1903.01.27
1,736 rows · 13,481 words · 177 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 17
τῆς 27 Ἰανουαρίου 1903.
(Δευτέρα).
(Προεδρεύοντος τοῦ προσωρινοῦ Προέδρου κ. Ε. Τσαρλαμπᾶ).
(Γενομένης ἀπαρτίας ὥρᾳ 10 καὶ 30′ π. μ. ἀναγινώσκονται καὶ ἐγκριθέντα ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΑΛΕΞ. ΣΠ. Κ. ΡΩΜΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Καταθέτω εἰς τὴν Βουλὴν ἀπάντησιν εἰς ἐπερώτησιν τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ Δωρίδος κ. Ἀναγνωστοπούλου περὶ τῶν ἐπιστατῶν τῶν ἐν Δελφοῖς ἀνασκαφῶν.
§2ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπεβλήθη ἔνστασις κατὰ τῆς ἐκλογῆς Κυθήρων ὑπὸ τοῦ ἐπιλαχόντος κ. Λογοθέτου.
§3Α. ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Καταθέτω ἀπαντήσεις εἰς ἐπερωτήσεις διαφόρων κ. Βουλευτῶν: 1) Τοῦ κ. Κ. Κουμουνδούρου περὶ τῆς μηνύσεως κατὰ τοῦ βουλευτοῦ κ. Ζέρβα ἐπὶ δωροδοκίᾳ. 2) Τοῦ βουλευτοῦ κ. Κρεστενίτου περὶ τοῦ καταδίκου Δημουλιᾶ. 3) Τοῦ βουλευτοῦ κ. Μοσχούλα περὶ τῆς μηνύσεως αὐτοῦ κατὰ τῶν Λ. Πιπιλῆ καὶ Θ. Κουτσουρούπα ἐπὶ καλπονοθεύσει. 4) Τοῦ αὐτοῦ κ. Βουλευτοῦ περὶ τῶν κατὰ τοῦ ὑπενωμοτάρχου Γ. Μητσάκου καταγγελιῶν δι’ ἐκλογικὰς παραβάσεις. 5) Τοῦ αὐτοῦ Βουλευτοῦ περὶ τῶν κατ’ ἀστυνομικῶν ὀργάνων Ὀλυμπίας μηνύσεων. 6) Τοῦ βουλευτοῦ κ. Σπυρ. Κουμουνδούρου περὶ τῶν κατὰ τοῦ ἀστυνομικοῦ σταθμάρχου Γ. Τσάμη μηνύσεων. 7) Τοῦ βουλευτοῦ κ. Ἀλεξάκη περὶ τῆς ἐν τῷ τμήματι Ὀλύμπου λαβούσης χώραν συμπλοκῆς κατὰ τὴν ἡμέραν τῆς ἐκλογῆς. 8) Τῶν βουλευτῶν κ. κ. Βρυώνη, Ραφτοπούλου καὶ Καλλινίκου περὶ τῶν ἐπὶ ἐκλογικαῖς παραβάσεσι καταγγελιῶν κατὰ τὴν ἐκλογὴν Πάλλης. 9) Τοῦ βουλευτοῦ κ. Λ. Πετιμεζᾶ περὶ τοῦ καταδίκου Καντάρα. 10) Τοῦ αὐτοῦ Βουλευτοῦ περὶ φόνων γενομένων ὑπὸ ἀστυνομικῶν ὀργάνων καὶ περὶ καταγγελιῶν κατ’ ἀστυνομικῶν ὀργάνων.11) Τῶν βουλευτῶν κ.κ. Φωτήλα καὶ Πετιμεζᾶ περὶ τῆς πλαστογραφίας τῶν πρακτικῶν τοῦ δήμου Παΐων. Ἐπίσης καταθέτω τὰ ὑπομνήματα τὰ ζητηθέντα παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ Μεγαλοπόλεως, τὰ ὑποβληθέντα ἐνώπιον τοῦ Εἰσαγγελέως, ὅσον ἀφορᾷ τὴν ὑπόθεσιν τῆς δωροδοκίας. Ἐπειδὴ δὲ ἠγέρθη ἀμφιβολία, ἂν ἦτο δυνατὸν νὰ ζητηθῶσι τὰ ὑπομνήματα ταῦτα, ἐζήτησα καὶ τὴν γνώμην τοῦ Εἰσαγγελέως τοῦ Ἀρείου Πάγου, ὁ ὁποῖος συμφώνως μὲ τὴν γνώμην τῆς ὑπηρεσίας ἀπεφάνθη, ὅτι, ὅσον ἀφορᾷ τὴν μήνυσιν καὶ τὰ ὑπομνήματα, δικαιοῦται νὰ ζητήσῃ ταῦτα καὶ ὁ ὑποβαλὼν τὴν μήνυσιν καὶ πᾶς τις. Ἡ μυστικότης ἀφορᾷ μόνον τὰς καταθέσεις τῶν μαρτύρων.
§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν συζήτησιν τῆς ἐκλογῆς Καρδίτσης.
§5ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει τὴν ἔκθεσιν τοῦ τμήματος).
§6Π. Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Ἐπιθυμῶ νὰ εἴπω δύο λέξεις ὡς πρὸς τὸ κῦρος τῆς ἐκλογῆς τοῦ κ. Παπαποστόλου. Ἐπειδὴ ὅμως ἡ ἔνστασις ὑποβάλλεται ὄχι καὶ κατὰ τῶν λοιπῶν ἀντιπροσώπων Καρδίτσης, ἤθελον παρακαλέσει ὑμᾶς, κύριε Πρόεδρε, νὰ ἐρωτήσητε προηγουμένως τὴν Βουλήν, ἂν θεωρεῖ ἔγκυρον τὴν ἐκλογὴν ὡς πρὸς τοὺς ἑτέρους κ. Βουλευτὰς τῆς ἐπαρχίας.
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἔγκυρον τῆς ἐκλογῆς Καρδίτσης ὡς πρὸς τοὺς κ. κ. Ἰωάννην Καζαμπάκαν, Ἀπόστολον Βασαρδάνην, Ἰωάννην Μπαλάσκαν, Κίμωνα Βελλίνην, Ι. Καφταντζόγλου καὶ Δημήτριον Τερτίπην παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη τὸ ἔγκυρον τῆς ἐκλογῆς ὡς πρὸς τοὺς εἰρημένους Βουλευτάς. Ἐπὶ τῆς ἐκλογῆς τοῦ κ. Παπαποστόλου ἔχει τὸν λόγον ὁ κ. Πετρίδης.
§8Π. Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Παρὰ τοῦ κ. Εὐαγγέλου Χαρίση μοὶ ἐστάλη ἐκ Καρδίτσης ἔνστασις ἀφορῶσα τὸ κῦρος τῆς ἐκλογῆς τοῦ κ. Σπ. Παπαποστόλου διὰ τὸν δῆμον Ἰτάμου. Ὁ ἐνιστάμενος ἰσχυρίζεται, ὅτι ὁ κ. Παπαποστόλου, καταγόμενος ἐκ τοῦ δήμου Ἰτάμου, κατώρθωσε διὰ τῶν μέσων, τὰ ὁποῖα ἠδυνήθη νὰ τῷ παράσχῃ ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις, ὥστε ὅλα τὰ ὄργανα τῆς ἐξουσίας ἐκεῖ κατὰ τὰς ἡμέρας τῶν ἐκλογῶν νὰ κηρυχθῶσιν ἀναφανδὸν ὑπὲρ αὐτοῦ καὶ τῷ παράσχωσιν ἰδιαιτέρως πᾶσαν συνδρομὴν, οὕτως ὥστε ἐν τῷ δήμῳ ἐκείνῳ κατώρθωσε νὰ ἐκλεχθῇ Βουλευτὴς, ἡ ἐκλογή του δὲ δὲν ἐκπροσωπεῖ τὸ ἀληθὲς φρόνημα τῶν ἐκλογέων. Αἱ ἐνστάσεις, τὰς ὁποίας προβάλλει ὁ ἐνιστάμενος, περιστρέφονται κυρίως εἰς τὸ ὅτι ὁ δασάρχης καὶ ὁ ἔφορος καὶ αἱ ἄλλαι ἀρχαὶ ἐν τῷ τόπῳ ἐνήργησαν κατὰ τοιοῦτον τρόπον φατριαστικῶς ὑπὲρ τοῦ κ. Παπαποστόλου, ὥστε κατώρθωσεν ὁ κύριος οὗτος νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὸ Κοινοβούλιον, καίπερ μὴ τυγχάνων πραγματικῶς τῆς ἐκλογῆς τῆς ἐλευθέρας καὶ εἰλικρινοῦς τῶν ἐκλογέων. Δὲν γνωρίζω, οὔτε δύναμαι νὰ βεβαιώσω, ἂν ὅλα τὰ καταγγελλόμενα ὡς πρὸς τὰς ἀρχὰς ἐκεῖ εἶναι πραγματικῶς ἀληθῆ, διότι δὲν ἔλαβον τὸν καιρὸν νὰ ἐξακριβώσω ταῦτα· ἐν τούτοις, ἂν δεχθῇ τις καὶ θεωρήσῃ ὅτι συνέβησαν παρεκτροπαί τινες ὑπὸ τῶν δημοσίων τούτων ὑπαλλήλων, βεβαίως αὗται ἐπέδρασαν ἐπὶ τοῦ ἀποτελέσματος τοῦ κυρίου Παπαποστόλου, ὁ ὁποῖος μάλιστα μὲ ὀλίγας ψήφους ἔρχεται ἐπιτυχών. Δὲν θέλω νὰ ὑποστηρίξω ἕτερον λόγον ἀκυρότητος, διότι θ’ ἀπητεῖτο ἄλλη διαδικασία, καθόσον ὁ δυστυχὴς συνάδελφος, παθὼν ἀνίατον νόσημα, δὲν δύναται ἐν πάσῃ περιπτώσει ν’ ἀντιπροσωπεύσῃ τὴν ἐπαρχίαν ἐκείνην κατὰ τὴν Περίοδον ταύτην. Ἐν τούτοις θὰ ἦτο εὐχῆς ἔργον, καὶ χάριν αὐτοῦ ἰδίως καὶ χάριν τῆς οἰκογενείας του, λαμβανομένων ὑπ’ ὄψιν τῶν ἐνστάσεων, αἵτινες ὑποβάλλονται τῇ αἰτήσει τοῦ κυρίου Χαρίση, καὶ αἱ ὁποῖαι καὶ ἐγὼ φρονῶ ὅτι πρέπει νὰ θεωρηθῶσι σοβαραὶ, νὰ ἀποφανθῇ ἡ Βουλὴ ἀδιστάκτως ὑπὲρ τῆς ἀκυρώσεως τοῦ τμήματος ἐκείνου, ὡς πρὸς τὸν κ. Παπαποστόλου, ἵνα δυνηθῇ καὶ ἡ ἐπαρχία ἐκείνη ν’ ἀντιπροσωπευθῇ τελείως ἐν τῇ Βουλῇ.
§9ΧΑΡ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ἐννοῶ τὸν λόγον, δι’ ὃν ζητεῖται ἡ ἀκύρωσις τῆς ἐκλογῆς ὡς πρὸς τὸν κ. Παπαποστόλου· εἶναι τὸ ἀνίατον τῆς νόσου, ὑφ’ ἧς προσεβλήθη. Ἐγὼ εἶμαι σύμφωνος, ὅτι εἶναι ἀνάγκη ν’ ἀντιπροσωπευθῇ πλήρως ἡ ἐπαρχία Καρδίτσης διὰ τοῦ νομίμου ἀριθμοῦ τῶν Βουλευτῶν, ὅσους δικαιοῦται ὑπὸ τοῦ νόμου νὰ ἀποστέλλῃ, ἀλλὰ δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω διατὶ, ἓν πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ ἐπιτευχθῇ διὰ τοῦ νόμου, ζητοῦμεν νὰ τὸ ἐπιτύχωμεν διὰ μιᾶς παρανομίας. Εἶπον ὅτι ὁ ἀτυχὴς συνάδελφος ἐκ Καρδίτσης ἔπαθε τὰς φρένας· οἱ νόμοι διαγράφουσι τὸν τρόπον, κατὰ τὸν ὁποῖον κηρύσσεται εἰς κατάστασιν ἀπαγορεύσεως ὁ παθὼν τὰς φρένας. Ἐὰν οἱ συγγενεῖς τοῦ παθόντος δὲν θέλωσι νὰ ἐπιζητήσωσι τὴν ἀπαγόρευσιν, εἶναι ὑπόχρεως ὁ Εἰσαγγελεὺς νὰ τὴν ζητήσῃ· ἀφοῦ δὲ ζητηθῇ ἡ ἀπαγόρευσις καὶ κηρυχθῇ ὁ παθὼν εἰς κατάστασιν ἀπαγορεύσεως, τότε γεννᾶται τὸ ζήτημα: ἐστερήθη ἢ δὲν ἐστερήθη τῶν προσόντων του ὡς Βουλευτοῦ; Ἐὰν ἡ Βουλὴ ἀποφανθῇ, ὅτι ἐστερήθη, τότε θὰ κληθῇ ἡ ἐπαρχία νὰ ἐκλέξῃ νέον ἀντιπρόσωπόν της. Διὰ ταῦτα δὲ δὲν ἀπαιτεῖται πολὺς χρόνος· ἐν διαστήματι 15 ἡμερῶν δύνανται ἅπαντα νὰ διεξαχθῶσιν. Διατὶ δὲν προχωροῦμεν κατ’ αὐτὴν τὴν νόμιμον ὁδὸν, ἀλλὰ ζητοῦμεν νὰ φθάσωμεν εἰς τὸ ἀποτέλεσμα δι’ ἑτέρας ὁδοῦ; — ἥτις ἄλλως δὲν εἶναι καὶ ἀσφαλής, διότι ἐνδεχόμενον οἱ ἐκλογεῖς νὰ ἀποστείλωσιν ἐκ νέου τὸν κ. Παπαποστόλου εἰς τὴν Βουλήν.
§10Π. Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Ἀπορῶ, πῶς ὁ ἀξιότιμος κ. συνάδελφος ἐκ Κυνουρίας, τὸν ὁποῖον διακρίνει καὶ εὐφυΐα καὶ εὐθυκρισία, πῶς ἐπιλαμβάνεται θέματος συζητήσεως, τὸ ὁποῖον οὐδεὶς ἔθιξεν. Ἐγὼ ἐζήτησα τὴν ἀκύρωσιν τῆς ἐκλογῆς τοῦ δήμου Ἰτάμου δι’ ἐπεμβάσεις τῶν ἀρχῶν, ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κυνουρίας ἀνέλαβε νὰ ὑποστηρίξῃ θέμα, τὸ ὁποῖον εἶναι ξένον τῆς αἰθούσης ταύτης. Ἐὰν οἱ συγγενεῖς τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἔχωσι λόγον νὰ ζητήσωσι τὴν κήρυξιν αὐτοῦ εἰς ἀπαγόρευσιν, εἶναι κύριοι νὰ τὸ πράξωσιν· ἐγὼ, σεβόμενος τὴν οἰκογένειαν τοῦ κ. συναδέλφου, δὲν ἔθιξα ζήτημα τοιοῦτον· λυποῦμαι δὲ, ὅτι κ. συνάδελφος ἐκ Κυνουρίας ἔθιξεν αὐτό.
§11Δ. ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω ὅτι, μόνον ἐὰν ἐπρόκειτο ν’ ἀποδείξωμεν, ὅτι εἰς πᾶσαν ὑπόθεσιν, εἰς πᾶσαν ἐπιδιωκομένην ἀκύρωσιν ἐκλογῆς τὸ προχειρότερον πρᾶγμα εἶναι νὰ λέγωμεν, ὅτι ἐγένοντο ἐπεμβάσεις, ἠδυνάμην νὰ παραδεχθῶ τὸν λόγον, τὸν ὁποῖον ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κορινθίας ἔφερε, ζητῶν τὴν ἀκύρωσιν τῆς ἐκλογῆς τοῦ κ. Παπαποστόλου διὰ τὸν προχειρότερον τοῦτον λόγον. Ἰδοὺ ἕν θέμα, διὰ τὸ ὁποῖον οὔτε συζήτησις χρειάζεται, οὔτε ἀπόδειξις, οὔτε ἄλλο τι· εἶναι, ὅπως οἱ Ἀλβανοὶ ἔλεγον, ὁσάκις ἤθελον νὰ διαρπάσωσι τι, ἢ νὰ κακοποιήσωσί τινα, ὅτι τοὺς ὕβρισε τὴν πίστιν, καὶ διὰ τούτου ἐδικαιολόγουν πᾶσαν ἔκνομον πρᾶξίν των. Ὑπὸ τὴν ἔποψιν ταύτην δύναμαι νὰ συμφωνήσω νὰ θεωρηθῇ τοιαύτη ἀπόφασις καὶ ὡς κατ’ οὐσίαν ὀρθή. Ἀλλ’ ἐὰν ἡ Βουλή, ὅπως καὶ ἐγὼ φρονῶ, εἶναι κυρία νὰ δικαιολογήσῃ ὅπως θέλει οἱανδήποτε ἀπόφασίν της, διατὶ, ὅταν πρόκηται νὰ ἀποκλείσωμεν τοῦ Βουλευτηρίου τὸν κ. Παπαποστόλου, διατὶ νὰ λάβωμεν τὸ ἐπιχείρημα τῶν ἐπεμβάσεων ὡς τὸ προχειρότερον δικαιολόγημα, διὰ τοῦ ὁποίου τὰ πάντα, φαίνεται, κατορθοῦνται, καὶ νὰ μὴ εὕρωμεν ἕτερον λόγον, ὡς παραδείγματος χάριν, ὅτι δὲν εἶναι ἐγκατεστημένος, ἢ ὅτι ἐδωροδόκησεν; Ἐὰν ὅμως κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον καὶ μὲ τὴν αὐτὴν εὐκολίαν εὑρίσκηται, ὅτι δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν κατὰ συνεννόησιν, ὅτι ἐγένοντο ἐπεμβάσεις ἐπὶ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως, τότε ὑπ’ αὐτὴν τὴν ἔννοιαν δύναμαι νὰ συμφωνήσω μὲ τοὺς ζητοῦντας τὴν ἀκύρωσιν.
§12Κ. ΙΕΡΟΜΝΗΜΩΝ. Ὄχι μόνον κατὰ τύπους, ἀλλὰ καὶ κατ’ οὐσίαν ἔχω ἀντίρρησιν, διότι οὔτε κατ’ οὐσίαν ὑπάρχει τὸ δίκαιον. Ὁ κ. Παπαποστόλου ἔχει εἰσαχθῆ εἰς τὸ Φρενοκομεῖον ὡς πάσχων γενικὴν παράλυσιν, ἀλλὰ δὲν εἶναι ἀκόμη βέβαιον, ἂν πρόκειται περὶ γενικῆς παραλύσεως, ἢ περὶ διανοητικῆς συγχύσεως. Ἐὰν πρόκηται περὶ διανοητικῆς συγχύσεως, πρόκειται περὶ νοσήματος ἰατοῦ, καὶ τότε δυνατὸν ὁ κ. Παπαποστόλου μετὰ δύο μῆνας νὰ ἐξέλθῃ τοῦ Φρενοκομείου καὶ εἰσέλθῃ εἰς τὴν Βουλήν. Ἐὰν πρόκηται περὶ γενικῆς παραλύσεως, τὸ διάστημα τὸ χρονικόν, καθ’ ὃ εὑρίσκεται εἰς τὸ Φρενοκομεῖον, δὲν εἶναι ἀρκετὸν νὰ μᾶς πιστοποιήσῃ, ὅτι τὸ νόσημα εἶναι ἀνίατον. Ἑπομένως νομίζω, ὅτι δὲν ὑπάρχει δίκαιον κατ’ οὐσίαν ἵνα ἀκυρωθῇ ἡ ἐκλογὴ ὡς πρὸς τὸν κ. Παπαποστόλου. Διότι δυνατὸν μετὰ δύο μῆνας νὰ ἐξέλθῃ τοῦ Φρενοκομείου ἐντελῶς ὑγιὴς καὶ εἰσέλθῃ εἰς τὸ Βουλευτήριον καὶ εἴπῃ εἰς ἡμᾶς ὅλους: «πῶς μὲ ἐξηγάγετε τῆς Βουλῆς δι’ ἐπεμβάσεις, ἐνῷ τοιαύτη οὐδεμία ὑπάρχει;» Τὸ τμῆμα ἀποφαίνεται παμψηφεί, ὅτι οὐδεμία ἐπέμβασις ἢ παρανομία ἔλαβε χώραν· ὁ κύριος λόγος τῆς ἀκυρώσεως εἶναι, ὅτι ὁ συνάδελφός μας ἠτύχησε τὰς φρένας· ἀλλὰ δὲν νομίζω οὐδὲ ὀρθὸν οὐδὲ δίκαιον, ἕνεκα τούτου καὶ μόνου τοῦ λόγου ν’ ἀκυρωθῇ ἡ ἐκλογὴ ὡς πρὸς τὸν κ. Παπαποστόλου.
§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλήν.
§14ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δι’ ἀναστάσεως.
§15ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δύο προτάσεις ὑπεβλήθησαν· ἡ ἀκύρωσις τῆς ἐκλογῆς τοῦ δήμου Ἰτάμου διὰ τὸν κ. Παπαποστόλου καὶ ἡ ἐπικύρωσις ὡς πρὸς τοὺς λοιποὺς δήμους. Πρῶτον θὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλὴν περὶ τοῦ ἐγκύρου τῆς ἐκλογῆς τῶν λοιπῶν δήμων, πλὴν τοῦ δήμου Ἰτάμου. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἔγκυρον τῆς ἐκλογῆς τῶν λοιπῶν δήμων, πλὴν τοῦ δήμου Ἰτάμου, διὰ τὸν κ. Παπαστόλου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἔγκυρον τῆς ἐκλογῆς τοῦ δήμου Ἰτάμου διὰ τὸν κύριον Παπαποστόλου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Οὐδεὶς ἐγείρεται)... (Διάλογοι). Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄκυρον νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη τὸ ἄκυρον. Κηρύσσεται λοιπὸν ἄκυρος ἡ ἐκλογὴ τοῦ δήμου Ἰτάμου διὰ τὸν κ. Παπαποστόλου. Ἐκλογὴ Καρυστίας...
§16ΦΩΝΑΙ (ἐξ ἀριστερῶν). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη (θόρυβος).
§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη τὸ ἄκυρον τῆς ἐκλογῆς τοῦ δήμου Ἰτάμου διὰ τὸν κ. Παπαποστόλου. (Διαμαρτυρίαι καὶ φωναί: ὄχι! ὄχι!)
§18Ι. Γ. ΡΟΥΦΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.
§19ΧΑΡ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Καὶ μετὰ τὸ ἀποτέλεσμα δικαιούμεθα νὰ ζητήσωμεν ψηφοφορίαν δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.
§20ΝΙΚ. ΛΕΩΝΙΔΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἠρωτήσατε τὴν Βουλὴν, ἂν παραδέχεται τὸ ἔγκυρον ἢ ἄκυρον, καὶ ἡ Βουλὴ δι’ ἀναστάσεως παρεδέχθη τὸ ἄκυρον.
§21ΦΩΝΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§22ΝΙΚ. ΛΕΩΝΙΔΑΣ. Δύνασθε λοιπὸν νὰ προχωρήσητε, ἀφοῦ ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
§23ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐκλογὴ Καρυστίας...
§24ΧΑΡ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, εἴπετε ὅτι ἡ Βουλὴ παρεδέχθη... (θόρυβος).
§25Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Δὲν δύνασθε κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον νὰ προχωρῆτε.
§26ΧΑΡ. ΒΟΖΙΚΗΣ. .. ὅτι ἡ Βουλὴ παρεδέχθη τὸ ἄκυρον δι’ ἀναστάσεως. Μετὰ τοῦτο δικαιούμεθα νὰ ζητήσωμεν νὰ γείνῃ ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως. Διατὶ προχωρεῖτε; (θόρυβος).
