1903.01.30
2,441 rows · 18,969 words · 199 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 20
τῆς 30 Ἰανουαρίου 1903.
(Πέμπτη).
(Προεδρεύοντος τοῦ προσωρινοῦ Προέδρου κ. Ε. Τσαρλαμπᾶ).
(Γενομένης ἀπαρτίας ὥρᾳ 10 καὶ 30′ π. μ. ἀναγινώσκονται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀντίρρησις ἐπὶ τῶν πρακτικῶν;
§2Λ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, χθὲς προτοῦ φθάσωμεν εἰς τὴν ἐκλογὴν Ναυπακτίας εἶχον ζητήσει τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἐκλογῆς ταύτης· μετὰ τὴν ὑποβολὴν ὅμως τῆς ἐνστάσεως ἀπαρτίας τοσοῦτος θόρυβος ἐπεκράτει, ὥστε οὐδεὶς πλέον ἀντελαμβάνετο περὶ τίνος ἐπρόκειτο· ἐγὼ δὲν ἀντελήφθην, ὅτι ἐπρόκειτο περὶ τῆς ἐκλογῆς Ναυπακτίας, καὶ οὐδεὶς τῶν Βουλευτῶν ἀντελαμβάνετό τι ἕνεκα τοῦ σάλου, ὁ ὁποῖος ἐπεκράτει...
§3Ι. Γ. ΡΟΥΦΟΣ. Πάντες ἀντελήφθημεν, ὅτι ἐπεκυρώθησαν διάφοραι ἐκλογαί.
§4Λ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. .. Ἔχω δὲ λόγον νὰ πιστεύω, ὅτι οὐδεὶς τῶν Βουλευτῶν ἀντελήφθη περὶ τίνος ἐπρόκειτο, διότι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ παρέλθῃ ἀπαρατήρητος καὶ ἀσυζητητὶ ἡ ἐκλογὴ Ναυπακτίας, εἰς τὴν ὁποίαν εἶναι πανθομολογούμενον, ὅτι ἐν τῷ δήμῳ Ἀποδοτίας ἐγένοντο φοβεραὶ καλπονοθεύσεις. Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ εὑρεθῇ Βουλή, ἡ ὁποία νὰ εἴπῃ, ὅτι τοιαύτη πρᾶξις ἔκρυθμος ἔχει κῦρος, καὶ νὰ ἐπικυρώσῃ τὴν ἐκλογὴν ταύτην; Νομίζω λοιπὸν, ὅτι δι’ ὑφαρπαγῆς δὲν πρέπει νὰ λαμβάνωνται αἱ ἀποφάσεις τῆς Βουλῆς· νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ δίδητε μεγαλειτέραν προσοχήν. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ληφθῇ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς, χωρὶς νὰ ἀντιλαμβάνηται ἡ Βουλὴ περὶ τίνος ἀντικειμένου πρόκειται. Ἐγὼ ἤθελον νὰ ὁμιλήσω, ἀλλὰ δὲν ἀντελήφθην, ὅτι ἦλθεν ἡ σειρὰ τῆς ἐκλογῆς Ναυπακτίας· ἐὰν οἱ κύριοι Βουλευταὶ ἀντελήφθησαν περὶ τίνος ἐπρόκειτο, ἂς τὸ ὁμολογήσωσι· παρακαλῶ ὅμως νὰ εἴπωσιν, ὅτι ἀντελήφθησαν καὶ ὅτι ἐπεκυρώθη ἡ ἐκλογὴ Ναυπακτίας, διότι νομίζω, ὅτι Βουλὴ σεβομένη ἑαυτὴν ἦτο ἀδύνατον νὰ δώσῃ ψῆφον ἐπικυρωτικὴν εἰς τοιαύτην ἐκλογήν. Παρακαλῶ λοιπὸν νὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλὴ, ἂν ἀντελήφθη περὶ τίνος ἐπρόκειτο, καὶ ἂν πράγματι ἐξέδωκεν ἀπόφασιν ἐπικυροῦσαν τὴν ἐκλογὴν ταύτην.
§5ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γείνῃ αὐτὸ πλέον.
§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Βουλευτὰ, καὶ ἀνεγνώσθη ἡ ἔκθεσις τοῦ οἰκείου τμήματος διὰ τὴν ἐκλογὴν Ναυπακτίας καὶ ἠρώτησα τὴν Βουλήν, καὶ ἡ Βουλὴ παρεδέχθη τὸ ἔγκυρον τῆς ἐκλογῆς, μεθ’ ὃ ἐγὼ ἀπήγγειλα τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ψηφοφορίας.
§7Ι. Γ. ΡΟΥΦΟΣ. Βεβαίως ἡ Βουλὴ ἀντελήφθη, ὅτι ἐπρόκειτο περὶ τῆς ἐκλογῆς Ναυπακτίας· ἀπόδειξις δὲ εἶναι, ὅτι ἐγὼ ἐζήτησα ὀνομαστικὴν κλῆσιν, ἀλλὰ δὲν βλέπω ἀναγεγραμμένον τοῦτο ἐν τοῖς πρακτικοῖς· ἦτο ὅμως ἀληθῶς τοσοῦτος ὁ θόρυβος, ὥστε βεβαίως δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἀκουσθῇ τις. Παρακαλῶ λοιπόν, κύριε Πρόεδρε, νὰ προστεθῇ εἰς τὰ πρακτικά, ὅτι ἐγὼ ἐζήτησα ὀνομαστικὴν κλῆσιν ἐπὶ τῆς ἐκλογῆς Ναυπακτίας.
§8Λ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἡ ἐκλογὴ Ναυπακτίας δὲν ἦτο ἐκ τῶν ἀντικειμένων, τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ διέλθωσιν ἀπαρατήρητα, χωρὶς νὰ προκαλέσουν μακρὰν συζήτησιν· διότι περιέχει τοσαῦτα ἔκτροπα, ὥστε δὲν ἦτο δυνατὸν ἡ Βουλή, ἐὰν ἀντελαμβάνετο, ὅτι ἐπρόκειτο περὶ αὐτῆς, νὰ δώσῃ ψῆφον ἐπικυρωτικήν, καὶ ἄνευ συζητήσεως μάλιστα. Διαμαρτύρομαι λοιπόν, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν ἀντελήφθη· καὶ εἰς τοῦτο ἐπιμένω, καὶ δὲν πιστεύω νὰ ὑπάρχῃ οὔτε εἷς Βουλευτής, ὁ ὁποῖος νὰ παραδεχθῇ τοιοῦτον στίγμα, — διότι ἡ ἐπικύρωσις τῆς ἐκλογῆς Ναυπακτίας ἀποτελεῖ ἄρνησιν παντὸς ὀρθοῦ καὶ παντὸς δικαίου. — Διὰ τοῦτο ἐπιμένω, καὶ παρακαλῶ νὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλὴ δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, ἂν τῷ ὄντι ἀντελήφθη περὶ τίνος ἐπρόκειτο καὶ ἔδωκε πράγματι ψῆφον ἐπικυρωτικήν.
§9Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ παράκλησις τοῦ κυρίου Βουλευτοῦ Καλαβρύτων, σχετικῶς πρὸς τὴν ἐκλογὴν Ναυπακτίας, ἔρχεται ὀλίγον βραδέως. Ἐὰν ἐπρόκειτο περὶ τῆς οὐσίας, ἴσως ὄχι εἷς, ἀλλὰ πλείονες Βουλευταὶ θὰ ἐλάμβανον τὸν λόγον περὶ τοῦ ἀδίκου τῶν αἰτιάσεων τοῦ κυρίου Βουλευτοῦ· ἀλλὰ τὸ ζήτημα εἶναι τυπικόν, καὶ ὅσα εἶπεν ὁ κ. Βουλευτὴς Καλαβρύτων εἶναι ὕβρις ὄχι κατὰ τοῦ κύρους τῆς ἐκλογῆς, ἀλλὰ κατὰ τῆς ἀντιλήψεως τῶν Βουλευτῶν. Ὅτε ἀνεκοινώθη ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου, ὅτι «εἰσερχόμεθα εἰς τὴν συζήτησιν περὶ τῆς ἐκλογῆς Ναυπακτίας», ἐγώ, ἀκούσας τὸν κ. Βουλευτὴν Καλαβρύτων προηγουμένως ζητήσαντα τὸν λόγον, εἶπον: «Κύριε Πρόεδρε, εἶναι ἐγγεγραμμένος νὰ ὁμιλήσῃ ὁ κ. Πετιμεζᾶς»· ἑπομένως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ κατηγορηθῇ ἡ Βουλή, ὅτι δὲν ἀντελήφθη, ὅτι ἐπρόκειτο περὶ τῆς ἐκλογῆς Ναυπακτίας· εἶναι δυνατὸν νὰ κατηγορηθῇ, ὅτι ἐψήφισε μίαν ἐκλογὴν ἄκυρον, ἀλλὰ δὲν δύναται νὰ κατηγορηθῇ δι’ ἄλλο τι. Ἐκεῖνοι δέ, οἱ ὁποῖοι ἔρχονται τοσοῦτον βραδέως νὰ λέγωσι τοιαῦτα πράγματα, νομίζω ὅτι εἶναι περιττὸν νὰ ἐπιμένωσι· διότι τὴν στιγμὴν ἐκείνην ὁ κ. Βουλευτὴς Καλαβρύτων ἦτο ἐδῶ, καὶ δὲν πιστεύω, ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν ὁ κ. Βουλευτὴς νὰ ἀντιληφθῇ ἐκ τοῦ θορύβου, ἀφοῦ ἀντελήφθησαν πάντες οἱ ἄλλοι.
§10Λ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἐγὼ σᾶς ὁμολογῶ, ὅτι δὲν ἐνόησα περὶ τίνος ἐπρόκειτο.
§11ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγὼ ἀνεκοίνωσα εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι ἐπρόκειτο περὶ τῆς ἐκλογῆς Ναυπακτίας, καὶ οὐδεὶς ἠγέρθη διὰ νὰ ὁμιλήσῃ.
§12Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Τὸ ὅτι ἀντελήφθη ἡ Βουλή, ὅτι ἐπρόκειτο περὶ τῆς ἐκλογῆς Ναυπακτίας, ἀπόδειξις εἶναι, ὅτι ὁ κύριος Ροῦφος ἀπὸ τῆς θέσεως ἐκείνης (δεικνύει τὴν κάτωθι τοῦ Προεδρείου) ἐφώναξε: «δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, κύριε Πρόεδρε». Ὁ δὲ κ. Πρόεδρος ἠρώτησεν: «ἔχει τις τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἐκλογῆς Ναυπακτίας;» Ὁ κ. Πετιμεζᾶς, ὁ ὁποῖος εἶχε ζητήσει προηγουμένως τὸν λόγον, δὲν ἦτο ἐδῶ, ἢ ἦτο ἐδῶ καὶ δὲν ἠθέλησε νὰ λάβῃ τὸν λόγον· διότι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ μὴ ἀντελήφθη, ὅτι ἐπρόκειτο περὶ τῆς ἐκλογῆς Ναυπακτίας. Ἡ Βουλὴ, δὲν ἦτο δυνατὸν, ἀφοῦ οὐδεὶς ἐζήτει τὴν ἀκύρωσιν τῆς ἐκλογῆς, ἀφοῦ οὐδεὶς παρίστατο ἐνιστάμενος, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἀκυρώσῃ τὴν ἐκλογὴν ταύτην. Ἐὰν λοιπὸν ἔχῃ παράπονον ὁ κ. Βουλευτὴς, δύναται νὰ τὸ ἔχῃ κατὰ τοῦ Προεδρείου, τὸ ὁποῖον δὲν ἐπέβαλε τὴν ἡσυχίαν, μολονότι ὁ κ. Πρόεδρος ἠρώτησεν, ἂν ἔχει τις τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἐκλογῆς Ναυπακτίας.
§13Λ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ὅσα εἶπον ἐγὼ δὲν ἦσαν ὕβρεις ἐναντίον τῆς Βουλῆς, ὡς εἶπεν ὁ κ. Βουλευτὴς Μεγαρίδος, ἀλλὰ τοὐναντίον ἦσαν πρὸς τιμὴν αὐτῆς· διότι, ἂν προέβη ἡ Βουλὴ εἰς τὴν τοιαύτην ἐπικυρωτικὴν ἀπόφασιν, προέβη οὐχὶ ἐν ἐπιγνώσει τῶν Βουλευτῶν, διότι οἱ Βουλευταὶ, ἕνεκα τοῦ θορύβου, ὁ ὁποῖος ἐπεκράτει, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἀντιληφθῶσι περὶ τίνος ἐπρόκειτο. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεγαρίδος εἶπεν, ὅτι «πολλοὶ ἤθελον λάβει τὸν λόγον». Διατὶ δὲν τὸν ἔλαβον; Βεβαίως διότι δὲν ἀντελήφθησαν περὶ τίνος ἐπρόκειτο.
§14ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δύνανται νὰ ἀναγραφῶσιν αὐτὰ, τὰ ὁποῖα λέγετε, ἐν τοῖς πρακτικοῖς, ἀλλ’ ἡ Βουλὴ δὲν δύναται νὰ ἐπανέλθῃ πλέον εἰς ζήτημα, περὶ τοῦ ὁποίου ἀπεφάσισε.
§15Λ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἐπιμένω νὰ γείνῃ ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, ἂν ἀντελήφθη ἡ Βουλὴ, ὅτι ἐπρόκειτο περὶ τῆς ἐκλογῆς Ναυπακτίας.
§16Ν. ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γείνῃ τοῦτο, καὶ ἀπορῶ, πῶς ὁ κ. Βουλευτὴς Καλαβρύτων διατυποῖ τοιαύτην πρότασιν. Χθὲς ἡ Βουλὴ μεταξὺ ἄλλων ἐκλογῶν ἐψήφισε καὶ τὴν ἐκλογὴν Ναυπακτίας.
§17Λ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Δὲν πρέπει νὰ ἀπορῇ ὁ κ. Βουλευτὴς, διότι ἐγὼ ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ φέρω ἀντίρρησιν, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν ἀντελήφθη, καὶ ἐπὶ τῆς αἰτήσεώς μου ταύτης ζητῶ ψηφοφορίαν δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.
§18ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γείνῃ αὐτό... Ἐμπρὸς, κύριε Πρόεδρε! (Θόρυβος).
§19ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ πρακτικὰ ἐπικυροῦνται. Θὰ προστεθῶσιν ἐν αὐτοῖς αἱ παρατηρήσεις τοῦ κ. Πετιμεζᾶ καὶ τῶν λοιπῶν κυρίων Βουλευτῶν.
§20Λ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Μίαν ἐπερώτησιν θὰ ὑποβάλω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν. Πληροφοροῦμαι ὅτι ἐν Αἰγίνῃ ὑπηρετεῖ ὡς ἀξιωματικὸς ὁ κ. Μπῆτρος, ὁ ὁποῖος εἶναι ἐντόπιος καὶ ὁ ὁποῖος ἐκτρέπεται εἰς ἐκλογικὰς ἐπεμβάσεις. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ἐὰν ἦναι ἀληθὲς τοῦτο, νὰ ἀνακαλέσῃ τὸν ἀξιωματικὸν τοῦτον, διότι μετὰ τὴν ἀκύρωσιν τῆς ἐκλογῆς Αἰγίνης πρέπει νὰ μείνῃ ἡ ἐπαρχία ἐκείνη ἐλευθέρα ἀπὸ πάσης ἐπεμβάσεως ἐκλογικῆς.
§21Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Θέλω ἐξετάσει, καὶ ἂν τὰ καταγγελλόμενα ὑπὸ τοῦ κυρίου Βουλευτοῦ ἀποδειχθῶσι βάσιμα, θέλω προβῆ εἰς τὴν μετάθεσιν τοῦ ἀξιωματικοῦ.
§22ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Προβαίνομεν εἰς τὴν ἐξακολούθησιν τῆς ἐξελέγξεως τῶν ἐκλογῶν. Ἐκλογὴ Ξηροχωρίου. (Ἀναγινώσκεται ἡ ἔκθεσις τοῦ τμήματος). Ὑπάρχει ἀντίρρησις;
§23ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι.
§24ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἔγκυρον τῆς ἐκλογῆς Ξηροχωρίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη τὸ ἔγκυρον τῆς ἐκλογῆς καὶ νομίμους βουλευτὰς τῆς ἐπαρχίας Ξηροχωρίου τοὺς κυρίους Κωνστ. Χριστοδούλου καὶ Ἀθ. Πετσάλην. (Ἀκολούθως ἐπικυροῦνται ἄνευ ἀντιρρήσεως αἱ ἐκλογαὶ Οἰτύλου, Ὀλυμπίας, Πάλλης καὶ Παξῶν, καὶ ἀναγνωρίζονται νόμιμοι βουλευταί: Οἰτύλου. Κυριακούλης Η. Μαυρομιχάλης, Κωνστ. Α. Κουμουνδοῦρος καὶ Κυριακούλης Α. Μαυρομιχάλης. Ὀλυμπίας. Φώτιος Π. Μοσχούλας, Νικόλαος Α. Παπαλέξης καὶ Δημ. Α. Πολυχρονόπουλος. Πάλλης. Ἀνδρέας Δ. Μονοκροῦσος καὶ Νικόλαος Γ. Μοντζαβῖνος. Παξῶν. Θεόδωρος Βελλιανίτης).
§25ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐκλογὴ Παρνασσίδος. (Ἀναγινώσκεται ἡ ἔκθεσις τοῦ τμήματος). Ἔχει τις τὸν λόγον;
§26Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγώ, κύριε Πρόεδρε.
§27ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μερλόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§28Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἠπόρησάν τινες τῶν κυρίων συναδέλφων καὶ ἐθορύβησαν, ὅτε εἶδον τὸν ὄγκον τοῦτον τῶν ἐπὶ τοῦ βήματος κατατεθέντων βιβλίων καὶ ἐγγράφων, τῶν ἀφορώντων τὴν ἐκλογὴν Παρνασσίδος, ἀλλὰ βεβαιῶ τοὺς συναδέλφους, οἵτινες ἠπόρησαν ἰδόντες τὸν ὄγκον τοῦτον τῶν ἐγγράφων, ὅτι θὰ ἀπορήσωσι καὶ θ’ ἀγανακτήσωσι περισσότερον μετ’ ὀλίγον, ὅτε θὰ ἴδωσιν, ὅτι ὀγκωδέστεραι εἶναι αἱ παρανομίαι καὶ ἀθεμιτουργίαι, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο κατὰ τὴν ἐκλογὴν Παρνασσίδος, τὴν ὁποίαν κατηγορῶ. Ἡ ἐκλογὴ Παρνασσίδος, κύριοι Βουλευταί, δὲν εἶναι τὸ προϊὸν τῶν ἐνεργειῶν, αἵτινες συνήθως γίνονται, ἐπικειμένων βουλευτικῶν ἐκλογῶν, ἀπὸ τῆς ἀνακηρύξεως τῶν ὑποψηφίων μέχρι τῆς ἡμέρας τῆς ἐκλογῆς· ἡ ἐκλογὴ τῆς Παρνασσίδος εἶναι προϊόν τῶν ἐνεργειῶν τῶν γενομένων παρ’ ἑκατέρου τῶν συνδυασμῶν ἀπὸ τῆς 25 Ἀπριλίου τοῦ 1902, διότι ἀπὸ τῆς ἡμέρας ἐκείνης κατηρτίσθησαν οἱ δύο συνδυασμοί, οἵτινες κατέρχονται ἀντιμέτωποι εἰς τὸν ἐκλογικὸν ἀγῶνα. Ἀπὸ τῆς ἡμέρας ἐκείνης συνησπίσθησαν πολλοὶ τῶν κομματαρχῶν τῆς ἐπαρχίας Παρνασσίδος, οἵτινες ὑπεστήριξαν τὸν συνδυασμόν τὸν ἀντίθετον πρὸς τὸν συνδυασμὸν τοῦ κ. Σιμοπούλου, βουλευτοῦ Παρνασσίδος. Φίλοι τοῦ κ. Σιμοπούλου ἀρχαιότατοι, κομματάρχαι αὐτοῦ σημαίνοντες ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ, στελέχη τοῦ κόμματος αὐτοῦ, ἀπὸ τῆς 25 Ἀπριλίου συνησπίσθησαν, ὅπως ἀποτελέσωσιν ἀντίθετον συνδυασμὸν πρὸς τὸν συνδυασμὸν τοῦ κ. Σιμοπούλου. Τὴν 25 Ἀπριλίου συνῆλθον ἐν Ἀμφίσσῃ φίλοι πάμπολλοι τοῦ κ. Σιμοπούλου, σημαίνοντες ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ, καὶ κατήρτισαν τὸν ἀντίθετον πρὸς αὐτὸν συνδυασμόν. Οἱ φίλοι οὗτοι φέρουσιν ὀνόματα γνωστά, διότι καὶ ἄλλοτε κατῆλθον εἰς ἐκλογικοὺς ἀγῶνας, καὶ ἄλλοτε ἔδρεψαν ἐπιτυχίας ἐν τοῖς ἐκλογικοῖς ἀγῶσι. Τοιοῦτοι δὲ φίλοι, Κύριοι, — ἐπιτρέψατέ μοι νὰ ὀνομάσω αὐτοὺς — εἶναι ὁ Ἰω. Κουτσουλέρης, ἀντιπρόσωπος τοῦ πρώην βουλευτοῦ κ. Μώρη, ὁ Ἰωάν. Γᾶτος, δήμαρχος Ἀμφισσέων, ὁ Εὐθύμιος Πολίτης, δήμαρχος Κρίσσης, ὁ Δημήτριος Ἀντωνίου, δήμαρχος Δωριέων, ὁ Γεώργιος Ἱερεμίας, πρώην δήμαρχος Ἀντικύρας, ὁ Εὐστάθιος Παπαδημητρίου, πρώην δήμαρχος Μυωνίας, ὁ Α. Παπαλουκᾶς, πρώην δήμαρχος Κρίσσης, ὁ Κων. Ἀσημακόπουλος, ὁ Θ. Λύτρας ἰατρός, ὁ κ. Γάτος, ὡς ἀντιπρόσωπος τῆς πολυπληθοῦς οἰκογενείας τῶν Γαταίων, ὁ Ε. Νικολαΐδης, ἀποτυχὼν βουλευτὴς Παρνασσίδος ἐν ἄλλῃ ἐκλογῇ, οἱ Καραπλῆς, Ἀσημακόπουλος, Κοττορός, Παπαπᾶνος, Φρεντζαλᾶς καὶ Περαιβός, ἅπαντες δικηγόροι, καὶ διάφοροι ἄλλοι ἔγκριτοι πολῖται Ἀμφίσσης. Μεταξὺ ὅμως ὅλων αὐτῶν ὑπερέχει τὸ ὄνομα τοῦ κ. Δημητρίου Κρεμεζῆ, ὅστις ἀντεπροσώπευε τὸν κύριον Σιμόπουλον ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Παρνασσίδος καὶ ἦτο φίλος αὐτοῦ, μεγίστην ἀσκῶν ἐπιρροήν. Πάντες οὗτοι συνῆλθον τῇ 25 Ἀπριλίου ἐν Ἀμφίσσῃ, ἀπεκήρυξαν τὴν δεσποτείαν τοῦ κ. Σιμοπούλου, καὶ ἀπετέλεσαν τὸν πυρῆνα τῆς ἀντιθέτου πρὸς τὴν δύναμιν τοῦ κ. Σιμοπούλου δυνάμεως. Ἀπὸ τῆς ἡμέρας ἐκείνης, κύριοι Βουλευταί, τὸ κράτος καὶ ἡ δύναμις τοῦ κ. Σιμοπούλου ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Παρνασσίδος ἐκλονίσθησαν, καὶ ἐκλονίσθησαν ἐκ θεμελίων. Ὅτε ἡ κοινωνία τῆς Παρνασσίδος εἶδεν, ὅτι τοιοῦτοι ἀξιόμαχοι πολεμισταὶ συνέρχονται καὶ πηγνύουσιν ἡνωμένην δύναμιν, ἀντίθετον πρὸς τὴν δύναμιν τοῦ κ. Σιμοπούλου, εὐλόγως ἐπίστευσεν, ὅτι τὸ κράτος τοῦ κ. Σιμοπούλου ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Παρνασσίδος κατελύθη διὰ παντός. Τὴν γνώμην δὲ ταύτην τῆς ἐπαρχίας Παρνασσίδος δὲν ἠδύνατο ἢ νὰ συμμερίζηται πληρέστατα ὁ κ. Σιμόπουλος, ὁ γνωρίζων κάλλιον παντὸς ἄλλου ποία εἶναι ἡ θέσις αὐτοῦ καὶ ποία ἡ δύναμις καὶ ἡ θέσις τῶν κομματαρχῶν τούτων ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Παρνασσίδος. Εἶδε καταφανῶς ὁ κ. Σιμόπουλος, ὅτι ἐκλονίζετο ἡ δύναμις αὐτοῦ, εἶδε καταφανῶς, ὅτι ἠπειλεῖτο ἡ ἐπιτυχία αὐτοῦ ἐν ταῖς ἐπικειμέναις βουλευτικαῖς ἐκλογαῖς. Ἐντεῦθεν λοιπὸν ἀπὸ τῆς χρονολογίας ἐκείνης ἄρχεται νὰ διεξάγηται ὁ ἐκλογικὸς ἀγὼν ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Παρνασσίδος, οὐχὶ ὡς ἐν ἄλλαις ἐπαρχίαις τοῦ Κράτους, ἀλλὰ μὲ χαρακτῆρα ὅλως ἰδιαίτερον, μὲ ἔντασιν ἰδιαιτέραν. Ἤρχισαν λοιπὸν νὰ τίθενται εἰς ἐνέργειαν πάντα τὰ μέσα, θεμιτά τε καὶ ἀθέμιτα, ἅτινα ἠδύναντο νὰ ἐπιρρώσωσι τὴν ἐπιρροὴν καὶ τὴν δύναμιν τοῦ κ. Σιμοπούλου. Ὁ κ. Σιμόπουλος, βλέπων ἑαυτὸν καταποντιζόμενον εἰς τὸ πέλαγος τῆς λαϊκῆς ἐξεγέρσεως, δὲν ἀπώκνησε νὰ ζητήσῃ καὶ τὴν συνδρομὴν τῆς τότε Κυβερνήσεως, διότι ἄνευ αὐτῆς ἐγίνωσκεν, ὅτι ἦτο ἀδύνατον νὰ ἄρῃ ἐπιτυχίαν, ἡ δὲ Κυβέρνησις ἐκείνη εὑρέθη πρόθυμος, ὅπως πᾶσαν παράσχῃ συνδρομὴν ἐν τῷ ἐκλογικῷ ἀγῶνι ὑπὲρ τοῦ κ. Σιμοπούλου, καί, ὡς ἐκ τῶν ὑστέρων θέλει ἀποδειχθῆ, κύριοι Βουλευταί, ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη οὐδὲν ἠμέλησεν, οὐδὲν παρεῖδεν, ὅπως παράσχῃ ἀκεραίαν τὴν συνδρομήν της εἰς τὸν κ. Σιμόπουλον καὶ τοὺς μετ’ αὐτοῦ κατελθόντας εἰς τὸν ἐκλογικὸν ἀγῶνα. Τὰ πάντα παρεώρα, θέτουσα ἐκποδὼν πᾶν κώλυμα ὑπὸ τῶν νόμων ἢ τῆς ἠθικῆς ἐπιβαλλόμενον, ἵνα δώσῃ προστασίαν εἰς τὸν ἔχοντα ἀνάγκην αὐτῆς. Οὐδεὶς δὲ δύναται ν’ ἀμφισβητήσῃ, ὅτι πᾶν ὅ,τι ἐγένετο κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς περιόδου ταύτης τῆς χρονικῆς, ἀπὸ τῆς 25 Ἀπριλίου μέχρι τῆς ἡμέρας τῶν ἐκλογῶν, ἐγένετο ἐπ’ ὠφελείᾳ τοῦ κ. Σιμοπούλου. Πᾶσα διοικητικὴ μεταβολή, πᾶν μέτρον κυβερνητικόν, πᾶσα ἐνέργεια ἀπὸ τῆς Κυβερνήσεως ἀπορρέουσα καὶ εἰς τὴν ἐπαρχίαν Παρνασσίδος ἀφορῶσα σκοπὸν εἶχον τὴν καταδίωξιν τῶν ἀντιθέτων καὶ τὴν ἐνίσχυσιν τοῦ κ. Σιμοπούλου. Ὁ ἀντίθετος πρὸς τὸν κ. Σιμόπουλον συνδυασμὸς εἶχε καταρτισθῆ ἐκ τῶν κ.κ. Δημητρίου Κρεμεζῆ, Ἀνδρέου Μαρλᾶ καὶ Ἀθανασίου Κόκκαλη, καὶ οὗτοι οὐδὲ εἶχόν ποτε σχέσιν τινὰ οὐδὲ ἤδη συνεδέοντο πρὸς τὴν Κυβέρνησιν. Οἱ ὑποψήφιοι οὗτοι εἶχον κατέλθει εἰς τὸν ἐκλογικὸν ἀγῶνα ἐν συνδυασμῷ καὶ ὑπὸ τὴν σημαίαν τοῦ τότε ἀρχηγοῦ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως καὶ σεβαστοῦ ἀρχηγοῦ μου κ. Δηλιγιάννη, εἰς τὰς κομματικὰς τάξεις τοῦ ὁποίου ἀνῆκον. Οὕτως, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Καλαβρύτων Βουλευτοῦ δὲν προσεδόκα — καὶ δὲν ἠδύνατο βεβαίως νὰ προσδοκᾷ — ἐκ τῆς ἐπιτυχίας τοῦ κ. Σιμοπούλου, ὅστις δὲν ἦτο φίλος αὐτῆς, πολιτικόν τι συμφέρον, δικαιοῦμαι νὰ μεμφθῶ αὐτῆς ἔτι βαρύτερον, διότι οὐχὶ ἐκ συμφέροντος πολιτικοῦ διέπραξεν ὅσα διέπραξεν ἐν Παρνασσίδι, ἀλλ’ ἐξ ἀντιζηλίας, κακοτροπίας καὶ ἀντεκδικήσεως πρὸς τὸ ἐθνικὸν κόμμα καὶ τοὺς φίλους τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Γόρτυνος πολιτευτοῦ. Ὁ ἀξιότιμος ἐκ Μαντινείας συνάδελφος, ἀγορεύων προχθὲς ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ἐμέμφθη τῶν συναδέλφων ἐκείνων, οἵτινες ἐν ταῖς συζητήσεσι, ταῖς μέχρι τοῦδε γενομέναις, ἀνέμιξαν θέματα πολιτικὰ, καὶ ἐχαρακτήρισαν τὰ ζητήματα τῆς ἐξελέγξεως τῶν ἐκλογῶν ὡς ζητήματα πολιτικὰ, ἐνῷ τὸ ἔργον τῆς Βουλῆς ἐν τῷ σταδίῳ τούτῳ εἶναι καθαρῶς δικαστικόν. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ κ. συνάδελφος νὰ παρατηρήσω πρὸς αὐτὸν, ὅτι οὐχὶ ἀτόπως τινὲς τῶν Βουλευτῶν προῆλθον εἰς ζητήματα πολιτικὰ, μεμφθέντες τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως· διότι εἰς τὸ ἔργον τῆς ἐξελέγξεως τῶν ἐκλογῶν ἡ Βουλὴ ἀνὰ πᾶν βῆμα συναντᾷ τοσαῦτα ἀνοσιουργήματα καὶ παρανομίας, ὥστε δὲν δύναται, ἀσκοῦσα συγχρόνως τὸ ἔργον τὸ δικαστικὸν καὶ τὸ δικαίωμα τοῦ ἐλέγχου, ἢ νὰ μεμφθῇ τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης, ἥτις διέπραξε τοσαῦτα ἀνομήματα. Καὶ πρέπει νὰ μεμφθῇ αὐτῆς βαρύτατα, διότι, ὡς εἶπον, οὐδὲ τοῦ πολιτικοῦ συμφέροντος τὴν δικαιολογίαν δύναται νὰ ἐπικαλεσθῇ ὑπὲρ ἑαυτῆς, καὶ δὲν δύναται νὰ ἐπιδείξῃ, εἰμὴ τὴν ἀντιζηλίαν αὐτῆς κατὰ τῶν φίλων τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ἧς ἕνεκα μετῆλθεν ἐν Παρνασσίδι πᾶν μέσον μὴ ἐπιτρεπόμενον οὔτε ὑπὸ τῆς ἠθικῆς οὔτε ὑπὸ τῶν νόμων. Κατὰ τῆς ἐκλογῆς Παρνασσίδος, κύριοι Βουλευταὶ, διετυπώθησαν ὑπὸ τῶν ἀποτυχόντων ὑποψηφίων ἐνστάσεις πάμπολλαι ἐνώπιον τοῦ οἰκείου τμήματος. Μετὰ τὴν μελέτην τῶν ἐνστάσεων τούτων καὶ μετὰ τὰς δοθείσας ἀπαντήσεις τὸ τμῆμα κατέληξεν εἰς πόρισμα, δι’ οὗ ἀνατρέπει τὰς ἐνστάσεις ταύτας, θεωρεῖ ἔγκυρον τὴν ἐκλογὴν Παρνασσίδος, καὶ προτείνει, ὅπως ἡ Βουλὴ ἀναγνωρίσῃ τοὺς κυρίους Σιμόπουλον, Δελμοῦζον καὶ Νίκαν νομίμους βουλευτάς. Τὸ τμῆμα δὲν ἀπώκνησεν, ὅπως ἀνὰ μίαν διεξέλθῃ τὰς ἐνστάσεις καὶ διὰ μακρῶν πραγματευθῇ περὶ αὐτῶν ἐν τῇ ἐκθέσει καὶ ἀναιρέσῃ ὅσα ἐφρόνει δεκτικὰ ἀναιρέσεως. Θέλω ἀκολουθήσει, κύριοι Βουλευταὶ, ἐν τῇ ἀγορεύσει μου αὐτὴν τὴν τάξιν, τὴν ὁποίαν ἠκολούθησε τὸ τμῆμα ἐν τῇ προεξελέγξει τῆς ἐκλογῆς. Θέλω ἐξετάσει ἀνὰ μίαν τὰς ἐνστάσεις τῶν ἀποτυχόντων καὶ ἐρευνήσει κατὰ πόσον ἡ γνώμη τοῦ τμήματος, τοῦ προτείνοντος τὴν ἐπικύρωσιν, στηρίζεται ἐπὶ τῶν πραγμάτων καὶ δικαιολογεῖται ὑπὸ τῶν νόμων. Τὸ τμῆμα, κύριοι Βουλευταὶ, φρονεῖ, ὅτι ἡ ἀκύρωσις ἑνὸς πρωτοκόλλου ἐκλογῆς ἀγροφυλάκων οὐδεμίαν δύναται νὰ ἔχῃ ἐπιρροὴν ἐπὶ τοῦ κύρους τῆς ἐκλογῆς, καὶ λέγει τὰ ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ἡ ἀκύρωσις ἑνὸς πρωτοκόλλου ἐκλογῆς ἀγροφυλάκων, τὸ πρῶτον μὲν ὑπὸ τοῦ νομάρχου, τὸ δεύτερον δὲ ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, τίνα ἤσκησαν ἐπὶ τῆς ἐκλογῆς ἐπιρροὴν, ἀφοῦ ἐν τῇ τρίτῃ τῶν κτηματιῶν συνελεύσει ἐξελέχθησαν καὶ ἐγκατεστάθησαν ἀγροφύλακες οἱ ὑπὸ τοῦ δημάρχου Ἀμφίσσης καὶ τῶν ἀποτυχόντων ὑποψηφίων ὑποδειχθέντες;» Τὸ τμῆμα σκέπτεται, ὅτι οὐδεμίαν ἐπιρροὴν εἶχεν ἡ ἐπανάληψις τῆς ἀκυρώσεως τῆς ἐκλογῆς τῶν ἀγροφυλάκων τοῦ δήμου Ἀμφισσέων, διότι οἱ ἀγροφύλακες ἐξελέγησαν καὶ ἐκ τρίτου. Ἀλλὰ τὰ κατὰ τὴν ἐκλογὴν τῶν ἀγροφυλάκων ἐν τῷ δήμῳ Ἀμφισσέων γενόμενα ἀνομήματα ἐκ μέρους τῆς Διοικήσεως οἱ ἐνιστάμενοι κατὰ τῆς ἐκλογῆς δὲν ἐπεκαλέσθησαν ὡς μέσον ἐπιδράσεως ἐπὶ τῆς ἐκλογῆς, μολονότι κατὰ τὴν κοινὴν πεῖραν καὶ τοιοῦτο ἀποτέλεσμα δύναται νὰ ἔχῃ πᾶσα παρανομία τῆς Διοικήσεως, εἰς ἄλλους μὲν χαριζομένης, ἄλλους δὲ ἀδικούσης, καὶ δὴ ἐν παραμοναῖς ἐκλογῶν, καὶ εἶχε βεβαίως τοιοῦτο διὰ τῆς ἀσκηθείσης ἐπὶ τῆς συνειδήσεως τῶν ἐκλογέων ἠθικῆς πιέσεως, ἀλλ’ ἐπεκαλέσθησαν πρὸ πάντων ὡς γεγονὸς ἐνδεικνῦον τὰς διαθέσεις τῆς Κυβερνήσεως καὶ ὡς μέτρον τῆς χρηστότητος αὐτῆς· τὸ ἐπεκαλέσθησαν, ἵνα καταδείξωσιν ὁποῖα μέσα μετῆλθεν ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη, ὅπως δείξῃ τὴν συμπάθειάν της πρὸς τὸν κ. Σιμόπουλον καὶ διδάξῃ τὸν λαὸν, ὅτι πᾶν ὅ,τι ἐζήτει ὁ κύριος Σιμόπουλος ἄνευ ἀντιρρήσεως καὶ ἀμελλητὶ παρείχετο, ἤρκει μόνον νὰ ἐξυπηρετῆται ὁ σκοπὸς, ὃν ἐπεδίωκεν ἡ Κυβέρνησις. Τὸ τμῆμα ἰσχυρίζεται, ὅτι οὐδεμίαν ἤσκησεν ἐπιρροὴν ἡ κατ’ ἐπανάληψιν ἀκύρωσις τῆς ἐκλογῆς τῶν ἀγροφυλάκων· ἀλλὰ θέλω καταδείξει, ὅτι ἡ ἀκύρωσις ἐκείνη ἐγένετο κατὰ τρόπον παρανομώτατον, — καὶ εἶναι γνωστὸν εἰς ὑμᾶς, πόσον αἱ παρανομίαι τῆς Διοικήσεως ἐπηρεάζουσι τὸ φρόνημα τῶν ἐκλογέων. — Ἰδοὺ τί πιστοποιεῖται ἐπισήμως παρὰ τοῦ δημάρχου Ἀμφισσέων (ἀναγινώσκει): «Ἐνεργηθείσης ἐκλογῆς ἀγροφυλάκων ἐν Ἀμφίσσῃ τὴν 5 Μαΐου ἐ. ἔ., ὁ νομάρχης Φωκίδος ἠκύρωσε τὰ πρωτόκολλα τῆς ἐκλογῆς διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 1726 καὶ ἀπὸ 13 Μαΐου ἐ. ἔ. ἀποφάσεώς του, διατάξας νέαν τοιαύτην. Ἐνεργηθείσης δὲ καὶ τῆς νέας ἐκλογῆς τὴν 19 Μαΐου ἐ. ἔ., καὶ ἐπικυρώσαντος τοῦ νομάρχου τὰ πρωτόκολλα, τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν ἠκύρωσε ταῦτα διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 28988 καὶ ἀπὸ 19 Ἰουνίου ἐ. ἔ. ἀποφάσεώς του, καὶ διέταξε νέαν ἐκλογὴν, ἥτις ἐνηργήθη τὴν 30 Ἰουνίου ἐ. ἔ.» Ἡ ἀκύρωσις τῆς ἐκλογῆς τῶν ἀγροφυλάκων, ἐκλεχθέντων ὑπὸ τῶν κτηματιῶν τὴν πέμπτην Μαΐου, ἀπολαυόντων τῆς ἐμπιστοσύνης τῶν κτηματιῶν...
