Ελένη
Digital corpus of Greek Parliamentary Proceedings
Index› Period ΙΣΤ · Session Α› Sitting 10

1903.01.18

2,378 rows · 18,054 words · 1 table · 134 turns

Date
1903.01.18
Presidency
Δ. Γ. ΡΑΛΛΗ
Period
ΙΣΤ
Session
Α
Source
ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΩΝ ΣΥΖΗΤΗΣΕΩΝ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣ (1907)

§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 10

τῆς 18 Ἰανουαρίου 1903.

(Σάββατον).

(Γενομένης ἀπαρτίας ὥρᾳ 10 π. μ. παρόντων 189 Βουλευτῶν, ἀναγινώσκονται καὶ ἐγκριθέντα ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).

§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ ἀποτυχὼν ὑποψήφιος βουλευτὴς τῆς ἐπαρχίας Καλαβρύτων κ. Ἀριστόβουλος Σοφιανόπουλος ὑποβάλλει ἐνστάσεις κατὰ τῆς ἐκλογῆς Καλαβρύτων. Κύριοι Βουλευταὶ, κατὰ τὴν χθεσινὴν συνεδρίασιν ἡ Βουλὴ ἀπεφάνθη δι’ ἰσοψηφίας ὡς πρὸς τὸ προσὸν τῆς ἡλικίας τοῦ κυρίου Πολυχρονιάδου. Τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς, κατὰ τὸ ἄρθρον 15 τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς καὶ 56 τοῦ Συντάγματος, φρονεῖ, ὅτι ἡ πρότασις ἀπερρίφθη καὶ ἡ ἐκλογὴ εἶναι ἄκυρος. Ἐὰν ἡ Βουλὴ ἔχῃ ἐναντίαν γνώμην, θ’ ἀποφανθῇ διὰ νέας ψηφοφορίας.

§2Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν ἀπαντήσεις εἰς διαφόρους ἐπερωτήσεις τῶν κυρίων Βουλευτῶν. Ὁ κ. Παπαλέξης ᾐτήσατο πίνακα τῶν ἐν τῷ Κράτει φυγοποίνων καὶ φυγοδίκων. Τὸν πίνακα τοῦτον καταθέτω. Ὁ ἐκ Βάλτου βουλευτὴς κ. Ἰωάννης Στάϊκος ᾐτήσατο διαφόρους πληροφορίας. Τινὰς τούτων καταθέτω. Τὰς λοιπὰς ἀναμένω, καὶ θέλω καταθέσει εὐθὺς ὡς φθάσωσιν. Ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἠλείας βουλευτὴς κ. Κρεστενίτης ᾐτήσατο πληροφορίας, αἵτινες ὅμως πρὸ πολλοῦ κατετέθησαν εἰς τὴν Βουλήν...

§3Γ. ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Καὶ χθὲς εἶπον, ὅτι δὲν ἦσαν πλήρεις.

§4Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Παρακαλῶ νὰ λάβητε ὑπ’ ὄψιν, ὅτι δὲν δύναμαι νὰ καλέσω εἰς ἀνάκρισιν καὶ κατ’ ἀντιπαράστασιν ὁπλίτας.

§5Γ. ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Δὲν ἐκλήθην νὰ ἐξετασθῶ ὑπὸ τοῦ φρουράρχου.

§6Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Τότε νὰ σᾶς καλέσῃ.

§7Γ. ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Πᾶν ὅ,τι λέγω ἤδη, τὸ εἶπον καὶ προτοῦ εἰσέλθω ἐνταῦθα καὶ τὸ ὑποστηρίζω· δὲν θέλω δὲ νὰ ἦμαι ἀνεύθυνος.

§8Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Ἡ Γενικὴ Διοίκησις δι’ ἐγγράφου αὐτῆς τῆς 17 Ἰανουαρίου ἐ. ἔ. ὑπέβαλεν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν ἀπαντήσεις ἐπὶ πασῶν τῶν ἐρωτήσεων τοῦ ἐκ Τυρνάβου κυρίου συναδέλφου.

§9Α. ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ὡς πρὸς τὸν ζητηθέντα κατάλογον τῶν φυγοδίκων καὶ φυγοποίνων, ἀπαντῶ ὅτι ἐξεκαθαρίσθη, καὶ ὑποβάλλω ἀντίγραφον τούτου. Ἡ διαφορὰ ἡ παρουσιαζομένη μετὰ τὴν ἐκκαθάρισιν εἶναι ἐλαχίστη.

§10Γ. ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Καὶ χθὲς ἠρώτησα καὶ σήμερον ἐπαναλαμβάνω νὰ ἐρωτήσω, τί γνωρίζετε περὶ τῆς μεταφορᾶς καταδίκου τινὸς Δημαρᾶ ἐκ τῶν φυλακῶν Λευκάδος εἰς τὰς τοῦ Πύργου.

§11Α. ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Καὶ περὶ τούτου ἐζήτησα πληροφορίας, καὶ ἔλαβον ἀπάντησιν, ἣν θὰ προσαγάγω εἰς τὴν Βουλήν· ὡς ἐνθυμοῦμαι δὲ, ὁ κατάδικος αὐτὸς, διὰ διαταγῆς τοῦ Ὑπουργείου, ἐκ τῶν φυλακῶν Πατρῶν μετετέθη εἰς τὰς φυλακὰς Πύργου· καὶ τοῦτο οὐδὲν ἐνέχει τὸ παράνομον. Ἀλλ’ ὁ κατάδικος αὐτὸς, συνοδευόμενος ὑπὸ χωροφυλάκων, ἀντὶ νὰ ὁδηγηθῇ ἀπ’ εὐθείας εἰς Πύργον, μετέβη εἰς τὸν τόπον τῆς ψηφοφορίας ἐν τῷ δήμῳ του...

§12Α. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι βέβαιον αὐτό;

§13Α. ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Καθ’ ὅσον ἐνθυμοῦμαι. Αὔριον θὰ φέρω τὰ ἔγγραφα.

§14Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ἐπισκεφθῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης καὶ παρεκάλεσα αὐτὸν νὰ ἀπευθύνῃ τηλεγράφημα πρὸς τὸν ἐν Τριπόλει Εἰσαγγελέα τῶν Πρωτοδικῶν, ἐὰν ἐπερατώθη μία κατηγορία ἐπὶ δωροδοκίᾳ ἐν Μεγαλοπόλει. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐδείχθη πρόθυμος, ἀλλὰ μέχρις αὐτῆς τῆς στιγμῆς δὲν γνωρίζω ἐὰν ἐπερατώθη. Ἔμαθον, ἀλλὰ δὲν τὸ ὑποστηρίζω, ὅτι ἀπεφάνθη τὸ Συμβούλιον, ἀλλὰ τὸ βούλευμα περιμένεται ἀκόμη. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ μεριμνήσῃ περὶ τούτου.

§15Α. ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Εἶχον ὁμολογουμένως τὴν τιμὴν νὰ δεχθῶ τὴν ἐπίσκεψιν τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου, καὶ ἐπειδὴ ἡ Βουλὴ ἦτο ἐν ἀργίᾳ, ἐξετέλεσα ἀμέσως, καθόσον νομίμως ἐδικαιούμην, ὅ,τι μοὶ ὑπέβαλεν ὁ κ. συνάδελφος· ἐζήτησα τηλεγραφικῶς νὰ μοὶ ἀποσταλῶσι πάντα τὰ σχετικὰ ἔγγραφα, — ὅσα νομίμως ἠδύναντο νὰ σταλῶσι, — χθὲς δ’ ἔλαβον ἀπάντησιν ταχυδρομικῶς, διὰ τῆς ὁποίας μοὶ διαβιβάζεται μόνον ἡ μήνυσις, ἀλλὰ συγχρόνως καὶ ἡ πληροφορία, ὅτι βούλευμα τοιοῦτον δὲν ἐξεδόθη, καὶ ὅτι ἐπιταχύνεται ἡ ἀνάκρισις, ὅπως γίνεται γενικῶς, διότι δι’ ἐγκυκλίου εἶχον διατάξει τοὺς Εἰσαγγελεῖς νὰ ἐπισπεύσωσι τὴν διεκπεραίωσιν ὅλων τῶν ὑποθέσεων τῶν σχετικῶν πρὸς ἐκλογικὰς παραβάσεις. Νὰ διατάξω ὅμως νὰ ἐκδοθῇ τὸ βούλευμα, δὲν εἶχον δικαίωμα. Ὅ,τι ἠδυνάμην νὰ πράξω, τὸ ἔπραξα. Τὸ ἔγγραφον δὲ, τὸ ὁποῖον μοὶ ἀπεστάλη, εἶναι εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, καὶ δύναμαι νὰ τὸ φέρω εἰς τὴν Βουλήν.

§16ΑΘ. ΖΕΡΒΑΣ. Θὰ παρακαλέσω καὶ ἐγὼ τὸν ἀξιότιμον ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸν, εἰς ἐνίσχυσιν τῆς προτάσεως τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Οἰτύλου συναδέλφου, νὰ προσαγάγῃ ὄχι μόνον τὰς μηνύσεις, τὰς ὁποίας ἐζήτησεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Οἰτύλου Βουλευτὴς, ἀλλὰ καὶ τὰ ὑπομνήματα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα κατὰ τῶν μηνύσεων ὑπεβλήθησαν εἰς τὸν Εἰσαγγελέα Τριπόλεως, ἵνα ἀποδειχθῇ κατὰ τίνα τρόπον ἐνηργήθη ἡ ἐκλογὴ Μεγαλοπόλεως, ἥτις εἶναι ἡ νομιμωτάτη πασῶν.

§17Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν ἔχω ἀντίρρησιν νὰ προσαχθῶσι καὶ ὅσα ὁ κ. συνάδελφος ἐκ Μεγαλοπόλεως ἐζήτησε· θέλω μόνον νὰ παρατηρήσω, ὅτι ἔλαβε μὲν τὸν κόπον ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ ἀπαντήσῃ, ἀλλ’ ὄχι περὶ ἐκείνου, διὰ τὸ ὁποῖον τὸν παρεκάλεσα. Ἐγὼ εἶπον πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν, ὅτι κατὰ τὰς πληροφορίας μου ἐπερατώθη ἡ ἀνάκρισις, καὶ τὸν παρεκάλεσα νὰ διατάξῃ τὸν κ. Εἰσαγγελέα νὰ ἐπισπεύσῃ τὴν ἔκδοσιν τοῦ βουλεύματος καὶ τὴν ὑποβολὴν αὐτοῦ· διότι, ἐὰν δὲν εἶχε περατωθῆ ἡ ἀνάκρισις, βεβαίως ἐγὼ δὲν θὰ εἶχον ὑποβάλει τοιαύτην ἀξίωσιν πρὸς τὸν κ. Ὑπουργόν. Ἐπειδὴ λοιπὸν ἐπερατώθη ἡ ἀνάκρισις, τὸ δὲ Συμβούλιον ἔχει σχεδὸν ἀποφανθῆ, καὶ δὲν πρόκειται ἢ περὶ ἁπλῆς ἐκδόσεως τοῦ βουλεύματος, διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ διατάξῃ ἐπειγόντως νὰ δημοσιευθῇ τὸ βούλευμα.

§18ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ἐὰν ἤκουσα καλῶς, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἔδωκε τὴν πληροφορίαν, ὅτι ἐζήτησε καὶ ἔλαβεν ἔγγραφα ἀπὸ ἀνακριτικὸν γραφεῖον. Νομίζω ὅτι, ἐὰν τοῦτο ἔπραξεν, ἄνευ δικαιώματος τὸ ἔπραξεν. Ἡ μήνυσις εἶναι ἔγγραφον, τὸ ὁποῖον ὑπάρχει καὶ πρέπει νὰ ὑπάρχῃ ἐν τῷ ἀνακριτικῷ γραφείῳ· οὐδεὶς ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ζητήσῃ καὶ λάβῃ γνῶσιν αὐτοῦ πρὶν ἢ περατωθῇ ἡ ἀνάκρισις. Ἐὰν λοιπὸν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐζήτησε καὶ ἔλαβεν ἔγγραφα, νομίζω ὅτι ὀφείλει νὰ ἀποστείλῃ ταῦτα εἰς τὸν Εἰσαγγελέα· διότι οὔτε ὁ Εἰσαγγελεὺς ἔχει δικαίωμα νὰ κάμῃ χρῆσιν τῶν ἐγγράφων, ὅταν ἡ ὑπόθεσις ᾖναι ἐκκρεμής. Μόνον μετὰ τὴν δημοσίευσιν τοῦ βουλεύματος, καὶ ἂν δὲν γείνῃ ἀνακοπὴ κατ’ αὐτοῦ, ἔχουσι τὸ δικαίωμα οἱ κύριοι συνάδελφοι νὰ λάβωσι γνῶσιν τῶν ἐγγράφων...

§19Λ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Καὶ ἐγὼ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ ζητήσῃ πληροφορίας παρὰ τοῦ Εἰσαγγελέως Πατρῶν, ἂν ἐξήχθη ἐκ τῶν φυλακῶν Ρίου ὁ βαρύποινος κατάδικος Καντάρας πρὸ τῶν ἐκλογῶν, καὶ ἂν κατὰ τὰς ἐκλογὰς ἔμενεν ἐκτὸς τῶν φυλακῶν, καὶ εἰς ποῖα χωρία τῆς ἐπαρχίας Καλαβρύτων. Ἀλλὰ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν, τηλεγραφικῶς νὰ ἐρωτήσῃ τὸν κ. Εἰσαγγελέα, διότι σχετίζεται τὸ ζήτημα μὲ τὴν ἐξέλεγξιν τῶν ἐκλογῶν.

§20ΑΛΕΞ. ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀνέγνωσα ἐν ἐφημερίδι καὶ ἐν ἀνταποκρίσει, ὅτι ἐντὸς τοῦ Πρωτοδικείου Κυπαρισσίας, καὶ δὴ διαρκούσης τῆς συνεδριάσεως, βανδαλικὰς πράξεις διέπραξαν χωροφύλακες συνοδεύοντες ὑποδίκους. Παρακαλῶ τὸν κύριον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν... (Θόρυβος).

§21ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν εἶναι ἀκόμη συγκεκροτημένη ἡ Βουλὴ, καὶ δὲν δύναται νὰ ὑποβληθῇ τοιαύτη ἐπερώτησις.

§22Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ἕνεκα τοῦ θορύβου, ὁ ὁποῖος κατ’ ἀνάγκην ἐπηκολούθησε μετὰ τὴν ψηφοφορίαν τῆς χθὲς, ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς παρέλειψε νὰ ἐκπληρώσῃ ἓν καθῆκον, ἐπιβαλλόμενον εἰς αὐτὸν ὑπὸ τοῦ Κανονισμοῦ, τουτέστι νὰ ἀπαγγείλῃ τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ψηφοφορίας. Τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ψηφοφορίας ὑπῆρξεν ἰσοψηφία· κατὰ δὲ ῥητὴν διάταξιν τοῦ Συντάγματος καὶ τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς, ἐν περιπτώσει ἰσοψηφίας ἡ πρότασις ἀπορρίπτεται. Ἔδει λοιπὸν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς χθὲς, ὅτε ἀπηγγέλθη τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ἰσοψηφίας, νὰ δηλώσῃ συγχρόνως, ὅτι ἡ πρότασις, ἡ ἀφορῶσα εἰς τὴν ἄρνησιν τῶν προσόντων τοῦ βουλευτοῦ κ. Πολυχρονιάδου ἀπερρίφθη, καὶ ὅτι ἡ ἐκλογὴ αὕτη ἐπεκυρώθη. Τοῦτο ἦτο τὸ καθῆκον τοῦ κ. Προέδρου. Ὁ κ. Πρόεδρος, παραλείψας τὸ καθῆκον τοῦτο νὰ πράξῃ χθές, εἶχεν ὑποχρέωσιν νὰ τὸ πράξῃ σήμερον. Παραδόξως ὅμως, σήμερον τὸ καθῆκον τοῦτο ἦλθε νὰ ἐκπληρώσῃ ἀντιθέτως πρὸς τὴν ῥητὴν καὶ ἀνεπίδεκτον ἑρμηνείας ῥήτραν τοῦ Συντάγματος, τὴν ἐπαναλαμβανομένην ἐν ἄρθρῳ 15 τοῦ Κανονισμοῦ. Ἤκουσα δὲ τοῦ κ. Προέδρου διὰ τοῦ στόματος τοῦ κ. Γραμματέως τῆς Βουλῆς ἀπαγγείλαντος, ὅτι κατὰ τὴν γνώμην τοῦ Προεδρείου ἡ χθεσινὴ ψηφοφορία κατέληξεν εἰς τὸ ἀποτέλεσμα... ποῖον νομίζετε, Κύριοι; ὅτι ἠκυρώθη ἡ ἐκλογὴ τοῦ κ. Πολυχρονιάδου!

§23Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι φανερόν.

§24Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς εὑρίσκει, ὅτι τὸ πρᾶγμα εἶναι πολὺ φανερόν· καὶ εἶχον ἐπιθυμίαν νὰ ἀκούσω αὐτὸν ἀναπτύσσοντα τὰς γνώμας του, διὰ νὰ ἴδω, πῶς κατορθοῖ νὰ εὑρίσκῃ φανερὰν λύσιν ἀντίθετον ἐκείνης, τὴν ὁποίαν ἐπιτακτικὴ διάταξις τοῦ Συντάγματος καὶ τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς ἐπιβάλλει. Δὲν πρέπει, Κύριοι, προκειμένου περὶ τοιούτων θεμάτων, ὅταν ἔχωμεν τὸ ἀποτέλεσμα μιᾶς ψηφοφορίας, ἡ ὁποία δὲν παρέχει ἐλπίδας ἄλλας ἐκείνων, τὰς ὁποίας κατέδειξεν ἡ ψηφοφορία, οὔτε εἰς τὴν πτέρυγα ταύτην, οὔτε εἰς τὴν πτέρυγα ἐκείνην (δεικνύει τὴν δεξιὰν καὶ τὴν ἀριστερὰν), δὲν εἶναι πρέπον νὰ διαστρέφωμεν ῥητὸν γράμμα τοῦ Συντάγματος. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον μένει ἐξεταστέον ἴσως διὰ τοὺς μὴ θέλοντας νὰ ἐγκύψωσιν εἰς τὴν λογικὴν καὶ γραμματικὴν ἑρμηνείαν τοῦ Συντάγματος καὶ τοῦ Κανονισμοῦ, εἶναι τοῦτο: ποία τις ἆρά γε εἶναι ἡ πρότασις ἡ ψηφοφορηθεῖσα; Ἡ λύσις τοῦ ζητήματος τούτου, ὁποία δηλαδὴ εἶναι ἡ πρότασις, ἐφ’ ἧς ἐκλήθη ν’ ἀποφασίσῃ ἡ Βουλή, θέλει ἐπιζητηθῆ καθ’ ὃν τρόπον ἡ λογικὴ καὶ ἡ ἀνάγκη τῶν πραγμάτων ἐπιβάλλει. Εἶναι γνωστόν, Κύριοι, ὅτι, κατὰ τὰς διατάξεις τῶν κειμένων ἐκλογικῶν νόμων, μετὰ τὰς γενομένας ἐκλογὰς ἐπέρχεται ἡ ἀνακήρυξις τῶν ἐπιτυχόντων ὑποψηφίων· ἡ δικαστικὴ ἀπόφασις, ἡ ἀνακηρύττουσα ὡς ἐπιτυχόντας τοὺς ὑποψηφίους, ἀποτελεῖ τὸ πληρεξούσιον καὶ τὸ εἰσιτήριον, δι’ οὗ εἰσέρχεταί τις εἰς τὴν Βουλήν. Ὑπὲρ δὲ τῆς νομιμότητος τῆς ἐκλογῆς καὶ τοῦ ἀληθοῦς τῆς ἀντιπροσωπείας τοῦ προσάγοντος τὸ τοιοῦτον πληρεξούσιον ὑπάρχει τοσοῦτον μέγα τεκμήριον, ὥστε δύναμαι νὰ εἴπω, ὅτι τοῦτο προσεγγίζει εἰς τὴν ἀλήθειαν. Καὶ εἶναι καταφανὲς, ὅτι προσεγγίζει πρὸς τὴν ἀλήθειαν, διότι μεταξὺ τόσων Βουλευτῶν ἐλάχιστα μόνον πληρεξούσια προσβάλλονται. Τὸ Σύνταγμα ἐν ἄρθρῳ 73 εἰς τὴν Βουλὴν ἀνέθετο τὸ καθῆκον καὶ τὸ δικαίωμα ν’ ἀποφαίνηται ἐπὶ τῶν προβαλλομένων ἀμφισβητήσεων κατὰ τὴν ἐξέλεγξιν τῶν πληρεξουσίων. Ὁ κ. Πολυχρονιάδης ἄρα ἔχει, ὡς πάντες ἡμεῖς, ὑπὲρ ἑαυτοῦ τὸ ἐκ τῆς ἐκλογῆς καὶ τῆς ἀνακηρύξεώς του τεκμήριον, ὥστε εἶναι ὁ νόμιμος βουλευτὴς τῆς ἐπαρχίας Αἰγιαλείας, ἔχων τὰ πρὸς τοῦτο ἀπαιτούμενα προσόντα. Ἂς ἐξετάσωμεν ἤδη, ὁποίαν τῆς Βουλῆς ἀπόφασιν προκαλεῖ ἡ ὑποβαλλομένη πρότασις. Ἡ ὑποβαλλομένη πρότασις συγκρούεται ἀκριβῶς πρὸς τὸ τεκμήριον τοῦτο, καὶ ἔρχεται νὰ ἀρνηθῇ τὴν ἀλήθειαν τοῦ τεκμηρίου. Αὐτὴ εἶναι ἡ πρότασις, τὴν ὁποίαν κατὰ τὸ ἄρθρον 73 τοῦ Συντάγματος ἐξετάζει ἡ Βουλή, ἐξετάζουσα τὸ κῦρος καὶ τὴν νομιμότητα τοῦ πληρεξουσίου τοῦ Βουλευτοῦ. Ἔρχεται νὰ ἐξετάσῃ, ἐὰν τὸ τεκμήριον τοῦτο θὰ παραμείνῃ ὡς καθεστὼς, ἢ θὰ μεταβληθῇ ἢ θὰ ἀνατραπῇ. Ὑπὲρ τοῦ κ. Πολυχρονιάδου ὑπάρχει ἓν καθεστώς. Ὅταν λοιπὸν τίθεται οὕτω τὸ ζήτημα εἰς τὴν Βουλήν, καὶ ἡ Βουλὴ ἀποφαίνηται δι’ ἰσοψηφίας, ὅτι τὸ τεκμήριον πρέπει νὰ παραμείνῃ, ἡ δὲ ἐναντία πρὸς τὸ τεκμήριον πρότασις δέον ν’ ἀπορριφθῇ, ὡς ἄμεσον ἀποτέλεσμα ἔχει ἡ ἀπόφασις αὕτη τῆς Βουλῆς τὴν ἐπικύρωσιν τῆς ἐκλογῆς. Δὲν εἶναι δυνατόν, Κύριοι, νὰ ὑπάρξῃ περὶ τούτου οὐδεμία ἀμφιβολία. Δὲν νομίζω, ὅτι θὰ εὑρεθῇ μεταξὺ ὑμῶν τις, ὁ ὁποῖος δύναται ν’ ἀντιτάξῃ κατὰ τῶν ἐπιχειρημάτων τούτων, τὰ ὁποῖα ἀπορρέουσιν οὐχὶ μόνον ἐκ τοῦ πνεύματος, ἀλλὰ καὶ ἐκ τοῦ γράμματος τοῦ Συντάγματος, οἱανδήποτε ἀντίρρησιν. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ τις, ὁ ὁποῖος θ’ ἀντιτάξῃ ἐναντίαν γνώμην. Καὶ ἐπεθύμουν ν’ ἀκούσω τὸν κύριον Βουλευτὴν ἐξ Ἀττικῆς, τἀναντία φρονοῦντα καὶ τἀναντία ὑποστηρίζοντα, διὰ νὰ ἴδω, ἐὰν θὰ δυνηθῇ νὰ δικαιολογήσῃ ἑαυτὸν καὶ νὰ συμβιβάσῃ τὴν σημερινὴν στάσιν του πρὸς τὰς ἀρχὰς, τὰς ὁποίας ἀνεκήρυξεν, εἰσερχόμενος ἐντὸς τῆς Βουλῆς, ὅτι θέλει μεριμνήσει, ὅπως τηρηθῶσι καὶ μὴ προσβληθῶσιν οἱ θεσμοὶ τοῦ Κράτους! Λέγω λοιπὸν, Κύριοι, ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, τὸ καθῆκον τὸ ὁποῖον παρέλειψε νὰ ἐκπληρώσῃ χθὲς, ἔχει ὑποχρέωσιν νὰ τὸ ἐκπληρώσῃ σήμερον, καὶ πρὸς τὴν ἐκπλήρωσιν τοῦ καθήκοντος τούτου πρέπει νὰ προσκαλέσῃ αὐτὸν ἡ Βουλή, ἵνα ἀποφανθῇ, ὅτι διὰ τῆς χθεσινῆς ψηφοφορίας ἡ Βουλὴ ἀπεφήνατο, ὅτι ὁ κ. Πολυχρονιάδης εἶναι νόμιμος βουλευτὴς τῆς ἐπαρχίας Αἰγιαλείας.

§25Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Μὴ ἆρά γε ἐγὼ ἐκ βαρυηκοΐας δὲν ἤκουσα χθὲς, διότι ἴσως ὁ τόνος τῆς φωνῆς τοῦ κ. Προέδρου ἦτο χαμηλός, καὶ ἀκούω σήμερον, ὅτι τὸ Προεδρεῖον ἔδωκεν ἑρμηνείαν ὅτι ἦτο ἀκυρωτικὴ ἡ ψηφοφορία τῆς χθές; Νομίζω ὅτι τὸ Προεδρεῖον περιέπεσεν εἰς ἀντίφασιν· διότι, ἐὰν τὸ Προεδρεῖον τοιαύτην εἶχε γνώμην, δὲν ἔπρεπε νὰ ἀναγνωσθῇ τὸ ὄνομα τοῦ κ. Πολυχρονιάδου σήμερον.

§26Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐθαύμασα ἀληθῶς τὴν δεινότητα, ἀλλὰ καὶ τὸ θάρρος τοῦ ἐκ Λεβαδείας ἀξιοτίμου συναδέλφου, προσπαθήσαντος, εἰς σαφὲς γράμμα καὶ τοῦ Συντάγματος καὶ τοῦ Κανονισμοῦ νὰ δώσῃ ὅλως διόλου ἐναντίαν ἔννοιαν. Ὁ Κανονισμὸς καὶ τὸ Σύνταγμα λέγουσι ῥητῶς, ὅτι ἐν περιπτώσει ἰσοψηφίας ἡ πρότασις ἀπορρίπτεται. Δὲν ἔχομεν λοιπὸν ἢ νὰ ἐξετάσωμεν, ποία ἦτο ἡ ὑποβληθεῖσα εἰς ψηφοφορίαν πρότασις. Ἐγένετο μακρὰ καὶ θορυβώδης συζήτησις ἐπὶ τῆς ἐκλογῆς Αἰγιαλείας· ὑμεῖς ἰσχυρίζεσθε, ὅτι ὁ βουλευτὴς ὁ ἐκλεγεὶς τῆς ἐπαρχίας Αἰγιαλείας κ. Πολυχρονιάδης ἔχει τὴν νόμιμον ἡλικίαν, τὴν ὁποίαν ἀπαιτεῖ τὸ Σύνταγμα· ἡμεῖς ἐντεῦθεν ἐλέγομεν, ὅτι ὁ κ. Πολυχρονιάδης δὲν ἔχει τὴν ἡλικίαν ταύτην· ἐγένετο δὲ συζήτησις μακρὰ περὶ τῶν πιστοποιητικῶν τῶν ἱερέων καὶ τοῦ γάμου, ἐγένετο μακρὰ συζήτησις καὶ περὶ τῆς θέσεως τοῦ ζητήματος, καὶ μετὰ λογομαχίαν σφοδρὰν καὶ ἡμεῖς καὶ σεῖς παρεδέχθημεν μίαν πρότασιν· ποίαν; τὴν πρότασιν, τὴν ὁποίαν ἔθετο εἰς ψηφοφορίαν ὁ κ. Πρόεδρος, τὴν πρότασιν τοῦ κ. ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτοῦ. Ταῦτα οὐδεὶς δύναται νὰ διαψεύσῃ, εἰμὴ μὲ κίνδυνον νὰ ἐκθέσῃ τὴν ἰδίαν ὑπόληψιν· δὲν δύναται νὰ διαψεύσῃ, ὅτι ἡ πρότασις ἡ ὑποβληθεῖσα χθὲς εἶχεν ἐπὶ λέξει οὕτως, ὡς ἐξάγεται ἐκ τῶν ἐπισήμων πρακτικῶν: «Οἱ παραδεχόμενοι, ὅτι ὁ ἐκλεγεὶς βουλευτὴς Αἰγιαλείας κ. Πολυχρονιάδης ἔχει τὸ ὑπὸ τοῦ ἄρθρου 70 τοῦ Συντάγματος προσὸν τῆς ἡλικίας λέγουσι Ναὶ, οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουσιν Ὄχι». Ὑμεῖς, οἱ ὁποῖοι εἴπετε Ναὶ, τί παρεδέχθητε; ὅτι ὁ κ. Πολυχρονιάδης ἔχει τὸ προσὸν τῆς ἡλικίας. Ὑποθέσωμεν πρὸς στιγμὴν, ὅτι εἰς τοὺς 107 τοὺς ψηφίσαντας Ὄχι προσετίθετο μία ψῆφος· τί θὰ ἐγίνετο; ἡ πρότασις ἤθελεν ἀπορριφθῆ, δηλαδὴ ὁ κ. Πολυχρονιάδης δὲν θὰ εἶχε τὰ προσόντα. Τὸ αὐτὸ συμβαίνει καὶ ἐν ἰσοψηφίᾳ· ἡ πρότασις ἀπορρίπτεται. Ὁ Κανονισμὸς εἶναι ῥητός· καὶ ἀπορῶ μὰ τὴν ἀλήθειαν, πόθεν ἀντλοῦσί τινες τὸ θάρρος τῆς διαστροφῆς τῆς σαφοῦς τοῦ Κανονισμοῦ ἐννοίας ἐπὶ τοῦ προκειμένου. Βλέπετε λοιπόν, κύριε Βουλευτὰ ἐκ Λεβαδείας, ὅτι συμφώνως πρὸς τὸν ὅρκον, τὸν ὁποῖον ἔδωκα, καταγίνομαι εἰς τὸ νὰ συστήσω καὶ εἰς ὑμᾶς καὶ εἰς τοὺς ἄλλους τὴν ἀκριβῆ τήρησιν τοῦ Συντάγματος καὶ τοῦ Κανονισμοῦ.

§27Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Εἶχον, Κύριοι, τὴν περιέργειαν νὰ μελετήσω τοὺς φακέλους ἁπασῶν τῶν ἐκλογῶν, αἵτινες περιεῖχον ἐνστάσεις περὶ τῆς ἡλικίας Βουλευτῶν τινων. Ἐκ τῆς μελέτης δὲ ταύτης ἀπεκόμισα τὴν πεποίθησιν τὴν ἀκράδαντον, ὅτι σχεδὸν πᾶσαι αἱ ἐκλογαί, ὧν τὸ κῦρος προσεβλήθη λόγῳ βουλευτικῆς ἀνικανότητος, δὲν δύνανται νὰ ἐπικυρωθῶσιν· ἐσχημάτισα, λέγω, τὴν πεποίθησιν, ὅτι σχεδὸν πᾶσαι αἱ ἐνστάσεις αὗται ἦσαν πραγματικαὶ καὶ ἀληθεῖς. Τοῦτο μὲ ἤγαγεν εἰς τὴν γνώμην καὶ τὴν ἀπόφασιν νὰ ψηφίσω καὶ περὶ τῆς ἐκλογῆς Αἰγιαλείας, καθ’ ὃν τρόπον ἐψήφισα, τουτέστι νὰ ἀρνηθῶ εἰς τὸν ἐκλεχθέντα Βουλευτὴν τὸ δικαίωμα νὰ παρίσταται καὶ συνεδρεύῃ μεθ’ ἡμῶν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ. Ἤμην δὲ ἐν τῇ ἀποφάσει, καὶ ἐξακολουθῶ νὰ ἦμαι ἐν ταύτῃ, μέχρις ὅτου πεισθῶ περὶ τοῦ ἐναντίου, καὶ περὶ τῶν ἄλλων σχεδὸν ἁπασῶν τῶν ἐκλογῶν, ὧν προσβάλλεται τὸ κῦρος λόγῳ ἐλλείψεως τῆς ἡλικίας, νὰ ψηφίσω κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον, καὶ θέλω ψηφίσει κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον, ἐὰν δὲν πεισθῶ περὶ τοῦ ἐναντίου. Συμβαίνει μάλιστα, τὰ πιστοποιητικά, τὰ προσαχθέντα πρὸς ἀπόδειξιν τῆς ἀνηλικότητος καὶ τῶν ἄλλων κυρίων Βουλευτῶν, νὰ ἦναι σχεδὸν ὅμοια καὶ ἀπαράλλακτα πρὸς τὰ πιστοποιητικὰ ἐκεῖνα, ἅτινα προσήχθησαν πρὸς ἀπόδειξιν τῆς ἀνηλικότητος τοῦ κ. Πολυχρονιάδου. Διὰ τοῦτο παρετήρησα κατά τινα τῶν προηγουμένων συνεδριάσεων, καὶ ἔλεγον πρὸς τὴν Βουλήν, ἔχων ὑπ’ ὄψιν μου τὴν παρελθοῦσαν ἱστορίαν τῶν Ἑλληνικῶν Βουλῶν, ὅτι δέον πολὺ νὰ προσέξωμεν, συζητοῦντες τὴν ἐκλογὴν Αἰγιαλείας, μήπως περιπέσωμεν εἰς ἀντιφάσεις, αἵτινες ἤθελον ἐλαττώσει τὸ κῦρος καὶ τὴν σοβαρότητα τῆς Βουλῆς. Ἐὰν, ἀπὸ τοῦ 1881 ἔτους συνεδρεύων μεθ’ ὑμῶν, κύριοι Βουλευταί, ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, δὲν κατώρθωσα νὰ μάθω ἄλλο τι, πιστεύω ὅμως, ὅτι θέλετε συνομολογήσει μετ’ ἐμοῦ ὅτι κατώρθωσα νὰ ἐννοήσω, ὅτι αἱ ἐκλογαὶ δὲν συζητοῦνται συλλήβδην, ἀλλ’ ἑκάστη χωριστὰ καὶ ἰδίᾳ. Ἦτο λοιπόν, νομίζω, περιττὸν νὰ λεχθῇ, ἢ νὰ γραφῇ, ὅτι πρωτοφανὴς ἦτο ἡ γνώμη μου, ζητοῦντος δῆθεν νὰ ψηφισθῶσι πᾶσαι αἱ ἐκλογαὶ ὁμοῦ, διότι τοιοῦτόν τι οὐδὲ ἐγὼ, οὐδὲ ἄλλος τις ἐδύνατό ποτε νὰ προτείνῃ. Ἠθέλησα μόνον νὰ καταστήσω προσεκτικὴν τὴν Βουλήν, καὶ νὰ εἴπω πρὸς τοὺς κυρίους συναδέλφους, ὅτι τὰ πιστοποιητικὰ, ἅτινα προσάγονται κατὰ τοῦ Βουλευτοῦ Αἰγιαλείας, οὐδαμῶς σχεδὸν διαφέρουσι τῶν πιστοποιητικῶν, ἅτινα προσάγονται πρὸς ἀπόδειξιν τῆς ἀνηλικότητος ἄλλων Βουλευτῶν. Τοῦτο ἁπλῶς ἠθέλησα νὰ εἴπω. Εἶχον λοιπὸν σχηματίσει τὴν ἰδέαν καὶ τὴν ἀκράδαντον πεποίθησιν, ὅτι ὁ Βουλευτὴς Αἰγιαλείας δὲν κέκτηται τὴν ὑπὸ τοῦ Συντάγματος ὁριζομένην ἡλικίαν τῶν 30 ἐτῶν. Βεβαίως, Κύριοι, καὶ παρ’ ἡμῖν ἔν τε τῇ Ποινικῇ Δικονομίᾳ καὶ ἐν τῇ Δικονομίᾳ τῇ Βουλευτικῇ ὀρθῶς καὶ δικαίως δὲν ὑπάρχουσιν οἱ λεγόμενοι κανόνες τῶν νομικῶν ἀποδείξεων, κανόνες ἀνελεύθεροι καὶ ὀπισθοδρομικοί. Ἔν τε τῇ Ποινικῇ Δικαιοσύνῃ καὶ ἐν τῇ Δικαιοσύνῃ τῆς Βουλῆς κανόνες νομικῶν ἀποδείξεων βεβαίως δὲν ἦτο δυνατὸν ν’ ἀναγραφῶσιν, —ἤθελον ἀντιβαίνει πρὸς τὴν πρόοδον τῆς ἐπιστήμης, ἤθελον ἀντιβαίνει πρὸς τὴν πρόοδον τοῦ πολιτισμοῦ,— ἀλλ’ ἕκαστος κατ’ ἰδίαν κρίσιν σχηματίζει πεποίθησιν τοιαύτην ἢ τοιαύτην. Ὁμολογῶ, Κύριοι, ὅτι, ὅτε ἀνεγίνωσκον τὰ ἔγγραφα τὰ προσαχθέντα περὶ τῆς ἐκλογῆς Αἰγιαλείας, τὰ προσαγόμενα κατὰ τῆς βουλευτικῆς ἀνηλικότητος τοῦ ἐξ Αἰγιαλείας Βουλευτοῦ, ἐσχημάτισα τὴν ἀκράδαντον πεποίθησιν, ὅτι ὁ κ. Βουλευτὴς δὲν κέκτηται τὴν ἡλικίαν τῶν 30 ἐτῶν. Ἀλλὰ τοιαύτην γνώμην ἐσχημάτισα σχεδὸν καὶ περὶ πασῶν τῶν ἐκλογῶν, τῶν εἰς ὁμοίας κατηγορίας ὑποκειμένων. Ὅτε δὲ ἤκουσα τὰ πρὸς ὑποστήριξιν τῆς μὴ ἀνηλικότητος τῆς βουλευτικῆς τοῦ κ. Βουλευτοῦ προσαχθέντα ἔγγραφα, τὰ χθὲς παρὰ τοῦ ἐκ Μεγαρίδος κυρίου συναδέλφου ἀναγνωσθέντα, ἐνισχύθη καὶ ἐν ἐμοὶ ἡ πεποίθησις, ὅτι δέον ν’ ἀκυρωθῇ ἡ ἐκλογὴ αὕτη, διότι ἐσχημάτισα τὴν ἰδέαν, ὅτι τὰ ἔγγραφα ταῦτα ἦσαν ψευδῆ, καὶ οὐχὶ ἄξια μελέτης ὑπὸ τῆς Βουλῆς. Δὲν μετέβαλον γνώμην. Ποτὲ δὲν ἐσχημάτισα τὴν ἰδέαν, ὅτι ὁ Βουλευτὴς Αἰγιαλείας ἔχει τὴν ἡλικίαν τῶν 30 ἐτῶν. Ἐγὼ ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι τὴν ἡλικίαν τῶν 30 ἐτῶν δὲν θέλει ἔχει ἴσως οὐδὲ κατὰ τὴν μέλλουσαν νὰ συνέλθῃ Βουλὴν μετὰ τέσσαρα ἔτη. Ἀλλὰ λέγω, ὅτι, ὅτε ἤκουσα τὰ ὑποβληθέντα ἔγγραφα, ἐπείσθην ἔτι περισσότερον περὶ τῆς γνώμης μου, ὅτι ὁ κ. Βουλευτὴς εἶναι βουλευτικῶς ἀνήλικος. Ἀλλὰ, Κύριοι, μετὰ τὰ χθὲς λαβόντα χώραν, ἐγείρεται ζήτημα ἐπίμαχον, ὁποία τις ἆρα εἶναι ἡ γνώμη τῆς Βουλῆς; Εἶναι ἐκείνη, ἣν ἐξήγγειλεν ὡς ἰδίαν γνώμην ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, ἢ εἶναι ἀκριβῶς ἡ ἀντίθετος; Περὶ τούτων, κύριοι συνάδελφοι, ἐπιτρέψατέ μοι νὰ ἐκφράσω γνώμην. Ἐν ἄλλοις Κοινοβουλίοις, ὡς ἐν παραδείγματι ἐν τῷ Ἀγγλικῷ, τὸ ζήτημα τῆς ἰσοψηφίας δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀναφυῇ καθ’ οἷον ἐνταῦθα τρόπον, διότι ἐκεῖ ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, ὁ μὴ ψηφίζων, ἔχει γνώμην ἐν ἰσοψηφίᾳ, καὶ ἡ γνώμη αὐτοῦ εἶναι ἡ νικῶσα. Δὲν γνωρίζω, ἐὰν ἐν τῷ ἡμετέρῳ Κοινοβουλίῳ ἤθελεν εἶσθαι ἀσφαλὴς γνώμη κατὰ τὰς ἑκάστοτε περιστάσεις ἡ τοιαύτη γνώμη τῶν Προέδρων τῆς Βουλῆς, χωρὶς βεβαίως, δι’ ὧν λέγω, νὰ θέλω νὰ κλονίσω οὐδὲ τὸ κῦρος αὐτῶν, οὐδὲ τὴν εἰλικρινῆ γνώμην. Ὅπως δὲν γνωρίζω, ἐὰν ὁ Ἕλλην δικαστὴς δύναται νὰ παραβληθῇ πρὸς τὸν Ἄγγλον δικαστήν. Καὶ διὰ τοῦτο πολὺ ἀμφιβάλλω, ἂν ἤθελεν εἶσθαι ὀρθὸν καὶ δίκαιον νὰ ἀνετίθετο ἡ ἐκδίκασις σοβαρῶν ὑποθέσεων εἰς ἕνα καὶ μόνον δικαστὴν, ὡς συμβαίνει κατὰ πολὺ ἐν Ἀγγλίᾳ. Ἀλλ’ ὅπως δήποτε ἐκεῖ τὸ ζήτημα τοῦτο τῆς ἰσοψηφίας δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀναφανῇ. Ἔρχομαι εἰδικῶς εἰς τὸ ἀπασχολοῦν ἡμᾶς ζήτημα. Κατὰ ποῖον ἆρά τινα τρόπον διεξάγει ἡ Βουλὴ τὰ ἔργα τοῦ ἐλέγχου τῶν ἐκλογῶν; Εἶναι γνωστὸν καὶ πρόδηλον, καὶ ἔχομεν τὴν ἀπόφασιν τὴν λαϊκὴν, ἔχομεν τὸ τεκμήριον, ὅτι οἱ παριστάμενοι ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ εἶναι ἅπαντες Βουλευταὶ, νομίμως ἐκλελεγμένοι. Αἱ ἐκλογαὶ παραπέμπονται εἰς τὰ τμήματα, ἐκεῖ συζητοῦνται, ἐκεῖ καταρτίζεται ἡ προκαταρκτικὴ γνώμη τῆς Βουλῆς. Εἶναι, οὕτως εἰπεῖν, ἓν βούλευμα δικαστικὸν, ὅπερ πρόκειται νὰ ὑποβληθῇ εἰς τὴν κρίσιν ὁλοκλήρου τοῦ Δικαστηρίου. Αὐτὴ, Κύριοι, εἶναι ἡ βάσις, ἐφ’ ἧς μέλλομεν νὰ συζητήσωμεν, ἐξελέγχοντες τὰς ἐκλογάς: εἶναι ἡ γνώμη τοῦ τμήματος τῆς Βουλῆς, ἥτις γνώμη ἐκφράζεται δι’ ὡρισμένων λέξεων, διὰ τῆς προτάσεως τοῦ τμήματος τῆς Βουλῆς. Ἐὰν ἀνατρέξητε εἰς τὰ τεύχη, τὰ περιέχοντα τὰς ἐκθέσεις τῶν Βουλευτικῶν ἐκλογῶν, ἅπαντα, ἐὰν ἀνατρέξητε εἰς τὸ τεῦχος τὸ περὶ τῶν ἐκλογῶν τῆς σήμερον, θέλετε ἴδει, ὅτι τὰ τμήματα, κατὰ τὸ πλεῖστον, ἐκφράζουσι τὴν γνώμην αὐτῶν διὰ προτάσεων (ἀναγινώσκει): Ἐκλογὴ Ἀγυιᾶς: «... προτείνει τὴν ἐπικύρωσιν αὐτῆς καὶ τὴν ἀναγνώρισιν ὡς νομίμων Βουλευτῶν κτλ.» — Ἐκλογὴ Ἁλμυροῦ: «Τὸ τμῆμα προτείνει τὴν ἐπικύρωσιν τῆς ἐκλογῆς Ἁλμυροῦ». — Ἐκλογὴ Ἄνδρου· «Τὸ τμῆμα προτείνει νὰ ἐπικυρωθῇ ἡ ἐκλογὴ τῆς Ἄνδρου». — Ἐκλογὴ Ἄργους: «... λαμβάνει τὴν τιμὴν νὰ προτείνει πρὸς τὴν Βουλὴν τὴν ἐπικύρωσιν αὐτῆς». — Ἐκλογὴ Ἀττικῆς: «προτείνει εἰς τὴν Βουλὴν τὴν ἐπικύρωσιν αὐτῆς». — Ἐκλογὴ Βάλτου: «προτείνει κατὰ πλειονοψηφίαν τὴν ἐπικύρωσιν τῆς ἐκλογῆς». — Ἐκλογὴ Βόλου: «προτείνει τὴν ἐπικύρωσιν αὐτῆς»... Καὶ οὕτω καθεξῆς.

§28Ι. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐκλογὴ Αἰγιαλείας;

§29Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Παρακαλῶ. Αὐτὴ, Κύριοι, εἶναι ἡ βάσις, ἐφ’ ἧς ἡμεῖς ἔχομεν νὰ συζητήσωμεν. Ἤχθη ἐντὸς τῆς αἰθούσης ἡ ἐκλογὴ τῆς Αἰγιαλείας. Μακρὰ καὶ πεφωτισμένη ὁμολογουμένως, καίπερ πείσμων, συζήτησις ἐπηκολούθησεν· αἱ γνῶμαι ἐδιχάσθησαν· ἀποτέλεσμα τῆς συζητήσεως ὑπῆρξε μία πρότασις, διατυπωθεῖσα ὑπὸ τοῦ εὐγενοῦς ἐξ Ἀττικῆς συμπολίτου μου, τοῦ βουλευτοῦ κ. Ράλλη. Ποία εἶναι ἡ πρότασις αὕτη; (ἀναγινώσκει): «Οἱ παραδεχόμενοι, ὅτι ὁ ἐκλεχθεὶς βουλευτὴς Αἰγιαλείας κ. Πολυχρονιάδης ἔχει τὸ ὑπὸ τοῦ ἄρθρου 70 τοῦ Συντάγματος προσὸν τῆς ἡλικίας λέγουσι Ναὶ, οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουσιν Ὂχι.» Περιέχει ἀκριβῶς ἡ ἔκφρασις τῶν λέξεων τούτων τὴν ἔννοιαν τῆς προτάσεως; Μήπως περιέχει τὴν ἔννοιαν τῆς ἐρωτήσεως; Μήπως περιέχει δύο προτάσεις; Περὶ τούτου πρόκειται, καὶ εἰς τοῦτο παρακαλῶ καὶ ἐπικαλοῦμαι τὴν ὑμετέραν προσοχὴν, διότι ὁμολογουμένως τὸ ζήτημα εἶναι ἄξιον ἐξετάσεως. Ὑποθέσωμεν, ὅτι ὁ εὐγενὴς ἐξ Ἀττικῆς συμπολίτης μου προέβαλλε τὴν ἑξῆς πρότασιν: «Ἡ Βουλὴ μετὰ τὰ λεχθέντα ἀποφαίνεται, ὅτι ὁ κ. Πολυχρονιάδης κέκτηται τὴν νόμιμον ἡλικίαν». Τοιαύτην ὅμως πρότασιν δὲν ἐδύνατο νὰ ὑποβάλῃ, διότι εἶχεν ἀντίθετον πρὸς αὐτὴν γνώμην. Ὑποθέσωμεν, ὅτι τις τῶν κυρίων συναδέλφων, τῶν παρακαθημένων ἐν τῇ πτέρυγι ὑμῶν, Κύριοι, προέβαλλε τὴν πρότασιν ταύτην: «Ἡ Βουλὴ μετὰ τὰ λεχθέντα ἀποφαίνεται, ὅτι ὁ κ. Πολυχρονιάδης κέκτηται τὴν νόμιμον ἡλικίαν»· ἐπηκολούθει ψηφοφορία, καὶ μετὰ τὴν ψηφοφορίαν ἰσοψηφία. Ποῖον θὰ ἦτο τὸ ἀποτέλεσμα; ὅτι ἡ πρότασις ἀπερρίφθη· ἄρα ὁ κ. Πολυχρονιάδης δὲν κέκτηται τὸ ὑπὸ τοῦ Συντάγματος ἀπαιτούμενον προσὸν, τὴν νόμιμον ἡλικίαν. Ὑποθέσωμεν, ὅτι ὑπεβάλλετο κατ’ ἀντίθετον τρόπον ἡ πρότασις: «Ἡ Βουλὴ μετὰ τὰ λεχθέντα ἀποφαίνεται, ὅτι ὁ κ. Πολυχρονιάδης δὲν κέκτηται τὴν νόμιμον ἡλικίαν». Ψηφοφορία. Ἰσοψηφία. Ἀπορρίπτεται. Ἄρα κέκτηται τὴν νόμιμον ἡλικίαν. Ἐὰν τοιουτοτρόπως ἐτίθετο ἑκατέρα τῶν προτάσεων, καὶ ἡ Βουλὴ ἤρχετο εἰς ἰσοψηφίαν, ἐὰν μὲν ἡ πρότασις ἦτο θετικὴ, ὁ κ. Πολυχρονιάδης ἤθελεν ἐκβληθῆ τῆς Βουλῆς, ἐὰν δὲ ἦτο ἀρνητικὴ, ὁ κ. Πολυχρονιάδης ἤθελεν ἐξακολουθήσει νὰ συνεδρεύῃ μεθ’ ἡμῶν ἐν τῇ Βουλῇ. Ἀλλ’ ὡς Κύριοι, ὑπεβλήθη ἡ πρότασις, περιέχει καὶ τὰς δύο ἐννοίας, περιέχει καὶ τὸ ἔγκυρον καὶ τὸ ἄκυρον τῆς ἐκλογῆς. Βεβαίως δὲν εἶναι μονομερὴς, εἶναι διφυής. Ἐὰν ἐγὼ ἐφανταζόμην, ὅτι ἡ Βουλὴ, κατὰ παράδοξον ἀληθῶς σύμπτωσιν, ἤθελεν εὑρεθῆ ἐν ἰσοψηφίᾳ, ἐπειδὴ ἐφρόνουν καὶ φρονῶ, ὅτι ὁ κ. Πολυχρονιάδης ἐπ’ οὐδενὶ λόγῳ ἔπρεπε νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὴν Βουλὴν ὡς βουλευτικῶς ἐνήλικος, ἤθελον ἐγερθῆ, καὶ ἤθελον προλάβει τὸν ἀπειληθέντα κίνδυνον τοῦ νὰ συνεδρεύῃ μεθ’ ἡμῶν Βουλευτὴς, ὅστις ἀναμφισβητήτως δὲν κέκτηται τὴν νόμιμον ἡλικίαν· ἀλλ’ οὐδεὶς βεβαίως δύναται νὰ μαντεύῃ τὰ μέλλοντα νὰ συμβαίνωσι, πρὸ πάντων δὲ τὰ μέλλοντα νὰ συμβαίνωσιν ἐν τῇ Βουλῇ. Ἀλλ’ ὁπωσδήποτε, Κύριοι, δὲν ἔχομεν πρότασιν μονομερῆ, ἣν ἐψήφισεν ἡ Βουλή· ἔχομεν πρότασιν διφυᾶ, ἔχομεν δύο προτάσεις. Ποῖαι εἶναι αὗται; «Οἱ παραδεχόμενοι, ὅτι ὁ ἕτερος τῶν Βουλευτῶν Αἰγιαλείας, ὁ κ. Πολυχρονιάδης, ἔχει τὸ ὑπὸ τοῦ ἄρθρου 70 τοῦ Συντάγματος ὁριζόμενον προσὸν τῆς ἡλικίας λέγουσι Ναὶ, οἱ μὴ παραδεχόμενοι, ὅτι ὁ κ. Πολυχρονιάδης κέκτηται τὸ ὑπὸ τοῦ ἄρθρου 70 τοῦ Συντάγματος ὁριζόμενον προσὸν τῆς ἡλικίας, λέγουσιν Ὄχι». Τί ἐψηφίσατε; Οἱ μὲν 107 ἐψήφισαν τὸ ἓν μέρος τῆς προτάσεως, οἱ δὲ 107 τὸ ἕτερον μέρος αὐτῆς, ἄρα δὲν ἔχομεν οὐδὲ θετικῶς, οὐδὲ ἀρνητικῶς ἐκπεφρασμένην γνώμην. Ἐὰν ἐτίθετο ἡ πρότασις, ἐπαναλέγω, ἵνα ἦμαι ἴσως σαφέστερος, —ἂν δὲν κατώρθωσα νὰ ἐκφράσω τὰ διανοήματά μου,—ἐὰν ἡ Βουλὴ ἔλεγε: «μετὰ τὰ λεχθέντα ἡ Βουλὴ παραδέχεται, ὅτι ὁ κύριος Πολυχρονιάδης ἔχει τὴν νόμιμον ἡλικίαν», καὶ ἐπήρχετο ἰσοψηφία, ὁ κ. Πολυχρονιάδης δὲν ἤθελεν ἔχει τὴν ἡλικίαν αὐτήν. Ἐὰν ἐτίθετο ἡ ἀντίθετος πρότασις, καὶ ἐπήρχετο ἰσοψηφία, ὁ κ. Πολυχρονιάδης θὰ εἶχε τὴν νόμιμον ἡλικίαν. Οὕτω, Κύριοι, τιθεμένου τοῦ ζητήματος παρ’ ἐμοῦ, ὅστις ἐκφράζω μόνον τὴν ἀτομικήν μου γνώμην, ἀμφιβάλλω, ἂν εἶναι εὔκολον νὰ ἀποδείξῃ τις τὸ ἐναντίον. Μετὰ πολλῆς περιεργείας καὶ εὐχαριστήσεως ἅμα ἤθελον ἀκούσει ἀνατρεπόμενα τὰ ἐπιχειρήματά μου, ἵνα δυνηθῶ νὰ ψηφίσω συμφώνως πρὸς τὴν πρώτην γνώμην μου, καθ’ ἣν ὁ κ. Πολυχρονιάδης ἐπ’ οὐδενὶ λόγῳ δύναται νὰ συνεδρεύῃ μεθ’ ἡμῶν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ. Ἀλλὰ, Κύριοι, θέλομεν ἆρά γε συγκαλύψει τὴν γενικὴν ἀρχὴν τοῦ Δικαίου, τὴν γενικὴν ἀρχὴν τῆς ἀνθρωπότητος αὐτῆς, καθ’ ἣν αἱ ἀμφιβολίαι εἶναι ὑπὲρ τοῦ κατηγορουμένου;...

§30Ν. ΓΟΥΛΙΜΗΣ. Εἴμεθα δικασταὶ, καὶ μᾶς λείπει ἡ ψῆφος τῆς Ἀθηνᾶς!

§31Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Βεβαίως κατὰ τὴν περίστασιν ταύτην οὐδὲν ἄλλο εἴμεθα ἢ δικασταί. Ἐὰν ἤμεθα Κοινοβούλιον κατὰ τὴν στιγμὴν ταύτην τῶν ἐργασιῶν ἡμῶν, ἐγὼ ἤθελον παρακαλέσει τὸν ἡγέτην τῆς Συμπολιτεύσεως νὰ ἐξερεθίσῃ τοὺς ἀκολουθοῦντας αὐτὸν ἀγαπητοὺς συναδέλφους, καὶ σύσσωμος ἡ φάλαγξ αὕτη νὰ κινηθῇ... κατὰ τίνος ἐκλογῆς, νομίζετε; Κατὰ τῆς ἐκλογῆς Καλαβρύτων. Οὐχὶ διότι παραδέχομαι, μέχρις οὗ ἀποδειχθῇ τοῦτο, ὅτι ἐγένοντο παραβάσεις τοῦ ἐκλογικοῦ νόμου ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ ἐκείνῃ, οὐχὶ διὰ μικρὰς καὶ εὐτελεῖς — ἐπιτρέψατέ μοι τὴν λέξιν — αἰτίας, ἀλλ’ ἵνα ἅπαξ διὰ παντὸς πεισθῶσι πάντες, ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἐννοεῖ καὶ θέλει νὰ κυβερνᾶται κοινοβουλευτικῶς, ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἐννοεῖ νὰ τιμωρήσῃ ἐκείνους, οἵτινες ἔκλεισαν τὰς θύρας τῆς Βουλῆς ἐπὶ ἓν ὁλόκληρον ἔτος, οἵτινες δὲν ἐπέτρεψαν εἰς τὴν θέλησιν τὴν ἐθνικὴν νὰ φροντίσῃ περὶ τῆς οἰκονομικῆς διαρρυθμίσεως τῆς χώρας, ἐκείνους οἵτινες κατέστησαν τὴν χώραν ταύτην ἔρημον καὶ στρατοῦ καὶ στόλου δι’ ἀντισυνταγματικότητος τοσοῦτον μεγάλης!

§32ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Εὖγε! εὖγε!

§33Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἀλλὰ κατὰ τὴν περίστασιν ταύτην κατὰ τὰς ἐξελέγξεις τῶν ἐκλογῶν ἡ Βουλὴ δικάζει ὡς Σῶμα δικαστικὸν, καὶ ὡς τοιοῦτον, νομίζω, ἐπ’ οὐδενὶ λόγῳ δύναται τὴν ἀμφιβολίαν νὰ μετατρέψῃ κατὰ τοῦ κατηγορουμένου. Ὀφείλομεν νὰ ὦμεν εἰλικρινεῖς, καὶ νὰ ἔχωμεν τὸ θάρρος τῶν ἰδεῶν ἡμῶν. Ἡ δ’ ἔλλειψις θάρρους κατὰ πολὺ συνετέλεσεν εἰς τὴν παροῦσαν τῶν πραγμάτων κατάστασιν. Ποῖον εἶναι τὸ ζήτημα τὸ οὐσιῶδες; οὐχὶ τὸ τυπικὸν, τὸ διὰ δικανικῆς εὐστροφίας παριστάμενον; Εἶναι ἡ γνώμη τῆς πλειονοψηφίας τοῦ τμήματος τῆς ἐπιτροπῆς. Ἀληθῶς δὲν μεταχειρίζεται ἡ ἔκθεσις τοῦ τμήματος περὶ τῆς ἐκλογῆς Αἰγιαλείας τὴν λέξιν προτείνει, ἀλλ’ αὕτη ἐμπεριέχεται ἐν τῇ οὐσίᾳ τῆς ἀποφάσεως τοῦ τμήματος. Ποία ἡ ἀπόφασις τοῦ τμήματος τούτου κατὰ πλειονοψηφίαν; νὰ ἀκυρωθῇ ἡ ἐκλογή. Αὐτὴ εἶναι ἡ πρότασις: πᾶσα ἄλλη διασκευὴ εἶναι τρόπος τοῦ λέγειν, τοῦ διατυπώνειν τὰς ἰδέας. Εἶναι τρόπος τῆς ἐκφράσεως τῆς γνώμης τῆς πλειονοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς. Καὶ ἐπὶ τῆς προτάσεως ταύτης ὑπῆρξεν ἰσοψηφία. Λέγω δὲ ταῦτα ἐγὼ, ὁ μὴ φοβούμενος νὰ παρεξηγηθῶ παρά τινος, ὁ καταψηφίσας τῆς ἐκλογῆς, καὶ λυποῦμαι διότι θέλει εἰσέλθει εἰς τὴν αἴθουσαν ταύτην ὁ κ. Πολυχρονιάδης, πλάττων ἴσως δικαίωμα καὶ διὰ τὴν μέλλουσαν Βουλὴν, καθ’ ἣν, καὶ τότε, δὲν θέλει ἔχει τὴν τριακονταετῆ ἡλικίαν. Ἐὰν δὲ, Κύριοι, κατὰ τοὺς ἑρμηνευτικοὺς κανόνας ἀνατρέξωμεν εἰς τὴν ἐποχὴν, καθ’ ἣν συνεζητοῦντο τὰ κείμενα, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὁποίων ἐξελέγχονται αἱ ἐκλογαὶ, θέλομεν ἴδει, ὅτι τὰ κείμενα ταῦτα συνηγοροῦσιν ὑπὲρ τῆς τοιαύτης ἐκδοχῆς. Μετὰ τὴν Συντακτικὴν Συνέλευσιν τοῦ 1863 ἔτους καὶ κατὰ τὴν πρώτην Σύνοδον τῆς Βουλῆς τῆς πρώτης Περιόδου, καθ’ ἣν ἐψηφίσθη ὁ Προσωρινὸς Κανονισμὸς τῆς Βουλῆς, —ὅστις, ὡς πρὸς τὸ ἄρθρον τοῦτο, τὸ 15ον, οὐδέποτε μετεβλήθη, —κατὰ τὴν συζήτησιν λοιπὸν τοῦ Κανονισμοῦ ἐκείνου, ἐν ἔτει 1865, ἀνεφύη τὸ ζήτημα τοῦτο. Καὶ δὲν ὑπῆρξε μὲν ἀπόφασις τῆς Βουλῆς ὡρισμένη, ἐκ τῆς ἀναγνώσεως ὅμως τῶν Πρακτικῶν καὶ τῶν λόγων τῶν ῥητόρων τῶν λαβόντων μέρος κατὰ τὴν συζήτησιν οὐδεμία δύναται νὰ παραμείνῃ ἀμφιβολία, ὅτι ἡ Βουλὴ, ἐκδικάζουσα τὰς ἐκλογὰς, οὐδὲν ἄλλο δύναται νὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψιν, οὔτε πρέπει νὰ ἔχῃ, ἢ τὴν ἔκθεσιν τοῦ τμήματος, περὶ ἧς καὶ μόνης συζητεῖ. Ἰδοὺ τί εἶπεν ὁ ἀείμνηστος Χαρίλαος Τρικούπης (σελ. 31 τοῦ σχετικοῦ τόμου) τῇ 1 Ἰουλίου 1865 ἔτους: «Τὸ ἄρθρον τοῦ Συντάγματος, ὅλοι εἴμεθα σύμφωνοι νὰ τὸ παραδεχθῶμεν, ἀλλ’ ὅπως παρέστησεν ὁ βουλευτὴς Καλαβρύτων κ. Πετιμεζᾶς, εἶναι ἄδικον, ὁ εἷς νὰ κερδίζῃ τὴν ἐκλογὴν του καταφατικῶς, καὶ ὁ ἄλλος νὰ τὴν χάνῃ, διότι ἐτέθη ἀποφατικῶς. Πρέπει νὰ τὸ λύσωμεν ἀπὸ τοῦδε τὸ ζήτημα ἀπροσωπολήπτως. Τὸ ζήτημα λοιπὸν εἶναι, πῶς θὰ τίθεται τὸ θέμα τῆς ἀκυρώσεως ἢ ἐπικυρώσεως. Ἡ κοινὴ γνώμη εἶναι νὰ τίθεται ἄκυρον· ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἀπορρίπτεται ἡ πρότασις, καὶ ἡ ἐκλογὴ εἶναι ἔννομος». (Ἐφημερὶς τῶν Συζητήσεων τῆς Βουλῆς.—Βασιλεία Γεωργίου τοῦ Αʹ κλπ. Τόμος Αʹ, 1865). Αὕτη εἶναι ἡ γνώμη τοῦ κοινοβουλευτικοῦ ἐκείνου ἀνδρὸς, ὅστις, ὅσον καὶ ἡμεῖς, ἂν οὐχὶ καὶ πλειότερον, ἠδύνατο ὀρθῶς νὰ κρίνῃ, ὅταν παρουσιάζοντο τοιαῦτα ζητήματα. Ἄλλος Βουλευτὴς, λαμβάνων μέρος εἰς τὴν συζήτησιν ταύτην, ἔλεγεν (ἀναγινώσκει): «Ἡ ἐπεξεργασία, ἥτις συνήθως γίνεται εἰς τὰ τμήματα, ἐπιφέρει συνήθως καὶ τὸν ἀποτελεσματικὸν σκοπόν της· ἢ θὰ ἐπικυρώσουν τὴν ἐκλογὴν, ἐὰν εὕρουν, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἔνστασις σπουδαία, ἢ θὰ τὴν ἀκυρώσουν, ἐὰν ὑπάρχουν ἐνστάσεις σπουδαῖαι, καὶ ἑπομένως προέρχεται εἰς τὴν ἀπόφασιν διὰ μιᾶς ἐκθέσεως, τὴν ὁποίαν ὑποβάλλει εἰς τὴν Βουλήν. Ἡ ἔκθεσις αὕτη θεωρεῖται πλέον τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ἐπεξεργασίας τοῦ τμήματος, ἤτοι πρώτη ἀπόφασις προδικαστικὴ τῆς Βουλῆς. Αὐτὴ θεωρεῖται καὶ ἡ βάσις, ἐπὶ τῆς ὁποίας ἡ Βουλὴ θὰ προέλθῃ εἰς ἀπόφασιν. Ἐὰν λοιπὸν ὑπάρχῃ ἐναντία γνώμη τῆς ἐκθέσεως, ἐννοεῖται, ὅτι, ἐὰν ἔλθῃ ἰσοψηφία, ἡ γνώμη αὕτη ἀπορρίπτεται, ἀδιάφορον ἐὰν ἦναι περὶ τοῦ ἀκύρου ἢ ἐγκύρου, καὶ βάσις εἶναι ἡ ἔκθεσις (θόρυβος). Αὐτὴ εἶναι ἡ τάξις, ἥτις διατηρεῖται εἰς τὰς Βουλάς.» (Αὐτόθι, σελ. 30, στήλη βʹ).

§34ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ποῖος ἦτο ὁ Βουλευτὴς ἐκεῖνος;

§35Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἦτο ὁ βουλευτὴς Δαρειώτης. Ἄλλος Βουλευτὴς ἔλεγε: «Δὲν τίθενται ὑπὸ ψηφοφορίαν ἐνστάσεις, ἀλλ’ ἡ ἔκθεσις τοῦ τμήματος». (Αὐτόθι, στήλη αʹ). Ἄλλος Βουλευτής: «Ποία εἶναι ἡ ἀρχικὴ πρότασις κατὰ μιᾶς ἐκλογῆς; Ἡ ἔνστασις τοῦ ἀκύρου, τουτέστιν εἶναι ἄκυρος ἡ ἐκλογή;» (Αὐτόθι, στήλη αʹ). Ἄλλος Βουλευτής: «... ἰσοψηφίας οὔσης, ἡ πρότασις ἀπορρίπτεται, δηλ. ἡ πρότασις περὶ ἀκυρώσεως τῆς ἐκλογῆς, καὶ μένει οὕτως ἡ ἐκλογὴ ἔγκυρος.» (Αὐτόθι, σελὶς 29, στήλη βʹ). Ὥστε, ἂν ἀνατρέξωμεν εἰς τὴν πηγὴν τοῦ διέποντος τὰ ζητήματα ταῦτα Κανονισμοῦ, θέλομεν εὕρει, ὅτι ἡ γνώμη τῶν συζητούντων τὸ ἄρθρον 15 τοῦ Κανονισμοῦ εἶναι, ὅτι ἡ βάσις τῆς συζητήσεως, προκειμένου περὶ τοῦ ἐγκύρου ἢ τοῦ ἀκύρου ἐκλογῆς, εἶναι ἡ ἔκθεσις τῆς ἐπιτροπῆς. Πᾶσα ἄλλη πρότασις εἶναι δευτερεύουσα. Ἡ πρώτη, ἡ πρωτογενής, οὕτως εἰπεῖν, γνώμη εἶναι ἡ γνώμη τοῦ τμήματος τῆς Βουλῆς. Ποία ἡ γνώμη αὕτη; ὅτι πρέπει ἡ ἐκλογὴ Αἰγιαλείας ν’ ἀκυρωθῇ. Ποία ἡ γνώμη τῆς Βουλῆς; δὲν διεκρίθη, ἐπελθούσης ἰσοψηφίας. Ποῖον λοιπὸν εἶναι τὸ ἀποτέλεσμα; ὅτι ἡ πρότασις τῆς ἐπιτροπῆς ἀπερρίφθη. Ἤκουσα χθὲς ὀρθοτάτην θεωρίαν. Τὴν θέλησιν ὁλοκλήρου λαοῦ, δέον νὰ ἔρχηται ἡ Βουλή, καὶ διὰ μιᾶς ἀποφάσεως νὰ ἀναιρῇ καὶ νὰ ἀκυροῖ; Ἀλλ’ ὅταν βεβαίως ἡ γνώμη τοῦ λαοῦ δὲν ἦναι σύμφωνος πρὸς τὸν νόμον τῶν νόμων, πρὸς τὸ Σύνταγμα, οὐχὶ δικαίωμα μόνον, ἀλλὰ καὶ καθῆκον τῆς Βουλῆς εἶναι ν’ ἀντιμετωπίσῃ τὴν λαϊκὴν ταύτην γνώμην. Ἤκουσα καὶ ἄλλην θεωρίαν· ὅτι, προκειμένου περὶ ἀμφιβολίας ὡς πρὸς τὴν ἔννοιαν τῆς ἐκφράσεως τοῦ λαοῦ, ὁ δικάζων δικαστής, ἡ Βουλή, πρέπει νὰ κηρύσσηται ὑπὲρ τοῦ ἐκλεχθέντος Βουλευτοῦ. Καὶ ἡ ἰδέα αὕτη εἶναι ὀρθὴ καὶ ἀσπαστή. Ἀλλ’ ἆρά γε ἡμεῖς οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ λαοῦ δὲν ἐκφράζομεν τὴν γνώμην αὐτοῦ; Καὶ ὅταν ὁ λαὸς διὰ τῶν ἀντιπροσώπων αὐτοῦ δικάζῃ, βεβαίως δικάζει αὐτὸς ὁ λαός· καὶ ἂν ὑποτεθῇ, ὅτι ὑπάρχει ἀμφιβολία, ἡ ἀμφιβολία αὕτη δὲν πρέπει νὰ ἦναι ὑπὲρ τοῦ ἐκλεκτοῦ τοῦ λαοῦ; Ἰδοὺ οἱ λόγοι, οἵτινες ἠνάγκασάν με νὰ ἀνέλθω τὸ βῆμα, καὶ νὰ ἐκφράσω τὰς ἰδέας μου, καὶ νὰ ὑποστηρίξω, ὅτι, ἐν περιπτώσει ψηφοφορίας, ἐγὼ τοὐλάχιστον ἀτομικῶς θέλω ψηφίσει ὑπὲρ τῆς γνώμης, ὅτι ὁ Βουλευτὴς Αἰγιαλείας δικαιοῦται καὶ δέον νὰ παρακάθηται μεταξὺ ἡμῶν.

