1902.04.02
1,871 rows · 14,422 words · 73 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 47
τῆς 2 Ἀπριλίου 1902.
(Τρίτη).
(Γενομένης ἀπαρτίας ὥρᾳ 6 μ. μ. ἀναγινώσκονται καὶ ἐγκριθέντα ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους ἐπιτροπὴ κατέθεσε τὰς ἐκθέσεις της ἐπὶ τῶν νομοσχεδίων: 1) περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως ἐκ δραχμῶν 10,000 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῆς ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν τῆς χρήσεως τοῦ 1901, καὶ 2) περὶ ἀκυρώσεως ἐκτάκτου πιστώσεως δραχ. 58,769,695 καὶ χορηγήσεως ἐκτάκτου πιστώσεως διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους. Θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 193–194). Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως κατέθεσε νομοσχέδιον «περὶ διορισμοῦ γραμματέως καὶ ἐπιστάτου ἐν τῇ ἐν Ἀθήναις συλλογῇ εἰκόνων (Πινακοθήκῃ) καὶ χορηγίας πιστώσεως δραχμῶν τριακοσίων ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν κλπ. τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1901.» Τὸ νομοσχέδιον θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 195).
§2Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν γνωρίζω, ἂν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ὑπέβαλε τοὺς ἀπολογισμοὺς τῶν δήμων Ἀθηναίων καὶ Πειραιῶς.
§3Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Σήμερον τὴν πρωΐαν δὲν μετέβην εἰς τὸ Ὑπουργεῖον· ἀλλὰ θέλω φροντίσει περὶ τούτου αὔριον.
§4Α. ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Ἐγὼ διεβίβασα εἰς τὴν Ἱερὰν Σύνοδον τὴν αἴτησιν ὑμῶν περὶ τῶν προϋπολογισμῶν καὶ ἀπολογισμῶν τῶν Μονῶν Πετράκη καὶ Πεντέλης, ἀλλ’ εἰσέτι δὲν ἔλαβον ἀπάντησιν.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ καπνοπαραγωγοὶ Ἀγρινίου ὑποβάλλουσιν ὑπόμνημα ὑπὲρ τῆς συμβάσεως τῆς σιγαροποιΐας. Διάφοροι κατάδικοι ἐν ταῖς φυλακαῖς Παλαμηδίου, διανύσαντες εἰκοσαετῆ δεσμὰ, δι’ ἀναφορᾶς των παρακαλοῦσι τὴν Βουλὴν νὰ συστήσῃ, ὅπως δοθῇ αὐτοῖς Βασιλικὴ χάρις. Οἱ κάτοικοι Νεοχωρίου δι’ ἀναφορᾶς των παρακαλοῦσιν, ὅπως διαταχθῇ ἡ ἀναβολὴ τῆς πληρωμῆς τῶν παρ’ αὐτῶν ὀφειλομένων εἰς τὸ Δημόσιον ἐκ τῆς χρήσεως τοῦ 1901 μέχρι τοῦ προσεχοῦς μηνὸς Ἰουλίου. Ἡ ἐν Ἀθήναις κεντρικὴ ἐπιτροπὴ πρὸς συλλογὴν ἐράνων πρὸς ἀνέγερσιν ἐν Ἁγίᾳ Λαύρᾳ Ἡρῴου παρακαλεῖ, ὅπως ἀναγραφῇ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ πίστωσις ὑπὲρ τοῦ σκοποῦ τούτου.
§6Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§7Κ. Ν. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐνόμισα, ὅτε εἶδον ἐγειρόμενον τὸν ἔντιμον ἐκ Μεγαρίδος Βουλευτὴν ἵνα λάβῃ τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀναφορᾶς, ἥτις ἀνεκοινώθη εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι ἕνεκα αὐτῆς καὶ ἕνεκα τῆς χθὲς γενομένης ἐνταῦθα συζητήσεως περὶ τοῦ ἀνδριάντος τοῦ μεγάλου στρατηλάτου Κολοκοτρώνη ἤθελε προβῆ ἐν τῷ χαρακτηρίζοντι αὐτὸν ἐνθουσιασμῷ εἰς γενικωτέραν πρότασιν ὑπὲρ τῶν τοιούτων πραγμάτων, εἰς τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ ἔχῃ ἡ Ἑλληνικὴ Βουλὴ πρώτην σκέψιν. Ἀπὸ τοῦ 1829 προετάθη ὑπὸ τῆς ἐν Προνοίᾳ Ἐθνικῆς Συνελεύσεως ἡ ἵδρυσις τοῦ Μεγάλου ἐκείνου ναοῦ τοῦ Σωτῆρος, εἰς μνήμην καὶ δόξαν τοῦ Θεοῦ, τοῦ συμβοηθήσαντος εἰς τὴν ἀπελευθέρωσιν τῆς Ἑλλάδος, πρὸς δὲ καὶ εἰς μνήμην ὅλων τῶν συμπραξάντων εἰς αὐτήν. Ἀλλὰ τότε αἱ περιστάσεις δὲν ἐπέτρεπον τὴν ἐπιτέλεσιν τοῦ μεγάλου ἐκείνου σχεδίου. Ὁ ἀείμνηστος Βασιλεὺς Ὄθων, κατὰ τὸ πρῶτον ἔτος τῆς ἐλεύσεώς του εἰς τὴν Ἑλλάδα, ἐξέδωκε Διάταγμα, τὸ ὁποῖον τότε ἦτο νόμος, καὶ ἐν αὐτῷ περιελάμβανεν αὐτολεξεὶ τὰς φράσεις τοῦ ψηφίσματος τῆς Ἐθνικῆς Συνελεύσεως τοῦ 1829. Δυστυχῶς καὶ τότε δὲν ἐγένετό τι. Δὲν γνωρίζω, δὲν συνέβη νὰ ἀναγνώσω τι ἐν ταῖς ἱστορίαις καὶ ταῖς περιγραφαῖς τῶν χρόνων ἐκείνων, διατὶ δὲν ἐξετελέσθη ἡ μεγάλη αὐτὴ ἀπόφασις. Μετὰ ταῦτα, τὸ 1844, ἡ Ἑλλὰς ἀπέκτησε Σύνταγμα, καὶ ἑπτὰ ἐξελέχθησαν Βουλαί. Ἦλθεν ἡ Ἐθνικὴ Συνέλευσις τοῦ 1862 καὶ δεκαπέντε Βουλαὶ ἔκτοτε, καὶ οὐδεμία παρ’ οὐδεμιᾶς τούτων ἐλήφθη ποτὲ ἀπόφασις πρὸς συντέλεσιν τοῦ ἐθνικοῦ τούτου ἔργου. Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ῥίψω τὴν πρότασιν ἐνώπιον ὑμῶν, κύριοι συνάδελφοι, μετὰ τῆς παρακλήσεως νὰ μελετηθῇ, ἵνα φθάσωμεν, ὡς συντεταγμένη Πολιτεία, εἰς πλήρωσιν τοῦ πόθου τούτου τοῦ Ἑλληνικοῦ ἔθνους.
§8Γ. ΚΑΠΕΤΑΝΑΚΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§9Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Οὐδεὶς, νομίζω, ἐνταῦθα εἶναι ἀμνήμων τῆς ἱστορίας τοῦ τόπου, οὔτε ἀγνώμων πρὸς ἐκείνους, οἵτινες παρέδωκαν ἡμῖν ἐλευθέραν πατρίδα. Διὰ τοῦτο δὲν ἦτο ἀνάγκη παροτρύνσεως, ὅπως ἡ Κυβέρνησις ἀσπασθῇ μετὰ μεγάλης χαρᾶς τὴν γνώμην τὴν διατυπωθεῖσαν ἐν τῇ ἀναφορᾷ. Προσεχῶς θὰ ὑποβάλωμεν δήλωσιν περὶ τούτου, καὶ θὰ προτείνωμεν, ὅπως διὰ γενναίου ποσοῦ συντελέσῃ καὶ τὸ Κράτος εἰς τὴν ἀνέγερσιν τοῦ μνημείου ἐκεῖ, ἐν τῷ τόπῳ τῷ ἱερῷ, τῷ ἱερῷ τόπῳ οὐχὶ μόνον τῆς ἐλευθέρας Ἑλλάδος, ἀλλ’ ὁλοκλήρου τοῦ Ἑλληνισμοῦ, τῆς Μονῆς τῆς Λαύρας. (Εὖγε! εὖγε!).
§10Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Νομίζω, κύριε Πρόεδρε, ὅτι ἡ ἄλλη πρότασις, τὴν ὁποίαν ὁ Βουλευτὴς Ἐπιδαύρου Λιμηρᾶς ἐποιήσατο, δὲν πρέπει νὰ μείνῃ ἄνευ τινὸς ἀρχῆς ἐκτελέσεως. Βεβαίως νὰ διατυπωθῇ αὐτὴν τὴν στιγμὴν εἰς τὴν Βουλὴν τρόπος ἐκτελέσεως ἐκ τοῦ προχείρου δὲν εἶναι δυνατὸν, δὲν εἶναι πρέπον· ἀφοῦ ὅμως ὅλοι παραδέχονται τὴν ἰδέαν, νομίζω, ὅτι καλὸν θὰ ἦτο νὰ συνιστᾶτο ἐπιτροπὴ, ἀλλ’ ἐπιτροπὴ, εἰς τὴν ὁποίαν νὰ μετέχῃ ἐπισήμως καὶ ἡ Κυβέρνησις, ἂν θέλετε δὲ, ὑπὸ τὴν προεδρίαν τοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ἄλλα δὲ πρόσωπα νὰ ὁρίσητε ὑμεῖς, καὶ ἡ ἐπιτροπὴ αὕτη νὰ μελετήσῃ, κατ’ ἄλλην δὲ ἡμέραν νὰ ὑποβάλῃ τρόπον ἐκτελέσεως τοῦ μνημείου τούτου, δηλ. μνημείου ὑπὲρ τῆς Ἐπαναστάσεως.
§11Ν. ΓΟΥΛΙΜΗΣ. Τὴν ἐκτέλεσιν τῆς ἀποφάσεως τῆς Συνελεύσεως.
§12Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Δὲν γνωρίζω τί περιέχει ἡ ἀναφορὰ, διότι δὲν ἀνεγνώσθη αὕτη· ἁπλῶς ἀνηγγέλθη, καὶ ἐκ τῶν λεχθέντων παρὰ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Μεγαρίδος ἐνόησα, ὅτι ἔχει συσταθῆ ἐπιτροπή τις, ἡ ὁποία πρόκειται νὰ συλλέξῃ ἐράνους ὑπὸ τὴν προεδρίαν τοῦ κ. δημάρχου Ἀθηναίων, ὅπως ἱδρυθῇ ἐν Ἁγίᾳ Λαύρᾳ Ἡρῷον. Ὡς σᾶς εἶναι γνωστὸν, Κύριοι, ἀπὸ τῆς ἐποχῆς τῆς ἐγκαταστάσεως τῆς πρώτης Βασιλείας ἐν Ἀθήναις, ὅτε δηλ. διὰ Διατάγματος μετεφέρθη ἡ πρωτεύουσα τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους ἀπὸ τοῦ Ναυπλίου εἰς Ἀθήνας, εἶχε διαγραφῆ μέγα σχέδιον, καὶ ὑπῆρξαν ἀρχιτέκτονες καὶ μηχανικοί, οἵτινες εἶχον παρασκευάσει τὸ σχέδιον τῶν Ἀθηνῶν τοιοῦτον, ὡς εἰ ἐπρόκειτο περὶ μεγαλοπόλεως, ὅμοιαι τῆς ὁποίας ὀλίγαι ὑπάρχουσιν εἰς τὴν Εὐρώπην καὶ σήμερον. Μεταξὺ τοῦ σχεδίου αὐτοῦ εἶναι καὶ ἡ ἵδρυσις Ἡρῴου, ἡ ἰδέα δὲ τῆς ἱδρύσεως ἐν αὐτῇ τῇ πρωτευούσῃ τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους εἶχε βεβαίως καὶ τὸν λόγον της· διότι, ἂν πρόκειται νὰ προσελκύῃ τὴν προσοχὴν τῶν πολιτῶν καὶ τῶν διερχομένων ἐξ Ἀθηνῶν τὸ Ἡρῷον αὐτὸ, καὶ ἐξεγείρῃ τὰ πατριωτικὰ αἰσθήματα, δὲν πρέπει νὰ ἐγερθῇ εἰς τὴν Ἁγίαν Λαύραν, ὅπου ὀλίγοι προσκυνηταὶ μεταβαίνουσι, καὶ ὅπου ἀρκετὸν ἱερὸν εἶναι αὐτὴ ἡ Μονὴ, ὅπου κατὰ πρῶτον ἀνυψώθη ἡ σημαία τῆς Ἑλληνικῆς ἐθνεγερσίας. Ἐὰν πρόκειται νὰ σχηματισθῇ ἐπιτροπὴ, ὅπως ἐπρότεινεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτὴς, ὑπὸ τὴν προεδρίαν τοῦ κυρίου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ ἀσχοληθῇ μᾶλλον, ὅπως καὶ τὸ σχέδιον καταρτισθῇ μεγαλοπρεπὲς, καὶ ἡ ἀπόφασις γένηται, ἵνα ἀνεγερθῇ τὸ Ἡρῷον ἐν αὐτῇ τῇ πρωτευούσῃ τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου. Λέγω δὲ ἐν αὐτῇ τῇ πρωτευούσῃ, ὡς εἶχεν ἀρχῆθεν ἀποφασισθῆ, ἀφ’ ἧς ὁ πατὴρ τοῦ Βασιλέως Ὄθωνος εἶχε συστήσει τὴν μεταφορὰν τῆς Ἑλληνικῆς πρωτευούσης ἐκ Ναυπλίου εἰς τὴν σημερινὴν πρωτεύουσαν, διότι ἐνταῦθα ἁρμόζει νὰ ὑψωθῇ τοῦτο. Καὶ εἰς ὅλα τὰ μέρη τοῦ κόσμου, ὅταν τοιαῦτα μνημεῖα ἐγείρωνται, ἐγείρονται ἀκριβῶς εἰς τὴν πρωτεύουσαν, ἥτις εἶναι ἡ καρδία τοῦ ἔθνους, καὶ ὅπου συγκεντρώνεται καὶ πλῆθος περισσότερον, καὶ ὅπου εἶναι πλειοτέρα τῆς χώρας ἡ ζωή. Τὸ νὰ ἐγείρῃ τις μνημεῖον, Ἡρῷον τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἀγῶνος, εἰς ἐπαρχίαν, ἡ ὁποία εἶναι δυσπρόσιτος, καὶ εἰς Μονὴν, ἡ ὁποία παρ’ ὀλίγων προσκυνητῶν ἐπισκέπτεται κατ’ ἔτος, εἶναί τι ἀκατανόητον...
§13Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν πρόκειται περὶ ἐθνικοῦ Ἡρῴου· πρόκειται περὶ Ἡρῴου ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ὑπῆρξαν οἱ μυσταγωγοὶ τῆς ἰδέας τῆς Ἐπαναστάσεως.
§14Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ἀλλὰ τότε διαφέρει τὸ πρᾶγμα. Πρόκειται μόνον νὰ ἐγερθῇ ἀναμνηστική τις στήλη, ἢ μνημεῖόν τι, τὸ ὁποῖον ν’ ἀναμιμνήσκῃ τὴν ἐποχὴν, καὶ ὡρισμένην ἐποχὴν, τῆς ἀναπετάσεως τῆς σημαίας τῆς Ἐπαναστάσεως.
§15ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὐτὸ ζητεῖ καὶ ἡ ἀναφορά. Ζητεῖ ἕν ποσὸν, διὰ νὰ χρησιμεύσῃ πρὸς αὐτὸν τὸν σκοπόν.
§16Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Διαφέρει τὸ πρᾶγμα, εἰδικῶς διὰ τὴν Ἁγίαν Λαύραν. Ἀλλ’ ἐπειδὴ τὸ ζήτημα, Κύριοι, τῆς ἱδρύσεως Ἡρῴου ἦλθεν ἐνταῦθα, καὶ χθὲς ἐλέχθησαν πολλὰ, καὶ ὁ ἀξιότιμος ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτὴς καὶ ἄλλοι ἀνέφεραν, ὅτι πρέπει νὰ ἱδρυθῇ Ἡρῷον, νομίζω ὅτι ἠδύνατο νὰ ἐπανέλθῃ ἡ ἰδέα, ἡ ἀρχῆθεν ἐξενεχθεῖσα, κατὰ τὸ 1829 μὲν ὑπὸ τῆς ἐν Προνοίᾳ Συνελεύσεως, ἀλλὰ καὶ κατόπιν, ὅτε ἀπεφασίσθη ἡ μεταφορὰ τῆς πρωτευούσης εἰς Ἀθήνας. Τοῦτο δὲ ἤθελεν ἴσως περιορίσει καὶ τὰς τάσεις τῆς ἀνεγέρσεως πολλῶν ἀνδριάντων, διότι θὰ ἦτο δυνατὸν εἰς περίβλεπτόν τι μέρος νὰ συγκεντρωθῶσι πᾶσαι αἱ προτομαὶ καὶ πάντες οἱ ἀνδριάντες τῶν ἀνδρῶν τοῦ ἱεροῦ ἀγῶνος. Προκειμένου περὶ ἀνδριάντων μάλιστα καὶ ἀνεγέρσεως αὐτῶν, ἔχω τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ἐξέφρασαν χθὲς ὁ ἀξιότιμος ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτὴς καὶ ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς, ὅτι τοῦτο πρέπει νὰ ἦναι ἡ ὑπάτη ἐθνικὴ τιμὴ, τὴν ὁποίαν ἀποδίδει τὸ ἔθνος πρὸς ἐκείνους, οἵτινες ἐμεγαλούργησαν εἴτε ἐν τοῖς πολιτικοῖς ἀγῶσιν, εἴτε ἐν τοῖς στρατιωτικοῖς ἀγῶσι. Καὶ τοῦτο βεβαίως οὕτω πρέπει νὰ γίνηται, διότι ἄλλως θὰ περιέλθωμεν εἰς τὸ κωμικὸν σημεῖον νὰ βλέπωμεν τοὺς ἔχοντας ὁπωσδήποτε τὰ μέσα, ἢ διαθέσαντας ὁπωσδήποτε ὀλίγα ἢ καὶ πολλὰ χρήματα διὰ φιλανθρωπικοὺς σκοποὺς, νὰ ἐγείρωσιν ἀνδριάντας εἰς δημόσια μέρη, ὅπως εἴδομεν ὅτι ἀνεπηδήσαν τινες ἐν Ἀθήναις, χωρὶς νὰ γνωρίζῃ τις πῶς εὑρέθησαν ἀνυψωμένοι ἐν τῇ Ἑλληνικῇ πρωτευούσῃ. Τὰ πρόσωπα βεβαίως εἶναι ἀξιότιμα, εἶχον γενναῖα αἰσθήματα, διέθεσαν χρήματα ὑπὲρ τοῦ Ἑλληνικοῦ ἔθνους, εὐηργέτησαν φιλανθρωπικὰ καταστήματα, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι εἰς οὐδὲν μέρος τοῦ κόσμου ἀνηγέρθησαν ἀνδριάντες καὶ ἐσημειώθη ἔνδειξις τῆς ἐθνικῆς τιμῆς δι’ ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι κάλλιστοι μὲν πατριῶται, διέθεσαν ἴσως γενναῖα ποσὰ, ἀλλὰ βεβαίως δὲν ἦσαν ἄξιοι τῆς ὑπερτάτης αὐτῆς τιμῆς, τὴν ὁποίαν ἐπιφυλάσσουσι τὰ ἔθνη εἰς ἐκείνους, οἵτινες ἐμεγαλούργησαν εἴτε πολιτικῶς, εἴτε στρατιωτικῶς.
§17Δ. ΛΥΜΠΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Μετὰ τὴν δήλωσιν τῆς Κυβερνήσεως, τὴν διὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν γενομένην, εἶναι περιττὴ πᾶσα συζήτησις.
§18ΗΛ. ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Ἡ συζήτησις αὕτη μοὶ γεννᾷ τὴν ἰδέαν, ὅτι ἀκόμη δὲν ὑπάρχει σαφὴς γνώμη τῶν ἀποστελλόντων τὴν ἀναφορὰν εἰς τὴν Βουλὴν, τί πρόκειται νὰ ἐγερθῇ ἐκεῖ. Ἐξηγῶ λοιπὸν, ὅτι πρόκειται νὰ στηθῇ, ὡς νομίζω, στήλη ἀναμνηστικὴ τοῦ γεγονότος τῆς ἀνυψώσεως τῆς σημαίας τῆς ἐπαναστάσεως.
§19Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐὰν δὲν ἀναγνωσθῇ ἡ ἀναφορὰ, πῶς θὰ συζητήσωμεν;
§20ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Ἀνεγνώσθη.
§21ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Δὲν ἀνεγνώσθη.
§22ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Ἀνεγνώσθη. Ζητεῖ συνδρομὴν διὰ νὰ ἐγερθῇ Ἡρῷον εἰς τὴν Ἁγίαν Λαύραν. Περὶ τούτου πρόκειται.
§23ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀκριβῶς αὐτὸ εἶναι, κύριε συνάδελφε. Παρακαλῶ νὰ ἀναγνωσθῇ ἡ ἀναφορὰ διὰ νὰ πεισθῆτε.
§24ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Ἀναγνωσθήτω. (Ἀναγινώσκεται ὑπὸ τοῦ Γραμματέως ἡ ἀναφορὰ, ἔχουσα οὕτως): «Οἱ ὑποφαινόμενοι, ἀποτελοῦντες τὴν Κεντρικὴν ἐν Ἀθήναις ἐπιτροπὴν πρὸς συλλογὴν ἐράνων πρὸς ἀνέγερσιν Ἡρῴου ἐν Ἁγίᾳ Λαύρᾳ, ὑποβάλλομεν δι’ ὑμῶν, κύριε Πρόεδρε, πρὸς τὴν Βουλὴν τῶν Ἑλλήνων αἴτησιν, ὅπως διὰ τῆς ψήφου αὑτῆς ὁρίσῃ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τῶν ἐξόδων τοῦ Κράτους ποσόν τι ὑπὲρ τοῦ σκοποῦ τούτου. Διατελοῦμεν εὐπειθέστατοι Ὁ Πρόεδρος Σπ. Μερκούρης. Ὁ Γραμματεὺς Ι. Χρυσανθόπουλος.»
§25Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀναγνώσατε καὶ τὴν ἔκθεσιν, ἡ ὁποία λέγει «Ἡρῷον».
§26ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Ζητεῖ λοιπὸν τὴν συνδρομὴν τοῦ δημοσίου ταμείου διὰ τῆς ψήφου τῆς Βουλῆς πρὸς ἀνέγερσιν Ἡρῴου ἐν τῇ Μονῇ Ἁγίας Λαύρας...
§27ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα, ἀκριβῶς.
§28ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Περὶ Ἡρῴου τίνα ἔχοντος ἔννοιαν; Νὰ ἱδρύσῃ μνημεῖον τοῦ γεγονότος τῆς ἐκεῖ κατὰ πρῶτον ἀνυψώσεως τῆς σημαίας τῆς ἐπαναστάσεως;
§29Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως.
§30Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Τὸ λέγει καὶ ἡ ἀπόφασις τῆς Συνελεύσεως.
§31ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Τὴν γνωρίζω τὴν συζήτησιν τῆς Συνελεύσεως, πότε κατὰ πρῶτον ἠγέρθη καὶ ποῦ. Ἀλλ’ ἡ Συνέλευσις ἀπεδέχθη ὡς ἡμέραν ἀνυψώσεως τὴν ἡμέραν ἐκείνην ἐν τῇ Ἁγίᾳ Λαύρᾳ. Πρόκειται περὶ ἀποφάσεως ἐθνικῆς, ἐφ’ ἧς ἴσως ἡμεῖς δὲν ἔχομεν καὶ δικαίωμα νὰ συζητήσωμεν. Ἡρῷον ἔχει, νομίζω, ἄλλην ἔννοιαν, διότι, εἰ μὲν πρόκειται περὶ ἀνδριάντος τοῦ ἀρχιεπισκόπου Γερμανοῦ, τοῦ ὑψώσαντος τὴν σημαίαν, τὸ ἐννοῶ, καὶ ἴσως θὰ ἦτο τότε ἄδικον νὰ στηθῇ ἐκεῖ ὁ ἀνδριὰς τοῦ πατριώτου ἐκείνου, ἀντὶ νὰ στηθῇ εἰς τὰς Ἀθήνας, ἢ εἰς τὸ Ἡρῷον, περὶ οὗ ἐποιήσατο λόγον ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἐπιδαύρου Λιμηρᾶς Βουλευτής. Ἐὰν πρόκειται νὰ στηθῇ στήλη ἀναμνηστικὴ τοῦ γεγονότος, τότε εἶναι ἄλλο τὸ πρᾶγμα. Δὲν πρόκειται περὶ Ἡρῴου πλέον· πρόκειται περὶ στήλης ἀναμνηστικῆς εἰς τὸν τόπον, ὅπου συνῆλθεν ἡ πρώτη τῶν Ἑλλήνων Συνέλευσις, ἀναμιμνήσκουσα τὸ γεγονὸς τὸ συμβολίσαν τὴν ἐξέγερσιν τοῦ ἔθνους, τὸ ἔχον ὑπὸ πολιτικὴν ὄψιν ἴσην σημασίαν πρὸς τὴν ἀνύψωσιν τῆς σημαίας τῆς Ἐπαναστάσεως. Διὰ τοῦτο ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἐπιδαύρου Λιμηρᾶς Βουλευτὴς ἔφερε γενικωτέραν πρότασιν περὶ πραγματοποιήσεως τῆς ἰδέας τῆς ἐν Προνοίᾳ Συνελεύσεως, ἡ ὁποία συνέστησε τὴν ἀνύψωσιν Ἡρῴου τῶν ἀγωνισθέντων ἐν γένει καὶ ναοῦ τοῦ Σωτῆρος, ὅστις ἐβοήθησε τοὺς ἀγωνισθέντας τὸν μέγαν ἐκεῖνον ἀγῶνα. Ἀλλὰ πρόκειται περὶ Ἡρῴου ἄλλου, καὶ περὶ πλατείας Ἡρῴου, εἰς ἣν πρέπει νὰ ἀνυψωθῶσιν οἱ ἀνδριάντες ὅλων τῶν πρωτοστατησάντων κατὰ τὸν ἀγῶνα ἐκεῖνον. Αὐτὸ δὲ εἶναι τὸ ψήφισμα τῆς ἐν Προνοίᾳ Συνελεύσεως. Ὄχι ἓν Ἡρῷον ἐκπροσωποῦν τὴν ἰδέαν τοῦ ἀγῶνος τοῦ μεγάλου, τῆς ἑπταετοῦς ἐκείνης πάλης, τὴν ὁποίαν διεξήγαγε τὸ ἔθνος πρὸς τὸν κατακτητήν, ἀλλὰ πρόκειται περὶ τῆς θέσεως, ἣν οἱ πρωταγωνιστήσαντες κατὰ τὸν μέγαν ἐκεῖνον ἀγῶνα θέλουσι λάβει δι’ εἰκόνων μαρμαρίνων ἢ χαλκίνων, ὅπως ὦσιν ἀντικείμενον λατρείας καὶ ἀπομιμήσεως τῶν ἑπομένων. Ὅθεν φρονῶ, ὅτι, εἰ μὲν πρόκειται περὶ ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς διὰ τὴν ἵδρυσιν τοῦ Ἡρῴου, περὶ τοῦ ὁποίου ἀπεφάσισεν ἡ Συνέλευσις τῆς Προνοίας καὶ τὸ ὁποῖον ἀνεκάλεσεν εἰς τὴν μνήμην ἡμῶν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἐπιδαύρου Λιμηρᾶς συνάδελφος, καὶ περὶ τοῦ ὁποίου ὁ ἕτερος ἐκ Μεσολογγίου συνάδελφος ἐποιήσατο σύστασιν νὰ συστηθῇ ἐπιτροπή, τότε βεβαίως ἡ ἐπιτροπὴ πρέπει νὰ συστηθῇ. Ἀλλὰ πρὸς τί; διὰ νὰ συλλέξῃ χρήματα παρὰ τῶν Ἑλλήνων πρὸς ἵδρυσιν τοῦ μνημείου αὐτοῦ; ἢ διὰ νὰ ὁρίσῃ τὸν τόπον καὶ κανονίσῃ τὸν τρόπον, κατὰ τὸν ὁποῖον ἡ λησμονημένη ἐκείνη ἀπόφασις τῆς Συνελεύσεως θέλει ἐκτελεσθῆ; Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι προώρως διεξάγεται ἡ συζήτησις. Σήμερον ἡ ἀναφορὰ ζητεῖ ποσὸν διὰ τὴν ἀνύψωσιν στήλης ἀναμνηστικῆς. Δὲν τὴν λέγει Ἡρῷον. Δὲν ἐγένετο ἡρωϊκόν τι γεγονός. Ἐγένετο μέγιστον γεγονός, ἀλλ’ ὄχι ἡρωϊκόν...