§27ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ Προδρεῖον ὑπέβαλεν ἐρώτημα, ἂν εἶναι ἔγκυρος ἡ ἐκλογὴ τοῦ κυρίου Παπαποστόλου διὰ τὸν δῆμον Ἰτάμου, καὶ οὐδεὶς ἠγέρθη· ἠρώτησα κατόπιν περὶ τοῦ ἀκύρου, καὶ ἡ Βουλὴ ἐψήφισε τὸ ἄκυρον.
§28Ι. Γ. ΡΟΥΦΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὀνομαστικὴν κλῆσιν (θόρυβος).
§29ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐκλογὴ Καρυστίας. Τὸ Βʹ τμῆμα προτείνει τὴν ἐπικύρωσιν τῆς ἐκλογῆς τῆς ἐπαρχίας ταύτης, καὶ τὴν ἀναγνώρισιν ὡς νομίμων βουλευτῶν τῶν κ. κ. Ν. Μπαλάφα, Ν. Σταματιάδου, Μιχ. Στεφανίδου, Ν. Νικολαΐδου καὶ Θεμ. Κόλλια. Οἱ παραδεχόμενοι παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη τὸ ἔγκυρον τῆς ἐκλογῆς καὶ νομίμους βουλευτὰς τῆς ἐπαρχίας Καρυστίας τοὺς κ. κ. Ν. Μπαλάφαν, Ν. Σταματιάδην, Μιχ. Στεφανίδην, Ν. Νικολαΐδην καὶ Θεμ. Κόλλιαν. (Ἀκολούθως γίνεται δεκτὸν δι’ ἀναστάσεως τὸ ἔγκυρον τῶν ἐκλογῶν Κέας, Κερκύρας καὶ Κορινθίας, καὶ ἀναγνωρίζονται νόμιμοι βουλευταί: Κέας. Κωνστ. Γ. Ἱερομνήμων καὶ Ἰωάννης Κ. Ρώτας. Κερκύρας. Γεώργ. Ν. Θεοτόκης, Μιχαὴλ Ν. Θεοτόκης, Ν. Σ. Μαρκέτης, Ἀλκίνοος Σ. Ζερβὸς, Γουλιέλμος Ι. Σκάρπας, Σπ. Α. Ἀγάθος, Περ. Α. Ἀλλαμάνος καὶ Ἠλίας Α. Πολίτης. Κορινθίας. Σπυρίδων Ι. Δεληγιάννης, Π. Δ. Πετρίδης, Ἀθ. Α. Γκράβας, Ἀναστ. Στυμφαλιάδης, Ἀπ. Σ. Ζούζουλας καὶ Κωνστ. Β. Χρηστόπουλος).
§30ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐκλογὴ Κραναίας...
§31Α. ΣΤΥΜΦΑΛΙΑΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἐκλογῆς Κορινθίας. Ὡς πρὸς τοὺς πέντε, δὲν ἔχω καμμίαν ἀντίρρησιν... (θόρυβος).
§32ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἐπεκυρώθη.
§33Α. ΣΤΥΜΦΑΛΙΑΔΗΣ. Διὰ τοὺς πέντε ἐκλεγέντας Βουλευτὰς δὲν ἔχω καμμίαν ἀντίρρησιν, καὶ παρακαλῶ νὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλή, ἂν εἶναι ἔγκυρος ἢ ἄκυρος ἡ ἐκλογὴ (θόρυβος). Δὲν δύνασθε νὰ μᾶς στερήσητε τοῦ δικαιώματος νὰ κηρύξωμεν τὸ δίκαιον.
§34ΧΑΡΙΛ. ΤΖΑΝΝΕΤΑΚΗΣ. Εἰσήλθομεν εἰς τὴν ἐκλογὴν Κραναίας.
§35Α. ΣΤΥΜΦΑΛΙΑΔΗΣ. Δὲν δύνασθε νὰ εἰσέλθητε κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον, Κύριε, ὅταν ἐξακολουθῶ νὰ ὁμιλῶ. Τί! θὰ ὑποκλέψωμεν τὴν ἐκλογήν; Τί κατάστασις εἶναι αὐτή! (θόρυβος).
§36ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ ἀπεφάνθη.
§37Α. ΣΤΥΜΦΑΛΙΑΔΗΣ. Δὲν ἀπεφάνθη, κύριε Πρόεδρε, ἀφοῦ ἐγὼ ἀκόμη ὁμιλῶ.
§38ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἐζητήσατε τὸν λόγον.
§39Α. ΣΤΥΜΦΑΛΙΑΔΗΣ. Ἐζήτησα, καὶ ὁμιλῶ (θόρυβος). Ζητῶ ἤδη τὸν λόγον.
§40ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ ἂς ἀποφασίσῃ, ἂν ἔχει τὸν λόγον ὁ κύριος Βουλευτής.
§41Α. ΣΤΥΜΦΑΛΙΑΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, «προτείνει τὸ τμῆμα» ἀνέγνωσεν ὁ Γραμματεὺς, «τὴν ἐπικύρωσιν τῆς ἐκλογῆς». Σᾶς λέγω λοιπόν, ὅτι ἐγὼ ἔχω ἔνστασιν περὶ ἀνηλικότητος τοῦ κ. Ζούζουλα, καὶ προτείνω νὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλὴ διὰ τοὺς πέντε ἄλλους, ὅπως τὸ ἔπραξε καὶ εἰς ἄλλας ἐκλογὰς (θόρυβος).
§42ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Βουλευτά, ἠρωτήθη ἡ Βουλή, καὶ ἀπηγγέλθη τὸ ἀποτέλεσμα.
§43Α. ΣΤΥΜΦΑΛΙΑΔΗΣ. Ἐγὼ ἐζήτησα τὸν λόγον πρὶν ἢ προβῆτε εἰς τὴν ἐκλογὴν Κραναίας. Κύριοι, μὲ εἴδετε ὅλοι, ὅτι ἐγὼ ὡμίλουν, ὅτι δὲν ἔχω ἔνστασιν διὰ τοὺς πέντε Βουλευτὰς, καὶ παρακαλῶ τὸν κύριον Πρόεδρον νὰ ἐρωτήσῃ τὴν Βουλήν, ἂν εἶναι ἔγκυρος ἢ ἄκυρος ἡ ἐκλογὴ τῶν πέντε Βουλευτῶν. Διὰ τὸν ἕκτον ἔχω ἔνστασιν, τὴν ὁποίαν ὑπεστήριξα καὶ ἐν τῷ τμήματι, καὶ θέλω νὰ ὁμιλήσω καὶ ἐδῶ. Μοὶ φαίνεται δὲ παράδοξον, πῶς ἀμέσως ὁ Γραμματεὺς προβαίνει εἰς τὴν ἐκλογὴν Κραναίας, χωρὶς νὰ εἴπῃ οὔτε λέξιν ὁ Πρόεδρος.
§44ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνεγνώσθη τὸ ἀποτέλεσμα.
§45Α. ΣΤΥΜΦΑΛΙΑΔΗΣ. Δὲν ἀνεγνώσθη. Δὲν τὸ ἤκουσα. Σᾶς λέγω εἰλικρινῶς.
§46ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ζητήσωμεν τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς.
§47Α. ΣΤΥΜΦΑΛΙΑΔΗΣ. Ζητήσατε τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς.
§48ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ, ἡ Βουλὴ ν’ ἀποφανθῇ...
§49Α. ΣΤΥΜΦΑΛΙΑΔΗΣ. Ἐγὼ, κύριε Πρόεδρε, σᾶς παρακαλῶ νὰ σημειωθῇ εἰς τὰ πρακτικὰ, ὅτι διαμαρτύρομαι ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ὅτι τὸ Προεδρεῖον μὲ ἐστέρησε τοῦ δικαιώματος νὰ ὑποστηρίξω τὴν ἔνστασιν τὴν νόμιμον, τὴν ὁποίαν ἔχω κατὰ τῆς ἐκλογῆς τοῦ ἐκλεγέντος Βουλευτοῦ...
§50ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐξ ἀριστερῶν). Προχωρήσατε, προχωρήσατε.
§51Α. ΣΤΥΜΦΑΛΙΑΔΗΣ. Ὁ Πρόεδρος δὲν ἀφίνει.
§52ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Πρὸς τὴν Βουλὴν ὁμιλεῖτε.
§53ΧΑΡΙΛ. ΤΖΑΝΝΕΤΑΚΗΣ. Ἐὰν ἔχητε νὰ ὁμιλήσητε χάριν τῆς ἱστορίας, ὁμιλήσατε. Ἡ ἐκλογὴ ἐπεκυρώθη.
§54Α. ΣΤΥΜΦΑΛΙΑΔΗΣ. Αὐτὸ, τὸ ὁποῖον λέγετε, δὲν ἔχει θέσιν. Διότι ἐγὼ δὲν ὁμιλῶ χάριν τῆς ἱστορίας. Αὐτὸ, τὸ ὁποῖον λέγετε σεῖς, δύναται νὰ μείνῃ ἱστορικόν. Δὲν δύναται κανεὶς νὰ μοῦ ἀφαιρέσῃ τὸν λόγον.
§55ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἐκλογὴ Κορινθίας ἐπεκυρώθη. Ἐπικαλοῦμαι τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς.
§56ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Καὶ ἂν ἐπεκυρώθη, δύναται νὰ ὁμιλήσῃ ὁ κ. Βουλευτής.
§57Α. ΣΤΥΜΦΑΛΙΑΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸν λόγον.
§58Π. Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Ἂς ὁμιλήσῃ, κύριε Πρόεδρε, ὁ κύριος Στυμφαλιάδης, διὰ νὰ μάθωμεν περὶ τίνος πρόκειται. Δὲν ἔχομεν ἀντίρρησιν.
§59ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Προχωρήσατε, προχωρήσατε.
§60Α. ΣΤΥΜΦΑΛΙΑΔΗΣ. Ἄρα δὲν ἐπεκυρώθη. Δὲν ὑπάρχει ἀντίρρησις. Διὰ τοῦ τρόπου, Κύριοι, κατὰ τὸν ὁποῖον — δὲν ἠξεύρω πῶς νὰ τὸν χαρακτηρίσω — λέγει ὁ κ. Πρόεδρος, ὅτι ἐπεκυρώθη ἡ ἐκλογή...
§61Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Μοὶ δίδετε τὴν ἄδειαν; Νομίζω ὅτι πρέπει νὰ κανονισθῶσι τὰ ζητήματα τῆς τάξεως. Ἡ ἐκλογὴ ἐπεκυρώθη ἢ δὲν ἐπεκυρώθη;
§62ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὐτὸ εἶναι!
§63ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἐπεκυρώθη.
§64Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐὰν ἡ ἐκλογὴ ἐπεκυρώθη, δὲν δύνασθε νὰ ἐπιτρέψητε τὸν λόγον. Ἐὰν ἡ ἐκλογὴ δὲν ἐπεκυρώθη, πρέπει ὁ κ. Βουλευτὴς νὰ ὁμιλήσῃ. Ἀλλ’ ἀκούω φωνὰς, ὅτι ἐπεκυρώθη. Ἐρωτήσατε λοιπὸν τὴν Βουλὴν, ἂν ἐπεκυρώθη.
§65Α. ΣΤΥΜΦΑΛΙΑΔΗΣ. Εὐχαριστῶ, κύριε Πρόεδρε. Καὶ ἐγὼ αὐτὸ ὑπεστήριξα. Ἂς ἐρωτηθῇ ἡ Βουλή.
§66ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι ὅτι ἐπεκυρώθη ἡ ἐκλογὴ Κορινθίας παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσι.
§67ΦΩΝΑΙ (πανταχόθεν). Ἄξιοι! ἄξιοι!
§68ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπεκυρώθη λοιπὸν ἡ ἐκλογὴ Κορινθίας. Ἐκλογὴ Κραναίας.
§69Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Παρακαλῶ τὸν κ. Γραμματέα νὰ μὴ σπεύδῃ εἰς τὴν ἀνάγνωσιν· ν’ ἀναγινώσκῃ βραδέως, ἵνα ἀκούωσιν οἱ κ. Βουλευταὶ καὶ ἐπέρχηται ἡ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς κατὰ τακτικὸν τρόπον. (Ἀναγινώσκεται ἡ ἔκθεσις τοῦ τμήματος ἐπὶ τῆς ἐκλογῆς Κραναίας).
§70ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει τις τὸν λόγον;
§71ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι.
§72ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἔγκυρον τῆς ἐκλογῆς Κραναίας παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη τὸ ἔγκυρον τῆς ἐκλογῆς καὶ νομίμους βουλευτὰς τῆς ἐπαρχίας Κραναίας τοὺς κ. κ. Ἄθωνα Ι. Ρωμᾶνον, Διον. Π. Βενιεράτον καὶ Κων. Α. Γεράκην. Ἐκλογὴ Κυθήρων. (Ἀναγινώσκεται ἡ ἔκθεσις τοῦ τμήματος).
§73Π. Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Παρὰ τοῦ Γραμματέως ἤκουσα, ὅτι ἐν τῷ προεξελεγκτικῷ τμήματι ὑπεβλήθησαν ἔγγραφοι ἐνστάσεις κατὰ τοῦ κύρους τῆς ἐκλογῆς Κυθήρων.
§74ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Σήμερον ὑπεβλήθησαν.
§75Π. Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. ... παρὰ τοῦ ἀποτυχόντος βουλευτοῦ κ. Λογοθέτου. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρόεδρον νὰ διατάξῃ νὰ ἀναγνωσθῶσιν αἱ ἐνστάσεις αὗται.
§76Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γείνῃ τοῦτο.
§77Π. Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Ὑπεβλήθησαν πρὸς ἡμᾶς ἐνστάσεις, καὶ πρέπει νὰ γνωρίζωμεν τί λέγουσιν, ὅπως δώσωμεν δικαίαν ψῆφον. Εἰς τὸ τμῆμα τὸ ἐκδικάσαν τὴν ἐκλογὴν ταύτην δὲν παρεκαθήμην καὶ ἐγὼ, ὥστε νὰ γνωρίζω τι περὶ αὐτῶν. Πρέπει λοιπὸν νὰ μάθῃ ἡ Βουλὴ περὶ τίνος πρόκειται· πρὸς τοῦτο δ’ ἔχετε ὑποχρέωσιν, κύριε Πρόεδρε, νὰ ἀναγνώσητε τὰς ἐνστάσεις.
§78Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ζητεῖ ὁ κ. Βουλευτὴς Κορινθίας, οὔτε πρέπον εἶναι, οὔτε σύμφωνον πρὸς τὸν Κανονισμὸν τῆς Βουλῆς. Ἐὰν θέλῃ ὁ κ. Βουλευτὴς νὰ συζητήσῃ ἐπὶ τῶν ἐνστάσεων, καὶ ἂν δὲν γνωρίζῃ ταύτας καὶ ἐπιθυμῇ νὰ λάβῃ γνῶσιν αὐτῶν πρότερον, ἂς προτείνῃ νὰ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις τῆς ἐκλογῆς ταύτης, νὰ προβῶμεν δὲ εἰς τὴν συζήτησιν τῶν ἄλλων ἐκλογῶν, διὰ νὰ μὴ ἐμποδίζηται τὸ ἔργον τῆς Βουλῆς. Ἐνστάσεις δὲ διὰ τοιούτου τρόπου ὑποβαλλόμεναι δὲν δύνανται νὰ ἀναγνωσθῶσιν, ἀλλὰ δέον νὰ τυπωθῶσι καὶ διανεμηθῶσι πρὸς τοὺς κ. κ. Βουλευτάς. Ἐὰν λοιπὸν νομίζητε, ὅτι ἔχετε ἀνάγκην νὰ συζητήσητε, αὐτὴ εἶναι ἡ ὁδὸς, ἣν πρέπει ν’ ἀκολουθήσητε· ἄλλως πρέπει νὰ προχωρήσωμεν. Ἐρωτήσατε, κύριε Πρόεδρε, τὴν Βουλήν.
§79ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ζητεῖ τις τὸν λόγον;
§80ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι.
§81Π. Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Νὰ ἀναγνωσθῶσιν αἱ ὑποβληθεῖσαι ἐνστάσεις.
§82Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Δὲν ἐγένετο ποτὲ αὐτό.
§83ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἔγκυρον τῆς ἐκλογῆς Κυθήρων παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη τὸ ἔγκυρον τῆς ἐκλογῆς καὶ νομίμους βουλευτὰς τῆς ἐπαρχίας Κυθήρων τοὺς κυρίους Σπ. Ε. Στάην καὶ Διονύσιον Καλούτσην. Ἐκλογὴ Κυνουρίας. (Ἀναγινώσκεται ἡ ἔκθεσις τοῦ τμήματος).
§84Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Κακῶς, νομίζω, ἀντελήφθη τὸ Προεδρεῖον τῆς παρατηρήσεως τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Ὁ κ. Πρόεδρος ἐνόησεν, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, νὰ ἀναγινώσκηται καθαρῶς καὶ εὐκρινῶς τὸ συμπέρασμα μόνον· δὲν εἶναι ἀνάγκη δὲ νὰ ἀναγινώσκηται ὅλη ἡ ἔκθεσις τοῦ τμήματος.
§85Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐκεῖνο, ὅπερ ἐνόησα, εἶναι, ὅτι πᾶν ἔγγραφον, οἱονδήποτε, ὅπερ ἀναγινώσκεται εἰς ἐπήκοον τῆς Βουλῆς, πρέπει ν’ ἀναγινώσκηται καθαρῶς καὶ εὐκρινῶς, ὥστε νὰ ἀκούῃ ἡ Βουλὴ τὰ ἀναγινωσκόμενα. Δὲν εἶπον δὲ, ἂν πρέπει νὰ ἀναγινώσκηται ἡ ὅλη ἔκθεσις, ἢ μόνον τὸ συμπέρασμα.
§86Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Δὲν πρέπει ὅμως νὰ μᾶς διαβάζουν καὶ τὸν Ἑξάψαλμον!
§87ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἔγκυρον τῆς ἐκλογῆς Κυνουρίας παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη τὸ ἔγκυρον τῆς ἐκλογῆς καὶ νομίμους βουλευτὰς τῆς ἐπαρχίας Κυνουρίας τοὺς κ. κ. Ν. Τσοῦχλον, Παναγ. Σπυράκην, Ἰωάννην Καλούτσην καὶ Χαρ. Βοζίκην. Ἐκλογὴ Λακεδαίμονος.
§88Ι. ΜΕΛΕΤΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὸ τμῆμα ὑπεστήριξα τὸ ἄκυρον τῆς ἐκλογῆς ταύτης, ὅσον ἀφορᾷ τὸν δῆμον Οἰνοῦντος καὶ τὸ δεύτερον ἐκλογικὸν τμῆμα τοῦ δήμου Σπάρτης. Ὅσον ἀφορᾷ τὸν δῆμον Οἰνοῦντος, ὑπάρχει καὶ ἔκθεσις δικαστικοῦ ἀντιπροσώπου, βεβαιοῦσα ὅτι ἡ ἐκλογὴ δὲν ἐγένετο νομίμως· ὅσον ἀφορᾷ δὲ τὸ δεύτερον ἐκλογικὸν τμῆμα τοῦ δήμου Σπάρτης, παρεστάθη ἐκεῖ ὡς ἀντιπρόσωπος τοῦ κ. Βαρβιτσιώτου δημαρχικὸς πάρεδρος, ἐνῷ κατὰ τὸν νόμον δὲν ἐπιτρέπεται τοῦτο. Διὰ τοὺς αὐτοὺς λόγους, οὓς ὑπεστήριξα ἐν τῷ τμήματι, παρακαλῶ καὶ ἤδη τὴν Βουλὴν νὰ ἀκυρώσῃ τὴν ἐκλογὴν, ὅσον ἀφορᾷ τὸν δῆμον Οἰνοῦντος καὶ τὸ δεύτερον τμῆμα τοῦ δήμου Σπάρτης. (Ὁ κ. Βαρβιτσιώτης ἐγείρεται νὰ ὁμιλήσῃ).
§89ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Μὴ ἀπαντᾶτε, κύριε Βαρβιτσιώτη.
§90ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἔγκυρον τῆς ἐκλογῆς Λακεδαίμονος παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη τὸ ἔγκυρον τῆς ἐκλογῆς καὶ νομίμους βουλευτὰς τῆς ἐπαρχίας Λακεδαίμονος τοὺς κ. κ. Γ. Λ. Μαυρομιχάλην, Ἰωάν. Μελετόπουλον, Πέτρον Βαρβιτσιώτην, Στέφ. Κοπανίτσαν καὶ Γ. Φικιώρην. (Ἀκολούθως γίνεται δεκτὸν δι’ ἀναστάσεως τὸ ἔγκυρον τῶν ἐκλογῶν Λαρίσης, Λεβαδείας, Λευκάδος καὶ Λοκρίδος, καὶ ἀναγνωρίζονται νόμιμοι βουλευταί: Λαρίσης. Ἰωάν. Φίλιος, Κ. Καρακίτης καὶ Ἰωάννης Γιαννακίτσας. Λεβαδείας. Νικ. Μπουφίδης καὶ Ἰωάν. Γ. Λάππας. Λευκάδος. Περ. Βαλαωρίτης, Γ. Σκληρὸς καὶ Εὐάγγελος Τσαρλαμπᾶς.
§91ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐκλογὴ Μαντινείας.
§92Π. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, τὸν λόγον.
§93ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἄξιοι! ἄξιοι! (θόρυβος).
§94Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε, νὰ δοθῇ ὁ λόγος εἰς τὸν κύριον Παπαναστασίου, διότι δὲν θέλω νὰ περάσῃ ἡ ἐκλογή μου ἀσυζητητί.
§95Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δύο λέξεις, κύριε Πρόεδρε. Τὸ τμῆμα ἀπεφάνθη ὑπὲρ τῆς ἀκυρώσεως τῆς ἐκλογῆς ταύτης εἰς τρεῖς δήμους διὰ τοὺς συμπολίτας μου κ. κ. Τριανταφυλλᾶκον, Κωνσταντόπουλον καὶ Μανέταν. Ἐφ’ ὅσον δὲν ὑπάρχῃ ἀντίρρησις κατὰ τῆς τοιαύτης ἀποφάσεως τοῦ τμήματος, νομίζω ὅτι ἡ Βουλὴ πρέπει ν’ ἀποδεχθῇ ταύτην.
§96ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Ὄχι! ὄχι!
§97Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅσον καὶ ἂν κραυγάζητε, δὲν θὰ ἀνατρέψητε τοὺς κανόνας τῆς λογικῆς. Οἱ ἔχοντες ἀντίρρησιν κατὰ τῆς τοιαύτης ἀποφάσεως τοῦ τμήματος πρέπει νὰ λάβωσι τὸν λόγον καὶ διαφωτίσωσι τὴν Βουλήν, ἐὰν κακῶς ἀπεφάνθη τὸ τμῆμα ὑπὲρ τῆς ἀκυρώσεως.
§98Π. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἡ ἀπόφασις τοῦ τμήματος εἶναι διμερὴς, καὶ ἑπομένως καὶ ἡ ἐρώτησις πρὸς τὴν Βουλὴν πρέπει νὰ διαιρεθῇ. Περὶ τῶν δύο Βουλευτῶν δὲν ὑπάρχει ἀντίρρησις.
§99ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀπόφασιν τοῦ τμήματος...
§100ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Ὄχι οὕτω, κύριε Πρόεδρε.
§101ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἔγκυρον τῆς ἐκλογῆς ὡς πρὸς τοὺς κ. κ. Μπακόπουλον καὶ Παπαναστασίου λέγουσι Ναί...
§102ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Ὄχι! ὄχι!
§103Κ. ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Εἶσθε ὑποχρεωμένος νὰ χωρίσητε τὸ ζήτημα. Πολλοὶ Βουλευταὶ δὲν δύνανται νὰ ψηφίσωσιν ὡς πρὸς ὅλους, ὅταν ἔχωσι γνώμην ἐκπεφρασμένην, ὅτι διὰ τοὺς δύο ἡ ἐκλογὴ εἶναι ἔγκυρος, καὶ διὰ τοὺς ἄλλους ὄχι.
