1902.04.01
6,736 rows · 52,842 words · 366 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 46
τῆς 1 Ἀπριλίου 1902.
(Δευτέρα).
(Γενομένης ἀπαρτίας ὥρᾳ 5 καὶ 30′ μ. μ. ἀναγινώσκονται καὶ ἐγκριθέντα ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν κατέθεσε συμπληρωτικὴν σημείωσιν τῆς ὑποβληθείσης καταστάσεως τῶν ἐκ προξενικῶν τελῶν εἰσπράξεων κατὰ τὸ ἔτος 1901. Ὁ Σπυρίδων Μιχαλάκης, κατάδικος ἐν ταῖς φυλακαῖς Συγγροῦ, δι’ ἀναφορᾶς του παρακαλεῖ τὴν Βουλὴν νὰ τῷ ἀπονεμηθῇ Βασιλικὴ χάρις. Ὁμοίαν παράκλησιν ὑποβάλλει ὁ Ἠλίας Ματιᾶτος, κατάδικος ἐν ταῖς φυλακαῖς Κεφαλληνίας. Ὁ Ἰωάννης Γιαννόπουλος, κατάδικος τῶν φυλακῶν Πύργου καὶ πάσχων, παρακαλεῖ νὰ μεταφερθῇ εἰς τὰς φυλακὰς Συγγροῦ, διὰ νὰ ὑποστῇ ἐγχείρησιν. Τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον Φαρσάλων διὰ ψηφίσματός του ἐκφράζει τὴν εὐχήν, ὅπως ὁ σιδηρόδρομος Πειραιῶς–Συνόρων διέλθῃ διὰ τῆς πόλεως Φαρσάλων. Τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον Θυάμου διὰ ψηφίσματός του παρακαλεῖ τὴν Βουλὴν, ὅπως ληφθῇ μέριμνα πρὸς ἀποξήρανσιν τῶν ἐν τῇ θέσει Ἀνοιξιάτικον εὑρισκομένων ἑλῶν. Ὁ Χρῆστος Καρτουλόπουλος, πρώην ὑποδεκανεὺς τοῦ ἱππικοῦ, δι’ ἀναφορᾶς του πρὸς τὴν Βουλὴν, ζητεῖ σύνταξιν, διότι κατέστη ἀνίκανος ἐκ τραύματος, ὅπερ ἔλαβε κατὰ τὴν συμπλοκὴν τῆς 8 Νοεμβρίου παρελθόντος ἔτους ἐν τῇ ὁδῷ Κοραῆ.
§2Α. ΣΤΡΑΤΟΣ. Κύριοι Βουλευταί, ἐνετάλην παρὰ τῆς ἐπαρχίας μου, ἐξ ἑνὸς ἰδίᾳ δήμου, ὅπως καταθέσω εἰς τὴν Βουλὴν τὴν ἀναφορὰν ταύτην, ἧς ἀντίγραφον ἐπεδόθη καὶ εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ εἰς τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ εἰς τὴν Α. Μ. τὸν Βασιλέα. Ἡ ἀναφορὰ αὕτη ἀφορᾷ τὴν ἀνάγκην τῆς ἀποξηράνσεως ἑνὸς ἕλους τοῦ δήμου Θυάμου. Ἀτυχῶς οἱ νομομηχανικοὶ Αἰτωλοακαρνανίας, μὴ ἐνεργοῦντες αὐτοβούλως, παρὰ μόνον συμφώνως πρὸς τὰς διαταγὰς τῶν ἑκάστοτε Κυβερνήσεων, περὶ τῶν ἐν Βάλτῳ ἑλῶν ἐν γένει οὐδέποτε ἔκαμαν λόγον. Διὰ τοῦτο εἰς τὸ νομοσχέδιον, ὅπερ ἡ Κυβέρνησις ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλὴν, περὶ τοῦ ἕλους τοῦ δήμου Θυάμου, καθὼς καὶ περὶ τοῦ τῆς Λεπενοῦς, οὐδεμία μνεία ἐγένετο. Ὁ δῆμος Θυάμου εἶναι μεθόριος τοῦ νομοῦ Ἄρτης, προσέφερε δὲ μεγάλας ἐκδουλεύσεις κατὰ τὴν ἐπανάστασιν, ἐμποδίσας δὶς τὸν Ὀμὲρ πασσᾶν νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὸ Μεσολόγγιον. Ἔχει λοιπὸν δικαιώματα ἐπὶ τῆς ἱστορίας, ἀλλὰ δυστυχῶς οὐδέποτε τὸ ἐλάχιστον προνόμιον ἐδόθη εἰς αὐτόν, οὐδέποτε αὐτὸς ἐζήτησε νὰ ὑποβάλῃ τὸ Δημόσιον εἰς τὴν ἐλαχίστην δαπάνην. Ἐξαιτοῦμαι ἑπομένως σήμερον, ὅπως ἡ Κυβέρνησις λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν ἀναφορὰν ταύτην, καὶ συμπεριλάβῃ καὶ τὴν ἀποξήρανσιν τοῦ εἰρημένου ἕλους εἰς τὸ νομοσχέδιον, ὅπερ ὑπέβαλε, νὰ διαταχθῇ δὲ ὁ ἁρμόδιος νομομηχανικὸς νὰ μεταβῇ ἐπὶ τόπου, καὶ μετὰ τὰς δεούσας παρατηρήσεις ὑποβάλῃ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τὰ σχετικὰ διαγράμματα. Δὲν πρόκειται περὶ ἕλους μεγάλου· πρόκειται μόνον περὶ τριῶν ἢ τεσσάρων χιλιάδων στρεμμάτων, ἡ δὲ ἀπαιτηθησομένη δαπάνη δὲν εἶναι μεγάλη· διὰ 5–10 χιλιάδων δραχμῶν τὸ πολὺ τὸ περὶ οὗ πρόκειται ἕλος δύναται νὰ ἀποξηρανθῇ, ἀλλ’ ὁπωσδήποτε θὰ ἀποδοθῶσιν εἰς τὸ Κράτος 4–5 χιλιάδες στρέμματα γῆς πρώτης τάξεως. Ἐκτὸς τούτου οἱ κάτοικοι τοῦ γειτονικοῦ χωρίου, τὸ ὁποῖον ἔχει 350 οἰκογενείας, ὧν αἱ γαῖαι εἶναι παρὰ τὸ ἕλος τοῦτο, δὲν θὰ ὑφίστανται πλέον τὰς ἀσθενείας, ἃς ὑποφέρουσι, διότι ἕνεκα τοῦ ἕλους τούτου προσβάλλονται καὶ ἀποθνήσκουσιν ἑκάστοτε πολλοὶ ἐξ αὐτῶν. Καὶ λόγῳ συμφέροντος λοιπὸν τοῦ Δημοσίου, καὶ λόγῳ πρὸ παντὸς καθήκοντος τῆς Κυβερνήσεως πρὸς τοὺς ἀπόρους μάλιστα δήμους, νομίζω ὅτι ἡ Κυβέρνησις δύναται νὰ διατάξῃ τὸν μηχανικὸν Αἰτωλοακαρνανίας, ὅπως μεταβῇ εἰς Βάλτον καὶ κάμῃ τὰς ἀπαιτουμένας ἐρεύνας.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Δραγούμης ἔχει τὸν λόγον.