§29Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Δὲν ἔγεινεν ἡ ἀκύρωσις κατὰ τὰς παραμονάς.
§30Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ αὐτὸ εἶναι· καὶ παραμοναὶ ἐκλογῶν ἦσαν τότε, διότι ἔκτοτε ἤρχισεν ἡ ἐνέργεια· τοσοῦτον δὲ ἦτο τὸ ἐνδιαφέρον τοῦ λαοῦ τῆς Ἀμφίσσης διὰ τὴν ἐκλογὴν ταύτην, ὥστε οἱ κάτοικοι αὐτῆς, ἀγανακτοῦντες διὰ τὴν θρασεῖαν παρανομίαν τῆς ἀκυρώσεως, ἀπετάθησαν καὶ εἰς τὴν Α. Μ. τὸν Βασιλέα, καὶ προέβησαν μέχρι τοσαύτης τόλμης, ὥστε νὰ δηλώσωσιν, ὅτι καὶ τοὺς φόρους αὐτῶν θέλουσιν ἀρνηθῆ νὰ καταβάλωσιν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, τὴν οὑτωσὶ ἀδικοῦσαν καὶ μετὰ τοσαύτης ἀστοργίας ἀντιτιθεμένην εἰς τὰ συμφέροντά των!
§31ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Αὐτὸ ἦτο αὐθάδεια!
§32Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἦτο αὐθάδεια. Ἦτο ἡ συναίσθησις τῶν δικαίων ἐλευθέρων πολιτῶν, ἦτο ἡ δικαία ἀγανάκτησις, ἡ γεννηθεῖσα ἐν τῇ ψυχῇ τοῦ λαοῦ, βλέποντος διαπραττομένας τὰς ἀλλεπαλλήλους ταύτας παρανομίας τῶν ἀκυρώσεων χάριν τοῦ κ. Σιμοπούλου, διότι οἱ ἐκλεχθέντες δὲν ἦσαν φίλοι αὐτοῦ. Ἦτο ἡ ἐξέγερσις τοῦ ἐλευθέρου φρονήματος τοῦ λαοῦ, ἀποτινάσσοντος τὴν δεσποτείαν τοῦ κ. Σιμοπούλου, καὶ ἀξιοῦντος παρὰ τοῦ ἀνωτάτου ἄρχοντος νὰ ἐπιβάλῃ εἰς τὴν Κυβέρνησίν του τὸν νόμον, τὴν αἰδῶ καὶ τὴν κοσμιότητα, τὴν ὁποίαν εἶχε λησμονήσει, ἵνα ὑποστηρίξῃ τὸν κ. Σιμόπουλον καὶ τοὺς φίλους αὐτοῦ...
§33ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τί ὠφελήθη ὁ κ. Σιμόπουλος;
§34ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Διὰ τοὺς μετέχοντας τῆς πολιτικῆς δὲν εἶναι μυστήριον ἡ ὠφέλεια, ἥτις δύναται νὰ προκύψῃ ἐκ τοιούτων παρονομιῶν. Καὶ θετικῶς λοιπὸν ὠφελήθη ὁ κ. Σιμόπουλος, διότι ἐγεννήθη ἐντεῦθεν ἡ ἰδέα, ὅτι ἤρκει νὰ ζητήσῃ τι ἀπὸ τὴν Διοίκησιν, καὶ ἤθελε τὸ κατορθώσει ἀμέσως. Ἀλλ’ ἐρωτῶ ὑμᾶς, εἶχε δικαίωμα ἡ Κυβέρνησις, ἡ Διοίκησις ἡ ἀντιπροσωπευομένη ὑπὸ τοῦ νομάρχου Φωκίδος, νὰ ἀκυρώσῃ τὸ πρωτόκολλον τῆς ἐκλογῆς τῶν ἀγροφυλάκων; Οὐδὲν εἶχε δικαίωμα ἐκ τοῦ νόμου. Ὁ νόμος τῆς 15 Σεπτεμβρίου 1856 ὁρίζει, ὅτι ἡ Διοίκησις δύναται νὰ τροποποιῇ τὰ πρωτόκολλα ταῦτα ὅσον ἀφορᾷ τὴν μισθοδοσίαν τῶν ἀγροφυλάκων καὶ τὰς ἐγγυήσεις αὐτῶν, καὶ οὐδὲν ἕτερον δικαίωμα ἔχει. Καὶ ἐν τούτοις πιεζομένη ἡ Διοίκησις, πιεζόμενος ὁ νομάρχης, προέβη εἰς ἀκύρωσιν τοῦ πρώτου πρωτοκόλλου τῆς ψηφοφορίας, καὶ διέταξε νέαν ἐκλογήν. Ἡ ἐκλογὴ ἐπανελήφθη τὴν 15 Μαΐου, παρισταμένου τοῦ τε Προέδρου τοῦ Δικαστηρίου καὶ τοῦ Εἰσαγγελέως, καὶ ἀγροφύλακες ἀνεδείχθησαν διὰ τῆς αὐτῆς πλειονοψηφίας οἱ αὐτοὶ, διότι τὸ ζήτημα τῆς ἐκλογῆς τῶν ἀγροφυλάκων εἶχε λάβει τοιοῦτον χαρακτῆρα, ὥστε νὰ θεωρῆται προεκλογικὸν καὶ προγνωστικὸν τρόπον τινὰ τῆς ἐκβάσεως τῶν ἐπικειμένων βουλευτικῶν ἐκλογῶν. Ἐξελέγησαν λοιπὸν οἱ αὐτοὶ ἀγροφύλακες διὰ τῆς αὐτῆς πλειονοψηφίας. Ὁ κ. νομάρχης, αἰδούμενος ἑαυτὸν, μολονότι πολλαὶ πιέσεις ἐγένοντο καὶ τότε πρὸς αὐτόν, ὅπως ἀκυρώσῃ τὴν ἐκλογὴν, εἶπεν εἰς τοὺς πιέζοντας αὐτὸν, ὅτι δὲν δύναται ἐκ δευτέρου νὰ προβῇ εἰς τὴν ἀκύρωσιν τῆς ἐκλογῆς τῶν ἀγροφυλάκων, καὶ προέβη εἰς τὴν ἐπικύρωσιν αὐτῆς, ἀνεκοίνωσε δὲ τοῦτο εἰς τὸν ἀστυνόμον καὶ διέταξεν αὐτὸν, ὅπως ἐγκαταστήσῃ εἰς τὰς θέσεις των τοὺς νέους ἀγροφύλακας. Ἀλλὰ τοῦτο δὲν συνεβιβάζετο πρὸς τὸ συμφέρον καὶ τὰς βλέψεις τὰς ἐκλογικὰς τοῦ κ. Σιμοπούλου· ἔδει ἐκ δευτέρου νὰ ἀκυρωθῇ ἡ ἐκλογὴ αὕτη τῶν ἀγροφυλάκων, ἵνα ὑποταχθῶσιν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἐτόλμησαν νὰ σταθῶσιν ἀντιμέτωποι κατὰ τοῦ κ. Σιμοπούλου καὶ ἀντεπεξέλθωσι κατ’ αὐτοῦ ἐν ταῖς ἐκλογαῖς· καὶ ἐπειδὴ ὁ κ. νομάρχης Φωκίδος, αἰδούμενος ἑαυτόν, ὡς εἶπον, δὲν ἐπείθετο νὰ ἀκυρώσῃ ἐκ δευτέρου τὴν ἐκλογὴν, ὁ κ. Σιμόπουλος δὲν ἐδίστασε νὰ ἐπικαλεσθῇ τὴν προστασίαν τοῦ τότε κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, ὁ δὲ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, αἰδούμενος, φαίνεται, ὀλιγώτερον τοῦ κ. νομάρχου, οὐδόλως ἐδίστασε νὰ παράσχῃ τὴν συνδρομὴν αὐτοῦ εἰς τὸν κ. Σιμόπουλον. Τηλεγραφικῶς λοιπὸν διατάσσεται παρ’ αὐτοῦ ὁ ἀστυνόμος Ἀμφίσσης νὰ μὴ ὁρκίσῃ τοὺς ἐκλεχθέντας ἀγροφύλακας, καὶ τὸ Ὑπουργεῖον ἀκυροῖ καὶ τὴν δευτέραν ἐκλογήν! Οἷον δικαίωμα εἶχεν ὁ νομάρχης Φωκίδος νὰ ἀκυρώσῃ τὴν ἐκλογὴν, τὸ αὐτὸ δικαίωμα, ἴσως δὲ καὶ ὀλιγώτερον, εἶχεν ὁ Ὑπουργὸς νὰ προβῇ εἰς τὴν ἀκύρωσιν, διότι τὰ τῆς ἐπικυρώσεως τῶν ἐκλογῶν τῶν ἀγροφυλάκων ἀνήκουσιν, ὡς γνωρίζετε, οὐχὶ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, ἀλλὰ εἰς τὸν νομάρχην. Ἄνευ τινὸς λόγου λοιπὸν ἠκυρώθη ἐκ δευτέρου ἡ ἐκλογὴ, καὶ διετάχθη νέα. Ἐγένετο δὲ ἀληθῶς ἡ νέα ἐκλογὴ τὴν 30 Ἰουνίου, καὶ κατὰ τὴν νέαν ἐκλογὴν, καθ’ ἣν καὶ ὁ κ. Σιμόπουλος μετέβη ἐπίτηδες εἰς Ἄμφισσαν καὶ ἐπὶ ἑβδομάδα ὁλόκληρον διέτριψεν ἐκεῖ, ἵνα παρασκευάσῃ τὰ τῆς ἐκλογῆς, νέος κατηνέχθη θρίαμβος κατὰ τοῦ κόμματος τοῦ κ. Σιμοπούλου, διότι διὰ πλειονοψηφίας 212 ψήφων ἐπέτυχον πάλιν οἱ ἀγροφύλακες οἱ προταθέντες παρὰ τῶν ἀποτυχόντων ὑποψηφίων. Αἱ παρανομίαι δὲ αὐταὶ τῆς ἀκυρώσεως νομίμων ἐκλογῶν ἀγροφυλάκων δὲν ἐγένοντο μόνον ἐν Ἀμφίσσῃ, ἀλλὰ καὶ ἐν Χρισσῷ καὶ ἐν Δελφοῖς ἐπανελήφθησαν. Τὸ τμῆμα φρονεῖ ἐπίσης, κύριοι Βουλευταὶ, ὅτι οὐδεμίαν ἐπιρροὴν ἠδύνατο νὰ ἀσκήσῃ ἡ ἕξ μῆνας πρὸ τῆς ἐκλογῆς μετάθεσις τοῦ Εἰσαγγελέως κ. Γιαμαρέλου ἐκ Καρδίτσης εἰς τὸ δικαστήριον τῆς Λαμίας· ἀλλὰ τὸ τμῆμα ἢ δὲν ἠθέλησε νὰ ἐννοήσῃ ποίαν σημασίαν εἶχεν ἡ μετάθεσις Εἰσαγγελέως τοιούτου, ὡς ὁ κ. Γιαμαρέλος, εἰς τὸ Δικαστήριον τῆς Λαμίας, ἢ προσεπάθησε νὰ κρυφθῇ ὄπισθεν τοῦ δακτύλου αὑτοῦ, διὰ νὰ καλύψῃ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα οὐδόλως δύνανται νὰ καλυφθῶσιν. Ὁ κ. Γιαμαρέλος, ἐξ Ἀμφίσσης καταγόμενος...
§35ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ (ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Ὄχι· ἐκ Δωρίδος κατάγεται.
§36Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐν Ἀμφίσσῃ ἐξασκῶν τὸ ἔργον τὸ δικηγορικὸν, διωρίσθη Εἰσαγγελεὺς τῇ συστάσει τοῦ κ. Σιμοπούλου εἰς τὸ Δικαστήριον Λαμίας. Ἀλλ’ εἰς τοὺς οἰκείως ἔχοντας πρὸς τὰ γινόμενα ἐν τοῖς τόποις ἐκείνοις δὲν εἶναι ἄγνωστον βεβαίως, ὅτι ἐν Λαμίᾳ παροικία ὁλόκληρος Ἀμφισσέων ὑπάρχει· δὲν ἦτο λοιπὸν δύσκολον εἰς τὸν κ. Εἰσαγγελέα, ἴσως δὲ καὶ ἐπεβάλλετο εἰς αὐτὸν, εὐγνωμονοῦντα διὰ τὸν διορισμὸν αὐτοῦ, νὰ ἐπιδρᾷ ἐπὶ τῶν Ἀμφισσέων ἐπ’ ὠφελείᾳ τοῦ κ. Σιμοπούλου· 400 δὲ ἐν ὅλῳ Ἀμφισσεῖς, ἐκ τῆς ἐπαρχίας Παρνασσίδος ἕλκοντες τὸ γένος καὶ ὄντες ἐγγεγραμμένοι ἐν τοῖς ἐκλογικοῖς καταλόγοις αὐτῆς, ἀπῆλθον ἐκ Λαμίας, ἵνα ψηφίσωσιν εἰς τὴν ἐπαρχίαν Παρνασσίδος κατὰ τὴν ἡμέραν τῆς ψηφοφορίας. Αἱ δίκαι δὲ αἱ προερχόμεναι ἐκ τῆς ἐπαρχίας Παρνασσίδος, κατὰ τὸ πλεῖστον προσδιορίζονται εἰς τὸ Κακουργιοδικεῖον Λαμίας. Καὶ ἐτόλμησε τὸ τμῆμα νὰ εἴπῃ, ὅτι οὐδεμίαν ἠδύνατο νὰ ἀσκήσῃ ἐπιρροὴν Εἰσαγγελεὺς συμπαθέστατα διακείμενος πρὸς τὸν κ. Σιμόπουλον ἐπὶ τῆς ἐκλογῆς Παρνασσίδος, εἰς τοιαύτην θέσιν διατελῶν!...
§37Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ἤσκησεν ἐπιρροήν; Αὐτὸ εἶναι τὸ ζήτημα.
§38Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸ λέγω· ὅτι δὲν ἠδύνατο ἢ νὰ ἀσκήσῃ ἐπιρροήν, εὐγνωμονῶν πρὸς τὸν κ. Σιμόπουλον.
§39Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Πρέπει νὰ τὸ ἀποδείξητε, ὅτι ἤσκησε.
§40Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸ θὰ τὸ κρίνῃ ἡ Βουλὴ, ἂν ἠδύνατο νὰ ἀσκήσῃ καὶ ἂν ἤσκησε πράγματι ἐπιρροὴν ὁ κ. Εἰσαγγελεὺς ἐπὶ τῆς ἐκλογῆς. Ἀλλ’ ἐκ τῆς λογικῆς ἀλληλουχίας τῶν γεγονότων δὲν δύναται νὰ προκύψῃ ἄλλο πόρισμα ἢ ὅτι ἀσφαλῶς ἤσκησε τοιαύτην, καὶ σπουδαίαν. Σεῖς, κ. Βουλευτὰ ἐκ Λεβαδείας, εἶσθε περὶ τὰ τῶν εἰσαγγελικῶν ἐπιρροῶν πολὺ ἔμπειρος, καὶ γνωρίζετε ὡς πρὸς τὸ θέμα τοῦτο πολὺ περισσότερα ἐμοῦ, καὶ δὲν ἁρμόζει νὰ ἐρωτᾶτε, ἂν ἤσκησεν ἐπιρροὴν καὶ πόσην ἐπιρροὴν δύναται νὰ ἀσκήσῃ Εἰσαγγελεὺς συμπαθῶς διακείμενος πρὸς ὑμᾶς, ἢ πρὸς τὸν κ. Σιμόπουλον.
§41Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Τὸ ζήτημα εἶναι, ἂν ἤσκησεν ἐπιρροήν.
§42ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε, παρακαλῶ.
§43ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ὁ κ. Μπουφίδης δίδει πάντοτε τὸ παράδειγμα τῆς ἀταξίας.
§44Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἠρώτησεν ἐπίσης τὸ τμῆμα, ἀποροῦν, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἀσκήσῃ ἐπιρροὴν ἡ ἐξ Ἀμφίσσης μετάθεσις τοῦ Εἰσαγγελέως κ. Καρβούνη εἰς ἄλλο Δικαστήριον. Τοῦτο δὲν εἶναι δυσνόητον. Εὐλόγως δὲ τὸ τμῆμα, ἂν ὑπῆρχε σπουδαῖος λόγος γεννῶν τὴν ἀπορίαν, θὰ ἠδύνατο ἐπίσης νὰ ἀπορήσῃ καὶ νὰ ἐρωτήσῃ: «ποίαν ἐπιρροήν, Κύριοι, ἤσκησεν ἐπὶ τῆς ἐκλογῆς Παρνασσίδος ἡ μετάθεσις τοῦ ἀνακριτοῦ κ. Φλασκάκη, ἢ μετάθεσις τοῦ ἀνακριτοῦ κ. Βογιατζῆ ἐκ τοῦ Δικαστηρίου Ἀμφίσσης;» — διότι ὁ αὐτὸς λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον μετετέθη ὁ Εἰσαγγελεὺς κ. Καρβούνης, ἐπέβαλε καὶ τὴν μετάθεσιν τοῦ κ. Φλασκάκη καὶ τὴν μετάθεσιν τοῦ κ. Βογιατζῆ.
§45ΑΛ. ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τῇ αἰτήσει του μετετέθη.
§46Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ σᾶς ἐξηγήσω πῶς ἐγένετο ἡ μετάθεσις τῇ αἰτήσει του.
§47Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Τὸ ἐννοοῦμεν.
§48Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐν τῷ ἀνακριτικῷ γραφείῳ Ἀμφίσσης ὑπῆρχε πρὸ πολλοῦ καιροῦ ὑπάλληλός τις, ὀνόματι Ἀλέξανδρος Καράλης. Ὁ ὑπάλληλος οὗτος ἐχρησίμευεν ὡς γραμματεὺς τῆς ἀνακρίσεως, ἦτο δὲ ὑπογραμματεὺς τοῦ Δικαστηρίου Ἀμφίσσης· ὁ ὑπάλληλος οὗτος εἶναι στενώτατος συγγενὴς τοῦ κ. Σιμοπούλου, διότι εἶναι ἀνεψιὸς αὐτοῦ ἐπ’ ἀδελφῇ, οὗτος δὲ δὲν ἐτέθη εἰκῇ καὶ ὡς ἔτυχεν εἰς τὸ γραφεῖον τῆς ἀνακρίσεως, ἵνα χρησιμεύῃ ὡς γραμματεὺς αὐτῆς, ἐτέθη ἐκεῖ ἀπὸ σκοποῦ, καὶ ἀπὸ σκοποῦ βεβαίως πονηροῦ, ὁ δὲ σκοπὸς ὁ πονηρὸς εἶναι προφανὴς εἰς πάντας, ὅσοι ἔχουσι σχέσιν μὲ τὰ Δικαστήρια καὶ γινώσκουσι πῶς διεξάγονται αἱ ποινικαὶ ὑποθέσεις. Ὑπάλληλος τοιοῦτος, φίλα φρονῶν καὶ εἰς δεσμοὺς συγγενικοὺς στενωτάτους εὑρισκόμενος μὲ τὸν κύριον Σιμόπουλον, δὲν ἠδύνατο νὰ ἦναι ἢ ὄργανον τῶν κομματικῶν ἐπιθυμιῶν τοῦ κυρίου Σιμοπούλου καὶ πράκτωρ τῶν κομματικῶν ὑποθέσεων αὐτοῦ. Ὁ ὑπάλληλος οὗτος κατεπρόδιδε τὰ μυστικὰ τῆς ἀνακρίσεως, καὶ ἐξεβίαζε τοὺς εἰς τὴν ἀνάκρισιν προσερχομένους, ἵνα ὑποταχθῶσιν εἰς τὸν κ. Σιμόπουλον, καὶ ὑπέσχετο εἰς ὅσους ἠνόει τὴν συνδρομὴν αὐτοῦ.
§49ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Κατηγγέλθη ὁ ὑπάλληλος αὐτός;
§50Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κατηγγέλθη, κύριε Βουλευτὰ, κατ’ ἐπανάληψιν, καὶ προφορικαὶ παραστάσεις ἐγένοντο παρ’ ὁλοκλήρου τοῦ σώματος τοῦ δικηγορικοῦ πρὸς τὸν τότε Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, διελθόντα ἐξ Ἀμφίσσης. Καὶ πρὸς τὴν Α. Μ. τὸν Βασιλέα ἀπετάθη ὁλόκληρος ὁ Δικηγορικὸς Σύλλογος Ἀμφίσσης, ζητῶν τὴν ἐκτόπισιν τοῦ ἐλεεινοῦ τούτου ὑπαλλήλου ἐκ τοῦ γραφείου τῆς ἀνακρίσεως, ἀλλ’ οὐκ ἦν φωνὴ οὐδὲ ἀκρόασις, καὶ ἡ φωνὴ τῶν δικηγόρων ἦτο φωνὴ βοῶντος ἐν τῇ ἐρήμῳ, ἐφ’ ὅσον ὁ κ. Σιμόπουλος ἤθελε νὰ μένῃ ἐν τῷ γραφείῳ τῆς ἀνακρίσεως ὁ ἀνεψιὸς αὐτοῦ. Προέδιδε τὰ μυστικὰ τῆς ἀνακρίσεως, μένων ἐκεῖ, καὶ ἐνῷ ἔμενεν οὗτος ἐκεῖ, μετετίθετο ὁ ἀνακριτὴς κ. Φλασκάκης, μετετίθετο καὶ ὁ ἀνακριτὴς κ. Βογιατζῆς, διότι, ὅτε ὁ ἀνακριτὴς κ. Φλασκάκης ἐπρότεινε τὴν ἐκτόπισιν τοῦ ὑπαλλήλου τούτου, ἐπραγματοποιήθη μὲν αὕτη προσωρινῶς, διότι δὲν ἠδύνατο νὰ γείνῃ ἄλλως, ἀλλ’ ἐπραγματοποιήθη καὶ ἄλλη ἐκτόπισις μετὰ 4 μόνον ἡμέρας, ἡ ἐκτόπισις τοῦ κ. Φλασκάκης εἰς ἄλλο Δικαστήριον! Τὸ αὐτὸ δὲ συνέβη καὶ εἰς τὸν κ. Βογιατζῆν. Ἐρωτῶ λοιπὸν ὑμᾶς, κύριοι Βουλευταί: δὲν ἠδύνατο νὰ ἀσκήσῃ ἐπιρροὴν ἡ παρουσία τοιούτου ὑπαλλήλου εἰς τὸν γραφεῖον τῆς ἀνακρίσεως, καὶ δὲν ἤσκησε πράγματι ἐπιρροὴν ἡ παρουσία τοιούτου ὀργάνου τοῦ κ. Σιμοπούλου ἐν ὑπηρεσίᾳ, ἥτις εἶναι ἐξόχως μυστική, χάριν τοῦ ὁποίου καὶ Εἰσαγγελεῖς καὶ ἀνακριταὶ μετετίθεντο; Βλέπω παρόντα ἤδη τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Βόλου, πρώην Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, καὶ τολμῶ νὰ ἐρωτήσω αὐτόν, ἂν κατὰ τὴν διάβασίν του ἐξ Ἀμφίσσης ὁλόκληρος ὁ Δικηγορικὸς Σύλλογος Ἀμφίσσης δὲν παρεπονέθη εἰς αὐτὸν διὰ τὰς παρανομίας τοῦ ὑπαλλήλου αὐτοῦ, καὶ ἂν ὁ κ. τέως Ὑπουργὸς ἔπραξε τὸ καθ’ ἑαυτὸν κατὰ τὴν παράκλησιν τοῦ Δικηγορικοῦ Συλλόγου, διατάσσων τὴν ἐκτόπισιν αὐτοῦ ἀπὸ τοῦ γραφείου τῆς ἀνακρίσεως Ἀμφίσσης.
§51Κ. ΤΟΠΑΛΗΣ. Δὲν ἐξηρτᾶτο ἐξ ἐμοῦ.