§104Ν. Α. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἀναγνώσατε, κύριε Πρόεδρε, τὴν ἔκθεσιν τοῦ τμήματος, καὶ ἐρωτήσατε, ἂν ἔχει τις τὸν λόγον.
§105ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Προετάθη τὸ διαιρετὸν τοῦ ζητήματος παρὰ τοῦ κ. Χατζηπέτρου καὶ ἄλλων.
§106Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ προταχθῇ ἡ συζήτησις.
§107Ν. Α. ΣΤΡΑΤΟΣ. Θὰ ὑποβληθῇ πρότασις, ἵνα συζητήσωμεν.
§108Π. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Παρατηρῶ, κύριοι Βουλευταί, ὅτι ἡ Βουλή, ἡ ἐκ τῶν σημερινῶν Βουλευτῶν ἀποτελουμένη, ἀπεφάνθη προηγουμένως ἐπὶ τῆς ἐκλογῆς Αἰγιαλείας, πρῶτον ἐπὶ τοῦ ἐγκύρου τῆς ἐκλογῆς δι’ ἀμφοτέρους τοὺς ἐκλεγέντας, κατόπιν δέ...
§109ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Εἶναι ἄλλο τὸ ζήτημα αὐτό.
§110Π. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Μὴ βιάζεσθε, διότι οὕτω δὲν θὰ μοῦ μεταβάλητε τὴν γνώμην.
§111Ν. Α. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἀπὸ τοῦ βήματος θὰ ὁμιλήσητε, ἢ παρὰ τὸ βῆμα;
§112Π. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Θὰ ἀνέλθω ἐπὶ τοῦ βήματος, καὶ σᾶς περιμένω. Σᾶς ἀναφέρω ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς ταύτης, ἥτις ἐπὶ τῆς ἐκλογῆς Αἰγιαλείας ἀπεφάνθη πρῶτον... (Θόρυβος).
§113Κ. ΓΕΡΑΚΗΣ. Εἶναι διάφορον τὸ ζήτημα.
§114Α. ΣΤΥΜΦΑΛΙΑΔΗΣ. Σήμερον ἀπερρίφθη ὁμοία πρότασις ἰδική μου.
§115Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Νομίζω, κύριε Πρόεδρε, ὅτι, ἀφοῦ τεθῇ τὸ ζήτημα ἐνώπιον τῆς Βουλῆς καὶ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλή, ἂν ἔχει τις τὸν λόγον, καὶ οὐδεὶς ζητήσῃ τὸν λόγον, νομίζω, λέγω, ὅτι κανονικῶς ἐξελέγχει ἡ Βουλή, ἐὰν ἐρωτηθῇ δι’ ἕκαστον ἐκ τῶν ἐκλεχθέντων Βουλευτῶν περὶ τοῦ κύρους τῆς ἐκλογῆς του καὶ περὶ τῶν προσόντων αὐτοῦ. Τοῦτο λέγει ὁ Κανονισμός. Ἤδη λοιπὸν ὀφείλετε, κατὰ τὴν γνώμην μου, νὰ ἐρωτήσητε τὴν Βουλὴν πρῶτον περὶ τοῦ κ. Μπακοπούλου: «εἶναι ἔγκυρος ἡ ἐκλογή; ἔχει τὰ νόμιμα προσόντα;» Κατόπιν θὰ ἐρωτήσητε περὶ τοῦ κύρους τῆς ἐκλογῆς καὶ τῶν προσόντων τοῦ κ. Παπαναστασίου, καὶ κατόπιν περὶ τοῦ κύρους τῆς ἐκλογῆς καὶ τῶν προσόντων τῶν ἄλλων.
§116Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Πρὸ παντὸς, κύριε Πρόεδρε, σᾶς παρακαλῶ νὰ συντελέσητε ν’ ἀποκατασταθῇ ἡ τάξις κατὰ τὴν συζήτησιν, ν’ ἀπαγορεύσητε δὲ τὰς διακοπὰς ἐν γένει εἰς πάντας· νὰ ἀφίνουν τοὺς ἀγορεύοντας νὰ ὁμιλῶσιν ἐλευθέρως, διότι ἄλλως ἡ Βουλὴ μεταβάλλεται εἰς ἄλλου εἴδους Σῶμα, καὶ ἀπόλλυσι τὴν ἀξιοπρέπειαν αὐτῆς καὶ τὴν σοβαρότητα τῶν συζητήσεων.
§117Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ Πρωτοδικεῖον Τριπόλεως, Κύριοι, διὰ τῆς ἀποφάσεώς του, λαβὸν ὑπ’ ὄψιν τὰ κατὰ μέρος ἀποτελέσματα τῶν διαφόρων τμημάτων τῆς ἐπαρχίας μας, ἀνεκήρυξε πέντε Βουλευτάς: ἐμέ, τὸν κ. Τριανταφυλλᾶκον, τὸν κ. Κωνσταντόπουλον, τὸν κ. Παπαναστασίου καὶ τὸν κ. Μανέταν. Ἐρωτῶ: ὑπάρχει ἔνστασίς τις κατὰ τοῦ κύρους τῆς ἐκλογῆς ἐμοῦ καὶ τοῦ κ. Παπαναστασίου; Οὐδεμία. Ἔχει τις νὰ διατυπώσῃ ἔνστασιν κατὰ τῆς ἐκλογῆς ἐμοῦ καὶ τοῦ κ. Παπαναστασίου; Οὐδείς. Κατὰ τοῦ κύρους τῆς ἐκλογῆς ὅμως τῶν τριῶν ἄλλων συμπολιτῶν μου, τοῦ κ. Τριανταφυλλάκου, τοῦ κ. Κωνσταντοπούλου καὶ τοῦ κ. Μανέτα, ὑπάρχουσιν ἐνστάσεις. Τί κοινὸν λοιπὸν μεταξὺ τῆς ἐκλογῆς ἐμοῦ καὶ τοῦ κ. Παπαναστασίου καὶ τῆς ἐκλογῆς τῶν τριῶν ἄλλων συμπολιτῶν μου; Δὲν νομίζετε ὅτι ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ ἐρωτηθῇ πρῶτον, ἐὰν θεωρεῖ ἔγκυρον τὴν ἐκλογὴν καὶ ἀναγνωρίζει βουλευτὰς τῆς ἐπαρχίας Μαντινείας ἐμὲ καὶ τὸν κ. Παπαναστασίου, κατὰ τῆς ἐκλογῆς τῶν ὁποίων οὐδεμία ἔνστασις ὑπάρχει; Παρακαλῶ καὶ προκαλῶ πάντας, ἐὰν ἔχῃ τις ἔνστασιν κατὰ τοῦ κύρους τῆς ἐκλογῆς τοῦ κ. Παπαναστασίου καὶ ἐμοῦ, νὰ τὴν προβάλῃ.
§118Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Οὐδεμία ὑπάρχει ἔνστασις, ἀλλὰ κατὰ τὴν τάξιν τὴν καθιερωθεῖσαν ἐν ταῖς συζητήσεσιν, ἀφοῦ γείνῃ ἡ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἐκλογῆς ὁλοκλήρου, κατόπιν θ’ ἀποφανθῇ ἡ Βουλή.
§119Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπάρχει λόγος νὰ γείνῃ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἐκλογῆς ἐμοῦ καὶ τοῦ κ. Παπαναστασίου, ἀφοῦ οὐδεμία ἔνστασις ὑπάρχει; Βεβαίως ὄχι. Λοιπὸν πρέπει νὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλή, πρῶτον διὰ τὸ κῦρος τῆς ἐκλογῆς καὶ τὰ προσόντα ἐμοῦ καὶ τοῦ κ. Παπαναστασίου, καὶ μετὰ τοῦτο ν’ ἀποφανθῇ περὶ τῆς ἐκλογῆς τῶν ἄλλων. Διότι σᾶς βεβαιῶ, ὅτι καὶ ἡ ἐλαχίστη προσβολὴ ἐὰν διετυποῦτο κατὰ τῆς ἐκλογῆς μου, ἐγὼ πρῶτος ἤθελον ζητήσει τὴν ἀκύρωσιν αὐτῆς.
§120ΑΛΕΞ. ΦΩΤΗΛΑΣ. Τὸ ἄρθρον 5 τοῦ Κανονισμοῦ, διατάσσει (ἀναγινώσκει): «Ἡ συζήτησις γίνεται κατ’ ἀλφαβητικὴν τῶν ἐπαρχιῶν τάξιν, καὶ ἡ Βουλὴ ἀποφαίνεται περὶ τοῦ κύρους τῶν Βουλευτικῶν ἐκλογῶν...» Λοιπὸν ἡ Βουλὴ θ’ ἀποφανθῇ περὶ τοῦ κύρους τῆς ἐκλογῆς Μαντινείας. Ἡ Βουλὴ θὰ συζητήσῃ πρῶτον περὶ τοῦ κύρους ὁλοκλήρου τῆς ἐκλογῆς, — ὄχι περὶ τοῦ κύρους τῆς ἐκλογῆς ἑνὸς ἑκάστου τῶν ἐκλεχθέντων Βουλευτῶν, — καὶ μετὰ τοῦτο περὶ τῶν προσόντων τῶν ἐκλεχθέντων Βουλευτῶν. Αὐτὸ λέγει ὁ Κανονισμός, ὅτι πρῶτον θὰ συζητηθῇ τὸ κῦρος ὁλοκλήρου τῆς ἐκλογῆς, — δὲν δύναται ἡ Βουλὴ νὰ καταμερίσῃ τὴν ἐκλογήν, — καὶ κατόπιν θὰ συζητηθῶσι τὰ προσόντα τῶν ἐκλεχθέντων Βουλευτῶν.
§121Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν ἐπρόκειτο περὶ τῶν προσόντων τῶν ἐκλεχθέντων Βουλευτῶν, βεβαίως θὰ εἶχε δίκαιον ὁ κ. προαγορεύσας· ἀλλὰ δὲν ἀμφισβητεῖται αὐτό· πάντες οἱ ἐκλεχθέντες ἀντιπρόσωποι τῆς ἐπαρχίας μου ἔχουσι τὰ νόμιμα προσόντα. Τὸ ζήτημα εἶναι, ἂν ἡ ἐκλογὴ ἑκάστου τῶν ἀντιπροσώπων εἶναι νόμιμος, ἢ ὄχι. Πρόκειται λοιπὸν περὶ τοῦ κύρους τῆς ἐκλογῆς τῶν ἐκλεχθέντων Βουλευτῶν· προκειμένου δὲ περὶ αὐτοῦ, ἡ Βουλὴ δέον ν’ ἀποφανθῇ ἰδίᾳ περὶ ἑνὸς ἑκάστου.
§122ΑΛΕΞ. ΦΩΤΗΛΑΣ. Εἶναι σαφὲς τὸ ἄρθρον τοῦ Κανονισμοῦ. Ἡ συζήτησις θὰ γείνῃ περὶ τοῦ κύρους ὁλοκλήρου τῆς ἐκλογῆς. Δὲν δυνάμεθα νὰ παραβῶμεν τὸν Κανονισμόν.
§123Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἠθέλομεν, Κύριοι, ἀνατρέψει τὴν τάξιν τῆς λογικῆς καὶ τὴν τάξιν τοῦ Κανονισμοῦ, ἐὰν ἐδεχόμεθα τὴν πρότασιν τῶν ἀξιοτίμων ἐκ Μαντινείας καὶ ἐκ Καλαβρύτων Βουλευτῶν. Εἶναι πραγματικῶς ἀνατροπὴ τῆς τάξεως τῆς λογικῆς καὶ τοῦ Κανονισμοῦ ἡ ἀποδοχὴ τῶν προτάσεων τῶν κ. συναδέλφων, δι’ ὧν μᾶς προτείνουν ν’ ἀποφανθῶμεν ἀθρόως ἐπὶ ὅλης τῆς ἐκλογῆς Μαντινείας. Τὸ Ηʹ τμῆμα, εἰς τὸ ὁποῖον παρεπέμφθη ἡ ἐκλογὴ Μαντινείας, ὅπως προεξελέγξῃ αὐτὴν καὶ εἰσηγήσηται τὴν γνώμην αὑτοῦ εἰς τὴν ὁλομέλειαν τῆς Βουλῆς, καθώρισε τὸ θέμα· τὸ θέμα δὲ ἦτο ἡ ἐκλογὴ Μαντινείας. Τὸ θέμα αὐτὸ διῃρέθη εἰς δύο, καὶ μετὰ τὴν συζήτησιν, ἡ ὁποία ἐγένετο ἐνώπιον τοῦ τμήματος, τοῦτο κατέληξεν εἰς δύο πορρίσματα. Καὶ ὅσον μὲν ἀφορᾷ τοὺς ἐπιτυχόντας βουλευτὰς κ. κ. Μπακόπουλον καὶ Παπαναστασίου, τὸ τμῆμα προτείνει, μετὰ τὴν μελέτην τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ἐπὶ τῆς ἐκλογῆς αὐτῶν, τὴν ἐπικύρωσιν τῆς ἐκλογῆς αὐτῶν· ὅσον δ’ ἀφορᾷ τοὺς κ. κ. Τριανταφυλλᾶκον, Κωνσταντόπουλον καὶ Μανέταν, προτείνει τὴν ἀκύρωσιν τῆς ἐκλογῆς των εἰς τοὺς δήμους Τριπόλεως, Τεγέας, καὶ Μαντινείας. Κατέληξε λοιπὸν τὸ τμῆμα εἰς δύο προτάσεις διακεκριμένας ἀπ’ ἀλλήλων. Πῶς δὲ γίνεται ἡ συζήτησις ἐν τῇ Βουλῇ; Ἡ συζήτησις γίνεται συνεπείᾳ προτάσεως, τὴν ὁποίαν εἰσηγεῖται εἴτε ἡ Κυβέρνησις, εἴτε τις τῶν κυρίων Βουλευτῶν. Ἔχομεν λοιπὸν ἐπὶ τοῦ προκειμένου δύο προτάσεις, ἀντιθέτους πρὸς ἀλλήλας, τὴν μὲν μίαν περὶ ἐπικυρώσεως τῆς ἐκλογῆς ὅσον ἀφορᾷ τοὺς κ. κ. Μπακόπουλον καὶ Παπαναστασίου, τὴν δὲ ἑτέραν περὶ ἀκυρώσεως τῆς ἐκλογῆς εἰς τρεῖς δήμους ὅσον ἀφορᾷ τοὺς κ. κ. Τριανταφυλλάκον, Κωνσταντόπουλον καὶ Μανέταν. Εἰσάγεται λοιπὸν, κατὰ τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ἐξήνεγκε πρό τινων ἡμερῶν ὁ ἐξ Ἀττικῆς βουλευτὴς κ. Λεβίδης, ἡ γνώμη τοῦ τμήματος ὡς πρότασις πρὸς συζήτησιν καὶ μελέτην τῆς Βουλῆς. Τί τὸ πρακτέον λοιπόν; Ἔχομεν δύο προτάσεις· θὰ προηγηθῇ ἄρα πρὸς συζήτησιν ἐκείνη ἡ ὁποία προηγεῖται ἐν τῇ ἐκθέσει τοῦ τμήματος. Ποία εἶναι ἡ πρώτη πρότασις τοῦ τμήματος; Ἰδοὺ αὕτη· πρῶτον ν’ ἀποφανθῇ ἡ Βουλὴ περὶ τοῦ κύρους τῆς ἐκλογῆς καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸν κ. Μπακόπουλον καὶ τὸν κ. Παπαναστασίου. Ἐπὶ τῆς προτάσεως αὐτῆς κατ’ ἀνάγκην ὀφείλει ν’ ἀποφανθῇ πρῶτον ἡ Βουλή. Ἐπὶ τῆς ἑτέρας προτάσεως ὀφείλει ν’ ἀποφανθῇ δεύτερον, ἡ δὲ ἑτέρα πρότασις εἶναι ἡ περὶ ἀκυρώσεως τῆς ἐκλογῆς, ὅσον ἀφορᾷ τοὺς ἑτέρους τρεῖς ἐπιτυχόντας, εἰς τρεῖς δήμους. Εἶναι λοιπὸν δύο προτάσεις διακεκριμέναι καὶ ἐντελῶς ἀντίθετοι πρὸς ἀλλήλας, καὶ ἡ Βουλὴ δὲν δύναται, ἐὰν δὲν θέλῃ νὰ καταλύσῃ τὴν τάξιν τῆς λογικῆς καὶ τοῦ Κανονισμοῦ, παρὰ νὰ συζητήσῃ καὶ ἀποφανθῇ πρῶτον ἐπὶ τῆς μιᾶς προτάσεως τοῦ τμήματος καὶ δεύτερον ἐπὶ τῆς ἑτέρας.
§124Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Εἶναι περίεργον, πῶς γίνεται συζήτησις ἐπὶ τοῦ προκειμένου θέματος, εἶναι δὲ περιεργότερον, ὅτι εἶναι σύμφωνα ἀμφότερα τὰ μέρη τὰ διαμαχόμενα. Διότι τί ζητεῖ ἕκαστος ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι φαίνονται ὑποστηρίζοντες ἀντίθετα τῶν ἄλλων; ὅτι ἡ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἐκλογῶν εἶναι διαιρετή. Δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία, διότι μακρὰ νομολογία τῆς Βουλῆς περὶ τούτου οὕτω πάντοτε ἀπεφάνθη. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εἶναι τὸ ἔκτροπον, εἶναι τοῦτο, ὅτι ζητεῖται ἡ διαίρεσις ἐκ τῶν προτέρων. Ἡ διαίρεσις ἐπέρχεται κατὰ τὴν στιγμὴν τῆς ψηφοφορίας· ὅταν πρόκηται νὰ ληφθῇ ἡ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς, τότε θὰ ζητηθῇ ἡ διαίρεσις, καὶ θὰ δοθῇ ἡ ψῆφος τῆς Βουλῆς ἐπὶ ἑνὸς ἑκάστου τῶν διαιρεθησομένων θεμάτων. Ἀλλ’ ἐκ τῶν προτέρων δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ζητηθῇ ἡ διαίρεσις, διὰ τὸν ἁπλούστατον λόγον, ὅτι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐπεκαλέσθη ὑπὲρ τῆς γνώμης αὐτοῦ ὁ ἀγαπητὸς συνάδελφος καὶ φίλος ἐκ Μαντινείας βουλευτὴς κ. Μπακόπουλος, δὲν εἶναι ἀκριβές. Ἐπεκαλέσθη ὑπὲρ τῆς γνώμης αὐτοῦ ὁ κ. συνάδελφος, ὅτι οὐδεμία ὑπάρχει ἔνστασις κατὰ τοῦ κύρους τῆς ἐκλογῆς αὐτοῦ καὶ τοῦ κ. Παπαναστασίου. Ἀλλ’ ἐκ τῆς συζητήσεως γνωρίζομεν τί δύναται νὰ προκύψῃ; Δύναται ἐκ τῆς συζητήσεως νὰ σχηματισθῇ ἡ γνώμη, ὅτι πρέπει νὰ ἀκυρωθῇ ὁλόκληρος ἡ ἐκλογὴ, δύναται νὰ σχηματισθῇ ἡ γνώμη, ὅτι πρέπει νὰ ἐπικυρωθῇ δι’ ὅλους καὶ νὰ ἀκυρωθῇ δι’ ἕνα μόνον, ἢ νὰ προκύψῃ, ὅτι πρέπει νὰ ἀκυρωθῇ διὰ δύο, διὰ τρεῖς. Δυνατὸν πολλαὶ γνῶμαι νὰ σχηματισθῶσιν· ἑπομένως δὲν δύναται ἐκ τῶν προτέρων νὰ εἴπῃ τις, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀντίρρησις κατὰ τοῦ κύρους τῆς ἐκλογῆς τινος τῶν ἐπιτυχόντων Βουλευτῶν. Πιθανὸν νὰ μὴ ὑπάρχῃ ἀντίρρησις, ἀλλ’ ἐκ τῆς συζητήσεως νὰ προκύψῃ τι, τὸ ὁποῖον νὰ πείθῃ τὴν Βουλὴν, ὅτι πρέπει νὰ ἀκυρωθῇ ὁλόκληρος ἡ ἐκλογή. Ἑπομένως εἴμεθα σύμφωνοι κατ’ ἀρχὴν, ὅτι ἡ ψηφοφορία ἐπὶ τῆς ἐκλογῆς θέλει διαιρεθῆ κατὰ τὴν στιγμὴν τῆς ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ πρὸ τῆς συζητήσεως δὲν δύναται νὰ ἐπέλθῃ διαίρεσις· εἶναί τι, τὸ ὁποῖον δὲν δύναται νὰ γείνῃ. Ἄλλως ἡ πρᾶξις τῆς ἐκλογῆς, ἡ ἐνέργεια αὐτῆς ἐν τῷ συνόλῳ, εἶναι ἑνιαία· περὶ αὐτῆς πρόκειται νὰ συζητήσωμεν· ὅταν φθάσωμεν δὲ εἰς τὴν λῆψιν τῆς ἀποφάσεως, τότε δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν κεχωρισμένως, ὅτι ἡ ἐνέργεια τῆς ἐκλογῆς διὰ τὸν δεῖνα ἐγένετο ἐγκύρως, διὰ τὸν ἄλλον δὲν ἐγένετο ἐγκύρως· ἀλλὰ δὲν δυνάμεθα πρὸ τῆς συζητήσεως νὰ διαιρέσωμεν. Διὰ τοῦτο, ἐὰν πρόκηται νὰ γείνῃ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἐκλογῆς Μαντινείας, καὶ ἔχῃ τις τὸν λόγον, νὰ λάβῃ τὸν λόγον καὶ νὰ ὁμιλήσῃ· ὅταν δὲ ἔλθῃ ἡ στιγμὴ νὰ ληφθῇ ἀπόφασις, τότε βεβαίως θὰ ζητηθῇ νὰ γείνῃ χωριστὰ ἡ ψηφοφορία ἐπὶ ἑνὸς ἑκάστου τῶν διαιρεθησομένων θεμάτων.
§125Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶμαι βέβαιος, ὅτι ὁ ἀξιότιμος ἐκ Λεβαδείας συνάδελφος θέλει συμφωνήσει μετ’ ἐμοῦ, ἐὰν ὀλίγην προσοχὴν δώσῃ εἰς τὸ ζήτημα. Ἂς ὑποθέσῃ ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, ὅτι ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ προκειμένου θέματος δὲν ἤρχιζε, δύναμαι νὰ εἴπω, τόσον προώρως, καὶ ὅτι δὲν ἐζήτει τις τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἐκλογῆς τῆς ἐπαρχίας Μαντινείας μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τῆς ἐκθέσεως τοῦ οἰκείου τμήματος· ποῖον ἦτο τὸ καθῆκον ὑμῶν, κύριε Πρόεδρε; νὰ ἐρωτήσητε τὴν Βουλήν, ἂν παραδέχεται τὸ ἔγκυρον τῆς ἐκλογῆς δι’ ὅλους; Βεβαίως ὄχι. Ἠθέλετε βεβαίως διαιρέσει τὸ ζήτημα, ὡς τὸ ἔχει τὸ τμῆμα· ἠθέλετε δηλ. ζητήσει πρῶτον τὴν γνώμην τῆς Βουλῆς ἐπὶ τῆς ἀποφάνσεως τοῦ τμήματος ὡς πρὸς τὸ ἔγκυρον τῆς ἐκλογῆς ἐμοῦ καὶ τοῦ κ. Παπαναστασίου, ἐὰν ἔχει τις ἀντίρρησιν ἐπὶ τῆς προτάσεως ταύτης ἢ ὄχι· καὶ ἐπειδὴ οὐδεμία ἀντίρρησις ὑπάρχει κατὰ τῆς ἐκλογῆς ἐμοῦ καὶ τοῦ κ. Παπαναστασίου, οὐδεὶς θὰ ἐλάμβανε τὸν λόγον, ἡ ἐκλογὴ ἤθελεν ἐπικυρωθῆ, καὶ δὲν ἤθελε προκύψει αὐτὴ ἡ διχογνωμία μεταξὺ τῶν κυρίων Βουλευτῶν. Μετὰ τὴν ἀπόφασιν δὲ ταύτην τῆς Βουλῆς περὶ τοῦ ζητήματος τούτου, ἠθέλετε ἐρωτήσει τὴν Βουλὴν περὶ τοῦ δευτέρου μέρους τῆς ἀποφάνσεως τοῦ τμήματος, δηλαδὴ περὶ τῆς ἀκυρώσεως τῆς ἐκλογῆς εἰς τοὺς τρεῖς δήμους, Τριπόλεως, Τεγέας καὶ Μαντινείας, ὡς πρὸς τοὺς τρεῖς συμπολίτας μου Τριανταφυλλᾶκον, Κωνσταντόπουλον καὶ Μανέταν, ὅτε ἤθελεν ἄρξηται ἡ συζήτησις. Διὰ τοῦτο ἐπιμένω εἰς τὴν γνώμην μου, ὅτι πρέπει νὰ ἐρωτηθῇ πρῶτον ἡ Βουλὴ περὶ τοῦ κύρους τῆς ἐκλογῆς ἐμοῦ καὶ τοῦ κ. Παπαναστασίου, καὶ μετὰ τὴν ἐπὶ τούτου ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς νὰ προβῆτε εἰς τὸ ἐρώτημα περὶ τοῦ δευτέρου θέματος.
