Ελένη
Ψηφιακή συλλογή των συζητήσεων του Ελληνικού Κοινοβουλίου
Ευρετήριο› Περίοδος ΙΣΤ · Σύνοδος Α› Συνεδρίαση 27

1903.02.07

1.923 στίχοι · 14.935 λέξεις · 45 παρεμβάσεις

Ημερομηνία
1903.02.07
Προεδρεία
Δ. Γ. ΡΑΛΛΗ
Περίοδος
ΙΣΤ
Σύνοδος
Α
Πηγή
ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΩΝ ΣΥΖΗΤΗΣΕΩΝ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣ (1907)

§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 27

τῆς 7 Φεβρουαρίου 1903.

(Παρασκευή).

(Γενομένης ἀπαρτίας ὥρᾳ 3 καὶ 30′ μ. μ. ἀναγινώσκονται καὶ ἐγκριθέντα ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).

§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνακοινῶ εἰς τὴν Βουλήν: 1) Τηλεγράφημα τῆς Ἑλληνικῆς Κοινότητος Βραΐλας, ἐκφραζούσης τὴν λύπην της ἐπὶ τῷ θανάτῳ τοῦ Νικολάου Μαυροκορδάτου. 2) Τηλεγράφημα τῆς Ἑλληνικῆς Κοινότητος Σεμλίνου τῆς Αὐστροουγγαρίας, ἐκφραζούσης τὴν λύπην της ἐπὶ τῷ θανάτῳ τοῦ Νικολάου Μαυροκορδάτου. 3) Τηλεγράφημα ἐπιτροπῆς τοῦ χωρίου Παλαμᾶ, διαμαρτυρομένου διὰ τὴν προστασίαν, ἣν παρέχει ἡ ἀστυνομία Σοφάδων καὶ Παλαμᾶ εἰς τὴν ἰδιοκτήτριαν Ραλλοῦν Φωτιάδου πρὸς ἀνόρυξιν χάνδακος ἐντὸς κτημάτων τῶν χωρικῶν Παλαμᾶ. 4) Τηλεγράφημα τῶν ἀδελφῶν Φλαμῆ, παραπονουμένων διότι, κατ’ ἔγγραφον παραγγελίαν τοῦ διευθυντοῦ τοῦ κτήματος τῆς Α. Β. Υ. τοῦ Διαδόχου, δύναμις ἐκ 50 χωροφυλάκων, ἔχουσα ἐπὶ κεφαλῆς τὸν διοικητὴν τῆς Μοιραρχίας Ἄγγελον Ζηλήμονα, μεταβᾶσα εἰς τὰ γειτνιάζοντα πρὸς τὰ κτήματα τοῦ Διαδόχου κτήματα αὐτῶν, ἐξεδίωξεν αὐτοὺς διὰ τῆς βίας, καὶ ἐπέχωσεν ἀνωρυγμένους χάνδακας, ἀντιποιηθεῖσα οὕτω καθήκοντα δικαστικῆς ἐξουσίας. 5) Τηλεγράφημα πολιτῶν τινων ἐκ Φιλιατρῶν, ἀναφερόντων, ὅτι ὁ ἀποθηκάριος Γ. Παναγιώταρος, ἀνακαλύψας κλέπτην σταφιδοκάρπου ἐκ τῆς ἀποθήκης τοῦ Ἀναστασίου Πασχαλοπούλου, ἐπαύθη ὑπὸ τοῦ Συμβουλίου τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης, καὶ διωρίσθη ἀντ’ αὐτοῦ ὁ Χαράλ. Λαμπίρης, συγγενὴς τοῦ Διονυσίου Σπέντζα, συμβούλου τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης. 6) Εὐχὴν τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου Ἀμαλιαπόλεως, ἵνα ὁ δῆμος Ἀμαλιαπόλεως, ἀποσπώμενος ἐκ τῆς ἐπαρχίας Φθιώτιδος, ὑπαχθῇ διοικητικῶς καὶ δικαστικῶς εἰς τὴν ἐπαρχίαν Βόλου, συντρεχόντων πρὸς τοῦτο λόγων τοπογραφικῶν. 7) Τηλεγράφημα τοῦ Ἐμπορικοῦ Συλλόγου Τρικκάλων ὑπὲρ νομοθετικῆς ἀπαλλαγῆς τῶν καλλιεργητῶν τοῦ νομοῦ Τρικκάλων ἀπὸ τοῦ φόρου τῶν ἀροτριώντων. 8) Εὐχὴν τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου Τρικκάλων περὶ ἀναστολῆς τοῦ ἤδη καταβαλλομένου φόρου ἀροτριώντων κτηνῶν τῆς χρήσεως τοῦ 1902 καὶ ἐπιψηφίσεως νομοσχεδίου, ὅπως ὁ φόρος οὗτος πληρωθῇ κατὰ δόσεις, ἄνευ τόκου καὶ προσθέτων τελῶν. 9) Τηλεγράφημα τοῦ λαοῦ τῆς Ἠλείας, ἐκφράζοντος τὴν εὐγνωμοσύνην του πρὸς τὴν Κυβέρνησιν διὰ τὴν μέριμναν αὐτῆς πρὸς ὑποβολὴν νομοσχεδίου «περὶ μονοπωλίου διδακτικῶν βιβλίων», καὶ παρακαλοῦντος τὴν Βουλὴν νὰ προβῇ εἰς τὴν ἐπιψήφισιν αὐτοῦ.

§2Κ. ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Ἐπιφυλάσσομαι νὰ λάβω τὸν λόγον αὔριον ἐπὶ τοῦ τηλεγραφήματος τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου Τρικκάλων.

§3Γ. ΡΑΔΙΝΟΣ. Καὶ ἐγὼ, κύριε Πρόεδρε.

§4Α. ΚΕΦΑΛΑΣ. Καὶ ἐγώ, κύριε Πρόεδρε, θὰ λάβω τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ ἐκ Φιλιατρῶν τηλεγραφήματος.

§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Ροῦφος ἔχει τὸν λόγον.

§6Ι. Γ. ΡΟΥΦΟΣ. Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ καταθέσω εἰς τὸ Προεδρεῖον πρότασιν νόμου, συνυπογεγραμμένην καὶ ὑπὸ τῶν λοιπῶν συναδέλφων ἐκ Πατρῶν καὶ τῶν κ. κ. Χριστοδούλου, Ραδινοῦ καὶ Πονηροπούλου, «περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου περὶ στρεμματικῆς φορολογίας τῶν ἀμπέλων», ἡ ὁποία φορολογία ἀπειλεῖ καταστροφὴν τῆς ἀμπελουργίας ἐν Ἑλλάδι. Οἱ ἀμπελουργοὶ δὲν δύνανται ν’ ἀποτίσωσι τὸν φόρον τοῦ λήξαντος ἔτους, καὶ καταδιώκονται δι’ αὐτόν. Ἡ πρότασις νόμου αὕτη συνοδεύεται καὶ ὑπὸ αἰτιολογικῆς ἐκθέσεως.

§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 72). Ὁ βουλευτὴς Νάξου κ. Π. Πρωτοπαπαδάκης ὑποβάλλει ἐγγράφους ἐπερωτήσεις, ἐχούσας ὡς ἑξῆς:

§8ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει). «Παρακαλῶ τὸν κύριον ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸν, ὅπως εὐαρεστούμενος καταθέσῃ, πρὸ τῆς συνεδριάσεως τῆς αὔριον, εἰ δυνατόν, τὰ ἀκόλουθα ἔγγραφα: 1) Τὰς δύο ἐκθέσεις αὐτοψίας ἐπὶ τοῦ πτώματος τοῦ ἀτυχοῦς Φλωρίου Σοϊλὲ, ὅστις μαρτυρικῶς ἐθανατώθη ὑπὸ τῶν ἀστυνομικῶν ὀργάνων ἐν τῷ ἀστυνομικῷ καταστήματι τοῦ χωρίου Φιλοτίου τοῦ δήμου Τραγαίας τὴν νύκτα τῆς 2ας πρὸς τὴν 3ην παρελθόντος Νοεμβρίου. 2) Τὰ τηλεγραφήματα, δι’ ὧν ἀνηγγέλθη ὁ μαρτυρικὸς οὗτος θάνατος εἰς τὸν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸν ὑπὸ τῶν ἐν Νάξῳ ἁρμοδίων ἀρχῶν. 3) Ἁπάσας τὰς διαμειφθείσας τηλεγραφικὰς συνεννοήσεις μεταξὺ τοῦ Ὑπουργείου καὶ τοῦ μεταβάντος εἰς Νάξον πρὸς ἐνέργειαν ἀνακρίσεων ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἀνακριτοῦ κυρίου Χοϊδᾶ, ὡς καὶ τὰς κρίσεις τῶν προϊσταμένων ἀρχῶν ἐπὶ τῆς κατὰ τὴν ἐν Νάξῳ διαμονήν του ἐνεργείας τοῦ αὐτοῦ ἀνακριτοῦ.» «Παρακαλῶ τὸν κύριον ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸν, ὅπως εὐαρεστούμενος καταθέσῃ, πρὸ τῆς συνεδριάσεως τῆς αὔριον, εἰ δυνατόν, τὰ ἀκόλουθα ἔγγραφα: 1) Τὰ τηλεγραφήματα, δι’ ὧν ἀνηγγέλθη πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον ὑπὸ τῶν ἁρμοδίων ἀρχῶν, ἢ καὶ ὑπὸ ἰδιωτῶν, ὁ μαρτυρικὸς θάνατος τοῦ Φλωρίου Σοϊλὲ, ὁ ἐπελθὼν κατὰ τὴν νύκτα τῆς 2ας πρὸς τὴν 3ην παρελθόντος Νοεμβρίου ἐν τῷ ἀστυνομικῷ σταθμῷ τοῦ χωρίου Φιλοτίου τοῦ δήμου Τραγαίας τῆς Νάξου ἐκ τῶν βασάνων τῶν ἀστυνομικῶν ὀργάνων. 2) Ἁπάσας τὰς διαμειφθείσας τηλεγραφικὰς συνεννοήσεις μεταξὺ τοῦ Ὑπουργείου καὶ τῶν ἐν Νάξῳ ἢ ἐν Σύρῳ ἁρμοδίων ἀρχῶν, ἢ καὶ ἰδιωτῶν, ἰδίᾳ δὲ τοῦ μεταβάντος εἰς Νάξον πρὸς ἐνέργειαν ἀνακρίσεων ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἀνακριτοῦ κυρίου Χοϊδᾶ.» «Παρακαλῶ τὸν κύριον ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργὸν, ὅπως εὐαρεστούμενος καταθέσῃ, πρὸ τῆς συνεδριάσεως τῆς αὔριον, εἰ δυνατόν: 1) Ἅπαντα τὰ τηλεγραφήματα, τὰ διαμειφθέντα μετὰ τοῦ μοιράρχου κυρίου Ἡρακλέους Ἀποστολίδου, ὅστις μετέβη εἰς Νάξον τὴν 12 παρελθόντος Νοεμβρίου, ἵνα ἐπαναφέρῃ τὴν διασαλευθεῖσαν δῆθεν τάξιν ἕνεκα τοῦ μαρτυρικοῦ θανάτου τοῦ ἀτυχοῦς Σοϊλὲ, ὅστις ἐπῆλθε κατὰ τὴν νύκτα τῆς 2ας πρὸς τὴν 3ην παρελθόντος Νοεμβρίου ἐν τῷ ἀστυνομικῷ σταθμῷ τοῦ χωρίου Φιλοτίου τοῦ δήμου Τραγαίας τῆς Νάξου ἐκ τῶν κακώσεων καὶ βασάνων τῶν ἀστυνομικῶν ὀργάνων. 2) Τὴν διαμειφθεῖσαν μεταξὺ τοῦ ἐν Νάξῳ τότε εὑρισκομένου ἀνακριτοῦ κυρίου Χοϊδᾶ καὶ τοῦ μοιράρχου κυρίου Ἀποστολίδου ἀλληλογραφίαν· καὶ 3) Τὴν πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον ἔκθεσιν τοῦ κυρίου μοιράρχου ἐπὶ τῆς προκειμένης ὑποθέσεως μετὰ τὴν ἐκ Νάξου ἀναχώρησίν του.»

§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἔχει τὸν λόγον.

§10Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ὅσοι ἐξ ὑμῶν, Κύριοι, ἐτυγχάνετε μέλη τῆς διαλυθείσης Βουλῆς ἐνθυμεῖσθε βεβαίως, ποίας εἴχομεν γνώμας καὶ ἐπὶ τῶν πολιτειακῶν θεμάτων καὶ ἐπὶ τῆς Διοικήσεως ἐν γένει καὶ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, καὶ ἰδίως ἐπὶ τῆς οἰκονομικῆς πολιτικῆς, τὴν ὁποίαν ἐφήρμοσαν αἱ προκάτοχοι Κυβερνήσεις. Ἀλλὰ καὶ ἐκτὸς τῆς Βουλῆς δὲν παρελίπομεν, ἐγὼ ἰδίως, ὁσάκις ἐπεσκέφθην ἐπαρχίας, εἴτε ἐν Πελοποννήσῳ, εἴτε ἐν Θεσσαλίᾳ, εἴτε ἐν Στερεᾷ Ἑλλάδι, εἴτε ἐν Αἰγαίῳ, νὰ ἀγορεύσω πρὸς τὸν λαὸν, ὁτὲ μὲν αὐτόκλητος, ὁτὲ δὲ προκαλούμενος, καὶ νὰ ἀνακοινώσω εἰς τοὺς συμπολίτας τὰς γνώμας, τὰς ὁποίας ἐν τῇ Βουλῇ πολλάκις ἐπηγγέλθημεν. Ἐν ταῖς χώραις, ἔνθα κρατεῖ φιλελεύθερον πολίτευμα, εἶναι ἀνάγκη, οἱ πολιτικοὶ ἄνδρες νὰ κοινωνῶσι μετὰ τῶν πολιτῶν, καὶ νὰ μεταδίδωσιν εἰς αὐτοὺς τὰς γνώμας των, ὅπως φωτίζηται τὸ δημόσιον φρόνημα, καὶ ὅταν οἱ πολῖται καλῶνται νὰ ἐνασκήσωσι συνταγματικὰ δικαιώματα, νὰ δύνανται νὰ τὰ ἐνασκήσωσι σκοπίμως καὶ ὅσον ἔνεστι λυσιτελέστερον πρὸς τὰ συμφέροντα τοῦ τόπου. Ἦσαν δὲ αἱ γνῶμαι ἡμῶν οὐχὶ ἐπιδοκιμαστικαὶ τῆς πολιτικῆς τῶν προκατόχων Κυβερνήσεων· ἐπεκρίναμεν μάλιστα πολλάκις τὴν πολιτικὴν αὐτῶν καὶ ἐπὶ τῶν ἄλλων, ὡς εἶπον, θεμάτων, ἀλλ’ ἰδίως ἐπὶ τῶν οἰκονομικῶν πραγμάτων τῆς χώρας καὶ τοῦ Κράτους. Ἐλέγομεν τότε πρὸς τοὺς κυβερνῶντας, ὅτι δὲν πρέπει νὰ λησμονήσωσιν, ὅτι ἡ παραγωγὴ περιῆλθεν ἐν καμάτῳ, ὅτι ἡ ὑπερβολὴ τῶν εἰσπραττομένων ἐσόδων, ὅτι ἡ ἀμείλικτος αὐστηρότης περὶ τὴν εἴσπραξιν αὐτῶν, ὅτι ἡ προσπάθεια, ὅπως αὐξάνωνται καὶ πολλαπλασιάζωνται τὰ ἔσοδα ὑπὲρ τοὺς ἀνεκτοὺς ὅρους, ἐλαττώνει μὲν ἐν γένει τὰ κεφάλαια, τῶν ὁποίων ἔχουσιν ἀνάγκην οἱ παραγωγοὶ, ἵνα ἐργάζωνται καὶ παράγωσι, στερεῖ δὲ ἐνιαχοῦ τοὺς παράγοντας, τοὺς καλλιεργοῦντας, τῶν μέσων πρὸς ἐργασίαν· ὅτι, ἂν ἡ τακτικὴ αὕτη ἐξακολουθήσῃ, ἂν ἐξαντλήσωμεν τὰ κεφάλαια, τὰ ὁποῖα προορίζονται εἰς παραγωγὴν, ἂν ἀφαιρέσωμεν ἀπὸ τοὺς πολίτας ταῦτα, θέλει ἐλαττωθῆ ἡ ἐργασία, ἡ παραγωγικὴ ἐνέργεια θέλει εἶσθαι ἀδρανὴς, οἱ πόροι δὲ τοῦ δημοσίου ταμείου θέλουσιν ἀποξηρανθῆ, καὶ πενία θέλει ἐπισκήψει, ἥτις ἔχει πάντοτε συνοδοὺς τὴν ἀναρχίαν καὶ τὴν ἐπανάστασιν. Ἐλέγομεν δὲ πρὸ πάντων πρὸς τοὺς κυβερνῶντας: «... Καὶ ἂν εἰσπράττητε ὅσα εἰσπράττετε, τοὐλάχιστον διαθέσατε μέγα μέρος τῶν εἰσπραττομένων πρὸς ἐνίσχυσιν τῆς ἐθνικῆς παραγωγῆς· διότι, ἂν διὰ τῶν ὑπερβαλλουσῶν εἰσπράξεων ἐπιφέρητε τὸν κάματον εἰς τοὺς παραγωγοὺς, θέλετε τότε ἐνισχύει αὐτοὺς ἄλλως.» Σήμερον ἦλθεν ἡ ὥρα, καθ’ ἣν ὀφείλομεν ν’ ἀποδείξωμεν, ὅτι ὅσα ἐλέγομεν ἦσαν ἀληθῆ. Θέλω δ’ ἐπιληφθῆ ἐν πρώτοις τῶν ἐσόδων, διὰ νὰ ἀποδείξω τὸν ἰσχυρισμὸν, ὃν ἔλεγον πρὸ μικροῦ, ὅτι ἡ ὑπερβολὴ τῶν ποσῶν, τὰ ὁποῖα ἐζητεῖτε ἀπὸ τὸν λαὸν, ἦτο τοσαύτη, ὥστε βεβαίως ἐπήνεγκε τὸν κάματον εἰς τὴν παραγωγήν. Κατὰ τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας ἐπορίσθην παρὰ τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου, θέλω ἐξετάσει τὴν πρόοδον τῶν ἐσόδων καὶ τὴν πρόοδον τῶν ἐξόδων καθ’ ἕκαστον τῶν τεσσάρων τελευταίων ἐτῶν, τοῦ 1899, 1900, 1901 καὶ 1902. Ἡ ἐξέτασις αὕτη θέλει παραγάγει ἀποτέλεσμα, τὸ ὁποῖον, ὑποθέτω, θέλει ἐκπλήξει τὴν Βουλὴν, διότι ἕκαστος πρέπει βεβαίως νὰ ἐκπλαγῇ, πληροφορούμενος, ὅτι κατὰ τὴν διάρκειαν τῶν τεσσάρων ἐτῶν εἰσεπράχθησαν 66,346,401.09 περισσότερα τῶν εἰσπραχθέντων κατὰ τὸ 1896, διότι, ἂν διαιρέσητε τὸ εἰρημένον ποσὸν τῶν δραχμῶν 66,346,401.09 διὰ τοῦ ἀριθμοῦ 4, — ὅσα τὰ ἔτη, κατὰ τὰ ὁποῖα εἰσεπράχθησαν τὰ ἔσοδα ταῦτα, — θέλετε εὕρει, ὅτι τὰ ἔσοδα ἑκάστου τῶν τεσσάρων τούτων ἐτῶν ὑπερέβησαν τὰ κατὰ τὸ 1896 εἰσπραχθέντα ἔσοδα κατὰ δραχ. 16,586,600.27. Οὐδὲ θέλει εἶσθαι εὔκολον εἴς τινα νὰ ἰσχυρισθῇ, ὅτι ἡ καθολικὴ παραγωγὴ ἐν τῇ ἐπικρατείᾳ ἦτο τοσοῦτον ἰσχυρὰ καὶ τοσοῦτον ἐπαρκὴς εἰς τὰς ἀνάγκας αὐτῆς, ὥστε ἠδύνατο ἄνευ βλάβης τινὸς νὰ εἰσφέρῃ εἰς τὸ Κράτος 16,586,600 δραχ. κατ’ ἔτος περισσότερα ἐκείνων, τὰ ὁποῖα εἶχεν εἰσφέρει ὁ λαὸς κατὰ τὸ τελευταῖον ἔτος, τὸ πρὸ τοῦ πολέμου. Ἀπὸ τοῦ ἔτους ἐκείνου μέχρι τῶν ἐτῶν 1899, 1900, 1901 καὶ 1902 ἐμεσολάβησαν δύο ἔτη, τὸ 1897 καὶ τὸ 1898. Τὰ ἔτη ταῦτα δὲν ἦσαν ἔτη, κατὰ τὰ ὁποῖα ἐνισχύετο ἡ παραγωγή· ἦσαν ἔτη, κατὰ τὰ ὁποῖα ἐμειοῦτο καὶ κατεστρέφετο ἡ παραγωγή, διότι εἶχον ἀφαιρεθῆ ἀπὸ τὴν κοινωνίαν 120 ἢ 140 χιλιάδες βραχιόνων, οἱ ὁποῖοι ὑπηρέτουν ἐν ταῖς τάξεσι τοῦ στρατοῦ, ἁρπαγέντες ἀπὸ τὰ ἔργα τῆς παραγωγῆς, διότι, ἐὰν τὰ ἀτυχήματα τοῦ πολέμου ἐπήνεγκον καὶ ἄλλας πολιτικὰς ἢ ἠθικὰς ζημίας, ἐπήνεγκον ὅμως καὶ ὑλικὴν ζημίαν, χρηματικήν, οὐχὶ μόνον ἐν Θεσσαλίᾳ, ἐν ᾗ ὑπῆρξε τὸ κέντρον τοῦ πολέμου, ἀλλὰ καὶ ἐν τῇ ἄλλῃ χώρᾳ, διότι πάντες οἱ πολῖται πασῶν τῶν ἐπαρχιῶν ἔχουσι κοινὴν τὴν τύχην, κοινὰ συμφέροντα καὶ κοινὰς σχέσεις χρηματικάς. Ἐὰν λοιπὸν τοιαῦτα ὑπῆρξαν τὰ ἔτη 1897 καὶ 1898, ποῖον θάρρος, ποίαν ἐνίσχυσιν ἠδυνάμεθα ἀμέσως μετὰ τὰ δύο ταῦτα ἔτη νὰ πορισθῶμεν, ἵνα ὑπολάβωμεν, ὅτι, ὅσα δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ εἰσπραχθῶσι κατὰ τὸ 1896, ἦτο δυνατὸν νὰ εἰσπραχθῶσι μετὰ τὰ ἀτυχήματα τοῦ πολέμου, καὶ ὅτι ἠδυνάμεθα ἀκινδύνως νὰ ζητήσωμεν ἀπὸ τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν νὰ εἰσφέρῃ εἰς τὸ Κράτος 16,586,600 περισσότερα ἢ ὅσα εἰσέφερεν ἕως τότε; Ἐὰν δὲ ἀναλύσω κατὰ φορολογικὰς κατηγορίας τὸ ποσὸν αὐτό, τὸ ὑπὲρ τὰ εἰσπραχθέντα κατὰ τὸ 1896 εἰσπραχθὲν κατὰ τὰ μετ’ αὐτὸ τέσσαρα ἔτη, θέλω πιθανῶς παράσχει εἰς ὑμᾶς μεγαλειτέραν εὐκολίαν, οὐχὶ ἵνα κατανοήσητε τοὺς λόγους, τοὺς ὁποίους ἀπευθύνω πρὸς ὑμᾶς, ἀλλ’ ἵνα πεισθῆτε, ὅτι οἱ λόγοι αὐτοὶ παριστῶσι τὴν ἀληθῆ εἰκόνα τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως τῆς χώρας. Κατὰ τὰ τέσσαρα τελευταῖα ἔτη, 1899, 1900, 1901 καὶ 1902, εἰσεπράχθησαν ἐξ ἀμέσων φόρων 9,738,833.12 περισσότερα ἀπὸ ὅσα εἶχον εἰσπραχθῆ κατὰ τὸ 1896. Εἰσεπράχθησαν ἐκ φόρων καταναλώσεως 31,221,747 περισσότερα τῶν εἰσπραχθέντων κατὰ τὸ 1896· εἰσεπράχθησαν ἐκ τελῶν καὶ δικαιωμάτων 11,434,762.99 πλειότερα ἢ ὅσα εἶχον εἰσπραχθῆ κατὰ τὸ 1896· εἰσεπράχθησαν ἐκ μονοπωλίων δραχ. 6,795,486.96 περισσότερα ὡσαύτως τῶν εἰσπραχθέντων κατὰ τὸ 1896, καὶ ἐξ ἀπολήψεως ἐξόδων τοῦ Προϋπολογισμοῦ 3,663,011.17 περισσότερα τῶν τότε εἰσπραχθέντων. Καὶ ἀληθῶς, Κύριοι, κατὰ τὸ ἔτος 1899 τὰ ἔσοδα προϋπελογίσθησαν εἰς 115,392,621.79· ἀλλ’ ἐξ αὐτῶν πρέπει ν’ ἀφαιρεθῶσι τὰ ἔκτακτα ἔσοδα, τὰ ὁποῖα συνίσταντο εἰς δραχ. 4,162,400.55. Ἑπομένως τὰ τακτικὰ ἔσοδα ἦσαν δραχμαὶ 111,230,221.24. Ἐὰν ἀφαιρέσητε ἀπ’ αὐτῶν τὰ 96,931,726.92, τὰ ὁποῖα εἰσεπράχθησαν κατὰ τὸ 1896, τὰ κατὰ τὸ 1899 εἰσπραχθέντα ὑπερέβησαν τὰ κατὰ τὸ 1896 κατὰ δραχμὰς 14,298,494.32. Κατὰ τὸ 1900 τὰ ἔσοδα προϋπολογίσθησαν εἰς δραχ. 119,173,942.54. Ἐὰν ἀφαιρέσητε ἐξ αὐτῶν τὰ ἐκ δανείων καὶ ἐξ ἐκτάκτων πόρων, ἀνελθόντα εἰς 8,535,168.48, τὰ κατὰ τὸ 1900 εἰσπραχθέντα ἀνῆλθον εἰς 110,638,774.06 τακτικὰ ἔσοδα, ἤτοι περισσότερα ἢ ὅσα εἶχον εἰσπραχθῆ τὸ 1896 κατὰ δρ. 13,707,047.14. Κατὰ τὸ 1901 τὰ ἔσοδα εἶχον προϋπολογισθῆ εἰς δραχ. 167,617,443,06, ἐὰν δ’ ἀφαιρέσητε ἐξ αὐτῶν τὰ ἔκτακτα ἐκ δανείων ἔσοδα μετὰ τῆς νομισματικῆς διαφορᾶς, ἀνελθόντα εἰς 53,521,687.59, τὰ ἔσοδα τὰ τακτικὰ ἀνῆλθον εἰς 114,095,755.47, ἤτοι εἰσεπράχθησαν περισσότερα τῶν εἰσπραχθέντων κατὰ τὸ 1896 κατὰ δραχ. 17,164,028.55. Οὕτω κατὰ τὰ τρία ἔτη 1899, 1900 καὶ 1901 εἰσεπράχθησαν περισσότερα τῶν κατὰ τὸ 1896 εἰσπραχθέντων δρ. 45,169,570.01. Ἐὰν προσθέσητε εἰς ταῦτα καὶ τὰ εἰσπραχθέντα κατὰ τὸ 1902, τὰ ὁποῖα συνίσταντο, κατὰ τὸν Προϋπολογισμόν, εἰς 123,949,931, ἐξ ὧν 118,108,358 δραχ. ἦσαν τακτικὰ ἔσοδα, — διότι δὲν περιλαμβάνω τὰ ἐκ δανείου διὰ τὴν ἀγορὰν τῶν κτημάτων τοῦ Στεφάνοβικ καί τινα ἄλλα ἔκτακτα ἔσοδα, ἀνελθόντα εἰς 5,841,573—θέλουσιν εἰσπραχθῆ καὶ κατὰ τὸ 1902 περισσότερα ἀπὸ ὅσα εἶχον εἰσπραχθῆ τὸ 1896 δραχμαὶ 21,176,831.08. Δὲν σκοπῶ νὰ ἐξετάσω, πῶς διετέθησαν τὰ οὕτως εἰσπραχθέντα, τὰ ὁποῖα ἐν συγκρίσει πρὸς τὰ ἔσοδα τοῦ 1896 ὑπερβαίνουσιν ἐκεῖνα κατὰ δρ. 66,346,401.09, διότι, ὅταν στρέψω τὸν λόγον περὶ τῶν ἐξόδων, δὲν θέλω παραλίπει νὰ ἐκπληρώσω τὸ καθῆκον τοῦτο. Ἀλλ’ ἔλαβον ὑπ’ ὄψιν τὸν ἀπολογισμὸν τοῦ 1899, τὸν ὁριστικόν, δημοσιευθέντα ἤδη. Ὡσαύτως δὲ καὶ τοὺς προσωρινοὺς ἀπολογισμοὺς τῶν ἐτῶν 1900 καὶ 1901. Οἱ προσωρινοὶ ἀπολογισμοὶ τῶν 1900 καὶ 1901 ἔχουσι μικρὰ σφάλματα, τὰ ὁποῖα ἀνεζητήσαμεν καὶ ἀνεύρομεν, διὰ τοῦτο δὲ ἀντὶ τῶν προσωρινῶν ἀπολογισμῶν τῶν δημοσιευθέντων καταθέτω δύο πίνακας, ἕνα τοῦ 1900 καὶ ἕτερον τοῦ 1901, παρακαλῶ δὲ τὸν κύριον Πρόεδρον νὰ διατάξῃ νὰ τυπωθῶσι καὶ διανεμηθῶσι, διότι ἐν αὐτοῖς διορθοῦνται τὰ ἐν τοῖς προσωρινοῖς ἀπολογισμοῖς σφάλματα, ὧν ἐποιησάμην μνείαν· ἐξετάζων ὅμως τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1900 ἐν τῇ ἐφαρμογῇ αὐτοῦ καὶ ἐν τοῖς ἀποτελέσμασιν αὐτοῦ, συνάγω, ὅτι εἰσεπράχθησαν μὲν 119,173,942.54, ἀλλ’ ἀφαιρουμένων τῶν ἐκτάκτων ἐσόδων ἐκ δανείων, ἐκ νομισματικῆς διαφορᾶς καὶ ἔκ τινων ἄλλων ἐκτάκτων πόρων, τὰ εἰσπραχθέντα τακτικὰ ἔσοδα ἀνῆλθον εἰς 110,638,774.06. Εἰς τὰ ἔξοδα ὅμως τοῦ 1900, τὰ ὁποῖα ἀνῆλθον εἰς 109,318,458.83, πρέπει νὰ προστεθῇ ποσὸν δραχ. 1,217,258.80, τὸ ὁποῖον κατὰ λάθος δὲν περιελήφθη μεταξὺ τῶν ἐξόδων, κατετέθη δὲ, συνεπείᾳ διαταγῆς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τῶν δανείων πρὸς κατασκευὴν τοῦ σιδηροδρόμου Πειραιῶς – Λαρίσης. Οὕτω τὰ ἔξοδα ἀνέρχονται εἰς 110,535,717.63. Ἀφαιρούμενα δὲ ἀπὸ τῶν τακτικῶν ἐσόδων, τὰ ὁποῖα, ὡς εἶπον πρὸ μικροῦ, ἀνῆλθον εἰς δραχ. 110,638,774.06, καταλείπουσι περίσσευμα δραχ. 103,056.43. Ἑπομένως κατὰ τὸ 1900, κατὰ τὸ ὁποῖον τὰ τακτικὰ ἔσοδα προσδιωρίσθησαν, ὡς ἔλεγον πρὸ μικροῦ, εἰς δραχ. 110, 638,774.06, ὑπελείφθη περίσσευμα ἐκ δραχμῶν 103,056.43, μολονότι κατὰ τὸ 1900 εἰσεπράχθησαν ἐξ ἐσόδων περισσότερα τῶν εἰσπραχθέντων κατὰ τὸ 1896 δραχμαὶ 13,707,047.14, ὡς ἔλεγον πρὸ μικροῦ. Οὕτω λοιπὸν, ἐὰν δὲν εἰσεπράττοντο τὰ 13,707,047.14 πλέον τῶν εἰσπραχθέντων κατὰ τὸ 1896, δὲν ἠθέλομεν ἔχει περίσσευμα τὰς 103,056.43, ἀλλ’ ἠθέλομεν ἔχει ἔλλειμμα 13,603,990.71. Ἑπομένως ἔπρεπε νὰ ἐπιζητηθῇ ἀμειλίκτως ἡ εἴσπραξις τοσούτων ἐσόδων, διὰ νὰ δυνηθῇ ἡ Διοίκησις νὰ ἐπαρκέσῃ εἰς τὰ ἔξοδα, τὰ ὁποῖα εἶχε προσθέσει, οἰκοδομήσασα πολυτελὲς οἰκοδόμημα διοικήσεως, καὶ ἀναβιβάσασα τὰ ἔξοδα τοῦ Κράτους μέχρι τοῦ ὕψους, εἰς τὸ ὁποῖον ἔφθασαν ἐν τοῖς Προυπολογισμοῖς τῶν τεσσάρων τούτων τελευταίων ἐτῶν. Καὶ κατὰ τὸ ἔτος 1901 τὰ τακτικὰ ἔσοδα ἀνῆλθον εἰς 114,095,755.47, τὰ δὲ ἔξοδα ἀνῆλθον εἰς 114,138,752 καὶ 34/00. Ἑπομένως ὑπῆρξεν ἔλλειμμα δραχ. 42,996.87. Ἐνῷ λοιπὸν κατὰ τὰ δύο ἔτη 1900 καὶ 1901 εἰσεπράχθησαν 28,763,570.14 περισσότερα τῶν εἰσπραχθέντων κατὰ τὸ 1896, τὰ ἀποτελέσματα τῶν δύο ἐτῶν συνίστανται εἰς τὸ κατὰ τὸ 1900 περίσσευμα τῶν 103,056.43 μεῖον τοῦ κατὰ τὸ 1901 ἐλλείμματος τῶν 42,996.87, ἤτοι εἰς περίσσευμα 60,059.56. Κατὰ ταῦτα εἶχεν ἐπιβληθῆ εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ μὴ ἀρκεσθῇ εἰς τὸ ποσὸν τῶν ἐσόδων τοῦ 1896, καὶ νὰ προσπαθήσῃ νὰ εἰσπράξῃ περισσότερα δρ. 28,763,570.14, ἀφοῦ τοσοῦτον εἶχεν αὐξήσει τὰ ἔξοδα, διότι, ἐφ’ ὅσον αἱ δαπάναι ηὐξάνοντο, ἐπὶ τοσοῦτον ἐπετείνετο καὶ ἡ ἐπιθυμία τῆς εἰσπράξεως περισσοτέρων ἐσόδων, διὰ νὰ δυνηθῶσιν οἱ κυβερνῶντες τότε νὰ ἐπαρκέσωσιν εἰς τὰ ἔξοδα. Τοιαύτη ἡ κατάστασις τῶν ἀποτελεσμάτων τῆς τριετίας τοῦ 1899, 1900 καὶ 1901. Ὅτε δ’ ἐπῆλθε τὸ 1902, τοιαῦτα εἴχομεν τὰ ἀποτελέσματα· εἶχον δαπανηθῆ εἰς τὰς ἀνάγκας τῆς Διοικήσεως πάνθ’ ὅσα εἶχον κατὰ τὰ δύο ἔτη εἰσπραχθῆ, καὶ μᾶς εἶχεν ὑπολειφθῆ περίσσευμα δρ. 60,059.56. Τὸ 1902 δὲ παρέστημεν πρὸ καταστάσεως παραδόξου. Ἐζητήθη ἄδεια διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ νὰ εἰσπραχθῶσιν 123,949,967.58, προϋπελογίσθησαν δὲ τὰ ἔξοδα εἰς 121,885,707.20, περιλαμβανομένου καὶ ἐκτάκτου ἐξόδου ἐκ δραχμῶν 3,777,306 διὰ τὴν ἀγορὰν τῶν κτημάτων Στεφάνοβικ· ἀφαιρουμένου δὲ τοῦ ποσοῦ τούτου, τὰ τακτικὰ ἔξοδα ἀνῆλθον εἰς δραχμὰς 118,108,401.20, ἑπομένως ἐπηγγέλλοντο οἱ κυβερνῶντες περίσσευμα ἐκ δρ. 3,677,306. Ἀλλὰ ποία ἡ τύχη τοῦ 1902; Τὰ ἔσοδα κατὰ τὸ 1902 ηὐξήθησαν εἰς 123,949,931.58, ἤτοι κατὰ 27,018,204.66 περισσότερα· τὰ τακτικὰ ἔξοδα ὅμως, τὰ ὁποῖα εἶχον προσδιορισθῆ εἰς 118,108,401.20, εἰς τακτικὰ δὲ καὶ ἔκτακτα μετὰ τοῦ ἀντιτίμου τῶν κτημάτων τοῦ Στεφάνοβικ εἰς δρ. 121,885,707.20, ἀνεβιβάσθησαν διὰ τῶν ἀναπληρωματικῶν πιστώσεων μέχρι τῆς σήμερον, καθ’ ἣν ἀγορεύω πρὸς ὑμᾶς, εἰς 129,657,425.23, τὸ δὲ προαγγελλόμενον περίσσευμα τῶν 2,064,223.80 μετεποιήθη εἰς ἔλλειμμα 7,771,718.03. Καὶ οὕτως ἐχορηγήθησαν διὰ Βασ. Διαταγμάτων πιστώσεις ἐξ 1,657,917 δραχμῶν· τὴν κύρωσιν δὲ τῶν Διαταγμάτων τούτων προτείνω σήμερον εἰς τὴν Βουλὴν διὰ τῶν κατατιθεμένων νομοσχεδίων. Ἀλλὰ προτείνω προσέτι νομοσχέδια, δι’ ὧν ζητεῖται νὰ ψηφισθῶσι καὶ ἄλλαι πιστώσεις, ἤτοι πίστωσις περὶ χορηγίας δραχμῶν 113,606 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1902, ἀναπληρωματικὴ πίστωσις ἐκ δραχ. 1,257,498.50 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, ἀναπληρωματικὴ πίστωσις ἐκ δραχ. 6,000 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, ἀναπληρωματικὴ πίστωσις ἐκ δραχμῶν 1,625,800 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, ἀναπληρωματικὴ πίστωσις ἐκ δραχμῶν 88,705 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, ἀναπληρωματικὴ πίστωσις ἐκ δραχ. 50,000 ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, ἀναπληρωματικὴ πίστωσις ἐκ δραχμῶν 6,500 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, ἀναπληρωματικὴ πίστωσις ἐκ δραχ. 120,000 ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν. Διὰ τῶν νομοσχεδίων, ἅτινα κατέθηκα πρὸ μικροῦ, συγκεφαλαιοῦνται αἱ ζητούμεναι ἀναπληρωματικαὶ πιστώσεις εἰς δραχ. 3,268,109.50. Ἀλλὰ πλὴν αὐτῶν καὶ ἄλλαι πιστώσεις εἰσὶν ἀναγκαῖαι, δι’ ἃς καταθέτω ἓξ ἄλλα νομοσχέδια. Ζητεῖται νὰ χορηγηθῇ εἰδικὴ πίστωσις ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης ἐκ δρ. 36,122.82, ἑτέρα εἰδικὴ πίστωσις ἐκ δρ. 376,304.90 ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν...

§11Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Διὰ τὸ 1902;

§12Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μάλιστα... Ἐπίσης ζητεῖται εἰδικὴ πίστωσις ἐκ δρ. 33,261 ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, ἑτέρα εἰδικὴ πίστωσις ἐκ δρ. 146,221.38 ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, ἑτέρα εἰδικὴ πίστωσις ἐκ δρ. 212,786.80 ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, καὶ ἄλλη εἰδικὴ πίστωσις ἐπὶ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν ἐκ δρ. 1,394,322.46· ἀνέρχονται δὲ καὶ τὰ ποσὰ τῶν εἰδικῶν τούτων πιστώσεων εἰς δρ. 2,199,019.36. Θέλω δὲ προσεχῶς προτείνει καὶ ἄλλα νομοσχέδια περὶ χορηγίας καὶ ἄλλων ἀναπληρωματικῶν πιστώσεων, ἀνερχομένων εἰς δραχ. 312,000 εἰς γραμμάτια καὶ δρ. 267,214.52 εἰς χρυσόν, ὡς καὶ πίστωσιν ἀναπληρωματικὴν ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης ἐκ δραχ. 1747.55, καὶ ἑτέραν πίστωσιν ἀναπληρωματικὴν ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν ἐκ δρ. 30,710.10 διὰ διαφόρους δαπάνας ὑπὲρ τῆς Γεωργίας.

§13Κ. ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Τὰ περισσότερα ἐδαπανήθησαν διὰ τὰς μεταθέσεις τῶν ὑπαλλήλων τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως.

§14Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Οὕτω πῶς ἀνεβιβάσθησαν τὰ διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1902 προβλεφθέντα ἔξοδα ἀπὸ δρ. 123,578,624.20 εἰς δρ. 129,657,425.23, ἤτοι εἰς δραχ. 130,000,000 μεῖον δρ. 342,574.77, καὶ οὕτως, ἐνῷ ὅτε εἰσήχθη ὁ Προϋπολογισμὸς ἀνέγραφεν ἔσοδα 123,949,931, ἔξοδα δὲ 121,885,707.20, ἤτοι προηγγέλθη εἰς τὴν Βουλὴν περίσσευμα ἐκ δρ. 2,064,223,80, ἡ ἐλπὶς δὲ τοῦ περισσεύματος τούτου ἐθέρμανε τὴν πλειονοψηφίαν, σήμερον περιερχόμεθα εἰς ἀποτελέσματα ἐντελῶς ἀντίθετα, διότι τὰ μὲν ἔσοδα ἔμειναν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ὡς ἀνεγράφοντο, ἤτοι δραχ. 123,949,931, ἀνεβιβάσθησαν ὅμως τὰ ἔξοδα εἰς δρ. 129,657,425.23, καὶ περιεπέσαμεν ἀπὸ τοῦ περισσεύματος τῶν 2,064,223 εἰς ἔλλειμμα 5,707,494.23.

§15Π. ΣΑΚΚΗΣ. Καὶ 9,000,000 τὰ ἐλπιζόμενα, γίνονται 14,000,000.

§16Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Οὕτω, λέγω, ὅτε μὲν ἐχωρίσθημεν, ληξασῶν τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς ἐκείνης, προσεδοκῶμεν ὅτι θὰ ὑπάρξῃ ἓν περίσσευμα, μέγα ἢ καὶ μικρὸν, ἀλλὰ βεβαίως περίσσευμα· συνελθόντες δ’ ἐνταῦθα σήμερον, μανθάνομεν, ὅτι τὸ περίσσευμα μετετράπη εἰς ἔλλειμμα δρ. 5,707,494.23.

§17Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Λάθος θὰ ἔκαμαν τότε.

