| 2007 | Οὕτω κατὰ τὸ 1899 ἐδαπανήθησαν περισσότερα ἀπὸ τὰ | |||
| 2008 | δαπανηθέντα κατὰ τὸ 1896 | δρ. | 3,995,453.10 | |
| 2009 | Κατὰ τὸ 1900 ἐδαπανήθησαν περισσό- | |||
| 2010 | τερα τῶν δαπανηθέντων κατὰ τὸ 1896 | » | 8,680,850.10 | |
| 2011 | Κατὰ τὸ 1901 προσδιωρίσθησαν ἔξοδα | |||
| 2012 | ὑπὲρ τὸ ποσὸν τῶν δαπανηθέντων τὸ 1896 | » | 14,613,728.10 | |
| 2013 | Κατὰ τὸ 1902 προσδιωρίσθησαν τὰ ἔξ- | |||
| 2014 | οδα ὑπὲρ τὸ ποσὸν τῶν δαπανηθέν- | |||
| 2015 | των τὸ 1896 | » | 23,358,880.10 | |
| 2016 | Τὸ ὅλον | δρ. | 50,648,911.40 |
1902.04.03
3.916 στίχοι · 30.616 λέξεις · 1 πίνακας · 126 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 48
Τῆς 3 Ἀπριλίου 1902.
(Τετάρτη).
(Γενομένης ἀπαρτίας ὥρᾳ 6 μ.μ. ἀναγινώσκονται καὶ ἐγκριθέντα ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους Ἐπιτροπὴ κατέθεσε τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ διορισμοῦ γραμματέως καὶ ἐπιστάτου ἐν τῇ ἐν Ἀθήναις Συλλογῇ εἰκόνων (Πινακοθήκῃ), καὶ χορηγίας πιστώσεως δραχμῶν 300 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν κλπ. τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1901.» Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 199). Ὁ κύριος Α. Βιτάλης ἔχει τὸν λόγον.
§2Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Ἓν τηλεγράφημα, κύριε Πρόεδρε, ἔλαβον, ἀπὸ μέρους καπνεμπόρων καὶ καπνοπωλῶν Ἑρμουπόλεως, διὰ τοῦ ὁποίου παρακαλοῦσι τὴν Βουλὴν νὰ μὴ ψηφίσῃ τὸ νομοσχέδιον περὶ κυρώσεως τῆς περὶ σιγαροποιΐας συμβάσεως, ὡς καταστρεπτικῆς ἐν γένει εἰς τὸ καπνεμπόριον, διατεινόμενοι, ὅτι τὸ ἐξωτερικὸν ἐμπόριον τῶν ἑλληνικῶν σιγάρων δύναται νὰ προαχθῇ, ἐὰν παραχωρηθῇ παντὶ καπνεμπόρῳ τὸ δικαίωμα τῆς προμηθείας ἐκλεκτοῦ σιγαροχάρτου. Ἔχουσι δὲ πληρεστάτην πεποίθησιν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἀφοῦ μάλιστα παρέπεμψε τὸ σχετικὸν νομοσχέδιον μετὰ τῆς συμβάσεως εἰς ἐπιτροπήν, ὅπως μὴ ἐπιψηφισθῇ. Ἐλπίζω, ὅτι ἡ αἴτησις αὕτη τῶν εἰρημένων καπνεμπόρων καὶ καπνοπωλῶν θὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Φικιώρης ἔχει τὸν λόγον.
§4Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Σοβαρώτατον γεγονός, κύριοι Βουλευταί, ἐφείλκυσε τὴν προσοχήν μου ἐν τῇ ἰδιαιτέρᾳ μου ἐπαρχίᾳ, μάλιστα δέ, ὅτε εἶδον, ὅτι τὸ αὐτὸ ἤρξατο γινόμενον καὶ ἐν ταῖς ὁμόροις ἐπαρχίαις. Ἀπό τινων ἐτῶν περιερχόμενος ἀνὰ τὰ χωρία τῆς Λακεδαίμονος, ἔβλεπον ὁσημέραι τὸν πληθυσμὸν τούτων ἀραιούμενον· ἔβλεπον ἐν ταῖς πανηγύρεσι τῶν χωρίων τούτων μόνον γυναῖκας μετὰ γερόντων καὶ παίδων ἡλικίας κατωτέρας τῶν 15 ἐτῶν. Τοῦτο μοὶ ἐνεποίησεν αἴσθησιν, τὴν ὁποίαν ἔπρεπε νὰ ἐμποιήσῃ εἰς πάντα θέλοντα νὰ ἐξετάζῃ τὰ τοῦ τόπου του. Ἐνόμισα, ὅτι τὸ ζήτημα τοῦτο πρέπει νὰ μελετηθῇ εὐρύτερον, καὶ πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον ἐθεώρησα συντελεστικὸν νὰ προκαλέσω στατιστικὰς πληροφορίας ὅσον τὸ δυνατὸν ἀκριβεστέρας. Παρεκάλεσα πρὸς τοῦτο τὸν νομάρχην Λακεδαίμονος, καὶ ἀπηύθυνεν οὗτος ἐγκύκλιον πρὸς πάντας τοὺς δημάρχους τῆς δικαιοδοσίας του, οὓς παρήγγειλε νὰ τῷ ὑποβάλωσι στατιστικὰς πληροφορίας ἐπὶ θεμάτων, ὧν σημείωσιν τῷ ἔδωκα, ὅπως δοθῇ ἀφορμὴ καὶ μελετηθῇ εὐρύτατα καὶ ἐπὶ στατιστικῶν πληροφοριῶν ζήτημα, ὁποῖον εἶναι τὸ τῆς μεταναστεύσεως. Τὰ θέματα, ἐφ’ ὧν προεκάλεσα διὰ τοῦ κ. νομάρχου Λακεδαίμονος τὰς πληροφορίας τῶν κ. δημάρχων, εἶναι ταῦτα: 1) πότε ἤρξαντο αἱ μεταναστεύσεις ἐξ ἑκάστου δήμου εἰς Ἀμερικήν· 2) πόσοι κατ’ ἔτος περίπου μεταναστεύουν, καὶ πόσοι μέχρι τοῦδε ἔχουσι μεταναστεύσει. — Σημειωτέον, ὅτι αἱ πληροφορίαι αὗται ἐζητήθησαν κατὰ τὸν προπαρελθόντα Μάρτιον· — 3) ἐὰν μετ’ αὐτῶν μετηνάστευσαν καὶ γυναῖκες· 4) ὁποίων ἡλικιῶν εἶναι οἱ μεταναστεύοντες· 5) ὁποίων ἐπαγγελμάτων· 6) ὁπόσα χρήματα δαπανῶσιν εἰς ναύλους κλπ. καὶ συναποκομίζουσι μεταναστεύοντες· 7) ὁποῖα ἐπαγγέλματα μετέρχονται ἐν Ἀμερικῇ· 8) ἐὰν κερδίζουσιν ἐκεῖ καὶ ἀποστέλλουσι χρήματα εἰς τὴν Ἑλλάδα, καὶ ὁπόσα περίπου· 9) ἐὰν ἐπανέρχονται, καὶ κατὰ τίνα ἀναλογίαν· ἐπανερχόμενοι δέ, ἐὰν ἐπανέρχονται ὑγιεῖς ἢ πάσχοντες, καὶ ἐκ τίνων νοσημάτων· 10) ἐὰν οἱ ἐπανερχόμενοι μένουσιν ἐν Ἑλλάδι ἢ μεταναστεύουσι πάλιν· 11) ἐὰν ἡ μετανάστευσις ἐξακολουθεῖ αὐξάνουσα ἢ ἐλαττουμένη, καὶ 12) ἐν γένει, ὁποία ἡ ἐπικρατοῦσα ἐν ἑκάστῳ δήμῳ γνώμη περὶ τῆς μεταναστεύσεως καὶ περὶ τῶν αἰτίων αὐτῆς. Εἶναι ἀληθές, δυστυχῶς, ὅτι οἱ κύριοι δήμαρχοι δὲν κατενόησαν πάντες τὴν σοβαρότητα τοῦ ζητήματος τούτου, ὅπως ἐπιστήσωσιν ὅσον ἔνεστι μείζονα προσοχὴν ἐπ’ αὐτοῦ, καὶ διὰ τοῦτο δὲν ἔδωκαν τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας ἔπρεπε πάντως νὰ δώσωσιν. Οὐχ ἧττον ἐκ τῶν ἐκθέσεων τῶν 18 δημάρχων τοῦ νομοῦ Λακεδαίμονος δύνανται, πιστεύω, οἱ θέλοντες νὰ μελετήσωσι τὸ ζήτημα νὰ ἐξαγάγωσι συμπεράσματα ὡς οἷόν τε ἀσφαλῆ καὶ περὶ τῶν αἰτίων τῆς μεταναστεύσεως, καὶ περὶ τοῦ ὠφελίμου ἢ μὴ αὐτῆς, καὶ περὶ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν, ἐὰν αὕτη δὲν εἶναι ὠφέλιμος, δύναται νὰ περισταλῇ τὸ κακὸν, ἂν μὴ βεβαίως καὶ ν’ ἀπαγορευθῇ. Αἱ ἐκθέσεις αὗται τῶν κυρίων δημάρχων ὑπεβλήθησαν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον μετὰ τῶν ἐκθέσεων δύο νομαρχῶν Λακεδαίμονος, τοῦ κ. Μαρκεζίνη καὶ τοῦ διαδεχθέντος αὐτὸν κ. Τερομνήμονος, ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ ζητήματος. Ἐκτὸς τούτων, κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν προσεκάλεσε καὶ τὸν κ. νομάρχην Ἀρκαδίας, — διότι καὶ ἐξ Ἀρκαδίας ἤρξατο ῥεῦμα ἀκατάσχετον μεταναστεύσεως — καὶ ὑπέβαλε καὶ οὗτος ἔκθεσιν περὶ τοῦ ζητήματος τούτου, ὅσον ἀφορᾷ τὸν νομὸν αὐτοῦ. Προεκλήθη ἐπίσης κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος καὶ ἑτέρα ἔκθεσις τοῦ Γενικοῦ Προξένου ἐν Νέᾳ Ὑόρκῃ, ὅπως καὶ ἐκεῖθεν ἔχωμεν πληροφορίας, ὡς οἷόν τε ἀκριβεστέρας, περὶ τῆς καταστάσεως τῶν μεταναστῶν ἐν Ἀμερικῇ. Πάσας τὰς ἐκθέσεις ταύτας ὁ κ. Ὑπουργὸς, παρακληθεὶς, μοὶ ἔκαμε τὴν τιμὴν νὰ προσκομίσῃ εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ αὐτὰς ἔχοντες ὑπ’ ὄψιν, δυνάμεθα νὰ μελετήσωμεν τὸ ζήτημα, καὶ νὰ ἴδωμεν κατὰ πόσον ἡ μετανάστευσις ἡ ἁθρόα, ἢ οἱονεὶ μετοικεσία αὕτη τῶν πολιτῶν Ἑλλήνων εἰς τὸ ἄλλο ἡμισφαίριον τῆς γῆς, εἶναι ὠφέλιμος ἢ μή. Καὶ ἂν μὴ ἦναι ὠφέλιμος, κατὰ πόσον δυνάμεθα νὰ περιορίσωμεν αὐτὴν, αἴροντες τὰς αἰτίας, αἱ ὁποῖαι προκύπτουσιν ἐκ τῶν ἐκθέσεων αὐτῶν. Καὶ πρῶτον, σχεδὸν πάντες οἱ κύριοι δήμαρχοι, οἱ ἁρμοδιώτεροι νὰ κρίνωσι καὶ νὰ πληροφορήσωσιν ἡμᾶς περὶ τῶν αἰτίων τῆς ἀθρόας ταύτης μεταναστεύσεως, γενικῶς φέρουσιν ὡς αἰτίας πρῶτον τὴν πενίαν, καὶ δεύτερον τὴν ἔλλειψιν ἐργασίας, παρεπόμενα δὲ αἴτια, ἢ μᾶλλον δευτερεύοντα αἴτια τῆς μεταναστεύσεως φέρουσι πάντες ἀνεξαιρέτως τὴν κακοδιοίκησιν, ἡ ὁποία φέρει εἰς τὴν πενίαν λαὸν, ὁ ὁποῖος βεβαίως, ἂν ἄλλως διῳκεῖτο, θὰ ἠδύνατο νὰ ἐπαρκῇ διὰ τῆς ἐργασίας του ἐν τόπῳ, ἐν τῷ ὁποίῳ δὲν ὑπάρχει οὔτε ἔλλειψις γῆς πρὸς καλλιέργειαν, οὔτε ἔλλειψις ἄλλων μέσων πρὸς ἐργασίαν. Τὸ ζήτημα τοῦτο συνεζητήθη ἀρκετὰ καὶ κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος, καθ’ ἃς ἐποχὰς γίνονται αἱ ἀθρόαι μεταναστεύσεις, ἀνακινηθὲν ἐν τῇ δημοσιογραφίᾳ, καὶ κατὰ τὸ ἐνεστὼς, διὰ συνεντεύξεων καὶ μετὰ πολιτικῶν ἀνδρῶν καὶ μετ’ ἄλλων ἁρμοδίων νὰ ἐξετάζωσι τοιαῦτα ζητήματα, καὶ ἐξηνέχθησαν διάφοροι γνῶμαι. Μία τῶν γνωμῶν τούτων εἶναι, ὅτι κυριωτέρα αἰτία τῆς μεταναστεύσεως εἶναι ὁ πόθος πρὸς πλουτισμόν, τὸ κέρδος, τὸ ὁποῖον οἱ μεταναστεύοντες ἔχουσιν ὑπ’ ὄψιν, μανθάνοντες ἢ βλέποντες, ὅτι ἄλλοι συγχώριοί των μεταναστεύσαντες πρὸ αὐτῶν, ἀποστέλλουσιν ἐξ Ἀμερικῆς χρήματα· ἀλλ’ οἱ τὴν γνώμην ταύτην ἔχοντες, νομίζω ὅτι δὲν ἠθέλησαν νὰ μελετήσωσι καλλίτερον τὸ ζήτημα, καὶ νὰ ἐμβαθύνωσιν εἰς αὐτό. Ἐὰν ἐξετάσωμεν, πόσοι ἔχουσι μεταναστεύσει ἐξ ἑκάστου χωρίου, καὶ πόσοι ἐξ αὐτῶν ἀπέστειλαν χρήματα, θὰ ἴδωμεν, ὅτι ἡ κυρία αἰτία τῶν μεταναστεύσεων δὲν εἶναι ἡ ἰδέα τοῦ πλουτισμοῦ, καὶ ὅτι, ἂν ὑπάρχῃ ἰδέα τοιαύτη, εἶναι λίαν πεπλανημένη. Ἐκ τῶν ἐκθέσεων τῶν δημάρχων καταφαίνεται, ὅτι οἱ μετανάσται, οἵτινες κατορθοῦσιν ἐν Ἀμερικῇ νὰ ἀποκτῶσι χρήματα, ὁπωσδήποτε ἀρκετά, ὥστε νὰ ἀποστέλλωσι καὶ εἰς τὰς οἰκογενείας των ἐνταῦθα, εἶναι ἐλάχιστοι, ἀπέναντι ἐκείνων, οἵτινες δυστυχοῦσιν ἐκεῖ, καὶ οὐδὲν ἀποστέλλουσιν. Ὁ δήμαρχος Σπαρτιατῶν ἀναφέρει, ὅτι ἀπὸ τοῦ 1886 ἤρξατο ἡ μετανάστευσις ἐκ τοῦ δήμου του, καὶ ἔχουσι μεταναστεύσει μέχρι τοῦ Νοεμβρίου τοῦ 1900, ὅτε ἐγένετο ἡ ἔκθεσις, χίλιοι ἐκ μόνον τοῦ δήμου Σπαρτιατῶν· μεταξὺ δ’ αὐτῶν 5% εἶναι γυναῖκες. Ἡ ἡλικία αὐτῶν κυμαίνεται μεταξὺ τοῦ 14 καὶ 35 ἔτους· οἱ πλεῖστοι ἦσαν τὸ ἐπάγγελμα γεωργοί, ἢ ἐργάται ἡμερομίσθιοι. Αὐτοὶ δὲ, μεταβαίνοντες εἰς τὴν Ἀμερικὴν, ἔχουσιν ἀνάγκην νὰ δαπανήσωσι διὰ τὴν μετάβασίν των, καὶ ἑπομένως συναποκομίζουσιν ἐντεῦθεν 500–600 δραχμὰς ἕκαστος. Ἐκεῖ δὲ μεταβαίνοντες, μετέρχονται τὸ ἐπάγγελμα τοῦ ἀνθοπώλου ἢ ὀπωροπώλου, ἢ ἐργάζονται εἰς ἐργοστάσια ἢ εἰς δημόσια ἔργα, ἤτοι εἰς κατασκευὴν ὁδῶν, σιδηροδρόμων καὶ τῶν τοιούτων. Ἐκ τούτων ἐλάχιστοι ἀποστέλλουσιν ἐκεῖθεν χρήματα, ἐπανέρχονται δ’ ἐπίσης ἐλάχιστοι, καὶ οὗτοι κατὰ τὸ ⅓ πάσχουσιν ἀπὸ ἀφροδισιακὰς καὶ ἄλλας χρονίας καὶ ἀνιάτους νόσους, ὀλεθρίας διὰ τὴν ὑγείαν καὶ αὐτῶν καὶ τῶν οἰκογενειῶν των, καὶ πρὸ παντὸς ἀπὸ φυματίωσιν. Ἀλλὰ καὶ ἐκ τῶν ἐπανερχομένων ὑγιῶν τοὐλάχιστον τὸ ⅕ πάλιν ἐπιστρέφουσιν εἰς Ἀμερικήν. Τὰς αὐτὰς περίπου πληροφορίας δίδουσι διὰ τῶν ἐκθέσεών των καὶ πάντες οἱ λοιποὶ δήμαρχοι τοῦ νομοῦ Λακεδαίμονος περὶ τῶν ἐκ τῶν δήμων αὐτῶν μεταναστεύσεων. Ἀλλ’ ἵνα μὴ κουράσω τὴν Βουλήν, ἀναγινώσκων πάσας τὰς ἐκθέσεις αὐτῶν, ἀναφέρω μόνον, ὅτι ἐξ αὐτῶν προκύπτει, ὅτι ἐν ὅλῳ μέχρι τοῦ Νοεμβρίου τοῦ 1900 ἐκ μόνου τοῦ νομοῦ Λακεδαίμονος ἔχουσι μεταναστεύσει 8602 περίπου. Πάντες οὗτοι βεβαίως εἶναι ἐκ τῶν ἀκμαιοτέρων ἀνδρῶν, καὶ ἠδύναντο, ἐργαζόμενοι διάφορα ἔργα καὶ καλλιεργοῦντες τὴν γῆν ἐν τῇ πατρίδι των, νὰ ἀποφέρωσιν εἰς τὴν χώραν πλοῦτον, τὸν ὁποῖον ὅμως χάνομεν διὰ τῆς μεταναστεύσεως αὐτῶν. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου, οὗτοι, μεταναστεύοντες ἐκ τῆς Ἑλλάδος, συναποκομίζουσι κατὰ μέσον ὅρον 600 δραχμὰς ἕκαστος, ἤτοι οἱ 8602 ἔχουσιν ἐξαγάγει ἐκ τῆς χώρας μέχρι τοῦ Νοεμβρίου τοῦ 1900 δρ. 5,161,200. Ἤθελον ἐρωτήσει ἐκείνους, οἵτινες ἰσχυρίζονται, ὅτι εἶναι ὠφέλιμος ἡ μετανάστευσις, ἐὰν δύνανται νὰ βεβαιώσωσιν, ὅτι τὸ ποσὸν αὐτὸ τῶν 5,161,200 δρ. ἔχει εἰσέλθει εἰς τὴν Λακεδαίμονα ἐξ Ἀμερικῆς.
§5Κ. Ν. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Πενταπλάσιον τοὐλάχιστον.
§6Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Δέχομαι πρὸς στιγμὴν τὴν γνώμην τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου, ὅτι πενταπλάσιον ποσὸν ἔχει εἰσέλθει, ἀλλ’ ἐρωτῶ, ἐὰν οἱ 8602 ἄνδρες εὑρίσκοντο ἐν τῇ χώρᾳ ἀπὸ τοῦ 1884, ὅτε ἤρξατο ἡ μετανάστευσις, μέχρι τοῦδε, ἠδύναντο νὰ παραγάγωσι διὰ τῆς ἐργασίας των τὸ αὐτὸ ποσόν, ναὶ ἢ οὔ; Δὲν πρέπει νὰ ὑπολογίσωμεν, ἐπὶ 15 ἤδη ἔτη, καὶ τοὺς τόκους τῶν χρημάτων, τὰ ὁποῖα ἐξήγαγον ἐντεῦθεν οἱ ἄνδρες οὗτοι διὰ δαπάνας τῆς ἐκεῖ μεταβάσεώς των; Ἀλλ’ ἐκτὸς τῆς ὑλικῆς ταύτης ζημίας, κατ’ ἐμὲ ἐπέρχεται καὶ ἄλλη πολλῷ σπουδαιοτέρα. Μὴ τάχα ἡ χώρα ἡμῶν κατοικεῖται τόσον πυκνῶς καὶ ἔχομεν τόσον μέγαν πληθυσμόν, ὥστε ν’ ἀφίνωμεν νὰ ἀραιοῦται οὗτος ἐπὶ τοσοῦτον;
§7Κ. Ν. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν θέλομεν νὰ ἀραιοῦται, ἀλλὰ τί νὰ κάμωμεν;
§8Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Νὰ συντελέσωμεν, πῶς νὰ περιστείλωμεν τὰς μεταναστεύσεις. Διότι βεβαίως, ὅταν μεταβαίνητε εἰς ἓν χωρίον καὶ βλέπητε, ὅτι ἐκ 500 κατοίκων οἱ 400 εἶναι γυναῖκες καὶ οἱ 100 παιδία ἢ γέροντες, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ περιμένητε νὰ εὐημερήσῃ τὸ χωρίον αὐτὸ ὑπὸ πᾶσαν ἔποψιν, ἰδίως δὲ ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς γεωργίας καὶ τῆς κτηνοτροφίας. Παρακαλῶ τὸν κ. Βουλευτὴν ἐξ Ἐπιδαύρου Λιμηρᾶς νὰ μοὶ εἴπῃ, ἐκ τῶν μεταναστῶν τῆς ἐπαρχίας του, ἂν γνωρίζῃ, οἱ περισσότεροι ἢ οἱ ὀλιγώτεροι ἀπέστειλαν χρήματα ἐξ Ἀμερικῆς;
§9Α. ΡΙΚΑΚΗΣ. Τὰ γνωρίζομεν αὐτά, καὶ δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ τὰ ἐπαναλαμβάνωμεν.
§10Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ (πρὸς τὸν κ. Ρικάκην). Ὅταν κάμνητε σεῖς ἐπερώτησιν οἱανδήποτε, ὅλοι σᾶς ἀκούομεν.
§11Γ. ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Οὕτω συνηθίζει ὁ κ. ἐκ Πατρῶν συνάδελφος.
§12Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Ἀπέναντι τοῦ ἀγαθοῦ τούτου τοῦ κέρδους, ὅπερ, κατά τινα τῶν συναδέλφων, προέρχεται ἐκ τῶν μεταναστεύσεων, ἀπέναντι τοῦ χρυσίου, τοῦ ὀλίγου σχετικῶς πρὸς τὸν ἀριθμὸν τῶν μεταναστευόντων, ὅπερ εἰσέρχεται εἰς τὸ Κράτος, πόσα ἄλλα κακὰ ἐκ τῶν μεταναστεύσεων προέρχονται; Ἡ ἀραίωσις τοῦ πληθυσμοῦ εἶναι μικρὸν κακόν, καὶ δὲν πρέπει νὰ προσελκύσῃ τὴν προσοχὴν τῶν ἁρμοδίων καὶ τῶν ὑποχρέων νὰ φροντίζωσιν ἐν γένει περὶ τῆς καταστάσεως τοῦ Κράτους καὶ τῶν πολιτῶν; Μεταναστεύουσι καὶ ἐξ ἄλλων χωρῶν, ἀλλ’ εἰς ἐκείνας τὰς χώρας ὁ πληθυσμὸς εἶναι καὶ πολὺ πυκνὸς καὶ δὲν δύνανται οἱ ἄνθρωποι νὰ ζήσωσιν ἐν τῇ πατρίδι αὐτῶν, ἕνεκα ἐλλείψεως ἐπαρκοῦς καλλιεργησίμου γῆς καὶ ἄλλων ἔργων. Παρετήρησα εἰς μίαν ἔκθεσιν, ἐξ Ἀμερικῆς προερχομένην, ὅτι καὶ ἐκ τοῦ Βελγίου μεταναστεύουσιν ἐκεῖ πολὺ πλείονες. Ἀλλ’ ἐκεῖ, ἐπὶ ἐπιφανείας 11,303 τετραγωνικῶν μιλλίων, κατοικοῦσιν 6½ ἑκατομμύρια, ἐνῷ ἐν Ἑλλάδι, ἐπὶ ἐπιφανείας 25,114 τετραγωνικῶν μιλλίων, κατοικοῦσι μόνον 2½ ἑκατομμύρια. Ἀφοῦ λοιπὸν ἡ χώρα ἡμῶν εἶναι τοσοῦτον ἀραιῶς κατῳκημένη, ἐρωτῶ, τί θ’ ἀπογείνῃ ὁ τόπος, ἐὰν δὲν φροντίσωμεν νὰ περιστείλωμεν τὰς μεταναστεύσεις, καὶ ἀφήσωμεν νὰ αὐξάνωσιν αὗται τόσον ὑπερμέτρως κατ’ ἔτος; Ὁπόση δὲ θὰ ἦναι ἡ βλάβη διὰ τὸ Κράτος ἐν γένει, ἐὰν δι’ ἔλλειψιν ἐργατικῶν χειρῶν μείνῃ ὁ τόπος ἀκαλλιέργητος; Παράδειγμα δύναμαι νὰ φέρω ὑμῖν ἐκ τῆς ἰδιαιτέρας ἐπαρχίας μου, τῆς Λακεδαίμονος. Δὲν ἦτο κατὰ τὸ ἔτος τοῦτο μεγάλη εὐφορία ἐλαίου, καὶ ἐν τούτοις, ἕνεκα ἐλλείψεως ἐργατῶν διὰ τὴν συλλογὴν τοῦ ἐλαιοκάρπου, μέγα μέρος τούτου ἀπωλέσθη. Ἤδη εἶναι ὁ χρόνος τῆς καλλιεργείας τῶν ἀμπέλων, καὶ διὰ τὴν ἔλλειψιν ἀνδρῶν καλλιεργητῶν καταφεύγουσιν εἰς τὰς γυναῖκας, ἀλλ’ αἱ χεῖρες τῶν γυναικῶν δὲν δύνανται νὰ ἐπιφέρωσι τὴν καλλιέργειαν, ἣν αἱ ἀνδρικαὶ χεῖρες ἐπιφέρουσι. Δὲν ἐπέρχεται ἐντεῦθεν ζημία; Ἐν Σπάρτῃ ὑπάρχουσι μεταξουργεῖα, ἐν οἷς ἐργάζονται κοράσια, ἕνεκα δὲ τῶν μεταναστεύσεων, καὶ τὰ ἐργοστάσια ταῦτα ἔχουσιν ἔλλειψιν ἐργατριῶν, διότι ἀπό τινος χρόνου ἤρχισαν νὰ μεταναστεύωσι καὶ τὰ κοράσια εἰς Ἀμερικήν.
§13Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Τί ἡμερομίσθιον ἔχουν ἐκεῖ;
§14Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. .. Ἀλλὰ καὶ ἐκ τῶν νέων, οἵτινες μεταναστεύουσι, δὲν στερεῖται τὸ Κράτος τόσων στρατιωτικῶν βραχιόνων; Δὲν βλέπετε κατ’ ἔτος εἰς τὰ Στρατολογικὰ Συμβούλια τῶν νομῶν, ἐξ ὧν γίνονται αἱ μεταναστεύσεις, κατὰ πόσον ἠλαττώθη ὁ ἀριθμὸς τῶν προσερχομένων κληρωτῶν; Οὐδὲ δέκα ἐπὶ τοῖς ἑκατὸν ἐκ τῶν κληρουμένων ἐμφανίζονται, καὶ κινδυνεύομεν ἐκ τῶν νομῶν τῶν μεταναστεύσεων νὰ μὴ λαμβάνῃ πλέον τὸ Κράτος στρατιώτας! Ἀλλὰ μὴ τοὐλάχιστον ἐπανέρχονται εἰς τὰς πατρίδας των οἱ ἀποτυγχάνοντες ἐν Ἀμερικῇ μετανάσται; Ὑπάρχουσιν οἱ πιστεύοντες, ὅτι δὲν ὑπάρχει ὁ κίνδυνος, ὃν ἀνέφερα, διότι οἱ μεταναστεύοντες δὲν ἔχουσι σκοπὸν νὰ ἐγκατασταθῶσι μονίμως ἐν Ἀμερικῇ, ἀλλὰ σκοποῦσι νὰ ἐπανέλθωσιν εἰς τὰς πατρίδας των ἀφοῦ ἀποκτήσωσι περιουσίαν τινά. Εἶναι ἀληθές, ὅτι μέχρι τοῦδε ἐπίστευον καὶ ἐγώ, ὅτι ἠδυνάμεθα νὰ ἐλπίζωμεν ὅτι, ἂν μὴ πάντες, οἱ περισσότεροι ὅμως θὰ ἐπανήρχοντο. Ἀλλ’ ὅταν ἀπό τινος χρόνου βλέπωμεν, ὅτι μετακαλοῦσιν ἐκεῖσε καὶ τὰς οἰκογενείας των, τὰς συζύγους των, τὰς ἀδελφάς των, τὰ τέκνα των, πρέπει νὰ ἀποβάλωμεν πᾶσαν ἐλπίδα, ὅτι δύνανται νὰ ἐπανέλθωσιν οἱ ἄνθρωποι οὗτοι. Παρατηρεῖται κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη, ὅτι, ἐνῷ ἡ μετανάστευσις βαίνει αὐξάνουσα, ἐν τούτοις ἡ ἐπάνοδος τῶν μεταναστῶν βαίνει ἐλαττουμένη, καὶ ἐνῷ ἄλλοτε ἐπὶ χιλίων μεταναστευόντων ἐπανήρχοντο κατὰ τὸ αὐτὸ ἔτος τοὐλάχιστον ἑκατόν, σήμερον δὲν ἐπανέρχονται οὔτε πέντε, καίτοι μεταναστεύουσι δύο χιλιάδες. Δὲν εἶναι λοιπὸν τοῦτο ἀπόδειξις τρανοτάτη, ὅτι πρέπει νὰ ἀπελπισώμεθα διὰ τὴν παλιννόστησιν τῶν μεταναστῶν; Καὶ ὄχι μόνον τοῦτο συμβαίνει, ἀλλὰ βλέπομεν, ὅτι καὶ τὰ χρήματα, τὰ ὁποῖα ἀποστέλλουσιν ἐκεῖθεν, εἶναι ὀλιγώτερα κατ’ ἔτος. Ἐνῷ ἄλλοτε ἀπεστέλλοντο παρὰ τῶν μεταναστῶν κατὰ μέσον ὅρον εἰς τὴν Λακεδαίμονα 200 ἢ 300 χιλιάδες δραχμῶν, ἤδη ἀποστέλλονται ὀλιγώτερα ποσά, —καίτοι ὁ ἀριθμὸς τῶν μεταναστευόντων εἶναι πολλῷ μεγαλείτερος, — διότι οἱ ἄνθρωποι ἀπεφάσισαν νὰ μένωσιν ἐκεῖ, καὶ φυσικὰ δὲν ἀποστέλλουσιν ἐνταῦθα τὰ χρήματά των. Ἀπόλλυται λοιπὸν καὶ ἡ ἐλπὶς καὶ τῆς ἐπανόδου τῶν μεταναστῶν καὶ τοῦ κέρδους τοῦ ἐκ τῆς ἀποστολῆς χρημάτων καὶ εἰσαγωγῆς χρυσίου εἰς τὴν Ἑλλάδα ἐξ Ἀμερικῆς. Ἀλλὰ καὶ ἄλλο μέγα κακόν, τὸ ὁποῖον κυρίως πρέπει νὰ ἐφελκύσῃ τὴν προσοχὴν τῶν ἁρμοδίων, εἶναι αἱ φοβεραὶ νόσοι, τὰς ὁποίας πολλοὶ τῶν ἐπανερχομένων μεταναστῶν συναποκομίζουσιν ἐκεῖθεν καὶ μεταδίδουσιν εἰς τὰ χωρία των, ἐν οἷς ἄλλοτε ὑπῆρχεν ἄκρα ὑγεία καὶ ἦσαν ἄγνωστοι τοιαῦται νόσοι. Ὑπάρχουσιν ἐν Λακεδαίμονι χωρία, εἰς τὰ ὁποῖα ὡς εἰς σανατόρια μετέβαινον οἱ πολῖται ἐν καιρῷ θέρους, καὶ ἤδη εἰς τὰ χωρία ταῦτα δὲν τολμῶμεν νὰ πλησιάσωμεν, διότι τὸ μικρόβιον τῆς φθίσεως μετηνέχθη ὑπὸ τῶν ἐπανελθόντων μεταναστῶν καὶ ἐγκατεστάθη ἐν αὐτοῖς. Οἰκογένειαι ὁλόκληροι, ἐκ πολλῶν ἀτόμων, σχεδὸν ἐξηφανίσθησαν, διότι ἓν μέλος αὐτῶν, μεταναστεῦσαν εἰς Ἀμερικὴν, ἔπαθε φθίσιν, καὶ ἐπανελθὸν μετέδωκεν αὐτὴν καὶ εἰς τὰ λοιπὰ μέλη, τὰ ὁποῖα, ἀγνοοῦντα τί εἶναι φθίσις καὶ ὁποίας συνεπείας ἔχει, καὶ θέλοντα ἐκ στοργῆς καὶ πρὸς προσφιλὲς μέλος τῆς οἰκογενείας, μετὰ μακρὰν ἀποδημίαν ἐπανερχόμενον, καὶ πρὸς τὸ πολὺ ἢ ὀλίγον χρυσίον, ὅπερ ἔφερεν ἐκ τῆς ξένης, νὰ περιποιηθῶσιν ὅσον τὸ δυνατὸν περισσότερον τὸν πάσχοντα οἰκεῖον, συνέτρωγον καὶ συνέπινον ἐν τοῖς αὐτοῖς δοχείοις καὶ ἐν γένει συνδιῃτῶντο μετ’ αὐτοῦ ἐν τῇ αὐτῇ οἰκίᾳ, ἄνευ οὐδεμιᾶς προφυλάξεως, καὶ οὕτω προσεβλήθησαν καὶ αὐτὰ καὶ ἀπέθανον ἐκ φθίσεως! Τὸ ζήτημα τοῦτο δὲν εἶναι ἀρκετὰ σοβαρὸν, καὶ δὲν πρέπει νὰ ἐφελκύσῃ τὴν προσοχὴν ἡμῶν περισσότερον ἀπὸ τὸ χρυσίον, τὸ ὁποῖον ἐξ Ἀμερικῆς εἰσάγεται, καὶ χάριν τοῦ ὁποίου τινὲς ἐνόμισαν, ὅτι πρέπει καὶ νὰ ἐνθαρρύνωμεν ἀκόμη τοὺς συμπολίτας ἡμῶν, ἵνα μεταναστεύωσιν; Ἄλλο μέγα ἐπίσης κακὸν, προσγινόμενον ἐκ τῶν μεταναστεύσεων, εἶναι ἡ ἠθικὴ διαφθορὰ καὶ ἀποσύνθεσις, ἡ εἰσχωρήσασα εἰς τὴν οἰκογένειαν καὶ εἰς τὴν κοινωνίαν. Εἰς πλείστας οἰκογενείας μεταναστῶν, αἱ ὁποῖαι μένουσιν ἔρημοι ἀνδρῶν ἐν τοῖς χωρίοις, λαμβάνουσι χώραν βαρέα ἠθικὰ παραπτώματα, ἅτινα ἔχουσιν ὡς συνέπειαν διαζύγια συζύγων καὶ διεκδικήσεις τῆς οἰκογενειακῆς τιμῆς διὰ φόνου. Δυστυχῶς μάλιστα ἐν τοῖς πλείστοις τῶν τοιούτων οἰκογενειακῶν σκανδάλων καὶ ἀτυχημάτων ἐνέχονται τὰ ἀστυνομικὰ ὄργανα, ἅτινα ἐν τοῖς χωρίοις, ἐπωφελούμενα τῆς ἀποδημίας τῶν ἀνδρῶν, εἰσχωροῦσιν εἰς τὰς ἀπροστατεύτους οἰκογενείας, καὶ ἀποπλανῶσι τὰς συζύγους καὶ τὰς ἀδελφὰς καὶ τὰς θυγατέρας τῶν μεταναστῶν. Ἕνεκα τῆς καταστάσεως δὲ ταύτης καὶ ὁ ἀριθμὸς τῶν ἐκθέτων καταπληκτικῶς ηὔξησεν ἐν τοῖς χωρίοις. Τούτων οὕτως ἐχόντων, ὑπάρχει τις ὁ ἀμφιβάλλων, ὅτι τὰ ἐκ τῶν μεταναστεύσεων κακὰ εἶναι πολλῷ ἀνώτερα τοῦ μόνου καλοῦ, τοῦ ἐκ τοῦ ὀλίγου ἢ ἔστω καὶ πολλοῦ χρυσίου, τὸ ὁποῖον εἰσάγεται εἰς τὴν χώραν διὰ τῶν μεταναστεύσεων; Ἤδη, δεχόμενοι ὅτι αἱ ἀθρόαι μεταναστεύσεις εἶναι κακὸν, ἂς ἐξετάσωμεν, ἐὰν καὶ πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ περιστείλωμεν τὸ κακὸν τοῦτο, τὸ ὁποῖον βεβαίως δὲν ἐπιτρέπεται καὶ ν’ ἀπαγορεύσωμεν, διότι ἕκαστος πολίτης εἶναι ἐλεύθερος νὰ μεταβαίνῃ ὅπου ἂν αὐτὸς νομίζῃ συμφερώτερον νὰ ἐργασθῇ, καὶ οὐδεὶς δύναται νὰ ἐμποδίσῃ αὐτὸν ἀπὸ τούτου. Ἐγὼ φρονῶ, ὅτι δύναται νὰ ἐπιτευχθῇ ὑπὸ τῆς Πολιτείας ὁ περιορισμὸς τῶν μεταναστεύσεων διὰ τῆς βελτιώσεως τῆς ἐν τῇ χώρᾳ καταστάσεως τοῦ ἐργάτου καὶ τοῦ γεωργοῦ. Πρὸς τοῦτο δὲ πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν καὶ νὰ εὕρωμεν πρῶτον τὰ αἴτια, ἕνεκα τῶν ὁποίων οἱ ἄνθρωποι μεταναστεύουσι, καὶ εἶτα νὰ προσπαθήσωμεν νὰ ἄρωμεν αὐτά. Ὡς προεῖπον, κατ’ ἐμὲ, τὰ κυριώτερα αἴτια τῆς ἀθρόας μεταναστεύσεως εἶναι ἡ ἔλλειψις ἐπικερδοῦς ἐργασίας καὶ ἡ ἐκ ταύτης πενία, ἡ κακοδιοίκησις, ἤτοι ἡ ἔλλειψις ἀσφαλείας, ᾗ ἕνεκα ταύτης μικρὰ καὶ ἀνεπαρκὴς παραγωγὴ, ἡ ἐλαττωματικὴ λειτουργία τῆς Δικαιοσύνης, καὶ αὐτὴ ἔτι ἡ φορολογία, τὴν ὁποίαν ἀπορῶ, πῶς ὁ ἀξιότιμος ἐκ Κυνουρίας συνάδελφος κ. Βοζίκης ἐν συνεντεύξει δημοσιευθείσῃ ἐν ἐφημερίδι ἐχαρακτήρισεν οὐχὶ βαρεῖαν διὰ τὸν Ἕλληνα πολίτην...
§15ΧΑΡ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ὄχι διὰ τὸν Ἕλληνα πολίτην, διὰ τὸν ἐργάτην δὲν εἶναι βαρεῖα.
§16Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. .. Ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος εὑρίσκει, ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς δὲν φορολογεῖται βαρέως· ἀλλ’ ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ νὰ τῷ εἴπω, ὅτι δὲν θὰ ἐμελέτησε καλῶς τὸ ζήτημα, διότι δὲν πρέπει νὰ ἐξετασθῇ τὸ ζήτημα τῆς φορολογίας τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ ἀπολύτως. Ἐὰν παραβάλωμεν τὴν φορολογίαν τούτου πρὸς τὴν φορολογίαν ἄλλων λαῶν, πρὸς τοὺς ὁποίους ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος παραβάλλει, ἀληθῶς δὲν φαίνεται βαρεῖα ἡ φορολογία αὐτοῦ. Ἀλλὰ πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν ταύτην οὐχὶ ἀπολύτως, ἀλλὰ σχετικῶς πρὸς τὰς περιστάσεις, ὑφ’ ἃς βιοῖ ἕκαστος λαὸς, καὶ πρὸς τὴν παραγωγὴν αὐτοῦ, καὶ οὐχὶ μόνον κατὰ τὸ ποσὸν τοῦ φόρου, τὸ ὁποῖον πληρώνει ἕκαστος φορολογούμενος πολίτης· πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν, κατὰ πόσον καὶ ἡ Πολιτεία συντρέχει καὶ ἐνισχύει τὸν φορολογούμενον εἰς τὸ νὰ παραγάγῃ πλείονα, κατὰ πόσον ἐξασφαλίζει αὐτῷ τὸ προϊὸν τῆς ἐργασίας του καὶ τῆς περιουσίας του, ὡς καὶ τὴν ζωὴν καὶ τὴν τιμήν του, διὰ τῆς καλῆς διοικήσεως καὶ διὰ τῆς ὀρθῆς ἀπονομῆς τῆς δικαιοσύνης. Ἐξετάσατε λοιπὸν ὑφ’ ὅλας ταύτας τὰς ἐπόψεις τὴν φορολογίαν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, καὶ παραβάλετε αὐτὴν πρὸς τὴν τῶν ἄλλων λαῶν, καὶ τότε θὰ ἴδητε, ὅτι οὗτος φορολογεῖται βαρύτατα. Ἀλλὰ μὴ εἶναι μόνον βαρεῖα ἡ φορολογία αὐτοῦ διὰ τοῦτο; καθίσταται πολλῷ βαρυτέρα, διότι εἶναι καὶ ἄνισος καὶ ἄδικος, διὰ τὴν ἔνοχον ἀδιαφορίαν τῆς Πολιτείας. Καὶ ἀναφέρω ἓν παράδειγμα πρὸς ἀπόδειξιν τούτου. Ἐν τῷ δήμῳ Τρινάσου τῆς Λακεδαίμονος ὁ φόρος τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν ἐκανονίσθη ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ποσοῦ τῶν καρπῶν, οἱ ὁποῖοι παρήγοντο ἐν τῷ δήμῳ αὐτῷ, καθ’ ἃ ἔτη ἐκαλλιεργοῦντο ἅπασαι αἱ εὐφορώταται γαῖαι αὐτοῦ, καὶ ἡ παραγωγὴ αὐτῶν ἦτο πλουσιωτάτη, καὶ διὰ τοῦτο καὶ ὁ φόρος αὐτὸς ἐκανονίσθη εἰς τὸ ἀνώτατον ὅριον· ἀλλὰ μετά τινα ἔτη αἱ πλεῖσται καὶ εὐφορώτεραι τῶν γαιῶν αὐτῶν, κατακλυσθεῖσαι ὑπὸ τῶν ἑλῶν καὶ ὑπὸ τῶν πλημμυρούντων ὑδάτων τοῦ Εὐρώτα καὶ τοῦ διαρρέοντος διὰ τῶν γαιῶν αὐτῶν Βασιλοποτάμου, ἀφῃρέθησαν ἀπὸ τῆς καλλιεργείας, καὶ οὕτως ἡ παραγωγὴ ἐν τῷ δήμῳ αὐτῷ περιωρίσθη εἰς ἔλαττον τοῦ ἡμίσεος ποσοῦ. Ἐν τούτοις, καὶ μετὰ τὸν περιορισμὸν τῆς παραγωγῆς, ἡ Πολιτεία ἐξακολουθεῖ νὰ φορολογῇ τὸν δυστυχῆ γεωργὸν μὲ τὸν ἀνώτατον φόρον τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν του, ἐνῷ ἀφ’ ἑτέρου οὐδεμίαν πρόνοιαν λαμβάνει διὰ τὴν ἀποξήρανσιν τοῦ ἕλους καὶ τὴν διευθέτησιν τῆς κοίτης τῶν πλημμυρούντων ποταμῶν. Ἀλλ’ ἐκτὸς τῆς φορολογίας τῆς νομίμου, τῆς ὑπὲρ τοῦ δημοσίου ταμείου ὑπὸ τῆς Πολιτείας ἐπιβαλλομένης, δὲν πρέπει νὰ λησμονῶμεν, ὅτι ὁ Ἕλλην ἐν γένει, ἀλλὰ κυρίως ὁ χωρικὸς καὶ ὁ ἐργάτης, ὑποβάλλεται καὶ εἰς ἄλλην, οὐχὶ ἐλαφροτέραν φορολογίαν, μὴ νόμιμον ταύτην, ὑπὸ τῶν παντοειδῶν ὀργάνων τῆς ἐξουσίας, πρὸς τὰ ὁποῖα ἔρχεται εἰς συνάφειαν ὁ πολίτης, μάλιστα δὲ ὑπὸ τῶν ἐπιτετραμμένων τὴν ἀσφάλειαν τῆς ζωῆς, τῆς τιμῆς καὶ τῆς περιουσίας αὐτοῦ ὀργάνων τῆς ἀστυνομίας καὶ χωροφυλακῆς καὶ ὑπὸ τῶν λειτουργῶν τῆς κατωτέρας Δικαιοσύνης. Καὶ ἡ μὴ νόμιμος αὕτη φορολογία, ἡ ὑπὲρ τῶν βαλαντίων τῶν ὀργάνων τῆς ἐξουσίας, εἶναι συνέπεια τῆς κακοδιοικήσεως. Εἰς πολλοὺς γεωργοὺς καὶ ποιμένας, πωλοῦντας τοὺς βόας των καὶ τὰ ποίμνιά των, ἵνα ἐξοικονομήσωσι τὰ ἔξοδα τῆς εἰς Ἀμερικὴν μεταβάσεώς των, ἠθέλησα νὰ συστήσω, ὅτι δὲν πρέπει νὰ φύγωσι καὶ ὅτι δύνανται νὰ ἐργασθῶσι καὶ ἐν τῇ πατρίδι των καὶ ν’ ἀποκτήσωσι διὰ τῆς ἐργασίας καὶ οἰκονομίας περιουσίαν, ὡς καὶ ἄλλοι συγχώριοί των· ἀλλὰ μοὶ εἶπον, ὅτι δὲν δύνανται νὰ ἐπαρκέσωσιν εἰς τὰς ἀνάγκας των καὶ νὰ τοῖς μείνῃ καὶ ὀλίγον τι, διότι ὁλόκληρον τὸ προϊὸν τῆς ἐργασίας των δὲν ἐπαρκεῖ οὐδὲ διὰ τὸν φόρον των πρὸς τὸ δημόσιον ταμεῖον καὶ διὰ τοὺς τζερεμέδες, τοὺς ὁποίους πληρώνουν εἰς τὸν εἰσπράκτορα, εἰς τὸν χωροφύλακα, εἰς τὸν δασοχωροφύλακα, εἰς τὸν ἀστυφύλακα, εἰς τὸν ἀγροφύλακα καὶ εἰς αὐτὸν ἀκόμη τὸν εἰρηνοδίκην, ἂν τύχῃ νὰ ἔχουν καμμίαν δίκην, καὶ διὰ τοῦτο ἀναγκάζονται νὰ πωλήσωσι τὰ κτήνη των καὶ νὰ δανεισθῶσιν ἀκόμη, ὅπως προσπορισθῶσι τὰ ἀναγκαιοῦντα χρήματα καὶ ἐκπατρισθῶσιν ἐκεῖ, ὅπου εἶναι βέβαιοι, ὅτι ὅσα κερδίσωσιν ἐκ τῆς ἐργασίας των, θὰ ἦναι ἀσφαλῆ. Καὶ πράγματι οἱ μὲν γεωργοὶ δὲν δύνανται ν’ ἀπολαύσωσιν ἐκεῖνο, ὅπερ πορίζονται ἐκ τῆς καλλιεργείας τῶν κτημάτων των, διότι τὰ κτήματά των εἶναι εἰς τὴν διάθεσιν τῶν ποιμένων, οἵτινες εἴτε διὰ δωροδοκίας, εἴτε διὰ προσωπικῆς ἢ πολιτικῆς φιλίας συνδέονται μετὰ τῶν ἀστυφυλάκων καὶ τῶν ἀγροφυλάκων, οἱ δὲ ποιμένες ἀφ’ ἑτέρου, οἱ μὴ τυγχάνοντες τῆς εὐνοίας τῶν ὀργάνων τῆς ἀγροτικῆς ἀστυνομίας καὶ τῆς δασικῆς ὑπηρεσίας, ὑφίστανται ἄλλην πολλῷ φοβερωτέραν φορολογίαν ὑπ’ αὐτῶν. Συλλαμβάνονται τὰ ζῷά των, ἀδιαφόρως ἐὰν βόσκωσιν ἐν ἀπηγορευμένῃ ἢ μὴ θέσει, καὶ ἐξαναγκάζονται νὰ πληρώσωσι σύλληπτρα, ἐὰν δὲ τολμήσωσί ποτε νὰ ἀρνηθῶσι τὴν πληρωμὴν συλλήπτρων, ἐπὶ τῷ λόγῳ ὅτι τὰ ποίμνιά των δὲν συνελήφθησαν βόσκοντα ἐν ἀπηγορευμένῳ τόπῳ, καὶ νὰ ζητήσωσι νὰ ἀναλάβωσιν αὐτὰ, τότε κακοποιοῦνται ὑπὸ τῶν ὀργάνων τῆς ἐξουσίας καὶ ἀποστέλλονται δέσμιοι, μετ’ ἐκθέσεως ἐπὶ ἀντιστάσει, πρὸς τοὺς Εἰσαγγελεῖς, οἵτινες οὐχὶ σπανίως, πιστεύοντες ἀβασανίστως εἰς τοιαύτας ἐκθέσεις, προφυλακίζουσι τοὺς δυστυχεῖς ποιμένας καὶ κτηνοτρόφους, ἢ εἰσάγουσιν αὐτοὺς ἀμέσως εἰς δίκην ἐνώπιον τῶν Πλημμελειοδικείων, τὰ ὁποῖα καὶ αὐτὰ οὐχὶ σπανίως ἀμειλίκτως καταδικάζουσιν αὐτούς, πιστεύοντα εἰς τὰς μαρτυρίας τῶν τοιούτων ὀργάνων τῆς ἐξουσίας, καὶ μηδεμίαν πίστιν δίδοντα εἰς ἀξιοπίστους καὶ εὐυπολήπτους πολλάκις μάρτυρας ὑπερασπίσεως, ἐκ τῆς πεπλανημένης σκέψεως, ὅτι, ἐὰν μὴ πιστεύσωσι τοὺς χωροφύλακας, καὶ ἀθωώσωσι τοὺς ὑπὸ τούτων ἐπὶ ἀντιστάσει μηνυομένους, θ’ ἀποθαρρύνωσι τὰ ὄργανα τῆς ἐξουσίας ἐν τῇ ἐνεργείᾳ τῆς ὑπηρεσίας των, ἐνῷ γινώσκουσι καὶ δὲν ἀρνοῦνται, ὅτι αἱ ἐκθέσεις καὶ τὰ πρωτόκολλα αὐτῶν, ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον, εἶναι ψευδῆ. Ἔχω ἀκούσει δικαστῶν, ἀνομολογούντων ὅτι καὶ ἐν ἀμφιβολίαις καταδικάζουσι τοιούτους κατηγορουμένους, δικαιολογουμένων ὅμως, ὅτι δικάζουσιν οὕτω, διότι πιστεύουσιν, ὅτι γενικῶς οἱ ποιμένες εἶναι ζημιωταὶ καὶ ἀνθίστανται εἰς τοὺς χωροφύλακας, ἀλλὰ καὶ ἂν δὲν ἦναι ἔνοχοι τῆς δικαζομένης πράξεως, θὰ ἔχουν πράξει παρομοίαν πρᾶξιν ἄλλοτε, καὶ διότι νομίζουσιν ὅτι δὲν πρέπει ν’ ἀποθαρρύνωσι τὰ ὄργανα τῆς ἐξουσίας, λησμονοῦντες ὅτι διὰ τῆς ἀδίκου καταδίκης ἐπὶ τῇ βάσει τοιούτων ἀμφιβόλων ἐκθέσεων καὶ πρωτοκόλλων, ἀντὶ νὰ ἐνθαρρύνωσι τὰ τοιαῦτα ὄργανα εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τῆς ὑπηρεσίας των, τοὐναντίον ἀποθρασύνουσιν αὐτὰ εἰς τὰ κατὰ τῶν πολιτῶν ἀδικήματα καὶ εἰς τὰς ψευδεῖς μηνύσεις καὶ μαρτυρίας, τοῦθ’ ὅπερ πολλῷ χεῖρον καὶ ἐπιβλαβέστερον τῆς ἀθωώσεως ἔστω καὶ ἐνόχων. Πρὸς περιστολὴν λοιπὸν τῆς μεταναστεύσεως, τὴν ὁποίαν ἐπιμένω νὰ θεωρῶ ἐπιβλαβῆ εἰς τὸ Κράτος, φρονῶ, ὅτι πρέπει ἡ Πολιτεία—καὶ λέγων Πολιτεία ἐννοῶ τὴν Κυβέρνησιν τῆς χώρας καὶ τὴν Βουλὴν—νὰ μεριμνήσῃ πρωτίστως περὶ τῆς βελτιώσεως τῆς διοικήσεως, ὥστε νὰ παύσῃ αὐτὴ ἡ μάστιξ τῶν πολιτῶν, ἡ κακοδιοίκησις, καὶ νὰ ὑπάρξῃ ἀσφάλεια ζωῆς, τιμῆς καὶ περιουσίας, καὶ πεποίθησις εἰς τὴν Δικαιοσύνην, ἀγαθά, τῶν ὁποίων δυστυχῶς δὲν ἀπολαμβάνει σήμερον ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς, δι’ οὓς λόγους προεῖπον, νὰ μεριμνήσῃ δὲ ὡσαύτως καὶ περὶ τῆς αὐξήσεως τῆς παραγωγῆς ἐν γένει, καὶ κυρίως τῆς γεωργίας, διὰ κυβερνητικῆς καὶ νομοθετικῆς ἐνισχύσεως αὐτῆς, πρὸς τούτοις δὲ καὶ περὶ παροχῆς ἐργασίας διὰ τῆς ἐκτελέσεως διαφόρων δημοσίων ἔργων. Ἐὰν ταῦτα γείνωσιν ὑπὸ τῆς Πολιτείας, δὲν θὰ μεταναστεύωσιν ἀθρόοι οἱ πολῖται, οὐδὲ θὰ ἀκούωμεν παρὰ τῶν μεταναστευόντων ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶπέ τις αὐτῶν πρὸς δημοσιογράφον ἐν συνεντεύξει, ὅτι ἀναγκάζονται νὰ φεύγωσι μακρὰν ἀπὸ τὴν πατρίδα, ἡ ὁποία οὐ μόνον οὐδόλως μεριμνᾷ περὶ αὐτῶν, ἀλλὰ καὶ κακῶς τοὺς μεταχειρίζεται...