§126Δ. ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ νὰ λέγωμεν, κύριε Πρόεδρε, ὅτι ἡ Βουλὴ δικάζει τὰς ἐκλογὰς κατὰ τοιοῦτον τρόπον ἢ τοιοῦτον ὑποχρεωτικῶς, ἐκφράζομεν περιορισμοὺς ἀσυμβιβάστους πρὸς τὸ κυριαρχικὸν δικαίωμα τῆς Βουλῆς, προκειμένου μάλιστα περὶ ἐξελέγξεως ἐκλογῶν, αἵτινες δικάζονται οὐχὶ κατὰ δικονομικοὺς κανόνας, ἀλλὰ πάντοτε οὐσιαστικῶς καὶ μόνον καθ’ ὃν τρόπον δύναται ἡ Βουλὴ εὐρύτερον νὰ κρίνῃ καὶ πληρέστερον νὰ φωτισθῇ, οὐδέν, οὕτως εἰπεῖν, προδικάζουσα. Τούτου ἕνεκα, καὶ ἀφοῦ οὐδὲν ἐμποδίζει ἵνα καὶ κατὰ τὴν τελευταίαν στιγμὴν προταθῇ ἔνστασις περὶ τοῦ κύρους τῆς ἐκλογῆς εἴτε δι’ ὅλους, εἴτε δι’ ἕνα τῶν ἀνακηρυχθέντων, δὲν φρονῶ, ὅτι, ἐπειδὴ δὲν προηγήθη ἔνστασις διὰ τοῦτον ἢ ἐκεῖνον, πρέπει καὶ νὰ σπεύδῃ ἡ Βουλὴ εἰς ἐπικύρωσιν διά τινας, πρὶν ἢ περὶ πάντων ἐξαντληθῇ ἡ συζήτησις. Ἡ ἔν τινι ἐπαρχίᾳ ἐκλογὴ παριστᾷ πάντοτε ἕν τι ὅλον· καὶ δύναταί τις μὲν νὰ κρίνῃ, ὅτι οἱ προτεινόμενοι κατά τινος τῶν ὑποψηφίων λόγοι δὲν ἐπηρεάζουσι τὴν ἐκλογὴν ἄλλου συνεκλεχθέντος, ἀλλὰ τοῦτο θὰ κριθῇ ἀσφαλῶς, μόνον ὅταν λήξῃ καὶ ἡ περὶ καθ’ ὧν ὑπάρχουν ἐκ τῶν προτέρων ἐνστάσεις συζήτησις· τότε δὲ δύναται καὶ τότε πρέπει νὰ προταθῇ καὶ πᾶσα περὶ διαιρέσεως τοῦ ζητήματος αἴτησις.
§127Π. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Πρὸ ὀλίγου ἀκόμη ἀπεφάνθη αὐτὴ αὕτη ἡ Βουλὴ περὶ τῆς ἐκλογῆς Καρδίτσης· διῃρέσαμεν καὶ ἐψηφίσαμεν χωριστὰ ὡς πρὸς τοὺς ἄλλους καὶ χωριστὰ ὡς πρὸς τὸν Παπαποστόλου.
§128Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ἐγένετο ἀπόφασις περὶ τῆς ἐκλογῆς Καρδίτσης κατόπιν τῆς συζητήσεως.
§129Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐκτὸς τῶν λόγων, τοὺς ὁποίους ἀνέφεραν οἱ προλαλήσαντες, τῶν ὁποίων τὴν ὀρθότητα οὐδεὶς ἀρνεῖται, ὅτι δηλαδὴ πρὶν ἔλθῃ ἡ στιγμὴ τῆς ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς δὲν πρέπει νὰ ἐρωτᾶται αὕτη οὔτε περὶ ἐκείνων, καθ’ ὧν οὐδεμία προὐτάθη ἔνστασις, θὰ ἐπικαλεσθῶ καὶ ἄλλον ἀκόμη λόγον. Κατὰ τὸν Κανονισμόν, οἱ Βουλευταί, τῶν ὁποίων ἐξελέγχεται ἡ ἐκλογή, δὲν δικαιοῦνται νὰ ψηφίσουν ἐπὶ τῆς ἰδίας αὑτῶν ἐκλογῆς. Ἀλλ’ ἐὰν ἤθελεν ἡ Βουλὴ νὰ ἀποφανθῇ, ὅτι οἱ δεῖνα τῶν Βουλευτῶν ἐπαρχίας τινὸς γίνονται δεκτοί, διότι καὶ τὸ ἔγκυρον τῆς ἐκλογῆς αὐτῶν ἀνεγνώρισεν ἡ Βουλὴ καὶ τὰ προσόντα, τότε οἱ Βουλευταὶ αὐτοὶ θὰ ἔχωσι τὸ δικαίωμα νὰ ψηφίσωσιν ὑπὲρ τῆς ἰδίας αὑτῶν ἐκλογῆς.
§130Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Παραιτοῦνται τοῦ δικαιώματος αὑτοῦ.
§131Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δὲν δύνανται νὰ παραιτηθῶσι δικαιώματος, τὸ ὁποῖον δὲν ἔχουν. Πρὶν ἐπικυρωθοῦν τὰ πρακτικά, δὲν δικαιοῦνται νὰ ψηφίζουν.
§132ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ πρότασις τοῦ τμήματος λέγει, ὅτι ἐπικυροῦται ἡ ἐκλογὴ τῶν κ. κ. Παπαναστασίου καὶ Μπακοπούλου, ἀκυροῦται δὲ ὡς πρὸς τοὺς Τριανταφυλλᾶκον, Μανέταν καὶ Κωνσταντόπουλον.
§133Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν εἶναι, κύριε Πρόεδρε, καινὴ ἡ θεωρία, τὴν ὁποίαν θὰ ὑποστηρίξω· εἶναι θεωρία θεμελιώδης, ἀφορῶσα ἀκριβῶς εἰς τὴν ἐλευθερίαν τῆς ψήφου τῆς Βουλῆς, εἶναι θεωρία ἡ ὁποία στηρίζεται ἐπὶ τῆς διατάξεως τοῦ Κανονισμοῦ, κατὰ τὴν ὁποίαν, ὅταν πρόκηται περὶ συνθέτου ζητήματος, ἀναγκαίως, καὶ τῇ αἰτήσει ἑνὸς Βουλευτοῦ, τὸ ζήτημα αὐτὸ τὸ σύνθετον διαιρεῖται. Ἐνταῦθα δὲν ὑπάρχει κἀμμία ἀμφιβολία, ὅτι ἔχομεν σύνθετον ζήτημα· διότι ἔχομεν νῦν τὸ ζήτημα κατὰ πόσον ἡ ἐκλογὴ εἶναι ἔγκυρος ἢ ἄκυρος ὡς πρὸς τοὺς διαφόρους ἀνακηρυχθέντας Βουλευτὰς τῆς ἐπαρχίας Μαντινείας· οὐδὲ εἶναι δυνατὸν ν’ ἀμφισβητήσῃ τις, ὅτι ἔχει ἕκαστος τῶν Βουλευτῶν τὸ δικαίωμα νὰ ζητήσῃ, ὅπως ἡ ψῆφος αὑτοῦ δοθῇ δι’ ἕνα ἕκαστον ἐκ τῶν ἐπιτυχόντων ἢ ἀνακηρυχθέντων Βουλευτῶν. Ἀλλ’ ἐγὼ προβαίνω καὶ περιπλέον. Ἐγὼ ζητῶ, νὰ ἐπέλθῃ καὶ ὑποδιαίρεσις ἀκόμη τοῦ ζητήματος. Ἀναμφισβητήτως θὰ διαιρεθῇ ὡς πρὸς τοὺς δύο, κατὰ τῆς ἐκλογῆς τῶν ὁποίων δὲν ὑπάρχει ἔνστασις· ἀλλ’ ἐπίσης θὰ διαιρεθῇ τὸ ζήτημα καὶ ὡς πρὸς ἐκείνους ἐκ τῶν ἀνακηρυχθέντων Βουλευτῶν, ὡς πρὸς τοὺς ὁποίους ὑπάρχουσιν ἐνστάσεις. Προβάλλεται ἡ ἔνστασις τῆς ἀκυρότητος τῆς ἐκλογῆς τῶν κ. κ. Τριανταφυλλάκου, Κωνσταντοπούλου καὶ Μανέτα. Δύναταί τις νὰ ἔχῃ διάφορον γνώμην, — ἐγὼ δὲ βεβαιῶ ὅτι ἔχω διάφορον γνώμην, διότι θεωρῶ, ὅτι τὰ μέσα, τὰ ὁποῖα μετεχειρίσθη ὁ πρώην Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν κύριος Τριανταφυλλᾶκος πρὸς ἐπιτυχίαν του, βεβαίως οὔτε κατ’ ἐλάχιστον ἐβοήθησαν τὴν ἐπιτυχίαν τῆς ἐκλογῆς τοῦ κ. Μανέτα καὶ Κωνσταντοπούλου. Ἐγὼ προβαίνω μάλιστα περιπλέον· θεωρῶ ὅτι τὸ ἀποτέλεσμα, ὅπερ ἐπετεύχθη ὑπὲρ τοῦ πρώην Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, ὀφείλεται ἀκριβῶς εἰς τὴν δύναμιν, τὴν ὁποίαν παρέσχον αὐτῷ ὁ Μανέτας καὶ ὁ Κωνσταντόπουλος· καὶ τοῦτο εἶναι τόσον ἀληθὲς, ὥστε γνωρίζετε πάντες, ὅτι τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν ἠθέλησαν νὰ καταρτίσωσι συνδυασμὸν ἄνευ τοῦ κ. Κωνσταντοπούλου, — καὶ οὐδεὶς δύναται νὰ ἐπιρρίψῃ μομφὴν, ὅτι μεροληπτῶ, καὶ τοῦτο, διότι ἀπὸ μακρῶν ἐτῶν εἴμεθα ἀντίθετοι,—ὅτι τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν ἐγνώσθη ὅτι ἐπρόκειτο ν’ ἀποκλεισθῇ ἐκ τοῦ συνδυασμοῦ, ὁ συνδυασμὸς ἐκεῖνος συνετρίβη, τὴν ἐπιοῦσαν δὲ συνεκροτήθη ἐκ νέου μὲ τὰ πρόσωπα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα συνέπραξαν. Κατ’ ἐμὲ, οὐδεμία ὑπάρχει ἀμφιβολία, ὅτι ὁ Κωνσταντόπουλος καὶ ὁ Μανέτας οὐδὲ κατ’ ἐλάχιστον ὠφελήθησαν ἐκ τῶν μέσων ἐκείνων, τὰ ὁποῖα διετίθεντο ἐκ τῆς ἐξουσίας τὴν ὁποίαν διεχειρίζετο ὁ πρώην Ὑπουργὸς, καὶ διὰ τοῦτο θὰ ζητήσω τὴν διαίρεσιν τοῦ ζητήματος πρῶτον ὡς πρὸς τοὺς δύο Βουλευτὰς, ὡς πρὸς τοὺς ὁποίους δὲν ὑπάρχει ἔνστασις, θὰ ζητήσω ὅμως καὶ τὴν ὑποδιαίρεσιν ὡς πρὸς τοὺς τρεῖς ἑτέρους, θὰ ζητήσω νὰ ψηφοφορηθῇ κατ’ ἰδίαν τὸ κῦρος τῆς ἐκλογῆς τῶν κ. κ. Μανέτα καὶ Κωνσταντοπούλου καὶ τὸ κῦρος τῆς ἐκλογῆς ὡς πρὸς τὸν κ. Τριανταφυλλᾶκον.
§134Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ὅλα αὐτὰ θὰ γείνουν, ἀλλὰ μετὰ τὴν συζήτησιν.
§135Δ. ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς ἀνέφερεν ἐν τῇ ῥύμῃ τοῦ λόγου του, ὅτι δύναταί τις νὰ εἴπῃ, ὅτι μία παρανομία ἐξήσκησεν ἐπιρροὴν ὡς πρός τινας, δὲν ἔφθασεν ὅμως εἰς τὸ νὰ ἐνασκήσῃ ἐπιρροὴν ὡς πρὸς ἄλλους· ἀλλ’ ἀκριβῶς ἡ παρατήρησις αὕτη στρέφεται κατὰ τῶν συμπερασμάτων του, διότι, διὰ νὰ κρίνωμεν καὶ διὰ νὰ προτείνῃ ἢ νὰ μὴ προτείνῃ τις ἔνστασιν ἀκυρώσεως, θεωρῶν ὅτι ἡ ὑπὲρ ἑνὸς παρανομία ἐπέδρασε καὶ ὑπὲρ τῶν ἄλλων, πρέπει νὰ συζητηθῇ ἡ παρανομία· ἄρα πρέπει νὰ περατωθῇ ὡς πρὸς πάντας ἡ συζήτησις, καὶ τότε νὰ κριθῇ καὶ τὸ διαιρετὸν καὶ τὸ κῦρος δι’ ἕνα ἕκαστον τῶν ἀνακηρυχθέντων.
§136ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ διαιρετὸν τῆς προτάσεως...
§137Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν δύναται τοιαύτη πρότασις νὰ τεθῇ εἰς ψηφοφορίαν, διότι ὑπάρχει ἄρθρον τοῦ Κανονισμοῦ.
§138ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Ὑμεῖς, κύριε Πρόεδρε, εὑρίσκεσθε ἐντὸς τοῦ Κανονισμοῦ, καὶ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς ἐκτὸς, διότι τὸ ἄρθρον 30 τοῦ Κανονισμοῦ, προκειμένου περὶ συνθέτων ζητημάτων, λέγει τὰ ἑξῆς: «Ἐπὶ τῶν συνθέτων ζητημάτων ὁ Πρόεδρος ἀπαγγέλλει τὸ διαιρετὸν, ὁσάκις κρίνῃ τοῦτο ἀναγκαῖον. Τὸ διαιρετὸν ἀπαγγέλλεται ὡσαύτως ὑπὸ τοῦ Προέδρου τῇ αἰτήσει παντὸς Βουλευτοῦ, ἐὰν δὲν ὑπάρξῃ ἀντίρρησις· ἀντιρρήσεως ὅμως γενομένης, ἀποφαίνεται ἡ Βουλή». Ἐπειδὴ λοιπὸν ὑπάρχει ἀντίρρησις, πρέπει ν’ ἀποφανθῇ ἡ Βουλή.
§139Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Ἐρωτήσατε, κύριε Πρόεδρε, ἂν ὑπάρχει τις ζητῶν τὸν λόγον.
§140ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Τὰ ζητήματα ἀναφέρει ἡ ἔκθεσις τοῦ τμήματος· αὕτη λέγει, ὅτι ἡ ἐκλογὴ εἶναι ἔγκυρος ὡς πρὸς τοὺς κυρίους Μπακόπουλον καὶ Παπαναστασίου, ἄκυρος δὲ ὡς πρὸς τοὺς λοιποὺς τρεῖς. Ἐφ’ ὅσον δὲν ὑπάρχῃ ἀντίρρησις περὶ τῶν δύο πρώτων, ὀφείλει ὁ Πρόεδρος νὰ ἐρωτήσῃ περὶ τούτων τὴν Βουλὴν, κατόπιν δὲ περὶ τῶν τριῶν ἄλλων.
§141Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Τὸ ζήτημα τὸ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς εἶναι τὸ κῦρος τῆς ἐκλογῆς Μαντινείας, καὶ ἑπομένως πρὸ οἱασδήποτε ἀποφάσεως πρέπει νὰ γείνῃ συζήτησις. Τὸ διαιρετὸν προκύπτει καθ’ ἣν στιγμὴν πρόκειται ν’ ἀποφασίσῃ ἡ Βουλὴ περὶ τοῦ κύρους τῆς ἐκλογῆς.
§142ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀντίρρησις ὡς πρὸς τὸ νόμιμον τῆς ἐκλογῆς τῶν κ. κ. Μπακοπούλου καὶ Παπαναστασίου;
§143Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Ὄχι! Ζητήσατε, ἂν ἔχει τις τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἐκλογῆς.
§144Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀκαίρως καὶ ἀστόχως ἐπικαλοῦνται τὸ ἄρθρον 30 τοῦ Κανονισμοῦ. Ἐνταῦθα ἔχομεν δύο προτάσεις διακεκριμένας ἀπ’ ἀλλήλων, καὶ ὄχι ζήτημα σύνθετον. Ἡ Βουλὴ πρέπει πρῶτον ν’ ἀποφανθῇ περὶ τοῦ κύρους τῆς ἐκλογῆς τῶν κ. κ. Παπαναστασίου καὶ Μπακοπούλου, καὶ κατόπιν περὶ τῶν λοιπῶν.
§145Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἡ Βουλὴ δὲν συζητεῖ περὶ τῶν προσώπων τῶν ἐκλεχθέντων Βουλευτῶν, εἰμὴ ὅταν πρόκηται περὶ τῶν προσόντων αὐτῶν. Ἡ Βουλὴ κατ’ ἀρχὰς δὲν συζητεῖ περὶ προσώπων, ἀλλὰ περὶ τοῦ κύρους τῆς ἐκλογῆς αὐτῶν. Δὲν ἔχομεν λοιπὸν ὡς πρῶτον θέμα συζητήσεως τὰ πρόσωπα, ἀλλὰ κυρίως τὸ κῦρος τῆς ἐκλογῆς αὐτῶν. Τοιουτοτρόπως ἡ συζήτησις εἶναι ἐλευθέρα, καὶ δὲν δυνάμεθα ν’ ἀσπασθῶμεν τὴν γνώμην, ὅτι δυνάμεθα νὰ χωρίσωμεν πρόσωπά τινα ἀπὸ ἄλλων προσώπων, καὶ νὰ προβῶμεν πρωθυστέρως εἰς τὴν συζήτησιν περὶ τοῦ κύρους τῆς ἐκλογῆς. Ἐὰν λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν τὴν συνήθειαν τοῦ Κοινοβουλίου, θέλομεν ἴδει, ὅτι ἐκεῖνο, ὅπερ ζητοῦσιν οἱ ἀντίθετον ἔχοντες γνώμην, οὐδέποτε ἐγένετο ὑπὸ τῆς Βουλῆς. Πάντοτε ἡ Βουλὴ συζητεῖ περὶ τοῦ κύρους τῆς ἐκλογῆς, καὶ μετὰ ταῦτα περὶ τῶν προσώπων τῶν ἐκλεχθέντων. Ὅταν συζητῇ περὶ τοῦ κύρους τῆς ἐκλογῆς, δὲν ποιεῖται διάκρισιν προσώπων, ἀλλ’ ἀφίνει ἐλευθέραν τὴν συζήτησιν, ἐὰν νομίμως, ἢ οὐχὶ νομίμως, ἐνηργήθη ἡ ἐκλογή. Ἐκεῖ τότε ἀναφαίνονται τὰ πρόσωπα ἐκ τῆς συζητήσεως, καὶ μετὰ ταῦτα ἔρχεται τὸ θέμα περὶ τῶν προσόντων τῶν ἐκλεχθέντων. Βεβαίως ὑπάρχει διάταξις τοῦ «Κανονισμοῦ» περὶ συνθέτων ζητημάτων, ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 30 τοῦ «Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς». Ἐκ τῆς θέσεως, ἐν ᾗ εὕρηται κατακεχωρισμένον τὸ ἄρθρον τοῦτο, θέλετε πεισθῆ ἀκραδάντως, ὅτι τὸ σύνθετον τῶν ζητημάτων ἀναφαίνεται μόνον κατὰ τὸ τέλος τῆς συζητήσεως. Διότι τὸ ἄρθρον 30 ἐν τίνι κεφαλαίῳ τοῦ «Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς» εὑρίσκεται; Ἐν τῷ κεφαλαίῳ Γʹ «περὶ τῶν συνεδριάσεων καὶ τῶν συζητήσεων» τῆς Βουλῆς. Ἀφοῦ δὲ τὸ κεφάλαιον Γʹ, ἀπὸ τοῦ ἄρθρου 15 μέχρι τοῦ ἄρθρου 29, κανονίζει καὶ πραγματεύεται τὸν τρόπον, καθ’ ὃν γίνονται αἱ συζητήσεις τῆς Βουλῆς, ἔρχεται τὸ ἄρθρον 30, ὅπερ ὁμιλεῖ περὶ τῶν προτάσεων καὶ τῶν διαφόρων θεμάτων, τῶν ἐκ τῆς συζητήσεως ἀπορρευσάντων, ἐκεῖ δὲ προτείνεται τὸ διαιρετὸν τῆς ψηφοφορίας, ὅπερ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ προταθῇ κατὰ τὴν ἔναρξιν τῆς συζητήσεως, καὶ πρόκειται ἡ Βουλὴ νὰ ἐρωτηθῇ. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι ὀρθὴ εἶναι ἡ γνώμη ἐκείνων, οἵτινες ἰσχυρίζονται, ὅτι ἡ συζήτησις δέον νὰ ἀφεθῇ ἐντελῶς ἐλευθέρα. Θέλει συζητηθῆ τὸ περὶ τοῦ κύρους τῆς ἐκλογῆς ζήτημα, διότι δὲν συζητοῦμεν περὶ προσώπων, ἀλλὰ περὶ ἐκλογῆς. Ἐκ τῆς συζητήσεως θέλει ἀποδειχθῆ, ποῖά τινα πρόσωπα θεωροῦνται νομίμως ἐκλεχθέντα, καὶ ποῖα θεωροῦνται παρανόμως. Καὶ ὅταν φθάσωμεν εἰς τὸ πόρισμα τῆς συζητήσεως, καὶ κηρυχθῇ αὕτη περατωμένη, τότε ὁ κύριος Πρόεδρος, εἴτε αὐτεπαγγέλτως, εἴτε τῇ προτάσει τῆς Βουλῆς, θέλει ὑποβάλει τὸ διαιρετὸν τοῦ ζητήματος, καὶ θέλει δεχθῆ ἡ Βουλή, τίνας θεωρεῖ ὡς νομίμως καὶ τίνας ὡς μὴ νομίμως ἐκλεχθέντας. Μετὰ ταῦτα δὲ θέλει τεθῆ τὸ ζήτημα περὶ τῶν νομίμως ἐκλεχθέντων ὡς πρὸς τὰ προσόντα αὐτῶν. Αὐτὴ εἶναι ἡ τακτικὴ τῆς Βουλῆς, αὐτὸ ἀπορρέει ἐκ τοῦ «Κανονισμοῦ», καὶ πρὸ πάντων ἐκ τῆς θέσεως τοῦ ἄρθρου 30, ὅπερ εὕρηται περὶ τὸ τέλος τοῦ κεφαλαίου, τοῦ πραγματευομένου «περὶ τῶν συζητήσεων τῆς Βουλῆς».