§18Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Πάντα ταῦτα εἶναι ἐν προβλέψεσιν, ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1902 ἐξακολουθεῖ ὑπάρχων ἐν ἐνεργείᾳ, διότι ἡ χρῆσις δὲν ἐτελείωσεν· ὅταν δὲ τελειώσῃ ἡ χρῆσις, τότε θέλομεν μάθει ποῖα εἶναι τὰ ἀκριβῆ ἀποτελέσματα. Ἀλλὰ, ὡς ὅτε εἰσήγετο ὁ Προϋπολογισμὸς, διετελοῦμεν ἐντὸς τοῦ ἔτους, οὕτω καὶ νῦν ἡ χρῆσις αὐτοῦ δὲν ἔκλεισε· πρὶν ἢ ὅμως παρέλθωσι δέκα τέσσαρες μῆνες ἀπὸ τῆς ἐνάρξεως αὐτοῦ, μανθάνομεν ὅτι αἱ προβλέψεις μεταβάλλονται, διότι ἀντὶ περισσεύματος ἔχομεν ἔλλειμμα, καὶ μάλιστα ἀφοῦ κατὰ τὸ ἔτος τοῦτο, τὸ 1902, ζητεῖται νὰ εἰσπραχθῶσιν 123,949,931, ἤτοι 27,018,204,08 περισσότερα ἢ ὅσα εἶχον εἰσπραχθῆ κατὰ τὸ 1896. Φαντασθῆτε, ἐὰν εἴχομεν Προϋπολογισμὸν, οἷον εἴχομεν κατὰ τὸ 1896, ἤτοι ἐὰν εἴχομεν καὶ κατὰ τὸ 1902 τόσα ἔσοδα, ὅσα εἰσεπράχθησαν κατὰ τὸ 1896, ὁπόσον ἤθελεν εἶσθαι τὸ ἔλλειμμα, εἰς τὸ ὁποῖον ἠθέλομεν καταλήξει! Δυστυχῶς, κύριοι Βουλευταὶ, τὰ πράγματα ἐβεβαίωσαν τὰς προρρήσεις ἐκείνων, οἵτινες κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Περίοδον τῆς Βουλῆς δὲν ἔπαυον παρατηροῦντες καὶ παριστάνοντες, ὅτι ἔδει νὰ γένηται σκέψις ὡριμωτέρα καὶ σπουδαιοτέρα περὶ τῶν οἰκονομικῶν πραγμάτων τοῦ δημοσίου ταμείου, διότι ἡ κατάστασις τῶν οἰκονομικῶν τοῦ δημοσίου ταμείου ἐπιδρᾷ ἀμέσως ἐπὶ τῶν οἰκονομικῶν τῆς χώρας. Καὶ ἂν κατὰ τὸ 1893 ἐπέσκηψε τὸ μέγα δυστύχημα νὰ κηρυχθῇ τὸ Ἑλληνικὸν Βασίλειον ἐν πτωχεύσει, δυστύχημα τοῦ ὁποίου πολλαπλαῖ ἦσαν αἱ ὀδυνηραὶ συνέπειαι, φαντασθῆτε, ἐὰν ἤθελεν ἐπισκήψει τὸ ἄλλο μέγα καὶ φοβερὸν δυστύχημα, νὰ εὑρεθῇ ἡ χώρα ἐν πτωχεύσει, δηλαδὴ νὰ εὑρεθῇ ἡ τάξις τῶν παραγόντων, ἡ τάξις τῶν καλλιεργούντων τὴν γῆν, ἡ τάξις τῶν μετερχομένων βιομηχανίαν, ἡ τάξις τῶν μετερχομένων ἐπιτήδευμα, ἀπὸ τοῦ ὁποίου τὸ δημόσιον ταμεῖον εἰσπράττει φόρους, ἐὰν ἤθελε συμβῆ πᾶσαι αἱ τάξεις αὗται νὰ πτωχεύσωσι, καὶ νὰ μὴ εὑρεθῶσι πλέον εἰς κατάστασιν νὰ εἰσφέρωσιν ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἡ Πολιτεία ἀξιοῖ νὰ εἰσπράττῃ παρ’ αὐτῶν! Διὰ τοῦτο μοὶ φαίνεται, ὅτι ἡ πολιτική, τὴν ὁποίαν ἐπηγγέλθημεν, οὐχὶ μόνον ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἀποτελοῦσι τὸ πολιτικὸν κόμμα, τοῦ ὁποίου διευθύνω τὰς ἐργασίας, ἀλλὰ πᾶσα ἡ Ἀντιπολίτευσις, καὶ αὐτοὶ οἱ ἐπιφανεῖς πολιτικοὶ ἄνδρες τῆς χώρας, οἱ ὁποῖοι δὲν συνέπραττον μετὰ τοῦ Ὑπουργείου, ἡ πολιτική, λέγω, αὕτη νομίζω, ὅτι ἐπιβάλλεται ὑπὸ μεγάλης ἀνάγκης, καὶ δὲν πιστεύω, ὅτι δύναται νὰ ὑπάρξῃ Ἕλλην, ὁ ὁποῖος ἤθελε διστάσει νὰ δώσῃ τὴν ψῆφόν του πρὸς ἐφαρμογὴν τῆς τοιαύτης πολιτικῆς. Μοὶ ἐδόθη ἡ εὐκαιρία νὰ εἴπω πρό τινος πρὸς εὐγενῆ φίλον, ἱκετεύων αὐτὸν νὰ κατορθώσῃ, ἵνα ἡ Ἑλλὰς ἔχῃ αὐτὴν τὴν πολιτικήν, ἵνα κατορθώσῃ, ἐὰν ἡμεῖς αὔριον ἀνατραπῶμεν ἀπὸ τῆς ἀρχῆς, ἐὰν καταλίπωμεν τὴν ἀρχὴν, ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἤθελον μᾶς διαδεχθῆ νὰ ἐφαρμόσωσι καὶ αὐτοὶ τὴν τοιαύτην πολιτικήν, τὴν ὁποίαν ἡμεῖς θέλομεν ἐφαρμόσει, νὰ κατορθώσῃ, ἂν εἶναι δυνατόν, καὶ ἡ βασιλικὴ ἀρχὴ νὰ ἔχῃ αὐτὴν τὴν πολιτικήν, ὅπως δυνηθῶμεν νὰ ἀποσοβήσωμεν τὸν κίνδυνον, ὁ ὁποῖος ἐπέρχεται· διότι, ἂν δὲν ἐξακολουθήσῃ ἡ πρόνοια, ἣν λαμβάνομεν κατὰ τὸ 1903, θέλει βεβαίως ἐπισκήψει ἡ συμφορὰ ἐπὶ τὴν χώραν. Ὑπὸ τοιούτων σκέψεων πιεζόμενος, ὅσον εἶναι δυνατὸν νὰ πιεσθῇ πᾶς ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος ἤθελε θέσει τὸν δάκτυλον ἐπὶ τὸν τύπον τῶν ἥλων, ὁ ὁποῖος ἤθελεν ἐξετάσει τὰς λεπτομερείας, ἠσχολήθημεν, ὅπως δυνηθῶμεν νὰ ἐλαττώσωμεν ἐν πρώτοις τὰ ἔξοδα, διότι, ὅταν τὰ ἔξοδα ἐλαττωθῶσι, θέλει κατασταθῆ δυνατὸν νὰ ἐπέλθωσι βελτιώσεις καὶ ἐπὶ τὰ ἔσοδα, τροποποιουμένων τῶν νόμων, ὅσους ἡ ἐφαρμογὴ ἡ μέχρι τοῦδε ἀπέδειξε πλημμελεῖς ἢ καταθλιπτικούς, ἀδίκους ἢ ἀνίσους. Ἀλλ’ ὄχι μόνον τοῦτο, ἀλλὰ καὶ ἄλλο τι, ὅτι, καὶ ἂν ἤθελον εἰσπράττεσθαι περισσότερα ἔσοδα ἀπὸ ὅσα εἰσεπράττοντο κατὰ τοὺς τελευταίους, τοὺς μετὰ τὸν πόλεμον, χρόνους, τὰ ἔσοδα ταῦτα τὰ περισσεύοντα πρέπει νὰ παύσωμεν νὰ διαθέτωμεν ὑπὲρ προσώπων, νὰ προσπαθήσωμεν δὲ νὰ διαθέτωμεν ὑπὲρ πραγμάτων, νὰ ἐνισχύσωμεν τὴν ἐθνικὴν παραγωγήν, πάντας τοὺς κλάδους αὐτῆς, νὰ ἐνισχύσωμεν τὴν γεωργίαν, διὰ παντὸς μέσου, τὴν βιομηχανίαν, τὸ ἐμπόριον, τὴν ἐπιτηδευματικὴν ἐργασίαν, διὰ νὰ δυνηθῇ ἡ παραγωγή, πάντες οἱ ἐργαζόμενοι, νὰ ἔχωσι κεφάλαιον ἐπαρκές, ὅπως ὄχι μόνον ἐξακολουθῶσι νὰ ἐργάζωνται, ὡς ἐργάζονται μέχρι τοῦδε, ἀλλὰ καὶ νὰ δυνηθῶσι νὰ ἐπεκτείνωσι τὰς ἐργασίας των, ὥστε, ἐὰν παρῆγον μέχρι τοῦδε δέκα, νὰ παράγωσι δώδεκα, ἐὰν παράγωσιν εἴκοσι, νὰ παράγωσιν εἴκοσι καὶ πέντε, ἐὰν παράγωσι νῦν ἑκατὸν, νὰ παράγωσι διακόσια· διότι τοιουτοτρόπως θέλει τὸ Κράτος δυνηθῆ νὰ φορολογῇ καὶ νὰ εἰσπράττῃ περισσότερα, φορολογοῦν προϊόντα πολλῷ περισσότερα ἀπὸ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα φορολογοῦνται νῦν· διότι, εἰσπράττον τότε περισσότερα, δὲν θέλει καταθλίβει τὴν παραγωγήν, ἀλλὰ θέλει ἐνθαρρύνει αὐτήν, ἀφοῦ μέρος τῶν εἰσπραττομένων θέλει δαπανᾷ ὑπὲρ τῆς παραγωγῆς, θέλει δὲ μένει καὶ ἄλλο μέρος ἐκ τῶν ἐσόδων, τὸ ὁποῖον θέλει διατίθεσθαι εἰς ἄλλας ἀνάγκας. Καὶ ἔχει τὸ Κράτος ἀνάγκας, καὶ ἀνάγκας ποικίλας, ἀνάγκας πολυειδεῖς, ἀνάγκας, τὰς ὁποίας ἐνδεικνύουσιν εἰς τοὺς κυβερνῶντας καὶ εἰς τὴν κοινωνίαν ἡ κατάστασις τῆς ἐσωτερικῆς διοικήσεως, ἡ κατάστασις τῆς Δικαιοσύνης, ἐνδεικνύουσιν αὐτὰ τὰ κοινότερα καὶ πλέον προσιτὰ εἰς πάντα θέματα Ἀλλ’ ἔχει πλὴν τούτων καὶ ἄλλας ἀνάγκας, ἀνάγκας, τὰς ὁποίας δὲν πρέπει νὰ παρίδῃ ποτὲ ἡ Βουλὴ τῶν Ἑλλήνων, διότι δὲν εἴμεθα κύριοι τοῦ μέλλοντος, τὸ δὲ μέλλον ἐτάζει ἡ χεὶρ τοῦ ἀνωτάτου Ὑψίστου, οὐδεὶς δὲ δύναται νὰ ἦναι βέβαιος, τί τέξεται ἡ ἐπιοῦσα. Λέγω ταῦτα, οὐχὶ διὰ νὰ ἐμβάλω εἰς ὑμᾶς ἀνησυχίαν τινὰ περὶ τῶν ἐκτὸς ἡμῶν πολιτικῶν πραγμάτων, διότι ἔχω τὴν ἐλπίδα, ἵνα μὴ εἴπω τὴν πεποίθησιν, ὅτι τὰ ἐκτὸς ἡμῶν πολιτικὰ πράγματα θέλουσιν ἐξακολουθήσει ἐν τάξει καὶ δὲν θέλουσιν ἐπέλθει ἀνωμαλίαι, αἱ ὁποῖαι νὰ ἐκθέσωσιν εἰς κίνδυνον τὰ συμφέροντα ὄχι μόνον τοῦ Κράτους τούτου, ἀλλὰ τὰ συμφέροντα ἐκείνων, τοὺς ὁποίους τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος ὀφείλει νὰ μὴ λησμονῇ, καὶ περὶ τῆς τύχης τῶν ὁποίων ὀφείλει νὰ μεριμνᾷ. Ἠσχολήθην λοιπὸν νὰ ἐπιφέρω ἐλαττώσεις ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, καὶ τοιουτοτρόπως τῇ συνδρομῇ τῇ ἀξιεπαίνῳ τῶν ἀγαπητῶν συναδέλφων μου ἠδυνήθημεν νὰ καταβιβάσωμεν τὰ ἔσοδα ἀπὸ 123 ἑκατομμύρια εἰς 119,406,501. Ἀλλ’ ἠδυνήθημεν νὰ καταβιβάσωμεν καὶ τὰ ἔξοδα ἀπὸ 129,657,425 εἰς 114,151,539. Ἡ διαφορὰ λοιπὸν μεταξὺ τῶν ἐξόδων, τὰ ὁποῖα ἀναγράφομεν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1903, πρὸς τὸ ποσὸν τῶν ἐξόδων, τὸ ὁποῖον ἀπετελέσθη ἐκ τῶν ἀναγεγραμμένων ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1902 ποσῶν καὶ ἐκ τῶν ζητηθεισῶν καὶ ζητουμένων ἀναπληρωματικῶν, τῶν ἐκτάκτων καὶ τῶν εἰδικῶν πιστώσεων, δι’ ὧν ἀνεβιβάσθησαν τὰ ἔξοδα εἰς 129 ἑκατομμύρια, ἡ διαφορά, λέγω, αὕτη ἀνέρχεται εἰς 15,505,886.23. Ἀλλὰ λέγων 15 καὶ πλέον ἑκατομμύρια, παρακαλῶ νὰ μὴ ὑπολάβητε, ὅτι ἡμεῖς κατωρθώσαμεν νὰ ἐλαττώσωμεν τὰ ἔξοδα κατὰ τοσούτῳ ὀγκῶδες ποσόν, διότι ἡμεῖς συντάσσοντες τὸν Προϋπολογισμὸν εἴχομεν ὑπ’ ὄψει τὰ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1902 ἀναγραφόμενα ποσά, δὲν εἴχομεν δ’ ὑπ’ ὄψει τὰς ἀναπληρωματικάς, ἐκτάκτους καὶ εἰδικὰς πιστώσεις, ἐπειδὴ δ’ ὁ Προϋπολογισμὸς ἀνέγραφεν ἔξοδα 123,578,624, αἱ ἐλαττώσεις, τὰς ὁποίας ἐπηνέγκομεν, ἀνέρχονται εἰς ποσὸν ὀλιγώτερον ἐκείνου, τὸ ὁποῖον παριστᾷ ἡ παραβολὴ τῶν ἐξόδων τοῦ 1902 πρὸς τὰ ἔξοδα τοῦ 1903. Ἐὰν δὲ παραβάλωμεν τὰ ἔξοδα τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1903 πρὸς τὰ ἀναγεγραμμένα ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1902, παραλειπομένων τῶν ἀναπληρωματικῶν, τῶν ἐκτάκτων καὶ τῶν εἰδικῶν πιστώσεων, ἡ διαφορὰ ἐπὶ ἔλαττον τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1903 ἀνέρχεται εἰς 9,427,085. Καὶ εἶναι ἡ διαφορὰ αὕτη μεταξὺ τῶν δύο Προϋπολογισμῶν, ἐνῷ κατὰ τὸ 1903 ἀναγράφονται ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ καὶ ἄλλα ἔξοδα πρὸς θεραπείαν ἄλλων ἀναγκῶν, αἵτινες δὲν ὑπῆρχον κατὰ τὸ 1902 καὶ διὰ τὰς ὁποίας ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1902 δὲν εἶχεν ἐπιβαρυνθῆ. Οὕτω, φέρ’ εἰπεῖν, εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους ἀνεγράψαμεν ἐφέτος ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ 3,441,938.16 περισσότερα ἢ ὅσα εἶχον ἀναγραφῆ τῷ 1902· ἀνεγράψαμεν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν ποσὸν 1,272,913 περισσότερον ἢ ὅσον εἶχεν ἀναγραφῆ τὸ 1902· ἀνεγράψαμεν καὶ ἐν τοῖς προϋπολογισμοῖς τῶν ἄλλων Ὑπουργείων ποσὰ πολλῶν ἑκατοντάδων χιλιάδων· τὸ ὅλον δὲ τῶν αὐξήσεων τούτων ἀνέρχεται εἰς 7,091,792.46. Ἐνῷ δ’ ηὐξήσαμεν τὰ ἔξοδα τοῦ Κράτους κατὰ 7,091,792.46 δι’ ἀνάγκας, τὰς ὁποίας δὲν προέβλεπεν ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1902, ἠδυνήθημεν νὰ ἐπενέγκωμεν ἐλάττωσιν τῶν ἐξόδων κατὰ 9,427,085.20. Αἱ ἐλαττώσεις, τὰς ὁποίας ὁ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν συνάδελφός μου ἐπήνεγκεν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ αὐτοῦ, ἀνῆλθον εἰς δραχ. 401,622.87· αἱ ἐλαττώσεις, αἵτινες ἐπηνέχθησαν ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης, ἀνῆλθον εἰς 262,950.40· αἱ ἐπενεχθεῖσαι ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν ἀνῆλθον εἰς 2,336,613.04· αἱ ἐπενεχθεῖσαι ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως ἀνῆλθον εἰς δρ. 315,880, διότι 509,840 ἀφήρεσεν ἀπὸ τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Ὑπουργείου του ὁ ἐμὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως συνάδελφος, ἀλλὰ προσετέθησαν δραχ. 193,960, ἡ δ’ ἐλάττωσις περιωρίσθη εἰς 315,880. Σημειώσατε, ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν ἀνῆλθεν εἰς 17,858,809.32 κατὰ τὸ 1901· προστιθεμένων δ’ εἰς τὸ ποσὸν τοῦτο τῶν διὰ τριῶν ἀναπληρωματικῶν καὶ εἰδικῶν πιστώσεων χορηγηθέντων, ἀνερχομένων καὶ τούτων εἰς 3,044,934.38, ἀνεβιβάσθη εἰς δραχ. 20,903,743.70. Ἑπομένως διὰ τοῦ προτεινομένου παρὰ τοῦ ἐμοῦ συναδέλφου προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργείου τοῦ ἔτους 1903, δι’ οὗ προσδιωρίσθησαν αὐτὰ εἰς 18,040,550, ἐπηνέχθη ἐλάττωσις κατὰ 2,863,193.70. Σημειώσατε δὲ, ὅτι ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν ὑπάρχουσι δαπάναι, αἵτινες προσετέθησαν κατὰ τὴν τελευταίαν τριετίαν, τὰς ὁποίας ὅμως δὲν εἶναι εὔκολον, ἴσως δὲ καὶ δὲν πρέπει νὰ θίξῃ τις, μάλιστα ἵνα ἀφαιρέσῃ τὴν ἐκ τούτων δαπάνην. Καὶ αἱ αὐξήσεις αὗται συνίστανται: εἰς δρ. 320,000 ἕνεκα τῆς κατὰ 20 δρ. κατὰ μῆνα ἀποζημιώσεως τῶν ἀξιωματικῶν πάντων τῶν ὅπλων· εἰς δρ. 114,300 ἕνεκα τῆς αὐξήσεως κατὰ 10 λεπτά, τῶν ἡμερησίων ἀποδοχῶν πάντων τῶν συμπληρωσάντων δεκαπενταετῆ ὑπηρεσίαν ὑπαξιωματικῶν· εἰς δρ. 88,166 ἕνεκα τῆς βελτιώσεως τοῦ συσσιτίου ἀνὰ δύο λεπτὰ εἰς ἕκαστον ὁπλίτην· εἰς δρ. 48,000 ἕνεκα τῆς αὐξήσεως τῶν μαθητῶν τῆς Σχολῆς τῶν ὑπαξιωματικῶν ἀπὸ 27 εἰς 106· εἰς δραχμὰς 97,080 ἕνεκα τῆς συστάσεως τῆς Γενικῆς Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ· εἰς 30,000 δρ. πρὸς ἀποστολὴν εἰς τὴν Εὐρώπην ἀξιωματικῶν πρὸς τελειοτέραν ἐκπαίδευσιν· εἰς 18,000 δρ. ἕνεκα τῆς νομισματικῆς διαφορᾶς, καὶ εἰς δρ. 36,120 ἕνεκα τῆς ἐγγραφῆς τῶν ἀποδοχῶν 29 ἀνθυπασπιστῶν ὑπεραρίθμων τοῦ πυροβολικοῦ, τοῦ ἱππικοῦ καὶ τοῦ πεζικοῦ, καὶ ἄλλαι ἕνεκα ἄλλων αὐξήσεων δαπάναι, αἵτινες ἀποτελοῦσι ποσὸν δραχ. 1,070,258. Ἀλλ’ ἡ ἐλάττωσις τῶν δαπανῶν, ἡ γενομένη ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1903, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τεθῇ εἰς ἐφαρμογήν, ἂν δὲν ψηφισθῶσι νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα πρὸς τοῦτο παρεσκευάσαμεν καὶ εἰσάγομεν. Καὶ ἐγὼ μὲν πρὸς τοῦτο εἰσάγω νομοσχέδιον περὶ καταργήσεως τελωνιακῶν θέσεων, διὰ τοῦ ὁποίου ἄνευ ζημίας τῆς τελωνιακῆς ὑπηρεσίας προκύπτει ἐλάττωσις ἐξόδων. Ἐπίσης εἰσάγω νομοσχέδιον περὶ ἐλαττώσεως τοῦ ἀριθμοῦ τῶν οἰκονομικῶν ἐπιθεωρητῶν κατὰ δώδεκα, ἐν οἷς ὁ εἰδικὸς χημικὸς, καὶ περὶ καταργήσεως τῆς Διευθύνσεως τῶν ἐπιθεωρητῶν. Νομοσχέδιον περὶ προσωπικοῦ τοῦ Ἐθνικοῦ Τυπογραφείου, διὰ τοῦ ὁποίου ἐπάγεται αὔξησις μὲν 8–9 χιλιάδων δραχμῶν, ἀλλ’ ἀφαιροῦνται αὗται ἀπὸ τοῦ προϋπολογισμοῦ τῆς Βουλῆς. Τὸ ποσὸν τοῦτο θέλει καταστήσει δυνατὴν τὴν ἐκτύπωσιν τῶν πρακτικῶν τῆς Βουλῆς ἐν τῷ Ἐθνικῷ Τυπογραφείῳ.

§19Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Καὶ πρὸ πάντων ἐγκαίρως.

§20Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐπὶ τοῦ πρὸ πάντων ἐγκαίρως, κύριε συνάδελφε, ἀνακοινώνω ὑμῖν, ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς ἔλαβε πληροφορίας, καὶ ἀπόκειται εἰς αὐτὸν νὰ παρασκευάσῃ σχέδιον, ἐπὶ τοῦ ὁποίου θέλει κληθῆ ν’ ἀποφασίσῃ ἡ Βουλή. Ἀλλὰ μὴ λησμονήσωμεν, ὅτι τὸ ἐγκαίρως δὲν ἐξαρτᾶται μόνον ἐκ τῆς Ἐθνικῆς τυπογραφίας, ἢ ἐκ τῆς ἰδιωτικῆς τυπογραφίας· τοῦτο ἐξαρτᾶται ἐκ τῆς παρασκευῆς τῶν ἀντιγράφων τῶν ἐστενογραφημένων, τὰ ὁποῖα στέλλονται πρὸς ἐκτύπωσιν, ἐξαρτᾶται δὲ προσέτι καὶ ἐκ τῆς προθυμίας, μετὰ τῆς ὁποίας οἱ κύριοι συνάδελφοι θέλουσιν ἐπιθεωρεῖ τὰ ἐστενογραφημένα πρακτικά. Εἰσάγω ὡσαύτως νομοσχέδιον περὶ δικαιοδοσίας, καταργήσεως καὶ καθορισμοῦ τῶν οἰκονομικῶν ἐφόρων. Ἐπίσης περὶ εἰσπράξεως τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν ἐπιτηδευμάτων καὶ τῶν οἰκοδομῶν. Ἐνθυμεῖσθε, ὅτι ὡς ἀντιπολιτευόμενοι ἀντέστημεν εἰς τὰς πρὸς πληρωμὴν τοῦ φόρου τῶν ἐπιτηδευμάτων καὶ τῶν οἰκοδομῶν τεθείσας προθεσμίας. Κατὰ τὸ εἰσαγόμενον νομοσχέδιον τάσσομεν τὴν πληρωμὴν εἰς τέσσαρας τριμήνους προθεσμίας, καταργοῦντες τὴν προκαταβολήν. Ἡ προκαταβολὴ μοὶ φαίνεται, ὅτι εἶναι ἀδικαιολόγητος. Ἐὰν φόρος εἶναι ποσοστὸν τοῦ προϊόντος, τὸ ὁποῖον παράγει ὁ ἐργαζόμενος, τὸ Κράτος ἔχει δικαίωμα βεβαίως νὰ ἀπαιτήσῃ τὸ ποσοστὸν τοῦτο, ζητοῦν νὰ εἰσπράξῃ τὸ ποσοστὸν τοῦτο, τὸ παραγόμενον ἐκ τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον ὁ φορολογούμενος συνεκόμισεν. Ἀλλὰ πρὶν ὁ φορολογούμενος εἰσπράξῃ, καθ’ ὃν χρόνον ἐργάζεται, νὰ ἀπαιτῇ τὸ Κράτος τὸ πληρωτέον ποσοστὸν ὡς φόρον, νομίζω ὅτι ὄχι μόνον δὲν εἶναι ὀρθόν, ἀλλὰ καὶ συντελεῖ εἰς τὴν ἐλάττωσιν τῶν κεφαλαίων, τὰ ὁποῖα προορίζονται πρὸς ἐργασίαν. Ὡσαύτως νομοσχέδιον περὶ νομικῶν συμβούλων. Ὁ ἐμὸς συνάδελφος καὶ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν θέλει εἰσαγάγει νομοσχέδιον περὶ καταργήσεως τοῦ νόμου περὶ νομῶν καὶ τῆς διοικήσεως αὐτῶν. Ἐνθυμεῖσθε ὅτι ἐν νόμῳ τινὶ φέροντι ἐπιγραφὴν «περὶ νομῶν καὶ τῆς διοικήσεως αὐτῶν» ἐψηφίσθη ἡ σύστασις Νομαρχιακῶν Συμβουλίων, τὰ ὁποῖα δὲν ἐψηφίσθησαν μόνον κατὰ τὸ 1900, ὅτε προετάθη τὸ νομοσχέδιον εἰς τὴν Βουλὴν τὸ μεταποιηθὲν εἰς νόμον· εἶχε ψηφισθῆ καὶ ἄλλοτε νόμος καὶ εἶχε προτείνει τὸ νομοσχέδιον περὶ Νομαρχιακῶν Συμβουλίων ὁ μακαρίτης Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου, ὁ ὁποῖος δυστυχῶς δὲν συνεδριάζει πλέον μεθ’ ἡμῶν· ἀλλ’ ἐπειδὴ εἶχεν ἀποδειχθῆ τὸ ἀνεφάρμοστον τοῦ νόμου, ἐπὶ δύο κατὰ συνέχειαν ἔτη ἔμεινεν οὗτος ἀναγεγραμμένος ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως, οὐδέποτε δὲ ἐξετελέσθη, οὐδὲ συνῆλθε ποτὲ Νομαρχιακὸν Συμβούλιον· διὰ τοῦτο ἐπρότεινα ἐγὼ τὴν κατάργησιν τοῦ νόμου τούτου κατὰ τὸ 1891. Ἀλλὰ πάλιν ἐπροτάθη καὶ ἐνομοθετήθη τὸ σύστημα τῶν Νομαρχιακῶν Συμβουλίων, τὸ ὁποῖον καὶ τοῦτο ἔμεινεν ἐπὶ ἔτη ἀναγεγραμμένον ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως, καταργηθέντων τῶν Ἐπαρχιακῶν Συμβουλίων. Ὁ ἐμὸς συνάδελφος προτείνει νὰ νομοθετηθῶσιν αὖθις τὰ Ἐπαρχιακὰ Συμβούλια. Τὸ σύστημα τῶν Ἐπαρχιακῶν Συμβουλίων, ὡς διοικητικῶν, οὐδὲ τοῦτο ἐγένετο δυνατὸν νὰ ἐπιτύχῃ. Ἀλλ’ ἐκαλοῦντο τὰ Ἐπαρχιακὰ Συμβούλια νὰ λειτουργῶσι κατὰ τὴν ἐκτίμησιν ἐπαρχιακῶν ἀναγκῶν· καὶ αἱ γνῶμαι αὐτῶν βεβαίως δύνανται νὰ συντελῶσιν εἰς φωτισμὸν τῆς Διοικήσεως, ὅταν τοιαῦτα ζητήματα προκαλῶνται. Ὁ ἐμὸς συνάδελφος θέλει εἰσαγάγει ὡσαύτως νομοσχέδιον περὶ ἀστυνομικῆς διοικήσεως, στηριζόμενον ἐπὶ τῶν βάσεων, τὰς ὁποίας ἐνθυμεῖσθε ὅτι εἴχομεν ἀνακοινώσει πρὸς τὴν Βουλὴν κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Περίοδον. Κατὰ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο πρόκειται νὰ ἐπαναχθῇ ἐν ἰσχύϊ ἡ δημοτικὴ ἀστυνομία ἐν ἀγροτικαῖς καὶ μικραῖς περιφερείαις, ἐκεῖ, ὅπου ὁ πληθυσμὸς τοῦ δήμου δὲν ὑπερβαίνει τὰς 11,000, ὅπου δὲ ὁ πληθυσμὸς ὑπερβαίνει τὸν ἀριθμὸν τοῦτον, θέλει κατασταθῆ διοικητικὴ ἀστυνομία· ὄργανα δὲ ταύτης ἐπιτρέπεται διὰ τοῦ νομοσχεδίου νὰ προσλαμβάνωνται ἀξιωματικοὶ, οἵτινες κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ἀστυνομικῶν των καθηκόντων δὲν θέλουσιν ὑπόκεισθαι εἰς τὴν Διοίκησιν τῶν στρατιωτικῶν πραγμάτων, θέλουσι δ’ ὑπάγεσθαι εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν· ἑπομένως ἡ ἀστυνομία θέλει εἶσθαι καθαρῶς διοικητικὴ, οἵα ἦτο κατὰ τὸ σύστημα τοῦ 1836, οἱ δὲ ἀξιωματικοὶ, οἱ εἰς τὴν ἀστυνομίαν τασσόμενοι, θέλουσιν ἐκτελεῖ ἐκεῖνα τὰ καθήκοντα, τὰ ὁποῖα ἤθελον ἐκπληροῖ οἱ πολιτικοὶ ἀστυνόμοι συμφώνως πρὸς τὸ Β. Διάταγμα τῆς 31 Δεκεμβρίου 1836. Ὁ ἐμὸς συνάδελφος θέλει προτείνει εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον περὶ τροποποιήσεως τῆς ταχυδρομικῆς, τηλεγραφικῆς καὶ τηλεφωνικῆς ὑπηρεσίας, τὸ ὁποῖον δὲν καταργεῖ τὸν ἰσχύοντα νόμον, ἀλλὰ μόνον τὰ μέρη αὐτοῦ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα κρίνονται ὡς σπατάλη. Τὰς διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου, οἷον θέλει προταθῆ, ἀνεγνώρισεν ὡς χρησίμους καὶ αὐτὴ ἡ ὑπηρεσία τῶν ταχυδρομείων, ἀφ’ ἧς ἀντικατεστάθη ἡ διοίκησις. Ἕτερον νομοσχέδιον θέλει εἰσαχθῆ ὑπὸ τοῦ ἐμοῦ συναδέλφου περὶ τῶν εἰκονογραφημένων δελταρίων καὶ τῶν ταχυδρομικῶν ἐνσήμων. Ἐγένετο ἀληθῶς μεγάλη προμήθεια εἰκονογραφημένων δελταρίων, ὧν ὁ ἀριθμὸς ἀνέρχεται εἰς τέσσαρα καὶ πλέον ἑκατομμύρια, ἀφοῦ δὲ πρόκειται ν’ ἀφαιρεθῇ ἡ κατασκευὴ τῶν εἰκονογραφημένων δελταρίων ἀπὸ τὴν ταχυδρομικὴν ὑπηρεσίαν καὶ ν’ ἀφεθῇ εἰς τὴν ἐμπορικὴν πρωτοβουλίαν, θέλει ὑπάρξει πάντως συναγωνισμὸς, κατὰ τὸν ὁποῖον θέλουσιν ἐπικρατήσει τὰ εἰκονογραφημένα δελτάρια, τὰ ὁποῖα θέλει παρασκευάζει τὸ ἐμπόριον· διὰ τοῦτο περιελάβομεν διάταξιν, διὰ τῆς ὁποίας θέλει ἐλαττωθῆ τὸ τίμημα τῶν δελταρίων τῆς ταχυδρομικῆς ὑπηρεσίας, ὅπως κατορθωθῇ ἡ κατανάλωσις αὐτῶν. Διὰ τοῦ αὐτοῦ νομοσχεδίου περιορίζονται καὶ τὰ ποσοστὰ ἐπὶ τῆς πωλήσεως τοῦ γραμματοσήμου καὶ τοῦ χαρτοσήμου ἀπὸ 5% εἰς 3%, ὡς ἦσαν καὶ κατὰ τὸ 1895 καὶ 1896. Θέλει εἰσαγάγει ὁ ἐμὸς συνάδελφος καὶ νομοσχέδιον περὶ τινων τροποποιήσεων τοῦ νόμου περὶ δημαιρεσιῶν. Ὁ σκοπὸς τοῦ νομοσχεδίου εἶναι νὰ βελτιωθῇ ὁ τρόπος, κατὰ τὸν ὁποῖον γίνεται ἡ ἐκλογὴ τῶν δημοτικῶν συμβούλων, διότι ἐν ταῖς περιφερείαις, ἔνθα πολυάριθμοί εἰσιν οἱ ἐκλογεῖς, καὶ ὁ ἀριθμὸς τῶν ψηφοφορουμένων συμβούλων δὲν εἶναι μικρὸς, συνέρχεται πλῆθος ἐν τῷ τόπῳ τῆς ψηφοφορίας, ἀπόλλυσι δὲ ἡ ψηφοφορία τὴν σοβαρότητα αὑτῆς, καὶ καταλήγει πολλάκις εἰς ἀποτελέσματα ἀλλότρια τῆς θελήσεως τῶν ἐκλογέων. Ὁ ἐμὸς συνάδελφος θέλει εἰσαγάγει καὶ νομοσχέδιον περὶ ἐνισχύσεως τῆς ἐθνικῆς παραγωγῆς, καὶ νομοσχέδιον περὶ ἀποξηράνσεως ἑλῶν καὶ τελμάτων, καὶ νομοσχέδιον περὶ διοικητικῆς διαιρέσεως τοῦ Κράτους, καὶ νομοσχέδιον περὶ ὀργανώσεως τῆς δημοσίας ὑγιεινῆς, καὶ νομοσχέδιον περὶ ἐκλογῆς τῶν Βουλευτῶν. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου δὲ τούτου, τοῦ περὶ ἐκλογῆς Βουλευτῶν, πρόκειται νὰ ἀρθῇ ὑπερβολή τις, ἥτις ἐπηνέχθη μετὰ τὴν δημοσιευθεῖσαν κατὰ τὰ 1895–1896 ἀπογραφὴν τοῦ πληθυσμοῦ. Μέχρι τοῦ χρόνου ἐκείνου ὁ ἀριθμὸς τῶν Βουλευτῶν δὲν ἦτο 234, μετὰ τὴν περὶ ἧς εἴρηται ὅμως ἀπογραφὴν τοῦ πληθυσμοῦ, ὁ ἀριθμὸς τῶν Βουλευτῶν ἀνεβιβάσθη εἰς 234. Καὶ ἡμεῖς μὲν, δηλαδὴ οἱ πολιτικοὶ φίλοι μου καὶ ἐγὼ, ἐφρονοῦμεν, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἦναι μικρὸς ὁ ἀριθμὸς τῶν Βουλευτῶν, καὶ διὰ τοῦτο μετεβάλομεν τὸν νόμον, διὰ τοῦ ὁποίου ὁ ἀριθμὸς τῶν Βουλευτῶν περιωρίζετο εἰς 150, καὶ εἰσηγάγομεν νόμον, διὰ τοῦ ὁποίου ὁ ἀριθμὸς αὐτῶν ἀνήρχετο μέχρι τῶν 200· διὰ τοῦ νομοσχεδίου δὲ, τὸ ὁποῖον θέλει προβάλει ὁ ἐμὸς συνάδελφος, ὁ ἀριθμὸς τῶν Βουλευτῶν θέλει περιορισθῆ εἰς 198...

§21Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ὀλιγώτεροι νὰ γείνωσι, δὲν πειράζει.

§22Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Εἷς ἐκ τῶν ζημιουμένων, ἂν ὑποτεθῇ ὅτι εἶναι ζημία, ἂν ἐλαττωθῇ ὁ ἀριθμὸς τῶν Βουλευτῶν, εἰμὶ καὶ ἐγὼ, ἀλλὰ προθύμως προσχωρῶ εἰς τὴν γνώμην τοῦ κ. συναδέλφου. Ἀλλὰ καὶ ἕτερον νομοσχέδιον θέλει εἰσαγάγει ὁ ἐμὸς συνάδελφος κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, τὸ δὲ νομοσχέδιον τοῦτο εἶναι ὑψίστης σημασίας. Ὅσοι μελετῶσι τὰ θέματα τῆς ἐνισχύσεως τῆς ἐθνικῆς παραγωγῆς, προσκόπτουσιν εἰς κενόν, εἰς πρόσκομμα, τὸ ὁποῖον ἀποτελεῖ ἡ ἀτέλεια τῆς ἀγρονομίας. Ὑπάρχει νόμος, ἐκδοθεὶς κατὰ τὸ 1856, ὁ ὁποῖος ἀπεδέχθη ἀρχὴν ὀρθοτάτην κατὰ τὴν ἐμὴν γνώμην, διότι ἀνέθετεν εἰς τοὺς κυρίους τῆς γῆς, εἰς τοὺς κυρίους τῶν κτημάτων, τὴν πρόνοιαν νὰ συντελῶσιν εἰς τὸν προσδιορισμὸν τῶν ἀγροφυλάκων. Κατὰ θεωρίαν τὸ σύστημα εἶναι ὀρθόν· ἐὰν δὲ ἡ πιστὴ ἐφαρμογὴ αὐτοῦ δὲν παρήγαγε τὰ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα ἕκαστος ἤθελε προσδοκᾶ ἐκ τοῦ φιλελευθέρου ἀληθῶς, τοῦ εὐγενοῦς τούτου νόμου, τὰ ἀποτελέσματα ἠλλοιώθησαν ἔτι μᾶλλον ἐκ τῆς αὐθαιρεσίας τῆς Διοικήσεως, διότι οἱ κατὰ καιροὺς Ὑπουργοὶ τῶν Ἐσωτερικῶν τοτὲ μὲν διὰ τῶν νομαρχῶν, τοτὲ δὲ διὰ τῶν ἀστυνόμων, οἱ ὁποῖοι ὑπεῖκον εἰς τὰς θελήσεις αὐτῶν, ἀλλὰ καὶ ἄλλοτε διὰ τῆς ἰδίας αὐτῶν ὑπογραφῆς, προσεπάθουν νὰ ἀνατρέψωσι τὰ προϊόντα τῆς θελήσεως τῶν ἰδιοκτητῶν, καὶ ἐπέβαλλον εἰς αὐτοὺς ἀγροφύλακας, τοὺς ὁποίους αὐτοὶ δὲν εἶχον ἐκλέξει, τοὺς ὁποίους αὐτοὶ δὲν ἐνεπιστεύοντο τὸ παράπαν. Ἐὰν ἤθελεν ἡ Βουλὴ νὰ ἀναζητήσῃ ἄλλο σύστημα, τὸ ὁποῖον νὰ ἐγγυᾶται τὴν ἀσφάλειαν τῆς ἀγροτικῆς κτήσεως, τὴν ἀσφάλειαν τῶν προϊόντων αὐτῆς, καθ’ ἃ μοὶ ἀνεκοίνωσεν ὁ ἐμὸς συνάδελφος, οὐδεμίαν οὗτος ἤθελεν ἔχει δυσκολίαν νὰ συζητήσῃ ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ προταθησομένου τυχὸν τοιούτου νομοσχεδίου. Ἐὰν τυχὸν ἤθελε προταθῆ παρ’ ἄλλου τοιοῦτο νομοσχέδιον, ἀποδεχόμενον ἄλλην βάσιν, δυναμένην νὰ παραγάγῃ τὰ ἐπιζητούμενα ἀποτελέσματα, ὧν ἔχομεν μεγίστην ἀνάγκην, — διότι, ὅταν λέγωμεν ἐνίσχυσιν τῆς ἐθνικῆς παραγωγῆς, ὀφείλομεν νὰ ὁμολογήσωμεν, ὅτι πρώτη ἀνάγκη εἶναι νὰ παράσχωμεν ἀσφάλειαν εἰς τοὺς κυρίους τῆς γῆς, — ἐὰν, λέγω, ἤθελε προταθῆ τοιοῦτο νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἤθελεν ἔχει ἄλλην βάσιν, ἐγγυωμένην τὴν ἀσφάλειαν τῶν κτημάτων, ἡμεῖς ἠθέλομεν προθύμως συζητήσει ἐπ’ αὐτοῦ. Ἐπειδὴ ὅμως μέχρι τοῦδε δὲν ἐπροτάθη τοιοῦτον, διὰ τοῦτο ὁ ἐμὸς συνάδελφος περιωρίσθη διὰ τοῦ νομοσχεδίου, ὅπερ θέλει εἰσαγάγει, νὰ ἄρῃ ἀπὸ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου τοῦ ὑπάρχοντος περὶ ἀγροφυλακῆς τὴν ὀχληρὰν καὶ παράνομον ἀνάμιξιν τῆς Διοικήσεως. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν θέλει εἰσαγάγει νομοσχέδιον περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου περὶ Προξενείων. Ἐνθυμεῖσθε, ὅτι, ὅτε κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ νόμου περὶ προξενικῶν ἀρχῶν εἶχε παρατηρηθῆ, ὅτι αἱ αὐξήσεις αἱ ἐπιγενόμεναι εἰς τὰ ἔξοδα τοῦ Κράτους διὰ τοῦ νόμου ἐκείνου ἀνεβίβαζον τὸν προϋπολογισμὸν τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν εἰς δραχμὰς 3,054,091.87, ἐνῷ κατὰ τὸ 1896 συνίσταντο εἰς 2,195,572.95 μόνον, δηλ. τὰ ἔξοδα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν κατὰ τὸ 1902 ὑπερέβαινον τὰ ἔξοδα τὰ γενόμενα κατὰ τὸ ἔτος 1896 κατὰ δραχμὰς 858,518.92, ὁ τότε Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν ὑπισχνεῖτο εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι τὸ ποσὸν τοῦτο ἤθελε πάντως εἰσπράξει ἐκ τῆς αὐξήσεως τῶν προξενικῶν τελῶν...

§23ΑΘΩΣ ΡΩΜΑΝΟΣ. Νομίζω ὅτι ὅσα ἀναφέρετε εἰς τὴν Βουλὴν δὲν εἶναι κατὰ πάντα ἀκριβῆ, διότι ἐκ τοῦ προξενικοῦ νόμου, τοῦ ψηφισθέντος ὑπὸ τῆς Βουλῆς τῇ εἰσηγήσει μου, ηὐξήθησαν τὰ ἔξοδα, ὡς πρὸς τὰς δαπάνας τῶν προξενικῶν ἀρχῶν, κατὰ 300,000 δραχ. περίπου, καὶ οὐχὶ κατὰ 858,000, ὡς ἀνεφέρατε πρὸ ὀλίγου. Πλὴν τῶν 300 τούτων χιλιάδων αἱ λοιπαὶ αὐξήσεις ἀφεώρων εἰς τὰς γνωστὰς δαπάνας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν, τὰς ἀναγραφομένας εἰς τὸ ἰδιαίτερον κονδύλιον «ἐξωτερικαὶ δαπάναι». Πλὴν τούτων εἴχομεν αὔξησιν εἰς τὰ ἔξοδα τοῦ Ὑπουργείου ὡς ἐκ τῆς νομισματικῆς διαφορᾶς, καθόσον ὑμεῖς ὑπολογίζετε τὸ φράγκον πρὸς 1,46, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, ἐνῷ ἡμεῖς τὸ ὑπελογίσαμεν πρὸς 1,65, ἐκ τούτου δ’ ἔχετε μεγάλην ἐλάττωσιν δαπανῶν. Ἀλλ’ ὅσον ἀφορᾷ τὰς δαπάνας τῶν προξενικῶν ἀρχῶν, αἵτινες ηὐξήθησαν διὰ τοῦ ὑποβληθέντος ὑπ’ ἐμοῦ νομοσχεδίου, ἡ αὔξησις δὲν ὑπερβαίνει τὰς 300,000 δραχμάς. Τότε δὲ ἀνέφερα εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι τὸ ποσὸν τοῦτο θέλει εἰσπραχθῆ ἐκ τῆς αὐξήσεως τῶν τελῶν, καὶ ηὐξήθησαν τῷ ὄντι ταῦτα, διότι κατὰ τὰς πληροφορίας μου εἰσεπράχθησαν ἐπὶ πλέον 200,000 φράγκα χρυσᾶ.

§24Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Λυποῦμαι ὅτι αἱ πληροφορίαι, τὰς ὁποίας μεταδίδετε εἰς τὴν Βουλὴν, δὲν εἶναι ἀκριβεῖς. Τὰ ἔσοδα ἐκ τῶν προξενικῶν τελῶν κατὰ τὸ 1895, πρὸ τοῦ ὑφ’ ὑμῶν προταθέντος νόμου, ἀνήρχοντο εἰς δρ. 550,115.40, κατὰ δὲ τὸ 1902 ἀνῆλθον εἰς 591,580, δηλαδὴ ηὐξήθησαν κατὰ 41,464.60. Κατὰ τὸ 1896 τὰ ἔσοδα εἶχον ἀνέλθει εἰς δραχμὰς 554,610.85, ἐνῷ τὰ κατὰ τὸ 1902 εἰσπραχθέντα ἀνῆλθον εἰς 591,580, ἤτοι ὑπερέβησαν τὰ κατὰ τὸ 1896 εἰσπραχθέντα κατὰ δραχμὰς 36,969.15 μόνον. Περὶ τῶν εἰσπραχθέντων κατὰ τὸ ἔτος 1897 δὲν ποιοῦμαι μνείαν, διότι τότε ἦτο ὁ πόλεμος, καθὼς δὲν ποιοῦμαι μνείαν καὶ τῶν εἰσπραχθέντων κατὰ τὸ ἔτος 1898· κατὰ τὸ 1901 ὅμως, πρὶν ἢ ψηφισθῇ ὁ νόμος τοῦ κυρίου Βουλευτοῦ ἐκ Κραναίας, εἶχον ἀνέλθει τὰ εἰσπραχθέντα προξενικὰ ἔσοδα εἰς δραχμὰς 620,607, ἤτοι ὑπερέβησαν τὰ κατὰ τὸ 1902 εἰσπραχθέντα κατὰ δραχμὰς 29,027, ἦσαν δὲ περισσότερα τῶν ἐσόδων τοῦ 1900 κατὰ δραχμὰς 18,911· ὥστε τὰ προξενικὰ τέλη δὲν ἐγένετο ποτὲ δυνατὸν νὰ καλύψωσι τὴν ἐπὶ πλέον δαπάνην, ὅση καὶ ἂν ἦτο αὕτη, εἴτε 300,000 δρ. εἴτε 800,000.

§25Α. ΡΩΜΑΝΟΣ. Ἐν δέοντι θὰ ζητήσωμεν τοὺς πίνακας.

§26Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Βεβαίως. Ὁ κύριος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης θέλει εἰσαγάγει νομοσχέδιον περὶ τροποποιήσεως διατάξεών τινων τοῦ περὶ μισθοῦ τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων νόμου, ἐπίσης δὲ καὶ νομοσχέδιον περὶ τροποποιήσεως διατάξεων τῆς ποινικῆς διατιμήσεως. Ὁ κύριος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως θέλει εἰσαγάγει νομοσχέδιον περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, ἐν τῷ ὁποίῳ περιελήφθησαν διατάξεις, σκοποῦσαι νὰ περιστείλωσι τὰς πρὸς ὑπονόμευσιν τοῦ νόμου περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως γενομένας κατὰ τὸ παρελθὸν ἀποπείρας. Θέλει ὑποβάλει ὡσαύτως ὁ ἐμὸς συνάδελφος νομοσχέδιον περὶ μέσης ἐκπαιδεύσεως. Πολλοὶ τῶν κ. κ. συναδέλφων ἐν τῇ Βουλῇ, μεταξὺ τῶν ὁποίων διέπρεπεν ὁ διηνεκῶς συνηγορῶν ὑπὲρ τῆς ἀποκεντρώσεως πρώην Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς καὶ ἄλλοι, ὡς αὐτός, ἠγόρευον πάντοτε περὶ ἀποκεντρώσεως. Ἐγὼ δηλῶ, ὅτι εἶμαι ὡσαύτως ὀπαδὸς τοῦ ἀποκεντρωτικοῦ συστήματος, ἀσπαζόμενος τὰς περὶ ἀποκεντρώσεως ἰδέας, ἀλλὰ οὐχὶ μόνον κατὰ θεωρίαν καὶ ἀφῃρημένως, ἀλλὰ κατ’ ἐφαρμογὴν καὶ πρακτικῶς. Τὰς ἰδέας ταύτας τῆς ἀποκεντρώσεως εἰσηγάγομεν ἐγὼ μετὰ τοῦ ἀποθανόντος φίλου μου, ἄλλοτε Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως, τοῦ μακαρίτου Δ. Πετρίδου, ἐν τῷ κατὰ τὸ 1895 ψηφισθέντι νόμῳ περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως. Αὐτὰς ταύτας τὰς ἀποκεντρωτικὰς ἀρχὰς εἰσάγομεν καὶ νῦν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ περὶ τῆς μέσης ἐκπαιδεύσεως, τὸ ὁποῖον θέλει εἰσαγάγει ὁ ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως συνάδελφος. Κατὰ τὴν ἡμετέραν γνώμην, ἕκαστος τῶν κλάδων τῆς δημοσίας ἐκπαιδεύσεως, καὶ ἡ στοιχειώδης καὶ ἡ μέση καὶ ἡ ἀνωτάτη, πρέπει ν’ ἀποκτήσῃ τὸ δικαίωμα νὰ μεριμνᾷ περὶ τῆς ἰδίας αὑτῆς τύχης καὶ περὶ τῆς λειτουργίας αὐτῆς. Πρὸ τοῦ 1863, ὑπὸ τὴν πρώτην Βασιλείαν, εἶχεν ἐκδοθῆ κατὰ τὰ πρῶτα ἔτη αὐτῆς νόμος περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ Πανεπιστημίου· τὴν ἐκτέλεσιν ὅμως αὐτοῦ ἀνέστειλεν ὁ Βασιλεὺς, ἅμα ἐπανελθὼν κατὰ τὸ 1837 ἐξ Εὐρώπης, ἐξεδόθη δὲ πρόχειρον τὸ Διάταγμα, τὸ ὁποῖον περιέχει βεβαίως ἀτελείας, ὅπερ ὅμως καὶ τοῦτο καθιστᾷ κοινωνοὺς τῶν μεριμνῶν περὶ τῆς ἀνωτέρας ἐκπαιδεύσεως τὰς Σχολὰς τοῦ Πανεπιστημίου. Ἡ δημοτικὴ ἐκπαίδευσις βεβαίως ἐβελτιώθη καὶ προοδεύει εἰς ἀκμὴν διὰ τοῦ περὶ ταύτης ἀποκεντρωτικοῦ νομοσχεδίου, δὲν πρόκειται δὲ νὰ μεριμνήσῃ τις περὶ αὐτῆς, εἰμὴ μόνον περὶ τῶν χρηματικῶν μέσων, τῶν ὁποίων ὑπάρχει ἀνάγκη, καὶ δεύτερον περὶ ἀποσοβήσεως πάσης ἐπιδρομῆς τῆς Διοικήσεως ἐπὶ τὴν λειτουργίαν αὐτῆς. Καὶ τὰ μὲν χρηματικὰ μέσα, τὰ ὁποῖα ἀπαιτοῦνται διὰ τὴν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν, εἶναι πολλά, πολλῷ περισσότερα ἢ ὅσα δαπανῶνται νῦν, νῦν δὲ, ὡς γνωρίζει ἡ Βουλή, εἰσφέρει ἄξιον μνείας ποσὸν εἰς τὰ ἔξοδα τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως τὸ Κράτος. Ἤκουσα κατὰ τὸ παρελθὸν γνώμην, κατὰ τὴν ὁποίαν τὸ Κράτος ἔπρεπε νὰ κλείσῃ τὰς χεῖρας καὶ νὰ μὴ ἐπιβαρύνηται διὰ δαπανῶν ἀναγομένων εἰς τὴν κατωτέραν ἐκπαίδευσιν. Ἡ ἰδέα εἶναι ἀπόρροια πνεύματος ταμιευτικοῦ, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι ὀρθὴ κατὰ τὴν βάσιν· διότι, ἐὰν τὸ Σύνταγμα δὲν εἶχεν ἀναγράψει διάταξιν, — ἡ ὁποία κατ’ ἐμὲ δὲν εἶχε λόγον τινά, — τὴν διάταξιν, κατὰ τὴν ὁποίαν τὰ ἔξοδα τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως καταβάλλονται ὑπὸ τῶν δήμων, συντρέχει δὲ τὸ Δημόσιον, ἐὰν, λέγω, δὲν εἶχεν ἀναγράψει τὴν διάταξιν ταύτην, δὲν ἤθελον ὑπάρχει ὁ μεριμνῶν, ὁ δαπανῶν περὶ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως· ἑπομένως ἡ μέριμνα ἤθελεν ἀφεθῆ εἰς μόνον τὸ Κράτος, τὸ ὁποῖον ἤθελε καταβάλλει πάντα τὰ ἔξοδα αὐτῆς. Ἡ διάταξις λοιπὸν αὕτη τοῦ Συντάγματος, ἥτις δὲν εἶχε λόγον πραγματικὸν, ἡ κανονίζουσα τὰ τῶν μέσων τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, ἐπεβάρυνε τοὺς δήμους, τὸ δὲ Δημόσιον, κληθὲν ἐπίκουρον εἰς τὰ ἔξοδα, ἐν ἀνεπαρκείᾳ τῶν δήμων, ἤθελεν ἀναλάβει πάντα τὰ βάρη αὐτῆς· ἐν ᾗ περιπτώσει ἤθελε μείνει ἀργὴ ἡ διάταξις αὕτη, οἱ δῆμοι δὲν ἤθελον βαρύνεσθαι διὰ τῶν ἐξόδων τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, ἤθελε μείνει τὸ βάρος ὅλον ἐπὶ τὸ Κράτος, ἤθελε δὲ τότε τὸ Κράτος δαπανᾷ πολλῷ πλείω ἢ ὅσα νῦν δαπανᾷ. Διὰ τοῦτο ἡ διάταξις τοῦ Συντάγματος κατὰ τοσοῦτον ὠφέλησεν, ἐφ’ ὅσον καὶ οἱ δῆμοι εἰσφέρουσιν εἰς τὰ ἔξοδα τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως. Ἠθέλομεν δυνηθῆ νὰ ἀπαλλάξωμεν τὸ Κράτος τῆς εἰσφορᾶς τῶν ἐξόδων, τὰ ὁποῖα καταβάλλει ὑπὲρ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, ἐν ᾗ ἂν ἡμέρᾳ ἤθελε καταστῆ δυνατὸν νὰ συστήσωμεν δημοτικὰ σχολεῖα ἐν πᾶσι τοῖς συνοικισμοῖς, ὅσοι ὑπάρχουσιν ἐν τῇ Ἐπικρατείᾳ. Ἀλλ’ ἡ ἡμέρα αὕτη δὲν μοὶ φαίνεται ὅτι εἶναι προσεχής, διότι οὐδὲ ἀριθμὸν δημοδιδασκάλων ἔχομεν ἐπαρκῆ, οὐδὲ τὰ μέσα, ἵνα συντηρήσωμεν τὰ συσταθησόμενα κατὰ τὸ μέτρον τοῦτο πολλὰ σχολεῖα. Ἐὰν ἤθελε ποτὲ καταστῆ δυνατὸν νὰ παράγηται κατ’ ἔτος ἀριθμὸς δημοδιδασκάλων περισσότερος τοῦ ἀριθμοῦ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι παραιτοῦνται κατ’ ἔτος τοῦ ἔργου τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, ἢ καθίστανται ἀνίκανοι, ἢ ἀποθνήσκουσι, καὶ ἂν προσέτι ἤθελε μένει κατ’ ἔτος διαθέσιμος ἀριθμός τις δημοδιδασκάλων, ἤθελε καταστῆ δυνατὸν νὰ συστήσωμεν ὀλίγον κατ’ ὀλίγον δημοτικὰ σχολεῖα εἰς πάντα συνοικισμὸν ἐν τῇ ἐπικρατείᾳ· ἀλλὰ τότε ἤθελε κατασταθῆ ἀναγκαῖον νὰ ἐπιβάλωμεν εἰδικόν τινα φόρον ἐκπαιδευτικὸν ἀποκλειστικῶς διὰ τὰ ἔξοδα τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως. Κατὰ τὸ προτεινόμενον ὑπὸ τοῦ ἐμοῦ συναδέλφου νομοσχέδιον ἡ μέση ἐκπαίδευσις ἀπαλλάσσεται καὶ αὕτη τῆς δράσεως τῆς Διοικήσεως, ὡς εἶχεν ἀπὸ τοῦ 1895 ἀπαλλαχθῆ ἡ δημοτικὴ ἐκπαίδευσις· θέλει μεριμνᾷ περὶ αὐτῆς Ἐποπτικὸν Συμβούλιον, ἀποτελούμενον κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον, κατὰ τὸν ὁποῖον ἀποτελοῦνται τὰ Ἐποπτικὰ Συμβούλια τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, προεδρευόμενον δὲ ἀπὸ καθηγητὴν ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ τῶν Ἑλληνικῶν γραμμάτων. Τὸ εἰρημένον Ἐποπτικὸν Συμβούλιον θέλει ἐξετάζει τὰ τῆς μέσης ἐκπαιδεύσεως, θέλει ἐπιθεωρεῖ τὰ διδακτήρια τῆς μέσης ἐκπαιδεύσεως, Γυμνάσια, Ἑλληνικὰ Σχολεῖα καὶ Σχολαρχεῖα, δὶς τοῦ ἐνιαυτοῦ, θέλει ἀντιλαμβάνεσθαι τῶν ἀναγκῶν αὐτῶν, θέλει ἐξετάζει τὴν διαγωγὴν τῶν διδασκόντων, καὶ θέλει σχηματίζει ἐπὶ πάντων τούτων γνώμας καὶ ἀποφάσεις. Αἱ γνῶμαι αὐτοῦ θέλουσιν ἀνακοινώνεσθαι εἰς τὸν ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως Ὑπουργὸν, ὅστις θέλει ἐκτελεῖ αὐτάς, συντηρῶν τὴν ὁμαλὴν κίνησιν τῆς μηχανῆς αὐτῆς, θέλει δὲ διορίζει εἰς κενὰς θέσεις, προκαλούμενος ὑπὸ τοῦ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου, διδασκάλους, καθηγητὰς Γυμνασίων καὶ γυμνασιάρχας. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Ἐκπαιδεύσεως θέλει εἰσαγάγει προσέτι δύο νομοσχέδια περὶ τῆς Ἀρχαιολογικῆς ὑπηρεσίας. Ὑπάρχει ἀνάγκη λίαν αἰσθητὴ, μεγάλη κατ’ ἐμὲ, τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ σπεύσωμεν νὰ πληρώσωμεν, διότι, ὅσον παρέρχεται ὁ χρόνος, τόσον καθίσταται δυσκολωτέρα τῆς ἀνάγκης ταύτης ἡ θεραπεία. Ἡ ἀνάγκη εἶναι ἡ ἀνεύρεσις, ἡ ἀποκάλυψις, ἡ βελτίωσις καὶ ἡ συντήρησις τῶν μνημείων τῆς ἀρχαίας Ἑλλάδος· ἀλλ’ ἡ ἐργασία αὕτη πρὸ παντὸς πρέπει νὰ γένηται ἐν Ἀθήναις, ἐν τῇ πόλει καὶ περὶ τὴν πόλιν τῶν Ἀθηνῶν, οὐδὲ πρέπει νὰ βραδύνωσιν ἐπὶ πλέον, διότι, ὅσον βραδύτερον ἐκτελεσθῶσιν αἱ ἀνασκαφαὶ αὗται τῶν Ἀθηνῶν, τόσον ἡ προβαίνουσα ὑπερτίμησις τῶν γηπέδων θέλει καταστήσει ἐν τῷ μέλλοντι δύσκολον τὴν ἐκτέλεσιν αὐτῶν. Πρὸς τοῦτο πρέπει νὰ παράσχωμεν τὰ ἀπαιτούμενα μέσα, διὰ τοῦ ἑτέρου δὲ τῶν δύο νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα εἰσάγει ὁ ἐμὸς συνάδελφος, μέσα τινὰ πρὸς τοῦτο θέλουσι παρασχεθῆ εἰς τὴν Ἀρχαιολογικὴν Ἑταιρείαν, ἵνα ἐπαρκέσῃ εἰς τὰς ἀρχαιολογικὰς ἀνάγκας καὶ τῶν ἐν ταῖς ἐπαρχίαις εὑρισκομένων μνημείων τῆς ἀρχαιότητος, πρὸ πάντων δὲ εἰς τὰς ἀρχαιολογικὰς ἀνάγκας τῆς πόλεως Ἀθηνῶν. Διὰ τοῦ ἑτέρου νομοσχεδίου περὶ Ἀρχαιολογικῆς ὑπηρεσίας ὁ ἐμὸς συνάδελφος προτείνει νὰ ἀφαιρεθῇ πᾶν ὅ,τι σπάταλον ἢ πολυδάπανον ὑπάρχει ἐν τῷ νόμῳ, τοῦ ὁποίου τὴν τροποποίησιν προτείνει· ἐλπίζω δὲ, — διότι δὲν εἶμαι βέβαιος — ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Ἐκπαιδεύσεως θέλει ζητήσει τὴν συνδρομὴν τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας, ἵνα κατασταθῇ δυνατὴ ἡ ἐξακολούθησις τῆς παραστάσεως τῶν δραμάτων τῆς ἀρχαίας ποιήσεως. Ἐφ’ ὅσον ἡ εὐκολία τῆς συγκοινωνίας, ἡ ὁσημέραι προβαίνουσα ταχύτης ἐν τῇ κινήσει καθιστᾷ εἰς ἡμᾶς προσιτωτέρας τὰς ἰδέας καὶ τὰς θεωρίας τοῦ νεωτέρου πολιτισμοῦ, καθιστᾷ προχειροτέραν τὴν συγκοινωνίαν μετὰ τῶν χωρῶν τῆς Δύσεως, ἐπὶ τοσοῦτον πρέπει νὰ μὴ λησμονῶμεν τὴν ποίησιν τῶν ἀρχαίων, ἵνα διατηρῆται ὅσον εἶναι δυνατὸν ἀλώβητον τὸ πνεῦμα, τὸ ὁποῖον ἐπεκράτει κατὰ τοὺς χρόνους ἐκείνους, διότι τοῦτο ἀποτελεῖ τὴν πρός τινας τῶν νεωτέρων θεωριῶν ἀντίδρασιν, ἐξευγενίζον τὴν καρδίαν, διαρρυθμίζον τὸν νοῦν καὶ ἐξαῖρον τὴν φαντασίαν. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι τὸ πρᾶγμα δὲν εἶναι τοσοῦτον ἐπουσιῶδες, ὅσον τινὲς ἴσως ὑπέλαβον. Καὶ ὁ ἐμὸς συνάδελφος κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ὡς καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, θέλουσι προβάλει εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ἕτερα νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα θέλουσιν οὗτοι ἀναγγείλει εἰς τὴν Βουλὴν προσεχῶς. Καταθέτω εἰς τὴν Βουλὴν προσέτι νομοσχέδιον περὶ χορηγίας πιστώσεως δύο δωδεκατημορίων διὰ τὰ ἔξοδα τῶν μηνῶν Ἰανουαρίου καὶ Φεβρουαρίου.

