύξιν αὐτὴν τὴν στιγμὴν ποιοῦμαι, ὅτι εἶναι δυνατὸν δικαστὴς Ἕλλην ἐν γνώσει νὰ ἐπηρεασθῇ—νὰ ἐπηρεάσῃ, λέγω, λεληθότως καί τινα τῶν συναδέλφων του, πρὸς βλάβην τοῦ γοήτρου τῆς Δικαιοσύνης. Καὶ διὰ τοῦτο παρεκάλεσα τὸν κ. Ὑπουργὸν, ὅπως εὐαρεστηθῇ νὰ μεταθέσῃ ἐκ Σύρου τὸν κύριον Χοϊδᾶν, καθόσον μάλιστα, ὡς καὶ πρὶν εἶπον, οἱ κάτοικοι τοῦ χωρίου Ἀπειράνθου ἔχουν συχνὰ δοσοληψίας μὲ τὸ Πρωτοδικεῖον Σύρου ἕνεκα τῆς ἐπαράτου ζωοκλοπῆς. Ὁ κ. Ὑπουργὸς μοὶ ἀπήντησεν, ὅτι δὲν ἠδύνατο νὰ ἐνδώσῃ εἰς τὴν παράκλησίν μου, ἐφ’ ὅσον δὲν ὑπάρχῃ γεγονὸς πραγματικὸν, καταγγελία· ἀλλ’ ὅταν ὑπάρχῃ καταγγελία, δὲν γίνεται μετάθεσις δικαστοῦ, — νομίζω τοὐλάχιστον,— γίνεται παῦσις, καὶ ἐπιβάλλεται τιμωρία. Ἐπὶ τοῦ προκειμένου ὑπάρχουσι τὰ γεγονότα, ὅσα ἐξιστορήσαμεν, καὶ ταῦτα, νομίζομεν, δικαιολογοῦσιν ἐπαρκῶς τὴν ἐκ τοῦ Δικαστηρίου Σύρου ἀπομάκρυνσιν τοῦ κ. Χοϊδᾶ. Ὅτι δὲ οἱ φόβοι μου οὗτοι δὲν εἶναι ἀβάσιμοι, ἀποδεικνύει ἐπιστολὴ, τὴν ὁποίαν πρὸ τριῶν ἡμερῶν ἔλαβον ἀπὸ τοὺς ἐν Σύρῳ κρατουμένους πέντε Ἀπειρανθίους, καὶ τὴν ὁποίαν παρακαλῶ νὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς ἀναγνώσω. (Ἀναγινώσκει): «Σῦρος, 1 Φεβρουαρίου 1903. Φυλακαὶ Τζιβάρα. «Κύριε Πρωτοπαπαδάκη! Οἱ κακοῦργοι ἐξέρχονται τῶν φυλακῶν ὡς ἀθῷοι, οἱ δὲ ἀθῷοι κρατοῦνται ὡς κακοῦργοι. Καὶ ἐξηγούμεθα. Οἱ χωροφύλακες σήμερον ἐξῆλθον τῶν φυλακῶν μὲ ἀθωωτικὸν βούλευμα, ἡμεῖς δὲ, ὡς θετικώτατα ἐπληροφορήθημεν, καὶ τὸ ὁποῖον δὲν πρέπει νὰ νομίζητε ὡς ἀστεῖον, παρεπέμφθημεν εἰς τὸ Κακουργιοδικεῖον! Ἀλλὰ, πρὸς Θεοῦ, κύριε Πρωτοπαπαδάκη, κατηγορούμεθα ὡς κακοῦργοι. Διατί; τί ἐπράξαμεν; ποῖον ἐφονεύσαμεν; τίνος περιουσίαν διηρπάσαμεν; Διὰ τόσον λοιπὸν ἐλάχιστον πρᾶγμα εἴμεθα κακοῦργοι; Ἀλλ’ ἂν ἤμεθα κακοῦργοι, πῶς σεῖς ὁ ἴδιος, κύριε Πρωτοπαπαδάκη, ἐκρίνατε τὴν πρᾶξίν μας ταύτην πράγματι ὡς γενναίαν, καὶ μᾶς ἐπείσατε νὰ παρουσιασθῶμεν εἰς τὰς ἀρχὰς, ὑποσχόμενος μάλιστα, ὅτι θὰ ἐξέλθωμεν τάχιστα;...» Λοιπὸν, Κύριοι, ἐπ’ αὐτῆς τῆς ἐπιστολῆς, περὶ τοῦ βασίμου τῆς ὁποίας ἔχω ἰδιαιτέρους λόγους νὰ πιστεύω, ἐπ’ αὐτῆς, λέγω, τῆς ἐπιστολῆς ἠθέλησα νὰ προκαλέσω τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, διότι πράγματι θὰ ἦναι ἔγκλημα στυγερώτερον τοῦ πρώτου, ἐὰν ἐκεῖνοι, οἵτινες ἐξετέλεσαν ὅσα σᾶς ἀνέφερα, (ὑποθέτω δὲ, ὅτι μὲ γνωρίζετε, ὥστε νὰ μὴ νομίσητε, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ εἴπω πράγματα, τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι ἐντελῶς ἐξηκριβωμένα καὶ βεβαιωμένα διὰ τῆς διπλῆς αὐτοψίας τῶν ἰατρῶν) ἐὰν, λέγω, ἐκεῖνοι ἐξέλθωσι τῶν φυλακῶν ὡς ἀθῷοι, καὶ μάλιστα διὰ βουλεύματος, οἱ δὲ ἀθῷοι παραμένουσιν εἰς τὰς φυλακὰς ὡς κακοῦργοι. Θὰ πεισθῆτε δὲ ἔτι μᾶλλον, ὅτι ἐπιβάλλεται ἡ ἄμεσος ἀποφυλάκισις ἐκείνων, οἵτινες ἐδοκίμασαν νὰ ἐκδικήσωσι τὸν μαρτυρικὸν θάνατον τοῦ συγχωρίου καὶ συγγενοῦς των Σοϊλὲ, ὅταν μάθητε, ὅτι δὲν ἐξεδίκουν οὗτοι πρόστυχον ζωοκλόπον, ἀλλὰ νέον τριακονταετῆ, τὸν ὡραιότερον ἄνδρα τῆς Ἀπειράνθου, ὅστις μετέβαινεν εἰς τὴν ἐν Φιλοτίῳ οἰκίαν οὐχὶ διὰ νὰ κλέψῃ πρόβατα, ἀλλ’ εἰς συνάντησιν προσυμπεφωνημένην, —διότι τοῦτο, νομίζω, ἀπεδείχθη ἐκ τῆς ἀνακρίσεως. — Ὁ Φλώριος Σοϊλὲς, τριακονταετὴς μονογενὴς υἱὸς χήρας μητρὸς, δὲν μετέβη εἰς τὸ χωρίον Φιλότι διὰ νὰ κλέψῃ πρόβατα, διότι καθ’ ὅλην τὴν ἡμέραν, κατὰ τὴν ὁποίαν συνελήφθη, καὶ τὴν προτεραίαν καὶ καθ’ ὅλην τὴν ἑβδομάδα συνέβοσκεν εἰς τὸ βουνὸν τὰ πρόβατά του μόνος μετὰ τῆς γυναικὸς, τῆς ὁποίας τὰ πρόβατα μετέβη δῆθεν τὴν νύκτα ἐκείνην νὰ κλέψῃ· διότι πρὸ δύο ἡμερῶν συνελήφθη ἐκεῖ, ἐντὸς τοῦ σπηλαίου, ὅπου τὸν εὗρον τὰ ἀστυνομικὰ ὄργανα κοιμώμενον τὴν ἑσπέραν τῆς συλλήψεώς του, ὑπό τινος, — ὅστις καὶ τὸ κατέθεσεν εἰς τὴν ἀνάκρισιν, — εἰς τρυφερωτάτας μετ’ αὐτῆς σχέσεις· διότι τὴν νύκτα ἐκείνην... Ἀλλὰ θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε, Κύριοι, νὰ διακόψω ἐνταῦθα, ὁ δὲ κ. Μυκώνιος, ὁ ὁποῖος εἶναι ἐνήμερος τῶν γεγονότων τῆς νυκτὸς ἐκείνης, ἂς συνεχίσῃ τὸν λόγον. (Γέλωτες ἐν τῇ αἰθούσῃ).
§45Ε. ΜΥΚΩΝΙΟΣ. Ὅσα ὁ κ. συνάδελφος ἀνέφερε περὶ τοῦ δυστυχοῦς μάρτυρος Σοϊλὲ εἶναι ἀληθέστατα. Συνεχίζων δ’ ἐγὼ τὰ περὶ τούτου, ἄρχομαι ἀπὸ τοῦ ἐρωτικοῦ θέματος, εἰς ὃ ὁ κ. συνάδελφος μὲ παρέπεμψε, θεωρήσας με εἰδικώτερον, καὶ τὸ ὁποῖον ὑπῆρξεν ἡ κυρία ἀφορμὴ τοῦ θανάτου τοῦ Σοϊλέ. Μετὰ τὴν ἀναχώρησιν τοῦ κυρίου Πρωτοπαπαδάκη ἐκ τοῦ χωρίου Φιλοτίου παρέμεινα ἐγὼ εἰς αὐτό. Ἐκεῖ ἔμαθον παρὰ τοῦ παρέδρου τοῦ χωρίου τούτου, Σάββα Πριμηκυρίου, — ὅστις καὶ συνώδευσεν εἰς τὸ σπήλαιον Φινελίων τοὺς μεταβάντας πρὸς σύλληψιν τοῦ Σοϊλὲ χωροφύλακας, — τὰ ἀκόλουθα ἐπὶ τῆς προκειμένης ὑποθέσεως. Ὁ Σοϊλὲς, εἰσελθὼν εἰς τὴν οἰκίαν διὰ νὰ κλέψῃ σφάγιόν τι, καὶ ἐννοηθεὶς παρὰ τῆς ἐν αὐτῇ διαμενούσης γυναικὸς, ἦλθε μετ’ αὐτῆς εἰς χεῖρας, καὶ τῷ ἐπροξένησεν αὕτη διὰ τῶν ὀνύχων της ἀμυχὰς εἰς τὸ πρόσωπον, μετὰ δὲ τὴν ἀποχώρησιν τούτου ἡ γυνὴ αὕτη κατηυθύνθη εἰς τὴν οἰκίαν τοῦ παρέδρου, μεθ’ οὗ μεταβᾶσα εἰδοποίησεν, ἀφ’ ἑνὸς μὲν τοὺς ἀγροφύλακας τοῦ χωρίου, ἀφ’ ἑτέρου δὲ τὸν ἀστυνομικὸν σταθμάρχην λοχίαν, εἰς ὃν ὑπέδειξε μάλιστα καὶ τὸ μέρος, εἰς τὸ ὁποῖον ἠδύναντο νὰ συλλάβωσι τὸν Σοϊλέν. Τὸ ἐνδιαφέρον, τὸ ὁποῖον ὁ πάρεδρος ἔδειξεν ὑπὲρ τῆς γυναικὸς ταύτης, μὲ ἐνέβαλεν εἰς ὑπονοίας ἐκ τῆς παρακολουθήσεως δὲ ὑπ’ αὐτοῦ τῶν χωροφυλάκων ἐσχημάτισα πλήρη πεποίθησιν, ὅτι ὁ Σοϊλὲς δὲν μετέβη εἰς τὴν οἰκίαν διὰ νὰ κλέψῃ, ἀλλ’ ὅτι μᾶλλον λόγοι ἐρωτικοὶ ὡδήγησαν αὐτὸν ἐν τῷ οἴκῳ τῆς γυναικὸς ταύτης, ἥτις, σημειώσατε, ἐν τῷ χωρίῳ ἐφημίζετο ἐπὶ ἐλευθεριότητι ἠθῶν. Τὰς ὑπονοίας μου δὲ ταύτας κατέθεσα καὶ κατὰ τὴν ἐν Σύρῳ γενομένην ἀνάκρισίν μου, προσθέσας μάλιστα, ὅτι, καθ’ ἣν ὥραν ὁ Σοϊλὲς μετέβη εἰς τὴν οἰκίαν τῆς γυναικὸς ταύτης, θὰ εὑρίσκετο ἐν αὐτῇ ἢ ὁ πάρεδρος ἢ ὁ λοχίας. Ἐλθὼν ἐνταῦθα, ἔμαθα ἀπὸ τὴν ἀδελφὴν τοῦ Σοϊλὲ, ὅτι ἡ μήτηρ του, εὐθὺς ὡς ἐπληροφορήθη τὴν σύλληψιν τοῦ υἱοῦ της, μετέβη εἰς τὸν ἀστυνομικὸν σταθμὸν καὶ ἔκαμεν εἰς αὐτὸν πικρὰς παρατηρήσεις διὰ τὴν ἐπὶ ζωοκλοπῇ πρᾶξίν του. Οὗτος ὅμως διεμαρτύρετο, λέγων εἰς αὐτήν, ὅτι δὲν μετέβη διὰ νὰ κλέψῃ, ἀλλ’ ὅτι ἡ γυνὴ αὕτη τὸν παρεκάλεσε νὰ μεταβῇ τὴν νύκτα ἐκείνην εἰς τὴν οἰκίαν της· καὶ διὰ νὰ ἦναι μάλιστα βεβαία περὶ τῆς μεταβάσεώς του, τοῦ ἐκράτησε τὸ βαλάντιόν του, περιέχον διακοσίας δραχμάς. Μεταβὰς λοιπὸν τὴν νύκτα εἰς τὴν οἰκίαν, εὑρέθη ἀντιμέτωπος τοῦ παρέδρου, μεθ’ οὗ ἦλθεν εἰς χεῖρας καὶ ὅστις διὰ τῶν ὀνύχων τοῦ ἐπροξένησεν ἀμυχὰς εἰς τὸ πρόσωπον. Ὥστε βλέπετε, ὅτι αἱ ὑπόνοιαί μου ἦσαν ἀκριβέσταται. Ἠρώτησα τὴν ἀδελφὴν τοῦ Σοϊλέ, ἂν ἡ μήτηρ της κατέθεσε ταῦτα εἰς τὴν ἀνάκρισιν, μοῦ εἶπε δὲ αὕτη, ὅτι φοβηθεῖσα ἡ μήτηρ της, μὴ τυχὸν καὶ ἐπιβαρύνῃ περισσότερον τὴν θέσιν τοῦ υἱοῦ της, δὲν κατέθεσε ταῦτα. Κατὰ τὴν μετάβασίν μου εἰς τὸ Δικαστήριον, ἵνα ἀνακριθῶ, εὗρον ἐκεῖ καὶ τὸν πάρεδρον, ὅστις εἶχε κληθῆ πρὸς ἀνάκρισιν, παρετήρησα δὲ εἰς αὐτὸν, ὅτι αὐτὸς εἶναι ἡ κυρία αἰτία τοῦ φόνου τοῦ Σοϊλέ· κλαίων δὲ μοὶ ἔλεγε, νὰ μὴ τὸν πάρω εἰς τὸν λαιμόν μου. Ἀμέσως τότε ἀνεχώρησα τοῦ Δικαστηρίου, παρουσιασθεὶς εἰς τὸν ἀνακριτήν. Ὁ Σοϊλὲς ἦτο μονογενὴς υἱὸς δυστυχοῦς χήρας, δὲν ἦτο δὲ ἐκ τῶν κακοποιῶν στοιχείων. Ἦτο τριακονταετὴς περίπου καὶ ὁ ὡραιότερος ἴσως ἀνὴρ τοῦ χωρίου του. Ταῦτα, κύριοι Βουλευταὶ, ἔκρινα καλὸν νὰ σᾶς ἐκθέσω πρὸς συμπλήρωσιν τῶν ὑπὸ τοῦ κ. συναδέλφου λεχθέντων.