§17Κ. Ν. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Καλὰ κάμνουν καὶ φεύγουν οἱ τοιαῦτα λέγοντες, καὶ εὔχομαι νὰ μὴ ἐπανέλθουν πλέον.
§18Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Δὲν λέγω, ὅτι πρέπει νὰ φεύγωσι τὴν πατρίδα των διὰ τοῦτο, ἀλλὰ καὶ δὲν τοὺς ἀδικῶ, ἂν φεύγοντες λέγωσι τὴν αἰτίαν, διὰ τὴν ὁποίαν ἀναγκάζονται νὰ φεύγωσιν. Εἶπον προηγουμένως, ὅτι ὀφείλει ἡ Πολιτεία νὰ μεριμνήσῃ περὶ ἐνισχύσεως τῆς παραγωγῆς, καὶ κυρίως τῆς γεωργίας, καὶ τῆς παροχῆς ἐργασίας εἰς τοὺς πολίτας. Ταῦτα βεβαίως δύνανται νὰ κατορθωθῶσι καὶ δι’ ἄλλων μέσων, ἀλλὰ καὶ διὰ τῆς βελτιώσεως τῆς συγκοινωνίας, καὶ διὰ τῆς ἀποξηράνσεως τῶν ἑλῶν. Ἡ κατασκευὴ σιδηροδρομικῆς γραμμῆς ἀπὸ Λεονταρίου εἰς Σπάρτην καὶ ἐργασίαν θὰ δώσῃ εἰς τοὺς κατοίκους, καὶ εἰς τὴν αὔξησιν τῆς παραγωγῆς τῆς Λακεδαίμονος θὰ συντελέσῃ, ὥστε οἱ κάτοικοι αὐτῆς νὰ μὴ ἐκπατρίζωνται δι’ ἔλλειψιν ἐργασίας καὶ ἐπαρκοῦς παραγωγῆς. Ὡσαύτως ἡ ἀποξήρανσις τοῦ ἐν τῷ δήμῳ Τρινάσου ἕλους καὶ ἡ διευθέτησις τῆς κοίτης τοῦ Βασιλοποτάμου θὰ ἀποδώσῃ εἰς τὴν καλλιέργειαν καὶ τὴν παραγωγὴν περὶ τὰς 30,000 στρέμματα εὐφορωτάτης γῆς, καὶ οὐ μόνον τοῦτο, ἀλλὰ καὶ τὴν ὑγείαν εἰς χιλιάδας περιοίκων, οἵτινες δεινῶς μαστίζονται ὑπὸ τῶν ἑλειογενῶν πυρετῶν. Τὰ ἔργα ταῦτα θεωρεῖ ὡς σωτήρια ὁ δήμαρχος Τρινάσου ἐν τῇ εἰρημένῃ ἐκθέσει αὑτοῦ, ἐν ᾗ διὰ μακρῶν ἐκθέτει τὰ αἴτια τῆς μεταναστεύσεως τῶν συνδημοτῶν του, ἀποδίδων αὐτὴν εἰς τὴν κακοδιοίκησιν, εἰς τὴν ἔλλειψιν ἐργασίας καὶ ἐπαρκοῦς παραγωγῆς, καὶ εἰς τὰς ἕνεκα τοῦ ἕλους μαστιζούσας τὸν δῆμόν του νόσους. Κατὰ γενομένους δὲ ὑπολογισμούς, διὰ τὴν ἀποξήρανσιν τοῦ ἕλους αὐτοῦ δὲν ἀπαιτεῖται ἡ δαπάνη 200,000 μέχρι 250,000 δραχμῶν, αἵτινες ὅμως θ’ ἀποδοθῶσι μετὰ πάροδον οὐχὶ πολλῶν ἐτῶν πολλαπλάσιαι διὰ τῆς παραγωγῆς τῶν εἰς τὴν καλλιέργειαν ἀποδοθησομένων εὐφορωτάτων γαιῶν...
§19Δ. ΛΥΜΠΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑποθέτεις, ὅτι τούτου γενομένου θὰ περιορισθῇ ἡ μετανάστευσις;
§20Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Βεβαίως, ὅταν οἱ ἄνθρωποι εὑρίσκωσιν ἐπαρκῆ ἐργασίαν εἰς τὸν τόπον των, δὲν θὰ ἐκπατρίζωνται. Διότι εἰς Ἀμερικὴν μεταναστεύοντες ῥίπτονται εἰς τὴν τύχην καὶ εἰς ἀβέβαιον μέλλον, ἐλάχιστοι δ’ εἶναι ἐκεῖνοι, οἵτινες, προσκαλούμενοι ὑπὸ τῶν ἐκεῖ ἀποκατεστημένων συγγενῶν των, ἔχουσι τὴν βεβαιότητα, ὅτι μεταβαίνοντες ἐκεῖ θὰ εὕρωσιν ἐργασίαν καὶ ὑποστήριξιν. Ὅταν λοιπὸν εὑρίσκωσιν ἐργασίαν εἰς τὸν τόπον των, ὅταν τοῖς παραδοθοῦν 30,000 στρέμματα εὐφορωτάτης γῆς, ἵνα τὰ καλλιεργήσουν, βεβαιότατα θὰ μείνουν. Ἀλλὰ καὶ κατ’ ἄλλον τρόπον δύναταί πως νὰ ἐπέλθῃ περιορισμὸς τῆς μεταναστεύσεως, διὰ τῆς ἐπιμελεστέρας ἐποπτείας ἐπὶ τῶν διαβατηρίων, ὥστε νὰ μὴ δύνανται νὰ ἐξέρχωνται τοῦ Κράτους ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἔχουσι στρατεύσιμον ἡλικίαν, καὶ ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι καταδιώκονται ὡς φυγόποινοι ἢ φυγόδικοι. Εἶπον πρότερον περὶ βελτιώσεως τῆς διοικήσεως. Ἐννοῶ, ὅτι ἡ διοίκησις πρέπει νὰ βελτιωθῇ ὄχι μόνον διὰ κυβερνητικῆς ἐνεργείας, ἀλλὰ καὶ διὰ νομοθετικῆς προνοίας. Νομίζω, ὅτι ἐπέστη πλέον ὁ χρόνος, καθ’ ὃν ὀφείλει ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία νὰ ἀσχοληθῇ εἰς τὴν σκοπιμωτέραν μεταβολὴν ἐν γένει τοῦ διέποντος ἡμᾶς διοικητικοῦ συστήματος, ὅπερ, ὡς συγκεντρωτικὸν, συντελεῖ εἰς τὴν διὰ τῆς συναλλαγῆς διαφθορὰν τῶν τε ἀρχόντων καὶ τῶν ἀρχομένων καὶ εἰς τὸν οἰκονομικὸν ὄλεθρον τῆς χώρας. Ἀλλ’ ἡ μεταβολὴ αὕτη τοῦ συγκεντρωτικοῦ συστήματος, ἵνα ᾖ σκοπιμωτέρα καὶ ἐπιφέρῃ τοὺς προσδοκωμένους καρποὺς, πρέπει νὰ γένηται ῥιζικωτέρα, ἀρχομένης τῆς ἀποκεντρώσεως ἀπὸ τῆς ἱδρύσεως τῶν κοινοτήτων. Ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν ἄλλοτε, διευθύνων τὸ αὐτὸ Ὑπουργεῖον, ἔδειξεν, ὅτι κατενόησε τὴν χρησιμότητα τῆς ἱδρύσεως κοινοτήτων, καὶ ἐν τῇ μερίμνῃ του ὑπὲρ βελτιώσεως τῆς διοικήσεως, θέλων νὰ μελετήσῃ βαθύτερον τὸ ζήτημα τοῦτο, εἶχε προκαλέσει τότε τὰς γνώμας τῶν νομαρχῶν καὶ δημάρχων περὶ νόμου περὶ κοινοτήτων, πιστεύω δ’ ὅτι αἱ περὶ τούτου ἐκθέσεις αὐτῶν εὑρίσκονται ἐν τῷ Ὑπουργείῳ μετὰ τῆς σχετικῆς ἐργασίας τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, καὶ δύνανται νὰ μελετηθῶσι καὶ νῦν. Ἵνα ἀποδείξω πόσον εἶναι ὠφέλιμον τὸ σύστημα τοῦτο τῶν κοινοτήτων, ἐπιτρέψατε νὰ ἀναφέρω ἓν μόνον παράδειγμα. Ἐν τῷ χωρίῳ Βαμβακοῦ τῆς Λακεδαίμονος, τῇ πρωτοβουλίᾳ ἑνὸς νέου ῥέκτου, τοῦ ἰατροῦ κ. Ἀντ. Ν. Βραχνοῦ, τὸν ὁποῖον καλῶς ἐγνώρισε καὶ ὁ ἀξιότιμος κ. ἐκ Κερκύρας Βουλευτὴς, ὅτε διηύθυνε τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, καὶ τῇ συνεργασίᾳ καὶ ἄλλων συγχωρίων του, ἀνθρώπων εὐϋπολήπτων καὶ νοημόνων, ἱδρύθη πρὸ τριῶν, νομίζω, ἐτῶν, κοινότης, ἥτις, ἐκλέξασα τούτους ὡς ἐπιτροπὴν, τοῖς ἀνέθηκε τὴν διεύθυνσιν πασῶν τῶν ὑποθέσεών της ἐπὶ τῇ βάσει καταστατικοῦ, τὸ ὁποῖον ἐνεκρίθη καὶ διὰ Β. Διατάγματος. Ἀπὸ τῆς ἱδρύσεως τῆς κοινότητος ταύτης ἐπετελέσθησαν καὶ ἐπιτελοῦνται τοιαῦτα ἔργα καὶ ἀποκατεστάθη τοιαύτη τάξις καὶ ἀσφάλεια ἐν πᾶσι, χάρις εἰς τὴν ἐπιμέλειαν καὶ τὴν δεξιὰν διεύθυνσιν τῆς ὑπὸ τὴν προεδρίαν τοῦ κ. Ἀντ. Βραχνοῦ ἐπιτροπῆς, ὥστε ὁ νομάρχης κ. Ἱερομνήμων, ἔχων ὑπ’ ὄψει τὸ καταστατικὸν τῆς κοινότητος καὶ τὴν ὑποβληθεῖσαν αὐτῷ λογοδοσίαν τῆς ἐπιτροπῆς περὶ τῶν πεπραγμένων καὶ πραττομένων ἐν τῷ χωρίῳ αὐτῷ, ἐνόμισε καθῆκον, οὐ μόνον πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον νὰ γνωρίσῃ τὰ ἐκεῖ συντελούμενα ἀγαθά, ὑποδεικνύων ὅτι πρέπει νὰ ἱδρυθῶσι διὰ νόμου αἱ κοινότητες καθ’ ἅπαν τὸ Κράτος, ἀλλὰ καὶ πρὸς πάντας τοὺς δημάρχους τῆς δικαιοδοσίας του δι’ εἰδικῆς μακρᾶς ἐγκυκλίου συνιστᾷ αὐτοῖς, ὅπως ἐπιμεληθῶσι νὰ ἱδρυθῶσι τοιαῦται κοινότητες καὶ ἐν τοῖς χωρίοις τῶν δήμων των, κατὰ τὸ ὑπόδειγμα τῆς κοινότητος Βαμβακοῦς, ἥτις κατώρθωσε διὰ τῆς ἐπιτυχοῦς ἐκλογῆς τῶν μελῶν τῆς ἐπιτροπῆς, ἅτινα δὲν φείδονται κόπων πρὸς ἀκριβῆ καὶ ἐπιτυχῆ ἐκπλήρωσιν τῶν ἀνατεθέντων αὐτοῖς καθηκόντων, οὐ μόνον διὰ συλλογῆς ἐράνων καὶ δωρεῶν καὶ διὰ προσωπικῆς ἐργασίας τῶν κατοίκων νὰ ἐργασθῇ τελεσφόρως πρὸς ἐκτέλεσιν διαφόρων κοινωφελῶν ἔργων, οἷον ναοῦ πολυτελοῦς, νεκροταφείου καὶ ὁδῶν, ἀλλὰ καὶ τὴν ἰδιοκτησίαν καὶ τὴν κτηνοτροφίαν καὶ τὰ δάση νὰ διαφυλάξῃ καὶ νὰ προστατεύσῃ διὰ φυλάκων ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς διοριζομένων, καὶ τὴν ὁπλοφορίαν καὶ τὰ ἐγκλήματα σχεδὸν νὰ ἐξαλείψῃ, καὶ αὐτὰς τὰς διαφορὰς καὶ κτηματικὰς διενέξεις διὰ διαιτησίας τῶν μελῶν τῆς ἐπιτροπῆς νὰ διαλύῃ κατὰ τὸ πλεῖστον, ἀποφευγόντων οὕτω τῶν κατοίκων τὰς μακρὰς καὶ πολυδαπάνους δίκας, τὰς πολλάκις καταστρεπτικὰς δι’ ἀμφότερα τὰ διάδικα μέρη. Ἡ ἐπιτροπὴ τῆς κοινότητος ἐσκέφθη νὰ ἐργασθῇ καὶ πρὸς ἐνίσχυσιν τῆς παραγωγῆς τοῦ χωρίου, καὶ πρὸς τοῦτο οὐ μόνον διὰ διορισμοῦ καταλλήλων φυλάκων ἐξησφάλισε καὶ τὴν γεωργίαν καὶ τὴν κτηνοτροφίαν καὶ τὰ δάση, ἀλλὰ καὶ δι’ ἐγγράφου προεκάλεσε τὴν ἀποστολὴν γεωπόνου, ὅπως μελετήσῃ τὸ ἔδαφος καὶ ὁδηγήσῃ τοὺς κατοίκους, εἰς ποῖον εἶδος καλλιεργείας εἶναι ὠφελιμώτερον νὰ ἐπιδοθῶσιν, ὁ δὲ ἀξιότιμος ἐκ Κερκύρας Βουλευτὴς, ὡς Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, ἀναγνωρίζων τὸ εὔλογον τῆς αἰτήσεως τῆς ἐπιτροπῆς, καὶ θέλων νὰ συνδράμῃ τὸ κοινωφελὲς ἔργον αὐτῆς, ἔσπευσε καὶ ἀπέστειλε γεωπόνον, ὁ ὁποῖος, μεταβὰς ἐκεῖ καὶ ἐξετάσας τὸ ἔδαφος, συνέστησε νὰ ἐπιδοθῶσιν εἰς τὴν δενδροφυτείαν καὶ ἰδίως εἰς τὴν καλλιέργειαν καστανεῶν καὶ καρυῶν· ἔκτοτε δὲ βλέπετε ἐκεῖ δάσος ἐκ τοιούτων δένδρων ἐπιμελῶς φυλαττομένων. Ἀφ’ ὅτου ἡ ἐπιτροπὴ τῆς οὕτως ἱδρυθείσης κοινότητος ἐπελήφθη τοῦ κοινωφελοῦς ἔργου, τὸ ὁποῖον τῇ ἀνετέθη, καὶ μετὰ τοιούτου ζήλου ἐργάζεται, οὔτε δασοχωροφύλακες, οὔτε χωροφύλακες τῆς ἀστυνομίας ἐλήφθη ἀνάγκη νὰ ὑπάγωσιν εἰς Βαμβακοῦν, καὶ οὕτως οἱ κάτοικοι αὐτῆς εἶναι ἀπηλλαγμένοι τῶν πιέσεων καὶ καταχρήσεων, τὰς ὁποίας οἱ κάτοικοι τῶν ἄλλων χωρίων οὐχὶ σπανίως ὑφίστανται παρὰ τῶν ὀργάνων αὐτῶν τῆς ἐξουσίας, ἐπῆλθε δὲ καὶ περιορισμὸς τῶν ἐκ τοῦ χωρίου αὐτοῦ μεταναστεύσεων. Ἰδοὺ διὰ τίνων μέτρων ἐγὼ φρονῶ, ὅτι δύναται νὰ περισταλῇ ἡ μετανάστευσις, καὶ πρὸς τοῦτο πρέπει νὰ ἐργασθῶμεν πάντες· διότι, ἐὰν ἀφεθῇ νὰ ἐξακολουθήσῃ τὸ ῥεῦμα τῶν μεταναστεύσεων ἐξογκούμενον κατ’ ἔτος, βεβαίως ὁ τόπος θὰ ἐρημωθῇ. Σχετικῶς πρὸς τὸ ζήτημα τοῦτο θέλω ὑπομνήσει καὶ τὴν πρότασιν νόμου, ἣν ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω πρό τινων ἡμερῶν εἰς τὴν Βουλὴν, οὐχὶ βεβαίως ὡς μέτρον περιορισμοῦ τῶν μεταναστεύσεων, ἀλλ’ ὡς μέτρον διευκολῦνον τὴν ἐπάνοδον τῶν μεταναστῶν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι θέλουσι νὰ ἐπανέλθωσιν εἰς τὰς πατρίδας των, ἀλλὰ δὲν ἐπανέρχονται, διότι εἶναι ὑπόχρεοι νὰ ὑπηρετήσωσιν ἐν τῷ στρατῷ, ὡς καθυστεροῦντες κληρωτοὶ, ἐπὶ τρία ὅλα ἔτη. Διὰ τῆς προτάσεώς μου ταύτης ζητεῖται νὰ ἐπιτραπῇ εἰς τοὺς καθυστεροῦντας κληρωτοὺς τῶν ἀπογραφῶν 1895 μέχρι τοῦ 1901 νὰ ὑπηρετήσωσι μέρος τῆς ὑποχρεώσεώς των, μέχρι τριῶν μηνῶν, καὶ νὰ ἐξαγοράσωσι τὸ ὑπόλοιπον. Οὗτοι, ἐὰν πρόκειται νὰ ὑπηρετήσωσι καὶ τοὺς 36 μῆνας εἰς τὸν στρατὸν, οὐδέποτε βεβαίως θέλουσιν ἀποφασίσει νὰ ἐπανέλθωσιν εἰς τὴν πατρίδα των. Διὰ τοιούτου νόμου θέλομεν διευκολύνει τὴν ἐπάνοδον δέκα καὶ πλέον χιλιάδων μεταναστῶν, εἰς ὅσους ὑπολογίζονται οἱ καθυστεροῦντες κληρωτοὶ, καὶ θὰ ἐπέλθῃ καὶ ὠφέλεια εἰς τὸ Κράτος, διότι ἐπανερχόμενοι θὰ ὑπηρετήσωσι τοὺς τρεῖς μῆνας καὶ θὰ ἐκγυμνασθῶσιν ὡς στρατιῶται, τοὺς δὲ λοιποὺς 33 μῆνας θὰ ἐξαγοράσωσιν ἀντὶ δραχμῶν 25 ἕκαστον. Ἂς σπεύσωμεν λοιπὸν νὰ διευκολύνωμεν τὴν ἐπάνοδον αὐτῶν, ἀφοῦ δὲν εἶναι δυνατὸν ν’ ἀπαγορεύσωμεν τὴν μετανάστευσιν ἄλλων. Δὲν πρέπει εἰς τὴν ἐξέτασιν τοῦ ζητήματος τῶν μεταναστεύσεων νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν μόνον τὰ μέχρι τοῦδε ἀποτελέσματα αὐτῶν, ἀλλ’ ὅτι ἡ μετανάστευσις αὐξάνει ὁσημέραι, καὶ ὀφείλομεν νὰ προλάβωμεν, πρὶν ἢ ὁ τόπος ἐρημωθῇ καθ’ ὁλοκληρίαν, οὐδὲ πρέπει νὰ ἤμεθα αἰσιόδοξοι, ὥς τινες τῶν κυρίων συναδέλφων, ὅτι οἱ μεταναστεύοντες θὰ ἐπανέλθωσιν εἰς τὰς πατρίδας των, διότι, ὡς εἶπον, ἤρξαντο ἤδη νὰ μεταναστεύωσιν οἰκογένειαι ὁλόκληροι, καὶ ἡ τοιαύτη μετανάστευσις ἀφαιρεῖ πᾶσαν ἐλπίδα παλιννοστήσεως αὐτῶν, ἀπό τινος δὲ καὶ ἡ ἀποστολὴ χρημάτων ἐκεῖθεν περιωρίσθη, καὶ τοῦτο δεικνύει, ὅτι δὲν ἔχουσι πλέον τὴν πρόθεσιν νὰ ἐπανέλθωσιν. Ἐγὼ, κύριοι Βουλευταὶ, πιστεύων ἐν πεποιθήσει, ὅτι τὸ ζήτημα τοῦτο εἶναι σπουδαιότατον, καὶ χρήζει τῆς μελέτης τῶν ἁρμοδίων, — ἁρμόδιοι δὲ εἴμεθα καὶ ἡμεῖς, — ἐνόμισα, ὅτι ὤφειλον νὰ φέρω τοῦτο ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ἵνα μελετηθῇ μᾶλλον ἐπισταμένως καὶ ἐμβριθῶς ἢ ὅσον ἐμελετήθη καὶ μελετᾶται ἐν τῇ δημοσιογραφίᾳ, ἧς λίαν εὐλόγως πρὸ πολλοῦ ἐφείλκυσε τὴν προσοχήν. Τὰ δὲ μέτρα, τὰ ὁποῖα, ἐν τῇ πεποιθήσει ὅτι ἡ ἀθρόα μετανάστευσις βλάπτει, ἐνόμισα ὅτι δύνανται νὰ συντελέσωσιν εἰς περιστολὴν αὐτῆς, καὶ τὰ ὁποῖα ἐπρότεινα δι’ ὅσων εἶπον, δὲν ἐννοῶ, ὅτι εἶναι ταῦτα τὰ μόνα κατάλληλα πρὸς τὸν σκοπὸν, ἀλλὰ προτείνων αὐτὰ ἠθέλησα νὰ δώσω ἀφορμὴν εἰς ἀνακίνησιν τοῦ ζητήματος ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ὅπως ἄλλοι κρείττονες ἐμοῦ μελετήσωσιν αὐτὸ ἐμβριθέστερον, καὶ, ἂν πεισθῶσιν, ὡς ἐγὼ, ὅτι ἐκ τῶν τοιούτων μεταναστεύσεων προέρχονται περισσότερα κακὰ ἢ καλὰ, ἀσχοληθῶσι νὰ ἐξεύρωσιν ἄλλα μέτρα, συντελεστικώτερα πρὸς περιστολὴν τῶν κακῶν τούτων. Τὸ μόνον καλὸν, τὸ ὁποῖον εὑρίσκουσιν ἐν ταῖς μεταναστεύσεσιν, εἶναι τὰ κέρδη, ἅτινα ἀπολαμβάνουσί τινες τῶν μεταναστῶν, καὶ τὰ χρήματα, τὰ ὁποῖα στέλλουσιν ἐξ Ἀμερικῆς· ἀλλὰ, κατὰ τὰς ἐκθέσεις πάντων τῶν δημάρχων καὶ τῶν ἐν Ἀμερικῇ Ἑλλήνων προξένων, ἀπέναντι τοῦ μεγάλου ἀριθμοῦ τῶν μεταναστῶν, ἐλάχιστοι, 5 ἢ τὸ πολὺ 10 ἐπὶ τοῖς ἑκατὸν ἐξ αὐτῶν, κερδίζουσιν ἀρκετὰ, ὥστε νὰ περισσεύωσιν, ἵνα ἀποστέλλωσι καὶ εἰς τὰς οἰκογενείας των, οἱ πλεῖστοι δ’ ἐξ αὐτῶν πένονται καὶ λιμοκτονοῦσι, περιφερόμενοι ἐν ταῖς ἀγυιαῖς τῶν μεγαλοπόλεων τῆς Ἀμερικῆς. Ὁπωσδήποτε ὅμως, πιστεύω καὶ εὔχομαι, ὅτι εὐρεῖα συζήτησις καὶ ἐπισταμένη μελέτη τοῦ ζητήματος ἐν τῇ Βουλῇ δὲν θὰ μείνῃ ἄγονος, ἀρκεῖ νὰ ὑπάρχῃ καλὴ θέλησις.
§21Φ. ΝΕΓΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ καταθέσω νομοσχέδιον περὶ παραχωρήσεως οἰκοπέδου πρὸς ἵδρυσιν Σχολῆς ἐργοχείρων. Γνωρίζετε, Κύριοι, ὅτι ἡ ἐρίτιμος λαίδη Ἔτζερτων ἔχει συστήσει Σχολὰς ἐργοχείρων ἐν Ἀθήναις, ἐν Βόλῳ, ἐν Κορίνθῳ καὶ ἐν Αἰγίνῃ, ὅτι διατηρεῖ ἤδη ἀριθμὸν σημαντικὸν ἐργατίδων, καὶ ὅτι πληρώνει περὶ τὰς 40,000 δραχμὰς κατ’ ἔτος εἰς αὐτὰς, ὅτι προμηθεύεται τὰ ὑλικὰ τοῦ κεντήματος ἐκ τοῦ τόπου, καὶ τοιουτοτρόπως ἡ ὠφέλεια τοῦ τόπου ἀνέρχεται εἰς 85,000 ἕως 90,000 περίπου δραχμὰς κατ’ ἔτος. Τελευταίως ἐσκέφθη, ὅτι θὰ ἦτο δυνατὸν, διὰ χρημάτων, τὰ ὁποῖα θὰ συνέλεγεν ἡ ἰδία ἐκ συνδρομῶν, νὰ ἐγείρῃ κατάστημα ἐν Ἀθήναις, καὶ ἀπετάθη εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἂν εἶναι δυνατὸν νὰ τῇ παραχωρηθῇ οἰκόπεδον πρὸς ἀνέγερσιν τοιούτου καταστήματος. Τοιοῦτο οἰκόπεδον ἔχομεν παρὰ τὴν Πύλην τοῦ Ἀδριανοῦ, ἐπὶ τῶν ὁδῶν Σκούφου καὶ Θόλου, 1016 τετραγωνικῶν τεκτονικῶν πήχεων, τὸ ὁποῖον διὰ τοῦ ὑποβαλλομένου νομοσχεδίου προτείνομεν εἰς τὴν Βουλὴν νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ ἐγκρίνῃ, ὅπως παραχωρηθῇ πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον.
§22ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ νομοσχέδιον θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 200).
§23ΝΕΓΡΗΣ. Ἐπίσης καταθέτω νομοσχέδιον περὶ μεταφορᾶς μηχανοστασίου ἐν Ὑπάτῃ ἐκ τῆς θέσεως, ὅπου εὑρίσκεται, εἰς ἄλλην καταλληλοτέραν, — διότι φαίνεται, ὅτι ἐκεῖ, ὅπου εὑρίσκεται, εἶναι θέσις ὅλως ἀκατάλληλος, κατὰ τὴν βεβαίωσιν ὅλων τῶν ἐπισκεψαμένων, — καὶ περὶ ἐγκρίσεως τῆς ἀπαιτουμένης πρὸς τοῦτο πιστώσεως ἐκ δραχ. 16,500.
§24ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ καὶ αὐτό. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 201). Ὁ κύριος Βελλιανίτης ἔχει τὸν λόγον.
§25Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ὀλίγας λέξεις θὰ εἴπω ἐπὶ τοῦ ζητήματος, ὅπερ ἔθιξεν ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Λακεδαίμονος κύριος Φικιώρης, διότι τὸ θέμα τοῦτο τὸ ἐξήτασα ἤδη κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, καθόσον ἐθεώρησα αὐτὸ ὡς ἓν τῶν κοινωνικῶν φαινομένων, τὰ ὁποῖα παρουσιάζουσι τὴν οἰκονομικὴν καχεξίαν τῆς ἡμετέρας κοινωνίας. Ἐφρόνουν καὶ φρονῶ, ὅτι χώρα οἰκονομικῶς εὐημεροῦσα δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ βλέπῃ ἐκπατριζόμενα τὰ τέκνα της, καὶ νὰ στερῆται οὕτω τῶν ἐργατικωτέρων χειρῶν αὑτῆς, νὰ ἐκπατρίζωνται οἱ ἄνδρες ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι εἶναι οἱ χρησιμώτεροι διὰ τὴν γεωργίαν, διὰ τὴν κτηνοτροφίαν καὶ δι’ ἄλλας παραγωγικὰς ἐργασίας, καὶ νὰ ἀπέρχωνται εἰς ἀπομεμακρυσμένας χώρας, ὅπως ἐξεύρωσιν εὐκολώτερον τὸν ἄρτον αὑτῶν. Περιέμενον μάλιστα νὰ ἀκούσω τὸν ἀξιότιμον κ. Βουλευτὴν ἐξ Ἐπιδαύρου Λιμηρᾶς, ὁ ὁποῖος προχθὲς διὰ τῶν ὀλίγων, τὰ ὁποῖα εἶπε, κατέδειξεν ὅτι κατέχει τὸ ζήτημα καὶ εἶχεν ἰδιαιτέρως ἀσχοληθῆ ἐπ’ αὐτοῦ. Ἐνόμιζον δέ, ὅτι ὁ κ. Βουλευτὴς ἤθελε φωτίσει τὴν Βουλὴν περὶ τῶν διαφόρων αἰτίων, τὰ ὁποῖα προκαλοῦσι τὰς μεταναστεύσεις ταύτας, αἵτινες ἀπογυμνοῦσιν ὁλοκλήρους ἐπαρχίας. Τὸ φαινόμενον, Κύριοι, εἶναι πράγματι ἀξιοθρήνητον, καὶ δέον νὰ μελετηθῇ τοῦτο καὶ νὰ ληφθῶσι μέτρα, ὅσον καὶ ἂν λέγῃ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἐπιδαύρου Λιμηρᾶς, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀναστείλωμεν τὸ ὀγκούμενον ὁσημέραι ῥεῦμα τῶν μεταναστεύσεων. Δὲν φρονῶ, ὅτι τὰ προτεινόμενα μέτρα, ὅπως συστήσωμεν ἐν ταῖς χώραις ἐκείναις κοινότητας, οὕτως ὥστε νὰ συγκρατῆται καὶ ἡ ἀγάπη πρὸς τὴν πατρίδα καὶ ὁ πόθος τῆς παλιννοστήσεως, θὰ συντελέσωσιν εἰς τίποτε. Δὲν εἶναι δυνατὸν ταῦτα οὔτε τὸν φυλετισμὸν τῶν ἀπερχομένων νὰ συγκρατήσωσιν, οὔτε ν’ ἀναστείλωσιν ἢ περιορίσωσι τὴν ἀναχώρησιν τόσων χιλιάδων ἀνθρώπων ἐργατικωτάτων κατ’ ἔτος· διότι παρετηρήθη, οὐ μόνον παρ’ ἡμῖν, ὅπου αἱ κοινότητες δὲν εἶναι δυνατὸν εἰς τόσον ἀπομεμακρυσμένας χώρας νὰ ἐπιτύχωσιν, ἀφοῦ μάλιστα δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποβάλληται τὸ Κράτος εἰς ἐκτάκτους δαπάνας, ὅπως συντηρῇ κοινότητας εἰς τὴν Ἀμερικὴν, ἀλλὰ καὶ εἰς ἄλλας χώρας, ὅπου μέτρα πολὺ σπουδαιότερα τούτων ἐλήφθησαν καὶ εἰς δαπάνας μεγάλας ὑπεβλήθησαν, δὲν κατώρθωσαν νὰ ἐμποδίσωσι τὴν ἀφομοίωσιν τῶν μεταβαινόντων εἰς τὴν Ἀμερικὴν ἀπὸ τοῦ νὰ καταστῶσι πολῖται Ἀμερικανοὶ, καὶ μετὰ τὴν πρώτην γενεὰν νὰ μεταβληθῶσιν εἰς τελείους Ἀμερικανοὺς τήν τε γλῶσσαν καὶ τὴν ψυχήν. Ὥστε περὶ τῶν ἀναχωρούντων δέον ν’ ἀπολέσωμεν πᾶσαν ἐλπίδα, καὶ ἡ προσοχὴ πρέπει νὰ στραφῇ, πῶς νὰ ἐμποδισθῶσι νέαι μεταναστεύσεις. Εἰς τὰς ἐκθέσεις, τὰς ὁποίας εἶχε τὴν καλωσύνην νὰ καταθέσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, οἱ κύριοι νομάρχαι φαίνεται ὅτι οὐδὲ σοβαρῶς οὐδὲ βαθέως ἐμελέτησαν τὸ ζήτημα τῶν μεταναστεύσεων, διότι δυστυχῶς καὶ τὰ μέσα δὲν τοῖς παρείχοντο πρὸς τοῦτο, καὶ διότι τὰ ζητήματα ταῦτα δὲν ἐξετάζονται ἐκ τοῦ προχείρου. Ἐν πρώτοις οἱ δήμαρχοι, πρὸς τοὺς ὁποίους ἀπετάθησαν οἱ νομάρχαι, δὲν ἠδύναντο οὐδ’ ἀσφαλεῖς πληροφορίας νὰ δώσωσιν, οὐδὲ ν’ ἀπαντήσωσιν εἰς ὅλα τὰ ἐρωτήματα, τὰ ὁποῖα ἀπηύθυναν πρὸς αὐτοὺς οὗτοι, ἦσαν δὲ πλεῖστα ταῦτα καὶ ὑπέρτερα τῶν τε μέσων καὶ τῶν δυνάμεων τῶν δημάρχων. Καὶ ὁ μὲν νομάρχης Ἀρκαδίας, ὁ κ. Παλαμᾶς, δοκιμώτατος διοικητικὸς ὑπάλληλος, ἀπὸ φύσεως δὲ μελετητής, ἀπέστειλεν ἔκθεσιν, ἡ ὁποία εἶναι ἀξία προσοχῆς καὶ μελέτης ἀπό τε τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὴν Βουλὴν, διότι θίγει τὸ ζήτημα, καὶ δίδει ἀφορμὴν εἰς εὐρυτέρας σκέψεις καὶ μελέτας, θὰ ἦτο δὲ εὐκταῖον, ἐὰν ἡ ἔκθεσις αὕτη ἐτυποῦτο καὶ ἐδημοσιεύετο, καὶ ἠδύναντο νὰ λάβωσι γνῶσιν πάντες οἱ κύριοι Βουλευταὶ τῶν ἐν αὐτῇ λεγομένων. Ὁ κ. νομάρχης Ἀρκαδίας ὁμολογουμένως κατώρθωσέ τι, τὸ ὁποῖον δὲν ἠδυνήθη ὁ ἕτερος νομάρχης, ὁ τῆς Λακωνίας,—διότι δύο μόνον νομάρχαι ἀπήντησαν εἰς τὰ ἐρωτήματα τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, καὶ ὑπέβαλον εἰς τὸ Ὑπουργεῖον ἐκθέσεις.—Ὁ κ. Παλαμᾶς κατώρθωσε νὰ συνοδεύσῃ τὴν ἔκθεσίν του μὲ στατιστικοὺς πίνακας, ἐν τοῖς ὁποίοις φαίνεται ἡ κίνησις τῶν μεταναστῶν κατὰ τὸ τελευταῖον ἔτος, ὅσον ἀφορᾷ τὸν νομὸν Ἀρκαδίας. Παρατηρῶ δὲ, ὅτι πράγματι ὁ ἀριθμὸς τῶν μεταναστευσάντων ἐπὶ τρεῖς μῆνας μόνον ἐκ τῶν ἐπαρχιῶν Μαντινείας, Γόρτυνος, Κυνουρίας καὶ Μεγαλοπόλεως εἶναι ὄντως καταπληκτικός, διότι βλέπω ἐνταῦθα, ὅτι ἔχουσιν ἀπέλθει 985 κάτοικοι ἐκ τῶν τεσσάρων αὐτῶν ἐπαρχιῶν. Ἐκ τῆς ἐκθέσεως πάλιν, τὴν ὁποίαν ἔχει ὑποβάλει ὁ κ. Γενικὸς Πρόξενος τῆς Ἑλλάδος ἐν Νέᾳ Ὑόρκῃ, βλέπομεν, ὅτι μέχρι τῆς πρώτης Μαρτίου τοῦ 1901 οἱ μεταναστεύσαντες καὶ ἐγκατασταθέντες εἰς τὰς Ἡνωμένας Πολιτείας τῆς Ἀμερικῆς ἀνέρχονται εἰς 20,052. Ἐν τῇ ἐκθέσει ταύτῃ τοῦ κ. Γεν. Προξένου,—τὴν ὁποίαν βεβαίως θὰ ἀνεγνώσατε, διότι ἀπὸ τῆς προχθὲς ἐξετυπώθη καὶ διενεμήθη εἰς τοὺς κυρίους Βουλευτὰς,—βλέπει τις, ἐκτὸς τῶν καταπληκτικῶν τούτων ἀριθμῶν, καὶ τὰς περιπετείας τῶν μεταναστῶν, τῶν μεταβαινόντων ἐκεῖ, ἐξ οὗ ἀποδεικνύεται, ὅτι δὲν εἶναι ἀκριβὲς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἔλεγεν ὁ ἀξιότιμος φίλος μου κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἐπιδαύρου Λιμηρᾶς, ὅτι πάντες οἱ μεταβαίνοντες εἰς τὴν χώραν ἐκείνην εὐημεροῦσι καὶ δύνανται ν’ ἀποστέλλωσι χρήματα εἰς τοὺς συγγενεῖς των, ἵνα ἀγοράζωσιν ἐνταῦθα κτήματα καὶ οὕτως εἰπεῖν νὰ παρασκευάζωσι τὸ μέλλον αὐτῶν αἰσιώτερον ἐν τῇ πατρίδι των...
§26Κ. Ν. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶπον «πάντες».
§27Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. «Πλεῖστοι» εἴπετε... Ἀλλὰ καὶ ἐκ τῶν ἐπαγγελμάτων, εἰς τὰ ὁποῖα κυρίως ἠσχολοῦντο οἱ μεταναστεύοντες, καὶ ἐκ τῆς ποιότητος αὐτῶν, γεωργῶν ἀγραμμάτων ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποθέσῃ τις, ὅτι δύνανται νὰ ῥιφθῶσιν εἰς μεγάλας ἐπιχειρήσεις, ὅπως ἄλλοι μέτοικοι, καὶ κατ’ ἀκολουθίαν ν’ ἀποκτήσωσι περιουσίας τοιαύτας, ὥστε καὶ αὐτοὶ νὰ συντηρῶνται καὶ εἰς τὰς οἰκογενείας των ἐδῶ νὰ στέλλωσι χρήματα πρὸς ἀγορὰν κτημάτων, καὶ νὰ παρασκευάζωσι τὸ μέλλον διὰ τὴν ἐπάνοδον αὐτῶν εἰς τὴν πάτριον καὶ τὴν ἀνετωτέραν διαβίωσιν εἰς αὐτήν. Ἐξ ἐναντίας εἰς τὰς ἐκθέσεις τῶν κ. νομαρχῶν, ἀλλὰ καὶ εἰς τὰ ἔγγραφα τῶν δημάρχων, τὰ ὁποῖα συνοδεύουσι τὰς ἐκθέσεις ταύτας καὶ τὰ ὁποῖα εἶναι βραχεῖαι πληροφορίαι, εἰς τοὺς νομοὺς Λακωνίας καὶ Ἀρκαδίας πᾶν ἄλλο ἢ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἀκούομεν διαδιδόμενον, συμβαίνει, πᾶν ἄλλο δηλαδὴ ἢ ὅτι εἰσρέει χρυσὸς ἐξ Ἀμερικῆς εἰς τὴν Ἑλλάδα, καὶ ὅτι, οἰκονομικῶς εὐημεροῦντες εἰς τὴν Ἀμερικὴν οἱ μετανάσται, συντελοῦσιν εἰς τὸν πλουτισμὸν τῶν ὑπολειπομένων κατοίκων τῶν ἐπαρχιῶν ἐκείνων. Οἱ οἰκονομικοὶ ὅροι δὲν μετεβλήθησαν παντάπασιν, ἐξ ἐναντίας δὲ, ἕνεκα τῆς ἀπομακρύνσεως τῶν παραγωγικωτέρων κατοίκων, παραμελεῖται ἡ καλλιέργεια καὶ εἰσδύει ἡ πτωχεία. Τὸ κακὸν δ’ ἐπροχώρησεν ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε, ἂν συγκρίνῃ τις τὸν πληθυσμὸν τῶν κατοίκων τῶν διαφόρων χωρίων πρὸς τὸν ἀριθμὸν τῶν ἐκπατριζομένων, παρατηρεῖ, ὅτι μετ’ ὀλίγον, ἐὰν ἐξακολουθήσῃ τὸ ῥεῦμα αὐτὸ οὕτως ἐντεινόμενον, ὁ πληθυσμὸς τῶν κατοίκων θὰ περιορισθῇ σπουδαίως· διότι πρέπει νὰ λάβητε ὑπ’ ὄψιν, ὅτι οἱ ἀπερχόμενοι μετανάσται εἶναι εἰς τὴν καλλιτέραν ἡλικίαν τῆς ἐργασίας καὶ τῆς γονιμότητος, δηλαδὴ ἄγουσι τὴν ἡλικίαν τοῦ 15 ἔτους μέχρι τοῦ 35, ἤτοι τὴν ἡλικίαν τὴν πλειότερον δρῶσαν. Δυστυχῶς ἡ ἔκθεσις τοῦ κυρίου νομάρχου Ἀρκαδίας, ἡ ὁποία εἶναι μᾶλλον ἐμπεριστατωμένη, δὲν ἀναγράφει τοὺς ἀπερχομένους κατ’ ἔτος καὶ καθ’ ἡλικίαν, ἀλλὰ περιλαμβάνει αὐτοὺς κατὰ δεκαετίαν, ἢ μᾶλλον κατὰ εἰκοσαετίαν, ἐν συνόλῳ ἀπὸ 15 ἕως 35 ἐτῶν· ἑπομένως δὲν δυνάμεθα νὰ διακρίνωμεν πόσοι οἱ ἀπερχόμενοι ἀπὸ τοῦ 15 μέχρι τοῦ 20 ἢ 22 ἔτους.
§28Κ. Ν. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. 30%.
§29Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ἀπὸ τοῦ 15 μέχρι τοῦ 30 ἀπὸ ἕνα δῆμον μόνον, τὸν δῆμον Τροπαίων, ἀπῆλθον 117 ἔχοντες ἡλικίαν τοιαύτην, τὴν τοῦ 15 ἔτους μέχρι τοῦ 30, ἀπὸ τοῦ 30 δὲ μέχρι τοῦ 40 ἔχοντες ἡλικίαν ἀπῆλθον 52 μόνον· ὥστε βλέπετε, ὅτι ἐκ τοῦ ὁλικοῦ ἀριθμοῦ τῶν μεταναστευσάντων ἐξ Ἀρκαδίας κατὰ τοὺς τρεῖς μῆνας, ἤτοι ἐξ 985, οἱ 713 ἄγουσι τὴν ἡλικίαν τοῦ 15 ἔτους μέχρι τοῦ 30. Ἑπομένως οἱ ἀπερχόμενοι εἶναι οἱ τὴν νεανικωτέραν ἡλικίαν ἄγοντες ἐκ τῶν κατοίκων τῶν ἐπαρχιῶν ἐκείνων. Τί θὰ συμβῇ ἐκ τούτου; Θὰ ἀραιωθῇ κατὰ πολὺ ὁ πληθυσμὸς τῶν κατοίκων, ἡ ἀραίωσις δὲ τοῦ πληθυσμοῦ ἀφαιρεῖ τὴν ἀνάπτυξιν τῶν χωρῶν. Ἐκεῖνο, ὅπερ ἔθιξεν ὁ ἀξιότιμος κ. Βουλευτὴς ἐκ Λακεδαίμονος, εἰπὼν, ὅτι διὰ τοῦ τρόπου τούτου οἱ συνοικισμοὶ ἐκεῖνοι στεροῦνται τῶν καλλιτέρων αὑτῶν χειρῶν, εἶναι θλιβερὰ ἀλήθεια· ἑπομένως δὲν γίνεται ἡ δέουσα καλλιέργεια καὶ ἡ δέουσα ἀνάπτυξις τῆς παραγωγῆς. Εἰς τὸ μέλλον μάλιστα ὁ κίνδυνος ἔσται μεγαλείτερος καὶ αἱ ζημίαι πολὺ ὑπέρτεραι, διότι καὶ οἱ γάμοι ἐλαττοῦνται, ὅταν ἀπέρχωνται εἰς τοιαύτην ἡλικίαν ἄνδρες, καὶ κατ’ ἀνάγκην θὰ ἐπακολουθήσῃ ἐρήμωσις, ἂν ἐξακολουθήσῃ μάλιστα ἡ τάσις αὕτη, καὶ δὲν ληφθῶσι μέτρα, τὰ ὁποῖα νὰ περιορίσωσι τὰς ἁθρόας μεταναστεύσεις. Θὰ περιέλθωμεν εἰς τὸ σημεῖον νὰ ἴδωμεν πλεῖστα χωρία καὶ πλείστους συνοικισμούς, ἴσως καὶ ὁλοκλήρους δήμους, στερουμένους τῶν κατοίκων αὑτῶν καὶ ἐξαντλουμένους. Ὁ βουλευτὴς Λακεδαίμονος κύριος Φικιώρης, ὅστις εἶχε προκαλέσει τὰς ἀπαντήσεις τῶν δημάρχων τῆς ἐπαρχίας αὑτοῦ Λακεδαίμονος, ἐξυπηρέτησε πράγματι σπουδαίως τὸ ζήτημα τοῦτο, καὶ ἴσως θὰ δώσῃ ἀφορμὴν νὰ τραπῶμεν εἰς ἄλλας σκέψεις, καὶ μὴ ἀφήσωμεν ἐλευθέραν τὴν τάσιν αὐτὴν, λαμβάνοντες μέτρα κατάλληλα, ὅπως, εἰ δυνατὸν, περιορισθῇ τὸ κακὸν, τὸ παρατηρούμενον εἰς τὴν ἡμετέραν χώραν. Ἀνέτρεξα εἰς ἄλλας χώρας, καὶ εὗρον πληροφορίας περὶ τῶν μεταναστεύσεων· ἔλαβον δὲ μίαν εἰκοσαετίαν στατιστικῶν πινάκων ἐν Γαλλίᾳ, καὶ παρετήρησα, ὅτι σχεδὸν προσεγγίζει ἡ Ἑλλὰς τὸν ἀριθμὸν τῶν ἐκ Γαλλίας μεταναστεύσεων· διότι βλέπω, ὅτι τὸ 1873 ἀπῆλθον ἐκ Γαλλίας μετανάσται 7161, τὸ 1874 δὲ 7080. Κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, μετὰ τὸν πόλεμον, εἶχεν ἀναπτυχθῆ ὁ πόθος τοῦ ἐκπατρισμοῦ, διότι ἕνεκα τοῦ Γαλλογερμανικοῦ πολέμου εἶχεν ἐπέλθει δυστυχία εἰς πλείστας τῶν ἐπαρχιῶν τῆς Γαλλίας, αἵτινες εἶχον καταληφθῆ ὑπὸ τοῦ γερμανικοῦ στρατοῦ, καὶ ἤρχισαν αἱ μεταναστεύσεις τῶν κατοίκων, ὅπως εὕρωσιν οὗτοι ἀλλαχοῦ στάδιον ἐπικερδέστερον καὶ βίον ἀνετώτερον. Ἀλλ’ ἡ Γαλλικὴ Κυβέρνησις ἔλαβε μέτρον, καὶ ἀμέσως τὸ 1875 βλέπομεν ἐλάττωσιν σπουδαίαν τῶν μεταναστεύσεων. Οὕτως, ἐνῷ μέχρι τοῦ ἔτους 1874 ἐκυμαίνετο ὁ ἀριθμὸς τῶν μεταναστῶν μεταξὺ τῶν 7,000 καὶ 8,000, κατὰ τὸ 1875 παρουσιάζει ἐλάττωσιν κατὰ τὸ ἥμισυ, διότι ἔχομεν μετανάστας 4,400 μόνον. Κατὰ τὸ 1876 ἔτος 2876. Κατὰ τὸ 1878 ἔτος 2634. Κατὰ τὸ 1880, εὑρεθεισῶν πάλιν ὑπὸ οἰκονομικὴν δυσχέρειαν ἐπαρχιῶν τινων τῆς Γαλλίας, αὐξάνουσιν αἱ μεταναστεύσεις, ἕως ὅτου ἔφθασαν κατὰ τὸ 1889 μέχρι τῶν 31,000. Ὅτε οἱ μετανάσται ἔφθασαν εἰς τὸν ἀριθμὸν τοῦτον, ἐν Γαλλίᾳ ἀνησύχησαν, καὶ τὸ πρᾶγμα ἐφείλκυσε σπουδαίως τὴν προσοχὴν τῆς Γαλλικῆς Κυβερνήσεως· ἐλήφθησαν μέτρα τινὰ, εἰς τὰς πενομένας ἐπαρχίας κατεσκευάσθησαν δημόσια ἔργα, καὶ πάλιν τὸ ῥεῦμα ἀνεστάλη· κατὰ δὲ τὸ ἔτος 1901 εἶχε φθάσει ὁ ἀριθμὸς τῶν μεταναστῶν εἰς 6,217. Τὴν στατιστικὴν ταύτην συνοδεύει ἔκθεσις ἐμβριθεστάτη, εἰς ἣν ἀναφέρεται, ὅτι ὑπάρχουσιν ἴσως εἰς Κράτη τινὰ ἄνθρωποι τυχοδιῶκται, οἵτινες ῥίπτονται εἰς τὰς περιπετείας νέου βίου χάριν ἁπλῶς τοῦ κέρδους, ἐνῷ ἠδύναντο νὰ ζητήσωσι τοῦτο εἰς τὴν πατρίδα αὑτῶν. Ἀλλ’ ὡς πρὸς τὰς ἁθρόας μεταναστεύσεις, ὅλοι οἱ συγγραφεῖς, οἱ ὁποῖοι ἠσχολήθησαν ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, ἀποφαίνονται, ὅτι ἡ οἰκονομικὴ καχεξία, εἰς ἣν περιῆλθον αἱ κοινωνίαι, εἶναι ἡ κυριωτέρα αἰτία, ἡ ἀναπτύσσουσα τὴν ἰδέαν τῆς ἀποδημίας καὶ γεννῶσα τὴν ἐλπίδα καλλιτέρου μέλλοντος ἐν ταῖς ξέναις χώραις· διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ πιστεύσῃ τις, ὅτι ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι ἐγεννήθησαν εἰς χώραν τινὰ, πρὸς τὴν ὁποίαν ἔπλεξαν ὅλα τὰ ὄνειρά των καὶ συνεδέθησαν διὰ στοργῆς καὶ αἰσθημάτων, ἤθελον οὕτως ἀπόνως ἐγκαταλείψει τὴν πατρίδα αὑτῶν, ὅπως ῥιφθῶσιν εἰς ἀβέβαιον μέλλον. Καὶ εἶπον προχθές, ἀγορεύων ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ὅτι αἱ γεωργικαὶ τάξεις, αἱ ὁποῖαι δυσκόλως ἀποσπῶνται ἀπὸ τῆς γῆς, διότι τρέφουσι πρὸς αὐτὴν ἰδιαιτέραν στοργὴν, τὴν ὁποίαν ἡμεῖς οἱ κάτοικοι τῶν πόλεων δὲν αἰσθανόμεθα, εἶναι αἱ τάξεις αἱ ἀπερχόμεναι τῆς Ἑλλάδος. Καὶ ἀνέφερα τὸ περιστατικὸν τῶν κατοικούντων πέριξ τοῦ Βεζουβίου, ὧν συχνὰ καταστρέφονται αἱ κατοικίαι καὶ οἱ κόποι τῆς ἐργασίας των· καὶ ἀπέρχονται μὲν οὗτοι ἐκεῖθεν, ἀλλὰ μετ’ ὀλίγον, ὅταν παρέλθῃ ἡ ὀργὴ τοῦ ἡφαιστείου, λησμονοῦντες τὰς καταστροφὰς, ἐπανέρχονται, ὅπως ἐκ νέου καλλιεργήσωσι τὴν γῆν, εἰς τὴν ὁποίαν ἐγεννήθησαν. Καὶ τὰ αἰσθήματα πρὸς τὴν γῆν εἶναι τὰ βαθύτερα. Ἡμεῖς ὅμως παρατηροῦμεν, ὅτι ἀκριβῶς ἐκ τῶν κατοίκων τῆς ἡμετέρας χώρας ἀπέρχονται οἱ γεωργοί, δηλαδὴ ἐκεῖνοι, οἵτινες εἶναι οἱ μᾶλλον συνδεδεμένοι πρὸς τὴν γῆν. Καὶ εἰς τὴν ἔκθεσιν τοῦ κυρίου νομάρχου Ἀρκαδίας ἐπὶ τῶν 985 οἱ 625 ἀναγράφονται ὡς γεωργοί. Βλέπετε λοιπόν, ὅτι ἀπέρχονται οἱ χωρικοί, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχουσιν οὔτε γνώσεις, οὔτε τὰς ἰδέας τοῦ ἐκπατρισμοῦ, αἵτινες ἀναπτύσσονται μεταξὺ τῶν ἀνθρώπων τῶν κατοικούντων τὰς μεγάλας πόλεις, οἵτινες εὑρίσκονται εἰς ἐπικοινωνίαν μετὰ τῶν ναυτιλλομένων. Οἱ τῶν παραλίων μερῶν κατέχονται ὑπὸ τοῦ πόθου τῶν ἀποδημιῶν, καὶ ἀπέρχονται εἰς ἀπομεμακρυσμένας χώρας· ἐπιστρέφοντες δ’ ἐκεῖθεν, καὶ διηγούμενοι εἰς τοὺς ἐγχωρίους τὰς περιπετείας τῶν ταξειδίων, τὰ θαυμάσια, ἅτινα εἶδον, προξενοῦσι θαυμασμὸν εἰς τοὺς ἀκροωμένους τὰς διηγήσεις ταύτας, καὶ κεντρίζουσι τὸν πόθον τῶν νεαρωτέρων εἰς τοιοῦτον περιπετειώδη βίον. Εἰς τὴν ἐμὴν ἐπαρχίαν εὑρίσκω τοῦτο φυσικὸν, διότι ἐκεῖ οἱ κάτοικοί εἰσι ναυτικοὶ, καὶ ἐπιστρέφοντες διεγείρουσι τὸν θαυμασμὸν καὶ τὴν ἐπιθυμίαν τῶν ταξειδίων μὲ τὰς ἀφηγήσεις των, ἃς καὶ ἐγὼ πολλάκις μετ’ ἐκπλήξεως ἤκουον· ἀλλ’ οἱ ἀπερχόμενοι ἐκ τῶν μερῶν ἐκείνων, ναυτικοὶ ἐκ γενετῆς, ἔχουσιν ὅλην τὴν εὐκολίαν τῆς ἐπιστροφῆς, ὅπως ἔχουσι τὴν εὐκολίαν τῆς ἀποδημίας, διότι εἶναι τέκνα τῆς θαλάσσης, καὶ εἰς αὐτὴν ἀφοσιοῦνται. Οἱ γεωργοὶ ὅμως, οἱ ἀπερχόμενοι ἐκ μεσογείων μερῶν τῆς Πελοποννήσου, ἐκ τῆς Ἀρκαδίας, τῆς Γορτυνίας, τῆς Λακωνίας, οἱ μεταβαίνοντες εἰς ἀπομεμακρυσμένας χώρας, δύσκολον εἶναι νὰ ἐπανέλθωσι πλέον. Ἐκ τῆς προχείρου στατιστικῆς τῶν νομαρχῶν καὶ τῶν σημειώσεων τῶν δημάρχων βλέπομεν, ὅτι ἐλάχιστοι εἶναι οἱ ἐπιστρέψαντες κατὰ τὰ εἴκοσι ταῦτα ἔτη, καὶ ἐκ τῶν ἐπιστρεψάντων δὲ οἱ πλεῖστοι φέρουσι νοσήματα μεταδοτικὰ καὶ ἀνίατα, αὐτοὶ δὲ καὶ μένουσι, γινόμενοι ἀφορμὴ μεταδόσεως τῶν τρομερῶν αὐτῶν νοσημάτων. Ὅσοι αἰσθάνονται ὅμως δύναμιν ἀκόμη πρὸς ἐργασίαν, καὶ δὲν ἀνέχονται νὰ εὑρίσκωνται ὑπὸ τὸ βούνευρον τῶν Ἑλλήνων ἀστυνόμων καὶ τὰς πιέσεις τῶν εἰσπρακτόρων, ἀπέρχονται αὖθις, καὶ δὲν ἐπιστρέφουσι πλέον. Ἔλεγον δὲ καὶ προχθές, ὅτι εἶναι δύσκολον νὰ ἐπιστρέψωσι, διότι, εὑρισκόμενοι εἰς χώρας πεπολιτισμένας, δυσκόλως μετὰ πάροδον χρόνου ἀποφασίζουσι νὰ ἔλθωσιν εἰς χώραν ἡμιβάρβαρον, κακοδιοικουμένην, —καίτοι ἐξῆρε τὸν πολιτισμὸν αὐτῆς, ἀγορεύων ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ὁ κύριος Βουλευτὴς ἐξ Ἑρμιονίδος. — Καὶ ἐνθυμοῦμαι ὅτι παρώτρυνά ποτε ἕνα διαμένοντα ἐν Λονδίνῳ νὰ ἔλθῃ εἰς τὴν Ἑλλάδα, ἀλλὰ μοὶ ἀπήντησεν οὗτος: «ἀγαπῶ τὴν πατρίδα μου καὶ τὴν λατρεύω, ἀλλ’ εὑρίσκεται μακρὰν αἰῶνας ὅλους τοῦ πολιτισμοῦ, ὃν ἀπολαμβάνομεν ἐνταῦθα!...»