§36Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Μετὰ ὀξυνοίας, ἥτις διακρίνει αὐτόν, ὁ ἀξιότιμος ἐκ Λεβαδείας Βουλευτὴς ἔθεσε τὸ ζήτημα. Νομίζω ὅμως, ὅτι δὲν κατώρθωσε νὰ ἐπιτύχῃ τὴν ὀρθὴν λύσιν αὐτοῦ· διότι ὁμολογῶ, ὅτι τὸ ζήτημα ἔγκειται οὐχὶ εἰς τὴν διαμόρφωσιν τοῦ ἐξωτερικοῦ ἀλλ’ εἰς τὴν ἐσωτερικὴν ἔννοιαν τῆς καλουμένης προτάσεως τοῦ τμήματος ἐπὶ τοῦ προκειμένου. Ἀλλ’ ἐὰν θελήσωμεν μὲ τὴν ἔννοιαν τῆς δῆθεν προτάσεως τοῦ τμήματος νὰ συζητήσωμεν, βεβαίως τὰ λογοπαίγνια, ὡς γίνονται, δύνανται νὰ πολλαπλασιασθῶσιν. Ἀλλὰ πρότασις κυρίως δὲν ὑπεβλήθη εἰς τὴν Βουλήν. Πρότασις δὲν ὑπεβλήθη εἰς τὸ τμῆμα, οὔτε πρότασιν ὑπέβαλον οἱ κύριοι Βουλευταὶ ἐπὶ τοῦ προκειμένου. Τὸ Σύνταγμα λέγει, ὅτι οὐδεὶς εἶναι Βουλευτής, ἐὰν ἡ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς δὲν ἐξελέγξῃ τὰ πληρεξούσια αὐτοῦ, καὶ ἐὰν ἡ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς δὲν ἀνομολογήσῃ τὰ προσόντα αὐτοῦ. (Ἀναγινώσκει): «Ἄρθρον 73. Ἡ Βουλὴ ἐξετάζει τὰ πληρεξούσια τῶν Βουλευτῶν καὶ ἀποφασίζει περὶ τῶν ἀναφυομένων ἀμφισβητήσεων». Τὸ δικαίωμα δὲ τοῦτο τῆς Βουλῆς εἶναι ἀνεξάρτητον ἀπὸ πάσης προτάσεως Βουλευτοῦ, Βουλῆς ἢ τμήματος. Δὲν προκαλεῖται διὰ προτάσεως ἡ τοιαύτη ἀπόφασις τῆς Βουλῆς, ἀλλ’ ἐπέρχεται κατόπιν γνωμοδοτήσεως, ὄχι προτάσεως, τοῦ τμήματος. Πρέπει ἄρα ἐκ τῶν κανονιζόντων τὰ τῆς ἐννοίας τῆς ἀποφάσεως νὰ ὁρμώμεθα. Ἀλλὰ τοὺς κανόνας, καθ’ οὓς γίγνεται ἡ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς, διαγράφει ὁ Κανονισμὸς τῆς Βουλῆς, λέγων: «Ἡ Βουλὴ δὲν δύναται νὰ συζητήσῃ καὶ ἀποφασίσῃ τι ἄνευ τῆς παρουσίας τοὐλάχιστον τοῦ ἡμίσεος καὶ ἑνὸς τῶν μελῶν αὐτῆς καὶ ἄνευ ἀπολύτου πλειονοψηφίας τῶν παρόντων μελῶν». Ἢ ὅτι πᾶσα ἀπόφασις τῆς Βουλῆς πρέπει νὰ ἔχῃ τὴν πλειονοψηφίαν, καὶ ὅτι ἐν ἰσοψηφίᾳ ἀπόφασις δὲν λαμβάνεται.

§37Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ποῦ τὸ λέγει αὐτό;

§38Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Ὁ Κανονισμός. Ἄρθρον 15 (ἀναγινώσκει): «Ἄρθρον 15. Ἡ Βουλὴ δὲν δύναται νὰ συζητήσῃ καὶ ἀποφασίσῃ τι ἄνευ τῆς παρουσίας τοὐλάχιστον τοῦ ἡμίσεος καὶ ἑνὸς τῶν μελῶν αὐτῆς καὶ ἄνευ ἀπολύτου πλειονοψηφίας τῶν παρόντων μελῶν. Ἐν περιπτώσει ἰσοψηφίας ἡ πρότασις ἀπορρίπτεται.» Ἐπαναλέγω λοιπὸν, ὅτι μᾶλλον μὲ τὴν ἔννοιαν τῆς ἀποφάσεως δυνάμεθα νὰ κρίνωμεν, ἂν ἔχομεν ἔγκυρον ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς, καὶ ὄχι μὲ τὴν ποικίλλουσαν ἔννοιαν τῆς προτάσεως, ἡ ὁποία παραλλάσσει ἀναλόγως τοῦ ἐξωτερικοῦ τύπου, ὑπὸ τὸν ὁποῖον ὑποβάλλεται ὑπὸ τοῦ ἑνὸς ἢ τοῦ ἑτέρου Βουλευτοῦ. Προκειμένου, λέγω, περὶ προσόντων τῶν Βουλευτῶν, δὲν γίνεται πρότασις, ἀλλὰ γίνεται ἐπὶ ἑνὸς ἑκάστου ἐξ ἡμῶν ἀπόφασις, καὶ διὰ τοῦτο ἕκαστον τμῆμα ἀποφασίζει καὶ λέγει: «ὑπῆρξεν ἔγκυρος ἡ ἐκλογή; Ναί. Ἔχει τὰ προσόντα; Ναί». Ἐπαναλαμβάνεται δὲ καὶ ἐν τῇ Βουλῇ δι’ ἕκαστον Βουλευτήν: «ὑπῆρξεν ἔγκυρος ἡ ἐκλογή; ἔχει τὰ προσόντα; Ναί». Ἡ ἀπόφασις αὕτη εἶναι παμψηφεί, ὅταν ἦναι δι’ ἀναστάσεως. Καὶ ἤδη ἐρωτᾶται: ὅταν ἡ ἀπόφασις ἦναι ἐν ἰσοψηφίᾳ, δύναται νὰ ἦναι ἀπόφασις; Ὅτι δὲν δύναται νὰ ἦναι ἀπόφασις, τὸ λέγει τὸ Σύνταγμα. Ἀλλὰ τὸ λέγει καὶ ὁ ἀνώτερος λόγος, ἐπὶ τοῦ ὁποίου στηρίζεται τὸ Σύνταγμα· διότι ἦτο ἀδύνατον νὰ ἀφήσῃ ἐν ἀμφιβολίᾳ τὴν ἐσωτερικὴν ἔννοιαν τῆς ἀποφάσεως τὸ Σύνταγμα, καὶ νὰ μὴ εἴπῃ, ὅτι πᾶσα ἀπόφασις τῆς Βουλῆς βεβαίως πρέπει νὰ ἔχῃ τι πλέον ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἔχουσιν ἐναντίαν γνώμην· οὔτε πρόκειται ἐνταῦθα περὶ Δικαστηρίων καὶ Κακουργιοδικείων. Παραγνωρίζοντες τὰς διαφορὰς πολλοὶ συνάδελφοι, ζητοῦσι τὴν ἐφαρμογὴν τῶν κανόνων, καθ’ οὓς κρίνεται ἡ εὐθύνη τοῦ κατηγορουμένου· διότι κατηγορούμενος δὲν εἶναι ἐνταῦθα ὁ Βουλευτὴς, οὐ κρίνεται τὸ κῦρος τῆς ἐκλογῆς. Λοιπὸν φρονῶ, — καὶ νομίζω ὅτι εἶναι ἀδίστακτος ἡ γνώμη αὕτη, — ὅτι τοῦτο θὰ κρίνωμεν: ἂν ὑπάρχει ἀπόφασις τῆς Βουλῆς ἔγκυρος διὰ τῆς ἐπελθούσης ἰσοψηφίας. Ἀλλ’ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς ἔγκυρος βεβαίως δὲν ὑπάρχει. Δὲν ὑπάρχει δὲ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς ἔγκυρος, διότι ὑπάρχει ἰσοψηφία: καὶ ὅταν οὕτω τεθῇ τὸ ζήτημα, δὲν ἐπιδέχεται καμμίαν ἄλλην λύσιν ἢ ὅτι ἡ ἐκλογὴ τῆς Αἰγιαλείας, ὡς πρὸς τὸν κ. Πολυχρονιάδην, εἶναι ἄκυρος.

§39Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Χωρὶς νὰ ὑπάρχῃ ἀπόφασις!

§40Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Δύνασθε ἀπὸ μιᾶς τινος ἀπόψεως νὰ ἐξετάσητε τὸ ζήτημα τοῦτο: μήπως εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐπαναληφθῇ ἡ ἐκλογή; Διότι εἰς αὐτὸ φέρουσιν αἱ ἀντιρρήσεις.

§41Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι δά! Σεῖς τὸ φέρετε.

§42Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Σᾶς παρακαλῶ. Ἐφ’ ὅσον δὲν ὑπάρχει ἀπόφασις, θὰ ἐπιδιωχθῇ ἡ ὕπαρξις τῆς ἀποφάσεως. Λοιπόν, ἀφοῦ ἀντιτείνετε, εἰς τοῦτο μόνον δύνασθε ν’ ἀντιτείνητε: τάχα ὅσα ἐγὼ λέγω μήπως καταλήγουσιν εἰς τὸ ἀποτέλεσμα, ὅτι πρέπει νὰ ἐπαναλάβωμεν τὴν ψηφοφορίαν, διὰ νὰ λάβωμεν ἀπόφασιν;

§43ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐξ ἀριστερῶν). Ἆ! ὄχι.

§44Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Αὐτὸ ὑμεῖς ἀντιτείνετε κατ’ ἐμοῦ, λέγοντος ταῦτα· διότι, ἐὰν δὲν ὑπάρχῃ ἀπόφασις, νὰ ἐπαναληφθῇ ἡ ψηφοφορία. Ἀλλὰ βλέπετε, ὅτι αὐτὸ φοβεῖσθε· καὶ τὴν ἐπιεικεστέραν γνώμην φοβεῖσθε, διότι προβλέπετε τὸ ἀποβησόμενον. Τί νὰ σᾶς κάμω ἐγώ!

§45Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Εἶναι ἡ ἔκφρασίς σας.

§46Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Αὐτὴ εἶναι ἡ γνώμη μου ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ ζητήματος, τοῦ ἀμετόχου πάσης πολιτικῆς ἐννοίας. Ὀφείλω δὲ, παρελθὼν ἐνταῦθα, νὰ δηλώσω, ὅτι κατὰ τὴν χθεσινὴν ψηφοφορίαν, —ἔχω τὴν πεποίθησιν μορφωθεῖσαν ἐκ τῆς γνώμης, τὴν ὁποίαν εἶχον, ἐκ τῆς γνώμης, τὴν ὁποίαν ἀντήλλαξα μετὰ μελῶν τῆς πλειονοψηφίας, —ἡ ἐκλογὴ Αἰγιαλείας θὰ ἐπεκυροῦτο· ἀλλ’ ἠκυρώθη· καὶ ἠκυρώθη διότι εἶναι ἀδύνατον μία Βουλὴ νὰ εἴπῃ, ὅτι, ἐνῷ ὁ ἐκλεχθεὶς ἀνομολογεῖ ὁ ἴδιος ἐν μέσῃ πλατείᾳ Συντάγματος τὸ ἀνήλικον αὐτοῦ, ἐνταῦθα θέλει νὰ εἰσέλθῃ οὐχὶ διὰ τῆς συνήθους ἀνοχῆς τῆς Βουλῆς, κρινούσης τὰ τῆς ἡλικίας προσόντα, ἀλλὰ, νέος ὤν, θέλει νὰ εἰσπηδήσῃ δι’ ἐγκληματικῶν ἢ τοὐλάχιστον οὐχὶ θεμιτῶν καὶ ἠθικῶν πράξεων.

§47Δ. ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁμολογῶ, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι εἶναι τὸ δεύτερον ἀπὸ τῆς χθὲς ζήτημα, ἡ ἐπὶ τοῦ ὁποίου συζήτησις δύναται νὰ μοὶ ἐγείρῃ ἀμφιβολίαν περὶ τοῦ ἄν, ἐπὶ εἰκοσαετίαν πολιτευόμενος καὶ παρακαθήμενος ἐν τῇ Βουλῇ, ἠδυνήθην νὰ ἐννοήσω τοὺς ὅρους, ὑπὸ τοὺς ὁποίους ὑπάρχουσι καὶ λειτουργοῦσιν οἱ Κανονισμοὶ τῆς Βουλῆς, τοὺς ὅρους, ὑπὸ τοὺς ὁποίους ἐργάζεται ἡ Βουλὴ, τὴν θέσιν τῆς Βουλῆς ἐν τῇ Πολιτείᾳ ἐν γένει. Χθὲς συνεζητεῖτο, κατὰ τίνα τρόπον ἠδύνατο νὰ ἐπιτευχθῇ, ὅπως ἡ Βουλὴ ἐξαναγκασθῇ νὰ ἀποφανθῇ οὕτως ἢ ἄλλως, καὶ ἐπεζητεῖτο ἡ κατάτμησις τοῦ ζητήματος, διότι ἐθεωρεῖτο, ὅτι ἡ Βουλὴ εἶναι τοιοῦτον Σῶμα, ὥστε ἐκ τῆς θέσεως τοῦ ζητήματος νὰ καταναγκασθῇ, οὕτως εἰπεῖν, νὰ ἀποφανθῇ οὕτως ἢ ἄλλως. Καὶ ἠρωτᾶτο ἡ Βουλὴ περὶ τῆς ἑρμηνείας, διότι ὑπετίθετο, ὅτι, ἂν ἡ Βουλὴ, τὸ Σῶμα τὸ μεγαλείτερον ἐν τῇ Πολιτείᾳ, στενοχωρηθῇ οὕτω διὰ τῆς θέσεως τοῦ ζητήματος, θ’ ἀποφασίσῃ ἄλλως παρ’ ὅ,τι σκέπτεται ν’ ἀποφασίσῃ. Σήμερον ἡ ἐκβίασις τῆς Βουλῆς δὲν ἐπιζητεῖται ἐν τῇ θέσει τῶν ζητημάτων· σήμερον ἐπιζητεῖται ἐν τῇ ἀποφάσει αὐτῆς. Χθές, οὕτως εἰπεῖν, διὰ στραγγαλισμοῦ ἐπεζήτουν τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς· σήμερον θέλουσι δι’ ἑρμηνείας νὰ ἐξαγάγωμεν ἄλλην ἀπόφασιν παρὰ ἐκείνην, τὴν ὁποίαν ἡ Βουλὴ ἠθέλησε νὰ ἐκφράσῃ. Ἀλλὰ μοὶ ἐγείρεται καὶ ἄλλη τις ἀμφιβολία, ἄν, ἐπὶ εἰκοσαετίαν ἐγκαταλείψας τὸ ἔργον τὸ δικηγορικόν, τὸ ἐγκατέλειψα πράγματι, ἢ πλανῶμαι καὶ εὑρίσκομαι ἐνώπιον Δικαστηρίου, καὶ οὐχὶ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, διότι πολὺ συχνὰ ἀκούω νὰ γίνηται λόγος περὶ προτάσεων, νὰ γίνηται λόγος, ποία εἶναι ἡ πρότασις, ἐπὶ τῆς ὁποίας ἀπεφήνατο ἡ Βουλή, καὶ ἂν τοῦτο ἐπροτάθη ἢ ἐκεῖνο...

§48Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Εἰς αὐτὸ εἴμεθα σύμφωνοι· διότι καὶ ἐγὼ αὐτὸ εἶπον.

§49Δ. ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. .. Ἀλλ’ ἐγὼ, Κύριοι, χωρὶς νὰ εἰσέλθω διόλου εἰς τὸ ζήτημα, ποία εἶναι ἡ πρότασις, ἐπὶ τῆς ὁποίας ἀποφαίνεται ἡ Βουλὴ σήμερον, ἂν εἶναι ἡ πρότασις ἐκείνη, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς, — τὴν δευτέραν ὅμως πράγματι οὐχὶ τὴν πρώτην, διότι κατὰ πρῶτον, ὡς καλῶς ἐνθυμοῦμαι, εἶχεν ὑποβάλει διαφορετικὰ τὸ ζήτημα, καὶ κατόπιν τὸ ὑπέβαλεν ἄλλως, καὶ ἐκ τούτου ἐλλείπει κατὰ τὴν ἰδέαν των ἡ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς, ἐκ τοῦ ὅτι ὁ κύριος Ράλλης ὑπέβαλε προηγουμένως ἄλλως τὸ ζήτημα, ἐπειδὴ ὅμως κατόπιν τοῦ ἔθεσε διαφόρους φράσεις, τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς εἶναι ἀδιάφορον, — ἢ εἶναι ἡ πρότασις αὐτὴ πρότασις τοῦ τμήματος. Νομίζω ὅτι ὑπάρχει ἀλλοῦ τὸ ζήτημα. Δὲν πρόκειται, Κύριοι, ν’ ἀποφασίσητε ἐπὶ μιᾶς προτάσεως· πρόκειται νὰ ἀποφασίσητε περὶ ἀκυρώσεως τῆς θελήσεως καὶ τῆς ἀποφάσεως τοῦ λαοῦ τῆς Αἰγιαλείας. Ἡ Βουλή, ἐξελέγχουσα τὸ κῦρος τῶν ἐκλογῶν, καλουμένη μάλιστα νὰ ἀκυρώσῃ τὴν θέλησιν, τὴν ὁμολογουμένως νομίμως ἐκφρασθεῖσαν, πρόκειται νὰ δικάσῃ ἐπὶ προτάσεως; Πρότασιν σᾶς ὑπέβαλεν ὁ λαὸς τῆς Αἰγιαλείας; πρότασιν ὑπέβαλε πρὸς τὴν Βουλὴν νὰ ἐγκρίνῃ τὴν ἀπόφασίν του ἢ ὄχι;

§50Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Δὲν ἔχει δικαίωμα, κατὰ τὸ Σύνταγμα, νὰ ἐκλέγῃ ἀνηλίκους. Αὐτὸ νὰ ἀποδείξητε. Ἐναντίον τοῦ Συντάγματος δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ὑποβάλλῃ πρότασιν ὁ λαός.

§51Δ. ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι περιττὸν νὰ μοῦ ὑπενθυμίζητε τοῦτο, ἀξιότιμε φίλε καὶ συνάδελφε. Ἀκριβῶς ἀσχολούμεθα εἰς τὸν ἔλεγχον τῆς ἐκλογῆς, διότι δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἐκλέγῃ ἀνηλίκους. Ἀλλ’ ὑμεῖς, νομομαθής, φρονεῖτε, ὅτι ὁ ἐκλεχθεὶς ὑπὸ τοῦ λαοῦ ὀφείλει ν’ ἀποδεικνύῃ αὐτὸς τὴν ἐνηλικότητα αὑτοῦ; «Ὁ λαὸς δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἐκλέγῃ ἀνηλίκους». Οὐδεὶς λέγει τὸ ἐναντίον. Ἀλλ’ ὑποθέτετε, ὅτι οὐδὲν προκύπτει τεκμήριον ἐκ μιᾶς ἐκλογῆς, ἡ ὁποία ἐκδηλοῖ τὴν θέλησιν τοῦ λαοῦ, ὑπὲρ τῶν προσόντων — τῶν ἐν γένει προσόντων — τοῦ Βουλευτοῦ; Τὸ τοιοῦτον βεβαίως οὐδεὶς ἰσχυρίσθη, καὶ διὰ τοῦτο, ὅταν πρόκηται νὰ ἀκυρώσητε ἐκλογὴν λόγῳ ἀνηλικότητος, ζητεῖτε ἀποδείξεις, καὶ διὰ τοῦτο ἀγωνίζεσθε νὰ πείσητε, ὅτι αἱ ἀποδείξεις εἶναι ἰσχυραί. Τίς ἠμφισβήτησε τὸν κανόνα τοῦτον, κατὰ τὸν ὁποῖον δικάζει ἡ Βουλή; Καὶ ὑπάρχει, Κύριοι, βεβαίως μία διαφορὰ οὐσιαστική. Ἐὰν ἐπρόκειτο περὶ τῆς νομίμου διεξαγωγῆς τῆς ἐκλογῆς, ἠδύνατο νὰ ὑποτεθῇ, ὅτι προτείνεται, ὅτι νόμιμος εἶναι ἡ διεξαγωγὴ τῆς ἐκλογῆς, καὶ ὅτι ἐν περιπτώσει ἰσοψηφίας ἠδύνατο — ἐναντίον τοῦ κοινοῦ τεκμηρίου, ὅτι ἡ παρανομία δὲν ὑποτίθεται, — νὰ ἐξαχθῇ τεκμήριον, ὅτι δὲν ἀπεφάσισεν ἡ Βουλὴ περὶ τοῦ νομίμου τῆς ἐκλογῆς τῆς διεξαχθείσης. Ἀλλὰ ἐνταῦθα ἔχετε προηγουμένην τὴν ἀπόφασιν, ὅτι ἡ ἐκλογὴ διεξήχθη νομίμως, καὶ ὅτι ἡ θέλησις τοῦ λαοῦ τῆς Αἰγιαλείας εἶναι ν’ ἀντιπροσωπευθῇ ὑπὸ τοῦ κ. Πολυχρονιάδου. Τὴν θέλησιν λοιπὸν ταύτην, τὴν ὁμολογουμένως ἐγκύρως καὶ ἰσχυρῶς ἐκφρασθεῖσαν, θέλετε ν’ ἀκυρώσητε! Ἀπόφασιν λοιπὸν πρόκειται νὰ μεταβάλητε τοῦ λαοῦ, καὶ δύναταί τις νὰ εἴπῃ, ὅτι ἡ θέλησις τοῦ λαοῦ ἡ ἀναμφισβήτητος ἠκυρώθη διὰ τῆς ἰσοψηφίας; Ἡ ἰσοψηφία δὲν δύναται νὰ ἀκυρώσῃ τὴν θέλησιν τοῦ λαοῦ. Καὶ δύναται ἡ συνείδησις οἱουδήποτε πολιτευομένου, γνωρίζοντος ὑπὸ τίνας ὅρους λειτουργεῖ τὸ πολίτευμα, νὰ εἴπῃ, ὅτι, «ἐπειδὴ εὑρίσκω ἐκλογὴν ἐγκύρως διεξαχθεῖσαν, ἄνευ παραπόνων καὶ ἐνστάσεων, ἄνευ οὐδεμιᾶς αἰτιάσεως, ἀλλ’ αἰσθάνομαι ἓν εἶδος φθόνου κατὰ τῆς ἐκλογῆς, αἰσθάνομαι μίαν ἀντίδρασιν, διατὶ νὰ μὴ ὑπάρχῃ ἀμφισβήτησις, ζητῶ νὰ εὕρω τι, ἵνα ἀκυρωθῇ αὐτὴ ἡ σκανδαλώδης ἐκλογὴ, καὶ εὑρίσκω, ὅτι ὁ ἐκλεχθεὶς εἶναι ἀνήλικος, καὶ προβάλλω τὴν ἔνστασιν!» Ἀλλ’ ἂν πρόκηται νὰ ἐρευνήσω, καὶ τοῦτο ἐπίσης εὐνόητον, ὅτι πρότασις δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ ἡ δευτέρα τροπολογία, ἣν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλήν· θὰ ἦτο δὲ ὅ,τι γελοῖον νὰ ὑποτεθῇ, ὅτι πρέπει νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ἡ πρότασις τοῦ τμήματος. Κύριοι, εἶναι περιττὸν νὰ ἀπασχολῶ ὑμᾶς· ἤθελον μόνον παρακαλέσει τὸν ἡγέτην τῆς πλειονοψηφίας καὶ τὴν πλειονοψηφίαν νὰ μὴ ἀποδώσῃ τόσην σημασίαν εἰς τὴν εἴσοδον τοῦ Πολυχρονιάδου εἰς τὴν Βουλήν. Τὸ γεγονὸς τοῦτο δὲν ἔχει ἔννοιαν πολιτικήν· ὁ κ. Πολυχρονιάδης εἶναι βεβαίως μικρὸς τὴν ἡλικίαν καὶ τὸ ἀνάστημα, ἀλλὰ πρέπει νὰ σκεφθῶμεν, ὅτι τοιοῦτόν τι δύναται νὰ συμβῇ καὶ ἐπὶ ἑτέρου Βουλευτοῦ.

§52Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Χθὲς ἀκριβῶς, καθ’ ἣν στιγμὴν ἐπεράτου τὴν ἀγόρευσιν αὐτοῦ ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Μεγαρίδος, εὑρέθην εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἀπέλθω τῆς αἰθούσης, κατ’ ἀκολουθίαν ἐπληροφορήθην τὰ γενόμενα ἐν τῇ Βουλῇ ἐκ τῶν ἐφημερίδων· ἀλλὰ καὶ ἐξ ὅσων ἀνέγνωσα καὶ ἐξ ὅσων ἤκουσα σήμερον ἐσχημάτισα γνώμην ἀντίθετον πρὸς τὴν τῶν προαγορευσάντων, λυποῦμαι δὲ, διότι πρόκειται νὰ διαφωνήσω καὶ πρὸς τὸν ἀξιότιμον φίλον μου κ. Λεβίδην καὶ πρὸς τὸν κ. Χατζόπουλον. Πρὸς τὸν κ. Λεβίδην διαφωνῶ κατὰ τοῦτο· ὁ κ. Λεβίδης ὑποστηρίζει, ὅτι ἡ οὐσιαστικὴ πρότασις, ἡ ὑποβληθεῖσα εἰς τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς, εἶναι ἡ τοῦ τμήματος, καὶ οὐχὶ ἡ πρότασις τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀττικῆς βουλευτοῦ κ. Ράλλη. Τοῦτο δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἦναι ὀρθόν· διότι πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ παραδεχθῇ τις, ὅτι ἔχομεν ὑπὸ συζήτησιν μίαν οἱανδήποτε ἐκλογὴν ἐν τῇ ὁλομελείᾳ τοῦ Σώματος, ὡς ἀποτέλεσμα δὲ τῆς συζητήσεως τὴν πρότασιν τῆς πλειονοψηφίας τοῦ τμήματος; Τὸ τμῆμα ἀπεφάνθη ἤδη, ἀπεφάνθη ἀρχικῶς μὲν, ὅσον ἀφορᾷ τὸν κ. Παναγιωτόπουλον, ὑπὲρ τοῦ ἐγκύρου τῆς ἐκλογῆς αὐτοῦ, προκειμένου ὅμως περὶ τῶν προσόντων τοῦ κ. Πολυχρονιάδου, τὸ τμῆμα κατὰ πλειονοψηφίαν ἀπεφάνθη, ὅτι εἶναι ἀκυρωτέα, λόγῳ ἀνηλικότητος τοῦ ἐπιτυχόντος Βουλευτοῦ. Ἐν τῇ ἀποφάσει τοῦ τμήματος ὑπῆρχε πρότασις κατ’ οὐσίαν, ἀλλ’ ἡ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς δὲν πρέπει νὰ ληφθῇ ἐπὶ τῆς ἀποφάσεως τοῦ τμήματος, διότι κατὰ τὴν ἐν τῇ αἰθούσῃ συζήτησιν ἀνεπτύχθησαν θέματα καὶ παρουσιάσθησαν ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα τὸ τμῆμα δὲν εἶχεν ὑπ’ ὄψιν, κατ’ ἀκολουθίαν ἀπόρροια τῆς συζητήσεως, τῆς γενομένης ἐν τῇ Βουλῇ, ἦτο ἡ πρότασις τοῦ βουλευτοῦ Ἀττικῆς κ. Ράλλη, ἥτις ἔχει ὡς ἀκολούθως: «Οἱ παραδεχόμενοι ὅτι ὁ βουλευτὴς Αἰγιαλείας κ. Πολυχρονιάδης ἔχει τὸ ὑπὸ τοῦ ἄρθρου 70 τοῦ Συντάγματος προσὸν τῆς ἡλικίας λέγουσι Ναὶ, οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουσιν Ὄχι». Ἡ πρότασις αὕτη ἐψηφίσθη, ἡ δὲ Βουλὴ εὑρέθη ἐν ἰσοψηφίᾳ. Κατὰ τὰ κεκανονισμένα, πρότασις οὕτω τεθεῖσα, ἐν ἰσοψηφίᾳ θεωρεῖται ἀπορριπτέα, ἡ δὲ ἐκλογὴ εἶναι κατ’ ἀκολουθίαν ἀκυρωτέα. Δὲν δύναμαι ἐπίσης νὰ δεχθῶ καὶ τὸ ἕτερον, ὅπερ ὑπεστήριξεν ὁ κύριος Λεβίδης, ὅτι ἡ ἀπόφασις τοῦ Δικαστηρίου, ἡ ἀνακηρύξασα τὸν κ. Πολυχρονιάδην, ἀποδεικνύει τὸ τεκμήριον τοῦ ἐγκύρου τῆς ἐκλογῆς ταύτης, οὐδὲ δύναμαι νὰ παραδεχθῶ ὅσα εἶπεν ὁ κ. Βουλευτὴς Εὐρυτανίας, ὅστις καινὰς ἀνέπτυξε θεωρίας περὶ ὑπάρξεως τοῦ ἐγκύρου τῆς ἐκλογῆς ἐν τῇ ἀποφάσει τοῦ λαοῦ, ὅστις διὰ τῆς ψήφου του ἐξέλεξε βουλευτὴν τὸν κ. Πολυχρονιάδην. Ἀλλ’ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει πᾶσαι αἱ ἐκλογαί εἰσιν ἔγκυροι, ἀφοῦ ἡ ψῆφος τοῦ λαοῦ ἐκλέγει ἡμᾶς, ἡ δὲ ἐξέλεγξις τοῦ κύρους τῶν ἐκλογῶν εἶναι καθαρὰ ματαιοπονία, ἐξελέγχοντες δὲ τὰς ἐκλογὰς ἐν τῇ Βουλῇ, δὲν πρέπει νὰ λαμβάνωμεν ὑπ’ ὄψιν τὰς προσαγομένας ἐνστάσεις, ἀλλὰ μόνον νὰ ἔχωμεν πρὸ ὀφθαλμῶν τὰς δύο ἀποφάσεις, τὴν τοῦ λαοῦ καὶ τὴν τοῦ ἀνακηρύξαντος Δικαστηρίου, καὶ νὰ δεχώμεθα ὡς ἐγκύρους πάσας τὰς ἐκλογάς! Εἰς τοιαῦτα ἄτοπα θέλει ὁδηγήσει ἡμᾶς ἡ ἀποδοχὴ τῶν γνωμῶν τούτων. Ἀνεξαρτήτως τῆς γνώμης, ἣν θὰ ἠδυνάμην νὰ ἔχω περὶ τοῦ κύρους τῆς ἐκλογῆς τοῦ κ. Πολυχρονιάδου, ἂν ἐτύγχανον παρὼν κατὰ τὴν ψηφοφορίαν, ἐπιμένω εἰς τὴν γνώμην μου, σχηματίσας τὴν πεποίθησιν καὶ ἐκ τοῦ γεγονότος, ὅτι ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Ἀττικῆς ὑπέβαλε πρότασιν. Ἑπομένως ἡ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς προεκλήθη ἐπὶ τῆς προτάσεως τοῦ κ. Ράλλη, καὶ δὲν ἠδύνατο νὰ γείνῃ ἄλλως. Ἡ ὑποστήριξις τῆς ἀντιθέτου γνώμης ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου φίλου μου βουλευτοῦ ἐκ Λεβαδείας κ. Μπουφίδου ὑπῆρξεν ἀληθῶς εὐφυεστάτη, ἀλλ’ ἐστερημένη ὀρθῆς βάσεως, διότι ἡ γνώμη αὐτοῦ, ὅτι δέον νὰ ἀνατρέξωμεν εἰς τὴν ἀπόφασιν τοῦ τμήματος, ὅπως ἀνακαλύψωμεν τὴν ψηφισθεῖσαν πρότασιν, εἶναι ἀρκετὰ περίπλοκος, τοσοῦτο μᾶλλον, καθόσον οὐδεμία πρότασις ὑπάρχει ἐν τῇ ἀποφάσει τοῦ τμήματος. Ἀλλ’ ἐπειδὴ πολλαὶ περίεργοι θεωρίαι ἀνεπτύχθησαν σήμερον ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου, ἡ ἑτέρα τοιαύτη τοῦ κ. Βουλευτοῦ Εὐρυτανίας, ὅτι δὲν ἀναιρεῖται τὸ 70 ἄρθρον τοῦ Συντάγματος, ἐὰν ὁ Βουλευτὴς ἦναι ἀνήλικος, δὲν εἶναι ἡ ὀλιγώτερον περίεργος, ἀλλὰ δὲν ἐλέχθη καὶ κατὰ πρῶτον ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ. Ἐλέχθη χθὲς καὶ προχθὲς, ὅτι καὶ ἄλλοτε ἡ Βουλὴ ἐδέχθη ἀνηλίκους, δὲν ἔμεινε δὲ ἐκ τούτου ζημιωμένη. Τοῦτο εἶναι ἀληθές· συνέβη νὰ εἰσέλθωσιν ἀνήλικοι εἰς τὴν Βουλήν, ἀλλὰ διότι ἡ Βουλὴ δὲν εἶχεν ἀσφαλεῖς περὶ τῆς ἡλικίας πληροφορίας. Δὲν καθιέρωσεν ὅμως ποτὲ ὡς ἀρχὴν, ὅτι δὲν αἴρεται τὸ σχετικὸν ἄρθρον τοῦ Συντάγματος διὰ τῆς ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς, ὅταν αὕτη ἐν γνώσει ψηφίζῃ περὶ τοῦ παρανόμου τῆς ἀποφάσεώς της. Ἐνθυμοῦμαι, ὅτι, προκειμένου περὶ ἐκλογῆς τοῦ κ. Ἀλλαμάνου, προσήγαγον οἱ ἐνιστάμενοι ληξιαρχικὰς πράξεις ἐκ τῶν ληξιαρχικῶν ἀρχείων τῆς Κερκύρας· τότε δὲ ὁ κ. Βουδούρης, μὴ δυνάμενος ἄλλως ν’ ἀντικρούσῃ τὴν ἔνστασιν, ὑπεστήριξεν, ὅτι ἡ διάταξις τοῦ Συντάγματος περὶ τῆς ἡλικίας τοῦ Βουλευτοῦ δὲν εἶναι σοβαρά, καὶ κατ’ ἀκολουθίαν δὲν ἔπρεπε νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν! Καίτοι συνδέομαι διὰ φιλίας πρὸς τὸν τότε βουλευτὴν κ. Ἀλλαμᾶνον, ἀντετάχθην εἰς τὴν ἀρχὴν ταύτην, διότι δὲν ἠδυνάμην νὰ διαιρέσω τὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος εἰς σοβαρὰς καὶ μὴ τοιαύτας. Ἐὰν ἔχῃ τὴν ἐνηλικότητα ὁ Βουλευτής, ἂς προσαγάγῃ τὰ ἔγγραφα τὰ ἀποδεικνύοντα ταύτην, καὶ θὰ τύχῃ τῆς ψήφου τῆς Βουλῆς· ἀλλ’ ἐφ’ ὅσον δὲν προσάγει τοιαῦτα, ἐξ ἀντιθέτου δὲ προσάγονται ἕτερα, ἀποδεικνύοντα τὴν ἀνηλικότητά του, ἡ ἐκλογὴ αὐτοῦ δὲν δύναται νὰ ἐπικυρωθῇ. Δὲν πρόκειται ἤδη νὰ εἰσέλθω εἰς τὴν συζήτησιν, ἐὰν ἔχει ἢ μὴ τὸ προσὸν τῆς ἐνηλικότητος ὁ κ. Πολυχρονιάδης· τὸ ὑπὸ συζήτησιν σήμερον θέμα εἶναι διάφορον. Τὸ θέμα εἶναι ἡ χθεσινὴ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς· προῆλθεν αὕτη ἐπὶ τῆς προτάσεως τοῦ κ. Ράλλη; ἢ πρέπει αὕτη νὰ μὴ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν, καὶ νὰ θεωρηθῇ ὡς πρότασις ἡ ἀπόφασις τοῦ τμήματος; Ἐγὼ νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ἡ πρότασις τοῦ κ. Ράλλη, διότι αὕτη ἦτο τὸ ἀπαύγασμα τῆς πεφωτισμένης συζητήσεως· κατ’ ἀκολουθίαν ἡ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς ἐπὶ τῆς ἐκλογῆς τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Αἰγιαλείας ἐλήφθη χθές· δὲν ἐπιτρέπεται ἑπομένως ἐπανάληψις τῆς ψηφοφορίας, οὐδὲ δύναται νὰ τεθῇ ἐκ νέου ὑπὸ τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς τὸ κῦρος τῆς ἐκλογῆς. Ἐὰν δ’ ὅπως δήποτε προκληθῇ ψηφοφορία, αὕτη, κατ’ ἐμέ, ἔσται ἀντικανονική.

§53Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ἤκουσα, κύριε Πρόεδρε, τῶν ἀγορευσάντων ἐπὶ τοῦ θέματος, καὶ ἤκουσα μετὰ προσοχῆς αὐτῶν. Ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, ὅτι, μεθ’ ὅλην τὴν ὀξύτητα, ἣν ἀπέδωκεν εἰς ἐμὲ ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἐξ Ἀττικῆς, οὐδὲν ἄλλο ἠδυνήθην νὰ ἐννοήσω ἐκ τῆς συζητήσεως ἢ τοῦτο καὶ μόνον; ὅτι προσεπάθησαν νὰ οἰκοδομήσωσί τι ἐξ ἅλατος, ὅπερ εἰς τὰς πρώτας βροχὰς ἤρξατο νὰ διαλύηται· διότι ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς, ὅστις δικανικῶς, καίπερ μὴ ὢν δικανικός, ἐπεζήτησε νὰ ἐπικαλεσθῇ ἐπιχείρημα συναγόμενον ἐκ τῆς διατυπώσεως τῆς προτάσεως, συνώδευσε τὰς ἐκφράσεις αὑτοῦ μετὰ μειδιάματος, ὅπερ ἀπεδείκνυεν, ὁποίαν εἶχε περὶ τοῦ ἐπιχειρήματος αὑτοῦ γνώμην. Ὁ κ. Βουλευτὴς εἶχε τοσαύτην ἔλλειψιν πεποιθήσεως εἰς τὸ ἐπιχείρημά του, ὥστε προσεπάθησε νὰ καταστήσῃ πάντας εὐμενεῖς πρὸς αὐτόν, τοιαῦτα ἄτοπα ὑποστηρίζοντα, διαμορφῶν τὸ πρόσωπόν του οὕτως, ὥστε νὰ καταστῇ πρὸς ὑμᾶς συμπαθής! (ἱλαρότης). Ἀλλὰ μετὰ τοῦτον σθεναρῶς ἠγόρευσεν ὁ ἕτερος βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς, ὁ κ. Λεβίδης, κατέληξε δὲ εἰς ὃ καὶ ἐγὼ κατέληξα συμπέρασμα, ἐπικαλεσθεὶς καὶ ἄλλα, ἐκτὸς ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἐγὼ ἐπεκαλέσθην, ἐπιχειρήματα ὑπὲρ τῆς γνώμης ταύτης. Ἀλλ’ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Παξῶν ἐπεχείρησεν ἐπὶ τῆς αὑτῆς βάσεως, ἐπὶ τῆς ὁποίας ἐστήριξε τὸ οἰκοδόμημα αὑτοῦ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς, ἐπεχείρησε νὰ ὑποστηρίξῃ, ὅτι ἡ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς, ἡ χθὲς ληφθεῖσα, εἶναι ἀπόφασις περιοριζομένη στενῶς ἐπὶ τῆς διατυπωθείσης ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς χθὲς προτάσεως, καὶ οὕτω πως σκεπτόμενος ὁ κ. Βουλευτής, προσεπάθει νὰ ὁδηγήσῃ τὴν Βουλὴν εἰς ἄτοπα, τὰ ὁποῖα ἤθελον παρασταθῆ εἰς τὸ μέλλον ἀνυπολογίστως ἐπιβλαβῆ, ἐὰν τοιαύτη τις θεωρία ἤθελεν ἐπικρατήσει...

§54Ι. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε.

§55Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. .. Διότι, ἐὰν ἐξηρτᾶτο ἀπὸ τὴν διατύπωσιν τῆς προτάσεως ἡ ἔννοια τῆς ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς, θὰ ἐβλέπομεν ἑκάστοτε τὰς Βουλὰς νὰ ἐκδίδωσιν ἀποφάσεις ἀντιφασκούσας πρὸς ἀλλήλας καὶ οὐδεμίαν ἐχούσας πρὸς τὸ ὑπὸ συζήτησιν θέμα σχέσιν, ἀποφάσεις, αἵτινες δὲν θὰ ἦσαν ἡ συνέπεια τῆς κρίσεως, τὴν ὁποίαν ἐπικαλεῖται τὸ Σύνταγμα καὶ ὁ Κανονισμὸς τῆς Βουλῆς ἐπὶ ὡρισμένων θεμάτων. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς χθὲς διετύπωσεν, ὡς ὀρθῶς παρετήρησεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Εὐρυτανίας, πρῶτον μὲν τὴν πρότασίν του ἀρνητικῶς, τουτέστιν ἔθετο ἐνώπιον τῆς Βουλῆς πρότασιν, ἐὰν ὁ Βουλευτὴς ἐξ Αἰγιαλείας δὲν ἔχει τὰ ὑπὸ τοῦ Συντάγματος ὁριζόμενα προσόντα· καὶ οὕτως ἐτέθη ἐν ἀρχῇ ἡ πρότασις· προεκλήθη δὲ ἡ Βουλὴ ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου νὰ ψηφίσῃ ἐπὶ τῆς προτάσεως ταύτης, καλουμένων ἐκείνων μὲν, οἱ ὁποῖοι ἐνόμιζον, ὅτι ἀποδέχονται τὴν πρότασιν, τουτέστιν, ὅτι δὲν ἔχει τὰ προσόντα ὁ Βουλευτὴς ἐξ Αἰγιαλείας, ἵνα παρακαθήσῃ μεταξὺ ἡμῶν, νὰ ψηφίσουν Ναὶ, τῶν δὲ τὰ ἐναντία φρονούντων νὰ ψηφίσουν Ὄχι. Ἀλλὰ γενομένης ἐν τῷ μεταξὺ συζητήσεως ἐπὶ τῆς θέσεως τοῦ ζητήματος, ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς μετέβαλε γνώμην, καὶ ἀπὸ ἀρνητικῶς διετύπωσε τὴν πρότασιν θετικῶς, τουτέστιν ἠρωτήθη ἡ Βουλή: «οἱ παραδεχόμενοι ὅτι ἔχει ὁ Βουλευτὴς Αἰγιαλείας τὰ προσόντα λέγουσι Ναὶ, οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουσιν Ὄχι.» Καὶ τοιαύτη πρότασις ἐψηφίσθη. Ἀλλ’ ἐὰν ἐξηρτᾶτο τὸ κῦρος καὶ ἡ ἐπιβολὴ τῶν ἀποφάσεων τῆς Βουλῆς ἐκ τοῦ τρόπου τῆς διατυπώσεως τῆς προτάσεως, φαντάζεσθε εἰς ὁποῖα ἄτοπα ἠθέλομεν καταλήξει! Ἐὰν ἡ πρότασις, ἡ τὸ πρῶτον ὑποβληθεῖσα ὑπὸ τοῦ κ. Ράλλη, ἐψηφίζετο, καὶ ἐπήρχετο ἰσοψηφία, τὸ ἀποτέλεσμα θὰ ἦτο, ὅτι ἡ ἐκλογὴ ἤθελεν ἀκυρωθῆ. Ἀλλ’ ἀφοῦ ἡ πρότασις ἐψηφίσθη θετικῶς, κατ’ ἀντίθετον λόγον τὸ ἀποτέλεσμα δέον νὰ ᾖ ἀντίθετον. Ἀλλ’ αἱ ἀποφάσεις τῆς Βουλῆς, Κύριοι, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξαρτῶνται ἐκ τοῦ τοιούτου ἢ τοιούτου τρόπου τῆς διατυπώσεως τῶν προτάσεων. Ὅταν τὸ Σύνταγμα λέγῃ, ὅτι ἐν ἰσοψηφίᾳ ἡ πρότασις ἀπορρίπτεται, ὅταν τὴν διάταξιν ταύτην τοῦ Συντάγματος ἐπαναλαμβάνῃ ὁ Κανονισμὸς ἐπιτακτικῶς, ποία εἶναι ἡ ἔννοια, τὴν ὁποίαν ὀφείλει νὰ ἀποδεχθῇ ἡ Βουλή, ἐὰν ἐπιθυμῇ σοβαρὰς νὰ ἐκδίδῃ ἀποφάσεις; Ἡ ἔννοια εἶναι, ὅτι ἀποφασίζει περὶ τῆς οὐσίας τοῦ θέματος, περὶ τοῦ ὁποίου ἐκλήθη ν’ ἀποφασίσῃ. Δὲν εἶναι λοιπὸν αὐτὰ ἐπιχειρήματα, τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ ἐπικαλεσθῶσιν ἐπὶ τοῦ προκειμένου, οὐδὲ δύνανται νὰ πείσωσί τινα, τοιαῦτα ἐπιχειρήματα προβάλλοντες, ὅτι ἡ ἀπόφασις ἡ χθεσινὴ τῆς Βουλῆς δὲν εἶναι ὑπὲρ τοῦ κύρους τῆς ἐκλογῆς. Ποῖον εἶναι τὸ δικαίωμα, ἀλλὰ καὶ τὸ καθῆκον τῆς Βουλῆς κατὰ τὸ στάδιον τῆς ἐξελέγξεως τῶν ἐκλογῶν; Τὸ ὁρίζει τὸ ἄρθρον 73 τοῦ Συντάγματος. Τὸ ἄρθρον 73 τοῦ Συντάγματος, λέγει, ὅτι «ἡ Βουλὴ ἐξετάζει τὰ πληρεξούσια τῶν Βουλευτῶν, καὶ ἀποφασίζει ἐπὶ τῶν ἀμφισβητήσεων, ἐὰν τυχὸν ἤθελον ὑπάρξει ἀμφισβητήσεις.» Αὐτὸ λέγει τὸ Σύνταγμα, ὅτι ἡ Βουλὴ καλεῖται ν’ ἀποφασίσῃ, ἐὰν ὑπάρξῃ τις ἀμφισβήτησις ἐπὶ τῶν πληρεξουσίων. Τί συνέβη ἐπὶ τοῦ προκειμένου; Ὁ κ. Πρόεδρος προεκάλεσε τὴν Βουλὴν νὰ συζητήσῃ ἐπὶ τῆς ἐκλογῆς Ἀγυιᾶς· δὲν ὑπῆρξε καμμία ἀμφισβήτησις, καὶ ἡ ἐκλογὴ Ἀγυιᾶς ἐθεωρήθη νομίμως ἔχουσα...

§56Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Ἐὰν ἐπήρχετο ἰσοψηφία εἰς τὴν ἐκλογὴν Ἀγυιᾶς, τί θὰ ἐγίνετο; Ἀπαντήσατέ μοι, παρακαλῶ.

§57Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Θὰ ἀπαντήσω διὰ τῆς ἀγορεύσεώς μου... Μετὰ τοῦτο ἐκλήθη ἡ Βουλὴ ν’ ἀποφασίσῃ ἐπὶ τοῦ κύρους τῆς ἐκλογῆς Αἰγιαλείας. Ἐκεῖ ἠγέρθη ἀμφισβήτησις· δὲν ἠγέρθη ἀμφισβήτησις περὶ τοῦ κύρους τῆς ἐκλογῆς, ἠγέρθη ἀμφισβήτησις περὶ τῶν προσόντων ἑνὸς τῶν ἐπιτυχόντων. Περὶ τίνος συνεζήτησε χθὲς ἡ Βουλή; Συνεζήτησε περὶ τούτου, ναὶ ἢ οὔ; Συνεζήτησεν ἡ Βουλὴ διὰ μακρῶν χθές, ἂν εἶναι ἀληθὴς ἢ μὴ ἀληθὴς ἡ γενομένη ἀμφισβήτησις κατὰ τοῦ πληρεξουσίου τοῦ βουλευτοῦ Αἰγιαλείας κυρίου Πολυχρονιάδου, ναὶ ἢ οὔ; Δὲν ὑπάρχει κανείς, ὁ ὁποῖος νὰ ἔχῃ ἐναντίαν γνώμην.

§58Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Ἐὰν ἔχει τὰ προσόντα.

§59Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. .. Δὲν ὑπάρχει τις δυνάμενος νὰ ὑποστηρίξῃ τὸ ἀντίθετον. Τί συνεζητεῖτο λοιπὸν καὶ περὶ τίνος ἀπεφάσισεν ἡ Βουλή; Ἀπεφάσισε περὶ τῆς ἀμφισβητήσεως τῆς ἐγερθείσης ἐπὶ τοῦ πληρεξουσίου τοῦ Βουλευτοῦ· περὶ αὐτῆς ἀπεφάσισε καὶ τὸ τμῆμα, ἀλλὰ τοῦτο ἀπεφάσισεν ἀντιθέτως, ὡς ὀρθῶς παρετήρησεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς. Διὰ τοῦτο ἡ πρότασις τοῦ τμήματος ἦτο ἡ ὑπὸ συζήτησιν. Ἀλλ’ ἐγὼ δὲν θέλω νὰ καταφύγω εἰς τὸ ἄλλως σοβαρὸν τοῦτο ἐπιχείρημα· ἀνέρχομαι ὑψηλότερον, καὶ ἐξετάζω ποῖα εἶναι τὰ δικαιώματα τῆς Βουλῆς κατὰ τὴν ἐξέλεγξιν τῶν ἐκλογῶν. Τίνα δικαιώματα ἔχει ἡ Βουλή, καλουμένη νὰ κρίνῃ περὶ τοῦ κύρους τῶν ἐκλογῶν; Ἐπαναλαμβάνω, ὅτι τὸ Σύνταγμα ῥητῶς καθώρισε τὰ δικαιώματα ταῦτα. Ἐξετάζει καὶ ἀποφασίζει ἐπὶ τῶν ἐγειρομένων ἀμφισβητήσεων περὶ τῶν πληρεξουσίων. Καὶ δὲν ἦτο δυνατόν, Κύριοι, νὰ νομοθετήσῃ ἄλλως τὸ Σύνταγμα. Δὲν πρόκειται νὰ ἐπικαλεσθῶ τὴν μεγαλειότητα τοῦ λαοῦ, ἵνα στηρίξω ὑπὲρ τοῦ εἰσερχομένου ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ τὸ τεκμήριον τὸ ἐκ τῆς ἐκλογῆς αὐτοῦ...

§60Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Δὲν τὴν ἀναγνωρίζετε; τὴν ἐμπαίζετε τὴν μεγαλειότητα τοῦ λαοῦ, κύριε Μπουφίδη;

§61Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Δὲν ἐπικαλοῦμαι ταύτην, ἵνα μὴ μοὶ ἀντιτάξητε, ὅτι ἐπιζητῶ νὰ σᾶς καταπλήξω, ἐπικαλούμενος ἐπιχείρημα ἐπιβάλλον, ὡς ἐπιβάλλει ἡ ἐπίκλησις τῆς μεγαλειότητος τοῦ λαοῦ.

§62Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Ἐμπαικτικῶς δὲν δύναται ποτὲ κανεὶς νὰ ὁμιλῇ περὶ τῆς μεγαλειότητος τοῦ λαοῦ.

§63Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Μὲ συγχωρεῖτε. Σεῖς ὁμιλεῖτε ἐμπαικτικῶς· ἐγὼ ὁμιλῶ σοβαρῶς.

§64Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Ἀναγκάζεσθε νὰ διαμαρτυρηθῆτε.

§65Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Δημιουργεῖτε διαφωνίαν μὴ ὑπάρχουσαν, διὰ νὰ χαριτολογῆτε. Ὀχυροῦμαι ὅμως ὄπισθεν τοῦ ἐπιχειρήματος τοῦ ἐκ τοῦ νόμου παραγομένου. Τί λέγει ὁ νόμος ὁ ἐκλογικὸς, ὁ πρὸς ἐκτέλεσιν τῶν διατάξεων τοῦ Συντάγματος νομοθετηθείς; Ὁ νόμος ὁ ἐκλογικὸς ἐπιτάσσει, ὅπως μετὰ τὴν ἐκλογὴν ἐπέρχηται ἡ ἀνακήρυξις τῶν ἐπιτυχόντων Βουλευτῶν. Δυνάμει δὲ τῆς ἀνακηρύξεως ταύτης, ἥτις ἀποτελεῖ τὸ πληρεξούσιον, τὸ ὁποῖον ὁρίζει τὸ Σύνταγμα, καὶ διὰ τοῦ ὁποίου εἰσέρχεται ἐντὸς τῆς αἰθούσης ταύτης, ὁ Βουλευτὴς ἀπολαύει ὅλων τῶν τῶν ἐκ τοῦ Συντάγματος ἀπορρεόντων δικαιωμάτων ἅμα τῇ κηρύξει τῆς ἐνάρξεως τῆς Συνόδου...

§66Α. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Πολὺ ὀρθά.

§67Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. .. Ἀπολαύει δὲ καὶ τῶν προνομιῶν τῶν βουλευτικῶν, πρὶν ἢ ἀκόμη αἱ ἐκλογαὶ ἐξελεγχθῶσι καὶ ἐπικυρωθῶσι. Τοῦτο τὸ λέγω διὰ νὰ καταδείξω πόσον μέγα εἶναι, κύριε Πρόεδρε, τὸ ἐκ τοῦ πληρεξουσίου τούτου παραγόμενον τεκμήριον περὶ τοῦ κύρους τῆς ἐκλογῆς, καὶ πῶς τὸ πληρεξούσιον τοῦτο δημιουργεῖ καθεστὼς, τὸ ὁποῖον διὰ νὰ ἀνατραπῇ ἀπαιτεῖται... τί ἀπαιτεῖται; Μία ἀπόφασις τῆς Βουλῆς.

§68Α. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως.

§69Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Τί ἔλεγον λοιπὸν ἐγὼ, ἀγορεύων ἐν ἀρχῇ ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου; Ἔλεγον, ὅτι δὲν συνεζητεῖτο καὶ δὲν ἐψηφίζετο ἡ διατύπωσις τῆς προτάσεως τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς χθὲς, συνεζητεῖτο καὶ ἐψηφίζετο ἡ πρότασις, τὴν ὁποίαν περιλαμβάνει ἡ ἀμφισβήτησις τοῦ πληρεξουσίου τοῦ Βουλευτοῦ. Αὐτὸ συνεζητήθη, καὶ περὶ τούτου ἡ Βουλὴ ἀπεφάσισε χθές. Ἀδιάφορον κατὰ τίνα τρόπον εἶχε διατυπωθῆ ἡ πρότασις. Ἡ ἀμφισβήτησις τείνει νὰ καταστρέψῃ ἓν καθεστὼς σεβαστόν, ἀληθὲς, μέχρις ἀποδείξεως τοῦ ἐναντίου, ἓν καθεστὼς ἀληθὲς δυνάμει τῶν διατάξεων τοῦ Συντάγματος, δυνάμει τῶν διατάξεων τοῦ Κανονισμοῦ, δυνάμει τῶν διατάξεων τοῦ ἐκλογικοῦ νόμου.

§70Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Καὶ ἂν δὲν ὑπάρξῃ ἀμφισβήτησις, δὲν θὰ γείνῃ συζήτησις; Σᾶς ἐρωτῶ. Δὲν θ’ ἀποφανθῇ ἡ Βουλὴ;

§71Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ἡ συζήτησις λοιπὸν τείνει...

§72Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Ἡ συζήτησις εἶναι ἐπὶ τῶν προσόντων, δυνάμει τοῦ Κανονισμοῦ.

§73Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. .. Ἡ συζήτησις λοιπὸν τείνει νὰ λύσῃ τὸ ζήτημα τῆς ἀμφισβητήσεως τοῦ πληρεξουσίου. Τί τίθεται λοιπὸν εἰς ψηφοφορίαν; Ἡ ἀμφισβήτησις· διότι ἐπὶ πάσης τελικῆς προτάσεως ἡ ἄρνησις τίθεται εἰς ψηφοφορίαν.

§74Α. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἀπέκτησεν ἀκόμη τὰ προσόντα.

§75Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ἔχομεν ἤδη τὸ καθεστὼς, ὅτι ὁ Βουλευτὴς ἐκεῖνος εἶναι ὁ νόμιμος Βουλευτὴς τῆς ἐπαρχίας Αἰγιαλείας. Ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἐζήτησαν ν’ ἀμφισβητήσωσι τὰ προσόντα αὐτοῦ, προυκάλεσαν τὴν ἐπὶ τούτου ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς. Ποία ὑπῆρξεν ἡ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς; Ἡ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς ὑπῆρξε κατὰ τῆς ἀμφισβητήσεως, δυνάμει τοῦ Συντάγματος καὶ τοῦ Κανονισμοῦ, διότι ἐπὶ ἰσοψηφίας ἡ ἀμφισβήτησις ἀπερρίφθη. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀλήθεια, καὶ ὅστις δοκιμάζει νὰ ὑποστηρίξῃ τὰ ἀντίθετα, ἀμφισβητεῖ τὴν ἀλήθειαν. Ἐὰν δὲ ἀπὸ τοῦ σημείου τούτου ἀρχίσωμεν ν’ ἀμφισβητῶμεν τὴν ἀλήθειαν, νὰ παραβιάζωμεν ῥητὰ καὶ ἀνεπίδεκτα ἀμφισβητήσεως κείμενα, δὲν πρέπει νὰ ἔχωμεν τὸ θάρρος νὰ λέγωμεν, ὅτι μεριμνῶμεν περὶ ἰσχύος τοῦ κράτους τοῦ νόμου καὶ περὶ τοῦ ἀπαραβιάστου τῶν θεσμῶν.

§76Α. ΜΟΝΟΚΡΟΥΣΟΣ. Κύριοι Βουλευταί, ἡ θέσις μου εἶναι τοιαύτη, ὥστε πρέπει νὰ καταστήσω γνωστὸν εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι οἱ γονεῖς μου δὲν ἠδυνήθησαν οὔτε τὸ δημοτικὸν σχολεῖον νὰ μὲ ἀφήσωσι νὰ διέλθω· ἔχω ὅμως καθῆκον, ὅταν βλέπω τοιαῦτα ἀντικείμενα νὰ συζητῶνται ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, νὰ λάβω τὸν λόγον καὶ ἐκφέρω τὴν γνώμην μου. Ἡμεῖς, κύριοι Βουλευταί, ἐξελέχθημεν ἵνα ἐφαρμόζωμεν καὶ ὑποστηρίζωμεν τοὺς Κανονισμοὺς καὶ τὸ Σύνταγμα, καὶ ὄχι νὰ παραβιάζωμεν αὐτούς. Παραβίασις δὲ τῶν Κανονισμῶν καὶ τοῦ Συντάγματος εἶναι τὸ νὰ δίδωμεν τὸ δικαίωμα εἰς ἕκαστον ὑποψήφιον νὰ εἰσέρχηται εἰς τὴν Βουλὴν κατὰ τοιοῦτον τρόπον καὶ οὐχὶ διὰ τῆς ἀληθείας. Ἐγὼ, εὑρεθεὶς εἰς τὸ τμῆμα τὸ ἐξελέγξαν τὴν ἐκλογὴν Αἰγιαλείας, εἶδον νὰ προσέλθῃ ἐκεῖ ὁ κ. Παναγιωτόπουλος, ὁ ὁποῖος, ἀποταθεὶς πρὸς τὸς παριστάμενον ἐκεῖ ἀδελφὸν τοῦ ὑποψηφίου, καὶ γνωρίζων τὴν πραγματικὴν ἡλικίαν αὐτοῦ, εἶπε πρὸς τὸν ἀδελφόν του: «ὁμολόγησε τὴν πραγματικὴν ἀλήθειαν, καὶ ἡμεῖς θὰ φανῶμεν πρὸς αὐτὸν ἐπιεικεῖς». Αὐτὸς ἠρνήθη τότε νὰ διαψεύσῃ τὸν κ. Παναγιωτόπουλον. Εἶχε δὲ τὸ τμῆμα ἐνώπιον αὐτοῦ ἐπίσημα ἔγγραφα, εἶχεν ἐπίσημον πιστοποιητικόν, ἐξ οὗ ἐβεβαιοῦτο, ὅτι οἱ γονεῖς τοῦ Πολυχρονιάδου ἦλθον εἰς γάμον τὸ 1876, ὁ δὲ ἀδελφὸς τοῦ ὑποψηφίου εἶπεν εἰς τὸ τμῆμα, ὅτι τὸ ἔγγραφον τοῦτο ἤθελε τὸ ἀνατρέψει δι’ ἐπισήμου ἐγγράφου ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ὁ ὑποψήφιος. Ἀλλὰ σήμερον ὁ μὲν ὑποψήφιος δὲν παρίσταται, παρουσιάζεται δὲ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς μία πιστοποίησις ἁπλουστάτη ἑνὸς ἱερέως, τῆς ὁποίας μόνον τὸ γνήσιον τῆς ὑπογραφῆς εἶναι ἐπικεκυρωμένον ἀπὸ τὸν Ἐπίσκοπον. Βεβαίως τοιαῦτα πιστοποιητικὰ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀνατρέψωσι τὴν ἰσχὺν τῶν ἐπισήμων ἐγγράφων. Ἀλλὰ βλέπω τὸν κ. Ἀναστασόπουλον, τὸν ἔντιμον βουλευτὴν ἐκ Μεγαρίδος, νὰ παρίσταται ἐνώπιον τῆς Βουλῆς καὶ νὰ μᾶς φέρῃ μίαν προδικαστικὴν ἀπόφασιν, οὐχὶ ὁριστικὴν, διὰ τῆς ὁποίας θέλει διὰ μαρτύρων νὰ μᾶς ἀποδείξῃ τὴν νόμιμον ἡλικίαν τοῦ ὑποψηφίου, ὁ ὁποῖος διὰ μιᾶς τοιαύτης ἀποδείξεως προσπαθεῖ νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὴν Βουλὴν οὐχὶ διὰ τῆς θύρας, ἀλλὰ διὰ τοῦ παραθύρου. Αὐτὴ εἶναι ἡ γνώμη μου. (Χειροκροτήματα ἐκ δεξιῶν).

§77Ι. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Θέλω περιορίσει τὸν λόγον, Κύριοι, ἀκριβῶς εἰς τὸ θέμα, τὸ ὁποῖον συζητεῖται, ἤτοι ἐπὶ τὰ ζητήματα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἠγέρθησαν ἐπὶ τοῦ θέματος αὐτοῦ. Ποῖον εἶναι τὸ θέμα τὸ ἀπασχολοῦν τὴν Βουλήν; Ἡ χθεσινὴ ἰσοψηφία ἔλυσε τὸ ζήτημα; ἔφερε γνώμην ὁριστικὴν, ναὶ, ἢ οὔ; Βεβαίως ἡ Βουλὴ διὰ τῆς ἰσοψηφίας εἶπεν, ὅτι ὁ κ. Πολυχρονιάδης δὲν ἔχει τὰ προσόντα. Ἀλλὰ μόλις ἔλαβε τὸν λόγον ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Λεβαδείας, ὑπεστήριξε τὸ ἐναντίον, καὶ ἐπεζήτησε τὴν ἐπανάληψιν τῆς ψηφοφορίας, ἐπὶ τῷ λόγῳ ὅτι ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ ἑρμηνεύσῃ ἐκ νέου τὴν γνώμην, ἣν χθὲς ἐξήνεγκε· κατέφυγε δὲ εἰς διάφορα ἐπιχειρήματα, καὶ ἐπὶ τέλους κατέληξε νὰ μᾶς εἴπῃ διὰ τῆς δευτέρας ἀγορεύσεώς του, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀνάγκη νέας ψηφοφορίας. Κύριοι, ἔχομεν μίαν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς, ἡ ὁποία ὑπῆρξε πόρισμα διημέρου συζητήσεως, καὶ δὲν ἠδυνήθημεν νὰ καταλήξωμεν εἰς τὸ συμπέρασμα, εἰς τὸ ὁποῖον κατέληξε ν’ ἀποφανθῇ ἡ Βουλή, ἐὰν ἔχει ἢ δὲν ἔχει τὰ προσόντα ὁ κ. Πολυχρονιάδης. Ἀλλ’ ἐνῷ ἔφερεν αὐτὸ τὸ συμπέρασμα ἡ Βουλή, οἱ Κύριοι ἠρνήθησαν, ὅτι ὑπῆρχε πρότασις, ὅτι ὑπῆρχε πόρισμα. Τί ἔχετε λοιπόν; Ἐτέθη εἰς τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς ἡ γνώμη τοῦ τμήματος· δυστυχῶς τὸ τμῆμα οὐδεμίαν ἔχει πρότασιν, — δυστυχῶς διὰ σᾶς, — διότι τὸ τμῆμα λέγει ἐν τῇ ἀποφάσει του, ὅτι ἐψήφισαν οἱ δεῖνα ὑπὲρ, οἱ δεῖνα κατά. Τώρα ἔρχεται τὸ ζήτημα: ἠδύνασθε νὰ ὑποβάλητε ἄλλην πρότασιν ἀπὸ ἐκείνην, ἡ ὁποία ὑπεβλήθη; ἠδύνασθε νὰ εἴπητε, ὅτι ὁ Πολυχρονιάδης δὲν ἔχει τὰ προσόντα; Ἔχετε τὸ ἄρθρον 70 τοῦ Συντάγματος, τὸ ὁποῖον λέγει, ὅτι θέλει νὰ ἔχῃ ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς ὄχι ἀρνητικὴν, ἀλλὰ θετικήν· δὲν δύνασθε λοιπὸν νὰ ἀρνηθῆτε, ὅτι τοιαύτην πρότασιν δὲν εἴχετε τὸ δικαίωμα νὰ ὑποβάλητε. Ἀλλὰ δεδόσθω, ὅτι εἴχετε τὸ δικαίωμα νὰ ὑποβάλητε καὶ ἑτέραν πρότασιν, πρότασιν θετικὴν, νὰ ἔχῃ τὰ προσόντα· ποία ἐκ τῶν προτάσεων ἤθελε ψηφοφορηθῆ; Βεβαίως ἡ ἀπωτέρω. Ἀλλὰ δεδόσθω, ὅτι ἡ πρότασις περιεῖχε δύο ἐρωτήσεις: ἐὰν εἶχεν ἢ δὲν εἶχε τὰ προσόντα, ναὶ ἢ ὄχι. Τότε ἠθέλομεν ἔχει σύνθετον πρότασιν· ἀλλὰ σύνθετοι προτάσεις δὲν ὑπάρχουσι. Τὸ ὅτι ἐτέθη ἐν τῇ προτάσει ἓν παραδείγματι τὸ Ναὶ ἢ Ὄχι, αὐτὸ περιέχεται πάντοτε, ἀλλ’ ὑπάρχει ποτὲ πρότασις, ἡ ὁποία νὰ μὴ περιλαμβάνῃ τὸ Ναὶ καὶ τὸ Ὄχι; Ἄλλοι κατέφυγον εἰς ἕτερον ἐπιχείρημα· ἀνέδραμον μέχρι τοῦ 1865, καὶ μᾶς εἶπον, ὅτι τότε ὁ ἀείμνηστος Τρικούπης ὅλως διάφορα ὑπεστήριξε. Δὲν ἀρνοῦμαι ὅτι ἡ γνώμη ἐκείνη ἦτο ὀρθὴ, ἀλλὰ δὲν ἐπρόκειτο περὶ προσόντων, ἐπρόκειτο περὶ τῆς ἐκλογῆς, καὶ προκειμένου περὶ τοῦ ἐγκύρου τῆς ἐκλογῆς, ἠδύνατο τὸ ζήτημα νὰ τεθῇ καὶ κατ’ αὐτὸν καὶ κατ’ ἐκεῖνον τὸν τρόπον· ἀλλὰ προκειμένου περὶ προσόντων, ἔχομεν ἐπιβαλλομένην διάταξιν τοῦ Συντάγματος, ὅτι πρέπει νὰ διατυπωθῇ, ἐὰν ἔχει τὰ προσόντα. Νομίζω ὅτι τὸ ζήτημα δὲν εἶναι δεκτικὸν συζητήσεως, καὶ ὅσον καὶ ἂν θέλωσί τινες τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων δι’ ἐπιχειρημάτων ἀλλοτρίων τοῦ θέματος, δι’ ἀρνήσεων, τὰς ὁποίας σήμερον δὲν ἔπρεπε νὰ φέρωσιν εἰς τὴν Βουλὴν, νὰ λέγωσιν, ὅτι αὐτοὶ δὲν εἶχον σκοπὸν νὰ ὑποβάλωσι πρότασιν, καὶ ὅτι ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς ὑπέβαλε πρότασιν, δὲν δύναται τοῦτο νὰ τοὺς ὠφελήσῃ. Ἡ πρότασις εἶναι τὸ πόρισμα τῆς συζητήσεως· ἀφοῦ δὲ ἡ Βουλὴ ἐν ἰσοψηφίᾳ ἀπεφάνθη, κατὰ τὸ ἄρθρον 15 τοῦ Κανονισμοῦ νομίζω ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία, ὅτι ὁ κ. Πολυχρονιάδης, κατὰ τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς, δὲν ἔχει τὰ προσόντα. Ἄλλως, καὶ ἐν ἀντιρρήσει, ἂς τεθῇ καὶ πάλιν τὸ ζήτημα εἰς ψηφοφορίαν, καὶ ἡ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς βεβαίως τοιαύτη ἔσται.