§46Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Ἐπιτρέψατέ μοι νὰ προσθέσω μερικὰς πληροφορίας· ὅτι ὁ λοχίας Μπερμπάτης αὐτὸς ἦτο κατηγορούμενος ἐπὶ φόνῳ στρατιώτου, ἐνῷ ἐξετέλει ἀστυνομικὴν ὑπηρεσίαν ἐν Νάξῳ· ὅτι προσῆλθε νὰ δικασθῇ εἰς τὸ Δικαστήριον τῆς Σύρου διὰ τὸν φόνον αὐτὸν, καὶ ὅτι τὰ πολιτικὰ Δικαστήρια τὸν παρέπεμψαν εἰς τὸ Στρατοδικεῖον. Ἐνῷ λοιπὸν ἐξετέλει ἀστυνομικὴν ὑπηρεσίαν ἐν Νάξῳ, ἦτο ὑπόδικος ἐπὶ φόνῳ! Ὅσον ἀφορᾷ δὲ τὰς ἀφορμὰς, τὰς ὁποίας εἶχε κατὰ τοῦ Σοϊλέ, λέγω ὅτι ὁ Σοϊλὲς ἦτο τὸ παλληκάρι τῆς Ἀπειράνθου, καὶ ὅτι πολλάκις οἱ ἀστυνόμοι ἐκεῖ ἀπεπειράθησαν νὰ τὸν προσβάλλωσιν, ἀλλὰ δὲν τὸ κατώρθωσαν, ἰδίᾳ δὲ ὁ ἀστυνόμος σταθμάρχης Ἀπειρανθίας Νιανούρης, οὗτινος τὰς κατὰ τοῦ Σοϊλὲ ἐπανειλημμένας ἀπειλὰς πολλοὶ τῶν μαρτύρων κατέθεσαν ἀνακρινόμενοι. Αὐτὸς κατὰ τὴν ἡμέραν τῆς συλλήψεως τοῦ Σοϊλὲ μετέβη εἰς τὸ χωρίον Φιλότι, ἔνθα ἐκρατεῖτο, ἐνῷ ἡ ὑπηρεσία του δὲν τὸ ἐκάλει ἐκεῖ. Αὐτὸς κατὰ τὴν αὐτὴν ἡμέραν εἶπεν εἰς τὴν μητέρα τοῦ Σοϊλὲ, ὅτε μετέβη αὕτη νὰ τὸν παρακαλέσῃ διὰ τὸν υἱόν της: «ἔννοια σου, κυρά μου, καὶ ἐγὼ θὰ τοῦ τὸν στείλω γαμβρόν!»
§47Α. ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ἅμα ὡς ἀνέλαβον τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης, ὁ κ. Πρωτοπαπαδάκης καὶ ὁ κ. Μυκώνιος ἦλθον διαμαρτυρόμενοι διὰ τὰ ἐν Νάξῳ τελεσθέντα. Ὁμολογῶ, ὅτι καὶ ἐκ τῆς δημοσιογραφίας εἶχον λάβει ἀμυδρὰν γνῶσιν τοῦ τελεσθέντος ἐγκλήματος· ἐκ τῆς ἀναγνώσεως ὅμως τῶν ἐγγράφων τῶν ἐν τῷ Ὑπουργείῳ καὶ ἐκ τῆς τηλεγραφικῆς ἀνταποκρίσεως ἐπείσθην, ὅτι ἀτυχῶς εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ἐν τῷ καταστήματι τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας ἐτελέσθη ἀπαίσιον ἔγκλημα κατὰ τοῦ ἀτυχοῦς Σοϊλὲ, ὅστις ἀναμφισβητήτως εὑρέθη τεθνεὼς, φονευμένος ἐν τῷ καταστήματι τῷ ἀστυνομικῷ, τὸ ὁποῖον κατόπιν εὑρέθη ἔρημον. Ἀτυχῶς δὲν ἐξεδόθη εἰσέτι τὸ βούλευμα, τὸ ὁποῖον θέλει μᾶς φωτίσει ἀσφαλῶς περὶ τῶν τελεσθέντων. Ἅμα ὡς ἔλαβον γνῶσιν τοῦ ἐγκλήματος, ἐμερίμνησα πρῶτον ν’ ἀπομακρύνω ἐκεῖθεν τὸν κ. ἀνακριτὴν, ὅστις, μεθ’ ὅλα τὰ προσόντα, τὰ ὁποῖα δύναται νὰ ἔχῃ, ὁμολογῶ, ὅτι εἰς τὴν περίστασιν αὐτὴν ἔδειξεν ὑπερβολικὸν ζῆλον.
§48Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Βλακείαν!
§49Α. ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Δὲν δύναμαι ἔτι ν’ ἀποφανθῶ νομομετρικῶς· ἄλλως δὲν ἔχω καὶ εἰδικότητα τοιαύτην.
§50Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Ἔχετε τὴν ἔκθεσιν τοῦ Εἰσαγγελέως τῶν Ἐφετῶν, διὰ τῆς ὁποίας ἀποφαίνεται ἀρκούντως περὶ τῆς ἀτυχοῦς ἐνεργείας τοῦ ἀνακριτοῦ κ. Χοϊδᾶ.
§51Α. ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ἐκεῖνο, περὶ τοῦ ὁποίου εἶμαι βέβαιος, εἶναι, ὅτι ὁ κ. Χοϊδᾶς ἐθεωρήθη, ὅτι, ὡς ἐκ τῶν λαβόντων χώραν, ἐνδιαφέρεται προσωπικῶς εἰς τὴν ὑπόθεσιν ταύτην, διότι ἐθεώρησε τότε ἐν Νάξῳ, ὅτε μετέβη ἐκεῖ, ὡς προσβληθεῖσαν τὴν φιλοτιμίαν του. Τούτου ἕνεκα ἀμέσως ἐξέδωκα Διάταγμα, διὰ τοῦ ὁποίου ἀπεμάκρυνα αὐτὸν τῆς ἀνακρίσεως, πρὸς ἀποφυγὴν καὶ τῆς ἐλαχίστης ὑπονοίας, ὅτι δυνατὸν νὰ μεροληπτήσῃ ὁ κ. ἀνακριτής, καὶ ἀνέθηκα αὐτὴν εἰς δικαστὴν πεπειραμένον καὶ λίαν ἱκανὸν, τὸν Χρῆστον Ρούφην, δικαστικὸν κάλλιστον, ὃν γνωρίζω ἐκ παιδικῆς ἡλικίας ὡς συμφοιτητὴν, ὅσοι δὲ γνωρίζουσι τὸν ἄνδρα, ἔχουσι τὴν αὐτὴν μετ’ ἐμοῦ γνώμην. Αὐτὸς ἀνέλαβε καὶ τὴν ἀνάκρισιν ταύτην καὶ διεξήγαγεν αὐτήν. Διέταξα τὸν Εἰσαγγελέα καὶ προεκάλεσα τὴν ταχίστην περάτωσιν τῆς ὑποθέσεως. Ἀλλὰ πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν μοὶ ἀνεκοίνωσαν ὁ κύριος Πρωτοπαπαδάκης καὶ ὁ κ. Μυκώνιος, ὅτι διεδόθη, ὅτι ἐξεδόθη βούλευμα ἀπαλλακτικὸν ὑπὲρ τῶν διαπραξάντων τὸ ἐν τῷ ἀστυνομικῷ τμήματι ἔγκλημα. Ἀμέσως ἐτηλεγράφησα...
§52Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Νεκροψία ἔγεινε;
§53Α. ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Τώρα θὰ ἀκούσητε... Ἀμέσως ἐτηλεγράφησα εἰς τὸν Εἰσαγγελέα κατ’ εὐθεῖαν διὰ Σύρου (ἀναγινώσκει): «Διεδόθη ἐνταῦθα, ὅτι ἐξεδόθη βούλευμα ἀπαλλάσσον τοὺς διὰ μαρτυρικοῦ θανάτου φονεύσαντας ἐν Νάξῳ τὸν Σοϊλὲν ἀστυνομικούς. — Ἀδυνατοῦντες πιστεῦσαι διάδοσιν, τοὐναντίον πεποιθότες, ὅτι ἀμείλικτος κατηνέχθη ὁ πέλεκυς τῆς Δικαιοσύνης κατὰ τῶν ἐνόχων τοιούτου ἀπαισίου ἐγκλήματος, παρακαλῶ νὰ πληροφορήσητε ἀμέσως τηλεγραφικῶς, ἂν ἐξεδόθη βούλευμα ἐπὶ ὑποθέσεως ταύτης. Ἐν καταφατικῇ περιστάσει, ἀποστείλατε αὐθωρεὶ βουλεύματος ἀντίγραφον καὶ ἐκθέσεις αὐτοψίας τριῶν ἐπιστημόνων ἰατρῶν. — Ἀπαντήσατε τηλεγραφικῶς.»
§54Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον ἡ ὑπηρεσία σας ἀνεμίχθη εἰς τὴν ὑπόθεσιν, εἰς τὴν ἀνάκρισιν.
§55Α. ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ποσῶς! Τὸ τηλεγράφημα εἶναι ἐρωτηματικόν. Βεβαίως ὅμως δὲν ἠδύνατο, ὡς ἄνθρωπος, καὶ ὁ Ὑπουργὸς, νὰ μὴ αἰσθανθῇ τὴν ἀγανάκτησιν, τὴν ὁποίαν ᾐσθάνθη ὁλόκληρος ἡ Βουλὴ, ἅμα τῇ ἐκθέσει ἐνταῦθα τοῦ ἀστυνομικοῦ ἐγκλήματος, τὸ ὁποῖον ἔλαβε χώραν. Βεβαίως δὲν ἦτο δυνατὸν, οὔτε ὡς ἄνθρωπος οὔτε ὡς Ὑπουργὸς, νὰ ἀνεχθῶ, προκειμένου περὶ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι συνέλαβον τὸν πολίτην καὶ ἐν μαρτυρίοις τὸν ἐφόνευσαν, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἀνεχθῶ διάδοσιν προσβάλλουσαν τὴν Δικαιοσύνην τῆς πατρίδος μου.
§56Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Δὲν ἠμπορεῖτε νὰ λέγητε αὐτὰ ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς, κύριε Ὑπουργὲ τῆς Δικαιοσύνης.
§57Κ. ΓΕΡΑΚΗΣ. Εἴχετε δικαίωμα μόνον νὰ εἴπητε εἰς τὸν Εἰσαγγελέα τῶν Ἐφετῶν νὰ ἀνακόψῃ ἀμέσως τὸ βούλευμα τοῦ Συμβουλίου τῶν Πρωτοδικῶν.
§58Α. ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Τὸ ἔγγραφον πρὸς τὸν Εἰσαγγελέα εἶναι αἴτησις πληροφοριῶν πρὸς διάψευσιν διαδόσεως προσβαλλούσης τὸ Δικαστήριον τῆς Σύρου.
§59Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Εἶναι ἀνεξάρτητος ἡ Δικαιοσύνη ἢ δὲν εἶναι;
§60ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σᾶς παρακαλῶ, Κύριε. Τώρα ἐξηγεῖ τὴν ἔννοιάν του (ὁ κ.) Ὑπουργός. Πρόκειται περὶ πληροφοριῶν, τὰς ὁποίας ἐζήτησε.
§61Α. ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Αἱ πληροφορίαι, αἱ ὁποῖαι ἐζητήθησαν παρὰ τοῦ κ. Εἰσαγγελέως, εἶναι, ὅτι ῥητῶς ἐζήτουν παρ’ αὐτοῦ ἀντίγραφον τοῦ βουλεύματος, ὡς καὶ τὰς ἐκθέσεις αὐτοψίας τριῶν ἰατρῶν, ἐὰν ὑπῆρχον τοιαῦται· συγχρόνως δὲ συνεννοήθημεν μετὰ τοῦ κ. Εἰσαγγελέως τῶν Ἐφετῶν, ὅπως ἐν ᾗ περιπτώσει πράγματι βούλευμα ἀθωωτικὸν ἐξεδόθη διὰ τοιαύτην πρᾶξιν, διατάξῃ ἁρμοδίως τὸν Εἰσαγγελέα τῶν Πρωτοδικῶν νὰ ἀνακόψῃ τὸ βούλευμα τοῦτο.
§62Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἀλλὰ πρὶν ἐκδοθῇ αὐτὸ τὸ βούλευμα!
§63Α. ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Εἰς τὸν Εἰσαγγελέα τῶν Ἐφετῶν ἀνεκοινώσαμεν τὴν διάδοσιν, καὶ τὸν ἀφήσαμεν ἐλεύθερον νὰ ἐνεργήσῃ ὅ,τι νόμιμον.
§64Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Εἶναι ἐπέμβασις τοῦ Ὑπουργοῦ.
§65Α. ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Καμμία ἐπέμβασις δὲν εἶναι. Ἦτο καθῆκόν μου.
§66Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἀπολύτως.
§67Α. ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ἡμεῖς τοὐλάχιστον δὲν ἔχομεν τὴν ἰδέαν αὐτήν, ὅτι ἡ ἐνέργεια ἡμῶν εἶναι ἐπέμβασις. Εἶναι προστασία τῶν πολιτῶν κατὰ τῶν αὐθαιρεσιῶν τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας, τὴν ὁποίαν σεῖς ἐδημιουργήσατε πρὸς τυραννίαν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. (Εὖγε! ἐκ δεξιῶν).
§68Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Καταργήσατέ την.
§69Α. ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ἐγὼ τοὐλάχιστον σᾶς βεβαιῶ, ὅτι, ὡς Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ἀόκνως καὶ ἀμειλίκτως θέλω ἐπιτηρήσει τὴν καταδίωξιν παντὸς ἀστυνομικοῦ ὀργάνου, ἐγκληματοῦντος κατὰ τῶν πολιτῶν.
§70Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Εἶναι ἄλλαι ἀρχαί, τεταγμέναι ὑπὸ τῶν κειμένων νόμων, αἱ ὁποῖαι διατάσσουσι τὴν καταδίωξιν. Ἄλλα εἶναι τὰ καθήκοντα τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, καὶ ὠφείλετε, ὅτε ἀνελάβετε τὴν διεύθυνσιν τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης, νὰ γνωρίζητε καλῶς, ποῖα εἶναι τὰ καθήκοντα τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, καὶ ὄχι νὰ ἀναγινώσκητε ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς τηλεγράφημα πρὸς τὸν Εἰσαγγελέα, διὰ τοῦ ὁποίου τὸν παραγγέλλετε...