§30ΑΛ. ΚΑΣΣΑΒΕΤΗΣ. Διατί οἱ Πηλιῶται ἐπιστρέφουσι;
§31Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Οἱ τοῦ Πηλίου κάτοικοι μεταβαίνουσιν εἰς Αἴγυπτον, ὅπερ εἶναι ἐντελῶς διάφορον πρᾶγμα. Ἡ Αἴγυπτος ἀπὸ τῆς ἐποχῆς τῶν Πτολεμαίων ὑπῆρξε χώρα ἑλληνική, κέντρον ἑλληνικόν, καὶ τοιοῦτο ἔμεινε μέχρις σήμερον, οὕτω δὲ ὁ Πηλιορίτης, μεταβαίνων ἐκεῖ, νομίζει ὅτι εὑρίσκεται ἐν Ἑλλάδι. Ὁ διαμείνας ἐν Ἀλεξανδρείᾳ, ὁ βλέπων τοὺς κατοίκους καὶ τὰ καταστήματα, συχνὰ εὑρίσκεται εἰς πλάνην, νομίζων ὅτι δὲν ἀπεμακρύνθη τῆς πατρίδος. Πρέπει δὲ νὰ χωρίσητε πάντοτε τὰς χάριν ἐμπορίας γιγνομένας ἀποδημίας εἰς τὴν λεκάνην τῆς Μεσογείου, τοῦ Εὐξείνου καὶ τῆς Ἀζοφικῆς ἀπὸ τὰς μεταναστεύσεις τὰς γιγνομένας εἰς τὴν Ἀμερικήν. Οἱ ἀπερχόμενοι λ.χ. εἰς Σμύρνην, εἰς Κωνσταντινούπολιν, εἰς Αἴγυπτον εὑρίσκονται εἰς χώρας ἑλληνικάς, ἢ ἐκεῖ, ὅπου ἀνέκαθεν ἦσαν ἀποικίαι ἑλληνικαί. Εἰς τὴν Ἀμερικὴν ὅμως εὑρίσκονται ἐντὸς φυλῶν ξένων, καὶ ἀπορροφῶνται ὑπὸ τοῦ ἰσχυροῦ ἰθαγενοῦς στοιχείου, κατὰ τοῦ ὁποίου δὲν δύνανται νὰ ἀνθέξωσι καὶ δὲν δύνανται ν’ ἀνθέξωσιν οὐ μόνον οἱ Ἕλληνες, ἀλλ’ οὐδ’ αἱ ἑκατοντάδες χιλιάδων Γερμανῶν καὶ Ἰρλανδῶν καὶ Ἰταλῶν, αἵτινες μετέβησαν ἐκεῖ καὶ ἐξαμερικανίσθησαν μετὰ μίαν γενεάν. Δὲν γνωρίζω, ἂν εἶναι ἀληθὲς τὸ λεχθέν, ὅτι ἄφθονος εἰσρέει ὁ χρυσὸς εἰς τὰ ἑλληνικὰ χωρία, ἐξ ὧν ἀνεχώρησαν μετανάσται, καὶ ὅτι ἠλαττώθη ὁ τόκος τῶν εἰς δάνεια παρεχομένων χρημάτων εἰς 3 καὶ 4%, ὡς π. χ. εἰς τὴν ἐπαρχίαν Ἐπιδαύρου Λιμηρᾶς...
§32ΜΙΧ. ΣΤΕΛΛΑΚΗΣ. Τὰ χρέη ηὔξησαν.
§33Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Εἰς τὴν Λακεδαίμονα, εἰς τοὺς δήμους Οἰνοῦντος καὶ Γερονθρῶν, ἐὰν ἀνεχώρησαν 500, μόνον οἱ 100 ἀπέστειλαν χρήματα. Εἰς ἄλλους ὅμως δήμους ἐντεῦθεν τοῦ Εὐρώτα ὁ τόκος ἔμεινεν οἷος ἦτο. Εἶναι δὲ τόσον περιωρισμένοι οἱ λαβόντες χρήματα, ὥστε δὲν δανείζουσι πέραν τοῦ χωρίου των.
§34Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Τοῦτο ἤκουσα καὶ ἐγὼ, ὅτι χρυσὸς εἰσέρχεται ἀφθόνως, τὸ ἤκουσα μάλιστα παρὰ τοῦ κυρίου Μπακοπούλου, ὁμιλοῦντος περὶ Μαντινείας, ὅτι τακτικῶς ἐμβάζουσι διὰ μικρῶν ἐπιταγῶν, ἀλλὰ δὲν φαίνεται καθ’ ὁλοκληρίαν ἀκριβές, διότι καὶ ὁ κ. Γενικὸς Πρόξενος ἐν Νέᾳ Ὑόρκῃ οἰκτρῶς περιγράφει τὴν κατάστασιν τῶν ἐντεῦθεν ἀπερχομένων ἐκεῖ, καὶ λέγει, ὅτι τὰ πάνδεινα πάσχουσιν ἐκ τῶν στερήσεων, καὶ ὅτι προσβάλλονται ἐκ ποικίλων νοσημάτων, τὰ ὁποῖα καταστρέφουσιν αὐτούς.
§35Κ. Ν. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλὰ διὰ ποίων μέσων θὰ τοὺς ἐπαναφέρωμεν; Αὐτὸ θέλω ν’ ἀκούσω ἀπὸ ὑμᾶς, κύριε Βελλιανίτη.
§36Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Αὐτὸ εἶναι ζήτημα, περὶ οὗ θέλει σκεφθῇ καὶ οὗτινος τὴν λύσιν θέλει ἐξεύρει ἡ Κυβέρνησις. Ἐγὼ δὲν ἀνῆλθον τὸ βῆμα, ἵνα ὑποδείξω τὸν τρόπον τῆς θεραπείας· ἐγὼ ἠθέλησα νὰ δώσω τὴν εἰκόνα τῆς καταστάσεως, νὰ ἀναφέρω τὰς αἰτίας· ὅταν δὲ γνωσθῶσιν αἱ αἰτίαι, ἡ θεραπεία δὲν εἶναι δύσκολος.
§37Κ. Ν. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἂς ἀφήσωμεν τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἐργασθῇ μόνη της.
§38Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ἂν ἀφήσωμεν τὴν Κυβέρνησιν ἀνενόχλητον, αὕτη ποτὲ δὲν θέλει φροντίσει· διότι ἐπὶ 20 ἤδη ἔτη ἐξακολουθεῖ τὸ κακὸν, καὶ ἀπὸ ἡμέρας εἰς ἡμέραν αὐξάνει, οὐδεμίαν δ’ ἔλαβε φροντίδα μέχρι τοῦδε. Ἐὰν δὲ δὲν ἤρχετο καὶ τὸ θέμα αὐτὸ πρὸς συζήτησιν, ὅπως κεντρίσωμεν τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἐργασθῇ ἐπὶ τοῦ ζητήματος, ἀγνοῶ, ἂν θὰ ἐμερίμνα ποτὲ διὰ τὸ ζήτημα τοῦτο, καὶ ἂν αὐτὸ θὰ ἐπέσπα ποτὲ τὴν προσοχὴν Κυβερνήσεως, οἵα ἡ παροῦσα, ἥτις, περὶ ἄλλα τυρβάζουσα, δὲν ἔχει καιρὸν νὰ σκεφθῇ τὰ ζητήματα ταῦτα. Πῶς λοιπὸν θὰ τὴν ἀφήσωμεν νὰ ἐνεργήσῃ μόνη; Ἀπὸ τοῦ 1885 ἕως τοῦ 1901 συμβαίνει ὅ,τι βλέπομεν σήμερον· αὐξάνει δὲ τὸ κακὸν οὕτω τεραστίως, ὥστε οἱ μετανάσται ἔφθασαν εἰς 3,000 καὶ πλέον ἐντὸς μιᾶς μόνον τριμηνίας. Καὶ ἐν τούτοις οὐδὲν μέτρον ἀπολύτως ἐλήφθη ἀπὸ μέρους τῆς Κυβερνήσεως· ἔπρεπε δὲ νὰ ἐπιβάλωμεν ἡμεῖς πρὸς αὐτὴν νὰ ζητήσῃ τὰς στοιχειώδεις πληροφορίας. Κατὰ τίνα λοιπὸν τρόπον θὰ πιστεύσωμεν περὶ τῆς μερίμνης τῆς Κυβερνήσεως ὑπὲρ ζητημάτων τοιαύτης σημασίας, ὥστε ν’ ἀφήσωμεν αὐτὴν ἀνενόχλητον; Ἐγὼ νομίζω, ὅτι πρέπει ν’ ἀναπτύξωμεν εὐρέως τὸ ζήτημα ἐδῶ, καὶ νὰ ἐξετάσωμεν, ποῖα τὰ αἴτια, τὰ ὁποῖα προκαλοῦσι τὰς μεταναστεύσεις, καὶ τότε, ἅμα ἀκούσωμεν τὴν γνώμην τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ἰδιαιτέρως τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, ὁ ὁποῖος ἐλπίζω ὅτι ἠσχολήθη ἐπὶ τοῦ θέματος, τότε δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν: «ἂς ἀφήσωμεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὴν ἐλευθερίαν, ὅπως ἐνεργήσῃ καθ’ ὃν τρόπον αὕτη βούλεται καὶ νομίζει καλλίτερον, ὅτι δύναται νὰ λύσῃ τὸ ζήτημα τοῦτο». Ὅτι ἡμεῖς σήμερον οὔτε διὰ τῶν ἀγορεύσεων ἡμῶν, οὔτε διὰ τῶν δημοσιευμάτων, οὔτε διὰ τῶν συνεντεύξεων — μία τῶν ὁποίων εἶναι καὶ ἡ τοῦ φίλου μου κυρίου Βοζίκη — θὰ δυνηθῶμεν νὰ ἐλαττώσωμεν ἢ νὰ ἐμποδίσωμεν τὴν μετανάστευσιν, τὸ γνωρίζω, ἀλλὰ γνωρίζω συγχρόνως, ὅτι κατὰ τὸ χρονικὸν αὐτὸ διάστημα ἡ Κυβέρνησις οὐδὲν ἔπραξεν, οὔτε ἔλαβε μέτρα, ὅπως περιστείλῃ τὸ κακὸν, τὸ ὁποῖον παρουσιάζεται τόσον μέγα σήμερον. Ἀλλ’ ἔλεγον προηγουμένως, Κύριοι, ὅτι καὶ αὐτὸ δὲν εἶναι ἀκριβὲς, τὸ ὅτι δηλ. ἄφθονος χρυσὸς εἰσάγεται εἰς τὰς ἐπαρχίας, διότι, ἐὰν ἀναγνώσῃ τις τὰς ἐκθέσεις τῶν διαφόρων δημάρχων τοῦ Κράτους, τῶν δήμων ἐκείνων, ὁπόθεν ἐξῆλθον οἱ μετανάσται καὶ ἀπῆλθον εἰς Ἀμερικὴν, παρατηρεῖ, ὅτι κατὰ τὸ πρῶτον καὶ τὸ δεύτερον ἔτος ἀπὸ τῆς μεταναστεύσεως αὐτῶν ἀποστέλλουσιν ὀλίγα χρήματα, κυρίως ἵνα πληρωθῇ τὸ χρέος αὐτῶν, τὸ ὁποῖον ἀνέλαβον, ὅπως εὕρωσι τὰ μέσα τῆς ἀποδημίας· ἀλλὰ μετὰ τοῦτο ἄρχεται ἐλαττουμένη ἡ ἀποστολὴ πρὸς τὰς οἰκογενείας των, καὶ ἐφ’ ὅσον παρέρχεται ὁ χρόνος καὶ ἐγκαθίστανται καὶ νυμφεύονται ἐκεῖ οἱ μετανάσται, ψυχραίνεται καὶ ἡ ἀνάμνησις τῆς πατρίδος, καὶ παύει καθ’ ὁλοκληρίαν ἡ ἀποστολὴ χρημάτων. Οὕτω συμβαίνει πανταχοῦ, ὄχι μόνον μὲ τοὺς μετανάστας, τοὺς ἐγκαθισταμένους ἐν Ἀμερικῇ, ἀλλὰ καὶ μὲ τοὺς μεταναστεύοντας εἰς τὴν Ρωσσίαν. Ὁ δὲ κ. Παπαμιχαλόπουλος, ὁ ὁποῖος προχθὲς πολὺ ὀρθῶς ἀνέφερε τὴν Ρωσσίαν, γνωρίζει, ὅτι πάντες, ἢ σχεδὸν πάντες οἱ μεταναστεύσαντες εἰς Ρωσσίαν, καὶ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι παρέμειναν ἐκεῖ πλέον τῆς εἰκοσιπενταετίας, δὲν ἐπανῆλθον εἰς τὴν πατρίδα, καὶ οἱ περισσότεροι ἐξηφανίσθησαν εἰς τὴν ἀπέραντον ἐκείνην χώραν, νυμφευθέντες καὶ ἀποκτήσαντες τέκνα, οὐδὲν διασώζοντα ἐκ τοῦ τόπου τῆς καταγωγῆς των.
§39Κ. Ν. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἄμωμοι ἐν ὁδῷ ἀλληλούϊα!
§40Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ἐνθυμοῦμαι μάλιστα, ὅτι κατὰ τὸ 1889, ὅτε περιηγούμην ἐν Κριμαίᾳ, εἶχον ἐπισκεφθῆ χωρία τινὰ αὐτῆς, ὅπου εἶναι ἐγκατεστημένοι οἱ Ἕλληνες ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι κατὰ χιλιάδας ἀνεχώρησαν ἐπὶ Αἰκατερίνης τῆς Βʹ ἐξ Ἑλλάδος, ἵνα κατοικήσωσι τὴν Ταυρικὴν χερσόνησον, φεύγοντες τότε τὸ γιαταγάνι τοῦ δυναστεύοντος Τούρκου. Ὅτε μετέβην ἐκεῖ, ὁ ὁδηγὸς μοὶ ἔλεγεν, ὅτι εἶναι Ἕλληνες οἱ κάτοικοι ἐκεῖνοι. Ἐζήτησα νὰ ὁμιλήσω πρὸς αὐτοὺς Ἑλληνικά· ἤκουσα ὅμως ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι ἔφερον μὲν ὀνόματα ἑλληνικὰ, ἄλλος τὸ ὄνομα Κουντουριώτης, ἄλλος τὸ ὄνομα Μανέτας, καὶ πλεῖστοι ἄλλοι τοιαῦτα ὀνόματα, οὐδεμίαν ὅμως λέξιν ἑλληνικὴν ἐγνώριζον. Ἡ γλῶσσά των, ἣν οὗτοι ἐφαντάζοντο ὡς ἑλληνικὴν, ἦτο ἓν μίγμα ῥωσσικῆς καὶ ἑλληνικῆς τινος παρεφθαρμένης καὶ ἀκαταλήπτου! Αὐτὴ ἦτο ἡ γλῶσσά των, ἀμυδρὰν δ’ ἰδέαν εἶχον καὶ περὶ τῆς καταγωγῆς των. Οὕτως αὐτοὶ ἀπωλέσθησαν διὰ τὴν Ἑλλάδα. Καὶ δὲν ἀπωλέσθησαν μόνον ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι πρὸ αἰῶνος εἶχον ἐκεῖ ἐγκατασταθῆ, ἀλλὰ καὶ ἐκεῖνοι, οἵτινες καὶ κατὰ τὸ 1854 μετέβησαν κατὰ τὸν Κριμαϊκὸν πόλεμον καὶ κατῴκησαν τὸν Μαλουκλαβᾶν· βλέπετε δὲ καὶ ἐκεῖ ἀνθρώπους φέροντας ὀνόματα κοινότατα εἰς τὴν Ἑλλάδα, ἀλλὰ μὴ γνωρίζοντας οὔτε μίαν λέξιν ἑλληνικήν! Ὅταν λοιπὸν ἔχωμεν τοιαύτην καταστροφὴν Ἑλλήνων, οἱ ὁποῖοι ἀπέρχονται εἰς τὴν Ρωσσίαν, ὅπου καὶ σχολεῖα ἑλληνικὰ ὑπάρχουσιν εἰς πολλὰς πόλεις καὶ διδάσκαλοι Ἕλληνες καὶ ναοὶ ἑλληνικοὶ, περιμένετε νὰ διασωθῶσιν οὗτοι εἰς τὴν Ἀμερικὴν, καὶ πιστεύετε ὅτι, ἐὰν τοῖς στείλωμεν ἀρχιερέα καὶ ἱδρύσωμεν ἐκεῖ—δὲν ἠξεύρω τί ἄλλο ἐζήτησεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἐπιδαύρου Λιμηρᾶς συνάδελφος,—δημοτικὰ σχολεῖα, νομίζω, καὶ Γυμνάσια, εἶναι δυνατὸν νὰ συγκρατήσωμεν τὸν φυλετισμόν των καὶ τὴν καταγωγήν των;
§41Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ ἐξάπλωσις τοῦ Ἑλληνισμοῦ καὶ ἡ πρόοδος ἐξεδηλώθη ἀείποτε διὰ τῶν μεταναστεύσεων.
§42Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ἐὰν λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν τὴν ἱστορίαν τῶν ἀρχαιοτάτων ἑλληνικῶν μεταναστεύσεων, θὰ ἴδωμεν, ὅτι αὗται προῆλθον ἐκ τῶν ἐσωτερικῶν ἐρίδων καὶ διωγμῶν, ἢ πρὸς σκοποὺς ἀποικιακῆς πολιτικῆς καὶ κατακτήσεως χωρῶν βαρβάρων, εἰς ἃς διὰ τοῦ ἐμπορίου ἐπλούτουν αἱ μητροπόλεις, αἱ δὲ ἀποικίαι ἦσαν, οὕτως εἰπεῖν, μεμακρυσμέναι ἐπαρχίαι τῶν κέντρων, μετέφερον δ’ ἐκεῖ τὸν πολιτισμόν, τὴν γλῶσσαν, τὴν θρησκείαν, τῶν ὁποίων δὲν ἔχει, πιστεύω, ἀνάγκην οὔτε ἡ Εὐρώπη, οὔτε ἡ Ἀμερικὴ σήμερον παρ’ ἡμῶν...
§43Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχει ἡ Ἑλλὰς τοῦ ξένου πολιτισμοῦ ἀνάγκην, ἀλλὰ πρὸ παντὸς τοῦ ξένου χρήματος.
§44Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Τότε πρέπει νὰ φέρωμεν ἡμεῖς μετανάστας εἰς τὴν Ἑλλάδα ἐξ Εὐρώπης καὶ Ἀμερικῆς.
§45Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Οἱ ἐμπορευόμενοι ἁπανταχοῦ τῆς γῆς Ἕλληνες ἀποδεικνύουν τὴν σκοπιμότητα τῶν μεταναστεύσεων καὶ ὑπὸ ἐθνικὴν καὶ ὑπὸ οἰκονομικὴν ἔποψιν.
§46Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Δὲν πιστεύω νὰ ὑποθέτητε, ὅτι οἱ ἄξεστοι χωρικοὶ τῆς Λακωνίας καὶ οἱ χωρικοὶ τῆς Ἀρκαδίας, μεταβαίνοντες ἐκεῖ, θὰ φέρωσιν εἰς τὴν Ἑλλάδα τὸν πολιτισμὸν καὶ τὰ φῶτα, ἢ μᾶλλον ἠλεκτρικὰ φῶτα, ἀφοῦ πρόκειται περὶ χώρας, ὅπου ἀκμάζει ὁ ἠλεκτρισμός.
§47Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Χωρικοὶ ἦσαν καὶ οἱ Βαλλιάνοι.
§48Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Χωρικοὶ καὶ ἄξεστοι ἦσαν καὶ οἱ Βαλλιᾶνοι, καὶ ἐπλούτησαν, τάχιστα μάλιστα, ἀλλὰ σπάνια εἶναι καὶ τὰ παραδείγματα ταῦτα. Ἀλλὰ καὶ οἱ Βαλλιᾶνοι δὲν ἦσαν μετανάσται, οἷοι οἱ ἀπερχόμενοι εἰς Ἀμερικήν· ἦσαν ναυτικοὶ καὶ ἐμπορικαὶ ἰδιοφυΐαι· δὲν μετέβησαν ὡς ἐργάται ἢ ὡς πωληταὶ ζαχαρωτῶν, ἀλλὰ μετέβησαν εἰς κέντρα, τὰ ὁποῖα σχεδὸν θεωροῦνται ἑλληνικὰ, ὅπου καὶ ἄλλοι ἐπλούτησαν ἐπίσης. Θέλετε ὅμως νὰ μάθητε κατὰ τὴν εἰκοσαετίαν ταύτην πόσοι ἐν Ἀμερικῇ ἐσχημάτισαν περιουσίας; Ἐὰν ἀναγνώσητε τὰς ἐκθέσεις, θὰ ἴδητε, ὅτι ἐξ ὅλων αὐτῶν τῶν ἀπελθόντων εἰς τὴν Ἀμερικὴν, ἐκ τῶν 30,000 περίπου, εἷς καὶ μόνος ἀπέκτησεν, ἐκ τύχης ὅλως, πωλήσας τὸ καπνοπωλεῖόν του, περιουσίαν 500 χιλιάδων ταλλήρων· αὐτὸ δὲ ὡς μοναδικὸν παράδειγμα ἀναφέρει ἡ ἔκθεσις τοῦ Γεν. Προξένου. Ἐὰν θέλητε δὲ νὰ σᾶς εἴπω, εἰς ποῖον σημεῖον εὑρίσκονται οἱ μετανάσται οὗτοι, ἀρκεῖ νὰ σᾶς ἀναγνώσω τὴν ἔκθεσιν, ἐν ᾗ ἀναφέρεται, ὅτι διαιτῶνται ἐντὸς ὑπογείων ὑγροτάτων καὶ βρωμερῶν, καὶ καταστρέφουσι τὴν ὑγείαν αὑτῶν, καὶ πάντες, ὅσοι ἐπανῆλθον, ἀντὶ νὰ μεταφέρωσι τὰ φῶτα ἐκ τῆς Ἀμερικῆς, μᾶς μεταφέρουσι νοσήματα, ἅτινα μεταδίδουσιν εἰς τὰ χωρία, καὶ καταστρέφουσι τὴν ὑγείαν τῶν συμπολιτῶν των, συντελοῦσι δὲ δι’ αὐτῶν εἰς τὸν ἐκφυλισμόν. Ἐγὼ, Κύριοι, δὲν ἀγνοῶ βεβαίως, ὅτι ἡ Ἑλλὰς ὑπῆρξε χώρα, ἐκ τῆς ὁποίας κατὰ τὴν ἀρχαιότητα ἐγένοντο μεγάλαι μεταναστεύσεις, καὶ ἐσχηματίσθησαν μεγάλαι ἀποικίαι. Ἀλλ’ αἱ μεταναστεύσεις αὗται προῆλθον ἐκ τῶν ἐσωτερικῶν ἐρίδων, ἐκ τῶν καθόδων ἄλλων φυλῶν, αἵτινες ἐξεδίωξαν τοὺς πρώτους κατοίκους, καὶ ἐκ τῆς πυκνότητος τῶν κατοίκων τῆς Ἑλλάδος, ὅτε αἱ μητροπόλεις ἀπέστελλον ὠργανωμένας ὁμάδας, ὅπως καταλάβωσι χώρας μακρὰν τῆς πατρίδος, αἱ δὲ ἐγκαθιστάμεναι ἀποικίαι εὑρίσκοντο εἰς ἄμεσον συνάφειαν μετὰ τῆς μητροπόλεως, πολλάκις δὲ καθίσταντο καὶ ἰσχυρότεραι αὐτῆς. Καταλαμβάνοντες οἱ Ἕλληνες χώρας βαρβάρους, καὶ ἐπιβαλλόμενοι εἰς τοὺς κατοίκους αὐτῶν, εὕρισκον στάδιον, ὅπως ἀναπτύξωσι καὶ τὸ ἐμπόριον, εἰσαγάγωσι δὲ καὶ τὸν πολιτισμὸν, καὶ ἀναπτύξωσι τὰ χαρίσματα τῆς διανοίας καὶ ὅλα ἐκεῖνα τὰ πλεονεκτήματα, τῶν ὁποίων τὸ προνόμιον εἶχεν ἡ Ἑλληνικὴ φυλή. Τοῦτο συντελεῖ εἰς τὴν ἀπορρόφησιν τῶν ἄλλων στοιχείων, καὶ εἴδετε, ὅτι ἐξηπλώθη ἡ Ἑλλὰς καθ’ ὅλα τὰ ἰταλικὰ παράλια, καὶ ἀνεπτύχθη ἐκεῖ ἡ μεγάλη Ἑλλὰς, ὅπως ἀνεπτύχθη καὶ καθ’ ὅλην τὴν Ἰωνίαν, εἶχε φθάσει δὲ ἐπὶ Ἀλεξάνδρου τοῦ Μεγάλου εἰς τὸ κατακόρυφον, ἐξαπλωθεῖσα μέχρι τῶν ὀχθῶν τοῦ Γάγγου. Οἱ Ἕλληνες, ἐκεῖ μεταβαίνοντες, ἐξελλήνιζον τοὺς κατοίκους, ἐσχηματίζετο δὲ οὕτω περὶ τὴν παροικίαν ἐκείνην Ἑλληνικὴ μεγάλη ἀποικία. Τελευταίως μάλιστα, μελετῶν τὰ κατὰ τὰς ἀποικίας τὰς γενομένας παρὰ τὴν Μαιώτιδα κατὰ τὴν ἀρχαιότητα, παρετήρησα, ὅτι πραγματικῶς τοιαύτη ἦτο ἡ ἐπιβολὴ τοῦ ἑλληνικοῦ πνεύματος εἰς τὰς χώρας ἐκείνας, ὥστε ἀνευρίσκουσιν οἱ ἀρχαιολόγοι εἰς τὰ βάθη τῆς τότε Σκυθίας ἔργα Ἑλληνικῆς τέχνης· οἱ δὲ Ἀθηναῖοι μετέφερον ἐκεῖθεν τοὺς ἀστυφύλακας αὐτῶν, ἐξ οὗ ἀποδεικνύεται, ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ γλῶσσα ἦτο λίαν γνωστὴ εἰς τὰς χώρας ἐκείνας, τὰς βαρβάρους καὶ ἀγρίας. Ἀλλὰ ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης μέχρι σήμερον ἤλλαξεν ἡ ὄψις τοῦ κόσμου, ἀπωλέσθη ἡ μεγάλη ἐκείνη ἐπιρροὴ τοῦ Ἑλληνισμοῦ, καὶ οἱ Ἕλληνες, οἱ μεταβαίνοντες ἐκεῖ, ἀντὶ νὰ ἐξελληνίσωσι τοὺς κατοίκους τῆς Σκυθίας, μεταβάλλονται αὐτοὶ εἰς Ρώσσους,—αὐτὴ εἶναι ἡ διαφορά,—πάντες δὲ οἱ ἀπερχόμενοι ἐξ Ἑλλάδος, καὶ ἰδίως τῆς τάξεως τῶν ἀνθρώπων αὐτῶν, τοὺς ὁποίους ἀνέφερα, δηλαδὴ τῶν γεωργῶν, τῶν ἐργατῶν, εἶναι μετανάσται, τοὺς ὁποίους πρέπει πλέον νὰ μὴ θεωρῇ ἡ Ἑλλὰς ὅτι δύναται νὰ τοὺς ἴδῃ ἐπανερχομένους ἢ κατ’ ἐλάχιστον ἀριθμόν. Τώρα, τί πρέπει νὰ γείνῃ, ὅπως περιορίσωμεν τὸ κακόν; λέγει ὁ κύριος Παπαμιχαλόπουλος. Αὐτὸ βεβαίως εἶναι τὸ δυσχερέστερον...
§49Κ. Ν. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸ ἀπασχολεῖ καὶ ἐμὲ, ὁ ὁποῖος εἶμαι κατὰ τῆς μεταναστεύσεως.
§50Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ἔν τινι ἐκθέσει — τοῦ δημάρχου Σπάρτης, νομίζω — ἀναγράφονται τὰ αἴτια τοῦ ἐκπατρισμοῦ αὐτῶν. Λέγει ὁ δήμαρχος οὗτος, ὁ ὁποῖος ἔχει καὶ τὴν καλλιτέραν ἔκθεσιν, ἥτις ὑπάρχει ἐν τοῖς ἐγγράφοις τούτοις, ὅτι ἡ ἐλεεινότης τῆς δημοσίας ἀσφαλείας, ἡ ὁποία ὑφίσταται παρ’ ἡμῖν, οἱ βαρεῖς φόροι, οἱ ὁποῖοι ἐπιβάλλονται εἰς τὰς τάξεις ἐκείνας, ἡ κακοδιοίκησις, ἥτις μαραίνει τὴν ζωὴν τῆς χώρας, καὶ ὅλα τὰ συναφῆ τούτοις κακὰ αὐξάνουσι τὴν κακοδαιμονίαν καὶ συντελοῦσι σπουδαίως εἰς τὸν ἐκπατρισμὸν τῶν μεταναστῶν τούτων. Ἂς ἐξετάσωμεν λοιπὸν τὰ αἴτια ταῦτα...
§51ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Κύριε Πρόεδρε, νὰ διακόψωμεν.
§52ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις, διὰ νὰ ἐπανέλθωμεν εἰς τὰς 9½. (Γίνεται διακοπὴ ὥρᾳ 8 μ. μ. Ἐπαναλαμβάνεται δὲ ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 10 καὶ 30′ μ. μ., προεδρεύοντος τοῦ ἀντιπροέδρου κ. Ν. Λεωνίδα).
§53ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ συνεδρίασις. Ἡ ἐπὶ τοῦ Λογιστικοῦ τῆς Βουλῆς ἐπιτροπὴ ὑποβάλλει πρότασιν περὶ χορηγίας προσθέτου χιλιοδράχμου ἀποζημιώσεως εἰς ἕκαστον τῶν κυρίων Βουλευτῶν διὰ τὰς ἐκτάκτους δαπάνας, εἰς ἃς ὑπεβλήθησαν κατὰ τὴν Σύνοδον ταύτην. Ἡ Βουλὴ θεωρεῖ κατεπείγουσαν τὴν πρότασιν;
§54ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§55ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν ταύτην τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Λογιστικοῦ τῆς Βουλῆς παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι) Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ Λογιστικοῦ τῆς Βουλῆς ὑποβάλλει πρότασιν περὶ πληρωμῆς ἀποζημιώσεως εἰς τὸν πρώην βουλευτὴν Κερκύρας κ. Ἀχιλλέα Ἀγάθον διὰ τὴν Γʹ Σύνοδον τῆς ΙΔʹ Περιόδου.
§56ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§57ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
§58Γ. ΚΟΡΠΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν καὶ Ναυτικῶν). Ὑποβάλλω νομοσχέδιον περὶ τῆς πιστώσεως τῆς ἀναγεγραμμένης ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, ἤτοι «περὶ ἐγκρίσεως προϋπολογισμῶν δαπάνης δραχμῶν 155,000 ἐν συνόλῳ διὰ τὴν κατασκευὴν διαφόρων νέων δημοσίων ναυτικῶν κτιρίων καὶ ἔργων ἐν τῷ ἐν Σαλαμῖνι Βασιλικῷ Ναυστάθμῳ». Ὡσαύτως νομοσχέδιον «περὶ ἐγκρίσεως προϋπολογισμοῦ δαπάνης κατασκευῆς δημοσίων ἔργων ἐν τῷ Βʹ Στρατιωτικῷ Νοσοκομείῳ Ἀθηνῶν κλπ.»
§59ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ νομοσχέδια ταῦτα θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 202–203). Ὁ κύριος Βελλιανίτης ἔχει τὸν λόγον.
§60Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Τὴν περὶ μεταναστεύσεως ὁμιλίαν μου θέλω συνεχίσει κατ’ ἄλλην συνεδρίασιν.
§61ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Θ. Π. Δηλιγιάννης ἔχει τὸν λόγον.
§62Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Πρὶν ἢ ἀνέλθω ἐπὶ τὸ βῆμα, ἵνα ἀνακοινώσω εἰς τὴν Βουλὴν τὰς μελέτας μου ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1902, ὀφείλω ν’ ἀνακοινώσω εἰς αὐτὴν ἄλλο γεγονός. Ὁ συνάδελφός μου βουλευτὴς Γόρτυνος κ. Ἀλεξάκης μοὶ ἀνεκοίνωσεν, ὅτι εἶδεν εἰς τὴν αἴθουσαν τοῦ Βουλευτηρίου, εἰς ἣν μένομεν ἡμεῖς, εἰσελθόντας δύο ἀξιωματικοὺς τοῦ στρατοῦ, οἵτινες μετ’ ὀλίγον ἐξῆλθον. Ἠκούσθη δέ, ὅτι οἱ ἀξιωματικοὶ ἐκεῖνοι ἐστάλησαν μάρτυρες πρὸς τὸν βουλευτὴν Ἀττικῆς κ. Δραγούμην, ζητοῦντες ἐξηγήσεις δι’ ὅσα εἶπεν ἀγορεύων ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1902. Τὸ πρᾶγμα μοὶ ἐφάνη...
§63Κ. ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Παρὰ τίνος ἐστάλησαν;
§64Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μὴ μὲ διακόπτετε ἐπὶ πραγμάτων, ἐφ’ ὧν δὲν δύναμαι νὰ δώσω ἐξηγήσεις. Δὲν γνωρίζω, ἐὰν τὸ πρᾶγμα εἶναι ἀκριβές, καὶ ἂν ἡ ἐπίσκεψις τῶν κ. κ. ἀξιωματικῶν τοιοῦτον εἶχε σκοπόν. Ἐπειδὴ ὅμως εἶναι τὸ τρίτον συμβεβηκός, ὅπερ λαμβάνει χώραν, Βουλευτῶν καλουμένων εἰς μονομαχίαν δι’ ὅσα εἶπον ἢ ἐγνωμοδότησαν ἐν τῇ Βουλῇ, τὸ πρᾶγμα μοὶ φαίνεται, ὅτι εἶναι σπουδαῖον, διότι διακινδυνεύει τὸ ἀξίωμα τοῦ Βουλευτοῦ καὶ τὸ ἀνεύθυνον αὐτοῦ. Καὶ ἐνῷ τὸ πολίτευμα ἐν ἄρθρῳ 62 ἀναγράφει, ὅτι ὁ Βουλευτὴς οὔτε ἐξετάζεται κἄν ὑπὸ τῆς Πολιτείας διὰ τὰς γνώμας ἢ τὰς ἰδέας, ἃς ἐξέφρασεν, ἐνῷ ἡ Πολιτεία, τὸ Κράτος παραιτεῖται πάσης ἀξιώσεως, ἵνα κρίνῃ ἐπὶ τοῦ Βουλευτοῦ, νὰ ἔρχωνται ἄτομα νὰ ζητῶσι νὰ κρίνωσιν ἐπὶ τῶν Βουλευτῶν, τοῦτο εἶναι ὕβρις κατὰ τῆς Βουλῆς. (Εὖγε! ἐξ ἀμφοτέρων τῶν πτερύγων). Καὶ ἐὰν τὰ ἄτομα ταῦτα ἦσαν πολῖται, ἴσως ἔπρεπε νὰ περιφρονήσωμεν αὐτούς, ἀλλ’ ὅταν ἦναι ἀξιωματικοὶ τοῦ στρατοῦ, ὄργανα τῆς Πολιτείας, ἅτινα ὀφείλουσι νὰ εὐλαβῶνται τὸ πολίτευμα, ἅτινα ὀφείλουσι νὰ δίδωσι τὸ παράδειγμα εἰς τοὺς πολίτας, τὸ πρᾶγμα εἶναι ἄξιον μεγάλης σπουδαιότητος, καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ προβῇ εἰς ἀνακρίσεις, καὶ ἂν βεβαιωθῇ, ὅτι ἀξιωματικοὶ ἐζήτησαν παρὰ τοῦ κ. Βουλευτοῦ λόγον διὰ τὰ λεχθέντα, νὰ τιμωρήσῃ τοὺς ἀξιωματικοὺς αὐτούς. (Ζωηραὶ ἐπιδοκιμασίαι ἐξ ἀμφοτέρων τῶν πτερύγων).
§65Γ. ΚΟΡΠΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Τώρα λαμβάνω γνῶσιν τοῦ πράγματος, καὶ ἑπομένως ἀναμφισβητήτως καὶ ἄνευ οὐδεμιᾶς ἀναβολῆς αὔριον τὴν πρωΐαν θὰ ἐνεργήσω ἀνακρίσεις αὐστηροτάτας πρὸς ἐξακρίβωσιν τοῦ γεγονότος καὶ ἐκείνων, οἵτινες προέβησαν εἰς τοιοῦτον διάβημα, καὶ θὰ τιμωρήσω αὐτούς.
§66ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Ὁ κύριος Θ. Π. Δηλιγιάννης ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων τοῦ Κράτους τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1902.
