1902.04.04
5,626 rows · 43,468 words · 353 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 49
Τῆς 4 Ἀπριλίου 1902.
(Πέμπτη).
(Προεδρεύοντος τοῦ ἀντιπροέδρου κ. Ν. Λεωνίδα).
(Γενομένης ἀπαρτίας ὥρᾳ 6 μ.μ. ἀναγινώσκονται καὶ ἐγκριθέντα ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρὰ τῶν ἁρμοδίων Ὑπουργῶν κατετέθησαν αἱ ἑξῆς δηλώσεις: 1) Περὶ ἐπενεκτέων μεταβολῶν ἐπὶ τοῦ γενικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐσόδων τοῦ Κράτους τῆς χρήσεως τοῦ 1902. 2) Περὶ μεταβολῶν ἐπενεκτέων ἐν τῷ ὑποβληθέντι εἰς τὴν Βουλὴν προϋπολογισμῷ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν τῆς χρήσεως τοῦ 1902. 3) Περὶ ἐπενεκτέων μεταβολῶν ἐν τῷ ὑποβληθέντι εἰδικῷ προϋπολογισμῷ τῶν ἐξόδων τῆς ὑπηρεσίας τοῦ δημοσίου χρέους τῆς χρήσεως τοῦ 1902. 4) Περὶ ἐπενεκτέων μεταβολῶν ἐπὶ τοῦ ὑποβληθέντος εἰς τὴν Βουλὴν εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν τῆς χρήσεως τοῦ 1902. 5) Περὶ ἐπενεκτέων μεταβολῶν ἐν τῷ ὑποβληθέντι εἰς τὴν Βουλὴν εἰδικῷ προϋπολογισμῷ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν τῆς χρήσεως τοῦ 1902. 6) Περὶ ἐπενεκτέων μεταβολῶν εἰς τὸν εἰδικὸν προϋπολογισμὸν τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν τῆς χρήσεως τοῦ 1902. 7) Περὶ ἐπενεκτέων μεταβολῶν ἐν τῷ εἰδικῷ προϋπολογισμῷ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως τῆς χρήσεως τοῦ 1902. 8) Περὶ ἐπενεκτέων τροποποιήσεων ἐν τῷ ὑποβληθέντι εἰς τὴν Βουλὴν εἰδικῷ προϋπολογισμῷ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1902. 9) Περὶ ἐπενεκτέων μεταβολῶν ἐν τῷ ὑποβληθέντι εἰς τὴν Βουλὴν εἰδικῷ προϋπολογισμῷ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν τῆς χρήσεως τοῦ 1902. 10) Περὶ ἐπενεκτέων μεταβολῶν ἐν τῷ ὑποβληθέντι εἰς τὴν Βουλὴν προϋπολογισμῷ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν τῆς χρήσεως τοῦ 1902. 11) Περὶ ἐπενεκτέων μεταβολῶν ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς χρήσεως τοῦ 1902. 12) Περὶ ἐπενεκτέων μεταβολῶν ἐν τῷ ὑποβληθέντι εἰς τὴν Βουλὴν εἰδικῷ προϋπολογισμῷ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν τῆς χρήσεως τοῦ 1902. 13) Περὶ ἀναγραφῆς πιστώσεως ἐν τῷ εἰδικῷ προϋπολογισμῷ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν τῆς χρήσεως τοῦ 1902. 14) Περὶ ἐπενεκτέων μεταβολῶν ἐν τῷ ὑποβληθέντι εἰς τὴν Βουλὴν εἰδικῷ προϋπολογισμῷ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν τῆς χρήσεως τοῦ 1902. 15) Περὶ ἐγκρίσεως προϋπολογισμοῦ ὁλικῆς δαπάνης διὰ τὴν κατασκευὴν δημοσίου ἔργου καὶ περὶ προσθήκης πιστώσεως ἐν τῷ ὑποβληθέντι εἰς τὴν Βουλὴν εἰδικῷ προϋπολογισμῷ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν τῆς χρήσεως τοῦ 1902. 16) Περὶ ἐπενεκτέων μεταβολῶν ἐν τῷ ὑποβληθέντι εἰς τὴν Βουλὴν εἰδικῷ προϋπολογισμῷ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν τῆς χρήσεως τοῦ 1902. 17) Περὶ ἀναγραφῆς πιστώσεως ἐν τῷ εἰδικῷ προϋπολογισμῷ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν τῆς χρήσεως τοῦ 1902. 18) Περὶ ἀναγραφῆς πιστώσεως ἐν τῷ εἰδικῷ προϋπολογισμῷ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν τῆς χρήσεως τοῦ 1902. Ὡσαύτως ὑπὸ τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν κατετέθη νομοσχέδιον «περὶ τροποποιήσεως τῶν νόμων περὶ στρεμματικῆς φορολογίας τῶν ἀμπέλων». Ὑπὸ δὲ τῶν κ. κ. Ὑπουργῶν τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ Οἰκονομικῶν κατετέθη νομοσχέδιον «περὶ ἐγκρίσεως προϋπολογισμοῦ δαπάνης διὰ τὴν κατασκευὴν λιμενοβραχίονος ἐν ταῖς ἁλυκαῖς Λευκίμμης». Αἵ τε δηλώσεις καὶ τὰ νομοσχέδια θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 208–227). Ὁ βουλευτὴς Βόλου κύριος Κ. Τοπάλης κατέθηκε πρότασιν νόμου «περὶ εἰσαγωγῆς τοῦ συστήματος τῶν κτηματικῶν βιβλίων». Καὶ ἡ πρότασις νόμου αὕτη θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα. ἀριθ. 228). Ὁ κύριος Μοσχούλας ἔχει τὸν λόγον.
§2Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ὑπὸ τοῦ κυρίου Μοσχούλα ὑποβληθεῖσα πρότασις νόμου «περὶ μεταρρυθμίσεως ἄρθρων τινῶν τοῦ ἰσχύοντος ͵ΒΦΠΓʹ νόμου περὶ Σταφιδικῆς Τραπέζης» θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 229).
§4ΧΑΡΙΛ. ΣΠΗΛΙΩΤΗΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, ἐὰν ἐπὶ τοῦ προκειμένου δὲν ὑπάρχει ἄλλη μελέτη καὶ σκέψεις ἄλλαι ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ ἂν δὲν ἔχει ἕτοιμον τελειότερον ἔργον ἀπὸ τὴν ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ὀλυμπίας ὑποβληθεῖσαν πρότασιν νόμου. Ἐὰν ὑπάρχῃ τοιοῦτόν τι, νὰ τὸ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλήν, ἵνα, προκειμένου νὰ τροποποιηθῇ ὁ ὑπάρχων νόμος, ὑποστῇ οὗτος τὰς μεταβολάς, αἱ ὁποῖαι ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς αὐτοῦ ἀπεδείχθησαν ἀναγκαῖαι, καὶ διορθωθῶσι τὰ ἐλαττώματα, ὅσα κατὰ τὴν ἐφαρμογὴν ἀπεδείχθησαν παραβλάπτοντα ἐν γένει τὴν λειτουργίαν τοῦ νόμου. Ἐκτὸς ὅμως τούτου, θὰ παρακαλέσω τὸν κύριον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν ἐπερώτησιν, τὴν ὁποίαν ἀπηύθυνα μετ’ ἄλλων συναδέλφων, τὴν ἀφορῶσαν τὴν Σταφιδικὴν Τράπεζαν. Διότι παρεδόθη ὁλόκληρον τὸ παρακράτημα τῆς παρελθούσης χρήσεως, καὶ δὲν γνωρίζομεν, ἐὰν παρουσιάσθη ἔλλειμμα, καὶ πόσον. Μετὰ τὴν παρακράτησιν συνέβη γεγονός, τὸ ὁποῖον εἶναι παράδοξον· ἐνῷ δηλαδὴ παρακρατοῦμεν τὸ προϊόν, τὸ αὐξάνομεν διὰ πολλῶν μέσων, διὰ πλαστῶν ἀποδείξεων, διὰ νενοθευμένου καρποῦ καὶ δι’ ἄλλων, τὰ ὁποῖα ἔχω διατυπώσει εἰς τὴν ἐπερώτησίν μου. Ὑπάρχουσι πληροφορίαι, ὅτι 15 ἑκατομμύρια λιτρῶν σταφιδοκάρπου διετέθησαν εἰς τὸ ἐμπόριον. Περὶ ὅλων αὐτῶν ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἶναι εἰς θέσιν νὰ ἔχῃ γνώμην. Ἐπίσης ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Οἰκονομικῶν ὑπάρχει καὶ ἡ ἔκθεσις τοῦ Συμβουλίου τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης, ἡ ὁποία περιέχει πολλὰς ὀρθὰς σκέψεις. Ὅλα αὐτὰ πρέπει νὰ μελετηθῶσι καλῶς καὶ νὰ ὑποβληθῶσιν εἰς τὴν Βουλήν, νὰ καταρτισθῇ δὲ ἐπὶ τῇ βάσει τούτων πάντων πλῆρες νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου νὰ διορθώνωνται πᾶσαι αἱ ὑπάρχουσαι ἐλλείψεις ἐν τῷ ἰσχύοντι νόμῳ, καὶ νὰ θεραπεύωνται πᾶσαι αἱ ἀνάγκαι, ὅπως ἡ Τράπεζα αὕτη λειτουργήσῃ πρὸς σωτηρίαν τοῦ προϊόντος.
§5Φ. ΝΕΓΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Πρὸ τῆς συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου θέλετε ἔχει ὅλας τὰς σκέψεις τῆς Κυβερνήσεως. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἐπερώτησιν τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἠλείας Βουλευτοῦ διὰ τὰ ἐλλείμματα, καθιστῶ γνωστόν, ὅτι ἀληθῶς ἐλάβομεν τοιοῦτον πίνακα, ἐπειδὴ ὅμως ὑπῆρχον κενά, ἠναγκάσθημεν νὰ ζητήσωμεν καὶ ἄλλας πληροφορίας παρὰ τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης, ἀλλ’ ἀκόμη δὲν τὰς ἐλάβομεν. Ὅταν λάβωμεν ταύτας, θὰ τὰς καταθέσωμεν.
§6Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§7Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ταύτῃ ἐφιστῶ τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ἐπὶ τοῦ ἑξῆς. Ἔλαβον ἐπιστολὴν ἀπὸ συμπολίτην μου φαρμακοποιόν, ὁ ὁποῖος μοὶ γράφει, ὅτι ὁ ἔξωθεν ἐρχόμενος θειϊκὸς χαλκός, ὁ ὁποῖος πρόκειται νὰ διανεμηθῇ εἰς τὰς διαφόρους ἐπαρχίας, εἶναι νενοθευμένος, δυστυχῶς δὲ, οὐδεμία δίδεται προσοχὴ ἀπὸ μέρους τῶν ἀρχῶν, ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἀνάλυσιν αὐτοῦ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ διατάξῃ τὰ δέοντα, διότι εἶναι φοβερὸν νὰ πληρώνουν οἱ ἄνθρωποι καὶ νὰ μὴ σῴζωνται ἐκ τοῦ κινδύνου.
§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ βουλευτὴς Ξηροχωρίου κ. Α. Πετσάλης κατέθηκε τὴν ἑπομένην σύστασιν: «Παρακαλεῖται ὁ κύριος ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, διὰ τίνα λόγον διετάχθη ὁ οἰκονομικὸς ἔφορος Ξηροχωρίου νὰ παύσῃ ἐκδίδων ἀδείας ὑλοτομίας τοῦ ἀνήκοντος εἰς τὴν περιφέρειαν τοῦ χωρίου Βουτᾶ ἰδιοκτήτου δάσους, ἀφοῦ ἐν τοῖς δασικοῖς πίναξιν ἐπ’ ὀνόματι τοῦ ἀπὸ πεντηκονταετίας ἰδιοκτήτου Κίμωνος Χριστοδούλου, αἰτησαμένου νομίμως τοῦτο, ἀνεγράφησαν αἱ κατὰ τὸ τρέχον ἔτος ὑλοτομηθησόμεναι δασικαὶ θέσεις, τοῦ παρεμβληθέντος Ἰωάννου Ροδίου οὐδὲν δικαίωμα ἔχοντος ἐπὶ τοῦ κτήματος καὶ τοῦ δάσους Βουτᾶ, ἀφ’ ἑτέρου δὲ, κατὰ τὸν περὶ δασῶν νόμον, ἐπὶ διαφιλονικουμένων δασῶν κύριος θεωρεῖται ὁ τελευταῖος διακάτοχος αὐτοῦ, ὅστις εἶναι ὁ Κίμων Χριστοδούλου, ὅπερ καὶ πᾶσαι αἱ ἀρχαὶ τῆς ἐπαρχίας Ξηροχωρίου θὰ βεβαιώσωσιν, ἁρμοδίως προκαλούμεναι πρὸς πιστοποίησιν τούτου.» Ὁ βουλευτὴς Κυνουρίας κ. Θ. Πέρρος ὑποβάλλει πρότασιν νόμου «περὶ τοῦ ὑδραγωγείου Ἄστρους.» Ἡ πρότασις νόμου αὕτη θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 230). Ὁ κύριος Γ. Παπαδιαμαντόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§9Γ. ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ὑπὸ τοῦ κ. Παπαδιαμαντοπούλου ὑποβληθεῖσα πρότασις ἔχει ὡς ἑξῆς: «Ἡ Βουλὴ, μηδόλως ἀμφιβάλλουσα, ὅτι κατὰ τὸ διάστημα τῆς διακοπῆς τῆς Βουλευτικῆς Συνόδου ὑφίσταται ἀκεραία ἡ ὑπὸ τοῦ ἄρθρου 63 τοῦ Συντάγματος θεσπισθεῖσα ἀσυλία τῶν Βουλευτῶν, μεταβαίνει εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.»
§11Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ἀνεξαρτήτως τοῦ λόγου, ὅτι τοιαύτη τις συζήτησις ἐπὶ τοιούτου θέματος δὲν ἔχει πρακτικὸν ἀποτέλεσμα, διότι οὐδεμίαν ἑρμηνείαν αὐθεντικὴν δύναται ἡ Βουλὴ νὰ δώσῃ εἰς διάταξιν συνταγματικὴν, οὐδὲ διαμαρτυρίαν νὰ ἐκφέρῃ διὰ τὰ πνευματικὰ καθήκοντα τῆς ἀνεξαρτήτου δικαστικῆς ἐξουσίας, ἐγὼ ὀφείλω νὰ δηλώσω, ὅτι δὲν δύναμαι νὰ μετάσχω τῆς συζητήσεως ταύτης, διότι κατ’ ἀρχὴν, ἣν ἐτήρησα πάντοτε ἀπαρεγκλίτως, ὅταν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς φέρηται ζήτημα, τὸ ὁποῖον θίγει ὑπὸ οἱανδήποτε ἔποψιν ὑπόθεσιν, ἧς τὴν ἀντίληψιν ἔσχον ὡς συνήγορος ἐνώπιον τῶν δικαστικῶν ἀρχῶν, ἀποφεύγω νὰ λαμβάνω μέρος εἰς τὴν συζήτησιν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Ἄλλως δὲ ἡ γνώμη ἐμοῦ καὶ τῶν συναδέλφων μου ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου εἶναι γνωστή.
§12ΗΛ. ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Δὲν συμφωνῶ μὲ τὴν ἀρχὴν, ὅτι ἡ Βουλὴ οὐδὲν καθῆκον ἔχει ἐπὶ τοῦ τοιούτου ζητήματος. Νομίζω ὅτι ἔχει ὕψιστον καθῆκον τὴν φρούρησιν τῶν δικαιωμάτων αὐτῆς, δικαίωμα δὲ τῆς Βουλῆς εἶναι, τὰ μέλη αὐτῆς νὰ μὴ καταδιώκωνται καὶ νὰ μὴ φυλακίζωνται ἄνευ ἀδείας αὐτῆς. Ἡ γνώμη αὕτη εἶναι ἀνωμολογημένη παρ’ ὅλων τῶν συγγραφέων. Δὲν συμφωνῶ δὲ καὶ μὲ τὴν γνώμην, ὅτι, ὅταν συμβῇ ὡς συνήγορος νὰ λάβω μέρος εἰς ὑπόθεσίν τινα, τοῦτο μ’ ἐμποδίζει νὰ ἐκφράσω τὴν γνώμην μου ὡς Βουλευτὴς ἐν τῇ Βουλῇ. Διὰ τοῦτο σπεύδω νὰ δηλώσω, ὅτι θεωρῶ σήμερον τὴν συζήτησιν ὡς μὴ δυναμένην νὰ λάβῃ τὰς διαστάσεις, τὰς ὁποίας πρέπει νὰ λάβῃ, διότι ἡ ἀνάγκη τῆς ψηφίσεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ προηγεῖται. Τὸ ζήτημα πρέπει ὑπὸ τῆς Βουλῆς νὰ συζητηθῇ, νὰ ἐκφράσῃ δὲ αὕτη, ἐμμέσως ἢ ἀμέσως, γνώμην· καὶ ἴσως ἔκφρασις γνώμης θὰ ἦτο νὰ συστήσῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ ζητήσῃ παρὰ τοῦ κυρίου εἰσαγγελέως τοῦ Ἀρείου Πάγου τὴν ὑπὲρ τοῦ νόμου ἀναίρεσιν τοῦ βουλεύματος, τοῦ ἀπορρίπτοντος τὴν ἀνακοπὴν τοῦ ἐντάλματος καὶ τὰς προτάσεις, τὰς ὁποίας ὑπέβαλεν ὁ συνάδελφος Βουλευτὴς, ὅτι δὲν δύναται νὰ καταδιωχθῇ. Δὲν εἰσέρχομαι εἰς τὴν οὐσίαν τοῦ ζητήματος, διότι αὕτη δύναται ἴσως ν’ ἀπασχολήσῃ τὴν Βουλήν. Φρονῶ, ὅτι σήμερον δυνάμεθα νὰ ἀναβάλωμεν τὴν περὶ τούτου συζήτησιν, ὅπως αὕτη γείνῃ μετὰ τὴν ψήφισιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἀλλ’ ὅτι ἡ Βουλὴ ἔχει καθῆκον, ἐπαναλαμβάνω, νὰ ἐκφράσῃ μίαν γνώμην κατὰ τὸν ἕνα ἢ τὸν ἄλλον τρόπον.
§13Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Δὲν δύναται νὰ ἐκφράσῃ οὐδεμίαν γνώμην.
§14ΗΛ. ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Δύναται νὰ ἐκφράσῃ γνώμην· καὶ θὰ σᾶς εἴπω τίνα γνώμην δύναται νὰ ἐκφράσῃ, κατ’ ἐμὲ, ὅταν γείνῃ συζήτησις. Ἤδη ὅμως δύναται νὰ διακόψῃ τὴν περαιτέρω συζήτησιν ἡ Βουλή, ἐπιφυλαττομένη ἀργότερον νὰ ἐκφράσῃ γνώμην.
§15ΧΑΡΙΛ. ΣΠΗΛΙΩΤΗΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, ὁ προϊστάμενος τῆς Εἰσαγγελικῆς ἀρχῆς, δύναται νὰ παραγγείλῃ εἰς τὸν εἰσαγγελέα τοῦ Ἀρείου Πάγου νὰ ἐνασκήσῃ τὸ δικαίωμα τῆς ἀναιρέσεως ἐνώπιον τοῦ ἀνωτάτου Δικαστηρίου, ἵνα ἔχωμεν μίαν γνώμην τελείαν καὶ αὐθεντικὴν ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου. Παρακαλῶ δὲ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ δηλώσῃ, ἐὰν νομίζει, ὅτι τοῦτο δύναται νὰ γείνῃ.
§16Γ. ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Φοβοῦμαι, ὅτι ὁ ἀξιότιμος ἐκ Λεβαδείας συνάδελφος μεταβάλλει πολὺ εὐκόλως γνώμην. Πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν, ὅτε ἐπρόκειτο νὰ φέρω ἐνώπιον τῆς Βουλῆς τὸ ζήτημα τοῦτο, μοὶ συνέστησε νὰ ἀναβάλω μέχρις ὅτου ἤθελεν ἐκδικασθῆ ἡ ὑπόθεσις αὕτη.
§17Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Πρὶν ἢ ὑποβληθῇ ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἡ πρότασις, ζητῶ τὸν λόγον. Μοὶ φαίνεται, ὅτι δὲν εἶναι πλέον ἀμφίβολον, ὅτι τὸ δικαίωμα τῆς ἀσυλίας, τὸ ὑπὸ τοῦ Συντάγματος ἀναγραφόμενον ὑπὲρ τῶν Βουλευτῶν, ἐξακολουθεῖ ὑφιστάμενον ἀκέραιον καὶ κατὰ τὸν χρόνον, κατὰ τὸν ὁποῖον ἡ Βουλὴ διατελεῖ ἐν διακοπῇ τῶν ἐργασιῶν της. Λέγω, ὅτι «μοὶ φαίνεται, ὅτι δὲν εἶναι πλέον ἀμφίβολον», διότι καὶ ἡ γραμματικὴ ἑρμηνεία τῆς διατάξεως τοῦ Συντάγματος καὶ ἡ λογικὴ ἑρμηνεία αὐτῆς εἰς τὸ αὐτὸ ὁδηγοῦσι συμπέρασμα. Ἐὰν διάρκεια τῆς Συνόδου εἶναι ὅλον τὸ χρονικὸν διάστημα, τὸ ἀπὸ τῆς ἐνάρξεως τῆς Συνόδου μέχρι τῆς λήξεως αὐτῆς, ἕπεται, ὅτι τὸ διάστημα τῆς διακοπῆς περιλαμβάνεται ἐν τῇ διαρκείᾳ τῆς Συνόδου, ἑπομένως ὅτι καὶ κατὰ τὸ διάστημα αὐτὸ ἰσχύει ἡ διάταξις τοῦ Συντάγματος. Ἐὰν ἡ λογικὴ ἔννοια τῆς διατάξεως τοῦ Συντάγματος καταδηλοῖ τὸν σκοπὸν αὐτῆς νὰ ἀσφαλίσῃ τὸν Βουλευτὴν ἀπὸ διεσκευασμένων καταγγελιῶν, αἱ ὁποῖαι ἀφετηρίαν ἔχουσι τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν καθηκόντων του ἐν τῇ Βουλῇ, καὶ νὰ προστατεύσῃ αὐτὸν κατὰ πάσης ἐξετάσεως, κατὰ πάσης ἐρεύνης καὶ προσωπικῆς παρακωλύσεως, ὅπως μὴ ἐνασκήσῃ τὰ ἔργα αὑτοῦ ἐν τῇ Βουλῇ, νομίζω, ὅτι ἡ ἔννοια αὕτη, ὁ τοιοῦτος σκοπὸς ἤθελε ματαιωθῆ, ἐὰν ἤθελεν ἀναγνωρισθῆ, ὅτι κατὰ τὸ διάστημα τῆς διακοπῆς τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς δὲν ἀπαγορεύεται νὰ καταδιώκηται ὁ Βουλευτής, καὶ δύναται οὕτω νὰ αἴρηται τὸ δικαίωμα τῆς ἀσυλίας αὐτοῦ. Θέλει δὲ εἶσθαι λίαν εὔκολον, διαρκούσης τῆς Συνόδου, διὰ διακοπῆς, εἴτε ἀποφασισθείσης ὑπὸ τῆς Βουλῆς, τῇ προτάσει τινὸς τῶν μελῶν τῆς πλειονοψηφίας, εἴτε διὰ Βασιλικοῦ Διατάγματος, νὰ εὐκολυνθῇ Κυβέρνησις παρανόμως, ζητοῦσα παρανόμως νὰ καταδιώξῃ τινὰ, διὰ νὰ ἀφαιρέσῃ αὐτὸν ἀπὸ τὴν Βουλήν, νὰ προκαλέσῃ τὴν καταδίωξιν αὐτοῦ ἐνώπιον τῶν Δικαστηρίων. Τὸ ζήτημα μέχρι τοῦδε δὲν μοὶ φαίνεται ὅτι εἶναι ζήτημα, οὐδέ τις ἰσχυρίσθη τοὐναντίον, ἢ ὑπεστήριξεν αὐτὸ ἐπιστημονικῶς. Ἐνῷ δ’ οὕτως εἶχον τὰ περὶ τούτου, ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Βόλου συνελήφθη καὶ ἐφυλακίσθη ἄνευ ἀδείας τοῦ Σώματος τῆς Βουλῆς. Ὅτε ἡ πρᾶξις ἐτελεῖτο, οὐδεὶς ἐν τῇ Βουλῇ ἔφερε τὸν λόγον, διότι ἡ πρᾶξις τῆς παραβιάσεως τῆς ἀσυλίας αὐτοῦ συνεδέετο μετὰ τῆς κατηγορίας, ἐκρίθη δ’ ὅτι ἦτο ἐνδεχόμενον τοῦ ζητήματος τούτου ἡ ἔρευνα νὰ παρασταθῇ ὡς δυναμένη νὰ ἐνασκήσῃ ἐπιρροήν τινα ἐπὶ τὴν Δικαιοσύνην, εἰς πρόθεσιν δὲ τοιαύτην ν’ ἀποδοθῇ ἡ ἐπερώτησις τοῦ Βουλευτοῦ, ὅστις ἤθελε φέρει τὸν λόγον. Διὰ τοῦτο ἡ Βουλὴ ἔμενε σιωπῶσα. Ἀλλὰ νῦν, ὅτε ἡ ποινικὴ δίκη διεξήχθη καὶ ἐπερατώθη, οὐδεμία τοιαύτη ἐπίδρασις δύναται νὰ ὑπάρξῃ, οὐδὲ νὰ ὑποτεθῇ ὡς σκοπουμένη διὰ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν θέλει κρίνει ἡ Βουλή. Ἀλλ’ ἀποφάνσεως τῆς Βουλῆς δὲν παρίσταται ἀνάγκη. Καὶ μένει μὲν τὸ δικαίωμα τῆς Βουλῆς ἔκθετον, διότι δύναται ἡ δικαστικὴ ἐξουσία νὰ ἑρμηνεύσῃ τὴν διάταξιν τοῦ Συντάγματος ἄλλως ἢ ὡς πρέπει αὕτη νὰ ἑρμηνευθῇ, ἢ νὰ ἐπεκτείνῃ τὴν ἁρμοδιότητά της ἐντὸς τῶν ὁρίων, διὰ τῶν ὁποίων τὸ Σύνταγμα περιώρισεν αὐτήν· ἀλλ’ ὑπεράνω τούτων τῶν ἐνεργειῶν τῆς Ποινικῆς Δικαιοσύνης ὑπάρχει Δικαστήριον κανονιστικόν, τὸ Δικαστήριον τοῦ Ἀρείου Πάγου, τὸ ὁποῖον καλεῖται νὰ χαράσσῃ τὸ ὅριον, μέχρι τοῦ ὁποίου ἐπιτρέπεται ὑπὸ τοῦ Συντάγματος νὰ λειτουργῇ ἡ Ποινικὴ Δικαιοσύνη, καὶ πέραν τοῦ ὁποίου ἰσχύει βουλευτικὴ προνομία. Ἡ βουλευτικὴ προνομία ἄλλως δὲν ἀπειλεῖ οὔτε τὴν Δικαιοσύνην, οὔτε τὴν δημοσίαν τάξιν· διότι ἡ Βουλὴ δὲν ἐξετάζει τὴν οὐσίαν τῆς πράξεως, περὶ ἧς πρόκειται ἐνώπιον τῆς Δικαιοσύνης, ἤτοι ἐὰν ὑπάρχει ἀφορμὴ πρὸς κατηγορίαν ἢ ὄχι, ἀλλ’ ἐξετάζει μόνον, ἂν ἡ κατηγορία διεσκευάσθη ὑπὸ πολιτικοῦ τινος σκοποῦ· ἐπειδὴ δὲ οὐδέποτε συνέβη, ἡ κατηγορία νὰ ἔχῃ πολιτικόν τινα λόγον, ἡ Βουλὴ δίδει πάντοτε τὴν ἄδειαν. Ἐπειδὴ δ’ οὕτως ἔχουσι τὰ πράγματα, καὶ ἐγὼ φρονῶ, ὅτι ἡ Βουλὴ εἶναι περιττὸν νὰ προβῇ εἰς ἀπόφασίν τινα· διότι τὸ μὲν θέμα εἶναι ὡμολογημένον ὑπὸ πάντων, μηδενὸς ἀμφισβητοῦντος αὐτό, ἤθελε δ’ ἴσως ὑποληφθῆ, ὅτι ἐγωϊστικὸν συμφέρον, πρόνοια ὑπὲρ τῶν προνομίων προήγαγεν αὐτὴν εἰς πρᾶξιν, ἥτις ἤθελεν ἴσως κριθῆ ἐφαπτομένη τῆς αὐτοτελείας καὶ ἀνεξαρτησίας τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας. Διὰ τοῦτο, ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης λάβῃ συνεννόησιν μετὰ τοῦ κ. εἰσαγγελέως τοῦ Ἀρείου Πάγου, καὶ κριθῇ ὅτι δύναται νὰ ἐξαλειφθῇ ἡ ἐπὶ τῆς βουλευτικῆς ἀσυλίας γενομένη ἐπιδρομὴ δι’ αἰτήσεως ἀναιρέσεως ὑπὲρ τοῦ νόμου ἐνώπιον τοῦ Ἀρείου Πάγου τοῦ ἐκδοθέντος βουλεύματος, ἡ ὑπόθεσις θέλει διαρρυθμισθῆ ἐντελῶς, οὐδ’ ὑπάρχει πλέον ἀνάγκη τις, ἵνα ἡ Βουλὴ προβῇ εἰς ἀπόφασίν τινα.
§18Γ. ΚΑΠΕΤΑΝΑΚΗΣ. Τοσοῦτο μᾶλλον συμφωνῶ πρὸς τὴν ἐξενεχθεῖσαν ἄρτι ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Γόρτυνος πολιτευτοῦ γνώμην, καθόσον οὕτω φαίνεται, ὅτι δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐκφράσῃ ἡ Βουλὴ γνώμην περὶ πανθομολογουμένου. Τὸ μόνον, τὸ ὁποῖον ὑπολείπεται, εἶναι ἡ ὑπὲρ τοῦ νόμου ἀναίρεσις· καὶ ἀπορῶ μάλιστα, πῶς ὁ κύριος εἰσαγγελεὺς τοῦ Ἀρείου Πάγου δὲν ἐποιήσατο τὴν ὑπὲρ τοῦ νόμου ἀναίρεσιν, ἀφοῦ ἄλλως ἔχει καθῆκον πρὸς τοῦτο. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι σκοπιμώτερον καὶ πρακτικώτερον εἶναι, ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ἐν τῇ ἐποπτείᾳ αὐτοῦ, νὰ ὑπομνήσῃ τὸ καθῆκον, τὸ ὁποῖον ἔχει ὁ κύριος εἰσαγγελεύς, ὡς ἐκ τῆς θέσεώς του, ἀλλὰ καὶ ὡς ἐκ τῶν ἀρχῶν, ἃς ἐξεδήλωσε.
§19Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ τῆς Δικαιοσύνης). Τῷ ὄντι, Κύριοι, ἡ συζήτησις εἶναι ἐντελῶς περιττή, καὶ ὀρθότατα ἔθεσε τὸ θέμα ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος κ. Βουλευτής· διότι, ἐὰν εἴχομεν δικαίωμα ἡμεῖς ἐνταῦθα, προκειμένου περὶ συνταγματικῆς διατάξεως, νὰ ἐκφράσωμεν γνώμην, αὐθεντικὴν περιέχουσαν ἑρμηνείαν, βεβαίως ἦτο καθῆκον πάντων ἐκείνων, οἵτινες φρονοῦσιν, ὅτι ἡ δικαστικὴ ἐξουσία ἐσφαλμένως ἡρμήνευσε τὰ τῆς ἀσυλίας τῆς βουλευτικῆς, νὰ φέρωσι πρότασιν νόμου περὶ αὐθεντικῆς ἑρμηνείας ἐν τῇ Βουλῇ. Τότε μεταξὺ τούτων ἴσως θὰ ἤμην καὶ ἐγώ, διότι καὶ ἐγὼ φρονῶ, ὅτι κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς διακοπῆς τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς ἡ βουλευτικὴ ἀσυλία εἶναι ἰσχυρὰ, διότι ἄλλως ὁ σκοπὸς, ἕνεκα τοῦ ὁποίου ἐθεσπίσθησαν αἱ περὶ ἀσυλίας διατάξεις ἐν τοῖς Συνταγματικοῖς πολιτεύμασι, ματαιοῦται τελείως. Ὁ σκοπὸς τῶν διατάξεων τούτων εἶναι πρωτίστως νὰ προασπίζῃ τὸν Βουλευτὴν κατὰ τῶν καταχρήσεων τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας. Ἀλλὰ τότε ἀκριβῶς, ἐὰν κατὰ τὴν διακοπὴν ἐπιτρέπωμεν τὴν καταδίωξιν τῶν Βουλευτῶν, τότε ὁ σκοπὸς αὐτὸς θὰ ματαιῶται εὐχερέστερον, διότι τότε δύναται τοιαύτη ἐκτελεστικὴ ἐξουσία νὰ διακρίνῃ ἐνταῦθα, ποῖοι εἶναι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι παρέχουσι κωλύματα εἰς τὰς ἐπιθυμίας τῆς Κυβερνήσεως, καὶ κατ’ αὐτῶν νὰ διενεργῇ κατηγορίαν ἐν τῇ διακοπῇ τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς. Εὐτυχῶς τοιοῦτοι χρόνοι τοιούτων Κυβερνήσεων παρῆλθον ἀνεπιστρεπτί. Ἐν τούτοις φρονῶ, ἀποβλέπων εἰς τὴν ἱστορικὴν αἰτίαν τῶν διατάξεων τούτων καὶ εἰς τὸ γράμμα αὐτῶν, ὅτι αὐτὴ εἶναι ἡ ἑρμηνεία ἡ ἀληθής. Δὲν δύναμαι ὅμως ν’ ἀποκρύψω, ὅτι, ὅσῳ καὶ ἂν ἔχωμεν ἡμεῖς τοιαύτην πεποίθησιν, ἐν Γερμανίᾳ ὑπάρχουσιν οἱ ἀντιφρονοῦντες, μεταξὺ δ’ ἄλλων δύναμαι νὰ ἀναφέρω τὸν διαπρεπέστατον ποινικολόγον καὶ πολιτειολόγον, καθηγητὴν τῆς Λειψίας, Binding, ὁ ὁποῖος ῥητῶς ὑποστηρίζει τὴν γνώμην, ὅτι κατὰ τὴν διακοπὴν τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς ἡ βουλευτικὴ ἀσυλία δὲν εἶναι ἰσχυρά. Ἀλλ’ ἡ καταπληκτικὴ πλειονότης τῶν ἐν Γερμανίᾳ συγγραφέων εἶναι ὑπὲρ τῆς γνώμης, ὅτι κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς διακοπῆς τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς ἡ βουλευτικὴ ἀσυλία εἶναι πλήρης. Ἀλλὰ σήμερον περὶ τί ν’ ἀπασχοληθῶμεν; Δὲν ὑπάρχει θέμα, ὡς προεῖπον. Δυνάμεθα μόνον νὰ εἴπωμεν, ὅτι ἡ δικαστικὴ ἐξουσία παρ’ ἡμῖν ἠκολούθησε τὰς ἐκπεφρασμένας γνώμας τῶν Δικαστηρίων καὶ τῶν παρ’ ἡμῖν συγγραφέων. Διότι μὴ λησμονεῖτε, ὅτι ὁ Ἄρειος Πάγος εἶχεν ἀποφανθῆ, καὶ ὑπάρχει γνωμοδότησις τοῦ τότε εἰσαγγελέως τοῦ Ἀρείου Πάγου Μαντζούφα ὑπὲρ τῆς γνώμης, ὅτι ἡ βουλευτικὴ ἀσυλία ἀργεῖ κατὰ τὸ διάστημα τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς. Καὶ ὁ παρ’ ἡμῖν εἰδικώτερον εἰς τὰ ποινικὰ θέματα ἀσχοληθεὶς κ. Κωνσταντόπουλος ῥητῶς ὑποστηρίζει ἐν τῷ συγγράμματι αὑτοῦ, ὅτι κατὰ τὴν διακοπὴν τῶν ἐργασιῶν τῆς Συνόδου δὲν ὑπάρχει βουλευτικὴ ἀσυλία. Ἐδόθη ἐν τούτοις ἀφορμὴ ἐκ τῆς σπουδαιότητος δίκης νὰ γραφῶσιν ἀρκετὰ περὶ τοῦ θέματος, καὶ ν’ ἀνακινηθῇ τὸ θέμα παρ’ ἡμῖν μετὰ πολλῆς σπουδαιότητος· ὑποθέτω δὲ, ὅτι ἐλάχιστοι θὰ ὑπολείπονται ἤδη οἱ φρονοῦντες, μετὰ τὴν γενομένην συζήτησιν, ἐν τῇ δημοσιογραφίᾳ καὶ ἐν διατριβαῖς ἀκόμη, ὅτι κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς διακοπῆς τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς δὲν εἶναι ἡ βουλευτικὴ ἀσυλία ἐνεργός. Ὁ κ. εἰσαγγελεὺς τοῦ Ἀρείου Πάγου ἔχει ῥητῶς ἐκπεφρασμένην γνώμην περὶ τοῦ ζητήματος τούτου, δὲν νομίζω δὲ, ὅτι ἔχει ἀνάγκην ὑπομνήσεως παρ’ ἐμοῦ, ἵνα ζητήσῃ τὴν ἀναίρεσιν, ἀφοῦ μάλιστα, ὡς γνωστόν, τὸ δικαίωμα τῆς ἀναιρέσεως ἐνώπιον τοῦ Ἀρείου Πάγου τῶν βουλευμάτων καὶ ἀποφάσεων τῶν ποινικῶν καὶ πολιτικῶν Δικαστηρίων πρὸς ὀρθὴν ἐφαρμομὴν τοῦ νόμου δὲν περικλείεται ἐντὸς προθεσμιῶν. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι ἡ συζήτησις πρέπει νὰ καταπαύσῃ, ὡς τελείως ἀνωφελὴς καὶ περιττή.
§20ΗΛ. ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Ἀφοῦ πάντες φρονοῦμεν, ὅτι τὸ δικαίωμα τοῦ νὰ μὴ καταδιώκωνται καὶ φυλακίζωνται διαρκούσης τῆς Συνόδου οἱ Βουλευταὶ εἶναι δικαίωμα συνταγματικῆς, οὕτως εἰπεῖν, ἐπιβολῆς, ἀφορώσης εἰς τὸ κῦρος καὶ τὴν ἐνέργειαν τῆς Βουλῆς, ἀφοῦ ἀνομολογοῦμεν, ὅτι εἶναι ἀναμφισβήτητον, ὅτι τὸ δικαίωμα τοῦτο, τοῦ μὴ καταδιώκειν Βουλευτὴν, ἐξακολουθεῖ καὶ διαρκούσης τῆς Συνόδου, ὅμως ἰδοὺ ἔχομεν ἐδῶ δύο βουλεύματα, δύο ἀποφάσεις δύο Συμβουλίων δικαστικῶν, ἀρνουμένων τὸ δικαίωμα τοῦτο. Λέγετε, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν ἔχει κανὲν δικαίωμα νὰ ἐπέμβῃ, μήπως θεωρηθῇ, ὅτι ἐπεμβαίνει εἰς τὰ δικαιώματα τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας. Ἀλλ’ ἐὰν ἡμεῖς ἔχωμεν τὴν γνώμην, ὅτι δὲν πρέπει νὰ γείνῃ καταδίωξις, τότε πᾶσα ἡ μετὰ τὴν ἔναρξιν τῆς Συνόδου ἐργασία, ἐφ’ ἧς στηριζόμενα τὰ δικαστικὰ Συμβούλια καὶ οἱ ἀνακριταὶ ἐξέδοντο ἐντάλματα καὶ βουλεύματα, δὲν ἔχει ἰσχὺν, γενομένη ἄνευ ἀδείας τῆς Βουλῆς· ὅθεν ἔχομεν τὸ δικαίωμα καὶ νὰ ἐκφράσωμεν τὴν γνώμην αὐτὴν, καὶ μέτρα νὰ λάβωμεν, ἵνα μὴ ἐπαναληφθῇ τὸ κακὸν. Ἀλλὰ παρατηρῶ, ὅτι μᾶλλον τὸ Ἀκυρωτικὸν τῆς Γερμανίας ἔχει τὴν κρίσιν ὅτι δὲν θεωρεῖται κοινοβουλευτικὸν δικαίωμα, ἀλλὰ συνταγματικόν. Καὶ μ’ ὅλα ταῦτα ἡ ὑποψία, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δύναται καὶ νὰ ἐπηρεάσῃ τὴν ἀνεξαρτησίαν τῶν Βουλευτῶν διὰ τῆς τοιαύτης καταδιώξεως αὐτῶν,—καλῶς ἢ κακῶς, ἀδιάφορον,—εἶναι τοιαύτη, ὥστε καὶ ἐν τῇ συνταγματικῇ μορφῇ τοῦ πολιτεύματος νὰ μὴ δύναται διαρκούσης τῆς διακοπῆς νὰ καταδιωχθῇ ὁ Βουλευτὴς ἄνευ ἀδείας τῆς Βουλῆς, πολλῷ μᾶλλον ἐν τῇ κοινοβουλευτικῇ μορφῇ τοῦ πολιτεύματος δὲν ἐπιτρέπεται καταδίωξις ἄνευ ἀδείας τῆς Βουλῆς. Δέον λοιπὸν, ἐπαναλαμβάνω, νὰ ἐξετάσωμεν τὴν ἱστορικὴν καταγωγὴν τοῦ θεσμοῦ, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ οὗτος εἰς τὴν ἀληθῆ λειτουργίαν τῆς Βουλῆς. Τῷ ὄντι αἱ Βουλαὶ οὐδέποτε ἠρνήθησαν, ὅτε ἐζητήθη ἡ καταδίωξις Βουλευτοῦ διὰ πρᾶξιν καταδιωκτέαν, νὰ δώσωσι τὴν ἄδειαν πρὸς τοῦτο. Δὲν εἶναι ὅμως ἀληθὲς, ὅτι αἱ Βουλαὶ δὲν ἔχουσιν ἁρμοδιότητα νὰ ἐπιληφθῶσι τοιούτων ζητημάτων. Ἐν Γαλλίᾳ, προκειμένου περὶ συλλήψεως Βουλευτοῦ ἄνευ ἀδείας τῆς Βουλῆς, ὄχι μόνον ἀπεφάνθη ἡ Βουλὴ, ἀλλὰ καὶ διέταξε τὴν ἀπόλυσιν τοῦ συλληφθέντος. Ἐκεῖ ὅμως ἐπιτρέπει τοῦτο τὸ Σύνταγμα. Ἡ Βουλὴ, κατὰ τὴν ἐμὴν γνώμην, ἔχει δικαίωμα νὰ ἐκφράσῃ γνώμην, καὶ τοιαύτην, ὥστε ἐν τῷ μέλλοντι ἐπὶ παρομοίας περιπτώσεως νὰ μὴ ἐπαναληφθῇ ὅ,τι ἐγένετο. Ἐκ τῆς ἱστορίας τῆς διατάξεως ταύτης βλέπομεν, ὅτι τὸ σχετικὸν ἄρθρον τοῦ Συντάγματος ἐλήφθη ἐκ τοῦ Βελγικοῦ Συντάγματος, καὶ ὅτι μία κακὴ μετάφρασις λέξεως τοῦ Βελγικοῦ Συντάγματος, τῆς λέξεως ajourner ἔφερε τὰς διακρίσεις μεταξὺ τῆς ἀναβολῆς καὶ τῆς διακοπῆς διαρκούσης τῆς Συνόδου τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς. Ἐὰν ἐρευνήσητε ὅμως, θέλετε ἴδει, ὅτι οὐδεμία παρ’ ἡμῖν ὑπάρχει ἀμφιβολία, καὶ ὅτι οὕτω πάντοτε ἐφηρμόσθη ἐν τῇ τακτικῇ τῶν Βουλῶν. Ἀπὸ τῆς πρώτης ἐν Ἐπιδαύρῳ Ἐθνικῆς Συνελεύσεως ἀπεφασίσθη, ἐκ σεβασμοῦ πρὸς τὸ βουλευτικὸν ἀξίωμα, ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν ἡ δικαστικὴ ἐξουσία νὰ συλλάβῃ Βουλευτὴν πρὶν ἢ ἡ Βουλὴ κηρύξῃ αὐτὸν ἔκπτωτον τοῦ ἀξιώματος. Ἀλλὰ τότε βεβαίως ἦτο ἀναγκαῖον νὰ γίνηται τοῦτο. Σήμερον ὅμως, ὅτε ἡ πρὸς τὴν Δικαιοσύνην ἐμπιστοσύνη εἶναι βεβαίως μεγαλειτέρα, ἀλλ’ οὐχὶ καὶ ἀπόλυτος, ἡ ἄδεια τῆς Βουλῆς εἶναι ἀπαραίτητος, καὶ ἀφοῦ δεχόμεθα τὴν γνώμην ταύτην, νομίζω, ὅτι εἶναι κατάλληλος ὁ καιρὸς διὰ προτάσεως τῆς ἡ Βουλὴ νὰ ἐκφράσῃ τὴν γνώμην ταύτην.
§21ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Εὑρισκόμεθα πρὸ θέματος, δι’ ὅπερ καὶ ἡ Βουλὴ, ὡς συνήθως καὶ ἐνώπιον τῶν Δικαστηρίων συμβαίνει, ἐν εἰδικῇ μόνον περιπτώσει δύναται νὰ ἐξενέγκῃ γνώμην. Διότι εἰς συζήτησιν πρόκειται θέμα συνταγματικόν, ἐν ᾧ ἑρμηνείαν μόνον Συνέλευσις δύναται νὰ δώσῃ. Ὑπάρχει ἡ ἀσυλία διαρκούσης τῆς τεσσαρακονθημέρου διακοπῆς, καὶ ἐν περιπτώσει ἐμφανίσεως αὐτῆς κρίνει περὶ τούτου τὸ Δικαστήριον; Ὑπάρχει ἡ ἀσυλία διαρκούσης τῆς τεσσαρακονθημέρου διακοπῆς, καὶ ἐν περιπτώσει εἰδικῇ ἐμφανίσεως αὐτῆς κρίνει περὶ τούτου ἐν εἰδικῇ συζητήσει ἡ Βουλή, ἐφ’ ὅσον νομίσῃ τοῦτο ἀναγκαῖον; Ἐπὶ δὲ τοῦ προκειμένου καλῶς ἐλέχθη, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν ἐπεχείρησε κατ’ ἀνάγκην νὰ ἐπιληφθῇ τῆς συζητήσεως. Διατί; Διότι, ἀποβλέπουσα εἰς τὴν σοβαρότητα τῆς ὑποθέσεως, δὲν ἠθέλησε νὰ φανῇ δι’ οἱασδήποτε ἀποφάσεως ἐπιδρῶσα, ἔστω καὶ πόρρωθεν, ἐπὶ τῆς γνώμης τῆς Δικαιοσύνης, ἢ διότι δὲν ἠθέλησεν ἡ Βουλὴ νὰ εὑρεθῇ ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου συζητοῦσα, ἅτε μὴ εὑροῦσα τὰ ἀπαιτούμενα στοιχεῖα, ὅπως ζητήσῃ εὐθύνας παρὰ τῆς Κυβερνήσεως, ἥτις ἐπὶ τοιούτων ζητημάτων φέρει ἢ δύναται νὰ φέρῃ εὐθύνας. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἐξέθηκεν ἐνταῦθα γνώμην, περὶ ἧς πρέπει νὰ εἴπω δύο λέξεις. Δὲν ἦτο μὲν Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, καθ’ ὃν χρόνον ἐνεφανίσθη ἡ ὑπόθεσις καὶ ὁ εἰσαγγελεὺς ἐπελήφθη τῆς καταδιώξεως, ἀλλ’ ἀνῆκεν εἰς τὴν νῦν Κυβέρνησιν, ἧς ὁ τότε ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸς προΐστατο τῆς δικαστικῆς ἐνεργείας κατὰ τὸν χρόνον ἐκεῖνον. Τὴν ποινικὴν καταδίωξιν κινεῖ ὁ εἰσαγγελεύς· ἀλλὰ τὴν καταδίωξιν τῶν προσώπων, περὶ ὧν ὑπάρχει πεποίθησις παρὰ τῇ Κυβερνήσει, ὅτι δὲν δύναται νὰ ἐπιχειρηθῇ τοιαύτη ἄνευ προηγουμένης πληρώσεως ὡρισμένων διατυπώσεων, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εἰσαγάγῃ ὁ εἰσαγγελεὺς ἄνευ εὐθύνης τῆς Κυβερνήσεως. Διότι ἡ εἰσαγγελικὴ ἀρχὴ εἶναι διοικητικὴ ἀρχὴ πρὸ παντὸς ὑποτεταγμένη εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὑποτεταγμένη εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης. Καὶ προκειμένου περὶ Ποινικῆς Δικαιοσύνης, ἐνίοτε ἡ ἀνασκόπησις τῶν πολιτικῶν ὑποχρεώσεων εἶναι ἐπιβεβλημένη εἰς τὸν εἰσαγγελέα, ὀφείλοντα νὰ ἔλθῃ εἰς συνεννόησιν μετὰ τοῦ προϊσταμένου Ὑπουργοῦ πρὶν ἢ κινήσῃ τὴν δίωξιν. Ἐὰν ὑπάρχῃ ἀσυλία, δὲν ἐπιτρέπεται εἰς τὸν εἰσαγγελέα νὰ θίξῃ τὸν ἔχοντα δικαίωμα εἰς τὴν ἀσυλίαν, πρὶν ἢ ἔλθῃ εἰς συνεννόησιν μετὰ τοῦ προϊσταμένου, φόβῳ μήπως ἡ γνώμη αὐτοῦ ἐπὶ τοιούτου ἐξαιρετικοῦ θέματος ἀντίκειται εἰς τὴν γνώμην τῆς Κυβερνήσεως· διότι, προκειμένων τοιούτων θεμάτων, ἡ εὐθύνη τῆς Κυβερνήσεως εἶναι πλήρης, εἶναι δὲ καὶ μεγίστη ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Δὲν δύναται δὲ ὁ εἰσαγγελεύς, διοικητικὸν ὄργανον, νὰ ἐκθέσῃ τὴν Κυβέρνησιν εἰς τὰς τοιαύτας εὐθύνας, μὴ ἐρχόμενος παντάπασιν εἰς συνάφειαν μετὰ τοῦ προϊσταμένου αὑτοῦ. Λοιπόν, ἐὰν ταῦτα ἔχωσιν οὕτω, — καὶ νομίζω ὅτι ἀναμφισβητήτως οὕτως ἔχουσιν, ὡς πρὸ ὀλίγου καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης εἶπεν ἀπὸ τοῦ βήματος, — ταῦτα ἐγέννησαν εὐθύνην εἰς τὴν Κυβέρνησιν, διότι ἤκουσα τοιαύτην γνώμην, καὶ ὤφειλε νὰ παρεμβῇ καὶ στήσῃ τὴν ἐνέργειαν τοῦ εἰσαγγελέως...
§22Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Βεβαιότατα.
§23ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἡ ἔκθεσις ὅμως, ἣν ἐποιήσατο, τῆς γνώμης αὑτοῦ, ὁ κ. Ὑπουργός, γεννᾷ τὰ ζητήματα ταῦτα ἐν τῇ Βουλῇ, ἐνῷ πρότερον εἴχομεν πάντες τὴν συναίσθησιν, ὅτι ζήτημα δὲν ὑπάρχει, καὶ διὰ τοῦτο ἀνεβάλλομεν τὸ θέμα, παραπέμποντες αὐτὸ μόνον εἰς τὸν εἰσαγγελέα τοῦ Ἀρείου Πάγου, ὅπως οὗτος εἰσαγάγῃ τὴν ὑπόθεσιν ἐνώπιον τοῦ Ἀρείου Πάγου ὑπὲρ τοῦ νόμου. Ἂν ὁ Ἄρειος Πάγος τυχὸν ἐπελαμβάνετο τοῦ ζητήματος τῇ αἰτήσει τοῦ εἰσαγγελέως, τί ἤθελε προκύψει ἐκ τῆς διαδικασίας; Ἤθελε προκύψει ἀπόφασις ὑπὲρ τοῦ νόμου. Καὶ αὕτη ποίαν ἤθελεν ἔχει σημασίαν, ἐμφανιζομένης ὁμοίας ἑτέρας ὑποθέσεως; Προφανῶς οὐδεμίαν. Οὐδὲν ἄλλο ἤθελεν ἀποτελέσει ἡ ἀπόφασις αὕτη, ἢ ἀπόφασιν νομολογίας, ἔχουσαν μὲν ἐπιστημονικήν τινα ἀξίαν, ἀλλ’ οὐδεμίαν νομικὴν ἐπιβολὴν ἐπὶ τῶν ἀποφάσεων τῶν Δικαστηρίων· ἐμφανιζομένης δὲ παρομοίας περιπτώσεως εἰς τὰ κατώτερα Δικαστήρια, ταῦτα ἤθελον ἔχει πλῆρες τὸ δικαίωμα νὰ εἴπωσι τὰ ἄκρως ἐναντία πρὸς τὴν ἀπόφασιν τοῦ Ἀρείου Πάγου. Οὐδὲν ἄρα ἠθέλομεν ἐπιτύχει ἐκ τοιαύτης ἐπὶ προσφυγῇ ἐκδηλώσεως ἐπιστημονικῆς γνώμης, ἐχούσης τοιαύτην τινὰ μόνον ἔννοιαν. Ἡ τοιαύτη ἐνέργεια, ἢ ἐκδήλωσις γνώμης, ἔχει ἀποτέλεσμα ὅ,τι καὶ ἡ ἐνέργεια τῆς Βουλῆς, ἀποφαινομένης γνώμην ἐπὶ θέματός τινος· διότι καὶ αὕτη, ἂν ἀποφανθῇ γνώμην σήμερον, ὅτι ὑφίσταται ἀσυλία, καὶ κακῶς ἐγένετο ἡ καταδίωξις, ποίαν δύναμιν ἤθελεν ἔχει ἡ ἀπόφασις; Προσωρινὴν ἁπλῶς. Καὶ ἂν ἐπὶ στιγμὴν ἀποβλέψητε ἐν τούτῳ εἰς τὸ ζήτημα, ὅπερ ἤδη ἐλύθη ὑπὸ τῆς Δικαιοσύνης ἀμετακλήτως, πάλιν οὐδεμίαν θέλει ἔχει ἀξίαν. Διότι ἡ αὐτὴ Βουλή, ἥτις σήμερον ἔχει τὴν γνώμην ταύτην, μετὰ πάροδον χρόνου τινὸς δύναται αὐτὴ αὕτη νὰ ἔχῃ ἄλλην. Ἐὰν δὲ νῦν ἔλθωμεν εἰς τὴν ἐξέτασιν τοῦ συνταγματικοῦ ζητήματος,—ἣν ἐγὼ ἤθελον ν’ ἀποφύγω, ἀλλ’ ἀναγκάζομαι νὰ εἰσέλθω εἰς αὐτὴν,—θέλομεν ἴσως ἴδει, ὅτι δὲν εἶναι τοσοῦτον ἀναμφισβήτητος ἡ μία μόνη γνώμη, ἡ ἐνταῦθα ἐξενεχθεῖσα, διότι εἶναι ἀναμφισβήτητον, ὅτι τὰ 9/10 τῶν δημοσιολόγων συγγραφέων, ἢ μᾶλλον τὰ 99%, εἶναι ὑπὲρ τῆς ἐξενεχθείσης γνώμης. Δὲν ἤθελον, λέγω, λάβει τὸν λόγον, ἂν δὲν εἶχον ἐν προηγουμένῃ συνεδριάσει ἐν παρόδῳ πραγματευθῆ περὶ τῆς ὑποθέσεως, δείξας ὅτι ἐγὼ εἶχον ἀκριβῶς τὴν ἀντίθετον γνώμην. Λέγουσιν, ὅτι τὸ Σύνταγμα ἀντεγράφη ἐκ τοῦ Βελγικοῦ, ὅτι τὰ ἄρθρα τοῦ Συντάγματος τὰ περὶ τούτου ἀντεγράφησαν ἐκ τοῦ Βελγικοῦ. Τοῦτο ἀνομολογῶ. Ὅμως εἶναι βέβαιον, ὅτι μετεφράσθησαν κατὰ πλήρη ἀντιγραφὴν ἐκ τοῦ Βελγικοῦ; Μοὶ ἐπιτρέπεται νὰ ἀρνηθῶ τοῦτο, καὶ δὲν δύναταί τις νὰ μοὶ ἀποδείξῃ τὸ ἐναντίον. Διότι, ὅπως ἀποδείξῃ τὸ ἐναντίον, ἔδει νὰ ἔχῃ συζητήσεις ἢ ἔκθεσίν τινα τῶν εἰσηγητῶν ἐνώπιον τῆς Συνελεύσεως, παρέχουσαν φῶς. Ἀλλὰ δυστυχῶς ἐν ἀμφοτέραις ταῖς Συνελεύσεσιν οὐδεμία ἐγένετο συζήτησις ἐπὶ τοῦ ἄρθρου. Αἱ δὲ ἐκθέσεις καὶ τῶν δύο Συνελεύσεων, ἡ μὲν τοῦ ἐν τῇ δευτέρᾳ Συνελεύσει εἰσηγητοῦ, μακαρίτου Σαριπόλου, καθὼς καὶ ἡ παράπλευρος τοῦ μακαρίτου Διομήδους, οὐδὲν περὶ τοῦ θέματος λέγουσιν· ἡ δ’ ἔκθεσις εἰσηγήσεως, ἡ γενομένη ἐνώπιον τῆς πρώτης Συνελεύσεως, δὲν περιεσώθη. Λοιπόν, προκειμένου περὶ πηγῶν, ἔχομεν γυμνὸν τὸ ἄρθρον τοῦτο. Τοῦτο ἐλήφθη ἐκ τοῦ ἄρθρου τοῦ Βελγικοῦ Συντάγματος, καθ’ ὁλοκληρίαν μεταφρασθὲν τοιοῦτο μὲν, ὅπως ἔχει ἡ ἐν τῷ κειμένῳ αὐτοῦ γραμματικὴ ἔκφρασις, ἀλλὰ μετὰ τῆς ἐννοίας, ἣν δίδει εἰς τὸ κείμενον ἡ γραμματικὴ ἔκφρασις τοῦ Βελγικοῦ Συντάγματος; Τοῦτο ἀμφισβητῶ. Διότι τί λέγει τὸ Βελγικὸν Σύνταγμα; Τὸ Βελγικὸν Σύνταγμα μεταχειρίζεται τὴν λέξιν ajourner. Καὶ ἆρά γε, λέγω, ἦτο ἀδύνατον νὰ εὑρεθῇ ὅρος ἔχων τὴν αὐτὴν δύναμιν Ἑλληνιστὶ, καὶ διὰ τοῦτο δὲν ἐγένετο χρῆσις αὐτοῦ; Δὲν πιστεύω, ὅτι ἡ γλῶσσα ἡμῶν ἔπαθε τοιαύτην πτωχείαν ἀφ’ ὅτου ἠρχίσαμεν νὰ συντάσσωμεν νόμους καὶ Συντάγματα ἐν τῇ σημερινῇ μορφῇ τῆς γλώσσης. Ἀλλ’ ἐὰν τοῦτο ἔχῃ οὕτω, τότε ἡ φράσις, ἧς ἐποιήσατο χρῆσιν ὁ νομοθέτης τοῦ Συντάγματος ἐν τῷ ἄρθρῳ 63, δίδει εἰς ἡμᾶς τὸ δικαίωμα νὰ εἴπωμεν, ὅτι δὲν μετέφρασεν ὁ Ἕλλην νομοθέτης ἀκριβῶς τὸ Σύνταγμα τὸ Βελγικὸν ἐν τῷ ἄρθρῳ τούτῳ; Ἐν τῷ ἄρθρῳ 38 λέγεται: «Ὁ Βασιλεὺς ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἀναβάλλῃ τὴν ἔναρξιν» — καὶ ἐνταῦθα ἔχομεν τὸ ajourner— «ἢ νὰ διακόπτῃ τὴν ἐξακολούθησιν τῆς Βουλευτικῆς Συνόδου» — καὶ ἐνταῦθα ἔχομεν φράσιν τελείως διάφορον. «Ἢ νὰ διακόπτῃ τὴν ἐξακολούθησιν τῆς Συνόδου». Ἡ Σύνοδος ἤρξατο, καὶ ὁ Βασιλεὺς ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ διακόψῃ αὐτήν. Τί εἶναι διακοπή, ὄχι τῆς Συνόδου, ἀλλὰ τῆς ἐξακολουθήσεως τῆς Συνόδου; Ἡ ἑρμηνεία ἡ μόνη ἡμῖν ἐπιτρεπομένη, διότι τὸ γράμμα εἶναι σαφές, εἶναι ὅτι, εὐθὺς ὡς ἐπέλθῃ ἡ διακοπή, δὲν ἐξακολουθεῖ ἡ Σύνοδος, διότι ἡ διακοπὴ εἶναι διακοπὴ τῆς ἐξακολουθήσεως τῆς Συνόδου. Ἀλλ’ ἐὰν δὲν ἐξακολουθῇ ἡ Σύνοδος, κατὰ τίνα τρόπον εἶναι Σύνοδος, κατὰ τίνα τρόπον ὑπάρχει διάρκεια τῆς Συνόδου; Τὸ ἄρθρον 63 τοῦ Συντάγματος λέγει «διαρκούσης τῆς Βουλευτικῆς Συνόδου». Ἀλλὰ διαρκεῖ ἡ Βουλευτικὴ Σύνοδος, ἧς ἡ ἐξακολούθησις διεκόπη ὑπὸ τοῦ Διατάγματος τοῦ περὶ διακοπῆς; Βεβαίως ὄχι, ὡς ἔχει τὸ γράμμα. Ἀλλ’ ἐὰν τὸ γράμμα ἔχῃ οὕτω σαφῶς, οὐδεμία δὲ πηγὴ δεικνύει εἰς ἡμᾶς, ὅτι ὁ νομοθέτης, οὕτως ἐξενεγκὼν τὴν γνώμην αὑτοῦ, δὲν προσῆπτεν ἀκριβῶς ταύτην τὴν ἔννοιαν εἰς τὰς λέξεις, πόθεν ἡμεῖς θέλομεν ἀρυσθῆ τὴν γνώμην, ὅτι πάντως ἐνταῦθα πρέπει νὰ πραχθῇ ὅ,τι πράττεται ἀλλαχοῦ, ὅπου πάντα ταῦτα διατάσσονται διὰ μόνης τῆς λέξεως ajourner; Βεβαίως δὲν δυνάμεθα νὰ πράξωμεν τοιοῦτόν τι ἐνταῦθα. Οὕτως ἔχοντος τοῦ κειμένου, ἐξεταστέον, κατὰ ποῖον χρόνον καὶ ἐντὸς ποίου Σώματος παρουσιάζονται τοιαῦτα ζητήματα. Τὰ ζητήματα παρουσιάζονται κατὰ τοὺς χρόνους τούτους τῶν ἄκρων ἐλευθεριῶν καὶ τῆς ἄκρας περιστολῆς τῶν ὑπερβασιῶν τῶν Κυβερνήσεων, τοιαύτης περιστολῆς, ὥστε εἶναι δυνατὸν νὰ ἰσχυρισθῇ τις, ὅτι τὸ μέγιστον μέρος τῶν ὑπερβασιῶν, αἵτινες ἄλλοτε ἦσαν δυναταὶ, σήμερον ἐγένοντο ἀπολύτως ἀδύνατοι καὶ εἰς τὰς μᾶλλον αὐθαιρέτους Κυβερνήσεις. Ἔχομεν τὸ ζήτημα ἐν Σώματι, οὗ ἡ διάρκεια εἶναι προσωρινὴ, οὗ ἡ ἀσυλία εἶναι ὡσαύτως προσωρινή, καὶ οὐδὲν ἔχει τὸ κοινὸν τὸ Σῶμα τοῦτο μετὰ τῶν Σωμάτων ἐκείνων τῶν παλαιῶν, ὑπὲρ ὧν ἐτέθησαν τὸ κατ’ ἀρχὰς αἱ τοιαῦται διατάξεις. Καὶ ὁ χαρακτὴρ τῶν Σωμάτων ἐκείνων ἦτο ἄλλος, ἀλλὰ καὶ οἱ κίνδυνοι, οἱ ἀπειλοῦντες τὴν ἐλευθερίαν τῶν ἐν αὐτοῖς βουλευομένων, ἦσαν ἄλλοι. Ἔχουσι διὰ τοῦτο διάταξιν περὶ ἀσυλίας, ἥτις πρέπει νὰ ἐφαρμοσθῇ ὡς διάταξις καθιεροῦσα προνομίαν κατ’ ἔννοιαν ὅσον τὸ δυνατὸν στενωτέραν, καὶ ἥτις δὲν ἐπιτρέπεται κατ’ ἀναλογίαν νὰ ἐπεκταθῇ. Ὑπὸ τοιούτους δ’ ὅρους τῶν πραγμάτων ἐμφανιζομένων, ἐξεταστέον, μήπως, ἐνῷ οἱ κίνδυνοι τῆς προσβολῆς τῶν τελείως ἀθίκτων δικαιωμάτων τῶν Βουλευτῶν, ἐν ὅσῳ λειτουργεῖ ἡ Βουλή, κίνδυνοι πολιτικοὶ, εἶναι μηδαμινοὶ, μηδαμινώτατοι, σκοπουμένου τοῦ χρονικοῦ διαστήματος τεσσαράκοντα ἡμερῶν, οἱ κίνδυνοι τῆς Δικαιοσύνης, ἂν τὴν ἄλλην γνώμην παρεδεχόμεθα, θὰ ἦσαν τῆς αὐτῆς ἀξίας. Ἐγὼ δὲ λέγω, ὅτι, ὅταν ἐγκλήματα φέροντα κατὰ τὴν ἐμφάνισιν αὐτῶν τὸν χαρακτῆρα τοῦ ἐγκλήματος ἐκείνου, ὅπερ ἡ Δικαιοσύνη τελευταῖον ἐδίκασεν, ὅταν τοιαῦτα ἐγκλήματα ἐμφανίζωνται, εἶναι μέγα τὸ συμφέρον τῆς κοινωνίας, εἶναι μέγα τὸ συμφέρον τῆς Δικαιοσύνης, εἶναι μέγα τὸ συμφέρον τῆς Βουλῆς, τῆς ἐχούσης προνομίας, νὰ μὴ ἀνακοπῇ ἡ Δικαιοσύνη πρὸ τῶν τοιούτων ἐγκλημάτων, διότι ἀλλοίμονον, ἐὰν, προκειμένης κατηγορίας κατ’ ἀντιπροσώπων τοῦ ἔθνους ἐπὶ τοιαύτῃ πράξει, ἔβλεπεν ἡ κοινωνία, λόγῳ διακοπῆς τεσσαρακονθημέρου, ἣν θέλομεν νὰ καταλογίσωμεν εἰς τὴν συνέχειαν τῆς Συνόδου, ἔβλεπεν ἡ κοινωνία τὴν ἐνέργειαν τῆς Δικαιοσύνης ἀνακοπτομένην, ἐμποδιζομένην αὐτὴν νὰ προχωρήσῃ, καὶ ὑποχρεουμένην νὰ ἀφήσῃ παρερχόμενα τὰ ἴχνη καὶ ἐξαφανιζομένους τοὺς κατηγορουμένους, ἂν οἱ κατηγορούμενοι εἶχον τὴν συναίσθησιν, ὅτι εἶναι ἔνοχοι καὶ ἐπεθύμουν νὰ διαφύγωσι τοὺς ὄνυχας τῆς Δικαιοσύνης! Τὸ κακὸν τὸ ἀπόλυτον τῆς Δικαιοσύνης ἤθελεν εἶναι μέγα, ἡ ζημία ἡ κοινωνικὴ ἤθελεν εἶναι μεγίστη, διότι ὑφ’ ὁλοκλήρου τῆς κοινωνίας, τῆς μὴ ὀχυρουμένης ὄπισθεν ἀσυλίας, ἤθελεν ἀντιταχθῇ ἡ παρατήρησις, ὅτι οἱ ἐγκληματίαι οἱ ἀνήκοντες εἰς τὴν Βουλὴν ἀφίενται ἔξω τοῦ νόμου, ἐνῷ πάντες οἱ ἄλλοι τίθενται ὑπὸ τοὺς πόδας τοῦ νόμου, ἡ δὲ διαίρεσις αὕτη, ἀντὶ νὰ ἐξυψώσῃ, ἀπ’ ἐναντίας ἤθελε συντελέσει, ὅπως ταπεινώσῃ ἡμᾶς ἐν τῇ κοινῇ συνειδήσει. Τοῦτο δὲ βεβαίως δὲν συμφέρει εἰς τὸ ἔθνος. Ἐὰν τὰ πράγματα ἔχωσιν οὕτω, νομίζω, ὅτι ἡμεῖς ὄχι μόνον δὲν ἔχομεν δικαίωμα νὰ ζητήσωμεν ἐπέκτασιν τῆς ἀσυλίας καὶ ἐπὶ τὸν χρόνον, καθ’ ὃν ἡ Σύνοδος τῆς Βουλῆς εἶναι διακεκομμένη, τὸν χρόνον τὸν μετέωρον μεταξὺ τῶν δύο τμημάτων τῆς Συνόδου, ἅτινα ἑνούμενα συναποτελοῦσι τὴν ἑξαμηνίαν, ἀλλὰ καὶ δὲν συμφέρει εἰς ἡμᾶς, δὲν συμφέρει εἰς τὸ μέγα ἡμῶν ἀξίωμα, νὰ θελήσωμεν ἐν τοιούτῳ χρόνῳ, καθ’ ὃν ἐμφανιζόμεθα ὅμοιοι πρὸς πάντας τοὺς ἄλλους πολίτας, διότι οὐδεμίαν λειτουργίαν πολιτικὴν ἔχομεν ἐν αὐτῷ νὰ ἐκπληρώσωμεν, δὲν συμφέρει νὰ θελήσωμεν νὰ ζητήσωμεν ἐπέκτασιν καὶ ἐπ’ αὐτοῦ τῆς βουλευτικῆς ἀσυλίας. Διὰ τούτους τοὺς λόγους, κύριε Πρόεδρε, ἀναγνωρίζων ὅτι ἡ γνώμη, ὑπὲρ ἧς συνηγορῶ, μόνον ὑπὸ ποινικολόγων ὑποστηρίζεται, δηλονότι ὑπ’ ἀνδρῶν ἐχόντων κυρίως καὶ πρὸ παντὸς ὑπ’ ὄψει τῆς Δικαιοσύνης τὸ συμφέρον ἐν τῇ συγκρούσει τῶν δύο ἀντιθέτων συμφερόντων, ἐνῷ οἱ δημοσιολόγοι ἔχονται πρὸ παντὸς τοῦ συμφέροντος τῆς ἐλευθερίας τῶν συνταγματικῶν Σωμάτων, νομίζω ὅτι μεταξὺ τῶν δύο γνωμῶν ὀφείλω νὰ προτιμήσω τὴν τῶν ποινικολόγων, καίπερ ἀνήκων εἰς τὴν τάξιν τῶν δημοσιολόγων, καὶ νὰ δηλώσω, ὅτι ἐν τῷ ζητήματι τούτῳ ἔχω γνώμην διάφορον τῆς ἐπικρατούσης.
§24Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. (Ἐγείρεται ἵνα ὁμιλήσῃ).
§25ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Προηγεῖται ὁ κύριος Δεληγεώργης.
§26Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ (πρὸς τὸν κ. Θ. Π. Δηλιγιάννην). Ὁρίστε. Ἐγὼ συμφωνῶ μὲ τὸν κύριον Δραγούμην.