§71Α. ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Καθόλου δὲν τὸν παραγγέλλω. Ὡς ἠκούσατε, κύριοι Βουλευταί, τὸ τηλεγράφημα λέγει: «Διεδόθη ἐνταῦθα, ὅτι ἐξεδόθη βούλευμα... κλπ.», καὶ ζητοῦνται πληροφορίαι, ἂν εἶναι ἀκριβὴς ἡ διάδοσις. Εἶναι ἐρωτηματικὸν τὸ τηλεγράφημα. Ἀλλ’ εἶναι βεβαίως ἐν ἀγανακτήσει γεγραμμένον. Καὶ παντὸς ἀνθρώπου τὴν ἀγανάκτησιν ἐξήγειρε τὸ τελεσθὲν ἔγκλημα. Ἐννοεῖται, ὅτι δὲν ἔχομεν τὰς αὐτὰς γνώμας, ὅσον ἀφορᾷ τὰ ζητήματα ταῦτα, καὶ ἀκριβῶς διότι δὲν ἔχομεν τὰς αὐτὰς γνώμας, δι’ αὐτὸ καὶ ἐγένετο ὁ τελευταῖος ἐκλογικὸς ἀγών, καὶ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἐδικαίωσεν ἡμᾶς, καὶ ἐνεπιστεύθη ἡμᾶς.
§72Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Παρακαλῶ τὸν κύριον Ὑπουργὸν νὰ καταθέσῃ αὐτὰ τὰ ἔγγραφα, διὰ νὰ λάβωμεν γνῶσιν.
§73Α. ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Εἶναι κατατεθειμένα. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν μετάθεσιν τοῦ ἀνακριτοῦ, ὁμολογῶ, ὅτι δὲν ἐνέδωκα εἰς τὴν σύστασιν τοῦ ἀξιοτίμου κ. Πρωτοπαπαδάκη, καὶ οὔτε θὰ ἐνδώσω εἰς τοιαύτας αἰτήσεις Βουλευτῶν ἢ ἄλλων, ἐφ’ ὅσον δὲν ἔχω ὑπ’ ὄψιν ὡρισμένους λόγους, ὑπὸ τῆς ὑπηρεσίας ὑποβεβλημένους, οἵτινες νὰ δικαιολογῶσι τὴν μετάθεσιν τοῦ δικαστοῦ.
§74Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐγὼ νομίζω ὅτι τὸ ζήτημα, μετὰ τὴν ἀγόρευσιν τοῦ κυρίου ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργοῦ, λαμβάνει διαστάσεις, τὰς ὁποίας δὲν ὤφειλε νὰ λάβῃ. Οὐδεὶς δύναται νὰ ὑποστηρίξῃ, ὅτι ὑπάρχει ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ὁ προτιθέμενος νὰ συνηγορήσῃ ὑπὲρ τῶν διαπραξάντων τοιοῦτον κακούργημα, ἐὰν διέπραξαν τοῦτο. Ἐκεῖνο ὅμως, τὸ ὁποῖον δὲν δυνάμεθα νὰ παραδεχθῶμεν, εἶναι νὰ ἀνέρχηται ἐπὶ τὸ βῆμα ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης καὶ νὰ νομίζῃ ὅτι ἔχει τὸ δικαίωμα ν’ ἀντικαταστήσῃ τὴν θέλησίν του εἰς τὴν θέλησιν τῶν δικαστῶν, τῶν ὑπὸ τῶν νόμων τεταγμένων ἵνα κρίνωσι. Νομίζω ὅτι κατὰ τῆς γλώσσης, τὴν ὁποίαν μετῆλθεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, καθῆκον ἔχει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ λάβῃ τὸν λόγον, ὅπως θέσῃ τὰ πράγματα εἰς τὴν θέσιν, ἐν τῇ ὁποίᾳ πρέπει νὰ ἵστανται, καὶ ἀναγνωρισθῇ ὅτι ἡ δικαστικὴ ἐξουσία εἶναι ἐντελῶς ἀνεξάρτητος εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τῶν καθηκόντων αὐτῆς. Ἔχει τὸ δικαίωμα ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, μετὰ τὴν ἔκδοσιν τοῦ βουλεύματος, διὰ τῶν νομίμως τεταγμένων προσώπων νὰ ἀσκήσῃ τὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα ἀναγνωρίζει εἰς αὐτὸν ὁ νόμος, ἀλλ’ οὐδὲν ἔχει δικαίωμα, πρὶν ἢ ἐκδοθῇ τὸ βούλευμα, νὰ ἐκφράσῃ γνώμην καὶ εἴπῃ πῶς ἔπρεπε νὰ ἦναι τὸ βούλευμα. Ἑπομένως νομίζω, ὅτι ἔχει καθῆκον ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὁ ὁποῖος γινώσκει ποῖα εἶναι τὰ δικαιώματα τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, καὶ ποῖα τὰ δικαιώματα τῆς δικαστικῆς ἀρχῆς, νὰ συνηγορήσῃ ὑπὲρ τῆς ἀνεξαρτησίας τῆς δικαστικῆς ἀρχῆς.
§75Κ. ΓΕΡΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸν λόγον.
§76Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Εἶχε δίκαιον λογικῶς νὰ ἀγανακτήσῃ.
§77Α. ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Σᾶς εἶπον, καὶ πάλιν ἐπαναλαμβάνω, ὅτι τὸ ἔγγραφόν μου πρὸς τὸν κ. Εἰσαγγελέα εἶναι καθαρῶς ἐρωτηματικὸν, διότι ἤθελον νὰ μὴ ὑπάρχῃ καὶ αὐτὴ κἄν ἡ διάδοσις, ἡ προσβάλλουσα τὰ Δικαστήρια κατ’ ἐμὴν γνώμην. Δι’ αὐτὸ ἐρωτῶ τὸν Εἰσαγγελέα: Εἶναι ἀληθὲς ὅτι ἐξεδόθη τοιοῦτον βούλευμα ἢ δὲν εἶναι; Καὶ ἂν ἦναι ἀληθὲς ὅτι ἐξεδόθη τοιοῦτον βούλευμα, παρακαλῶ νὰ μοῦ στείλητε τότε ἀντίγραφον τοῦ βουλεύματος καὶ τὰς ἐκθέσεις τῶν ἰατρῶν, ὥστε νὰ βεβαιωθῶ καὶ ἐγὼ καὶ ἡ κοινωνία, ὅτι πράγματι ἐτελέσθη ἢ δὲν ἐτελέσθη τοιοῦτον ἔγκλημα. Ἐὰν ὁ Ὑπουργὸς δὲν ἔχῃ τὸ δικαίωμα νὰ ἐρωτήσῃ τὴν δικαστικὴν ἀρχὴν, ἂν συνετελέσθη μία τοιαύτη πρᾶξις ἢ ὄχι, δὲν γνωρίζω τότε τί δικαίωμα ἔχει.
§78Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Δὲν μοὶ δίδετε τὸ τηλεγράφημα;
§79Α. ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Μάλιστα.
§80ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ζητεῖ τις τὸν λόγον;
§81Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Μίαν στιγμὴν νὰ ἀναγνώσῃ ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς τὸ τηλεγράφημα.
§82Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἔχω τὴν αὐτὴν γνώμην, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης δὲν δύναται νὰ ἀναμιγνύηται εἰς τὴν διεξαγωγὴν δικῶν ποινικῶν, ἢ δικῶν πολιτικῶν· ἀλλὰ, καθ’ ἃς ἔδωκεν ἐξηγήσεις ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, τεταραγμένος ἐκ τοῦ ἀκούσματος, ὅτι βούλευμα ἐξεδόθη, διὰ τοῦ ὁποίου ἠθῳοῦντο ἢ ἀπελύοντο τῆς κατηγορίας ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἔπραξαν κακούργημα τοσοῦτον μαρτυρικὸν καὶ τοσοῦτον ταράξαν τὴν συνείδησιν τῆς ἐπαρχίας, ἠρώτησεν, ἂν ἀληθῶς ἐξεδόθη τοιοῦτον βούλευμα, καὶ διέταξεν, ἂν ἐξεδόθη, νὰ στείλωσιν αὐτῷ τὸ βούλευμα, διὰ νὰ κρίνῃ διατὶ τὰ περὶ τούτου οὕτως ἀπέβησαν, καὶ νὰ σχηματίσῃ πεποίθησιν, ἂν ἐξετέλεσαν αἱ ἀρχαὶ τὸ καθῆκόν των. Ἔχει δὲ τὸ Ὑπουργεῖον, ὡς ἔχει καὶ ὁ Εἰσαγγελεὺς, τὴν ἐπιτήρησιν τῆς ἐκπληρώσεως τῶν δικαστικῶν καθηκόντων. Ἑπομένως τοῦτο δὲν ἀπετέλει ἐπέμβασιν εἰς τὴν οὐσίαν τῆς ὑποθέσεως.
§83Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἡ δυσχέρεια, τὴν ὁποίαν ἠσθάνθη ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως δικαιολογήσῃ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, δι’ ὅσα λέγει εἰς τὸ τηλεγράφημα, τὸ ὁποῖον ἀνέγνωσεν ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς, πρὸς τὸν Εἰσαγγελέα, ἦτο καταφανής. Ἀλλ’ ἡμεῖς δὲν ἐνοήσαμεν ν’ ἀπαγγείλωμεν κατηγορίαν κατὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, διότι γνωρίζομεν, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς, καίπερ τὴν Δικαιοσύνην διαχειριζόμενος, δὲν εἶναι εἰς θέσιν νὰ γνωρίζῃ, ποῖα εἶναι τὰ καθήκοντα τοῦ Ὑπουργοῦ, ἐν σχέσει πρὸς τὴν δικαστικὴν ἐξουσίαν· ἠθελήσαμεν ὅμως, ὅτε ἠκούσαμεν ἀναγινωσκόμενον τοιοῦτον τηλεγράφημα ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς, νὰ παρατηρήσωμεν, τοὐλάχιστον διὰ τὸ μέλλον, εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν, ὅτι πρέπει νὰ ᾖναι προσεκτικώτερος περὶ τὴν ἐνάσκησιν τῶν καθηκόντων αὑτοῦ, καὶ ὅτι πρέπει νὰ ἀπέχῃ πάσης οἱασδήποτε καθ’ οἱονδήποτε τρόπον ἀναμίξεως εἰς τὰ καθήκοντα τῆς Δικαιοσύνης. Τὸ τηλεγράφημα εἶναι σαφές. Δὲν ἐρωτᾷ τὸν Εἰσαγγελέα τῶν Πλημμελειοδικῶν· ἀλλὰ καὶ ἂν τὸν ἐρωτᾷ, τὸν ἐρωτᾷ κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε τῷ ὑποδεικνύει ὁποῖόν τι βούλευμα θεωρεῖ, ὅτι πρέπει νὰ ἐκδώσῃ τὸ Δικαστήριον τῶν Πλημμελειοδικῶν.
§84ΠΟΛΛΟΙ (ἐκ δεξιῶν). Ἆ! ἆ!
§85Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, διατάξατε νὰ μοὶ δοθῇ τὸ τηλεγράφημα.
§86ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα.
§87Ν. ΔΑΟΥΤΗΣ. Ἑρμηνείαν θὰ κάμητε τοῦ τηλεγραφήματος;
§88Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ἰδοὺ πῶς ἔχει τὸ τηλεγράφημα (ἀναγινώσκει): «Διεδόθη ἐνταῦθα, ὅτι ἐξεδόθη βούλευμα ἀπαλλάσσον τοὺς διὰ μαρτυρικοῦ θανάτου φονεύσαντας ἀτυχῆ πολίτην Σοϊλὲν ἐν Νάξῳ ἀστυνομικούς. Ἀδυνατοῦντες πιστεῦσαι διάδοσιν, πεποιθότες τοὐναντίον, ὅτι ἀμείλικτος ὁ πέλεκυς τῆς Δικαιοσύνης θέλει κατενεχθῆ κατὰ τῶν ἐνόχων τοιούτου ἀπαισίου ἐγκλήματος, παρακαλοῦμεν νὰ πληροφορήσητε ἀμέσως ἡμᾶς τηλεγραφικῶς, ἂν ἐξεδόθη βούλευμα ἐπὶ ὑποθέσεως τοιαύτης. Ἐν καταφατικῇ περιστάσει ἀποστείλατε αὐθωρεὶ βουλεύματος ἀντίγραφον καὶ ἐκθέσεις αὐτοψίας τριῶν ἐπιστημόνων ἰατρῶν». (Θόρυβος καὶ διάλογοι ἐν τῇ δεξιᾷ).
§89Α. ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Κατὰ τῶν ἐνόχων. Αὐτὸ προσέξατε. (Διάλογοι).
§90ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ, Κύριοι, ἡσυχίαν.
§91Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. «Διεδόθη ἐνταῦθα, ὅτι ἐξεδόθη βούλευμα», λέγει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης (θόρυβος). Παρακαλῶ, μὴ διακόπτετε.
§92ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι Βουλευταὶ, ἐὰν ἐξακολουθήσητε ὅλοι ὁμιλοῦντες, δὲν θὰ ᾖναι δυνατὸν πλέον νὰ συνεννοηθῶμεν. (Ἐξακολουθεῖ ὁ θόρυβος καὶ οἱ διάλογοι). Σᾶς παρακαλῶ, Κύριοι. Ἐὰν θέλητε νὰ ζητήσητε τὸν λόγον, κανεὶς δὲν τὸν ἀρνεῖται.
§93Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς λοιπὸν, ἐκ τῆς διαδόσεως, ὅτι ἐξεδόθη βούλευμα ἀπαλλακτικὸν, ἐθεώρησεν, ὅτι εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ τηλεγραφήσῃ πρὸς τὸν Εἰσαγγελέα, ὅτι δὲν πιστεύει, ὅτι συνέβη τοιοῦτόν τι, ὅτι ἐξεδόθη τοιοῦτον βούλευμα, διότι νομίζει, ὅτι ἀμείλικτος πρέπει νὰ πέσῃ ὁ πέλεκυς τῆς Δικαιοσύνης ἐπὶ τῶν ἐνόχων τοιούτων ἐγκλημάτων...
§94Α. ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ἐπὶ τῶν ἐνόχων.
§95Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ναὶ, ἀλλὰ δὲν ἐπιτρέπεται εἰς ὑμᾶς νὰ χαρακτηρίζητε τοὺς ἐνόχους. Ἐὰν ὑπάρχωσιν ἔνοχοι τοιούτων ἐγκλημάτων, ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἔπρεπε νὰ ᾖναι βεβαιότατος, ὅτι ἡ Δικαιοσύνη τῆς πατρίδος του ἤθελεν ἀμειλίκτως τιμωρήσει, ἤθελε παραπέμψει, ἤθελε δικάσει καὶ καταδικάσει αὐτούς. (Ἆ! ἆ! ἐκ δεξιῶν). Ἐκεῖνοι δὲ, οἱ ὁποῖοι ἐκ τῶν κειμένων νόμων ἔχουσι τὸ δικαίωμα νὰ ἐγείρωσι καὶ ὑποστηρίξωσιν ἐνώπιον τῶν Δικαστηρίων τὴν ποινικὴν ἀγωγήν, καὶ νὰ ἐπιζητῶσι τὴν καταδικαστικὴν ψῆφον τῶν Δικαστηρίων, εἶναι ἄλλοι βεβαίως παρὰ ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης. Ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ὡς προϊστάμενος τῆς δικαστικῆς ἀρχῆς, δὲν εἶναι καὶ προϊστάμενος τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας. Αὐτὸ ὤφειλε πολὺ καλὰ νὰ τὸ γνωρίζῃ ὁ κ. Ὑπουργός...