§4ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἐπιστήσῃ ἰδιαιτέραν προσοχὴν ἐπὶ θέματος, ὅπερ ἀνεκινήθη πρὸ τριῶν ἢ τεσσάρων ἡμερῶν ὑπὸ τοῦ ἐντίμου συμπολίτου μου κ. Λεβίδου, τοῦ θέματος τοῦ ἀναγομένου εἰς τὴν εἰσβολὴν τῶν ποιμνίων, οὐχὶ μόνον εἰς τὸ λεκανοπέδιον, ἀλλὰ καὶ ἐν αὐτῷ τῷ περιβόλῳ τοῦ σχεδίου τῆς πόλεως. Οἱ κύριοι πάντες τῶν ἀγροτικῶν περὶ τὴν πόλιν κτημάτων εἶναι εἰς ἐξέγερσιν, διότι οὐδὲν κτῆμα, ὅπερ δὲν εἶναι περιτετειχισμένον, εἶναι δυνατὸν νὰ φυλαχθῇ. Τὰ ποίμνια εἰσάγονται σταθερῶς μέχρι καὶ αὐτῶν τῶν ἄκρων οἰκιῶν τῆς πόλεως, καὶ νέμονται ἐπὶ τῶν ἐσπαρμένων ἀγρῶν, ἡ δὲ ἰδιοκτησία τῶν γεωργῶν καὶ τῶν κτηματιῶν εἶναι ἐντελῶς κατεστραμμένη. Ἡ ἀγροτικὴ ἀστυνομία μέχρι πρὸ ἑνὸς ἢ δύο ἐτῶν προεφύλασσε τὰ κτήματα, συμμορφουμένη πρὸς τὸν νόμον, τὸν ἀπαγορεύοντα τὴν βοσκὴν ἐν τῷ λεκανοπεδίῳ, ἀλλ’ ἀπὸ δύο ἐτῶν ὑπὸ πάντων τῶν διοικησάντων ἔκτοτε τὴν ἀγροτικὴν ἀστυνομίαν ἡ ἐλευθερία ἀπεδόθη εἰς τοὺς κυρίους τῶν ποιμνίων, καὶ τὰ κτήματα οὕτω παρεδόθησαν τελείως εἰς τὴν θέλησιν ἐκείνων. Τοῦτο εἶναι τὸ πρῶτον, ἐφ’ οὗ ὑπῆρχεν ἀνάγκη νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἐγώ, κατόπιν πολλῶν πρὸς ἐμὲ παραστάσεων πολλῶν κτηματιῶν. Ἀλλ’ ἤθελον, — καὶ παρακαλῶ, ὅταν ἔλθῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, νὰ ἀνακοινωθῇ αὐτῷ ἡ παράστασίς μου, — ἤθελον νὰ ἐξετασθῶσι τὰ τῆς καταστάσεως τῆς ὁδοῦ τῆς ἀγούσης ἀπὸ Θηβῶν εἰς τὸν λιμένα τὸν κύριον τῆς ἐπαρχίας Θηβῶν, τὸν λιμένα τῆς Δομβραίνης. Ἡ ὁδὸς αὕτη, δι’ ἣν ἐδαπανήθησαν πολλαὶ χιλιάδες δραχμῶν, ἔχουσα μῆκος μέγα καὶ κατασκευὴν ἀρίστην, ἔμεινε τελείως ἀνεπισκεύαστος ἀπὸ πολλοῦ χρόνου· περιῆλθε δὲ εἰς τοιαύτην κατάστασιν, ὥστε οὐδεμία χρῆσις αὐτῆς εἶναι πλέον δυνατή. Ἔλαβον περὶ τούτου ἐπιστολήν, ὑπογεγραμμένην παρὰ πλείστων κτηματιῶν καὶ ἰατρῶν καὶ ἄλλων κατοίκων τῆς ἐπαρχίας Θηβῶν, ἰδίως τοῦ δήμου Θίσβης, οἵτινες παραπονούμενοι διὰ τὴν κατάστασιν τῆς ὁδοῦ ταύτης, ζητοῦσιν ἐπισκευὴν, τὴν ἁπλουστάτην ἐπισκευὴν, ἥτις θέλει ἐπιτρέψει χρῆσιν τῆς ὁδοῦ.