§27Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐγὼ δυστυχῶς διαφωνῶ πρὸς τὴν γνώμην τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς· καὶ ἐπειδὴ καὶ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου ἀνήγγειλεν, ὅτι ἔχει τὴν αὐτὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ἐξήνεγκε καὶ ὁ ἐξ Ἀττικῆς συνάδελφος, ἡ δυσθυμία μου, διότι διαφωνῶ πρὸς τὸν κ. Βουλευτὴν ἐξ Ἀττικῆς, ἐκτείνεται καὶ ἐπὶ τὴν διαφωνίαν, εἰς τὴν ὁποίαν περιάγομαι πρὸς τὸν κύριον Βουλευτὴν ἐκ Μεσολογγίου. Ἀληθῶς οἱ ποινικολόγοι, οὐχὶ πάντες, τινὲς ἐξ αὐτῶν, ἔχουσιν, ἣν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς ἐξήνεγκε γνώμην. Ἡ γνώμη δ’ αὕτη τείνει ἵνα περιορίσῃ πᾶσαν προνομίαν, πᾶν δικαίωμα δημιουργηθὲν κατ’ ἐξαίρεσιν, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ ἀνακόψῃ πρὸς καιρὸν τὴν ἐπὶ τὸν Βουλευτὴν δρᾶσιν τῆς ποινικῆς δικαιοσύνης, ἢ τὸ ὁποῖον δύναται νὰ ἀναστείλῃ τὴν λειτουργίαν τῆς ποινικῆς δικαιοσύνης μέχρι τινὸς ὁρίου. Φυσικὸν εἶναι, οἱ ποινικολόγοι, ἀσχολούμενοι ἀποκλειστικῶς εἰς εἰδικὸν κλάδον ἐπιστήμης, νὰ θερμαίνωνται τοσοῦτον ὑπὸ τοῦ ζήλου, τὸν ὁποῖον ἔχουσιν, ἵνα ἐξυπηρετήσωσι τοὺς σκοποὺς τοῦ κλάδου τούτου, ὥστε νὰ παρορῶσι τὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα αἱ νομοθεσίαι χορηγοῦσιν οὐχὶ πρὸς ἀντίθεσιν, ἀλλ’ εἰς ἀνακοπὴν τῆς μεγάλης ἐντάσεως τῆς δυνάμεως, τῆς δημιουργουμένης ὑπὸ τοῦ εἰρημένου κλάδου. Διὰ τοῦτο δὲν δύναμαι νὰ ἐπιτρέψω εἰς ἐμαυτὸν νὰ ὑποκύψῃ εἰς τὸν ἐπηρεασμὸν τῆς γνώμης τῶν ποινικολόγων, ἀφοῦ μάλιστα καὶ αὐτοὶ δὲν εἶναι πάντες ὁμοφωνοῦντες, ἀλλὰ μεταξὺ τῶν πολλῶν ὑπάρχουσιν ὀλίγοι οἱ ἀντιφωνοῦντες. Ἐὰν δ’ ἀπαλλάξωμεν ἡμᾶς αὐτοὺς ἀπὸ τῆς ἐπιδράσεως τῆς γνώμης ταύτης τῶν ποινικολόγων, προσφύγωμεν δὲ εἰς τὴν γνώμην τῶν συνταγματολόγων, δὲν θέλομεν εὕρει γνώμην ἀντίθετον τῆς γνώμης, τὴν ὁποίαν πρὸ μικροῦ ἐξηνέγκομεν, ἑρμηνεύοντες τὸ ἄρθρον 63 τοῦ Συντάγματος. Τὰ ἄτοπα, τὰ ὁποῖα δύναται νὰ ἐπενέγκῃ ἡ ἐπί τινα χρόνον ἀναστολὴ τῆς λειτουργίας τῆς ποινικῆς δικαιοσύνης, διότι παρέχει τὴν εὐκαιρίαν εἰς τοὺς κατηγορουμένους, ἢ ὀρθότερον εἰς τοὺς ἐγκαλουμένους, — διότι ἀκόμη δὲν εἶναι κατηγορούμενοι, ἀφοῦ μόνον μετὰ τὴν ἔκδοσιν τοῦ παραπεμπτικοῦ βουλεύματος γίγνονται τοιοῦτοι, — διότι, λέγω, παρέχει τὴν εὐκαιρίαν εἰς τοὺς ἐγκαλουμένους, ἵνα, φυγαδεύοντες ἑαυτοὺς, ἀποφύγωσι τὴν ποινικὴν δικαιοσύνην, αὐτὸ τὸ ἄτοπον θέλει κατ’ ἀντίθετον λόγον συμβῆ, καὶ ἐν πολλῷ μείζονι διαστάσει, ἐν ᾗ περιπτώσει δὲν ἀνακοπῇ πρὸς ὥραν ἡ λειτουργία τῆς ποινικῆς δικαιοσύνης, ἤτοι δὲν διατηρηθῇ ἀκέραιον τὸ δικαίωμα τοῦ μὴ καταδιώκεσθαι τοὺς Βουλευτὰς ἄνευ ἀδείας τοῦ Σώματος. Ὑποθέσατε ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν ἥκιστα σεβομένην τοὺς νόμους, μὴ εὐλαβουμένην παντάπασι τὰ προσωπικὰ δικαιώματα τοῦ πολίτου, αὐτὰ ταῦτα τὰ ὑπὸ τοῦ Συντάγματος ἀπονεμημένα αὐτῷ, θερμαινομένην ὑπὸ τοῦ πόθου νὰ βλέπῃ ἐκπληρουμένους πανταχοῦ τοὺς σκοποὺς αὐτῆς, πόθου παραπλησίου ἐκείνου, ὅστις θερμαίνει τοὺς ποινικολόγους, ἵνα ἀποφαίνωνται γνώμας ἀποκλειστικὰς, ὡς προεξέθηκα· ὑποθέσατε, λέγω, τοιαύτην ἐξουσίαν, ἐπιθυμοῦσαν νὰ καταδιώξῃ μέλη τοῦ Κοινοβουλίου ἀντιδρῶντα εἰς τὰ σχέδια αὐτῆς, εἰς τὰς προτάσεις αὐτῆς, ἢ ἴσως καὶ παρασκευάζοντα ἀνατροπὴν αὐτῆς τῆς ἐξουσίας, ἢ ἄλλας ζημίας πολιτικὰς αὐτῆς· ὑποθέσατε τοιαύτην ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν, ἡ ὁποία προκαλεῖ διακοπὴν τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς, εἴτε διὰ Βασ. Διατάγματος, εἴτε καὶ δι’ ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς, — διότι καὶ αὐτὴ ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ διακόψῃ τὰς ἐργασίας της, — μόλις δὲ διαταχθῇ διὰ τοῦ Βασιλικοῦ Διατάγματος, ἢ ἀποφασισθῇ ὑπὸ τῆς Βουλῆς, ἡ διακοπὴ τῶν ἐργασιῶν αὐτῆς, ὑποθέσατε καὶ εἰσαγγελέα, ὄργανον αὐτῆς, τιθέντα τὴν χεῖρα ἐπὶ τοῦ Βουλευτοῦ, καὶ ἁρπάζοντα αὐτὸν καὶ εἰσάγοντα αὐτὸν εἰς τὰς φυλακάς. Τοῦτο δὲν εἶναι ἄτοπον, καὶ ἄτοπον μεῖζον καὶ ὑπέρτερον τοῦ ἀτόπου, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ παραγάγῃ ἡ πλήρης ἀναγνώρισις τοῦ δικαιώματος τῆς ἀσυλίας τοῦ Βουλευτοῦ; Λέγω μεῖζον καὶ ὑπέρτερον, διότι δὲν γνωρίζω, ἐὰν εἰς τὴν ἱστορίαν τοῦ Ἑλληνικοῦ Κοινοβουλίου, τήν τε ἀπὸ τοῦ 1844 μέχρι τοῦ 1862, καὶ τὴν ἀπὸ τοῦ 1863 μέχρι τοῦδε, ὑπῆρξε παράδειγμα Βουλευτοῦ κατηγορηθέντος δι’ ἐγκληματικὴν πρᾶξιν φόνου ἢ ἀναιρέσεως, ἢ οἱανδήποτε ἄλλην, τιμωρουμένην εἰς βαθμὸν κακουργήματος ὑπὸ τοῦ Ποινικοῦ Νόμου, ὠφεληθέντος δὲ ἀπὸ τὴν περὶ ἧς ὁ λόγος ἀσυλίαν, καὶ φυγαδεύσαντος ἑαυτόν. Κίνδυνος λοιπὸν τοιούτου ἀτόπου εἶναι φαντασιώδης, μὴ ὑπάρχων, χρήσιμος δὲ μόνον, ἵνα παραλύῃ τὰς πεποιθήσεις τῶν πολλῶν, ἀλλὰ δὲν εἶναι κίνδυνος πραγματικός· ἐνῷ ὁ ἄλλος κίνδυνος εἶναι πραγματικός, διότι εἴδομεν ὄργανα ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, Ὑπουργοὺς, οἱ ὁποῖοι τόσον εἴχοντο τῆς ἀρχῆς, ὥστε δὲν ἐδίστασαν νὰ προβῶσιν εἰς ἀδίκημα κατὰ μελῶν τοῦ Κοινοβουλίου, τὰ ὁποῖα ἦσαν ἀντιθέτως πρὸς αὐτοὺς διατεθειμένα. Ἀλλὰ δὲν ἐπείσθην καὶ ἐκ τῶν παραστάσεων τοῦ κυρίου Βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς, ἵνα ἑρμηνεύσω τὴν διάταξιν τοῦ Συντάγματος, ὡς ἐκεῖνος ἡρμήνευσεν αὐτήν. Ὁ ἐξ Ἀττικῆς συνάδελφος ἠσχολήθη νὰ ἀντλήσῃ ἐπιχειρήματα ἀπὸ τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 38 τοῦ Συντάγματος, ἡ ὁποία ἀναγράφει τὸ δικαίωμα τοῦ Βασιλέως ἐπὶ τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς. Τὸ Σύνταγμα, ἀφοῦ ἀνέγραψε τὸ δικαίωμα τοῦ Βασιλέως νὰ συγκαλῇ τὴν Βουλήν, παρέσχεν εἰς τὸν Βασιλέα καὶ δύο πρόσθετα δικαιώματα, τὸ τοῦ ἀναβάλλειν καὶ τὸ τοῦ διακόπτειν τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς. Τῶν δικαιωμάτων αὐτῶν ἡ ἀπονομὴ εἰς τὸ Στέμμα ἦτο ἀναγκαία καὶ ἀναπόφευκτος, ὑπαγορευομένη ὑπὸ τοῦ κοινοῦ συμφέροντος. Τὸ ἄρθρον 38 τοῦ Συντάγματος, ἀναγράφον τὸ δικαίωμα τῆς διακοπῆς, ἐποιήσατο χρῆσιν ὅρου, ὁ ὁποῖος ὑπηγόρευσεν εἰς τὸν ἐξ Ἀττικῆς συνάδελφον νὰ διστάσῃ, ἵνα ἀποδεχθῇ τὸ ἀπόλυτον τῆς ἀσυλίας τῶν Βουλευτῶν, τὸν ὅρον, ὅτι δὲν λέγει «νὰ διακόπτῃ τὰς ἐργασίας τῆς Βουλευτικῆς Συνόδου», ἀλλ’ ἀναγράφει «νὰ διακόπτῃ τὴν ἐξακολούθησιν τῆς Βουλευτικῆς Συνόδου». Ἐπειδὴ λοιπὸν ἀναγράφει τὸ δικαίωμα νὰ διακόπτῃ τὴν ἐξακολούθησιν τῆς Βουλευτικῆς Συνόδου, ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς συμπεραίνει, ὅτι ἀπὸ τῆς στιγμῆς, κατὰ τὴν ὁποίαν διεκόπη ἡ ἐξακολούθησις τῆς Βουλευτικῆς Συνόδου, δὲν ὑπάρχει πλέον Βουλευτικὴ Σύνοδος. Ἀλλ’ ἐὰν δὲν ὑπῆρχε Βουλευτικὴ Σύνοδος, πῶς μετὰ τὸ τέλος τῆς προθεσμίας τῆς διακοπῆς ἤθελε συνέλθει ἡ Βουλή;
§28Γ. ΚΑΠΕΤΑΝΑΚΗΣ. Βεβαίως. Αὐτὸ εἶναι ὀρθότατον.
§29Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἔπρεπε νὰ συγκαλέσῃ αὐτὴν αὖθις ὁ Βασιλεὺς, διότι Σύνοδος δὲν ὑπῆρχε, καὶ ἔπρεπε ῥητῶς νὰ ἀναγράψῃ ἐπὶ τούτου τὸ Σύνταγμα, ὅτι μετὰ τὴν διακοπὴν ἡ Βουλὴ συγκαλεῖται διά τινος πράξεως εἴτε τοῦ Στέμματος, εἴτε καὶ τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. Ἡ φράσις «διακόπτει τὴν ἐξακολούθησιν τῆς Βουλευτικῆς Συνόδου» εἶχεν ἄλλην ἔννοιαν, ἐντελῶς διάφορον, τὴν ἔννοιαν, ὅτι ἡ διακοπὴ τῆς ἐξακολουθήσεως τῆς Βουλευτικῆς Συνόδου δηλοῖ τὴν ἀπαγόρευσιν εἰς τὴν Βουλὴν νὰ ἐξακολουθήσῃ τὰ ἔργα αὑτῆς ἐφ’ ὡρισμένον χρόνον, τὸν τῆς διακοπῆς. Δὲν ἦτο δὲ δυνατὸν νὰ ἔχῃ ἀλλοίαν ταύτης ἔννοιαν ἡ διάταξις τοῦ Συντάγματος. Οἱ νομοθέται βεβαίως, ἀφοῦ νομοθετήσωσιν, ἀποθνήσκουσιν, οὔτε δύνανται νὰ ἀναφέρωσι γνώμας ἢ σκέψεις, τὰς ὁποίας νομοθετοῦντες εἶχον. Τοῦτο εἶναι κανὼν ἰσχύων ἐπὶ τῆς ἑρμηνείας τῶν κειμένων τῶν νόμων. Ἀλλ’ ἄνευ τοῦ σκοποῦ νὰ προβάλω ὅσα θέλω ἀφηγηθῆ ὡς ἐπιχειρήματα πρὸς ἐνίσχυσιν τῆς γνώμης μου, ἀναφέρω ἁπλῶς ὅσα ἐνθυμοῦμαι περὶ τῆς συντάξεως τοῦ ἄρθρου 63 τοῦ Συντάγματος. Τὸ ἄρθρον τοῦτο περιλαμβάνεται ἐν τῷ κεφαλαίῳ τοῦ Συντάγματος τῷ ἐπιγραφομένῳ «περὶ συντάξεως τῆς Πολιτείας»· τὸ κεφάλαιον δὲ τοῦτο συνετάχθη ὑπό τινος ὑποεπιτροπῆς. Ἡ συστηθεῖσα πολυμελὴς ἐπιτροπὴ πρὸς σύνταξιν τοῦ Συντάγματος, ἥτις ἐτάχθη ὑπὸ τὴν προεδρίαν τοῦ Ἀλεξάνδρου Μαυροκορδάτου, ἀπετελεῖτο ἐκ 33 ἢ 34 μελῶν. Αὕτη δ’ ἐξελέξατο ὑποεπιτροπάς, μίαν ἵνα συντάξῃ τὸ πρῶτον μέρος τοῦ Συντάγματος, τὸ ὁποῖον ἐπιγράφεται «περὶ θρησκείας», ἑτέραν ἵνα συντάξῃ τὸ μέρος τοῦ Συντάγματος, τὸ ὁποῖον ἀνάγεται εἰς τὰ δικαιώματα τῶν πολιτῶν, ἄλλην ὑποεπιτροπὴν, ἵνα συντάξῃ τὸ κεφάλαιον «περὶ συντάξεως τῆς Πολιτείας», καὶ ἄλλην διὰ νὰ συντάξῃ τὸ «περὶ δικαστικῆς ἐξουσίας». Ἐνθυμοῦμαι, ὅτι ἡ σύνταξις τοῦ περὶ δικαστικῆς ἐξουσίας κεφαλαίου ἀνετέθη εἰς ὑποεπιτροπὴν, ἡ ὁποία ἀπετελεῖτο ἀπὸ τὸν Ἀδαμάντιον Παπαδιαμαντόπουλον, τότε Εἰσαγγελέα τοῦ Ἀρείου Πάγου, ἀπὸ τὸν Α. Μωραϊτίνην, τότε Πρόεδρον τοῦ Ἀρείου Πάγου, ἀπὸ τὸν Διομήδην Κυριακοῦ, καθηγητὴν ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ, δὲν ἐνθυμοῦμαι δὲ καὶ ἀπὸ τίνα ἄλλον. Τοῦ κεφαλαίου τοῦ Συντάγματος, τὸ ὁποῖον ἐπιγράφεται «περὶ συντάξεως τῆς Πολιτείας», ἡ σύνταξις ἀνετέθη εἰς ὑποεπιτροπὴν, ἀποτελεσθεῖσαν ἀπὸ τὸν Νικόλαον Σαρίπολον, ἀπὸ τὸν Παῦλον Καλλιγᾶν, ἀμφοτέρους καθηγητὰς τοῦ Ἐθνικοῦ Πανεπιστημίου, ἀπὸ τὸν Ἀνδρέαν Χ. Λόντον ἐκ Πατρῶν, καὶ ἀπὸ ἐμέ. Ὅτε προέβημεν εἰς τὸ ἄρθρον τοῦτο, εἴχομεν ὁδηγὸν οὐχὶ μόνον τὸ Σύνταγμα τοῦ Βελγίου, ἀλλὰ καὶ τὸ ἡμέτερον Σύνταγμα τοῦ 1844. Δὲν ἐνθυμοῦμαι, ἂν πιστῶς ἀντεγράφη τὸ συνταχθὲν παρ’ ἡμῶν ἄρθρον 63 ἐκ τοῦ Συντάγματος τοῦ 1844, ἀλλὰ βεβαίως ἡ ἔννοια ἦτο νὰ ἦναι ἀκέραιον τὸ δικαίωμα τῆς ἀσυλίας. Τοῦτο δὲν τὸ ἐπικαλοῦμαι πρὸς ἐνίσχυσιν τῆς γνώμης μου, διότι οἱ νομοθέται, ὡς εἶπον, ἀποθνήσκουσιν.
§30Θ. ΦΛΟΓΑΪΤΗΣ. Ἀπαράλλακτον εἶναι μὲ τὸ τοῦ 1844 ἄρθρον.
§31Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Συνηθίζεται παρὰ πολλῶν νὰ γίνηται ἐπίκλησις εἰς ἔκθεσιν, τὴν ὁποίαν ὁ μακαρίτης Νικόλαος Σαρίπολος συνέταξε καὶ ὑπέβαλεν εἰς τὴν τότε Συντακτικὴν Συνέλευσιν, νὰ θεωρῆται δ’ αὕτη ὡς ἔκθεσις εἰσηγητοῦ τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Συντάγματος. Τὸ πρᾶγμα δὲν ἔχει ἀκριβῶς οὕτως. Ὁ μακαρίτης Σαρίπολος ἐπεθύμει νὰ ὑποβάλῃ εἰσηγητικὴν τοιαύτην ἔκθεσιν εἰς τὴν Συνέλευσιν, ἀλλ’ οὔτε ἡ ὑποεπιτροπὴ, ἡ συντάξασα τὸ «περὶ συντάξεως τῆς Πολιτείας» κεφάλαιον, οὔτε ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ Συντάγματος ἀνέθετο αὐτῷ τὴν ἐντολὴν αὐτήν. Αὐτὸς συνέταξε τὴν ἔκθεσιν, καὶ εἰσήγαγεν αὐτὴν εἰς τὴν Συνέλευσιν ὡς ἴδιον αὑτοῦ ἔργον, περιέχον τὰς γνώμας αὑτοῦ. Τοῦτο δὲν ἐζημίου τινὰ, ἐκρίνετο δὲ, ὅτι ὁπωσδήποτε ἤθελε συντελέσει εἰς τὴν κατανόησιν τῆς ἐννοίας τῶν διατάξεων τοῦ Συντάγματος. Ἑπομένως δὲν πρέπει νὰ ἀποδοθῇ εἰς τὴν ἔκθεσιν, περὶ ἧς ὁ λόγος, κῦρος ἄλλο, εἰμὴ τὸ κῦρος, τὸ ὁποῖον ἔχει ἡ γνώμη τοῦ Σαριπόλου, ὡς νομομαθοῦς καὶ ὡς καθηγητοῦ καὶ δικηγόρου. Ὅθεν φρονῶ, ὅτι ἡ ἔννοια τοῦ Συντάγματος εἶναι ἐκείνη, τὴν ὁποίαν παραδέχονται οἱ πολλοὶ, καὶ δὲν συμφωνῶ μὲ τὴν γνώμην τοῦ ἐξ Ἀττικῆς συναδέλφου. Ἡ θεωρία αὐτοῦ περὶ εὐθύνης τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης εἶναι θεωρία ὀρθή. Δὲν ἐπεκαλέσθημεν αὐτήν, διότι ἡ ζήτησις τῆς εὐθύνης ἦτο πλέον ματαία, ἀφοῦ ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης δὲν ὑπῆρχε πλέον ἐν τῇ ἀρχῇ, ἤθελεν εἶσθαι δὲ οὐχὶ σπουδαῖον, ἂν διεγοεῖρό τις νὰ ζητήσῃ ποινικὴν εὐθύνην ἐπὶ ὑποθέσεως, εἰς τὴν ὁποίαν δὲν ἦτο καταφανὴς ἡ προαίρεσις. Ἐὰν ὑπῆρξεν ἐντύπωσις ζωηρὰ εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ἐὰν ὑπῆρξεν ἐπίδρασις ἐπὶ τῆς διανοίας αὐτοῦ καὶ ἐπὶ τῶν πεποιθήσεων αὐτοῦ ὑπὸ τῶν τότε γνωμοδοτούντων καὶ ἑρμηνευόντων τὸ Σύνταγμα, τοῦτο δὲν μᾶς πείθει, ὅτι ὑπερβαίνει τὰ ὅρια τῆς συνήθους πολιτικῆς εὐθύνης. Διὰ τοῦτο δὲν ἐφρόνουν μὲν, ὅτι ἦτο προσῆκον νὰ γένηται λόγος περὶ εὐθύνης ὑπουργικῆς, ἀλλ’ ἐνόμιζον βεβαίως, ὅτι δὲν πρέπει νὰ μείνῃ ἁπλῶς ἀναγεγραμμένον τὸ δικαίωμα τῆς ἀσυλίας τῶν Βουλευτῶν, τὸ ὁποῖον ὅμως νὰ μὴ σέβωνται αἱ ἄλλαι πολιτειακαὶ ἐξουσίαι, διότι ἡ δικαστικὴ ἐξουσία εἶναι ἐξουσία πολιτειακὴ, ἔκρινα δὲ, ὅτι δὲν ἔπρεπεν οὔτε ν’ ἀποφανθῇ ἡ Βουλὴ περὶ τούτου. Ἡ Βουλὴ ἔχει τὸ δικαίωμα ν’ ἀποφαίνηται ἐπὶ νομοθετημάτων, ὅταν προκαλῆται ἡ νομοθετικὴ λειτουργία αὑτῆς, ἔχει τὸ δικαίωμα βεβαίως νὰ ἀποφαίνηται ἐπὶ ἐπερωτήσεων, ἐξασκοῦσα τὸ δικαίωμα τοῦ ἐλέγχου· ἀλλ’ ἔχει καὶ δικαίωμα ἀποφάνσεων (résolutions), τὰς ὁποίας ἐκφράζει πάντοτε διὰ τῆς ἡμερησίας διατάξεως. Ἔχει λοιπὸν δικαίωμα διὰ τῆς ἡμερησίας διατάξεως νὰ ἐκφέρῃ καὶ ἡ Βουλὴ γνώμην τινά· ἀλλ’ ἐνόμισα, ὅτι τὸ μέτρον δὲν ἦτο ἀναγκαῖον, διότι πρέπει νὰ ὑποθέσωμεν, ὅτι τὰ γενόμενα συνέβησαν ἐξ ἀγαθοπιστίας, ἑπομένως ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν εἶχεν ἀφορμὴν νὰ ὑπολάβῃ, ὅτι ὑπῆρξεν ἀληθὴς ἢ πραγματικὴ ἀπειλὴ τῶν δικαιωμάτων αὑτῆς. Ἐὰν ἤθελεν ὑπολάβει τοῦτο, εἶχε βεβαίως μέσον καταστολῆς τὴν ἀπόφανσιν διὰ τῆς ἡμερησίας διατάξεως, ἀλλὰ τὰ μέτρον τοῦτο μοὶ φαίνεται ὑπέρτερον τῆς ἀνάγκης, καὶ διὰ τοῦτο εἶπον, ὅτι πρέπει νὰ ἐγκαταλείψωμεν τὴν συζήτησιν, καὶ νὰ ἀρκεσθῶμεν μόνον εἰς τὴν συνεννόησιν, εἰς τὴν ὁποίαν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης θέλει πάντως προβῆ μετὰ τοῦ Εἰσαγγελέως τοῦ Ἀρείου Πάγου, ὅπως προταθῇ ἡ ἀναίρεσις ὑπὲρ τοῦ νόμου τοῦ παραπεμπτικοῦ βουλεύματος. Βεβαίως ἡ ἀναίρεσις ὑπὲρ τοῦ νόμου δὲν εἶναι νόμος, ὁ ὁποῖος ὑποχρεοῖ τὴν δικαστικὴν ἐξουσίαν νὰ ὑποτάσσηται εἰς τὴν ἔννοιαν αὐτοῦ, ὅπως δὲν εἶναι νόμος καὶ ἡ ἀπόφανσις τῆς Βουλῆς, διότι οὐδεὶς ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ δίδῃ αὐθεντικὰς ἑρμηνείας εἰς τὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος, εἶναι ὅμως ἔνδειξις καὶ ὁδηγὸς εἰς τὸ μέλλον, ὁδηγὸς εἰς τὴν δικαστικὴν ἐξουσίαν, ὅτι ἡ Βουλὴ τῶν ἀντιπροσώπων φρονεῖ, ὅτι τὸ δικαίωμα τῆς ἀσυλίας τῶν Βουλευτῶν εἶναι ἀπόλυτον. Ὅταν τὸ ἀνώτερον Δικαστήριον ἀποφαίνηται γνώμην τινά, βεβαίως δὲν ὑποχρεοῦνται τὰ Δικαστήρια νὰ ὑποταχθῶσιν εἰς αὐτήν, ἀλλὰ βεβαίως ἡ γνώμη τοῦ Ἀρείου Πάγου προκαλεῖ τὴν μελέτην τῶν Δικαστηρίων, καὶ ὁδηγεῖ αὐτά, οὐδὲ θέλουσιν ἀπομακρυνθῆ αὑτῆς, εἰμὴ ἂν ἐκ τῆς μελέτης των ἤθελον πεισθῆ δι’ ἐπιχειρημάτων ἀκατανικήτων, ὅτι δὲν πρέπει ν’ ἀκολουθήσωσι τὴν νομολογίαν τοῦ Ἀρείου Πάγου.
§32Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἡ συζήτησις, τὴν ὁποίαν διεξάγομεν, εἶναι ἐντελῶς ἀνώδυνος, ἀνώδυνος καὶ μεταξὺ ἡμῶν, οἱ ὁποῖοι ἐνδιαφερόμεθα, ἀνώδυνος καὶ ὅσον ἀφορᾷ τὴν σχέσιν τῶν δύο ἐξουσιῶν, τῆς δικαστικῆς καὶ τῆς νομοθετικῆς. Νομίζω, ὅτι εἶναι τόσον ἀπόλυτος ἡ ἀδυναμία τῆς Βουλῆς, ὅπως ἐν τῷ ζητήματι τούτῳ ἀποφήνηται ὑποχρεωτικὴν γνώμην, ὥστε, ὅ,τι δήποτε καὶ ἂν ἤθελεν ἀποφασισθῆ, εἴτε ὑπὸ τύπον ἀποφάσεως, εἴτε δι’ ἄλλου τινὸς μέτρου, οὐδεμίαν εἶναι προωρισμένον νὰ ἐξασκήσῃ ἐπιρροὴν ἐπὶ τῶν Δικαστηρίων. Καὶ ἂν ἀκόμη νόμον ἤθελεν ἡ Βουλὴ ψηφίσει, πεποίθησιν ἔχω, ὅτι ὁ νόμος οὗτος ἤθελε χαρακτηρισθῆ ὡς ἀντισυνταγματικὸς καὶ θεωρηθῆ ἐξ ἐκείνων, οὓς ἐπιτρέπεται εἰς τὰ Δικαστήρια νὰ μὴ ἐφαρμόζωσιν. Ὁμολογουμένως, οἱανδήποτε γνώμην καὶ ἂν ἔχῃ τις, εἴτε ὡς πρὸς τὴν ἔννοιαν τῶν λέξεων τοῦ ἄρθρου τοῦ Συντάγματος, εἴτε ὡς πρὸς τὴν καταγωγὴν αὐτοῦ, δὲν δύναται νὰ ἀρνηθῇ, ὅτι ὑπάρχει καὶ ἐναντία τῆς μιᾶς γνώμη. Ὅταν τὸ ἄρθρον αὐτὸ τοῦ Συντάγματος, ὡς ἐκφράζεται, ὅταν ἡ ποικιλία τῶν ξένων νομοθεσιῶν συνηγορῶσιν ὑπὲρ δύο γνωμῶν, ἡμεῖς δυνάμεθα μὲν ἴσως νὰ ἐνδιαφερώμεθα, καθὸ Βουλευταὶ, ὑπὲρ ἀπολύτου ἀνακηρύξεως καὶ ἀπολύτου σεβασμοῦ τῶν δικαιωμάτων ἡμῶν, ἀλλ’ ὅταν πρόκηται νὰ τὴν ἐπιβάλωμεν εἰς τὰ Δικαστήρια, ὅταν βλέπωμεν, ὅτι αὐτὰ δὲν εἶναι ὁμόφωνα νὰ τὴν ἀναγνωρίζωσιν ὡς ἀναμφισβητήτως ὀρθὴν, δὲν ἔχομεν τὸ δικαίωμα νὰ ὀργιζώμεθα κατὰ τῶν Δικαστηρίων, καὶ νὰ ζητῶμεν δι’ ἐκδηλώσεως ἐναντίας γνώμης νὰ ἐπηρεάσωμεν αὐτά. Φρονῶ, ὅτι ὅσα τὴν ἑσπέραν ταύτην ἐρρήθησαν θέλουσιν ἐξασκήσει πιθανῶς ἐπιρροήν τινα ἐπὶ τῶν δικαστῶν ἐν τῷ μέλλοντι, ἀλλ’ εὔχομαι, ἡ ἐπιρροὴ αὕτη νὰ μὴ ἦναι ἐκείνη, ἡ ὁποία πηγάζει ἀπὸ συνείδησιν πιεζομένην. Ἐπὶ τοιούτου ἰδίως ζητήματος, ἐνδιαφέροντος ἰδιαιτέρως τοὺς Βουλευτὰς, ὡς τοιούτους, συμφέρον ἡμῶν πρὸ πάντων εἶναι καὶ συμφέρον τῆς Πολιτείας, ὅπως ἡ δικαστικὴ ἀρχὴ ἀφεθῇ ἐλευθέρα. Τοσοῦτον εἶμαι ὑπὲρ τῆς ἐλευθερίας ταύτης τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας, ὥστε ἐπαινῶ τὸν κ. εἰσαγγελέα, ὅστις προέβη εἰς τὸ μέτρον, εἰς ὃ προέβη, καὶ οὐδόλως εἶμαι διατεθειμένος νὰ ἐπιρρίψω εὐθύνην εἰς τὸν Ὑπουργὸν, ὅστις, μαθὼν τὸν σκοπὸν τοῦ εἰσαγγελέως, δὲν ἔσπευσε νὰ ἐμποδίσῃ αὐτόν. Ἤθελον θεωρήσει μάλιστα παράβασιν καθήκοντος, ἂν ἤθελε προβῆ εἰς οἱονδήποτε περιορισμὸν τῆς ἐνεργείας τοῦ εἰσαγγελέως. Ἂν ὁ εἰσαγγελεὺς ἦναι διοικητικὴ ἀρχὴ, εἶναι καὶ δικαστικὴ, ἐν δὲ τῇ καταδιώξει τῶν ἐγκλημάτων καθαρῶς δικαστικὸν δικαίωμα ἐνεργεῖ, καὶ διὰ τοῦτο θὰ ἦτο ὑπέρβασις ἐξουσίας τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ἂν, μαθὼν ὅτι σκοπὸν ἔχει ὁ εἰσαγγελεὺς νὰ προβῇ εἰς τοιαύτην καταδίωξιν Βουλευτῶν ἐν ὥρᾳ διακοπῆς τῆς Συνόδου, ἐζήτει νὰ τὸν ἐμποδίσῃ. Νὰ τῷ δώσῃ γνώμην ἁπλῶς, δύναται. Ἀλλὰ νὰ ἀξιοῖ, ὅπως ὁ εἰσαγγελεὺς συμμορφωθῇ πρὸς τὴν γνώμην αὐτοῦ, ὡς πρὸς διαταγὴν τῆς προϊσταμένης πρὸς κατωτέραν ἀρχὴν, διστάζω ν’ ἀποδεχθῶ ὅτι δύναται. Τοῦτο δὲν εἶναι σύμφωνον μὲ τοὺς νόμους καὶ τὸ πνεῦμα τῆς νομοθεσίας περὶ ἀνεξαρτήτου δικαστικῆς ἐξουσίας. Καὶ ἂν τυχὸν ἑπομένως ἔμαθεν ὁ Ὑπουργὸς ὁ ἄλλοτε, ὅτι ὁ εἰσαγγελεὺς ἐσκόπει νὰ προβῇ εἰς τοιοῦτον μέτρον, καὶ δὲν ἀνέστειλεν αὐτὸν, ἐγὼ τοὐλάχιστον δὲν εἶμαι διατεθειμένος νὰ ἐπιρρίψω ἐπ’ αὐτῷ εὐθύνην. Ἀλλὰ δὲν βλέπω καὶ τοὺς ἀκαταμαχήτους λόγους, οὓς ἐπικαλοῦνται ὑπὲρ τῆς ἑρμηνείας, ἣν δίδουσιν εἰς τὸ ἄρθρον, ὅτι δηλονότι θέλει τὴν ἀπόλυτον ἀσυλίαν τοῦ Βουλευτοῦ, καὶ ὅτι προδήλως ἐσφαλμένη εἶναι ἡ ἑτέρα γνώμη, ἡ μὴ θεωροῦσα αὐτὴν ἀπόλυτον. Ποῖον εἶναι τὸ πρῶτον καὶ κύριον ἐπιχείρημα; ὅτι ἡ Σύνοδος ἡ Βουλευτικὴ εἶναι νομική τις ἔννοια, καὶ διὰ τοῦτο δὲν δύναταί τις νὰ τὴν διακόψῃ. Ἤρξατο μία Σύνοδος; αὕτη πρέπει νὰ ἐξακολουθήσῃ ἕως οὗ τελειώσῃ, εἴτε κατὰ τὸν χρόνον, καθ’ ὃν ὁ Ἡγεμὼν θὰ κηρύξῃ τὴν λῆξιν τῆς Συνόδου, εἴτε μετὰ τὸ ἑξάμηνον τοῦ Συντάγματος, ὅτε αὐτοδικαίως αὕτη λήγει. Δὲν ἐννοῶ, πῶς ἡ ἰδέα τῆς ἀδιακόπου Συνόδου συνάγεται ἐκ τοῦ Συντάγματος τόσον καταφανὴς, ὥστε νὰ μὴ ἦναι δυνατὸν νὰ δεχθῇ τις, ὅτι μεταξὺ ἐνάρξεως καὶ λήξεως τῆς Συνόδου ἐπιτρέπεται διακοπὴ, ὅταν αὕτη συμφώνως πρὸς τὸ Σύνταγμα ἐγένετο, διότι ὁ Βασιλεὺς, καθ’ ὃ ἔχει δικαίωμα, διέταξεν αὐτήν. Ὅταν δὲν διακόπτηται ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἡ ἅπαξ ἀρξαμένη, διατὶ νὰ μὴ εἴπωμεν, ὅτι καὶ ἡ συμφώνως πρὸς τὸ Σύνταγμα ἀναβληθεῖσα ὑπὸ τοῦ Βασιλέως Σύνοδος ἤρξατο, διότι ὀφείλει νὰ ἄρξηται, κατὰ τὴν τεταγμένην ἡμέραν; Διαφορὰν τῶν δύο περιπτώσεων δὲν βλέπω. Βεβαίως τὸ ἄρθρον 38 τοῦ Συντάγματος, λέγον ὅτι παύει ἡ ἐξακολούθησις τῆς Συνόδου, ἐννοεῖ ὅτι ἐντὸς τοῦ χρονικοῦ διαστήματος, τὸ ὁποῖον ἀποτελεῖ τὴν Σύνοδον, εἴτε κατὰ τοὺς ὅρους τοῦ Συντάγματος, εἴτε κατὰ τὰς ἀποφάσεις τοῦ Βασιλέως, εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρχῃ διάστημα χρόνου, καθ’ ὃ δὲν ὑπάρχει ἐνεργὸς Σύνοδος, καὶ κατ’ αὐτὸ τὸ διάστημα δὲν λειτουργεῖ τῆς ἀσυλίας τὸ δικαίωμα. Οὕτως, ὅταν ἐν τῷ μέσῳ μιᾶς Συνόδου κατὰ τὰς 10 ἢ 20 ἢ 40 ἡμέρας διακόπτηται ἡ Σύνοδος, ὁ Βουλευτὴς μένει ἀναγκαίως ἐκτεθειμένος εἰς τὰς καταδιώξεις τῆς δικαστικῆς ἀρχῆς, περιοριζομένου ἀναγκαίως τοῦ δικαιώματος τῆς ἀσυλίας, μὲ τὸ ὁποῖον κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν καθηκόντων αὐτῶν περιβάλλουσι τὰ πολιτεύματα τοὺς ἀντιπροσώπους τοῦ λαοῦ. Τὸ Σύνταγμα τὸ ἡμέτερον δὲν ἐνόησε νὰ περιβάλῃ τὸν Βουλευτὴν δι’ ἀπολύτου ἀσυλίας, ἀφ’ ἧς ἐξελέγη μέχρις οὗ παύσῃ ὢν τοιοῦτος· διότι, ἂν αὐτὴν τὴν ἀσυλίαν ἤθελε νὰ παραδεχθῇ, θὰ ἐπέτρεπε τὴν καταδίωξιν καὶ πρὸ τῆς ἐνάρξεως τῆς Συνόδου καὶ μετὰ τὴν λῆξιν αὐτῆς· διότι, δι’ ὃν λόγον εἶναι περιορισμὸς τῆς ἐλευθερίας αὐτοῦ τὸ νὰ καταδιωχθῇ κατὰ τὸ διάστημα τῆς διακοπῆς, κατὰ τὸν αὐτὸν λόγον εἶναι περιορισμὸς νὰ καταδιώκηται καὶ κατὰ τὴν παραμονὴν τῆς ἐνάρξεως τῶν ἐργασιῶν τῆς Συνόδου, ἢ τὴν ἐπαύριον τῆς λήξεως αὐτῆς. Ὑπάρχουσι Συντάγματα, —καὶ νομίζω, ὅτι αὐτὰ ἀποπλανῶσι πολλοὺς ἐξ ἡμῶν, —ὑπάρχουσι Συντάγματα, τὰ ὁποῖα, χωρὶς νὰ ἀποφαίνωνται ῥητῶς, ὅτι κατὰ τὸ διάστημα τῆς διακοπῆς ἐπιτρέπεται ἡ καταδίωξις τοῦ Βουλευτοῦ, φέρουσιν εἰς τοιαύτην ἑρμηνείαν ἐξ ἀνάγκης. Διατί; διότι ἀναγνωρίζουσιν εἰς τὴν Βουλὴν τὸ δικαίωμα, συνερχομένη, ἐὰν εὕρῃ ὅτι Βουλευτής τις πρὸ τῆς ἐνάρξεως τῆς Συνόδου κατεδιώχθη καὶ εὑρίσκεται ἐν ταῖς φυλακαῖς, νὰ ζητήσῃ τὴν ἀπόλυσιν αὐτοῦ. Ἀφοῦ τὸ πολίτευμα ἀνεγνώρισε τοιοῦτον δικαίωμα εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ, ὅταν συνελήφθη οὗτος πρὸ τῆς ἐνάρξεως τῆς Συνόδου καὶ εὑρίσκεται ἐν ταῖς φυλακαῖς, συμφώνως πρὸς τὸ γράμμα τοῦ Συντάγματος ζητεῖ νὰ ἀπολύηται καὶ ἐπανέρχηται εἰς αὐτὴν, διὰ ποῖον λόγον δὲν θὰ παραδεχθῇ τις ἐξ ἀνάγκης, ὅτι τοῦτο δέον νὰ γίνηται καὶ ὁσάκις διακόπτωνται αἱ ἐργασίαι τῆς Βουλῆς, ἂν κατὰ τὴν διακοπὴν αὐτὴν συνελήφθη; Διότι ἔχει τὸ δικαίωμα ἡ Βουλὴ νὰ διατάσσῃ τὴν ἀποφυλάκισιν κατὰ τὸ διάστημα τῆς Συνόδου, συνήγαγον, ὅτι ἔχει αὐτὸ καὶ κατὰ τὸ διάστημα τῆς διακοπῆς. Παρ’ ἡμῖν ὅμως, ἐμμένων τις εἰς τὸ γράμμα τοῦ Συντάγματος, ὀφείλει νὰ ἀναγνωρίσῃ, ὅτι κατὰ τὸ διάστημα τῆς διακοπῆς δὲν ἐμποδίζεται ἡ καταδιωκτικὴ ἀρχὴ νὰ καταδιώξῃ Βουλευτήν. Δὲν λέγω, ὅτι καταχρήσεις δὲν δύνανται νὰ συμβῶσιν, ἀλλ’ αἱ καταχρήσεις αὗται πολὺ ὀλίγον σήμερον ἐμφανίζονται μετὰ τὴν νέαν τροπὴν, τὴν ὁποίαν ἔλαβε τὸ Συνταγματικὸν πολίτευμα, ὅπερ κατέστη Κοινοβουλευτικόν. Σήμερον αἱ Κυβερνήσεις εἶναι Κυβερνήσεις πλειονοψηφίας ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον, αἱ Κυβερνήσεις δὲ αὗται, ὅταν θέλωσι, δύνανται καὶ διὰ τῶν ἀρχῶν τῶν καταδιωκτικῶν νὰ πράττωσιν ὅ,τι ἂν θέλωσιν. Ἐὰν θέλωσι νὰ καταδιώξωσι Βουλευτὴν κατὰ τὸ διάστημα τῆς διακοπῆς τῆς Συνόδου, οὐδὲν ἐμποδίζει αὐτὰς νὰ ἐπιτρέψωσι τὴν καταδίωξιν, ἀλλ’ ἀνάγκην βεβαίως δὲν ἔχουσι νὰ καταφύγωσιν εἰς τὸ μέσον αὐτὸ καὶ καταδιώξωσι Βουλευτὴν εἰς τὸ διάστημα τῆς διακοπῆς. Ἐπαναλαμβάνω, ὅτι δύνανται νὰ συμβῶσι καταχρήσεις, ἀλλὰ φρονῶ, ὅτι πολὺ ὀλιγώτεραι εἶναι αἱ καταχρήσεις αὗται σήμερον ἢ ἄλλοτε. Ἐπὶ τέλους συμπεραίνω, ὅτι, ἀφοῦ ἡ Βουλὴ δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα, δὲν ἔχει τὴν δύναμιν νὰ ἐπιβάλῃ δι’ ἑρμηνείας εἰς τὰ Δικαστήρια τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν νομίζει ὀρθὴν, δὲν νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ κλονίζωμεν τὸ πνεῦμα, τὸ φρόνημα, τὴν ἐλευθερίαν τῆς συνειδήσεως τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας διὰ συζητήσεων καὶ δι’ ἀπειλῶν. Αὗται καλὸν εἶναι νὰ μὴ ἐκφέρωνται ὑπὸ Βουλευτῶν, οἱ ὁποῖοι, ἂν θέλωσι νὰ σέβωνται καὶ οἱ ἄλλοι τὰ δικαιώματα αὐτῶν, καθῆκον ἀφ’ ἑτέρου ἔχουσιν, ὅταν τὸ Σύνταγμα ἀνεγνώρισε δικαιώματα εἰς τὴν δικαστικὴν ἐξουσίαν, νὰ σέβωνται καὶ νὰ μὴ ἀμφισβητῶσιν αὐτά. Πέποιθα δὲ, ὅτι οὐδέποτε θὰ εὑρεθῇ ἐν τῇ πατρίδι ἡμῶν δικαστικὴ ἐξουσία, ἥτις, ὠθουμένη ὑπὸ τῆς ἐκτελεστικῆς, θὰ μετέλθῃ τοιαῦτα μέτρα καταδιώξεως ἐναντίον Βουλευτῶν, ὅπως ἀπαλλαχθῇ δυσαρέστων ἢ ἐπιφόβων ἀντιπάλων. — ΗΛ. ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Ὁ ἐξ Ἀττικῆς ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐνέδειξεν, ὅτι ἠδύνατο νὰ ὑπάρξῃ εὐθύνη Ὑπουργοῦ. Νομίζω, ὅτι ἔσφαλε κατὰ τοῦτο, ὅτι, κατὰ τὸ παρ’ ἡμῖν ἰσχύον δικονομικὸν σύστημα, ὁ Ὑπουργὸς δὲν εἶναι ὁ μόνος ἐπὶ κεφαλῆς τῆς ἱεραρχίας τῆς εἰσαγγελικῆς, ὡς ἐν Γαλλίᾳ; ὁ εἰσαγγελεὺς παρ’ ἡμῖν ἔχει καὶ αὐτοτέλειαν. Ἀλλὰ καὶ ἂν εἴχομεν τὴν ἀρχὴν τὴν διέπουσαν τὴν εἰσαγγελικὴν ἱεραρχίαν ἐν Γαλλίᾳ, πάλιν παρ’ ἡμῖν, ὅπως ἦλθε τὸ ζήτημα, ὁ Ὑπουργὸς δὲν ἔχει οἱανδήποτε ἐξουσίαν· διότι, ὅταν συλληφθεὶς ὁ ἐκ Βόλου Βουλευτὴς προσήχθη εἰς τὸν ἀνακριτὴν, ἀντέταξεν ὅτι δὲν ἔχει δικαίωμα οὗτος νὰ προβῇ εἰς καταδίωξιν κατ’ αὐτοῦ, καὶ ἐπὶ τῇ ἀμφισβητήσει ταύτῃ τοῦ δικαιώματος τοῦ ἀνακριτοῦ, οὗτος ὑπέβαλε τὸ ζήτημα εἰς τὸ Συμβούλιον, καὶ οὕτως ἐπελήφθη τοῦ θέματος ἡ δικαστικὴ ἐξουσία, ὁπότε ὁ Ὑπουργὸς βεβαίως δὲν ἠδύνατο νὰ ἐπέμβῃ, οὔτε γνώμην νὰ ἐκφέρῃ, οὔτε νὰ κανονίσῃ τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ἔχει ὁ εἰσαγγελεύς. Εὐθύνη λοιπὸν δὲν ἠδύνατο νὰ ἀποδοθῇ οὔτε ἀπολύτως, οὔτε ἐν σχέσει πρὸς αὐτό. Πρέπει δὲ νὰ χωρίσωμεν ἐντελῶς τὸ πραγματικὸν γεγονός, περὶ τοῦ ὁποίου δὲν θέλω νὰ ἀσχοληθῶ, διότι εἰς αὐτὸ κωλύομαι, ὡς συνήγορος, καὶ διὰ τοῦτο δὲν θέλω νὰ ἐπικαλεσθῶ οὔτε κἂν τὴν ἀπόφασιν τὴν ἐκδοθεῖσαν ὑπὸ τοῦ Δικαστικοῦ Συμβουλίου, οὔτε τὴν τοῦ Δικαστηρίου. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς εἶπεν, ὅτι τὸ ἡμέτερον Σύνταγμα δὲν ἔχει τὴν ἔκφρασιν αὐτὴν, τὴν ὁποίαν ἔχουσι τὰ Συντάγματα ἄλλων Κρατῶν. Καὶ τῷ ὄντι τὰ Συντάγματα διὰ μιᾶς λέξεως ἐκφράζουσι τὴν ἔννοιαν, τὴν ὁποίαν ἡμεῖς εἴπομεν διὰ τῆς ἐν τῷ Συντάγματι ἐκφράσεως. Ἡμεῖς ἔχομεν ἐν τῷ Συντάγματι καὶ τὴν περίστασιν τῆς διακοπῆς τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς. Ἀκριβῶς νομίζω, ὅτι ἔσφαλεν εἰς τοῦτο, διότι ἡ λέξις Σύνοδος, προκειμένου περὶ Συνελεύσεως πολυμελοῦς, ἔχει τὴν ἔννοιαν τῆς διαρκείας τῶν συνεδριάσεων ἐφ’ ὅσον ἡ Σύνοδος δὲν λήγει, ἡ δὲ λῆξις ἢ διακοπὴ ἐννοεῖ ὅτι ἀναστέλλει τὰς συνεδριάσεις. Ταύτην τὴν ἔννοιαν ἔχει, ἀλλ’ ἡ Ἑλληνικὴ γλῶσσα ἔχει τὴν ἰδίαν λέξιν, ἵνα ἐκφράσῃ τὴν ἔννοιαν ταύτην, καὶ ὁ συντάξας τὸ Σύνταγμα τότε ἐνόμιζεν, ὅτι τὴν ἐκφράζει διὰ τῆς διπλῆς ταύτης ἐκφράσεως. Ταῦτα ὡς πρὸς τὴν ἔννοιαν τοῦ Συντάγματος ἐν τῇ διπλῇ ταύτῃ ἐκφράσει...
§33ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ...
§34ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Τὸ ἴδιον εἶναι. Καὶ θέλετε ἴδει, ὅτι ὅλα τὰ Συντάγματα, τὸ Ἰταλικόν, τὸ Βελγικὸν, τὸ Γερμανικόν, ὅλα ἔχουσι τὴν αὐτὴν ἔννοιαν, τὸ δὲ ἄρθρον 63 τοῦ ἡμετέρου Συντάγματος λέγει «διαρκούσης τῆς Βουλευτικῆς Συνόδου». Ἐνταῦθα ἃς μοὶ ἐπιτραπῇ, προκειμένου περὶ τῆς ἑρμηνείας τοῦ Συντάγματος, νὰ μὴ δεχθῶ οὐδεμίαν ἑρμηνείαν ὡς αὐθεντικωτέραν τῆς δοθείσης ὑπὸ τοῦ Ἀκυρωτικοῦ τῆς Γερμανίας, τοῦ ἐγκλείοντος κορυφὰς ἐπιστημόνων, τῶν ὁποίων τὸ κῦρος οὐδαμῶς δύναται ν’ ἀμφισβητηθῇ· αὐτοὶ δὲ λέγουσιν, ὅτι ἡ φράσις «διαρκούσης τῆς Συνόδου» εἶναι τὸ χρονικὸν διάστημα, τὸ ὑπὸ τοῦ Διατάγματος ὡρισμένον πρὸς ἔναρξιν αὐτῆς, μέχρι τοῦ χρόνου, ὁ ὁποῖος εἴτε διὰ τοῦ Διατάγματος, εἴτε διὰ τοῦ Συντάγματος κανονίζεται ὡς χρόνος λήξεως τῆς Συνόδου. Τὴν διάρκειαν λοιπὸν τῆς Συνόδου δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ, ὅτι τὴν διακόπτει ἡ προσωρινὴ ἀναστολὴ, καὶ διὰ τοῦτο οὔτε ἡ οὐσιαστικὴ ἑρμηνεία τοῦ ἄρθρου 63 δύναται νὰ δικαιολογήσῃ ἐναντίαν γνώμην...
§35ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἀλλ’ ἡ ὥρα εἶναι ὀγδόη, καὶ πρέπει νὰ διακόψωμεν.
§36ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Ἀμέσως ἐτελείωσα. Διὰ τοῦτο εἶμαι ὑπὲρ τῆς ἀπολύτου γνώμης, ὅτι ἡ ἑρμηνεία δὲν εἶναι ὀρθὴ, καὶ ὅτι ἡ Βουλὴ κατὰ ἕνα τρόπον ἢ κατ’ ἄλλον πρέπει νὰ ἐμποδίζῃ ἐν τῷ μέλλοντι τὰς τοιαύτας ἀθετήσεις τοῦ Συντάγματος.
§37Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Νομίζω, ὅτι ἡ συζήτησις, ἡ ὁποία ἐγένετο, ἀποδεικνύει, ὅτι κάλλιστα πράττουσιν αἱ Βουλαὶ, ὅταν δὲν θέλωσι νὰ ἐπιληφθῶσι τῆς συζητήσεως θεμάτων ἀκαδημαϊκῶν. Τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον νῦν συζητεῖται, ἦτο δυνατὸν ἴσως νὰ συζητηθῇ ἐνώπιον Συνόδου συνταγματολόγων καὶ ποινικολόγων. Ἡ συζήτησις ἡ διεξαχθεῖσα ἐν τῇ Βουλῇ, εἰς ποῖον σημεῖον ἀπέληξεν; Ὑπεστηρίχθησαν γνῶμαι ἐντελῶς ἀντιφατικαί. Ἐὰν ὑπῆρχε σκοπὸς διὰ τῆς ὁμοφώνου γνώμης τῆς Βουλῆς νὰ ἐξασκηθῇ ἐν τῷ μέλλοντι ἐπιρροή τις, ὁ σκοπὸς οὗτος δὲν ἐπιτυγχάνεται, διότι ὑπεστηρίχθησαν γνῶμαι ἐντελῶς ἀντίθετοι πρὸς ἀλλήλας. Ἐγὼ δὲν σκοπῶ νὰ εἰσέλθω εἰς τὴν οὐσίαν τοῦ ζητήματος, διότι πιστεύω, ὅτι, προκειμένου περὶ διατάξεως τοῦ Συντάγματος, ἁρμοδία ἡ Βουλή, ἵνα ἑρμηνεύσῃ τὴν διάταξιν ταύτην, δὲν εἶναι. Βεβαίως τὰ ἐπιχειρήματα, τὰ ὁποῖα ἀνεπτύχθησαν καὶ ὑπὲρ τῆς μιᾶς γνώμης καὶ ὑπὲρ τῆς ἑτέρας, ἔχουσι μεγάλην ἀξίαν. Ὁμολογῶ, ὅτι τὰ ὑπὸ τοῦ κυρίου Βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς ὑποστηριχθέντα καὶ βασιζόμενα εἰς τὸ γράμμα τοῦ Συντάγματος, εἶναι τοιαῦτα, ὥστε ἐπιβάλλουσι βεβαίως σκέψιν, πρὶν ἢ ἀποδεχθῇ τις τὴν ἐναντίαν γνώμην. Ὁμολογῶ ἀφ’ ἑτέρου, ὅτι οἱ κίνδυνοι, οἱ ὁποῖοι παρουσιάζονται πρὸς ὑποστήριξιν τῆς ἐναντίας γνώμης, οὐδέποτε ἤθελον φανῆ. Δὲν δύναμαι νὰ φαντασθῶ, ὅτι ἤθελεν ὑπάρξει Κυβέρνησις διακόπτουσα τὴν Σύνοδον, ὅπως καταδιώξῃ Βουλευτήν· διότι, ἂν τοῦτο πιστευθῇ πρὸς στιγμήν, θὰ παραδεχθῇ τις, ὅτι ἡ πλειονοψηφία, ἡ ὑποστηρίζουσα τὴν Κυβέρνησιν, εἶναι διατεθειμένη καὶ τὰ ἐγκλήματα τῆς Κυβερνήσεως νὰ παραδεχθῇ· καὶ τότε ποίαν ἀνάγκην ἔχει ἡ Κυβέρνησις αὐτή, ἡ ὁποία ἔχει πλειονοψηφίαν διατεθειμένην καὶ τὰ ἐγκλήματα αὐτῆς νὰ συγχωρῇ, ποίαν ἀνάγκην ἔχει νὰ διακόψῃ τὴν Σύνοδον, ἀφοῦ ἤθελεν ἐπιτύχει τὴν ἄδειαν, ἵνα προβῇ πρὸς καταδίωξιν ὁ εἰσαγγελεύς; Ἑπομένως νομίζω, ὅτι τὸ καλλίτερον εἶναι νὰ ἐγκαταλείψωμεν τὸ θέμα τοῦτο, καὶ ν’ ἀφήσωμεν τὴν δικαστικὴν ἀρχὴν ἐλευθέραν ἐν τῷ μέλλοντι νὰ πράξῃ ὅ,τι θέλει, ἀναγνωρίζοντες ὅτι δυνάμει τοῦ Συντάγματος δικαίωμα ἑρμηνείας τοῦ Συντάγματος δὲν ἔχομεν.
§38ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις μέχρι τῆς ἑνάτης ὥρας. (Γίνεται διακοπὴ ὥρᾳ 8 μ. μ. Ἐπαναλαμβάνεται δὲ ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 10 καὶ 40′ μ. μ.).
§39ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ διακοπεῖσα συνεδρίασις. Ὁ κύριος Δημητριάδης ἔχει τὸν λόγον.
§40Δ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§41Δ. ΡΑΛΛΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§42ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κηρύσσεται περατωμένη ἡ συζήτησις. Ὁ κ. Παπαδιαμαντόπουλος ἀποσύρει τὴν πρότασίν του;
§43Γ. ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὅτε ὑπέβαλλον τὴν πρότασιν, ἤλπιζον, ὅτι ἅπαντες οἱ Βουλευταὶ ἤθελον κηρυχθῆ ὑπὲρ τῆς ἀσυλίας τοῦ Βουλευτοῦ κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς διακοπῆς τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς· ἀλλ’ ἤδη, ὅτε ἠκούσθησαν καὶ ἀντιρρήσεις ἐκ μέρους συναδέλφων, μοὶ φαίνεται, ὅτι ἡ πρότασίς μου, ἔστω καὶ ψηφιζομένη παρὰ μεγάλης πλειονοψηφίας, δὲν θέλει ἔχει οὔτε τὴν ἰσχύν, οὔτε τὴν ἠθικὴν δύναμιν, τὴν ὁποίαν ἤθελεν ἔχει, ἂν ἡ Βουλὴ ἅπασα ἐκηρύσσετο ὑπὲρ τῆς ἀσυλίας. Διὰ τοῦτο ἀποσύρω αὐτήν, καὶ περιορίζομαι εἰς τὴν πρώτην σύστασίν μου, τὴν ὁποίαν καὶ ἀπεδέχθη εὐτυχῶς ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, τοῦ νὰ συστήσῃ εἰς τὸν ἀξιότιμον Εἰσαγγελέα τοῦ Ἀρείου Πάγου, ὅπως προβῇ εἰς τὴν ἀναίρεσιν ὑπὲρ τοῦ νόμου τοῦ βουλεύματος τῶν Πλημμελειοδικῶν.
§44ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Δηλιγιάννης ἔχει τὸν λόγον.
§45Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐπὶ ἐπερωτήσεων.
§46ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα.
§47Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁ συνάδελφός μου ἐκ Παξῶν κύριος Βελλιανίτης κατέθηκεν εἰς τὴν Βουλὴν ἀναφορὰν καὶ ἀπηύθυνε σύστασιν εἰς τοὺς Ὑπουργούς, ἰδίως εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, νὰ ἐξετάσῃ τὰ περὶ ἐργοστασίου τινός, τὸ ὁποῖον ᾠκοδομήθη κατὰ τὸν λιμένα Καλαμῶν, ὡς ἐνοχλοῦντος τοὺς περιοίκους διὰ τῶν ῥυπαρῶν ὑδάτων, τὰ ὁποῖα ἐκχέονται ἐξ αὐτοῦ. Δὲν γνωρίζω, ἂν ὁ Ὑπουργὸς προέβη εἰς ἐξέτασιν.
§48Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἔλαβον γνῶσιν. Ἀπηυθύνθη καὶ εἰς ἐμὲ τὸ τηλεγράφημα, καὶ ἐζήτησα πληροφορίας περὶ τούτου, διότι ἀπηυθύνθησαν καὶ ἄλλα τηλεγραφήματα, τὰ μὲν ὑπέρ, τὰ δὲ κατὰ τοῦ καταστήματος. Ἐζητήθησαν πληροφορίαι παρὰ τῶν ἐκεῖ ἀρχῶν.
§49Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐπίσης παρακαλῶ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ δώσῃ τὴν πληροφορίαν εἰς τὴν Βουλήν, ἂν ἔδωκεν ἄδειαν ὑλοτομίας διὰ τὸ δάσος τὸ λεγόμενον Λυκοχώριον, τὸ κείμενον ἐν τῷ δήμῳ Θελπούσης τῆς Γόρτυνος. Καθ’ ἃς ἔχω πληροφορίας, παρηγγέλθησαν χιλιάδες στρωτήρων διὰ τὴν κατασκευὴν τοῦ σιδηροδρόμου Πύργου–Κυπαρισσίας, καὶ οἱ ὑλοτόμοι εἰσῆλθον εἰς τὸ δάσος καὶ καταστρέφουσιν ὅλον τὸ δάσος, τὸ δὲ δάσος αὐτὸ ἔχει οὐ σμικρὰν ἀξίαν καὶ χρησιμότητα. Παρακαλῶ νὰ ἐπιστήσῃ τὴν προσοχήν του ὁ κ. Ὑπουργός.
§50ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, εἰς τὸ δάσος ἐκεῖνο, καθ’ ἃς ἔχω πληροφορίας, εἶχεν ἀπαγορευθῆ ἡ ὑλοτομία ἐπὶ ὡρισμένον χρόνον. Ἀλλὰ καίτοι εἶχεν ἀπαγορευθῆ ἡ ὑλοτομία, διότι εἶχε προηγηθῆ πρό τινος χρόνου ἐμπρησμὸς εἰς τὸ δάσος αὐτό, οὐχ ἧττον πληροφορούμεθα ἤδη, ὅτι ἐδόθη ἄδεια ὑλοτομίας, ἢ αὐτοβούλως ὑλοτομοῦσιν· ἀλλ’ ἐπὶ τοῦ δάσους ἐκείνου ἔχουσι δικαιώματα καὶ αἱ κοινότητες, ἔχουσι δικαιώματα βοσκῆς ζώων κλπ. Ἤδη, καταστρεφομένου τοῦ δάσους διὰ τῆς παρανόμου ὑλοτομίας, καταστρέφονται καὶ αἱ κοινότητες Βοδιάκι, Τρανῆς Λάκκας, Τσάρεσι, Μπέλεσι, Νεοχωρίου, Καρδαρίτσι, Μοναστηρακίου κλπ. Ἐλπίζω, ὅτι θέλει μεριμνήσει ὁ Ὑπουργὸς διὰ τὴν τοιαύτην κατάστασιν.
§51Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Συνιστῶ καὶ ἐγώ, οὔτε ἐξ ἀφορμῆς τοῦ σιδηροδρόμου Μελιγαλᾶ, οὔτε ἐξ ἀφορμῆς τοῦ σιδηροδρόμου Λαρίσης νὰ ἐπιτραπῇ ἡ ὑλοτομία πρὸς κατασκευὴν τῶν στρωτήρων ἀπὸ τὰ δάση τῆς Ἑλλάδος, διότι θὰ καταστραφῶσιν ἐντελῶς μέγισται ἐκτάσεις ἐκ τῶν ὑπολειφθέντων ὀλίγων δασῶν διὰ μικρὸν κέρδος τινῶν ἰδιωτῶν. Καλλίτερον εἶναι νὰ εἰσαχθῶσιν ἔξωθεν οἱ στρωτῆρες οὗτοι ἀτελῶς, παρὰ νὰ ῥιφθῶσι μὲ τὸν πέλεκυν ὅλοι οἱ ὑλοτόμοι κατὰ τῶν δασῶν, καὶ καταστρέψωσιν αὐτά. Ἐπίσης χάριν ἄλλων ἐν Ἑλλάδι σιδηροδρόμων μεγάλαι ἐγένοντο καταστροφαὶ δασῶν εἰς ἄλλα μέρη, καὶ τὸ αὐτὸ καὶ χεῖρον θὰ γείνῃ τώρα. Συνιστῶ διὰ τοῦτο ἰδιαιτέρως εἰς τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τὸν κίνδυνον αὐτὸν, ἵνα τὸν προλάβῃ.
§52Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἔλαβον τηλεγράφημα ἐκ Κεφαλληνίας, παρὰ τοῦ ἐν Σάμῃ συμβολαιογράφου, τὸ ὁποῖον θέλω καταθέσει εἰς τὴν Βουλήν, ἵνα λάβωσι γνῶσιν ὅ τε Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν καὶ ὁ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης (ἀναγινώσκει): «Στρατιωτικὸν ἀπόσπασμα Ἰωάννου Σκαρλάτου, ἐνωμοτάρχου, καταδιῶκον Κωνσταντῖνον Ραφτόπουλον, κάτοικον δήμου Ἄσσου, καταζητούμενον ἐπὶ πλημμελήματι, ἐπυροβόλησε κατ’ αὐτοῦ καὶ ἐτραυμάτισεν ἐπικινδύνως μηρόν. Διέταξε κατόπιν σύλληψιν ἐμοῦ, συμβολαιογράφου Ἐρρύσου, καὶ ἄλλων φιλησύχων πολιτῶν, ἐν οἷς διακεκριμένος συνδημότης μου Θρασύβουλος Βρυώνης, ὧν ἄλλους μὲν ἀπέλυσε βραδύτερον, ἄλλους δὲ δείρας κατακρατεῖ. Ἐγὼ δὲ κρατοῦμαι Μοιραρχίαν Ἀργοστολίου. Παράνομοι συλλήψεις καὶ κακοποιήσεις διήγειραν γενικὴν ἀγανάκτησιν. Ὑψώσατε, παρακαλῶ, φωνὴν πρὸς περιστολὴν τοιούτων ἀνηκούστων αὐθαιρεσιῶν καὶ ἀνάκλησιν ἀποσπασματάρχου.» Καταθέτω τὸ τηλεγράφημα εἰς τὸ Προεδρεῖον. Δὲν γνωρίζω, ἂν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἐνεθυμήθη τὴν διαβεβαίωσιν, τὴν ὁποίαν ἔδωκε χθὲς εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι ἤθελεν ἐξετάσει καὶ προβῇ εἰς τιμωρίαν τῶν ἀξιωματικῶν.
§53Γ. ΚΟΡΠΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Συμφώνως πρὸς ὅσα ὑπεσχέθην χθὲς ὑμῖν, σήμερον ἐξέδωκα διαταγὴν πρὸς τὴν Γενικὴν Διοίκησιν τοῦ στρατοῦ, ἁρμοδίαν πρὸς τοῦτο, νὰ ἀναθέσῃ εἰς ἀνώτερον ἀξιωματικὸν τὴν περὶ τούτου ἀνάκρισιν, καὶ τὸ πόρισμα τῆς ἀνακρίσεως θὰ ὑποβάλω ὡς οἷόν τε τάχιον εἰς τὴν Βουλήν.
§54Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἔλαβον ἐπιστολὴν διὰ τοῦ ταχυδρομείου, διὰ τῆς ὁποίας μὲ παρέπεμψαν νὰ ἀναγνώσω δύο Διατάγματα Βασιλικά, δημοσιευθέντα διὰ τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως, ὧν τὸ ἓν φέρει ἡμερομηνίαν 26 Ὀκτωβρίου 1901 (ἀναγινώσκει): «Προτάσει τοῦ ἡμετέρου ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργοῦ, ἐγκρίνομεν τὸ ἀπὸ 9 Ὀκτωβρίου 1901 ἐξ ἄρθρων 23 Καταστατικὸν τοῦ ἐν Καλαβρύτοις Συλλόγου «ἡ Ἁγία Λαύρα», διατάσσομεν δὲ ἐντὸς τῆς πρώτης τριμηνίας ἑκάστου ἔτους νὰ ὑποβάλληται τῷ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργείῳ ἡ διὰ τὸ προηγούμενον ἔτος λογοδοσία τοῦ Συλλόγου, ἐπιφυλασσόμενοι ν’ ἀνακαλέσωμεν τὴν ἔγκρισιν Ἡμῶν, ἐὰν μὴ τηρηθῇ ἄρθρον τι τοῦ ἐγκρινομένου Καταστατικοῦ, ἢ μὴ ὑποβληθῇ τις λογοδοσία ἐντὸς τῆς τασσομένης προθεσμίας.» Τὸ δ’ ἕτερον Διάταγμα ἐξεδόθη τῇ 27 Δεκεμβρίου 1901 καὶ ἔχει οὕτως (ἀναγινώσκει): «Προτάσει τοῦ Ἡμετέρου ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργοῦ, ἐγκρίνομεν τὸ ἀπὸ 19 Σεπτεμβρίου ἐξ ἄρθρων τεσσαράκοντα Καταστατικὸν τοῦ ἐν Καλαβρύτοις Συλλόγου «ἡ Ἁγία Λαύρα», διατάσσομεν δέ, ἐντὸς τῆς πρώτης τριμηνίας ἑκάστου ἔτους νὰ ὑποβάλληται τῷ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργείῳ ἡ διὰ τὸ προηγούμενον ἔτος λογοδοσία τοῦ Σωματείου, ἐπιφυλασσόμενοι ν’ ἀνακαλέσωμεν τὴν ἔγκρισιν Ἡμῶν, ἂν μὴ τηρηθῇ ἄρθρον τι τοῦ ἐγκρινομένου Καταστατικοῦ, ἢ μὴ ὑποβληθῇ τις λογοδοσία ἐντὸς τῆς εἰρημένης προθεσμίας.» Τὸ πρῶτον τῶν εἰρημένων Διαταγμάτων ἐξεδόθη τῇ ὑπογραφῇ τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ἀπόντος τοῦ Βασιλέως, τῇ προτάσει δὲ τοῦ τότε ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργοῦ κ. Θεοτόκη· τὸ δὲ δεύτερον Διάταγμα φέρει τὴν ὑπογραφὴν τοῦ Βασιλέως, ἐξεδόθη δὲ τῇ προτάσει τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργοῦ κ. Τριανταφυλλάκου. Ἀλλὰ τὸ Διάταγμα τοῦτο ἐξεδόθη ἐν ἀγνοίᾳ τοῦ πρώτου Διατάγματος; ἐν ἀγνοίᾳ ὅτι εἶχε συσταθῆ δυνάμει τοῦ πρώτου Διατάγματος ἐπιτροπή, ὅτι εἶχεν ἐγκριθῆ τὸ Καταστατικὸν αὐτῆς, καὶ ὅτι αὕτη εἶχε προβῇ εἰς ἐργασίας, αἵτινες δὲν ἦσαν καὶ ποικίλαι, διότι περιωρίζοντο εἰς τὸ νὰ συλλέξῃ χρήματα διὰ νὰ χρησιμεύσωσι πρὸς ἀνέγερσιν ἀναμνηστικῆς στήλης ἐν τῷ ναῷ τῆς Ἁγίας Λαύρας; Ἢ ἐν γνώσει τοῦ πρώτου Β. Διατάγματος ἐξεδόθη τὸ δεύτερον; Καθ’ ἃ μοὶ γράφουσιν ὅμως, ἡ ἐπιτροπὴ ἡ συσταθεῖσα διὰ τοῦ δευτέρου Διατάγματος προέβη εἰς ἔκδοσιν λαχείου εἰσιτηρίων, τὰ ὁποῖα ἐπώλει πρὸς δύο δραχμὰς ἕκαστον, τὰ ὁποῖα ὅμως ὑπετίμησεν εἰς δραχμὴν μίαν, καὶ εἶτα εἰς 50 λεπτὰ, καὶ εἰσέπραττε χρήματα, ὅπερ τιμωρεῖται ἀπὸ τὴν ποινικὴν νομοθεσίαν. Ἐπεθύμουν νὰ ἀκούσω, ἂν γνωρίζει τίποτε ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, νὰ δώσῃ δὲ ὁποίας ἐγκρίνει διασαφήσεις εἰς τὴν Βουλήν.
§55Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Γνωρίζω μόνον, ὅτι πρό τινων ἡμερῶν ἀνεφέρθη ὁ πρῶτος Σύλλογος εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, καὶ παρέστησε τὸ ἄτοπον, περὶ τοῦ ὁποίου ὁμιλεῖτε. Καὶ περὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης διέταξα ἀνακρίσεις ἐν τῷ Ὑπουργείῳ, πῶς ταῦτα συνέβησαν, πῶς ἐνέκρινα τὸ δεύτερον Διάταγμα χωρὶς νὰ γνωρίζω τὸ πρῶτον. Ἐννοεῖται, ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου πταίει.
§56Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Περὶ τοῦ ἐργοστασίου Καλαμῶν, περὶ οὗ ὡμίλησεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος συνάδελφος, ἔχω καὶ ἐγὼ τηλεγράφημα καὶ ἐπιστολὴν τοῦ ἐργοστασιάρχου, ὁ ὁποῖος μοὶ γνωρίζει, ὅτι πρὸ ἑξαετίας ἵδρυσε τὸ ἐν λόγῳ ἐλαιουργεῖον καὶ σαπωνοποιεῖον ἔξωθι τῆς πόλεως Καλαμῶν, ὅπου εἰσέτι δὲν εἶχεν ἐπεκταθῆ ἡ πόλις, ἀλλ’ ὑπῆρχον ἐκεῖ μόνον ὀλίγα παραπήγματα, χρησιμεύοντα ὡς βυρσοδεψεῖα, μετὰ ἄδειαν χορηγηθεῖσαν αὐτῷ παρὰ τε τοῦ νομομηχανικοῦ καὶ τῆς διοικητικῆς ἀρχῆς καθ’ ὅλους τοὺς κανόνας, τοὺς ἐπιβαλλομένους παρὰ τῶν νόμων τοῦ Κράτους. Ἐπὶ 6 ἤδη ἔτη λειτουργεῖ τὸ ἐργοστάσιον τοῦτο, καὶ οὐδέποτε οὐδὲν ἠγέρθη παράπονον κατὰ τῆς λειτουργίας αὐτοῦ. Ἀπό τινος ὅμως χρόνου, ἐπειδή τινες ἐγένοντο κύριοι μέρους τῶν πέριξ γαιῶν, ἢ μᾶλλον, καθ’ ἃς ἔχω πληροφορίας, κατέλαβον τὰς γαίας ταύτας, θέλουσι νὰ ἐξαναγκάσωσι τὸν ἐργοστασιάρχην νὰ ἐξαγοράσῃ αὐτὰς, καθόσον μάλιστα εἶναι ξένος ἐν τῷ τόπῳ ἐκείνῳ, καταγόμενος ἐκ Λακεδαίμονος, καὶ πρὸς τοῦτο ἐσκέφθησαν νὰ ἀναφέρωσιν εἰς τὴν ἁρμοδίαν διοικητικὴν ἀρχὴν, ὅτι τὰ ἐκ τοῦ ἐργοστασίου ἐξερχόμενα ὕδατα εἶναι ἐπιβλαβῆ εἰς τὴν ὑγείαν τῶν περιοίκων, καὶ οὕτως ἐπιδιώξωσι τὸ κλείσιμον αὐτοῦ. Τὸ ζήτημα τοῦτο ἠγέρθη καὶ πρὸ μηνῶν, καὶ ἡ διοικητικὴ ἀρχὴ διώρισεν ἐπιτροπὴν, ἡ ὁποία ἐξήτασε τὰ πράγματα, καὶ ἀπεφάνθη, ὅτι οὐδεμία βλάβη ἐπέρχεται εἰς τὴν ὑγείαν τῶν περιοίκων ἐκ τοῦ ἐργοστασίου ἐκείνου· ἐν τούτοις ἐπέβαλεν εἰς τὸν ἐργοστασιάρχην νὰ κατασκευάσῃ ὑπόνομον, διὰ τῆς ὁποίας τὰ ἀκάθαρτα ὕδατα νὰ ἐξέρχωνται πρὸς τὴν θάλασσαν, καὶ πρὸς τὴν ἀπόφασιν ταύτην τῆς ἐπιτροπῆς συμμορφωθεὶς ὁ ἐργοστασιάρχης κατεσκεύασε τὴν ὑπόνομον. Ἤδη, μετὰ πάροδον μηνῶν, ὑπεκινήθη τὸ αὐτὸ ζήτημα ὑπὸ τῶν θελόντων, ὡς προεῖπον, νὰ ἐκβιάσωσι τὸν ἐργοστασιάρχην νὰ ἀγοράσῃ τὰς πέριξ γαίας αὐτῶν. Περὶ τούτων, νομίζω, καὶ ὁ Ἐμπορικὸς Σύλλογος Καλαμῶν ἀπηύθυνε τηλεγράφημα πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅπως μὴ εἰσακούσῃ τὰ παρὰ τῶν ἐχόντων συμφέροντα ὑλικὰ κατὰ τοῦ ἐργοστασιάρχου ἀναφερόμενα. Συνιστῶ λοιπὸν καὶ ἐγὼ νὰ λάβῃ τὰ τηλεγραφήματα ταῦτα ὑπ’ ὄψιν ὁ κ. Ὑπουργὸς καὶ μὴ δώσῃ καμμίαν προσοχὴν εἰς τὰ τηλεγραφούμενα παρὰ τῶν ἐνδιαφερομένων ἐναντίον τοῦ ἐργοστασιάρχου. Ἄλλως ἂς διορίσῃ καὶ αὐτὸς ἁρμοδίαν ἐπιτροπὴν, ἵνα ἐξετάσῃ τὴν ὑπόθεσιν ταύτην, καὶ θέλει πεισθῆ, ὅτι ὁ ἐργοστασιάρχης εὑρίσκεται ἐν πληρεστάτῳ δικαίῳ.
§57ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Βελλιανίτης ἔχει τὸν λόγον.
§58Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Προτοῦ συνεχίσω τὴν διακοπεῖσαν ἀγόρευσίν μου ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῶν μεταναστῶν, καταθέτω τηλεγράφημα, ὅπερ ἔλαβον ἐκ Μελιγαλᾶ παρ’ αἰδεσιμωτάτου ἱερέως, ὅστις παραπονεῖται, ὅτι δὲν ἐτηρήθη τὸ σχετικὸν Βασιλικὸν Διάταγμα περὶ ἐνοριῶν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν θὰ δώσῃ ἀπάντησιν, ἐλπίζω, εἰς τὴν ἐρώτησιν τοῦ ἱερέως.
§59Α. ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν). Μάλιστα.