§27Π. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Νὰ ἀναγνωσθῇ καὶ ψηφισθῇ.

§28Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα ἀνέφερα ὅτι θέλω εἰσαγάγει καὶ ἐγὼ, εἰσὶ τάδε: νομοσχέδιον περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου περὶ Ἐθνικοῦ Τυπογραφείου, ἕτερον περὶ νομικῶν συμβούλων, ἕτερον περὶ ταμιακῆς ὑπηρεσίας· προσέτι νομοσχέδιον περὶ οἰκονομικῶν ἐπιθεωρητῶν· νομοσχέδιον περὶ καταργήσεως καὶ καθορισμοῦ τοῦ προσωπικοῦ τῶν οἰκονομικῶν ἐφορειῶν· νομοσχέδιον περὶ καταργήσεως καὶ συστάσεως τελωνειακῶν θέσεων· νομοσχέδιον περὶ κανονισμοῦ τῆς εἰσπράξεως τῶν φόρων ἐπὶ τῶν ἐπιτηδευμάτων καὶ τῶν οἰκοδομῶν· νομοσχέδιον περὶ τροποποιήσεως διατάξεών τινων τοῦ περὶ συστάσεως Γεωργικῶν Σταθμῶν νόμου, καὶ νομοσχέδιον περὶ συστάσεως ὀγδόου Ὑπουργείου. Κατὰ τὸ 1890 καὶ 1891 συνέπεσε νὰ κληθῶ εἰς τὴν διοίκησιν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, ἐπείσθην δὲ, ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν εἶναι καθ’ ὑπερβολὴν πολυάσχολον, τοῦ Ὑπουργοῦ μόλις δυναμένου νὰ ἐπαρκῇ εἰς τὴν συντήρησιν τῆς συνήθους κινήσεως τῆς διοικητικῆς μηχανῆς. Εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τοῦτο ὑπάγεται ὁ κλάδος τῆς δημοσίας ἀσφαλείας, ὁ τῆς γενικῆς διοικήσεως, τῆς διοικήσεως τῶν νομῶν καὶ τῶν ἐπαρχιῶν, ὁ τῆς δημοτικῆς διοικήσεως, ἡ δημοσία οἰκονομία, δηλ. τὰ τῆς γεωργίας, τῆς βιομηχανίας καὶ τοῦ ἐμπορίου, τὰ τῆς ἀστυνομίας, τὰ περὶ τοῦ ῥοῦ τῶν ὑδάτων, τὰ περὶ τῶν οἰκοδομῶν τῶν δημοσίων, τὰ τῆς κατασκευῆς καὶ συντηρήσεως τῶν ὁδῶν καὶ γεφυρῶν, τὰ τῆς ἀποξηράνσεως ἑλῶν καὶ τελμάτων, τὰ τῆς ὑδρεύσεως τῶν συνοικισμῶν, οἵτινες στεροῦνται ὕδατος, τὰ τῆς προλήψεως τῆς κατακλύσεως τοῦ ἐδάφους ἀπὸ τὰ ὕδατα τὰ περισσεύοντα, τὰ τῆς δημοσίας ὑγιείας. Καὶ ὁμολογῶ, ὅτι πρέπει νὰ ἦναί τις Βριάρεω, διὰ νὰ δύναται νὰ πράττῃ τι περισσότερον ἢ νὰ συντηρῇ ἁπλῶς τὴν συνήθη κίνησιν τῆς Διοικήσεως. Διὰ τοῦτο κατὰ τὰ 1890 καὶ 1891 ἐπρότεινα εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου ἐζήτουν νὰ ψηφίσῃ ἡ Βουλὴ τὸν σχηματισμὸν ὀγδόου Ὑπουργείου, τὸ ὁποῖον ἤθελεν εἶσθαι Ὑπουργεῖον ἐπὶ τῆς συγκοινωνίας, ἑπομένως ἤθελον ὑπαχθῇ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, ὅπερ τότε ἐπροτείνετο, τὰ δημόσια ἔργα, ὁδοποιΐα καὶ γεφυροποιΐα, ἡ ἀποξήρανσις ἑλῶν καὶ τελμάτων, αἱ οἰκοδομαὶ, ἡ συντήρησις καὶ κατασκευὴ ὁδῶν, συντήρησις καὶ κατασκευὴ σιδηροδρόμων, καὶ προσέτι ἡ ταχυδρομικὴ, τηλεγραφικὴ καὶ τηλεφωνικὴ ὑπηρεσία. Ἡ Βουλὴ τότε ἐπεψήφισε τὸ νομοσχέδιον, καὶ ὁ Βασιλεὺς τὸ ἐκύρωσεν, ἀλλ’ ἐπελθούσης κατὰ τὰς ἡμέρας ἐκείνας τῆς παύσεως τοῦ Ὑπουργείου, τοῦ ὁποίου προϊστάμην, ἐστάλη τὸ κεκυρωμένον ὑπὸ τοῦ Βασιλέως νομοσχέδιον εἰς τὸν ἐμὸν διάδοχον, ὅστις δὲν ἐνέκρινε τὴν δημοσίευσιν αὐτοῦ διὰ τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως, ματαιωθείσης τῆς γενομένης ἐργασίας. Τώρα, ὅτε ἡ κοινωνία ἤρξατο νὰ ἀναγνωρίζῃ καὶ ἀνομολογῇ, ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐνισχύσωμεν τὴν ἐθνικὴν παραγωγὴν, ὑπέλαβον ὅτι σκοπιμωτέρα καὶ εἰδικωτέρα θέλει παρασχεθῆ συνδρομὴ εἰς τοῦτο, ἂν συστηθῇ Ὑπουργεῖον Γεωργίας, Βιομηχανίας καὶ Ἐμπορίου. Τὰ τελευταῖα ἔτη, ἰδίως μετὰ τὴν ἔκδοσιν τοῦ νόμου περὶ Γεωργικῶν Σταθμῶν, ὁ ὁποῖος ἐψηφίσθη τῇ προτάσει τοῦ ἀγαπητοῦ συναδέλφου μου Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, ἐδόθη μείζων ὤθησις εἰς τὴν ἀνάπτυξιν καὶ βελτίωσιν τῆς γεωπονίας· ἐλπίζω ὅτι τὸ ἔργον τοῦτο θέλουσιν ἐξακολουθήσει πᾶσαι αἱ Κυβερνήσεις, καὶ ἐκείνη, ἡ ὁποία ὑφίσταται νῦν, καὶ ἐκεῖναι, αἱ ὁποῖαι θέλουσι διαδεχθῆ αὐτήν. Νομίζω δὲ, ὅτι, ἂν τὰ ἔργα τοῦ νέου Ὑπουργείου περιορισθῶσιν εἰς τοῦτο καὶ μόνον, εἰς τὴν φροντίδα περὶ τῆς γεωργίας, βιομηχανίας καὶ ἐμπορίου, νομίζω ὅτι θέλει ἐπαρκέσει εἰς τὰς ἀνάγκας, τὰς ὁποίας προάγει εἰς φῶς ἡ ἐπιθυμία τῆς ἐνισχύσεως τῶν τριῶν τούτων κλάδων τῆς ἐθνικῆς παραγωγῆς. Κατὰ τοὺς ὑπολογισμούς, τοὺς ὁποίους ἐποιησάμην, ἡ δαπάνη τῆς συντηρήσεως ὀγδόου Ὑπουργείου δὲν θέλει ὑπερβῆ, τό γε νῦν ἔχον, τὰς 50,000 δραχμάς· εἶναι δαπάνη προσώπων καὶ οὐχὶ πραγμάτων, διότι δαπάνη πραγμάτων εἶναι ἡ πραγματικὴ ἐνίσχυσις τῆς γεωργίας, βιομηχανίας καὶ ἐμπορίου. Καθὰ δὲ ἠδυνήθην νὰ συναγάγω, ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1903 περιλαμβάνει πιστώσεις ἀνωτέρας τῶν περιληφθεισῶν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ παρελθόντος ἔτους, ἑπομένως, ἂν ἡ Διοίκησις ἐπιτύχῃ εἰς τὴν διάγνωσιν τῶν ἀληθῶν ἀναγκῶν τῶν τριῶν τούτων κλάδων τῆς ἐθνικῆς παραγωγῆς, θέλει ἔχει πάντα τὰ μέσα, τὰ ἀπαιτούμενα ὅπως πραγματικῶς ἡ ἐνίσχυσις αὕτη ἦναι πραγματική. Πρὶν ἢ περάνω ἐν τούτοις τὸν λόγον μου, πρέπει νὰ ὁμολογήσω εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι κατὰ τὴν ἐμὴν γνώμην πρέπει νὰ προσπαθήσωμεν πάντες, ἵνα αἱ δαπάναι τοῦ Κράτους μὴ διατίθενται πᾶσαι, ἢ τὸ μεγαλείτερον μέρος αὐτῶν, εἰς μισθοὺς προσώπων, ἀλλὰ νὰ πραγματοποιῶνται εἰς θεραπείαν ἀναγκῶν τοῦ τόπου καὶ τῆς διοικήσεως. Τὰ μέτρα οἰκονομιῶν, τὰ ὁποῖα ἀνέγραψα ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1903, ἔχουσι καὶ τοῦτο τὸ προτέρημα, ὅτι ἐπιφέρουσιν ἐλάττωσιν θέσεων, διότι 334 θέσεις ὑπαλλήλων θέλουσιν ἐλαττώσει. Ὅσα εἶπον μέχρι τοῦδε εἶναι ὀλίγα, ἐν σχέσει πρὸς τὴν σημασίαν τῶν προτάσεων, τὰς ὁποίας προβάλλομεν εἰς τὴν Βουλήν. Δὲν ἔπρεπε νὰ καταχρασθῶ τῆς ἀνοχῆς ὑμῶν, ἐπιβαρύνων ὑμᾶς διὰ περισσοτέρων λεπτομερειῶν. Ὅτι ὅμως χρεωστῶ νὰ δηλώσω εἶναι, ὅτι πάντες οἱ ἐμοὶ συνάδελφοι καὶ ἐγὼ ἔχομεν τὴν γνώμην, ὅτι οὐδένα λόγον ὑπάρξεως ἐν τῇ Κυβερνήσει ἔχομεν, ἂν μὴ ἐφαρμοσθῇ, ὅσον εἶναι δυνατὸν, τὸ πολιτικὸν καὶ οἰκονομικὸν ἡμῶν πρόγραμμα, τὸ ὁποῖον ἀπηγγείλαμεν εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ τοῦ ὁποίου ἐποιησάμην ἀσθενῆ καὶ βραχυτάτην μνείαν σήμερον. Ἂν τυχὸν αἱ ἐλαττώσεις τῶν ἐξόδων ζημιώσωσι συμφέροντα μικρὰ ἀτόμων, ἢ συμφέροντα συνοικισμῶν, ἐπαρχιῶν ἢ κοινοτήτων, ἐπικαλοῦμαι τὸν πατριωτισμὸν ἐκείνων, οἵτινες ἀντιπροσωπεύουσι τὰς τοιαύτας κοινότητας, καὶ παρακαλῶ αὐτοὺς νὰ λησμονήσωσι πάντα τὰ ἐν τῷ οἴκῳ, πάντα τὰ ἐν τῷ δήμῳ των, πάντα τὰ ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ των, καὶ νὰ ἀποβλέψωσιν εἰς τὸ μέγα ζήτημα, τὸ ὁποῖον τάσσεται πρὸ τῆς Βουλῆς ταύτης, εἰς τὸ ζήτημα τῆς σωτηρίας τῆς χώρας ἀπὸ περαιτέρω δυστυχίας. Ἡμεῖς, ἂν ἐπιτύχωμεν νὰ πείσωμεν τὴν πλειονοψηφίαν τῆς Βουλῆς, ἵνα ψηφίσῃ τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα προβάλλομεν εἰς αὐτὴν, βεβαίως θέλομεν ἀπέλθει τῆς ἀρχῆς μίαν ἡμέραν, φέροντες τὴν εὐχάριστον πεποίθησιν, ὅτι ἐξεπληρώσαμεν καθῆκον εἰλικρινὲς πρὸς τὴν Πατρίδα. Ἂν ὅμως ἠθέλομεν ἀποτύχει, ἂν δὲν ἤθελεν ἐγκρίνει τὴν πολιτικὴν ἡμῶν ἡ Βουλὴ, ἂν ἤθελε διστάσει νὰ ὑποστῇ τὴν μάχαιραν τοῦ χειρουργοῦ, ἢ τοὺς πόνους, τοὺς ὁποίους ἡ τομὴ ἤθελε παραγάγει, ἡμεῖς βεβαίως δὲν ἔχομεν νὰ πάθωμέν τι, θέλομεν ἀπέλθει τῆς ἀρχῆς, ἀφίνοντες εἰς τὴν Βουλὴν νὰ σκεφθῇ περὶ τῶν συμφερόντων τοῦ Κράτους. (Χειροκροτήματα ἐκ τῶν ἑδωλίων τῆς Συμπολιτεύσεως καὶ τῶν ἀκροατηρίων).

§29ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ὑποβληθέντα νομοσχέδια καὶ ὁ πίναξ θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 74–103). Παρακαλῶ τὰ μέλη τῶν ἐπιτροπῶν νὰ συνέλθωσιν διὰ τὰς ἀρχαιρεσίας των, παρακαλῶ δὲ ἰδίᾳ τὰ μέλη τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ νὰ συνέλθωσι, διότι τὸ ὑποβληθὲν νομοσχέδιον περὶ δύο δωδεκατημορίων δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εἰσαχθῇ εἰς συζήτησιν καὶ ψηφοφορίαν ἄνευ ἐκθέσεως τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ.

§30Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Καὶ ἡ ἐπιτιτροπὴ ἐπὶ τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν Βασιλικὸν Λόγον.

§31Κ. ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Νὰ κληθῶσι παρὰ τοῦ κ. Προέδρου τὰ μέλη τῶν ἐπιτροπῶν εἰς ὡρισμένην ὥραν.

§32ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀμέσως μετὰ τὴν συνεδρίασιν παρακαλῶ νὰ συνέλθῃ ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ Προϋπολογισμοῦ.

§33Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸν λόγον.

§34ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίστε.

§35Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Οὐδόλως ἀμφιβάλλω, Κύριοι, ὅτι διὰ τῶν χειροκροτημάτων ὑμῶν ἐξεδηλώσατε τὴν χαρὰν ὑμῶν ἐπὶ ταῖς ἐπαγγελίαις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ περὶ σπουδαίων οἰκονομιῶν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1903. Μετὰ λύπης ὅμως, Κύριοι, εἰμὶ ὑποχρεωμένος νὰ μὴ ἐπιτρέψω, ἵνα τὴν χαρὰν ταύτην δοκιμάσητε ἐπὶ πολύ, εἰμὶ ὑποχρεωμένος, ἵνα ἀμέσως προβῶ εἰς τὴν ἀπόδειξιν ὅτι ὁ Προϋπολογισμός, οἷος ὑπεβλήθη, ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1903 ἀποτελεῖ πλήρη ἀθέτησιν ῥητῶν ὑποσχέσεων, παρὰ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ δοθεισῶν, ἀποτελεῖ ἀπόδειξιν τοῦ ἀβασίμου τῶν ἐπὶ σπατάλῃ κατηγοριῶν, αἱ ὁποῖαι κατὰ τοῦ κόμματος ἡμῶν ἐπὶ τετραετίαν ὅλην κατηγγέλθησαν. Προβαίνω εἰς τὴν ἀπόδειξιν ταύτην. Καὶ ἵνα πράξω τοῦτο, μὴ νομίζετε, ὅτι θὰ ἀπαντήσω δυσκολίας· τὸ ἔργον δυσχερὲς δὲν εἶναι. Ἄρχομαι ἀπὸ τὰ ἔσοδα τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ὅσοι εἴχετε τὴν τιμὴν νὰ παρακαθήσητε ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ κατὰ τὴν παρελθοῦσαν τετραετίαν, ἐνθυμεῖσθε βεβαίως, ὅτι κατ’ ἔτος, κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, πάντες οἱ ῥήτορες τῆς πτέρυγος ταύτης (δεικνύει τὴν Συμπολίτευσιν) μιᾷ φωνῇ ὑπεστήριζον, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἡ τότε ὑπελόγιζε τὰ ἔσοδα τοῦ Κράτους τοσοῦτον ὑπέρογκα, ὥστε κατέστρεφε τὴν παραγωγήν, ὥστε κατέστρεφε τὰς οἰκονομίας τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ· πάντες ἔλεγον μιᾷ φωνῇ, ὅτι ἡ πολιτικὴ αὕτη ἄγει πρὸς τὴν χρεωκοπίαν τῆς χώρας· ἔλεγον πρὸς ἡμᾶς: «μετὰ τὴν χρεωκοπίαν τοῦ Κράτους παρασκευάζετε τὴν χρεωκοπίαν τῆς χώρας». Καὶ ταῦτα, Κύριοι, ἔλεγεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτής· ἔλεγεν ὅτι τὰ ἔσοδα τοῦ Κράτους εἶναι ὑπέρογκα, καὶ ὅτι ὠφείλετο ἡ εἴσπραξις τοιούτων ὑπερόγκων ἐσόδων εἰς τὰ πιεστικὰ μέσα, τῶν ὁποίων ἡ Κυβέρνησις ἡ τότε ἔκαμε χρῆσιν· ἐκάκιζεν ἡμᾶς ἐπὶ τοῖς μέσοις ἐκείνοις, καὶ ἔλεγε τὰ ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Κατὰ τὰ δημοσιευθέντα παράπονα ἡ εἴσπραξις ἦτο ἀπηνὴς καὶ ἀδυσώπητος, καὶ διὰ τοῦτο κατωρθώθη νὰ εἰσπραχθῇ κατὰ τὰ τελευταῖα ταῦτα ἔτη τόσον ποσὸν ἐκ τῶν βεβαιωθέντων, ὅσον οὐδέποτε εἰσεπράχθη. Καὶ οὕτω δύναμαι νὰ θαυμάσω, πῶς κατωρθώθη ἐκ τῶν κατὰ τὸ 1899 βεβαιωθέντων ἐσόδων ἐκ δρ. 119,569,840.99 νὰ ὑπολειφθῇ ὑπόλοιπον μὴ εἰσπραχθὲν μόνον ἐκ δραχμῶν 8,251,567.30, κατὰ δὲ τὸ 1900 τὸ μὴ εἰσπραχθὲν μέχρι τέλους τῆς χρήσεως ὑπόλοιπον τῶν βεβαιωθέντων νὰ περιορισθῇ εἰς δραχ. 6,113,634 μόνον, ἐνῷ τὰ βεβαιωθέντα εἶχον ἀναβιβασθῆ εἰς 125,288,576.64. Μόνη ἡ ἀξίωσις αὕτη τοῦ εἰσηγητοῦ τῆς πλειονοψηφίας τῆς ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἐπιτροπῆς ἦτο ἀληθής, ἤτοι, ὅτι αἱ εἰσπράξεις ἐγένοντο μετ’ ἐντελείας· ἀλλὰ τὴν ἱκανότητα ταύτην δὲν δύναμαι νὰ ἐπαινέσω· ἐξ ἐναντίας τοιαύτην ἱκανότητα Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ὀφείλω νὰ ἐπικρίνω, διότι ἐξήντλησε βεβαίως τὰ ἀποταμιεύματα ἀπὸ ἐκείνους τῶν φορολογουμένων, ὅσοι εἶχον τοιαῦτα, ἂν μεταξὺ τῶν φορολογουμένων εὑρέθησαν τοιοῦτοι, ἠλάττωσε δὲ τὰ προωρισμένα διὰ τὰς παραγωγικὰς ἐργασίας κεφάλαια τῶν πλείστων πάντως ἐξ αὐτῶν. Τοιαύτη δρᾶσις τῆς Διοικήσεως στειρεύει τὰς πηγὰς τῶν ἐσόδων, ἐπετεύχθη δὲ οὐχὶ ἐκ τοῦ τρόπου τῆς εἰσπράξεως μόνον, ἀλλὰ καὶ ἐκ τῶν ποσῶν, τὰ ὁποῖα προσεπάθησε καὶ κατώρθωσε νὰ εἰσπράξῃ, τὰ ὁποῖα ὑπερβαίνουσι τὰ ποσά, τὰ ὁποῖα μέχρι τῶν τελευταίων ἐτῶν εἰσέπραττε τὸ Δημόσιον παρὰ τῶν φορολογουμένων. Καὶ ὄντως, ἂν ἐρευνήσητε τοὺς πίνακας τῶν εἰσπράξεων, θέλετε πεισθῆ, ὅτι πρὸ τοῦ πολέμου οὐδέποτε εἰσεπράχθησαν πλέον τῶν 96 ἑκατομμυρίων, ἐνῷ μετὰ τὸν πόλεμον, ὁ ὁποῖος βεβαίως ἐπέδρασεν ὀλεθρίως ἐπὶ τῆς οἰκονομικῆς ζωῆς τῆς χώρας, εἰσεπράχθησαν 112 καὶ 117 ἑκατομμύρια. Τοιαύτη οἰκονομικὴ ἐργασία οὐ μόνον δὲν ἐπιτρέπεται, ἀλλ’ ἀπαγορεύεται... Ἑπομένως, ἂν πρὸ τοῦ πολέμου εἰσέφερεν ἡ χώρα 96 ἢ 97 ἑκατομμύρια, νὰ ἀναγκάσῃ αὐτὴν νὰ εἰσφέρῃ μετὰ τὸν πόλεμον 112 καὶ 117 ἑκατομμύρια, ἦτο πολιτικὴ ἀσύνετος καὶ μηδόλως συμβιβαζομένη μὲ τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους.» Αὐτὴ ἦτο ἡ πολιτικὴ ὑμῶν, ἀξιότιμε κύριε Πρωθυπουργέ, ὅτε ὡς ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἐλέγετε ὅσα ἀνέγνωσα ὑμῖν. Καὶ ἐπερίμενεν ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς καὶ ἐπερίμενεν ἡ Βουλή, ἵνα τὴν πολιτικὴν ταύτην ἐφαρμόσητε, ἐρχόμενος ἐπὶ τὴν ἀρχήν, διότι τοιαύτην ἐδώκατε ὑπόσχεσιν, περιοδεύων ἀνὰ τὴν Ἑλλάδα, τοιαύτην ἐδώκατε ῥητὴν ὑπόσχεσιν εἰς τοὺς ἐκλογεῖς τῶν ἐπαρχιῶν, ἃς ἐπεσκέφθητε. Ἀτυχῶς ὁ σήμερον ὑποβληθεὶς Προϋπολογισμὸς οὐδόλως ἀνταποκρίνεται πρὸς τὰς δοθείσας ὑποσχέσεις. Ἐν αὐτῷ τὰ ἔσοδα τοῦ Κράτους διὰ τὸ ἔτος 1903 ἀνέρχονται εἰς 119,406,501, δηλ. εἰς ποσὸν ἀνώτερον τοῦ ἀναγραφομένου εἰς τοὺς παρ’ ἡμῶν ὑποβληθέντας τῇ Βουλῇ Προϋπολογισμούς. Ποῖα ἦσαν τὰ ἔσοδα τὰ ἀναγραφέντα παρ’ ἡμῶν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1899; 107,085,658, ἤτοι ἐπὶ ἔλαττον τῶν ἐσόδων τῶν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ὑμῶν ἀναγραφομένων κατὰ 12,320,843. Ποῖα ἦσαν τὰ ἔσοδα τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1900; δρ. 112,206,849· ἤτοι ἐπὶ ἔλαττον κατὰ 7,199,652 τῶν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ὑμῶν ἀναγραφομένων. Ποῖα ἦσαν τὰ ἔσοδα τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1901; δρ. 115,734,159· ἤτοι ἐπὶ ἔλαττον τῶν ἐσόδων τοῦ παρ’ ὑμῶν ὑποβληθέντος σήμερον Προϋπολογισμοῦ κατὰ 3,672,442. Ἑπομένως παραβάλλων τὰ ἔσοδα τῶν Προϋπολογισμῶν τῶν ἐτῶν 1899, 1900 καὶ 1901, διὰ τὰ ὁποῖα τοσαύτη ἐγένετο ἐναντίον τῆς Κυβερνήσεως ἡμῶν ἐπίθεσις, ἕνεκα τῶν ὁποίων ἐχαρακτηρίσατε τὴν ὑπὸ τὴν προεδρίαν μου Κυβέρνησιν ὡς ἀσύνετον, ὡς καταστρεπτικὴν τῶν συμφερόντων τῆς χώρας, ἕνεκα τῶν ὁποίων κατηγγείλατε τὴν Κυβέρνησιν ὡς ἄγουσαν εἰς τὴν χρεωκοπίαν, εὑρίσκω ταῦτα κατώτερα κατὰ πολλὰ ἑκατομμύρια τῶν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1903 ἀναγραφομένων. Ἀλλὰ περὶ τῶν ἐσόδων τούτων ἐλέγετε ἐν Λαυρίῳ: «Χαλεποὶ εἶναι ὄντως οἱ καιροί, οὓς διερχόμεθα, καὶ ἀξία θαυμασμοῦ ἡ ὑπομονὴ καὶ ἡ ἐγκαρτέρησις τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Πῶς νὰ μὴ ἀνακηρύξῃ τις χαλεποὺς τοὺς καιροὺς τούτους, ἀφοῦ κατ’ αὐτοὺς εἰς τοσοῦτον ἀνεβίβασαν τὰ ποσὰ τῶν ἐσόδων τοῦ δημοσίου ταμείου, τὰ ὁποῖα ζητοῦσι νὰ εἰσφέρῃ ὁ λαός; Πῶς νὰ μὴ θαυμάσῃ τις τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ τὴν ὑπομονήν;» Καὶ ἐνῷ ταῦτα ἐλέγετε καὶ ἐν τῇ Βουλῇ καὶ ἐν παραμοναῖς ἐκλογῶν, ἔρχεσθε σήμερον καὶ ὑποβάλλετε Προϋπολογισμὸν μὲ ἔσοδα 119,406,501, δηλαδὴ κατὰ 12,320,843 δρ. ἀνώτερα τῶν τοῦ 1899, κατὰ 7,199,652 ἀνώτερα τῶν τοῦ 1900, κατὰ 3,672,442 ἀνώτερα τῶν τοῦ 1901! Τὰ ἔσοδα τοῦ Προϋπολογισμοῦ ὑμῶν προσεγγίζουσι μόνον πρὸς τὰ ἔσοδα τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ ὑποβληθέντος παρὰ τοῦ ἄλλοτε βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς κ. Νέγρη. Καὶ ἐνθυμεῖται ἡ Βουλὴ καὶ ἐνθυμοῦνται ὅσοι παρεκάθηντο τότε ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ὁποίας εἰρωνείας ἤκουσεν ὁ κύριος Νέγρης, διότι ἀνεβίβασε τὰ ἔσοδα τοῦ Κράτους εἰς 123,000,000. Ἀλλ’ οὐδεὶς ἐφαντάζετο βεβαίως, ὅτι ἠθέλετε ἔλθει ὑμεῖς, φέροντες Προϋπολογισμὸν κατὰ ἑκατοντάδας μόνον χιλιάδων διαφέροντα ἀπὸ τὸν Προϋπολογισμὸν τῶν τοῦ κ. Νέγρη.

§36ΠΟΛΛΟΙ (ἐκ δεξιῶν). Κατὰ πέντε ἑκατομμύρια.

§37Γ. Ν. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἐκπλήττεσθε, διότι λέγω κατὰ ἑκατοντάδας χιλιάδων μόνον; Ὅσοι νομίζουσιν ὅτι ἔχω ἀνάγκην νὰ μάθω, ὅτι 119,406,501 διαφέρουσιν ἀπὸ 123,949,931 κατὰ 4,543,440, ἔσπευσαν πολὺ νὰ εὐαρεστηθῶσιν, ὅπως μοὶ δώσωσι τοιοῦτο μάθημα, διότι ἐγὼ δύναμαι νὰ τοῖς δώσω ἕτερον μάθημα, ὅτι θὰ ἦτο καλὸν, πρὶν διδάξωσι τοὺς ἄλλους νὰ διδαχθῶσιν οἱ ἴδιοι, ὅπως δὲ διδαχθῶσι, πρέπει νὰ μελετήσωσι τοὺς Προϋπολογισμούς. Κατὰ τὴν μελέτην ταύτην θέλουσι μάθει, ὅτι ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1902, τῷ ὑποβληθέντι ὑπὸ τοῦ κυρίου Νέγρη, περιλαμβάνεται ποσὸν 3,777,306, ληφθὲν παρὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης χρεωλυτικὸν κατὰ τὸν νόμον ͵ΒΩΜΓʹ δάνειον διὰ τὴν ἀπότισιν τοῦ τιμήματος καὶ τῶν τόκων τῶν ἀγορασθέντων ὑπὸ τοῦ Δημοσίου κτημάτων ἐν Θεσσαλίᾳ τοῦ κ. Στεφάνοβικ Σκυλίτση. Δὲν πρόκειται λοιπὸν περὶ ἐσόδου, ἀλλὰ πρόκειται περὶ ἁπλῆς λογιστικῆς πράξεως. Τὸ ποσὸν τοῦτο ἀνεγράφη εἰς τὰ ἔσοδα, ὡς ἀνεγράφη εἰς τὰ ἔξοδα. Πρέπει λοιπὸν νὰ ἀφαιρέσωμεν τὸ ποσὸν τοῦτο ἐκ τῶν 123,949,931 ἐσόδων τοῦ 1902. Καὶ τότε τί μένει; Μένουσιν ἔσοδα δραχμῶν 120,172,625, δηλαδὴ κατὰ δραχ. 766,124 μόνον ἀνώτερα τῶν ἐσόδων τῶν ἀναγραφομένων εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1903.

§38Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἀλλὰ τὰ ἔξοδα πρέπει νὰ ἦναι ἀνώτερα κατὰ τρία ἑκατομμύρια.

§39Γ. Ν. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ὅταν φθάσω εἰς τὰ ἔξοδα, θὰ ὁμιλήσω περὶ τούτου. Ὁμιλῶ τώρα περὶ ἐσόδων. Τὸ συμπέρασμα τῆς συγκρίσεως τῶν ἀριθμῶν εἶναι, ὅτι ἐκτὸς τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1902 οὐδεὶς ὑπάρχει Προϋπολογισμὸς ἐν τῷ παρελθόντι, ὁ ὁποῖος νὰ πλησιάσῃ κἄν πρὸς τὸ ποσὸν, εἰς τὸ ὁποῖον ὑπελογίσατε τὰ ἔσοδα τοῦ Κράτους. Καὶ ἐρωτῶ ὑμᾶς: Ἐὰν ἐλέγετε τὰ ἀληθῆ, ὅτε ἐπολεμεῖτε τὴν ὑπὸ τὴν προεδρίαν μου Κυβέρνησιν, ἐὰν πράγματι εἴχετε τὴν πεποίθησιν ὅτι ἡ ἀναγραφὴ ἐσόδων ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1899 δρ. 107,085,658, ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1900 δρ. 112,206,849, ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1901 δρ. 115,734,159, ἀπετέλει πρᾶξιν προδοτικὴν, ἦτο πρᾶξις ἄγουσα τὴν χώραν εἰς τὴν χρεωκοπίαν, πῶς τὰ ἀναγραφόμενα ἐν τῷ σήμερον ὑποβληθέντι Προϋπολογισμῷ ἔσοδα ἀνέρχονται εἰς 119,406,501; Διὰ τῆς ἐγγραφῆς τοιούτου ποσοῦ ἀναιρεῖτε πάντα τὰ λεχθέντα κατὰ τὴν παρελθοῦσαν τετραετίαν, καὶ ὁμολογεῖτε ὅτι τότε δὲν ἐλέγετε τὰ ἀληθῆ. Καὶ δὲν εἶναι δυνατόν, Κύριοι, ἢ νὰ παραδεχθῶ, ὅτι ἀναιρεῖτε τὴν πολιτείαν ὑμῶν, καὶ ὁμολογεῖτε τὸ ἀναληθὲς καὶ ἀβάσιμον τῶν τότε ἰσχυρισμῶν σας, διότι, ἐὰν εἴχετε πράγματι τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἡ Ἑλλὰς δὲν δύναται νὰ συνεισφέρῃ τὸ ποσὸν τῶν 119,406,501, εἰς τὸ ὁποῖον ἀναβιβάζετε τὰ ἔσοδα τοῦ 1903, ὅτι ὁ λαὸς διὰ τῆς εἰσφορᾶς ταύτης καταπονεῖται, ὅτι αἱ παραγωγικαὶ δυνάμεις τῆς χώρας ἐξαντλοῦνται, ὅτι ἡ χώρα βαίνει εἰς τὴν χρεωκοπίαν, πιστεύω ἀκραδάντως, ὅτι δὲν ἠθέλετε ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ἐγγράψει τοσαῦτα ἔσοδα, ἀλλ’ ἠθέλετε προτείνει ἐλάττωσιν τῆς ἰσχυούσης φορολογίας. Τί νὰ εἴπω τώρα περὶ τῆς ἑτέρας κατηγορίας, ὅτι ἡ εἴσπραξις τῶν ἐσόδων κατὰ τὰ ἔτη 1899, 1900 καὶ 1901 ἐγένετο δι’ ἀπηνοῦς καταδιώξεως; Ἐὰν μόνον δι’ ἀπηνοῦς καταδιώξεως κατωρθώσαμεν νὰ εἰσπράξωμεν τὰ ἔσοδα τῶν ἐτῶν 1899, 1900 καὶ 1901, τὰ ὁποῖα ἦσαν πολὺ κατώτερα τῶν ἐσόδων τοῦ 1903, ἔτι ἀπηνεστέραν καταδίωξιν κατ’ ἀνάγκην θὰ μετέλθητε ὑμεῖς, διότι πρόκειται νὰ λάβητε ἀπὸ τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν ποσὰ πολὺ ἀνώτερα ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἐλάβομεν ἡμεῖς. Ἐὰν λοιπὸν τότε ἀπεδίδετε τὴν εἴσπραξιν τῶν ἐσόδων αὐτῶν εἰς τὴν ἀπηνῆ καταδίωξιν, προτίθεσθε ἀπηνεστέραν ὑμεῖς νὰ μετέλθητε καταδίωξιν. Ὁ συλλογισμὸς οὗτος ἀποδεικνύει, ὅτι δὲν πιστεύετε εἰς τὴν κατηγορίαν τῆς ἀπηνοῦς καταδιώξεως, ὡς δὲν πιστεύετε καὶ εἰς τὴν ἑτέραν, τῆς καταστροφῆς τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ καὶ τῆς πτωχεύσεως αὐτοῦ, καὶ ὅτι, ὅτε ἐλέγετε ταῦτα, ἐλέγετε μὴ ἀληθῆ. Ὅπως πιστεύσωμεν, ὅτι ἐν πεποιθήσει ἐλέγετε ταῦτα, πρέπει νὰ περιορίσητε τοὺς φόρους, διὰ νὰ πραγματοποιηθῇ καὶ ἓν τῶν ἄρθρων τοῦ προγράμματος, τὸ ὁποῖον μετὰ τοσαύτης εὐφραδείας ἀνέπτυξεν ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, ὅστις ἔλεγε προχθές, ὅτι «ἓν τῶν κυρίων θεμάτων, περὶ τῶν ὁποίων πρέπει νὰ ἀσχοληθῇ ἡ Βουλή, εἶναι ἡ ἐλάφρυνσις τῶν βαρῶν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ». Ἰδοὺ ἡ ἐλάφρυνσις τῶν βαρῶν, κύριε Πρόεδρε τῆς Βουλῆς. Ἡ ἐλάφρυνσις εἶναι, ὅτι, ἐνῷ ἡμεῖς ἐζητοῦμεν 107 καὶ 112 καὶ 115 ἑκατομμύρια κατὰ τὰ τρία ἔτη, καθ’ ἃ διεχειρίσθημεν τὰ κοινὰ, ἔρχεται σήμερον ἡ Κυβέρνησις καὶ ζητεῖ πόσα; 119,406,501! Αὕτη εἶναι ἡ ἐλάφρυνσις τῶν βαρῶν! (χειροκροτήματα ἐξ ἀριστερῶν).

§40Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἀπέναντι τῶν 123,000,000, τὰ ὁποῖα ἔγειναν 129,000,000.