§67Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἀναβάλλω διὰ τὴν αὔριον νὰ ἀνακοινώσω εἰς τὴν Βουλὴν δύο ἐπερωτήσεις, ἃς εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ ἀπευθύνω, συνεπείᾳ παραστάσεων, ἃς μοὶ ἀπηύθυναν ἐκ τῆς ἐπαρχίας, εἰς ἣν ἀνήκω, διὰ τηλεγραφημάτων ληφθέντων σήμερον, καὶ προβαίνω εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ἐσκεπτόμην, ἐὰν ὤφειλον νὰ λάβω τὸν λόγον καὶ ἀνακοινώσω εἰς τὴν Βουλὴν ποίας ἔχω γνώμας καὶ κρίσεις ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1902, οὐχὶ διότι δὲν ἠδυνάμην νὰ ἐλπίζω, ὅτι αἱ παρατηρήσεις, ἃς θέλω ἀνακοινώσει εἰς τὴν Βουλὴν, δύνανται νὰ μεταβάλωσι τὸ φρόνημα τῆς πλειονοψηφίας, — διότι τοιαύτην ἀξίωσιν οὐδ’ εἶχον οὐδ’ ἔπρεπε νὰ ἔχω. Ἐξ ἐναντίας νομίζω, ὅτι δὲν πρέπει νὰ μεταβάλλωσι τὸ φρόνημα τῆς πλειονοψηφίας τὰ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου λεγόμενα πρὸς τὴν Βουλήν, ἐὰν ταῦτα ἔχωσιν ἀφορμὴν πολιτικὰ ζητήματα, τὴν λειτουργίαν τῶν πολιτειακῶν ἐξουσιῶν φέρ’ εἰπεῖν, ἢ κυβερνητικὰς μελέτας, οὐδὲ πρέπει τὰ ἀπὸ τοῦ βήματος λεγόμενα νὰ μεταπείθωσι τοὺς Βουλευτὰς ἐκείνους, οἵτινες ἀνήκουσιν εἰς κόμματα. Ὑπὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα ἡ ὕπαρξις καὶ ἡ λειτουργία τῶν κομμάτων εἶναι ἀναπόφευκτος. Ἀλλοίμονον εἰς τὰ Κράτη ἐκεῖνα, ἅτινα κυβερνῶνται κοινοβουλευτικῶς, καὶ ἐν οἷς δὲν ὑπάρχουσι κόμματα, ἢ τὰ ὑπάρχοντα παραλύουσιν! Ἡ λειτουργία τῶν κομμάτων εἶναι ἡ βάσις τῆς λειτουργίας τοῦ πολιτεύματος, εἶναι τὰ θεμέλια τοῦ Θρόνου, ἡ ἐγγύησις τῆς τηρήσεως τῆς τάξεως καὶ τῆς ἐφαρμογῆς τῶν νόμων. Μὴ παραπλανᾶσθε ἀπὸ ὅσα γράφουσιν αἱ ἐφημερίδες ἢ ὅσα ἐδημοσιεύθησαν πρὸ τεσσάρων ἐτῶν ὡς λεχθέντα περὶ τῶν κομμάτων· ταῦτα εἶναι λόγοι ἀνθρώπων, οἵτινες δὲν γνωρίζουσι τὴν ἔννοιαν τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος ἢ ἐμπορεύονται τὰ κοινά. Αὐτοὶ ἐπετέθησαν κατὰ τῶν κομμάτων, καὶ ὁμιλοῦντες κατ’ αὐτῶν προσεπάθησαν νὰ δυσφημήσωσι τοὺς πολιτικοὺς ἄνδρας, νὰ καταγγείλωσι τὰ κόμματα, ὡς ἐνόχους τῶν ζημιῶν ἢ ἀδικημάτων, ἅτινα ὑπέστη ἡ Ἑλλάς. Οἱ ταῦτα διαδίδοντες ζητοῦσι νὰ πείσωσι τὸ κοινὸν, ὅτι τὰ πολιτικὰ κόμματα δὲν ἦσαν ἀναγκαῖα, διότι δὲν ἐπιθυμοῦσι νὰ ὑπάρχῃ ἐκτὸς αὐτῶν ἡ πολιτικὴ δύναμις τῶν κομμάτων, λειτουργοῦσα καὶ ὑποστηρίζουσα καὶ συντελοῦσα, ἵνα ἐφαρμόζωνται αἱ ἰδέαι, ἃς αὐτὴ ἡ πολιτικὴ δύναμις τοῦ κόμματος ἐπαγγέλλεται, ἵνα ῥυθμίζηται ἡ πολιτικὴ τοῦ Κράτους κατὰ τὰς γνώμας, ἃς τὰ πολιτικὰ κόμματα ὑποστηρίζουσιν. Ἀλλ’ ὅταν δὲν ὑπάρχῃ τοιαύτη δύναμις πολιτικὴ, ὅταν δὲν ὑπάρχωσι κόμματα, τότε δὲν ὑπάρχει πολίτευμα, δὲν ὑπάρχει οὐδεμία ἐγγύησις, οὐδὲν ἀντίζυγον εἰς τὴν δύναμιν, ἣν ἐνασκοῦσιν αἱ καθεστηκυῖαι πολιτειακαὶ ἀρχαί. Διὰ τοῦτο φρονῶ, ὅτι τῶν κομμάτων ἡ ὕπαρξις εἶναι ἀναγκαία καὶ ἀναπόφευκτος. Ἄν κόμμα λέγηται ἡ σύμπραξις πολλῶν ἐχόντων τὰς αὐτὰς περὶ τοῦ Κράτους καὶ περὶ τῆς χώρας γνώμας, ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι εἶναι μέλη κόμματος, διαδηλοῦσι διὰ τῆς κατατάξεώς των ταύτης εἰς τὸ κόμμα, ὅτι ἀσπάζονται καὶ ἀποδέχονται τὰς περὶ τῶν πολιτικῶν πραγμάτων τῆς πατρίδος γνώμας τοῦ κόμματος, τοῦ ὁποίου τυγχάνουσι μέλη· διότι, ἐὰν δὲν ἀσπάζωνται καὶ δὲν ἀποδέχωνται τὰς περὶ τῶν πολιτικῶν πραγμάτων γνώμας τοῦ κόμματος, ἐὰν δὲν ἀνήκωσιν εἴς τι τῶν κομμάτων, δὲν εἶναι πολιτικοὶ ἄνδρες, εἶναι τυχοδιῶκται, οἱ ὁποῖοι ἐμπορεύονται ἐκ χυδαίας φιλοκερδείας τὴν πολιτικὴν καὶ τὰ δημόσια συμφέροντα. Διὰ τοῦτο δὲν ἠδυνάμην νὰ ἔχω οὐδὲ τὴν ἐλπίδα, οὐδὲ τὴν ἀξίωσιν νὰ μεταβάλω διὰ τῶν λόγων μου τὰς γνώμας τῶν Βουλευτῶν τῆς πλειονοψηφίας. Ἄλλοτέ ποτε συνετελέσθη συμβεβηκὸς ἀπαίσιον, τὸ ὁποῖον εὐτυχῶς μόνον καὶ μοναδικὸν ἐσημειώθη ἐν τῇ ἱστορίᾳ τοῦ κοινοβουλευτικοῦ βίου τῆς Ἑλλάδος, τὸ συμβεβηκὸς τῆς ἐν μιᾷ νυκτὶ μεταστάσεως πολλῶν δεκάδων Βουλευτῶν ἀπὸ τοῦ ἑνὸς κόμματος εἰς τὸ ἄλλο. Εἶναι ἀπαίσιον, ὄχι διότι ἐζημίου τὰ ἐμὰ πολιτικὰ συμφέροντα, ἀλλὰ διότι ἔβλαπτε τὴν ὑπόληψιν τοῦ Κράτους καὶ διέψευδε τὴν ἱκανότητα τῆς χώρας πρὸς τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα. Ἐὰν ἀγορεύωμεν ἀπὸ τοῦ βήματος, σκοποῦμεν, οἱ λόγοι, τοὺς ὁποίους ἀπαγγέλλομεν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, νὰ μεταδοθῶσιν ἐκτὸς αὐτῆς, νὰ μεταδοθῶσιν εἰς τὰς ἐπαρχίας τῆς Ἐπικρατείας, εἰς τὴν Ἑλλάδα, ἵνα ἀκούσῃ αὐτοὺς ὁ λαός, ἐξετάσῃ τούτους, καὶ ἂν εὕρῃ, ὅτι λέγομεν ὀρθὰς γνώμας, ὅτι λέγομεν τ’ ἀληθῆ, νὰ συνταχθῇ μεθ’ ἡμῶν, ὅταν δὲ κληθῇ, κατὰ τὸ Σύνταγμα, ν’ ἀποφανθῇ, νὰ δώσῃ εἰς ἡμᾶς λευκὴν ψῆφον, νὰ δώσῃ δὲ μέλαιναν εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι διαπράττουσιν ὅσα ἡμεῖς καταγγέλλομεν. Ἀλλ’ ἀφοῦ οὕτως ἐσκεπτόμην, ἔλεγον κατ’ ἐμαυτὸν, ἐγὼ, ὅσας εἶχον γνώμας ἢ κρίσεις ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1902, αὐτὰς ἀνεκοίνωσα πρὸς τὴν Βουλὴν κατὰ τὴν συζήτησιν ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1901, ὅστις ἐπὶ τῶν αὐτῶν βάσεων εἶχε συνταχθῆ· αὐτὰς ἀνεκοίνωσα πρὸς τὴν Βουλὴν καὶ κατὰ τὴν συζήτησιν ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1900 ἔτους, ὅστις οὐδόλως διέφερε τῶν Προϋπολογισμῶν τῶν ἐτῶν τούτων· ὁ λαὸς δὲ ἤκουσε τὰς γνώμας μου ταύτας, ἤκουσε δὲ καὶ τὰς κρίσεις, ἃς κατ’ ἐπανάληψιν τότε ἐδήλωσα. Διατὶ νὰ ἔλθω νὰ ἐπαναλάβω πάλιν αὐτὰς εἰς τὴν Βουλὴν, ἀφοῦ μάλιστα διανύομεν τὴν τελευταίαν Σύνοδον, καὶ εἴτε ἑκόντες εἴτε ἄκοντες θέλομεν κληθῆ εἰς τὰς ἐκλογὰς, ὅσον καὶ ἂν ἀποτροπιάζωνταί τινες αὐτὰς, ὅσον καὶ ἂν προσπαθῶσι νὰ ἀναβάλλωσιν αὐτὰς, ἀφοῦ δὲν θέλει κατασταθῆ εἰς οὐδένα δυνατὸν νὰ τὰς ἀποφύγῃ, πάντες δὲ θέλουσιν ἀναγκασθῆ νὰ ὑποταχθῶσιν εἰς τὰς ἐκλογὰς, αἵτινες θέλουσι προκηρυχθῆ τέλος πάντων κατὰ τὸ τέλος τῆς τετραετίας; Ὑπάρχει λοιπὸν στάδιον, τὸ στάδιον πρὸ τῶν ἐκλογῶν, ἵνα δηλώσω εἰς τοὺς συμπολίτας μου οὐ μόνον τί φρονῶ, ἀλλὰ καὶ ποῖά τινα ἐφρόνησα, πῶς ἔκρινα, πῶς ἐσκέφθην, καὶ νὰ προκαλέσω αὐτοὺς νὰ κρίνωσιν ἐπὶ τῶν γνωμῶν μου. Ἀλλὰ τὸ σύστημα τοῦτο, τὸ ὁποῖον λέγω ὅτι ἐσκέφθην ν’ ἀκολουθήσω, ἦτο συνέπεια τμήματος συστήματός τινος ἄλλου, συστήματος, τὸ ὁποῖον ἔκρινα πράγματι προσῆκον, τὸ ὁποῖον ὅμως ἐβασανίσαμεν καὶ μετὰ τῶν συναδέλφων μου ἐν τῇ Ἀντιπολιτεύσει, ἐβασανίσαμεν καὶ μετὰ τῶν φίλων μου ἐν τῷ πολιτικῷ κόμματι ἡμῶν· ἀλλ’ ἐκ τῆς βασάνου ταύτης συνηγάγομεν, ὅτι, καίτοι ἦτο δεδικαιολογημένον τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον ἐπρότεινα εἰς αὐτοὺς, συμφέροντα ὅμως γενικὰ τοῦ Κράτους ἐπέβαλλον νὰ μὴ προβῶμεν εἰς ἐφαρμογὴν αὐτοῦ, νὰ τὸ ἀναβάλωμεν τοὐλάχιστον ἐπὶ τοῦ παρόντος, ἐλπίζοντες ἴσως, ὅτι δὲν ἤθελον ἐπιμένει οἱ ἁρμόδιοι εἰς τὴν σκολιὰν ὁδὸν, ἥτις ἄγει ἀναντιρρήτως εἰς καταστροφήν. Ποῖον ἦτο τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον συνεζήτησα μὲ τοὺς φίλους μου, τοὺς ἀποτελοῦντας τὸ πολιτικὸν κόμμα, τοῦ ὁποίου διευθύνω τὰς ἐργασίας; Ἦτο σύστημα, τὸ ὁποῖον μετέρχονται οἱ λαοὶ καὶ μετέρχονται οἱ Βουλευταὶ πάντοτε, ὁσάκις ἐπιφαίνωνται κίνδυνοι τοῦ πολιτεύματος. Ἐπεφάνη κίνδυνος τοῦ πολιτεύματος παρ’ ἡμῖν; Ἡμεῖς φρονοῦμεν, ὅτι ἐπεφάνη. Κίνδυνος τοῦ πολιτεύματος δὲν παράγεται μόνον, ὅταν ἀνατρέπηται τὸ πολίτευμα, εἴτε κάτωθεν εἴτε ἄνωθεν, καὶ ἀντικαθίσταται δι’ ἄλλου πολιτεύματος. Κίνδυνος τοῦ πολιτεύματος ὑπάρχει καὶ ὅταν ἡ λειτουργία τοῦ πολιτεύματος δὲν γίγνηται εὐθέως, ἀλλὰ διαστρέφηται, στρεβλοῦται, διότι οὕτως ὑπονομεύεται. Οἱ δενδροκόμοι, Κύριοι, ἰσχυρίζονται, ὅτι δὲν πρέπει νὰ γίνηται χρῆσις ἀξίνης περὶ τὰ δένδρα, διότι ἀποτέμνονται αἱ ῥίζαι αὐτῶν, αἱ ἐν τῇ γῇ, ὅταν δ’ αὗται, αἱ ὑπὸ τὴν γῆν ῥίζαι, ἀποταμῶσι, τὸ δένδρον δὲν τρέφεται πλέον, ξηραίνεται. Οὕτω καὶ ἡ κατάλυσις τοῦ πολιτεύματος δὲν ἐπιτυγχάνεται μόνον διὰ τῆς ἀνατροπῆς αὐτοῦ, ἡ ὁποία ἀπαιτεῖ τόλμην, ἀλλ’ ἐπάγει καὶ κινδύνους, ἀλλ’ ἐπιτυγχάνεται καὶ διὰ τῆς ὑπονομεύσεως, δι’ ἣν δὲν ἀπαιτεῖται τόλμη, ἀλλὰ ἐνέργειαι δόλιαι καὶ ἐπιβουλαὶ ταπειναί· γίγνεται δὲ ἡ ὑπονόμευσις διὰ διαφόρων τρόπων, ἄγει δὲ βεβαίως εἰς τὴν κατάλυσιν τοῦ πολιτεύματος. Τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα εἶναι πολίτευμα εὐγενέστατον, εἶναι πολίτευμα, τὸ ὁποῖον δὲν ἐξευγενίζει μόνον τοὺς πολίτας, ἀλλὰ διδάσκει καὶ τοὺς πολιτικοὺς ἄνδρας νὰ λησμονῶσιν ἑαυτοὺς, ἀνυψώνει δ’ αὐτοὺς ὑπεράνω τοῦ κύκλου τοῦ ἀτόμου, καὶ ἀναγκάζει αὐτοὺς νὰ ἀσχολῶνται περὶ τῆς τύχης τῶν ἄλλων, περὶ τῆς τύχης τοῦ γείτονος, περὶ τῆς τύχης τοῦ συμπολίτου, περὶ τῆς τύχης τῶν κατοικούντων ἐν τῇ αὐτῇ χώρᾳ καὶ διατελούντων ὑπὸ τὸ αὐτὸ πολίτευμα, τῶν ἀποτελούντων τὸ αὐτὸ ἔθνος, τὴν αὐτὴν φυλήν. Ἀλλ’ ὅσον εἶναι εὐγενὲς τὸ πολίτευμα, ὅσον δύναταί τις νὰ δώσῃ περὶ αὐτοῦ τὸν ὁρισμὸν, ὃν ἔδιδεν ὁ Οὐλπιανὸς εἰς τὴν ἐπιστήμην τοῦ δικαίου, ἣν ὠνόμαζεν ἐπιστήμην τῶν θείων καὶ ἀνθρωπίνων πραγμάτων, τόσον τὸ πολίτευμα εἶναι εὐπαθὲς, ἕνεκα τοῦ πολυπλόκου ὀργανισμοῦ του, καὶ τοσοῦτον ὑπόκειται εἰς κινδύνους ἕνεκα τῆς διαστροφῆς, ἥτις συντελεῖται διὰ τῆς ἀτάκτου ὠθήσεως τῶν ἀποτελούντων τὴν μηχανὴν ὀργάνων, διότι οὕτω παράγεται ἀντίθετον τοῦ ποθουμένου ἀποτέλεσμα. Κατ’ ἄλλην ἐποχὴν συνέβη παραπλήσιόν τι. Κυβέρνησίς τις διενοήθη μίαν τοιαύτην παραποίησιν τοῦ πολιτεύματος, διὰ τῆς ὁποίας ἐσκοπεῖτο οὐδὲν ἧττον ἢ νὰ μεταποιηθῇ τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα, καὶ νὰ μεταβληθῇ ἡ Βουλὴ τῶν Ἀντιπροσώπων εἰς νομοθετικὸν Σῶμα. Ὑπῆρχον τότε ἐν τῇ Βουλῇ πολιτικοὶ ἄνδρες, τῶν ὁποίων εὐλαβῶς μνημονεύω, ὁ Κουμουνδοῦρος, ὁ Ζαΐμης, ὁ Δεληγεώργης, οὗτοι δὲ διέγνων τὴν ἀπόπειραν καὶ τὸν σκοπὸν αὐτῆς καὶ τ’ ἀποτελέσματα αὐτῆς· ἐξανέστησαν, οἱ φίλοι αὐτῶν, συνετάχθησαν μετ’ αὐτῶν, οὕτω δ’ ἠνάγκασαν τὴν Κυβέρνησιν νὰ περιαχθῇ πρὸ τοῦ ἀπροχωρήτου. Ποῖον ἦτο τὸ ἀπροχώρητον; Ἡ Βουλὴ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ συνέλθῃ, διότι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ εὑρεθῇ ἐν ἀπαρτίᾳ. Προσεπάθησεν ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη νὰ καταρτίσῃ ἀπαρτίαν, οὐδὲν ὅμως κατώρθωσεν· ἑπομένως καθίστατο ἀναγκαία ἡ διάλυσις τῆς Βουλῆς, καὶ ὁ καταρτισμὸς ἄλλης Κυβερνήσεως. Αἱ μεταβολαὶ αὗται ἤρκουν ὡς ἐγγύησις διὰ τὴν ἐγκατάλειψιν τοῦ μέτρου, τὸ ὁποῖον παρεποίει τὸ πολίτευμα, ἐπῆλθε δὲ ὁ σχηματισμὸς τοῦ Ὑπουργείου, τοῦ ὁποίου προήδρευεν ὁ ἀποθανὼν ἤδη Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου. Ἡ Βουλὴ διελύθη, ἡ δὲ νέα Βουλὴ ἐψήφισε νόμον, δι’ οὗ ἠκυρώθησαν πάντες οἱ νόμοι, οἱ ὁποῖοι εἶχον ψηφισθῆ ὑπὸ Βουλῆς μὴ ἐργασθείσης ἐν νομίμῳ ἀπαρτίᾳ καὶ δυστυχῶς κυρωθῆ ὑπὸ τοῦ Βασιλέως. Οὕτως ἤρθησαν πᾶσαι αἱ ἀνωμαλίαι, καὶ ἐπανῆλθε τὸ πολίτευμα εἰς τὴν κεχαραγμένην τροχιάν του. Ἀλλὰ δὲν ἐγένοντο ἀπόπειραι καὶ ἐκ τῶν Βουλευτῶν ἐπανειλημμέναι, ὅπως ἡ Βουλὴ τῶν Ἀντιπροσώπων, τὸ Κοινοβούλιον, μεταποιηθῇ εἰς νομοθετικὸν Σῶμα; Δὲν ἠκούσατε ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου Βουλευτὰς, τολμήσαντας νὰ εἴπωσιν, ὅτι, ἐὰν τὸ πολίτευμα διαστρέφηται καὶ καταλύηται, καταλύεται ἐνταῦθα, ἐν τῇ Βουλῇ, διὰ τῶν ἐπερωτήσεων, καὶ ὅτι τ’ ἀποτελέσματα τῆς τοιαύτης καταλύσεως θέλουσι καταλήξει εἰς ζημίαν τῆς Βουλῆς; Πῶς καταστρέφεται τὸ πολίτευμα, διὰ τίνων τρόπων ἀθετεῖται τὸ πολίτευμα ἐν τῇ Βουλῇ; Διότι ἔχομεν τὸ δικαίωμα τῆς ἐπερωτήσεως, διότι τὸ δικαίωμα τοῦτο τῆς ἐπερωτήσεως δὲν ὑπετάξαμεν εἰς διαφόρους περιορισμοὺς, οὓς ἐπρότειναν. Καὶ τοῦτο ἐπροτάθη διὰ προτάσεως Βουλευτοῦ, καὶ τοῦτο ὑπεστηρίχθη ὑπὸ τοῦ εἰσηγητοῦ τῆς πλειονοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ, καὶ τοῦτο ὑπεστηρίχθη ὑπὸ Βουλευτοῦ τινος ἄλλου, ὅστις δὲν ἠξεύρω ἂν τὴν στιγμὴν ταύτην εἶναι παρὼν, ἀλλ’ ὁ ὁποῖος ἔπρεπε νὰ φεισθῇ ἑαυτοῦ, διότι δὲν ἐλησμονήθη ἔτι, ὅτι ὁ Βουλευτὴς οὗτος ἦτο ἐκ τῶν Στηλιτῶν, οἱ ὁποῖοι εἰργάσθησαν πρὸς ὑπονόμευσιν τοῦ πολιτεύματος κατὰ τὸ 1874. Ἐὰν ἤθελον τεθῆ περιορισμοὶ εἰς τὸ δικαίωμα τοῦ ἐπερωτᾷν, εἰς τὸ δικαίωμα τῆς Βουλῆς τοῦ ἐρευνᾷν ἐν πάσῃ στιγμῇ καὶ ὥρᾳ τὰ ἔργα τῆς διοικήσεως καὶ τὴν πολιτείαν τῶν κυβερνώντων, ἡ Βουλὴ ἤθελε περιορισθῆ εἰς τὸ νομοθετικὸν αὐτῆς ἔργον, ἤθελε μεταβληθῇ εἰς νομοθετικὸν Σῶμα, θὰ ἦτο ὁποῖον ἦτο τὸ νομοθετικὸν Σῶμα ἐν Γαλλίᾳ ἐπὶ Ναπολέοντος Γʹ, κατὰ τὰ πρῶτα ἔτη τῆς Αὐτοκρατορίας. Πιθανῶς νὰ προέβαινεν ἡ μεταβολὴ μέχρι τοῦ νὰ μὴ ἐπιτρέπηται εἰς τοὺς Ὑπουργοὺς νὰ ὑποστηρίζωσιν ἐν τῇ Βουλῇ τὰ νομοσχέδια, ἀλλὰ νὰ διορίζωνται ἐπίτροποι τοῦ Βασιλέως, ὅπως διωρίζοντο τότε ἐν τῇ Γαλλίᾳ, ἵνα ὑποστηρίζωσι τὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα ἡ Κυβέρνησις ἤθελε προτείνει. Τοιοῦτον ἤθελεν εἶναι τὸ συμπλήρωμα τῆς μεταβολῆς, εἰς τὸ ὁποῖον ἤθελεν ἀπολήξει ὁ περιορισμὸς τοῦ δικαιώματος τῆς ἐπερωτήσεως. Καὶ ἐζητήθη ὁ περιορισμὸς τοῦ δικαιώματος τούτου, καθ’ ὃν χρόνον 400, ἢ 300 ἢ 200 ἐπερωτήσεις ἔπρεπε νὰ προταθῶσιν εἰς τὴν Βουλήν, ἕνεκα παραβάσεων τῆς διοικήσεως· καθ’ ὃν χρόνον, ὡς ἠκούσατε πρὸ μικροῦ μὲ τὰ ὦτά σας, ὁ νομάρχης τῆς πρωτευούσης εἰσέπραττεν εἰσφορὰν παρανόμως ἐπιβαλλομένην ἐπὶ τῶν δήμων Ἀθηναίων καὶ Πειραιῶς, εἰσέπραττεν εἰσφορὰν παρανόμως ἐπιβαλλομένην ἐπὶ τῶν μοναστηρίων, διὰ νὰ κυρώνῃ τοὺς προϋπολογισμοὺς αὐτῶν, οὓς προεξήλεγχεν, ἤτοι διέπραττεν οὐδὲν ἧττον ἢ τὸ ἔγκλημα τῆς ἐκβιάσεως· καθ’ ὃν χρόνον, ὡς ἠκούσατε, ἀστυνόμοι ἔπραττον, ὅσα δὲν πράττονται οὔτε εἰς τὰ ἀπολύτως κυβερνώμενα Κράτη, διότι καὶ ἐκεῖ εὐλαβοῦνται τὴν προσωπικὴν ἐλευθερίαν τῶν πολιτῶν περισσότερον ἢ ὅσον ηὐλαβήθησαν οἱ ἀστυνόμοι τῆς Ἑλλάδος τὴν προσωπικὴν ἐλευθερίαν τῶν πολιτῶν Ἑλλήνων. Ἀφοῦ ἡ ἀπόπειρα αὕτη ἀπέτυχεν, εὑρέθημεν μίαν πρωίαν πρὸ ἑνὸς συμβεβηκότος, τὸ ὁποῖον ἦτο οὐ μόνον ἀλλότριον, ἀλλὰ καὶ ἀνάρμοστον ὑπὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα. Κατὰ τὸ πολίτευμα τοῦτο, καλεῖται ὁ λαὸς, ἵνα συμμετέχῃ τῆς διαπράξεως τῶν δημοσίων πραγμάτων, διότι τοῦτο συντελεῖται ὅταν διὰ τῆς ψήφου τοῦ λαοῦ ἐκλέγωνται οἱ ἀντιπρόσωποι, οἱ ἀποτελοῦντες τὸ Σῶμα τῆς Βουλῆς, τὸ ὁποῖον νομοθετεῖ, τὸ ὁποῖον ἐλέγχει τοὺς Προϋπολογισμοὺς καὶ προσδιορίζει τοὺς φόρους καὶ τὰ ἔξοδα τοῦ Κράτους, τὸ ὁποῖον ἐπιτηρεῖ τὴν Κυβέρνησιν, τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν. Ὅταν, λέγω, πρὸς τοῦτο στέλλῃ τοὺς ἀντιπροσώπους του ὁ λαὸς, βεβαίως διὰ τῶν ἀντιπροσώπων του μετέχει τῆς διαπράξεως τῶν κοινῶν· ἡ δὲ Βουλὴ λοιπὸν, οἱ Βουλευταὶ, οἱ ἀποτελοῦντες τὴν πλειονοψηφίαν, δὲν ἔχουσι μὲν τὸ λεγόμενον mandat imperatif, ἐπιτακτικὴν ἐντολὴν, νὰ πράξωσιν οὕτως ἢ οὕτω, νὰ ψηφίσωσι τούτους ἢ ἐκείνους τοὺς νόμους, ἔχουσιν ὅμως ἀληθῆ καὶ πλήρη ἐλευθερίαν νὰ ἐκφράσωσι τὴν ἐμπιστοσύνην των πρὸς ἐκείνους, τῶν ὁποίων ἀποδέχονται τὰς περὶ κυβερνήσεως καὶ διοικήσεως τῆς χώρας γνώμας, καὶ τοὺς ὁποίους οὕτως ἐνδεικνύουσιν ἵνα κληθῶσιν εἰς τὴν ἀρχήν. Ἀλλ’ οἱ ἀποτελοῦντες τὴν πλειονοψηφίαν τῆς Βουλῆς, ἐνῷ ἔπραξαν τοῦτο καὶ ἐξακολουθοῦσι νὰ δηλώνωσιν ἐμπιστοσύνην εἰς τὸ πολιτικὸν κόμμα, τὸ ὁποῖον αὐτοὶ συνεκρότησαν, μεταδίδουσι νῦν τὴν ἐμπιστοσύνην των καὶ εἰς ἄλλους, οἵτινες δὲν ἀνήκουσιν εἰς τὸ εἰρημένον κόμμα των, ἦσαν μάλιστα ἀντίθετοι αὐτῶν. Οὕτω δὲ ἀποδεικνύονται ἀνάξιοι νὰ ἦναι Βουλευταὶ, ὡς μὴ ἐννοοῦντες τὰ ἑαυτῶν καθήκοντα, ἢ ὡς διὰ διαφθορᾶς παραβαίνοντες αὐτὰ, ὅτε προσῆκε νὰ ἀποπεμφθῶσι, διαλυομένης τῆς Βουλῆς, ἢ ὑποστηρίζοντες αὐτοὺς τοὺς ἄλλους διὰ νὰ συντηρήσωσιν αὐτοὺς εἰς τὴν ἀρχήν· ἀλλ’ οὕτω πλαστογραφοῦσι τὸ φρόνημα τῶν ἐκλογέων, τὸ ὁποῖον ἐκλεχθέντες διεδήλωσαν ὅτι ἠκολούθουν, ὅτε κατήρτισαν τὸ πολιτικὸν κόμμα, εἰς τὸ ὁποῖον ἐκλεχθέντες κατετάχθησαν. Οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ ἔθνους συντελοῦσιν εἰς τὴν διάπραξιν τῶν κοινῶν, ἐνδεικνύοντες εἰς τὸ Στέμμα ἐκείνους, εἰς τοὺς ὁποίους τὸ Στέμμα πρέπει νὰ ἀναθέσῃ τὴν Κυβέρνησιν· καὶ ἐνδεικνύουσιν αὐτοὺς, διότι τὰς γνώμας αὑτῶν, τὸ πρόγραμμα αὐτῶν ἐφαίνετο ἀρεστὸν εἰς τοὺς ἐντολεῖς συμπολίτας των. Ἀλλ’ ὅτε οἱ ὑπ’ αὐτῶν οὕτως ἐνδειχθέντες εἰς τὸ Στέμμα ἀπεχώρησαν τῆς ἀρχῆς, πῶς ἦτο δυνατὸν νὰ ὑποστηρίξωσι τὴν κληθεῖσαν εἰς τὴν Κυβέρνησιν μειονοψηφίαν, ἥτις καὶ αὕτη εἶχεν ἐκλεχθῆ ὑπὸ τοῦ λαοῦ πρὸ τριῶν ἐτῶν, ὅτε συγχρόνως εἶχον ἐκλεχθῆ καὶ οἱ πλεῖστοι τῶν ἀποτελούντων τὴν ἐνεστῶσαν πλειονοψηφίαν, ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ προγράμματος, τὸ ὁποῖον εἶχον δημοσιεύσει πρὸ τῶν ἐκλογῶν, καὶ ἥτις εἶχε καὶ αὕτη πρόγραμμα, διότι εἶχε λάβει τὸ θάρρος νὰ παρασταθῇ κατὰ τὰς ἐκλογὰς διὰ τοῦ προγράμματός της τούτου ὡς πολιτικὸν κόμμα, τῆς ὁμάδος δὲ ταύτης τὸ πρόγραμμα ἦτο διάφορον ἀπὸ τὸ πρόγραμμα, τὸ ὁποῖον αὐτοὶ ἠσπάσθησαν καὶ χάριν τοῦ ὁποίου εἶχον ἐκλεχθῆ; Τὸ πολιτικὸν κόμμα, τὸ ὁποῖον ὑπῆρχεν ἐν τῇ ἀρχῇ πρὸ τοῦ Νοεμβρίου, καὶ τὸ ὁποῖον ἡ πλειονοψηφία τῆς Βουλῆς ὑπεστήριζεν ἐπὶ τρία ἔτη, διότι, ὡς ἔλεγεν, ἀπεδέχετο τὸ πρόγραμμα αὐτοῦ, διαφέρει ἀπὸ ἐκείνους, οἵτινες ἀποτελοῦσι τὴν ἐλαχίστην ἐν τῇ Βουλῇ μειονοψηφίαν, ἥτις ἐκλήθη εἰς τὴν ἀρχὴν καὶ ἀποτελεῖ τὸ ἐνεστὼς Ὑπουργεῖον. Ὡς βλέπετε, δὲν ἐλησμονήσαμεν, ὅτι ὁ ἐνεστὼς Πρωθυπουργός, ὅστις ὑπῆρχε καὶ κατὰ τὸ 1898 Πρωθυπουργὸς ἄνευ πλειονοψηφίας τῆς Βουλῆς, ἰσχυρίσθη, ὅτι εἶχε καὶ αὐτὸς πρόγραμμα, ἀλλ’ ὅτι τὸ πρόγραμμά του αὐτὸ δὲν ἀπηυθύνετο πρὸς τὸν λαόν, ἀλλὰ πρὸς τὸν Βασιλέα, εἶναι δ’ ἄγνωστον, ἐὰν οἴκοθεν ὑπέβαλεν αὐτὸ εἰς τὸν Βασιλέα, ἢ ἂν ἀπεκρίνετο εἰς ἐπιστολὴν τοῦ Ἡγεμόνος, ὡς ἔγραφον τότε αἱ ἐφημερίδες. Ἡ τοιαύτη Βασιλικὴ ἐπιστολὴ δὲν ἐδημοσιεύθη, ἑπομένως δὲν ἔχω δικαίωμα νὰ ὁμιλήσω περὶ αὐτῆς· ἀλλὰ τὸ πρόγραμμα αὐτοῦ, τὸ δημοσιευθὲν διὰ τῆς «Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως», ἀπαραλλάκτως ὡς εἶχε καὶ κατὰ τὸ 1892 δημοσιευθῆ διὰ τῆς «Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως» ἕτερον πρόγραμμα τοῦ τότε κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον γενομένου Πρωθυπουργοῦ, ἄνευ πλειονοψηφίας τῆς Βουλῆς καὶ τούτου, εἶναι διὰ τοῦτο γνωστόν, διαφέρει δὲ ἀπὸ τὸ πρόγραμμα, δι’ ὃ ὁ κ. Θεοτόκης, ὡς ἔλεγεν, ὑπεστηρίζετο ὑπὸ τῆς πλειονοψηφίας. Καὶ περὶ μὲν τοῦ προγράμματος ἐκείνου τοῦ ἐνεστῶτος Πρωθυπουργοῦ, ἂν ἦτο πρόγραμμα ἢ μνεία νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα ὑπισχνεῖτο, ὅτι ἔμελλε νὰ προτείνῃ εἰς τὴν Βουλήν, νομοσχεδίων μηδένα ἐχόντων σύνδεσμον πρὸς ἄλληλα, μηδ’ ἀποτελούντων σύστημά τι κυβερνητικόν, περὶ ἐκείνου, λέγω, τοῦ προγράμματος τοῦ Βουλευτοῦ ἐκ Καλαβρύτων ἥκιστα ἀσχολοῦμαι, οὐδὲ περὶ τῶν λόγων, δι’ οὓς τὸ πρόγραμμά του ἐκεῖνο δὲν ἀπηύθυνεν εἰς τὸν λαόν, ἀλλ’ ὑπέβαλεν εἰς τὸν Βασιλέα, οὐδὲ περὶ αὐτῶν μεριμνῶ. Ἀλλὰ τὸ πρόγραμμα ἐκεῖνο τοῦ Πρωθυπουργοῦ διαφέρει ἐντελῶς τοῦ προγράμματος, τὸ ὁποῖον οἱ πλεῖστοι τῶν ἀποτελούντων τὴν πλειονοψηφίαν ἠσπάζοντο. Ἑπομένως τὸ Ὑπουργεῖον τὸ σχηματισθὲν κατὰ τὸν Νοέμβριον τοῦ 1901 δὲν εἶναι μέρος τοῦ ὅλου πολιτικοῦ κόμματος, τὸ ὁποῖον παρίστων οἱ πρὸ αὐτοῦ κυβερνῶντες. Ὅθεν τὸ Ὑπουργεῖον αὐτὸ δὲν εἶχεν ἐνδειχθῆ ἀπὸ τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ ἔθνους, οὐδὲ ὑπὸ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ἐξ ἐναντίας ὑπὸ τούτου ἔχει καταψηφισθῆ, καὶ διὰ τοῦτο μετὰ τὰς ἐκλογὰς παρῃτήθη, καὶ ἐσχηματίσθη τὸ Ὑπουργεῖον, τὸ ὁποῖον ὑπεστηρίζετο ὑπὸ τῆς πλειονοψηφίας. Ἀλλ’ οἱ ἀποτελέσαντες τὸ Ὑπουργεῖον τοῦ 1898, οἱ ὁποῖοι ἀσπάζονται τὰς γνώμας, τὰς ὁποίας ὁ προϊστάμενος τοῦ Ὑπουργείου ἐδήλωσεν εἰς τὸν Βασιλέα διὰ τῆς ἐπιστολῆς του ὅτι εἶχε, αὐτοὶ ἔχουσι καθῆκον νὰ ἐφαρμόσωσι τὰς γνώμας ταύτας, τὰς ὁποίας ἐν τῇ ἐπιστολῇ πρὸς τὸν Βασιλέα ἀνέφερον ὅτι ἔχουσι. Πῶς λοιπὸν δύναται νὰ ὑποστηρίξῃ αὐτοὺς ἡ πλειονοψηφία, ἥτις ἐπὶ τρία ἤδη ἔτη δὲν ἔπαυσε δηλοῦσα, ὅτι ἔχει ἄλλας γνώμας, οὐχὶ δὲ ἐκείνας, τὰς ὁποίας ἐδήλωσαν διὰ τῆς πρὸς τὸν Βασιλέα ἐπιστολῆς ὅτι ἔχουσιν οἱ ἐνεστῶτες Ὑπουργοί; Τὸ Ὑπουργεῖον λοιπὸν τοῦτο δὲν ἔχει τὴν ἀναγκαίαν συνταγματικὴν δύναμιν, ὅπως κυβερνήσῃ, μάλιστα νὰ ἐκτελέσῃ τὸ πρόγραμμα αὑτοῦ, ὡς ἂν ἐσχηματίσθη ἐν γνώσει διὰ νὰ μὴ πράξῃ τι, διὰ νὰ μὴ λέγῃ τι, νὰ παραλύσῃ δὲ καὶ τὴν κυβέρνησιν καὶ τὴν διοίκησιν. Πρὸς τίνα ἄλλον σκοπὸν ἐσχηματίσθη, ἀφοῦ δὲν ἔχει τὴν δύναμιν νὰ ἐκτελέσῃ τὰς γνώμας, τὰς ὁποίας ἀνέφερεν εἰς τὸν Βασιλέα ὅτι ἔχει; Πῶς δὲ, τοιοῦτον τυγχάνον, ἐδέχθη νὰ σχηματίσῃ Κυβέρνησιν; Ἄν τὸ κόμμα, τοῦ ὁποίου προΐσταται ὁ Βουλευτὴς ἐκ Κερκύρας, ὑποστηρίξῃ τὸ Ὑπουργεῖον τοῦ Νοεμβρίου τοῦ 1901, καὶ οὕτω διατηρῆται τοῦτο ἐν τῇ ἀρχῇ, τὸ κόμμα ὅμως τοῦτο τοῦ Βουλευτοῦ ἐκ Κερκύρας, καὶ αὐτὸς ὁ Βουλευτὴς ἐκ Κερκύρας, δὲν εἶναι κόμμα ἀποδεχόμενον τὰς γνώμας καὶ τὸ οἱονδήποτε πρόγραμμα τοῦ Πρωθυπουργοῦ, διότι, εὐθὺς ὡς ὁ Πρωθυπουργὸς ἤθελε προβῆ νὰ ἐφαρμόσῃ τὰς περὶ ὧν εἴρηται γνώμας αὑτοῦ, τὰς ὁποίας εἶχεν ὑποσχεθῆ εἰς τὸν Βασιλέα, ὅτι ἔμελλε νὰ πραγματοποιήσῃ τὸ περιλάλητον Βασιλικὸν πρόγραμμά του, καὶ ὁ Βουλευτὴς ἐκ Κερκύρας καὶ οἱ φίλοι αὐτοῦ θέλουσι διαφωνήσει, δὲν θέλουσι δὲ δυνηθῆ οὐδὲ ἡμέραν μίαν νὰ διατηρηθῶσιν εἰς τὴν ἐξουσίαν οἱ ἐνεστῶτες Ὑπουργοί. Ἄν δὲ εἰς τὸ ἐνεστὼς Ὑπουργεῖον ἀνατεθῇ ὑπὸ τοῦ Βασιλέως νὰ ἐνεργήσῃ τὰς ἐκλογὰς, καὶ δυνηθῇ διὰ τῶν ἐκλογῶν νὰ παραγάγῃ πλειονοψηφίαν ἐν τῇ νέᾳ Βουλῇ, καὶ διὰ τοῦτο ἐκλήθησαν εἰς τὴν ἀρχὴν οἱ ἐνεστῶτες Ὑπουργοί, τοῦτο ἔπρεπε νὰ ἐπιτύχωσιν οὐχὶ γινόμενοι Ὑπουργοὶ ἄνευ ἐνδείξεως Συνταγματικῆς, καὶ κυβερνῶντες ἄνευ πλειονοψηφίας, ἀλλ’ ἔχοντες ἐν χερσὶ τὸ μνημονευθὲν πρόγραμμά των, τὸ ὁποῖον ὑπέβαλον εἰς τὸν Βασιλέα, καὶ ἐπιδεικνύοντες αὐτὸ εἰς τὸν λαὸν, καὶ πείθοντες αὐτὸν νὰ τὸ ἐπιδοκιμάσῃ. Ὁ σχηματισμὸς λοιπὸν τοῦ Ὑπουργείου τοῦ ἐνεστῶτος εἶναι διάστροφος λειτουργία τοῦ πολιτεύματος, ἡ δὲ ὑπὸ τῆς πλειονοψηφίας ὑποστήριξις αὐτοῦ εἶναι πλαστογράφησις τοῦ φρονήματος, τὸ ὁποῖον ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς εἶχεν, ὅτε ἐψηφοφόρει καὶ ἐξέλεγε τὴν πλειονοψηφίαν τῆς Βουλῆς. Τοιαύτη πολιτεία εἶναι ἀληθὴς ὑπονόμευσις, εἶναι παραποίησις τοῦ πολιτεύματος, ὁμοιάζει μὲ μουσικὴν ἁρμονίαν, τὴν ὁποίαν διαταράσσει, συγχίζει καὶ μεταβάλλει εἰς βοὴν καὶ εἰς θόρυβον ἓν τῶν μουσικῶν ὀργάνων, τὸ ὁποῖον ἠχεῖ αὐθαιρέτως, οὐδ’ ἐκβάλλει τοὺς ἤχους, διὰ τοὺς ὁποίους κατετάχθη μετὰ τῶν ἄλλων ὀργάνων διὰ νὰ συμπληρώσῃ τὴν ἁρμονίαν. Τοιαύτη ἐφαρμογὴ τοῦ πολιτεύματος βεβαίως δημιουργεῖ κίνδυνον κατὰ τοῦ πολιτεύματος, δύναται δὲ, ὡς εἶπον, νὰ παραβληθῇ πρὸς τὸν γεωργὸν, ὁ ὁποῖος χειρίζεται τὴν ἀξίνην, ἣν φέρει ἐπὶ τοῦ ὤμου, οὐχὶ ἀνασκάπτων τὸν ἀγρὸν, ἀλλὰ σκάπτων τὴν περὶ τὸ δένδρον γῆν, καὶ ἀποκόπτων τὰς ῥίζας αὐτοῦ διὰ νὰ τὰς ἀποξηράνῃ. Πρὸ τοιούτου κινδύνου αἱ Βουλαὶ δὲν ὀφείλουσι νὰ ἐξακολουθῶσι τὴν κανονικὴν καὶ τακτικὴν λειτουργίαν των, λησμονοῦσαι, ὅτι εἶναι φρουροί, οἱ ὁποῖοι ὀφείλουσι νὰ φωνάζωσι τὸ «φύλακες γρηγορεῖτε», διότι τοιαῦται ἦσαν αἱ ἡμέραι, τὰς ὁποίας διηρχόμεθα, ἔπρεπε δὲ ν’ ἀκουσθῇ τὸ «φύλακες γρηγορεῖτε», ἵνα δηλωθῇ εἰς πάντας ἡ ἀπειλὴ τοῦ κινδύνου. Πῶς ἄλλως ὠφείλομεν νὰ ἐνδείξωμεν τὸν κίνδυνον τοῦτον; Διὰ τοῦτο ἐφρόνουν, ὅτι καθῆκον εἴχομεν νὰ ἀποχωρήσωμεν ἀπὸ τὴν Βουλὴν, παραιτούμενοι τοῦ βουλευτικοῦ ἀξιώματος, τὸ ὁποῖον οὐδεμίαν πλέον ἔχει ἀξίαν· τὴν γνώμην δὲ ταύτην ἐπρότεινα εἰς τοὺς πολιτικοὺς φίλους μου. Ἀλλ’ αἱ παρατηρήσεις τῶν φίλων μου, παρατηρήσεις συντηρητικαί, μοὶ κατεδείκνυον, ὅτι, ἂν προεβαίνομεν εἰς τοιοῦτον διάβημα, τὸ ὁποῖον ἤθελε πάντως ἐξεγείρει τὴν προσοχὴν τοῦ λαοῦ, τὸ ὁποῖον ἐνδεχόμενον ἦτο νὰ ἐπιφέρῃ ἴσως ἐνιαχοῦ κλονισμόν, τὸ ὁποῖον εὐλόγως ἠδύνατο νὰ κριθῇ ὡς δυνάμενον νὰ ἀναστείλῃ ἢ νὰ μειώσῃ τὴν κίνησιν τῆς παραγωγικῆς ἐργασίας, ἠθέλομεν ζημιώσει οὕτω τὴν χώραν καὶ τὸ Κράτος· αἱ παρατηρήσεις, λέγω, αὗται τῶν ἐμῶν φίλων, οἵτινες μοὶ ἐνεθύμιζον, ὅτι μετ’ ὀλίγον θέλομεν ἔχει ἐκλογὰς, καὶ ὅτι θέλει πάντως κληθῆ προσεχῶς ὁ λαὸς ν’ ἀποφασίσῃ, ἠρέμα δὲ τότε καὶ ἄνευ βιαίων μέτρων θέλει ἀποκατασταθῆ ἡ ὑπὸ τοῦ Συντάγματος κεχαραγμένη λειτουργία τοῦ πολιτεύματος, καὶ θέλουσιν ἀφαιρεθῆ οἱ παρεντιθέμενοι ἐπὶ τῆς ὁδοῦ ὀγκόλιθοι, πρὸς οὓς προσέκοπτεν ἡ κοινοβουλευτικὴ ἁμαξοστοιχία, τρέχουσα τὸν κίνδυνον νὰ ἀνατραπῇ, αἱ παρατηρήσεις αὗται μὲ ἔπεισαν νὰ καταλίπω τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν εἶχον προτείνει εἰς αὐτοὺς κατὰ τὰς ἰδιαιτέρας ἡμῶν συζητήσεις. Ἀλλ’ ἡ ἐγκατάλειψις τῆς εἰρημένης τακτικῆς προῆγεν ἡμᾶς ν’ ἀποδεχθῶμεν ἄλλην τακτικήν, ἥτις προσῆκε νὰ ἀντικαταστήσῃ τὴν ἐγκαταλειφθεῖσαν, τὴν τακτικήν, ἣν κανονίζουσιν αἱ περὶ τῆς καταστάσεως τῶν πραγμάτων συντηρητικαὶ σκέψεις. Ἀφοῦ τὸ Ὑπουργεῖον οὐδεμίαν παρέχει ἀπόδειξιν Συνταγματικῆς καταγωγῆς, ἀφοῦ ἡ πλειονοψηφία ὑποστηρίζει αὐτό, ἀφοῦ ἡμεῖς δὲν προεβαίνομεν νὰ κρούσωμεν τὸν κώδωνα τοῦ κινδύνου, ἀναλαμβάνομεν βεβαίως εὐθύνην, ἐξακολουθοῦντες τὸ ἔργον ἡμῶν, διότι συζητοῦντες καὶ ψηφοφοροῦντες δὲν δυνάμεθα νὰ παρακωλύσωμεν πᾶν κακόν, τὸ ὁποῖον ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου καὶ τῆς ὑποστηριζούσης αὐτὸ πλειονοψηφίας ἤθελε πραχθῆ. Ἀφοῦ δ’ ὠφείλομεν νὰ δυσπιστῶμεν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον καὶ εἰς τὴν πλειονοψηφίαν, ἐπεβάλλετο εἰς ἡμᾶς τὸ καθῆκον νὰ ἐπαγρυπνῶμεν ἡμέραν καὶ νύκτα, προσπαθοῦντες νὰ ἀναστέλλωμεν τὸ Ὑπουργεῖον ἀπὸ πάσης πράξεως, ἥτις ζημιοῖ τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους, ἀπὸ πάσης πράξεως, ἥτις ἠδύνατο νὰ ἀποβῇ ἐπιζήμιος εἰς τὴν χώραν, ἀπὸ πάσης πράξεως, ἥτις ἤθελεν ἐντείνει τὴν διαφθορὰν τῆς δημοσίας διοικήσεως. Ἰδοὺ ποία εἶναι ἡ πολιτεία, τὴν ὁποίαν μετερχόμεθα. Ἀφοῦ δὲ τοιαύτην μετερχόμεθα πολιτείαν, εἶχον πλέον καθῆκον νὰ μετάσχω τῆς συζητήσεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ, καὶ νὰ μεταδώσω, ἀγορεύων ἐπ’ αὐτοῦ, τὰς σκέψεις μου. Ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1902 στηρίζεται ἐπὶ τῶν αὐτῶν βάσεων, ἐφ’ ὧν ἐστηρίχθη ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1901· εἶναι ὁ αὐτὸς, ὁποῖος ἐψηφίσθη κατὰ τὸ 1900. Οἱ Προϋπολογισμοὶ τῆς τριετίας, τοῦ 1900, τοῦ 1901 καὶ τοῦ 1902, εἶναι οἱ αὐτοί, στηρίζονται ἐπὶ τῶν αὐτῶν βάσεων, ἴσως ἔχουσι τὸν αὐτὸν σκοπόν, διέπονται δὲ ὑπὸ τῶν αὐτῶν ἰδεῶν. Λυποῦμαι, διότι θέλω πικράνει τὰ μέλη τοῦ Ὑπουργείου, τὸ ὁποῖον ἀπεσύρθη κατὰ Νοέμβριον τοῦ 1901. Εἶπον, ὅτι λυποῦμαι διότι θέλω πικράνει αὐτοὺς, διότι, ὅσον εὐγενὲς εἶναι τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα, ὅσον δύναται νὰ ἐξυψώσῃ τὸν ἄνθρωπον ὑπεράνω τοῦ ἐγώ, καὶ νὰ τὸν διδάξῃ τὴν μέριμναν περὶ τῶν συμφερόντων τῶν ἄλλων, τοσοῦτον εἶπον ὅτι εἶναι πολύπλοκον καὶ τοσοῦτον εἶναι εὐπαθές, ἡ δὲ εὐπάθεια τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος συντελεῖ πολλάκις εἰς τὴν δημιουργίαν μεγάλων δεινῶν, καὶ ἰδίως τοῦ δεινοῦ, ὅτι, ἀντὶ νὰ προβαίνωμεν εἰς τὸν πολιτισμόν, ὡς συνέχαιρεν ἡμᾶς ὁ Βουλευτὴς ἐξ Ἑρμιονίδος, ὁ εἰσηγητὴς τῆς πλειονοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἰσχυριζόμενος, ὅτι ἡ αὔξησις τῶν ἐξόδων συντελεῖ νὰ εἰσαχθῶμεν καὶ νὰ προβαίνωμεν εἰς τὸν πολιτισμόν, τοὐναντίον ἐπάγει τὸν ἐκχυδαϊσμὸν τοῦ πολιτεύματος καὶ προσέτι τὴν πτώχευσιν οὐχὶ πλέον τοῦ δημοσίου ταμείου, ἀλλὰ τῆς χώρας. Πῶς συντελεῖται ὁ ἐκχυδαϊσμὸς τοῦ πολιτεύματος; Συντελεῖται διὰ τῆς καταχρήσεως τῆς συναλλαγῆς. Ἀπεφηνάμην ἐγὼ ἄλλοτε, ὅτι ἡ συναλλαγὴ εἶναι ἀναπόφευκτος καὶ εἰς τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα καὶ εἰς πᾶν πολίτευμα. Τοῦτο, ὅπερ εἶπον, ἐχρησίμευσεν εἰς ταπεινὰ ἐπινοήματα ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι δὲν στεροῦνται τοῦ θάρρους νὰ διαστρέφωσι τοὺς λόγους τῶν ἄλλων, προσπαθοῦντες νὰ κερδοσκοπήσωσι διὰ τοῦ ψεύδους· οὗτοι ἠγέρθησαν κραυγάζοντες ἐν τοῖς ὁδοῖς καὶ ἀγυιαῖς, ὅτι ἐγὼ εἶμαι ὁ πατὴρ τῆς συναλλαγῆς, ἄνθρωπος κερδαλεόφρων· ἐν τῷ προγράμματι μάλιστα τῶν πολιτικῶν ἀνδρῶν, οἵτινες ἀπετέλουν τὸ Ὑπουργεῖον τὸ παραιτηθὲν κατὰ Νοέμβριον τοῦ 1901, ἀνέγραψαν εἰς ἀντίθεσιν μὲ μεγάλα γράμματα τὴν καταστολὴν τῆς συναλλαγῆς. Τὴν συναλλαγὴν ἐνδεικνύει πᾶν πολίτευμα, ὑπὸ τὸ κοινοβουλευτικὸν δὲ, ἀποβαίνει αὕτη λυσιτελὴς εἰς τὴν σκόπιμον λειτουργίαν τοῦ πολιτεύματος. Οἱ Βουλευταὶ ἔχουσι συμφέρον νὰ μεριμνῶσι περὶ τῆς θεραπείας τῶν ἀναγκῶν τῶν ἰδίων αὐτῶν ἐπαρχιῶν, καταδεικνύοντες τὰς ἀνάγκας αὐτῶν· νὰ συντρέχωσι τοὺς προϊσταμένους τῆς διοικήσεως διὰ πληροφοριῶν περὶ τῶν προσώπων καὶ τῶν πραγμάτων, ἵνα κατασταθῇ ἡ διοίκησις ἄψογος καὶ ἄμεμπτος· νὰ ζητῶσιν, ἵνα ἐνισχύηται ἡ ἐθνικὴ παραγωγή· νὰ συντελῶσιν εἰς τὴν διατήρησιν τῆς τάξεως, καὶ νὰ συντρέχωσιν εἰς τὴν πρόοδον τῆς χώρας. Ἰδοὺ ἡ εὐγενὴς συναλλαγή, ἡ φωτίζουσα τοὺς κυβερνῶντας, καὶ βοηθοῦσα τοὺς διοικοῦντας. Ἀλλὰ δὲν ἐσύστησα, οὐδὲ συνηγόρησα ὑπὲρ τῆς χυδαίας συναλλαγῆς, τῆς ἀγοραπωλησίας· χυδαία δὲ εἶναι ἡ συναλλαγὴ τῆς ἀγοραπωλησίας, ἡ συναλλαγὴ μεταξὺ Βουλευτῶν ζητούντων καὶ Ὑπουργῶν διδόντων. Τί ζητοῦσιν ἐκεῖνοι καὶ τί δίδεται αὐτοῖς ὑπὸ τούτων; Ζητοῦσι νὰ θεραπεύσωσι προσωπικὰ συμφέροντα, εἴτε ἴδια ἑαυτῶν, εἴτε ἐκλογέων αὐτῶν. Καὶ διατὶ ἐνδίδουσιν οἱ Ὑπουργοί, παρέχοντες εἰς τοὺς Βουλευτὰς τὰ μέσα, τὰ ὁποῖα θεραπεύουσι τὰ προσωπικὰ συμφέροντα τῶν Βουλευτῶν, ἢ τὰ τῶν ἐκλογέων αὐτῶν; Ἐνδίδουσιν οἱ Ὑπουργοὶ καὶ παρέχουσι τὰ μέσα ταῦτα εἰς τοὺς Βουλευτὰς, ἵνα οὗτοι ὑποστηρίζωσι τὴν Κυβέρνησιν. Ἀλλ’ οὕτως ἔχετε κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα, ἢ καθιστᾶτε κοινοβουλευτικὴν τυραννίαν; Τυραννίαν, ἡ ὁποία δὲν ὑπάρχει ἐν τῇ λειτουργείᾳ τοῦ πολιτεύματος. Ὅταν ὁ Βουλευτὴς ὑποστηρίζῃ τὴν Κυβέρνησιν, διότι ἡ Κυβέρνησις παρέχει αὐτῷ χάριτας προσωπικάς, δὲν ὑπάρχει πλέον δεσμὸς εὐγενής, δεσμὸς ἰδεῶν καὶ κοινωφελῶν σκοπῶν μεταξὺ τῶν ἀποτελούντων τὸ κόμμα καὶ τῶν ὑπ’ αὐτῶν ὑποστηριζομένων Ὑπουργῶν. Συντελεῖται ὁλοσχερὴς ἀναίρεσις κομματικῶν ἀρχῶν, δεσμοὶ δὲ προσωπικοὶ ἀντικαθιστῶσιν αὐτάς. Ἀλλὰ τοιαῦται χυδαῖαι σχέσεις μεταξὺ Βουλευτῶν καὶ Ὑπουργῶν πολλαπλασιάζουσι τὰς χάριτας, καὶ συνεπῶς τὰς ἀνάγκας τῆς διοικήσεως, διότι πολλὰ ζητοῦσι καὶ ἐκ πολλῶν ἀποτελεῖται ἡ πλειονοψηφία, εἰς πολλὰς δὲ χάριτας δὲν ἐπαρκεῖ ὁ συνήθης Προϋπολογισμός· ὅθεν ἀνάγκη νὰ συνταχθῶσι Προϋπολογισμοὶ αὐξάνοντες τὰ ἔξοδα καὶ ἀπὸ ἔτους εἰς ἔτος προβαίνοντες εἰς τὴν αὔξησιν ταύτην, ὥστε αὕτη τελευταῖον ἀνῆλθεν εἰς βαθμὸν ἀπίστευτον. Ἡ αὔξησις λοιπὸν τῶν ἐξόδων, τὴν ὁποίαν βλέπομεν ἐν τοῖς Προϋπολογισμοῖς τοῦ 1900, 1901 καὶ 1902, δὲν εἶναι ἀπόδειξις τῆς προόδου εἰς τὸν πολιτισμόν, τῆς ὠθήσεως, ἣν παρέχει τὸ Κράτος εἰς τὴν πνευματικὴν καὶ ὑλικὴν βελτίωσιν, εἰς τὴν τελειότητα τῶν πολιτῶν, ἀλλ’ εἶναι ἀπόδειξις συναλλαγῆς χυδαίας, διαστρεφούσης τὸ πολίτευμα, νοθευούσης αὐτὸ καὶ μεταποιούσης αὐτὸ εἰς κακόηθες ὄργανον κακοήθων συνεννοήσεων. Οἱ ἀποτελοῦντες τὴν πλειονοψηφίαν δὲν ἔχουσι πλέον ἐλευθερίαν νὰ κρίνωσιν εὐσυνειδήτως περὶ τῶν κατὰ μέρος πράξεων τῆς Διοικήσεως, ἀλλὰ διαφθαρέντες ὑπὸ τῶν παροχῶν ἐπιδοκιμάζουσι πάσας, καὶ τὰς ἀναντιρρήτως παρανόμους καὶ τὰς καταφανῶς ἐπιζημίους, οὐχὶ διότι πείθονται τι συμφέροντα τοῦ λαοῦ θεραπεύονται δι’ αὐτῶν, ἀλλὰ διότι ἐθεραπεύθησαν ἤδη ὑπὸ τῶν Ὑπουργῶν τὰ ἴδια αὐτῶν συμφέροντα, εἴτε ἐκλογικὰ διὰ φατριασμοῦ ἀναιδοῦς, εἴτε ὑλικὰ καὶ χυδαῖα καὶ εὐτελῆ δι’ ἀληθοῦς ἀντ’ αὐτῶν πωλήσεως τῆς ψήφου των. Τοιαύτη ἡ νόσος ἡ ὁποία κρατεῖ ἐν τοῖς Προϋπολογισμοῖς τῶν τριῶν τούτων ἐτῶν 1900, 1901 καὶ 1902· ὁ δ’ ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτὴς μοὶ ἐφάνη ὅτι ἀγορεύων πρό τινος ἐπὶ τοῦ πολιτικοῦ ζητήματος ἔθηκε τὸν δάκτυλον ἐπὶ τοῦ τύπου τῶν ἥλων. Ὅτι δ’ αὐτὴ εἶναι ἡ νόσος, ἡ κρατοῦσα ἐν τοῖς Προϋπολογισμοῖς τῶν ἐτῶν τούτων, θέλω σᾶς ἀποδείξει ἀναλύων αὐτούς. Ὁ κ. εἰσηγητὴς τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ παρεπονέθη, διότι λαμβάνω ὡς μέτρον ἐξετάσεως καὶ παραβολῆς τῶν Προϋπολογισμῶν τῶν τελευταίων τούτων ἐτῶν τὸ ἔτος 1896· ἡ ἀπάντησίς μου πρὸς ταῦτα θέλει εἶναι ἐκείνη, τὴν ὁποίαν ἔδωκα καὶ ἄλλοτε, ὁσάκις ἠναγκάσθην νὰ παραβάλω πρὸς τὸ 1896 τὴν διαχείρισιν τῶν ἑπομένων ἐτῶν. Εἶπον τότε, ὅτι εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ μὴ λάβω ὡς μέτρον πρὸς παραβολὴν τὴν διαχείρισιν τοῦ 1898, διότι κατὰ τὸ 1898, ἔτος ἀμέσως μετὰ τὸν πόλεμον ἐπελθόν, ὑπῆρχον ἐν τῇ Διοικήσει ἀνωμαλίαι, ἀλλὰ πλὴν τούτων ὑπῆρχον καὶ ἐν τῷ στρατῷ ἀνάγκαι ἔκτακτοι, αἵτινες ἐπέβαλον ἐκτάκτους δαπάνας, ὑπερβαινούσας τὰς συνήθεις τῶν ὁμαλῶν ἐτῶν. Εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ μὴ λάβω ὡς μέτρον παραβολῆς οὐδὲ τὴν διαχείρισιν τοῦ 1897, διότι τὸ 1897 ἦτο ἔτος πολέμου, ἐπρόκειτο δὲ ἐντὸς αὐτοῦ ἡ φροντὶς πρὸ παντὸς ἄλλου τῆς προπαρασκευῆς πρὸς τὸν πόλεμον, ἡ συμπλήρωσις τῶν στρατιωτικῶν ἀναγκῶν, ἡ φροντὶς περὶ τῆς διεξαγωγῆς τοῦ πολέμου, ὅπως δυνηθῶμεν νὰ καταλήξωμεν εἰς αἴσιον ἀποτέλεσμα. Διὰ τοῦτο εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ λάβω ὡς μέτρον τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1896. Ἐὰν ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1896 διαφέρῃ ἀπὸ τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1900, ἢ ἀπὸ τὸν τοῦ 1901, ἢ ἀπὸ τὸν τοῦ 1902, ἔχει πλήρη ἐλευθερίαν ὁ Βουλευτὴς ἐξ Ἑρμιονίδος νὰ καταγγείλῃ τὸ ἔτος 1896 ὡς ἔτος βάρβαρον, κατὰ τὸ ὁποῖον δὲν εἶχεν ἔτι πολιτισθῆ ἡ Ἑλλάς, ἀφοῦ ἰσχυρίσθη, ὅτι οἱ Προϋπολογισμοὶ καὶ αἱ διαχειρίσεις τῶν ἐτῶν τῆς τελευταίας τριετίας ὡδήγησαν ἡμᾶς εἰς τὸν πολιτισμόν. Εἶναι δὲ καὶ κατὰ τοῦτο σύμφωνος πρὸς τὰς περὶ διαχειρίσεως τῶν δημοσίων χρημάτων ἰδέας τοῦ Βουλευτοῦ ἐκ Κερκύρας, διότι καὶ οὗτος, ὅτε ἡμεῖς ἐξηλέγχομεν πρὸ τῆς πτωχεύσεως τὴν δανειστικὴν πολιτικήν, ἣν ἐφήρμοζον οἱ τότε κυβερνῶντες, καὶ κατεδεικνύομεν τὴν σπατάλην τῶν δημοσίων ἐσόδων, — διότι κατὰ δυστυχίαν τοιοῦτος εἶχε λάχει ἡμῖν καὶ τότε κακὸς κλῆρος, — τότε ὁ Βουλευτὴς ἐκ Κερκύρας ἀναστὰς ἔλεγεν, ὅτι, ἀντὶ νὰ ἐλέγχωμεν, πρέπει νὰ εὐλογῶμεν τὸν Θεόν, διότι διὰ τῆς οἰκονομικῆς ἐκείνης πολιτικῆς ἐξήλθομεν ἐκ τῆς βαρβάρου καταστάσεως, εἰς ἣν εὑρισκόμεθα! Καὶ ἐκείνη μὲν ἡ διαχείρισις τῶν οἰκονομικῶν τῆς Ἑλλάδος, ἥτις μᾶς ἐξήγαγε τῆς βαρβαρότητος, κατὰ τὸν ἐκ Κερκύρας Βουλευτήν, μᾶς ἤγαγεν εἰς τὴν πτώχευσιν τοῦ δημοσίου ταμείου, τὴν ὁποίαν ἐπὶ δέκα ἔτη τότε δὲν ἐπαύσαμεν προαγγέλλοντες· ἡ ἐνεστῶσα δὲ σπάταλος διαχείρισις, ἕνεκα τῆς ὁποίας προσέφυγαν εἰς τὴν ὑπέρμετρον αὔξησιν τῶν ἐσόδων καὶ εἰς τὴν ἀπηνῆ καταδίωξιν πρὸς εἴσπραξιν αὐτῶν, ἥτις κατὰ τὸν εἰσηγητὴν τῆς πλειονοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ μᾶς εἰσήγαγεν εἰς τὸν πολιτισμόν, αὕτη θέλει μᾶς ἀγάγει εἰς τὴν πτώχευσιν τῆς χώρας, εἰς τὴν πενίαν τοῦ λαοῦ. Ἄν δὲ κατὰ τὸ 1899 τὰ πληρωθέντα ἔξοδα τοῦ Κράτους ὑπερέβησαν τὰ 104 ἑκατομμύρια καὶ 500,000, ἤτοι πλείω τῶν δαπανηθέντων κατὰ τὸ 1896, τῶν 90 ἑκατομμυρίων καὶ 900 περίπου χιλιάδων, κατὰ 13 ἑκατομμύρια καὶ ἑπτακοσίας περίπου χιλιάδας δραχμῶν, τὰ δαπανηθέντα κατὰ τὸ 1900 ἀνῆλθον κατὰ τὸν προσωρινὸν ἀπολογισμὸν εἰς 109 ἑκατομμύρια καὶ 300 περίπου χιλιάδας δραχμῶν, ἤτοι ὑπερέβησαν τὰ δαπανηθέντα κατὰ τὸ 1899 κατὰ πέντε σχεδὸν ἑκατομμύρια, ἦσαν δ’ ὑπέρτερα τῶν κατὰ τὸ 1896 δαπανηθέντων κατὰ 18 ἑκατομμύρια καὶ 400 χιλιάδας· τὰ ἀναγραφόμενα δ’ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1901 καὶ ἐν ταῖς ψηφισθείσαις ἀναπληρωματικαῖς πιστώσεσιν ἀνεβίβασαν τὰ ἔξοδα εἰς 115,204,779, ἤτοι κατὰ ἓξ ἑκατομμύρια ἄνω τῶν ἐξόδων τοῦ 1900, κατὰ 25 δ’ ἑκατομμύρια ὑπὲρ τὰ δαπανηθέντα κατὰ τὸ 1896. Τοῦ δὲ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1902 τὰ ἔξοδα ἀνεβιβάσθησαν καὶ ὑπὲρ τὸ ποσὸν τοῦτο, προσδιορισθέντα εἰς 123 ἑκατομμύρια καὶ 900 χιλιάδας, ἤτοι τὰ ἔξοδα τοῦ 1902 ὑπερβαίνουσι τὰ ἔξοδα τοῦ 1896 κατὰ 33 ὅλα ἑκατομμύρια. Καὶ οὕτως ἔχομεν τὴν ἑπομένην κλίμακα τῆς αὐξήσεως τῶν ἐξόδων τοῦ Κράτους, κλίμακα ἀποτόμως ἀνωφερῆ: Ἀπὸ 90,890,607, ὅσα ἐδαπανήθησαν κατὰ τὸ 1896, κατὰ τὸ 1899 ἐδαπανήθησαν 104,586,504. Ἀπὸ 104,586,504, ὅσα ἐδαπανήθησαν κατὰ τὸ 1899, κατὰ τὸ 1900 ἐδαπανήθησαν 109,271,901. Ἀπὸ 109,271,901, ὅσα ἐδαπανήθησαν κατὰ τὸ 1900, κατὰ τὸ 1901 ἀνεβιβάσθησαν διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ καὶ τῶν πιστώσεων εἰς 115,204,779. Καὶ ἀπὸ 115 ἑκατομμυρίων καὶ 204 χιλιάδων, ὅσα προυπελογίσθησαν κατὰ τὸ 1901, εἰς τὰ ὁποῖα καὶ ἄλλα θέλουσι προστεθῆ ποσὰ διὰ τῶν ζητηθησομένων νέων πιστώσεων, τὰ ἔξοδα τοῦ 1902 προσδιωρίσθησαν ἐπὶ τοῦ παρόντος διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ εἰς 123,949,931. Πόση ἡ διαφορὰ τῶν δαπανηθέντων κατὰ τὸ 1896 πρὸς τὰ ζητούμενα διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ ἔτους 1902 ἔξοδα; Τριάκοντα καὶ τρία ἑκατομμύρια. Δυστυχῶς δὲ δὲν εἶναι μόνα ταῦτα, διότι καὶ ταῦτα θέλουσιν αὐξηθῆ διὰ τῶν ζητηθησομένων ἀφεύκτως ἀναπληρωματικῶν πιστώσεων. Ἔλεγον ὑμῖν, ὅτι εἰς 90,890,607 ἀνεβιβάσθησαν κατὰ τὸ 1896 αἱ δαπάναι τοῦ Κράτους, ἀλλὰ μεταξὺ αὐτῶν ὑπάρχουσιν ἔξοδα ἔκτακτα οὐκ ὀλίγα. Οὕτως ἐδαπανήθησαν ἐν Κρήτῃ ὑπὲρ γυναικῶν καὶ παίδων, αἵτινες προσέφυγον εἰς τὸ Γενικὸν ἐν Χανίοις Προξενεῖον τῆς Ἑλλάδος, 125,735.55. Εἰς τὴν οἰκοδομὴν τοῦ ἀνακτόρου τοῦ Διαδόχου 99,999.97. Εἰς ἔξοδα διατροφῆς καὶ περιθάλψεως τῶν ἐν Ἀθήναις προσφύγων Κρητῶν δρ. 292,800.36. Εἰς ἐξόφλησιν ὀφειλῆς τοῦ Δημοσίου εἰς τὰ κεφάλαια τοῦ Σιδηροδρόμου Μύλων–Καλαμῶν 607,500. Εἰς πληρωμὴν ὀφειλομένων τόκων ἐπὶ ἐντόκου γραμματίου τοῦ Ρολὲν δραχ. 322,882.22. Εἰς τοὺς ζημιωθέντας ἐκ πλημμύρας ἐν Ἀθήναις καὶ ἐν Πειραιεῖ δρ. 35,000. Εἰς συνδρομὴν τῶν ἐκ τῆς πτωχεύσεως τοῦ ἐργολάβου Ρολὲν ζημιωθέντων δρ. 21,347.40. Ταῦτα δὲ συγκεφαλαιοῦνται εἰς 1,505,265.50, ἑπομένως περιλαμβάνονται εἰς τὸ ποσὸν τῶν 90,890,607 ταῦτα τὰ ἔκτακτα ἔξοδα, τὰ ὁποῖα ἀναγράφοντα ἐν τῷ ἀπολογισμῷ τοῦ 1896. Δὲν μνημονεύω δὲ οὔτε ἄλλων ἐξόδων, ὄντως ἐκτάκτων καὶ ἐκ τῶν περιστάσεων τοῦ 1986 ἐπιβληθέντων, τὰ ὁποῖα καὶ ταῦτα περιλαμβάνονται εἰς τὰ ἔξοδα τοῦ 1896 ὡς φέρ’ εἰπεῖν διαφόρων ἐξόδων τοῦ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργείου, τὰ ὁποῖα ἦσαν ἀνώτερα τῶν συνήθων ἐξόδων, ἕνεκα τῶν κατὰ τὸ ἔτος 1896 ἐπιβληθεισῶν ὑπὸ τῶν περιστάσεων στρατιωτικῶν παρασκευῶν. Οὕτως, ἐνῷ κατὰ τὸ 1900 καὶ τὸ 1901 προϋπελογίσθησαν διὰ τὸν ἱματισμὸν τοῦ στρατοῦ δρ. 500,000, κατὰ δὲ τὸ ἔτος 1902 προϋπελογίσθησαν 1,400,000, κατὰ τὸ 1899 ἐδαπανήθησαν 1,781,736.13, ἤτοι πλείω τῶν προϋπολογισθέντων κατὰ τὸ 1900 καὶ 1901 κατὰ δρ. 1,281,736.13, πλείω δὲ καὶ τῶν κατὰ τὸ 1902 προϋπολογισθέντων κατὰ δρ. 381,736.13. Ὡσαύτως, ἐνῷ δι’ ἱππωνίαν οὐδὲν ἐδαπανήθη οὔτε κατὰ τὸ 1900, οὔτε κατὰ τὸ 1901, μόνον δὲ 50,000 δραχμαὶ ἀνεγράφησαν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1902, κατὰ τὸ 1896 ἐδαπανήθησαν δραχ. 427,664.35. Ἀλλὰ δὲν πρέπει νὰ παραβάλω τὰ δαπανηθέντα κατὰ τὸ 1896 πρὸς τὰ ἔξοδα ἑκάστου τῶν ἐτῶν τῆς τριετίας ταύτης, χωρὶς νὰ λάβω ὑπ’ ὄψιν κατὰ τὴν παραβολὴν ταύτην καὶ τὰς αὐξήσεις τῶν ἐξόδων, αἵτινες ἐπεγένοντο μετὰ τὸν πόλεμον, καὶ αἵτινες εἶχον κατασταθῆ ἀναγκαῖαι καὶ ἀναπόφευκτοι. Οὕτω κατὰ τὸ 1896 ἐπληρώνομεν εἰς τοὺς δανειστὰς διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τῶν ὀφειλῶν, τὰς ὁποίας εἴχομεν ἐκ δανείων, 23,154,278.29, ἐνῷ κατὰ τὸ 1902 εἰσὶν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ἀναγεγραμμένα δρ. 32,198,088.42· ἑπομένως κατὰ τὸ 1902 ηὔξησαν τὰ εἰς τοὺς δανειστὰς τοῦ Κράτους πληρωνόμενα κατὰ δραχ. 9,043,810.13, ταῦτα δὲ πρέπει νὰ προσθέσωμεν εἰς τὰ κατὰ τὸ 1896 δαπανηθέντα 90,890,607. Κατὰ τὸ 1902 ὀφείλομεν νὰ πληρώνωμεν εἰς συντάξεις στρατιωτικῶν δρ. 2,628,814, ἐνῷ κατὰ τὸ 1896 ἐπληρώνομεν 1,972,180.23· ἑπομένως ηὔξησαν τὰ ἕνεκα τῶν συντάξεων ἔξοδα κατὰ δρ. 656,633.77, καὶ τὸ ποσὸν δὲ τοῦτο πρέπει νὰ προστεθῇ εἰς τὰ ἄλλα κατὰ τὸ ἔτος 1896 γενόμενα ἔξοδα· θέλει ἑπομένως ἀναβιβασθῆ τὸ ποσὸν τῶν 90,890,607, τὰ ὁποῖα ἐδαπανήθησαν κατὰ τὸ ἔτος 1896, εἰς 100,591,050. Ὄντως, ἵνα καταδειχθῇ τὸ ποσόν, κατὰ τὸ ὁποῖον ηὐξήθησαν τὰ ἔξοδα τοῦ Κράτους καθ’ ἕκαστον τῶν ἐτῶν τῆς τριετίας ταύτης, πρέπει νὰ προστεθῶσιν εἰς τὰ ἔξοδα τοῦ 1896 αἱ αὐξήσεις ἐκεῖναι τῶν ἐξόδων, αἵτινες ἐπηνέχθησαν μετὰ τὸ 1896 ἕνεκα ὑποχρεώσεων τοῦ Κράτους, τὰς ὁποίας δὲν ἠδύναντο οἱ κυβερνῶντες ν’ ἀποφύγωσιν. Ἑπομένως πρέπει νὰ παραβάλωμεν τὰ γενόμενα ἢ προϋπολογισθέντα ἔξοδα τοῦ Κράτους καθ’ ἕκαστον τῶν ἐτῶν τῆς τελευταίας τριετίας οὐχὶ μόνον πρὸς τὰ πράγματι δαπανηθέντα κατὰ τὸ 1896, κατὰ τὸν ἀπολογισμὸν τοῦ ἔτους τούτου, 90,890,607, ἀλλὰ πρὸς 100,591,050.90, διότι εἰς τόσον ποσὸν ἤθελον ἀναβιβασθῆ καὶ τὰ ἔξοδα τοῦ 1896, ἂν ὑπῆρχον καὶ τότε ἐπιβεβλημέναι εἰς τὸ Κράτος αἱ ὑποχρεώσεις, αἵτινες ἐπεβλήθησαν εἰς αὐτὸ μετὰ τὸν πόλεμον, τὰς ὁποίας δὲν ἠδύναντο ν’ ἀποφύγωσιν οἱ κυβερνῶντες, ἤτοι ἡ ὑποχρέωσις νὰ πληρώνωσι διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τῶν δανείων περισσότερα δρ. 9,043,810.13 τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον ἐπλήρονον κατὰ τὸ 1896, καὶ διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τῶν στρατιωτικῶν συντάξεων περισσότερα δρ. 656,633.77 ὅσων ἐπλήρωνον πρότερον, ἤτοι ἐν ὅλῳ δρ. 9,700,443.90.
| Οὕτω κατὰ τὸ 1899 ἐδαπανήθησαν περισσότερα ἀπὸ τὰ | ||
| δαπανηθέντα κατὰ τὸ 1896 | δρ. | 3,995,453.10 |
| Κατὰ τὸ 1900 ἐδαπανήθησαν περισσό- | ||
| τερα τῶν δαπανηθέντων κατὰ τὸ 1896 | » | 8,680,850.10 |
| Κατὰ τὸ 1901 προσδιωρίσθησαν ἔξοδα | ||
| ὑπὲρ τὸ ποσὸν τῶν δαπανηθέντων τὸ 1896 | » | 14,613,728.10 |
| Κατὰ τὸ 1902 προσδιωρίσθησαν τὰ ἔξ- | ||
| οδα ὑπὲρ τὸ ποσὸν τῶν δαπανηθέν- | ||
| των τὸ 1896 | » | 23,358,880.10 |
| Τὸ ὅλον | δρ. | 50,648,911.40 |
Δὲν σᾶς ἐκπλήττει,—τί λέγω!—δὲν σᾶς καταπλήττει τῆς γενομένης ἐρεύνης τὸ πόρισμα τοῦτο; Ἐδαπανήσατε λοιπόν, ἀφ’ ἧς ἀνελάβετε τὴν Κυβέρνησιν μέχρι τοῦδε, πεντήκοντα καὶ ἥμισυ ἑκατομμύρια περισσότερα ὅσων ἤθελον δαπανηθῆ, ἂν ἐκυβερνᾶτο τὸ Κράτος ὡς ἐκυβερνᾶτο κατὰ τὸ 1896! Πόσαι ἀνάγκαι ἤθελον θεραπευθῆ διὰ τῶν πεντήκοντα καὶ ἡμίσεος τούτων ἑκατομμυρίων, ἂν ἐδαπανῶμεν ἐξ αὐτῶν μετὰ σωφροσύνης καὶ ἐγκρατείας, καὶ ἀπεξηραίνομεν τόσα τέλματα καὶ ἕλη, μαστίζοντα διὰ τῶν μιασμάτων τὴν ὑγείαν τῶν πολιτῶν, στεροῦντα δὲ τὴν γεωργίαν πολλῶν ἑκατοντάδων χιλιάδων στρεμμάτων γονιμώτατα καὶ παρθενικὰ ἐδάφη; ἂν οὐχὶ δημοκοποῦντες ἢ ῥεκλαμάροντες, ἀλλὰ σκοπίμως ἐδαπανῶμεν ἐξ αὐτῶν πρὸς ἐνίσχυσιν τῆς γεωργίας καὶ τῆς βιομηχανίας, πρὸς ἐξασφάλισιν καὶ ἐπέκτασιν τῆς καταναλώσεως τῶν προϊόντων τῆς χώρας, πρὸς ἐπέκτασιν τῆς συγκοινωνίας καὶ πολλαπλασιασμὸν τῶν μέσων αὐτῆς, πρὸς ἐγκατάστασιν πλήρους καὶ ἀρτίου συστήματος σωφρονιστικῶν φυλακῶν, πρὸς πλήρωσιν τῶν κενῶν στρατιωτικῶν ἀποθηκῶν καὶ βελτίωσιν τοῦ ὑλικοῦ τοῦ πολέμου, πρὸ πάντων δὲ τοῦ πυροβολικοῦ, πρὸς βελτίωσιν τοῦ ὁπλισμοῦ τοῦ στρατοῦ, πρὸς εἰσαγωγὴν συστήματος στρατιωτικῆς ἐκπαιδεύσεως τῆς μαχίμου ἡλικίας καὶ παρασκευῆς βελτίονος καὶ πληρεστέρας; Καὶ ἔχομεν πρὸ ἡμῶν Ὑπουργεῖον, τοῦ ὁποίου ὁ προϊστάμενος ἔλεγε πρὸς τὴν Βουλήν, ὅτι ἔχει ταυτότητα ἰδεῶν μετὰ τοῦ προκατόχου του, τὸ ὁποῖον, ἐὰν εἶναι ἀληθές, καθιστᾷ αὐτὸν τοῦτον τὸν προϊστάμενον τοῦ Ὑπουργείου ἀναπολόγητον, πῶς, ἐνῷ ταυτότης ἰδεῶν συνδέει αὐτὸν μετὰ τοῦ προκατόχου του, δὲν εἶχε σπεύσει νὰ κάθηται ὄπισθεν τοῦ κ. Θεοτόκη, ὡς εἶχε καθῆκον, ἀλλ’ ἐψηφοφόρει κατ’ αὐτοῦ, καὶ διεμαρτύρετο μετὰ τῆς ἄλλης Ἀντιπολιτεύσεως κατὰ τοῦ Ὑπουργείου, ἐπὶ τῶν ἡμερῶν τοῦ ὁποίου διεδραματίσθησαν αἱ σκηναὶ τῆς ὁδοῦ Κοραῆ, διεπράχθησαν δὲ αἱ ἀφορμαί, ὧν ἕνεκα αἱ σκηναὶ αὗται διεδραματίσθησαν! Ἀλλὰ τὸ ὁποῖον, ἂν δὲν εἶναι ἀληθές, παριστᾷ τὸν Πρωθυπουργὸν τῆς Ἑλλάδος ψευδόμενον ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ὡς συμβαίνει ἐνίοτε νὰ ψεύδωνται οἱ ἐνώπιον τοῦ Πλημμελειοδικείου καλούμενοι πρὸς ἀπολογίαν! Ὅτε πρὸ ἑπτὰ ἐτῶν ἐπεσκεπτόμην τὴν Θεσσαλίαν, ἐν τῇ πόλει τοῦ Βόλου, ὅτε ἀφικόμην ἐκεῖσε, οἱ ὁμοφρονοῦντες τῶν πολιτῶν, καὶ ἑπομένως πολιτικοὶ φίλοι μου τυγχάνοντες, μὲ ἐδεξιώθησαν μετ’ ἐπιδείξεως καταφανοῦς· προκληθεὶς δὲ ὑπὸ τοῦ προσφωνήσαντός με τότε, τυγχάνοντος νῦν Βουλευτοῦ καὶ συνεδρεύοντος μεθ’ ἡμῶν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ἠγόρευσα πρὸς τὸν λαὸν τῆς πόλεως ἐκείνης. Ἔλεγον ἐν Βόλῳ τότε, τὴν 4 Φεβρουαρίου 1895 (ἀναγινώσκει): «Κατὰ τὸ τελευταῖον ἔτος, τοῦ ὁποίου ἐδημοσιεύθη ἤδη ὁ ἀπολογισμός, κατὰ τὸ 1893, εἰσεπράχθησαν δραχμαὶ 96,723,422.51, πρέπει ὅμως ἐκ τοῦ ποσοῦ τούτου ν’ ἀφαιρεθῶσιν ὅσα ἔσοδα, κατὰ τὴν γνώμην ἡμῶν, πρέπει νὰ μὴ εἰσπράττωνται, τοιαῦτα δ’ εἰσὶ τὰ διὰ τὰς δαπάνας τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως ἐξ εἰσφορῶν τῶν δήμων εἰσπραττόμενα, συνιστάμενα εἰς 2,441,438.51, καὶ τὰ διὰ τὰς δαπάνας τῆς ἀστυνομίας εἰσφερόμενα ὡσαύτως παρὰ τῶν δήμων, ἅτινα κατὰ τὸ 1894 ἀνῆλθον εἰς δρ. 719,064.83, τὸ ὅλον δραχ. 3,160,503.34.» Διὰ τοῦτο τὰ διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1895 ψηφισθέντα ἔσοδα προσδιωρίσθησαν εἰς 93,461,348, εἰσεπράχθησαν δὲ 94,657,065.77. Ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ὅμως τοῦ 1895, ὡς εἰσήγαγον αὐτὸν εἰς τὴν Βουλήν, εἶχον ἀναγράψει ἔσοδα 89,342,000, κατὰ τὴν ἐν τῇ Βουλῇ δὲ συζήτησιν ἀνεβιβάσθησαν εἰς δρ. 93,461,348. Κατὰ τὴν ἀναγραφὴν τῶν ἐσόδων πρέπει μετὰ περισκέψεως νὰ προσδιορίζωνται τὰ ποσὰ αὐτῶν, διότι τὰ ἀναγραφόμενα ποσὰ τῶν ἐσόδων κανονίζουσι τὰ ποσὰ τῶν ἐξόδων, τὰ ὁποῖα ἀναγράφονται ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, ἐπιβάλλουσι δὲ τὴν φειδὼ καὶ τὴν ἐγκράτειαν. Τὸ Κράτος ἔχει βεβαίως δικαίωμα νὰ ζητῇ παρὰ τῶν πολιτῶν νὰ εἰσφέρωσι τὰ ἀναγκαῖα ἔξοδα διὰ τὴν διοίκησιν τῆς χώρας καὶ τὴν ὀργάνωσιν αὐτῆς, διὰ τὴν κυβέρνησιν τοῦ Κράτους καὶ τὴν ὑπεράσπισιν τῶν συμφερόντων του· πρέπει ὅμως ὅσα ζητεῖ παρὰ τῶν φορολογουμένων νὰ μὴ ὑπερβαίνωσι τὸν λογικὸν ὅρον, τὸν ὁποῖον κανονίζει ἡ δύναμις τῆς παραγωγῆς τῆς χώρας. Εἰς τὴν δύναμιν λοιπὸν τῆς ἐγχωρίου παραγωγῆς τὸ Κράτος πρέπει νὰ ὑποτάσσῃ τὰς ἀνάγκας του, νὰ μὴ ζητῇ δὲ περισσότερα ἔσοδα ἀπὸ ὅσα δύναται ἡ παραγωγὴ τῆς χώρας νὰ παρέχῃ· ἀλλ’ ὅταν βαίνῃ ἀπὸ ἔτους εἰς ἔτος αὐξάνον τὰ ἔξοδα, ἀναγκάζεται νὰ αὐξάνῃ καὶ τὰ ποσὰ τῶν ἐσόδων, τὰ ὁποῖα ζητεῖ παρὰ τῶν φορολογουμένων· τῶν ζητουμένων ὅμως ἐσόδων ἡ ὑπερβάλλουσα αὔξησις ἀποξηραίνει τὰς πηγὰς, ἀπὸ τὰς ὁποίας εἰσπράττονται τὰ ἔσοδα, διότι ἀφαιρεῖ ἀπὸ τοὺς φορολογουμένους τὰ ἀναγκαιοῦντα εἰς αὐτοὺς μέσα τῆς παραγωγῆς, καθιστᾷ δὲ ἀδύνατον πᾶσαν ἀνάπτυξιν καὶ αὔξησιν αὐτῆς. Περὶ δὲ τῶν ἐξόδων ἔλεγον τότε πρὸς τοὺς πολίτας τοῦ Βόλου (ἀναγινώσκει): «Κατὰ τὸν προσδιορισμὸν τοῦ ἀναγκαιοῦντος κατ’ ἔτος ποσοῦ τῶν ἐξόδων πρέπει ὡσαύτως νὰ ἀνευρεθῶσιν αἱ ἀληθεῖς καὶ ἀναπόφευκτοι ἀνάγκαι τοῦ Κράτους, ἵνα τὰ ἔξοδα αὐτοῦ περιορισθῶσιν ἐντὸς τοῦ ἐσχάτου ὁρίου τῆς ἀνάγκης. Βεβαίως ἡ μέλλουσα Κυβέρνησις πρέπει ἀνενδότως ν’ ἀσχοληθῇ νὰ ἐλαττώσῃ ταῦτα τοσοῦτον, ὥστε νὰ δυνηθῇ νὰ ἐπαρκέσῃ εἰς αὐτὰ δι’ 65 ἢ 66 ἑκατομμυρίων, ἀντὶ τῶν 69 ἑκατομμυρίων, τὰ ὁποῖα εἶχεν ἀναγράψει ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1895 καὶ ταῖς πιστώσεσιν, ἃς ἐζήτησεν ὁ παραιτηθεὶς Πρωθυπουργός· ἀλλ’ ἐξ αὐτοῦ τοῦ ποσοῦ, καὶ διὰ τῶν κατὰ τὴν διαχείρισιν αὐτοῦ γενησομένων οἰκονομιῶν, πρέπει ν’ ἀποπερατώσῃ τὸ μήπω κατασκευασθὲν τμῆμα τῆς ἀπὸ Μύλων εἰς Καλάμας σιδηροδρομικῆς γραμμῆς...» Ὁ Προϋπολογισγὸς τοῦ 1895 εἰσήχθη εἰς τὴν Βουλὴν τὴν 2 Ἰουνίου 1895, ἤτοι τὴν ἐπιοῦσαν τῆς ἡμέρας καθ’ ἣν παρέστημεν ἐνώπιον τοῦ Ἡγεμόνος, δόντες τὸν ὅρκον τῆς ὑπηρεσίας, τὸν ἕκτον ὅμως μῆνα τοῦ ἐνιαυτοῦ. Πρὸ ἡμῶν δὲ εἶχεν ὑποβληθῆ εἰς τὴν Βουλὴν Προϋπολογισμὸς τοῦ 1895 ἕτερος ὑπὸ τοῦ προκατόχου ἡμῶν Ὑπουργείου, τὸ ὁποῖον παρητήθη κατὰ τὰ τέλη τοῦ 1894. Ὁ Προϋπολογισμὸς ὁ εἰσαχθεὶς ὑπὸ τοῦ προκατόχου Ὑπουργείου, τοῦ ὁποίου προήδρευεν ὁ ἀποθανὼν Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου, προσδιώριζε τὰ ἔξοδα εἰς 90,150,380.20· ἀλλ’ ἀφοῦ κατέθηκεν ἐκεῖνον τὸν Προϋπολογισμὸν ἐν τῇ Βουλῇ, ὑπέβαλε νομοσχέδια περὶ χορηγίας πιστώσεων ἐκτάκτων καὶ ἀναπληρωματικῶν ἐκ δρ. 3,754,763.32, ἀναβιβασθέντων οὕτω τῶν ἐξόδων τοῦ Προϋπολογισμοῦ εἰς δραχ. 93,905,093.52. Ἀλλὰ διὰ τοῦ ἡμετέρου Προϋπολογισμοῦ τὰ ἔξοδα εἶχον προσδιορισθῆ εἰς 89,342,724.74, κατὰ δὲ τὴν ἐν τῇ Βουλῇ συζήτησιν ἀνεβιβάσθησαν κατὰ τὰς ἐνδεικνυμένας ὑπὸ τῶν νόμων καὶ τῶν περιστάσεων τῆς διοικήσεως ἀνάγκας εἰς δρ. 93,035,649.47· ἀλλ’ ἐσπεύσαμεν νὰ φροντίσωμεν νὰ νομοθετηθῶσιν ἐντὸς τῆς Βουλευτικῆς Συνόδου, ἥτις ὑπῆρχεν ὅτε ἐκλήθημεν ἐν τῇ ἀρχῇ, ἐλαττώσεις τῶν ἐξόδων αἰσθηταί· καὶ μ’ ὅλον ὅτι τὰς ἐλαττώσεις ταύτας ἠδυνήθημεν νὰ ἐφαρμόσωμεν μόλις τὸν ἕβδομον καὶ ὄγδοον μῆνα τοῦ ἔτους, περιωρίσαμεν τὰ ἔξοδα εἰς 91,641,967.81· ἐπειδὴ δ’ εἶχον εἰσπραχθῆ ἔσοδα 94,657,065.77, παρεσκευάσαμεν περίσσευμα ἐκ 3,015,097.96 κατὰ τὸν ἀπολογισμόν· μετὰ τὸν καταλογισμὸν δὲ εἰς τὰ ἔσοδα τοῦ 1895 δραχ. 1,542,211.23, εἰσπραχθεισῶν ἐκ τοῦ ἀντιτίμου τοῦ ἀντὶ τοῦ μειωθέντος ποσοῦ τοῦ φόρου παραληφθέντος καὶ ἐκποιηθέντος σταφιδοκάρπου, καὶ ἐκ τῆς εἰσπράξεως τοῦ προκαταβληθέντος ὑπὸ τοῦ Δημοσίου ποσοῦ τῶν ἐξόδων τῶν ἀποθηκῶν τῆς σταφίδος, τὸ περίσσευμα τοῦ 1895 ἀνῆλθεν εἰς 4,557,309.19. Ὁ ἀπολογισμὸς μάλιστα τοῦ 1895 βεβαιοῖ προσέτι καὶ ἕτερόν τι, ὅτι, καίτοι ἡμεῖς διεχειρίσθημεν τὰ κοινὰ μόνον κατὰ τοὺς ἑπτὰ τελευταίους μῆνας τοῦ ἔτους ἐκείνου, ἠδυνήθημεν νὰ καταβιβάσωμεν τὰ ἔξοδα τῆς διοικήσεως, ἤτοι τὰ ἔξοδα τῶν ἑπτὰ Ὑπουργείων καὶ τὰ ἔξοδα τῆς διοικήσεως καὶ ἐπιστασίας, οὐχὶ εἰς τὰ 65 ἢ 66 ἑκατομμύρια, εἰς τὰ ὁποῖα ἀγορεύων ὑπισχνούμην πρὸς τοὺς πολίτας Βόλου νὰ καταβιβάσω αὐτὰ, ἀλλ’ ἠδυνήθημεν νὰ καταβιβάσωμεν αὐτὰ εἰς 59,812,154.17 μόνον. Κατὰ δὲ τὸ 1896, ὅτε διετελέσαμεν ἐν τῇ ἀρχῇ κατὰ τοὺς δώδεκα μῆνας τοῦ ἔτους ἐκείνου, καὶ κατὰ τοὺς τρεῖς πρώτους μῆνας τοῦ ἑπομένου ἔτους, τοὺς ὑπολοίπους δὲ μῆνας διῴκησαν ἄλλοι μέχρι τοῦ τέλους τῆς χρήσεως, ἀνηγάγομεν τὰ εἰσπραχθέντα ἔσοδα ἀπὸ δραχμῶν 94,657,065.77, ὅσαι εἶχον εἰσπραχθῆ κατὰ τὸ 1895, εἰς 96,931,726.92, εἰ καὶ ἠλαττώσαμεν κατὰ δραχ. 794,253 τὰ ἐκπαιδευτικὰ τέλη, καὶ φορολογικὰς ἀτελείας πρὸς ἐνίσχυσιν τῆς βιομηχανίας ἐπηνέγκομεν, ἐκ τῶν ὁποίων ἔμελλε νὰ ἐπέλθῃ ἐλάττωσις τῶν ἐσόδων τοῦ δημοσίου ταμείου κατὰ 650,000 δραχμάς. Τότε, ὅτε ἐπροτείναμεν εἰς τὴν Βουλὴν τὸ νομοσχέδιον περὶ ἐλαττώσεως τοῦ πληρωνομένου τέλους κατὰ χιλιάδα ἐπὶ τῆς ἐξαγωγῆς τοῦ σταφιδοκάρπου κατὰ τέσσαρας δραχμὰς πρὸς ἐνίσχυσιν τῆς ἐμπορίας τῆς σταφίδος, ὁ Βουλευτὴς ἐκ Παρνασσίδος, ὁ ἐντριβὴς περὶ τὰ οἰκονομικὰ, μὲ ἐπέκρινεν ἐν τῇ Βουλῇ, διότι προέβλεπεν, ὅτι ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1895 ἦτο ἀδύνατον νὰ καταλήξῃ εἰς ἰσοζύγιον, οὐδέποτε δὲ εἰς περίσσευμα, ἐβεβαίου δὲ ῥητῶς ὅτι (ἀναγινώσκει) «ὅταν λάβῃ τις ὑπ’ ὄψιν τὰς δηλώσεις, αἱ ὁποῖαι ὑπ’ αὐτοῦ τούτου τοῦ κυρίου Πρωθυπουργοῦ ἐγένοντο, πρὸ παντὸς δὲ τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον συγχρόνως μετὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ὑπέβαλε, τῆς ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως εἰς βάρος τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1895 ἐκ δρ. 730,095, θέλει ἀμέσως εὑρεῖ τὸ περίσσευμα ἐλαττούμενον». Καὶ ἡ πίστωσις τῶν 730,000 δρ. ἐζητεῖτο παρ’ ἡμῶν πρὸς πληρωμὴν τόκων δανείων τῆς χρήσεως τοῦ 1893, οἵτινες δὲν ἐπληρώθησαν τότε, καὶ ἀφέθησαν καθυστεροῦντες, ἵνα παρασκευασθῇ καὶ ἐπιδειχθῇ περίσσευμα ἐκ τῆς χρήσεως τοῦ 1893, καθ’ ἣν διῴκουν οἱ φίλοι τοῦ ἐκ Παρνασσίδος Βουλευτοῦ, καὶ αὐτὸς μετ’ αὐτῶν. Ἀλλ’ ἐπέκρινε τότε ἡμᾶς, διότι οὐδεμίαν ἐπηνέγκομεν μεταβολὴν ἐπὶ τῶν ἐσόδων, ὡς εἶχεν ἀναγράψει αὐτὰ ὁ ἀποθανὼν Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1895, ὃν εἶχεν εἰσαγάγει κατὰ τὸ 1894, πρὶν ἢ κληθῶμεν ἡμεῖς τὴν εἰς ἀρχὴν, καίτοι ἐγὼ εἶχον ἐξηγήσει τὸν λόγον, δι’ ὃν ἀνέγραψα ἐν τῷ ἡμετέρῳ Προϋπολογισμῷ τὰ ἔσοδα, ὡς εἶχεν ἀναγράψει αὐτὰ ὁ ἀποθανὼν ἡγέτης τοῦ ἐπικρίνοντός με. Εἶχον εἰπεῖ τότε εἰς τὴν Βουλὴν διατὶ δὲν μετέβαλον τὰ ποσὰ τῶν ἐσόδων (ἀναγινώσκει): «Τὸν προϋπολογισμὸν τῶν ἐσόδων δὲν ἠδυνήθημεν νὰ θίξωμεν· διὰ τοῦτο ἀνεγράψαμεν αὐτολεξεὶ τὰ ἔσοδα, ὅσα καὶ οἷα εἶχεν ἀναγράψει ἐν τῷ εἰς τὴν διαλυθεῖσαν Βουλὴν εἰσαχθέντι Προϋπολογισμῷ κατὰ Νοέμβριον τοῦ 1894 τὸ προκάτοχον Ὑπουργεῖον· ἦτο δὲ ἀδύνατον νὰ ἐπενέγκωμεν μεταρρυθμίσεις εἴτε ἐν ταῖς λεπτομερείαις, εἴτε ἐν ταῖς βάσεσι τῶν ἐσόδων τούτων, διότι δὲν ἠδυνάμεθα νὰ ἐξακριβώσωμεν, ἂν τὰ ἀναγραφόμενα ποσὰ ἤθελον πιθανῶς εἰσπραχθῆ, οὐδὲ νὰ ἐπιχειρήσωμεν νὰ μεταβάλωμεν τὰς βάσεις τῶν ἐσόδων. Ὁμολογῶ, ὅτι πολὺ ὑστερῶ κατὰ τὸ θάρρος ἐκείνων, οἵτινες μετὰ μεγάλης ταχύτητος ἀντικαθιστῶσι φόρους δι’ ἄλλων, καὶ πλουτίζουσι τὴν φορολογικὴν νομοθεσίαν εἴτε διὰ νέων φόρων, εἴτε διὰ προσθηκῶν εἰς τοὺς ὑπάρχοντας καὶ λειτουργοῦντας, διότι δυσκολώτατον ὑπολαμβάνω τὸ ἔργον τῶν φορολογικῶν μεταβολῶν, καὶ φρονῶ, ὅτι, ὅταν τὰ νομοθετικὰ Σώματα καλῶνται νὰ ψηφίσωσι τοιαύτας μεταβολὰς φόρων, μετὰ μεγάλης ἐπιστασίας καὶ φροντίδος ὀφείλουσι νὰ ἐξετάζωσι τὰ περὶ τούτων.» Καὶ ὅτε δὲ εἰσῆγον εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδια περὶ καταργήσεως θέσεων περιττῶν ὑπαλλήλων, καὶ περὶ ἐλαττώσεως τῶν ἐξόδων, καὶ τότε μὲ ἐπέκρινεν ὁ ἐκ Παρνασσίδος Βουλευτής, διότι «ἀντὶ τῶν πολλῶν καὶ ἐπουσιωδῶν νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα εἰσήγαγεν ἡ Κυβέρνησις ἐν τῇ Συνόδῳ ταύτῃ, καὶ ἅτινα πάντα ἀπησχόλησαν τὴν Βουλήν, θὰ ἦτο, ἔλεγεν, ἀσυγκρίτως προτιμότερον νὰ συζητήσωμεν ἐνταῦθα νέον ὀργανισμὸν τοῦ στρατοῦ, περιορίζοντα τὰς θέσεις τοὐλάχιστον εἰς ὃν ἀριθμὸν σήμερον ἔχομεν. Ἦτο προτιμότερον νὰ συζητήσωμεν νέον ὀργανισμὸν τοῦ ναυτικοῦ, ὅπως περιορίσωμεν τὸν ἀριθμὸν τῶν θέσεων εἰς ὅσας σήμερον ἔχομεν». Καὶ μετ’ ὀλίγον ἐβεβαίου τὴν Βουλήν, ὅτι (ἀναγινώσκει): «... Ἐξήτασα τὰς κατὰ ποσὸν σπουδαιοτέρας τῶν ἐπαγγελθεισῶν οἰκονομιῶν, αἵτινες ἀνέρχονται εἰς τὸ ποσὸν τῶν δρ. 1,883,610, παρέλιπον δὲ τὰς ὑπολοίπους, ἵνα μὴ κουράσω τὴν Βουλήν· ἐξ ὅσων δὲ εἶπον ὑμῖν, ἐπείσθητε βεβαίως, ὅτι αἱ ἀναγγελθεῖσαι οἰκονομίαι εἰσὶ πᾶσαι εἰκονικαί, ἐπινοηθεῖσαι πρὸς μόνον τὸν σκοπὸν τῆς ἐντυπώσεως. ἣν παρήγαγεν ὁ εἰσηγητήριος λόγος τοῦ κυρίου Πρωθυπουργοῦ, ὡς ἐπενεγκόντος δῆθεν οἰκονομίας εἰς τὰς δημοσίας δαπάνας». Ἐνῷ διὰ τῶν νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα ἐχαρακτήριζεν εἰκονικὰ ὁ ἐκ Παρνασσίδος Βουλευτής, ἀληθῶς διαχειριστὴς τῶν δημοσίων αὐστηρός, κατηργήθησαν 1212 θέσεις ὑπαλλήλων καὶ ὑπηρετῶν, καὶ ἠλαττώθησαν τὰ ἔξοδα κατὰ 1,076,780. Καὶ δὲν ἠμφισβήτει μόνον τὴν εἰλικρίνειάν μου, ὅτε ἀνήγγελλον εἰς τὴν Βουλὴν τὰς οἰκονομίας, τὰς ὁποίας διὰ τῶν νομοσχεδίων, ἅπερ ἐπρότεινα, ἐσκόπουν νὰ φέρω, ἀλλὰ κατέκρινε καὶ κατ’ οὐσίαν τὸ νομοσχέδιον περὶ ἐλαττώσεως τοῦ προσωπικοῦ τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου· ἔλεγε δὲ τότε: «Περιωρίσθη ἐπὶ τοσοῦτον τὸ προσωπικὸν τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου, ὥστε νὰ κατασταθῇ ἀνεπαρκὲς πρὸς κατάρτισιν τῶν καθυστερούντων ἀπολογισμῶν καὶ οἰκονομικῶν λογαριασμῶν». Καὶ ἐν ἄλλῃ εὐκαιρίᾳ ἐπανελάμβανεν: «... Ἵνα συστηθῇ τὸ Συμβούλιον τοῦ δημοσίου χρέους, ἵνα δημιουργηθῇ τὸ προσῆκον προσωπικὸν διὰ τὴν ὑπηρεσίαν αὐτοῦ, ἐδέησε νὰ ἐλαττωθῇ τὸ προσωπικὸν τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου. Ἀφῃρέθησαν ἐξ αὐτοῦ οὐ μόνον οἱ διὰ προσφάτου νόμου προστεθέντες εἰς τὸ Γενικὸν Λογιστήριον γραφεῖς, ἀλλὰ καὶ ὑπουργικοὶ γραμματεῖς ἐκ τῶν παρὰ τῷ Γεν. Λογιστηρίῳ ἐργαζομένων... Τὸ Γενικὸν Λογιστήριον περιέπεσεν ὡς ἐκ τούτου εἰς καθυστέρησιν....» Καὶ τὸ Γενικὸν Λογιστήριον, ὡς ἂν ἐφιλοτιμήθη νὰ διαψεύσῃ τὸν Βουλευτὴν ἐκ Παρνασσίδος, συνέταξε καὶ ἐξετύπωσεν ἐντὸς 18 μηνῶν ἀπὸ τῆς ἐκδόσεως τοῦ νόμου, δι’ οὗ ἀφῃρέθη τὸ περιττὸν προσωπικὸν τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου, οὐ μόνον τῶν ἐγγυτέρων τριῶν χρήσεων τοὺς ἀπολογισμούς, τὸν τῆς χρήσεως τοῦ 1892 ἀπὸ τῆς 11 Νοεμβρίου 1895, τὸν τῆς χρήσεως τοῦ 1893 ἀπὸ τῆς 30 Ἰανουρίου 1896, καὶ τὸν τῆς χρήσεως τοῦ 1894 ἀπὸ τῆς 30 Δεκεμβρίου 1896, ἀλλὰ καὶ δύο ἄλλων ἀπωτέρων χρήσεων, τὸν ἀπολογισμὸν τοῦ 1878 μετὰ τοῦ Γενικοῦ Λογαριασμοῦ τοῦ 1879, καὶ τὸν ἀπολογισμὸν τοῦ 1879 μετὰ τοῦ Γεν. Λογαριασμοῦ τοῦ 1880. Ἂν δὲ δὲν ἐπήρχοντο τὰ οἰκτρὰ ἀποτελέσματα τῶν ἐγκλημάτων, τὰ ὁποῖα ἀπαισίως ἐτολμήθησαν κατὰ τὴν 17 Ἀπριλίου τοῦ 1897, τὸ ἔργον τοῦ καταρτισμοῦ τῶν ἀπολογισμῶν καὶ τῶν οἰκονομικῶν λογαριασμῶν ἤθελεν ἐξακολουθήσει συντελούμενον μετὰ τῆς αὐτῆς σπουδῆς. Ἂν δὲ κατωρθώθη νὰ δημοσιευθῇ ὁ ἀπολογισμὸς τοῦ 1895 ἐγκαίρως, ἤτοι 8½ μῆνας μετὰ τὸ κλείσιμον τοῦ χρήσεως, διότι ἡ σύνταξις αὐτοῦ εἶχε περατωθῆ ἡμῶν διατελούντων ἔτι ἐν τῇ ἀρχῇ, δὲν ἤθελεν ὅμως βραδύνει μέχρι τῆς 31 Ἰανουαρίου 1899, ἤτοι ἐπὶ 18 μῆνας ἀπὸ τῆς λήξεως τῆς χρήσεως, ὁ ἀπολογισμὸς τοῦ 1896, οὔτε ἠθέλομεν περιμένει ἀκόμη καὶ σήμερον τὸν ἀπολογισμὸν τοῦ 1900, ἀφοῦ ἕξ συμπληροῦνται μῆνες ἀπὸ τῆς λήξεως τῆς χρήσεως, πολλῷ δὲ μᾶλλον τὸν ἀπολογισμὸν τοῦ 1899, ἀφοῦ ἀφ’ ἧς ἔληξεν ἡ χρῆσις τοῦ 1899 μέχρι τῶν ἡμερῶν τούτων 18 συμπληροῦνται μῆνες. Διὰ τοῦ νόμου ͵ΒΣΞΕʹ τῆς 19 Ἰουνίου 1895 ἠλαττώθη ὁ ἀριθμὸς τῶν οἰκονομικῶν ἐπιθεωρητῶν ἀπὸ 14 εἰς 10, καταργηθεισῶν τεσσάρων θέσεων αὐτῶν, καὶ ἡ διὰ τὴν ὑπηρεσίαν ταύτην δαπάνη ἀπὸ δρ. 66,432.39, ὅσαι ἐδαπανήθησαν κατὰ τὸ 1894, κατὰ τὸν ἀπολογισμὸν τοῦ ἔτους τούτου, ἠλαττώθη εἰς δρ. 40,835.09, ὅσαι κατὰ τὸν ἀπολογισμὸν ἐδαπανήθησαν κατὰ τὸ 1896. Ἀλλὰ ζητοῦνται νῦν διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1902 δρ. 113,900, ἀφοῦ εἰς 22 ἀνεβίβασε τὸν ἀριθμὸν αὐτῶν τὸ πρὸ μικροῦ καταλιπὸν τὴν ἀρχὴν Ὑπουργεῖον, καὶ ἐνομοθέτησε καὶ ἄλλων βοηθητικῶν ὑπαλλήλων θέσεις, καὶ εἰς 15,500 δραχ. ἀνεβίβασε τὰ ἄλλα ἔξοδα τῆς ὑπηρεσίας τῶν ἐπιθεωρητῶν. Οἱ ἀνατραπέντες κατὰ τὸν τελευταῖον Νοέμβριον Ὑπουργοὶ περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ δὲν εἰσήγαγον νομοσχέδιον τι, ἐνῷ οὗτοι ἔκρινον αὐτὸν κατὰ τὸ 1895 τὰ μάλιστα κατεπείγοντα· ἐλησμόνησε κατὰ τὴν τριετίαν ταύτην ὁ ἐκ Παρνασσίδος Βουλευτής, ὅτι τῷ 1895 μὲ ἤλεγχε, διότι δὲν εἰσήγαγον τότε, τὴν 2 Ἰουνίου, μετὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ καὶ τὸ περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ νομοσχέδιον, ἐνῷ ἐγὼ τότε, τὴν προτεραίαν τῆς 2 Ἰουνίου, εἶχον κληθῆ εἰς τὴν ἀρχὴν, μόλις δὲ εἶχον συμπληρώσει δύο ἡμέρας ὡς Πρωθυπουργός. Ἡ ἐξέτασις, τὴν ὁποίαν ὀφείλω νὰ ποιήσωμαι εἰς τὴν Βουλὴν, τῶν ἐξόδων τοῦ Κράτους, πρέπει νὰ περιορισθῇ ἐπὶ μόνων τῶν ἐξόδων, τὰ ὁποῖα ἀναγράφονται ἐν τοῖς Μέρεσι Γʹ καὶ Δʹ τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων, πρέπει δὲ νὰ παραλείψω τὰς δαπάνας, τὰς ἀναγραφομένας ἐν τῷ Αʹ καὶ ἐν τῷ Βʹ Μέρει τοῦ Προϋπολογισμοῦ, δηλαδὴ τὰς δαπάνας, τὰς ὁποίας περιλαμβάνουσι τὰ κεφάλαια Αʹ —Εʹ τοῦ Αʹ Μέρους, ἤτοι τὰς ὑποχρεώσεις τοῦ Κράτους, τὰ χορηγήματα, τὰς συντάξεις, τὴν Βασιλικὴν χορηγίαν καὶ τὰ ἔξοδα τῆς Βουλῆς, διότι τὰ ἔξοδα ταῦτα δὲν μεταβάλλονται, οὐδὲ δυνάμεθα ν’ ἀφαιρέσωμεν ἀπὸ τὸν Προϋπολογισμὸν ἢ νὰ περικόψωμεν προσέτι καὶ τὰς δαπάνας, τὰς ὁποίας περιλαμβάνει τὸ κεφάλ. Ϛʹ τοῦ Βʹ Μέρους, «ἔξοδα τοῦ δημοσίου χρέους», τὰ ὁποῖα καὶ ταῦτα ἔχει κανονίσει ἀμεταβλήτως ὁ περὶ ἐλέγχου νόμος, ὡς καὶ τὰς δαπάνας τοῦ κεφαλαίου ΙΕʹ τοῦ Εʹ Μέρους, «ἐπιστροφαὶ χρημάτων καὶ δικαστικαὶ ἀποζημιώσεις καὶ ἀποδόσεις», τὰ ὁποῖα καὶ ταῦτα δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μεταβληθῶσιν ἀπὸ τὴν γνώμην τοῦ Ὑπουργοῦ, οὐδὲ ἐξαρτῶνται ἀπ’ αὐτοῦ τὰ ποσὰ αὐτῶν. Τῶν δικαστικῶν ἀποζημιώσεων τὰ ποσὰ εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ ἦναι τόσον μεγάλα, ὅσον εἰσὶ τὰ νῦν πληρωνόμενα, ἐὰν ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία ἐφαρμόζῃ μετ’ ἀκριβείας τοὺς νόμους κατὰ τὸν κανονισμὸν τῶν σχέσεων τῆς Διοικήσεως μετὰ τῶν συμφερόντων τῶν πολιτῶν, καὶ δὲν παρέχῃ ἀφορμὰς πρὸς προσφυγὴν τῶν πολιτῶν εἰς τὰ Δικαστήρια. Τὰ νῦν γινόμενα ἰδίως μοὶ ἐπιβάλλουσι τὸ καθῆκον νὰ ἀναδράμω εἰς τὰς δικαστικὰς ἀποζημιώσεις, τὰς ὁποίας πληρόνει τὸ δημόσιον ταμεῖον εἰς ἀξιωματικοὺς τοῦ στρατοῦ, ὁσάκις παρανόμως οὗτοι τίθενται εἰς ἀποστρατείαν, καὶ ν’ ἀπευθύνω τὴν παρατήρησιν, ὅτι δὲν εἶναι διὰ τοῦτο ἀπηλλαγμένοι πάσης εὐθύνης οἱ προκαλοῦντες τὰ παρανόμως ἐκδοθέντα Διατάγματα Ὑπουργοί· ὑπάρχει δὲ δικαίωμα, ἵνα ὑποβάλλωνται οἱ Ὑπουργοὶ εἰς ἀποζημίωσιν πρὸς τὸ Δημόσιον, ὅταν ἕνεκα ἐλλείψεως αὐτῶν ἀναγκάζηται τοῦτο εἰς πληρωμὴν ἀποζημιώσεων. Οὐδὲ θέλει μεταβληθῆ ἡ κατάστασις αὕτη, ἐφ’ ὅσον τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν διαχειρίζεται ἀπροσέκτως τὸ δικαίωμα νὰ συγκαλῇ ἀνακριτικὰ Συμβούλια καὶ προκαλῇ Διατάγματα περὶ ἀποστρατείας ἀξιωματικῶν, ἐξ ἐναντίας θέλουσιν αὐξάνει τὰ ἔξοδα τοῦ δημοσίου ταμείου. Τελευταῖον μάλιστα ἀνέγνων κατάλογον ὀνομάτων δέκα καὶ τεσσάρων ἀξιωματικῶν, οἱ ὁποῖοι διὰ Διαταγμάτων ἐτέθησαν εἰς ἀποστρατείαν, προσέφυγον δὲ εἰς τὰ Δικαστήρια, τὰ ὁποῖα ἀπεφάνθησαν, ὅτι κακῶς τὰ περὶ τούτων ἐγένοντο. Ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ δὲ τοῦ 1902 μετ’ ἐκπλήξεως εἴδομεν, ὅτι, ἐνῷ διὰ διὰ τῶν δικαστικῶν ἀποφάσεων ἠκυρώθησαν τὰ Διατάγματα τῆς ἀποστρατείας αὐτῶν, καὶ δὲν ὑπελείπετο, εἰμὴ νὰ κληθῶσιν οὗτοι αὖθις εἰς ἐνέργειαν, ὅτε ἤθελον λαμβάνει τακτικῶς τόν μισθόν των, ἀλλὰ καὶ θὰ ὑπηρέτουν συγχρόνως, νῦν ἐξακολουθοῦσιν ἀφινόμενοι εἰς ἀποστρατείαν, λαμβάνοντες τὴν σύνταξιν τοῦ βαθμοῦ των, προσέτι δὲ καὶ τὸ ἐλλεῖπον ποσὸν μέχρι συμπληρώσεως τῆς συντάξεως, ἣν λαμβάνουσιν, εἰς τὸ ποσὸν τοῦ μισθοῦ τῆς ἐνεργείας ἑκάστου αὐτῶν...
§68Ν. ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Δὲν λαμβάνουσι τὸ ποσὸν αὐτό.
§69Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργείου ἀναγράφει ἐν κεφαλαίῳ 9, μοναδικῷ ἄρθρῳ, ταῦτα: «Ἐπιδικασθεῖσαι ἀποδοχαὶ ἐνεργείας ἀποστράτων ἀξιωματικῶν. Φύλλον τῆς ἀπαιτουμένης πιστώσεως. Πρὸς πληρωμὴν τῆς διαφορᾶς ἀποδοχῶν μεταξὺ ἐνεργείας καὶ συντάξεως πρὸς τοὺς κάτωθι ἀποστράτους ἀξιωματικούς, δυνάμει τελεσιδίκων ἀποφάσεων ἢ συμβιβαστικῶν συμβολαίων». Ἀνέρχεται δὲ ἡ δαπάνη αὕτη εἰς δραχμὰς 35,160. Ἐν τῷ προϋπολογισμῷ δὲ ἀναγράφονται τὰ ὀνόματα τῶν δεκατεσσάρων τούτων ἀξιωματικῶν καὶ τὸ πληρωτέον ἑκάστῳ ποσὸν λόγῳ τοιούτῳ...
§70Γ. ΚΟΡΠΑΣ. (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Πολλοὶ ἐκ τούτων ἀνεκλήθησαν εἰς ἐνέργειαν. Ὅτε ἀνεγράφη ἡ πίστωσις εἰς τὸν προϋπολογισμόν, δὲν εἶχον λάβει ἔτι τὰς πληροφορίας.
§71Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Νὰ ἀνακαλέσητε ὅλους.
§72Γ. ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν δύνανται ν’ ἀνακληθῶσι, διότι ἔχουσιν ἕνα βαθμὸν παραπάνω.
§73Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἂν ἐπανέλθωσιν εἰς ἐνέργειαν, πάλιν δικαιοῦνται νὰ λάβωσι τὴν διαφοράν.
§74Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἀπὸ τὸ διάστημα, καθ’ ὃ ἀπεστρατεύθησαν, μέχρις οὗ τεθῶσιν εἰς ἐνέργειαν, λαμβάνουσι τὴν σύνταξιν καὶ τὸ πρὸς συμπλήρωσιν αὐτῆς μέχρι τοῦ μισθοῦ τῆς ἐνεργείας ἑκάστου αὐτῶν ἀπαιτούμενον ποσόν. Δὲν ἐσκόπουν, λέγων ταῦτα, νὰ ἐπικρίνω τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν τοῦ 1898 — δὲν ἐνθυμοῦμαι ποῖος ἦτο τότε — διότι προεκάλεσε τὰ Διατάγματα περὶ μεταθέσεων αὐτῶν εἰς ἀποστρατείαν, στηριχθεὶς εἰς τοιαύτην αἴτησιν αὐτῶν, ἑκουσίως ζητούντων ν’ ἀποστρατευθῶσιν.
§75Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι πάντες. Τινές.