§96ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ δεξιῶν). Τὸ ἠξεύρει πολὺ καλά.
§97Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. .. Εἶναι προϊστάμενος τῶν δικαστικῶν ἀρχῶν, ἀλλὰ δὲν εἶναι τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας, διότι ἡ δικαστικὴ ἐξουσία, κατὰ τὸ πολίτευμα ἡμῶν, δὲν ἔχει προϊστάμενον, εἶναι ἀνεξάρτητος ἀρχή, ἴση πρὸς τὴν νομοθετικήν, ἴση πρὸς τὴν νομοτελεστικήν...
§98Ν. ΔΑΟΥΤΗΣ. Στοιχειώδεις γνώσεις! Συνταγματικὸν δίκαιον! Ἀπὸ σᾶς δὲν δεχόμεθα διδασκαλίας.
§99ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σᾶς παρακαλῶ.
§100Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Μὴ ἀνησυχῇς... Λέγω, ὅτι δὲν εἶχε δικαίωμα ὁ κ. Ὑπουργὸς ν’ ἀπευθύνῃ τοιοῦτο τηλεγράφημα, καὶ ἂν τὸ τηλεγράφημα τοῦτο ἀπηύθυνεν ἐξ ἐπιπολαιότητος ἢ ἐξ ἀγνοίας, εἶναι συγγνωστός.
§101ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ τῆς δεξιᾶς). Ὄχι, ὄχι.
§102Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ἔχει ὅμως τὴν ὑποχρέωσιν νὰ μὴ ἐπαναλάβῃ τοιαύτας πράξεις, αἵτινες κλονίζουσι τὴν πίστιν τῶν πολιτῶν πρὸς τὴν Δικαιοσύνην.
§103Α. ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ὅπως δήποτε καὶ ἂν ἐνήργησα ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης, ἔχω πλήρη τὴν συναίσθησιν, ὅτι ἐξετέλεσα τὸ καθῆκόν μου καὶ ὡς Ὑπουργὸς καὶ ὡς ἄνθρωπος. Αἱ σχέσεις μου δὲ πρὸς τὴν Δικαιοσύνην εἶναι τοιαῦται, ὥστε ὁμολογῶ, ὅτι δὲν ἔχω λόγους δι’ αὐτὰς νὰ συλλυπηθῶ τὸν ἑαυτόν μου, ὡς ἄλλοι. Ἐκεῖνο δὲ, τὸ ὁποῖον διατείνομαι, εἶναι, ὅτι ὡς Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἐξετέλεσα, ἐκτελῶ καὶ θὰ ἐκτελέσω τὸ καθῆκόν μου· καὶ μόνον τὸ καθῆκόν μου. Τὸ καθῆκόν μου δὲ μοὶ ὑπηγόρευσε νὰ πράξω ὅ,τι ἔπραξα, οὐδαμῶς δ’ ἀνεμίχθην εἰς τὴν δικαστικὴν ἐξουσίαν, οὔτε ἠθέλησα νὰ ἐπιβληθῶ εἰς αὐτήν. Ἐὰν εἰσήκουον τὰς συστάσεις τῶν κ.κ. Βουλευτῶν, ἤθελον μεταθέσει τοὺς δικαστάς, οἱ ὁποῖοι ἔλαβον μέρος εἰς τὸ βούλευμα, πρὶν ἢ ἐκδοθῇ, καὶ τοῦτο θὰ ἦτο ἔμμεσος ἐπέμβασις, ἣν ἀπέφυγον. Ἔπραξα λοιπὸν μόνον τὸ καθῆκόν μου, καὶ μετ’ ὀλίγας ἡμέρας ἐλπίζω ὅτι θὰ εὑρεθῇ εἰς τὴν θέσιν ἡ Βουλὴ νὰ πεισθῇ, ὅτι ἔπραξα καί τι πλέον τοῦ καθήκοντός μου· ἀλλὰ δὲν εἶναι ἤδη καιρὸς νὰ ἐκθέσω τὰ ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης. Πάντοτε ὅμως οὕτω θὰ ἐκτελῶ τὸ καθῆκόν μου, πρὸ πάντων ὁσάκις πρόκειται περὶ τιμωρίας ἀστυνομικῶν ἐγκλημάτων. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς δεξιᾶς).
§104ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δεληγεώργης ἔχει τὸν λόγον.
§105Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Βουλευτικὴν Περίοδον πολλάκις ἡ Ἀντιπολίτευσις ἀπηύθυνε παραστάσεις πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, ὅσον ἀφορᾷ τοὺς καταδίκους, οἵτινες διανύουσι τὸν χρόνον τῆς ποινῆς αὐτῶν, χωρὶς νὰ ἀφαιρεθῇ ὁ χρόνος τῆς ὑποδικίας, διότι ἐδικάσθησαν πρὸ τοῦ νόμου, καθ’ ὃν ἡ ὑποδικία προσμετρεῖται εἰς τὸν χρόνον τῆς ποινῆς, ἑπομένως ἐκπίπτεται ὁ τῆς ὑποδικίας. Ἡ παρελθοῦσα Κυβέρνησις, μετὰ δισταγμὸν μέν, ἀλλ’ ὅπως δήποτε προέβη, νομίζω, εἰς προτάσεις χάριτος δι’ ἐκείνους ἐκ τῶν καταδίκων, οἱ ὁποῖοι εὑρίσκοντο τότε ὑπὸ τὰς περιστάσεις ταύτας, διότι ἐθεώρησεν, ὅτι, καίτοι ἐκ τοῦ νόμου δὲν ἐπιβάλλεται τοιαύτη ἀφαίρεσις, οὐχ ἧττον δίκαιον καὶ εὔλογον εἶναι, ἀφοῦ κατεδικάσθησαν οἱ κατάδικοι οὗτοι πρὸ τοῦ νόμου τοῦ 1892, νὰ ἐπεκταθῇ καὶ εἰς αὐτοὺς τὸ εὐεργέτημα καὶ νὰ προστίθηται εἰς τὸν χρόνον τῆς ποινῆς καὶ ὁ χρόνος τῆς ὑποδικίας, ὅπως προστίθεται καὶ διὰ τοὺς μετὰ τὸν νόμον καταδικασθέντας. Ἐπετυγχάνετο δὲ τοῦτο μόνον διὰ τῆς ἀπονομῆς χάριτος διὰ τὸν χρόνον τοῦτον. Πέποιθα ὅτι τοῦτο εὑρίσκετε πάντες δίκαιον. Ἐπειδὴ δὲ εἶναι πολλοὶ τοιοῦτοι κατάδικοι, θεωρῶ καθῆκόν μου νὰ συστήσω εἰς τὸν σημερινὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ λάβῃ τὴν αὐτὴν μέριμναν περὶ αὐτῶν, καὶ ἂν ἐγκρίνῃ τὸ μέτρον δι’ ἐκείνους, οἵτινες δὲν εἶναι ἐξαιρετικοὶ κακοῦργοι, νὰ ὑποβάλῃ περὶ αὐτῶν τὰ προσήκοντα Διατάγματα, ἵνα μὴ ἀποτίσωσι τὸν χρόνον, ὅστις δι’ ἄλλους ἀφαιρεῖται. Παρακαλῶ δὲ αὐτὸν, ἐὰν ἔχῃ τὴν αὐτὴν γνώμην, νὰ δηλώσῃ τοῦτο, διότι γνωστὸν εἶναι, ὅτι καθ’ ἡμέραν εἰσέρχονται πολλοὶ ἐκ τῶν ἀτυχῶν αὐτῶν καταδίκων εἰς τὴν περίπτωσιν αὐτὴν, καὶ διανύουσι δευτέραν φορὰν τὸν χρόνον τῆς προφυλακίσεως, ἄνευ τοῦ ὁποίου θὰ ἐξήρχοντο τῶν φυλακῶν. Πρέπει δὲ νὰ ληφθῇ ἓν συστηματικὸν μέτρον ἐκ μέρους τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης περὶ ὅλων τῶν βαθμηδὸν εἰσερχομένων εἰς τὴν περίπτωσιν αὐτὴν καταδίκων καὶ κρινομένων ἀξίων χάριτος, ὅπως φροντίζῃ τὸ ἁρμόδιον τμῆμα τοῦ Ὑπουργείου εὐθὺς ἀμέσως ὑπὲρ αὐτῶν, παρακολουθοῦν ποῖοι κατάδικοι εἰσέρχονται εἰς τὴν περίπτωσιν, περὶ ἧς ὁ λόγος, καὶ προτεῖνον ἑκάστοτε τὴν ἀπονομὴν χάριτος δι’ αὐτούς. Ἐπειδὴ μοὶ ἀπηυθύνθησαν τοιαῦται αἰτήσεις, ἐπιθυμῶ νὰ μάθω παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ποίαν ἰδέαν ἔχει περὶ αὐτοῦ τοῦ μέτρου.
§106Α. ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Πληροφορῶ τὸν κ. Βουλευτὴν, ὅτι, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὸ ζήτημα τῆς ἀπονομῆς χάριτος, ἡ Κυβέρνησις ἀπέδειξεν ἐκ τῶν δημοσιευθέντων Διαταγμάτων τὰς ἀρχὰς, τὰς ὁποίας ἔχει ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου. Ὅσον δ’ ἀφορᾷ εἰς τὸ ζήτημα τοῦ χρόνου τῆς ὑποδικίας, καὶ ἐκ τῶν προγενεστέρων παραδειγμάτων καὶ ἤδη διὰ τῆς δημοσιεύσεως τῶν Διαταγμάτων ἀπονομῆς χάριτος εἰς 49 ἢ 50 καταδίκους ἀποδεικνύεται, ὅτι ἐγένετο ἀκριβῶς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ κ. ἐκ Μεσολογγίου συνάδελφος. Εἰς ὅλους τοὺς καταδίκους, εἰς οὓς ὑπελείπετο πρὸς συμπλήρωσιν τῆς ποινῆς ὁ χρόνος τῆς ὑποδικίας, εἰς ὅλους ἀνεξαιρέτως, ἄνευ ἐξετάσεως προσώπων καὶ ἄνευ ἀναμονῆς συστάσεων καὶ παρακλήσεων, ἐδόθη κατὰ κανόνα χάρις. Καὶ ἤδη ἐγὼ αὐτοπροσώπως ἐπιβλέπω εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ μέτρου τούτου, καὶ εὐθὺς ὡς εἰσάγεται ἀναφορὰ καταδίκου ἢ ἄλλου τινὸς, διατεινομένου ὅτι συνεπλήρωσε τὴν ποινήν του, προσυπολαγιζομένου τοῦ χρόνου τῆς ὑποδικίας, ζητῶ βεβαίωσιν τῆς ἁρμοδίας ἀρχῆς, καὶ ἀμέσως διατάσσω τὸ ἁρμόδιον τμῆμα νὰ μοὶ ὑποβάλῃ τὴν δικογραφίαν καὶ συγχρόνως Διάταγμα πρὸς ὑπογραφήν. Ἐπὶ πλέον δὲ ἐθεώρησα εἰς ἴσην μοῖραν καὶ τοὺς διατελέσαντας ἐν ὑποδικίᾳ συνεπείᾳ ἀναιρέσεως. Ἐπειδὴ ὁ χρόνος τῆς ἀναιρέσεως δὲν λαμβάνεται ὑπ’ ὄψιν κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῆς ποινῆς, ὑποβάλλω καὶ περὶ τῶν ἕνεκα τῆς αἰτίας ταύτης διατελεσάντων ὑποδίκων Διάταγμα πρὸς ἀπονομὴν χάριτος διὰ τοὺς τοιούτους καταδίκους, ἄνευ ἐξαιρέσεως, ἄνευ συστάσεώς τινος, — διότι ὁμολογῶ, ὅτι προσωπικῶς περὶ τούτου οὐδεμία σύστασις μοὶ ἐγένετο. — Ἡ Κυβέρνησις ἡ παροῦσα δὲν ἐννοεῖ τὰς Βασιλικὰς χάριτας ἀντικείμενον συναλλαγῆς. Καὶ περὶ τῶν καταδίκων δὲ τῶν πασχόντων ἐκ φυματιώσεως ὑπάρχει μέριμνα, ἡ ὁποία θέλει καταλήξει εἰς ἀπονομὴν Β. χάριτος καὶ δι’ αὐτοὺς, διότι ἡ Κυβέρνησις τὴν αὐτὴν γνώμην ἔχει καὶ περὶ αὐτῶν. Ἀκόμη δὲ περισσότερον καὶ ὁσάκις ὑπάρχῃ ἐκ μέρους τοῦ Δικαστηρίου τῶν Συνέδρων ἢ τοῦ Εἰσαγγελέως γνωμοδότησις κατ’ αὐτὴν τὴν ἡμέραν τῆς ἐκδόσεως τῆς ἀποφάσεως, ὅτι πρέπει νὰ μειωθῇ ἡ ποινὴ, ἢ νὰ ἀπονεμηθῇ χάρις, διότι ἐθεωρήθη ὑπὸ τοῦ Δικαστηρίου ἢ τοῦ Εἰσαγγελέως καὶ ὁ ἐλάχιστος ὅρος τῆς ἐπιβληθείσης ποινῆς βαρὺς, ἀποστέλλεται ἡ δικογραφία εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, καὶ αὐθωρεὶ ὑποβάλλεται Διάταγμα πρὸς ἀπονομὴν πλήρους χάριτος, ἢ μειώσεως τῆς ποινῆς. Εὐθὺς λοιπὸν ὡς ὑποβάλλονται τοιαῦτα ἔγγραφα, θὰ ὑποβάλληται καὶ Διάταγμα περὶ χάριτος, ἄνευ οἱασδήποτε συστάσεως.
§107Κ. ΧΑΛΚΙΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ διὰ τοὺς προγενεστέρως καταδικασθέντας νὰ λάβητε πρόνοιαν.
§108Α. ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Καὶ περὶ αὐτῶν εἶπον.
§109Ι. Π. ΜΕΛΕΤΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, εἰς ποῖον σημεῖον εὑρίσκεται ἡ μελέτη τῆς σιδηροδρομικῆς γραμμῆς Λεονταρίου–Σπάρτης, ἥτις μελέτη εἶχεν ἀνατεθῆ ὑπὸ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως εἰς τὴν Ἑταιρείαν τῶν Σιδηροδρόμων Πειραιῶς–Ἀθηνῶν–Πελοποννήσου ἐπὶ ἀμοιβῇ δραχμῶν 80,000. Καταθέτω ἔγγραφον τὴν ἐπερώτησίν μου.
§110ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Ἐγὼ ἀναβάλλω τὴν ἐπερώτησίν μου δι’ αὔριον, ἐπειδὴ παρῆλθεν ἡ ὥρα, πρέπει δὲ καὶ νὰ ἀναγνώσω πίνακάς τινας.