§52Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὰς παραμονὰς τῆς ἐκλογῆς ἦτο ἀνάγκη νὰ μεταρρυθμισθῇ τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον Ἀμφίσσης, διότι ἡ πλειονοψηφία τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου δὲν διέκειτο εὐμενῶς πρὸς τὸν κ. Σιμόπουλον. Ὁ κ. Σιμόπουλος εἶχεν ἀνάγκην νὰ ἔχῃ τὴν πλειονοψηφίαν ἐν τῷ Δημοτικῷ Συμβουλίῳ, καὶ ἐφ’ ὅσον ἐν τῷ Δημοτικῷ Συμβουλίῳ παρήδρευον ὁ σύμβουλος Πέτρος Φακῆς καὶ ὁ πρόεδρος αὐτοῦ κ. Εὐθύμιος Γᾶτος, πλειονοψηφία ὑπὲρ τοῦ κ. Σιμοπούλου δὲν ὑπῆρχεν. Ἔπρεπε λοιπὸν νὰ ἐκλείψωσιν οἱ δύο οὗτοι, ἵνα τὰ πάντα γίνωνται κατὰ τὴν ἐπιθυμίαν τοῦ κ. Σιμοπούλου ἐν τῷ Δημοτικῷ Συμβουλίῳ. Εὗρον λοιπὸν ἀφορμὴν οἱ φίλοι αὐτοῦ καὶ ὁ κ. Σιμόπουλος, ὅπως κηρύξωσιν ἔκπτωτον τὸν σύμβουλον Φακῆν καὶ τὸν πρόεδρον ἀπὸ τῆς θέσεως αὐτῶν. Ποῖος δὲ νομίζετε, ὅτι ὑπῆρξεν ὁ λόγος τῆς ἐκπτώσεως τοῦ συμβούλου Φακῆ ἀπὸ τοῦ ἀξιώματος αὐτοῦ; Ὁ λόγος ἦτο, ὅτι πρὸ τριετίας εἶχεν ἀναλάβει ὑπηρεσίαν ἀγροφύλακος ἐν τῷ δήμῳ Ἀμφίσσης, τὸ δὲ Ὑπουργεῖον ἔκρινε δι’ ἀποφάσεως αὐτοῦ, ὅτι εἶναι ἀσυμβίβαστος ἡ ἰδιότης τοῦ δημοτικοῦ ὑπαλλήλου, οἷον θεωρεῖ τὸν ἀγροφύλακα, πρὸς τὸ ἀξίωμα τοῦ συμβούλου, καὶ ἐκήρυξεν ἔκπτωτον τὸν δημοτικὸν τοῦτον σύμβουλον. Ἀλλ’ ἐρωτῶ ὑμᾶς, Κύριοι, εἶναι δημοτικὸς ὑπάλληλος ὁ ἀγροφύλαξ ὁ ἐκλεγόμενος παρὰ τῶν κτηματιῶν τῆς περιφερείας, ἐν ᾗ ἀσκεῖ τὰ ἔργα του, ὡς εἶχε συμβῆ ἐπὶ τοῦ προκειμένου, ὁ ἀμειβόμενος ἐκ τοῦ ἰδιαιτέρου βαλαντίου τῶν κτηματιῶν, ὁ μὴ διοριζόμενος παρὰ τοῦ δημάρχου; Εἶναι δὲ δημοτικὸς ὑπάλληλος, ἀφοῦ ἔχομεν ἐν ἐνεργείᾳ τὸν νόμον περὶ στρατιωτικῆς ἀστυνομίας, καθ’ ὃν τὰ τῶν ἀγροφυλάκων ὑπήχθησαν εἰς τὴν δικαιοδοσίαν τοῦ οἰκείου ἀστυνόμου; Ἰδοὺ πῶς ἔχει τὸ ἄρθρον 21 τοῦ νόμου τούτου: «Οἱ κατὰ τὸν νόμον τῆς 15 Σεπτεμβρίου 1856 προτεινόμενοι ὑπὸ τῶν ἰδιοκτητῶν ἀγροφύλακες διορίζονται ὑπὸ τοῦ ἀστυνόμου.» Πῶς λοιπὸν τὸ Ὑπουργεῖον προέβη εἰς τὴν σκέψιν ταύτην, ὅτι, ἀφοῦ ἅπαξ ἀνέλαβεν ὑπηρεσίαν ἀγροφύλακος, δὲν δύναται νὰ διατελῇ δημοτικὸς σύμβουλος; Ὁ σύμβουλος Φακῆς δὲν διωρίσθη ἀγροφύλαξ ὑπὸ τῆς δημοτικῆς ἀρχῆς, δὲν ἐμισθοδοτήθη ὑπὸ τοῦ δημοτικοῦ ταμείου, δὲν ἦτο ἄρα δημοτικὸς ὑπάλληλος, ἦτο καθαρῶς ἰδιωτικὸς ὑπάλληλος· διότι, ὅσον ἀφορᾷ τὸν διορισμὸν, ὁ διορισμὸς αὐτοῦ κατ’ οὐσίαν καὶ ἡ ἀμοιβὴ αὐτοῦ ἐγένετο ἐκ μέρους τῶν κτηματιῶν, ὅσον ἀφορᾷ δὲ τὴν τάξιν, τὴν ὁποίαν εἶχεν ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ, ἦτο ὑπάλληλος ὑπαγόμενος ὑπὸ τὴν διοίκησιν τῆς οἰκείας ἀστυνομίας, διότι κατὰ τὸν νόμον περὶ στρατιωτικῆς ἀστυνομίας τὰ τῶν ἀγροφυλάκων, ὡς εἶπον, ἀνήκουσιν εἰς τοὺς οἰκείους ἀστυνόμους. Διὰ τοιαύτης παρανομίας ἐξεβλήθη ἐκ τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου ὁ σύμβουλος ἐκεῖνος, καὶ παρεσκευάσθη ἡ πλειονοψηφία ὑπὲρ τοῦ κόμματος τοῦ κ. Σιμοπούλου. Ἀλλὰ δι’ ὁμοίου πραξικοπήματος, δι’ ὁμοίας ἀθεμιτουργίας ἀπεπέμφθη ἀπὸ τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου τοῦ δήμου Ἀμφίσσης ὁ πρόεδρος αὐτοῦ Εὐθύμιος Γᾶτος. Εὑρέθη δὲ ἄλλη μέθοδος, Κύριοι, ὅπως κηρυχθῇ ἔκπτωτος ὁ πρόεδρος τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου, εὑρέθη ἡ μέθοδος τῆς μὴ προσκλήσεως δῆθεν τῶν συμβούλων πρὸς συνεδρίασιν. Καταγγέλλεται ὁ κ. πρόεδρος πρὸς τὸν κ. νομάρχην Φωκίδος, ὅτι παρακληθεὶς ὑπὸ τεσσάρων δημοτικῶν συμβούλων τοῦ δήμου Ἀμφίσσης, ὅπως συγκαλέσῃ εἰς συνεδρίασιν τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον, ἠμέλησε τὸ καθῆκον αὐτοῦ καὶ δὲν συνεκάλεσεν αὐτό. Ὁ δὲ κ. νομάρχης, πρόθυμος πάντοτε πρὸς ἐξυπηρέτησιν τῶν συμφερόντων τοῦ κ. Σιμοπούλου, κηρύσσει ἔκπτωτον τὸν πρόεδρον, χωρὶς οὔτε τὸ καταγγελλόμενον γεγονὸς νὰ βεβαιωθῇ, οὔτε ἡ νόμιμος καταγγελία ἐκ μέρους τοῦ δημάρχου νὰ προηγηθῇ, ὡς ὁρίζει ὁ νόμος. Καὶ ἐνῷ τόσον καταφώρως παρανομεῖ ὁ νομάρχης διὰ τῆς παύσεως τοῦ προέδρου, παρανομεῖ καταφωρότερον ἔτι, ἀρνούμενος νὰ παύσῃ τοὺς παρὰ τοῦ δημάρχου καταγγελθέντας ὡς ἀμελεῖς συμβούλους Δ. Γούναρην καὶ Α. Μοσχοχαΐδην. Ἀλλὰ τὴν ἀπόφασιν ἐκείνην τοῦ νομάρχου, τὴν καταφανῶς παράνομον, τὴν καταφανῶς ἔκθεσμον, ἠκύρωσεν ὁ νῦν κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, καὶ ἠκύρωσε δεδικαιολογημένως, διότι, ὡς ἀπεδείχθη, οὐ μόνον δὲν ἠμέλησε τὸ ἔργον αὐτοῦ ὁ πρόεδρος τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου, ἀλλὰ τοὐναντίον, αὐτοὶ ἐκεῖνοι, οἵτινες καταγγέλλουσιν αὐτὸν, αὐτοὶ οἱ δημοτικοὶ σύμβουλοι εἶναι οἱ ἔνοχοι, οἱ παραίτιοι τῆς ματαιώσεως τῶν συνεδριάσεων τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου. Καὶ διὰ τοῦτο ἐπῆλθεν ἡ ἀπόφασις τοῦ Ὑπουργείου, τὴν ὁποίαν ἔχω ἀνὰ χεῖρας, ἥτις ἠκύρωσε τὴν παρανομίαν καὶ ἀπέδωκε τὸ δίκαιον εἰς τὸν πρόεδρον τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου Ἀμφίσσης. Φρονεῖ λοιπὸν τὸ τμῆμα, καὶ δύναται νὰ φρονῇ εὐλόγως, ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν τοιαύτη ἔκθεσμος καὶ παράνομος πρᾶξις τῆς Διοικήσεως νὰ ἐπηρεάσῃ τὸ φρόνημα τῶν ἐκλογέων; Βλέπομεν ἐνίοτε ἡμεῖς οἱ πολιτευόμενοι χαρακτῆρας εὐσταθεῖς καμπτομένους καὶ κύπτοντας ἀπέναντι τῶν πράξεων τῶν αὐθαιρέτων τῆς Διοικήσεως· πῶς θέλετε λοιπὸν νὰ ὑποθέσωμεν, ὅτι ἄνθρωποι ἀσθενοῦς χαρακτῆρος δὲν εἶναι κίνδυνος νὰ καμφθῶσι καὶ ἐπηρεασθῶσιν ὑπὸ τοιούτων πιέσεων; Ποῖοι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ καμφθῶσιν, ὅταν βλέπωσι τοιαύτην στοργὴν καὶ μέριμναν τῆς Διοικήσεως ὑπὲρ τῶν συμφερόντων τοῦ κ. Σιμοπούλου, ὅταν βλέπωσι τὴν Διοίκησιν οὑτωσὶ παρανομοῦσαν, ἵνα ἐξασφαλίσῃ τὴν ἐπιτυχίαν τοῦ κ. Σιμοπούλου; Τὸ τμῆμα κατὰ ἕνα ὁμοιόμορφον τύπον ἔδωκεν ἀπάντησιν εἰς πάσας τὰς ἐνστάσεις τῶν ἀποτυχόντων ὑποψηφίων ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Παρνασσίδος. Ὁ τύπος εἶναι ἡ ἐρώτησις, ἡ ἐρώτησις ἡ συνοδευομένη βεβαίως ὑπὸ τῆς ἀπορίας, τίνα ἐπιρροὴν ἤσκησε τοῦτο τὸ γεγονός, τίνα ἐπιρροὴν ἠδύνατο νὰ ἀσκήσῃ τὸ ἕτερον, ἢ ποίαν σημασίαν ἔχει τὸ γενόμενον τὴν δεῖνα ἢ τὴν ἄλλην ἐποχήν. Καὶ εἰς πάσας ταύτας τὰς ἐρωτήσεις ἐξυπακούεται καταφανῶς ἡ ἀρνητικὴ ἀπάντησις τοῦ τμήματος. Κατὰ τὸν αὐτὸν λοιπὸν τύπον ἐρωτᾷ καὶ πάλιν, τίνα σημασίαν δύναται νὰ ἀσκήσῃ ὁ διορισμὸς ἐπιστατῶν ἀρχαιοτήτων ἐν τῷ ἀνεσκαμμένῳ χώρῳ τῶν Δελφῶν, ἀφοῦ κατὰ τὸ τμῆμα πάντοτε μείζονος ἀριθμοῦ φύλακες ὑπηρέτουν ἐν Δελφοῖς. Ἀλλὰ μάταιον θέλει εἶσθαι, κύριοι Βουλευταί, νὰ ἐξηγήσω πρὸς ὑμᾶς, ὅτι ἠδύνατο νὰ ἀσκήσῃ καὶ ἤσκησεν ἐπιρροὴν ὁ διορισμὸς ἐπιστατῶν τῶν ἀρχαιολογικῶν ἀνασκαφῶν, καὶ μάλιστα γενόμενος κατὰ τρόπον ὅλως παράνομον. Ὁσάκις ἐνηργοῦντο ἀνασκαφαὶ ἐν Δελφοῖς, ἡ Διοίκησις εἶχε λάβει τὴν πρόνοιαν νὰ διορίζῃ, ἀναλόγως τῆς ἀνάγκης, δύο ἢ τρεῖς ἐπιστάτας πρὸς ἐπίβλεψιν τῶν γιγνομένων ἐκεῖ ἀνασκαφῶν. Ἀλλ’ ἀπὸ μακρᾶς ἐποχῆς, ὡς βεβαίως εἶναι γνωστὸν εἰς πολλοὺς ἐξ ὑμῶν, ἔπαυσαν ἐν Δελφοῖς νὰ ἐνεργῶνται ἀνασκαφαί· δὲν ὑπῆρχεν ἑπομένως ἀνάγκη διορισμοῦ ἐπιστατῶν τῶν μὴ ἐνεργουμένων ἀνασκαφῶν. Καὶ ὅμως τὸ Ὑπουργεῖον, τῇ προτάσει τοῦ κ. Σιμοπούλου, δὲν ἠρνήθη νὰ διορισθῶσι τοιοῦτοι, ὧν ὁ διορισμὸς οὐδένα σκοπὸν εἶχεν, ὑπῆρχε δὲ ἐκτὸς αὐτῶν καὶ ἄλλη κατηγορία ὑπαλλήλων, ἐπιτετραμμένων τὴν φύλαξιν ἀρχαιοτήτων, ἡ τῶν νομίμων φυλάκων...
§53Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Τότε τὸ πρῶτον εἶχον διορισθῆ οὗτοι;
§54Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτοί, οὓς θὰ μνημονεύσω, ἤτοι οἱ Θ. Κολομοῦτσος, Β. Παρασκευᾶς, Ἰωάν. Κολέτος καὶ Δ. Διαμαντόπουλος, κατὰ τὴν ἐπίσημον βεβαίωσιν τοῦ Ὑπουργείου, ἣν ἔχω ἀνὰ χεῖρας, τὸ πρῶτον τότε διωρίσθησαν, δὲν ὑπῆρχον δὲ ἄλλοι προκάτοχοι αὐτῶν, οἵτινες ν’ ἀπελύθησαν. Διωρίσθησαν δὲ τὴν 31 Αὐγούστου 1902, ἵνα ἐπιστατήσωσιν εἰς ἀνασκαφὰς μὴ ἐνεργουμένας τότε, καὶ ἀπελύθησαν κατὰ τὰς παραμονὰς τῆς ἐκλογῆς, ἤτοι τὴν 14 Νοεμβρίου, ἕνεκα ἐξαντλήσεως τῆς πιστώσεως, ὅτε δὲν ἦτο δυνατὸν πλέον κατὰ τὰς ὑπολειπομένας δύο ἡμέρας μέχρι τῆς ἡμέρας τῆς ἐκλογῆς νὰ μάθωσι τὴν ἀπόλυσίν των, καὶ ἑπομένως οἱ τέσσαρες οὗτοι καὶ αἱ οἰκογένειαι αὐτῶν καὶ οἱ φίλοι αὐτῶν ἀφωσιώθησαν εἰς τὸν κ. Σιμόπουλον. Ἐπίσης δὲν εὑρίσκει τὸ τμῆμα, ὅτι πρέπει ν’ ἀποδοθῇ σημασία τις εἰς τὴν παρουσίαν ἐν Ἀμφίσσῃ τοῦ Γ. Μαντζαβίνου, ὑπολοχαγοῦ τοῦ πεζικοῦ, διευθύνοντος τὸ ἐκεῖ Στρατολογικὸν Γραφεῖον. Ἀλλ’ ἐγὼ εὑρίσκω, ὅτι εἶχε μεγάλην σημασίαν ἡ ἐν Ἀμφίσσῃ διαρκὴς παρουσία τοῦ ἀξιωματικοῦ τούτου, τυγχάνοντος συγγενοῦς τοῦ δημάρχου Παρνασσίων, φίλου τοῦ κ. Σιμοπούλου, διότι ὁ ἀξιωματικὸς οὗτος ὄχι μόνον τὸ Στρατολογικὸν Γραφεῖον διηύθυνεν, ἀλλὰ καὶ πολλάκις ἐφρουράρχευσεν ἐν Ἀμφίσσῃ, καὶ εἶναι γνωστόν, εἰς τόπον ὡς ἡ Ἄμφισσα ποίας παροχὰς δύναται νὰ παρέχῃ εἰς τοὺς φίλους αὐτοῦ ὁ φρουραρχεύων ἐν τῷ τόπῳ, καὶ πόσην ἐπιρροὴν ἀσκεῖ, ὅταν μάλιστα τοσοῦτον ἐνδιαφέρηται ὑπὲρ ἑνὸς κόμματος, ὥστε καὶ νὰ ἐγκαταλείπῃ ἄνευ ἀδείας τὴν θέσιν του, ἵνα μεταβῇ εἰς ἄλλον δῆμον, ὅπως ψηφοφορήσῃ, ὡς ἔπραξεν ὁ κ. Μαντζαβῖνος, ὅστις, ὡς βεβαιοῖ τὸ πρωτόκολλον τῆς ψηφοφορίας τοῦ δήμου Παρνασσίων, μετέβη εἰς Τοπόλια καὶ ἐψηφοφόρησε, βεβαίως οὐχὶ ὑπὲρ τῶν ἀντιπάλων τοῦ κ. Σιμοπούλου.
§55Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Ὁ Γ. Μαντζαβῖνος εἶναι ἐντιμότατος ἀξιωματικός.
§56Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἦτο διωρισμένος πρὸ τριετίας.
§57Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἕτερος ὑπάλληλος τῆς Διοικήσεως, ὁ Παπανικολάου ἢ Παπανικολόπουλος, κατ’ ἐπανάληψιν κατηγγέλθη πρὸς τὴν Διοίκησιν, ὅτι φατριάζει ἐν τῇ ἐνασκήσει τῶν ἔργων αὐτοῦ, περιοδεύων ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Παρνασσίδος, καὶ πιέζων τοὺς ψηφοφόρους καὶ ἀσκῶν τὴν δύναμιν αὐτοῦ ἐπὶ τῶν ψηφοφόρων, ἵνα ταχθῶσι μὲ τὸ κόμμα τοῦ κ. Σιμοπούλου. Ἀλλ’ ὡς εἶπον, ἡ φωνὴ τῶν παραπονουμένων πολιτῶν ἦτο φωνὴ βοῶντος ἐν τῇ ἐρήμῳ, καὶ οὐδεμία ἀκρόασις ἐδίδετο παρὰ τῆς Διοικήσεως.
§58Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ Παπανικολόπουλος ἦτο παρῃτημένος.
§59Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως δὲν ἦτο παρητημένος, ὅτε ἐξετέλει τὰς ἐκδρομὰς καὶ περιοδείας του· διότι ἐδῶ ὑπάρχει βεβαίωσις, ὅτι κατὰ τὸν χρόνον τοῦτον διετέλει ὑπάλληλος καὶ κατηγγέλθη, καὶ ἐζητήθη καὶ ἐγένετο ἡ ἀπόλυσις αὐτοῦ.
§60Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Αὐτὸς ἦτο βοηθὸς δημολογιστοῦ.
§61Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Οὐδέποτε ὁ περὶ οὗ ὁ λόγος βοηθὸς τοῦ δημολογιστοῦ μὲ συνώδευσεν εἰς ἐκλογικήν τινα περιοδείαν. Γνωρίζω μόνον τοῦτο, ὅτι οὗτος παρῃτήθη πολὺ πρὸ τῆς ἡμέρας τῶν ἐκλογῶν, καὶ μόνον μετὰ τὴν παραίτησίν του ἐλάμβανε μέρος εἰς τὰς ἐκλογικὰς ἐργασίας.
§62Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἂν δὲν σᾶς κάμνῃ ἐντύπωσιν ὁ βοηθὸς τοῦ δημολογιστοῦ, ἔχομεν ἕτερον, ἀνώτερον ὑπάλληλον, τὸν κ. Γαζῆν, νομομηχανικόν, ὁ ὁποῖος μετέβη κατὰ διαταγὴν τοῦ Ὑπουργοῦ ὑπὸ διαφόρους προφάσεις εἰκονικῶν ἐργασιῶν πρὸ τῶν ἐκλογῶν καὶ διέμεινεν ἐν Ἀμφίσσῃ, αὐτὸς ὁ συγγενὴς τοῦ κ. Σιμοπούλου.
§63Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ Γαζῆς μετέβη τὰς παραμονὰς τῶν ἐκλογῶν! Δὲν ἔχετε ἀκριβῆ πληροφορίαν. Τουναντίον μάλιστα, εἶχε διαταχθῆ νὰ μεταβῇ, καὶ ἐγώ, πρὸς ἀποφυγὴν παρεξηγήσεων, παρεκάλεσα νὰ μὴ μεταβῇ, καὶ δὲν μετέβη. Ὁ κύριος Γαζῆς δὲν μετέβη οὔτε εἰς Δελφοὺς, οὔτε ἐν γένει εἰς τὴν ἐπαρχίαν Παρνασσίδος, καθ’ ὅλον τὸ 1902. Περὶ τούτου δύναμαι νὰ βεβαιώσω ὑμᾶς καὶ τὴν Βουλήν.
§64ΧΡ. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ὥστε βλέπετε, ὅτι δὲν μετέβη.
§65ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Μὴ διακόπτετε!
§66Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἠλείας ἔχει ἴσως ἐνδιαφέρον νὰ ἀμυνθῇ ὑπὲρ τῆς ἐκλογῆς Παρνασσίδος, διότι ὁ κύριος Στεφανόπουλος, ἂν μὴ αὐτὸς, ὁ ἀδελφός του ὅμως, νομίζω, ἦτο εἰσηγητὴς ἐπὶ τῆς ἐκλογῆς ταύτης ἐν τῷ τμήματι.
§67Α. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ ἤμην εἰσηγητὴς, ἀλλ’ ἦσαν καὶ 15 ἄλλοι ὁμόφρονες.
§68Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὀφείλω ἤδη, κύριοι Βουλευταὶ, νὰ ἐπιστήσω ἰδιαιτέρως τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς ἐπὶ θέματος ἄλλου, ἐπὶ θέματος ὁμοίου μὲν κατὰ τὴν φύσιν πρὸς ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα πρὸ ὀλίγου ἀνέπτυξα πρὸς τὴν Βουλήν, ἀλλὰ τοῦ ὁποίου ἡ ἐκλογικὴ σημασία εἶναι πολὺ μείζων, εἶναι πολὺ ἀνωτέρα ἐκείνης, τὴν ὁποίαν εἶχον τὰ ἄλλα, ὅσα ἐμνημονεύθησαν μέχρι τοῦδε ὡς ἐνεργηθέντα κατὰ τὴν ἐκλογὴν τῆς Παρνασσίδος. Ὑπῆρχεν ἐν τῇ περιστάσει ταύτῃ στάδιον, ὅπως ὁ κ. Σιμόπουλος ἐκμεταλλευθῇ συνοικισμοὺς ὁλοκλήρους καὶ πληθυσμοὺς ὁλοκλήρους, ἀγροτικοὺς καὶ ποιμενικοὺς, ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Παρνασσίδος. Δὲν ἐπρόκειτο πλέον περὶ ὀλίγων τινῶν ψήφων, δὲν ἐπρόκειτο πλέον περὶ τῶν διορισθέντων πρὸς ἐπιστασίαν τῶν μὴ γιγνομένων ἀνασκαφῶν ἐν Δελφοῖς, οὔτε περὶ μονάδων καὶ περὶ δεκάδων ψήφων ἁπλῶς· ἐπρόκειτο διὰ τῆς νέας μεθόδου νὰ κερδήσῃ ἑκαντοντάδας ψήφων. Τὸ τόλμημα βεβαίως ἦτο μέγα, τὸ μέσον δὲ, διὰ τοῦ ὁποίου αἱ ψῆφοι αὗται θὰ ἐκερδαίνοντο ὑπὲρ τοῦ κυρίου Σιμοπούλου καὶ τῶν μετ’ αὐτοῦ κατελθόντων εἰς τὸν ἐκλογικὸν ἀγῶνα, βεβαίως ἦτο παράνομον, ἀλλ’ οὔτε ὁ κ. Σιμόπουλος ἀπώκνησεν οὔτε ἡ Διοίκησις ἠρνήθη νὰ παράσχῃ πρόθυμον τὴν συνδρομὴν αὐτῆς πρὸς ἐπιτυχίαν τοῦ ποθουμένου· καὶ παρέσχε δυστυχῶς ἡ Διοίκησις πρόθυμον τὴν συνδρομὴν αὐτῆς πρὸς τὸν κύριον Σιμόπουλον, διότι οὐδέποτε ἐσεβάσθη νόμον τινὰ, διότι οὐδέποτε ἐσεβάσθη τὰς ὑπαγορεύσεις τῆς στοιχειωδεστέρας ἠθικῆς... Καὶ ἐνταῦθα γενόμενος τοῦ λόγου, δὲν διστάζω νὰ ἐπαναλάβω, ὅτι ὄχι μόνον ἐπιτρέπεται ἡμῖν, ἀλλὰ καὶ καθῆκον ἔχομεν νὰ συγχέωμεν ἐνίοτε τὰ ζητήματα ταῦτα, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἀσκεῖ δικαστικὸν ἔλεγχον ἡ Βουλὴ πρὸς θέματα πολιτικὰ, μολονότι ἐξέφρασε παράπονα περὶ τούτου ὁ ἀξιότιμος ἐκ Μαντινείας Βουλευτής. Καὶ πῶς θέλετε, κύριε Βουλευτὰ ἐκ Μαντινείας, κατὰ τὴν ἐνάσκησιν τοῦ δικαστικοῦ τούτου ἔργου τῆς Βουλῆς, τῆς ἐξελέγξεως τῶν ἐκλογῶν, νὰ μὴ προέλθωμεν καὶ εἰς πολιτικῶν θεμάτων συζήτησιν, ἀφοῦ ἐν τῷ σταδίῳ τῆς ἐξελέγξεως ἡ Βουλὴ ἀνὰ πᾶν βῆμα αὐτῆς συναντᾷ καὶ ἀνὰ μίαν παρανομίαν, ἀνὰ μίαν ἀσχημίαν τῆς Κυβερνήσεως, ἧς ἦσθε καὶ ὑμεῖς μέλος; Ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Παρνασσίδος, Κύριοι, ὑπάρχουσι γαῖαι βοσκήσιμοι, αἵτινες μετὰ τὴν ἀποκατάστασιν τῆς ἐθνικῆς ἀνεξαρτησίας περιῆλθον δικαιώματι πολέμου εἰς τὴν κυριότητα τοῦ Δημοσίου. Ἐπειδὴ δὲ ὁ λαὸς τῆς Παρνασσίδος, καθὼς καὶ τῶν γειτόνων ἐπαρχιῶν, εἶναι κατὰ τὸ πλεῖστον ποιμενικὸς, ἡ Κυβέρνησις τοῦ τόπου, πατρικῶς μεριμνῶσα περὶ τῶν συμφερόντων τῶν κατοίκων τῶν χωρῶν ἐκείνων, εἰσήγαγε νόμον εἰς τὴν Βουλὴν, τὸν νόμον ΚΘʹ τοῦ 1864, δι’ οὗ προὐνόησε περὶ τῆς χρήσεως τῶν λιβαδίων. Κατὰ τὸν νόμον αὐτὸν ἐπετράπη, ὅπως τὰ λιβάδια, αἱ βοσκήσιμοι αὗται γαῖαι, αἱ ἀνήκουσαι εἰς τὴν κυριότητα τοῦ Δημοσίου, διατεθῶσιν ὑπὲρ τῶν κοινοτήτων τῶν μερῶν ἐκείνων, χάριν τῶν ποιμενικῶν ἀναγκῶν αὐτῶν. Ἐπετράπη τουτέστιν εἰς τὰς κοινότητας καὶ ἄλλων μὲν ἐπαρχιῶν, ἀλλὰ καὶ τῆς Παρνασσίδος, ὅπως κατὰ παράκλησιν νέμωνται τὰς βοσκησίμους αὐτὰς γαίας, ἀφίνουσαι αὐτὰς εἰς τὴν διάθεσιν τῶν ποιμένων τῶν οἰκείων κοινοτήτων. Ἀλλ’ ἐπειδὴ τὰ λιβάδια ταῦτα εἶναι ἐκτεταμένα, αἱ δὲ ἀνάγκαι αἱ κτηνοτροφικαὶ τοῦ τόπου ὑποδεέστεραι ἐνίοτε τῆς παραγωγῆς τῶν λιβαδίων, ἐθεσπίσθη διὰ Βασ. Διατάγματος τῆς 9ης Ἰανουαρίου 1878, ὅτι κατὰ τριετίαν θέλει γίνεσθαι ὁ διαχωρισμὸς τῶν λιβαδίων τούτων. Ὁ διαχωρισμὸς δὲ οὗτος γίνεται ὡς ἑξῆς. Ἐπιτροπὴ, τὴν σύστασιν τῆς ὁποίας ὁρίζει ὁ νόμος, συνέρχεται ἐντὸς τῶν μηνῶν Ἰουνίου καὶ Ἰουλίου, καὶ προσδιορίζει ποῖαι ἐκτάσεις ἐκ τῶν λιβαδίων τούτων θέλουσιν ἀφεθῆ εἰς τὰς κοινότητας πρὸς χρῆσιν αὐτῶν, ὁποῖαι δὲ ἐκτάσεις θέλουσι διατεθῆ ὑπὲρ τῶν κτηνοτροφικῶν ἀναγκῶν τῶν κοινοτήτων· καὶ ὅσας μὲν ἀποχωρίσῃ ἡ ἐπιτροπὴ διὰ τὴν χρῆσιν τῶν κτηνοτροφικῶν ἀναγκῶν τῶν κοινοτήτων ἀφαιροῦνται ἀπὸ αὐτὰς, καὶ ἐπιτρέπεται ἡ δωρεὰν βόσκησις τῶν ποιμνίων τῶν ποιμένων ἐν ταῖς ἐκτάσεσι ταύταις μέχρι ζώων ἑκατὸν, τὸ δὲ ὑπόλοιπον τῶν ἐκτάσεων τούτων, τὸ ὑπόλοιπον τῶν λιβαδίων, διατίθεται δι’ ἐνοικιάσεως παρὰ τοῦ Δημοσίου. Ἀλλὰ καὶ πάλιν τὸ Δημόσιον, διαθέτον δι’ ἐνοικιάσεως τὸ ὑπόλοιπον τῶν λιβαδίων τούτων, δὲν κρατεῖ τὴν ὅλην πρόσοδον τῶν λιβαδίων ὑπὲρ ἑαυτοῦ, ἀλλ’ ἀποδίδει τὰ 80% εἰς τὰς οἰκείας κοινότητας, κρατεῖ δὲ μόνον τὰ 20% ἐκ τῆς ἀποδόσεως τῆς διαχειρίσεως τῶν λιβαδίων. Ὡς εἶπον, ὁ διαχωρισμὸς τῶν λιβαδίων παρὰ τῆς οἰκείας ἐπιτροπῆς γίνεται κατὰ μῆνα Ἰούνιον καὶ Ἰούλιον· ὁρίζει δὲ τὸ ἄρθρον 3 τοῦ Διατάγματος τοῦ 1878, ὅτι ἐπιτρέπεται εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν νὰ διατάξῃ, διαρκούσης τῆς τριετίας, ἀναθεώρησιν τῶν ὁρίων τῆς προσδιορισθείσης περιφερείας, ἐὰν αὐξήσῃ ὁ ἀριθμὸς τῶν κοινοτικῶν ζώων κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς τριετίας, ἢ ἂν ὑπάρξῃ ἀμφισβήτησις περὶ τῶν ὁρίων, ἢ γεννηθῶσιν ἄλλα παράπονα. Ὁ νόμος, ὅστις προέβλεψεν εἰς ποίαν περίπτωσιν ἐπιτρέπεται ἡ ἀναθεώρησις τῶν πρωτοκόλλων περὶ διαχωρισμοῦ τῶν λιβαδίων, προσδιώρισε καὶ τὸν λόγον, διὰ τὸν ὁποῖον ἐπιτρέπεται ἡ ἀναθεώρησις αὕτη, ἐπέτρεψε τουτέστιν εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, τότε μόνον νὰ διατάσσῃ τὴν ἀναθεώρησιν τῶν πρωτοκόλλων τοῦ διαχωρισμοῦ, ἐὰν ὑπάρξῃ ἀμφισβήτησις περὶ τῶν ὁρίων τῶν ἀποχωρισθεισῶν ἐκτάσεων, ἢ γεννηθῶσιν ἄλλα παράπονα, ὡς ἐκ τοῦ πολλαπλασιασμοῦ τῶν ζώων τῆς κοινότητος, εἰς οὐδεμίαν δὲ ἄλλην περίπτωσιν ἐπέτρεψεν εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ἀναιρῇ καὶ ἀκυροῖ τὰ καταρτισθέντα νομίμως πρωτόκολλα καὶ διατάσσῃ νέον διαχωρισμὸν τῶν λιβαδίων. Κατὰ τὸν χρόνον τὸν ὁριζόμενον ὑπὸ τοῦ νόμου συνῆλθον τὸ παρελθὸν ἔτος αἱ οἰκεῖαι ἐπιτροπαὶ εἰς τὰς κοινότητας τῶν δήμων Ἀμφισσέων, Μυωνίας καὶ Κρίσσης, καὶ ἐνήργησαν, συντάξασαι τὸ ἀνῆκον πρωτόκολλον, τὸν νόμιμον διαχωρισμὸν τῶν λιβαδίων, ἀφοῦ ἔλαβον ὑπ’ ὄψιν τὸν κατὰ κοινότητα ἀριθμὸν τῶν ὑπαρχόντων ζώων, καὶ εἶπον δι’ αὐτοῦ: «Ταῦτα μὲν τὰ λιβάδια θέλουσιν ἀποδοθῆ εἰς τὴν χρῆσιν τῶν κατοίκων τῆς κοινότητος διὰ τὰς κτηνοτροφικὰς αὐτῶν ἀνάγκας, ἐκεῖνα δὲ θέλουσιν ἀποδοθῆ εἰς τὸ Δημόσιον, ἵνα διατεθῶσι διὰ δημοπρασίας.» Τὰ πρωτόκολλα ταῦτα ὑπεβλήθησαν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν. Εἶπον ἤδη εἰς ὑμᾶς, ὅτι εἰς τοὺς κτηνοτρόφους ἐπιτρέπεται μόνον μέχρις ἑκατὸν ζώων νὰ βοσκήσωσι δωρεὰν ἐν τοῖς ἐθνικοῖς τούτοις λιβαδίοις, οὐχὶ δὲ καὶ πλέον τῶν ἑκατόν. Ἀλλ’ ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Παρνασσίδος καὶ ἐν ταῖς κοινότησι τῶν δήμων Ἀμφισσέων, Μυωνίας καὶ Κρίσσης ὑπάρχουσι ποιμένες, οἵτινες ἔχουσι πολὺ μεγαλείτερον τούτου ἀριθμὸν ζώων· δὲν ἐπήρκει λοιπὸν εἰς αὐτοὺς ἡ ἀποχωρισθεῖσα ἔκτασις, καὶ ἦτο ἀναγκαῖον νὰ δοθῇ πολὺ μεγαλειτέρα ἔκτασις, ἵνα ἐπαρκέσῃ εἰς τὰς κτηνοτροφικὰς αὐτῶν ἀνάγκας, διότι ἄλλως θὰ ἠναγκάζοντο νὰ μισθώσωσιν ἀναλόγους ἐκτάσεις ἐξ ἐκείνων, αἵτινες εἶχον ἀποχωρισθῆ ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου. Συνῆλθον λοιπὸν οἱ ποιμενικοὶ πληθυσμοὶ τῶν κοινοτήτων ἐκείνων, καὶ φυσικὰ, προκειμένου περὶ τοιαύτης δωρεᾶς ἐκ μέρους τῆς Διοικήσεως, περὶ τοιαύτης χάριτος, ἥτις ἐκ μέρους τῆς Διοικήσεως θὰ ἐγίνετο πρὸς αὐτοὺς καὶ θὰ ἐξησφάλιζε — πάντοτε βεβαίως ἐπὶ παραβάσει τοῦ νόμου καὶ ἐπὶ ζημίᾳ ἀνυπολογίστῳ τοῦ Δημοσίου — τὴν ἀνέξοδον συντήρησιν τῶν ποιμνίων τῶν ἐπὶ μίαν τριετίαν, δὲν εἶχον νὰ ἀποταθῶσιν οὔτε εἰς τὸν κ. Μαρλᾶν, οὔτε εἰς τὸν κ. Κρεμεζῆν οὔτε εἰς τὸν κ. Κόκκαλην, ἔπρεπε φυσικῶς καὶ εὐλόγως νὰ ἀποταθῶσι πρὸς τὸν κ. Σιμόπουλον, τὸν ἔχοντα τὰ πιστὰ παρὰ τῇ Διοικήσει, τὸν ἰσχύοντα, τὸν τὰ πάντα δυνάμενον παρὰ τοῖς Ὑπουργοῖς. Ἀπετάθησαν λοιπὸν πρὸς τὸν κ. Σιμόπουλον καὶ ἐζήτησαν νὰ ἀκυρωθῶσι τὰ πρῶτα πρωτόκολλα, καὶ νὰ διαταχθῇ νέος διαχωρισμὸς τῶν βοσκησίμων ἐκτάσεων. Ἡ αἴτησίς των ἐγένετο πρᾶγμα. Ὁ ἀξιότιμος πρώην Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν — ὅστις δὲν εἶναι τώρα παρὼν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ — οὐδόλως ἐδίστασε, παρανομῶν προφανῶς, νὰ ἐνδώσῃ εἰς τὰς προτροπὰς τοῦ κ. Σιμοπούλου, καὶ ἐνῷ οὐδεμία ἐκ τῶν νομίμων περιπτώσεων ἀναθεωρήσεως τῶν πρωτοκόλλων, περὶ ὧν ὡμίλησα πρὸ ὀλίγου, ὑπῆρχεν ἐν τῷ προκειμένῳ, νὰ διατάξῃ τὴν ἀναθεώρησιν τῶν πρωτοκόλλων. Εἶναι δυσάρεστον βεβαίως νὰ ὑφίσταταί τις περιορισμὸν ἐν τῷ λόγῳ. Καὶ ὑφίσταται ἀληθῶς περιορισμόν, ὅταν δὲν ἔχῃ ἐνώπιον αὑτοῦ τὸν ἐπὶ παρανομίᾳ ἐλεγχόμενον, ἵνα οὐχὶ ἀναπολόγητον κατηγορήσῃ αὐτόν. Δὲν ἔχομεν δὲ ἐνώπιον ἡμῶν τὸν κ. Νέγρην, ἵνα ἀποδώσωμεν εἰς αὐτὸν τὴν παρανομίαν, ἥτις πράγματι ἀνήκει εἰς αὐτόν. Ὀφείλω ὅμως, χάριν τῆς συζητουμένης ὑποθέσεως καὶ διὰ νὰ καταδείξω τὰς πλημμελείας, τὸ ψευδὲς καὶ ἀνύπαρκτον τῆς ἐκλογῆς Παρνασσίδος, νὰ παραστήσω οἵα παρανομία ἐγένετο, καὶ ἐπὶ ἀλλοιώσει τοῦ φρονήματος τῶν ἐκλογέων καὶ ἐπὶ ζημίᾳ ὑλικῇ τοῦ Δημοσίου. Διετάχθη λοιπὸν ἡ ἀναθεώρησις, καὶ γενομένης ἀναθεωρήσεως, κύριοι Βουλευταί, τί προέκυψεν; Ἐνῷ κατὰ τὸν πρῶτον διαχωρισμὸν εἰς πάσας τὰς κοινότητας τῶν δήμων Ἀμφισσέων, Μυωνίας καὶ Κρίσσης εὑρέθησαν λιβάδια πλεονάζοντα παρὰ τῶν οἰκείων ἐπιτροπῶν, ἵνα διατεθῶσι παρὰ τοῦ Δημοσίου καὶ ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου, κατὰ τὴν ἀναθεώρησιν εὑρέθη, ὅτι οὔτε μία σπιθαμὴ γῆς ἐπλεόναζεν, ἵνα διατεθῇ ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου, καὶ ἐθεωρήθη ἀναγκαῖον, ὅπως πᾶσαι αἱ ἐκτάσεις τῶν λιβαδίων διατεθῶσιν ὑπὲρ τῶν κτηνοτροφικῶν ἀναγκῶν τῶν κοινοτήτων ἐκείνων. Χαρὰ λοιπόν, καὶ εὔλογος χαρὰ καὶ ἀγαλλίασις παρὰ τοῖς ποιμέσι τῶν κοινοτήτων ἐκείνων. Χαρὰ καὶ ἀγαλλίασις, διότι εὑρίσκετο καὶ ἠνοίγετο ἐνώπιον αὐτῶν ἔκτασις ἀπέραντος καὶ ἀπεριόριστος διὰ νὰ βοσκήσωσι τὰ ποίμνιά των, εὐγνωμοσύνη δὲ ἀπεριόριστος πρὸς τὸν διενεργήσαντα τὸ μέγα τοῦτο ἀγαθόν...,
§69Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπιτρέπετε;
§70Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ περατώσω τὸ θέμα τοῦτο, καὶ κατόπιν ὁμιλεῖτε.