§32Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Πῶς δὲν εἶναι;
§33ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Δὲν εἶναι ἡρωϊκόν. Ἡρωϊκὴ εἶναι ἡ ὅλη διεξαγωγὴ τοῦ ἀγῶνος. Ἐκεῖ εἶναι ἡ κήρυξις τῆς Ἐπαναστάσεως ὑπὸ τοῦ ἀρχιεπισκόπου. Πρόκειται βεβαίως περὶ διατυπώσεως ὑπὸ καλλιτεχνικὴν ἔποψιν τῆς ἰδέας, ἣν πρόκειται ἡ ἐπιτροπὴ νὰ συλλάβῃ. Καὶ ἂν μὲν πρόκειται περὶ ἐράνων, εἰς οὓς θέλει προστεθῆ καὶ ἡ τοῦ Κράτους βοήθεια, νομίζω, ὅτι λυσιτελῶς μέχρι τοῦδε τὰ περὶ τούτου ἀνεπτύχθησαν, καὶ δυνάμεθα νὰ προβῶμεν εἰς τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς· ἐὰν δὲ πρόκειται περὶ πραγματοποιήσεως τῆς ἀποφάσεως τῆς Συνελεύσεως τῆς Προνοίας, τότε εἶναι ὀρθὸν νὰ γένηται συζήτησις, καὶ νὰ ἐκλεχθῇ ἐπιτροπή, ἥτις νὰ διατυπώσῃ ἀντικείμενον συζητήσεως, ὡς ἐπρότεινεν ὁ κύριος ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτής.
§34Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Δύο ἰδέαι ἀνεπτύχθησαν ἐκ τῆς ἀναγνωσθείσης ἀναφορᾶς περὶ συνδρομῆς τοῦ Κράτους εἰς ἀνέγερσιν μνημείου ἐν τῇ Μονῇ τῆς Ἁγίας Λαύρας. Πρῶτον ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ Μεγαρίδος προεκλήθη ἡ Κυβέρνησις, ὅπως ἔλθῃ εἰς ἐπικουρίαν χρηματικὴν πρὸς ἀνέγερσιν τοῦ μνημείου· ἔσπευσα δὲ ν’ ἀπαντήσω, ὅτι προθύμως θέλει τὸ Κράτος συνεισφέρει, ἀναγραφομένης ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ σχετικῆς πιστώσεως. Ἀλλ’ ἐκ τῆς ἀφορμῆς ταύτης ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἐπιδαύρου Λιμηρᾶς Βουλευτὴς διετύπωσε γενικωτέραν πρότασιν, παρακαλέσας τὴν Βουλὴν, ὅπως προβῇ εἰς τὴν ἐκτέλεσιν ἀποφάσεων τῆς Ἐθνικῆς Συνελεύσεως περὶ ἀνεγέρσεως Ἡρῴου καὶ ναοῦ τοῦ Σωτῆρος ἐν Ἀθήναις, εἰς διαιώνισιν τοῦ μεγάλου γεγονότος τοῦ ἡμετέρου ὑπὲρ ἀνεξαρτησίας ἀγῶνος. Οὐδεὶς Βεβαίως Ἕλλην δύναται νὰ λησμονήσῃ τοσοῦτον ἱερὰς καὶ ἐθνικὰς ἀποφάσεις· ἀλλ’ ἤδη πρόκειται νὰ δώσῃ τὸ Κράτος εἰσφορὰν εἰς ἀνέγερσιν μνημείου, δι’ οὗ σκοπεῖται ἡ διαιώνισις τοῦ γεγονότος, ὅπερ ἀποτελεῖ τὴν ἔναρξιν τοῦ ἀγῶνος. Τὸ μνημεῖον δὲ τοῦτο πρέπει νὰ στηθῇ ἐκεῖ, ἐν τῷ ἱερῷ τόπῳ, ὅπου ἀνεπετάσθη ἡ σημαία τῆς Ἐλευθερίας. Ἡ ἀνέγερσις ὅμως τοῦ μεγαλοπρεποῦς οἰκοδομήματος, τὸ ὁποῖον θὰ ὑπενθυμίζῃ εἰς ἡμᾶς οὐχὶ τὴν ἔναρξιν τοῦ ἀγῶνος, ἢ μεμονωμένας αὐτοῦ πράξεις, ἀλλὰ τὸ σύνολον τῶν ἐκτάκτων θυσιῶν, τῶν ἐξαιρετικῶν κατορθωμάτων καὶ ἡρωϊκῶν πράξεων τῶν πατέρων ἡμῶν κατὰ τὸν μακρὸν ἀγῶνα, ὧν ἀποτέλεσμα ὑπῆρξεν ἡ δημιουργία τῆς ἀνεξαρτήτου ταύτης χώρας, πρέπει νὰ γείνῃ ἐν τῇ πρωτευούσῃ τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου, ὡς τῇ πρώτῃ πόλει τοῦ ὅλου Ἑλληνισμοῦ. Εἶναι φανερὸν, ὅτι ἡ ἐκτέλεσις τῆς ἀποφάσεως ταύτης δὲν εἶναι ἔργον τῆς παρούσης ὥρας. Ἀνεβλήθη ἐπὶ τοσοῦτον, ἀλλ’ οὐδέποτε ἐγκατελείφθη, ὅσῳ δὲ βραδύτερον, τοσούτῳ μεγαλοπρεπέστερον πρέπει καὶ νὰ ἐκτελεσθῇ. Διότι ἡ κοινωνία ἡμῶν δὲν ἐλησμόνησεν, οἵαν ὀφείλει εὐγνωμοσύνην καὶ τιμὴν εἰς τοὺς δημιουργοὺς τῆς ἐλευθερίας μας· οὖσα δὲ σήμερον καὶ πλουσιωτέρα, ἔχω πεποίθησιν, ὅτι θὰ συνεισφέρῃ προθύμως ἐν τῇ καταλλήλῳ ὥρᾳ, καὶ θ’ ἀνοικοδομηθῇ οὕτω μεγαλοπρεπὲς οἰκοδόμημα, ἀνάλογον πρὸς τὸ μεγαλεῖον τοῦ ἔργου τῶν πατέρων μας.
§35Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Ἀναφορὰ προσήχθη εἰς τὴν Βουλὴν, δι’ ἧς ζητεῖται ἡ συνδρομὴ τοῦ Κράτους πρὸς ἀνέγερσιν Ἡρῴου ἐν τῇ Ἁγίᾳ Λαύρᾳ εἰς ἀνάμνησιν τῆς Ἑλληνικῆς παλιγγενεσίας. Οὐδεὶς εἶναι ἐκεῖνος, ὅστις θέλει ὑποτιμήσει τὴν πρᾶξιν ἐκείνην, ἥτις ἔλαβε χώραν ἐν Ἁγίᾳ Λαύρᾳ, καὶ ἑπομένως οὐδεὶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἀντιταχθῇ εἰς τὴν συνδρομὴν τοῦ Κράτους πρὸς ἐκτέλεσιν τοῦ σκοποῦ τούτου. Ἀλλὰ ὁ τρόπος, κατὰ τὸν ὁποῖον τὸ Κράτος θὰ διεξαγάγῃ τὰ περὶ τούτου, προκειμένου νὰ χορηγήσῃ τὴν συνδρομήν του πρὸς ἐκτέλεσιν τοῦ σκοποῦ αὐτοῦ, εἶναι ἀνάγκη νὰ μελετηθῇ σοβαρῶς. Νομίζω δὲ, ὅτι ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἔσπευσεν, εἰπὼν ὅτι θέλει ὑποβάλει εἰς τὴν Βουλὴν τὰ μέτρα ἐκεῖνα, διὰ τῶν ὁποίων θέλει δοθῆ συνδρομὴ εἰς τοὺς αἰτοῦντας. Τὸ πρᾶγμα εἶναι ὅλως ἐναντίον τῆς ἱστορίας· δὲν συμφωνεῖ μὲ τὴν ἱστορίαν τῆς Ἑλληνικῆς Ἐπαναστάσεως, δὲν συμφωνεῖ μὲ τὸν χαρακτηρισμόν, τὸν ὁποῖον ἡ αἴτησις ἀποδίδει, κατασκευῆς Ἡρῴου. Βεβαίως πρέπει νὰ δοθῇ ἡ συνδρομὴ τοῦ Κράτους, ἀλλά, ὡς εἶπε καὶ ὁ κύριος Βουλευτὴς ἐκ Ναυπλίας, πρέπει νὰ δοθῇ πρὸς ἀνέγερσιν ἀναμνηστικῆς στήλης, —καὶ εἶναι καὶ πολλαὶ ἄλλαι πράξεις τῆς Ἑλληνικῆς Ἐπαναστάσεως, αἱ ὁποῖαι εἶναι ἄξιαι τιμῆς διὰ τῆς ἀνεγέρσεως ἀναμνηστικῆς στήλης, — οὐδέποτε ὅμως ἐννοῶ, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ἀνεγερθῇ Ἡρῷον, καὶ λυποῦμαι, διότι οἱ Κύριοι, οἱ ὁποῖοι ἀπετέλεσαν τὴν ἐπιτροπὴν ταύτην, καὶ ὑπέβαλον τὴν ἀναφορὰν αὐτὴν, δὲν γνωρίζουσι νὰ ἐκτιμήσωσι καλῶς, τί σημαίνει Ἡρῷον, καὶ πότε ἀνεγείρεται Ἡρῷον. Δὲν δύναται νὰ ἀνεγερθῇ ἐν Ἁγίᾳ Λαύρᾳ Ἡρῷον, διότι ἐκεῖ δὲν συνετελέσθη ἡρωϊκή τις πρᾶξις. Ἡρῷον δύναται νὰ ἀνεγερθῇ εἰς Δερβενάκια, καὶ ὅπου ἀλλοῦ διεπράχθη ἡρωϊκόν τι ἔργον. Τὸ ζήτημα πρέπει νὰ μελετηθῇ σπουδαίως, καὶ διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ μὴ ἐπιμείνῃ εἰς τὴν δήλωσιν, τὴν ὁποίαν ἐποιήσατο πρὸς τὴν Βουλήν. Ἐὰν τὸ Κράτος πρόκειται νὰ ἔλθῃ εἰς συνδρομὴν, νὰ ἔλθῃ· ἀλλὰ πρὸς ἀνέγερσιν ἀναμνηστικῆς στήλης, καὶ ὄχι πρὸς ἀνέγερσιν Ἡρῴου.
§36Κ. Ν. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ (ἐγείρεται, ἵνα ὁμιλήσῃ).
§37ΦΩΝΑΙ (ἐκ τῆς δεξιᾶς). Ὤ! ὤ! ὤ!
§38Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Τί ἀνακραυγαὶ εἶναι αὐταί! ὤ! ὤ! ὤ!; Θὰ μᾶς ἐμποδίσητε νὰ ὁμιλήσωμεν; Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε... Νομίζετε ὅτι μόνον ἡ ψήφισις τοῦ Προϋπολογισμοῦ εἶναι τὸ ἔργον σας; (θόρυβος).
§39ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡσυχάσατε, Κύριοι.
§40Κ. Ν. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅσοι θέλουσι, προκειμένου περὶ τοιούτου ζητήματος, νὰ μὴ ἀφήσωσι νὰ ὁμιλήσωμεν, νὰ ἐξέλθωσιν ἐντεῦθεν! Εἶναι ἀνάξιοι νὰ παρακάθηνται ἐνταῦθα, κραυγάζοντες ὤ! ὤ! ὤ! Ἀναλαμβάνων τὴν προσήκουσαν ἠρεμίαν ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου, ἔρχομαι νὰ συμπληρώσω τὴν μικρὰν συζήτησιν, τὴν ὁποίαν ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ κάμω σήμερον εἰς τὴν Βουλὴν ἐπὶ τῆς μεγάλης ταύτης ἰδέας. Καὶ ἀνέφερα μὲν, ὅτι ἐξέδωκεν ἡ ἐν Προνοίᾳ Συνέλευσις ψήφισμα, ἀνέφερα ὅτι ὁ ἀείμνηστος Βασιλεὺς Ὄθων ἐξέδωκεν ἐπίσης Διάταγμα, ἀμέσως ὡς ἀνέλαβε τὴν Ἀρχὴν τῆς Ἑλληνικῆς Βασιλείας, ἐπὶ τῷ αὐτῷ σκοπῷ. Καὶ νῦν λαμβάνω τὴν εὐχαρίστησιν νὰ ἀνακοινώσω, ὅτι καὶ ὁ Βασιλεὺς Γεώργιος εἰς ὁμοίαν προέβη πρᾶξιν κατὰ τὸ 1870, καὶ δὴ ἐν τῇ ἡμέρᾳ τῆς 25ης Μαρτίου. Ἔχω τὸν σχετικὸν τόμον τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως, ἐν τῷ ὁποίῳ ὑπάρχει δεδημοσιευμένη ἐπιστολὴ μὲν τῆς Α. Μεγαλειότητος πρὸς τὸν τότε Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, τὸν ἀείμνηστον Θρασύβουλον Ζαΐμην, καὶ Διάταγμα συγχρόνως τοῦ Βασιλέως ἐπίσης εἶναι δεδημοσιευμένον ἐν τῷ αὐτῷ φύλλῳ τῆς 25ης Μαρτίου 1870, Διάταγμα, τὸ ὁποῖον πλὴν τῆς Βασιλικῆς ὑπογραφῆς συνυπογράφεται ὑπὸ τοῦ ἀειμνήστου Θρασυβούλου Ζαΐμη, τοῦ γεραροῦ ἐκ Γόρτυνος βουλευτοῦ κυρίου Θεοδώρου Π. Δηλιγιάννη, τοῦ Σπυρίδωνος Βαλαωρίτου, τοῦ Δ. Σαράβα, τοῦ Α. Δ. Αὐγερινοῦ, τοῦ Σ. Σούτσου καὶ τοῦ Γ. Τομπάζη, μελῶν τοῦ τότε Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. Τὸ Διάταγμα τοῦτο διατάσσει τὰ ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «... Ἀποφασίζομεν καὶ διατάσσομεν: Αʹ) Ἐν τῇ πλατείᾳ τῆς Ὁμονοίας θέλει ἀνιδρυθῆ μνημεῖον κατὰ τὸ ὑπὸ σημερινὴν ἡμερομηνίαν καὶ φέρον τὴν Ἡμετέραν ὑπογραφὴν σχέδιον. Βʹ) Πρὸς τοῦτο ἐπιτρέπεται νὰ συλλεχθῶσι συνεισφοραὶ ἔν τε ταῖς ἐπαρχίαις τῆς Ἑλλάδος καὶ ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ τῶν πολιτῶν Ἑλλήνων καὶ ὁμογενῶν, αἵτινες θέλουσι κατατίθεσθαι ἐν τῇ Ἐθνικῇ Τραπέζῃ. Γʹ) Ὁ τρόπος, καθ’ ὃν θέλουσι συλλεχθῆ αἱ συνεισφοραὶ, καὶ καθ’ ὃν τὰ συλλεχθησόμενα χρήματα θέλουσι διατεθῆ πρὸς κατασκευὴν καὶ ἀνίδρυσιν τοῦ μνημείου τούτου, θέλουσι κανονισθῆ διὰ μεταγενεστέρων Διαταγμάτων. Εἰς τὸ Ἡμέτερον Ὑπουργικὸν Συμβούλιον ἀνατίθεται ἡ δημοσίευσις καὶ ἐκτέλεσις τοῦ παρόντος Διατάγματος.»
§41Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Τί μνημεῖον, δὲν λέγει.
§42ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ ἐπιστολὴ, τὴν ὁποίαν ἡ Α. Μ. ὁ Βασιλεὺς ἀπηύθυνε πρὸς τὸν Θρασύβουλον Ζαΐμην, τότε Πρωθυπουργὸν, ἔχει ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Κύριε Πρόεδρε. Μετὰ ἓν ἔτος ἀπὸ σήμερον συμπληροῦται πλήρης πεντηκονταετηρὶς ἀφ’ ἧς ἡ Ἑλλὰς, ἡ φιλτάτη πατρὶς ἡμῶν, ἀνέκτησε τὴν ἑαυτῆς ἀνεξαρτησίαν. Κρίνω προσῆκον, ἵνα τὰ τέκνα αὐτῆς ἐγείρωσι μνημεῖον τοῦ μεγάλου τούτου συμβεβηκότος, ὑπὲρ οὗ οἱ πατέρες καὶ οἱ ἀδελφοὶ αὐτῶν καὶ οἱ πανταχόθεν δραμόντες πρὸς ἀποτέλεσιν αὐτοῦ φιλέλληνες ἔχυσαν τὸ αἷμά των καὶ ἐθυσίασαν τὴν ὑπηρεσίαν των. Ἄς στήσωμεν τὸ μνημεῖον αὐτὸ ὡς δεῖγμα τῆς εὐγνωμοσύνης ἡμῶν καὶ πρὸς αἰωνίαν ἀνάμνησιν τῶν μεγάλων θυσιῶν καὶ τῆς καρτερίας, ἣν ἔδειξαν πρὸς ἀποκατάστασιν τῆς φιλτάτης πατρίδος. Ὅθεν παρακαλῶ ὑμᾶς, κύριε Πρόεδρε, ἵνα τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον καλέσῃ πάντας τοὺς Ἕλληνας καὶ τοὺς ὁμογενεῖς νὰ συνδράμωσι πρὸς ἀνέγερσιν τοῦ ἐθνικοῦ τούτου μνημείου κατὰ τὸ συνημμένον σχέδιον. Ἡ διάθεσις τῶν συλλεχθησομένων συνδρομῶν θέλει γείνῃ τῇ Ἡμετέρᾳ ἐγκρίσει. Ἐν Ἀθήναις τῇ 25 Μαρτίου 1870.
»Ὅλως ὑμέτερος
»ΓΕΩΡΓΙΟΣ.»
Ἡ δὲ δικαιολογία τοῦ Διατάγματος ἔχει οὕτως (ἀναγινώσκει):
«ΓΕΩΡΓΙΟΣ Αʹ
»ΒΑΣΙΛΕΥΣ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ.
Ὀφείλοντες νὰ διαιωνίσωμεν τὴν ἀνάμνησιν τῶν μεγάλων θυσιῶν, ἃς προσήνεγκον, καὶ τῆς καρτερίας, ἣν ἔδειξαν πρὸς ἀνάκτησιν τῆς ἐθνικῆς ἀνεξαρτησίας οἱ τοσοῦτον περιδόξως κατὰ τὸν μέγαν ἀγῶνα τοῦ 1821 μοχθήσαντες Ἕλληνες καὶ φιλέλληνες, νὰ μαρτυρήσωμεν δὲ τὴν ἐπὶ τούτοις εὐγνωμοσύνην τοῦ ἔθνους πρὸς αὐτοὺς, ἀποφασίζομεν καὶ διατάσσομεν...» Χαίρω πολὺ, ὅτι μοὶ ἐδόθη ὑπὸ τῶν συναδέλφων ἡ εὐκαιρία νὰ ζητήσω τὸν τόμον τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως, ὅπου ἔχει δημοσιευθῆ τὸ τοιοῦτον Διάταγμα, καὶ ν’ ἀνακοινώσω αὐτὸ εἰς τὴν Βουλὴν, ὡς ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ πράξω.
§43Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§44ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ἔχει τὸν λόγον.
§45Φ. ΝΕΓΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἀπαντῶ εἰς ἐπερώτησιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ Ἄρτης, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὰς ὁμολογίας τοῦ δανείου τῶν 76,000,000. Μένουσι 1314 ὁμολογίαι, αἱ ὁποῖαι δὲν παρεδόθησαν διότι δὲν ἐπεστράφησαν 261 ὁμολογίαι τοῦ δανείου τῶν 26,000,000 καὶ 292 ὁμολογίαι τοῦ δανείου τῶν 16,500,000. Ὑποτίθεται ὅτι ἢ ἐχάθησαν, ἢ ἐχρησίμευσαν ὡς ἐγγύησις ὑπολόγου...
§46Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἀλλὰ πρέπει νὰ ἠξεύρῃ τὸ Δημόσιον, τί ἔγειναν αὗται.
§47ΝΕΓΡΗΣ. Βεβαίως θὰ ἐξετάσωμεν τοῦτο. Ὡς πρὸς τὸ νομοσχέδιον «περὶ συνδρομῆς τοῦ Δημοσίου ὑπὲρ τῶν ἀπόρων δήμων καὶ ὑπὲρ τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως», ἀφήρεσα τὰ ἄρθρα 2 καὶ 3 αὐτοῦ, καὶ καταθέτω ἐκ νέου τὸ νομοσχέδιον τροποποιημένον, ἄνευ τῶν δύο τούτων ἄρθρων. Ἐπίσης ἔχω τὴν τιμὴν, κύριοι Βουλευταὶ, νὰ καταθέσω δήλωσιν περὶ πιστώσεως, ἣν ζητοῦμεν χάριν τοῦ δανείου τοῦ Σιδηροδρόμου Πειραιῶς–Συνόρων. Ἡ πίστωσις, ἣν ζητοῦμεν, ἀνέρχεται εἰς 1,201,887 δραχμάς. Συγχρόνως ὅμως, ἐννοεῖται, ἀκυροῦμεν καὶ ἀνάλογον πίστωσιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἐκ τοῦ κεφαλαίου «τῶν ἀποδόσεων» χάριν τοῦ αὐτοῦ σιδηροδρόμου, καὶ οὕτω δὲν ἀλλάσσει τίποτε ἐν τῷ ἰσοζυγίῳ τοῦ Προϋπολογισμοῦ.
§48ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ νομοσχέδιον καὶ ἡ δήλωσις τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 196 καὶ 197).
§49ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Ποταμιάνος ἔχει τὸν λόγον.
§50ΗΛ. ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Ἐπεθύμουν νὰ γνωρίζω τὴν γνώμην τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης ὡς πρὸς τὴν σύστασιν, ἣν ἐποιησάμην πρό τινων ἡμερῶν, καὶ τὴν ὁποίαν ἐπαναλαμβάνω ἐν ὀλίγοις, διότι ἐπιθυμῶ, ἂν οὔτε σήμερον δὲν ἦναι ὁ κύριος Ὑπουργὸς ὥριμος εἰς ἀπάντησιν, νὰ ἀπαντήσῃ ὅμως αὔριον ἢ μεθαύριον, καθότι θεωρῶ τὸ ζήτημα σχετιζόμενον πρὸς τὴν κατάστασιν τῆς Δικαιοσύνης. Πρόκειται περὶ συστάσεως, ἣν ἐποιησάμην, ὅπως παύσῃ ἡ ἀνωμαλία ἡ γιγνομένη ἐκ τοῦ νόμου τοῦ ψηφισθέντος ὑπὸ τῆς παρούσης Βουλῆς, δι’ οὗ ηὐξήθη ὁ μισθὸς τῶν δικαστῶν τῶν διανυσάντων πενταετῆ ὑπηρεσίαν εἰς τὴν αὐτὴν θέσιν κατὰ 50 δραχμάς. Ἀλλὰ συγχρόνως καὶ περὶ τῆς γενομένης ἀναστολῆς τοῦ νόμου τοῦ 1891, δι’ οὗ ηὐξήθη ὁ μισθὸς τῶν Ἀρεοπαγιτῶν κατὰ 100 δραχμὰς, ὅστις διὰ νόμου μεταγενεστέρου, τοῦ νόμου τοῦ ἔτους 1892, κατηργήθη, οὕτω δὲ ἐπανῆλθον τὰ τοῦ Ἀρείου Πάγου, ὅσον ἀφορᾷ, τὰ τῆς μισθοδοσίας, εἰς ἣν κατάστασιν ἦσαν πρὸ τοῦ 1892. Καὶ ὁ μισθὸς εἶναι ἀρκετὰ πενιχρὸς, ὥστε καὶ οἱ κύριοι Ἀρεοπαγῖται νὰ στενοχωρῶνται καὶ νὰ μὴ ἐλπίζῃ τις, ὅτι ὁ Ἄρειος Πάγος ἐν τῷ μέλλοντι θὰ προσελκύσῃ στοιχεῖα δυνάμενα μετ’ ἐπιτυχίας νὰ λάβωσιν ἐκεῖ θέσιν. Ἔπειτα δὲ ἡ σημερινὴ μισθοδοσία τοῦ Ἀρεοπαγίτου εἶναι εἰς δυσαναλογίαν ἀπέναντι τοῦ ὕψους τῆς θέσεως, ἐν σχέσει πρὸς τὴν μισθοδοσίαν ἄλλων ὑπαλλήλων. Ἐὰν ὁ κύριος Ὑπουργὸς δὲν ἦναι ἕτοιμος νὰ δώσῃ ἀπάντησιν αὔριον ἢ μεθαύριον, παρακαλῶ, ἐὰν λάβῃ ἀπόφασίν τινα, νὰ τὴν διατυπώσῃ ἐν νομοσχεδίῳ, ἵνα οὕτω δυνηθῇ ἡ Βουλὴ νὰ ψηφίσῃ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο.