§146Ι. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Αἱ ἐργασίαι τῆς Βουλῆς δὲν κανονίζονται οὔτε ἀπὸ τὴν θέλησιν τῶν πολλῶν, οὔτε ἀπὸ τὴν θέλησιν τῶν ὀλίγων, ἀλλὰ διέπονται ὑπὸ Κανονισμοῦ. Ἔχομεν τὸ ἄρθρον 23 τοῦ Κανονισμοῦ, τὸ ὁποῖον κανονίζει τὰς συζητήσεις τῆς Βουλῆς, καὶ τὸ ἄρθρον 30, τὸ ὁποῖον προβλέπει τὰς συνεπείας τῶν συζητήσεων. Τὸ ἄρθρον 30 λέγει: «Ἐπὶ τῶν συνθέτων ζητημάτων ὁ Πρόεδρος ἀπαγγέλλει τὸ διαιρετὸν, ὁσάκις κρίνῃ τοῦτο ἀναγκαῖον. Τὸ διαιρετὸν ἀπαγγέλλεται ὡσαύτως ὑπὸ τοῦ Προέδρου τῇ αἰτήσει παντὸς Βουλευτοῦ, ἐὰν δὲν ὑπάρξῃ ἀντίρρησις· ἀντιρρήσεως ὅμως γενομένης ἀποφαίνεται ἡ Βουλή.» Ἐνταῦθα ὑπάρχει διαφωνία, ὅτι ἔχομεν πρότασιν σύνθετον; Δύο προτάσεις ὑπάρχουν· ἡ μία ἀφορᾷ τοὺς κ. κ. Μπακόπουλον καὶ Παπαναστασίου, ἡ ἑτέρα τοὺς ἄλλους τρεῖς. Πρέπει λοιπὸν νὰ τεθῇ εἰς ψηφοφορίαν τὸ πρῶτον ζήτημα, τὸ ἔγκυρον τῆς ἐκλογῆς Μπακοπούλου καὶ Παπαναστασίου, καὶ κατόπιν τὸ ἕτερον. Ἀλλὰ τὸ ζήτημα δὲν ἔχει καμμίαν πρακτικὴν ἀξίαν. Δὲν πρόκειται περὶ ζητήματος τῆς οὐσίας. Ἔχομεν μίαν πρότασιν τοῦ τμήματος, ἡ ὁποία ἀποφαίνεται οὕτω διὰ τοὺς μὲν, οὕτω διὰ τοὺς δέ. Πρέπει ν’ ἀκούσωμεν τὴν πρότασιν τοῦ τμήματος. Καὶ ἀφοῦ δὲν ὑπῆρξεν οὐδὲ ὑπάρχει ἀντίρρησίς τις κατὰ τῆς ἐκλογῆς τῶν κ. κ. Μπακοπούλου καὶ Παπαναστασίου, εἴμεθα ὑποχρεωμένοι ν’ ἀποφανθῶμεν πρῶτον περὶ αὐτῶν. Οὗτοι δὲ μετὰ ταῦτα καὶ ἐν πάσῃ περιπτώσει ἔχουσι τὸ δικαίωμα νὰ δώσωσι τὴν ψῆφόν των, εἴτε διαιρεθῇ εἴτε μὴ τὸ ζήτημα, ὡς πρὸς τοὺς κ. κ. Κωνσταντόπουλον καὶ Μανέταν ἀφ’ ἑνός, καὶ ὡς πρὸς τὸν κ. Τριανταφυλλάκον ἀφ’ ἑτέρου. Ἀφοῦ δὲ οὕτω λυθῇ ὡς πρὸς αὐτοὺς τὸ ζήτημα, τότε πρέπει νὰ τεθῇ εἰς τὴν Βουλὴν τὸ ἐρώτημα, ἂν τὰ κυβερνητικὰ μέσα, τὰ γενόμενα πρὸς ἐπηρεασμὸν τῶν ἐκλογέων, ἐγένοντο καὶ ἐπηρέασαν τὴν ἐκλογὴν τοῦ ἐκ τούτων ὠφεληθέντος κ. Τριανταφυλλάκου ὡς Ὑπουργοῦ. Καὶ ἂν ἡ Βουλὴ εἴπῃ ὄχι, τότε καθίσταται περιττὴ ἡ πρότασις καὶ διὰ τοὺς ἄλλους, ἀλλὰ τὸ ἔγκυρον μόνον τῆς ἐκλογῆς ὡς πρὸς ὅλους.
§147Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ πρότασις τοῦ τμήματος εἶναι ἁπλῆ γνωμοδότησις. Τίποτε ἄλλο.
§148Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, βεβαίως ἐπὶ τοῦ προκειμένου ὑπάρχει σύγχυσις τῶν δύο σταδίων, τὰ ὁποῖα ἀναγκαίως ἐπὶ παντὸς ζητήματος, τὸ ὁποῖον εἰσάγεται εἰς τὴν Βουλήν, διεξέρχεται ἡ Βουλή· ὑπάρχει σύγχυσις τοῦ σταδίου τῶν συζητήσεων καὶ τοῦ σταδίου τῆς ἀποφάσεως. Ἤδη ὁ ἀξιότιμος συμπολίτης μου λίαν εὐκρινῶς διετύπωσε τοῦτο. Ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ προσθέσω ὀλίγας λέξεις, στηριζόμενος ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ. Τὸ ἄρθρον 30 ἀποβλέπει οὐχὶ εἰς τὴν συζήτησιν, ἀποβλέπει εἰς τὴν ἀπόφασιν. Δὲν ἔχει παρὰ νὰ ἀνατρέξῃ τις εἰς τὸ ἀμέσως προηγούμενον ἄρθρον, τὸ 29, διὰ νὰ τὸ ἐννοήσῃ (ἀναγινώσκει): «... Ἡ Βουλὴ ἀποφαίνεται πρῶτον μὲν περὶ τῶν παρεμπιπτόντων τούτων ζητημάτων, εἶτα δὲ περὶ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν ἀντικειμένου. Ἡ διάταξις αὕτη ἐφαρμόζεται ἐπὶ παντὸς παρεμπίπτοντος ζητήματος». Λοιπὸν πρόκειται περὶ ἀποφάνσεως. Καὶ ἔρχεται μετὰ ταῦτα τὸ ἄρθρον 30, λέγον (ἀναγινώσκει): «Ἐπὶ τῶν συνθέτων ζητημάτων ὁ Πρόεδρος ἀπαγγέλλει τὸ διαιρετὸν, ὁσάκις κρίνῃ τοῦτο ἀναγκαῖον...» Αὐτὴν τὴν στιγμὴν εὑρισκόμεθα εἰς τὸ στάδιον τῆς ἀποφάσεως; Ὄχι. Ἐνόσῳ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς δὲν κηρύσσει περατωμένην τὴν συζήτησιν, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐφαρμοσθῇ τὸ ἄρθρον 30· διότι τὸ ἄρθρον 30 ἀφορᾷ εἰς τὴν ἀπόφασιν. Ἀλλ’ ἐὰν θέλῃ τις νὰ πεισθῇ ἀκόμη πλειότερον, δὲν ἔχει παρὰ νὰ ἀνατρέξῃ εἰς τὰ ἄρθρα τὰ προηγούμενα τοῦ Κανονισμοῦ, τὰ ἀφορῶντα εἰς τὴν συζήτησιν τῶν ἐκλογῶν. Ἄρθρον 3 (ἀναγινώσκει): «Αἱ ἐκλογαὶ διανέμονται κατ’ ἀναλογίαν διὰ κλήρου εἰς τὰ τμήματα, παρ’ ὧν ἐξελέγχονται κλπ.» Ἄρθρον 5. «Ἐντὸς 5 ἡμερῶν ἀπὸ τῆς καταρτίσεως αὐτῶν τὰ τμήματα ὑποβάλλουσι τὰς ἐκθέσεις ἐπὶ τῶν ἐκλογῶν· μεθ’ ὃ ἡ Βουλὴ ἐπιλαμβάνεται τῆς ἐπ’ αὐτῶν συζητήσεως. Ἀλλ’ ἐν οὐδεμιᾷ περιπτώσει ἐπιτρέπεται ἡ συζήτησις ἐκλογῆς τινος... (περὶ ἐκλογῶν ὁμιλεῖ πάλιν, περὶ συζητήσεως, ἀλλὰ περὶ ἐκλογῶν) «πρὶν ἢ τυπωθῇ ἡ ἔκθεσις τοῦ τμήματος καὶ πρὶν ἢ παρέλθωσιν 24 τοὐλάχιστον ὧραι ἀπὸ τῆς εἰς τοὺς Βουλευτὰς διανομῆς τοῦ ἐντύπου. Ἡ συζήτησις γίνεται κατ’ ἀλφαβητικὴν τῶν ἐπαρχιῶν τάξιν, καὶ ἡ Βουλὴ ἀποφαίνεται περὶ τοῦ κύρους τῶν βουλευτικῶν ἐκλογῶν καὶ τῶν προσόντων τῶν ἐκλεχθέντων, ὁ δὲ Πρόεδρος ἀνακηρύσσει Βουλευτὰς ἐκείνους, ὅσων αἱ ἐκλογαὶ ἐπεκυρώθησαν ὑπὸ τῆς Βουλῆς.» Λοιπὸν ἐνταῦθα πρόκειται περὶ συζητήσεως μόνον, περὶ τῆς συζητήσεως τοῦ κύρους τῆς ἐκλογῆς τῆς ἐπαρχίας Μαντινείας, καὶ εἶναι ἀναμφισβήτητον, ὅτι εὑρισκόμεθα εἰς τὸ στάδιον τῶν συζητήσεων. Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ θελήσωμεν νὰ διαιρέσωμεν τὴν συζήτησιν, ὅταν τὸ ἄρθρον 30 ἀφορᾷ εἰς τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς καὶ οὐχὶ εἰς τὴν συζήτησιν; Ἐλέχθη ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀντίρρησις. Ἐγὼ κάμνω ἀντίρρησιν κατὰ τῆς ἐκλογῆς τοῦ κ. Μπακοπούλου· ἐγὼ λέγω, ὅτι ἡ ἐκλογὴ εἶναι ἄκυρος. Γνωρίζετε, τί θὰ εἴπω μέχρι τέλους; Πῶς ἐκ τῶν προτέρων εἶναι δυνατὸν νὰ προεξοφλήσητε τὴν γνώμην ἑνὸς ἑκάστου τῶν Βουλευτῶν; Εἶναι ἄκυρος ἡ ἐκλογὴ τοῦ βουλευτοῦ Μπακοπούλου. Ὁρίστε! προβῆτε, Κύριοι! Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συγχέωμεν δύο στάδια ἐντελῶς διακεκριμένα οὐχὶ πλέον ἐκ τοῦ Κανονισμοῦ, ἀλλὰ διακεκριμένα ἐκ τῆς λογικῆς· διότι ἡ λογικὴ αὐτὴ ἐπιτάσσει νὰ μὴ χάνωμεν τὸν καιρόν μας εἰς ματαίας συζητήσεις. Βεβαίως δὲ εἶναι ἀπώλεια χρόνου. Εἰς ποῖον ἀποτέλεσμα θὰ φθάσῃ ἡ Βουλή, ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν ἐδέχετο τὴν γνώμην ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι θέλουσιν, ὅπως καὶ ἡ συζήτησις διαιρεθῇ ὡς πρὸς τοὺς δύο βουλευτὰς κ. κ. Μπακόπουλον καὶ Παπαναστασίου; θὰ φθάσωμεν εἰς τὸ αὐτὸ ἀποτέλεσμα, ὅταν ἡ συζήτησις γείνῃ ἑνιαία καὶ πληρεστέρα, προέλθῃ δὲ ἡ Βουλὴ εἰς τὴν ἀπόφασιν, ὅταν θὰ προβληθῇ καὶ τεθῇ τὸ θέμα. Ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Μεσολογγίου εἶπεν, ὅτι, ἂν τὸ κάμωμεν αὐτὸ, θὰ ψηφίσωσιν ὅλοι. Ὄχι! αὐτὸ δὲν εἶναι ἀκριβές· διότι, ὅταν φθάσωμεν εἰς τὸ διαιρετὸν, ὅταν ἡ Βουλὴ ἀποφανθῇ ἐπὶ τοῦ ἑνὸς ζητήματος, τὸ ὁποῖον τεθήσεται περὶ τοῦ κύρους τῆς ἐκλογῆς τῶν κ.κ. Μπακοπούλου καὶ Παπαναστασίου, καὶ ἀποφανθῇ, ὅτι ἔχουσι τὰ προσόντα, εἶναι ἐλευθέρα νὰ δώσῃ ψῆφον περὶ τῶν λοιπῶν. Ἀναμφισβητήτως λοιπὸν πρόκειται περὶ ματαιοπονίας, πρόκειται περὶ ἀπωλείας χρόνου, καὶ παρακαλῶ νὰ μὴ ἐπιμείνωσιν οἱ συνάδελφοι, οἱ θέλοντες νὰ συγχέωσι τὰ δύο στάδια, τὸ στάδιον τῆς συζητήσεως καὶ τὸ στάδιον τῆς ἀποφάσεως.
§149Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, δύο λέξεις.
§150ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Στεφάνου ἔχει τὸν λόγον.
§151Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν νομίζετε, ὅτι ματαιοπονοῦμεν; Ἡ συζήτησις αὕτη προέρχεται ἐκ τοῦ ἀτυχοῦς γεγονότος, ὅτι ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Ἀττικῆς δὲν ἦτο παρὼν ἐξ ἀρχῆς, καὶ δὲν ἀντελήφθη ἀκριβῶς περὶ τίνος ἐπρόκειτο· πρόκειται δηλαδή, ἂν εἶναι δυνατὸν νὰ παραδεχθῶμεν τὸ διαιρετὸν κατὰ τὴν συζήτησιν. Ἐπειδὴ ἐνόμισεν, ὅτι εἴμεθα εἰς τὸ στάδιον τῆς ἀποφάσεως, εἶπεν ὅτι τὸ διαιρετὸν ἔχετε τὸ δικαίωμα καὶ ἔχετε τὸ καθῆκον σεῖς νὰ τὸ ἀπονέμητε. Κατὰ τοῦτο δὲν ὑπῆρξε ποτὲ διαφωνία. Ἐλέχθη ἐνταῦθα, ὅτι, ἐπειδὴ εὑρισκόμεθα εἰς τὸ στάδιον τῶν συζητήσεων, εἶναι ἀδύνατον ἡ Βουλὴ νὰ ἀποφασίσῃ τὸ διαιρετὸν, τὸ ὁποῖον θ’ ἀποφασίσῃ εὐθὺς ὡς ὁ Πρόεδρος κηρύξῃ περατωμένην τὴν συζήτησιν. Συζητοῦμεν ἐπὶ μίαν ὁλόκληρον ὥραν ἄνευ πρακτικοῦ ἀποτελέσματος· διότι, καὶ ἐπὶ τῇ ὑποθέσει, ὅτι ἡ γνώμη τῶν ἀντιφρονούντων εἶναι ὀρθὴ καὶ ὅτι ταύτην ἤθελε παραδεχθῆ τὸ Προεδρεῖον καὶ ἤθελε διαιρέσει κατὰ τὴν συζήτησιν τὰ ζητήματα, εἶναι δυνατὸν νὰ ἐμποδίσητε τοὺς θέλοντας, ὅπως συζητήσωσιν ἐπὶ τῆς ὅλης ἐκλογῆς; Λοιπὸν ποῖον πρακτικὸν ἀποτέλεσμα ἔχει ἡ συζήτησις αὕτη, ἡ ὁποία ἐπὶ τόσην ὥραν διαρκεῖ; Νομίζω ὅτι καθῆκον ἔχετε, κύριε Πρόεδρε, νὰ ἐρωτήσητε, ἄν τις ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἐκλογῆς Μαντινείας, ἀφοῦ δὲ περατωθῇ ἡ συζήτησις, βεβαίως πρέπει νὰ διαιρέσητε τὰ ζητήματα, διότι ἐκ τῆς φύσεως τοῦ ζητήματος ἡ διαίρεσις θὰ προκύψῃ. Νομίζω ὅτι εἶναι περιττὸν νὰ ἐξακολουθῶμεν ματαιοπονοῦντες.
§152ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν, Κύριοι, ἔχει τις τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἐκλογῆς Μαντινείας;
§153Π. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Τὸν λόγον ἐζήτησα ἐγὼ, κύριε Πρόεδρε.
§154ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Παπαναστασίου ἔχει τὸν λόγον.
§155Π. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Κύριοι Βουλευταὶ, ὁμολογῶ, ὅτι εἰς λίαν στενόχωρον θέσιν εὑρίσκομαι σήμερον, τὸ πρῶτον ἤδη προσερχόμενος καὶ ἀρχόμενος τῆς ἐκπληρώσεως τῶν ἔργων τοῦ Βουλευτοῦ ἀπὸ παραπόνων καὶ κατηγοριῶν, αἱ ὁποῖαι φέρουσιν εἰς προσωπικὸν ἀνταγωνισμὸν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ τοὺς ἐν τῷ πεδίῳ τῷ ἐκλογικῷ ἀρτίως ἀνταγωνισθέντας. Τὸν πρὸ ὑμῶν τοῦτον ἀγῶνα θὰ ἀπέφευγον πάσῃ δυνάμει, ὡς ὅλως ἄχαριν καὶ προσωπικὸν, ἐὰν ἐπρόκειτο περὶ μικροῦ, περὶ τυχαίου, περὶ ἐπουσιώδους· προκειμένου ὅμως περὶ δικαίου καὶ ἀληθοῦς, περὶ γνησίου ἢ νόθου ἀποτελέσματος ἐκλογῆς, περὶ τῶν ἀδίκως καὶ παρανόμως ἀποκλεισθέντων τοῦ Κοινοβουλίου τριῶν συναγωνιστῶν ἐν τῷ τελευταίῳ ἐκλογικῷ ἀγῶνι, προκειμένου περὶ τῆς ἁγνῆς θελήσεως τῆς ἐπαρχίας, ἡ ὁποία καὶ ἐμὲ ἀπέστειλεν ἀντιπρόσωπον αὐτῆς εἰς τὸ Κοινοβούλιον, ἔχω καθῆκον καὶ ἐπιτακτικὴν ὑποχρέωσιν καὶ νὰ κατηγορήσω, ἀμυνόμενος καὶ ἐπιτιθέμενος. Ἡ ἄμυνα ἐπιβάλλεται κατὰ τῶν ἐπιθέσεων, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο καθ’ ἡμῶν οὐχὶ ἐν εὐγενεῖ καὶ ἴσῳ ἀνταγωνισμῷ, ἀλλ’ ἐν ἀδίκῳ καὶ ἐκθέσμῳ καὶ ἀπὸ θέσεως, ἀφ’ ἧς ὤφειλον νὰ ἐνεργῶσιν ἐν δικαίῳ καὶ ἰσότητι, καὶ οὐχὶ διὰ μέσων μὴ ἐπιτρεπομένων οὔτε ὑπὸ γραπτῶν οὔτε ὑπὸ ἀγράφων νόμων, διότι κατὰ τύχην οἱ ἐργάται τῶν ἀνομιῶν τούτων εὑρέθησαν εἰς ὑπουργικὰ ἑδώλια. Ἡ δὲ ἐπίθεσις ἡμῶν κατ’ ἐκείνων σκοπεῖ τὴν κατάδειξιν τῶν μέσων, τὰ ὁποῖα καθ’ ἡμῶν μετεχειρίσθησαν, ἵνα ἁρπάσωσι τὴν ἀντιπροσωπείαν, ἀποπλανῶντες ἢ ἐκβιάζοντες τοὺς ἐκλογεῖς· σκοπεῖ ἡ ἐπίθεσις τὴν ἐκμηδένισιν τῶν μέσων, τὰ ὁποῖα οἱ ἀντίπαλοι ἡμῶν, παρὰ τὸ ὀρθὸν, τὸ πρέπον, τὸ δίκαιον, τὸ νόμιμον, κατ’ ἐπανάληψιν μετεχειρίσθησαν καθ’ ἡμῶν. Μὴ λησμονεῖτε, Κύριοι, ὅτι ὁ ἀντίθετος συνδυασμὸς τῆς Μαντινείας διετέλει ὑπὸ τὴν ἡγεσίαν τοῦ ἐκ Μαντινείας Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν κ. Νικ. Τριανταφυλλάκου, τοῦ ἕνεκα τῶν Εὐαγγελικῶν τοῦ 1901 περιστάσεων γενομένου Ὑπουργοῦ, τοῦ καὶ κατὰ τὸ 1899 ἐν ταῖς ἐκλογαῖς ἐκείναις Ὑπουργοῦ ἐκ τῶν ἀτυχημάτων τοῦ πολέμου. Ὁ ἀγὼν λοιπὸν ὁ ἐκλογικὸς καὶ τὸ 1899 καὶ τὸ 1902 ἐγένετο μεταξὺ ἡμῶν τῶν ἀδυνάτων καὶ ὁλοκλήρου τῆς Κυβερνήσεως τοῦ ἐκ Καλαβρύτων ἀξιοτίμου κυρίου Βουλευτοῦ, διότι ὁ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸς καὶ ἄλλοτε μὲν οὐκ ὀλίγον, ἐξαιρέτως δὲ ἐν ταῖς ἡμέραις τῶν ἐκλογῶν ἦτο ἡ συνέχουσα τὸ ὅλον Κυβερνητικὸν οἰκοδόμημα δύναμις, ἦτο ἡ δύναμις, ἀφ’ ἧς ἠλπίζετο, ὅτι θὰ εἰσπηδήσωσιν ἀπὸ τῶν καλπῶν εἰς τὴν αἴθουσαν ταύτην πάντες οἱ ἐκ τῶν προτέρων δηλώσαντες πίστιν εἰς τὸ Κυβερνητικὸν κόμμα ὑποψήφιοι. Ὁ ἡγέτης τοῦ ἀντιθέτου ἡμῶν συνδυασμοῦ καὶ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ὁ αὐτὸς καὶ κατὰ τὸ 1899 καὶ κατὰ τὸ 1902, οὐδενὸς θεμιτοῦ καὶ ἀθεμίτου μέσου ἐφείσθη, τείνοντος πρὸς ἐξυπηρέτησιν τοῦ σκοποῦ αὐτοῦ, ὃς ἦτο ὄχι τόσον ἡ ἐπιτυχία αὐτοῦ, ὅσον ὁ ἀποκλεισμὸς ἐνίων ὑποψηφίων μὴ ἀρεστῶν αὐτῷ. Διὰ τοῦτο καὶ τὸ 1899 καὶ τὸ 1902 προέβη εἰς καταρτισμὸν συνδυασμοῦ ἀπὸ στοιχείων ὅλως ἀντιθέτων ἀλλήλοις, ἢ καὶ ἐχθρικῶς μάλιστα πρὸς ἄλληλα διακειμένων καὶ ἀπειλούντων ἀπὸ στιγμῆς εἰς στιγμὴν ῥῆξιν, ὡς τοῦτο συνέβη ἐν ταῖς παραμοναῖς τῶν ἀρτίως διεξαχθεισῶν ἐκλογῶν, ὅτε χολωθεὶς ἐτηλεγράφησε καὶ προὐτάθησαν δύο ὀπαδοὶ αὐτοῦ ὑποψήφιοι, ἵνα ἀποχωρισθῇ τῶν τέως συντρόφων του, ἀλλ’ ἐπείσθη, ὅτι τοῦτο πράττων ἐφέρετο εἰς ἀσφαλῆ ἀποτυχίαν, καὶ ἠναγκάσθη νὰ ἐνδώσῃ, καὶ καταλιπὼν τὸν τέως σύντροφον κ. Στεφανόπουλον ἐδέχθη τὸν κ. Κωνσταντόπουλον. Τὸ 1899 ἠγωνίσθημεν σχεδὸν οἱ αὐτοὶ ὁμόφρονες ἐναντίον τῶν αὐτῶν σχεδὸν προσώπων, ῥιζικῶς διαφωνούντων πρὸς ἀλλήλους, καὶ μόνον κοινὸν σύνδεσμον ἐχόντων τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ δι’ αὐτοῦ τὴν ὅλην Κυβέρνησιν. Ἀποτυχὼν κατὰ τὰς ἐκλογὰς τοῦ 1899, προέβαλον πολλὰς καὶ ποικίλας ἐνστάσεις, ἃς ὑπεστήριξα ἐνώπιον