§78ΔΙΟΝ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Κύριοι Βουλευταὶ, ὀλίγα μόνον ἔχω νὰ προσθέσω εἰς ὅσα τοσοῦτον εὐγλώττως ἀνέπτυξεν ἐνώπιον ἡμῶν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Λεβαδείας συνάδελφος. Πρὸ παντὸς θέλω προκαλέσει τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς, ἵνα φθάσωμεν εἰς ἀσφαλῆ λύσιν τοῦ ἀμφισβητουμένου ζητήματος, ἐπὶ τῆς ἐννοίας τοῦ ἄρθρου ἐκείνου τοῦ Συντάγματος, τὸ ὁποῖον ἐν ἰσοψηφίᾳ θεωρεῖ τὴν πρότασιν ἀπορριφθεῖσαν· διότι πρὸ παντὸς ἐπὶ τούτου πρέπει νὰ συμφωνήσωμεν, τοῦτο εἶναι τὸ ὁρμητήριον, ἀπὸ τοῦ ὁποίου θὰ χωρήσωμεν, ἵνα φθάσωμεν εἰς ἀσφαλῆ λύσιν. Ἄλλο, συναφὲς πρὸς τὴν ἑρμηνείαν τοῦ Συντάγματος, θέμα εἶναι καὶ ἡ ἔννοια, ἡ σημασία τῆς ἰσοψηφίας, τί τουτέστι σημαίνει, ὁσάκις ἡ Βουλή, ἐπὶ ὡρισμένου θέματος ψηφίζουσα, εὑρίσκεται ἐν ἰσοψηφίᾳ. Φρονῶ, ὅτι λογικῶς οὐδεμία ἄλλη ἔννοια καὶ γνώμη δύναται νὰ χωρήσῃ, εἰμὴ ὅτι ἡ Βουλὴ ἀπέχει τοῦ νὰ ἐκφράσῃ γνώμην. Καὶ τῇ ἀληθείᾳ, πῶς ἄλλως δύναται νὰ ἑρμηνευθῇ τὸ γεγονὸς, ὅταν δύο ὁμάδες ἰσάριθμοι τῆς Βουλῆς λέγωσιν, ἡ μὲν Ναὶ, ἡ δὲ Ὄχι; Δὲν ἀναιροῦνται ἢ μᾶλλον δὲν συναναιροῦνται αἱ γνῶμαι ἐν τῇ προκειμένῃ περιπτώσει; Ὅτε λοιπὸν ἤκουσα νὰ γίνηται λόγος περὶ ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς ὡς ἀπορροίας τῆς ἰσοψηφίας, τῇ ἀληθείᾳ ἠπόρησα, πῶς τοιαύτη σημασία δίδεται εἰς τὴν ἰσοψηφίαν, δηλαδὴ εἰς τὴν παντελῆ ἔλλειψιν ἀποφάσεως...

§79Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀπόφασις σημαίνει πλειονοψηφίαν.

§80Δ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Δὲν ὑπάρχει λοιπὸν ἀπόφασις. Ἐγὼ εἶμαι εἰς τὸ προκαταρκτικὸν ζήτημα, ποία εἶναι ἡ ἔννοια τῆς ἰσοψηφίας· δὲν δύναμαι νὰ ὑποστηρίξω, ὅτι ὑπάρχει ἔννοια εἴτε ὑπὲρ, εἴτε κατά. Τοιαύτην ἔχον ὑπ’ ὄψει τὸ Σύνταγμα κατάστασιν, ἔχον δηλαδὴ τὸ Σύνταγμα ὑπ’ ὄψει Βουλὴν μὴ οὖσαν ἱκανὴν νὰ ἀποφανθῇ ἐπὶ ὡρισμένης προτάσεως, ἔρχεται καὶ παρεμβαίνει, καὶ διὰ τῆς ἐξουσίας αὑτοῦ παρεμβαῖνον λέγει: «ἡ πρότασις, ἐπὶ τῆς ὁποίας ἀπεδείχθη ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν ἔχει γνώμην, θεωρεῖται ἀπερριμμένη.» Καὶ πῶς θεωρεῖται ἀπερριμμένη; Θεωρεῖται ἀπερριμμένη κατὰ τὴν οὐσίαν αὐτῆς; Βεβαίως ὄχι. Διότι, ἐὰν τὸ Σύνταγμα εἶχε τοιαύτην ἔννοιαν, ὅτι ἡ πρότασις ἡ προταθεῖσα καὶ δι’ ἰσοψηφίας ψηφισθεῖσα ὑπὸ τῆς Βουλῆς, κατ’ οὐσίαν ἀπορρίπτεται, τότε θὰ ἐμερολήπτει ὁ νομοθέτης, ἀποδίδων περισσοτέραν σημασίαν εἰς τὰ Ὄχι, παρὰ εἰς τὰ Ναί. Ἐντεῦθεν λοιπὸν, νομίζω, προκύπτει, ὁποία τις εἶναι ἡ ἔννοια τοῦ Συντάγματος. Ἔρχεται τὸ Σύνταγμα, καὶ τέμνον τὴν δυσχέρειαν, ἐν τῇ ὁποίᾳ ἡ Βουλὴ θὰ εὑρίσκετο ἄνευ ἀποφάσεως, λέγει: «θεωρῶ τὴν πρότασιν ὡς ἀπορριφθεῖσαν», δηλαδὴ ὡς εἰ μὴ ἐγένετο ἡ πρότασις. Διότι μόνον τοιαύτη ἔννοια δύναται νὰ δοθῇ εἰς τὴν διάταξιν ἐκείνην τοῦ Συντάγματος. Πᾶσα ἄλλη ἔννοια θὰ ἦτο ἔννοια μεροληπτικὴ, καὶ δὲν ἠδύνατο νὰ ὑποτεθῇ, ὅτι ὁ νομοθέτης θὰ ἐμερολήπτει εἴτε ὑπὲρ τῆς γνώμης τῶν μὲν, εἴτε ὑπὲρ τῆς γνώμης τῶν δέ. Ἐὰν λοιπὸν ἡ τοιαύτη ἑρμηνεία, ἡ κατ’ ἐμὲ ὀρθὴ καὶ ἀναμφισβήτητος, ἐφαρμοσθῇ εἰς τὴν προκειμένην περίπτωσιν, ποῖα θὰ ἦναι τ’ ἀποτελέσματα, καὶ ποία θὰ ἦναι ἡ σημασία τῆς χθεσινῆς ψηφοφορίας; Καὶ ἐδῶ ἔρχομαι, ἐπικαλούμενος ἑτέραν διάταξιν τοῦ Συντάγματος. Ἐλέχθη, — καὶ νομίζω ὅτι δὲν δύναται ν’ ἀμφισβητηθῇ—ὅτι οἱ ἀνακηρυσσόμενοι ὑπὸ τοῦ Πρωτοδικείου Βουλευταὶ φέρουσι μεθ’ ἑαυτῶν τὸ νόμιμον τεκμήριον, ὅτι νομίμως ἐξελέχθησαν καὶ ὅτι φέρουσι πάντα τὰ νόμιμα προσόντα, μέχρις ἀποδείξεως τοῦ ἐναντίου. Ἐὰν τὸ τεκμήριον τοῦτο δὲν εἶχον ὑπὲρ ἑαυτῶν οἱ ἀνακηρυχθέντες Βουλευταὶ, πῶς θὰ εἰσήρχοντο εἰς τὴν Βουλήν; πῶς θὰ ἔδιδον τὸν ὅρκον; πῶς θὰ μετεῖχον τῆς ψηφοφορίας; Κατ’ ἀνάγκην λοιπὸν τὸ τεκμήριον τοῦτο ὑπάρχει, ἀφοῦ ἅπαξ τὸ Σύνταγμα ἀπένειμεν εἰς τὴν Βουλὴν τὸ δικαίωμα τοῦ νὰ ἐξελέγχῃ αὐτὴ τὰ πληρεξούσια τῶν ἐκλεχθέντων Βουλευτῶν· διότι, ἐὰν οἱ Βουλευταὶ οἱ ἐκλεχθέντες δὲν ἐπροστατεύοντο ὑπὸ τοῦ τεκμηρίου ἐκείνου, δὲν θὰ ἠδύναντο νὰ ἐνασκήσωσιν ἐντὸς τῆς Βουλῆς τὰ δικαστικὰ αὑτῶν καθήκοντα κατὰ τὸ στάδιον τῶν ἐξελέγξεων. Δὲν δύναται λοιπὸν ν’ ἀμφισβητηθῇ, ὅτι ὁ εἰσελθὼν εἰς τὴν Βουλὴν δυνάμει τοῦ πληρεξουσίου Βουλευτὴς κέκτηται πάντα τὰ νόμιμα προσόντα, μέχρις οὗ τὸ τεκμήριον τοῦτο καταστραφῇ δι’ ἐναντίας ἀποδείξεως. Καὶ ἀπόδειξις τούτου, Κύριοι, ὅτι δηλαδὴ αὐτὸ τὸ Σύνταγμα τοιούτους ἐθεώρησε τοὺς Βουλευτὰς τοὺς ἐκλελεγμένους καὶ εἰσερχομένους εἰς τὴν Βουλήν, εἶναι τὸ ἄρθρον 73 τοῦ Συντάγματος, τοῦ ὁποίου ἐμνήσθη πρὸ μικροῦ ὁ ἀξιότιμος ἐκ Λεβαδείας συνάδελφος. Τί ὁρίζει τοῦτο; ὅτι: «ἡ Βουλὴ ἐξετάζει τὰ πληρεξούσια τῶν Βουλευτῶν, καὶ ἀποφασίζει περὶ τῶν ἀναφυομένων ἀμφισβητήσεων.» Ἄρα, μόνον ἐὰν ἀμφισβητηθῇ ἡ νομιμότης τοῦ πληρεξουσίου τοῦ Βουλευτοῦ, ἔρχεται ἡ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς· διότι ἡ ἀμφισβήτησις εἶναι ἐξαίρεσις. Κανὼν εἶναι, ὅτι ὁ Βουλευτὴς φέρει τὸ πληρεξούσιον νομίμως. Καὶ ἤκουσα Βουλευτοῦ συναδέλφου, ἀντικρούσαντος καὶ διακόψαντος μάλιστα τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον ἐκ Λεβαδείας, καὶ εἰπόντος: «καὶ ἂν ἐπήρχετο ἰσοψηφία κατὰ τὴν ἐκλογὴν Ἀγυιᾶς, τί θὰ ἐγίνετο;» Θὰ ἐγίνετο ὅ,τι πρέπει νὰ γείνῃ καὶ ἐπὶ τῆς ἐκλογῆς Αἰγιαλείας, τουτέστι μένει τὸ τεκμήριον ἀκέραιον, ἀλλ’ ἀποκτῶν πλέον τὴν ἰσχὺν τῆς ἀναγνωρίσεως ὑπὸ τῆς Βουλῆς. Τοιαύτης οὔσης, κατ’ ἐμὲ, ἀναμφισβητήτως τῆς ἐννοίας τοῦ Συντάγματος καὶ τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς, ὁ ὁποῖος δὲν ἔκαμεν ἄλλο τι ἢ νὰ ἐπαναλάβῃ τὴν διάταξιν τοῦ 56 ἄρθρου τοῦ Συντάγματος, πῶς δύναται νὰ γείνῃ, Κύριοι, λόγος πλέον περὶ νέας ψηφοφορίας; Ἐὰν ἡ Βουλὴ ἐκήρυξεν ἑαυτὴν χθὲς διὰ τῆς ψηφοφορίας ἀνίκανον νὰ ἐξενέγκῃ γνώμην, ποία δύναμις σήμερον δύναται νὰ ὑποχρεώσῃ αὐτὴν, ἵνα ἐπανέλθῃ ἐπὶ τῆς ἀποφάσεως τῆς ἐξενεχθείσης, ἢ μᾶλλον ἐπὶ τῆς ψηφοφορίας τῆς ἐξαγγελθείσης; Ἐὰν ἀναγνωρίσητε τὴν ἀρχὴν ταύτην, τότε, Κύριοι, οὐδεμία ἀπόφασις τῆς Βουλῆς θὰ ἰσχύῃ, διότι θὰ ἀρκῇ μία πρότασις, ἵνα ἡ Βουλὴ ἐπανέρχηται καὶ ἅπαξ καὶ δὶς καὶ τρὶς ἐπὶ τῆς ψηφοφορίας τῆς γενομένης. Ἤθελεν εἶναι τὸ χείριστον καὶ τὸ ἐπικινδυνότερον τῶν προηγουμένων, ἐὰν τοιαύτην παραδεχθῇ γνώμην ἡ Βουλὴ καὶ τοιαῦτα νομολογήσῃ, ὅτι ἐπὶ ψηφοφορίας γενομένης δύναται νὰ ἐπανέλθῃ ἡ Βουλή. Καὶ ἐννοῶ, Κύριοι, ἐὰν ὁ νόμος ἀπῄτει ἀπόλυτον πλειονοψηφίαν, καὶ κατὰ τὴν πρώτην ψηφοφορίαν τὸ ἀποτέλεσμα τοῦτο δὲν θὰ ἐπετυγχάνετο· τότε κατ’ ἀνάγκην ὀφείλει ἡ ψηφοφορία νὰ ἐπαναληφθῇ. Ἀλλ’ ἅπαξ τῆς ψηφοφορίας γενομένης, ἅπαξ τῆς Βουλῆς μὴ ἐξενεγκούσης γνώμην, δὲν δύναται νὰ ὑποχρεωθῇ, ὥστε καλὰ καὶ σώνει νὰ ἐκφέρῃ γνώμην ἐπὶ τοῦ θέματος, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἐκλήθη ν’ ἀποφανθῇ καὶ δὲν εὑρέθη ἱκανὴ νὰ δώσῃ γνώμην. Τώρα ἔρχεται πλέον ἡ ἐφαρμογὴ τῆς συνταγματικῆς διατάξεως ἐπὶ τοῦ θέματος τοῦ ὑπὸ τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς τεθέντος· καὶ ἐδῶ πλέον αἱ γνῶμαι διχάζονται ὡς ἐκ τῆς διαφόρου ἑρμηνείας, τὴν ὁποίαν δίδουσι καὶ εἰς τὴν συνταγματικὴν διάταξιν καὶ εἰς τὴν δῆθεν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς. Τί ἀπεδείχθη χθὲς, κατὰ τὴν ἔννοιαν τοῦ Συντάγματος; Ἀπερρίφθη ἡ πρότασις. Τώρα οἱ μὲν λέγουσιν ὅτι ἀπερρίφθη ἡ πρότασις ἡ διατυπωθεῖσα ὑπὸ τοῦ ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτοῦ, οἱ δὲ, ὅτι ἀπερρίφθη ἡ πρότασις τοῦ τμήματος, ἢ ἡ ἔνστασις ἡ κατὰ τοῦ κύρους τῆς ἐκλογῆς Αἰγιαλείας. Κύριοι, συνήθως, καθὼς πάντες γνωρίζομεν, ὁ Πρόεδρος ὑποβάλλει εἰς τὴν Βουλὴν ἐν εἴδει ἐρωτήματος τὸ πόρισμα τῶν συζητήσεων, εἴτε ἐκ τῆς οἰκείας αὐτοῦ ἐξουσίας, εἴτε κατὰ πρότασιν Βουλευτοῦ προκαλεῖ τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς ἐρωτῶν. Τώρα, ἡ τοιαύτη ἢ τοιαύτη διατύπωσις τοῦ θέματος διὰ τοῦ ἐρωτήματος δύναται ν’ ἀπολήγῃ εἴτε εἰς ἀποφατικὴν ἀπάντησιν, εἴτε εἰς καταφατικήν. Τοῦτο εἶναι ἐντελῶς τυχαῖον. Διότι ἡ γνώμη τῆς Βουλῆς δύναται νὰ βολιδοσκοπηθῇ, δύναται νὰ ζητηθῇ εἴτε κατὰ τὸν ἕνα εἴτε κατὰ τὸν ἄλλον τρόπον. Τοῦτο δὲν εἶναι τὸ οὐσιῶδες, τοῦτο δὲν εἶναι τὸ ἐνδιαφέρον ἐπὶ τοῦ προκειμένου ζητήματος, κατὰ τίνα τρόπον ἠρωτήθη ἡ Βουλή, κατὰ τὸν τρόπον τὸν ἀποφατικὸν, ἢ κατὰ τὸν τρόπον τὸν καταφατικόν. Τὸ οὐσιῶδες εἶναι, ἐπὶ τίνος προτάσεως, ἐπὶ τίνος θέματος ἡ Βουλὴ ἐψήφισε. Καὶ τοῦτο τὸ ἐξεταστέον. Ἐπὶ τίνος θέματος ἡ Βουλὴ ἐψήφιζε; Τὸ λέγει ὁ Κανονισμός. Καὶ νομίζω ὅτι δὲν δύναται ὡς πρὸς τοῦτο νὰ γεννηθῇ ἀμφιβολία, πλὴν ἄν τις θέλῃ νὰ καμμύῃ τὰ ὄμματα πρὸ τοῦ φωτὸς τοῦ ἡλίου (ἀναγινώσκει): «Ἄρθρον 5. Ἐντὸς πέντε ἡμερῶν ἀπὸ τῆς καταρτίσεως αὐτῶν τὰ τμήματα ὑποβάλλουσι τὰς ἐκθέσεις ἐπὶ τῶν ἐκλογῶν· μεθ’ ὃ ἡ Βουλὴ ἐπιλαμβάνεται τῆς ἐπ’ αὐτῶν συζητήσεως.» Ἄρα τὸ εἰσαγωγικόν, οὕτως εἰπεῖν, — διὰ νὰ μεταχειρισθῶ λέξιν δικανικὴν — τῆς συζητήσεως ἔγγραφον εἶναι ἡ ἔκθεσις τοῦ τμήματος, καὶ αὕτη ὑπόκειται εἰς τὴν Βουλὴν πρὸς συζήτησιν. Τώρα ἡ παρατήρησις, ἡ ὁποία ἐγένετο, ἂν δηλ. τὸ τμῆμα τὸ προεξελέγξαν τὴν ἐκλογὴν Αἰγιαλείας κάμνει ἢ δὲν κάμνει πρότασιν, τουτέστιν ἂν διατυπώνει διὰ τῆς λέξεως ῥητῶς «προτείνω», ἢ δὲν τὸ διατυπώνει, τοῦτο εἶναι ἐντελῶς ἀδιάφορον, διότι τοῦτο ἐξαρτᾶται ἐκ τῆς ἰδιοσυγκρασίας τοῦ εἰσηγητοῦ· φρονῶ δὲ, ὅτι δὲν δυνάμεθα νὰ λεπτολογῶμεν, ἐξετάζοντες τὸ κείμενον τῆς προτάσεως τοῦ τμήματος· τὸ σπουδαῖον εἶναι, ὅτι ἡ ἔκθεσις αὕτη ἀπευθύνεται πρὸς τὴν Βουλὴν, ὅπως καὶ πᾶσαι αἱ ἄλλαι ἐκθέσεις, καὶ ὅτι ὁ εἰσηγητής, διατυπώνων τὴν γνώμην ἢ μᾶλλον τὰς γνώμας τὰς ἀναπτυχθείσας ἐν τῷ τμήματι, λέγει: «προκειμένου δὲ περὶ τῶν προσόντων, ἤτοι περὶ τῆς νομίμου ἡλικίας τοῦ ἐπιτυχόντος Πολ. Πολυχρονιάδου, ἐκ τῶν παρόντων ἐν τῷ τμήματι Βουλευτῶν εἴκοσιν, οἱ μὲν δώδεκα...» ἐψήφισαν οὕτως, οἱ δὲ οὕτω. Λοιπὸν, προκειμένου περὶ τῶν προσόντων, δώδεκα, ἤτοι ἡ πλειονοψηφία τοῦ τμήματος προτείνει ἵνα ἡ ἐκλογὴ ἀκυρωθῇ λόγῳ ἐλλείψεως προσόντων. Καὶ αὐτὴ εἶναι ἡ πρότασις τοῦ τμήματος, καὶ πάντες οἱ ἀγορεύσαντες ὑπὲρ ἢ κατὰ ἐν τῇ συζητήσει τῆς ἐκλογῆς Αἰγιαλείας τοῦτο ἠθέλησαν νὰ ὑποστηρίξωσιν, οἱ μὲν, ὑποστηρίζοντες τὴν πρότασιν τοῦ τμήματος, ὅτι ἡ ἐκλογὴ εἶναι ἄκυρος δι’ ἔλλειψιν τοῦ προσόντος τῆς ἡλικίας τοῦ κ. Πολυχρονιάδου, οἱ δὲ, ὑποστηρίζοντες ὅτι δὲν ἀποδεικνύεται ἐπαρκῶς ἡ ἔνστασις περὶ ἐλλείψεως τοῦ προσόντος τῆς ἡλικίας. Πόρισμα δὲ τῆς συζητήσεως ὑπῆρξεν ἡ διατύπωσις τοῦ ἐρωτήματος πρὸς τὴν Βουλὴν, καὶ ὄχι προτάσεως, ἐὰν ὁ κ. Πολυχρονιάδης ἔχει ἢ δὲν ἔχει τὸ προσὸν τῆς ἡλικίας, καὶ ἡ Βουλὴ οὐδὲν ἀπεφάνθη· διότι, ἐπαναλαμβάνω, ἀπόφασις δὲν ὑπάρχει, οὔτε δύναταί τις νὰ ὑποστηρίξῃ, ὅτι ὑπῆρξεν ἀπόφασις περὶ τοῦ κύρους τῆς ἐκλογῆς. Τί μένει; Ἀφοῦ ἡ Βουλὴ εἶπε «δὲν ἔχω γνώμην ἐπὶ τοῦ θέματος», ἔρχεται τὸ Σύνταγμα, Κύριοι, καὶ λέγει: ἡ πρότασις ἡ ὑπὸ συζήτησιν, — διότι δὲν δύναται ἄλλον λόγον νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὸ Σύνταγμα παρὰ τὴν πρότασιν τὴν συζητουμένην, ὄχι τὸ ἐρώτημα τὸ τεθέν, τὴν οὐσίαν τοῦ θέματος — ἡ πρότασις ἡ συζητουμένη θεωρεῖται ἀπορριφθεῖσα. Καὶ τότε τί ἔχομεν; ἔχομεν τὸ τεκμήριον, ἀναλαμβάνον ὅλην αὐτοῦ τὴν ἰσχὺν, ἔχομεν τοὺς ἐκλογεῖς Αἰγίου, οἵτινες σᾶς λέγουν «αὐτὸν ἐξελέξαμεν Βουλευτήν»· ἔρχεται τὸ Πρωτοδικεῖον, τὸ ὁποῖον παρέσχεν εἰς αὐτὸν τὴν ἀνακήρυξιν, καὶ σᾶς λέγει, ὅτι αὐτὸς εἶναι ὁ νόμιμος Βουλευτής. Τί δύνασθε εἰς αὐτὰ νὰ ἀντιτάξητε; Ὑπάρχει ἀπόφασις τῆς Βουλῆς, ὅτι δὲν ἔχει τὰ προσόντα; ποῦ; ποία εἶναι; φέρετέ την ἐδῶ τὴν ἀπόφασιν.

§81ΜΙΧ. ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Ἀπόφασιν ὅτι ἔχει τὰ προσόντα ἔχετε;

§82Δ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Κατ’ ἀνάγκην. Ἀφοῦ ἡ Βουλὴ λέγει καὶ ὁμολογεῖ — αὐτὸ λέγει τὸ Σύνταγμα — ὅτι δὲν εἶναι εἰς κατάστασιν νὰ ἐκφέρῃ γνώμην ἐπὶ τοῦ λόγου τῆς ἀνηλικότητος, κατ’ ἀνάγκην, κατ’ ἀναπόδραστον ἀνάγκην, κατ’ ἀναπόφευκτον συνέπειαν παραδέχεται, ὅτι ἡ ἐκλογὴ εἶναι ἔγκυρος· διότι, ἐὰν εἶχε τὴν ἐναντίαν γνώμην, θὰ ἔλεγεν ὅτι ἡ ἐκλογὴ εἶναι ἄκυρος· ἐν τούτοις δὲν τὸ εἶπε. Ποῦ θὰ στηριχθῆτε, Κύριοι, ἵνα ὑποστηρίξητε τὴν ἀντίθετον γνώμην;

§83ΜΙΧ. ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Ἐπὶ τῆς ἐκλογῆς ἀπεφάνθη ὅτι εἶναι ἔγκυρος. Τώρα ἐρχόμεθα νὰ ζητήσωμεν δευτέραν ἀπόφασιν· ἔχει τὰ προσόντα ἢ ὄχι;

§84Δ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Ἡ Βουλὴ δὲν εἶπε τίποτε, οὔτε δύνασθε νὰ τὴν ὑποχρεώσητε νὰ ἐπαναλάβῃ τὴν ψηφοφορίαν· δὲν ὑπάρχει νόμιμος λόγος πρὸς τοῦτο.

§85Π. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Δὲν εἶπεν ὅτι τὰ ἔχει.

§86Δ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Κατ’ ἐμέ, ἐπαναλαμβάνω, κατ’ ἀνάγκην καὶ ἀναπόφευκτον συνέπειαν, ἐὰν θέλητε ν’ ἀκολουθήσητε τοὺς ἑρμηνευτικοὺς κανόνας, ἀφοῦ ἅπαξ ἡ Βουλὴ εἶπεν, ὅτι δὲν δύναται, δὲν εἶναι εἰς κατάστασιν νὰ ἐκφέρῃ γνώμην ἐπὶ τῆς ἐνστάσεως τῆς ἀνηλικότητος, κατ’ ἀνάγκην παραδέχεται ἐμμέσως τὸ νόμιμον τοῦ Βουλευτοῦ. Δὲν δύνασθε νὰ ἐξέλθητε ἐκ τοῦ διλήμματος τούτου· εἶναι κλοιός, ὁ ὁποῖος σᾶς περισφίγγει· ἡ ἀπόρριψις τῆς ἀκυρότητος συνεπάγεται ἀναγκαίως, ἐὰν δὲν θέλωμεν νὰ καταστρατηγήσωμεν τὴν λογικήν. Ἄλλως ἡ συνταγματικὴ διάταξις σᾶς δεσμεύει, διότι ἀκριβῶς τὸ Σύνταγμα προεῖδε τὴν περίστασιν αὐτήν, ἡ ὁποία δύναται ἑκάστοτε νὰ ἀναφανῇ ἐν τῇ Βουλῇ· ἀκριβῶς τὴν περίστασιν ταύτην ἐκανόνισε τὸ Σύνταγμα, καὶ ἠθέλησε νὰ ἄρῃ πᾶν κώλυμα, ὥστε αἱ ἐργασίαι τῆς Βουλῆς νὰ προβῶσιν ἀπροσκόπτως. Διὰ τοῦτο, Κύριοι, φρονῶ, ὅτι πᾶσα ἄλλη ἀπόφασις εἶναι ἀντικρὺς ἐναντία τοῦ Συντάγματος.

§87Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Μοιραίως, Κύριοι, λαμβάνω τὸν λόγον· καὶ λέγω μοιραίως, διότι ἑκατοντάκις ἐπανελήφθη ἐντεῦθεν, ὅτι ἡ πρότασις, ἐπὶ τῆς ὁποίας προεκλήθη ἡ ψηφοφορία τῆς Βουλῆς, ἦτο ἰδική μου. Σᾶς ὁμολογῶ, Κύριοι, ὅτι κολακεύομαι πολὺ ἐκ τῆς τοιαύτης ἐκ μέρους τοῦ συναδέλφου περιποιήσεως — διότι πρόκειται περὶ περιποιήσεως — καὶ τῆς τιμῆς τοῦ νὰ ὑποβάλω τὴν πρότασιν, ἀλλ’ ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, ὅτι οὔτε κατ’ ἐλάχιστον εἶμαι ὁ πατὴρ τῆς προτάσεως. Πατέρες τῆς προτάσεως ὑπῆρξαν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἐν ἀλαλαγμῷ τὴν ἐδέχθησαν, καὶ δύναμαι νὰ εἴπω, ὅτι ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Λεβαδείας ὑπῆρξεν ὁ πατὴρ τῆς προτάσεως. Εὐτυχῶς ἔχομεν ἤδη κεκυρωμένα τὰ πρακτικὰ τῆς χθεσινῆς συνεδριάσεως, ὅπως δυνάμεθα ἐπὶ θετικῶν νὰ συζητῶμεν. Μετὰ μακρὰν συζήτησιν εἶχεν ὑποβληθῆ μία πρότασις, ἡ ὁποία ἀνεγνώσθη παρὰ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Βουλῆς, κατὰ τὴν ὁποίαν «οἱ παραδεχόμενοι ὅτι ὁ βουλευτὴς Αἰγιαλείας κ. Πολυχρονιάδης ἔχει τὴν νόμιμον τριακονταετῆ ἡλικίαν λέγουσι Ναὶ, οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουσιν Ὄχι». Εἰς τὴν πρότασιν ταύτην ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Λεβαδείας ἀντέταξεν ἄλλην πρότασιν: «Οἱ παραδεχόμενοι ὅτι ὁ βουλευτὴς Αἰγιαλείας κ. Πολυχρονιάδης ἔχει τὰ νόμιμα προσόντα λέγουσι Ναὶ, οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουσιν Ὄχι». Ἐν τῷ μεταξὺ εὗρον τὴν εὐκαιρίαν νὰ διατυπώσω τὴν γνώμην μου. Ἐζήτησα ν’ ἀφεθῇ πλήρης ἐλευθερία εἰς τὴν ψῆφον τῶν Βουλευτῶν, ἐζήτησα, ὅπως, ἐὰν ὑπάρχῃ εἷς Βουλευτὴς ὑπὲρ τοῦ ἑνὸς προσόντος, νὰ δύναται ὁ Βουλευτὴς, ὁ ὁποῖος ἤθελε νὰ ψηφίσῃ κατ’ αὐτῆς, νὰ ψηφίσῃ, καὶ διετύπωσα τότε μίαν πρότασιν, ὄχι ἐγγράφως, ἀλλὰ προφορικῶς, ἀλλὰ τὴν πρότασιν ἐκείνην διετύπωσα ἐκ τοῦ προχείρου, καὶ δικαίως ἐξηγέρθησαν ἐναντίον τῆς τοιαύτης διατυπώσεως, καὶ τότε διετύπωσα τὴν τελευταίαν πρότασιν: «Οἱ παραδεχόμενοι ὅτι ὁ ἐκλεγεὶς βουλευτὴς Αἰγιαλείας κ. Πολυχρονιάδης ἔχει τὸ ὑπὸ τοῦ ἄρθρου 70 τοῦ Συντάγματος προσὸν τῆς ἡλικίας λέγουσι Ναὶ, οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουσιν Ὄχι». Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Λεβαδείας τί ἐπρότεινεν; «οἱ παραδεχόμενοι ὅτι ὁ βουλευτὴς Αἰγιαλείας Πολυχρονιάδης ἔχει τὰ νόμιμα προσόντα λέγουσι Ναὶ, οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουσιν Ὄχι». Πρόκειται δηλ. περὶ δύο θετικῶν προτάσεων. Κατὰ τί διαφέρουν ἡ πρότασις ἡ τελευταῖον ὑποβληθεῖσα παρ’ ἐμοῦ καὶ ἐκείνη, ἐπὶ τῆς ὁποίας ἐπῆλθεν ἡ διχογνωμία; Κατὰ τοῦτο, ὅτι ἡ μὲν πρότασις τοῦ κ. Βουλευτοῦ Λεβαδείας περιλαμβάνει συλλήβδην ὅλα τὰ προσόντα, ἡ δὲ ἰδική μου πρότασις περιλαμβάνει μόνον τὸ ἓν προσόν, τὸ τῆς ἡλικίας, ἐκεῖθεν δὲ ἐπῆλθεν ἡ διαίρεσις τῶν γνωμῶν καὶ ἡ λογομαχία. Τὴν στιγμὴν ὅμως, καθ’ ἣν διετύπωσα τὴν τελευταίαν πρότασιν, ὁλόκληρος ἡ Βουλὴ τὴν υἱοθέτησε καὶ ἐν ἀλαλαγμῷ τὴν ἐδέχθη. Καὶ διατί; δι’ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα εἶπεν ὁ κ. Βουλευτὴς Λεβαδείας· καὶ διατί; δι’ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα εἶπεν ὁ κ. Βουλευτὴς Ζακύνθου. Τί σᾶς ἔλεγον; Σᾶς ἔλεγον ὅτι ὑπάρχει ἐκ τῆς ἀνακηρύξεως τοῦ Βουλευτοῦ ἓν τεκμήριον, ὑπάρχει τὸ τεκμήριον, ὅτι ὁ Βουλευτὴς νομίμως ἐξελέγη, πρέπει δὲ νὰ ἐπέλθῃ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς, αἴρουσα τὸ τεκμήριον τὸ ἐκ τῆς ἀνακηρύξεως προκῦπτον. Αὐτὴ εἶναι ἡ θεωρία, Κύριοι, ἐπὶ τῆς ὁποίας στηρίζονται ὅλαι αἱ προτάσεις, αἱ ὑποβαλλόμεναι εἰς τὴν Βουλήν, σχετικῶς μὲ τὰς ἐκλογάς. Ἐὰν ἀναδιφήσητε ὅλα τὰ πρακτικὰ τῶν διαφόρων Βουλῶν κατὰ τὸ στάδιον τῶν ἐξελέγξεων, ἐὰν ἀναδιφήσητε ὅλας τὰς ἀποφάσεις, θέλετε ἴδει, ὅτι οὐδεμία ὑπάρχει πρότασις ἀρνητική· καὶ διατί; δι’ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἔλεγον πρὸ ὀλίγου, διότι ὑφίσταται τὸ νόμιμον τεκμήριον. Τίθεται λοιπὸν ἡ πρότασις οὕτω πως, ὅπως ἐτέθησαν ὅλαι αἱ προτάσεις ἀπὸ καταβολῆς τοῦ Συντάγματος καθ’ ὅλας τὰς Περιόδους, τίθεται θετικῶς, καὶ πρέπει ἡ Βουλὴ νὰ ἀποφανθῇ Ναὶ ἢ Ὄχι. Ἀληθῶς εἰς αὐτὴν τὴν περίπτωσιν ἐγένετό τι, τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι ὀρθόν, διότι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἔπρεπε νὰ ἀναγγείλῃ εἰς τὴν Βουλὴν ὁ κ. Πρόεδρος αὐτῆς, περιελήφθη ἐν τῇ προτάσει. Ἔπρεπε δὲ νὰ διατυπωθῇ ἡ πρότασις συμφώνως πρὸς τὸ τεκμήριον, τὸ ὁποῖον γεννᾶται ἐκ τῆς ἀνακηρύξεως τοῦ κ. Πολυχρονιάδου, ὡς βουλευτοῦ Αἰγιαλείας. Ἡ πρότασις ἔπρεπε νὰ τεθῇ ὡς ἑξῆς: «Ὁ ἐκλεγεὶς Βουλευτὴς ἔχει τὸ προσὸν τῆς ἡλικίας;» ἢ ὅπως διετύπωσεν αὐτὴν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Λεβαδείας: «Ὁ ἐκλεγεὶς Βουλευτὴς Αἰγιαλείας ἔχει τὰ νόμιμα προσόντα;» Ὁ κ. Πρόεδρος ὤφειλε νὰ εἰδοποιήσῃ τὴν Βουλήν, ὅτι «οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν λέγουσι Ναί, οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουσιν Ὄχι». Ζητῶ συγγνώμην, ὅτι κατὰ τὴν προφορικὴν διατύπωσιν, ἐν τῇ συγχύσει τῇ ἐπελθούσῃ εἰς τὸ τέλος τῆς συζητήσεως, δὲν προέβλεψα ὅτι ἤθελε περιληφθῆ ἐν τοῖς πρακτικοῖς ὄχι ἡ πρότασις ὡς ἔδει νὰ διατυπωθῇ, ἀλλ’ ὡς ἔπρεπε ν’ ἀπαγγελθῇ πρὸς τὴν Βουλήν, διὰ νὰ προκαλέσῃ τὴν ψῆφον αὐτῆς. Ἀλλ’ ἐντεῦθεν μεταβάλλεται ὁ χαρακτὴρ τῆς προτάσεως; Ἐγένετο αὕτη ἀπὸ θετικῆς ἀρνητική; ἢ ἐνέχει ἐν ἑαυτῇ, ὡς ὁ φίλτατος συμπολίτης μου κ. Λεβίδης ἰσχυρίσθη, διπλῆν ἔννοιαν, διπλῆν ὄψιν; Βεβαίως ὄχι. Ἡ πρότασις εἶναι θετική. Τώρα, ὅπως εἶναι γεγραμμένον ἐν τῇ προτάσει: «οἱ παραδεχόμενοι λέγουσι Ναί, οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουσιν Ὄχι», οὐδὲν ἕτερον προκύπτει ἐντεῦθεν ἢ ὅτι ἡ πρότασις εἶναι θετική. Διότι, ἐὰν ἦτο ἀρνητική, θὰ ἔγραφεν: «οἱ μὴ παραδεχόμενοι τὸ ἔγκυρον τῆς ἐκλογῆς λέγουσι Ναί, οἱ παραδεχόμενοι λέγουσιν Ὄχι». Ἔχομεν ἐνώπιον ἡμῶν ἀναμφισβητήτως μίαν θετικὴν πρότασιν, ἡ ὁποία εἶναι ἐντελῶς σύμφωνος πρὸς τὰ παραδεδεγμένα ὀρθῶς, πρὸς τὰς παραδόσεις. Ἐπεκαλέσθησαν τὴν ἔκθεσιν τοῦ τμήματος καὶ εἶπον, ἐπὶ τῇ βάσει μάλιστα ῥητῆς διατάξεως τοῦ Κανονισμοῦ ἡμῶν, ὅτι ἀναγκαίως ἡ Βουλὴ εἶναι δεμένη ὄπισθεν τοῦ ἅρματος ἑνὸς ἑκάστου τῶν τμημάτων, καὶ ὅταν τὸ τμῆμα προβάλλῃ πρότασιν ἀρνητικήν, ἡ Βουλὴ πρέπει τυφλοῖς ὄμμασι νὰ ἀκολουθῇ αὐτήν, ὅταν δὲ προβάλλῃ πρότασιν θετικήν, ἡ Βουλὴ πάλιν τυφλοῖς ὄμμασι πρέπει ν’ ἀκολουθῇ αὐτήν. Ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω χάριτας εἰς τὸν βουλευτὴν Ἀττικῆς κ. Λεβίδην, ὁ ὁποῖος διὰ τῆς συνήθους καὶ ἀληθῶς ἀκαταβλήτου φιλοπονίας του ἠθέλησε νὰ ἐπιχύσῃ φῶς εἰς τὴν προκειμένην συζήτησιν, διὰ τῶν πρακτικῶν, τὰ ὁποῖα ἀνέγνωσεν εἰς τὴν Βουλήν. Ἀληθῶς ἡ γνώμη τοῦ μακαρίτου Τρικούπη εἶναι ὁποία διετυπώθη, ἀλλ’ ἀληθῶς ἐπίσης ἡ γνώμη του ἐκείνη εἶναι ἐντελῶς σφαλερὰ, ἀποδεικνύει δὲ μάλιστα, ὅτι ἡ γνώμη αὕτη ἦτο ἐκ τῶν πρωτολείων τοῦ μεγάλου ἐκείνου νοὸς, ὁ ὁποῖος κατόπιν τοσοῦτον ἀνεπτύχθη καὶ ἐξετιμήθη. Διότι βλέπει τις ἐν τῇ γνώμῃ, ἣν διετύπωσεν, ἀκριβῶς τὴν τελείαν ἔλλειψιν ἀντιλήψεως τοῦ ζητήματος, ἐφ’ οὗ ἐπρόκειτο ν’ ἀποφασίσῃ ἡ Βουλή. Καὶ λέγει ὁ Τρικούπης: «Τὸ ἄρθρον τοῦ Συντάγματος ὅλοι εἴμεθα σύμφωνοι νὰ τὸ παραδεχθῶμεν, ἀλλ’ ὅπως παρέστησεν ὁ βουλευτὴς Καλαβρύτων κ. Πετιμεζᾶς, εἶναι ἄδικον, ὁ εἷς νὰ κερδίζῃ τὸ ζήτημα διότι ἐτέθη καταφατικῶς, καὶ ὁ ἄλλος νὰ τὸ χάνῃ διότι ἐτέθη ἀποφατικῶς...» (Κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην δὲν εἶχε διατυπωθῆ ἡ νομολογία τῆς Βουλῆς, δὲν εὑρίσκετο εἰς ὃ σημεῖον εὑρίσκεται σήμερον διὰ τῆς συνεχοῦς ἐπὶ μακρὰς Περιόδους ἐπαναλήψεως τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν διατυποῦνται τὰ ζητήματα ἐπὶ τῶν ἐξελέγξεων). «... Καὶ διὰ τοῦτο πρέπει νὰ λύσωμεν τὸ οὐσιῶδες αὐτὸ ζήτημα ἀπροσωπολήπτως. Τὸ ζήτημα λοιπὸν εἶναι, πῶς θὰ τίθεται τὸ θέμα τῆς ἀκυρώσεως ἢ ἐπικυρώσεως». Καὶ προσθέτει τὸ παράδοξον τοῦτο διὰ τὸν μέγαν ἐκεῖνον νοῦν: «Ἡ κοινὴ γνώμη εἶναι νὰ τίθηται ἄκυρον. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἀπορρίπτεται ἡ πρότασις, καὶ ἡ ἐκλογὴ εἶναι ἔννομος.» Ἀλλ’ ἀναμφισβητήτως, διατυπῶν τὴν τοιαύτην γνώμην, παρεῖδε τὸ μέγα τεκμήριον, τὸ ὁποῖον προκύπτει ἐκ τῆς ἀνακηρύξεως τοῦ Βουλευτοῦ ὡς Βουλευτοῦ, καὶ περιέπεσεν εἰς τὸ ἄτοπον νὰ θέλῃ ἐκ τῶν προτέρων νὰ τὸ κατανοήσωμεν, νὰ διατυπώσωμεν, πῶς θὰ τίθενται αἱ προτάσεις, ὅταν αἱ προτάσεις δὲν ἦναι δυνατὸν νὰ τεθῶσι θετικῶς λόγῳ τοῦ τεκμηρίου, τὸ ὁποῖον ὑφίσταται. Ἀλλ’ εἰς ἐκείνην τὴν ἐποχὴν, καθ’ ἣν δὲν ἦτο ὥριμος ὁ νοῦς τοῦ Τρικούπη, ὑπῆρχεν ἄλλος νοῦς ὥριμος, καὶ οὗτος ἦτο ὁ τοῦ μακαρίτου Κουμουνδούρου, τοῦ Προέδρου τότε τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. Οὗτος λέγει μὲ τὴν συνήθη του γλυκύτητα: «Μίαν λέξιν θὰ εἴπω. Ἤθελον παρακαλέσει τοὺς κυρίους Βουλευτὰς νὰ ἀφήσωσι τὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος ὅπως ἔχουν, καὶ μεθαύριον, ἐὰν μᾶς παρουσιασθῇ αὐτὴ ἡ περίστασις, νὰ λύσωμεν αὐτὸ τὸ ζήτημα· διότι, ἐὰν θελήσωμεν νὰ τὸ λύσωμεν σήμερον, θὰ συζητήσωμεν ποία εἶναι ἡ πρότασις ἐν ἰσοψηφίᾳ, καὶ τοῦτο εἶναι ζήτημα πολὺ σπουδαῖον. Λοιπὸν θὰ παρακαλέσω τοὺς κυρίους Βουλευτὰς ν’ ἀποσύρουν ὅλας αὐτὰς τὰς προτάσεις, καὶ ἂν παρουσιασθῇ μία τοιαύτη περίστασις, τότε τὸ λύομεν.» Λοιπὸν τὰ προηγούμενα οὐδὲν ἀποδεικνύουσιν. Αὐτὴ εἶναι ἡ κατακλεὶς τῆς τότε γενομένης, ἐπὶ τοῦ ἀκύρου τῆς ψηφοφορίας τοῦ ἄρθρου 5 τοῦ Κανονισμοῦ, συζητήσεως. Τὴν γνώμην του δὲ ἐπ’ αὐτοῦ διετύπωσε καὶ ὁ μακαρίτης Ἐπαμεινώνδας Δεληγεώργης. Λοιπὸν τῶν τμημάτων αἱ ἐκθέσεις οὐδεμίαν ἔχουσι σημασίαν. Λέγει μὲν ὁ Κανονισμὸς ἐν ἄρθρῳ 5, ὅτι ἐντὸς 5 ἡμερῶν ἀπὸ τῆς καταρτίσεως αὐτῶν τὰ τμήματα ὑποβάλλουσι τὰς ἐκθέσεις ἐπὶ τῶν ἐκλογῶν, ἀλλὰ δὲν λέγει, οὔτε ἦτο δυνατὸν νὰ εἴπῃ, ὅτι πρέπει οἱαδήποτε πρότασις νὰ τίθηται εἰς ψηφοφορίαν ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἐκθέσεων. Πλεῖστοι ἐξ ὑμῶν συνεδριάζετε ἀπὸ μακροῦ χρόνου ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ· εἴπετέ μοι σεῖς, ἐὰν ὑπῆρξε ζήτημα, οὐχὶ ἐκ τῶν κυρίων, ἀλλὰ καὶ ἐκ τῶν δευτερευόντων, τὸ ὁποῖον νὰ μὴ προκαλέσῃ, ἀκριβῶς κατὰ τὴν θέσιν του, κατὰ τὴν διατύπωσίν του, μακροτέραν συζήτησιν ἢ ἐπὶ τῆς οὐσίας του αὐτῆς. Εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποθέσῃ τις ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον παραδόξως ἐλέχθη, ὅτι ἐπὶ τοῦ προκειμένου τὸ δικαίωμα τῆς Βουλῆς δὲν εἶναι ἀπόλυτον; Τοιοῦτον δικαίωμα οὐδενὶ δέδοται, ὅπως δεσμεύσῃ τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς, ὅπως δεσμεύσῃ τὸν τρόπον, καθ’ ὃν θέλει αὕτη ἐκφέρει τὴν γνώμην της. Ἡ Βουλὴ δὲν ἐδέθη ὄπισθεν τοῦ ἅρματος οὐδενὸς τμήματος, τὸ ὁποῖον δὲν ἀποτελεῖ ἢ μίαν μειονότητα ἐντελῶς ἀσήμαντον ἀπέναντι τοῦ ὅλου Σώματος. Τοιαύτη θεωρία εἶναι, Κύριοι, τερατώδης, θαυμάζω δὲ, ὅτι Βουλευτὴς τῆς ἐπιστημονικῆς ἀναπτύξεως τοῦ κ. ἐκ Ζακύνθου Βουλευτοῦ προέβαλε τοιαῦτα, τὰ ὁποῖα μειοῦσι τὴν κυριαρχίαν τοῦ μόνου κυριαρχικοῦ Σώματος, ὅπερ ὑπάρχει παρ’ ἡμῖν. Καὶ αὐτὴ ἡ Βουλὴ δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ παραιτηθῇ τῶν δικαιωμάτων της, διότι ταῦτα συνδέονται στενῶς καὶ ἀναποσπάστως μὲ τὴν κυριαρχίαν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, τὸν ὁποῖον ἐκπροσωπεῖ. Τοῦτο ἤθελεν εἶσθαι ἄντικρυς ἀντίθετον πρὸς τὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος. Διότι οὕτως ἠθέλομεν προβῆ καὶ περαιτέρω· ἠδύνατο εἷς Κανονισμὸς νὰ δεσμεύσῃ ὄχι μόνον τὸν τρόπον, καθ’ ὃν δέον ν’ ἀποφασίσῃ ἡ Βουλὴ, ἀλλὰ καὶ τὸν τρόπον, καθ’ ὃν δέον νὰ σκεφθῇ. Διότι εἰς τοιαῦτα ἀποτελέσματα ἄγει ἡ θεωρία τοῦ κ. Βουλευτοῦ Ζακύνθου περὶ τοῦ ὅτι πρέπει δουλικῶς ν’ ἀκολουθήσωμεν τὸ ἄρθρον 5 τοῦ Κανονισμοῦ, ἐνῷ τοῦτο ἀκριβῶς οὐδὲν λέγει ἐξ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἐφαντάσθη ὁ κ. Βουλευτὴς Ζακύνθου. Ἀναμφισβήτητον λοιπὸν, ὅτι, ὅταν πρόκηται περὶ προτάσεως σχετικῆς πρὸς ἐξέλεγξιν οἵας δήποτε ἐκλογῆς, ἔχομεν πρότασιν θετικὴν ἐνώπιον ἡμῶν, λόγῳ τοῦ τεκμηρίου τοῦ ἐκ τῆς ἀνακηρύξεως. Καὶ ἐρχόμεθα εἰς τὴν ἄλλην θεωρίαν, τὴν ὁποίαν προέταξεν ὁ κ. Βουλευτὴς Ζακύνθου, εἰς τὸ θέμα περὶ τοῦ τί ἐνδεικνύει, τί σημαίνει ἡ ἰσοψηφία. Ἡ ἰσοψηφία ἀναμφισβητήτως σημαίνει, ὅτι ἡ Βουλὴ διεχωρίσθη κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐκφέρῃ κατισχύουσαν γνώμην, ὅτι ἔχει δύο γνώμας, διαφόρους μὲν, ἀλλ’ ἰσοπάλους, ἰσοδυνάμους. Τί λέγει ἐπ’ αὐτοῦ ὁ κ. Βουλευτὴς Ζακύνθου; Ὅτι ἔπρεπε νὰ ἐξακολουθήσῃ ἐπ’ ἄπειρον ἡ ἀρίθμησις τῶν ψήφων; Ὄχι, ἀποφαίνεται τὸ Σύνταγμα. Ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν ἤθελεν ἐπιτευχθῆ πλειονοψηφία, τὸ πρᾶγμα εἶναι αὐταπόδεικτον. Ἐν περιπτώσει ἰσοψηφίας, ἀπορρίπτεται ἡ πρότασις. Ποία πρότασις; Ἡ διατυπουμένη. Καὶ ποία ἡ διατυπωθεῖσα ἐπὶ τοῦ προκειμένου; Βεβαίως ἡ πρότασις περὶ τοῦ ὅτι κέκτηται τὸ προσὸν τῆς ἡλικίας ὁ κ. Πολυχρονιάδης. Αὐτὴ ἀπερρίφθη. Θέλετε ν’ ἀκούσητε τὴν γνώμην μου, ὁποία θὰ ἦτο, ἐν περιπτώσει καθ’ ἣν θὰ εἴχομεν συζήτησιν ἐνώπιον ἡμῶν ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 56 τοῦ Συντάγματος; Βεβαίως θὰ ἔλεγον ἐκεῖνο, ὅπερ εἶπε πρὸ ὀλίγου κατερχόμενος τοῦ βήματος ὁ κ. Βουλευτὴς Ζακύνθου· θὰ ἔλεγον ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ ὑποχωρήσῃ πρὶν ἢ ἀποφανθῇ, ἐὰν ἔχει ἢ ὄχι τὰ προσόντα ὁ ἐκλεγεὶς Βουλευτής. Ἀλλὰ δὲν πρόκειται νὰ συντάξωμεν τὴν Πολιτείαν ἡμῶν, δὲν πρόκειται νὰ ἑρμηνεύσωμεν τὸ Σύνταγμα. Πρόκειται νὰ ἐκτελέσωμεν διάταξιν τοῦ Συντάγματος, καὶ κλίνομεν τὴν κεφαλὴν πρὸ αὐτοῦ. Διότι, ἐὰν ἑκάστοτε, δι’ οἱονδήποτε λόγον, ἔστω καὶ τὸν ὀρθότατον, ἐπρόκειτο νὰ ἑρμηνεύωμεν τὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος κατὰ τὴν ἰδίαν μας κρίσιν, Σύνταγμα δὲν θὰ ὑπῆρχε, θὰ ἦτο κουρέλι! Δὲν ὑπάρχει δέ τι ὀδυνηρότερον διὰ τὴν Πολιτείαν ἀπὸ τὴν ἀστασίαν, ἀπὸ τὴν ἀστάθειαν τοῦ καταστατικοῦ αὐτῆς νόμου. Ἀποτελεῖ τὴν κιβωτὸν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ τὸ Σύνταγμα, καὶ εἰς αὐτὸ πρέπει νὰ ἐμμένωμεν, ἐὰν θέλωμεν νὰ ἴδωμεν ἐμπεδουμένην τὴν τάξιν, προαγομένην τὴν Πολιτείαν. Ἐὰν ἀρχίσωμεν νὰ σαλεύωμεν τὰ βάθρα τοῦ Συντάγματος, σαλεύομεν τὰ βάθρα τῆς Πολιτείας, σαλεύομεν τὰ βάθρα τῆς χώρας, καὶ εἰς οὐδὲν ἕτερον θέλομεν καταλήξει, εἰμὴ εἰς παράλυσιν, ἐὰν ὄχι εἰς τελείαν ἀποσύνθεσιν. (Εὖγε! ἐκ τῆς ἀριστερᾶς).

§88Δ. ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ἴσως μᾶς διευκολύνει εἰς τὴν λύσιν τοῦ ζητήματος ἡ ἐρώτησις ἡ ἑξῆς: διατὶ ἐν περιπτώσει ἰσοψηφίας ἡ πρότασις ἀπορρίπτεται; Διότι ἡ πρότασις ὑποτίθεται πάντοτε ἐπιδιώκουσα μεταβολὴν καταστάσεως. Ἡ ἰσοψηφία τί ἀποδεικνύει; ἀπραξίαν· ἀποδεικνύει ἀναγνώρισιν τῆς ὑπαρχούσης καταστάσεως. Μὴ ὁρμώμεθα ἀπὸ τῆς ἰδέας τῆς προτάσεως, ἵνα λύσωμεν τὸ ζήτημα τοῦτο. Ἂς λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ὑπάρχει ἰσοψηφία. Καὶ ἐρωτῶ: πρὸ τῆς ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς ὑπῆρχέ τι, ἢ ἦτο τὸ πᾶν κενόν; Ἐρωτῶ: ὑπάρχει τεκμήριον, ὅτι ὑπάρχει ἐδῶ τι ἐντελῶς κενόν; Ὄχι. Διότι, ἐὰν ἦτο κενὸν, θὰ ἦσαν κενὰ τὰ ἐδώλια ταῦτα. Τοὐναντίον ὑπάρχει τεκμήριον, μετὰ τοῦ ὁποίου συνδυάζεται καὶ τὸ φαινόμενον· τὸ τεκμήριον ὅτι εἴμεθα Βουλευταί. Καὶ τοῦτο πρόκειται νὰ καταστρέψωμεν, καὶ τὸ καταστρέφομεν δι’ ἄλλης ἀποφάσεως. Μὴ περιστρεφώμεθα, Κύριοι, εἰς τὸ πῶς ὑπεβλήθη ἡ πρότασις παρὰ τοῦ δεῖνος ἢ δεῖνος, ἀλλ’ οὐδὲ κἂν εἰς τὸ ἐὰν ὑπάρχει πρότασις τοῦ τμήματος, διότι καὶ ἐγὼ ἐπαναλαμβάνω νὰ εἴπω, ὅτι καὶ εἰς ἐμὲ ἐφάνη ὅτι μᾶλλον δὲν θὰ ἐξεφράσθην καλῶς. Λοιπὸν δὲν πρόκειται νὰ λύσωμεν τὸ ζήτημα ὁρμώμενοι ἀπὸ τῆς βάσεως, ὅτι ἡ Βουλὴ ἀπεφάνθη ἐπὶ προτάσεως οὐχὶ καλῶς τεθειμένης. Σᾶς προκαλῶ νὰ μοὶ εἴπητε: ὑπάρχει τεκμήριον περὶ τῆς ὑπάρξεως ὅλων τῶν προσόντων, ἅτινα ἀπαιτοῦνται; Ὑπάρχει τεκμήριον, ὅτι εἶναι πολίτης Ἕλλην, ὅτι εἶναι ἐγκατεστημένος, ὅτι ἔχει τὴν ἡλικίαν. Πόθεν πηγάζει τοῦτο; ἐκ τοῦ ὅτι δὲν ὑποτίθεται ὅτι ἤθελέ τις ἐκτεθῆ καὶ ἐκλεχθῆ, μὴ ἔχων τὰ προσόντα. Ἁπλοῦν βεβαίως τεκμήριον, ἐπιτρέπον τὴν ἀνταπόδειξιν, τεκμήριον, τὸ ὁποῖον ἀναγνωρίζει τὸ Σύνταγμα, ὥστε νὰ θεωρῆται Βουλευτὴς ἐκεῖνος, ὃν οἱ ἐκλογεῖς ἐψήφισαν, μέχρι τῆς περὶ τοῦ ἐναντίου ἀποφάσεως. Ἀλλ’ ἀρκεῖ ἡ ἰσοψηφία νὰ μεταβάλῃ ταῦτα; Ἡ ἰσοψηφία τί ἀποδεικνύει; ἀπραξίαν· καὶ ἡ ἀπραξία εἶναι ὑπὲρ τῆς ὑπαρχούσης καταστάσεως. Ἡ ἰσοψηφία θεωρεῖται ἀπόρριψις τῆς ἀκυρώσεως, διότι ἡ πρότασις περιέχει μεταβολὴν καταστάσεως, ἀνατροπὴν τοῦ τεκμηρίου. Ὅταν προτείνηται νόμος, ζητεῖται νὰ δημιουργηθῇ τι, τὸ ὁποῖον μεταβάλλει ὑπάρχουσαν κατάστασιν. Ὅταν ζητῆται ἀκύρωσις ἐκλογῆς, τί ζητεῖται; μεταβολὴ καταστάσεως. Ἅμα ὡς ἡ Βουλὴ ἀπρακτῇ, δηλαδὴ ἅμα δὲν ἀκυρώνῃ διὰ πλειονοψηφίας, ὁ τεκμαιρόμενος Βουλευτὴς μένει Βουλευτής. Θὰ ἦτο ἀνάξιον τῆς σοβαρότητος τῆς Βουλῆς, νὰ θέλητε νὰ εἴπητε, ὅτι πρόκειται περὶ τῶν συνήθων προτάσεων. Ἡ ἰσοψηφία σημαίνει ἀπραξίαν· μὴ θέλετε ῥιζικῶς νὰ μεταβάλητε τὴν φύσιν τῶν πραγμάτων, λέγοντες ὅτι ἡ Βουλὴ δικάζει ἐπὶ προτάσεων. Δὲν ἔχετε νὰ δικάσητε ἐπὶ προτάσεων· πρόκειται περὶ ἰσοψηφίας, διὰ ἰσοψηφίας δὲ δὲν ἀκυροῦνται αἱ ἐκλογαί. Ἡμεῖς δὲν ἐνεργοῦμεν ἐκλογάς· ἡ Βουλὴ ἐπὶ τοῦ προκειμένου εἶναι Δικαστήριον. Ὅταν ἔχητε ἀπόφασιν πρωτόδικον, καὶ δὲν φέρητε μεταβολὴν καταστάσεως, δὲν ἰσχύει ἡ πρωτόδικος ἀπόφασις; Καὶ πῶς φρονεῖτε, ὅτι δὲν ὑπάρχει τεκμήριον σοβαρόν, ὅταν εἷς ἐκλογεὺς ὑποτίθηται ἐγκατεστημένος, ὑποτίθηται πολίτης Ἕλλην, ὅταν ἐκλέγηται ὑπὸ πολυαρίθμων ψηφοφόρων, ὅταν ῥιψοκινδυνεύῃ τὴν ἡσυχίαν του, εἰσερχόμενος εἰς ἀγῶνα, διότι αἰσθάνεται ὅτι ἔχει τὰ προσόντα; Δὲν εἶναι τοῦτο τεκμήριον, ἕνεκα τοῦ ὁποίου συνεδριάζομεν ἐνταῦθα; Ὁ νόμος ὁ ἐκλογικὸς καὶ τὸ Σύνταγμα ἀναγνωρίζουσιν ἓν τεκμήριον, καὶ ἕνεκα τούτου, εἶπον καὶ χθές, συνέρχεται καὶ ἀποφασίζει ἡ Βουλὴ περὶ τοῦ κύρους τῶν ἐκλογῶν, καὶ ἂν δὲν ὑπῆρχεν αὐτὸ τὸ τεκμήριον, πολὺ κακὰ κάμνομεν νὰ συνεδριάζωμεν ἐνταῦθα καὶ νὰ συζητῶμεν. Ἐπειδὴ ὑποθέτομεν ὅτι ἔχομεν τὰ προσόντα, δι’ αὐτὸ συνεδριάζομεν. Τὸ τεκμήριον τοῦτο πρόκειται νὰ καταστρέψητε δι’ ἀποφάσεως, καὶ ὡς ἀπόφασις φέρεται ἡ ἰσοψηφία! Ἡ Βουλὴ ἐξελέγχει τὰς ἐκλογὰς οὐχὶ ὅπως ψηφίζει ἕνα νόμον· ἡ Βουλὴ ἀποφαίνεται περὶ τῶν ἐκλογῶν κατὰ τὸν Κανονισμόν. Σήμερον τὸ μόνον, ὅπερ ἔχομεν νὰ ἐξετάσωμεν, εἶναι, ἂν ὑπάρχει ἀπόφασις πλειονοψηφίας μεταβάλλουσα τὸ καθεστώς.

§89Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Πάντες, Κύριοι, οἱ προλαλήσαντες προσεπάθησαν, πολὺ δικαίως, νὰ προσδιορίσωσι, ποία εἶναι ἡ πρότασις ἡ χθὲς ἐπιψηφισθεῖσα καὶ ἀπολήξασα εἰς ἰσοψηφίαν. Ἄλλοι εὗρον, ὅτι ἐν τῇ προτάσει ταύτῃ ὑπῆρχον δύο ἐρωτήσεις, ἀρνητικὴ καὶ θετική· ἄλλοι ὑπεστήριξαν, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ληφθῇ κατὰ γράμμα ἡ πρότασις, ἀλλὰ πρέπει νὰ προσφύγωμεν εἰς τοῦ τμήματος, τοῦ ἐξελέγξαντος τὴν ἐκλογὴν, τὴν πρότασιν, ἤτοι τὰ συμπεράσματα· ἄλλοι, ὅτι ἡ πρότασις εἶναι πράγματι θετικὴ, καὶ ὅτι, ἂν παρενεβλήθη παράστασις αὐτῆς ὡς ἀρνητικῆς, τοῦτο εἶναι ἔργον τοῦ Προέδρου, προσθέσαντος καὶ τὴν ἐρώτησιν ταύτην κατὰ τὴν διατύπωσιν πρὸς τοὺς Βουλευτάς. Ἀλλ’ ὅλα ταῦτα δὲν δύνανται νὰ ἐξηγήσωσι, πῶς διάταξις τοῦ ἡμετέρου Συντάγματος, ληφθεῖσα ἐκ ξένου Συντάγματος, καὶ οὖσα προϊὸν μακρᾶς κοινοβουλευτικῆς πείρας, ἤθελε ληφθῆ τοσοῦτον αὐθαιρέτως· διότι δὲν δύνασθε νὰ ἀρνηθῆτε, ὅτι ὑπερβαίνομεν πᾶν ὅριον λογικῆς κρίσεως, κηρύσσοντες ὅτι ἐν περιπτώσει ἰσοψηφίας ἡ πρότασις ἡ διατυπωθεῖσα θετικῶς γίνεται δεκτή, ἡ δὲ διατυπωθεῖσα ἀρνητικῶς δὲν γίνεται δεκτή. Ἐν πᾶσι τούτοις δὲν βλέπω ὁδηγὸν δικαιολογοῦντα τὸν Βουλευτὴν ν’ ἀποφανθῇ. Ἡ γνώμη καὶ ἐμοῦ εἶναι, ὅτι, κατὰ τὴν ὀρθὴν ἑρμηνείαν τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου 56 τοῦ Συντάγματος, ἐν ἰσοψηφίᾳ πρέπει νὰ θεωρῆται ἡ πρότασις ἀπορριφθεῖσα. Ἐπὶ ψηφίσεως νομοθετημάτων, ἐπελθούσης ἰσοψηφίας, αὐτὰ εἶναι ἡ πρότασις, καὶ θεωροῦνται ἀπορριφθέντα. Τὸ ὑπάρχον νομοθετικὸν καθεστὼς μένει ἑπομένως ἀμετάβλητον. Ἀλλ’ ἐπὶ ἐξελέγξεως ἐκλογῆς Βουλευτοῦ τί εἶναι τὸ ὑπάρχον, τὸ καθεστὼς, ὅπερ ζητεῖται νὰ μεταβληθῇ; Ἐν τῇ ἐξελέγξει μιᾶς ἐκλογῆς πρόκειται προδήλως ἀμφισβήτησις περὶ τῶν προσόντων τοῦ ἐκλεχθέντος, ἢ περὶ τοῦ κύρους τῆς ἐκλογῆς τοῦ ἐκλεχθέντος Βουλευτοῦ, καὶ ἡ Βουλὴ καλεῖται ν’ ἀποφανθῇ ἂν τὰ προσόντα ἢ τὸ ἔγκυρον τῆς ἐκλογῆς ἐλλείπουν. Αὐτὸ εἶναι ἡ πρότασις. Ἡ πρότασις εἶναι ἡ ἐρώτησις περὶ τοῦ μὴ νομίμου, περὶ τοῦ μὴ ἐγκύρου τῆς ἐκλογῆς ἑνὸς Βουλευτοῦ. Ἡ ἰσοψηφία σημαίνει κατὰ τὸ Σύνταγμα ἀπόρριψιν τῆς προτάσεως αὐτῆς, δηλαδὴ τῶν ἐνστάσεων κατὰ τοῦ κύρους τῆς ἐκλογῆς ἢ τῶν προσόντων τοῦ ἐκλεχθέντος. Πᾶσα πρότασις ἐν τῇ Βουλῇ ἑπομένως εἶναι μεταβολὴ ἑνὸς καθεστῶτος, ἀδιάφορον ἂν τὸ καθεστὼς αὐτὸ εἶναι νομοθέτημα ἰσχῦον, ἢ παντελὴς ἔλλειψις νομοθετήματος, ἢ γεγονός τι, ὡς ἡ ἐκλογὴ Βουλευτοῦ ἀνακηρυχθέντος ὑπὸ τοῦ Δικαστηρίου καὶ λαβόντος εἰσιτήριον, καὶ δυνάμει αὐτοῦ παρακαθημένου ἐν τῇ Βουλῇ. Θὰ ἦτο ἄτοπον, θὰ ἦτο ἄδικον νὰ θέλωμεν νὰ θεωρήσωμεν ἐπὶ ψηφίσεως π. χ. νομοσχεδίου ὡς πρότασιν οὐχὶ τὸ προτεινόμενον νέον νομοσχέδιον, ἀλλὰ τὸ ὑπάρχον ἤδη καὶ ἢ καταργούμενον ἢ τροποποιούμενον διὰ τοῦ νομοσχεδίου. Τὸ ὑπάρχον, καθ’ οὗ μόνον ἰσοψηφία ἀντετάχθη ἐν τῇ Βουλῇ, ὑπὲρ οὗ ὡσαύτως μόνον ἰσοψηφία συνηγόρησε, δὲν παύει ἰσχῦον, οὐδ’ ἐν ἀμφιβόλῳ κἄν τίθεται ὑπὸ τοῦ Συντάγματος μετὰ τὴν ἰσοψηφίαν, διότι θεωρεῖται καθεστὼς ἔχων τὴν πρόληψιν ὅτι καλῶς ὑφίσταται, ἐφ’ ὅσον πλειονοψία δὲν τὸ ἀνατρέπει. Τὰ αὐτὰ δικαιώματα ἔχει καὶ ἡ ἐκλογὴ Βουλευτοῦ, εἰσελθόντος εἰς τὴν Βουλὴν δυνάμει ἀνακηρύξεως τοῦ Δικαστηρίου καὶ εἰσιτηρίου τῆς Διοικητικῆς ἀρχῆς, ἀλλὰ καθ’ οὗ προεβλήθησαν ἐνστάσεις ἀκυρώσεως ἢ ἐλλείψεως προσόντων. Ἂν τὸ ἥμισυ μόνον τῶν ψηφοφορησάντων ἀπεφάνθη ὑπὲρ τῶν ἐνστάσεων αὐτῶν, τὸ καθεστὼς ὑπερισχύει, δηλ. τὸ νόμιμον τοῦ Βουλευτοῦ, διότι ἡ πρότασις περὶ ἀκύρου καὶ περὶ ἐλλείψεως προσόντων δὲν συνεκέντρωσε πλειονοψηφίαν. Οὐδ’ ἐπιτρέπεται, αὐτὴν τὴν εὔλογον πρόληψιν ὑπὲρ τοῦ καθεστῶτος, ὅπερ περιβάλλον προηγούμενα νόμιμα, ἔστω καὶ τυπικὰ μόνον, νὰ τὴν ἀνατρέπωμεν, μεταβάλλοντες δι’ ἐπιτηδείων τρόπων τὴν νέαν πρότασιν εἰς καθεστώς. Μία διάταξις τοῦ Συντάγματος πρέπει νὰ ἔχῃ λογικήν. Ἐὰν δὲν δεχθῆτε ὅτι ἡ διάταξις αὕτη θέλει νὰ διατηρῆται τὸ καθεστὼς, τὸ ὑπάρχον, τότε δὲν δύνασθε νὰ θεωρήσητε αὐτὴν ἢ ὡς αὐθαίρετον καὶ ἄτοπον, διότι ἐπὶ ἰσοψηφίας λύει ἐκ προκαταβολῆς, ἀλλ’ ἀδιαφόρως, τὸ ζήτημα, ἂν θὰ ἦναι τὸ ἓν ἢ τὸ ἄλλο ἐκ τῶν δύο τὸ νομοθέτημα, ὅπερ θὰ ἰσχύῃ, χωρὶς νὰ γνωρίζῃ διατί. Ἀποφαινόμενον τὸ Σύνταγμα ὑπὲρ τοῦ καθεστῶτος, ἀποφαίνεται ὑπὲρ καταστάσεως, ἥτις ὑπάρχει ἤδη μετά τινος λόγου· ἄνευ τούτου ἀποφαίνεται ὑπὲρ ἀγνώστου. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι καὶ ἐν τῇ ἐκλογῇ, τὴν ὁποίαν συζητοῦμεν, πρέπει τοιαύτη ἑρμηνεία νὰ δοθῇ, ὅτι δηλ. ἀπορρίπτεται ἡ πρότασις ἐκείνη, ἡ ὁποία τείνει νὰ μεταβάλῃ τὸ καθεστὼς, τὸ ὑπάρχον. Τὸ καθεστὼς δὲ εἶναι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐδημιούργησεν ἡ ἐκλογὴ, ἡ ἀνακήρυξις τοῦ Δικαστηρίου, τὸ εἰσιτήριον· καλὸν ἢ κακόν, προσεβλήθη ἢ δὲν προσεβλήθη, αὐτὴ εἶναι ἡ καθεστηκυῖα τάξις, ἣν ἐδημιούργησαν τὰ γεγονότα, τὰ ὁποῖα αὐτὸς ὁ νόμος ὥρισεν ὡς ἀποδείξεις, ὡς τίτλους ὑπὲρ τῆς εἰσαγωγῆς τινος ὡς ἀντιπροσώπου μιᾶς ἐπαρχίας, καὶ τὰς ὁποίας δὲν ἠδύνατο καὶ τὸ Σύνταγμα νὰ μὴ θεωρῇ ὡς τοιαύτας. Συνεπῶς, ὅπως δήποτε καὶ ἂν διατυπωθῇ ἡ πρότασις, εἴτε θετικῶς εἴτε ἀρνητικῶς, οἱαδήποτε καὶ ἂν ἦναι ἡ γνώμη τοῦ τμήματος, ἡ πρότασις, ἥτις ἐννοεῖται προβαλλομένη εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ τὴν ὁποίαν τὸ ἄρθρον 56 τοῦ Συντάγματος ἐννοεῖ ἐν ἰσοψηφίᾳ ὅτι ἀπορρίπτεται, εἶναι ἐκείνη, ἡ ὁποία τείνει διὰ τῆς ἐνστάσεως τῆς ἡλικίας ἐπὶ τοῦ προκειμένου νὰ ἀνατρέψῃ τὴν νομιμότητα τῆς ἐκλογῆς ἑνὸς τῶν Βουλευτῶν, δηλ. τὸ καθεστὼς, τὸ ὁποῖον ἐδημιουργήθη ὑπὲρ αὐτοῦ διὰ τῶν διαφόρων ἐκλογικῶν πράξεων.