§5Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ὅτε κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς 27 Μαρτίου παρεκάλεσα τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅπως εὐαρεστηθῇ νὰ φροντίσῃ περὶ τῆς ἀπαγορεύσεως τῆς βοσκῆς τῶν ποιμνίων ἐντὸς τοῦ σχεδίου τῆς πόλεως Ἀθηνῶν, ὁ κ. Ὑπουργὸς εὐηρεστήθη νὰ εἴπῃ, ὅτι καὶ εἰς αὐτὸν ἀνεκοινώθησαν παράπονα, ὅτι δὲ ὑπεδείχθη αὐτῷ, ὅτι καλὸν ἤθελεν εἶσθαι νὰ ἐπανέλθῃ εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῆς ἀγροτικῆς ἀστυνομίας ὁ ἀξιωματικὸς τοῦ ἱππικοῦ κ. Σκωτίδης, ὅστις, ὡς ἔλεγεν ὁ κ. Ὑπουργὸς, ηὐδοκίμησεν ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ αὐτῇ. Ἀλλὰ περὶ τὸ τέλος τῆς συνεδριάσεως ἐκείνης ἔμαθον ἀσφαλῶς, ὅτι ὁ ἐν λόγῳ ἀστυνόμος ἤδη πρὸ ἑνὸς καὶ ἡμίσεως μηνὸς ἔχει διορισθῆ ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ τῆς ἀγροτικῆς ἀστυνομίας· ὥστε ποσῶς δὲν εἶναι ἀκριβὲς, ὅτι ηὐδοκίμησε, διότι χθὲς ἀκόμη καὶ προχθὲς ἐγένετο εἰσβολὴ ποιμνίων καὶ τηλικαύτη καταστροφὴ, ὥστε οἱ ἀμπελοκτήμονες, περὶ ὧν πρόκειται, βεβαίως δὲν θέλουσι συγκομίσει καρπὸν ἐκ τῶν ἀμπέλων αὐτῶν ἐκείνων, ἃς τὰ ποίμνια κατέστρεψαν. Καταθέτω δὲ εἰς τὸ Προεδρεῖον, ὅπως διαβιβασθῶσι πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, δύο ἐκθέσεις ἐκτιμήσεων περὶ καταστροφῆς δύο ἀμπέλων, τῆς μὲν ἀποτελουμένης ἐκ κλημάτων 490, τῆς ἑτέρας δὲ ἐκ κλημάτων 1200, ἀμφοτέρων κειμένων ἐν τῇ θέσει Πηλὸς, δηλαδὴ ἐν τῷ Παλαιῷ Φαλήρῳ. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς, ὅπως διαβιβάσῃ τὰς ἐν λόγῳ ἐκθέσεις πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, ἀνακοινώσῃ δὲ αὐτῷ ἁρμοδίως ὅσα λέγω,—διότι δυστυχῶς δὲν εἶναι κατὰ τὴν στιγμὴν ταύτην ἐν τῇ αἰθούσῃ,—καὶ συγχρόνως βεβαιώσῃ αὐτὸν, ὅτι ἐπλανήθη, ὅτε ἐβεβαίου τὴν Βουλὴν, ὅτι, ὅταν διορίσῃ ἀγροτικὸν ἀστυνόμον τὸν κ. Σκωτίδην, θέλουσι παύσει τὰ δεινὰ τῶν κτηματιῶν. Διότι, ἐπαναλέγω, ὁ κ. Σκωτίδης δύναται νὰ ἦναι ἄριστος ἀξιωματικὸς τοῦ ἱππικοῦ, εἶναι κάκιστος ὅμως ἀστυνόμος, ἀφοῦ τὰ καταγγελλόμενα περὶ τῶν ποιμνίων ἐξακολουθοῦσι νὰ συμβαίνωσι. Δὲν ἐπιθυμῶ νὰ φέρω ἐν ἄλλῃ συνεδριάσει τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, δὲν θέλω δὲ νὰ φέρω αὐτὸν, διότι ἴσως ἀποδειχθῇ, ὅτι εἰς πᾶσαν ἄλλην ἀρχὴν ἔδει νὰ ᾖναι ἀνατεθειμένη ἡ φρούρησις τῶν κτημάτων τῶν Ἀθηνῶν καὶ τοῦ Πειραιῶς, ἐκτὸς τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς.
§6Φ. ΝΕΓΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ καταθέσω νομοσχέδιον περὶ φορολογίας τῆς Θηραϊκῆς γῆς. Μέχρι τοῦδε ἐφορολογεῖτο ἡ Θηραϊκὴ γῆ κατὰ τὴν ἐξαγωγὴν πρὸς 4 λεπτὰ κατὰ κοφίνιον. Ἡ διάταξις αὕτη παρουσιάζει δυσκολίας πολλὰς, διότι, ὡς γνωρίζετε, ἡ Θηραϊκὴ γῆ δὲν φορτώνεται πλέον μὲ κοφίνια, ἀλλὰ μὲ βαγόνια καὶ σιδηροδρόμους, ὥστε ἡ καταμέτρησις, ὡς προβλέπει αὐτὴν ὁ νόμος μέχρι τοῦδε, δὲν εἶναι δυνατὸν πλέον νὰ γείνῃ. Συγχρόνως ἐνομίσαμεν, ὅτι εἶναι δυνατὸν, καταθέτοντες τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, νὰ αὐξήσωμεν κατά τι τὴν φορολογίαν, ὅπως ἔλθωμεν ἀρωγοὶ εἰς τὴν κατασκευὴν τοῦ λιμένος Θήρας. Προτείνομεν λοιπὸν, ὅπως πληρώνωνται δραχ. 2,50 κατὰ τόννον καταμετρήσεως τοῦ πλοίου ἐκ τοῦ ποσοῦ τούτου τὰ τρία πέμπτα θὰ ἀποδίδωνται εἰς τὸ Λιμενικὸν Ταμεῖον, τὰ δὲ ὑπόλοιπα εἰς τὸ Δημόσιον, οὕτως ὥστε τὸ Δημόσιον θὰ ἐξακολουθῇ νὰ εἰσπράττῃ ὅσα καὶ μέχρι τοῦδε, τὸ δὲ Λιμενικὸν Ταμεῖον θὰ εὑρεθῇ εἰς τὴν εὐχάριστον θέσιν νὰ δυνηθῇ νὰ προβῇ εἰς τὰ ἔργα τοῦ λιμένος. Ἐπίσης ὑποβάλλω τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον εἶχε ζητηθῆ παρὰ τῆς Βουλῆς, περὶ συνδρομῆς εἰς τοὺς Καμαριναίους πρὸς ἀνέγερσιν οἰκίσκων καὶ ἀπόκτησιν ἵππου ἢ ἄλλου κτήνους ἀροτριῶντος. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου παρέχονται εἰς ἕκαστον ἐξ αὐτῶν δραχμαὶ 500 διὰ τὴν κατασκευὴν οἴκου, καὶ δραχμαὶ 150 πρὸς ἀγορὰν κτήνους.