§41Γ. Ν. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Εἶπον· διότι θέλω νὰ ἦμαι ἀκριβὴς, καὶ θὰ ἦμαι μέχρι τέλους ἀκριβής. Ἔκαμα τὴν παραβολὴν πρὸς τὸν πρῶτον Προϋπολογισμὸν, τὸν ὁποῖον ἡμεῖς ὑπεβάλομεν, πρὸς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1899, ἔκαμα τὴν παραβολὴν πρὸς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1900, ἔκαμα τὴν παραβολὴν πρὸς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1901, ἔκαμα δὲ καὶ τὴν παραβολὴν πρὸς τὸν τοῦ 1902, καὶ σᾶς εἶπον, ὅτι τῇ ἀφαιρέσει τοῦ ποσοῦ διὰ τὴν ἀγορὰν τῶν κτημάτων Στεφάνοβικ ὁ Προϋπολογισμὸς οὗτος ἀναβιβάζει τὰ ἔσοδα εἰς δραχ. 120,172,625, καὶ ὅτι μόνον δύνασθε νὰ ζηλώσητε τὴν δόξαν τοῦ κ. Νέγρη, διότι φέρετε Προϋπολογισμὸν ὡς πρὸς τὰ ἔσοδα διαφέροντα μόνον κατὰ 766,124 δραχ. τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ κ. Νέγρη. Ἀλλ’ ἂς μεταβῶμεν, Κύριοι, εἰς τὰ ἔξοδα, ὅπως ἴδωμεν, ἂν ἡ δευτέρα κατηγορία, ἡ καθ’ ἡμῶν ἐκτοξευθεῖσα, ἡ ὁποία ἠκούσθη τοσάκις ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ἡ ὁποία ἀπετέλεσε τὸ ἐκλογικὸν ἔδαφος κατὰ τὰς ἐκλογὰς τῆς 17 Νοεμβρίου, ἂν τουτέστιν ἡ κατηγορία ἐπὶ σπατάλῃ εἶναι βάσιμος, ἢ ἂν καὶ αὐτὴ εἶναι ὁμοία πρὸς τὴν ἑτέραν κατηγορίαν, τὴν κατηγορίαν δηλαδὴ τῆς ἀπηνοῦς καταδιώξεως, περὶ τῆς ὁποίας ἐποιησάμην λόγον πρὸ μικροῦ. Καὶ παρέβαλεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς τὸν προϋπολογισμὸν τῶν ἐξόδων, τὸν ὑπ’ αὐτοῦ ὑποβληθέντα, πρὸς τὸν προϋπολογισμὸν τῶν ἐξόδων τοῦ 1902, καὶ παρέστησεν εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι, ἐνῷ ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1903 ἀναγράφει πιστώσεις 114,151,539, ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1902 περιλαμβάνει ἔξοδα 121,885,707· ἄρα, εἶπε, διαφορὰ ἐπὶ ἔλαττον κατὰ τὴν χρῆσιν τοῦ 1903 δρ. 7,734,168. Καὶ σταματῶ ἐδῶ πρὸς στιγμήν, Κύριοι, διότι φρονῶ, ὅτι ἡ θεωρία, τὴν ὁποίαν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἀνέπτυξεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἡ θεωρία τουτέστιν, ὅτι, ὅπως συγκρίνωμεν τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1903 πρὸς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1902, πρέπει νὰ προσθέσωμεν εἰς τὸ ποσὸν τῶν ἐξόδων, τὸ ἀναγραφόμενον ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1902, ὅλας τὰς ἀναπληρωματικὰς καὶ εἰδικὰς πιστώσεις, τὰς ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τούτου ληφθείσας, δὲν νομίζω ὅτι ἡ θεωρία αὕτη δύναται νὰ ὑποστηριχθῇ. Γνωρίζω ὅτι δύναταί τις νὰ συγκρίνῃ ὅμοιόν τι πρὸς ὅμοιον, ἀλλ’ εἶναι ἀδύνατον νὰ συγκρίνωμεν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1903 πρὸς Προϋπολογισμὸν τοῦ 1902 ἐπηυξημένον δι’ ἀναπληρωματικῶν καὶ εἰδικῶν πιστώσεων· διότι, ἐρωτῶ, ὑπάρχει τις ὁ φρονῶν, ὅτι ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1903 δὲν θὰ ἔχῃ ἀνάγκην ἀναπληρωματικῶν καὶ εἰδικῶν πιστώσεων; Καὶ εἶπε μὲν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι δὲν θέλει παραστῆ ἀνάγκη ἀναπληρωματικῶν καὶ εἰδικῶν πιστώσεων, ἀλλὰ παρακαλῶ νὰ μοὶ εἴπητε, γινώσκετε Προϋπολογισμόν τινα κατὰ τὸ παρελθὸν—καὶ λάβετε ὅσα ἔτη θέλετε κατὰ τὸ παρελθὸν,—ὁ ὁποῖος δὲν ἔλαβεν ἀνάγκην ἀναπληρωματικῶν καὶ εἰδικῶν πιστώσεων; Πῶς εἶναι δυνατὸν λοιπὸν σήμερον ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ θέλῃ καθ’ ἣν στιγμὴν ἀγνοοῦμεν τίνες ἔσονται αἱ ἀναπληρωματικαὶ καὶ εἰδικαὶ πιστώσεις τοῦ 1903, νὰ παραβάλῃ τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1903 πρὸς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1902 ἐπηυξημένον δι’ ἀναπληρωματικῶν καὶ εἰδικῶν πιστώσεων; Ἐὰν θέλητε νὰ παραβάλητε, πρέπει νὰ παραβάλητε Προϋπολογισμὸν πρὸς Προϋπολογισμὸν ὑπὸ τοὺς αὐτοὺς ὅρους. Καὶ ποῖα εἶναι τὰ ποσὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ὑμῶν; Ἀναγράφει ὡς ἔξοδα δρ. 114,151,539, ὁ δὲ Προϋπολογισμὸς τοῦ ἔτους 1902 ἀναγράφει 121,885,707. Ἀρά διαφορὰ μεταξὺ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1903 καὶ τοῦ τοῦ 1902 δραχ. 7,734,168. Ὁμολογῶ, Κύριοι, ὅτι ὑπέλαβον, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ποιούμενος τὴν σύγκρισιν μεταξὺ τῶν δύο Προϋπολογισμῶν, ἤθελε θεωρήσει, ὅτι πρώτιστον εἶχεν καθῆκον νὰ ἀνακοινώσῃ εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1902 ὑπάρχει πίστωσις δρ. 3,777,306, αἱ ὁποῖαι δέον ν’ ἀφαιρεθῶσι πρὸ πάσης συγκρίσεως, διότι τὸ ποσὸν τοῦτο εἶναι τὸ ποσὸν τὸ δαπανηθὲν διὰ τὴν ἀγορὰν τῶν κτημάτων Στεφάνοβικ, εἶναι ποσὸν ἀντίστοιχον πρὸς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶχεν ἀναγραφῆ εἰς τὰ ἔσοδα καὶ τὸ ὁποῖον ἀπεσιωπήθη ἐκ τύχης, ὅτε ὑπῆρξεν ἀνάγκη ν’ ἀναβιβάσωμεν τὰ ἔσοδα τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1902· ἐδῶ ἔχομεν ἀνάγκην πάλιν ν’ ἀναβιβάσωμεν τὰ ἔξοδα, καὶ λησμονοῦμεν ν’ ἀνακοινώσωμεν εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι δέον νὰ προβῶμεν πρὸ πάσης συγκρίσεως εἰς τὴν ἀφαίρεσιν τοῦ ποσοῦ αὐτοῦ. Ὅταν λοιπὸν ἀφαιρέσωμεν τὸ ποσὸν τῶν 3,777,306 ἀπὸ τὸ ποσὸν τῶν 7,734,168 τί μένει; ποσὸν 3,956,862. Ἀλλὰ μήπως, Κύριοι, εἶναι αὕτη ἡ μόνη ἀφαίρεσις, ἡ ὁποία πρέπει νὰ γείνῃ πρὸ πάσης συγκρίσεως; Ὑπάρχουσι, Κύριοι, καὶ ἄλλα ποσὰ, καὶ ποσὰ σπουδαῖα, τὰ ὁποῖα δέον ν’ ἀφαιρεθῶσιν. Οὕτως, ἐπὶ παραδείγματι, αʹ) ἐν τῷ κεφαλαίῳ «ὑπηρεσία διὰ τὰ ὑπὸ τοῦ Δημοσίου ἀγορασθέντα ἐν Θεσσαλίᾳ κτήματα Στεφάνοβικ» ὑπάρχει διαφορὰ μεταξὺ τῶν δύο Προϋπολογισμῶν δρ. 124,120. βʹ) «Μέρος εἰσπράξεων φόρου καπνοῦ διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τῶν δανείων τῶν Σιδηροδρόμων Πειραιῶς–Λαρίσης καὶ Πύργου–Μελιγαλᾶ» ἀναγράφεται εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ ἔτους 1902 τὸ ποσὸν δρ. 1,476,040, εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1903 δρ. 644,060, ἄρα διαφορὰ 831,980. Ἀλλ’ ἔχομεν καὶ κἄτι τι ἀκόμη σπουδαιότερον, ἔχομεν γʹ) καὶ πίστωσιν ἀφορῶσαν εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ νόμου περὶ πετρελαίου. Τί, νομίζετε, παρατηρεῖται; Ἀναγράφεται ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1903 ποσὸν δρ. 1,329,093 ἀπέναντι ποσοῦ κατὰ τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1902 πόσου, παρακαλῶ; ἀπέναντι ποσοῦ 2,101,527· διαφορὰ 772,434. Ἀλλὰ θὰ μοὶ εἴπητε, ὅτι θὰ ὑπάρξῃ ἀνάγκη ἀγορᾶς ὀλιγωτέρου ποσοῦ πετρελαίου· ἀλλὰ πληροφοροῦμαι, ὅτι ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ καὶ ἐν τῇ ἐκθέσει ῥητῶς λέγεται, ὅτι ἀναγράφεται ποσὸν κατὰ 772,434 ὀλιγώτερον, διατί; διότι ὑπῆρχε τὴν 31 Δεκεμβρίου ἐν ταῖς ἀποθήκαις ποσὸν πετρελαίου δυνάμενον νὰ ἱκανοποιήσῃ τὰς ἀνάγκας τῆς χώρας μέχρι τέλους Μαΐου. Ἄρα τὸ πετρέλαιον τοῦτο ἠγοράσθη μὲ χρήματα τῆς χρήσεως 1902, παραλαμβάνει δὲ τοῦτο ἡ χρῆσις τοῦ 1903, καὶ ἐντεῦθεν ἡ διαφορὰ τῶν 772,434· ἐὰν δὲ θέλητε νὰ ἦσθε ἀκριβεῖς, πρέπει νὰ ὁμολογήσετε, ὅτι δὲν πρόκειται περὶ διαφορᾶς μόνον δρ. 772,434, διότι τὸ ποσὸν τοῦτο προστίθεται ἀφ’ ἑνὸς εἰς τὴν χρῆσιν τοῦ 1902, καὶ ἀφαιρεῖται ἀφ’ ἑτέρου ἀπὸ τὴν χρῆσιν τοῦ 1903. Ἀλλὰ νομίζετε, ὅτι τοῦτο μόνον εἶναι, Κύριοι; Ὑπάρχει καὶ ἕτερόν τι ἄξιον παρατηρήσεως, ὅτι ἀκριβῶς κατὰ τὸν μῆνα Δεκέμβριον προκαλεῖται διὰ Βασιλικοῦ Διατάγματος ἀναπληρωματικὴ πίστωσις πρὸς πληρωμὴν ποσοῦ 277,000 δραχμῶν διὰ τὸ πετρέλαιον, τὸ ὁποῖον θὰ χρησιμεύσῃ διὰ τὸ ἔτος 1903, καὶ δι’ αὐτὸ εἶχον δίκαιον, ὅτε ἔλεγον, ὅτι δὲν δυνάμεθα νὰ παραδεχθῶμεν ἐκ τῶν προτέρων, ὅτι πρέπει νὰ προσθέσωμεν ἀναπληρωματικὰς πιστώσεις εἰς τὰ ποσὰ τὰ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1902 ἀναγραφόμενα, διότι εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐξετάσωμεν, ποῖαι εἶναι αὐταὶ αἱ ἀναπληρωματικαὶ πιστώσεις· διότι, ὅταν ἔχω τὴν ὁμολογίαν, ὅτι ὑπάρχει πετρέλαιον μέχρι τέλους Μαΐου, ἔχω δὲ ἀφ’ ἑτέρου εἰς τὰ τέλη Δεκεμβρίου Β. Διάταγμα πρὸς πληρωμὴν ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως δι’ ἀγορὰν πετρελαίου, λέγω ὅτι σκοπὸς τοῦ Διατάγματος εἶναι νὰ ἐπιβαρύνῃ τὴν χρῆσιν τοῦ 1902, καὶ νὰ ἀπαλλάξῃ τὴν χρῆσιν τοῦ 1903. Ἀλλὰ μήπως εἶναι αὐταὶ αἱ διαφοραὶ μόνον; Διὰ «ποσοστὸν εἰσπράξεων» διαφορὰ δραχ. 40,000. Δι’ «ἔξοδα ἐκκαθαρίσεως καὶ ἀνανεώσεως παλαιῶν χρεῶν» ὑπάρχει πίστωσις δραχμῶν 50,000 ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1902, ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1903 ἀπηλείφθη· «ἔξοδα ὑπηρεσίας ἁλάτων» 75,000· «ἀποζημιώσεις γηπέδων» 46,576. «Ἐκτέλεσις δικαστικῶν ἀποφάσεων» διαφορὰ 375,000. Εἶναι αὕτη οἰκονομία; Ἢ ὑπάρχουσι δικαστικαὶ ἀποφάσεις, αἱ ὁποῖαι πρέπει νὰ ἐκτελεσθῶσι, καὶ πρέπει νὰ πληρώσητε τὸ ποσὸν τὸ ἀπαιτούμενον, ἢ δὲν ὑπάρχουσιν· ἐὰν δὲν ὑπάρχωσιν, ὀνομάζετε τοῦτο οἰκονομίαν ὀφειλομένην εἰς τὴν οἰκονομικὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως; «Ἀντιμισθία δικηγόρων» διαφορὰ 100,000· «ἐπιστροφαὶ χρημάτων» 30,000. Ἀλλὰ προβαίνω ἔτι περαιτέρω. Ἀφαιρεῖτε ποσὸν 50,000 δραχμῶν διὰ τὸ ὑδραγωγεῖον Πύργου — οἰκονομία καὶ αὐτό! — ἀλλὰ ἐτελείωσε τὸ ἔργον, δὲν ὑπάρχει πλέον ἀνάγκη δαπάνης, δὲν βλέπω ποῦ εἶναι ἡ οἰκονομία. Ἀφαιροῦνται 110 χιλιάδες διὰ τὰς ἐκκλησίας τὰς ἐν Θεσσαλίᾳ. Βεβαίως ἐφηρμόσθη ὁ νόμος, ἐξετελέσθη οὗτος, δὲν ὑπάρχει ἀνάγκη οἰκοδομῆς καὶ ἐπισκευῆς ἄλλων ἐκκλησιῶν· δὲν ἐγγράφεται ἑπομένως πίστωσις. Ἀποτελεῖ τοῦτο οἰκονομίαν; Ἐλάττωσις πιστώσεων διὰ νέας οἰκοδομὰς Ὑπουργείου Ἐσωτερικῶν, λόγῳ ἐκλείψεως ἀναγκῶν, δρ. 134,017. Ἔρχομαι εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Παιδείας. Οἰκονομία 130,820 δραχ. δι’ ἀρχαιολογικὰς ἐργασίας. Πόθεν ἡ οἰκονομία; Μεταβιβάζεται ἡ ὑπηρεσία αὕτη εἰς τὴν Ἀρχαιολογικὴν Ἑταιρείαν· δίδεται εἰς τὴν Ἀρχαιολογικὴν Ἑταιρείαν τὸ δικαίωμα ν’ αὐξήσῃ τὸν ἀριθμὸν τῶν λαχείων, ἑπομένως ἐπιβάλλεται μία ἔμμεσος φορολογία εἰς τὸν λαόν· οἰκονομία εἰς τὸν Προϋπολογισμόν! ἀφαιροῦνται δρ. 130,820. Εἶναι ἱκανότης τῆς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία κατορθώνει τοιαύτας οἰκονομίας; Ἀλλ’ ἔχομεν καὶ ἄλλην οἰκονομίαν, καὶ σπουδαίαν οἰκονομίαν. Εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν ἔχομεν οἰκονομίαν διὰ στρατωνισμὸν δραχ. 310,000· διατί; λόγῳ προμηθείας κλινοσκεπασμάτων κατὰ τὸ λῆξαν ἔτος, καὶ ἑπομένως ἐθεωρήθη, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀνάγκη νέας ἀγορᾶς κατὰ τὸ 1903. Ἀλλὰ τοῦτο ἀποτελεῖ οἰκονομίαν; Καὶ ἐνθυμοῦμαι, Κύριοι, μετὰ πόσης πικρίας ἄλλοτε ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἀποτεινόμενος πρὸς ἡμᾶς, ἔλεγε: «σεῖς ἐξαντλεῖτε τὰς ἀποθήκας τοῦ στρατοῦ καὶ τοῦ ναυτικοῦ· δὲν ἔχετε δικαίωμα νὰ τὰς ἐξαντλήσητε· ἔχετε ὑποχρέωσιν, ἵνα καθ’ ἕκαστον ἔτος ἀναγράφητε ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τὴν ἀπαιτουμένην πίστωσιν, χωρὶς νὰ μειώσητε τὰ ἐν ταῖς ἀποθήκαις ὑπάρχοντα»· ἀλλὰ τώρα εὑρίσκει, ὅτι δυνάμεθα νὰ παραλάβωμεν τὰ ἐν ταῖς ἀποθήκαις εὑρισκόμενα, ὅπως ἐλαττώσωμεν τὴν πίστωσιν, καὶ τὴν ἐλαττοῦμεν κατὰ δρ. 310,000· ἐλαττώνομεν ὡσαύτως τὴν πίστωσιν τοῦ κεφ. 14 ἄρθρ. 7 «ἐξάρτησις» κατὰ δρ. 60,000, ἀφαιροῦμεν τὸ κονδύλιον τῆς ἱππωνείας, λέγοντες ὅτι δὲν ἔχομεν ἀνάγκην ἀγορᾶς ἵππων, καὶ ἑπομένως ἐλαττώνομεν κατὰ δραχ. 50,000. Ἀφαιρεῖται ἐπίσης τὸ ποσὸν 63,920 δραχ., διότι δὲν θὰ ἐφαρμοσθῇ ὁ νόμος περὶ χωροφυλακῆς· ἀλλ’ ἐρωτῶ, ἐφηρμόσθη ὑφ’ ἡμῶν ὁ νόμος περὶ χωροφυλακῆς; Ἀποτελεῖ τοῦτο οἰκονομίαν; Πρόκειται μόνον περὶ ἀφαιρέσεως πιστώσεως, τῆς ὁποίας οὐδέποτε ἐγένετο χρῆσις, διότι δὲν ἐφηρμόσθη ὁ νόμος. Ἀλλ’ ἔχομεν, Κύριοι, καί τι σπουδαιότερον, ἔχομεν τὰς κεκλεισμένας καὶ διαγεγραμμένας χρήσεις. Κατὰ τὸ 1902 ἀνεγράφη ποσὸν δραχ. 1,730,881, κατὰ τὸ 1903 ἀναγράφεται ποσὸν 266,276, ἄρα διαφορὰ δρ. 1,464,605. Ἐρωτῶ, εἶναι αὐτὸ οἰκονομία; Ἢ ἐξεκαθαρίσθησαν τὰ ἔξοδα, καὶ δὲν ἔπρεπε νὰ ἀναγραφῶσιν αἱ διὰ ταῦτα πιστώσεις, ἢ δὲν ἐξεκαθαρίσθησαν καὶ θὰ ἐκκαθαρισθῶσι, καὶ θὰ ὑπάρξῃ ἀνάγκη τότε ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν αἱ κεκλεισμέναι χρήσεις νὰ ἀνέρχωνται μόνον εἰς 266,276 δραχ. Ἐξετάσατε τοὺς ἀπολογισμοὺς τοῦ 1900, 1901 καὶ 1902, καὶ θὰ ἴδητε, ὅτι ἡ πίστωσις τῶν κεκλεισμένων χρήσεων ὑπερβαίνει τὸ ἑκατομμύριον. Σεῖς τὰς περιορίζετε εἰς δραχ. 266,276. Φθάνομεν οὕτως εἰς ποσὸν 8,596,178, τὸ ὁποῖον βεβαίως δὲν ἀποτελεῖ οἰκονομίαν. Ἀλλὰ μήπως εἶναι ταῦτα μόνον; ὄχι βεβαίως· ὑπάρχουσι καὶ ἄλλα ποσά, καὶ σπουδαιότερα, καὶ ἤλπιζον, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἤθελεν ἐνθυμηθῆ, ὅτι μίαν τοὐλάχιστον τῶν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1903 δῆθεν οἰκονομιῶν τὴν ὀφείλει εἰς ἡμᾶς, τοὺς κατηγορουμένους ἐπὶ σπατάλῃ! Διότι ἡμεῖς ηὐτυχήσαμεν νὰ συνομολογήσωμεν τὴν σύμβασιν τῆς κατασκευῆς τοῦ σιδηροδρόμου Πειραιῶς–Λαρίσης–Συνόρων, ἡμεῖς ἐν τῇ συμβάσει ἐκείνῃ ἐθέσαμεν τὸν ὅρον, ὅτι ἡ ἑταιρεία εἶναι ὑπόχρεως νὰ δώσῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὸ ποσόν, τὸ ὁποῖον θὰ δαπανηθῇ εἰς χαρτονομίσματα ἐν τῷ ἐσωτερικῷ, νὰ δώσῃ τὸ ποσὸν τοῦτο εἰς χρυσὸν πρὸς 1,46, καὶ βεβαίως ἡ Κυβέρνησις ὠφελεῖται τοῦ ὅρου ἐκείνου τῆς συμβάσεως, καὶ ἑπομένως παραλαμβάνει κατὰ τὴν χρῆσιν τοῦ 1903 ἐν ποσὸν χρυσοῦν πρὸς 1,46, ἐνῷ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1902 ὁ χρυσὸς ὁ διὰ τὰς ἀνάγκας τοῦ Κράτους ὑπελογίσθη πρὸς 1,65 τὸ φράγκον! ἄρα ἔχει οἰκονομίαν 19 λεπτὰ κατὰ φράγκον. Ἐρωτῶ, εἶναι αὕτη οἰκονομία ὀφειλομένη εἰς τὴν οἰκονομικὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως, ἢ εἶναι οἰκονομία ὀφειλομένη εἰς τὰς ἐνεργείας τῆς σπατάλου Κυβερνήσεως, τῆς ὁποίας εἶχον τὴν τιμὴν νὰ προεδρεύω; Καὶ τὸ ποσὸν τοῦτο, Κύριοι, ἀνέρχεται εἰς δρ. 692,105, καὶ τοιουτοτρόπως φθάνομεν εἰς ποσὸν ἐν συνόλῳ δρ. 9,288,283. Καὶ ἀνέφερα μόνον ἐκεῖνα τὰ κονδύλια, περὶ τῶν ὁποίων δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ ἀμφισβήτησις. Δὲν εἰσέρχομαι εἰς τὴν λεπτομερῆ ἐξέτασιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, εἰς τὴν ὁποίαν κατ’ ἀνάγκην ἀργότερον θὰ εἰσέλθωμεν, καὶ δὲν εἰσέρχομαι ὅπως ἀνεύρω ἐν ταῖς λεπτομερείαις ἐλαττώσεις πιστώσεων, διότι ὁμολογῶ καὶ ἐγώ, ὅτι εἰς ἄλλα κεφάλαια ὑπάρχουσιν αὐξήσεις δαπανῶν. Ἑπομένως ἐγὼ δὲν ἐξετάζω σήμερον, ἂν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν παρελείφθη ποσὸν 270,000 δραχμῶν διὰ κατασκευὴν νέων ἔργων. Ἐγὼ δὲν ἐξετάζω σήμερον, ἂν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν γίνεται οἰκονομία 334,418 δρ. ἐκ περιορισμοῦ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ναυτῶν καὶ ἑπομένως ἐκ τῆς ἐλαττώσεως ἱματισμοῦ καὶ τροφῶν. Ἐὰν ἦναι αὕτη οἰκονομία, ἡ ὁποία ἐπιτρέπεται καὶ σήμερον, εἰς τὴν Βουλὴν ἀπόκειται νὰ κρίνῃ, ὅταν θὰ ἐξετάσῃ τὰ καθέκαστα τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ἀλλὰ λέγω, ὅτι δὲν εἶναι οἰκονομία, ἐπὶ τῇ ὁποίᾳ δύναται νὰ καυχηθῇ Κυβέρνησίς τις. Διατί νὰ περιορίσῃ τὸν ἀριθμὸν τῶν ναυτῶν, ὅπως ἐπέλθῃ οἰκονομία δρ. 334,418, καὶ νὰ μὴ ἀποφασίσῃ νὰ μὴ προσκαλέσῃ διόλου ναύτας, καὶ νὰ δέσῃ τὰ πλοῖα, καὶ οὕτω νὰ κάμῃ οἰκονομίαν πολὺ ἀνωτέραν; Τί παρατηρῶ ὅμως, Κύριοι, ἐν τοῖς προϋπολογισμοῖς τῶν Ὑπουργείων Ναυτικῶν καὶ Στρατιωτικῶν; Σπουδαῖαι εἶναι αἱ διαφοραὶ μεταξὺ τῶν προϋπολογισμῶν τῶν ἐτῶν 1903 καὶ 1902, καὶ ὁμολογεῖ ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς αὐτοῦ παρουσιάζει, ἀπέναντι τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1902 διαφορὰν ἐπὶ ἔλαττον δραχ. 1,770,280· καὶ ὁμολογεῖ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, ὅτι μεταξὺ τοῦ προϋπολογισμοῦ αὐτοῦ καὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ προκατόχου του ὑπάρχει διαφορὰ ἐπὶ ἔλαττον δραχ. 460,360: Ἐὰν Κύριοι, αἱ διαφοραὶ αὗται ἐπὶ ἔλαττον ἐν τοῖς δυσὶν Ὑπουργείοις ἐνδεικνύουσι δρᾶσιν πρὸς σύνταξιν τῶν δυνάμεων τῆς πατρίδος, κατὰ τὴν φράσιν τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Βουλῆς, ἂς τὸ κρίνῃ ἡ Βουλή, ὅταν ἐξετάσῃ τὰ καθέκαστα τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν δύο στρατιωτικῶν Ὑπουργείων. Ὅταν λοιπόν, Κύριοι, ἀφαιρέσητε τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ἀνεξαρτήτως τῶν ἑτέρων ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ παρατηρήσεων, ἃς ὑπέβαλον εἰς ὑμᾶς, δέον ἀναμφισβητήτως ν’ ἀφαιρεθῇ, ὅταν ἐκ τοῦ ποσοῦ τῶν 9,288,283 ἀφαιρέσωμεν τὸ ποσὸν τῶν 7,734,168, κατὰ τὸ ὁποῖον ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1903 εἶναι κατώτερος, ὡς πρὸς τὰ ἔξοδα, τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1902, τότε ἔχομεν ἔξοδα ἐπὶ πλέον εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1903 κατὰ δραχ. 1,554,115. Ἀλλὰ διὰ νὰ ἦμαι δίκαιος καὶ ἀκριβής, πρέπει νὰ ὁμολογήσω, ὅτι ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1903 ἔχει δαπάνην δρ. 2,934,590 ἀνωτέραν ἐκείνης τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1902 δι’ ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους. Καὶ ταῦτα, Κύριοι, ὡς πρὸς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1902 καὶ ὡς πρὸς τὴν σύγκρισιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1903 πρὸς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1902. Εἶμαι πεπεισμένος, ὅτι ἄλλοι ἀμεσώτερον ἐνδιαφερόμενοι, ὅπως ἀναλύσωσι τὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1902, θέλουσιν, ὅταν παραστῇ ἡ κατάλληλος στιγμή, λάβει τὸν λόγον, ὅπως ἀμυνθῶσιν ὑπὲρ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1902. Καθῆκον ὅμως ἱερὸν εἶναι νὰ ἐπιμείνω περισσότερον ἐν τῇ συγκρίσει τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ 1903 πρὸς τοὺς προϋπολογισμοὺς τῶν ἐξόδων τῶν ἐτῶν 1899, 1900 καὶ 1901, διότι ἡ Κυβέρνησις ἡ ὑπὸ τὴν προεδρίαν ἐμοῦ διεχειρίσθη σχεδὸν ὁλόκληρον τὴν πρώτην χρῆσιν τοῦ 1899, διεχειρίσθη ὁλόκληρον τὴν χρῆσιν τοῦ 1900, διεχειρίσθη δὲ δέκα μόνον μῆνας τῆς χρήσεως τοῦ 1901, διότι κατὰ τὸν Νοέμβριον τοῦ 1901 κατέλιπε τὴν ἀρχήν. Ἔχω ἀνάγκην, Κύριοι, νὰ προβῶ εἰς τὴν σύγκρισιν ταύτην, διότι εἶναι καιρὸς πλέον νὰ ἀποδειχθῇ, ἂν πράγματι τὸ κόμμα ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐπὶ 30 μῆνας διηύθυνε τὰ τῆς χώρας, ἂν τὸ κόμμα ἐκεῖνο εἶναι ἄξιον τοῦ ἀναθέματος, τὸ ὁποῖον πολλάκις ὁ κύριος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ῥίπτει κατ’ αὐτοῦ, ἂν εἶναι ἄξιον τῆς ἐπὶ σπατάλῃ κατηγορίας, ἣν πολλάκις ἠκούσαμεν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ἐν ὀνόματι τῆς ὁποίας κωλυσιεργία πάντοτε ἐγένετο, ὅπως ματαιώσῃ πᾶσαν ἐργασίαν τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως, κατηγορία, ἡ ὁποία ἀπηγγέλθη καὶ ἐπανελήφθη τὴν ἑσπέραν ταύτην ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου. Εἶπεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, παραβάλλων τὰ τρία ταῦτα ἔτη πρὸς τὸ 1896, —τὸ ὁποῖον ὑπεραγαπᾷ ὁ κ. Πρωθυπουργός, ἀλλὰ τοῦ ὁποίου ἡ στοργὴ θὰ μειωθῇ, ὅταν ἀναλογισθῇ τὸν Προϋπολογισμόν, ὃν ὑπέβαλε τὴν ἑσπέραν ταύτην πρὸς τὴν Βουλήν,—εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργός, παραβάλλων τοὺς τρεῖς ἐκείνους Προϋπολογισμοὺς πρὸς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1896: «50 ἑκατομμύρια ἐν ὅλῳ ἐσπαταλήθησαν, καὶ ποία θὰ ἦτο ἡ τύχη τῆς χώρας, ἂν ἀπέναντι τῆς σπατάλης ταύτης εἴχομεν μόνον τὰ ἔσοδα τοῦ 1896;» Ἐσπαταλήθησαν 50,000,000! Καὶ λησμονεῖ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς τὴν αὔξησιν τοῦ δημοσίου χρέους καὶ τὴν αὔξησιν τῶν συντάξεων; Ἀλλὰ λησμονεῖ τὰ πάντα! Ἐὰν ὅμως θέλῃ νὰ λησμονῇ τὰ πάντα, τὰ ἔργα ἀποδεικνύουσιν, ὅτι ἡ κατηγορία του εἶναι ἀβάσιμος, εἶναι ψευδής. Διότι, ἂν ἡμεῖς ἐσπαταλήσαμεν 50,000,000, καὶ ἂν διὰ τῆς μεθόδου τῆς διαιρέσεως, ἣν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐφήρμοσε τὴν ἑσπέραν ταύτην, ἀνεβίβασε τὴν σπατάλην εἰς δρ. 16,000,000 κατ’ ἔτος, ἐρωτῶ, δὲν δικαιοῦμαι ν’ ἀκολουθήσω τὴν τακτικὴν αὐτοῦ, καὶ νὰ παραβάλω τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1903, ὃν ὑπέβαλε, πρὸς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1896, καὶ νὰ τῷ εἴπω: «τὸ 1896 ὁ Προϋπολογισμὸς ἦτο 96,000,000, ἀλλ’ ὁ σημερινὸς ἀνέρχεται εἰς 114,000,000 ἄρα σπαταλᾶτε καὶ ὑμεῖς 18,000,000»; Ἁπλοῦς ὁ συλλογισμός. Καὶ τὸν συλλογισμὸν αὐτὸν δύναμαι νὰ στρέψω ἐναντίον σας, καὶ θὰ τὸν ἔστρεφον ἐναντίον σας, ἂν ἠκολούθουν τὴν πολιτικὴν ὑμῶν. Ἀλλὰ δὲν ἐπιτρέπεται εἰς ἐμέ, ἐπιθυμοῦντα νὰ λέγω τὰ ἀληθῆ, νὰ στρέψω τὸ ἐπιχείρημα τοῦτο καθ’ ὑμῶν. Διότι ὀφείλω νὰ ἀναγνωρίσω, ὅτι κατὰ τὸ 1903 ὑπάρχουν δαπάναι ἀπαραίτητοι, αἱ ὁποῖαι πρέπει νὰ προστεθῶσιν. Ἀλλὰ τοῦτο καθῆκον εἶχεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ μὴ λησμονῇ, ὅτε ἐξήταζε τοὺς Προϋπολογισμοὺς τῶν ἐτῶν 1899, 1900 καὶ 1901, καὶ νὰ μὴ προστρέχῃ εἰς μέσα, τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ χρησιμεύσωσιν, ὅπως τὸ ἔδαφος, ἐφ’ οὗ στηρίζεται ἓν κόμμα, διασαλευθῇ, ὅπως παρασυρθῇ ὁ λαός, ὁ μὴ δυνάμενος νὰ ἐγκύψῃ εἰς τὰ καθέκαστα τῶν ἀριθμῶν, ἀλλὰ τὰ ὁποῖα δὲν ἐπιτρέπονται ἐν τῷ ἀνταγωνισμῷ τῷ πολιτικῷ. Καὶ δὲν ἐπιτρέπονται, διότι θᾶττον ἢ βράδιον ἔρχεται ἡ στιγμή, καθ’ ἣν ἀποδεικνύεται τὸ ἀβάσιμον τῶν μέσων, καὶ ἀποδεικνυομένου τοῦ ἀβασίμου, δὲν ἠξεύρω, ἂν τὰ μέσα ταῦτα δύνανται νὰ θεωρηθῶσιν ὡς μέσα ἐπιτρεπόμενα παρὰ τῆς πολιτικῆς ἠθικῆς. Αἱ πιστώσεις διὰ τὰ ἔξοδα τοῦ ἔτους 1903 ἀνέρχονται εἰς 114,151,539. Ποῖαι εἶναι αἱ πιστώσεις διὰ τὸ 1899, τὸ πρῶτον ἔτος τῆς διοικήσεως ἡμῶν; 103,418,273. Διαφορὰ ἐπὶ ἔλαττον κατὰ τὸ ἔτος 1899 δραχ. 10,733,266. Καὶ ἂν ἠκολούθουν τὴν μέθοδον, ἣν ἐπὶ τετραετίαν ἠκολούθησεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, θὰ ἠδυνάμην νὰ σταματήσω ἐδῶ, καὶ νὰ εἴπω: διαφορὰ ἐπὶ ἔλαττον 10,733,266, ἄρα σπατάλη ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1903 δραχ. 10,733,266. Ἀλλὰ δὲν θὰ τὸ πράξω. Θὰ εἴπω τὴν ἀλήθειαν, καὶ θὰ εἴπω, ὅτι δέον νὰ ἀφαιρεθῇ ἐκ τοῦ ποσοῦ τῶν 10,733,266 ποσὸν δραχ. 6,967,893. Καὶ διατὶ τοῦτο; Διότι, ἐνῷ τὸ δημόσιον χρέος κατὰ τὸ 1899 ἀπῄτει πίστωσιν δραχμῶν 29,706,000, ἡ πίστωσις ἡ ἀπαιτουμένη διὰ τὸ δημόσιον χρέος τὸ 1903 ἀνέρχεται εἰς δρ. 36,673,893. Ἄρα ὑπάρχει ἐπὶ πλέον διαφορὰ διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους κατὰ τὸ παρὸν ἔτος ἐκ δραχ. 6,967,893. Νομίζω δὲ, ὅτι ἔχω τὸ καθῆκον, τὸ ποσὸν τοῦτο νὰ ἀφαιρέσω, καὶ τότε αἱ πιστώσεις διὰ τὰ ἔξοδα τοῦ 1903 ὑπερβαίνουσι τὰς πιστώσεις διὰ τὰ ἔξοδα τοῦ 1899 κατὰ δρ. 3,765,373. Ἀλλὰ δὲν σταματῶ ἐνταῦθα, Κύριοι, διότι προβλέπω, ὅτι θὰ μοὶ ἀντιτάξωσιν, ὅτι κατὰ τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1899 ἐζητήθησαν ἀναπληρωματικαὶ πιστώσεις ἐκ δραχμῶν 7,539,873. Βλέπετε ὅτι, προκειμένου περὶ ἐμοῦ καὶ τῆς διοικήσεώς μου, δὲν κατέρχομαι εἰς τὸ ἐπιχείρημα, εἰς ὃ ἠδυνάμην νὰ κατέλθω καὶ νὰ εἴπω: διατὶ ζητεῖτε νὰ προστεθῶσιν ἀναπληρωματικαὶ πιστώσεις εἰς τὴν χρῆσιν τοῦ 1899, ὅταν δὲν ἠξεύρωμεν πόσας ἀναπληρωματικὰς πιστώσεις θὰ ζητήσητε ὑμεῖς κατὰ τὸ 1903; Ἀλλ’ ἐγὼ, βλέπετε, ὑποθέτω πρὸς στιγμὴν, ὅτι δὲν θὰ ζητήσητε ἀναπληρωματικὰς πιστώσεις, καὶ προσθέτω τὰς ἀναπληρωματικὰς πιστώσεις τὰς ζητηθείσας. Ἀλλὰ τότε σᾶς λέγω: ἂς λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν τὸν ἀπολογισμὸν, καὶ ἂς ἴδωμεν εἰς ποῖον ποσὸν ἀνῆλθον αἱ δαπάναι τῆς χρήσεως τοῦ 1899. Ἀνῆλθον αὗται εἰς δραχ. 104,608,512, ἤτοι ὑπερέβησαν τὰς πιστώσεις τοῦ Προϋπολογισμοῦ κατὰ δραχ. 1,190,239 μόνον. Ἐὰν ἀφαιρέσω τὸ ποσὸν τοῦτο ἐκ τοῦ ἀνωτέρω, τῶν δραχ. 3,765,373, ὅπερ ἀποτελεῖ τὴν ἐπὶ ἔλαττον διαφορὰν τῶν δαπανῶν τοῦ 1899 ἀπέναντι τῶν προβλεπομένων δαπανῶν τοῦ 1903, πάλιν ὑπολείπεται ἡ χρῆσις τοῦ 1899 τῶν πιστώσεων τῆς χρήσεως τοῦ 1903 κατὰ δραχμὰς 2,575,134. Ἀλλὰ θέλω νὰ ἦμαι ἀκριβέστερος, διότι δὲν ἀρέσκομαι εἰς λογιστικὰ παίγνια, καὶ ἑπομένως προσθέτω ἀκόμη, ὅτι δικαιοῦσθε νὰ μοὶ εἴπητε, ὅτι εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1899 δὲν ὑπῆρχε ποσὸν 1,000,000, τὸ ὁποῖον ἀποτελεῖ τὴν τρίτην δόσιν τοῦ δανείου τοῦ Σιδηροδρόμου Πελοποννήσου, καὶ ὅτι τὸ ποσὸν τοῦτο ὑπάρχει ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1903, καὶ ἑπομένως πρέπει νὰ ἐκπέσω ἐκ τοῦ ποσοῦ τῶν δρ. 2,575,134, τοῦ ἀποτελοῦντος τὴν διαφορὰν μεταξὺ τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ 1903 καὶ τῶν ἐξόδων τοῦ 1899, τὸ ποσὸν τοῦ 1,000,000 δρ. Ἀφαιρῶ τὸ ποσὸν τοῦτο, ἀλλὰ τότε πρέπει νὰ μοὶ ἀφαιρέσητε καὶ σεῖς ἓν ποσὸν δρ. 1,000,000 ὡς ἔγγιστα, διαφορὰν τοῦ συναλλάγματος, ἣν ὀφείλετε εἰς τὴν σύμβασιν τοῦ Σιδηροδρόμου Λαρίσσης· διότι, ἐνῷ εἴχομεν συναλλαγματικὴν διαφορὰν 1,65 τότε, ἔχετε τώρα συναλλαγματικὴν διαφορὰν εἰς τὰς πλείστας τῶν δαπανῶν τῶν Ὑπουργείων δρ. 1,46· ἡ διαφορὰ δὲ τῶν 19 λεπτῶν μᾶς δίδει ὡς ἔγγιστα ἓν ἑκατομμύριον. Καὶ ἑπομένως μένει σταθερὰ διαφορὰ μεταξὺ τῶν δύο Προϋπολογισμῶν, λαμβανομένων ὑπ’ ὄψει τῶν ἀναπληρωτικῶν πιστώσεων τοῦ ἑνὸς, τῶν τοῦ δὲ ἄλλου μὴ λαμβανομένων ὑπ’ ὄψιν, μένει διαφορὰ καθαρὰ δρ. 2,575,134. Καὶ ταῦτα ὡς πρὸς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1899. Ἔρχομαι εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1900. Αἱ πιστώσεις τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1903 ἀνέρχονται, ὡς ἤδη εἶπον, εἰς 114,151,539· αἱ πιστώσεις τοῦ 1900 ἀνέρχονται εἰς 110,027,652. Διαφορὰ μεταξὺ τῶν δύο δρ. 4,123,887. Ἀφαιρῶ τὴν ἐπὶ πλέον δαπάνην διὰ τὸ δημόσιον χρέος, ἀνερχομένην εἰς 3,250,877, διότι ἡ χρῆσις τοῦ 1903 ἔχει 36,673,893, καὶ ἡ χρῆσις τοῦ 1900 δρ. 33,423,016, καὶ ἔχω διαφορὰν ἐπὶ πλέον κατὰ τὸ 1903 ἐκ δρ. 873,010. Ἐκ δὲ τοῦ ἀπολογισμοῦ τοῦ προσωρινοῦ, ἢ μᾶλλον ἐκ τῆς Διαδηλώσεως τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, ἵνα ἦμαι ἀκόμη ἀκριβέστερος, προκύπτει, ὅτι αἱ δαπάναι τοῦ 1900 ἀνῆλθον εἰς δραχ. 109,271,901, ἤτοι ἐπὶ ἔλαττον τῶν πιστώσεων τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1900 κατὰ δραχμὰς 755,751. Ὥστε ἡ χρῆσις τοῦ 1900 ὑπολείπεται τῶν πιστώσεων τοῦ 1903 κατὰ 1,628,761. Καὶ ἐδῶ θὰ προσθέσω τὰ τοῦ 1,000,000 τοῦ Σιδηροδρόμου Πελοποννήσου, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ προστεθῇ. Ἀλλ’ ἔχομεν ἀπέναντι τὴν συναλλαγματικὴν διαφορὰν, καὶ ἑπομένως μένει τὸ ποσὸν σταθερόν. Ἑπομένως παραβαλλόμενος ὁ Προϋπολογισμὸς ὁ σήμερον εἰς τὴν Βουλὴν ὑποβληθεὶς πρὸς τοὺς Προϋπολογισμοὺς καὶ ἀπολογισμοὺς τῶν ἐτῶν 1899 καὶ 1900, παρουσιάζει ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1903 δαπάνας κατὰ δρ. 2,575,134 ἀνωτέρας τοῦ πρώτου Προϋπολογισμοῦ, κατὰ 1,628,761 ἀνωτέρας τοῦ δευτέρου Προϋπολογισμοῦ. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀλήθεια, καὶ ἡ ἐκ τῶν ἀριθμῶν προκύπτουσα ἀλήθεια εἶναι ἀναμφισβήτητος, διότι ἔχομεν τὸν ὁριστικὸν ἀπολογισμὸν τοῦ 1899, ἔχομεν τὴν Διαδήλωσιν τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου διὰ τὴν χρῆσιν τοῦ 1900. Καὶ ἔρχομαι εἰς τὸ 1901. Κατὰ τὸ 1901 εἴχομεν πιστώσεις δρ. 112,411,621, ἀπέναντι πιστώσεων Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1903 δρ. 114,151,539. Διαφορὰ ἐπὶ πλέον τὸ 1903 δρ. 1,739,918. Ἀφαιρεῖται ἡ ἐκ τοῦ δημοσίου χρέους διαφορὰ μεταξὺ τῆς χρήσεως τοῦ 1903 ἐκ δρ. 36,673,893 καὶ τῆς τοῦ 1901 ἐκ 33,739,303· ἐπὶ ἔλαττον πιστώσεις κατὰ τὸ 1903 ἐκ δρ. 1,194,672. Ὁμολογῶ, ὅτι ὑπάρχει διαφορὰ 1,194,672 ἐπὶ ἔλαττον ὑπὲρ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ ὑποβληθέντος τὴν ἑσπέραν ταύτην. Ἀλλὰ δὲν πρέπει νὰ λησμονήσητε, ὅτι τὴν χρῆσιν τοῦ 1901 διεχειρίσθημεν ἡμεῖς διὰ τοὺς πρώτους 10 μῆνας μόνον, οὐδεμία δὲ ἀμφιβολία, ὅτι, ἂν εἴχομεν τὸ εὐτύχημα νὰ διαχειρισθῶμεν τὴν χρῆσιν ταύτην μέχρι τέλους, ἡ διαφορὰ θὰ ἦτο σπουδαιοτάτη ὡς πρὸς τὰ ἔσοδα, σπουδαία δὲ καὶ ὅσον ἀφορᾷ τὰ ἔξοδα, διότι ἠθέλομεν ἐξοικονομήσει ἔξοδά τινα. Τὰ διδόμενα τοῦ παρελθόντος, ἡ σύγκρισις μεταξὺ βεβαιώσεων καὶ εἰσπράξεων τῶν ἐτῶν 1899 καὶ 1900 πρὸς τὸ ἔτος 1901, ἡ οἰκονομία, ἣν ἐν τῇ ἐκτελέσει παρουσιάζουσιν οἱ Προϋπολογισμοὶ τῶν ἐτῶν 1899 καὶ 1900, μὲ πείθει περὶ τοῦ βασίμου τοῦ ἰσχυρισμοῦ μου. Ἀλλὰ καὶ ἡ διαφορὰ αὕτη τῶν δραχμῶν 1,194,672 καλύπτεται ὁλοσχερῶς ἐκ τοῦ κέρδους, ὅπερ θὰ πορισθῇ τὸ Δημόσιον ἐκ τῆς χρησιμοποιήσεως τοῦ εἰς χρυσὸν δανείου τοῦ Σιδηροδρόμου Λαρίσης, οὗ ἕνεκεν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἠλάττωσε τὰς πιστώσεις τῶν διαφόρων Ὑπουργείων, τὰς ὑπὸ τὸ κεφάλαιον «νομισματικὴ διαφορὰ τῶν εἰς χρυσῶν πληρωμῶν». Ἐξ ὅσων ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ εἴπω εἰς τὴν Βουλὴν ἀποδεικνύεται, ὅτι, ὡς πρὸς τὰ ἔξοδα, ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1903, ἀντὶ νὰ παρουσιάσῃ διαφορὰν ἐπὶ ἔλαττον δραχμῶν 14,000,000, διὰ τῆς ὁποίας σκοποῦσι νὰ καταπλήξωσι τὸν κόσμον, παρουσιάζει διαφορὰν ἐπὶ πλέον δρ. 2,575,134 πρὸς τὸν ἀπολογισμὸν τοῦ 1899, διαφορὰν ἐπὶ πλέον 1,628,761 πρὸς τὸν ἀπολογισμὸν τοῦ 1900, καὶ οὐδεμίαν σχεδὸν διαφορὰν πρὸς τὸν ἀπολογισμὸν τοῦ 1901. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, πολλάκις ἀπὸ τοῦ βήματος ἐξετάζων τὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, καὶ συγκρίνων τοὺς Προϋπολογισμοὺς τῶν ἐτῶν 1899, 1900 καὶ 1901 πρὸς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1896, καὶ θέλων νὰ ἐξακριβώσῃ τὰ ἔξοδα τῆς διοικήσεως, ὑπεστήριξεν ὅτι, ὅπως δυνηθῇ τις νὰ ἐξακριβώσῃ τοῦτο, δέον ν’ ἀφαιρεθῶσιν ἐκ τῶν Προϋπολογισμῶν αἱ πιστώσεις πρῶτον δι’ ὑποχρεώσεις τοῦ Κράτους, δεύτερον διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους, τρίτον δι’ ἀποδόσεις ἐν γένει, τέταρτον δι’ ἔξοδα κεκλεισμένων καὶ διαγεγραμμένων χρήσεων, καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἀρχῶν τούτων προβαίνει εἰς τὴν ἐξέτασιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1903 καὶ τοῦ 1896. Καὶ ὅσον μὲν ἀφορᾷ τὸ ἔτος 1903, ἔχομεν δι’ ὑποχρεώσεις τοῦ Κράτους δρ. 8,574,698, διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους δρ. 36,673,893, δι’ ἀποδόσεις ἐν γένει δραχ. 3,841,178, δι’ ἔξοδα κεκλεισμένων καὶ διαγεγραμμένων χρήσεων 266,276· σύνολον 49,356,045. Ἀφαιρουμένου τοῦ ποσοῦ τούτου ἀπὸ τὸ ὁλικὸν ποσὸν τῶν ἐξόδων, μένουσιν ἔξοδα διὰ τὴν ἐν γένει διοίκησιν κατὰ τὸ 1903 δρ. 64,795,494. Ἐπιτραπήτω μοι, ἵνα τὴν αὐτὴν ἐργασίαν κάμω διὰ τοὺς Προϋπολογισμοὺς τοῦ 1899, 1900 καὶ 1901, ἵνα ἴδωμεν, ἂν τὰ ἔξοδα τῆς ἐν γένει διοικήσεως τῶν ἐτῶν τούτων εἶναι ἀνώτερα τῶν τοῦ ἔτους 1903. Κατὰ τὸ ἔτος 1899 αἱ ὑποχρεώσεις τοῦ Κράτους ἦσαν δρ. 8,528,134, ἡ ὑπηρεσία τοῦ δημοσίου χρέους 29,706,010, αἱ ἀποδόσεις 1,991,630, τὰ ἔξοδα διαγεγραμμένων καὶ κεκλεισμένων χρήσεων 3,277,883· ἐν συνόλῳ 43,503,657. Ἐὰν ἀφαιρέσωμεν ταῦτα ἐκ τοῦ ὁλικοῦ ποσοῦ τῶν ἐξόδων δραχ. 104,608,512, ἔχομεν διὰ τὴν ἐν γένει διοίκησιν δραχ. 104,61,855. Ἄν παραβάλωμεν τὰ ἔξοδα ταῦτα τῆς διοικήσεως πρὸς τὰ ἔξοδα τοῦ 1903, ἀνερχόμενα εἰς 64,795,494 ἔχομεν ἐπὶ πλέον διαφορὰν ἐξόδων διοικήσεως κατὰ τὸ 1903 3,690,639. Ἄν εἰς ταῦτα προσθέσωμεν τὸ τυχαίως ἀποκτηθὲν ὑπὸ τοῦ Δημοσίου κέρδος ἐν ταῖς πιστώσεσι τῶν Ὑπουργείων ὑπὸ τὸν τίτλον «νομισματικὴ διαφορὰ τῶν εἰς χρυσὸν πληρωμῶν» διὰ τῆς χρησιμοποιήσεως τοῦ εἰς χρυσὸν δανείου τοῦ Σιδηροδρόμου Πειραιῶς–Λαρίσσης ἐκ δραχ. 1,281,668, φθάνομεν εἰς τὸ ποσὸν δρ. 4,972,307. Ἀλλὰ δέον νὰ ἐκπεσθῇ ἐκ τοῦ ποσοῦ τούτου ἡ πίστωσις τοῦ Σιδηροδρόμου Πελοποννήσου 1,000,000, καὶ ἔχομεν 3,972,307. Οὕτως ἡ ἐπὶ πλέον διαφορὰ τῶν ἐξόδων διοικήσεως τοῦ 1903 ἐν συγκρίσει πρὸς τὰ τοῦ 1899 ἀνέρχεται εἰς δρ. 3,972,307. Προβαίνω εἰς τὴν σύγκρισιν τῶν δαπανῶν διοικήσεως διὰ τὸ ἔτος 1900. Ὑποχρεώσεις τοῦ Κράτους 8,567,221. Δημόσιον χρέος 33,423,016. Ἀποδόσεις 2,441,032. Ἔξοδα κεκλεισμένων καὶ διαγεγραμμένων χρήσεων 1,530,439. Σύνολον 45,961,708. Ἀφαιρουμένου τούτου ἐκ τοῦ συνόλου τῶν δαπανῶν, ἀνερχομένων εἰς δρ. 109,271,901, ἔχομεν δαπάνας διὰ τὴν ἐν γένει διοίκησιν δρ. 63,310,193, καὶ ἑπομένως διαφορὰν ἐξόδων διοικήσεως ἐπὶ πλέον κατὰ τὸ 1903 ἐκ δραχ. 1,485,301. Εἰς τὸ ποσὸν τοῦτο δέον νὰ προστεθῇ τὸ κέρδος ἐκ νομισματικῆς διαφορᾶς 1,281,668, καὶ ἔχομεν ποσὸν δρ. 2,766,969. Δέον ὅμως νὰ ἐκπεσθῇ ἡ εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1903 περιλαμβανομένη πίστωσις διὰ τὴν πρὸς τὸν Σιδηρόδρομον Πειραιῶς–Ἀθηνῶν–Πελοποννήσου πληρωμὴν τῆς τρίτης καὶ τελευταίας δόσεως τοῦ χρεωλυτικοῦ δανείου ἐκ δραχ. 1,000,000. Οὕτως ἡ ἐπὶ πλέον διαφορὰ τῶν ἐξόδων διοικήσεως τοῦ 1903 ἐν συγκρίσει πρὸς τὰ τοῦ 1900 ἀνέρχεται εἰς δραχ. 1,766,969. Ἔρχομαι τέλος εἰς τὴν σύγκρισιν τῶν δαπανῶν διοικήσεως διὰ τὸ ἔτος 1901. Ὑποχρεώσεις τοῦ Κράτους δραχ. 8,694,607. Δημόσιον χρέος δραχ. 33,739,303. Ἀποδόσεις 5,513,548. Ἔξοδα κεκλεισμένων καὶ διαγεγραμμένων χρήσεων δραχ. 1,137,715. Σύνολον δρ. 49,085,173, αἵτινες, ἀφαιρούμεναι ἐκ τοῦ συνόλου τῶν δαπανῶν τοῦ ἔτους 1901 δραχ. 114,138,752, ἀφίνουσι διὰ τὴν ἐν γένει διοίκησιν δρ. 65,053,579, αἵτινες, παραβαλλόμεναι πρὸς τὰς τοῦ ἔτους 1903 ἐκ δραχ. 64,795,494, δίδουσιν ἐπὶ ἔλαττον διαφορὰν ἐξόδων διοικήσεως κατὰ τὸ 1903 ἐκ δραχμῶν 258,085. Ἔναντι ὅμως τῆς διαφορᾶς ταύτης δέον νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν τὸ τυχαίως ἐν τῇ χρήσει τοῦ 1903 ἀποκτηθὲν ὑπὸ τοῦ Δημοσίου ἐν ταῖς πιστώσεσι τῶν Ὑπουργείων ὑπὸ τὸν τίτλον «νομισματικὴ διαφορὰ τῶν εἰς χρυσὸν πληρωμῶν» διὰ τῆς χρησιμοποιήσεως τοῦ εἰς χρυσὸν δανείου τοῦ σιδηροδρόμου Πειραιῶς–Λαρίσης ἐκ δραχμῶν 1,281,668. Οὕτως ἡ ἐπὶ πλέον διαφορὰ τῶν ἐξόδων διοικήσεως τοῦ 1903 ἐν συγκρίσει πρὸς τὴν τοῦ ἔτους 1901 ἀνέρχεται εἰς δραχμὰς 1,023,583. Λυποῦμαι, Κύριοι, διότι ἠναγκάσθην νὰ εἰσέλθω εἰς τόσα καθέκαστα, καὶ νὰ κουράσω ὑμᾶς· ἀλλὰ ὁμολογῶ, ὅτι μετ’ ἀγωνίας περιέμενον τὴν ἡμέραν ταύτην, διότι κατὰ ταύτην ἐπρόκειτο ν’ ἀποδειχθῇ, ἂν ἡ οἰκονομικὴ ἡμῶν πολιτικὴ ἔδει νὰ καταδικασθῇ ὡς καταστρέψασα τὴν χώραν καὶ διὰ τὰ ὑπέρογκα εἰσπραχθέντα ἔσοδα καὶ διὰ τὴν σπατάλην αὐτῶν. Πρέπει νὰ ὁμολογήσω, ὅτι ηὐχόμην νὰ ἀποδειχθῇ, ὅτι εἴμεθα ἄξιοι καταδίκης· διότι, ἂν ἀπεδεικνύετο, ὡς διετείνετο ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι ἠδύνατο ὁ τόπος νὰ κυβερνηθῇ μὲ 13,000,000 ἢ 10,000,000 ὀλιγώτερα τῶν παρ’ ἡμῶν δαπανηθέντων, ἠθέλομεν δυνηθῆ διὰ τῶν τακτικῶν πόρων τοῦ Προϋπολογισμοῦ νὰ ἐπαρκέσωμεν εἰς τὰς ἐπιτακτικὰς ἀνάγκας τῆς χώρας. Ἀλλὰ δὲν ἐπῆλθεν ἐκ τῆς συζητήσεως ἡ καταδίκη ἡμῶν, ἀλλ’ ἡ πλήρης ἀπόδειξις, ὅτι ὡς πρὸς τὰ ἔσοδα οὐδὲν ἕτερον ἐπράξαμεν ἢ ὅ,τι ὠφείλομεν νὰ πράξωμεν καὶ ὅ,τι σήμερον πράττετε ὑμεῖς, ὑπολογίζοντες μάλιστα ἔσοδα κατὰ πολὺ ἀνώτερα τῶν παρ’ ἡμῶν προϋπολογισθέντων· ὡς πρὸς δὲ τὰ ἔξοδα, ὅτι ὑπήρξαμεν ἡμεῖς φειδωλότεροι ὑμῶν, καὶ ὅτι ἑπομένως οὐδεμίαν σπουδαιότητα ἔχουσιν αἱ καθ’ ἡμῶν κατηγορίαι. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς ἀριστερᾶς).

§42Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). (Ὅρα Παράρτημα).

§43ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει τις τὸν λόγον;

§44ΑΛΕΞ. ΣΠ. Κ. ΡΩΜΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν τὰ ἑξῆς νομοσχέδια: 1) Περὶ μέσης ἐκπαιδεύσεως. 2) Περὶ συνδρομῆς τοῦ Δημοσίου τοῖς δήμοις διὰ τὰ ἔξοδα τῆς ἐν αὐτοῖς στοιχειώδους ἢ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως. 3) Περὶ τοῦ προσωπικοῦ τῆς Ἀρχαιολογικῆς ὑπηρεσίας καὶ τῶν δαπανῶν αὐτῆς. 4) Περὶ δαπανῶν τῆς ἀνωτέρας ἐκπαιδεύσεως. 5) Περὶ καταργήσεως τῶν διὰ τοῦ περὶ διοικητικῆς διαιρέσεως τῆς Ἐπικρατείας ΒΧΔʹ νόμου τοῦ 1899 προστεθεισῶν θέσεων ἐπιθεωρητῶν τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως καὶ περὶ συμπληρώσεως τῶν διατάξεων τοῦ περὶ ταύτης ΒΤΜΘʹ νόμου.

§45ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 104–108). Ἡ ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους ἐπιτροπὴ παρακαλεῖται νὰ συνέλθῃ τάχιστα καὶ ἐπιληφθῇ τῶν ἐργασιῶν της. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρα 7 μ. μ.)