§51Π. Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Μοὶ ἐστάλη ἀναφορὰ ἐκ τοῦ χωρίου Ἀχλαδοκάμπου τοῦ δήμου Ὑσιῶν χωρικῶν παραπονουμένων κατὰ τοῦ νομάρχου Ἀργολίδος, διότι οὗτος ἀρνεῖται, δὲν γνωρίζω διὰ τίνα λόγον, νὰ τοποθετήσῃ εἰς διαφόρους δήμους τῆς Ἀργολίδος δημοδιδασκάλους...
§52ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Πρόκειται περὶ τοῦ δήμου Ὑσιῶν;
§53ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Μάλιστα. Εἰς ἐπερώτησιν σχετικὴν, ἣν ἀπηύθυνα, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Ἐκπαιδεύσεως μοὶ ἀπήντησεν, ἀλλὰ τοσοῦτον ἀσαφῶς, ὥστε καὶ ἐγὼ δὲν γνωρίζω, τί νὰ συζητήσω. Ὁ νομάρχης λέγει, ὅτι δὲν προέβη εἰς τοποθέτησιν τῶν δημοδιδασκάλων καὶ ἐκπλήρωσιν τῶν προτάσεων τῶν ἁρμοδίων Συμβουλίων, διότι ταῦτα δὲν εἶναι νομίμως κατηρτισμένα. Δὲν γνωρίζω κατὰ πόσον ὁ νομάρχης εἶχε δικαίωμα νὰ ἐξετάσῃ, ἐὰν τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον ἢ τὸ Ἐποπτικὸν ἦσαν νομίμως κατηρτισμένα. Ὁ νομάρχης, συμφώνως πρὸς τὸν νόμον περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, ὀφείλει ἐντὸς ὡρισμένης προθεσμίας νὰ μεταβιβάσῃ τὰ ἔγγραφα εἰς τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως πρὸς νομιμοποίησιν τοῦ διορισμοῦ τῶν δημοδιδασκάλων. Ἀλλ’ ὁ νομάρχης ἀρνεῖται τοῦτο, καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν μὲ φωτίζει διατὶ ἀρνεῖται. Λέγει μόνον, ὅτι ὁ νομάρχης ἀμφισβητεῖ τὸ νόμιμον κῦρος τοῦ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου. Ἀλλ’ ἔχει δικαίωμα νὰ κρίνῃ περὶ τοῦ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου ὁ νομάρχης; Οἱ κάτοικοι ὅμως ἐκεῖ παραπονοῦνται, ὅτι, ἐνῷ ἐγένοντο αἱ προτάσεις τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου καὶ τοῦ Ἐποπτικοῦ, δὲν διωρίσθησαν οἱ δημοδιδάσκαλοι ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Ἄργους. Νομίζω, ὅτι ὁ κύριος Ὑπουργὸς πρέπει νὰ ἐπιστήσῃ τὴν προσοχὴν αὑτοῦ, καὶ διατάξῃ τὸν νομάρχην νὰ ἐφαρμόσῃ τὸν νόμον, νὰ προβῇ δὲ καὶ εἰς τιμωρίαν τοῦ νομάρχου, συμφώνως πρὸς τὸν νόμον, ὅστις ἐπιβάλλει πρόστιμον, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, 20 μέχρις 100 δραχμῶν, ἐν ᾗ περιπτώσει ἀρνεῖται οὗτος νὰ ἐκτελέσῃ τὸν διορισμὸν τῶν προταθέντων διδασκάλων. Ἐκτὸς ὅμως τούτων, ἔχει καὶ διάταξιν τοῦ Ποινικοῦ Νόμου, τὴν ἐπὶ παραβάσει καθήκοντος, ὁ κύριος Ὑπουργὸς, ὅπως μηνύσῃ τὸν νομάρχην ἐπὶ μὴ ἐκπληρώσει τοῦ καθήκοντός του. Παρακαλῶ νὰ λάβῃ ταῦτα ὑπ’ ὄψιν ὁ κ. Ὑπουργὸς, καὶ διορθώσῃ τὸ κακὸν, τὸ ὁποῖον προσγίνεται εἰς τὴν μαθητιῶσαν νεολαίαν τοῦ Ἄργους καὶ τῆς Ναυπλίας ἐκ τῆς μὴ λειτουργίας τῶν σχολείων ἐκ τῆς αἰτίας ταύτης.
§54Α. ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι δύο θέσεις κεναὶ δημοδιδασκάλων ὑπάρχουσιν, ἐν Προνοίᾳ καὶ Ἀχλαδοκάμπῳ. Τὸ Ἐποπτικὸν Συμβούλιον προέτεινε τὸν διορισμὸν δύο δημοδιδασκάλων πρὸς πλήρωσιν τῶν κενῶν θέσεων· ὑπεβλήθη ἡ πρᾶξις τοῦ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου πρὸς τὸν νομάρχην, φαίνεται δὲ, ὅτι ὁ νομάρχης δὲν προέβη, ὡς ὤφειλε, κατὰ νόμον, ἐντὸς τριῶν ἡμερῶν εἰς τὸν διορισμὸν αὐτῶν. Ἐγὼ ἔλαβον γνῶσιν τούτου μετὰ δύο μῆνας, ὅτε εἶχον τὸ δικαίωμα νὰ ἀσκήσω τὴν ἐπικουρικὴν ἐκείνην ἐξουσίαν, ἣν παρέχει ὁ νόμος τῷ Ὑπουργῷ, ὅταν ἐπὶ δύο μῆνας μένῃ θέσις κενή. Ὅτε δ’ ἔλαβον γνῶσιν, ἐπειδὴ ἐννοῶ μετ’ εὐλαβείας νὰ ἐκτελῶ τὸν νόμον περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, καθὼς καὶ πάντα ἄλλον νόμον, δὲν ἔσπευσα νὰ ἀσκήσω τὸ δικαίωμα τοῦτο, ἀλλὰ διέταξα τὸν νομάρχην Ἀργολίδος νὰ προβῇ εἰς ἐκτέλεσιν τοῦ καθήκοντος αὑτοῦ. Ἀλλ’ ὁ νομάρχης ἔφερεν ἀντίρρησιν, τὴν ὁποίαν βεβαίως ὤφειλον νὰ ἐξετάσω. Διὰ τοῦτο, τὸ παράπονον, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ ἔχῃ ὁ ἐπερωτήσας, δὲν εἶναι ὅτι ὑπέβαλον ἀσαφῆ ἔγγραφα, διότι ὅλα τὰ ἔγγραφα, τὰ ἀποδεικνύοντα τὴν ἐνέργειαν τοῦ Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης, ὑπέβαλον. Ἀλλὰ διὰ ποῖον λόγον, μὲ ἐρωτᾷ ὁ κ. Βουλευτὴς Κορινθίας, δὲν ἐπέμεινα καὶ δὲν ἐφήρμοσα τὸν Ποινικὸν Νόμον κατὰ τοῦ νομάρχου, καὶ δὲν ἐπέβαλον πρόστιμον 20 ἕως 100 δραχμῶν; Δὲν ἔσπευσα, διότι ἠγέρθη ζήτημα ὁπωσδήποτε σπουδαῖον, ὅπερ ἔπρεπε νὰ λυθῇ, καὶ τὸ ὁποῖον γεννᾶται ἐκ τοῦ ἄρθρου 37 τοῦ νόμου περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, ὅτι ἐπιτρέπεται πρὸ τῆς συμπληρώσεως τῆς τριετίας ν’ ἀντικαθίστανται τὰ μέλη τοῦ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου (διότι, ὡς εἶναι γνωστὸν, ἡ θητεία διά τινα τῶν μελῶν εἶναι τριετὴς), ἐὰν ἀποδεικνύηται ὅτι κληθέντα τὰ μέλη ταῦτα δὲν προσῆλθον εἰς τρεῖς κατὰ συνέχειαν συνεδριάσεις ἐν τῷ Ἐποπτικῷ Συμβουλίῳ, ἢ ἐὰν εἰσῆλθον εἰς θέσιν ἀποκλείουσαν τὴν ἐν τῷ Ἐποπτικῷ Συμβουλίῳ. Δύο λοιπὸν τῶν μελῶν τοῦ Συμβουλίου ἐκείνου ἐξελέγησαν ὁ μὲν εἷς δήμαρχος, ὁ δ’ ἕτερος δημοτικὸς σύμβουλος, καὶ ἀντικατεστάθησαν, μολονότι τὸ ζήτημα εἶναι, ἐὰν τὰ δύο ταῦτα μέλη θὰ διανύσωσι θητείαν τριετῆ, ἢ τὸν χρόνον, ὅστις ἀπελείπετο μέχρι τῆς συμπληρώσεως τῆς τριετίας. Ὁ νομάρχης ἔχει τὴν ἰδέαν, ὅτι, ἐπειδὴ ἔληξεν ἡ τριετία, τὰ μέλη τοῦ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου, τὰ ὁποῖα ἔλαβον μέρος εἰς τὴν πρᾶξιν, δὲν εἶχον δικαίωμα τοιοῦτο, καὶ θεωρεῖ ὅτι ἀκύρως καὶ παρατύπως προέβησαν εἰς ἔκδοσιν τῆς πράξεως τοῦ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου. Τὸ ζήτημα τοῦτο ὑπέβαλον εἰς τὸν νομικὸν σύμβουλον, περιμένω δὲ ἐντὸς ὀλίγου τὴν γνώμην αὐτοῦ. Θέλω δὲ νὰ ἔχω τὴν γνώμην αὐτοῦ, διότι τὸ ζήτημα παρουσιάζεται πρώτην φορὰν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Παιδείας, καὶ καλὸν εἶναι νὰ ὑπάρχῃ ἡ γνώμη τοῦ ἁρμοδίου νομικοῦ συμβούλου, ἐὰν ἡ ἔνστασις ἢ παρατήρησις αὕτη τοῦ νομάρχου εἶναι ἔγκυρος καὶ νόμιμος. Τότε καὶ μόνον θὰ προβῶ εἰς ἐκτέλεσιν τοῦ νόμου, καὶ θὰ ἐπιβάλω εἰς τὸν νομάρχην ἐν ἀπειθείᾳ τὸ πρόστιμον, τὸ ὁποῖον ὁ νόμος ὁρίζει.
§55Π. Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς, νομίζω ὅτι παρεξετράπη περισσότερον ἐν τῇ ἐνασκήσει τοῦ καθήκοντός του. Ὁ νομάρχης οὐδὲν δικαίωμα ἔχει νὰ νομίζῃ, ἢ ὄχι, ὅτι τὰ μέλη τοῦ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου δὲν εἶχον τὰ προσόντα, ἢ τὰ εἶχον, ἢ ἂν εἶχον ἢ ὄχι δικαίωμα νὰ ἐξακολουθήσωσι τὴν θητείαν των. Ὁ νομάρχης ἓν καὶ μόνον δικαίωμα ἔχει, δυνάμει τοῦ νόμου· νὰ ἐκλέξῃ δύο ὡς μέλη τοῦ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου μεταξὺ τῶν ὑπὸ τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου προταθέντων πέντε ἢ ἕξ, τὸ δικαίωμα τῆς ἐπιλογῆς δηλαδὴ μεταξὺ τῶν προταθέντων ὑπὸ τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου. Τὸ ζήτημα, ὅπερ αὐτὸς διϊσχυρίζεται, ὑπάγεται εἰς τὴν ἁρμοδιότητα τοῦ Ὑπουργοῦ, ὅστις ἔχει τὴν γενικὴν ἐποπτείαν ἐπὶ τῆς ἐκπαιδεύσεως ἐν τῷ Κράτει καὶ δικαίωμα νὰ ἐξετάζῃ, ἐὰν οἱ ἀποτελοῦντες μέλη τοῦ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου ἔχουσι τὰ προσόντα ἢ ὄχι, ἢ ἂν ἡ θητεία των ἔληξεν ἢ ὄχι. Πρέπει νὰ σπεύσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ δώσῃ πέρας εἰς τὴν ὑπόθεσιν, διὰ νὰ ἀνοίξωσι τὰ σχολεῖα, τὰ ὁποῖα ἐπὶ τετράμηνον ἤδη εἶναι κλειστά.
§56Α. ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. Ὁμολογῶ, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας εἶναι ἁρμόδιος νὰ ἐπιληφθῇ τοιούτων ζητημάτων. Ἐὰν ὅμως λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν, ὅτι, ἐὰν ὑπάρχῃ ἀκυρότης εἰς τὴν πρᾶξιν τοῦ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου, δὲν εἶναι ὑπόχρεως ὁ νομάρχης νὰ ἐκτελέσῃ αὐτήν, δὲν δύναμαι νὰ ὑποβάλω ποινὴν εἰς τὸν νομάρχην, διότι δὲν ἐκτελεῖ τὴν πρᾶξιν τοῦ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου. Ὁ νομάρχης δὲν ἀποφαίνεται οὕτω, ἀλλ’ ὑποβάλλει τὸ ζήτημα εἰς τὴν κρίσιν τοῦ Ὑπουργοῦ, ἀφοῦ δ’ οὗτος ἀποφανθῇ ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἀποφάσεως τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου, ὑποθέτω ὅτι ὁ νομάρχης θὰ ἐκτελέσῃ τὸ καθῆκόν του.
§57ΗΛ. ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Ἐγὼ ἔχω τὴν γνώμην, ὅτι ἡ θεωρία τοῦ νομάρχου εἶναι ὀρθή· τὴν γνώμην δὲ ταύτην ἔχει καὶ ὁ δήμαρχος Ναυπλιέων. Βεβαίως εἶναι ἡ πρᾶξις ἄκυρος, ὅταν ἐκπληρῶσι καθήκοντα ἐποπτικοῦ συμβούλου ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχουσι πρὸς τοῦτο δικαίωμα. Τὸ ζήτημα ὑπεβλήθη εἰς τὸ Νομικὸν Συμβούλιον, καὶ τοῦτο βεβαίως θὰ ἀποφασίσῃ, ἀλλ’ ἡ ἀπόφασις αὐτοῦ δὲν εἶναι ἢ συμβουλευτικὴ διὰ τὸν Ὑπουργόν, διότι οὗτος δύναται νὰ ἐκλέξῃ τὴν μίαν ἢ τὴν ἄλλην γνώμην. Ἐν τούτοις ὁπωσδήποτε φρονῶ, ὅτι, καὶ ἂν ἡ γνώμη τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου δὲν ἦναι σύμφωνος πρὸς τὴν τοῦ νομάρχου, δὲν πρέπει ὁ νομάρχης νὰ τιμωρηθῇ, διότι οὐχὶ ἐκ δολίας προαιρέσεως, ἀλλ’ ἐξ ἀμφιβολίας νομικῆς δὲν ἐξετέλεσε τὴν πρᾶξιν τοῦ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου.
§58ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Φικιώρης ἔχει τὸν λόγον.
§59Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὅπως ἐπιστήσῃ τὴν προσοχήν του ἐπὶ τῆς ἑξῆς ὑποθέσεως, ἣν συμπολίτης μου δι’ ἐπιστολῆς μοὶ ἀνεκοίνωσε. Κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος ἐπὶ δημοπρασίας ἐνοικιάσεως τοῦ ἐγγείου φόρου καὶ τῆς ἐπικαρπίας ἐπὶ τῆς ἐν τοῖς δήμοις Θεραπνῶν καὶ Οἰνοῦντος παραγομένης ῥητίνης ἀνεδείχθη τελευταῖος πλειοδότης ἀντὶ 4,500 δραχμῶν ὁ Νικόλαος Μιχάλης· ἀλλ’ ἡ δημοπρασία ἠκυρώθη καὶ δὲν ἐδόθη ἡ ἔγκρισις παρὰ τοῦ ἐφόρου, ὅστις διώρισεν ἐπιστάτας διὰ τὴν βεβαίωσιν τῆς παραγωγῆς. Μετὰ ταῦτα, κατὰ τὸν Ἰούλιον, ἐγένετο νέα δημοπρασία, καὶ κατ’ αὐτὴν κατεκυρώθη ἡ ἐνοικίασις τοῦ φόρου αὐτοῦ ἀντὶ 1800 δραχμῶν εἰς ἄλλους ἐνοικιαστάς, οἵτινες ἐπλήρωσαν τὸ ἀντίτιμον τῆς ἐνοικιάσεως, καὶ ἐζήτησαν νὰ τοῖς παραδοθῶσι τὰ πρωτόκολλα βεβαιώσεως τοῦ φόρου, διότι αὕτη ἐνεργήθη ὑπὸ τῶν ἐπιστατῶν, ἵνα προβῶσιν εἰς τὴν εἴσπραξιν τοῦ βεβαιωθέντος φόρου, ἀλλὰ δὲν τοῖς παρεδόθησαν ταῦτα, καὶ κατήγγειλαν τοὺς ἐπιστάτας· οὐδεμία ὅμως ἐνέργεια ἐγένετο ἐπὶ τῆς καταγγελίας αὐτῶν ὑπὸ τῶν ἁρμοδίων. Ἤγειραν δὲ καὶ ἀγωγὴν περὶ ἀποζημιώσεως κατὰ τοῦ Δημοσίου, ἡ ὁποία μένει εἰσέτι ἐκκρεμής. Ἀλλ’ ἐνῷ αὐτοὶ ἐπλήρωσαν εἰς τὸ Δημόσιον τὸ τίμημα τῆς ἐνοικιάσεως καὶ οὐδὲν εἰσέπραξαν ἕνεκα τῆς ἐλλείψεως τῶν πρωτοκόλλων, ὁ κ. ταμίας Λακεδαίμονος προσκαλεῖ αὐτοὺς, ὅπως ἐντὸς ὀκτὼ ἡμερῶν πληρώσωσι διὰ μισθὸν τριῶν ἐπιστατῶν, τοὺς ὁποίους εἶχε διορίσει ὁ κ. ἔφορος, ἐπὶ ἕνα μῆνα, κατὰ τὸν ὁποῖον ὑπηρέτησαν, δραχμὰς 655· σημειωτέον δ’ ὅτι κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος ἐν τοῖς δήμοις αὐτοῖς ἐβεβαιώθη φόρος ῥητίνης κατὰ τὸ ἥμισυ σχεδὸν ὀλιγώτερος τοῦ τῶν προηγουμένων ἐτῶν ἕνεκα τῆς ἀμελείας τῶν ἐπιστατῶν, οἱ ὁποῖοι ἀπέδειξαν οὕτως, ὅτι δὲν ἐξετέλεσαν εὐσυνειδήτως τὴν ὑπηρεσίαν, ἡ ὁποία τοῖς ἀνετέθη. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ ἐξετάσῃ τὰ κατὰ τὴν ὑπόθεσιν ταύτην καὶ νὰ διατάξῃ τὸν κ. ταμίαν νὰ παύσῃ καταδιώκων τοὺς ἐνοικιαστὰς διὰ τὴν πληρωμὴν μισθῶν ἐπιστασίας, τοὺς ὁποίους δὲν ὀφείλουσι.
§60Γ. ΚΑΠΕΤΑΝΑΚΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§61ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ὑπὸ τοῦ κυρίου Καπετανάκη ὑποβληθεῖσα πρότασις νόμου «περὶ φορολογίας τοῦ ἐλαίου τῶν ἐπαρχιῶν Οἰτύλου καὶ Γυθείου» θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 198). Ὁ κύριος Παπαδιαμαντόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§62Γ. ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§63ΑΛΕΞ. Θ. ΖΑΙΜΗΣ (Πρωθυπουργός). Εἶναι καιρὸς νὰ διακόψωμεν, κύριε Πρόεδρε.
§64ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις μέχρι τῆς 9 καὶ 30′. (Γίνεται διακοπὴ ὥρᾳ 8 μ. μ. Ἐπαναλαμβάνεται δὲ ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 10 καὶ 30′ μ. μ.)
§65ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ συνεδρίασις. Ὁ κ. Παπαδιαμαντόπουλος παρακαλεῖται νὰ συνεχίσῃ τὸν λόγον του.
§66Γ. ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ (ἀνέρχεται ἐπὶ τὸ βῆμα).
§67ΑΛΕΞ. ΣΠ. Κ. ΡΩΜΑΣ. Κύριε Παπαδιαμαντόπουλε, δὲν διακόπτετε, ἵνα συνεχίσῃ τὸν λόγον του ὁ κύριος Δραγούμης;
§68Γ. ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Εὐχαρίστως. Ἀναβάλλω νὰ συνεχίσω αὔριον.
§69ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Ὁ κύριος Δραγούμης θὰ συνεχίσῃ τὴν χθὲς διακοπεῖσαν ἀγόρευσίν του ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων τοῦ Κράτους τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1902.