§60Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Χθές, ὅτε διεκόπη ἡ συνεδρίασις, εἶχον φθάσει εἰς τὸ συμπέρασμα τῶν παρατηρήσεών μου ἐπὶ τοῦ θέματος τῶν μεταναστεύσεων πολυπληθῶν κατοίκων ἐπαρχιῶν τινων τῆς Πελοποννήσου. Ἀνέφερα πληροφορίας ἐκ τῆς ἐκθέσεως τοῦ Γενικοῦ Προξένου τῆς Ἑλλάδος ἐν Νέᾳ Ὑόρκῃ περὶ τῆς καθ’ ἑκάστην αὐξανομένης τάσεως πρὸς μετανάστευσιν ἐν Ἀμερικῇ ἐξ ὡρισμένων ἐπαρχιῶν τῆς Ἑλλάδος, καὶ παρετήρησα, ὅτι ἀπὸ τοῦ 1885, ὅτε οἱ ἀπελθόντες ἀνήρχοντο εἰς 172 μόνον ἄτομα, μέχρι τοῦ 1900, ὅτε ἀπῆλθον εἰς Ἀμερικὴν 2420, ὁ ἀριθμὸς τῶν μεταναστῶν ηὔξησεν, ἰδίως μετὰ τὸν τελευταῖον πόλεμον, διότι, ἐνῷ μέχρι τοῦ 1897 ἔχομεν κατ’ ἀνώτατον ὅριον 571 μετανάστας, τὸ 1898 ἔχομεν 2339, τὸ 1899 ἔχομεν 2433, τὸ 1900 ἔχομεν 3371, καὶ τὸ 1901 καὶ 1902 θὰ ὑπερβῶσι κατὰ πολὺ τοὺς ἀριθμοὺς τούτους. Ἐκ τῶν στατιστικῶν τούτων πληροφοριῶν, καὶ ἐξ ἐκείνων, ἃς συνέλεξαν οἱ νομάρχαι συνεπείᾳ τῶν ἐκθέσεων τῶν δημάρχων, καταφαίνεται, ὅτι ἐφέτος τοιαύτη τάσις πρὸς ἐκπατρισμὸν ὑπάρχει, ὥστε δὲν εἶναι διόλου ἀπίθανον νὰ ὑπερβῶσιν οἱ μετανάσται τοὺς 5000 ἄνδρας, διότι γυναῖκες ἐλάχισται ἀπέρχονται, καθόσον παρατηρῶ, ὅτι μεταξὺ τοῦ ὁλικοῦ ἀριθμοῦ τῶν 20,052 μεταναστῶν μόνον 70 γυναῖκες σημειοῦνται. Ἐὰν ἐξακολουθήσῃ ἡ τάσις αὕτη αὐξανομένη, καθ’ ὃν λόγον αὐξάνεται κατὰ τὴν τελευταίαν δεκαετίαν, θὰ προσεγγίσωμεν τὰς χώρας ἐκείνας, ἐν αἷς αἱ μεταναστεύσεις ἔχουσι καταστῆ κοινωνικὴ πληγή. Προσεγγίζομεν ἤδη τὴν Γαλλίαν, διότι ἐκεῖ ἐλήφθησαν μέτρα πρὸς περιορισμὸν τῆς τάσεως τῶν μεταναστεύσεων, οὕτω δὲ κατὰ τὸ 1901 σημειοῦνται μόνον ἕξ χιλιάδες μεταναστῶν, ἤτοι μετριάζεται ἡ ὁρμὴ τοῦ μεταναστευτικοῦ ῥεύματος, ἐνῷ εἰς ἡμᾶς αὐξάνει κατὰ τρόπον ἐπικίνδυνον. Εἶπον, Κύριοι, ὅτι δὲν πρέπει νὰ συγχέωμεν τὸ ζήτημα τῶν ἀποδημιῶν, αἵτινες σποραδικῶς ἐγίνοντο ἄλλοτε, ἀπερχομένων ἐντεῦθεν Ἑλλήνων εἰς τὴν Ῥωσσίαν, Βλαχίαν, Τουρκίαν καὶ Αἴγυπτον, οἵτινες, ἀφοῦ ἐγκαθίσταντο ἐκεῖ προσωρινῶς καὶ ἐπλούτουν, ἐπανήρχοντο εἰς τὴν Ἑλλάδα, πολλάκις δὲ ἐπεσκέπτοντο αὐτὴν κατὰ τὸ διάστημα τῆς ἀποδημίας των. Αἱ ἀποδημίαι ἐκεῖναι ἦσαν σποραδικαὶ καὶ πρὸς ἐμπορικὰς ἐπιχειρήσεις, ἢ πρὸς εὕρεσιν θέσεως εἰς ἑλληνικὰ ἐμπορικὰ γραφεῖα, διότι οἱ ἀπερχόμενοι ἐντεῦθεν εὕρισκον συνδρομὴν καὶ περίθαλψιν παρὰ τῶν ἐν ταῖς χώραις ἐκείναις ἐγκατεστημένων πλουσίων ὁμογενῶν, ἐνῷ αἱ μεταναστεύσεις σήμερον γίνονται πρὸς τελείαν καὶ ὁριστικὴν ἐγκατάλειψιν τῆς πατρίδος καὶ ἐγκατάστασιν εἰς τὴν Ἀμερικὴν, ὅπου ὁ Ἑλληνισμὸς ἀπόλλυται. Οἱ ἀπερχόμενοι ἐντεῦθεν, καὶ ὡς ἐκ τῆς ποιότητος καὶ τῆς διανοητικῆς ἀναπτύξεως αὐτῶν, καὶ ὡς ἐκ τοῦ ἐπαγγέλματός των, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀνθέξωσιν εἰς τὴν πίεσιν τῆς ἀφομοιώσεως, ὅπου ἄλλοι μεγαλειτέρας ἀντοχῆς μετανάσται ἀπόλλυνται. Σπουδαῖον εἶναι τὸ κακὸν τὸ γινόμενον εἰς τὴν Ἑλλάδα, ἔνθα ἡ ἀθρόα εἰς Ἀμερικὴν μετανάστευσις ἐπιφέρει σημαντικωτάτην οἰκονομικὴν ζημίαν, ἀλλὰ πολὺ σπουδαιότερον εἶναι τὸ ἐκ τῆς μιμήσεως κακόν, διότι μετεδόθη ἀπὸ τῶν χωρίων εἰς τὰς πόλεις, καὶ ἀπὸ τῶν ἐπαρχιῶν τῆς νοτίου Ἑλλάδος εἰς τὰς βορείους αὐτῆς· διότι βλέπετε, ὅτι ἤρξατο ἀπὸ τῆς Λακεδαίμονος καὶ τῆς Ἐπιδαύρου Λιμηρᾶς, ἐκεῖθεν δὲ προεχώρησε τὸ μόλυσμα πρὸς τὰ Καλάβρυτα, τὴν Γορτυνίαν καὶ τὴν Ἠλείαν, καὶ τέλος θὰ εὑρεθῶμεν πρὸ ἀπροσδοκήτου καὶ τεραστίου ἀριθμοῦ μεταναστῶν καὶ ἐξ ἄλλων ἐπαρχιῶν, γονίμων καὶ ὀλιγώτερον προσφόρων πρὸς εὐζωίαν.
§61Κ. Ν. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Φεύγουν καὶ ἀπὸ τὴν Θεσσαλίαν.
§62Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ἀπορῶ, πῶς δὲν ἔφευγον πρότερον ἐκ Θεσσαλίας μὲ αὐτὴν τὴν κατάστασιν τῆς δουλοπαροικίας ἐν Θεσσαλίᾳ. Ὁ νομάρχης Ἀρκαδίας ἔπεμψεν ἀξίαν λόγου μελέτην, ἀλλὰ δὲν συνώδευσεν αὐτὴν διὰ τῶν ἐκθέσεων τῶν δημάρχων· ὁ νομάρχης ὅμως Λακωνίας ἐφρόντισε ν’ ἀποστείλῃ καὶ τὰς ἐκθέσεις τῶν δημάρχων, δι’ ὧν δίδονται ποικίλαι πληροφορίαι, ἰδίᾳ ὅσον ἀφορᾷ τὰς ἀφορμὰς τῶν ἐξ Ἑλλάδος μεταναστεύσεων. Οὕτως ὁ δήμαρχος Σπάρτης λέγει σὺν τοῖς ἄλλοις... (ἀναγινώσκει). Ἄλλος δήμαρχος, ὁ τῆς Πελλάνης...
§63ΧΑΡ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ἑνὸς δημάρχου ὑπάρχει ἔκθεσις.
§64Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ὄχι. Ὑπάρχουσι πολλῶν. Ὁ δήμαρχος Ἀσωποῦ, λέγει... (ἀναγινώσκει).
§65Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Ἐγὼ σᾶς λέγω, ὅτι μεγαλειτέρα εὐφορία τῆς ὑπαρχούσης ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ ἐκείνῃ δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον γνωρίζω, εἶναι, ὅτι ἐφέτος ἔφυγαν οἱ ὀλιγώτεροι. Πάντες ὅμως οἱ ἀποδημοῦντες εἰς τὴν Ἀμερικὴν ἔχουν ἐκεῖ ἀδελφοὺς ἢ ἄλλους συγγενεῖς, οἱ ὁποῖοι τοὺς παρακινοῦσιν ἐκεῖθεν πρὸς μετανάστευσιν.
§66Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Τὸ ἔγγραφον ὅμως αὐτὸ τοῦ δημάρχου Ἀσωποῦ χρονολογεῖται ἀπὸ τῆς 24 Ἰουλίου 1900. Ὁ δήμαρχος Ἕλους λέγει, ὅτι «ἡ κυριωτέρα ἀφορμὴ εἶναι ἡ οἰκονομικὴ καχεξία» κλπ. Πάντες λοιπὸν περίπου οἱ δήμαρχοι λέγουν, ὅτι ἡ οἰκονομικὴ καχεξία, ἡ μαστίζουσα τὸν τόπον, εἶναι ἡ ἀφορμὴ τῶν μεταναστεύσεων· πολλοὶ ὅμως ἀναφέρουσιν, ὅτι καὶ ἡ βαρεῖα φορολογία προκαλεῖ τὴν μετανάστευσιν. Δὲν θὰ ὑπάρξῃ τις ὁ ἀμφισβητῶν, ὅτι τὸ τυχοδιωκτικὸν πνεῦμα, ὅπερ χαρακτηρίζει λαούς τινας, ἰδίᾳ τοὺς Γερμανοὺς καὶ τοὺς Ἰταλοὺς, δὲν εἶναι ἡ ἀφορμὴ τῶν μεταναστεύσεων, ἀλλ’ ὅτι ἡ κυρία αἰτία εἶναι ἡ οἰκονομικὴ καχεξία, ἡ μαστίζουσα τὰς κοινωνίας ἐκείνας. Εὐτυχῶς εἰσέτι δὲν εἰσέδυσε τὸ τυχοδιωκτικὸν πνεῦμα παρ’ ἡμῖν· αἱ ἀφορμαὶ εἶναι θεραπεύσιμοι, καὶ δύναται νὰ περιορισθῇ τὸ κακόν. Εἶναι ἀληθὲς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶπε καὶ ὁ κύριο. Πετροπουλάκης, ὅτι εἰς Ἀμερικὴν μεταναστεύοντες Ἕλληνες παρακινοῦσι τοὺς ἐνταῦθα πρὸς μετανάστευσιν, παριστῶντες τὸν ἐκεῖ βίον ἀνετώτερον καὶ εὐχερεστέραν τὴν ἀπόκτησιν τῶν πρὸς τὸ ζῇν. Ἀλλ’ ἐν Ἀμερικῇ οἱ Ἕλληνες εὑρίσκουσιν ὅ,τι πράγματι φαντάζονται; Ἡ ἔκθεσις τοῦ ἐν Ἀμερικῇ Γεν. Προξένου οἰκτρὰν περιγράφει τὴν κατάστασιν τῶν μεταβαινόντων ἐκεῖσε. Ἀντιθέτως πρὸς τὰς πληροφορίας, ἃς λαμβάνουσιν οἱ συμπολῖται ἡμῶν ἐκ τῶν συγγενῶν αὐτῶν, ἀντιθέτως πρὸς τὰς πληροφορίας τὰς ἀπὸ στόματος εἰς στόμα μεταδιδομένας καὶ τὰς σκιαζούσας τὸν νοῦν τῶν ἀπερχομένων ἁπλοϊκῶν γεωργῶν, ὁ Γενικὸς Πρόξενος τῆς Ἑλλάδος ἐν Νέᾳ Ὑόρκῃ περιγράφει ἀθλίαν τὴν κατάστασιν τῶν μεταβαινόντων ἐκεῖ...
§67Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Θαυμάζει, ’ποῦ δὲν τοὺς βλέπει εἰς τὰ ξενοδοχεῖα νὰ καλοτρῶνε καὶ νὰ καλοπίνουν! Αὐτοὶ μεταβαίνουν ἐκεῖ νὰ κάμουν χρήματα, καὶ φυσικῶς στενοχωροῦνται διὰ νὰ τὰ πολλαπλασιάσουν.
§68Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ἰδοὺ τί λέγει ἡ ἔκθεσις τοῦ Γενικοῦ Προξένου (ἀναγινώσκει): «... Οἱ ἄνθρωποι οὗτοι, ἐκτεθειμένοι εἰς ὅλας τῆς ἀτμοσφαίρας τὰς μεταβολὰς, ὑποφέροντες καὶ ἐκ τοῦ ψύχους καὶ ἐκ τῆς ὑγρασίας, ἐνδιαιτώμενοι πλεῖστοι ἐξ αὐτῶν, χάριν οἰκονομίας, εἰς ὑπόγεια, ἢ εἰς κάθυγρα δωμάτια, ἐξασθενίζουσι βαθμηδὸν τὰς σωματικὰς αὐτῶν δυνάμεις, ἀποκτῶσι ῥευματισμοὺς καὶ ὁμοίας φύσεως ἀσθενείας, καὶ ἐπὶ τέλους πολλοὶ ἐξ αὐτῶν καθίστανται φθισικοί...» Εἰς τοιαύτην λοιπὸν κατάστασιν εὑρίσκονται οἱ ἄνθρωποι αὐτοί! Διαμένοντες ἐντὸς ὑγρῶν ὑπογείων, προσβάλλονται ἐκ διαφόρων νόσων, καὶ ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ πάσχουν ἀπὸ ῥευματισμούς, ἢ ἐκ φθίσεως, προερχομένης ἐκ τῆς κακῆς διαίτης καὶ τῆς ἀθλίας τροφῆς, συνηθέστατα δὲ καὶ ἐξ ἄλλων μεταδοτικῶν νοσημάτων· πάντες δὲ οἱ ἐπιστρέφοντες εἰς τὴν Ἑλλάδα, ἢ τὸ πλεῖστον ἐξ αὐτῶν, εἶναι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἔρχονται ὑπὸ τὴν θαλπωρὴν τοῦ ἡλίου τοῦ Ἑλληνικοῦ, ἵνα ἐπανεύρωσι πάλιν τὴν ὑγείαν, τὴν ὁποίαν ἀπώλεσαν ἐν ταῖς χώραις ἐκείναις.
§69Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Τὸ ἀληθὲς εἶναι, ὅτι ἐν ταῖς ἐπαρχίαις Ἐπιδαύρου Λιμηρᾶς καὶ Λακεδαίμονος πρὸ τῶν μεταναστεύσεων αὐτῶν ὁ τόκος ἦτο 24%, ἦσαν δὲ ἐκεῖ τοκογλύφοι, οἱ ὁποῖοι κυριολεκτικῶς ἐπέθαιναν τὸν κόσμον! Ἤδη ὅμως οἱ ἄνθρωποι συνέλεξαν τὰ χρήματα, τὰ ὁποῖα ὤφειλαν, καὶ ἐπλήρωσαν τὰ χρέη των, ἠλευθερώθησαν, καὶ τώρα ὁ τόκος εἶναι 5 ἢ 6%, καὶ δὲν εὑρίσκουν οἱ γυναῖκες τῶν μεταναστῶν νὰ τοκίσουν. Αὐτὸ εἶναι τὸ ἀληθές. Τί λέγει ὁ κ. Γενικὸς Πρόξενος, δὲν ἐξετάζω. Μόνον ὑπὸ ἔποψιν στρατιωτικὴν καὶ ἐκπαιδευτικὴν ἐννοῶ ἐγὼ τὴν ζημίαν. Ἐπελήφθητε ἑνὸς ζητήματος, τὸ ὁποῖον ἡμεῖς, ὡς γείτονες εἰς τὰς ἐπαρχίας αὐτὰς, γνωρίζομεν κάλλιον ὑμῶν. Δικαίωμά σας εἶναι βεβαίως νὰ τὸ κρατήσητε ἕως τὸ πρωΐ, διότι αὐτὸς εἶναι ὁ σκοπός σας... (θόρυβος).
§70ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡσυχάσατε, Κύριοι. Δὲν ἐπιτρέπω διακοπάς!
§71Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Τὸ πρᾶγμα εἶναι ὅπως σᾶς εἶπον. Νὰ ἔλθωμεν λοιπὸν εἰς τὸ συμπέρασμα· τί φρονεῖτε, ὅτι πρέπει νὰ γείνῃ;
§72ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε, Κύριοι!
§73Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ἤδη βλέπω, ὅτι χωριζόμεθα εἰς δύο. Εἶναι συνάδελφοι, οἱ ὁποῖοι εὑρίσκουσιν ὠφελίμους τὰς μεταναστεύσεις τῶν ἐργατικῶν ἐκείνων πληθυσμῶν.
§74Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Νὰ μᾶς εἴπητε περὶ τῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ ληφθῶσι.
§75ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Τί κατάστασις εἶναι αὐτὴ, κύριε Πρόεδρε! (θόρυβος).
§76ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡσυχάσετε, Κύριοι· μὴ διακόπτετε!
§77Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Θὰ ἔλθω εἰς τὰ μέτρα, ἀφοῦ ἐξετάσω προηγουμένως τὰς αἰτίας, ἵνα, γνωρίζοντες τὰς αἰτίας, προβῶμεν ἀσφαλέστερον εἰς τὴν ἐπιδίωξιν τῶν καταλλήλων μέτρων. Λοιπὸν ἐξ ὅλων τῶν ἐκθέσεων, τὰς ὁποίας ἔχω ἐνταῦθα, παρατηρῶ τὸ ἀκόλουθον· ὅτι ἡ οἰκονομικὴ καχεξία, ἡ ὁποία μαστίζει τοὺς τόπους ἐκείνους, εἶναι ἡ ἀφορμὴ, ἕνεκα τῆς ὁποίας οἱ ἄνθρωποι οὗτοι ἀπέρχονται εἰς Ἀμερικὴν, ζητοῦντες ἐκεῖ καλλιτέραν τύχην· οὐδεμία ὑπάρχει ἀμφιβολία, ὅτι ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος ἔχει γεννηθῆ εἰς μίαν χώραν, καὶ ζητεῖ νὰ ἀποδημήσῃ, ἵνα ἐκτεθῇ εἰς ἄγνωστον μέλλον, πράττει τοῦτο ἕνεκα μεγάλης ἀνάγκης. Αὐτὸ εἶναι ἀναντίρρητον, καὶ πάντες οἱ συγγράψαντες περὶ μεταναστεύσεων, μελετήσαντες δ’ ἐκ τοῦ πλησίον τὰ πράγματα, αὐτὸ λέγουσιν· ὥστε μόνον ἡ οἰκονομικὴ καχεξία μιᾶς χώρας δύναται νὰ προκαλέσῃ τὰς μεταναστεύσεις.
§78Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Ἐὰν δὲν ἐγίνοντο αὐταὶ αἱ μεταναστεύσεις, θὰ ὑπῆρχον τὰ καλύβια τῆς Πλάκας ἀκόμη, καὶ κανὲν μέγαρον δὲν θὰ ὑπῆρχε.
§79Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ἴσως νὰ ἦναι ἀκριβὲς τοῦτο. Τὰ παράπονα ἐν τούτοις εἶναι τὰ ἀκόλουθα. Οἱ δήμαρχοι λέγουν, ὅτι, ἐὰν ἡ κατάστασις τῆς ἡμετέρας χώρας ἦτο οἰκονομικῶς καλὴ, δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία, ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἴδωμεν τὸ κοινωνικὸν αὐτὸ φαινόμενον τῶν ἀθρόων μεταναστεύσεων, διότι αἱ μεταναστεύσεις αὗται ἤθελον ἐλαττωθῆ, ἐν ᾗ περιπτώσει ἄλλη ἦτο καὶ ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις καὶ ἡ διοίκησις παρ’ ἡμῖν, τοσαύτῳ μᾶλλον, καθόσον ἡ εὐημερία δὲν ἀναμένει τοὺς μετανάστας εἰς τὴν Ἀμερικήν. Ἐὰν ἡ κατάστασις τῆς χώρας δὲν παρουσίαζε τὴν οἰκτρὰν αὐτὴν εἰκόνα, τὴν ὁποίαν βλέπομεν ἐκτιθεμένην ἑκάστοτε ἐντεῦθεν, καὶ ἡ ὁποία δὲν εἶναι προϊὸν σημερινὸν, ἀλλὰ πολλῶν ἐνιαυτῶν ἀριθμεῖ βίον· ἐὰν εἴχομεν διοίκησιν πατρικὴν, καὶ ἀνεπηρέαστον δικαιοσύνην· ἐὰν, ἀντὶ τῶν ἀστυνομικῶν ὀργίων, τὰ ὁποῖα ἀκούομεν καθ’ ἑκάστην, εἴχομεν ἀστυνομίαν μεριμνῶσαν περὶ τῆς δημοσίας ἀσφαλείας· ἐὰν, ἀντὶ βαρείας φορολογίας, ἄλλη ἐπεβάλλετο φορολογία καὶ ἄλλως ἐφορολογεῖτο ὁ λαὸς, — διότι εἶναι ἀναντίρρητον, ὅτι ὄχι μόνον φορολογεῖται βαρέως, ἀλλὰ καὶ ὁ τρόπος, καθ’ ὃν φορολογεῖται, καθιστᾷ τὸν φόρον ἀκόμη ἐπαχθέστερον, — τὸ φαινόμενον τοῦτο θὰ ἦτο ἀνάξιον λόγου. Χθὲς, ὅτε ἤρξατο λέγων ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Λακεδαίμονος, ὅτι οἱ ἀπερχόμενοι ἔλεγον: «τί θέλετε νὰ κάμωμεν εἰς τὸν τόπον αὐτὸν, ὅπου οὐδεμίαν εὑρίσκομεν προστασίαν;», ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἐπιδαύρου Λιμηρᾶς, ἐγερθεὶς ὀργίλως, εἶπεν, ὅτι τοιοῦτοι Ἕλληνες, οἱ ὁποῖοι τοιαῦτα λέγουσι, καλλίτερον εἶναι νὰ φύγωσιν ἐξ Ἑλλάδος, καὶ νὰ μὴ πατήσωσι ποτὲ τὸ πόδι των ἐνταῦθα.
§80Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Ἐπιτρέπετε;
§81ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὄχι· δὲν ἐπιτρέπονται διακοπαί.
§82Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Θὰ μὲ ἀναγκάσητε νὰ λάβω τὸν λόγον κατόπιν.
§83ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δικαίωμά σας.
§84Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ὅσον, Κύριοι, καὶ ἂν θέλωμεν ὑπὸ τὸ πρῆσμα τοῦ πατριωτισμοῦ καὶ τῆς φιλοπατρίας νὰ συζητῶμεν τὰ ζητήματα ταῦτα, ἀναντίρρητον εἶναι, ὅτι μεγάλη εἶναι ἡ ἀνάγκη τῆς παγιώσεως ὑποφερτοῦ βίου, καὶ ὅτι ὁ πολίτης ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος εὑρίσκεται εἰς τὴν ἀνάγκην τοιαύτας νὰ ἐκφράσῃ λέξεις, θὰ ᾐσθάνθη βαθέως ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐκφράζει, καὶ τὰ ῥίπτει ὡς παράπονον καθ’ ἣν στιγμὴν ἀποχωρίζεται παντὸς ὅπερ ἔχει προσφιλὲς εἰς τὸν κόσμον· καὶ ἐγὼ πιστεύω, ὅτι πραγματικῶς βαθύτατα ᾐσθάνθη τὴν ὀδύνην, καθ’ ἣν στιγμὴν ἔλεγε: «τί θέλετε νὰ κάμω εἰς αὐτὸν τὸν τόπον, εἰς τὸν ὁποῖον διοίκησιν δὲν ἔχω, φορολογοῦμαι ἀπηνῶς καὶ καταδιώκομαι ὑπὸ τῶν ἀστυνομικῶν ὀργάνων; Δὲν ἔχω ἀσφάλειαν, καὶ δὲν δύναμαι νὰ ζήσω· μεταβαίνω λοιπὸν εἰς ἄλλας χώρας, καὶ ῥίπτομαι εἰς ἀβέβαιον μέλλον, ἀλλὰ τέλος ἐκεῖ ἐλπίζω, ὅτι θὰ εὕρω ἀνθρωπίνην διοίκησιν, ἣν δὲν μοὶ παρέχει ἡ πατρίς μου!» Ὅσον καὶ ἂν θέλωμεν ὑπὸ τὸ πρῆσμα τῆς φιλοπατρίας νὰ ἐξετάσωμεν τὰ ζητήματα ταῦτα, ὁ ἄνθρωπος ἔχει ἀνάγκην νὰ ζήσῃ, καὶ θέλει νὰ ζήσῃ. Λοιπὸν, διὰ νὰ ζήσῃ, πρέπει ἡ Πολιτεία νὰ τῷ δίδῃ τὴν ἄνεσιν, νὰ τὸν ἐνισχύῃ εἰς τὴν ἐργασίαν του, καὶ τὴν παραγωγήν του, νὰ τοῦ διαφυλάττῃ τὴν ζωὴν καὶ τὴν περιουσίαν, καὶ νὰ μὴ τὸν ἀφίνῃ ἕρμαιον τῶν κακοποιῶν στοιχείων. Ὅτε χθὲς ὡμίλει ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Λακεδαίμονος, εἶπεν ὁ κ. Γ. Ρώμας, ὅτι οἱ Ἕλληνες ἐλαχίστην ὑφίστανται φορολογίαν, καὶ ὅτι δὲν πρέπει νὰ θίγωμεν τὸ ζήτημα τοῦτο ποτὲ, διότι ἡ Ἑλλὰς εἶναι ἴσως ἡ χώρα ἡ ἐλάχιστα φορολογουμένη ἐν Εὐρώπῃ. Ἐὰν ἀνατρέξῃ τις εἰς τοὺς Προϋπολογισμοὺς Κρατῶν ἐχόντων τὸν αὐτὸν πληθυσμὸν μὲ ἡμᾶς καὶ τὴν αὐτὴν ἔκτασιν, θὰ ἴδῃ, ὅτι οἱ Προϋπολογισμοὶ ἐκεῖνοι εἶναι πολὺ ἀσυγκρίτως ἐλαφρότεροι ἀφ’ ὅ,τι εἶναι ὁ ἡμέτερος Προϋπολογισμός. Ἔχω ἐνταῦθα σημείωσιν τῶν Προϋπολογισμῶν τῆς Ἑλβετίας, τῆς Δανιμαρκίας, τῆς Νορβηγίας, τῆς Πορτογαλίας καὶ ἄλλων χωρῶν, αἱ ὁποῖαι εἶναι πολὺ μεγαλείτεραι ἀπὸ ἡμᾶς, καὶ βλέπει τις ἐν αὐτῇ, ὅτι πολὺ περισσότερον φορολογεῖται ὁ Ἕλλην ἀφ’ ὅ,τι φορολογεῖται ὁ Ἑλβετικὸς λαὸς, ὡς καὶ οἱ ἄλλοι, οὓς ἀνέφερα. Ἡ Δανιμαρκία ἔχει Προϋπολογισμὸν 64,000,000 κορωνῶν, — κορώνα ἀναλογεῖ πρὸς φρ. χρυσᾶ 1.30, — καὶ ἔχει περίπου ὄχι βεβαίως τὴν αὐτὴν ἔκτασιν, ὅσην ἡμεῖς, ἀλλ’ ἔχει καταπληκτικὴν κίνησιν ἐμπορίου, διότι ἐκεῖ παρουσιάζεται κίνησις ἐξαγωγικοῦ ἐμπορίου 218 ἑκατομμυρίων κορωνῶν, ἐνῷ ἡ ἰδική μας εἶναι 64,286,000 δραχμῶν. Τοιαῦται εἶναι αἱ διαφοραί. Βλέπετε λοιπὸν, ὅτι ἡ διαφορὰ τῆς φορολογίας σχεδὸν εἶναι διπλασία παρ’ ἡμῖν ἀφ’ ὅ,τι εἶναι εἰς τὴν Δανιμαρκίαν, τὴν Σουηδίαν καὶ τὴν Ἑλβετίαν. Δὲν φορολογεῖται λοιπὸν ἐλαφρότερον παντὸς Εὐρωπαίου ὁ Ἕλλην. Διὰ τοῦτο φρονῶ, ὅτι, ἐνῷ ἔχομεν τρομερὰ φουσκωμένον τὸν Προϋπολογισμόν μας, ἐνῷ ἐπιβάλλομεν μεγάλην φορολογίαν καὶ δαπανῶμεν ἐφ’ ἃ μὴ δεῖ, θὰ ἠδυνάμεθα ἴσως, ἐνισχύοντες τὴν παραγωγὴν καὶ βελτιώνοντες τὴν διοίκησιν ἡμῶν, καὶ ἐργασίαν νὰ δώσωμεν εἰς τοὺς ἀπερχομένους ἐντεῦθεν καὶ ἐκπατριζομένους μετανάστας, ἀλλὰ συγχρόνως, ἀναπτύσσοντες τοὺς πλουτοπαραγωγοὺς πόρους τῆς χώρας, καὶ ἄλλους Ἕλληνας ἔξωθεν νὰ προσελκύσωμεν, καὶ νὰ πυκνώσωμεν τὸν πληθυσμὸν ἡμῶν, ἀντὶ νὰ βλέπωμεν αὐτὸν ἀραιούμενον, καθ’ ὃν τρόπον διαγράφουσιν οἱ δήμαρχοι διὰ τῶν ἐκθέσεων, τὰς ὁποίας ἐνταῦθα ἔχω. Αὐτὰ, Κύριοι, εἶχον νὰ παρατηρήσω, καὶ παρακαλῶ τοὺς ἀξιοτίμους συναδέλφους, οἱ ὁποῖοι ἐταράχθησαν, μήπως ἐκ τῶν λόγων μου ἀνασταλῇ τὸ ῥεῦμα τῶν μεταναστεύσεων, νὰ ἡσυχάσωσι· διότι ὑποθέτω, ὅτι, ἐὰν δὲν ληφθῶσι τοιαῦτα μέτρα, θὰ ἐξακολουθήσουν οἱ Ἕλληνες μεταναστεύοντες διὰ τὴν Ἀμερικὴν, διὰ δὲ τὴν Ἑλλάδα χανόμενοι ὁριστικῶς.
§85Π. ΜΑΥΡΟΚΕΦΑΛΟΣ. Θόρυβος μέγας ἐγείρεται κατὰ τῶν μεταναστεύσεων, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι τὰ πράγματα παριστάνονται ἐπὶ τὸ ὑπερβολικώτερον καὶ μὲ χρώματα πολὺ μελανά. Τὸ κατ’ ἐμὲ, δὲν ἔχω τὴν ἰδέαν, ὅτι αἱ μεταναστεύσεις, ἢ μᾶλλον αἱ ἀποδημίαι, συνεπάγονται τόσα κακὰ, ὅσα περιέγραψαν οἱ προλαλήσαντες. Φρονῶ ἀπ’ ἐναντίας, ὅτι πολλάκις εἶναι εὐεργετικαὶ διὰ τὴν χώραν, ὅπως ὑπῆρξαν πάντοτε. Κατὰ τὴν ἀρχαιοτάτην ἐποχὴν ἡ Ἑλλὰς ὤφειλε μέρος τῆς δόξης της εἰς τὸ μεγαλεῖον τῶν ἀποικιῶν, αἵτινες ἱδρύθησαν εἰς τὰς πλείστας ἀκτὰς τῆς Μεσογείου ἐκ τῶν μεταναστεύσεων. Ἡ τάσις δὲ αὕτη πρὸς τὰς ἀποδημίας καὶ τὴν ἐπιδίωξιν τύχης παρατηρεῖται ὅτι εἶναι σχεδὸν συνεχὴς παρὰ τῷ Ἑλληνικῷ λαῷ. Μετὰ τὰς κατακτήσεις τοῦ Μεγάλου Ἀλεξάνδρου, ἀθρόοι οἱ Ἕλληνες ἔτρεχον πρὸς τὴν Μικρὰν Ἀσίαν· τοσαύτη δὲ ἀνεπτύχθη κίνησις, ὥστε βραδύτερον, ὅτε ὁ Πολύβιος περιῆλθε τὴν Ἑλλάδα, ἐξεπλάγη διὰ τὴν ἐρημίαν. Ἀφοῦ λοιπὸν ταῦτα συνέβαινον καὶ κατὰ τοὺς ἀρχαίους χρόνους, διόλου παράδοξον, ἐὰν καὶ ἡμεῖς ἔχομεν τὰς αὐτὰς διαθέσεις. Ἐγὼ, κύριοι Βουλευταὶ, ἀνήκω εἰς ἐπαρχίαν, τῆς ὁποίας οἱ κάτοικοι εἶναι φιλαπόδημοι. Ἔχοντες ἴσως ἀπὸ κληρονομικότητος τὸ πνεῦμα τοῦ μεγάλου τῶν ἡρωϊκῶν χρόνων θαλασσοπόρου, τοῦ πολυμηχάνου Ὀδυσσέως, τρέχουσιν εἰς τὴν ἀλλοδαπὴν πρὸς εὕρεσιν τύχης. Καὶ εἶναι μὲν βέβαιον, ὅτι τινὲς χάνονται, ἀλλὰ καὶ πολλοὶ ἐπιστρέφουσιν ἄριστα μορφωμένοι, ἔχοντες δὲ καὶ τὸ βαλάντιον πλῆρες. Πρὸ μιᾶς ἑβδομάδος ἔφθασαν ἐνταῦθα, προερχόμενοι ἐξ Αὐστραλίας, τέσσαρες συμπατριῶταί μου, νέοι τὴν ἡλικίαν, οἵτινες, μετὰ ὀλίγων ἐτῶν ἀπουσίαν, ἐπέστρεφον λαμπρὰ κατηρτισμένοι, φέροντες δὲ καὶ τὸ οὐκ εὐκαταφρόνητον ποσὸν τῶν ὀκτὼ χιλιάδων λιρῶν στερλινῶν. Οὕτως οἱ ἀγαθοὶ οὗτοι πολῖται, ἐπιστρέφοντες ἐκ τῆς ἀλλοδαπῆς, ὄχι μόνον γίνονται χρήσιμοι εἰς τοὺς συμπολίτας των διὰ τοῦ καλοῦ παραδείγματος τῆς μορφώσεως καὶ τοῦ πλούτου, ἀλλ’ ἐξυπηρετοῦσι γενικώτερον καὶ τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους. Διὰ τοῦ εἰσκομιζομένου χρυσίου των συντελοῦσιν οὐκ ὀλίγον εἰς τὸν μετριασμὸν τῆς τιμῆς τοῦ συναλλάγματος, τὸ ὁποῖον ἄνευ τῶν ἀδήλων τούτων πόρων θὰ ἔφθανεν εἰς τοιοῦτον ὕψος, ὥστε νὰ καθιστᾷ προβληματικὴν τὴν ζωὴν ἡμῶν ἐν τῷ προτύπῳ τούτῳ Βασιλείῳ. Δι’ ὅλα ταῦτα δὲν θεωρῶ ὡς ἔχοντα βάσιν τὰ λεγόμενα μετὰ τόσης δριμύτητος κατὰ τῶν ἀποδημιῶν, τὰς ὁποίας, ἄλλως τε, δὲν ἔχομεν καὶ τὴν δύναμιν νὰ παρεμποδίσωμεν. Διότι πῶς, παρακαλῶ, θὰ ἦναι τοῦτο κατορθωτόν; Ἀφοῦ δὲ ἡμεῖς δὲν ἠμποροῦμεν νὰ ἐμποδίσωμεν ἕνα ῥήτορα, ἀγορεύοντα ἐπὶ ὁλοκλήρους ὥρας, ὅπως μᾶς καταπονῇ, θὰ ἦναι εὔκολον νὰ ἐμποδίσωμεν χιλιάδας Ἑλλήνων νὰ ἀπέρχωνται εἰς τὸ ἐξωτερικὸν πρὸς βελτίωσιν τῆς καταστάσεώς των καὶ ἀπόκτησιν χρημάτων; Βεβαίως ὄχι. Ἀλλὰ λέγει ὁ ἀξιότιμος φίλος μου Βουλευτὴς ἐκ Παξῶν, ὅτι οἱ ἀπερχόμενοι εἰς τὴν ἀλλοδαπὴν δὲν ἄγονται ἀπὸ τὴν ἰδέαν τοῦ πλουτισμοῦ, ἀλλ’ ἀναχωροῦσιν ἐξαναγκαζόμενοι ἀπὸ τὰς καταπιέσεις καὶ τὰ ἄλλα δεινὰ τῆς κακοδιοικήσεως. Ἐγώ, κύριοι Βουλευταί, διαμαρτύρομαι πάσῃ δυνάμει κατὰ τοῦ χαρακτηρισμοῦ, τὸν ὁποῖον ἠθέλησε νὰ δώσῃ ὁ κύριος Βουλευτὴς εἰς τὰς ἀποδημίας, τοὐλάχιστον ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἐπαρχίαν, τὴν ὁποίαν ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ἀντιπροσωπεύω. Οἱ συμπατριῶταί μου ἀναχωροῦσιν εἰς τὴν ἀλλοδαπήν, οὐχὶ διότι ὑφίστανται καταπιέσεις, ἢ ἄλλας στενοχωρίας ἐκ τῆς κακοδιοικήσεως, ἀλλὰ διότι θέλουσι νὰ βελτιώσωσι τὴν θέσιν των καὶ νὰ πορισθῶσι χρήματα διὰ τῆς ἐντίμου αὑτῶν ἐργασίας. Ἐν Ἰθάκῃ δὲν συμβαίνουσι συχνὰ ἀδικήματα, οὐδὲ λαμβάνουσι χώραν καταπιέσεις, ὥστε νὰ ἀναγκάζωσι τοὺς ἀνθρώπους νὰ τρέπωνται εἰς τὴν ἀλλοδαπήν. Οἱ κάτοικοι τῆς μικρᾶς νήσου εἶναι φιλόνομοι, πρᾷοι καὶ εἰρηνικοί· ἐὰν δὲ ἀπέρχωνται εἰς τὸ ἐξωτερικόν, τοῦτο πράττουσιν, οὐχὶ διὰ ν’ ἀποφύγωσι τὰ δεινὰ τῆς κακοδιοικήσεως, ἀλλὰ διότι ἄγονται ἀπὸ τὴν εὐγενῆ ἰδέαν νὰ βελτιώσωσι τὴν θέσιν των, φιλοτίμως ἐργαζόμενοι. Ὅ,τι εἶπον διὰ τοὺς Ἰθακησίους, ἁρμόζει πληρέστατα καὶ εἰς τοὺς γείτονάς των, τοὺς μεγαθύμους Κεφαλλῆνας, οἵτινες, διεσκορπισμένοι πανταχοῦ τῆς γῆς, ὄχι μόνον δὲν λησμονοῦσι τὴν πατρίδα των, ἀλλὰ τοὐναντίον γενναῖοι προσέρχονται ἐπίκουροι εἰς ὅλας τὰς δεινὰς περιστάσεις αὐτῆς. Καὶ ἐπιτρέψατέ μοι, Κύριοι, νὰ σᾶς ἀναφέρω γεγονότα τινὰ, διὰ νὰ πεισθῆτε ἀπὸ ποῖον ἀγαθοποιὸν πνεῦμα ἐλαύνονται οἱ διαμένοντες ἐν τῷ ἐξωτερικῷ, καὶ πόσον βαθέως συγκινοῦνται εἰς τὰς ἀνάγκας τῆς πατρίδος, ὅταν καλῶνται πρὸς τοῦτο. Ἐν ἔτει 1897, κατὰ τὴν ἐποχὴν τοῦ ἄφρονος πολέμου, συνέστη ἐν Κεφαλληνίᾳ ἐπιτροπὴ πρὸς συλλογὴν ἐράνων, τῆς ὁποίας γραμματεὺς ἤμην ἐγώ. Συνελέχθησαν τότε ἀρκετὰ χρήματα ἐν τῷ τόπῳ, ἀπετάθημεν δὲ συγχρόνως καὶ εἰς πλουσίους τινὰς, ζῶντας ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ. Ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, ὅτι οὐδεὶς τούτων ἠρνήθη συνδρομήν· ἀπέστειλαν δὲ τόσον γενναῖα ποσὰ, ὥστε ἐπὶ ὀκτὼ καὶ πλέον μῆνας κατέστη δυνατὸν νὰ συντηρῶνται δι’ ἁδρῶν βοηθημάτων αἱ οἰκογένειαι χιλιάδων ἐπιστράτων. Πρὸ διετίας δὲ πάλιν, ὅτε ὁ περονόσπορος κατέστρεψε τὰ προϊόντα, ὁ δὲ ἀγροτικὸς πληθυσμὸς, καὶ μάλιστα ὁ τῆς Πάλλης, ἔπασχεν, οἱ ἐν τῷ ἐξωτερικῷ μένοντες Κεφαλλῆνες ἀπέστειλαν γενναιοτάτας συνδρομὰς, ἐκ τῶν ὁποίων ἀναφέρω μίαν μόνον, τὴν ἀληθῶς ἡγεμονικὴν, τῆς οἰκογενείας Βαλλιάνου, ἐκ δραχμῶν 250 χιλιάδων. Εὐτυχῶς ἐν Ἰθάκῃ δὲν παρέστη ἀνάγκη ἐν οὐδεμιᾷ περιπτώσει, ἵνα γείνῃ ἐπίκλησις πρὸς τὰ πλούσια τέκνα της, τὰ ὁποῖα δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι, ἐμφορούμενα ἐξ ἐπίσης γενναίων καὶ φιλοπατρίδων αἰσθημάτων, τὴν αὐτὴν θὰ ἐδείκνυον προθυμίαν. Ἀλλ’ ἐὰν οἱ Ἰθακήσιοι δὲν περιέρχωνται εἰς τὴν θέσιν νὰ ἐπικαλῶνται βοηθήματα, ἐὰν ἔχωσιν ἥμερα ἤθη καὶ ἂν κέκτηνται πολιτισμόν, ταῦτα πάντα ὀφείλονται ἀναντιρρήτως κατὰ πρῶτον λόγον εἰς τὰς ἀποδημίας, αἵτινες αὐξάνουσι τοὺς πόρους καὶ συντελοῦσιν εἰς τὴν μόρφωσιν τῶν ἀτόμων. Αἱ ἀποδημίαι στεροῦσι μὲν βεβαίως βραχιόνων τὴν χώραν, ἀφαιροῦσι δὲ καὶ χρῆμα κατ’ ἀρχάς, ἀλλὰ βραδύτερον ἀποδίδουσι πλοῦτον. Καὶ δὲν ἠξεύρω, τί συμβαίνει ἐν ἄλλαις ἐπαρχίαις, ἀλλ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν Ἰθάκην καὶ τὴν Κεφαλληνίαν, δύναμαι νὰ βεβαιώσω, ὅτι αἱ ἀποδημίαι προάγουσιν εἰς εὐπορίαν, ἄνευ δὲ τούτων αἱ δύο νῆσοι δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ διατρέφωσιν οὐδὲ τὸ ἥμισυ τῶν κατοίκων. Τοιαύτας ἔχων γνώμας, στηριζομένας ἐπὶ τῶν πραγμάτων, εὑρίσκω λίαν ὑπερβολικὰ τὰ λεχθέντα παρὰ τῶν προαγορευσάντων ἐναντίον τῶν μεταναστεύσεων, ἢ μᾶλλον τῶν ἀποδημιῶν, διότι προσωρινὸν χαρακτῆρα αἱ πλεῖσται τούτων φέρουσι.
§86Κ. Ν. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἄς γνωρίζωσιν ἡμῖν χάριν, Κύριοι, οἱ ἐν Ἀμερικῇ συμπολῖται ἡμῶν, καὶ οἱ ἤδη μεταναστεύσαντες καὶ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι πρόκειται νὰ μεταναστεύσωσιν, ὅτι κατὰ ταύτην τὴν ὥραν ὁμιλοῦμεν περὶ αὐτῶν. Πρὸ ὀκταετίας, ὅτε ἐβλέπομεν τὸ ῥεῦμα τῆς μεταναστεύσεως ἐξογκούμενον, ἐρωτηθεὶς παρὰ δημοσιογράφου, τί φρονῶ περὶ τῆς μεταναστεύσεως, εἶπον διὰ μακρῶν τὴν γνώμην μου, ἡ ὁποία κατεχωρίσθη εἰς τὴν «Ἀκρόπολιν» τῆς 28 ἢ 29 Μαρτίου 1894. Ἐκεῖ ἐξήγουν τοὺς λόγους, δι’ οὓς γίνονται αἱ μεταναστεύσεις. Τοῦτο ἐξελήφθη ὡς παρακίνησις πρὸς μετανάστευσιν, ὅπερ οὐδόλως ἐσκόπουν νὰ πράξω. Δίδω τὴν ἐξήγησιν ταύτην, διὰ νὰ μὴ ὑπάρχῃ ἡ γνώμη, ὅτι εἶμαι ἀπολύτως ὑπὲρ τῆς μεταναστεύσεως, διότι ὡμίλησα, ὡς ὁμιλῶ πάλιν καὶ νῦν. Οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι, οἱ ὁποῖοι χθὲς καὶ σήμερον ἐπὶ μακρότερον ἠσχολήθησαν εἰς τὸ ζήτημα αὐτό, ἂς μοὶ ἐπιτρέψωσι νὰ τοῖς εἴπω, ὅτι ὀλίγον ἐξετροχιάσθησαν διότι ἐγώ, ἐὰν εἶχον τὴν παρασκευήν, τὴν ὁποίαν οἱ συνάδελφοι εἶχον ἀνελθόντες εἰς τὸ βῆμα, ἤθελον προορίσει τὴν συζήτησίν μου ἐπὶ τοῦ γενικοῦ Προϋπολογισμοῦ, καὶ ὄχι ἐπὶ τῆς μεταναστεύσεως, διότι τὸ ζήτημα τῆς συστάσεως Γεωργικῆς Τραπέζης καὶ τὸ ζήτημα τῆς ἐλαφρύνσεως τῶν βαρῶν τῶν φορολογουμένων αὐτὰ συνδέονται μᾶλλον πρὸς τὴν συζήτησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἢ τῆς πολιτικῆς καταστάσεως ἐν τῇ χώρᾳ. Ὁ δήμαρχος τῆς πρωτευούσης Ἀσωποῦ, τῶν Μολάων, γράφει, ὅτι ἡ πενία ὠθεῖ τοὺς κατοίκους πρὸς μετανάστευσιν. Ἡ πενία δὲν εἶναί τι ἀπόλυτον, εἶναι σχετικόν. Ὁ δῆμος Ἀσωποῦ ἔχει ἐφέτος τόσην εὐπορίαν, ὅσην δὲν ἐνθυμοῦνται οἱ κάτοικοι ἀπὸ καταβολῆς κόσμου. Ὁ φόρος τοῦ ἐλαίου, ὁ ὁποῖος οὐδέποτε ὑπερέβαινε τὰς 40,000 ἢ 50,000 δραχμάς, ὁ φόρος αὐτὸς ἀνῆλθεν εἰς 115,000. Ἡ συκοπαραγωγή, — διότι ὁ Ἀσωπὸς εἶναι ὁ τρίτος συκοπαραγωγὸς τόπος μετὰ τὴν Μεσσήνην καὶ τὰς Καλάμας, — ἡ συκοπαραγωγὴ ὑπερέβη τὸ ἑκατομμύριον ὀκάδων, καὶ ἐπωλήθησαν τὰ σῦκα πρὸς 35 λεπτὰ τὴν ὀκᾶν, καὶ εἰσήχθη χρῆμα πολύ, πάρα πολὺ εἰς τὸν τόπον· καὶ ἐν τούτοις ὁ δήμαρχος παραπονεῖται, ὅτι οἱ κάτοικοι εὑρίσκονται ἐν πενίᾳ! Διατὶ παραπονεῖται; διότι ηὐξήθησαν αἱ πρὸς ἀπόλαυσιν τείνουσαι ἀνάγκαι, καὶ διὰ τοῦτο πάντοτε ὑπάρχει πενία. Δὲν εἶναι ἀκριβὲς λοιπὸν τὸ λεγόμενον, ὅτι ἕνεκα πενίας μεταναστεύουσιν, ἢ ἕνεκα τῆς κακοδιοικήσεως, ἢ ἕνεκα ὅλων τῶν ἄλλων λόγων, οὓς ἀνέφεραν οἱ συνάδελφοι, εἰ καὶ ὅλα ταῦτα συντρέχουσι πρὸς τὴν μετανάστευσιν, τῆς ὁποίας σπέρμα εἶναι ἡ ἐκεῖθεν πρόκλησις πρὸς ἀπόκτησιν ἀκόπου πλούτου. Ἂν ἔλειπεν ἡ διαφορὰ τοῦ συναλλάγματος, θὰ ἔπαυεν ἀμέσως ἡ μετανάστευσις, ἡ διαφορὰ τῶν 60 ἢ 70% τῶν ἀποστελλομένων ἐκεῖθεν χρημάτων. Εἶπον, Κύριοι, προχθές, ὅτι ἔχομεν ἐν Ἀμερικῇ 20 χιλιάδας Ἕλληνας, καὶ, ὡς βλέπω τὴν ἐπικρατοῦσαν τάσιν, θὰ γείνουν τάχιστα 30 καὶ 40 χιλιάδες, καὶ διὰ τοῦτο προτείνω μέσον ἐξ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἠδύναντο νὰ σώσωσιν αὐτοὺς ὁριστικῶς, ἢ καὶ ἐπὶ μακρὸν χρόνον, ἐν τῷ ἐθνικῷ αὐτῶν φρονήματι, μέχρις ὅτου δυνηθῶσι νὰ ἐπανέλθωσι. Διὰ τοῦτο προτείνω νὰ σταλῶσιν ἐκεῖ διδάσκαλοι πολλοὶ καὶ ἱερεῖς συχνοί, νὰ διορισθῶσι πρόξενοι. Εἶναι ἐκεῖ πρόξενοι, ἀλλ’ εἶναι πρόσωπα, τὰ ὁποῖα ἐνίοτε δὲν εἶναι πολὺ ὑπέρτερα τῶν προστατευομένων. Πρέπει νὰ στείλωμεν ἕνα ἀρχιερέα ἐκεῖ. Βλέπετε, τί κάμνουν οἱ Ἰταλοί· συνιστῶσι σχολεῖα ἐπὶ σχολείων, καὶ μᾶς ἀπασχολεῖ τὸ ζήτημα τοῦτο. Ὁ κύριος Δραγούμης, νομίζω, ὡμίλησε περὶ τούτου, καὶ ἐγὼ ἔφερα τὸν λόγον ἐπ’ αὐτοῦ. Καὶ ἐνῷ οἱ Ἰταλοὶ δὲν εὑρίσκονται πολὺ μακρὰν τῆς Ἰταλίας, ἀπασχολοῦσι πολὺ περισσότερον τὴν Ἰταλίαν. Τοῦτο προέτεινα προχθὲς νὰ γείνῃ ὑπὲρ τῶν ἐν Ἀμερικῇ Ἑλλήνων, ἀφοῦ μέχρι τοῦδε δὲν ἤκουσα καμμίαν πρότασιν σκοποῦσαν τὴν ἐξεύρεσιν τρόπου ἀναστολῆς ἢ παύσεως ἢ καταργήσεως τῆς μεταναστεύσεως. Ἀλλὰ προτείνω καὶ ἄλλο, διὰ τὸ ὁποῖον ἀπὸ τοῦδε προλαμβάνω νὰ εἴπω, ὅτι δὲν θὰ εὕρω ὑμᾶς καθόλου παρεσκευασμένους νὰ μὲ ἀκούσητε καὶ νὰ δεχθῆτε ὅ,τι προτείνω. Ἔλεγον προχθές, ὅτι αἱ ἐκθέσεις τοῦ ἐν Νέᾳ Ὑόρκῃ προξένου ἡμῶν παριστῶσι τὴν κατάστασιν τῶν ἐκεῖ Ἑλλήνων θλιβερωτάτην, ἀθλιεστάτην, ὡς ἠκούσατε καὶ χωρία τινὰ τῆς ἐκθέσεως ταύτης κατὰ τὴν ἀγόρευσιν τοῦ κ. Βελλιανίτου. Ἀληθῶς ἐν πολλοῖς ἡ κατάστασις τῶν ἐκεῖ Ἑλλήνων εἶναι τοιαύτη. Ζῶσιν ἀθλίως, ἀλλὰ ζῶσιν οὕτω, διότι δὲν θέλουσι νὰ ζήσωσι καλλίτερον, διὰ λόγους οἰκονομίας, διὰ νὰ κερδίσωσι πλείονα καὶ ἀποστείλωσι ταῦτα ἢ τὰ ἐνθυλακώσωσι καὶ ἐπιστρέψωσιν ὅσῳ τὸ δυνατὸν ταχύτερον εἰς τὸν τόπον των. Πλεῖστοι ὅμως, χιλιάδες, μένουσιν ἄνευ ἐργασίας, ἐνῷ ἐκεῖ εὑρίσκεται ἐργασία δι’ ἑκατομμύρια, τὰ ὁποῖα μεταναστεύουσιν ἐκεῖ, καὶ τὰ ὁποῖα ἀνήγαγον τὸν πληθυσμὸν τῆς βορείου Ἀμερικῆς εἰς 76 ἢ 77 ἑκατομμύρια διὰ τὸ ἔτος τοῦτο. Εὑρίσκεται ἐργασία λοιπὸν διὰ τοὺς θέλοντας νὰ ἐργασθῶσιν, ἀλλὰ δὲν εἶναι ὅλοι κατάλληλοι πρὸς ἐργασίαν. Οἱ μετανάσται ἐξ Ἐπιδαύρου Λιμηρᾶς, οἱ προερχόμενοι ἐκ τῶν βορειοτέρων μερῶν, ὅλοι εὑρίσκουσιν ἐργασίαν, διότι ὅλοι εἶναι συνηθισμένοι νὰ ἐργάζωνται· δὲν ἦσαν ἄεργοι πρίν, καὶ ἀντέχουσιν. Ἐκ τῶν 87 μεταναστῶν ἐκ τοῦ χωρίου Κρεμαστῆς τοῦ δήμου Ζάρακος οἱ 85 ἔχουσιν ἐργασίαν, καὶ στέλλουσι χρήματα εἰς τὴν πατρίδα των. Ἐκ τῶν χωρίων τῶν ὀρεινοτέρων τοῦ δήμου Ἕλους, Νιάτα καὶ Γούβας, ὅσοι μετηνάστευσαν, στέλλουν χρήματα, διότι ἀντέχουν εἰς 16 καὶ 20 ὡρῶν ἐργασίαν. Μειονεκτοῦσιν οἱ κάτοικοι τῶν κωμοπόλεων, ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι συνήθισαν νὰ ζοῦν ἐν διασκεδάσεσι καὶ νὰ διάγουν ἐν καφενείοις, χαρτοπαικτοῦντες κλπ.· ἐκεῖνοι δὲν ἀντέχουν εἰς τὴν ἐργασίαν, μένουσιν ἄεργοι, καὶ γράφουσιν ἐκεῖθεν: «πωλήσατε καὶ τὸ τελευταῖον κτῆμά μας καὶ στείλατέ μας τὸν ναῦλον διὰ νὰ ἐπανέλθωμεν!»
§87Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Εἶναι ἐκεῖνοι, τοὺς ὁποίους αἱ οἰκογένειαί των δὲν ἔβλεπον τὴν ὥραν νὰ τοὺς ξεφορτωθοῦν!
§88Κ. Ν. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τοιοῦτοι, περὶ ὧν λέγω, ὑπάρχουσιν ἐν Ἀμερικῇ χιλιάδες. Ἠξεύρετε, τί ἡ Ἑλληνικὴ Πολιτεία ὀφείλει νὰ πράξῃ; νὰ στείλῃ πλοῖον εἰς τὴν Ἀμερικὴν, ἵνα παραλάβῃ τοὺς ἀργοὺς καὶ τοὺς φέρῃ ὀπίσω. Αὐτοὶ εἶναι προθυμότατοι νὰ ἐπανέλθουν, ἀλλὰ δὲν ἔχουν τὰ ἔξοδα ἢ πλοῖον νὰ ἀποστείλῃ, ἢ νὰ ναυλώσῃ πλοῖον ἐξ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα γνωρίζουσι τὰς ὑγρὰς κελεύθους τοῦ Ὠκεανοῦ, ἢ νὰ πληρώσῃ ναῦλον εἰς μίαν ἑταιρείαν, ἵνα τοὺς ἐπαναφέρῃ ἐνταῦθα. Πρόκειται δὲ περὶ χιλιάδων, καὶ ὅταν πρόκηται περὶ χιλιάδων, εἶναι ἄξιον τοῦ κόπου νὰ φροντίσῃ ἡ Κυβέρνησις, διότι πρέπει νὰ φροντίσῃ ὡς μήτηρ, πρέπει νὰ πράξῃ ἐκεῖνα, τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ Ἰησοῦς Χριστός: «ὅταν ὁ ποιμὴν ἀπολέσῃ ἓν ἐκ τῶν προβάτων του, δὲν καταλείπει τὰ 99 καὶ σπεύδει νὰ ἀνεύρῃ τὸ ἀπολεσθέν;» Πλὴν δὲ τῆς σωτηρίας ἐκείνων, θὰ ἐπέλθῃ τάχιστα διὰ τὴν Ἑλλάδα ἡ τελειωτικὴ ἀναστολὴ τοῦ ῥεύματος τῆς μεταναστεύσεως. Ἄλλο μέτρον πρὸς ἀναστολὴν αὐτῆς δὲν ὑπάρχει, κατ’ ἐμὴν γνώμην.
§89Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Μεθ’ ὅσα ἤκουσα ἀναπτυσσόμενα ὑπὸ τῶν προαγορευσάντων ὑπὲρ τῆς μεταναστεύσεως καὶ τῶν ἀγαθῶν τῶν ἐκ ταύτης προερχομένων, αἰσθάνομαι τὴν ἀνάγκην νὰ λάβω καὶ πάλιν τὸν λόγον καὶ διὰ βραχέων νὰ ἐξηγήσω ὅσα φαίνεται ὅτι δὲν κατενοήθησαν κατὰ τὴν πρώτην ἀγόρευσίν μου ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου. Παρατηρῶ, ὅτι γίνεται σύγχυσις τῶν μεταναστεύσεων εἰς Ἀμερικὴν καὶ τῶν εἰς ἄλλα Κράτη, καὶ διὰ τοῦτο ἑπόμενον ἦτο νὰ ἐξενεχθῶσιν αἱ γνῶμαι, ἃς ἤκουσα ὑπὲρ τῶν μεταναστεύσεων ἐν γένει. Ἀληθῶς γίνονται μεταναστεύσεις καὶ εἰς τὴν Αἴγυπτον καὶ εἰς τὴν Ῥουμανίαν καὶ εἰς τὴν Ῥωσσίαν καὶ εἰς τὴν Μικρὰν Ἀσίαν, ἀλλὰ μεταξὺ τῶν εἰς τὰ μέρη ἐκεῖνα καὶ τῶν εἰς Ἀμερικὴν μεταναστεύσεων ὑπάρχει μεγάλη διαφορά. Εἰς Αἴγυπτον, Ῥωσσίαν καὶ Ῥουμανίαν πρῶτον αἱ μεταναστεύσεις δὲν ἐγίνοντο ἀθρόαι, καὶ δεύτερον μετηνάστευον καὶ μεταναστεύουσιν ἄνθρωποι οὐχὶ ἐντελῶς ἀμόρφωτοι καὶ ἀγράμματοι, ὡς τὸ πλῆθος τῶν μεταναστευόντων εἰς Ἀμερικὴν γεωργῶν καὶ ποιμένων, ἀλλ’ ἔχοντες ποιάν τινα μόρφωσιν, γινώσκοντες ἀνάγνωσιν καὶ γραφὴν τοὐλάχιστον, καὶ δυνάμενοι νὰ ἐπιδοθῶσιν εἰς τὸ ἐμπόριον, ὡς ἐμποροϋπάλληλοι ἢ καὶ ὑπηρέται ἐμπόρων ἐν ἀρχῇ, καὶ οὐχὶ ὡς ἡμερομίσθιοι ἐργάται, ἐργαζόμενοι εἰς σιδηροδρόμους καὶ εἰς ἄλλα δημόσια ἔργα, καὶ ὡς πλανόδιοι στραγαλατζῆδες, ἢ πωληταὶ ὀπωρῶν καὶ γλυκυσμάτων, ἐπαγγέλματα δηλαδή, τὰ ὁποῖα μετέρχονται τὰ 9/10 σχεδὸν τῶν ἐν Ἀμερικῇ μεταναστῶν Ἑλλήνων, οἱ ὁποῖοι, κατὰ τὴν ἔκθεσιν τοῦ ἐκεῖ Γραφείου Στατιστικῆς, μέχρι τοῦ Ἰουνίου τοῦ 1901 ἀνήρχοντο εἰς 23,942. Ἡ διαφορὰ λοιπὸν εἶναι μεγίστη, καὶ διὰ τοῦτο ἐν Αἰγύπτῳ καὶ ἐν Ῥουμανίᾳ καὶ ἐν Ῥωσσίᾳ εὑρίσκομεν Ἕλληνας οὐ μόνον ζαπλούτους, ἀλλὰ καὶ διαπρέποντας ἐν ταῖς κοινωνίαις ἐκείναις, ὡς τοὺς Ζάππας, τοὺς Βαλλιάνους, τὸν Ἀρσάκην, τὸν Βαρβάκην, τὸν Ἀβέρωφ, καὶ τόσους ἄλλους μεγατίμους ὁμογενεῖς· ἀλλ’ ἐν Ἀμερικῇ, ὅπου πρὸ εἰκοσαετίας ἤρξατο ἡ μετανάστευσις καὶ ἔχουσι μεταναστεύσει περὶ τὰς 25,000 Ἕλληνες, οὐδένα βλέπομεν ἀποκτήσαντα μεγάλην περιουσίαν, ἐν σχέσει μάλιστα πρὸς τὸν μέγαν πλοῦτον τῶν χωρῶν ἐκείνων, καὶ κατέχοντα ὁπωσδήποτε ἀξιόλογον κοινωνικὴν καὶ ἐμπορικὴν θέσιν ἐν ταῖς πόλεσι τῆς Ἀμερικῆς, διότι οὐδεὶς ἐπιδίδεται εἰς πραγματικὸν ἐμπόριον ἀξιοπρεπὲς καὶ ὑποσχόμενον κέρδη μεγάλα, ἀλλ’ οἱ πλεῖστοι μετέρχονται, ὡς προεῖπον, τὸν ἡμερομίσθιον ἐργάτην ἢ πλανόδια ἔργα, ὀλίγοι δὲ σχετικῶς εἶναι οἱ ἔχοντες εὐπρεπῆ καταστήματα ὀπωροπωλείων, ζαχαροπλαστείων, ποτοπωλείων, καπνοπωλείων, ἀνθοπωλείων καὶ ξενοδοχείων, ἐξ ὧν κερδίζουσι τόσα, ὥστε νὰ συντηρῶνται καὶ αὐτοὶ ἐκεῖ, καὶ νὰ στέλλωσι καὶ εἰς τὰς οἰκογενείας των ὀλίγας λίρας, ἐλάχιστοι δὲ οἱ ἐκ τοιούτων ἐπαγγελμάτων κατορθώσαντες νὰ σχηματίσωσι περιουσίας κάπως ἀξίας λόγου, ἀλλὰ καὶ ἐξ αὐτῶν, καθ’ ὅσον ἐγὼ τοὐλάχιστον γινώσκω, εἷς μόνον ἐκ Λακεδαίμονος ἀπέκτησε περιουσίαν ἑκατομμυρίου, οἱ δὲ ὀλίγοι ἄλλοι τὸ πολὺ μέχρι 200,000 δραχμῶν. Συμφωνῶ μὲ τοὺς ἀποδίδοντας τὴν αἰτίαν τῶν μεταναστεύσεων εἰς τὴν πενίαν καὶ εἰς τὴν ἔλλειψιν ἐργασίας, ἀλλὰ δὲν δέχομαι βεβαίως, ὅτι αὗται εἶναι αἱ μόναι αἰτίαι. Καὶ ἡ ἐλπίς, ὅτι ἐν Ἀμερικῇ δύνανται νὰ πλουτίσωσιν εὐκόλως, καὶ αὐτὴ βεβαίως εἶναι μία αἰτία, παρασύρουσα εἰς μετανάστευσιν τὸν ἄνθρωπον, ὁ ὁποῖος, θαμβούμενος ἐκ τοῦ χρυσίου, τὸ ὁποῖον ἀπέστειλαν ἐξ Ἀμερικῆς ὀλίγοι συγχώριοί του, εὐκόλως δελεάζεται, καὶ σπεύδει νὰ ἀπέλθῃ καὶ αὐτὸς ἐκεῖ, ὅπου νομίζει, ὅτι τὸν ἀναμένει ὁ πλοῦτος. Ἀλλὰ πλὴν αὐτῶν, κυριωτέρας αἰτίας εὑρίσκω, ὡς εἶπον καὶ προχθές, τὰ ἐκ τῆς κακοδιοικήσεως κακά, καὶ τὴν βαρεῖαν φορολογίαν, τὴν ὁποίαν θεωρῶ βαρεῖαν σχετικῶς πρὸς τὴν παραγωγὴν καὶ πρὸς τὰς ἄλλας συνθήκας, ὑπὸ τὰς ὁποίας βιοῖ ὁ Ἕλλην χωρικὸς ἰδίως. Καὶ ἀπόδειξις τούτου εἶναι αὐτὸ, τὸ ὁποῖον ἀνέφερεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἐπιδαύρου Λιμηρᾶς συνάδελφος περὶ τῶν ἐκ τοῦ δήμου Ἀσωποῦ μεταναστῶν, οἱ ὁποῖοι, καίτοι ἔχουσιν ἐν τῷ τόπῳ των περιουσίαν καὶ εἰσοδήματα ἀρκετά, ὅπως ζῶσιν ἀνέτως, ἐν τούτοις μεταναστεύουσι. Διατὶ τοιοῦτοι ἄνθρωποι μεταναστεύουσιν εἰς τὸ ἄλλο ἡμισφαίριον τῆς γῆς, ἀφίνοντες τὰς οἰκογενείας των καὶ τὴν περιουσίαν των καὶ τὰ ἀγαθὰ, τὰ ὁποῖα ἔχουσιν ἐν τῷ τόπῳ των, καὶ μεταβαίνοντες ἐκεῖ, ὅπου, ἵνα κερδίσωσιν ὀλίγον χρυσίον, ὑφίστανται πάντα τὰ φρικώδη κακά, τὰ ὁποῖα δι’ ἐκθέσεων οἱ ἐκεῖ πρόξενοι ἀναφέρουσι; Φαίνεται λοιπόν, ὅτι δὲν εἶναι μόνον ἡ πενία καὶ ἡ ἔλλειψις ἐργασίας καὶ ἡ ἐλπὶς τῶν μεγάλων κερδῶν αἱ αἰτίαι, αἵτινες ἐξωθοῦσι τοὺς ἀνθρώπους νὰ φεύγωσιν ἀπὸ τὴν πατρίδα των εἰς τόσον μεμακρυσμένας χώρας πρὸς εὕρεσιν ἐπικερδοῦς ἐργασίας, ῥιπτόμενοι εἰς τὸ ἀβέβαιον μέλλον, ἀλλὰ καὶ ἄλλη αἰτία μεγαλειτέρα, διότι ἕνεκα τῆς ἐλλείψεως ἀσφαλείας καὶ ἐν γένει ἕνεκα τῆς κακοδιοικήσεως οὔτε τῆς ἐργασίας των οὔτε τῆς περιουσίας των τὸ προϊὸν εἶναι ἀσφαλές, ὥστε νὰ ἐπαρκῇ εἰς σχετικῶς ἄνετον βίον. Τὸ ζήτημα τοῦτο τόσον ἐφείλκυσε τὴν προσοχήν μου, ὥστε περιῆλθον ἐπίτηδες τὰ χωρία τῆς ἐπαρχίας, διὰ νὰ μάθω, διατὶ φεύγουσιν ἄνθρωποι δυνάμενοι νὰ ζήσωσιν ἐν τῷ τόπῳ των.
§90Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Γνωρίζετε καλῶς τοὺς Τσαρουχαίους ἀπὸ τὸ χωρίον Ράπτι τοῦ δήμου Κροκεῶν· ἀφῆκαν γίδι ἄκλεπτο; Ἐν τούτοις, μεταβάντες εἰς τὴν Ἀμερικὴν, ἐπανῆλθον μὲ 100,000 δραχμάς!
§91Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Ἐγὼ μετέβην ἐπίτηδες διὰ νὰ λάβω πληροφορίας, καὶ σᾶς βεβαιῶ, ὅτι οὐδεὶς ἐκ Λακεδαίμονος καὶ Ἐπιδαύρου Λιμηρᾶς ἐπανῆλθεν ἐκεῖθεν μὲ τόσα χρήματα. Ἐξ ὅσων ἔχουσιν ἐπανέλθει, — καὶ οὗτοι εἶναι ἐλάχιστοι ἀπέναντι τῶν πολλῶν χιλιάδων μεταναστῶν — πολὺ ὀλίγοι ἔφεραν πλέον τῶν 25,000 δραχμῶν, ἀλλὰ καὶ ἐκ τῶν μὴ ἐπανελθόντων εἷς μόνον, ὁ Πέτρος Μηνακάκης, ἔχει ἀποκτήσει περιουσίαν 200,000 δραχμῶν, ἀλλ’ αὐτὸς ἐκάλεσεν ἐκεῖ τὴν σύζυγόν του καὶ τὰ τέκνα του, καὶ δὲν θὰ ἐπανέλθῃ. Ὁ Καλαμᾶς δὲν ἔκαμε τίποτε ἄλλο, παρὰ ἐπλήρωσε τὰ χρέη του.
§92Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Μάλιστα, τὰ χρέη του ἐξ 60 χιλιάδων δραχμῶν.
§93Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Κατώτερα τῶν 10,000. Δυστυχῶς αὐτὸ τὸ χρῆμα τῶν ὀλίγων συνετέλεσε νὰ σχηματισθῇ τοιαύτη ἰδέα περὶ τῶν μεταναστεύσεων, διότι μάνον οἱ ὀλίγοι, οἱ στέλλοντες ὀλίγας λίρας, ἀκούονται, — καὶ οὗτοι, κατὰ τὰς ἐκθέσεις τῶν δημάρχων, μόλις ἀποτελοῦσι τὸ ⅕ τῶν μεταναστῶν, ἢ ἔστω καὶ τὸ ⅒, — πάντες δὲ οἱ ἄλλοι χάνονται ἐκεῖ, καὶ οὐδὲ γίνεται κἄν λόγος περὶ αὐτῶν. Κατὰ τὰς αὐτὰς ἐκθέσεις, καθ’ ἃς ἔχουσιν ἐπανέλθει περὶ τοὺς 500 ἐξ αὐτῶν, πολλοὶ ἀνεχώρησαν πάλιν εἰς Ἀμερικὴν, διότι, συνηθίσαντες νὰ ζῶσιν ἐκεῖ ὡς ἀνθοπῶλαι, ὀπωροπῶλαι, ζαχαροπῶλαι καὶ τὰ τοιαῦτα, ἀπέμαθον πλέον τὴν ἐργασίαν, ἣν πρότερον μετήρχοντο ἐν Ἑλλάδι, καὶ διὰ τοῦτο δὲν δύνανται πλέον νὰ ἐργασθῶσι καὶ νὰ ζήσωσιν ἐν τῇ πατρίδι των. Ἐὰν ἐξακολουθήσῃ τὸ κακὸν τοῦτο, κινδυνεύομεν νὰ πάθωμεν ὅ,τι πάσχει ὁ ἀνοίγων τὰς φλέβας του καὶ ἀποθνήσκων γλυκὺν θάνατον ἐκ τῆς ῥοῆς τοῦ αἵματος καὶ τῆς ἐξαντλήσεως αὐτοῦ, χωρὶς νὰ πονῇ καὶ χωρὶς νὰ αἰσθάνηται ὅτι ἀποθνήσκει. Τοῦτο κινδυνεύομεν νὰ πάθωμεν καὶ ἡμεῖς, ὡς Κράτος, διὰ τῶν μεταναστεύσεων.
§94ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Γουναράκης ἔχει τὸν λόγον.
§95Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Θὰ προκαλέσω τὴν προσοχὴν τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ἐπὶ τοῦ ἑξῆς ζητήματος, ὅπερ ἀφορᾷ εἰς ἄτοπον, γενόμενον εἰς ἔντιμον πολίτην, πρῴην Πρόεδρον τῶν Ἐφετῶν. Ὁ κύριος οὗτος ἔλαβεν εἰς παραχώρησιν οἰκόπεδον ἐν Κορίνθῳ, ὑπεχρεώθη δὲ παρὰ τοῦ ἐν Κορίνθῳ ταμίου εἰς πληρωμὴν τόκων ὑπερημερίας. Εἶναι γνωστὸν, ὅτι ὁ λαμβάνων οἰκόπεδα ἢ φυτείας πληρώνει εἰς 7 ἐτησίας δόσεις ἀτόκως τὸ τίμημα. Κατὰ τὸν νόμον τῶν εἰσπράξεων τῶν δημοσίων ἐσόδων, ὁ ὀφειλέτης δικαιοῦται ἀπὸ τῆς 1 Νοεμβρίου μέχρι τῆς 31 Ἰανουαρίου ἐπιόντος ἔτους νὰ ἀποτίνῃ τὴν ὀφειλήν του ἀτόκως, μόνον δὲ ὅτε ἤθελεν ὑπερβῆ τὸ δίμηνον διάστημα, ἄρχεται ὁ τόκος. Τὸ πρόσωπον, περὶ οὗ ὁμιλῶ, ὁ δικαιοῦχος, ἦτο ἐν γνώσει τῶν νόμων, καὶ παρετήρησεν εἰς τὸν ταμίαν, ὅτι δὲν δικαιοῦται νὰ λάβῃ τόκον· ἀλλ’ ὁ ταμίας ἐξ ἀντιλήψεως ἄλλης τοῦ νόμου ὑπεχρέωσεν αὐτὸν νὰ πληρώσῃ τόκον ὑπερημερίας παρανόμως. Ἂν τοῦτο συνέβη εἰς πρόσωπον, οἷον αὐτὸ, περὶ οὗ ὁμιλῶ, κατὰ μείζονα λόγον βεβαίως συμβαίνει εἰς ἄλλας τάξεις πολιτῶν, οἱ ὁποῖοι ἀγνοοῦσι τὸν νόμον. Ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν δέον νὰ διατάξῃ, ὅπως δοθῶσιν αἱ δέουσαι ὁδηγίαι εἰς τοὺς ταμίας, ἵνα μὴ ἐκτρέπωνται εἰς τοιαύτας παρανομίας. Ἐπίσης θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης ἐπὶ ἄλλου θέματος. Ἐν Ἄργει ὑπάρχει Πταισματοδικεῖον· γνωρίζετε δὲ πάντες τὰ ἀγαθὰ, τὰ ὁποῖα ἐπῆλθον ἕνεκα τοῦ μεταβατικοῦ τῶν δικαστικῶν ἀρχῶν. Ἐν Ἄργει ὁ πταισματοδίκης ὑποχρεοῦται νὰ μεταβαίνῃ εἰς τὰς πρωτευούσας τῶν δήμων, ὅπως ἐκδικάζῃ τὰ πταίσματα. Ἀλλ’ ἀπό τινος χρόνου ἔπαυσε μεταβαίνων, καὶ διαμένει ἐν Ἄργει, ὅπου προσκαλεῖ τοὺς πολίτας νὰ ἔρχωνται ἐκ τῶν διαφόρων δήμων. Ἂν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἀγνοῇ τοῦτο, ἡ ὑπηρεσία γνωρίζει, ὅτι ὁ πταισματοδίκης διετάχθη νὰ μεταβῇ εἰς περιοδείαν, ἀλλ’ αὐτὸς δὲν ἐκτελεῖ τὰς διαταγὰς τῆς προϊσταμένης ἀρχῆς. Περὶ τούτου ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ λάβῃ πρόνοιαν.