§71ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Πολὺ καλά. Μόνον διὰ νὰ σᾶς δώσω ἤθελον μίαν πληροφορίαν.
§72Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Πότε δὲ, νομίζετε, κύριοι Βουλευταί, ὅτι ἐτελοῦντο ταῦτα; Οὐχὶ βεβαίως εἰς παρῳχημένην τινὰ καὶ μακρὰν ἀπέχουσαν ἐποχήν, κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ ἠδύνατο νὰ εἴπῃ ὁ κ. Σιμόπουλος καὶ οἱ ὑπὲρ αὐτοῦ ἐνδιαφερόμενοι, ὅτι οὐδεμίαν ἤσκησαν ἐπιρροὴν ἐπὶ τοῦ φρονήματος τῶν ἐκλογέων. Δὲν ἐτελοῦντο ταῦτα, οὔτε κατὰ τὸν Ἀπρίλιον, οὔτε κατὰ τὸν Μάϊον. Ὅσον μὲν ἀφορᾷ τὰς κοινότητας τοῦ δήμου Ἀμφισσέων, τὸ πρωτόκολλον τοῦ διαχωρισμοῦ ἐγένετο τὴν 22 Ἰουλίου παρελθόντος ἔτους, ἡ δὲ ἀκύρωσις τοῦ πρωτοκόλλου ἐγένετο τὴν 24 Σεπτεμβρίου τοῦ ἰδίου ἔτους, δυνάμει τῆς ὑπ’ ἀριθμὸν 89145 διαταγῆς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, συνετάχθη δὲ τὸ νέον πρωτόκολλον, τὸ ὁποῖον ἀφῆκεν ὁλόκληρον τὴν ἔκτασιν τῶν ἐθνικῶν λιβαδίων ἐν τῷ δήμῳ Ἀμφισσέων ὑπὲρ τῶν κτηνοτροφικῶν ἀναγκῶν τῶν ποιμένων, τὴν 11 Ὀκτωβρίου παρελθόντος ἔτους. Καὶ οὕτω πως τρία σημαντικὰ λιβάδια, τὸ Παναγιόρρευμα, ὁ Ἅγιος Συμεὼν καὶ οἱ Κῆποι, ἐκτάσεως χιλιάδων στρεμμάτων, τὰ ὁποῖα εἶχον διαχωρισθῆ ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου καὶ ἐπρόκειτο νὰ διατεθῶσι διὰ δημοπρασίας χάριν τοῦ Δημοσίου, διετέθησαν ὑπὲρ τῶν ποιμένων τοῦ κ. Σιμοπούλου!
§73Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Δὲν πρέπει νὰ σᾶς κάμνῃ ἐντύπωσιν, κύριε συνάδελφε, ὁ χρόνος τῆς ἀναθεωρήσεως τῶν πρωτοκόλλων αὐτῶν, διότι ὁ κ. Σιμόπουλος, Ὑπουργὸς ὢν τῶν Οἰκονομικῶν, διέταξε κατὰ τὴν 23 Μαΐου 1897 — καθ’ ἣν ἐπρόκειτο νὰ λάβῃ χώραν ἡ πραγματοποίησις τῆς ἀνακωχῆς τοῦ πολέμου — νὰ γείνῃ ἡ ἀναθεώρησις ὁμοίων πρωτοκόλλων διαχωρισμοῦ λιβαδίων ἐν Εὐρυτανίᾳ. Καὶ ἀπορεῖτε, πῶς σήμερον προὐκάλεσε τοιαύτην διαταγὴν ἀναθεωρήσεως λιβαδίων τῆς Ἀμφίσσης, τρεῖς μῆνας πρὸ τῶν ἐκλογῶν! Μὴ σᾶς κάμνῃ ἐντύπωσιν!
§74Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἔχω ἀμφιβολίαν, οὔτε ἐκπλήττομαι, ὅτι ὁ κ. Σιμόπουλος ἔκαμε καὶ τοῦτο, ὅπως λέγετε. Τὸ ἄπορον ὅμως εἶναι, ὅτι Ὑπουργὸς ἦτο νῦν ὁ κ. Νέγρης, καὶ ὄχι ὁ κ. Σιμόπουλος, ὅτε ἐτελοῦντο τὰ ἔκθεσμα ταῦτα πρὸς ζημίαν τοῦ Δημοσίου καὶ πρὸς ἀλλοίωσιν τοῦ ἐκλογικοῦ φρονήματος τῆς ἐπαρχίας Παρνασσίδος. Ἐν τῷ δήμῳ Μυωνίας ὑπεβλήθη τὸν Ὀκτώβριον τοῦ παρελθόντος ἔτους αἴτησις ποιμένων τινῶν πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον, παραπονουμένων διὰ τὸν γενόμενον διαχωρισμόν· ἐπὶ τῇ βάσει δὲ τῆς αἰτήσεως ταύτης τῶν ποιμένων, εὐπροσδέκτου γενομένης παρὰ τῷ κυρίῳ Σιμοπούλῳ, τὸ Ὑπουργεῖον δὲν ἐδίστασεν, ἵνα τὴν 12 Ὀκτωβρίου διατάξῃ διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 86121 διαταγῆς του τὴν ἀναθεώρησιν τοῦ διαχωρισμοῦ, καὶ τὴν 16 Ὀκτωβρίου γίνεται ὁ νέος διαχωρισμὸς τῶν λιβαδίων τοῦ δήμου ἐκείνου, διὰ τοῦ ὁποίου, ἐγκριθέντος τηλεγραφικῶς παρὰ τοῦ Ὑπουργείου, ἅπαντα τὰ λιβάδια τῆς περιφερείας αὐτοῦ παρεδόθησαν ὡς λάφυρον τοῦ ἐκλογικοῦ ἀγῶνος εἰς τοὺς φίλους τοῦ κ. Σιμοπούλου! Ἀλλ’ εἰς τὴν κοινότητα Ἁγίας Εὐθυμίας συνέβη καὶ ἄλλο τι ἐπὶ μᾶλλον παράνομον, ἐπὶ μᾶλλον ἐπιζήμιον, διότι μετὰ τὸν διαχωρισμὸν τὸν πρῶτον τὸ Δημόσιον εἶχε προβῆ εἰς τὴν διάθεσιν τῶν ἐναπομεινάντων ἀδιαθέτων λιβαδίων, εἶχε δὲ ἐνοικιάσει αὐτὰ διὰ δημοπρασίας εἰς τὸν Ἀντώνιον Λαγγουράνην ἐξ Ἀμφίσσης ἀντὶ ἐτησίου μισθώματος δραχμῶν 4480. Ἀλλ’ οὔτε ἡ ἐνοικίασις αὕτη, ἥτις ἐγέννα ὑποχρεώσεις διὰ τὸ Δημόσιον, — διότι τὸ Δημόσιον ἦτο ὑπόχρεων, ὅπως εἰς τὸν ἐνοικιαστὴν παραδώσῃ τὰ ἐνοικιασθέντα, — οὔτε, λέγω, ἡ ἐνοικίασις αὕτη ἀπεκώλυσε τὸ Ὑπουργεῖον, ἵνα προβῇ εἰς τὴν ἀναθεώρησιν τοῦ διαχωρισμοῦ, οὔτε τὰ μετ’ αὐτὴν γενόμενα. Μολονότι δὲ μετὰ τὴν ἐνοικίασιν εἶχε κοινοποιηθῆ ἡ ἔγκρισις τῆς ἐνοικιάσεως εἰς τὸν Λαγγουράνην, μολονότι εἶχον συνταχθῆ αἱ ὁμολογίαι τοῦ Λαγγουράνη πρὸς τὸν ταμίαν, τὸ Ὑπουργεῖον διατάσσει ἀναθεώρησιν τοῦ διαχωρισμοῦ. Καὶ ἐγένετο ὁ διαχωρισμὸς οὗτος. Ὁ κ. Σιμόπουλος ἔλαβε, καθὰ λέγουσι, τὴν διαταγὴν περὶ διαχωρισμοῦ εἰς τὸ θυλάκιον αὐτοῦ, καὶ ἀπῆλθεν ἵνα ἐνεργήσῃ τὰς ἐκλογὰς ἐν Ἀμφίσσῃ. Τὴν διαταγὴν ταύτην ἐπέδειξε, λέγουσιν, εἰς τοὺς ἐνδιαφερομένους, καὶ εἶπεν εἰς αὐτούς: «Ἰδοὺ ἡ ἀπολύτρωσις ὑμῶν, ἰδοὺ ἡ σωτηρία ὑμῶν, ἰδοὺ τὸ μέσον, διὰ τοῦ ὁποίου τὰ ποίμνιά σας θὰ βοσκήσωσιν ἀνεξόδως εἰς τὰ διαχωρισθέντα λιβάδια! Ἀξιῶ ὅμως παρ’ ὑμῶν — διὰ νὰ πραγματοποιήσω τοῦτο — ἵνα πάντες, μέχρις ἑνός, ὑποταχθῆτε καὶ ἐπανέλθητε εἰς τὸ κόμμα, δηλώσητε φιλίαν πρὸς ἐμέ, καὶ σύσσωμοι ψηφίσητε ἐμὲ καὶ τὸν συνδυασμόν μου κατὰ τὴν ἐκλογήν.» Τοῦτο καὶ ἐγένετο ὄντως. Καὶ ἀφοῦ οὕτως ὁ κ. Σιμόπουλος ἐκέρδισε τὰς ψήφους τῶν ποιμένων ἐκείνων, προσεπάθησεν εἶτα νὰ θεραπεύσῃ καὶ τὴν ἀντίθετον ἀνάγκην, τὴν ἀντίθετον πρὸς τὰς ἀνάγκας, τῶν ποιμένων. Ἡ κοινότης Ἁγίας Εὐθυμίας εἶχεν ἀνάγκην, ὅπως διὰ τῶν χρημάτων, ἅτινα τὸ Δημόσιον ἀποδίδει ὡς μετοχὴν τῆς ἐκ τῆς προσόδου τῆς ἐνοικιάσεως πρὸς αὐτήν, ἐκτελέσῃ ἔργον τι κοινωτικόν. Ἐζητήθη λοιπὸν νὰ γείνῃ νέα ἀναθεώρησις, τρίτη, τῶν πρωτοκόλλων, ἢ νὰ ἀναγνωρισθῇ ὡς ἐνοικιαστὴς ὁ Λαγγουράνης καὶ ἀποδοθῇ τὸ ἀνῆκον εἰς τὸ Δημόσιον μέρος ἐκ τῆς προσόδου, καὶ τὸ ὑπόλοιπον εἰς τὴν κοινότητα. Καὶ τοῦτο ἐγένετο χάριν τῶν ψηφοφόρων τῆς κοινότητος· ἐγένετο δηλαδὴ ἀκύρωσις τῆς ἀκυρώσεως τῶν ἀρχικῶν πρωτοκόλλων. Καὶ οὕτω πως καὶ οἱ ποιμένες ἱκανοποιήθησαν, διότι μέχρι τῆς ἀκυρώσεως τῆς ἀναθεωρήσεως ἐβόσκησαν τὰ ποίμνια αὐτῶν εἰς τὰ ἐθνικὰ λιβάδια, καὶ αἱ ψῆφοι αὐτῶν ἐδόθησαν εἰς τὸν κ. Σιμόπουλον καὶ τοὺς συντρόφους αὐτοῦ, καὶ ἡ κοινότης ἱκανοποιήθη, διότι ἔχει τὴν ἐλπίδα ὅτι θὰ λάβῃ τὰ χρήματα, ὅσα ἐκ τῆς διαθέσεως τῶν βοσκῶν ἀνήκουσιν εἰς αὐτήν. Ἂν αἱ ἀκοσμίαι αὗται ἐγένοντο πρὸς τὸ συμφέρον τοῦ κ. Σιμοπούλου, ὑμεῖς, κύριοι Βουλευταί, θὰ κρίνητε· δὲν πιστεύω δὲ νὰ γενᾶται ἐν τῇ συνειδήσει οὐδενὸς ἐξ ὑμῶν καὶ ὁ ἐλάχιστος δισταγμός, ὅτι ταῦτα δὲν ἐγένοντο διὰ τῆς ἐνεργείας καὶ πρὸς ὠφέλειαν ἐκλογικὴν τῶν ἀντιπάλων τοῦ κ. Σιμοπούλου, κατὰ τῶν ὁποίων μετεστράφησαν διὰ τῶν ἀνομιῶν τούτων πληθυσμοὶ κοινοτήτων ὁλοκλήρων. Ἐν τῇ ὑποθέσει ὅμως ταύτῃ τοῦ διαχωρισμοῦ τῶν ἐθνικῶν βοσκῶν τῆς Ἁγίας Εὐθυμίας δίκαιον εἶναι νὰ θαυμάσωμεν πάντες τὸ ἄκρως ἐπινοητικὸν καὶ ἀγχίστροφον πνεῦμα τοῦ κ. Σιμοπούλου, ὅστις, εὑρισκόμενος μεταξὺ δύο ἀντιθέτων ἕξεων, τῆς ἀπαιτήσεως ἀφ’ ἑνὸς τῶν ποιμένων, ζητούντων τὴν ἀναθεώρησιν τοῦ διαχωρισμοῦ, καὶ τῆς ἀπαιτήσεως ἐξ ἄλλου τῆς κοινότητος καὶ τοῦ ἐνοικιαστοῦ Λαγγουράνη, ζητούντων τὴν ἀκύρωσιν τῆς ἀναθεωρήσεως, κατώρθωσε πάντων τὰς ὀρέξεις νὰ θεραπεύσῃ καὶ πάντων τὰς ψήφους νὰ κερδίσῃ. Ἀλλ’ ἂν ταῦτα ἐγένοντο πρὸς τὸ συμφέρον τοῦ κ. Σιμοπούλου καὶ τῶν συντρόφων του καὶ τῶν ποιμένων τοῦ δήμου Μυωνίας, βεβαίως ὅμως δὲν ἐγένοντο πρὸς τὸ συμφέρον τοῦ Δημοσίου. Διότι ἀκυρωθέντος τοῦ πρωτοκόλλου τοῦ διαχωρισμοῦ, οἱ ποιμένες ἐβόσκησαν τὰ ποίμνιά των ἐκεῖ μέχρι τῆς ἀκυρώσεως τῆς ἀναθεωρήσεως, τὸ δὲ Δημόσιον ὑπόκειται εἰς ἀποζημιώσεις ἀπέναντι τοῦ ἐνοικιαστοῦ Λαγγουράνη. Τὰ αὐτά, κύριοι Βουλευταί, ἐγένοντο καὶ ἐν τῷ δήμῳ Κρίσσης καὶ ἰδίᾳ εἰς τὴν κοινότητα Δελφῶν, — καὶ ὑπάρχουσιν ἐδῶ πάντα τὰ ἔγγραφα τὰ ἐπίσημα, τὰ μαρτυροῦντα τὰ ἔκτροπα ταῦτα. — Καὶ ἐκεῖ συνετάχθη νομίμως καὶ ἐμπροθέσμως τὸ πρωτόκολλον τοῦ διαχωρισμοῦ, καὶ ὑπεβλήθη εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, ἀλλὰ καὶ ἐκεῖ ἀπετάθησαν πολλοὶ τῶν ποιμένων πρὸς τὸν κ. Σιμόπουλον, ζητοῦντες ὅπως ἡ ἔκτασις ἀφεθῇ εἰς χρῆσιν αὐτῶν. Τὴν 17 Σεπτεμβρίου διετάχθη ἡ ἀναθεώρησις τοῦ πρωτοκόλλου τοῦ διαχωρισμοῦ, καὶ μετὰ τοῦτο πᾶσα ἡ ἔκτασις τῶν βοσκησίμων γαιῶν τῶν Δελφῶν ἀφέθη εἰς τὰς κτηνοτροφικὰς ἀνάγκας τῆς κοινότητος. Διὰ τοῦτο εἶπον πρὸς ὑμᾶς, κύριοι Βουλευταί, ὅτι δὲν πρόκειται περὶ μονάδων ἢ δεκάδων ψήφων, ἀλλὰ περὶ ἑκατοντάδων ψήφων, αἵτινες προσειλκύσθησαν εἰς τὸ κόμμα τοῦ κ. Σιμοπούλου καὶ τῶν συντρόφων αὐτοῦ διὰ τῶν τοιούτων τεχνασμάτων καὶ τῶν παρανομιῶν τῆς Κυβερνήσεως.
§75Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἄν μοι ἐπιτρέπῃ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσσήνης, ἤθελον δώσει πρὸς αὐτὸν ἐξηγήσεις τινὰς ἢ πληροφορίας, ὅπως ἐπανορθώσῃ μερικὰς ἀνακριβείας, τῶν ὁποίων ἀκουσίως ἐγένετο εἰσηγητής, ἵνα καὶ εἰς τὴν Βουλὴν παρασταθῶσι τὰ πράγματα ὡς ἔχουσι καὶ ὄχι ὡς οἱ ἀποτυχόντες τὰ παραμορφώνουσι.
§76Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα.
§77Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Πρῶτον αἱ ἀναθεωρήσεις τῶν πρωτοκόλλων περὶ διαχωρισμοῦ τῶν λιβαδίων εἶναι συνήθεις εἰς πάσας τὰς ἐπαρχίας, ὅπου ὑπάρχουσι τοιαῦτα βοσκήματα κατὰ τὸν νόμον τοῦ 1864, καὶ ὅπου ὑπάρχει νόμιμος περίπτωσις ἀναθεωρήσεως — νόμιμος δὲ περίπτωσις ἀναθεωρήσεως εἶναι καὶ τὰ παράπονα τῆς τάξεως τῶν κτηνοτρόφων, ἀφορῶντα εἰς τὴν ἀνεπάρκειαν τῶν διὰ τὰ κτήνη των καθορισθέντων βοσκημάτων. — Λυποῦμαι δὲ, ὅτι δὲν εἶναι μεταξὺ ἡμῶν ὁ κύριος πρώην Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, διότι, ἐὰν ἦτο ἐνταῦθα, ἤθελον παρακαλέσει αὐτὸν, ἐν λόγῳ τιμῆς νὰ εἴπῃ, ἐὰν ἐγὼ ἀνῆλθον ποτὲ τὰς κλίμακας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τὸν παρεκάλεσα περὶ θεμάτων ἀφορώντων εἰς τὰ λιβάδεια δήμου τινὸς τῆς Παρνασσίδος ἢ εἰς ἄλλην τινὰ ἐπαρχιακήν μου ὑπόθεσιν. Εἰς τὴν Ἄμφισσαν ἐγὼ μετέβην ὀκτὼ ἡμέρας πρὸ τῶν ἐκλογῶν, δὲν ὑπῆρξα δὲ κομιστὴς οὐδενὸς ὑπουργικοῦ ἐγγράφου, ἄρα οὐδὲ διαταγῆς τινος τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, παραγγέλλοντος τῶν πρωτοκόλλων τοῦ διαχωρισμοῦ τὴν ἀναθεώρησιν. Δὲν εἶναι ἐπίσης ὀρθὸν, ὅτι διὰ τῆς ἀναθεωρήσεως πᾶσαι αἱ βοσκήσιμοι ἐκτάσεις παρεχωρήθησαν εἰς τοὺς κτηνοτρόφους· διότι ἐπρόκειτο περὶ ἐλαχίστης ἐκτάσεως λιβαδίων. Ἐν τῇ περιφερείᾳ τοῦ δήμου Ἀμφίσσης ἐπρόκειτο περὶ δύο μικρῶν λιβαδίων, τὰ ὁποῖα εἰς τὰς προηγουμένας τριετίας εἶχον παραχωρηθῆ εἰς τοὺς κτηνοτρόφους. Ὁ δήμαρχος δὲ τῆς Ἀμφίσσης, ἐκ λόγων ἀκριβῶς κομματικῶν, ἐφρόντισεν ὥστε κατὰ τὴν σύνταξιν τοῦ πρωτοκόλλου περὶ διαχωρισμοῦ ν’ ἀφαιρεθῶσι τὰ μικρὰ ταῦτα λιβάδια ἀπὸ τοὺς κτηνοτρόφους, οἵτινες παρεπονέθησαν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, ὅπερ διέταξε τὴν ἀναθεώρησιν, δι’ ἧς ἐπανῆλθον τὰ πράγματα εἰς ἣν διετέλουν κατάστασιν κατὰ τὰς δύο ἢ τρεῖς προηγουμένας τριετίας. Ἐγὼ περὶ τοῦ θέματος τούτου ἔλαβον γνῶσιν, ὅτε μετέβην εἰς Ἄμφισσαν, διότι οὐδέν μοι ἐγένετο γνωστὸν πρότερον. Ὅσον ἀφορᾷ τὰ λιβάδια τοῦ δήμου Μυωνίας, οὐδὲν εἶχον συμφέρον εἰς τὴν πρὸς τοὺς κτηνοτρόφους παραχώρησιν πολλῶν λιβαδίων· θὰ ἀπορήσῃ δὲ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσσήνης, ἐὰν μάθῃ, ὅτι ἔχω συμφέρον ὅλως ἀντίθετον, νὰ μὴ παραχωρηθῇ δηλαδὴ καὶ ἡ ἐλαχίστη ἔκτασις εἰς τοὺς κτηνοτρόφους, διότι τὰ λιβάδια τῆς περὶ ἧς πρόκειται κοινότητος εἶναι παρακεχωρημένα πρὸς πληρωμὴν τόκων καὶ χρεωλυσίου διὰ δάνειον, τὸ ὁποῖον συνῆψεν ἡ κοινότης τῆς Ἁγίας Εὐθυμίας μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης πρὸς κατασκευὴν μεγάλης ὑδαταποθήκης ὑπὸ τὴν προσωπικήν μου ἐγγύησιν. Ἐὰν λοιπὸν δὲν ἤθελε πληρωθῆ τὸ ποσὸν τοῦτο τῶν τοκοχρεωλυσίων, ἐγὼ εἶμαι προσωπικῶς ὑπόχρεως. Ὥστε δὲν μὲ συνέφερε νὰ μεταρρυθμισθῇ τὸ ἀρχικὸν πρωτόκολλον περὶ διαχωρισμοῦ, ἀλλ’ ἐπειδὴ ἐπρόκειτο περὶ ἑνὸς λιβαδίου μεταξὺ πολλῶν, τὰ ὁποῖα ὑπάρχουσιν ἐκεῖσε, αἱ ἀρχαὶ, ἐκτιμήσασαι ὡς δίκαια τὰ παράπονα τῆς κτηνοτροφικῆς τάξεως, εἶπον ὅτι ἔπρεπε νὰ ἀναθεωρηθῇ. Δὲν εἶναι ἐπίσης ἀκριβὲς, ὅτι ἐνεκρίθη ἡ δημοπρασία, ἡ ἀφορῶσα εἰς τὴν ἐνοικίασιν ἑνὸς λιβαδίου· διότι ἐπελθούσης τῆς ἀναθεωρήσεως, δὲν ἠδύνατο νὰ ἐγκριθῇ ἡ δημοπρασία· τοὐναντίον δὲ ἠκυρώθη τὸ ἀποτέλεσμα ταύτης, καὶ ἐνεκρίθη ἡ ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς προβληθεῖσα ἀναθεώρησις· ἄρα οὐδὲν δικαίωμα ἀποζημιώσεως δύναται νὰ ὑποστηριχθῇ ἐκ μέρους ἐκείνου, ὁ ὁποῖος ἐγένετο οὐχὶ ἐνοικιαστής, ἀλλὰ τελευταῖος πλειοδότης. Πάντα ταῦτα παρεστάθησαν ὡς σχόντα μεγίστην ἐπιρροὴν ἐπὶ τῆς ἐκλογῆς. Ὁμολογῶ, ὅτι τώρα πρώτην φορὰν μανθάνω, ὅτι τοιαύτη ἀναθεώρησις τῶν πρωτοκόλλων περὶ χωρισμοῦ λιβαδίων δύναται νὰ ἔχῃ ἐπιρροὴν ἐπὶ τοῦ ἐκλογικοῦ ἀποτελέσματος. Συμπληρῶ δὲ τὰς ὀλίγας ταύτας πληροφορίας, παρατηρῶ εἰς τὸν κύριον Βουλευτὴν ἐκ Μεσσήνης, ὅτι, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸν δῆμον Κρίσσης, ἤτοι τὰ λιβάδια τῆς κοινότητος τῶν Δελφῶν, δὲν πρόκειται περὶ λιβαδίων ἐθνικῶν, ἀλλὰ περὶ λιβαδίων κοινωτικῶν· ὡς πρὸς ταῦτα δὲ ἡ κοινότης ἔχει κεκτημένα δικαιώματα διαθέσεως. Τοσοῦτον δὲ τοῦτο εἶναι ἀληθὲς, ὥστε πρόκειται νὰ χορηγηθῇ ἤδη παρὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης δάνειον εἰς τὴν κοινότητα πρὸς κατασκευὴν ὑδραγωγείου ἐξ ἀποστάσεως 12 περίπου χιλιομέτρων. Ἑπομένως τῶν βοσκημάτων τῆς κοινότητος τῶν Δελφῶν ὁ χωρισμὸς οὐδὲν παρουσιάζει ἐνδιαφέρον, οὐδὲ δικαιολογεῖ τὴν ἀπόλυτον ἀνάμιξιν τῆς διοικητικῆς ἀρχῆς, διότι οὐδὲν συμφέρον ἔχει τὸ Δημόσιον.
§78Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλ’ ἡ οἰκεία ἐπιτροπὴ, ἡ ἀποφασίζουσα περὶ αὐτῶν, δὲν ἀπηρτίζετο μόνον ἀπὸ τὸν δήμαρχον Ἀμφισσέων, ὅστις δὲν ἦτο φίλος σας, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τὸν Αʹ πάρεδρον, τὸν οἰκονομικὸν ἔφορον, τὸν εἰρηνοδίκην, οἱ ὁποῖοι δὲν ὑπήκουον εἰς τὰς διαταγὰς τοῦ δημάρχου, ἀλλ’ εἰς ἄλλου διαταγὰς, καὶ ἐννοεῖτε εὐκόλως, ποῖος ἠδύνατο νὰ ἐπηρεάσῃ αὐτοὺς, βλέποντας μάλιστα τοιαύτην μέριμναν τῆς διοικήσεως ὑπὲρ τῶν συμφερόντων τοῦ κ. Σιμοπούλου. Ἔχω δὲ ἐδῶ ἐπίσημον σημείωσιν τοῦ Ὑπουργείου, καθ’ ἣν, ἐν ᾧ ἐγένετο ἐνοικίασις εἰς τὸν Λαγγουράνην, ἔπειτα ἐδόθησαν τὰ λιβάδια εἰς ποιμένας, ἵνα βοσκήσωσι τὰ κτήνη αὐτῶν. Τίς θὰ τολμήσῃ νὰ ἰσχυρισθῇ, ὅτι δὲν προέκυψεν ὄφελος ἐκλογικὸν ὑπὲρ τοῦ κ. Σιμοπούλου, ἀφοῦ ὁλόκληρος ἡ ἔκτασις τῶν λιβαδίων ἐδόθη εἰς τοὺς ποιμένας τῆς ἐπαρχίας κατὰ τύπους μὲν παρὰ τῆς ἐπιτροπῆς, πράγματι δὲ ὑπὸ τοῦ κ. Σιμοπούλου; Κατὰ τὸν παρελθόντα Ὀκτώβριον εἴχομεν τὴν κατάταξιν τῶν κληρωτῶν τῆς ἀπογραφῆς τοῦ 1902. Εἶναι γνωστὸν εἰς ὑμᾶς, ὅτι ἐν Ἀμφίσσῃ ἑδρεύει λόχος τοῦ δευτέρου συντάγματος τοῦ πεζικοῦ, εἶναι δὲ γνωστὸν ἐπίσης, ὅτι ἡ κατάταξις, ἐνεργουμένη παρὰ τῶν Στρατολογικῶν Γραφείων, γίνεται ὁμοιομόρφως παντοῦ, ἐκτὸς ὅπου ὑπάρχει εἰδικὴ διαταγὴ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν. Τὸ Στρατολογικὸν Γραφεῖον τοῦ νομοῦ, δεχόμενον τοὺς κληρωτοὺς, πέμπει αὐτοὺς εἰς τὰ σώματά των ὅπως καταταχθῶσι, τὰ σώματά των δὲ εἶναι τὰ συντάγματα, εἰς ἃ κατατάσσονται. Τὸ αὐτὸ ἐγένετο καὶ ἐν Ἀμφίσσῃ· ἀλλ’ ἐν ᾧ κατετάγησαν ὑπὸ τοῦ Στρατολογικοῦ Γραφείου Φωκίδος οἱ κληρωτοὶ τῆς ἐπαρχίας Παρνασσίδος καὶ τοῦ δήμου Ἀμφίσσης εἰς τὸ 2ον σύνταγμα τοῦ πεζικοῦ, παρὰ πᾶσαν προσδοκίαν δὲν ἀπεστάλησαν εἰς Λαμίαν, ὅπου ἡ ἕδρα τοῦ δευτέρου συντάγματος, Τί ἐγένετο; κατετάγησαν ἁπλούστατα εἰς τὸν λόχον τὸν ἑδρεύοντα ἐν Ἀμφίσσῃ, χωρὶς τὸ παράπαν νὰ κινηθῶσιν ἐκεῖθεν. Παρουσιάσθησαν μόνον καὶ ἐδήλωσαν, ὅτι ἦσαν κληρωτοὶ τῆς ἀπογραφῆς τοῦ 1902, καὶ κατετάχθησαν εἰς τὸν λόχον Ἀμφίσσης. Αὐτὴ, ὡς γνωρίζετε, ἡ εὐκολία, παρεχομένη εἰς τοὺς κληρωτοὺς, εἶναι βεβαίως μεγίστη καὶ σημαντική. Εἶναι βεβαίως μέγα εὐεργέτημα δι’ ἕνα στρατιώτην ὑπηρετοῦντα ὑπὸ τὰ ὅπλα νὰ μένῃ ἐν τῇ οἰκίᾳ του, παρὰ τῇ οἰκογενείᾳ του, ἐν τῇ πατρίδι του.
§79Β. ΜΑΣΤΡΑΠΑΣ. Παντοῦ τὸ αὐτὸ συμβαίνει.
§80Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Οὐχὶ, κύριε συνάδελφε. Γνωρίζετε ὅτι ἡ κατάταξις τῶν κληρωτῶν γίνεται εἰς τὴν ἕδραν τοῦ συντάγματος.
§81Β. ΜΑΣΤΡΑΠΑΣ. Ὄχι. Σᾶς ἀναφέρω μάλιστα εἰδικῶς τὴν Ζάκυνθον καὶ τὴν Κεφαλληνίαν.