§76Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μάλιστα. Ὡς πρὸ μικροῦ ἔλεγον ὑμῖν, πρέπει νὰ παραλίπω ἐκ τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Κράτους τὰ κεφάλαια ἐκεῖνα τῶν ἐξόδων, τὰ ὁποῖα δὲν δύναται νὰ μεταβάλῃ ἡ Διοίκησις, ὡς ἀνωτέρω ἀνέφερα, καὶ τὰ ὁποῖα ἕνεκα τούτου μένουσι διαρκῆ καὶ μόνιμα· οὕτω δὲ μοὶ ὑπολείπονται πρὸς ἐξέτασιν τὰ ἄλλα ἔξοδα, τὰ ὁποῖά εἰσιν ἔξοδα μεταβλητὰ, οἷα εἰσι τὰ ἔξοδα τῆς ὑπηρεσίας τῶν ἑπτὰ Ὑπουργείων, καὶ προσέτι τὰ ἔξοδα τῆς διοικήσεως καὶ ἐπιστασίας. Ἄρχομαι δὲ ἀπὸ τῆς παραβολῆς τῶν κατὰ τὸ ἔτος 1896 πληρωθέντων δι’ ἔξοδα ἑκάστου τῶν ἑπτὰ Ὑπουργείων καὶ δι’ ἔξοδα διοικήσεως καὶ ἐπιστασίας πρὸς τὰ δαπανηθέντα δι’ ἕκαστον τῶν Ὑπουργείων καὶ δι’ ἔξοδα διοικήσεως καὶ ἐπιστασίας κατὰ τὰ ἔτη 1899 καὶ 1900, καὶ πρὸς τὰ προϋπολογισθέντα καὶ προϋπολογιζόμενα κατὰ τὰ 1901 καὶ 1902. Διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργείου ἐδαπανήθησαν κατὰ τὸ 1896 δραχ. 1,377,156.44, κατὰ τὸ 1899 ὅμως ἐδαπανήθησαν 2,019.824.70, τὸ 1900 δὲ 2,107,496.85· διὰ δὲ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ ἔτους 1901 τὰ ἔξοδα διὰ τὴν ὑπηρεσίαν ταύτην προσδιωρίσθησαν εἰς 2,128,066.95, καὶ τὸ 1902 εἰς 2,217,167.11. Οὕτω κατὰ τὸ 1999 ἐδαπανήθησαν ὑπὲρ τὰ δαπανηθέντα κατὰ τὸ 1896 δραχμαὶ 642,668.26, κατὰ τὸ 1900 ἐδαπανήθησαν ὡσαύτως ὑπὲρ τὰ δαπανηθέντα τὸ 1896 δραχμαὶ 730,341.41, κατὰ τὸ 1901 προσδιωρίσθησαν διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τὰ διὰ τὴν ὑπηρεσίαν ταύτην ἔξοδα ὑπέρτερα τῶν δαπανηθέντων τὸ 1896 κατὰ δρ. 750,910.51, καὶ διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1902 προσδιωρίσθησαν ταῦτα ὑπερ τὰ δαπανηθέντα κατὰ τὸ 1896 κατὰ δρ. 840,010.67. Οὕτω τῶν ἐξόδων τοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργείου ἡ αὔξησις κατ’ ἔτος προέβη προϊοῦσα: Ἀπὸ 1,377,156.44 κατὰ τὸ 1896, εἰς 2,019,824 κατὰ τὸ 1899. Ἀπὸ 2,019,824 κατὰ τὸ 1899, εἰς 2,107,497.85 κατὰ τὸ 1900. Ἀπὸ 2,107,497,85 κατὰ τὸ 1900, εἰς 2,217,167.11 κατὰ τὸ 1902. Καὶ διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργείου, κατὰ τὸ 1896 ἐδαπανήθησαν 2,195,572.95, κατὰ τὸ 1899 ὅμως ἐδαπανήθησαν 2,320,522.21, κατὰ τὸ 1900 ἐδαπανήθησαν δρ. 2,431,122.52, κατὰ δὲ τὸ 1901 τὰ διὰ τὴν ὑπηρεσίαν ταύτην ἔξοδα προϋπελογίσθησαν εἰς δραχμὰς 2,743,884.99, καὶ κατὰ τὸ 1902 προϋπελογίσθησαν εἰς 3,050,491.87. Οὕτω κατὰ τὸ 1899 ἐδαπανήθησαν ὑπὲρ τὰ δαπανηθέντα κατὰ τὸ 1896 δραχ. 134,949.26, κατὰ τὸ 1900 ἐδαπανήθησαν ὡσαύτως ὑπὲρ τὰ δαπανηθέντα κατὰ τὸ 1896 δραχ. 235,549.63, κατὰ τὸ 1901 προσδιωρίσθησαν διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τὰ διὰ τὴν ὑπηρεσίαν ταύτην ἔξοδα ὑπέρτερα τῶν κατὰ τὸ 1896 δαπανηθέντων κατὰ δρ. 548,312.04, καὶ διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1902 προσδιωρίσθησαν ταῦτα ὑπὲρ τὰ δαπανηθέντα κατὰ τὸ 1896 κατὰ δρ. 854,918.92. Ἑπομένως καὶ τῶν ἐξόδων τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργείου ἡ αὔξησις προέβη κατ’ ἔτος: Ἀπὸ δραχ. 2,195,579.95 κατὰ τὸ 1896, εἰς δραχμὰς 2,320,522.21 κατὰ τὸ 1899. Ἀπὸ δραχ. 2,320,522.21 κατὰ τὸ 1899, εἰς δραχμὰς 2,431,122.58 κατὰ τὸ 1900. Ἀπὸ δραχ. 2,431,122 58 κατὰ τὸ 1900, εἰς δραχμὰς 2,743,884.99 κατὰ τὸ 1901. Καὶ ἀπὸ δραχ. 2,743,884.99 κατὰ τὸ 1901, εἰς δραχ. 3,050,491.87 κατὰ τὸ 1902. Ἐδαπανήθησαν λοιπὸν κατὰ τὸ 1899 πλείω τῶν δαπανηθέντων κατὰ τὸ 1896 δραχ. 124,949.26. Κατὰ τὸ 1900 πλείω τῶν δαπανηθέντων κατὰ τὸ 1896 δραχ. 235,549.63. Κατὰ τὸ 1901 προϋπελογίσθησαν ὑπὲρ τὰ δαπανηθέντα κατὰ τὸ 1896 δραχ. 548,312.04. Καὶ κατὰ τὸ 1902 ὡσαύτως ὑπὲρ τὰ δαπανηθέντα τὸ 1896 δραχ. 854,918.92. Τὰ αὐτὰ δυστυχῶς καὶ ἐπὶ τῶν ἐξόδων τοῦ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργείου· διότι κατὰ τὸ 1896 ἐδαπανήθησαν διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου τούτου 5,144,039.92, κατὰ τὸ 1899 ὅμως ἐδαπανήθησαν 5,963,200.25, κατὰ τὸ 1900 ἐδαπανήθησαν 6,421,678.95, κατὰ τὸ 1901 τὰ διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ προσδιορισθέντα ἦσαν 6,206,445.54, καὶ κατὰ τὸ 1902 προσδιωρίσθησαν εἰς δρ. 6,157,827.65. Ὅθεν κατὰ τὸ 1899 ἐδαπανήθησαν ὑπὲρ τὰ δαπανηθέντα κατὰ τὸ 1896 δραχ. 819,160.33, κατὰ δὲ τὸ 1900 ὑπὲρ τὰ δαπανηθέντα κατὰ τὸ 1896 ὡσαύτως 1,277,639.03, κατὰ τὸ 1901 προϋπελογίσθησαν πλείω τῶν δαπανηθέντων τὸ 1896 κατὰ 1,062,405.62, καὶ κατὰ τὸ 1902 ὡσαύτως κατὰ δραχ. 1,013,787.73. Οὕτως ἡ αὔξησις τῶν ἐξόδων τοῦ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργείου προέβη ἀπότομος κατὰ τὰ δύο ἔτη· τὸ 1899, ἀπὸ δραχμῶν 5,144,039.92 κατὰ τὸ 1896, εἰς δραχμὰς 5,963,200.25 κατὰ τὸ 1899· καὶ ἀπὸ 5,963,200.25 τὸ 1899, εἰς δρ. 6,421,678,95 κατὰ τὸ 1900· ἀλλὰ κατὰ τὸ 1901 ἐσταμάτησεν, ἐλαττωθέντων τῶν κατὰ τὸ 1900 δαπανηθέντων ἐξόδων κατὰ δρ. 215,233.41, καὶ κατὰ τὸ 1902 κατὰ δρ. 48,617.89. Τῆς ὑπηρεσίας τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργείου ηὐξήθησαν ὡσαύτως ἀπὸ τοῦ 1896 τὰ ἔξοδα, διότι, ἐνῷ κατὰ τὸ 1896 ἐδαπανήθησαν δρ. 12,390,150.41, κατὰ τὸ 1899 ἐδαπανήθησαν 13,485,205.34, καὶ κατὰ τὸ 1900 ἐδαπανήθησαν 16,531,460, ἤτοι κατὰ 4,141,309 59 ὑπὲρ τὰ δαπανηθέντα κατὰ τὸ 1896. Κατὰ τὸ 1901 προσδιωρίσθησαν διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἐλάσσω τῶν δαπανηθέντων τὸ 1900, ἀλλὰ πάντοτε πλείω τῶν δαπανηθέντων κατὰ τὸ 1896 κατὰ δρ. 2,215,293.59, καὶ κατὰ τὸ 1902 ὑπέρτερα ὡσαύτως τῶν κατὰ τὸ 1896 δαπανηθέντων κατὰ δρ. 2,621,356. Καὶ τὰ ἔξοδα τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως Ὑπουργείου μετὰ τῆς αὐτῆς ὁρμῆς ηὐξήθησαν, διότι, ἐνῷ κατὰ τὸ ἔτος 1896 ἐδαπανήθησαν διὰ τὴν Ἐκκλησίαν καὶ τὴν ἐκπαίδευσιν δρ. 3,774,457.67, τὰ κατὰ τὸ 1899 δαπανηθέντα ἀνῆλθον εἰς 5,4316.30.56, αὐξηθέντα οὕτω κατὰ δρ. 1,657,172.89. Ἂν δὲ τὰ κατὰ τὸ 1900 δαπανηθέντα 5,214,047.41, ὡς καὶ τὰ κατὰ τὸ 1901 προϋπολογισθέντα 5,166,578 ἦσαν ἐλάσσω τῶν κατὰ τὸ 1899 δαπανηθέντων, τὰ μὲν τοῦ 1900 κατὰ 217,583.15, τὰ δὲ τοῦ 1901 κατὰ δρ. 265,052.56, ἀλλὰ καὶ τὰ ἔξοδα τοῦ 1900 καὶ τὰ διὰ τὸ 1901 προϋπολογισθέντα τοιαῦτα ὑπερέβαινον τὰ κατὰ τὸ 1896 δαπανηθέντα, τὰ μὲν πρῶτα κατὰ δραχ. 1,439,589.74, τὰ δὲ τοῦ 1901 κατὰ δραχμὰς 1,392,120.33. Τὰ προϋπολογισθέντα δὲ διὰ τὸ 1902 ὑπερέβαινον τὰ ἔξοδα πάντων τῶν προηγηθέντων ἐτῶν· οὕτω τὰ ἔξοδα τοῦ 1901 κατὰ δρ. 359,900, τὰ τοῦ 1900 κατὰ δρ. 312,430.59, τὰ τοῦ 1899 κατὰ δρ. 94,847.44, τὰ δὲ τοῦ 1896 κατὰ δρ. 1,752,020.33. Καὶ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν τὰ ἔξοδα ἀπὸ 16,662,888.12, τὰ ὁποῖα ἐδαπανήθησαν κατὰ τὸ 1896, ἀνεβιβάσθησαν κατὰ τὸ 1899 εἰς 22,012,175.12, ἤτοι ηὐξήθησαν κατὰ 5,349,287. Καὶ ἀνεστάλη μὲν ἡ πρόοδος τῆς αὐξήσεως ταύτης κατὰ τὰ ἑπόμενα ἔτη 1900, 1901 καὶ 1902, διότι κατὰ τὸ 1900 ἐδαπανήθησαν 18,268,455.72, καὶ κατὰ τὸ 1901, καθ’ ὃ προϋπελογίσθησαν 18,624,441.58, καὶ κατὰ τὸ 1902, καθ’ ὃ τὰ προϋπολογισθέντα περιωρίσθησαν εἰς 17,781,721.65· ἀλλὰ καὶ ἑκάστου τῶν τριῶν τούτων ἐτῶν τὰ ἔξοδα ὑπερέβησαν τὰ κατὰ τὸ 1896 δαπανηθέντα, τὰ μὲν τοῦ 1900 κατὰ 1,605,567.60, τὰ τοῦ 1901 κατὰ 1,961,553.46, καὶ τὰ τοῦ 1902 κατὰ 1,117,833.53· ἄγνωστον δὲ πόσον τὰ τοῦ τελευταίου ἔτους θέλουσιν ὑπερβῆ τὰ ἔσοδα τοῦ 1896, διότι βεβαίως θέλουσι ζητηθῆ παρὰ τῆς Βουλῆς ἀναπληρωματικαὶ δι’ αὐτὰ πιστώσεις. Τοῦ Ὑπουργείου δὲ τῶν Ναυτικῶν τὰ ἔξοδα δὲν ἦτο δυνατὸν ν’ ἀποτελέσωσιν ἐξαίρεσιν. Ὅθεν καὶ ταῦτα, ἐνῷ κατὰ τὸ 1896 συνίσταντο εἰς 6,683,623.62, κατὰ τὸ 1899 ἀνῆλθον εἰς 8,227,039.10, ἤτοι ηὔξησαν κατὰ 1,543,415.48· καὶ ἐμειώθη μὲν κατά τι ἡ τοσαύτη κατὰ τὸ 1899 γενομένη αὔξησις καθ’ ἕκαστον τῶν ἑπομένων τριῶν ἐτῶν, διότι κατὰ τὸ 1900 ἐδαπανήθησαν 7,831,397.80, ἤτοι ἐλάσσω τῶν δαπανηθέντων τὸ 1899 κατὰ δρ. 395,641.30, καὶ κατὰ τὸ 1901 προϋπελογίσθησαν 7,223,907.80, ἤτοι ἐλάσσω τῶν δαπανηθέντων τὸ 1899 κατὰ 1,003,131.30, καὶ τὸ 1902 εἰς δραχ. 7,305,823.68, ἤτοι καὶ ταῦτα ἐλάσσω τῶν κατὰ τὸ 1899 δαπανηθέντων κατὰ δραχ. 921,215.42· ἀλλὰ καὶ ἑκάστου τῶν τριῶν τούτων ἐτῶν τὰ ἔξοδα ὑπερέβησαν αἰσθητῶς τὰ κατὰ τὸ 1896 δαπανηθέντα, τὰ μὲν τοῦ 1900 κατὰ 1,147,774.18, τὰ δὲ τοῦ 1901 κατὰ 540,284.18, τὰ δὲ τοῦ 1902 κατὰ 622,200.06. Συνεπῶς καὶ τὰ ἔξοδα τῆς διοικήσεως καὶ ἐπιστασίας εἰς τὴν αὐτὴν ὠλίσθησαν κατωφέρειαν, καὶ ἐνῷ κατὰ τὸ 1896 ἐδαπανήθησαν 8,025,776.12, κατὰ τὸ 1899 τὰ δαπανηθέντα ἀνεβιβάσθησαν εἰς δρ. 9,556,307.66, κατὰ τὸ 1900 εἰς 10,934,310.96, καὶ ἐξηκολούθησαν οἱ Ὑπουργοὶ προσδιορίζοντες διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ταῦτα, τὰ μὲν τοῦ 1901 εἰς δραχ. 10,340,111.81, τὰ δὲ τοῦ 1902 εἰς δραχ. 10,628,516.45. Οὕτω δὲ κατὰ τὴν τετραετίαν τῶν ἐτῶν 1899, 1900, 1901 καὶ 1902 τὰ ἔξοδα τῆς διοικήσεως καὶ ἐπιστασίας ὑπερέβησαν τὰ δαπανηθέντα κατὰ τὸ 1896, τὰ μὲν τοῦ 1899 κατὰ δρ. 1,530,531.54, τὰ τοῦ 1900 κατὰ δρ. 2,908,534.84, τὰ τοῦ 1901 κατὰ δρ. 2,314,335.69, καὶ τὰ τοῦ 1902 κατὰ δρ. 2,602,740.33. Πρέπει νὰ σᾶς ἀναμνήσω τὴν αἰτιολογίαν, τὴν ὁποίαν περὶ τούτων προέβαλεν ὁ εἰσηγητὴς τῆς πλειονοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ; Ἀλλ’ ἐλπίζω νὰ μὴ παραλίπω τοῦτο κατόπιν. Ἀλλ’ ἀφοῦ ἀνεκοίνωσα εἰς ὑμᾶς τὸν πίνακα τῆς κατὰ τὸν εἰρημένον εἰσηγητὴν γενομένης ῥαγδαίας προόδου εἰς τὸν πολιτισμόν, τὴν ὁποίαν οἱ Ὑπουργοὶ κατώρθωσαν διὰ τῆς δαπάνης τοσούτων ἑκατομμυρίων, ὀφείλω νὰ προβῶ εἰς τὴν ἔρευναν καὶ τὴν ἀνάλυσιν τοῦ προϋπολογισμοῦ ἑκάστου τῶν Ὑπουργείων. Ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν διαιρεῖται εἰς δύο μέρη· εἰς προϋπολογισμὸν διοικήσεως τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τῶν γραφείων, καταστημάτων καὶ ὑπηρεσιῶν, τῶν ὑπαγομένων εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ εἰς προϋπολογισμὸν ἐξόδων διοικήσεως καὶ ἐπιστασίας. Θέλω διαλάβει νῦν περὶ τοῦ κυρίως προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, ἤτοι τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τῶν καταστημάτων τῶν ὑπαγομένων εἰς αὐτό. Κατὰ τὸ 1896 ἐδαπανήθησαν, ὡς εἶπον, 1,377,156.44, τὸ δὲ 1899 δρ. 2,019,824.70, ἤτοι ἐδαπανήθησαν περισσότερα 642,668.26. Πόθεν ἡ αὔξησις αὕτη τῶν ἐξόδων; Διότι προσετέθησαν ὑπάλληλοι, δημιουργηθεισῶν νέων θέσεων, ηὐξήθησαν τὰ ἔξοδα τῶν γραφείων καὶ τὰ ἐνοίκια. Τῶν ἐξόδων ἡ τοιαύτη αὔξησις ἤρξατο ἀπὸ τοῦ 1899, ἐξακολουθεῖ δ’ εἰσέτι. Ἂν κατὰ τὸ 1899 ηὔξησαν τὰ ἔξοδα ἀπὸ τῶν 1,377,156.44, ὅσα ἐδαπανήθησαν κατὰ τὸ 1896, εἰς 2,019,824.70, ἤτοι κατὰ δραχ. 642,668.26, κατὰ τὸ 1900 ἐδαπανήθησαν 2,107,497.85, ἤτοι ὑπὲρ τὰ δαπανηθέντα τὸ 1896 κατὰ 730,341.41, κατὰ δὲ τὸ 1901 προυπελογίσθησαν 2,217,167.11, ἤτοι περισσότερα ἀπὸ τὰ δαπανηθέντα τὸ 1896 κατὰ δρ. 840,010.67. Κατὰ τὸ 1896 ἐπληρώθησαν εἰς μισθοὺς τοῦ προσωπικοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν δραχ. 186,413.99· ἀλλ’ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ἀναγράφονται διὰ τὸ 1902 δραχμαὶ 223,500, ἤτοι δραχ. 37,086.01 περισσότεραι. Κατὰ τὸ 1896 ἐπληρώθησαν εἰς γραφικὰ ἔξοδα τοῦ Ὑπουργείου δραχ. 19,666.21, ἀλλὰ διὰ τὸ 1902 προϋπελογίσθησαν δραχ. 24,200, ἤτοι περισσότεραι 4,533.79. Κατὰ τὸ 1896 ἐδαπανήθησαν διὰ μισθοὺς καὶ ἔξοδα ἐπιθεωρητῶν δραχ. 40,835.09, ἀλλὰ διὰ τὸ 1902 ἀνεγράφησαν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ δραχ. 113,900, ἤτοι περισσότεραι δραχ. 73,064.91. Κατὰ τὸ 1896 ἐδαπανήθησαν διὰ μισθοὺς, ἔξοδα καὶ ἐνοίκια τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου δραχμαὶ 209,074.56, ἀλλὰ διὰ τὸ 1902 προϋπελογίσθησαν 260,020, ἤτοι 50,945.44 περισσότεραι. Κατὰ τὸ 1896 ἐδαπανήθησαν διὰ τὴν Ταμιακὴν ὑπηρεσίαν δραχ. 476,893.91, ἀλλὰ διὰ τὸ 1902 προϋπελογίσθησαν δρ. 550,768, ἤτοι περισσότεραι δρ. 73,874.09. Κατὰ τὸ 1896 ἐπληρώθησαν διὰ τὸ προσωπικὸν καὶ τὰ ἔξοδα τοῦ Ἐθνικοῦ Τυπογραφείου δρ. 150,800.65, διὰ δὲ τὸ 1902 προϋπελογίσθησαν 167,560, ἤτοι δρ. 16,759.35 περισσότεραι. Κατὰ τὸ 1896 ἐδαπανήθησαν διὰ τὴν Ἐφοριακὴν ὑπηρεσίαν δρ. 1,049,822.70, ἀλλὰ διὰ τὸ 1902 προϋπελογίσθησαν δρ. 1,138,866, ἤτοι περισσότεραι δρ. 89,063.30. Τοιαῦται ἐπὶ ἑκάστου τῶν κεφαλαίων τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τούτου αὐξήσεις, καταγγέλλουσαι ἀπροκάλυπτον τὴν σπατάλην τῶν δημοσίων χρημάτων διὰ νὰ δημιουργηθῶσι περισσότεραι θέσεις, ὅπως γένωνται διορισμοὶ ὑπαλλήλων καὶ ὑπηρετῶν προσθέτων, διὰ νὰ κορεσθῇ ἡ δίψα πρὸς χρηματολογίαν τῶν φίλων των, ἐπήνεγκον τὴν τεραστίαν αὔξησιν τῶν ἐξόδων διὰ τὴν οἰκονομικὴν ὑπηρεσίαν ἀπὸ δρ. 1,377,156.44, ὅση ἦτο ἡ κατὰ τὸ 1896 γενομένη δι’ αὐτὴν δαπάνη, εἰς τὸ ποσὸν τῶν 2,195,464.81, εἰς τὸ ὁποῖον ἀνεβιβάσθη αὕτη διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1902. Καὶ ἡ ἀνάλυσις τῶν ἐξόδων τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν τὰ αὐτὰ ἀποκαλύπτει ἀποτελέσματα. Κατὰ τὸ 1896, σᾶς εἶπον ὅτι ἐδαπανήθησαν εἰς ἔξοδα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν δρ. 2,195,572.95· ἀλλὰ κατὰ τὸ 1899 ἐδαπανήθησαν, κατὰ τὸν προσωρινὸν ἀπολογισμὸν, 2,245,830.93, ἐχορηγήθησαν δὲ δι’ ἀναπληρωματικῶν πιστώσεων καὶ 121,148.58, ἀνῆλθον δ’ οὕτω τὰ δαπανηθέντα εἰς 2,366,979.51, δηλαδὴ 171,406.56 περισσότερα· κατὰ τὸ 1900 ἐδαπανήθησαν, κατὰ τὸν προσωρινὸν ἀπολογισμὸν, 2,349,974.63, ἤτοι περισσότερα κατὰ δραχμὰς 154,401.68· κατὰ τὸ 1901 προϋπελογίσθησαν εἰς δρ. 2,846,018.36, ἤτοι 650,445.41 περισσότερα. Καὶ τὸ 1902 προϋπελογίσθησαν 3,050,491.87, ἤτοι 854,918.92 περισσότερα ἢ ὅσα ἐδαπανήθησαν διὰ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν τὸ 1896. Ὁ ἐκ Κραναίας Βουλευτὴς, ὁ ὁποῖος ἦτο ὁ εἰσηγητὴς τοῦ νομοσχεδίου περὶ προξενικῶν ἀρχῶν, τὸ ὁποῖον κατεστάθη ὁ ΒΨΗʹ νόμος τῆς 31 Μαρτίου 1900, ἔλεγε πρὸς τὴν Βουλὴν, ὅτι ἠθέλομεν ἀποζημιωθῆ διὰ τὴν αὔξησιν τῶν ἐξόδων, ἥτις ἤθελεν ἐπέλθει ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ εἰρημένου νόμου, ἀπὸ τὰ προξενικὰ τέλη, ἑπομένως, ἐὰν μέλλωμεν νὰ αὐξήσωμεν τὰ ἔξοδα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν κατὰ τοσοῦτον ὀγκῶδες ποσόν, ὅσον παριστᾷ ἡ ἐκ τῆς ἐκτελέσεως τοῦ νόμου τούτου ἐπερχομένη αὔξησις, ἐν παραβολῇ πρὸς τὰ δαπανηθέντα τὸ 1896, κατὰ δρ. 854,918.92, τὰ ἐκ τῶν προξενικῶν τελῶν ἔσοδα θέλουσιν αὐξήσει καὶ ταῦτα εἰς τοσοῦτον καὶ μεῖζον ἴσως ποσόν· ἑπομένως δὲν ἐπρόκειτο νὰ ζημιωθῇ τὸ ταμεῖον παντελῶς. Ἀλλὰ ἐκ προξενικῶν τελῶν ἔσοδα κατὰ τὸ 1896 εἶχον εἰσπραχθῆ 537,981.08, κατὰ τὸ 1899 εἰσεπράχθησαν δρ. 529,832.64, ἤτοι ὀλιγώτερα κατὰ δραχ. 8,148.44, ἀλλὰ κατὰ τὸ 1899 δὲν εἶχεν ἀκόμη ἐφαρμοσθῆ ὁ νόμος τοῦ ἐκ Κραναίας Βουλευτοῦ· εἵπετο ἑπομένως, ὅτι ἔπρεπε νὰ περιμείνωμεν τὴν αὔξησιν τῶν ἐκ τῶν προξενικῶν τελῶν ἐσόδων κατὰ τὸ 1900. Τὸ 1900 εἰσεπράχθησαν μέχρι τέλους τῆς χρήσεως δρ. 626,916.15, ἤτοι ἐν παραβολῇ πρὸς τὰ εἰσπραχθέντα τὸ 1896 περισσότερα ἐκείνων κατὰ δρ. 88,935.07. Κατὰ τὸ 1901 προϋπελογίσθησαν 660,000, τόσον δὲ ποσὸν ἀνεγράφη καὶ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1902, ἤτοι ὑπὲρ τὰ εἰσπραχθέντα κατὰ τὸ 1896, ἀνελθόντα εἰς δραχμὰς 537,988.01, κατὰ 122,018.92. Ὅθεν ἡ ἐκ τῶν προξενικῶν τελῶν αὔξησις τῶν ἐσόδων οὐ μόνον δὲν προβλέπεται ὅτι θέλει προσεγγίσει εἰς τὸ ποσὸν τῶν 854,918.92, καθ’ ὃ ηὔξησαν τὰ ἔξοδα, ἀλλ’ ἴσως δὲν ἀνέλθῃ οὐδ’ εἰς τὸ ποσόν, τὸ ὁποῖον ἀνεγράφη ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τῶν ἐσόδων, καὶ ὅπερ παριστᾷ αὔξησιν τῶν ἐσόδων μόνον κατὰ δραχμὰς 122 χιλιάδας. Κατ’ αἴτησίν μου ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν κατέθηκεν εἰς τὴν Βουλὴν σημειώσεις ἐκ τῶν βιβλίων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν περὶ τοῦ ποσοῦ τῶν ἐκ προξενικῶν τελῶν ἐσόδων, τὰ ὁποῖα εἰσεπράχθησαν. Κατὰ τὰ σημειούμενα ἐν ταῖς προσωριναῖς καταστάσεσι τῶν ἐσόδων τοῦ 1901 μέχρι 31 Δεκεμβρίου, ἐκ τῶν προϋπολογισθέντων ἐκ προξενικῶν τελῶν ἐσόδων ἐκ δραχ. 660,000 εἶχον εἰσπραχθῆ 508,488.77· κατὰ πληροφορίαν δὲ μεταγενεστέραν, ἥν κατέθηκεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, εἶχον εἰσπραχθῆ κατὰ τὸ 1901 δραχμαὶ 612,685.43· οὕτω δέ, ἐπειδὴ εἶχον εἰσπραχθῆ κατὰ τὸ 1896 δρ. 537,981.08, ἡ διαφορὰ μέχρι τῶν 612,685 συνίσταται εἰς δρ. 74,703.92. Ἑπομένως ἡ αὔξησις τῶν ἐξόδων ἐκ προξενικῶν τελῶν δὲν εἶναι τοιαύτη, οἵαν ὑπισχνεῖτο ὁ κ. Βουλευτὴς Κραναίας, ὁ εἰσηγητὴς τοῦ νόμου· συνεπῶς, ἐνῷ ηὔξησαν τὰ ἔξοδα κατὰ δραχ. 854,918.92, ἡ αὔξησις τῶν ἐσόδων περιωρίσθη εἰς δραχ. 74,703.92. Αἱ αὐξήσεις ἐξόδων, αἱ γενόμεναι ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν ἐπὶ τῶν κεφαλαίων τοῦ προϋπολογισμοῦ αὐτοῦ, ἔχουσιν οὕτω: Διὰ τὸ προσωπικὸν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν εἶχον δαπανηθῆ κατὰ τὸ 1896 δραχ. 51,859.40, ἀλλὰ κατὰ τὸ 1900 ἀνεγράφησαν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ δραχ. 61,680, καὶ κατὰ τὸ 1901 ἀνεγράφησαν δραχμαὶ 66,480, ὅσαι καὶ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1902, ἤτοι ἐπηνέχθη αὔξησις ἐξόδων ἐκ δραχ. 14,620.60. Διὰ γραφικὰ ἔξοδα καὶ φωτισμόν, θέρμανσιν καὶ λοιπὰ ἐδαπανήθησαν κατὰ τὸ 1896 δραχ. 26,110.05, ἀλλ’ ἐν τοῖς προϋπολογισμοῖς ἑκάστου τῶν τριῶν τελευταίων ἐτῶν 1900, 1901 καὶ 1902 ἀνεγράφησαν δρ. 45,100, ἤτοι περισσότερα ἢ ὅσα ἐδαπανήθησαν τὸ 1896 κατὰ δραχ. 18,989.95. Μήπως διὰ τὴν Διπλωματικὴν ὑπηρεσίαν δὲν ἐπηνέχθησαν αὐξήσεις τῶν ἐξόδων; Κατὰ τὸ 1896 ἐδαπανήθησαν 594,945.77, ἀλλ’ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ ἔτους 1900 ἀνεγράφησαν δι’ ἔξοδα τῆς εἰρημένης ὑπηρεσίας δραχμαὶ 672,327.76, καὶ ἐν τῷ τοῦ 1901 ἀνεγράφησαν δραχμαὶ 685,287.76, καὶ ἐν τῷ τοῦ 1902 ἀνεγράφησαν δραχμαὶ 808,847.87· ἤτοι ποσὸν ὑπερβαῖνον τὰ κατὰ τὸ 1896 δαπανηθέντα κατὰ δρ. 213,902.02. Καὶ διὰ τὴν Προξενικὴν ὑπηρεσίαν ἑτέρα αὔξησις. Κατὰ τὸ 1896 ἐδαπανήθησαν δι’ αὐτὴν δραχ. 693,180.12· ἀλλὰ κατὰ τὸ 1900 ἀνεγράφησαν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ πιστώσεις, ὑπερβαίνουσαι τὰ κατὰ τὸ 1896 δαπανηθέντα μόνον κατὰ δραχ. 2,902.88· αἱ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ὅμως τοῦ 1901 ἀναγραφεῖσαι ἀνεβιβάσθησαν εἰς δρ. 928,800, καὶ αἱ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1902 ἀναγραφεῖσαι εἰς 965,600. Ἤτοι ὑπερέβησαν τὰ κατὰ τὸ 1896 δαπανηθέντα κατὰ δρ. 272,219.88. Καὶ αὐταὶ αἱ δι’ ἐκτάκτους ἀποστολὰς δαπάναι ηὐξήθησαν, διότι, ἐνῷ τὸ 1896 ἐδαπανήθησαν 36,009.75, κατὰ τὸ 1900 ἀνεγράφησαν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ πιστώσεις ἐκ δρ. 100,000, αἵτινες ἠλαττώθησαν μὲν ἐν τοῖς Προϋπολογισμοῖς τοῦ 1901 καὶ 1902, διατηροῦνται ὅμως ἄγνωστοι ἔτι αἱ ἀνάγκαι, χάριν τῶν ὁποίων τοσοῦτον εἶχον αὗται ἀναβιβασθῇ κατὰ τὸ 1900. Καὶ μία, μοναδικὴ οἰκονομία ἐπηνέχθη ἐν τοῖς Προϋπολογισμοῖς τῶν τελευταίων ἐτῶν, ἐπὶ τῆς διὰ τὰς γνωστὰς ἐξωτερικὰς δαπάνας πιστώσεως· διότι, ἐνῷ κατὰ τὸ 1896 ἐδαπανήθησαν δρ. 624,032.72, ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1900 εἶχεν ἀναγραφῆ πίστωσις μόνον 450,000 δραχμῶν, ἥτις ἐν τῷ τοῦ 1902 Προϋπολογισμῷ ἀνεβιβάσθη εἰς δραχ. 600,000. Ἀλλὰ δὲν πρέπει νὰ ἐρωτήσωμεν, ἀφοῦ διὰ τὰς ἀνάγκας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν ἐπετρέψαμεν διὰ τῶν Προϋπολογισμῶν νὰ δαπανηθῶσι περισσότερα τῶν δαπανηθέντων κατὰ τὸ 1896, κατὰ μὲν τὸ 1899 δραχ. 171,406.56, κατὰ τὸ 1900 περισσότερα κατὰ δρ. 154,401.68, κατὰ τὸ 1901 περισσότερα κατὰ δρ. 650,445.41, καὶ κατὰ τὸ 1902 περισσότερα κατὰ 854,918.92· ἀφοῦ, λέγω, κατὰ τὰ εἰρημένα τέσσαρα ἔτη, 1899, 1900, 1901 καὶ 1902, ἐστέρξαμεν νὰ δαπανήσωσιν οἱ Ὑπουργοὶ ἐν ὅλῳ δρ. 1,831,172.57 περισσότερα ἢ ὅσα ἤθελον δαπανήσει, ἂν δὲν μετέβαλλον τὴν κατὰ τὰ 1896 νομοθεσίαν, τὴν κανονίζουσαν τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν, καὶ διῴκουν τὰ ἐξωτερικὰ πράγματα τῆς πατρίδος ἡμῶν κατὰ τὰ τέσσαρα ταῦτα ἔτη καθ’ ὃν τρόπον διῳκήσαμεν ἡμεῖς αὐτὰ κατὰ τὸ 1896, ἀφοῦ οὕτω ποσὸν τοσοῦτον ὀγκῶδες ἐξήχθη κατὰ τὰ τέσσαρα ταῦτα ἔτη ἐκ τοῦ ταμείου, καὶ διεχύθη δεξιὰ καὶ ἀριστερὰ, δὲν πρέπει νὰ ἐρωτήσωμεν, ποῖά τινα διὰ τῆς τοσαύτης δαπάνης ἀπεκτήσαμεν; Ἀπησχόλει ἡμᾶς, Κύριοι, ζήτημα μεγάλης σημασίας, ἐφαπτόμενον σπουδαιοτάτων συμφερόντων, τὸ ζήτημα τῆς προξενικῆς συμβάσεως καὶ τῆς ἐμπορικῆς συνθήκης. Αἱ διαπραγματεύσεις τῆς προξενικῆς συμβάσεως ἀπὸ τῆς 12 Μαρτίου 1898 ἐπερατώθησαν μόνον διὰ τῆς ἀποφάσεως, τὴν ὁποίαν ἐξέδωκαν κατὰ τὴν 20 Μαρτίου 1901 αἱ Μεγάλαι Δυνάμεις, ἐνασκήσασαι τὸ εἰς αὐτὰς ἀνατεθὲν διὰ τῆς περὶ εἰρήνης συνθήκης δικαίωμα τῆς Διαιτησίας. Αἱ διαπραγματεύσεις παρετάθησαν ἐπὶ ὅλην τριετίαν· δὲν ἐκανονίσθη δὲ ἡ διαφορὰ διὰ τῆς ἀμέσου συνεννοήσεως καὶ τῶν γενομένων διαπραγματεύσεων τῆς Ἑλλάδος καὶ τῆς Τουρκίας, διότι πᾶσαι αἱ συνεννοήσεις ἀπέτυχον, τὸ ζήτημα δ’ ἐλύθη διὰ τῆς μεσολαβήσεως τῶν Δυνάμεων. Αἱ διαπραγματεύσεις περὶ ἐμπορικῆς συνθήκης ἤρξαντο καὶ αὗται τὴν 3 Ὀκτωβρίου 1899, δὲν ἠξεύρω δὲ, ἂν εἶναι πεπρωμένον νὰ τελειώσῃ καὶ τὸ ζήτημα τοῦτο μετὰ τὴν συμπλήρωσιν ὁλοκλήρου τριετίας, ἀφοῦ μόνον ἕξ ὑπολείπονται μῆνες, ἵνα αὕτη συμπληρωθῇ. Οἱ προκαταρκτικοὶ ὅροι τῆς περὶ εἰρήνης συνθήκης, ἣν διεξήγαγον αἱ Μεγάλαι Δυνάμεις τὴν 18 Σεπτεμβρίου 1897, ἀνέγραφον ταῦτα: «νὰ μὴ θιγῇ ἡ ἀρχὴ τῶν ἀτελειῶν καὶ προνομίων, ὧν οἱ Ἕλληνες ὑπήκοοι ἀπήλαυον πρὸ τοῦ πολέμου ἐν ἴσῃ μοίρᾳ πρὸς τοὺς ὑπηκόους τῶν ἄλλων Κρατῶν». Ἀφοῦ δὲ ἡ ἀρχὴ αὕτη εἶχεν ἀναγνωρισθῇ ὑπὸ τῶν Μεγάλων Δυνάμεων, δὲν δύναταί τις νὰ ἐννοήσῃ, διατὶ ἐπὶ τοσοῦτον παρετάθησαν αἱ διαπραγματεύσεις, καὶ διατὶ μέχρι τοῦδε δὲν κατέληξαν εἰς ἀποτέλεσμα. Ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, ὅτι οἱ Ὑπουργοὶ ἔπραξαν ὅ,τι ἠδύναντο, διότι ἠμιλλῶντο, πῶς νὰ προσπαθήσωσι νὰ φανῶσιν ἀρεστοί, εὐχάριστοι εἰς τὸν Ἡγεμόνα τῆς ὁμόρου χώρας. Ἠρνήθησαν τὴν ξενίαν εἰς πολιτικοὺς ἄνδρας τῆς Τουρκίας, οἵτινες εἶχον προσφύγει εἰς τὴν Ἑλλάδα, διότι τοῦτο ἐδηλοῦτο, ὅτι ἤθελεν εὐαρεστήσει τοὺς ἐν Κωνσταντινουπόλει, ἢ διότι ἐφαντάζοντο τοῦτο οἱ Ὑπουργοὶ τῆς Ἑλλάδος· διὰ τῆς κυβερνητικῆς ἐπιρροῆς των προσεπάθουν νὰ κατορθώσωσι, καὶ ἐπὶ τέλους κατώρθωσαν νὰ ἐμποδίζηται εἴτε ἡ ἔκδοσις ἐφημερίδος, ἤτοι εἰδικοῦ ὀργάνου, εἴτε ἡ δημοσιογραφία διὰ τῶν ἐκδιδομένων ἐφημερίδων νὰ ἀσχολῆται περὶ πραγμάτων τῆς Ὀθωμανικῆς Ἐπικρατείας. Ἐὰν ἐγένετο ἀπόπειρα νὰ ἐκδοθῇ ἐν Ἀθήναις ἐφημερίς, ἡ ἀπόπειρα δὲν ἐπρόκοψεν, ἀλλ’ ἐματαιώθη. Εἶναι ἀληθές, ὅτι καὶ ἡμεῖς κατὰ τὸ 1896 ἠρνήθημεν ξενίαν εἰς Γερμανόν, ὅστις κατηγορεῖτο διά τινα ἐγκλήματα.
§77Γ. ΚΑΠΕΤΑΝΑΚΗΣ. Εἰς τὸν Χαμερστάϊν.
§78Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. .. Δὲν ἠγνοοῦμεν, ὅτι εἴχομεν τὸ δικαίωμα νὰ ἐπιτρέπωμεν εἰς αὐτὸν νὰ μένῃ ἐν Ἑλλάδι, ἀλλ’ ἐγνωρίζομεν, ὅτι, ἐνῷ ἡμεῖς οὐδὲν προσεδοκῶμεν ἐκ τούτου κέρδος, ὁ ξένος ἦτο ἐργάτης ἐν τῇ πατρίδι του κοινῶν ἐγκλημάτων, δὲν ἦτο δὲ ἀδύνατον νὰ δώσῃ ἀφορμήν τινα καὶ ἐνταῦθα εἰς τὴν Ποινικὴν Δικαιοσύνην τῆς ἡμετέρας χώρας. Ἀλλὰ καὶ ἐὰν δὲν ἔδιδεν ἀφορμὴν εἰς τὴν Ποινικὴν Δικαιοσύνην τοῦ Κράτους, οὐδὲν τοῦτο προσεδόκα κέρδος ἐκ τῆς διαμονῆς ἐκείνου ἐνταῦθα, εἰμὴ μόνον, ὅτι δὲν ἐτηροῦμεν ἀρχὴν δημοσίου δικαίου, τηρουμένην ἀπὸ πάντα τὰ Κράτη, τὰ ὁποῖα ζῶσιν ἐν ἐλευθέρῳ πολιτεύματι. Ἀλλ’ ἐγνωρίζομεν προσέτι, ὅτι, ἐὰν ἠρνούμεθα εἰς αὐτὸν τὴν ξενίαν, ἡ πρᾶξις ἡμῶν αὕτη ἤθελεν εἶσθαι εὐάρεστος εἰς τὴν Κυβέρνησιν τοῦ Αὐτοκράτορος τῆς Γερμανίας. Ἀνταλλάγματα θετικὰ δὲν εἴχομεν ἀφορμὴν νὰ ζητήσωμεν, ἀλλ’ εἴχομεν τὴν ἐλπίδα, ὅτι δὲν ἠθέλομεν ἐντείνει τὴν δυσμένειαν, ἥτις ἐξεδηλοῦτο κατὰ τὰ τελευταῖα πρὸ τῆς ἀνόδου ἡμῶν εἰς τὴν ἀρχὴν ἔτη ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως τῆς Γερμανίας πρὸς τὴν Ἑλλάδα. Ἡ διάθεσις τοῦ Αὐτοκράτορος πρὸς τὴν Ἑλλάδα ἦτο πρὸ τῶν μνημονευθέντων ἐτῶν ἤρεμος μέν, ἀλλὰ μᾶλλον συμπαθὴς πρὸς τὰ συμφέροντα τὰ Ἑλληνικά· τῆς Γερμανικῆς δ’ Αὐτοκρατορίας ἡ γνώμη καὶ ἡ διάθεσις ἐπηρεάζει τὴν τύχην τῶν Εὐρωπαϊκῶν πραγμάτων, δὲν ἐπεθυμοῦμεν δ’ εὐλόγως, ὅτε διετελοῦμεν ἐν τῇ ἀρχῇ, νὰ διατηρῶνται ἐν Γερμανίᾳ δυσμενῆ πρὸς τὴν πατρίδα ἡμῶν αἰσθήματα. Διὰ τοῦτο δὲν ἐδιστάσαμεν νὰ πράξωμεν ὅ,τι προσεδοκῶμεν ὅτι ἦτο δυνατὸν νὰ βελτιώσῃ τὰς σχέσεις, τὰς διαθέσεις τοῦ μεγάλου ἐκείνου Κράτους πρὸς ἡμᾶς. Ἀλλὰ διὰ ποίαν αἰτίαν ὑπάρχει ἐκεῖ τοιαύτη δυσμενὴς πρὸς τὴν Ἑλλάδα διάθεσις; Φρονῶ, ὅτι εἶναι μάταιον νὰ ἐρευνήσῃ τις τὰ περὶ τούτου, καὶ ἴσως δὲν εἶναι πιθανὸν καὶ νὰ ἀνεύρῃ τὴν ἀληθῆ αἰτίαν. Τινὲς ἰσχυρίσθησαν, ὅτι τοῦτο προέρχεται, διότι ἡ Ἑλλὰς περιῆλθεν εἰς πτώχευσιν, ἐκ τῆς πτωχεύσεως δ’ αὐτῆς ἐπῆλθον ζημίαι εἰς τὰ χρηματικὰ συμφέροντα Γερμανῶν, ἀλλὰ δὲν δύναμαι νὰ βεβαιώσω τοῦτο, ἐνῷ δύναμαι νὰ βεβαιώσω, ὅτι ἡ Γερμανία, ζῶντος τοῦ σεπτοῦ πάππου τοῦ ἐνεστῶτος μεγάλου Αὐτοκράτορος, ἐδείχθη εὐμενὴς πρὸς τὰ Ἑλληνικὰ συμφέροντα καὶ ἐν τῷ Συνεδρίῳ τοῦ Βερολίνου, ὅτε συμφέροντα μεγάλα τοῦ Ἑλληνικοῦ ἔθνους εἶχον τεθῇ ἐπὶ τραπέζης, μεγάλην δ’ ἐνήσκουν ἐπὶ τῶν μελῶν τοῦ Συνεδρίου ἐπιρροὴν οἱ ἀντιπρόσωποι τῆς Γερμανίας, καὶ μετὰ τὴν λῆξιν τῶν ἐργασιῶν τοῦ Συνεδρίου, ὅτε ἐπὶ ὅλην τριετίαν ἐξηκολούθησαν ἐκκρεμῆ τὰ ζητήματα τοῦ Πρωτοκόλλου ΙΓʹ, προσέκοπτε δ’ ἡ λύσις αὐτῶν, διότι ἴσως δὲν διετηρεῖτο πλέον ἡ ὁμοφωνία τῶν Μεγάλων Δυνάμεων. Ἐνθυμοῦμαι μάλιστα, ὅτι κατὰ τὸ 1880 ὁ ἀείμνηστος Γλάδστων, ἅμα ἀναλαβὼν τὴν Κυβέρνησιν τῆς πατρίδος του, ἔσπευσε νὰ πραγματοποιήσῃ τὰς ἐλπίδας, ἃς εἶχε δώσει κατὰ τὸ 1878 εἰς τοὺς ἐκ Βερολίνου ἀφικομένους ἐν Λονδίνῳ ἀντιπροσώπους τῆς Ἑλλάδος, συγκαλέσας τὴν ἐν Βερολίνῳ Σύνοδον, ἥτις ἐνήσκησε τὸ ὑπὸ τῆς συνθήκης ἀνατεθὲν εἰς τὰς Μεγάλας Δυνάμεις δικαίωμα τῆς μεσολαβήσεως, ἀποδεχθεῖσα τὴν ὑπὸ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως προταθεῖσαν, κατὰ τὰς μετὰ τῆς Τουρκίας διεξαχθείσας ἀμέσους διαπραγματεύσεις, ἑρμηνείαν τοῦ Πρωτοκόλλου ΙΓʹ, καὶ προσδιορίσασα κατ’ αὐτὴν τὰ βόρεια ὅρια τοῦ Βασιλείου· ἐνθυμοῦμαι, λέγω, ὅτι τότε, κατὰ δυστυχίαν τῆς Ἑλλάδος, δὲν ἐγένετο αὐτῇ δυνατὸν νὰ ὠφεληθῇ ἐκ τῆς σχηματισθείσης ὁμοφωνίας τῆς Εὐρώπης κατὰ τὴν στιγμὴν ἐκείνην, ἥτις μετὰ ταῦτα διεταράχθη, καθίστατο δ’ ἕνεκα τούτου δύσκολος ἡ ἐκτέλεσις τῆς ἀποφάσεως τῆς Συνόδου τοῦ Βερολίνου· ἐνθυμοῦμαι, λέγω, ὅτι τότε ὁ Γλάδστων, Πρωθυπουργὸς τυγχάνων ἔτι, μόνος τότε ἐν Εὐρώπῃ ἐπιμένων νὰ συντελέσῃ εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ Πρωτοκόλλου ΙΓʹ, ἀπετάθη πρὸς τὸν πρίγκηπα Βίσμαρκ, ἀποστείλας εἰς Βερολῖνον τὸν κ. Γκῶσεν, καὶ ὅτι ὁ Βίσμαρκ παρέσχεν εἰλικρινῆ συνδρομὴν εἰς τὴν Κυβέρνησιν τῆς Ἀγγλίας. Τότε συνεφωνήθη μετὰ τοῦ σιδηροῦ πρίγκηπος νὰ γένωνται πρὸς τὴν Ἑλλάδα ὑπὸ τῆς Τουρκίας παραχωρήσεις μείζονες ἐκείνων, αἵτινες ἐγένοντο κατὰ τὸ 1881, διότι καὶ τότε ἐξ ἡμῶν ἐδημιουργήθη ἡ ἀνάγκη νὰ περικοπῶσιν αἱ συμφωνηθεῖσαι παραχωρήσεις, καὶ νὰ περιορισθῶσιν αὗται εἰς τὰς χώρας, τὰς ὁποίας ἀπεκτήσαμεν. Ταῦτα ἀποδεικνύουσιν, ὅτι δὲν δυνάμεθα νὰ ἰσχυρισθῶμεν, ὅτι εἴχομεν διαγνώσει καὶ πρὸ τῶν τελευταίων ἐτῶν δυσμενεῖς διαθέσεις, ἕνεκα αἰτιῶν ἀρχαιοτέρων, αἱ ὁποῖαι εἶχον διαθέσει δυσμενῶς τὸν Αὐτοκράτορα τῆς Γερμανίας. Οὐδ’ ἀποδέχομαι, ὅτι ἡ πτώχευσις τοῦ δημοσίου ταμείου τῆς Ἑλλάδος ἐνεποίησε τὰ περὶ ὧν πρόκειται δυσμενῆ αἰσθήματα, διότι πλὴν τῶν Γερμανῶν καὶ ἄλλων Κρατῶν πολῖται εἶχον ζημιωθῆ, καὶ πρὸ πάντων εἶχε ζημιωθῆ ἡ χώρα αὕτη· μικροῦ δεῖν τότε νὰ πτωχεύσωσι πάντα τὰ ἐν τῇ ἡμετέρᾳ χώρᾳ φιλανθρωπικὰ καὶ ἀγαθοεργὰ καταστήματα, καὶ πολλῶν ἰδιωτῶν Ἑλλήνων ἐκλονίσθη ἡ οἰκονομικὴ ὕπαρξις. Διὰ τοῦτο δὲν ἀποδέχομαι τὸν λόγον τοῦτον ὡς ἀφορμὴν τῆς δυσμενείας. Ἀλλὰ τέλος πάντων γεγονὸς εἶναι, ὅτι ὁ Αὐτοκράτωρ διέκειτο δυσμενῶς, καὶ ἡμεῖς δὲ ὠφείλομεν νὰ μὴ παρακλίπωμεν τὴν δοθεῖσαν τότε εἰς ἡμᾶς εὐκαιρίαν, ἵνα πράξωμεν ὅ,τι ὑπεθέσαμεν, ὅτι εἰς ἡμᾶς ἐπεβάλλετο. Ἀλλὰ διὰ τῶν πράξεων, διὰ τῶν ὑποχωρήσεων τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, διὰ τῶν ὑποχωρήσεων, λέγω, τούτων, ποῖα παρεσκευάσατε ἀνταλλάγματα; Τί ἀπεκτήσατε; Δὲν θέλω νὰ προσφύγω εἰς τὴν δημοσιογραφίαν, ἥτις κατὰ πᾶν ταξείδιον, τὸ ὁποῖον ὁ ἐν Κωνσταντινουπόλει πρέσβυς τῆς Ἑλλάδος ἐπεχείρησε κατὰ τὸ διάστημα τοῦτο τῆς τριετίας, εἴτε μεταβαίνων εἰς τὴν Εὐρώπην, εἴτε μεταβαίνων εἰς τὴν Ῥουμανίαν, εἴτε ἐπανερχόμενος εἰς τὴν Κωνσταντινούπολιν, μᾶς ἐπλήρου ἐλπίδων, ὅτι πάντως θέλουσι περατωθῆ αἰσίως αἱ περὶ συνομολογήσεως τῆς ἐμπορικῆς συνθήκης μετὰ τῆς Τουρκικῆς Κυβερνήσεως διαπραγματεύσεις, διότι καθ’ ἑκάστην ἐλάμβανεν ἐνδείξεις τῶν εὐμενῶν διαθέσεων τῆς Ὀθωμανικῆς Κυβερνήσεως. Δύο ὅμως ἔτη καὶ ἓξ μῆνες παρῆλθον, χωρὶς νὰ ἴδωμεν ἔτι προσεγγίζον τὸ τέλος τῆς συνθήκης! Ἀλλὰ μήπως τοὐλάχιστον κατωρθώθη, ἡ Ὑψηλὴ Πύλη, ἡ ὁποία κυβερνᾷ πολλὰς Ἑλληνικὰς χώρας, ἐπὶ τῆς Ἑλληνικῆς χερσονήσου κειμένας, ἔχει δὲ καὶ ἐπικυριαρχίαν ἐπὶ τῆς Ἡγεμονίας τῆς Βουλγαρικῆς, μήπως τοὐλάχιστον κατωρθώθη, ἡ Ὑψηλὴ Πύλη νὰ προστατεύῃ τὰ συμφέροντα τῶν Ἑλλήνων πολιτῶν, ἢ τῶν ὁμοφύλων Ἑλλήνων, ἀπὸ τὰς καταπιέσεις, ἀπὸ τὰς καταθλίψεις, ἀπὸ τοὺς κινδύνους, οἱ ὁποῖοι δὲν παρῆλθε χρονικὴ περίοδος, χωρὶς νὰ ἐπισκήπτωσιν ἐπ’ αὐτούς, νὰ σωθῇ τοὐλάχιστον ἡ ζωή τινων ἀπὸ τὸ φάσγανον ἢ ἀπὸ τὸ περίστροφον τοῦ δολοφόνου Βουλγάρου; Οὔτε τοῦτο δὲν κατωρθώθη, καὶ ἔπρεπε νὰ παραστῇ ἐν τῷ μέσῳ ὁ Σαράφωφ, ἀπειλῶν τὴν εἰρήνην τῆς Εὐρώπης, ἵνα ἐξεγερθῇ ἡ Εὐρώπη, ὅτε ἐπὶ τέλους ἠναγκάσθη καὶ ἡ Τουρκία ν’ ἀποφασίσῃ νὰ καταστείλῃ τὴν αὐθάδειαν ἐκείνων, οἵτινες, εἴτε ὑπὸ μεγαλομανίας, εἴτε ὑπὸ ἀλόγου φιλοκτημοσύνης, ζητοῦσι νὰ διαρπάσωσι καὶ λεηλατήσωσι τὰς Ἑλληνικὰς χώρας. Καὶ ἐνῷ τοιαύτη ἦτο ἡ ἐξωτερικὴ πολιτικὴ ἡμῶν πρὸς τὰ βόρεια μέρη τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου, μίαν πρωΐαν οἱ Ὑπουργοὶ μᾶς ἐξέπληξαν, εἰσαγαγόντες εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον, καὶ ζητοῦντες δι’ αὐτοῦ νὰ κυρωθῇ κείμενον συμβάσεως μετὰ τοῦ Βελγίου περὶ ἀμοιβαίας ἐκδόσεως ἐγκληματιῶν. Σᾶς βεβαιῶ ὅτι ἐξεπλάγην. Ἐν Ἑλλάδι τὸ ζήτημα τῆς ἀμοιβαίας ἐκδόσεως τῶν ὑπὸ τῆς Ποινικῆς Δικαιοσύνης καταζητουμένων ἔχει μεγίστην σημασίαν, ὅσην δὲν ἔχει ἐν οὐδενὶ ἄλλῳ Κράτει· ἐὰν δ’ ἐγένετο κατ’ ἐξαίρεσιν δεκτὴ σύμβασις περὶ ἀμοιβαίας ἐκδόσεως ἐγκληματιῶν μεταξὺ τῆς Ἑλλάδος καὶ τῆς Ἰταλίας κατὰ τὸ 1877, ἐγένετο τοῦτο, διότι ἡ Ἰταλία, ἀρνουμένη νὰ συνομολογήσῃ μεθ’ ἡμῶν σύμβασιν ἐμπορικήν, ἐπίεζε καὶ τὴν ἡμετέραν ναυτιλίαν καὶ τὴν ἐγχώριον παραγωγὴν δι’ ὑπερόγκων διαφορικῶν τελῶν, καθιστῶσα δύσκολον τὴν ἐμπορίαν καὶ κατανάλωσιν προϊόντων Ἑλληνικῶν ἐν ταῖς Ἰταλικαῖς ἀγοραῖς. Ἀλλ’ ἐὰν τότε ἠναγκάσθη ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν τοῦ 1877 ν’ ἀποδεχθῇ κατ’ ἐξαίρεσιν σύμβασιν τοιαύτην περὶ ἀμοιβαίας ἐκδόσεως μετὰ τῆς Ἰταλίας, ἐγὼ καὶ τότε, μέλος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου τυγχάνων, ἀντέστην· ἐξαίρεσιν ὅμως ἄλλην δὲν ἔστερξεν ἡ Ἑλλὰς, καίτοι κατὰ τὸ 1878, μετὰ τὸ Συνέδριον τοῦ Βερολίνου, ὅτε ἐπανῆλθον ἐκεῖθεν εἰς Ἀθήνας, τυγχάνων Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, καὶ ὁ πρέσβυς τῆς Γαλλίας, ὁ μακαρίτης Τισσὼ, ἀνὴρ ὄντως φιλέλλην, πρέσβυς Δυνάμεως, τῆς ὁποίας οἱ ἀντιπρόσωποι ἐν τῷ Συνεδρίῳ τοῦ Βερολίνου τοσοῦτον μεγάλην προσήνεγκον εἰς τὴν Ἑλλάδα ὑπηρεσίαν, προτείναντες τὴν ἐπέκτασιν τῶν Ἑλληνικῶν ὁρίων, ἐζήτησε νὰ συνομολογήσωμεν μετ’ αὐτοῦ σύμβασιν περὶ ἐκδόσεως, καὶ ὁ πρέσβυς τῆς Ἀγγλίας, Δυνάμεως ἐκ τῶν τριῶν ἐγγυητριῶν τῆς Ἑλλάδος, ἐπὶ τὴν προστασίαν τῆς ὁποίας στηριζόμεθα πάντοτε ἐλπίζοντες, καὶ πρὸς τὴν ὁποίαν οὐδέποτε ἐπαύσαμεν προσβλέποντες, ὁ Κόρβεττ, τὴν αὐτὴν μοὶ ἐδήλωσεν ἐπιθυμίαν περὶ συνομολογήσεως τοιαύτης συμβάσεως περὶ ἐκδόσεως.