§70ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Προκειμένου περὶ στρατοῦ, ἡ Κυβέρνησις τῆς παρελθούσης τριετίας, ἡ ἀπὸ τοῦ 1899, ἔδωκεν ἐπαγγελίας περὶ ἀναμορφώσεως αὐτοῦ, ὑποβαλοῦσα εἰς τὴν ψήφισιν τῆς Βουλῆς προτάσεις προπαρασκευαστικὰς, ὡς ὠνόμασεν αὐτὰς, τοῦ ἔργου τῆς ἀναμορφώσεως. Αἱ προτάσεις αὗται συνίσταντο εἰς τὴν ψήφισιν νόμων ἀναδιοργανούντων τὴν ἀστυνομίαν καὶ τὴν χωροφυλακὴν ἐπὶ νέων βάσεων, μεθ’ οὕς καὶ ἐπηγγέλλετο, ὅτι ἐσκόπει νὰ εἰσαγάγῃ περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ νέας διατάξεις. Ἀλλὰ καὶ πρὶν ἢ προβῇ εἰς τὰς ἐργασίας περὶ νέου ὀργανισμοῦ ἐνόμισεν ἀναγκαῖον νὰ ὑποβάλῃ νομοσχέδιον περὶ μετακλήσεως ξένων ὀργανωτῶν, ὅπερ κατὰ τὴν ἑπομένην Σύνοδον μετερρύθμισεν, ἀλλὰ καὶ ἐγκατέλιπε μετὰ τὴν ψήφισιν. Ἡ βάσις, ἐφ’ ἧς προέβη ἡ Κυβέρνησις, ἡ τότε, εἰς τὰ τῆς στρατιωτικῆς ἀναδιοργανώσεως, αὐτὴ καθ’ ἑαυτὴν ἦτο ἐσφαλμένη, ἐγκλείουσα ἐν ἑαυτῇ τὸ σπέρμα τῆς ἀποτυχίας τῶν προθέσεων αὐτῆς· διότι βάσις ὑπῆρξεν ἡ μείζων δαπάνη διὰ τὴν βελτίωσιν τῶν τῆς ἀστυνομίας καὶ τῆς χωροφυλακῆς, δαπάνη, ἥτις, ἂν ἦτο δυνατὸν νὰ καταβληθῇ, ἤθελε ἀφήσει τὸ Κράτος ἀπέναντι τῆς δυσλύτου δυσχερείας τὸ νὰ ἀνεύρῃ καὶ ἄλλα ἑκατομμύρια πρὸς ἀναδιοργάνωσιν τοῦ στρατοῦ. Καθ’ ὃν χρόνον μετὰ δυσκολίας ἀνευρίσκομεν χρῆμα πρὸς εἰσαγωγὴν τῶν ἄλλων νέων ὀργανισμῶν, ἁπάντων πολυδαπάνων, ἐσκέφθη ἡ τότε Κυβέρνησις, ὅτι ὠφέλιμον ἦτο, οὐχὶ νὰ οἰκονομήσῃ ὑπὲρ τοῦ στρατοῦ, ἀλλὰ νὰ δαπανήσῃ παραπλεύρως εἰς ὀργανισμούς, ὅπως ἔχῃ κατόπιν τὴν φροντίδα νὰ εὕρῃ χρήματα ὑπὲρ τοῦ στρατοῦ. Τοῦτο τὸ ἄτοπον παρετήρησα ἔκτοτε εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἀλλ’ εἰς τὰς προθέσεις αὐτῆς ἦτο ἀμετάπειστος. Καὶ οὕτω σκεπτομένη ἐφρόντισεν ἐν ταὐτῷ καὶ νὰ μὴ περιστείλῃ τὰς δαπάνας ἐπὶ τῶν ἄλλων ἀναγκῶν τοῦ Κράτους, ἀλλά, προτείνουσα νομοθετήματα αὐξάνοντα ἁπανταχοῦ τὰς δαπάνας, καὶ ῥυθμίσασα τὴν πολιτείαν αὐτῆς ἐπὶ τὸ ἀφειδέστερον, εὑρέθη ἐν πλήρει ἀδυναμίᾳ νὰ παραχωρήσῃ τὰς δαπάνας, ἃς εἶχεν ἤδη προσδιωρισμένας ὑπὲρ τῆς ἀστυνομίας καὶ χωροφυλακῆς. Εὐθὺς ἀπὸ τοῦ πρώτου ἔτους, εὐθὺς ἀπὸ τῆς λήξεως τοῦ πρώτου Προϋπολογισμοῦ, ἀπεδείχθη, ὅτι ἦτο ἀδύνατον εἰς τὴν τότε Κυβέρνησιν νὰ εὕρῃ τὰ 4,500,000, ἅτινα ἀπῃτοῦντο, κατὰ τὸ σχέδιον αὐτῆς, ὅπως ἀναδιοργανωθῇ ἡ ἀστυνομία καὶ ἡ χωροφυλακή, καὶ οὕτω παρασκευασθῇ τὸ ἔδαφος πρὸς ἐπιχείρησιν τῆς ἀνοργανώσεως τοῦ στρατοῦ. Τοῦτο δὲ κατιδοῦσα, δὲν ἔσχε τὸ θάρρος νὰ ὁμολογήσῃ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ἀλλ’ ἐν ἑκάστῃ Συνόδῳ ἐδήλου πρὸς ἡμᾶς, ὅτι εἶχε τρόπον νὰ εὕρῃ τὰ χρήματα. Ἀλλ’ ἦλθεν ἡ ὥρα τῆς πτώσεως αὐτῆς, καὶ ἀφοῦ ἤδη πρὶν ἢ πέσῃ ἠναγκάσθη νὰ ὁμολογήσῃ σιωπηρῶς ἐν ἔτει 1901, ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ δαπανήσῃ ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ νέου ὀργανισμοῦ τῆς χωροφυλακῆς, διαγράψασα τὰς κατ’ αὐτὸν προβλέψεις ἐκ τοῦ τελευταίου Προϋπολογισμοῦ, ἦλθεν ἡ διάδοχος Κυβέρνησις, ἡ σημερινή, καὶ τῇ συναινέσει τῆς προκατόχου διέγραψε καὶ τὰς περὶ νέας ἀστυνομίας προβλέψεις. Κέρδος ἢ μᾶλλον ζημία ἐκ τοῦ διαγραφέντος σχεδίου εἰς τοῦ Κράτους τὰ συμφέροντα ὑπελείφθη, ὅτι, μὴ ἐφαρμοσθέντων τῶν δύο ὀργανισμῶν, ὅμως, προσετέθησαν ἔξοδα, ἕνεκα τῆς εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν καταχωρίσεως αὐτῶν, 600,000 περίπου δραχμῶν, 450,000 ἐκ τοῦ κεφαλαίου τῆς ἀστυνομίας, καὶ 228,000 ἐκ τοῦ τῆς χωροφυλακῆς. Πολιτικὴ ὀρθὴ ἐνεδείκνυεν ἐναντίον σύστημα, τῆς Ἑλλάδος ἀδυνατούσης νὰ ἐπαρκέσῃ εἰς ὀργανισμοὺς πολυτελεῖς· πολυτελεῖς δὲ εἶναι, ἂν θελήσῃ τις νὰ ἱδρύσῃ αὐτοὺς ἀκριβῶς ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἀλλαχοῦ ἰσχυόντων. Παρ’ ἡμῖν ἀνέκαθεν ἐνδεδειγμένον ὑπάρχει, ὅτι πᾶσα ἡ περὶ στρατιωτικῶν πραγμάτων πρόνοια, ὅπως τελεσφορήσῃ, πρέπει νὰ ἔχῃ βάσιν συγκερασμὸν ἀρχῶν καὶ οἰκονομίαν, καὶ ἐν τούτῳ καὶ ἐν ἐκείνῳ. Εἰς ταῦτα, Κύριοι, πρέπει νὰ ἐπιστηθῇ ἡ προσοχή· ὑπάρχει χρῆμα, ὅπως ἀντὶ ἐλάσσονος δαπάνης ὀργανωθῇ ἔνοπλος δύναμις ἐπαρκὴς πρὸς συντήρησιν τῆς δημοσίας τάξεως, πρὸς ἐξασφάλισιν τῆς εἰρήνης ἐν τῷ ἐσωτερικῷ; Ἐὰν τοῦτο κατορθωθῇ καὶ δυνηθῶμεν νὰ ἔχωμεν ἀριθμητικὴν δύναμιν ἱκανὴν νὰ ἀσφαλίσῃ τὴν ἐσωτερικὴν τάξιν, πᾶσα ἐκ τῆς τοιαύτης διαρρυθμίσεως οἰκονομία, πᾶσα περαιτέρω οἰκονομία θέλει χρησιμεύσει εἰς ἐπαύξησιν τῶν διαθεσίμων ὑπὲρ τῶν στρατιωτικῶν ἀναγκῶν πιστώσεων· ἐρχόμεναι δ’ εἰς ἐπικουρίαν καὶ ἄλλαι οἰκονομίαι, θέλουσιν ἐπιτρέψει εἰς τὸ Κράτος νὰ ὀργανώσῃ τὰ τοῦ κυρίως στρατοῦ, τὰ τῆς ἐκπαιδεύσεως καὶ τῆς ἀσκήσεως αὐτοῦ ἐπὶ τὸ ἐπαρκέστερον. Ἐν τούτῳ ἐγὼ ἔχω γνώμην διάφορον τῶν ἄλλων γνωμῶν· μοὶ φαίνεται ἐνδεδειγμένον ὑπὸ τῆς κεκτημένης πείρας τῶν πραγμάτων τῶν ἐν Ἑλλάδι, ὅτι ὀφείλομεν ν’ ἀποδεχθῶμεν ὡς ἀναπόφευκτον ἀνάγκην, ὡς ἀναγκαῖον κακόν, ἔστω, τὴν ῥύθμισιν τῶν πραγμάτων ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἤδη λειτουργούσης νομοθεσίας, προκειμένου περὶ ἀστυνομίας καὶ χωροφυλακῆς. Ἄν προέκειτο ἐλευθέρως νὰ ἐκλέξωμεν, ἂν εἴχομεν τοὺς ἀπαιτουμένους πόρους πρὸς τοῦτο, ἤθελον καὶ ἐγὼ προτείνει νὰ μεταρρυθμίσωμεν τό τε σύστημα τὸ ἀστυνομικὸν καὶ τὸ τῆς χωροφυλακῆς· διότι βεβαίως κρεῖττον σύστημα ἀστυνομίας εἶναι τὸ τελείως αὐτοτελές, τὸ μὴ ἐν συνδυασμῷ μετὰ παροχῶν ἀπὸ τοῦ στρατοῦ πρὸς τὴν ἀστυνομίαν. Βεβαίως σύστημα τελειότερον εἶναι τὸ τῆς χωροφυλακῆς, οἷον ἄλλοτε εἴχομεν, οἷον πάντα τὰ Κράτη τὰ Εὐρωπαϊκὰ ἔχουσι παραδεδεγμένον. Ἀλλ’ εἶναι βέβαιον,—καὶ δὲν πιστεύω, ὅτι ὑπάρχει τις, ὅστις δύναται τοῦτο ν’ ἀμφισβητήσῃ,— ὅτι πρὸς ἵδρυσιν τοιούτου συστήματος διπλοῦ, ἀστυνομίας καὶ χωροφυλακῆς, ἀπαιτοῦντος δύναμιν 13 χιλιάδων ἀνδρῶν ἀπαραιτήτως, κατὰ πάσας τὰς γενομένας ἐπὶ τοῦ θέματος μελέτας, εἶναι ἀνάγκη, ἕνεκα τῆς ἀναποφεύκτου δαπάνης, ταπεινοῦντες τὰς ἀξιώσεις ἡμῶν περὶ τῆς ἀρίστης ἀστυνομίας καὶ περὶ τῆς ἀρίστης χωροφυλακῆς, νὰ ἐπιδιώξωμεν ἀνεκτὴν ἀστυνομίαν καὶ ἀνεκτὴν χωροφυλακήν. Καὶ ἀνεκτὴν ἀστυνομίαν καὶ ἀνεκτὴν χωροφυλακὴν εἰς ἡμᾶς παρέχει τὸ σύστημα τὸ ὑφιστάμενον, ἐὰν φροντίσωμεν νὰ λειτουργήσῃ ὅσον οἷόν τε κάλλιστα. Ἔχει δὲ συμφέρον ὁ στρατός, ὅστις ἐπιθυμεῖ τὴν ἀνόρθωσιν τῶν ἰδίων αὑτοῦ πραγμάτων, ὅστις φιλοτίμως διαμαρτύρεται διότι μέχρι ταύτης τῆς ὥρας δὲν κατώρθωσε νὰ ἴδῃ αὐτὴν οὐδὲ κατὰ βῆμα προβᾶσαν μετὰ τὰ ἀτυχῆ τοῦ πολέμου ἀποτελέσματα, ἔχει συμφέρον καὶ καθῆκον ὁ στρατὸς νὰ συνεισφέρῃ ὑπὲρ τῆς τοιαύτης οἰκονομίας, ὅπως ἐξαγοράσῃ τὴν ἀνεξαρτησίαν αὐτοῦ, ὅπως ἐξαγοράσῃ τὴν ἐλευθερίαν νὰ ἀφοσιωθῇ εἰς τὸ ἐκπαιδευτικὸν ἔργον, εἰς τὴν μελέτην καὶ τὴν ἄλλην προπαρασκευὴν τὴν ἀκραιφνῶς στρατιωτικήν, ἥτις θέλει καταστήσει αὐτὸν ἱκανὸν νὰ φέρῃ ἐπαξίως τὸ ὄνομα στρατοῦ. Ἔχει καθῆκον νὰ συνεισφέρῃ, ὅπως καταρτισθῇ τὸ ἄλλο ἔνοπλον ἄθροιμα, ἀστυνομίας καὶ χωροφυλακῆς, τοιοῦτον, ὥστε νὰ ἐπαρκῇ εἰς τὸν σκοπὸν, οὗ ἡ ἐκπλήρωσις μέλλει νὰ ἀπαλλάξῃ αὐτὸν ἀπὸ ἀναμίξεως εἰς τὰ τῆς δημοσίας ἀσφαλείας. Καὶ τοῦτο δικαιολογεῖ τὴν παράδοσιν κληρωτῶν ἀπὸ τοῦ στρατοῦ εἰς τὴν χωροφυλακήν· ἡ τοιαύτη παράδοσις εἶναι εἰσφορὰ τοῦ στρατοῦ εἰς τὴν χωροφυλακήν, ὅπως αὐτὸς οὗτος ἀπαλλαγῇ ἀπὸ τῆς ἀνάγκης νὰ ἐκπληρώσῃ χρέη χωροφύλακος, ἅτινα πάντως θέλει ἀναγκασθῆ νὰ ἐκπληρώσῃ, ἂν ἐπὶ συστήματος πολυτελοῦς θελήσωμεν νὰ ἱδρύσωμεν τὰ πράγματα, διότι δὲν θέλομεν ἐπαρκέσει. Ἔχει καθῆκον νὰ εἰσφέρῃ ὑπὲρ τῆς ἀστυνομίας, δανείζων εἰς αὐτὴν προσωρινῶς, καὶ ὑπὸ τὸν ἀπαράβατον ὅρον, ὅπως κατὰ τὴν λῆξιν τοῦ χρόνου τοῦ ὡρισμένου ἐν τῷ ὀργανισμῷ ἐπανέρχωνται εἰς τὸν στρατὸν, ἀριθμὸν ἀξιωματικῶν, ὅπως διὰ τῆς παρουσίας αὐτῶν ἐκεῖ ἀπαλλαγῇ τὸ Κράτος τῆς ἀνάγκης, εἰς ἣν δὲν ἐπαρκοῦσιν αἱ δυνάμεις αὐτοῦ, νὰ παρέχῃ ὑπὲρ ἀστυνόμων ἰδιαιτέρους μισθούς. Ἄν ἐπὶ ταύτης τῆς βάσεως ἐτίθετο ἡ φροντὶς ἡ περὶ ἀναδιοργανώσεως τῶν τῆς δημοσίας ἀσφαλείας καὶ τῶν τοῦ στρατοῦ, εἶναι προφανές, καὶ ἀποδεικνύεται ἐξ αὐτῶν τῶν πραγμάτων τῆς τριετίας, ἣν ἐξετάζω ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἀπολογισμῶν,—διότι τὸ 1901 δὲν δύναμαι νὰ λάβω ὑπ’ ὄψιν, καὶ ἐπὶ ταύτῃ μόνῃ προχθὲς ἐξέθηκα τὰ πορίσματα εἰσπράξεων καὶ δαπανῶν,—εἶναι ἐνδεδειγμένον, λέγω, ἐκ τῶν ἀποτελεσμάτων τῆς τριετίας ἐκείνης, ὅτι ἠθέλομεν ἔχει εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς τὸ χρῆμα, ὅπερ ἤθελεν ἀρκέσει, ὅπως τὰς πρώτας βάσεις, τὴν πρώτην ἀρχὴν τῆς ἀναδιοργανώσεως τοῦ στρατοῦ ἐπιχειρήσωμεν. Τοῦτο ἀποδεικνύουσιν οἱ ἀριθμοί. Καὶ ἐπανερχόμενος εἰς αὐτοὺς, θέλω, ὡς ἐλπίζω, δυνηθῆ νὰ πείσω τοὺς κυρίους συναδέλφους, ὅτι δὲν στηρίζομαι ἐπὶ τοῦ κενοῦ, τιθεμένου πάντοτε ὡς ὅρου, ὅτι δὲν ἤθελε διασκευασθῆ ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ Κράτους, οἷος διεσκευάσθη, ὅτι δὲν ἤθελεν ἐκ τῆς ἄλλης πλευρᾶς πᾶν τὸ ἐκ τῶν περισσοτέρων εἰσπράξεων χρῆμα δαπανηθῆ εἰς νέους πολυτελεῖς ὀργανισμοὺς, εἰς νέαν κατάταξιν κεφαλαίων δαπανῶν, ἐπὶ τὸ πολυτελέστερον τὰ τῆς ὑπηρεσίας τοῦ Κράτους καθιστῶσαν, ὑπὸ τὸν ὅρον πάντοτε, ὅτι δὲν ἤθελε δυσχερανθῆ ἐπὶ πλέον τὸ ἔργον τὸ ἐπιχειρούμενον διὰ τῆς κατατμήσεως τῆς δυνάμεως τῆς χρησίμου εἰς διατήρησιν τῆς δημοσίας τάξεως, ἕνεκα τῆς νέας διοικητικῆς διαιρέσεως καὶ τῶν εἰς αὐτὴν παρακολούθων ἀναγκῶν. Ἐνθυμεῖσθε, Κύριοι, ὅτι κατὰ τοὺς ἀριθμοὺς τῶν πινάκων, οὓς ἐξέθηκα ἐνταῦθα, ἡ τριετία 1898, 1899 καὶ 1900 ἔδωκεν εἰσπράξεις 321,641,000, ἐνῷ ὑπελογίζετο ὑπὸ τῆς Διεθνοῦς Οἰκονομικῆς Ἐπιτροπῆς, ὅτι ἔμελλε νὰ δώσῃ εἰσπράξεις 267,794,000· διαφορὰ μεταξὺ τοῦ ὑπολογισμοῦ τῆς Ἐπιτροπῆς καὶ τῶν πραγμάτων 53,846,000 ὅλων δραχμῶν. Ἡ Ἐπιτροπὴ, ὑπολογίζουσα εἴσπραξιν πραγματικὴν 267,794,000, ἐνῷ ἡ ἐτησία βάσις τῶν ὑπολογισμῶν αὐτῆς ἦτο ἔσοδον 93,931,000, προέβλεπε καὶ περὶ καλύψεως τοῦ ἐκ τῆς διαφορᾶς ἐλλείμματος 25,566,000 δρ. κατὰ τὴν τριετίαν ταύτην. Τὰ 53,846,000, ἅτινα εἰσήχθησαν εἰς τὸ ταμεῖον ἐπὶ πλέον παρὰ προσδοκίαν, ἐκάλυψαν τὰ 25,566,000, καὶ ἀφῆκαν ὑπόλοιπα εἰς τὴν διάθεσιν τοῦ Κράτους δραχ. 28,280,000. Ἰδοὺ ποσὸν χρημάτων ἀπροσδόκητον, καθ’ ὃν χρόνον ἐκανονίζοντο τὰ πράγματα κατὰ τὸ νέον καθεστὼς, ποσὸν, ὅπερ, ἂν Κυβέρνησις προνοητικὴ ἐκαλεῖτο νὰ διαθέσῃ, ἠδύνατο ἐξ αὐτοῦ νὰ λάβῃ τὰ ἀπαιτούμενα, ὅπως σπουδαία ἐργασία πρὸς ἀνόρθωσιν τῶν τοῦ στρατοῦ ἐπιτελεσθῇ. Καὶ ἐκ τούτων ἀποδεικνύεται, ὅτι ὅσα τότε ἐλέγοντο καὶ ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἄρτης Βουλευτοῦ καὶ ὑπὸ ἄλλων καὶ ὑπ’ ἐμοῦ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ἐμοῦ ἰδίως ἰσχυρισθέντος, ὅτι εἶναι δυνατὸν, κατὰ τὰς ἐκθέσεις τοῦ τότε Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ἐὰν ἄλλως πολιτευθῶμεν, νὰ ἔχωμεν 6 ἕως 9 ἑκατομμυρίων δραχμῶν κατὰ τὸ 1903 οἰκονομίαν περισσεύματος ὑπὲρ τοιούτων σκοπῶν, ὅτι πάντα ἐκεῖνα ἦσαν ἀκριβῆ. Ἐπὶ τῇ ὑπάρξει τοιούτου ποσοῦ, καταφανὲς ὅτι, ἂν ὁ Προϋπολογισμὸς ἡμῶν ἐρρυθμίζετο οὐχὶ ὅλως ἀκριβῶς καὶ ἐστενοχωρημένως κατὰ τὰς ὑποδείξεις τῆς Διεθνοῦς Οἰκονομικῆς Ἐπιτροπῆς, — διότι ἡ κατὰ πολὺ μείζων τῆς προϋπολογισθείσης εἴσπραξις ἐδικαίου ἐν μέτρῳ τὸ Κράτος νὰ παραχωρήσῃ ὑπὲρ τῶν γενικῶν αὑτοῦ ἀναγκῶν καί τι ἐπὶ πλέον χρῆμα ἢ ὅσον παρεχώρει ἡ Διεθνὴς Οἰκονομικὴ Ἐπιτροπὴ, — ἂν ἐκ τοιαύτης παραχωρήσεως ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ Κράτους ἐρρυθμίζετο οὕτως, ὥστε διὰ τὰς γενικὰς κυβερνητικὰς ἀνάγκας, μετὰ τὴν πληρωμὴν τῶν ἀνηκόντων εἰς τὸ δημόσιον χρέος, ν’ ἀφαιρεθῶσι διὰ τὸ ἔτος 68,000,000 δραχμῶν, εἶναι προφανὲς, ὅτι, μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν τοῦ ποσοῦ τούτου ἐτησίως, κατὰ τὰ πρῶτα ἔτη, τὰ ἔτη τῆς νηστείας καὶ τῆς ἀναγκοφαγίας, ἣν ὑπεδείκνυεν εἰς ἡμᾶς ἡ Ἐπιτροπὴ, ὅπως προσέξωμεν, ἤθελεν ὑπολειφθῆ, μετὰ τὰς δαπάνας τὰς ἄλλας τοῦ Κράτους, ποσὸν, ὅπερ θέλω δείξει εἰς ὑμᾶς ὡς ἐπαρκὲς εἰς τὸν σκοπὸν τὸν ἐπιδιωκόμενον. Καὶ δὲν πρέπει νὰ νομισθῇ, ὅτι ἦτο ἀδύνατος ἡ διοίκησις τοῦ Κράτους κατὰ τὰ πρῶτα ταῦτα ἔτη ἐπὶ προϋπολογισμῷ δαπανῶν 68,000,000. Δὲν δύναται νὰ ἰσχυρισθῇ τις σπουδαίως, ὅτι ἤθελεν αἰσθανθῆ ὑπέρμετρον στενοχωρίαν τὸ Κράτος, ἂν τοιοῦτο ποσὸν στρογγύλως προσδιώριζε διὰ τὴν πρώτην τριετίαν ὑπὲρ τῶν ἀναγκῶν αὑτοῦ τῶν γενικῶν, μετὰ τὴν πληρωμὴν τοῦ δημοσίου χρέους. Διότι δύο ἔτη ὁμαλὰ παρῆλθον πρὸ τῆς νέας καταστάσεως, καθ’ ἃ ἐκυβερνήθημεν, καὶ ἐκυβερνήθημεν οὐχὶ ἀνεπαρκῶς, διὰ τοσούτου ποσοῦ, τὸ 1895 καὶ τὸ 1896. Τὸ 1895 εἴχομεν ἀποτέλεσμα δαπανῶν τοῦ Κράτους — ἔξω τοῦ δημοσίου χρέους — δρ. 68,920,737. Τῷ ἔτει 1896 εἴχομεν ἀποτέλεσμα ὁμοίων δαπανῶν, — ἐν αἷς περιλαμβάνεται κατ’ ἀμφότερα τὰ ἔτη καὶ δόσις τις ἐκτάκτων δαπανῶν, — εἴχομεν 67,674,182. Μέσος ὅρος τῶν δύο τούτων ποσῶν δρ. 68,292,459. Τὰ ἔτη ταῦτα ἔδιδον ἡμῖν τὸν ὅρον, ὃν παραδέχομαι· καὶ ὑπερβάλλοντες οὕτω τὸν ὅρον τὸν τεθειμένον ὑπὸ τῆς Ἐπιτροπῆς, τῶν 63,256,000, κατὰ 5,000,000, ἦτο εὔλογον νὰ ἐλπίσωμεν ὅτι ἠθέλομεν δυνηθῆ ἐπὶ 2 ἢ 3 ἢ 4 ἢ 5 ἔτη, — τὰ πρῶτα πέντε ἔτη τῆς περισκέψεως καὶ τῆς νηστείας, — νὰ διανύσωμεν οὐχὶ ὅλως ἐστενοχωρημένοι, καὶ ἐν τῷ μεταξὺ προβιβάζοντες τὴν φροντίδα τὴν ὑπὲρ τῶν ἀναγκῶν ἡμῶν ἀναλόγως πρὸς τὴν προβίβασιν τῶν εἰσπράξεων, ἥτις ἐφαίνετο βαίνουσα ταχέως. Ἄν τοιαύτην τινὰ βάσιν δαπανῶν ἐδεχόμεθα, ἐκ τῶν 28,000,000, περὶ ὧν πρὸ ὀλίγου ἔδειξα, ὅτι ἐκ τῶν ἐπὶ πλέον εἰσπραχθέντων ἐπερίσσευσαν μετὰ τὴν κάλυψιν τοῦ κενοῦ τοῦ προϋπολογισθέντος ὑπὸ τῆς Ἐπιτροπῆς, ἤθελον περισσεύσει 4,000,000 ὁλόκληρα. Ἐρωτῶ: ἐὰν διὰ τῆς προβιβάσεως τῶν προσόδων ἡμῶν, οἵαν βλέπομεν