§111ΠΕΡ. ΒΑΛΑΩΡΙΤΗΣ. Ἔλαβον ἐκ Λευκάδος τὸ ἀκόλουθον τηλεγράφημα, τὸ ὁποῖον ἀπεστάλη καὶ πρὸς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν καὶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν (ἀναγινώσκει): «Ὁ προταθεὶς δημολογιστὴς Νομαρχίας Λευκάδος Κτενᾶς, ἄρτι ἀποφυλακισθεὶς, βαρύνεται διὰ τεσσάρων καταδικαστικῶν ἀποφάσεων Πλημμελειοδικείου καὶ ἑτέρας ἐρήμην Κακουργιοδικείου Μεσολογγίου εἰς διετῆ φυλάκισιν καὶ ἑκατοντάδραχμον πρόστιμον, διατελῶν ὑπὸ τὴν ποινὴν ταύτην. Πρὸς δὲ ἔχει ἐκκρεμῆ κατηγορίαν ἐπὶ ὑπεξαιρέσει χρημάτων καὶ ἐγγράφων, καὶ ἔχει ἀποβληθῆ τοῦ Δικηγορικοῦ Συλλόγου δι’ ἀσυμβίβαστον διαγωγήν. Περὶ τῆς ἀληθείας τῶν λεγομένων ἐρωτηθήτω ὁ νομάρχης κ. Παπαδιαμαντόπουλος καὶ ὁ Εἰσαγγελεὺς Λευκάδος. Ἐκτιμήσατε ποιότητα προτεινομένου, καὶ ἐνεργήσατε δέοντα. Θερειανὸς, Καταπόδης.» Σήμερον εἰς τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως ἀνέγνων τὸν διορισμὸν τοῦ κ. Κτενᾶ.
§112Ε. ΤΣΑΡΛΑΜΠΑΣ. Νὰ κατατεθῇ τὸ τηλεγράφημα.
§113ΠΕΡ. ΒΑΛΑΩΡΙΤΗΣ. Δὲν ἔχω ἀνάγκην ἐγὼ νὰ καταθέσω τὸ τηλεγράφημα, διότι ἔχουν εἰς χεῖράς των ὅμοιον τηλεγράφημα ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν.
§114Ε. ΤΣΑΡΛΑΜΠΑΣ. Πρέπει νὰ τὸ καταθέσητε, διότι τὸ τηλεγράφημα αὐτὸ εἶναι ἐμπαθές. Θὰ σᾶς τὸ ἀποδείξω ἐγώ.
§115ΠΕΡ. ΒΑΛΑΩΡΙΤΗΣ. Θὰ ὁμιλήσω ἐγώ, κύριε Πρόεδρε, ἢ ὄχι;
§116ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρέπει νὰ διακόψῃ τὸν λόγον του ὁ κύριος Τσαρλαμπᾶς (ἱλαρότης).
§117ΠΕΡ. ΒΑΛΑΩΡΙΤΗΣ. Ἀληθῶς ἐν τῷ φύλλῳ τῆς 8 τρέχοντος μηνὸς τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως ἐδημοσιεύθη ὁ διορισμὸς οὗτος. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ὡς ἀνώτερον ἐπόπτην καὶ διὰ τοὺς δημολογιστὰς, νὰ δηλώσῃ, ἂν ἔχει σκοπὸν νὰ διατηρήσῃ τοιοῦτον ὑπάλληλον, ὅστις εἶναι ὑπὸ κατηγορίαν, ἀφοῦ εἶναι καταδεδικασμένος ἐρήμην εἰς δύο ἐτῶν φυλάκισιν ὑπὸ τοῦ ἐν Μεσολογγίῳ Κακουργιοδικείου. Παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ ἀκούσῃ τὰς ὀλίγας λέξεις μου ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου. Πρὸ μηνὸς, ὡς ἐπληροφορήθην, ἐγένετο τοιαύτη πρότασις περὶ διορισμοῦ τοῦ εἰρημένου δημολογιστοῦ ὑπὸ τοῦ καὶ νῦν νομαρχεύοντος κατὰ μικράν τινα ἀπουσίαν τοῦ νομάρχου κ. Παπαδιαμαντοπούλου. Ἀλλ’ ἀτυχῶς διὰ τὸν νομαρχεύοντα, τὴν ἑπομένην κατέφθασεν ὁ κ. νομάρχης εἰς Λευκάδα, καὶ τηλεγραφικῶς, ὡς ἐπληροφορήθην, ἐσταμάτησε τὸν διορισμὸν τοῦ Κυρίου τούτου, γνωρίσας κατὰ τὸ ἑξάμηνον διάστημα, καθ’ ὅ εὑρίσκετο ὡς νομάρχης ἐν Λευκάδι, τὸ ποιὸν τοῦ κυρίου δικηγόρου. Προσεπάθησαν νὰ πείσωσιν οἱ ἰσχύοντες σήμερον ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ μου τὸν κ. νομάρχην, ἵνα ἐπαναλάβῃ τὴν πρότασιν τοῦ διορισμοῦ τοῦ κ. Κτενᾶ, ἀλλὰ δὲν τὸ κατώρθωσαν. Τότε ὁ ἰσχύων τῆς ἡμέρας ἔκρινε καλὸν νὰ παρακαλέσῃ τὸν ἀξιότιμον κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ἵνα προσκληθῇ ὁ νομάρχης κ. Παπαδιαμαντόπουλος εἰς Ἀθήνας διὰ λόγους ὑπηρεσίας, ὅπερ καὶ ἐγένετο. Τότε δὲ, φαίνεται, ὁ γραμματεὺς τῆς Νομαρχίας καὶ νομαρχεύων ἔκαμε πρότασιν διορισμοῦ τοῦ κ. Κτενᾶ, κατὰ τὴν γνώμην του, καὶ οὕτω διωρίσθη οὗτος παρὰ τὴν γνώμην τοῦ κ. Παπαδιαμαντοπούλου. Θὰ παρακαλέσω τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ἐπειδὴ ἴσως ἐν τῷ τηλεγραφήματι νὰ ὑπάρχῃ ἀνακρίβεια, νὰ ἐρωτήσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς καὶ τὸν νῦν ἐνταῦθα εὑρισκόμενον κ. Παπαδιαμαντόπουλον καὶ τὸν Εἰσαγγελέα τῶν Πλημμελειοδικῶν καὶ τὸν τῶν Ἐφετῶν ἐν Πάτραις περὶ τῶν καταγγελιῶν, αἱ ὁποῖαι ἀναφέρονται ἐν τῷ τηλεγραφήματι κατὰ τοῦ διορισθέντος δημολογιστοῦ. Θέλω ἀναμείνει τὴν ἀπάντησιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, διότι θέλω ἀναφέρει καὶ ἄλλας κατηγορίας, ἃς γνωρίζω προσωπικῶς κατὰ τοῦ κυρίου αὐτοῦ δημολογιστοῦ. Καταθέτω τὸ τηλεγράφημα.
§118Ε. ΤΣΑΡΛΑΜΠΑΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§119ΚΥΡΙΑΚ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Κρίνω περιττὸν νὰ πληροφορήσω τὴν Βουλὴν, ὅτι δὲν ἠδυνάμην νὰ γνωρίζω πάντα ταῦτα, διότι βεβαίως, ἐὰν ἐγνώριζον πάντα ταῦτα, δὲν ἦτο δυνατὸν ὁ ὑπάλληλος οὗτος νὰ διορισθῇ μετὰ τὰς καταγγελίας ταύτας, ἐὰν ἦναι ἀληθεῖς. Θέλω ἐπισταμένως ἐξετάσει τὰ τῆς ὑποθέσεως ταύτης, καὶ θέλω πράξει τὸ καθῆκόν μου.
§120Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Μίαν ἐπερώτησιν θὰ ἀπευθύνω πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν. Παρακαλῶ νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν ὀνομαστικὸν πίνακα τῶν μεταβολῶν, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο ἐν τῷ τηλεγραφικῷ κλάδῳ ἀπὸ τῆς ἀνόδου εἰς τὴν ἀρχὴν τῆς παρούσης Κυβερνήσεως, καὶ δυνάμει τίνος νόμου προέβη ὁ κ. Ὑπουργὸς εἰς τὰς μεταβολὰς ταύτας. Παρακαλῶ συγχρόνως τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ καταθέσῃ, ἐὰν ὑπάρχῃ τοιαύτη, τὴν γνωμοδότησιν τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ κ. Ὑπουργοῦ σχετιζομένης πρὸς τὸ ζήτημα τοῦτο.
§121Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Κατ’ ἄρθρον τι τοῦ Κανονισμοῦ, εἰς τοὺς Βουλευτὰς ἀποστέλλεται πάντοτε ἡ Ἐφημερὶς τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλ’ ἀτυχῶς ἀπὸ τῆς συγκλήσεως τῆς Βουλῆς ἡ Ἐφημερὶς τῆς Κυβερνήσεως ἔπαυσεν ἀποστελλομένη πρὸς τοὺς Βουλευτάς...
§122ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Κανεὶς δὲν ἔλαβε.
§123Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. .. Καὶ ὅσον μὲν ἀφορᾷ τὸν χρόνον τὸν ἀπὸ τῆς διαλύσεως τῆς Βουλῆς μέχρι τῆς συγκλήσεως αὐτῆς, ἠδύνατό τις νὰ εἴπῃ, ὅτι τότε δὲν ὑπῆρχε Βουλὴ, δὲν ὑπῆρχον Βουλευταί· ἀφ’ ὅτου ὅμως συνεκλήθη ἡ Βουλὴ, καθῆκον εἶχεν ὁ Διευθυντὴς τοῦ Ἐθνικοῦ Τυπογραφείου νὰ ἀποστέλλῃ τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως εἰς τοὺς κ. κ. Βουλευτάς. Καὶ γνωρίζω, ὅτι τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς ἀπέστειλε πέντε ἢ ἓξ ἔγγραφα, διὰ τῶν ὁποίων προσεκάλει τὸν κ. Διευθυντὴν τοῦ Ἐθνικοῦ Τυπογραφείου νὰ ἀποστέλλῃ τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως εἰς τοὺς κ. κ. Βουλευτάς· ἀλλὰ δυστυχῶς δὲν ἐλήφθησαν ὑπ’ ὄψιν τὰ ἔγγραφα αὐτά. Νομίζω, ὅτι αὐτὴ ἡ ἀνωμαλία, ἡ ὁποία φαίνεται ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ, δὲν εἶναι δεδικαιολογημένη, καθόσον συνέπεσε νὰ ἴδω κατάλογον τῶν κυρίων Βουλευτῶν, παραπλεύρως τοῦ ὀνόματος τῶν ὁποίων φέρεται καὶ ἡ διεύθυνσις τῆς κατοικίας αὐτῶν. Τὸν κατάλογον τοῦτον ἐὰν ἐλάμβανεν ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ἐθνικοῦ Τυπογραφείου, θὰ ἠδύνατο διὰ τοῦ ταχυδρομείου ν’ ἀποστέλλῃ τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως εἰς τοὺς κ. κ. Βουλευτὰς, ἵνα βλέπωσι τὰ δημοσιευόμενα Διατάγματα καὶ τοὺς νόμους. Παρακαλῶ τὸ Προεδρεῖον νὰ παρακαλέσῃ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὅπως διατάξῃ ν’ ἀποστέλληται ἡ Ἐφημερὶς τῆς Κυβερνήσεως εἰς τοὺς κ. κ. Βουλευτάς.
§124ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὐτὸ ἔπραξε τὸ Γραφεῖον τῆς Βουλῆς. Παρεκάλεσε τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὅπως εὐαρεστηθῇ νὰ διατάξῃ τὸν Διευθυντὴν τοῦ Ἐθνικοῦ Τυπογραφείου νὰ ἀποστέλλῃ τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως πρὸς τοὺς κυρίους Βουλευτάς. Ἴσως εἶναι μία παράλειψις, ἡ ὁποία ἔλαβε χώραν ἐκ τῆς ἀτελείας τῆς ὑπηρεσίας. Ὅσοι τῶν κυρίων Βουλευτῶν δὲν ἔχουσι λάβει ἀπὸ τῆς ἐνάρξεως τῆς Συνόδου τὰ φύλλα τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως, παρακαλῶ νὰ πληροφορήσωσι δι’ ἑνὸς σημειώματος τὸ Γραφεῖον τῆς Βουλῆς, ὅπως φροντίσῃ νὰ ἀποσταλῶσιν εἰς αὐτοὺς τὰ φύλλα ταῦτα.
§125Α. ΜΟΝΟΚΡΟΥΣΟΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως ἐπειγόντως συστήσῃ εἰς τὸ Κεντρικὸν Κατάστημα τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης, ἵνα εἰδοποιήσῃ τὰ διάφορα ὑποκαταστήματα νὰ μὴ προβῶσιν εἰς τὴν ἔκδοσιν ἐνταλμάτων καὶ σύλληψιν τῶν ὀφειλετῶν. Παρακαλῶ νὰ λάβῃ πρόνοιαν περὶ τούτου ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, διότι καταδιώκεται καὶ τίθεται εἰς τὰς φυλακὰς τὸ ἐργατικὸν στοιχεῖον, ὅπερ εἶναι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον καλλιεργεῖ τὰ κτήματα, ἐκ τῶν ὁποίων ἔχουσι βοήθειαν καὶ ὠφέλειαν ὄχι μόνον οἱ ἰδιοκτῆται αὐτῶν, ἀλλὰ καὶ πάντες οἱ κάτοικοι τῶν σταφιδοφόρων ἐπαρχιῶν καὶ τὸ Δημόσιον αὐτὸ, καθόσον ἡ καταδίωξις τοῦ ἐργατικοῦ στοιχείου καὶ αὐτὸ τὸ Δημόσιον ζημιώνει, καὶ οἱ ἐργατικοὶ αὐτοὶ πληθυσμοὶ, κατὰ τῶν ὁποίων ἐκδίδονται ἀδιακόπως ἐντάλματα, καὶ καταδιώκονται παρὰ τῆς ἐξουσίας, καὶ σύρονται εἰς τὰς φυλακὰς, καὶ τὰ τέκνα αὐτῶν μένουσιν ἐλεεινὰ καὶ πεινοῦν, ἡ ἐργατικὴ αὐτὴ τάξις θέλει περιέλθει εἰς ἀπόγνωσιν. Διὰ τοῦτο συνιστῶ εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ παρακαλῶ νὰ λάβῃ πρόνοιαν, μέχρις ὅτου ληφθῇ ὁριστικὸν μέτρον, περὶ τοῦ ζητήματος τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης, καὶ φροντίσῃ νὰ ἀνασταλῇ ἡ τοιαύτη ἐνέργεια τῆς Τραπέζης ταύτης. Ὡς καὶ πολλοὶ ἄλλοι συνάδελφοι εἶπον, ὁ νόμος περὶ παρακρατήσεως εἶναι νόμος, ὁ ὁποῖος καταστρέφει τὰ συμφέροντα τῶν πολιτῶν, εἶναι νόμος, ὁ ὁποῖος ἔχει ἀνάγκην καταργήσεως ἢ τροποποιήσεως, καὶ δὲν εἶναι διόλου δίκαιον νὰ σύρωνται αἱ ἐργατικαὶ τάξεις εἰς τὰς φυλακὰς, καὶ αἱ οἰκογένειαί των νὰ πεινοῦν. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀληθὴς κατάστασις τῶν πραγμάτων, ἡ ὁποία, ἂν ἐξακολουθήσῃ, θέλει ἐξαναγκάσει ὅλους αὐτοὺς τοὺς δυστυχεῖς νὰ ἐκπατρισθῶσι καὶ νὰ μεταβῶσιν ἀλλαχοῦ πρὸς εὕρεσιν πόρου ζωῆς.