§79ΑΛΕΞ. Θ. ΖΑΪΜΗΣ (Πρωθυπουργός). Νομίζω, ὅτι κατ’ ἀρχὴν ἐδέχθητε.
§80Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐγώ; Ὄχι! ποτέ! Εἶπον μόνον, ὅτι ἡμεῖς ἐστέρξαμεν νὰ συνομολογήσωμεν τοιαύτην σύμβασιν μετὰ τῆς Ἰταλίας δι’ ἀνταλλαγμάτων, τὰ ὁποῖα ἦσαν εἰς ἡμᾶς τότε χρησιμώτατα, οὐδέποτε δὲ δυνάμεθα νὰ στέρξωμεν τοιοῦτον δικαίωμα ἐκδόσεως ἄνευ ἀνταλλαγμάτων· ποῖα δὲ ἀνταλλάγματα ἀπῃτεῖτο νὰ παράσχῃ ἡ Ἀγγλία ἢ ἡ Γαλλία, ἡμεῖς ἠθέλομεν κρίνει, ἐὰν τὰ ἀνταλλάγματα ἦσαν ἄξια. Καὶ ὁ πρέσβυς τῆς Αὐστρίας, ὁ κόμης Δούπσκυ, καὶ αὐτὸς μοὶ ἐπρότεινεν ὡσαύτως νὰ συνομολογήσωμεν σύμβασιν περὶ ἐκδόσεως, ἀλλὰ καὶ εἰς τοῦτον ἠρνήθην, ὡς ἠρνήθην καὶ εἰς τὸν κ. Ράδοβιτς, πρέσβυν τῆς Γερμανίας, ὅστις ἀπελάμβανε τῆς εὐνοίας τοῦ πρίγκηπος Βίσμαρκ, τοῦ κυβερνῶντος τότε τὴν Αὐτοκρατορίαν, καίτοι, ὡς εἶπον ἀνωτέρω, διετελοῦμεν εὐγνωμονοῦντες πρὸς τὸν πρίγκηπα, ὅστις συνέδραμεν ἡμᾶς ἐν τῷ Συνεδρίῳ τοῦ Βερολίνου. Καὶ τὴν σύμβασιν περὶ ἐκδόσεως μετὰ τοῦ Βελγίου, τὴν ὁποίαν οἱ Ὑπουργοὶ οὗτοι εἰσήγαγον εἰς τὴν Βουλὴν πρὸς κύρωσιν, ἀντὶ τίνος ἀνταλλάγματος συνωμολόγησαν; Εἶχε συνομολογηθῆ σύμβασις ἐμπορική, ὅτε ἦσαν ἐν τῇ ἀρχῇ οἱ πρὸ ἡμῶν κυβερνῶντες κατὰ τὸ 1895, ταύτην δὲ ἡμεῖς εὕρομεν συνωμολογημένην, δι’ αὐτῆς δὲ ἐδηλοῦτο, ὅτι οἱ συνομολογήσαντες τὴν σύμβασιν ταύτην ἤλπιζον, ὅτι, παραχωροῦντες τελωνιακάς τινας ἀτελείας εἰς τὸ Βέλγιον, ἤθελον δι’ αὐτῶν ἐπιτύχει, ἵνα παραχωρηθῶσιν εἰς τὴν παραγωγὴν τῆς σταφίδος εὐκολίαι, ὅπως ἐπεκταθῇ ἡ ἐμπορία, καὶ ἑπομένως ἡ κατανάλωσις αὐτῆς. Ἀλλὰ τελευταῖον ἤκουσα ἐν τῇ Βουλῇ ἰσχυριζομένους, ὅτι ἡ ἐμπορικὴ αὕτη σύμβασις οὐδόλως ὠφέλησε τὰ Ἑλληνικὰ συμφέροντα· καὶ δὲν εἶμαι ἀληθῶς εἰς θέσιν νὰ τὸ βεβαιώσω, ἀλλ’ ἤκουσα τοῦτο βεβαιούμενον ἐν τῇ Βουλῇ. Ἀλλὰ ποῖα ἀπέκτησαν οἱ Ὑπουργοὶ οὗτοι ἀνταλλάγματα, ἀνθ’ ὧν ἐνέκριναν νὰ συνομολογήσωσι τὴν σύμβασιν περὶ ἐκδόσεως; Βεβαίως ἡμεῖς δὲν θέλομεν ἔχει πολλοὺς ἐγκληματίας κοινῶν ἐγκλημάτων, οἱ ὁποῖοι, καταφεύγοντες εἰς Βέλγιον, ἤθελον μένει ἀτιμώρητοι δι’ ὅσα ἔπραξαν, ἀμφίβολον δὲ εἶναι, ἐὰν καὶ τὸ Βέλγιον θὰ ἔχῃ ἐγκληματίας κοινῶν ἐγκλημάτων, καταφεύγοντας εἰς τὴν Ἑλλάδα. Ἀλλ’ ὅταν στέργωμεν τοιαύτην εἰς τὸ Βέλγιον παραχώρησιν, θέλομεν ἀναγκασθῆ νὰ παραχωρήσωμεν αὐτὴν καὶ πρὸς ἑκάστην τῶν ἄλλων Δυνάμεων, καὶ ἐπὶ τέλους καὶ εἰς τὴν ὅμορον χώραν, ἔνθα ὑπάρχει ἀληθὴς σύγχυσις μεταξὺ τῶν πολιτικῶν καὶ τῶν κοινῶν ἐγκλημάτων, τῆς δικαιοσύνης δὲ ἡ ἀπονομὴ ἀμφίβολος.
§81Γ. ΚΑΠΕΤΑΝΑΚΗΣ. Αὐτὸ εἶναι τὸ φρικῶδες!
§82ΑΛΕΞ. Θ. ΖΑΪΜΗΣ (Πρωθυπουργός). Δυνάμει τῆς συμβάσεως.
§83Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν ἔχομεν σύμβασιν ὅμως.
§84ΑΛΕΞ. Θ. ΖΑΪΜΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ Τουρκία ἔχει δικαίωμα νὰ προσφύγῃ εἰς τὴν διαιτησίαν.
§85Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἀλλὰ καὶ ἡμεῖς θέλομεν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ὑποβάλωμεν εἰς τὰς Μεγάλας Δυνάμεις εἰλικρινεῖς παραστάσεις περὶ τῆς καταστάσεως τῆς ποινικῆς δικαιοσύνης ἐν Τουρκίᾳ καὶ περὶ τῆς συγχύσεως ἐκεῖ τῶν κοινῶν ἐγκλημάτων πρὸς τὰ πολιτικὰ ἐγκλήματα. Ἔλεγον πρό τινος, ὅτε ἠγόρευον περὶ τῆς βραδύτητος πρὸς συνομολόγησιν τῆς ἐμπορικῆς συνθήκης, — ἵνα μὴ εἴπω ἔτι περὶ τῆς ἀποτυχίας τῶν διαπραγματεύσεων — καὶ τότε ἔδωκα διασάφησιν, τὴν ὁποίαν μοὶ ὑπομιμνήσκει ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Ζακύνθου, βεβαιῶν, ὅτι βεβαίως θέλουσι τελειώσει αἱ περὶ συνομολογήσεως τῆς ἐμπορικῆς συνθήκης διαπραγματεύσεις· ἴσως τοῦτο κατορθωθῇ νὰ ἐπιτευχθῇ, ἀφοῦ ἀπῆλθε τέλος ἐκ Κωνσταντινουπόλεως ὁ ἐκ Ζακύνθου Βουλευτής, πλὴν ἂν προσεδόκα νὰ ἐξακολουθήσῃ διατρίβων ἐν Κωνσταντινουπόλει, ὅτε δὲν ἤθελε παύσει διαβεβαιῶν ἡμᾶς, ὅτι θέλουσι βεβαίως τελειώσει μίαν ἡμέραν αἱ διαπραγματεύσεις, ἀρκεῖ ἡ ἡμέρα αὕτη νὰ μὴ ἐπέλθῃ ταχέως, ἵνα παρατείνηται καὶ ἡ ἐν Κωνσταντινουπόλει ὑπηρεσία αὐτοῦ. Ἡ νῆσος Κρήτη εἶναι νῆσος Ἑλληνικὴ, ἐτύγχανε καὶ τυγχάνει ὑπὸ τὴν κυριαρχίαν τοῦ Σουλτάνου, ἀλλὰ διώκετο καὶ ἐκυβερνᾶτο πρότερον ὑπὸ τῆς Τουρκίας· καὶ κατά τινας μὲν περιόδους εἶχον παραχωρηθῆ εἰς αὐτὴν δικαιώματά τινα ἐν τῇ διοικήσει, δικαιώματα ἐν τῇ κυβερνήσει, ἠθετοῦντο ὅμως ταῦτα καὶ τότε, ἐξετελοῦντο δὲ μόνον ἐνίοτε, ἢ τύχῃ δὲ τῶν Κρητῶν οὕτω καὶ ἐν τῇ διοικήσει καὶ ἐν τῇ κυβερνήσει ἐξηρτᾶτο ἀπὸ τὰς ἰδιοτροπίας τῆς Τουρκικῆς διοικήσεως. Μετὰ τὸν πόλεμον μετεβλήθη ἡ πολιτικὴ κατάστασις τῆς μεγαλόφρονος νήσου καὶ διετηρήθη μὲν ἐπ’ αὐτῆς ἡ κυριαρχία τοῦ Σουλτάνου, ἀλλὰ τὴν διοίκησιν καὶ τὴν κυβέρνησιν αὐτῆς ἀνέλαβον αἱ τέσσαρες Μεγάλαι Δυνάμεις, αἱ ὁποῖαι ἀνέθηκαν αὐτὴν εἰς Ἁρμοστὴν, ἐκλέξασαι ὡς τοιοῦτον τὸν δευτερότοκον υἱὸν τοῦ Βασιλέως τῶν Ἑλλήνων, τὴν Α. Β. Ὑψηλότητα τὸν πρίγκηπα Γεώργιον. Δὲν σκοπῶ νὰ φέρω κρίσιν τινὰ ἐπὶ τῆς διοικήσεως τῆς Κρήτης, ἑπομένως παρακαλῶ νὰ χαλαρωθῇ ἡ προσοχὴ, εἰς τὴν ὁποίαν εἶδον ὅτι ἐτέθητε, ὅτε ἔτρεψα τὸν λόγον περὶ τῆς Κρήτης. Ἤκουσα ὅμως, ὅτι ἦλθον ἐκ Κρήτης Βουλευταὶ, ὅτι παρουσιάσθησαν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἀνέγνων δ’ ἐν ταῖς ἐφημερίσιν, ὅτι παρουσιάσθησαν καὶ εἰς τὸν Βασιλέα. Δὲν συνηθίζω νὰ πιστεύω ὅσα αἱ ἐφημερίδες γράφουσιν, ἐδιδάχθην δὲ, ὅτι δὲν πρέπει νὰ πιστεύω ταῦτα, καὶ διὰ τοῦτο δὲν δίδω προσοχὴν εἰς τὰς ἀνακοινώσεις, τὰς ὁποίας ἡ δημοσιογραφία τῶν Ἀθηνῶν ἔδωκε περὶ τοῦ σκοποῦ τῆς ἀφίξεως ἐνταῦθα τῶν Βουλευτῶν ἐκ Κρήτης, περὶ τῶν προταθέντων ὑπ’ αὐτῶν εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἢ τῶν ὑποβληθέντων εἰς τὸν Βασιλέα. Ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ἦτο εἰς θέσιν νὰ ποιήσηται ἀνακοίνωσίν τινα εἰς τὴν Βουλὴν περὶ τῶν παραστάσεων, τὰς ὁποίας οἱ ἀφικόμενοι ἐνταῦθα Κρῆτες Βουλευταὶ ἐποιήσαντο πρὸς αὐτὴν, καὶ ἡ Κυβέρνησις ἤθελεν ἐκπληρώσει καθῆκον πρὸς τὴν Βουλὴν, καὶ ἡ Βουλὴ ἤθελεν ἐνασκήσει καθῆκον ἑαυτῆς, νὰ ἀκούσῃ τῶν παραστάσεων τούτων, διότι καὶ ἡ ἐξωτερικὴ πολιτικὴ τοῦ Κράτους, καὶ ἰδίως αὕτη, κανονίζεται μετὰ τῆς Βουλῆς, καὶ οὐχὶ ἄνευ αὐτῆς. Εἶπον, ὅτι οἱ Ὑπουργοὶ ἤθελον ἐκπληρώσει καθῆκον πρὸς τὴν Βουλὴν, καὶ ἡ Βουλὴ ἤθελεν ἐκπληρώσει καθῆκον, ἀκούουσα καὶ ἀποδεχομένη τὰς ἀνακοινώσεις τῶν Ὑπουργῶν, διότι δὲν ἔχομεν μὲν δικαίωμα νὰ κρίνωμεν τὰ κατὰ τὴν ἐσωτερικὴν διοίκησιν τῆς Κρήτης, τὴν ἐνασκουμένην ὑπὸ τῆς Α. Β. Ὑψηλότητος τοῦ Ἁρμοστοῦ, καὶ τὰ κατὰ τὴν κυβέρνησιν τῆς νήσου, εἴμεθα ὅμως Βασίλειον Ἑλληνικὸν, τὸ ὁποῖον ἔχει καὶ πρέπει νὰ ἔχῃ ἐξωτερικὴν πολιτικὴν, ἡ δὲ ἐξωτερικὴ πολιτικὴ τοῦ Βασιλείου ἐπεκτείνεται ὄχι μόνον ἐπὶ τῶν πρὸς βορρᾶν χωρῶν, ἀλλὰ καὶ ἐπὶ τῶν νήσων τῶν ἑλληνικῶν, καὶ ἐπὶ τῆς Κρήτης κατὰ πλείονα λόγον. Ποία ἐπὶ τούτων εἶναι ἡ ἐξωτερικὴ πολιτικὴ τῆς Ἑλλάδος; Εἶναι ἡ ἀξίωσις, ἡ εὐχὴ, ἡ ἐπιθυμία, ἡ ἐλπὶς νὰ ἴδῃ τέλος πάντων ἑνουμένην τὴν Κρήτην μετὰ τῆς Ἑλλάδος. Ἀλλὰ διὰ νὰ ἴδῃ τοῦτο ἡ Ἑλλὰς, ἀπαιτεῖται στοιχεῖόν τι ἀναπόφευκτον, ἡ θέλησις, ἡ εὐχὴ, ἡ ἐπιθυμία τοῦ Κρητικοῦ λαοῦ. Ἐφ’ ὅσον ὁ Κρητικὸς λαὸς εὔχεται καὶ ποθεῖ καὶ ζητεῖ τὴν ἕνωσιν τῆς Κρήτης μετὰ τῆς Ἑλλάδος, βεβαίως ἡ Εὐρώπη, δοθείσης εὐκολίας, θέλει τείνει τὸ οὖς αὑτῆς, καὶ θέλει ἀποφασίσει τὴν ἕνωσιν. Ποῖον συμφέρον λοιπὸν ἔχομεν; Νὰ μένῃ ἀκέραιον τὸ αἴσθημα τῶν Κρητῶν, νὰ μὴ ὑπάρχῃ οὐδὲ εἷς Κρὴς, ὁ ὁποῖος νὰ φαίνηται μὴ θέλων τὴν ἕνωσιν. Καὶ ὁμολογῶ μὲν, ὅτι οὐδένα δισταγμὸν ἔχω περὶ τούτου, ὅτι τυγχάνω πεπεισμένος, ὅτι πάντες οἱ Κρῆτες, ἂν διαφωνῶσιν ἐπὶ ἄλλων θεμάτων, ὁμοφωνοῦσιν ὅμως ἐπὶ τούτου, καὶ εὔχομαι νὰ ὁμονοῶσι πάντοτε. Ἀλλ’ ἐνῷ αὐτὴν τὴν γνώμην ἔχω, δυσαρεστοῦμαι βεβαίως, λυποῦμαι μάλιστα, ἀκούων ὅτι τίθεται ὁπωσδήποτε ἐν ἀμφιβόλῳ ἡ τοιαύτη πεποίθησις, διότι κρίνω τοῦτο, καὶ λεγόμενον καὶ διαδιδόμενον, ἀληθῆ ἐθνικὴν ζημίαν. Καὶ ἐπειδὴ ἔχω πεποίθησιν ἐπὶ τῆς φιλοπατρίας τῶν Κρητῶν, διότι ἀπέδειξαν αὐτὴν δι’ αἱμάτων, τὰ ὁποῖα ἔχυσαν, καὶ διὰ θυσίας τῶν περιουσιῶν αὐτῶν, τὴν ὁποίαν καὶ ταύτην μεγαλοθύμως ἠψήφησαν, διότι, λέγω, ἔχω πεποίθησιν ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ Κρὴς μὴ εὐχόμενος τὴν ἕνωσιν μετὰ τῆς Ἑλλάδος, διὰ τοῦτο ἐπιθυμῶ νὰ μάθω, ποῖα μέτρα ἐλήφθησαν, ἵνα μὴ τίθηται ὑπ’ οὐδενὸς ἐν ἀμφιβολίᾳ τὸ τοιοῦτον ἐθνικὸν αἴσθημα, διότι, ἂν ἤθελέ ποτε πιστευθῆ ἐκτὸς τῆς νήσου καὶ ἐκτὸς τῆς Ἑλλάδος, ὅτι δὲν εἶναι ἀληθὴς ἡ ὁμόθυμος ἐπιθυμία τῶν Κρητῶν πρὸς τὴν ἕνωσιν, θέλουσιν ἐγερθῆ προσκόμματα ἀνυπέρβλητα πρὸς τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν ἐθνικῶν πόθων καὶ τῆς Κρήτης καὶ τῆς Ἑλλάδος. Ἀλλ’ ἡ ἐξωτερικὴ πολιτικὴ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, τὴν ὁποίαν ὤφειλον νὰ ἐξετάσω, διὰ νὰ μάθω, ποῖα ἀνταλλάγματα ἐπρομηθεύθησαν οἱ Ὑπουργοὶ εἰς τὴν Ἑλλάδα διὰ τῆς τοσαύτης αὐξήσεως τῶν δαπανῶν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν, ἡ πολιτικὴ αὐτὴ τῆς Κυβερνήσεως, ἡ ἐξωτερική, ὀφείλει νὰ μὴ παραβλέπῃ, ἀλλὰ νὰ ἀσχολῆται καὶ εἰς λεπτομερείας. Ἔχω ἀνὰ χεῖρας ἔκθεσιν, τὴν ὁποίαν ἐκ Σμύρνης μοὶ ἔπεμψαν, περὶ τῶν καταθλίψεων καὶ πιέσεων, τὰς ὁποίας ἡ Τουρκικὴ Διοίκησις μετέρχεται ἐπὶ τῶν πολιτῶν Ἑλλήνων ἐν Σμύρνῃ κατὰ τὴν εἴσπραξιν τοῦ φόρου ἐπιτηδεύματος. Δὲν γνωρίζω, ἂν ἔχει τοιαῦτα παράπονα καὶ ἡ Κυβέρνησις.
§86ΑΛΕΞ. Θ. ΖΑΙΜΗΣ (Πρωθυπουργός.). Καὶ πολλά.
§87Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Καὶ τί ἐκάμετε;
§88ΑΛΕΞ. Θ. ΖΑΙΜΗΣ. Ἀπετάθημεν πρὸς τὴν Πύλην, καὶ παρεστήσαμεν εἰς αὐτήν, ὅτι τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα λαμβάνει ἐναντίον τῶν πολιτῶν Ἑλλήνων, εἶναι ἄδικα καὶ ἐναντία τῶν δικαιωμάτων τῶν Ἑλλήνων.
§89Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Καὶ ποίαν ἀπάντησιν ἐλάβετε;
§90Α. ΡΩΜΑΝΟΣ. Τὴν ἀπάντησιν, τὴν ὁποίαν ἔδωκα ἐγὼ ἄλλοτε, ὅτι τὸ ζήτημα εἶναι ἐκκρεμές, ὡς γνωστόν, ἀπὸ εἰκοσιπενταετίας.
§91Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν εἶναι ἀκριβὲς «ἀπὸ εἰκοσιπενταετίας». Τὸ ζήτημα περὶ τοῦ φόρου τῶν ἐπιτηδευμάτων εἶναι μεταγενέστερον· ἀλλ’ ἂν τότε δὲν ἐλύετο, δὲν ἐνησκοῦντο ὅμως κατὰ τῶν θεωρουμένων ὡς ὑποκειμένων εἰς τὸν ζητούμενον φόρον τοῦ ἐπιτηδεύματος τοιαῦται καταπιέσεις· ἀλλὰ νῦν, καὶ ἰδίως μετὰ τὴν ἐκδοθεῖσαν ὑπὸ τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργοῦ τῆς Τουρκίας ἐγκύκλιον πρὸς τοὺς νομάρχας καὶ ὑποδιοικητάς, κατ’ οὐδενὸς τῶν ἄλλων ἀλλοδαπῶν ἐνεργεῖται πρὸς πληρωμὴν τοῦ φόρου τούτου καταδίωξις ἢ μόνον κατὰ τῶν Ἑλλήνων, καὶ κατὰ τούτων διὰ τρόπων ἐκθέσμων καὶ ἐξευτελιστικῶν, δι’ ὧν, ἐναντίον τῶν Capitulations, αἱ Τουρκικαὶ ἀρχαὶ προέβησαν εἰς ἀπάνθρωπα μέσα. Τῆς τοιαύτης καταστάσεως, μοὶ γράφουσιν ἐκ Σμύρνης, ἔνοχος τυγχάνει ἡ ἀμέλεια τοῦ πρώην καὶ τοῦ ἐνεστῶτος Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Ἑλλάδος, κύριε Βουλευτὰ ἐκ Κραναίας, πρώην Ὑπουργὲ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν. Ἀφοῦ ἠρεύνησα τὰς γενομένας κατὰ τὴν τετραετίαν ταύτην αὐξήσεις τῶν ἐξόδων τῶν Ὑπουργείων ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν, προβαίνω εἰς τὴν ἔρευναν τῶν ἐπενεχθεισῶν αὐξήσεων τῶν ἐξόδων τοῦ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργείου. Τὰ ἔξοδα τοῦ Ὑπουργείου τούτου ἔβησαν καὶ ταῦτα αὐξανόμενα καθ’ ἕκαστον τῶν ἐτῶν τῆς τετραετίας ταύτης. Ἀπὸ δραχμῶν 5,144,039.92, ὅσα ἦσαν τὰ κατὰ τὸ 1896 πληρωθέντα ἔξοδα, τὸ 1899 ἐδαπανήθησαν 5,464,624.19, ἤτοι περισσότερα κατὰ δραχμὰς 320,584.27. Καὶ ἀπὸ τῶν 5,464,624.19, τῶν δαπανηθέντων κατὰ τὸ 1899, κατὰ τὸ 1900 ἐδαπανήθησαν, κατὰ τὸν προσωρινὸν ἀπολογισμὸν, 5,870,195.70, ἤτοι περισσότερα τῶν δαπανηθέντων κατὰ τὸ 1896 κατὰ δρ. 726,155.78, ἀλλὰ περισσότερα καὶ ἀπὸ τὰ δαπανηθέντα κατὰ τὸ προηγηθὲν ἔτος κατὰ δραχμὰς 405,571.51. Καὶ ἀπὸ 5,870,195.70, ὅσα ἐδαπανήθησαν κατὰ τὸ 1900, ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1901 τὰ ἔξοδα τοῦ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργείου ἀνεβιβάσθησαν εἰς δρ. 6,243,573.54, ἤτοι περισσότερα τῶν δαπανηθέντων κατὰ τὸ 1896 κατὰ δραχ. 1,099,533.62, ἀλλὰ περισσότερα καὶ τῶν κατὰ τὸ προηγούμενον ἔτος δαπανηθέντων κατὰ δραχ. 373,377.84. Κατὰ δὲ τὸ 1902 ἀνεγράφησαν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ ἔτους τούτου δραχ. 6,194,423.65, ἤτοι ὀλιγώτερα κατὰ 49,149.89 τοῦ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1901 ἀναγραφέντος ποσοῦ, ἀλλ’ ὑπέρτερα τοῦ κατὰ τὸ 1906 δαπανηθέντος κατὰ δρ. 1,050,383.73· ἀλλ’ ἐπειδή εἰσιν ἄγνωστα ἔτι τὰ ποσὰ, τὰ ὁποῖα θέλουσι ζητηθῆ δι’ ἀναπληρωματικῶν πιστώσεων ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1902, εἶναι πιθανώτατον, ὅτι, ὅταν ταῦτα γνωσθῶσι, καὶ τὰ ἔξοδα τοῦ 1902 τοῦ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργείου θέλουσιν ὑπερβῆ καὶ τὰ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1901 ἀναγεγραμμένα. Οὕτω τὰ δαπανηθέντα κατὰ τὸ 1896 εἶναι ὀλιγώτερα τῶν δαπανηθέντων κατὰ τὸ 1899 καὶ τῶν δαπανηθέντων κατὰ τὸ 1900, ἀλλὰ καὶ τῶν προϋπολογισθέντων καθ’ ἑκάτερον τῶν δύο ἑπομένων ἐτῶν 1901 καὶ 1902· τὸ δὲ ἄθροισμα τῶν αὐξήσεων τούτων κατὰ τὰ τέσσαρα ταῦτα ἔτη ἀνέρχεται εἰς 3,196,657.40. Ἐπηνέχθησαν δὲ αἱ αὐξήσεις ἐπὶ πάντων τῶν κεφαλαίων καὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τούτου. Ηὐξήθησαν τὰ ἔξοδα τοῦ Ἀρείου Πάγου ἀπὸ δρ. 116,472.85, ὅσαι ἐδαπανήθησαν τὸ 1896, εἰς δραχμὰς 145,360, ὅσαι ζητοῦνται διὰ τὸ 1902· ἀλλ’ ηὐξήθησαν καὶ τὰ ἔξοδα τῶν Ἐφετείων ἀπὸ δραχμῶν 376,820.64, ὅσαι ἐδαπανήθησαν τὸ 1896, εἰς δρ. 514,844, ὅσαι ζητοῦνται διὰ τὸ 1902· ἀλλ’ ηὐξήθησαν καὶ τὰ ἔξοδα τῶν Πρωτοδικείων ἀπὸ δραχμῶν 1,168,905.37, ὅσαι ἐδαπανήθησαν τὸ 1896, εἰς δραχμὰς 1,414,110, ὅσαι ζητοῦνται διὰ τὸ 1902· ἀλλ’ ηὐξήθησαν καὶ τὰ ἔξοδα τῶν Εἰρηνοδικείων καὶ Πταισματοδικείων ἀπὸ δραχμῶν 765,906.35, ὅσαι ἐδαπανήθησαν κατὰ τὸ 1896, εἰς δρ. 1,016,962.40, ὅσαι ζητοῦνται διὰ τὸ 1902. Δὲν ὑπῆρξε κεφάλαιον, οὐδὲ ἄρθρον καὶ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ Ὑπουργείου τούτου, ὅπερ δὲν ηὐξήθη. Καὶ δὲν μνημονεύω μὲν τῶν ἐξόδων τῆς Ποινικῆς Δικαιοσύνης, οὐδὲ τῶν ἐξόδων τῶν φυλακῶν, διότι δύνανται τὰς αὐξήσεις αὐτῶν νὰ αἰτιολογήσωσι διὰ τοῦ πλεονασμοῦ τῶν ἐγκληματικῶν πράξεων, ἢ διὰ τῆς αὐξήσεως τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἐν ταῖς φυλακαῖς, ἀλλὰ καὶ αὐτὰ τὰ ὑπὸ τὴν ἐπιγραφὴν «διάφορα ἔξοδα», καὶ ταῦτα ηὐξήθησαν ἀπὸ δραχ. 73,087.30, ὅσαι ἐδαπανήθησαν τὸ 1896, εἰς δραχμὰς 105,000, ὅσαι ζητοῦνται διὰ τὸ 1902· καὶ αὐτὰ τὰ διὰ μισθοὺς τῶν ὑπαλλήλων τοῦ Ὑπουργείου καὶ δι’ ἔξοδα τῶν γραφείων τοῦ Ὑπουργείου ηὐξήθησαν ἐπίσης ἀπὸ δραχμῶν 58,903.84, ὅσαι ἐδαπανήθησαν τὸ 1896, εἰς δρ. 73,940, ὅσαι ἐζητήθησαν διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1902. Καὶ τὰ γραφεῖα τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης δὲν ἐξέτειναν τὰς ὑπὲρ τῆς ἀπονομῆς τῆς δικαιοσύνης μερίμνας των πέραν τῶν ὁρίων τῶν ἀσχολιῶν, εἰς τὰς ὁποίας καταναλίσκουσι τὸν χρόνον συνήθως, οὐδ’ ἐξέτειναν αὐτὰς μέχρι τῶν ὁρίων, τὰ ὁποῖα τὸ καθῆκον τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης ἀναγράφει εἰς τὴν ὑπηρεσίαν αὐτοῦ. Ἀλλὰ δυνάμεθα νὰ μὴ ζητήσωμεν παρὰ τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης ἀνταλλάγματα τῶν τοσοῦτον μεγάλων αὐξήσεων, τὰς ὁποίας ἐπήνεγκεν εἰς τὰ ἔξοδα αὐτοῦ; Ποία τάχα ἐπῆλθε βελτίωσις εἰς τὴν εἰρηνοδικειακὴν δικαιοσύνην, ἀφοῦ τὰ ἔξοδα αὐτῆς ηὐξήθησαν κατὰ 251,056.05; Μήπως διὰ τῆς αὐξήσεως ταύτης τῶν δαπανῶν ἐσκόπει ὁ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸς νὰ κατορθώσῃ ὅ,τι κατώρθωσεν, ἤτοι νὰ καταστήσῃ τὴν δικαιοσύνην τοῦ λαοῦ δούλην τῆς μικροπολιτικῆς τῶν ἀνταγωνιζομένων ἐν ταῖς ἐπαρχίαις; Ἀλλὰ τοῦτο εἶναι διαφθορὰ τῆς εἰρηνοδικειακῆς δικαιοσύνης, ἀπὸ δὲ τὴν διαφθορὰν προτιμητέα ἦτο ἡ κατάργησις τῶν Εἰρηνοδικείων καὶ τῶν Πταισματοδικείων, διότι, ὡς ταῦτα παρεσκεύασαν οἱ διοικοῦντες κατὰ τὴν τριετίαν ταύτην, οἱ εἰρηνοδίκαι καὶ οἱ πταισματοδίκαι ἀπὸ ὄργανα δικαιοσύνης μετεποιήθησαν εἰς ὄργανα χυδαίου φατριασμοῦ· καὶ ἐγένοντο τοιοῦτοι, διότι ὁ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸς ἠνάγκασεν αὐτοὺς νὰ γένωνται, ἀφοῦ οἱ εἰρηνοδίκαι μετετίθεντο, καὶ ὁσάκις ἐγίγνετο δυνατὸν ἐπαύοντο, τῇ εἰσηγήσει τῶν Βουλευτῶν τῆς πλειονοψηφίας. Καὶ ταῦτα, ἐνῷ ἐβελτιώθη κατὰ τι τὸ προσωπικὸν τῶν εἰρηνοδικῶν, ἀφοῦ οἱ πλεῖστοι αὐτῶν εἰσιν ἐκ τῶν διδακτόρων τοῦ δικαίου· ἀλλὰ διέφθειρε καὶ τούτους ἡ διοίκησις τοῦ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργείου, ἥτις, κατὰ τὰ δημοσιευόμενα ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως Διατάγματα, μετεκίνει τοὺς εἰρηνοδίκας μετὰ τοσαύτης εὐκολίας, μεθ’ ὅσης πρὸ τοῦ 1895 μετεκίνει τοὺς δημοδιδασκάλους. Δὲν λέγω δὲ ταῦτα, ἵνα δικαιολογήσω τοὺς ὑπὸ τῆς ἀπειλῆς τῆς μεταθέσεως λησμονοῦντας τὸ ἑαυτῶν καθῆκον, ὁμολογῶ μάλιστα, ὅτι οὐδεὶς λόγος, ἧσσον δὲ παντὸς ἄλλου ἡ μετάθεσις, προσῆκε νὰ ἐπηρεάζῃ αὐτοὺς οὕτως, ὥστε νὰ λησμονῶσι τὸ καθῆκον τῶν· ἐξ ἐναντίας φρονῶ, ὅτι ὤφειλον οὗτοι μάλιστα, ὡς κατώτερα ὄργανα τῆς Δικαιοσύνης, νὰ ἐμμένωσιν εἰς τὸ καθῆκον, μηδὲ ὑπὸ τῆς μεταθέσεως, μηδ’ ὑπὸ τῆς παύσεως πτοούμενοι, ὡς ὀφείλουσι νὰ μένωσιν ἐν ταῖς τάξεσιν αὐτῶν οἱ στρατιῶται, μὴ πτοούμενοι μηδ’ ἀπὸ τὸν κίνδυνον τοῦ θανάτου. Οἱ λειτουργοὶ τοῦ Κράτους ὀφείλουσι νὰ μὴ ἀποστέργωσι τὰς θυσίας, οὐδὲ νὰ τρέπωνται εἰς φυγήν, ὅπως ἀποφύγωσιν αὐτάς. Τοῦ καθήκοντος ἡ ἐκπλήρωσις περιάγει τοὺς δημοσίους λειτουργοὺς εἰς δυσχερείας καὶ εἰς κινδύνους, οἱ φεύγοντες δ’ αὐτοὺς διὰ θυσίας τοῦ καθήκοντος εἰσὶ στρατιῶται αὐτομολοῦντες πρὸς τὸν ἐχθρὸν ἐν τῇ ὥρᾳ τῆς μάχης, ἀνάξιοι τῆς τιμῆς, ἣν ἀπένειμεν αὐτοῖς ἡ Πολιτεία, καλέσασα αὐτοὺς εἰς τὴν ὑπηρεσίαν της. Δὲν πρέπει νὰ μνημονεύσω παρελθόντων χρόνων, ἀλλὰ δὲν ἐλησμόνησα, ὅτι κατὰ δυστυχῆ περίοδον χρόνου, ὅτε ὁ Πειραιεὺς κατείχετο ὑπὸ γαλλικοῦ καὶ ἀγγλικοῦ στρατοῦ, ὅτε αἱ γνῶμαι καὶ αἱ πρὸς τὴν Κυβέρνησιν τῆς πατρίδος ἡμῶν αἰτήσεις τῶν πρέσβεων τῆς Ἀγγλίας καὶ Γαλλίας ὀλίγον διέφερον ἀπὸ διαταγὰς πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, τότε ἐζητήθη διὰ διακοινώσεων τῶν πρέσβεων τούτων ἀπὸ τὸν τότε Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, τὸν Ἀλέξανδρον Μαυροκορδᾶτον, ὅστις ἐξελέγετο Βουλευτὴς ἀπὸ τὴν ἐπαρχίαν Μεσολογγίου, νὰ εἰσαγάγῃ εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον, ὅπως ἐπιτραπῇ εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν νὰ κηρύξῃ εἰς κατάστασιν πολιορκίας τέσσαρας νομοὺς τοῦ Κράτους, ἐν οἷς ἡ λῃστεία εἶχε πλεονάσει, ἤτοι τοὺς νομοὺς Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας, Εὐβοίας, Ἀκαρνανίας καὶ Αἰτωλίας, καὶ Φθιώτιδος καὶ Φωκίδος· ἀλλ’ ἐνῷ ὁ Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ὁ ὁποῖος ἦτο Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, ἀναγκασθείς, ἔδωκε παραγγελίαν νὰ παρασκευασθῇ ἐν τοῖς γραφείοις τοῦ Ὑπουργείου τὸ νομοσχέδιον, οἱ ἐν τῷ Ὑπουργείῳ ἁρμόδιοι ὑπάλληλοι ἠρνήθησαν νὰ ἐκτελέσωσι τὴν παραγγελίαν αὐτοῦ, διότι νομοσχέδιον τοιοῦτον ἀντέβαινεν εἰς τὸ Σύνταγμα, διὰ τοῦ ὅρκου δὲ, ὃν εἶχον δώσει, εἶχον ὑποσχεθῆ νὰ τηρῶσι τὸ Σύνταγμα, οὐδ’ ἦτο ἑπομένως ἐπιτετραμμένον αὐτοῖς νὰ προβῶσιν εἰς ἐργασίαν ἀντιβαίνουσαν εἰς τὸ Σύνταγμα. Ὁ Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου τοῦ χρόνου ἐκείνου ἤκουσε τὴν ἀντίρρησιν αὐτὴν, καὶ ἀνεγνώρισε τὸ νόμιμον αὐτῆς, οὐδὲ συνετάχθη ἑπομένως τὸ νομοσχέδιον, οὐδὲ εἰσήχθη τοιοῦτον εἰς τὴν Βουλήν. Ἐὰν ὁ δημόσιος λειτουργὸς ἀπολαμβάνῃ μισθάριόν τι, δὲν εἶναι ἀνεκτὸν, οὗτος χάριν αὐτοῦ νὰ λησμονῇ τὸν ὅρκον, τὸν ὁποῖον ἔδωκεν; οὐδὲν δὲ δύναται νὰ δικαιολογήσῃ αὐτὸν, παραβαίνοντα νόμον τοῦ Κράτους, καὶ μάλιστα, ὅταν οὗτος τυγχάνῃ δικαστής. Ὅθεν κατακρίνω τὰς γενομένας αὐξήσεις τῶν ἐξόδων, ἀφοῦ οὐδεμία δι’ αὐτῶν ἐπετεύχθη βελτίωσις, ἐξ ἐναντίας, ἀφοῦ ἡ εἰρηνοδικειακὴ δικαιοσύνη ἐξέπεσε κατὰ λόγον τοῦ θάρρους ἢ τῆς τόλμης, μεθ’ ἧς οἱ ἐν ταῖς ἐπαρχίαις φίλοι τοῦ Ὑπουργείου ἐπεβάλλοντο εἰς τοὺς εἰρηνοδίκας, οὗτοι δὲ δὲν ἐστερήθησαν τῆς τόλμης νὰ παραβαίνωσι τὸ καθῆκον αὑτῶν. Ἀλλ’ οὐδὲ τοὺς εἰσαγγελεῖς τοῦ Κράτους κρίνω ἀνευθύνους διὰ τὴν ἐλεεινὴν καὶ ἀξιοδάκρυτον κατάστασιν, εἰς τὴν ὁποίαν περιῆλθεν ἡ ἀστυνομικὴ ὑπηρεσία κατὰ τοὺς τελευταίους χρόνους, ἐπὶ ζημίᾳ τῆς δημοσίας ἀσφαλείας, ἧς ἕνεκα ἐπολλαπλασιάσθησαν τὰ ἐγκλήματα, ἐπὶ ἀληθεῖ κλονισμῷ τῆς δημοσίας τάξεως. Οὐδεὶς Ὑπουργὸς θὰ ἠδύνατο νὰ σώσῃ ἀπὸ τῆς ποινικῆς καταδιώξεως τοὺς παραβαίνοντας τοὺς νόμους ἀστυνόμους, οὐδὲ νὰ περικαλύψῃ αὐτοὺς, ἐὰν οἱ εἰσαγγελεῖς ἐξεπλήρουν τὸ καθῆκόν των· ἀλλὰ καὶ τῶν εἰσαγγελέων πολλοὶ προετίμησαν νὰ ἦναι εὐχάριστοι εἰς τοὺς πολιτικοὺς φίλους τοῦ Ὑπουργείου, οἱ ὁποῖοι ἐνδιεφέροντο νὰ μὴ τιμωρηθῶσιν οὐδὲ ν’ ἀπομακρυνθῶσιν ἀπὸ τὸν τόπον, ἐν ᾧ ἦσαν τοποθετημένοι, οἱ ἀστυνόμοι οὗτοι· διὰ τοῦτο ἐπὶ τῶν καταγγελιῶν, ἃς οἱ πολῖται ἀπηύθυνον κατὰ τῶν ἀστυνόμων, οὐδὲν ἐνήργουν οἱ εἰσαγγελεῖς, δὲν ὑπάρχουσι δὲ πολλὰ παραδείγματα ποινικῆς καταδιώξεως, καὶ μάλιστα τιμωρίας ἀστυνόμων, ἐνῷ ὑπάρχουσι πλεῖστα παραδείγματα πράξεων αὐτῶν ἐγκληματικῶν, καὶ μάλιστα ἀναιρουσῶν τὰ ὑπὸ τοῦ Συντάγματος ἀνακηρυσσόμενα προσωπικὰ δικαιώματα τοῦ πολίτου. Ἡ ἀστυνομικὴ ὑπηρεσία καταγγέλλει πρὸ πάντων τὴν βαρβαρότητα, εἰς τὴν ὁποίαν μᾶς ἤγαγεν ἡ Διοίκησις κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη, τὴν ὁποίαν ἐξεθείαζε προχθὲς ὁ Βουλευτὴς ἐξ Ἑρμιονίδος, ὅτε ἔλεγεν, ὅτι ἡ σπατάλη τοῦ Ὑπουργείου μᾶς εἰσήγαγεν εἰς τὸν πολιτισμόν. Ἀλλὰ καὶ δι’ ἄλλον λόγον εἶναι προσέτι λυπηρὸν, διότι δὲν κατεστάλησαν κατὰ τοὺς νόμους αἱ παρεκτροπαὶ τῶν ἀστυνομικῶν ὀργάνων, οἱ δὲ ἀξιωματικοὶ τοῦ στρατοῦ, οἱ φέροντες τὸ στέμμα ἐπὶ τῆς κεφαλῆς καὶ τὸ ξίφος περὶ τὴν ὀσφὺν, οἱ ἐντεταλμένοι νὰ φρουρῶσι τὴν ἀσφάλειαν τῶν πολιτῶν, νὰ σῴζωσι δὲ τὰς κτήσεις αὐτῶν καὶ νὰ προστατεύωσι τὴν τιμὴν καὶ τὴν ἠρεμίαν τῶν οἰκογενειῶν, ἐνεθαρρύνθησαν διὰ τῆς ἀτιμωρησίας εἰς παραβάσεις, αἵτινες διαφθείρουσι τὰ ἤθη τοῦ στρατοῦ καὶ ἀτιμάζουσιν αὐτόν. Ἐγὼ δὶς ἐζήτησα παρὰ τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργοῦ νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν πίνακα τῶν ἀστυνομικῶν παραβάσεων, αἱ ὁποῖαι κατηγγέλθησαν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον παρὰ τῶν νομαρχῶν, ὡς καὶ πίνακα τῶν καταγγελιῶν, αἱ ὁποῖαι ὑπεβλήθησαν εἰς τοὺς εἰσαγγελεῖς. Ἐὰν ἤθελον κατατεθῆ οἱ πίνακες οὗτοι, ἡ δημοσίευσις τῶν ἐν αὐτοῖς ἀναγραφομένων ἐγκληματικῶν πράξεων ἤθελε πάντως προκαλέσει συλλυπητήρια, ὅμοια πρὸς ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐγὼ ἀπηύθυνα πρὸ μικροῦ εἰς τοὺς τολμήσαντας νὰ εἴπωσιν, ὅτι ἐπολιτίσθημεν κατὰ τὴν τριετίαν ταύτην, τὰ συλλυπητήρια, λέγω, πάντων, ὅσοι ἐνδιαφέρονται διὰ τὴν Ἑλλάδα καὶ τὴν πρόοδον αὐτῆς. Μοὶ ἐφάνη, ὅτι τινὲς ἐκ τῶν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ἰσχυρίσθησαν, ὅτι οὐδὲν δικαίωμα ἔχει ἡ Βουλὴ νὰ ἐκφέρῃ γνώμην ἐπὶ τῶν ἐργασιῶν τῆς Ποινικῆς ἢ τῆς Πολιτικῆς Δικαιοσύνης, οὐδ’ ἐπὶ τῶν ἀνακριτικῶν ἐργασιῶν· ἀλλ’ οἱ ταῦτα φρονοῦντες δὲν φρονοῦσιν ὀρθῶς. Βεβαίως οὐδεὶς ἐξ ἡμῶν ὑπέλαβεν, ὅτι δυνάμεθα νὰ κρίνωμεν, ἐὰν καλῶς ἢ κακῶς ἀνακριτὴς ἐνήργησε τὰς ἀνακρίσεις· ἀλλὰ δυνάμεθα νὰ ἑλκύσωμεν τὴν προσοχὴν τοῦ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργοῦ, ὅταν παραβαίνηται τὸ ἀπόρρητον τῶν ἀνακρίσεων ὑπὸ τῶν ὀργάνων τῆς ἀνακριτικῆς ὑπηρεσίας, ὅταν οἱ ἀνακριταὶ παραλείπωσι τὴν ἐξέτασιν προτεινομένων μαρτύρων, ὅταν αἱ ἀνακρίσεις χρονίζωσιν εἰς τὰς χεῖρας αὐτῶν, καὶ δὲν τιμωρῶνται, ἢ τιμωρῶνται βραδύτατα τὰ ἐγκλήματα. Πῶς πρέπει νὰ σιωπῶμεν, ὅταν, ἐνῷ τὸ Σύνταγμα ἀφῄρεσεν ἀπὸ τὸν Βασιλέα τὸ δικαίωμα νὰ ἀπονέμῃ ἀμνηστείαν εἰς ἐγκληματίας, ἡμεῖς πρέπει νὰ σιωπῶμεν, ὅταν οἱ εἰσαγγελεῖς καὶ οἱ ἀνακριταὶ ἀφίνωσιν ἀκαταδιώκτους, δηλαδὴ ἀμνηστεύωσιν αὐτοὶ, τοὺς αὐτουργοὺς τῶν φόνων τῆς ὁδοῦ Κοραῆ; Παραπονούμεθα κατὰ τοῦ πρώην Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ὅστις ἀφῆκεν ἐπὶ πέντε μῆνας ἐκκρεμῆ τὴν ἀνάκρισιν ἀξιοποίνων πράξεων, αἵτινες ἐπράχθησαν ὑπὸ τὰ ὄμματα τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας καὶ ὑπὸ τὰ ὄμματα τῆς Βουλῆς, ἤτοι ὑπὸ τὰ ὄμματα τῶν δύο πολιτειακῶν τούτων ἐξουσιῶν. Καὶ δὲν ἐσιωπήσαμεν, διότι ἐφρονοῦμεν, ὅτι ἡ ἐνέργεια τῶν ὀργάνων τῆς ἀνακρίσεως ἔπρεπε νὰ ᾖναι σθεναρὰ, ὅπως, ὅταν διαπράττωνται ἐγκλήματα, καὶ μάλιστα ἐν μέσαις Ἀθήναις, μετὰ τοσαύτης τόλμης, σπεύδῃ ἀμέσως πρὸς ἀνακάλυψιν τῶν αὐτουργῶν αὐτῶν. Ἐνθυμοῦμαι, ὅτι ἐν Λαρίσῃ ἐπράχθη ληστεία μετὰ μεγάλης τόλμης, κατὰ τὸ 1890, ὅτε ἤμεθα ἐν τῇ ἀρχῇ, ὁ δὲ εἰσαγγελεὺς τῶν Ἐφετῶν Λαρίσης, δὲν παρῆλθεν ἡμέρα, καθ’ ἣν δὲν ἔλαβε πληθὺν ἐπιστολῶν, καὶ ἰδιαιτέρων καὶ ἐπισήμων, δι’ ὧν συνιστᾶτο αὐτῷ νὰ ἐργασθῇ ἀνενδότως πρὸς ἀνακάλυψιν τῶν αὐτουργῶν· ἀνεκαλύφθησαν δὲ ὄντως οἱ αὐτουργοί, καὶ ἐντὸς βραχυτάτου χρόνου, δύο ἴσως μηνῶν, καὶ ἡ ἀνάκρισις ἐπερατώθη, καὶ ἡ δίκη διεξήχθη, καὶ τῆς ἐκδοθείσης ἀποφάσεως ἡ ἐκτέλεσις ἐγένετο. Τῶν ἐγκλημάτων ἡ καταδίωξις πρέπει νὰ γίγνηται ἐν ὅσῳ ταῦτά εἰσι νωπὰ, διότι τότε εὐχερεστέρα εἶναι ἡ ἐνέργεια τῆς ἀνακρίσεως, πρέπει δὲ νὰ τιμωρῶνται ἐντὸς βραχέος χρόνου, ἵνα κρατύνηται παρὰ τῷ λαῷ ἡ πεποίθησις, ὅτι ἡ Δικαιοσύνη εἶναι ἀδυσώπητος. Τότε ἀναπαύεται ἡ συνείδησις τοῦ πολίτου, θερμαίνεται τὸ θάρρος αὐτοῦ, πιστεύει δ’ οὗτος, ὅτι σπουδαίως ζητοῦμεν νὰ εὕρωμεν τὸν ἐγκληματίαν, καὶ δὲν ἀμφιβάλλει, ὑπολαμβάνων ὅτι δὲν εἶναι ἀδύνατον νὰ μὴ εὑρεθῇ τις νὰ τιμωρήσῃ τὸν ἐγκληματίαν. Ἀλλ’ ὅταν καθεύδωσιν οἱ εἰσαγγελεῖς καὶ οἱ ἀνακριταὶ, ἐνῷ φόνοι ἐν μέσαις Ἀθήναις διεπράχθησαν, καὶ καθεύδουσιν ἀπὸ τοῦ Νοεμβρίου, ἐν μηνὶ δὲ Μαρτίῳ ἡ ἀνάκρισις ἀκόμη δὲν ἐφωτίσθη, νομίζετε ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εὑρεθῇ τις φρονῶν, ὅτι ἡ ἀνάκρισις δὲν εἶναι ὄργανον τῆς ἀπονομῆς τῆς δικαιοσύνης; Ἡμεῖς δὲν ἰσχυρίσθημέν τι κατὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ὡς ἐπηρεάζοντος τὴν ἀνάκρισιν, οὐδέ τις ἐζήτησε παρ’ αὐτοῦ νὰ ἐπηρεάσῃ αὐτήν. Μάλιστα, ὅτε διεδόθη ὅτι συνέβη τοιοῦτόν τι, ὅτι ἐπηρεάσθη ἡ Δικαιοσύνη ἀπὸ ὄργανα τοῦ Ὑπουργείου, ἡμεῖς διὰ τῆς σιωπῆς ἐκαλύψαμεν τὴν ἀσχημοσύνην τοῦ Νῶε. Οὐδεὶς λοιπὸν ζητεῖ νὰ ἐπηρεασθῇ ἡ Δικαιοσύνη· ἀλλὰ ζητοῦμεν νὰ λειτουργήσῃ ἡ Δικαιοσύνη, δὲν λειτουργεῖ δὲ ἡ Δικαιοσύνη, ὅταν βραδύνῃ τοσοῦτον, εἴτε μεμελετημένως, εἴτε ἕνεκα ἀνικανότητος ἢ ἀνεπαρκείας τῶν ὀργάνων τῆς ἀνακρίσεως· καὶ ἔχομεν καὶ ἡμεῖς δικαίωμα νὰ ἐλέγξωμεν τὴν τοσαύτην βραδύτητα, ὡς ἔχει δικαίωμα καὶ ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης νὰ ζητήσῃ ἀπὸ τοὺς ἀνακριτὰς νὰ ἐκτελέσωσι τὸ καθῆκόν των. Μεταβαίνω εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν.
§92Π. Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Δὲν νομίζετε ὅτι εἶναι καλὸν νὰ διακόψωμεν;
§93Ι. Γ. ΛΑΠΠΑΣ. Ὁμιλεῖτε ἀπὸ τὰς δέκα καὶ τέταρτον· καὶ ἐφθάσαμεν τώρα εἰς τὴν μίαν καὶ ἡμίσειαν μετὰ τὸ μεσονύκτιον!
§94Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἄς τελειώσω καὶ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν.
§95ΚΥΡ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Ἀπόψε δὲν θὰ τελειώσητε βεβαίως.