§90ΜΙΧ. ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Κύριε Δεληγεώργη, μίαν διακοπὴν ἐπιτρέπετε, παρακαλῶ;

§91Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Μάλιστα.

§92ΜΙΧ. ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Τί θὰ γείνῃ, ἂν ἐκ παραδρομῆς εἰς μίαν ἐκλογὴν δὲν ἀποφανθῇ ἡ Βουλὴ περί τε τοῦ κύρους τῆς ἐκλογῆς καὶ τῶν προσόντων ἑνὸς Βουλευτοῦ; Τὸ τεκμήριον ὑπάρχει· ἀρκεῖ τὸ τεκμήριον διὰ νὰ τὸν φέρῃ εἰς τὴν Βουλήν;

§93Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Βεβαίως, ἀλλὰ δὲν εἶναι δυνατὸν αὐτὸ, τὸ ὁποῖον λέγετε. Προθύμως δέχομαι νὰ δίδω ἀπαντήσεις εἰς πράγματα, τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ συμβῶσι· νὰ φαντάζησθε ὅμως, ὅτι δύναται νὰ ὑπάρξῃ ἐκλογὴ, ἡ ὁποία, ἀφοῦ προσεβλήθη εἰς τὸ τμῆμα, διῆλθεν ἀπὸ τὴν Βουλὴν ἄνευ ἀποφάσεως ἐπ’ αὐτῆς, τοῦτο δὲν εἶναι δυνατόν.

§94ΜΙΧ. ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Ὅλα ἐγένοντο, καὶ ἡ Βουλὴ δὲν ἀπεφάνθη.

§95Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γείνῃ τοιοῦτον λάθος. Ἐὰν γείνῃ, βεβαίως ἡ Βουλὴ, ἡ ὁποία δύναται νὰ μεταβάλῃ τὸν Κανονισμὸν, δύναται νὰ εἴπῃ, ὅτι «τὴν ἐκλογὴν αὐτὴν κατὰ λάθος παρέλιπον ἐν τῇ ἐξελέγξει, καὶ τὴν ἐπαναφέρω εἰς ἐξέτασιν», ἂν πρόκειται περὶ ὁμολογουμένως ἀκύρου ἐκλογῆς.

§96ΜΙΧ. ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Ἐὰν δὲν ὑπάρχῃ ἀπόφασις περὶ τοῦ κύρους τῆς ἐκλογῆς καὶ τῶν προσόντων τοῦ Βουλευτοῦ, οὗτος δὲν εἶναι Βουλευτής.

§97Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐὰν δὲν γείνῃ ἔνστασις τοιαύτη, ὅτι δηλαδὴ μία ἐκλογή, τῆς ὁποίας οἱ Βουλευταὶ παρακάθηνται ἐν τῇ Βουλῇ καὶ μετέχουσι τῶν συζητήσεων, δὲν ἐξηλέγχθη, βεβαίως ὁ Βουλευτὴς θὰ ἐξακολουθήσῃ παριστάμενος ἐν τῇ Βουλῇ. Ἐὰν ὅμως ἐγείρεται ἔνστασις, ὅτι ἡ ἐκλογὴ αὕτη δὲν ἐξηλέγχθη, καὶ βεβαιοῦται τοῦτο ἐκ τῶν πρακτικῶν, ἡ Βουλὴ δύναται ν’ ἀποφασίσῃ νὰ ἐπανέλθῃ, διότι δὲν ἀπεφάνθη περὶ τοῦ κύρους αὐτῆς κατὰ λάθος.

§98ΜΙΧ. ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι πάντως θ’ ἀποφανθῇ ἡ Βουλὴ καὶ περὶ τοῦ κύρους καὶ περὶ τῶν προσόντων. Λοιπὸν τοιαύτην ἀπόφασιν δὲν ἔχομεν περὶ τῶν προσόντων· ἔχομεν διὰ τὸ κῦρος μόνον.

§99Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δὲν ἔγεινεν ἔνστασις. Τὸ Σύνταγμα λέγει, ὅτι, ὁσάκις δὲν ὑπάρχῃ πλειονοψηφία, διότι ἐδιχάσθησαν αἱ ψῆφοι, τότε θεωρεῖ τὴν πρότασιν ἀπορριφθεῖσαν. Εἶπον ὅτι ἐν τῷ ζητήματι τούτῳ, τὸ ὁποῖον εἶναι ἡ κλεὶς τῆς σημερινῆς συζητήσεως, ποία δηλ. εἶναι ἡ πρότασις ἡ ἀπορριφθεῖσα, πρέπει ὁδηγὸν νὰ ἔχωμεν, οὐχὶ τὸ ἂν θετικῶς, ἂν ἀρνητικῶς, ἂν μικτῶς, ἂν συμφώνως μὲ τὴν ἔκθεσιν τοῦ τμήματος διετυπώθη ἡ πρότασις, ἀλλὰ ποῖον εἶναι τὸ καθεστὼς καὶ ποῖον ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον μεταβάλλει τὸ καθεστώς, εἴτε περὶ νομοθετήματος πρόκειται, εἴτε περὶ ἐξελέξεως ἐκλογῶν. Καθεστὼς εἶναι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ζητεῖται δι’ ἐνστάσεως νὰ μεταβληθῇ· τὸ προσὸν τῆς ἡλικίας, ὑπὲρ οὗ ὑπάρχει ἡ πρόληψις ἐκ τῆς ἐκλογῆς.

§100ΜΙΧ. ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Ἐὰν δὲν γείνῃ ἔνστασις, δὲν ἀποφαίνεται πάλιν ἡ Βουλή;

§101Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Χθὲς ἐξητάσθη αὐτό, ὅτι, ἐν ᾗ περιπτώσει ἐζητεῖτο ἡ διαίρεσις τῶν προσόντων καὶ ἓν ἕκαστον ἐξ αὐτῶν προεβάλλετο εἰς τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς, βεβαίως περὶ ὅλων αὐτῶν θὰ ἐγίνετο λόγος. Ἐπειδὴ ὅμως πρέπει ἐπὶ τοιούτων ζητημάτων καὶ ἀλλαχοῦ συχνότατα ἀναφυομένων καὶ ἐν ἄλλοις Κράτεσι νὰ ζητήσῃ τις, τί γίνεται ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, καὶ ἐπειδὴ τὸ ἄρθρον τοῦ ἡμετέρου Συντάγματος ἐλήφθη ἐκ τοῦ Βελγικοῦ, ἀνεζήτησα, πῶς ἐκεῖ εἰς ὁμοίας περιπτώσεις ἐφηρμόσθη. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς ἀναγνώσω τὴν ἑρμηνείαν αὐτήν. Δὲν εἶναι πολὺ μακρά. (Ἀναγινώσκει). «Οὕτω π. χ. τί πρέπει ν’ ἀποφανθῇ τις, ὅταν ἡ Βουλὴ διαιρῆται εἰς δύο ἴσα τμήματα ἐπὶ τῆς προτάσεως ἐπιτροπῆς περὶ μὴ παραδοχῆς Βουλευτοῦ ἐκλεχθέντος; Μοὶ φαίνεται ὅτι τὸ κείμενον τὸ σαφὲς καὶ εὐκρινὲς τοῦ ἄρθρου 38 δὲν ἐπιτρέπει, ἐν τῇ περιπτώσει ταύτῃ, νὰ ποιήσηταί τις ἐξαίρεσιν εἰς τὸν κανόνα, καὶ ἑπομένως ἡ ἐκλογὴ πρέπει νὰ διατηρήσῃ πᾶσαν αὐτῆς τὴν ἰσχύν. Αὕτη ἀληθῶς ὑφίσταται μέχρις οὗ ἡ Βουλὴ ἀκυρώσῃ αὐτὴν, ἀλλ’ ἡ ἰσοψηφία πράγματι δὲν εἶναι ἢ ἔλλειψις ἀποφάσεως. Ἀλλὰ θὰ ἦτο ἆρά γε τὸ αὐτὸ, ἂν ἡ ἐπιτροπὴ, ἡ ἐπιφορτισμένη τὴν ἐξέλεγξιν, ἤθελε προτείνει τῇ Βουλῇ τὴν παραδοχὴν τοῦ ἐκλεχθέντος; Ἀναμφιβόλως καὶ ἐνταῦθα, ἐν περιπτώσει ἰσοψηφίας, θὰ ὑπάρχῃ, ὡς καὶ προηγουμένως, ἔλλειψις ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς· ἀλλ’ ἡ δυσκολία συνίσταται εἰς τὸ νὰ γνωρίσωμεν, ποῖον θὰ ᾖναι τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ἐλλείψεως ταύτης ἀποφάσεως. Φρονοῦμεν ὅτι ἐν τῇ ὑποθέσει ταύτῃ ὁ ὑποψήφιος πρέπει ν’ ἀνακηρυχθῇ μέλος τῆς Βουλῆς, διότι ἡ ἐκλογὴ ὑποτίθεται κανονικὴ μέχρις οὗ τὴν ἀνακηρύξῃ ἄκυρον ἡ Βουλὴ, ὅπερ δὲν πράττει, ὅταν αἱ διάφοροι γνῶμαι, αἵτινες περὶ αὐτῆς ἐκδηλοῦνται, ἀλληλαναιρῶνται. Κατὰ βάθος ἡ ὑπόθεσις αὕτη εἶναι ἀπολύτως ἡ αὐτὴ πρὸς τὴν προηγουμένην· ἡ μόνη διαφορά, ἣν φαίνεταί τις παρατηρῶν ἐκ πρώτης ὄψεως, εἶναι ὁ τρόπος τῆς θέσεως τοῦ ζητήματος.» Ὡς βλέπει ἡ Βουλή, καὶ εἰς ἄλλο Κράτος ἐξ οὗ παρελάβομεν τὴν διάταξιν τοῦ Συντάγματος ἡμῶν, ἡ αὐτὴ ἰδέα κατίσχυσεν, ὅτι δὲν δύνασθε νὰ ἀκυρώσητε μίαν ἐκλογὴν ἢ δι’ ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς, λαμβανομένης τοὐλάχιστον διὰ τοῦ ἡμίσεος καὶ μιᾶς τῶν ψήφων, καὶ δεχομένης ἀκυρότητα ἢ ἔλλειψιν προσόντος. Ὅταν τοιαύτη ἀπόφασις δὲν ὑπάρχῃ, διατηρεῖται τὸ καθεστὼς, δηλαδὴ τὸ ἔγκυρον, ὅπως διατηρεῖται καὶ ἐν τοῖς νομοθετήμασι. Διότι τὸ καθεστὼς δὲν δύναταί τις ν’ ἀρνηθῇ, ὅτι εἶναι τὸ καθιερωθὲν διὰ τῆς ἀνακηρύξεως τοῦ Πρωτοδικείου καὶ τοῦ εἰσιτηρίου τοῦ Νομάρχου. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι καὶ ἐν τῇ παρούσῃ περιπτώσει ἡ Βουλὴ πρέπει αὐτὴν τὴν νομολογίαν νὰ καθιερώσῃ, διότι εἶναι ἡ μόνη λογικὴ καὶ σύμφωνος πρὸς τὸ δίκαιον, ταύτην δ’ ἐνόησε προδήλως νὰ καθιερώσῃ καὶ τὸ Σύνταγμα. Συνεπῶς θέλω ψηφίσει ὑπὲρ τῆς προτάσεως, ἥτις θεωρεῖ, ὅτι λόγῳ τῆς ἰσοψηφίας ἡ Βουλὴ ἀπέρριψε τὴν ἔνστασιν περὶ ἐλλείψεως ἡλικίας τοῦ ἑτέρου τῶν Βουλευτῶν Αἰγιαλείας.

§102ΧΑΡΑΛ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ὀλίγας λέξεις, κύριε Πρόεδρε. Ἐζήτησα τὸν λόγον, διότι εἶδον εὐχαρίστως γενόμενον παραδεκτὸν παρ’ ἀμφοτέρων τῶν μερίδων, ὅτι κατὰ τεκμήριον ὁ ἐκλεγόμενος Βουλευτὴς ἔχει καὶ τὴν ἐκλογὴν ἔγκυρον καὶ τὰ προσόντα. Ἐζήτησα δὲ τὸν λόγον ὅτε τὴν ὕπαρξιν τοῦ τεκμηρίου τούτου, τὴν ὁποίαν ἐσκεπτόμην νὰ ὑποστηρίξω διὰ διαφόρων ἐπιχειρημάτων, εἶδον ν’ ἀνομολογῇ καὶ ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Ἀττικῆς κ. Ράλλης· ἠπόρησα δὲ μόνον διὰ τοῦτο, πῶς, ἐνῷ πάντες δεχόμεθα τὴν ὕπαρξιν τοῦ τεκμηρίου, καταλήγομεν εἰς διάφορα συμπεράσματα καὶ διαφόρους σκέψεις, ὅσον ἀφορᾷ τὴν χθεσινὴν ἀπόφασιν. Ὅταν λέγωμεν, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι ὑπάρχει τεκμήριον ὑπὲρ μιᾶς ἰδέας, τί δηλοῦμεν διὰ τούτου; ὅτι δεχόμεθα τὸ πρᾶγμα ὡς ἀληθὲς, μέχρις ὅτου ἀποδειχθῇ τὸ ἐναντίον. Ἡ ἐργασία ἄρα, ἡ ὁποία ἀπὸ προχθὲς γίνεται ἐνταῦθα, εἰς τί τείνει; εἰς τὸ νὰ ἐξετάσωμεν, ἂν ὑπάρχει ἀποδεδειγμένον τὸ ἐναντίον τοῦ τεκμηρίου. Καὶ τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον πρόκειται νὰ λύσωμεν, ποῖον εἶναι; Πρὶν εἴπω τὴν ἐπὶ τούτου γνώμην μου, ἀνάγκη νὰ σᾶς δηλώσω, ὅτι οἱαδήποτε τῶν χθὲς ὑποβληθεισῶν προτάσεων, ὡς τὰς ὠνόμασαν, τίθεται εἰς ψηφοφορίαν, εἴτε ἡ τοῦ ἐντίμου ἐκ Λεβαδείας κ. Βουλευτοῦ, εἴτε ἡ τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀττικῆς, εἴτε ἄλλη τις, πᾶσαι νομίζω ὅτι δὲν ἔχουν τὴν θέσιν των, διότι τὸ ζήτημα εἶναι τεθειμένον ἐκ τοῦ νόμου, καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς οὐδὲν ἄλλο δικαίωμα ἔχει ἢ νὰ ἐρωτήσῃ, ἐὰν τὸ τεθειμένον ζήτημα ἀπεδείχθη. Πῶς εἶναι τὸ ζήτημα τεθειμένον ἐκ τοῦ νόμου; Ὅταν ἐξετάζωμεν, ἐὰν οἱ λόγοι, διὰ τῶν ὁποίων δύναται ν’ ἀνατραπῇ ἓν τεκμήριον, εἶναι ἀληθεῖς, ἔχομεν νὰ ἀποφανθῶμεν περὶ τίνος; περὶ τοῦ ἂν ἀπεδείχθη ἡ ἀλήθεια τῶν λόγων τῶν τεινόντων εἰς ἀνατροπὴν τοῦ τεκμηρίου. Ὁ ἐκλογικὸς νόμος ὠνόμασε τοὺς λόγους τούτους ἐνστάσεις, ἔλαβε τὴν λέξιν τὴν δικονομικήν· τὸ Σύνταγμα ὀνομάζει τοὺς λόγους τούτους, τοὺς τείνοντας εἰς ἀνατροπὴν τοῦ τεκμηρίου, ἀμφισβητήσεις, καὶ ἐπὶ τῶν ἀμφισβητήσεων τούτων καλεῖται ν’ ἀποφανθῇ ἡ Βουλή. Ποία εἶναι ἡ ἔνστασις ἡ ὑποβληθεῖσα κατὰ τοῦ κύρους τῆς ἐκλογῆς Αἰγιαλείας; τί εἶναι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον προεβλήθη πρὸς ἀνατροπὴν τοῦ τεκμηρίου τῆς ἐνηλικότητος; ὁ ἰσχυρισμὸς, ὅτι ὁ Βουλευτὴς εἶναι ἀνήλικος. Ἐπὶ τοῦ ἰσχυρισμοῦ τούτου συνεζήτησεν ἡ Βουλὴ, καὶ ἐπρόκειτο ν’ ἀποφανθῇ, πῶς ἔδει νὰ τεθῇ τὸ ζήτημα ἀπὸ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς· εἶναι ἢ δὲν εἶναι ἐνήλικος ὁ Βουλευτής; ἀπεδείχθη ἢ δὲν ἀπεδείχθη ἡ ἔνστασις ἀνηλικότητος; καὶ ἔδει νὰ τεθῇ οὕτω, διότι οὕτως εἶναι τεθειμένον ἐκ τοῦ νόμου τὸ ζήτημα· ἐὰν ἐτέθη ἄλλως, οὐ μόνον ἐτέθη παρὰ τὸν νόμον, ἀλλὰ καὶ παρὰ πᾶσαν τὴν λογικήν, — τὴν νομικὴν, ἐννοῶ, λογικὴν, — διότι ὅταν δεχώμεθα ὅτι ὑπάρχει ἕν τεκμήριον, καὶ δεχώμεθα ὅτι μόνον δι’ ἀποδείξεως τοῦ ἐναντίου δύναται ν’ ἀνατραπῇ τοῦτο, δὲν εἶναι, νομίζω, λογικὸν νὰ ἐρωτηθῇ, ἐὰν τοῦτο τὸ τεκμήριον ὑπάρχει, ἀλλὰ δέον νὰ ἐρωτηθῇ, ἐὰν λόγοι ἀνατρέποντες τὸ τεκμήριον ὑπάρχουσι. Τί ἔλεγον αἱ προτάσεις αἱ ὑποβληθεῖσαι χθές; πᾶσαι ἔθετον εἰς ψηφοφορίαν τὸ τεκμήριον. Τὸ τεκμήριον εἶναι, ὅτι ὁ Βουλευτὴς ἔχει τὴν ἡλικίαν. Καὶ ἡ πρότασις τοῦ κ. Μπουφίδου ἀορίστως ἔφερεν οὕτω: «ἔχει ὁ κ. Πολυχρονιάδης τὰ νόμιμα προσόντα;» δηλ. ἔφερεν εἰς ψηφοφορίαν τὸ τεκμήριον· καὶ ἡ πρότασις τοῦ κ. Ράλλη: «οἱ παραδεχόμενοι ὅτι ἔχει τὰ προσόντα λέγουσι Ναί...». Δηλαδὴ πάντως ἔθεντο εἰς ψηφοφορίαν τὸ τεκμήριον. Ἀλλὰ τὸ τεκμήριον ἀκριβῶς διὰ τοῦτο προτιμᾶται, διὰ τοῦτο καὶ λέγεται τεκμήριον, διότι δὲν τίθεται εἰς ψηφοφορίαν, ὡς ἀπορρέον ἐκ τοῦ νόμου. Τί ἐτέθη λοιπὸν χθὲς εἰς ψηφοφορίαν; Ὅπως δήποτε καὶ ἂν διετυπώθη παρ’ ὑμῶν, κύριε Πρόεδρε, καὶ ὑπὸ τῶν ὑποβαλόντων τὸ ἐρώτημα, τὸ ὁποῖον ἀπευθύνεται εἰς τὴν Βουλὴν, ὅπως δήποτε καὶ ἂν διετυπώθη, ταύτην περιέχει τὴν οὐσιαστικὴν λύσιν· ἀπεδείχθη ἡ ἀνηλικότης; εἶναι ἀνήλικος ὁ Βουλευτής, διὰ νὰ ἀνατρέψωμεν τὸ τεκμήριον, ἢ δὲν ἀπεδείχθη; Οὕτως ἔχει τὸ πρᾶγμα, καὶ αὐτὴ εἶναι ἡ πρότασις ἡ ὑποβληθεῖσα, ἡ πρότασις δηλ. τοῦ ἂν ἀπεδείχθη ἡ ἀνηλικότης. Ἀλλ’ ἐὰν οὕτως ἔχῃ τὸ πρᾶγμα, — διότι ἐπὶ τούτου γίνεται ἡ συζήτησις καθ’ ὅλας τὰς ἡμέρας τῆς συζητήσεως, — τότε ποῖον εἶναι τὸ συμπέρασμα; ὅτι ἡ πρότασις, ἡ ὑποβληθεῖσα πρὸς ἀνατροπὴν τοῦ τεκμηρίου, λόγῳ τῆς ἰσοψηφίας ἀπερρίφθη. Οὕτω θὰ ἐφαρμοσθῇ καὶ ἡ διάταξις τοῦ Συντάγματος καὶ τοῦ Κανονισμοῦ ἡ διάταξις.

§103ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει ἄλλος τις τὸν λόγον;

§104ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι.

§105Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, πρόκειται νὰ τεθῇ τὸ ζήτημα εἰς ψηφοφορίαν; Τότε ζητῶ τὸν λόγον ἐπὶ τῆς θέσεως τοῦ ζητήματος.

§106Α. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ὑπάρχει πρότασις.

§107Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, σᾶς παρακαλῶ. Εἶπόν τινες, ὅτι δὲν ὑπάρχει πρότασις. Ἀλλὰ τότε ποία εἶναι ἡ ἀφορμὴ τῆς τοσαύτης συζητήσεως; Οἱ λέγοντες ταῦτα διαψεύδουσι τὰ λεχθέντα ἐξ ἀρχῆς τῆς συνεδριάσεως. Διότι τί ἐξήνεγκεν ἐν ἀρχῇ, κατὰ τὴν ἔναρξιν τῆς συνεδριάσεως, τὸ Προεδρεῖον; ὅτι τὸ Προεδρεῖον φρονεῖ, ὅτι διὰ τῆς χθεσινῆς ψηφοφορίας ἠκυρώθη ἡ ἐκλογὴ Αἰγιαλείας· ἑπομένως δὲν εἶναι ζήτημα τοῦτο; δὲν εἶναι πρότασις τεθειμένη εἰς τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς; Κύριοι Βουλευταί, δὲν γνωρίζω, ἂν τοσαύτην ἀμβλύνοιαν ὑπέστην σήμερον, ὥστε νὰ μὴ δύναμαι νὰ κατανοήσω τὰ ῥηθέντα παρὰ τῶν ῥητόρων ἐκείνων, οἵτινες ὑπεστήριξαν, ὅτι ἡ ἰσοψηφία τῆς χθεσινῆς ψηφοφορίας ἐπάγεται τὴν ἀκύρωσιν τῆς ἐκλογῆς ὡς πρὸς τὸν κ. Πολυχρονιάδην. Ἐὰν, Κύριοι, ἡ συζήτησις περὶ τῆς ἐνηλικότητος ἢ τῆς ἀνηλικότητος καὶ ἡ προσαγωγὴ τοιούτων ἢ τοιούτων πιστοποιητικῶν ἐλέχθη ὅτι δύναται ν’ ἀποτελέσῃ προσβολὴν τῆς δημοσίας ἀντιλήψεως, λέγω ὅτι ἡ γενομένη συζήτησις καὶ ἀμφισβήτησις περὶ τῆς συνταγματικῆς ἑρμηνείας τῆς χθεσινῆς ψηφοφορίας ἀποτελεῖ ὕβριν πρὸς τὴν κοινὴν ἀντίληψιν καὶ τὴν αἰδῶ καὶ προσβολὴν ἀχαλίνωτον κατὰ τοῦ Συντάγματος. Ἔσομαι συντομώτατος, διότι ὑπάρχουσι θέματα, ἐπὶ τῶν ὁποίων δὲν ὑπάρχει ἀνάγκη εὐρείας συζητήσεως, διότι ἐπὶ τούτων δὲν πείθονται μόνον ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι δὲν θέλουσι νὰ πεισθῶσι. Τίς εἶναι ἡ διάταξις, ἡ κανονίζουσα τὴν λύσιν τοῦ ζητήματος ἐπὶ ἰσοψηφίας; Εἶναι τὸ πολυθρύλητον ἄρθρον 15 τοῦ Κανονισμοῦ, ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ἄλλου σχετικοῦ ἄρθρου τοῦ Συντάγματος, λέγον: «Ἐν περιπτώσει ἰσοψηφίας ἡ πρότασις ἀπορρίπτεται». Ἀλλὰ τί εἶναι πρότασις; Τὸ ἄρθρον 34 τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς σᾶς ἐξηγεῖ, τί ἐστι πρότασις, καὶ λέγει: «Πᾶσα πρότασις νόμου, ἢ πρότασις περὶ τροποποιήσεως τοῦ Κανονισμοῦ, παραδίδοται εἰς τὸ Προεδρεῖον κλπ.» Καὶ ἔχομεν δύο εἰδῶν ἐπισήμους προτάσεις, ἀνεγνωρισμένας ὑπὸ τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς. Ἀλλὰ προϊούσης τῆς ἀναγνώσεως τοῦ ἄρθρου, βλέπομεν ὅτι πᾶσαι αἱ προτάσεις δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ ὑποβληθῶσιν εἰς τὴν βάσανον καὶ διαδικασίαν, ἣν ἀναγράφει τὸ ἄρθρον 34, ἀλλὰ δύνανται νὰ κατατεθῶσιν ἀμέσως εἰς τὸ Προεδρεῖον καὶ εἰσαχθῶσιν εἰς τὴν συζήτησιν καὶ τὴν ἄμεσον ψῆφον τῆς Βουλῆς. Καὶ τοιαύτη εἶναι ἡ ὑποβληθεῖσα πρότασις. Τώρα πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν, τί ἐννοεῖ τὸ ἄρθρον τοῦ Κανονισμοῦ καὶ τοῦ Συντάγματος, λέγον «ἐν ἰσοψηφίᾳ ἡ πρότασις ἀπορρίπτεται»; Ἀπορρίπτεται τὸ θέμα, ἢ ἡ πρότασις αὐτὴ ἐξαφανίζεται, ὥστε νὰ μὴ ὑπάρχῃ πλέον συζήτησις ἐπὶ τοῦ θέματος; Δὲν ἠμφισβητήθη οὔτε ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀττικῆς βουλευτοῦ κ. Ῥάλλη, ὅτι ἡ ἐκλογὴ ἑνὸς Βουλευτοῦ ἀποτελεῖ τὸ τεκμήριον τῆς νομιμότητος αὐτοῦ. Ὅτι δὲ εἶναι βουλευτὴς ὁ κ. Πολυχρονιάδης, ἀποδεικνύεται ἐκ τοῦ ὅτι ἐνταῦθα εὐθὺς ἀπὸ τῆς ἐνάρξεως τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς ἀπολαύει τῶν προνομιῶν, ὅτι βουλεύεται ἐνταῦθα καὶ ψηφίζει, ὅτι δίδει τὸν ὅρκον τοῦ Βουλευτοῦ. Τίς θέλει ἀμφισβητήσει ἑπομένως τὸ τεκμήριον τῆς νομιμότητος τοῦ εἰσαχθέντος διὰ τῆς ψήφου τῆς λευκῆς τοῦ λαοῦ του, τοῦ ὁρκισθέντος Βουλευτοῦ, τοῦ ἀπολαύοντος τῶν συνταγματικῶν προνομιῶν; Ἔχομεν λοιπὸν ἀναμφισβήτητον τὴν νομιμότητα τοῦ Βουλευτοῦ, καὶ ἔρχονται Βυζαντιολόγοι ἐνταῦθα, παραβιάζοντες τὸ Σύνταγμα, νὰ ἐρωτῶσι, κατὰ τίνα τρόπον ἐτέθη ἡ πρότασις! Δέον νὰ ἐξετάσητε τὴν ψυχὴν καὶ τὴν ἔννοιαν τῆς προτάσεως· ἡ πρότασις εἶναι ἡ ἀμφισβήτησις τοῦ κύρους τῆς ἐκλογῆς. Ἔρχεται ἡ Βουλὴ ἰσοψηφοῦσα ἐπὶ τοῦ θέματος. Τί συμβαίνει τότε; Καθίσταται ἀνάξιος ὁ Πολυχρονιάδης; Οὐχί. Ἀπορρίπτεται ἡ πρότασις· δὲν ὑπάρχει πρότασις, δὲν ὑπάρχει συζήτησις περὶ τούτου. Αὐτὴ εἶναι ἡ ὀρθὴ γνώμη, ἡ ἐκ τῆς κοινοτέρας καὶ στοιχειωδεστέρας ἀντιλήψεως, καὶ οὐχὶ ἐκ συνταγματικῆς ἑρμηνείας καὶ ἐκ συνταγματικῆς μελέτης ἀπορρέουσα. Διότι πάντα ἐστηρίχθησαν ἐπὶ τῆς ἠθικῆς καὶ τῆς καλῆς πίστεως· καὶ ὅταν ἐναντία προτείνωνται καὶ τολμῶνται νὰ προτείνωνται ἐντὸς τοῦ Βουλευτηρίου, ἀκούοντος σύμπαντος τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους, δικαιολογοῦμαι νὰ λέγω, ὅτι τὰ τελούμενα εἶναι βλασφημία καὶ πρὸς τὴν λογικὴν καὶ πρὸς τὸ Σύνταγμα. Ἔχομεν καθεστηκότα τὸν Βουλευτὴν ἐνταῦθα, ὅπως ἔχομεν καθεστηκότα ἕνα νόμον, καὶ ἐναντίον ἑνὸς νόμου καθεστηκότος εἰσάγεται ἐπὶ παραδείγματι μία πρότασις, εἴτε τροπολογία. Εἴτε θετικῶς τεθῇ ἡ τροπολογία αὕτη, εἴτε ἀρνητικῶς, προσβάλλει τὸν νόμον ἐκεῖνον. Καὶ ἔρχεται ἡ Βουλὴ καὶ ἰσοψηφεῖ ἐπὶ τῆς προτάσεως ταύτης. Θὰ καταργηθῇ οὕτως ὁ νόμος, κατὰ τοὺς οὕτως ἑρμηνεύοντας; Ὄχι. Θὰ ἀπορριφθῇ ἡ τροπολογία, καὶ δὲν θὰ γένηται ἀντικείμενον συζητήσεως ἐπὶ πλέον ὁ νόμος. Ἐπὶ τῆς ἐκλογῆς ἄρα Αἰγιαλείας ἢ κατ’ αὐτῆς πρότασις τίθεται διὰ τῆς ἰσοψηφίας ἐκποδών, ἡ πρότασις ἀπορρίπτεται, μένει δὲ λελυμένον τὸ ζήτημα τῆς νομιμότητος ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ἐνώπιον τῆς λογικῆς, ἐνώπιον τῆς συνταγματικῆς ἑρμηνείας. Ταῦτα ἐπὶ τῆς οὐσίας, Κύριοι. Καὶ ἂν χθὲς ἐπὶ οὐσιαστικοῦ ζητήματος ἐποιούμην ἔκκλησιν πρὸς τὴν πλειονοψηφίαν καὶ τὸν ἀρχηγὸν αὐτῆς, ποιοῦμαι ὑστάτην φορὰν ἔκκλησιν, οὐχὶ πλέον ὑπὲρ προσώπων, ἀλλ’ ὑπὲρ τοῦ Συντάγματος, ὑπὲρ τῶν θεσμῶν, τῶν ὁποίων ὁ ἡγέτης τῆς σημερινῆς πλειονοψηφίας τόσην ποιεῖται χρῆσιν, ἀναπτύξας τὴν σημαίαν τοῦ φρουροῦ τῶν θεσμῶν. Ἐκεῖνοι, οἵτινες, Κύριοι, κατὰ τὴν ἐμὴν γνώμην, τὴν ἀδιάσειστον, ἤθελον ψηφίσει κατὰ τὸ κείμενον, ὡς ὀρθῶς ἑρμηνεύεται, τοῦ Συντάγματος, ἐκεῖνοι δὲν θέλουσιν ἀναπτύξει, ἀλλὰ θέλουσιν ὑποστείλει τὴν σημαίαν τῶν θεσμῶν. Καὶ ἂν ἦναι ἐπιτετραμμένον — καὶ εἶναι ἐπιτετραμμένον, διότι εἶναι ζήτημα ἀντιλήψεως ἡ ἡλικία τοῦ κ. Πολυχρονιάδου,—νὰ ψηφίσῃ τὸ ἄκυρον τῆς ἐκλογῆς ἡ Βουλή, εἶναι δεδικαιολογημένη, διότι ὑπάρχει ἡ πρόφασις τῆς γνώμης τῶν πλειόνων ἐπὶ πραγματικοῦ ζητήματος, καὶ δὲν θὰ ἐγείρωνται τουλάχιστον φωναὶ διαμαρτυρίας καὶ ἀπογνώσεως· ἀλλὰ τὴν στιγμήν, καθ’ ἣν δι’ ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς ἤθελε κριθῆ, ὅτι ἡ ἰσοψηφία ἡ χθεσινὴ ἀπετέλει ἀκύρωσιν τῆς ἐκλογῆς τοῦ κ. Πολυχρονιάδου, τότε ῥίψατε ἐκ τοῦ Βουλευτηρίου τὸν Πολυχρονιάδην, ἀλλὰ ῥίψατε καὶ εἰς τὰς τριόδους τὸ Σύνταγμα, τοῦ ὁποίου ἐκηρύχθητε καὶ ἐξηγγέλθητε φρουροί!

§108ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει ἄλλος τις τὸν λόγον; Ὁ κύριος Μελισσηνὸς ἔχει πρότασιν.

§109ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἀναγνώσατέ την.

§110ΕΤΕΡΟΙ. Δὲν ὑπεβλήθη πρότασις.

§111Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Πρὸ παντὸς νὰ κηρύξητε περατωμένην τὴν συζήτησιν.

§112ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κηρύσσεται περατωμένη ἡ συζήτησις.

§113Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ χθεσινὴ ψηφοφορία κατέληξεν εἰς ἰσοψηφίαν. Ἐζητήθη λοιπὸν ἡ ἐφαρμογὴ τῶν διατάξεων τοῦ Κανονισμοῦ. Κατὰ τὸν Κανονισμόν, ἰσοψηφίας γενομένης ἀπορρίπτεται ἡ πρότασις. Ἑπομένως προετάθη εἰς τὴν Βουλὴν τὸ ζήτημα, ποία εἶναι ἡ πρότασις, ἡ ὁποία μέλλει νὰ ἀπορριφθῇ ἕνεκα τῆς γενομένης ἰσοψηφίας. Ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου ἡ Βουλὴ ἔχει δύο γνώμας. Καὶ οἱ μὲν ἰσχυρίσθησαν, ὅτι ἡ πρότασις, ἡ ὁποία πρέπει νὰ θεωρηθῇ ὡς ἀπορριφθεῖσα ἕνεκα τῆς ἰσοψηφίας, εἶναι ἡ γνώμη, τὴν ὁποίαν τὸ τμῆμα προέβαλεν εἰς τὴν Βουλήν, οἱ δὲ ἰσχυρίσθησαν, ὅτι ἡ πρότασις, ἡ ὁποία πρέπει νὰ θεωρηθῇ ὡς ἀπορριφθεῖσα ἕνεκα τῆς ἰσοψηφίας, εἶναι τὸ θέμα, τὸ ὁποῖον ἐτέθη εἰς ψηφοφορίαν. Λοιπὸν πρόκειται νὰ γείνῃ ψηφοφορία περὶ τούτου.

§114ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐξ ἀριστερῶν). Μάλιστα, μάλιστα.

§115ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μελισσηνός, βουλευτὴς Ζακύνθου, ὑποβάλλει τὴν ἑξῆς πρότασιν: «Οἱ παραδεχόμενοι, ὅτι διὰ τῆς χθεσινῆς ψηφοφορίας ἡ Βουλὴ ἀπεφάνθη ὅτι ὁ ἐκλεγεὶς βουλευτὴς Αἰγιαλείας κ. Πολυχρονιάδης δὲν ἔχει τὸ νόμιμον προσὸν τῆς ἡλικίας λέγουσι Ναί, οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουσιν Ὄχι.»

§116Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Δὲν λύεται τὸ ζήτημα κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον, κύριε Πρόεδρε. Ἡ πρότασις αὕτη, ὡς ἔχει, εἶναι νεωτάτη, ἐντελῶς νέα ἑρμηνεία, ἀντίθετος πρὸς τὰ κείμενα τὰ ἰσχύοντα τοῦ Κανονισμοῦ. Ἀλλ’ ἡ Βουλὴ δὲν δύναται νὰ κάμῃ ἑρμηνείαν σήμερον. Ἡ Βουλὴ θὰ ψηφίσῃ ἐπὶ ὡρισμένης προτάσεως. Ἡμεῖς τί ἰσχυρίσθημεν; Ἰσχυρίσθημεν ὅτι διὰ τῆς χθεσινῆς ψηφοφορίας ἡ Βουλὴ ἀπεφάνθη, διότι ἡ ἰσοψηφία, κατὰ νομικὸν πλάσμα, ἀποτελεῖ ἀπόφασιν, κατὰ τύπον ὁριζόμενον ὑπὸ τοῦ Συντάγματος, ὑπὲρ τοῦ κύρους τῆς ἐκλογῆς Αἰγιαλείας. Οἱ ἐναντιοφρονοῦντες ἐθεώρησαν, ὅτι ἡ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς αὐτὴ ἀκριβῶς ἀποφαίνεται περὶ τοῦ ἐναντίου. Ἐντεῦθεν ἡ διαφωνία. Λοιπὸν θὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλὴ κατὰ τὴν χθεσινὴν γνώμην διὰ προτάσεως οὕτω πως ὑποβαλλομένης: «Μετὰ τὰ λεχθέντα ἡ Βουλὴ ἀποδέχεται, ὅτι διὰ τῆς χθὲς γενομένης ψηφοφορίας κατὰ πλειονοψηφίαν ἐπεκυρώθη ἡ ἐκλογὴ ἢ ἠκυρώθη.» Αὐτὸς εἶναι ὁ τύπος τῆς προτάσεως, τὴν ὁποίαν πρόκειται νὰ ψηφίσωμεν. Κατὰ τοιοῦτόν τινα τρόπον διατυπώσατε τὴν πρότασιν νὰ ψηφισθῇ: «Ἡ Βουλὴ μετὰ τὰ λεχθέντα, ἀποδεχομένη ὅτι μετὰ τὴν ψηφοφορίαν τῆς χθὲς ἡ ἐκλογὴ Αἰγιαλείας ἐπεκυρώθη, μεταβαίνει εἰς τὴν συζήτησιν τῶν ἄλλων ἐκλογῶν.»

§117Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ γνώμη τοῦ Προεδρείου εἶναι ἡ ἐκφράζουσα τὴν ἀλήθειαν τῆς γνώμης τῆς Βουλῆς; Κύριε Πρόεδρε, ἐπιτρέψατέ μοι. Ἀνηγγείλατε εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι ἡ γνώμη τοῦ Προεδρείου εἶναι αὕτη, ὅτι ἐπὶ ἰσοψηφίας τοιαύτης ἡ πρότασις θεωρεῖται ἀπορριφθεῖσα, καὶ ἑπομένως ὅτι ἠκυρώθη ἡ ἐκλογή. Ἡμεῖς ἀντεκρούσαμεν τὴν γνώμην ταύτην. Ἑπομένως ἡ γνώμη τοῦ Προεδρείου πρέπει νὰ ψηφοφορηθῇ. Δηλαδή, εἶναι ἀκριβὴς ἡ γνώμη, τὴν ὁποίαν ἐξήνεγκε;

§118Α. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ἐναντίον.

§119Π. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Τὸ ἴδιον εἶναι. Εἰς τὸ αὐτὸ θὰ καταλήξωμεν.

§120Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι. Διότι θὰ ἔχωμεν καὶ τρίτην ψηφοφορίαν, καὶ τρίτην συνταγματικὴν συζήτησιν, καὶ τὰ λοιπά. Αὐτὸ εἶναι· ὄχι ὅπως θέλετε.

§121Π. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Πολὺ καλά. Ὅπως θέλετε.

§122Α. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐμπρὸς, κύριε Πρόεδρε!

§123Π. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Καλέσατε ψηφολέκτας.

§124Α. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. Μελισσηνὸς ἀπέσυρε τὴν ἰδικήν του πρότασιν.

§125ΧΑΡΙΛ. ΤΖΑΝΝΕΤΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ν’ ἀκούσωμεν τὴν πρότασιν.

§126Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. (Πρωθυπουργός). Παρακαλέσατε τοὺς Βουλευτὰς νὰ καθήσωσιν εἰς τὰς θέσεις των. Νὰ ἀναγνωσθῇ τὸ θέμα γεγονυίᾳ τῇ φωνῇ.

§127ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρότασις τοῦ κ. Στάη (ἀναγινώσκει): «Ἡ Βουλὴ, μετὰ τὰ λεχθέντα, ἀποδεχομένη ὅτι μετὰ τὴν ψηφοφορίαν τῆς χθὲς ἡ ἐκλογὴ Αἰγιαλείας ἐπεκυρώθη καὶ ὡς πρὸς τὸν κ. Πολυχρονιάδην, μεταβαίνει εἰς τὴν συζήτησιν τῶν ἑπομένων ἐκλογῶν».

§128Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι! Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε, ἐπὶ τῆς θέσεως τοῦ ζητήματος (θόρυβος).

§129ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Θὰ ἐρωτήσητε οὕτως: «Οἱ παραδεχόμενοι ὅτι ἡ χθεσινὴ ψηφοφορία εἶχε τὴν ἔννοιαν ὅτι ἡ ἐκλογὴ ἐπεκυρώθη, λέγουσι Ναί· οἱ παραδεχόμενοι ὅτι εἶχε τὴν ἔννοιαν ὅτι ἠκυρώθη, λέγουσιν Ὄχι.»

§130ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.

§131ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι θὰ λέγωσι Ναὶ, ἤτοι θ’ ἀναγνωρίσωσι τὸ ἔγκυρον τῆς ἐκλογῆς, οἱ μὴ παραδεχόμενοι θὰ λέγωσιν Ὄχι.

§132Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. (Πρωθυπουργός). Ἀναγνώσατε τὴν πρότασιν ἄλλην μίαν φοράν.

§133ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ πρότασις τοῦ κυρίου Στάη, ἡ ὁποία τίθεται εἰς ψηφοφορίαν, ἔχει ὡς ἑξῆς. (Ἀναγινώσκεται ἐκ νέου ἡ πρότασις αὕτη). Ἄρχεται ἡ ψηφοφορία. (Γίνεται ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν, ὡς ψηφολεκτῶν, τῶν βουλευτῶν Π. Σάκκη καὶ Γ. Ἀναστασοπούλου, καὶ εἶτα ἡ διαλογὴ, κατὰ τὸ ἑπόμενον πρωτόκολλον ψηφοφορίας).

Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
Λέων Μελᾶς ΝΚωνστ. Ἀργυρόπουλος Ο
Στέργ. Μ. Καρανίκας ΟἘπαμειν. Ἐμπειρῖκος Ν
Ἀνδρ. Παναγιωτόπουλος ΟΓεώργ. Πολυγένης Ο
Γεώργ. Καρπετόπουλος Ο
Δ. Βενιζέλος ΝἸωάννης Ζωγράφος Ν
Γεώργιος Μπαλτατζῆς ΝΚωνστ. Γ. Καραπᾶνος Ο
Νικ. Α. Μαυροκορδᾶτος ΝἸωάννης Γ. Καραπᾶνος Ο
Σπυρίδων Ν. Βαρζέλης ΟἈριστομ. Μ. Βαλέττας
Κωνστ. Β. Κοττίκας ΟΤηλέμ. Α. Δενδρινὸς Ν
Δημήτρ. Γ. Ράλλης ΟΓεώργιος Ν. Καλλίνικος Ο
Ἀλέξανδρος Γ. Σκουζὲς ΟΛεωνίδας Π. Πετιμεζᾶς Ο
Νικόλαος Λεβίδης ΝἈλέξανδρος Θ. Ζαΐμης Ν
Ἀντώνιος Ζυγομαλᾶς ΟἈλέξανδρος Φωτήλας Ν
Ἀθαν. Μουτσόπουλος ΟΓεώρ. Χ. Παπαδημητρίου Ο
Κωνστ. Σμολένσκης ΟΒασιλάκης Κ. ΓιαννουσίουΟ
Κυριάκος Λιγενὸς ΟΑὐγερινὸς Ἀβέρωφ Ν
Λάμπρος Καλλιφρονᾶς ΟΚωνσταντῖνος Κρίτσας Ν
Ἀνδρέας Ψύλλας ΟἸωάννης Δαμηλάτης Ο
Νικόλαος Γουναράκης ΟΚωνστ. Ι. Φλέσσας Ο
Θεόδωρος Λέκας ΟἨλίας Μαυρομιχάλης Ν
Ἰσίδωρος Κολιάτσος ΟΚίμων Βελλίνης Ν
Κωνσταντ. Ἀγγελόπουλος ΟΙ. Καφταντζόγλου Ν
Νικόλαος Α. Στρᾶτος ΝΙ. Παλάσκας Ο
Ἰωάννης Σ. Στάϊκος ΝΔ. Τερτίπης Ν
Κωνσταντῖνος Τοπάλης ΝΙ. Καζαμπάκας Ο
Φίλιππος Γιαννακόπουλος ΝΑ. Βασαρδάνης Ο
Νικόλαος Σταματιάδης ΝΣπ. Παπαποστόλου
Δημ. Καρακίτης ΝΝικόλ. Μπαλάφας Ν
Κωνστ. Φιλιππίδης ΝΝικόλ. Σταματιάδης Ο
Ἀντ. Καρτάλης ΟΜιχ. Στεφανίδης Ο
Νικ. Γουλιμῆς ΝΝικόλ. Νικολαΐδης Ν
Κωνσταντῖνος Γρίβας ΝΘεμιστοκλῆς Κόλλιας Ο
Κωνστ. Παπανικολῆς ΟΚωνστ. Γ. Ἱερομνήμων Ν
Θ. Π. Δηλιγιάννης ΟἸωάννης Ρώτας Ο
Περ. Ἀλεξάκης ΟΓεώρ. Ν. Θεοτόκης Ν
Ἐπαμ. Ν. Δηλιγιάννης ΟΜιχ. Ν. Θεοτόκης Ν
Π. Ταμπακόπουλος ΟΝικόλ. Μαρκέτης Ν
Ἰωάν. Ἀντωνόπουλος ΟἈλκίνοος Σ. Ζερβὸς Ν
Χαρίλ. Τζανετάκης ΟΓουλιέλμος Ι. Σκάρπας Ν
Γεώργ. Πετροπουλάκης ΝΣπυρίδων Α. Ἀγάθος Ν
Μιχ. Φωτιάδης ΝΠερικλῆς Α. Ἀλαμᾶνος Ν
Βασ. Μαστραπᾶς ΝἨλίας Α. Πολίτης Ν
Κ. Α. Λιδωρίκης Σπυρίδων Ι. Δεληγιάννης Ο
Ἀρ. Χ. Ἀναγνωστόπουλος ΟΠαναγιώτης Δ. Πετρίδης Ο
Μιχ. Ι. Στελλάκης ΟἈθανάσιος Α. Γκράβας Ο
Γ. Π. Καπιτσίνης ΟἈναστάσ. Στυμφαλιάδης Ν
Πάϊκος Λ. Ρίτσος ΟἈπόστολος Σ. Ζούζουλας Ο
Σταμάτιος Μήτσας ΝΚωνστ. Β. Χριστόπουλος Ν
Δημ. Τσιτσάρας ΟἌθως Ι. Ρωμᾶνος Ν
Δημ. Χατζόπουλος ΝΔιονύσιος Π. Βενιεράτος Ν
Γεώργ. Ἀλεξανδρόπουλος ΟΚωνσταντ. Α. Γεράκης Ν
Ἰωάν. Σερμπᾶνος ΟΔημήτριος Β. Τραυλὸς Ν
Κ. Δ. Ἀργασ. Λομβάρδος ΝΣπυρίδων Ε. Στάης Ν
Ἀλέξανδρος Σ. Ρώμας ΟΔιονύσιος Καλούτσης Ν
Γεώργιος Ι. Μελισσηνὸς ΟΝικόλαος Τσοῦχλος Ν
Διονύσιος Π. Στεφάνου ΝΠαναγ. Σπυράκης Ο
Χρῆστος Ι. ΣτεφανόπουλοςΝἸωάννης Καλούτσης Ο
Ἀνδρέας Ι. ΣτεφανόπουλοςΝΧαράλαμπος Βοζίκης Ν
Ἰωάννης Ν. Σισίνης ΝΓεώργ. Λ. Μαυρομιχάλης Ο
Ἀνδρέας Δ. Σπηλιάδης ΝἸωάν. Π. Μελετόπουλος
Διονύσιος Π. ΠαυλόπουλοςΟΠέτρος Ν. Βαρβιτσιώτης
Ἰωάννης Θ. Ψημένος ΟΣτέφανος Κοπανίτσας Ν
Γεώργιος Ι. Κρεστενίτης ΟΓεώργιος Δ. Φικιώρης
Δημοσθένης Γ. Δόγκας ΝἸωάννης Φίλιος Ν
Νικόλαος Δαούτης ΟΚωνσταντῖνος Καρακίτης Ο
Ἰωάννης Κόλλιας ΟἸωάννης Γιαννακίτσας Ν
Λουκᾶς Γ. Μπέλλος ΟΝικόλαος Μπουφίδης Ν
Χριστόφορος Ι. Ἀσιμῆς ΟἸωάννης Λάππας Ο
Πέτρος Ν. Δελένδας ΟΠερικλῆς Σ. Βαλαωρίτης Ν
Γεώργιος Ι. Σκληρός Κωνσταντῖνος Γκότσης Ο
Εὐάγγελ. Θ. Τσαρλαμπᾶς ΟΔημήτριος Π. Γούναρης
Κωνσταντ. Χαλκιόπουλος ΟΔ. Ἀνδρ. ἢ Μπουκαούρης Ν
Ἀχιλλεὺς Παπαλουκᾶς ΝΓεώργιος Ράλλης Ν
Γκίκας Μάστορης ΟΠαναγιώτης Π. Σάκκης Ο
Ἰωάννης Μπακόπουλος ΟΝικόλαος Α. Μισυρλῆς Ν
Νικόλ. Τριανταφυλλᾶκος ΝΝικόλ. Δ. Ραφτόπουλος Ο
Κωνστ. Κωνσταντόπουλος ΝἸωάννης Α. Βρυώνης Ο
Παναγ. Παπαναστασίου ΟἸωάν. Γ. Α. Γεωργιάδης Ο
Παναγιώτης Μανέτας ΝΝικόλαος Γ. Λεωνίδας Ν
Ἀθαν. Πετρόπουλος ΟΔιομήδης Ν. Κυριακὸς Ο
Ἀθαν. Ζέρβας ΟἸωάννης Ν. Καλαμάρης
Γεώργ. Ἀναστασόπουλος ΝΣταμ. Δ. Βαφειαδάκης Ο
Γεώργιος Νικολαΐδης ΟΚωνσταν. Α. Τσιροπινᾶς Ν
Κωνσταντ. Τρικούπης ΝἘμμαν. Ε. Λαδόπουλος Ο
Λεωνίδας Δεληγεώργης ΝἈντώνιος Π. Βιτάλης Ο
Περικλῆς Μποῦτος ΝΚάρολος Μ. Βιτάλης Ο
Παναγ. Δ. Μερλόπουλος ΟἸωάννης Ν. Σιγάλας Ν
Σπυρ. Α. Κουμουνδοῦρος ΝΚων. Εὐθ. Χατζηπέτρος
Ἰωάννης Νικολαΐδης ΟΣωτήριος Ι. Χατζηγάκης Ο
Ἱπποκράτης Ι. Ἀπέργης Γεώργιος Ραδινὸς Ν
Ἀριστομέν. Προβελέγγιος ΟἈπόστολος Ζάππας Ν
Π. Ι. Πρωτοπαπαδάκης ΝἨλίας Μπασδέκης Ο
Ἐλευθέριος Ν. Μυκώνιος ΟΣπυρίδων Γεωργόπουλος Ν
Νικόλαος Κ. Κρίσπης ΝἈνδρέας Ι. Κεφαλᾶς Ο
Δημ. Ι. Φαρμάκης ΝΕὐστάθιος Κοκκέβης Ο
Ἰω. Κ. Καλαντζόπουλος ΝἈλέξ. Δ. Πονηρόπουλος Ν
Ἰωάννης Ν. Καναβὸς ΝΔημ. Ἀναστασόπουλος Ο
Θεόδ. Κ. Φαρμακόπουλος ΟἈνδρέας Σκαλτσοδῆμος Ο
Νικ. Κ. Φαρμακόπουλος ΟΔημήτριος Κατσᾶνος Ν
Κωνσταντ. Χριστοδούλου ΝΓεώργιος Κορυζῆς Ο
Ἀθαν. Πετσάλης Θεόδωρος Λιμπρίτης Ο
Κυρ. Π. Μαυρομιχάλης ΟΓεώργιος Ροδόπουλος Ν
Κωνστ. Α. Κουμουνδοῦρος ΝΠαντελῆς Π. Γκίκας Ο
Κυρ. Λ. Μαυρομιχάλης ΟἸωάν. Θ. Κουντουριώτης Ν
Φώτιος Π. Μοσχούλας ΝΝικόλαος Μ. Τσαμαδὸς Ν
Νικόλ. Α. Παπαλέξης ΝΝικόλαος Πλατσῆς Ν
Δημ. Α. Πολυχρονόπουλος ΟΝ. Χατζῖσκος Ν
Ἀνδρέας Δ. Μονοκροῦσος ΟΧ. Εὐταξίας Ο
Νικόλαος Γ. Μαντζαβῖνος ΝΔ. Δεδούσης Ν
Θεόδωρος Α. Βελλιανίτης ΟΚομνᾶς Τράκας
Ἀνάργυρος Σιμόπουλος ΝΝ. Κοντογιάννης Ν
Ἰωάννης Δελμοῦζος ΝΜιχαὴλ Κακαρᾶς Ν
Δημήτριος Π. Νίκας ΝΒασίλειος Βουδούρης Ν
Κ. Δ. Γερακωστόπουλος ΟΓεώργιος Ἀβέρωφ Ν
Ἀχιλλεὺς Χοϊδᾶς ΟΝικόλαος Καλογερόπουλος Ν
Ἰωάννης Κ. Τσερτίδης ΟΝικόλαος Μαμούνης Ο
Ἰωάννης Γ. Μ. Ροῦφος ΝἸωάννης Θ. Βρατσᾶνος Ο

§134ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψηφοφόρησαν ἐν ὅλῳ 221. Ὑπὲρ τῆς προτάσεως 108, κατὰ τῆς προτάσεως 113. Ἑπομένως ἡ πρότασις ἀπερρίφθη, καὶ συνεπῶς ἡ ἐκλογὴ Αἰγιαλείας ὡς πρὸς τὸν κύριον Πολυχρονιάδην ἠκυρώθη. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρᾳ 3 καὶ 15′ μ. μ).