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ ὑπὸ τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ὑποβληθέντα δύο νομοσχέδια θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 189–190).
§8Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐκτὸς τῶν συνοικισθέντων Καμαρινιωτῶν, ὡς ἔλαβον ἀφορμὴν ἐξ ἀναφορᾶς ὑποβληθείσης πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν εἰς τὴν Βουλὴν νὰ ὁμιλήσω, ὑπάρχουσι Καμαρινιῶται, οἱ ὁποῖοι, τῇ συστάσει τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, δὲν συμπεριελήφθησαν εἰς τὸν γενόμενον συνοικισμόν. Καὶ εἰς αὐτοὺς ἐδόθη ἡ ὑπόσχεσις, ὅτι θὰ δοθῇ βοήθημα, ὅπως ἀνεγείρωσι τὰς οἰκίας των. Παρακαλῶ δὲ τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τὸν κύριον Πρωθυπουργὸν νὰ μελετήσωσι τὸ ζήτημα, καὶ ἴδωσι, τί δύναται νὰ γείνῃ καὶ ὑπὲρ αὐτῶν.
§9ΑΛΕΞ. Θ. ΖΑΪΜΗΣ (Πρωθυπουργός). Πρὸ ἡμερῶν ἔλαβον ὁμοίαν ἀναφοράν. Μελετῶμεν τὸ θέμα, καὶ θέλομεν φροντίσει νὰ ἔλθωμεν εἰς ἐπικουρίαν τῶν πασχόντων, ἐὰν ἦναι τοῦτο δυνατόν. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι καλὸν νὰ ἐκτείνωμεν τὴν συζήτησιν ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου ἐνταῦθα.
§10Φ. ΝΕΓΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἐπίσης λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ καταθέσω εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον περὶ τροποποιήσεως τοῦ ὑπὸ τῆς Βουλῆς ψηφισθέντος νόμου πρὸς κατασκευὴν τοῦ τελωνειακοῦ καταστήματος Καλαμῶν. Τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐψηφίσαμεν, δὲν ἦτο ἐπαρκές, ὅπως ἐπιτρέψῃ εἰς τὴν Λιμενικὴν Ἐπιτροπὴν νὰ προβῇ εἰς δάνειον μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης. Τὰς παρουσιασθείσας δυσκολίας προσπαθοῦμεν νὰ λύσωμεν διὰ τοῦ ὑποβαλλομένου σήμερον νομοσχεδίου.
§11ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 191).
§12Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μήπως, κύριε Ὑπουργέ, αἱ δυσχέρειαι αὗται, αἱ ὁποῖαι παρουσιάσθησαν εἰς τὴν ἀνέγερσιν τοῦ τελωνειακοῦ καταστήματος Καλαμῶν, ἐνδέχεται νὰ παρουσιασθῶσι καὶ εἰς τὴν ἀνέγερσιν τοῦ τελωνιακοῦ καταστήματος Πατρῶν;
§13Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Οὐδεμίαν ἔχουσιν σχέσιν αἱ δυσκολίαι αὗται μὲ τὴν ἀνέγερσιν τελωνείου ἐν Πάτραις. Τέλος ἔχω τὴν τιμὴν νὰ καταθέσω μετὰ τοῦ συναδέλφου μου Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν νομοσχέδιον περὶ συστάσεως ταμείου ἀλληλοβοηθείας καὶ ἐπεκτάσεως τῶν ἐργασιῶν τοῦ ταμείου τῶν μεταλλευτῶν καὶ παροχῆς συντάξεως εἰς τοὺς εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Δημοσίου παθόντας ἐργάτας μετὰ πολυετῆ ὑπηρεσίαν ἢ συνεπείᾳ ἀνικανότητος ἐκ βιαίου παθήματος. Ὁ σκοπὸς τοῦ νομοσχεδίου τούτου εἶναι ὁ ἑξῆς. Μέχρι τοῦδε ὑπῆρχον ἐν Ἑλλάδι διάφορα ταμεῖα ἀλληλοβοηθείας, ἰδίως εἰς τὰς ἑταιρείας τὰς μεταλλευτικὰς διὰ τῶν ταμείων τούτων παρείχετο μέχρι τοῦδε βοήθεια καὶ εἰς τοὺς παθόντας ἐκ δυστυχήματος καὶ εἰς τοὺς καθισταμένους ἀνικάνους ἕνεκα γήρατος· ὡς γνωρίζετε, τὸ ταμεῖον τῶν μεταλλευτῶν ἀπήλλαξε τὰ ταμεῖα ἀλληλοβοηθείας τῆς ὑποχρεώσεως νὰ περιθάλπωσι τοὺς παθόντας ἐκ δυστυχήματος, καὶ φροντίζει αὐτὸ περὶ αὐτῶν, ἔμειναν ὅμως εἰς βάρος