1§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 27
2τῆς 7 Φεβρουαρίου 1903.
3(Παρασκευή).
4(Γενομένης ἀπαρτίας ὥρᾳ 3 καὶ 30′ μ. μ. ἀναγινώσκον-
5ται καὶ ἐγκριθέντα ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγου-
6μένης συνεδριάσεως).
7§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνακοινῶ εἰς τὴν Βουλήν:
81) Τηλεγράφημα τῆς Ἑλληνικῆς Κοινότητος Βραΐλας,
9ἐκφραζούσης τὴν λύπην της ἐπὶ τῷ θανάτῳ τοῦ Νικολάου
10Μαυροκορδάτου.
112) Τηλεγράφημα τῆς Ἑλληνικῆς Κοινότητος Σεμλίνου
12τῆς Αὐστροουγγαρίας, ἐκφραζούσης τὴν λύπην της ἐπὶ τῷ
13θανάτῳ τοῦ Νικολάου Μαυροκορδάτου.
143) Τηλεγράφημα ἐπιτροπῆς τοῦ χωρίου Παλαμᾶ, διαμαρ-
15τυρομένου διὰ τὴν προστασίαν, ἣν παρέχει ἡ ἀστυνομία Σο-
16φάδων καὶ Παλαμᾶ εἰς τὴν ἰδιοκτήτριαν Ραλλοῦν Φωτιά-
17δου πρὸς ἀνόρυξιν χάνδακος ἐντὸς κτημάτων τῶν χωρικῶν
18Παλαμᾶ.
194) Τηλεγράφημα τῶν ἀδελφῶν Φλαμῆ, παραπονουμένων
20διότι, κατ’ ἔγγραφον παραγγελίαν τοῦ διευθυντοῦ τοῦ κτή-
21ματος τῆς Α. Β. Υ. τοῦ Διαδόχου, δύναμις ἐκ 50 χωροφυ-
22λάκων, ἔχουσα ἐπὶ κεφαλῆς τὸν διοικητὴν τῆς Μοιραρχίας
23Ἄγγελον Ζηλήμονα, μεταβᾶσα εἰς τὰ γειτνιάζοντα πρὸς
24τὰ κτήματα τοῦ Διαδόχου κτήματα αὐτῶν, ἐξεδίωξεν αὐ-
25τοὺς διὰ τῆς βίας, καὶ ἐπέχωσεν ἀνωρυγμένους χάνδακας,
26ἀντιποιηθεῖσα οὕτω καθήκοντα δικαστικῆς ἐξουσίας.
275) Τηλεγράφημα πολιτῶν τινων ἐκ Φιλιατρῶν, ἀναφε-
28ρόντων, ὅτι ὁ ἀποθηκάριος Γ. Παναγιώταρος, ἀνακαλύψας
29κλέπτην σταφιδοκάρπου ἐκ τῆς ἀποθήκης τοῦ Ἀναστασίου
30Πασχαλοπούλου, ἐπαύθη ὑπὸ τοῦ Συμβουλίου τῆς Σταφιδι-
31κῆς Τραπέζης, καὶ διωρίσθη ἀντ’ αὐτοῦ ὁ Χαράλ. Λαμπί-
32ρης, συγγενὴς τοῦ Διονυσίου Σπέντζα, συμβούλου τῆς Στα-
33φιδικῆς Τραπέζης.
346) Εὐχὴν τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου Ἀμαλιαπόλεως,
35ἵνα ὁ δῆμος Ἀμαλιαπόλεως, ἀποσπώμενος ἐκ τῆς ἐπαρχίας
36Φθιώτιδος, ὑπαχθῇ διοικητικῶς καὶ δικαστικῶς εἰς τὴν
37ἐπαρχίαν Βόλου, συντρεχόντων πρὸς τοῦτο λόγων τοπογρα-
38φικῶν.
397) Τηλεγράφημα τοῦ Ἐμπορικοῦ Συλλόγου Τρικκάλων
40ὑπὲρ νομοθετικῆς ἀπαλλαγῆς τῶν καλλιεργητῶν τοῦ νομοῦ
41Τρικκάλων ἀπὸ τοῦ φόρου τῶν ἀροτριώντων.
428) Εὐχὴν τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου Τρικκάλων περὶ
43ἀναστολῆς τοῦ ἤδη καταβαλλομένου φόρου ἀροτριώντων κτη-
44νῶν τῆς χρήσεως τοῦ 1902 καὶ ἐπιψηφίσεως νομοσχεδίου,
45ὅπως ὁ φόρος οὗτος πληρωθῇ κατὰ δόσεις, ἄνευ τόκου καὶ
46προσθέτων τελῶν.
479) Τηλεγράφημα τοῦ λαοῦ τῆς Ἠλείας, ἐκφράζοντος τὴν
48εὐγνωμοσύνην του πρὸς τὴν Κυβέρνησιν διὰ τὴν μέριμναν αὐ-
49τῆς πρὸς ὑποβολὴν νομοσχεδίου «περὶ μονοπωλίου διδακτι-
50κῶν βιβλίων», καὶ παρακαλοῦντος τὴν Βουλὴν νὰ προβῇ εἰς
51τὴν ἐπιψήφισιν αὐτοῦ.
52§2Κ. ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Ἐπιφυλάσσομαι νὰ λάβω τὸν λό-
53γον αὔριον ἐπὶ τοῦ τηλεγραφήματος τοῦ Δημοτικοῦ Συμβου-
54λίου Τρικκάλων.
55§3Γ. ΡΑΔΙΝΟΣ. Καὶ ἐγὼ, κύριε Πρόεδρε.
56§4Α. ΚΕΦΑΛΑΣ. Καὶ ἐγώ, κύριε Πρόεδρε, θὰ λάβω τὸν
57λόγον ἐπὶ τοῦ ἐκ Φιλιατρῶν τηλεγραφήματος.
58§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Ροῦφος ἔχει τὸν λόγον.
59§6Ι. Γ. ΡΟΥΦΟΣ. Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ καταθέσω εἰς
60τὸ Προεδρεῖον πρότασιν νόμου, συνυπογεγραμμένην καὶ ὑπὸ
61τῶν λοιπῶν συναδέλφων ἐκ Πατρῶν καὶ τῶν κ. κ. Χριστο-
62δούλου, Ραδινοῦ καὶ Πονηροπούλου, «περὶ τροποποιήσεως
63τοῦ νόμου περὶ στρεμματικῆς φορολογίας τῶν ἀμπέλων», ἡ
64ὁποία φορολογία ἀπειλεῖ καταστροφὴν τῆς ἀμπελουργίας ἐν
65Ἑλλάδι. Οἱ ἀμπελουργοὶ δὲν δύνανται ν’ ἀποτίσωσι τὸν
66φόρον τοῦ λήξαντος ἔτους, καὶ καταδιώκονται δι’ αὐτόν.
67Ἡ πρότασις νόμου αὕτη συνοδεύεται καὶ ὑπὸ αἰτιολο-
68γικῆς ἐκθέσεως.
69§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Πα-
70ράρτημα, ἀριθ. 72).
71Ὁ βουλευτὴς Νάξου κ. Π. Πρωτοπαπαδάκης ὑποβάλλει
72ἐγγράφους ἐπερωτήσεις, ἐχούσας ὡς ἑξῆς:
73§8ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει).
74«Παρακαλῶ τὸν κύριον ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸν,
75ὅπως εὐαρεστούμενος καταθέσῃ, πρὸ τῆς συνεδριάσεως τῆς
76αὔριον, εἰ δυνατόν, τὰ ἀκόλουθα ἔγγραφα:
77»1) Τὰς δύο ἐκθέσεις αὐτοψίας ἐπὶ τοῦ πτώματος τοῦ
78ἀτυχοῦς Φλωρίου Σοϊλὲ, ὅστις μαρτυρικῶς ἐθανατώθη ὑπὸ
79τῶν ἀστυνομικῶν ὀργάνων ἐν τῷ ἀστυνομικῷ καταστήματι
80τοῦ χωρίου Φιλοτίου τοῦ δήμου Τραγαίας τὴν νύκτα τῆς
812ας πρὸς τὴν 3ην παρελθόντος Νοεμβρίου.
82»2) Τὰ τηλεγραφήματα, δι’ ὧν ἀνηγγέλθη ὁ μαρτυρικὸς
83οὗτος θάνατος εἰς τὸν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸν ὑπὸ
84τῶν ἐν Νάξῳ ἁρμοδίων ἀρχῶν.
85»3) Ἁπάσας τὰς διαμειφθείσας τηλεγραφικὰς συνεννοή-
86σεις μεταξὺ τοῦ Ὑπουργείου καὶ τοῦ μεταβάντος εἰς Νάξον
87πρὸς ἐνέργειαν ἀνακρίσεων ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἀνακριτοῦ
88κυρίου Χοϊδᾶ, ὡς καὶ τὰς κρίσεις τῶν προϊσταμένων ἀρχῶν
89ἐπὶ τῆς κατὰ τὴν ἐν Νάξῳ διαμονήν του ἐνεργείας τοῦ αὐ-
90τοῦ ἀνακριτοῦ.»
91«Παρακαλῶ τὸν κύριον ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸν,
92ὅπως εὐαρεστούμενος καταθέσῃ, πρὸ τῆς συνεδριάσεως τῆς
93αὔριον, εἰ δυνατόν, τὰ ἀκόλουθα ἔγγραφα:
94»1) Τὰ τηλεγραφήματα, δι’ ὧν ἀνηγγέλθη πρὸς τὸ Ὑ-
95πουργεῖον ὑπὸ τῶν ἁρμοδίων ἀρχῶν, ἢ καὶ ὑπὸ ἰδιωτῶν, ὁ
96μαρτυρικὸς θάνατος τοῦ Φλωρίου Σοϊλὲ, ὁ ἐπελθὼν κατὰ
97τὴν νύκτα τῆς 2ας πρὸς τὴν 3ην παρελθόντος Νοεμβρίου
98ἐν τῷ ἀστυνομικῷ σταθμῷ τοῦ χωρίου Φιλοτίου τοῦ δήμου
99Τραγαίας τῆς Νάξου ἐκ τῶν βασάνων τῶν ἀστυνομικῶν ὀρ-
100γάνων.
101»2) Ἁπάσας τὰς διαμειφθείσας τηλεγραφικὰς συνεννοή-
102σεις μεταξὺ τοῦ Ὑπουργείου καὶ τῶν ἐν Νάξῳ ἢ ἐν Σύρῳ
103ἁρμοδίων ἀρχῶν, ἢ καὶ ἰδιωτῶν, ἰδίᾳ δὲ τοῦ μεταβάντος εἰς
104Νάξον πρὸς ἐνέργειαν ἀνακρίσεων ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἀνα-
105κριτοῦ κυρίου Χοϊδᾶ.»
106«Παρακαλῶ τὸν κύριον ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργὸν,
107ὅπως εὐαρεστούμενος καταθέσῃ, πρὸ τῆς συνεδριάσεως τῆς
108αὔριον, εἰ δυνατόν:
109»1) Ἅπαντα τὰ τηλεγραφήματα, τὰ διαμειφθέντα μετὰ
110τοῦ μοιράρχου κυρίου Ἡρακλέους Ἀποστολίδου, ὅστις μετέ-
111βη εἰς Νάξον τὴν 12 παρελθόντος Νοεμβρίου, ἵνα ἐπανα-
112φέρῃ τὴν διασαλευθεῖσαν δῆθεν τάξιν ἕνεκα τοῦ μαρτυρικοῦ
113θανάτου τοῦ ἀτυχοῦς Σοϊλὲ, ὅστις ἐπῆλθε κατὰ τὴν νύκτα
114τῆς 2ας πρὸς τὴν 3ην παρελθόντος Νοεμβρίου ἐν τῷ ἀστυ-
115νομικῷ σταθμῷ τοῦ χωρίου Φιλοτίου τοῦ δήμου Τραγαίας
116τῆς Νάξου ἐκ τῶν κακώσεων καὶ βασάνων τῶν ἀστυνομικῶν
117ὀργάνων.
118»2) Τὴν διαμειφθεῖσαν μεταξὺ τοῦ ἐν Νάξῳ τότε εὑρι-
119σκομένου ἀνακριτοῦ κυρίου Χοϊδᾶ καὶ τοῦ μοιράρχου κυρίου
120Ἀποστολίδου ἀλληλογραφίαν· καὶ
121»3) Τὴν πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον ἔκθεσιν τοῦ κυρίου μοιράρ-
122χου ἐπὶ τῆς προκειμένης ὑποθέσεως μετὰ τὴν ἐκ Νάξου ἀνα-
123χώρησίν του.»
124§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμ-
125βουλίου ἔχει τὸν λόγον.
126§10Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς
127ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ὅσοι ἐξ ὑμῶν, Κύριοι, ἐτυγχάνετε
128μέλη τῆς διαλυθείσης Βουλῆς ἐνθυμεῖσθε βεβαίως, ποίας εἴ-
129χομεν γνώμας καὶ ἐπὶ τῶν πολιτειακῶν θεμάτων καὶ ἐπὶ
130τῆς Διοικήσεως ἐν γένει καὶ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, καὶ ἰδίως
131ἐπὶ τῆς οἰκονομικῆς πολιτικῆς, τὴν ὁποίαν ἐφήρμοσαν αἱ
132προκάτοχοι Κυβερνήσεις. Ἀλλὰ καὶ ἐκτὸς τῆς Βουλῆς δὲν
133παρελίπομεν, ἐγὼ ἰδίως, ὁσάκις ἐπεσκέφθην ἐπαρχίας, εἴτε
134ἐν Πελοποννήσῳ, εἴτε ἐν Θεσσαλίᾳ, εἴτε ἐν Στερεᾷ Ἑλ-
135λάδι, εἴτε ἐν Αἰγαίῳ, νὰ ἀγορεύσω πρὸς τὸν λαὸν, ὁτὲ μὲν
136αὐτόκλητος, ὁτὲ δὲ προκαλούμενος, καὶ νὰ ἀνακοινώσω εἰς
137τοὺς συμπολίτας τὰς γνώμας, τὰς ὁποίας ἐν τῇ Βουλῇ πολ-
138λάκις ἐπηγγέλθημεν. Ἐν ταῖς χώραις, ἔνθα κρατεῖ φιλε-
139λεύθερον πολίτευμα, εἶναι ἀνάγκη, οἱ πολιτικοὶ ἄνδρες νὰ
140κοινωνῶσι μετὰ τῶν πολιτῶν, καὶ νὰ μεταδίδωσιν εἰς αὐ-
141τοὺς τὰς γνώμας των, ὅπως φωτίζηται τὸ δημόσιον φρόνη-
142μα, καὶ ὅταν οἱ πολῖται καλῶνται νὰ ἐνασκήσωσι συνταγ-
143ματικὰ δικαιώματα, νὰ δύνανται νὰ τὰ ἐνασκήσωσι σκοπί-
144μως καὶ ὅσον ἔνεστι λυσιτελέστερον πρὸς τὰ συμφέροντα τοῦ
145τόπου. Ἦσαν δὲ αἱ γνῶμαι ἡμῶν οὐχὶ ἐπιδοκιμαστικαὶ τῆς
146πολιτικῆς τῶν προκατόχων Κυβερνήσεων· ἐπεκρίναμεν μάλι-
147στα πολλάκις τὴν πολιτικὴν αὐτῶν καὶ ἐπὶ τῶν ἄλλων, ὡς
148εἶπον, θεμάτων, ἀλλ’ ἰδίως ἐπὶ τῶν οἰκονομικῶν πραγμά-
149των τῆς χώρας καὶ τοῦ Κράτους.
150Ἐλέγομεν τότε πρὸς τοὺς κυβερνῶντας, ὅτι δὲν πρέπει νὰ
151λησμονήσωσιν, ὅτι ἡ παραγωγὴ περιῆλθεν ἐν καμάτῳ, ὅτι
152ἡ ὑπερβολὴ τῶν εἰσπραττομένων ἐσόδων, ὅτι ἡ ἀμείλικτος
153αὐστηρότης περὶ τὴν εἴσπραξιν αὐτῶν, ὅτι ἡ προσπάθεια,
154ὅπως αὐξάνωνται καὶ πολλαπλασιάζωνται τὰ ἔσοδα ὑπὲρ
155τοὺς ἀνεκτοὺς ὅρους, ἐλαττώνει μὲν ἐν γένει τὰ κεφάλαια,
156τῶν ὁποίων ἔχουσιν ἀνάγκην οἱ παραγωγοὶ, ἵνα ἐργάζωνται
157καὶ παράγωσι, στερεῖ δὲ ἐνιαχοῦ τοὺς παράγοντας, τοὺς
158καλλιεργοῦντας, τῶν μέσων πρὸς ἐργασίαν· ὅτι, ἂν ἡ τα-
159κτικὴ αὕτη ἐξακολουθήσῃ, ἂν ἐξαντλήσωμεν τὰ κεφάλαια,
160τὰ ὁποῖα προορίζονται εἰς παραγωγὴν, ἂν ἀφαιρέσωμεν ἀπὸ
161τοὺς πολίτας ταῦτα, θέλει ἐλαττωθῆ ἡ ἐργασία, ἡ παρα-
162γωγικὴ ἐνέργεια θέλει εἶσθαι ἀδρανὴς, οἱ πόροι δὲ τοῦ δημο-
163σίου ταμείου θέλουσιν ἀποξηρανθῆ, καὶ πενία θέλει ἐπισκή-
164ψει, ἥτις ἔχει πάντοτε συνοδοὺς τὴν ἀναρχίαν καὶ τὴν ἐπα-
165νάστασιν. Ἐλέγομεν δὲ πρὸ πάντων πρὸς τοὺς κυβερνῶντας:
166«... Καὶ ἂν εἰσπράττητε ὅσα εἰσπράττετε, τοὐλάχιστον
167διαθέσατε μέγα μέρος τῶν εἰσπραττομένων πρὸς ἐνίσχυσιν
168τῆς ἐθνικῆς παραγωγῆς· διότι, ἂν διὰ τῶν ὑπερβαλλουσῶν
169εἰσπράξεων ἐπιφέρητε τὸν κάματον εἰς τοὺς παραγωγοὺς, θέ-
170λετε τότε ἐνισχύει αὐτοὺς ἄλλως.»
171Σήμερον ἦλθεν ἡ ὥρα, καθ’ ἣν ὀφείλομεν ν’ ἀποδείξωμεν,
172ὅτι ὅσα ἐλέγομεν ἦσαν ἀληθῆ. Θέλω δ’ ἐπιληφθῆ ἐν πρώ-
173τοις τῶν ἐσόδων, διὰ νὰ ἀποδείξω τὸν ἰσχυρισμὸν, ὃν ἔλεγον
174πρὸ μικροῦ, ὅτι ἡ ὑπερβολὴ τῶν ποσῶν, τὰ ὁποῖα ἐζητεῖτε
175ἀπὸ τὸν λαὸν, ἦτο τοσαύτη, ὥστε βεβαίως ἐπήνεγκε τὸν
176κάματον εἰς τὴν παραγωγήν.
177Κατὰ τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας ἐπορίσθην παρὰ τοῦ
178Γενικοῦ Λογιστηρίου, θέλω ἐξετάσει τὴν πρόοδον τῶν ἐσόδων
179καὶ τὴν πρόοδον τῶν ἐξόδων καθ’ ἕκαστον τῶν τεσσάρων τε-
180λευταίων ἐτῶν, τοῦ 1899, 1900, 1901 καὶ 1902. Ἡ ἐξέ-
181τασις αὕτη θέλει παραγάγει ἀποτέλεσμα, τὸ ὁποῖον, ὑπο-
182θέτω, θέλει ἐκπλήξει τὴν Βουλὴν, διότι ἕκαστος πρέπει βε-
183βαίως νὰ ἐκπλαγῇ, πληροφορούμενος, ὅτι κατὰ τὴν διάρκειαν
184τῶν τεσσάρων ἐτῶν εἰσεπράχθησαν 66,346,401.09 περισ-
185σότερα τῶν εἰσπραχθέντων κατὰ τὸ 1896, διότι, ἂν διαιρέ-
186σητε τὸ εἰρημένον ποσὸν τῶν δραχμῶν 66,346,401.09 διὰ
187τοῦ ἀριθμοῦ 4, — ὅσα τὰ ἔτη, κατὰ τὰ ὁποῖα εἰσεπράχθη-
188σαν τὰ ἔσοδα ταῦτα, — θέλετε εὕρει, ὅτι τὰ ἔσοδα ἑκάστου
189τῶν τεσσάρων τούτων ἐτῶν ὑπερέβησαν τὰ κατὰ τὸ 1896
190εἰσπραχθέντα ἔσοδα κατὰ δραχ. 16,586,600.27.
191Οὐδὲ θέλει εἶσθαι εὔκολον εἴς τινα νὰ ἰσχυρισθῇ, ὅτι ἡ
192καθολικὴ παραγωγὴ ἐν τῇ ἐπικρατείᾳ ἦτο τοσοῦτον ἰσχυρὰ
193καὶ τοσοῦτον ἐπαρκὴς εἰς τὰς ἀνάγκας αὐτῆς, ὥστε ἠδύνατο
194ἄνευ βλάβης τινὸς νὰ εἰσφέρῃ εἰς τὸ Κράτος 16,586,600
195δραχ. κατ’ ἔτος περισσότερα ἐκείνων, τὰ ὁποῖα εἶχεν εἰσφέ-
196ρει ὁ λαὸς κατὰ τὸ τελευταῖον ἔτος, τὸ πρὸ τοῦ πολέμου.
197Ἀπὸ τοῦ ἔτους ἐκείνου μέχρι τῶν ἐτῶν 1899, 1900, 1901
198καὶ 1902 ἐμεσολάβησαν δύο ἔτη, τὸ 1897 καὶ τὸ 1898.
199Τὰ ἔτη ταῦτα δὲν ἦσαν ἔτη, κατὰ τὰ ὁποῖα ἐνισχύετο ἡ
200παραγωγή· ἦσαν ἔτη, κατὰ τὰ ὁποῖα ἐμειοῦτο καὶ κατε-
201στρέφετο ἡ παραγωγή, διότι εἶχον ἀφαιρεθῆ ἀπὸ τὴν κοι-
202νωνίαν 120 ἢ 140 χιλιάδες βραχιόνων, οἱ ὁποῖοι ὑπηρέτουν
203ἐν ταῖς τάξεσι τοῦ στρατοῦ, ἁρπαγέντες ἀπὸ τὰ ἔργα τῆς
204παραγωγῆς, διότι, ἐὰν τὰ ἀτυχήματα τοῦ πολέμου ἐπήνεγ-
205κον καὶ ἄλλας πολιτικὰς ἢ ἠθικὰς ζημίας, ἐπήνεγκον ὅμως
206καὶ ὑλικὴν ζημίαν, χρηματικήν, οὐχὶ μόνον ἐν Θεσσαλίᾳ,
207ἐν ᾗ ὑπῆρξε τὸ κέντρον τοῦ πολέμου, ἀλλὰ καὶ ἐν τῇ ἄλλῃ
208χώρᾳ, διότι πάντες οἱ πολῖται πασῶν τῶν ἐπαρχιῶν ἔχουσι
209κοινὴν τὴν τύχην, κοινὰ συμφέροντα καὶ κοινὰς σχέσεις χρη-
210ματικάς. Ἐὰν λοιπὸν τοιαῦτα ὑπῆρξαν τὰ ἔτη 1897 καὶ
2111898, ποῖον θάρρος, ποίαν ἐνίσχυσιν ἠδυνάμεθα ἀμέσως
212μετὰ τὰ δύο ταῦτα ἔτη νὰ πορισθῶμεν, ἵνα ὑπολάβωμεν,
213ὅτι, ὅσα δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ εἰσπραχθῶσι κατὰ τὸ 1896,
214ἦτο δυνατὸν νὰ εἰσπραχθῶσι μετὰ τὰ ἀτυχήματα τοῦ πο-
215λέμου, καὶ ὅτι ἠδυνάμεθα ἀκινδύνως νὰ ζητήσωμεν ἀπὸ τὸν
216Ἑλληνικὸν λαὸν νὰ εἰσφέρῃ εἰς τὸ Κράτος 16,586,600 πε-
217ρισσότερα ἢ ὅσα εἰσέφερεν ἕως τότε; Ἐὰν δὲ ἀναλύσω κατὰ
218φορολογικὰς κατηγορίας τὸ ποσὸν αὐτό, τὸ ὑπὲρ τὰ εἰσπρα-
219χθέντα κατὰ τὸ 1896 εἰσπραχθὲν κατὰ τὰ μετ’ αὐτὸ τέσ-
220σαρα ἔτη, θέλω πιθανῶς παράσχει εἰς ὑμᾶς μεγαλειτέραν
221εὐκολίαν, οὐχὶ ἵνα κατανοήσητε τοὺς λόγους, τοὺς ὁποίους
222ἀπευθύνω πρὸς ὑμᾶς, ἀλλ’ ἵνα πεισθῆτε, ὅτι οἱ λόγοι αὐ-
223τοὶ παριστῶσι τὴν ἀληθῆ εἰκόνα τῆς οἰκονομικῆς καταστά-
224σεως τῆς χώρας.
225Κατὰ τὰ τέσσαρα τελευταῖα ἔτη, 1899, 1900, 1901
226καὶ 1902, εἰσεπράχθησαν ἐξ ἀμέσων φόρων 9,738,833.12
227περισσότερα ἀπὸ ὅσα εἶχον εἰσπραχθῆ κατὰ τὸ 1896. Εἰσε-
228πράχθησαν ἐκ φόρων καταναλώσεως 31,221,747 περισσότερα
229τῶν εἰσπραχθέντων κατὰ τὸ 1896· εἰσεπράχθησαν ἐκ τελῶν
230καὶ δικαιωμάτων 11,434,762.99 πλειότερα ἢ ὅσα εἶχον εἰσ-
231πραχθῆ κατὰ τὸ 1896· εἰσεπράχθησαν ἐκ μονοπωλίων δραχ.
2326,795,486.96 περισσότερα ὡσαύτως τῶν εἰσπραχθέντων
233κατὰ τὸ 1896, καὶ ἐξ ἀπολήψεως ἐξόδων τοῦ Προϋπολο-
234γισμοῦ 3,663,011.17 περισσότερα τῶν τότε εἰσπραχθέντων.
235Καὶ ἀληθῶς, Κύριοι, κατὰ τὸ ἔτος 1899 τὰ ἔσοδα προϋ-
236πελογίσθησαν εἰς 115,392,621.79· ἀλλ’ ἐξ αὐτῶν πρέπει
237ν’ ἀφαιρεθῶσι τὰ ἔκτακτα ἔσοδα, τὰ ὁποῖα συνίσταντο εἰς
238δραχ. 4,162,400.55. Ἑπομένως τὰ τακτικὰ ἔσοδα ἦσαν
239δραχμαὶ 111,230,221.24. Ἐὰν ἀφαιρέσητε ἀπ’ αὐτῶν τὰ
24096,931,726.92, τὰ ὁποῖα εἰσεπράχθησαν κατὰ τὸ 1896,
241τὰ κατὰ τὸ 1899 εἰσπραχθέντα ὑπερέβησαν τὰ κατὰ τὸ
2421896 κατὰ δραχμὰς 14,298,494.32.
243Κατὰ τὸ 1900 τὰ ἔσοδα προϋπολογίσθησαν εἰς δραχ.
244119,173,942.54. Ἐὰν ἀφαιρέσητε ἐξ αὐτῶν τὰ ἐκ δανείων
245καὶ ἐξ ἐκτάκτων πόρων, ἀνελθόντα εἰς 8,535,168.48, τὰ
246κατὰ τὸ 1900 εἰσπραχθέντα ἀνῆλθον εἰς 110,638,774.06
247τακτικὰ ἔσοδα, ἤτοι περισσότερα ἢ ὅσα εἶχον εἰσπραχθῆ τὸ
2481896 κατὰ δρ. 13,707,047.14.
249Κατὰ τὸ 1901 τὰ ἔσοδα εἶχον προϋπολογισθῆ εἰς δραχ.
250167,617,443,06, ἐὰν δ’ ἀφαιρέσητε ἐξ αὐτῶν τὰ ἔκτακτα
251ἐκ δανείων ἔσοδα μετὰ τῆς νομισματικῆς διαφορᾶς, ἀνελ-
252θόντα εἰς 53,521,687.59, τὰ ἔσοδα τὰ τακτικὰ ἀνῆλθον
253εἰς 114,095,755.47, ἤτοι εἰσεπράχθησαν περισσότερα τῶν
254εἰσπραχθέντων κατὰ τὸ 1896 κατὰ δραχ. 17,164,028.55.
255Οὕτω κατὰ τὰ τρία ἔτη 1899, 1900 καὶ 1901 εἰσεπρά-
256χθησαν περισσότερα τῶν κατὰ τὸ 1896 εἰσπραχθέντων δρ.
25745,169,570.01. Ἐὰν προσθέσητε εἰς ταῦτα καὶ τὰ εἰσπρα-
258χθέντα κατὰ τὸ 1902, τὰ ὁποῖα συνίσταντο, κατὰ τὸν Προ-
259ϋπολογισμόν, εἰς 123,949,931, ἐξ ὧν 118,108,358 δραχ.
260ἦσαν τακτικὰ ἔσοδα, — διότι δὲν περιλαμβάνω τὰ ἐκ δα-
261νείου διὰ τὴν ἀγορὰν τῶν κτημάτων τοῦ Στεφάνοβικ καί τινα
262ἄλλα ἔκτακτα ἔσοδα, ἀνελθόντα εἰς 5,841,573—θέλουσιν
263εἰσπραχθῆ καὶ κατὰ τὸ 1902 περισσότερα ἀπὸ ὅσα εἶχον
264εἰσπραχθῆ τὸ 1896 δραχμαὶ 21,176,831.08.
265Δὲν σκοπῶ νὰ ἐξετάσω, πῶς διετέθησαν τὰ οὕτως εἰσ-
266πραχθέντα, τὰ ὁποῖα ἐν συγκρίσει πρὸς τὰ ἔσοδα τοῦ 1896
267ὑπερβαίνουσιν ἐκεῖνα κατὰ δρ. 66,346,401.09, διότι, ὅταν
268στρέψω τὸν λόγον περὶ τῶν ἐξόδων, δὲν θέλω παραλίπει νὰ
269ἐκπληρώσω τὸ καθῆκον τοῦτο.
270Ἀλλ’ ἔλαβον ὑπ’ ὄψιν τὸν ἀπολογισμὸν τοῦ 1899, τὸν
271ὁριστικόν, δημοσιευθέντα ἤδη. Ὡσαύτως δὲ καὶ τοὺς προσω-
272ρινοὺς ἀπολογισμοὺς τῶν ἐτῶν 1900 καὶ 1901. Οἱ προσω-
273ρινοὶ ἀπολογισμοὶ τῶν 1900 καὶ 1901 ἔχουσι μικρὰ σφάλ-
274ματα, τὰ ὁποῖα ἀνεζητήσαμεν καὶ ἀνεύρομεν, διὰ τοῦτο δὲ
275ἀντὶ τῶν προσωρινῶν ἀπολογισμῶν τῶν δημοσιευθέντων κα-
276ταθέτω δύο πίνακας, ἕνα τοῦ 1900 καὶ ἕτερον τοῦ 1901,
277παρακαλῶ δὲ τὸν κύριον Πρόεδρον νὰ διατάξῃ νὰ τυπωθῶσι
278καὶ διανεμηθῶσι, διότι ἐν αὐτοῖς διορθοῦνται τὰ ἐν τοῖς
279προσωρινοῖς ἀπολογισμοῖς σφάλματα, ὧν ἐποιησάμην μνείαν·
280ἐξετάζων ὅμως τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1900 ἐν τῇ ἐφαρ-
281μογῇ αὐτοῦ καὶ ἐν τοῖς ἀποτελέσμασιν αὐτοῦ, συνάγω, ὅτι
282εἰσεπράχθησαν μὲν 119,173,942.54, ἀλλ’ ἀφαιρουμένων
283τῶν ἐκτάκτων ἐσόδων ἐκ δανείων, ἐκ νομισματικῆς διαφορᾶς
284καὶ ἔκ τινων ἄλλων ἐκτάκτων πόρων, τὰ εἰσπραχθέντα τα-
285κτικὰ ἔσοδα ἀνῆλθον εἰς 110,638,774.06. Εἰς τὰ ἔξοδα
286ὅμως τοῦ 1900, τὰ ὁποῖα ἀνῆλθον εἰς 109,318,458.83,
287πρέπει νὰ προστεθῇ ποσὸν δραχ. 1,217,258.80, τὸ ὁποῖον
288κατὰ λάθος δὲν περιελήφθη μεταξὺ τῶν ἐξόδων, κατετέθη
289δὲ, συνεπείᾳ διαταγῆς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, εἰς
290τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τῶν δανείων πρὸς
291κατασκευὴν τοῦ σιδηροδρόμου Πειραιῶς – Λαρίσης. Οὕτω τὰ
292ἔξοδα ἀνέρχονται εἰς 110,535,717.63. Ἀφαιρούμενα δὲ
293ἀπὸ τῶν τακτικῶν ἐσόδων, τὰ ὁποῖα, ὡς εἶπον πρὸ μικροῦ,
294ἀνῆλθον εἰς δραχ. 110,638,774.06, καταλείπουσι περίσ-
295σευμα δραχ. 103,056.43. Ἑπομένως κατὰ τὸ 1900, κατὰ
296τὸ ὁποῖον τὰ τακτικὰ ἔσοδα προσδιωρίσθησαν, ὡς ἔλεγον
297πρὸ μικροῦ, εἰς δραχ. 110, 638,774.06, ὑπελείφθη περίσ-
298σευμα ἐκ δραχμῶν 103,056.43, μολονότι κατὰ τὸ 1900
299εἰσεπράχθησαν ἐξ ἐσόδων περισσότερα τῶν εἰσπραχθέντων
300κατὰ τὸ 1896 δραχμαὶ 13,707,047.14, ὡς ἔλεγον πρὸ
301μικροῦ.
302Οὕτω λοιπὸν, ἐὰν δὲν εἰσεπράττοντο τὰ 13,707,047.14
303πλέον τῶν εἰσπραχθέντων κατὰ τὸ 1896, δὲν ἠθέλομεν ἔχει
304περίσσευμα τὰς 103,056.43, ἀλλ’ ἠθέλομεν ἔχει ἔλλειμμα
30513,603,990.71. Ἑπομένως ἔπρεπε νὰ ἐπιζητηθῇ ἀμειλί-
306κτως ἡ εἴσπραξις τοσούτων ἐσόδων, διὰ νὰ δυνηθῇ ἡ Διοί-
307κησις νὰ ἐπαρκέσῃ εἰς τὰ ἔξοδα, τὰ ὁποῖα εἶχε προσθέσει,
308οἰκοδομήσασα πολυτελὲς οἰκοδόμημα διοικήσεως, καὶ ἀναβι-
309βάσασα τὰ ἔξοδα τοῦ Κράτους μέχρι τοῦ ὕψους, εἰς τὸ ὁποῖον
310ἔφθασαν ἐν τοῖς Προυπολογισμοῖς τῶν τεσσάρων τούτων τε-
311λευταίων ἐτῶν.
312Καὶ κατὰ τὸ ἔτος 1901 τὰ τακτικὰ ἔσοδα ἀνῆλθον εἰς
313114,095,755.47, τὰ δὲ ἔξοδα ἀνῆλθον εἰς 114,138,752
314καὶ 34/00. Ἑπομένως ὑπῆρξεν ἔλλειμμα δραχ. 42,996.87.
315Ἐνῷ λοιπὸν κατὰ τὰ δύο ἔτη 1900 καὶ 1901 εἰσεπράχθησαν
31628,763,570.14 περισσότερα τῶν εἰσπραχθέντων κατὰ τὸ
3171896, τὰ ἀποτελέσματα τῶν δύο ἐτῶν συνίστανται εἰς τὸ
318κατὰ τὸ 1900 περίσσευμα τῶν 103,056.43 μεῖον τοῦ κατὰ
319τὸ 1901 ἐλλείμματος τῶν 42,996.87, ἤτοι εἰς περίσσευμα
32060,059.56.
321Κατὰ ταῦτα εἶχεν ἐπιβληθῆ εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ μὴ
322ἀρκεσθῇ εἰς τὸ ποσὸν τῶν ἐσόδων τοῦ 1896, καὶ νὰ προσ-
323παθήσῃ νὰ εἰσπράξῃ περισσότερα δρ. 28,763,570.14, ἀφοῦ
324τοσοῦτον εἶχεν αὐξήσει τὰ ἔξοδα, διότι, ἐφ’ ὅσον αἱ δαπά-
325ναι ηὐξάνοντο, ἐπὶ τοσοῦτον ἐπετείνετο καὶ ἡ ἐπιθυμία τῆς
326εἰσπράξεως περισσοτέρων ἐσόδων, διὰ νὰ δυνηθῶσιν οἱ κυβερ-
327νῶντες τότε νὰ ἐπαρκέσωσιν εἰς τὰ ἔξοδα. Τοιαύτη ἡ
328κατάστασις τῶν ἀποτελεσμάτων τῆς τριετίας τοῦ 1899,
3291900 καὶ 1901.
330Ὅτε δ’ ἐπῆλθε τὸ 1902, τοιαῦτα εἴχομεν τὰ ἀποτελέ-
331σματα· εἶχον δαπανηθῆ εἰς τὰς ἀνάγκας τῆς Διοικήσεως
332πάνθ’ ὅσα εἶχον κατὰ τὰ δύο ἔτη εἰσπραχθῆ, καὶ μᾶς εἶ-
333χεν ὑπολειφθῆ περίσσευμα δρ. 60,059.56. Τὸ 1902 δὲ πα-
334ρέστημεν πρὸ καταστάσεως παραδόξου. Ἐζητήθη ἄδεια διὰ
335τοῦ Προϋπολογισμοῦ νὰ εἰσπραχθῶσιν 123,949,967.58,
336προϋπελογίσθησαν δὲ τὰ ἔξοδα εἰς 121,885,707.20, περι-
337λαμβανομένου καὶ ἐκτάκτου ἐξόδου ἐκ δραχμῶν 3,777,306
338διὰ τὴν ἀγορὰν τῶν κτημάτων Στεφάνοβικ· ἀφαιρουμένου δὲ
339τοῦ ποσοῦ τούτου, τὰ τακτικὰ ἔξοδα ἀνῆλθον εἰς δραχμὰς
340118,108,401.20, ἑπομένως ἐπηγγέλλοντο οἱ κυβερνῶντες
341περίσσευμα ἐκ δρ. 3,677,306. Ἀλλὰ ποία ἡ τύχη τοῦ 1902;
342Τὰ ἔσοδα κατὰ τὸ 1902 ηὐξήθησαν εἰς 123,949,931.58,
343ἤτοι κατὰ 27,018,204.66 περισσότερα· τὰ τακτικὰ ἔξο-
344δα ὅμως, τὰ ὁποῖα εἶχον προσδιορισθῆ εἰς 118,108,401.20,
345εἰς τακτικὰ δὲ καὶ ἔκτακτα μετὰ τοῦ ἀντιτίμου τῶν κτη-
346μάτων τοῦ Στεφάνοβικ εἰς δρ. 121,885,707.20, ἀνεβιβά-
347σθησαν διὰ τῶν ἀναπληρωματικῶν πιστώσεων μέχρι τῆς σή-
348μερον, καθ’ ἣν ἀγορεύω πρὸς ὑμᾶς, εἰς 129,657,425.23,
349τὸ δὲ προαγγελλόμενον περίσσευμα τῶν 2,064,223.80 με-
350τεποιήθη εἰς ἔλλειμμα 7,771,718.03. Καὶ οὕτως ἐχορη-
351γήθησαν διὰ Βασ. Διαταγμάτων πιστώσεις ἐξ 1,657,917
352δραχμῶν· τὴν κύρωσιν δὲ τῶν Διαταγμάτων τούτων προ-
353τείνω σήμερον εἰς τὴν Βουλὴν διὰ τῶν κατατιθεμένων νομο-
354σχεδίων. Ἀλλὰ προτείνω προσέτι νομοσχέδια, δι’ ὧν ζητεῖ-
355ται νὰ ψηφισθῶσι καὶ ἄλλαι πιστώσεις, ἤτοι πίστωσις περὶ
356χορηγίας δραχμῶν 113,606 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογι-
357σμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης τῆς χρή-
358σεως τοῦ ἔτους 1902, ἀναπληρωματικὴ πίστωσις ἐκ δραχ.
3591,257,498.50 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουρ-
360γείου τῶν Ἐσωτερικῶν, ἀναπληρωματικὴ πίστωσις ἐκ δραχ.
3616,000 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν
362Ἐκκλησιαστικῶν, ἀναπληρωματικὴ πίστωσις ἐκ δραχμῶν
3631,625,800 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου
364τῶν Στρατιωτικῶν, ἀναπληρωματικὴ πίστωσις ἐκ δραχμῶν
36588,705 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν
366Ναυτικῶν, ἀναπληρωματικὴ πίστωσις ἐκ δραχ. 50,000 ἐπὶ
367τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, ἀνα-
368πληρωματικὴ πίστωσις ἐκ δραχμῶν 6,500 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ
369προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, ἀνα-
370πληρωματικὴ πίστωσις ἐκ δραχ. 120,000 ἐπὶ τοῦ προϋπο-
371λογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν.
372Διὰ τῶν νομοσχεδίων, ἅτινα κατέθηκα πρὸ μικροῦ, συγκε-
373φαλαιοῦνται αἱ ζητούμεναι ἀναπληρωματικαὶ πιστώσεις εἰς
374δραχ. 3,268,109.50. Ἀλλὰ πλὴν αὐτῶν καὶ ἄλλαι πιστώ-
375σεις εἰσὶν ἀναγκαῖαι, δι’ ἃς καταθέτω ἓξ ἄλλα νομοσχέδια.
376Ζητεῖται νὰ χορηγηθῇ εἰδικὴ πίστωσις ἐπὶ τοῦ προϋπολογι-
377σμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης ἐκ δρ. 36,122.82,
378ἑτέρα εἰδικὴ πίστωσις ἐκ δρ. 376,304.90 ἐπὶ τοῦ προϋπο-
379λογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν...
380§11Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Διὰ τὸ 1902;
381§12Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μάλιστα... Ἐπίσης ζητεῖται
382εἰδικὴ πίστωσις ἐκ δρ. 33,261 ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ
383Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, ἑτέρα εἰδικὴ πίστωσις
384ἐκ δρ. 146,221.38 ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου
385τῶν Στρατιωτικῶν, ἑτέρα εἰδικὴ πίστωσις ἐκ δρ. 212,786.80
386ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν,
387καὶ ἄλλη εἰδικὴ πίστωσις ἐπὶ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονο-
388μικῶν ἐκ δρ. 1,394,322.46· ἀνέρχονται δὲ καὶ τὰ ποσὰ τῶν
389εἰδικῶν τούτων πιστώσεων εἰς δρ. 2,199,019.36. Θέλω δὲ
390προσεχῶς προτείνει καὶ ἄλλα νομοσχέδια περὶ χορηγίας καὶ
391ἄλλων ἀναπληρωματικῶν πιστώσεων, ἀνερχομένων εἰς δραχ.
392312,000 εἰς γραμμάτια καὶ δρ. 267,214.52 εἰς χρυσόν, ὡς
393καὶ πίστωσιν ἀναπληρωματικὴν ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ
394Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης ἐκ δραχ. 1747.55, καὶ ἑτέραν
395πίστωσιν ἀναπληρωματικὴν ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ
396Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν ἐκ δρ. 30,710.10 διὰ διαφό-
397ρους δαπάνας ὑπὲρ τῆς Γεωργίας.
398§13Κ. ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Τὰ περισσότερα ἐδαπανήθησαν διὰ
399τὰς μεταθέσεις τῶν ὑπαλλήλων τῆς προκατόχου Κυβερνή-
400σεως.
401§14Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Οὕτω πῶς ἀνεβιβάσθησαν τὰ διὰ
402τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1902 προβλεφθέντα ἔξοδα ἀπὸ δρ.
403123,578,624.20 εἰς δρ. 129,657,425.23, ἤτοι εἰς δραχ.
404130,000,000 μεῖον δρ. 342,574.77, καὶ οὕτως, ἐνῷ ὅτε
405εἰσήχθη ὁ Προϋπολογισμὸς ἀνέγραφεν ἔσοδα 123,949,931,
406ἔξοδα δὲ 121,885,707.20, ἤτοι προηγγέλθη εἰς τὴν Βουλὴν
407περίσσευμα ἐκ δρ. 2,064,223,80, ἡ ἐλπὶς δὲ τοῦ περισσεύ-
408ματος τούτου ἐθέρμανε τὴν πλειονοψηφίαν, σήμερον περιερχό-
409μεθα εἰς ἀποτελέσματα ἐντελῶς ἀντίθετα, διότι τὰ μὲν
410ἔσοδα ἔμειναν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ὡς ἀνεγράφοντο, ἤτοι
411δραχ. 123,949,931, ἀνεβιβάσθησαν ὅμως τὰ ἔξοδα εἰς δρ.
412129,657,425.23, καὶ περιεπέσαμεν ἀπὸ τοῦ περισσεύματος
413τῶν 2,064,223 εἰς ἔλλειμμα 5,707,494.23.
414§15Π. ΣΑΚΚΗΣ. Καὶ 9,000,000 τὰ ἐλπιζόμενα, γίνονται
41514,000,000.
416§16Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Οὕτω, λέγω, ὅτε μὲν ἐχωρί-
417σθημεν, ληξασῶν τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς ἐκείνης, προσε-
418δοκῶμεν ὅτι θὰ ὑπάρξῃ ἓν περίσσευμα, μέγα ἢ καὶ μικρὸν,
419ἀλλὰ βεβαίως περίσσευμα· συνελθόντες δ’ ἐνταῦθα σήμερον,
420μανθάνομεν, ὅτι τὸ περίσσευμα μετετράπη εἰς ἔλλειμμα δρ.
4215,707,494.23.
422§17Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Λάθος θὰ ἔκαμαν τότε.
423§18Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Πάντα ταῦτα εἶναι ἐν προ-
424βλέψεσιν, ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1902 ἐξακολουθεῖ ὑπάρχων
425ἐν ἐνεργείᾳ, διότι ἡ χρῆσις δὲν ἐτελείωσεν· ὅταν δὲ τε-
426λειώσῃ ἡ χρῆσις, τότε θέλομεν μάθει ποῖα εἶναι τὰ ἀκριβῆ
427ἀποτελέσματα. Ἀλλὰ, ὡς ὅτε εἰσήγετο ὁ Προϋπολογισμὸς,
428διετελοῦμεν ἐντὸς τοῦ ἔτους, οὕτω καὶ νῦν ἡ χρῆσις αὐτοῦ
429δὲν ἔκλεισε· πρὶν ἢ ὅμως παρέλθωσι δέκα τέσσαρες μῆνες
430ἀπὸ τῆς ἐνάρξεως αὐτοῦ, μανθάνομεν ὅτι αἱ προβλέψεις μετα-
431βάλλονται, διότι ἀντὶ περισσεύματος ἔχομεν ἔλλειμμα,
432καὶ μάλιστα ἀφοῦ κατὰ τὸ ἔτος τοῦτο, τὸ 1902, ζητεῖ-
433ται νὰ εἰσπραχθῶσιν 123,949,931, ἤτοι 27,018,204,08
434περισσότερα ἢ ὅσα εἶχον εἰσπραχθῆ κατὰ τὸ 1896. Φαντα-
435σθῆτε, ἐὰν εἴχομεν Προϋπολογισμὸν, οἷον εἴχομεν κατὰ τὸ
4361896, ἤτοι ἐὰν εἴχομεν καὶ κατὰ τὸ 1902 τόσα ἔσοδα,
437ὅσα εἰσεπράχθησαν κατὰ τὸ 1896, ὁπόσον ἤθελεν εἶσθαι τὸ
438ἔλλειμμα, εἰς τὸ ὁποῖον ἠθέλομεν καταλήξει!
439Δυστυχῶς, κύριοι Βουλευταὶ, τὰ πράγματα ἐβεβαίωσαν
440τὰς προρρήσεις ἐκείνων, οἵτινες κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Πε-
441ρίοδον τῆς Βουλῆς δὲν ἔπαυον παρατηροῦντες καὶ παριστά-
442νοντες, ὅτι ἔδει νὰ γένηται σκέψις ὡριμωτέρα καὶ σπουδαιο-
443τέρα περὶ τῶν οἰκονομικῶν πραγμάτων τοῦ δημοσίου τα-
444μείου, διότι ἡ κατάστασις τῶν οἰκονομικῶν τοῦ δημοσίου
445ταμείου ἐπιδρᾷ ἀμέσως ἐπὶ τῶν οἰκονομικῶν τῆς χώρας.
446Καὶ ἂν κατὰ τὸ 1893 ἐπέσκηψε τὸ μέγα δυστύχημα νὰ
447κηρυχθῇ τὸ Ἑλληνικὸν Βασίλειον ἐν πτωχεύσει, δυστύχημα
448τοῦ ὁποίου πολλαπλαῖ ἦσαν αἱ ὀδυνηραὶ συνέπειαι, φαντα-
449σθῆτε, ἐὰν ἤθελεν ἐπισκήψει τὸ ἄλλο μέγα καὶ φοβερὸν δυσ-
450τύχημα, νὰ εὑρεθῇ ἡ χώρα ἐν πτωχεύσει, δηλαδὴ νὰ εὑ-
451ρεθῇ ἡ τάξις τῶν παραγόντων, ἡ τάξις τῶν καλλιεργούντων
452τὴν γῆν, ἡ τάξις τῶν μετερχομένων βιομηχανίαν, ἡ τάξις
453τῶν μετερχομένων ἐπιτήδευμα, ἀπὸ τοῦ ὁποίου τὸ δημό-
454σιον ταμεῖον εἰσπράττει φόρους, ἐὰν ἤθελε συμβῆ πᾶσαι αἱ
455τάξεις αὗται νὰ πτωχεύσωσι, καὶ νὰ μὴ εὑρεθῶσι πλέον εἰς
456κατάστασιν νὰ εἰσφέρωσιν ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἡ Πολιτεία ἀξιοῖ
457νὰ εἰσπράττῃ παρ’ αὐτῶν! Διὰ τοῦτο μοὶ φαίνεται, ὅτι ἡ
458πολιτική, τὴν ὁποίαν ἐπηγγέλθημεν, οὐχὶ μόνον ἐκεῖνοι, οἱ
459ὁποῖοι ἀποτελοῦσι τὸ πολιτικὸν κόμμα, τοῦ ὁποίου διευ-
460θύνω τὰς ἐργασίας, ἀλλὰ πᾶσα ἡ Ἀντιπολίτευσις, καὶ αὐτοὶ
461οἱ ἐπιφανεῖς πολιτικοὶ ἄνδρες τῆς χώρας, οἱ ὁποῖοι δὲν συν-
462έπραττον μετὰ τοῦ Ὑπουργείου, ἡ πολιτική, λέγω, αὕτη
463νομίζω, ὅτι ἐπιβάλλεται ὑπὸ μεγάλης ἀνάγκης, καὶ δὲν πι-
464στεύω, ὅτι δύναται νὰ ὑπάρξῃ Ἕλλην, ὁ ὁποῖος ἤθελε δι-
465στάσει νὰ δώσῃ τὴν ψῆφόν του πρὸς ἐφαρμογὴν τῆς τοι-
466αύτης πολιτικῆς.
467Μοὶ ἐδόθη ἡ εὐκαιρία νὰ εἴπω πρό τινος πρὸς εὐγενῆ φί-
468λον, ἱκετεύων αὐτὸν νὰ κατορθώσῃ, ἵνα ἡ Ἑλλὰς ἔχῃ αὐ-
469τὴν τὴν πολιτικήν, ἵνα κατορθώσῃ, ἐὰν ἡμεῖς αὔριον ἀνατρα-
470πῶμεν ἀπὸ τῆς ἀρχῆς, ἐὰν καταλίπωμεν τὴν ἀρχὴν, ἐκεῖνοι
471οἱ ὁποῖοι ἤθελον μᾶς διαδεχθῆ νὰ ἐφαρμόσωσι καὶ αὐτοὶ τὴν
472τοιαύτην πολιτικήν, τὴν ὁποίαν ἡμεῖς θέλομεν ἐφαρμόσει, νὰ
473κατορθώσῃ, ἂν εἶναι δυνατόν, καὶ ἡ βασιλικὴ ἀρχὴ νὰ ἔχῃ
474αὐτὴν τὴν πολιτικήν, ὅπως δυνηθῶμεν νὰ ἀποσοβήσωμεν τὸν
475κίνδυνον, ὁ ὁποῖος ἐπέρχεται· διότι, ἂν δὲν ἐξακολουθήσῃ ἡ
476πρόνοια, ἣν λαμβάνομεν κατὰ τὸ 1903, θέλει βεβαίως ἐπι-
477σκήψει ἡ συμφορὰ ἐπὶ τὴν χώραν.
478Ὑπὸ τοιούτων σκέψεων πιεζόμενος, ὅσον εἶναι δυνατὸν
479νὰ πιεσθῇ πᾶς ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος ἤθελε θέσει τὸν δάκτυ-
480λον ἐπὶ τὸν τύπον τῶν ἥλων, ὁ ὁποῖος ἤθελεν ἐξετάσει τὰς
481λεπτομερείας, ἠσχολήθημεν, ὅπως δυνηθῶμεν νὰ ἐλαττώσω-
482μεν ἐν πρώτοις τὰ ἔξοδα, διότι, ὅταν τὰ ἔξοδα ἐλαττωθῶσι,
483θέλει κατασταθῆ δυνατὸν νὰ ἐπέλθωσι βελτιώσεις καὶ
484ἐπὶ τὰ ἔσοδα, τροποποιουμένων τῶν νόμων, ὅσους ἡ ἐφαρμογὴ
485ἡ μέχρι τοῦδε ἀπέδειξε πλημμελεῖς ἢ καταθλιπτικούς, ἀδί-
486κους ἢ ἀνίσους. Ἀλλ’ ὄχι μόνον τοῦτο, ἀλλὰ καὶ ἄλλο τι,
487ὅτι, καὶ ἂν ἤθελον εἰσπράττεσθαι περισσότερα ἔσοδα ἀπὸ
488ὅσα εἰσεπράττοντο κατὰ τοὺς τελευταίους, τοὺς μετὰ τὸν
489πόλεμον, χρόνους, τὰ ἔσοδα ταῦτα τὰ περισσεύοντα πρέπει
490νὰ παύσωμεν νὰ διαθέτωμεν ὑπὲρ προσώπων, νὰ προσπαθή-
491σωμεν δὲ νὰ διαθέτωμεν ὑπὲρ πραγμάτων, νὰ ἐνισχύσωμεν
492τὴν ἐθνικὴν παραγωγήν, πάντας τοὺς κλάδους αὐτῆς, νὰ
493ἐνισχύσωμεν τὴν γεωργίαν, διὰ παντὸς μέσου, τὴν βιομηχα-
494νίαν, τὸ ἐμπόριον, τὴν ἐπιτηδευματικὴν ἐργασίαν, διὰ νὰ
495δυνηθῇ ἡ παραγωγή, πάντες οἱ ἐργαζόμενοι, νὰ ἔχωσι κεφά-
496λαιον ἐπαρκές, ὅπως ὄχι μόνον ἐξακολουθῶσι νὰ ἐργάζωνται, ὡς
497ἐργάζονται μέχρι τοῦδε, ἀλλὰ καὶ νὰ δυνηθῶσι νὰ ἐπεκτείνωσι
498τὰς ἐργασίας των, ὥστε, ἐὰν παρῆγον μέχρι τοῦδε δέκα, νὰ
499παράγωσι δώδεκα, ἐὰν παράγωσιν εἴκοσι, νὰ παράγωσιν εἴκοσι
500καὶ πέντε, ἐὰν παράγωσι νῦν ἑκατὸν, νὰ παράγωσι διακό-
501σια· διότι τοιουτοτρόπως θέλει τὸ Κράτος δυνηθῆ νὰ φορο-
502λογῇ καὶ νὰ εἰσπράττῃ περισσότερα, φορολογοῦν προϊόντα
503πολλῷ περισσότερα ἀπὸ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα φορολογοῦνται νῦν·
504διότι, εἰσπράττον τότε περισσότερα, δὲν θέλει καταθλίβει
505τὴν παραγωγήν, ἀλλὰ θέλει ἐνθαρρύνει αὐτήν, ἀφοῦ μέρος
506τῶν εἰσπραττομένων θέλει δαπανᾷ ὑπὲρ τῆς παραγωγῆς, θέ-
507λει δὲ μένει καὶ ἄλλο μέρος ἐκ τῶν ἐσόδων, τὸ ὁποῖον θέλει
508διατίθεσθαι εἰς ἄλλας ἀνάγκας. Καὶ ἔχει τὸ Κράτος ἀνάγ-
509κας, καὶ ἀνάγκας ποικίλας, ἀνάγκας πολυειδεῖς, ἀνάγκας,
510τὰς ὁποίας ἐνδεικνύουσιν εἰς τοὺς κυβερνῶντας καὶ εἰς τὴν
511κοινωνίαν ἡ κατάστασις τῆς ἐσωτερικῆς διοικήσεως, ἡ κατά-
512στασις τῆς Δικαιοσύνης, ἐνδεικνύουσιν αὐτὰ τὰ κοινότερα καὶ
513πλέον προσιτὰ εἰς πάντα θέματα Ἀλλ’ ἔχει πλὴν τούτων
514καὶ ἄλλας ἀνάγκας, ἀνάγκας, τὰς ὁποίας δὲν πρέπει νὰ
515παρίδῃ ποτὲ ἡ Βουλὴ τῶν Ἑλλήνων, διότι δὲν εἴμεθα κύριοι