1§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 10
2τῆς 18 Ἰανουαρίου 1903.
3(Σάββατον).
4(Γενομένης ἀπαρτίας ὥρᾳ 10 π. μ. παρόντων 189 Βου-
5λευτῶν, ἀναγινώσκονται καὶ ἐγκριθέντα ἐπικυροῦνται τὰ
6πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
7§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ ἀποτυχὼν ὑποψήφιος βουλευτὴς τῆς
8ἐπαρχίας Καλαβρύτων κ. Ἀριστόβουλος Σοφιανόπουλος ὑπο-
9βάλλει ἐνστάσεις κατὰ τῆς ἐκλογῆς Καλαβρύτων.
10Κύριοι Βουλευταὶ, κατὰ τὴν χθεσινὴν συνεδρίασιν ἡ Βουλὴ
11ἀπεφάνθη δι’ ἰσοψηφίας ὡς πρὸς τὸ προσὸν τῆς ἡλικίας τοῦ
12κυρίου Πολυχρονιάδου. Τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς, κατὰ τὸ
13ἄρθρον 15 τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς καὶ 56 τοῦ Συντάγ-
14ματος, φρονεῖ, ὅτι ἡ πρότασις ἀπερρίφθη καὶ ἡ ἐκλογὴ εἶ-
15ναι ἄκυρος. Ἐὰν ἡ Βουλὴ ἔχῃ ἐναντίαν γνώμην, θ’ ἀπο-
16φανθῇ διὰ νέας ψηφοφορίας.
17§2Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν).
18Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν ἀπαντή-
19σεις εἰς διαφόρους ἐπερωτήσεις τῶν κυρίων Βουλευτῶν.
20Ὁ κ. Παπαλέξης ᾐτήσατο πίνακα τῶν ἐν τῷ Κράτει φυ-
21γοποίνων καὶ φυγοδίκων. Τὸν πίνακα τοῦτον καταθέτω.
22Ὁ ἐκ Βάλτου βουλευτὴς κ. Ἰωάννης Στάϊκος ᾐτήσατο
23διαφόρους πληροφορίας. Τινὰς τούτων καταθέτω. Τὰς λοιπὰς
24ἀναμένω, καὶ θέλω καταθέσει εὐθὺς ὡς φθάσωσιν.
25Ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἠλείας βουλευτὴς κ. Κρεστενίτης ᾐτή-
26σατο πληροφορίας, αἵτινες ὅμως πρὸ πολλοῦ κατετέθησαν
27εἰς τὴν Βουλήν...
28§3Γ. ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Καὶ χθὲς εἶπον, ὅτι δὲν ἦσαν πλή-
29ρεις.
30§4Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Παρακαλῶ νὰ λάβητε ὑπ’ ὄψιν, ὅτι
31δὲν δύναμαι νὰ καλέσω εἰς ἀνάκρισιν καὶ κατ’ ἀντιπαράστα-
32σιν ὁπλίτας.
33§5Γ. ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Δὲν ἐκλήθην νὰ ἐξετασθῶ ὑπὸ τοῦ
34φρουράρχου.
35§6Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Τότε νὰ σᾶς καλέσῃ.
36§7Γ. ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Πᾶν ὅ,τι λέγω ἤδη, τὸ εἶπον καὶ
37προτοῦ εἰσέλθω ἐνταῦθα καὶ τὸ ὑποστηρίζω· δὲν θέλω δὲ νὰ
38ἦμαι ἀνεύθυνος.
39§8Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Ἡ Γενικὴ Διοίκησις δι’ ἐγγράφου αὐτῆς
40τῆς 17 Ἰανουαρίου ἐ. ἔ. ὑπέβαλεν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν
41Στρατιωτικῶν ἀπαντήσεις ἐπὶ πασῶν τῶν ἐρωτήσεων τοῦ
42ἐκ Τυρνάβου κυρίου συναδέλφου.
43§9Α. ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης).
44Ὡς πρὸς τὸν ζητηθέντα κατάλογον τῶν φυγοδίκων καὶ φυ-
45γοποίνων, ἀπαντῶ ὅτι ἐξεκαθαρίσθη, καὶ ὑποβάλλω ἀντί-
46γραφον τούτου. Ἡ διαφορὰ ἡ παρουσιαζομένη μετὰ τὴν ἐκ-
47καθάρισιν εἶναι ἐλαχίστη.
48§10Γ. ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Καὶ χθὲς ἠρώτησα καὶ σήμερον
49ἐπαναλαμβάνω νὰ ἐρωτήσω, τί γνωρίζετε περὶ τῆς μετα-
50φορᾶς καταδίκου τινὸς Δημαρᾶ ἐκ τῶν φυλακῶν Λευκάδος
51εἰς τὰς τοῦ Πύργου.
52§11Α. ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Καὶ περὶ τούτου ἐζήτησα πληροφο-
53ρίας, καὶ ἔλαβον ἀπάντησιν, ἣν θὰ προσαγάγω εἰς τὴν Βου-
54λήν· ὡς ἐνθυμοῦμαι δὲ, ὁ κατάδικος αὐτὸς, διὰ διαταγῆς
55τοῦ Ὑπουργείου, ἐκ τῶν φυλακῶν Πατρῶν μετετέθη εἰς τὰς
56φυλακὰς Πύργου· καὶ τοῦτο οὐδὲν ἐνέχει τὸ παράνομον.
57Ἀλλ’ ὁ κατάδικος αὐτὸς, συνοδευόμενος ὑπὸ χωροφυλάκων,
58ἀντὶ νὰ ὁδηγηθῇ ἀπ’ εὐθείας εἰς Πύργον, μετέβη εἰς τὸν
59τόπον τῆς ψηφοφορίας ἐν τῷ δήμῳ του...
60§12Α. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι βέβαιον αὐτό;
61§13Α. ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Καθ’ ὅσον ἐνθυμοῦμαι. Αὔριον θὰ φέ-
62ρω τὰ ἔγγραφα.
63§14Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ἐπι-
64σκεφθῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης καὶ παρεκάλεσα
65αὐτὸν νὰ ἀπευθύνῃ τηλεγράφημα πρὸς τὸν ἐν Τριπόλει Εἰσ-
66αγγελέα τῶν Πρωτοδικῶν, ἐὰν ἐπερατώθη μία κατηγορία
67ἐπὶ δωροδοκίᾳ ἐν Μεγαλοπόλει. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐδείχθη
68πρόθυμος, ἀλλὰ μέχρις αὐτῆς τῆς στιγμῆς δὲν γνωρίζω ἐὰν
69ἐπερατώθη. Ἔμαθον, ἀλλὰ δὲν τὸ ὑποστηρίζω, ὅτι ἀπεφάν-
70θη τὸ Συμβούλιον, ἀλλὰ τὸ βούλευμα περιμένεται ἀκόμη.
71Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ μεριμνήσῃ περὶ τούτου.
72§15Α. ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Εἶ-
73χον ὁμολογουμένως τὴν τιμὴν νὰ δεχθῶ τὴν ἐπίσκεψιν τοῦ
74ἀξιοτίμου συναδέλφου, καὶ ἐπειδὴ ἡ Βουλὴ ἦτο ἐν ἀργίᾳ,
75ἐξετέλεσα ἀμέσως, καθόσον νομίμως ἐδικαιούμην, ὅ,τι μοὶ ὑπέ-
76βαλεν ὁ κ. συνάδελφος· ἐζήτησα τηλεγραφικῶς νὰ μοὶ ἀπο-
77σταλῶσι πάντα τὰ σχετικὰ ἔγγραφα, — ὅσα νομίμως ἠδύναν-
78το νὰ σταλῶσι, — χθὲς δ’ ἔλαβον ἀπάντησιν ταχυδρομικῶς,
79διὰ τῆς ὁποίας μοὶ διαβιβάζεται μόνον ἡ μήνυσις, ἀλλὰ
80συγχρόνως καὶ ἡ πληροφορία, ὅτι βούλευμα τοιοῦτον δὲν ἐξε-
81δόθη, καὶ ὅτι ἐπιταχύνεται ἡ ἀνάκρισις, ὅπως γίνεται γε-
82νικῶς, διότι δι’ ἐγκυκλίου εἶχον διατάξει τοὺς Εἰσαγγελεῖς
83νὰ ἐπισπεύσωσι τὴν διεκπεραίωσιν ὅλων τῶν ὑποθέσεων τῶν
84σχετικῶν πρὸς ἐκλογικὰς παραβάσεις. Νὰ διατάξω ὅμως νὰ
85ἐκδοθῇ τὸ βούλευμα, δὲν εἶχον δικαίωμα. Ὅ,τι ἠδυνάμην
86νὰ πράξω, τὸ ἔπραξα. Τὸ ἔγγραφον δὲ, τὸ ὁποῖον μοὶ ἀπε-
87στάλη, εἶναι εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, καὶ δύναμαι νὰ τὸ φέρω
88εἰς τὴν Βουλήν.
89§16ΑΘ. ΖΕΡΒΑΣ. Θὰ παρακαλέσω καὶ ἐγὼ τὸν ἀξιότιμον
90ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸν, εἰς ἐνίσχυσιν τῆς προτά-
91σεως τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Οἰτύλου συναδέλφου, νὰ προσαγάγῃ
92ὄχι μόνον τὰς μηνύσεις, τὰς ὁποίας ἐζήτησεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ
93Οἰτύλου Βουλευτὴς, ἀλλὰ καὶ τὰ ὑπομνήματα ἐκεῖνα, τὰ
94ὁποῖα κατὰ τῶν μηνύσεων ὑπεβλήθησαν εἰς τὸν Εἰσαγγελέα
95Τριπόλεως, ἵνα ἀποδειχθῇ κατὰ τίνα τρόπον ἐνηργήθη ἡ ἐκ-
96λογὴ Μεγαλοπόλεως, ἥτις εἶναι ἡ νομιμωτάτη πασῶν.
97§17Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν ἔχω ἀντίρρησιν νὰ
98προσαχθῶσι καὶ ὅσα ὁ κ. συνάδελφος ἐκ Μεγαλοπόλεως ἐζή-
99τησε· θέλω μόνον νὰ παρατηρήσω, ὅτι ἔλαβε μὲν τὸν κόπον
100ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ ἀπαντήσῃ, ἀλλ’ ὄχι περὶ ἐκείνου, διὰ τὸ
101ὁποῖον τὸν παρεκάλεσα. Ἐγὼ εἶπον πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν,
102ὅτι κατὰ τὰς πληροφορίας μου ἐπερατώθη ἡ ἀνάκρισις, καὶ
103τὸν παρεκάλεσα νὰ διατάξῃ τὸν κ. Εἰσαγγελέα νὰ ἐπισπεύ-
104σῃ τὴν ἔκδοσιν τοῦ βουλεύματος καὶ τὴν ὑποβολὴν αὐτοῦ·
105διότι, ἐὰν δὲν εἶχε περατωθῆ ἡ ἀνάκρισις, βεβαίως ἐγὼ δὲν
106θὰ εἶχον ὑποβάλει τοιαύτην ἀξίωσιν πρὸς τὸν κ. Ὑπουργόν.
107Ἐπειδὴ λοιπὸν ἐπερατώθη ἡ ἀνάκρισις, τὸ δὲ Συμβούλιον
108ἔχει σχεδὸν ἀποφανθῆ, καὶ δὲν πρόκειται ἢ περὶ ἁπλῆς ἐκ-
109δόσεως τοῦ βουλεύματος, διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουρ-
110γὸν νὰ διατάξῃ ἐπειγόντως νὰ δημοσιευθῇ τὸ βούλευμα.
111§18ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ἐὰν ἤκουσα καλῶς, ὁ κ. Ὑπουρ-
112γὸς τῆς Δικαιοσύνης ἔδωκε τὴν πληροφορίαν, ὅτι ἐζήτησε
113καὶ ἔλαβεν ἔγγραφα ἀπὸ ἀνακριτικὸν γραφεῖον. Νομίζω ὅτι,
114ἐὰν τοῦτο ἔπραξεν, ἄνευ δικαιώματος τὸ ἔπραξεν. Ἡ μήνυ-
115σις εἶναι ἔγγραφον, τὸ ὁποῖον ὑπάρχει καὶ πρέπει νὰ ὑπάρχῃ
116ἐν τῷ ἀνακριτικῷ γραφείῳ· οὐδεὶς ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ζη-
117τήσῃ καὶ λάβῃ γνῶσιν αὐτοῦ πρὶν ἢ περατωθῇ ἡ ἀνάκρισις.
118Ἐὰν λοιπὸν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐζήτησε καὶ ἔλαβεν ἔγγραφα,
119νομίζω ὅτι ὀφείλει νὰ ἀποστείλῃ ταῦτα εἰς τὸν Εἰσαγγελέα·
120διότι οὔτε ὁ Εἰσαγγελεὺς ἔχει δικαίωμα νὰ κάμῃ χρῆσιν τῶν
121ἐγγράφων, ὅταν ἡ ὑπόθεσις ᾖναι ἐκκρεμής. Μόνον μετὰ τὴν
122δημοσίευσιν τοῦ βουλεύματος, καὶ ἂν δὲν γείνῃ ἀνακοπὴ κατ’
123αὐτοῦ, ἔχουσι τὸ δικαίωμα οἱ κύριοι συνάδελφοι νὰ λάβωσι
124γνῶσιν τῶν ἐγγράφων...
125§19Λ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Καὶ ἐγὼ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν
126τῆς Δικαιοσύνης νὰ ζητήσῃ πληροφορίας παρὰ τοῦ Εἰσαγγε-
127λέως Πατρῶν, ἂν ἐξήχθη ἐκ τῶν φυλακῶν Ρίου ὁ βαρύποινος
128κατάδικος Καντάρας πρὸ τῶν ἐκλογῶν, καὶ ἂν κατὰ τὰς
129ἐκλογὰς ἔμενεν ἐκτὸς τῶν φυλακῶν, καὶ εἰς ποῖα χωρία τῆς
130ἐπαρχίας Καλαβρύτων. Ἀλλὰ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουρ-
131γὸν, τηλεγραφικῶς νὰ ἐρωτήσῃ τὸν κ. Εἰσαγγελέα, διότι
132σχετίζεται τὸ ζήτημα μὲ τὴν ἐξέλεγξιν τῶν ἐκλογῶν.
133§20ΑΛΕΞ. ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀνέγνωσα ἐν ἐφημερίδι καὶ
134ἐν ἀνταποκρίσει, ὅτι ἐντὸς τοῦ Πρωτοδικείου Κυπαρισσίας,
135καὶ δὴ διαρκούσης τῆς συνεδριάσεως, βανδαλικὰς πράξεις διέ-
136πραξαν χωροφύλακες συνοδεύοντες ὑποδίκους. Παρακαλῶ τὸν
137κύριον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης νὰ πληροφορήσῃ τὴν
138Βουλήν... (Θόρυβος).
139§21ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν εἶναι ἀκόμη συγκεκροτη-
140μένη ἡ Βουλὴ, καὶ δὲν δύναται νὰ ὑποβληθῇ τοιαύτη ἐπε-
141ρώτησις.
142§22Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ἕνεκα τοῦ θορύβου, ὁ ὁποῖος κατ’
143ἀνάγκην ἐπηκολούθησε μετὰ τὴν ψηφοφορίαν τῆς χθὲς, ὁ κ.
144Πρόεδρος τῆς Βουλῆς παρέλειψε νὰ ἐκπληρώσῃ ἓν καθῆκον,
145ἐπιβαλλόμενον εἰς αὐτὸν ὑπὸ τοῦ Κανονισμοῦ, τουτέστι νὰ
146ἀπαγγείλῃ τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ψηφοφορίας. Τὸ ἀποτέλεσμα
147τῆς ψηφοφορίας ὑπῆρξεν ἰσοψηφία· κατὰ δὲ ῥητὴν διάταξιν
148τοῦ Συντάγματος καὶ τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς, ἐν περι-
149πτώσει ἰσοψηφίας ἡ πρότασις ἀπορρίπτεται. Ἔδει λοιπὸν ὁ
150κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς χθὲς, ὅτε ἀπηγγέλθη τὸ ἀποτέλε-
151σμα τῆς ἰσοψηφίας, νὰ δηλώσῃ συγχρόνως, ὅτι ἡ πρότασις,
152ἡ ἀφορῶσα εἰς τὴν ἄρνησιν τῶν προσόντων τοῦ βουλευτοῦ κ.
153Πολυχρονιάδου ἀπερρίφθη, καὶ ὅτι ἡ ἐκλογὴ αὕτη ἐπεκυ-
154ρώθη. Τοῦτο ἦτο τὸ καθῆκον τοῦ κ. Προέδρου. Ὁ κ. Πρό-
155εδρος, παραλείψας τὸ καθῆκον τοῦτο νὰ πράξῃ χθές, εἶχεν
156ὑποχρέωσιν νὰ τὸ πράξῃ σήμερον. Παραδόξως ὅμως, σήμερον
157τὸ καθῆκον τοῦτο ἦλθε νὰ ἐκπληρώσῃ ἀντιθέτως πρὸς τὴν
158ῥητὴν καὶ ἀνεπίδεκτον ἑρμηνείας ῥήτραν τοῦ Συντάγματος,
159τὴν ἐπαναλαμβανομένην ἐν ἄρθρῳ 15 τοῦ Κανονισμοῦ. Ἤ-
160κουσα δὲ τοῦ κ. Προέδρου διὰ τοῦ στόματος τοῦ κ. Γραμ-
161ματέως τῆς Βουλῆς ἀπαγγείλαντος, ὅτι κατὰ τὴν γνώμην
162τοῦ Προεδρείου ἡ χθεσινὴ ψηφοφορία κατέληξεν εἰς τὸ ἀπο-
163τέλεσμα... ποῖον νομίζετε, Κύριοι; ὅτι ἠκυρώθη ἡ ἐκλογὴ
164τοῦ κ. Πολυχρονιάδου!
165§23Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι φανερόν.
166§24Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς εὑρί-
167σκει, ὅτι τὸ πρᾶγμα εἶναι πολὺ φανερόν· καὶ εἶχον ἐπιθυμίαν
168νὰ ἀκούσω αὐτὸν ἀναπτύσσοντα τὰς γνώμας του, διὰ νὰ ἴδω,
169πῶς κατορθοῖ νὰ εὑρίσκῃ φανερὰν λύσιν ἀντίθετον ἐκείνης,
170τὴν ὁποίαν ἐπιτακτικὴ διάταξις τοῦ Συντάγματος καὶ τοῦ
171Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς ἐπιβάλλει.
172Δὲν πρέπει, Κύριοι, προκειμένου περὶ τοιούτων θεμάτων,
173ὅταν ἔχωμεν τὸ ἀποτέλεσμα μιᾶς ψηφοφορίας, ἡ ὁποία δὲν
174παρέχει ἐλπίδας ἄλλας ἐκείνων, τὰς ὁποίας κατέδειξεν ἡ
175ψηφοφορία, οὔτε εἰς τὴν πτέρυγα ταύτην, οὔτε εἰς τὴν πτέ-
176ρυγα ἐκείνην (δεικνύει τὴν δεξιὰν καὶ τὴν ἀριστερὰν), δὲν εἶ-
177ναι πρέπον νὰ διαστρέφωμεν ῥητὸν γράμμα τοῦ Συντάγμα-
178τος. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον μένει ἐξεταστέον ἴσως διὰ τοὺς μὴ
179θέλοντας νὰ ἐγκύψωσιν εἰς τὴν λογικὴν καὶ γραμματικὴν ἑρ-
180μηνείαν τοῦ Συντάγματος καὶ τοῦ Κανονισμοῦ, εἶναι τοῦτο:
181ποία τις ἆρά γε εἶναι ἡ πρότασις ἡ ψηφοφορηθεῖσα; Ἡ λύ-
182σις τοῦ ζητήματος τούτου, ὁποία δηλαδὴ εἶναι ἡ πρότασις,
183ἐφ’ ἧς ἐκλήθη ν’ ἀποφασίσῃ ἡ Βουλή, θέλει ἐπιζητηθῆ
184καθ’ ὃν τρόπον ἡ λογικὴ καὶ ἡ ἀνάγκη τῶν πραγμάτων ἐπι-
185βάλλει.
186Εἶναι γνωστόν, Κύριοι, ὅτι, κατὰ τὰς διατάξεις τῶν κει-
187μένων ἐκλογικῶν νόμων, μετὰ τὰς γενομένας ἐκλογὰς ἐπέρ-
188χεται ἡ ἀνακήρυξις τῶν ἐπιτυχόντων ὑποψηφίων· ἡ δικα-
189στικὴ ἀπόφασις, ἡ ἀνακηρύττουσα ὡς ἐπιτυχόντας τοὺς ὑπο-
190ψηφίους, ἀποτελεῖ τὸ πληρεξούσιον καὶ τὸ εἰσιτήριον, δι’ οὗ
191εἰσέρχεταί τις εἰς τὴν Βουλήν. Ὑπὲρ δὲ τῆς νομιμότητος
192τῆς ἐκλογῆς καὶ τοῦ ἀληθοῦς τῆς ἀντιπροσωπείας τοῦ προσ-
193άγοντος τὸ τοιοῦτον πληρεξούσιον ὑπάρχει τοσοῦτον μέγα
194τεκμήριον, ὥστε δύναμαι νὰ εἴπω, ὅτι τοῦτο προσεγγίζει εἰς
195τὴν ἀλήθειαν. Καὶ εἶναι καταφανὲς, ὅτι προσεγγίζει πρὸς τὴν
196ἀλήθειαν, διότι μεταξὺ τόσων Βουλευτῶν ἐλάχιστα μόνον
197πληρεξούσια προσβάλλονται. Τὸ Σύνταγμα ἐν ἄρθρῳ 73 εἰς
198τὴν Βουλὴν ἀνέθετο τὸ καθῆκον καὶ τὸ δικαίωμα ν’ ἀποφαί-
199νηται ἐπὶ τῶν προβαλλομένων ἀμφισβητήσεων κατὰ τὴν ἐξέ-
200λεγξιν τῶν πληρεξουσίων. Ὁ κ. Πολυχρονιάδης ἄρα ἔχει, ὡς
201πάντες ἡμεῖς, ὑπὲρ ἑαυτοῦ τὸ ἐκ τῆς ἐκλογῆς καὶ τῆς ἀνα-
202κηρύξεώς του τεκμήριον, ὥστε εἶναι ὁ νόμιμος βουλευτὴς τῆς
203ἐπαρχίας Αἰγιαλείας, ἔχων τὰ πρὸς τοῦτο ἀπαιτούμενα
204προσόντα.
205Ἂς ἐξετάσωμεν ἤδη, ὁποίαν τῆς Βουλῆς ἀπόφασιν προ-
206καλεῖ ἡ ὑποβαλλομένη πρότασις. Ἡ ὑποβαλλομένη πρότα-
207σις συγκρούεται ἀκριβῶς πρὸς τὸ τεκμήριον τοῦτο, καὶ ἔρχε-
208ται νὰ ἀρνηθῇ τὴν ἀλήθειαν τοῦ τεκμηρίου. Αὐτὴ εἶναι ἡ
209πρότασις, τὴν ὁποίαν κατὰ τὸ ἄρθρον 73 τοῦ Συντάγματος
210ἐξετάζει ἡ Βουλή, ἐξετάζουσα τὸ κῦρος καὶ τὴν νομιμότητα
211τοῦ πληρεξουσίου τοῦ Βουλευτοῦ. Ἔρχεται νὰ ἐξετάσῃ, ἐὰν
212τὸ τεκμήριον τοῦτο θὰ παραμείνῃ ὡς καθεστὼς, ἢ θὰ μετα-
213βληθῇ ἢ θὰ ἀνατραπῇ. Ὑπὲρ τοῦ κ. Πολυχρονιάδου ὑπάρ-
214χει ἓν καθεστώς. Ὅταν λοιπὸν τίθεται οὕτω τὸ ζήτημα εἰς
215τὴν Βουλήν, καὶ ἡ Βουλὴ ἀποφαίνηται δι’ ἰσοψηφίας, ὅτι
216τὸ τεκμήριον πρέπει νὰ παραμείνῃ, ἡ δὲ ἐναντία πρὸς τὸ τεκ-
217μήριον πρότασις δέον ν’ ἀπορριφθῇ, ὡς ἄμεσον ἀποτέλεσμα
218ἔχει ἡ ἀπόφασις αὕτη τῆς Βουλῆς τὴν ἐπικύρωσιν τῆς ἐκ-
219λογῆς. Δὲν εἶναι δυνατόν, Κύριοι, νὰ ὑπάρξῃ περὶ τούτου
220οὐδεμία ἀμφιβολία. Δὲν νομίζω, ὅτι θὰ εὑρεθῇ μεταξὺ ὑμῶν
221τις, ὁ ὁποῖος δύναται ν’ ἀντιτάξῃ κατὰ τῶν ἐπιχειρημάτων
222τούτων, τὰ ὁποῖα ἀπορρέουσιν οὐχὶ μόνον ἐκ τοῦ πνεύματος,
223ἀλλὰ καὶ ἐκ τοῦ γράμματος τοῦ Συντάγματος, οἱανδήποτε
224ἀντίρρησιν. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ τις, ὁ ὁποῖος θ’ ἀντι-
225τάξῃ ἐναντίαν γνώμην. Καὶ ἐπεθύμουν ν’ ἀκούσω τὸν κύριον
226Βουλευτὴν ἐξ Ἀττικῆς, τἀναντία φρονοῦντα καὶ τἀναντία
227ὑποστηρίζοντα, διὰ νὰ ἴδω, ἐὰν θὰ δυνηθῇ νὰ δικαιολογήσῃ
228ἑαυτὸν καὶ νὰ συμβιβάσῃ τὴν σημερινὴν στάσιν του πρὸς
229τὰς ἀρχὰς, τὰς ὁποίας ἀνεκήρυξεν, εἰσερχόμενος ἐντὸς τῆς
230Βουλῆς, ὅτι θέλει μεριμνήσει, ὅπως τηρηθῶσι καὶ μὴ προσ-
231βληθῶσιν οἱ θεσμοὶ τοῦ Κράτους!
232Λέγω λοιπὸν, Κύριοι, ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, τὸ
233καθῆκον τὸ ὁποῖον παρέλειψε νὰ ἐκπληρώσῃ χθὲς, ἔχει ὑπο-
234χρέωσιν νὰ τὸ ἐκπληρώσῃ σήμερον, καὶ πρὸς τὴν ἐκπλήρω-
235σιν τοῦ καθήκοντος τούτου πρέπει νὰ προσκαλέσῃ αὐτὸν ἡ
236Βουλή, ἵνα ἀποφανθῇ, ὅτι διὰ τῆς χθεσινῆς ψηφοφορίας ἡ
237Βουλὴ ἀπεφήνατο, ὅτι ὁ κ. Πολυχρονιάδης εἶναι νόμιμος βου-
238λευτὴς τῆς ἐπαρχίας Αἰγιαλείας.
239§25Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Μὴ ἆρά γε ἐγὼ ἐκ βαρυηκοΐας
240δὲν ἤκουσα χθὲς, διότι ἴσως ὁ τόνος τῆς φωνῆς τοῦ κ. Προέδρου
241ἦτο χαμηλός, καὶ ἀκούω σήμερον, ὅτι τὸ Προεδρεῖον ἔδωκεν
242ἑρμηνείαν ὅτι ἦτο ἀκυρωτικὴ ἡ ψηφοφορία τῆς χθές; Νομίζω
243ὅτι τὸ Προεδρεῖον περιέπεσεν εἰς ἀντίφασιν· διότι, ἐὰν τὸ
244Προεδρεῖον τοιαύτην εἶχε γνώμην, δὲν ἔπρεπε νὰ ἀναγνωσθῇ
245τὸ ὄνομα τοῦ κ. Πολυχρονιάδου σήμερον.
246§26Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐθαύμασα ἀληθῶς τὴν δεινό-
247τητα, ἀλλὰ καὶ τὸ θάρρος τοῦ ἐκ Λεβαδείας ἀξιοτίμου συν-
248αδέλφου, προσπαθήσαντος, εἰς σαφὲς γράμμα καὶ τοῦ Συν-
249τάγματος καὶ τοῦ Κανονισμοῦ νὰ δώσῃ ὅλως διόλου ἐναντίαν
250ἔννοιαν. Ὁ Κανονισμὸς καὶ τὸ Σύνταγμα λέγουσι ῥητῶς,
251ὅτι ἐν περιπτώσει ἰσοψηφίας ἡ πρότασις ἀπορρίπτεται. Δὲν
252ἔχομεν λοιπὸν ἢ νὰ ἐξετάσωμεν, ποία ἦτο ἡ ὑποβληθεῖσα εἰς
253ψηφοφορίαν πρότασις. Ἐγένετο μακρὰ καὶ θορυβώδης συζή-
254τησις ἐπὶ τῆς ἐκλογῆς Αἰγιαλείας· ὑμεῖς ἰσχυρίζεσθε, ὅτι ὁ
255βουλευτὴς ὁ ἐκλεγεὶς τῆς ἐπαρχίας Αἰγιαλείας κ. Πολυ-
256χρονιάδης ἔχει τὴν νόμιμον ἡλικίαν, τὴν ὁποίαν ἀπαιτεῖ τὸ
257Σύνταγμα· ἡμεῖς ἐντεῦθεν ἐλέγομεν, ὅτι ὁ κ. Πολυχρονιά-
258δης δὲν ἔχει τὴν ἡλικίαν ταύτην· ἐγένετο δὲ συζήτησις μα-
259κρὰ περὶ τῶν πιστοποιητικῶν τῶν ἱερέων καὶ τοῦ γάμου, ἐγέ-
260νετο μακρὰ συζήτησις καὶ περὶ τῆς θέσεως τοῦ ζητήματος,
261καὶ μετὰ λογομαχίαν σφοδρὰν καὶ ἡμεῖς καὶ σεῖς παρεδέχθη-
262μεν μίαν πρότασιν· ποίαν; τὴν πρότασιν, τὴν ὁποίαν ἔθετο
263εἰς ψηφοφορίαν ὁ κ. Πρόεδρος, τὴν πρότασιν τοῦ κ. ἐξ Ἀτ-
264τικῆς Βουλευτοῦ. Ταῦτα οὐδεὶς δύναται νὰ διαψεύσῃ, εἰμὴ
265μὲ κίνδυνον νὰ ἐκθέσῃ τὴν ἰδίαν ὑπόληψιν· δὲν δύναται νὰ
266διαψεύσῃ, ὅτι ἡ πρότασις ἡ ὑποβληθεῖσα χθὲς εἶχεν ἐπὶ λέ-
267ξει οὕτως, ὡς ἐξάγεται ἐκ τῶν ἐπισήμων πρακτικῶν: «Οἱ
268παραδεχόμενοι, ὅτι ὁ ἐκλεγεὶς βουλευτὴς Αἰγιαλείας κ. Πο-
269λυχρονιάδης ἔχει τὸ ὑπὸ τοῦ ἄρθρου 70 τοῦ Συντάγματος
270προσὸν τῆς ἡλικίας λέγουσι Ναὶ, οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέ-
271γουσιν Ὄχι». Ὑμεῖς, οἱ ὁποῖοι εἴπετε Ναὶ, τί παρεδέχθητε;
272ὅτι ὁ κ. Πολυχρονιάδης ἔχει τὸ προσὸν τῆς ἡλικίας. Ὑπο-
273θέσωμεν πρὸς στιγμὴν, ὅτι εἰς τοὺς 107 τοὺς ψηφίσαντας Ὄχι
274προσετίθετο μία ψῆφος· τί θὰ ἐγίνετο; ἡ πρότασις ἤθελεν
275ἀπορριφθῆ, δηλαδὴ ὁ κ. Πολυχρονιάδης δὲν θὰ εἶχε τὰ
276προσόντα. Τὸ αὐτὸ συμβαίνει καὶ ἐν ἰσοψηφίᾳ· ἡ πρότασις
277ἀπορρίπτεται. Ὁ Κανονισμὸς εἶναι ῥητός· καὶ ἀπορῶ μὰ
278τὴν ἀλήθειαν, πόθεν ἀντλοῦσί τινες τὸ θάρρος τῆς διαστροφῆς
279τῆς σαφοῦς τοῦ Κανονισμοῦ ἐννοίας ἐπὶ τοῦ προκειμένου.
280Βλέπετε λοιπόν, κύριε Βουλευτὰ ἐκ Λεβαδείας, ὅτι συμ-
281φώνως πρὸς τὸν ὅρκον, τὸν ὁποῖον ἔδωκα, καταγίνομαι εἰς
282τὸ νὰ συστήσω καὶ εἰς ὑμᾶς καὶ εἰς τοὺς ἄλλους τὴν ἀκριβῆ
283τήρησιν τοῦ Συντάγματος καὶ τοῦ Κανονισμοῦ.
284§27Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Εἶχον, Κύριοι, τὴν περιέργειαν νὰ μελε-
285τήσω τοὺς φακέλους ἁπασῶν τῶν ἐκλογῶν, αἵτινες περιεῖχον
286ἐνστάσεις περὶ τῆς ἡλικίας Βουλευτῶν τινων. Ἐκ τῆς με-
287λέτης δὲ ταύτης ἀπεκόμισα τὴν πεποίθησιν τὴν ἀκράδαν-
288τον, ὅτι σχεδὸν πᾶσαι αἱ ἐκλογαί, ὧν τὸ κῦρος προσεβλήθη
289λόγῳ βουλευτικῆς ἀνικανότητος, δὲν δύνανται νὰ ἐπικυρω-
290θῶσιν· ἐσχημάτισα, λέγω, τὴν πεποίθησιν, ὅτι σχεδὸν πᾶ-
291σαι αἱ ἐνστάσεις αὗται ἦσαν πραγματικαὶ καὶ ἀληθεῖς. Τοῦτο
292μὲ ἤγαγεν εἰς τὴν γνώμην καὶ τὴν ἀπόφασιν νὰ ψηφίσω καὶ
293περὶ τῆς ἐκλογῆς Αἰγιαλείας, καθ’ ὃν τρόπον ἐψήφισα,
294τουτέστι νὰ ἀρνηθῶ εἰς τὸν ἐκλεχθέντα Βουλευτὴν τὸ δι-
295καίωμα νὰ παρίσταται καὶ συνεδρεύῃ μεθ’ ἡμῶν ἐν τῇ αἰ-
296θούσῃ ταύτῃ. Ἤμην δὲ ἐν τῇ ἀποφάσει, καὶ ἐξακολουθῶ νὰ
297ἦμαι ἐν ταύτῃ, μέχρις ὅτου πεισθῶ περὶ τοῦ ἐναντίου, καὶ
298περὶ τῶν ἄλλων σχεδὸν ἁπασῶν τῶν ἐκλογῶν, ὧν προσβάλ-
299λεται τὸ κῦρος λόγῳ ἐλλείψεως τῆς ἡλικίας, νὰ ψηφίσω κατὰ
300τὸν αὐτὸν τρόπον, καὶ θέλω ψηφίσει κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον,
301ἐὰν δὲν πεισθῶ περὶ τοῦ ἐναντίου.
302Συμβαίνει μάλιστα, τὰ πιστοποιητικά, τὰ προσαχθέντα
303πρὸς ἀπόδειξιν τῆς ἀνηλικότητος καὶ τῶν ἄλλων κυρίων Βου-
304λευτῶν, νὰ ἦναι σχεδὸν ὅμοια καὶ ἀπαράλλακτα πρὸς τὰ
305πιστοποιητικὰ ἐκεῖνα, ἅτινα προσήχθησαν πρὸς ἀπόδειξιν
306τῆς ἀνηλικότητος τοῦ κ. Πολυχρονιάδου. Διὰ τοῦτο παρε-
307τήρησα κατά τινα τῶν προηγουμένων συνεδριάσεων, καὶ ἔλε-
308γον πρὸς τὴν Βουλήν, ἔχων ὑπ’ ὄψιν μου τὴν παρελθοῦσαν
309ἱστορίαν τῶν Ἑλληνικῶν Βουλῶν, ὅτι δέον πολὺ νὰ προσέ-
310ξωμεν, συζητοῦντες τὴν ἐκλογὴν Αἰγιαλείας, μήπως περι-
311πέσωμεν εἰς ἀντιφάσεις, αἵτινες ἤθελον ἐλαττώσει τὸ κῦρος
312καὶ τὴν σοβαρότητα τῆς Βουλῆς.
313Ἐὰν, ἀπὸ τοῦ 1881 ἔτους συνεδρεύων μεθ’ ὑμῶν, κύριοι
314Βουλευταί, ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, δὲν κατώρθωσα νὰ μάθω
315ἄλλο τι, πιστεύω ὅμως, ὅτι θέλετε συνομολογήσει μετ’ ἐμοῦ
316ὅτι κατώρθωσα νὰ ἐννοήσω, ὅτι αἱ ἐκλογαὶ δὲν συζητοῦνται
317συλλήβδην, ἀλλ’ ἑκάστη χωριστὰ καὶ ἰδίᾳ. Ἦτο λοιπόν,
318νομίζω, περιττὸν νὰ λεχθῇ, ἢ νὰ γραφῇ, ὅτι πρωτοφανὴς
319ἦτο ἡ γνώμη μου, ζητοῦντος δῆθεν νὰ ψηφισθῶσι πᾶσαι αἱ
320ἐκλογαὶ ὁμοῦ, διότι τοιοῦτόν τι οὐδὲ ἐγὼ, οὐδὲ ἄλλος τις
321ἐδύνατό ποτε νὰ προτείνῃ. Ἠθέλησα μόνον νὰ καταστήσω
322προσεκτικὴν τὴν Βουλήν, καὶ νὰ εἴπω πρὸς τοὺς κυρίους
323συναδέλφους, ὅτι τὰ πιστοποιητικὰ, ἅτινα προσάγονται
324κατὰ τοῦ Βουλευτοῦ Αἰγιαλείας, οὐδαμῶς σχεδὸν διαφέρουσι
325τῶν πιστοποιητικῶν, ἅτινα προσάγονται πρὸς ἀπόδειξιν τῆς
326ἀνηλικότητος ἄλλων Βουλευτῶν. Τοῦτο ἁπλῶς ἠθέλησα νὰ
327εἴπω.
328Εἶχον λοιπὸν σχηματίσει τὴν ἰδέαν καὶ τὴν ἀκράδαντον
329πεποίθησιν, ὅτι ὁ Βουλευτὴς Αἰγιαλείας δὲν κέκτηται τὴν
330ὑπὸ τοῦ Συντάγματος ὁριζομένην ἡλικίαν τῶν 30 ἐτῶν.
331Βεβαίως, Κύριοι, καὶ παρ’ ἡμῖν ἔν τε τῇ Ποινικῇ Δικονο-
332μίᾳ καὶ ἐν τῇ Δικονομίᾳ τῇ Βουλευτικῇ ὀρθῶς καὶ δικαίως
333δὲν ὑπάρχουσιν οἱ λεγόμενοι κανόνες τῶν νομικῶν ἀποδεί-
334ξεων, κανόνες ἀνελεύθεροι καὶ ὀπισθοδρομικοί. Ἔν τε τῇ
335Ποινικῇ Δικαιοσύνῃ καὶ ἐν τῇ Δικαιοσύνῃ τῆς Βουλῆς κα-
336νόνες νομικῶν ἀποδείξεων βεβαίως δὲν ἦτο δυνατὸν ν’ ἀνα-
337γραφῶσιν, —ἤθελον ἀντιβαίνει πρὸς τὴν πρόοδον τῆς ἐπιστή-
338μης, ἤθελον ἀντιβαίνει πρὸς τὴν πρόοδον τοῦ πολιτισμοῦ,—
339ἀλλ’ ἕκαστος κατ’ ἰδίαν κρίσιν σχηματίζει πεποίθησιν τοιαύ-
340την ἢ τοιαύτην.
341Ὁμολογῶ, Κύριοι, ὅτι, ὅτε ἀνεγίνωσκον τὰ ἔγγραφα τὰ
342προσαχθέντα περὶ τῆς ἐκλογῆς Αἰγιαλείας, τὰ προσαγόμενα
343κατὰ τῆς βουλευτικῆς ἀνηλικότητος τοῦ ἐξ Αἰγιαλείας Βου-
344λευτοῦ, ἐσχημάτισα τὴν ἀκράδαντον πεποίθησιν, ὅτι ὁ κ.
345Βουλευτὴς δὲν κέκτηται τὴν ἡλικίαν τῶν 30 ἐτῶν. Ἀλλὰ
346τοιαύτην γνώμην ἐσχημάτισα σχεδὸν καὶ περὶ πασῶν τῶν
347ἐκλογῶν, τῶν εἰς ὁμοίας κατηγορίας ὑποκειμένων. Ὅτε δὲ
348ἤκουσα τὰ πρὸς ὑποστήριξιν τῆς μὴ ἀνηλικότητος τῆς βου-
349λευτικῆς τοῦ κ. Βουλευτοῦ προσαχθέντα ἔγγραφα, τὰ χθὲς
350παρὰ τοῦ ἐκ Μεγαρίδος κυρίου συναδέλφου ἀναγνωσθέντα,
351ἐνισχύθη καὶ ἐν ἐμοὶ ἡ πεποίθησις, ὅτι δέον ν’ ἀκυρωθῇ ἡ
352ἐκλογὴ αὕτη, διότι ἐσχημάτισα τὴν ἰδέαν, ὅτι τὰ ἔγγραφα
353ταῦτα ἦσαν ψευδῆ, καὶ οὐχὶ ἄξια μελέτης ὑπὸ τῆς Βουλῆς.
354Δὲν μετέβαλον γνώμην. Ποτὲ δὲν ἐσχημάτισα τὴν ἰδέαν,
355ὅτι ὁ Βουλευτὴς Αἰγιαλείας ἔχει τὴν ἡλικίαν τῶν 30 ἐτῶν.
356Ἐγὼ ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι τὴν ἡλικίαν τῶν 30 ἐτῶν δὲν
357θέλει ἔχει ἴσως οὐδὲ κατὰ τὴν μέλλουσαν νὰ συνέλθῃ Βου-
358λὴν μετὰ τέσσαρα ἔτη. Ἀλλὰ λέγω, ὅτι, ὅτε ἤκουσα τὰ
359ὑποβληθέντα ἔγγραφα, ἐπείσθην ἔτι περισσότερον περὶ τῆς
360γνώμης μου, ὅτι ὁ κ. Βουλευτὴς εἶναι βουλευτικῶς ἀνήλικος.
361Ἀλλὰ, Κύριοι, μετὰ τὰ χθὲς λαβόντα χώραν, ἐγείρεται
362ζήτημα ἐπίμαχον, ὁποία τις ἆρα εἶναι ἡ γνώμη τῆς Βου-
363λῆς; Εἶναι ἐκείνη, ἣν ἐξήγγειλεν ὡς ἰδίαν γνώμην ὁ κ. Πρόε-
364δρος τῆς Βουλῆς, ἢ εἶναι ἀκριβῶς ἡ ἀντίθετος; Περὶ τού-
365των, κύριοι συνάδελφοι, ἐπιτρέψατέ μοι νὰ ἐκφράσω γνώμην.
366Ἐν ἄλλοις Κοινοβουλίοις, ὡς ἐν παραδείγματι ἐν τῷ Ἀγ-
367γλικῷ, τὸ ζήτημα τῆς ἰσοψηφίας δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀνα-
368φυῇ καθ’ οἷον ἐνταῦθα τρόπον, διότι ἐκεῖ ὁ Πρόεδρος τῆς
369Βουλῆς, ὁ μὴ ψηφίζων, ἔχει γνώμην ἐν ἰσοψηφίᾳ, καὶ ἡ
370γνώμη αὐτοῦ εἶναι ἡ νικῶσα.
371Δὲν γνωρίζω, ἐὰν ἐν τῷ ἡμετέρῳ Κοινοβουλίῳ ἤθελεν εἶ-
372σθαι ἀσφαλὴς γνώμη κατὰ τὰς ἑκάστοτε περιστάσεις ἡ
373τοιαύτη γνώμη τῶν Προέδρων τῆς Βουλῆς, χωρὶς βεβαίως,
374δι’ ὧν λέγω, νὰ θέλω νὰ κλονίσω οὐδὲ τὸ κῦρος αὐτῶν, οὐδὲ
375τὴν εἰλικρινῆ γνώμην. Ὅπως δὲν γνωρίζω, ἐὰν ὁ Ἕλλην
376δικαστὴς δύναται νὰ παραβληθῇ πρὸς τὸν Ἄγγλον δικα-
377στήν. Καὶ διὰ τοῦτο πολὺ ἀμφιβάλλω, ἂν ἤθελεν εἶσθαι
378ὀρθὸν καὶ δίκαιον νὰ ἀνετίθετο ἡ ἐκδίκασις σοβαρῶν ὑπο-
379θέσεων εἰς ἕνα καὶ μόνον δικαστὴν, ὡς συμβαίνει κατὰ πολὺ
380ἐν Ἀγγλίᾳ.
381Ἀλλ’ ὅπως δήποτε ἐκεῖ τὸ ζήτημα τοῦτο τῆς ἰσοψηφίας
382δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀναφανῇ.
383Ἔρχομαι εἰδικῶς εἰς τὸ ἀπασχολοῦν ἡμᾶς ζήτημα. Κατὰ
384ποῖον ἆρά τινα τρόπον διεξάγει ἡ Βουλὴ τὰ ἔργα τοῦ ἐλέγ-
385χου τῶν ἐκλογῶν; Εἶναι γνωστὸν καὶ πρόδηλον, καὶ ἔχομεν
386τὴν ἀπόφασιν τὴν λαϊκὴν, ἔχομεν τὸ τεκμήριον, ὅτι οἱ παρι-
387στάμενοι ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ εἶναι ἅπαντες Βουλευταὶ,
388νομίμως ἐκλελεγμένοι. Αἱ ἐκλογαὶ παραπέμπονται εἰς τὰ
389τμήματα, ἐκεῖ συζητοῦνται, ἐκεῖ καταρτίζεται ἡ προκαταρ-
390κτικὴ γνώμη τῆς Βουλῆς. Εἶναι, οὕτως εἰπεῖν, ἓν βού-
391λευμα δικαστικὸν, ὅπερ πρόκειται νὰ ὑποβληθῇ εἰς τὴν
392κρίσιν ὁλοκλήρου τοῦ Δικαστηρίου.
393Αὐτὴ, Κύριοι, εἶναι ἡ βάσις, ἐφ’ ἧς μέλλομεν νὰ συζητή-
394σωμεν, ἐξελέγχοντες τὰς ἐκλογάς: εἶναι ἡ γνώμη τοῦ τμή-
395ματος τῆς Βουλῆς, ἥτις γνώμη ἐκφράζεται δι’ ὡρισμένων λέ-
396ξεων, διὰ τῆς προτάσεως τοῦ τμήματος τῆς Βουλῆς.
397Ἐὰν ἀνατρέξητε εἰς τὰ τεύχη, τὰ περιέχοντα τὰς ἐκθέσεις
398τῶν Βουλευτικῶν ἐκλογῶν, ἅπαντα, ἐὰν ἀνατρέξητε εἰς τὸ
399τεῦχος τὸ περὶ τῶν ἐκλογῶν τῆς σήμερον, θέλετε ἴδει, ὅτι
400τὰ τμήματα, κατὰ τὸ πλεῖστον, ἐκφράζουσι τὴν γνώμην
401αὐτῶν διὰ προτάσεων (ἀναγινώσκει): Ἐκλογὴ Ἀγυιᾶς:
402«... προτείνει τὴν ἐπικύρωσιν αὐτῆς καὶ τὴν ἀναγνώρι-
403» σιν ὡς νομίμων Βουλευτῶν κτλ.» — Ἐκλογὴ Ἁλμυροῦ:
404«Τὸ τμῆμα προτείνει τὴν ἐπικύρωσιν τῆς ἐκλογῆς Ἁλ-
405» μυροῦ». — Ἐκλογὴ Ἄνδρου· «Τὸ τμῆμα προτείνει νὰ
406» ἐπικυρωθῇ ἡ ἐκλογὴ τῆς Ἄνδρου». — Ἐκλογὴ Ἄργους:
407«... λαμβάνει τὴν τιμὴν νὰ προτείνει πρὸς τὴν Βου-
408» λὴν τὴν ἐπικύρωσιν αὐτῆς». — Ἐκλογὴ Ἀττικῆς: «προ-
409» τείνει εἰς τὴν Βουλὴν τὴν ἐπικύρωσιν αὐτῆς». — Ἐκλο-
410γὴ Βάλτου: «προτείνει κατὰ πλειονοψηφίαν τὴν ἐπικύ-
411» ρωσιν τῆς ἐκλογῆς». — Ἐκλογὴ Βόλου: «προτείνει τὴν
412» ἐπικύρωσιν αὐτῆς»... Καὶ οὕτω καθεξῆς.
413§28Ι. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐκλογὴ Αἰγιαλείας;
414§29Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Παρακαλῶ.
415Αὐτὴ, Κύριοι, εἶναι ἡ βάσις, ἐφ’ ἧς ἡμεῖς ἔχομεν νὰ συ-
416ζητήσωμεν.
417Ἤχθη ἐντὸς τῆς αἰθούσης ἡ ἐκλογὴ τῆς Αἰγιαλείας. Μα-
418κρὰ καὶ πεφωτισμένη ὁμολογουμένως, καίπερ πείσμων, συζή-
419τησις ἐπηκολούθησεν· αἱ γνῶμαι ἐδιχάσθησαν· ἀποτέλεσμα
420τῆς συζητήσεως ὑπῆρξε μία πρότασις, διατυπωθεῖσα ὑπὸ τοῦ
421εὐγενοῦς ἐξ Ἀττικῆς συμπολίτου μου, τοῦ βουλευτοῦ κ.
422Ράλλη. Ποία εἶναι ἡ πρότασις αὕτη; (ἀναγινώσκει): «Οἱ
423» παραδεχόμενοι, ὅτι ὁ ἐκλεχθεὶς βουλευτὴς Αἰγιαλείας κ.
424» Πολυχρονιάδης ἔχει τὸ ὑπὸ τοῦ ἄρθρου 70 τοῦ Συντάγ-
425» ματος προσὸν τῆς ἡλικίας λέγουσι Ναὶ, οἱ μὴ παραδεχό-
426» μενοι λέγουσιν Ὂχι.»
427Περιέχει ἀκριβῶς ἡ ἔκφρασις τῶν λέξεων τούτων τὴν ἔν-
428νοιαν τῆς προτάσεως; Μήπως περιέχει τὴν ἔννοιαν τῆς ἐρω-
429τήσεως; Μήπως περιέχει δύο προτάσεις; Περὶ τούτου πρό-
430κειται, καὶ εἰς τοῦτο παρακαλῶ καὶ ἐπικαλοῦμαι τὴν ὑμε-
431τέραν προσοχὴν, διότι ὁμολογουμένως τὸ ζήτημα εἶναι ἄξιον
432ἐξετάσεως.
433Ὑποθέσωμεν, ὅτι ὁ εὐγενὴς ἐξ Ἀττικῆς συμπολίτης μου
434προέβαλλε τὴν ἑξῆς πρότασιν: «Ἡ Βουλὴ μετὰ τὰ λε-
435» χθέντα ἀποφαίνεται, ὅτι ὁ κ. Πολυχρονιάδης κέκτηται
436» τὴν νόμιμον ἡλικίαν». Τοιαύτην ὅμως πρότασιν δὲν ἐδύ-
437νατο νὰ ὑποβάλῃ, διότι εἶχεν ἀντίθετον πρὸς αὐτὴν γνώμην.
438Ὑποθέσωμεν, ὅτι τις τῶν κυρίων συναδέλφων, τῶν παρα-
439καθημένων ἐν τῇ πτέρυγι ὑμῶν, Κύριοι, προέβαλλε τὴν πρό-
440τασιν ταύτην: «Ἡ Βουλὴ μετὰ τὰ λεχθέντα ἀποφαίνεται,
441» ὅτι ὁ κ. Πολυχρονιάδης κέκτηται τὴν νόμιμον ἡλικίαν»·
442ἐπηκολούθει ψηφοφορία, καὶ μετὰ τὴν ψηφοφορίαν ἰσοψηφία.
443Ποῖον θὰ ἦτο τὸ ἀποτέλεσμα; ὅτι ἡ πρότασις ἀπερρίφθη·
444ἄρα ὁ κ. Πολυχρονιάδης δὲν κέκτηται τὸ ὑπὸ τοῦ Συντάγ-
445ματος ἀπαιτούμενον προσὸν, τὴν νόμιμον ἡλικίαν. Ὑποθέ-
446σωμεν, ὅτι ὑπεβάλλετο κατ’ ἀντίθετον τρόπον ἡ πρότασις:
447«Ἡ Βουλὴ μετὰ τὰ λεχθέντα ἀποφαίνεται, ὅτι ὁ κ. Πολυ-
448» χρονιάδης δὲν κέκτηται τὴν νόμιμον ἡλικίαν». Ψηφοφο-
449ρία. Ἰσοψηφία. Ἀπορρίπτεται. Ἄρα κέκτηται τὴν νόμιμον
450ἡλικίαν.
451Ἐὰν τοιουτοτρόπως ἐτίθετο ἑκατέρα τῶν προτάσεων, καὶ
452ἡ Βουλὴ ἤρχετο εἰς ἰσοψηφίαν, ἐὰν μὲν ἡ πρότασις ἦτο θε-
453τικὴ, ὁ κ. Πολυχρονιάδης ἤθελεν ἐκβληθῆ τῆς Βουλῆς, ἐὰν
454δὲ ἦτο ἀρνητικὴ, ὁ κ. Πολυχρονιάδης ἤθελεν ἐξακολουθήσει
455νὰ συνεδρεύῃ μεθ’ ἡμῶν ἐν τῇ Βουλῇ.
456Ἀλλ’ ὡς Κύριοι, ὑπεβλήθη ἡ πρότασις, περιέχει καὶ τὰς
457δύο ἐννοίας, περιέχει καὶ τὸ ἔγκυρον καὶ τὸ ἄκυρον τῆς ἐκλο-
458γῆς. Βεβαίως δὲν εἶναι μονομερὴς, εἶναι διφυής. Ἐὰν ἐγὼ
459ἐφανταζόμην, ὅτι ἡ Βουλὴ, κατὰ παράδοξον ἀληθῶς σύμπτω-
460σιν, ἤθελεν εὑρεθῆ ἐν ἰσοψηφίᾳ, ἐπειδὴ ἐφρόνουν καὶ φρονῶ,
461ὅτι ὁ κ. Πολυχρονιάδης ἐπ’ οὐδενὶ λόγῳ ἔπρεπε νὰ εἰσέλθῃ εἰς
462τὴν Βουλὴν ὡς βουλευτικῶς ἐνήλικος, ἤθελον ἐγερθῆ, καὶ
463ἤθελον προλάβει τὸν ἀπειληθέντα κίνδυνον τοῦ νὰ συνεδρεύῃ
464μεθ’ ἡμῶν Βουλευτὴς, ὅστις ἀναμφισβητήτως δὲν κέκτηται
465τὴν νόμιμον ἡλικίαν· ἀλλ’ οὐδεὶς βεβαίως δύναται νὰ μαν-
466τεύῃ τὰ μέλλοντα νὰ συμβαίνωσι, πρὸ πάντων δὲ τὰ μέλ-
467λοντα νὰ συμβαίνωσιν ἐν τῇ Βουλῇ.
468Ἀλλ’ ὁπωσδήποτε, Κύριοι, δὲν ἔχομεν πρότασιν μονο-
469μερῆ, ἣν ἐψήφισεν ἡ Βουλή· ἔχομεν πρότασιν διφυᾶ, ἔχομεν
470δύο προτάσεις. Ποῖαι εἶναι αὗται; «Οἱ παραδεχόμενοι,
471»ὅτι ὁ ἕτερος τῶν Βουλευτῶν Αἰγιαλείας, ὁ κ. Πολυχρονιά-
472»δης, ἔχει τὸ ὑπὸ τοῦ ἄρθρου 70 τοῦ Συντάγματος ὁριζό-
473»μενον προσὸν τῆς ἡλικίας λέγουσι Ναὶ, οἱ μὴ παραδεχόμε-
474»νοι, ὅτι ὁ κ. Πολυχρονιάδης κέκτηται τὸ ὑπὸ τοῦ ἄρθρου
475»70 τοῦ Συντάγματος ὁριζόμενον προσὸν τῆς ἡλικίας, λέ-
476»γουσιν Ὄχι». Τί ἐψηφίσατε; Οἱ μὲν 107 ἐψήφισαν τὸ ἓν
477μέρος τῆς προτάσεως, οἱ δὲ 107 τὸ ἕτερον μέρος αὐτῆς,
478ἄρα δὲν ἔχομεν οὐδὲ θετικῶς, οὐδὲ ἀρνητικῶς ἐκπεφρασμέ-
479νην γνώμην.
480Ἐὰν ἐτίθετο ἡ πρότασις, ἐπαναλέγω, ἵνα ἦμαι ἴσως σα-
481φέστερος, —ἂν δὲν κατώρθωσα νὰ ἐκφράσω τὰ διανοήματά
482μου,—ἐὰν ἡ Βουλὴ ἔλεγε: «μετὰ τὰ λεχθέντα ἡ Βουλὴ
483παραδέχεται, ὅτι ὁ κύριος Πολυχρονιάδης ἔχει τὴν νόμιμον
484ἡλικίαν», καὶ ἐπήρχετο ἰσοψηφία, ὁ κ. Πολυχρονιάδης δὲν
485ἤθελεν ἔχει τὴν ἡλικίαν αὐτήν. Ἐὰν ἐτίθετο ἡ ἀντίθετος
486πρότασις, καὶ ἐπήρχετο ἰσοψηφία, ὁ κ. Πολυχρονιάδης θὰ
487εἶχε τὴν νόμιμον ἡλικίαν.
488Οὕτω, Κύριοι, τιθεμένου τοῦ ζητήματος παρ’ ἐμοῦ, ὅστις
489ἐκφράζω μόνον τὴν ἀτομικήν μου γνώμην, ἀμφιβάλλω, ἂν
490εἶναι εὔκολον νὰ ἀποδείξῃ τις τὸ ἐναντίον.
491Μετὰ πολλῆς περιεργείας καὶ εὐχαριστήσεως ἅμα ἤθελον
492ἀκούσει ἀνατρεπόμενα τὰ ἐπιχειρήματά μου, ἵνα δυνηθῶ νὰ
493ψηφίσω συμφώνως πρὸς τὴν πρώτην γνώμην μου, καθ’ ἣν ὁ
494κ. Πολυχρονιάδης ἐπ’ οὐδενὶ λόγῳ δύναται νὰ συνεδρεύῃ
495μεθ’ ἡμῶν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ. Ἀλλὰ, Κύριοι, θέλομεν ἆρά
496γε συγκαλύψει τὴν γενικὴν ἀρχὴν τοῦ Δικαίου, τὴν γενικὴν
497ἀρχὴν τῆς ἀνθρωπότητος αὐτῆς, καθ’ ἣν αἱ ἀμφιβολίαι εἶ-
498ναι ὑπὲρ τοῦ κατηγορουμένου;...
499§30Ν. ΓΟΥΛΙΜΗΣ. Εἴμεθα δικασταὶ, καὶ μᾶς λείπει ἡ ψῆ-
500φος τῆς Ἀθηνᾶς!
501§31Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Βεβαίως κατὰ τὴν περίστασιν ταύτην
502οὐδὲν ἄλλο εἴμεθα ἢ δικασταί. Ἐὰν ἤμεθα Κοινοβούλιον κατὰ
503τὴν στιγμὴν ταύτην τῶν ἐργασιῶν ἡμῶν, ἐγὼ ἤθελον παρα-
504καλέσει τὸν ἡγέτην τῆς Συμπολιτεύσεως νὰ ἐξερεθίσῃ τοὺς
505ἀκολουθοῦντας αὐτὸν ἀγαπητοὺς συναδέλφους, καὶ σύσσωμος
506ἡ φάλαγξ αὕτη νὰ κινηθῇ... κατὰ τίνος ἐκλογῆς, νομίζετε;
507Κατὰ τῆς ἐκλογῆς Καλαβρύτων. Οὐχὶ διότι παραδέχομαι,
508μέχρις οὗ ἀποδειχθῇ τοῦτο, ὅτι ἐγένοντο παραβάσεις τοῦ ἐκ-
509λογικοῦ νόμου ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ ἐκείνῃ, οὐχὶ διὰ μικρὰς καὶ εὐ-
510τελεῖς — ἐπιτρέψατέ μοι τὴν λέξιν — αἰτίας, ἀλλ’ ἵνα ἅπαξ
511διὰ παντὸς πεισθῶσι πάντες, ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἐννοεῖ
512καὶ θέλει νὰ κυβερνᾶται κοινοβουλευτικῶς, ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς
513λαὸς ἐννοεῖ νὰ τιμωρήσῃ ἐκείνους, οἵτινες ἔκλεισαν τὰς θύρας
514τῆς Βουλῆς ἐπὶ ἓν ὁλόκληρον ἔτος, οἵτινες δὲν ἐπέτρεψαν εἰς
515τὴν θέλησιν τὴν ἐθνικὴν νὰ φροντίσῃ περὶ τῆς οἰκονομικῆς
516διαρρυθμίσεως τῆς χώρας, ἐκείνους οἵτινες κατέστησαν τὴν
517χώραν ταύτην ἔρημον καὶ στρατοῦ καὶ στόλου δι’ ἀντισυν-
518ταγματικότητος τοσοῦτον μεγάλης!
519§32ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Εὖγε! εὖγε!
520§33Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἀλλὰ κατὰ τὴν περίστασιν ταύτην κατὰ
521τὰς ἐξελέγξεις τῶν ἐκλογῶν ἡ Βουλὴ δικάζει ὡς Σῶμα δι-
522καστικὸν, καὶ ὡς τοιοῦτον, νομίζω, ἐπ’ οὐδενὶ λόγῳ δύναται
523τὴν ἀμφιβολίαν νὰ μετατρέψῃ κατὰ τοῦ κατηγορουμένου.
524Ὀφείλομεν νὰ ὦμεν εἰλικρινεῖς, καὶ νὰ ἔχωμεν τὸ θάρρος
525τῶν ἰδεῶν ἡμῶν. Ἡ δ’ ἔλλειψις θάρρους κατὰ πολὺ συνετέ-
526λεσεν εἰς τὴν παροῦσαν τῶν πραγμάτων κατάστασιν. Ποῖον
527εἶναι τὸ ζήτημα τὸ οὐσιῶδες; οὐχὶ τὸ τυπικὸν, τὸ διὰ δι-
528κανικῆς εὐστροφίας παριστάμενον; Εἶναι ἡ γνώμη τῆς πλει-
529ονοψηφίας τοῦ τμήματος τῆς ἐπιτροπῆς. Ἀληθῶς δὲν μετα-
530χειρίζεται ἡ ἔκθεσις τοῦ τμήματος περὶ τῆς ἐκλογῆς Αἰ-
531γιαλείας τὴν λέξιν προτείνει, ἀλλ’ αὕτη ἐμπεριέχεται ἐν
532τῇ οὐσίᾳ τῆς ἀποφάσεως τοῦ τμήματος. Ποία ἡ ἀπόφασις
533τοῦ τμήματος τούτου κατὰ πλειονοψηφίαν; νὰ ἀκυρωθῇ
534ἡ ἐκλογή. Αὐτὴ εἶναι ἡ πρότασις: πᾶσα ἄλλη διασκευὴ
535εἶναι τρόπος τοῦ λέγειν, τοῦ διατυπώνειν τὰς ἰδέας. Εἶναι
536τρόπος τῆς ἐκφράσεως τῆς γνώμης τῆς πλειονοψηφίας τῆς
537ἐπιτροπῆς. Καὶ ἐπὶ τῆς προτάσεως ταύτης ὑπῆρξεν ἰσο-
538ψηφία.
539Λέγω δὲ ταῦτα ἐγὼ, ὁ μὴ φοβούμενος νὰ παρεξηγηθῶ παρά
540τινος, ὁ καταψηφίσας τῆς ἐκλογῆς, καὶ λυποῦμαι διότι θέ-
541λει εἰσέλθει εἰς τὴν αἴθουσαν ταύτην ὁ κ. Πολυχρονιάδης,
542πλάττων ἴσως δικαίωμα καὶ διὰ τὴν μέλλουσαν Βουλὴν,
543καθ’ ἣν, καὶ τότε, δὲν θέλει ἔχει τὴν τριακονταετῆ ἡλικίαν.
544Ἐὰν δὲ, Κύριοι, κατὰ τοὺς ἑρμηνευτικοὺς κανόνας ἀνα-
545τρέξωμεν εἰς τὴν ἐποχὴν, καθ’ ἣν συνεζητοῦντο τὰ κείμενα,
546ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὁποίων ἐξελέγχονται αἱ ἐκλογαὶ, θέλομεν
547ἴδει, ὅτι τὰ κείμενα ταῦτα συνηγοροῦσιν ὑπὲρ τῆς τοιαύτης
548ἐκδοχῆς. Μετὰ τὴν Συντακτικὴν Συνέλευσιν τοῦ 1863 ἔτους
549καὶ κατὰ τὴν πρώτην Σύνοδον τῆς Βουλῆς τῆς πρώτης
550Περιόδου, καθ’ ἣν ἐψηφίσθη ὁ Προσωρινὸς Κανονισμὸς τῆς
551Βουλῆς, —ὅστις, ὡς πρὸς τὸ ἄρθρον τοῦτο, τὸ 15ον, οὐδέποτε
552μετεβλήθη, —κατὰ τὴν συζήτησιν λοιπὸν τοῦ Κανονισμοῦ
553ἐκείνου, ἐν ἔτει 1865, ἀνεφύη τὸ ζήτημα τοῦτο. Καὶ δὲν
554ὑπῆρξε μὲν ἀπόφασις τῆς Βουλῆς ὡρισμένη, ἐκ τῆς ἀναγνώ-
555σεως ὅμως τῶν Πρακτικῶν καὶ τῶν λόγων τῶν ῥητόρων τῶν
556λαβόντων μέρος κατὰ τὴν συζήτησιν οὐδεμία δύναται νὰ
557παραμείνῃ ἀμφιβολία, ὅτι ἡ Βουλὴ, ἐκδικάζουσα τὰς ἐκλο-
558γὰς, οὐδὲν ἄλλο δύναται νὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψιν, οὔτε πρέπει νὰ
559ἔχῃ, ἢ τὴν ἔκθεσιν τοῦ τμήματος, περὶ ἧς καὶ μόνης συζη-
560τεῖ. Ἰδοὺ τί εἶπεν ὁ ἀείμνηστος Χαρίλαος Τρικούπης (σελ.
56131 τοῦ σχετικοῦ τόμου) τῇ 1 Ἰουλίου 1865 ἔτους:
562«Τὸ ἄρθρον τοῦ Συντάγματος, ὅλοι εἴμεθα σύμφωνοι νὰ τὸ
563παραδεχθῶμεν, ἀλλ’ ὅπως παρέστησεν ὁ βουλευτὴς Καλαβρύτων
564κ. Πετιμεζᾶς, εἶναι ἄδικον, ὁ εἷς νὰ κερδίζῃ τὴν ἐκλογὴν του
565καταφατικῶς, καὶ ὁ ἄλλος νὰ τὴν χάνῃ, διότι ἐτέθη ἀποφατι-
566κῶς. Πρέπει νὰ τὸ λύσωμεν ἀπὸ τοῦδε τὸ ζήτημα ἀπροσωπο-
567λήπτως. Τὸ ζήτημα λοιπὸν εἶναι, πῶς θὰ τίθεται τὸ θέμα τῆς
568ἀκυρώσεως ἢ ἐπικυρώσεως. Ἡ κοινὴ γνώμη εἶναι νὰ τίθεται
569ἄκυρον· ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἀπορρίπτεται ἡ πρότασις, καὶ ἡ
570ἐκλογὴ εἶναι ἔννομος». (Ἐφημερὶς τῶν Συζητήσεων τῆς Βου-
571λῆς.—Βασιλεία Γεωργίου τοῦ Αʹ κλπ. Τόμος Αʹ, 1865).
572Αὕτη εἶναι ἡ γνώμη τοῦ κοινοβουλευτικοῦ ἐκείνου ἀνδρὸς,
573ὅστις, ὅσον καὶ ἡμεῖς, ἂν οὐχὶ καὶ πλειότερον, ἠδύνατο ὀρ-
574θῶς νὰ κρίνῃ, ὅταν παρουσιάζοντο τοιαῦτα ζητήματα.
575Ἄλλος Βουλευτὴς, λαμβάνων μέρος εἰς τὴν συζήτησιν ταύ-
576την, ἔλεγεν (ἀναγινώσκει):
577«Ἡ ἐπεξεργασία, ἥτις συνήθως γίνεται εἰς τὰ τμήματα,
578»ἐπιφέρει συνήθως καὶ τὸν ἀποτελεσματικὸν σκοπόν της· ἢ θὰ
579»ἐπικυρώσουν τὴν ἐκλογὴν, ἐὰν εὕρουν, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἔνστασις
580»σπουδαία, ἢ θὰ τὴν ἀκυρώσουν, ἐὰν ὑπάρχουν ἐνστάσεις σπου-
581»δαῖαι, καὶ ἑπομένως προέρχεται εἰς τὴν ἀπόφασιν διὰ μιᾶς ἐκ-
582»θέσεως, τὴν ὁποίαν ὑποβάλλει εἰς τὴν Βουλήν. Ἡ ἔκθεσις αὕτη
583»θεωρεῖται πλέον τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ἐπεξεργασίας τοῦ τμήμα-
584»τος, ἤτοι πρώτη ἀπόφασις προδικαστικὴ τῆς Βουλῆς. Αὐτὴ
585»θεωρεῖται καὶ ἡ βάσις, ἐπὶ τῆς ὁποίας ἡ Βου-
586»λὴ θὰ προέλθῃ εἰς ἀπόφασιν. Ἐὰν λοιπὸν ὑπάρχῃ
587»ἐναντία γνώμη τῆς ἐκθέσεως, ἐννοεῖται, ὅτι, ἐὰν ἔλθῃ ἰσοψη-
588»φία, ἡ γνώμη αὕτη ἀπορρίπτεται, ἀδιάφορον ἐὰν ἦναι περὶ τοῦ
589»ἀκύρου ἢ ἐγκύρου, καὶ βάσις εἶναι ἡ ἔκθεσις (θό-
590»ρυβος). Αὐτὴ εἶναι ἡ τάξις, ἥτις διατηρεῖται εἰς τὰς Βου-
591»λάς.» (Αὐτόθι, σελ. 30, στήλη βʹ).
592§34ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ποῖος ἦτο ὁ Βουλευτὴς ἐκεῖνος;
593§35Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἦτο ὁ βουλευτὴς Δαρειώτης.
594Ἄλλος Βουλευτὴς ἔλεγε: «Δὲν τίθενται ὑπὸ ψηφοφορίαν
595ἐνστάσεις, ἀλλ’ ἡ ἔκθεσις τοῦ τμήματος». (Αὐτόθι,
596στήλη αʹ).
597Ἄλλος Βουλευτής: «Ποία εἶναι ἡ ἀρχικὴ πρότασις
598κατὰ μιᾶς ἐκλογῆς; Ἡ ἔνστασις τοῦ ἀκύρου, τουτέστιν
599εἶναι ἄκυρος ἡ ἐκλογή;» (Αὐτόθι, στήλη αʹ). Ἄλλος Βου-
600λευτής: «... ἰσοψηφίας οὔσης, ἡ πρότασις ἀπορρίπτεται,
601»δηλ. ἡ πρότασις περὶ ἀκυρώσεως τῆς ἐκλογῆς, καὶ μένει
602»οὕτως ἡ ἐκλογὴ ἔγκυρος.» (Αὐτόθι, σελὶς 29, στήλη βʹ).
603Ὥστε, ἂν ἀνατρέξωμεν εἰς τὴν πηγὴν τοῦ διέποντος τὰ
604ζητήματα ταῦτα Κανονισμοῦ, θέλομεν εὕρει, ὅτι ἡ γνώμη
605τῶν συζητούντων τὸ ἄρθρον 15 τοῦ Κανονισμοῦ εἶναι, ὅτι