§126Ν. ΛΕΩΝΙΔΑΣ. Ζήτημα, κύριε Πρόεδρε, μεγίστης σπουδαιότητος καὶ ὑψίστης σημασίας ἀπασχολεῖ τὰς νήσους, τῶν ὁποίων οἱ κάτοικοι πορίζονται τὰ πρὸς τὸ ζῆν διὰ τῆς σπογγαλιείας. Τὸ ζήτημα τοῦτο εἶναι ἡ ἀπαγόρευσις τῆς σπογγαλιείας ἐκ μέρους τῆς Τουρκικῆς Κυβερνήσεως ἀνὰ τὰ παράλια τῆς Ἀφρικῆς, ὅπου 160 πλοῖα μεταβαίνουσι κατ’ ἔτος, ἵνα ἐργασθῶσιν ἐπιτυχῶς εἰς τὴν ἁλιείαν τοῦ σπόγγου. Πᾶς τις, Κύριοι, ἐννοεῖ τὴν σπουδαιότητα τοῦ ζητήματος, ὅταν 160 πλοῖα μείνωσιν ἄνευ ἐργασίας. Ἡ ἀπαγόρευσις ἐγένετο καὶ ἐφέτος ἐκ μέρους τῆς Τουρκικῆς Κυβερνήσεως. Δὲν προτίθεμαι, ἐννοεῖται, ἐγὼ νὰ ὑποδείξω τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ λάβῃ ἡ Κυβέρνησις ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου· γνωρίζω μόνον, ὅτι καὶ κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος ἡ Ὀθωμανικὴ Κυβέρνησις ἀπηγόρευσε τὴν σπογγαλιείαν εἰς τὰ παράλια τῆς Ἀφρικῆς· ἀλλὰ τότε—καὶ ὀφείλω νὰ τὸ ὁμολογήσω—ἡ ὑπὸ τὸν ἀξιότιμον ἐκ Καλαβρύτων Βουλευτὴν Κυβέρνησις διὰ καταλλήλων προσπαθειῶν κατώρθωσε, καίτοι δὲν ἤρθη ἡ ἀπαγόρευσις, τὸ ζήτημα νὰ λυθῇ ὑπὲρ τῶν ἡμετέρων σπογγαλιέων. Ἀφοῦ ἑπομένως ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις τόσον καταλλήλως ἔλυσε τὸ ζήτημα ὑπὲρ τῶν σπογγαλιέων, δικαιοῦμαι νὰ ἐλπίζω, ὅτι καὶ ἡ παροῦσα Κυβέρνησις τὸ αὐτὸ θέλει πράξει. Τὸ ζήτημα ὅμως ἐπείγει· πρόκειται ἐντὸς τοῦ μηνὸς Μαρτίου ν’ ἀναχωρήσωσι καὶ πάλιν οἱ σπογγαλιεῖς. Ἑπομένως πᾶσα προσπάθεια πρέπει νὰ καταβληθῇ εὐθὺς ἀμέσως, διότι αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι πρέπει νὰ γνωρίζωσιν, ἂν θὰ μεταβῶσιν ἢ μὴ εἰς τὴν ἐργασίαν των. Ἐννοεῖται δὲ, ὅτι, ἐὰν δὲν μεταβῶσι, μεγάλη δυστυχία περιμένει τὰς νήσους ἐκείνας, τῶν ὁποίων οἱ κάτοικοι ἀποκλειστικῶς εἰς τὸ ἔργον τοῦτο ἐπιδίδονται. Δὲν θέλω περισσότερον νὰ ἐκταθῶ ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, διότι νομίζω, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν ἔχει ἁρμοδιότητα, προκειμένου περὶ ζητήματος ξένης Ἐπικρατείας· ἀλλ’ ἔχω πεποίθησιν, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὁ ὁποῖος καὶ ἄλλοτε—κατὰ τὸ 1885, νομίζω—εὑρέθη ἀπέναντι τῆς αὐτῆς δυσχερείας, θὰ μεριμνήσῃ καὶ νῦν, ὅπως τὸ ζήτημα λυθῇ κατ’ εὐχήν.
§127Π. ΓΚΙΚΑΣ. Δὲν ἐθεώρησα πρόσφορον νὰ φέρω τὸ ζήτημα ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, καίτοι τὰ μέγιστα ἐνδιαφερόμενος, διότι περισσότερον παντὸς ἄλλου ἐνδιαφερόμεθα ἡμεῖς οἱ ἀντιπρόσωποι τῆς Ὕδρας, καθόσον τὰ πλειότερα σκάφανδρα παρέχει ἡ Ὕδρα, ἥτις ἔχει ἐνενήκοντα μηχανὰς, ἐνῷ αἱ Σπέτσαι δὲν ἔχουσιν, εἰμὴ ὀλίγας. Ἐθεώρησα προσφορώτερον νὰ ἔλθω ἀπ’ εὐθείας εἰς συνεννόησιν μετὰ τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Ὁ κύριος ἀντιπρόσωπος Σπετσῶν γνωρίζει καλῶς, ὅτι ὁ πρώην Πρωθυπουργὸς κύριος Ζαΐμης ἐθεώρησε προσφορώτερον ἰδιαιτέρως νὰ πραγματευθῶμεν τὸ ζήτημα. Περὶ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ ἦλθον εἰς συνεννόησιν ἐπανειλημμένως μετὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν, ὁ ὁποῖος πολλὰς κατέβαλεν ἐνεργείας ἕως τώρα ὑπὲρ τῆς αἰσίας λύσεως τοῦ ζητήματος. Καθ’ ἃς δ’ ἔχω πληροφορίας, τὸ ζήτημα εἶναι εἰς δυσκολωτέραν θέσιν σήμερον παρὰ κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος, διότι, ὡς ἐπληροφορήθην, ἡ Ὀθωμανικὴ Κυβέρνησις ἐπιμένει εἰς τὴν ἀπαγόρευσιν τῆς διὰ σκαφάνδρων ἁλιείας, ἐνῷ κατὰ τὸ παρελθὸν ὑπεχώρησεν, ἐκδοῦσα ἀδείας ἁλιείας διὰ τῆς Ἑταιρείας τῶν δημοσίων χρεῶν, μὴ ἐκκαθαρισθείσης ὅμως σαφῶς τῆς ἐλευθέρας σπογγαλιείας εἰς ἀπόστασιν τριῶν μιλίων ἀπὸ τῆς αἰγιαλίτιδος. Περὶ τοῦ ζητήματος τούτου παρεκάλεσα τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ ζητήσῃ πληροφορίας θετικάς, ἂν ἀπεδέχθη ἡ Πύλη τὴν ἀπόστασιν τῶν τριῶν μιλίων, ὥστε, ἐν ᾗ περιπτώσει ἐπιμένει ἡ Πύλη εἰς τὴν ἀπαγόρευσιν τῶν σκαφάνδρων, νὰ δύνανται νὰ ἁλιεύωσιν οἱ σπογγαλιεῖς εἰς ἀπόστασιν τριῶν μιλίων. Τὴν στιγμὴν δὲ ταύτην ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν μοὶ ἀνήγγειλεν, ὅτι ἔλαβε πληροφορίας ἐκ Κωνσταντινουπόλεως ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, ἃς θ’ ἀνακοινώσῃ εἰς τὴν Βουλήν. Βεβαίως εἶναι καταστροφὴ τῶν νήσων, καὶ κυρίως τῆς Ὕδρας, ἐὰν δὲν κατορθώσῃ ἡ Κυβέρνησις νὰ πείσῃ τὴν Πύλην νὰ παραχωρήσῃ τὴν ἄδειαν ταύτην. Ἐν τοιαύτῃ ὅμως περιπτώσει παρακαλῶ νὰ ἀποστείλῃ δύο πλοῖα, ἵνα προστατεύωσι τοὺς ἁλιεύοντας εἰς ἀπόστασιν τριῶν μιλίων.
§128Ν. ΛΕΩΝΙΔΑΣ. Δὲν νομίζω ὅτι ἔχει ἀνάγκην ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ λάβῃ ἀπὸ τὴν Τουρκικὴν Κυβέρνησιν τὸ δικαίωμα τῆς ἁλιείας πέραν τῶν τριῶν μιλίων, διότι τοῦτο εἶναι δικαίωμά μας, στηριζόμενον ἐπὶ τοῦ διεθνοῦς δικαίου, ἑπομένως δυνάμεθα νὰ μεταβῶμεν ἐκεῖ καὶ νὰ ἁλιεύωμεν ἐλευθέρως, ἀφοῦ μάλιστα καὶ ἡ Τουρκικὴ Κυβέρνησις μᾶς ὥρισε κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος τὴν ἀπόστασιν ἐκείνην, εἰς τὴν ὁποίαν ἔχομεν δικαίωμα νὰ ἁλιεύωμεν. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐνδιαφέρει ἐμὲ, ὡς ἀντιπρόσωπον τῆς ἐπαρχίας μου, — ὅπερ εἶναι ζήτημα σπουδαιότατον ὑπὸ ἄλλην ὑψηλοτέραν ἔποψιν — εἶναι νὰ γνωρίζω τοῦτο, ἐὰν, ἐν ᾗ περιπτώσει μεταβῶμεν εἰς τὰ παράλια τῆς Ἀφρικῆς, ἵνα ἁλιεύσωμεν εἰς ἀπόστασιν τριῶν μιλίων, εἴμεθα ἀσφαλεῖς, ἢ ὄχι· διότι ἁλιεύοντες πέραν τῶν τριῶν μιλίων δὲν δυνάμεθα διαρκῶς νὰ μένωμεν εἰς τὸ ἀνοικτὸν πέλαγος, ἔχομεν ἀνάγκην νὰ προσορμιζώμεθα εἰς λιμένας διὰ διαφόρους ἀνάγκας, ἐν τῷ δικαιώματι, ἐννοεῖται, τὸ ὁποῖον ἔχομεν, διότι τὰ πλοῖα ἑκάστου Κράτους δύνανται νὰ προσορμίζωνται ἐν περιπτώσει ἀνάγκης· εἶναι ὅμως ἀνάγκη νὰ ἐξασφαλισθῶμεν ὡρισμένως διὰ τὸ ζήτημα τῆς προσορμίσεως τῶν πλοίων εἰς τοὺς λιμένας τῆς Ἀφρικῆς. Αὐτὸ νομίζω ὅτι ἐνδιαφέρει τὴν Κυβέρνησιν σπουδαίως, καὶ φρονῶ ὅτι θέλει μεριμνήσει δεόντως, ἵνα τελείως ἐξασφαλισθῇ τοῦτο.
§129ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ. (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Μόλις ἀνέλαβον τὴν διεύθυνσιν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν, μετ’ ὀλίγον πράγματι ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος κ. Γκίκας, βουλευτὴς Ὕδρας, ἦλθε καὶ μοὶ συνέστησε τὸ ζήτημα αὐτό. Τὸν κ. Βουλευτὴν Ὕδρας, ὡς καὶ ἕτερον συνάδελφον, ἐπισκεφθέντά με μετ’ ὀλίγας ἡμέρας, διεβεβαίωσα, ὅτι δὲν θὰ παραλείψω νὰ κάμω ὅλα τὰ ἀναγκαῖα διαβήματα ἐν Κωνσταντινουπόλει, ὅπως ἐπιτύχωμεν νὰ καθορισθῇ τὸ ζήτημα τῆς ἀπροσκόπτου ἁλιείας εἰς τὰ παράλια τῆς Ἀφρικῆς. Ἀντηλλάξαμεν περὶ τούτου μερικὰ ἔγγραφα μὲ τὴν ἐν Κωνσταντινουπόλει Πρεσβείαν, καὶ ἀκριβῶς τὴν ὥραν, καθ’ ἣν ἠρχόμην ἐδῶ σήμερον, ἔλαβον ἔγγραφον, τὸ ὁποῖον καθορίζει καλλίτερον τὰ τῆς θέσεως τοῦ ζητήματος. Ταύτην τὴν στιγμὴν δὲν εἶμαι εἰς θέσιν νὰ δώσω λεπτομερεστέρας πληροφορίας, ἐλπίζω ὅμως, ὅτι αὔριον ἢ μεθαύριον θὰ δυνηθῶ ν’ ἀνακοινώσω εἰς τὴν Βουλὴν εἰς ποῖον σημεῖον εὑρίσκεται τὸ ζήτημα.
§130Ν. ΛΕΩΝΙΔΑΣ. Ἐὰν εὐαρεστῆσθε, παρακαλῶ νὰ ὁρίσητε ὥραν, καθ’ ἣν νὰ ἔλθωμεν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, ὅπως μᾶς ἀνακοινώσητε τὰ σχετικὰ πρὸς τὸ ζήτημα.
§131ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ. Καὶ ἐγὼ νομίζω, ὅτι αὐτὸ εἶναι τὸ πρακτικώτερον. Ἐπειδὴ δὲ τὴν Τετάρτην ἔχω ὑπηρεσίαν, τὴν Πέμπτην, ἐὰν θέλητε, ἀπὸ τῆς 10ης ὥρας π. μ. θὰ ἦμαι εἰς τὴν διάθεσίν σας.
§132Ν. ΛΕΩΝΙΔΑΣ. Πολὺ καλά.
§133ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Στάης, βουλευτὴς Κυθήρων, ὑποβάλλει τὴν ἑξῆς ἐπερώτησιν.
§134ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει). «Παρακαλεῖται ὁ ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως κ. Ὑπουργὸς νὰ γνωρίσῃ εἰς τὴν Βουλήν, ἂν ὁ δήμαρχος Σαλαμῖνος ἐξέδωκε τὰ χρηματικὰ ἐντάλματα πρὸς πληρωμὴν τῶν ἐξόδων τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως τοῦ μηνὸς Δεκεμβρίου τοῦ λήξαντος ἔτους 1902, ὡς καὶ τὰ τοῦ μηνὸς Ἰανουαρίου 1903, καὶ ἂν ὁ ἁρμόδιος ταμίας ἐξώφλησε τὰ χρηματικὰ ταῦτα ἐντάλματα. Ἐν ᾗ δὲ περιπτώσει δὲν ἐξεδόθησαν τὰ χρηματικὰ ταῦτα ἐντάλματα, καὶ αἱ μισθοδοτικαὶ καταστάσεις τῶν δημοδιδασκάλων καὶ γραμματιστῶν δὲν ἐθεωρήθησαν ὑπὸ τοῦ οἰκείου δημάρχου, οὐδὲ ὑπὸ τοῦ ἁρμοδίου εἰρηνοδίκου, τί ἐνήργησε κατ’ αὐτῶν ὁ κ. Ὑπουργός; Ἐπίσης παρακαλεῖται ὁ αὐτὸς κ. Ὑπουργὸς νὰ προσαγάγῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὸ ὑπ’ ἀριθ. 77 πρακτικὸν τῆς 17 Δεκεμβρίου παρελθόντος ἔτους τοῦ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου Κεφαλληνίας. Ἐπίσης παρακαλεῖται ὁ αὐτὸς κ. Ὑπουργὸς νὰ προσαγάγῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὴν πρᾶξιν τοῦ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου Κορινθίας, δι’ ἧς ἐπροτείνετο ἡ μετάθεσις τοῦ διευθυντοῦ τοῦ ἐν Ξυλοκάστρῳ πλήρους δημοτικοῦ σχολείου Παν. Δ. Παναγοπούλου εἰς τὸ ἐν Καμαρίῳ δημοτικὸν σχολεῖον.»