516τοῦ μέλλοντος, τὸ δὲ μέλλον ἐτάζει ἡ χεὶρ τοῦ ἀνωτάτου
517Ὑψίστου, οὐδεὶς δὲ δύναται νὰ ἦναι βέβαιος, τί τέξεται ἡ
518ἐπιοῦσα. Λέγω ταῦτα, οὐχὶ διὰ νὰ ἐμβάλω εἰς ὑμᾶς ἀνη-
519συχίαν τινὰ περὶ τῶν ἐκτὸς ἡμῶν πολιτικῶν πραγμάτων,
520διότι ἔχω τὴν ἐλπίδα, ἵνα μὴ εἴπω τὴν πεποίθησιν, ὅτι τὰ
521ἐκτὸς ἡμῶν πολιτικὰ πράγματα θέλουσιν ἐξακολουθήσει ἐν
522τάξει καὶ δὲν θέλουσιν ἐπέλθει ἀνωμαλίαι, αἱ ὁποῖαι νὰ ἐκ-
523θέσωσιν εἰς κίνδυνον τὰ συμφέροντα ὄχι μόνον τοῦ Κράτους
524τούτου, ἀλλὰ τὰ συμφέροντα ἐκείνων, τοὺς ὁποίους τὸ Ἑλ-
525ληνικὸν Κράτος ὀφείλει νὰ μὴ λησμονῇ, καὶ περὶ τῆς τύχης
526τῶν ὁποίων ὀφείλει νὰ μεριμνᾷ.
527Ἠσχολήθην λοιπὸν νὰ ἐπιφέρω ἐλαττώσεις ἐπὶ τοῦ Προ-
528ϋπολογισμοῦ, καὶ τοιουτοτρόπως τῇ συνδρομῇ τῇ ἀξιεπαί-
529νῳ τῶν ἀγαπητῶν συναδέλφων μου ἠδυνήθημεν νὰ καταβι-
530βάσωμεν τὰ ἔσοδα ἀπὸ 123 ἑκατομμύρια εἰς 119,406,501.
531Ἀλλ’ ἠδυνήθημεν νὰ καταβιβάσωμεν καὶ τὰ ἔξοδα ἀπὸ
532129,657,425 εἰς 114,151,539. Ἡ διαφορὰ λοιπὸν μετα-
533ξὺ τῶν ἐξόδων, τὰ ὁποῖα ἀναγράφομεν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ
534τοῦ 1903, πρὸς τὸ ποσὸν τῶν ἐξόδων, τὸ ὁποῖον ἀπετελέ-
535σθη ἐκ τῶν ἀναγεγραμμένων ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1902
536ποσῶν καὶ ἐκ τῶν ζητηθεισῶν καὶ ζητουμένων ἀναπληρωμα-
537τικῶν, τῶν ἐκτάκτων καὶ τῶν εἰδικῶν πιστώσεων, δι’ ὧν ἀνε-
538βιβάσθησαν τὰ ἔξοδα εἰς 129 ἑκατομμύρια, ἡ διαφορά, λέ-
539γω, αὕτη ἀνέρχεται εἰς 15,505,886.23. Ἀλλὰ λέγων 15
540καὶ πλέον ἑκατομμύρια, παρακαλῶ νὰ μὴ ὑπολάβητε, ὅτι
541ἡμεῖς κατωρθώσαμεν νὰ ἐλαττώσωμεν τὰ ἔξοδα κατὰ τοσού-
542τῳ ὀγκῶδες ποσόν, διότι ἡμεῖς συντάσσοντες τὸν Προϋπολο-
543γισμὸν εἴχομεν ὑπ’ ὄψει τὰ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1902
544ἀναγραφόμενα ποσά, δὲν εἴχομεν δ’ ὑπ’ ὄψει τὰς ἀναπλη-
545ρωματικάς, ἐκτάκτους καὶ εἰδικὰς πιστώσεις, ἐπειδὴ δ’ ὁ
546Προϋπολογισμὸς ἀνέγραφεν ἔξοδα 123,578,624, αἱ ἐλαττώ-
547σεις, τὰς ὁποίας ἐπηνέγκομεν, ἀνέρχονται εἰς ποσὸν ὀλιγώ-
548τερον ἐκείνου, τὸ ὁποῖον παριστᾷ ἡ παραβολὴ τῶν ἐξόδων
549τοῦ 1902 πρὸς τὰ ἔξοδα τοῦ 1903. Ἐὰν δὲ παραβάλωμεν
550τὰ ἔξοδα τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1903 πρὸς τὰ ἀναγε-
551γραμμένα ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1902, παραλειπομένων
552τῶν ἀναπληρωματικῶν, τῶν ἐκτάκτων καὶ τῶν εἰδικῶν πι-
553στώσεων, ἡ διαφορὰ ἐπὶ ἔλαττον τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ
5541903 ἀνέρχεται εἰς 9,427,085. Καὶ εἶναι ἡ διαφορὰ αὕτη
555μεταξὺ τῶν δύο Προϋπολογισμῶν, ἐνῷ κατὰ τὸ 1903 ἀνα-
556γράφονται ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ καὶ ἄλλα ἔξοδα πρὸς θε-
557ραπείαν ἄλλων ἀναγκῶν, αἵτινες δὲν ὑπῆρχον κατὰ τὸ 1902
558καὶ διὰ τὰς ὁποίας ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1902 δὲν εἶχεν
559ἐπιβαρυνθῆ. Οὕτω, φέρ’ εἰπεῖν, εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δη-
560μοσίου χρέους ἀνεγράψαμεν ἐφέτος ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ
5613,441,938.16 περισσότερα ἢ ὅσα εἶχον ἀναγραφῆ τῷ 1902·
562ἀνεγράψαμεν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ Ὑπουργείου τῶν
563Στρατιωτικῶν ποσὸν 1,272,913 περισσότερον ἢ ὅσον εἶχεν
564ἀναγραφῆ τὸ 1902· ἀνεγράψαμεν καὶ ἐν τοῖς προϋπολογι-
565σμοῖς τῶν ἄλλων Ὑπουργείων ποσὰ πολλῶν ἑκατοντάδων
566χιλιάδων· τὸ ὅλον δὲ τῶν αὐξήσεων τούτων ἀνέρχεται εἰς
5677,091,792.46. Ἐνῷ δ’ ηὐξήσαμεν τὰ ἔξοδα τοῦ Κράτους
568κατὰ 7,091,792.46 δι’ ἀνάγκας, τὰς ὁποίας δὲν προέβλε-
569πεν ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1902, ἠδυνήθημεν νὰ ἐπενέγκω-
570μεν ἐλάττωσιν τῶν ἐξόδων κατὰ 9,427,085.20. Αἱ ἐλατ-
571τώσεις, τὰς ὁποίας ὁ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν συνάδελφός μου
572ἐπήνεγκεν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ αὐτοῦ, ἀνῆλθον εἰς δραχ.
573401,622.87· αἱ ἐλαττώσεις, αἵτινες ἐπηνέχθησαν ἐπὶ τοῦ
574προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης, ἀνῆλθον
575εἰς 262,950.40· αἱ ἐπενεχθεῖσαι ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ
576Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν ἀνῆλθον εἰς 2,336,613.04·
577αἱ ἐπενεχθεῖσαι ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου
578τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως
579ἀνῆλθον εἰς δρ. 315,880, διότι 509,840 ἀφήρεσεν ἀπὸ τὸν
580προϋπολογισμὸν τοῦ Ὑπουργείου του ὁ ἐμὸς ἐπὶ τῶν Ἐκ-
581κλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως συνάδελ-
582φος, ἀλλὰ προσετέθησαν δραχ. 193,960, ἡ δ’ ἐλάττωσις
583περιωρίσθη εἰς 315,880.
584Σημειώσατε, ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ Ὑπουργείου τῶν
585Στρατιωτικῶν ἀνῆλθεν εἰς 17,858,809.32 κατὰ τὸ 1901·
586προστιθεμένων δ’ εἰς τὸ ποσὸν τοῦτο τῶν διὰ τριῶν ἀναπλη-
587ρωματικῶν καὶ εἰδικῶν πιστώσεων χορηγηθέντων, ἀνερχομέ-
588νων καὶ τούτων εἰς 3,044,934.38, ἀνεβιβάσθη εἰς δραχ.
58920,903,743.70. Ἑπομένως διὰ τοῦ προτεινομένου παρὰ
590τοῦ ἐμοῦ συναδέλφου προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ ἐπὶ
591τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργείου τοῦ ἔτους 1903, δι’ οὗ
592προσδιωρίσθησαν αὐτὰ εἰς 18,040,550, ἐπηνέχθη ἐλάττω-
593σις κατὰ 2,863,193.70.
594Σημειώσατε δὲ, ὅτι ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ Ὑπουργείου
595τῶν Στρατιωτικῶν ὑπάρχουσι δαπάναι, αἵτινες προσετέθη-
596σαν κατὰ τὴν τελευταίαν τριετίαν, τὰς ὁποίας ὅμως δὲν
597εἶναι εὔκολον, ἴσως δὲ καὶ δὲν πρέπει νὰ θίξῃ τις, μάλιστα
598ἵνα ἀφαιρέσῃ τὴν ἐκ τούτων δαπάνην. Καὶ αἱ αὐξήσεις αὗ-
599ται συνίστανται: εἰς δρ. 320,000 ἕνεκα τῆς κατὰ 20 δρ.
600κατὰ μῆνα ἀποζημιώσεως τῶν ἀξιωματικῶν πάντων τῶν
601ὅπλων· εἰς δρ. 114,300 ἕνεκα τῆς αὐξήσεως κατὰ 10 λε-
602πτά, τῶν ἡμερησίων ἀποδοχῶν πάντων τῶν συμπληρωσάντων
603δεκαπενταετῆ ὑπηρεσίαν ὑπαξιωματικῶν· εἰς δρ. 88,166
604ἕνεκα τῆς βελτιώσεως τοῦ συσσιτίου ἀνὰ δύο λεπτὰ εἰς ἕκα-
605στον ὁπλίτην· εἰς δρ. 48,000 ἕνεκα τῆς αὐξήσεως τῶν μα-
606θητῶν τῆς Σχολῆς τῶν ὑπαξιωματικῶν ἀπὸ 27 εἰς 106· εἰς
607δραχμὰς 97,080 ἕνεκα τῆς συστάσεως τῆς Γενικῆς Διοι-
608κήσεως τοῦ στρατοῦ· εἰς 30,000 δρ. πρὸς ἀποστολὴν εἰς
609τὴν Εὐρώπην ἀξιωματικῶν πρὸς τελειοτέραν ἐκπαίδευσιν·
610εἰς 18,000 δρ. ἕνεκα τῆς νομισματικῆς διαφορᾶς, καὶ εἰς
611δρ. 36,120 ἕνεκα τῆς ἐγγραφῆς τῶν ἀποδοχῶν 29 ἀνθυπα-
612σπιστῶν ὑπεραρίθμων τοῦ πυροβολικοῦ, τοῦ ἱππικοῦ καὶ τοῦ
613πεζικοῦ, καὶ ἄλλαι ἕνεκα ἄλλων αὐξήσεων δαπάναι, αἵτι-
614νες ἀποτελοῦσι ποσὸν δραχ. 1,070,258.
615Ἀλλ’ ἡ ἐλάττωσις τῶν δαπανῶν, ἡ γενομένη ἐν τῷ Προ-
616ϋπολογισμῷ τοῦ 1903, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τεθῇ εἰς ἐφαρ-
617μογήν, ἂν δὲν ψηφισθῶσι νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα πρὸς τοῦτο
618παρεσκευάσαμεν καὶ εἰσάγομεν.
619Καὶ ἐγὼ μὲν πρὸς τοῦτο εἰσάγω νομοσχέδιον περὶ καταρ-
620γήσεως τελωνιακῶν θέσεων, διὰ τοῦ ὁποίου ἄνευ ζημίας τῆς
621τελωνιακῆς ὑπηρεσίας προκύπτει ἐλάττωσις ἐξόδων.
622Ἐπίσης εἰσάγω νομοσχέδιον περὶ ἐλαττώσεως τοῦ ἀριθ-
623μοῦ τῶν οἰκονομικῶν ἐπιθεωρητῶν κατὰ δώδεκα, ἐν οἷς ὁ εἰ-
624δικὸς χημικὸς, καὶ περὶ καταργήσεως τῆς Διευθύνσεως τῶν
625ἐπιθεωρητῶν.
626Νομοσχέδιον περὶ προσωπικοῦ τοῦ Ἐθνικοῦ Τυπογραφείου,
627διὰ τοῦ ὁποίου ἐπάγεται αὔξησις μὲν 8–9 χιλιάδων δραχ-
628μῶν, ἀλλ’ ἀφαιροῦνται αὗται ἀπὸ τοῦ προϋπολογισμοῦ τῆς
629Βουλῆς. Τὸ ποσὸν τοῦτο θέλει καταστήσει δυνατὴν τὴν
630ἐκτύπωσιν τῶν πρακτικῶν τῆς Βουλῆς ἐν τῷ Ἐθνικῷ Τυ-
631πογραφείῳ.
632§19Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Καὶ πρὸ πάντων ἐγκαίρως.
633§20Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐπὶ τοῦ πρὸ
634πάντων ἐγκαίρως, κύριε συνάδελφε, ἀνακοινώνω ὑμῖν, ὅτι ὁ
635κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς ἔλαβε πληροφορίας, καὶ ἀπόκειται
636εἰς αὐτὸν νὰ παρασκευάσῃ σχέδιον, ἐπὶ τοῦ ὁποίου θέλει
637κληθῆ ν’ ἀποφασίσῃ ἡ Βουλή. Ἀλλὰ μὴ λησμονήσωμεν,
638ὅτι τὸ ἐγκαίρως δὲν ἐξαρτᾶται μόνον ἐκ τῆς Ἐθνικῆς τυ-
639πογραφίας, ἢ ἐκ τῆς ἰδιωτικῆς τυπογραφίας· τοῦτο ἐξαρτᾶ-
640ται ἐκ τῆς παρασκευῆς τῶν ἀντιγράφων τῶν ἐστενογραφη-
641μένων, τὰ ὁποῖα στέλλονται πρὸς ἐκτύπωσιν, ἐξαρτᾶται
642δὲ προσέτι καὶ ἐκ τῆς προθυμίας, μετὰ τῆς ὁποίας οἱ κύ-
643ριοι συνάδελφοι θέλουσιν ἐπιθεωρεῖ τὰ ἐστενογραφημένα πρα-
644κτικά.
645Εἰσάγω ὡσαύτως νομοσχέδιον περὶ δικαιοδοσίας, καταρ-
646γήσεως καὶ καθορισμοῦ τῶν οἰκονομικῶν ἐφόρων.
647Ἐπίσης περὶ εἰσπράξεως τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν ἐπιτηδευμά-
648των καὶ τῶν οἰκοδομῶν. Ἐνθυμεῖσθε, ὅτι ὡς ἀντιπολιτευό-
649μενοι ἀντέστημεν εἰς τὰς πρὸς πληρωμὴν τοῦ φόρου τῶν ἐπι-
650τηδευμάτων καὶ τῶν οἰκοδομῶν τεθείσας προθεσμίας. Κατὰ
651τὸ εἰσαγόμενον νομοσχέδιον τάσσομεν τὴν πληρωμὴν εἰς
652τέσσαρας τριμήνους προθεσμίας, καταργοῦντες τὴν προκατα-
653βολήν. Ἡ προκαταβολὴ μοὶ φαίνεται, ὅτι εἶναι ἀδικαιο-
654λόγητος. Ἐὰν φόρος εἶναι ποσοστὸν τοῦ προϊόντος, τὸ ὁποῖον
655παράγει ὁ ἐργαζόμενος, τὸ Κράτος ἔχει δικαίωμα βεβαίως
656νὰ ἀπαιτήσῃ τὸ ποσοστὸν τοῦτο, ζητοῦν νὰ εἰσπράξῃ τὸ
657ποσοστὸν τοῦτο, τὸ παραγόμενον ἐκ τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον
658ὁ φορολογούμενος συνεκόμισεν. Ἀλλὰ πρὶν ὁ φορολογούμενος
659εἰσπράξῃ, καθ’ ὃν χρόνον ἐργάζεται, νὰ ἀπαιτῇ τὸ Κράτος
660τὸ πληρωτέον ποσοστὸν ὡς φόρον, νομίζω ὅτι ὄχι μόνον δὲν
661εἶναι ὀρθόν, ἀλλὰ καὶ συντελεῖ εἰς τὴν ἐλάττωσιν τῶν κε-
662φαλαίων, τὰ ὁποῖα προορίζονται πρὸς ἐργασίαν.
663Ὡσαύτως νομοσχέδιον περὶ νομικῶν συμβούλων.
664Ὁ ἐμὸς συνάδελφος καὶ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν θέλει
665εἰσαγάγει νομοσχέδιον περὶ καταργήσεως τοῦ νόμου περὶ νο-
666μῶν καὶ τῆς διοικήσεως αὐτῶν. Ἐνθυμεῖσθε ὅτι ἐν νόμῳ τινὶ
667φέροντι ἐπιγραφὴν «περὶ νομῶν καὶ τῆς διοικήσεως αὐτῶν»
668ἐψηφίσθη ἡ σύστασις Νομαρχιακῶν Συμβουλίων, τὰ ὁποῖα δὲν
669ἐψηφίσθησαν μόνον κατὰ τὸ 1900, ὅτε προετάθη τὸ νομο-
670σχέδιον εἰς τὴν Βουλὴν τὸ μεταποιηθὲν εἰς νόμον· εἶχε ψηφι-
671σθῆ καὶ ἄλλοτε νόμος καὶ εἶχε προτείνει τὸ νομοσχέδιον περὶ
672Νομαρχιακῶν Συμβουλίων ὁ μακαρίτης Βουλευτὴς ἐκ Μεσο-
673λογγίου, ὁ ὁποῖος δυστυχῶς δὲν συνεδριάζει πλέον μεθ’ ἡμῶν·
674ἀλλ’ ἐπειδὴ εἶχεν ἀποδειχθῆ τὸ ἀνεφάρμοστον τοῦ νόμου, ἐπὶ
675δύο κατὰ συνέχειαν ἔτη ἔμεινεν οὗτος ἀναγεγραμμένος ἐν τῇ
676Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως, οὐδέποτε δὲ ἐξετελέσθη, οὐδὲ
677συνῆλθε ποτὲ Νομαρχιακὸν Συμβούλιον· διὰ τοῦτο ἐπρότεινα
678ἐγὼ τὴν κατάργησιν τοῦ νόμου τούτου κατὰ τὸ 1891. Ἀλλὰ
679πάλιν ἐπροτάθη καὶ ἐνομοθετήθη τὸ σύστημα τῶν Νομαρχια-
680κῶν Συμβουλίων, τὸ ὁποῖον καὶ τοῦτο ἔμεινεν ἐπὶ ἔτη ἀνα-
681γεγραμμένον ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως, καταργη-
682θέντων τῶν Ἐπαρχιακῶν Συμβουλίων.
683Ὁ ἐμὸς συνάδελφος προτείνει νὰ νομοθετηθῶσιν αὖθις τὰ
684Ἐπαρχιακὰ Συμβούλια. Τὸ σύστημα τῶν Ἐπαρχιακῶν Συμ-
685βουλίων, ὡς διοικητικῶν, οὐδὲ τοῦτο ἐγένετο δυνατὸν νὰ ἐπι-
686τύχῃ. Ἀλλ’ ἐκαλοῦντο τὰ Ἐπαρχιακὰ Συμβούλια νὰ λειτουρ-
687γῶσι κατὰ τὴν ἐκτίμησιν ἐπαρχιακῶν ἀναγκῶν· καὶ αἱ γνῶ-
688μαι αὐτῶν βεβαίως δύνανται νὰ συντελῶσιν εἰς φωτισμὸν
689τῆς Διοικήσεως, ὅταν τοιαῦτα ζητήματα προκαλῶνται.
690Ὁ ἐμὸς συνάδελφος θέλει εἰσαγάγει ὡσαύτως νομοσχέδιον
691περὶ ἀστυνομικῆς διοικήσεως, στηριζόμενον ἐπὶ τῶν βάσεων,
692τὰς ὁποίας ἐνθυμεῖσθε ὅτι εἴχομεν ἀνακοινώσει πρὸς τὴν
693Βουλὴν κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Περίοδον. Κατὰ τὸ νομοσχέ-
694διον τοῦτο πρόκειται νὰ ἐπαναχθῇ ἐν ἰσχύϊ ἡ δημοτικὴ ἀστυ-
695νομία ἐν ἀγροτικαῖς καὶ μικραῖς περιφερείαις, ἐκεῖ, ὅπου ὁ
696πληθυσμὸς τοῦ δήμου δὲν ὑπερβαίνει τὰς 11,000, ὅπου δὲ ὁ
697πληθυσμὸς ὑπερβαίνει τὸν ἀριθμὸν τοῦτον, θέλει κατασταθῆ
698διοικητικὴ ἀστυνομία· ὄργανα δὲ ταύτης ἐπιτρέπεται διὰ
699τοῦ νομοσχεδίου νὰ προσλαμβάνωνται ἀξιωματικοὶ, οἵτινες
700κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ἀστυνομικῶν των καθηκόντων δὲν
701θέλουσιν ὑπόκεισθαι εἰς τὴν Διοίκησιν τῶν στρατιωτικῶν
702πραγμάτων, θέλουσι δ’ ὑπάγεσθαι εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν
703Ἐσωτερικῶν· ἑπομένως ἡ ἀστυνομία θέλει εἶσθαι καθαρῶς
704διοικητικὴ, οἵα ἦτο κατὰ τὸ σύστημα τοῦ 1836, οἱ δὲ ἀξιω-
705ματικοὶ, οἱ εἰς τὴν ἀστυνομίαν τασσόμενοι, θέλουσιν ἐκτε-
706λεῖ ἐκεῖνα τὰ καθήκοντα, τὰ ὁποῖα ἤθελον ἐκπληροῖ οἱ πο-
707λιτικοὶ ἀστυνόμοι συμφώνως πρὸς τὸ Β. Διάταγμα τῆς 31
708Δεκεμβρίου 1836.
709Ὁ ἐμὸς συνάδελφος θέλει προτείνει εἰς τὴν Βουλὴν νομο-
710σχέδιον περὶ τροποποιήσεως τῆς ταχυδρομικῆς, τηλεγραφι-
711κῆς καὶ τηλεφωνικῆς ὑπηρεσίας, τὸ ὁποῖον δὲν καταργεῖ τὸν
712ἰσχύοντα νόμον, ἀλλὰ μόνον τὰ μέρη αὐτοῦ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα
713κρίνονται ὡς σπατάλη. Τὰς διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου, οἷον
714θέλει προταθῆ, ἀνεγνώρισεν ὡς χρησίμους καὶ αὐτὴ ἡ ὑπη-
715ρεσία τῶν ταχυδρομείων, ἀφ’ ἧς ἀντικατεστάθη ἡ διοίκησις.
716Ἕτερον νομοσχέδιον θέλει εἰσαχθῆ ὑπὸ τοῦ ἐμοῦ συναδέλφου
717περὶ τῶν εἰκονογραφημένων δελταρίων καὶ τῶν ταχυδρομικῶν
718ἐνσήμων. Ἐγένετο ἀληθῶς μεγάλη προμήθεια εἰκονογραφη-
719μένων δελταρίων, ὧν ὁ ἀριθμὸς ἀνέρχεται εἰς τέσσαρα καὶ
720πλέον ἑκατομμύρια, ἀφοῦ δὲ πρόκειται ν’ ἀφαιρεθῇ ἡ κατα-
721σκευὴ τῶν εἰκονογραφημένων δελταρίων ἀπὸ τὴν ταχυδρο-
722μικὴν ὑπηρεσίαν καὶ ν’ ἀφεθῇ εἰς τὴν ἐμπορικὴν πρωτοβου-
723λίαν, θέλει ὑπάρξει πάντως συναγωνισμὸς, κατὰ τὸν ὁποῖον
724θέλουσιν ἐπικρατήσει τὰ εἰκονογραφημένα δελτάρια, τὰ
725ὁποῖα θέλει παρασκευάζει τὸ ἐμπόριον· διὰ τοῦτο περιε-
726λάβομεν διάταξιν, διὰ τῆς ὁποίας θέλει ἐλαττωθῆ τὸ τί-
727μημα τῶν δελταρίων τῆς ταχυδρομικῆς ὑπηρεσίας, ὅπως
728κατορθωθῇ ἡ κατανάλωσις αὐτῶν. Διὰ τοῦ αὐτοῦ νομοσχε-
729δίου περιορίζονται καὶ τὰ ποσοστὰ ἐπὶ τῆς πωλήσεως τοῦ
730γραμματοσήμου καὶ τοῦ χαρτοσήμου ἀπὸ 5% εἰς 3%, ὡς
731ἦσαν καὶ κατὰ τὸ 1895 καὶ 1896.
732Θέλει εἰσαγάγει ὁ ἐμὸς συνάδελφος καὶ νομοσχέδιον περὶ
733τινων τροποποιήσεων τοῦ νόμου περὶ δημαιρεσιῶν. Ὁ σκοπὸς
734τοῦ νομοσχεδίου εἶναι νὰ βελτιωθῇ ὁ τρόπος, κατὰ τὸν ὁποῖον
735γίνεται ἡ ἐκλογὴ τῶν δημοτικῶν συμβούλων, διότι ἐν ταῖς
736περιφερείαις, ἔνθα πολυάριθμοί εἰσιν οἱ ἐκλογεῖς, καὶ ὁ ἀριθ-
737μὸς τῶν ψηφοφορουμένων συμβούλων δὲν εἶναι μικρὸς, συνέρ-
738χεται πλῆθος ἐν τῷ τόπῳ τῆς ψηφοφορίας, ἀπόλλυσι δὲ ἡ
739ψηφοφορία τὴν σοβαρότητα αὑτῆς, καὶ καταλήγει πολλάκις
740εἰς ἀποτελέσματα ἀλλότρια τῆς θελήσεως τῶν ἐκλογέων.
741Ὁ ἐμὸς συνάδελφος θέλει εἰσαγάγει καὶ νομοσχέδιον περὶ
742ἐνισχύσεως τῆς ἐθνικῆς παραγωγῆς, καὶ νομοσχέδιον περὶ
743ἀποξηράνσεως ἑλῶν καὶ τελμάτων, καὶ νομοσχέδιον περὶ
744διοικητικῆς διαιρέσεως τοῦ Κράτους, καὶ νομοσχέδιον περὶ
745ὀργανώσεως τῆς δημοσίας ὑγιεινῆς, καὶ νομοσχέδιον περὶ ἐκ-
746λογῆς τῶν Βουλευτῶν. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου δὲ τούτου, τοῦ
747περὶ ἐκλογῆς Βουλευτῶν, πρόκειται νὰ ἀρθῇ ὑπερβολή τις, ἥτις
748ἐπηνέχθη μετὰ τὴν δημοσιευθεῖσαν κατὰ τὰ 1895–1896
749ἀπογραφὴν τοῦ πληθυσμοῦ. Μέχρι τοῦ χρόνου ἐκείνου ὁ ἀριθ-
750μὸς τῶν Βουλευτῶν δὲν ἦτο 234, μετὰ τὴν περὶ ἧς εἴρηται
751ὅμως ἀπογραφὴν τοῦ πληθυσμοῦ, ὁ ἀριθμὸς τῶν Βουλευτῶν
752ἀνεβιβάσθη εἰς 234. Καὶ ἡμεῖς μὲν, δηλαδὴ οἱ πολιτικοὶ
753φίλοι μου καὶ ἐγὼ, ἐφρονοῦμεν, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἦναι μι-
754κρὸς ὁ ἀριθμὸς τῶν Βουλευτῶν, καὶ διὰ τοῦτο μετεβάλομεν
755τὸν νόμον, διὰ τοῦ ὁποίου ὁ ἀριθμὸς τῶν Βουλευτῶν περιω-
756ρίζετο εἰς 150, καὶ εἰσηγάγομεν νόμον, διὰ τοῦ ὁποίου ὁ
757ἀριθμὸς αὐτῶν ἀνήρχετο μέχρι τῶν 200· διὰ τοῦ νομοσχε-
758δίου δὲ, τὸ ὁποῖον θέλει προβάλει ὁ ἐμὸς συνάδελφος, ὁ ἀριθ-
759μὸς τῶν Βουλευτῶν θέλει περιορισθῆ εἰς 198...
760§21Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ὀλιγώτεροι νὰ γείνωσι,
761δὲν πειράζει.
762§22Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Εἷς ἐκ τῶν
763ζημιουμένων, ἂν ὑποτεθῇ ὅτι εἶναι ζημία, ἂν ἐλαττωθῇ ὁ
764ἀριθμὸς τῶν Βουλευτῶν, εἰμὶ καὶ ἐγὼ, ἀλλὰ προθύμως προσ-
765χωρῶ εἰς τὴν γνώμην τοῦ κ. συναδέλφου.
766Ἀλλὰ καὶ ἕτερον νομοσχέδιον θέλει εἰσαγάγει ὁ ἐμὸς
767συνάδελφος κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, τὸ δὲ νομο-
768σχέδιον τοῦτο εἶναι ὑψίστης σημασίας. Ὅσοι μελετῶσι τὰ
769θέματα τῆς ἐνισχύσεως τῆς ἐθνικῆς παραγωγῆς, προσκό-
770πτουσιν εἰς κενόν, εἰς πρόσκομμα, τὸ ὁποῖον ἀποτελεῖ ἡ ἀτέ-
771λεια τῆς ἀγρονομίας. Ὑπάρχει νόμος, ἐκδοθεὶς κατὰ τὸ
7721856, ὁ ὁποῖος ἀπεδέχθη ἀρχὴν ὀρθοτάτην κατὰ τὴν ἐμὴν
773γνώμην, διότι ἀνέθετεν εἰς τοὺς κυρίους τῆς γῆς, εἰς τοὺς
774κυρίους τῶν κτημάτων, τὴν πρόνοιαν νὰ συντελῶσιν εἰς τὸν
775προσδιορισμὸν τῶν ἀγροφυλάκων. Κατὰ θεωρίαν τὸ σύστημα
776εἶναι ὀρθόν· ἐὰν δὲ ἡ πιστὴ ἐφαρμογὴ αὐτοῦ δὲν παρήγαγε
777τὰ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα ἕκαστος ἤθελε προσδοκᾶ ἐκ τοῦ
778φιλελευθέρου ἀληθῶς, τοῦ εὐγενοῦς τούτου νόμου, τὰ ἀποτε-
779λέσματα ἠλλοιώθησαν ἔτι μᾶλλον ἐκ τῆς αὐθαιρεσίας τῆς
780Διοικήσεως, διότι οἱ κατὰ καιροὺς Ὑπουργοὶ τῶν Ἐσωτε-
781ρικῶν τοτὲ μὲν διὰ τῶν νομαρχῶν, τοτὲ δὲ διὰ τῶν ἀστυνό-
782μων, οἱ ὁποῖοι ὑπεῖκον εἰς τὰς θελήσεις αὐτῶν, ἀλλὰ καὶ
783ἄλλοτε διὰ τῆς ἰδίας αὐτῶν ὑπογραφῆς, προσεπάθουν νὰ
784ἀνατρέψωσι τὰ προϊόντα τῆς θελήσεως τῶν ἰδιοκτητῶν, καὶ
785ἐπέβαλλον εἰς αὐτοὺς ἀγροφύλακας, τοὺς ὁποίους αὐτοὶ δὲν
786εἶχον ἐκλέξει, τοὺς ὁποίους αὐτοὶ δὲν ἐνεπιστεύοντο τὸ πα-
787ράπαν. Ἐὰν ἤθελεν ἡ Βουλὴ νὰ ἀναζητήσῃ ἄλλο σύστημα,
788τὸ ὁποῖον νὰ ἐγγυᾶται τὴν ἀσφάλειαν τῆς ἀγροτικῆς κτή-
789σεως, τὴν ἀσφάλειαν τῶν προϊόντων αὐτῆς, καθ’ ἃ μοὶ ἀνε-
790κοίνωσεν ὁ ἐμὸς συνάδελφος, οὐδεμίαν οὗτος ἤθελεν ἔχει δυσ-
791κολίαν νὰ συζητήσῃ ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ προταθησομένου τυ-
792χὸν τοιούτου νομοσχεδίου. Ἐὰν τυχὸν ἤθελε προταθῆ παρ’ ἄλ-
793λου τοιοῦτο νομοσχέδιον, ἀποδεχόμενον ἄλλην βάσιν, δυνα-
794μένην νὰ παραγάγῃ τὰ ἐπιζητούμενα ἀποτελέσματα, ὧν
795ἔχομεν μεγίστην ἀνάγκην, — διότι, ὅταν λέγωμεν ἐνίσχυσιν
796τῆς ἐθνικῆς παραγωγῆς, ὀφείλομεν νὰ ὁμολογήσωμεν, ὅτι
797πρώτη ἀνάγκη εἶναι νὰ παράσχωμεν ἀσφάλειαν εἰς τοὺς κυ-
798ρίους τῆς γῆς, — ἐὰν, λέγω, ἤθελε προταθῆ τοιοῦτο νομο-
799σχέδιον, τὸ ὁποῖον ἤθελεν ἔχει ἄλλην βάσιν, ἐγγυωμένην τὴν
800ἀσφάλειαν τῶν κτημάτων, ἡμεῖς ἠθέλομεν προθύμως συζητή-
801σει ἐπ’ αὐτοῦ. Ἐπειδὴ ὅμως μέχρι τοῦδε δὲν ἐπροτάθη τοι-
802οῦτον, διὰ τοῦτο ὁ ἐμὸς συνάδελφος περιωρίσθη διὰ τοῦ νομο-
803σχεδίου, ὅπερ θέλει εἰσαγάγει, νὰ ἄρῃ ἀπὸ τῆς ἐφαρμογῆς
804τοῦ νόμου τοῦ ὑπάρχοντος περὶ ἀγροφυλακῆς τὴν ὀχληρὰν
805καὶ παράνομον ἀνάμιξιν τῆς Διοικήσεως.
806Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν θέλει εἰσαγάγει
807νομοσχέδιον περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου περὶ Προξενείων.
808Ἐνθυμεῖσθε, ὅτι, ὅτε κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ νόμου περὶ
809προξενικῶν ἀρχῶν εἶχε παρατηρηθῆ, ὅτι αἱ αὐξήσεις αἱ ἐπι-
810γενόμεναι εἰς τὰ ἔξοδα τοῦ Κράτους διὰ τοῦ νόμου ἐκείνου
811ἀνεβίβαζον τὸν προϋπολογισμὸν τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου
812τῶν Ἐξωτερικῶν εἰς δραχμὰς 3,054,091.87, ἐνῷ κατὰ τὸ
8131896 συνίσταντο εἰς 2,195,572.95 μόνον, δηλ. τὰ ἔξοδα
814τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν κατὰ τὸ 1902 ὑπερέβαινον
815τὰ ἔξοδα τὰ γενόμενα κατὰ τὸ ἔτος 1896 κατὰ δραχμὰς
816858,518.92, ὁ τότε Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν ὑπι-
817σχνεῖτο εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι τὸ ποσὸν τοῦτο ἤθελε πάντως
818εἰσπράξει ἐκ τῆς αὐξήσεως τῶν προξενικῶν τελῶν...
819§23ΑΘΩΣ ΡΩΜΑΝΟΣ. Νομίζω ὅτι ὅσα ἀναφέρετε εἰς τὴν
820Βουλὴν δὲν εἶναι κατὰ πάντα ἀκριβῆ, διότι ἐκ τοῦ προξε-
821νικοῦ νόμου, τοῦ ψηφισθέντος ὑπὸ τῆς Βουλῆς τῇ εἰσηγήσει
822μου, ηὐξήθησαν τὰ ἔξοδα, ὡς πρὸς τὰς δαπάνας τῶν προξε-
823νικῶν ἀρχῶν, κατὰ 300,000 δραχ. περίπου, καὶ οὐχὶ κατὰ
824858,000, ὡς ἀνεφέρατε πρὸ ὀλίγου. Πλὴν τῶν 300 τούτων
825χιλιάδων αἱ λοιπαὶ αὐξήσεις ἀφεώρων εἰς τὰς γνωστὰς δα-
826πάνας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν, τὰς ἀναγραφομέ-
827νας εἰς τὸ ἰδιαίτερον κονδύλιον «ἐξωτερικαὶ δαπάναι». Πλὴν
828τούτων εἴχομεν αὔξησιν εἰς τὰ ἔξοδα τοῦ Ὑπουργείου ὡς ἐκ
829τῆς νομισματικῆς διαφορᾶς, καθόσον ὑμεῖς ὑπολογίζετε τὸ
830φράγκον πρὸς 1,46, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, ἐνῷ ἡμεῖς τὸ ὑπε-
831λογίσαμεν πρὸς 1,65, ἐκ τούτου δ’ ἔχετε μεγάλην ἐλάτ-
832τωσιν δαπανῶν. Ἀλλ’ ὅσον ἀφορᾷ τὰς δαπάνας τῶν προξε-
833νικῶν ἀρχῶν, αἵτινες ηὐξήθησαν διὰ τοῦ ὑποβληθέντος ὑπ’
834ἐμοῦ νομοσχεδίου, ἡ αὔξησις δὲν ὑπερβαίνει τὰς 300,000
835δραχμάς. Τότε δὲ ἀνέφερα εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι τὸ ποσὸν
836τοῦτο θέλει εἰσπραχθῆ ἐκ τῆς αὐξήσεως τῶν τελῶν, καὶ ηὐ-
837ξήθησαν τῷ ὄντι ταῦτα, διότι κατὰ τὰς πληροφορίας μου
838εἰσεπράχθησαν ἐπὶ πλέον 200,000 φράγκα χρυσᾶ.
839§24Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Λυποῦμαι
840ὅτι αἱ πληροφορίαι, τὰς ὁποίας μεταδίδετε εἰς τὴν Βου-
841λὴν, δὲν εἶναι ἀκριβεῖς. Τὰ ἔσοδα ἐκ τῶν προξενικῶν τελῶν
842κατὰ τὸ 1895, πρὸ τοῦ ὑφ’ ὑμῶν προταθέντος νόμου, ἀνήρ-
843χοντο εἰς δρ. 550,115.40, κατὰ δὲ τὸ 1902 ἀνῆλθον εἰς
844591,580, δηλαδὴ ηὐξήθησαν κατὰ 41,464.60. Κατὰ τὸ
8451896 τὰ ἔσοδα εἶχον ἀνέλθει εἰς δραχμὰς 554,610.85,
846ἐνῷ τὰ κατὰ τὸ 1902 εἰσπραχθέντα ἀνῆλθον εἰς 591,580,
847ἤτοι ὑπερέβησαν τὰ κατὰ τὸ 1896 εἰσπραχθέντα κατὰ δραχ-
848μὰς 36,969.15 μόνον. Περὶ τῶν εἰσπραχθέντων κατὰ τὸ
849ἔτος 1897 δὲν ποιοῦμαι μνείαν, διότι τότε ἦτο ὁ πόλεμος,
850καθὼς δὲν ποιοῦμαι μνείαν καὶ τῶν εἰσπραχθέντων κατὰ
851τὸ ἔτος 1898· κατὰ τὸ 1901 ὅμως, πρὶν ἢ ψηφισθῇ ὁ νό-
852μος τοῦ κυρίου Βουλευτοῦ ἐκ Κραναίας, εἶχον ἀνέλθει τὰ
853εἰσπραχθέντα προξενικὰ ἔσοδα εἰς δραχμὰς 620,607, ἤτοι
854ὑπερέβησαν τὰ κατὰ τὸ 1902 εἰσπραχθέντα κατὰ δραχμὰς
85529,027, ἦσαν δὲ περισσότερα τῶν ἐσόδων τοῦ 1900 κατὰ
856δραχμὰς 18,911· ὥστε τὰ προξενικὰ τέλη δὲν ἐγένετο ποτὲ
857δυνατὸν νὰ καλύψωσι τὴν ἐπὶ πλέον δαπάνην, ὅση καὶ ἂν
858ἦτο αὕτη, εἴτε 300,000 δρ. εἴτε 800,000.
859§25Α. ΡΩΜΑΝΟΣ. Ἐν δέοντι θὰ ζητήσωμεν τοὺς πίνακας.
860§26Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Βεβαίως.
861Ὁ κύριος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης θέλει εἰσαγά-
862γει νομοσχέδιον περὶ τροποποιήσεως διατάξεών τινων τοῦ
863περὶ μισθοῦ τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων νόμου, ἐπίσης δὲ
864καὶ νομοσχέδιον περὶ τροποποιήσεως διατάξεων τῆς ποινικῆς
865διατιμήσεως.
866Ὁ κύριος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως θέλει εἰσ-
867αγάγει νομοσχέδιον περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, ἐν τῷ
868ὁποίῳ περιελήφθησαν διατάξεις, σκοποῦσαι νὰ περιστείλωσι
869τὰς πρὸς ὑπονόμευσιν τοῦ νόμου περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύ-
870σεως γενομένας κατὰ τὸ παρελθὸν ἀποπείρας.
871Θέλει ὑποβάλει ὡσαύτως ὁ ἐμὸς συνάδελφος νομοσχέδιον
872περὶ μέσης ἐκπαιδεύσεως. Πολλοὶ τῶν κ. κ. συναδέλφων ἐν τῇ
873Βουλῇ, μεταξὺ τῶν ὁποίων διέπρεπεν ὁ διηνεκῶς συνηγορῶν
874ὑπὲρ τῆς ἀποκεντρώσεως πρώην Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς καὶ
875ἄλλοι, ὡς αὐτός, ἠγόρευον πάντοτε περὶ ἀποκεντρώσεως. Ἐγὼ
876δηλῶ, ὅτι εἶμαι ὡσαύτως ὀπαδὸς τοῦ ἀποκεντρωτικοῦ συστή-
877ματος, ἀσπαζόμενος τὰς περὶ ἀποκεντρώσεως ἰδέας, ἀλλὰ
878οὐχὶ μόνον κατὰ θεωρίαν καὶ ἀφῃρημένως, ἀλλὰ κατ’ ἐφαρ-
879μογὴν καὶ πρακτικῶς. Τὰς ἰδέας ταύτας τῆς ἀποκεντρώ-
880σεως εἰσηγάγομεν ἐγὼ μετὰ τοῦ ἀποθανόντος φίλου μου,
881ἄλλοτε Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως, τοῦ μακαρίτου
882Δ. Πετρίδου, ἐν τῷ κατὰ τὸ 1895 ψηφισθέντι νόμῳ περὶ
883δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως. Αὐτὰς ταύτας τὰς ἀποκεντρωτι-
884κὰς ἀρχὰς εἰσάγομεν καὶ νῦν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ περὶ τῆς μέ-
885σης ἐκπαιδεύσεως, τὸ ὁποῖον θέλει εἰσαγάγει ὁ ἐπὶ τῶν
886Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως συνά-
887δελφος. Κατὰ τὴν ἡμετέραν γνώμην, ἕκαστος τῶν κλάδων
888τῆς δημοσίας ἐκπαιδεύσεως, καὶ ἡ στοιχειώδης καὶ ἡ μέση
889καὶ ἡ ἀνωτάτη, πρέπει ν’ ἀποκτήσῃ τὸ δικαίωμα νὰ μεριμνᾷ
890περὶ τῆς ἰδίας αὑτῆς τύχης καὶ περὶ τῆς λειτουργίας αὐτῆς.
891Πρὸ τοῦ 1863, ὑπὸ τὴν πρώτην Βασιλείαν, εἶχεν ἐκδοθῆ κατὰ
892τὰ πρῶτα ἔτη αὐτῆς νόμος περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ Πανεπιστη-
893μίου· τὴν ἐκτέλεσιν ὅμως αὐτοῦ ἀνέστειλεν ὁ Βασιλεὺς, ἅμα
894ἐπανελθὼν κατὰ τὸ 1837 ἐξ Εὐρώπης, ἐξεδόθη δὲ πρόχειρον
895τὸ Διάταγμα, τὸ ὁποῖον περιέχει βεβαίως ἀτελείας, ὅπερ
896ὅμως καὶ τοῦτο καθιστᾷ κοινωνοὺς τῶν μεριμνῶν περὶ τῆς
897ἀνωτέρας ἐκπαιδεύσεως τὰς Σχολὰς τοῦ Πανεπιστημίου.
898Ἡ δημοτικὴ ἐκπαίδευσις βεβαίως ἐβελτιώθη καὶ προοδεύει
899εἰς ἀκμὴν διὰ τοῦ περὶ ταύτης ἀποκεντρωτικοῦ νομοσχεδίου,
900δὲν πρόκειται δὲ νὰ μεριμνήσῃ τις περὶ αὐτῆς, εἰμὴ μόνον
901περὶ τῶν χρηματικῶν μέσων, τῶν ὁποίων ὑπάρχει ἀνάγκη,
902καὶ δεύτερον περὶ ἀποσοβήσεως πάσης ἐπιδρομῆς τῆς Διοι-
903κήσεως ἐπὶ τὴν λειτουργίαν αὐτῆς. Καὶ τὰ μὲν χρηματικὰ
904μέσα, τὰ ὁποῖα ἀπαιτοῦνται διὰ τὴν δημοτικὴν ἐκπαίδευ-
905σιν, εἶναι πολλά, πολλῷ περισσότερα ἢ ὅσα δαπανῶνται νῦν,
906νῦν δὲ, ὡς γνωρίζει ἡ Βουλή, εἰσφέρει ἄξιον μνείας ποσὸν
907εἰς τὰ ἔξοδα τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως τὸ Κράτος. Ἤ-
908κουσα κατὰ τὸ παρελθὸν γνώμην, κατὰ τὴν ὁποίαν τὸ Κρά-
909τος ἔπρεπε νὰ κλείσῃ τὰς χεῖρας καὶ νὰ μὴ ἐπιβαρύνηται
910διὰ δαπανῶν ἀναγομένων εἰς τὴν κατωτέραν ἐκπαίδευσιν.
911Ἡ ἰδέα εἶναι ἀπόρροια πνεύματος ταμιευτικοῦ, ἀλλὰ νομίζω,
912ὅτι δὲν εἶναι ὀρθὴ κατὰ τὴν βάσιν· διότι, ἐὰν τὸ Σύνταγμα
913δὲν εἶχεν ἀναγράψει διάταξιν, — ἡ ὁποία κατ’ ἐμὲ δὲν εἶχε
914λόγον τινά, — τὴν διάταξιν, κατὰ τὴν ὁποίαν τὰ ἔξοδα τῆς
915δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως καταβάλλονται ὑπὸ τῶν δήμων,
916συντρέχει δὲ τὸ Δημόσιον, ἐὰν, λέγω, δὲν εἶχεν ἀναγράψει
917τὴν διάταξιν ταύτην, δὲν ἤθελον ὑπάρχει ὁ μεριμνῶν, ὁ δα-
918πανῶν περὶ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως· ἑπομένως ἡ μέρι-
919μνα ἤθελεν ἀφεθῆ εἰς μόνον τὸ Κράτος, τὸ ὁποῖον ἤθελε
920καταβάλλει πάντα τὰ ἔξοδα αὐτῆς. Ἡ διάταξις λοιπὸν αὕτη
921τοῦ Συντάγματος, ἥτις δὲν εἶχε λόγον πραγματικὸν, ἡ κα-
922νονίζουσα τὰ τῶν μέσων τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, ἐπε-
923βάρυνε τοὺς δήμους, τὸ δὲ Δημόσιον, κληθὲν ἐπίκουρον εἰς τὰ
924ἔξοδα, ἐν ἀνεπαρκείᾳ τῶν δήμων, ἤθελεν ἀναλάβει πάντα
925τὰ βάρη αὐτῆς· ἐν ᾗ περιπτώσει ἤθελε μείνει ἀργὴ ἡ διά-
926ταξις αὕτη, οἱ δῆμοι δὲν ἤθελον βαρύνεσθαι διὰ τῶν ἐξόδων
927τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, ἤθελε μείνει τὸ βάρος ὅλον
928ἐπὶ τὸ Κράτος, ἤθελε δὲ τότε τὸ Κράτος δαπανᾷ πολλῷ
929πλείω ἢ ὅσα νῦν δαπανᾷ. Διὰ τοῦτο ἡ διάταξις τοῦ Συν-
930τάγματος κατὰ τοσοῦτον ὠφέλησεν, ἐφ’ ὅσον καὶ οἱ δῆμοι
931εἰσφέρουσιν εἰς τὰ ἔξοδα τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως. Ἠ-
932θέλομεν δυνηθῆ νὰ ἀπαλλάξωμεν τὸ Κράτος τῆς εἰσφορᾶς
933τῶν ἐξόδων, τὰ ὁποῖα καταβάλλει ὑπὲρ τῆς δημοτικῆς ἐκ-
934παιδεύσεως, ἐν ᾗ ἂν ἡμέρᾳ ἤθελε καταστῆ δυνατὸν νὰ συ-
935στήσωμεν δημοτικὰ σχολεῖα ἐν πᾶσι τοῖς συνοικισμοῖς,
936ὅσοι ὑπάρχουσιν ἐν τῇ Ἐπικρατείᾳ. Ἀλλ’ ἡ ἡμέρα αὕτη δὲν
937μοὶ φαίνεται ὅτι εἶναι προσεχής, διότι οὐδὲ ἀριθμὸν δημο-
938διδασκάλων ἔχομεν ἐπαρκῆ, οὐδὲ τὰ μέσα, ἵνα συντηρήσω-
939μεν τὰ συσταθησόμενα κατὰ τὸ μέτρον τοῦτο πολλὰ σχο-
940λεῖα. Ἐὰν ἤθελε ποτὲ καταστῆ δυνατὸν νὰ παράγηται
941κατ’ ἔτος ἀριθμὸς δημοδιδασκάλων περισσότερος τοῦ ἀριθ-
942μοῦ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι παραιτοῦνται κατ’ ἔτος τοῦ ἔργου
943τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, ἢ καθίστανται ἀνίκανοι, ἢ
944ἀποθνήσκουσι, καὶ ἂν προσέτι ἤθελε μένει κατ’ ἔτος διαθέ-
945σιμος ἀριθμός τις δημοδιδασκάλων, ἤθελε καταστῆ δυνατὸν
946νὰ συστήσωμεν ὀλίγον κατ’ ὀλίγον δημοτικὰ σχολεῖα εἰς
947πάντα συνοικισμὸν ἐν τῇ ἐπικρατείᾳ· ἀλλὰ τότε ἤθελε κατα-
948σταθῆ ἀναγκαῖον νὰ ἐπιβάλωμεν εἰδικόν τινα φόρον ἐκπαι-
949δευτικὸν ἀποκλειστικῶς διὰ τὰ ἔξοδα τῆς δημοτικῆς ἐκπαι-
950δεύσεως.
951Κατὰ τὸ προτεινόμενον ὑπὸ τοῦ ἐμοῦ συναδέλφου νομοσχέ-
952διον ἡ μέση ἐκπαίδευσις ἀπαλλάσσεται καὶ αὕτη τῆς δρά-
953σεως τῆς Διοικήσεως, ὡς εἶχεν ἀπὸ τοῦ 1895 ἀπαλλαχθῆ ἡ
954δημοτικὴ ἐκπαίδευσις· θέλει μεριμνᾷ περὶ αὐτῆς Ἐποπτι-
955κὸν Συμβούλιον, ἀποτελούμενον κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον,
956κατὰ τὸν ὁποῖον ἀποτελοῦνται τὰ Ἐποπτικὰ Συμβούλια
957τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, προεδρευόμενον δὲ ἀπὸ καθη-
958γητὴν ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ τῶν Ἑλληνικῶν γραμμάτων. Τὸ
959εἰρημένον Ἐποπτικὸν Συμβούλιον θέλει ἐξετάζει τὰ τῆς μέ-
960σης ἐκπαιδεύσεως, θέλει ἐπιθεωρεῖ τὰ διδακτήρια τῆς μέ-
961σης ἐκπαιδεύσεως, Γυμνάσια, Ἑλληνικὰ Σχολεῖα καὶ Σχο-
962λαρχεῖα, δὶς τοῦ ἐνιαυτοῦ, θέλει ἀντιλαμβάνεσθαι τῶν ἀναγ-
963κῶν αὐτῶν, θέλει ἐξετάζει τὴν διαγωγὴν τῶν διδασκόντων,
964καὶ θέλει σχηματίζει ἐπὶ πάντων τούτων γνώμας καὶ ἀπο-
965φάσεις. Αἱ γνῶμαι αὐτοῦ θέλουσιν ἀνακοινώνεσθαι εἰς τὸν
966ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύ-
967σεως Ὑπουργὸν, ὅστις θέλει ἐκτελεῖ αὐτάς, συντηρῶν τὴν ὁμα-
968λὴν κίνησιν τῆς μηχανῆς αὐτῆς, θέλει δὲ διορίζει εἰς κενὰς
969θέσεις, προκαλούμενος ὑπὸ τοῦ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου, δι-
970δασκάλους, καθηγητὰς Γυμνασίων καὶ γυμνασιάρχας.
971Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Ἐκπαιδεύσεως θέλει εἰσαγάγει προσέτι
972δύο νομοσχέδια περὶ τῆς Ἀρχαιολογικῆς ὑπηρεσίας. Ὑπάρχει
973ἀνάγκη λίαν αἰσθητὴ, μεγάλη κατ’ ἐμὲ, τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ
974σπεύσωμεν νὰ πληρώσωμεν, διότι, ὅσον παρέρχεται ὁ χρόνος,
975τόσον καθίσταται δυσκολωτέρα τῆς ἀνάγκης ταύτης ἡ θερα-
976πεία. Ἡ ἀνάγκη εἶναι ἡ ἀνεύρεσις, ἡ ἀποκάλυψις, ἡ βελ-
977τίωσις καὶ ἡ συντήρησις τῶν μνημείων τῆς ἀρχαίας Ἑλλά-
978δος· ἀλλ’ ἡ ἐργασία αὕτη πρὸ παντὸς πρέπει νὰ γένηται ἐν
979Ἀθήναις, ἐν τῇ πόλει καὶ περὶ τὴν πόλιν τῶν Ἀθηνῶν,
980οὐδὲ πρέπει νὰ βραδύνωσιν ἐπὶ πλέον, διότι, ὅσον βραδύτε-
981ρον ἐκτελεσθῶσιν αἱ ἀνασκαφαὶ αὗται τῶν Ἀθηνῶν, τόσον ἡ
982προβαίνουσα ὑπερτίμησις τῶν γηπέδων θέλει καταστήσει ἐν
983τῷ μέλλοντι δύσκολον τὴν ἐκτέλεσιν αὐτῶν. Πρὸς τοῦτο
984πρέπει νὰ παράσχωμεν τὰ ἀπαιτούμενα μέσα, διὰ τοῦ ἑτέ-
985ρου δὲ τῶν δύο νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα εἰσάγει ὁ ἐμὸς συνά-
986δελφος, μέσα τινὰ πρὸς τοῦτο θέλουσι παρασχεθῆ εἰς τὴν
987Ἀρχαιολογικὴν Ἑταιρείαν, ἵνα ἐπαρκέσῃ εἰς τὰς ἀρχαιο-
988λογικὰς ἀνάγκας καὶ τῶν ἐν ταῖς ἐπαρχίαις εὑρισκομένων
989μνημείων τῆς ἀρχαιότητος, πρὸ πάντων δὲ εἰς τὰς ἀρχαιο-
990λογικὰς ἀνάγκας τῆς πόλεως Ἀθηνῶν.
991Διὰ τοῦ ἑτέρου νομοσχεδίου περὶ Ἀρχαιολογικῆς ὑπηρε-