§96Α. ΚΑΡΑΤΖΑΣ. Δὲν δύναμαι ὡρισμένως νὰ βεβαιώσω, ἀξιότιμε κύριε Πρόεδρε, τὸν ἔντιμον ἐξ Ἀττικῆς συνάδελφον, ὁποία ὑπῆρξεν ἡ κυρίως αἰτία, ἥτις ἠνάγκασε τὴν Εἰσαγγελικὴν ἀρχὴν τοῦ Ναυπλίου νὰ προβῇ εἰς τὸ διάβημα ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον πρὸ μιᾶς στιγμῆς κατήγγειλεν ἐντὸς τοῦ περιβόλου τούτου ὁ κύριος συνάδελφος· ἐξ ὅσων ὅμως γνωρίζω, κρίνω ὅτι ἡ αἰτία αὕτη ἀναφέρεται κυρίως εἰς τὸ ἑξῆς λίαν σπουδαῖον καὶ σοβαρὸν γεγονὸς, τὸ ὁποῖον νομίζω ὅτι ἔπρεπε νὰ προκαλέσῃ τὴν προσοχὴν τῆς ἀνωτέρας δικαστικῆς ἐξουσίας, τῆς καὶ ἐχούσης τὴν ἄμεσον ἐπιτήρησιν καὶ ἐπαγρύπνησιν ἐπὶ τῶν ὑφισταμένων αὐτῇ ἀρχῶν. Πρὸ ὀλίγων μηνῶν ἐγράφη εἰς ἐφημερίδα τινὰ τῆς ἐπαρχίας μου, ὀνομαζομένην «αἱ Μυκῆναι», ἄρθρον κύριον, δι’ οὗ διεσύρετο εἰς ὕψιστον βαθμὸν τὸ γόητρον τῆς Δικαιοσύνης, καὶ παριστάνετο ὁ τότε πταισματοδίκης — περὶ τοῦ ὁποίου, καίτοι δι’ οὐδεμιᾶς μετ’ αὐτοῦ προσωπικῆς σχέσεως συνδέομαι, δὲν διστάζω ἐντεῦθεν νὰ ὁμολογήσω, ὅτι ὑπῆρξε δικαστὴς ἀκεραιότατος καὶ ἐντιμότατος, — παριστάνετο, λέγω, ὁ πταισματοδίκης ἐκεῖνος, ὅτι, μεταβαίνων νὰ δικάσῃ πταισματικὰς παραβάσεις εἰς τοὺς δήμους τοὺς ἐκτὸς τῆς πρωτευούσης τῆς ἐπαρχίας μου, καὶ ἰδιαιτέρως εἰς τὸν δῆμον τῆς Λυρκείας, κατεδίκαζεν ἀθῴους, καὶ ἠθῴωνεν ἐνόχους, κατὰ τὰς ὑποδείξεις καὶ τὰς διαταγὰς ἑνὸς ἱερέως, ὅστις, εὑρισκόμενος ἀκριβῶς ἔξωθεν τοῦ τόπου τῆς συνεδριάσεως τοῦ Δικαστηρίου, ἔπειθε καὶ ἠνάγκαζε τοὺς περὶ αὐτὸν συγκεντρωμένους ὑπερτριακοσίους μάρτυρας καὶ κατηγορουμένους νὰ συντρέξωσι τὸ ἔγκλημα τῆς ψευδορκίας, καὶ ὅτι ταυτοχρόνως δι’ ἰδιαιτέρου συνθήματος, ἐξομοιάζοντος πρὸς τὴν φωνὴν τοῦ ἀλέκτορος, εἰδοποίει τὸν πταισματοδίκην ἐκεῖνον, τί ἔπρεπε νὰ πράττῃ ἐπὶ ἑκάστης ὑποθέσεως, ἤτοι, ἂν ἔπρεπε νὰ ἦναι ἀθῳωτικὸς ἢ καταδικαστικός. Τὸ γεγονὸς τοῦτο, ὡς εἰκός, δὲν ἔπρεπε νὰ παρέλθῃ ἀπαρατήρητον ὑπὸ τοῦ εἰσαγγελέως, τοῦ ἔχοντος καθῆκον καὶ δικαίωμα νὰ ἐνασκῇ τὴν ἄμεσον ἐποπτείαν, ἀφοῦ ἄλλως τε καὶ ὁ συντάκτης τοῦ ἄρθρου ἐκείνου καὶ ὁ διευθυντὴς τῆς ἐφημερίδος παρεπέμφθησαν, ἵνα δικασθῶσιν ἐπὶ ἐξυβρίσει διὰ τοῦ τύπου ἐνώπιον τοῦ Κακουργιοδικείου Τριπόλεως, συνεπείᾳ βουλεύματος τῶν ἐν Ναυπλίῳ πλημμελειοδικῶν, ἐπικυρωθέντος δι’ ὁμοίου τοιούτου τῶν ἐν Ναυπλίῳ ἐφετῶν. Ἐὰν εἶχεν ὑπ’ ὄψιν αὐτοῦ ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος τὴν ἐφημερίδα ἐκείνην, οὐ μόνον δὲν ἤθελε προβῆ εἰς τὴν καταγγελίαν ταύτην, εἰς τὴν ὁποίαν βεβαίως προέβη ἐξ ἀγαθῆς προαιρέσεως καὶ συνειδήσεως, ἀλλὰ τοὐναντίον νομίζω, ὅτι θὰ ἔσπευδε καὶ θὰ συνίστα πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, ὅπως ἐκφράσῃ τὴν πλήρη αὑτοῦ εὐαρέσκειαν πρὸς τὸν εἰσαγγελέα ἐκεῖνον, τὸν θελήσαντα νὰ περισώσῃ δι’ αὐτοῦ τὸ γόητρον καὶ τὴν ἀξιοπρέπειαν τῆς τε Δικαιοσύνης καὶ τοῦ Κλήρου, ἅτινα ἑκάστοτε καταρρίπτονται ἐν τῇ κοινῇ συνειδήσει διὰ τῶν τοιούτων λιβέλων καὶ συκοφαντιῶν.
§97ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Τσιτσάρας ἔχει τὸν λόγον.
§98Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Ἀναγκάζομαι νὰ ὑπομνήσω εἰς τὸν κύριον ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸν παράκλησιν, ἣν ὑπεσχέθη νὰ πραγματοποιήσῃ. Ὁ κύριος Ὑπουργὸς ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον πρὸς κανονισμὸν τῶν σχέσεων τοῦ Δημοσίου μετὰ τῶν δήμων ὡς πρὸς τὰς δαπάνας τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως. Ἀλλὰ πρὸ τούτου ὑπεσχέθη νὰ ἄρῃ πᾶν παράνομον μέτρον, ληφθὲν παρὰ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως. Εἶναι γνωστόν, ὅτι ὁ προκάτοχος Ὑπουργὸς διέταξε πάντας τοὺς ἐπαρχιακοὺς ταμίας τοῦ Κράτους νὰ κατάσχωσιν ὅλας τὰς προσόδους τῶν δήμων εἰς χεῖρας τρίτων διὰ τὰς δαπάνας τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως. Ὁ νῦν Ὑπουργὸς ἀνεγνώρισε τὸ μὴ νόμιμον τῆς διαταγῆς ταύτης τοῦ προκατόχου του, καὶ ἔσπευσε νὰ δηλώσῃ, ὅτι θὰ ἄρῃ τὸ κακόν· ἀλλὰ μέχρι τοῦδε δὲν ἐνήργησέ τι, καὶ αἱ πρόσοδοι τῶν δήμων εἶναι κατεσχημέναι εἰς χεῖρας τῶν ἐνοικιαστῶν, τὰ δὲ Δημαρχεῖα εἶναι κεκλεισμένα! Ἐπὶ τέλους θὰ παρακαλέσω τὸν κύριον Ὑπουργὸν νὰ δηλώσῃ, ἂν θὰ λάβῃ μέτρον τι. Εἰς τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν θὰ συστήσω τὸ ἑξῆς. Εἶχον ἐπιστολὴν παρὰ συμπολίτου μου, παραχειμάζοντος ἐν Αἰτωλικῷ, παραπονουμένου, ὅτι πρὸ ἡμερῶν γνωστοὶ ζωοκλέπται τοῦ ἔκλεψαν δύο ἵππους. Ὁ ἀδικηθεὶς κατέφυγεν εἰς τὸν ἐκεῖ ἀστυνόμον, ἀλλ’ οὗτος ἀπῄτησε παρ’ αὐτοῦ νὰ καταβάλῃ τὰ τηλεγραφικὰ τέλη διὰ τὰ τηλεγραφήματα, τὰ ὁποῖα ἤθελε στείλει εἰς τοὺς παρακειμένους ἀστυνόμους. Τοῦτο, μοὶ φαίνεται, δὲν εἶναι κανονικὸν, διότι οἱ ἀστυνόμοι ὀφείλουσι νὰ φροντίζωσι διὰ τὴν δημοσίαν ἀσφάλειαν, καὶ νὰ στέλλωσι τὰς προσηκούσας πληροφορίας εἰς τὴν προϊσταμένην ἀρχήν.
§99Φ. ΝΕΓΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τῶν δαπανῶν τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, ἐμελετήσαμεν τοῦτο δι’ ἕκαστον δῆμον, καὶ ἐδώσαμεν τὰς ἀπαιτουμένας διαταγὰς, καὶ εἰς πολλοὺς δήμους ἐκανονίσθη τὸ ζήτημα. Ἂν ὑμεῖς γνωρίζητε δήμους τινὰς, εἰς οὓς δὲν ἐκανονίσθη, παρακαλεῖσθε νὰ μοὶ τὸ ἀναγγείλητε.
§100ΑΡ. ΑΝΑΓΝΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κύριον Ὑπουργὸν νὰ δηλώσῃ, τίνα μέτρα ἔλαβε ὡς πρὸς τὰ ἔξοδα τῆς διοικήσεως τῶν δήμων διὰ τὸ ἔτος 1901, διότι πολλοὶ δῆμοι, συμψηφίσαντες τὰ ἔξοδα τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, δὲν ἀφῆκαν ποσὰ διὰ τὴν διοίκησιν τῶν δήμων, καὶ ἕνεκα τούτου οἱ ἄποροι δῆμοι σήμερον πάσχουσι, διότι δι’ αὐτοὺς εἶναι κεκλεισμέναι αἱ θύραι τῶν ταμείων.
§101Φ. ΝΕΓΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἔχω δώσει ἐντολὴν εἰς τοὺς ταμίας νὰ ἀφίνωσιν εἰς τοὺς ἀπόρους δήμους τὰ ἀναγκαῖα ἔξοδα τῆς διοικήσεως. Ἐν τῷ ὑποβληθέντι δὲ νομοσχεδίῳ περιελήφθησαν διατάξεις προνοοῦσαι περὶ ὅλων τῶν περιπτώσεων.
§102Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Προκειμένου, κύριοι Βουλευταὶ, νὰ ἐπιψηφισθῇ ὁ Προϋπολογισμὸς, ἐνόμισα καθῆκόν μου, ὅπως πρὸ τούτου συστήσω πρὸς τὸν ἀξιότιμον κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης καὶ τῶν Ἐσωτερικῶν ζητήματά τινα, ἀφορῶντα τὴν ἡμετέραν ἐπαρχίαν, διότι αὕτη ἀπό τινος χρόνου φαίνεται παρημελημένη. Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ τῆς συστάσεως τῶν νέων Πρωτοδικείων ἐκρίθη, ὅτι ἠδύνατο νὰ ἐλαττωθῇ τὸ προσωπικὸν τοῦ Πρωτοδικείου Σπάρτης· ἠλαττώθη ὅμως εἰς βαθμὸν τοιοῦτον, ὥστε ἔπαυσε σχεδὸν ἡ λειτουργία αὐτοῦ, κυρίως τοῦ πολιτικοῦ τμήματος, τῶν ὀλίγων δικαστῶν ἀσχολουμένων καθ’ ὁλοκληρίαν σχεδὸν εἰς τὴν ποινικὴν δικαιοσύνην· καὶ ἐνῷ ἐν τῷ Πρωτοδικείῳ Σπάρτης κατὰ τὴν τελευταίαν τριμηνίαν τοῦ 1900 ἐξεδόθησαν ἐν ὅλῳ 610 ἀποφάσεις, κατὰ τὴν τελευταίαν τριμηνίαν τοῦ 1901, ὅτε ἀφῃρέθη ἀπὸ τὴν δικαιοδοσίαν τοῦ Πρωτοδικείου ἐκείνου ἡ ἐπαρχία Γυθείου, ἐξεδόθησαν μόνον 275. Εἰς τοὺς ἀριθμοὺς τούτους παρατηρεῖται μεγίστη διαφορὰ ἐπὶ ἔλαττον· ἀλλὰ μὴ νομίσητε, ὅτι ἐπῆλθεν αὕτη ἕνεκα τῆς ἐλαττώσεως τῶν ὑποθέσεων· οὐχί! διότι ὑπάρχουσιν ἐκκρεμεῖς ὑποθέσεις περισσότεραι τῶν κατὰ τὸ 1900 τοιούτων. Καὶ κατὰ μὲν τὸ 1900 ὑπῆρχον ἐκκρεμεῖς ἐν τοῖς πινακίοις κατὰ τὴν τελευταίαν τριμηνίαν, ὅτε ἐλειτούργει τὸ Πρωτοδικεῖον μὲ περισσοτέρους πρωτοδίκας, μόνον 121 ὑποθέσεις, κατὰ δὲ τὸ 1901, ὅτε ἀφῃρέθησαν ἕνεκα τοῦ περιορισμοῦ τῆς περιφερείας δύο πρωτοδίκαι, ὑπάρχουσιν ἐκκρεμεῖς ὑποθέσεις ἐν τοῖς πινακίοις 760. Βλέπετε, ὅτι ἡ διαφορὰ ἐπὶ ἔλαττον τῶν ἐκδοθεισῶν ἀποφάσεων δὲν εἶχεν αἰτίαν τὴν ἐλάττωσιν τῶν ὑποθέσεων τῶν ἐγγραφεισῶν ἐν τοῖς πινακίοις, ἀλλὰ τὴν ἀνεπάρκειαν τοῦ προσωπικοῦ τῶν δικαστῶν. Τὸ προσωπικὸν τοῦ Πρωτοδικείου Σπάρτης καὶ πρὸ τῆς ἀποσπάσεως τῆς ἐπαρχίας Γυθείου ἀπὸ τῆς δικαιοδοσίας του ἦτο ὅλως ἀνεπαρκές. Ἤδη δὲ διὰ τῆς ἀποσπάσεως τῆς ἐπαρχίας ταύτης, ἡ ὁποία ὀλιγίστας ἔχει ὑποθέσεις, — καὶ διὰ νὰ πεισθῆτε περὶ τούτου σᾶς ἀναφέρω, ὅτι κατὰ τὴν πρώτην τριμηνίαν τὸ Πρωτοδικεῖον Γυθείου, περιλαμβάνον ἐν τῇ δικαιοδοσίᾳ του καὶ δύο ἄλλας ἐπαρχίας, τὴν ἐπαρχίαν Οἰτύλου καὶ τὴν ἐπαρχίαν Κυθήρων, ἐξέδωκε 53 μόνον ἀποφάσεις πολιτικάς,—κατ’ ἐλάχιστον ἠλαττώθη ὁ ἀριθμὸς τῶν ὑποθέσεων τοῦ Πρωτοδικείου Σπάρτης, καὶ συνεπῶς δὲν δικαιολογεῖται ὁ περιορισμὸς τοῦ καὶ πρότερον ἀνεπαρκοῦς ἀριθμοῦ τῶν δικαστῶν αὐτοῦ. Ἄλλως ἐκ τοῦ περιορισμοῦ τῶν δικαστῶν, καὶ συνεπῶς καὶ τῶν ἐργασιῶν τοῦ Πρωτοδικείου, καὶ οἰκονομία δὲν ἐπέρχεται, διότι, ὅσον περισσότερον ἐργάζεται ἓν Πρωτοδικεῖον, τόσον περισσότερα εἰσάγονται εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον ἐκ τῆς καταναλώσεως τοῦ χαρτοσήμου εἰς διάφορα δικόγραφα. Τὰ Δικαστήρια, κανονικῶς λειτουργοῦντα, καλύπτουσι τὰς δι’ αὐτὰ δαπάνας τοῦ Δημοσίου διὰ τῶν τελῶν τοῦ καταναλισκομένου χαρτοσήμου, καὶ ἀφίνουσι καὶ περισσεύματα, καίτοι ἡ Πολιτεία δὲν πρέπει νὰ ἀποβλέπῃ εἰς αὐτά, ἀλλ’ εἰς τὴν ὀρθὴν καὶ ταχεῖαν ἀπονομὴν τῆς δικαιοσύνης, δι’ ἣν φορολογεῖ τοὺς πολίτας.
§103Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ὅσα λέγετε, εἶναι ἀκριβῆ, καὶ διὰ τοῦτο θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ ἀφήσητε νὰ ἔλθωμεν εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, διὰ νὰ ζητήσω προσθήκην ὡρισμένου ἀριθμοῦ δικαστῶν, διότι ἔχω τὸ δικαίωμα τοῦτο ἐκ τοῦ νόμου.
§104Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Τοῦτο ἤθελον νὰ ζητήσω. Νὰ προσθέσητε δύο δικαστάς. Συγχρόνως δέ, ἐκτὸς τοῦ προσωπικοῦ τῶν δικαστῶν, ἀφηρέθησαν καὶ δύο ὑπογραμματεῖς, εἷς τοῦ Πρωτοδικείου καὶ εἷς τῆς Εἰσαγγελίας. Ὑπάρχουσιν ἐκθέσεις καὶ τοῦ Προέδρου καὶ τοῦ Εἰσαγγελέως, δι’ ὧν οὗτοι ἀναφέρουσιν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, ὅτι ἡ ἀφαίρεσις τῶν δύο αὐτῶν ὑπογραμματέων εἶναι ἐπιζήμιος εἰς τὴν ὑπηρεσίαν, διότι δὲν ἐπαρκοῦσιν οἱ ὑπολειφθέντες, καὶ μένει ἐκκρεμὴς πολλὴ ἐργασία. Παρακαλῶ λοιπὸν νὰ προστεθῇ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης ἡ διὰ τὴν μισθοδοσίαν τῶν δύο ὑπογραμματέων δαπάνη, ἡ ὁποία εἶναι ἀναξία λόγου. Παρατηρῶ δὲ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, ὅτι ἡ διὰ τὸ κατώτερον προσωπικὸν τοῦ Πρωτοδικείου Σπάρτης ἀναγραφομένη δαπάνη εἶναι μικροτέρα τῆς διὰ τὸ προσωπικὸν ἄλλων Πρωτοδικείων ἀναγραφομένης, ἐνῷ ταῦτα ἔχουσιν ὀλιγωτέραν ἐργασίαν. Μετὰ τοῦτο θὰ παρακαλέσω τὸν αὐτὸν ἀξιότιμον κύριον Ὑπουργόν, —ἀλλ’ ὡς Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν πλέον καὶ οὐχὶ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, — ὅπως ἱδρύσῃ Γεωργικὸν Σταθμὸν ἐν Λακεδαίμονι. Ἡ Λακεδαίμων εἶναι μία τῶν εὐφορωτέρων ἐπαρχιῶν τοῦ Κράτους, κατάφυτος, καὶ διὰ τοῦτο ἔχει πάντοτε ἀνάγκην τοιούτου σταθμοῦ καὶ γεωπόνου διαρκῶς μένοντος ἐν αὐτῇ. Πρὸ μικροῦ χρόνου ἠναγκάσθητε, τῇ αἰτήσει τῶν πολιτῶν καὶ τοῦ δημάρχου Σπαρτιατῶν, νὰ διατάξητε νὰ μεταβῇ ἐκεῖ ὁ διευθυντὴς τοῦ Γεωργικοῦ Σταθμοῦ Καλαμῶν πρὸς ἐξέτασιν ἀναφανείσης εἰς δένδρα νόσου. Οὗτος, μεταβὰς ἐκεῖ, ἀνεγνώρισε τὴν μεγίστην ἀνάγκην συστάσεως Γεωργικοῦ Σταθμοῦ πρὸς βελτίωσιν τῆς γεωργίας καὶ δενδροκομίας ἐν τόσον εὐφόρῳ καὶ γονίμῳ τόπῳ. Πρὸς τούτοις θὰ ὑποβάλω εἰς τὸν αὐτὸν ἀξιότιμον κ. Ὑπουργὸν καὶ τρίτην καὶ τελευταίαν παράκλησιν, ὅπως μεριμνήσῃ, ἐν τῷ μέλλοντι τουλάχιστον, — ἂν ἐξακολουθήσῃ νὰ διευθύνῃ τὸ Ὑπουργεῖον αὐτό, — περὶ τῆς ἀποξηράνσεως τοῦ ἐν τῷ δήμῳ Τρινάσου ἕλους καὶ περὶ τοῦ καθορισμοῦ τῆς κοίτης τοῦ Βασιλοποτάμου, τὰ ὕδατα τοῦ ὁποίου ἔχουσι κατακλύσει περὶ τὰς 30,000 στρέμματα εὐφορωτάτης γῆς. Ἡ ἀποξήρανσις τοῦ ἕλους αὐτοῦ εἶναι ἀναγκαία, οὐ μόνον πρὸς ὠφέλειαν τῶν πολιτῶν, ἀλλὰ καὶ τοῦ Δημοσίου. Ἡ δαπάνη σχετικῶς εἶναι μικρά, διότι ἀντὶ 200,000 ἢ 300,000 δραχμῶν, αἱ ὁποῖαι ἀπαιτοῦνται διὰ τὰ σωτήρια αὐτὰ ἔργα, θ’ ἀποδοθῶσιν εἰς τὴν καλλιέργειαν καὶ τὴν παραγωγὴν 30,000 στρέμματα εὐφορωτάτης, ὡς εἶπον, γῆς. Πλὴν δὲ τούτου καὶ οἱ τῶν πέριξ χωρίων κάτοικοι θ’ ἀπαλλαγῶσιν ἀπὸ τῶν ἑλειογενῶν πυρετῶν, ἐξ ὧν δεινῶς ἤδη πάσχουσιν ἕνεκα τοῦ μιάσματος τοῦ προερχομένου ἐκεῖθεν. Συνιστῶ λοιπὸν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ μεριμνήσῃ καὶ περὶ τούτου.
§105ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Ἐξακολούθησις τῆς γενικῆς συζητήσεως ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων τοῦ Κράτους τῆς χρήσεως τοῦ 1902. Ὁ κύριος Δηλιγιάννης ἔχει τὸν λόγον.
§106Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Χθὲς ἀγορεύων εἶχον προβῆ εἰς τὴν ἐξέτασιν τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν κατὰ τὰ ἔτη 1896, 1899, 1900, 1901 καὶ 1902, εἶχον δὲ περάνει τὰς παρατηρήσεις, ἃς εἶχον νὰ προβάλω εἰς τὴν Βουλὴν διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τῶν ταχυδρομείων, τῶν τηλεγραφείων καὶ τῶν τηλεφωνείων, καὶ εἶχον προβῆ καὶ εἰς τὰ τῆς γεωργίας, τῶν ὁποίων ὅμως τὴν μελέτην δὲν εἶχον τελειώσει χθές. Συνεχίζω λοιπὸν τὰς παρατηρήσεις, τὰς ὁποίας χθὲς διέκοψα. Ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1902 ἀνεῦρον ἀναγεγραμμένην πίστωσιν 20,000 δραχμῶν δι’ ἀγορὰν ἐπιβητόρων ἵππων, φορβάδων καὶ ἄλλων ζώων πρὸς ἀναπαραγωγὴν καὶ βελτίωσιν τῶν ἐγχωρίων. Τὸν σκοπὸν ὁμολογῶ ὀρθὸν, οὐδὲ ἀντιλέγω· ἀναγνωρίζω μάλιστα τὴν ἀνάγκην καὶ ἐνισχύω τὰς προσπαθείας ὑπὲρ αὐτοῦ. Μοὶ φαίνεται ὅμως, ὅτι, ὡς προβάλλεται εἰς τὴν Βουλὴν, προβάλλεται ἐν πλήρει ἀτελείᾳ. Τὰ χρήματα ἦσαν ἡ τελευταία ἀνάγκη, εἶναι τὸ τελευταῖον ἀπαιτούμενον, πρὸ τούτων δ’ ἔχομεν ἀνάγκην κανονισμοῦ τῶν ἐργασιῶν καὶ τοῦ τρόπου, δι’ ὧν θέλομεν ἐπιζητήσει τοῦ σκοποῦ τούτου τὴν πραγματοποίησιν. Διὰ τοῦτο ἡ αἴτησις πιστώσεως 20,000 δραχμῶν πρὸς ἀγορὰν φορβάδων, ἵππων ἐπιβητόρων καὶ ἄλλων ζώων πρὸς ἀναπαραγωγὴν καὶ βελτίωσιν τοῦ γένους ἔπρεπε νὰ συνοδευθῇ διὰ κανονισμῶν, κανονισμοῦ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν ἔπρεπε νὰ γίνηται ἡ ἀγορὰ τῶν ζώων, κανονισμοῦ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν θέλουσι συντηρεῖσθαι τὰ ἀγορασθησόμενα ζῷα, κανονισμοῦ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν θέλουσι διατίθεσθαι πρὸς τὸν σκοπὸν, δι’ ὃν ἀγοράζονται. Ἐὰν ἄνευ κανονισμοῦ τινος ὁ Ὑπουργὸς διαθέσῃ τὰ χρήματα ταῦτα μετὰ τοῦ σκοποῦ νὰ ἐκτελεσθῶσιν ἐκεῖνα, διὰ τὰ ὁποῖα τὰ χρήματα προορίζονται νὰ διατεθῶσι, βεβαίως δὲν θέλουσιν ἐκτελεσθῆ, καὶ οἱ ἐπιβήτορες, οἱ ὁποῖοι ἤθελον ἀγορασθῆ, θέλουσιν εἶσθαι ἀκατάλληλοι διὰ τὸν σκοπὸν, δι’ ὃν ἀγοράζονται, καὶ οἱ ἵπποι καὶ αἱ φορβάδες ἀμφιβάλλω ἂν θέλουσι συντηρεῖσθαι προσηκόντως, ἴσως θέλουσι καταντήσει ἀσθενικοὶ καὶ μετ’ ὀλίγον θάνωσιν ὑπὸ μάλεως, ἢ ἀπὸ ἄλλας νόσους, καὶ ἂν δὲν θάνωσιν, ἀμφιβάλλω ἂν θέλει ἐπιτευχθῆ ὁ σκοπός. Ἐνθυμοῦμαι, ὅτι ἤμην νεαρὸς ὑπάλληλος ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐσωτερικῶν, εἶχον δὲ ἀποσταλῆ μετὰ τοῦ Δημητρίου Βότσαρη, ἐγὼ μὲν νὰ ἐξετάσω τὰ τῆς Γεωργικῆς Σχολῆς Τίρυνθος, ἐκεῖνος δὲ τὰ τοῦ ἐκεῖ Ἱπποφορβείου. Ἐνθυμοῦμαι, ὅτι εὕρομεν ἐν τῷ Ἱπποφορβείῳ ἐπιβήτορας 24 χρόνων τὴν ἡλικίαν, πάντες δὲ, ὅσοι εἶχον ἀχρήστους ἵππους, ἐπώλουν αὐτοὺς εἰς τὴν Διοίκησιν διὰ νὰ χρησιμεύσωσιν ὡς ἐπιβήτορες. Δὲν εἶναι ἀπίθανον νὰ ἔχωμεν ἐπανάληψιν τοιούτων σκηνῶν. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι πρέπει ἡ πίστωσις νὰ μὴ ψηφισθῇ, ἢ νὰ μὴ γένηται χρῆσις ταύτης, ἂν μὴ προηγουμένως ἐκδοθῶσιν οἱ προσήκοντες κανονισμοί. Δὲν γνωρίζω, ἂν εἶναι δυνατὸν οἱ κανονισμοὶ οὗτοι νὰ ἐκδοθῶσι διὰ Β. Διατάγματος, ἀλλ’ ὑποθέτω, ὅτι τινὲς τῶν διατάξεων πρέπει πάντως νὰ ἦναι νομοθετικαί. Διὰ τοῦτο συνιστῶ εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ μὴ προβῇ εἰς τὴν διάθεσιν τῆς πιστώσεως, εἰμὴ ἀφοῦ προηγουμένως ἐξασφαλίσῃ διὰ κανονισμῶν, νομίμως ἐκδιδομένων, καὶ διὰ διατάξεων καταλλήλων, παρεχουσῶν πᾶσαν ἐγγύησιν πρῶτον διὰ τὴν ἐπιτυχῆ ἀγορὰν ζώων, ἐχόντων τὰς ἰδιότητας, διὰ τὰς ὁποίας ἀγοράζονται, δεύτερον διὰ τὴν προσήκουσαν συντήρησιν αὐτῶν, καὶ τρίτον διὰ τὴν σκόπιμον διάθεσιν τῶν ζώων τούτων. Ὀφείλω δὲ, ἐν σχέσει πρὸς τὴν ὑπόθεσιν ταύτην, νὰ ἀναμνήσω, ὅτι πρό τινος εἶχον διατυπώσει ἐπερώτησιν πρὸς τὸν Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, σκοποῦσαν νὰ καταγγείλῃ τὴν ἀκηδίαν ἢ τὴν μεγίστην ἀμέλειαν τῶν διαχειριζομένων τὰ κοινὰ, καὶ μάλιστα ἐν ταῖς τελευταίαις τάξεσι τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων ἢ ὑπηρετῶν, ἀκηδίαν, ἡ ὁποία κατεδηλώθη ἐν τῷ στρατῷ. Ἐπέσκηψεν ἐν τοῖς στρατιωτικοῖς σταύλοις καὶ ταῖς φάτναις νόσος μολυσματική, ἡ μάλις, οὐδεὶς δ’ ἐφρόντισε περὶ διασώσεως τῶν ἐν τοῖς σταύλοις τοῦ στρατοῦ ζώων, οὔτε ὅπως ἀπομακρύνωσιν αὐτὰ ἀπὸ τὰς φάτνας, οὔτε ὅπως ἀπολυμάνωσι τὰς φάτνας, οὔτε ἄλλη τις φροντὶς ἐλήφθη. Ἀπέθανον, καθ’ ἃ μοὶ εἶπον, τριακόσιοι ἵπποι, πάντων ἀδιαφορούντων διὰ τὴν ζημίαν. Ταῦτα μοὶ εἶπεν ἀνώτερος ἀξιωματικός, οὐδὲ δύναμαι ν’ ἀμφιβάλλω, ὅτι ταῦτά εἰσιν ἀληθῆ καὶ ἀκριβῆ, διότι ὁ εἰπών μοι αὐτὰ ἀνώτερος ἀξιωματικὸς γνωρίζει τὰ πράγματα, μόλις δὲ κατὰ μῆνα Σεπτέμβριον εἴδομεν ν’ ἀπομακρυνθῶσι τῶν μεμολυσμένων σταύλων οἱ σωζόμενοι ἵπποι, καὶ ν’ ἀποσταλῶσιν εἰς Κηφισιάν. Τάχα δὲν θέλει συμβῆ παραπλήσιόν τι κατὰ τὴν συντήρησιν τῶν ἵππων, τῶν ἐπιβητόρων καὶ τῶν φορβάδων, τοὺς ὁποίους θέλομεν ἀγοράσει; Μεταξὺ τῶν πιστώσεων, αἱ ὁποῖαι ζητοῦνται διὰ τὴν γεωργίαν, εἶναι καὶ ἡ πίστωσις 4000 δραχμῶν πρὸς συνδρομὴν κτηματικῶν Συλλόγων καὶ Γεωργικῶν Συνδέσμων ἢ ἑνώσεων, ἀνὰ δραχμὰς 1000 εἰς ἕκαστον, καὶ 3000 πρὸς συνδρομὴν τοῦ ἀγροκηπίου τοῦ Τεγεατικοῦ Συνδέσμου, καὶ 25,000 δρ. πρὸς συνδρομὴν τῆς Γεωργικῆς Ἑταιρείας. Συνδρομαὶ παρέχονται ὑπὸ τοῦ Δημοσίου εἰς Ἑταιρείας καὶ Συλλόγους, οἱ ὁποῖοι ἐκπληροῦσιν ἔργα, τὰ ὁποῖα ὤφειλε μὲν τὸ Κράτος νὰ ἐκπληρώσῃ, ἀλλὰ δὲν ἐκπληροῖ, εἴτε διότι δὲν ἐπαρκεῖ, εἴτε διότι δὲν ἔχει ἀρκοῦντα τὰ μέσα. Π. χ. ἀναγράφεται πίστωσις 30,000 δραχ. διὰ τὴν Φιλεκπαιδευτικὴν Ἑταιρείαν, ἵνα αὕτη συντηρῇ Διδασκαλεῖα θηλέων ἐν Λαρίσῃ, Κερκύρᾳ, Πάτραις καὶ Ἀθήναις, ὅπως ἐν αὐτοῖς ἐκπαιδεύωνται καὶ παρασκευάζωνται διδασκάλισσαι. Ἄν τὸ Κράτος συνίστα καὶ συνετήρει τοιαῦτα διδακτήρια, τοιαύτας Σχολὰς (écoles normales), ἤθελε δαπανᾷ πολλῷ περισσότερα, καὶ περισσότερα βεβαίως καὶ τῶν νῦν δαπανωμένων ὑπὸ τῆς Φιλεκπαιδευτικῆς Ἑταιρείας. Ἐπειδὴ δὲ ἡ Φιλεκπαιδευτικὴ Ἑταιρεία ἠδύνατο νὰ καταρτίσῃ τοιαῦτα Διδασκαλεῖα ἐν τοῖς ἐκπαιδευτηρίοις αὐτῆς καὶ μετὰ δαπάνης ὀλιγωτέρας, καὶ μετὰ διοικήσεως καὶ ἐπιτηρήσεως πληρεστέρας, ἡ Κυβέρνησις ἀνέθηκεν εἰς αὐτὴν τὸ ἔργον, χορηγοῦσα αὐτῇ 30,000 δραχμάς, ὅπως συνδράμῃ αὐτὴν εἰς τὰς δαπάνας, ἃς ἕνεκα τοῦ ἔργου τούτου ἀνέλαβεν, ἀφοῦ τὸ Κράτος δὲν εἶναι εἰς κατάστασιν νὰ ἐκτελέσῃ ἢ δὲν ἐπαρκεῖ εἰς αὐτό. Ἡ συνδρομὴ αὕτη ἐξακολουθεῖ ἐπὶ πολλὰ ἤδη ἔτη, κατὰ τὰ ὁποῖα ἡ Φιλεκπαιδευτικὴ Ἑταιρεία ἔχει ἱδρύσει καὶ συντηρεῖ τὰ Διδασκαλεῖα ταῦτα, καὶ ἐν αὐτοῖς παρασκευάζονται αἱ διδασκάλισσαι. Ὡσαύτως δίδοται συνδρομὴ εἰς τὸν Σύλλογον «Παρνασσὸν» κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη, καὶ ἐν τῷ ἐφετεινῷ Προϋπολογισμῷ περιελήφθη τοιαύτη πίστωσις ἐκ δρ. 2,000· ἀλλὰ οὐ δίδοται, διότι ὤφειλε τὸ Κράτος νὰ συντρέξῃ τὸν Σύλλογον πρὸς τὴν διατήρησιν τῶν Σχολῶν τῶν ἀπόρων παίδων. Ἡ φροντὶς περὶ τῆς μορφώσεως καὶ τῆς ἀνατροφῆς τῶν ἀπόρων παίδων, ἤτοι ἡ παρασκευή, ἡ ἐκπαίδευσις, ἡ μόρφωσις καὶ ἠθικοποίησις αὐτῶν, τυγχάνει ἔργον ἁρμόζον εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὡς ἔργον διοικήσεως, διότι οὕτως ἡ διοίκησις δὲν ἐγκαταλιμπάνει τοὺς νεανίσκους τούτους, οἵτινες ἄνευ τῆς τοιαύτης προνοίας ἤθελον μεταποιηθῆ εἰς κακοποιὰ στοιχεῖα, εἰς ἄνδρας ἀνηθίκους, μὴ χρηστούς, οἱ ὁποῖοι καθίστανται ἐχθροὶ τῆς κοινωνίας. Ἐν Ἀθήναις μάλιστα πρὸ καιροῦ ἡ ἀνάγκη τοιαύτης προνοίας εἶχε κατασταθῆ λίαν αἰσθητὴ, διότι, πρὶν ἢ ὁ Σύλλογος «Παρνασσὸς» συστήσῃ τὰς Σχολὰς ταύτας, οἱ παῖδες οὗτοι παρεσκευάζοντο οὐχὶ πολῖται χρήσιμοι, ἀλλ’ οἱ πλεῖστοι στοιχεῖα ἐπικίνδυνα. Ὅτε διετέλουν τμηματάρχης τῆς δημοσίας ἀσφαλείας καὶ ἔπειτα γενικὸς γραμματεύς, οἱ ἄστεγοι παῖδες ἦσαν οἱ πλεῖστοι ἐργάται πάσης κακίας, ἡ δὲ Διοίκησις προσεπάθει νὰ κατορθώσῃ νὰ τοὺς συγκρατήσῃ, ἀλλὰ πᾶσαι αἱ πρὸς τοῦτο ἀπόπειραι αὐτῆς εἶχον ἀποτύχει· οὐδ’ ὁ Ναύσταθμος, εἰς ὃν ἐτοποθέτησεν αὐτοὺς, ἵνα χρησιμεύσωσιν ὡς ναυτόπαιδες, οὐδ’ ὁ στρατὸς, ἐν ᾧ ἠδύναντο νὰ χρησιμεύσωσιν ὡς παῖδες τοῦ στρατοῦ, οὐδὲν τέλος ἐκ τῶν ληφθέντων τότε ὑπὲρ αὐτῶν μέτρων ἐπέτυχεν, οὗτοι δ’ ἐξηκολούθουν νὰ ἦναι ἐργάται πάσης πονηρίας. Ἐστεγάζοντο ἔν τινι ὑπογείῳ οἰκίας τινὸς κειμένης εἰς τὴν πλατεῖαν τῆς ἀγορᾶς, ἔνθα ἦτο ἄλλοτε τὸ Ὡρολόγιον, τῇ οἰκίᾳ τοῦ μακαρίτου Σοφιανοπούλου, καὶ ἦσαν τὰ κακοποιὰ στοιχεῖα τῆς κοινωνίας τῶν Ἀθηνῶν. Ὁ «Παρνασσὸς» παρέσχε μεγάλην ὑπηρεσίαν διὰ τῆς ἱδρύσεως τῶν Σχολῶν τῶν ἀπόρων παίδων, ἔκτοτε δ’ ἐξ αὐτῶν ἐξέρχονται πολῖται χρηστοί, ὑγιεῖς καὶ χρήσιμοι εἰς τὴν κοινωνίαν.
§107Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Δίδονται 4,000 δραχμαὶ ἐκ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους.
§108Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Καὶ πέντε χιλιάδας ἂν δώσητε, μικρὰ εἶναι ἡ συνδρομὴ, διότι πρέπει νὰ εὐρυνθῶσιν αἱ ἐργασίαι του, διὰ νὰ παρέχωσι πληρέστερα ἀποτελέσματα. Συνδρομὴν τοιαύτην ἐννοῶ, ἀλλὰ συνδρομὴν εἰς Γεωργικὴν Ἑταιρείαν, ἡ ὁποία ἐπηγγέλθη νὰ ἐκτελέσῃ ἔργα, τὰ ὁποῖα ἐκτελεῖ ἤδη ἡ Διοίκησις διὰ δημοσίων ὀργάνων ἐπιστήμης καὶ διοικήσεως, δαπανῶσα μάλιστα κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη μεγάλα ποσὰ, κατὰ τὰ ἑπόμενα δὲ πιθανῶς πολὺ μεγαλείτερα, συνδρομὴν τοιαύτην δὲν στέργω· πρῶτον, διότι διδόντες εἰς τὴν Γεωργικὴν Ἑταιρείαν 25,000 δραχ. ἀφαιροῦμεν ἀπὸ τὴν Διοίκησιν αὐτὰς, ἤτοι τὰ μέσα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἤθελε διαθέσει ὑπὲρ τῆς γεωργίας διὰ τῶν ἰδίων ὑπαλλήλων τοῦ Κράτους καὶ ὑπὸ τὰς ἐγγυήσεις τοῦ νόμου περὶ δημοσίου λογιστικοῦ, ἐγγυήσεις, αἵτινες παρέχουσι τὴν πιθανότητα περὶ χρηστῆς διοικήσεως καὶ πιστῆς διαχειρίσεως τῶν χρημάτων. Ἡ Γεωργικὴ Ἑταιρεία εἶναι ἰδιωτικὴ ἑταιρεία, ἡ ὁποία δὲν ἐκπληροῖ ἔργα μὴ ἐκτελούμενα ὑπὸ τοῦ Κράτους, ἀλλὰ προσέρχεται ἐπίκουρος εἰς τὸ Κράτος. Ἐπειδὴ δὲ τὸ Κράτος ἔχει ἰδίαν ὑπηρεσίαν ὑπὲρ τῆς γεωργίας καὶ δαπανᾷ δι’ αὐτὴν, ἡ ἰδιωτικὴ ἐπιχείρησις, ἥτις προσῆλθεν ἐπίκουρος εἰς τὴν ἐπίσημον Διοίκησιν, ἔμελλεν αὐτὴ νὰ δαπανᾷ διὰ τὰ ἔργα αὐτῆς, ὅπως ἦναι ὄντως ἐπίκουρος πρὸς τὸ Κράτος· ἀλλ’ αὕτη, ἀντὶ νὰ προσέρχηται ἐπίκουρος εἰς τὰς ἐργασίας τοῦ Κράτους, νὰ ζητῇ παρὰ τοῦ Κράτους ἐπικουρίαν, τὸ πρᾶγμα εἶναι ἀστεῖον, ἂν δὲν ἦναι ἀκατανόητον. Τοιαύτη δὲ ἐπικουρία ἔχει δύο ἐλαττώματα· πρῶτον, διότι ἐλαττώνει τὰ μέσα, τὰ ὁποῖα τὸ Κράτος δύναται νὰ διαθέσῃ, ἐκπληροῦν τὸ καθῆκον, τὸ ὁποῖον ἔχει ἡ Διοίκησις νὰ μεριμνᾷ ὑπὲρ τῆς γεωργίας καὶ τῆς ἀναπτύξεως τῆς ἐθνικῆς παραγωγῆς, καὶ νὰ ἐνισχύῃ αὐτήν· δεύτερον, διότι τὰ χρήματα ταῦτα δίδονται εἰς ἑταιρείαν, ἥτις διαθέτει αὐτὰ κατ’ ἰδίαν βούλησιν, ἄνευ οὐδεμιᾶς ἐγγυήσεως, ὁποίαν παρέχει ἡ ἐκτέλεσις τῶν διατάξεων τοῦ νόμου περὶ δημοσίου λογιστικοῦ. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ἡ Γεωργικὴ Ἑταιρεία διατελεῖ ὑπὸ τὴν προεδρίαν τῆς Α. Μ. τοῦ Βασιλέως. Τὸ Βασιλικὸν ὄνομα, τὸ Στέμμα τῆς πατρίδος περιβάλλει δι’ αἴγλης αὐτὴν, καὶ ἑλκύει ἐπὶ τὴν Ἑταιρείαν τὰ βλέμματα τῶν πολιτῶν Ἑλλήνων καὶ τῶν μὴ πολιτῶν, ἕνεκα τούτου δὲ πολλοί εἰσιν οἱ εἰσφέροντες εἰς αὐτὴν, καὶ παρέχοντες αὐτῇ τὰ μέσα νὰ πράττῃ ὅ,τι δύναται. Ἀλλ’ ὁ Βασιλεὺς δὲν εἶναι ὁ διοικητὴς τῆς Ἑταιρείας, οὔτε ὁ διαχειριστὴς τῶν χρημάτων αὐτῆς, οὐδ’ ὁ ἐκτελεστής τῶν ἀποφάσεων αὐτῆς. Ὑπάρχει Διοικητικὸν Συμβούλιον, ὅπερ συνέρχεται δὶς ἢ τρὶς ἢ τετράκις τοῦ ἔτους, ἢ καὶ κατὰ πᾶν δίμηνον, τοῦτο δὲ εἰσηγεῖται εἰς τὸν Βασιλέα γνώμας, ἃς ὑποβάλλει εἰς τὴν ἔγκρισιν αὐτοῦ. Ἀλλὰ ποῖος ἐκτελεῖ τὰ ἔργα τῆς Ἑταιρείας; Ποῖος διαχειρίζεται τὰ χρήματα, ἢ ἐκτελεῖ τὰς ἀποφάσεις τοῦ Συμβουλίου ἢ τὰ σχέδια, τὰ ὁποῖα προβάλλονται εἰς αὐτό; Πιθανῶς ὑπάλληλός τις τοῦ Κράτους, ἀλλὰ βεβαίως ἄνευ ἐπιτηρήσεώς τινος, ἄνευ ἐπιβλέψεως. Διὰ τοὺς λόγους τούτους δὲν πρέπει νὰ ἀναγράφηται πίστωσις πρὸς συνδρομὴν τῆς Γεωργικῆς Ἑταιρείας· ἀλλὰ καὶ δι’ ἄλλον λόγον, διότι, ὅταν τὸ Κράτος δὲν ἐπαρκῇ ἢ δὲν ἔχῃ τὰ μέσα ἢ τὴν ἱκανότητα νὰ ἐκτελέσῃ ἓν τῶν καθηκόντων του, ἀναλαμβάνῃ δὲ τὴν ἐκπλήρωσιν αὐτοῦ ἰδιωτική τις ἐπιχείρησις, αὕτη βεβαίως προσφέρει ὑπηρεσίαν εἰς τὸ Κράτος, ἀλλ’ ὅταν τὸ Κράτος δύναται νὰ ἐκτελῇ τὸ καθῆκον τοῦτο, δύναται νὰ διαχειρίζηται τὴν ὑπηρεσίαν, ἡ ὁποία συντελεῖ εἰς ἐκπλήρωσιν τοῦ καθήκοντος αὐτοῦ, τότε δὲν ἐπιτρέπεται εἰς τὴν ἰδιωτικὴν ἐπιχείρησιν, ἐπὶ τῷ λόγῳ ὅτι προσέρχονται καὶ αὐτοὶ οἱ ἀποτελοῦντες αὐτὴν ἐπίκουροι, ἵνα βοηθήσωσι τὸ Κράτος εἰς ἐκπλήρωσιν τοῦ καθήκοντος αὐτοῦ, νὰ ἀφαιρῶσιν ἀπὸ τὸ Κράτος τὰ μέσα, τὰ ὁποῖα δύναται νὰ διαθέσῃ διὰ νὰ ἐκπληρώσῃ δι’ αὐτῶν τὸ καθῆκόν του. Τοιοῦτον σύστημα, ἐφαρμοζόμενον εὐρύτερον καὶ ὑπερβολικώτερον, δύναται ν’ ἀπορροφήσῃ ἀπὸ τὴν δημοσίαν διοίκησιν πάντα τὰ ἔργα αὐτῆς, νὰ ἀναλάβωσι δὲ τὴν διεξαγωγὴν αὐτῶν ἑταιρεῖαι, αἵτινες δὲν συνδέονται μετὰ τῆς Πολιτείας δι’ εὐθύνης εἴτε συνταγματικῆς, εἴτε πολιτικῆς· οὕτω δὲ ἡ ἐπικράτεια θέλει διοικεῖσθαι ἀνευθύνως, διότι ἐκλείπει οὕτω πλέον ἡ εὐθύνη, τὴν ὁποίαν ἐν τῷ Κράτει ἔχουσιν οἱ λειτουργοί, οἱ διαχειριζόμενοι τοὺς διαφόρους κλάδους τῆς διοικήσεως, καὶ ἑπομένως καὶ τὰ δι’ ἕκαστον τῶν κλάδων τούτων δαπανώμενα χρήματα. Διατὶ τάχα δὲν εἶναι δυνατὸν τὸ ἐπὶ ἑνὸς γιγνόμενον νὰ γένηται ἐπὶ πάντων; Ὡς τὸ δημόσιον ταμεῖον θέλει δίδει χρήματα τοῦ Δημοσίου εἰς τὴν Γεωργικὴν Ἑταιρείαν, διότι τὰ μέλη αὐτῆς ἀπεφάσισαν νὰ σκεφθῶσι περὶ γεωργίας, βοηθοῦντα κατὰ τοῦτο τὴν Διοίκησιν, διατὶ θὰ ἀρνηθῇ νὰ δώσῃ ὡσαύτως χρήματα εἰς ἄλλην ἑταιρείαν τῆς δημοσίας ἀσφαλείας, ἥτις καὶ αὕτη ἤθελεν ἐπιθυμήσει νὰ ἐργασθῇ ὑπὲρ τῆς δημοσίας ἀσφαλείας, ἵνα συνδράμῃ οὕτω τὴν Διοίκησιν; Λοιπὸν ἕκαστος κλάδος τῆς Διοικήσεως δύναται νὰ περιέλθῃ εἰς χεῖρας ἑταιρείας, ἀφαιρούσης ἀπὸ τὸ Κράτος τὰ χρήματα, τὰ ὁποῖα εἶναι εἰς αὐτὸ ἀναγκαῖα διὰ νὰ διεξάγῃ τοὺς κλάδους τούτους τῆς Διοικήσεως. Οὕτως ὀλίγον κατ’ ὀλίγον, ἀντὶ τῶν ὑπευθύνων Ὑπουργῶν, θέλομεν ἔχει ἀνευθύνους ἑταιρείας, ὑπὸ τὴν προεδρίαν πάντοτε τοῦ Βασιλέως, ὅστις θέλει δανείζειν τὴν αἴγλην τοῦ Στέμματος εἰς τὰς ἑταιρείας, ἀλλ’ αὗται οὐδεμίαν θέλουσιν ὑπέχει εὐθύνην ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Διὰ τοῦτο ἐνίσταμαι κατὰ τῆς πιστώσεως ταύτης. Ἄν ὅμως ἡ Βουλὴ ἤθελεν ἐπιψηφίσει αὐτὴν, συμβῇ δὲ νὰ μὴ ἦναι ἐν τῇ ἀρχῇ οἱ ἐνεστῶτες Ὑπουργοὶ, ἢ οἱ προκάτοχοι αὐτῶν, ἀλλ’ ἄλλοι, κρίνοντες τὰ πράγματα ὡς ἔκρινα ἐγὼ αὐτὰ πρὸ μικροῦ, βεβαίως ὀφείλουσι νὰ φροντίσωσι νὰ ζητηθῇ λογοδοσία ἀπὸ τοὺς διαχειρισθησομένους τῆς πιστώσεως ταύτης τὰ χρήματα, διὰ νὰ ἐξακριβωθῇ, ἐὰν τὰ χρήματα ταῦτα τοῦ δημοσίου ταμείου εἶχον διατεθῆ προσηκόντως καὶ σκοπίμως. Ἐξήντλησα ἤδη τὰς περὶ τῶν πιστώσεων τῶν ζητουμένων ὑπὲρ τῆς γεωργίας παρατηρήσεις μου, μεταβαίνω δὲ εἰς τὰς πιστώσεις τὰς ζητουμένας ὑπὲρ τῆς ἀστυνομικῆς ὑπηρεσίας. Ὡς ἔλεγον πρὸς τὴν Βουλὴν, ἐδαπανήθησαν κατὰ τὸ 1896 διὰ τὴν ἀστυνομικὴν ὑπηρεσίαν δρ. 2,593,785.13, ἤτοι 509,944.57 διὰ τὰ ἔξοδα τῆς ὑπηρεσίας τῆς ἀστυνομίας ἐν τοῖς δήμοις Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς, καὶ δραχμαὶ 2,083,840.56 διὰ τὰ ἔξοδα τῆς ἀστυνομίας ἐν τοῖς ἄλλοις δήμοις τοῦ Κράτους· ἀλλὰ προϋπελογίσθησαν διὰ τὸ ἔτος 1901 δραχμαὶ 4,471,860 διὰ τὰ ἔξοδα τῆς ἀστυνομίας καθ’ ὅλον τὸ Κράτος. Ὁ προσωρινὸς ἀπολογισμὸς τοῦ 1899 καὶ ὁ τοῦ 1900 ἐδημοσιεύθησαν, ἀλλ’ οὗτοι δὲν ἀναγράφουσι τὰς δαπάνας κατ’ ἄρθρον καὶ κεφάλαιον, ἑπομένως δὲν δύναμαι νὰ συναγάγω ἐκ τούτων τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ἐδαπανήθη καθ’ ἑκάτερον τῶν εἰρημένων ἐτῶν, οὐδὲ τὰ δαπανηθέντα κατὰ τὸ 1901, τοῦ ὁποίου δὲν ἔκλεισεν ἔτι ἡ χρῆσις. Διὰ ταῦτο περιορίζω τὰς παρατηρήσεις μου ἐπὶ τῶν ποσῶν τῶν ἀναγεγραμμένων ἐν τοῖς Προυπολογισμοῖς. Κατὰ τὸ ἔτος 1901 προϋπελογίσθη δαπάνη 4,471,860 δραχμῶν, κατὰ τὸ 1902 ὅμως ἀνεγράφη πίστωσις μικροτέρα, ἤτοι 3,267,704 δραχμαὶ, οὕτω δὲ διαφέρει τὸ ποσὸν τὸ προϋπολογιζόμενον διὰ τὸ 1902 πρὸς τὸ ποσὸν τῶν 4,471,860, τὸ προϋπολογισθὲν διὰ τὸ 1901, κατὰ δραχμὰς 1,204,156. Ἀλλὰ διατὶ ἐζητήθησαν διὰ τὸ 1902 πιστώσεις ὀλιγώτεραι κατὰ τόσον ποσόν; Τάχα λόγῳ οἰκονομίας; ἢ λόγῳ τοὐλάχιστον φειδοῦς κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν; Οὐδὲν τοιοῦτον, ἀλλὰ κατὰ τὸ 1900 καὶ κατὰ τὸ 1901 τὸ Ὑπουργεῖον εἴτε πράγματι ἤλπιζεν, εἴτε παρέστησεν ὅτι ἤλπιζεν, ὅτι ἐσκόπει νὰ προβῇ εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ νέου νόμου περὶ διοικητικῆς ἀστυνομίας, ὅστις ὑπ’ αὐτοῦ ἐπροτάθη εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ τῇ εἰσηγήσει αὐτοῦ ἐκυρώθη ὑπὸ τοῦ Βασιλέως, γενόμενος νόμος τοῦ Κράτους· δὲν εἶναι ὅμως γνωστὸν, διατὶ τὸ Ὑπουργεῖον μετὰ δύο ἔτη, καθ’ ἑκάτερον τῶν ὁποίων ἐζήτει καὶ ἐλάμβανε πίστωσιν ἀρκοῦσαν πρὸς ἐκτέλεσιν τοῦ νέου νόμου, καὶ ἑπομένως ἐδήλου ἀπόφασιν θετικὴν νὰ προβῇ εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ νόμου, διατὶ μετὰ δύο ἔτη ἐγκατέλιπε τὴν ἰδέαν νὰ ἐφαρμόσῃ τὸν νέον νόμον περὶ τῆς διοικητικῆς ἀστυνομίας, ἑπομένως ἐγκατέλιπε τὸν νέον νόμον, καὶ ἐπανῆλθεν εἰς τὸ σύστημα τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας, τὸ ὁποῖον εἶχεν ἐγκατασταθῆ κατὰ τὰ ἔτη 1893 καὶ 1894, καὶ τὸ ὁποῖον ἐξακολουθεῖ μέχρι τοῦδε λειτουργοῦν. Τάχα περιῆλθεν εἰς δυσκολίας ἕνεκα τῆς πληθώρας τῶν ὑποψηφίων, τῶν προβαλλόντων ἑαυτοὺς, ἵνα χρησιμεύσωσιν εἰς θέσεις ἀστυνόμων, ἢ ὑπαστυνόμων; — διότι διὰ τοὺς ἀνωτέρους βαθμοὺς, καὶ ἰδίως διὰ τὴν θέσιν τοῦ Γενικοῦ Διευθυντοῦ τῆς Ἀστυνομίας, καθ’ ἃ αἱ ἐφημερίδες ἐδημοσίευον, εἶχεν εὑρεθῆ ὁ ἐνδεδειγμένος, ὁ ὁποῖος εἶχεν ἀποφασισθῆ ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου, ὡς τοὐλάχιστον ἐφημίζετο. — Δὲν ἠδυνήθην λοιπὸν νὰ ἐννοήσω, διατὶ ἐγκατελείφθη τὸ σύστημα τὸ ἀστυνομικὸν, τὸ ὁποῖον ἐψηφίσθη ὑπὸ τῆς Βουλῆς, τῇ προτάσει τοῦ Ὑπουργείου, καὶ ἐψηφίσθη μάλιστα κατὰ τρόπον πρωτοφανῆ εἰς τὰ Κοινοβούλια, ὅστις ὅμως καθίστα καταφανὲς, ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον εἶχε τὴν ἐπιθυμίαν νὰ ἀποφύγῃ τὰς ἀντιρρήσεις τῆς ἐν τῇ Βουλῇ Ἀντιπολιτεύσεως, ἐψηφίσθη δὲ τὸ νομοσχέδιον ἐν μεσονυκτίαις ὥραις, ὅτε τὰ πλεῖστα μέλη τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἦσαν ἀπόντα. Μετὰ τοιαύτην λοιπὸν σπουδὴν νὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον καὶ νὰ κυρωθῇ ὁ νόμος, κατεστάθη κατάδηλον, ὅτι ἤθελεν ἐκτελεσθῆ ὁ νόμος, ὅπερ ἐπεβεβαίωσαν καὶ δύο ἐτῶν Προϋπολογισμοί, ἀναγράφοντες πάσας τὰς διὰ τὴν ἐκτέλεσιν αὐτοῦ ἀπαιτουμένας δαπάνας. Καὶ ὅμως ὁ νόμος ἐγκατελείφθη. Εὑρίσκομαι ἀληθῶς ἐν ἀπορίᾳ διὰ τὴν αἰτίαν τῆς ἐγκαταλείψεως τοῦ νόμου. Εἶπον, ὅτι τοῦτο δὲν ἐγένετο ἐξ ἐπιθυμίας περιορισμοῦ τῶν δαπανῶν, διότι ἡ διαφορὰ μεταξὺ τῶν 4,471,860, τῆς πιστώσεως, ἥτις εἶχεν ἀναγραφῆ εἰς τοὺς Προϋπολογισμοὺς τῶν ἐτῶν 1900 καὶ 1901, πρὸς τὸ ποσὸν τὸ ζητούμενον διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1902 τῶν 3,267,704, συνίσταται εἰς 1,204,156 μόνον· τίς δὲ δύναται νὰ πιστεύσῃ, ὅτι διὰ νὰ οἰκονομήσωσι τὸ ποσὸν τοῦτο ἐγκατέλιπον τὸ περιλάλητον νομοθέτημα αὑτῶν; Ἐπὶ ζητήματος μάλιστα, τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ εἰς τὴν τάξιν καὶ τὴν ἀσφάλειαν ἐν τῇ ἐπικρατείᾳ, ἡ φειδὼ δύναται νὰ ἔχῃ χώραν; Ἐὰν οἱ Ὑπουργοί, οἱ προκαλέσαντες τὸν νόμον καὶ ἐκδόντες αὐτὸν, ἦσαν πεπεισμένοι, ὅτι διὰ τοῦ συστήματος, τὸ ὁποῖον ἐνομοθέτουν, ἤθελον ἐξασφαλίσει τὴν τάξιν καὶ τὴν ἀσφάλειαν εἰς τὸ Κράτος, μοὶ φαίνεται ἀληθῶς ἀδικαιολόγητος ἡ τοιαύτη φειδὼ αὐτῶν, ἕνεκα τῆς ὁποίας ἐγκαταλιμπάνουσι πάλιν τὴν χώραν εἰς τὴν διάκρισιν τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας, κατὰ τῆς ὁποίας τοσαῦτα ἐλέχθησαν καὶ τοσαῦτα ἠκούσθησαν, ἀλλὰ καὶ τοσαῦτα ὑπ’ αὐτῆς ἐπράχθησαν, ἐνῷ αὐτοὶ ἀνεβίβασαν οὐχὶ μόνον τὰ ἔξοδα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν κατὰ τὸ 1902 εἰς δραχ. 3,050,491.87, ἤτοι ὑπὲρ τὰ δαπανηθέντα τὸ 1896 κατὰ δρ. 854,918.92, ἀλλὰ καὶ αὐτὰ τὰ ἔξοδα τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν τὸ 1900 κατὰ 4,141,310 ὑπὲρ τὰ δαπανηθέντα κατὰ τὸ 1896. Καὶ κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν αὐτὴν τοῦ λειτουργοῦντος συστήματος τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας ἡ φειδὼ δὲν διέκρινε τοὺς Ὑπουργοὺς, οἵτινες οὐδεμίαν τῶν ἀναγκῶν τῆς ἀστυνομικῆς ὑπηρεσίας ἀφῆκαν, δι’ ἣν δὲν ηὔξησαν τὴν δι’ αὐτὴν ζητουμένην πίστωσιν. Δι’ ἐνοίκια τῶν ἀστυνομικῶν καταστημάτων Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς δρ. 34,353.40 ἐδαπανήθησαν κατὰ τὸ 1896, ἀλλ’ 62,000 ἐζητήθησαν διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1902· διὰ τὴν κίνησιν τῶν ἀστυνομικῶν ὀργάνων ἐν Ἀθήναις καὶ Πειραιεῖ καὶ τὰς ἐκτάκτους ἀνάγκας αὐτῶν 3,000 δραχ. ἐζητοῦντο διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1896, ἀλλὰ διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1902 ζητοῦνται 20,000· 11,577.90 ἐδαπανήθησαν κατὰ τὸ 1896 δι’ ἀποζημιώσεις ἀστυνόμων Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς, διὰ τὸ 1902 ζητοῦνται δρ. 14,880. Κατὰ τὸ 1896 ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ τῆς ἀστυνομίας Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς καὶ ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ τῶν ἄλλων ἐν τῇ ἐπικρατείᾳ ἀστυνομιῶν ὑπῆρχον ἐνωμοτάρχαι, ὑπενωμοτάρχαι καὶ ἀστυφύλακες 2102, ἀλλὰ κατὰ τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1902 τυγχάνουσιν ὑπηρετοῦντες 2257, ἤτοι 155 περισσότεροι· καὶ ἐνῷ τότε ἐδαπανήθησαν δι’ ἀντιμισθίαν αὐτῶν δρ. 1,417,562.23, ζητοῦνται διὰ τοῦ ἐφετεινοῦ Προϋπολογισμοῦ δραχ. 1,838,400, ἤτοι ὑπὲρ τὰ δαπανηθέντα τὸ 1896 δραχμαὶ 420,837.77. Προσέτι 68,220.32 ἐδαπανήθησαν κατὰ τὸ 1896 διὰ διάφορα ἔξοδα τῶν ἀστυνομιῶν τῆς ἐπικρατείας, ἀλλ’ 100,000 ζητοῦνται διὰ τὸ 1902· καὶ δραχ. 12,817.88 ἐδαπανήθησαν τὸ 1896 διὰ διάφορα ἔξοδα τῶν ἐν Ἀθήναις καὶ Πειραιεῖ ἀστυνόμων, ἀλλ’ ἐφέτος ζητοῦνται 32,400. Λοιπὸν ἡ οἰκονομία, ἡ φειδὼ δὲν ἐκράτησεν οὐδὲ κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ λειτουργοῦντος ἔτι νόμου περὶ στρατιωτικῆς ἀστυνομίας· ἡ φειδὼ λοιπὸν ἠδύνατο νὰ παρακωλύσῃ τώρα τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νέου ἀστυνομικοῦ συστήματος, τὸ ὁποῖον κατὰ τοὺς Ὑπουργοὺς ἦτο τὸ μόνον κατάλληλον διὰ τὴν τήρησιν τῆς τάξεως; Δὲν γνωρίζω ποία εἶναι ἡ γνώμη, ἡ ὁποία ἐκράτησεν εἰς τοὺς Ὑπουργοὺς, οἱ ὁποῖοι κατέλιπον τὴν ἀρχὴν κατὰ τὸν Νοέμβριον τοῦ ἔτους 1901, ἢ ποία γνώμη κρατεῖ παρὰ τοῖς Ὑπουργοῖς, οἱ ὁποῖοι διαχειρίζονται σήμερον τὴν δημοσίαν ἀρχήν. Ἀλλ’ ἐγὼ γνωρίζω, ὅτι ἡ ἀστυνομία διαιρεῖται εἰς δύο κατηγορίας, εἰς ἀστυνομίαν τοπικὴν καὶ εἰς ἀστυνομίαν γενικήν. Ἡ γενικὴ ἀστυνομία ἀνήκει εἰς τὸ Κράτος, ἔχει ἀρχηγὸν τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ὁ ὁποῖος διὰ τῶν ὀργάνων τῆς διοικήσεως ἐνασκεῖ τὴν γενικὴν ἀστυνομίαν, φροντίζων περὶ τῆς καθόλου ἡσυχίας καὶ ἀσφαλείας τοῦ Κράτους, περὶ τῆς ἀκεραιότητος τῆς ἐπικρατείας, καὶ ἀσχολούμενος νὰ προστατεύῃ τὰ δικαιώματα τῶν πολιτῶν, τὰ ὁποῖα ἀνεγνωρίσθησαν αὐτοῖς ἀπὸ τὸ Σύνταγμα. Ἡ τοπικὴ ἀστυνομία ὅμως εἶναι ἄλλο τι, εἶναι αὐτὸ, τὸ ὁποῖον λέγουσιν οἱ Γάλλοι: «police locale»· ἡ τοπικὴ ἀστυνομία ἀνήκει εἰς τοὺς συνοικισμοὺς, εἰς τοὺς δήμους, ἐν οἷς κατοικοῦσιν ἐν κοινῷ οἱ πολῖται μετὰ τῶν οἰκογενειῶν των· αὐτοὶ ἔχουσι κοινὸν συμφέρον νὰ μὴ γίνωνται κλοπαὶ, νὰ ὑπάρχῃ καθαριότης, νὰ μὴ τρέχωσι τὰ ὕδατα ἐν ταῖς ὁδοῖς, νὰ μὴ κατακλύζωνται οἱ ἀγροὶ ὑπὸ τῶν ὑδάτων, νὰ διέρχωνται τὸν βίον ὅσον εἶναι δυνατὸν ἥσυχον καὶ ἀτάραχον, νὰ δύνανται δὲ νὰ ἐνασκῶσιν ἐλευθέρως καὶ εὐχερῶς τὰ ἔργα, εἰς τὰ ὁποῖα ἀσχολοῦνται. Ἡ τοπικὴ λοιπὸν ἀστυνομία ἀνήκει εἰς τοὺς δήμους, οἱ δὲ Ὑπουργοὶ ἤθελον ἀποφύγει πολλὰς δαπάνας, ἤθελον ἐφαρμόσει οἰκονομίαν, ἂν ἀποκαθίστων τὴν δημοτικὴν ἀστυνομίαν ἐν τοῖς συνοικισμοῖς τοῖς μικροῖς, τοῖς ἀγροτικοῖς· ὅπου δὲ ὑπάρχουσι πληθυσμοὶ, ὅπου ἕνεκα τῆς πληθύος τῶν κατοίκων συνηθέστερον συμβαίνουσιν ἐγκλήματα, τὰ ὁποῖα δὲν θὰ ἐπήρκει ἡ δημοτικὴ ἀστυνομία νὰ προλαμβάνῃ, ἢ νὰ καταστέλλῃ, ἐκεῖ πρέπει νὰ ληφθῇ φροντὶς ἄλλη. Διὰ τοῦτο, ἐὰν πνεῦμα οἰκονομίας ἐκράτει παρὰ τοῖς Ὑπουργοῖς, καὶ διὰ τοῦτο ἐγκατέλιπον τὸν νόμον, τὸν ψηφισθέντα κατὰ τὸ 1900, ἔπρεπε νὰ προσφύγωσιν εἰς τὸ ἕτερον σύστημα, τὸ φυσικὸν, τὸ ἐπιστημονικῶς ὀρθὸν, νὰ ἐπαναγάγωσι τὴν δημοτικὴν ἀστυνομίαν ἐν τοῖς δήμοις τῆς βʹ καὶ γʹ τάξεως, καὶ ἐν αὐτοῖς ἔτι τοῖς δήμοις αʹ τάξεως, ὅταν δὲν ὑπάρχωσι συνοικισμοὶ ἔχοντες ἀνώτερον πληθυσμὸν, νὰ διατηρήσωσι δὲ τὴν διοικητικὴν ἀστυνομίαν ἐν ταῖς πρωτευούσαις τῶν νομῶν καὶ ἐν ταῖς πόλεσιν ἐκείναις, αἱ ὁποῖαι ἔχουσι πληθυσμὸν ἀνώτερον, ἕνεκα τοῦ ὁποίου ἡ δημοτικὴ ἀστυνομία δὲν ἤθελεν ἐπαρκεῖ εἰς τὴν τήρησιν τῆς τάξεως. Ἀλλ’ ἐξακολουθοῦντες νὰ διατηρῶσι τὸ σύστημα τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας, δὲν ἐπιτυγχάνουσι τὸν σκοπόν, τὸν ὁποῖον ἡ ἀστυνομικὴ λειτουργία σκοπεῖ. Ἡ στρατιωτικὴ ἀστυνομία ἐδείχθη, ὅτι ἀποτελεῖται ἀπὸ ὄργανα τὰ πλέον ἀκατάλληλα, ἵνα διαχειρίζωνται ἀστυνομικὴν ὑπηρεσίαν. Ἡ ἕξις τοῦ προστάζειν, τοῦ ἐπιβάλλειν τὴν γνώμην, τοῦ ἐκβιάζειν τὸν προσταζόμενον πρὸς ὑποταγὴν, εἶναι ἕξις, ἥτις ἁρμόζει εἰς τοὺς στρατιωτικούς, ἀλλ’ αὕτη δὲν ἁρμόζει εἰς τοὺς ἀστυνόμους. Ἡ βία, ἡ χρῆσις μέσων, τὰ ὁποῖα ἐκβιάζουσι καὶ μεταβάλλουσι τὴν θέλησιν τοῦ ἀτόμου, αἱ βάσανοι μάλιστα, ἡ ἀνευλάβεια πρὸς τὴν προσωπικὴν ἐλευθερίαν τοῦ πολίτου, ἡ ἀνατροπὴ τῶν διατάξεων, κατὰ τὰς ὁποίας ἡ ἐλευθερία τοῦ πολίτου περιστέλλεται ἢ ὑποβάλλεται εἰς νομικὰς διατάξεις, πάντα ταῦτα εἰς τὰς χεῖρας τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας ἀποτελοῦσι τὰς καταθλίψεις καὶ τὰς καταχρήσεις. Ἠκούσατε τὰ συμβάντα ἐν Βλαχοκερασιᾷ; ἠκούσατε τὰ συμβαίνοντα ἐν ταῖς ἐπαρχίαις; Ἀλλ’ ἠκούσατε προχθὲς καὶ τὰ γενόμενα ἐν μέσαις Ἀθήναις; Ἐν αὐταῖς ταῖς Ἀθήναις παρεστάθη δρᾶμα ἀπαίσιον, τὸ ὁποῖον κατὰ δυστυχίαν δὲν ἠδυνήθη ν’ ἀποκαλύψῃ —δὲν θέλω νὰ εἴπω, ὅτι ἐν γνώσει περιεκάλυψεν—ἡ κοινὴ Δικαιοσύνη. Ἐνῷ ἡ κοινὴ Δικαιοσύνη ἀπεφαίνετο, ὅτι εἶναι ἀθῷος ὁ κύριος ἐργάτης τοῦ ἀπαισίου δράματος, ὅτι οὐδεμίαν φέρει αὐτὸς καὶ οἱ μετ’ αὐτοῦ εὐθύνην, διότι τὰς καταγγελλομένας πράξεις δὲν ἔπραξαν τὰ ὑπὸ κατηγορίαν ὄργανα τῆς ἀστυνομίας, ἡ στρατιωτικὴ Δικαιοσύνη, ἐνώπιον τῆς ὁποίας προσῆλθεν ὁ ἐργάτης τοῦ ἀπαισίου δράματος, ἐγκαλῶν ἐπὶ συκοφαντίᾳ ὄργανα ἄλλα τῆς ἀστυνομίας, ἀπεκάλυψε τὸ ἀπαίσιον δρᾶμα ζωντανὸν, φωνάζον, τὸ ὁποῖον καταισχύνει τὴν Ἀθηναϊκὴν κοινωνίαν, ἐν τῷ μέσῳ τῆς ὁποίας ἐπράχθη. Ἀληθῶς καθ’ ὅλον τὸ διάστημα, κατὰ τὸ ὁποῖον ἡ Ἑλλὰς ἀστυνομεῖται καὶ διοικεῖται καὶ κυβερνᾶται, καὶ κατ’ αὐτὰ ἀκόμη τὰ ἔτη, καθ’ ἃ ἐκυβερνᾶτο ἀπολύτως, καὶ κατ’ αὐτὰ τὰ ἔτη, κατὰ τὰ ὁποῖα ἐν Ἀθήναις οὐδὲν ἄλλο ὑπῆρχεν, εἰμὴ εἷς ἀστυνόμος δημοτικὸς καὶ δέκα ἀστυνομικοὶ κλητῆρες, οὐδέποτε διεπράχθησαν τοιαῦτα αἴσχη, τὰ ὁποῖα καὶ τὴν δημοσίαν ἠθικὴν ἀναγκάζουσι νὰ ἐρυθριᾷ καὶ τοὺς πολίτας νὰ κλείωσι τὰ ὦτα καὶ τὰ ὄμματα, ἵνα μὴ βλέπωσι καὶ ἵνα μὴ ἀκούωσιν αὐτὰ γιγνόμενα. Μίαν παραμυθίαν ἐν τῷ μέσῳ αὐτῆς τῆς ἀηδίας, τὴν ὁποίαν αἰσθάνεταί τις, δύναται νὰ ἀντλήσῃ, ἐὰν ἐξετάσῃ ποίαν καταγωγὴν εἶχεν ὁ ἐργάτης τοῦ ἀπαισίου δράματος· ἡ παραμυθία εἶναι, ὅτι εὐτυχῶς δὲν εἶχε καταγωγὴν τὰς βουλευτικὰς συστάσεις. Ἐγὼ καὶ ἄλλοτε ἐκηρύχθην κατὰ τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας, διότι ἔκρινον, ὅτι δὲν ἥρμοζεν εἰς τὰ ἤθη τοῦ τόπου, διότι τὰ ὄργανα τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας ἦσαν τὰ μᾶλλον ἀκατάλληλα πρὸς ἐκπλήρωσιν τῆς ἀστυνομικῆς ὑπηρεσίας, διότι εἴχομεν παραδείγματα, τὰ ὁποῖα ἡ καταδίωξις τῆς λῃστείας κατέλιπεν εἰς ἡμᾶς. Ἀλλὰ τότε ὑπῆρχε λῃστεία, ἡ ὁποία ἠπείλει τοὺς ἀγροτικοὺς πληθυσμοὺς, ἡ ὁποία ἦτο ὄνειδος εἰς τὸ Κράτος, τὸ αὐτόνομον καὶ εὐνομούμενον. Ἀλλὰ δι’ ἀστυνομικὰς παραβάσεις νὰ συμβαίνωσιν ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα συνέβαινον διὰ τὴν καταδίωξιν τῆς λῃστείας, τῇ ἀληθείᾳ, ὁμολογῶ, ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς εἶναι ὑπερβαλλόντως ὑπομονητικὸς καὶ εἰρηνικὸς, ὅπως τὰ ἀνέχηται. Δὲν γνωρίζω πόθεν ἐπορίσθησαν τὸ σύστημα τοῦτο καὶ μετεφύτευσαν αὐτὸ εἰς τὴν Ἑλλάδα· γνωρίζω, ὅτι βεβαίως ἐν στιγμαῖς, κατὰ τὰς ὁποίας εἰς τοὺς διοικοῦντας ἐκράτησαν τάσεις αὐθαιρεσίας, τάσεις αὐτοκρατικαὶ, ἐν τοιαύταις στιγμαῖς ἐξυφάνθη καὶ ἐνομοθετήθη τὸ σύστημα τοῦτο. Οἱ ἐκτείνοντες τὰς σκέψεις αὑτῶν πέραν τοῦ ἀληθοῦς σκοποῦ τῆς ἀστυνομικῆς λειτουργίας, τῆς τοπικῆς ἀστυνομίας, οἱ ἐλπίζοντες ὅτι διὰ τοῦ τοιούτου συστήματος καταπτοεῖται ὁ πολίτης, ἀπόλλυσι τὸ θάρρος αὑτοῦ, καθίσταται ἄτολμος ἵνα ὑπερασπίσῃ ἑαυτὸν καὶ τὰ δικαιώματα αὑτοῦ, ὅτι ταπεινοῦται τὸ φρόνημα αὑτοῦ, βεβαίως πλανῶνται· νομίζω δ’ ὅτι ἐγγίζει ἡ ὥρα, κατὰ τὴν ὁποίαν πρέπει τὸ σύστημα τοῦτο νὰ καταργηθῇ, διότι ἡ περαιτέρω ἐξακολούθησις αὐτοῦ δύναται νὰ διαθέσῃ τὸν τόπον εἰς σκέψεις, τὰς ὁποίας ὑπαγορεύει ἡ αὐτοσυντηρησία καὶ ἡ ἄμυνα αὐτοῦ πρὸς ὑπεράσπισιν τῶν δικαιωμάτων του. Μεταβαίνω εἰς ἄλλον κλάδον ἐργασιῶν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν. Ὁ εἰσηγητὴς τῆς πλειονοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ὁμιλῶν περὶ τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης, διεσκεύασεν ὕμνον πρὸς τὸν Βουλευτὴν Παρνασσίδος, ὡς δημιουργὸν καὶ ὡς ὀργανωτὴν τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης. Ὅτε ὅμως ἐτίθεντο αἱ βάσεις, ὅπως δημιουργηθῇ κεφάλαιον ἐπαρκὲς, ἵνα ἡμέραν τινὰ συστηθῇ καὶ ὀργανωθῇ Σταφιδικὴ Τράπεζα, ὁ Βουλευτὴς ἐκ Παρνασσίδος δὲν εἶχε τὴν γνώμην, ὅτι αἱ βάσεις ἐκεῖναι ἤρκουν νὰ παραγάγωσι τοιοῦτον ἀποτέλεσμα, δηλ. νὰ παραγάγωσι τοσαῦτα μέσα, ὥστε νὰ γένηται δυνατὴ ἡ σύστασις Σταφιδικῆς Τραπέζης. Ἡ Σταφιδικὴ Τράπεζα εἶναι ἀπότοκος τοῦ νόμου τοῦ 1895, ὁ δὲ νόμος τοῦ 1895 ἦτο ἡ πρώτη καὶ ἡ τελευταία νομοθετικὴ πρᾶξις, τὴν ὁποίαν ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία διέπραξεν, ὅπως προσέλθῃ παρήγορος εἰς τὴν ἀγωνίαν, ἡ ὁποία ἐπέσκηψεν εἰς τοὺς σταφιδοκτήμονας. Οἱ σταφιδοκτήμονες ἐζήτουν τὴν παρακράτησιν, καὶ ἐζήτησαν αὐτὴν ἀπὸ τὰ πρῶτα ἔτη, κατὰ τὰ ὁποῖα εἴτε χαλάρωσις τοῦ ἐμπορίου καὶ ἀτυχίαι, εἴτε ὁ περονόσπορος περιώριζον τὴν κατανάλωσιν ἢ κατέστρεφον τὴν παραγωγήν. Ὁ προϊστάμενος τῆς Κυβερνήσεως κατὰ τὰ ἔτη ἐκεῖνα ἦτο ὁ ἀποθανὼν Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου, ὁ ὁποῖος ἐφρόνει, ὅτι ἡ παρακράτησις ἦτο σύστημα, τὸ ὁποῖον οὐδεμία θεωρία ἐπιστημονικὴ ἠδύνατο νὰ δικαιολογήσῃ, ἐξ ἐναντίας, ὅτι τὸ σύστημα τοῦτο εἶναι πολέμιον τῆς ἐργασίας, καὶ ἀμβλύνει τὸν ζῆλον καὶ τὴν ἅμιλλαν τῶν μετερχομένων τὴν αὐτὴν ἐργασίαν. Τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν εἶχεν ἡ Κυβέρνησις, τὴν γνώμην αὐτὴν εἶχε καὶ ἡ Ἀντιπολίτευσις, οὐδ’ ἐζητήσαμεν ἡμεῖς, οἱ ἀποτελοῦντες αὐτὴν, νὰ ἀντιταχθῶμεν κατὰ τῆς γνώμης τοῦ τότε Ὑπουργείου, ὅπως δειχθῶμεν ἀρεστοὶ εἰς τὸν κόσμον τῶν σταφιδοκτημόνων καὶ κατακτήσωμεν τὰς συμπαθείας αὐτοῦ. Συζήτησις μακρὰ ἐγίνετο, ἠκούομεν τὸν τότε Πρωθυπουργὸν λέγοντα ὀρθὰ πρὸς τοὺς ζητοῦντας τὴν παρακράτησιν, ἡμεῖς δὲ ἐμένομεν σιωπῶντες. Ἐφρονοῦμεν ὅμως, ὅτι, ἂν ἡ Κυβέρνησις δὲν ἐγκρίνῃ νὰ προκαλέσῃ νόμον περὶ παρακρατήσεως, ὤφειλεν ὅμως νὰ συνδράμῃ ἄλλως τοὺς σταφιδοκτήμονας, καὶ πρὸς τοῦτο ἀπηυθύναμεν σύστασιν πρὸς τὸν τότε Πρωθυπουργὸν νὰ συμβουλεύσῃ τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, ἵνα εὐρύνῃ τὸν κύκλον τῶν μικρῶν δανείων, τὰ ὁποῖα ἐχορήγει εἰς τοὺς καλλιεργητὰς γεωργοὺς ἐπὶ βραχείᾳ προθεσμίᾳ. Ἀλλ’ ὁ τότε Πρωθυπουργὸς ἠρνεῖτο νὰ ὑποσχεθῇ, ὅτι θέλει ἐκτελέσει τὴν σύστασιν ταύτην· ἐπειδὴ δ’ ἡμεῖς ἐπεμένομεν καὶ κατὰ τὰς ἑπομένας συνεδριάσεις, ἔσπευσε νὰ ἐφοδιασθῇ μὲ ἔγγραφον τοῦ Διοικητοῦ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ὁ ὁποῖος ἠρνεῖτο ὁριστικῶς νὰ παράσχῃ τὴν ἐλαχίστην συνδρομήν, προβάλλων ὅτι εἶχε δανείσει ἡ Τράπεζα εἰς βραχυπρόθεσμα δάνεια τρία περίπου ἑκατομμύρια, τὰ ὁποῖα ὅμως ἔμενον καθυστερούμενα κατὰ τὸ ἥμισυ ἴσως τοῦ δανεισθέντος ἀρχικοῦ κεφαλαίου. Ἀλλ’ ἐγὼ ἐφρόνουν πάντοτε, ὅτι ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα, ἂν ἤθελεν, ἠδύνατο νὰ ἔλθῃ ἐπίκουρος, τῇ ἔλειπε δὲ μόνον τὸ θάρρος, διότι τὸ θάρρος τοῦτο δὲν εἶχεν ἡ τότε Διοίκησις αὐτῆς. Ὅτε ἀντικατεστάθη ἡ Διοίκησις τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, καὶ διεδέχθη τὸν τότε διοικητὴν ὁ ἐνεστὼς διοικητὴς τῆς Τραπέζης, συνωμολογήσαμεν μετ’ αὐτῆς σύμβασιν, διὰ τῆς συμβάσεως δὲ ταύτης ἀνέλαβεν ἡ Τράπεζα τὴν ὑποχρέωσιν νὰ δανείσῃ ὄχι τρία ἑκατομμύρια μόνον, ἀλλὰ δέκα ἑκατομμύρια εἰς βραχυπρόθεσμα δάνεια εἰς τοὺς γεωργοκτηματίας. Ἐφρόνουν δ’ ὅτι ἡ ἐπικουρία αὕτη ἤθελε παράσχει ἀνακούφισίν τινα ἢ ἐνίσχυσιν εἰς τοὺς ἀληθῶς πάσχοντας σταφιδοκτήμονας, οἵτινες ἐστεροῦντο καὶ αὐτῶν τῶν πρὸς καλλιέργειαν τῶν κτημάτων των μέσων, ἀφοῦ τὸ προϊὸν αὐτῶν δὲν ἐπωλεῖτο ἐν ταῖς ἀγοραῖς, ἢ εἶχεν ὑποτιμηθῆ ὑπερβαλλόντως. Ἡ τάξις ὅμως τῶν σταφιδοκτημόνων ἐζήτει τὴν παρακράτησιν, καὶ ἐπέμενε τοσοῦτον, ὥστε καὶ ἡ Βουλὴ συνεκινεῖτο· τινὲς μάλιστα ἐν τῇ Βουλῇ προέβαλλον νὰ στέρξωμεν, ἵνα τὸ Δημόσιον λαμβάνῃ τὸ δικαίωμα ἐπὶ τῆς ἐξαγωγῆς τῆς σταφίδος εἰς εἶδος καὶ ὄχι εἰς χρήματα. Ἡ πρότασις αὕτη, γενομένη τότε ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου κ. Βαλσαμάκη, βουλευτοῦ ἐκ Κραναίας, μοὶ ἔδωκεν ἀφορμὴν νὰ ἐλπίσω, ὅτι ἠδυνάμην ὑπὸ τύπον τοιοῦτον νὰ ἐπαρκέσω κατά τι εἰς τὴν ἀξίωσιν τῶν ἰδιοκτητῶν καὶ καλλιεργητῶν τῆς σταφίδος· συνηρμολόγησα δ’ οὕτω τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον προέβαλον τότε εἰς τὴν Βουλήν, καὶ διὰ τοῦ ὁποίου ἠλαττώνετο κατὰ τέσσαρας δραχμὰς τὸ ἐκ τῆς σταφίδος πληρωνόμενον ἐξαγωγικὸν τέλος, ἀντὶ δὲ τοῦ ποσοῦ τούτου ὑπεχρεοῦντο οἱ ἐξάγοντες σταφίδα νὰ ἀποδίδωσιν εἰς τὸ Δημόσιον ἐκ τοῦ ἐξαγομένου σταφιδοκάρπου εἰς εἶδος 15 τοῖς ἑκατόν. Τότε ὁ Βουλευτὴς ἐκ Παρνασσίδος ἀντετάσσετο εἰς τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἀποτόμως, ἀποδοκιμάζων τὸ μέτρον τοῦτο. Ἰδοὺ δὲ ποῖά τινα ἔλεγε τότε (ἀναγινώσκει): «Πάντες ὑπήρξαμεν θεαταὶ τῆς πολυημέρου ἀνιαρᾶς συζητήσεως, ἥτις ὠφείλετο εἰς τὴν ἐνδοιαστικὴν καὶ ἀμφιρρεπῆ στάσιν τῆς Κυβερνήσεως», (ἀμφιρρεπῆ, διότι δὲν ἐστέργομεν τὰς περὶ παρακρατήσεως παραστάσεις, τὰς κατὰ τὸ 1894 προβαλλομένας ὑπὸ τῶν σταφιδοκτημόνων· ἀλλ’ ὁ Βουλευτὴς ἐκ Παρνασσίδος δὲν ἐκάθητο δεξιὰ τοῦ τότε Πρωθυπουργοῦ, ὁ ὁποῖος ἠρνεῖτο οὐδ’ ἔστεργε τὰς παραστάσεις ἐκείνας;) «Αἱ παρατεταμέναι ἄσκοποι ἐν τῇ Βουλῇ συζητήσεις καὶ ἡ ἔλλειψις πάσης κυβερνητικῆς πρωτοβουλίας ἔσχον ὡς ἀποτέλεσμα νὰ ἐξεγερθῶσι πᾶσαι αἱ σταφιδοφόροι ἐπαρχίαι, νὰ προκληθῶσι ζωηρὰ καὶ πολυπληθῆ συλλαλητήρια, καὶ νὰ ἐπιδράμωσι μέχρις Ἀθηνῶν ὁμάδες σταφιδοκτημόνων. Ἀφοῦ κατηναλώθη τόσος χρόνος, ἀφοῦ τόσος ἐγένετο θόρυβος, ὑπέκυψεν ἡ Κυβέρνησις εἰς τὴν ἀσκηθεῖσαν πίεσιν, καὶ ὑπέβαλε τὸ εἰς τρίτην ἀνάγνωσιν ψηφισθὲν σήμερον νομοσχέδιον. Ἡ δοθεῖσα λύσις εἶναι, κατ’ ἐμέ, ἡ χειροτέρα, διότι δι’ αὐτῆς ὁ σκοπὸς τῆς παρακρατήσεως δὲν ἐπιτυγχάνεται, συγχρόνως δὲ ἐδημιουργήθη ἐχθρὸς ἐπικίνδυνος εἰς τὸ προϊὸν τῆς ἀμπέλου, διότι, ἂν τὸ λόγῳ ἐγγείου φόρου εἰσπραχθησόμενον παρὰ τοῦ Δημοσίου ποσὸν χρησιμοποιηθῇ εἰς οἰνόπνευμα, βεβαία εἶναι ἡ καταστροφὴ τῆς παρ’ ἡμῖν βιομηχανίας τῆς οἰνοπνευματοποιΐας.» Ἀλλ’ ὅτε τὰ ἐγκλήματα τοῦ Ἀπριλίου τοῦ 1897 ἀνήγαγον εἰς τὸ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργεῖον τὸν τοσοῦτον εὐπαθῶς διατιθέμενον ἀπὸ τὰς συμφορὰς τῶν σταφιδοκτημόνων Βουλευτὴν ἐκ Παρνασσίδος, διετηρήθη δ’ ἐπὶ 5 μῆνας εἰς τὴν διεύθυνσιν τοῦ Ὑπουργείου ἐκείνου, ἢ ὅτε οἱ ἐκ τῶν κατὰ τὸν τελευταῖον Φεβρουάριον γενομένων ἐκλογῶν προκύψαντες ὡς ἀντιπρόσωποι τοῦ ἔθνους ἐπανήγαγον αὖθις ἐπὶ τὴν διοίκησιν τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους τὸν δεξιὸν ἐργάτην τῶν οἰκονομικῶν συνδυασμῶν, τὸν πεπειραμένον χειριστὴν τῶν Προϋπολογισμῶν, δὲν ἐνεθυμήθη τὸν περὶ φορολογίας τῆς σταφίδος νόμον τοῦ 1895, οὐδ’ ἔσπευσε νὰ καταργήσῃ αὐτόν. Τὴν ἀνάγκην Σταφιδικῆς Τραπέζης ἀπὸ τοῦ 1890 κατεδείξαμεν εἰς τὴν Βουλὴν διὰ τοῦ τότε βουλευτοῦ ἐκ Καλαβρύτων, τοῦ φίλου μου κ. Ζωγράφου. Ὁ κ. Ζωγράφος ἐπρότεινε τότε νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου ἐπεβάλλετο πρόσθετον τέλος ἐπὶ τοῦ ἐξαγομένου σταφιδοκάρπου μιᾶς δραχμῆς κατὰ πᾶσαν χιλιάδα λιτρῶν, ὑπολογίζων, ὅτι ἤθελον εἰσπράττεσθαι ἐκ τοῦ προσθέτου τούτου τέλους 300 ἕως 350 χιλιάδες δραχμῶν, καὶ ὅτι τὸ εἰσπραττόμενον ἐτησίως ποσόν, κατατιθέμενον ἔν τινι τῶν Τραπεζῶν ἐπὶ τόκῳ, ἤθελεν ἀποτελέσει κεφάλαιον, τὸ ὁποῖον ἠδύνατο νὰ χρησιμεύσῃ πρὸς σύστασιν Σταφιδικῆς Τραπέζης. Ἀλλὰ τὴν Σταφιδικὴν Τράπεζαν ἐσκοποῦμεν τότε νὰ προορίσωμεν πρὸς ἄλλον σκοπόν, πρὸς τὸν σκοπὸν τῆς τακτοποιήσεως τῶν χρεῶν τῶν σταφιδοκτημόνων. Εἶπον τακτοποιήσεως, διὰ νὰ ἐκφράσω ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον λέγουσιν οἱ Γάλλοι «conversion des dettes». Ἡ τάξις τῶν σταφιδοκτημόνων ἐν πολλαῖς ἐπαρχίαις δὲν εἶναι πλέον κυρία τῶν κτημάτων αὐτῆς, διότι ταῦτα εἶναι βεβαρημένα διὰ τοσούτων χρεῶν, ὥστε σχεδὸν οἱ ἰδιοκτῆται μετεβλήθησαν εἰς διαχειριστὰς ἢ ἐπιμελητὰς τῶν ἰδίων αὐτῶν κτημάτων, τῶν ὁποίων κύριοί εἰσι κατ’ οὐσίαν οἱ δανεισταὶ αὐτῶν, διότι ἡ ἀξία τοῦ κτήματος μόλις ἀντιστοιχεῖ πρὸς τὰ ἐπιβαρύνοντα αὐτὸ χρέη. Ὑπελάμβανον, ὅτι διὰ κανονισμοῦ τινος, διὰ τακτοποιήσεώς τινος τῶν ληψοδοσιῶν τούτων, ἦτο δυνατὸν νὰ ἐπαναγάγῃ τις τὴν τάξιν τῶν σταφιδοκτημόνων εἰς ἀληθεῖς ἰδιοκτήτας τῶν κτημάτων αὐτῶν. Καὶ τοῦτον ἰδίως τὸν σκοπὸν προέβαλον, ὅτε ὑπεστήριζον, συμφώνως μετὰ τοῦ κ. Ζωγράφου, ὅπως ψηφισθῇ ἡ πρότασις αὐτοῦ, καὶ παρασκευασθῶσι τὰ κεφάλαια πρὸς ἵδρυσιν Σταφιδικῆς Τραπέζης. Ἀλλ’ ἡ Σταφιδικὴ Τράπεζα συνεστήθη ἤδη, καὶ συνεστήθη κατὰ τὸν ὀργανισμὸν, τὸν ὁποῖον ὁ Βουλευτὴς ἐκ Παρνασσίδος, ὡς Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, διεσκεύασεν. Ἐπὶ τοῦ ὀργανισμοῦ τούτου δὲν πρόκειται σήμερον νὰ φέρω παρατήρησιν, δὲν παραλείπω ὅμως τὴν παρατήρησιν ταύτην, ὅτι ἐγκατελείφθη ἐντελῶς ἡ ἰδέα τοῦ κανονισμοῦ τῶν χρεῶν τῶν σταφιδοκτημόνων. Εἶπον δ’ ὅτι ἐγκατελείφθη, διότι τὰ κεφάλαια τῆς Τραπέζης εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐπαρκέσωσιν εἰς τὴν ἀνάγκην ταύτην, διατιθέμενα εἰς ἀνάγκας προσωρινὰς, τὰς ὁποίας ἔχουσιν οἱ σταφιδοκτήμονες, τὴν ἀνάγκην τῆς ἀγορᾶς καὶ προμηθείας φαρμάκων, τὰ ὁποῖα εἶναι ἀναγκαῖα πρὸς πρόληψιν καὶ καταπολέμησιν τοῦ περονοσπόρου. Βεβαίως ἡ ἀνάγκη εἶναι ὡμολογημένη, καὶ δὲν ὑπάρχει ἀντίρρησις, ἵνα ἡ Σταφιδικὴ Τράπεζα παρέχῃ τὰ φάρμακα ταῦτα· ὁ δανεισμὸς ὅμως χρημάτων εἰς τοὺς ἀνάγκην ἔχοντας τοιούτων σταφιδοκτήμονας ἀπειλεῖ πάντως κίνδυνον. Διὰ ποίαν αἰτίαν οἱ σταφιδοκτήμονες δὲν ἀπευθύνονται εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, ἵνα δανεισθῶσιν ἐπὶ βραχείᾳ προθεσμίᾳ μικρὰ δάνεια, ὅπως δυνηθῶσι νὰ καλλιεργήσωσι τὰς σταφίδας των; Διότι ἡ Τράπεζα δὲν δίδει εἰς πάντας τοιαῦτα δάνεια, ἀλλὰ δίδει μόνον εἰς ἐκείνους, τοὺς ὁποίους κρίνει φερεγγύους, δὲν δίδει δὲ εἰς ἐκείνους, τοὺς ὁποίους δὲν κρίνει φερεγγύους. Διὰ τοῦτο ἡ Σταφιδικὴ Τράπεζα ἀνέλαβε νὰ δίδῃ τοιαῦτα δάνεια εἰς πάντας ἀδιακρίτως. Ἂν δὲ οὕτως ἔχῃ τὸ πρᾶγμα, δὲν πείθεσθε, ὅτι μετά τινα ἔτη τὰ κεφάλαια αὐτῆς θέλουσιν ὑποκύψει εἰς φύραν; Ἐὰν δ’ ἐπέλθωσι ζημίαι, ἕνεκα τῆς πιθανῆς ἀνικανότητος πρὸς πληρωμήν τινων ἐκ τῶν οὕτω δανειζομένων παρ’ αὐτῆς, ἔστω καὶ ποσοῦ τινος κατ’ ἔτος, μετὰ τινα ἔτη τὰ κεφάλαια τῆς Τραπέζης θέλουσι μειωθῆ, καὶ αἱ ἐτήσιαι πρὸς τὴν Τράπεζαν εἰσφοραί, αἱ προερχόμενοι ἐκ τῆς κατὰ πᾶν ἔτος πωλήσεως τοῦ παρακρατουμένου ποσοῦ, δὲν θέλουσιν ἐπαρκεῖ νὰ πληρώσωσι τὰ κενὰ, τὰ ὁποῖα θέλουσι προέλθει ἐκ τῶν εἰρημένων ζημιῶν. Διὰ τοῦτο μοὶ ἐφαίνετο, ὅτι ἦτο δυνατὸν τὰ πρὸς δανεισμὸν προοριζόμενα κεφάλαια τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης νὰ ἀποτίθενται εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, καὶ διὰ συμβάσεως νὰ ἀναλάβῃ αὕτη τὴν ὑποχρέωσιν νὰ παρέχῃ τὰ πρὸς καλλιέργειαν ζητούμενα παρὰ τῶν μετόχων τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης δάνεια, ἡ δὲ Σταφιδικὴ Τράπεζα νὰ ἀσχολῆται μόνον εἰς τὴν προμήθειαν φαρμάκων καὶ τὴν διανομὴν αὐτῶν εἰς τοὺς σταφιδοκτήμονας, καὶ προσέτι εἰς τὴν προπαρασκευὴν τῶν πρὸς κανονισμὸν τῶν χρεῶν τῶν σταφιδοκτημόνων πρὸς τοὺς δανειστὰς αὐτῆς ἀναγκαίων μέτρων. Εὔχομαι οἱ φόβοι οὗτοι νὰ μὴ πραγματοποιηθῶσι, νὰ προκόψῃ δὲ ἡ Σταφιδικὴ Τράπεζα, ἀλλὰ δὲν εἶναι περιττὸν νὰ ἔχωσιν ὑπ’ ὄψιν των οἱ ἁρμόδιοι τοὺς φόβους τούτους, οἱ ὁποῖοι μοὶ φαίνονται δεδικαιολογημένοι. Ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργείου ἀναγράφεται καὶ κεφάλαιον, περιλαμβάνον τὰς κατ’ ἔτος ψηφιζομένας πιστώσεις ὑπὲρ τῆς δημοσίας ὑγείας· τὸ κεφάλαιον δὲ τοῦτο κρίνω ἄξιον πάσης τῆς προσοχῆς τῆς Κυβερνήσεως. Αἱ πιστώσεις, αἱ ἀναγραφεῖσαι ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, συνίστανται εἰς πίστωσιν πρὸς μισθοδοσίαν ὑπηρετῶν καὶ ὑπαλλήλων τοῦ Νοσοκομείου τῶν μεταδοτικῶν νοσημάτων, τοῦ ἰατροῦ βοηθοῦ, λαμβάνοντος 80 δραχμὰς κατὰ μῆνα, — φαίνεται δὲ, ὅτι διευθύνει τὸ νοσοκομεῖον, — ἑνὸς ἐπιστάτου, λαμβάνοντος 90 δραχμὰς, τοῦ ὑπηρέτου 30, καὶ τοῦ μαγείρου 50. Περιλαμβάνει προσέτι πίστωσιν 50,000 δραχμῶν δι’ ἔξοδα ἐκτάκτων ὑγειονομικῶν μέτρων ὑπὲρ τῆς δημοσίας ὑγείας, ἕνεκα ἐπιδημιῶν ἢ ἐπιζωοτιῶν, καὶ τέλος περιλαμβάνει ὑπὸ τὸ ἄρθρον 14 πίστωσιν δραχ. 5,000 διὰ διάφορα ἔξοδα ὑπὲρ τῆς ὑγείας τῆς πρωτευούσης. Ἡ πρόνοια αὕτη, κατ’ ἐμὴν γνώμην, εἶναι ἀτελὴς, οὐ μόνον διότι τοιαύτην ἀνεπαρκῆ πίστωσιν ὑπὲρ τοῦ Νοσοκομείου τῶν συφιλιδικῶν νοσημάτων ἀναγράφει, ἤτοι μόνον δρ. 3,000, ἀλλ’ εἶναι ἀτελὴς ἡ πρόνοια καὶ διότι οὐδὲν ὑπὲρ τῆς δημοσίας ὑγιεινῆς γενικὸν μέτρον λαμβάνεται πρὸς περιστολὴν καὶ καταστολὴν τῶν μολυσματικῶν νοσημάτων καὶ τῶν διαφόρων ἐπιδημιῶν, αἱ ὁποῖαι ἀπειλοῦσιν οὐ μόνον τὴν ὑγείαν τῆς πρωτευούσης, ἀλλ’ ἀπειλοῦσι καὶ τὴν γενεὰν τὴν σύγχρονον, ὡς καὶ τὴν μέλλουσαν, ἀπειλοῦσιν ὁλόκληρον τὴν φυλὴν τὴν Ἑλληνικήν. Καὶ ἔχομεν καθῆκον ὑπέρτατον νὰ μεριμνῶμεν, ὅπως ἡ δημοσία ὑγεία τοῦ Κράτους ᾖ ἀνθηρὰ, διότι ἐπ’ αὐτῆς ὄντως στηρίζεται ἡ ἰσχὺς καὶ ἡ εὐημερία αὐτοῦ. Ὅτε κατὰ τὸ 1875 ὁ Πρωθυπουργὸς τῆς Ἀγγλίας Δισραέλης (λόρδος Βήκονσφηλδ) εἰσήγαγε νομοσχέδιον περὶ δημοσίας ὑγιεινῆς, ἔλεγε τὰ ἑξῆς ὄντως ἀξιομνημόνευτα: «Ἡ δημοσία ὑγεία ἐστὶ τὸ θεμέλιον, ἐφ’ οὗ στηρίζεται ἡ εὐδαιμονία τοῦ λαοῦ καὶ ἡ ἰσχὺς τοῦ Κράτους. Καὶ ἂν ἔχητε τὸ ὡραιότερον Βασίλειον τοῦ κόσμου, πολίτας εὐφυεῖς καὶ ἐργατικούς, βιομηχανίας ἀκμαζούσας, γεωργίαν παραγωγικωτάτην, καὶ ἂν αἱ τέχναι ἀνθῶσιν ἐν αὐτῷ, καὶ μέγαρα καὶ ναοὶ καλύπτωσι τὸ ἔδαφος, καὶ ἂν πρὸς ὑπεράσπισιν πάντων τούτων τῶν ἀγαθῶν ἔχητε στρατὸν ἰσχυρὸν καὶ ναυτικὸν ἀκμάζον, ἐὰν ὁ πληθυσμὸς μένῃ στάσιμος, ἐὰν κατ’ ἔτος μειῶται κατ’ ἀριθμὸν καὶ εὐρωστίαν, τὸ ἔθνος φθίνει. Διὰ τοῦτο θεωρῶ, ὅτι ἡ περὶ τῆς δημοσίας ὑγείας μέριμνα ἐστὶ τὸ πρῶτον καθῆκον τοῦ πολιτευομένου ἀνδρός.» Ἀλλ’ ἐν ποίῳ σημείῳ εὑρίσκεται ἡ δημοσία ὑγιεινὴ τοῦ ἡμετέρου Κράτους; Ἡ στατιστικὴ, τὴν ὁποίαν ἀνέγνων, παρέχει ἀνησυχητικὰς πληροφορίας, εἶναι δὲ στατιστικὴ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν. Ἐπὶ χιλίων ἀνθρώπων, κατοικούντων ἐν ταῖς δώδεκα πόλεσιν, ἐχούσαις πληθυσμὸν ἀνώτερον τῶν 10,000, ἀποθνήσκουσι κατ’ ἔτος, κατὰ μέσον ὅρον, 25 ἄτομα. Δὲν εἶναι ὅμως τοσαύτη ἡ ἀναλογία εἰς ἄλλα Κράτη· μάλιστα εἰς τὰ Κράτη τοῦ Βορρᾶ ἡ ἀναλογία μόλις ὑπερβαίνει τὸ ἥμισυ. Οὕτω μὲν ἔχει ἡ καθόλου θνητότης. Πῶς δὲ ἡ κατὰ νοσήματα; Κατὰ τὰ τρία τελευταῖα ἔτη εἰς τὰς δώδεκα πόλεις τῆς Ἑλλάδος, ἐπὶ πληθυσμοῦ 360,000 ἀπεβίωσαν 27,365 ἄνθρωποι, ἐξ ὧν 12,425 ἐκ μολυσματικῶν νοσημάτων. Ἐκ τούτων ἐκ τυφοειδοῦς πυρετοῦ 790, ἐξ εὐλογίας 363, ἐξ ἱλαρᾶς 241, ἐξ ἑλειογενῶν πυρετῶν 972, ἐξ ὀστρακιᾶς 265, ἐκ διφθερίτιδος 328, ἐκ γρίππης 515, ἐκ πνευμονίας καὶ βρογχοπνευμονίας 3413, ἐκ φυματιώσεως 4197, καὶ ἐκ πλευρίτιδος, ἥτις θεωρεῖται φυματικὴ κατάστασις, 84. Τὸ ὅλον ἐκ φυματιώσεως 4281. Τὰ νοσήματα ὅμως ταῦτα λέγονται ἀποφευκτὰ, δύναται δηλαδὴ ν’ ἀποφύγῃ αὐτὰ τὸ ἄτομον, ἂν τὸ Κράτος λαμβάνῃ τὰ κατάλληλα προφυλακτικὰ μέτρα. Ἐνθυμοῦμαι, ὅτι ὁ ἐμὸς συνάδελφος καὶ φίλος, βουλευτὴς ἐξ Οἰτύλου, κύριος Μαυρομιχάλης εἶχεν ἐργασθῆ καὶ προπαρασκευάσει νομοσχέδιον περὶ δημοσίας ὑγιεινῆς, δι’ οὗ ἤθελε συντελεσθῆ πλήρης ἡ ἀναδιοργάνωσις τοῦ σπουδαιοτάτου τούτου κλάδου, ἀληθὴς ὑγειονομικὴ σύνταξις τῆς χώρας. Τὰ ἐπελθόντα ὅμως περιστατικά, ἡ ἀποχώρησις τοῦ Ὑπουργείου ἐκείνου ἐκ τῆς ἀρχῆς, ἀφῆκαν τὰ πάντα ἐκκρεμῆ, καὶ δὲν ἠξεύρω, ἐὰν σώζεται τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐσωτερικῶν. Ἐὰν δὲν ἠδυνήθημεν νὰ κατορθώσωμεν τότε τὸν σκοπὸν ἐκεῖνον, ἐπράξαμεν ὅμως ὅ,τι ἦν δυνατὸν ὑπὲρ τῆς δημοσίας ὑγιεινῆς, καὶ τὸ πρῶτον τότε ἠδυνήθημεν νὰ ἐφοδιάσωμεν τὰ Λοιμοκαθαρτήρια τοῦ Κράτους δι’ ἀπολυμαντικῶν κλιβάνων, κατασκευάσαντες καὶ μέγαν ἀπολυμαντικὸν κλίβανον διὰ τὰς ἀνάγκας τῆς πόλεως Ἀθηνῶν. Καὶ ὅτε ἐτύγχανον Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, μετὰ τοῦ τότε εἰσηγητοῦ τοῦ ὑγειονομικοῦ τμήματος εἰργάσθημεν καὶ παρηγγείλαμεν ἀπολυμαντικὸν κλίβανον διὰ τὸ Στρατιωτικὸν Νοσοκομεῖον...
§109Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἐφέρατε ἕνα.
§110Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μάλιστα ἕνα.
§111Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Τώρα ὑπάρχουσι τρεῖς.
§112Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τὸ κατὰ τὸν παρελθόντα Μάϊον συνελθὸν Πανελλήνιον Ἰατρικὸν Συνέδριον ηὐχήθη ὑπὲρ τῆς πραγματώσεως τοῦ ἔργου ἡμῶν,—ὅπερ αἱ περιστάσεις, ὡς πρὸ ὀλίγου εἶπον ὑμῖν, δὲν ἐπέτρεψαν νὰ πραγματοποιηθῇ,— ἤτοι ὑπὲρ τῆς ἀναδιοργανώσεως τῆς δημοσίας ὑγιεινῆς· ηὐχήθη ἐπίσης, ὅπως ληφθῶσι μέτρα ἔκτακτα κατὰ τῆς προόδου τῆς φυματιώσεως. Ἄριστον καὶ τοῦτο. Ἀλλὰ δὲν νομίζω ἀρκοῦσαν μόνην τὴν πρόνοιαν περὶ τῆς φυματιώσεως, περὶ ἧς ἀσχολεῖται ἤδη ὁ «Πανελλήνιος Σύνδεσμος»· νομίζω, ὅτι μοὶ ἐπιβάλλεται τὸ καθῆκον νὰ συστήσω πρόνοιαν καὶ περὶ ἄλλων νόσων, αἱ ὁποῖαι μαστίζουσι τὴν κοινωνίαν ἡμῶν, περὶ τοῦ ἀλκοολισμοῦ, ὅστις προδιαθέτει πρὸς τὴν φυματίωσιν καὶ πρὸς πολλὰ ἄλλα, καὶ περὶ τῶν μεταδοτικῶν λεγομένων νοσημάτων, ἅπερ κυρίως ἐν ταῖς πόλεσι μὲν ἐπικρατοῦσιν, ἀλλ’ ἐκεῖθεν διασπείρονται καὶ προκαλοῦσι γενικὸν κακόν. Παρ’ ἡμῖν συμβαίνει τι, τὸ ὁποῖον εἶναι κοινότατον· ὑπάρχει κενὴ θέσις, ἡ τοῦ καθηγητοῦ τῶν μεταδοτικῶν καὶ δερματικῶν νοσημάτων, ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ, τὴν σοβαρότητα δὲ τῶν νόσων τούτων ἡ Κυβέρνησις δὲν ἀγνοεῖ. Βεβαίως ἡ πλήρωσις τῆς κενῆς θέσεως ἐνδείκνυται καὶ πρὸς ἐπιστημονικὸν καὶ πρὸς πρακτικὸν σκοπόν, μεγάλως δὲ συμβάλλεται πρὸς τὰ ὑγειονομικὰ μέτρα, ἅπερ προσήκει νὰ λάβῃ τὸ Κράτος ἐν μέρει καὶ ἐν συνόλῳ. Τὸ Ὑπουργεῖον, συμμορφούμενον μὲ τὸ κανονιστικὸν Διάταγμα, ἐκάλεσε τὴν Σχολὴν νὰ προτείνῃ ἕνα ὡς καθηγητήν· ἡ Σχολὴ ὑπέβαλε τὴν πρότασίν της, ἀλλ’ ὁ προταθεὶς δὲν ἀρέσκει εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἑπομένως δὲν διορίζεται, καὶ οὕτω διατηρεῖται ἔτι κενὴ ἡ θέσις, ἐπὶ βλάβῃ καὶ τῶν σπουδαστῶν καὶ τῆς κοινωνίας, καὶ ἐπὶ προόδῳ τῆς ἀπαισίας ταύτης νόσου. Ὁ καθηγητὴς τοῦ μαθήματος τούτου ἔχει, κατὰ τὸν κανονισμόν, καὶ τὴν διεύθυνσιν τοῦ εἰδικοῦ νοσοκομείου· ἀλλὰ ἐὰν μοὶ ἦτο δυνατὸν νὰ σᾶς ἀναγνώσω ἔκθεσίν τινα, ἣν ἔχω ἐν τῷ γραφείῳ μου, περὶ τῆς καταστάσεως τοῦ Νοσοκομείου τῶν μεταδοτικῶν νοσημάτων, ἠθέλετε φρίξει. Νομίζω δὲ, ὅτι οὐ μόνον δὲν λειτουργεῖ σκοπίμως τὸ Νοσοκομεῖον, οὐ μόνον δὲν χρησιμεύει παντάπασιν, ὡς ἔχει, ἀλλὰ χρησιμεύει καὶ ὡς ἀφορμὴ, ἵνα λεηλατῶσιν αὐτὰ τὰ δυστυχῆ ὄντα, τὰς ἀσθενεῖς, οἱ ἀστυφύλακες καὶ οἱ ἄλλοι ὑπηρέται, οἱ ἐκεῖ ἀσχολούμενοι. Διὰ τοῦτο εἶναι ἀπόλυτος ἀνάγκη νὰ διορισθῇ καθηγητὴς τῶν μεταδοτικῶν νοσημάτων, καὶ νὰ οἰκοδομηθῇ Νοσοκομεῖον τῶν νοσημάτων τούτων. Ἐγὼ τετράκις ἀπηυθύνθην εἰς τὸ Ἰατροσυνέδριον, ὅτε ἤμην ἐν τῇ ἀρχῇ, ζητήσας παρ’ αὐτοῦ νὰ συντάξῃ τὸ πρόγραμμα οἰκοδομῆς Νοσοκομείου τῶν μεταδοτικῶν νοσημάτων, διότι ἡ οἰκοδομὴ ἔπρεπε νὰ γένηται ἐν γνώσει τῶν ἀναγκῶν τῆς ἰατρικῆς θεραπείας καὶ τῆς ἐπιστημονικῆς διδασκαλίας· ἀλλ’ ἀτυχῶς τοιοῦτον σχέδιον δὲν μοὶ ὑπεβλήθη, ἴσως δὲ οὐδὲ συνετάχθη ὑπὸ τοῦ Ἰατροσυνεδρίου. Μοὶ εἶχε προταθῆ μάλιστα τότε ἐπιθυμία τινὸς νὰ εἰσφέρῃ ποσὸν χρηματικὸν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἵνα τὸ διαθέσῃ αὕτη καθ’ ὃν ἤθελεν ἐγκρίνει τρόπον, ἀναλαμβάνουσα μόνον τὴν ὑποχρέωσιν νὰ δίδῃ ἰσοβίως εἰς αὐτὸν κατὰ μῆνα ἓν ποσὸν χρηματικόν. Τὸ ποσὸν ἐκεῖνο ἀνήρχετο εἰς 200,000 δραχμάς· διενοήθην δὲ τότε, ἂν παρεδεχόμην τὴν πρότασιν, νὰ οἰκοδομήσω Μαιευτήριον καὶ Νοσοκομεῖον μεταδοτικῶν νοσημάτων. Ἀλλὰ καὶ ἂν δὲν μοὶ ἐγίνετο ἡ εἰρημένη πρότασις, ἢ ἂν δὲν ἔκρινα αὐτὴν ἀποδεκτήν, δὲν ἤθελεν εἶσθαι δύσκολον, τὸ Δημόσιον νὰ καταβάλῃ 200,000 ἢ 300,000 δραχμάς, διὰ νὰ οἰκοδομήσῃ τὰ εἰρημένα οἰκοδομήματα. Ἀλλὰ καὶ ὁ ἀλκοολισμὸς πρέπει νὰ ἐφελκύσῃ τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως. Ἡ πληθὺς τῶν μολυσματικῶν νόσων, τὰ μεταδοτικὰ λεγόμενα νοσήματα, ὁ ἀλκοολισμὸς ἀπειλοῦσι τὴν παροῦσαν καὶ τὴν μέλλουσαν γενεὰν, καὶ προπαρασκευάζουσι τὸν ἐκφυλισμὸν τῆς φυλῆς. Μετὰ τὸ νομοθετηθὲν δὲ προστατευτικὸν τῆς σταφίδος σύστημα, κατὰ τὸ ὁποῖον μέγα ποσὸν σταφίδος παραλαμβανόμενον ἀποταμιεύεται, ἐκποιεῖται δὲ φυσικῷ τῷ λόγῳ εἰς εὐθηνοτέρας τιμάς, ἡ σταφὶς κατεστάθη μᾶλλον προσιτὴ εἰς τοὺς οἰνοπνευματοποιούς, οἵτινες δι’ ὀλιγωτέρων χρημάτων ἀποκτῶσιν αὐτὴν ὡς πρώτην ὕλην. Οὕτως ἀνεπτύχθη ἡ οἰνοπνευματοποιία, ἡ δὲ ἀνάπτυξις τῆς βιομηχανίας ταύτης εἶναι χρήσιμος μὲν εἰς τὸν τόπον, ἐνισχύουσα βιομηχανίαν ἐγχώριον, πρέπει ὅμως νὰ ληφθῇ φροντίς, ἵνα μὴ χρησιμεύῃ καὶ εἰς καταστροφὴν τῆς ὑγείας ἢ τοῦ σωματικοῦ ὀργανισμοῦ τῶν πολιτῶν. Δὲν γνωρίζω ποῖα μέτρα δύναται νὰ λάβῃ ἡ Κυβέρνησις νομοθετικὰ, ἂν πρέπῃ νὰ ἐπιβάλῃ φόρον εἰς τὰ ποτοπωλεῖα, ἢ νὰ λάβῃ ἄλλο τι μέτρον· ἀλλὰ βεβαίως ἡ κατάχρησις τῶν οἰνοπνευμάτων παράγει τὸν ἀλκοολισμόν. Τοιουτοτρόπως δὲ οἱ ἀνθρώπινοι ὀργανισμοὶ ὑπονομεύονται ἀπὸ τρεῖς νόσους τόσον ἐπικινδύνους καὶ ὀλεθρίας, μετὰ πάροδον δὲ δεκάδος ἢ δεκάδων ἐτῶν οἱ συμπολῖται ἡμῶν θέλουσι διαφέρει πολὺ ἀπὸ ἡμᾶς. Ὡς ἔλεγον ὑμῖν, τὰ κατὰ τὸ 1900 πληρωθέντα ἔξοδα διὰ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν ἀνῆλθον εἰς 14,072,175.93· ἐπειδὴ δὲ κατὰ τὸ ἔτος 1896 ἐδαπανήθησαν δι’ αὐτὸ δρ. 12,390,150.41, τὰ κατὰ τὸ 1900 δαπανηθέντα ὑπερέβησαν τὰ κατὰ τὸ 1896 κατὰ δραχ. 1,682,025.52. Κατὰ δὲ τὸ 1901 προσδιωρίσθησαν διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τὰ ἔξοδα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν εἰς δρ. 16,285,566.96, ἤτοι ὑπὲρ τὰ δαπανηθέντα κατὰ τὸ 1896 κατὰ δραχμὰς 3,895,416.55, καὶ κατὰ τὸ 1902 προσδιωρίσθησαν διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ εἰς 16,623,574.04, ἤτοι ὑπερέβησαν τὰ κατὰ τὸ 1896 δαπανηθέντα κατὰ δραχ. 4,233,423.63. Καὶ ὅμως οὐ μόνον δὲν προώδευσαν, ἀλλὰ καὶ ἀνεστάλησαν αἱ πρὸς κατασκευὴν ὁδῶν ἐργασίαι, διότι, ἐνῷ κατὰ τὸ 1896 ἐδαπανήθησαν δραχ. 1,429,511.70 εἰς κατασκευὴν ὁδῶν, πλὴν τῶν πρὸς συντήρησιν τῶν ὑπαρχουσῶν δαπανηθέντων 1,094,024.44, καὶ πλὴν τῶν πρὸς ἀνακαίνισιν φθαρεισῶν ὁδῶν δαπανηθεισῶν 594,350.34, κατὰ τὸ 1899 προωρίσθησαν διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ διὰ κατασκευὴν ὁδῶν μόνον 520,000 δραχμαὶ, καὶ κατὰ τὸ 1900 μόνον δρ. 675,000, καὶ κατὰ τὸ 1901, ὡς καὶ κατὰ τὸ 1902, μόνον δρ. 820,000· πρὸς ἀνακαίνισιν δὲ ὁδῶν, ἀντὶ τοῦ κατὰ τὸ 1896 δαπανηθέντος ποσοῦ ἐκ δρ. 594,350.34, μόνον 100,000 δραχμαὶ ἀνεγράφησαν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1902. Διὰ τοῦτο πανταχοῦ, ἔνθα εἶχε γενῆ ἔναρξις κατασκευῆς ὁδοῦ, τὰ ἔργα ἐσταμάτησαν, οὐδεμιᾶς δὲ νέας ὁδοῦ ἤρξατο ἡ κατασκευή. Ἀλλ’ ὅταν διακόπτωνται ἔργα ὁδοῦ κατασκευαζομένης, τὰ ἐγκαταλιμπανόμενα οὕτως ἡμιτελῆ ἔργα φθείρονται, ζημιοῦται δὲ τὸ Δημόσιον τὸ διὰ τὰ κατασκευασθέντα, ἀλλὰ φθειρόμενα οὕτως ἔργα δαπανηθὲν ποσὸν, διότι ἀπόλλυσι τὰ κεφάλαια, τὰ ὁποῖα ἐδαπάνησεν εἰς κατασκευὴν αὐτῶν. Ἐνῷ λοιπὸν τοσοῦτον ηὔξησαν τὰ κατὰ τὸ 1900 δαπανηθέντα καὶ τὰ κατὰ τὸ 1901 καὶ 1902 προϋπολογισθέντα ἔξοδα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν διὰ μισθοὺς προσώπων, τῶν ὁποίων ὁ ἀριθμὸς ὑπερηύξησε διὰ τῶν νομοθετηθεισῶν νέων θέσεων, ἠλαττώθησαν τὰ χάριν τῆς ὁδοποιΐας γινόμενα ἔξοδα...
§113Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Μοὶ ἐπιτρέπετε μίαν μόνην παρατήρησιν; Πρόκειται περὶ δαπανηθέντων· ὅσον ἀφορᾷ τὸ 1899, ὑπάρχει ἀπολογισμός, ὅστις ἀποδεικνύει πόσα πράγματι ἐδαπανήθησαν· ἀλλ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸ 1900, λαμβάνετε τὸν Προϋπολογισμὸν καὶ λέγετε, ὅτι ἐδαπανήθησαν τὰ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ἀναγραφόμενα. Ἀλλ’ ἐγὼ δύναμαι νὰ σᾶς βεβαιώσω, ὅτι κατὰ τὸ 1900 ἔμειναν σχεδὸν 3,000,000 δρ. ἀδιάθετοι πιστώσεις. Τὸ αὐτὸ περίπου ποσὸν ἀδιαθέτων πιστώσεων θὰ ἔχωμεν κατὰ τὸ 1901. Ἑπομένως δὲν νομίζω ὅτι εἶναι ὀρθὸν νὰ λέγητε, ὅτι ἐδαπανήθησαν διὰ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν τὰ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ἀναγραφόμενα ἔξοδα.
§114Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τὰ τῆς ὁδοποιΐας;
§115Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ὄχι· ἐν γένει τοῦ Ὑπουργείου. Εἴπετε ὅτι, ἐπειδὴ ὑπάρχει διαφορὰ μεταξὺ τοῦ ἀπολογισμοῦ τοῦ 1896 καὶ τῶν Προϋπολογισμῶν τῶν ἐτῶν 1900 καὶ 1901, ἡ διαφορὰ αὕτη διετέθη ὅλη εἰς αὐξήσεις προσωπικὰς κλπ., ἐνῷ πρέπει, διὰ νὰ ἤμεθα ἀκριβεῖς, ν’ ἀφαιρέσωμεν ἐξ ἑνὸς ἑκάστου τῶν δύο ἐτῶν 3,000,000 δρ. ἀδιαθέτων πιστώσεων, καὶ μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν ταύτην νὰ προβῶμεν εἰς σύγκρισιν.
§116Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Κατὰ τὸ 1900 ἔχομεν προσωρινὸν ἀπολογισμόν, κατὰ τὸν ὁποῖον κατὰ τὸ 1900 ἐδαπανήθησαν 14,072,175.93, ἤτοι περισσότερα ἢ ὅσα ἐδαπανήθησαν τὸ 1896 κατὰ δραχμὰς 1,682,025.52· τὰ ἀποτελέσματα δὲ τοῦ 1901 καὶ 1902 δὲν δύνασθε νὰ γνωρίζητε, ἂν θέλωσιν ἀφήσει ἀδιαθέτους πιστώσεις 3,000,000, ἢ ἂν δὲν θὰ ἐπαρκέσωσιν αἱ πιστώσεις, ἀφοῦ οὐδὲ τοῦ ἑνὸς οὐδὲ τοῦ ἑτέρου τῶν ἐτῶν τούτων ἔκλεισεν ἔτι ἡ χρῆσις.
§117Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἀλλὰ δὲν ἐπεκαλέσθητε τὸν ἀπολογισμὸν τοῦ 1900, διότι εἴπετε, ὅτι δὲν δύνασθε νὰ ἐπικαλεσθῆτε αὐτὸν, διότι δὲν συμπεριλαμβάνει τὰς δαπάνας κατὰ κεφάλαιον.
§118Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Κατὰ τὸ ἔτος 1900 ἔχομεν τὸν προσωρινὸν ἀπολογισμόν.
§119Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἐκεῖ μάλιστα.
§120Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Λοιπὸν κατὰ τὸ 1900 ἐπληρώθησαν ἔξοδα διὰ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν δραχμαὶ 14,072,175.93 περισσότερα ἀπὸ τὰ δαπανηθέντα κατὰ τὸ 1896. Ὁ προσωρινὸς ἀπολογισμὸς βεβαιοῖ, ὅτι ἐδαπανήθησαν διὰ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν κατὰ τὸ 1900 περισσότερα ἢ ὅσα ἐδαπανήθησαν κατὰ τὸ 1896 δραχμαὶ 1,682,025.52.
§121Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπάρχει ὅμως ἡ Διαδήλωσις τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου διὰ τὰ δύο ἔτη 1899 καὶ 1900. Ἐν ταῖς Διαδηλώσεσι ταύταις καταφαίνονται ἀκριβῶς κατὰ κεφάλαιον καὶ ἄρθρον αἱ ἐνταλθεῖσαι δαπάναι. Αἱ Διαδηλώσεις αὗται ἀναπληροῦσι τὸν ὁριστικὸν ἀπολογισμόν.
§122Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Κύριε Βουλευτὰ, ὁ προσωρινὸς ἀπολογισμὸς εἶναι διὰ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν οὐχὶ λεπτομερής. Αὐτὸς ὅμως βεβαιοῖ, ὅτι ἐδαπανήθησαν διὰ τοὺς διαφόρους κλάδους τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν δραχ. 1,682,025.52 περισσότερα τοῦ δαπανηθέντος κατὰ τὸ ἔτος 1896 ποσοῦ.
§123Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ Διαδήλωσις τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου ἀναπληροῖ, ὡς καὶ προηγουμένως παρετήρησα, τὴν ἔλλειψιν ταύτην καὶ διὰ τὰ δύο ἔτη 1899 καὶ 1900.
§124Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν ἔχω ἀνάγκην νὰ ζητήσω διὰ τὴν ὁδοποιΐαν πόσα ἐδαπανήθησαν κατὰ τὸ 1900, διότι δὲν δύνανται νὰ δαπανηθῶσι περισσότερα ἀφ’ ὅσα προϋπελογίσθησαν. Ὅτι ὅμως τὰ πληρωθέντα ἔξοδα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν ὑπερέβησαν τὰ ὅσα ἐδαπανήθησαν κατὰ τὸ 1896 κατὰ δρ. 1,682,025.52, τοῦτο τὸ βεβαιοῖ ὁ προσωρινὸς ἀπολογισμός. Οὐδεμία δύναται νὰ προταθῇ ἀμφιβολία, ἀφοῦ κατὰ τὸ 1896 ἐδαπανήθησαν δρ. 12,390,150, κατὰ δὲ τὸ 1900 ἐδαπανήθησαν 14,072,175.93· ἀφοῦ δὲ διὰ τὴν κατασκευὴν ὁδῶν προϋπελογίσθησαν κατὰ τὸ 1899 δραχμαὶ 520,000, καὶ κατὰ τὸ 1900 δραχ. 670,000, πῶς ἦτο δυνατὸν νὰ δαπανήσητε περισσότερα ἀφ’ ὅσα προϋπελογίσθησαν;
§125Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν ἐλαμβάνετε ὑπ’ ὄψιν τὴν Διαδήλωσιν τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου τῆς χρήσεως τοῦ 1900, ἠθέλετε παρατηρήσει τοῦτο, ὅτι ὡς πρὸς τὴν ὁδοποιΐαν αἱ δαπάναι τοῦ 1900 δὲν ὑπελείφθησαν τὸ παράπαν τῶν δαπανῶν τοῦ 1896.
§126Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν εἶναι δυνατόν. Ὁ ἀπολογισμὸς τοῦ ἔτους 1896 βεβαιοῖ, ὅτι ἐδαπανήθησαν εἰς κατασκευὴν ὁδῶν δρ. 1,429,511.70. Ἀφοῦ ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1899 βεβαιοῖ, ὅτι διὰ κατασκευὴν ὁδῶν προσδιωρίσατε μόνον δραχ. 520,000, καὶ κατὰ τὸ 1900 μόνον δραχ. 670,000, πῶς ἦτο δυνατὸν νὰ ἐδαπανήσατε καὶ ὑμεῖς κατὰ τὸ 1899 ἢ κατὰ τὸ 1900 τόσα, ὅσα ἐδαπανήθησαν κατὰ τὸ 1896, ἀφοῦ οὐδ’ ἐζητήσατε, οὐδ’ ἐλάβετε ἀναπληρωματικὰς πιστώσεις διὰ τὴν ὁδοποιΐαν; Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπικαλεσθῆτε τὴν Διαδήλωσιν τοῦ Συνεδρίου; Ἐγὼ, πρὸς χάριν σας, ἐκλαμβάνω ὡς δαπανηθὲν διὰ τὴν κατασκευὴν ὁδῶν ἀκέραιον τὸ ποσὸν τὸ προϋπολογισθὲν κατὰ τὸ 1899 καὶ κατὰ τὸ 1900. Τὸ ποσὸν δὲ τὸ προϋπολογισθὲν διὰ τὴν κατασκευὴν ὁδῶν κατὰ τὸ 1899 συνίστατο εἰς δρ. 520,000, καὶ κατὰ τὸ 1900 εἰς 670,000· πῶς ἠδυνήθητε νὰ δαπανήσητε περισσότερα, καὶ μάλιστα νὰ δαπανήσητε ὅσα ἐδαπανήθησαν τὸ 1896, ἤτοι δρ. 1,429,511.70, ἀφοῦ δὲν ἐζητήσατε, οὐδ’ ἐλάβετε ἀναπληρωματικὴν πίστωσιν;
§127Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Λαμβάνετε τὸ κεφάλαιον ὁλόκληρον. Εἶναι καὶ συντήρησις ὁδῶν.
§128Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν πρόκειται περὶ συντηρήσεως ὁδῶν, ἀλλὰ περὶ κατασκευῆς ὁδῶν. Κατὰ τὸ 1896 ἐδαπανήθησαν διὰ τὴν συντήρησιν ὁδῶν δρ. 1,094,024.44, πλὴν τοῦ ποσοῦ τῶν δρ. 1,429,511.70, ὅπερ ἐδαπανήθη εἰς κατασκευὴν ὁδῶν. Ἄλλο συντήρησις, καὶ ἄλλο κατασκευή.
§129Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Λάβετε ὅμως τὸ σύνολον.
§130Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐν τῷ συνόλῳ δὲν εἶναι εὐπρεπὲς νὰ ἀξιώσητε νὰ δαπανᾶτε ὀλιγώτερον ποσὸν ἀπὸ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἰσπράττετε παρὰ τοῦ λαοῦ λόγῳ φόρου ὁδοποιΐας.
§131Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Πῶς;
§132Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Λόγῳ ὁδοποιΐας ὁ λαὸς εἰσφέρει 5 καὶ πλέον ἑκατομμύρια κατ’ ἔτος.
§133Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Καὶ ἔχομεν πάντοτε κατώτερον ποσόν.
§134Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μέχρι τινὸς τοῦτο ἦτο δικαιολογημένον. Μέχρι τοῦ χρόνου, κατὰ τὸν ὁποῖον δὲν εἴχομεν συνομολογήσει ἔτι συμβιβασμὸν μετὰ τῶν δανειστῶν ἡμῶν· κατὰ τὸν χρόνον, κατὰ τὸν ὁποῖον ἤμεθα ὑπὸ τὸ κράτος τῆς πτωχεύσεως, ἤμεθα ἠναγκασμένοι νὰ περιστέλλωμεν τὰς δαπάνας τοῦ Κράτους, ἑπομένως καὶ τὰς πρὸς κατασκευὴν ὁδῶν· ἀλλὰ μετὰ τὸν συμβιβασμόν, καθ’ ὃν χρόνον ἐπλουτίσατε ὅλους τοὺς κλάδους τῆς διοικήσεως διὰ πλημμύρας θέσεων καὶ ὑπαλλήλων, καθ’ ὃν χρόνον ηὐξήσατε τὰ ἔξοδα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν κατὰ τέσσαρα σχεδὸν ἑκατομμύρια, νὰ ἐλαττώσητε κατὰ τὸ ἥμισυ τὰ πρὸς κατασκευὴν ὁδῶν πληρωνόμενα πρότερον! Πῶς; Θὰ ἰσχυρισθῆτε, ὅτι δὲν δυνάμεθα νὰ δαπανήσωμεν περισσότερα;
§135Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλὰ πρωτίστως διὰ τὴν συντήρησιν.
§136Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἡ συντήρησις εἶναι ἔργον, τὸ ὁποῖον νομίζω, ὅτι οὐδέποτε δύναται νὰ παραλείψῃ τις.
§137Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἀλλὰ γίνεται καλῶς ἢ κακῶς. Δυστυχῶς δέ, πρέπει νὰ ὁμολογήσω, ὅτι εὗρον μίαν κατάστασιν πολὺ κακήν, ὅτε ἀνέλαβον τὴν ἀρχήν· διότι, ὅτε ἀνέλαβον τὴν ἀρχήν, εὗρον καθυστερήματα πολλά. Καὶ αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον ἐδαπανήθησαν περισσότερα.
§138Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Κύριε Βουλευτά, αὐτά, τὰ ὁποῖα λέγετε, δὲν ἁρμόζουσιν εἰς τὴν συζήτησιν. Ἂν οἱ διοικήσαντες κατὰ τὰ ἔτη 1897 καὶ 1898 ἀφῆκαν ἀπλήρωτα ἔξοδα, ὠφείλετε ὑμεῖς νὰ ἀναγράψητε αὐτὰ εἰς τὰς κεκλεισμένας χρήσεις, ἢ νὰ ζητήσητε ἰδίαν πίστωσιν, ἥτις ἔμελλε νὰ βαρύνῃ τὸν ἀπολογισμὸν τοῦ ἔτους, κατὰ τὸ ὁποῖον κατεσκευάσθησαν τὰ ἔργα καὶ δὲν ἐπληρώθησαν, ἀλλὰ νὰ ζητῆτε πίστωσιν κατὰ τὸ 1900, διὰ νὰ κατασκευάσητε κατὰ τὸ ἔτος αὐτὸ ὁδούς, καὶ νὰ λέγητε, ὅτι ἐδαπανήσατε τὴν πίστωσιν ταύτην εἰς ὀφειλὰς προηγηθέντος ἔτους, τοῦτο καταγγέλλει σύγχυσιν ἀνάρμοστον εἰς τὴν Διοίκησιν. Ὡσαύτως νὰ λέγητε, ὅτι πρὸ ὑμῶν αἱ ὁδοὶ δὲν συνετηροῦντο καλῶς καὶ τὰς εὕρετε εἰς κακὴν κατάστασιν, δὲν εἶναι ὀρθόν· διότι δύναμαι καὶ ἐγὼ νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι καὶ νῦν κακῶς συντηροῦνται αἱ ὁδοί. Ἀλλὰ ταῦτα πρέπει νὰ ἀποδεικνύωνται. Ποῖαι εἶναι αἱ ἀποδείξεις, αἱ βεβαιοῦσαι τοὺς ἰσχυρισμούς σας; Ποῦ εἶναι αἱ ἐκθέσεις τῶν ἁρμοδίων ἀρχῶν;
§139Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ὅτι εἶναι καλλιτέρα ἡ κατάστασις σήμερον, οὐδεὶς ἀμφισβητεῖ.
§140Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Αὐτὸ εἶναι προσωπικὴ γνώμη ὑμῶν, ἀλλ’ ὑμεῖς δὲν ἐπεσκέφθητε τὰς ὁδούς, οὐδ’ εἶσθε μηχανικός· ἑπομένως τοιαύτας γνώμας καὶ κρίσεις δὲν δυνάμεθα νὰ ἐπικαλεσθῶμεν. Καὶ λέγω τοῦτο, οὐχὶ διότι θέλω ν’ ἀμφισβητήσω αὐτό, τὸ ὁποῖον λέγετε.
§141Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν κατὰ τὸ 1900 εἰς πόσα ἀνέρχεται ἡ δαπάνη;
§142Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν ἡ δαπάνη ἀνέρχεται κατὰ τὸ 1900 εἰς 14,072,175.93.
§143Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἐκ τοῦ ἀπολογισμοῦ;
§144Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐκ τοῦ ἀπολογισμοῦ, διότι τὸ προϋπολογισθὲν εἶναι πολὺ ἀνώτερον· προσδιωρίσθη εἰς δρ. 16,531,461.
§145Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἀκριβῶς αὐτὰ ἔλεγον, ὅτε παρεκάλεσα ὑμᾶς νὰ μοὶ δώσητε τὴν ἄδειαν νὰ σᾶς διακόψω, ὅτε ὡμιλεῖτε περὶ δαπανηθέντων κατὰ τὰ 1900 καὶ 1901, καὶ ἐκάμνετε τὴν παραβολὴν μεταξὺ τῶν δαπανηθέντων κατὰ τὰ ἔτη 1900 καὶ 1901 πρὸς τὰ δαπανηθέντα κατὰ τὸ 1896. Ὡμιλεῖτε περὶ δαπανηθέντων. Σᾶς εἶπον νὰ μὴ μεταχειρίζησθε τὴν λέξιν δαπανηθέντα, διότι δὲν ἐδαπανήθησαν πράγματι· διότι σήμερον ἔχομεν τοὺς ἀπολογισμούς, ἐκ τῶν ὁποίων ἐξάγεται, ὅτι ἐδαπανήθησαν 2,000,000 κατὰ τὸ πρῶτον ἔτος, καὶ 3,000,000 κατὰ τὸ δεύτερον ἔτος ὀλιγώτερα τῶν προϋπολογισθέντων. Ἑπομένως, διὰ νὰ ἤμεθα ἀκριβεῖς, πρέπει νὰ λάβωμεν...
§146Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἔχετε τὸν ἀπολογισμόν;
§147Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἔχω τὴν Διαδήλωσιν τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου.
§148Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τὸν ἀπολογισμόν;
§149Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Τὸν ὁριστικὸν ἀπολογισμὸν δὲν τὸν ἔχομεν δυστυχῶς ἀκόμη.
§150Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τὸν προσωρινόν;
§151Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ὁ ὁριστικὸς ἀπολογισμὸς θὰ σᾶς δώσῃ πληροφορίας περὶ τῶν λεπτομερειῶν, ἀλλὰ τὸ σύνολον τῶν δαπανῶν θὰ εὕρητε εἰς τὸν προσωρινὸν ἀπολογισμόν.
§152Φ. ΝΕΓΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Θὰ ἦναι ὀλιγώτεραι.
§153Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἰκάζει, ὅτι θὰ ἦναι ὀλιγώτεραι. Ἔχετε ἐνδείξεις; Ἀλλὰ ἔχετε ἀριθμοὺς ἐπισήμους;
§154Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Μένουσι πάντοτε ἐντάλματά τινα, τὰ ὁποῖα ἐνεκρίθησαν, ἀλλὰ δὲν ἐκτελοῦνται.
§155Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δι’ ὅλας τὰς ἀνάγκας τοῦ Κράτους μένουσιν ἐντάλματα, τὰ ὁποῖα δὲν ἐξηργυρώθησαν ἐντὸς τῆς χρήσεως, ἀλλὰ τὰ ὀφειλόμενα περιλαμβάνονται εἰς τὰς κεκλεισμένας χρήσεις, ἐκδίδονται δὲ ἐπὶ τῇ βάσει τῆς πιστώσεως τῶν κεκλεισμένων χρήσεων ἐντάλματα καὶ πληρώνονται. Ἰδίως εἰς τοὺς λογαριασμούς, ὡς γνωρίζετε ἴσως κάλλιον ἐμοῦ καὶ δύνασθε νὰ μὲ διδάξητε, ἡ ἀκρίβεια εἶναι τὸ πᾶν, ἡ ἀκρίβεια εἰς τοὺς ἀριθμούς. Αἱ κρίσεις, αἱ εἰκασίαι, πάντα ταῦτα τίθενται κατὰ μέρος· οἱ ἀριθμοὶ καὶ μόνοι οἱ ἀριθμοὶ ὁμιλοῦσι. Μεταβαίνω εἰς τὴν ἐξέτασιν τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως. Τὰ πληρωθέντα ἔξοδα κατὰ τὸ 1896 διὰ τὰς ἀνάγκας τοῦ Ὑπουργείου τούτου ἀνῆλθον εἰς δρ. 3,774,457.67· κατὰ τὸ 1899 ταῦτα ἀνῆλθον εἰς 4,780,355.24, ἤτοι ὑπερέβησαν τὰ κατὰ τὸ 1896 δαπανηθέντα κατὰ 1,005,897.57· κατὰ δὲ τὸ 1900 ἀνῆλθον εἰς δραχ. 4,803,868.26, ὑπερβάντα ὡσαύτως τὰ κατὰ τὸ 1896 δαπανηθέντα κατὰ δραχ. 1,029,410.59. Κατὰ τὸ 1901 δὲ καὶ κατὰ τὸ 1902 προσδιωρίσθησαν διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ κατὰ μὲν τὸ 1901 εἰς 5,522,457, ἤτοι ὑπὲρ τὰ δαπανηθέντα κατὰ τὸ 1896 κατὰ 1,747,999.33, κατὰ δὲ τὸ 1902 εἰς 5,551,561, ἤτοι ὑπὲρ τὰ δαπανηθέντα κατὰ τὸ 1896 κατὰ δρ. 1,777,103.33. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν μοὶ ἐφάνη, ὅτι ἀνησυχεῖ διὰ τὰς προκαταβολάς, τὰς ὁποίας τὸ Δημόσιον καταβάλλει ὑπὲρ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως εἰς βάρος τῶν δήμων. Τὸ Σύνταγμα ἡμῶν περιέχει διάταξιν περὶ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, ἥν παρέλαβεν ἐκ τῶν Συνταγμάτων ἄλλων Κρατῶν, δι’ αὐτῆς δ’ ἐπεβλήθη εἰς τοὺς δήμους ἡ ὑποχρέωσις νὰ καταβάλλωσιν ἐκ τῶν δημοτικῶν ταμείων τὰς δαπάνας τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως· ἐπειδὴ δὲ ὀρθῶς προεβλέφθη, ὅτι τὰ μέσα τῶν δήμων πολλαχοῦ δὲν ἤθελον ἐπαρκεῖ, τὸ Σύνταγμα ἐπέβαλε καὶ εἰς τὸ Δημόσιον νὰ συντρέχῃ τοὺς δήμους. Ἡ διάταξις αὕτη τοῦ ἡμετέρου Συντάγματος εἶχε παραληφθῆ ἐκ τοῦ Βελγικοῦ Συντάγματος, καίτοι ἐν Βελγίῳ ὑπῆρχεν ἄλλος εἰδικὸς λόγος, διότι ἐκεῖ ὑπῆρχεν ὁ Κλῆρος, κρατῶν πολλαχοῦ ἐν τῷ φρονήματι τοῦ Βελγικοῦ λαοῦ, ὅστις ἠξίου νὰ διευθύνῃ αὐτὸς τὰ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως· ὑπῆρχον ὅμως καὶ περιφέρειαι, ἐν αἷς δὲν ἐπεκράτει ὁ Κλῆρος, καὶ διὰ τοῦτο οἱ συντάξαντες τὸ Σύνταγμα περιέλαβον τὴν εἰρημένην διάταξιν, καθ’ ἥν τὰ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως ἤθελον κανονίζεσθαι, εἴτε κατὰ τὴν γνώμην τῶν κληρικοφρόνων, εἴτε κατὰ τὴν γνώμην τῶν λαϊκοφρόνων, ἀναλόγως τῆς γνώμης τῆς ἐν τῷ δήμῳ πλειονοψηφίας. Παρ’ ἡμῖν ταῦτα δὲν ἔχουσιν οὕτω, καὶ οὐδεμία τοιαύτη ἀνάγκη εἶχεν ὑπαγορεύσει τὴν διάταξιν ταύτην, ἀλλ’ ἂν αὕτη δὲν ἀνεγράφετο ἐν τῷ Συντάγματι, τίς ἔπρεπε νὰ ταχθῇ, ἵνα φροντίσῃ περὶ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως; Ἐπειδὴ δὲ τὸ Κράτος ὤφειλε νὰ προνοήσῃ περὶ τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως τοῦ λαοῦ, ἡ ὑποχρέωσις διὰ τὰς δαπάνας τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως ἔμελλε νὰ ἐπιβαρύνῃ τὸ δημόσιον ταμεῖον· ὥστε ὑπὸ τὴν ἔποψιν τὴν χρηματικήν, τὴν οἰκονομικὴν, ἡ διάταξις τοῦ ἡμετέρου Συντάγματος ἦτο εὐνοϊκὴ εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον. Καὶ μέχρι μὲν τοῦ 1856 τὸ Κράτος δὲν ἀνεμίχθη παντάπασιν, ἀλλὰ καὶ οἱ δημοδιδάσκαλοι, καίτοι δὲν ὑπῆρχον πανταχοῦ δημοτικὰ σχολεῖα, δὲν ἐλάμβανον τακτικῶς τοὺς μισθούς των παρὰ τῶν δήμων, ἕνεκεν ἀνεχείας τούτων. Ἡ κατάστασις τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως ἦτο ἐν ἀληθεῖ παραλυσίᾳ, ἠναγκάσθη δ’ ὁ τότε ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως Ὑπουργός, ὁ μακαρίτης Χ. Χριστόπουλος, νὰ προκαλέσῃ τὸν νόμον ΤΛΗʹ τῆς 12 Ἰουλίου 1856, κατὰ τὸν ὁποῖον τὸ Δημόσιον προκατέβαλλε τὰ κατὰ τοὺς προϋπολογισμοὺς τῶν δήμων πληρωτέα ἔξοδα τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, τὰ ὁποῖα ἔμελλε νὰ εἰσπράττῃ τὸ Δημόσιον ἐκ τῶν δημοτικῶν ἐσόδων. Ἀλλὰ τὰ ἔσοδα τῶν δήμων δὲν ἐπήρκουν, ὅπως ἀποδίδωνται εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον τὰ ὑπ’ αὐτοῦ εἰς βάρος τῶν δήμων προκαταβαλλόμενα ἔξοδα τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, ἐντεῦθεν δὲ οἱ δῆμοι ἔμενον ὀφείλοντες εἰς τὸ Δημόσιον τὰ μὴ ἀποδοθέντα αὐτῷ καὶ ἐκ τῶν προκαταβολῶν ὀφειλόμενα ποσά, τὰ ὁποῖα νῦν σημειοῦνται ἐν τοῖς λογαριασμοῖς τῶν ληψοδοσιῶν τοῦ δημοσίου ταμείου, ἀνερχόμενα εἰς ὀγκώδη ποσὰ, ἤτοι 4,419,678.39, καὶ κατωτέρω ἄλλο ποσὸν δρ. 6,845,657.80, καὶ τρίτον ἄλλο ποσόν, προκαταβληθὲν εἰς βάρος τῶν δήμων τῆς Θεσσαλίας, ἐκ δραχ. 242,431.62. Ὁ νῦν ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως Ὑπουργὸς ἐπενόησε σύστημα, διὰ τοῦ ὁποίου τὸ δημόσιον ταμεῖον ἤθελεν ἀπαλλαγῆ ἀπὸ τὰ τοιαῦτα ἕνεκα τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως βάρη, καὶ ἐπρότεινε τοῦτο διὰ νομοσχεδίου, ὅπερ εἰσήγαγεν εἰς τὴν Βουλὴν, συνοδεύσας αὐτὸ δι’ αἰτιολογικῆς ἐκθέσεως, ἐν ᾗ ἔγραφεν, ὅτι «ὁ νόμος ΒΤΜΘʹ τοῦ 1895... ἀπέβη καταθλιπτικὸς εἰς τὴν διοίκησιν τῶν δήμων, καὶ ἐπεβάρυνε τὸ δημόσιον ταμεῖον διὰ τῶν δαπανῶν τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως. Ἕνεκα τοῦ συμψηφισμοῦ τῶν ἐσόδων τῶν δήμων εἰς τὰ ἔξοδα τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως, πολλοὶ τούτων, στερηθέντες τῶν ἀπαραιτήτων διὰ τὴν δημοτικὴν διοίκησιν δαπανῶν, περιήχθησαν εἰς τὴν ἀδυναμίαν τῆς διοικήσεως· ἀφ’ ἑτέρου τὸ Δημόσιον, προκαταβάλλον τὰ ἔξοδα τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως, καὶ μὴ δυνάμενον, ἕνεκα τῆς ἀνεπαρκείας τῶν κατὰ τῶν δήμων ἐξαναγκαστικῶν μέτρων, νὰ εἰσπράξῃ ταῦτα παρ’ αὐτῶν, εἶχε λαμβάνειν μέχρι τέλους Φεβρουαρίου τοῦ 1901 δρ. 7,116,053.89, ἄνευ ἐλπίδος ἀπολήψεως αὐτῶν παρὰ τῶν δήμων, ἐπιβαρυνθὲν οὕτως ἐμμέσως διὰ τῶν δαπανῶν τούτων.» Ἀλλ’ οἱ δῆμοι εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐπαρκέσωσιν εἰς τὰς δαπάνας τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, διότι τὰ μέσα αὐτῶν εἶναι πενιχρότατα. Δὲν ἐπήρκεσαν οὐδ’ ὑπὸ τὸ σύστημα τῶν προκαταβολῶν τοῦ 1856, δὲν ἐπήρκεσαν οὐδ’ ὑπὸ τὸ σύστημα τοῦ ταμείου τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, τοῦ συστηθέντος κατὰ τὸ 1888 διὰ τοῦ νόμου ΑΧΜΑʹ τῆς 9 Ἰανουαρίου, ὡς δὲν ἐθεράπευσε τὸ κακὸν οὐδὲ τὸ διὰ τοῦ νόμου τοῦ 1895 εἰσαχθὲν σύστημα. Καὶ αἱ ὑφιστάμεναι νῦν δαπάναι δὲν εἶναι αἱ ὁριστικαί, αἱ δαπάναι τοῦ μέλλοντος, διότι, ἐφ’ ὅσον τὰ Διδασκαλεῖα παράγουσι δημοδιδασκάλους καὶ ὁ ἀριθμὸς τῶν δημοδιδασκάλων αὐξάνει, πρέπει νὰ αὐξάνῃ καὶ ὁ ἀριθμὸς τῶν δημοτικῶν σχολείων, ὅπως γένηται δυνατὸν νὰ ἔχωμεν δημοτικὰ σχολεῖα ἐν ἑκάστῳ χωρίῳ. Μόνον τότε θέλομεν δυνηθῇ νὰ εἴπωμεν, ὅτι ἔχομεν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν, καὶ μόνον τότε θέλομεν ἐκπληρώσει τὸ καθῆκον, ὅπερ ἔχει ἡ Πολιτεία, νὰ δίδῃ εἰς τὰ τέκνα πάντων τῶν Ἑλλήνων, καὶ οὐχὶ μόνον τινῶν, τὴν αὐτὴν πνευματικὴν καὶ ἠθικὴν ἀνατροφήν· ἀλλὰ τότε τὸ δημόσιον ταμεῖον θέλει ἐπιβαρύνεσθαι περισσότερον, θέλει δὲ κατασταθῇ ἀναπόφευκτον νὰ ἐπιβληθῇ εἰδικὸς φόρος, δι’ αὐτοῦ δὲ τότε θέλει ἐξομαλυνθῇ ἡ ἀνωμαλία, ἥτις ταράσσει τόσον πολὺ τὸν κύριον Ὑπουργόν. Ὁ ἰσχύων νόμος ἐπιτρέπει νὰ συντρέχῃ τὸ δημόσιον ταμεῖον τοὺς δήμους, καταβάλλον αὐτὸ τὰ ἕνεκα τῶν ἐξόδων τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως ἐλλείμματα τῶν προϋπολογισμῶν των, ἀλλ’ ἀφοῦ οἱ δῆμοι αὐξήσωσι μέχρις ἑνὸς τοῖς ἑκατὸν τοὺς ὑπάρχοντας ἀμέσους καὶ ἐμμέσους δημοτικοὺς φόρους, καὶ ἐὰν καὶ μετὰ τοῦτο ὑπάρχωσιν ἐλλείμματα ἐν τοῖς προϋπολογισμοῖς αὐτῶν· ἐπέτρεψε δὲ ὁ νόμος, ἐὰν ἐν τῷ δημοτικῷ ταμείῳ δὲν ὑπάρχωσι χρήματα, νὰ προκαταβάλλῃ ταῦτα τὸ δημόσιον ταμεῖον, ἐξοφλοῦν τὰ ἐντάλματα διὰ χρημάτων τοῦ Δημοσίου, ἐὰν πρόκειται νὰ εἰσπράξῃ τὸ ποσὸν τοῦτο τὸ Δημόσιον ἐξ ἐσόδων τοῦ δήμου. «... Ἐὰν δὲν ὑπάρχωσι πλέον ἔσοδα τοῦ δήμου πρὸς εἴσπραξιν», διατάσσει ἡ τελευταία παράγραφος τοῦ ἄρθρου 63 τοῦ νόμου, «δὲν ὑπάρχωσι δὲ δημοτικὰ χρήματα οὐδ’ ἐν τῷ δημοσίῳ ταμείῳ, οὐδ’ ἐν τῷ δημοτικῷ, ὁ ταμίας καταγγέλλει τὴν ὑπόθεσιν εἰς τὴν ἁρμοδίαν διοικητικὴν ἀρχήν,... ἵνα αὕτη προκαλέσῃ τὴν περὶ καταβολῆς τῶν ἀναγκαιούντων χρημάτων πρόνοιαν τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργείου.»