§82Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Μὴ βιάζεσθε! Θὰ σᾶς ἐξηγήσω, κύριε συνάδελφε, τὸ πρᾶγμα οὐχὶ μὲ λόγους μόνον, ἀλλὰ καὶ μὲ ἔγγραφα. Τὸ τμῆμα εὗρεν ἄπορον, πῶς ἐγένοντο τοιαῦται ἐνστάσεις κατὰ τοῦ κύρους τῆς ἐκλογῆς, καὶ πῶς ἐνόμισαν οἱ ἐνιστάμενοι, ὅτι ἠδύνατο νὰ ἐπηρεασθῇ τὸ φρόνημα τῶν ἐκλογέων διὰ τῆς κατατάξεως τριακοσίων κληρωτῶν ἀμέσως καὶ ἀπ’ εὐθείας εἰς τὸν λόχον τὸν ἐν Ἀμφίσσῃ ἑδρεύοντα. Διατείνεται δὲ, ὅτι οὐδὲν ἔκτροπον εἰς τὴν κατάταξιν ταύτην ἐνυπῆρχε, καθόσον αὕτη ἐγένετο συνεπείᾳ ἐγκυκλίου διαταγῆς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν. «Κατὰ τὴν ἐνώπιον τοῦ τμήματος συζήτησιν, λέγει ἡ ἔκθεσις, ἀπεδείχθη ὅτι ἡ τοιαύτη κατάταξις, γενομένη ὑπὸ τοῦ διοικητοῦ τοῦ ἐν Λαμίᾳ ἑδρεύοντος συντάγματος, εἶναι διατεταγμένη δι’ ἐγκυκλίου τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν πρὸς τοὺς διοικητὰς τῶν συνταγμάτων, ἵνα οἱ κληρωτοὶ κατανέμωνται εἰς ἅπαντας τοὺς λόχους.» Ἐπεκαλέσθησαν λοιπὸν πρὸς ἀπόκρουσιν τῆς ἐνστάσεως ἐγκύκλιον διαταγὴν τοῦ Ὑπουργείου, καθ’ ἣν ἡ κατάταξις ἐγένετο κατανεμομένων τῶν κληρωτῶν εἰς τοὺς διαφόρους λόχους. Ἀλλὰ τὴν ἐγκύκλιον ταύτην ἔχω ἐνώπιόν μου, καὶ βλέπω ὅτι οὐδὲν τοιοῦτον λέγει. Ἡ ἐγκύκλιος, ἥτις ἐξεδόθη τὴν 14 Μαρτίου 1900 ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν καὶ ἀπευθύνεται πρὸς πάντα τὰ Στρατολογικὰ Γραφεῖα καὶ συντάγματα, λέγει ἐπὶ λέξει τὰ ἑξῆς: «Κατὰ τὴν διανομὴν τῶν κληρωτῶν εἰς τὰ διάφορα σώματα, ἐλήφθη τὸ μέτρον, ὅπως καταταχθῶσιν οὗτοι, κατὰ τὸ δυνατὸν, εἰς τὰ τμήματα τὰ ἑδρεύοντα ἐν τοῖς σχετικοῖς αὐτῶν νομοῖς, πρὸς εὐκολίαν των, τὰ σώματα ὅμως δύνανται νὰ συγκεντρώσωσιν αὐτοὺς μετὰ τὴν κατάταξίν των ἐν ταῖς ἕδραις των, ἂν τὸ τοιοῦτον ἐπιβάλληται ὑπὸ τῆς ἀνάγκης τῆς ἐκγυμνάσεως αὐτῶν, ἢ ἐξ ἄλλων ἀναγκῶν τῆς ὑπηρεσίας...»
§83ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὡραῖα! ὡραῖα!
§84Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Μὴ βιάζεσθε, παρακαλῶ, διότι θὰ μετανοήσητε διὰ τὴν βίαν σας... Ἐπισυνάπτεται ἐν τῇ ἐγκυκλίῳ ταύτῃ ὁ πίναξ ὁ ἐπίσημος τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, καθ’ ὃν ὤφειλε νὰ γείνῃ ἡ διανομὴ τῶν κληρωτῶν, καὶ ὁρίζονται τὰ τμήματα ἐκεῖνα τῶν σωμάτων, εἰς ἃ θὰ ἐγίνετο ἐξαιρετικὴ κατάταξις ἀπ’ εὐθείας καὶ ἀμέσως, ἄνευ προηγουμένης κατατάξεως εἰς τὴν ἕδραν τοῦ συντάγματος.
§85Ι. ΓΙΑΝΝΑΚΙΤΣΑΣ. Ἡ κατάταξις γίνεται διὰ τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως.
§86Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα. Ἡ κατάταξις τῶν κληρωτῶν εἰς τὰ συντάγματα γίνεται διὰ τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ τὴν κατάταξιν ἐν τοῖς τμήμασι τῶν συνταγμάτων ἐκανόνισεν ἡ ἐγκύκλιος, ἣν ἔχω ἀνὰ χεῖρας. Κατ’ αὐτὴν δὲ, ἡ κατάταξις τῶν κληρωτῶν τοῦ νομοῦ Φωκίδος θὰ γείνῃ εἰς τὸ δεύτερον σύνταγμα τοῦ πεζικοῦ. Ἔχομεν λοιπὸν τὴν ἐγκύκλιον, προκειμένου περὶ τῆς κατατάξεως τῶν κληρωτῶν, καὶ τὸν πίνακα τὸν ἐπίσημον, ἐν αὐτῷ δὲ προσδιορίζεται, εἰς τὸ δεύτερον σύνταγμα τοῦ πεζικοῦ τίνες κληρωτοὶ θὰ καταταχθῶσιν. «Εἰς τὴν ἕδραν του, λέγει ὁ πίναξ, ἤτοι ἐν Λαμίᾳ, θὰ καταταχθῶσιν, ἐκτὸς τῶν ἐξ Ἀρκαδίας, Βοιωτίας καὶ Φθιώτιδος κληρωτῶν, καὶ οἱ 265 κληρωτοὶ τοῦ νομοῦ Φωκίδος»: ἄρα καὶ οἱ κληρωτοὶ τοῦ δήμου Ἀμφισσέων, διότι εἰς Λαμίαν διετάχθη ἡ κατάταξις τῶν ἐκ Φωκίδος κληρωτῶν. Οὗτοι πάντες ὅμως κατετάχθησαν οὐχὶ εἰς τὴν Λαμίαν, ὅπου ἦτο ἡ ἕδρα τοῦ συντάγματος, ἀλλ’ εἰς τὴν ἕδραν λόχου. Αὐτὴ δὲ εἶναι ἡ παρανομία, ὅτι παρὰ τὴν ἐγκύκλιον καὶ τὸν ἐπίσημον πίνακα ἡ κατάταξις τῶν κληρωτῶν τῆς ἐπαρχίας Παρνασσίδος ἐγένετο εἰς τὸν λόχον τὸν ἑδρεύοντα ἐν Ἀμφίσσῃ...
§87Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀδιακρίτως δι’ ὅλους.
§88Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἠξεύρω διὰ τίνας ἐγένετο τοῦτο, πάντως ὅμως δι’ ὅσους ὑμεῖς εἰργάσθητε.
§89Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Πόσοι Ἀμφισσεῖς κατετάχθησαν ἐν τῷ λόχῳ αὐτῷ;
§90Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἠξεύρω πόσοι ἦσαν κληρωτοὶ τοῦ δήμου Ἀμφισσέων, γνωρίζω ὅμως, ὅτι ἐγένετο μία παρανομία, καὶ ἡ παρανομία αὕτη ἐγένετο πρὸς ὄφελος τοῦ κ. Σιμοπούλου.
§91Κ. ΧΑΛΚΙΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι γνωστὸν, ἂν αὐτοὶ, οἱ ὁποῖοι κατετάχθησαν εἰς τὸν λόχον τὸν ἐν Ἀμφίσσῃ ἑδρεύοντα, ἦσαν φίλοι τοῦ κ. Σιμοπούλου ἢ τῶν ἀντιθέτων αὐτοῦ; Ἔχετε καμμίαν ἀπόδειξιν περὶ τούτου;
§92Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως μεταξὺ τῶν κληρωτῶν τοῦ δήμου Ἀμφίσσης θὰ ὑπῆρχον καὶ φίλοι τοῦ κ. Σιμοπούλου καὶ μὴ φίλοι αὐτοῦ. Ἀλλὰ βεβαίως, ἵνα γείνῃ ἡ τοιαύτη τροποποίησις τῆς διαταγῆς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν παρανόμως, δὲν ἐμεσολάβησεν οὔτε ὁ κ. Μαρλᾶς, οὔτε ὁ κ. ὁ κ. Κρεμεζῆς, ἀλλὰ βεβαίως ἐμεσολάβησεν ὁ κ. Σιμόπουλος.
§93Κ. ΧΑΛΚΙΟΠΟΥΛΟΣ. Τοιαύτη κατάταξις ἐγένετο καὶ εἰς ἄλλους λόχους καὶ εἰς τὴν Σῦρον.
§94Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτοὺς κατέταξεν ὁ ἐν Λαμίᾳ ἑδρεύων προϊστάμενος τοῦ συντάγματος, ὃν οὐδὲ προσωπικῶς γνωρίζω· ἐὰν δ’ ἐγένετο χαριστική τις κατάταξις, ὅπερ δὲν παραδέχομαι, αὕτη βεβαίως ἐγένετο ὑπὲρ τῶν ἀντιθέτων ἐμοῦ, διότι ὁ ὑπασπιστὴς τοῦ συντάγματος εἶναι στενὸς συγγενὴς τοῦ γραμματέως τοῦ κ. Γάτου.
§95Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Παρὰ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν ἐζήτησα πληροφορίας περὶ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἀδειῶν ἀτελοῦς ὑλοτομίας, αἵτινες ἐξεδόθησαν ἀπὸ τῆς 25 Ἀπριλίου 1902 μέχρι τῆς ἡμέρας τῆς ἐκλογῆς ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Παρνασσίδος. Δυστυχῶς μέχρι τοῦδε δὲν ἐστάθη δυνατὸν νὰ παράσχῃ τὸ Ὑπουργεῖον τὰς ἀναγκαίας πληροφορίας. Δὲν γνωρίζω ἂν τοῦτο εἶναι ἀτέλεια τῆς ὑπηρεσίας ἢ συμβαίνῃ ἄλλο τι, τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι εἰς ἐμὲ γνωστόν. Βεβαίως εἰς τὸν κ. Σιμόπουλον δὲν χαρίζεται ἡ Κυβέρνησις, ὡς εἶπέ τις τῶν κυρίων συναδέλφων, καὶ βεβαίως δὲν ὀφείλει νὰ χαρισθῇ εἰς αὐτόν, διότι, ἐὰν ἐχαρίζετο εἰς τὸν κ. Σιμόπουλον καὶ εἰς τὰς συστάσεις αὐτοῦ, θὰ παρενόμει ἡ Κυβέρνησις, ἡ δὲ Κυβέρνησις, τῆς ὁποίας ἔχω τὴν τιμὴν νὰ λογίζωμαι φίλος, δὲν ἐκλήθη ἐπὶ τὴν ἀρχὴν, ἵνα παρανομήσῃ, ὡς ἐκείνη, ἣν διεδέχθη. Ἐζητήθη, λέγω, παρὰ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν ἡ πληροφορία, πόσαι ἄδειαι ἀτελοῦς ὑλοτομίας ἐξεδόθησαν κατὰ τὰ προηγούμενα ἔτη 1900 καὶ 1901, καὶ πόσαι τοιαῦται ἄδειαι ἐξεδόθησαν ἀπὸ τῆς 25 Ἀπριλίου 1902 μέχρι τῆς ἡμέρας τῆς ἐκλογῆς, διότι διὰ τῶν ἐπισήμων τούτων πληροφοριῶν θὰ ἠδύνατο νὰ πεισθῇ ἡ Βουλή, ὅτι σχετικῶς πολὺ πλείονες ἄδειαι ἐξεδόθησαν ἀπὸ τῆς 25 Ἀπριλίου μέχρι τῆς 17 Νοεμβρίου ἢ κατὰ τὰ δύο προηγούμενα ἔτη. Οὐχ’ ἧττον, ἐξ ὅσων ἠδυνήθην νὰ πληροφορηθῶ μέχρι τοῦδε δύναμαι νὰ βεβαιώσω τὴν Βουλήν, ὅτι ἀπὸ 25 Ἀπριλίου τοῦ 1902 μέχρι τῆς ἡμέρας τῆς ἐκλογῆς ἐξεδόθησαν 87 ἄδειαι ἀτελοῦς ὑλοτομίας ἐν ὅλῳ, ἐνῷ κατὰ τὰ προηγούμενα δύο ἔτη 1900 καὶ 1901 εἶχον ἐκδοθῆ πολὺ ὀλιγώτεραι. Πόθεν διαφορὰ αὕτη;
§96Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν δύναμαι βεβαίως νὰ γνωρίζω διατὶ δὲν σᾶς ἐδόθη ἡ πληροφορία αὕτη, ἔχω ὅμως τὴν ὑπόνοιαν, ὅτι οἱ ἀποτυχόντες ὑποψήφιοι δὲν παρέδωκαν ὑμῖν τὰ εἰς αὐτοὺς δοθέντα ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν ἔγγραφα. Ἐγὼ γινώσκω τοῦτο, ὅτι 147 ἄδειαι εἶχον ἐκδοθῆ κατὰ τὰ δύο προηγούμενα ἔτη 1900 καὶ 1901, κατὰ τὸ 1902 ἐξεδόθησαν μόνον 61, ἐκ τῶν ὁποίων 10 δι’ ἀγαθοεργοὺς σκοποὺς, ἤτοι πρὸς ἀνέγερσιν ἢ ἐπιδιόρθωσιν εὐαγῶν ἱδρυμάτων.
§97Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὀκτὼ μόνον. Ἔχετε ἀπόδειξιν τούτου, τὸ ὁποῖον λέγετε;
§98Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Οὕτως ἔχει ἀκριβῶς. Ἰδοὺ διατὶ εἶναι γνωστὸν τὸ πρᾶγμα, διότι κατηγγέλθη ὁ δασάρχης ἐνώπιον τῆς ποινικῆς Δικαιοσύνης, καὶ ἐξεδόθη βούλευμα, ἀπαλλᾶσσον αὐτὸν πάσης καταδιώξεως.
§99Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγένετο ἀνακοπὴ τοῦ βουλεύματος, καὶ εἶναι ἐκκρεμὴς ἡ ὑπόθεσις ἐνώπιον τοῦ Ἐφετείου, ἡ δὲ ἀνάκρισις ἐνηργήθη παρ’ ἀξιωματικοῦ, ὃν ὑμεῖς ὑπεδείξατε.
§100Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ ἀνακοπὴ ἐγένετο σκοπίμως ὑπὸ τῶν ἀποτυχόντων, ἵνα ἡ ἐκκρεμότης παραταθῇ μέχρις οὗ ἡ Βουλὴ ἀποφασίσῃ ἐπὶ τοῦ κύρους τῆς ἐκλογῆς. Ἐν τούτοις ἀπεδείχθη ἐκ τῆς ἀνακρίσεως τοῦτο τὸ γεγονός, ὅτι κατὰ τὸ 1902 ἐξεδόθησαν τοιαῦται ἄδειαι πολὺ ὀλιγώτεραι τῶν ὅσων εἶχον ἐκδοθῆ κατὰ τὰ προηγούμενα ἔτη.
§101Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ δὲ περίεργον εἶναι, ὅτι αἱ ἄδειαι αὗται ἐξεδόθησαν ἀπὸ τῆς 25 Ἀπριλίου μέχρι τῆς ἡμέρας τῆς ἐκλογῆς, ἐναντίον τῶν διατάξεων τοῦ νόμου, χωρὶς δηλαδὴ νὰ ὑπάρχωσι προηγούμεναι δηλώσεις τῶν βουλομένων νὰ ὑλοτομήσωσι δωρεὰν δι’ ἀνάγκας αὐτῶν. Διότι τὸ Διάταγμα τὸ ἐκδοθὲν πρὸς ἐκτέλεσιν τοῦ νόμου λέγει (ἀναγινώσκει): «Ὁ δασάρχης διὰ διακηρύξεώς του, δημοσιευομένης δι’ ἐπ’ ἐκκλησίας ἀναγνώσεως, καλεῖ τοὺς κατὰ τὸ ἐδάφ. βʹ τοῦ ἄρθρου 3 τοῦ νόμου ͵ΒΡΞΒʹ δικαιουμένους εἰς παραχώρησιν ἀτελοῦς οἰκοδομησίμου ἢ ἐργασίμου ξυλείας, ἵνα ἐντὸς τοῦ μηνὸς Μαρτίου ὑποβάλωσιν ἰδίᾳ ἕκαστος πίνακα προϋπολογισμοῦ τοῦ ἀναγκαιοῦντος αὐτῷ ποσοῦ ξυλείας οἰκοδομησίμου, κατ’ εἴδη καὶ διαστάσεις, συντεταγμένου ὑπό τινος ἀνεγνωρισμένου ἀρχιτέκτονος.» Χωρὶς λοιπὸν νὰ ὑπάρχωσι τοιαῦται αἰτήσεις ἐκ μέρους τῶν βουλομένων νὰ ὑλοτομήσωσι δωρεάν, ὁ δασάρχης δὲν ἠρνήθη νὰ ἐκδώσῃ 61 — ἔστω, κατὰ τὸν κ. Σιμόπουλον, — ἀδείας ἀτελοῦς ὑλοτομίας. Εἶναι γνωστὸν δὲ, Κύριοι, ὁποίαν ἐπιρροὴν δύναται νὰ ἔχῃ ἡ χορήγησις τοιούτων ἀδειῶν ἀτελείας πρὸς ξύλευσιν οἰκοδομικῆς ξυλείας, ἀφοῦ ἡ ἀξία τῆς τοιαύτης ξυλείας δι’ ἕκαστον ξυλευόμενον ἀνέρχεται εἰς τριακοσίας τοὐλάχιστον δραχμὰς, ὑπερβαίνει δὲ ἐνίοτε καὶ τὰς πεντακοσίας, ἀναλόγως τῆς οἰκοδομῆς.
§102Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. 20 μόνον.
§103Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Διὰ ξυλείας 20 δραχμῶν δὲν γίνεται οἰκοδομή, καὶ ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος ζητεῖ ἄδειαν, ὅπως ξυλευθῇ δωρεὰν ξυλείαν οἰκοδομικήν, δὲν περιορίζεται εἰς ξυλείαν 20 δραχμῶν, καὶ ξυλεία 20 δραχμῶν δὲν ἀρκεῖ, ἵνα ἀνεγείρῃ τις καὶ καλύβην ἀκόμη. Ἐὰν εἰς πάντα ταῦτα τὸ τμῆμα δὲν ἀνεγνώρισεν ὅτι ὑπάρχει σημασία τις, καὶ ἐσκέφθη ὅτι ὅλα ταῦτα τὰ ἔκθεσμα μέσα δὲν ἠδύναντο νὰ ἀσκήσωσιν ἐπιρροήν τινα πρὸς ἀλλοίωσιν τοῦ φρονήματος τῶν ἐκλογέων, δὲν θὰ ἔχῃ τὴν τόλμην, νομίζω, νὰ ἀρνηθῇ, ὅτι ἕτερον γεγονός, πιστοποιούμενον κατὰ τρόπον μὴ ἐπιτρέποντα διασταγμόν, ἕτερον γεγονὸς βαρυσήμαντον, μαρτυροῦν τὰς διαθέσεις τῆς Διοικήσεως πρὸς τὸν κ. Σιμόπουλον καὶ τοὺς συντρόφους αὐτοῦ, ἔλαβε χώραν κατὰ τὴν ἡμέραν τῆς ἐκλογῆς. Ἡ Κυβέρνησις παρέσχε πλήρη τὰ μέσα εἰς τὸν κ. Σιμόπουλον, ἵνα δυνηθῇ νὰ κατέλθῃ πάνοπλος μετὰ τῶν συντρόφων του εἰς τὸν ἀγῶνα αὐτοῦ, εἰς τρόπον ὥστε ὁ ἀγὼν νὰ ἦναι ἐκ τοῦ ἀνίσου μεταξὺ τοῦ συνδυασμοῦ τοῦ κ. Σιμοπούλου καὶ τοῦ συνδυασμοῦ τοῦ ἀντιπάλου. Εἰς τὸν κ. Σιμόπουλον παρεσχέθησαν ὅλα τὰ μέσα, ἵνα ἐν πλήρει δυνάμει κατέλθῃ εἰς τὸν ἐκλογικὸν ἀγῶνα, καὶ ἀφοῦ ἡ Κυβέρνησις ἔκαμεν ὑπὲρ αὐτοῦ χύσιν ἀφειδῆ πάντων τῶν μέσων, ὅσα ἠδύναντο νὰ ἐπιρρώσωσι τὴν δύναμιν τοῦ κ. Σιμοπούλου ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Παρνασσίδος, παρέσχεν εἰς αὐτὸν καὶ τὴν ὑστάτην συνδρομήν, χορηγήσασα ἀδείας εἰς σωρείαν ὑπαλλήλων δημοσίων, ἵνα μεταβῶσιν εἰς Παρνασσίδα καὶ ψηφίσωσι τὸν κ. Σιμόπουλον καὶ τοὺς συντρόφους αὐτοῦ. Εἰς 87 ἀνέρχονται ἐν ὅλῳ, Κύριοι, οἱ ἐκ Παρνασσίδος καταγόμενοι ὑπάλληλοι, οἵτινες, ἐνῶ ἦσαν εἰς τὰς θέσεις των πρὸ τῆς ἡμέρας τῆς ἐκλογῆς, τὴν ἡμέραν τῆς ἐκλογῆς εὑρέθησαν διατελοῦντες ἐν ἀδείᾳ εἰς τὸν τόπον τῆς ψηφοφορίας...
§104Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἦσαν ὑπάλληλοι δημόσιοι;
§105Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπάλληλοι. Διότι ὑπάλληλοι εἶναι καὶ οἱ ὑπάλληλοι τῶν ἑταιρειῶν, ὑπάλληλοι εἶναι καὶ οἱ ὑπηρετοῦντες ἐν τοῖς σιδηροδρόμοις, ὑπάλληλοι εἶναι καὶ οἱ ὑπηρετοῦντες ἐν τοῖς μεταλλουργείοις τοῦ Λαυρίου. Ἀλλ’ οἱ πλεῖστοι τῶν οὕτω πως ἀνοικείως μεταβάντων καὶ καταστησάντων ἄνισον τὸν ἀγῶνα μεταξὺ ὑμῶν καὶ τῶν ἀντιθέτων ὑμῶν εἶναι ὑπάλληλοι δημόσιοι, οἱ ὁποῖοι ὤφειλον νὰ μείνωσιν εἰς τὰς θέσεις των, καὶ ἦτο ἀπηγορευμένον εἰς αὐτοὺς νὰ μετακινηθῶσι κατὰ τὴν ἡμέραν τῆς ἐκλογῆς...
§106Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Αὐτὸ τὸ ζήτημα εἶναι καιρὸς πλέον νὰ λυθῇ διὰ νομοθετικοῦ μέτρου.
§107Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως εἶναι καιρὸς νὰ ληφθῇ ἓν μέτρον νομοθετικόν, ἵνα καὶ ἡ εὐπρέπεια καὶ ἡ εὐκοσμία ἀποκατασταθῇ εἰς τὰς δημοσίας ὑπηρεσίας καὶ ἡ ἰσότης μεταξὺ τῶν ἀντιπάλων ἐν τοῖς ἐκλογικοῖς ἀγῶσιν. Οὕτως ἔχομεν, Κύριοι, ἐν τῷ δήμῳ Γαλαξειδίου τοὺς ἑξῆς ὑπαλλήλους ψηφοφορήσαντας (ἀναγινώσκει): «Εὐθύμιος Ἀγγελῆς, γραμματεὺς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, ὑπὸ τὸν αὔξοντα ἀριθμὸν τοῦ πρωτοκόλλου 141. — Εὐθύμιος Πετρόπουλος, γραμματεὺς τοῦ Εἰρηνοδικείου Αἰγίου· ἀριθμὸς πρωτοκόλλου 190. — Δημήτριος Στρογγυλὸς, γραμματεὺς τοῦ ταμείου Χαλκίδος· ἀριθμὸς πρωτοκόλλου 136. — Κωνστ. Δεδούσης, τελωνοφύλαξ ἐν Πειραιεῖ· ἀριθμὸς πρωτοκόλλου 67. — Νικ. Νίκας, ἐπιστάτης τοῦ φάρου Ζακύνθου· ἀριθμὸς πρωτοκόλλου 224. — Εὐθύμιος Ζαχαριᾶς, τελωνοφύλαξ ἐν Πειραιεῖ· ἀριθμὸς πρωτοκόλλου 365. — Ἠλίας Κοτσανὸς, γραφεὺς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν· ἀριθμὸς πρωτοκόλλου 408. — Δημήτριος Μόρης, ἐπιστάτης τοῦ φάρου Λαρομύτας· ἀριθμὸς πρωτοκόλλου 160. Εὐστάθιος Παπαγεωργίου, τελωνοφύλαξ ἐν Αἰγίῳ· ἀριθμὸς πρωτοκόλλου 658. — Δημήτριος Ἀνδρῖκος, δίοπος τοῦ πολεμικοῦ ναυτικοῦ· ἀριθμὸς πρωτοκόλλου 652.» Ἐκτὸς δὲ αὐτῶν εἶναι καὶ πολλοὶ ἄλλοι, οὓς δὲν ὀνομάζω, ἵνα μὴ κουράσω ὑμᾶς, τῶν ὁποίων ὅμως τὰ ὀνόματα θὰ εὕρητε ἐν τοῖς ἐπισήμοις ἐγγράφοις...
§108ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δικαίωμά των ἦτο.
§109Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως δικαίωμα αὐτῶν εἶναι τὸ ψηφοφορεῖν, καὶ οὐδεὶς ἀρνεῖται εἰς τὸν πολίτην τὸν ἐγγεγραμμένον ἐν τῷ ἐκλογικῷ καταλόγῳ νὰ ψηφοφορήσῃ, καὶ μόνον ὁ τυφλὸς ἐκ κομματικῆς ἐμπαθείας καὶ ὁ ἀνίδεος τῶν νόμων θὰ ἀπηγόρευεν εἰς τὸν πολίτην τὸν ἐγγεγραμμένον ἐν τῷ ἐκλογικῷ καταλόγῳ τὸ δικαίωμα τῆς ψήφου· ἀλλ’ οὐδεὶς δύναται νὰ ἀρνηθῇ, ὅτι ἐχαρίσθη ἡ Διοίκησις εἰς τὸν κ. Σιμόπουλον, διότι ἐχορήγησεν εἰς δημοσίους ὑπαλλήλους τοιαύτας ἀδείας, καθ’ ἣν ἡμέραν ὤφειλον νὰ ἦναι εἰς τὰς θέσεις των, καὶ οὕτως ἐγένετο ἀγὼν ἄνισος μεταξὺ τοῦ κ. Σιμοπούλου καὶ τῶν ἀντιθέτων αὐτοῦ...
§110Κ. ΓΕΡΑΚΗΣ. Εἶναι βέβαιον, ὅτι ἐψήφισαν τὸν κ. Σιμόπουλον;
§111Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κύριος συνάδελφος, ὅστις θέλει νὰ διστάζῃ, ἂν ἐψήφισαν οἱ ὑπάλληλοι οὗτοι τὸν κ. Σιμόπουλον, δὲν σᾶς φαίνεται, Κύριοι, ὅτι κρύπτεται ὄπισθεν τοῦ δακτύλου αὐτοῦ; Ἢ, ἵνα κάλλιον εἴπω, ὄπισθεν μιᾶς τριχὸς προσπαθεῖτε νὰ κρυφθῆτε, κ. συνάδελφε, λέγοντες ὅτι δὲν εἶναι βέβαιον ὅτι ἐψήφισαν τὸν κ. Σιμόπουλον.
§112Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Διὰ νὰ πεισθῆτε ὅτι οὐδέποτε ἐγὼ ἐζήτησα διὰ κανένα δημόσιον ὑπάλληλον ἄδειαν, σᾶς λέγω ὅτι ἐλάχιστοι καὶ κατωτάτου βαθμοῦ ὑπάλληλοι αὐτοβούλως, ἐξ αἰσθήματος εὐγνωμοσύνης πρὸς ἐμὲ, μετέβησαν εἰς Παρνασσίδα. Γινώσκω δὲ ἄριστα, ὅτι εἷς τούτων μετέβη ἄνευ ἀδείας καὶ ἐψήφισεν ἐναντίον μου, καὶ τὸ ἐδήλωσε τὴν ἡμέραν τῆς ψηφοφορίας· διατί; διότι ἐζήτει νὰ τὸν κάμω δεκάρχην, καὶ ἐπειδὴ δὲν ἔγεινε, δι’ αὐτὸ μοὶ ἔδωκε μαύρην ψῆφον.
§113Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐν τῇ περιφερείᾳ τοῦ δήμου Ἀντικύρας ὑπάρχει δάσος, τὸ ὁποῖον διὰ τῆς συνεχοῦς ξυλεύσεως πρὸς ἀσβεστοποιΐαν ἐκινδύνευε νὰ ἐξαφανισθῇ, δάσος νεώτατον, τὸ ὁποῖον δὲν θὰ ὑπῆρχε σήμερον, ἂν δὲν ἐλάμβανε πρόνοιαν, ὅπως ἀνασταλῇ ἡ ξύλευσις ἐν αὐτῷ, ἡ Α. Υ. ἡ πριγκήπισσα Σοφία. Οἱ κάτοικοι τῶν μερῶν ἐκείνων παρεπονέθησαν εἰς τὴν πριγκήπισσαν Σοφίαν, καὶ τῇ μερίμνῃ Αὐτῆς ἀπηγορεύθη ἡ περαιτέρω ξύλευσις ἐν τῷ δάσει ἐκείνῳ, ἐπὶ σκοπῷ ἀσβεστοποιΐας, ἡ δὲ ἀπαγόρευσις αὕτη ἦτο μέτρον ἄριστον, διότι τὰ ἀσβεστοκάμινα δὲν ἠνοίγοντο ἐκεῖ διὰ τὰς ἀνάγκας τῆς ἐγχωρίου καταναλώσεως, ἀλλ’ ἡ ἀσβεστοποιΐα ἐγίνετο ἐν μεγάλῳ βαθμῷ διὰ τὰς ἀνάγκας τοῦ ἐξαγωγικοῦ ἐμπορίου, καὶ πλοῖα ὁλόκληρα ἐφορτώνοντο ἐκεῖθεν δι’ ἀσβέστου, μεταφέροντα αὐτὴν εἰς τὸ ἐξωτερικόν. Ἡ ἀπαγόρευσις αὕτη ἐξηκολούθησε μέχρις ἐσχάτων, καὶ οὐδεμία ἄδεια ἀσβεστοποιΐας ἐδίδετο πρὸς οὐδένα· αἱ ἄδειαι δὲ ἀσβεστοποιΐας εἶχον μεγάλην σημασίαν ἐν τῷ τόπῳ ἐκείνῳ, διότι τοιαῦται ἄδειαι ἐδίδοντο οὐχὶ εἰς ἓν ἢ δύο ἢ τρία ἄτομα, ἀλλ’ εἰς ὁλοκλήρους συναιτερισμοὺς ἀσβεστοποιῶν, διότι ἡ ἀσβεστοποιΐα εἰς τὰ μέρη ἐκεῖνα δὲν ἐνεργεῖται, ὡς εἶπον, ἐπὶ σκοπῷ ἐπιτοπίου καταναλώσεως, ἀλλ’ ἐνεργεῖται πρὸς ἐμπορίαν, καὶ ἡ ἄσβεστος ἡ παραγομένη ἐκεῖ ἀποστέλλεται πρὸς πώλησιν εἰς τὸ ἐξωτερικὸν, εἰς τὸ ὁποῖον δὲν ἀρκεῖ ἡ παραγωγὴ ἑνὸς ἢ δύο ἀτόμων, ἀλλὰ χρειάζεται παραγωγὴ ὁμάδων ὁλοκλήρων ἀσβεστοποιῶν, ἵνα γίνωνται αἱ φορτώσεις. Λοιπὸν ἡ τοιαύτη ἀσβεστοποίησις ἑπόμενον ἦτο νὰ φέρῃ εἰς καταστροφὴν τὰ δάση ἐκεῖνα, καὶ ἐντεῦθεν ἐλήφθη ἡ πρόνοια, ὅπως ἐπὶ τὸ μέλλον, μέχρις οὗ ἀναδασωθῇ ἡ χώρα, ἀπαγορευθῇ ἡ ἀσβεστοποιΐα. Ἀλλ’ ἡ ἀπαγόρευσις αὕτη δὲν συνεβιβάζετο ἐπ’ ἐσχάτων πρὸς τὰ ἐκλογικὰ συμφέροντα τοῦ κ. Σιμοπούλου καὶ πρὸς τὰς ἀπαιτήσεις τῶν φίλων αὐτοῦ. Ἦτο ἀνάγκη νὰ ἀνατραπῇ ἐκ θεμελίων τὸ ἐμπόδιον τοῦτο, ἵνα παρασχεθῶσιν ἄδειαι εἰς τοὺς φίλους τοῦ κ. Σιμοπούλου, ἦτο ἀνάγκη νὰ ἀρθῇ ἡ ἀπαγόρευσις, διότι πολλαὶ ἀπαιτήσεις ὑπῆρχον. Ἡ ἀπαγόρευσις δὲν ἤρθη τυπικῶς, ἀλλ’ ἐμπράκτως ἐματαιώθη. Ὁ δασάρχης Φωκίδος, παρὰ τὴν ἀπαγόρευσιν ἐκείνην, ἔχων ἀνὰ χεῖρας ἓν ἔγγραφον τοῦ κ. Νέγρη, ὅπερ ἐπρομήθευσεν εἰς αὐτὸν ἡ φιλόπολις μέριμνα τοῦ κ. Σιμοπούλου καὶ δι’ οὗ αὐτὸς ὁ δασάρχης ἀφίετο παρὰ τοῦ Ὑπουργείου κριτὴς, ἂν πρέπει νὰ χορηγηθῶσιν ἢ μὴ ἄδειαι εἰς ἀσβεστοποιοὺς, ἐχορήγησεν ἀπὸ τῆς 25 Ἀπριλίου μέχρι τῆς 22 Νοεμβρίου, ὅτε καὶ πάλιν, ἐκλιπόντος τοῦ λόγου τῶν ἀδειῶν, ἐπανελήφθη ἡ ἀπαγόρευσις διὰ νέας διαταγῆς τοῦ Ὑπουργείου, πλείστας ὅσας ἀδείας πρὸς ἀσβεστοποιΐαν...
§114Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Πόσαι εἶναι αἱ ἄδειαι;
§115Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τοῦτο εἶναι βεβαιωμένον ἐκ σημειώσεως τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, ἡ ὁποία κατετέθη εἰς τὴν Βουλήν. Θέλετε νὰ ὀνομάσω τοὺς λαβόντας ἀδείας; Ἰδοὺ, εἶναι τὸ ὅλον 55 ἄδειαι ἀπὸ 25 Ἀπριλίου μέχρις 22 Νοεμβρίου (ἀναγινώσκει): «Ζαχαρίας Μαστροκώστας, Ἰωάννης Κόλλιας, Ἀθ. Κομπογιάννης, Ἠλίας Κουκολάβας, Ἠλίας Χαραμῆς, Ἰωάννης Μπίτας, Νικ. Σπανὸς, Ἠλίας Κρεμαστὸς, Γεώρ. Κορδᾶς, Στ. Ἀκριβὸς, Ἀθ. Δεμερόντης, Ἀντ. Κορφιάτης, Ἠλ. Ἀνδρεόπουλος, Δ. Κουμπούρης, Ἠλ. Ρίζος» καὶ ἄλλοι πολλοὶ, πεντήκοντα πέντε τὸν ἀριθμὸν, οἵτινες ἔλαβον ἀδείας ἀπὸ τῆς 25 Ἀπριλίου μέχρι τῆς 22 Νοεμβρίου, παρὰ τὴν ἀπαγόρευσιν, καὶ τῶν ὁποίων τὰ ὀνόματα εὑρίσκετε ἀναγεγραμμένα ἐν ταῖς ἐπισήμοις ταύταις πληροφορίαις, ταῖς χορηγηθείσαις εἰς τὴν Βουλὴν παρὰ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν.