τῶν ταμείων ἀλληλοβοηθείας οἱ ἐκ γήρατος ἢ ἄλλου νοσήματος πάσχοντες. Ἀλλὰ τὰ ταμεῖα ταῦτα ἔχουσι μέσα λίαν γλίσχρα, καὶ ἦτο ἀνάγκη νὰ φροντίσωμεν νὰ αὐξηθῶσι τὰ μέσα αὐτῶν τοῦτο προνοοῦμεν, ὁρίζοντες διὰ τοῦ νομοσχεδίου, ὅτι οἱ μὲν ἐργαζόμενοι θὰ καταβάλλωσι 2%, καὶ τῇ αἰτήσει τοῦ Συμβουλίου ἑκάστου ταμείου ἀλληλοβοηθείας θὰ δύνανται ν’ αὐξήσωσι τοῦτο μέχρι 3%, ἀλλὰ θὰ ὑποχρεῶνται καὶ τὰ ἐργοστάσια ἢ αἱ ἑταιρεῖαι, παρ’ αἷς ἐργάζονται, νὰ καταβάλλωσι ποσὸν ἴσον πρὸς τὸ ἥμισυ τῶν καταβαλλομένων παρὰ τῶν ἐργατῶν. Ἐπίσης ἕτερον παράπονον, τὸ ὁποῖον ὑπῆρχε μέχρι τοῦδε, ἦτο, ὅτι τὰ κεφάλαια τῶν ταμείων ἀλληλοβοηθείας εὑρίσκονται εἰς χεῖρας τοῦ κυρίου τῆς ἐπιχειρήσεως τῶν ἑταιρειῶν, εἴτε τῶν ἐργοστασίων· ἐννοεῖται, ὅτι αἱ ἐπιχειρήσεις δύνανται νὰ ἔχωσι διάφορον τύχην, καὶ βεβαίως τὸ κεφάλαιον τῶν ταμείων ἀλληλοβοηθείας θὰ ἠκολούθει οὕτω τὴν τύχην τῆς ἐπιχειρήσεως. Τὸ ἐλάττωμα τοῦτο διορθοῦται διὰ τοῦ νομοσχεδίου, ἀσφαλίζοντος τὰ κεφάλαια τῶν ταμείων ἀλληλοβοηθείας. Ἀλλὰ καὶ ἕτερον ἐλάττωμα παρουσιάζεται κατὰ τὰ ἰσχύοντα νῦν, τὸ ἑξῆς· ἐργάτης ἀπολυόμενος ἀπὸ μίαν ἑταιρείαν καὶ μεταβαίνων εἰς ἄλλην χάνει ὅλα τὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα εἶχεν εἰς τὴν πρώτην ἑταιρείαν, τὴν ὁποίαν ἐγκατέλιπε· προβλέπει λοιπὸν τὸ νομοσχέδιον, ὅπως ὁ ἐργάτης, ὁ ὁποῖος ἔχει καταβάλει ἐπὶ 30 ἔτη εἰς διάφορα ταμεῖα ἀλληλοβοηθείας, λαμβάνῃ τὸ ἀνάλογον βοήθημα, τὸ ὁποῖον θὰ ὁρισθῇ διὰ κανονισμοῦ, ἀναλόγως τῆς ὑπηρεσίας, τὴν ὁποίαν ἤθελεν ἔχει παράσχει εἰς τὰς διαφόρους ἑταιρείας, ἀναλόγως παρ’ ἑκάστης αὐτῶν. Ἀλλ’ ὅτε ταῦτα πράττομεν διὰ τὰς διαφόρους ἑταιρείας, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ παρίδωμεν καὶ τοὺς ἐργάτας τοὺς ἐργαζομένους εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Δημοσίου· ἐνόμισα δὲ, ὅτι ἔπρεπεν ἐπίσης διὰ τοὺς ἐργάτας τούτους νὰ προνοήσω, καὶ περιέλαβον διάταξιν, καθ’ ἣν ἐργάτης ἐργασθεὶς ἐπὶ τριακονταετίαν εἰς τὴν δημοσίαν ὑπηρεσίαν, ἔχων δὲ ἡλικίαν 65 ἐτῶν, θὰ λαμβάνῃ σύνταξιν ἴσην μὲ τὸ ἥμισυ τῶν ἀπολαυῶν αὐτοῦ κατὰ τὴν ἡμέραν τῆς ἀπολύσεώς του ἀπὸ τῆς ὑπηρεσίας τοῦ Δημοσίου. Ἐπίσης ἐνόμισα, ὅτι εἰς τοὺς ἐργάτας τοὺς παθόντας ἐκ δυστυχήματος εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Δημοσίου ἔπρεπε νὰ ἐπεκτείνωμεν τὰ εὐεργετήματα τοῦ ταμείου τῶν μεταλλευτῶν, τοῦ Δημοσίου καταβάλλοντος εἰς τὸ ταμεῖον τοῦτο ἀκριβῶς ὅσα τὸ ταμεῖον ἤθελε παράσχει εἰς τοὺς παθόντας ἐργάτας. Ἐπίσης ἐν τῷ αὐτῷ νομοσχεδίῳ προβλέπω, ὅτι ἅπαντα τὰ ἐργοστάσια, τὰ ἔχοντα ἐργάτας ἄνω τῶν 50 τὸν ἀριθμόν, ὑποχρεοῦνται νὰ συνιστῶσι ταμεῖα ἀλληλοβοηθείας· δεύτερον, νὰ παρέχωσι συνδρομὴν διαρκῆ εἰς τὸ ταμεῖον τῶν μεταλλευτῶν, ὅπως ἐν περιπτώσει δυστυχήματος ἐργάτου δύνηται ὁ ἐργάτης αὐτὸς ν’ ἀπολαμβάνῃ τὰ εὐεργετήματα τὰ παρεχόμενα ὑπὸ τοῦ ταμείου τῶν μεταλλευτῶν εἰς τοὺς παθόντας ἐκ δυστυχήματος ἐργάτας. Οὕτω διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου κατορθοῦμεν, ὅπως ἅπαντα τὰ ἐργοστάσια ἐν γένει παρέχωσιν εἰς τοὺς ἐργάτας αὐτῶν, εἴτε ἐκ δυστυχήματος πάθωσιν οὗτοι, εἴτε ἐξ ἄλλης αἰτίας, βοήθημά τι. Δὲν ἔχω δ’ ἀμφιβολίαν, ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο θὰ τύχῃ τῆς ἐγκρίσεως τῆς Βουλῆς.