§156Φ. ΝΕΓΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Περὶ τῶν εὐπόρων δήμων.
§157Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ποῖος εἶναι ὁ εὔπορος, καὶ ποῖος ὁ ἄπορος;
§158Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Εὔπορος εἶναι ἐκεῖνος, οὗ τὰ ἔσοδα εἶναι διπλάσια τῶν δαπανῶν τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως.
§159Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἀλλ’ ὅσον αὐξάνει ἡ εὐπορία ἑνὸς δήμου, αὐξάνουσι καὶ αἱ ἀνάγκαι αὐτοῦ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἶναι εὐπορώτερος ἀπὸ ἐμέ, ἀλλ’ ἔχει ἕνεκα τούτου καὶ πλειοτέρας ἀνάγκας.
§160Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Πρὸ τοῦ νόμου, τοῦ καὶ νῦν ἰσχύοντος, περὶ στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως, τοῦ ψηφισθέντος κατὰ τὸ 1895, αἱ ἐν γένει δαπάναι τῆς ἐκπαιδεύσεως ἀνήρχοντο εἰς 3,500,000 δρ. Ὡς γνωστόν, αἱ δαπάναι τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, ἀφ’ ἧς κατηργήθη τὸ εἰδικὸν ταμεῖον τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, κατεβάλλοντο πᾶσαι ὑπὸ τοῦ Δημοσίου, εἰς ὃ οἱ δῆμοι ὑπεχρεοῦντο νὰ καταβάλλωσιν ὡρισμένας εἰσφοράς. Τὸ ποσὸν τῶν εἰσφορῶν τῶν δήμων ὑπελείπετο σπουδαίως τοῦ καταβαλλομένου ὑπὸ τοῦ Δημοσίου. Ὁπωσδήποτε εἶναι ἐξηκριβωμένον ἐκ τῶν πρὸ τοῦ 1896 ἀπολογισμῶν τὸ ποσὸν τὸ δαπανώμενον διὰ τὴν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν. Κατὰ τὸν ἀπολογισμὸν τοῦ 1895, τὸ Δημόσιον εἰσέπραξεν ἐξ εἰσφορῶν τῶν δήμων 1,500,000 δραχμάς, ἐδαπάνησε δὲ 4,000,000 περίπου.
§161Φ. ΝΕΓΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Τῶν δήμων;
§162Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ δαπάνη διὰ τὴν στοιχειώδη ἐκπαίδευσιν ἦτο ἄλλως διερρυθμισμένη τότε. Τότε ἦτο τὸ ταμεῖον τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, τὸ ὁποῖον κατέβαλλε τὰς δαπάνας πάσας.
§163Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ναί· ἀλλὰ τὸ ταμεῖον τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως ἐλάμβανε μεγάλην χορηγίαν παρὰ τοῦ δημοσίου ταμείου.
§164Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Αἱ δαπάναι αἱ καταβαλλόμεναι ὑπὸ τοῦ εἰδικοῦ ταμείου, καὶ τὸ ποσόν, ὅπερ κατέβαλλε τὸ Δημόσιον καὶ ἔχει λαμβάνειν, ἀνήρχοντο εἰς 4,000,000 δρ. Τό γε νῦν ὅμως τίς εἶναι ἡ κατάστασις; Τό γε νῦν δαπανῶσιν οἱ δῆμοι ὑπὲρ τὰ 4,000,000, δαπανᾷ τὸ Δημόσιον 1,000,000 λόγῳ ἀρωγῆς ὑπὲρ τῶν ἀπόρων δήμων, ἀπομένει δὲ καθυστέρημα, ὀφειλόμενον ὑπὸ τῶν μὴ ἀπόρων δήμων, 1,000,000 λόγῳ προκαταβολῆς ὑπὲρ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως. Ὥστε αἱ δαπάναι τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως μετὰ τὸν τελευταῖον νόμον σχεδὸν ἐδιπλασιάσθησαν, καὶ ἐξακολουθοῦσιν αὐξάνουσαι κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε, ἂν δὲν ληφθῇ πρόνοια, ἔστω καὶ διὰ τοῦ τρόπου, ὃν ὑπεδείξατε, τὸν ὁποῖον καὶ ἐγὼ ἄλλοτε ὑπέδειξα ὡς ἐπιβαλλόμενον, ἤτοι δι’ ἑνὸς εἰδικοῦ ἐκπαιδευτικοῦ φόρου, θὰ ἔχωμεν μετ’ ὀλίγον τὴν χρεωκοπίαν τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως διὰ τῆς ὁσημέραι προϊούσης αὐξήσεως τῶν δαπανῶν τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως.
§165Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἔχω μίαν σημείωσιν. Δὲν ἠξεύρω, ἂν ἦσθε μέλος τοῦ Ὑπουργείου Τρικούπη, τὸ ὁποῖον παρῃτήθη κατὰ τὸ 1894...
§166Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Διετέλουν μέλος τοῦ Ὑπουργείου Τρικούπη, τοῦ ἀνελθόντος ἐπὶ τὴν ἀρχὴν κατὰ τὸ 1892 καὶ παραιτηθέντος κατὰ τὸ 1893.
§167Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τὸ Ὑπουργεῖον Τρικούπη, ὅτε παρῃτήθη κατὰ τὸ 1894, εἰσήγαγε Προϋπολογισμὸν τοῦ 1895 εἰς τὴν Βουλήν. Κατὰ πίνακα προταχθέντα τοῦ Προϋπολογισμοῦ τούτου, ὠφείλοντο ὑπὸ τοῦ ταμείου τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως εἰς τὸ Δημόσιον δρ. 4,419,883.67, καίτοι τὸ δημόσιον ταμεῖον ἐπροικοδότει τὸ ταμεῖον τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως δι’ ἐτησίας εἰσφορᾶς 1,200,000 δρ...
§168Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Προβάλλων παρατηρήσεις τινὰς, στηρίζομαι οὐχὶ εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν, ἀλλ’ εἰς τὸν ἀπολογισμόν.
§169Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. .. Εἰσέπραξεν ἐξ εἰσφορῶν τῶν δήμων καὶ τῶν Μονῶν δραχμὰς 2,191,582.57. Οὕτως ἐξ εἰσφορῶν 2,191,582.57, ἐκ τοῦ δημοσίου ταμείου προικοδότησις 1,200,000, τὸ ὅλον 3,391,582.57, προσέτι τοὺς τόκους τῶν κληροδοτημάτων, καὶ μεθ’ ὅλα ταῦτα ὤφειλεν εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον 4,419,883.67.
§170Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν εἶχον πρόχειρον τὸν ἀπολογισμὸν τοῦ 1894, ἤθελον σᾶς πείσει, ὅτι τὸ ποσὸν τῆς ἐν γένει δαπάνης ὑπὲρ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως δὲν ὑπερέβη τὸ ποσὸν τῶν 4,000,000.
§171Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Εἰς τοὺς Προϋπολογισμοὺς ὑπὸ τὰς λέξεις «δημοτικὴ ἐκπαίδευσις» ἀναγράφεται, ὅτι εἰσφέρει τὸ Δημόσιον μέχρις ἑνὸς ποσοῦ, ἀλλὰ καὶ προκαταβάλλει ἄλλα ὀλίγον κατ’ ὀλίγον.
§172Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Αἱ εἰσφοραὶ τῶν δήμων ἀνεγράφοντο εἰς τὰ ἔσοδα, εἰς δὲ τὰ ἔξοδα ἀνεγράφοντο αἱ ἐν γένει δαπάναι ὑπὲρ τῆς ἐκπαιδεύσεως.
§173Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Εἰς τὰ ἔσοδα. Ἀλλ’ ἀφῄρεσα ἐγὼ διὰ τοῦ νόμου τὰ ἐξ εἰσφορῶν τῶν δήμων ἔσοδα· ἀλλὰ καὶ πρὶν ἢ καταργηθῶσι διὰ τοῦ νόμου, ὡς εἶπον, τὰ ἐξ εἰσφορῶν ἔσοδα ταῦτα ἀπὸ ἔτους εἰς ἔτος ἐμειοῦντο.
§174Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ηὔξανεν ἡ ἐπιβάρυνσις τοῦ δημοσίου ταμείου.
§175Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μάλιστα. Ἐὰν ὅμως κατὰ τὸ 1895 ηὔξησαν τὰ ἔξοδα τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, ηὔξησαν δι’ ἄλλον λόγον· ηὔξησαν διότι κατηρτίσθησαν καὶ συνεστήθησαν δημοτικὰ σχολεῖα πλειότερα...
§176Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν συζητῶ τὸ θέμα κατ’ οὐσίαν.
§177ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Καὶ διότι...
§178Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δι’ ἄλλον λόγον ὄχι· διότι τὰ ἔξοδα τῆς ἀγορᾶς σκευῶν καὶ λοιπὰ πληρώνονται ἐκ τῶν ἐκπαιδευτικῶν τελῶν...
§179ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Εἷς ἐκ τῶν σπουδαιοτέρων λόγων.
§180Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. .. διότι τὰ ἐκπαιδευτικὰ τέλη προωρίσθησαν διὰ τοῦ νόμου δι’ οἰκοδομὴν διδακτηρίων καὶ δι’ ἀγορὰν σκευῶν καὶ ὀργάνων. Εἶπον ταῦτα καὶ ἀνέμνησα αὐτὰ διὰ νὰ παραστήσω εἰς τὸν κύριον Ὑπουργὸν, ὅτι ἐξεπλάγη ἀδίκως, ἄνευ εὐλόγου ἀφορμῆς. Διατὶ ἐξεπλάγη; Τὰ συμβαίνοντα δὲν δύνανται νὰ μεταβληθῶσι, καὶ θέλουσιν εἶσθαι πάντοτε, ὡς καὶ νῦν ἔχουσιν, οἱονδήποτε σύστημα νόμου δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως παραδεχθῆτε, ἐκτὸς ἂν θέλητε νὰ διαλύσητε τὰ σχολεῖα, ἢ νὰ ἀκρωτηριάσητε τὴν στοιχειώδη ἐκπαίδευσιν. Καὶ ἐπειδὴ ἐξεπλάγητε, συνετάξατε τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον εἰσηγάγετε εἰς τὴν Βουλὴν, ἀλλὰ τὸ ὁποῖον ἐξήγειρεν ὅλους τοὺς λειτουργοὺς τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως· ἀφηρέσατε δὲ τὸ 2ον καὶ τὸ 3ον ἄρθρον, ὡς ἀνηγγείλατε εἰς τὴν Βουλὴν, διότι εἴδετε, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον, διότι δι’ αὐτοῦ ἐμέλλετε νὰ καταστρέψητε ὅλην τὴν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν. Εἶναι ὅμως ἀληθὲς, ὅτι τὸ οἰκονομικὸν μέρος καὶ τοῦ ἰσχύοντος νόμου περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως καὶ τῶν πρὸ αὐτοῦ καὶ πάντων τῶν ἑπομένων ἔχει ἀνάγκην μεταβολῆς καὶ ἐπιθεωρήσεως, διὰ νὰ γένηται δυνατὸν νὰ συμπληρωθῇ ἡ δημοτικὴ ἐκπαίδευσις, καὶ νὰ λειτουργήσῃ ὡς πρέπει νὰ λειτουργῇ ἐν Κράτει κυβερνωμένῳ ὑπὸ ἐλευθέρων θεσμῶν. Ἀλλὰ τὸ νομοσχέδιον περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, ἀπὸ τὸ ὁποῖον εὐηρεστήθητε νὰ ἀπαλείψητε τὰ ἄρθρα 2 καὶ 3, ἀποτελεῖ συνέχειαν τῆς προαιρέσεως, τοῦ σκοποῦ, τῆς ἐπιθυμίας καὶ ὑμῶν καὶ τῶν προκατόχων σας, νὰ ἐπικηρύξητε διαρκῆ καὶ διηνεκῆ πόλεμον κατὰ τοῦ περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως νόμου τοῦ 1895· πόλεμον διὰ τῶν νόμων, πόλεμον διὰ τῆς ἐκτελέσεως τῶν νόμων, καὶ ὁ δυστυχὴς οὗτος νόμος κατεδικάσθη νὰ εὑρίσκηται ἐν πλήρει ἀμύνῃ. Ἐλησμονήσατε καὶ τὸ νομοσχέδιον περὶ διοικητικῆς διαιρέσεως τοῦ Κράτους; Τί κοινὸν μεταξὺ τῆς διοικητικῆς διαιρέσεως τοῦ Κράτους καὶ τῶν ἐπιθεωρητῶν τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως; Εἰσήχθη τελευταῖον ἄρθρον ἐν τῷ νόμῳ, διατάσσον, ὅτι οἱ ἐπιθεωρηταὶ ἔχουσι βαθμὸν ὑπουργικοῦ γραμματέως πρώτης τάξεως, ἐνῷ εἶχον κατὰ τὸν νόμον τοῦ ἔτους 1895 βαθμὸν τμηματάρχου δευτέρας τάξεως. Διατὶ ὑπεβιβάσθησαν ἀπὸ τοῦ βαθμοῦ τοῦ τμηματάρχου δευτέρας τάξεως εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ ὑπουργικοῦ γραμματέως πρώτης τάξεως; Πῶς ἐκρίθη, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ εὑρεθῶσιν ἄνθρωποι μὲ 240 δραχμὰς κατὰ μῆνα, ἵνα ἐκτελῶσι τὰ ἔργα τοῦ ἐπιθεωρητοῦ, καὶ ἄνθρωποι ἔχοντες τὰ προσόντα, τὰ ὁποῖα ἀπαιτοῦσι τὰ καθήκοντα τοῦ ἐπιθεωρητοῦ; Οἱ ἐπιθεωρηταὶ ἐλήφθησαν ἀπὸ καθηγητῶν Γυμνασίων ἢ ἀπὸ γυμνασιαρχῶν, οἱ ὁποῖοι ἐλάμβανον περισσότερον μισθόν. Ὅταν λοιπὸν ὑποχρεώσητε αὐτοὺς νὰ ὑπηρετῶσι μὲ 240 δραχμὰς μόνον, ἠλπίσατε ὅτι ἠθέλετε τρέψει πάντας αὐτοὺς εἰς φυγήν. Τρεπομένων εἰς φυγὴν τῶν ἐπιθεωρητῶν, ἦτο πλέον δυνατὴ ἡ λειτουργία τοῦ νόμου; Ὁ ὑποβιβασμὸς οὗτος τοῦ βαθμοῦ αὐτῶν ἦτο δηλητήριον, τὸ ὁποῖον ἐδίδετε εἰς τὸν νόμον διὰ νὰ τὸν φονεύσητε. Ἀλλ’ ἐπιτρέπεται εἰς νομοθετικὴν ἐξουσίαν νὰ δολιεύηται, νὰ ἐνεδρεύῃ, νὰ ἐπιβουλεύηται; Αὐτὸ ἐπιτρέπεται εἰς κακοποιὰ στοιχεῖα, εἰς πονηροὺς ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι ἐπιβουλεύονται ἄλλους καὶ δηλητηριάζουν αὐτοὺς ἢ τοὺς φονεύουσιν· ἀλλ’ οἱ νόμοι εἶναι τὸ πόρισμα τῆς καθολικῆς γνώμης τοῦ λαοῦ, ἡ καθολικὴ δὲ γνώμη τοῦ λαοῦ πρέπει νὰ ἦναι εὐκρινὴς, καθαρὰ, καταφανής. Θέλει ἡ χώρα δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν, ἀλλὰ θέλει αὐτὴν τοιαύτην, τὴν θέλει οὕτως, ἢ ὄχι δὲν τὴν θέλει οὕτω, τὴν θέλει ἄλλως· ἀλλὰ τότε ἐκδίδοται νόμος, ὁ ὁποῖος ἀνατρέπει τὸν νόμον τοῦ 1895, ἂν ἡ πλειονοψηφία θελήσῃ νὰ τὸν ψηφίσῃ, καὶ νὰ κανονίσῃ κατ’ ἄλλον τρόπον τὰ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως. Ἀλλ’ αὐτὸ τὸ ἐγχειρίδιον, τὸ ὁποῖον ἔλαβον ἐν χερσὶ καὶ ἐνέπηξαν εἰς τὰς πλευρὰς τοῦ νόμου, εἶναι ἀνάρμοστον εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν· λυποῦμαι δὲ διότι ὁ ἐκ Κερκύρας Βουλευτὴς, γενόμενος Πρωθυπουργός, ἐλησμόνησε τὸν Πρωθυπουργὸν καὶ ἔστερξε νὰ εἰσχωρήσῃ εἰς τὸν νόμον περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως διάταξις τοιαύτη. Εὐτυχῶς, μολονότι ὑπεβιβάσθησαν οὕτω κατὰ βαθμὸν οἱ ἐπιθεωρηταὶ, οὗτοι δὲν ἐλησμόνησαν τὴν σπουδαιοτάτην λειτουργίαν, εἰς ἣν ἔταξεν αὐτοὺς ἡ Πολιτεία, ἀλλ’ ἐνεκαρτέρησαν, δὲν ἐτράπησαν εἰς φυγὴν, ἀλλ’ ἔμειναν ἐκπληροῦντες τὸ καθῆκόν των· καὶ ὁμολογῶ εὐσυνειδήτως, ὅτι αἱ πληροφορίαι, τὰς ὁποίας ἔχω περὶ τῆς λειτουργίας τῶν διατάξεων τοῦ μέρους τούτου τοῦ νόμου περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, εἰσὶν ἄρισται. Αἱ στατιστικαὶ πληροφορίαι, τὰς ὁποίας ἐφρόντισα νὰ συλλέξω ἐν ὅλοις τοῖς νομοῖς, βεβαιοῦσιν, ὅτι ἡ δημοτικὴ ἐκπαίδευσις διὰ τοῦ νόμου τούτου ὑπέκυψεν εἰς βελτιώσεις, δὲν προσεδόκων δὲ, ὅτι αὗται ἤθελον ἐπιτευχθῇ τοσοῦτον ταχέως καὶ τοσοῦτον μεγάλαι διὰ τοῦ νόμου. Καὶ οἱ δημοδιδάσκαλοι ἐργάζονται καὶ πληρέστερον καὶ μετὰ μείζονος φιλοπονίας, καὶ ἡ ἐπιτήρησις εἶναι αὐστηροτέρα καὶ ἄγρυπνος, καὶ οἱ μαθηταὶ ἀσκοῦνται καὶ ἐκπαιδεύονται πληρέστερον καὶ σκοπιμώτερον. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ἠσέβησαν καί τινες ἐπιθεωρηταὶ τελευταῖον, οἱ ὁποῖοι ἀπέδειξαν, ὅτι ὁμοιάζουσι τοὺς συνήθεις ὑπαλλήλους τοῦ Κράτους, οἱ ὁποῖοι προσπαθοῦσι νὰ εὕρωσι, τί πρέπει νὰ πράξωσι διὰ νὰ ἦναι ἀρεστοὶ εἰς τὸν Ὑπουργὸν ἢ τὸν ἰσχύοντα Βουλευτὴν, ἀλλὰ τὸ πλεῖστον τῶν ἐπιθεωρητῶν ἐδείχθη ἄξιον τῆς ἀποστολῆς του. Ὅτε κατηρτίζομεν τὸ προσωπικὸν τῶν ἐπιθεωριτῶν κατὰ τὴν πρώτην ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου, συνεβούλευσα τὸν συνάδελφόν μου, τὸν ἀποθανόντα Βουλευτὴν ἐκ Κορινθίας, νὰ λησμονήσῃ ἑαυτὸν, νὰ λησμονήσῃ τὰ συμφέροντα ἑαυτοῦ, νὰ λησμονήσῃ τὰ συμφέροντα τῶν φίλων του, καὶ νὰ μὴ ἐπιθυμήσῃ νὰ μάθω οὐδ’ ἐγὼ, ποῖοι διορίζονται ἐπιθεωρηταί. Καὶ ὄντως δὲν ἐγνώριζον, ποῖοι διωρίσθησαν ἐπιθεωρηταί. Μόνον δ’ ἀφοῦ διωρίσθησαν ἐκάλεσα αὐτοὺς νὰ συγγευθῶ μετ’ αὐτῶν, ὅπως ἐξηγήσω αὐτοῖς τὰς διατάξεις τοῦ νόμου καὶ τὸν σκοπὸν αὐτοῦ. Τότε ἐγνώρισα αὐτοὺς, ὁμολογῶ δὲ, ὅτι ἡ ἐκλογὴ τῶν προσώπων, ἡ γενομένη ὑπὸ τοῦ μακαρίτου Πετρίδου, ἦτο ἀρίστη. Ἐὰν μεταξὺ τῶν 16 ἀπέτυχον δύο ἢ τρεῖς, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μὲ ἐκπλήξῃ, διότι, ὅταν πρόκηται περὶ ἐκλογῆς προσώπων, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιτύχῃ τις καθ’ ὅλα. Ἐγὼ φρονῶ, ὅτι εἶναι ἀναποφεύκτως ἀναγκαῖον, καὶ ὑπὸ τοῦ συμφέροντος τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως καὶ ὑπὸ τῆς πολιτικῆς ἠθικῆς ἔτι ἐπιβαλλόμενον, νὰ ἀνορθωθῇ τὸ ἁμάρτημα τὸ γενόμενον, νὰ ἐπανέλθωσιν εἰς τοὺς βαθμούς των οἱ ἐπιθεωρηταὶ, καὶ ἀποζημιωθῶσι διὰ τὴν ζημίαν, εἰς ἣν ἔστερξαν νὰ ὑποβληθῶσι χάριν τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, ἵνα ἐνισχυθῶσιν εἰς τὸ ἔργον τὸ καματηρὸν, τὸ πολύμοχθον, τὸ ἀχάριστον, τὸ ὁποῖον μετέρχονται, καὶ διὰ νὰ δοθῇ σωτήριον μάθημα καὶ εἰς τοὺς ὑπαλλήλους καὶ εἰς τοὺς Ὑπουργοὺς, διδασκομένους καὶ τούτους νὰ σωφρονῶσι, καὶ ἐκείνους νὰ πιστεύωσιν εἰς τὴν δικαιοσύνην τοῦ Κράτους. Ἂν δὲ ἤθελε κατασταθῆ δυνατὸν νὰ εὑρεθῶσι καὶ συστηθῶσιν Ἐποπτικὰ Συμβούλια καὶ ἐπὶ τῆς μέσης ἐκπαιδεύσεως, ἐκ προσώπων ἐπιτηδείων, ἐχόντων τὰ προσόντα, καὶ δυναμένων νὰ ἐπιτηρῶσιν ἐπαρκῶς καὶ εὐσυνειδήτως, ἤθελον συναινέσει βεβαίως νὰ ἐφαρμοσθῇ ὅμοιον σύστημα καὶ ἐπὶ τῆς μέσης ἐκπαιδεύσεως. Δυστυχῶς, τό γε νῦν ἔχον, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ καταρτισθῶσι τοιαῦτα Ἐποπτικὰ Συμβούλια, διότι δὲν εὑρίσκονται πολλοὶ οἱ πρὸς τοῦτο κατάλληλοι. Ἡ προσφυγὴ εἰς τοὺς καθηγητὰς τοῦ Πανεπιστημίου δὲν πληροῖ τὸ κενόν, ἀποτελεῖ δὲ εἰκονικὴν ἐνέργειαν, διότι ἄριστοί εἰσι καθηγηταὶ οἱ διδάσκοντες ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ κλάδον τινὰ τοῦ δικαίου, τῆς φιλοσοφίας ἢ τῆς ἱστορίας, τῆς φιλολογίας ἢ τῆς ἀρχαιολογίας καὶ τῶν γραμμάτων, ἀλλὰ δὲν δύνανται νὰ χρησιμεύσωσιν ὡς ἐπιθεωρηταὶ τῆς μέσης ἐκπαιδεύσεως. Ἀλλὰ καὶ κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν ὁ δυστυχὴς νόμος τοῦ 1895 ὑπέστη βασάνους καὶ κακώσεις, ἐνθυμεῖσθε δέ, ποσάκις ἐν τῇ Βουλῇ κατηγγέλθησαν τοιαῦται βάσανοι καὶ τοιαῦται διαστροφαὶ τοῦ σώματος τοῦ νόμου, ποσάκις δ’ ἠγανακτήσαμεν, ποσάκις ἀπησχολήθη ἡ Βουλή, ποσάκις δ’ ἠναγκάσθημεν νὰ παρασταθῶμεν ἀμυνόμενοι, ὅπως δυνηθῶμεν νὰ σώσωμεν, ἐπὶ τοῦ παρόντος τοὐλάχιστον, τὸν νόμον περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως...
§181ΑΛΕΞ. ΣΠ. Κ. ΡΩΜΑΣ. Δέν θέλετε νὰ ἀναπαυθῆτε ἐπὶ πέντε λεπτά;
§182Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὄχι, ὄχι. Νὰ ἐξακολουθήσωμεν. Μεταβαίνω εἰς τὸ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργεῖον, καὶ ἐξετάζω τὰ ἔξοδα αὐτοῦ. Τὰ δαπανηθέντα κατὰ τὸ ἔτος 1896 ἀνῆλθον εἰς δραχ. 16,662,888.12. Ἀλλὰ τὰ κατὰ τὸ 1899 δαπανηθέντα, ἀπὸ 16,662,888.12, ἀνῆλθον εἰς 21,404,952.38, ἤτοι ηὔξησαν κατὰ 4,742,064.26, κατὰ δὲ τὸ 1900 κατέβημεν μίαν βαθμίδα, ἀλλὰ καὶ κατ’ αὐτὸ ἐδαπανήθησαν 17,678,616.51, ἤτοι ὑπὲρ τὰ δαπανηθέντα κατὰ τὸ ἔτος 1896 κατὰ δραχ. 1,015,728.39. Διὰ τῶν Προϋπολογισμῶν δ’ ἑκατέρου τῶν ἐτῶν 1901 καὶ 1902 προσδιωρίσθησαν τοῦ μὲν 1901 εἰς δρ. 18,914,014,95 μετὰ τῆς ψηφισθείσης πιστώσεως τῶν δρ. 1,521,000, τοῦ δὲ 1902 εἰς δραχ. 17,858,809.32, εἰς τὸ ποσὸν δὲ τοῦτο θέλουσι προστεθῇ καὶ τὰ δι’ ἀναπληρωματικῶν πιστώσεων πάντως ζητηθησόμενα· ὥστε τὰ κατὰ τὸ 1896 δαπανηθέντα ἦσαν ἐλάσσω καὶ τῶν κατὰ τὸ 1901 προϋπολογισθέντων κατὰ δραχμὰς 2,251,126.83, καὶ αὐτῶν τῶν κατὰ τὸ 1902 προϋπολογισθέντων κατὰ δραχμὰς 1,195,921.20, ἄνευ τῶν ἀναπληρωματικῶν πιστώσεων, αἵτινες καὶ ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1902 θέλουσι ζητηθῇ, ὡς ἐζητήθησαν τοιαῦται ἐπὶ ἑκάστου τῶν παρελθόντων ἐτῶν. Ἀλλ’ ἀφοῦ οὕτως ἔχουσι τὰ δαπανηθέντα καὶ προϋπολογισθέντα καθ’ ἕκαστον τῶν τελευταίων ἐτῶν ἐν παραβολῇ πρὸς τὰ δαπανηθέντα κατὰ τὸ 1896, ἂς παραβάλωμεν καὶ τὴν ὑπὸ τὰ ὅπλα ὑπάρχουσαν νῦν δύναμιν πρὸς τὴν κατὰ τὸ 1896 δύναμιν τοῦ στρατοῦ. Κατὰ τὸ 1896 ὑπῆρχον ὑπὸ τὰ ὅπλα 1869 ἀξιωματικοί, 4,664 ὑπαξιωματικοί, 666 μουσικοί, καὶ 18,852 ὑποδεκανεῖς καὶ στρατιῶται· ἀλλὰ κατὰ τὸ 1902 ἔχομεν οὐχὶ 18,852 ὑποδεκανεῖς καὶ στρατιώτας καὶ 666 μουσικούς, τὸ ὅλον 19,518, ἀλλὰ 16,397 ὑποδεκανεῖς, μουσικούς, σαλπιγκτὰς καὶ στρατιώτας· κατὰ τὸ 1902 ὅμως ἔχομεν ἀξιωματικοὺς 1967, ἐνῷ κατὰ τὸ 1896 εἴχομεν μόνον 1869, ἤτοι νῦν ἔχομεν περισσοτέρους 98 ἀξιωματικούς. Οὕτως ἔχομεν μὲν ὀλιγωτέρους ἄνδρας ἐν ταῖς τάξεσι τοῦ στρατοῦ, ἀλλ’ ἔχομεν ἔξοδα περισσότερα κατὰ 1,195,931.20, ἄνευ τῶν ζητηθησομένων πάντως ἀναπληρωματικῶν πιστώσεων, ὡς ἔχομεν καὶ 98 ἀξιωματικοὺς περισσοτέρους.
§183Γ. ΚΟΡΠΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Ὑπῆρξε προσθήκη 1,500,000 δραχμῶν δι’ ἱματισμὸν τοῦ στρατοῦ.
§184Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Κατὰ τὸ 1896 ἐδαπανήσαμεν δι’ ἱματισμὸν τοῦ στρατοῦ δρ. 1,781,786.13, οὐδὲν δ’ ἔτος ὑπάρχει, καθ’ ὃ νὰ μὴ ὑπάρξῃ προμήθεια ἱματισμοῦ, τροφῆς, νομῆς κτηνῶν.
§185Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὰ 1896 νομίζω, ὅτι ἐδαπανήθησαν δι’ ἱματισμὸν 1,000,000 δραχμαί.
§186Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. 1,781,756.13. Ἀλλ’ ὑπῆρξεν ἄλλο τι. Ἡ προμήθεια ἱματισμοῦ ἐγένετο κατ’ ἄλλον τρόπον ἢ κατ’ ἐκεῖνον, καθ’ ὃν γίνεται κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη. Ἐγένετο τότε ἐπὶ τῇ βάσει θεωρίας, ἣν ἀπορῶ πῶς παρέβησαν κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη. Κατὰ τίνα τρόπον προμηθεύεται νῦν τὸ Δημόσιον τὰ εἴδη ἱματισμοῦ, ἢ καὶ τὰ εἴδη τῆς νομῆς; Διὰ δημοπρασίας μειοδοτικῆς. Ἀλλ’ ἐκτελεῖται δημοπρασία μειοδοτική; Καλοῦνται ὅσοι θέλουσι νὰ συναγωνισθῶσι καὶ προσφέρωσι τιμὰς ὀλιγωτέρας δι’ ἱματισμὸν τοῦ στρατοῦ· σύγκειται δ’ ὁ ἱματισμὸς καὶ ἐξ ὀθόνης ἐκ βάμβακος ἢ ἐκ λινοῦ, ὡς καὶ ἐξ ἐρέας. Ἐριουργεῖον, παράγον ἐρέας παρ’ ἡμῖν ἔχομεν ἕν, οἱ κύριοι δὲ τοῦ ἐριουργείου τούτου ἔμελλον ν’ ἀνταγωνισθῶσι πρὸς ἐριουργεῖα ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ· οὕτως ἔπρεπε νὰ δεχθῶμεν ἐν τῷ συναγωνισμῷ ὄχι μόνον τοὺς ἰθαγενεῖς, ἀλλὰ καὶ τοὺς ἀλλοδαπούς. Ἀλλά, διὰ νὰ δύνανται οἱ ἀλλοδαποὶ νὰ συναγωνισθῶσι, πρέπει νὰ τεθῶσιν ἐν ἴσῃ μοίρᾳ πρὸς τοὺς ἡμεδαποὺς, ἤτοι αἱ ἐρέαι, τὰς ὁποίας θέλουσιν ἀναλάβει νὰ δώσωσιν εἰς τὴν στρατιωτικὴν ὑπηρεσίαν, νὰ μὴ ὑποβληθῶσιν εἰς πληρωμὴν εἰσαγωγικοῦ τέλους, ὡς δὲν θέλουσιν ὑποβληθῆ εἰς πληρωμὴν τοιούτου αἱ ἐρέαι, τὰς ὁποίας ἤθελε δώσει εἰς τὴν στρατιωτικὴν ὑπηρεσίαν τὸ παράγον ἐρέας βιομηχανικὸν ἐν Ἑλλάδι κατάστημα· ἀλλὰ τοῦτο ἐπέβαλλε καὶ ἡ τελωνιακὴ νομοθεσία ἡμῶν, διότι οἱ ἀναλαβόντες τὴν προμήθειαν τῶν ἐρεῶν τοῦ στρατοῦ ἀλλοδαποὶ βιομήχανοι ἔμελλον νὰ εἰσαγάγωσιν ἐρέας οὐχὶ πρὸς ἐμπορίαν, ἀλλ’ ἐρέας ἀνηκούσας εἰς τὴν στρατιωτικὴν ὑπηρεσίαν, ἑπομένως εἰσαγομένας ἀτελεῖς. Ἀλλ’ ἐπενοήθη ἄλλο σύστημα, νὰ ὑποβάλλωνται εἰς πληρωμὴν εἰσαγωγικοῦ τέλους καὶ αἱ ἐρέαι καὶ αἱ ὀθόναι, τὰς ὁποίας οἱ διὰ δημοπρασίας ἀναλαβόντες νὰ παραδώσωσιν εἰς τὴν στρατιωτικὴν ὑπηρεσίαν ἀλλοδαποὶ ἔμελλον νὰ εἰσαγάγωσιν εἰς τὸ Κράτος ἐκ τῆς ἀλλοδαπῆς, ἵνα παραδώσωσιν εἰς τὴν στρατιωτικὴν ὑπηρεσίαν.
§187Γ. ΚΟΡΠΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Ἐσχάτως ἔλαβον ἀφορμὴν ἐκ διαφόρων περιστάσεων, καὶ ἀπηυθύνθην εἰς Ἰταλίαν διὰ τῆς Πρεσβείας, καὶ ἐζήτησα τὰς τιμὰς τῶν ἐρεῶν, αἱ ὁποῖαι δίδονται εἰς τὸν ἰταλικὸν στρατόν. Ἀπεστάλησαν δείγματα, ἐκ τῶν ὁποίων παρήγγειλα ποσόν τι, τὸ ὁποῖον, ἐρχόμενον ἐνταῦθα, θὰ ἦναι εὐθηνότερον καὶ μετὰ τοῦ τελωνιακοῦ δασμοῦ.
§188Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐρέα τοιαύτη, κατασκευαζομένη εἰς τὴν ἀλλοδαπὴν καὶ ἀπαλλασσομένη τῶν εἰσαγωγικῶν τελῶν, ἴσως εἶναι συμφερωτέρα. Τὰ δὲ βιομηχανικὰ ἐν Ἑλλάδι καταστήματα, τὰ ὁποῖα κατασκευάζουσιν ἐρέας, δὲν κατασκευάζουσι ταύτας δι’ ὑλικῶν ἐγχωρίων, ἀλλὰ δι’ ὑλικῶν προερχομένων ἐκ τῆς ἀλλοδαπῆς καὶ ὑποβαλλομένων εἰς εἰσαγωγικὸν τέλος.
§189Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἡ πρώτη ὕλη δὲν εἶναι ἀξίας μεγάλης· ἡ ἐργασία ἡ μετὰ ταῦτα καὶ τὰ ἔξοδα τῆς μεταποιήσεως εἶναι μεγάλα.
§190Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπάρχει τεραστία διαφορά, καὶ πρέπει νὰ μᾶς ἐξηγήσῃ ὁ κύριος πρώην Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, πόθεν προέρχεται ἡ διαφορὰ τῆς δαπάνης τοῦ ἱματισμοῦ τοῦ στρατοῦ τοῦ 1896 πρὸς τὴν τοῦ 1900.
§191Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Προκαλεῖτε συζήτησιν ἐπὶ θέματος ἀλλοτρίου. Εὐχαρίστως ὅμως δίδω εἰς τὴν Βουλὴν τὰς προκληθείσας ἐξηγήσεις. Φαίνεται ὄντως σπουδαία διαφορὰ μεταξὺ τῶν δαπανῶν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν τῆς χρήσεως τοῦ 1896 καὶ τῶν τῆς χρήσεως τοῦ 1899. Ἡ ἐπὶ πλέον διαφορὰ κατὰ τὸ 1899 ἀνέρχεται εἰς δρ. 4,000,000 περίπου. Ἰδοὺ δὲ πόθεν προέρχεται αὕτη. Ἡ χρῆσις τοῦ 1899 ἐπεβαρύνθη μὲ ποσὸν 2,000,000 δραχ. δι’ ἔξοδα κεκλεισμένων καὶ διαγεγραμμένων χρήσεων· ἡ χρῆσις τοῦ 1899 ἐπεβαρύνθη μὲ τὸ ποσὸν τοῦτο, ὅπερ προέρχεται ἐκ δαπανῶν τῆς χρήσεως τοῦ 1897. Ὑπάρχει ὅμως καὶ ἐπιβάρυνσις τῆς χρήσεως τοῦ 1899, διότι διετηρήθη κατὰ τὸ ἔτος 1899, ὡς ἐκ τῆς καταστάσεως τῆς δημοσίας ἀσφαλείας, στρατὸς ἀσυγκρίτως ἀνώτερος ἐκείνου, ὅστις ὑπῆρχε κατὰ τὸ 1896. Κατὰ τὸ ἔτος 1899, ὡς ἐκ τῆς καταστάσεως, ἣν ἐκληροδότησεν ὁ ἀτυχὴς πόλεμος τοῦ 1897, διετηρήθη ὑπὸ τὰ ὅπλα ἡ ἡλικία τοῦ 1897· κατὰ τὸ πλεῖστον τὸ 1899 εἴχομεν ἐν ὅπλοις στρατὸν ἀνερχόμενον εἰς 27,000 ἢ 28,000 ἄνδρας, ἐνῷ κατὰ τὰ ἄλλα ἔτη ἡ δύναμις τοῦ στρατοῦ ἦτο ἀσυγκρίτως κατωτέρα.
§192Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τὸν ἰσχυρισμὸν αὐτὸν δὲν δύναμαι νὰ βεβαιώσω, οὔτε νὰ τὸν ἀναιρέσω. Ἀλλ’ ἐρωτῶ, διατὶ ζητοῦμεν κατὰ τὸ 1901 διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ πιστώσεις δρ. 17,858,809.32, ἐνῷ ἐσμὲν βέβαιοι, ὅτι δι’ ἀναπληρωματικῶν πιστώσεων θέλομεν ζητήσει τὴν προσθήκην 1,500,000 δραχμῶν τοὐλάχιστον;
§193Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ τὰς κερδίσωμεν ἀπὸ τὰς ἀδιαθέτους πιστώσεις.
§194Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐὰν ἔχωμεν 1,500,000 δρ. πιστώσεις, τὸ ποσὸν τῶν ἐξόδων θέλει ἀνέλθει ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ εἰς 19,300,000, ἡμεῖς δ’ ἐδαπανήσαμεν δραχ. 16,662,888 τὸ 1896, ἤτοι δρ. 2,637,112 ὀλιγώτερον. Καὶ ἐνῷ ἐδαπανήσαμεν ὀλιγώτερα κατὰ δύο καὶ ἥμισυ ἑκατομμύρια κατὰ τὸ 1896, εἴχομεν ὑπὸ τὰ ὅπλα 18,852 ὑποδεκανεῖς, ἄνδρας καὶ μουσικούς, ἐνῷ κατὰ τὸ 1902 ἔχομεν 16,397, δηλαδὴ ὀλιγωτέρους κατὰ 2,455. Πῶς λοιπὸν δαπανῶμεν τὸ 1902 δραχμὰς 2,500,000 περισσοτέρας, ἐνῷ ἔχομεν 2,455 ἄνδρας ὀλιγωτέρους;
§195Γ. ΚΟΡΠΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Ὁ Προϋπολογισμὸς εἶναι ὁ ἴδιος.
§196Ν. ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Κἄτι λάθος συμβαίνει.
§197Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τὸ λέγετε, κύριε Ὑπουργέ, διὰ νὰ μὴ ἀναλάβητε σεῖς τὴν εὐθύνην. Βεβαίως ὁ Ὑπουργὸς τοῦ 1902 συνέταξε τὸν Προϋπολογισμόν, ἀντιγράψας τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1901.
§198Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν τὸν ἀντέγραψεν, ἀναλαμβάνει τὴν εὐθύνην.
§199Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐνῷ κατὰ τὸ 1902 ἔχομεν μουσικούς, σαλπιγκτάς, στρατιώτας καὶ ὑποδεκανεῖς 15,450, ἐκ τῶν ὁποίων ὑποδεκανεῖς καὶ στρατιῶταί εἰσι μόνον 14,785, σαλπιγκταὶ 600, καὶ μουσικοὶ 65, κατὰ τὸ 1896 εἴχομεν 18,852 ἄνδρας, ἤτοι μουσικούς, ὑποδεκανεῖς καὶ στρατιώτας, ὅθεν περισσοτέρους κατὰ 2,455· πῶς λοιπὸν θέλομεν δαπανήσει περισσότερα κατὰ δρ. 2,637,112;
§200Ν. ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Κατὰ τὸν Προϋπολογισμόν, ὃν ἔχω ἀνὰ χεῖρας, τὸ 1902 ἔχομεν ὁλικὴν δύναμιν 22,144, ἀφαιρουμένων δὲ τῶν ἀξιωματικῶν, 2,000, ἀπομένει δύναμις 20,000 περίπου ἀνδρῶν.
§201Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Αὐτὰ εἶναι γραμμένα εἰς τὸ χαρτί, κύριε πρώην Ὑπουργέ· ἡ πραγματικὴ δύναμις εἶναι ἐκείνη, τὴν ὁποίαν σᾶς λέγω ἐγώ.
§202ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ τῆς δεξιᾶς). Ἆ! ἆ!
§203Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Θέλετε λοιπὸν νὰ σᾶς τὸ ἀποδείξω; Εἰς τὸ πρῶτον σύνταγμα τοῦ πεζικοῦ, ἀντὶ νὰ ἔχητε 48 ἀξιωματικούς, ἔχετε 54, ἀντὶ νὰ ἔχητε 180 ὑπαξιωματικούς, ἔχετε 137, καὶ ἀντὶ νὰ ἔχητε 960 ἄνδρας, ἔχετε 605. Εἰς τὸν δεύτερον σύνταγμα τοῦ πεζικοῦ, ἀντὶ νὰ ἔχητε 48 ἀξιωματικούς, ἔχετε 41, ἀντὶ νὰ ἔχητε 180 ὑπαξιωματικούς, ἔχετε 107 μόνον, καὶ ἀντὶ νὰ ἔχητε 960 ἄνδρας, ἔχετε 579.
§204Γ. ΚΟΡΠΑΣ. Ἡ ὁλικὴ δύναμις τῶν ἀνδρῶν καὶ ἀξιωματικῶν εἶναι τὸ πρῶτον μέρος τοῦ Προϋπολογισμοῦ.
§205Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐγὼ ὁμιλῶ κατὰ τοὺς πίνακας, οὓς ὑμεῖς κατεθέσατε ἐν τῇ Βουλῇ, καὶ αὐτοὶ περιέχουσιν αὐτὰς τὰς πληροφορίας.
§206Γ. ΚΟΡΠΑΣ. Μοὶ ἐζητήσατε μίαν δύναμιν, ἀλλ’ αὐτὴ δὲν εἶναι ὅλα τὰ σώματα, διότι ἐλλείπει ἡ Διεύθυνσις τοῦ ὑλικοῦ πολέμου, ἡ χωροφυλακή...
§207Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Πρόκειται περὶ τῶν ἀξιωματικῶν, ὑπαξιωματικῶν καὶ ἀνδρῶν ἑκάστου συντάγματος τοῦ στρατοῦ, καὶ οὐχὶ περὶ τῶν ἀνηκόντων εἰς τὸ ὑλικὸν τοῦ πολέμου.
§208Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Θὰ καταλήξητε εἰς τὸ ὅτι θὰ μείνωσιν ἀδιάθετοι πιστώσεις πολλαί· διότι, ἐὰν ὁ Προϋπολογισμὸς βασίζηται ἐπὶ δυνάμεως ἀνωτέρας τῶν πραγματικῶν ἀναγκῶν, δὲν θὰ δαπανηθῶσιν ὅλα τὰ χρήματα.
§209Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἀλλὰ κατὰ τὰς ἰδέας τὰς ἰδικάς σας δύνασθε νὰ ζητήσητε καὶ 100,000,000, καὶ νὰ δικαιολογηθῆτε, λέγοντες ὅτι θ’ ἀφήσητε ἀδιαθέτους πιστώσεις. Ἀλλὰ πόσας εἴχετε τὸ 1901; πόσας τὸ 1900; Ἐξ ἐναντίας εἴδομεν...
§210Ν. ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Τὸ 1901 ἀφῆκεν 1,700,000 δρ. ἀδιαθέτους πιστώσεις, κατὰ τὴν κατάστασιν τοῦ στρατιωτικοῦ λογιστηρίου.
§211Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μοὶ τὸ λέγετε σεῖς, ἀλλὰ πρέπει νὰ ἔχω τὴν κατάστασιν διὰ νὰ βεβαιωθῶ, διότι καὶ ἄλλοτε πολλάκις εἴπατε ὅσα δὲν ἐβεβαιώθησαν.
§212Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὰ 1900 εἶναι 17,695,000.
§213Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τὸ 1896 ἐδαπανήθησαν δραχ. 16,662,888.12.
§214Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Νὰ ἴδωμεν τὴν δύναμιν τοῦ 1900 καὶ τὴν δύναμιν τοῦ 1896.
§215Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τὸ 1896 ἦτο μεγαλειτέρα ἡ δύναμις ἀπὸ τὸ 1900. Ἐγὼ πορίζομαι τοὺς ἀριθμοὺς ἐκ τῶν πληροφοριῶν, τὰς ὁποίας κατέθηκεν ἐν τῇ Βουλῇ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν.
§216Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Εἶναι πορίσματα, τὰ ὁποῖα δὲν ἀνταποκρίνονται πρὸς τὸν Προϋπολογισμόν.
§217Γ. ΚΟΡΠΑΣ. Ἐζητήσατε μίαν δύναμιν δι’ ἄλλον σκοπόν, ὄχι διὰ Προϋπολογισμόν.
§218Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δι’ οἱονδήποτε σκοπὸν καὶ ἂν τὴν ἐζήτησα, καὶ δι’ οἱονδήποτε σκοπὸν μοὶ κατεθέσατε αὐτὴν, οἱ ἀριθμοὶ θέλουσιν εἶσθαι οἱ αὐτοί, ἐφ’ ὅσον δὲν πλαστογραφηθῶσιν ὑπό τινος. Λοιπὸν ἐξακολουθῶ νὰ σᾶς παριστῶ ποία ἡ δύναμις τοῦ ὑπὸ τὰ ὅπλα στρατοῦ. Οἱ κύριοι προβάλλουσιν ἀντιρρήσεις, οἷαί εἰσιν ἐκεῖναι, τὰς ὁποίας ἠκούσατε· σεῖς θὰ κρίνητε, ἀλλὰ καὶ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι θέλουσιν ἀναγνώσει τοὺς λόγους ἡμῶν, θέλουσι κρίνει ὡσαύτως. Τὸ 3ον σύνταγμα τοῦ πεζικοῦ, ἀντὶ 48 ἀξιωματικῶν ἔχει 46, ἀντὶ 180 ὑπαξιωματικῶν ἔχει 121, καὶ ἀντὶ 960 ἀνδρῶν ἔχει 626. Τὸ 4ον σύνταγμα τοῦ πεζικοῦ, ἀντὶ 48 ἀξιωματικῶν ἔχει 37, ἀντὶ 180 ὑπαξιωματικῶν ἔχει 92, καὶ ἀντὶ 960 ἀνδρῶν ἔχει 462. Τὸ 5ον σύνταγμα τοῦ πεζικοῦ, ἀντὶ 48 ἀξιωματικῶν ἔχει 40, ἀντὶ 180 ὑπαξιωματικῶν ἔχει 122, καὶ ἀντὶ 960 ἀνδρῶν ἔχει 593. Τὸ 6ον σύνταγμα τοῦ πεζικοῦ, ἀντὶ 48 ἀξιωματικῶν ἔχει 43, ἀντὶ 180 ὑπαξιωματικῶν ἔχει 133, καὶ ἀντὶ 960 ἀνδρῶν ἔχει 559. Τὸ 7ον σύνταγμα τοῦ πεζικοῦ, ἀντὶ 48 ἀξιωματικῶν ἔχει 52, ἀντὶ 180 ὑπαξιωματικῶν ἔχει 153, καὶ ἀντὶ 960 ἀνδρῶν ἔχει 596. Τὸ 8ον σύνταγμα τοῦ πεζικοῦ, ἀντὶ 48 ἀξιωματικῶν ἔχει 46, ἀντὶ 180 ὑπαξιωματικῶν ἔχει 121, καὶ ἀντὶ 960 ἀνδρῶν ἔχει 534. Τὸ 9ον σύνταγμα τοῦ πεζικοῦ, ἀντὶ 48 ἀξιωματικῶν ἔχει 47, ἀντὶ 180 ὑπαξιωματικῶν ἔχει 131, καὶ ἀντὶ 960 ἀνδρῶν ἔχει 631. Καὶ τὸ 10ον σύνταγμα τοῦ πεζικοῦ, ἀντὶ 48 ἀξιωματικῶν ἔχει 42, ἀντὶ 180 ὑπαξιωματικῶν ἔχει 152, καὶ ἀντὶ 960 ἀνδρῶν ἔχει 784. Μεταβαίνω εἰς τοὺς εὐζώνους. Τὸ 1ον τάγμα τῶν εὐζώνων ἔχει τὸν κανονικὸν ἀριθμὸν τῶν ἀξιωματικῶν, δηλ. 16· ὑπαξιωματικοὺς ὅμως ἀντὶ 60 ἔχει 58, καὶ ἄνδρας ἀντὶ 452 ἔχει 307. Τὸ 2ον τάγμα τῶν εὐζώνων ἔχει τὸν κανονικὸν ἀριθμὸν τῶν ἀξιωματικῶν, ὑπαξιωματικοὺς ὅμως ἀντὶ 60 ἔχει 58, καὶ ἄνδρας ἀντὶ 452 ἔχει 410. Τὸ 3ον τάγμα τῶν εὐζώνων ἔχει ἀντὶ 16 ἀξιωματικῶν 13, ἀντὶ 60 ὑπαξιωματικῶν 58, καὶ ἀντὶ 452 ἔχει μόνον 442 ἄνδρας. Τὸ σύνταγμα τοῦ μηχανικοῦ ὅμως, ἀντὶ 36 ἀξιωματικῶν ἔχει 45, ἤτοι ἐννέα πλεονάζοντας, ἀντὶ 189 δὲ ὑπαξιωματικῶν ἔχει μόνον 84, καὶ ἀντὶ 846 ἀνδρῶν ἔχει 718. Οὕτω πλεονάζουσιν 9 ἀξιωματικοί, ἀλλ’ ἐλλείπουσιν 105 ὑπαξιωματικοὶ καὶ 128 ἄνδρες. Τὸ 1ον σύνταγμα τοῦ πυροβολικοῦ ἀποτελεῖται ἐκ τριῶν ὀρειβατικῶν πυροβολαρχιῶν καὶ τεσσάρων πεδινῶν. Ἐν ταῖς ὀρειβατικαῖς πυροβολαρχίαις ὑπάρχουσι 16 ἀξιωματικοὶ ἀντὶ 12, πλεονάζοντες οὕτω 4, ἀλλ’ ὑπαξιωματικοὶ 15 ἀντὶ 57, καὶ ἄνδρες 186 ἀντὶ 297· ἐν ταῖς πεδιναῖς δὲ πυροβολαρχίαις, ἀντὶ 16 ἀξιωματικῶν ὑπάρχουσιν 22, ἤτοι πλεονάζουσιν 6, ἀλλ’ ὑπαξιωματικοὺς ἔχουσι 56, ἀντὶ 76, καὶ ἄνδρας 374, ἀντὶ 436...
§219Ν. ΓΟΥΛΙΜΗΣ. 16 ἀξιωματικοὺς μία πυροβολαρχία! Εἶναι λάθος.
§220Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἂν ἦναι λάθος, θὰ ἦναι τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν (ἀναγινώσκει): «Ἀντὶ 76 ὑπαξιωματικῶν ἔχει 56, ἀντὶ 436 ἀνδρῶν ἔχει 374». Τὸ 2ον σύνταγμα τοῦ πυροβολικοῦ· αἱ τρεῖς ὀρειβατικαὶ πυροβολαρχίαι, ἀντὶ 12 ἀξιωματικῶν ἔχουσιν 11, ἀντὶ 57 ὑπαξιωματικῶν ἔχουσι 19, καὶ ἀντὶ 297 ἀνδρῶν ἔχουσιν 102· αἱ δὲ τέσσαρες πεδιναὶ ἔχουσιν, ἀντὶ 16 ἀξιωματικῶν 22, πλεονάζοντας 6, ἀντὶ 76 ὑπαξιωματικῶν ἔχουσι 56, καὶ ἀντὶ 436 ἀνδρῶν ἔχουσι 349. Τὸ 3ον σύνταγμα τοῦ πυροβολικοῦ· αἱ δύο ὀρειβατικαὶ πυροβολαρχίαι ἔχουσιν, ἀντὶ 8 ἀξιωματικῶν 12, πλεονάζοντας 4, ἀντὶ 38 ὑπαξιωματικῶν ἔχουσιν 28, καὶ ἀντὶ 198 ἀνδρῶν 102. Αἱ τέσσαρες δὲ πεδιναὶ πυροβολαρχίαι, ἀντὶ 16 ἀξιωματικῶν ἔχουσιν 24, ἀντὶ 76 ὑπαξιωματικῶν 61, καὶ ἀντὶ 436 ἀνδρῶν ἔχουσι 276. Ὥστε ἐν τῷ πυροβολικῷ πλεονάζουσιν ἀξιωματικοὶ 27, ἐλλείπουσι δὲ ὑπαξιωματικοὶ 145 καὶ ἄνδρες 711. Καὶ ἐν τῷ 1ῳ συντάγματι τοῦ ἱππικοῦ ὑπάρχουσιν, ἀντὶ 20 ἀξιωματικῶν 28, ἀντὶ 92 ὑπαξιωματικῶν 59, καὶ ἀντὶ 404 ἀνδρῶν μόνον 295. Ἐν τῷ 2ῳ δὲ συντάγματι, ἀντὶ 20 ἀξιωματικῶν ὑπάρχουσι 31, ἀντὶ 92 ὑπαξιωματικῶν 54, καὶ ἀντὶ 404 ἀνδρῶν μόνον 300. Καὶ ἐν τῷ 3ῳ συντάγματι, ἀντὶ 20 ἀξιωματικῶν ὑπάρχουσιν 29, ἀντὶ 92 ὑπαξιωματικῶν 65, καὶ ἀντὶ 404 ἀνδρῶν 278. Οὕτω καὶ ἐν τῷ ἱππικῷ πλεονάζουσιν 28 ἀξιωματικοί, ἐλλείπουσι δὲ 98 ὑπαξιωματικοὶ καὶ 339 ἄνδρες.
§221Ν. ΓΟΥΛΙΜΗΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχωσιν οὕτω.
§222Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν γνωρίζω, ἐὰν ἡ σύνταξις αὐτῶν τῶν μονάδων εἶναι κανονική. Ἐπειδὴ ἔχετε βαθμὸν ἐν τῷ στρατῷ, περιμένομεν νὰ ὁδηγηθῶμεν ἀπὸ τὰ φῶτά σας.
§223Ν. ΓΟΥΛΙΜΗΣ. Ὑποθέτω, ὅτι συμβαίνει κἄτι τι· μία πυροβολαρχία δὲν δύναται νὰ ἔχῃ 16 ἀξιωματικούς· ἴσως συνηνώθησαν οἱ ἀξιωματικοί.
§224Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Παρεκάλεσα τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ καταθέσῃ πίνακα, παριστῶντα τὴν δύναμιν τοῦ στρατοῦ ἐν τοῖς διαφόροις ὅπλοις, δηλαδὴ τῶν δέκα συνταγμάτων τοῦ πεζικοῦ, τῶν τριῶν ταγμάτων τῶν εὐζώνων, τῶν τριῶν συνταγμάτων τοῦ πυροβολικοῦ, τοῦ συντάγματος τοῦ μηχανικοῦ, καὶ τῶν τριῶν συνταγμάτων τοῦ ἱππικοῦ, δηλοῦντα ἑπομένως τὸν κανονικὸν ἀριθμὸν τῶν ἀξιωματικῶν, τοὺς ὁποίους ἑκάστη μονὰς πρέπει νὰ ἔχῃ, καὶ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ὑπάρχουσι, τὸν κανονικὸν ἀριθμὸν τῶν ὑπαξιωματικῶν, τοὺς ὁποίους ἑκάστη μονὰς πρέπει νὰ ἔχῃ, καὶ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ὑπάρχουσι, καὶ τὸν κανονικὸν ἀριθμὸν τῶν ἀνδρῶν, τοὺς ὁποίους ἑκάστη μονὰς πρέπει νὰ ἔχῃ, καὶ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ὑπάρχουσι. Τὰ ἐξαγόμενα δὲ τῶν κατατεθέντων ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ πινάκων εἰσὶ ταῦτα, τὰ ὁποῖα σᾶς ἀναγινώσκω.
§225Γ. ΚΟΡΠΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Ἕνεκα τῶν ἀσκήσεων, ἐλήφθη τὸ μέτρον, ὥστε εἰς ἕκαστον σῶμα τοῦ πυροβολικοῦ, πεζικοῦ καὶ μηχανικοῦ νὰ συνενωθῶσι δύο μεθ’ ὅλων τῶν ἀξιωματικῶν, ἵνα κάμωσιν ἀσκήσεις, τὸ δὲ τρίτον νὰ μένῃ μὲ ὀλιγωτέρους ἀξιωματικούς.
§226Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἀλλὰ δὲν ὑπάρχει σύνταγμα ἐν τῷ πεζικῷ, ἐν τῷ ὁποίῳ ὁ ἀριθμὸς τῶν ἀξιωματικῶν νὰ ἦναι κανονικός, ἐνῷ ἐν τοῖς τρισὶ συντάγμασι τοῦ πυροβολικοῦ, ἐν τῷ συντάγματι τοῦ μηχανικοῦ καὶ ἐν τοῖς τρισὶ συντάγμασι τοῦ ἱππικοῦ ὑπάρχει ἀριθμὸς ἀξιωματικῶν ἀνώτερος τοῦ κανονικοῦ.
§227Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Αἱ πυροβολαρχίαι εἶναι 20. Ἀνεγνώσατε 20;
§228Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἀμέσως. Ἰδοὺ (ἀναγινώσκει): «Τρεῖς ὀρειβατικαὶ πυροβολαρχίαι καὶ τέσσαρες πεδιναὶ ἐν τῷ Αʹ συντάγματι, τρεῖς ὀρειβατικαὶ καὶ τέσσαρες πεδιναὶ ἐν τῷ Βʹ συντάγματι, καὶ δύο ὀρειβατικαὶ καὶ τέσσαρες πεδιναὶ ἐν τῷ Γʹ συντάγματι.
§229Γ. ΚΟΡΠΑΣ. Ἐν τῷ συνόλῳ τῶν 20 ἀνταποκρίνονται οἱ ἀξιωματικοὶ τοῦ πυροβολικοῦ.
§230Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐν συνόλῳ; Ἀμέσως (ἀναγινώσκει): Ἐν τῷ Αʹ συντάγματι ὑπάρχουσι 38 ἀξιωματικοί, ἀντὶ 28, ἐν τῷ Βʹ συντάγματι 33, ἀντὶ 28, καὶ ἐν τῷ Γʹ συντάγματι 36, ἀντὶ 24. Ὅθεν ἀντὶ 80 ἀξιωματικῶν κατὰ τοὺς κανονισμούς, ὑπάρχουσιν 107, οὕτω δὲ πλεονάζουσιν 27 ἀξιωματικοὶ ἐν τῷ πυροβολικῷ, ἐνῷ ἐλλείπουσιν 145 ὑπαξιωματικοὶ καὶ 717 ἄνδρες.
§231Γ. ΚΟΡΠΑΣ. Ὑπάρχουσιν ὑπεράριθμοι ἀνθυπολοχαγοί, ἐξερχόμενοι ἀπὸ τὴν Σχολὴν τῶν Εὐελπίδων· αὐτοὶ δὲν ἔχουσι θέσιν, καὶ μένουσι κατὰ τὸν νόμον ὑπεράριθμοι, μέχρις οὗ χηρεύσωσι θέσεις.
§232Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἀλλὰ τὸ δυστύχημα εἶναι, ὅτι δὲν ὑπάρχουσιν ὑπεράριθμοι στρατιῶται καὶ ὑπαξιωματικοί.
§233Γ. ΚΟΡΠΑΣ. Ἀλλ’ αὐτὴ ἡ κατάστασις ἐλήφθη ἐκ τοῦ γραφείου τῆς Γενικῆς Διοικήσεως, εἶναι δὲ τοποθέτησις χάριν τῶν ἀσκήσεων. Ἐὰν ἐζητεῖτε τὴν τοποθέτησιν τὴν γενικήν, θὰ σᾶς ἔδιδον ἄλλην κατάστασιν. Ἐλλείπει δὲ καὶ ἡ χωροφυλακὴ καὶ ἡ Διεύθυνσις τοῦ ὑλικοῦ καὶ ὅλα τὰ καταστήματα καὶ αἱ ὑπηρεσίαι.
§234Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Κύριε συνάδελφε ἐκ Κέας καὶ Ὑπουργὲ τῶν Στρατιωτικῶν, μὴ μὲ παραπέμπετε εἰς τὴν Γενικὴν Διοίκησιν τοῦ στρατοῦ· ἐγὼ θεωρῶ ὑμᾶς ὑπεύθυνον διὰ τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας κατεθέσατε.
§235Γ. ΚΟΡΠΑΣ. Δὲν λέγω, ὅτι δὲν ἔχω τὴν εὐθύνην ἐγώ· εἶπον, ὅτι αἱ καταστάσεις ἐλήφθησαν ἀπὸ τὴν Γενικὴν Διοίκησιν, ἥτις τηρεῖ ἀκριβεῖς τοιαύτας, τὰς ὁποίας μεταχειρίζονται σήμερον διὰ τὰς ἀσκήσεις τῶν ἀνδρῶν, καὶ δι’ αὐτὸ βλέπετε αὐτὴν τὴν τοποθέτησιν.
§236Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐγὼ σᾶς ὁμολογῶ, ὅτι ἐπεθύμουν νὰ ἔχω βελτίονα γνώμην περὶ τῆς καταστάσεως τοῦ στρατοῦ, καὶ ἐπεθύμουν νὰ ἔχω τὴν βελτίονα γνώμην, διότι δὲν εἶμαι ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι νομίζουσιν, ὅτι ὁ στρατὸς εἶναι περιττὸν κόσμημα, οὔτε ὅτι ὁ στρατὸς προορίζεται μόνον διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τῶν πόλεων καὶ διὰ τὰς παρατάξεις. Λυποῦμαι διότι ἀνεμίχθη εἰς τὴν κατάστασιν ταύτην τῶν πραγμάτων πρόσωπον, τοῦ ὁποίου ἡ Συνταγματικὴ θέσις ἐπιβάλλει εἰς πάντας ἡμᾶς τὸν σεβασμὸν καὶ τὴν εὐλάβειαν, λυποῦμαι, λέγω, διότι ἡ παρασκευασθεῖσα τοιαύτη κατάστασις δὲν εἶναι ἡ προσήκουσα. Προβαίνω εἰς τὴν ἐξέτασιν τῶν προϋπολογισθεισῶν δαπαγῶν ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ναυτικῶν. Ἐδαπανήθησαν διὰ τὰς ἀνάγκας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν κατὰ τὸ 1896 δραχμαὶ 6,683,623.62· κατὰ τὸ 1899 ὅμως ἐδαπανήθησαν 7,801,841.21, ἤτοι ὑπὲρ τὰ δαπανηθέντα κατὰ τὸ 1896 κατὰ δραχμὰς 1,118,217.59 κατὰ τὸ 1900 ἐδαπανήθησαν, κατὰ τὸν προσωρινὸν ἀπολογισμὸν ὡσαύτως, δρ. 7,029,046.01, ἤτοι ὑπὲρ τὰ δαπανηθέντα κατὰ τὸ 1896 κατὰ δραχ. 345,422.39. Κατὰ τὸ 1901 προϋπελογίσθησαν 7,129,947.80, ἤτοι περισσότερα ἀπὸ τὰ δαπανηθέντα τὸ 1896 κατὰ δρ. 446,324.18, καὶ κατὰ τὸ 1902 προϋπολογίζονται 7,358,513.68, ἤτοι ὑπὲρ τὰ δαπανηθέντα κατὰ τὸ 1896 κατὰ δρ. 674,890.06. Εἰς μισθοὺς τῶν ἐν τῷ Ὑπουργείῳ ἐργαζομένων ὑπαλλήλων ἀξιωματικῶν καὶ ὑπαξιωματικῶν ἐδαπανήθησαν τὸ ἔτος 1896 δρ. 83,552.94, ἀλλὰ προϋπολογίζονται διὰ τὸ 1902 δρ. 118,420. Διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ναυτοδικείου ἐδαπανήθησαν τὸ 1896 δραχ. 18,074.90, ἀλλὰ προϋπολογίζονται διὰ τὸ 1902 δρ. 30,600. Διὰ τὰ ἔξοδα τῆς ἐπιτροπῆς τῶν ναυτικῶν ταμείων ἐδαπανήθησαν τὸ 1896 δρ. 31,801.64, ἀλλὰ προϋπολογίζονται τὸ 1902 δρ. 48,280. Ἐν πᾶσι τοῖς ἄρθροις καὶ τοῖς κεφαλαίοις ηὐξήθησαν καὶ τοῦ Ὑπουργείου τούτου τὰ ἔξοδα, συνήθως τὰ προσωπικά, ποῦ καί που δὲ κανὲν πραγματικὸν ἔξοδον. Εἰς πληρώματα τῶν πλοίων τοῦ στόλου ἐδαπανήθησαν τὸ 1896 δραχ. 1,817,389.05, ἐνῷ κατὰ τὸ 1902 προϋπολογίζονται δραχ. 2,355,672, ἤτοι περισσότερα τῶν δαπανηθέντων τότε κατὰ δρ. 538,282.95. Καὶ τοῦτο, ἐνῷ τότε ἡ δύναμις τῶν ναυτικῶν δυνάμεων ἀνεβιβάσθη εἰς πληρώματα ἀνδρῶν 3067, εἰς ἀξιωματικοὺς 170, πλὴν 23 ἀξιωματικῶν καὶ 334 ἀνδρῶν ὑπηρετούντων ἐν τοῖς ἀγγλικοῖς καὶ γερμανικοῖς τορπιλλοβόλοις καὶ ἐν τῇ «Σφακτηρίᾳ», τῷ «Πηνειῷ» καὶ τῷ «Ἀχελῴῳ», τὸ ὅλον τῶν ναυτῶν 3401, ἐνῷ κατὰ τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1902 ὁ ἀριθμὸς αὐτῶν προϋπελογίσθη εἰς 2331. Καὶ ἐνῷ διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1902 ζητοῦσι διὰ τροφὴν δρ. 965,890, κατὰ τὸ 1896 ἤρκεσαν δρ. μόνον 799,575.89, ἤτοι ὀλιγώτεραι κατὰ δρ. 166,314.11, ἐνῷ ὁ ἀριθμὸς τῶν ναυτῶν ἦτο τότε ὑπέρτερος κατὰ 1070 ἄνδρας· καὶ ἐνῷ τότε ἐδαπανήθησαν δι’ ὁπλισμὸν 826,819.97, ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1902 ἀνέγραψε πίστωσιν δραχμῶν 202,500. Καὶ ἐπὶ τῶν ἐξόδων τῆς ἐπιστασίας καὶ διοικήσεως τῶν φόρων αἱ αὐξήσεις ὑπερέβησαν πάντα ὅρον. Κατὰ τὸ 1896 ἐδαπανήθησαν δραχ. 8,025,726.12, κατὰ δὲ τὸ 1899 δρ. 8,383,564.67, ἤτοι περισσότεραι δρ. 357,838.55· κατὰ δὲ τὸ 1900 ἐδαπανήθησαν δρ. 10,481,594.46, ἤτοι ὑπὲρ τὰ δαπανηθέντα τὸ 1896 δρ. 2,455,868.34. Καὶ τὰ κατὰ τὸ 1901 προϋπολογισθέντα ἀνῆλθον εἰς δραχ. 9,438,235.58, ἐλάσσονα μὲν τῶν δαπανηθέντων τὸ 1900 κατὰ δραχμὰς 543,358.88, ἀλλ’ ὑπέρτερα πάντοτε τῶν δαπανηθέντων τὸ 1896 κατὰ δρ. 1,412,509.46. Καὶ κατὰ τὸ 1902 προϋπολογίζονται εἰς 10,830,699.52, ἤτοι περισσότερα καὶ αὐτῶν τῶν κατὰ τὸ 1900 δαπανηθέντων κατὰ 349,105.06, ὑπέρτερα δὲ τῶν δαπανηθέντων κατὰ τὸ 1896 κατὰ δραχμὰς 2,804,973.40. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἑρμιονίδος, ὁ εἰσηγητὴς τῆς πλειονοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἐδικαιολόγησε τὴν αὔξησιν ταύτην, προβαλὼν ὅτι, ἐπειδὴ καταναλίσκονται περισσότερα εἴδη μονοπωλίων, καὶ ἑπομένως ἀγοράζονται περισσότερα εἴδη καὶ εἰσπράττονται ἐξ αὐτῶν περισσότερα ἔσοδα, πρέπει ν’ ἀποδεχθῶμεν τὴν αὔξησιν ταύτην τῶν ἐξόδων, προερχομένην ἀπὸ τὴν μεγαλειτέραν δαπάνην δι’ ἀντίτιμον τῶν ἀγορασθέντων εἰδῶν καὶ κατὰ συνέπειαν ἀπὸ τὰ ἕνεκα τούτου ἐπερχόμενα περισσότερα ἔξοδα τῆς διαθέσεως αὐτῶν. Ἐπιθυμῶν νὰ βεβαιώσω τὸ ἐπιχείρημα τοῦ εἰσηγητοῦ τῆς πλειονοψηφίας τῆς ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἐπιτροπῆς, ἠρεύνησα τὰ περὶ τούτου, ἀλλὰ συνήγαγον τὰ ἑξῆς ἐκ τῆς ἐρεύνης ταύτης πορίσματα. Κατὰ τὸ ἔτος 1896, διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἐχορηγήθησαν διὰ προμήθειαν παιγνιοχάρτων, δεσμίδων 450,000, δραχ. 170,000, ἀλλ’ ἐχορηγήθη καὶ ἀναπληρωματικὴ πίστωσις ἐκ δραχ. 129,500 ἐπὶ τοῦ κεφαλαίου τῶν παιγνιοχάρτων, πιθανῶς δὲ καὶ ἐκ τοῦ ποσοῦ τούτου, ἂν μὴ τὸ ὅλον, μέγα μέρος αὐτοῦ ἐζητήθη διὰ προμήθειαν παιγνιοχάρτων. Ἀλλ’ ἂν ἐκ τῆς πιστώσεως ταύτης οὐδὲν διετέθη πρὸς προμήθειαν παιγνιοχάρτων, μόνον δὲ αἱ διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ προσδιορισθεῖσαι πιστώσεις τῶν 170,000 διετέθησαν, τὰ κατὰ τὸ 1896 δαπανηθέντα ὑπερβαίνουσι πάντως τὸ ποσὸν τῶν κατὰ τὸ 1902 ἀναγραφομένων διὰ προμήθειαν παιγνιοχάρτων κατὰ 132,300 δραχμάς. Κατὰ τὸ 1896 εἰς προμήθειαν πυρείων προσδιωρίσθη διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ πίστωσις δραχμῶν 360,000, ἐδαπανήθησαν δὲ πάντως περισσότερα, διότι ἐν τῷ ἀπολογισμῷ ἀνεγράφη δαπάνη διὰ προμήθειαν πυρείων καὶ διὰ τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ νόμου, ἀνελθοῦσα εἰς δρ. 431,712.84, ἐνῷ αἱ διὰ τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ νόμου δαπάναι ἀνέρχονται εἰς δρ. 56 περίπου χιλιάδας· τὸ αὐτὸ δὲ ποσὸν τῶν 360,000 δραχμῶν ἀνεγράφη καὶ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1902 διὰ προμήθειαν πυρείων. Κατὰ τὸ 1896 διὰ προμήθειαν πετρελαίου ἀνεγράφη ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ πίστωσις δρ. 1,700,000, ἐν δὲ τῷ τοῦ 1902 μόνον 1,300,000, ἤτοι οὐχὶ περισσότερα, ἀλλὰ κατὰ 400,000 δραχμὰς ὀλιγώτερα τῶν δαπανηθέντων δι’ ἀγορὰν πετρελαίου τὸ 1896...
§237Φ. ΝΕΓΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Τὴν νομισματικὴν διαφορὰν δὲν τὴν λαμβάνετε ὑπ’ ὄψιν; Κατὰ τὸ 1896 ἡ νομισματικὴ διαφορὰ περιελαμβάνετο εἰς τὴν ἀξίαν, ἐνῷ κατὰ τὸ 1902 ἡ νομισματικὴ διαφορά, ἡ ὁποία ἀνέρχεται εἰς 845,000 δραχμάς, ἀναγράφεται κεχωρισμένως. Ὥστε βλέπετε, ὅτι ἀμέσως ἔχομεν μίαν διαφορὰν κολοσσιαίαν.
§238Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Προσχωρῶ εἰς τὴν παρατήρησίν σας. Ἀλλὰ, παρακαλῶ, ἡ προμήθεια διὰ τὰ παιγνιόχαρτα εἶναι 170,000 δρ. διὰ τὸ 1896, εἰς τὰ 1902 δρ. 132,300. Ποίαν διαφορὰν θὰ προσθέσητε;
§239Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Ἡ διαφορὰ ἡ ἐξαγομένη ἐκ τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, ἣν ἔχω ἐνταῦθα, δὲν συμφωνεῖ μὲ τοὺς ἀριθμοὺς ὑμῶν.
§240Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Διὰ τὴν προμήθειαν παιγνιοχάρτων ὁ παρ’ ὑμῶν προτεινόμενος Προϋπολογισμὸς ἀναγράφει πίστωσιν δρ. 132,300 διὰ τὸ 1902, ἐνῷ διὰ τὸ 1896 προσδιωρίσθησαν δραχ. 170,000. Ποία εἶναι ἡ νομισματικὴ διαφορὰ τῶν 132,300 δραχμῶν, ἵνα προσθέσωμεν καὶ ταύτην; Ἄν ἡ νομισματικὴ διαφορὰ συνίσταται εἰς 60 λεπτὰ, διὰ τὰς 132,300 τοῦ ὑμετέρου Προϋπολογισμοῦ ἀνέρχεται εἰς 79,380, οὕτω δὲ διατείνεσθε, ὅτι ὑμεῖς δαπανᾶτε διὰ τὸ 1902 διὰ προμήθειαν παιγνιοχάρτων δρ. 211,680, ἤτοι περισσότερα τῶν δαπανηθέντων κατὰ τὸ 1896 δρ. 41,680. Λοιπόν, διότι δαπανᾶτε διὰ τὴν προμήθειαν τῶν παιγνιοχάρτων περισσότερα 41,680 δραχμὰς, διὰ τοῦτο τὰ ἔξοδα τῆς διοικήσεως καὶ ἐπιστασίας τῶν φόρων ὑπερέβησαν κατὰ τὸ 1902 τὰ δαπανηθέντα τὸ 1896 κατὰ δρ. 2,805,000; Κατὰ τὸ 1896 ἐδαπανήθησαν διὰ σιγαρόχαρτον, κατὰ τὸν ἀπολογισμὸν, δραχ. 462,533.08, ὑμεῖς δὲ διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1902 ζητεῖτε πίστωσιν δραχμῶν 353,000. Λοιπὸν καταναλίσκεται κατὰ τὸ 1902 περισσότερον σιγαρόχαρτον τοῦ καταναλωθέντος τὸ 1896, καὶ διὰ τοῦτο ηὔξησαν κατὰ 2,805,000 δραχμὰς τὰ ἔξοδα τῆς διοικήσεως καὶ ἐπιστασίας τῶν φόρων;
§241Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Μετὰ τῆς νομισματικῆς διαφορᾶς;
§242Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Πόση εἶναι ἡ νομισματικὴ διαφορὰ τῶν δραχ. 135,000 εἰς χρυσὸν, τὰς ὁποίας ἀναγράφετε ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ δι’ ἀγορὰν σιγαροχάρτου; Πρὸς 60 λεπτὰ ἡ νομισματικὴ διαφορὰ ἀνέρχεται εἰς 81,000. Οὕτω δι’ ἀγορὰν σιγαροχάρτου θέλετε δαπανήσει τὸ 1902 δραχ. 216,000. Ἀλλὰ κατὰ τὸν ἀπολογισμὸν τοῦ 1896 ἐδαπανήθησαν τότε δραχ. 262,500 μετὰ τῆς νομισματικῆς διαφορᾶς.