§135Β. ΓΙΑΝΝΟΥΣΙΟΥ. Εἰς τὸν ἐκλογικὸν κατάλογον τοῦ δήμου Μαλακασίου εἶναι ἐγγεγραμμένοι 80 ἐκλογεῖς, ἡ δὲ ἐγγραφὴ αὐτῶν παρουσιάζει πολλὰ τὰ περίεργα· βλέπομεν π. χ. τὸν πατέρα ἡλικίας 50 ἐτῶν, τὸν υἱὸν 49, ἕτερον υἱὸν 48 καὶ οὕτω καθεξῆς. Ἐκ τῶν πέντε δὲ ἀδελφῶν ὁ εἷς πολιτεύεται ὡς ὑποψήφιος δήμαρχος· ἄλλος καλούμενος νὰ πληρώσῃ τὸν φόρον τοῦ αἵματος ἀπαλλάσσεται ὡς Ὀθωμανὸς ὑπήκοος· ἄλλος ἀδελφὸς εἶναι δικηγόρος, ἄγων ἡλικίαν 28 ἐτῶν, καλούμενος δὲ καὶ αὐτὸς ὑπὸ τὰ ὅπλα, ἤτοι εἰς στράτευσιν, παρουσιάζεται ὡς Ὀθωμανὸς ὑπήκοος, καὶ ἐν τούτοις εἶναι δικηγόρος ἐν Τρικκάλοις! Ἐκ τῶν μελῶν δὲ τῆς οἰκογενείας ταύτης οὐδεὶς ἀναφέρεται εἰς οἱανδήποτε ληξιαρχικὴν πρᾶξιν, πλὴν ἐκείνων, οἵτινες εἶναι ἐγγεγραμμένοι εἰς τὸν ἐκλογικὸν κατάλογον· ἀλλὰ παραδόξως ἐξεδόθη κατὰ τὸ 1901 ἡ ὑπ’ ἀριθ. 115 ἀπόφασις τοῦ Πρωτοδικείου Τρικκάλων, διὰ τῆς ὁποίας ἀπορρίπτονται αἱ ἐνστάσεις ἐκεῖναι διὰ τὸν ἑξῆς λόγον· «διότι εἶναι ἐγγεγραμμένοι ἐν τῷ μητρῴῳ τῶν ἀρρένων τοῦ δήμου Αἰγινίου, ὡς δείκνυται ἐκ πιστοποιητικοῦ τοῦ νομάρχου Τρικκάλων.» Ἐνδιαφερόμενος προσέδραμον εἰς τὸ μητρῷον τῶν ἀρρένων τοῦ δήμου Αἰγινίου, ἀλλ’ ἔλαβον ἀπάντησιν, ὅτι δὲν εἶναι ἐγγεγραμμένοι· προστρέχω εἰς τὸν νομάρχην κ. Ζωγράφον καὶ πληροφοροῦμαι, ὅτι ὑπάρχει ἰδιαίτερον μητρῷον ἀρρένων κατὰ προσθήκην, τηρούμενον ἐν τῇ Νομαρχίᾳ, ἀλλὰ μοὶ λέγει, ὅτι ταύτην τὴν ὥραν δὲν ἔχει καιρόν· κατόπιν ἐζήτησα πληροφορίας παρὰ τοῦ διαδεχθέντος αὐτὸν νομάρχου, ὅστις μοὶ ἔδωκε τὴν πληροφορίαν, ὅτι δὲν εὑρίσκονται ἐγγεγραμμένοι ἐν τῷ μητρῴῳ τῶν ἀρρένων. Ἐπειδὴ πρόκειται νὰ φέρω τὸν λόγον ἐπὶ τούτου, ἔχω ἀνάγκην τῆς σχετικῆς δικογραφίας, καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ ζητήσῃ αὐτὴν ἀπὸ τὸ Πρωτοδικεῖον Τρικκάλων, ὅπου εὑρίσκονται καὶ τὰ πιστοποιητικά, καὶ νὰ τὴν καταθέσῃ· διότι δυοῖν θἄτερον συμβαίνει, ἢ πιστοποιεῖ ψευδῶς ὁ νομάρχης, ἢ οἱ δικασταὶ δὲν ἐξετίμησαν δεόντως τὸ γεγονός· πάντως ὅμως θὰ καταλήξωμεν εἰς τοῦτο τὸ παράδοξον, ὅτι τὰ 80 αὐτὰ πρόσωπα, ὅταν καλῶνται εἰς στράτευσιν, εὑρίσκονται Ὀθωμανοὶ ὑπήκοοι, ὅταν δὲ γίνηται ἐκλογή, ψηφίζουσιν εἰς τὸν δῆμον Μαλακασίου, καὶ ἀναμιγνύεται ἡ βέβηλος αὐτῶν ψῆφος μετὰ τῆς ψήφου τῶν Κουτσουφλιανιτῶν. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ παραγγείλῃ εἰς τὸν Εἰσαγγελέα Τρικκάλων ν’ ἀποστείλῃ τὴν σχετικὴν δικογραφίαν. Περὶ τούτου δὲ καταθέτω καὶ ἔγγραφον ἐπερώτησιν.
§136ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Πότε ἐξεδόθη ἡ ἀπόφασις;
§137Β. ΓΙΑΝΝΟΥΣΙΟΥ. Αὐτοὶ ἐνεγράφησαν κατὰ τὸ 1896, ἀλλὰ δὲν γνωρίζομεν καὶ πότε ἐξεδόθη ἡ ἀπόφασις. Αὐτοὶ πέρυσι παρουσίασαν ἀπόφασιν τῆς Νομαρχίας Τρικκάλων, διὰ τῆς ὁποίας διετάσσετο ἡ ἐγγραφὴ αὐτῶν εἰς τὸ μητρῷον τοῦ δήμου Αἰγινίου. Ἡ ἀπόφασις αὕτη δὲν ἐξετελέσθη, φέρει δὲ τὴν ὑπογραφὴν τοῦ νομάρχου Βάρβογλη καὶ γραμματέως τινὸς, τοῦ ὁποίου ἡ ὑπογραφὴ εἶναι δυσανάγνωστος· τίς οὗτος ὁ γραμματεὺς, εἶναι ἄγνωστον, ὡς εἶναι ἄγνωστον, καὶ ἂν ἐξεδόθη ποτὲ τοιαύτη ἀπόφασις. Εἶμαι βεβαιότατος, ὅτι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἐνεγράφησαν διὰ τοιαύτης ἀποφάσεως, οἱ πλεῖστοι ψευδῶς ἀναγράφουσιν ἡλικίαν 23 ἐτῶν. Κατηγγέλθησαν αὐτοὶ, ἀλλὰ δὲν ἠξεύρω τί κάμνει ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν. Γνωρίζω ὅτι ἐκ τῶν εἰρημένων τινὲς πολιτεύονται ὡς ὑποψήφιοι Βουλευταὶ ἢ ὑποψήφιοι δήμαρχοι...
§138ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ὑπάρχει πρόσθετον μητρῷον;
§139Β. ΓΙΑΝΝΟΥΣΙΟΥ. Δὲν ὑπάρχει· καὶ ἂν ὑπῆρχε, δὲν ὑπάρχει σήμερον, διότι ἀνετυπώθησαν τὰ μητρῷα, καὶ ἐν τοῖς ἀνατυπωθεῖσι μητρῴοις δὲν ἀναφέρονται ἐγγεγραμμένοι. Ὁ δήμαρχος ἐζήτησε τὴν διαγραφήν των, διότι δὲν εἶναι Ἕλληνες πολῖται· εἰς οὐδὲν τῶν μητρῴων τοῦ Κράτους ἀναφέρονται... Πλὴν τούτου ἔχω καὶ ἑτέραν παράκλησιν νὰ ἀπευθύνω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης. Ἡ κοινότης Κλεινοβοῦ τοῦ δήμου Χαλκίδος παρ’ Ἀσπροποτάμῳ ἔχει δάση κοινωτικὰ ἀξίας ἡμίσεος ἑκατομμυρίου δραχμῶν, ἡ δὲ κυριότης αὐτῆς ἐπὶ τούτων ἀποδεικνύεται δι’ ἐπισήμων ἐγγράφων· καὶ ἐν τούτοις τὰ δάση αὐτὰ ἐκμεταλλεύονται ὡς ἰδιόκτητα ὑπό τινος Μαντζούκα. Μετέβην εἰς τὸ δασονομικὸν τμῆμα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ἐζήτησα πληροφορίας· μοὶ εἶπον ὅτι αὐτὰ ὑλοτομοῦνται ὑπό τινος Μαντζούκα, δικαιοδόχου τοῦ Γεωργίου Παπαγιάννη, καὶ τούτου δικαιοδόχου ὀκτὼ ἄλλων· ἀλλὰ ποῦ στηρίζονται; εἰς τίτλους ἀνυπάρκτους. Ὅταν θὰ ἀναπτύξω τὴν ἐπερώτησίν μου, θὰ σᾶς εἴπω περὶ τούτου τί συμβαίνει. Λέγω μόνον τοῦτο ἐπὶ τοῦ παρόντος, ὅτι ὀκτὼ πρόσωπα μὴ συνδεόμενα δι’ οὐδενὸς δεσμοῦ εἴτε συγγενείας εἴτε ἄλλου, παρουσιάζονται ὡς τέκνα ἑνὸς Παπαγιάννη καὶ οἰκειοποιοῦνται τὰ δάση καὶ τὰ λιβάδια, καὶ ἐνοικιάζουσι τὰ δάση ἐπὶ εἰκοσαετίαν ἀντὶ 15 χιλιάδων δραχμῶν, καὶ οὕτω γίνεται ἡ ὑλοτομία σκανδαλωδῶς. Ἀνεμίχθη δὲ καὶ εἷς Πρόεδρος τῶν Πρωτοδικῶν, καὶ ἡ ἀνάμιξις φαίνεται ἐξ ἐπισήμου συμβολαίου. Ἐλέχθη δ’ ἔτι — καὶ μοὶ τὸ ἐβεβαίωσεν ὁ ἐν Λαρίσῃ δικηγόρος Ἰωάννης Βασιλείου—ὅτι εἰς ἀπόφασίν τινα, ἐκδοθεῖσαν τελευταῖον, ἄλλοι δικασταὶ ἔλαβον μέρος, καὶ ἄλλοι ἐξέδωκαν τὴν ἀπόφασιν· καὶ σημειῶ τὸ ὑπ’ ἀριθ. 90 βούλευμα τοῦ Συμβουλίου τῶν ἐν Τρικκάλοις Πρωτοδικῶν, ἐν τῷ ὁποίῳ θέλετε ἰδεῖ, ὅτι ἐκεῖνοι, ἐφ’ ὧν στηρίζεται ὁ ὑλοτομῶν Μαντζούκας, ἐξεταζόμενοι ὡς μάρτυρες, λέγουσιν, ὅτι οὐδὲν δικαίωμα ἔχουσιν αὐτοὶ ἐπὶ τῶν δασῶν, καὶ ὅτι ταῦτα ἀνήκουσιν εἰς τὴν κοινότητα. Ἐν τούτοις τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν ἐξακολουθεῖ παρέχον ἀδείας ὑλοτομίας! Διὰ τοῦτο παρακαλῶ νὰ προσαχθῇ ἡ δικογραφία ἡ σχετικὴ πρὸς τὸ ὑπ’ ἀριθ. 90 βούλευμα τοῦ Συμβουλίου τῶν ἐν Τρικκάλοις Πλημμελειοδικῶν. Ἀπευθύνω τὴν παράκλησίν μου ταύτην πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης.
§140Κ. ΓΡΙΒΑΣ. Ἐπειδὴ ἐπηρωτήθη ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν περὶ τοῦ ἐπιτελάρχου τῆς Γενικῆς Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ, ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, ἂν ὑπάρχει Διάταγμα διορισμοῦ τοῦ κ. Σαπουντζάκη ὡς ἐπιτελάρχου, καὶ ἂν ὑπάρχῃ, νὰ τὸ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλήν.
§141Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ. Τὸ ζήτημα δὲν εἶναι, ἂν ὑπάρχει Διάταγμα, ἀλλ’ ἂν ἐκτελεῖ τὰ καθήκοντα τοῦ ἐπιτελάρχου, ναὶ ἢ ὄχι. Ἐγὼ ὑπεστήριξα, ὅτι ἀπὸ τριετίας ἐκτελεῖ τὰ καθήκοντα τοῦ ἐπιτελάρχου, καὶ τοῦτο εἶναι ἀναμφισβήτητον.
§142ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Ἡ ἐπιτροπὴ ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ συνῆλθε καὶ ἐπελήφθη τῆς ἐπεξεργασίας αὐτοῦ· ἀλλὰ λόγῳ τῶν ἡμερῶν αὐτῶν διέκοψεν ἐπί τινας ἡμέρας τὰς ἐργασίας της.
§143Ν. ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Διέκοψε, κύριε Πρόεδρε, ὄχι ἕνεκα τῶν ἑορτῶν, ἀλλ’ ὅπως δυνηθῇ ἕκαστον τῶν μελῶν αὐτῆς ἰδιαιτέρως νὰ μελετήσῃ τὸν Προϋπολογισμόν.
§144ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τοῦτο δὲν ἐμποδίζει νὰ συνέλθῃ καὶ ἐπεξεργασθῇ τὰς πιστώσεις. Παρακαλῶ αὔριον νὰ συνέλθῃ ἡ ἐπιτροπὴ πρὸς τοῦτο. Παρετήρησα ὅτι μετὰ δυσκολίας ἡ Βουλὴ συνῆλθε σήμερον τὴν 4ην ὥραν μετὰ μεσημβρίαν. Ἐὰν οἱ κύριοι συνάδελφοι εὑρίσκωσιν, ὅτι ἡ τρίτη ὥρα εἶναι πολὺ ἐνωρὶς, καλὸν εἶναι νὰ ὁρισθῇ ἡ τετάρτη.
§145Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ἡ τρίτη ὥρα εἶναι κατάλληλος. Νὰ παρακληθῶσι μόνον οἱ κύριοι Βουλευταὶ νὰ ἔρχωνται.
§146ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ λοιπὸν τοὺς κυρίους Βουλευτὰς νὰ προσέρχωνται τὴν 3ην ὥραν.
§147Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Βεβαίως.
§148ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ βεβαιώσεως καὶ εἰσπράξεως κατὰ τοὺς μῆνας Ἰανουάριον καὶ Φεβρουάριον τοῦ ἔτους 1903 τῶν ἐσόδων τοῦ Κράτους καὶ τῶν ἐσόδων τῶν ταμείων τῶν Φάρων καὶ Φανῶν καὶ τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1903, καὶ περὶ χορηγίας πιστώσεως ἴσης τοῖς δύο δωδεκατημορίοις τῶν προϋπολογισθέντων ἐξόδων διὰ τὴν χρῆσιν τοῦ ἔτους 1903.»