τοῦ τμήματος ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, καὶ κατέδειξα τότε τὰ ἔκθεσμα μέσα, τὰ ὁποῖα οἱ ἀντίθετοι ἡμῶν, καὶ μάλιστα ὁ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργός, μετεχειρίσθησαν, καὶ διὰ τῶν ὁποίων μᾶς ἀπέκλεισαν, πλὴν ἑνός, ὁ ὁποῖος ἐπέπλευσεν ἐν τῷ τρικυμιώδει ἐκείνῳ ἀγῶνι. Διὰ τῶν ἐνστάσεων ἐκείνων ἠλπίζετο ἡ ἀκύρωσις τῆς ἐκλογῆς τῆς Μαντινείας, φερούσης τὰς αὐτὰς καὶ ἡ ἐπαρχία Καλαβρύτων πλημμελείας, ἡ Βουλὴ ὅμως ἄλλως ἔκρινε τότε, καὶ μετὰ τὴν ἐπικύρωσιν τῆς ἐκλογῆς Καλαβρύτων ἠμνήστευσε καὶ τὴν τῆς Μαντινείας. Ἡ ὑπὸ τῆς τότε Βουλῆς παρασχεθεῖσα ἀμνηστία κατέστησεν ἔτι μᾶλλον θαρραλεωτέρους τοὺς πρὸς ἡμᾶς τὸ 1902 παλαίοντας, διότι, ἀφοῦ εἶδον, ὅτι ἡ Βουλὴ τὰ πρὸς πάντας καταφανῆ ἔκθεσμα γενόμενα τότε, δι’ ὧν ἐκεῖνοι ἐπέτυχον, δὲν ἠθέλησεν οὔτε νὰ ἐλέγξῃ, οὐδὲ νὰ καταδικάσῃ τοὺς ἐργάτας αὐτῶν, ἐπανέλαβον τὰ αὐτὰ εἰς βαθμὸν μείζονα καὶ εἰς κύκλον εὐρύτερον, διότι καὶ ὁ κατὰ τὸ 1902 ἐπικρεμάμενος κίνδυνος ἦτο μεγαλείτερος τοῦ τοῦ 1899, ὡς αὐτὸς οὗτος ὁ Ὑπουργός, περιβεβλημένος τὴν ὑπουργικὴν τήβεννον τὸν Σεπτέμβριον τοῦ 1902, καὶ κατελθὼν εἰς Τρίπολιν πρὸς ἐκλογικὴν ἐνέργειαν, παρὰ τὰ ἄγραφα καὶ ἀπαράγραπτα δίκαια, διεῖδε καὶ ἀνεγνώρισεν, ὅτι οἱ ἐκλογεῖς καὶ κατὰ δήμους καὶ κατὰ τμήματα καὶ ἐν τῷ ὅλῳ ἐχωρίζοντο ἐπιδεικτικῶς ἐναντίον αὐτοῦ. Ἔπρεπε λοιπόν, κατὰ λόγον τοῦ κινδύνου, καὶ τὰ μέσα, τὰ ὁποῖα τότε μετεχειρίσθησαν, νὰ ἦναι γενναιότερα, νὰ ἦναι πολυπληθέστερα, ἵνα ἐπιτύχωσι τοῦ σκοπουμένου· διότι ἀποτυχία καὶ ἑνὸς τῶν τοῦ ὑπουργικοῦ συνδυασμοῦ θὰ ἦτο καταισχύνη διὰ τὸν πανσθενῆ Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν. Καὶ τότε μέν, τὸ 1899, ὅλη ἡ καταπασσάλωσις τῆς ἐπαρχίας πρὸς κατασκευὴν δῆθεν ὁδῶν ἤρκεσε νὰ ἀναδείξῃ Βουλευτὰς τοὺς τέσσαρας καθ’ ἑνὸς ἰδικοῦ μας. Τοῦτο ὅμως δὲν ἤρκει διὰ τὸ 1902, διότι κατεδείχθη τὸ ψεῦδος καὶ ἡ ἀπάτη διὰ τῶν πασσάλων, καὶ δὲν ἦσαν πλέον χρήσιμοι εἰς αὐτοὺς οἱ μικροὶ ἐκεῖνοι τῶν μηχανικῶν καὶ ἐργοδηγῶν πάσσαλοι, δι’ ὧν ἀπεπλάνων τὸ 1899 τοὺς ἁπλοϊκοὺς ἀγρότας. Ἐστράφησαν λοιπὸν πρὸς πασσάλους ἄλλους, παχυτέρους, ἐπιμηκεστέρους καὶ ἐκδηλοτέρους, τοὺς τῶν τηλεγράφων καὶ τηλεφώνων, καὶ ἐπὶ τούτων ἀναρριχηθέντες ἐπέτυχον ἐν μέρει ὅ,τι ἐπεδίωκον, σὺν τούτοις δὲ καὶ ἄλλα ἐπεχείρησαν ἔργα ἐν ταῖς παραμοναῖς τῶν ἐκλογῶν, τὰ μὲν πρὸς προστασίαν καὶ συνδρομὴν ψευδῆ καὶ φαινομενικὴν τῶν κατοίκων Μαντινείας, τὰ δὲ πρὸς διωγμὸν τῶν δυσπειθῶν καὶ ἀνυποτάκτων ἐκλογέων. Εἰς ἔργον λοιπὸν κατὰ τὰς παραμονὰς τῶν ἐκλογῶν συστάσεις τηλεγραφείων, τηλεφωνείων, ταχυδρομείων πανταχοῦ τῆς Μαντινείας, ἵνα καταδειχθῇ ἡ φιλοπατρία ἡ ἄκρα καὶ ἡ μέριμνα ὑπὲρ τῆς ἐπαρχίας τοῦ κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργοῦ! Πάντα ταῦτα ἐγίνοντο ἐν πρωτοφανεῖ ποικιλίᾳ· συνιστῶντο τηλεφωνεῖα δι’ ἑνὸς Διατάγματος, τὴν ἐπιοῦσαν δι’ ἑτέρου μετετρέποντο εἰς τηλεγραφεῖα καὶ τ’ ἀντίστροφον. Π. χ. συνέστη τὸ πρῶτον τηλεφωνεῖον εἰς Δάρα τοῦ δήμου Νάσων, καὶ μετ’ ὀλίγον μετετράπη εἰς τηλεγραφεῖον· εἰς Κολλίνας τοῦ δήμου Καλτεζῶν συνέστη τηλεγραφεῖον, καὶ εἶτα μετετράπη εἰς τηλεφωνεῖον· εἰς Τσιπιανὰ τοῦ δήμου Μαντινείας συνέστη τηλεφωνεῖον, καὶ εἶτα μετεβλήθη εἰς τηλεγραφεῖον· εἰς Ἀλωνίσταιναν τοῦ δήμου Φαλάνθου καὶ εἰς Κανδύλαν τοῦ δήμου Ὀρχομενοῦ συνέστησαν τηλεφωνεῖα. Οὕτω δὲ ἐν βραχυτάτῳ διαστήματι τὰ τηλεγραφεῖα καὶ τηλεφωνεῖα τῆς Μαντινείας ἀνῆλθον εἰς ἐννέα. Δὲν θέλομεν διὰ τούτου νὰ ψέξωμεν ἄλλο τι, παρὰ τὸν χρόνον καὶ τὸν σκοπὸν, δι’ ὃν ταῦτα ἐγένοντο· ἐγένοντο κατὰ τὰς παραμονὰς τῶν ἐκλογῶν, καὶ ἐνιαχοῦ ἄνευ ἀνάγκης καὶ ἐν γνώσει ὅτι ἐν τῷ μέλλοντι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ λειτουργήσωσι τοιαῦτα γραφεῖα, ὁπότε θὰ ἐπιρρίπτωσι καθ’ ἡμῶν τὴν μὴ λειτουργίαν τοιούτων γραφείων, τὰ ὁποῖα ἐκεῖνοι ἵδρυσαν. Τοιαῦτα πρὸς ἐκλογικὴν κερδοσκοπίαν ἔργα ἐγένοντο κατάδηλα καὶ διὰ τοῦ τρόπου τῆς κατασκευῆς· ἵνα μὴ τὰ τοῦ 1902 ἔργα συγχέωνται πρὸς ἐκεῖνα τοῦ 1899, κατεσκευάζοντο πρὸς βλάβην τοῦ Δημοσίου διπλαῖ γραμμαὶ, ἀντὶ τὰ τηλεγραφικὰ σύρματα νὰ τοποθετῶνται ἐπὶ τῶν στύλων γραμμῆς ἄλλης, ἐχούσης τὴν αὐτὴν διεύθυνσιν.
§156Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δύο γραμμαὶ εἶναι ἐκεῖ;
§157Π. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Διπλῆ, διὰ νὰ φαίνηται ἡ νέα γραμμὴ καὶ μὴ συγχέηται μὲ τὴν παλαιάν. Οὕτως ὑπῆρχεν ἀπὸ Τριπόλεως εἰς Λεβίδιον ἰδία γραμμὴ παλαιὰ, ἀντὶ δὲ ἐπὶ τῶν στύλων ταύτης νὰ τεθῶσι τὰ σύρματα τοῦ νέου τηλεγραφείου Τσιπιανῶν καὶ ἐπέλθῃ οἰκονομία, ἐγένετο νέα χωριστὴ γραμμὴ διὰ τὰ Τσιπιανὰ, πρὸς ἰδιάζουσαν καὶ διακεκριμένην τιμὴν τοῦ ἐν Τσιπιανοῖς φίλου καὶ κομματάρχου τοῦ κ. Τριανταφυλλάκου.
§158ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ὑπῆρχεν ἄλλη γραμμή;
§159Π. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Εἶπον, ὅτι ὑπῆρχεν ἡ ἀπὸ Τριπόλεως εἰς Λεβίδιον καὶ εἰς ἀπόστασιν 6–7 χιλιομέτρων ἠδύναντο νὰ τεθῶσιν ἐπὶ τῶν αὐτῶν στύλων τὰ σύρματα καὶ τοῦ Λεβιδίου καὶ τῶν Τσιπιανῶν· δὲν ἔγεινεν ὅμως τοῦτο, ἀλλ’ ἀπὸ Τριπόλεως μέχρι Μύτικα ἐφέροντο δύο γραμμαὶ, ἡ μὲν εἰς τὴν μίαν πλευρὰν τῆς ὁδοῦ Τριπόλεως–Καλαβρύτων, ἡ δὲ εἰς τὴν ἑτέραν, παράλληλος τῇ πρώτῃ.
§160ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Καὶ διατὶ ἔγεινεν ἑτέρα γραμμή;
§161Π. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἁπλούστατα, πρὸς ἐπίδειξιν καὶ πρὸς διάκρισιν τοῦ νέου ἀπὸ τοῦ παλαιοῦ ἔργου, ὥστε οἱ παραπορευόμενοι νὰ ἐκπλήσσωνται διὰ τὴν πρόνοιαν τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργοῦ, ὃς οὐδενὸς ἐφείδετο χάριν φίλου. Συνεστάθησαν λοιπὸν πανταχοῦ τῆς ἐπαρχίας τηλεγραφεῖα, τηλεφωνεῖα καὶ ταχυδρομεῖα, ὧν δέκα μόνον ἐν ἑνὶ δήμῳ καὶ εἰς ἀποστάσεις τόσον βραχείας, ὥστε καὶ διὰ ζώσης νὰ συνεννοῶνται οἱ κάτοικοι· πότε δὲ ταῦτα πάντα; ἐν ταῖς παραμοναῖς τῶν ἐκλογῶν, ὁπότε ἔπρεπε νὰ δειχθῇ, ποία ἦτο ἡ στοργὴ τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης, εἴτε ὅλης εἴτε τοῦ κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργοῦ. Εἶπον ὅλης, διότι ἐνδεχόμενον νὰ ὑπολάβῃ τις, ὅτι ἡ στοργὴ ἐδείχθη ὑπὸ μόνου τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργοῦ. Ὄχι, δὲν ἔγεινε τοῦτο, ἀλλὰ σύσσωμος ἡ τότε Κυβέρνησις παρεῖχεν ἀμέριστον συνδρομὴν πρὸς τὸν τότε ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργόν. Ὅταν κατωτέρω ἀνακοινωθῶσι τὰ ὑφ’ ἑκάστου τῶν Ὑπουργῶν γενόμενα ὑπὲρ τοῦ συναδέλφου ἐκ Μαντινείας, θὰ ἴδητε, ὅτι ἡ τότε Κυβέρνησις σύσσωμος εἰργάζετο ὑπὲρ τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργοῦ, διότι κοινὸς ὁ κίνδυνος καὶ ἐντεῦθεν κοινὸν τὸ συμφέρον. Μόνον ὁ ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν Ὑπουργὸς δὲν ἐχρησιμοποιήθη, ὡς μὴ δυνάμενος νὰ προσπελάσῃ εἰς τὰ ὀρεινὰ ἐκεῖνα τῆς Ἀρκαδίας μέρη. Τὰ τηλεγραφεῖα, τηλεφωνεῖα, ταχυδρομεῖα συνετέλουν μὲν πρὸς ἀποπλάνησιν τῶν ἁπλοϊκῶν ἀγροτῶν, ἐκπλησσομένων διὰ τὴν ὑπὲρ αὐτῶν δῆθεν μέριμναν τοῦ Ὑπουργοῦ, ἀλλὰ δὲν ἦσαν χρήσιμα καὶ διὰ τὴν πόλιν, διὰ τὴν Τρίπολιν, ἣν ἔπρεπε νὰ προσελκύσωσι δι’ ἔργων δι’ αὐτὴν ἀποκλειστικῶς ὠφελίμων. Ἐστράφη λοιπὸν ἡ προσοχὴ τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὴν Τρίπολιν καὶ πρὸς ἐκτέλεσιν ἔργων μᾶλλον ἑλκυστικῶν, μᾶλλον ἐπιδεικτικῶν, μᾶλλον κοινῆς χρησιμότητος καὶ ὠφελείας. Ἡ ἐπαρχία Μαντινείας εἶναι κατ’ ἐξοχὴν γεωργική· διὰ τοῦτο καὶ ἡ τότε Κυβέρνησις, ἵνα προσελκύσῃ τοὺς Μαντινεῖς ὑπὲρ τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργοῦ, προεκάλεσε τὴν ἵδρυσιν Γεωργικοῦ Σταθμοῦ ἐκεῖ. Ὅτι σκοπὸς τῆς ἱδρύσεως τοιούτου Σταθμοῦ ἦτο ἐκλογικὴ καὶ μόνον ἐκλογικὴ κερδοσκοπία, ἀποδεικνύεται τοῦτο πρῶτον μὲν ἐκ τοῦ χρόνου, καθ’ ὃν ἱδρύθη ὁ Σταθμὸς, ἤτοι ἐν παραμοναῖς ἐκλογῶν, ὁπότε δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ συντελεσθῇ τὸ ἔργον, αὐτοὶ δὲ θὰ εἶχον τὸ δικαίωμα νὰ παραπονῶνται κατόπιν καθ’ ἡμῶν ὡς μὴ περατωσάντων τὸ ἔργον, τὸ ὁποῖον αὐτοὶ ἤρχισαν, διότι ἐφθονοῦμεν τὰ ἔργα αὐτῶν· δεύτερον δὲ διότι ἐγίγνωσκον αὐτοὶ οὗτοι, ὅτι καὶ δι’ ἄλλα δὲν ἠδύνατο νὰ λειτουργήσῃ ὁ Γεωργικὸς Σταθμὸς, καὶ κυρίως διότι ὑπῆρχεν ἐντὸς τῆς Ἀρκαδίας ὁ ἐν Βυτίνῃ, καὶ δύο Γεωργικοὶ Σταθμοὶ ἐντὸς τοῦ αὐτοῦ νομοῦ δὲν ἐπετρέπετο νὰ λειτουργῶσιν. Ἐγίγνωσκον πάντα ταῦτα, ἀλλὰ δὲν διεκωλύοντο, ἀποβλέποντες εἰς τὴν ἀποπλάνησιν τοῦ λαοῦ δι’ ἔργων μὴ σοβαρῶν καὶ εἰς τὸ δικαίωμα κατηγοριῶν μετὰ ταῦτα καθ’ ἡμῶν, ὡς μὴ συνεργούντων εἰς τὰ μεγάλα καὶ κοινωφελῆ ἔργα! Ἐμπρὸς λοιπόν! ἐπιτροπεῖαι πολυπληθεῖς πανταχόθεν τῆς Ἑλλάδος συμπληρούμεναι καὶ ποικιλώταται ἀπὸ τμηματαρχῶν, διευθυντῶν Γεωργικῶν Σταθμῶν καὶ ἄλλων μετὰ θορύβου δημοσιογραφικοῦ καὶ διαφημίσεων ἀποστελλόμεναι ἐκεῖ, ὑπεδήλουν πρὸς τοὺς βλέποντας τὰ γιγνόμενα τὴν μεγάλην τῆς Κυβερνήσεως ὑπὲρ τοῦ τόπου μέριμναν! Αἱ διάφοροι καὶ ἀλλεπάλληλοι σταλεῖσαι ἐκεῖ ἐπιτροπεῖαι διεφώνησαν ὡς πρὸς τὴν θέσιν, καὶ ἐπὶ τέλους ἐματαιώθη τὸ ἔργον, διότι μετὰ γενομένας ὑδραυλικὰς μελέτας δὲν ἀνευρέθη παρὰ τὴν Τρίπολιν ὕδωρ, τοῦ ὁποίου ἡ ὕπαρξις, καὶ δὴ ἐν ἀφθονίᾳ, ἦτο ὅρος τῆς ἱδρύσεως Γεωργικοῦ Σταθμοῦ. Ἀποφεύγω νὰ ἀνακοινώσω πρὸς ὑμᾶς τὰ κατὰ τὰς ἐπιτροπείας ταύτας, τὰς ἀλλεπαλλήλους, καὶ νὰ σᾶς ἀναγνώσω τὰς ἐκθέσεις, δι’ ὧν ἔκρινον ἀκατάλληλον καὶ ἀδύνατον τὴν ἵδρυσιν Γεωργικοῦ Σταθμοῦ παρὰ τὴν Τρίπολιν. Μετὰ τὴν ἀποτυχίαν τῆς ἱδρύσεως Γεωργικοῦ Σταθμοῦ ἐστράφησαν ἐπὶ ἄλλα προσόμοια. Ἡ Μαντίνεια καθόλου καὶ ἐξαιρέτως ἡ Τρίπολις εἶναι τόπος οἰνοφόρος· πεδιάδες ὅλαι καλύπτονται ὑπὸ ἀμπέλων, τὸ δ’ ἀπὸ τούτων παραγόμενον προϊὸν εἶναι τόσον ἄφθονον, ὥστε ἐνίοτε ἡ τιμὴ τοῦ γλεύκους δὲν δύναται νὰ καλύψῃ τὰ ἀγώγια. Καὶ ἡ ἀφθονία τοῦ οἴνου, ἀλλὰ καὶ ἡ μὴ κατάλληλος παρασκευὴ ἢ τεχνικὴ μετατροπὴ τούτου, καὶ ἡ ἔλλειψις μέχρι τινὸς τῆς συγκοινωνίας συνετέλουν εἰς τὴν εὐτέλειαν τῆς τιμῆς. Μέγα λοιπὸν διὰ τὸν τόπον ἐκεῖνον εὐεργέτημα θὰ ἦτο, ἐὰν ἐπετυγχάνετο ἡ μετασκευὴ τοῦ οἴνου, ὥστε ἡ κατανάλωσις τούτου νὰ ἐπεκταθῇ καὶ ἀλλαχοῦ. Πρὸς τοῦτο καὶ οἰνοποιεῖα εἰδικὰ ἱδρύθησαν, καὶ μετὰ ἐπιτυχίας, ἐκεῖ. Λοιπὸν μετὰ τὴν ἀποτυχίαν τῆς ἱδρύσεως Γεωργικοῦ Σταθμοῦ ἐστράφησαν πρὸς θεραπείαν τῆς προειρημένης ἀνάγκης καὶ προέβησαν εἰς τὴν ἵδρυσιν οἰνῶνος ἢ οἰνοποιείου, ὡς παραρτήματος τοῦ ἀνυπάρκτου πλέον Γεωργικοῦ Σταθμοῦ. Τὸ ἔργον τοῦτο ἦτο τὰ μάλιστα ἑλκυστικόν, διότι ἐπιστεύετο ὅτι διὰ τοῦ ἱδρυομένου οἰνῶνος θὰ παρεσκευάζοντο τοιοῦτοι ἐκεῖ οἶνοι, ὥστε νὰ πωλῶνται εἰς τιμὰς μυθώδεις καὶ οὐχὶ εἰς τὰς ἐξευτελιστικὰς μέχρι τοῦ νῦν καὶ εἰς τὴν ἀζητησίαν ἐνίοτε. Ὁ οἰνὼν οὗτος παρουσιάζετο ὡς ἐργαστήριον νομισματοκοπείου διὰ τὸν τόπον ἐκεῖνον, πιστεύοντα ὅτι ὁ ἀζήτητος οἶνος θὰ μετεβάλλετο εἰς πολύτιμον προϊόν. Φαντάζεσθε ἐντεῦθεν, πόσον ἠδύνατο νὰ ἐπιδράσῃ ἀπὸ τὸν τόπον ἐκεῖνον καὶ ἰδίως ἐπὶ τὴν Τρίπολιν ἡ ἵδρυσις τοῦ οἰνῶνος; μόνον οἱ ἐκεῖ εὑρισκόμενοι δύνανται νὰ τὸ γιγνώσκωσιν ἀκριβέστερον καὶ ἡμεῖς οἱ ἀνταγωνιζόμενοι. Ἄρσις φόρων ἢ ὑπερτίμησις ἀχρήστων προϊόντων ἑνὸς τόπου συντελοῦσι τὰ μέγιστα εἰς ἐκλογὰς ὑπὲρ τῶν ὑπισχνουμένων καὶ τῶν διενεργούντων ταῦτα· τὸ δεύτερον ἐπεδιώκετο διὰ τοῦ οἰνῶνος. Ἀλλὰ διατὶ τὸ τόσον κοινωφελὲς τοῦτο ἔργον δὲν ἔγεινεν ἐν καιρῷ εὐθέτῳ, ἀφοῦ κατ’ ἐπανάληψιν ἐγένετο Ὑπουργὸς ὁ κ. Τριανταφυλλᾶκος καὶ ἀφοῦ ἀπὸ τοῦ Νοεμβρίου τοῦ 1901 κατέλαβε τὸ χαρτοφυλάκιον τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργοῦ; ἁπλούστατα, διότι δὲν εἶχεν ἀνάγκην πρότερον, ἀλλὰ τώρα καὶ ἐν παραμοναῖς ἐκλογῶν, ὁπότε μάλιστα δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ περατωθῇ τὸ ἔργον. Αἱ κατόπιν χρονολογίαι θὰ κυρώσωσι τοὺς λόγους ἡμῶν. Προεκηρύχθη δημοπρασία τῆς κατασκευῆς τοῦ οἰνῶνος τῇ 27–29 Σεπτεμβρίου 1902, καὶ τελευταῖος μειοδότης ἀνεδείχθη τις μειοδοτήσας 2 τοῖς ἑκατόν· τὰ πρακτικὰ ἐστάλησαν πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον, τοῦτο δὲ, σπεῦδον εἰς τὴν ἐκτέλεσιν, προέβη εἰς τὴν ἔγκρισιν, καὶ μὲ τὴν εὐτελῆ προσφορὰν τῶν 2% ἐκδίδει τῇ 4ῃ Ὀκτωβρίου 1902 τὴν ἐγκριτικὴν ἀπόφασιν, τὴν αὐτὴν δὲ ἡμέραν, 4 Ὀκτωβρίου 1902, ἐπιδίδεται πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον προσφορὰ τοῦ γνωστοῦ ἐργολάβου Κωνσταντίνου Παντῆ μὲ μείωσιν 5%, τῇ δὲ 7 Ὀκτωβρίου 1902 ἐπεδόθη νέα προσφορὰ μειώσεως μεγαλειτέρας ὑπὸ τῶν ἐργολάβων Σπ. Κλεισούνη καὶ Ἀνδρ. Κοτῆ. Τὸ Ὑπουργεῖον ὅμως, χάριν ταχύτητος βεβαίως καὶ οὐχὶ δι’ ἄλλους ὑπὸ κακοβούλων νοουμένους λόγους, τὴν ἐγκριτικὴν ἀπόφασιν δὲν ἀπέστειλεν, ὡς ἦτο φυσικὸν, πρὸς τὸν νομάρχην Ἀρκαδίας, διότι ἐκεῖ ἠδύναντο νὰ δοθῶσι νέαι προσφοραὶ καὶ διότι ὁ τελευταῖος μειοδότης ἦτο Τριπολίτης. Διὰ τοιαύτης πράξεως τὸ Ὑπουργεῖον ἐματαίωσε πάντα ἀνταγωνισμὸν πρὸς τὸν τελευταῖον μειοδότην, καὶ ἔβλαψε τὸ Δημόσιον...