§116Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ. Φαίνεται, ὅτι ἡ ἐξαίρεσις αὕτη ἐπετράπη μόνον προκειμένου περὶ ἐπισκευῆς ναῶν.
§117Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τόσους! 55 ναοὶ ᾠκοδομοῦντο συγχρόνως;
§118Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐξ αὐτῶν, οὓς ἀνεφέρατε, δύο ἢ τρεῖς εἶχον ἀδείας δι’ ἐπισκευὰς ναῶν, οἱ δὲ ἄλλοι ἔλαβον ἀδείας πρὸς κατασκευὴν ἀσβέστου μόνον δι’ ἰδίαν χρῆσιν, διότι δὲν ἠδύναντο νὰ μεταβαίνωσιν ἀλλαχοῦ πρὸς ἀσβεστοποιΐαν.
§119Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἂν δύο ἢ τρεῖς εἶχον νὰ ἐπισκευάσωσι ναοὺς καὶ εἶχον ἀνάγκην ἀσβέστου, οὐδένα λόγον εἶχεν ἡ Διοίκησις νὰ χορηγήσῃ ἀδείας, διότι ἡ ἀνέγερσις τῶν ναῶν εἶναι ἐπιχείρησις ἰδιωτικὴ, γιγνομένη ὑπὸ ἐργολάβων, δὲν εἶναι ἐπιχείρησις φιλανθρωπική. Οὐδεὶς ὑπῆρχε λοιπὸν λόγος, ὅπως ἐπιτραπῇ εἰς αὐτοὺς νὰ ἐνεργήσουν ἀσβεστοποιΐαν ἐν τοῖς δάσεσιν Ἀντικύρας. Δὲν εἶναι δὲ δύο ἢ τρεῖς οἱ λαβόντες ἄδειαν, εἶναι 55...
§120ΑΛΕΞ. ΦΩΤΗΛΑΣ. Ἔχετε σημείωσιν τοῦ ποσοῦ τῶν παραχθέντων στατήρων;
§121Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Λαμβάνετε κατόπιν τὰ ἔγγραφα καὶ τὰ βλέπετε. Εἰς τὸν δῆμον Κρίσσης ὑπηρέτει ὡς ἀστυνόμος ὁ Σωτήριος Καφετζόπουλος, ἀνθυπασπιστὴς τοῦ πεζικοῦ...
§122Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀπὸ ποίας ἐποχῆς;
§123Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν γνωρίζω· ἀλλὰ τοῦτο δὲν σημαίνει.
§124Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀπὸ δύο ἢ τριῶν ἐτῶν.
§125Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τόσῳ τὸ χειρότερον...Κατὰ τοῦ Καφετζοπούλου ἐπανειλημμένα παράπονα ἐγεννήθησαν ἀπὸ μέρους τῶν κατοίκων, ὡς φατριάζοντος καὶ ἐκδηλοῦντος ἐν μέσῃ ἀγορᾷ τὰς συμπαθείας αὐτοῦ ὑπὲρ τοῦ κ. Σιμοπούλου, καὶ ἐνεργοῦντος πρὸς ὄφελος αὐτοῦ. Ἀλλ’ αἱ καταγγελίαι αὗται ἔμειναν ἄνευ ἀποτελέσματος, ὡς φωνὴ βοῶντος ἐν τῇ ἐρήμῳ, προκειμένου νὰ δυσαρεστηθῇ ὁ κ. Σιμόπουλος. Ἀλλὰ καὶ τῆς δικαστικῆς ἀρχῆς ἡ ἐνέργεια ἐπῆλθε πρὸς ἐπίρρωσιν τῆς ἰδέας ταύτης τῶν πολιτῶν, ὅτι εἰργάζετο ὑπὲρ τοῦ κ. Σιμοπούλου. Ὁ Σωτ. Καφετζόπουλος κατηγγέλθη πρὸς τὸν Εἰσαγγελέα Ἀμφίσσης, καὶ τῇ 28 Ἰουλίου ἐξεδόθη βούλευμα, παραπέμπον αὐτὸν εἰς τὸ ἀκροατήριον τοῦ Πλημμελειοδικείου, ἵνα δικασθῇ ὡς ὑπαίτιος τοῦ ὅτι τὴν 11 Μαΐου 1902 ἐν Χρισσῷ κατεκράτησεν ἄκοντα καὶ ἐστέρησε τῆς προσωπικῆς ἐλευθερίας του δι’ ἐγκαθείρξεως ἐν τῷ κρατητηρίῳ τῆς ἀστυνομίας Κρίσσης τὸν Ἀνδρίτσον Παπαπαναγιώτου, κατακρατήσας αὐτὸν πέντε ἕως ἕξ ὥρας.» Ἀλλὰ μετ’ αὐτὸ ἐπῆλθε καὶ τὸ ἑξῆς ἕτερον βούλευμα ἐναντίον του, τοῦ αὐτοῦ Συμβουλίου (ἀναγινώσκει): «...Παραπέμπει εἰς τὸ ἀκροατήριον τοῦ Πλημμελειοδικείου Ἀμφίσσης τὸν Σωτ. Καφετζόπουλον, ἵνα δικασθῇ ὡς ὑπαίτιος τοῦ ὅτι, ἐπὶ τῷ λόγῳ ὅτι ὁ Ἀνδρίτσος Παπαπαναγιώτου κατήγγειλεν αὐτὸν ἐνώπιον τῆς Εἰσαγγελικῆς ἀρχῆς ἐπὶ παρανόμῳ κατακρατήσει, ἐπὶ τῇ πράξει δὲ ταύτῃ ἐνηργήθη ἀνάκρισις, ἐξ ἐκδικήσεως, ὡς ἀστυνόμος Κρίσσης, ἐπέβαλεν εἰς αὐτὸν ἐν Χρισσῷ διὰ τῶν ὑπ’ ἀριθ. 1, 2 καὶ 3 ἀποφάσεών του ἀπὸ 16 Μαΐου, 22 ἰδίου καὶ 25 ὁμοίου ἐ. ἔ. ἀνὰ δραχμὰς 10 πρόστιμον, ὄντα ἀγροφύλακα τῆς κτηματικῆς περιφερείας Δελφῶν, καὶ οὕτω παρέβη τὰ κοινὰ καὶ ἰδιαίτερα αὐτοῦ καθήκοντα τῆς ἐπιτετραμμένης αὐτῷ ὑπηρεσίας.» Διὰ τοῦ βουλεύματος τούτου βλέπετε ὅτι παραπέμπεται ἐπὶ παραβάσει καθήκοντος, διότι, ἐκδικούμενος τὸν πτωχὸν ἐκεῖνον ἀγροφύλακα, ὅστις ἔπταισε κατὰ τοῦ κ. Σιμοπούλου, μὴ γενόμενος φίλος του, εἶχεν ἐπιβάλει εἰς αὐτὸν ἀλλεπάλληλα πρόστιμα. Τὸν ἀστυνόμον τοῦτον ἐπανειλημμένως ἐζήτησαν οἱ κάτοικοι νὰ ἐκτοπίσουν ἐκ τοῦ δήμου Κρίσσης, ἀλλὰ δὲν εἰσηκούετο ἡ φωνὴ αὐτῶν, διότι ἦτο ἰσχυροτέρα ἡ φωνὴ τοῦ κ. Σιμοπούλου...
§126Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ θὰ παρακαλέσω τὸν κ. πρώην Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ ἐνθυμηθῇ, ἂν τὴν μετάθεσιν τοῦ ἐν λόγῳ ἀστυνόμου ἐζήτησα ἐγὼ, διότι ὁ ἀστυνόμος αὐτὸς, οὐχὶ ἐκ φατριασμοῦ, ἀλλ’ ἕνεκα ἄλλων ἐλαττωμάτων, ἐγίνετο ὀχληρὸς εἰς τοὺς κατοίκους, διὸ ἐγὼ ἐζήτησα πρῶτος τὴν μετάθεσίν του.
§127Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Πρώτην φορὰν παρεξετρέπετο; Αἱ παρεκτροπαί του ἦσαν πολλαὶ, αὐταὶ δὲ μόνον ἐβεβαιώθησαν δικαστικῶς. Φαίνεται δὲ, ὅτι αἱ παρεκτροπαί του δὲν ἔβλαπτον ὑμᾶς, ἀλλὰ τοὐναντίον, καὶ διὰ τοῦτο ἔμενεν ἐκεῖ ἐπὶ τρία ἔτη. Ἀλλ’ ἂν αὐτὸς παρεξετρέπετο, βεβαίως δὲν παρεξετρέπετο ὁ ἀστυνόμος Ἀμφίσσης Παπαβάσος ἀλλ’ ἐτήρει στάσιν ἀξιοπρεπῆ, ὅτε αἴφνης 3 ἢ 4 ἡμέρας πρὸ τῆς ἐκλογῆς διατάσσεται τηλεγραφικῶς ἀπὸ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ ἐγκαταλείψῃ τὴν θέσιν του καὶ μεταβῇ εἰς Πάτρας, ἀφοῦ παραδώσῃ τὴν ὑπηρεσίαν εἰς τὸν ἀξιωματικὸν Μαρούλην, τὸν μὴ διορισθέντα διὰ Βασ. Διατάγματος, ἀστυνόμον Ἀμφίσσης, τὸν κληθέντα ἐκ Νάξου ἐνταῦθα καὶ διαταχθέντα ἵνα τροχάδην μεταβῇ καὶ παραλάβῃ τὴν ὑπηρεσίαν. Ἐὰν λοιπὸν παρεξετρέπετο ὁ Καφετζόπουλος, διατὶ δὲν ἀντικαθίστατο οὗτος δι’ ἄλλου; καὶ διατὶ ἀντικατεστάθη ὀλίγας ἡμέρας πρὸ τῆς ἐκλογῆς ὁ μὴ παρεκτρεπόμενος Παπαβάσος; καὶ διατὶ ἐστάλη πρὸς ἀναπλήρωσιν αὐτοῦ ἕτερος ἀξιωματικὸς, ἐπὶ παραβάσει τοῦ νόμου περὶ στρατιωτικῆς ἀστυνομίας, ὅστις ἐν ἄρθρῳ 35 λέγει: «Μὴ ὑπάρχοντος ἑτέρου ἀστυνόμου ἐν τῇ αὐτῇ περιφερείᾳ, ὁ κωλυόμενος ἢ ὁ ἀπὼν ἀναπληροῦται προσωρινῶς, κατὰ διαταγὴν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, διά τινος τῶν ἀξιωματικῶν ἀστυνόμων τῶν ὑπηρετούντων ἔν τινι τῶν πλησιεστέρων περιφερειῶν, τῶν ἐχουσῶν πλείονας τοῦ ἑνὸς ἀστυνόμους, ἢ διά τινος τῶν παρὰ τῇ Μοιραρχίᾳ ὑπηρετούντων ἀξιωματικῶν τῆς χωροφυλακῆς, πλὴν τοῦ μοιράρχου»; Ἔπρεπε λοιπὸν νὰ κληθῇ ὁ ἐγγύτερος ἀστυνόμος πρὸς τὴν Ἄμφισσαν, ἵνα τὸν ἀντικαταστήσῃ, οὐχὶ δὲ νὰ κληθῇ ὁ Μαρούλης ἐκ Νάξου, ἵνα παρασκευάσῃ τὸν ἀποκλεισμόν...
§128Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ Μαρούλης ἦτο ἀστυνόμος διωρισμένος διὰ Β. Διατάγματος. Μετετέθη εἰς Ἄμφισσαν δυνάμει Β. Διατάγματος.
§129Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ Μαρούλης, ἐνῷ διετέλει ἐν ἀστυνομικῇ ὑπηρεσίᾳ ἐν Νάξῳ, μετεκλήθη ἐκεῖθεν τηλεγραφικῶς, διότι ἄλλως δὲν ἠδύνατο νὰ ἀποκλεισθῇ ὁ παρανομώτατα ἀποκλεισθεὶς τὴν ἡμέραν τῆς ἐκλογῆς ἐν τῷ οἴκῳ αὐτοῦ δήμαρχος Ἀμφισσέων. Ἐπανέρχομαι πρὸς στιγμὴν εἰς τὰ ἀφορῶντα τὴν παρουσίαν ὑπαλλήλων ἐν Παρνασσίδι καὶ τὴν ἔκδοσιν ἀδειῶν ἀσβεστοποιΐας. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε δὲ νὰ ἀναγνώσω τὸ σχετικὸν μέρος τῆς ἐκθέσεως τοῦ δικαστικοῦ ἀντιπροσώπου ἐν τῷ δήμῳ Ἀντικύρας, ἵνα ἴδητε, ἂν ἡ ἔκδοσις τοιούτων ἀδειῶν ἤσκησεν ἐπιρροὴν ἐπὶ τῆς ἐκλογῆς, ὡς καὶ αἱ ἄλλαι ἀστυνομικαὶ παρανομίαι καὶ ἐπεμβάσεις (ἀναγινώσκει): «Ὁ ἀστυνόμος Δεσφίνης Δ. Λακιώτης, ἐλθὼν μετὰ τῆς περιπόλου, ἔξωθι τοῦ ἐκλογικοῦ καταστήματος, ἐνήργησε τὴν σύλληψιν ἐντὸς τοῦ ἐκλογικοῦ καταστήματος τοῦ ἐκλογέως Λ. Λαμπράκου ὡς φυγοποίνου. Τοῦτο ὁ ἀντιπρόσωπος τοῦ ὑποψηφίου Δ. Κρεμεζῆ ἐχαρακτήρισεν ὡς ἐπέμβασιν, καὶ ὑπέβαλεν ἔνστασιν κατὰ τοῦ κύρους τῆς ἐκλογῆς, διότι ἡ σύλληψις αὕτη, γενομένη ἀπὸ σκοποῦ, ἠμπόδισε τοὺς φίλους του ἐκλογεῖς νὰ προσέλθωσι καὶ ψηφίσωσιν. Καὶ ὄντως, εἴτε ὁ ἀστυνόμος, εἴτε ἡ ἀντίθετος τοῦ ἐνισταμένου μερὶς, ὠφεληθεῖσα τοῦ γεγονότος τούτου, ἐκυκλοφόρησε μεταξὺ τῶν ἐκλογέων τὴν εἴδησιν, ὅτι ἡ ἀστυνομία ἤθελε συλλάβει πάντα ἀντιφρονοῦντα καὶ φυλακίσει, καὶ δὴ τοὺς ὀφειλέτας τοῦ Δημοσίου· θὰ ἐπέδρασε δὲ αὕτη εἰς πολλοὺς ἐκλογεῖς, ὥστε νὰ μὴ προσέλθωσι καὶ ψηφίσωσιν. Ἐπίσης ὁ αὐτὸς ἀντιπρόσωπος ὑπέβαλε καὶ ἄλλας ἐνστάσεις λόγῳ ψηφοθηρίας κατὰ τὴν ἡμέραν τῆς ἐκλογῆς κατὰ πλείστων δημοσίων ὑπαλλήλων, καὶ λόγῳ ἐξωνήσεως τῶν συνειδήσεων διὰ χρημάτων, διὰ δωρεῶν χιλιάδων δραχμῶν ἐκ τῆς δημοτικῆς περιουσίας, διὰ τῆς ἐκδόσεως παρανόμων ἀδειῶν ἀσβεστοκαμινεύσεως παρὰ τοῦ δασάρχου... Ἐάν τις κρίνῃ ἐκ τῶν κοινωνικῶν καὶ συγγενικῶν σχέσεων, αἵτινες συνδέουσι τοὺς προσελθόντας ὑπαλλήλους μετὰ τῶν κατοίκων τοῦ δήμου Ἀντικύρας καὶ τῆς ὡμολογημένης αὐτῶν προσωπικῆς ἐπιρροῆς, οὐχὶ ἄνευ λόγου ἤθελε δεχθῆ ἀδιστάκτως, ὅτι ἡ παρουσία τῶν ὑπαλλήλων ἤθελεν ἔχει τοὺς λόγους τῆς ἐνστάσεως ταύτης.» Βλέπετε λοιπὸν, ὅτι οὐ μόνον οἱ ἐνιστάμενοι ἀποδίδουσι σημασίαν εἰς τὰ γενόμενα ἐν Παρνασσίδι, ἀλλὰ καὶ ὁ δικαστικὸς ἀντιπρόσωπος ὁμολογεῖ, ὅτι ἡ παρουσία τῶν ὑπαλλήλων τούτων ἐπέδρασεν ἐπὶ τοῦ φρονήματος τῶν ἐκλογέων. Τὸ τμῆμα προβαίνει καὶ περαιτέρω. Ἕως τώρα ἠπόρει καὶ ἠρνεῖτο, ὅτι ἤσκησαν ἐπιρροήν τινα τὰ γενόμενα εἰς τὴν περιφέρειαν Παρνασσίδος· ἀλλ’ εἰς τὴν 14ην σκέψιν του διατυπώνει γνώμην πλέον ὁριστικὴν, καὶ ἀποκρούει ὡς ἀναληθεῖς τὰς ἐνστάσεις τὰς γενομένας ἐνώπιον τοῦ τμήματος, τὰς ἀφορώσας δὲ εἰς δωρεὰς χιλιάδων δραχμῶν, γενομένας παρὰ τοῦ δήμου Ἀντικύρας πρὸς ὀφειλέτας του· «διότι κατὰ τὴν προσαχθεῖσαν εἰς τὸ τμῆμα ἐπιστολὴν τοῦ τέως νομάρχου Φωκίδος τοιοῦτον ψήφισμα δὲν ὑπεβλήθη εἰς αὐτὸν πρὸ τῆς ἐκλογῆς». Ὁ κ. νομάρχης ζητηθεὶς δὲν ἐδίστασε νὰ στείλῃ ἐπιστολὴν, ἵνα βεβαιώσῃ δι’ αὐτῆς, ὅτι πρὸ τῆς ἐκλογῆς οὐδὲν τοιοῦτον ψήφισμα τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου Ἀντικύρας ὑπεβλήθη πρὸς αὐτὸν, καὶ ὅτι οὐδεμία κύρωσις ἐγένετο παρ’ αὐτοῦ. Εὐτυχῶς ἐλήφθη ἐγκαίρως ἡ πρόνοια, καὶ τὰ σχετικὰ πρὸς τὴν ὑπόθεσιν ἔχομεν ἐδῶ· ἔχομεν τὸ ὑπ’ ἀριθμὸν 32 ψήφισμα τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου, καταρτισθὲν τὴν 6 Ὀκτωβρίου 1902, δηλαδὴ εἰς τὸ ὀξύτατον στάδιον τῆς ἐκλογικῆς ἐνεργείας. Εἰς τὸ ψήφισμα τοῦτο βλέπετε, ὅτι τὰ συμφέροντα τοῦ δήμου γίνονται λεία εὐάλωτος εἰς πάντα προθυμοποιούμενον νὰ δηλώσῃ φιλίαν καὶ ὑποστήριξιν εἰς τὸν κ. Σιμόπουλον. Τὸ ψήφισμα ἔχει οὕτω: «Τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον Ἀντικύρας, ἀκοῦσαν τοῦ δημάρχου, ἐκθέσαντος ὅτι ὁ Ἀνδρέας Ἀνδρέου δι’ αἰτήσεώς του αἰτεῖται, ὅπως τὸ Σῶμα ἐγκρίνῃ, ἵνα τῷ γείνῃ συγκατάβασις τοῦ πρὸς τὸν δῆμον χρέους του, προερχομένου ἐξ ἐνοικίου τοῦ δημοτικοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ ἐλαίου καὶ τῶν ἐλαιῶν τοῦ ἔτους 1893, ἀποφαίνεται: Ἐγκρίνει νὰ γείνῃ συγκατάβασις τοῦ χρέους τοῦ ὀφειλέτου Α. Ἀνδρέου, προερχομένου ἐκ τοῦ ἄνω ἐνοικίου, ἤτοι τοῦ ὀφειλομένου ἤδη ποσοῦ δραχμῶν 1536 καὶ τῶν δεδουλευμένων μέχρι τοῦδε τόκων κλπ.» Ἤτοι διὰ τοῦ ψηφίσματος τούτου χαρίζεται κεφάλαιον 1536 δραχμῶν μετὰ τῶν τόκων αὐτῶν ἐπὶ μίαν δεκαετίαν! Τὸ ψήφισμα τοῦτο τοῦ Συμβουλίου ὑπεβλήθη — ἂς τολμήσω νὰ τὸ εἴπω, διότι ἔχω εἰς χεῖράς μου τὰς ἀποδείξεις,— εἰς τὸν νομάρχην Φωκίδος Ἰωάννην Αἰσωπίδην. Οὗτος δὲ διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθμὸν 3860 τῆς 30 Ὀκτωβρίου ἀποφάσεώς του, ἣν ἔχω ἀνὰ χεῖρας, ἀπηύθυνε πρὸς τὸν δῆμον Ἀμφισσέων τὴν ἔγκρισιν, γράφων ὅτι, ἀφοῦ οὕτως ἠθέλησε τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον νὰ χαρίσῃ τὴν περιουσίαν τοῦ δήμου εἰς τὸν Α. Ἀνδρέου, δὲν ἔχει ἀντίρρησίν τινα. Ἀλλὰ τοῦτο ὁ νομάρχης ἀπέκρυψεν εἰς τὸ τμῆμα. Τοὐναντίον δὲν ἐδίστασε νὰ στείλῃ ἐπιστολὴν καὶ βεβαιώσῃ, ὅτι τοιοῦτον ψήφισμα χαριστικὸν δὲν ὑπεβλήθη ποτὲ πρὸς αὐτόν! Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνον ἡ πρᾶξις αὕτη χαριστικὴ, εἶναι καὶ τὸ ὑπ’ ἀριθμὸν 17 ψήφισμα τοῦ αὐτοῦ Συμβουλίου, τὸ ὁποῖον δυστυχῶς δὲν ἔχομεν ἐδῶ, διότι κατὰ παραδρομὴν τὸ Ὑπουργεῖον ἀπέβλεψεν εἰς ἕτερον πρόσωπον, καὶ δὲν ὑπέβαλε τὸ ἔγγραφον περὶ τοῦ προσώπου ἐκείνου, περὶ οὗ ἐγένετο ἐπερώτησις. Ὁ ἐπερωτήσας Βουλευτὴς ἠθέλησε νὰ μάθῃ, πόσα ποσὰ διὰ κεφάλαια καὶ τόκους ἐχαρίσθησαν εἰς τὸν Ἀχιλλέα Παπᾶν. Ἀλλὰ τὸ Ὑπουργεῖον δὲν ἀπέστειλε τὴν ἀπάντησίν του, ὅσον ἀφορᾷ καὶ τὸ πρόσωπον τοῦτο. Δι’ αὐτῆς δὲ θὰ ἐβλέπετε, ὅτι καὶ ἄλλη δωρεὰ χιλιάδων δραχμῶν ἐγένετο πρὸς τὸ πρόσωπον τοῦτο, καὶ ἐνεκρίθη ὑπὸ τοῦ νομάρχου πρὸ τῆς ἐκλογῆς. Ἀλλὰ ταῦτα δὲν ἤρκουν, ἵνα ἐξασφαλίσωσι τὴν ἐπιτυχίαν τοῦ συνδυασμοῦ τοῦ κ. Σιμοπούλου. Ἦτο ἀνάγκη νὰ μετέλθῃ καὶ ἄλλα μηχανεύματα, ἵνα παγιδεύσῃ ὁ κ. Σιμόπουλος τὴν φιλίαν πολλῶν καὶ προσελκύσῃ ψήφους ὑπὲρ ἑαυτοῦ καὶ τῶν συντρόφων του. Τὰ πάντα εἶχον ἐξαντληθῆ· αἱ προσωπικαὶ παροχαὶ εἶχον δοθῆ ἀφθόνως, καὶ ἡ ἀστυνομία εἶχε καταρτισθῆ κατὰ τὴν ἐπιθυμίαν τῶν φίλων, πρόθυμος εἰς ἐξυπηρέτησιν τῶν ἀναγκῶν τοῦ κόμματος, αἱ ἄδειαι ἀσβεστοποιΐας καὶ ὑλοτομίας ἐδίδοντο προθύμως, ἀρθείσης πάσης ἀπαγορεύσεως, αἱ ποιμενικαὶ κοινότητες εἶχον ὑποδουλωθῆ ἁπαξάπασαι τελείως, διότι ὅλαι αἱ βοσκήσιμοι ἐκτάσεις τῆς Παρνασσίδος εἶχον δοθῆ δωρεὰν βορὰ εἰς κτήνη των. Ὑπελείπετο ὅμως καί τι ἄλλο, ὑπελείπετο ἡ μέθοδος τῆς προσελκύσεως ψηφοφόρων διὰ τῆς κατασκευῆς ὁδῶν. Γνωρίζετε πάντες οἱ πολιτευόμενοι, μετὰ ποίας στοργῆς ἀποβλέπουσιν οἱ κάτοικοι τῶν ἀγροτικῶν δήμων εἰς τὴν ἀπόκτησιν τοιούτων μέσων συγκοινωνίας, ποῖον πνεῦμα καὶ αἴσθημα τοπικισμοῦ γεννᾶται παρ’ αὐτοῖς, προκειμένου νὰ ἐπιτύχωσι τοιοῦτόν τι, πῶς ἀθρόοι συσπειροῦνται περὶ τὸν πολιτευτὴν ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος ὑπόσχεται νὰ τοῖς παράσχῃ τοιοῦτόν τι. Ἡ ἐπαρχία Παρνασσίδος δὲν εἶναι ἐστερημένη μέσων συγκοινωνίας. Ἀλλὰ ταῦτα δὲν ἤρκουν· οἱ κάτοικοι ἤθελον νὰ ἔχωσιν εὐχερεστέραν συγκοινωνίαν καὶ μεταξὺ τῶν χωρίων ἀκόμη, καὶ ἀπετάθησαν πρὸς τὸν κ. Σιμόπουλον καὶ ἐζήτησαν τὴν κατασκευὴν ὁδῶν συνδεουσῶν χωρία, ὁδῶν, αἵτινες κατὰ τὸν νόμον οὔτε ἐθνικαὶ οὔτε ἐπαρχιακαί, οὔτε καὶ δημοτικαὶ κἂν εἶναι, διότι δὲν συνδέουσι πρωτευούσας δήμων πρὸς ἀλλήλας, δὲν ἠδύναντο κατ’ ἀκολουθίαν νὰ κατασκευασθῶσι διὰ δαπάνης τοῦ Δημοσίου κατὰ τὸν νόμον· ἐζήτησαν δὲ ταῦτα ὀλίγον χρόνον πρὸ τῆς ἐκλογῆς· ἀλλὰ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐκτελεσθῶσι τὰ ἔργα, μολονότι ὁ κ. Σιμόπουλος εἶχε τὰ πιστὰ παρὰ τῇ Κυβερνήσει· δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐκτελεσθῶσι, διότι ὑπῆρχε κώλυμα ἀνυπέρβλητον ἐκ τοῦ νόμου, τὸν ὁποῖον εἰσήγαγε κατὰ τὸ 1894 ὁ μακαρίτης Τρικούπης εἰς τὴν Βουλήν. Γνωρίζετε βεβαίως, κύριοι Βουλευταί, ὅτι πρὸ τοῦ 1894 αὐθαιρέτως, ἐνίοτε δὲ καὶ ἄνευ σπουδαίας ἀνάγκης, ἐξετελοῦντο δημόσια ἔργα διὰ δημοσίας δαπάνης, μεγίστης ἐνίοτε, χάριν προσωπικῶν συμφερόντων καὶ ἀναγκῶν, τοῦτο δ’ ἐγίνετο διότι οὐδεὶς φραγμὸς ἐν τῇ ἐκτελέσει αὐτῶν εἶχε τεθῆ εἰς τὴν Διοίκησιν, καὶ ἤρκει ἡ καλὴ θέλησις τοῦ Ὑπουργοῦ, ἵνα ἐπιβαρυνθῇ τὸ Δημόσιον διὰ δεκάδων καὶ ἑκατοντάδων χιλιάδων δραχμῶν ὑπὲρ τῆς ἐκτελέσεως ἔργων. Ὑπῆρχε λοιπὸν ἀνάγκη νὰ τεθῇ φραγμὸς τὶς κατὰ τῶν τοιούτων αὐθαιρεσιῶν τῆς Διοικήσεως. Γνωρίζετε δὲ, ὅτι εἰσηγουμένου τοῦ μακαρίτου Τρικούπη ἐψηφίσθη παρὰ τῆς Βουλῆς νόμος, τροποποιήσας τὸ ἄρθρον 24 τοῦ νόμου περὶ Λογιστικοῦ τοῦ Κράτους. Κατὰ τὸν νόμον λοιπὸν τοῦτον, τὸν ΒΣΛΗʹ τοῦ 1904, οὐδενὸς ἔργου δημοσίου ἐπιτρέπεται ἡ ἐκτέλεσις, ὅταν ἡ ἀξία αὐτοῦ ὑπερβαίνῃ τὰς 10,000 δραχμάς, ἂν μὴ πρότερον ψηφισθῇ νόμος εἰδικός, ἐπιτρέπων τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ ἔργου, ἀναγραφῇ δὲ καὶ πίστωσις ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ Κράτους διὰ τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ ἔργου τούτου· ἐὰν δὲ τὸ ἔργον ὑπερβαίνει οὐχὶ τὰς 10,000 δραχμάς, ἀλλὰ τὰς 2,000, τότε ἀρκεῖ μόνον ἡ ἀναγραφὴ πιστώσεως εἰδικῆς ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ Κράτους. Ὁ νόμος ὁρίζει ὅτι (ἀναγινώσκει): «... Ὁ ὡς ἀνωτέρω τακτικὸς προϋπολογισμὸς τῆς ὁλικῆς δαπάνης δημοσιεύεται μετὰ τοῦ γενικοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους ὡς παράρτημα αὐτοῦ, ἢ μετὰ τοῦ νόμου ἢ τοῦ Βασιλικοῦ Διατάγματος τοῦ χορηγοῦντος τὴν ἀναπληρωτικὴν ἢ ἔκτακτον πίστωσιν.» Ἀπαγορεύεται δὲ καὶ ἡ ὑποδιαίρεσις τῆς πιστώσεως, τῆς ἀναγκαίας διὰ τὸ ἔργον, καὶ διὰ τῆς διατάξεως ταύτης προυνόησεν ὁ νομοθέτης νὰ μὴ γίνηται καταδολίευσις τοῦ νόμου τούτου, ὥστε διαιρουμένου τοῦ ὅλου ἔργου εἰς τμήματα νὰ ἐπιτευχθῇ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὁ νομοθέτης ἠθέλησε ν’ ἀπαγορεύσῃ, ἡ κατασκευὴ δηλαδὴ τοῦ ἔργου ἄνευ τῆς ἐγκρίσεως τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας καὶ τῆς ἀναγραφῆς πιστώσεως ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ Κράτους. Λοιπὸν ὑπῆρχε τὸ κώλυμα τοῦτο. Αἱ ὁδοὶ, αἵτινες ἐμελετῶντο καὶ τὰς ὁποίας ἐζήτουν οἱ κάτοικοι τῶν διαφόρων κοινοτήτων τῆς Παρνασσίδος, δὲν ἠδύναντο νὰ κατασκευασθῶσι διὰ δαπάνης ἐλάσσονος τῶν 2,000 ἢ τῶν 10,000 δραχμῶν. Ὑπῆρχε λοιπὸν κώλυμα, καὶ κώλυμα ἀνυπέρβλητον ἐκ μέρους τοῦ νόμου, καὶ δὲν ἠδύνατο ὁ νόμος οὗτος τοῦ μακαρίτου Τρικούπη νὰ παραβαθῇ, ἀφοῦ τόσον σαφῶς, τόσον ἐπιτακτικῶς μάλιστα προσδιορίζει τὸν τρόπον, κατὰ τὸν ὁποῖον ἐκτελοῦνται τὰ δημόσια ἔργα. Ἐν ἀπορίᾳ λύσεως ὁ κ. Σιμόπουλος, ἐξόχως ἀγχίνους καὶ ἀγχίστροφος περὶ τὰ τοιαῦτα, ἠδυνήθη νὰ εὕρῃ μέσον, ὅπως διεκφύγῃ τὴν δυσχέρειαν, καὶ ὑπέδειξε βεβαίως αὐτὸς εἰς τὴν Διοίκησιν, κατὰ τίνα τρόπον ὤφειλε νὰ ἐνεργήσῃ, ἵνα ἐπιτύχῃ τὸ ποθούμενον, ἵνα ἐπιτύχῃ τὴν κατασκευὴν ὁδῶν ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Παρνασσίδος, παρὰ τὰς διατάξεις τοῦ νόμου τούτου τοῦ 1894. Κατὰ τὰς ἀρχὰς τοῦ Ἀπριλίου τοῦ ἔτους 1897 ἐπέκειντο ὑψίστης σημασίας ἐθνικὰ γεγονότα, ἐπέκειτο ὡς ἐνδεχομένη ἡ κήρυξις τοῦ πολέμου μεταξὺ Τουρκίας καὶ Ἑλλάδος, ἡ Κυβέρνησις δὲ, ἡ προϊσταμένη τότε τῶν κοινῶν, κρίνουσα ὅτι ἀναγκαῖον θὰ ἦτο, ὅπως, εἴποτε ἐπήρχετο ἡ ὥρα ἐκείνη τῶν ἐχθροπραξιῶν μεταξὺ τῶν δύο ἀντιπάλων δυνάμεων, ᾖ δυνατὴ ἡ μετακίνησις τῶν στρατευμάτων καὶ ἡ μεταφορὰ τοῦ ὑλικοῦ τοῦ πολέμου καὶ τῶν στρατιωτικῶν εἰδῶν κατὰ τὴν μεθόριον γραμμὴν, εἰσήγαγε νόμον εἰς τὴν Βουλήν, κατὰ τὸν ὁποῖον ἐπετρέπετο εἰς τὴν Κυβέρνησιν, προκειμένου περὶ ἔργων ὁδοποιΐας, νὰ μὴ τηρήσῃ τὰς διατάξεις τοῦ νόμου τοῦ 1894, τοῦ τροποποιήσαντος τὸν νόμον τοῦ Λογιστικοῦ τοῦ Κράτους· ἐπετρέπετο δηλαδὴ εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ προκηρύξῃ καὶ ἐπιχειρήσῃ τὴν κατασκευὴν ὁδῶν καὶ ἐν γένει ἔργων ὁδοποιΐας κατὰ τὴν μεθόριον γραμμὴν ἕνεκα τῶν ἀναγκῶν τούτων τοῦ Κράτους, ἕνεκα τῶν ἀναγκῶν ἰδίως τοῦ πολέμου, ἄνευ τῶν διατυπώσεων τοῦ νόμου τοῦ 1894, ἤτοι ἄνευ προηγουμένης νομοθετικῆς ἀδείας καὶ ἄνευ ἀναγραφῆς πιστώσεως ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ Κράτους, ἀδιαφόρως ὡς πρὸς τὴν ἀξίαν τῶν ἔργων. Ἡ ἔκθεσις ἡ συνοδεύσασα τὸν νόμον ἐκεῖνον κατὰ τὴν ὑποβολήν του εἰς τὴν Βουλὴν, τὸν δημοσιευθέντα εἶτα ὑπὸ τὰ στοιχεῖα ͵ΒΦΕʹ, ἔχει οὕτω... Ἔχω δὲ ἀνάγκην νὰ ἀναγνώσω τὴν ἔκθεσιν ταύτην, ἵνα πεισθῇ ἡ Βουλή, ποία ἡ ἔννοια τοῦ νόμου καὶ ἡ κατὰ χρόνον διάρκεια τῆς ἰσχύος αὐτοῦ, καὶ ποῖος ὁ σκοπὸς καὶ ὁ νομοθετικὸς λόγος τοῦ νόμου ἐκείνου, ἅτινα ἄλλως καὶ ἐξ αὐτοῦ τοῦ νόμου καταφαίνονται (ἀναγινώσκει): «Ἔχοντες ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ἕνεκα ὑψίστων συμφερόντων τοῦ Κράτους ἐπείγει ἡ κατασκευὴ ὁδῶν τινων καὶ γεφυρῶν ἐν Θεσσαλίᾳ καὶ Ἄρτῃ, ἐκ τῶν ὁποίων τῶν μᾶλλον κατεπειγουσῶν διετάχθη ἤδη ἡ κατασκευή, προτείνομεν διὰ τοῦ πρώτου ἄρθρου τοῦ συνημμένου νομοσχεδίου, ὅπως ἐπιτραπῇ παρὰ τῆς Βουλῆς, ἵνα κατασκευασθῶσιν αὐταὶ χωρὶς πρὸς τοῦτο νὰ προηγηθῇ ἡ κατὰ τὸ ἄρθρον 1 τοῦ νόμου ͵ΒΣΛΗʹ ἀναγραφομένη νομοθετικὴ ἄδεια.» Προφανὴς λοιπόν, κύριοι Βουλευταί, εἶναι ὁ σκοπός, ὁ ἐξόχως ἐθνικός, χάριν τοῦ ὁποίου εἰσήγετο εἰς τὴν Βουλὴν ὁ νόμος οὗτος, ὁ παρέχων εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὴν ἄδειαν τῆς κατασκευῆς ἔργων ὁδοποιΐας κατὰ τὴν παραμεθόριον γραμμὴν ἄνευ τῆς τηρήσεως τῶν ὁρισμῶν τοῦ Λογιστικοῦ νόμου. Εἶμαι μάλιστα τῆς γνώμης, κύριοι Βουλευταί, ὅτι ἀπὸ πολλοῦ ἤδη ἡ ἄδεια αὕτη ἡ ἐξαιρετική, ἡ προσωρινῶς χάριν τῆς ἀνάγκης τῆς ἐποχῆς ἐκείνης χορηγηθεῖσα εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἔδει νὰ ἔχῃ ἐκλείψει καὶ ἔδει νὰ ἔχῃ ἀνακληθῆ παρὰ τῆς Βουλῆς, ἐκλιπόντος τοῦ λόγου, διὰ τὸν ὁποῖον καὶ ἐχορηγήθη εἰς τὴν Κυβέρνησιν τῆς χώρας. Ἐψηφίσθη λοιπὸν ὁ νόμος, κατὰ τὸν ὁποῖον (ἀναγινώσκει): «πρὸς κατασκευὴν γεφύρας ἢ ὁδοῦ ἀγούσης εἰς τὴν μεθόριον γραμμήν, ἢ διακλαδώσεως αὐτῆς, ἐν ταῖς περιφερείαις τῶν νομῶν Λαρίσης, Τρικάλων, Ἄρτης, Αἰτωλίας καὶ Ἀκαρνανίας καὶ Φθιώτιδος καὶ Φωκίδος, δὲν ἀπαιτεῖται ἡ νομοθετικὴ ἄδεια, ἡ προβλεπομένη ὑπὸ τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ νόμου ͵ΒΣΛΗʹ τοῦ 1894 περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἄρθρου 24 τοῦ νόμου ΣΙΒʹ τοῦ 1852 περὶ δημοσίου λογιστικοῦ.» Ἀρχικῶς, ὡς εἶπον, ἡ ἄδεια ἐχορηγεῖτο διὰ τὴν κατασκευὴν ὁδῶν ἐν Θεσσαλίᾳ καὶ ἐν Ἄρτῃ κατὰ τὴν παραμεθόριον γραμμήν. Εἰσήχθη δὲ κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου τροπολογία εἰς τὴν Βουλὴν, ἥτις καὶ ἐγένετο ἀποδεκτή. Κατὰ τὴν τροπολογίαν δὲ ταύτην περιελήφθησαν ἐν τῷ νόμῳ μεταξὺ τῶν μερῶν, ἐν οἷς ἠδύναντο νὰ ἐκτελεσθῶσι τοιαῦτα ἔργα ὁδοποιΐας, καὶ ὁ νομὸς Αἰτωλίας καὶ Ἀκαρνανίας καὶ ὁ νομὸς Φθιώτιδος καὶ Φωκίδος. Ἴσως ἐκ προνοίας πολὺ μεμακρυσμένης τοῦ κ. Σιμοπούλου περιελήφθη ἡ διάταξις αὕτη ἐν τῷ νόμῳ. Καὶ ἀληθῶς, ἰδοὺ ὅτι μετὰ 5 ὅλα ἔτη ἦλθεν ἡ ὥρα τῶν ἐκλογῶν, ἡ ὥρα ἡ κινδυνώδης, κατὰ τὴν ὁποίαν εἶχεν ἀνάγκην ὁ κ. Σιμόπουλος τῆς ἐπικουρίας τοῦ νόμου τούτου, τοῦ ψηφισθέντος χάριν ἄλλων ἱερῶν σκοπῶν καὶ πολυτίμων συμφερόντων τοῦ ἔθνους. Εἶχεν ἀνάγκην ὁ κ. Σιμόπουλος, διὰ καταφώρου παρερμηνείας καὶ ἀλλοιώσεως τῆς ἐννοίας τοῦ νόμου νὰ ἐπιτύχῃ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον περιέμενεν ἐκ τῆς κατασκευῆς ὁδῶν ἐν Παρνασσίδι, δηλαδὴ τὴν ἐκλογικὴν αὐτοῦ ἐπιτυχίαν. Ὑπεδείχθη λοιπὸν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι ὑπῆρχε τὸ καταφύγιον τοῦ νόμου ͵ΒΦΕʹ, ὅτι ἦτο δυνατὸν εἰς τὴν Διοίκησιν νὰ προκηρύξῃ τὴν κατασκευὴν ὁδῶν ἐν Παρνασσίδι, καίτοι ἐκλιπόντος τοῦ λόγου, διὰ τὸν ὁποῖον ὁ νόμος ͵ΒΦΕʹ εἶχε ψηφισθῆ, νὰ προκηρύξῃ, λέγω, τὴν κατασκευὴν ὁδῶν ἐν Παρνασσίδι, παραβαίνουσα τὸν Λογιστικὸν νόμον. Τὸ Ὑπουργεῖον ἔδειξε καὶ ἐν ἄλλαις περιστάσεσιν, ὅτι πᾶσαν εἶχε τὴν προθυμίαν, ἵνα παράσχῃ τὴν συνδρομὴν αὐτοῦ ἀμέριστον εἰς τὸν κ. Σιμόπουλον, καὶ τὴν προθυμίαν ταύτην ἔδειξε καὶ ἤδη, παραβιάζον προφανῶς τὸν νόμον, παραβιάζον τὰς στοιχειωδεστέρας ὑπαγορεύσεις τῆς πολιτικῆς ἠθικῆς! Καὶ δὲν ἠξεύρω, ἂν τὸ θέμα τοῦτο εἶναι θέμα, τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ μόνον τὸ κῦρος μιᾶς ἐκλογῆς, τὸ κῦρος τῆς ἐκλογῆς Παρνασσίδος, ἢ ἂν εἶναι θέμα, τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ τὴν εὐθύνην τοῦ Ὑπουργῶν τῶν διαχειριζομένων τὴν Ὑπουργικὴν ἐξουσίαν καὶ καταπατούντων τόσον ἰταμῶς καὶ τόσον ἀσυστόλως τοὺς νόμους τοῦ Κράτους. Καὶ λέγων εὐθύνην, δὲν ἐννοῶ βεβαίως τὴν εὐθύνην τὴν πολιτικὴν, ἣν ὑπέχουσιν οἱ κυβερνῶντες ἐπὶ ταῖς πράξεσιν αὐτῶν, ἀλλὰ τὴν εὐθύνην τὴν νομικήν· διότι, προκειμένου περὶ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως, ἥτις οὐδ’ ἐκ τῆς ἐθνικῆς θελήσεως ἀπέρρεεν, οὐδὲ κόμμα τι ἀντεπροσώπευεν ἐν τῇ ἀρχῇ, αἱ πολιτικαὶ εὐθῦναι οὐδεμίαν ἔχουν σημασίαν, καὶ μόνον διὰ τῆς ἀποδόσεως τῶν νομικῶν εὐθυνῶν θὰ ἠδύναντο οἱ Ὑπουργοὶ νὰ διδαχθῶσιν νὰ σέβωνται τοὺς νόμους.