αὐτὴν ἐν τοῖς τῶν προηγουμένων ἐτῶν ἀπολογισμοῖς, μετὰ προαγωγῆς τινος, τῆς κανονικῆς κατ’ ἔτος, τῆς οὐχὶ ἀναξίας λόγου, ἔχωμεν ἐτησίως ἠσφαλισμένον ποσὸν τεσσάρων ἑκατομμυρίων, τὸ ποσὸν τοῦτο εἶναι ἀνάξιον προσοχῆς, προκειμένου νὰ σκεφθῶμεν περὶ προσθήκης αὐτοῦ εἰς τὸν στρατιωτικὸν προϋπολογισμόν; Ἐὰν ὑποθέσητε πρὸς στιγμὴν, ὅτι τὸ ποσὸν τοῦτο, γενομένης ἀλλαχοῦ οἰκονομίας, ἔμενεν ἐλεύθερον εἰς τὴν διάθεσιν τῆς τότε Κυβερνήσεως καὶ ἐδαπάνα, ἐνθαρρυνομένη ἐκ τῆς ὑπάρξεως αὐτοῦ, εἰς τὰς ἀνάγκας τῶν νέων ὀργανισμῶν χωροφυλακῆς καὶ ἀστυνομίας, παραβλέπουσα τὸ ἥμισυ ἑκατομμύριον ἐπὶ ἔλαττον, ὅπερ μὴ ἔχουσα ἤθελε ζητήσει ἄλλοθεν νὰ συμπληρώσῃ, τούτου οὕτω δεδομένου καὶ οὕτω δαπανηθέντων ἐκεῖ τῶν τεσσάρων ἑκατομμυρίων, ἤθελε βεβαίως ὑπάρξει ἀνάγκη ζητήσεως ἄλλων τεσσάρων ἢ 5 ἑκατομμυρίων ὑπὲρ τοῦ στρατοῦ. Καὶ ποῦ ἤθελον εὑρεθῆ; Ἀλλὰ, δεδομένου τοῦ ἀντιθέτου σχεδίου, τῆς δι’ οἰκονομίας ἐν τῇ ἀστυνομίᾳ καὶ τῇ χωροφυλακῇ ἐπιτεύξεως εὐκολίας πρὸς δαπάνην ἐπαρκῆ ὑπὲρ τοῦ στρατοῦ, τὰ 4 ἐκεῖνα ἑκατομμύρια, ἐρωτῶ, δὲν φαίνονται ἐπαρκῆ πρὸς τὸν σκοπὸν, προστιθέμενα εἰς τὰ νῦν ὑπὲρ τοῦ στρατοῦ δαπανώμενα ἑκατομμύρια; Εἰς ἐμὲ τὸ πρᾶγμα εἶναι προφανές. Ἄν δὲ τοῦτο οὕτως ἔχῃ, ἡ ἰδέα περὶ ἐπιταχύνσεως τῆς χρεωλυσίας δι’ εἰσφορᾶς τινος ἐκ τοῦ ποσοῦ τούτου εἰς εἰδικὸν ταμεῖον, εἰσφορᾶς, ἥτις ἤθελεν εἶναι πολλοστημόριον τῶν ἄλλων ἐτησίων προσόδων τοῦ ταμείου ἐκείνου, ἆρά γε ἦτο ἀδύνατον νὰ συνδεθῇ πρὸς ἰδέαν περὶ δαπάνης ὑπὲρ τοῦ στρατοῦ, ἄνευ ζημίας τοῦ κεφαλαίου τοῦ ὁριστέου ὑπὲρ τοῦ στρατοῦ; 200,000 δραχμαὶ πρὸς 5% ἐπὶ τεσσάρων ἑκατομμυρίων, εἶναί τι τοσοῦτον μέγα ποσὸν, ὥστε νὰ λέγωσι πρὸς ἡμᾶς, ὅτι δὲν εἶναι σπουδαία ἡ ἰδέα, ὅτι διὰ τεσσάρων καὶ 5 καὶ 6 ἑκατομμυρίων δυνάμεθα καὶ νὰ ἐπιταχύνωμεν τὴν λύσιν τῶν χρεῶν ἡμῶν καὶ νὰ μεταρρυθμίσωμεν τὰ πράγματα τοῦ στρατοῦ; Κύριοι, πρέπει νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψει, ἐξετάζοντες εἰδικῶς διὰ τὰς περιστάσεις τὰς σημερινὰς ὁποία ἡ κατάστασις τῶν πραγμάτων τοῦ στρατοῦ, ὄχι μόνον σήμερον, ἀλλὰ καὶ πρὸ τοῦ πολέμου, πρέπει, ἐξετάζοντες τοῦτο, νὰ ἔχωμεν προχείρους, πρὸ ὀφθαλμῶν, τοὺς ἀριθμοὺς, καὶ ν’ ἀντιπαραβάλλωμεν αὐτούς· πᾶς ὁ οὕτως ἐξετάζων τὰ πράγματα πείθεται, ὅτι ματαιοπονοῦμεν κατὰ τὸν χείριστον τῶν τρόπων ἀπὸ μακρῶν ἐτῶν. Ἔχω ἐνταῦθα πίνακας παριστῶντας τὴν κατάστασιν τῶν πραγμάτων κατὰ τὰ ἔτη 1894, 1895 καὶ 1896, καὶ τὴν κατάστασιν τῶν πραγμάτων κατὰ τὰ ἔτη 1899, 1900 καὶ 1901.—Εἶναι πίνακες προϋπολογισμῶν, ἀλλ’ ἔχω καὶ πίνακα ἀπολογισμῶν, καὶ ἐκ τῶν πινάκων τούτων τῶν ἀπολογισμῶν προκύπτει ὅτι, ἐνῷ ἡ κατάστασις ἔμεινεν ἀμετάβλητος κατὰ τὰ τρία τελευταῖα ἔτη, ἐπὶ ἐπιπροσθέτῳ τῷ μείζονι κακῷ, ὅτι ἠλαττώθησαν οἱ ἄνδρες, δαπανῶμεν εἰς τὸν στρατὸν σήμερον, ἄνευ οὐδεμιᾶς μεταβολῆς τῶν πραγμάτων, ἓν καὶ ἥμισυ ἑκατομμύριον ἐπὶ πλέον, ὡς θέλω ἀποδείξει.—Ὄπως εὕρωμεν τὰ εἰς τὸν στρατὸν δαπανώμενα, πρέπει βεβαίως ν’ ἀποχωρίσωμεν ἐκ τοῦ ἐτησίου προϋπολογισμοῦ τὰ εἰς τὴν χωροφυλακὴν δαπανώμενα, καὶ διὰ τὸ τελείως ἀκριβές, νὰ εὕρωμεν καὶ ἀποχωρίσωμεν καὶ τὰ εἰς τὰς κεκλεισμένας καὶ διαγεγραμμένας χρήσεις δαπανώμενα, ὅτε ἔχομεν καθαρὸν τὸ ἐτήσιον ποσόν, τὸ εἰς τὸν στρατὸν ὡρισμένον. Ἰδοὺ λοιπὸν οἱ προϋπολογισμοί: 1894· ἄνδρες 22,936, κτήνη 2,499· προϋπολογισμὸς δαπάνης δραχ. 14,761,946· μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν κεκλεισμένων χρήσεων καὶ χωροφυλακῆς 168,436 καὶ 1,900,000, ὑπόλοιπον ὑπὲρ τοῦ στρατοῦ δρ. 12,693,500. Τὸ 1895, ὑπόλοιπον 13,187,480. Τὸ 1896 δρ. 13,923,880. Μέσος ὅρος τῶν τριῶν ἐτῶν 13,268,280 δρ. Ὁ μέσος οὗτος ὅρος τῶν 13,268,280 δραχμῶν, ἐὰν ἐξετάσωμεν καὶ ἀφαιρέσωμεν τὰ κατὰ μέρος κεφάλαια τῶν δαπανῶν, ἀπολήγει εἰς ὑπόλοιπον δραχ. 1,120,000 κατὰ τὸ 1894, δρ. 1,125,000 κατὰ τὸ 1895, δρ. 1,232,000 κατὰ τὸ 1896, δαπανώμενον εἰς πάσας τὰς ἄλλας ἀνάγκας τοῦ στρατοῦ, δηλαδὴ τὰς στρατιωτικὰς Σχολὰς καὶ τὰς ἄλλας διαφόρους μικρὰς ἀνάγκας, μετὰ τὴν πλήρωσιν τῶν ἀναγκῶν τοῦ μισθολογίου ἀξιωματικῶν, ὑπαξιωματικῶν καὶ στρατιωτῶν. Κατὰ σειρὰν λέγω τὰ ἔτη, ἵνα μὴ ἐπαναλαμβάνω τοὺς ἀριθμοὺς τῶν ἐτῶν. Μισθοὶ ἀξιωματικῶν: τὸ πρῶτον ἔτος δραχ. 4,426,760· τὸ δεύτερον ἔτος, 4,315,240· τὸ τρίτον ἔτος, 4,298,740. Μισθοὶ ὑπαξιωματικῶν: τὸ πρῶτον ἔτος δραχ. 1,193,289· τὸ δεύτερον ἔτος τὸ αὐτὸ ποσόν· τὸ τρίτον ἔτος δρ. 1,255,365. Μισθοὶ στρατιωτῶν: δραχ. 2,271,047, — 2,271,047, — 2,547,410. Τροφαί: δραχμαὶ 1,137,000, — 1,137,500, — 890,000. Ἱπποφορβία: δραχ. 800,000, — 850,000, — 850,000. Ἱματισμὸς καὶ νοσηλεία: δραχμαὶ 1,170,000, — 1,360,000, — 1,660,000. Στρατωνισμός, στερεαὶ χορηγίαι, μετακινήσεις κλπ.: δραχμαὶ 450,000, — 500,000, — 595,000. Ὁπλισμός, σαγή, ἐξάρτισις, ὄργανα καὶ σάλπιγγες, ἐργαλεῖα κλπ.: δρ. 125,000, — 435,000, — 595,000. Καί, μετὰ ταῦτα τὰ ποσὰ ἀφαιρούμενα, μένουσιν ὑπόλοιπα 1,000,000 καὶ 100 μέχρι 200 χιλιάδων (1,120,404, — 1,125,304, — 1,232,365), ἅτινα δαπανῶνται εἰς τὰς στρατιωτικὰς Σχολὰς καὶ ἄλλα τινὰ μικρὰ κεφάλαια, ὧν τοὺς τίτλους ἐφάπαξ ἀναγινώσκω, ὅπως μὴ ὑπάρχῃ ἀμφιβολία εἰς τί καὶ σήμερον ἔτι χρησιμεύει τὸ ὑπόλοιπον μετὰ τὴν ὡς ἄνω ἀφαίρεσιν τῶν ἄλλων πιστώσεων. «Εἰς δαπάνας σχολείων καὶ διδασκομένων ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ· — χορηγίας ἀνακατατασσομένων ὁπλιτῶν· — συντήρησιν οἰκοδομῶν· — ἐνοίκια ἰδιωτικῶν οἰκιῶν· — συντήρησιν φυλακείων· — φωτισμὸν διὰ φωταερίου· — νέας οἰκοδομάς· — ἰδιωτικὰς ὑπηρεσίας· — ἔξοδα γραφείων σωμάτων καὶ καταστημάτων· — ἔξοδα στρατιωτικῆς δικαιοσύνης· — προσωπικοῦ τοπογραφικῆς καὶ χαρτογραφικῆς ὑπηρεσίας (ἐν ᾗ καὶ τὸ προσωπικὸν τῶν ἀλλοδαπῶν ἀξιωματικῶν καὶ τὰ ἔξοδα αὐτῶν)· — εἰς νομισματικὴν διαφοράν.» Ἐκτὸς τοῦ κεφαλαίου τῶν στρατιωτικῶν σχολῶν κλπ. οὐδὲ μία δραχμὴ ὑπὲρ τῆς στρατιωτικῆς ἐκπαιδεύσεως! Ταῦτα δὲ, μετὰ δυνάμεως κατὰ τὰ ἔτη ἐκεῖνα, ἀνδρῶν 23 περίπου χιλιάδων κατὰ τὸ 1894, ἀνδρῶν 23,435 κατὰ τὸ 1895, καὶ κατὰ τὸ 1896 ἀνδρῶν 26,262. Ἔλθωμεν νῦν εἰς τὰ ἔτη τὰ σημερινά: 1899, ἄνδρες 26,298· 1900, ἄνδρες 25,180,—ὁμιλῶ πάντοτε περὶ προϋπολογισμοῦ—1901, ἄνδρες 21,079 —τὸ 1901, τὸ ἀμέσως πρὸ τοῦ ἐνεστῶτος ἔτους, μόνον 21,079. Τὸ πρῶτον ἔτος, τὸ 1899, εἴχομεν ὑπὲρ τοῦ στρατοῦ καθαρὸν ποσὸν, μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν χωροφυλακῆς καὶ κεκλεισμένων χρήσεων, δρ. 13,835,100· τὸ δεύτερον ἔτος 1900 δρ. 15,128,280· τὸ τρίτον ἔτος, τὸ 1901, οὗτινος εἴδομεν τὰς ἀναπληρωματικὰς πιστώσεις, δρ. 14,558,260. Μετὰ δὲ τὴν ἀφαίρεσιν τῶν πιστώσεων τῶν εἰς μισθολόγιον, τροφὰς κλπ., φθάνομεν εἰς ὑπόλοιπον τὸ 1899 δραχ. 1,471,400, τὸ 1900 δρ. 1,459,945, καὶ τὸ 1901, τὸ ἀνειλικρινέστερον τῶν ἐτῶν τούτων κατὰ τὸν προϋπολογισμὸν, εἰς 1,935,865· ἀλλὰ ταῦτα καὶ πάλιν ὑπὲρ τῶν ὑλικῶν ἐκείνων ἀναγκῶν, ἃς κατέδειξα, δηλαδὴ, πλὴν τῶν στρατιωτικῶν Σχολῶν, εἰς ἐνοίκια, φωτισμὸν, οἰκοδομὰς κλπ. Μέσος ὅρος τῶν προϋπολογισμῶν τούτων τῆς τριετίας δραχ. 14,321,336, ἤτοι κατὰ 1,053,056 δραχμὰς ἀνώτερος τοῦ μέσου ὅρου τῶν τριῶν προηγουμένων ἐτῶν, ἐν τῷ προϋπολογισμῷ· ἀλλ’ ἐν τῷ ἀπολογισμῷ θέλετε ἴδει, ὅτι τῆς πραγματικῆς δαπάνης ὁ μέσος ὅρος εἶναι ἀνώτερος κατὰ περισσότερας τοῦ 1½ ἑκατομμυρίου δραχμῶν τῶν ἐν ἔτει 1900 δαπανῶν. Εἰς παραπλήσια καὶ τὸ 1902 ἀπολήγει ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, μετὰ τῆς διαφορᾶς, ὅτι, ἐνῷ ἔχομεν ἐφέτος προϋπολογισμὸν δραχμῶν 14,761,063, κατὰ τὸ προηγούμενον ἔτος ὁ προϋπολογισμὸς ὁ διὰ τὸν στρατὸν ἀνήρχετο εἰς μόνον 14,558,210, καταλείπων ὑπόλοιπον εἰς τὰς ἄλλας ἀνάγκας, τὰς ἀνωτέρω ἀπαριθμηθείσας, μόνον δρ. 1,050,961. Ἀλλ’ οὕτως ἐχόντων ἀναμφισβητήτως μέχρι λεπτοῦ τῶν πραγμάτων, ἐρωτῶ, εἶναι σπουδαῖον τὸ ἔργον, εἰς ὅπερ ἀσχολούμεθα κατ’ ἔτος, ψηφίζοντες τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ στρατοῦ; Βεβαίως δὲν εἶναι σπουδαῖον· καὶ ἀσχολούμεθα εἰς αὐτὸ κρύπτοντες μὲν εἰς ἡμᾶς αὐτοὺς τὸ μὴ σπουδαῖον τῶν ἡμετέρων πράξεων, ἀποτρεπόμενοι δὲ τοῦ νὰ παύσωμεν νὰ ψηφίζωμεν οὕτω διὰ τὸν στρατὸν ποσὰ, καὶ στενοχωρούμενοι, διότι βλέπομεν ὅτι, ἐὰν παύσωμεν νὰ ψηφίζωμεν αὐτὰ, ὁλόκληρον οἰκοδόμημα κοινωνικὸν θέλει καταρρεύσει, πρᾶγμα ἀδύνατον καὶ μὴ ἀνεκτόν. Ἀλλ’ ἐὰν, τιθεμένου τοῦ ὅρου τελείας μεταρρυθμίσεως τῆς περὶ τοῦ στρατοῦ προνοίας κατὰ τρόπον, ὥστε νὰ ἐλαττωθῶσι μὲν δαπάναι κακῶς γινόμεναι ἐντὸς τῶν 15 τούτων ἑκατομμυρίων, νὰ ἐπιτευχθῶσι δὲ καὶ οἰκονομίαι ἐπὶ τῶν πιστώσεων τῶν εἰς τὸν στρατὸν ἀφορωσῶν, ἐὰν εἰς ταῦτα τὰ περὶ τοῦ στρατοῦ ψηφιζόμενα προστεθῇ τὸ ποσὸν τῶν δραχ. 3,800,000, ὅπερ ἐκ τῶν 4,000,000, τῶν περισσευσάντων κατὰ τὰ προειρημένα ἔτη τῆς τριετίας 1898–1900, ὑπελείφθη μετ’ ἀφαίρεσιν 200,000 δραχμῶν, ἀποτελοῦμεν ὑπὲρ τοῦ στρατοῦ εἰσφορὰν, ἥτις ἐπιτρέπει εἰς ἡμᾶς, τὸ μικρὸν Κράτος, κατ’ ἀναλογίαν τῶν δυνάμεων ἡμῶν, νὰ βελτιώσωμεν τὰ τῆς καταστάσεως τοῦ στρατοῦ, καὶ ἐνθαρρύνει ἡμᾶς, ὅτι εἰς προσεχὲς μέλλον, εὐοδουμένων τῶν ἡμετέρων πραγμάτων, θέλομεν δυνηθῆ νὰ εὕρωμεν, ὅπως δαπανῶμεν ὑπὲρ τοῦ στρατοῦ πᾶν ὅ,τι ὁ νέος ὀργανισμὸς ἐνδείξει ὡς ἀπαραιτήτως ἀναγκαῖον νὰ δαπανηθῇ καὶ μὴ ὑπερβαῖνον τὰς δυνάμεις τὰς οἰκονομικὰς τοῦ Κράτους, τὸ ἔσχατον ὅριον τοῦ ποσοῦ, ὅπερ δύναται τὸ Κράτος, ἐξ ὧν ἔχει πόρων, νὰ δαπανᾷ εἰς τὸν στρατόν. Βεβαίως τοῦτο δὲν εἶναι ἀκατόρθωτον· ἀλλ’ ὑπὸ τὸν ὅρον, ὅτι τὰ τῆς διαρρυθμίσεως τοῦ στρατοῦ ἐν νέῳ ὀργανισμῷ θέλουσιν ἐπὶ ἄλλης βάσεως τεθῆ. Καὶ περὶ τούτων βεβαίως δὲν πρόκειται ἐντεῦθεν νὰ δειχθῇ κατ’ ἀκρίβειαν τὸ πρακτέον, οὐδ’ ἔχει ἁρμοδιότητα ὁ μὴ εἰδικὸς νὰ προτείνῃ περὶ τῶν κατὰ μέρος θεμάτων γνώμας. Ἀλλὰ μοὶ φαίνεται, ὅτι ἡ μακρὰ πεῖρα καὶ ὅσα ἐξ εἰδικῶν μελετῶν προερχόμενα ἠκούσαμεν συζητούμενα καὶ ἀποτελέσαντα γνώμας εἰσχωρησάσας σχεδὸν εἰς τῶν πλείστων τὰς πεποιθήσεις, ἐπιτρέπουσιν ἐντεῦθεν νὰ λεχθῇ, ὅτι ἀπεδείχθη ὑπὸ τῶν πραγμάτων καὶ, συμφώνως πρὸς τὰς γνώμας τῶν ἀρίστων ἐν Ἑλλάδι στρατιωτικῶν, τῶν ἐχόντων κῦρος, φαίνεται ἐπιβαλλομένη ἡ ἐλάττωσις τοῦ χρόνου τῆς θητείας· ἐλάττωσις δὲ τοῦ χρόνου τῆς θητείας σημαίνει οἰκονομίαν. Δὲν ζητῶ τὴν οἰκονομίαν, ὅπως ἀποκτήσω αὐτὴν ὑπὲρ τοῦ δημοσίου ταμείου, ζητῶ τὴν οἰκονομίαν, ὅπως αὕτη δαπανηθῇ ὑπὲρ τοῦ στρατοῦ. Καὶ ἐλαττῶν, κατὰ τὴν κρίσιν μου, τὴν θητείαν, ὀφείλω ἀντιστοίχως νὰ καταργήσω τὰς ἀπαλλαγάς. Ἰδοὺ εἷς ὅρος ἀπαραίτητος, ὅπως δυνηθῶμεν νὰ σκεφθῶμεν τελεσφόρως περὶ βελτιώσεως τῶν πραγμάτων τοῦ στρατοῦ, ἔχοντες ὡς ἐφόδιον τὸ ποσὸν τὸ οἰκονομούμενον εἰς προσθήκην ὑπὲρ τοῦ προϋπολογισμοῦ αὐτοῦ. Ἕτερος ὅρος ἐνδεδειγμένος καὶ ἐπιβαλλόμενος· ὅπως τὰ τῶν βαθμοφόρων ἐν τῷ στρατῷ κατορθωθῇ νὰ μετασκευάσωμεν οὕτως, ὥστε νὰ μὴ καταλαμβάνῃ τοὺς βαθμοφόρους ἡ ἀποθάρρυνσις εὐθὺς κατὰ τὰ πρῶτα ἔτη τῆς ἐν τῷ στρατῷ ἐργασίας αὐτῶν. Πανταχόθεν ἀκούομεν ζητούμενον ὡς ἀπαραίτητον ὑπὲρ τῆς ῥώμης καὶ τῆς ἀκμῆς τοῦ στρατοῦ τὴν καταβίβασιν τοῦ ὁρίου τῆς ἡλικίας. Ἀλλὰ δὲν δυνάμεθα νὰ ἐπιτύχωμεν τούτου τοῦ ἀγαθοῦ, διότι τοῦτο ἐπιτυγχάνεται μόνον διὰ σπουδαίας χρηματικῆς θυσίας, διὰ δαπάνης ἑκατοντάδων χιλιάδων δραχμῶν, ῥιπτομένων εἰς συντάξεις. Ἐκ τούτου, ἀναγκαία ὑπόδειξις, καὶ ἐν συναφείᾳ πρὸς τὸ διάγραμμα τῆς ὑπὲρ τῶν ἄλλων σωμάτων τῆς δημοσίας ἀσφαλείας οἰκονομίας πρὸς δαπάνην ἐν τῷ στρατῷ, ἡ διαρρύθμισις τῆς καταστάσεως τῆς ἐνεργείας εἰς τοιοῦτον τρόπον, ὥστε οἱ ἐν ἐνεργείᾳ ἀξιωματικοὶ νὰ διαιρεθῶσιν εἰς δύο τάξεις, εἰς ἀξιωματικοὺς ἐν ἐνεργείᾳ, τοὺς ἐν ταῖς τάξεσιν ὑπηρετήσοντας, καὶ εἰς ἀξιωματικοὺς ἐν ἐνεργείᾳ, τοὺς ἔξω τῶν τάξεων εἰς τὰ γραφεῖα, τὰ καταστήματα καὶ τὰς ἀστυνομίας ὑπηρετήσοντας. Οὕτω θέλετε δυνηθῆ, ἔνθεν μὲν νὰ προβιβάσητε τὸ ὅριον τῆς ἡλικίας τὸ σήμερον ὑπάρχον, διότι δύνασθε νὰ προβιβάσητε αὐτὸ ἄνευ ζημίας τῆς ὑπηρεσίας τῆς ἐν τοῖς γραφείοις, τοῖς καταστήμασι καὶ τῇ ἀστυνομίᾳ, νὰ καταβιβάσητε δὲ τὸ ὅριον τῆς ἡλικίας ἐπὶ τῆς καταστάσεως τῆς ἐνεργείας τῆς ἐν ταῖς τάξεσιν. Ἕτερος ὅρος, ἐφ’ οὗ θέλω ἐνδιατρίψει,—διότι ὁμιλῶ περὶ ὅρων, δι’ οὓς νομίζω, ὅτι ἐπιτρέπουσι τὰ περὶ ἡμᾶς εἰς τὸν πολιτευόμενον νὰ εἴπῃ γνώμην,—εἶναι ἡ διαρρύθμισις τῶν ἀναγομένων εἰς τοὺς ἐφέδρους ἀξιωματικοὺς τοιαύτη, ὥστε δι’ αὐτῶν νὰ δυνηθῶμεν νὰ ἐνισχύσωμεν τὰ στελέχη. Ταῦτα λέγων, ἔχω ὑπ’ ὄψει τὸν στρατὸν, ὃν ἔχομεν καὶ ὃν φοβοῦμαι, — διότι ἤθελον ἐπιθυμήσει τὸ ἐναντίον, — ὅτι θέλομεν κατ’ ἀνάγκην ἐξακολουθήσει νὰ ἔχωμεν. Γινώσκω, ὅτι δὲν εἶναι ἀξία περιφρονήσεως ἡ γνώμη ἡ εἰσάγουσα ἡμᾶς εἰς σκέψεις περὶ μεταφυτεύσεως εἰς τὴν Ἑλλάδα θεσμοῦ θαυμασίως ἐν Ἑλβετίᾳ λειτουργοῦντος, καταλλήλως δὲ πρὸς τὰς ἐν Ἑλλάδι συνθήκας τροποποιουμένου. Ἀλλ’ οἱ ὅροι, ὑφ’ οὓς τὰ πάντα ἐν Ἑλλάδι κεῖνται, καὶ αὐτὴ ἡ κατασκευὴ τοῦ πολιτεύματος, ὅπερ εὐτυχοῦμεν νὰ ἔχωμεν, νομίζω ὅτι, ὁσονδήποτε καὶ ἂν ὑπάρχωσι σπουδαῖα τὰ ἐπιχειρήματα τῶν συνηγόρων τῆς ὑπὲρ τοῦ Ἑλβετικοῦ συστήματος γνώμης, δὲν θέλουσιν ὁδηγήσει ἡμᾶς εἰς τὴν λύσιν τοῦ ζητήματος τὴν κατὰ τὸ σύστημα τὸ Ἑλβετικόν. Καὶ διὰ τοῦτο, τὸ καθεστὼς εἶχον ὑπ’ ὄψει ὡς τὸ μόνον καθεστὼς καὶ ἐν τῷ προσεχεῖ μέλλοντι, κατὰ τὰ κρατοῦντα ἐν Ἑλλάδι. Τοιοῦτοι οἱ ὅροι, οἵτινες, κατ’ ἐμὲ, ἦσαν ἀπαραίτητοι, ὅπως γένωνται ἐπιδεκτικαὶ ἐφαρμογῆς αἱ σκέψεις περὶ ἀνορθώσεως τῶν πραγμάτων τοῦ στρατοῦ, διότι ἠδυνάμεθα νὰ δαπανήσωμεν τὸ ποσὸν, ὅπερ ἀνωτέρω ἔδειξα. Θέλομεν βεβαίως δυνηθῆ νὰ δαπανήσωμεν τοσοῦτο περίπου ποσὸν καὶ σήμερον, ἀλλ’ ἀφοῦ κοπιάσωμεν καὶ ἀγωνισθῶμεν, ὅπως ἀποκόψωμεν ὅσα