§14ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Εὖγε! εὖγε!
§15ΕΛ. ΜΥΚΩΝΙΟΣ. Διὰ τοὺς ἐργάτας τῆς σμύριδος δὲν ἐφροντίσατε, κύριε Ὑπουργέ;
§16Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Περιλαμβάνονται καὶ αὐτοὶ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ.
§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ νομοσχέδιον θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 192).
§18ΧΑΡΙΛ. ΔΙΓΕΝΟΠΟΥΛΟΣ. Γνωρίζετε, κύριε Πρόεδρε, ὅτι πρὸ ἔτους περίπου συνέστη ἐπιτροπή, ὅπως φροντίσῃ, ἵνα ἀνεγερθῇ ὁ ἀνδριὰς τοῦ στρατάρχου Κολοκοτρώνη ἐν Ἀθήναις, τῇ πρωτευούσῃ τῆς Ἑλλάδος. Πρόεδρος τῆς ἐπιτροπῆς αὐτῆς κατέστη ὁ γνωστὸς κύριος Κ. Μανιάκης, ὁ ἀντεισαγγελεὺς τοῦ Ἀρείου Πάγου, ὅστις ἐν τῇ ἐγνωσμένῃ αὐτοῦ ἱκανότητι καὶ δραστηριότητι ἤγαγε τὸ ἔργον εἰς πέρας, ἐπέτυχε νὰ κατασκευάσῃ τὸν ἀνδριάντα, καὶ τὸν ἔχει ἕτοιμον ἵνα στηθῇ. Ἀλλ’ ἀπὸ τῆς στιγμῆς, καθ’ ἣν ἐπελήφθη τῆς ἐργασίας διὰ νὰ εὕρῃ τὸν τόπον, ὅπου ἔπρεπε νὰ στηθῇ ὁ ἀνδριὰς ἐν Ἀθήναις, ἀνεπήδησαν μυρία προσκόμματα. Μέχρι τοῦδε δὲν κατώρθωσεν ἡ ἐπιτροπὴ, ἵνα ὁρισθῇ ὑπὸ τῆς ἁρμοδίας τοπικῆς ἀρχῆς ἡ θέσις, εἰς ἣν πρέπει νὰ στηθῇ ὁ ἀνδριὰς. Δὲν τῷ δίδεται καμμία ἀπάντησις! Καὶ ἡ ἐπιτροπὴ καὶ ἐγὼ, κύριε Πρόεδρε, ἐνομίσαμεν, ὅτι θὰ ἦτο ἄρνησις τῆς ἱστορίας μας, ἐὰν ἓν τοιοῦτον ἔργον εἶχεν ἀνάγκην τῆς συνδρομῆς τῆς Βουλῆς διὰ νὰ ἀχθῇ εἰς πέρας, καὶ πολὺ ἐσκέφθημεν, ἂν ἔπρεπε νὰ φέρωμεν τὸ ζήτημα εἰς τὴν αἴθουσαν ταύτην. Ἀλλ’ ὅτε ἡ ἐπιτροπὴ ἔφθασεν εἰς τὸ ἀπροχώρητον καὶ δὲν ἠδύνατο νὰ φέρῃ εἰς πέρας τὸ ἔργον αὐτῆς, ἔκρινεν, ὅτι τῇ ἐπεβάλλετο ν’ ἀποταθῇ εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ἐπικαλεσθῇ τὴν συνδρομὴν τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ ἔθνους, ὅπως ὁρίσουν οὗτοι τὸ μέρος τῆς πόλεως τῶν Ἀθηνῶν, ὅπου πρέπει νὰ στηθῇ ὁ ἀνδριὰς καὶ ἂν δὲν εὑρεθῇ τόπος κατάλληλος, τότε νὰ ἐνταφιάσῃ τὸν ἀνδριάντα, μέχρις οὗ αἱ ἐπερχόμεναι γενεαὶ, συναισθανόμεναι τὸ πρὸς τοὺς γίγαντας τῆς ἐπαναστάσεως καθῆκόν των, ἐκθάψουν αὐτὸν καὶ τὸν τοποθετήσουν εἰς τὸ ἁρμόζον αὐτῷ περιφανὲς μέρος τῆς πόλεως. Εἶναι λυπηρὸν, ὅτι ἡ τοπικὴ ἀρχὴ τῶν Ἀθηνῶν δὲν ἐπελήφθη τῆς περιστάσεως, ὅπως εὐγνωμόνως αὕτη ὁρίσῃ τὴν θέσιν, ἥτις ἐμπρέπει εἰς τὸν στρατάρχην τοῦ 1821, τὸν Κολοκοτρώνην, πρὸ τοῦ ὁποίου διερχόμενοι οἱ Ἑλληνόπαιδες διδάσκονται καὶ ἀναμιμνήσκονται, διὰ τίνων κατορθωμάτων ἐδόθη εἰς ἡμᾶς ἡ ἐλευθέρα πατρὶς, διὰ νὰ μὴ ὑποτεθῇ, ὅτι ὑπῆρξεν ἐποχὴ, καθ’ ἣν οἱ δόντες εἰς ἡμᾶς ἐλευθέραν πατρίδα δὲν εἶχον καὶ αὐτοὶ δικαίωμα ἐπὶ δέκα πήχεων τόπου, ὅπου νὰ στηθῇ ὁ ἀνδριὰς αὐτῶν. Ἡ ἐπιτροπὴ ἔχει τὴν ἰδέαν, ὅτι τοιούτου περιβλέπτου στρατάρχου, ἐνσαρκοῦντος ἐν ἑαυτῷ τὴν ἰδέαν τῆς ὅλης ἐπαναστάσεως, ὁ ἀνδριὰς πρέπει νὰ στηθῇ εἰς τὴν πλατεῖαν τοῦ Συντάγματος. Σᾶς ἀναγινώσκω τὴν ἀναφοράν. (Ἀναγινώσκει αὐτήν). Ἐκ τῆς ἀναφορᾶς ταύτης