§130Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐφ’ ὅσον δὲν ζητοῦνται εὐθῦναι, θὰ ἐξακολουθῶσι νὰ γίνωνται τὰ τοιαῦτα.
§131Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Μεταξὺ Ἀμφίσσης καὶ Ἁγίας Εὐθυμίας ὑπάρχει ὁδὸς ἁμαξιτὴ, ἐξυπηρετοῦσα τὰς ἀνάγκας τῶν κατοίκων· ἀλλ’ ἡ ἐξυπηρέτησις τῶν ἀναγκῶν τῶν κατοίκων δὲν ἐγίνετο τελείως διὰ τῆς ὁδοῦ ἐκείνης, διότι ἡ ὁδὸς ἀκολουθεῖ γραμμὴν μεμακρυσμένην καὶ οὐχὶ εὐθεῖαν, καὶ οἱ κάτοικοι τῆς Ἁγίας Εὐθυμίας ἤθελον νὰ ἔχωσι καὶ συντομωτέραν ὁδὸν, ἤθελον νὰ ἔχωσιν ὁδὸν κατ’ εὐθεῖαν γραμμὴν μεταξὺ Ἁγίας Εὐθυμίας καὶ Ἀμφίσσης. Αἴτησις λοιπὸν ἐγένετο πρὸς τὸν κ. Σιμόπουλον, ὅπως κατασκευασθῇ καὶ τοιαύτη ὁδὸς, καὶ τὰ μέσα τὰ γνωστὰ ἐτέθησαν εἰς ἐνέργειαν, ἡ Κυβέρνησις δὲ παρέσχε τὴν συνδρομὴν αὐτῆς, καὶ διετάχθη ἡ μελέτη τοῦ ἔργου. Τὸ ἔργον μελετηθὲν ἐξηκριβώθη ὅτι θὰ ἐστοίχιζε 2910 δραχμάς. Ὁδὸς, ὡς εἶπον, κατὰ τὴν νέαν διεύθυνσιν δὲν ὑπῆρχεν, ὑπῆρχε δὲ βατὴ ὁδὸς ἐν χρήσει παρὰ τοῖς κατοίκοις, ἀπὸ τὰς συνήθεις ὁδοὺς, τὰς οὐδέποτε κατασκευασθείσας, τὰς ὁποίας ἀκολουθοῦσιν οἱ ἀγρόται. Ἐπειδὴ δὲ ὃ Λογιστικὸς νόμος δὲν ἐπέτρεπε τὴν κατασκευὴν νέας ὁδοῦ ἀξίας δραχμῶν 2910, ἡ ὁδὸς ἐχαρακτηρίσθη ὡς ὑπάρχουσα, καὶ προεκηρύχθη δημοπρασία, οὐχὶ πλέον περὶ κατασκευῆς, ἀλλὰ περὶ ἐπισκευῆς τῆς ὁδοῦ, ὁδοῦ ὅμως ἀνυπάρκτου, ὁδοῦ, ἐπὶ τῆς ὁποίας οὐδέποτε εἰργάσθη ἡ ἀξίνη. Αὕτη εἶναι ἡ πρώτη παρανομία. Ἀλλ’ ἡ παρανομία δὲν περιορίζεται ἕως ἐδῶ· ἔχει καὶ δεύτερον στάδιον, τὸ ὁποῖον θὰ ἴδητε. Ὁ κ. Σιμόπουλος δὲν θὰ ὠφελεῖτο ἐκλογικῶς, ἂν δὲν ἤρχιζεν ἡ ἐργασία ἐπὶ τῆς ὁδοῦ. Ἀλλὰ πῶς ἦτο δυνατὸν νὰ προκηρυχθῇ ἡ δημοπρασία, νὰ γείνῃ ἡ δημοπρασία, ν’ ἀρχίσῃ ἡ ἐργασία καὶ ν’ ἀρχίσῃ πρὸ τῶν ἐκλογῶν, εἰς τρόπον ὥστε νὰ γείνῃ καταφανὲς εἰς τοὺς κατοίκους τῆς Ἁγίας Εὐθυμίας, ὅτι τὸ ἔργον τοῦτο γίνεται τῇ φροντίδι καὶ τῇ μερίμνῃ τοῦ κυρίου Σιμοπούλου; Τοῦτο δὲν ἦτο δυνατόν. Τὸ πρᾶγμα ἐπέσπευδε, καὶ χρόνος ὑλικὸς δὲν ὑπῆρχεν, ἵνα γείνωσι πάντα ταῦτα. Καὶ ἐδῶ παρουσιάσθη ἀνάγκη νὰ παραβαθῶσιν ἕτεραι διατάξεις τοῦ νόμου περὶ Λογιστικοῦ τοῦ Κράτους. Κατὰ τὸν Λογιστικὸν νόμον τοῦ Κράτους, καὶ δὴ τὸ ἄρθρον 34, «πᾶσα διὰ λογαριασμὸν τῆς ἐπικρατείας συμφωνία γίνεται διὰ δημοσίου συναγωνισμοῦ· ἐπιτρέπονται δὲ κατ’ ἐξαίρεσιν συμφωνίαι ἄνευ δημοσίου συναγωνισμοῦ» εἰς διαφόρους περιστάσεις, τὰς ὁποίας ἀπαριθμεῖ ὃ νόμος εἰς τὰ ἐδάφια αʹ–θʹ, κατὰ τὰς ὁποίας ἐπιτρέπεται τοιαύτη ἄνευ δημοπρασίας κατασκευὴ δημοσίων ἔργων. Μία ἐξ αὐτῶν εἶναι ἡ τοῦ ἐδαφίου θʹ (ἀναγινώσκει): «διὰ προμηθείας, μετακομίσεις καὶ ἐργασίας, ὅταν ἀνάγκη προφανῶς κατεπείγουσα καὶ ἀπὸ περιστάσεις ἀπροόπτους προελθοῦσα δὲν συγχωρῇ τὴν χρονοτριβὴν δημοσίου συναγωνισμοῦ.» Τὸ ἐδάφιον τοῦτο, τοῦ ἄρθρου 34, ὡς βλέπετε, προνοεῖ περὶ ἀπροβλέπτων ὅλως περιστάσεων, καθ’ ἃς δὲν δίδεται ὁ ὑλικὸς χρόνος εἰς τὴν Διοίκησιν, ὅπως μεριμνήσῃ προκηρύττουσα δημοπρασίαν· ἐπετράπη δὲ εἰς τὸν Ὑπουργὸν, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, νὰ δύναται νὰ δαπανᾷ μέχρι 1000 δραχμῶν ἐκ τοῦ δημοσίου ταμείου, ἄνευ τῶν διατυπώσεων τοῦ Λογιστικοῦ νόμου. Ἀλλ’ ὑπῆρχεν ἡ περίπτωσις αὕτη ἡ ἀπρόβλεπτος, ἡ ἀπρόοπτος, ἡ μὴ ἐπιτρέπουσα χρονοτριβὴν ἢ ἀναβολὴν, διὰ τὴν κατασκευὴν ὁδοῦ μεταξὺ Ἀμφίσσης καὶ Ἁγίας Εὐθυμίας; Οὐδεὶς δύναται νὰ εἴπῃ τοῦτο, ἐκτὸς ἐὰν δεχθῇ ὅτι ὑπῆρχεν ἡ ἀπρόοπτος ἀληθῶς περίπτωσις τῆς συγκεντρώσεως περὶ τὸν κ. Σιμόπουλον ἀντιθέτων κομματαρχῶν μεγάλων ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Παρνασσίδος, ἢ ἐπείγουσα ἀνάγκη, ὅπως εὑρεθῇ τρόπος διασώσεως τοῦ κινδυνεύοντος ἐκλογικοῦ σκάφους τοῦ κ. Σιμοπούλου ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Παρνασσίδος. Ὑποδιαιρεθέντος λοιπὸν τοῦ ἔργου εἰς τρία τμήματα, ἐδόθη πίστωσις 960 δραχμῶν πρὸς τὸν νομομηχανικόν, ἤτοι ὀλίγον τι ὑπὸ τὸ ὅριον τὸ ἐπιτρεπόμενον ὑπὸ τοῦ νόμου. Ἀλλὰ προφανῶς ἐδόθη ἡ πίστωσις αὕτη ἐν ἐπιγνώσει, ὅτι τὸ ποσὸν ἐκεῖνο δὲν ἐπήρκει διὰ τὴν κατασκευὴν τῆς ὁδοῦ Ἁγίας Εὐθυμίας, καὶ ἐδόθη ἐπὶ τῇ προβλέψει, ὅτι καὶ δευτέρα χορηγία θὰ ἐδίδετο πρὸς τὸν νομομηχανικόν, καὶ τρίτη χορηγία χρημάτων θὰ ἐγίνετο. Καὶ ὄντως ἐγένετο καὶ δευτέρα καὶ τρίτη χορηγία χρημάτων εἰς τὸν νομομηχανικὸν πρὸς ἀποπεράτωσιν τοῦ ἔργου, ἑκάστοτε ἐκ ποσοῦ ἐλάσσονος τῶν χιλίων δραχμῶν, εἰς τρόπον ὥστε τὸ ὅλον ἔργον ἐστοίχισε 2910 δραχμάς. Καὶ οὕτως ἐν τῇ ὑποθέσει μόνον ταύτῃ ἔχομεν καταφανεῖς καὶ αὐτοφώρους δύο παρανομίας, καταπατήσεις δύο διαφόρων διατάξεων τοῦ Λογιστικοῦ νόμου. Ἡ ἀνύπαρκτος ὁδὸς ἐθεωρήθη ὡς ὑπάρχουσα, καὶ ἡ ἐξ ὑπαρχῆς κατασκευὴ αὐτῆς ἐχαρακτηρίσθη ὡς ἐπισκευή. Τοῦ νόμου δὲ ἀπαγορεύοντος τὴν διαίρεσιν τοῦ ἔργου, τὸ ἔργον διῃρέθη μ’ ὅλα ταῦτα εἰς τρία τμήματα, ἵνα παραβαθῇ ἡ ἄλλη διάταξις τοῦ νόμου, ἡ ἐν ἄρθρῳ 34, ἡ ἐπιβάλλουσα τὴν δημοπρασίαν. Ἐκλέξατε, Κύριοι, καὶ θαυμάσατε ὅ,τι ἀγαπᾶτε· τὸ ἐπινοητικὸν πνεῦμα τοῦ κ. Σιμοπούλου, ἢ τὴν τόλμην τοῦ Ὑπουργοῦ. Ἐφάμιλλα εἶναι καὶ τὰ δύο ταῦτα! Ἀλλὰ δὲν ἦτο μόνον ἡ ὁδὸς αὕτη, Κύριοι. Ὑπῆρχε καὶ ἡ ἀπαίτησις τῶν κατοίκων Καστελλίου καὶ Βάργιαννης, ὅπως τὰ χωρία ταῦτα συνδεθῶσι διὰ δημοσίας ὁδοῦ πρὸς τὴν πρωτεύουσαν τοῦ δήμου Δωριέων, πρὸς τὴν Γραβιᾶν. Ἐδῶ λοιπὸν ἐτέθη εἰς ἐνέργειαν ὁ νόμος ὁ εὐεργετικὸς, ὁ ἐξαιρετικὴν περίπτωσιν προνοῶν, ὁ νόμος ͵ΒΦΕʹ, καὶ χωρὶς νὰ δοθῇ ἡ ἄδεια ἡ νομοθετική, χωρὶς νὰ ψηφισθῇ ὑπὸ τῆς Βουλῆς ἡ πίστωσις ἡ ἀναγκαία, ἐπεχειρήθησαν ἔργα ὁδοποιΐας ἀξίας δραχμῶν 20,000, διότι ἡ δαπάνη τῆς ὁδοῦ Γραβιᾶς διὰ Χλωμοῦ εἰς Καστέλλιον ἀνῆλθεν εἰς τὸ ποσὸν τῶν δραχ. 20,370. Προεκηρύχθη δημοπρασία ὀλίγον πρὸ τῶν ἐκλογῶν, καὶ ἤρχισεν ἡ κατασκευὴ τοῦ ἔργου· ὅτε δὲ οἱ ἀντίπαλοι τοῦ κυρίου Σιμοπούλου ἔμαθον, ὅτι προεκηρύχθη ἡ κατασκευὴ τοῦ ἔργου, ἠπόρουν καὶ ἐδίσταζον, διότι ἐγνώριζον, ὅτι μὴ ὑπάρχοντος νόμου, ἦτο ἀδύνατον νὰ ἐπιχειρηθῇ ἡ κατασκευὴ τοιούτου δημοσίου ἔργου, καὶ προσεπάθουν νὰ πείσωσι τοὺς χωρικούς, ὅτι τοῦτο ἦτο ἀδύνατον. Κατόπιν ὅμως ἐγνώσθη κατὰ τίνα σοφιστικὸν τρόπον κατεπατήθησαν οἱ νόμοι, ἵνα κατασκευασθῇ ἡ ὁδὸς ἐκείνη, ἡ ἐξυπηρετοῦσα τὰ συμφέροντα τοῦ κυρίου Σιμοπούλου. Ἀλλ’ ὑπῆρχε καὶ ἄλλη ὁδὸς πρὸς κατασκευὴν, ἡ ἀπὸ Γραβιᾶς εἰς Βάργιαννην, ἥτις οὔτε δημοτικὴ κἄν εἶναι, διότι δὲν συνδέει πρωτευούσας δήμων, ὡς ὁ νόμος ὁρίζει, συνδέει δὲ χωρία πρὸς πρωτεύουσαν δήμου, δὲν ὑπῆρχε δὲ λόγος, κατὰ τὸν νόμον περὶ ὁδοποιΐας, ὅπως δαπανηθῇ χρῆμα τοῦ Δημοσίου διὰ τοιαύτην ὁδόν. Ἡ ὁδὸς αὕτη ἦτο ἐξ ἐκείνων, αἱ ὁποῖαι ἐκτελοῦνται διὰ προσωπικῆς ἐργασίας τῶν δημοτῶν. Ἀλλ’ ὅλα ταῦτα δὲν ἐλήφθησαν ὑπ’ ὄψιν· ἤρκει ὅτι ἐξυπηρετεῖτο τὸ ἐκλογικὸν συμφέρον τοῦ κυρίου Σιμοπούλου. Ἀλλὰ, προκειμένου περὶ τῆς ὁδοῦ ἀπὸ Γραβιᾶς εἰς Βάργιαννην δὲν ὑπῆρχε καὶ ὁ ἀπαιτούμενος ὑλικὸς χρόνος, ὅπως καὶ δημοπρασία προκηρυχθῇ καὶ ἡ ἐργασία ἀναληφθῇ ὑπὸ ἐργολάβου πρὸ τῶν ἐκλογῶν. Τί ἐγένετο λοιπόν; Προεκηρύχθη μὲν δημοπρασία, ἀλλ’ ἐτέθη εἰς χρῆσιν καὶ τὸ ἄλλο μέσον, τῆς χορηγίας πιστώσεων πρὸς τὸν μηχανικὸν, ἵνα τεθῇ τὸ ἔργον ἀμέσως εἰς ἐνέργειαν, ὅπως πεισθῶσι καὶ οἱ μᾶλλον δύσπιστοι, ὅτι μεριμνᾷ ὁ κ. Σιμόπουλος περὶ τῶν συμπολιτῶν αὐτοῦ, ὅτι ἐπιδρᾷ ἐπὶ τὴν Κυβέρνησιν, καὶ ὅτι τὰ πάντα δύναται. Ἐδόθη λοιπὸν ἡ πίστωσις πρὸς τὸν μηχανικὸν, καὶ ἤρξατο ὀλίγας ἡμέρας πρὸ τῶν ἐκλογῶν ἡ κατασκευὴ τῆς ὁδοῦ μεταξὺ Βάργιαννης καὶ Γραβιᾶς. Ὅλαι δὲ αἱ ὁδοὶ αὗται ἐξετελέσθησαν, κατὰ τὸ σημείωμα τὸ ὁποῖον ἡ ὑπηρεσία τῶν δημοσίων ἔργων ἀπέστειλεν εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ τὸ ὁποῖον ἔχω ἀνὰ χεῖρας, ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ εὐεργετικοῦ νόμου ͵ΒΦΕʹ. Εὐεργετικὸν ὀνομάζει ἡ ὑπηρεσία τὸν νόμον ΒΦΕʹ, τὸν ψηφισθέντα πρὸς ἐξυπηρέτησιν καὶ προστασίαν ὑψίστων συμφερόντων τοῦ Κράτους. Εὐεργετικὸν ὀνομάζει τὸν νόμον αὐτὸν, ἴσως διότι δι’ αὐτοῦ εὐηργετήθη ὁ κ. Σιμόπουλος. Ἀλλ’ ἡ δημοπρασία ἐκείνη, ὡς ἀντιβαίνουσα εἰς τοὺς ὅρους τοῦ νόμου, ἔπρεπε νὰ ἀκυρωθῇ, καὶ ἠκυρώθη δικαίως καὶ νομίμως ἀπὸ τὸν νῦν Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, ὡς ἀντιβαίνουσα εἰς τοὺς ὅρους τοῦ νόμου... (Διάλογοι).
§132Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Λέγουσιν ἐδῶ οἱ κύριοι Βουλευταὶ, ὅτι ἐν τῇ περιστάσει ταύτῃ ὑπάρχει ἴσως καὶ εὐθύνη τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων, καὶ ὅτι ἡ εὐθύνη τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων πρέπει νὰ χωρισθῇ ἀπὸ τὴν εὐθύνην τῶν Ὑπουργῶν, διότι μὲ τοὺς μεγάλους ἰχθῦς διαφεύγουν καὶ οἱ μικροί. Τὰ Δημόσια Ἔργα πῶς προέβησαν εἰς τοιαύτας πράξεις;
§133Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Οὐδεὶς δύναται ν’ ἀμφισβητήσῃ, ὡς ἔχουσι σήμερον τὰ πράγματα, τὴν εὐθύνην τῶν ὑπαλλήλων, τῶν ἐνεργούντων τοιαύτας ἐκθέσμους πράξεις. Φέρουσιν εὐθύνην ἠθικὴν καὶ νομικὴν βαρυτάτην, καὶ φέρουσι πολὺ μεγαλειτέραν, ὅταν εἰσηγοῦνται τοιαύτας πράξεις εἰς τοὺς Ὑπουργούς. Ἀλλ’ ἡ εὐθύνη τῶν ὑπαλλήλων οὐδόλως αἴρει τὴν εὐθύνην τῶν Ὑπουργῶν.
§134Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἐδῶ εἶναι ἕνας κύριος Γαζῆς, ὁ ὁποῖος εἰς τὰς ἐκλογὰς δύναται νὰ οἰκοδομήσῃ δώδεκα Παρθενῶνας, καὶ ὅμως οὐδεμία πρόνοια ἐλήφθη περὶ αὐτοῦ, καὶ ἀκόμη ἐδῶ εὑρίσκεται!
§135Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐνόμιζον ὅτι εἶχε μετατεθῆ. Οὕτως ἐφθάσαμεν, Κύριοι, ἀφοῦ διήλθομεν ἀπὸ τῆς 25 Ἀπριλίου ἐπὶ ἑξάμηνον διάστημα δι’ ὅλων αὐτῶν τῶν παρανομιῶν, δι’ ὅλων αὐτῶν τῶν ἐκθέσμων ἐνεργειῶν καὶ τῶν ἀσχημιῶν τῆς Διοικήσεως, δι’ ὅλων αὐτῶν τῶν δεκασμῶν τῶν συνειδήσεων καὶ τοῦ ἐπηρεασμοῦ τοῦ φρονήματος τῶν ἐκλογέων τῆς Παρνασσίδος, εἰς τὴν ἡμέραν κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ ἐγίνετο ἡ κρίσις ἡ ὁριστικὴ μεταξὺ τοῦ κ. Σιμοπούλου καὶ τῶν συντρόφων αὐτοῦ ἀφ’ ἑνὸς καὶ ἀφ’ ἑτέρου τῶν ἀντιπάλων αὐτοῦ. Ἀλλὰ πάνθ’ ὅσα ἐγένοντο ἐπὶ ἑξάμηνον διάστημα ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Παρνασσίδος εἴτε ὑπὸ τῆς Κεντρικῆς Διοικήσεως, εἴτε ὑπὸ τῶν ἀντιπροσώπων αὐτῆς ἐν τῷ τόπῳ ἐκείνῳ, πάντα ταῦτα θὰ ἐθεωροῦντο ἴσως ὡς ἀνεπαρκῆ μέσα, ὡς μὴ παρέχοντα πλήρη καὶ τελείαν ἀσφάλειαν διὰ τὴν ἐπιτυχίαν τῶν ὑπὸ τὴν προστασίαν τῆς Διοικήσεως τεθέντων ὑποψηφίων. Ὑπῆρχον δισταγμοὶ, καὶ δισταγμοὶ εὔλογοι, ἐν τῇ συνειδήσει τοῦ κόμματος τοῦ κ. Σιμοπούλου περὶ τῆς μελλούσης ἐπιτυχίας, διότι ἔβλεπον τὸν συναγερμὸν τοῦ λαοῦ, τὸν πρόθυμον καὶ εἰλικρινῆ, ὑπὲρ τῶν ἀντιπάλων αὐτοῦ. Ἔβλεπον, ὅτι ἐκεῖ ὑπῆρχεν ἡ ἄδολος ἐκτίμησις καὶ ἀγάπη, ἀντιθέτως δὲ εὑρίσκετο ὁ συναγερμὸς τῶν θεσιθηρῶν καὶ τῶν προσδοκώντων νὰ ζήσωσιν ἀπὸ τὰ ψιχία τῆς κυβερνητικῆς τραπέζης. Ἀλλὰ πρωτίστως ἡ κατάστασις τῆς πρωτευούσης τῆς ἐπαρχίας εὐλόγως ἀνησύχει τὸ κόμμα τοῦ κ. Σιμοπούλου, διότι ἐκεῖ πρὸ ὀλίγου ἡ Ἀντιπολίτευσις αὐτοῦ εἶχεν ἐπιδείξει κατὰ τὰς ἀλλεπαλλήλους ἐκλογὰς τῶν ἀγροφυλάκων ἀκλόνητον πλειονοψηφίαν 220 ψήφων. Ἔδει λοιπὸν νὰ τεθῇ τὸ κορύφωμα τῶν ἐνεργειῶν ἐκείνων τῶν ἐκθέσμων τῆς Κυβερνήσεως, ἔδει καὶ κατὰ τὴν ἡμέραν τῆς ἐκλογῆς νὰ ληφθῇ πᾶσα πρόνοια, ὅπως ἀνατραπῇ ἡ πλειονοψηφία ἐκείνη, καὶ τελείως ἐξασφαλισθῇ ἡ ἐπιτυχία, ἥτις δὲν ἦτο μὲν ἐπιτυχία θετικὴ τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης, ἀλλ’ ἦτο ἐπιτυχία πολιτικὴ κατὰ τοῦτο μόνον, καθόσον θὰ κατέβαλλεν ἐν τῇ ἐκλογῇ τοὺς ἀντιθέτους ὑποψηφίους, τοὺς φίλους καὶ ἀντιπροσώπους τοῦ Ἐθνικοῦ κόμματος ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Παρνασσίδος. Ποῦ λοιπὸν ἔπρεπε νὰ δοθῇ τὸ καίριον κτύπημα κατὰ τῶν ἀνεγειράντων θρασεῖαν κατὰ τοῦ κ. Σιμοπούλου κεφαλὴν συμπολιτῶν αὐτοῦ; Τὸ κτύπημα ἔπρεπε νὰ δοθῇ ἐν αὐτῇ τῇ καρδίᾳ, ἐν αὐτῇ τῇ πρωτευούσῃ τῆς ἐπαρχίας Παρνασσίδος, ἐν τῷ δήμῳ Ἀμφισσέων. Κύριος παράγων πολιτικὸς ἐν τῇ πάλῃ τῇ ἐκλογικῇ κατὰ τοῦ κ. Σιμοπούλου, πρωτεῦον πρόσωπον πολιτικῆς ἐμπειρίας καὶ δράσεως καὶ ἐπιρροῆς ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Παρνασσίδος ὑπῆρξε καὶ εἶναι ὁ δήμαρχος Ἀμφισσέων Ἰωάννης Γᾶτος. Περὶ αὐτὸν συνεσπειρώθησαν οἱ συνελθόντες κομματάρχαι καὶ ἀκολουθήσαντες τὸν κατελθόντα εἰς τὴν ἐκλογὴν συνδυασμὸν τῶν κ. Μαρλᾶ, Κρεμεζῆ καὶ Κόκκαλη· αὐτὸς πρωτίστως ἔπρεπε νὰ παταχθῇ, ἵνα πτοηθῇ καὶ δαμασθῇ ἡ ἀντιπολίτευσις τοῦ κ. Σιμοπούλου. Παρεσκευάσθησαν λοιπὸν ἐκ τῶν προτέρων τὰ μέσα, διὰ τῶν ὁποίων θὰ ἐπατάσσετο κατὰ κεφαλῆς ὁ δήμαρχος Ἀμφίσσης κ. Γᾶτος...