περιττὰ εἰσήχθησαν ἤδη εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους. Γινώσκομεν δὲ ὁποία ἡ δυσκολία πρὸς ἐνέργειαν τοιούτων περικοπῶν καὶ ὑπὸ τῶν ἰσχυροτάτων κυβερνητικῶν βραχιόνων καὶ ὑπὸ τοῦ ἰσχυροτάτου κυβερνητικοῦ νοός. Αἰσθανόμεθα ἕκαστος ἡμῶν, ὅτι αἱ δυσκολίαι αὗται ὑπάρχουσι παρὰ πᾶσι, καὶ ἐν ἑνὶ ἑκάστῳ ἡμῶν, καὶ εἰς πάσας τὰς ἐπαρχίας τῆς Ἑλλάδος καὶ ἐν τῷ συνόλῳ· ἡμεῖς δὲ εἴμεθα ἐξηρτημένοι καὶ ἐξ ἑκάστης ἐπαρχίας ἕκαστος καὶ ἐκ τοῦ συνόλου πάντες. Γινώσκομεν, ὅτι σήμερον εἰς μεγίστην δυσχέρειαν ἤθελε προσκρούσει ἡ Κυβέρνησις, ἥτις ἤθελεν ἐπ’ ἀγαθῷ ἐπιχειρήσει τὴν κατάργησιν τοῦ νέου διοικητικοῦ συστήματος. Γινώσκομεν ὁπόσον δύσκολον εἶναι νὰ καταργηθῶσιν οἱ πλούσιοι ὀργανισμοὶ μετὰ τὴν ἔναρξιν τῆς λειτουργίας αὐτῶν. Καίτοι εὐφήμως ὡμίλησα περὶ τῆς ἐργασίας τῆς γενομένης ὑπὲρ προαγωγῆς τῶν ταχυδρομικῶν πραγμάτων, αἰσθάνομαι ἐμαυτὸν, παρ’ ὅλην τὴν ἀξίαν τῶν πινάκων, — εἰς οὓς δὲν ἠθέλησα ἢ δὲν ἠδυνήθην νὰ φέρω ἀντίρρησιν, — κατεχόμενον ὑπὸ φόβου, μήπως οὐχὶ μόνον τελεία κατανάλωσις τῶν εἰσπράξεων ὑπὸ τῶν δαπανῶν τῶν ταχυδρομικῶν καὶ τηλεγραφικῶν ὑπάρξῃ, ἀλλὰ καὶ ὑπέρβασις τῶν δαπανῶν ἀπέναντι τῶν προβιβασθεισῶν εἰσπράξεων. Ἡ πρώην Κυβέρνησις ἔσχεν εὐτυχῆ ἔμπνευσιν, ὅτε εἰσήγαγε νομοσχέδιον μεταρρυθμίζον τὰ τῶν συντάξεων. Ἀλλ’ ὑπῆρξεν ἡ ἔμπνευσις τῆς Κυβερνήσεως, τῆς εἰσαγαγούσης τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο, ὁμοία πρὸς τὴν προθυμίαν, μεθ’ ἧς εἰσάγονται τὰ νομοσχέδια ὑπὸ τῆς παρούσης Κυβερνήσεως, μετὰ προθέσεως νὰ μὴ συζητηθῶσιν. Ἐγένετο περὶ συντάξεων λόγος ἐν τῇ προηγουμένῃ Συνόδῳ, καὶ μὲ διέκοψεν, ἐπικρίνοντα τὰ τῶν συντάξεων, ὁ τότε Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, λέγων ὅτι εἰσήγαγε διορθωτικὸν νομοσχέδιον. Ἀλλ’ ὅτε ἀπήντησα πρὸς αὐτὸν «καὶ διατὶ δὲν ἐπιμένετε νὰ ψηφισθῇ;» ἐσιώπησε, δὲν ἐπέμεινε διότι εὑρίσκετο πρὸ δυσχερειῶν. Ἀλλ’ εἰς τί χρησιμεύουσιν αἱ Κυβερνήσεις, ἂν δὲν ἔχωσι τὸ θάρρος ν’ ἀντιμετωπίσωσι τὰς δυσχερείας; Καὶ ἂν δὲν ἦναι δυνατὸν νὰ γνωρίζητε τὰ τῶν συντάξεων ἐν ταῖς λεπτομερείαις μέχρι λεπτοῦ, ὡς ἔδειξεν ὅτι κατέχει τὸ Σῶμα ἐκεῖνο, ὅπερ ἦτο εἰς θέσιν νὰ διακρίνῃ, εἶναι δυνατὸν νὰ ἐλπίσητε, ὅτι τὸ κακὸν δὲν θὰ προχωρήσῃ ἐπικινδύνως, ὅτε βλέπετε ἀπὸ ἔτους εἰς ἔτος κατὰ 400,000 δρ. αὐξάνον τὸ ποσὸν τῶν συντάξεων; Καὶ ποῦ θέλομεν φθάσει; Καὶ ποῖος ὁ λόγος, δι’ ὃν ἐγίνοντο καὶ γίνονται αἱ αὐξήσεις; Κάλλιον παντὸς ἄλλου γινώσκει ὁ πρώην Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν. Ἀλλὰ διατὶ δὲν ἐφρόντισε, δεικνύων εἰς ἡμᾶς τοὺς ἐκ τῶν συντάξεων κινδύνους, ὡς ἀκούομεν τὸν κώδωνα ἀπὸ ἐτῶν κρουόμενον, νὰ ἐπιμείνῃ εἰς ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου; Καὶ ἐνῷ τοῦτο δὲν ἔπραττεν, εἰσῆγεν ἡ Κυβέρνησις, εἰς ἣν ἀνῆκε, καθὼς εἰσάγει καὶ ἡ σημερινή, νομοσχέδια, ἅτινα συνεπιφέρουσι νέαν αὔξησιν τῶν συντάξεων, καὶ κατὰ τρόπον ἐπικινδυνωδέστατον, ἐκεῖνον, ὃν κατέδειξε τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον προπέρυσιν. Ἐν τῷ νομοσχεδίῳ περὶ νέας ἀστυνομίας καὶ εἰς τοὺς ἀστυφύλακας ἐδίδετο σύνταξις οἰκογενειακὴ, κληρονομική. Ἠκούσατε δὲ καὶ τὰ νομοσχέδια τὰ προσαχθέντα ὑπὸ τῶν νῦν Ὑπουργῶν καὶ ἐν αὐτοῖς ὑπάρχουσι τοιαῦται προτάσεις περὶ συντάξεων. Ν’ ἀπονεμηθῶσι βεβαίως συντάξεις, ἀλλὰ λελογισμένως ἐπὶ νέου σχεδίου καὶ νέας διαρρυθμίσεως ἐν συνόλῳ πάντων τῶν ἀναγομένων εἰς τὰ τῶν συντάξεων. Ὀφείλομεν νὰ ἔχωμεν τὸ θάρρος νὰ εἴπωμεν πρὸς τοὺς ὑπαλλήλους: «ὑμεῖς μὲν θέλετε μείνει ἔχοντες ἐκεῖνο, ὅπερ ἀπεκτήσατε, ὅπερ δὲν ἔχομεν δικαίωμα, ἀλλ’ οὐδὲ καὶ συμφέρον, νὰ θίξωμεν· ἀλλ’ ὑμεῖς οἱ ἄλλοι πρέπει νὰ περιμείνητε, δεχόμενοι ἡ προσδοκία τῆς συντάξεως νὰ μεταβιβασθῇ εἰς τὸ πέμπτον ἔτος ἄνω τοῦ εἰκοστοῦ.» Πρέπει νὰ ἔχωμεν τὸ θάρρος νὰ βάλωμεν μάχαιραν ἐπὶ παντὸς, ὅπερ εἶναι δεκτικὸν μαχαίρας, ὅπως δυνηθῶμεν νὰ φέρωμεν οἰκονομίας ὅπου ἐπιτρέπεται. Διότι, ἐὰν ζητήσητε οἰκονομίας εἰς τὰ Ὑπουργεῖα, φρονῶ μὲν, ὅτι δύνασθε σήμερον νὰ ἔχητε, ἀλλὰ, μετὰ τὰς προσθήκας τὰς γενομένας εἰς τὸν γενικὸν ὀργανισμὸν, οὐχὶ τόσον σπουδαίας οἰκονομίας, ὅσον ἄλλως ἠδύνασθε ἴσως νὰ ἐπιτύχητε. Ἐψηφίσατε ἐνταῦθα ἐλαφρᾷ τῇ καρδίᾳ νομοσχέδιον προξενικὸν, ὅπερ κατὰ 500,000 δρ. ηὔξησε τὰς δαπάνας, καὶ δὲν γνωρίζω μέχρι ταύτης τῆς ὥρας, ἂν αἱ ἀντίστοιχοι εἰσπράξεις, περὶ ὧν ἐλέχθη ὅτι θέλουσι καλύψει τὸ ποσὸν τοῦτο, ὑπῆρξαν τοσοῦτον σπουδαῖαι, ὥστε τὸ ἐκ τῶν προξενικῶν εἰσπράξεων ποσὸν νὰ διαφέρῃ πολὺ τοῦ τῶν προηγουμένων ἐτῶν. Καὶ ἐψηφίσαμεν ταῦτα, ἐπὶ τῷ λόγῳ ὅτι ἐστενοχωροῦντο οἱ πρόξενοι λόγῳ τῆς διαφορᾶς τοῦ νομίσματος. Καὶ ποῖος λέγει, ὅτι δὲν ὀφείλομεν νὰ προνοήσωμεν περὶ τῆς ἀνετωτέρας διαίτης τῶν ὑπαλλήλων; Ἀλλ’ ἐπιτρέπεται, ὅτε διὰ πάντας τοὺς ἄλλους οὐδὲν δυνάμεθα νὰ πράξωμεν, διότι προβαίνομεν εἰς τὰ ἀδύνατα, ἐπιτρέπεται νὰ αὐξάνωμεν ἐνταῦθα καὶ ἐκεῖ μισθοὺς κατὰ προτίμησιν; Κατὰ τίνα λόγον δικαιοσύνης; κατὰ τίνα λόγον φρονήσεως; Ἠκούσαμεν τοῦ πρώην Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως εἰπόντος, ὅτι θαυμασία ἦτο ἡ πρόνοια ἡ περὶ γυμναστικῆς καὶ ἀκαδημαϊκῶν Σχολῶν, καὶ ὅτι οὐχὶ μόνον τοὺς τρεῖς καὶ τοὺς δεκατρεῖς, οὓς παρέχουσι σήμερον αἱ Σχολαὶ, ἀλλ’ ἑκατονταπλασίους πρέπει νὰ παρέχωσι, διότι ἔχομεν ἀνάγκην ἑκατονταπλασίων ὑπὲρ τῆς ἀναπτύξεως τῆς γυμναστικῆς ἐν Ἑλλάδι. Ὡραῖον τὸ σχέδιον καὶ ὡραία ἐπιθυμία! Ἀλλ’ ὅτε ἠρώτησα αὐτόν: «πόθεν θέλετε πληρώσει αὐτούς;» ἡ ἀπάντησις δὲν ὑπῆρξεν εἰς αὐτὸν δυνατή. Οὕτω, διὰ τρεῖς μαθητὰς ἐπιτρέπεται νὰ ἔχωμεν νομοθέτημα πρὸς δαπάνην 28,000; τόσας χιλιάδας δραχμῶν διὰ 3 ἢ 5 γυμναστὰς τὸ ἔτος!...
§71ΜΙΧ. ΣΤΕΛΛΑΚΗΣ. Ἐφέτος δὲν ὑπάρχει οὐδὲ εἷς!
§72ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Οἱ πίνακες δεικνύουσι 13 τὸ πρῶτον ἔτος, 5 τὸ δεύτερον, 3 τὸ τρίτον. Καὶ διὰ τοὺς τρεῖς τούτους ἔχομεν νῦν ὀργανισμὸν δαπάνης 14,000 δραχμῶν, — πρόκειται περὶ τῆς Σχολῆς τῶν Γυμναστῶν, — καὶ διὰ τοὺς τρεῖς τούτους δὲν ἤρκει ὁ διευθυντὴς, ἀλλὰ τὸ νομοσχέδιον τῆς παρούσης Κυβερνήσεως προσθέτει καὶ ὑποδιευθυντὴν καὶ τινας ἄλλους. Ἐὰν βεβαίως ἐπὶ τοιούτων βάσεων θελήσωμεν νὰ προχωρήσωμεν εἰς τὴν ἀνοργάνωσιν τοῦ στρατοῦ, εἶναι περιττὸν νὰ κοπιάσωμεν· δὲν θέλομεν δυνηθῆ νὰ εὕρωμεν τὰ ἐπαρκοῦντα πρὸς δαπάνην ὑπὲρ τοῦ ἐθνικοῦ ἱδρύματος τοῦ στρατοῦ, ὅστις εἶναι ἀναγκαῖος εἰς ἡμᾶς λόγῳ τῆς ἐθνικῆς ἡμῶν ἀποστολῆς, — διότι βεβαίως, ἂν δὲν ἦτο ἀναγκαῖος λόγῳ τῆς βαρείας κληρονομίας, τῆς ἐπιβεβλημένης εἰς ἡμᾶς, καὶ ἐγὼ ἤθελον συστήσει, ὅπως περιορισθῇ ὁ στρατὸς εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τὴν ἀστυνομικὴν διὰ τὴν ἐσωτερικὴν ἀσφάλειαν τοῦ Κράτους. Εἰς τοιαύτην θέσιν εὑρισκόμεθα σήμερον, καὶ ἐπιβάλλεται εἰς ἡμᾶς μεταβολὴ πολιτείας, ἐπὶ κινδύνῳ νὰ ἴδωμεν καθισταμένην δυσχερεστάτην τὴν μεταβολὴν μετὰ πάροδον δύο ἢ τριῶν ἐτῶν ἐπὶ πλέον, ἂν οὕτως ἐξακολουθήσωμεν. Ἐπιβάλλεται ἡ μεταβολή. Ἐν τῷ στρατῷ μάλιστα ἐπιβάλλεται ἄμεσος πρόνοια, διότι ὁ στρατὸς εὑρίσκεται ἐν Ἑλλάδι τεθειμένος ἐπὶ ἐδάφους μὴ ἀνεκτοῦ. Ὁ στρατὸς εὑρίσκεται σήμερον τεθειμένος, λόγῳ τοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ προσθέτου, ὅστις ἐψηφίσθη, ἐπὶ ἐδάφους ἀντισυνταγματικοῦ, ἐπὶ ἐδάφους παραδιδόντος εἰς ἀνεύθυνον τὰ τῆς διοικήσεως αὐτοῦ. Ἡ πρᾶξις δὲ τῶν τελευταίων ἐτῶν, δύο περίπου ἐτῶν, ἐφ’ ἃ λειτουργεῖ ὁ ὀργανισμὸς οὗτος, ἀπέδειξεν, ὅτι ὁ τοιοῦτος ὀργανισμός, παρὰ τὴν ἀξίαν τοῦ θεσμοῦ τῆς μονίμου διοικήσεως, ἣν εἶχον ἀναγνωρίσει καὶ ἐπεθύμουν νὰ ἴδω ἀναγνωριζομένην ὁριστικῶς, ἔφερεν εἰς κίνδυνον αὐτὸ τοῦτο, ὅπερ ἐπεδιώκετο διὰ τῆς ὑπὸ μίαν χεῖρα ὑποτάξεως τῆς διοικήσεως τοῦ στρατοῦ, ἔφερεν ἐπὶ πλέον παράλυσιν τῆς πειθαρχίας, ἔφερεν ἔν τισιν ἀνατροπὴν τῆς πειθαρχίας. Ἐκ τοῦ ὀργανισμοῦ τούτου, τοῦ ἐγχειρίζοντος εἰς ἀνεύθυνον — ἐκ πεποιθήσεως ἰδίας ἀνεύθυνον, ἀλλὰ καὶ ἔργῳ ἀνεύθυνον, — τὴν διοίκησιν τῶν τοῦ στρατοῦ, δὲν ἐπήγασεν ἀκαμψία καὶ αὐστηρότης στρατιωτικὴ, ἥτις πρέπει νὰ ὑπάρχῃ, ἀλλὰ, κατ’ ἀνάγκην, ἐπήγασεν αὐθαιρεσία, ἐπήγασαν δὲ καὶ ἐν τῇ ἐνεργείᾳ τῇ συνδυασμένῃ Ὑπουργείου καὶ Γενικῆς Διοικήσεως ἀντιθέσεις καὶ ἀντιφάσεις. Ἂν ἓν παράδειγμα θελήσητε νὰ λάβητε, παράδειγμα δὲ ἐπὶ τῆς κορυφῆς τῆς κλίμακος τῆς ἱεραρχικῆς, θέλετε ἴδει ποῖα τ’ ἀποτελέσματα τοῦ ἐπιβληθέντος συστήματος. Θέλω ὁμιλήσει περὶ προσώπου, μεθ’ οὗ οὐδὲν μὲ συνδέει, καὶ πολιτικῶς εὑρέθημεν εἰς ἀντίθεσιν, ὅτε ἐπολιτεύετο, περὶ τοῦ στρατηγοῦ Σμολένσκη. Ἐξετέθη ἐνταῦθα ὑποψήφιος καὶ ἐξελέχθη Βουλευτὴς, καὶ ἔπειτα πάλιν ἐξετέθη ὑποψήφιος καὶ ἀπέτυχεν· ἐπανῆλθεν εἰς τὸν στρατὸν μετὰ τὴν ἀποτυχίαν, καὶ ἐτέθη εἰς θέσιν γενικὴν, διοικητὴς Μεραρχίας, θέσιν τοιαύτην, ἐφ’ ἧς οὐδεμίαν δύναμιν δύναται νὰ ἔχῃ ἡ διάταξις τοῦ νόμου, ἡ ἀπαγορεύουσα εἰς τὸν στρατιωτικὸν νὰ ᾖναι ἐπὶ κεφαλῆς διοικήσεως ἐν τῇ περιφερείᾳ, ἐξ ἧς ἐξελέχθη, ἢ εἰς ἣν προσῆλθεν ὑποψήφιος. Ἐν ἑκάστῃ ἀποδημίᾳ ἢ κωλύματι, ἐν ἑκάστῃ ἀπουσίᾳ τοῦ ἀρχηγοῦ, τοῦ Γενικοῦ Διοικητοῦ, φροντὶς, ὅπως μὴ ἔλθῃ ἐνταῦθα καὶ ἀναλάβῃ τὴν διοίκησιν τοῦ στρατεύματος ὁ ἐκ τοῦ νόμου καὶ τῆς ἀρχαιότητος καὶ τῆς θέσεως αὐτοῦ ἔχων δικαίωμα ν’ ἀναπληρώσῃ τὸν ἀρχηγόν. Καὶ κατὰ τίνα τρόπον λαμβάνεται ἡ φροντὶς αὕτη; Παρέρχομαι τοῦτο τὸ πρῶτον, ὅπερ ἐλέχθη ἤδη, ἀρκούμενος ὅτι ἐλαμβάνετο ὑπὸ τὸ πρόσχημα ὑποταγῆς εἰς νόμον, ὅστις ἐν τούτοις τὰ ἐναντία βεβαίως ἐδείκνυεν. Ἀλλ’ ἂν λάβητε ὑπ’ ὄψιν τὰ Διατάγματα τὰ ἀποφηνάμενα περὶ τῆς ἀπομακρύνσεως ἐκ τῆς Γενικῆς Διοικήσεως τοῦ στρατηγοῦ Σμολένσκη, διότι ὅπως ἐπιτύχωσι τοῦτο ἔπρεπε νὰ θέσωσιν αὐτὸν εἰς διαθεσιμότητα, θέλετε ἴδει, κατὰ τίνα μὲν τρόπον ἐτελεῖτο ἡ ἀσύγγνωστος προσβολὴ τῶν ἰσχυόντων κανονισμῶν, τί δὲ προέκυψεν ἐκ τῆς τοιαύτης ἐνεργείας τῆς αὐθαιρέτου, τῆς μὴ εὐθείας, τῆς μὴ δικαίας, καὶ πῶς τὸ προκῦψαν ἐκ τούτων ὑπῆρξε δεινὴ προσβολὴ κατὰ τῆς πειθαρχίας, πρὸς ἣν ἠναγκάσθησαν νὰ σιωπήσωσιν ἐκεῖνοι, οἵτινες ἐγίνωσκον ὅτι ἐτήρουν πολιτείαν μὴ εὐθεῖαν ἀπέναντι τοῦ στρατηγοῦ Σμολένσκη. Τῇ 12 Ἰανουαρίου 1901 ὑπάρχει Διάταγμα περὶ διαθεσιμότητος τοῦ στρατηγοῦ Σμολένσκη, ἐκδοθὲν ἄνευ προτάσεως τοῦ ἀρχηγοῦ. Ρητῶς ὁ νόμος περὶ Γενικῆς Διοικήσεως ὁρίζει, ὅτι οὐδεμία τοιαύτη πρᾶξις ἐπιτρέπεται ἄνευ ῥητῆς προτάσεως τοῦ ἀρχηγοῦ· προκειμένου δὲ περὶ θέσεως εἰς διαθεσιμότητα τοῦ ἀρχαιοτέρου τῶν στρατηγῶν, τοιαύτη πρᾶξις ἐθεωρήθη περιττή! Βεβαίως λόγον τινὰ ὑπάρχοντα ἐν τῷ νόμῳ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ δηλώσωσιν οἱ τοιαῦτα πράττοντες. Καὶ ὅτε τοῦτο οὕτως ἐγίνετο, ὁ στρατηγὸς, ὁ ἀποκλειόμενος τῆς θέσεως, εἰς ἣν εἶχε δικαίωμα ἐκ τοῦ νόμου, παραβαίνων τὴν πειθαρχίαν, ἀπευθύνεται τηλεγραφικῶς πρὸς τὸν Ὑπουργὸν, καὶ λέγει πρὸς αὐτὸν ταῦτα: «Ἐκτελέσας τὴν ὑμετέραν διαταγὴν, εὐχαριστῶ, διότι μὲ ἀπηλλάξατε δυσαρέστου θέσεως. Σεῖς αὐτοί, Ὑπουργοὶ προγενεστέρας Κυβερνήσεως, εἰς ἐποχὴν, καθ’ ἣν ἡ πατρὶς ἡμῶν εἶχεν ἀνάγκην ἐμοῦ, ἐπροτείνατε τὴν κατ’ ἐκλογὴν προαγωγήν μου εἰς ὑποστράτηγον διὰ τὰς λαμπρὰς πρὸς τὴν πατρίδα ὑπηρεσίας ἐνώπιον τοῦ ἐχθροῦ, ὡς διαλαμβάνει σχετικὸν Βασιλικὸν Διάταγμα.» Καὶ εἰς ταῦτα οἱ παρανομήσαντες, εἶναι φυσικὸν, ὅτι δὲν ἐτόλμων νὰ ἀντιτάξωσιν οὐδὲ παρατήρησιν. Πρὸς ἔγγραφον διὰ τῆς δημοσιότητος ῥιφθὲν πρὸς τοὺς Ὑπουργοὺς καὶ ἐπιτιμῶν αὐτοὺς, ἐσιώπησαν· διότι ἐπὶ τοῦ ἐδάφους, ἐφ’ οὗ ἐτέθησαν τὰ πράγματα, ἕνεκα τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν ἐνηργοῦντο, δὲν ἐπετρέπετο εἰς αὐτοὺς ἄνευ κινδύνου νὰ ὁμιλήσωσιν. Ὑπῆρχεν ἀνατροπὴ τῆς πειθαρχίας. Ἀλλ’ εἶναι ὀργανισμὸς, εἶναι τάξις ταῦτα τὰ γινόμενα ἐν τῷ θέματι τῆς διαθεσιμότητος τῶν ἀνωτέρων ἀξιωματικῶν; Προκειμένου περὶ τῆς διαθεσιμότητος τοῦ στρατηγοῦ Σμολένσκη, δὲν ἀπαιτεῖται πρότασις τοῦ ἀρχηγοῦ· προκειμένου περὶ ἀνακλήσεως ἐκ τῆς διαθεσιμότητος αὐτοῦ, ἀπαιτεῖται πρότασις τοῦ ἀρχηγοῦ, καὶ τὸ Διάταγμα τοῦτο, τὸ δεύτερον, ἐκδίδεται τῇ προτάσει τοῦ Γενικοῦ Διοικητοῦ τοῦ στρατοῦ. Ἀλλὰ προκειμένου περὶ μεταθέσεως ἐκ τῆς διαθεσιμότητος τοῦ συνταγματάρχου Ἀμπάτη, δὲν ἀπαιτεῖται πρότασις τοῦ Γενικοῦ Διοικητοῦ· καὶ προκειμένου περὶ μεταθέσεως εἰς τὴν διαθεσιμότητα τοῦ συνταγματάρχου Ν. Σμολένσκη, δὲν ἀπαιτεῖται πρότασις τοῦ Γενικοῦ Διοικητοῦ. Ἐρωτῶ: εἶναι ταῦτα κατάστασις πραγμάτων, ὁμαλὴ κατάστασις ὀργανισμοῦ, ἀξίου νὰ ὀνομάζηται ὀργανισμὸς συντεταγμένου στρατοῦ; Τοιαύτη κατάστασις δύναται τὴν ἰδέαν τῆς πειθαρχίας ν’ ἀφήσῃ εἰς τὴν κρίσιν ἡμῶν καὶ ἐπὶ μίαν στιγμὴν ὑφισταμένην; Ἐκ τοῦ ὀργανισμοῦ τούτου τοῦ νέου ἄπαυστοι συγκρούσεις καὶ διαφωνίαι, καὶ διαφωνίαι καὶ συγκρούσεις πάντοτε δημοσίᾳ· πᾶσαι αἱ συγκρούσεις καὶ αἱ διαφωνίαι, αἱ γεννηθεῖσαι καὶ ἔχουσαι ποιάν τινα ἀξίαν μεταξὺ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν καὶ Γενικῆς Διοικήσεως, πᾶσαι ἐγένοντο βούκινοι, καὶ δὲν ἐδημοσιεύθησαν μόνον ὑπὸ τῶν ἐφημερίδων ὡς εἰδήσεις, ἐδημοσιεύθησαν καὶ τὰ περὶ αὐτῶν κείμενα, αἱ ἐπίσημοι πράξεις, τὰ ὑπηρεσιακὰ Διατάγματα. Μέχρι τῆς ἀνιδρύσεως τῆς Γενικῆς Διοικήσεως τὰ τοιαῦτα ἦσαν ἄγνωστα εἰς τὴν Ἑλλάδα, οὐδ’ ἠκούσθη ποτὲ ὅτι τοιαῦται οὕτως ἐδημοσιεύοντο ἀπειλαί. Ἐγείρεται ἐπεισόδιόν τι, καὶ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἀποτείνεται πρὸς τὰ σώματα, παραβλέπων τὴν Γενικὴν Διοίκησιν καὶ λέγων: «Περιῆλθεν εἰς γνῶσίν μου, ὅτι τινὰ τῶν σωμάτων, ὁσάκις ἔχωσιν ἀνάγκην, διά τινα οἱονδήποτε λόγον, νὰ καλέσωσιν εἰς τοὺς στρατῶνας τοὺς παρὰ τοῖς ἀξιωματικοῖς διὰ τὴν ἀτομικὴν αὐτῶν