§162Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ποῖοι ἦσαν οἱ μειοδόται;
§163Π. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ὁ πρῶτος ἦτο ὁ Μπαλαμπίνης, οἱ ἄλλοι ἦσαν ὁ Παντῆς, Κλεισούνης καὶ Κοτῆς, μοὶ φαίνεται.
§164Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Πότε ἐγένετο ἡ ἔγκρισις;
§165Π. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Τῇ 13 Σεπτεμβρίου ἐγένετο ἡ προκήρυξις, τῇ 27–29 Σεπτεμβρίου ἡ δημοπρασία, καθ’ ἣν ὁ Μπαλαμπίνης προσέφερε 2%, ἐκοινοποιήθη δὲ ἡ ἔγκρισις τῇ 4 Ὀκτωβρίου, ἐνῷ ὁ κ. Ὑπουργὸς εἶχεν ὑπ’ ὄψιν τὴν δευτέραν προσφοράν.
§166Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ποία εἶναι ἡ ἐξήγησίς σας;
§167Π. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Δὲν ἀπαιτεῖται, φρονῶ, πολλὴ κρίσις, ἵνα ἐξαχθῇ ὀρθὸν ἐκ τῆς πράξεως ταύτης συμπέρασμα. Ἡ ἐξήγησίς μου εἶναι, ὅτι τοῦτο ἐγένετο, ἵνα προσεταιρισθῶσι τὸν Μπαλαμπίνην, ἔχοντα ἐκλογικὴν δύναμιν ἐν Τριπόλει, καὶ συγγενῆ, νομίζω, τοῦ ὑποστηρίζοντος ἡμᾶς Γεωργίτσα. Χάριν τούτου ἐγένετο ἡ ἔγκρισις αὕτη· καὶ ὄχι μόνον τοῦτο, ἀλλὰ καὶ ἕτερόν τι, τὸ ὁποῖον εἶναι ὅλως ἔκρυθμον καὶ ἔκτροπον, ἂν μὴ παράνομον. Ἡ ἐγκριτικὴ δηλαδὴ ἀπόφασις δὲν ἀπεστάλη κανονικῶς πρὸς τὸν νομάρχην Ἀρκαδίας, ἵνα κοινοποιηθῇ τῷ ἐκεῖ κατοικοῦντι τελευταίῳ μειοδότῃ, ἀλλ’ ἐνῷ ἐπὶ τοῦ τοιούτου ἐγγράφου ἡ ὑπηρεσία ἐσημείωσε «πρὸς τὸν νομάρχην Ἀρκαδίας», ὁ κ. Ὑπουργὸς διέγραψε τὴν τοιαύτην διεύθυνσιν, καὶ ἔγραψεν ἰδίᾳ χειρὶ «πρὸς τὸν νομάρχην Ἀττικῆς», ὡς καταδηλοῦται ἐν τῷ πρωτοτύπῳ τοῦ ἐγγράφου, τὸ ὁποῖον ἔχω ἐδῶ. Ὁ νομάρχης λοιπὸν Ἀττικῆς σκοπίμως παρηγγέλθη νὰ κοινοποιήσῃ τὴν ἔγκρισιν πρὸς τὸν ἐν Τριπόλει μένοντα Μπαλαμπίνην, ἐκλήθη οὗτος ἐκεῖθεν εἰς Ἀθήνας, καὶ ὁμολογήσας πίστιν πρὸς τὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸν κατὰ τὰς ἐπικειμένας ἐκλογὰς, ἔλαβε τὴν περιλάλητον ἔγκρισιν. Δὲν ἤρκει ἡ καθολικὴ ἐκλογικὴ κερδοσκοπία διὰ τῆς δῆθεν ἱδρύσεως οἰνῶνος, ἐπεδιώχθη καὶ ἡ μερικὴ διὰ τοῦ προσεταιρισμοῦ τοῦ Μπαλαμπίνη! Ταῦτα ἐγένοντο ὡς πρὸς τὸν οἰνῶνα, καὶ διετάχθη ἀμέσως ἡ τῆς ἐργασίας ἔναρξις διὰ τὴν ἀνέγερσιν τοῦ ἀπαιτουμένου οἰκοδομήματος. Τοιαύτη πρᾶξις ἴσως φαίνεται εἰς τοὺς μακρὰν τοῦ τόπου ἐκείνου εὑρισκομένους καὶ ἀγνοοῦντας τὰ τῆς οἰνοπαραγωγῆς τῆς Τριπόλεως μικρὸν ἐγχείρημα καὶ μέσον πρὸς δελεασμὸν τῶν ἐκλογέων ἀνάξιον λόγου καὶ μικρὸν, ὥστε νὰ μετατρέψῃ τὰ τῶν ἐκλογέων φρονήματα· ἀλλὰ πιστεύσατε ὅτι εἶναι μέγιστον, καίτοι πλημμελέστατον. Καὶ πλημμελέστατον μὲν εἶναι ὡς ἐνεργηθὲν ἐν παραμοναῖς ἐκλογῶν, καὶ οὐχὶ ὡς ἀπαιτεῖ ὁ νόμος, τὸ ὀρθὸν, τὸ δίκαιον, μέγιστον δὲ καὶ ὠφελιμώτατον ὑπὲρ τοῦ διενεργήσαντος ἀντιπάλου μας, διότι διεφημίσθη καὶ ἐπιστεύθη, ὅτι διὰ τοῦ ἱδρύματος τούτου παύει ἡ τῶν τιμῶν τῶν οἴνων εὐτέλεια καὶ προσέτι διὰ τῆς συρροῆς ξένων ἐκεῖ θὰ ὠφεληθῇ ὁ τόπος, καὶ ἐπὶ πλέον πολλοὶ θὰ εὑρίσκουν ἐργασίαν, ἢ καὶ ἀργομισθίαν. Δὲν σᾶς φαίνεται τὰ μάλιστα κερδοσκοπικὸν τὸ ἐγχείρημα; Ἅμα τῇ ἀρχῇ τῆς μεταφορᾶς ἐκεῖ λίθων τινῶν καὶ ἐκσκαφῆς, οἱ ἄνθρωποι τοῦ κόμματος καὶ τοῦ Ὑπουργοῦ μετέβαινον ἐπιδεικτικῶς καθ’ ἑκάστην ἐκεῖ, καὶ ἄλλους προσεπικαλοῦντες, ἐπεδείκνυον, τί μέγα ἀγαθὸν προαγγέλλεται διὰ τὸν τόπον, παρασχεθὲν ὑπὸ τοῦ μεγάλου ἀνδρὸς, τοῦ τότε ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργοῦ! Οἱ πάντες δ’ ἀπήρχοντο μακαρίζοντες τὴν τύχην των, ἐξ ἧς προῆλθεν εἰς τόσον μέγας εὐεργέτης καὶ σωτὴρ τοῦ τόπου! Καὶ οὕτως ἡ κοινὴ γνώμη μετετράπη μικρὸν κατὰ μικρὸν καθ’ ἡμῶν ἐν τῇ πόλει. Τὸ μέσον τοῦτο ἦτο ἐπαρκὲς ἐν μέρει διὰ τὴν πόλιν, ἀλλ’ ἔπρεπε νὰ ἐξευρεθῶσι καὶ ἄλλα διά τε τὴν πόλιν καὶ τοὺς ἔξω δήμους, ἵνα προσελκύσωσι περισσοτέρους καθ’ ἡμῶν. Κατάλληλον μέσον καὶ καθολικώτερον ἦτο ἡ κατασκευὴ ὁδῶν, εἴτε χάραξις εἴτε συντέλεσις τοιούτων. Γιγνώσκετε πάντες, Κύριοι, ὅτι τὰ περὶ ὁδοποιΐας δὲν εἶναι τῆς ἀπολύτου ἐξουσίας τοῦ Ὑπουργοῦ, ἀλλὰ περιορίζονται ὑπὸ διατυπώσεων καὶ διατάξεων, καθ’ ἃς μέχρι μὲν ἑνὸς ὡρισμένου ποσοῦ, δεκακισχιλίων δραχμῶν, δύναται ὁ Ὑπουργὸς νὰ διατάξῃ δημοπρασίαν, καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τοιαύτης νὰ ἐκδώσῃ ἔργον τι πρὸς ἐκτέλεσιν, πάντοτε ὅμως μετὰ γνώμην καὶ ἀπόφασιν τοῦ τμήματος τῶν δημοσίων ἔργων, τοῦ μόνου ἁρμοδίου νὰ κρίνῃ οὐ μόνον τὴν χρησιμότητα καὶ ἀνάγκην ἑνὸς ἔργου, ἀλλὰ καὶ νὰ χαρακτηρίσῃ ὁποῖον τὸ ἔργον, δημόσιον δηλαδὴ, ἢ δημοτικὸν, ἢ ἰδιωτικὸν, ὁπότε ἐπιβαρύνεται τὸ δημόσιον ταμεῖον, ἢ τὸ δημοτικὸν, ἢ τὸ ἰδιωτικόν. Διὰ δὲ ἔργα ἀπαιτοῦντα δαπάνην πλέον τῶν δεκακισχιλίων δραχμῶν εἶναι ἀνάγκη νόμου εἰδικοῦ, ἄνευ τοῦ ὁποίου οὐδὲν δύναται νὰ πράξῃ ὁ Ὑπουργός. Τοιοῦτοι ὅμως κανόνες καὶ τοιοῦτοι περιορισμοὶ ἰσχύουσι διὰ πάντα ἄλλον τόπον, ἀλλ’ οὐχὶ καὶ διὰ τὴν Μαντίνειαν, ὅταν ἐν παραμοναῖς ἐκλογῶν καὶ μόνον ἐν παραμοναῖς ἐκλογῶν ἔχῃ Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν ἰδικόν της. Φίλοι τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργοῦ ἠξίωσαν τὴν κατασκευὴν ὁδοῦ ἁμαξιτῆς, δι’ ἧς μεγάλην ἐκλογικὴν ὠφέλειαν θὰ προσεπορίζοντο ὁ κύριος Ὑπουργὸς καὶ οἱ φίλοι αὐτοῦ, πλὴν δὲ τούτου εἰδικώτερον θὰ ἐξυπηρετοῦντο τὰ ἰδιωτικὰ συμφέροντα ἑνὸς κομματάρχου ἢ μᾶλλον ἀντιπροσώπου τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ ἐν Τριπόλει, ὁπότε καὶ τοῦτο συνετέλει εἰς κέρδος τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, δεικνύοντος, ὅτι χάριν φίλων ἢ φίλου καὶ ἀντιπροσώπου δύναται νὰ δαπανᾷ ἀφειδῶς ἀπὸ τοῦ δημοσίου θησαυροῦ. Τοιαύτη ὁδὸς ἐζητεῖτο νὰ κατασκευασθῇ ἀπὸ Μύτικα διὰ μέσου τῶν ἀμπέλων Τριπόλεως καὶ πρὸς συνάντησιν τῆς ὁδοῦ ἀπὸ Χάνι Πλάτσα εἰς Κάψια, μήκους τριῶν περίπου χιλιομέτρων. Ἀπὸ Τριπόλεως μέχρι Κακουρίου καὶ διὰ μέσου τῶν ἀμπέλων Τριπόλεως εἶναι πρὸ ἐτῶν κατεσκευασμένον τμῆμα τῆς μεγάλης ὁδοῦ Τριπόλεως–Καλαβρύτων, καὶ διὰ τῆς ὁδοῦ ταύτης ἐξυπηρετοῦνται τὰ συμφέροντα τῶν ἀμπελοκτημόνων Τριπόλεως καὶ Μαντινείας. Ἀπὸ τῆς ὁδοῦ ταύτης καὶ ἀπὸ τῆς θέσεως Χάνι Πλάτσα κατεσκευάσθη πρὸ ἐτῶν διακλάδωσις τῆς ὁδοῦ Τριπόλεως–Καλαβρύτων μέχρι Κάψια, καὶ ἐκεῖθεν μέχρι Λεβιδίου· ἀλλ’ ἡ τοιαύτη διακλάδωσις δὲν ἐγένετο κατ’ εὐθεῖαν γραμμὴν, καὶ οἱ φίλοι τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ ἐζήτησαν νὰ γείνῃ δευτέρα διακλάδωσις κατ’ εὐθεῖαν ἀπὸ Μύτικα εἰς Γκαντζούναν πρὸς συνάντησιν τῆς διακλαδώσεως Χάνι Πλάτσα–Κάψια. Ἡ κατασκευὴ τῆς διαμέσου ταύτης ὁδοῦ ἦτο λίαν χρήσιμος διὰ τοὺς Ὀρχομενίους καὶ τοὺς κατοίκους τῶν ἐκεῖ χωρίων τῆς Μαντινείας, διότι ἐσυντομεύετο οὐκ ὀλίγον ἡ ὁδὸς, ὥστε διὰ ταύτης συντελουμένης θὰ προσειλκύοντο οἱ κάτοικοι τῶν χωρίων Κάψιας, Σιμιάδων, Λεβιδίου καὶ τῶν ἄλλων, καὶ συγχρόνως, χωρὶς τὸ πρᾶγμα νὰ φαίνηται, θὰ ἐγίνετο ἡ θέλησις τῶν φίλων. Ὁ Ὑπουργὸς διέγνω τὴν ἐκ τοιούτου ἔργου ὠφέλειαν, καὶ ἀμέσως παραγγέλλει τὴν μετάβασιν μηχανικῶν καὶ ἐργοδηγῶν πρὸς μελέτην καὶ χάραξιν τῆς τοιαύτης ὁδοῦ καὶ ὑποβολὴν προϋπολογισμοῦ. Ἐγένοντο πάντα, καὶ ὑπεβλήθη ὁ προϋπολογισμὸς τῆς δαπάνης, ἀνερχομένης εἰς δεκαπέντε καὶ πλέον χιλιάδας δραχμῶν, πλὴν τῶν προσαπαιτουμένων ἀποζημιώσεων. Ὁ κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸς δὲν εἶχε κατὰ νοῦν πρότερον τὴν κατασκευὴν τοιαύτης ὁδοῦ, διὸ καὶ δὲν ἐμερίμνησε νὰ προκαλέσῃ νόμον καὶ πίστωσιν διὰ τὴν νέαν ταύτην ὁδὸν, οὐδὲ προσεδόκα νὰ ἐνεργήσῃ αὐτὸς ἐκλογὰς, οὐδ’ ἐφοβεῖτό τι ἐν ἐκλογαῖς ἀπὸ ἀντιπάλων κατ’ αὐτὸν ἀδυνάτων, ἀλλ’ εὑρέθη πρὸ ἐκλογῶν, καὶ δὴ ἐπικινδύνων, καὶ ἔπρεπε νὰ μεριμνήσῃ περὶ σωτηρίας καὶ ἑαυτοῦ καὶ τῶν συντρόφων του· ἔπρεπε λοιπὸν νὰ προβῇ εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ τόσον ἐκλογικῶς ὠφελίμου ἔργου διὰ παντὸς τρόπου. Ἀλλὰ παρουσιάσθη κώλυμα ἡ ποσότης τῆς δαπάνης, ἀπαιτοῦσα νόμον εἰδικὸν, περὶ τοῦ ὁποίου οὐδεμίαν πρόνοιαν ἔδειξεν ὁ τότε Ὑπουργὸς, διότι δὲν εἶχε κατὰ νοῦν ἔργον τοιοῦτον. Ἡ χάραξις ὅμως ἐγένετο, καὶ διεκωδωνίσθη ἡ κατασκευὴ τῆς ὁδοῦ, ἀδιάφορον ἂν δὲν ὑπῆρχε νόμος· ὁ Ὑπουργὸς ἔταξεν ἑαυτὸν ἀνώτερον τοῦ νόμου, καὶ πρὸς ἐπιτυχίαν τοῦ σκοποῦ ἰδοὺ τί ἀδεῶς ἐσοφίσθη. Ἀντὶ νὰ προκηρύξῃ δημοπρασίαν διὰ τὸ ὅλον ἔργον, ὁπότε ἡ ἔλλειψις νόμου εἰδικοῦ ἐκώλυε τὴν ἐκτέλεσιν, ἔκοψεν αὐθαιρέτως καὶ αὐτοδυνάμως, καὶ παρὰ τὸ δίκαιον καὶ ὀρθὸν, τὸ ἔργον εἰς δύο τμήματα, ὁπότε ἡ δαπάνη δι’ ἕκαστον τμῆμα ἦτο κατωτέρα τῶν δέκα χιλιάδων δραχμῶν, καὶ ἠδύνατο νὰ προβῇ ὁ Ὑπουργὸς ἀκωλύτως, διαφεύγων, ὡς ἐνόμιζε, πᾶσαν εὐθύνην διὰ μίαν τοιαύτην ἔκνομον πρᾶξιν· ἄλλως δὲ, καὶ ὁ ἀφανὴς ἄλλος σκοπὸς τῆς κατασκευῆς τῆς τοιαύτης ὁδοῦ, δηλαδὴ ἡ ἐξυπηρέτησις τῶν ἀτομικῶν συμφερόντων τοῦ φίλου ἀντιπροσώπου, ἐπετυγχάνετο καὶ διὰ τῆς κατασκευῆς τοῦ πρώτου τμήματος, ἐξικνουμένου μέχρι τῆς τριτόξου γεφύρας, ὅπου ἐγγὺς εἶχε τὰς ἀμπέλους ὁ φίλος. Διὰ τοῦ διχασμοῦ τοῦ ἔργου παρεκάμφθη φαινομενικῶς τὸ κώλυμα τῆς ποσότητος τῆς δαπάνης· ἀλλὰ πλὴν τοῦ κωλύματος τούτου παρουσιάσθη ἄλλο ὑπ’ αὐτῆς τῆς ὑπηρεσίας τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργείου. Κατὰ κανόνα ἠρωτήθη τὸ τμῆμα τῶν δημοσίων ἔργων διὰ τὸν χαρακτηρισμὸν τῆς νέας ταύτης ὁδοῦ, ἵνα δειχθῇ, ἂν ἐπεβαρύνετο τὸ Δημόσιον διὰ τὴν κατασκευὴν ταύτης. Ἐν τῇ συνεδρίᾳ 54, τῆς 4 Ἰουλίου 1902 τὸ Συμβούλιον τοῦ τμήματος τῶν δημοσίων ἔργων «θεωρεῖ τὴν ὁδὸν ταύτην περιττὴν, ἀφοῦ ὑπῆρχεν ἁμαξιτὴ ὁδὸς ἄλλη, ἄλλως τε ὁ χαρακτηρισμὸς τῆς ὁδοῦ ταύτης ὡς ἐπαρχιακῆς δὲν εἶναι ἀκριβὴς, διότι ἡ ὁδὸς αὕτη εἶναι δημοτικὴ ἢ ἀγροτική»: ἑπομένως δὲν ἠδύνατο νὰ κατασκευασθῇ ὁδὸς τοιαύτη διὰ δαπάνης τοῦ Δημοσίου. Καὶ ὅμως, παρὰ τὴν γνώμην ταύτην τοῦ Συμβουλίου, τὴν νόμιμον καὶ ὀρθὴν, ὁ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸς διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 11028 τῆς 5 Αὐγούστου 1902 ἐγγράφου πρὸς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον χαρακτηρίζει τὴν ὁδὸν ὡς ἐπαρχιακὴν, καὶ ζητεῖ, ἐκ τῶν ὑπὲρ τῆς Μαντινείας διαθεσίμων κεφαλαίων ὁδοποιΐας, ἐκ δρ. 45,023.99, νὰ δαπανηθῶσι τὰ ἀπαιτούμενα διὰ τὴν ὁδὸν ἀπὸ Μύτικα εἰς συνάντησιν τῆς ὁδοῦ, ἀπὸ Χάνι Πλάτσα εἰς Κάψια, δηλαδὴ τῆς ὅλης ὁδοῦ, καὶ τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, πειθόμενον εἰς τὰς παραστάσεις τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, ἐγκρίνει τὴν κατασκευὴν τῆς ὅλης ὁδοῦ ἀπὸ τῶν διαθεσίμων κεφαλαίων τῆς Μαντινείας ἐν τῇ συνεδρίᾳ 124 τῆς 26 Αὐγούστου 1902. Ἀλλὰ καὶ παρὰ τὴν ἀπόφασιν τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ παρὰ τὴν γνώμην τοῦ Συμβουλίου τῶν δημοσίων ἔργων ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν διαιρεῖ τὸ ἔργον, καὶ διὰ διακηρύξεως τῆς 21 Σεπτεμβρίου 1902 καλεῖ εἰς μειοδοτικὴν δημοπρασίαν διὰ τὴν κατασκευὴν μέρους τῆς ὅλης ὁδοῦ, ἤτοι ἀπὸ Μύτικα μέχρι τριτόξου γεφύρας, μέχρι τοῦ μέσου περίπου, καὶ ἡ δημοπρασία γίνεται τῇ 11–13 Ὀκτωβρίου 1892, ἀναδειχθέντος τελευταίου μειοδότου τοῦ Π. Κοτῆ, μειοδοτήσαντος 1%. Ὁ νομάρχης Ἀρκαδίας ὑποβάλλει τὰ πρακτικὰ, καὶ ἐν πρώτῳ ὑστερογράφῳ συνυποβάλλει προσφορὰν τοῦ Δ. Ἀσούρα, μειοδοτοῦντος 4%, καὶ ἐν δευτέρῳ ὑστερογράφῳ ὑποβάλλει ὁμοίαν τοῦ Ν. Κλεισούνη, μειοδοτοῦντος 15%. Ὁ κύριος Ὑπουργὸς, σπεύδων εἰς τὸν σκοπὸν, παρορᾷ, πρὸς βλάβην τοῦ Δημοσίου, τὰς δύο προσφορὰς, ἀπορρίπτει ἄνευ δικαιολογίας ταύτας, ἐπιστρεφομένων πρὸς τοὺς μειοδότας τῶν γραμματίων τῆς ἀπαιτουμένης προκαταβολῆς, ἐγκρίνει ὑπὲρ τοῦ Π. Κοτῆ τὴν δημοπρασίαν, καὶ διαγράφων ἀπὸ τοῦ σχεδίου τοῦ ἐγγράφου, ὡς καὶ διὰ τὸν οἰνῶνα, τὸ «νομάρχην Ἀρκαδίας», γράφει «νομάρχην Ἀττικῆς», καὶ δι’ αὐτοῦ κοινοποιεῖ πρὸς τὸν μετακληθέντα καὶ πίστιν διομολογήσαντα Π. Κοτῆν τὴν ἔγκρισιν! Βλέπετε λοιπὸν, Κύριοι, τίνα καὶ πόσα ἐγένοντο ἐν τῷ ἔργῳ τούτῳ. Τὸ τμῆμα, προϋπολογίζον τὴν δαπάνην, ὁρίζει ταύτην εἰς δραχμὰς δεκαπέντε χιλιάδας δι’ ὁδὸν ἀπὸ Μύτικα εἰς συνάντησιν τῆς ὁδοῦ Χάνι Πλάτσα–Κάψια, προκαλεῖται ἀπόφασις τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου διὰ κατασκευὴν τῆς ὅλης ὁδοῦ ὡς ἐπαρχιακῆς, ἐνῷ τὸ τμῆμα τῶν δημοσίων ἔργων ῥητῶς καὶ κατηγορηματικῶς χαρακτηρίζει τὴν ὁδὸν ὡς ἁπλῶς δημοτικὴν ἢ ἰδιωτικὴν πρὸς ὠφέλειαν ἰδιωτῶν τινων, δυναμένων εὐχερῶς καὶ ὀλιγοδαπάνως νὰ μεταφέρωσι τοὺς οἴνους τῶν ἀμπέλων των εἰς Τρίπολιν, ἕνεκα δὲ τούτου τὸ τμῆμα δὲν ἐνέκρινε δαπάνην ἀπὸ χρημάτων διαθεσίμων πρὸς ἐπαρχιακὴν ὁδοποιΐαν. Ταῦτα ἐγνωμάτευσε τὸ τμῆμα· ὁ δὲ Ὑπουργός, τάσσων ἑαυτὸν ἀνώτερον καὶ τῶν νόμων καὶ τῆς ἀληθείας, παρορᾷ τὴν γνώμην τοῦ τμήματος τῶν δημοσίων ἔργων, παραβιάζει τὴν ἀπόφασιν τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, διχάζει τὸ ἔργον, καὶ προκηρύσσει δημοπρασίαν διὰ τμῆμα, καὶ οὐχὶ διὰ τὸ ὅλον, διὰ νὰ ἐπαρκέσωσι δέκα χιλιάδες δραχμῶν, ἃς εἶχε δικαίωμα νὰ δαπανήσῃ ἄνευ νόμου εἰδικοῦ. Ἐκ τούτων καταδεικνύεται, ὅτι ὁ τότε κ. Ὑπουργός, σπεύδων εἰς τὴν ἐπιτυχίαν τοῦ σκοποῦ, ὑπερεπήδησε καὶ νόμους καὶ γνώμας τοῦ Συμβουλίου τῶν δημοσίων ἔργων καὶ ἀποφάσεις τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου μετὰ πρωτοφανοῦς θαρραλεότητος, ἀλλὰ μετὰ σκοποῦ μεγάλου.