§136Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Διότι εἶχε γείνῃ ἀγριόγατος! (ἱλαρότης).
§137Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐναντίον τοῦ κ. Σιμοπούλου... Παρεσκευάσθησαν τὰ μέσα, ἀνέτειλεν ἡ ἡμέρα τῆς ἐκλογῆς, καὶ ὁ δήμαρχος Ἀμφισσέων, μεταβὰς εἰς τὸ γραφεῖόν του, βλέπει περιστοιχιζόμενον αὐτὸ ἀπὸ φρουρὰν στρατιωτικήν. Ἐξανίσταται κατὰ τοῦ τολμήματος, ἀγανακτεῖ, ζητεῖ νὰ μάθῃ τὴν αἰτίαν τῆς φρουρήσεως ἐκείνης τῆς στρατιωτικῆς καὶ τοῦ ἀποκλεισμοῦ, ἐρωτᾷ, μὴ τυχὸν καθ’ ὕπνους ἐγκλημάτησε καὶ ἀγνοεῖ τοῦτο, καὶ μανθάνει κατάπληκτος, ὅτι ἡ φρουρὰ ἐστάλη ἵνα φρουρήσῃ αὐτὸν δι’ ὅλης τῆς ἡμέρας καὶ ἀποκλείσῃ αὐτὸν ἐν τῷ οἴκῳ ἢ τῷ γραφείῳ αὐτοῦ, χάριν τῆς ἐπιτυχίας τοῦ κ. Σιμοπούλου! Ἐὰν ὁ δήμαρχος Γᾶτος ἦτο ἐλεύθερος κατὰ τὴν ἡμέραν τῆς ἐκλογῆς, βεβαίως δὲν θὰ παρέβαινε τὸ καθῆκόν του, βεβαίως δὲν θὰ παρέβαινε τὸν ἐκλογικὸν νόμον· ἀλλ’ ἡ παρουσία αὐτοῦ ἐλευθέρου μεταξὺ τοῦ λαοῦ τῶν Ἀμφισσέων θὰ παρεῖχε τὴν μεγαλειτέραν δύναμιν εἰς τὴν ἀντίθεσιν τοῦ κ. Σιμοπούλου. Διὰ τοῦτο δὲ διὰ τοῦ ἀποκλεισμοῦ καὶ τῆς φρουρήσεως αὐτοῦ ἐδόθη μάθημα εἰς τὸν λαὸν τῆς Ἀμφίσσης, ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται νὰ ἐκθέτῃ ἐλευθέρως τὴν γνώμην του, καὶ ἐδιδάχθη ὁ λαὸς ἐμπράκτως, ὅτι πᾶς ὅστις ἀνθίσταται κατὰ τοῦ κ. Σιμοπούλου τὰ ὅμοια θὰ πάθῃ, θὰ φρουρηθῇ ἢ θὰ ἀπαχθῇ εἰς τὰς φυλακὰς ὑπὸ τῆς στρατιωτικῆς δυνάμεως! Εἶναι περίεργος, κ. Βουλευταί, ἡ ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ταύτῃ τοῦ ἀποκλεισμοῦ τοῦ δημάρχου Ἀμφισσέων διαμειφθεῖσα μεταξὺ αὐτοῦ, τοῦ νομάρχου Φωκίδος καὶ τοῦ δικαστικοῦ ἀντιπροσώπου ἀλληλογραφία. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε δὲ νὰ ἀναγνώσω πρὸς ὑμᾶς, ἂν ὄχι ὁλόκληρα τὰ ἔγγραφα ταῦτα, τοὐλάχιστον περικοπάς τινας, ἵνα ἴδητε, ποῦ φθάνει τὸ θράσος τῆς παρανομίας, ὅταν θέλωσιν αἱ ἀρχαὶ νὰ παρανομήσωσιν, ὅπως παρενόμησαν ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Παρνασσίδος, καὶ εἰς ποίαν κατάστασιν οἱονεὶ μέθης καὶ ἀκαταλογίστου ἄγει τὸ διαρκῶς παρανομεῖν, ὅταν ἐπιστῇ ἡ κρίσιμος ὥρα, καθ’ ἣν ἐγγίζει ἡ ἀπόκτησις τοῦ καρποῦ τῶν παρανομιῶν. Ὁ νομάρχης Φωκίδος παραγγέλλει δι’ ἐγγράφου του, ὑπ’ ἀριθ. 4485 τῆς 17 Νοεμβρίου, τὸν δήμαρχον Ἀμφισσέων νὰ ἀπόσχῃ πάσης ἐκλογικῆς ἀναμίξεως καὶ διαμείνῃ ἐφ’ ὅλης τῆς ἡμέρας ἐν τῷ γραφείῳ του, μὴ ἀναμιγνυόμενος ποσῶς εἰς τὰ τῶν ἐκλογῶν καὶ τηρῶν τὸ ἄρθρον 87 τοῦ νόμου περὶ ἐκλογῆς Βουλευτῶν. «Ἡ παρουσία ὑμῶν ἐν τῇ ἀγορᾷ, γράφει ὁ κ. νομάρχης, ἐξερεθίζει τὰ πνεύματα, καὶ ἑπόμενον εἶναι νὰ προκληθῶσι σκηναὶ δυσάρεστοι, ταράττουσαι τὴν δημοσίαν τάξιν.» Ἡ παρουσία λοιπὸν ἡ σιωπηλὴ καὶ μόνη τοῦ δημάρχου ἐξερεθίζει τὰ πνεύματα! Ἀλλ’ εἶναι ἄπορον, Κύριοι, πῶς τοιαύτην ἔνοχον καὶ ἐγκληματικὴν σκέψιν ὁ νομάρχης Φωκίδος δὲν ἐφρόντισε νὰ περικαλύψῃ τοὐλάχιστον μὲ τὰ νόμιμα προσχήματα, πῶς δὲν εὗρεν ἄλλον τινὰ εὔσχημον λόγον, ἵνα δικαιολογηθῇ διὰ τὴν λῆψιν τοῦ μέτρου αὐτοῦ, ἀλλὰ προέβαλε τὸν λόγον μόνον, ὅτι ἡ παρουσία ἑνὸς δημάρχου ἐν τῇ ἀγορᾷ ἐρεθίζει τὰ πνεύματα, καὶ ἐνδεχόμενον εἶναι νὰ προκαλέσῃ σκηνὰς δυσάρεστους. Ἐπὶ τῷ λόγῳ τούτῳ στέλλει φρουρὰν εἰς αὐτὸν, καὶ ἀποκλείεται οὕτω ἐν τῷ γραφείῳ αὐτοῦ ὁ δήμαρχος δι’ ὅλης τῆς ἡμέρας, φρουρούμενος ὑπὸ δέκα λογχοφόρων, ὡς κατάδικος, ὁ ἐκλεκτὸς τοῦ λαοῦ Ἀμφίσσης!...
§138Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ποῖος ἦτο ὁ νομάρχης;
§139Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ Αἰσωπίδης, ὁ ὁποῖος ἔστειλε πρὸς τὸ τμῆμα τῆς Βουλῆς καὶ τὴν ἐπιστολήν του τὴν διαψεύδουσαν τὴν ἐπικύρωσιν χαριστικῶν πράξεων καὶ δωρεῶν τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου τοῦ δήμου Ἀντικύρας!
§140Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Αὐτὸς ἦτο ἕνας μικρὸς ἰατρὸς εἰς τὸ Λαύριον.
§141Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸς εἶναι, τὸν ὁποῖον ἐξετρύπωσεν ὁ κ. Τριανταφυλλᾶκος καὶ ἔκαμε νομάρχην! Σκεῦος ἐκλογῆς ἀνάλογον πρὸς τὴν Κυβέρνησίν του!
§142Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ἦτο εἰδικὸς πάρεδρος ἐν Λαυρίῳ.
§143Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δεύτερον ἔγγραφον τοῦ δικαστικοῦ ἀντιπροσώπου πρὸς τὸν δήμαρχον, διὰ τοῦ ὁποίου αὐστηρῶς διατάσσει αὐτὸν νὰ παραμείνῃ δι’ ὅλης τῆς ἡμέρας ἐν τῷ οἴκῳ του...
§144ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐξ ἀριστερῶν). Τίς ἦτο;
§145Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ σᾶς εἴπω ἐν καιρῷ... Ὁ δήμαρχος, ἀγανακτῶν, καὶ δικαίως, διὰ τὴν τοιαύτην συμπεριφοράν, διὰ τὰς τοιαύτας ἀναιδεῖς παρανομίας τῆς Διοικήσεως, ἀπευθύνει ἔγγραφον πρὸς τὸν δικαστικὸν ἀντιπρόσωπον, διὰ τοῦ ὁποίου διαμαρτύρεται κατὰ τοιούτου παρανόμου μέτρου τῆς Διοικήσεως. Ἐπιτρέψατέ μοι ἐκ τοῦ ἐγγράφου τούτου νὰ ἀναγνώσω πρὸς ὑμᾶς ὀλίγας περικοπὰς (ἀναγινώσκει): «Ὁ δήμαρχος πρὸς τὸν δικαστικὸν ἀντιπρόσωπον. «...Μοῦ ἀπηγορεύσατε δὲ δι’ ὅλης τῆς ἡμέρας νὰ ἐξέλθω τοῦ οἴκου μου. Ἀπεστείλατε μάλιστα καὶ φρουρὰν, διὰ τῆς ὁποίας μὲ ἀπεκλείσατε ἐντὸς τῆς οἰκίας μου, καὶ ἀπεκλείσθην οὕτως, ὥστε νὰ μὴ δύναμαι καὶ νὰ ψηφοφορήσω...Κατὰ τὸ ἄρθρον 8 τοῦ ΧΞΑʹ νόμου τοῦ 1877, διὰ τοῦ ὁποίου ἀντικατεστάθη τὸ ἄρθρον 87 τοῦ ΧΜΗʹ νόμου, «οἱ δημόσιοι καὶ οἱ δημοτικοὶ ὑπάλληλοι καὶ λοιποὶ, οἵτινες ἐνήργησαν ἐκ προθέσεως καθ’ οἱονδήποτε τρόπον, καταχρώμενοι τῆς ἑαυτῶν ἐξουσίας ὑπὲρ ἢ κατὰ τῶν ψηφοφορουμένων, τιμωροῦνται ποινικῶς»· ἀλλ’ οὐδαμοῦ τοῦ νόμου ἀναγράφεται, ὅτι δύναται νὰ περιορισθῇ καὶ ἡ προσωπική μου ἐλευθερία καὶ νὰ τεθῶ ὑπὸ περιορισμὸν φρουρᾶς στρατιωτικῆς. Τὸ τοιοῦτον, ἐνεργούμενον κατὰ τὴν ἡμέραν τῆς ψηφοφορίας ἐναντίον ἐμοῦ, βεβαίως ἐπιδρᾷ ἐπὶ τῶν ἐκλογέων, ὡς πρὸς τὴν ἐλευθέραν ἐνάσκησιν τῶν ἐκλογικῶν των δικαιωμάτων, καὶ φρονοῦμεν ὅτι ἐπέρχεται ἀλλοῖον ἀποτέλεσμα ἐκ τοῦ ἐγγράφου σας καὶ τῆς τεθείσης φρουρᾶς, ὡς πρὸς τὸ ἐλεύθερον τῆς ἐκλογῆς. Ὡς ἐξάγεται δὲ καὶ ἐκ τοῦ ἐγγράφου σας, δὲν ἀναφέρεται ἐν αὐτῷ ἐγκληματική τις πρᾶξις ἐμοῦ. Ὅθεν κατ’ οὐδένα λόγον ἠδύνατο νὰ περιορισθῇ ἡ προσωπική μου ἐλευθερία, οὐδὲ νὰ ἀποκλεισθῶ τοῦ ἐκλογικοῦ μου δικαιώματος, οὐδ’ εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ μεταβῶ ὑπὸ συνοδείαν στρατιωτῶν, ἵνα ἐνασκήσω αὐτό...»
§146Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλὰ δὲν ἀνεγνώσατε τὸ μέρος τοῦ ἐγγράφου, διὰ τοῦ ὁποίου ὁ δήμαρχος νομίζει τὸ ἄρθρον 87 ὡς κατηργημένον.
§147Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κατηγορεῖτε ὑμεῖς τὸν δήμαρχον, κύριε Σιμόπουλε, ὅτι παρέβη τὸ ἄρθρον 87 τοῦ ἐκλογικοῦ νόμου!
§148Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. δήμαρχος εἶχε τὴν ἰδέαν, ὅτι αὐτὸ εἶναι κατηργημένον, καὶ ὅτι εἶχεν ἀπόλυτον ἐλευθερίαν νὰ περιέρχηται πρὸς ψηφοθηρίαν περὶ τὸν τόπον τῆς ψηφοφορίας καὶ περὶ τὴν πόλιν. Αὐτὸς ἡγεῖτο πάντοτε τῶν ἐν Ἀμφίσσῃ ἐκλογικῶν διαδηλώσεων, περιήρχετο δὲ κατὰ τὴν ἡμέραν τῆς ἐκλογῆς ἐν τῇ ἀγορᾷ, καὶ διὰ προτροπῶν καὶ ἀπειλῶν εἰργάζετο ὑπὲρ τῶν ἀντιθέτων μου ὑποψηφίων.
§149Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Οὐδαμοῦ λέγεται τοῦτο, οὐδαμόθεν πιστοποιεῖται τοῦτο, ὅτι περιῆλθεν εἰς τὴν ἀγορὰν ἐπὶ κεφαλῆς διαδηλώσεως. Ταῦτα λέγετε ὑμεῖς μόνον· ἐκ τῶν ἐγγράφων οὐδὲν τοιοῦτο βεβαιοῦται. Εἶναι δὲ καὶ ὅλως ἀναρμόδιος ὁ νομάρχης νὰ βεβαιώσῃ τοιαύτας παραβάσεις ποινικῶν διατάξεων, καὶ μόνον τὰ Δικαστήριά εἰσιν ἁρμόδια πρὸς τοῦτο. Ἀλλὰ καὶ αὐτὸς ἀκόμη ὁ νομάρχης δὲν τολμᾷ εἰς τὸ ἔγγραφον του νὰ βεβαιώσῃ, ὅτι ὁ δήμαρχος παρεβίασε τὸν ἐκλογικὸν νόμον. Ὁ νομάρχης ἰδοὺ μόνον τί λέγει: «Ἡ παρουσία ὑμῶν (ἡ ἁπλῆ, ἡ σιωπηλὴ) ἐν τῇ ἀγορᾷ προκαλεῖ ἐρεθισμούς». Ποῦ εἶναι αἱ διαδηλώσεις; Πῶς βεβαιώνετε ὅτι ἐγένοντο διαδηλώσεις κατὰ τὴν ἡμέραν τῆς ἐκλογῆς, καὶ ὅτι ἡγεῖτο αὐτῶν ὁ δήμαρχος;
§150Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Μερλόπουλε, ἐφρουρεῖτο ἐν Ἀθήναις ὁ δήμαρχος Ἀθηναίων κατὰ τὰς ἐκλογάς;
§151Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως δὲν ἐφρουρήθη, μολονότι ὁ δήμαρχος Ἀθηναίων καὶ ἐνήργει καὶ διωργάνου τὰς μεγαλειτέρας διαδηλώσεις καὶ κατὰ τὴν ἡμέραν τῆς ἐκλογῆς καὶ πρὸ αὐτῆς.
§152Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ δήμαρχος Ἀμφίσσης παρεκωλύθη μόνον ἀπὸ τοῦ νὰ περιέρχηται περὶ τὸν τόπον τῆς ψηφοφορίας ψηφοθηρῶν.
§153Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εὐλόγως δὲ ὁ δήμαρχος Ἀμφίσσης φρονεῖ, ὅτι εἶναι κατηργημένον τὸ ἄρθρον 87 καὶ ἀντικατεστάθη ὑπὸ ἄλλης διατάξεως.
§154Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Κατηργημένον!
§155Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα.
§156Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπανῆλθε δι’ ἄλλου νόμου.
§157Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δι’ ἄλλου νόμου, μάλιστα, τοῦ ΧΞΑʹ, ὅστις ὁρίζει ἐν ἄρθρῳ 8, ὅτι «δημόσιοι ἢ δημοτικοὶ ὑπάλληλοι καὶ δικαστικοὶ λειτουργοί, οἵτινες ἤθελον ἀποδειχθῆ ὅτι ἐκ προσθέσεως ἐνήργησαν καθ’ οἱονδήποτε τρόπον, καταχρώμενοι τὴν ἑαυτῶν ἐξουσίαν ὑπὲρ ἢ κατὰ τινος τῶν ψηφοφορουμένων, τιμωροῦνται διὰ χρηματικῆς ποινῆς 500 δραχμῶν καὶ διμήνου φυλακίσεως, συνεπαγομένης διετῆ στέρησιν τῶν πολιτικῶν αὐτῶν δικαιωμάτων.» Ἀλλὰ ποία διάταξις νόμου ὥρισε ποτε, ὅτι τίθεται φρουρὰ εἰς τὴν θύραν καὶ ὑπὸ τὰ παράθυρα τοῦ παρανόμως ἐνεργήσαντος δημοσίου ἢ δημοτικοῦ ὑπαλλήλου; ποῖος δὲ νόμος ὥρισεν, ὅτι ἀποκλείεται διὰ φρουρᾶς λογχοφόρων ὁ δήμαρχος, οὐχὶ πλέον ὁ παραβὰς τὸ ἄρθρον 87, οὐχὶ ὁ καθ’ οὗ ὑπάρχουν ἔστω καὶ ὑπόνοιαι ὅτι θὰ ὑποπέσῃ ἐν τῷ μέλλοντι εἰς τοιαύτην παράβασιν, ἀλλ’ ἐκεῖνος, οὗτινος ἡ ἁπλῆ παρουσία ἐν τῇ ἀγορᾷ, ἄνευ ἐνεργείας τινὸς ἐκ μέρους του, ἐνθουσιᾷ τὰ πλήθη; Δὲν γνωρίζω, ἂν καὶ καὶ τὸν μεσαίωνα ὑπῆρχον τοιοῦτοι νόμοι.
§158Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Δικηγόρος ἢ δικαστὴς ἦτο ὁ δικαστικὸς ἀντιπρόσωπος;
§159Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δικαστής· ὁ πρωτοδίκης κ. Ἀγαθόνικος.
§160Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἄσχετος ἐντελῶς.
§161Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Τοῦ δικαστικοῦ ἀντιπροσώπου δὲν μᾶς ἀνεγνώσατε...
§162Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα, θὰ σᾶς ἀναγνώσω τὸ δεύτερον ἔγγραφον, εἰς τὸ ὁποῖον περιλαμβάνεται ἡ ἀπάντησίς του. Ἰδοὺ λοιπὸν ἡ ἀπάντησις τοῦ δικαστικοῦ ἀντιπροσώπου...
§163ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ποῖος εἶναι;
§164Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Μιλτιάδης Ἀγαθόνικος. Ἔχω καθῆκον νὰ τὸ ἀναγνώσω, διότι δὲν πρέπει νὰ ἀρκεσθῇ ἡ Βουλὴ εἰς τὴν πληροφορίαν, τὴν ὁποίαν δίδει ὁ δήμαρχος διὰ τοῦ ἐγγράφου του, καὶ διὰ τῆς ὁποίας βεβαιοῦται, ὅτι ἀπεκλείσθη ἐν τῷ οἴκῳ αὐτοῦ, ὅτι εἰς τὴν θύραν αὐτοῦ καὶ ὑπὸ τὰ παράθυρα ἐτέθησαν φρουροί. Πρέπει νὰ ὁμολογηθῇ τὸ γεγονὸς ἀπὸ αὐτὸν ἐκεῖνον, ὅστις ἐγένετο εἰσηγητὴς τοῦ μέτρου, ἀπὸ τὸν κ. δικαστικὸν ἀντιπρόσωπον, καὶ διὰ τοῦτο ἀναγινώσκω πρὸς ὑμᾶς τὸ ἔγγραφον (ἀναγινώσκει): «Πρὸς τὸν δήμαρχον Ἀμφισσέων. Συμφώνως πρὸς τὸν ἐκλογικὸν νόμον πρέπει νὰ διαμείνητε ἐν τῇ οἰκίᾳ σας κατὰ τὴν ἡμέραν τῆς ἐκλογῆς...»
§165ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐξ ἀριστερῶν). Καλὰ λέγει!
§166Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. .. «Ἡ δὲ φρουρὰ ἐτέθη διότι δὲν ἀπηντήσατε εἰς ὅ,τι καθιστῶμεν ὑμῖν γνωστὸν διὰ τοῦ ἐγγράφου μας...»
§167Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ (καὶ ἄλλοι ἐκ δεξιῶν). Εἶναι ἀκόμη δικαστὴς αὐτός;
§168Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. «... Καὶ ἐν πάσῃ περιπτώσει δύνασθε νὰ μεταβῆτε εἰς τὸν τόπον τῆς ψηφοφορίας ὑπὸ συνοδείαν, ὅπως ἐνασκήσητε τὸ ἐκλογικόν σας δικαίωμα, ἀλλὰ μετὰ τοῦτο θὰ μεταβῆτε πάλιν εἰς τὸν οἶκόν σας ὑπὸ συνοδείαν...» Ποῖος; ὁ δήμαρχος τοῦ τόπου! ὁ αἱρετὸς τοῦ δήμου Ἀμφισσέων!
§169Κ. ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Ἀναγνώσατέ το.
§170Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἔχω καμμίαν δυσκολίαν. «... Ἡ δὲ φρουρὰ ἐτέθη, ὅπως ἡ δικαστικὴ ἀρχὴ πεισθῇ, ὅτι οὐδαμῶς ἀναμιγνύεσθε εἰς τὰς ἐκλογάς.» (Γέλωτες). Θαυμάσατε, Κύριοι, ἐνέργειαν! θαυμάσατε νομιμοφροσύνην ἀνακριτικοῦ ὑπαλλήλου! θαυμάσατε τὴν ὀξυδέρκειαν τοῦ ἀνθρώπου! θαυμάσατε τὴν ὑπὲρ τῆς δημοσίας τάξεως στοργὴν αὐτοῦ, καὶ τὴν μέριμναν αὐτοῦ, ὅπως προλάβῃ τὰ ἐγκλήματα καὶ προμηθευθῇ ἀποδείξεις περὶ τοῦ ἀδικήματος καὶ πρὸ τῆς διαπράξεως ἀκόμη αὐτοῦ! Διότι ὁ δικαστικὸς ἀντιπρόσωπος οὐ μόνον θέλει νὰ προλάβῃ τὰ ἐγκλήματα, ἀλλὰ θέλει καὶ νὰ προπαρασκευάσῃ τὰς ἀποδείξεις αὐτῶν, ἐν ᾗ ἂν περιπτώσει ἤθελον τελεσθῆ τοιαῦτα, ὥστε, ἂν συμβῇ τι τὸ ἔκτροπον, ἂν συμβῇ τι τὸ παράνομον κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς ψηφοφορίας, νὰ ἔχῃ ἐκ τῶν προτέρων τὰς ἀποδείξεις ὁ κ. ἀνακριτής, ἵνα δυνηθῇ νὰ κατηγορήσῃ τὸν παραβάντα τοὺς νόμους...
§171Κ. ΧΑΛΚΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπῆρχεν ἔφορος τῶν δικαστικῶν ἀντιπροσώπων εἰς τὴν Ἄμφισσαν; Καὶ ἂν ὑπῆρχεν ἔφορος, ὁ δικαστικὸς ἀντιπρόσωπος τί ἀπήντησε;
§172ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Καὶ ποίαν ἐπιρροὴν ἔχει αὐτό;
§173Κ. ΧΑΛΚΙΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι ἄλλο αὐτό, τὸ ὁποῖον σᾶς λέγω. Γνωρίζετε τὸν δικαστικὸν ἀντιπρόσωπον; Εἶναι ὁ υἱὸς τοῦ μακαρίτου Ἀγαθονίκου, τοῦ διαπρεποῦς νομομαθοῦς, καὶ δὲν πρέπει νὰ ἐκτοξεύωνται κατ’ αὐτοῦ τοιαῦτα.
§174ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Αἱ πράξεις του ἀποδεικνύουσιν, ὅτι δὲν εἶναι τίποτε! Μὰ δὲν ἐντρέπεσθε! Ἐπιδοκιμάζετε τοιαύτας πράξεις!
§175Κ. ΧΑΛΚΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ βεβαιῶ, ὅτι ἐνήσκησεν ἓν δικαίωμα ὁ δικαστικὸς ἀντιπρόσωπος.
§176Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ποῖον; Νὰ φυλακίσῃ τὸν δήμαρχον;
§177ΠΟΛΛΟΙ (ἐξ ἀριστερῶν). Βεβαίως, βεβαίως.
§178ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Σᾶς συγχαίρω, Κύριοι, διὰ τὰς γνώμας σας! Δεχθῆτε, παρακαλῶ, τὰ συγχαρητήριά μου διὰ τὰς γνώμας σας, ἀλλ’ ὅταν τὸ κακὸν ἔλθῃ ἐπὶ τῆς κεφαλῆς σας, τότε θὰ τὸ αἰσθανθῆτε! (Θόρυβος).
§179Ι. ΣΤΑΙΚΟΣ. Μίαν διακοπὴν ἐπιτρέπετε;
§180Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι, διότι ἔχω νὰ εἴπω δύο λέξεις εἰς τὸν κ. Χαλκιόπουλον... Ἐγώ, κύριε Βουλευτὰ ἐκ Λοκρίδος, καὶ γνωρίζω προσωπικῶς καὶ τιμῶ τὸν κ. Ἀγαθόνικον, ἴσως καὶ πλέον ὑμῶν, ὅστις τυγχάνετε συγγενὴς αὐτοῦ· λέγω δὲ τοῦτο πρὸς ἱκανοποίησιν τοῦ συγγενικοῦ αἰσθήματος ὑμῶν καὶ τῆς ἀγάπης ὑμῶν πρὸς τὸν κ. Ἀγαθόνικον. Ἀλλά, καίτοι γνωρίζω, καίτοι τιμῶ τὸν ἄνθρωπον, δὲν δύναμαι, ἐνόσῳ ἔχω τοιαῦτα ἔγγραφα εἰς χεῖράς μου, ἀναμφισβήτητα καὶ ἀπρόσβλητα, εἰμὴ νὰ βεβαιώσω, ὅτι ἐν τῇ περιστάσει ταύτῃ παρενόμησε, δὲν δύναμαι ἢ νὰ εἴπω καθαρῶς καὶ σαφῶς τὴν γνώμην μου, ὅτι παρεξετράπη, ὅτι ἔσφαλεν, ὅτι ἡ ἐνέργεια αὐτοῦ ὄχι μόνον ἄστοχος, ἀλλὰ καὶ παράνομος ὑπῆρξεν. Ἀλλὰ τὸ οὐσιῶδες ἐπὶ τοῦ προκειμένου, κύριε Βουλευτὰ ἐκ Λοκρίδος, δὲν εἶναι τοῦτο, ἂν ὑπῆρξε παράνομος ἢ μὴ ἡ ἐνέργεια τοῦ κυρίου Ἀγαθονίκου καὶ τοῦ νομάρχου Φωκίδος· τοῦτο ἀνήκει εἰς ἄλλους νὰ κρίνωσι. Τὸ οὐσιῶδες εἶναι, ὅτι διὰ τῆς τοιαύτης ἐνεργείας τοῦ δικαστικοῦ ἀντιπροσώπου ἐνοθεύθη τὸ ἐκλογικὸν φρόνημα τοῦ λαοῦ τῆς Ἀμφίσσης.
§181Κ. ΧΑΛΚΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐρωτῶ, ἂν ἀνεφέρθησαν εἰς τὸν ἔφορον, καὶ τί εἶπεν οὗτος.
§182Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τοῦτο εἶναι ἀδιάφορον. Δὲν ἐξετάζομεν, ἂν ἀνεφέρθησαν εἰς τὸν κ. ἔφορον, καὶ ἂν οὗτος ἐνήργησε. Τὸ οὐσιῶδες εἶναι, ὅτι δι’ ὅλης τῆς ἡμέρας τῆς ἐκλογῆς ὁ δήμαρχος ἀπεκλείσθη καὶ ἐφρουρήθη· τὸ οὐσιῶδες εἶναι, ὅτι λαός, ὅστις βλέπει τὸν ἀρχηγὸν αὐτοῦ, τὸν αἱρετὸν αὐτοῦ, φυλακιζόμενον κατὰ τοιοῦτον τρόπον, παρανόμως καὶ ἀδίκως, δὲν δύναται ἢ νὰ πτοηθῇ...
§183Κ. ΧΑΛΚΙΟΠΟΥΛΟΣ. Τί ἔκαμεν ὁ ἔφορος;
§184Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. .. τὸ οὐσιῶδες εἶναι, ὅτι αἱ ψῆφοι αἱ προωρισμέναι διὰ τὰς κάλπας τῶν ἀντιθέτων τοῦ κ. Σιμοπούλου μεταστρέφονται εἰς τὰς τοῦ κ. Σιμοπούλου...
§185Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Θὰ ὁμιλήσητε ἐπὶ πολύ;
§186Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι. Κύριοι Βουλευταί, ἐπεράτωσα τὴν ἀγόρευσίν μου. Ὅσα εἶχον νὰ εἴπω περὶ τοῦ κύρους τῆς ἐκλογῆς τὰ ἐξέθηκα μεθ’ ὅσης μεγαλειτέρας ἠδυνήθην ἀκριβείας, στηριζόμενος πάντοτε οὐχὶ εἰς εἰκασίας καὶ διαδόσεις, ἀλλ’ ἀποδεικνύων τὰ γεγονότα, τὰ νοθεύσαντα καὶ ἀλλοιώσαντα ἐκ θεμελίων τὸ ἐν Παρνασσίδι ἐκλογικὸν φρόνημα, δι’ ἐγγράφων ἐπισήμων, δι’ ἐγγράφων ἀκαταμαχήτου δυνάμεως. Εἶμαι δὲ τῆς γνώμης, ὅτι ἐν οὐδεμιᾷ τῶν ἐκλογῶν τῶν ἐνεργηθεισῶν κατὰ τὴν 17 Νοεμβρίου 1902 ἔλαβον χώραν τοσαῦται παρανομίαι καὶ τοσαῦται ἀθεμιτουργίαι, ὅσαι ἐν τῇ ἐκλογῇ τῆς Παρνασσίδος...
§187ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Καὶ ἡ Ναυπακτία;
§188Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀκούω ἐκεῖθεν ψίθυρον περὶ τῆς ἐκλογῆς τῆς Ναυπακτίας. Βεβαίως εἰς αὐτὴν ἀπεδίδετο νόθευσις τοῦ φρονήματος τῶν ἐκλογέων, ἐπιτευχθεῖσα διὰ καλπονοθεύσεως....
§189ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι! ὄχι!
§190Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τοῦτο τοὐλάχιστον προὐβάλλετο παρὰ τῶν ἐνισταμένων κατὰ τοῦ κύρους τῆς ἐκλογῆς. Συζήτησις περὶ τοῦ κύρους τῆς ἐκλογῆς Ναυπακτίας ἐν τῇ Βουλῇ δὲν ἐγένετο, καὶ ἑπομένως, οὐδὲν γνωρίζων, δὲν συμμερίζομαι τὴν γνώμην τῶν ἐνισταμένων κατὰ τοῦ κύρους τῆς ἐκλογῆς Ναυπακτίας, ὅσον ἀφορᾷ τὰς καλπονοθεύσεις, οὐδὲ ὀφείλω νὰ ἀρυσθῶ τὴν γνώμην μου ἐκ τῶν διαδόσεων μόνον. Ἀλλὰ προκειμένου περὶ τῆς ἐκλογῆς Παρνασσίδος, ἣν ἐγὼ αὐτὸς ἀνεδίφησα, καὶ ἔθεσα τὸν δάκτυλον ἐπὶ τῶν παρανομιῶν καὶ ἀθεμιτουργιῶν, αἵτινες ἐτελέσθησαν ἐκεῖ ἀπὸ πολλοῦ χρόνου, ἀφ’ ὅτου συνησπίσθησαν ἐπὶ τὸ αὐτὸ οἱ ἀντίθετοι τοῦ κ. Σιμοπούλου, ἀπὸ τῆς 25 Ἀπριλίου τοῦ παρελθόντος ἔτους, δύναμαι πεποιθότως νὰ βεβαιώσω ὑμᾶς, τοὺς ἐπικαλουμένους τὴν ἐπικύρωσιν τῆς ἐκλογῆς Ναυπακτίας, — εἰς τῆς ὁποίας τὴν ἐπικύρωσιν μ’ ὅλα ταῦτα διὰ θορύβου ἐσπεύδετε, — ὅτι οὐδεμία δύναται νὰ ὑπάρξῃ ἀμφιβολία, ὅτι εἶναι ἡ παρανομωτέρα καὶ ἁμαρτωλοτέρα τῶν ἐκλογῶν. Διὰ τοῦτο ἀρχόμενος τοῦ λόγου μου εἶπον πρὸς ἐκείνους, οἵτινες ἐθορύβουν, βλέποντες τὸν ὄγκον τῶν ἐγγράφων ἐπὶ τοῦ βήματος, ὅτι μετ’ ὀλίγον ἤθελον πεισθῆ, ὅτι ὀγκωδέστεραι καὶ βαρύτεραι ἦσαν αἱ παρανομίαι αἱ γενόμεναι ἐν Παρνασσίδι, προϊὸν τῶν ὁποίων ὑπῆρξεν ἡ ἐπιτυχία τοῦ κ. Σιμοπούλου καὶ τῶν συντρόφων του. (Εὖγε! εὖγε! ἐκ τῆς δεξιᾶς).
§191ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει ἄλλος τις τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἐκλογῆς Παρνασσίδος;
§192ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι.
§193ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἔγκυρον τῆς ἐκλογῆς παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι)....
§194Κ. ΧΡΗΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Παρεδέχθη ἡ Βουλή.
§195ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, παρῆλθεν ἡ ὥρα, καὶ πρέπει νὰ διακόψωμεν.
§196Κ. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀπαγγείλατε, κύριε Πρόεδρε, τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς.
§197Ι. Γ. ΡΟΥΦΟΣ. Ἐπεκυρώθη ἡ ἐκλογή. (Θόρυβος).
§198ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ἐπεκυρώθη, κύριε Πρόεδρε.
§199ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη τὸ ἔγκυρον τῆς ἐκλογῆς Παρνασσίδος καὶ νομίμους βουλευτὰς τῆς ἐπαρχίας ταύτης τοὺς κ. κ. Ἀνάργυρον Σιμόπουλον, Ἰωάννην Δελμοῦζον καὶ Δημήτριον Νίκαν. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρα 2 μ. μ.)