§243Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Ἐγὼ ἔχω δρ. 4,200,000 δι’ ἀγορὰν εἰδῶν μονοπωλίων.
§244Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Εἶναι 3,320,000.
§245Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Ἀλλ’ ἄνευ τῆς νομισματικῆς διαφορᾶς.
§246Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Παραβάλλομεν τὰ δαπανηθέντα κατὰ τὸ 1896 πρὸς τὰ προϋπολογιζόμενα τὸ 1902. Κατὰ τὸ 1896 εἰς προμήθειαν πυρείων δρ. 360,000, κατὰ τὸ 1902 τὸ αὐτὸ ποσόν. Κατὰ τὸ 1896 εἰς προμήθειαν παιγνιοχάρτων δρ. 170,000, κατὰ τὸ 1902 εἰς προμήθειαν παιγνιοχάρτων δρ. 132,300. Κατὰ τὸ 1896 εἰς προμήθειαν σιγαροχάρτου δραχ. 262,500 μετὰ τῆς νομισματικῆς διαφορᾶς, κατὰ τὸ 1902 δραχ. 135,000.
§247Φ. ΝΕΓΡΗΣ. 416,000 ἔχω ἐγώ.
§248Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Διότι ὑπολογίζετε ἀντιμισθίαν τοῦ διευθυντοῦ καὶ ὅλου τοῦ προσωπικοῦ. Δύνασθε νὰ διορίσητε 32 ὑπαλλήλους· τί πρὸς τοῦτο; Οὕτως, ἀντὶ νὰ βοηθῆτε τὴν συζήτησιν, συγχίζετε αὐτὴν, καὶ παραπονοῦμαι διὰ τοῦτο, διότι σεῖς ὠφείλετε νὰ μὴ συγχίζητε τὴν συζήτησιν, ἀλλὰ νὰ φωτίζητε αὐτὴν, ἀφοῦ σεῖς ἔχετε τὰ φῶτα, σεῖς ἔχετε τοὺς ἀριθμούς.
§249ΕΜΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Ἐγὼ δὲν συνέκρινα τὸ 1902 πρὸς τὸ 1896· εἶχον ὑπ’ ὄψει τὸν ἀπολογισμὸν τὸν προσωρινὸν τοῦ 1900 ἐπὶ τῇ βάσει τῆς Διαδηλώσεως τοῦ Συνεδρίου, καὶ συνέκρινα κατὰ κεφάλαιον τὰς δαπάνας τοῦ 1900 πρὸς τὰς τοῦ 1896. Λυποῦμαι δὲ, διότι δὲν ἐγνώριζα νὰ φέρω μαζύ μου τὴν σημείωσιν, διὰ νὰ σᾶς εἴπω, τίνας ἀριθμοὺς συνέκρινα.
§250Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὑμεῖς ἀπεκρούετε ὅτι τὰ ἔξοδα ηὐξήθησαν ἐν παραβολῇ πρὸς τὸ 1896, καὶ εἴπετε ὅτι ηὐξήθησαν, διότι ηὐξήθησαν τὰ ποσὰ τῶν εἰδῶν, τὰ ὁποῖα προμηθεύονται τὸ 1902.
§251ΕΜΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Τὸ εἶπον γενικῶς, ἀλλ’ εἶχον λεπτομερῆ πίνακα περὶ τοῦ λόγου μιᾶς ἑκάστης τῶν αὐξήσεων κατὰ κεφάλαιον καὶ ἄρθρον.
§252Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἀγορεύων ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ χθές, ἔλεγον, ὅτι τὰ λεγόμενα ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς δὲν σκοποῦσι νὰ μεταβάλωσι τὴν γνώμην τῶν κομμάτων, ἀλλὰ σκοποῦσι νὰ φωτίσωσι τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, τοὺς φορολογουμένους, οἵτινες εἰσφέρουσι τὰ χρήματα αὑτῶν εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον, καὶ τὰ ὁποῖα διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ διατίθενται. Πάντοτε, ὅταν αἰτιᾶταί τις ἄλλου, οὗτος ζητεῖ νὰ ἐπινοήσῃ ἐπιχειρήματα, διὰ νὰ δικαιολογήσῃ ἑαυτόν, καὶ αὐτὸ συμβαίνει εἰς πάντα τὰ εἴδη τῶν αἰτιάσεων, ἀπὸ τῶν ἁπλῶν αἰτιάσεων μέχρι τῆς ἀπαγγελλομένης κατηγορίας ἐπὶ ἐγκλήμασιν. Ἤκουσεν ἡ Βουλὴ τὰ λεχθέντα ἑκατέρωθεν· εἰμὶ βέβαιος, ὅτι ἡ πτέρυξ ἐκείνη (δεικνύει τὴν δεξιὰν) θὰ ἐξακολουθῇ νὰ λέγῃ, ὅτι ὅσα ἐλέχθησαν παρὰ τῶν συνηγόρων αὐτῆς ὀρθῶς ἐλέχθησαν, ὅτι οὗτοι ἔχουσι δίκαιον. Ἀλλὰ καὶ ἡ πτέρυξ αὕτη (δεικνύει τὴν ἀριστερὰν), ἡμεῖς, ἐσμὲν πεπεισμένοι, ὅτι ἔχομεν δίκαιον, ὅτι ὅσα ἐγὼ εἶπόν εἰσιν ἀλήθειαι, τὰς ὁποίας δὲν δύνανται νὰ σκοτίσωσι τὰ ψευδῆ ἐπιχειρήματα καὶ αἱ συγχύσεις τῆς συζητήσεως. Τίς θέλει κρίνει ἡμᾶς; Τὸ ἠξεύρετε ποῖος εἶναι. Ἐκεῖνος θὰ ἦναι ἄξιος τῆς τύχης, εἰς ἣν περιηγάγετε αὐτόν, ἂν καὶ πάλιν ἀπατηθῇ ἀπὸ τὰ ψεύδη· ἡμεῖς κρίνομεν αὐτὸν ἄξιον τῶν ἐλευθεριῶν, τὰς ὁποίας ἀπονέμει εἰς αὐτὸν τὸ Σύνταγμα, καὶ πεποίθαμεν, ὅτι θέλει φέρει κρίσιν ὀρθήν, εὔλογον, ἀληθῆ. Τοιαύτη θὰ ἦναι ἡ ἐτυμηγορία τοῦ λαοῦ, τὴν ὁποίαν ἡ φιλοπατρία καὶ ἡ εὐσυνειδησία, αὐτὰ ταῦτα τὰ συμφέροντα αὐτοῦ θέλουσι τῷ ὑπαγορεύσει. Διὰ τοῦτο περιττὸν θεωρῶ νὰ ἐκτείνω περαιτέρω τὸν λόγον περὶ τῶν ἐξόδων, στρέφω δὲ αὐτὸν εἰς τὰ ἔσοδα...
§253ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐξ ἀριστερῶν). Νὰ ἀναβάλωμεν.
§254Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἄν θέλουν οἱ κύριοι, θὰ ἐξακολουθήσω.
§255Α. ΣΚΑΛΤΣΟΔΗΜΟΣ. Δὲν εἶναι δυνατόν, κύριε Πρόεδρε, νὰ προχωρήσωμεν.
§256Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐγὼ δὲν κατέρχομαι τοῦ βήματος, ἐν ὅσῳ ἡ Βουλὴ ἐπιθυμεῖ νὰ μὲ ἀκούῃ.
§257ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ἀλλὰ καλὸν εἶναι νὰ ἀναπαυθῆτε ὀλίγον.
§258Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν θὰ πάθω τίποτε· σᾶς βεβαιῶ ὅτι ἀντέχω.
§259Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἡμεῖς ἀντέχομεν.
§260Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Ἀλλ’ ὁ ἀγορεύων κουράζεται, καὶ πρέπει νὰ τῷ παράσχωμεν ὀλίγην ἀνάπαυσιν· μοὶ φαίνεται δὲ, ὅτι δὲν εἶναι ἐπαρκὴς ὁ ἀριθμὸς τῶν κυρίων Βουλευτῶν.
§261ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Προτείνετε ἔνστασιν;
§262Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Μάλιστα.
§263ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θ’ ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος. (Ἀναγινώσκεται ὁ ὀνομαστικὸς τῶν Βουλευτῶν κατάλογος, ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν, ὡς ψηφολεκτῶν, τῶν βουλευτῶν Περ. Ἀλεξάκη καὶ Κ. Ἀλαμάνου. Μεθ’ ὃ γίνεται ἡ διαλογή).
§264ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρόντες 131. Ἑπομένως ἡ Βουλὴ εἶναι ἐν ἀπαρτία. Παρακαλεῖται ὁ κύριος Δηλιγιάννης νὰ συνεχίσῃ τὸν λόγον του.
§265Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μεταβαίνω, εἶπον, εἰς τὰ ἔσοδα...
§266Α. ΣΚΑΛΤΣΟΔΗΜΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν εἶναι ἀπαρτία (θόρυβος).
§267Γ. ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἀπαρτία δὲν εἶναι. Πενῆντα φοραῖς θ’ ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος! (θόρυβος).
§268Ξ. ΚΥΡΙΑΖΗΣ. Ἕως τὴν Κυριακὴν θὰ μείνωμεν ἐδῶ! Βασανίζετε τὸν ἀρχηγόν σας!
§269Α. ΣΚΑΛΤΣΟΔΗΜΟΣ. Σεῖς τὸν βασανίζετε! Διὰ νὰ σᾶς εὐχαριστήσωμεν τὸ κάμνομεν.
§270ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀφοῦ ὑπεβάλετε ἔνστασιν μὴ ἀπαρτίας, δὲν ἐπιτρέπεται καμμία συζήτησις. Θ’ ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος. Ὁρίστε, κύριε Σκαλτσοδῆμε, ὡς ψηφολέκτης. (Ἀναγινώσκεται ὁ ὀνομαστικὸς τῶν Βουλευτῶν κατάλογος, ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν, ὡς ψηφολεκτῶν, τῶν βουλευτῶν Α. Σκαλτσοδήμου καὶ Κ. Ἀλαμάνου. Μεθ’ ὃ γίνεται ἡ διαλογή).
§271ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ εἶναι ἐν ἀπαρτία, παρόντων 132 Βουλευτῶν. Ὁ κύριος Δηλιγιάννης παρακαλεῖται νὰ ἐξακολουθήσῃ τὴν ἀγόρευσίν του.
§272Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Προβαίνω εἰς τὴν ἐξέτασιν τῶν ἐσόδων. Τὰ εἰσπραχθέντα κατὰ τὸ 1896 ἔσοδα ἀνήρχοντο εἰς δρ. 96,931,726.92, ἅτινα μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν δρ. 724,345.20, εἰσπραχθεισῶν ἐκ νομισματικῆς διαφορᾶς ἐξ ἐκτάκτων πόρων, περιορίζονται εἰς δραχμὰς 96,207,381.72. Τὰ εἰσπραχθέντα δὲ κατὰ τὸ 1899 ἀνῆλθον εἰς δρ. 115,480,674.24, τὰ ὁποῖα, μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν τῶν ἐξ ἐκτάκτων πόρων εἰσπραχθέντων δρ. 4,123,464.55, περιορίζονται εἰς δραχμὰς 111,357,209.69, ἤτοι ὑπὲρ τὰ εἰσπραχθέντα κατὰ τὸ 1896 κατὰ δραχ. 15,149,827.97. Τὰ εἰσπραχθέντα δὲ κατὰ τὸ 1900, κατὰ τὸν προσωρινὸν ἀπολογισμόν, ἀνῆλθον εἰς δραχ. 125,287,576.61, τὰ ὁποῖα καὶ ταῦτα, μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν τῶν ἐξ ἐκτάκτων πόρων, ἤτοι ἐκ δανείων, εἰσπραχθέντων 7,601,317.10, περιορίζονται εἰς δρ. 117,686,259.51, ἤτοι ὑπὲρ τὰ εἰσπραχθέντα τὸ 1899 κατὰ 6,329,049.82, ὑπὲρ τὰ εἰσπραχθέντα δὲ τὸ 1896 κατὰ 21,478,877.79. Τὰ προϋπολογισθέντα δὲ τὸ 1901 ἐκ δρ. 115,645,209.20, καὶ κατὰ τὸ 1902 ἐκ δρ. 120,172,625, μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν τῶν δι’ ἀγορὰν τῶν κτημάτων Στεφάνοβικ εἰσπραχθέντων ἐκ τοῦ δανείου τῶν 3,777,306, τοῦ συνομολογηθέντος μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ὑπερβαίνουσι τὰ εἰσπραχθέντα κατὰ τὸ 1896, τὰ μὲν τοῦ 1901 κατὰ δρ. 19,437,827,48, τὰ δὲ τοῦ 1902 κατὰ δρ. 23,965,243.28. Καὶ κατὰ τὸν προσδιορισμὸν τοῦ ὅρου τῶν ἐπιβαλλομένων ἐπὶ τὴν χώραν φόρων, καὶ κατὰ τὸν κανονισμὸν τοῦ τρόπου τῆς εἰσπράξεως αὐτῶν δὲν ἐπιτρέπεται νὰ λησμονῶνται αἱ περιστάσεις τῶν φορολογουμένων, διότι ἐπιβάλλεται εἰς τοὺς φορολογοῦντας νὰ μὴ εἰσπράττωσι κατὰ τρόπον, ὅστις ἐξαντλεῖ τοὺς φορολογουμένους, οὐδὲ νὰ ζητῶσι παρ’ αὐτῶν περισσότερα ἢ ὅσα δύνανται νὰ εἰσφέρωσι. Τὰ παράπονα, τὰ ὁποῖα ἠκούσθησαν ἐν τῇ Βουλῇ περὶ τοῦ τρόπου τῶν εἰσπράξεων κατὰ τὴν διάρκειαν τῶν ἐτῶν 1900 καὶ 1901, κυροῦνται ὑπὸ τῶν ποσῶν τῶν ἐσόδων, τὰ ὁποῖα εἰσεπράχθησαν κατὰ τὸ 1900, καὶ τὰ ὁποῖα ὑποχρεοῦνται οἱ φορολογούμενοι νὰ εἰσφέρωσι κατὰ τὸ 1901 καὶ 1902. Κατὰ τὰ δημοσιευθέντα παράπονα, ἡ εἴσπραξις ἦτο ἀπηνὴς καὶ ἀδυσώπητος, καὶ διὰ τοῦτο κατωρθώθη νὰ εἰσπραχθῇ κατὰ τὰ τελευταῖα ταῦτα ἔτη τόσον ποσὸν ἐκ τῶν βεβαιωθέντων ὅσον οὐδέποτε εἰσεπράχθη. Καὶ οὕτω δύναμαι νὰ θαυμάσω, πῶς κατωρθώθη, ἐκ τῶν κατὰ τὸ 1899 βεβαιωθέντων ἐσόδων ἐκ δρ. 119,569,840.99 νὰ ὑπολειφθῇ ὑπόλοιπον μὴ εἰσπραχθὲν μόνον ἐκ δρ. 8,251,567.30, κατὰ δὲ τὸ 1900 τὸ μὴ εἰσπραχθὲν μέχρι τέλους τῆς χρήσεως ὑπόλοιπον τῶν βεβαιωθέντων νὰ περιορισθῇ εἰς δρ. 6,113,634 μόνον, ἐνῷ τὰ βεβαιωθέντα εἶχον ἀναβιβασθῆ εἰς δρ. 125,287,576.64. Μόνη ἡ ἀξίωσις αὕτη τοῦ εἰσηγητοῦ τῆς πλειονοψηφίας τῆς ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἐπιτροπῆς ἦτο ἀληθής, ἤτοι ὅτι αἱ εἰσπράξεις ἐγένοντο μετ’ ἐντελείας· ἀλλὰ τὴν ἱκανότητα ταύτην δὲν δύναμαι νὰ ἐπαινέσω, ἐξ ἐναντίας τοιαύτην ἱκανότητα Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ὀφείλω νὰ ἐπικρίνω, διότι ἐξήντλησε βεβαίως τὰ ἀποταμιεύματα ἀπὸ ἐκείνους τῶν φορολογουμένων, ὅσοι εἶχον τοιαῦτα, ἂν μεταξὺ τῶν φορολογουμένων εὑρέθησαν τοιοῦτοι, ἠλάττωσε δὲ τὰ προωρισμένα διὰ τὰς παραγωγικὰς ἐργασίας κεφάλαια τῶν πλείστων πάντως ἐξ αὐτῶν. Τοιαύτη δρᾶσις τῆς Διοικήσεως στειρεύει τὰς πηγὰς τῶν ἐσόδων, ἐπετεύχθη δὲ οὐχὶ ἐκ τοῦ τρόπου τῆς εἰσπράξεως μόνον, ἀλλὰ καὶ ἐκ τῶν ποσῶν, τὰ ὁποῖα προσεπάθησε καὶ κατώρθωσε νὰ εἰσπράξῃ, τὰ ὁποῖα ὑπερβαίνουσι τὰ ποσὰ, τὰ ὁποῖα μέχρι τῶν τελευταίων ἐτῶν εἰσέπραττε τὸ Δημόσιον παρὰ τῶν φορολογουμένων. Καὶ ὄντως, ἐὰν ἐρευνήσητε τοὺς πίνακας τῶν εἰσπράξεων, θέλετε πεισθῆ, ὅτι πρὸ τοῦ πολέμου οὐδέποτε εἰσεπράχθησαν πλέον τῶν 96 ἑκατομμυρίων, ἐνῷ μετὰ τὸν πόλεμον, ὁ ὁποῖος βεβαίως ἐπέδρασεν ὀλεθρίως ἐπὶ τῆς οἰκονομικῆς ζωῆς τῆς χώρας, εἰσεπράχθησαν 112 καὶ 117 ἑκατομμύρια. Τοιαύτη οἰκονομικὴ ἐργασία οὐ μόνον δὲν ἐπετρέπετο, ἀλλ’ ἀπηγορεύετο, διότι ὁ πόλεμος εἶχεν ἀφαιρέσει ἐπὶ χρόνον οὐχὶ βραχὺν ὀγδοήκοντα καὶ πλέον χιλιάδας ἀνδρῶν ἀπὸ τὰς ἐργασίας των, καὶ εἶχε μειώσει βεβαίως τὸ ποσὸν τῆς κατὰ τὸν χρόνον ἐκεῖνον παραγωγῆς· ἀλλὰ καὶ ἄλλα ἐπέβαλε βάρη εἰς τὸν λαὸν, ἐξασθενίσαντα ἀναντιρρήτως τὴν οἰκονομικὴν δύναμιν αὐτοῦ, μέγα δὲ τμῆμα τῆς ἐπικρατείας, τὴν Θεσσαλίαν, κατέστρεψε, δύναμαι νὰ εἴπω, διότι ἐν αὐτῇ πᾶσαι αἱ τάξεις αἱ παράγουσαι ὑπέστησαν οἰκονομικὸν ὄλεθρον. Ἑπομένως, ἂν πρὸ τοῦ πολέμου εἰσέφερεν ἡ χώρα 96 ἢ 97 ἑκατομμύρια, νὰ ἀναγκάσῃ αὐτὴν νὰ εἰσφέρῃ μετὰ τὸν πόλεμον 112 ἢ 117 ἑκατομμύρια ἦτο πολιτικὴ ἀσύνετος καὶ μηδόλως συμβιβαζομένη μὲ τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους. Πόσον ἡ φορολογία κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη ὑπῆρξεν ὑπὲρ πᾶν μέτρον βαρεῖα, καθιστᾷ κατάδηλον τὸ παράδειγμα τοῦ φόρου τῶν ἐπιτηδευμάτων. Κατὰ τὸ 1899 προϋπελογίσθησαν ἔσοδα ἐκ τοῦ φόρου τῶν ἐπιτηδευμάτων δρ. 2,480,000, ἐνῷ ὁ προσδιορισμὸς τοῦ ποσοῦ τούτου ἐστηρίχθη ἐπὶ μέσου ὅρου τῶν κατὰ τὴν λήξασαν τριετίαν εἰσπραχθέντων. Κατὰ τὸ 1898 εἰσεπράχθησαν, κατὰ τὸν ὁριστικὸν ἀπολογισμόν, δραχ. 1,983,992.03, κατὰ τὸ 1897 εἶχον εἰσπραχθῆ δραχ. 1,929,026.51, κατὰ δὲ τὸ 1896 εἶχον εἰσπραχθῆ δραχμαὶ 1,975,528.57. Τὸ ἄθροισμα τῶν κατὰ τὰ τρία ταῦτα ἔτη εἰσπραχθέντων ἀνέρχεται εἰς δρ. 5,888,547.11, ὁ δὲ μέσος ὅρος ἀνέρχεται εἰς 1,962,849. Ἐνῷ λοιπὸν τοσοῦτον ποσὸν ἔπρεπε νὰ προϋπολογισθῇ ὡς εἰσπρακτέον κατὰ τὸ 1899, εἰσεπράχθησαν κατ’ αὐτὸ δρ. 3,478,813, ἤτοι ὑπὲρ τὸν μέσον ὅρον τῆς τριετίας κατὰ δρ. 1,515,964· κατὰ δὲ τὸ 1900 εἰσεπράχθησαν ἐκ τοῦ φόρου τῶν ἐπιτηδευμάτων δρ. 3,419,365.05, ἤτοι ὑπὲρ τὸν μέσον ὅρον τῶν κατὰ τὴν λήξασαν τριετίαν εἰσπραχθέντων κατὰ δραχ. 1,456,516, ὑπὲρ τὰ εἰσπραχθέντα δὲ κατὰ τὸ 1896 κατὰ δρ. 1,443,836.48. Οὕτω δὲ κατὰ τὸ 1899 καὶ 1900 εἰσεπράχθησαν, κατὰ δὲ τὸ 1901 προϋπελογίσθησαν ἐκ τοῦ φόρου τῶν ἐπιτηδευμάτων, θέλουσι δὲ καὶ ταῦτα εἰσπραχθῆ, περισσότερα ἢ ὅσα εἶχον εἰσπραχθῆ κατὰ τὸ 1896 δρ. 4,471,592.32. Τὴν αὔξησιν ταύτην τοῦ ἐκ τοῦ φόρου τῶν ἐπιτηδευμάτων ἐσόδου ἐπέτυχεν ὁ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς πρῶτον διὰ τῆς μεταβολῆς, ἣν ἐπήνεγκε διὰ τοῦ ΒΨΚΔʹ νόμου, ὁ ὁποῖος ἐξεδόθη τὴν 30 Ἰουνίου τοῦ 1899, ἐπὶ τοῦ χρόνου καὶ τοῦ τρόπου τῆς εἰσπράξεως τοῦ ἐπὶ τῶν ἐπιτηδευμάτων φόρου· διότι, κατὰ τὸν νόμον τοῦτον, ἵνα λάβῃ τις τὴν ἄδειαν τοῦ μετέρχεσθαι τὸ ἐπάγγελμα, ὀφείλει νὰ προκαταβάλῃ τὸ ἥμισυ τοῦ ἐτησίου φόρου κατὰ τὴν πρώτην ἡμέραν τοῦ ἔτους, τὸ δὲ δεύτερον ἥμισυ νὰ καταβάλῃ καθ’ ἑκατέραν τῶν δύο ἑπομένων τριμηνιῶν μετὰ τὴν πρώτην τοῦ ἔτους, οὕτω δὲ κατὰ τὸ τέλος τοῦ Ἰουνίου θέλει ἐξοφλεῖ ὅλον τὸ ποσὸν τοῦ φόρου. Οἱ φόροι εἶναι ποσοστόν, τὸ ὁποῖον οἱ φορολογούμενοι εἰσφέρουσιν εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον ἐκ τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον προσοδεύονται εἴτε ἐξ ἰδιοκτησίας, εἴτε ἐκ τοῦ ἐπαγγέλματος, ἢ ἐκ τῆς ἐμπορίας αὑτῶν· ἀλλὰ κατὰ τὸν νέον νόμον δὲν εἰσφέρουσιν οἱ εἰς τὸν φόρον τοῦ ἐπιτηδεύματος ὑποκείμενοι ποσοστὸν ἐκ τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον εἰσέπραξαν, ἀλλὰ προκαταβάλλουσι τὸ ποσὸν ἐκ τοῦ μήπω πραγματοποιηθέντος, ἀλλὰ μέλλοντος ἐσόδου αὐτῶν. Ὁ τρόπος οὗτος τῆς εἰσπράξεως μοὶ ἀνακαλεῖ τὸ droit de patente, τὸ ὁποῖον ὑπῆρχε πρὶν ἢ κανονισθῶσι τὰ τοῦ φόρου τῶν ἐπιτηδευμάτων, ὅτε ἐθεωρεῖτο ὡς ἡγεμονικὸν δικαίωμα τὸ ἐπιτρέπειν τὴν ἐξάσκησιν ἐπιτηδεύματός τινος, ἐπληρώνετο δὲ εἰς τὸν Ἡγεμόνα ποσὸν διὰ νὰ λάβῃ τις τὴν ἄδειαν τοῦ ἐπιτηδεύματος. Ἑπομένως διὰ τοῦ νέου νόμου μετεβλήθη ὁ χαρακτὴρ καὶ τὸ εἶδος τοῦ φόρου τούτου· ἀλλὰ ἡ μεταβολὴ αὕτη εἶναι καταθλιπτικὴ διὰ τοὺς μικροὺς ἐπιτηδευματίας, οἱ ὁποῖοι καταβάλλουσιν εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον ἐκ τοῦ κεφαλαίου, τὸ ὁποῖον εἶχον διὰ τὴν ἐργασίαν αὑτῶν, πρὶν ἢ εἰσπράξωσί τι, ἐλαττώνοντες οὕτω τὰ πρὸς παραγωγὴν κεφάλαιά των, τὰ ὁποῖα οἱ μικροὶ ἐπιτηδευματίαι μόλις ἔχουσιν ἐπαρκῆ πρὸς τὴν κίνησιν τοῦ ἐπιτηδεύματός των. Ἕνεκα τούτου θέλει συμβῆ νὰ ἀναγκάζωνται εἴτε νὰ δανείζωνται, εἴτε νὰ περιορίζωσι τὴν κίνησιν τοῦ ἐπαγγέλματός των, ἀφοῦ διέθεσαν ἢ ἐμείωσαν τὸ κεφάλαιον τὸ προοριζόμενον δι’ αὐτήν. Εἶναι δὲ καὶ ἄλλως αὐστηραὶ αἱ διατάξεις τοῦ νέου νόμου περὶ εἰσπράξεως τοῦ φόρου τῶν ἐπιτηδευμάτων, διότι ἐπεβλήθη εἰς τὰ Δικαστήρια νὰ μὴ ἀποδέχωνται «οὐδεμίαν αἴτησιν, ἀφορῶσαν εἰς ἀναγνώρισιν ἢ ὑπεράσπισιν δικαιωμάτων ἢ ἀπαιτήσεων προερχομένων ἐκ δοσοληψίας κατὰ τὴν ἐξάσκησιν τοῦ ἐμπορίου ἢ βιομηχανίας ἢ ἐπιτηδεύματος ἐκ τῶν εἰς φόρον ὑποκειμένων, ἢ ἔχουσαν σχέσιν πρὸς ταῦτα», ἐὰν ὁ ἐπιτηδευματίας δὲν ἐπιδείξῃ τὴν ἀπόδειξιν, ὅτι ἐπλήρωσε τὸν φόρον. Καὶ ὑπῆρχε μὲν καὶ ἐν τοῖς προισχύουσι νόμοις τοιαύτη διάταξις, ἀλλ’ ὄχι τοσοῦτον ἐντεταμένη, ἰδίως διὰ τοὺς μετερχομένους τὸ δικηγορικὸν ἐπάγγελμα, πρὸς τοὺς ὁποίους ὁ Πρόεδρος ὑπεμίμνησκεν, ὅτι δὲν θέλει δεχθῆ αὐτοὺς εἰς συζήτησιν, ἂν μὴ εἰσφέρωσι τὸν φόρον αὐτῶν· ἀλλὰ τότε ἐπρόκειτο περὶ φόρου οὐχὶ προπληρωνομένου, ἀλλὰ περὶ φόρου ἐπὶ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον προσωδεύθησαν ἤδη οἱ ἐπιτηδευματίαι, καὶ ἂν δὲν κατέβαλλον αὐτὸ, δὲν τὸ κατέβαλλον ἐκ ῥαστώνης, ἐκ ῥαθυμίας, ἴσως καὶ ἐκ προθέσεως, ἡ δὲ παρακώλυσις αὕτη ἠδύνατο νὰ θεωρηθῇ δεδικαιολογημένη. Ἀλλ’ ἐκτὸς τῆς μεταβολῆς τοῦ τρόπου τῆς εἰσπράξεως τοῦ φόρου ἐπιτηδεύματος ἐπῆλθε καί τις μεταβολὴ εἰς τὰς φορολογικὰς διατάξεις διὰ τοῦ ἄρθρου 14, ὅπερ μετέβαλε τὰ τῆς φορολογίας τῶν ἐπιτηδευματιῶν, οἵτινες πωλοῦσι καὶ οἰνοπνευματώδη ποτὰ, ἐπιβληθείσης εἰς αὐτοὺς τῆς προσθέτου πληρωμῆς τοῦ ἡμίσεως φόρου τοῦ οἰνοπνευματοπώλου, πλὴν τοῦ φόρου διὰ τὴν ἄλλην ἐμπορίαν, τὴν ὁποίαν μετέρχονται. Δεύτερον, διότι ἐπεβλήθη διὰ τοῦ ἄρθρου 15 ἡ ὑποχρέωσις τῆς πληρωμῆς φόρου ἐπιτηδεύματος δι’ ἕκαστον κατάστημα καὶ δι’ ἕκαστον ἐπιτήδευμα ἢ βιομηχανίαν, ἐάν τις ἔχῃ πλείονα τοῦ ἑνὸς καταστήματα, ἢ διαφόρου εἴδους, ἐμπορίας ἢ βιομηχανίας. Πλὴν δὲ τούτων, διὰ τοῦ ἄρθρου 17 ἐπηνέχθησαν καὶ μεταβολαὶ ἐπὶ τῶν πινάκων, οἵτινες ἀνέγραφον τὰς διαφόρους κατηγορίας τῶν κατατασσομένων εἰς τὴν φορολογίαν ἐπιτηδευμάτων. Αἱ τοιαῦται μεταβολαὶ ἐπήνεγκον μεγάλην φορολογικὴν ἔντασιν εἰς τοὺς ὑποκειμένους εἰς τὸν φόρον τοῦ ἐπιτηδεύματος, ἡ ὁποία βεβαίως κατεπόνησε τὴν τάξιν ταύτην τῶν παραγωγῶν. Δὲν δύναμαι νὰ μεταδώσω παραπλησίας πληροφορίας περὶ τῆς φορολογίας τῶν ἀμπέλων, ἐπὶ τῆς ὁποίας ἐπῆλθε μεταβολὴ τοῦ συστήματος αὐτῆς. Ὁ ἐκ Παρνασσίδος Βουλευτὴς ἦτο καὶ κατὰ τὸ 1895 ὑπὲρ τῆς φορολογίας τῶν ἀμπέλων κατ’ ἔκτασιν, ὑπὲρ τῆς στρεμματικῆς φορολογίας, καὶ εἶχεν εἰσαγάγει εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον τοιοῦτον. Ἀλλὰ γενόμενος Ὑπουργὸς συνέταξε τὸ νομοσχέδιον περὶ τῆς τοιαύτης φορολογίας τῶν ἀμπέλων, προνοήσας πρωτίστως, ἵνα μὴ τυχὸν ἡ ἀλλαγὴ τοῦ συστήματος ἐλαττώσῃ τὰ ἔσοδα τοῦ δημοσίου ταμείου· διὰ τοῦτο περιέλαβεν ἐν τῷ νόμῳ διατάξεις, κανονιζούσας τὸν τρόπον, καθ’ ὃν προσδιορίζεται τὸ ποσὸν τῆς φορολογίας τῶν ἀμπέλων κατὰ στρέμμα ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ κατὰ τὰ τέσσαρα προηγούμενα ἔτη 1893, 1894, 1895 καὶ 1896 μέσου ὅρου τοῦ βεβαιωθέντος ποσοῦ ἀντὶ φόρου ἐγγείου ἐπὶ τῆς παραγωγῆς τοῦ οἴνου, καὶ τοῦ μέσου ὅρου τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον κατὰ τὰ εἰρημένα ἔτη ἐβεβαιώθη ἀντὶ δικαιώματος καταναλώσεως ἐπὶ τοῦ οἴνου. Κατὰ τὸν νέον τοῦτον νόμον, τὸ ποσὸν τῶν δύο τούτων μέσων ὅρων ἀθροίζει ἡ κατ’ ἄλλας διατάξεις τοῦ νόμου συνιστωμένη ἐπιτροπή, καὶ τὸ ἄθροισμα κατανέμει εἰς τοὺς δήμους, ἀναλόγως τῶν δηλωθέντων στρεμμάτων ἐν ἑκάστῳ δήμῳ, τοῦ μέσου ὅρου τῆς κατὰ στρέμμα παραγωγῆς, καὶ τοῦ μέσου ὅρου τῆς τιμῆς τοῦ γλεύκους. Οὕτως ὁ ἐκ Παρνασσίδος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐξησφάλισε τὴν εἴσπραξιν οὐχὶ τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον εἰσεπράττετο ἐκ τοῦ ἐγγείου φόρου καὶ ἐκ τοῦ δικαιώματος τῆς καταναλώσεως, ἀλλὰ τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον ἐβεβαιοῦτο τότε ὡς εἰσπρακτέον ἔκ τε τοῦ ἀμέσου καὶ ἐκ τοῦ ἐμμέσου φόρου· ἑπομένως διὰ τοῦ νέου τούτου συστήματος τῆς φορολογίας τῶν ἀμπέλων προὐνόησε νὰ ἐπιζητήσῃ καὶ τὴν αὔξησιν τοῦ ἐκ τοῦ φόρου τούτου ἐσόδου, διότι εἰς τὸν κανονισμὸν τοῦ ποσοῦ τοῦ κατὰ στρέμμα φόρου συνετέλει οὐχὶ τὸ ποσὸν τὸ εἰσπραχθὲν κατὰ τὴν τετραετίαν ἐκ τοῦ ἐγγείου φόρου καὶ ἐκ τοῦ δικαιώματος τῆς καταναλώσεως, ἀλλὰ τὸ ποσὸν τὸ βεβαιωθέν, τὸ ὁποῖον πάντοτε εἶναι ὑπέρτερον τοῦ εἰσπραχθέντος, διότι σπανιώτατα εἰσεπράχθη ἀκέραιον τὸ βεβαιωθὲν ποσόν. Ὁ ἡγέτης τοῦ κόμματος, εἰς τὸ ὁποῖον ἀνῆκον ὁ πρώην Πρωθυπουργὸς καὶ ὁ πρώην ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς, εἰσάγων εἰς τὴν Βουλὴν τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1894, ἐδήλου τὸν τρόπον, καθ’ ὃν ἐφρόνει, ὅτι πρέπει νὰ συντάσσωνται οἱ Προϋπολογισμοὶ, καὶ ἀνήγγελλεν, ὅτι κατὰ τὴν σύνταξιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἐκείνου ἀπεδέχθη «τὴν καινοτομίαν ἢ μᾶλλον τὴν βελτίωσιν ταύτην, νὰ περιλαμβάνῃ τουτέστι τά τε βεβαιωθησόμενα καὶ τὰ εἰσπραχθησόμενα ἔσοδα τῆς χρήσεως, τὰ μὲν βεβαιωθησόμενα πρὸς πληροφορίαν τῆς Βουλῆς, τὰ δὲ εἰσπραχθησόμενα πρὸς ψήφισιν αὐτῶν ὑπ’ αὐτῆς. Καὶ τὰ μὲν βεβαιωθησόμενα βασίζονται κατὰ κανόνα εἰς τὸν μέσον ὅρον τῶν ἀποτελεσμάτων τῶν τριῶν τελευταίων ἐτῶν, προτιμωμένου ὅμως τοῦ τελευταίου ἔτους, ἐὰν ὑπῆρξε κατ’ αὐτὸ ἡ βεβαίωσις κατωτέρα τοῦ μέσου ὅρου, τὰ δὲ εἰσπραχθησόμενα βασίζονται ἐπὶ τῶν βεβαιωθησομένων, καὶ ἐπὶ τῇ ἀναλογίᾳ τῶν εἰσπράξεων πρὸς τὰς βεβαιώσεις ἑκάστου φόρου κατὰ τὰ ἔτη 1890, 1891 καὶ 1892, ὡς πρὸς τὰς προσόδους, αἵτινες καταλείπουσι καθυστερήσεις.» Ἔλεγε δ’ ἐπὶ τοῦ φόρου τῶν ἀμπέλων, ὅτι, ἐνῷ ὁ ἐκ τῆς φορολογίας τοῦ οἴνου βεβαιωτέος φόρος ὑπολογίζεται εἰς δρ. 2,400,000, εἶχεν αὐτὸς προϋπολογίσει ὡς εἰσπραχθησόμενον ποσὸν μόνον δραχ. 1,848,000. Ὁ συντάκτης τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἐκείνου ἐφρόνει, ὅτι ὁ μέσος ὅρος τῶν βεβαιωθέντων ἐνδεικνύει μέχρι τίνος ἐξικνεῖται ἡ φορολογικὴ δύναμις τοῦ φορολογουμένου, ἐνῷ ὁ μέσος ὅρος τῶν εἰσπραχθέντων ἐξεδήλου τὴν γιγνομένην πράγματι εἴσπραξιν. Δὲν εἶναι γνωστὸν, ἂν τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1894 ἢ τὴν εἰσηγητικὴν ἔκθεσιν αὐτοῦ συνέταξεν ὁ ἐκ Παρνασσίδος Βουλευτὴς, ὅστις ἐβοήθει πάντοτε ἐπὶ τῶν τοιούτων ἔργων τὸν ἀποθανόντα ἡγέτην αὐτοῦ· ἀλλὰ, καὶ ἂν δὲν ἦτο αὐτὸς ὁ συντάκτης τοῦ μνημονευθέντος Προϋπολογισμοῦ καὶ τῆς μετ’ αὐτοῦ εἰσαχθείσης εἰς τὴν Βουλὴν εἰσηγητικῆς ἐκθέσεως, ἀπεδέχετο ὅμως ἀναντιρρήτως τὰς κρατησάσας ἐν αὐτοῖς εἰρημένας κρίσεις· φαίνεται ὅμως, ὅτι τὴν γνώμην ταύτην ἐγκατέλιπεν ἤδη, γενόμενος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ ἀνέγραψεν ὡς μόνον συντελεστὴν πρὸς προσδιορισμὸν τοῦ ποσοῦ τοῦ φορολογητέου τὸν μέσον ὅρον τῶν βεβαιωθέντων. Ἀλλ’ ἐνῷ, κατὰ τὴν παράγραφον γʹ τοῦ ἄρθρου 15 τοῦ νέου νόμου, πρέπει νὰ λαμβάνηται ὡς βάσις τὸ ἄθροισμα τοῦ μέσου ὅρου τοῦ κατὰ τὰ τέσσαρα προηγηθέντα ἔτη βεβαιωθέντος ἐγγείου φόρου, καὶ τοῦ κατὰ τὰ αὐτὰ ἔτη μέσου ὅρου τοῦ βεβαιωθέντος ποσοῦ τοῦ δικαιώματος καταναλώσεως τοῦ οἴνου, τὴν διάταξιν ταύτην τοῦ νόμου δὲν ἐφήρμοσεν ὁ πρώην Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν· διότι, ἐνῷ τὸ ἄθροισμα τοῦ βεβαιωθέντος ἐγγείου φόρου κατὰ τὰ ἔτη 1893, 1894, 1895 καὶ 1896 ἀνῆλθεν εἰς 10,472,547.21, τὸ ὁποῖον διαιρούμενον διὰ τῶν τεσσάρων ἐτῶν παράγει μέσον ὅρον 2,618,136.80, καὶ ἐνῷ τὸ ἄθροισμα τοῦ βεβαιωθέντος ποσοῦ δικαιώματος καταναλώσεως κατὰ τὰ εἰρημένα τέσσαρα ἔτη ἀνῆλθεν εἰς 1,367,618.42, τὸ ὁποῖον διαιρούμενον ὡσαύτως διὰ τῶν τεσσάρων ἐτῶν παράγει μέσον ὅρον 341,904.60, τὸ ἄθροισμα δὲ τῶν δύο τούτων μέσων ὅρων τοῦ βεβαιωθέντος ποσοῦ ἔκ τε τοῦ ἐγγείου φόρου καὶ ἐκ τοῦ δικαιώματος τῆς καταναλώσεως φέρει δρ. 2,960,041.40, τὸ ποσὸν δὲ τοῦτο ἔπρεπε ν’ ἀναγραφῇ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ὡς ἔσοδον ἐκ τοῦ φόρου τῶν ἀμπέλων κατὰ τὸν νέον νόμον.
§273Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ποσὸν τῶν εἰσπράξεων.
§274Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. .. ἀνεγράφη ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1900 ὡς ἔσοδον τὸ ποσὸν 2,300,000, ἤτοι ὀλιγώτερον κατὰ 660 χιλιάδας δραχμάς.
§275Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅπως ἐγένετο εἰς τὰ ἄλλα ἔσοδα, ἀνεγράφη τὸ εἰσπράξιμον ποσόν.
§276Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν δύναμαι νὰ βεβαιώσω, ἐὰν ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 15 παρέχῃ τὴν εὐκολίαν ταύτην εἰς τὸν Ὑπουργὸν, καὶ ἐὰν δὲν ὑποχρεώνῃ αὐτὸν, ἀφοῦ λάβῃ ὡς βάσιν τῆς ἐγγείου φορολογίας τὸν κατὰ τὰ τέσσαρα ἔτη μέσον ὅρον τοῦ βεβαιωθέντος ποσοῦ ἐκ τοῦ ἐγγείου φόρου καὶ ἐκ τοῦ δικαιώματος καταναλώσεως, νὰ ἀναγράφῃ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ἀκριβῶς τῶν δύο τούτων μέσων ὅρων τὸ ἄθροισμα ὡς εἰσπράξιμον.
§277Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ διάταξις αὕτη ἀφορᾷ τὴν βεβαίωσιν. Τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1899 καὶ τῶν ἑπομένων ἐτῶν συνέταξα ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ εἰσπραξίμου ποσοῦ· ὡς ἐκ τούτου μεταξὺ τῶν προϋπολογισθέντων ὑπελόγισα, ὅτι θὰ εἰσπράξωμεν 2,300,000.
§278Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἀλλὰ κατὰ τὸν νόμον ὠφείλετε νὰ ἀναγράψητε ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τὸ ἄθροισμα τῶν δύο ὅρων τοῦ βεβαιωθέντος ποσοῦ.
§279Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ Προϋπολογισμὸς ἀναγράφει τὸ εἰσπράξιμον, οὐχὶ τὸ βεβαιώσιμον ποσόν.
§280Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τότε, διατὶ ὁ νόμος ἐπιβάλλει ὡς προϋπολογιστέον ποσὸν τὸ ἄθροισμα τῶν δύο μέσων ὅρων, τοῦ βεβαιωθέντος ποσοῦ ἐξ ἐγγείου φόρου καὶ ἐκ δικαιώματος καταναλώσεως;
§281Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ὡς καὶ προηγουμένως παρετήρησα, ἀνέγραψα τὸ εἰσπράξιμον ποσὸν, ἐνῷ ἐν τῷ νόμῳ ἀνέγραψα τὸ βεβαιώσιμον.
§282Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἀλλὰ καὶ τὸ εἰσπράξιμον τοῦτο δὲν εἰσεπράχθη· διότι ἐκ τῶν 2,300,000 δρ. ἐβεβαιώθησαν 1,647,929, δηλαδὴ ὀλιγώτερα κατὰ 652,071.
§283Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ὡς γινώσκετε, ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ νόμου ἐγένετο βραδέως. Ἐγένοντο σφάλματά τινα ὑπὸ τῶν ἁρμοδίων ἀρχῶν κατὰ τὴν βεβαίωσιν. Ὡς ἐκ τούτου ἠναγκάσθην νὰ εἰσηγήσωμαι νόμον, δυνάμει τοῦ ὁποίου ὁ ἀνώτατος ὅρος κατεβιβάσθη εἰς 3 δραχμὰς κατὰ στρέμμα, ἀντὶ δρ. 6· οὕτω δ’ ἐβεβαιώθη καὶ εἰσεπράχθη ποσὸν κατώτερον. Πλὴν τούτου, κατὰ τὸ 1900 ἐξεπέσθησαν ἐκ τῶν βεβαιωθέντων μεγάλα ποσὰ, δυνάμει νόμου, οὗ ἐγενόμην εἰσηγητής, ἔχων ὑπ’ ὄψιν τὰς ἐκ τοῦ περονοσπόρου καὶ τῶν ἄλλων καιρικῶν περιστάσεων ἐπελθούσας καταστροφὰς εἰς τὸ προϊὸν τῶν ἀμπέλων.
§284Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Κατὰ τὸ 1899, ἕνεκα οἱουδήποτε λόγου, ἀπέτυχεν ὁ νόμος, δὲν παρήγαγεν ἀποτελέσματα. Ἀλλὰ καὶ κατὰ τὸ 1900 ἀπέτυχεν ἐπίσης.
§285Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἤθελεν ἐπιτύχει, ἂν δὲν ἐπήρχετο ὁ περονόσπορος καὶ αἱ ἄλλαι δυσμενεῖς καιρικαὶ περιστάσεις.
§286Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁ περονόσπορος ἐπηρεάζει τὴν φορολογικὴν δύναμιν τοῦ φορολογουμένου, ἀλλ’ οὐχὶ καὶ τὰς βεβαιώσεις τῶν προηγηθέντων τεσσάρων ἐτῶν.
§287Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Διὰ τοῦ προκληθέντος ὑπ’ ἐμοῦ νόμου ἐπετράπη νὰ διαγραφῇ ὁ φόρος εἴτε ἐπαρχίας, εἴτε δήμου, εἴτε χωρίου, ὅπου ὁ περονόσπορος ἐπήνεγκε καταστροφὰς μετὰ τὴν βεβαίωσιν. Ἡ βεβαίωσις ἀνήγαγε τὸ ποσὸν τοῦ φόρου εἰς δρ. 2,900,000, ἐξ ὧν ἐξεπέσθησαν 1,600,000. Αὐτὴ εἶναι ἡ βεβαίωσις. Ἐπειδὴ δὲ ἡ ἔκπτωσις ἐγένετο πρὶν ἢ συνταχθῇ ὁ ἀπολογισμὸς, δι’ αὐτὸ εἰς τὸν ἀπολογισμὸν ἀναγράφεται τὸ ἀπομεῖναν μετὰ τὰς ἐκπτώσεις ποσὸν βεβαιώσεως. Ἐν τῇ εἰσηγητικῇ ὅμως ἐκθέσει ἀναγράφεται πόσον ἐβεβαιώθη καὶ πόσον διεγράφη.
§288Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἡ βεβαίωσις τοῦ φόρου ἐγένετο καθ’ ὡρισμένην ἐποχὴν, τὴν ὁποίαν ὁ νόμος προσδιορίζει, πρὸ τῆς ἐμφανίσεως τῆς νόσου, καὶ ἐβεβαιώθη ἐπὶ 2,300,000 προϋπολογισθέντος ποσὸν μόνον 1,847,000.
§289Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐβεβαιώθη ποσὸν ἐκ τοῦ φόρου τούτου 2,900,000. Ὁ νόμος ἐπῆλθε πρὶν ἢ κλείσῃ ἡ χρῆσις. Διέταξα λοιπὸν, ὅπου αἱ ἀρχαὶ ἤθελον γνωμοδοτήσει, νὰ ἐπέρχηται ἡ διαγραφή. Ἐγένετο πρωτόκολλον διαγραφῆς, δυνάμει δὲ τούτου παρήγγειλα τὴν ἔκπτωσιν, καὶ ἐπειδὴ πρὶν συνταχθῇ ὁ ἀπολογισμὸς ἐπῆλθεν ἡ ἔκπτωσις, δι’ αὐτὸ σημειοῦται ποσὸν 1,600,000 ὡς βεβαιωθέν, πράγματι ὅμως ἐβεβαιώθη ποσὸν 2,900,000.
§290Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐν τοῖς ἐγγράφοις, τὰ ὁποῖα ἐδημοσιεύθησαν, δὲν ἀναφέρεται τοῦτο. Ἐπίσης αἱ εἰσπράξεις κατὰ τὸ 1899 ἦσαν πολὺ ὑποδεέστεραι· διότι, ἐνῷ εἶχε βεβαιωθῆ ποσὸν 2,367,186 δραχμῶν, εἰσεπράχθη ποσὸν δρ. 1,487,592.
§291Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπῆλθε νόμος, δυνάμει τοῦ ὁποίου ὁ φόρος ἐξεπέσθη.
§292Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἡ εἴσπραξις ἐγένετο πρὸ τοῦ νόμου;
§293Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι.
§294Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Κατὰ τὰ εἰρημένα, ἐὰν παραβάλητε τὰ δύο συστήματα, θέλετε συναγάγει, ὅτι κατὰ τὸ 1896 εἰσεπράχθησαν ἐξ ἐγγείου φόρου δρ. 1,610,038.09, ἐκ τοῦ δικαιώματος δὲ τῆς καταναλώσεως 265,994.37, τὸ ὅλον δραχ. 1,876,032.46, ἐνῷ τὸ 1899 εἰσεπράχθησαν δρ. 1,487,592.61, καὶ κατὰ τὸ 1900 δρ. μόνον 1,135,608.30, ἤτοι πολὺ ὀλιγώτερα ἢ ὅσα εἰσεπράχθησαν κατὰ τὸ 1896. Τὸ νέον σύστημα τῆς φορολογίας εἶχε σκοπὸν νὰ ἀπαλλάξῃ τοὺς φορολογουμένους ἀπὸ τῶν καταπιέσεων, τὰς ὁποίας ὑπεῖχον ἰδίως ἐκ τῶν ἐνοικιαστῶν τῶν ἀδηλώτων οἴνων, ὡς καὶ τοὺς παντοπώλας ἐκ τῶν καταθλίψεων, τὰς ὁποίας ὑφίσταντο κατὰ τὴν καταμέτρησιν τοῦ φορολογητέου ποσοῦ τοῦ οἴνου. Ἀλλὰ περιελάβετε ἐν τῷ νόμῳ, ὃν εἰσηγάγετε, καὶ σκοπὸν ἄλλον, νὰ εἰσπράξητε ἐκ τοῦ φόρου τούτου ποσὸν ἀνώτερον ἐκείνου, τὸ ὁποῖον εἰσεπράττετο μέχρι τοῦ χρόνου ἐκείνου, διότι τὸ ποσὸν τὸ ἀναγραφὲν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ δὲν ἦτο ἴσον πρὸς τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον εἰσεπράττετο.
§295Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Φέρετε ὡς παράδειγμα τὴν χρῆσιν τοῦ 1896. Εἰς ἄλλα ὅμως ἔτη εἰσεπράχθησαν ἀσυγκρίτως περισσότερα, οἷον κατὰ τὸ 1893, τὸ 1895...
§296Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τὸ 1893 εἰσεπράχθησαν ἐκ τοῦ ἐγγείου φόρου 1,894,667.37, καὶ ἐκ τοῦ δικαιώματος τῆς καταναλώσεως 228,575.82, τὸ ὅλον 2,123,243.19, ἐνῷ τὸ 1896 εἰσεπράχθησαν ἐκ τοῦ ἐγγείου φόρου 1,610,038.09, καὶ ἐκ τοῦ δικαιώματος τῆς καταναλώσεως 265,994.37, τὸ ὅλον 1,876,032.46. Κατὰ τὸ 1894 εἰσεπράχθησαν ἐκ τοῦ ἐγγείου φόρου δρ. 1,950,444.36, καὶ ἐκ τοῦ δικαιώματος τῆς καταναλώσεως 281,607.84, τὸ ὅλον 2,232,022.20. Κατὰ τὸ 1895 εἰσεπράχθησαν ἐκ τοῦ ἐγγείου φόρου 2,065,306.50, καὶ ἐκ τοῦ δικαιώματος τῆς καταναλώσεως 303,917.71, ἤτοι τὸ ὅλον 2,369,224.21, ἐνῷ τὸ 1896 εἰσεπράχθησαν, ὡς εἶπον, 1,876,032.46. Ὥστε ἡ διαφορὰ τῶν εἰσπραχθέντων τὸ 1893 πρὸς τὰ εἰσπραχθέντα κατὰ τὸ 1896 ἀνέρχεται εἰς δρ. 247,210.73, πρὸς τὰ εἰσπραχθέντα δὲ κατὰ τὸ 1894 ἀνέρχεται εἰς δρ. 355,989.74, καὶ πρὸς τὰ εἰσπραχθέντα τὸ 1895 εἰς δρ. 493,191.75. Μοὶ φαίνεται, ὅτι δὲν πρέπει νὰ διστάσῃ τις νὰ ὁμολογήσῃ, ὅτι τὸ σύστημα ἀπέτυχε. Σύμπτωσις βεβαίως ἦτο νὰ ἐπισκήψῃ ἡ νόσος τοῦ περονοσπόρου, καίτοι δὲν φορολογεῖται τὸ προϊὸν ὡς ἐφορολογεῖτο ὅτε ἴσχυον οἱ περὶ ἐγγείου φόρου καὶ περὶ δικαιώματος καταναλώσεως νόμοι, ἀλλὰ φορολογεῖται ἓν τῶν τριῶν κεφαλαίων, τὰ ὁποῖα συντελοῦσιν εἰς τὴν παραγωγὴν τοῦ προϊόντος, ἡ γῆ, αἱ δὲ ἀτυχίαι τῆς παραγωγῆς ἕνεκα τῆς νόσου τοῦ περονοσπόρου ἐπηρεάζουσι μόνον τὴν φορολογικὴν δύναμιν τοῦ φορολογουμένου, οἱ δὲ φορολογούμενοι δὲν ἔχουσι τοῦτο τὸ ἔσοδον μόνον. Ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ἐκ φιλανθρωπίας καὶ οἰκονομικῶν σκέψεων, ὡς ὤφειλε νὰ πράξῃ, ἐμερίμνησε νὰ μειώσῃ τὰς ὀφειλὰς αὐτῶν, τὸ σύστημα ὅμως ἀπεδείχθη, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ παραγάγῃ τὰ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα ὁ νόμος προέθετο, διότι εἴτε νόσος ἐπισκήψῃ, εἴτε καιρικαὶ μεταβολαὶ, ἐπιφέρουσαι ἀνωμαλίας, ὧν ἕνεκα παραβλάπτεται ἡ παραγωγὴ, ἠθέλομεν ἔχει συμβεβηκότα τοιαῦτα, τὰ ὁποῖα ἤθελον παρακωλύσει τὴν φορολογίαν.
§297Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἐὰν διετηρεῖτο τὸ προηγούμενον σύστημα, πάλιν αἱ εἰσπράξεις ἤθελον μειωθῆ.
§298Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἀλλ’ ἀντὶ τοῦ ἐλαττώματος αὐτοῦ, ἐπήρχετο ἄλλο τι ὠφέλιμον, ὅταν παρήγετο ποσὸν μεγαλείτερον, ὅτι εἰσήγοντο περισσότερα χρήματα εἰς τὸ ταμεῖον. Τὸ σύστημα ὅμως τῆς φορολογίας τῶν ζώων μοὶ φαίνεται ὅτι ἐπέτυχεν. Ἀλλ’ εὑρίσκω ἀναγραφὴν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ καὶ ποσοῦ, μὴ σύμφωνον πρὸς τὸν νόμον, διότι, πλὴν τοῦ ποσοῦ τῶν 2,700,000, τὸ ὁποῖον ἀναγράφεται ὡς ἔσοδον ἐκ τοῦ φόρου τῶν ζώων, ἀνεγράφη προσέτι καὶ ὡς ποσοστὸν ἀνῆκον εἰς τοὺς δήμους ποσὸν δραχμῶν 432,000, τὸ ὁποῖον κατὰ τὸν νόμον λαμβάνουσιν οἱ δῆμοι ἐκ τοῦ φόρου τοῦ εἰσπραττομένου καὶ ἀνήκοντος εἰς τὸ Δημόσιον. Ἑπομένως ἐπιβαρύνετε τοὺς φορολογουμένους περισσότερον ἢ ὅσον ἐπεβαρύνοντο καθ’ ὃν χρόνον ἐπλήρωνον τὸν φόρον κατὰ κεφαλὴν τῶν ζώων, διότι ἐκ τοῦ ποσοῦ τούτου τὸ Δημόσιον παρεῖχε τότε εἰς τὸν δῆμον τὸ ἀνῆκον αὐτῷ ποσοστόν.
§299Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ δημοτικὴ φορολογία ἦτο πρὸ τοῦ τελευταίου νόμου διερρυθμισμένη ἄλλως. Ἐβεβαιοῦτο καὶ εἰσεπράττετο μετὰ τοῦ δημοσίου ἐπὶ τῶν ζώων φόρου καὶ ὁ δημοτικὸς φόρος. Τὸ ἐκ δημοτικοῦ φόρου εἰσπραττόμενον δὲν εἰσήγετο ὡς δημόσιον ἔσοδον, ἀλλ’ ἀπεδίδετο ὑπὸ τῶν ταμιῶν ἀπ’ εὐθείας εἰς τοὺς δήμους. Κατὰ τὸν ἐν ἰσχύϊ ὅμως νόμον, ὁ δημοτικὸς φόρος εἰσάγεται εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον, ὡς δημόσιον ἔσοδον, καὶ ἀποδίδεται εἰς τοὺς δήμους διὰ χρηματικοῦ ἐντάλματος.
§300Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Καὶ διὰ τὰ μικρὰ ζῷα;
§301Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπίσης.
§302Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Καὶ ὁ τρόπος λοιπὸν, κατὰ τὸν ὁποῖον ἐγένετο ἡ εἴσπραξις τῶν ἐσόδων κατὰ τὸ ἔτος 1899, καὶ ἰδίως κατὰ τὰ ἔτη 1900 καὶ 1901, καὶ αἱ μεταβολαὶ, αἱ ὁποῖαι ἐπῆλθον εἰς τὴν φορολογικὴν νομοθεσίαν, συνετέλεσαν ἵνα ὑποχρεωθῶσιν οἱ φορολογούμενοι νὰ εἰσενέγκωσιν εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον πολὺ περισσότερα χρήματα ἢ ὅσα εἰσέφερον πρότερον. Ἐγὼ ἔκρινα, ὅτι μετὰ τὸν πόλεμον ἰδίως ἔπρεπε τὸ Κράτος νὰ ἀσχοληθῇ εἰς τὴν ἐνίσχυσιν τῶν ἐργαζομένων, τῶν παραγόντων, ἤτοι εἰς τὴν ἐνίσχυσιν τῆς παραγωγῆς, ὄχι μόνον ὅπως ἐπαναγάγῃ αὐτοὺς εἰς τὴν φορολογικὴν δύναμιν, τὴν ὁποίαν εἶχον πρὸ τοῦ πολέμου, ἀλλὰ καὶ ὅπως ἐνθαρρύνῃ αὐτούς· ὅτι ὤφειλεν ἡ Κυβέρνησις νὰ παράσχῃ εἰς αὐτοὺς τὰ μέσα, ἵνα καὶ αὐτοὶ δυνηθῶσι νὰ ἐπεκτείνωσι τὰς παραγωγικάς τῶν ἐργασίας κατὰ ποσὸν, καὶ νὰ βελτιώσωσι προσέτι αὐτὰς κατὰ ποιόν. Ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις τῆς τριετίας ταύτης ἠκολούθησεν ἄλλο σύστημα, ὑπὸ ἑνὸς ὁδηγουμένη σκοποῦ, ὑπὸ τοῦ σκοποῦ νὰ εἰσπράξῃ περισσότερα ἢ ὅσα εἰσέπραττε πρότερον τὸ Δημόσιον, καὶ εἰς τοῦτο ἐκθύμως κατὰ τὴν τριετίαν ταύτην εἰργάσθη. Τὸ σύστημα τοῦτο βεβαίως δὲν ἐπιδοκιμάζω. Ἔχει, κατὰ τὴν ἐμὴν γνώμην, τὸ δημόσιον ταμεῖον ἀνάγκην περισσοτέρων χρημάτων ἢ ὅσα νῦν εἰσπράττει, ἵνα δυνηθῇ νὰ ἐπαρκέσῃ εἰς πάσας τὰς ἀνάγκας τῆς Διοικήσεως, τῶν ὁποίων αἱ πλεῖσται ἐγκαταλιμπάνονται νῦν, διότι οὐδὲν πρὸς θεραπείαν αὐτῶν διαπράττεται· ἀλλὰ δὲν φρονῶ, ὅτι πρέπει νὰ ζητῶνται παρὰ τῶν φορολογουμένων περισσότερα ὅσων εἰσφέρουσιν, οὐδὲ κρίνω, ὅτι ἐπιτρέπεται νὰ ἀναγκάζωνται οὗτοι νὰ εἰσφέρωσι περισσότερα ἐκ τοῦ ποσοῦ τῶν προϊόντων, τὰ ὁποῖα νῦν παράγουσιν. Ὅθεν ἄλλη τις ἐργασία πρέπει νὰ γένηται· πρέπει οἱ φορολογούμενοι νὰ παράγωσι περισσότερα ἢ ὅσα νῦν παράγουσιν, ὅπως καὶ τὸ Δημόσιον δύνηται νὰ εἰσπράττῃ περισσότερα ἐκ τοῦ ποσοῦ τῆς αὐξήσεως τῶν παραγομένων προϊόντων· ἵνα δὲ τοῦτο ἐπιτευχθῇ, πρέπει νὰ ἐνταθῇ ἡ παραγωγικὴ ἐργασία τῶν πολιτῶν, ὅπως δὲ αὕτη ἐνταθῇ, πρέπει νὰ ἐνισχυθῇ ἡ παραγωγικὴ ἐργασία αὐτῶν. Ἀλλὰ διὰ νὰ ἐνταθῇ ἡ ἐργασία τῶν φορολογουμένων, δὲν πρέπει νὰ ἀφαιρῶμεν ἀπὸ αὐτοὺς κεφάλαια, ἵνα μὴ ἐλαττώνωμεν ὅσα νῦν ἔχουσιν εἰς τὴν διάθεσίν των, ἐξ ἐναντίας πρέπει νὰ συντελῶμεν, ἵνα ἔχωσι περισσότερα κεφάλαια εἰς τὴν διάθεσίν των, διότι ἄλλως δὲν ἐνισχύομεν, ἀλλ’ ἀτονίζομεν τὰς παραγωγικὰς ἐργασίας αὐτῶν, καὶ ἐξασθενίζομεν τὴν παραγωγήν. Ἡ ἐνίσχυσις τῆς παραγωγῆς μοὶ φαίνεται, ὅτι πρέπει νὰ ἦναι τὸ πρῶτον κεφάλαιον τῆς διοικητικῆς μερίμνης εἰς τὸ μέλλον. Δὲν εἶναι σπουδαῖον νὰ ὁμιλῶμεν περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ, νὰ ὁμιλῶμεν περὶ συμπληρώσεως τῶν στελέχεων καὶ τῆς ὀργανώσεως τῶν μονάδων, νὰ ὁμιλῶμεν περὶ ἐκπαιδεύσεως τῶν στελέχεων καὶ περὶ ἀσκήσεως τῶν ἀνδρῶν, νὰ ὁμιλῶμεν περὶ συμπληρώσεως ἢ ἀνανεώσεως τοῦ ὑλικοῦ. Ὅλα ταῦτα εἶναι λόγοι, τοὺς ὁποίους δὲν ἐπιτρέπεται εἰς σοβαροὺς ἄνδρας νὰ λέγωσι, μόνον δὲ δύνανται νὰ λέγωσι ταῦτα, ὅσοι ζητοῦσι νὰ πλανῶσι τοὺς ἄλλους. Ἔχομεν ἀνάγκην χρημάτων, καὶ πρέπει νὰ πορισθῶμεν τὰ χρήματα ταῦτα, ἀλλὰ πρέπει νὰ τὰ πορισθῶμεν διὰ τῆς ὁδοῦ ἐκείνης, διὰ τῆς ὁποίας δὲν θέλει κατασταθῆ ἀσθενὴς ἡ παραγωγή, ἵνα μὴ ἐπὶ τὸ μέλλον τὸ δημόσιον ταμεῖον ἀδυνατῇ νὰ εἰσπράττῃ, οὐχὶ μόνον ὅσα νῦν εἰσπράττει, ἀλλὰ καὶ ὅσα πρέπει νὰ εἰσπράττῃ. Δυστυχῶς ἡ Διοίκησις κατὰ τὴν τριετίαν εἴδετε πῶς διέθεσε τὰ δημόσια εἰσοδήματα, δημιουργήσασα ἀνάγκας, αἱ ὁποῖαι δὲν ἐπεβάλλοντο ἀναποφεύκτως εἰς τὴν Διοίκησιν. Καὶ ἐδημιουργήθησαν αἱ ἀνάγκαι αὗται, ἵνα θεραπευθῶσι κατὰ τὸ πλεῖστον ἀνάγκαι προσώπων, ἡ θεραπεία τῶν ὁποίων ἦτο ἀναγκαία διὰ τὴν συντήρησιν τῆς κοινοβουλευτικῆς πλειονοψηφίας, ἤτοι συνετέλουν εἰς τὴν νοθείαν, εἰς τὴν διαφθορὰν τοῦ πολιτεύματος. Καὶ ἐνῷ καὶ ἄλλα μέσα καὶ ἄλλαι πλοκαὶ διέστρεφον τὴν ἔννοιαν καὶ ἠλλοίουν τὴν οὐσίαν τῆς λειτουργίας τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος, καιριώτατον καὶ τελεσφορώτατον μέσον, καταλῆγον εἰς ἐπηρεασμὸν τῆς συνειδήσεως, εἰς διαφθορὰν τῆς πεποιθήσεως τῶν μελῶν τοῦ Κοινοβουλίου, ἐτέθη ἐν ἐφαρμογῇ διὰ τοῦ τρόπου τούτου τῆς διαθέσεως τῶν δημοσίων ἐσόδων. Δὲν δίδω γνώμην, οὐδὲ ἐνισχύω τοὺς κυβερνῶντας νὰ παραβλέπωσι τὴν οὐσίαν τοῦ πολιτεύματος, καὶ νὰ ἀσχολῶνται εἰς τὴν κατὰ τύπους λειτουργίαν αὐτοῦ, διότι τοιουτοτρόπως καθιστῶσι τὸ πολίτευμα ἐπιζήμιον καὶ ὀλέθριον εἰς τὸν τόπον. Τὰ ἐθνικὰ δὲ συμφέροντα καὶ αὐτὰ τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους δὲν ἐπιτρέπουσιν οὐδὲ νὰ ἐξασθενίσωμεν τὸ πολίτευμα, οὐδὲ νὰ καταδείξωμεν αὐτὸ διὰ τοιαύτης εἰκονικῆς ἐφαρμογῆς εἰς τὰ ὄμματα τοῦ λαοῦ ἐπιζήμιον καὶ ὀλέθριον. Οἱ κοινοβουλευτικοὶ φιλελεύθεροι θεσμοὶ εἶναι κληροδότημα τῆς μεγάλης Ἐπαναστάσεως τοῦ Ἑλληνικοῦ ἔθνους, τοῦ κληροδοτήματος δὲ τούτου ἔχεται ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς μετ’ ἐπιμονῆς καὶ μετ’ ἀντοχῆς. Ὁ πρῶτος Κυβερνήτης τῆς Ἑλλάδος ἔπεσεν, ἀλλ’ εἰς τὴν πτῶσίν του ἐκείνην συνετέλεσεν οὐ σμικρὸν καὶ ἡ αὐταρχικὴ διοίκησις τῆς χώρας. Ἡ διάλυσις τῆς ἐν Προνοίᾳ Συνελεύσεως, γενομένη διὰ νὰ ἀπαλλάξῃ τὸν Βασιλέα τῆς Ἑλλάδος ἀπὸ τῶν συνταγματικῶν περιορισμῶν, παρεσκεύασε τὴν κατὰ τῆς αὐταρχικῆς ὡσαύτως διοικήσεως τοῦ πρώτου Βασιλέως ἀντίδρασιν, ἥτις ἐξεδηλώθη κατὰ τὴν πρώτην δεκαετίαν τῆς Βασιλείας δι’ ἐπανειλημμένων στάσεων, κατέληξε δὲ εἰς τὴν ἐπανάστασιν τοῦ 1843, ἥτις ἐξηνάγκασε τὴν ἐγκατάστασιν τοῦ Συνταγματικοῦ πολιτεύματος. Καὶ μετὰ εἰκοσαετίαν κακαὶ συμβουλαὶ Ὑπουργῶν ἰσχυρογνωμόνων ἤγαγον τὴν χώραν μέχρι τοῦ σημείου, εἰς τὸ ὁποῖον εὑρέθη τὸ Κράτος κατὰ τὸ 1862. Καὶ τὸ συμβεβηκὸς τῆς 10 Ὀκτωβρίου τοῦ 1862 αἰτίαν εἶχε τὴν διαστροφὴν τῶν θεσμῶν, τὴν νοθείαν τοῦ πολιτεύματος, ὑπῆρξε δὲ θῦμα ὁ Βασιλεὺς Ὄθων, ὁ ὁποῖος ἄλλως εἶχε πολλὰς ἀρετὰς, καὶ ἐνεπνέετο ὑπὸ φιλοπατρίας ἀδιαφιλονικήτου. Κατὰ τὴν περίοδον ταύτην ἔχομεν νέαν Δυναστείαν, ἡ ὁποία βεβαίως εἶναι ἀγαθῆς πίστεως, οὐδὲ διανοεῖται νὰ συντελέσῃ εἰς τὴν παραποίησιν ἢ τὴν νοθείαν τῶν θεσμῶν· ὁσάκις δ’ ἐγένοντο εἰς αὐτὴν παραστάσεις εἰλικρινεῖς, μετὰ προθυμίας συνέδραμεν, ὅπως ἀποκατασταθῇ ἡ εἰλικρινὴς καὶ ὁμαλὴ λειτουργία τοῦ πολιτεύματος. Καὶ ὄντως, ἡ κατὰ τὴν πρώτην δωδεκαετίαν πολιτικὴ παρεσκεύασεν ἐν τῷ Κράτει τὴν κρίσιν τοῦ 1875, ἥτις δὲν ἦτο ἀποτέλεσμα ἰδιοτελῶν σκέψεων ἢ ματαίας κενοδοξίας, ἀλλ’ ἀποτέλεσμα κακῆς λειτουργίας τοῦ πολιτεύματος. Ἐντὸς δωδεκαετίας ἑπτάκις εἶχε τότε διαλυθῆ ἡ Βουλή, τὰ Ὑπουργεῖα ἔπιπτον καὶ ἐσχηματίζοντο, μὴ τηρουμένης οὔτε τῆς ἐννοίας, οὐδὲ κἄν τῶν τύπων τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος. Ταῦτα ἐπέφερον τὴν κρίσιν τοῦ ἔτους 1875. Μετὰ τὴν κρίσιν τοῦ 1875, ὁ ἱστορικὸς θέλει διαγνώσει, ὅτι παρείδομεν οὐχὶ ἅπαξ τὴν ἔννοιαν καὶ τὴν οὐσίαν τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος, ὅτι προσεφύγομεν πολλάκις εἰς τὴν ἁπλῆν τήρησιν ξηρῶν τύπων, ὄχι μόνον ἀμελοῦντες τὴν οὐσίαν καὶ τὸν σκοπὸν τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος, ὄχι μόνον μὴ ἀμυνόμενοι, ἵνα συντελέσωμεν εἰς τὴν εἰλικρινῆ καὶ πλήρη λειτουργίαν αὐτοῦ, ἀλλὰ καὶ ἐξυφαίνοντες δολερὰ σχέδια, καὶ ὑπονομεύοντες καὶ ἐπιβουλευόμενοι τὴν λειτουργίαν τοῦ πολιτεύματος. Εὑρίσκομαι, εὐτυχῶς ἢ δυστυχῶς, ἐν ἀτομικαῖς περιστάσεσι τοιαύταις, κατὰ τὰς ὁποίας ἡ θερμότης τῶν αἰσθημάτων, ἡ ὁποία ταράσσει τὰς νεανικὰς καρδίας, αἰσθητῶς ἐμειώθη, ἂν καὶ δὲν ἐξέλιπεν ἔτι, καθ’ ἃς ὁ ζῆλος ὁ πολὺς καὶ ὁ φλέγων ἐμαράνθη, δὲν μὲ συνταράσσει δὲ πλέον ἡ φιλοδοξία, οὐδὲ φιλαρχία, ἥτις οὐδέποτε μὲ ἐκίνησεν· ἀλλὰ δύναμαι πεποιθότως νὰ ἐγγράψω εἰς τὰ σημειώματά μου, ὅτι κατὰ τὸ 1902 πολλαὶ μὲ ταράττουσιν ἀνησυχίαι περὶ τοῦ μέλλοντος τῆς χώρας, καὶ ὅσην ἂν ἔχω πεποίθησιν ἐπὶ τὸ φιλόνομον καὶ τὴν συντηρητικότητα τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ὅσον ἂν προσδοκῶ ὅτι οὗτος θέλει ἐντείνει τὴν ὑπομονὴν αὑτοῦ, ἐνθαρρυνόμενος ἀπὸ τὴν ἐλπίδα, ὅτι καὶ νῦν θέλει γένηται δυνατὸν νὰ ἀνασταλῶσιν αἱ τοιαῦται ῥοπαὶ, καὶ ἐν τῷ μέλλοντι θέλει καταδειχθῆ ὅτι ἐξέλιπον ὅλως τὰ ἄτοπα, εἰς τὰ ὁποῖα προσκόπτουσι τὰ δικαιώματα τῶν πολιτῶν, καὶ τὰ ὁποῖα ἀπειλοῦσι τὴν πολιτειακὴν κατάστασιν τοῦ λαοῦ, ἀνησυχῶ ὅμως, διότι τὰ γιγνόμενα ἐνδέχεται νὰ προπαρασκευάζωσιν εἰς τὴν χώραν κρίσιν, θέλει δὲ εἶσθαι μέγα δυστύχημα, ἐὰν ὁ τόπος ἀναγκασθῇ εἰς κρίσιν, μέγα δὲ δυστύχημα, ἐὰν ἡ χώρα περιέλθῃ εἰς τοιαύτην ἀνάγκην. Ἐγὼ δὲν εἶμαι κατὰ θεωρίαν ὑπὲρ οὐδενὸς πολιτεύματος, οὐδὲ πείθω ἐμαυτὸν, ὅτι ἐπιτρέπεται νὰ ἔχῃ τις ἐπὶ τούτου γνώμας ἐκ τῶν προτέρων, χωρὶς νὰ ἐξετάσῃ τὰς περιστάσεις τοῦ τόπου καὶ κρίνῃ περὶ αὐτοῦ, ὅπως δώσῃ λελογισμένην ψῆφον· ἀλλ’ ἐὰν δίδω ψῆφον, ἐὰν συνηγορῶ ὑπὲρ τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος, ἐὰν, κατὰ τὴν ἐμὴν γνώμην, κατὰ τὰς ἐμὰς πεποιθήσεις, ἀμύνομαι ὑπὲρ αὐτοῦ, πράττω τοῦτο, διότι νομίζω, ὅτι εἶναι τὸ μόνον πολίτευμα, τὸ ὁποῖον προσήκει εἰς τὴν Ἑλλάδα καὶ τὰς περιστάσεις αὐτῆς, καὶ μάλιστα τὰς ἐνεστώσας· εἶναι ἡ μόνη ἐγγύησις, ἡ ὁποία μεταδίδει τὴν πεποίθησιν εἰς πάντας, ὅτι καὶ ὁ Θρόνος θέλει μένει ἀσάλευτος, καὶ εὐπλοοῦντος τοῦ Κράτους, θέλει καὶ αὐτὸς μετέχει τῆς εὐτυχίας τῆς χώρας καὶ τῆς δόξης τοῦ Κράτους ἢ τοῦ ἔθνους, καὶ τὰ συμφέροντα τῶν πολιτῶν θέλουσιν ἐξασφαλίζεσθαι. Συνιστῶ δὲ εἰς πάντας νὰ ἐγκαταλείψωσι πλαγίας προαιρέσεις, ν’ ἀπομακρυνθῶσι πλαγίων σκοπῶν, νὰ λησμονῶσιν ἑαυτούς, καὶ μὴ ἀφίνωνται εἰς τῆς πολιτικῆς φιλαρχίας τὰ βουλεύματα καὶ τὰς πλεκτάνας, νὰ ἀναζητῶσι δὲ πάντοτε τὴν οὐσίαν, μηδέποτε ἀρκούμενοι εἰς μόνους τοὺς τύπους. Μνημονεύων δὲ τῶν πρό τινος ἐπισκηψασῶν ἀνωμαλιῶν, δὲν ἀναφέρομαι εἰς τὰς ἀνωμαλίας, τὰς κατὰ τὰ δύο ἔτη τοῦ πολέμου 1897 καὶ 1898 ἐπιγενομένας, ὅτε ἑκουσίως ἡ φιλόπατρις καὶ εὐγενὴς πλειονοψηφία τῆς προηγουμένης Βουλῆς μετ’ ἀληθοῦς αὐταπαρνήσεως ἐνέδωκεν εἰς τὰς παρακλήσεις ἡμῶν καὶ ἐξεπλήρωσε καθῆκον πατριωτικόν, παρέχουσα συνδρομὴν, ὄχι μόνον εἰς ἐκείνους, μεθ’ ὧν συνέπραττε καὶ εἶχε κοινὸν φρόνημα, ἀλλὰ καὶ πρὸς ἐκείνους, πρὸς οὓς διεφώνει κατὰ τὰ πολιτικὰ φρονήματα. Ὁ ἐχθρὸς ἦτο ἐπὶ τοῦ Ἑλληνικοῦ ἐδάφους, πᾶς Ἕλλην δ’ ὤφειλε νὰ ὑποχωρήσῃ εἰς μίαν ἰδέαν, τὴν ὕπαρξιν καὶ διατήρησιν Κυβερνήσεως, διὰ νὰ ἐργασθῇ, ὅπως ἀπαλλαγῇ ἡ χώρα ἀπὸ τοῦ ἐχθροῦ. Ἀλλὰ μετὰ τὸ ἔτος, καθ’ ὃ ἐγένετο ὁ πόλεμος, καὶ μετὰ τὸ ἔτος τῆς συνομολογήσεως τῆς εἰρήνης ἐξηκολούθησαν ὑφιστάμεναι ἢ παρεμβαλλόμεναι παραπλήσιαι ἀνωμαλίαι. Ἡμεῖς πάντες, μολονότι ἁπτόμεθα τῶν ἀνωμαλιῶν τούτων διὰ τῶν ἰδίων ἡμῶν χειρῶν, ἐνεφορήθημεν ὑπὸ μετριοπαθείας καὶ ὑπὸ νομιμοφροσύνης, καὶ ἠνέχθημεν κατάστασιν, τὴν ὁποίαν ἐν ἄλλοις χρόνοις δὲν ἠθέλομεν συμβουλεύσει τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν νὰ ἀνεχθῇ. Ἀλλὰ συμβαίνει νὰ βαίνωμεν πρὸς τὸ τέλος τοῦ βίου τῆς παρούσης Βουλῆς, συμβαίνει νὰ βαίνωμεν πρὸς τὸν χρόνον ἐκεῖνον, κατὰ τὸν ὁποῖον πάντως θέλομεν παρουσιασθῆ ἐνώπιον τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, αὐτὸς δέ, ὁ ὁποῖος θέλει κληθῆ νὰ μεριμνήσῃ πάλιν περὶ τῆς τύχης του, αὐτὸς ἐλπίζω νὰ φανῇ, ὅτι εἶναι ἄξιος τῆς τύχης του. Ἂν πάντοτε κατὰ τὸ παρελθὸν κατεδήλωσεν ἐπίμονον ἐπιθυμίαν νὰ μὴ μεταβληθῇ τὸ πολίτευμα, θέλει ἐκδώσει τὴν ἐτυμηγορίαν του, ἥτις ἐλπίζω ὅτι θέλει θέσει τέρμα εἰς τὴν ἀνωμαλίαν ταύτην, εἰς τὴν ὁποίαν προήλθομεν. (Ζωηραὶ ἐπευφημίαι καὶ χειροκροτήματα ἐκ τῆς ἀριστερᾶς).