ὑπηρεσίαν ἢ διὰ τὴν περιποίησιν τῶν ἵππων διατεθειμένους στρατιώτας, ἐκτελοῦσι τοῦτο, εἰδοποιοῦντα αὐτοὺς τοὺς ἄνδρας, οἵτινες οὕτως ἐγκαταλιμπάνουσι τὴν παρὰ τοῖς ἀξιωματικοῖς ὑπηρεσίαν των, εἰς στιγμὰς μάλιστα, καθ’ ἃς ἐνίοτε ἡ παρουσία των εἶναι ἀναγκαιοτάτη τοῖς ἀξιωματικοῖς. Τὸ τοιοῦτον ἀπάδει οὐ μόνον πρὸς τοὺς κανόνας τῆς στοιχειώδους ἁβρότητος, ἀλλὰ προσκρούει καὶ εἰς τὰ δικαιώματα τῶν ἀξιωματικῶν, καθόσον δέον καλῶς νὰ κατανοηθῇ ὑφ’ ἁπάντων, ὅτι ἡ παραχώρησις ἀνδρός τινος εἰς ἀξιωματικὸν διὰ τὴν ἀτομικὴν αὐτοῦ ὑπηρεσίαν ἢ διὰ τὴν περιποίησιν τοῦ ἵππου του εἶναι δικαίωμα μὴ δυνάμενον νὰ ἀφαιρεθῇ ἀπὸ τὸν ἀξιωματικόν, εἰμὴ ὅταν καὶ εἰς ἃς περιστάσεις οἱ κανονισμοὶ κελεύουσι. Κατόπιν τῶν ἀνωτέρω ἐντέλλομαι ὑμῖν, ἵνα, ὁσάκις παρίσταται ἀνάγκη προσκλήσεως τῶν ἀνδρῶν τούτων εἰς τοὺς στρατῶνας κατὰ τὰς διατάξεις τῶν §§ 5 καὶ 7 τοῦ ἄρθρου 39 τοῦ Γενικοῦ Κανονισμοῦ τῆς ὑπηρεσίας τῶν σωμάτων καὶ στρατιωτικῶν καταστημάτων, ἢ πρὸς ἔκτισιν τυχὸν ἐπιβληθείσης αὐτοῖς ποινῆς, εἰδοποιῶνται διὰ σημειώσεως παρὰ τῶν οἰκείων λόχων (ἰλῶν, πυροβολαρχιῶν) οἱ ἀξιωματικοί, παρ’ οἷς οἱ ἄνδρες οὗτοι τυγχάνουσιν ἀπεσπασμένοι, ὅπως οὗτοι ἀποστέλλωσιν αὐτοὺς εἰς τὸν στρατῶνα. Ν. Τσαμαδός.» Ἀπάντησις: «Πρὸς τὰς Ι, ΙΙ καὶ ΙΙΙ Μεραρχίας. «Διατάξατε τὰ ὑφ’ ὑμᾶς σώματα καὶ καταστήματα, ὅπως μὴ ἐκτελῶσι διαταγὰς τοῦ Ὑπουργείου πρὸς αὐτὰ τυχὸν ἀπ’ εὐθείας ἐκδιδομένας, πρὶν ἢ μοὶ ἀναφέρωσι περὶ τούτου, πλὴν τῶν ἀναγομένων εἰς ὑποθέσεις, περὶ ὧν κατὰ τὰ κεκανονισμένα τὰ σώματα ἀναφέρονται ἀπ’ εὐθείας εἰς τὸ Ὑπουργεῖον. Ἐν Ἀθήναις, τῇ 19 Φεβρουαρίου 1901. Κωνσταντῖνος Διάδοχος.» Ἐφαντάζεσθε δυνατὸν τοιοῦτον πρᾶγμα; νὰ διατάσσῃ τὸ Ὑπουργεῖον ἀπ’ εὐθείας τὰ σώματα νὰ πράττωσι τοῦτο καὶ ἐκεῖνο, καὶ νὰ βλέπωμεν τὴν Γενικὴν Διοίκησιν νὰ μὴ ἀποτείνηται πρὸς τὸν Ὑπουργόν, — διότι ἴσως εἶχε δίκαιον, ἰσχυριζομένη, ὅτι ἔδει διὰ τῆς Γενικῆς Διοικήσεως νὰ σταλῇ ἡ διαταγὴ, — νὰ μὴ ἀποτείνηται πρὸς τὸν Ὑπουργόν, ἐπιδιώκουσα ἐπανόρθωσιν, νὰ μὴ ἔρχηται πρὸς αὐτὸν εἰς ἄμεσον προσωπικὴν συνάφειαν, ὥστε μηδὲ ἔγγραφον νὰ ἀμειφθῇ περὶ τούτων, ἀλλὰ δι’ ἐπισήμου διαταγῆς, ἀντιθέτου, πρὸς τὰ σώματα νὰ ἀξιοῖ παρ’ αὐτῶν νὰ μὴ ἐκτελῶσι τὰς διαταγάς! — Τοῦτο λέγεται ὀργανισμὸς καὶ ἀνόρθωσις πειθαρχίας; — Καὶ θέλει μὲν εἴπει ὁ πρώην Ὑπουργός: «ἐγὼ ἔδειξα σθένος καὶ ἐπῆλθε διόρθωσις» (ἀναγινώσκει): «Πρὸς τὰς τρεῖς Μεραρχίας. «Περὶ τῆς ἐννοίας τῆς προγενεστέρας διαταγῆς μου νὰ ἐξηγήσητε εἰς τὰ ὑφ’ ὑμᾶς σώματα, ὅταν λαμβάνωσιν διαταγὴν τοιαύτην, νὰ μοὶ ἀναφέρωσιν ἱεραρχικῶς καὶ ἐκτελῶσι ταύτην ἄνευ ἑτέρας διαταγῆς. Κωνσταντῖνος.» Ἀλλόκοτος ἑρμηνεία! Τὸ «μὴ ἐκτελέσατε» σημαίνει «ἐκτελέσατε ἀφοῦ μὲ εἰδοποιήσητε!» — Ἀλλ’ ἐγὼ λέγω: ὁ Γενικὸς Διοικητὴς, ὁ τοιαῦτα πράξας καὶ τοιαῦτα ὑποστὰς, ἔχει τὸ κῦρος τὸ ἀπαιτούμενον ὅπως κατέχῃ μετὰ δυνάμεως τὴν θέσιν τοῦ Γενικοῦ Διοικητοῦ; Εἶναι ταῦτα ἐποικοδομητικὰ πειθαρχίας καὶ τάξεως ἐν τῷ στρατῷ; Ἀλλὰ τὸ οἰκοδόμημα τοῦτο τῶν τελευταίων ἐτῶν, τὸ στρατιωτικόν, μετεμόρφωσε τελείως τὰς ἰδέας τὰς ἁπανταχοῦ κρατούσας περὶ ὑπηρεσίας τῶν πριγκήπων ἐν τῷ στρατῷ. Ἡ ὑπηρεσία τῶν πριγκήπων ἐν τῷ στρατῷ εἶναι ἀγαθόν· εἶναι ἀγαθὸν καὶ διὰ τὸν στρατὸν, ὅστις ἀπὸ τοῦ ἀνωτάτου μέχρι τοῦ κατωτάτου τὸ παράδειγμα τῶν πριγκήπων ἐπωφελῶς δύναται νὰ πορισθῇ ὑπὲρ τελειοτέρας καὶ ἐπιμελεστέρας καὶ πειθαρχικωτέρας ἐκτελέσεως τῶν καθηκόντων. Ἀλλ’ ὅπως τοῦτο τὸ ἀγαθὸν πορισθῇ ὁ στρατὸς, ἀνάγκη ἡ θέσις τῶν πριγκήπων ἐν τῷ στρατῷ νὰ ἦναι ὁποία αὐστηρῶς ἐπιβάλλεται καὶ τηρεῖται ἐν τοῖς Κράτεσι τοῖς ἄλλοις, τοῖς μεγάλοις ἰδίᾳ τοῖς εὐρωπαϊκοῖς, ὅπου ἀφθονία βασιλοπαίδων καὶ ἄλλων συγγενῶν βασιλικῶν εἶναι κατατεταγμένοι ἐν τῷ στρατῷ ἐπ’ ἀγαθῷ. Πρέπει δηλαδὴ πρῶτος ὑποβεβλημένος εἰς τὴν πειθαρχίαν νὰ φαίνηται ὁ πρίγκηψ ὁ κατατεταγμένος, διότι ὁ πρίγκηψ, δεχόμενος νὰ ἦναι αὐστηρῶς ὑποβεβλημένος εἰς πειθαρχίαν,—καθὼς ἄλλως τε καὶ ἔχει καθῆκον ἐκ τοῦ νόμου, —διδάσκει διὰ τοῦ παραδείγματος πάντας τοὺς ἄλλους, ὅτι ἐκεῖ, ὅπου αὐτὸς ὑποτάσσεται, εἶναι καὶ περισσότερον ἔτι αὐτοὶ ὑπόχρεοι, ὡς κατώτεροι αὐτοῦ, λόγῳ θέσεως ἐν τῇ Πολιτείᾳ, νὰ ὑποταχθῶσι. Καὶ δὲν ἰσχυρίζομαι μὲν, ὅτι ἐκ τῶν προσώπων τῶν πριγκήπων, τῶν ὑπηρετούντων ἐν τῷ στρατῷ, προέκυψαν ἄτοπα, ἕνεκεν ἀρνήσεως αὐτῶν νὰ ὑπηρετῶσιν ἐν πειθαρχίᾳ· ἀλλὰ βλέπω ἐν τῷ συνόλῳ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν ὑποδέχονται καὶ μεταχειρίζονται τοὺς πρίγκηπας ἐν τῷ στρατῷ αὐτοὶ ἐκεῖνοι, οἵτινες εἶναι τεταγμένοι, ὅπως ἐμπνέωσι τὸ αἴσθημα τῆς τοιαύτης πειθαρχίας εἰς αὐτοὺς καὶ τὴν ἰδέαν ὅτι μόνον ἐν ἐπιμελεῖ ἐργασίᾳ καὶ μετ’ ἀπόκτησιν τῶν κεκανονισμένων προσόντων θέλουσι καὶ αὐτοὶ τύχει βαθμιαίας προχωρήσεως πρὸς τὰ ἄνω, βλέπω, ὅτι ἄλλαι ἐνταῦθα ἐμβάλλονται ὑπὸ τοῦ περιβάλλοντος ἰδέαι εἰς τοὺς ὑπηρετοῦντας ἐν τῷ στρατῷ πρίγκηπας. Εἶναι δυνατὸν νὰ φαντασθῇ τις, ὅτι, ὅτε σῶμά τι εὐλόγως τῷ ὄντι ἀγάλλεται, ὅτι κατετάχθη εἰς αὐτὸ εἷς τῶν πριγκήπων, —διότι εἶναι τιμὴ εἰς τὸ σῶμα, διότι εἶναι καὶ ὄφελος εἰς τὸ σῶμα, ὡς προεῖπον, ἡ τοιαύτη κατάταξις, — ὁ σωματάρχης τοῦ σώματος, ἐνῷ ὑποδέχεται μετὰ δηλώσεως ἀγαλλιάσεως διὰ τὴν τοιαύτην τιμὴν καὶ εὐτυχίαν τὸν πρίγκηπα, ἐν ταυτῷ δὲν θέλει ἐπιληφθῆ τῆς εὐκαιρίας, ὅπως αὐτὸς, ὁ πρῶτος ἐν τῷ σώματι, ὑπομνήσῃ, ὡς ἀλλαχοῦ πράττουσιν, ὅτι ἔχει καθήκοντα νὰ ἐκπληρώσῃ, ἐν οἷς παράδειγμα ἑαυτὸν θέλει δώσει ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ; Ἐν τούτοις εἴδομεν εὐθαλῆ βλαστὸν τῆς Δυναστείας κατατασσόμενον πέρυσιν ἔν τινι τῶν σωμάτων, καὶ ἐπὶ τῇ ὑποδοχῇ αὐτοῦ εἴδομεν ἐντιμότατον σωματάρχην, ἄξιον πάσης τιμῆς καὶ ἀξιώτατον, τοσοῦτον παρασυρόμενον ὑπὸ τῶν κυκλουσῶν ἡμᾶς ἰδεῶν, ὥστε νὰ ἐπικαλεσθῇ αὐτὸς, ὁ ἀρχηγός, τὴν ὑψηλὴν προστασίαν τοῦ ὑποτεταγμένου αὐτῷ ἀνθυπολοχαγοῦ, ὅπως εὐοδωθῶσι τὰ τοῦ σώματος διὰ τῆς προστασίας αὐτοῦ! Ἀλλὰ τοιαῦτα, Κύριοι, δὲν λέγονται ἐκεῖ, ὅπου ἐπιδιώκεται ἀληθὴς διοργάνωσις στρατοῦ, ἀληθὴς τάξις, ἀληθὴς προαγωγὴ αὐτοῦ. Τοιαύτας δὲ δυστυχῶς ἰδέας ἔξωθεν ἐμβάλλουσιν εἰς τοὺς πρίγκηπας. Ἀντὶ νὰ παιδαγωγήσωσιν αὐτούς, καθ’ ὃ ὑπάρχει καθῆκον, προκειμένου περὶ νέων πρωτοεισάκτων εἰς τὰ τῆς ὑπηρεσίας, φθείρουσιν αὐτῶν τὸ φρόνημα, διότι καὶ τοῦ καθόλου ἀρτίου νέου ἡ κρίσις εἶναι δυνατὸν νὰ διαφθαρῇ ὑπὸ τῆς κολακείας, —τοῦ χειρίστου τῶν δηλητηρίων, προκειμένου περὶ νέων, οἵτινες ὀλίγους ἔχουσι τοὺς πλησιάζοντας αὐτούς. Δημόσιαι πράξεις, Βασιλικὰ Διατάγματα, προαγωγαὶ καὶ τοποθετήσεις ἢ ἄδειαι ἐξόδου ἐκ τῆς χώρας πριγκήπων μετὰ πολλῶν κόπων καὶ φροντίδων εὑρίσκεται τρόπος νὰ συνταχθῶσι τελείως, διαφόρως ἢ ὡς συντάσσονται αἱ διὰ τοὺς κοινοὺς ἀξιωματικοὺς πράξεις. Καὶ ἀφοῦ ἠκούσατε τὰ ἄλλα, ἀναζητήσατε νῦν, ἵνα εὕρητε ποίους λόγους ἔχει ἡ τοιαύτη διάκρισις. Κατὰ τὰ κείμενα τὰ συνταγματικά, διὰ τὸ περιεχόμενον πάσης πράξεως κυβερνητικῆς ἔχομεν ὑπεύθυνον, — ἀλλὰ καὶ τὴν πρωτοβουλίαν ἔχοντα τὸν ὑπεύθυνον, —τὸν Ὑπουργὸν τὸν συντάσσοντα αὐτὴν, εἰς τρόπον ὥστε ἐν αὐτῇ τῇ πράξει ἀπαιτεῖται νὰ δηλωθῇ ἡ πρωτοβουλία, τηρουμένης ἐν αὐτῇ τῆς εὐθύνης διὰ τῆς προσυπογραφῆς. Τὸ πᾶν τελεῖται τῇ προτάσει τοῦ Ὑπουργοῦ. Ἐν τούτοις τὸ Διάταγμα τῆς 27 Φεβρουαρίου 1901, περὶ ἀδείας ἀπουσίας χορηγουμένης εἰς πρίγκηπα, διατυποῦται οὕτως· οὐχὶ «προτάσει τοῦ ἡμετέρου Ὑπουργοῦ», ἀλλὰ «προτάσει τῆς Γενικῆς Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ, εὐδοκήσαντες, χορηγοῦμεν εἰς τὴν Αὐτοῦ Βασιλικὴν Ὑψηλότητα... εἰκοσαήμερον ἀπουσίας ἄδειαν. Ὁ ἡμέτερος ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργὸς προσυπογράψει καὶ ἐκτελέσει τὸ παρὸν Διάταγμα.» Πάντα τὰ ἄλλα Διατάγματα ἔχουσιν, ὡς γνωρίζετε, ἄλλως. «Προτάσει τοῦ ἡμετέρου Ὑπουργοῦ, εὐδοκοῦμεν» καὶ «ὁ Ἡμέτερος Ὑπουργὸς δημοσιεύσει καὶ ἐκτελέσει.» Διατὶ αὕτη ἡ διάκρισις;—διάκρισις οὐχὶ τυχαία, διάκρισις μεμελετημένη, ὅπως μεμελετημένον εἶναι καὶ ὅτι διὰ παχέων στοιχείων τὸ Διάταγμα ἐκεῖνο ἐτυπώθη; Ταῦτα ἐξέλεξα ἐκ περισσοτέρων ὡς παραδείγματα τῆς ἀνωμάλου καταστάσεως, ἥτις ἐπλάσθη. Δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐπαναλάβω ἐνταῦθα, καί, ἂν μὴ εἶχον εἴπει ἄλλοτε, ἤθελεν εἶναι περιττὸν νὰ εἴπω, ὅτι λογίζομαι ἐκ τῶν πρώτων εὐλαβουμένων τὰ δίκαια τοῦ Στέμματος καὶ τὸ ἀξίωμα τῶν βλαστῶν τοῦ Στέμματος, ἐκ τῶν πρώτων ἐπιθυμούντων νὰ βλέπωσιν αὐτοὺς εὐδοκιμοῦντας πανταχοῦ, ὅπου ἐτάχθησαν, νὰ θεωρῶ καὶ ἐπαινῶ αὐτοὺς καὶ θαυμάζω τοὺς πρώτους ὑπηρέτας τῆς χώρας, ἐκπληροῦντας πρώτους καὶ τελειότερον παντὸς ἄλλου τὸ καθῆκον. Ἀλλὰ δὲν δύναμαι νὰ παραδεχθῶ, ὅτι συνετέλεσαν εἰς τοιοῦτον ἀγαθὸν οἱ θεσμοί, οὓς ἐδέχθησαν οἱ τελευταῖον κυβερνήσαντες νὰ εἰσαγάγωσιν εἰς ὑμᾶς πρὸς ψήφισιν καὶ ἐπέτυχαν νὰ ψηφισθῶσιν ὑφ’ ὑμῶν. Ἐλπίζω δε, ὅτι ἡ πρόνοια ἡ μέλλουσα—ἐλπίζω δὲ καὶ προσεχῶς μέλλουσα—νὰ καταβληθῇ πρὸς ἀναδιοργάνωσιν τοῦ στρατοῦ, θέλει ἐπιτύχει νὰ φέρῃ διόρθωσιν, εἰς τρόπον ὥστε νὰ καρπωθῇ μὲν ὁ στρατὸς τὰ ἀγαθὰ τῆς ἑνιαίας καὶ μονίμου διοικήσεως, ἀλλὰ καὶ ἡ πειθαρχία νὰ μὴ ἔχῃ κακὰ νὰ φοβηθῇ ἐφεξῆς ἐκ τοιούτων συγκρούσεων. Διότι, πρὸς τοῖς ἄλλοις, πρέπει νὰ λεχθῇ καὶ τοῦτο· ὅτι τὸ γενόμενον ἤδη κακῶς ἀπεστέρησε πάσης πρωτοβουλίας τὴν Κυβέρνησιν, προκειμένου περὶ τῶν πραγμάτων τοῦ στρατοῦ· καὶ ἀπόδειξιν τῆς τοιαύτης ἐλλείψεως πρωτοβουλίας ἔχετε τὸ ὅτι δὲν ὑπῆρξε μέχρι σήμεραν δυνατὸν νὰ προσαχθῇ ἐνταῦθα τὸ ἄθροισμα τῶν νομοσχεδίων, ἅπερ ἐπανειλημμένως ὑπεσχέθησαν νὰ προσαγάγωσι πρὸς ἀναδιοργάνωσιν τῶν πραγμάτων τοῦ στρατοῦ. Συνετάχθησαν ὑπὸ τῆς πρώην Κυβερνήσεως τέσσαρα ἢ πέντε νομοσχέδια, τῇ συνεργασίᾳ διακεκριμένων ἀνωτέρων ἀξιωματικῶν· πεισθείσης τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης, τὸ δεύτερον ἔτος, ὅτι ὑπερβολικὴ ἦτο ἡ ἰδέα, ἡ κατὰ τὸ πρῶτον ἐκδηλωθεῖσα, ὅτι ἄνευ ξένου ἀξιωματικοῦ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ νέος ὀργανισμός, συνετάχθησαν τὰ νομοσχέδια ἐν συνεργασίᾳ τοῦ εἰδικοῦ Ὑπουργοῦ μετ’ ἀξιωματικοῦ, λαβόντος ἐντολὴν νὰ καταρτίσῃ αὐτά, καὶ τοῦ Πρωθυπουργοῦ,—ἐὰν δὲν πλανῶμαι,—ἐν συνεργασίᾳ μετὰ τοῦ αὐτοῦ ἀξιωματικοῦ ἐγκρίναντος τὰ σχέδια. Καὶ ὅτε ἦλθεν ἡ ὥρα τῆς ὑποβολῆς τῶν νομοσχεδίων ἐνταῦθα, βεβαίως προσέκρουσέ που ἡ ἐπιθυμία πρὸς εἰσαγωγὴν αὐτῶν, διότι τὴν ἐπιοῦσαν ὁ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν ἦτο σαρωμένος,—ἐσαρώθη δὲ ἐπὶ τῇ προφάσει ἐλλείψεως τεσσάρων ἑκατομμυρίων ἐκ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν. Καὶ ἔκτοτε δὲν ὑπῆρξε δυνατὸν νὰ εἰσαχθῶσι τὰ σχέδια ἐνταῦθα, οὐχὶ δι’ ἔλλειψιν χρήματος, διότι οἱ ὀργανισμοὶ δυνατὸν ἦτο νὰ ψηφισθῶσι καὶ ὑφίστανται,—ὡς συνέβη καὶ περὶ τῶν ἄλλων ὀργανικῶν νομοθετημάτων,—ὅπως ἐφαρμοσθῶσιν, εὑρισκομένου τοῦ χρήματος· ὑπῆρχε δὲ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τῆς Κυβερνήσεως τῆς τότε ἀρκοῦσα ἐλαστικότης, ὥστε νὰ δύνανται νὰ στηριχθῶσιν ἐπ’ αὐτῆς οἱ ὑπολογισμοί, οἵτινες ἤθελον ἀποτελέσει τὴν βάσιν τῶν ὀργανισμῶν, κατὰ τὴν κρίσιν τῶν τότε Ὑπουργῶν περὶ τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως τῆς χώρας. Ἀλλὰ τὰ νομοσχέδια δὲν ἐπαρουσιάσθησαν, οὐδὲ καὶ σήμερον παρουσιάζονται, παρ’ ὅλας τὰς παρακινήσεις τὰς γενομένας πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, παρ’ ὅλας τὰς ὑποσχέσεις αὐτοῦ, ὅτι θὰ παρουσιάσῃ αὐτά· διότι, ὅσον καὶ ἂν διαμαρτύρωνται οἱ Ὑπουργοί, οἱ ἀποτελοῦντες Κυβερνήσεις τοιαύτας, μεθ’ ὅσης πεποιθήσεως καὶ ἂν διαμαρτύρωνται, πλανῶνται περὶ τὴν αὐτοτέλειαν, ἥτις ἀφέθη εἰς αὐτούς· οὐδεμίαν ἔχουσι πρωτοβουλίαν ἐν τοῖς τοιούτοις θέμασι. Καὶ τὴν ἀπόδειξιν ἔχετε ἐπὶ κεφαλαίου, ὅπερ ἀπετέλεσεν ἀληθὲς σκάνδαλον, ὅπερ δὲν ἤλπιζόν ποτε ὅτι ἤθελε τύχει τῆς συγγνώμης τῆς Βουλῆς, ἐν τῷ ζητήματι τῆς, ἐναντίον ῥητῆς διατάξεως τοῦ νόμου περὶ Γενικῆς Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ, ὑποτάξεως τῆς χωροφυλακῆς ὑπὸ τὰς διαταγὰς τοῦ Γενικοῦ Διοικητοῦ. Ὁ νόμος ἦτο καθαρός, ὁρίζων ἓν πρὸς ἓν τὰ σώματα καὶ καταστήματα τὰ ὑπαγόμενα εἰς τὴν Γενικὴν Διοίκησιν, ἐξαιρῶν τὰ μὴ ὑπαγόμενα· καὶ ἓν τῶν ἐξαιρουμένων ἦτο ἡ χωροφυλακή. Ὑπῆρχεν ὅμως ἐν αὐτῷ καὶ διάταξις, καταλείπουσα εἰς τὸν Ὑπουργὸν τὴν εὐκολίαν νὰ διαρρυθμίσῃ ἐν τῇ ἐκτελέσει τὰ θέματα τὰ διάφορα, ἁρμοδιότητος κλπ., ἐντὸς τῶν ὅρων τῆς νομοθετικῆς ἀδείας. Διὰ νομοθετικῆς μεταρρυθμίσεως τῶν ὁρισμῶν τοῦ Ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ δὲν εἶχε δικαίωμα ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία νὰ ἐπεκτείνῃ τὸν κανονισμὸν καὶ μέχρι τῆς χωροφυλακῆς, οὕτως ἀνακηρυχθείσης ξένης πρὸς τὴν Γενικὴν Διοίκησιν τοῦ στρατοῦ. Καὶ ὅμως, καίτοι ἦτο περιττὸν νὰ λεχθῇ τοῦτο εἰδικώτερον ἐν τῷ νόμῳ, ὑπῆρξε φροντὶς νὰ ζητηθῇ καὶ ἀναγραφῇ εἰς τὰ πρακτικὰ τὰ ἐπίσημα, τῇ ἐπιμόνῳ αἰτήσει τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Παξῶν, ὅτι αὕτη ἡ διάταξις τοῦ νόμου ἡ τελευταία, ἡ περὶ ἐκδόσεως εἰδικοῦ Κανονισμοῦ, εἶχεν ἔννοιαν διαρρυθμίσεως συμφώνου πρὸς τοὺς ὁρισμοὺς τοὺς ἐν τῷ νόμῳ. Ἀλλὰ, καὶ παρὰ τοῦτο, ἡ θέλησις ἡ ἀσθενὴς τῶν τότε Ὑπουργῶν ὑπέκυψεν εἰς ἀξιώσεις· καὶ οὐ μόνον ἐναντίον τοῦ ῥητοῦ ὁρισμοῦ τοῦ νόμου, ἀλλὰ καὶ ἐναντίον τοῦ κανόνος, τοῦ ἁπανταχοῦ ἀνεγνωρισμένου, ἡ χωροφυλακὴ ὑπετάχθη εἰς τὴν Γενικὴν Διοίκησιν τοῦ στρατοῦ. Καὶ ταῦτα λέγων ἐνθυμοῦμαι, ὅτι, ὅτε συνεζήτησα περὶ τοῦ θέματος τούτου διὰ μακρῶν ἐνταῦθα, ἐξ ἀφορμῆς τῆς ἐπερωτήσεως περὶ παραβιάσεως τοῦ ψηφισθέντος νόμου διὰ τῆς τοιαύτης