992σίας ὁ ἐμὸς συνάδελφος προτείνει νὰ ἀφαιρεθῇ πᾶν ὅ,τι σπά-
993ταλον ἢ πολυδάπανον ὑπάρχει ἐν τῷ νόμῳ, τοῦ ὁποίου τὴν
994τροποποίησιν προτείνει· ἐλπίζω δὲ, — διότι δὲν εἶμαι βέβαιος
995— ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Ἐκπαιδεύσεως θέλει ζητήσει τὴν
996συνδρομὴν τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας, ἵνα κατασταθῇ δυνατὴ
997ἡ ἐξακολούθησις τῆς παραστάσεως τῶν δραμάτων τῆς ἀρ-
998χαίας ποιήσεως. Ἐφ’ ὅσον ἡ εὐκολία τῆς συγκοινωνίας, ἡ
999ὁσημέραι προβαίνουσα ταχύτης ἐν τῇ κινήσει καθιστᾷ εἰς ἡ-
1000μᾶς προσιτωτέρας τὰς ἰδέας καὶ τὰς θεωρίας τοῦ νεωτέρου πο-
1001λιτισμοῦ, καθιστᾷ προχειροτέραν τὴν συγκοινωνίαν μετὰ τῶν
1002χωρῶν τῆς Δύσεως, ἐπὶ τοσοῦτον πρέπει νὰ μὴ λησμονῶμεν
1003τὴν ποίησιν τῶν ἀρχαίων, ἵνα διατηρῆται ὅσον εἶναι δυνατὸν
1004ἀλώβητον τὸ πνεῦμα, τὸ ὁποῖον ἐπεκράτει κατὰ τοὺς χρό-
1005νους ἐκείνους, διότι τοῦτο ἀποτελεῖ τὴν πρός τινας τῶν νεω-
1006τέρων θεωριῶν ἀντίδρασιν, ἐξευγενίζον τὴν καρδίαν, διαρρυθ-
1007μίζον τὸν νοῦν καὶ ἐξαῖρον τὴν φαντασίαν. Διὰ τοῦτο νομίζω,
1008ὅτι τὸ πρᾶγμα δὲν εἶναι τοσοῦτον ἐπουσιῶδες, ὅσον τινὲς ἴσως
1009ὑπέλαβον.
1010Καὶ ὁ ἐμὸς συνάδελφος κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν,
1011ὡς καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, θέλουσι προβάλει
1012εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ἕτερα νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα θέλουσιν
1013οὗτοι ἀναγγείλει εἰς τὴν Βουλὴν προσεχῶς.
1014Καταθέτω εἰς τὴν Βουλὴν προσέτι νομοσχέδιον περὶ χο-
1015ρηγίας πιστώσεως δύο δωδεκατημορίων διὰ τὰ ἔξοδα τῶν
1016μηνῶν Ἰανουαρίου καὶ Φεβρουαρίου.
1017§27Π. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Νὰ ἀναγνωσθῇ καὶ ψηφισθῇ.
1018§28Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα ἀνέ-
1019φερα ὅτι θέλω εἰσαγάγει καὶ ἐγὼ, εἰσὶ τάδε: νομοσχέδιον περὶ
1020τροποποιήσεως τοῦ νόμου περὶ Ἐθνικοῦ Τυπογραφείου, ἕτερον
1021περὶ νομικῶν συμβούλων, ἕτερον περὶ ταμιακῆς ὑπηρεσίας·
1022προσέτι νομοσχέδιον περὶ οἰκονομικῶν ἐπιθεωρητῶν· νομοσχέ-
1023διον περὶ καταργήσεως καὶ καθορισμοῦ τοῦ προσωπικοῦ τῶν
1024οἰκονομικῶν ἐφορειῶν· νομοσχέδιον περὶ καταργήσεως καὶ
1025συστάσεως τελωνειακῶν θέσεων· νομοσχέδιον περὶ κανονισμοῦ
1026τῆς εἰσπράξεως τῶν φόρων ἐπὶ τῶν ἐπιτηδευμάτων καὶ τῶν
1027οἰκοδομῶν· νομοσχέδιον περὶ τροποποιήσεως διατάξεών τι-
1028νων τοῦ περὶ συστάσεως Γεωργικῶν Σταθμῶν νόμου, καὶ νο-
1029μοσχέδιον περὶ συστάσεως ὀγδόου Ὑπουργείου. Κατὰ τὸ 1890
1030καὶ 1891 συνέπεσε νὰ κληθῶ εἰς τὴν διοίκησιν τοῦ Ὑπουρ-
1031γείου τῶν Ἐσωτερικῶν, ἐπείσθην δὲ, ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον τῶν
1032Ἐσωτερικῶν εἶναι καθ’ ὑπερβολὴν πολυάσχολον, τοῦ Ὑπουρ-
1033γοῦ μόλις δυναμένου νὰ ἐπαρκῇ εἰς τὴν συντήρησιν τῆς
1034συνήθους κινήσεως τῆς διοικητικῆς μηχανῆς. Εἰς τὸ Ὑπουρ-
1035γεῖον τοῦτο ὑπάγεται ὁ κλάδος τῆς δημοσίας ἀσφαλείας, ὁ
1036τῆς γενικῆς διοικήσεως, τῆς διοικήσεως τῶν νομῶν καὶ
1037τῶν ἐπαρχιῶν, ὁ τῆς δημοτικῆς διοικήσεως, ἡ δημοσία οἰ-
1038κονομία, δηλ. τὰ τῆς γεωργίας, τῆς βιομηχανίας καὶ τοῦ
1039ἐμπορίου, τὰ τῆς ἀστυνομίας, τὰ περὶ τοῦ ῥοῦ τῶν ὑδάτων,
1040τὰ περὶ τῶν οἰκοδομῶν τῶν δημοσίων, τὰ τῆς κατασκευῆς καὶ
1041συντηρήσεως τῶν ὁδῶν καὶ γεφυρῶν, τὰ τῆς ἀποξηράνσεως
1042ἑλῶν καὶ τελμάτων, τὰ τῆς ὑδρεύσεως τῶν συνοικισμῶν, οἵ-
1043τινες στεροῦνται ὕδατος, τὰ τῆς προλήψεως τῆς κατακλύ-
1044σεως τοῦ ἐδάφους ἀπὸ τὰ ὕδατα τὰ περισσεύοντα, τὰ τῆς
1045δημοσίας ὑγιείας. Καὶ ὁμολογῶ, ὅτι πρέπει νὰ ἦναί τις
1046Βριάρεω, διὰ νὰ δύναται νὰ πράττῃ τι περισσότερον ἢ νὰ
1047συντηρῇ ἁπλῶς τὴν συνήθη κίνησιν τῆς Διοικήσεως. Διὰ
1048τοῦτο κατὰ τὰ 1890 καὶ 1891 ἐπρότεινα εἰς τὴν Βουλὴν
1049νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου ἐζήτουν νὰ ψηφίσῃ ἡ Βουλὴ τὸν
1050σχηματισμὸν ὀγδόου Ὑπουργείου, τὸ ὁποῖον ἤθελεν εἶσθαι
1051Ὑπουργεῖον ἐπὶ τῆς συγκοινωνίας, ἑπομένως ἤθελον ὑπα-
1052χθῇ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, ὅπερ τότε ἐπροτείνετο, τὰ δημόσια
1053ἔργα, ὁδοποιΐα καὶ γεφυροποιΐα, ἡ ἀποξήρανσις ἑλῶν καὶ τελ-
1054μάτων, αἱ οἰκοδομαὶ, ἡ συντήρησις καὶ κατασκευὴ ὁδῶν, συν-
1055τήρησις καὶ κατασκευὴ σιδηροδρόμων, καὶ προσέτι ἡ ταχυ-
1056δρομικὴ, τηλεγραφικὴ καὶ τηλεφωνικὴ ὑπηρεσία. Ἡ Βουλὴ
1057τότε ἐπεψήφισε τὸ νομοσχέδιον, καὶ ὁ Βασιλεὺς τὸ ἐκύρωσεν,
1058ἀλλ’ ἐπελθούσης κατὰ τὰς ἡμέρας ἐκείνας τῆς παύσεως τοῦ
1059Ὑπουργείου, τοῦ ὁποίου προϊστάμην, ἐστάλη τὸ κεκυρωμέ-
1060νον ὑπὸ τοῦ Βασιλέως νομοσχέδιον εἰς τὸν ἐμὸν διάδοχον,
1061ὅστις δὲν ἐνέκρινε τὴν δημοσίευσιν αὐτοῦ διὰ τῆς Ἐφημερί-
1062δος τῆς Κυβερνήσεως, ματαιωθείσης τῆς γενομένης ἐργασίας.
1063Τώρα, ὅτε ἡ κοινωνία ἤρξατο νὰ ἀναγνωρίζῃ καὶ ἀνομολογῇ,
1064ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐνισχύσωμεν τὴν ἐθνικὴν παραγωγὴν,
1065ὑπέλαβον ὅτι σκοπιμωτέρα καὶ εἰδικωτέρα θέλει παρασχεθῆ
1066συνδρομὴ εἰς τοῦτο, ἂν συστηθῇ Ὑπουργεῖον Γεωργίας, Βιο-
1067μηχανίας καὶ Ἐμπορίου. Τὰ τελευταῖα ἔτη, ἰδίως μετὰ
1068τὴν ἔκδοσιν τοῦ νόμου περὶ Γεωργικῶν Σταθμῶν, ὁ ὁποῖος
1069ἐψηφίσθη τῇ προτάσει τοῦ ἀγαπητοῦ συναδέλφου μου Ὑπουρ-
1070γοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, ἐδόθη μείζων ὤθησις εἰς τὴν ἀνάπτυ-
1071ξιν καὶ βελτίωσιν τῆς γεωπονίας· ἐλπίζω ὅτι τὸ ἔργον τοῦτο
1072θέλουσιν ἐξακολουθήσει πᾶσαι αἱ Κυβερνήσεις, καὶ ἐκείνη, ἡ
1073ὁποία ὑφίσταται νῦν, καὶ ἐκεῖναι, αἱ ὁποῖαι θέλουσι διαδεχθῆ
1074αὐτήν. Νομίζω δὲ, ὅτι, ἂν τὰ ἔργα τοῦ νέου Ὑπουργείου
1075περιορισθῶσιν εἰς τοῦτο καὶ μόνον, εἰς τὴν φροντίδα περὶ τῆς
1076γεωργίας, βιομηχανίας καὶ ἐμπορίου, νομίζω ὅτι θέλει ἐπαρ-
1077κέσει εἰς τὰς ἀνάγκας, τὰς ὁποίας προάγει εἰς φῶς ἡ ἐπιθυ-
1078μία τῆς ἐνισχύσεως τῶν τριῶν τούτων κλάδων τῆς ἐθνικῆς
1079παραγωγῆς. Κατὰ τοὺς ὑπολογισμούς, τοὺς ὁποίους ἐποιη-
1080σάμην, ἡ δαπάνη τῆς συντηρήσεως ὀγδόου Ὑπουργείου δὲν
1081θέλει ὑπερβῆ, τό γε νῦν ἔχον, τὰς 50,000 δραχμάς· εἶναι
1082δαπάνη προσώπων καὶ οὐχὶ πραγμάτων, διότι δαπάνη πραγ-
1083μάτων εἶναι ἡ πραγματικὴ ἐνίσχυσις τῆς γεωργίας, βιομη-
1084χανίας καὶ ἐμπορίου. Καθὰ δὲ ἠδυνήθην νὰ συναγάγω, ὁ
1085Προϋπολογισμὸς τοῦ 1903 περιλαμβάνει πιστώσεις ἀνωτέ-
1086ρας τῶν περιληφθεισῶν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ παρελθόν-
1087τος ἔτους, ἑπομένως, ἂν ἡ Διοίκησις ἐπιτύχῃ εἰς τὴν διάγνω-
1088σιν τῶν ἀληθῶν ἀναγκῶν τῶν τριῶν τούτων κλάδων τῆς ἐθνι-
1089κῆς παραγωγῆς, θέλει ἔχει πάντα τὰ μέσα, τὰ ἀπαιτούμενα
1090ὅπως πραγματικῶς ἡ ἐνίσχυσις αὕτη ἦναι πραγματική.
1091Πρὶν ἢ περάνω ἐν τούτοις τὸν λόγον μου, πρέπει νὰ ὁμο-
1092λογήσω εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι κατὰ τὴν ἐμὴν γνώμην πρέπει
1093νὰ προσπαθήσωμεν πάντες, ἵνα αἱ δαπάναι τοῦ Κράτους μὴ
1094διατίθενται πᾶσαι, ἢ τὸ μεγαλείτερον μέρος αὐτῶν, εἰς μι-
1095σθοὺς προσώπων, ἀλλὰ νὰ πραγματοποιῶνται εἰς θεραπείαν
1096ἀναγκῶν τοῦ τόπου καὶ τῆς διοικήσεως. Τὰ μέτρα οἰκονο-
1097μιῶν, τὰ ὁποῖα ἀνέγραψα ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1903,
1098ἔχουσι καὶ τοῦτο τὸ προτέρημα, ὅτι ἐπιφέρουσιν ἐλάττωσιν
1099θέσεων, διότι 334 θέσεις ὑπαλλήλων θέλουσιν ἐλαττώσει.
1100Ὅσα εἶπον μέχρι τοῦδε εἶναι ὀλίγα, ἐν σχέσει πρὸς τὴν
1101σημασίαν τῶν προτάσεων, τὰς ὁποίας προβάλλομεν εἰς τὴν
1102Βουλήν. Δὲν ἔπρεπε νὰ καταχρασθῶ τῆς ἀνοχῆς ὑμῶν, ἐπι-
1103βαρύνων ὑμᾶς διὰ περισσοτέρων λεπτομερειῶν. Ὅτι ὅμως
1104χρεωστῶ νὰ δηλώσω εἶναι, ὅτι πάντες οἱ ἐμοὶ συνάδελφοι
1105καὶ ἐγὼ ἔχομεν τὴν γνώμην, ὅτι οὐδένα λόγον ὑπάρξεως
1106ἐν τῇ Κυβερνήσει ἔχομεν, ἂν μὴ ἐφαρμοσθῇ, ὅσον εἶναι δυ-
1107νατὸν, τὸ πολιτικὸν καὶ οἰκονομικὸν ἡμῶν πρόγραμμα, τὸ
1108ὁποῖον ἀπηγγείλαμεν εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ τοῦ ὁποίου ἐποιη-
1109σάμην ἀσθενῆ καὶ βραχυτάτην μνείαν σήμερον. Ἂν τυχὸν
1110αἱ ἐλαττώσεις τῶν ἐξόδων ζημιώσωσι συμφέροντα μικρὰ ἀτό-
1111μων, ἢ συμφέροντα συνοικισμῶν, ἐπαρχιῶν ἢ κοινοτήτων, ἐπι-
1112καλοῦμαι τὸν πατριωτισμὸν ἐκείνων, οἵτινες ἀντιπροσωπεύ-
1113ουσι τὰς τοιαύτας κοινότητας, καὶ παρακαλῶ αὐτοὺς νὰ
1114λησμονήσωσι πάντα τὰ ἐν τῷ οἴκῳ, πάντα τὰ ἐν τῷ δήμῳ
1115των, πάντα τὰ ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ των, καὶ νὰ ἀποβλέψωσιν εἰς
1116τὸ μέγα ζήτημα, τὸ ὁποῖον τάσσεται πρὸ τῆς Βουλῆς ταύ-
1117της, εἰς τὸ ζήτημα τῆς σωτηρίας τῆς χώρας ἀπὸ περαιτέρω
1118δυστυχίας. Ἡμεῖς, ἂν ἐπιτύχωμεν νὰ πείσωμεν τὴν πλειο-
1119νοψηφίαν τῆς Βουλῆς, ἵνα ψηφίσῃ τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα προ-
1120βάλλομεν εἰς αὐτὴν, βεβαίως θέλομεν ἀπέλθει τῆς ἀρχῆς
1121μίαν ἡμέραν, φέροντες τὴν εὐχάριστον πεποίθησιν, ὅτι ἐξε-
1122πληρώσαμεν καθῆκον εἰλικρινὲς πρὸς τὴν Πατρίδα. Ἂν ὅμως
1123ἠθέλομεν ἀποτύχει, ἂν δὲν ἤθελεν ἐγκρίνει τὴν πολιτικὴν
1124ἡμῶν ἡ Βουλὴ, ἂν ἤθελε διστάσει νὰ ὑποστῇ τὴν μάχαιραν
1125τοῦ χειρουργοῦ, ἢ τοὺς πόνους, τοὺς ὁποίους ἡ τομὴ ἤθελε
1126παραγάγει, ἡμεῖς βεβαίως δὲν ἔχομεν νὰ πάθωμέν τι, θέλο-
1127μεν ἀπέλθει τῆς ἀρχῆς, ἀφίνοντες εἰς τὴν Βουλὴν νὰ σκεφθῇ
1128περὶ τῶν συμφερόντων τοῦ Κράτους. (Χειροκροτήματα ἐκ
1129τῶν ἑδωλίων τῆς Συμπολιτεύσεως καὶ τῶν ἀκροατηρίων).
1130§29ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως
1131ὑποβληθέντα νομοσχέδια καὶ ὁ πίναξ θέλουσι τυπωθῆ καὶ
1132διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 74–103).
1133Παρακαλῶ τὰ μέλη τῶν ἐπιτροπῶν νὰ συνέλθωσιν διὰ τὰς
1134ἀρχαιρεσίας των, παρακαλῶ δὲ ἰδίᾳ τὰ μέλη τῆς ἐπιτροπῆς
1135τοῦ Προϋπολογισμοῦ νὰ συνέλθωσι, διότι τὸ ὑποβληθὲν νομο-
1136σχέδιον περὶ δύο δωδεκατημορίων δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εἰσ-
1137αχθῇ εἰς συζήτησιν καὶ ψηφοφορίαν ἄνευ ἐκθέσεως τῆς ἐπι-
1138τροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ.
1139§30Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Καὶ ἡ ἐπι-
1140τιτροπὴ ἐπὶ τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν Βασιλικὸν Λόγον.
1141§31Κ. ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Νὰ κληθῶσι παρὰ τοῦ κ. Προέ-
1142δρου τὰ μέλη τῶν ἐπιτροπῶν εἰς ὡρισμένην ὥραν.
1143§32ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀμέσως μετὰ τὴν συνεδρίασιν παρακα-
1144λῶ νὰ συνέλθῃ ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ Προϋπολογισμοῦ.
1145§33Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸν λόγον.
1146§34ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίστε.
1147§35Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Οὐδόλως ἀμφιβάλλω, Κύριοι, ὅτι διὰ
1148τῶν χειροκροτημάτων ὑμῶν ἐξεδηλώσατε τὴν χαρὰν ὑμῶν
1149ἐπὶ ταῖς ἐπαγγελίαις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ περὶ σπουδαίων
1150οἰκονομιῶν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1903. Μετὰ λύπης
1151ὅμως, Κύριοι, εἰμὶ ὑποχρεωμένος νὰ μὴ ἐπιτρέψω, ἵνα τὴν
1152χαρὰν ταύτην δοκιμάσητε ἐπὶ πολύ, εἰμὶ ὑποχρεωμένος, ἵνα
1153ἀμέσως προβῶ εἰς τὴν ἀπόδειξιν ὅτι ὁ Προϋπολογισμός, οἷος
1154ὑπεβλήθη, ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1903 ἀποτελεῖ πλήρη ἀθέ-
1155τησιν ῥητῶν ὑποσχέσεων, παρὰ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ δοθει-
1156σῶν, ἀποτελεῖ ἀπόδειξιν τοῦ ἀβασίμου τῶν ἐπὶ σπατάλῃ κα-
1157τηγοριῶν, αἱ ὁποῖαι κατὰ τοῦ κόμματος ἡμῶν ἐπὶ τετραε-
1158τίαν ὅλην κατηγγέλθησαν. Προβαίνω εἰς τὴν ἀπόδειξιν ταύ-
1159την. Καὶ ἵνα πράξω τοῦτο, μὴ νομίζετε, ὅτι θὰ ἀπαντήσω
1160δυσκολίας· τὸ ἔργον δυσχερὲς δὲν εἶναι.
1161Ἄρχομαι ἀπὸ τὰ ἔσοδα τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ὅσοι εἴχε-
1162τε τὴν τιμὴν νὰ παρακαθήσητε ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ κατὰ
1163τὴν παρελθοῦσαν τετραετίαν, ἐνθυμεῖσθε βεβαίως, ὅτι κατ’
1164ἔτος, κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, πάντες οἱ
1165ῥήτορες τῆς πτέρυγος ταύτης (δεικνύει τὴν Συμπολίτευσιν)
1166μιᾷ φωνῇ ὑπεστήριζον, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἡ τότε ὑπελόγιζε
1167τὰ ἔσοδα τοῦ Κράτους τοσοῦτον ὑπέρογκα, ὥστε κατέστρεφε
1168τὴν παραγωγήν, ὥστε κατέστρεφε τὰς οἰκονομίας τοῦ Ἑλλη-
1169νικοῦ λαοῦ· πάντες ἔλεγον μιᾷ φωνῇ, ὅτι ἡ πολιτικὴ αὕτη
1170ἄγει πρὸς τὴν χρεωκοπίαν τῆς χώρας· ἔλεγον πρὸς ἡμᾶς:
1171«μετὰ τὴν χρεωκοπίαν τοῦ Κράτους παρασκευάζετε τὴν χρεω-
1172κοπίαν τῆς χώρας». Καὶ ταῦτα, Κύριοι, ἔλεγεν ὁ ἀξιότιμος
1173ἐκ Γόρτυνος Βουλευτής· ἔλεγεν ὅτι τὰ ἔσοδα τοῦ Κράτους
1174εἶναι ὑπέρογκα, καὶ ὅτι ὠφείλετο ἡ εἴσπραξις τοιούτων ὑπερ-
1175όγκων ἐσόδων εἰς τὰ πιεστικὰ μέσα, τῶν ὁποίων ἡ Κυβέρνη-
1176σις ἡ τότε ἔκαμε χρῆσιν· ἐκάκιζεν ἡμᾶς ἐπὶ τοῖς μέσοις ἐκεί-
1177νοις, καὶ ἔλεγε τὰ ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Κατὰ τὰ δημοσι-
1178ευθέντα παράπονα ἡ εἴσπραξις ἦτο ἀπηνὴς καὶ ἀδυσώπη-
1179τος, καὶ διὰ τοῦτο κατωρθώθη νὰ εἰσπραχθῇ κατὰ τὰ τελευ-
1180ταῖα ταῦτα ἔτη τόσον ποσὸν ἐκ τῶν βεβαιωθέντων, ὅσον οὐ-
1181δέποτε εἰσεπράχθη. Καὶ οὕτω δύναμαι νὰ θαυμάσω, πῶς κα-
1182τωρθώθη ἐκ τῶν κατὰ τὸ 1899 βεβαιωθέντων ἐσόδων ἐκ δρ.
1183119,569,840.99 νὰ ὑπολειφθῇ ὑπόλοιπον μὴ εἰσπραχθὲν
1184μόνον ἐκ δραχμῶν 8,251,567.30, κατὰ δὲ τὸ 1900 τὸ
1185μὴ εἰσπραχθὲν μέχρι τέλους τῆς χρήσεως ὑπόλοιπον τῶν βε-
1186βαιωθέντων νὰ περιορισθῇ εἰς δραχ. 6,113,634 μόνον, ἐνῷ
1187τὰ βεβαιωθέντα εἶχον ἀναβιβασθῆ εἰς 125,288,576.64.
1188»Μόνη ἡ ἀξίωσις αὕτη τοῦ εἰσηγητοῦ τῆς πλειονοψηφίας
1189τῆς ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἐπιτροπῆς ἦτο ἀληθής, ἤτοι, ὅτι
1190αἱ εἰσπράξεις ἐγένοντο μετ’ ἐντελείας· ἀλλὰ τὴν ἱκανότητα
1191ταύτην δὲν δύναμαι νὰ ἐπαινέσω· ἐξ ἐναντίας τοιαύτην ἱκα-
1192νότητα Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ὀφείλω νὰ ἐπικρίνω, διό-
1193τι ἐξήντλησε βεβαίως τὰ ἀποταμιεύματα ἀπὸ ἐκείνους τῶν
1194φορολογουμένων, ὅσοι εἶχον τοιαῦτα, ἂν μεταξὺ τῶν φορο-
1195λογουμένων εὑρέθησαν τοιοῦτοι, ἠλάττωσε δὲ τὰ προωρι-
1196σμένα διὰ τὰς παραγωγικὰς ἐργασίας κεφάλαια τῶν πλεί-
1197στων πάντως ἐξ αὐτῶν. Τοιαύτη δρᾶσις τῆς Διοικήσεως στει-
1198ρεύει τὰς πηγὰς τῶν ἐσόδων, ἐπετεύχθη δὲ οὐχὶ ἐκ τοῦ τρό-
1199που τῆς εἰσπράξεως μόνον, ἀλλὰ καὶ ἐκ τῶν ποσῶν, τὰ ὁποῖα
1200προσεπάθησε καὶ κατώρθωσε νὰ εἰσπράξῃ, τὰ ὁποῖα ὑπερ-
1201βαίνουσι τὰ ποσά, τὰ ὁποῖα μέχρι τῶν τελευταίων ἐτῶν εἰσέ-
1202πραττε τὸ Δημόσιον παρὰ τῶν φορολογουμένων.
1203»Καὶ ὄντως, ἂν ἐρευνήσητε τοὺς πίνακας τῶν εἰσπράξεων,
1204θέλετε πεισθῆ, ὅτι πρὸ τοῦ πολέμου οὐδέποτε εἰσεπράχθησαν
1205πλέον τῶν 96 ἑκατομμυρίων, ἐνῷ μετὰ τὸν πόλεμον, ὁ ὁποῖος
1206βεβαίως ἐπέδρασεν ὀλεθρίως ἐπὶ τῆς οἰκονομικῆς ζωῆς τῆς
1207χώρας, εἰσεπράχθησαν 112 καὶ 117 ἑκατομμύρια.
1208»Τοιαύτη οἰκονομικὴ ἐργασία οὐ μόνον δὲν ἐπιτρέπεται,
1209ἀλλ’ ἀπαγορεύεται... Ἑπομένως, ἂν πρὸ τοῦ πολέμου εἰσέ-
1210φερεν ἡ χώρα 96 ἢ 97 ἑκατομμύρια, νὰ ἀναγκάσῃ αὐτὴν νὰ
1211εἰσφέρῃ μετὰ τὸν πόλεμον 112 καὶ 117 ἑκατομμύρια, ἦτο
1212πολιτικὴ ἀσύνετος καὶ μηδόλως συμβιβαζομένη μὲ τὰ συμ-
1213φέροντα τοῦ Κράτους.»
1214Αὐτὴ ἦτο ἡ πολιτικὴ ὑμῶν, ἀξιότιμε κύριε Πρωθυπουργέ,
1215ὅτε ὡς ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἐλέγετε ὅσα ἀνέγνω-
1216σα ὑμῖν. Καὶ ἐπερίμενεν ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς καὶ ἐπερίμενεν ἡ
1217Βουλή, ἵνα τὴν πολιτικὴν ταύτην ἐφαρμόσητε, ἐρχόμενος ἐπὶ
1218τὴν ἀρχήν, διότι τοιαύτην ἐδώκατε ὑπόσχεσιν, περιοδεύων
1219ἀνὰ τὴν Ἑλλάδα, τοιαύτην ἐδώκατε ῥητὴν ὑπόσχεσιν εἰς
1220τοὺς ἐκλογεῖς τῶν ἐπαρχιῶν, ἃς ἐπεσκέφθητε. Ἀτυχῶς ὁ σή-
1221μερον ὑποβληθεὶς Προϋπολογισμὸς οὐδόλως ἀνταποκρίνεται
1222πρὸς τὰς δοθείσας ὑποσχέσεις. Ἐν αὐτῷ τὰ ἔσοδα τοῦ Κρά-
1223τους διὰ τὸ ἔτος 1903 ἀνέρχονται εἰς 119,406,501, δηλ.
1224εἰς ποσὸν ἀνώτερον τοῦ ἀναγραφομένου εἰς τοὺς παρ’ ἡμῶν
1225ὑποβληθέντας τῇ Βουλῇ Προϋπολογισμούς.
1226Ποῖα ἦσαν τὰ ἔσοδα τὰ ἀναγραφέντα παρ’ ἡμῶν ἐν τῷ
1227Προϋπολογισμῷ τοῦ 1899; 107,085,658, ἤτοι ἐπὶ ἔλατ-
1228τον τῶν ἐσόδων τῶν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ὑμῶν ἀναγραφο-
1229μένων κατὰ 12,320,843.
1230Ποῖα ἦσαν τὰ ἔσοδα τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1900; δρ.
1231112,206,849· ἤτοι ἐπὶ ἔλαττον κατὰ 7,199,652 τῶν ἐν
1232τῷ Προϋπολογισμῷ ὑμῶν ἀναγραφομένων.
1233Ποῖα ἦσαν τὰ ἔσοδα τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1901; δρ.
1234115,734,159· ἤτοι ἐπὶ ἔλαττον τῶν ἐσόδων τοῦ παρ’ ὑμῶν
1235ὑποβληθέντος σήμερον Προϋπολογισμοῦ κατὰ 3,672,442.
1236Ἑπομένως παραβάλλων τὰ ἔσοδα τῶν Προϋπολογισμῶν
1237τῶν ἐτῶν 1899, 1900 καὶ 1901, διὰ τὰ ὁποῖα τοσαύτη
1238ἐγένετο ἐναντίον τῆς Κυβερνήσεως ἡμῶν ἐπίθεσις, ἕνεκα τῶν
1239ὁποίων ἐχαρακτηρίσατε τὴν ὑπὸ τὴν προεδρίαν μου Κυβέρ-
1240νησιν ὡς ἀσύνετον, ὡς καταστρεπτικὴν τῶν συμφερόντων τῆς
1241χώρας, ἕνεκα τῶν ὁποίων κατηγγείλατε τὴν Κυβέρνησιν ὡς
1242ἄγουσαν εἰς τὴν χρεωκοπίαν, εὑρίσκω ταῦτα κατώτερα κατὰ
1243πολλὰ ἑκατομμύρια τῶν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1903
1244ἀναγραφομένων.
1245Ἀλλὰ περὶ τῶν ἐσόδων τούτων ἐλέγετε ἐν Λαυρίῳ: «Χα-
1246λεποὶ εἶναι ὄντως οἱ καιροί, οὓς διερχόμεθα, καὶ ἀξία θαυμα-
1247σμοῦ ἡ ὑπομονὴ καὶ ἡ ἐγκαρτέρησις τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ.
1248Πῶς νὰ μὴ ἀνακηρύξῃ τις χαλεποὺς τοὺς καιροὺς τούτους,
1249ἀφοῦ κατ’ αὐτοὺς εἰς τοσοῦτον ἀνεβίβασαν τὰ ποσὰ τῶν
1250ἐσόδων τοῦ δημοσίου ταμείου, τὰ ὁποῖα ζητοῦσι νὰ εἰσφέρῃ
1251ὁ λαός; Πῶς νὰ μὴ θαυμάσῃ τις τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ τὴν
1252ὑπομονήν;»
1253Καὶ ἐνῷ ταῦτα ἐλέγετε καὶ ἐν τῇ Βουλῇ καὶ ἐν παραμο-
1254ναῖς ἐκλογῶν, ἔρχεσθε σήμερον καὶ ὑποβάλλετε Προϋπολο-
1255γισμὸν μὲ ἔσοδα 119,406,501, δηλαδὴ κατὰ 12,320,843
1256δρ. ἀνώτερα τῶν τοῦ 1899, κατὰ 7,199,652 ἀνώτερα τῶν
1257τοῦ 1900, κατὰ 3,672,442 ἀνώτερα τῶν τοῦ 1901!
1258Τὰ ἔσοδα τοῦ Προϋπολογισμοῦ ὑμῶν προσεγγίζουσι μόνον
1259πρὸς τὰ ἔσοδα τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ ὑποβληθέντος παρὰ
1260τοῦ ἄλλοτε βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς κ. Νέγρη.
1261Καὶ ἐνθυμεῖται ἡ Βουλὴ καὶ ἐνθυμοῦνται ὅσοι παρεκά-
1262θηντο τότε ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ὁποίας εἰρωνείας ἤκουσεν
1263ὁ κύριος Νέγρης, διότι ἀνεβίβασε τὰ ἔσοδα τοῦ Κράτους εἰς
1264123,000,000. Ἀλλ’ οὐδεὶς ἐφαντάζετο βεβαίως, ὅτι ἠθέ-
1265λετε ἔλθει ὑμεῖς, φέροντες Προϋπολογισμὸν κατὰ ἑκατοντά-
1266δας μόνον χιλιάδων διαφέροντα ἀπὸ τὸν Προϋπολογισμὸν τῶν
1267τοῦ κ. Νέγρη.
1268§36ΠΟΛΛΟΙ (ἐκ δεξιῶν). Κατὰ πέντε ἑκατομμύρια.
1269§37Γ. Ν. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἐκπλήττεσθε, διότι λέγω κατὰ ἑκα-
1270τοντάδας χιλιάδων μόνον; Ὅσοι νομίζουσιν ὅτι ἔχω ἀνάγκην
1271νὰ μάθω, ὅτι 119,406,501 διαφέρουσιν ἀπὸ 123,949,931
1272κατὰ 4,543,440, ἔσπευσαν πολὺ νὰ εὐαρεστηθῶσιν, ὅπως
1273μοὶ δώσωσι τοιοῦτο μάθημα, διότι ἐγὼ δύναμαι νὰ τοῖς δώσω
1274ἕτερον μάθημα, ὅτι θὰ ἦτο καλὸν, πρὶν διδάξωσι τοὺς ἄλ-
1275λους νὰ διδαχθῶσιν οἱ ἴδιοι, ὅπως δὲ διδαχθῶσι, πρέπει νὰ
1276μελετήσωσι τοὺς Προϋπολογισμούς. Κατὰ τὴν μελέτην ταύ-
1277την θέλουσι μάθει, ὅτι ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1902,
1278τῷ ὑποβληθέντι ὑπὸ τοῦ κυρίου Νέγρη, περιλαμβάνεται πο-
1279σὸν 3,777,306, ληφθὲν παρὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης χρεω-
1280λυτικὸν κατὰ τὸν νόμον ͵ΒΩΜΓʹ δάνειον διὰ τὴν ἀπότισιν
1281τοῦ τιμήματος καὶ τῶν τόκων τῶν ἀγορασθέντων ὑπὸ τοῦ
1282Δημοσίου κτημάτων ἐν Θεσσαλίᾳ τοῦ κ. Στεφάνοβικ Σκυ-
1283λίτση. Δὲν πρόκειται λοιπὸν περὶ ἐσόδου, ἀλλὰ πρόκειται
1284περὶ ἁπλῆς λογιστικῆς πράξεως. Τὸ ποσὸν τοῦτο ἀνεγράφη
1285εἰς τὰ ἔσοδα, ὡς ἀνεγράφη εἰς τὰ ἔξοδα. Πρέπει λοιπὸν νὰ
1286ἀφαιρέσωμεν τὸ ποσὸν τοῦτο ἐκ τῶν 123,949,931 ἐσόδων
1287τοῦ 1902. Καὶ τότε τί μένει; Μένουσιν ἔσοδα δραχμῶν
1288120,172,625, δηλαδὴ κατὰ δραχ. 766,124 μόνον ἀνώτερα
1289τῶν ἐσόδων τῶν ἀναγραφομένων εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ
12901903.
1291§38Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἀλλὰ τὰ
1292ἔξοδα πρέπει νὰ ἦναι ἀνώτερα κατὰ τρία ἑκατομμύρια.
1293§39Γ. Ν. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ὅταν φθάσω εἰς τὰ ἔξοδα, θὰ ὁμι-
1294λήσω περὶ τούτου. Ὁμιλῶ τώρα περὶ ἐσόδων.
1295Τὸ συμπέρασμα τῆς συγκρίσεως τῶν ἀριθμῶν εἶναι, ὅτι
1296ἐκτὸς τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1902 οὐδεὶς ὑπάρχει Προ-
1297ϋπολογισμὸς ἐν τῷ παρελθόντι, ὁ ὁποῖος νὰ πλησιάσῃ κἄν
1298πρὸς τὸ ποσὸν, εἰς τὸ ὁποῖον ὑπελογίσατε τὰ ἔσοδα τοῦ Κρά-
1299τους. Καὶ ἐρωτῶ ὑμᾶς: Ἐὰν ἐλέγετε τὰ ἀληθῆ, ὅτε ἐπολε-
1300μεῖτε τὴν ὑπὸ τὴν προεδρίαν μου Κυβέρνησιν, ἐὰν πράγματι
1301εἴχετε τὴν πεποίθησιν ὅτι ἡ ἀναγραφὴ ἐσόδων ἐν τῷ Προϋπο-
1302λογισμῷ τοῦ 1899 δρ. 107,085,658, ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ
1303τοῦ 1900 δρ. 112,206,849, ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1901
1304δρ. 115,734,159, ἀπετέλει πρᾶξιν προδοτικὴν, ἦτο πρᾶξις
1305ἄγουσα τὴν χώραν εἰς τὴν χρεωκοπίαν, πῶς τὰ ἀναγραφό-
1306μενα ἐν τῷ σήμερον ὑποβληθέντι Προϋπολογισμῷ ἔσοδα ἀνέρ-
1307χονται εἰς 119,406,501; Διὰ τῆς ἐγγραφῆς τοιούτου πο-
1308σοῦ ἀναιρεῖτε πάντα τὰ λεχθέντα κατὰ τὴν παρελθοῦσαν
1309τετραετίαν, καὶ ὁμολογεῖτε ὅτι τότε δὲν ἐλέγετε τὰ ἀληθῆ.
1310Καὶ δὲν εἶναι δυνατόν, Κύριοι, ἢ νὰ παραδεχθῶ, ὅτι ἀναι-
1311ρεῖτε τὴν πολιτείαν ὑμῶν, καὶ ὁμολογεῖτε τὸ ἀναληθὲς καὶ
1312ἀβάσιμον τῶν τότε ἰσχυρισμῶν σας, διότι, ἐὰν εἴχετε πράγ-
1313ματι τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἡ Ἑλλὰς δὲν δύναται νὰ συν-
1314εισφέρῃ τὸ ποσὸν τῶν 119,406,501, εἰς τὸ ὁποῖον ἀναβιβά-
1315ζετε τὰ ἔσοδα τοῦ 1903, ὅτι ὁ λαὸς διὰ τῆς εἰσφορᾶς ταύ-
1316της καταπονεῖται, ὅτι αἱ παραγωγικαὶ δυνάμεις τῆς χώρας
1317ἐξαντλοῦνται, ὅτι ἡ χώρα βαίνει εἰς τὴν χρεωκοπίαν, πι-
1318στεύω ἀκραδάντως, ὅτι δὲν ἠθέλετε ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ
1319ἐγγράψει τοσαῦτα ἔσοδα, ἀλλ’ ἠθέλετε προτείνει ἐλάττωσιν
1320τῆς ἰσχυούσης φορολογίας.
1321Τί νὰ εἴπω τώρα περὶ τῆς ἑτέρας κατηγορίας, ὅτι ἡ εἴσ-
1322πραξις τῶν ἐσόδων κατὰ τὰ ἔτη 1899, 1900 καὶ 1901 ἐγέ-
1323νετο δι’ ἀπηνοῦς καταδιώξεως; Ἐὰν μόνον δι’ ἀπηνοῦς κατα-
1324διώξεως κατωρθώσαμεν νὰ εἰσπράξωμεν τὰ ἔσοδα τῶν ἐτῶν
13251899, 1900 καὶ 1901, τὰ ὁποῖα ἦσαν πολὺ κατώτερα τῶν
1326ἐσόδων τοῦ 1903, ἔτι ἀπηνεστέραν καταδίωξιν κατ’ ἀνάγκην
1327θὰ μετέλθητε ὑμεῖς, διότι πρόκειται νὰ λάβητε ἀπὸ τὸν Ἑλ-
1328ληνικὸν λαὸν ποσὰ πολὺ ἀνώτερα ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἐλάβομεν
1329ἡμεῖς. Ἐὰν λοιπὸν τότε ἀπεδίδετε τὴν εἴσπραξιν τῶν ἐσόδων
1330αὐτῶν εἰς τὴν ἀπηνῆ καταδίωξιν, προτίθεσθε ἀπηνεστέραν
1331ὑμεῖς νὰ μετέλθητε καταδίωξιν. Ὁ συλλογισμὸς οὗτος ἀπο-
1332δεικνύει, ὅτι δὲν πιστεύετε εἰς τὴν κατηγορίαν τῆς ἀπηνοῦς
1333καταδιώξεως, ὡς δὲν πιστεύετε καὶ εἰς τὴν ἑτέραν, τῆς κατα-
1334στροφῆς τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ καὶ τῆς πτωχεύσεως αὐτοῦ, καὶ
1335ὅτι, ὅτε ἐλέγετε ταῦτα, ἐλέγετε μὴ ἀληθῆ. Ὅπως πιστεύ-
1336σωμεν, ὅτι ἐν πεποιθήσει ἐλέγετε ταῦτα, πρέπει νὰ περιορίσητε
1337τοὺς φόρους, διὰ νὰ πραγματοποιηθῇ καὶ ἓν τῶν ἄρθρων τοῦ
1338προγράμματος, τὸ ὁποῖον μετὰ τοσαύτης εὐφραδείας ἀνέ-
1339πτυξεν ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, ὅστις ἔλεγε προ-
1340χθές, ὅτι «ἓν τῶν κυρίων θεμάτων, περὶ τῶν ὁποίων πρέπει νὰ
1341ἀσχοληθῇ ἡ Βουλή, εἶναι ἡ ἐλάφρυνσις τῶν βαρῶν τοῦ Ἑλ-
1342ληνικοῦ λαοῦ».
1343Ἰδοὺ ἡ ἐλάφρυνσις τῶν βαρῶν, κύριε Πρόεδρε τῆς Βουλῆς.
1344Ἡ ἐλάφρυνσις εἶναι, ὅτι, ἐνῷ ἡμεῖς ἐζητοῦμεν 107 καὶ 112
1345καὶ 115 ἑκατομμύρια κατὰ τὰ τρία ἔτη, καθ’ ἃ διεχειρίσθη-
1346μεν τὰ κοινὰ, ἔρχεται σήμερον ἡ Κυβέρνησις καὶ ζητεῖ πόσα;
1347119,406,501! Αὕτη εἶναι ἡ ἐλάφρυνσις τῶν βαρῶν! (χει-
1348ροκροτήματα ἐξ ἀριστερῶν).
1349§40Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἀπέναντι τῶν
1350123,000,000, τὰ ὁποῖα ἔγειναν 129,000,000.
1351§41Γ. Ν. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Εἶπον· διότι θέλω νὰ ἦμαι ἀκρι-
1352βὴς, καὶ θὰ ἦμαι μέχρι τέλους ἀκριβής. Ἔκαμα τὴν παρα-
1353βολὴν πρὸς τὸν πρῶτον Προϋπολογισμὸν, τὸν ὁποῖον ἡμεῖς ὑπε-
1354βάλομεν, πρὸς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1899, ἔκαμα τὴν
1355παραβολὴν πρὸς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1900, ἔκαμα τὴν
1356παραβολὴν πρὸς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1901, ἔκαμα δὲ
1357καὶ τὴν παραβολὴν πρὸς τὸν τοῦ 1902, καὶ σᾶς εἶπον, ὅτι τῇ
1358ἀφαιρέσει τοῦ ποσοῦ διὰ τὴν ἀγορὰν τῶν κτημάτων Στεφάνο-
1359βικ ὁ Προϋπολογισμὸς οὗτος ἀναβιβάζει τὰ ἔσοδα εἰς δραχ.
1360120,172,625, καὶ ὅτι μόνον δύνασθε νὰ ζηλώσητε τὴν δόξαν
1361τοῦ κ. Νέγρη, διότι φέρετε Προϋπολογισμὸν ὡς πρὸς τὰ ἔσοδα
1362διαφέροντα μόνον κατὰ 766,124 δραχ. τοῦ Προϋπολογισμοῦ
1363τοῦ κ. Νέγρη.
1364Ἀλλ’ ἂς μεταβῶμεν, Κύριοι, εἰς τὰ ἔξοδα, ὅπως ἴδωμεν,
1365ἂν ἡ δευτέρα κατηγορία, ἡ καθ’ ἡμῶν ἐκτοξευθεῖσα, ἡ
1366ὁποία ἠκούσθη τοσάκις ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ἡ ὁποία ἀπε-
1367τέλεσε τὸ ἐκλογικὸν ἔδαφος κατὰ τὰς ἐκλογὰς τῆς 17 Νο-
1368εμβρίου, ἂν τουτέστιν ἡ κατηγορία ἐπὶ σπατάλῃ εἶναι βάσι-
1369μος, ἢ ἂν καὶ αὐτὴ εἶναι ὁμοία πρὸς τὴν ἑτέραν κατηγορίαν,
1370τὴν κατηγορίαν δηλαδὴ τῆς ἀπηνοῦς καταδιώξεως, περὶ
1371τῆς ὁποίας ἐποιησάμην λόγον πρὸ μικροῦ.
1372Καὶ παρέβαλεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς τὸν προϋπολογισμὸν
1373τῶν ἐξόδων, τὸν ὑπ’ αὐτοῦ ὑποβληθέντα, πρὸς τὸν προϋπολο-
1374γισμὸν τῶν ἐξόδων τοῦ 1902, καὶ παρέστησεν εἰς τὴν Βουλήν,
1375ὅτι, ἐνῷ ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1903 ἀναγράφει πιστώσεις
1376114,151,539, ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1902 περιλαμβάνει
1377ἔξοδα 121,885,707· ἄρα, εἶπε, διαφορὰ ἐπὶ ἔλαττον κατὰ
1378τὴν χρῆσιν τοῦ 1903 δρ. 7,734,168.
1379Καὶ σταματῶ ἐδῶ πρὸς στιγμήν, Κύριοι, διότι φρονῶ,
1380ὅτι ἡ θεωρία, τὴν ὁποίαν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἀνέπτυ-
1381ξεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἡ θεωρία τουτέστιν, ὅτι, ὅπως συγ-
1382κρίνωμεν τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1903 πρὸς τὸν Προϋπο-
1383λογισμὸν τοῦ 1902, πρέπει νὰ προσθέσωμεν εἰς τὸ ποσὸν
1384τῶν ἐξόδων, τὸ ἀναγραφόμενον ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ
13851902, ὅλας τὰς ἀναπληρωματικὰς καὶ εἰδικὰς πιστώσεις,
1386τὰς ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τούτου ληφθείσας, δὲν νομί-
1387ζω ὅτι ἡ θεωρία αὕτη δύναται νὰ ὑποστηριχθῇ. Γνωρίζω
1388ὅτι δύναταί τις νὰ συγκρίνῃ ὅμοιόν τι πρὸς ὅμοιον, ἀλλ’ εἶναι
1389ἀδύνατον νὰ συγκρίνωμεν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1903 πρὸς Προ-
1390ϋπολογισμὸν τοῦ 1902 ἐπηυξημένον δι’ ἀναπληρωματικῶν καὶ
1391εἰδικῶν πιστώσεων· διότι, ἐρωτῶ, ὑπάρχει τις ὁ φρονῶν, ὅτι
1392ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1903 δὲν θὰ ἔχῃ ἀνάγκην ἀναπλη-
1393ρωματικῶν καὶ εἰδικῶν πιστώσεων;
1394Καὶ εἶπε μὲν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι δὲν θέλει παραστῆ
1395ἀνάγκη ἀναπληρωματικῶν καὶ εἰδικῶν πιστώσεων, ἀλλὰ
1396παρακαλῶ νὰ μοὶ εἴπητε, γινώσκετε Προϋπολογισμόν τινα
1397κατὰ τὸ παρελθὸν—καὶ λάβετε ὅσα ἔτη θέλετε κατὰ τὸ
1398παρελθὸν,—ὁ ὁποῖος δὲν ἔλαβεν ἀνάγκην ἀναπληρωματικῶν
1399καὶ εἰδικῶν πιστώσεων; Πῶς εἶναι δυνατὸν λοιπὸν σήμερον
1400ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ θέλῃ καθ’ ἣν στιγμὴν ἀγνοοῦμεν τίνες
1401ἔσονται αἱ ἀναπληρωματικαὶ καὶ εἰδικαὶ πιστώσεις τοῦ
14021903, νὰ παραβάλῃ τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1903 πρὸς τὸν
1403Προϋπολογισμὸν τοῦ 1902 ἐπηυξημένον δι’ ἀναπληρωματι-
1404κῶν καὶ εἰδικῶν πιστώσεων; Ἐὰν θέλητε νὰ παραβάλητε,
1405πρέπει νὰ παραβάλητε Προϋπολογισμὸν πρὸς Προϋπολογι-
1406σμὸν ὑπὸ τοὺς αὐτοὺς ὅρους.
1407Καὶ ποῖα εἶναι τὰ ποσὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ὑμῶν;
1408Ἀναγράφει ὡς ἔξοδα δρ. 114,151,539, ὁ δὲ Προϋπολογι-
1409σμὸς τοῦ ἔτους 1902 ἀναγράφει 121,885,707. Ἀρά δια-
1410φορὰ μεταξὺ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1903 καὶ τοῦ τοῦ
14111902 δραχ. 7,734,168.
1412Ὁμολογῶ, Κύριοι, ὅτι ὑπέλαβον, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς,
1413ποιούμενος τὴν σύγκρισιν μεταξὺ τῶν δύο Προϋπολογισμῶν,
1414ἤθελε θεωρήσει, ὅτι πρώτιστον εἶχεν καθῆκον νὰ ἀνακοι-
1415νώσῃ εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1902
1416ὑπάρχει πίστωσις δρ. 3,777,306, αἱ ὁποῖαι δέον ν’ ἀφαι-
1417ρεθῶσι πρὸ πάσης συγκρίσεως, διότι τὸ ποσὸν τοῦτο εἶναι
1418τὸ ποσὸν τὸ δαπανηθὲν διὰ τὴν ἀγορὰν τῶν κτημάτων Στε-
1419φάνοβικ, εἶναι ποσὸν ἀντίστοιχον πρὸς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶχεν
1420ἀναγραφῆ εἰς τὰ ἔσοδα καὶ τὸ ὁποῖον ἀπεσιωπήθη ἐκ τύχης,
1421ὅτε ὑπῆρξεν ἀνάγκη ν’ ἀναβιβάσωμεν τὰ ἔσοδα τοῦ Προ-
1422ϋπολογισμοῦ τοῦ 1902· ἐδῶ ἔχομεν ἀνάγκην πάλιν ν’ ἀνα-
1423βιβάσωμεν τὰ ἔξοδα, καὶ λησμονοῦμεν ν’ ἀνακοινώσωμεν εἰς
1424τὴν Βουλὴν, ὅτι δέον νὰ προβῶμεν πρὸ πάσης συγκρίσεως
1425εἰς τὴν ἀφαίρεσιν τοῦ ποσοῦ αὐτοῦ. Ὅταν λοιπὸν ἀφαιρέσω-
1426μεν τὸ ποσὸν τῶν 3,777,306 ἀπὸ τὸ ποσὸν τῶν 7,734,168
1427τί μένει; ποσὸν 3,956,862.
1428Ἀλλὰ μήπως, Κύριοι, εἶναι αὕτη ἡ μόνη ἀφαίρεσις, ἡ
1429ὁποία πρέπει νὰ γείνῃ πρὸ πάσης συγκρίσεως; Ὑπάρχουσι,
1430Κύριοι, καὶ ἄλλα ποσὰ, καὶ ποσὰ σπουδαῖα, τὰ ὁποῖα δέον
1431ν’ ἀφαιρεθῶσιν. Οὕτως, ἐπὶ παραδείγματι, αʹ) ἐν τῷ κεφα-
1432λαίῳ «ὑπηρεσία διὰ τὰ ὑπὸ τοῦ Δημοσίου ἀγορασθέντα ἐν
1433Θεσσαλίᾳ κτήματα Στεφάνοβικ» ὑπάρχει διαφορὰ μεταξὺ
1434τῶν δύο Προϋπολογισμῶν δρ. 124,120. βʹ) «Μέρος εἰσπράξεων
1435φόρου καπνοῦ διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τῶν δανείων τῶν Σιδηρο-
1436δρόμων Πειραιῶς–Λαρίσης καὶ Πύργου–Μελιγαλᾶ» ἀναγρά-
1437φεται εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ ἔτους 1902 τὸ ποσὸν δρ.
14381,476,040, εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1903 δρ. 644,060,
1439ἄρα διαφορὰ 831,980.
1440Ἀλλ’ ἔχομεν καὶ κἄτι τι ἀκόμη σπουδαιότερον, ἔχομεν
1441γʹ) καὶ πίστωσιν ἀφορῶσαν εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ νόμου περὶ
1442πετρελαίου. Τί, νομίζετε, παρατηρεῖται; Ἀναγράφεται ἐν
1443τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1903 ποσὸν δρ. 1,329,093 ἀπέναντι
1444ποσοῦ κατὰ τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1902 πόσου, παρακα-
1445λῶ; ἀπέναντι ποσοῦ 2,101,527· διαφορὰ 772,434. Ἀλλὰ
1446θὰ μοὶ εἴπητε, ὅτι θὰ ὑπάρξῃ ἀνάγκη ἀγορᾶς ὀλιγωτέρου
1447ποσοῦ πετρελαίου· ἀλλὰ πληροφοροῦμαι, ὅτι ἐν τῷ Προϋπο-
1448λογισμῷ καὶ ἐν τῇ ἐκθέσει ῥητῶς λέγεται, ὅτι ἀναγράφεται
1449ποσὸν κατὰ 772,434 ὀλιγώτερον, διατί; διότι ὑπῆρχε τὴν
145031 Δεκεμβρίου ἐν ταῖς ἀποθήκαις ποσὸν πετρελαίου δυνά-
1451μενον νὰ ἱκανοποιήσῃ τὰς ἀνάγκας τῆς χώρας μέχρι τέλους
1452Μαΐου. Ἄρα τὸ πετρέλαιον τοῦτο ἠγοράσθη μὲ χρήματα τῆς
1453χρήσεως 1902, παραλαμβάνει δὲ τοῦτο ἡ χρῆσις τοῦ 1903,