§303ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει τις τὸν λόγον;
§304Α. ΣΚΑΛΤΣΟΔΗΜΟΣ. Τί «τὸν λόγον»; Εἶναι 7 ἡ ὥρα!
§305Γ. ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ζητοῦμεν τὴν ἀναβολήν.
§306ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑποβάλλετε πρότασιν περὶ ἀναβολῆς;
§307Γ. ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα.
§308Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸν λόγον, κ. Πρόεδρε.
§309ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν ἀφίνομεν τὸ ἀπόγευμα;
§310Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Τί ἐννοεῖτε δηλαδή, κύριε Πρόεδρε; Χωρὶς νὰ ἀπαντήσῃ ὁ Ὑπουργὸς θὰ ψηφισθῇ ὁ Προϋπολογισμός;
§311ΑΣΗΜ. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐργαζόμεθα ἐδῶ ἀπὸ τὰς 5½ μετὰ μεσημβρίαν τῆς χθές.
§312Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἐργαζόμεθα 14 ὥρας! Εἶναι κατάστασις αὐτή!
§313ΑΧ. ΧΟΙΔΑΣ. Διατὶ δὲν ἀφίνετε διὰ τὸ ἀπόγευμα;
§314Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τί πρέπει νὰ γείνῃ λοιπόν;
§315ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίστε, κύριε Παπαγιαννακόπουλε.
§316Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἂν ἦναι δυνατόν, νὰ ἀναβάλωμεν.
§317Γ. ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι 150 κεφάλαια. Εἰς κάθε κεφάλαιον τοῦ Προϋπολογισμοῦ θὰ φέρωμεν συζήτησιν.
§318ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ (πρὸς τὴν δεξιὰν πτέρυγα). Πλανᾶσθε, ὅτι θὰ τελειώσωμεν εἰς μίαν ὥραν. Οὔτε ἑξήκοντα ὧραι δὲν θὰ ἀρκέσουν!
§319ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ δεξιῶν). Ὁρίστε, συζητήσατε.
§320Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐξαιρετικὸν ὅλως καὶ ἀλλόκοτον φαινόμενον παρουσιάζει ὁ ὑπὸ συζήτησιν Προϋπολογισμὸς τοῦ ἐνεστῶτος ἔτους. Στηρίζεται οὗτος εἰς τὸ οἰκονομικὸν σύστημα τῆς πρώην Κυβερνήσεως, καὶ ὅμως οὔτε συνετάχθη οὔτε ὑπεβλήθη ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης. Οἱ Ὑπουργοὶ τῆς παρελθούσης τριετίας παρεχώρησαν τὴν θέσιν των εἰς τοὺς Ὑπουργοὺς τοὺς σημερινοὺς, οἱ ὁποῖοι συνέταξαν καὶ ὑπέβαλον καὶ ὑποστηρίζουν τὸν Προϋπολογισμὸν αὐτόν. Ἀλλὰ πῶς τοῦτο συμβαίνει; Οἱ ἀποτελοῦντες τὴν σημερινὴν Κυβέρνησιν πολιτικοὶ ἄνδρες ἐπολέμησαν μεθ’ ἡμῶν τὴν οἰκονομικὴν πολιτικὴν τῶν πρώην Ὑπουργῶν, καὶ τὴν ἐχαρακτήρισαν ὡς ἀσύμφορον καὶ καταστρεπτικὴν διὰ τὸν τόπον. Πῶς τώρα αὐτοὶ οἱ ἴδιοι ἐγκολποῦνται μετὰ στοργῆς καὶ ὑποστηρίζουν τὴν οἰκονομικὴν αὐτὴν πολιτικήν; Αὐτὸ εἶναι τὸ ἐξαιρετικὸν, τὸ ἀλλόκοτον, ἀλλὰ καὶ ἀπελπιστικὸν φαινόμενον, ὅπερ παρουσιάζει ὁ ἀπασχολῶν ἡμᾶς Προϋπολογισμός. Ποῖος ἠδύνατο νὰ φαντασθῇ, ὅτι θὰ ἤρχετο σήμερον ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὁ κ. Νέγρης, νὰ υἱοθετήσῃ καὶ ὑποστηρίξῃ τὴν οἰκονομικὴν ἐκείνην τακτικὴν, ἣν βῆμα πρὸς βῆμα ἐπολέμησε κατὰ τὰ παρελθόντα τρία ἔτη; Τίς δὲν ἐνθυμεῖται τὸν κ. Νέγρην καθήμενον εἰς ἐκείνην τὴν θέσιν (δεικνύει ὡρισμένην ἕδραν τῆς ἀριστερᾶς), καὶ οὐδεμίαν εὐκαιρίαν παραλείποντα, ὅπως ἀποδείξῃ, ὅτι οἱ Προϋπολογισμοὶ τῶν τριῶν παρελθόντων ἐτῶν ἐστηρίζοντο ἐπὶ σαθροῦ καὶ ἐπικινδύνου ἐδάφους; Καὶ ἀνεκάλυπτε τότε λαθροχειρίας ἐξ ἑκατομμυρίων ὁ κ. Νέγρης, καὶ διεμαρτύρετο καὶ ἐκόπτετο κατὰ τῆς αὐξήσεως τῶν δαπανῶν καὶ τῆς φορολογικῆς ἐπιβαρύνσεως τοῦ λαοῦ, καὶ προεμάντευεν ὡς Κασσάνδρα, ὅτι θὰ ἐφθάνομεν εἰς νέαν καὶ ἄφευκτον οἰκονομικὴν καταστροφὴν, ἐὰν δὲν ἀνεκόπτετο ἐγκαίρως τὸ κακὸν, καὶ ἐξώρκιζε τὴν τότε Κυβέρνησιν νὰ συνέλθῃ καὶ νὰ σταματήσῃ πρὸ τοῦ χαίνοντος οἰκονομικοῦ βαράθρου, καὶ ἐπὶ τέλους ἔνιπτε τὰς χεῖρας διὰ τὴν ἐπικειμένην καταστροφὴν, ἐν περιπτώσει καθ’ ἣν δὲν ἤθελον εἰσακουσθῆ αἱ σοβαραὶ συμβουλαὶ καὶ ὑποδείξεις του. Καὶ κατόπιν ὅλων τούτων τί βλέπομεν σήμερον; Οἰκτρὸν ἀληθῶς τὸ θέαμα! Ἔρχεται ὁ κ. Νέγρης, καὶ ὄχι μόνον ὑποστηρίζει τὴν οἰκονομικὴν ἐκείνην πολιτικὴν, τὴν ὁποίαν κατεδίκαζεν, ἀλλὰ καὶ ἐν πολλοῖς ὑπερακοντίζει τοὺς πρώην Ὑπουργοὺς, προκειμένου περὶ ἀναγραφῆς ματαίων καὶ ἀσκόπων δαπανῶν. Καὶ τοῦτο πρὸ πάντων εἶναι, τὸ ὁποῖον μὲ κάμνει νὰ ἀνησυχῶ διὰ τὸ μέλλον τῆς χώρας. Καὶ πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ ἀνησυχῇ τις καὶ νὰ μὴ ἀπελπίζηται πρὸ τοιαύτης καταπτώσεως τῶν πολιτικῶν ἠθῶν; Ποῦ εἶναι οἱ πολιτικοὶ χαρακτῆρες, ἐπὶ τῶν ὁποίων θὰ ἠδύνατό τις μετὰ θάρρους καὶ ἐλπίδων νὰ ἀτενίζῃ; Ἀπέβη λοιπὸν παρ’ ἡμῖν ἡ πολιτικὴ χρηστότης ὄνομα κενὸν, ἄνευ ἐννοίας καὶ ἄνευ σημασίας; Ἐὰν ὁ ὑπὸ συζήτησιν Προϋπολογισμὸς ὑπεβάλλετο καὶ ὑπεστηρίζετο ὑπὸ τῆς πολιτικῆς ἐκείνης μερίδος, ἥτις ἐκυβέρνησε τὸν τόπον ἐπὶ τρία καὶ ἐπέκεινα ἔτη, τὸ πρᾶγμα θὰ ἦτό πως εὐεξήγητον. Ἡ πολιτικὴ ἐκείνη μερὶς εἶχε τὰς ἰδέας της, εἶχε τὰς ἐπὶ τῶν οἰκονομικῶν πραγμάτων τῆς χώρας γνώμας καὶ σκέψεις της, αἵτινες ἦσαν ἀντίθετοι πρὸς τὰς ἰδικάς μας. Ἔστω· θὰ ἤρχετο στιγμὴ, ἵνα κρίνῃ ὁ λαὸς μεταξὺ ἡμῶν καὶ ἐκείνης. Ἀλλὰ τὸ νὰ ὑποβάλληται ὁ Προϋπολογισμὸς αὐτὸς καὶ νὰ ὑποστηρίζηται ὑπ’ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι μέχρι τῆς χθὲς ἐπολέμουν λυσσωδῶς τὰς βάσεις, ἐπὶ τῶν ὁποίων στηρίζεται, τοῦτο δὲν εἶναι διόλου ἀνεκτόν. Δὲν βλέπω πλέον ἐδῶ ἁπλῆν ὑλικὴν διὰ τῆς ὑπὲρ πᾶν μέτρον αὐξήσεως τῶν δαπανῶν ζημίαν, ἀλλὰ βλέπω συγχρόνως καὶ ζημίαν ἠθικὴν ἀνυπολόγιστον. Εὑρισκόμεθα πρὸ καταστάσεως πολιτειακῆς νοσηρᾶς, ἐν τῇ ὁποία φθείρεται ὁσημέραι ἀπὸ σχεδίου μεμελετημένου πᾶν χρηστὸν ἐν τῇ Πολιτείᾳ στοιχεῖον, καὶ δὲν εἶναι δύσκολον νὰ προΐδῃ κανεὶς εἰς ποῖα θλιβερὰ ἀποτελέσματα θ’ ἀπολήξωμεν, ἐὰν μὴ ἀνακόψωμεν τὴν ἀκατάσχετον πρὸς τὰ κάτω φορράν. Νομίζετε, ὅτι εἶναι ἀνεξάντλητος ἡ ὑπομονὴ καὶ ἡ ἀνεκτικότης λαοῦ τόσον ἀσέμνως καὶ θρασέως ἐμπαιζομένου ὑπὸ τῶν ἀρχόντων αὐτοῦ; Μετὰ τὰς ἐθνικὰς συμφορὰς τοῦ πολέμου ἀνάγκη σιδηρᾶ ἐπέβαλλεν εἰς ἡμᾶς ν’ ἀλλάξωμεν δρόμον. Περίσκεψις καὶ σωφροσύνη ἐν πᾶσιν ἔπρεπε νὰ ὁδηγήσῃ ἡμᾶς εἰς ὁδὸν περισυλλογῆς καὶ ἀνορθώσεως. Καὶ τί μὲν ἔπραξεν ἐπὶ τούτου ἡ πρώην Κυβέρνησις, εἶναι γνωστόν. Περὶ τούτου δὲν πρόκειται σήμερον. Μετ’ ὀλίγον θὰ κληθῇ ὁ λαὸς νὰ ἐκδώσῃ τὴν ἐτυμηγορίαν του. Ἀλλ’ ἐπιμένω καὶ πρέπει νὰ ἐπιμείνω ἀκόμη εἰς τὸ ἄσεμνον καὶ ἄκοσμον καὶ ἐπιζήμιον ἐθνικῶς καὶ ἐπικίνδυνον θέαμα, τὸ ὁποῖον παρουσιάζει ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις. Πῶς αὐτὴ ἐτόλμησε νὰ συνεχίσῃ τὴν πολιτικὴν τῆς πρώην Κυβερνήσεως, ἐνῷ μέχρι τοῦ παρελθόντος Νοεμβρίου τὴν ἐπολέμει μεθ’ ἡμῶν; Ἔλεγον πρὸ μικροῦ, ὅτι οἱ σημερινοὶ Ὑπουργοὶ δὲν περιωρίσθησαν μόνον εἰς τὸ νὰ ἀντιγράψωσι πιστῶς καὶ τυφλῶς ἐν τῷ ὑπὸ συζήτησιν Προϋπολογισμῷ τὴν οἰκονομικὴν πολιτικὴν τῆς πρώην Κυβερνήσεως, ἀλλ’ ἐν πολλοῖς καὶ τὴν ὑπερηκόντισαν εἰς τὴν αὔξησιν τῶν δαπανῶν τῆς ἁπλῆς πολυτελείας. Δὲν ἐδίστασαν οἱ σημερινοὶ Ὑπουργοὶ νὰ ἀναγράψωσι δαπάνας διὰ κιγκλίδωμα τοῦ ἀνακτορικοῦ κήπου, δι’ ἐπισκευὰς τῶν ἀνακτόρων καὶ ἐγκατάστασιν ἠλεκτρικοῦ φωτὸς ἐν αὐτοῖς, καὶ διὰ διακοσμήσεις αἰθουσῶν τῶν ἀνακτόρων! Ἠξεύρετε δὲ εἰς ποῖον ποσὸν θὰ ἀνέλθουν ὅλαι αὐταὶ αἱ δαπάναι ἐν τῷ συνόλῳ; Ζήτημα εἶναι, ἂν θὰ ἀρκέσουν τετρακόσιαι χιλιάδες δραχμῶν· διότι ναὶ μὲν ἀναγράφονται τμηματικῶς εἰς μικρὰ ποσὰ, ἀλλ’ ἡ μέθοδος αὕτη εἶναι πρὸ πολλοῦ γνωστή, καὶ ὀφείλεται εἰς τὴν ἐφευρετικότητα τοῦ τμήματος τῶν δημοσίων ἔργων, τὸ ὁποῖον ἀρχίζει μὲ περιωρισμένα ποσὰ, ἵνα μὴ κάμνωσιν ἐντύπωσιν, καὶ τελειώνει μὲ τριπλάσια, τετραπλάσια καὶ πολλαπλάσια. Παράδειγμα ἔχομεν τὸ ἀνάκτορον τοῦ Διαδόχου, τοῦ ὁποίου ἡ δαπάνη ὡρίσθη κατ’ ἀρχὰς εἰς ἑξακοσίας χιλιάδας δραχμὰς, καὶ ἔφθασεν εἰς δύο περίπου ἑκατομμύρια! Ἐζήτησα περὶ τούτου πληροφορίας πρὸ πολλῶν ἡμερῶν, ἀλλ’ ὁ κύριος Ὑπουργὸς δὲν προσήγαγεν ἀκόμη τοιαύτας. Ὅταν αἱ πληροφορίαι αὗται προσαχθῶσι, θὰ προκαλέσω εἰδικὴν συζήτησιν, ἡ ὁποία θὰ φέρῃ εἰς φῶς πολλὰς ἀσχημίας τοῦ τμήματος τῶν δημοσίων ἔργων, καὶ θὰ μᾶς δώσῃ ψηλαφητὴν τὴν ἀπόδειξιν τῆς ἀσυνειδήτου διαχειρίσεως τῶν δημοσίων χρημάτων, ἥτις πολὺ ὁμοιάζει πρὸς διαρπαγήν, καὶ τελεῖται δυστυχῶς τῇ ἀνοχῇ τῶν κατὰ καιροὺς Κυβερνήσεων. Περιορίζομαι σήμερον εἰς μίαν ἀρκούντως ἐκφραστικὴν λεπτομέρειαν, τὴν ἑξῆς: Οἱ ἀναλαβόντες τὰ πρῶτα ἔργα ἐπὶ τῇ βάσει τῶν 600,000 δραχμῶν ἐργολάβοι ἐπραγματοποίησαν καὶ διένειμον κέρδος δραχ. 150,000, διὰ δὲ τὰ ἔργα, ἅτινα ἐγένοντο καθ’ ὑπέρβασιν τῆς ἀρχικῆς δαπάνης, ἐπραγματοποίησαν κέρδος τριακοσίων χιλιάδων δραχμῶν· περὶ τούτου δὲ μάλιστα ὑπάρχει καὶ ἐκκρεμὴς δίκη ἐνώπιον τῶν ἐνταῦθα Δικαστηρίων, διότι ὑπῆρξε διαφωνία ὡς πρὸς τὸ ἀναλογοῦν ἑκάστῳ τῶν ἑταίρων μέρος! Καὶ τώρα τί μᾶς ἔλεγε προχθὲς ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν περὶ τοῦ κιγκλιδώματος τοῦ ἀνακτορικοῦ κήπου; Ὅτι ἡ ὁλικὴ δαπάνη θὰ ἀνέλθῃ εἰς ἑκατὸν πεντήκοντα χιλιάδας δραχμῶν, ἀλλὰ πολὺ ἀμφιβάλλω, ὡς ὀρθῶς παρετήρησε καὶ ὁ ἔντιμος ἐξ Ἀττικῆς βουλευτὴς κ. Δραγούμης, ἂν δὲν φθάσῃ τὸ διπλάσιον ἡ δαπάνη αὕτη, ἤτοι εἰς τὰς τριακοσίας χιλιάδας δραχμῶν· ἂν δὲ προσθέσητε καὶ τὴν ὁλικὴν δαπάνην τῆς ἐγκαταστάσεως ἠλεκτρικοῦ φωτὸς, θὰ πλησιάσητε εἰς τὸ ἥμισυ ἑκατομμύριον. Πρὸ τοῦ πολέμου δὲν εἶχε γείνῃ σκέψις περὶ τοιούτων δαπανῶν, μετὰ τὸν πόλεμον δέ, ὅστις ἐπεβάρυνε τὸν προϋπολογισμὸν τῶν ἐξόδων μὲ δέκα ἑκατομμύρια δραχμῶν κατ’ ἔτος, ἔρχονται οἱ σημερινοὶ Ὑπουργοὶ καὶ ἀναγράφουν τοιαύτας δαπάνας, αἵτινες φέρουν τὸν χαρακτῆρα ἁπλῆς πολυτελείας καὶ αὐλοκολακείας! Νομίζουν οἱ σημερινοὶ Ὑπουργοί, ὅτι παρέχουν ἐκδουλεύσεις πρὸς τὸ Στέμμα, εἰς τὴν ἀποκλειστικὴν εὔνοιαν τοῦ ὁποίου ὀφείλουν τὴν ὕπαρξίν των, ἀδιαφοροῦν δὲ περὶ τῶν ἀποτελεσμάτων, τὰ ὁποῖα δυνατὸν νὰ ἦναι ὅλως ἀντίθετα τῶν ἐπιδιωκομένων. Διότι ἀληθῶς φόβος ὑπάρχει, μήπως οἱ Ὑπουργοὶ βλάβης μᾶλλον ἢ ὠφελείας γίνωνται πρόξενοι πρὸς τὸ Στέμμα, καθόσον εἶναι πολὺ ἐνδεχόμενον νὰ εὑρεθῇ καὶ κανεὶς νὰ θέσῃ τὸ ἑξῆς ἐρώτημα: «Ἀφοῦ ἐπὶ τόσα ἔτη πρὸ τοῦ πολέμου δὲν ἐκρίθη ἀναγκαῖον νὰ γείνουν τοιαῦται ἐν τοῖς ἀνακτόροις καὶ ἐν τῷ κήπῳ τῶν ἀνακτόρων δαπάναι, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ δικαιολογηθῶσι μετὰ τὸν ἀπαισίας μνήμης πόλεμον;» Μᾶς ἔλεγε πρό τινων ἡμερῶν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Φθιώτιδος βουλευτὴς, ὁ κύριος Κρίτσας, ὅτι ἐξ ἐλλείψεως μιᾶς γεφύρας εἴς τινα τῶν δήμων τῆς ἐπαρχίας του ἔχουν πνιγῆ μέχρι σήμερον 30 περίπου ἄνθρωποι εἰς διάστημα ὀλίγων ἐτῶν! Καὶ τῆς γεφύρας ταύτης ἡ ἀξία δὲν ὑπερέβαινε τὰς δέκα χιλιάδας δραχμῶν, ἐὰν ἐγίνετο· ἀλλ’ αἱ Κυβερνήσεις τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου, αἵτινες γνωρίζουν νὰ ἐξοδεύουν ἀφειδῶς διὰ κιγκλιδώματα ἀνακτορικῶν κήπων, προτάσσουν πάντοτε τὴν δυσάρεστον οἰκονομικὴν κατάστασιν τῆς χώρας καὶ τοῦ Κράτους, ὁσάκις πρόκειται περὶ γεφυρῶν, περὶ ὑδραυλικῶν ἔργων, περὶ ὁδῶν καὶ περὶ παντὸς ἐν γένει ἔργου, τείνοντος εἰς τὴν σχετικὴν εὐημερίαν τοῦ λαοῦ καὶ τὴν ἐνίσχυσιν τῆς ἐθνικῆς παραγωγῆς. Καὶ ἐπιμένω εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο, διότι πλὴν τῆς ὑλικῆς ζημίας ἔχομεν καὶ τὴν ἀνυπολόγιστον ἠθικὴν, ἔχομεν τὸν ἐξευτελισμὸν τῶν πολιτικῶν χαρακτήρων, ἔχομεν τὴν θλιβερὰν ἀπόδειξιν, ὅτι, ἀντὶ νὰ βελτιωθῶμεν μετὰ τὸν πόλεμον, βαίνομεν ὁσημέραι ἐπὶ τὰ χείρω, καὶ ἀκατασχέτως φερόμεθα κατὰ κρημνῶν! Καὶ ὅταν βλέπω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν...
§321ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ποῦ εἶναι; Ἔφυγε! Κάμετε μικρὰν διακοπὴν μέχρις ὅτου ἔλθῃ.
§322Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἔχει τὴν γενναιότητα νὰ ἀκούσῃ τὴν ἀλήθειαν. Τόσῳ τὸ χειρότερον δι’ αὐτόν! Ἔλεγον ὅτι, ὅταν βλέπω τὸν σημερινὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ἀναπολῶ εἰς τὴν μνήμην μου, καὶ χωρὶς νὰ τὸ θέλω, τὸν μυθολογούμενον ἐκεῖνον τῶν Λατίνων θεὸν Ἰανὸν, ὅστις, εἰκονίζων τῆς φύσεως καὶ τοῦ κοινωνικοῦ βίου τὸ εὐμετάβολον, παριστάνετο μὲ δύο πρόσωπα. Κάμετε τώρα μίαν σύγκρισιν μεταξὺ τοῦ κυρίου Νέγρη ὡς ἀντιπολιτευομένου ἐπὶ τρία ἔτη καὶ τοῦ κυρίου Νέγρη ὡς Ὑπουργοῦ νῦν τῶν Οἰκονομικῶν καὶ εἰσηγητοῦ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1902, καὶ θὰ ὁμολογήσητε, ὅτι εἰς τὰς σκέψεις μου ταύτας δὲν ἔχω ἄδικον. Καὶ οὔτε δύναται κἂν ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις, ἕνεκα τῆς ψευδοῦς θέσεως, τὴν ὁποίαν ἔχει, νὰ συντελέσῃ εἰς τὴν πεφωτισμένην ὁπωσοῦν συζήτησιν ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, διότι, ἱσταμένη τρόπον τινὰ ἐν οὐδετέρῳ ἐδάφει, ἀφῆκε νὰ διεξάγηται ἡ συζήτησις μεταξὺ Ἀντιπολιτεύσεως καὶ μελῶν τῆς πρώην Κυβερνήσεως, μελῶν τὰ ὁποῖα φαίνονται ἀγωνιζόμενα ὑπὲρ ἰδίας ὑποθέσεως, διότι ἰδικός των εἶναι ὁ Προϋπολογισμός, μὲ ὑπεύθυνον συντάκτην τὸν κύριον Νέγρην. Ὑπεστήριζον ἄλλοτε, κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1900, ὅτι ἀπὸ τριῶν ἀπόψεων πρέπει νὰ ἐξετάζωνται τὰ ἐτήσια ἔσοδα καὶ ἔξοδα τῆς χώρας. Πρῶτον εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐρευνᾷ τις ἐπιμελῶς καὶ μετὰ μεγίστης προσοχῆς, μήπως τὰ διὰ τῆς φορολογίας ὁριζόμενα ἔσοδα ὑπερβαίνωσι τὰς οἰκονομικὰς δυνάμεις τοῦ τόπου. Δεύτερον πρέπει νὰ ἐξετάζωμεν, ἂν ἀντὶ τῶν φόρων, οὓς πληρώνει ὁ λαός, λαμβάνει ὡς ἀντάλλαγμα ἀγαθὴν διοίκησιν καὶ δικαιοσύνην, ὧν ἄνευ δὲν δύναται νὰ εὐημερήσῃ ἠθικῶς καὶ ὑλικῶς· καὶ τρίτον πρέπει νὰ ὑπάρχῃ αὐστηρὰ ἐπίβλεψις, ὅπως ἡ διαχείρισις τῶν δημοσίων ἐσόδων γίνηται μετὰ προσοχῆς μεγάλης καὶ χρηστότητος, πρὸς ἀποφυγὴν ἀπιστιῶν, κλοπῶν, καταχρήσεων καὶ σπατάλης. Ἄν τις θελήσῃ ἀπὸ τῶν τριῶν τούτων ἀπόψεων νὰ ἐρευνήσῃ τὸν ὑπὸ συζήτησιν Προϋπολογισμόν, εἰς πολὺ δυσάρεστα θὰ καταλήξῃ συμπεράσματα. Πανταχόθεν ἀκούομεν φωνὰς καὶ διαμαρτυρίας, ὅτι ὁ λαὸς δὲν ἀντέχει πλέον εἰς τὴν πληρωμὴν τῶν φόρων. Εἰς πολλὰς ἐπαρχίας γίνονται συναθροίσεις καὶ ὑποβάλλονται εἰς τὴν Κυβέρνησιν αἰτήσεις περὶ ἀναστολῆς τῆς εἰσπράξεως τῶν φόρων. Τί ἀποδεικνύουν ὅλα ταῦτα; Ἀποδεικνύουν ἐναργῶς, ὅτι ἐγονάτισεν ὁ λαὸς ὑπὸ τὸ φορολογικὸν βάρος, καὶ εὑρίσκεται εἰς ἀπόγνωσιν. Οὐδὲ δύναταί τις μετὰ λόγου νὰ ὑποστηρίξῃ, ὅτι οὐχὶ ἐξ ἀνεχείας, ἀλλ’ ἐκ κακῆς προαιρέσεως ζητεῖται ἡ ἀναστολὴ τῶν καταδιώξεων τῶν ὀφειλετῶν τοῦ Δημοσίου. Ὅταν οἱ πολῖται ἔχουν εὐκολίαν πρὸς πληρωμὴν τῶν φόρων, σπεύδουν καὶ πληρώνουν μετὰ προθυμίας καὶ ἄνευ γογγυσμοῦ, διότι καλῶς γνωρίζουν, ὅτι τὸ Κράτος δὲν συγκρατεῖται ἄνευ φόρων, ἔχουν δὲ καὶ συμφέρον ἄλλως νὰ πληρώνουν, διότι φοβοῦνται τὰς βαρείας συνεπείας τῆς μὴ ἐμπροθέσμου πληρωμῆς. Ἑπομένως αἱ ἐκ τῶν ἐπαρχιῶν αἰτήσεις περὶ ἀναστολῆς μαρτυροῦσιν, ὅτι τὸ κακὸν τῆς βαρείας φορολογίας ἔφθασεν εἰς τὸ ἀπροχώρητον. Τί δὲ νὰ εἴπῃ τις ὡς πρὸς τὸ δεύτερον ζήτημα; Τί δίδομεν εἰς τὸν λαὸν ἀντὶ τῶν φόρων, τοὺς ὁποίους οὕτως ἢ ἄλλως ἐξακολουθεῖ οὗτος νὰ πληρώνῃ; Τοῦ δίδομεν δικαιοσύνην; τοῦ δίδομεν τάξιν καὶ ἀσφάλειαν; Εἰς 117 ἑκατομμύρια ἀνέρχονται τὰ ἔξοδα τοῦ Προϋπολογισμοῦ σας· καὶ δὲν ἠρκέσθητε εἰς αὐτὰ, ἀλλὰ τ’ ἀνεβιβάσατε διὰ τῶν προσθέτων δηλώσεών σας εἰς 122 ἑκατομμύρια! Καὶ ὅμως, ὅ,τι καὶ ἂν εἴπῃ τις περὶ τῆς οἰκτρᾶς καταστάσεως τῆς Δικαιοσύνης καὶ τῆς Διοικήσεως, θὰ ἦναι κατώτερον τῆς πραγματικότητος. Εἶναι ἆρά γε ἀνάγκη νὰ ἐπαναλάβω ὅσα ἐπανειλημμένως καὶ διὰ μακρῶν περὶ τούτου ἐρρήθησαν ἐντὸς τοῦ περιβόλου τούτου; Ὅτε πρὸ ἡμερῶν ἐξ ἀφορμῆς τηλεγραφημάτων τῶν Ἐμπορικῶν Συλλόγων προεκάλουν τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τῆς καθ’ ὅλον τὸ Κράτος διασαλεύσεως τῆς δημοσίας ἀσφαλείας, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν διεμαρτύρετο ἐντόνως κατὰ τῶν παραστάσεών μου, τὰς ὁποίας ἐχαρακτήριζεν ὡς ὑπερβολικὰς καὶ ὡς ἐκθετούσας τὴν ὑπόληψιν τῆς χώρας εἰς τὸ ἐξωτερικόν. Καὶ ἀπήντησε τότε ὁ Ἐμπορικὸς Σύλλογος Μεσσήνης, ὅτι οὐδεμία ὑπερβολὴ ὑπῆρχεν εἰς τὰς παραστάσεις μου. Ἀλλὰ καὶ ἀσχέτως πρὸς τὰ τηλεγραφήματα τῶν Ἐμπορικῶν Συλλόγων, τὰ πράγματα βροντοφωνοῦσιν, ὅτι οἱ πολῖται οἱ ἀπηνῶς φορολογούμενοι δὲν ἔχουσιν ἀσφάλειαν τῆς ζωῆς των, τῆς προσωπικῆς των ἐλευθερίας, τῆς τιμῆς των καὶ τῆς περιουσίας των. Ἀγροτικῆς δὲ ἀσφαλείας οὐδὲ ἴχνος ὑφίσταται. Οἱ ληστοφυγόδικοι λυμαίνονται τὰς ἐπαρχίας, χλευάζοντες καὶ ἀπειλοῦντες καὶ αὐτὰς τὰς δικαστικὰς καὶ διοικητικὰς ἀρχάς. Καὶ ὅμως εὑρέθησαν καὶ ἐφέτος ὑπέρμαχοι τῆς οἰκονομικῆς πολιτικῆς τῆς πρώην Κυβερνήσεως, ἵνα μετὰ κωμικοῦ στόμφου ἐπαναλάβουν τὴν ἀηδῆ μεγαλαυχίαν, ὅτι κατὰ τὰ τρία παρελθόντα ἔτη εἰσεπράχθησαν ἀνελλιπῶς ὅλα τὰ ἑκατομμύρια, ὅσα ἀνεγράφοντο εἰς τοὺς Προϋπολογισμούς, χάρις εἰς τὰ καταδιωκτικὰ τῶν κυβερνώντων μέτρα! Καὶ ἐνῷ ταῦτα λέγουν οἱ κύριοι αὐτοί, δὲν λαμβάνουν ἀφ’ ἑτέρου τὴν καλωσύνην νὰ μᾶς εἴπουν, ἂν τὰ ἑκατομμύρια ταῦτα ἐχρησιμοποιήθησαν ὑπὲρ τῆς ἠθικῆς καὶ ὑλικῆς εὐημερίας τοῦ λαοῦ. Δι’ αὐτὸ δὲν σκοτίζονται! Θέλετε τώρα νὰ εἰσέλθωμεν καὶ εἰς τὴν ἔρευναν τοῦ τρίτου ζητήματος; Θέλετε νὰ ἐξετάσωμεν, ἂν ἡ διαχείρισις τῶν ἐξόδων τοῦ Προϋπολογισμοῦ γίνεται μετὰ προσοχῆς καὶ χρηστότητος; Αὐτὸ εἶναι θέμα, τὸ ὁποῖον ἐπιβάλλει τὴν ἀνάγκην μακρᾶς καὶ λεπτομεροῦς μελέτης ἐπὶ τῶν ἀπείρων κεφαλαίων καὶ ἄρθρων τῶν ἐξόδων, τοιαύτη δὲ μελέτη ἀποβαίνει ἀδύνατος πρὸ τῆς σπασμωδικῆς σπουδῆς, τὴν ὁποίαν δεικνύετε, ἵνα ψηφισθῇ ἐν τῇ παρούσῃ συνεδριάσει ὁ Προϋπολογισμός. Ἐὰν ἦτο καιρὸς νὰ γείνῃ ἡ μελέτη αὕτη, θὰ σᾶς ἀπεδείκνυον, ὅτι διὰ περικοπῆς ματαίων καὶ ἀσκόπων δαπανῶν, ἄνευ τῆς ἐλαχίστης βλάβης τῆς διοικήσεως, θὰ ἠδύναντο νὰ πραγματοποιηθοῦν οἰκονομίαι πολλῶν ἑκατομμυρίων...
§323Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Δέκα ἑκατομμυρίων καὶ πλέον!
§324Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. .. Ἀλλὰ δὲν θέλετε νὰ λάβητε ἀνὰ χεῖρας τὴν ψαλίδα τῶν οἰκονομιῶν, διότι σᾶς χρειάζονται τὰ παραγεμίσματα χάριν κομματικῆς τονώσεως.
§325Ν. ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Somatose!
§326Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀνέσυρα πρὸ ἡμερῶν μίαν ἄκραν τοῦ πέπλου, ὅστις καλύπτει τόσας καὶ τόσας πηγὰς σπατάλης καὶ καταχρήσεων, ἐνθυμοῦμαι δὲ ὅτι ὁλόκληρος ἡ Βουλὴ ἀνεγνώρισε τὴν ὀρθότητα τῶν παρατηρήσεών μου. Ἀλλὰ τί τὸ ὄφελος; Τὰ πράγματα μένουσιν ἀμετάβλητα. Ἔλεγον μεταξὺ τόσων ἄλλων καὶ ὅτι διὰ τῆς μεθόδου τῶν ὁδοιπορικῶν τῶν νομομηχανικῶν, μηχανικῶν, ἐργοδηγῶν καὶ ἐπιστατῶν δαπανῶνται κατ’ ἔτος διακόσιαι χιλιάδες καὶ ἐπέκεινα δραχμῶν, ἐνῷ ἡ δαπάνη αὕτη, ἐὰν ὑπῆρχεν ἐπίβλεψις, δὲν θὰ ὑπερέβαινε τὰς 60 ἢ 70 χιλιάδας δραχμῶν. Ἰδίως εἶχεν ἐφελκύσει τὴν προσοχήν μου τὸ δυσεξήγητον καὶ ὕποπτον γεγονός, ὅτι ὅλον αὐτὸ τὸ σμῆνος τῶν νομομηχανικῶν μετὰ τοῦ ἐπιτελείου των φέρεται ἀναγεγραμμένον εἰς τὸν κατάλογον τῶν ὀφειλομένων εἰς διαφόρους δικαιούχους ἐκ κεκλεισμένων χρήσεων εἰς ὅλους τοὺς εἰδικοὺς προϋπολογισμοὺς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν κατὰ τὴν τελευταίαν τετραετίαν. Εἶχον, ὡς ἐνθυμεῖσθε, σημειώσει ὀνόματά τινα νομομηχανικῶν, εἷς τῶν ὁποίων εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1901 ἐσημειοῦτο, ὅτι εἶχε νὰ λάβῃ μετὰ τῶν λοιπῶν μηχανικῶν καὶ ἐργοδηγῶν τῆς περιφερείας Ἀττικῆς δι’ ὁδοιπορικὰ Σεπτεμβρίου, Ὀκτωβρίου καὶ Νοεμβρίου εἰς βάρος τῆς κεκλεισμένης χρήσεως τοῦ 1897 δραχμὰς τέσσαρας χιλιάδας, καὶ εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1901 εἰς βάρος τῆς κεκλεισμένης χρήσεως τοῦ 1900 δι’ ὁδοιπορικὰ δύο μόνον μηνῶν, τοῦ Νοεμβρίου καὶ Δεκεμβρίου, δραχμὰς δύο χιλιάδας τριακοσίας εἴκοσι. Δι’ αὐτὸν καί τινας ἄλλους εἶχον ζητήσει νὰ καταθέσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τὰ δικαιολογητικὰ ἔγγραφα· ἐξ αὐτῶν δὲ προκύπτει, ὅτι ἡ ἀναγραφομένη ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ πίστωσις τῶν 160,000 δραχμῶν ἐξηντλεῖτο κατὰ τοὺς πρώτους 7 ἢ 8 μῆνας τοῦ ἔτους, διὰ δὲ τοὺς λοιποὺς ἀνεγράφετο νέα πίστωσις εἰς τὸ κεφάλαιον τῶν κεκλεισμένων χρήσεων, καὶ τοῦτο ἐγίνετο καθ’ ὅλα τὰ τελευταῖα τέσσαρα ἔτη, ἴσως δὲ ἐγίνετο καὶ κατὰ τὰ προηγούμενα, ἀλλὰ δὲν ἐξέτεινα ὑπεράνω τοῦ 1899 τὰς ἐρεύνας μου. Καὶ πῶς δικαιολογεῖται ἡ δαπάνη αὕτη; Ἐκ τῶν κατατεθέντων ἐγγράφων ἐξέλεξα μόνον τὰ φερόμενα ὡς δικαιολογητικὰ τῆς περιφερείας Ἀττικῆς, ἐξ αὐτῶν δὲ δύνασθε νὰ κρίνητε καὶ περὶ τῶν ἄλλων καθ’ ὅλον τὸ Κράτος. Τὰ μόνα δικαιολογητικὰ ἔγγραφα εἶναι σειρὰ ἀνεξελέγκτων ἀποδείξεων, φερουσῶν στερεοτύπως ὀνόματα ἁμαξηλάτου, ὁμολογοῦντος ὅτι ἔλαβε δῆθεν δι’ ἀγώγιον τῆς ἁμάξης του δραχμὰς τέσσαρας δι’ ἑκάστην ὥραν ἀπὸ τοὺς νομομηχανικούς, ἢ μηχανικούς, ἢ ἐργοδηγοὺς κλπ., ἤτοι ὁλόκληρον σχεδὸν τὸ ποσὸν τῶν διακοσίων χιλιάδων δραχμῶν χρησιμεύει ἀποκλειστικῶς δι’ ἁμαξαγώγια εἰκονικὰ καὶ τίποτε ἄλλο. Αὐτὸ καὶ μόνον τὸ παράδειγμα θὰ ἠδύνατο νὰ μᾶς δώσῃ τὸ μέτρον τῆς χρηστότητος καὶ τοῦ πόνου, μεθ’ οὗ γίνεται ἡ διαχείρισις τῶν δημοσίων προσόδων. Καὶ παρακαλῶ νὰ μὴ λησμονήσητε, ὅτι τὸ πλεῖστον μέρος τῶν ἁμαξαγωγίων, ἂν μὴ τὸ ὅλον, καταβάλλουν οἱ διάφοροι ἐργολάβοι τῶν δημοσίων ἔργων. Ἰδοὺ δὲ καὶ μέρος τῶν περιέργων αὐτῶν ἀποδείξεων τῶν ἁμαξηλατῶν, οἵτινες ἀναφέρονται εἰς τὸν τῆς περιφερείας Ἀττικῆς κ. νομομηχανικόν. (Ἀναγινώσκει πλείστας τοιαύτας ἀποδείξεις τῶν μηνῶν Νοεμβρίου καὶ Δεκεμβρίου τοῦ 1900).
§327Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Δι’ ἕνα μόνον μῆνα εἶναι αὐτά;
§328Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Διὰ δύο μῆνας.
§329Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ποῖος εἶναι ὁ νομομηχανικός;
§330Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κύριος Γαζῆς. Ἀλλ’ ἔχω καὶ τὰς ἀποδείξεις τῶν ὑπὸ τὰς διαταγάς του μηχανικῶν, ἐργοδηγῶν κλπ. Ἰδοὺ καὶ αὗται (ἀναγινώσκει πλείστας τοιαύτας). Καὶ ἐπειδὴ μεταξὺ τῶν ἄλλων φέρεται, ὡς ἠκούσατε, καὶ τὸ ὄνομα τοῦ μηχανικοῦ κ. Γεωργαντᾶ, δὲν κρίνω ἄσκοπον, οὐδὲ πολὺ ἄσχετον πρὸς τὸ θέμα μου, νὰ ἀναφέρω, ὅτι οὗτος διωρίσθη πρό τινος καιροῦ διὰ συμβολαίου μηχανικὸς τῆς Μονῆς Πετράκη ἐπὶ πέντε ἔτη, μὲ μισθὸν διακοσίων δραχμῶν κατὰ μῆνα! Εἶχον ἐπισκεφθῆ τὴν Μονὴν μετὰ τοῦ φίλου κυρίου Τσιτσάρα πρό τινων ἡμερῶν, καὶ μεταξὺ πολλῶν ἄλλων ἐλάβομεν καὶ τὴν πληροφορίαν αὐτήν.
§331Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ποῖος τὸν διώρισε;
§332Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Τὸ Ἡγουμενοσυμβούλιον.
§333Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ναί, ἀλλὰ κατ’ ἀπαίτησιν τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ.
§334Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Μάλιστα. Μᾶς εἶπον, ὅτι ἦτο ῥουσφέτι τοῦ κυρίου πρώην Ὑπουργοῦ. Ἂς μᾶς εἴπῃ ὁ νῦν κ. Ὑπουργός, διατί ἐγένετο τὸ συμβόλαιον αὐτό; ... Διατί δὲν ἀπαντᾶτε, κύριε Ὑπουργέ;
§335Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλ’ ἂς ἐπανέλθω εἰς τὸ κύριον θέμα, διότι τοῦ περιέργου τούτου γεγονότος ἐμνημόνευσα ἐν παρόδῳ. Εἶπον, ὅτι διὰ τῆς μεθόδου τῶν ὁδοιπορικῶν ἀπορροφᾷ τὸ τμῆμα τῶν δημοσίων ἔργων ἀνεξελέγκτως διακοσίας χιλιάδας δραχμῶν· ἀλλὰ μήπως ἡ διαχείρισις τῆς πιστώσεως τῶν Ὑπουργείων διὰ γραφικὴν ὕλην δὲν παρέχει ἔδαφος εἰς δυσαρέστους καὶ οὐχὶ ἀβασίμους ὑποψίας; Παρετήρησα καὶ ἐκεῖ, ὅτι οἱ διάφοροι χορηγηταὶ ἀναγράφονται κατ’ ἔτος τακτικῶς καὶ ἀνεξαιρέτως εἰς τοὺς καταλόγους τῶν ὀφειλομένων ἐξόδων εἰς βάρος τῶν κεκλεισμένων χρήσεων διὰ πολλὰς χιλιάδας δραχμῶν. Οὕτω π. χ. εἰς τὸ κεφάλαιον 12 ἄρθρον 9 τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν ἀνεγράφη κατὰ τὸ ἔτος 1897 πίστωσις διὰ χάρτην, δι’ ἔντυπα βιβλία καὶ πίνακας δραχ. 45,000. Ἐν τούτοις τί εὑρίσκω εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1899; Ὅτι εἰς βάρος τῆς κεκλεισμένης χρήσεως τοῦ 1897 ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ κεφαλαίου καὶ ἄρθρου σημειοῦνται ὡς δικαιοῦχοι: αʹ) τὸ Ἑλληνικὸν χαρτοποιεῖον διὰ δραχμὰς 6,350, βʹ) ἡ Ἑταιρεία «Πάλλης καὶ Κοτζιᾶς» διὰ δραχμὰς 7,598, καὶ γʹ) ὁ Καῖσαρ Χὰζ διὰ δραχμὰς 3,820, ἤτοι ἐν ὅλῳ οἱ τρεῖς οὗτοι φαίνονται, ὅτι εἶχον νὰ λάβουν δεκαοκτὼ περίπου χιλιάδας δραχμῶν. Ἀφοῦ δηλαδὴ ἐξηντλήθη ἡ πίστωσις τῶν 45,000 δραχμῶν, ἐγένετο ὑπέρβασις κατὰ δεκαοκτὼ ἄλλας χιλιάδας, αἵτινες ἐπεβάρυναν τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1899 εἰς τὸ κεφάλαιον τῶν κεκλεισμένων χρήσεων. Καὶ μοὶ ἐγεννήθη ἡ ἀπορία, πῶς αὐτοὶ οἱ κύριοι χορηγηταὶ δεικνύονται τόσον εὔκολοι εἰς τὴν ἐπὶ πιστώσει πώλησιν τοῦ χάρτου των, ἵνα πληρωθῶσι μετὰ δύο σχεδὸν ἔτη, καὶ πῶς, προκειμένου περὶ ποσοῦ ὑπερβαίνοντος τὰς 1000 δραχμάς, δὲν ἐνηργήθη μειοδοτικὴ δημοπρασία; Ἐζήτησα πρὸ πολλοῦ πληροφορίας, ἀλλὰ δὲν μοὶ ἐδόθησαν τοιαῦται. Καὶ μήπως εἶναι μόνον τοῦτο; Περιωρίσθην ἵνα κρατήσω σημείωσιν διὰ τὴν ἑταιρείαν «Πάλλης καὶ Κοτζιᾶς»· καὶ τί βλέπω; Ὅτι ἡ ἑταιρεία αὕτη φέρεται ὡς δικαιοῦχος εἰς ὅλους τοὺς καταλόγους τῶν ὀφειλομένων ἐκ κεκλεισμένων χρήσεων κατὰ τὴν τελευταίαν τετραετίαν. Ἰδοὺ δὲ τί περιέχει τὸ σημείωμα, ὅπερ ἔχω ἀνὰ χεῖρας. Ἡ ἐν λόγῳ ἑταιρεία ἀναγράφεται εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1899 ὡς ἔχουσα νὰ λαμβάνῃ εἰς βάρος τῶν κεκλεισμένων χρήσεων τοῦ 1895 καὶ 1897 δραχμὰς 10,677, εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1900 καὶ εἰς βάρος τῆς χρήσεως τοῦ 1898 δραχμὰς 1844, εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1901 εἰς βάρος τῆς χρήσεως τοῦ 1899 δραχμὰς 10,663, καὶ εἰς τὸν ὑπὸ συζήτησιν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1902 εἰς βάρος τῆς χρήσεως τοῦ 1899 καὶ 1900 δραχμὰς 2809. Καὶ ὅλα αὐτὰ τὰ ποσὰ ἀναγράφονται εἰς τὰς κεκλεισμένας χρήσεις καθ’ ὑπέρβασιν τῶν ἐν τοῖς Προϋπολογισμοῖς ἀναγραφομένων πιστώσεων διὰ γραφικὴν ὕλην, διότι αἱ πιστώσεις αὗται ἐξαντλοῦνται κατὰ τοὺς πρώτους 6 ἢ 7 μῆνας τοῦ ἔτους, μεθ’ ὃ ἄρχεται ἡ ἐπὶ πιστώσει ἀγορὰ εἰς βάρος τῶν μελλόντων Προϋπολογισμῶν διὰ τῆς μεθόδου τῶν κεκλεισμένων χρήσεων. Τί γίνεται τώρα μὲ τοιαύτην ἀταξίαν καὶ ἀνωμαλίαν καὶ ἀνευλάβειαν ἐν τῇ διαχειρίσει τῶν δημοσίων χρημάτων εἰς τὰ μεγάλα κεφάλαια, δύνασθε νὰ τὸ φαντασθῆτε. Ὅτε τὸ πρῶτον ἐζήτησα πληροφορίας ἐπὶ τῶν ἀτόπων αὐτῶν, ὁ κ. Πρωθυπουργὸς μοὶ εἶπεν ἐκ τῆς θέσεώς του, ὅτι εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ μὴ ἐξαντλῆται ἡ πίστωσις, ἀλλὰ νὰ μένῃ ἀδιάθετος, ὡς ἐκ τῆς βραδύτητος τῆς ἐκκαθαρίσεως τῶν λογαριασμῶν. Τῷ παρετήρησα τότε, ὅτι τοῦτο εἶναι ἀδύνατον, διότι οἱ περὶ ὧν πρόκειται δικαιοῦχοι διαμένουν ἐνταῦθα καὶ δὲν παραμελοῦν τὰ συμφέροντά των, ἀφοῦ μάλιστα εἶναι ἔμποροι καὶ δὲν ἔχουν καμμίαν ὄρεξιν νὰ πληρώνωνται μετὰ δύο ἔτη. Ἐν τούτοις, διὰ νὰ τῷ παράσχω καὶ ἐπίσημον ἀπόδειξιν τούτου, ἐζήτησα ἀμέσως πληροφορίας ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας περὶ τοῦ ἂν ἡ διὰ γραφικὴν ὕλην πίστωσις τοῦ 1901 ἐξηντλήθη πρὸ τῆς λήξεως τοῦ ἔτους, καὶ πότε ὡρισμένως. Ὁ κ. Ὑπουργὸς προσήγαγε σημείωμα, ὅπερ ἔχω ὑπ’ ὄψιν, καὶ ἐκ τοῦ ὁποίου ἀποδεικνύεται, ὅτι ἡ πίστωσις αὕτη τοῦ 1901 ἐξηντλήθη πρὸ τῆς λήξεως τοῦ ἔτους, καὶ ὅτι ἐγένετο ὑπέρβασις χιλίων διακοσίων δραχμῶν, αἵτινες βεβαίως θ’ ἀναγραφῶσι κατόπιν εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1903 εἰς βάρος τῆς κεκλεισμένης χρήσεως τοῦ 1901.
§336ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Ἐξηντλήθη ἡ πίστωσις, διότι ἠγοράσθη χάρτας διὰ τὴν Ἐπετηρίδα τοῦ Ὑπουργείου.
§337Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ποίαν σχέσιν ἔχει ἡ πίστωσις τῆς γραφικῆς ὕλης μὲ τὴν ἀγορὰν χάρτου δι’ Ἐπετηρίδα; Ἔπειτα μήπως αὐτὸ συνέβη μόνον πέρυσι; Συμβαίνει καθ’ ὅλα τὰ ἔτη καὶ εἰς ὅλα τὰ Ὑπουργεῖα. Δὲν σᾶς τὸ ἀπέδειξα προτήτερα; Δὲν συνέβησαν τὰ αὐτὰ καὶ χειρότερα εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν μὲ τὰ γραφικὰ ἔξοδα; Ἐλησμονήσατε, τί ἔλεγε προχθὲς ὁ ἔντιμος ἐξ Ἀττικῆς βουλευτής, ὁ κύριος Δραγούμης; Ὑπάρχει ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ Ὑπουργείῳ τῶν Στρατιωτικῶν τὸ κεφάλαιον 20, μὲ ἓν καὶ μόνον ἄρθρον, ἐν τῷ ὁποίῳ ἀναγράφεται πίστωσις ὑπὸ τὸν τίτλον «ἔξοδα γραφείων σωμάτων καὶ στρατιωτικῶν καταστημάτων». Ἡ πίστωσις αὕτη ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1899 ἀνήρχετο εἰς ὀγδοήκοντα ἐννέα χιλιάδας δραχμῶν, ἐν δὲ τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1900 ἀνεβιβάσθη εἰς ἐνενήκοντα ἐννέα χιλιάδας, μετὰ νέαν δὲ αὔξησιν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1901 ἀνῆλθεν ἐφέτος εἰς τὸ ποσὸν τῶν ἑκατὸν τεσσαράκοντα χιλιάδων! Καὶ ἐρωτῶ τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ μοὶ εἴπῃ, τίνες ἀνάγκαι τῆς ὑπηρεσίας ὑπηγόρευσαν τὴν καταπληκτικὴν ταύτην αὔξησιν ἐντὸς δύο ἐτῶν;
§338Γ. ΚΟΡΠΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Διότι ἐδαπανήθησαν πέρυσιν 140,000, ἐφέτος δὲ προσετέθησαν καὶ 10,000 διὰ τοὺς χάρτας τῆς Θεσσαλίας.
§339Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Πῶς; Ἐπειδὴ κακῶς ἐδαπανήθησαν πέρυσι, διὰ τοῦτο εἶναι ἀνάγκη νὰ δαπανηθῶσι καὶ ἐφέτος; Καὶ δὲν μοὶ λέγετε, παρακαλῶ, εἰς ποῖον ἐδάφιον τοῦ μόνου ἄρθρου τοῦ κεφαλαίου εἰκοστοῦ ὑπήχθησαν αἱ 12,000 δραχμαί, ἃς ἐδώκατε εἰς τὸν προσωπάρχην σας διὰ τὸ Θεσμολόγιον, τὸ ὁποῖον ἐτυπώθη εἰς τὸ τυπογραφεῖον τοῦ Ὑπουργείου μὲ χάρτην τοῦ Δημοσίου;
§340Γ. ΚΟΡΠΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Δὲν διέταξα ἐγὼ τὴν πληρωμὴν αὐτήν.
§341Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ γνωρίζω καλῶς τοῦτο, ἀλλ’ ἐπεθύμουν νὰ ἐκφράσητε γνώμην περὶ τοῦ ἂν καλῶς καὶ νομίμως, ἢ κάκιστα καὶ παρανόμως προέβη ὁ προκάτοχός σας εἰς τοιαύτην δαπάνην· εἰς αὐτὸ δὲν ἀπαντᾶτε. Ἀλλὰ πρὸς τί νὰ ἐπιμένω; Μήπως εἶναι αὐτὰ καὶ μόνα τὰ γεγονότα, τὰ ὁποῖα ἀποδεικνύουν τὴν ἐλαττωματικὴν διαχείρισιν τῶν φόρων τοῦ λαοῦ; Αὐτὰ τὰ ἐξέλεξα προχείρως ὡς παραδείγματα, ἀλλ’ ὅταν ἐγκύψῃ τις βαθύτερον, θὰ εὕρῃ ἄλλα πολὺ ἐμφαντικώτερα. Πρὸς τί λ. χ. δαπανῶμεν εἴκοσι περίπου ἑκατομμύρια δραχμῶν κατ’ ἔτος διὰ τὸν κατὰ γῆν στρατόν; Ποῦ εἶναι ὁ στρατός; Ἔχω ἐδῶ ἓν σημείωμα, τὸ ὁποῖον ἐπαρκῶς χαρακτηρίζει τὴν κατάστασιν τοῦ λεγομένου στρατεύματος. Ἰδοὺ αὐτὸ (ἀναγινώσκει): «Τὸ 1ον σύνταγμα τοῦ πεζικοῦ ἔχει δύναμιν εἰς ὁπλίτας 660, ἐκ τούτων δὲ εἶναι ἀπεσπασμένοι 210. Ἐκ τῶν ὑπολοίπων 450 πρέπει ν’ ἀφαιρεθῶσιν οἱ 50 μουσικοί, καὶ μένουν 400 ὑπαξιωματικοὶ καὶ στρατιῶται, ἐξ ὧν παρατάσσονται εἰς ἀσκήσεις μόλις 120, ἤτοι εἷς λόχος μὲ τὴν ἐν εἰρήνῃ δύναμιν. Ἵνα ἐκτελεσθῶσιν ἀσκήσεις τάγματος, ἑνοῦνται οἱ ἄνδρες καὶ τῶν δύο ἐνταῦθα συνταγμάτων, 1ου καὶ 7ου, καὶ ἀποτελοῦσιν ἀριθμὸν 250 ἀνδρῶν, ἤτοι ἑνὸς λόχου ἐμπολέμου δυνάμεως. Περὶ ἀσκήσεων συντάγματος καὶ ταξιαρχίας (γνωστὸν δέ, ὅτι τὰ δύο συντάγματα ἀποτελοῦσι ταξιαρχίαν) οὐδὲ λόγος δύναται νὰ γείνῃ. Τὸ εὐζωνικὸν τάγμα παρατάσσει 30 ἄνδρας, καὶ ἐκτελεῖ ἀσκήσεις διμοιρίας· εἶναι παρόντες οἱ τρεῖς λόχοι του, καὶ ὁ τέταρτος εἶναι ἀπεσπασμένος εἰς Αἴγιναν. Τὰ δύο συντάγματα τοῦ πεζικοῦ ἔχουσιν ὅλους τοὺς λόχους των παρόντας, ἐκ τῶν 12 δὲ τούτων λόχων μόνον οἱ 4 ἔχουν ἄνδρας, ἐνῷ ἐν εἰρήνῃ οἱ 8 ἔπρεπε νὰ ἔχουν ἄνδρας, καὶ οἱ 4 νὰ μὴ ἔχουν...» (Θόρυβος).
§342Γ. ΚΟΡΠΑΣ. Ποῖος σᾶς τὰ εἶπεν αὐτά;
§343Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν μοὶ τὰ εἶπον. Μοὶ τὰ ἔγραψαν, καὶ ἔχω πάντα λόγον νὰ πιστεύω, ὅτι εἶναι ἀκριβέστατα· διὰ τοῦτο δὲ δικαιοῦμαι καὶ πάλιν νὰ ἐρωτήσω: πρὸς τί νὰ ἐξοδεύωμεν τὰ 20 ἑκατομμύρια διὰ στρατόν, ἀφοῦ στρατὸν δὲν ἔχομεν, οὐδὲ φροντίζομεν νὰ ἔχωμεν; Ἀλλ’ ἂς εἶναι καλὰ ἡ Γενικὴ Διοίκησις καὶ ἡ στρατιωτικὴ ἀστυνομία! Ἔρχομαι τώρα καὶ εἰς μίαν ἄλλην πληροφορίαν, τὴν ὁποίαν εἶχον ζητήσει ἀπὸ τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν. Εἶχεν ὑποβληθῆ παρ’ αὐτοῦ καὶ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν δήλωσις, δι’ ἧς ἐζητεῖτο νὰ ἀναγραφῇ πίστωσις ἑκατὸν χιλιάδων δραχμῶν ἐπὶ τοῦ κεφαλαίου τῶν παρελθουσῶν χρήσεων δι’ ἔξοδα τῆς ἐν ἔτει 1900 συμμετοχῆς τῆς Ἑλλάδος εἰς τὴν παγκόσμιον Ἔκθεσιν τῶν Παρισίων. Ἐν τῇ δηλώσει ταύτῃ λέγεται, ὅτι τὰ ἔξοδα ταῦτα ἐξεκαθαρίσθησαν καὶ ἀνεγνωρίσθησαν ὑπὸ τῆς ὑπηρεσίας, δὲν ἀναφέρεται δὲ ἐν αὐτῇ, ἂν εἶχον γείνῃ καὶ ἄλλα ἔξοδα προηγουμένως. Ἐν τούτοις ἐκ τῶν προσαχθεισῶν ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ πληροφοριῶν προκύπτει, ὅτι τὰ ἐν τῇ δηλώσει ἀναφερόμενα ἔξοδα τῶν 100,000 δραχμῶν δὲν ἐξεκαθαρίσθησαν ἐν τῷ συνόλῳ, ἀλλ’ ἡ ἐπιτροπὴ τῶν Ὀλυμπίων καὶ κληροδοτημάτων ἐπεφυλάχθη νὰ ὑποβάλῃ ἐκκαθάρισιν μετὰ τὴν ἔκδοσιν τοῦ ἐντάλματος. Ὥστε ἡ δήλωσις, καίτοι φέρει τὴν ὑπογραφὴν τῶν δύο κυρίων Ὑπουργῶν, δὲν συμφωνεῖ πρὸς τὰ πράγματα, τοῦθ’ ὅπερ ἐπιβάλλει εἰς αὐτοὺς τὴν ὑποχρέωσιν νὰ μὴ ἀφήσουν ἀπαρατήρητον μίαν τόσῳ σοβαρὰν τῆς ὑπηρεσίας παράλειψιν, ἥτις καθιστᾷ ἀδύνατον τὸν ἔλεγχον τῆς Βουλῆς. Ἔλαβον ἐπὶ πλέον τὴν πληροφορίαν, ὅτι δὲν πρόκειται μόνον περὶ τῶν 100,000 δραχμῶν, αἵτινες ζητοῦνται διὰ τῆς δηλώσεως, ἀλλὰ καὶ περὶ ἄλλων ποσῶν, τὰ ὁποῖα ἐπληρώθησαν προηγουμένως, ἀμφιβάλλω δέ, ἂν καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς γνωρίζει εἰς πόσας χιλιάδας δραχμῶν ἀνέρχονται τὰ ποσὰ ταῦτα...
§344Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἐκτὸς τῶν νῦν ζητουμένων εἶχον δοθῆ καὶ ἕτεραι ἑκατὸν χιλιάδες.
§345Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι ἑκατόν, ἀλλὰ ἑκατὸν πεντήκοντα χιλιάδες εἶχον δοθῆ προηγουμένως· ὥστε ἐν ὅλῳ τὸ ποσὸν ἀνέρχεται εἰς 250,000 δραχμὰς διὰ τὴν συμμετοχήν μας εἰς τὴν Ἔκθεσιν. Ποῦ καὶ πῶς δὲ αὗται ἐδαπανήθησαν, οὔτε ἡμεῖς γνωρίζομεν, οὔτε ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου θὰ γνωρίζει, ἂν κρίνῃ τις ἐκ τῆς δηλώσεως. Ἐνόμισα ὅτι ἔπρεπε νὰ κάμω μνείαν καὶ τοῦ γεγονότος τούτου, ὅπερ ἀποτελεῖ μίαν πρόσθετον καὶ ἀρκετὰ ἐμφαντικὴν ἀπόδειξιν περὶ τῆς ἀπροσεξίας καὶ ἀβελτηρίας, μεθ’ ἧς γίνεται τῶν χρημάτων τοῦ Δημοσίου ἡ διαχείρισις. Ἐννοεῖται, ὅτι δὲν παρῃτήθην τῆς ἰδέας τοῦ νὰ ζητήσω συμπληρωματικὰς πληροφορίας, διότι φοβοῦμαι μήπως ἐδαπανήθησαν καὶ πλείονες τῶν διακοσίων πεντήκοντα χιλιάδων δραχμῶν. Ἐπαναλαμβάνω, ὅτι τῶν γεγονότων τούτων ἐμνημόνευσα ὄχι διότι αὐτὰ καθ’ ἑαυτὰ ἔχουν μεγάλην ἀξίαν ὡς πρὸς τὸν ἐν γένει χαρακτηρισμὸν τῆς οἰκονομικῆς πολιτικῆς τῆς πρώην καὶ τῆς νῦν Κυβερνήσεως, ἀλλὰ διότι δύνανται νὰ χρησιμεύσωσιν ὡς παραδείγματα, ἐκ τῶν ὁποίων δύναταί τις νὰ κρίνῃ περὶ τῆς ἐν γένει οἰκονομικῆς ἐν τῇ χώρᾳ ἀκαταστασίας, τῆς ὁποίας τὰ δυσάρεστα ἀποτελέσματα δὲν θὰ βραδύνουν νὰ ἐπέλθουν. Τὸ οἰκονομικὸν σύστημα, ὅπερ διέπει τὸν τόπον ἀπὸ τεσσάρων καὶ ἐπέκεινα ἐτῶν, δύναται νὰ συνοψισθῇ ἐν τοῖς ἑξῆς: αʹ) Αὔξησις σημαντικὴ τῶν ἐσόδων δι’ ἀπηνοῦς καταδιώξεως τῶν φορολογουμένων, διὰ προσθέτων τινῶν φόρων καὶ δι’ ἐπιτυχοῦς μεταρρυθμίσεως φορολογικῶν τινῶν νόμων. βʹ) Ἐκ παραλλήλου αὔξησις τῶν ἐξόδων κατὰ πολλὰ ἑκατομμύρια διὰ δημιουργίας νέων θέσεων. γʹ) Πόλεμος συστηματικὸς κατὰ πάσης σπουδαίας οἰκονομίας, καὶ δʹ) Πλημμελὴς καὶ ἐν πολλοῖς ἄπιστος διαχείρισις τῶν δημοσίων ἐσόδων. Ἀλλὰ νομίζω, κύριοι Βουλευταί, ὅτι εἶναι καιρὸς νὰ κάμω μίαν δήλωσιν. Εἶχον σκοπὸν νὰ μὴ περιορισθῶ εἰς τὴν λεγομένην γενικὴν ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ συζήτησιν, ἀλλὰ ν’ ἀσχοληθῶ πολὺ εἰς τὰς λεπτομερείας, καὶ νὰ ζητήσω, ποῦ μὲν τὴν ἀπάλειψιν πιστώσεων καλυπτουσῶν δαπάνας περιττὰς ἢ δαπάνας πολυτελείας, ποῦ δὲ τὸν περιορισμὸν πιστώσεων ἀναγραφουσῶν ποσὰ ὑπερβαίνοντα τὰς πραγματικὰς ἀνάγκας τῆς ὑπηρεσίας, καὶ ἀφίνοντα τόπον εἰς σπατάλην καὶ καταχρήσεις. Ἀλλὰ βλέπω δυστυχῶς, ὅτι τοῦτο μοὶ εἶναι ἀδύνατον. Εὑρισκόμεθα ἤδη εἰς τὴν 7ην πρωϊνὴν ὥραν, καὶ ἐπ’ οὐδενὶ λόγῳ ἐννοεῖτε νὰ παραιτηθῆτε τῆς ἰδέας τοῦ νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ συνεδρίασις μέχρι τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ὁ κάματος δὲν εἶναι πλέον σωματικός, ἀλλὰ καὶ πνευματικός, οὕτω δὲ εὑρίσκομαι πρὸ τοῦ διλήμματος, ἢ νὰ ὁμιλῶ εἰς ὦτα μὴ ἀκουόντων καὶ μὴ ἀντιλαμβανομένων, ἢ νὰ κατέλθω τοῦ βήματος (ἱλαρότης). Καὶ ἡ ἀνάγκη τῶν πραγμάτων μοὶ ἐπιβάλλει νὰ προτιμήσω τὸ δεύτερον, ἀφοῦ μάλιστα διαβλέπω, ὅτι καὶ εἰς τὴν ὀλιγάριθμον φάλαγγα τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἐπῆλθε κἄποιος κλονισμός. Φαίνεται, ὅτι τοῦ ἡλίου αἱ ἀκτῖνες ἐπέδρασαν καταπραϋντικῶς ἐπὶ τοῦ νευρικοῦ της συστήματος καὶ εἰρηνικῶς ἐπὶ τῶν ψυχικῶν της διαθέσεων. Παρατηρῶ, ὅτι καὶ ἐντεῦθεν καὶ ἐκεῖθεν (δεικνύει τὴν δεξιὰν καὶ τὴν ἀριστερὰν πτέρυγα) ἐκδηλοῦται κοινὴ καὶ ζωηρὰ ἐπιθυμία νὰ παύσουν αἱ ἐχθροπραξίαι (γέλωτες καὶ φωναί: εἰρήνη ἡμῖν!). Παραιτοῦμαι λοιπὸν τοῦ περαιτέρω ἀγῶνος· κατερχόμενος δὲ τοῦ βήματος, ὀφείλω νὰ δηλώσω, ὅτι οὐδένα εὑρίσκω λόγον νὰ μετάσχω καὶ ἐγὼ τῆς χαρᾶς, ἥτις τόσον πολὺ ἐφαίδρυνε τὰ κάτωχρα ἐκ τῆς ἀϋπνίας καὶ ταλαιπωρίας πρόσωπά σας. Ἐκδηλοῦτε χαρᾶς αἴσθημα, διότι ἐπείσθητε ἐπὶ τέλους, ὅτι μετ’ ὀλίγα λεπτὰ τῆς ὥρας, διὰ τῆς συνήθους μεθόδου τῆς τολμηρᾶς παραχαράξεως τῶν γεγονότων, θὰ ἐπιψηφισθῇ κατὰ κεφάλαιον καὶ ἄρθρον ὁ Προϋπολογισμὸς τῶν 120 καὶ ἐπέκεινα ἑκατομμυρίων. Ἀπόδειξις, ὅτι εἴχετε φόβους, μήπως ἡ μέχρις ἐσχάτων ἐγκαρτέρησις τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ματαιώσῃ τὴν ἐπιψήφισιν. Ἰδού, ὅτι οἱ φόβοι σας ἀπεδείχθησαν ἀβάσιμοι, καὶ δύνασθε ν’ ἀπέλθητε ἤδη, ἀποκομίζοντες τὴν εὐφρόσυνον ἐντύπωσιν, ὅτι ἀπεσοβήθη τῆς Βουλῆς ἡ ἄμεσος διάλυσις, τοῦθ’ ὅπερ θὰ σᾶς ἐπιτρέψῃ ὑπὸ τὸ κυβερνητικὸν καθεστὼς ν’ ἀσχοληθῆτε ἐν ἀνέσει εἰς παρασκευὴν τῶν μετὰ πολλοὺς πλέον μῆνας ἐνεργηθησομένων ἐκλογῶν. Τὸ ἐπ’ ἐμοί, ἐπαναλαμβάνω, ὅτι ἡ κατάστασις αὕτη εἶναι βεβαίως πολὺ δυσάρεστος καὶ δίδει ἀφορμὴν εἰς μελαγχολικὰς διὰ τὸν τόπον σκέψεις, ἀλλὰ τὸ ἀναμφισβήτητον τοῦτο γεγονὸς δὲν μὲ ὠθεῖ καὶ μέχρις ἀπελπισίας, διότι ἀναπολῶ ταύτῃ τῇ στιγμῇ εἰς τὴν μνήμην μου τὴν μεγάλην ἐκείνην πολιτικὴν ἀλήθειαν, ἥτις ἐξηγγέλθη ἐν Ἀγγλίᾳ κατὰ τὰς παραμονὰς μεγάλων ἐθνικῶν γεγονότων. «Πρέπει τὰ πράγματα νὰ χειροτερεύσουν ἀκόμη περισσότερον, διὰ νὰ ἐπέλθῃ κατόπιν βελτίωσις». Πῶς καὶ διὰ τίνων μέσων συντελεῖται εἰς παρομοίας περιστάσεις ἡ βελτίωσις, τὸ γνωρίζετε ὅλοι ἐκ τῆς Ἱστορίας. Οὔτε τὴν ἀνάγκην αἰσθάνομαι, οὔτε τὸν καιρὸν ἔχω νὰ προσθέσω περισσότερα.
§346ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔσοδα τοῦ Κράτους. (Γίνεται δεκτὸς ὁ προϋπολογισμὸς τῶν ἐσόδων τοῦ Κράτους τῆς χρήσεως τοῦ 1902, κατὰ κεφάλαιον καὶ ἄρθρον, ὡς ἐτροποποιήθη διὰ τῶν ὑποβληθεισῶν παρὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν δηλώσεων, ἀνερχόμενος εἰς 123,949,931 δραχμάς).
§347ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νομοσχέδιον περὶ κυρώσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐσόδων τοῦ Κράτους τῆς χρήσεως τοῦ 1902. (Γίνεται δεκτὸν, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον). Ἔξοδα τοῦ κράτους. (Γίνεται δεκτός, κατὰ κεφάλαιον καὶ ἄρθρον, ὁ προϋπολογισμὸς τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν τῆς χρήσεως τοῦ 1902, ὡς ἐτροποποιήθη διὰ τῶν δηλώσεων τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. Ἀκολούθως γίνονται δεκτοὶ οἱ προϋπολογισμοὶ τῶν ἐξόδων τῶν λοιπῶν Ὑπουργείων, κατὰ κεφάλαιον καὶ ἄρθρον, ὡς ἐτροποποιήθησαν διὰ τῶν δηλώσεων τῶν οἰκείων Ὑπουργείων).
§348ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ σύνολον τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Κράτους τῆς χρήσεως τοῦ 1902 δρ. 121,885,707.20. (Ἀκολούθως γίνεται δεκτὸς ὁ προϋπολογισμὸς τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων τοῦ Ταμείου τῶν φάρων καὶ φανῶν, ὡς ἔχει, ἀνερχόμενος εἰς δρ. 650,000).
§349ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νομοσχέδιον περὶ κυρώσεως τῶν ἐξόδων τοῦ Κράτους καὶ τοῦ Ταμείου τῶν φάρων καὶ φανῶν τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1902. (Γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον).
§350ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ νὰ ἀναγνωσθῶσι τὰ πρακτικά. (Ἀναγινώσκονται τὰ πρακτικὰ τῆς σημερινῆς συνεδριάσεως).
§351ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀντίρρησις κατὰ τῶν πρακτικῶν;
§352ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι.
§353ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ πρακτικὰ ἐπικυροῦνται. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Χειροκροτήματα). (Ὥρᾳ 6 καὶ 30′ π. μ. τῆς ἐπιούσης).