606ἡ βάσις τῆς συζητήσεως, προκειμένου περὶ τοῦ ἐγκύρου ἢ
607τοῦ ἀκύρου ἐκλογῆς, εἶναι ἡ ἔκθεσις τῆς ἐπιτροπῆς. Πᾶσα
608ἄλλη πρότασις εἶναι δευτερεύουσα. Ἡ πρώτη, ἡ πρωτογε-
609νής, οὕτως εἰπεῖν, γνώμη εἶναι ἡ γνώμη τοῦ τμήματος τῆς
610Βουλῆς. Ποία ἡ γνώμη αὕτη; ὅτι πρέπει ἡ ἐκλογὴ Αἰγια-
611λείας ν’ ἀκυρωθῇ. Ποία ἡ γνώμη τῆς Βουλῆς; δὲν διεκρίθη,
612ἐπελθούσης ἰσοψηφίας. Ποῖον λοιπὸν εἶναι τὸ ἀποτέλεσμα;
613ὅτι ἡ πρότασις τῆς ἐπιτροπῆς ἀπερρίφθη.
614Ἤκουσα χθὲς ὀρθοτάτην θεωρίαν. Τὴν θέλησιν ὁλοκλήρου
615λαοῦ, δέον νὰ ἔρχηται ἡ Βουλή, καὶ διὰ μιᾶς ἀποφάσεως
616νὰ ἀναιρῇ καὶ νὰ ἀκυροῖ; Ἀλλ’ ὅταν βεβαίως ἡ γνώμη τοῦ
617λαοῦ δὲν ἦναι σύμφωνος πρὸς τὸν νόμον τῶν νόμων, πρὸς τὸ
618Σύνταγμα, οὐχὶ δικαίωμα μόνον, ἀλλὰ καὶ καθῆκον τῆς
619Βουλῆς εἶναι ν’ ἀντιμετωπίσῃ τὴν λαϊκὴν ταύτην γνώμην.
620Ἤκουσα καὶ ἄλλην θεωρίαν· ὅτι, προκειμένου περὶ ἀμφι-
621βολίας ὡς πρὸς τὴν ἔννοιαν τῆς ἐκφράσεως τοῦ λαοῦ, ὁ δικά-
622ζων δικαστής, ἡ Βουλή, πρέπει νὰ κηρύσσηται ὑπὲρ τοῦ ἐκ-
623λεχθέντος Βουλευτοῦ. Καὶ ἡ ἰδέα αὕτη εἶναι ὀρθὴ καὶ ἀσπα-
624στή. Ἀλλ’ ἆρά γε ἡμεῖς οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ λαοῦ δὲν ἐκ-
625φράζομεν τὴν γνώμην αὐτοῦ; Καὶ ὅταν ὁ λαὸς διὰ τῶν ἀντι-
626προσώπων αὐτοῦ δικάζῃ, βεβαίως δικάζει αὐτὸς ὁ λαός· καὶ
627ἂν ὑποτεθῇ, ὅτι ὑπάρχει ἀμφιβολία, ἡ ἀμφιβολία αὕτη δὲν
628πρέπει νὰ ἦναι ὑπὲρ τοῦ ἐκλεκτοῦ τοῦ λαοῦ; Ἰδοὺ οἱ λόγοι,
629οἵτινες ἠνάγκασάν με νὰ ἀνέλθω τὸ βῆμα, καὶ νὰ ἐκφράσω
630τὰς ἰδέας μου, καὶ νὰ ὑποστηρίξω, ὅτι, ἐν περιπτώσει ψηφο-
631φορίας, ἐγὼ τοὐλάχιστον ἀτομικῶς θέλω ψηφίσει ὑπὲρ τῆς
632γνώμης, ὅτι ὁ Βουλευτὴς Αἰγιαλείας δικαιοῦται καὶ δέον
633νὰ παρακάθηται μεταξὺ ἡμῶν.
634§36Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Μετὰ ὀξυνοίας, ἥτις διακρίνει αὐ-
635τόν, ὁ ἀξιότιμος ἐκ Λεβαδείας Βουλευτὴς ἔθεσε τὸ ζήτημα.
636Νομίζω ὅμως, ὅτι δὲν κατώρθωσε νὰ ἐπιτύχῃ τὴν ὀρθὴν λύ-
637σιν αὐτοῦ· διότι ὁμολογῶ, ὅτι τὸ ζήτημα ἔγκειται οὐχὶ εἰς
638τὴν διαμόρφωσιν τοῦ ἐξωτερικοῦ ἀλλ’ εἰς τὴν ἐσωτερικὴν ἔν-
639νοιαν τῆς καλουμένης προτάσεως τοῦ τμήματος ἐπὶ τοῦ προ-
640κειμένου. Ἀλλ’ ἐὰν θελήσωμεν μὲ τὴν ἔννοιαν τῆς δῆθεν προ-
641τάσεως τοῦ τμήματος νὰ συζητήσωμεν, βεβαίως τὰ λογο-
642παίγνια, ὡς γίνονται, δύνανται νὰ πολλαπλασιασθῶσιν.
643Ἀλλὰ πρότασις κυρίως δὲν ὑπεβλήθη εἰς τὴν Βουλήν. Πρό-
644τασις δὲν ὑπεβλήθη εἰς τὸ τμῆμα, οὔτε πρότασιν ὑπέβαλον
645οἱ κύριοι Βουλευταὶ ἐπὶ τοῦ προκειμένου. Τὸ Σύνταγμα λέ-
646γει, ὅτι οὐδεὶς εἶναι Βουλευτής, ἐὰν ἡ ἀπόφασις τῆς Βου-
647λῆς δὲν ἐξελέγξῃ τὰ πληρεξούσια αὐτοῦ, καὶ ἐὰν ἡ ἀπόφα-
648σις τῆς Βουλῆς δὲν ἀνομολογήσῃ τὰ προσόντα αὐτοῦ. (Ἀνα-
649γινώσκει): «Ἄρθρον 73. Ἡ Βουλὴ ἐξετάζει τὰ πληρεξούσια
650τῶν Βουλευτῶν καὶ ἀποφασίζει περὶ τῶν ἀναφυομένων ἀμφι-
651σβητήσεων». Τὸ δικαίωμα δὲ τοῦτο τῆς Βουλῆς εἶναι ἀνεξ-
652άρτητον ἀπὸ πάσης προτάσεως Βουλευτοῦ, Βουλῆς ἢ τμή-
653ματος. Δὲν προκαλεῖται διὰ προτάσεως ἡ τοιαύτη ἀπόφασις
654τῆς Βουλῆς, ἀλλ’ ἐπέρχεται κατόπιν γνωμοδοτήσεως, ὄχι
655προτάσεως, τοῦ τμήματος.
656Πρέπει ἄρα ἐκ τῶν κανονιζόντων τὰ τῆς ἐννοίας τῆς ἀπο-
657φάσεως νὰ ὁρμώμεθα. Ἀλλὰ τοὺς κανόνας, καθ’ οὓς γίγνε-
658ται ἡ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς, διαγράφει ὁ Κανονισμὸς τῆς
659Βουλῆς, λέγων: «Ἡ Βουλὴ δὲν δύναται νὰ συζητήσῃ καὶ
660ἀποφασίσῃ τι ἄνευ τῆς παρουσίας τοὐλάχιστον τοῦ ἡμίσεος
661καὶ ἑνὸς τῶν μελῶν αὐτῆς καὶ ἄνευ ἀπολύτου πλειονοψηφίας
662τῶν παρόντων μελῶν». Ἢ ὅτι πᾶσα ἀπόφασις τῆς Βουλῆς
663πρέπει νὰ ἔχῃ τὴν πλειονοψηφίαν, καὶ ὅτι ἐν ἰσοψηφίᾳ ἀπό-
664φασις δὲν λαμβάνεται.
665§37Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ποῦ τὸ λέγει αὐτό;
666§38Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Ὁ Κανονισμός. Ἄρθρον 15 (ἀνα-
667γινώσκει): «Ἄρθρον 15. Ἡ Βουλὴ δὲν δύναται νὰ συζη-
668τήσῃ καὶ ἀποφασίσῃ τι ἄνευ τῆς παρουσίας τοὐλάχιστον τοῦ
669ἡμίσεος καὶ ἑνὸς τῶν μελῶν αὐτῆς καὶ ἄνευ ἀπολύτου πλειο-
670νοψηφίας τῶν παρόντων μελῶν. Ἐν περιπτώσει ἰσοψηφίας ἡ
671πρότασις ἀπορρίπτεται.»
672Ἐπαναλέγω λοιπὸν, ὅτι μᾶλλον μὲ τὴν ἔννοιαν τῆς ἀπο-
673φάσεως δυνάμεθα νὰ κρίνωμεν, ἂν ἔχομεν ἔγκυρον ἀπόφασιν
674τῆς Βουλῆς, καὶ ὄχι μὲ τὴν ποικίλλουσαν ἔννοιαν τῆς προ-
675τάσεως, ἡ ὁποία παραλλάσσει ἀναλόγως τοῦ ἐξωτερικοῦ τύ-
676που, ὑπὸ τὸν ὁποῖον ὑποβάλλεται ὑπὸ τοῦ ἑνὸς ἢ τοῦ ἑτέρου
677Βουλευτοῦ. Προκειμένου, λέγω, περὶ προσόντων τῶν Βου-
678λευτῶν, δὲν γίνεται πρότασις, ἀλλὰ γίνεται ἐπὶ ἑνὸς ἑκά-
679στου ἐξ ἡμῶν ἀπόφασις, καὶ διὰ τοῦτο ἕκαστον τμῆμα ἀπο-
680φασίζει καὶ λέγει: «ὑπῆρξεν ἔγκυρος ἡ ἐκλογή; Ναί. Ἔχει
681τὰ προσόντα; Ναί». Ἐπαναλαμβάνεται δὲ καὶ ἐν τῇ Βουλῇ
682δι’ ἕκαστον Βουλευτήν: «ὑπῆρξεν ἔγκυρος ἡ ἐκλογή; ἔχει
683τὰ προσόντα; Ναί». Ἡ ἀπόφασις αὕτη εἶναι παμψηφεί,
684ὅταν ἦναι δι’ ἀναστάσεως.
685Καὶ ἤδη ἐρωτᾶται: ὅταν ἡ ἀπόφασις ἦναι ἐν ἰσοψηφίᾳ,
686δύναται νὰ ἦναι ἀπόφασις; Ὅτι δὲν δύναται νὰ ἦναι ἀπό-
687φασις, τὸ λέγει τὸ Σύνταγμα. Ἀλλὰ τὸ λέγει καὶ ὁ ἀνώ-
688τερος λόγος, ἐπὶ τοῦ ὁποίου στηρίζεται τὸ Σύνταγμα· διότι
689ἦτο ἀδύνατον νὰ ἀφήσῃ ἐν ἀμφιβολίᾳ τὴν ἐσωτερικὴν ἔννοιαν
690τῆς ἀποφάσεως τὸ Σύνταγμα, καὶ νὰ μὴ εἴπῃ, ὅτι πᾶσα
691ἀπόφασις τῆς Βουλῆς βεβαίως πρέπει νὰ ἔχῃ τι πλέον ἐκεί-
692νων, οἱ ὁποῖοι ἔχουσιν ἐναντίαν γνώμην· οὔτε πρόκειται ἐν-
693ταῦθα περὶ Δικαστηρίων καὶ Κακουργιοδικείων. Παραγνωρί-
694ζοντες τὰς διαφορὰς πολλοὶ συνάδελφοι, ζητοῦσι τὴν ἐφαρ-
695μογὴν τῶν κανόνων, καθ’ οὓς κρίνεται ἡ εὐθύνη τοῦ κατηγο-
696ρουμένου· διότι κατηγορούμενος δὲν εἶναι ἐνταῦθα ὁ Βουλευ-
697τὴς, οὐ κρίνεται τὸ κῦρος τῆς ἐκλογῆς.
698Λοιπὸν φρονῶ, — καὶ νομίζω ὅτι εἶναι ἀδίστακτος ἡ γνώ-
699μη αὕτη, — ὅτι τοῦτο θὰ κρίνωμεν: ἂν ὑπάρχει ἀπόφασις
700τῆς Βουλῆς ἔγκυρος διὰ τῆς ἐπελθούσης ἰσοψηφίας. Ἀλλ’
701ἀπόφασις τῆς Βουλῆς ἔγκυρος βεβαίως δὲν ὑπάρχει. Δὲν
702ὑπάρχει δὲ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς ἔγκυρος, διότι ὑπάρχει
703ἰσοψηφία: καὶ ὅταν οὕτω τεθῇ τὸ ζήτημα, δὲν ἐπιδέχεται
704καμμίαν ἄλλην λύσιν ἢ ὅτι ἡ ἐκλογὴ τῆς Αἰγιαλείας, ὡς
705πρὸς τὸν κ. Πολυχρονιάδην, εἶναι ἄκυρος.
706§39Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Χωρὶς νὰ ὑπάρχῃ ἀπόφασις!
707§40Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Δύνασθε ἀπὸ μιᾶς τινος ἀπόψεως
708νὰ ἐξετάσητε τὸ ζήτημα τοῦτο: μήπως εἶναι ἀνάγκη νὰ
709ἐπαναληφθῇ ἡ ἐκλογή; Διότι εἰς αὐτὸ φέρουσιν αἱ ἀντιρ-
710ρήσεις.
711§41Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι δά! Σεῖς τὸ φέρετε.
712§42Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Σᾶς παρακαλῶ. Ἐφ’ ὅσον δὲν
713ὑπάρχει ἀπόφασις, θὰ ἐπιδιωχθῇ ἡ ὕπαρξις τῆς ἀποφάσεως.
714Λοιπόν, ἀφοῦ ἀντιτείνετε, εἰς τοῦτο μόνον δύνασθε ν’ ἀντι-
715τείνητε: τάχα ὅσα ἐγὼ λέγω μήπως καταλήγουσιν εἰς τὸ
716ἀποτέλεσμα, ὅτι πρέπει νὰ ἐπαναλάβωμεν τὴν ψηφοφορίαν,
717διὰ νὰ λάβωμεν ἀπόφασιν;
718§43ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐξ ἀριστερῶν). Ἆ! ὄχι.
719§44Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Αὐτὸ ὑμεῖς ἀντιτείνετε κατ’ ἐμοῦ,
720λέγοντος ταῦτα· διότι, ἐὰν δὲν ὑπάρχῃ ἀπόφασις, νὰ ἐπανα-
721ληφθῇ ἡ ψηφοφορία. Ἀλλὰ βλέπετε, ὅτι αὐτὸ φοβεῖσθε· καὶ
722τὴν ἐπιεικεστέραν γνώμην φοβεῖσθε, διότι προβλέπετε τὸ
723ἀποβησόμενον. Τί νὰ σᾶς κάμω ἐγώ!
724§45Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Εἶναι ἡ ἔκφρασίς σας.
725§46Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Αὐτὴ εἶναι ἡ γνώμη μου ἐπ’ αὐτοῦ
726τοῦ ζητήματος, τοῦ ἀμετόχου πάσης πολιτικῆς ἐννοίας.
727Ὀφείλω δὲ, παρελθὼν ἐνταῦθα, νὰ δηλώσω, ὅτι κατὰ τὴν
728χθεσινὴν ψηφοφορίαν, —ἔχω τὴν πεποίθησιν μορφωθεῖσαν ἐκ
729τῆς γνώμης, τὴν ὁποίαν εἶχον, ἐκ τῆς γνώμης, τὴν ὁποίαν
730ἀντήλλαξα μετὰ μελῶν τῆς πλειονοψηφίας, —ἡ ἐκλογὴ Αἰ-
731γιαλείας θὰ ἐπεκυροῦτο· ἀλλ’ ἠκυρώθη· καὶ ἠκυρώθη διότι
732εἶναι ἀδύνατον μία Βουλὴ νὰ εἴπῃ, ὅτι, ἐνῷ ὁ ἐκλεχθεὶς
733ἀνομολογεῖ ὁ ἴδιος ἐν μέσῃ πλατείᾳ Συντάγματος τὸ ἀνή-
734λικον αὐτοῦ, ἐνταῦθα θέλει νὰ εἰσέλθῃ οὐχὶ διὰ τῆς συνή-
735θους ἀνοχῆς τῆς Βουλῆς, κρινούσης τὰ τῆς ἡλικίας προσόν-
736τα, ἀλλὰ, νέος ὤν, θέλει νὰ εἰσπηδήσῃ δι’ ἐγκληματικῶν ἢ
737τοὐλάχιστον οὐχὶ θεμιτῶν καὶ ἠθικῶν πράξεων.
738§47Δ. ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁμολογῶ, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι
739εἶναι τὸ δεύτερον ἀπὸ τῆς χθὲς ζήτημα, ἡ ἐπὶ τοῦ ὁποίου
740συζήτησις δύναται νὰ μοὶ ἐγείρῃ ἀμφιβολίαν περὶ τοῦ ἄν,
741ἐπὶ εἰκοσαετίαν πολιτευόμενος καὶ παρακαθήμενος ἐν τῇ
742Βουλῇ, ἠδυνήθην νὰ ἐννοήσω τοὺς ὅρους, ὑπὸ τοὺς ὁποίους
743ὑπάρχουσι καὶ λειτουργοῦσιν οἱ Κανονισμοὶ τῆς Βουλῆς,
744τοὺς ὅρους, ὑπὸ τοὺς ὁποίους ἐργάζεται ἡ Βουλὴ, τὴν θέσιν
745τῆς Βουλῆς ἐν τῇ Πολιτείᾳ ἐν γένει.
746Χθὲς συνεζητεῖτο, κατὰ τίνα τρόπον ἠδύνατο νὰ ἐπιτευ-
747χθῇ, ὅπως ἡ Βουλὴ ἐξαναγκασθῇ νὰ ἀποφανθῇ οὕτως ἢ ἄλ-
748λως, καὶ ἐπεζητεῖτο ἡ κατάτμησις τοῦ ζητήματος, διότι
749ἐθεωρεῖτο, ὅτι ἡ Βουλὴ εἶναι τοιοῦτον Σῶμα, ὥστε ἐκ τῆς
750θέσεως τοῦ ζητήματος νὰ καταναγκασθῇ, οὕτως εἰπεῖν, νὰ
751ἀποφανθῇ οὕτως ἢ ἄλλως. Καὶ ἠρωτᾶτο ἡ Βουλὴ περὶ τῆς
752ἑρμηνείας, διότι ὑπετίθετο, ὅτι, ἂν ἡ Βουλὴ, τὸ Σῶμα τὸ
753μεγαλείτερον ἐν τῇ Πολιτείᾳ, στενοχωρηθῇ οὕτω διὰ τῆς
754θέσεως τοῦ ζητήματος, θ’ ἀποφασίσῃ ἄλλως παρ’ ὅ,τι σκέ-
755πτεται ν’ ἀποφασίσῃ.
756Σήμερον ἡ ἐκβίασις τῆς Βουλῆς δὲν ἐπιζητεῖται ἐν τῇ
757θέσει τῶν ζητημάτων· σήμερον ἐπιζητεῖται ἐν τῇ ἀποφάσει
758αὐτῆς. Χθές, οὕτως εἰπεῖν, διὰ στραγγαλισμοῦ ἐπεζήτουν
759τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς· σήμερον θέλουσι δι’ ἑρμηνείας νὰ
760ἐξαγάγωμεν ἄλλην ἀπόφασιν παρὰ ἐκείνην, τὴν ὁποίαν ἡ
761Βουλὴ ἠθέλησε νὰ ἐκφράσῃ.
762Ἀλλὰ μοὶ ἐγείρεται καὶ ἄλλη τις ἀμφιβολία, ἄν, ἐπὶ εἰ-
763κοσαετίαν ἐγκαταλείψας τὸ ἔργον τὸ δικηγορικόν, τὸ ἐγκα-
764τέλειψα πράγματι, ἢ πλανῶμαι καὶ εὑρίσκομαι ἐνώπιον Δι-
765καστηρίου, καὶ οὐχὶ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, διότι πολὺ συχνὰ
766ἀκούω νὰ γίνηται λόγος περὶ προτάσεων, νὰ γίνηται λόγος,
767ποία εἶναι ἡ πρότασις, ἐπὶ τῆς ὁποίας ἀπεφήνατο ἡ Βουλή,
768καὶ ἂν τοῦτο ἐπροτάθη ἢ ἐκεῖνο...
769§48Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Εἰς αὐτὸ εἴμεθα σύμφωνοι· διότι
770καὶ ἐγὼ αὐτὸ εἶπον.
771§49Δ. ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ... Ἀλλ’ ἐγὼ, Κύριοι, χωρὶς νὰ εἰσ-
772έλθω διόλου εἰς τὸ ζήτημα, ποία εἶναι ἡ πρότασις, ἐπὶ τῆς
773ὁποίας ἀποφαίνεται ἡ Βουλὴ σήμερον, ἂν εἶναι ἡ πρότασις
774ἐκείνη, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς Βου-
775λευτὴς, — τὴν δευτέραν ὅμως πράγματι οὐχὶ τὴν πρώτην,
776διότι κατὰ πρῶτον, ὡς καλῶς ἐνθυμοῦμαι, εἶχεν ὑποβάλει
777διαφορετικὰ τὸ ζήτημα, καὶ κατόπιν τὸ ὑπέβαλεν ἄλλως, καὶ
778ἐκ τούτου ἐλλείπει κατὰ τὴν ἰδέαν των ἡ ἀπόφασις τῆς Βου-
779λῆς, ἐκ τοῦ ὅτι ὁ κύριος Ράλλης ὑπέβαλε προηγουμένως ἄλ-
780λως τὸ ζήτημα, ἐπειδὴ ὅμως κατόπιν τοῦ ἔθεσε διαφόρους
781φράσεις, τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς εἶναι
782ἀδιάφορον, — ἢ εἶναι ἡ πρότασις αὐτὴ πρότασις τοῦ τμήμα-
783τος. Νομίζω ὅτι ὑπάρχει ἀλλοῦ τὸ ζήτημα. Δὲν πρόκειται,
784Κύριοι, ν’ ἀποφασίσητε ἐπὶ μιᾶς προτάσεως· πρόκειται νὰ
785ἀποφασίσητε περὶ ἀκυρώσεως τῆς θελήσεως καὶ τῆς ἀποφά-
786σεως τοῦ λαοῦ τῆς Αἰγιαλείας. Ἡ Βουλή, ἐξελέγχουσα τὸ
787κῦρος τῶν ἐκλογῶν, καλουμένη μάλιστα νὰ ἀκυρώσῃ τὴν θέ-
788λησιν, τὴν ὁμολογουμένως νομίμως ἐκφρασθεῖσαν, πρόκειται
789νὰ δικάσῃ ἐπὶ προτάσεως; Πρότασιν σᾶς ὑπέβαλεν ὁ λαὸς
790τῆς Αἰγιαλείας; πρότασιν ὑπέβαλε πρὸς τὴν Βουλὴν νὰ ἐγ-
791κρίνῃ τὴν ἀπόφασίν του ἢ ὄχι;
792§50Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Δὲν ἔχει δικαίωμα, κατὰ τὸ Σύν-
793ταγμα, νὰ ἐκλέγῃ ἀνηλίκους. Αὐτὸ νὰ ἀποδείξητε. Ἐναν-
794τίον τοῦ Συντάγματος δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ὑποβάλλῃ
795πρότασιν ὁ λαός.
796§51Δ. ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι περιττὸν νὰ μοῦ ὑπενθυμί-
797ζητε τοῦτο, ἀξιότιμε φίλε καὶ συνάδελφε. Ἀκριβῶς ἀσχο-
798λούμεθα εἰς τὸν ἔλεγχον τῆς ἐκλογῆς, διότι δὲν ἔχει τὸ δι-
799καίωμα νὰ ἐκλέγῃ ἀνηλίκους. Ἀλλ’ ὑμεῖς, νομομαθής, φρο-
800νεῖτε, ὅτι ὁ ἐκλεχθεὶς ὑπὸ τοῦ λαοῦ ὀφείλει ν’ ἀποδεικνύῃ
801αὐτὸς τὴν ἐνηλικότητα αὑτοῦ; «Ὁ λαὸς δὲν ἔχει τὸ δι-
802καίωμα νὰ ἐκλέγῃ ἀνηλίκους». Οὐδεὶς λέγει τὸ ἐναντίον.
803Ἀλλ’ ὑποθέτετε, ὅτι οὐδὲν προκύπτει τεκμήριον ἐκ μιᾶς
804ἐκλογῆς, ἡ ὁποία ἐκδηλοῖ τὴν θέλησιν τοῦ λαοῦ, ὑπὲρ τῶν
805προσόντων — τῶν ἐν γένει προσόντων — τοῦ Βουλευτοῦ; Τὸ
806τοιοῦτον βεβαίως οὐδεὶς ἰσχυρίσθη, καὶ διὰ τοῦτο, ὅταν πρό-
807κηται νὰ ἀκυρώσητε ἐκλογὴν λόγῳ ἀνηλικότητος, ζητεῖτε
808ἀποδείξεις, καὶ διὰ τοῦτο ἀγωνίζεσθε νὰ πείσητε, ὅτι αἱ
809ἀποδείξεις εἶναι ἰσχυραί. Τίς ἠμφισβήτησε τὸν κανόνα τοῦ-
810τον, κατὰ τὸν ὁποῖον δικάζει ἡ Βουλή;
811Καὶ ὑπάρχει, Κύριοι, βεβαίως μία διαφορὰ οὐσιαστική.
812Ἐὰν ἐπρόκειτο περὶ τῆς νομίμου διεξαγωγῆς τῆς ἐκλογῆς,
813ἠδύνατο νὰ ὑποτεθῇ, ὅτι προτείνεται, ὅτι νόμιμος εἶναι ἡ
814διεξαγωγὴ τῆς ἐκλογῆς, καὶ ὅτι ἐν περιπτώσει ἰσοψηφίας
815ἠδύνατο — ἐναντίον τοῦ κοινοῦ τεκμηρίου, ὅτι ἡ παρανομία δὲν
816ὑποτίθεται, — νὰ ἐξαχθῇ τεκμήριον, ὅτι δὲν ἀπεφάσισεν ἡ
817Βουλὴ περὶ τοῦ νομίμου τῆς ἐκλογῆς τῆς διεξαχθείσης. Ἀλλὰ
818ἐνταῦθα ἔχετε προηγουμένην τὴν ἀπόφασιν, ὅτι ἡ ἐκλογὴ
819διεξήχθη νομίμως, καὶ ὅτι ἡ θέλησις τοῦ λαοῦ τῆς Αἰγια-
820λείας εἶναι ν’ ἀντιπροσωπευθῇ ὑπὸ τοῦ κ. Πολυχρονιάδου.
821Τὴν θέλησιν λοιπὸν ταύτην, τὴν ὁμολογουμένως ἐγκύρως
822καὶ ἰσχυρῶς ἐκφρασθεῖσαν, θέλετε ν’ ἀκυρώσητε!
823Ἀπόφασιν λοιπὸν πρόκειται νὰ μεταβάλητε τοῦ λαοῦ,
824καὶ δύναταί τις νὰ εἴπῃ, ὅτι ἡ θέλησις τοῦ λαοῦ ἡ ἀναμφι-
825σβήτητος ἠκυρώθη διὰ τῆς ἰσοψηφίας; Ἡ ἰσοψηφία δὲν
826δύναται νὰ ἀκυρώσῃ τὴν θέλησιν τοῦ λαοῦ. Καὶ δύναται ἡ
827συνείδησις οἱουδήποτε πολιτευομένου, γνωρίζοντος ὑπὸ τίνας
828ὅρους λειτουργεῖ τὸ πολίτευμα, νὰ εἴπῃ, ὅτι, «ἐπειδὴ εὑρί-
829σκω ἐκλογὴν ἐγκύρως διεξαχθεῖσαν, ἄνευ παραπόνων καὶ ἐν-
830στάσεων, ἄνευ οὐδεμιᾶς αἰτιάσεως, ἀλλ’ αἰσθάνομαι ἓν εἶδος
831φθόνου κατὰ τῆς ἐκλογῆς, αἰσθάνομαι μίαν ἀντίδρασιν,
832διατὶ νὰ μὴ ὑπάρχῃ ἀμφισβήτησις, ζητῶ νὰ εὕρω τι, ἵνα
833ἀκυρωθῇ αὐτὴ ἡ σκανδαλώδης ἐκλογὴ, καὶ εὑρίσκω, ὅτι ὁ
834ἐκλεχθεὶς εἶναι ἀνήλικος, καὶ προβάλλω τὴν ἔνστασιν!»
835Ἀλλ’ ἂν πρόκηται νὰ ἐρευνήσω, καὶ τοῦτο ἐπίσης εὐνόη-
836τον, ὅτι πρότασις δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ ἡ δευτέρα τρο-
837πολογία, ἣν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς ὑπέβαλεν
838εἰς τὴν Βουλήν· θὰ ἦτο δὲ ὅ,τι γελοῖον νὰ ὑποτεθῇ, ὅτι
839πρέπει νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ἡ πρότασις τοῦ τμήματος.
840Κύριοι, εἶναι περιττὸν νὰ ἀπασχολῶ ὑμᾶς· ἤθελον μόνον
841παρακαλέσει τὸν ἡγέτην τῆς πλειονοψηφίας καὶ τὴν πλειο-
842νοψηφίαν νὰ μὴ ἀποδώσῃ τόσην σημασίαν εἰς τὴν εἴσοδον
843τοῦ Πολυχρονιάδου εἰς τὴν Βουλήν. Τὸ γεγονὸς τοῦτο δὲν
844ἔχει ἔννοιαν πολιτικήν· ὁ κ. Πολυχρονιάδης εἶναι βεβαίως
845μικρὸς τὴν ἡλικίαν καὶ τὸ ἀνάστημα, ἀλλὰ πρέπει νὰ σκε-
846φθῶμεν, ὅτι τοιοῦτόν τι δύναται νὰ συμβῇ καὶ ἐπὶ ἑτέρου
847Βουλευτοῦ.
848§52Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Χθὲς ἀκριβῶς, καθ’ ἣν στιγμὴν
849ἐπεράτου τὴν ἀγόρευσιν αὐτοῦ ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ
850Μεγαρίδος, εὑρέθην εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἀπέλθω τῆς αἰθού-
851σης, κατ’ ἀκολουθίαν ἐπληροφορήθην τὰ γενόμενα ἐν τῇ Βου-
852λῇ ἐκ τῶν ἐφημερίδων· ἀλλὰ καὶ ἐξ ὅσων ἀνέγνωσα καὶ ἐξ
853ὅσων ἤκουσα σήμερον ἐσχημάτισα γνώμην ἀντίθετον πρὸς
854τὴν τῶν προαγορευσάντων, λυποῦμαι δὲ, διότι πρόκειται νὰ
855διαφωνήσω καὶ πρὸς τὸν ἀξιότιμον φίλον μου κ. Λεβίδην καὶ
856πρὸς τὸν κ. Χατζόπουλον. Πρὸς τὸν κ. Λεβίδην διαφωνῶ
857κατὰ τοῦτο· ὁ κ. Λεβίδης ὑποστηρίζει, ὅτι ἡ οὐσιαστικὴ
858πρότασις, ἡ ὑποβληθεῖσα εἰς τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς, εἶναι
859ἡ τοῦ τμήματος, καὶ οὐχὶ ἡ πρότασις τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀτ-
860τικῆς βουλευτοῦ κ. Ράλλη. Τοῦτο δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἦναι
861ὀρθόν· διότι πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ παραδεχθῇ τις, ὅτι ἔχο-
862μεν ὑπὸ συζήτησιν μίαν οἱανδήποτε ἐκλογὴν ἐν τῇ ὁλομελείᾳ
863τοῦ Σώματος, ὡς ἀποτέλεσμα δὲ τῆς συζητήσεως τὴν πρό-
864τασιν τῆς πλειονοψηφίας τοῦ τμήματος; Τὸ τμῆμα ἀπε-
865φάνθη ἤδη, ἀπεφάνθη ἀρχικῶς μὲν, ὅσον ἀφορᾷ τὸν κ. Πα-
866ναγιωτόπουλον, ὑπὲρ τοῦ ἐγκύρου τῆς ἐκλογῆς αὐτοῦ, προ-
867κειμένου ὅμως περὶ τῶν προσόντων τοῦ κ. Πολυχρονιάδου,
868τὸ τμῆμα κατὰ πλειονοψηφίαν ἀπεφάνθη, ὅτι εἶναι ἀκυρω-
869τέα, λόγῳ ἀνηλικότητος τοῦ ἐπιτυχόντος Βουλευτοῦ. Ἐν τῇ
870ἀποφάσει τοῦ τμήματος ὑπῆρχε πρότασις κατ’ οὐσίαν, ἀλλ’
871ἡ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς δὲν πρέπει νὰ ληφθῇ ἐπὶ τῆς ἀπο-
872φάσεως τοῦ τμήματος, διότι κατὰ τὴν ἐν τῇ αἰθούσῃ συζή-
873τησιν ἀνεπτύχθησαν θέματα καὶ παρουσιάσθησαν ἔγγραφα,
874τὰ ὁποῖα τὸ τμῆμα δὲν εἶχεν ὑπ’ ὄψιν, κατ’ ἀκολουθίαν
875ἀπόρροια τῆς συζητήσεως, τῆς γενομένης ἐν τῇ Βουλῇ, ἦτο
876ἡ πρότασις τοῦ βουλευτοῦ Ἀττικῆς κ. Ράλλη, ἥτις ἔχει
877ὡς ἀκολούθως: «Οἱ παραδεχόμενοι ὅτι ὁ βουλευτὴς Αἰγια-
878λείας κ. Πολυχρονιάδης ἔχει τὸ ὑπὸ τοῦ ἄρθρου 70 τοῦ Συν-
879τάγματος προσὸν τῆς ἡλικίας λέγουσι Ναὶ, οἱ μὴ παραδε-
880χόμενοι λέγουσιν Ὄχι». Ἡ πρότασις αὕτη ἐψηφίσθη, ἡ δὲ
881Βουλὴ εὑρέθη ἐν ἰσοψηφίᾳ. Κατὰ τὰ κεκανονισμένα, πρό-
882τασις οὕτω τεθεῖσα, ἐν ἰσοψηφίᾳ θεωρεῖται ἀπορριπτέα, ἡ
883δὲ ἐκλογὴ εἶναι κατ’ ἀκολουθίαν ἀκυρωτέα.
884Δὲν δύναμαι ἐπίσης νὰ δεχθῶ καὶ τὸ ἕτερον, ὅπερ ὑπε-
885στήριξεν ὁ κύριος Λεβίδης, ὅτι ἡ ἀπόφασις τοῦ Δικαστηρίου,
886ἡ ἀνακηρύξασα τὸν κ. Πολυχρονιάδην, ἀποδεικνύει τὸ τεκ-
887μήριον τοῦ ἐγκύρου τῆς ἐκλογῆς ταύτης, οὐδὲ δύναμαι νὰ
888παραδεχθῶ ὅσα εἶπεν ὁ κ. Βουλευτὴς Εὐρυτανίας, ὅστις και-
889νὰς ἀνέπτυξε θεωρίας περὶ ὑπάρξεως τοῦ ἐγκύρου τῆς ἐκλογῆς
890ἐν τῇ ἀποφάσει τοῦ λαοῦ, ὅστις διὰ τῆς ψήφου του ἐξέλεξε
891βουλευτὴν τὸν κ. Πολυχρονιάδην. Ἀλλ’ ἐν τοιαύτῃ περι-
892πτώσει πᾶσαι αἱ ἐκλογαί εἰσιν ἔγκυροι, ἀφοῦ ἡ ψῆφος τοῦ
893λαοῦ ἐκλέγει ἡμᾶς, ἡ δὲ ἐξέλεγξις τοῦ κύρους τῶν ἐκλογῶν
894εἶναι καθαρὰ ματαιοπονία, ἐξελέγχοντες δὲ τὰς ἐκλογὰς ἐν
895τῇ Βουλῇ, δὲν πρέπει νὰ λαμβάνωμεν ὑπ’ ὄψιν τὰς προσα-
896γομένας ἐνστάσεις, ἀλλὰ μόνον νὰ ἔχωμεν πρὸ ὀφθαλμῶν τὰς
897δύο ἀποφάσεις, τὴν τοῦ λαοῦ καὶ τὴν τοῦ ἀνακηρύξαντος Δι-
898καστηρίου, καὶ νὰ δεχώμεθα ὡς ἐγκύρους πάσας τὰς ἐκλογάς!
899Εἰς τοιαῦτα ἄτοπα θέλει ὁδηγήσει ἡμᾶς ἡ ἀποδοχὴ τῶν
900γνωμῶν τούτων.
901Ἀνεξαρτήτως τῆς γνώμης, ἣν θὰ ἠδυνάμην νὰ ἔχω περὶ
902τοῦ κύρους τῆς ἐκλογῆς τοῦ κ. Πολυχρονιάδου, ἂν ἐτύγχανον
903παρὼν κατὰ τὴν ψηφοφορίαν, ἐπιμένω εἰς τὴν γνώμην μου,
904σχηματίσας τὴν πεποίθησιν καὶ ἐκ τοῦ γεγονότος, ὅτι ὁ
905ἀξιότιμος Βουλευτὴς Ἀττικῆς ὑπέβαλε πρότασιν. Ἑπομέ-
906νως ἡ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς προεκλήθη ἐπὶ τῆς προτάσεως
907τοῦ κ. Ράλλη, καὶ δὲν ἠδύνατο νὰ γείνῃ ἄλλως. Ἡ ὑπο-
908στήριξις τῆς ἀντιθέτου γνώμης ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου φίλου μου
909βουλευτοῦ ἐκ Λεβαδείας κ. Μπουφίδου ὑπῆρξεν ἀληθῶς εὐφυ-
910εστάτη, ἀλλ’ ἐστερημένη ὀρθῆς βάσεως, διότι ἡ γνώμη αὐ-
911τοῦ, ὅτι δέον νὰ ἀνατρέξωμεν εἰς τὴν ἀπόφασιν τοῦ τμήμα-
912τος, ὅπως ἀνακαλύψωμεν τὴν ψηφισθεῖσαν πρότασιν, εἶναι
913ἀρκετὰ περίπλοκος, τοσοῦτο μᾶλλον, καθόσον οὐδεμία πρό-
914τασις ὑπάρχει ἐν τῇ ἀποφάσει τοῦ τμήματος. Ἀλλ’ ἐπειδὴ
915πολλαὶ περίεργοι θεωρίαι ἀνεπτύχθησαν σήμερον ἐπὶ τοῦ θέ-
916ματος τούτου, ἡ ἑτέρα τοιαύτη τοῦ κ. Βουλευτοῦ Εὐρυτα-
917νίας, ὅτι δὲν ἀναιρεῖται τὸ 70 ἄρθρον τοῦ Συντάγματος,
918ἐὰν ὁ Βουλευτὴς ἦναι ἀνήλικος, δὲν εἶναι ἡ ὀλιγώτερον
919περίεργος, ἀλλὰ δὲν ἐλέχθη καὶ κατὰ πρῶτον ἐν τῇ αἰθούσῃ
920ταύτῃ. Ἐλέχθη χθὲς καὶ προχθὲς, ὅτι καὶ ἄλλοτε ἡ Βουλὴ
921ἐδέχθη ἀνηλίκους, δὲν ἔμεινε δὲ ἐκ τούτου ζημιωμένη. Τοῦτο
922εἶναι ἀληθές· συνέβη νὰ εἰσέλθωσιν ἀνήλικοι εἰς τὴν Βουλήν,
923ἀλλὰ διότι ἡ Βουλὴ δὲν εἶχεν ἀσφαλεῖς περὶ τῆς ἡλικίας
924πληροφορίας. Δὲν καθιέρωσεν ὅμως ποτὲ ὡς ἀρχὴν, ὅτι δὲν
925αἴρεται τὸ σχετικὸν ἄρθρον τοῦ Συντάγματος διὰ τῆς ἀπο-
926φάσεως τῆς Βουλῆς, ὅταν αὕτη ἐν γνώσει ψηφίζῃ περὶ τοῦ
927παρανόμου τῆς ἀποφάσεώς της. Ἐνθυμοῦμαι, ὅτι, προκειμένου
928περὶ ἐκλογῆς τοῦ κ. Ἀλλαμάνου, προσήγαγον οἱ ἐνιστάμενοι
929ληξιαρχικὰς πράξεις ἐκ τῶν ληξιαρχικῶν ἀρχείων τῆς Κερκύ-
930ρας· τότε δὲ ὁ κ. Βουδούρης, μὴ δυνάμενος ἄλλως ν’ ἀντικρούσῃ
931τὴν ἔνστασιν, ὑπεστήριξεν, ὅτι ἡ διάταξις τοῦ Συντάγμα-
932τος περὶ τῆς ἡλικίας τοῦ Βουλευτοῦ δὲν εἶναι σοβαρά, καὶ
933κατ’ ἀκολουθίαν δὲν ἔπρεπε νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν! Καίτοι
934συνδέομαι διὰ φιλίας πρὸς τὸν τότε βουλευτὴν κ. Ἀλλα-
935μᾶνον, ἀντετάχθην εἰς τὴν ἀρχὴν ταύτην, διότι δὲν ἠδυνά-
936μην νὰ διαιρέσω τὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος εἰς σοβα-
937ρὰς καὶ μὴ τοιαύτας. Ἐὰν ἔχῃ τὴν ἐνηλικότητα ὁ Βου-
938λευτής, ἂς προσαγάγῃ τὰ ἔγγραφα τὰ ἀποδεικνύοντα ταύ-
939την, καὶ θὰ τύχῃ τῆς ψήφου τῆς Βουλῆς· ἀλλ’ ἐφ’ ὅσον
940δὲν προσάγει τοιαῦτα, ἐξ ἀντιθέτου δὲ προσάγονται ἕτερα,
941ἀποδεικνύοντα τὴν ἀνηλικότητά του, ἡ ἐκλογὴ αὐτοῦ δὲν
942δύναται νὰ ἐπικυρωθῇ.
943Δὲν πρόκειται ἤδη νὰ εἰσέλθω εἰς τὴν συζήτησιν, ἐὰν ἔχει
944ἢ μὴ τὸ προσὸν τῆς ἐνηλικότητος ὁ κ. Πολυχρονιάδης· τὸ
945ὑπὸ συζήτησιν σήμερον θέμα εἶναι διάφορον. Τὸ θέμα εἶναι
946ἡ χθεσινὴ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς· προῆλθεν αὕτη ἐπὶ τῆς
947προτάσεως τοῦ κ. Ράλλη; ἢ πρέπει αὕτη νὰ μὴ ληφθῇ ὑπ’
948ὄψιν, καὶ νὰ θεωρηθῇ ὡς πρότασις ἡ ἀπόφασις τοῦ τμήμα-
949τος; Ἐγὼ νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ἡ πρότα-
950σις τοῦ κ. Ράλλη, διότι αὕτη ἦτο τὸ ἀπαύγασμα τῆς πε-
951φωτισμένης συζητήσεως· κατ’ ἀκολουθίαν ἡ ἀπόφασις τῆς
952Βουλῆς ἐπὶ τῆς ἐκλογῆς τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Αἰγιαλείας
953ἐλήφθη χθές· δὲν ἐπιτρέπεται ἑπομένως ἐπανάληψις τῆς ψη-
954φοφορίας, οὐδὲ δύναται νὰ τεθῇ ἐκ νέου ὑπὸ τὴν ψῆφον τῆς
955Βουλῆς τὸ κῦρος τῆς ἐκλογῆς. Ἐὰν δ’ ὅπως δήποτε προκληθῇ
956ψηφοφορία, αὕτη, κατ’ ἐμέ, ἔσται ἀντικανονική.
957§53Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ἤκουσα, κύριε Πρόεδρε, τῶν ἀγο-
958ρευσάντων ἐπὶ τοῦ θέματος, καὶ ἤκουσα μετὰ προσοχῆς αὐ-
959τῶν. Ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, ὅτι, μεθ’ ὅλην τὴν ὀξύτητα,
960ἣν ἀπέδωκεν εἰς ἐμὲ ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἐξ Ἀττικῆς,
961οὐδὲν ἄλλο ἠδυνήθην νὰ ἐννοήσω ἐκ τῆς συζητήσεως ἢ τοῦτο
962καὶ μόνον; ὅτι προσεπάθησαν νὰ οἰκοδομήσωσί τι ἐξ ἅλατος,
963ὅπερ εἰς τὰς πρώτας βροχὰς ἤρξατο νὰ διαλύηται· διότι ὁ κ.
964Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς, ὅστις δικανικῶς, καίπερ μὴ ὢν δικα-
965νικός, ἐπεζήτησε νὰ ἐπικαλεσθῇ ἐπιχείρημα συναγόμενον ἐκ
966τῆς διατυπώσεως τῆς προτάσεως, συνώδευσε τὰς ἐκφράσεις
967αὑτοῦ μετὰ μειδιάματος, ὅπερ ἀπεδείκνυεν, ὁποίαν εἶχε περὶ
968τοῦ ἐπιχειρήματος αὑτοῦ γνώμην. Ὁ κ. Βουλευτὴς εἶχε
969τοσαύτην ἔλλειψιν πεποιθήσεως εἰς τὸ ἐπιχείρημά του, ὥστε
970προσεπάθησε νὰ καταστήσῃ πάντας εὐμενεῖς πρὸς αὐτόν,
971τοιαῦτα ἄτοπα ὑποστηρίζοντα, διαμορφῶν τὸ πρόσωπόν του
972οὕτως, ὥστε νὰ καταστῇ πρὸς ὑμᾶς συμπαθής! (ἱλαρότης).
973Ἀλλὰ μετὰ τοῦτον σθεναρῶς ἠγόρευσεν ὁ ἕτερος βουλευ-
974τὴς ἐξ Ἀττικῆς, ὁ κ. Λεβίδης, κατέληξε δὲ εἰς ὃ καὶ ἐγὼ
975κατέληξα συμπέρασμα, ἐπικαλεσθεὶς καὶ ἄλλα, ἐκτὸς ἐκεί-
976νων, τὰ ὁποῖα ἐγὼ ἐπεκαλέσθην, ἐπιχειρήματα ὑπὲρ τῆς
977γνώμης ταύτης.
978Ἀλλ’ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Παξῶν ἐπεχείρησεν ἐπὶ τῆς αὑ-
979τῆς βάσεως, ἐπὶ τῆς ὁποίας ἐστήριξε τὸ οἰκοδόμημα αὑτοῦ
980ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς, ἐπεχείρησε νὰ ὑποστηρίξῃ, ὅτι
981ἡ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς, ἡ χθὲς ληφθεῖσα, εἶναι ἀπόφασις
982περιοριζομένη στενῶς ἐπὶ τῆς διατυπωθείσης ὑπὸ τοῦ κ.
983Βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς χθὲς προτάσεως, καὶ οὕτω πως σκε-
984πτόμενος ὁ κ. Βουλευτής, προσεπάθει νὰ ὁδηγήσῃ τὴν Βου-
985λὴν εἰς ἄτοπα, τὰ ὁποῖα ἤθελον παρασταθῆ εἰς τὸ μέλλον
986ἀνυπολογίστως ἐπιβλαβῆ, ἐὰν τοιαύτη τις θεωρία ἤθελεν
987ἐπικρατήσει...
988§54Ι. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε.
989§55Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ... Διότι, ἐὰν ἐξηρτᾶτο ἀπὸ τὴν δια-
990τύπωσιν τῆς προτάσεως ἡ ἔννοια τῆς ἀποφάσεως τῆς Βου-
991λῆς, θὰ ἐβλέπομεν ἑκάστοτε τὰς Βουλὰς νὰ ἐκδίδωσιν ἀπο-
992φάσεις ἀντιφασκούσας πρὸς ἀλλήλας καὶ οὐδεμίαν ἐχούσας
993πρὸς τὸ ὑπὸ συζήτησιν θέμα σχέσιν, ἀποφάσεις, αἵτινες δὲν
994θὰ ἦσαν ἡ συνέπεια τῆς κρίσεως, τὴν ὁποίαν ἐπικαλεῖται
995τὸ Σύνταγμα καὶ ὁ Κανονισμὸς τῆς Βουλῆς ἐπὶ ὡρισμένων
996θεμάτων.
997Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς χθὲς διετύπωσεν, ὡς ὀρ-
998θῶς παρετήρησεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Εὐρυτανίας, πρῶτον μὲν
999τὴν πρότασίν του ἀρνητικῶς, τουτέστιν ἔθετο ἐνώπιον τῆς
1000Βουλῆς πρότασιν, ἐὰν ὁ Βουλευτὴς ἐξ Αἰγιαλείας δὲν ἔχει
1001τὰ ὑπὸ τοῦ Συντάγματος ὁριζόμενα προσόντα· καὶ οὕτως
1002ἐτέθη ἐν ἀρχῇ ἡ πρότασις· προεκλήθη δὲ ἡ Βουλὴ ὑπὸ τοῦ
1003κ. Προέδρου νὰ ψηφίσῃ ἐπὶ τῆς προτάσεως ταύτης, καλου-
1004μένων ἐκείνων μὲν, οἱ ὁποῖοι ἐνόμιζον, ὅτι ἀποδέχονται τὴν
1005πρότασιν, τουτέστιν, ὅτι δὲν ἔχει τὰ προσόντα ὁ Βουλευτὴς
1006ἐξ Αἰγιαλείας, ἵνα παρακαθήσῃ μεταξὺ ἡμῶν, νὰ ψηφίσουν
1007Ναὶ, τῶν δὲ τὰ ἐναντία φρονούντων νὰ ψηφίσουν Ὄχι. Ἀλλὰ
1008γενομένης ἐν τῷ μεταξὺ συζητήσεως ἐπὶ τῆς θέσεως τοῦ ζη-
1009τήματος, ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς μετέβαλε γνώμην,
1010καὶ ἀπὸ ἀρνητικῶς διετύπωσε τὴν πρότασιν θετικῶς, του-
1011τέστιν ἠρωτήθη ἡ Βουλή: «οἱ παραδεχόμενοι ὅτι ἔχει ὁ Βου-
1012λευτὴς Αἰγιαλείας τὰ προσόντα λέγουσι Ναὶ, οἱ μὴ παρα-
1013δεχόμενοι λέγουσιν Ὄχι.» Καὶ τοιαύτη πρότασις ἐψηφίσθη.
1014Ἀλλ’ ἐὰν ἐξηρτᾶτο τὸ κῦρος καὶ ἡ ἐπιβολὴ τῶν ἀποφάσεων
1015τῆς Βουλῆς ἐκ τοῦ τρόπου τῆς διατυπώσεως τῆς προτά-
1016σεως, φαντάζεσθε εἰς ὁποῖα ἄτοπα ἠθέλομεν καταλήξει!
1017Ἐὰν ἡ πρότασις, ἡ τὸ πρῶτον ὑποβληθεῖσα ὑπὸ τοῦ κ. Ράλ-
1018λη, ἐψηφίζετο, καὶ ἐπήρχετο ἰσοψηφία, τὸ ἀποτέλεσμα θὰ
1019ἦτο, ὅτι ἡ ἐκλογὴ ἤθελεν ἀκυρωθῆ. Ἀλλ’ ἀφοῦ ἡ πρότασις
1020ἐψηφίσθη θετικῶς, κατ’ ἀντίθετον λόγον τὸ ἀποτέλεσμα
1021δέον νὰ ᾖ ἀντίθετον. Ἀλλ’ αἱ ἀποφάσεις τῆς Βουλῆς, Κύ-
1022ριοι, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξαρτῶνται ἐκ τοῦ τοιούτου ἢ
1023τοιούτου τρόπου τῆς διατυπώσεως τῶν προτάσεων. Ὅταν
1024τὸ Σύνταγμα λέγῃ, ὅτι ἐν ἰσοψηφίᾳ ἡ πρότασις ἀπορρίπτε-
1025ται, ὅταν τὴν διάταξιν ταύτην τοῦ Συντάγματος ἐπανα-
1026λαμβάνῃ ὁ Κανονισμὸς ἐπιτακτικῶς, ποία εἶναι ἡ ἔννοια,
1027τὴν ὁποίαν ὀφείλει νὰ ἀποδεχθῇ ἡ Βουλή, ἐὰν ἐπιθυμῇ σο-
1028βαρὰς νὰ ἐκδίδῃ ἀποφάσεις; Ἡ ἔννοια εἶναι, ὅτι ἀποφα-
1029σίζει περὶ τῆς οὐσίας τοῦ θέματος, περὶ τοῦ ὁποίου ἐκλήθη
1030ν’ ἀποφασίσῃ. Δὲν εἶναι λοιπὸν αὐτὰ ἐπιχειρήματα, τὰ
1031ὁποῖα δύνανται νὰ ἐπικαλεσθῶσιν ἐπὶ τοῦ προκειμένου, οὐδὲ
1032δύνανται νὰ πείσωσί τινα, τοιαῦτα ἐπιχειρήματα προβάλ-
1033λοντες, ὅτι ἡ ἀπόφασις ἡ χθεσινὴ τῆς Βουλῆς δὲν εἶναι ὑπὲρ
1034τοῦ κύρους τῆς ἐκλογῆς.
1035Ποῖον εἶναι τὸ δικαίωμα, ἀλλὰ καὶ τὸ καθῆκον τῆς Βου-
1036λῆς κατὰ τὸ στάδιον τῆς ἐξελέγξεως τῶν ἐκλογῶν; Τὸ ὁρί-
1037ζει τὸ ἄρθρον 73 τοῦ Συντάγματος. Τὸ ἄρθρον 73 τοῦ Συν-
1038τάγματος, λέγει, ὅτι «ἡ Βουλὴ ἐξετάζει τὰ πληρεξούσια
1039τῶν Βουλευτῶν, καὶ ἀποφασίζει ἐπὶ τῶν ἀμφισβητήσεων,
1040ἐὰν τυχὸν ἤθελον ὑπάρξει ἀμφισβητήσεις.» Αὐτὸ λέγει τὸ
1041Σύνταγμα, ὅτι ἡ Βουλὴ καλεῖται ν’ ἀποφασίσῃ, ἐὰν ὑπάρ-
1042ξῃ τις ἀμφισβήτησις ἐπὶ τῶν πληρεξουσίων. Τί συνέβη ἐπὶ
1043τοῦ προκειμένου; Ὁ κ. Πρόεδρος προεκάλεσε τὴν Βουλὴν
1044νὰ συζητήσῃ ἐπὶ τῆς ἐκλογῆς Ἀγυιᾶς· δὲν ὑπῆρξε καμμία
1045ἀμφισβήτησις, καὶ ἡ ἐκλογὴ Ἀγυιᾶς ἐθεωρήθη νομίμως
1046ἔχουσα...
1047§56Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Ἐὰν ἐπήρχετο ἰσοψηφία εἰς τὴν ἐκ-
1048λογὴν Ἀγυιᾶς, τί θὰ ἐγίνετο; Ἀπαντήσατέ μοι, παρα-
1049καλῶ.
1050§57Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Θὰ ἀπαντήσω διὰ τῆς ἀγορεύσεώς
1051μου... Μετὰ τοῦτο ἐκλήθη ἡ Βουλὴ ν’ ἀποφασίσῃ ἐπὶ τοῦ
1052κύρους τῆς ἐκλογῆς Αἰγιαλείας. Ἐκεῖ ἠγέρθη ἀμφισβήτησις·
1053δὲν ἠγέρθη ἀμφισβήτησις περὶ τοῦ κύρους τῆς ἐκλογῆς,
1054ἠγέρθη ἀμφισβήτησις περὶ τῶν προσόντων ἑνὸς τῶν ἐπιτυ-
1055χόντων. Περὶ τίνος συνεζήτησε χθὲς ἡ Βουλή; Συνεζήτησε
1056περὶ τούτου, ναὶ ἢ οὔ; Συνεζήτησεν ἡ Βουλὴ διὰ μακρῶν
1057χθές, ἂν εἶναι ἀληθὴς ἢ μὴ ἀληθὴς ἡ γενομένη ἀμφισβήτη-
1058σις κατὰ τοῦ πληρεξουσίου τοῦ βουλευτοῦ Αἰγιαλείας κυρίου
1059Πολυχρονιάδου, ναὶ ἢ οὔ; Δὲν ὑπάρχει κανείς, ὁ ὁποῖος νὰ
1060ἔχῃ ἐναντίαν γνώμην.
1061§58Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Ἐὰν ἔχει τὰ προσόντα.
1062§59Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ... Δὲν ὑπάρχει τις δυνάμενος νὰ
1063ὑποστηρίξῃ τὸ ἀντίθετον. Τί συνεζητεῖτο λοιπὸν καὶ περὶ
1064τίνος ἀπεφάσισεν ἡ Βουλή; Ἀπεφάσισε περὶ τῆς ἀμφισβη-
1065τήσεως τῆς ἐγερθείσης ἐπὶ τοῦ πληρεξουσίου τοῦ Βουλευ-
1066τοῦ· περὶ αὐτῆς ἀπεφάσισε καὶ τὸ τμῆμα, ἀλλὰ τοῦτο ἀπε-
1067φάσισεν ἀντιθέτως, ὡς ὀρθῶς παρετήρησεν ὁ κ. Βουλευτὴς
1068ἐξ Ἀττικῆς. Διὰ τοῦτο ἡ πρότασις τοῦ τμήματος ἦτο ἡ
1069ὑπὸ συζήτησιν.
1070Ἀλλ’ ἐγὼ δὲν θέλω νὰ καταφύγω εἰς τὸ ἄλλως σοβαρὸν
1071τοῦτο ἐπιχείρημα· ἀνέρχομαι ὑψηλότερον, καὶ ἐξετάζω ποῖα
1072εἶναι τὰ δικαιώματα τῆς Βουλῆς κατὰ τὴν ἐξέλεγξιν τῶν
1073ἐκλογῶν. Τίνα δικαιώματα ἔχει ἡ Βουλή, καλουμένη νὰ
1074κρίνῃ περὶ τοῦ κύρους τῶν ἐκλογῶν; Ἐπαναλαμβάνω, ὅτι τὸ
1075Σύνταγμα ῥητῶς καθώρισε τὰ δικαιώματα ταῦτα. Ἐξετά-
1076ζει καὶ ἀποφασίζει ἐπὶ τῶν ἐγειρομένων ἀμφισβητήσεων περὶ
1077τῶν πληρεξουσίων. Καὶ δὲν ἦτο δυνατόν, Κύριοι, νὰ νομο-
1078θετήσῃ ἄλλως τὸ Σύνταγμα. Δὲν πρόκειται νὰ ἐπικαλεσθῶ
1079τὴν μεγαλειότητα τοῦ λαοῦ, ἵνα στηρίξω ὑπὲρ τοῦ εἰσερχο-
1080μένου ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ τὸ τεκμήριον τὸ ἐκ τῆς ἐκλογῆς
1081αὐτοῦ...
1082§60Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Δὲν τὴν ἀναγνωρίζετε; τὴν ἐμπαί-
1083ζετε τὴν μεγαλειότητα τοῦ λαοῦ, κύριε Μπουφίδη;
1084§61Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Δὲν ἐπικαλοῦμαι ταύτην, ἵνα μὴ μοὶ
1085ἀντιτάξητε, ὅτι ἐπιζητῶ νὰ σᾶς καταπλήξω, ἐπικαλούμε-
1086νος ἐπιχείρημα ἐπιβάλλον, ὡς ἐπιβάλλει ἡ ἐπίκλησις τῆς
1087μεγαλειότητος τοῦ λαοῦ.
1088§62Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Ἐμπαικτικῶς δὲν δύναται ποτὲ
1089κανεὶς νὰ ὁμιλῇ περὶ τῆς μεγαλειότητος τοῦ λαοῦ.
1090§63Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Μὲ συγχωρεῖτε. Σεῖς ὁμιλεῖτε ἐμπαι-
1091κτικῶς· ἐγὼ ὁμιλῶ σοβαρῶς.
1092§64Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Ἀναγκάζεσθε νὰ διαμαρτυρηθῆτε.
1093§65Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Δημιουργεῖτε διαφωνίαν μὴ ὑπάρχου-
1094σαν, διὰ νὰ χαριτολογῆτε.
1095Ὀχυροῦμαι ὅμως ὄπισθεν τοῦ ἐπιχειρήματος τοῦ ἐκ τοῦ
1096νόμου παραγομένου. Τί λέγει ὁ νόμος ὁ ἐκλογικὸς, ὁ πρὸς ἐκ-
1097τέλεσιν τῶν διατάξεων τοῦ Συντάγματος νομοθετηθείς; Ὁ
1098νόμος ὁ ἐκλογικὸς ἐπιτάσσει, ὅπως μετὰ τὴν ἐκλογὴν ἐπέρ-
1099χηται ἡ ἀνακήρυξις τῶν ἐπιτυχόντων Βουλευτῶν. Δυνάμει
1100δὲ τῆς ἀνακηρύξεως ταύτης, ἥτις ἀποτελεῖ τὸ πληρεξούσιον,
1101τὸ ὁποῖον ὁρίζει τὸ Σύνταγμα, καὶ διὰ τοῦ ὁποίου εἰσέρχεται
1102ἐντὸς τῆς αἰθούσης ταύτης, ὁ Βουλευτὴς ἀπολαύει ὅλων τῶν
1103τῶν ἐκ τοῦ Συντάγματος ἀπορρεόντων δικαιωμάτων ἅμα τῇ
1104κηρύξει τῆς ἐνάρξεως τῆς Συνόδου...
1105§66Α. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Πολὺ ὀρθά.
1106§67Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ... Ἀπολαύει δὲ καὶ τῶν προνομιῶν
1107τῶν βουλευτικῶν, πρὶν ἢ ἀκόμη αἱ ἐκλογαὶ ἐξελεγχθῶσι καὶ
1108ἐπικυρωθῶσι. Τοῦτο τὸ λέγω διὰ νὰ καταδείξω πόσον μέγα
1109εἶναι, κύριε Πρόεδρε, τὸ ἐκ τοῦ πληρεξουσίου τούτου παρα-
1110γόμενον τεκμήριον περὶ τοῦ κύρους τῆς ἐκλογῆς, καὶ πῶς τὸ
1111πληρεξούσιον τοῦτο δημιουργεῖ καθεστὼς, τὸ ὁποῖον διὰ νὰ
1112ἀνατραπῇ ἀπαιτεῖται... τί ἀπαιτεῖται; Μία ἀπόφασις
1113τῆς Βουλῆς.
1114§68Α. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως.
1115§69Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Τί ἔλεγον λοιπὸν ἐγὼ, ἀγορεύων ἐν
1116ἀρχῇ ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου; Ἔλεγον, ὅτι δὲν συνεζητεῖτο
1117καὶ δὲν ἐψηφίζετο ἡ διατύπωσις τῆς προτάσεως τοῦ κ. Βου-
1118λευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς χθὲς, συνεζητεῖτο καὶ ἐψηφίζετο ἡ πρό-
1119τασις, τὴν ὁποίαν περιλαμβάνει ἡ ἀμφισβήτησις τοῦ πλη-
1120ρεξουσίου τοῦ Βουλευτοῦ. Αὐτὸ συνεζητήθη, καὶ περὶ τού-
1121του ἡ Βουλὴ ἀπεφάσισε χθές. Ἀδιάφορον κατὰ τίνα τρό-
1122πον εἶχε διατυπωθῆ ἡ πρότασις. Ἡ ἀμφισβήτησις τείνει
1123νὰ καταστρέψῃ ἓν καθεστὼς σεβαστόν, ἀληθὲς, μέχρις ἀπο-
1124δείξεως τοῦ ἐναντίου, ἓν καθεστὼς ἀληθὲς δυνάμει τῶν δια-
1125τάξεων τοῦ Συντάγματος, δυνάμει τῶν διατάξεων τοῦ Κα-
1126νονισμοῦ, δυνάμει τῶν διατάξεων τοῦ ἐκλογικοῦ νόμου.
1127§70Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Καὶ ἂν δὲν ὑπάρξῃ ἀμφισβήτησις,
1128δὲν θὰ γείνῃ συζήτησις; Σᾶς ἐρωτῶ. Δὲν θ’ ἀποφανθῇ ἡ
1129Βουλὴ;
1130§71Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ἡ συζήτησις λοιπὸν τείνει...
1131§72Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Ἡ συζήτησις εἶναι ἐπὶ τῶν προσόν-
1132των, δυνάμει τοῦ Κανονισμοῦ.
1133§73Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ... Ἡ συζήτησις λοιπὸν τείνει νὰ λύσῃ
1134τὸ ζήτημα τῆς ἀμφισβητήσεως τοῦ πληρεξουσίου. Τί τίθε-
1135ται λοιπὸν εἰς ψηφοφορίαν; Ἡ ἀμφισβήτησις· διότι ἐπὶ πά-
1136σης τελικῆς προτάσεως ἡ ἄρνησις τίθεται εἰς ψηφοφορίαν.
1137§74Α. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἀπέκτησεν ἀκόμη τὰ
1138προσόντα.
1139§75Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ἔχομεν ἤδη τὸ καθεστὼς, ὅτι ὁ Βου-
1140λευτὴς ἐκεῖνος εἶναι ὁ νόμιμος Βουλευτὴς τῆς ἐπαρχίας Αἰ-
1141γιαλείας. Ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἐζήτησαν ν’ ἀμφισβητήσωσι τὰ
1142προσόντα αὐτοῦ, προυκάλεσαν τὴν ἐπὶ τούτου ἀπόφασιν τῆς
1143Βουλῆς.
1144Ποία ὑπῆρξεν ἡ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς; Ἡ ἀπόφασις
1145τῆς Βουλῆς ὑπῆρξε κατὰ τῆς ἀμφισβητήσεως, δυνάμει τοῦ
1146Συντάγματος καὶ τοῦ Κανονισμοῦ, διότι ἐπὶ ἰσοψηφίας ἡ
1147ἀμφισβήτησις ἀπερρίφθη. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀλήθεια, καὶ ὅστις
1148δοκιμάζει νὰ ὑποστηρίξῃ τὰ ἀντίθετα, ἀμφισβητεῖ τὴν ἀλή-
1149θειαν. Ἐὰν δὲ ἀπὸ τοῦ σημείου τούτου ἀρχίσωμεν ν’ ἀμφι-
1150σβητῶμεν τὴν ἀλήθειαν, νὰ παραβιάζωμεν ῥητὰ καὶ ἀνεπί-
1151δεκτα ἀμφισβητήσεως κείμενα, δὲν πρέπει νὰ ἔχωμεν τὸ
1152θάρρος νὰ λέγωμεν, ὅτι μεριμνῶμεν περὶ ἰσχύος τοῦ κράτους
1153τοῦ νόμου καὶ περὶ τοῦ ἀπαραβιάστου τῶν θεσμῶν.
1154§76Α. ΜΟΝΟΚΡΟΥΣΟΣ. Κύριοι Βουλευταί, ἡ θέσις μου εἶ-
1155ναι τοιαύτη, ὥστε πρέπει νὰ καταστήσω γνωστὸν εἰς τὴν
1156Βουλήν, ὅτι οἱ γονεῖς μου δὲν ἠδυνήθησαν οὔτε τὸ δημοτι-
1157κὸν σχολεῖον νὰ μὲ ἀφήσωσι νὰ διέλθω· ἔχω ὅμως καθῆκον,
1158ὅταν βλέπω τοιαῦτα ἀντικείμενα νὰ συζητῶνται ἐνώπιον
1159τῆς Βουλῆς, νὰ λάβω τὸν λόγον καὶ ἐκφέρω τὴν γνώμην μου.
1160Ἡμεῖς, κύριοι Βουλευταί, ἐξελέχθημεν ἵνα ἐφαρμόζωμεν
1161καὶ ὑποστηρίζωμεν τοὺς Κανονισμοὺς καὶ τὸ Σύνταγμα, καὶ
1162ὄχι νὰ παραβιάζωμεν αὐτούς. Παραβίασις δὲ τῶν Κανονι-
1163σμῶν καὶ τοῦ Συντάγματος εἶναι τὸ νὰ δίδωμεν τὸ δικαίωμα
1164εἰς ἕκαστον ὑποψήφιον νὰ εἰσέρχηται εἰς τὴν Βουλὴν κατὰ
1165τοιοῦτον τρόπον καὶ οὐχὶ διὰ τῆς ἀληθείας. Ἐγὼ, εὑρεθεὶς
1166εἰς τὸ τμῆμα τὸ ἐξελέγξαν τὴν ἐκλογὴν Αἰγιαλείας, εἶδον
1167νὰ προσέλθῃ ἐκεῖ ὁ κ. Παναγιωτόπουλος, ὁ ὁποῖος, ἀποτα-
1168θεὶς πρὸς τὸς παριστάμενον ἐκεῖ ἀδελφὸν τοῦ ὑποψηφίου, καὶ
1169γνωρίζων τὴν πραγματικὴν ἡλικίαν αὐτοῦ, εἶπε πρὸς τὸν
1170ἀδελφόν του: «ὁμολόγησε τὴν πραγματικὴν ἀλήθειαν, καὶ
1171ἡμεῖς θὰ φανῶμεν πρὸς αὐτὸν ἐπιεικεῖς». Αὐτὸς ἠρνήθη τότε
1172νὰ διαψεύσῃ τὸν κ. Παναγιωτόπουλον. Εἶχε δὲ τὸ τμῆμα
1173ἐνώπιον αὐτοῦ ἐπίσημα ἔγγραφα, εἶχεν ἐπίσημον πιστοποιη-
1174τικόν, ἐξ οὗ ἐβεβαιοῦτο, ὅτι οἱ γονεῖς τοῦ Πολυχρονιάδου
1175ἦλθον εἰς γάμον τὸ 1876, ὁ δὲ ἀδελφὸς τοῦ ὑποψηφίου εἶπεν
1176εἰς τὸ τμῆμα, ὅτι τὸ ἔγγραφον τοῦτο ἤθελε τὸ ἀνατρέψει δι’
1177ἐπισήμου ἐγγράφου ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ὁ ὑποψήφιος. Ἀλλὰ
1178σήμερον ὁ μὲν ὑποψήφιος δὲν παρίσταται, παρουσιάζεται δὲ
1179ἐνώπιον τῆς Βουλῆς μία πιστοποίησις ἁπλουστάτη ἑνὸς ἱε-
1180ρέως, τῆς ὁποίας μόνον τὸ γνήσιον τῆς ὑπογραφῆς εἶναι ἐπι-
1181κεκυρωμένον ἀπὸ τὸν Ἐπίσκοπον. Βεβαίως τοιαῦτα πιστο-
1182ποιητικὰ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀνατρέψωσι τὴν ἰσχὺν τῶν ἐπι-
1183σήμων ἐγγράφων. Ἀλλὰ βλέπω τὸν κ. Ἀναστασόπουλον, τὸν
1184ἔντιμον βουλευτὴν ἐκ Μεγαρίδος, νὰ παρίσταται ἐνώπιον τῆς
1185Βουλῆς καὶ νὰ μᾶς φέρῃ μίαν προδικαστικὴν ἀπόφασιν, οὐχὶ
1186ὁριστικὴν, διὰ τῆς ὁποίας θέλει διὰ μαρτύρων νὰ μᾶς ἀπο-
1187δείξῃ τὴν νόμιμον ἡλικίαν τοῦ ὑποψηφίου, ὁ ὁποῖος διὰ μιᾶς
1188τοιαύτης ἀποδείξεως προσπαθεῖ νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὴν Βουλὴν
1189οὐχὶ διὰ τῆς θύρας, ἀλλὰ διὰ τοῦ παραθύρου. Αὐτὴ εἶναι ἡ
1190γνώμη μου. (Χειροκροτήματα ἐκ δεξιῶν).
1191§77Ι. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Θέλω περιορίσει τὸν λόγον, Κύ-
1192ριοι, ἀκριβῶς εἰς τὸ θέμα, τὸ ὁποῖον συζητεῖται, ἤτοι ἐπὶ