§96Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν πολλὰ ἔχω νὰ εἴπω, ἀλλὰ δύναμαι νὰ προχωρήσω μέχρι τινός, νὰ ἐξακολουθήσω δὲ αὔριον. Διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν ἐδαπανήθησαν κατὰ τὸ 1896 δραχμαὶ 12,390,150.41, ἀλλὰ κατὰ τὸ 1900 ἐδαπανήθησαν δραχ. 14,072,175.93, ἤτοι 1,682,025.52 περισσότερα· κατὰ τὸ 1901 ἀνεγράφησαν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ 16,285,566.96, ἤτοι ὑπὲρ τὰ δαπανηθέντα κατὰ τὸ προηγηθὲν ἔτος κατὰ 2,213,391.03, ὑπὲρ τὰ δαπανηθέντα δὲ κατὰ τὸ 1896 κατὰ δρ. 3,895,416.55. Καὶ κατὰ τὸ 1902, διὰ τοῦ ὑποβληθέντος Προϋπολογισμοῦ, τὰ ἔξοδα τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργείου προσδιωρίσθησαν εἰς 14,753,868, ὑπερβάντα τὰ κατὰ τὸ 1896 δαπανηθέντων κατὰ δραχ. 4,233,423.63. Ἡ αὔξησις τῶν ἐξόδων ἐπῆλθεν ἐπὶ πάντων σχεδὸν τῶν κεφαλαίων τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ἄν κατὰ τὸ ἔτος 1896 ἐδαπανήθησαν δι’ ἔξοδα δημοσίας ἀσφαλείας, ἤτοι τῆς ἀστυνομικῆς ὑπηρεσίας, δρ. 2,593,785.12, δὲν γνωρίζομεν πόσα εἰσὶ τὰ δαπανηθέντα κατὰ τὸ 1899, διότι ὁ προσωρινὸς ἀπολογισμὸς περιλαμβάνει ἐν ὅλῳ τὰ ἔξοδα ἑκάστου τῶν Ὑπουργείων· γνωρίζομεν ὅμως, ὅτι αἱ διὰ τοῦ ὑποβληθέντος Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1899 προσδιορισθεῖσαι διὰ τὴν ἀστυνομικὴν ὑπηρεσίαν δαπάναι εἶχον προσδιορισθῆ εἰς δραχμὰς 2,807,292, ἤτοι ὑπὲρ τὰ δαπανηθέντα τὸ 1896 κατὰ δραχμὰς 213,506.87. Τὸ 1900 ὅμως προσδιωρίσθησαν διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ εἰς 4,471,860, ἤτοι ὑπὲρ τὰ προϋπολογισθέντα κατὰ τὸ 1899 κατὰ δραχμὰς 1,664,568, ὑπὲρ τὰ δαπανηθέντα δὲ κατὰ τὸ 1896 κατὰ δρ. 1,878,074.87· τὸ αὐτὸ δὲ ποσὸν προσδιωρίσθη καὶ διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1901. Ἀλλὰ κατὰ τὸ 1902 τὰ διὰ τὴν ἀστυνομικὴν ὑπηρεσίαν ἔξοδα προϋπελογίσθησαν διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ εἰς 3,267,704. Ἡ διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1902 ἐπενεχθεῖσα ἐλάττωσις κατὰ δραχμὰς 1,204,156 τῶν δι’ ἑκατέρου τῶν Προϋπολογισμῶν τῶν ἐτῶν 1900 καὶ 1901 προσδιορισθέντων ποσῶν συνωδεύθη διὰ τῆς αἰτιολογίας, ὅτι εἶχον ἀναβιβασθῆ εἰς τέσσαρα καὶ ἥμισυ περίπου ἑκατομμύρια τὰ διὰ τὴν ἀστυνομίαν ἔξοδα κατὰ τὸ 1900 καὶ 1901, διότι τὸ Ὑπουργεῖον ἐφρόνει τότε, ὅτι ἤθελε δυνηθῆ νὰ ἐκτελέσῃ τὸν κατὰ τὸ ἔτος 1899 ἐκδοθέντα νέον περὶ ἀστυνομίας νόμον, τοῦ ὁποίου ἡ πλήρης ἐκτέλεσις τοσοῦτον ἀπῄτει ποσόν, ἀλλ’ ὅτι κατὰ τὸ ἔτος τοῦτο ἐγκατελείφθη ἡ ἐλπὶς τῆς ἐκτελέσεως τοῦ νόμου, καὶ ἐκρίθη, ὅτι πρέπει νὰ διατηρηθῇ ἐν ἰσχύϊ τὸ νῦν κρατοῦν σύστημα τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας, καὶ διὰ τοῦτο πρὸς ἐφαρμογὴν αὐτοῦ ἐζητήθησαν διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ὅσα διὰ τὴν λειτουργίαν τοῦ συστήματος τούτου ἀπαιτοῦνται, ἤτοι δρ. 3,267,704. Ἀλλὰ τὸ ἰσχῦον σύστημα τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας ἐφηρμόζετο καὶ κατὰ τὸ 1896· τότε ὅμως ἐδαπανήθησαν μόνον 2,593,185.13, ἤτοι ὀλιγώτερα τῶν ζητουμένων τὸ 1902 κατὰ δραχ. 673,918.87. Τὰ διὰ τὴν ταχυδρομικὴν ὑπηρεσίαν ἔξοδα ηὐξήθησαν ἐπίσης ἀπὸ δραχ. 2,318,277.15, ὅσαι ἐδαπανήθησαν κατὰ τὸ 1896, εἰς δραχ. 3,973,517, ὅσαι προσδιωρίσθησαν διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1902, ἤτοι κατὰ δραχ. 1,655,339.85 περισσότερα. Κατὰ τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν ἀνεκοίνωσεν εἰς τὴν Βουλὴν, τὰ ἔξοδα τῆς ταχυδρομικῆς ὑπηρεσίας κατὰ τὸ 1900 ἀνῆλθον εἰς δρ. 3,150,772.59. Ἐὰν παραβάλω τὸ ποσὸν τοῦτο πρὸς τὸ ποσὸν τῶν διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ προσδιορισθέντων ἐξόδων τῆς ὑπηρεσίας ταύτης ἐκ δραχ. 3,973,517, αἱ δαπάναι ὑπερβαίνουσι τὰ ἔσοδα κατὰ δραχ. 822,744.41. Τοῦ 1901 τὰ ἔξοδα δὲν γνωρίζομεν ἀκριβῶς, διότι ἔχομεν αὐτὰ μέχρι τέλους Φεβρουαρίου τοῦ 1902, κατὰ πίνακα, ὁ ὁποῖος φέρει τὴν ὑπογραφὴν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν· ἀνῆλθον δὲ τὰ πληρωθέντα ἔξοδα τοῦ 1901 μέχρι τέλους Φεβρουαρίου 1902 εἰς 3,003,479.21· ἀλλὰ μέχρι τέλους τῆς χρήσεως ὑπολείπονται ὀκτὼ μῆνες, ἀγνοοῦμεν δὲ πόσα θέλουσι κατ’ αὐτοὺς δαπανηθῆ. Παρετήρησα ταῦτα, διότι ἡ ταχυδρομικὴ ὑπηρεσία ἰσχυρίσθη, ὅτι ηὔξησαν μὲν τὰ ἔξοδα τῆς ταχυδρομικῆς καὶ τηλεγραφικῆς ὑπηρεσίας, ἀλλ’ ηὔξησαν καὶ τὰ ἔσοδα, ὅτι δὲ ταῦτα καλύπτουσι τὰς αὐξήσεις τῶν ἐξόδων· καὶ κατετέθησαν μὲν ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου δύο πίνακες, οἵτινες ὅμως δὲν φέρουσιν ὑπογραφήν τινα, ὅπερ δὲν πρέπει νὰ γίγνηται, δὲν φέρουσι δὲ οὐδὲ ἡμερομηνίαν, ἐνῷ προσῆκε νὰ φέρωσι τὴν βεβαίωσιν, ὅτι προέρχονται ἐξ ἐπισήμου γραφείου, ὡς εἶχε τοιαύτην ὁ ἕτερος πίναξ, οὗ ἐμνημόνευσα. Καὶ ἀληθῶς συνέβη ἄλλοτε ἀμφισβήτησις τοιαύτη περὶ τοῦ κύρους πίνακος τῶν δανείων τοῦ Κράτους, ὅστις ἐτυπώθη καὶ διενεμήθη εἰς τοὺς Βουλευτὰς, ἀλλὰ κατὰ τὴν συζήτησιν ἠμφισβητήθη ὑπὸ τοῦ τότε Πρωθυπουργοῦ ἡ καταγωγὴ τοῦ πίνακος ἀπὸ δημόσιον γραφεῖον. Διὰ τοῦτο οἱ Ὑπουργοὶ πρέπει, ὅταν δίδωσι πληροφορίας, νὰ περιβάλλωσιν αὐτὰς εἴτε διὰ τῆς ἰδίας ὑπογραφῆς των, εἴτε διὰ τῆς τῶν ἁρμοδίων τμηματαρχῶν· ἀλλὰ προχθὲς κατετέθη καὶ ὑπὸ τῆς Γενικῆς Διευθύνσεως τῶν ταχυδρομείων καὶ τηλεγράφων πίναξ, φέρων τὴν ὑπογραφὴν τοῦ Γενικοῦ Διευθυντοῦ, ἀναγράφων πληροφορίας διαφόρους τῶν ἐν τοῖς δυσὶν ἄλλοις πίναξι. Κατὰ τὸν εἰρημένον πίνακα, τὸν ὑπὸ τῆς Γενικῆς Διευθύνσεως τῶν ταχυδρομείων καὶ τηλεγράφων διαβιβασθέντα εἰς τὴν Βουλὴν, εἰσεπράχθησαν κατὰ τὸ 1901, ἀπὸ 1 Ἰανουαρίου μέχρι τέλους Δεκεμβρίου, ἐκ τελῶν ταχυδρομικῶν καὶ τηλεφωνικῶν ὑπὲρ τοῦ δημοσίου ταμείου δραχμαὶ 4,258,039.15, ἐνῷ κατὰ τοὺς δύο ἄλλους πίνακας, τοὺς ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου κατατεθέντας, εἶχον εἰσπραχθῆ κατὰ τὸ 1899 ἐκ τελῶν μὲν ταχυδρομικῶν δραχ. 1,937,437.47, ἐκ τελῶν δὲ τηλεγραφικῶν καὶ τηλεφωνικῶν δραχ. 1,239,730.96, πλὴν τῶν ἀποδοθέντων εἰς τὰς ξένας διευθύνσεις, ἤτοι ἐν ὅλῳ 3,177,168.43, κατὰ δὲ τὸ 1900 ἐκ ταχυδρομικῶν μὲν τελῶν 2,120,889.08, ἐκ τηλεγραφικῶν δὲ καὶ τηλεφωνικῶν δραχ. 1,178,030.52, πλὴν τῶν ἀποδοθέντων εἰς ξένας διευθύνσεις, ἤτοι ἐν ὅλῳ δραχ. 3,298,919.60. Κατὰ ταῦτα, ἐνῷ κατὰ τοὺς πίνακας τούτους, τοὺς κατατεθέντας ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου, τὰ εἰσπραχθέντα ἐκ τελῶν ταχυδρομικῶν, τηλεγραφικῶν καὶ τηλεφωνικῶν ἀνῆλθον κατὰ μὲν τὸ 1899 εἰς δρ. 3,177,168.08 καὶ κατὰ τὸ 1900 εἰς δραχ. 3,298,916.60, κατὰ τὸν ὑπὸ τῆς Γενικῆς Διευθύνσεως διαβιβασθέντα πίνακα τὰ εἰσπραχθέντα ἔσοδα τοῦ 1901 μέχρι τέλους τοῦ Δεκεμβρίου τοῦ ἔτους ἀνῆλθον εἰς δρ. 4,258,039.15. Ἐν τούτοις, κατὰ τὴν δημοσιευθεῖσαν τὴν 30 Μαρτίου ἐνεστῶτος ἔτους προσωρινὴν κατάστασιν τῆς χρήσεως τοῦ 1901 τῶν εἰσπραχθέντων ἀπὸ 1 Ἰανουαρίου 1901 μέχρι τοῦ τέλους οὐχὶ τοῦ Δεκεμβρίου 1901, ἀλλὰ τοῦ Ἰανουαρίου 1902, κατὰ τὴν κατάστασιν, λέγω, ταύτην, ἐνῷ ἐξ ἐνσήμων δελτίων ἐσωτερικῶν ταχυδρομικῶν δεμάτων εἰσεπράχθησαν 40,898.18, ἐν τῷ πίνακι, τὸν ὁποῖον ὑπέβαλεν ἡ Γεν. Διεύθυνσις τῶν ταχυδρομείων, σημειοῦνται εἰσπραχθέντα 44,911,80...
§97Φ. ΝΕΓΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Δὲν εἶναι πλήρης ἡ κατάστασις ἡ ταμιακή. Κατὰ τοὺς μῆνας τοὺς ἑπομένους θὰ συμπληρωθῇ, ὡς εἶναι τακτικόν. Ἡ κατάστασις τῆς Διευθύνσεως τῶν ταχυδρομείων ἐγένετο κατὰ τὴν ἐποχὴν, καθ’ ἣν τὴν ἐζητήσατε, δηλαδὴ κατὰ μῆνα Μάρτιον, ἐνῷ ἡ κατάστασις ἡ ταμιακὴ παρουσιάζει τ’ ἀποτελέσματα μέχρι τέλους Ἰανουαρίου· ἀλλὰ μέχρι τέλους Ἰανουαρίου ὅλαι αἱ ταμιακαὶ εἰσπράξεις δὲν ἔχουσιν εἰσέλθει ἀκόμη, ὡς τοῦτο δύνασθε νὰ βεβαιωθῆτε ἐκ τῆς καταστάσεως τοῦ Φεβρουαρίου καὶ μετὰ ταύτην ἐκ τῆς καταστάσεως τοῦ Μαρτίου, ἐν αἷς προστίθενται νέαι εἰσπράξεις ἐκ τῆς χρήσεως τοῦ 1901.
§98Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἀλλὰ τότε, διατὶ δὲν ἀνεκοινώθησαν εἰς τὴν Βουλὴν αἱ πληροφορίαι αὗται, αἱ τελευταῖον ὑποβληθεῖσαι, ὅτε τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν κατέθηκεν εἰς τὴν Βουλὴν τοὺς πρώτους δύο πίνακας περὶ τῶν ἐσόδων ἐκ ταχυδρομικῶν, τηλεγραφικῶν καὶ τηλεφωνικῶν τελῶν, ἐνῷ ὁ νόμος κατέστησε μὲν Γενικὴν Διεύθυνσιν τῶν ταχυδρομείων καὶ τηλεγράφων, δὲν ἀφῄρεσεν ὅμως τὴν ἐπιτήρησιν τὴν ἀνωτάτην ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον; Τὸ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργεῖον δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἀγνοῇ ὅ,τι ἐγνώριζεν ἡ Γενικὴ Διεύθυνσις τῶν ταχυδρομείων. Ἑπομένως, ὅτε ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐσωτερικῶν συνετάσσοντο οἱ δύο πίνακες, κατὰ τοὺς ὁποίους τὰ ἔσοδα δὲν εἶχον ἀναβιβασθῆ εἰς τὸ ποσὸν, εἰς τὸ ὁποῖον παριστᾷ αὐτὰ ἀνελθόντα ὁ ὑπὸ τῆς Γενικῆς Διευθύνσεως διαβιβασθεὶς εἰς τὴν Βουλὴν πίναξ, εἶχεν ὑπ’ ὄψιν του τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας εἶχεν ἡ Γενικὴ Διεύθυνσις τῶν ταχυδρομείων, ὅτε αὕτη συνέτασσε τὸν πίνακα τῶν εἰσπράξεων μέχρι 31 Δεκεμβρίου 1901;
§99Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἐπιτρέπετε;
§100Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μάλιστα.
§101Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Ἀκριβῶς ὁ Γενικὸς Διευθυντὴς τῶν ταχυδρομείων, ὅτε κατετέθησαν αἱ πληροφορίαι εἰς τὴν Βουλὴν, παραπονέθη εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, ὅτι αἱ πληροφορίαι αἱ δοθεῖσαι δὲν ἀνταπεκρίνοντο πρὸς τὴν ἀλήθειαν, τὴν ἐκ τῶν βιβλίων τῆς Γενικῆς Διευθύνσεως ἐξαγομένην· ἰσχυρίσθη δὲ, ὅτι ἡ ὑπηρεσία ἐκεῖ διὰ τῆς δημιουργίας τοῦ τμήματος τῆς Στατιστικῆς εἶναι λεπτομερεστάτη καὶ ἀκριβεστάτη. Μίαν μόνον παράλειψιν ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκω, ὅτι ὁ Γενικὸς Διευθυντὴς ὑπέπεσεν, ὅτι δὲν ὑπέγραψε τὴν κατάστασιν. Τὴν παράλειψιν ταύτην θὰ διορθώσω αὔριον, διότι θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Γενικὸν Διευθυντὴν νὰ ὑπογράψῃ τὴν κατάστασιν. Ἀλλ’ εἶμαι πεπεισμένος, ὅτι εἶναι ἀληθῆ τὰ πράγματα.
§102Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἀλλὰ θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ ἀναμιχθῶ εἰς τὴν ἐσωτερικὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου...
§103Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Μοὶ ἐπιτρέπετε μίαν ἐρώτησιν;
§104Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μάλιστα.
§105Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὅτε ὡμίλησα ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, εἶπον ὅτι μεταξὺ τῆς δημοσιευθείσης γενικῆς καταστάσεως τῶν ἐσόδων μέχρι τῆς 31 Δεκεμβρίου καὶ τῆς σημειώσεως, περὶ ἧς ὁμιλεῖ ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος διὰ τὰ τηλεγραφικὰ τέλη, ὑπάρχει διαφορὰ δραχμῶν 500,000 περίπου. Ἑπομένως ὑποθέτω, ὅτι ὑπάρχει τι τὸ ἐσφαλμένον καὶ ἀκατανόητον ἐν τῇ σημειώσει.
§106Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Μὴ λησμονεῖτε, ὅτι τὰ τηλεγραφικὰ τέλη τοῦ ἐξωτερικοῦ εἰσπράττονται εἰς χρυσὸν, ὃν ὁ κεντρικὸς ταμίας χρησιμοποιεῖ εἰς τὰ ἐμβάσματα εἰς τὴν Εὐρώπην, ἢ τὸν πωλεῖ εἰς τὴν τρέχουσαν τιμὴν καὶ τὸν μετατρέπει εἰς δραχμὰς, καὶ τὸ ποσὸν τῶν δραχμῶν μεταδίδει εἰς τὸ Γενικὸν Λογιστήριον, ὅπερ προσθέτει αὐτὸ εἰς τὰς ἄλλας εἰσπράξεις· ἐκ τούτου δὲ τὸ ποσὸν φαίνεται ηὐξημένον.
§107Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Εἰς τὴν κατάστασιν σημειοῦται καὶ ἔσοδον ἐκ νομισματικῆς διαφορᾶς.
§108Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Νομίζω, ὅτι ὑπάρχει σύγχυσις, ἴσως δὲ καὶ διπλῆ ἐγγραφὴ τοῦ ποσοῦ τῆς νομισματικῆς διαφορᾶς. (Διαλογικαὶ συζητήσεις μεταξὺ Κ. Καραπάνου καὶ Νέγρη).
§109Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Εἶχον λάβει τὴν συναίνεσιν τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, ἵνα ἀναμιχθῶ μικρὸν εἰς τὴν ἐσωτερικὴν ὑπηρεσίαν τοῦ ὑπ’ αὐτὸν Ὑπουργείου· εἶχον προβάλει ἐπερώτησιν καὶ παρεκάλεσα αὐτὸν νὰ ἀνακοινώσῃ εἰς τὴν Βουλὴν πληροφορίας περὶ τοῦ εἰσπραχθέντος ποσοῦ ἐσόδων κατὰ τὸ 1901 ἐκ τῆς τηλεγραφικῆς καὶ ταχυδρομικῆς ὑπηρεσίας. Ὑπέθετον, ὅτι τὸ πρῶτον ἔργον, ὅπερ ἤθελε πράξει, ἦτο νὰ ἀπευθυνθῇ πρὸς τὴν Γενικὴν Διεύθυνσιν τῶν ταχυδρομείων καὶ ζητήσῃ πληροφορίας. Ἀλλὰ νῦν λέγει ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὅτι αἱ πληροφορίαι δὲν προέρχονται ἐκ τῆς Γενικῆς Διευθύνσεως, ἀλλ’ ἐκ τῶν προσωρινῶν καταστάσεων τῶν ἐσόδων. Ἑπομένως ἀγνοοῦμεν ποῖαί εἰσιν αἱ ἀκριβεῖς, ἢ αἱ ὀρθαί. Ἀλλὰ καὶ ἑτέραν διαφορὰν παρατηρῶ ἐπὶ τῆς προσωρινῆς καταστάσεως, τῆς παριστώσης τὰ κατὰ τὸ 1901 εἰσπραχθέντα ἔσοδα καὶ πληρωθέντα ἔξοδα μέχρι τέλος Ἰανουαρίου 1902. Κατὰ τὸν ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου κατατεθέντα πίνακα τῶν μέχρι τέλους Δεκεμβρίου 1901 εἰσπραχθέντων διὰ τηλεγραφικὰ τέλη, εἰσεπράχθησαν δραχ. 1,257,655.84 εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια, κατὰ τὴν προσωρινὴν δὲ κατάστασιν τῶν μέχρι τέλους Ἰανουαρίου 1902 εἰσπραχθέντων ἐσόδων ἐκ τηλεγραφικῶν τελῶν, εἰσεπράχθησαν μόνον δρ. 757,226.07, οὕτω δὲ ὑπάρχει διαφορὰ 500,000 δραχμῶν. Καὶ προσέτι, ἐνῷ κατὰ τὸν πίνακα, τὸν διαβιβασθέντα παρὰ τῆς Γενικῆς Διευθύνσεως τῶν ταχυδρομείων, ἐκ τῶν τηλεφωνικῶν τελῶν εἰσεπράχθησαν 77,624.55, κατὰ τὴν προσωρινὴν κατάστασιν, ἧς ἐμνήσθην, εἰσεπράχθησαν 44,097.25. Βεβαίως μᾶς ἐνδιαφέρει νὰ μάθωμεν, ποῖα τούτων εἰσὶν ἀκριβῆ· διότι ὑπερμέτρως ηὐξήθησαν τῆς ταχυδρομικῆς ὑπηρεσίας τὰ ἔξοδα κατὰ τὴν τελευταίαν τριετίαν. Εἰς μισθοὺς τοῦ προσωπικοῦ τῆς Γενικῆς Διευθύνσεως ἐδαπανήθησαν τὸ 1898 δραχ. 55,841.58, κατὰ τὸν ὑπὸ τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργοῦ κατατεθέντα πίνακα· ἀλλὰ κατὰ τὸ ἔτος 1899 ἀνεβιβάσθησαν τὰ ἔξοδα ταῦτα εἰς 60,785.15, κατὰ τὸ 1900 εἰς 77,541.71, κατὰ τὸ 1901 ἐζητήθησαν διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ πιστώσεις δρ. 100,560, καὶ κατὰ τὸ 1902 πιστώσεις δραχ. 110,880. Οὕτως ἐδιπλασιάσθησαν τὰ ἔξοδα διὰ τοὺς μισθοὺς τοῦ προσωπικοῦ τῆς Γενικῆς Διευθύνσεως. Μήπως δὲν ἐπῆλθεν ὁμοία αὔξησις τῶν ἐξόδων διὰ τοὺς μισθοὺς τοῦ προσωπικοῦ τῶν ταχυδρομείων; Εἰς 130,332.12 ἀνῆλθον τὰ ἔξοδα ταῦτα κατὰ τὸ 1898, κατὰ τὸν ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ κατατεθέντα πίνακα· ἀλλ’ εἰς 153,086.70 ἀνῆλθον τὰ κατὰ τὸ 1900 πληρωθέντα· ἂν δὲ ἀθροίσητε τὰ ἐν τῷ ἀπολογισμῷ τοῦ 1896 ἀναγραφέντα διακεκριμένως ἔξοδα διὰ μισθοὺς τοῦ προσωπικοῦ τῶν ἐν ταῖς ἐπαρχίαις ταχυδρομείων καὶ διὰ μισθοὺς προσωπικοῦ τῶν ἐν αὐτοῖς τηλεγραφείων, ἅπερ ὁμοῦ ἀνεγράφησαν ἐν τοῖς Προϋπολογισμοῖς τοῦ 1901 καὶ 1902, θέλετε εὑρεῖ, ὅτι κατὰ μὲν τὸ 1896 ἐπληρώθησαν δραχμαὶ 831,649.11, ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ δὲ τοῦ μὲν 1901 ἀνεγράφη δι’ αὐτὰ ποσὸν δρ. 1,047,420, ἤτοι ὑπὲρ τὰ δαπανηθέντα τὸ 1896 κατὰ 215,770.89, τοῦ δὲ 1902 ἀνεγράφη ποσὸν δραχ. 1,120,880, ἤτοι ὑπὲρ τὰ δαπανηθέντα τὸ 1896 κατὰ δραχ. 289,230.89. Καὶ ἐπειδὴ περὶ τούτου ὁ λόγος, δὲν πρέπει νὰ παραλείψω νὰ σημειώσω, ὅτι ἡ Ἐφημερὶς τῆς Κυβερνήσεως πληροῦται διὰ συστάσεων πληθύος ταχυδρομικῶν γραφείων ἐν τοῖς δήμοις, ἀλλὰ καὶ ἐν χωρίοις. Δὲν πρέπει νὰ τὸ παραλείψω, διότι, ἂν ὑπάρχῃ ἀνάγκη αὐξήσεως τῶν ταχυδρομείων, ἡ πλήρωσις τῶν ἀναγκῶν ἔπρεπε νὰ ᾖναι καθολικὴ καὶ οὐχὶ κατὰ τρόπον ἀποκλειστικῶς τοπικὸν, διότι εὐλόγως ἤθελε κινήσει τὴν περιέργειαν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐκλογικῶς ἐνδιαφέρονται ἐν ταῖς ἐπαρχίαις, ἐν αἷς οἱ Ὑπουργοὶ ἐκλέγονται Βουλευταὶ, διότι μόνον τοιαύτη πρόνοια ἐκράτησεν ἐν αὐτοῖς. Δὲν προβαίνω νὰ θίξω πρόσωπα, ὑποθέτων ὅτι ἀρκοῦσι τὰ λεχθέντα. Δι’ ἀντιμισθίαν δὲ τῶν διανομέων τηλεγραφείων καὶ ταχυδρομείων ἀπὸ δρ. 267,622.53, ὅσαι ἐδαπανήθησαν κατὰ τὸ 1898, κατὰ τὸ 1899 ἀνῆλθον τὰ ἔξοδα ταῦτα εἰς δραχ. 276,968.41, κατὰ δὲ τὸ 1900 εἰς δρ. 335,161.86, προσδιωρίσθησαν δὲ διὰ τῶν Προϋπολογισμῶν ἑκατέρου τῶν ἑπομένων δύο ἐτῶν εἰς δρ. 301,980, ἐνῷ κατὰ τὸ 1896 εἶχον δαπανηθῆ μόνον δρ. 263,111.59. Καὶ τὰ δι’ ἐνοίκια πληρωθέντα, καὶ ταῦτα ἔβησαν αὐξανόμενα κατ’ ἔτος· διότι, ἐνῷ τὸ 1898 ἐπληρώθησαν δραχ. 101,412.64, κατὰ τὸ 1899 ἐπληρώθησαν δρ. 114,742.66, κατὰ δὲ τὸ 1900 δρ. 121,395.37· ἐν τοῖς Προϋπολογισμοῖς δὲ τοῦ 1901 καὶ 1902 ἀνεγράφησαν δι’ ἐνοίκια τοῦ ἔτους μὲν 1901 δρ. 140,000, τοῦ ἔτους δὲ 1902 δρ. 185,000, ἤτοι ηὐξήθησαν τὰ κατὰ τὸ 1898 πληρωθέντα κατὰ δρ. 83,587.36...
§110Ν. ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Ἐπειδὴ ἐκουράσθημεν, κύριε Πρόεδρε, νομίζω καλὸν νὰ ἀναβάλωμεν.
§111Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μίαν ἔτι στιγμὴν, ὅπως ἐξαντλήσω τὸ μέρος τοῦτο... Καὶ εἰς γενικὰ ἔξοδα, ἀπὸ δραχ. 145,883.18, ὅσαι ἐπληρώθησαν τὸ 1898, τὸ 1900 ἐπληρώθησαν 233,052.77, ἐνῷ τὸ 1896 εἶχον δαπανηθῆ μόνον 126,022.77. Καὶ δι’ ὁδοιπορικὰ καὶ ἀποζημιώσεις, ἀπὸ 26,607.04, ὅσα ἐδαπανήθησαν τὸ 1898, τὸ 1899 ἐδαπανήθησαν δραχ. 31,895.30, τὸ 1900 δραχ. 34,997.87, καὶ δραχ. 35,000 τὸ 1902. Διὰ μετακομιδὴν δὲ τῶν ταχυδρομικῶν ἀνταποκρίσεων, δι’ ἣν τὸ 1898 ἐπληρώθησαν δραχμαὶ 271,285.67, κατὰ τὸ 1899 ἐπληρώθησαν 272,032.78, κατὰ τὸ 1900 δραχ. 470,583, ἀνεγράφησαν δὲ ἐν ἑκατέρῳ τῶν Προϋπολογισμῶν τοῦ 1901 καὶ 1902 δραχ. 501,000. Εἶχον ἀληθῶς ἐνδιαφέρον νὰ ἐλάμβανον γνῶσιν τῶν πρακτικῶν τῆς δημοπρασίας, τῆς γενομένης διὰ τὴν παραχώρησιν τῆς ἐργολαβίας ταύτης, τοσούτῳ μᾶλλον, ὅσῳ ὑπῆρξαν εὐκολίαι εἰς τὴν ὑπηρεσίαν, παρασχεθεῖσαι ἐκ τῆς ἀναπτύξεως τῶν μέσων τῆς συγκοινωνίας· παραδείγματος χάριν, συνετελέσθη ἡ γραμμὴ τοῦ σιδηροδρόμου Μύλων–Καλαμῶν, τοῦτο δὲ παρέσχεν εὐκολίαν εἰς τὴν μεταφορὰν τῶν ταχυδρομικῶν σάκκων, τοὐλάχιστον ἀπὸ Τριπόλεως εἰς πάσας τὰς χώρας, διὰ τῶν ὁποίων διέρχεται ἡ γραμμὴ μέχρι τῶν Καλαμῶν. Ἐπίσης κατεσκευάσθησαν ἁμαξιταὶ ὁδοὶ, καὶ μεταφέρονται οἱ ταχυδρομικοὶ σάκκοι δι’ ἁμαξῶν, καὶ θέλομεν δαπανᾷ ὀλιγώτερα.
§112Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Αὐξάνεται ἡ δαπάνη. Ἀκριβῶς ὁ λόγος τῆς αὐξήσεως εἶναι αὐτός.
§113Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐὰν ἐγίνετο ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶχον συμβουλεύσει εἰς τὸν πρώην Γενικὸν Διευθυντὴν τῶν ταχυδρομείων κύριον Ἀραβαντινὸν κατὰ τὸ 1896, ὅτε παρεδόθησαν εἰς κοινὴν χρῆσιν αἱ ἁμαξιταὶ ὁδοὶ, νὰ ἐπιτραπῇ δηλ. εἰς τοὺς ἀναλαβόντας τὴν δι’ ὀχημάτων μεταφορὰν τῶν ταχυδρομικῶν σάκκων νὰ δέχωνται εἰς τὰς ἁμάξας καὶ ἐπιβάτας ἐπὶ ὡρισμένῳ ἀγωγίῳ, τότε οἱ ἔχοντες τὰ ὀχήματα ἤθελον μειώσει τὰ μισθώματα τῶν ὀχημάτων των διὰ τὴν μεταφορὰν τῶν ταχυδρομικῶν σάκκων.
§114Α. ΣΚΑΛΤΣΟΔΗΜΟΣ. Γίνονται καὶ τὰ δύο.
§115Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Αὐτὸ γίνεται. Ἀλλὰ καρποῦται ὁ ἀγωγεύς.
§116Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἀλλ’ ἐξετέθη εἰς μειοδοτικὴν δημοπρασίαν τῶν τηλεγραφικῶν καὶ τηλεφωνικῶν γραμμῶν ἡ κατασκευή; Καὶ τοῦ ἠλεκτρικοῦ ἐργοστασίου τὰ ἔξοδα ηὔξησαν ἀπὸ δρ. 8,463, ὅσαι ἐδαπανήθησαν τὸ 1896, εἰς δρ. 15,480, ὅσαι ἀναγράφονται ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1901, καὶ εἰς δρ. 35,480, ὅσαι ἀνεγράφησαν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1902. Καὶ αὐτὴ ἡ διὰ τὴν ἀκτοπλοϊκὴν συγκοινωνίαν δαπάνη τεραστίως ηὔξησε, διότι ἀπὸ δραχ. 99,133.80, ὅσαι ἐδαπανήθησαν τὸ 1896, ἀνῆλθεν εἰς δρ. 144,609.65, ὅσαι ἐδαπανήθησαν τὸ 1898, καὶ εἰς δραχ. 209,043.05, εἰς ὅσας ἀνῆλθον τὰ κατὰ τὸ 1899 πληρωθέντα, καὶ εἰς δρ. 212,825 64 κατὰ τὸ 1900. Ἀλλ’ ἡ εὐκαιρία τοῦ ἐλέγχου τῶν δαπανῶν διὰ τὴν ταχυδρομικὴν, τηλεγραφικὴν καὶ τηλεφωνικὴν ὑπηρεσίαν δύναται νὰ μοὶ χρησιμεύσῃ διὰ νὰ προβάλω παρατήρησιν ἐπὶ καταχρήσεως τῆς τηλεγραφικῆς ὑπηρεσίας, ἥτις κατέστησεν ἐν αὐτῇ ἀληθῆ λογοκρισίαν. Κατὰ τὸν νόμον περὶ τηλεγραφικῆς συγκοινωνίας, δὲν εἶναι δεκτὰ πρὸς μεταβίβασιν τηλεγραφήματα, τὰ ὁποῖα ἀπειλοῦσι κίνδυνον τῆς δημοσίας τάξεως καὶ ἀσφαλείας, ἢ καθάπτονται τοῦ προσώπου τοῦ Ἡγεμόνος, ἢ ἀντιβαίνουσιν εἰς τὴν θρησκείαν ἢ τὰ δημόσια ἤθη· πάντα τὰ ἄλλα τηλεγραφήματα, εἴτε εἶναι εὐνοϊκὰ πρὸς τοὺς Ὑπουργοὺς, εἴτε εἶναι δυσμενῆ πρὸς αὐτοὺς, εἴτε ἀναγγέλλουσιν ἀληθῆ, εἴτε ἀναγράφουσι ψεύματα, οὐδὲν ἔχει δικαίωμα ὁ τηλεγραφητὴς νὰ ἐξετάσῃ. Ἄλλοτε ἐτύγχανον Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργείου, συνεζητεῖτο δὲ τὸ νομοσχέδιον περὶ τῆς σταφίδος· τότε ἀπὸ τὸ τηλεγραφεῖον μοὶ ἔστελλον τηλεγραφήματα, τὰ ὁποῖα ἐδίδοντο πρὸς μεταβίβασιν εἰς Πάτρας, διότι ὁ τηλεγραφητὴς ἐνόμιζεν, ὅτι εἶχε καθῆκον νὰ ζητῇ τὴν ἐμὴν ἄδειαν, ἵνα μεταβιβάζῃ αὐτὰ, διότι παρεμόρφωνον τὰ ἐν τῇ Βουλῇ γιγνόμενα, καὶ μετέδιδον ψευδεῖς εἰδήσεις, ἰδίως κατ’ ἐμοῦ· παρίστων, ὅτι ἐγὼ προέτεινα γνώμας παραλόγους, πάντως δ’ ἐπιζημίους, ὅτι ἐγὼ ἀντετάχθην εἰς ἐπωφελεῖς προτάσεις, καὶ παραπλήσια ψεύδη, πρὸς τὸν σκοπὸν νὰ ἐρεθίσωσι τὸ φρόνημα τοῦ Πατραϊκοῦ λαοῦ κατ’ ἐμοῦ. Μὲ ἠρώτα λοιπὸν ἡ τηλεγραφικὴ ὑπηρεσία, ἂν τὰ τοιαῦτα τηλεγραφήματα ἐπετρέπετο νὰ μεταβιβασθῶσι. Βεβαίως, ἔγραφον πρὸς τὴν τηλεγραφικὴν ὑπηρεσίαν, πρέπει ταῦτα νὰ μεταβιβασθῶσι, διότι ἡ ὑπηρεσία δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἐξετάζῃ, ἂν εἶναι ἀληθῆ ἢ ψευδῆ τὰ ἀναγγελλόμενα, ἀπόκειται δὲ εἰς τοὺς ἐκ τῶν ψευδῶν ἀγγελμάτων ζημιουμένους νὰ διαψεύσωσι τὰς ψευδεῖς εἰδήσεις. Ἂν οἱ τηλεγραφηταὶ ἤθελον ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ κρίνωσιν, οὐδεμία πλέον ὑπῆρχεν ἐγγύησις. Ἀλλ’ ἂν τότε οὕτω τὰ περὶ τούτου ἐγίγνοντο, ὁμολογῶ, ὅτι κατὰ τὰ ἔτη ταῦτα, τηλεγραφήματα, τὰ ὁποῖα ἐστάλησαν εἰς ἐμὲ, διότι ἐκρίνοντο ὑπὸ τῶν τηλεγραφητῶν ἢ ὑπὸ τῶν νομαρχῶν δυσμενῆ πρὸς τοὺς κυβερνῶντας, ἠρνοῦντο νὰ μεταβιβάσωσιν αὐτὰ, ἐπεστράφησαν δὲ ταῦτα. Διὰ τοῦτο δὲν εἶναι καιρὸς νὰ προκαλέσω ἔλεγχον τοῦ παρελθόντος, διὰ νὰ ἐξακριβωθῇ, τίνες οἱ τηλεγραφικοὶ ὑπάλληλοι, οἱ ὁποῖοι ὑπερέβησαν τὰ δικαιώματα αὐτῶν, ἀλλὰ συνιστῶ εἰς τοὺς κυρίους Ὑπουργοὺς νὰ δώσωσιν ὁδηγίας εἰς τὴν ταχυδρομικὴν ὑπηρεσίαν, ὅπως μὴ καταχρᾶται τῆς ἐντολῆς αὐτῆς.
§117ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Αὔριον, κύριε Πρόεδρε. Νὰ διακόψωμεν τώρα.
§118ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀφοῦ ὁ ἀγορεύων δὲν ἐννοεῖ νὰ διακόψῃ...
§119Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Σᾶς παρακαλῶ. Μοὶ δίδετε τὴν ἄδειαν νὰ προσθέσω τινὰ βραχέα; Ἀφίνω τὰ τῆς ἀστυνομίας δι’ αὔριον, ἀλλὰ πρέπει νὰ ἐξετάσω τὰ ὑπὲρ τῆς γεωργίας προτεινόμενα, ὡς καὶ τὰ ὑπὲρ τῆς δημοσίας ὑγείας.
§120ΠΟΛΛΟΙ (ἐξ ἀριστερῶν). Εἶναι περασμένη ἡ ὥρα.
§121Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Νὰ περάνω τὰ περὶ τῆς γεωργίας. Ἡ ὕλη εἶναι σπουδαία, καὶ σᾶς παρακαλῶ νὰ μὴ ἀποκάμητε προσέχοντες. Πρὸς ἐνίσχυσιν τῆς γεωργίας ἐδαπανήθησαν κατὰ τὸ ἔτος 1894 διὰ προμήθειαν γεωργικῶν εἰδῶν δραχμαὶ 954.86, δι’ ὁδοιπορικὰ καὶ ἀποζημίωσιν δραχ. 2,256.14, διὰ καταδίωξιν ἐπιβλαβῶν ζώων καὶ θεραπείαν φυτικῶν ἀσθενειῶν 5,022.10, τὸ ὅλον 8,233 δραχμαί. Τὸ 1895 ἐδαπανήθησαν διὰ προμήθειαν γεωργικῶν εἰδῶν δραχ. 1,186.05, δι’ ὁδοιπορικὰ καὶ ἀποζημιώσεις 1,045.65, διὰ καταδίωξιν ἐπιβλαβῶν ζώων καὶ θεραπείαν φυτικῶν ἀσθενειῶν δρ. 543.85, διὰ συντήρησιν δὲ γεωργικῶν σταθμῶν 6,105.45. Ἦτο τὸ πρῶτον ἔτος, κατὰ τὸ ὁποῖον ἐσκεπτόμεθα ν’ ἀντικαταστήσωμεν τὸ ἕως τότε ἰσχῦον σύστημα τῆς διὰ Σχολῶν διδασκαλίας τῆς γεωργίας διὰ τοῦ συστήματος τῆς πρακτικῆς διδασκαλίας διὰ Γεωργικῶν Σταθμῶν. Κατὰ τὸ 1896, ὅτε ἐξεδόθη ὁ περὶ Γεωργικῶν Σταθμῶν νόμος, ἐδαπανήθησαν διὰ προμήθειαν γεωργικῶν εἰδῶν δραχμαὶ 1200, διὰ στατιστικὰς πληροφορίας καὶ γεωργικὰ συγγράμματα δραχ. 933.38, δι’ ἔξοδα ὑπὲρ τῆς γεωργίας δραχ. 2,439.38, διὰ καταδίωξιν ἐπιβλαβῶν ζώων καὶ θεραπείαν φυτικῶν νόσων δραχμαὶ 500, καὶ διὰ συντήρησιν γεωργικῶν σχολείων καὶ σταθμῶν δρ. 40,000. Ἦτο, ὡς εἶπον, τὸ πρῶτον ἔτος, κατὰ τὸ ὁποῖον ἤρξατο ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ συστήματος τῆς συστάσεως Γεωργικῶν Σταθμῶν, ἡ ὁλικὴ δὲ δαπάνη ἀνεβιβάσθη εἰς δρ. 45,072.76, ἐνῷ τὸ 1894 ἦτο 8,233.10, τὸ 1895 δὲ 8,881. Κατὰ τὸ 1897, ἀντὶ 40,000, ζητηθεισῶν διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ διὰ συντήρησιν Γεωργικῶν Σχολῶν καὶ Σταθμῶν, ἐψηφίσθησαν δρ. 50,000· οὕτω δὲ αἱ διὰ τὴν γεωργίαν πιστώσεις ἀνῆλθον εἰς 52,203.36. Κατὰ τὸ 1898, ἀντὶ 40,000 ἢ 50,000 δραχμῶν, ἀνεγράφη ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ διὰ συνδρομὴν ὑπὲρ Γεωργικῶν Σταθμῶν πίστωσις ἐκ δρ. 150,000· ἐζητήθησαν δὲ καὶ ἄλλαι πιστώσεις: διὰ προμήθειαν γεωργικῶν εἰδῶν δρ. 2,500, διὰ στατιστικὰς πληροφορίας καὶ συγγράμματα δρ. 6,500, δι’ ἔξοδα ὑπὲρ τῆς γεωργίας δραχ. 5,000, διὰ καταδίωξιν ἐπιβλαβῶν ζώων κλπ. 4,500· τὸ ὅλον δραχμαὶ 168,500. Κατὰ τὸ 1899 εἰσήλθομεν ζωηρότεροι εἰς τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ ὑπὲρ προστασίας τῆς γεωργίας συστήματος, διότι αἱ δι’ αὐτὴν πιστώσεις ἀνῆλθον εἰς δραχ. 180,000· ἤτοι διετηρήθη τὸ ποσὸν τῶν 150,000 διὰ συνδρομὴν Γεωργικῶν Σταθμῶν, ἀνεγράφησαν δὲ πρὸς προμήθειαν γεωργικῶν εἰδῶν δραχ. 10,500, διὰ στατιστικὰς πληροφορίας καὶ συγγράμματα δρ. 6,500, διὰ γενικὰ ἔξοδα ὑπὲρ τῆς γεωργίας δρ. 9,000, καὶ διὰ καταδίωξιν ἐπιβλαβῶν ζῴων 4,000. Κατὰ τὸ 1900, ἀντὶ πιστώσεως ἐκ δραχ. 150,000, ἀνεγράφη διὰ συνδρομὴν Γεωργικῶν Σταθμῶν καὶ Σχολῶν πίστωσις 175,000· ἀνεγράφησαν δὲ καὶ 22,500 δραχμαὶ διὰ προμήθειαν γεωργικῶν εἰδῶν, 6,700, δι’ ἀγορὰν συγγραμμάτων καὶ διὰ στατιστικὰς πληροφορίας, 5,000 δραχ. διὰ γενικὰ ὑπὲρ τῆς γεωργίας ἔξοδα, καὶ 4,000 διὰ καταδίωξιν ἐπιβλαβῶν ζώων. Τὸ 1901 αἱ διὰ τὴν γεωργίαν πιστώσεις ἀνῆλθον εἰς δραχ. 210,500, διὰ τὸ ἀρξάμενον δ’ ἔτος 1902 αἱ διὰ τὴν γεωργίαν πιστώσεις ἀνῆλθον εἰς δραχ. 536,380, ἐκ τῶν ὁποίων 417,000 προωρίζοντο διὰ συνδρομὴν εἰς Γεωργικοὺς Σταθμοὺς καὶ Σχολάς. Κατὰ τὸ 1896, ὅτε πρώτην φορὰν εἰσήγετο τὸ σύστημα τῶν Γεωργικῶν Σταθμῶν, κατ’ ἀνάγκην ἐζητήσαμεν συλλήβδην (en bloc) πίστωσιν, ὅπως διαθέσῃ αὐτὴν ὁ Ὑπουργὸς πρὸς τοὺς Γεωργικοὺς Σταθμούς· ἀλλὰ νῦν, ὅτε ἡ ἐκτέλεσις τοῦ νόμου ἐκείνου ἐξετάθη καὶ ηὐρύνθη, ὅτε ἔχομεν πολλοὺς Σταθμοὺς, ὅτε ζητοῦμεν νὰ δαπανήσωμεν—ἐὰν πράγματι δαπανήσωμεν— 417,000 δρ. διὰ Γεωργικοὺς Σταθμούς, ἔχομεν δικαίωμα νὰ ζητήσωμεν ἀνάλυσιν τῶν δαπανῶν καὶ ἐξακρίβωσιν αὐτῶν. Διὰ τοῦτο ὁ Προϋπολογισμὸς πρέπει, ὡς περιλαμβάνει δι’ ἑκάστην ὑπηρεσίαν πίστωσιν ἰδίαν διὰ προσωπικόν, ἰδίαν διὰ γραφικὰ ἔξοδα καὶ ἄλλα, νὰ περιλαμβάνῃ καὶ ἐπὶ τῶν πιστώσεων διὰ Γεωργικοὺς Σταθμοὺς δι’ ἑκάστην αὐτῶν ἴδιον ἄρθρον. Παρακαλῶ δ’ ὑμᾶς νὰ ποιήσητε ἔναρξιν τῆς τακτικῆς ταύτης ἀπὸ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1902.
§122Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Αὐτὸ, τὸ ὁποῖον προτείνετε, νομίζω ὅτι εἶναι πολὺ ὀρθόν· ἀλλὰ δὲν πρέπει νὰ ὑποθέσητε, ὅτι ὑπάρχει τοσαύτη αὔξησις δαπάνης, διότι πρόκειται περὶ συνδρομῆς τοῦ Δημοσίου· γνωρίζετε δὲ, ὅτι ἡ συνδρομὴ αὐξάνει καθ’ ὅσον δὲν ἔχομεν τοὺς ἀπαιτουμένους πόρους.
§123Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Κρίνω μάλιστα, ὅτι πρέπει νὰ μεταβάλωμεν καὶ τὴν κατάταξιν τῶν πιστώσεων κατ’ ἄλλον τρόπον. Μέχρι τοῦδε ἐδαπάνωμεν ὑπὲρ τῆς γεωργίας τοὺς τόκους τοῦ κληροδοτήματος τοῦ μακαρίτου Τριανταφυλλίδου· διὰ τοῦτο ἡ συνδρομὴ τοῦ Κράτους ἦτο ἀσθενής, ἐκ δρ. 5,000 ἢ 8,000. Τότε εἴχομεν ἕνα Γεωργικὸν Σταθμόν, τὸν ἐν Βυτίνῃ, τῇ πατρίδι τοῦ δωρητοῦ. Τώρα ἔχομεν πολλοὺς Γεωργικοὺς Σταθμούς. Καὶ ἂν αἱ πιστώσεις ἀνέρχωνται εἰς δραχ. 417,000, τὸ 1903 ἴσως ἀναβιβάσωμεν αὐτὰς εἰς 700,000, καὶ ἴσως προβῶμεν καὶ εἰς 800,000 καὶ εἰς 1,000,000. Λοιπὸν νομίζω, ὅτι βάσις πρέπει νὰ ὦσιν αἱ δαπάναι τοῦ Κράτους, καὶ ὡς ἐπικουρία νὰ ἀναγράφηται τὸ Τριανταφυλλίδειον κληροδότημα. Αὐτὴν τὴν μεταβολὴν συνιστῶ. Ἀλλὰ παρατηρῶ καί τι, τὸ ὁποῖον εἶναι περίεργον. Διὰ συγγράμματα καὶ στατιστικὰς πληροφορίας ἀπὸ τοῦ ἔτους 1896 μέχρι τοῦ 1902 αἱ πιστώσεις συγκεφαλαιοῦνται εἰς 20 καὶ πλέον χιλιάδας δραχμάς, ἐλπίζω δέ, ὅτι συνεπληρώθη πλέον ἡ βιβλιοθήκη αὕτη, ὅσοι καὶ ἂν ὦσιν οἱ Σταθμοί. Τοιαύτη βιβλιοθήκη περιορίζεται ἀναγκαίως εἰς βιβλία χημικῶν γνώσεων, ἢ γεωλογικῶν, ἢ γεωργικῶν, εἰς γνώσεις ἀμπελοφυτικὰς ἢ κηπουρικάς, ἢ ὁδηγίας κατὰ νόσων φυτικῶν κλπ. Πρὸ πάντων πρέπει νὰ ἐπιτηρῇ τὴν διαχείρισιν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅστις θέλει λάβει βεβαίως πρόνοιαν νὰ διατηρῶνται τὰ βιβλία, διότι τὰ βιβλία δίδουσιν ἀφορμὴν καὶ εἰς πολλὰς γενναιοδωρίας· προχθὲς δ’ ἐξηλέγξαμεν γενναιοδωρίαν ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Στρατιωτικῶν ἐκ δεκακισχιλίων δραχμῶν διὰ σύγγραμμα τυπωθὲν ἐν αὐτῷ τῷ τυπογραφείῳ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, τοῦ ὁποίου μάλιστα τὸ περιεχόμενον δὲν ἦτο οὐδὲ προϊὸν πνευματικῆς ἐργασίας, ἀλλ’ ἁπλῆ συλλογή. Ἐπειδὴ δὲ κατὰ τὸ 1902 ἐγένετο ἀρχὴ προμηθείας λιπασμάτων χημικῶν, τοῦτο δὲ ἀνέγνων καὶ ἐν ἐφημερίσιν, ἔσχον τὴν περιέργειαν νὰ μάθω, ἐὰν εἰσήχθησαν χημικὰ λιπάσματα, ὑποθέτων ὅτι ἡ εἰσαγωγὴ αὐτῶν ἀπηγορεύετο διὰ νόμου, ἕνεκα τῆς φυλλοξήρας. Ἀλλ’ ἔμαθον, ὅτι εἰσήχθησαν δύο ἢ τριῶν εἰδῶν, ἐν ποσῷ ὅμως μικρῷ, πρὸς πειραματισμόν. Ἀποβαίνει δ’ ἀναγκαῖον νὰ ἐξετασθῇ εἰς τὰ κυριώτερα μέρη τὸ ἔδαφος γεωλογικῶς, διὰ νὰ γνωσθῇ, ποῖα εἴδη χημικῶν λιπασμάτων εἰσὶν ἀναγκαῖα πρὸς συμπλήρωσιν τῆς γονιμότητος αὐτοῦ, ὅπως προβῶμεν τότε εἰς προμηθείας μεγαλειτέρας. Τὰ ζωϊκὰ λιπάσματα ἔχουσιν ὄντως ἀτελείας καὶ πλημμελείας, ἰδίως δὲ συντελοῦσιν εἰς τὸν πολλαπλασιασμὸν τῶν ἐντόμων καὶ τῶν μικροβίων, τὰ ὁποῖα φθείρουσι τὰ δένδρα καὶ τὰς φυτείας, ἀποβαίνει δ’ ἀναγκαῖον νὰ ἀντικατασταθῶσι ταῦτα διὰ χημικῶν. Ἐπειδὴ δὲ περὶ τούτου ὁ λόγος, ἀναγκάζομαι νὰ συστήσω ἐπερώτησιν, ἣν ἐσκόπουν νὰ ποιήσωμαι περὶ τῆς ἐπαρχίας Πάλλης. Μοὶ ἐτηλεγράφησεν ἐκεῖθεν εἷς Σύλλογος, ὅτι ἡ Σταφιδικὴ Τράπεζα δὲν παρέχει ἐκεῖ θειϊκὸν χαλκὸν, οὔτε χρήματα πρὸς ἀγορὰν θείου εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι δὲν ἀπέτισαν τὰς πρὸς αὐτὴν ὀφειλάς των· δυστυχῶς δὲ, πάντες οἱ δῆμοι τῆς ἐπαρχίας Πάλλης δὲν ἠδυνήθησαν νὰ πληρώσωσι τὰς ὀφειλάς των, διότι εἶχον δυστυχῆ τὴν ἐσοδείαν ἀπὸ τὰς σταφιδαμπέλους. Ἐὰν ὅμως δὲν δοθῶσιν αὐτοῖς τὰ εἰρημένα φάρμακα, ὅπως καταστείλωσιν ἢ προλάβωσι τὴν νόσον τῶν σταφίδων καὶ τῶν ἀμπέλων, τότε οὐδὲν θέλουσιν ἔχει ἔσοδον ἕνεκα τοῦ περονοσπόρου· δὲν θέλει δὲ εἶσθαι μόνον ζημία ἀτόμων, ἀλλὰ ζημία καὶ τοῦ δημοσίου ταμείου καὶ τῆς κοινωνικῆς κινήσεως. Διὰ τοῦτο συνιστῶ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ συστήσῃ εἰς τὴν Σταφιδικὴν Τράπεζαν νὰ μὴ ἀρνηθῇ νὰ χορηγήσῃ τὸν ἀναγκαιοῦντα χαλκὸν καὶ θεῖον, ὅπως προληφθῇ ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ ἐκείνῃ ἡ νόσος τοῦ περονοσπόρου, ἀφοῦ μάλιστα εἷς τῶν Ὑπουργῶν κατάγεται ἐκ τοῦ νομοῦ Κεφαλληνίας, καὶ φυσικὸν εἶναι νὰ μὴ ἀδιαφορῇ διὰ τὴν γείτονα ἐπαρχίαν.
§124Α. ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. Μάλιστα.
§125Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Συνιστῶ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν τὴν ὑπόθεσιν ταύτην. Παρελθούσης δὲ τῆς ὥρας, ἀναγκάζομαι νὰ διακόψω τὸν λόγον μου.
§126ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρᾳ 2 καὶ 10′ τῆς πρωΐας τῆς ἐπιούσης).