ὑπαγωγῆς τῆς χωροφυλακῆς ὑπὸ τὸν Γενικὸν Διοικητήν, ἐδέχθην, κατελθὼν τοῦ βήματος, τὴν ἔγκρισιν ἀνωτέρου ἀξιωματικοῦ, εἰπόντος μοι, ὅτι τὴν ὀρθότητα τῶν λεχθέντων ἐστήριζεν ἐπιχείρημα σπουδαῖον, ὅπερ μὲ διέφυγε, μὴ ἐξετάσαντα τὰ ἐν Γαλλίᾳ κρατοῦντα, προκειμένου περὶ χωροφυλακῆς. Καὶ ἐν Γαλλίᾳ, ὁπόθεν παρελάβομεν τὰ περὶ χωροφυλακῆς ἡμεῖς,—καὶ ὁ ἔντιμος συνάδελφος μοὶ ἔδειξε τότε τὴν διάταξιν τοῦ γαλλικοῦ νόμου τοῦ ἔτους 1873, σύμφωνον πρὸς ὅσα ἐποριζόμεθα ἡμεῖς ἐνταῦθα καὶ ἐκ τῶν ὁρισμῶν τοῦ ὀργανικοῦ νόμου περὶ χωροφυλακῆς,—τὸ ἄρθρον 14 τοῦ νόμου περὶ Γενικοῦ Ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ ὁρίζει ταῦτα: «Ὁ ἀνώτατος Διοικητὴς τοῦ στρατοῦ (corps d’ armée) δὲν ἔχει ὑποτεταγμένην ὑφ’ ἑαυτὸν τὴν χωροφυλακήν, ἐξαρτωμένην ἀπ’ εὐθείας ἀπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν.» Τὰ αὐτὰ εἶπεν ὁ νομοθέτης καὶ ὁ Γάλλος καὶ ὁ ἡμέτερος. Καὶ ἐν μὲν τῇ Γαλλίᾳ ὁ ἀνώτατος ἀρχηγὸς τοῦ στρατοῦ δὲν ἔχει πράγματι τὸ δικαίωμα νὰ βάλῃ χεῖρα εἰς τὰ τῆς χωροφυλακῆς, διότι ἀπηγόρευσεν εἰς αὐτὸν ὁ νόμος τοῦτο· ἐν Γαλλίᾳ φαίνεται ὅτι τηροῦνται οἱ νόμοι! Ἀλλ’ ἐν Ἑλλάδι, καίτοι ἐψηφίσαμεν τὸ αὐτὸ, καίτοι ἐφροντίσαμεν νὰ προκαλέσωμεν καὶ δήλωσιν, πιστεύσαντες ὅτι αὕτη τοὐλάχιστον ἐδέσμευε τοὺς Ὑπουργοὺς, εἴχομεν τὴν ἀπόδειξιν, ὅτι ἐφθάσαμεν εἰς ὥρας τοιαύτας, καθ’ ἃς οὐδεὶς νόμος εἶναι ἀσφαλὴς, ὅτι, ψηφιζόμενος ὑπὸ τῆς Βουλῆς, θέλει ζήσει ἀκέραιος ἐν τῇ ἐφαρμογῇ. Νομίζω, Κύριοι, ὅτι πέραν τοῦ μέτρου παρετάθη ἡ συζήτησις ἡ παρ’ ἐμοῦ γενομένη ἐπὶ τῶν κεφαλαίων τοῦ Προϋπολογισμοῦ· ἀλλ’ ἐξ ἀνάγκης παρετάθη, λόγῳ τοῦ πλήθους τῶν θεμάτων, ἅτινα προέκειντο εἰς ἐξέτασιν, ἀλλὰ καὶ λόγῳ τοῦ χαρακτῆρος τοῦ ἰδιάζοντος τοῦ Προϋπολογισμοῦ τούτου, Προϋπολογισμοῦ τῆς τετάρτης Συνόδου τῆς Περιόδου, ἣν διανύομεν, ἐλθόντες ἤδη ἐγγὺς τοῦ τέρματος, καὶ ἀντανακλῶντος τὰς πράξεις τῆς διαρρευσάσης μετὰ τὴν ἐπανάκτησιν τῆς Θεσσαλίας τριετίας· αἱ πράξεις αὗται ἀπετέλεσαν τὸ νέον ἔδαφος, ἐφ’ οὗ ἡ μεθ’ ἡμᾶς Βουλὴ καὶ ἡ ἐπ’ αὐτῆς Κυβέρνησις θέλουσιν εὑρεθῆ ἠναγκασμέναι νὰ σταθῶσιν, ἐργαζόμεναι εἰς προαγωγὴν τῶν συμφερόντων τῆς χώρας. Ἡ ἀνασκόπησις τῶν τε γενομένων καὶ τῶν ἐπελθόντων ἀποτελεσμάτων ἐκ τῆς τοιαύτης τῶν πραγμάτων διαχειρίσεως μέχρι τῆς στιγμῆς, καθ’ ἣν ὁμιλοῦμεν, δεικνύει, ὅτι θέματα, ὁποῖον ἐκεῖνο, περὶ οὗ ὡμίλησα, ἐνῷ ἀφέθησαν κατ’ οὐσίαν ἄθικτα, ἐδέχθησαν καὶ προσθήκην δυσχερειῶν, μελλουσῶν πολλὰ νὰ γεννήσωσιν ἐμπόδια εἰς τοὺς προσεχῶς ἐπιληφθησομένους τῆς ἐξετάσεως αὐτῶν. Ἡ δ’ ἄλλη ἐνέργεια τῆς προηγουμένης Κυβερνήσεως τὰ πράγματα τῆς χώρας μετέστησεν εἰς θέσιν χείρονα ἐκείνης, εἰς ἣν πρότερον εὑρίσκοντο, καίτοι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εἴπω εὐάρεστον τὴν κατάστασιν τῶν πραγμάτων τὴν πρὸ τῆς ἀνόδου τῆς τελευταίας Κυβερνήσεως εἰς τὰ πράγματα. Δὲν εἶχον βεβαίως ποτὲ τὴν ἰδέαν, ὅτι ἡ διοίκησις ἐν Ἑλλάδι εἶναι, ὁποίαν πάντες ἐπιθυμοῦμεν νὰ ἴδωμεν τὸ ταχύτερον αὐτήν. Δὲν εἶχον βεβαίως τὴν ἰδέαν, ὅτι τὰ τῆς δημοσίας τάξεως παρ’ ἡμῖν εἶναι ἐπαρκῶς ἠσφαλισμένα, καθ’ ὃν μάλιστα τρόπον λειτουργοῦσι τὰ τελευταῖα ἔτη ἡ ἀστυνομία καὶ ἡ χωροφυλακή. Δὲν εἶχον τὴν ἰδέαν ποτὲ, ὅτι τῆς Δικαιοσύνης τὸ ἔργον διεξάγεται συμφώνως πρὸς τὴν ἐπιθυμίαν μὲν τῆς μεγάλης πλειονοψηφίας τῶν δικαστῶν καὶ τὰς εὐχὰς ὁλοκλήρου τῆς κοινωνίας, τὴν ἐπιθυμίαν δὲ τῆς Βουλῆς, τῆς ψηφιζούσης τοὺς νόμους τοὺς δικαστικούς. Ἀλλὰ κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη ἡ χαλάρωσις τῶν δεσμῶν τῆς πειθαρχίας ἐν τοῖς σώμασιν ἐκείνοις, ὧν ἡ διοίκησις εὑρίσκετο ὑπὸ καθημερινὴν ἀπειλὴν μετακινήσεων καὶ ἄλλων ἐνοχλήσεων, —ὡς ἐκ τούτου δὲ ἠναγκάζοντο καὶ νὰ ζητῶσι ν’ ἀποφεύγωσι τὴν ὑπηρεσίαν οἱ ἀξιωματικοὶ ἐν τῷ σώματι τῷ ἀστυνομικῷ, — ἤγαγε τὰ πράγματα εἰς τοιαύτην κατάστασιν, ὥστε ἐν τῇ ἀστυνομίᾳ, — ἥτις, καὶ μετὰ τὴν κατάργησιν τοῦ Ἀρχηγείου ἐξηκολούθησε νὰ μένῃ ἀνεκτή, χειριζομένη ὑπὸ Ὑπουργοῦ, ὅστις ἐδείκνυεν εὐλάβειαν πρὸς τὰ δίκαια τῶν ἐκτελούντων τὸ καθῆκον ἀξιωματικῶν, — κατὰ δεκάδα καὶ δεκαπεντάδα νὰ ἀριθμῶνται αἱ μεταθέσεις τῶν ἀστυνόμων ἐντὸς ὀλίγων μηνῶν, πολλαὶ δὲ ἀστυνομίαι τοῦ Κράτους, ἀποχωρήσαντος βαθμηδὸν μεγάλου μέρους τῶν καλλίστων ἀξιωματικῶν ἐκ τῆς ὑπηρεσίας τῆς ἀστυνομικῆς, πολλαὶ τῶν ἀστυνομιῶν τοῦ Κράτους νὰ μένωσιν ἀφειμέναι εἰς χεῖρας ἁπλῶν ὑπαξιωματικῶν, ἁπλῶν χωροφυλάκων. Καὶ εἶναι δυνατὸν ὑπὸ τοιούτους ὅρους νὰ ἔχητε τάξιν καὶ ἀσφάλειαν τοιαύτην, ὥστε ἕκαστος πολίτης ἁπανταχοῦ τῆς χώρας, ἐξερχόμενος τοῦ οἴκου αὑτοῦ, νὰ μὴ σκέπτηται περὶ κινδύνου, ἂν θελήσῃ νὰ προχωρήσῃ χιλιόμετρά τινα μακρὰν τῆς κατοικίας αὑτοῦ; Ἐφρόντισαν δὲ, τὸ κακὸν νὰ καταστήσωσι μεῖζον διὰ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν ἀνῆλθον εἰς τὸ βῆμα καὶ κατεδίκασαν εἰς θάνατον τὸν θεσμόν. Κατεδίκασαν τὸν θεσμόν, ἀφοῦ ἐδυσφήμησαν αὐτὸν, προκαλέσαντες καὶ τῶν πολιτῶν τὴν ἀνευλάβειαν πρὸς τὸν θεσμὸν, καὶ παρὰ τοῖς ὑπηρετοῦσιν ὑπὸ τὸν θεσμὸν ἀποθάρρυνσιν. Ἐφρόντισαν ἔπειτα καὶ νὰ παραλύσωσι τὰς χεῖρας τῶν ἐργαζομένων ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ τῇ ἀστυνομικῇ, ὁτὲ μὲν διὰ μεταθέσεως τῶν ἀξιωματικῶν καὶ ἀναθέσεως τοῦ ἔργου αὐτῶν εἰς ἁπλοῦς ὑπαξιωματικοὺς ἢ ὑπενωμοτάρχας καὶ στρατιώτας, ὁτὲ δὲ ἀνακαλοῦντες τοὺς ὑπηρετοῦντας ἐν τῇ ἀστυνομίᾳ καὶ μὴ συμπληροῦντες τοὺς ἀριθμοὺς, οὕτως ὥστε τὰ κενὰ τὰ ἐν τῇ ἀστυνομίᾳ εὑρέθησαν ἄφθονα, καθ’ ὃν χρόνον ἀνέλαβε τὴν διοίκησιν τῆς χώρας ἡ παροῦσα Κυβέρνησις, καὶ ἀποφασίσασα νὰ μὴ ἐφαρμόσῃ τὸν νέον νόμον ἐκάλεσε πρὸς κατάταξιν ἀστυφύλακας. Ἐν τῇ ἐξετάσει τῇ γενικῇ, ἣν ἐποιησάμην, τῶν διαφόρων τμημάτων τῆς διοικήσεως, ὀλίγα εἶπον περὶ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν. Προκειμένου περὶ τοῦ κατὰ θάλασσαν στρατοῦ, νομίζω, ὅτι ἐγένετό τι ἄξιον νὰ ἀναγραφῇ εἰς τὸ ἐνεργητικὸν τῆς παρελθούσης Κυβερνήσεως· ἡ ἐξοικονόμησις ποσοῦ, ὅπερ ἀποτεθὲν εἰς εἰδικὸν ταμεῖον, θέλει χρησιμεύσει ἵνα παρασχεθῇ εἰς τὸ ναυτικὸν ἡ ἀναγκαία ἐκείνη ἐπικουρία, ἧς ὁμοίαν ἐπιθυμοῦμεν νὰ ἴδωμεν ὅσον τὸ δυνατὸν ταχύτερον παρεχομένην καὶ εἰς τὸν κατὰ ξηρὰν στρατόν. Ἀλλὰ πρέπει ν’ ἀνομολογήσωμεν εἰς βάρος τῆς παρελθούσης Κυβερνήσεως, ὅτι κατὰ τὸ τριετὲς διάστημα τῆς παρουσίας αὐτῆς εἰς τὰ πράγματα, ἐνῷ ἐγένετό τις κίνησις, ἔχουσα ἐπιφάνειαν — καὶ μέχρι τινὸς ἀξίαν — ἐκπαιδευτικῆς ἐργασίας τοῦ ναυτικοῦ, ἡ ἀληθὴς ἐκπαιδευτικὴ ἐργασία, ἡ ἐπιβεβλημένη ὑπὸ ὀργανισμοῦ, ὃν ἐπετύχομεν παρ’ ἐξόχου ὀργανωτοῦ, εὐδοκιμήσαντος ἐν τῷ ἔργῳ, ἐντελῶς παρημελήθη. Τὸ σύστημα τὸ διαγραφὲν ὑπ’ αὐτοῦ μετὰ πάσης λεπτομερείας καὶ βεβαίως ἄξιον παντὸς ἐπαίνου, τυχὸν δὲ τοῦ ἐπαίνου εἰδικῶν ἀνδρῶν ἐξαιρέτου ἀξίας, τὸ διάγραμμα αὐτὸ ἔμεινεν ἀνεφάρμοστον ἀκριβῶς ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, ἥτις προηδρεύετο ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Κερκύρας, ὑφ’ οὗ τὴν ὑπουργίαν συνετάχθη ἄλλοτε ὁ ὀργανισμὸς οὗτος, ὁ οὐδέποτε ἐφαρμοσθεὶς, οὐδέποτε δὲ ἐφαρμοσθεὶς, καίτοι οἰκονομικώτατος, διότι δι’ αὐτοῦ ἐπιτυγχάνεται παίδευσις μόνιμος καὶ διαρκὴς ἁπάντων τῶν πληρωμάτων διὰ δαπάνης οὐχὶ μείζονος τῶν ἐπὶ παραμελήσει αὐτοῦ δαπανωμένων. Ἐξετάσαντες τὰ καθ’ ἡμᾶς, ἴσως ἔπρεπε νὰ ῥίψωμεν βλέμμα καὶ εἰς τὰ πέραν τῶν ὁρίων τῆς χώρας, καὶ νὰ ἐρωτήσωμεν ταύτην τὴν τελευταίαν ὥραν, τί ἀπεκομίσαμεν ἐκ τῆς πολιτικῆς τῆς τελευταίας τριετίας; Εἴχομεν ἐκκρεμῆ ζητήματα· ἔχομεν ἐκκρεμῆ ζητήματα. Ἐλύθη ζήτημά τι· ἐλύθη διὰ διαιτησίας. Κατὰ πόσον ὑπῆρξεν εὐτυχὴς ἡ λύσις, δὲν νομίζω προσῆκον ταύτην τὴν ὥραν νὰ εἴπω περὶ αὐτῆς. Κατὰ πόσον τὸ εὐτυχὲς μέρος τῆς λύσεως ὀφείλεται εἰς τὴν διαιτησίαν ἢ εἰς τὰς ὁδηγίας τὰς ἐντεῦθεν στελλομένας πρὸς διαπραγματεύσεις καὶ τὰς ὑποχρεώσεις τὰς ὑφ’ ἡμῶν ἀναληφθείσας πρὶν ἢ προσφύγωμεν εἰς τοὺς διαιτητάς, διὰ τοῦτο δ’ ἀναγραφείσας ἐν τῇ διαιτητικῇ ἀποφάσει ὡς πορίσματα τῆς ἐλευθέρας θελήσεως τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, δὲν θέλω πάλιν νὰ ἐξετάσω. Ἔχω γνώμην. Ἔχω γνώμην, ὅτι αἱ ζημίαι αἱ ἐκ τῆς ἀποφάσεως ταύτης δὲν προέρχονται κυρίως ἐκ τῆς ἀποφάσεως τῶν ξένων· ὅτι προέρχονται ἐκ τοῦ συνδυασμοῦ τῆς ἀποφάσεως αὐτῶν πρὸς τὰς διατάξεις τὰς ὑφ’ ἡμῶν ἀποδεδεγμένας, ἄνευ ἀνάγκης, ἀφοῦ ἦτο βέβαιον, ἦτο πεπρωμένον, ὅτι πάντως ἐμέλλομεν νὰ καταντήσωμεν εἰς διαιτησίαν, — ἐννοεῖ δὲ πᾶς τις, ὅτι ὁ μέλλων νὰ φθάσῃ εἰς δικαστικὴν κρίσιν συμφέρον ἔχει πάντα τὰ κεφάλαια τῶν ἀμφισβητουμένων ζητημάτων νὰ ἔχῃ ἀκέραια ἐπ’ ἐλπίδι καταλλήλου ὑπὲρ τοῦ συμφέροντος αὐτοῦ διαρρυθμίσεως τῶν πραγμάτων. Ἀλλὰ ταῦτα εἶναι ἴσως δευτερεύοντα ἀπέναντι τοῦ κατ’ ἐμὲ ἀκατανοήτου σφάλματος, οὐχὶ ὅτι παρημελήθη ἁπάντων τῶν ἄλλων κεφαλαίων ἡ ἐξέτασις ἐν ταὐτῷ μετὰ τῆς ἐξετάσεως τῶν προξενικῶν ζητημάτων, — ἥτις ἐνεδεικνύετο ἐκ τῶν δεδομένων προθεσμιῶν, — ἀλλ’ ὅτι παρημελήθη ἡ συνεξέτασις καὶ ἐν ταὐτῷ λύσις ζητήματος, οὗ ἄνευ ἡ προξενικὴ σύμβασις μικρᾶς εἶναι χρησιμότητος, ὅσον καὶ ἂν ὑποτεθῶσι καλαὶ αἱ διατάξεις αὐτῆς. Ἡ προξενικὴ σύμβασις, ὅπως ᾖ χρήσιμος, πρέπει ἀπαραιτήτως νὰ ἔχῃ λελυμένον ἐν Τουρκίᾳ τὸ ἄλυτον ζήτημα τῆς ἰθαγενείας, τὸ περιπλακὲν τὰ μέγιστα μετὰ τὸν τελευταῖον πόλεμον, μεθ’ ὃν καὶ ἀπωλέσαμεν ἐκ βίας καὶ πιέσεων ὀθωμανικῶν χιλιάδας Ἑλλήνων πολιτῶν, ἐκ τῆς ἐλευθέρας Ἑλλάδος καταγομένων. Ἀκριβῶς δὲ τὸ ζήτημα τοῦτο τῆς ἰθαγενείας ἦτο τὸ ζήτημα, ἐφ’ οὗ οὐδεμία ὑπῆρχεν ἀνάγκη μεγάλης ἐργασίας, διότι ἔτι ἀπὸ τοῦ χρόνου τῆς Κυβερνήσεως τοῦ ἀειμνήστου Κουμουνδούρου, ἐπὶ Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν τοῦ Ἀλεξάνδρου Κοντοσταύλου, διαπραγμάτευσις γενομένη μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Τουρκίας ἔλυσε πάντα τὰ ζητήματα ἀπὸ συμφώνου ἐν ἐπιτροπῇ Ἑλληνοτουρκικῇ, μόνη δ’ ἡ ἔγκρισις τῆς Ὀθωμανικῆς Κυβερνήσεως ὑπελείπετο, ἥτις ὅμως δὲν ἐδόθη. Ἀλλ’ ὅτε προέκειτο τὰς ὑποθέσεις ἡμῶν τὰς προξενικὰς νὰ φέρωμεν ἐνώπιον τῶν διαιτητῶν, ἆρά γε ὑπῆρχεν ἄλλη καταλληλοτέρα περίστασις, ἵνα εἴπωμεν πρὸς τὰς Μεγάλας Δυνάμεις: «Ἰδοὺ καὶ τὸ σχέδιον τὸ περὶ διαρρυθμίσεως τῆς περὶ ἰθαγενείας διαφορᾶς· ἰδοὺ αἱ ὑπογραφαὶ τῶν Τούρκων πληρεξουσίων· ἡ Τουρκικὴ Κυβέρνησις δυστροπεῖ· λάβετε ὑπ’ ὄψιν καὶ τὸ παράπονον ἡμῶν τοῦτο, καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τούτου τοῦ κοινοῦ σχεδίου ἀποφασίσατε»; Περὶ τούτου οὐδ’ ἡ ἐλαχίστη μέριμνα! Καὶ οὕτως ἔχομεν σήμερον προξενικὴν σύμβασιν, κανονίσασαν ὅπως δήποτε τὰ πράγματα, ἐν τοῖς πλείστοις οὐχὶ ἀφορήτως, ἀλλὰ, προκειμένου νὰ ἐφαρμόσωμεν αὐτὴν, εὑρισκόμεθα ἄνευ ἐδάφους· διότι ἔδαφος πρὸς ἐφαρμογὴν εἶναι οἱ ὑπήκοοι ἡμῶν· ἀλλ’ ὁσάκις ζήτημα ἀναφερόμενον εἰς τὰς ὑποθέσεις ὑπηκόου Ἕλληνος παρουσιασθῇ, ἐπέρχεται ἀμέσως ἀμφισβήτησις τῆς ἰθαγενείας. Ὅστις δὲ θελήσῃ νὰ ἐξετάσῃ τὰ τῆς θέσεως τῶν ἡμετέρων πολιτῶν ἐν Τουρκίᾳ, ἕνεκα ταύτης τῆς ἐκκρεμότητος καὶ ἕνεκα τῆς ἄλλης ἐκκρεμότητος τῆς ἀτυχοῦς, τῆς ὀφειλομένης βεβαίως εἰς τὴν μὴ εὐθεῖαν πολιτείαν τῆς Ὀθωμανικῆς Κυβερνήσεως, τοῦ ζητήματος τοῦ φόρου τῶν ἐπιτηδευμάτων, βλέπει, ὅτι σήμερον οἱ πολῖται ἡμῶν ὑπ’ οὐδεμιᾶς ἐγγυήσεως περιβάλλονται ἐκεῖ, παρ’ ὅλην τὴν ἐν τοῖς πλείστοις διατήρησιν τῶν ἡμετέρων προνομίων. Τὰ δὲ τῆς ναυτιλιακῆς καὶ ἐμπορικῆς συμβάσεως εὑρίσκονται καὶ ἐφέτος, εἰς ἣν θέσιν καὶ πέρυσιν. Ζῶμεν διὰ τοῦ ἐλέους παρατάσεων διδομένων ὑπὸ τῆς Ὀθωμανικῆς Κυβερνήσεως. Ἀλλ’ ὑπάρχει καὶ ὑπόθεσις ἄλλη ἐθνικὴ, ἐφ’ ἧς δὲν ἐπιτρέπεται νὰ φέρῃ τις τὸν λόγον. Ἐπὶ ταύτης τοῦτο μόνον δύναται σήμερον Ἕλλην Βουλευτὴς πρὸς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν νὰ εἴπῃ· νὰ προτρέψῃ αὐτὴν, ἀφοῦ τὸ Κράτος ἔχει καθῆκον, ἔχει καὶ δικαίωμα, διὰ τῶν ὑπευθύνων αὐτοῦ ὑπηρετῶν νὰ μεριμνᾷ περὶ τῶν ἐξωτερικῶν τῆς Ἑλλάδος ὑποθέσεων, νὰ μεριμνᾷ δὲ περὶ τούτων καὶ ἐν Κρήτῃ, — καίτοι εὐτυχῶς αὕτη εὑρίσκεται νῦν εἰς τὸν τελευταῖον πρὸ τῆς ἑνώσεως σταθμόν, — νὰ μὴ λησμονῇ ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, ἡ τοιαύτην ἐντολὴν λαβοῦσα παρὰ τοῦ Κράτους, ὅτι ἔχει καθῆκον νὰ εὑρίσκηται εἰς ἄμεσον συνάφειαν μετ’ ἐκείνων, εἰς οὓς ἐπὶ μισθῷ τὸ Κράτος ἐπέτρεψε νὰ μεταδῶσι πρὸς ὑπηρεσίαν εἰς Κρήτην, νὰ ζητῇ δὲ καὶ νὰ λαμβάνῃ ἀπ’ εὐθείας παρ’ αὐτῶν εἰδήσεις τῶν τελουμένων ἐκεῖ. Πολὺ φοβοῦμαι, ὅτι τοῦ Γενικοῦ Προξένου τῆς Ἑλλάδος, τοῦ ἐπ’ ἀδείᾳ, κατ’ ἐντολὴν τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, παραμένοντος ἐν Χανίοις, ἂν ζητήσητε εἰς τὰ ἀρχεῖα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν, οὐδεμίαν θέλετε εὕρει ἔκθεσιν περὶ τῶν Κρητικῶν, περὶ ὧν, ἂν θελήσῃ τις ἐκεῖ νὰ ζητήσῃ ποτὲ πληροφορίας, δὲν θέλει εἶναι εὔκολον νὰ εὕρῃ τὰ στοιχεῖα τὰ πορίζοντα αὐτάς. Ὑπὸ τοιούτους ὅρους, Κύριοι, θέλομεν προβῆ εἰς τὴν ψήφισιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, καὶ μετὰ τὴν ψήφισιν καὶ τὴν λῆξιν τῆς Συνόδου θέλομεν εἰσέλθει εἰς φροντίδας περὶ τῆς περαιτέρω ἡμῶν τύχης. Ὁ Προϋπολογισμός, ὃν προσήγαγεν εἰς ψήφισιν ἡ Κυβέρνησις, εἶναι τὸ κάτοπτρον αὐτῆς· εἶναι τὸ κάτοπτρον τῆς πολιτικῆς τῆς τριετοῦς. Οὐδεμίαν δ’ ἔχω ἀμφιβολίαν, ὅτι τὰς ἰδέας, τὰς ἐν τῷ βάθει τοῦ κατόπτρου τούτου κατοπτριζομένας, θέλει καταθρυμματίσει ἡ σωρεία τῶν σφαιριδίων τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, μεθ’ ὁλοκλήρου τοῦ κατόπτρου. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς ἀριστερᾶς).
§73ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρᾳ 12 καὶ 20′ τῆς νυκτός).