λαμβάνουσα ἀφορμὴν ἡ Βουλή, θὰ ὁρίσῃ βεβαίως τὴν κατάλληλον θέσιν διὰ τὸν ἀνδριάντα τοῦ στρατάρχου Κολοκοτρώνη. Θὰ ἦτο ὕβρις πρὸς τὴν ἱστορίαν μας, ἐὰν ἐγὼ ἐπεχείρουν καὶ λέξιν νὰ εἴπω περὶ τοῦ Κολοκοτρώνη, τοῦ ὁποίου καὶ μόνον τὸ ὄνομα προφερόμενον ἀρκεῖ νὰ ἀναμνήσῃ εἰς ἡμᾶς τὸν ἱερὸν ἀγῶνα τοῦ 1821, ἀγῶνα γιγάντων, ἀναλαβόντων μετὰ θάρρους καὶ διεξαγαγόντων μέγαν ἀγῶνα κατὰ τῆς κραταιᾶς Ὀθωμανικῆς Αὐτοκρατορίας.
§19Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ὅσον δικαία καὶ ἂν ἦναι ἡ ἀγανάκτησις τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου, δηλῶ, ὅτι εὑρίσκομαι εἰς ἀπορίαν· διότι οὐδέποτε μέχρι τῆς στιγμῆς ταύτης ἔλαβον γνῶσιν τοῦ ζητήματος τούτου.
§20ΔΙΓΕΝΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶπον περὶ τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ περὶ τῆς δημοτικῆς ἀρχῆς.
§21ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐγὼ, κύριε Πρόεδρε, δὲν εὑρίσκω χείρονα τρόπον ἐκείνου, δι’ οὗ ἡ ὑπόθεσις αὕτη εἰσήχθη εἰς τὴν Βουλήν. Τίς ἦτο δυνατὸν νὰ φαντασθῇ, ὅτι ἤθελεν ὑπάρξει Ἕλλην, καὶ μάλιστα ἐπὶ κεφαλῆς τῆς δημοτικῆς ἀρχῆς Ἀθηνῶν, ὅστις, προκειμένου περὶ τοῦ στρατάρχου τῆς Ἑλλάδος, οὐχὶ τῆς Πελοποννήσου, τοῦ Κολοκοτρώνη, τοῦ μεγάλου ἐκείνου ἀνδρὸς διά τε τὰς στρατηγικὰς αὐτοῦ ἀρετὰς, τὴν φιλοπατρίαν καὶ τὴν ἔξοχον χρηστότητα, τίς ἠδύνατο, λέγω, νὰ φαντασθῇ, ὅτι ἤθελεν εὑρεθῇ οἱοσδήποτε Ἕλλην, καὶ μάλιστα δήμαρχος τῆς πρωτευούσης, ὅστις νὰ ἀρνηθῇ θέσιν εἰς τὸν ἀνδριάντα τοῦ Κολοκοτρώνη; Βεβαίως, ἂν δὲν ἔφθασεν εἰς πέρας τὸ ἔργον τῆς ἐπιτροπῆς, πρέπει νὰ ὑπῆρξε παρανόησίς τις, παρεξήγησίς τις, καὶ τὰς παρανοήσεις καὶ τὰς παρεξηγήσεις δὲν πρέπει νὰ ἔρχωνται ζητοῦντες ἐνταῦθα νὰ λύσωσι, καὶ ἐπιρρίπτοντες μομφὰς εἰς ἄλλους, ὅτι ἀρνοῦνται θέσιν εἰς τὸ μνημεῖον, καὶ ὅτι πρέπει ἐπὶ τέλους, ἂν ἐξακολουθήσῃ ἡ ἄρνησις, νὰ θάψωμεν τὸν ἀνδριάντα! Ταῦτα δὲν λέγονται. Ἐν Ἀθήναις πρέπει βεβαίως νὰ στηθῇ, καὶ ἔχει θέσιν, ὁ ἀνδριὰς τοῦ Κολοκοτρώνη· πρόκειται μόνον νὰ ὁρισθῇ αὕτη κατὰ τὸν καταλληλότερον τρόπον, καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ δεχθῇ τις, ὅτι αἱ ἐπιτροπαί, αἵτινες ἐφρόντισαν περὶ τοῦ ἀνδριάντος, ὅσον καὶ ἂν εἰργάσθησαν καλῶς, αὐταὶ θὰ προσδιορίσωσι καὶ τὴν θέσιν. Διότι πολλὰ εἶναι ἐκεῖνα, ἅτινα οἱ ἄρχοντες τῆς πόλεως ἔχουσι νὰ ἐκτιμήσωσι, πρὶν ἢ ἀποφασίσωσι ποῦ θὰ τοποθετηθῇ ὁ ἀνδριάς. Ἡ Κυβέρνησις, ἥτις ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἔχει ἐποπτείαν, καὶ ὀφείλει νὰ ἔχῃ γνώμην δυναμένην νὰ ἐπιδράσῃ ἐπὶ τῆς γνώμης τοῦ ἄρχοντος τοῦ δήμου, θὰ φροντίσῃ καταλλήλως. Ἀλλ’ ἐπειδὴ τὸ ζήτημα ἦλθεν ἐνταῦθα, θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ἡ Βουλὴ νὰ ὑποδείξω ἁπλῶς, ὅτι φυσικὴ θέσις, ὅπως στηθῇ ὁ ἀνδριὰς, φαίνεται ἡ ἀρχὴ τῆς ὁδοῦ Κολοκοτρώνη, δηλ. ἡ πλατεῖα ἡ παρὰ τὸ Βουλευτήριον καὶ ἐπὶ τῆς ὁδοῦ Σταδίου.