1454καὶ ἐντεῦθεν ἡ διαφορὰ τῶν 772,434· ἐὰν δὲ θέλητε νὰ ἦσθε
1455ἀκριβεῖς, πρέπει νὰ ὁμολογήσετε, ὅτι δὲν πρόκειται περὶ δια-
1456φορᾶς μόνον δρ. 772,434, διότι τὸ ποσὸν τοῦτο προστίθεται
1457ἀφ’ ἑνὸς εἰς τὴν χρῆσιν τοῦ 1902, καὶ ἀφαιρεῖται ἀφ’ ἑτέρου
1458ἀπὸ τὴν χρῆσιν τοῦ 1903.
1459Ἀλλὰ νομίζετε, ὅτι τοῦτο μόνον εἶναι, Κύριοι; Ὑπάρχει
1460καὶ ἕτερόν τι ἄξιον παρατηρήσεως, ὅτι ἀκριβῶς κατὰ τὸν
1461μῆνα Δεκέμβριον προκαλεῖται διὰ Βασιλικοῦ Διατάγματος
1462ἀναπληρωματικὴ πίστωσις πρὸς πληρωμὴν ποσοῦ 277,000
1463δραχμῶν διὰ τὸ πετρέλαιον, τὸ ὁποῖον θὰ χρησιμεύσῃ διὰ
1464τὸ ἔτος 1903, καὶ δι’ αὐτὸ εἶχον δίκαιον, ὅτε ἔλεγον, ὅτι
1465δὲν δυνάμεθα νὰ παραδεχθῶμεν ἐκ τῶν προτέρων, ὅτι πρέπει
1466νὰ προσθέσωμεν ἀναπληρωματικὰς πιστώσεις εἰς τὰ ποσὰ
1467τὰ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1902 ἀναγραφόμενα, διότι
1468εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐξετάσωμεν, ποῖαι εἶναι αὐταὶ αἱ ἀναπλη-
1469ρωματικαὶ πιστώσεις· διότι, ὅταν ἔχω τὴν ὁμολογίαν, ὅτι
1470ὑπάρχει πετρέλαιον μέχρι τέλους Μαΐου, ἔχω δὲ ἀφ’ ἑτέρου
1471εἰς τὰ τέλη Δεκεμβρίου Β. Διάταγμα πρὸς πληρωμὴν ἀνα-
1472πληρωματικῆς πιστώσεως δι’ ἀγορὰν πετρελαίου, λέγω ὅτι
1473σκοπὸς τοῦ Διατάγματος εἶναι νὰ ἐπιβαρύνῃ τὴν χρῆσιν τοῦ
14741902, καὶ νὰ ἀπαλλάξῃ τὴν χρῆσιν τοῦ 1903.
1475Ἀλλὰ μήπως εἶναι αὐταὶ αἱ διαφοραὶ μόνον; Διὰ «πο-
1476σοστὸν εἰσπράξεων» διαφορὰ δραχ. 40,000. Δι’ «ἔξοδα ἐκκα-
1477θαρίσεως καὶ ἀνανεώσεως παλαιῶν χρεῶν» ὑπάρχει πίστωσις
1478δραχμῶν 50,000 ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1902, ἐν τῷ Προ-
1479ϋπολογισμῷ τοῦ 1903 ἀπηλείφθη· «ἔξοδα ὑπηρεσίας ἁλά-
1480των» 75,000· «ἀποζημιώσεις γηπέδων» 46,576. «Ἐκτέ-
1481λεσις δικαστικῶν ἀποφάσεων» διαφορὰ 375,000. Εἶναι αὕτη
1482οἰκονομία; Ἢ ὑπάρχουσι δικαστικαὶ ἀποφάσεις, αἱ ὁποῖαι
1483πρέπει νὰ ἐκτελεσθῶσι, καὶ πρέπει νὰ πληρώσητε τὸ ποσὸν
1484τὸ ἀπαιτούμενον, ἢ δὲν ὑπάρχουσιν· ἐὰν δὲν ὑπάρχωσιν, ὀνο-
1485μάζετε τοῦτο οἰκονομίαν ὀφειλομένην εἰς τὴν οἰκονομικὴν
1486πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως;
1487«Ἀντιμισθία δικηγόρων» διαφορὰ 100,000· «ἐπιστροφαὶ
1488χρημάτων» 30,000. Ἀλλὰ προβαίνω ἔτι περαιτέρω. Ἀφαι-
1489ρεῖτε ποσὸν 50,000 δραχμῶν διὰ τὸ ὑδραγωγεῖον Πύργου —
1490οἰκονομία καὶ αὐτό! — ἀλλὰ ἐτελείωσε τὸ ἔργον, δὲν ὑπάρχει
1491πλέον ἀνάγκη δαπάνης, δὲν βλέπω ποῦ εἶναι ἡ οἰκονομία. Ἀ-
1492φαιροῦνται 110 χιλιάδες διὰ τὰς ἐκκλησίας τὰς ἐν Θεσ-
1493σαλίᾳ. Βεβαίως ἐφηρμόσθη ὁ νόμος, ἐξετελέσθη οὗτος, δὲν
1494ὑπάρχει ἀνάγκη οἰκοδομῆς καὶ ἐπισκευῆς ἄλλων ἐκκλησιῶν·
1495δὲν ἐγγράφεται ἑπομένως πίστωσις. Ἀποτελεῖ τοῦτο οἰκο-
1496νομίαν; Ἐλάττωσις πιστώσεων διὰ νέας οἰκοδομὰς Ὑπουρ-
1497γείου Ἐσωτερικῶν, λόγῳ ἐκλείψεως ἀναγκῶν, δρ. 134,017.
1498Ἔρχομαι εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Παιδείας. Οἰκονομία
1499130,820 δραχ. δι’ ἀρχαιολογικὰς ἐργασίας. Πόθεν ἡ οἰκο-
1500νομία; Μεταβιβάζεται ἡ ὑπηρεσία αὕτη εἰς τὴν Ἀρχαιο-
1501λογικὴν Ἑταιρείαν· δίδεται εἰς τὴν Ἀρχαιολογικὴν Ἑται-
1502ρείαν τὸ δικαίωμα ν’ αὐξήσῃ τὸν ἀριθμὸν τῶν λαχείων, ἑπο-
1503μένως ἐπιβάλλεται μία ἔμμεσος φορολογία εἰς τὸν λαόν· οἰ-
1504κονομία εἰς τὸν Προϋπολογισμόν! ἀφαιροῦνται δρ. 130,820.
1505Εἶναι ἱκανότης τῆς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία κατορθώνει τοιαύ-
1506τας οἰκονομίας;
1507Ἀλλ’ ἔχομεν καὶ ἄλλην οἰκονομίαν, καὶ σπουδαίαν οἰκο-
1508νομίαν. Εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν ἔχομεν οἰκο-
1509νομίαν διὰ στρατωνισμὸν δραχ. 310,000· διατί; λόγῳ προ-
1510μηθείας κλινοσκεπασμάτων κατὰ τὸ λῆξαν ἔτος, καὶ ἑπομέ-
1511νως ἐθεωρήθη, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀνάγκη νέας ἀγορᾶς κατὰ τὸ
15121903. Ἀλλὰ τοῦτο ἀποτελεῖ οἰκονομίαν; Καὶ ἐνθυμοῦμαι,
1513Κύριοι, μετὰ πόσης πικρίας ἄλλοτε ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυ-
1514βερνήσεως, ἀποτεινόμενος πρὸς ἡμᾶς, ἔλεγε: «σεῖς ἐξαντλεῖτε
1515τὰς ἀποθήκας τοῦ στρατοῦ καὶ τοῦ ναυτικοῦ· δὲν ἔχετε δι-
1516καίωμα νὰ τὰς ἐξαντλήσητε· ἔχετε ὑποχρέωσιν, ἵνα καθ’ ἕκα-
1517στον ἔτος ἀναγράφητε ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τὴν ἀπαιτουμέ-
1518νην πίστωσιν, χωρὶς νὰ μειώσητε τὰ ἐν ταῖς ἀποθήκαις ὑπάρ-
1519χοντα»· ἀλλὰ τώρα εὑρίσκει, ὅτι δυνάμεθα νὰ παραλάβωμεν
1520τὰ ἐν ταῖς ἀποθήκαις εὑρισκόμενα, ὅπως ἐλαττώσωμεν τὴν
1521πίστωσιν, καὶ τὴν ἐλαττοῦμεν κατὰ δρ. 310,000· ἐλαττώ-
1522νομεν ὡσαύτως τὴν πίστωσιν τοῦ κεφ. 14 ἄρθρ. 7 «ἐξάρτησις»
1523κατὰ δρ. 60,000, ἀφαιροῦμεν τὸ κονδύλιον τῆς ἱππωνείας,
1524λέγοντες ὅτι δὲν ἔχομεν ἀνάγκην ἀγορᾶς ἵππων, καὶ ἑπομέ-
1525νως ἐλαττώνομεν κατὰ δραχ. 50,000. Ἀφαιρεῖται ἐπίσης
1526τὸ ποσὸν 63,920 δραχ., διότι δὲν θὰ ἐφαρμοσθῇ ὁ νόμος περὶ
1527χωροφυλακῆς· ἀλλ’ ἐρωτῶ, ἐφηρμόσθη ὑφ’ ἡμῶν ὁ νόμος περὶ
1528χωροφυλακῆς; Ἀποτελεῖ τοῦτο οἰκονομίαν; Πρόκειται μόνον
1529περὶ ἀφαιρέσεως πιστώσεως, τῆς ὁποίας οὐδέποτε ἐγένετο
1530χρῆσις, διότι δὲν ἐφηρμόσθη ὁ νόμος.
1531Ἀλλ’ ἔχομεν, Κύριοι, καί τι σπουδαιότερον, ἔχομεν τὰς
1532κεκλεισμένας καὶ διαγεγραμμένας χρήσεις. Κατὰ τὸ 1902
1533ἀνεγράφη ποσὸν δραχ. 1,730,881, κατὰ τὸ 1903 ἀναγρά-
1534φεται ποσὸν 266,276, ἄρα διαφορὰ δρ. 1,464,605. Ἐρωτῶ,
1535εἶναι αὐτὸ οἰκονομία; Ἢ ἐξεκαθαρίσθησαν τὰ ἔξοδα, καὶ δὲν
1536ἔπρεπε νὰ ἀναγραφῶσιν αἱ διὰ ταῦτα πιστώσεις, ἢ δὲν ἐξε-
1537καθαρίσθησαν καὶ θὰ ἐκκαθαρισθῶσι, καὶ θὰ ὑπάρξῃ ἀνάγκη
1538τότε ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν
1539αἱ κεκλεισμέναι χρήσεις νὰ ἀνέρχωνται μόνον εἰς 266,276
1540δραχ. Ἐξετάσατε τοὺς ἀπολογισμοὺς τοῦ 1900, 1901 καὶ
15411902, καὶ θὰ ἴδητε, ὅτι ἡ πίστωσις τῶν κεκλεισμένων χρή-
1542σεων ὑπερβαίνει τὸ ἑκατομμύριον. Σεῖς τὰς περιορίζετε εἰς
1543δραχ. 266,276. Φθάνομεν οὕτως εἰς ποσὸν 8,596,178, τὸ
1544ὁποῖον βεβαίως δὲν ἀποτελεῖ οἰκονομίαν.
1545Ἀλλὰ μήπως εἶναι ταῦτα μόνον; ὄχι βεβαίως· ὑπάρ-
1546χουσι καὶ ἄλλα ποσά, καὶ σπουδαιότερα, καὶ ἤλπιζον, ὅτι
1547ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἤθελεν ἐνθυμηθῆ, ὅτι μίαν τοὐλάχιστον
1548τῶν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1903 δῆθεν οἰκονομιῶν τὴν
1549ὀφείλει εἰς ἡμᾶς, τοὺς κατηγορουμένους ἐπὶ σπατάλῃ! Διότι
1550ἡμεῖς ηὐτυχήσαμεν νὰ συνομολογήσωμεν τὴν σύμβασιν τῆς
1551κατασκευῆς τοῦ σιδηροδρόμου Πειραιῶς–Λαρίσης–Συνόρων,
1552ἡμεῖς ἐν τῇ συμβάσει ἐκείνῃ ἐθέσαμεν τὸν ὅρον, ὅτι ἡ ἑται-
1553ρεία εἶναι ὑπόχρεως νὰ δώσῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὸ ποσόν, τὸ
1554ὁποῖον θὰ δαπανηθῇ εἰς χαρτονομίσματα ἐν τῷ ἐσωτερικῷ,
1555νὰ δώσῃ τὸ ποσὸν τοῦτο εἰς χρυσὸν πρὸς 1,46, καὶ βεβαίως
1556ἡ Κυβέρνησις ὠφελεῖται τοῦ ὅρου ἐκείνου τῆς συμβάσεως, καὶ
1557ἑπομένως παραλαμβάνει κατὰ τὴν χρῆσιν τοῦ 1903 ἐν πο-
1558σὸν χρυσοῦν πρὸς 1,46, ἐνῷ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1902
1559ὁ χρυσὸς ὁ διὰ τὰς ἀνάγκας τοῦ Κράτους ὑπελογίσθη πρὸς
15601,65 τὸ φράγκον! ἄρα ἔχει οἰκονομίαν 19 λεπτὰ κατὰ φράγ-
1561κον. Ἐρωτῶ, εἶναι αὕτη οἰκονομία ὀφειλομένη εἰς τὴν οἰκο-
1562νομικὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως, ἢ εἶναι οἰκονομία ὀφει-
1563λομένη εἰς τὰς ἐνεργείας τῆς σπατάλου Κυβερνήσεως, τῆς
1564ὁποίας εἶχον τὴν τιμὴν νὰ προεδρεύω; Καὶ τὸ ποσὸν τοῦτο,
1565Κύριοι, ἀνέρχεται εἰς δρ. 692,105, καὶ τοιουτοτρόπως φθά-
1566νομεν εἰς ποσὸν ἐν συνόλῳ δρ. 9,288,283.
1567Καὶ ἀνέφερα μόνον ἐκεῖνα τὰ κονδύλια, περὶ τῶν ὁποίων
1568δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ ἀμφισβήτησις. Δὲν εἰσέρχομαι εἰς
1569τὴν λεπτομερῆ ἐξέτασιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, εἰς τὴν ὁποίαν
1570κατ’ ἀνάγκην ἀργότερον θὰ εἰσέλθωμεν, καὶ δὲν εἰσέρχομαι
1571ὅπως ἀνεύρω ἐν ταῖς λεπτομερείαις ἐλαττώσεις πιστώσεων,
1572διότι ὁμολογῶ καὶ ἐγώ, ὅτι εἰς ἄλλα κεφάλαια ὑπάρχουσιν
1573αὐξήσεις δαπανῶν. Ἑπομένως ἐγὼ δὲν ἐξετάζω σήμερον, ἂν εἰς
1574τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν παρελείφθη ποσὸν 270,000
1575δραχμῶν διὰ κατασκευὴν νέων ἔργων. Ἐγὼ δὲν ἐξετάζω σή-
1576μερον, ἂν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν γίνεται οἰκονομία
1577334,418 δρ. ἐκ περιορισμοῦ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ναυτῶν καὶ ἑπο-
1578μένως ἐκ τῆς ἐλαττώσεως ἱματισμοῦ καὶ τροφῶν. Ἐὰν ἦναι
1579αὕτη οἰκονομία, ἡ ὁποία ἐπιτρέπεται καὶ σήμερον, εἰς τὴν
1580Βουλὴν ἀπόκειται νὰ κρίνῃ, ὅταν θὰ ἐξετάσῃ τὰ καθέκαστα
1581τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ἀλλὰ λέγω, ὅτι δὲν εἶναι οἰκονομία, ἐπὶ
1582τῇ ὁποίᾳ δύναται νὰ καυχηθῇ Κυβέρνησίς τις. Διατί νὰ
1583περιορίσῃ τὸν ἀριθμὸν τῶν ναυτῶν, ὅπως ἐπέλθῃ οἰκονομία
1584δρ. 334,418, καὶ νὰ μὴ ἀποφασίσῃ νὰ μὴ προσκαλέσῃ διόλου
1585ναύτας, καὶ νὰ δέσῃ τὰ πλοῖα, καὶ οὕτω νὰ κάμῃ οἰκονομίαν
1586πολὺ ἀνωτέραν; Τί παρατηρῶ ὅμως, Κύριοι, ἐν τοῖς προϋπο-
1587λογισμοῖς τῶν Ὑπουργείων Ναυτικῶν καὶ Στρατιωτικῶν;
1588Σπουδαῖαι εἶναι αἱ διαφοραὶ μεταξὺ τῶν προϋπολογισμῶν
1589τῶν ἐτῶν 1903 καὶ 1902, καὶ ὁμολογεῖ ὁ κύριος Ὑπουργὸς
1590τῶν Στρατιωτικῶν, ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς αὐτοῦ παρουσιά-
1591ζει, ἀπέναντι τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1902 διαφορὰν ἐπὶ
1592ἔλαττον δραχ. 1,770,280· καὶ ὁμολογεῖ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν
1593Ναυτικῶν, ὅτι μεταξὺ τοῦ προϋπολογισμοῦ αὐτοῦ καὶ τοῦ
1594προϋπολογισμοῦ τοῦ προκατόχου του ὑπάρχει διαφορὰ ἐπὶ
1595ἔλαττον δραχ. 460,360: Ἐὰν Κύριοι, αἱ διαφοραὶ αὗται
1596ἐπὶ ἔλαττον ἐν τοῖς δυσὶν Ὑπουργείοις ἐνδεικνύουσι δρᾶσιν
1597πρὸς σύνταξιν τῶν δυνάμεων τῆς πατρίδος, κατὰ τὴν φράσιν
1598τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Βουλῆς, ἂς τὸ κρίνῃ ἡ Βουλή,
1599ὅταν ἐξετάσῃ τὰ καθέκαστα τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν δύο
1600στρατιωτικῶν Ὑπουργείων.
1601Ὅταν λοιπόν, Κύριοι, ἀφαιρέσητε τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον
1602ἀνεξαρτήτως τῶν ἑτέρων ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ παρατη-
1603ρήσεων, ἃς ὑπέβαλον εἰς ὑμᾶς, δέον ἀναμφισβητήτως ν’ ἀφαι-
1604ρεθῇ, ὅταν ἐκ τοῦ ποσοῦ τῶν 9,288,283 ἀφαιρέσωμεν τὸ πο-
1605σὸν τῶν 7,734,168, κατὰ τὸ ὁποῖον ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ
16061903 εἶναι κατώτερος, ὡς πρὸς τὰ ἔξοδα, τοῦ Προϋπολογι-
1607σμοῦ τοῦ 1902, τότε ἔχομεν ἔξοδα ἐπὶ πλέον εἰς τὸν Προ-
1608ϋπολογισμὸν τοῦ 1903 κατὰ δραχ. 1,554,115.
1609Ἀλλὰ διὰ νὰ ἦμαι δίκαιος καὶ ἀκριβής, πρέπει νὰ ὁμο-
1610λογήσω, ὅτι ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1903 ἔχει δαπάνην δρ.
16112,934,590 ἀνωτέραν ἐκείνης τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1902
1612δι’ ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους.
1613Καὶ ταῦτα, Κύριοι, ὡς πρὸς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ
16141902 καὶ ὡς πρὸς τὴν σύγκρισιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ
16151903 πρὸς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1902. Εἶμαι πεπεισμέ-
1616νος, ὅτι ἄλλοι ἀμεσώτερον ἐνδιαφερόμενοι, ὅπως ἀναλύσωσι
1617τὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1902, θέλουσιν, ὅταν παραστῇ
1618ἡ κατάλληλος στιγμή, λάβει τὸν λόγον, ὅπως ἀμυνθῶσιν
1619ὑπὲρ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1902. Καθῆκον ὅμως ἱερὸν
1620εἶναι νὰ ἐπιμείνω περισσότερον ἐν τῇ συγκρίσει τοῦ προϋπο-
1621λογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ 1903 πρὸς τοὺς προϋπολογισμοὺς
1622τῶν ἐξόδων τῶν ἐτῶν 1899, 1900 καὶ 1901, διότι ἡ Κυ-
1623βέρνησις ἡ ὑπὸ τὴν προεδρίαν ἐμοῦ διεχειρίσθη σχεδὸν ὁλό-
1624κληρον τὴν πρώτην χρῆσιν τοῦ 1899, διεχειρίσθη ὁλόκλη-
1625ρον τὴν χρῆσιν τοῦ 1900, διεχειρίσθη δὲ δέκα μόνον μῆνας
1626τῆς χρήσεως τοῦ 1901, διότι κατὰ τὸν Νοέμβριον τοῦ 1901
1627κατέλιπε τὴν ἀρχήν.
1628Ἔχω ἀνάγκην, Κύριοι, νὰ προβῶ εἰς τὴν σύγκρισιν ταύ-
1629την, διότι εἶναι καιρὸς πλέον νὰ ἀποδειχθῇ, ἂν πράγματι
1630τὸ κόμμα ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐπὶ 30 μῆνας διηύθυνε τὰ τῆς
1631χώρας, ἂν τὸ κόμμα ἐκεῖνο εἶναι ἄξιον τοῦ ἀναθέματος, τὸ
1632ὁποῖον πολλάκις ὁ κύριος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ῥίπτει
1633κατ’ αὐτοῦ, ἂν εἶναι ἄξιον τῆς ἐπὶ σπατάλῃ κατηγορίας, ἣν
1634πολλάκις ἠκούσαμεν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ἐν ὀνόματι τῆς
1635ὁποίας κωλυσιεργία πάντοτε ἐγένετο, ὅπως ματαιώσῃ πᾶ-
1636σαν ἐργασίαν τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως, κατηγορία, ἡ
1637ὁποία ἀπηγγέλθη καὶ ἐπανελήφθη τὴν ἑσπέραν ταύτην ἀπὸ
1638τοῦ βήματος τούτου. Εἶπεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνή-
1639σεως, παραβάλλων τὰ τρία ταῦτα ἔτη πρὸς τὸ 1896, —τὸ
1640ὁποῖον ὑπεραγαπᾷ ὁ κ. Πρωθυπουργός, ἀλλὰ τοῦ ὁποίου ἡ
1641στοργὴ θὰ μειωθῇ, ὅταν ἀναλογισθῇ τὸν Προϋπολογισμόν,
1642ὃν ὑπέβαλε τὴν ἑσπέραν ταύτην πρὸς τὴν Βουλήν,—εἶπεν ὁ
1643κ. Πρωθυπουργός, παραβάλλων τοὺς τρεῖς ἐκείνους Προϋπο-
1644λογισμοὺς πρὸς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1896: «50 ἑκατομ-
1645μύρια ἐν ὅλῳ ἐσπαταλήθησαν, καὶ ποία θὰ ἦτο ἡ τύχη τῆς
1646χώρας, ἂν ἀπέναντι τῆς σπατάλης ταύτης εἴχομεν μόνον
1647τὰ ἔσοδα τοῦ 1896;» Ἐσπαταλήθησαν 50,000,000! Καὶ
1648λησμονεῖ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς τὴν αὔξησιν τοῦ δημοσίου χρέους
1649καὶ τὴν αὔξησιν τῶν συντάξεων; Ἀλλὰ λησμονεῖ τὰ πάντα!
1650Ἐὰν ὅμως θέλῃ νὰ λησμονῇ τὰ πάντα, τὰ ἔργα ἀποδει-
1651κνύουσιν, ὅτι ἡ κατηγορία του εἶναι ἀβάσιμος, εἶναι ψευ-
1652δής. Διότι, ἂν ἡμεῖς ἐσπαταλήσαμεν 50,000,000, καὶ ἂν
1653διὰ τῆς μεθόδου τῆς διαιρέσεως, ἣν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐφήρ-
1654μοσε τὴν ἑσπέραν ταύτην, ἀνεβίβασε τὴν σπατάλην εἰς δρ.
165516,000,000 κατ’ ἔτος, ἐρωτῶ, δὲν δικαιοῦμαι ν’ ἀκολου-
1656θήσω τὴν τακτικὴν αὐτοῦ, καὶ νὰ παραβάλω τὸν Προϋπολο-
1657γισμὸν τοῦ 1903, ὃν ὑπέβαλε, πρὸς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ
16581896, καὶ νὰ τῷ εἴπω: «τὸ 1896 ὁ Προϋπολογισμὸς ἦτο
165996,000,000, ἀλλ’ ὁ σημερινὸς ἀνέρχεται εἰς 114,000,000
1660ἄρα σπαταλᾶτε καὶ ὑμεῖς 18,000,000»; Ἁπλοῦς ὁ συλ-
1661λογισμός. Καὶ τὸν συλλογισμὸν αὐτὸν δύναμαι νὰ στρέψω
1662ἐναντίον σας, καὶ θὰ τὸν ἔστρεφον ἐναντίον σας, ἂν ἠκολού-
1663θουν τὴν πολιτικὴν ὑμῶν. Ἀλλὰ δὲν ἐπιτρέπεται εἰς ἐμέ,
1664ἐπιθυμοῦντα νὰ λέγω τὰ ἀληθῆ, νὰ στρέψω τὸ ἐπιχείρημα
1665τοῦτο καθ’ ὑμῶν. Διότι ὀφείλω νὰ ἀναγνωρίσω, ὅτι κατὰ
1666τὸ 1903 ὑπάρχουν δαπάναι ἀπαραίτητοι, αἱ ὁποῖαι πρέπει
1667νὰ προστεθῶσιν. Ἀλλὰ τοῦτο καθῆκον εἶχεν ὁ κ. Πρωθυ-
1668πουργὸς νὰ μὴ λησμονῇ, ὅτε ἐξήταζε τοὺς Προϋπολογισμοὺς
1669τῶν ἐτῶν 1899, 1900 καὶ 1901, καὶ νὰ μὴ προστρέχῃ εἰς
1670μέσα, τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ χρησιμεύσωσιν, ὅπως τὸ ἔδαφος,
1671ἐφ’ οὗ στηρίζεται ἓν κόμμα, διασαλευθῇ, ὅπως παρασυρθῇ ὁ
1672λαός, ὁ μὴ δυνάμενος νὰ ἐγκύψῃ εἰς τὰ καθέκαστα τῶν ἀριθ-
1673μῶν, ἀλλὰ τὰ ὁποῖα δὲν ἐπιτρέπονται ἐν τῷ ἀνταγωνισμῷ
1674τῷ πολιτικῷ. Καὶ δὲν ἐπιτρέπονται, διότι θᾶττον ἢ βράδιον
1675ἔρχεται ἡ στιγμή, καθ’ ἣν ἀποδεικνύεται τὸ ἀβάσιμον τῶν
1676μέσων, καὶ ἀποδεικνυομένου τοῦ ἀβασίμου, δὲν ἠξεύρω, ἂν
1677τὰ μέσα ταῦτα δύνανται νὰ θεωρηθῶσιν ὡς μέσα ἐπιτρεπό-
1678μενα παρὰ τῆς πολιτικῆς ἠθικῆς.
1679Αἱ πιστώσεις διὰ τὰ ἔξοδα τοῦ ἔτους 1903 ἀνέρχονται
1680εἰς 114,151,539. Ποῖαι εἶναι αἱ πιστώσεις διὰ τὸ 1899,
1681τὸ πρῶτον ἔτος τῆς διοικήσεως ἡμῶν; 103,418,273. Δια-
1682φορὰ ἐπὶ ἔλαττον κατὰ τὸ ἔτος 1899 δραχ. 10,733,266.
1683Καὶ ἂν ἠκολούθουν τὴν μέθοδον, ἣν ἐπὶ τετραετίαν ἠκολού-
1684θησεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, θὰ ἠδυνάμην νὰ σταματήσω ἐδῶ,
1685καὶ νὰ εἴπω: διαφορὰ ἐπὶ ἔλαττον 10,733,266, ἄρα σπα-
1686τάλη ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1903 δραχ. 10,733,266.
1687Ἀλλὰ δὲν θὰ τὸ πράξω. Θὰ εἴπω τὴν ἀλήθειαν, καὶ θὰ
1688εἴπω, ὅτι δέον νὰ ἀφαιρεθῇ ἐκ τοῦ ποσοῦ τῶν 10,733,266
1689ποσὸν δραχ. 6,967,893. Καὶ διατὶ τοῦτο; Διότι, ἐνῷ τὸ
1690δημόσιον χρέος κατὰ τὸ 1899 ἀπῄτει πίστωσιν δραχμῶν
169129,706,000, ἡ πίστωσις ἡ ἀπαιτουμένη διὰ τὸ δημόσιον
1692χρέος τὸ 1903 ἀνέρχεται εἰς δρ. 36,673,893. Ἄρα ὑπάρχει
1693ἐπὶ πλέον διαφορὰ διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους
1694κατὰ τὸ παρὸν ἔτος ἐκ δραχ. 6,967,893. Νομίζω δὲ, ὅτι
1695ἔχω τὸ καθῆκον, τὸ ποσὸν τοῦτο νὰ ἀφαιρέσω, καὶ τότε αἱ
1696πιστώσεις διὰ τὰ ἔξοδα τοῦ 1903 ὑπερβαίνουσι τὰς πι-
1697στώσεις διὰ τὰ ἔξοδα τοῦ 1899 κατὰ δρ. 3,765,373.
1698Ἀλλὰ δὲν σταματῶ ἐνταῦθα, Κύριοι, διότι προβλέπω,
1699ὅτι θὰ μοὶ ἀντιτάξωσιν, ὅτι κατὰ τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ
17001899 ἐζητήθησαν ἀναπληρωματικαὶ πιστώσεις ἐκ δραχμῶν
17017,539,873. Βλέπετε ὅτι, προκειμένου περὶ ἐμοῦ καὶ τῆς
1702διοικήσεώς μου, δὲν κατέρχομαι εἰς τὸ ἐπιχείρημα, εἰς ὃ
1703ἠδυνάμην νὰ κατέλθω καὶ νὰ εἴπω: διατὶ ζητεῖτε νὰ προσ-
1704τεθῶσιν ἀναπληρωματικαὶ πιστώσεις εἰς τὴν χρῆσιν τοῦ
17051899, ὅταν δὲν ἠξεύρωμεν πόσας ἀναπληρωματικὰς πιστώ-
1706σεις θὰ ζητήσητε ὑμεῖς κατὰ τὸ 1903; Ἀλλ’ ἐγὼ, βλέ-
1707πετε, ὑποθέτω πρὸς στιγμὴν, ὅτι δὲν θὰ ζητήσητε ἀναπλη-
1708ρωματικὰς πιστώσεις, καὶ προσθέτω τὰς ἀναπληρωματι-
1709κὰς πιστώσεις τὰς ζητηθείσας. Ἀλλὰ τότε σᾶς λέγω: ἂς
1710λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν τὸν ἀπολογισμὸν, καὶ ἂς ἴδωμεν εἰς ποῖον
1711ποσὸν ἀνῆλθον αἱ δαπάναι τῆς χρήσεως τοῦ 1899. Ἀνῆλ-
1712θον αὗται εἰς δραχ. 104,608,512, ἤτοι ὑπερέβησαν τὰς πι-
1713στώσεις τοῦ Προϋπολογισμοῦ κατὰ δραχ. 1,190,239 μόνον.
1714Ἐὰν ἀφαιρέσω τὸ ποσὸν τοῦτο ἐκ τοῦ ἀνωτέρω, τῶν δραχ.
17153,765,373, ὅπερ ἀποτελεῖ τὴν ἐπὶ ἔλαττον διαφορὰν τῶν
1716δαπανῶν τοῦ 1899 ἀπέναντι τῶν προβλεπομένων δαπανῶν
1717τοῦ 1903, πάλιν ὑπολείπεται ἡ χρῆσις τοῦ 1899 τῶν πι-
1718στώσεων τῆς χρήσεως τοῦ 1903 κατὰ δραχμὰς 2,575,134.
1719Ἀλλὰ θέλω νὰ ἦμαι ἀκριβέστερος, διότι δὲν ἀρέσκομαι εἰς
1720λογιστικὰ παίγνια, καὶ ἑπομένως προσθέτω ἀκόμη, ὅτι δι-
1721καιοῦσθε νὰ μοὶ εἴπητε, ὅτι εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ
17221899 δὲν ὑπῆρχε ποσὸν 1,000,000, τὸ ὁποῖον ἀποτελεῖ τὴν
1723τρίτην δόσιν τοῦ δανείου τοῦ Σιδηροδρόμου Πελοποννήσου,
1724καὶ ὅτι τὸ ποσὸν τοῦτο ὑπάρχει ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ
17251903, καὶ ἑπομένως πρέπει νὰ ἐκπέσω ἐκ τοῦ ποσοῦ τῶν
1726δρ. 2,575,134, τοῦ ἀποτελοῦντος τὴν διαφορὰν μεταξὺ τοῦ
1727προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ 1903 καὶ τῶν ἐξόδων τοῦ
17281899, τὸ ποσὸν τοῦ 1,000,000 δρ. Ἀφαιρῶ τὸ ποσὸν τοῦτο,
1729ἀλλὰ τότε πρέπει νὰ μοὶ ἀφαιρέσητε καὶ σεῖς ἓν ποσὸν δρ.
17301,000,000 ὡς ἔγγιστα, διαφορὰν τοῦ συναλλάγματος, ἣν
1731ὀφείλετε εἰς τὴν σύμβασιν τοῦ Σιδηροδρόμου Λαρίσσης· διότι,
1732ἐνῷ εἴχομεν συναλλαγματικὴν διαφορὰν 1,65 τότε, ἔχετε τώρα
1733συναλλαγματικὴν διαφορὰν εἰς τὰς πλείστας τῶν δαπανῶν
1734τῶν Ὑπουργείων δρ. 1,46· ἡ διαφορὰ δὲ τῶν 19 λεπτῶν μᾶς
1735δίδει ὡς ἔγγιστα ἓν ἑκατομμύριον. Καὶ ἑπομένως μένει στα-
1736θερὰ διαφορὰ μεταξὺ τῶν δύο Προϋπολογισμῶν, λαμβανο-
1737μένων ὑπ’ ὄψει τῶν ἀναπληρωτικῶν πιστώσεων τοῦ ἑνὸς, τῶν
1738τοῦ δὲ ἄλλου μὴ λαμβανομένων ὑπ’ ὄψιν, μένει διαφορὰ κα-
1739θαρὰ δρ. 2,575,134.
1740Καὶ ταῦτα ὡς πρὸς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1899.
1741Ἔρχομαι εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1900. Αἱ πιστώ-
1742σεις τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1903 ἀνέρχονται, ὡς ἤδη εἶ-
1743πον, εἰς 114,151,539· αἱ πιστώσεις τοῦ 1900 ἀνέρχονται
1744εἰς 110,027,652. Διαφορὰ μεταξὺ τῶν δύο δρ. 4,123,887.
1745Ἀφαιρῶ τὴν ἐπὶ πλέον δαπάνην διὰ τὸ δημόσιον χρέος,
1746ἀνερχομένην εἰς 3,250,877, διότι ἡ χρῆσις τοῦ 1903 ἔχει
174736,673,893, καὶ ἡ χρῆσις τοῦ 1900 δρ. 33,423,016, καὶ
1748ἔχω διαφορὰν ἐπὶ πλέον κατὰ τὸ 1903 ἐκ δρ. 873,010. Ἐκ
1749δὲ τοῦ ἀπολογισμοῦ τοῦ προσωρινοῦ, ἢ μᾶλλον ἐκ τῆς Δια-
1750δηλώσεως τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, ἵνα ἦμαι ἀκόμη ἀκρι-
1751βέστερος, προκύπτει, ὅτι αἱ δαπάναι τοῦ 1900 ἀνῆλθον εἰς
1752δραχ. 109,271,901, ἤτοι ἐπὶ ἔλαττον τῶν πιστώσεων τοῦ
1753Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1900 κατὰ δραχμὰς 755,751. Ὥστε
1754ἡ χρῆσις τοῦ 1900 ὑπολείπεται τῶν πιστώσεων τοῦ 1903
1755κατὰ 1,628,761. Καὶ ἐδῶ θὰ προσθέσω τὰ τοῦ 1,000,000
1756τοῦ Σιδηροδρόμου Πελοποννήσου, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ προσ-
1757τεθῇ. Ἀλλ’ ἔχομεν ἀπέναντι τὴν συναλλαγματικὴν δια-
1758φορὰν, καὶ ἑπομένως μένει τὸ ποσὸν σταθερόν. Ἑπομένως
1759παραβαλλόμενος ὁ Προϋπολογισμὸς ὁ σήμερον εἰς τὴν Βουλὴν
1760ὑποβληθεὶς πρὸς τοὺς Προϋπολογισμοὺς καὶ ἀπολογισμοὺς
1761τῶν ἐτῶν 1899 καὶ 1900, παρουσιάζει ὁ Προϋπολογισμὸς
1762τοῦ 1903 δαπάνας κατὰ δρ. 2,575,134 ἀνωτέρας τοῦ πρώ-
1763του Προϋπολογισμοῦ, κατὰ 1,628,761 ἀνωτέρας τοῦ δευ-
1764τέρου Προϋπολογισμοῦ.
1765Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀλήθεια, καὶ ἡ ἐκ τῶν ἀριθμῶν προκύ-
1766πτουσα ἀλήθεια εἶναι ἀναμφισβήτητος, διότι ἔχομεν τὸν
1767ὁριστικὸν ἀπολογισμὸν τοῦ 1899, ἔχομεν τὴν Διαδήλωσιν
1768τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου διὰ τὴν χρῆσιν τοῦ 1900.
1769Καὶ ἔρχομαι εἰς τὸ 1901. Κατὰ τὸ 1901 εἴχομεν πι-
1770στώσεις δρ. 112,411,621, ἀπέναντι πιστώσεων Προϋπολο-
1771γισμοῦ τοῦ 1903 δρ. 114,151,539. Διαφορὰ ἐπὶ πλέον τὸ
17721903 δρ. 1,739,918. Ἀφαιρεῖται ἡ ἐκ τοῦ δημοσίου χρέους
1773διαφορὰ μεταξὺ τῆς χρήσεως τοῦ 1903 ἐκ δρ. 36,673,893
1774καὶ τῆς τοῦ 1901 ἐκ 33,739,303· ἐπὶ ἔλαττον πιστώσεις
1775κατὰ τὸ 1903 ἐκ δρ. 1,194,672. Ὁμολογῶ, ὅτι ὑπάρχει
1776διαφορὰ 1,194,672 ἐπὶ ἔλαττον ὑπὲρ τοῦ Προϋπολογισμοῦ
1777τοῦ ὑποβληθέντος τὴν ἑσπέραν ταύτην. Ἀλλὰ δὲν πρέπει νὰ
1778λησμονήσητε, ὅτι τὴν χρῆσιν τοῦ 1901 διεχειρίσθημεν ἡμεῖς
1779διὰ τοὺς πρώτους 10 μῆνας μόνον, οὐδεμία δὲ ἀμφιβολία,
1780ὅτι, ἂν εἴχομεν τὸ εὐτύχημα νὰ διαχειρισθῶμεν τὴν χρῆσιν
1781ταύτην μέχρι τέλους, ἡ διαφορὰ θὰ ἦτο σπουδαιοτάτη ὡς
1782πρὸς τὰ ἔσοδα, σπουδαία δὲ καὶ ὅσον ἀφορᾷ τὰ ἔξοδα, διότι
1783ἠθέλομεν ἐξοικονομήσει ἔξοδά τινα.
1784Τὰ διδόμενα τοῦ παρελθόντος, ἡ σύγκρισις μεταξὺ βε-
1785βαιώσεων καὶ εἰσπράξεων τῶν ἐτῶν 1899 καὶ 1900 πρὸς τὸ
1786ἔτος 1901, ἡ οἰκονομία, ἣν ἐν τῇ ἐκτελέσει παρουσιάζουσιν
1787οἱ Προϋπολογισμοὶ τῶν ἐτῶν 1899 καὶ 1900, μὲ πείθει περὶ
1788τοῦ βασίμου τοῦ ἰσχυρισμοῦ μου. Ἀλλὰ καὶ ἡ διαφορὰ αὕτη
1789τῶν δραχμῶν 1,194,672 καλύπτεται ὁλοσχερῶς ἐκ τοῦ κέρ-
1790δους, ὅπερ θὰ πορισθῇ τὸ Δημόσιον ἐκ τῆς χρησιμοποιήσεως
1791τοῦ εἰς χρυσὸν δανείου τοῦ Σιδηροδρόμου Λαρίσης, οὗ ἕνεκεν
1792ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἠλάττωσε τὰς πιστώσεις τῶν
1793διαφόρων Ὑπουργείων, τὰς ὑπὸ τὸ κεφάλαιον «νομισματικὴ
1794διαφορὰ τῶν εἰς χρυσῶν πληρωμῶν».
1795Ἐξ ὅσων ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ εἴπω εἰς τὴν Βουλὴν ἀπο-
1796δεικνύεται, ὅτι, ὡς πρὸς τὰ ἔξοδα, ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ
17971903, ἀντὶ νὰ παρουσιάσῃ διαφορὰν ἐπὶ ἔλαττον δραχμῶν
179814,000,000, διὰ τῆς ὁποίας σκοποῦσι νὰ καταπλήξωσι τὸν
1799κόσμον, παρουσιάζει διαφορὰν ἐπὶ πλέον δρ. 2,575,134 πρὸς
1800τὸν ἀπολογισμὸν τοῦ 1899, διαφορὰν ἐπὶ πλέον 1,628,761
1801πρὸς τὸν ἀπολογισμὸν τοῦ 1900, καὶ οὐδεμίαν σχεδὸν δια-
1802φορὰν πρὸς τὸν ἀπολογισμὸν τοῦ 1901.
1803Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, πολλάκις ἀπὸ τοῦ βήματος ἐξετάζων
1804τὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, καὶ συγκρίνων τοὺς Προϋπολογι-
1805σμοὺς τῶν ἐτῶν 1899, 1900 καὶ 1901 πρὸς τὸν Προϋπο-
1806λογισμὸν τοῦ 1896, καὶ θέλων νὰ ἐξακριβώσῃ τὰ ἔξοδα τῆς
1807διοικήσεως, ὑπεστήριξεν ὅτι, ὅπως δυνηθῇ τις νὰ ἐξακρι-
1808βώσῃ τοῦτο, δέον ν’ ἀφαιρεθῶσιν ἐκ τῶν Προϋπολογισμῶν αἱ
1809πιστώσεις πρῶτον δι’ ὑποχρεώσεις τοῦ Κράτους, δεύτερον
1810διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους, τρίτον δι’ ἀποδό-
1811σεις ἐν γένει, τέταρτον δι’ ἔξοδα κεκλεισμένων καὶ διαγε-
1812γραμμένων χρήσεων, καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἀρχῶν τούτων
1813προβαίνει εἰς τὴν ἐξέτασιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1903
1814καὶ τοῦ 1896.
1815Καὶ ὅσον μὲν ἀφορᾷ τὸ ἔτος 1903, ἔχομεν δι’ ὑποχρεώ-
1816σεις τοῦ Κράτους δρ. 8,574,698, διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δη-
1817μοσίου χρέους δρ. 36,673,893, δι’ ἀποδόσεις ἐν γένει δραχ.
18183,841,178, δι’ ἔξοδα κεκλεισμένων καὶ διαγεγραμμένων
1819χρήσεων 266,276· σύνολον 49,356,045. Ἀφαιρουμένου τοῦ
1820ποσοῦ τούτου ἀπὸ τὸ ὁλικὸν ποσὸν τῶν ἐξόδων, μένουσιν ἔξοδα
1821διὰ τὴν ἐν γένει διοίκησιν κατὰ τὸ 1903 δρ. 64,795,494.
1822Ἐπιτραπήτω μοι, ἵνα τὴν αὐτὴν ἐργασίαν κάμω διὰ τοὺς
1823Προϋπολογισμοὺς τοῦ 1899, 1900 καὶ 1901, ἵνα ἴδωμεν,
1824ἂν τὰ ἔξοδα τῆς ἐν γένει διοικήσεως τῶν ἐτῶν τούτων εἶναι
1825ἀνώτερα τῶν τοῦ ἔτους 1903.
1826Κατὰ τὸ ἔτος 1899 αἱ ὑποχρεώσεις τοῦ Κράτους ἦσαν δρ.
18278,528,134, ἡ ὑπηρεσία τοῦ δημοσίου χρέους 29,706,010,
1828αἱ ἀποδόσεις 1,991,630, τὰ ἔξοδα διαγεγραμμένων καὶ κε-
1829κλεισμένων χρήσεων 3,277,883· ἐν συνόλῳ 43,503,657.
1830Ἐὰν ἀφαιρέσωμεν ταῦτα ἐκ τοῦ ὁλικοῦ ποσοῦ τῶν ἐξόδων
1831δραχ. 104,608,512, ἔχομεν διὰ τὴν ἐν γένει διοίκησιν δραχ.
1832104,61,855. Ἄν παραβάλωμεν τὰ ἔξοδα ταῦτα τῆς διοική-
1833σεως πρὸς τὰ ἔξοδα τοῦ 1903, ἀνερχόμενα εἰς 64,795,494
1834ἔχομεν ἐπὶ πλέον διαφορὰν ἐξόδων διοικήσεως κατὰ τὸ 1903
18353,690,639. Ἄν εἰς ταῦτα προσθέσωμεν τὸ τυχαίως ἀποκτη-
1836θὲν ὑπὸ τοῦ Δημοσίου κέρδος ἐν ταῖς πιστώσεσι τῶν Ὑπουρ-
1837γείων ὑπὸ τὸν τίτλον «νομισματικὴ διαφορὰ τῶν εἰς χρυσὸν
1838πληρωμῶν» διὰ τῆς χρησιμοποιήσεως τοῦ εἰς χρυσὸν δανείου
1839τοῦ Σιδηροδρόμου Πειραιῶς–Λαρίσσης ἐκ δραχ. 1,281,668,
1840φθάνομεν εἰς τὸ ποσὸν δρ. 4,972,307. Ἀλλὰ δέον νὰ ἐκπεσθῇ
1841ἐκ τοῦ ποσοῦ τούτου ἡ πίστωσις τοῦ Σιδηροδρόμου Πελοπον-
1842νήσου 1,000,000, καὶ ἔχομεν 3,972,307. Οὕτως ἡ ἐπὶ πλέον
1843διαφορὰ τῶν ἐξόδων διοικήσεως τοῦ 1903 ἐν συγκρίσει πρὸς
1844τὰ τοῦ 1899 ἀνέρχεται εἰς δρ. 3,972,307.
1845Προβαίνω εἰς τὴν σύγκρισιν τῶν δαπανῶν διοικήσεως διὰ
1846τὸ ἔτος 1900. Ὑποχρεώσεις τοῦ Κράτους 8,567,221. Δη-
1847μόσιον χρέος 33,423,016. Ἀποδόσεις 2,441,032. Ἔξο-
1848δα κεκλεισμένων καὶ διαγεγραμμένων χρήσεων 1,530,439.
1849Σύνολον 45,961,708. Ἀφαιρουμένου τούτου ἐκ τοῦ συνόλου
1850τῶν δαπανῶν, ἀνερχομένων εἰς δρ. 109,271,901, ἔχομεν δα-
1851πάνας διὰ τὴν ἐν γένει διοίκησιν δρ. 63,310,193, καὶ ἑπομέ-
1852νως διαφορὰν ἐξόδων διοικήσεως ἐπὶ πλέον κατὰ τὸ 1903
1853ἐκ δραχ. 1,485,301. Εἰς τὸ ποσὸν τοῦτο δέον νὰ προστεθῇ
1854τὸ κέρδος ἐκ νομισματικῆς διαφορᾶς 1,281,668, καὶ ἔχο-
1855μεν ποσὸν δρ. 2,766,969. Δέον ὅμως νὰ ἐκπεσθῇ ἡ εἰς τὸν
1856Προϋπολογισμὸν τοῦ 1903 περιλαμβανομένη πίστωσις διὰ
1857τὴν πρὸς τὸν Σιδηρόδρομον Πειραιῶς–Ἀθηνῶν–Πελοποννήσου
1858πληρωμὴν τῆς τρίτης καὶ τελευταίας δόσεως τοῦ χρεωλυτι-
1859κοῦ δανείου ἐκ δραχ. 1,000,000. Οὕτως ἡ ἐπὶ πλέον δια-
1860φορὰ τῶν ἐξόδων διοικήσεως τοῦ 1903 ἐν συγκρίσει πρὸς τὰ
1861τοῦ 1900 ἀνέρχεται εἰς δραχ. 1,766,969.
1862Ἔρχομαι τέλος εἰς τὴν σύγκρισιν τῶν δαπανῶν διοική-
1863σεως διὰ τὸ ἔτος 1901. Ὑποχρεώσεις τοῦ Κράτους δραχ.
18648,694,607. Δημόσιον χρέος δραχ. 33,739,303. Ἀποδό-
1865σεις 5,513,548. Ἔξοδα κεκλεισμένων καὶ διαγεγραμμέ-
1866νων χρήσεων δραχ. 1,137,715. Σύνολον δρ. 49,085,173,
1867αἵτινες, ἀφαιρούμεναι ἐκ τοῦ συνόλου τῶν δαπανῶν τοῦ ἔτους
18681901 δραχ. 114,138,752, ἀφίνουσι διὰ τὴν ἐν γένει διοί-
1869κησιν δρ. 65,053,579, αἵτινες, παραβαλλόμεναι πρὸς τὰς
1870τοῦ ἔτους 1903 ἐκ δραχ. 64,795,494, δίδουσιν ἐπὶ ἔλατ-
1871τον διαφορὰν ἐξόδων διοικήσεως κατὰ τὸ 1903 ἐκ δραχμῶν
1872258,085. Ἔναντι ὅμως τῆς διαφορᾶς ταύτης δέον νὰ λη-
1873φθῇ ὑπ’ ὄψιν τὸ τυχαίως ἐν τῇ χρήσει τοῦ 1903 ἀποκτηθὲν
1874ὑπὸ τοῦ Δημοσίου ἐν ταῖς πιστώσεσι τῶν Ὑπουργείων ὑπὸ
1875τὸν τίτλον «νομισματικὴ διαφορὰ τῶν εἰς χρυσὸν πληρωμῶν»
1876διὰ τῆς χρησιμοποιήσεως τοῦ εἰς χρυσὸν δανείου τοῦ σιδηρο-
1877δρόμου Πειραιῶς–Λαρίσης ἐκ δραχμῶν 1,281,668. Οὕτως
1878ἡ ἐπὶ πλέον διαφορὰ τῶν ἐξόδων διοικήσεως τοῦ 1903 ἐν
1879συγκρίσει πρὸς τὴν τοῦ ἔτους 1901 ἀνέρχεται εἰς δραχμὰς
18801,023,583.
1881Λυποῦμαι, Κύριοι, διότι ἠναγκάσθην νὰ εἰσέλθω εἰς τόσα
1882καθέκαστα, καὶ νὰ κουράσω ὑμᾶς· ἀλλὰ ὁμολογῶ, ὅτι μετ’
1883ἀγωνίας περιέμενον τὴν ἡμέραν ταύτην, διότι κατὰ ταύτην
1884ἐπρόκειτο ν’ ἀποδειχθῇ, ἂν ἡ οἰκονομικὴ ἡμῶν πολιτικὴ ἔδει
1885νὰ καταδικασθῇ ὡς καταστρέψασα τὴν χώραν καὶ διὰ τὰ
1886ὑπέρογκα εἰσπραχθέντα ἔσοδα καὶ διὰ τὴν σπατάλην αὐτῶν.
1887Πρέπει νὰ ὁμολογήσω, ὅτι ηὐχόμην νὰ ἀποδειχθῇ, ὅτι εἴ-
1888μεθα ἄξιοι καταδίκης· διότι, ἂν ἀπεδεικνύετο, ὡς διετεί-
1889νετο ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι ἠδύνατο ὁ τόπος νὰ
1890κυβερνηθῇ μὲ 13,000,000 ἢ 10,000,000 ὀλιγώτερα τῶν
1891παρ’ ἡμῶν δαπανηθέντων, ἠθέλομεν δυνηθῆ διὰ τῶν τακτι-
1892κῶν πόρων τοῦ Προϋπολογισμοῦ νὰ ἐπαρκέσωμεν εἰς τὰς ἐπι-
1893τακτικὰς ἀνάγκας τῆς χώρας.
1894Ἀλλὰ δὲν ἐπῆλθεν ἐκ τῆς συζητήσεως ἡ καταδίκη ἡμῶν,
1895ἀλλ’ ἡ πλήρης ἀπόδειξις, ὅτι ὡς πρὸς τὰ ἔσοδα οὐδὲν ἕτε-
1896ρον ἐπράξαμεν ἢ ὅ,τι ὠφείλομεν νὰ πράξωμεν καὶ ὅ,τι σή-
1897μερον πράττετε ὑμεῖς, ὑπολογίζοντες μάλιστα ἔσοδα κατὰ
1898πολὺ ἀνώτερα τῶν παρ’ ἡμῶν προϋπολογισθέντων· ὡς πρὸς
1899δὲ τὰ ἔξοδα, ὅτι ὑπήρξαμεν ἡμεῖς φειδωλότεροι ὑμῶν, καὶ
1900ὅτι ἑπομένως οὐδεμίαν σπουδαιότητα ἔχουσιν αἱ καθ’ ἡμῶν
1901κατηγορίαι. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς ἀριστερᾶς).
1902§42Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). (Ὅρα Πα-
1903ράρτημα).
1904§43ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει τις τὸν λόγον;
1905§44ΑΛΕΞ. ΣΠ. Κ. ΡΩΜΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησια-
1906στικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Λαμβάνω τὴν τι-
1907μὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν τὰ ἑξῆς νομοσχέδια:
19081) Περὶ μέσης ἐκπαιδεύσεως.
19092) Περὶ συνδρομῆς τοῦ Δημοσίου τοῖς δήμοις διὰ τὰ ἔξοδα
1910τῆς ἐν αὐτοῖς στοιχειώδους ἢ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως.
19113) Περὶ τοῦ προσωπικοῦ τῆς Ἀρχαιολογικῆς ὑπηρεσίας
1912καὶ τῶν δαπανῶν αὐτῆς.
19134) Περὶ δαπανῶν τῆς ἀνωτέρας ἐκπαιδεύσεως.
19145) Περὶ καταργήσεως τῶν διὰ τοῦ περὶ διοικητικῆς διαι-
1915ρέσεως τῆς Ἐπικρατείας ΒΧΔʹ νόμου τοῦ 1899 προστεθει-
1916σῶν θέσεων ἐπιθεωρητῶν τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως καὶ
1917περὶ συμπληρώσεως τῶν διατάξεων τοῦ περὶ ταύτης ΒΤΜΘʹ
1918νόμου.
1919§45ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Πα-
1920ράρτημα, ἀριθ. 104–108).
1921Ἡ ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους ἐπιτροπὴ παρα-
1922καλεῖται νὰ συνέλθῃ τάχιστα καὶ ἐπιληφθῇ τῶν ἐργασιῶν της.
1923Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρα 7 μ. μ.)