1193τὰ ζητήματα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἠγέρθησαν ἐπὶ τοῦ θέματος
1194αὐτοῦ. Ποῖον εἶναι τὸ θέμα τὸ ἀπασχολοῦν τὴν Βουλήν;
1195Ἡ χθεσινὴ ἰσοψηφία ἔλυσε τὸ ζήτημα; ἔφερε γνώμην ὁρι-
1196στικὴν, ναὶ, ἢ οὔ; Βεβαίως ἡ Βουλὴ διὰ τῆς ἰσοψηφίας εἶ-
1197πεν, ὅτι ὁ κ. Πολυχρονιάδης δὲν ἔχει τὰ προσόντα. Ἀλλὰ
1198μόλις ἔλαβε τὸν λόγον ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Λεβαδείας, ὑπε-
1199στήριξε τὸ ἐναντίον, καὶ ἐπεζήτησε τὴν ἐπανάληψιν τῆς
1200ψηφοφορίας, ἐπὶ τῷ λόγῳ ὅτι ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ ἑρμηνεύσῃ
1201ἐκ νέου τὴν γνώμην, ἣν χθὲς ἐξήνεγκε· κατέφυγε δὲ εἰς διά-
1202φορα ἐπιχειρήματα, καὶ ἐπὶ τέλους κατέληξε νὰ μᾶς εἴπῃ
1203διὰ τῆς δευτέρας ἀγορεύσεώς του, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀνάγκη
1204νέας ψηφοφορίας. Κύριοι, ἔχομεν μίαν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς,
1205ἡ ὁποία ὑπῆρξε πόρισμα διημέρου συζητήσεως, καὶ δὲν ἠδυ-
1206νήθημεν νὰ καταλήξωμεν εἰς τὸ συμπέρασμα, εἰς τὸ ὁποῖον
1207κατέληξε ν’ ἀποφανθῇ ἡ Βουλή, ἐὰν ἔχει ἢ δὲν ἔχει τὰ προσ-
1208όντα ὁ κ. Πολυχρονιάδης. Ἀλλ’ ἐνῷ ἔφερεν αὐτὸ τὸ συμ-
1209πέρασμα ἡ Βουλή, οἱ Κύριοι ἠρνήθησαν, ὅτι ὑπῆρχε πρότα-
1210σις, ὅτι ὑπῆρχε πόρισμα. Τί ἔχετε λοιπόν; Ἐτέθη εἰς τὴν
1211ψῆφον τῆς Βουλῆς ἡ γνώμη τοῦ τμήματος· δυστυχῶς τὸ
1212τμῆμα οὐδεμίαν ἔχει πρότασιν, — δυστυχῶς διὰ σᾶς, — διότι
1213τὸ τμῆμα λέγει ἐν τῇ ἀποφάσει του, ὅτι ἐψήφισαν οἱ δεῖνα
1214ὑπὲρ, οἱ δεῖνα κατά. Τώρα ἔρχεται τὸ ζήτημα: ἠδύνασθε νὰ
1215ὑποβάλητε ἄλλην πρότασιν ἀπὸ ἐκείνην, ἡ ὁποία ὑπεβλήθη;
1216ἠδύνασθε νὰ εἴπητε, ὅτι ὁ Πολυχρονιάδης δὲν ἔχει τὰ προσ-
1217όντα; Ἔχετε τὸ ἄρθρον 70 τοῦ Συντάγματος, τὸ ὁποῖον
1218λέγει, ὅτι θέλει νὰ ἔχῃ ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς ὄχι ἀρνητικὴν,
1219ἀλλὰ θετικήν· δὲν δύνασθε λοιπὸν νὰ ἀρνηθῆτε, ὅτι τοιαύτην
1220πρότασιν δὲν εἴχετε τὸ δικαίωμα νὰ ὑποβάλητε.
1221Ἀλλὰ δεδόσθω, ὅτι εἴχετε τὸ δικαίωμα νὰ ὑποβάλητε καὶ
1222ἑτέραν πρότασιν, πρότασιν θετικὴν, νὰ ἔχῃ τὰ προσόντα·
1223ποία ἐκ τῶν προτάσεων ἤθελε ψηφοφορηθῆ; Βεβαίως ἡ ἀπω-
1224τέρω. Ἀλλὰ δεδόσθω, ὅτι ἡ πρότασις περιεῖχε δύο ἐρωτή-
1225σεις: ἐὰν εἶχεν ἢ δὲν εἶχε τὰ προσόντα, ναὶ ἢ ὄχι. Τότε
1226ἠθέλομεν ἔχει σύνθετον πρότασιν· ἀλλὰ σύνθετοι προτάσεις
1227δὲν ὑπάρχουσι. Τὸ ὅτι ἐτέθη ἐν τῇ προτάσει ἓν παραδείγματι
1228τὸ Ναὶ ἢ Ὄχι, αὐτὸ περιέχεται πάντοτε, ἀλλ’ ὑπάρχει ποτὲ
1229πρότασις, ἡ ὁποία νὰ μὴ περιλαμβάνῃ τὸ Ναὶ καὶ τὸ Ὄχι;
1230Ἄλλοι κατέφυγον εἰς ἕτερον ἐπιχείρημα· ἀνέδραμον μέχρι
1231τοῦ 1865, καὶ μᾶς εἶπον, ὅτι τότε ὁ ἀείμνηστος Τρικούπης
1232ὅλως διάφορα ὑπεστήριξε. Δὲν ἀρνοῦμαι ὅτι ἡ γνώμη ἐκείνη
1233ἦτο ὀρθὴ, ἀλλὰ δὲν ἐπρόκειτο περὶ προσόντων, ἐπρόκειτο
1234περὶ τῆς ἐκλογῆς, καὶ προκειμένου περὶ τοῦ ἐγκύρου τῆς ἐκ-
1235λογῆς, ἠδύνατο τὸ ζήτημα νὰ τεθῇ καὶ κατ’ αὐτὸν καὶ κατ’
1236ἐκεῖνον τὸν τρόπον· ἀλλὰ προκειμένου περὶ προσόντων, ἔχο-
1237μεν ἐπιβαλλομένην διάταξιν τοῦ Συντάγματος, ὅτι πρέπει
1238νὰ διατυπωθῇ, ἐὰν ἔχει τὰ προσόντα. Νομίζω ὅτι τὸ ζή-
1239τημα δὲν εἶναι δεκτικὸν συζητήσεως, καὶ ὅσον καὶ ἂν θέ-
1240λωσί τινες τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων δι’ ἐπιχειρημάτων
1241ἀλλοτρίων τοῦ θέματος, δι’ ἀρνήσεων, τὰς ὁποίας σήμερον
1242δὲν ἔπρεπε νὰ φέρωσιν εἰς τὴν Βουλὴν, νὰ λέγωσιν, ὅτι αὐ-
1243τοὶ δὲν εἶχον σκοπὸν νὰ ὑποβάλωσι πρότασιν, καὶ ὅτι ὁ ἀξιό-
1244τιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς ὑπέβαλε πρότασιν, δὲν δύνα-
1245ται τοῦτο νὰ τοὺς ὠφελήσῃ. Ἡ πρότασις εἶναι τὸ πόρισμα
1246τῆς συζητήσεως· ἀφοῦ δὲ ἡ Βουλὴ ἐν ἰσοψηφίᾳ ἀπεφάνθη,
1247κατὰ τὸ ἄρθρον 15 τοῦ Κανονισμοῦ νομίζω ὅτι δὲν ὑπάρχει
1248ἀμφιβολία, ὅτι ὁ κ. Πολυχρονιάδης, κατὰ τὴν ἀπόφασιν τῆς
1249Βουλῆς, δὲν ἔχει τὰ προσόντα. Ἄλλως, καὶ ἐν ἀντιρρήσει,
1250ἂς τεθῇ καὶ πάλιν τὸ ζήτημα εἰς ψηφοφορίαν, καὶ ἡ ἀπόφα-
1251σις τῆς Βουλῆς βεβαίως τοιαύτη ἔσται.
1252§78ΔΙΟΝ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Κύριοι Βουλευταὶ, ὀλίγα μόνον
1253ἔχω νὰ προσθέσω εἰς ὅσα τοσοῦτον εὐγλώττως ἀνέπτυξεν ἐνώ-
1254πιον ἡμῶν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Λεβαδείας συνάδελφος. Πρὸ παν-
1255τὸς θέλω προκαλέσει τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς, ἵνα φθάσω-
1256μεν εἰς ἀσφαλῆ λύσιν τοῦ ἀμφισβητουμένου ζητήματος, ἐπὶ
1257τῆς ἐννοίας τοῦ ἄρθρου ἐκείνου τοῦ Συντάγματος, τὸ ὁποῖον
1258ἐν ἰσοψηφίᾳ θεωρεῖ τὴν πρότασιν ἀπορριφθεῖσαν· διότι πρὸ
1259παντὸς ἐπὶ τούτου πρέπει νὰ συμφωνήσωμεν, τοῦτο εἶναι τὸ
1260ὁρμητήριον, ἀπὸ τοῦ ὁποίου θὰ χωρήσωμεν, ἵνα φθάσωμεν
1261εἰς ἀσφαλῆ λύσιν. Ἄλλο, συναφὲς πρὸς τὴν ἑρμηνείαν τοῦ
1262Συντάγματος, θέμα εἶναι καὶ ἡ ἔννοια, ἡ σημασία τῆς ἰσο-
1263ψηφίας, τί τουτέστι σημαίνει, ὁσάκις ἡ Βουλή, ἐπὶ ὡρι-
1264σμένου θέματος ψηφίζουσα, εὑρίσκεται ἐν ἰσοψηφίᾳ. Φρονῶ,
1265ὅτι λογικῶς οὐδεμία ἄλλη ἔννοια καὶ γνώμη δύναται νὰ
1266χωρήσῃ, εἰμὴ ὅτι ἡ Βουλὴ ἀπέχει τοῦ νὰ ἐκφράσῃ γνώμην.
1267Καὶ τῇ ἀληθείᾳ, πῶς ἄλλως δύναται νὰ ἑρμηνευθῇ τὸ γε-
1268γονὸς, ὅταν δύο ὁμάδες ἰσάριθμοι τῆς Βουλῆς λέγωσιν, ἡ
1269μὲν Ναὶ, ἡ δὲ Ὄχι; Δὲν ἀναιροῦνται ἢ μᾶλλον δὲν συν-
1270αναιροῦνται αἱ γνῶμαι ἐν τῇ προκειμένῃ περιπτώσει;
1271Ὅτε λοιπὸν ἤκουσα νὰ γίνηται λόγος περὶ ἀποφάσεως τῆς
1272Βουλῆς ὡς ἀπορροίας τῆς ἰσοψηφίας, τῇ ἀληθείᾳ ἠπόρησα,
1273πῶς τοιαύτη σημασία δίδεται εἰς τὴν ἰσοψηφίαν, δηλαδὴ
1274εἰς τὴν παντελῆ ἔλλειψιν ἀποφάσεως...
1275§79Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀπόφασις σημαίνει πλειο-
1276νοψηφίαν.
1277§80Δ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Δὲν ὑπάρχει λοιπὸν ἀπόφασις. Ἐγὼ
1278εἶμαι εἰς τὸ προκαταρκτικὸν ζήτημα, ποία εἶναι ἡ ἔννοια
1279τῆς ἰσοψηφίας· δὲν δύναμαι νὰ ὑποστηρίξω, ὅτι ὑπάρχει ἔν-
1280νοια εἴτε ὑπὲρ, εἴτε κατά.
1281Τοιαύτην ἔχον ὑπ’ ὄψει τὸ Σύνταγμα κατάστασιν, ἔχον
1282δηλαδὴ τὸ Σύνταγμα ὑπ’ ὄψει Βουλὴν μὴ οὖσαν ἱκανὴν νὰ
1283ἀποφανθῇ ἐπὶ ὡρισμένης προτάσεως, ἔρχεται καὶ παρεμβαί-
1284νει, καὶ διὰ τῆς ἐξουσίας αὑτοῦ παρεμβαῖνον λέγει: «ἡ πρό-
1285τασις, ἐπὶ τῆς ὁποίας ἀπεδείχθη ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν ἔχει γνώ-
1286μην, θεωρεῖται ἀπερριμμένη.» Καὶ πῶς θεωρεῖται ἀπερριμ-
1287μένη; Θεωρεῖται ἀπερριμμένη κατὰ τὴν οὐσίαν αὐτῆς; Βε-
1288βαίως ὄχι. Διότι, ἐὰν τὸ Σύνταγμα εἶχε τοιαύτην ἔννοιαν,
1289ὅτι ἡ πρότασις ἡ προταθεῖσα καὶ δι’ ἰσοψηφίας ψηφισθεῖσα
1290ὑπὸ τῆς Βουλῆς, κατ’ οὐσίαν ἀπορρίπτεται, τότε θὰ ἐμερο-
1291λήπτει ὁ νομοθέτης, ἀποδίδων περισσοτέραν σημασίαν εἰς
1292τὰ Ὄχι, παρὰ εἰς τὰ Ναί.
1293Ἐντεῦθεν λοιπὸν, νομίζω, προκύπτει, ὁποία τις εἶναι ἡ
1294ἔννοια τοῦ Συντάγματος. Ἔρχεται τὸ Σύνταγμα, καὶ τέ-
1295μνον τὴν δυσχέρειαν, ἐν τῇ ὁποίᾳ ἡ Βουλὴ θὰ εὑρίσκετο ἄνευ
1296ἀποφάσεως, λέγει: «θεωρῶ τὴν πρότασιν ὡς ἀπορριφθεῖσαν»,
1297δηλαδὴ ὡς εἰ μὴ ἐγένετο ἡ πρότασις. Διότι μόνον τοιαύτη
1298ἔννοια δύναται νὰ δοθῇ εἰς τὴν διάταξιν ἐκείνην τοῦ Συν-
1299τάγματος. Πᾶσα ἄλλη ἔννοια θὰ ἦτο ἔννοια μεροληπτικὴ,
1300καὶ δὲν ἠδύνατο νὰ ὑποτεθῇ, ὅτι ὁ νομοθέτης θὰ ἐμερολή-
1301πτει εἴτε ὑπὲρ τῆς γνώμης τῶν μὲν, εἴτε ὑπὲρ τῆς γνώμης
1302τῶν δέ.
1303Ἐὰν λοιπὸν ἡ τοιαύτη ἑρμηνεία, ἡ κατ’ ἐμὲ ὀρθὴ καὶ
1304ἀναμφισβήτητος, ἐφαρμοσθῇ εἰς τὴν προκειμένην περίπτω-
1305σιν, ποῖα θὰ ἦναι τ’ ἀποτελέσματα, καὶ ποία θὰ ἦναι ἡ
1306σημασία τῆς χθεσινῆς ψηφοφορίας; Καὶ ἐδῶ ἔρχομαι, ἐπι-
1307καλούμενος ἑτέραν διάταξιν τοῦ Συντάγματος. Ἐλέχθη, —
1308καὶ νομίζω ὅτι δὲν δύναται ν’ ἀμφισβητηθῇ—ὅτι οἱ ἀνα-
1309κηρυσσόμενοι ὑπὸ τοῦ Πρωτοδικείου Βουλευταὶ φέρουσι μεθ’
1310ἑαυτῶν τὸ νόμιμον τεκμήριον, ὅτι νομίμως ἐξελέχθησαν καὶ
1311ὅτι φέρουσι πάντα τὰ νόμιμα προσόντα, μέχρις ἀποδείξεως
1312τοῦ ἐναντίου. Ἐὰν τὸ τεκμήριον τοῦτο δὲν εἶχον ὑπὲρ ἑαυ-
1313τῶν οἱ ἀνακηρυχθέντες Βουλευταὶ, πῶς θὰ εἰσήρχοντο εἰς
1314τὴν Βουλήν; πῶς θὰ ἔδιδον τὸν ὅρκον; πῶς θὰ μετεῖχον τῆς
1315ψηφοφορίας; Κατ’ ἀνάγκην λοιπὸν τὸ τεκμήριον τοῦτο ὑπάρ-
1316χει, ἀφοῦ ἅπαξ τὸ Σύνταγμα ἀπένειμεν εἰς τὴν Βουλὴν τὸ
1317δικαίωμα τοῦ νὰ ἐξελέγχῃ αὐτὴ τὰ πληρεξούσια τῶν ἐκ-
1318λεχθέντων Βουλευτῶν· διότι, ἐὰν οἱ Βουλευταὶ οἱ ἐκλεχθέν-
1319τες δὲν ἐπροστατεύοντο ὑπὸ τοῦ τεκμηρίου ἐκείνου, δὲν θὰ
1320ἠδύναντο νὰ ἐνασκήσωσιν ἐντὸς τῆς Βουλῆς τὰ δικαστικὰ
1321αὑτῶν καθήκοντα κατὰ τὸ στάδιον τῶν ἐξελέγξεων.
1322Δὲν δύναται λοιπὸν ν’ ἀμφισβητηθῇ, ὅτι ὁ εἰσελθὼν εἰς τὴν
1323Βουλὴν δυνάμει τοῦ πληρεξουσίου Βουλευτὴς κέκτηται πάν-
1324τα τὰ νόμιμα προσόντα, μέχρις οὗ τὸ τεκμήριον τοῦτο κα-
1325ταστραφῇ δι’ ἐναντίας ἀποδείξεως. Καὶ ἀπόδειξις τούτου,
1326Κύριοι, ὅτι δηλαδὴ αὐτὸ τὸ Σύνταγμα τοιούτους ἐθεώρησε
1327τοὺς Βουλευτὰς τοὺς ἐκλελεγμένους καὶ εἰσερχομένους εἰς
1328τὴν Βουλήν, εἶναι τὸ ἄρθρον 73 τοῦ Συντάγματος, τοῦ ὁποίου
1329ἐμνήσθη πρὸ μικροῦ ὁ ἀξιότιμος ἐκ Λεβαδείας συνάδελφος.
1330Τί ὁρίζει τοῦτο; ὅτι: «ἡ Βουλὴ ἐξετάζει τὰ πληρεξούσια
1331τῶν Βουλευτῶν, καὶ ἀποφασίζει περὶ τῶν ἀναφυομένων ἀμφι-
1332σβητήσεων.» Ἄρα, μόνον ἐὰν ἀμφισβητηθῇ ἡ νομιμότης
1333τοῦ πληρεξουσίου τοῦ Βουλευτοῦ, ἔρχεται ἡ ἀπόφασις τῆς
1334Βουλῆς· διότι ἡ ἀμφισβήτησις εἶναι ἐξαίρεσις. Κανὼν εἶναι,
1335ὅτι ὁ Βουλευτὴς φέρει τὸ πληρεξούσιον νομίμως. Καὶ ἤκουσα
1336Βουλευτοῦ συναδέλφου, ἀντικρούσαντος καὶ διακόψαντος μά-
1337λιστα τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον ἐκ Λεβαδείας, καὶ εἰπόν-
1338τος: «καὶ ἂν ἐπήρχετο ἰσοψηφία κατὰ τὴν ἐκλογὴν Ἀγυιᾶς,
1339τί θὰ ἐγίνετο;» Θὰ ἐγίνετο ὅ,τι πρέπει νὰ γείνῃ καὶ ἐπὶ τῆς
1340ἐκλογῆς Αἰγιαλείας, τουτέστι μένει τὸ τεκμήριον ἀκέραιον,
1341ἀλλ’ ἀποκτῶν πλέον τὴν ἰσχὺν τῆς ἀναγνωρίσεως ὑπὸ τῆς
1342Βουλῆς.
1343Τοιαύτης οὔσης, κατ’ ἐμὲ, ἀναμφισβητήτως τῆς ἐννοίας
1344τοῦ Συντάγματος καὶ τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς, ὁ ὁποῖος
1345δὲν ἔκαμεν ἄλλο τι ἢ νὰ ἐπαναλάβῃ τὴν διάταξιν τοῦ 56
1346ἄρθρου τοῦ Συντάγματος, πῶς δύναται νὰ γείνῃ, Κύριοι, λό-
1347γος πλέον περὶ νέας ψηφοφορίας; Ἐὰν ἡ Βουλὴ ἐκήρυξεν
1348ἑαυτὴν χθὲς διὰ τῆς ψηφοφορίας ἀνίκανον νὰ ἐξενέγκῃ γνώ-
1349μην, ποία δύναμις σήμερον δύναται νὰ ὑποχρεώσῃ αὐτὴν, ἵνα
1350ἐπανέλθῃ ἐπὶ τῆς ἀποφάσεως τῆς ἐξενεχθείσης, ἢ μᾶλλον ἐπὶ
1351τῆς ψηφοφορίας τῆς ἐξαγγελθείσης; Ἐὰν ἀναγνωρίσητε τὴν
1352ἀρχὴν ταύτην, τότε, Κύριοι, οὐδεμία ἀπόφασις τῆς Βουλῆς
1353θὰ ἰσχύῃ, διότι θὰ ἀρκῇ μία πρότασις, ἵνα ἡ Βουλὴ ἐπα-
1354νέρχηται καὶ ἅπαξ καὶ δὶς καὶ τρὶς ἐπὶ τῆς ψηφοφορίας τῆς
1355γενομένης. Ἤθελεν εἶναι τὸ χείριστον καὶ τὸ ἐπικινδυνότερον
1356τῶν προηγουμένων, ἐὰν τοιαύτην παραδεχθῇ γνώμην ἡ Βου-
1357λὴ καὶ τοιαῦτα νομολογήσῃ, ὅτι ἐπὶ ψηφοφορίας γενομένης
1358δύναται νὰ ἐπανέλθῃ ἡ Βουλή. Καὶ ἐννοῶ, Κύριοι, ἐὰν ὁ νό-
1359μος ἀπῄτει ἀπόλυτον πλειονοψηφίαν, καὶ κατὰ τὴν πρώτην
1360ψηφοφορίαν τὸ ἀποτέλεσμα τοῦτο δὲν θὰ ἐπετυγχάνετο· τότε
1361κατ’ ἀνάγκην ὀφείλει ἡ ψηφοφορία νὰ ἐπαναληφθῇ. Ἀλλ’
1362ἅπαξ τῆς ψηφοφορίας γενομένης, ἅπαξ τῆς Βουλῆς μὴ ἐξ-
1363ενεγκούσης γνώμην, δὲν δύναται νὰ ὑποχρεωθῇ, ὥστε καλὰ
1364καὶ σώνει νὰ ἐκφέρῃ γνώμην ἐπὶ τοῦ θέματος, ἐπὶ τοῦ ὁποίου
1365ἐκλήθη ν’ ἀποφανθῇ καὶ δὲν εὑρέθη ἱκανὴ νὰ δώσῃ γνώμην.
1366Τώρα ἔρχεται πλέον ἡ ἐφαρμογὴ τῆς συνταγματικῆς δια-
1367τάξεως ἐπὶ τοῦ θέματος τοῦ ὑπὸ τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς τε-
1368θέντος· καὶ ἐδῶ πλέον αἱ γνῶμαι διχάζονται ὡς ἐκ τῆς διαφό-
1369ρου ἑρμηνείας, τὴν ὁποίαν δίδουσι καὶ εἰς τὴν συνταγματικὴν
1370διάταξιν καὶ εἰς τὴν δῆθεν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς. Τί ἀπε-
1371δείχθη χθὲς, κατὰ τὴν ἔννοιαν τοῦ Συντάγματος; Ἀπερρί-
1372φθη ἡ πρότασις. Τώρα οἱ μὲν λέγουσιν ὅτι ἀπερρίφθη ἡ πρό-
1373τασις ἡ διατυπωθεῖσα ὑπὸ τοῦ ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτοῦ, οἱ
1374δὲ, ὅτι ἀπερρίφθη ἡ πρότασις τοῦ τμήματος, ἢ ἡ ἔνστασις
1375ἡ κατὰ τοῦ κύρους τῆς ἐκλογῆς Αἰγιαλείας. Κύριοι, συνή-
1376θως, καθὼς πάντες γνωρίζομεν, ὁ Πρόεδρος ὑποβάλλει εἰς
1377τὴν Βουλὴν ἐν εἴδει ἐρωτήματος τὸ πόρισμα τῶν συζητή-
1378σεων, εἴτε ἐκ τῆς οἰκείας αὐτοῦ ἐξουσίας, εἴτε κατὰ πρό-
1379τασιν Βουλευτοῦ προκαλεῖ τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς ἐρωτῶν.
1380Τώρα, ἡ τοιαύτη ἢ τοιαύτη διατύπωσις τοῦ θέματος διὰ
1381τοῦ ἐρωτήματος δύναται ν’ ἀπολήγῃ εἴτε εἰς ἀποφατικὴν
1382ἀπάντησιν, εἴτε εἰς καταφατικήν. Τοῦτο εἶναι ἐντελῶς τυ-
1383χαῖον. Διότι ἡ γνώμη τῆς Βουλῆς δύναται νὰ βολιδοσκο-
1384πηθῇ, δύναται νὰ ζητηθῇ εἴτε κατὰ τὸν ἕνα εἴτε κατὰ
1385τὸν ἄλλον τρόπον. Τοῦτο δὲν εἶναι τὸ οὐσιῶδες, τοῦτο δὲν
1386εἶναι τὸ ἐνδιαφέρον ἐπὶ τοῦ προκειμένου ζητήματος, κατὰ
1387τίνα τρόπον ἠρωτήθη ἡ Βουλή, κατὰ τὸν τρόπον τὸν
1388ἀποφατικὸν, ἢ κατὰ τὸν τρόπον τὸν καταφατικόν. Τὸ οὐ-
1389σιῶδες εἶναι, ἐπὶ τίνος προτάσεως, ἐπὶ τίνος θέματος ἡ
1390Βουλὴ ἐψήφισε. Καὶ τοῦτο τὸ ἐξεταστέον. Ἐπὶ τίνος θέ-
1391ματος ἡ Βουλὴ ἐψήφιζε; Τὸ λέγει ὁ Κανονισμός. Καὶ
1392νομίζω ὅτι δὲν δύναται ὡς πρὸς τοῦτο νὰ γεννηθῇ ἀμφι-
1393βολία, πλὴν ἄν τις θέλῃ νὰ καμμύῃ τὰ ὄμματα πρὸ τοῦ
1394φωτὸς τοῦ ἡλίου (ἀναγινώσκει): «Ἄρθρον 5. Ἐντὸς πέντε
1395ἡμερῶν ἀπὸ τῆς καταρτίσεως αὐτῶν τὰ τμήματα ὑποβάλ-
1396λουσι τὰς ἐκθέσεις ἐπὶ τῶν ἐκλογῶν· μεθ’ ὃ ἡ Βουλὴ ἐπι-
1397λαμβάνεται τῆς ἐπ’ αὐτῶν συζητήσεως.» Ἄρα τὸ εἰσαγω-
1398γικόν, οὕτως εἰπεῖν, — διὰ νὰ μεταχειρισθῶ λέξιν δικανικὴν —
1399τῆς συζητήσεως ἔγγραφον εἶναι ἡ ἔκθεσις τοῦ τμήματος,
1400καὶ αὕτη ὑπόκειται εἰς τὴν Βουλὴν πρὸς συζήτησιν.
1401Τώρα ἡ παρατήρησις, ἡ ὁποία ἐγένετο, ἂν δηλ. τὸ τμῆμα
1402τὸ προεξελέγξαν τὴν ἐκλογὴν Αἰγιαλείας κάμνει ἢ δὲν κά-
1403μνει πρότασιν, τουτέστιν ἂν διατυπώνει διὰ τῆς λέξεως ῥη-
1404τῶς «προτείνω», ἢ δὲν τὸ διατυπώνει, τοῦτο εἶναι ἐντε-
1405λῶς ἀδιάφορον, διότι τοῦτο ἐξαρτᾶται ἐκ τῆς ἰδιοσυγκρασίας
1406τοῦ εἰσηγητοῦ· φρονῶ δὲ, ὅτι δὲν δυνάμεθα νὰ λεπτολογῶ-
1407μεν, ἐξετάζοντες τὸ κείμενον τῆς προτάσεως τοῦ τμήματος·
1408τὸ σπουδαῖον εἶναι, ὅτι ἡ ἔκθεσις αὕτη ἀπευθύνεται πρὸς
1409τὴν Βουλὴν, ὅπως καὶ πᾶσαι αἱ ἄλλαι ἐκθέσεις, καὶ ὅτι ὁ
1410εἰσηγητής, διατυπώνων τὴν γνώμην ἢ μᾶλλον τὰς γνώμας
1411τὰς ἀναπτυχθείσας ἐν τῷ τμήματι, λέγει: «προκειμένου δὲ
1412περὶ τῶν προσόντων, ἤτοι περὶ τῆς νομίμου ἡλικίας τοῦ ἐπι-
1413τυχόντος Πολ. Πολυχρονιάδου, ἐκ τῶν παρόντων ἐν τῷ τμή-
1414ματι Βουλευτῶν εἴκοσιν, οἱ μὲν δώδεκα...» ἐψήφισαν οὕτως,
1415οἱ δὲ οὕτω. Λοιπὸν, προκειμένου περὶ τῶν προσόντων, δώ-
1416δεκα, ἤτοι ἡ πλειονοψηφία τοῦ τμήματος προτείνει ἵνα ἡ
1417ἐκλογὴ ἀκυρωθῇ λόγῳ ἐλλείψεως προσόντων. Καὶ αὐτὴ εἶναι
1418ἡ πρότασις τοῦ τμήματος, καὶ πάντες οἱ ἀγορεύσαντες ὑπὲρ
1419ἢ κατὰ ἐν τῇ συζητήσει τῆς ἐκλογῆς Αἰγιαλείας τοῦτο
1420ἠθέλησαν νὰ ὑποστηρίξωσιν, οἱ μὲν, ὑποστηρίζοντες τὴν πρό-
1421τασιν τοῦ τμήματος, ὅτι ἡ ἐκλογὴ εἶναι ἄκυρος δι’ ἔλλειψιν
1422τοῦ προσόντος τῆς ἡλικίας τοῦ κ. Πολυχρονιάδου, οἱ δὲ,
1423ὑποστηρίζοντες ὅτι δὲν ἀποδεικνύεται ἐπαρκῶς ἡ ἔνστασις
1424περὶ ἐλλείψεως τοῦ προσόντος τῆς ἡλικίας. Πόρισμα δὲ τῆς
1425συζητήσεως ὑπῆρξεν ἡ διατύπωσις τοῦ ἐρωτήματος πρὸς τὴν
1426Βουλὴν, καὶ ὄχι προτάσεως, ἐὰν ὁ κ. Πολυχρονιάδης ἔχει
1427ἢ δὲν ἔχει τὸ προσὸν τῆς ἡλικίας, καὶ ἡ Βουλὴ οὐδὲν ἀπε-
1428φάνθη· διότι, ἐπαναλαμβάνω, ἀπόφασις δὲν ὑπάρχει, οὔτε
1429δύναταί τις νὰ ὑποστηρίξῃ, ὅτι ὑπῆρξεν ἀπόφασις περὶ τοῦ
1430κύρους τῆς ἐκλογῆς. Τί μένει; Ἀφοῦ ἡ Βουλὴ εἶπε «δὲν ἔχω
1431γνώμην ἐπὶ τοῦ θέματος», ἔρχεται τὸ Σύνταγμα, Κύριοι,
1432καὶ λέγει: ἡ πρότασις ἡ ὑπὸ συζήτησιν, — διότι δὲν δύνα-
1433ται ἄλλον λόγον νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὸ Σύνταγμα παρὰ τὴν
1434πρότασιν τὴν συζητουμένην, ὄχι τὸ ἐρώτημα τὸ τεθέν, τὴν
1435οὐσίαν τοῦ θέματος — ἡ πρότασις ἡ συζητουμένη θεωρεῖται
1436ἀπορριφθεῖσα. Καὶ τότε τί ἔχομεν; ἔχομεν τὸ τεκμήριον,
1437ἀναλαμβάνον ὅλην αὐτοῦ τὴν ἰσχὺν, ἔχομεν τοὺς ἐκλογεῖς
1438Αἰγίου, οἵτινες σᾶς λέγουν «αὐτὸν ἐξελέξαμεν Βουλευτήν»·
1439ἔρχεται τὸ Πρωτοδικεῖον, τὸ ὁποῖον παρέσχεν εἰς αὐτὸν τὴν
1440ἀνακήρυξιν, καὶ σᾶς λέγει, ὅτι αὐτὸς εἶναι ὁ νόμιμος Βου-
1441λευτής. Τί δύνασθε εἰς αὐτὰ νὰ ἀντιτάξητε; Ὑπάρχει
1442ἀπόφασις τῆς Βουλῆς, ὅτι δὲν ἔχει τὰ προσόντα; ποῦ; ποία
1443εἶναι; φέρετέ την ἐδῶ τὴν ἀπόφασιν.
1444§81ΜΙΧ. ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Ἀπόφασιν ὅτι ἔχει τὰ προσόντα
1445ἔχετε;
1446§82Δ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Κατ’ ἀνάγκην. Ἀφοῦ ἡ Βουλὴ λέγει
1447καὶ ὁμολογεῖ — αὐτὸ λέγει τὸ Σύνταγμα — ὅτι δὲν εἶναι εἰς
1448κατάστασιν νὰ ἐκφέρῃ γνώμην ἐπὶ τοῦ λόγου τῆς ἀνηλικό-
1449τητος, κατ’ ἀνάγκην, κατ’ ἀναπόδραστον ἀνάγκην, κατ’
1450ἀναπόφευκτον συνέπειαν παραδέχεται, ὅτι ἡ ἐκλογὴ εἶναι
1451ἔγκυρος· διότι, ἐὰν εἶχε τὴν ἐναντίαν γνώμην, θὰ ἔλεγεν ὅτι
1452ἡ ἐκλογὴ εἶναι ἄκυρος· ἐν τούτοις δὲν τὸ εἶπε. Ποῦ θὰ στη-
1453ριχθῆτε, Κύριοι, ἵνα ὑποστηρίξητε τὴν ἀντίθετον γνώμην;
1454§83ΜΙΧ. ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Ἐπὶ τῆς ἐκλογῆς ἀπεφάνθη ὅτι
1455εἶναι ἔγκυρος. Τώρα ἐρχόμεθα νὰ ζητήσωμεν δευτέραν ἀπό-
1456φασιν· ἔχει τὰ προσόντα ἢ ὄχι;
1457§84Δ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Ἡ Βουλὴ δὲν εἶπε τίποτε, οὔτε δύ-
1458νασθε νὰ τὴν ὑποχρεώσητε νὰ ἐπαναλάβῃ τὴν ψηφοφορίαν·
1459δὲν ὑπάρχει νόμιμος λόγος πρὸς τοῦτο.
1460§85Π. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Δὲν εἶπεν ὅτι τὰ ἔχει.
1461§86Δ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Κατ’ ἐμέ, ἐπαναλαμβάνω, κατ’ ἀνάγ-
1462κην καὶ ἀναπόφευκτον συνέπειαν, ἐὰν θέλητε ν’ ἀκολουθή-
1463σητε τοὺς ἑρμηνευτικοὺς κανόνας, ἀφοῦ ἅπαξ ἡ Βουλὴ εἶ-
1464πεν, ὅτι δὲν δύναται, δὲν εἶναι εἰς κατάστασιν νὰ ἐκφέρῃ
1465γνώμην ἐπὶ τῆς ἐνστάσεως τῆς ἀνηλικότητος, κατ’ ἀνάγ-
1466κην παραδέχεται ἐμμέσως τὸ νόμιμον τοῦ Βουλευτοῦ. Δὲν
1467δύνασθε νὰ ἐξέλθητε ἐκ τοῦ διλήμματος τούτου· εἶναι κλοιός,
1468ὁ ὁποῖος σᾶς περισφίγγει· ἡ ἀπόρριψις τῆς ἀκυρότητος συνε-
1469πάγεται ἀναγκαίως, ἐὰν δὲν θέλωμεν νὰ καταστρατηγήσω-
1470μεν τὴν λογικήν. Ἄλλως ἡ συνταγματικὴ διάταξις σᾶς δε-
1471σμεύει, διότι ἀκριβῶς τὸ Σύνταγμα προεῖδε τὴν περίστασιν
1472αὐτήν, ἡ ὁποία δύναται ἑκάστοτε νὰ ἀναφανῇ ἐν τῇ Βουλῇ·
1473ἀκριβῶς τὴν περίστασιν ταύτην ἐκανόνισε τὸ Σύνταγμα, καὶ
1474ἠθέλησε νὰ ἄρῃ πᾶν κώλυμα, ὥστε αἱ ἐργασίαι τῆς Βουλῆς
1475νὰ προβῶσιν ἀπροσκόπτως. Διὰ τοῦτο, Κύριοι, φρονῶ, ὅτι
1476πᾶσα ἄλλη ἀπόφασις εἶναι ἀντικρὺς ἐναντία τοῦ Συν-
1477τάγματος.
1478§87Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Μοιραίως, Κύριοι, λαμβάνω τὸν λό-
1479γον· καὶ λέγω μοιραίως, διότι ἑκατοντάκις ἐπανελήφθη ἐν-
1480τεῦθεν, ὅτι ἡ πρότασις, ἐπὶ τῆς ὁποίας προεκλήθη ἡ ψηφο-
1481φορία τῆς Βουλῆς, ἦτο ἰδική μου. Σᾶς ὁμολογῶ, Κύριοι, ὅτι
1482κολακεύομαι πολὺ ἐκ τῆς τοιαύτης ἐκ μέρους τοῦ συναδέλ-
1483φου περιποιήσεως — διότι πρόκειται περὶ περιποιήσεως — καὶ
1484τῆς τιμῆς τοῦ νὰ ὑποβάλω τὴν πρότασιν, ἀλλ’ ὀφείλω νὰ
1485ὁμολογήσω, ὅτι οὔτε κατ’ ἐλάχιστον εἶμαι ὁ πατὴρ τῆς προ-
1486τάσεως. Πατέρες τῆς προτάσεως ὑπῆρξαν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι
1487ἐν ἀλαλαγμῷ τὴν ἐδέχθησαν, καὶ δύναμαι νὰ εἴπω, ὅτι ὁ
1488κ. Βουλευτὴς ἐκ Λεβαδείας ὑπῆρξεν ὁ πατὴρ τῆς προτά-
1489σεως. Εὐτυχῶς ἔχομεν ἤδη κεκυρωμένα τὰ πρακτικὰ τῆς
1490χθεσινῆς συνεδριάσεως, ὅπως δυνάμεθα ἐπὶ θετικῶν νὰ συ-
1491ζητῶμεν.
1492Μετὰ μακρὰν συζήτησιν εἶχεν ὑποβληθῆ μία πρότασις, ἡ
1493ὁποία ἀνεγνώσθη παρὰ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Βουλῆς, κατὰ
1494τὴν ὁποίαν «οἱ παραδεχόμενοι ὅτι ὁ βουλευτὴς Αἰγιαλείας κ.
1495Πολυχρονιάδης ἔχει τὴν νόμιμον τριακονταετῆ ἡλικίαν λέ-
1496γουσι Ναὶ, οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουσιν Ὄχι». Εἰς τὴν πρό-
1497τασιν ταύτην ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Λεβαδείας ἀντέταξεν ἄλλην
1498πρότασιν: «Οἱ παραδεχόμενοι ὅτι ὁ βουλευτὴς Αἰγιαλείας κ.
1499Πολυχρονιάδης ἔχει τὰ νόμιμα προσόντα λέγουσι Ναὶ, οἱ μὴ
1500παραδεχόμενοι λέγουσιν Ὄχι». Ἐν τῷ μεταξὺ εὗρον τὴν
1501εὐκαιρίαν νὰ διατυπώσω τὴν γνώμην μου. Ἐζήτησα ν’ ἀφεθῇ
1502πλήρης ἐλευθερία εἰς τὴν ψῆφον τῶν Βουλευτῶν, ἐζήτησα,
1503ὅπως, ἐὰν ὑπάρχῃ εἷς Βουλευτὴς ὑπὲρ τοῦ ἑνὸς προσόντος,
1504νὰ δύναται ὁ Βουλευτὴς, ὁ ὁποῖος ἤθελε νὰ ψηφίσῃ κατ’ αὐ-
1505τῆς, νὰ ψηφίσῃ, καὶ διετύπωσα τότε μίαν πρότασιν, ὄχι ἐγ-
1506γράφως, ἀλλὰ προφορικῶς, ἀλλὰ τὴν πρότασιν ἐκείνην διε-
1507τύπωσα ἐκ τοῦ προχείρου, καὶ δικαίως ἐξηγέρθησαν ἐναντίον
1508τῆς τοιαύτης διατυπώσεως, καὶ τότε διετύπωσα τὴν τε-
1509λευταίαν πρότασιν: «Οἱ παραδεχόμενοι ὅτι ὁ ἐκλεγεὶς βου-
1510λευτὴς Αἰγιαλείας κ. Πολυχρονιάδης ἔχει τὸ ὑπὸ τοῦ ἄρ-
1511θρου 70 τοῦ Συντάγματος προσὸν τῆς ἡλικίας λέγουσι Ναὶ,
1512οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουσιν Ὄχι». Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ
1513Λεβαδείας τί ἐπρότεινεν; «οἱ παραδεχόμενοι ὅτι ὁ βουλευτὴς
1514Αἰγιαλείας Πολυχρονιάδης ἔχει τὰ νόμιμα προσόντα λέγουσι
1515Ναὶ, οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουσιν Ὄχι». Πρόκειται δηλ.
1516περὶ δύο θετικῶν προτάσεων. Κατὰ τί διαφέρουν ἡ πρότα-
1517σις ἡ τελευταῖον ὑποβληθεῖσα παρ’ ἐμοῦ καὶ ἐκείνη, ἐπὶ τῆς
1518ὁποίας ἐπῆλθεν ἡ διχογνωμία; Κατὰ τοῦτο, ὅτι ἡ μὲν
1519πρότασις τοῦ κ. Βουλευτοῦ Λεβαδείας περιλαμβάνει συλλή-
1520βδην ὅλα τὰ προσόντα, ἡ δὲ ἰδική μου πρότασις περιλαμ-
1521βάνει μόνον τὸ ἓν προσόν, τὸ τῆς ἡλικίας, ἐκεῖθεν δὲ ἐπῆλ-
1522θεν ἡ διαίρεσις τῶν γνωμῶν καὶ ἡ λογομαχία. Τὴν στιγμὴν
1523ὅμως, καθ’ ἣν διετύπωσα τὴν τελευταίαν πρότασιν, ὁλόκλη-
1524ρος ἡ Βουλὴ τὴν υἱοθέτησε καὶ ἐν ἀλαλαγμῷ τὴν ἐδέχθη.
1525Καὶ διατί; δι’ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα εἶπεν ὁ κ. Βουλευτὴς Λε-
1526βαδείας· καὶ διατί; δι’ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα εἶπεν ὁ κ. Βουλευ-
1527τὴς Ζακύνθου. Τί σᾶς ἔλεγον; Σᾶς ἔλεγον ὅτι ὑπάρχει ἐκ τῆς
1528ἀνακηρύξεως τοῦ Βουλευτοῦ ἓν τεκμήριον, ὑπάρχει τὸ τεκ-
1529μήριον, ὅτι ὁ Βουλευτὴς νομίμως ἐξελέγη, πρέπει δὲ νὰ
1530ἐπέλθῃ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς, αἴρουσα τὸ τεκμήριον τὸ ἐκ
1531τῆς ἀνακηρύξεως προκῦπτον. Αὐτὴ εἶναι ἡ θεωρία, Κύριοι,
1532ἐπὶ τῆς ὁποίας στηρίζονται ὅλαι αἱ προτάσεις, αἱ ὑποβαλ-
1533λόμεναι εἰς τὴν Βουλήν, σχετικῶς μὲ τὰς ἐκλογάς.
1534Ἐὰν ἀναδιφήσητε ὅλα τὰ πρακτικὰ τῶν διαφόρων Βου-
1535λῶν κατὰ τὸ στάδιον τῶν ἐξελέγξεων, ἐὰν ἀναδιφήσητε
1536ὅλας τὰς ἀποφάσεις, θέλετε ἴδει, ὅτι οὐδεμία ὑπάρχει πρό-
1537τασις ἀρνητική· καὶ διατί; δι’ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἔλεγον πρὸ
1538ὀλίγου, διότι ὑφίσταται τὸ νόμιμον τεκμήριον. Τίθεται λοι-
1539πὸν ἡ πρότασις οὕτω πως, ὅπως ἐτέθησαν ὅλαι αἱ προτάσεις
1540ἀπὸ καταβολῆς τοῦ Συντάγματος καθ’ ὅλας τὰς Περιόδους,
1541τίθεται θετικῶς, καὶ πρέπει ἡ Βουλὴ νὰ ἀποφανθῇ Ναὶ
1542ἢ Ὄχι. Ἀληθῶς εἰς αὐτὴν τὴν περίπτωσιν ἐγένετό τι, τὸ
1543ὁποῖον δὲν εἶναι ὀρθόν, διότι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἔπρεπε νὰ
1544ἀναγγείλῃ εἰς τὴν Βουλὴν ὁ κ. Πρόεδρος αὐτῆς, περιελή-
1545φθη ἐν τῇ προτάσει. Ἔπρεπε δὲ νὰ διατυπωθῇ ἡ πρότασις
1546συμφώνως πρὸς τὸ τεκμήριον, τὸ ὁποῖον γεννᾶται ἐκ τῆς
1547ἀνακηρύξεως τοῦ κ. Πολυχρονιάδου, ὡς βουλευτοῦ Αἰγια-
1548λείας. Ἡ πρότασις ἔπρεπε νὰ τεθῇ ὡς ἑξῆς: «Ὁ ἐκλεγεὶς
1549Βουλευτὴς ἔχει τὸ προσὸν τῆς ἡλικίας;» ἢ ὅπως διετύπω-
1550σεν αὐτὴν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Λεβαδείας: «Ὁ ἐκλεγεὶς
1551Βουλευτὴς Αἰγιαλείας ἔχει τὰ νόμιμα προσόντα;» Ὁ κ.
1552Πρόεδρος ὤφειλε νὰ εἰδοποιήσῃ τὴν Βουλήν, ὅτι «οἱ παραδε-
1553χόμενοι τὴν πρότασιν λέγουσι Ναί, οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέ-
1554γουσιν Ὄχι». Ζητῶ συγγνώμην, ὅτι κατὰ τὴν προφορικὴν
1555διατύπωσιν, ἐν τῇ συγχύσει τῇ ἐπελθούσῃ εἰς τὸ τέλος τῆς
1556συζητήσεως, δὲν προέβλεψα ὅτι ἤθελε περιληφθῆ ἐν τοῖς
1557πρακτικοῖς ὄχι ἡ πρότασις ὡς ἔδει νὰ διατυπωθῇ, ἀλλ’ ὡς
1558ἔπρεπε ν’ ἀπαγγελθῇ πρὸς τὴν Βουλήν, διὰ νὰ προκαλέσῃ
1559τὴν ψῆφον αὐτῆς. Ἀλλ’ ἐντεῦθεν μεταβάλλεται ὁ χαρακτὴρ
1560τῆς προτάσεως; Ἐγένετο αὕτη ἀπὸ θετικῆς ἀρνητική; ἢ
1561ἐνέχει ἐν ἑαυτῇ, ὡς ὁ φίλτατος συμπολίτης μου κ. Λεβίδης
1562ἰσχυρίσθη, διπλῆν ἔννοιαν, διπλῆν ὄψιν; Βεβαίως ὄχι. Ἡ
1563πρότασις εἶναι θετική. Τώρα, ὅπως εἶναι γεγραμμένον ἐν τῇ
1564προτάσει: «οἱ παραδεχόμενοι λέγουσι Ναί, οἱ μὴ παραδεχό-
1565μενοι λέγουσιν Ὄχι», οὐδὲν ἕτερον προκύπτει ἐντεῦθεν ἢ ὅτι
1566ἡ πρότασις εἶναι θετική. Διότι, ἐὰν ἦτο ἀρνητική, θὰ ἔγρα-
1567φεν: «οἱ μὴ παραδεχόμενοι τὸ ἔγκυρον τῆς ἐκλογῆς λέγουσι
1568Ναί, οἱ παραδεχόμενοι λέγουσιν Ὄχι». Ἔχομεν ἐνώπιον ἡμῶν
1569ἀναμφισβητήτως μίαν θετικὴν πρότασιν, ἡ ὁποία εἶναι ἐν-
1570τελῶς σύμφωνος πρὸς τὰ παραδεδεγμένα ὀρθῶς, πρὸς τὰς
1571παραδόσεις. Ἐπεκαλέσθησαν τὴν ἔκθεσιν τοῦ τμήματος καὶ
1572εἶπον, ἐπὶ τῇ βάσει μάλιστα ῥητῆς διατάξεως τοῦ Κανονι-
1573σμοῦ ἡμῶν, ὅτι ἀναγκαίως ἡ Βουλὴ εἶναι δεμένη ὄπισθεν
1574τοῦ ἅρματος ἑνὸς ἑκάστου τῶν τμημάτων, καὶ ὅταν τὸ
1575τμῆμα προβάλλῃ πρότασιν ἀρνητικήν, ἡ Βουλὴ πρέπει τυ-
1576φλοῖς ὄμμασι νὰ ἀκολουθῇ αὐτήν, ὅταν δὲ προβάλλῃ πρότα-
1577σιν θετικήν, ἡ Βουλὴ πάλιν τυφλοῖς ὄμμασι πρέπει ν’ ἀκο-
1578λουθῇ αὐτήν. Ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω χάριτας εἰς τὸν βου-
1579λευτὴν Ἀττικῆς κ. Λεβίδην, ὁ ὁποῖος διὰ τῆς συνήθους καὶ
1580ἀληθῶς ἀκαταβλήτου φιλοπονίας του ἠθέλησε νὰ ἐπιχύσῃ
1581φῶς εἰς τὴν προκειμένην συζήτησιν, διὰ τῶν πρακτικῶν, τὰ
1582ὁποῖα ἀνέγνωσεν εἰς τὴν Βουλήν. Ἀληθῶς ἡ γνώμη τοῦ μα-
1583καρίτου Τρικούπη εἶναι ὁποία διετυπώθη, ἀλλ’ ἀληθῶς ἐπί-
1584σης ἡ γνώμη του ἐκείνη εἶναι ἐντελῶς σφαλερὰ, ἀποδεικνύει
1585δὲ μάλιστα, ὅτι ἡ γνώμη αὕτη ἦτο ἐκ τῶν πρωτολείων τοῦ
1586μεγάλου ἐκείνου νοὸς, ὁ ὁποῖος κατόπιν τοσοῦτον ἀνεπτύχθη
1587καὶ ἐξετιμήθη. Διότι βλέπει τις ἐν τῇ γνώμῃ, ἣν διετύπωσεν,
1588ἀκριβῶς τὴν τελείαν ἔλλειψιν ἀντιλήψεως τοῦ ζητήματος,
1589ἐφ’ οὗ ἐπρόκειτο ν’ ἀποφασίσῃ ἡ Βουλή. Καὶ λέγει ὁ Τρι-
1590κούπης: «Τὸ ἄρθρον τοῦ Συντάγματος ὅλοι εἴμεθα σύμφωνοι
1591νὰ τὸ παραδεχθῶμεν, ἀλλ’ ὅπως παρέστησεν ὁ βουλευτὴς
1592Καλαβρύτων κ. Πετιμεζᾶς, εἶναι ἄδικον, ὁ εἷς νὰ κερδίζῃ
1593τὸ ζήτημα διότι ἐτέθη καταφατικῶς, καὶ ὁ ἄλλος νὰ τὸ χάνῃ
1594διότι ἐτέθη ἀποφατικῶς...» (Κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην δὲν
1595εἶχε διατυπωθῆ ἡ νομολογία τῆς Βουλῆς, δὲν εὑρίσκετο εἰς
1596ὃ σημεῖον εὑρίσκεται σήμερον διὰ τῆς συνεχοῦς ἐπὶ μακρὰς
1597Περιόδους ἐπαναλήψεως τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν διατυποῦνται
1598τὰ ζητήματα ἐπὶ τῶν ἐξελέγξεων). «... Καὶ διὰ τοῦτο
1599πρέπει νὰ λύσωμεν τὸ οὐσιῶδες αὐτὸ ζήτημα ἀπροσωπολή-
1600πτως. Τὸ ζήτημα λοιπὸν εἶναι, πῶς θὰ τίθεται τὸ θέμα
1601τῆς ἀκυρώσεως ἢ ἐπικυρώσεως». Καὶ προσθέτει τὸ παράδοξον
1602τοῦτο διὰ τὸν μέγαν ἐκεῖνον νοῦν: «Ἡ κοινὴ γνώμη εἶναι
1603»νὰ τίθηται ἄκυρον. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἀπορρίπτεται
1604»ἡ πρότασις, καὶ ἡ ἐκλογὴ εἶναι ἔννομος.»
1605Ἀλλ’ ἀναμφισβητήτως, διατυπῶν τὴν τοιαύτην γνώμην,
1606παρεῖδε τὸ μέγα τεκμήριον, τὸ ὁποῖον προκύπτει ἐκ τῆς
1607ἀνακηρύξεως τοῦ Βουλευτοῦ ὡς Βουλευτοῦ, καὶ περιέπεσεν
1608εἰς τὸ ἄτοπον νὰ θέλῃ ἐκ τῶν προτέρων νὰ τὸ κατανοήσωμεν,
1609νὰ διατυπώσωμεν, πῶς θὰ τίθενται αἱ προτάσεις, ὅταν αἱ
1610προτάσεις δὲν ἦναι δυνατὸν νὰ τεθῶσι θετικῶς λόγῳ τοῦ
1611τεκμηρίου, τὸ ὁποῖον ὑφίσταται. Ἀλλ’ εἰς ἐκείνην τὴν ἐπο-
1612χὴν, καθ’ ἣν δὲν ἦτο ὥριμος ὁ νοῦς τοῦ Τρικούπη, ὑπῆρχεν
1613ἄλλος νοῦς ὥριμος, καὶ οὗτος ἦτο ὁ τοῦ μακαρίτου Κουμουν-
1614δούρου, τοῦ Προέδρου τότε τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου.
1615Οὗτος λέγει μὲ τὴν συνήθη του γλυκύτητα: «Μίαν λέξιν
1616»θὰ εἴπω. Ἤθελον παρακαλέσει τοὺς κυρίους Βουλευτὰς νὰ
1617»ἀφήσωσι τὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος ὅπως ἔχουν, καὶ
1618»μεθαύριον, ἐὰν μᾶς παρουσιασθῇ αὐτὴ ἡ περίστασις, νὰ λύ-
1619»σωμεν αὐτὸ τὸ ζήτημα· διότι, ἐὰν θελήσωμεν νὰ τὸ λύσω-
1620»μεν σήμερον, θὰ συζητήσωμεν ποία εἶναι ἡ πρότασις ἐν
1621»ἰσοψηφίᾳ, καὶ τοῦτο εἶναι ζήτημα πολὺ σπουδαῖον. Λοι-
1622»πὸν θὰ παρακαλέσω τοὺς κυρίους Βουλευτὰς ν’ ἀποσύρουν
1623»ὅλας αὐτὰς τὰς προτάσεις, καὶ ἂν παρουσιασθῇ μία τοι-
1624»αύτη περίστασις, τότε τὸ λύομεν.»
1625Λοιπὸν τὰ προηγούμενα οὐδὲν ἀποδεικνύουσιν. Αὐτὴ εἶ-
1626ναι ἡ κατακλεὶς τῆς τότε γενομένης, ἐπὶ τοῦ ἀκύρου τῆς
1627ψηφοφορίας τοῦ ἄρθρου 5 τοῦ Κανονισμοῦ, συζητήσεως. Τὴν
1628γνώμην του δὲ ἐπ’ αὐτοῦ διετύπωσε καὶ ὁ μακαρίτης Ἐπα-
1629μεινώνδας Δεληγεώργης.
1630Λοιπὸν τῶν τμημάτων αἱ ἐκθέσεις οὐδεμίαν ἔχουσι ση-
1631μασίαν. Λέγει μὲν ὁ Κανονισμὸς ἐν ἄρθρῳ 5, ὅτι ἐντὸς 5
1632ἡμερῶν ἀπὸ τῆς καταρτίσεως αὐτῶν τὰ τμήματα ὑποβάλ-
1633λουσι τὰς ἐκθέσεις ἐπὶ τῶν ἐκλογῶν, ἀλλὰ δὲν λέγει, οὔτε
1634ἦτο δυνατὸν νὰ εἴπῃ, ὅτι πρέπει οἱαδήποτε πρότασις νὰ τί-
1635θηται εἰς ψηφοφορίαν ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἐκθέσεων. Πλεῖστοι
1636ἐξ ὑμῶν συνεδριάζετε ἀπὸ μακροῦ χρόνου ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ·
1637εἴπετέ μοι σεῖς, ἐὰν ὑπῆρξε ζήτημα, οὐχὶ ἐκ τῶν κυρίων,
1638ἀλλὰ καὶ ἐκ τῶν δευτερευόντων, τὸ ὁποῖον νὰ μὴ προκαλέσῃ,
1639ἀκριβῶς κατὰ τὴν θέσιν του, κατὰ τὴν διατύπωσίν του,
1640μακροτέραν συζήτησιν ἢ ἐπὶ τῆς οὐσίας του αὐτῆς. Εἶναι
1641δυνατὸν νὰ ὑποθέσῃ τις ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον παραδόξως ἐλέχθη,
1642ὅτι ἐπὶ τοῦ προκειμένου τὸ δικαίωμα τῆς Βουλῆς δὲν εἶναι
1643ἀπόλυτον; Τοιοῦτον δικαίωμα οὐδενὶ δέδοται, ὅπως δε-
1644σμεύσῃ τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς, ὅπως δεσμεύσῃ τὸν τρόπον,
1645καθ’ ὃν θέλει αὕτη ἐκφέρει τὴν γνώμην της. Ἡ Βουλὴ δὲν
1646ἐδέθη ὄπισθεν τοῦ ἅρματος οὐδενὸς τμήματος, τὸ ὁποῖον δὲν
1647ἀποτελεῖ ἢ μίαν μειονότητα ἐντελῶς ἀσήμαντον ἀπέναντι
1648τοῦ ὅλου Σώματος. Τοιαύτη θεωρία εἶναι, Κύριοι, τερατώ-
1649δης, θαυμάζω δὲ, ὅτι Βουλευτὴς τῆς ἐπιστημονικῆς ἀνα-
1650πτύξεως τοῦ κ. ἐκ Ζακύνθου Βουλευτοῦ προέβαλε τοιαῦτα,
1651τὰ ὁποῖα μειοῦσι τὴν κυριαρχίαν τοῦ μόνου κυριαρχικοῦ Σώ-
1652ματος, ὅπερ ὑπάρχει παρ’ ἡμῖν. Καὶ αὐτὴ ἡ Βουλὴ δὲν ἔχει
1653τὸ δικαίωμα νὰ παραιτηθῇ τῶν δικαιωμάτων της, διότι
1654ταῦτα συνδέονται στενῶς καὶ ἀναποσπάστως μὲ τὴν κυρι-
1655αρχίαν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, τὸν ὁποῖον ἐκπροσωπεῖ. Τοῦτο
1656ἤθελεν εἶσθαι ἄντικρυς ἀντίθετον πρὸς τὰς διατάξεις τοῦ
1657Συντάγματος. Διότι οὕτως ἠθέλομεν προβῆ καὶ περαιτέρω·
1658ἠδύνατο εἷς Κανονισμὸς νὰ δεσμεύσῃ ὄχι μόνον τὸν τρόπον,
1659καθ’ ὃν δέον ν’ ἀποφασίσῃ ἡ Βουλὴ, ἀλλὰ καὶ τὸν τρόπον,
1660καθ’ ὃν δέον νὰ σκεφθῇ. Διότι εἰς τοιαῦτα ἀποτελέσματα
1661ἄγει ἡ θεωρία τοῦ κ. Βουλευτοῦ Ζακύνθου περὶ τοῦ ὅτι πρέ-
1662πει δουλικῶς ν’ ἀκολουθήσωμεν τὸ ἄρθρον 5 τοῦ Κανονισμοῦ,
1663ἐνῷ τοῦτο ἀκριβῶς οὐδὲν λέγει ἐξ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἐφαν-
1664τάσθη ὁ κ. Βουλευτὴς Ζακύνθου.
1665Ἀναμφισβήτητον λοιπὸν, ὅτι, ὅταν πρόκηται περὶ προτά-
1666σεως σχετικῆς πρὸς ἐξέλεγξιν οἵας δήποτε ἐκλογῆς, ἔχομεν
1667πρότασιν θετικὴν ἐνώπιον ἡμῶν, λόγῳ τοῦ τεκμηρίου τοῦ ἐκ
1668τῆς ἀνακηρύξεως. Καὶ ἐρχόμεθα εἰς τὴν ἄλλην θεωρίαν, τὴν
1669ὁποίαν προέταξεν ὁ κ. Βουλευτὴς Ζακύνθου, εἰς τὸ θέμα περὶ
1670τοῦ τί ἐνδεικνύει, τί σημαίνει ἡ ἰσοψηφία. Ἡ ἰσοψηφία
1671ἀναμφισβητήτως σημαίνει, ὅτι ἡ Βουλὴ διεχωρίσθη κατὰ
1672τοιοῦτον τρόπον, ὥστε εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐκφέρῃ κατισχύου-
1673σαν γνώμην, ὅτι ἔχει δύο γνώμας, διαφόρους μὲν, ἀλλ’ ἰσο-
1674πάλους, ἰσοδυνάμους. Τί λέγει ἐπ’ αὐτοῦ ὁ κ. Βουλευτὴς
1675Ζακύνθου; Ὅτι ἔπρεπε νὰ ἐξακολουθήσῃ ἐπ’ ἄπειρον ἡ ἀρίθ-
1676μησις τῶν ψήφων; Ὄχι, ἀποφαίνεται τὸ Σύνταγμα. Ἐν
1677περιπτώσει, καθ’ ἣν ἤθελεν ἐπιτευχθῆ πλειονοψηφία, τὸ
1678πρᾶγμα εἶναι αὐταπόδεικτον. Ἐν περιπτώσει ἰσοψηφίας,
1679ἀπορρίπτεται ἡ πρότασις. Ποία πρότασις; Ἡ διατυπου-
1680μένη. Καὶ ποία ἡ διατυπωθεῖσα ἐπὶ τοῦ προκειμένου; Βε-
1681βαίως ἡ πρότασις περὶ τοῦ ὅτι κέκτηται τὸ προσὸν τῆς ἡλι-
1682κίας ὁ κ. Πολυχρονιάδης. Αὐτὴ ἀπερρίφθη. Θέλετε ν’ ἀκού-
1683σητε τὴν γνώμην μου, ὁποία θὰ ἦτο, ἐν περιπτώσει καθ’ ἣν
1684θὰ εἴχομεν συζήτησιν ἐνώπιον ἡμῶν ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 56 τοῦ
1685Συντάγματος; Βεβαίως θὰ ἔλεγον ἐκεῖνο, ὅπερ εἶπε πρὸ ὀλί-
1686γου κατερχόμενος τοῦ βήματος ὁ κ. Βουλευτὴς Ζακύνθου·
1687θὰ ἔλεγον ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ ὑποχω-
1688ρήσῃ πρὶν ἢ ἀποφανθῇ, ἐὰν ἔχει ἢ ὄχι τὰ προσόντα ὁ ἐκλε-
1689γεὶς Βουλευτής. Ἀλλὰ δὲν πρόκειται νὰ συντάξωμεν τὴν
1690Πολιτείαν ἡμῶν, δὲν πρόκειται νὰ ἑρμηνεύσωμεν τὸ Σύνταγμα.
1691Πρόκειται νὰ ἐκτελέσωμεν διάταξιν τοῦ Συντάγματος, καὶ
1692κλίνομεν τὴν κεφαλὴν πρὸ αὐτοῦ. Διότι, ἐὰν ἑκάστοτε, δι’
1693οἱονδήποτε λόγον, ἔστω καὶ τὸν ὀρθότατον, ἐπρόκειτο νὰ ἑρ-
1694μηνεύωμεν τὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος κατὰ τὴν ἰδίαν
1695μας κρίσιν, Σύνταγμα δὲν θὰ ὑπῆρχε, θὰ ἦτο κουρέλι! Δὲν
1696ὑπάρχει δέ τι ὀδυνηρότερον διὰ τὴν Πολιτείαν ἀπὸ τὴν ἀστα-
1697σίαν, ἀπὸ τὴν ἀστάθειαν τοῦ καταστατικοῦ αὐτῆς νόμου.
1698Ἀποτελεῖ τὴν κιβωτὸν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ τὸ Σύνταγμα, καὶ
1699εἰς αὐτὸ πρέπει νὰ ἐμμένωμεν, ἐὰν θέλωμεν νὰ ἴδωμεν ἐμπε-
1700δουμένην τὴν τάξιν, προαγομένην τὴν Πολιτείαν. Ἐὰν ἀρχί-
1701σωμεν νὰ σαλεύωμεν τὰ βάθρα τοῦ Συντάγματος, σαλεύομεν
1702τὰ βάθρα τῆς Πολιτείας, σαλεύομεν τὰ βάθρα τῆς χώρας,
1703καὶ εἰς οὐδὲν ἕτερον θέλομεν καταλήξει, εἰμὴ εἰς παράλυσιν,
1704ἐὰν ὄχι εἰς τελείαν ἀποσύνθεσιν. (Εὖγε! ἐκ τῆς ἀριστερᾶς).
1705§88Δ. ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ἴσως μᾶς διευκολύνει εἰς τὴν λύ-
1706σιν τοῦ ζητήματος ἡ ἐρώτησις ἡ ἑξῆς: διατὶ ἐν περιπτώσει
1707ἰσοψηφίας ἡ πρότασις ἀπορρίπτεται; Διότι ἡ πρότασις ὑπο-
1708τίθεται πάντοτε ἐπιδιώκουσα μεταβολὴν καταστάσεως. Ἡ
1709ἰσοψηφία τί ἀποδεικνύει; ἀπραξίαν· ἀποδεικνύει ἀναγνώ-
1710ρισιν τῆς ὑπαρχούσης καταστάσεως. Μὴ ὁρμώμεθα ἀπὸ τῆς
1711ἰδέας τῆς προτάσεως, ἵνα λύσωμεν τὸ ζήτημα τοῦτο. Ἂς
1712λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ὑπάρχει ἰσοψηφία. Καὶ ἐρωτῶ: πρὸ
1713τῆς ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς ὑπῆρχέ τι, ἢ ἦτο τὸ πᾶν κενόν;
1714Ἐρωτῶ: ὑπάρχει τεκμήριον, ὅτι ὑπάρχει ἐδῶ τι ἐντελῶς
1715κενόν; Ὄχι. Διότι, ἐὰν ἦτο κενὸν, θὰ ἦσαν κενὰ τὰ ἐδώ-
1716λια ταῦτα. Τοὐναντίον ὑπάρχει τεκμήριον, μετὰ τοῦ ὁποίου
1717συνδυάζεται καὶ τὸ φαινόμενον· τὸ τεκμήριον ὅτι εἴμεθα
1718Βουλευταί. Καὶ τοῦτο πρόκειται νὰ καταστρέψωμεν, καὶ τὸ
1719καταστρέφομεν δι’ ἄλλης ἀποφάσεως. Μὴ περιστρεφώμεθα,
1720Κύριοι, εἰς τὸ πῶς ὑπεβλήθη ἡ πρότασις παρὰ τοῦ δεῖνος ἢ
1721δεῖνος, ἀλλ’ οὐδὲ κἂν εἰς τὸ ἐὰν ὑπάρχει πρότασις τοῦ τμή-
1722ματος, διότι καὶ ἐγὼ ἐπαναλαμβάνω νὰ εἴπω, ὅτι καὶ εἰς
1723ἐμὲ ἐφάνη ὅτι μᾶλλον δὲν θὰ ἐξεφράσθην καλῶς. Λοιπὸν δὲν
1724πρόκειται νὰ λύσωμεν τὸ ζήτημα ὁρμώμενοι ἀπὸ τῆς βά-
1725σεως, ὅτι ἡ Βουλὴ ἀπεφάνθη ἐπὶ προτάσεως οὐχὶ καλῶς τε-
1726θειμένης.
1727Σᾶς προκαλῶ νὰ μοὶ εἴπητε: ὑπάρχει τεκμήριον περὶ
1728τῆς ὑπάρξεως ὅλων τῶν προσόντων, ἅτινα ἀπαιτοῦνται; Ὑ-
1729πάρχει τεκμήριον, ὅτι εἶναι πολίτης Ἕλλην, ὅτι εἶναι ἐγ-
1730κατεστημένος, ὅτι ἔχει τὴν ἡλικίαν. Πόθεν πηγάζει τοῦτο;
1731ἐκ τοῦ ὅτι δὲν ὑποτίθεται ὅτι ἤθελέ τις ἐκτεθῆ καὶ ἐκλεχθῆ,
1732μὴ ἔχων τὰ προσόντα. Ἁπλοῦν βεβαίως τεκμήριον, ἐπιτρέπον
1733τὴν ἀνταπόδειξιν, τεκμήριον, τὸ ὁποῖον ἀναγνωρίζει τὸ Σύν-
1734ταγμα, ὥστε νὰ θεωρῆται Βουλευτὴς ἐκεῖνος, ὃν οἱ ἐκλογεῖς
1735ἐψήφισαν, μέχρι τῆς περὶ τοῦ ἐναντίου ἀποφάσεως. Ἀλλ’
1736ἀρκεῖ ἡ ἰσοψηφία νὰ μεταβάλῃ ταῦτα; Ἡ ἰσοψηφία τί ἀπο-
1737δεικνύει; ἀπραξίαν· καὶ ἡ ἀπραξία εἶναι ὑπὲρ τῆς ὑπαρχού-
1738σης καταστάσεως. Ἡ ἰσοψηφία θεωρεῖται ἀπόρριψις τῆς
1739ἀκυρώσεως, διότι ἡ πρότασις περιέχει μεταβολὴν καταστά-
1740σεως, ἀνατροπὴν τοῦ τεκμηρίου. Ὅταν προτείνηται νόμος,
1741ζητεῖται νὰ δημιουργηθῇ τι, τὸ ὁποῖον μεταβάλλει ὑπάρ-
1742χουσαν κατάστασιν. Ὅταν ζητῆται ἀκύρωσις ἐκλογῆς, τί
1743ζητεῖται; μεταβολὴ καταστάσεως. Ἅμα ὡς ἡ Βουλὴ ἀπρα-
1744κτῇ, δηλαδὴ ἅμα δὲν ἀκυρώνῃ διὰ πλειονοψηφίας, ὁ τεκ-
1745μαιρόμενος Βουλευτὴς μένει Βουλευτής. Θὰ ἦτο ἀνάξιον τῆς
1746σοβαρότητος τῆς Βουλῆς, νὰ θέλητε νὰ εἴπητε, ὅτι πρόκει-
1747ται περὶ τῶν συνήθων προτάσεων. Ἡ ἰσοψηφία σημαίνει
1748ἀπραξίαν· μὴ θέλετε ῥιζικῶς νὰ μεταβάλητε τὴν φύσιν τῶν
1749πραγμάτων, λέγοντες ὅτι ἡ Βουλὴ δικάζει ἐπὶ προτάσεων.
1750Δὲν ἔχετε νὰ δικάσητε ἐπὶ προτάσεων· πρόκειται περὶ ἰσο-
1751ψηφίας, διὰ ἰσοψηφίας δὲ δὲν ἀκυροῦνται αἱ ἐκλογαί. Ἡμεῖς
1752δὲν ἐνεργοῦμεν ἐκλογάς· ἡ Βουλὴ ἐπὶ τοῦ προκειμένου εἶναι
1753Δικαστήριον. Ὅταν ἔχητε ἀπόφασιν πρωτόδικον, καὶ δὲν φέ-
1754ρητε μεταβολὴν καταστάσεως, δὲν ἰσχύει ἡ πρωτόδικος ἀπό-
1755φασις; Καὶ πῶς φρονεῖτε, ὅτι δὲν ὑπάρχει τεκμήριον σοβα-
1756ρόν, ὅταν εἷς ἐκλογεὺς ὑποτίθηται ἐγκατεστημένος, ὑποτί-
1757θηται πολίτης Ἕλλην, ὅταν ἐκλέγηται ὑπὸ πολυαρίθμων
1758ψηφοφόρων, ὅταν ῥιψοκινδυνεύῃ τὴν ἡσυχίαν του, εἰσερχόμε-
1759νος εἰς ἀγῶνα, διότι αἰσθάνεται ὅτι ἔχει τὰ προσόντα; Δὲν
1760εἶναι τοῦτο τεκμήριον, ἕνεκα τοῦ ὁποίου συνεδριάζομεν ἐν-
1761ταῦθα;
1762Ὁ νόμος ὁ ἐκλογικὸς καὶ τὸ Σύνταγμα ἀναγνωρίζουσιν
1763ἓν τεκμήριον, καὶ ἕνεκα τούτου, εἶπον καὶ χθές, συνέρχεται
1764καὶ ἀποφασίζει ἡ Βουλὴ περὶ τοῦ κύρους τῶν ἐκλογῶν, καὶ
1765ἂν δὲν ὑπῆρχεν αὐτὸ τὸ τεκμήριον, πολὺ κακὰ κάμνομεν νὰ
1766συνεδριάζωμεν ἐνταῦθα καὶ νὰ συζητῶμεν. Ἐπειδὴ ὑποθέ-
1767τομεν ὅτι ἔχομεν τὰ προσόντα, δι’ αὐτὸ συνεδριάζομεν. Τὸ
1768τεκμήριον τοῦτο πρόκειται νὰ καταστρέψητε δι’ ἀποφάσεως,
1769καὶ ὡς ἀπόφασις φέρεται ἡ ἰσοψηφία! Ἡ Βουλὴ ἐξελέγχει