§168Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγένετο διαίρεσις τῆς ὁδοῦ;
§169Π. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Βεβαιότατα, ὡς προηγουμένως εἶπον· ἐτέθη δηλαδὴ εἰς ἐνέργειαν σύστημα ὅσῳ παράνομον, τόσῳ καὶ πρωτοφανές, διὰ τοῦ ὁποίου, δεκτοῦ γιγνομένου, θὰ δύναται ἐν τῷ μέλλοντι πᾶς Ὑπουργός, ἔχων τὸ αὐτὸ θάρρος μὲ τὸν ἐκ Μαντινείας πρώην Ὑπουργὸν, νὰ μὴ λαμβάνῃ ὑπ’ ὄψιν τὰς ἀπαγορεύσεις καὶ τὰς ἐγγυήσεις, τὰς ὁποίας ζητεῖ ὁ νόμος διὰ τὴν κατασκευὴν ὁδῶν, καὶ τὴν ὑποχρέωσιν τὴν ἐπιβαλλομένην προκειμένου περὶ κατασκευῆς ὁδοῦ ἀπαιτούσης δαπάνην ἀνωτέραν τῶν 10 χιλιάδων δραχμῶν, θὰ δύναται δηλαδὴ ὁ τοιοῦτος Ὑπουργὸς νὰ δαπανᾷ ὅσα θέλει, χωρὶς νὰ ἔχῃ ἀνάγκην οὔτε νόμου, οὔτε ἐγκρίσεως ὑπὸ τῶν ἁρμοδίων, κατατέμνων αὐτοβούλως εἰς τμήματα τὰ ἔργα, — διὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ὁποίων ἕνεκα ποσότητος ἀπῃτεῖτο νόμος — ὥστε νὰ ἐπιτυγχάνηται διὰ λανθανούσης παραβιάσεως τῶν κειμένων πᾶσα ἀθεμιτουργία. Ταῦτα πάντα γίγνονται κατάφωρα ἐν τῷ προκειμένῳ ἔργῳ, ἐν ᾧ στραγγαλίζονται ἀδεῶς γραπτοὶ καὶ ἄγραφοι νόμοι. Ἡ ὁδὸς ἐχαρακτηρίσθη ὡς ἰδιωτικὴ, καὶ οὐχὶ ἐπαρχιακὴ, ὁ Ὑπουργὸς δὲν ἀκούει· τὸ τμῆμα προϋπολογίζει δαπάνην διὰ τὸ ὅλον ἔργον ἀνωτέραν τῶν 10,000 δραχμῶν, ὁ Ὑπουργὸς παρακάμπτει τὸν σκόπελον, κατατέμνων αὐτοβούλως καὶ παρὰ τὴν ἀπόφασιν τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου τὸ ἔργον, καὶ προκηρύσσει δημοπρασίαν διὰ τμῆμα μόνον ἀπὸ Μύτικα μέχρι τριτόξου γεφύρας· ἀλλὰ καὶ μέχρις ἐκεῖ δὲν ἔγεινε τὸ ἔργον, διότι τὸ ποσόν τῶν 10,000 δραχμῶν ἐξηντλήθη, καὶ ἔμεινεν ἀτελὲς καὶ αὐτὸ τὸ πρῶτον τμῆμα. Δὲν ἤρκουν δὲ αἱ τοιαῦται παραβάσεις, ἐγένοντο καὶ ἄλλαι, ἃς ἀνέφερα καὶ προηγουμένως. Τῇ 13 Ὀκτωβρίου 1902 ἐπερατώθη ἡ δημοπρασία, ἀναδειχθέντος τελευταίου μειοδότου τοῦ Π. Κοτῆ, προσενεγκόντος 1%· ἀμέσως μετὰ τὴν δημοπρασίαν ἐδόθησαν δύο ἄλλαι προσφοραὶ, 4 καὶ 15 τοῖς 100, καὶ αἱ προσφοραὶ αὗται ὑπεβλήθησαν μετὰ τῶν πρακτικῶν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῇ 14 Ὀκτωβρίου 1902. Ὁ Ὑπουργὸς ὅμως, ἄνευ δικαιώματος καὶ πρὸς βλάβην τῶν δημοσίων συμφερόντων, ἀντὶ νὰ διατάξῃ ἐπανάληψιν τῆς δημοπρασίας, προβαίνει εἰς ἔγκρισιν ὑπὲρ τοῦ Π. Κοτῆ τῇ 18 Ὀκτωβρίου 1902, καὶ διὰ τοῦ νομάρχου Ἀττικῆς κοινοποιεῖ πρὸς τὸν μετακληθέντα Π. Κοτῆν τὴν ἔγκρισιν. Πλὴν τούτων δὲ, τὸ Ὑπουργεῖον ἀνακριβῶς ὅλως ἰσχυρίζεται, ὅτι διέταξε τὴν κατασκευὴν τῆς ὁδοῦ ταύτης κατ’ ἀκολουθίαν ἀναφορᾶς τῶν κατοίκων διαφόρων μερῶν. Ἡ ἀναφορὰ αὕτη εὑρίσκεται ἐν τῷ φακέλῳ καὶ φέρει ὑπογραφὰς ἐν δακτύλοις μετρουμένων κατοίκων Τριπόλεως, ἐχόντων ἀμπέλους περὶ τὴν κατὰ τὴν διακήρυξιν τρίτοξον γέφυραν, οἱ ὁποῖοι καὶ μόνοι ἐπρόκειτο νὰ ὠφεληθῶσι διὰ τοῦ τμήματος τῆς ὁδοῦ, καὶ ἐντεῦθεν νὰ ὑποχρεωθῶσι νὰ ὑπερψηφίσωσι τὸν συνδυασμὸν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Τοιαῦτα καὶ τὰ κατὰ τὸ ἔργον τοῦτο, τὸ ὁποῖον, καίτοι τόσον μικρὸν τὴν ἔκτασιν, περικλείει τόσας παραβάσεις πρωτοφανεῖς. Ἡ παρασκευὴ καὶ ἐκτέλεσις τῶν τοῦ ἔργου τούτου ἐγέννησεν ὁμοίας ὀρέξεις καὶ παρ’ ἄλλοις. Ὁ ἐν Τσιπιανοῖς τῆς Μαντινείας πολιτικὸς φίλος καὶ μέγας κομματάρχης κ. Κ. Ρεβελιώτης ἠξίωσε νὰ κατασκευασθῇ καὶ χάριν αὐτοῦ μικρὰ ὁδὸς ἐν Τσιπιανοῖς. Ἡ ὁδὸς ἀπὸ Μύτικα εἰς Τσιπιανὰ δὲν ἔφθανε μέχρι τῆς οἰκίας τοῦ κ. Ρεβελιώτου, ἀλλ’ ἐσταμάτα κάτω, εἰς τὸ ἄκρον τοῦ χωρίου, —τὸ ὁποῖον ἦτο δυσάρεστον λίαν διὰ τὸν φίλον, ἐννοοῦντα καὶ θέλοντα νὰ φθάνῃ ἡ ὁδὸς αὕτη εἰς τὴν οἰκίαν του —ὁ Ὑπουργὸς ἐπεθύμει νὰ εὐχαριστήσῃ τὸν φίλον του ἐκεῖνον δι’ ἐπεκτάσεως τῆς ὁδοῦ μέχρι τοῦ ναοῦ καὶ μέχρι τῆς οἰκίας τοῦ κ. Ρεβελιώτου, τὸ μὲν ἵνα δειχθῇ ἡ δύναμις τοῦ φίλου, τὸ δὲ ἵνα προσελκυσθῶσιν οἱ Τσιπιανῖται καὶ ἀκολουθήσωσι τὸν πανίσχυρον Ρεβελιώτην, καὶ οὐχὶ τὸν ἀνίσχυρον Τσακόπουλον. Ἀλλὰ πόθεν καὶ πῶς νὰ γείνῃ ἡ διὰ τὴν τοιαύτην ὁδὸν δαπάνη; Δὲν ὑπῆρχεν, ἀλλ’ ὁ Ὑπουργὸς εὗρε τρόπον· ἐχαρακτήρισε τὴν ἐν Τσιπιανοῖς ταύτην ὁδὸν ὡς ἐπέκτασιν, — ἀκούσατε! — ὡς ἐπέκτασιν τῆς ὁδοῦ ἀπὸ Τσιπιανὰ εἰς Πικέρνι, ἐνῷ τοιαύτη ὁδὸς δὲν ὑπῆρξε, δὲν ἐμελετήθη, δὲν ἐσχεδιογραφήθη, ὁ Ὑπουργὸς ὅμως, διὰ νὰ ἐπιτύχῃ τὸν σκοπὸν, ἐφαντάσθη τοιαύτην ἀνύπαρκτον ὁδὸν, διὰ νὰ δικαιολογήσῃ δαπάνην μὴ ἐπιτρεπομένην ἄλλως. Τοιαύτη ἐπίνοια εἶναι ἀληθῶς πρωτότυπος, ἀλλ’ εἴθε νὰ μὴ εὕρῃ μιμητάς. Ἀληθῶς ἦτο ἀναγκαία ὁδὸς διὰ τὴν πρωτεύουσαν τοῦ δήμου Μαντινείας, τὸ Πικέρνι, ἀλλ’ ἡ τοιαύτη ἔπρεπε νὰ γείνῃ ἀπὸ τῆς κάτωθεν τοῦ Πικερνίου διερχομένης δημοσίας ὁδοῦ Τριπόλεως–Καλαβρύτων, σύντομος καὶ ὀλιγοδάπανος, καὶ τοιαύτη εἶχε χαραχθῆ καὶ σχεδιογραφηθῆ, ἀνερχομένης τῆς προϋπολογισθείσης δαπάνης εἰς δραχμὰς 55 χιλιάδας, μόνον δὲ τοιαύτη ὁδὸς ἦτο ἐκεῖ ἀναγκαιοτάτη, ἵνα ἐπικοινωνῇ τὸ Πικέρνι μὲ τὴν Τρίπολιν, τὸ Λεβίδιον καὶ πάντα τὰ δι’ ἁμαξιτῶν ὁδῶν συνδεόμενα μέρη τῆς ὅλης Πελοποννήσου, καὶ οὐδέποτε μὲ τὰ Τσιπιανὰ ἰδιαιτέρως, ἀφοῦ ἠδύνατο νὰ ἐπικοινωνῇ καὶ μετὰ τούτων διὰ τῆς ὁδοῦ Μύτικα–Τσιπιανῶν. Ἐὰν λοιπὸν ἐμερίμνα ὁ τότε Ὑπουργὸς διὰ τὸν τόπον ἐκεῖνον, ταύτην τὴν ὁδὸν ὤφειλεν ἐν καιρῷ νὰ κατασκευάσῃ, ἐξυπηρετῶν τὸ κοινὸν τῆς Μαντινείας συμφέρον, καὶ ὄχι ἐπέκτασιν ἐντὸς τῶν Τσιπιανῶν πρὸς εὐχαρίστησιν τοῦ φίλου καὶ κομματάρχου, καὶ ταῦτα πάντα πρὸς ἐπίδειξιν καὶ ἐν παραμοναῖς ἐκλογῶν. Προκηρυχθεῖσα ἐγένετο τῇ 7–9 Σεπτεμβρίου τοῦ 1902 ἡ μειοδοτικὴ δημοπρασία διὰ τὴν ἐντὸς τῶν Τσιπιανῶν ὁδὸν, τελευταῖος μειοδότης ἀνεδείχθη ὁ Ἀλεξόπουλος, προσενεγκὼν 43%, ἐνεκρίθη ἡ δημοπρασία, καὶ συνετάχθη τῇ 25 Ὀκτωβρίου 1902 τὸ συμβόλαιον. — Ἀναφέρω τὰς χρονολογίας, διὰ νὰ νοήσητε, πότε παρὰ τῷ τότε ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργῷ ἐγεννήθη ἡ ἀκατάσχετος ἐπιθυμία πρὸς κατασκευὴν ὁδῶν καὶ μάλιστα φίλων, χωρὶς οὐδὲν νὰ δύναται νὰ ἀναχαιτίσῃ τὴν ὁρμὴν αὐτοῦ. Μετὰ τὰ τοιαῦτα περὶ ὁδῶν ἔργα ἐπακολουθεῖ ἄλλο μεγαλοπήβολον ἔργον, ἡ ἀποξήρανσις τῶν ἐν Μαντινείᾳ ἑλῶν, λιμνῶν καὶ τελμάτων! Ἀτυχῶς ἡ ἐπαρχία Μαντινείας κατακλύζεται ὑπὸ λιμνῶν μεγάλης ἐκτάσεως καὶ ὑπὸ τελμάτων, ἕνεκα τῶν ὁποίων καὶ μεγάλαι ἐκτάσεις μένουσιν ἀκαλλιέργητοι, καὶ νοσογόνοι ἑστίαι οὐκ ὀλίγαι γεννῶνται. Τοιαῦται λίμναι καὶ τέλματα ὑπάρχουσιν εἰς Κανδύλαν, ὅπου καλύπτονται δεκάδες χιλιάδων στρεμμάτων τῶν δήμων Ὀρχομενοῦ καὶ Νάσων, δύο ἐν τῷ δήμῳ Μαντινείας εἰς Σιμιάδες Κακοῦρι καὶ εἰς Τσιπιανὰ Σάγκα, εἰς τοὺς δήμους Τεγέας καὶ Μανθυρέας ἡ περίφημος Τάκα, εἰς τὸν δῆμον Κορυθίου ἡ τῆς Βερζοβᾶς, καὶ κάτωθεν τοῦ Πάπαρι τοῦ δήμου Βαλτετσίου τὸ νοσογόνον ἕλος. Περὶ τῶν λιμνῶν καὶ τελμάτων τούτων οὐδεμίαν ποτὲ ἔλαβε πρόνοιαν ἐν τῷ παρελθόντι ὁ κ. Τριανταφυλλᾶκος, δὶς γενόμενος Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, διότι περὶ ἄλλα ἔστρεφε τὴν προσοχὴν αὐτοῦ, περὶ τὴν θεραπείαν ἀξιώσεων προσωπικῶν πρὸς αὔξησιν τῶν κομματικῶν δυνάμεων. Ἀλλ’ αἰφνιδίως ἐπῆλθον αἱ ἐκλογαί, καὶ ἦτο πλέον ἀναπόδραστος ἀνάγκη νὰ δειχθῇ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη δὲν εἶχε δυσκολίαν τινά, καὶ εἰς τὰς λίμνας καὶ τὰ τέλματα νὰ πέσῃ καὶ τὰ ἀποξηράνῃ. Ἀλλὰ πῶς νὰ γείνῃ τοῦτο; ὅ,τι διὰ τὸν κοινὸν λαὸν φαίνεται ἀδύνατον, τοῦτο εἶναι δυνατὸν παρὰ τοῖς θέλουσι ν’ ἀποπλανήσωσι τὸν ἁπλοῦν κόσμον, νὰ ἐκμαυλίσωσι τοὺς ἐκλογεῖς πρὸς ἐπιτυχίαν. Ἀμέσως εὑρέθη τὸ μέσον τῆς ἐνεργείας· μία ἀναφορὰ δύο Τριπολιτῶν πρὸς τὸν κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸν νὰ ἀποξηράνῃ τὴν λίμνην τῆς Κανδύλας (!)· ἀμέσως ἀπόφασις τοῦ Ὑπουργοῦ: «Λαβόντες ὑπ’ ὄψει τὴν ἀναφορὰν τῶν κατοίκων Λεβιδίου... ἀπεφασίσαμεν καὶ διατάσσομεν...». Τὴν ἀναφορὰν ταύτην ἔχω ἐδῶ· φέρει τὰς ὑπογραφὰς δύο Τριπολιτῶν, τοῦ Ἀθαν. Χρηστοπούλου ἢ Μπόλικου καὶ Ἀναστ. Σεχιώτου, ἀμφοτέρων κατοίκων Τριπόλεως, καὶ οὐδενὸς Λεβιδιώτου· ὁ κύριος Ὑπουργὸς ὅμως, θέλων νὰ εὐχαριστήσῃ καὶ τοὺς Λεβιδιώτας, κατέχοντας τὸ πλεῖστον τῶν γαιῶν τῶν καλυπτομένων ὑπὸ τῆς λίμνης Κανδύλας, καὶ διότι ἴσως ἦσαν συμπολῖταί μου, ἐκδίδει διαταγὴν ἀμέσου ἀποξηράνσεως τῆς λίμνης Κανδύλας, καὶ χορηγεῖ διὰ μιᾶς πίστωσιν χιλίων — ἀκούσατε! — χιλίων δραχμῶν, ἵνα διὰ τούτων ἀποξηρανθῇ ἡ λίμνη τῆς Κανδύλας, διὰ τὴν ἀποξήρανσιν τῆς ὁποίας θ’ ἀπαιτηθῶσιν ἑκατοντάδες χιλιάδων δραχμῶν, ὡς θὰ δειχθῇ, ὅταν ἐν καιρῷ γείνῃ περὶ τοιούτων ἔργων λόγος, ὡς ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶπεν. Ἔργον τοιοῦτον διέταξεν ὁ τότε Ὑπουργὸς νὰ γείνῃ διὰ χιλίων δραχμῶν! Ὁποία φενάκη καὶ ἄσκοπος σκορπισμὸς χρημάτων! Ὅτε λοιπὸν τῇ 14 Ὀκτωβρίου μετέβαινον μετὰ τοῦ συντρόφου μου Τσακοπούλου εἰς Κακοῦρι, εἴδομεν παραπορευομένους 3–4 ἐργάτας, φέροντας ἐπὶ ὄνου ξυνάρια καὶ πτυάρια. «— Τί τρέχει; ποῦ πᾶτε, παιδιά;» ἐρωτῶμεν. Γελῶντες μᾶς ἀπαντῶσι: «Πηγαίνομεν ν’ ἀποξηράνωμεν τὴν λίμνην τῆς Κανδύλας!»
§170ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ἐπῆγαν ν’ ἀποξηράνωσι τὰς χιλίας δραχμάς!
§171Π. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Δὲν γνωρίζω, καὶ ἂν ἔφθασαν ἕως ἐκεῖ. Μετὰ τὴν τοιαύτην τῆς Κανδύλας ἀποξήρανσιν ἐπηκολούθησεν ἡ διὰ χιλιοδράχμου πιστώσεως ἀποξήρανσις τῆς λίμνης Μαντινείας. Ἀπεξηράνθη οὕτω καὶ ἐκείνη, δαπανηθεισῶν τῶν χιλίων δραχμῶν! Μετὰ τοῦτο ἄλλη ἀποξήρανσις ἢ στείρευσις τῆς καταβόθρας τοῦ Κάψια, ὅπου κατεσκευάσθη μικρὸν τοίχωμα. Περὶ τῶν ἐν Μαντινείᾳ ἑλῶν, λιμνῶν καὶ τελμάτων ταῦτα μόνον ἐπρόφθασε κατὰ τὰς παραμονὰς τῶν ἐκλογῶν νὰ ἐκτελέσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς διὰ τρόπου θαυμασίου, διὰ δὲ τὰ ὑπολειπόμενα τέλματα καὶ λίμνας, ἐπειδὴ ὁ χρόνος ἐπεῖγεν, ἀπέστειλεν ἔμπιστον ἄνθρωπον, καὶ διεκήρυξεν εἰς τὰ χωρία πάντα, ὅτι ἡ τῶν λιμνῶν καὶ τελμάτων ἀποξήρανσις ἤρξατο ἀπὸ τοῦ βορείου τῆς ἐπαρχίας, μετὰ δὲ τὰς ἐκλογὰς ἀμέσως θ’ ἀποξηρανθῶσι καὶ τοῦ μεσημβρινοῦ, δηλαδὴ Τάκας, Πάπαρι, Βερζοβᾶς· καὶ ὁ ἁπλοϊκὸς κόσμος, βλέπων ὅτι ξυνάρια καὶ πτυάρια ἐστάλησαν πρὸς βορρᾶν, ἐπίστευεν ὅτι μετὰ τὰς ἐκλογὰς θὰ ληφθῇ πρόνοια καὶ διὰ τὸ μεσημβρινόν. Ταῦτα ἐγένοντο ἀμέσως ὑπὸ τοῦ τότε ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργοῦ. Ἀλλ’ εἶπον, ὅτι καὶ τὰ ἄλλα Ὑπουργεῖα ἀφειδῆ παρέσχον τὴν συνδρομὴν ὑπὲρ τῶν ἀντιθέτων. Δυστυχῶς δὲν εὑρίσκεται ἐδῶ ὁ τότε ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν Ὑπουργός, ὁ ὁποῖος διὰ τοιούτων ἔργων ἄλλους μὲν ἔσωσεν, ἑαυτὸν δὲ οὐκ ἠδυνήθη σῶσαι, (δὲν εἶναι ἐδῶ νὰ ἀκούσῃ καὶ ἴδῃ τὰ ὑπ’ αὐτοῦ παρασχεθέντα μέσα πρὸς τὸν τότε ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν συνάδελφόν του.
§172ΛΟΥΚΑΣ ΜΠΕΛΛΟΣ. Ναὶ, ἀλλὰ «καὶ γαστρὸς μέλει»!
§173Π. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Θέλετε νὰ διακόψωμεν;
§174Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Διὰ νὰ μὴ ἀποξηρανθῇ καὶ τὸ ἰδικόν μας ἕλος! (ἱλαρότης).
§175Π. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Θέλετε νὰ συνεχίσωμεν τὸ ἀπόγευμα;
§176Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Αὔριον, διότι μετὰ μεσημβρίαν ἔχομεν ἐργασίαν εἰς τὰ Ὑπουργεῖα.
§177ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρᾳ 1 μ.μ.)