§149ΔΙΟΝ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Κατὰ τὴν παρελθοῦσαν συνεδρίασιν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Λεβαδείας ἔθιξε ζήτημα, τὸ ὁποῖον εἶναι σπουδαῖον, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν πίστωσιν, ἡ ὁποία πρέπει νὰ ὑπάρχῃ διὰ τὴν πληρωμὴν ὑπαλλήλων τοῦ Κράτους, οἱ ὁποῖοι κατέχουσι νενομοθετημένας θέσεις, τὰς ὁποίας ἡ Κυβέρνησις σκοπεῖ, ἐπὶ τῇ βάσει κατατεθέντων νομοσχεδίων, νὰ καταργήσῃ...
§150Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ παρατήρησις, τὴν ὁποίαν προτείνετε, δὲν εἶναι ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου.
§151Δ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Ἤθελον νὰ ἐρωτήσω τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ἂν σκέπτεται νὰ μεριμνήσῃ περὶ τῆς θεραπείας τοῦ κενοῦ τούτου· ἄλλως κατὰ τὴν τρίτην συζήτησιν ἐπιφυλάττομαι νὰ προτείνω τροπολογίαν· διότι ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, ὡς παρετήρησα, γίνεται μνεία περὶ καταργουμένων τινῶν θέσεων, καὶ ζητοῦνται πιστώσεις μέχρι τῆς 15 Φεβρουαρίου. Ἀλλ’ εἴμεθα ἤδη εἰς τὰς 10 Φεβρουαρίου καὶ δὲν εἶναι πιθανὸν, ὅτι μέχρι τῆς 15 θὰ ἔχωσι ψηφισθῆ τὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα ἡ Κυβέρνησις ἐπρότεινε, καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὁποίων θὰ προβῇ εἰς τὴν κατάργησιν τῶν θέσεων αὐτῶν καὶ τὴν παῦσιν τῶν κατεχόντων αὐτὰς ὑπαλλήλων. Ἀλλ’ ὑπάρχουσι καὶ ἄλλοι πολλοί, κατέχοντες θέσεις ὀργανικὰς καὶ νενομοθετημένας, περὶ τῶν ὁποίων δὲν γίνεται μνεία ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, ἢ μᾶλλον δὲν ζητοῦνται πιστώσεις. Ἐν τούτοις οἱ ὑπάλληλοι αὐτοὶ κατὰ τοὺς δύο μῆνας, διὰ τοὺς ὁποίους ζητεῖ ἡ Κυβέρνησις τὰ δωδεκατημόρια, θὰ ὑπηρετήσωσι τὸ Κράτος· καὶ εἶναι βέβαιον, ὅτι ἔχουσι δικαίωμα νὰ ζητήσωσι τὸν μισθὸν αὐτῶν. Ἐπίσης ὑπάρχουσι συμφωνίαι τῆς Κυβερνήσεως πρὸς μίσθωσιν τῶν οἰκιῶν ἐκείνων, αἵτινες χρησιμεύουσιν ὡς δημόσια καταστήματα, καὶ περὶ ἐκείνων δὲν ζητεῖται πίστωσις. Ποία θὰ ἦναι ἡ συνέπεια, ἐὰν δὲν ληφθῇ πρόνοια περὶ τῆς θεραπείας τῆς προσωρινῆς ταύτης ἀνάγκης; ὅτι ὅλοι αὐτοὶ θέλουσι καταφύγει κατόπιν εἰς αἰτήσεις θεραπείας, ἢ θ’ ἀναγκασθῇ ἡ Κυβέρνησις, διὰ νὰ πληρώσῃ τοὺς μισθοὺς αὐτοὺς τοὺς ὀφειλομένους καὶ τὰ ἐνοίκια, νὰ ζητήσῃ ἀναπληρωματικὰς πιστώσεις. Ἐὰν δὲ δὲν ληφθῇ πρόνοια περὶ τούτου, δὲν εἶναι, νομίζω, ὀρθὸν νὰ μένωσιν ὅλοι αὐτοὶ οἱ ὑπάλληλοι χωρὶς νὰ λάβωσι τὸ ἀντίτιμον τῆς παρασχεθείσης εἰς τὸ Κράτος ὑπηρεσίας των, καὶ νὰ περιμένωσι, συνεπείᾳ αἰτήσεως θεραπείας ἢ δίκης, νὰ καταχωρισθῶσιν αἱ ἀπαιτήσεις αὐτῶν εἰς τὰς κεκλεισμένας χρήσεις μελλόντων Προϋπολογισμῶν.
§152Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἡ προαίρεσις ἡμῶν δὲν ἦτο νὰ στερήσωμεν τοῦ μισθοῦ δημοσίους ὑπαλλήλους νομίμως διορισθέντας, καὶ στερήσωμεν αὐτοὺς ἐφ’ ὅσον ἄλλοι νόμοι δὲν κατήργησαν τὰς θέσεις, εἰς τὰς ὁποίας αὐτοὶ ἐτάχθησαν, ἢ ἐφ’ ὅσον δὲν εἶχον παυθῆ τὰ πρόσωπα. Εἶναι ἀληθές, ὅτι τινὲς συνάδελφοί μου καὶ ἐγώ, ἀπὸ τοῦ μηνὸς Νοεμβρίου, ὅτε ἐγκατέστημεν ἐν τοῖς Ὑπουργείοις, ἐσκέφθημεν ν’ ἀπολύσωμεν τῆς ὑπηρεσίας ὑπαλλήλους τινάς, ἵνα ἐλαττώσωμεν τὰ ἔξοδα· ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ὅμως ἀνεγράφησαν πιστώσεις διὰ τοὺς μῆνας ἐκείνους, καθ’ οὓς ἤθελον οὗτοι διατηρηθῆ ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ συμφώνως μὲ τοὺς νόμους, οἵτινες ἤθελον μεταβάλει τὴν μέχρι τοῦδε ἰσχύουσαν νομοθεσίαν, ἤτοι διὰ τοὺς ὑπαλλήλους, οἱ ὁποῖοι ἤθελον διατηρηθῆ ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ μετὰ τὴν ἐπιψήφισιν τῶν νόμων, τοὺς ὁποίους ἐπροτείναμεν, τροποποιοῦντες τοὺς κειμένους ἤδη νόμους· ἀλλ’ ἐπειδὴ οἱ νόμοι, οἱ ὁποῖοι μεταβάλλουσι τοὺς κειμένους ἤδη νόμους, δὲν ἐψηφίσθησαν ἔτι, οὐδέ, κατὰ τὰς ὑπαρχούσας ἐνδείξεις, θέλουσι ψηφισθῆ ἐντὸς τοῦ Φεβρουαρίου, ἢ καὶ ἐντὸς τοῦ πρώτου δεκαπενθημέρου τοῦ μηνὸς Μαρτίου, οἱ διωρισμένοι εἰς τὰς θέσεις τὰς καταργουμένας ἔχουσι νόμιμον δικαίωμα νὰ ζητήσωσι τὸν μισθόν των· ἐὰν ἀρνηθῇ ἡ ὑπηρεσία νὰ πληρώσῃ αὐτούς, θέλει συμβῆ αὐτό, τὸ ὁποῖον εἴπετε, νὰ προβῶσιν εἰς αἰτήσεις θεραπείας καὶ δίκας· ἀλλὰ τοιουτοτρόπως ἡ ὑπηρεσία θέλει γείνῃ αἰτία αὐξήσεως τῶν ἐξόδων τοῦ Κράτους ἄνευ ἀνάγκης. Διὰ τοῦτο ἐπρολάβομεν καὶ ἐζητήσαμεν διὰ τοῦ ἄρθρου 3 τοῦ νομοσχεδίου ἐξουσίαν νὰ ἐπιτρέπηται «ὑπέρβασις τῆς ἀναλογίας τῶν κατὰ τὸ προηγούμενον ἄρθρον δύο δωδεκατημορίων διὰ μόνας τὰς δαπάνας, ὧν ἡ ἐντὸς τοῦ Ἰανουαρίου καὶ Φεβρουαρίου τοῦ ἔτους 1903 πληρωμὴ τυγχάνει ὑποχρεωτικὴ δυνάμει νόμων, ἢ δυνάμει ἰδιαιτέρων συμβάσεων καὶ συμφωνιῶν.» Λοιπὸν πάντες οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι, οἱ ὁποῖοι ὑπηρετοῦσι δυνάμει νόμων, πᾶσαι αἱ ὑποχρεώσεις τοῦ Κράτους, αἱ ὁποῖαι ἐκπηγάζουσιν ἐκ συμβάσεων καὶ συμφωνιῶν συνωμολογημένων, λαμβάνονται ὑπ’ ὄψιν, καὶ ἐπιτρέπεται εἰς τὸ Ὑπουργεῖον νὰ πληρώσῃ αὐτοὺς καθ’ ὑπέρβασιν τῶν ὅρων τῶν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ἀναγραφομένων.
§153Δ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Ἡ ἑρμηνεία, τὴν ὁποίαν δίδει ἡ Κυβέρνησις εἰς τὸ ἄρθρον τοῦτο, περιλαμβάνει τὴν περίπτωσιν, τὴν ὁποίαν ἐγὼ ἀνέφερα.
§154Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Βεβαίως.
§155Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἀλλ’ αὐτὴ ἡ διάταξις ὑπῆρχε πάντοτε εἰς τοὺς νόμους περὶ δωδεκατημορίων.
§156Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Μάλιστα· καὶ ἀρκεῖ.
§157Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ἡ ὑπέρβασις αὕτη θὰ πληρωθῇ δι’ ἀναπληρωματικῶν πιστώσεων;
§158Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Εἰς τὰς δαπάνας θέλουσιν ἀναγραφῆ τὰ πληρωνόμενα.
§159Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Βεβαίως, κύριε Πρόεδρε, ἦτο ἀναγκαία ἡ δήλωσις τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, διότι ὑποθέτω, ὅτι ἡ ἔννοια τοῦ ἄρθρου 3 τοῦ νομοσχεδίου, —ὅπερ ἀπαντᾶται εἰς ὅλους τοὺς νόμους περὶ δωδεκατημορίων, — ὅτι «ἐπιτρέπεται ὑπέρβασις τῆς ἀναλογίας τῶν κατὰ τὸ προηγούμενον ἄρθρον δύο δωδεκατημορίων διὰ μόνας τὰς δαπάνας, ὧν ἡ ἐντὸς τῶν μηνῶν Ἰανουαρίου καὶ Φεβρουαρίου πληρωμὴ τυγχάνει ὑποχρεωτική», ἡ ἔννοια αὐτοῦ εἶναι, ὅτι ὑπάρχουσι δαπάναι, αἱ ὁποῖαι δὲν δύνανται νὰ πληρωθῶσι κατὰ δωδεκατημόρια, καὶ περὶ αὐτῶν ἐτέθη τὸ ἄρθρον 3, διότι ὑπάρχουσι δαπάναι, αἱ ὁποῖαι πρέπει νὰ πληρωθῶσιν ἀμέσως, ὡς ἐν παραδείγματι τὸ ἑκατομμύριον, τὸ ὁποῖον ὀφείλετε νὰ δώσητε εἰς τὸν Σιδηρόδρομον Πελοποννήσου. Εἶναι ἀδύνατον ἐκεῖ νὰ δώσητε δύο δωδεκατημόρια· θὰ πληρώσητε ὅλον τὸ ποσὸν ἀμέσως.
§160ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἄλλη ἀντίρρησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς;
§161ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι.
§162ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀναγινώσκονται εἶτα καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 1 καὶ 2 τοῦ νομοσχεδίου).
§163ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 3 (ἀναγινώσκεται).
§164Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Δὲν νομίζετε ὀρθὸν ν’ ἀφαιρεθῇ ἐκ τοῦ ἄρθρου 3 ἡ λέξις «ἀναλογία»; Διότι εἶναι δυνατὸν νὰ ἦναι δαπάναι, αἱ ὁποῖαι νὰ μὴ πληρωθῶσιν ἐξ ἀναλογίας τῶν δωδεκατημορίων.
§165Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Τὸ ἄρθρον 3 διαλαμβάνει περὶ πληρωμῶν καὶ πιστώσεων, αἱ ὁποῖαι δὲν ἐπαρκοῦσι, καὶ λέγει, ὅτι ἐπιτρέπεται νὰ γείνῃ ὑπέρβασις τῆς ἀναλογίας, ἀλλ’ ἐντὸς βεβαίως τῆς πιστώσεως τῆς ὑπὸ τοῦ Προϋπολογισμοῦ χορηγουμένης. Ἤδη ὅμως δὲν ἔχομεν πληρωμὴν ἐντὸς τῶν δύο μηνῶν καθ’ ὑπέρβασιν, ἀλλ’ ἐντὸς τῆς πιστώσεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἔννοια ἡ γενική. Ἐπιτρέπεται νὰ γείνωσιν ὑπερβάσεις τῆς ἀναλογίας δι’ ὑποχρεώσεις ἀναγνωριζομένας ὑπὸ συμβάσεων καὶ νόμων, ἀλλὰ πάντοτε ἐντὸς τῆς χορηγουμένης πιστώσεως διὰ τὸ ἔτος· δηλαδὴ ἐπιτρέπεται νὰ πληρώσητε ἐντὸς τοῦ Ἰανουαρίου τὸ ἑκατομμύριον τοῦ Σιδηροδρόμου Πελοποννήσου, ἀλλ’ ἔχετε πίστωσιν, ἵνα πληρώσητε τὸ ἑκατομμύριον; Σᾶς λέγει τὸ ἄρθρον 3, ὅτι δικαιοῦσθε νὰ πληρώσητε τὸ ἑκατομμύριον διὰ τοιαύτας ὑποχρεώσεις, καὶ ὄχι τὰ δύο δωδεκατημόρια μόνον. Ἤδη ὅμως τί συμβαίνει; Θὰ ὑπερβῆτε τὰ δωδεκατημόρια, θὰ ὑπερβῆτε τὰς πιστώσεις τὰς ἀναγραφομένας ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ.
§166Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Διότι αὐτὴν τὴν στιγμὴν δὲν γνωρίζομεν τὸ ποσόν.
§167Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Κατὰ τοῦτο διαφέρει ἡ ἑρμηνεία, τὴν ὁποίαν ἐδώκατε εἰς τὸ ἄρθρον 3 διὰ τὸ ἔτος τοῦτο.
§168Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐπειδὴ πάντα τὰ ἔξοδα ἀναγράφονται ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ κατὰ τὸ Σύνταγμα, ἐπειδὴ δὲ τὰ ποσὰ, τὰ ὁποῖα θέλομεν ἀναγκασθῆ νὰ πληρώσωμεν εἰς μισθοὺς τῶν προσώπων τῶν διατηρουμένων ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ μέχρις οὗ νόμος καταργήσῃ τὰς θέσεις των, εἶναι ποσὰ μὴ περιλαμβανόμενα ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, θέλομεν ζητήσει ἀναπληρωματικὴν πίστωσιν.
§169Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐὰν παραστῇ ἀνάγκη.
§170Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Βεβαίως.
§171Ν. ΜΙΣΥΡΛΗΣ. Ἡ ὁποία πάντως θὰ παραστῇ.
§172ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 3 τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς δευτέραν συζήτησιν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Αὔριον, παρακαλῶ, εἰς τὰς 3 μετὰ μεσημβρίαν. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρα 7 καὶ 35′ μ.μ.)