1770τὰς ἐκλογὰς οὐχὶ ὅπως ψηφίζει ἕνα νόμον· ἡ Βουλὴ ἀποφαί-
1771νεται περὶ τῶν ἐκλογῶν κατὰ τὸν Κανονισμόν. Σήμερον τὸ
1772μόνον, ὅπερ ἔχομεν νὰ ἐξετάσωμεν, εἶναι, ἂν ὑπάρχει ἀπό-
1773φασις πλειονοψηφίας μεταβάλλουσα τὸ καθεστώς.
1774§89Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Πάντες, Κύριοι, οἱ προλαλήσαν-
1775τες προσεπάθησαν, πολὺ δικαίως, νὰ προσδιορίσωσι, ποία
1776εἶναι ἡ πρότασις ἡ χθὲς ἐπιψηφισθεῖσα καὶ ἀπολήξασα εἰς
1777ἰσοψηφίαν. Ἄλλοι εὗρον, ὅτι ἐν τῇ προτάσει ταύτῃ ὑπῆρ-
1778χον δύο ἐρωτήσεις, ἀρνητικὴ καὶ θετική· ἄλλοι ὑπεστήριξαν,
1779ὅτι δὲν πρέπει νὰ ληφθῇ κατὰ γράμμα ἡ πρότασις, ἀλλὰ
1780πρέπει νὰ προσφύγωμεν εἰς τοῦ τμήματος, τοῦ ἐξελέγξαντος
1781τὴν ἐκλογὴν, τὴν πρότασιν, ἤτοι τὰ συμπεράσματα· ἄλλοι,
1782ὅτι ἡ πρότασις εἶναι πράγματι θετικὴ, καὶ ὅτι, ἂν παρενε-
1783βλήθη παράστασις αὐτῆς ὡς ἀρνητικῆς, τοῦτο εἶναι ἔργον
1784τοῦ Προέδρου, προσθέσαντος καὶ τὴν ἐρώτησιν ταύτην κατὰ
1785τὴν διατύπωσιν πρὸς τοὺς Βουλευτάς. Ἀλλ’ ὅλα ταῦτα δὲν
1786δύνανται νὰ ἐξηγήσωσι, πῶς διάταξις τοῦ ἡμετέρου Συν-
1787τάγματος, ληφθεῖσα ἐκ ξένου Συντάγματος, καὶ οὖσα προϊὸν
1788μακρᾶς κοινοβουλευτικῆς πείρας, ἤθελε ληφθῆ τοσοῦτον
1789αὐθαιρέτως· διότι δὲν δύνασθε νὰ ἀρνηθῆτε, ὅτι ὑπερβαίνομεν
1790πᾶν ὅριον λογικῆς κρίσεως, κηρύσσοντες ὅτι ἐν περιπτώσει
1791ἰσοψηφίας ἡ πρότασις ἡ διατυπωθεῖσα θετικῶς γίνεται δε-
1792κτή, ἡ δὲ διατυπωθεῖσα ἀρνητικῶς δὲν γίνεται δεκτή. Ἐν
1793πᾶσι τούτοις δὲν βλέπω ὁδηγὸν δικαιολογοῦντα τὸν Βουλευ-
1794τὴν ν’ ἀποφανθῇ.
1795Ἡ γνώμη καὶ ἐμοῦ εἶναι, ὅτι, κατὰ τὴν ὀρθὴν ἑρμηνείαν
1796τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου 56 τοῦ Συντάγματος, ἐν ἰσοψηφίᾳ
1797πρέπει νὰ θεωρῆται ἡ πρότασις ἀπορριφθεῖσα. Ἐπὶ ψηφί-
1798σεως νομοθετημάτων, ἐπελθούσης ἰσοψηφίας, αὐτὰ εἶναι ἡ
1799πρότασις, καὶ θεωροῦνται ἀπορριφθέντα. Τὸ ὑπάρχον νομο-
1800θετικὸν καθεστὼς μένει ἑπομένως ἀμετάβλητον. Ἀλλ’ ἐπὶ
1801ἐξελέγξεως ἐκλογῆς Βουλευτοῦ τί εἶναι τὸ ὑπάρχον, τὸ
1802καθεστὼς, ὅπερ ζητεῖται νὰ μεταβληθῇ; Ἐν τῇ ἐξελέγξει
1803μιᾶς ἐκλογῆς πρόκειται προδήλως ἀμφισβήτησις περὶ τῶν
1804προσόντων τοῦ ἐκλεχθέντος, ἢ περὶ τοῦ κύρους τῆς ἐκλογῆς
1805τοῦ ἐκλεχθέντος Βουλευτοῦ, καὶ ἡ Βουλὴ καλεῖται ν’ ἀπο-
1806φανθῇ ἂν τὰ προσόντα ἢ τὸ ἔγκυρον τῆς ἐκλογῆς ἐλλείπουν.
1807Αὐτὸ εἶναι ἡ πρότασις. Ἡ πρότασις εἶναι ἡ ἐρώτησις περὶ
1808τοῦ μὴ νομίμου, περὶ τοῦ μὴ ἐγκύρου τῆς ἐκλογῆς ἑνὸς Βου-
1809λευτοῦ. Ἡ ἰσοψηφία σημαίνει κατὰ τὸ Σύνταγμα ἀπόρρι-
1810ψιν τῆς προτάσεως αὐτῆς, δηλαδὴ τῶν ἐνστάσεων κατὰ τοῦ
1811κύρους τῆς ἐκλογῆς ἢ τῶν προσόντων τοῦ ἐκλεχθέντος. Πᾶσα
1812πρότασις ἐν τῇ Βουλῇ ἑπομένως εἶναι μεταβολὴ ἑνὸς καθε-
1813στῶτος, ἀδιάφορον ἂν τὸ καθεστὼς αὐτὸ εἶναι νομοθέτημα
1814ἰσχῦον, ἢ παντελὴς ἔλλειψις νομοθετήματος, ἢ γεγονός τι,
1815ὡς ἡ ἐκλογὴ Βουλευτοῦ ἀνακηρυχθέντος ὑπὸ τοῦ Δικαστη-
1816ρίου καὶ λαβόντος εἰσιτήριον, καὶ δυνάμει αὐτοῦ παρακαθη-
1817μένου ἐν τῇ Βουλῇ. Θὰ ἦτο ἄτοπον, θὰ ἦτο ἄδικον νὰ θέ-
1818λωμεν νὰ θεωρήσωμεν ἐπὶ ψηφίσεως π. χ. νομοσχεδίου ὡς
1819πρότασιν οὐχὶ τὸ προτεινόμενον νέον νομοσχέδιον, ἀλλὰ τὸ
1820ὑπάρχον ἤδη καὶ ἢ καταργούμενον ἢ τροποποιούμενον διὰ τοῦ
1821νομοσχεδίου. Τὸ ὑπάρχον, καθ’ οὗ μόνον ἰσοψηφία ἀντετάχθη
1822ἐν τῇ Βουλῇ, ὑπὲρ οὗ ὡσαύτως μόνον ἰσοψηφία συνηγόρησε,
1823δὲν παύει ἰσχῦον, οὐδ’ ἐν ἀμφιβόλῳ κἄν τίθεται ὑπὸ τοῦ
1824Συντάγματος μετὰ τὴν ἰσοψηφίαν, διότι θεωρεῖται καθε-
1825στὼς ἔχων τὴν πρόληψιν ὅτι καλῶς ὑφίσταται, ἐφ’ ὅσον
1826πλειονοψία δὲν τὸ ἀνατρέπει. Τὰ αὐτὰ δικαιώματα ἔχει καὶ
1827ἡ ἐκλογὴ Βουλευτοῦ, εἰσελθόντος εἰς τὴν Βουλὴν δυνάμει
1828ἀνακηρύξεως τοῦ Δικαστηρίου καὶ εἰσιτηρίου τῆς Διοικητι-
1829κῆς ἀρχῆς, ἀλλὰ καθ’ οὗ προεβλήθησαν ἐνστάσεις ἀκυρώ-
1830σεως ἢ ἐλλείψεως προσόντων. Ἂν τὸ ἥμισυ μόνον τῶν ψη-
1831φοφορησάντων ἀπεφάνθη ὑπὲρ τῶν ἐνστάσεων αὐτῶν, τὸ κα-
1832θεστὼς ὑπερισχύει, δηλ. τὸ νόμιμον τοῦ Βουλευτοῦ, διότι ἡ
1833πρότασις περὶ ἀκύρου καὶ περὶ ἐλλείψεως προσόντων δὲν συνε-
1834κέντρωσε πλειονοψηφίαν. Οὐδ’ ἐπιτρέπεται, αὐτὴν τὴν εὔ-
1835λογον πρόληψιν ὑπὲρ τοῦ καθεστῶτος, ὅπερ περιβάλλον
1836προηγούμενα νόμιμα, ἔστω καὶ τυπικὰ μόνον, νὰ τὴν ἀνα-
1837τρέπωμεν, μεταβάλλοντες δι’ ἐπιτηδείων τρόπων τὴν νέαν
1838πρότασιν εἰς καθεστώς. Μία διάταξις τοῦ Συντάγματος πρέ-
1839πει νὰ ἔχῃ λογικήν. Ἐὰν δὲν δεχθῆτε ὅτι ἡ διάταξις αὕτη
1840θέλει νὰ διατηρῆται τὸ καθεστὼς, τὸ ὑπάρχον, τότε δὲν δύ-
1841νασθε νὰ θεωρήσητε αὐτὴν ἢ ὡς αὐθαίρετον καὶ ἄτοπον, διότι
1842ἐπὶ ἰσοψηφίας λύει ἐκ προκαταβολῆς, ἀλλ’ ἀδιαφόρως, τὸ
1843ζήτημα, ἂν θὰ ἦναι τὸ ἓν ἢ τὸ ἄλλο ἐκ τῶν δύο τὸ νομοθέ-
1844τημα, ὅπερ θὰ ἰσχύῃ, χωρὶς νὰ γνωρίζῃ διατί. Ἀποφαινόμενον
1845τὸ Σύνταγμα ὑπὲρ τοῦ καθεστῶτος, ἀποφαίνεται ὑπὲρ κατα-
1846στάσεως, ἥτις ὑπάρχει ἤδη μετά τινος λόγου· ἄνευ τού-
1847του ἀποφαίνεται ὑπὲρ ἀγνώστου. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι καὶ
1848ἐν τῇ ἐκλογῇ, τὴν ὁποίαν συζητοῦμεν, πρέπει τοιαύτη ἑρμη-
1849νεία νὰ δοθῇ, ὅτι δηλ. ἀπορρίπτεται ἡ πρότασις ἐκείνη, ἡ
1850ὁποία τείνει νὰ μεταβάλῃ τὸ καθεστὼς, τὸ ὑπάρχον. Τὸ
1851καθεστὼς δὲ εἶναι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐδημιούργησεν ἡ ἐκλογὴ,
1852ἡ ἀνακήρυξις τοῦ Δικαστηρίου, τὸ εἰσιτήριον· καλὸν ἢ κα-
1853κόν, προσεβλήθη ἢ δὲν προσεβλήθη, αὐτὴ εἶναι ἡ καθεστη-
1854κυῖα τάξις, ἣν ἐδημιούργησαν τὰ γεγονότα, τὰ ὁποῖα αὐτὸς
1855ὁ νόμος ὥρισεν ὡς ἀποδείξεις, ὡς τίτλους ὑπὲρ τῆς εἰσαγω-
1856γῆς τινος ὡς ἀντιπροσώπου μιᾶς ἐπαρχίας, καὶ τὰς ὁποίας
1857δὲν ἠδύνατο καὶ τὸ Σύνταγμα νὰ μὴ θεωρῇ ὡς τοιαύτας.
1858Συνεπῶς, ὅπως δήποτε καὶ ἂν διατυπωθῇ ἡ πρότασις, εἴτε
1859θετικῶς εἴτε ἀρνητικῶς, οἱαδήποτε καὶ ἂν ἦναι ἡ γνώμη τοῦ
1860τμήματος, ἡ πρότασις, ἥτις ἐννοεῖται προβαλλομένη εἰς τὴν
1861Βουλὴν, καὶ τὴν ὁποίαν τὸ ἄρθρον 56 τοῦ Συντάγματος
1862ἐννοεῖ ἐν ἰσοψηφίᾳ ὅτι ἀπορρίπτεται, εἶναι ἐκείνη, ἡ ὁποία
1863τείνει διὰ τῆς ἐνστάσεως τῆς ἡλικίας ἐπὶ τοῦ προκειμένου νὰ
1864ἀνατρέψῃ τὴν νομιμότητα τῆς ἐκλογῆς ἑνὸς τῶν Βουλευτῶν,
1865δηλ. τὸ καθεστὼς, τὸ ὁποῖον ἐδημιουργήθη ὑπὲρ αὐτοῦ διὰ
1866τῶν διαφόρων ἐκλογικῶν πράξεων.
1867§90ΜΙΧ. ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Κύριε Δεληγεώργη, μίαν διακο-
1868πὴν ἐπιτρέπετε, παρακαλῶ;
1869§91Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Μάλιστα.
1870§92ΜΙΧ. ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Τί θὰ γείνῃ, ἂν ἐκ παραδρομῆς
1871εἰς μίαν ἐκλογὴν δὲν ἀποφανθῇ ἡ Βουλὴ περί τε τοῦ κύρους
1872τῆς ἐκλογῆς καὶ τῶν προσόντων ἑνὸς Βουλευτοῦ; Τὸ τεκμή-
1873ριον ὑπάρχει· ἀρκεῖ τὸ τεκμήριον διὰ νὰ τὸν φέρῃ εἰς τὴν
1874Βουλήν;
1875§93Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Βεβαίως, ἀλλὰ δὲν εἶναι δυνατὸν
1876αὐτὸ, τὸ ὁποῖον λέγετε. Προθύμως δέχομαι νὰ δίδω ἀπαν-
1877τήσεις εἰς πράγματα, τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ συμβῶσι· νὰ
1878φαντάζησθε ὅμως, ὅτι δύναται νὰ ὑπάρξῃ ἐκλογὴ, ἡ ὁποία,
1879ἀφοῦ προσεβλήθη εἰς τὸ τμῆμα, διῆλθεν ἀπὸ τὴν Βουλὴν
1880ἄνευ ἀποφάσεως ἐπ’ αὐτῆς, τοῦτο δὲν εἶναι δυνατόν.
1881§94ΜΙΧ. ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Ὅλα ἐγένοντο, καὶ ἡ Βουλὴ δὲν
1882ἀπεφάνθη.
1883§95Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γείνῃ τοιοῦ-
1884τον λάθος. Ἐὰν γείνῃ, βεβαίως ἡ Βουλὴ, ἡ ὁποία δύναται
1885νὰ μεταβάλῃ τὸν Κανονισμὸν, δύναται νὰ εἴπῃ, ὅτι «τὴν
1886ἐκλογὴν αὐτὴν κατὰ λάθος παρέλιπον ἐν τῇ ἐξελέγξει, καὶ
1887τὴν ἐπαναφέρω εἰς ἐξέτασιν», ἂν πρόκειται περὶ ὁμολογου-
1888μένως ἀκύρου ἐκλογῆς.
1889§96ΜΙΧ. ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Ἐὰν δὲν ὑπάρχῃ ἀπόφασις περὶ
1890τοῦ κύρους τῆς ἐκλογῆς καὶ τῶν προσόντων τοῦ Βουλευτοῦ,
1891οὗτος δὲν εἶναι Βουλευτής.
1892§97Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐὰν δὲν γείνῃ ἔνστασις τοιαύτη,
1893ὅτι δηλαδὴ μία ἐκλογή, τῆς ὁποίας οἱ Βουλευταὶ παρακά-
1894θηνται ἐν τῇ Βουλῇ καὶ μετέχουσι τῶν συζητήσεων, δὲν ἐξη-
1895λέγχθη, βεβαίως ὁ Βουλευτὴς θὰ ἐξακολουθήσῃ παριστάμε-
1896νος ἐν τῇ Βουλῇ. Ἐὰν ὅμως ἐγείρεται ἔνστασις, ὅτι ἡ ἐκλογὴ
1897αὕτη δὲν ἐξηλέγχθη, καὶ βεβαιοῦται τοῦτο ἐκ τῶν πρακτι-
1898κῶν, ἡ Βουλὴ δύναται ν’ ἀποφασίσῃ νὰ ἐπανέλθῃ, διότι δὲν
1899ἀπεφάνθη περὶ τοῦ κύρους αὐτῆς κατὰ λάθος.
1900§98ΜΙΧ. ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι πάντως θ’ ἀπο-
1901φανθῇ ἡ Βουλὴ καὶ περὶ τοῦ κύρους καὶ περὶ τῶν προσόντων.
1902Λοιπὸν τοιαύτην ἀπόφασιν δὲν ἔχομεν περὶ τῶν προσόντων·
1903ἔχομεν διὰ τὸ κῦρος μόνον.
1904§99Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δὲν ἔγεινεν ἔνστασις. Τὸ Σύν-
1905ταγμα λέγει, ὅτι, ὁσάκις δὲν ὑπάρχῃ πλειονοψηφία, διότι
1906ἐδιχάσθησαν αἱ ψῆφοι, τότε θεωρεῖ τὴν πρότασιν ἀπορρι-
1907φθεῖσαν. Εἶπον ὅτι ἐν τῷ ζητήματι τούτῳ, τὸ ὁποῖον εἶναι
1908ἡ κλεὶς τῆς σημερινῆς συζητήσεως, ποία δηλ. εἶναι ἡ πρό-
1909τασις ἡ ἀπορριφθεῖσα, πρέπει ὁδηγὸν νὰ ἔχωμεν, οὐχὶ τὸ ἂν
1910θετικῶς, ἂν ἀρνητικῶς, ἂν μικτῶς, ἂν συμφώνως μὲ τὴν ἔκ-
1911θεσιν τοῦ τμήματος διετυπώθη ἡ πρότασις, ἀλλὰ ποῖον εἶναι
1912τὸ καθεστὼς καὶ ποῖον ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον μεταβάλλει τὸ κα-
1913θεστώς, εἴτε περὶ νομοθετήματος πρόκειται, εἴτε περὶ ἐξε-
1914λέξεως ἐκλογῶν. Καθεστὼς εἶναι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ζητεῖται
1915δι’ ἐνστάσεως νὰ μεταβληθῇ· τὸ προσὸν τῆς ἡλικίας, ὑπὲρ
1916οὗ ὑπάρχει ἡ πρόληψις ἐκ τῆς ἐκλογῆς.
1917§100ΜΙΧ. ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Ἐὰν δὲν γείνῃ ἔνστασις, δὲν ἀπο-
1918φαίνεται πάλιν ἡ Βουλή;
1919§101Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Χθὲς ἐξητάσθη αὐτό, ὅτι, ἐν ᾗ
1920περιπτώσει ἐζητεῖτο ἡ διαίρεσις τῶν προσόντων καὶ ἓν ἕκα-
1921στον ἐξ αὐτῶν προεβάλλετο εἰς τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς, βε-
1922βαίως περὶ ὅλων αὐτῶν θὰ ἐγίνετο λόγος.
1923Ἐπειδὴ ὅμως πρέπει ἐπὶ τοιούτων ζητημάτων καὶ ἀλλα-
1924χοῦ συχνότατα ἀναφυομένων καὶ ἐν ἄλλοις Κράτεσι νὰ ζη-
1925τήσῃ τις, τί γίνεται ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, καὶ ἐπειδὴ τὸ
1926ἄρθρον τοῦ ἡμετέρου Συντάγματος ἐλήφθη ἐκ τοῦ Βελγικοῦ,
1927ἀνεζήτησα, πῶς ἐκεῖ εἰς ὁμοίας περιπτώσεις ἐφηρμόσθη.
1928Θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς ἀναγνώσω τὴν ἑρμηνείαν αὐτήν.
1929Δὲν εἶναι πολὺ μακρά. (Ἀναγινώσκει).
1930«Οὕτω π. χ. τί πρέπει ν’ ἀποφανθῇ τις, ὅταν ἡ Βουλὴ διαι-
1931ρῆται εἰς δύο ἴσα τμήματα ἐπὶ τῆς προτάσεως ἐπιτροπῆς περὶ
1932μὴ παραδοχῆς Βουλευτοῦ ἐκλεχθέντος; Μοὶ φαίνεται ὅτι τὸ κεί-
1933μενον τὸ σαφὲς καὶ εὐκρινὲς τοῦ ἄρθρου 38 δὲν ἐπιτρέπει, ἐν τῇ
1934περιπτώσει ταύτῃ, νὰ ποιήσηταί τις ἐξαίρεσιν εἰς τὸν κανόνα, καὶ
1935ἑπομένως ἡ ἐκλογὴ πρέπει νὰ διατηρήσῃ πᾶσαν αὐτῆς τὴν ἰσχύν.
1936Αὕτη ἀληθῶς ὑφίσταται μέχρις οὗ ἡ Βουλὴ ἀκυρώσῃ αὐτὴν,
1937ἀλλ’ ἡ ἰσοψηφία πράγματι δὲν εἶναι ἢ ἔλλειψις ἀποφάσεως. Ἀλλὰ
1938θὰ ἦτο ἆρά γε τὸ αὐτὸ, ἂν ἡ ἐπιτροπὴ, ἡ ἐπιφορτισμένη τὴν ἐξέ-
1939λεγξιν, ἤθελε προτείνει τῇ Βουλῇ τὴν παραδοχὴν τοῦ ἐκλεχθέν-
1940τος; Ἀναμφιβόλως καὶ ἐνταῦθα, ἐν περιπτώσει ἰσοψηφίας, θὰ
1941ὑπάρχῃ, ὡς καὶ προηγουμένως, ἔλλειψις ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς·
1942ἀλλ’ ἡ δυσκολία συνίσταται εἰς τὸ νὰ γνωρίσωμεν, ποῖον θὰ
1943ᾖναι τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ἐλλείψεως ταύτης ἀποφάσεως. Φρονοῦ-
1944μεν ὅτι ἐν τῇ ὑποθέσει ταύτῃ ὁ ὑποψήφιος πρέπει ν’ ἀνακηρυχθῇ
1945μέλος τῆς Βουλῆς, διότι ἡ ἐκλογὴ ὑποτίθεται κανονικὴ μέχρις
1946οὗ τὴν ἀνακηρύξῃ ἄκυρον ἡ Βουλὴ, ὅπερ δὲν πράττει, ὅταν αἱ
1947διάφοροι γνῶμαι, αἵτινες περὶ αὐτῆς ἐκδηλοῦνται, ἀλληλαναι-
1948ρῶνται. Κατὰ βάθος ἡ ὑπόθεσις αὕτη εἶναι ἀπολύτως ἡ αὐτὴ
1949πρὸς τὴν προηγουμένην· ἡ μόνη διαφορά, ἣν φαίνεταί τις παρα-
1950τηρῶν ἐκ πρώτης ὄψεως, εἶναι ὁ τρόπος τῆς θέσεως τοῦ ζη-
1951τήματος.»
1952Ὡς βλέπει ἡ Βουλή, καὶ εἰς ἄλλο Κράτος ἐξ οὗ παρελά-
1953βομεν τὴν διάταξιν τοῦ Συντάγματος ἡμῶν, ἡ αὐτὴ ἰδέα
1954κατίσχυσεν, ὅτι δὲν δύνασθε νὰ ἀκυρώσητε μίαν ἐκλογὴν ἢ
1955δι’ ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς, λαμβανομένης τοὐλάχιστον διὰ
1956τοῦ ἡμίσεος καὶ μιᾶς τῶν ψήφων, καὶ δεχομένης ἀκυρότητα
1957ἢ ἔλλειψιν προσόντος. Ὅταν τοιαύτη ἀπόφασις δὲν ὑπάρχῃ,
1958διατηρεῖται τὸ καθεστὼς, δηλαδὴ τὸ ἔγκυρον, ὅπως διατη-
1959ρεῖται καὶ ἐν τοῖς νομοθετήμασι. Διότι τὸ καθεστὼς δὲν
1960δύναταί τις ν’ ἀρνηθῇ, ὅτι εἶναι τὸ καθιερωθὲν διὰ τῆς ἀνα-
1961κηρύξεως τοῦ Πρωτοδικείου καὶ τοῦ εἰσιτηρίου τοῦ Νομάρ-
1962χου.
1963Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι καὶ ἐν τῇ παρούσῃ περιπτώσει ἡ
1964Βουλὴ πρέπει αὐτὴν τὴν νομολογίαν νὰ καθιερώσῃ, διότι
1965εἶναι ἡ μόνη λογικὴ καὶ σύμφωνος πρὸς τὸ δίκαιον, ταύτην
1966δ’ ἐνόησε προδήλως νὰ καθιερώσῃ καὶ τὸ Σύνταγμα. Συνε-
1967πῶς θέλω ψηφίσει ὑπὲρ τῆς προτάσεως, ἥτις θεωρεῖ, ὅτι
1968λόγῳ τῆς ἰσοψηφίας ἡ Βουλὴ ἀπέρριψε τὴν ἔνστασιν περὶ ἐλ-
1969λείψεως ἡλικίας τοῦ ἑτέρου τῶν Βουλευτῶν Αἰγιαλείας.
1970§102ΧΑΡΑΛ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ὀλίγας λέξεις, κύριε Πρόεδρε.
1971Ἐζήτησα τὸν λόγον, διότι εἶδον εὐχαρίστως γενόμενον
1972παραδεκτὸν παρ’ ἀμφοτέρων τῶν μερίδων, ὅτι κατὰ τεκμή-
1973ριον ὁ ἐκλεγόμενος Βουλευτὴς ἔχει καὶ τὴν ἐκλογὴν ἔγκυρον
1974καὶ τὰ προσόντα. Ἐζήτησα δὲ τὸν λόγον ὅτε τὴν ὕπαρξιν
1975τοῦ τεκμηρίου τούτου, τὴν ὁποίαν ἐσκεπτόμην νὰ ὑποστη-
1976ρίξω διὰ διαφόρων ἐπιχειρημάτων, εἶδον ν’ ἀνομολογῇ καὶ ὁ
1977ἀξιότιμος βουλευτὴς Ἀττικῆς κ. Ράλλης· ἠπόρησα δὲ μό-
1978νον διὰ τοῦτο, πῶς, ἐνῷ πάντες δεχόμεθα τὴν ὕπαρξιν τοῦ
1979τεκμηρίου, καταλήγομεν εἰς διάφορα συμπεράσματα καὶ
1980διαφόρους σκέψεις, ὅσον ἀφορᾷ τὴν χθεσινὴν ἀπόφασιν.
1981Ὅταν λέγωμεν, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι ὑπάρχει τεκμή-
1982ριον ὑπὲρ μιᾶς ἰδέας, τί δηλοῦμεν διὰ τούτου; ὅτι δεχόμεθα
1983τὸ πρᾶγμα ὡς ἀληθὲς, μέχρις ὅτου ἀποδειχθῇ τὸ ἐναντίον.
1984Ἡ ἐργασία ἄρα, ἡ ὁποία ἀπὸ προχθὲς γίνεται ἐνταῦθα, εἰς
1985τί τείνει; εἰς τὸ νὰ ἐξετάσωμεν, ἂν ὑπάρχει ἀποδεδειγμέ-
1986νον τὸ ἐναντίον τοῦ τεκμηρίου. Καὶ τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον
1987πρόκειται νὰ λύσωμεν, ποῖον εἶναι; Πρὶν εἴπω τὴν ἐπὶ τού-
1988του γνώμην μου, ἀνάγκη νὰ σᾶς δηλώσω, ὅτι οἱαδήποτε τῶν
1989χθὲς ὑποβληθεισῶν προτάσεων, ὡς τὰς ὠνόμασαν, τίθεται εἰς
1990ψηφοφορίαν, εἴτε ἡ τοῦ ἐντίμου ἐκ Λεβαδείας κ. Βουλευτοῦ,
1991εἴτε ἡ τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀττικῆς, εἴτε ἄλλη τις, πᾶσαι
1992νομίζω ὅτι δὲν ἔχουν τὴν θέσιν των, διότι τὸ ζήτημα εἶναι
1993τεθειμένον ἐκ τοῦ νόμου, καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς οὐ-
1994δὲν ἄλλο δικαίωμα ἔχει ἢ νὰ ἐρωτήσῃ, ἐὰν τὸ τεθειμένον
1995ζήτημα ἀπεδείχθη. Πῶς εἶναι τὸ ζήτημα τεθειμένον ἐκ τοῦ
1996νόμου; Ὅταν ἐξετάζωμεν, ἐὰν οἱ λόγοι, διὰ τῶν ὁποίων δύ-
1997ναται ν’ ἀνατραπῇ ἓν τεκμήριον, εἶναι ἀληθεῖς, ἔχομεν νὰ
1998ἀποφανθῶμεν περὶ τίνος; περὶ τοῦ ἂν ἀπεδείχθη ἡ ἀλή-
1999θεια τῶν λόγων τῶν τεινόντων εἰς ἀνατροπὴν τοῦ τεκμηρίου.
2000Ὁ ἐκλογικὸς νόμος ὠνόμασε τοὺς λόγους τούτους ἐνστάσεις,
2001ἔλαβε τὴν λέξιν τὴν δικονομικήν· τὸ Σύνταγμα ὀνομάζει
2002τοὺς λόγους τούτους, τοὺς τείνοντας εἰς ἀνατροπὴν τοῦ τεκ-
2003μηρίου, ἀμφισβητήσεις, καὶ ἐπὶ τῶν ἀμφισβητήσεων τούτων
2004καλεῖται ν’ ἀποφανθῇ ἡ Βουλή. Ποία εἶναι ἡ ἔνστασις ἡ
2005ὑποβληθεῖσα κατὰ τοῦ κύρους τῆς ἐκλογῆς Αἰγιαλείας; τί
2006εἶναι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον προεβλήθη πρὸς ἀνατροπὴν τοῦ τεκ-
2007μηρίου τῆς ἐνηλικότητος; ὁ ἰσχυρισμὸς, ὅτι ὁ Βουλευτὴς
2008εἶναι ἀνήλικος. Ἐπὶ τοῦ ἰσχυρισμοῦ τούτου συνεζήτησεν
2009ἡ Βουλὴ, καὶ ἐπρόκειτο ν’ ἀποφανθῇ, πῶς ἔδει νὰ τεθῇ
2010τὸ ζήτημα ἀπὸ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς· εἶναι ἢ δὲν
2011εἶναι ἐνήλικος ὁ Βουλευτής; ἀπεδείχθη ἢ δὲν ἀπεδείχθη
2012ἡ ἔνστασις ἀνηλικότητος; καὶ ἔδει νὰ τεθῇ οὕτω, διότι οὕ-
2013τως εἶναι τεθειμένον ἐκ τοῦ νόμου τὸ ζήτημα· ἐὰν ἐτέθη ἄλ-
2014λως, οὐ μόνον ἐτέθη παρὰ τὸν νόμον, ἀλλὰ καὶ παρὰ πᾶσαν
2015τὴν λογικήν, — τὴν νομικὴν, ἐννοῶ, λογικὴν, — διότι ὅταν δε-
2016χώμεθα ὅτι ὑπάρχει ἕν τεκμήριον, καὶ δεχώμεθα ὅτι μόνον
2017δι’ ἀποδείξεως τοῦ ἐναντίου δύναται ν’ ἀνατραπῇ τοῦτο, δὲν
2018εἶναι, νομίζω, λογικὸν νὰ ἐρωτηθῇ, ἐὰν τοῦτο τὸ τεκμήριον
2019ὑπάρχει, ἀλλὰ δέον νὰ ἐρωτηθῇ, ἐὰν λόγοι ἀνατρέποντες τὸ
2020τεκμήριον ὑπάρχουσι. Τί ἔλεγον αἱ προτάσεις αἱ ὑποβλη-
2021θεῖσαι χθές; πᾶσαι ἔθετον εἰς ψηφοφορίαν τὸ τεκμήριον. Τὸ
2022τεκμήριον εἶναι, ὅτι ὁ Βουλευτὴς ἔχει τὴν ἡλικίαν. Καὶ ἡ
2023πρότασις τοῦ κ. Μπουφίδου ἀορίστως ἔφερεν οὕτω: «ἔχει ὁ
2024κ. Πολυχρονιάδης τὰ νόμιμα προσόντα;» δηλ. ἔφερεν εἰς ψη-
2025φοφορίαν τὸ τεκμήριον· καὶ ἡ πρότασις τοῦ κ. Ράλλη: «οἱ
2026παραδεχόμενοι ὅτι ἔχει τὰ προσόντα λέγουσι Ναί...». Δη-
2027λαδὴ πάντως ἔθεντο εἰς ψηφοφορίαν τὸ τεκμήριον. Ἀλλὰ τὸ
2028τεκμήριον ἀκριβῶς διὰ τοῦτο προτιμᾶται, διὰ τοῦτο καὶ λέ-
2029γεται τεκμήριον, διότι δὲν τίθεται εἰς ψηφοφορίαν, ὡς ἀπορ-
2030ρέον ἐκ τοῦ νόμου. Τί ἐτέθη λοιπὸν χθὲς εἰς ψηφοφορίαν;
2031Ὅπως δήποτε καὶ ἂν διετυπώθη παρ’ ὑμῶν, κύριε Πρόεδρε,
2032καὶ ὑπὸ τῶν ὑποβαλόντων τὸ ἐρώτημα, τὸ ὁποῖον ἀπευθύ-
2033νεται εἰς τὴν Βουλὴν, ὅπως δήποτε καὶ ἂν διετυπώθη, ταύ-
2034την περιέχει τὴν οὐσιαστικὴν λύσιν· ἀπεδείχθη ἡ ἀνηλικό-
2035της; εἶναι ἀνήλικος ὁ Βουλευτής, διὰ νὰ ἀνατρέψωμεν τὸ
2036τεκμήριον, ἢ δὲν ἀπεδείχθη; Οὕτως ἔχει τὸ πρᾶγμα, καὶ
2037αὐτὴ εἶναι ἡ πρότασις ἡ ὑποβληθεῖσα, ἡ πρότασις δηλ. τοῦ
2038ἂν ἀπεδείχθη ἡ ἀνηλικότης. Ἀλλ’ ἐὰν οὕτως ἔχῃ τὸ πρᾶγ-
2039μα, — διότι ἐπὶ τούτου γίνεται ἡ συζήτησις καθ’ ὅλας τὰς
2040ἡμέρας τῆς συζητήσεως, — τότε ποῖον εἶναι τὸ συμπέρασμα;
2041ὅτι ἡ πρότασις, ἡ ὑποβληθεῖσα πρὸς ἀνατροπὴν τοῦ τεκμη-
2042ρίου, λόγῳ τῆς ἰσοψηφίας ἀπερρίφθη. Οὕτω θὰ ἐφαρμοσθῇ
2043καὶ ἡ διάταξις τοῦ Συντάγματος καὶ τοῦ Κανονισμοῦ ἡ διά-
2044ταξις.
2045§103ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει ἄλλος τις τὸν λόγον;
2046§104ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι.
2047§105Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, πρόκειται νὰ
2048τεθῇ τὸ ζήτημα εἰς ψηφοφορίαν; Τότε ζητῶ τὸν λόγον ἐπὶ
2049τῆς θέσεως τοῦ ζητήματος.
2050§106Α. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ὑπάρχει πρότασις.
2051§107Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, σᾶς παρα-
2052καλῶ. Εἶπόν τινες, ὅτι δὲν ὑπάρχει πρότασις. Ἀλλὰ τότε
2053ποία εἶναι ἡ ἀφορμὴ τῆς τοσαύτης συζητήσεως; Οἱ λέγον-
2054τες ταῦτα διαψεύδουσι τὰ λεχθέντα ἐξ ἀρχῆς τῆς συνεδριά-
2055σεως. Διότι τί ἐξήνεγκεν ἐν ἀρχῇ, κατὰ τὴν ἔναρξιν τῆς
2056συνεδριάσεως, τὸ Προεδρεῖον; ὅτι τὸ Προεδρεῖον φρονεῖ, ὅτι
2057διὰ τῆς χθεσινῆς ψηφοφορίας ἠκυρώθη ἡ ἐκλογὴ Αἰγιαλείας·
2058ἑπομένως δὲν εἶναι ζήτημα τοῦτο; δὲν εἶναι πρότασις τε-
2059θειμένη εἰς τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς;
2060Κύριοι Βουλευταί, δὲν γνωρίζω, ἂν τοσαύτην ἀμβλύνοιαν
2061ὑπέστην σήμερον, ὥστε νὰ μὴ δύναμαι νὰ κατανοήσω τὰ ῥη-
2062θέντα παρὰ τῶν ῥητόρων ἐκείνων, οἵτινες ὑπεστήριξαν, ὅτι
2063ἡ ἰσοψηφία τῆς χθεσινῆς ψηφοφορίας ἐπάγεται τὴν ἀκύρωσιν
2064τῆς ἐκλογῆς ὡς πρὸς τὸν κ. Πολυχρονιάδην. Ἐὰν, Κύριοι,
2065ἡ συζήτησις περὶ τῆς ἐνηλικότητος ἢ τῆς ἀνηλικότητος καὶ
2066ἡ προσαγωγὴ τοιούτων ἢ τοιούτων πιστοποιητικῶν ἐλέχθη
2067ὅτι δύναται ν’ ἀποτελέσῃ προσβολὴν τῆς δημοσίας ἀντιλή-
2068ψεως, λέγω ὅτι ἡ γενομένη συζήτησις καὶ ἀμφισβήτησις
2069περὶ τῆς συνταγματικῆς ἑρμηνείας τῆς χθεσινῆς ψηφοφορίας
2070ἀποτελεῖ ὕβριν πρὸς τὴν κοινὴν ἀντίληψιν καὶ τὴν αἰδῶ καὶ
2071προσβολὴν ἀχαλίνωτον κατὰ τοῦ Συντάγματος.
2072Ἔσομαι συντομώτατος, διότι ὑπάρχουσι θέματα, ἐπὶ τῶν
2073ὁποίων δὲν ὑπάρχει ἀνάγκη εὐρείας συζητήσεως, διότι ἐπὶ
2074τούτων δὲν πείθονται μόνον ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι δὲν θέλουσι νὰ
2075πεισθῶσι. Τίς εἶναι ἡ διάταξις, ἡ κανονίζουσα τὴν λύσιν τοῦ
2076ζητήματος ἐπὶ ἰσοψηφίας; Εἶναι τὸ πολυθρύλητον ἄρθρον
207715 τοῦ Κανονισμοῦ, ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ἄλλου σχετικοῦ ἄρ-
2078θρου τοῦ Συντάγματος, λέγον: «Ἐν περιπτώσει ἰσοψηφίας
2079ἡ πρότασις ἀπορρίπτεται». Ἀλλὰ τί εἶναι πρότασις; Τὸ
2080ἄρθρον 34 τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς σᾶς ἐξηγεῖ, τί ἐστι
2081πρότασις, καὶ λέγει: «Πᾶσα πρότασις νόμου, ἢ πρότασις
2082περὶ τροποποιήσεως τοῦ Κανονισμοῦ, παραδίδοται εἰς τὸ
2083Προεδρεῖον κλπ.» Καὶ ἔχομεν δύο εἰδῶν ἐπισήμους προ-
2084τάσεις, ἀνεγνωρισμένας ὑπὸ τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς.
2085Ἀλλὰ προϊούσης τῆς ἀναγνώσεως τοῦ ἄρθρου, βλέπομεν ὅτι
2086πᾶσαι αἱ προτάσεις δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ ὑποβληθῶσιν εἰς τὴν
2087βάσανον καὶ διαδικασίαν, ἣν ἀναγράφει τὸ ἄρθρον 34, ἀλλὰ
2088δύνανται νὰ κατατεθῶσιν ἀμέσως εἰς τὸ Προεδρεῖον καὶ εἰσ-
2089αχθῶσιν εἰς τὴν συζήτησιν καὶ τὴν ἄμεσον ψῆφον τῆς Βου-
2090λῆς. Καὶ τοιαύτη εἶναι ἡ ὑποβληθεῖσα πρότασις. Τώρα πρέ-
2091πει νὰ ἐξετάσωμεν, τί ἐννοεῖ τὸ ἄρθρον τοῦ Κανονισμοῦ καὶ
2092τοῦ Συντάγματος, λέγον «ἐν ἰσοψηφίᾳ ἡ πρότασις ἀπορρί-
2093πτεται»; Ἀπορρίπτεται τὸ θέμα, ἢ ἡ πρότασις αὐτὴ ἐξα-
2094φανίζεται, ὥστε νὰ μὴ ὑπάρχῃ πλέον συζήτησις ἐπὶ τοῦ θέμα-
2095τος; Δὲν ἠμφισβητήθη οὔτε ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀττικῆς
2096βουλευτοῦ κ. Ῥάλλη, ὅτι ἡ ἐκλογὴ ἑνὸς Βουλευτοῦ ἀποτελεῖ
2097τὸ τεκμήριον τῆς νομιμότητος αὐτοῦ. Ὅτι δὲ εἶναι βουλευ-
2098τὴς ὁ κ. Πολυχρονιάδης, ἀποδεικνύεται ἐκ τοῦ ὅτι ἐνταῦθα
2099εὐθὺς ἀπὸ τῆς ἐνάρξεως τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς ἀπολαύει
2100τῶν προνομιῶν, ὅτι βουλεύεται ἐνταῦθα καὶ ψηφίζει, ὅτι
2101δίδει τὸν ὅρκον τοῦ Βουλευτοῦ. Τίς θέλει ἀμφισβητήσει ἑπο-
2102μένως τὸ τεκμήριον τῆς νομιμότητος τοῦ εἰσαχθέντος διὰ
2103τῆς ψήφου τῆς λευκῆς τοῦ λαοῦ του, τοῦ ὁρκισθέντος Βου-
2104λευτοῦ, τοῦ ἀπολαύοντος τῶν συνταγματικῶν προνομιῶν;
2105Ἔχομεν λοιπὸν ἀναμφισβήτητον τὴν νομιμότητα τοῦ Βου-
2106λευτοῦ, καὶ ἔρχονται Βυζαντιολόγοι ἐνταῦθα, παραβιάζοντες
2107τὸ Σύνταγμα, νὰ ἐρωτῶσι, κατὰ τίνα τρόπον ἐτέθη ἡ πρό-
2108τασις! Δέον νὰ ἐξετάσητε τὴν ψυχὴν καὶ τὴν ἔννοιαν τῆς
2109προτάσεως· ἡ πρότασις εἶναι ἡ ἀμφισβήτησις τοῦ κύρους
2110τῆς ἐκλογῆς. Ἔρχεται ἡ Βουλὴ ἰσοψηφοῦσα ἐπὶ τοῦ θέμα-
2111τος. Τί συμβαίνει τότε; Καθίσταται ἀνάξιος ὁ Πολυχρο-
2112νιάδης; Οὐχί. Ἀπορρίπτεται ἡ πρότασις· δὲν ὑπάρχει πρό-
2113τασις, δὲν ὑπάρχει συζήτησις περὶ τούτου. Αὐτὴ εἶναι ἡ
2114ὀρθὴ γνώμη, ἡ ἐκ τῆς κοινοτέρας καὶ στοιχειωδεστέρας ἀντι-
2115λήψεως, καὶ οὐχὶ ἐκ συνταγματικῆς ἑρμηνείας καὶ ἐκ συν-
2116ταγματικῆς μελέτης ἀπορρέουσα. Διότι πάντα ἐστηρίχθη-
2117σαν ἐπὶ τῆς ἠθικῆς καὶ τῆς καλῆς πίστεως· καὶ ὅταν ἐναν-
2118τία προτείνωνται καὶ τολμῶνται νὰ προτείνωνται ἐντὸς τοῦ
2119Βουλευτηρίου, ἀκούοντος σύμπαντος τοῦ Ἑλληνικοῦ Κρά-
2120τους, δικαιολογοῦμαι νὰ λέγω, ὅτι τὰ τελούμενα εἶναι βλα-
2121σφημία καὶ πρὸς τὴν λογικὴν καὶ πρὸς τὸ Σύνταγμα.
2122Ἔχομεν καθεστηκότα τὸν Βουλευτὴν ἐνταῦθα, ὅπως ἔχο-
2123μεν καθεστηκότα ἕνα νόμον, καὶ ἐναντίον ἑνὸς νόμου καθε-
2124στηκότος εἰσάγεται ἐπὶ παραδείγματι μία πρότασις, εἴτε
2125τροπολογία. Εἴτε θετικῶς τεθῇ ἡ τροπολογία αὕτη, εἴτε ἀρ-
2126νητικῶς, προσβάλλει τὸν νόμον ἐκεῖνον. Καὶ ἔρχεται ἡ Βουλὴ
2127καὶ ἰσοψηφεῖ ἐπὶ τῆς προτάσεως ταύτης. Θὰ καταργηθῇ
2128οὕτως ὁ νόμος, κατὰ τοὺς οὕτως ἑρμηνεύοντας; Ὄχι. Θὰ
2129ἀπορριφθῇ ἡ τροπολογία, καὶ δὲν θὰ γένηται ἀντικείμενον
2130συζητήσεως ἐπὶ πλέον ὁ νόμος. Ἐπὶ τῆς ἐκλογῆς ἄρα Αἰ-
2131γιαλείας ἢ κατ’ αὐτῆς πρότασις τίθεται διὰ τῆς ἰσοψηφίας
2132ἐκποδών, ἡ πρότασις ἀπορρίπτεται, μένει δὲ λελυμένον τὸ
2133ζήτημα τῆς νομιμότητος ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ἐνώπιον τῆς
2134λογικῆς, ἐνώπιον τῆς συνταγματικῆς ἑρμηνείας.
2135Ταῦτα ἐπὶ τῆς οὐσίας, Κύριοι. Καὶ ἂν χθὲς ἐπὶ οὐσια-
2136στικοῦ ζητήματος ἐποιούμην ἔκκλησιν πρὸς τὴν πλειονοψη-
2137φίαν καὶ τὸν ἀρχηγὸν αὐτῆς, ποιοῦμαι ὑστάτην φορὰν ἔκκλη-
2138σιν, οὐχὶ πλέον ὑπὲρ προσώπων, ἀλλ’ ὑπὲρ τοῦ Συντάγμα-
2139τος, ὑπὲρ τῶν θεσμῶν, τῶν ὁποίων ὁ ἡγέτης τῆς σημερινῆς
2140πλειονοψηφίας τόσην ποιεῖται χρῆσιν, ἀναπτύξας τὴν σημαίαν
2141τοῦ φρουροῦ τῶν θεσμῶν. Ἐκεῖνοι, οἵτινες, Κύριοι, κατὰ τὴν
2142ἐμὴν γνώμην, τὴν ἀδιάσειστον, ἤθελον ψηφίσει κατὰ τὸ κεί-
2143μενον, ὡς ὀρθῶς ἑρμηνεύεται, τοῦ Συντάγματος, ἐκεῖνοι δὲν
2144θέλουσιν ἀναπτύξει, ἀλλὰ θέλουσιν ὑποστείλει τὴν σημαίαν
2145τῶν θεσμῶν. Καὶ ἂν ἦναι ἐπιτετραμμένον — καὶ εἶναι ἐπιτε-
2146τραμμένον, διότι εἶναι ζήτημα ἀντιλήψεως ἡ ἡλικία τοῦ κ.
2147Πολυχρονιάδου,—νὰ ψηφίσῃ τὸ ἄκυρον τῆς ἐκλογῆς ἡ Βου-
2148λή, εἶναι δεδικαιολογημένη, διότι ὑπάρχει ἡ πρόφασις τῆς
2149γνώμης τῶν πλειόνων ἐπὶ πραγματικοῦ ζητήματος, καὶ δὲν
2150θὰ ἐγείρωνται τουλάχιστον φωναὶ διαμαρτυρίας καὶ ἀπο-
2151γνώσεως· ἀλλὰ τὴν στιγμήν, καθ’ ἣν δι’ ἀποφάσεως τῆς
2152Βουλῆς ἤθελε κριθῆ, ὅτι ἡ ἰσοψηφία ἡ χθεσινὴ ἀπετέλει
2153ἀκύρωσιν τῆς ἐκλογῆς τοῦ κ. Πολυχρονιάδου, τότε ῥίψατε
2154ἐκ τοῦ Βουλευτηρίου τὸν Πολυχρονιάδην, ἀλλὰ ῥίψατε καὶ
2155εἰς τὰς τριόδους τὸ Σύνταγμα, τοῦ ὁποίου ἐκηρύχθητε καὶ
2156ἐξηγγέλθητε φρουροί!
2157§108ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει ἄλλος τις τὸν λόγον;
2158Ὁ κύριος Μελισσηνὸς ἔχει πρότασιν.
2159§109ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἀναγνώσατέ την.
2160§110ΕΤΕΡΟΙ. Δὲν ὑπεβλήθη πρότασις.
2161§111Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Πρὸ παντὸς
2162νὰ κηρύξητε περατωμένην τὴν συζήτησιν.
2163§112ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κηρύσσεται περατωμένη ἡ συζήτησις.
2164§113Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ χθεσινὴ
2165ψηφοφορία κατέληξεν εἰς ἰσοψηφίαν. Ἐζητήθη λοιπὸν ἡ
2166ἐφαρμογὴ τῶν διατάξεων τοῦ Κανονισμοῦ. Κατὰ τὸν Κανο-
2167νισμόν, ἰσοψηφίας γενομένης ἀπορρίπτεται ἡ πρότασις. Ἑπο-
2168μένως προετάθη εἰς τὴν Βουλὴν τὸ ζήτημα, ποία εἶναι ἡ
2169πρότασις, ἡ ὁποία μέλλει νὰ ἀπορριφθῇ ἕνεκα τῆς γενομένης
2170ἰσοψηφίας. Ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου ἡ Βουλὴ ἔχει δύο γνώ-
2171μας. Καὶ οἱ μὲν ἰσχυρίσθησαν, ὅτι ἡ πρότασις, ἡ ὁποία πρέ-
2172πει νὰ θεωρηθῇ ὡς ἀπορριφθεῖσα ἕνεκα τῆς ἰσοψηφίας, εἶναι
2173ἡ γνώμη, τὴν ὁποίαν τὸ τμῆμα προέβαλεν εἰς τὴν Βουλήν, οἱ
2174δὲ ἰσχυρίσθησαν, ὅτι ἡ πρότασις, ἡ ὁποία πρέπει νὰ θεω-
2175ρηθῇ ὡς ἀπορριφθεῖσα ἕνεκα τῆς ἰσοψηφίας, εἶναι τὸ θέμα,
2176τὸ ὁποῖον ἐτέθη εἰς ψηφοφορίαν. Λοιπὸν πρόκειται νὰ γείνῃ
2177ψηφοφορία περὶ τούτου.
2178§114ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐξ ἀριστερῶν). Μάλιστα, μά-
2179λιστα.
2180§115ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μελισσηνός, βουλευτὴς Ζακύνθου,
2181ὑποβάλλει τὴν ἑξῆς πρότασιν: «Οἱ παραδεχόμενοι, ὅτι διὰ
2182τῆς χθεσινῆς ψηφοφορίας ἡ Βουλὴ ἀπεφάνθη ὅτι ὁ ἐκλεγεὶς
2183βουλευτὴς Αἰγιαλείας κ. Πολυχρονιάδης δὲν ἔχει τὸ νόμι-
2184μον προσὸν τῆς ἡλικίας λέγουσι Ναί, οἱ μὴ παραδεχόμενοι
2185λέγουσιν Ὄχι.»
2186§116Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Δὲν λύεται τὸ ζήτημα κατ’ αὐτὸν
2187τὸν τρόπον, κύριε Πρόεδρε. Ἡ πρότασις αὕτη, ὡς ἔχει, εἶναι
2188νεωτάτη, ἐντελῶς νέα ἑρμηνεία, ἀντίθετος πρὸς τὰ κείμενα
2189τὰ ἰσχύοντα τοῦ Κανονισμοῦ. Ἀλλ’ ἡ Βουλὴ δὲν δύναται
2190νὰ κάμῃ ἑρμηνείαν σήμερον. Ἡ Βουλὴ θὰ ψηφίσῃ ἐπὶ ὡρι-
2191σμένης προτάσεως. Ἡμεῖς τί ἰσχυρίσθημεν; Ἰσχυρίσθημεν
2192ὅτι διὰ τῆς χθεσινῆς ψηφοφορίας ἡ Βουλὴ ἀπεφάνθη, διότι
2193ἡ ἰσοψηφία, κατὰ νομικὸν πλάσμα, ἀποτελεῖ ἀπόφασιν,
2194κατὰ τύπον ὁριζόμενον ὑπὸ τοῦ Συντάγματος, ὑπὲρ τοῦ κύ-
2195ρους τῆς ἐκλογῆς Αἰγιαλείας. Οἱ ἐναντιοφρονοῦντες ἐθεώρη-
2196σαν, ὅτι ἡ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς αὐτὴ ἀκριβῶς ἀποφαίνεται
2197περὶ τοῦ ἐναντίου. Ἐντεῦθεν ἡ διαφωνία. Λοιπὸν θὰ ἐρωτη-
2198θῇ ἡ Βουλὴ κατὰ τὴν χθεσινὴν γνώμην διὰ προτάσεως οὕτω
2199πως ὑποβαλλομένης: «Μετὰ τὰ λεχθέντα ἡ Βουλὴ ἀποδέ-
2200χεται, ὅτι διὰ τῆς χθὲς γενομένης ψηφοφορίας κατὰ πλειο-
2201νοψηφίαν ἐπεκυρώθη ἡ ἐκλογὴ ἢ ἠκυρώθη.» Αὐτὸς εἶναι ὁ
2202τύπος τῆς προτάσεως, τὴν ὁποίαν πρόκειται νὰ ψηφίσωμεν.
2203Κατὰ τοιοῦτόν τινα τρόπον διατυπώσατε τὴν πρότασιν νὰ
2204ψηφισθῇ: «Ἡ Βουλὴ μετὰ τὰ λεχθέντα, ἀποδεχομένη ὅτι
2205μετὰ τὴν ψηφοφορίαν τῆς χθὲς ἡ ἐκλογὴ Αἰγιαλείας ἐπεκυ-
2206ρώθη, μεταβαίνει εἰς τὴν συζήτησιν τῶν ἄλλων ἐκλογῶν.»
2207§117Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ γνώμη τοῦ Προεδρείου
2208εἶναι ἡ ἐκφράζουσα τὴν ἀλήθειαν τῆς γνώμης τῆς Βουλῆς;
2209Κύριε Πρόεδρε, ἐπιτρέψατέ μοι. Ἀνηγγείλατε εἰς τὴν Βου-
2210λὴν, ὅτι ἡ γνώμη τοῦ Προεδρείου εἶναι αὕτη, ὅτι ἐπὶ ἰσο-
2211ψηφίας τοιαύτης ἡ πρότασις θεωρεῖται ἀπορριφθεῖσα, καὶ
2212ἑπομένως ὅτι ἠκυρώθη ἡ ἐκλογή. Ἡμεῖς ἀντεκρούσαμεν τὴν
2213γνώμην ταύτην. Ἑπομένως ἡ γνώμη τοῦ Προεδρείου πρέπει
2214νὰ ψηφοφορηθῇ. Δηλαδή, εἶναι ἀκριβὴς ἡ γνώμη, τὴν ὁποίαν
2215ἐξήνεγκε;
2216§118Α. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ἐναντίον.
2217§119Π. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Τὸ ἴδιον εἶναι. Εἰς τὸ αὐτὸ
2218θὰ καταλήξωμεν.
2219§120Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι. Διότι θὰ ἔχωμεν καὶ
2220τρίτην ψηφοφορίαν, καὶ τρίτην συνταγματικὴν συζήτησιν,
2221καὶ τὰ λοιπά. Αὐτὸ εἶναι· ὄχι ὅπως θέλετε.
2222§121Π. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Πολὺ καλά. Ὅπως θέλετε.
2223§122Α. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐμπρὸς, κύριε Πρόεδρε!
2224§123Π. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Καλέσατε ψηφολέκτας.
2225§124Α. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. Μελισσηνὸς ἀπέσυρε
2226τὴν ἰδικήν του πρότασιν.
2227§125ΧΑΡΙΛ. ΤΖΑΝΝΕΤΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ν’ ἀκούσω-
2228μεν τὴν πρότασιν.
2229§126Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. (Πρωθυπουργός). Παρακαλέ-
2230σατε τοὺς Βουλευτὰς νὰ καθήσωσιν εἰς τὰς θέσεις των. Νὰ
2231ἀναγνωσθῇ τὸ θέμα γεγονυίᾳ τῇ φωνῇ.
2232§127ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρότασις τοῦ κ. Στάη (ἀναγινώσκει):
2233«Ἡ Βουλὴ, μετὰ τὰ λεχθέντα, ἀποδεχομένη ὅτι μετὰ
2234τὴν ψηφοφορίαν τῆς χθὲς ἡ ἐκλογὴ Αἰγιαλείας ἐπεκυρώθη
2235καὶ ὡς πρὸς τὸν κ. Πολυχρονιάδην, μεταβαίνει εἰς τὴν συ-
2236ζήτησιν τῶν ἑπομένων ἐκλογῶν».
2237§128Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι! Τὸν λόγον, κύριε
2238Πρόεδρε, ἐπὶ τῆς θέσεως τοῦ ζητήματος (θόρυβος).
2239§129ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Θὰ ἐρωτήσητε οὕτως: «Οἱ παρα-
2240δεχόμενοι ὅτι ἡ χθεσινὴ ψηφοφορία εἶχε τὴν ἔννοιαν ὅτι ἡ
2241ἐκλογὴ ἐπεκυρώθη, λέγουσι Ναί· οἱ παραδεχόμενοι ὅτι εἶχε
2242τὴν ἔννοιαν ὅτι ἠκυρώθη, λέγουσιν Ὄχι.»
2243§130ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
2244§131ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι θὰ λέγωσι Ναὶ, ἤτοι
2245θ’ ἀναγνωρίσωσι τὸ ἔγκυρον τῆς ἐκλογῆς, οἱ μὴ παραδεχό-
2246μενοι θὰ λέγωσιν Ὄχι.
2247§132Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. (Πρωθυπουργός). Ἀναγνώ-
2248σατε τὴν πρότασιν ἄλλην μίαν φοράν.
2249§133ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ πρότασις τοῦ κυρίου Στάη, ἡ ὁποία
2250τίθεται εἰς ψηφοφορίαν, ἔχει ὡς ἑξῆς. (Ἀναγινώσκεται ἐκ
2251νέου ἡ πρότασις αὕτη).
2252Ἄρχεται ἡ ψηφοφορία.
2253(Γίνεται ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, ὑπὸ τὴν
2254ἐπιτήρησιν, ὡς ψηφολεκτῶν, τῶν βουλευτῶν Π. Σάκκη καὶ
2255Γ. Ἀναστασοπούλου, καὶ εἶτα ἡ διαλογὴ, κατὰ τὸ ἑπόμενον
2256πρωτόκολλον ψηφοφορίας).
Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
2257Λέων Μελᾶς ΝΚωνστ. Ἀργυρόπουλος Ο
2258Στέργ. Μ. Καρανίκας ΟἘπαμειν. Ἐμπειρῖκος Ν
2259Ἀνδρ. Παναγιωτόπουλος ΟΓεώργ. Πολυγένης Ο
2260 Γεώργ. Καρπετόπουλος Ο
2261Δ. Βενιζέλος ΝἸωάννης Ζωγράφος Ν
2262Γεώργιος Μπαλτατζῆς ΝΚωνστ. Γ. Καραπᾶνος Ο
2263Νικ. Α. Μαυροκορδᾶτος ΝἸωάννης Γ. Καραπᾶνος Ο
2264Σπυρίδων Ν. Βαρζέλης ΟἈριστομ. Μ. Βαλέττας
2265Κωνστ. Β. Κοττίκας ΟΤηλέμ. Α. Δενδρινὸς Ν
2266Δημήτρ. Γ. Ράλλης ΟΓεώργιος Ν. Καλλίνικος Ο
2267Ἀλέξανδρος Γ. Σκουζὲς ΟΛεωνίδας Π. Πετιμεζᾶς Ο
2268Νικόλαος Λεβίδης ΝἈλέξανδρος Θ. Ζαΐμης Ν
2269Ἀντώνιος Ζυγομαλᾶς ΟἈλέξανδρος Φωτήλας Ν
2270Ἀθαν. Μουτσόπουλος ΟΓεώρ. Χ. Παπαδημητρίου Ο
2271Κωνστ. Σμολένσκης ΟΒασιλάκης Κ. ΓιαννουσίουΟ
2272Κυριάκος Λιγενὸς ΟΑὐγερινὸς Ἀβέρωφ Ν
2273Λάμπρος Καλλιφρονᾶς ΟΚωνσταντῖνος Κρίτσας Ν
2274Ἀνδρέας Ψύλλας ΟἸωάννης Δαμηλάτης Ο
2275Νικόλαος Γουναράκης ΟΚωνστ. Ι. Φλέσσας Ο
2276Θεόδωρος Λέκας ΟἨλίας Μαυρομιχάλης Ν
2277Ἰσίδωρος Κολιάτσος ΟΚίμων Βελλίνης Ν
2278Κωνσταντ. Ἀγγελόπουλος ΟΙ. Καφταντζόγλου Ν
2279Νικόλαος Α. Στρᾶτος ΝΙ. Παλάσκας Ο
2280Ἰωάννης Σ. Στάϊκος ΝΔ. Τερτίπης Ν
2281Κωνσταντῖνος Τοπάλης ΝΙ. Καζαμπάκας Ο
2282Φίλιππος Γιαννακόπουλος ΝΑ. Βασαρδάνης Ο
2283Νικόλαος Σταματιάδης ΝΣπ. Παπαποστόλου
2284Δημ. Καρακίτης ΝΝικόλ. Μπαλάφας Ν
2285Κωνστ. Φιλιππίδης ΝΝικόλ. Σταματιάδης Ο
2286Ἀντ. Καρτάλης ΟΜιχ. Στεφανίδης Ο
2287Νικ. Γουλιμῆς ΝΝικόλ. Νικολαΐδης Ν
2288Κωνσταντῖνος Γρίβας ΝΘεμιστοκλῆς Κόλλιας Ο
2289Κωνστ. Παπανικολῆς ΟΚωνστ. Γ. Ἱερομνήμων Ν
2290Θ. Π. Δηλιγιάννης ΟἸωάννης Ρώτας Ο
2291Περ. Ἀλεξάκης ΟΓεώρ. Ν. Θεοτόκης Ν
2292Ἐπαμ. Ν. Δηλιγιάννης ΟΜιχ. Ν. Θεοτόκης Ν
2293Π. Ταμπακόπουλος ΟΝικόλ. Μαρκέτης Ν
2294Ἰωάν. Ἀντωνόπουλος ΟἈλκίνοος Σ. Ζερβὸς Ν
2295Χαρίλ. Τζανετάκης ΟΓουλιέλμος Ι. Σκάρπας Ν
2296Γεώργ. Πετροπουλάκης ΝΣπυρίδων Α. Ἀγάθος Ν
2297Μιχ. Φωτιάδης ΝΠερικλῆς Α. Ἀλαμᾶνος Ν
2298Βασ. Μαστραπᾶς ΝἨλίας Α. Πολίτης Ν
2299Κ. Α. Λιδωρίκης Σπυρίδων Ι. Δεληγιάννης Ο
2300Ἀρ. Χ. Ἀναγνωστόπουλος ΟΠαναγιώτης Δ. Πετρίδης Ο
2301Μιχ. Ι. Στελλάκης ΟἈθανάσιος Α. Γκράβας Ο
2302Γ. Π. Καπιτσίνης ΟἈναστάσ. Στυμφαλιάδης Ν
2303Πάϊκος Λ. Ρίτσος ΟἈπόστολος Σ. Ζούζουλας Ο
2304Σταμάτιος Μήτσας ΝΚωνστ. Β. Χριστόπουλος Ν
2305Δημ. Τσιτσάρας ΟἌθως Ι. Ρωμᾶνος Ν
2306Δημ. Χατζόπουλος ΝΔιονύσιος Π. Βενιεράτος Ν
2307Γεώργ. Ἀλεξανδρόπουλος ΟΚωνσταντ. Α. Γεράκης Ν
2308Ἰωάν. Σερμπᾶνος ΟΔημήτριος Β. Τραυλὸς Ν
2309Κ. Δ. Ἀργασ. Λομβάρδος ΝΣπυρίδων Ε. Στάης Ν
2310Ἀλέξανδρος Σ. Ρώμας ΟΔιονύσιος Καλούτσης Ν
2311Γεώργιος Ι. Μελισσηνὸς ΟΝικόλαος Τσοῦχλος Ν
2312Διονύσιος Π. Στεφάνου ΝΠαναγ. Σπυράκης Ο
2313Χρῆστος Ι. ΣτεφανόπουλοςΝἸωάννης Καλούτσης Ο
2314Ἀνδρέας Ι. ΣτεφανόπουλοςΝΧαράλαμπος Βοζίκης Ν
2315Ἰωάννης Ν. Σισίνης ΝΓεώργ. Λ. Μαυρομιχάλης Ο
2316Ἀνδρέας Δ. Σπηλιάδης ΝἸωάν. Π. Μελετόπουλος
2317Διονύσιος Π. ΠαυλόπουλοςΟΠέτρος Ν. Βαρβιτσιώτης
2318Ἰωάννης Θ. Ψημένος ΟΣτέφανος Κοπανίτσας Ν
2319Γεώργιος Ι. Κρεστενίτης ΟΓεώργιος Δ. Φικιώρης
2320Δημοσθένης Γ. Δόγκας ΝἸωάννης Φίλιος Ν
2321Νικόλαος Δαούτης ΟΚωνσταντῖνος Καρακίτης Ο
2322Ἰωάννης Κόλλιας ΟἸωάννης Γιαννακίτσας Ν
2323Λουκᾶς Γ. Μπέλλος ΟΝικόλαος Μπουφίδης Ν
2324Χριστόφορος Ι. Ἀσιμῆς ΟἸωάννης Λάππας Ο
2325Πέτρος Ν. Δελένδας ΟΠερικλῆς Σ. Βαλαωρίτης Ν
2326Γεώργιος Ι. Σκληρός Κωνσταντῖνος Γκότσης Ο
2327Εὐάγγελ. Θ. Τσαρλαμπᾶς ΟΔημήτριος Π. Γούναρης
2328Κωνσταντ. Χαλκιόπουλος ΟΔ. Ἀνδρ. ἢ Μπουκαούρης Ν
2329Ἀχιλλεὺς Παπαλουκᾶς ΝΓεώργιος Ράλλης Ν
2330Γκίκας Μάστορης ΟΠαναγιώτης Π. Σάκκης Ο
2331Ἰωάννης Μπακόπουλος ΟΝικόλαος Α. Μισυρλῆς Ν
2332Νικόλ. Τριανταφυλλᾶκος ΝΝικόλ. Δ. Ραφτόπουλος Ο
2333Κωνστ. Κωνσταντόπουλος ΝἸωάννης Α. Βρυώνης Ο
2334Παναγ. Παπαναστασίου ΟἸωάν. Γ. Α. Γεωργιάδης Ο
2335Παναγιώτης Μανέτας ΝΝικόλαος Γ. Λεωνίδας Ν
2336Ἀθαν. Πετρόπουλος ΟΔιομήδης Ν. Κυριακὸς Ο
2337Ἀθαν. Ζέρβας ΟἸωάννης Ν. Καλαμάρης
2338Γεώργ. Ἀναστασόπουλος ΝΣταμ. Δ. Βαφειαδάκης Ο
2339Γεώργιος Νικολαΐδης ΟΚωνσταν. Α. Τσιροπινᾶς Ν
2340Κωνσταντ. Τρικούπης ΝἘμμαν. Ε. Λαδόπουλος Ο
2341Λεωνίδας Δεληγεώργης ΝἈντώνιος Π. Βιτάλης Ο
2342Περικλῆς Μποῦτος ΝΚάρολος Μ. Βιτάλης Ο
2343Παναγ. Δ. Μερλόπουλος ΟἸωάννης Ν. Σιγάλας Ν
2344Σπυρ. Α. Κουμουνδοῦρος ΝΚων. Εὐθ. Χατζηπέτρος
2345Ἰωάννης Νικολαΐδης ΟΣωτήριος Ι. Χατζηγάκης Ο
2346Ἱπποκράτης Ι. Ἀπέργης Γεώργιος Ραδινὸς Ν
2347Ἀριστομέν. Προβελέγγιος ΟἈπόστολος Ζάππας Ν
2348Π. Ι. Πρωτοπαπαδάκης ΝἨλίας Μπασδέκης Ο
2349Ἐλευθέριος Ν. Μυκώνιος ΟΣπυρίδων Γεωργόπουλος Ν
2350Νικόλαος Κ. Κρίσπης ΝἈνδρέας Ι. Κεφαλᾶς Ο
2351Δημ. Ι. Φαρμάκης ΝΕὐστάθιος Κοκκέβης Ο
2352Ἰω. Κ. Καλαντζόπουλος ΝἈλέξ. Δ. Πονηρόπουλος Ν
2353Ἰωάννης Ν. Καναβὸς ΝΔημ. Ἀναστασόπουλος Ο
2354Θεόδ. Κ. Φαρμακόπουλος ΟἈνδρέας Σκαλτσοδῆμος Ο
2355Νικ. Κ. Φαρμακόπουλος ΟΔημήτριος Κατσᾶνος Ν
2356Κωνσταντ. Χριστοδούλου ΝΓεώργιος Κορυζῆς Ο
2357Ἀθαν. Πετσάλης Θεόδωρος Λιμπρίτης Ο
2358Κυρ. Π. Μαυρομιχάλης ΟΓεώργιος Ροδόπουλος Ν
2359Κωνστ. Α. Κουμουνδοῦρος ΝΠαντελῆς Π. Γκίκας Ο
2360Κυρ. Λ. Μαυρομιχάλης ΟἸωάν. Θ. Κουντουριώτης Ν
2361Φώτιος Π. Μοσχούλας ΝΝικόλαος Μ. Τσαμαδὸς Ν
2362Νικόλ. Α. Παπαλέξης ΝΝικόλαος Πλατσῆς Ν
2363Δημ. Α. Πολυχρονόπουλος ΟΝ. Χατζῖσκος Ν
2364Ἀνδρέας Δ. Μονοκροῦσος ΟΧ. Εὐταξίας Ο
2365Νικόλαος Γ. Μαντζαβῖνος ΝΔ. Δεδούσης Ν
2366Θεόδωρος Α. Βελλιανίτης ΟΚομνᾶς Τράκας
2367Ἀνάργυρος Σιμόπουλος ΝΝ. Κοντογιάννης Ν
2368Ἰωάννης Δελμοῦζος ΝΜιχαὴλ Κακαρᾶς Ν
2369Δημήτριος Π. Νίκας ΝΒασίλειος Βουδούρης Ν
2370Κ. Δ. Γερακωστόπουλος ΟΓεώργιος Ἀβέρωφ Ν
2371Ἀχιλλεὺς Χοϊδᾶς ΟΝικόλαος Καλογερόπουλος Ν
2372Ἰωάννης Κ. Τσερτίδης ΟΝικόλαος Μαμούνης Ο
2373Ἰωάννης Γ. Μ. Ροῦφος ΝἸωάννης Θ. Βρατσᾶνος Ο
2374§134ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψηφοφόρησαν ἐν ὅλῳ 221. Ὑπὲρ τῆς
2375προτάσεως 108, κατὰ τῆς προτάσεως 113. Ἑπομένως ἡ
2376πρότασις ἀπερρίφθη, καὶ συνεπῶς ἡ ἐκλογὴ Αἰγιαλείας ὡς
2377πρὸς τὸν κύριον Πολυχρονιάδην ἠκυρώθη.
2378Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρᾳ 3 καὶ 15′ μ. μ).