§22Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δευτέρα γνώμη δὲν ὑπάρχει περὶ τοῦ δικαιώματος ἀφ’ ἑνὸς καὶ ἀφ’ ἑτέρου περὶ τῆς ὑποχρεώσεως, τὴν ὁποίαν ἔχομεν, ὅπως δώσωμεν θέσιν, ἵνα στηθῇ ὁ ἀνδριάς. Ἀλλὰ καὶ ἄλλοτε ὡρμήθην ἐξ ὁμοίας περιστάσεως, ἂν οὐχὶ ἐκ τῆς αὐτῆς αἰτίας, ὅπως ζητήσω παρὰ τῆς Κυβερνήσεως, ἵνα διὰ νομοθετικοῦ μέτρου θέσῃ φραγμὸν εἰς τὴν ἰδιωτικὴν πρωτοβουλίαν τοῦ στήνειν ἀνδριάντας ἐν δημοσίοις τόποις, ἡ ὁποία ἔρχεται ἀπό τινος, καὶ λαμβάνουσα μεγάλους δῆθεν ἄνδρας τῆς ἐπαναστάσεως, εἰ καὶ οὐχὶ πάντοτε ἐξ ἐκείνων, οὓς πάντες θαυμάζομεν καὶ λατρεύομεν, ζητεῖ νὰ τοὺς ἐπιβάλῃ εἰς τὸν αἰώνιον θαυμασμὸν τοῦ ἔθνους. Νομίζω, ὅτι τὸ ἐγείρειν δημοσίᾳ ἀνδριάντας εἰς τοὺς μεγάλους ἄνδρας τοῦ ἔθνους πρέπει νὰ ἀνήκῃ εἰς τὴν ἀντιπροσωπείαν τοῦ ἔθνους ἢ τὴν Κυβέρνησιν, ἡ ὁποία εἶναι ἁρμοδιωτέρα ν’ ἀποφασίζῃ, ἂν πρέπει νὰ στηθῇ ἀνδριὰς τοιοῦτος εἴς τινα, καὶ εἰς ποῖον μέρος πρέπει νὰ στηθῇ. Δι’ αὐτὸ ἐκ τῆς σημερινῆς ἀφορμῆς λαμβάνω καὶ πάλιν τὸ ἐνδόσιμον, ὅπως παρακαλέσω τὴν Κυβέρνησιν νὰ κανονίσῃ τὰ περὶ ἀνδριάντων διά τινος νομοθετήματος. Δὲν πρέπει νὰ ἀφεθῶσιν οἱ πολῖται εἰς αὐτὴν τὴν μανίαν τοῦ ἐγείρειν ἀνδριάντας, ὅπως τιμήσωσιν ἀνθρώπους, οὓς κατ’ ἐξαίρεσιν ἐνίοτε αὐτοὶ θεωροῦσιν ἀξίους τιμῆς ἐθνικῆς, καὶ θέλουσι, συλλέγοντες διὰ τῶν γνωστῶν μέσων ἐράνους, νὰ ἐπιβάλωσιν εἰς τὴν ἐθνικὴν ἀγάπην. Ἀλλὰ νῦν, προκειμένου περὶ τοῦ μεγάλου στρατάρχου τῆς ἐπαναστάσεως, τοῦ Θεοδώρου Κολοκοτρώνη, νομίζω, ὅτι ἐπιβάλλεται, ὅπως ἡ Κυβέρνησις σπεύσῃ καὶ ὁρίσῃ ὅν τινα τόπον ἤθελεν ἐγκρίνει τὸν καταλληλότερον, καὶ ὑποχρεώσῃ εἰς τοῦτο τὴν δημοτικὴν ἀρχὴν, ἂν αὕτη τυχὸν ἤθελε φέρει προσκόμματα. Ἐκ τούτου λαμβάνω ἀφορμὴν νὰ παρατηρήσω, ὅτι ἡ ἀληθὴς αἰτία, ἐκ τῆς ὁποίας συνέλαβόν τινες τὴν ἰδέαν νὰ συστήσωσι τὴν ἐπιτροπὴν πρὸς ἵδρυσιν τοῦ ἀνδριάντος τοῦ Κολοκοτρώνη ἐν Ἀθήναις, δὲν εἶναι ἐκείνη, ἥτις δι’ ὅλους ἡμᾶς τοὺς ἄλλους ὑπάρχει. Διότι λόγος κυρίως ὑπῆρξεν ἡ ἐπιθυμία τοῦ ἐν Παρισίοις κατασκευάσαντος τὸν ἀνδριάντα, τὸν στηθέντα ἐν Ναυπλίῳ, ὅπως τὸν αὐτὸν ἀνδριάντα στήσῃ καὶ ἐν Ἀθήναις, ὅπου δημοσιότης μεγαλειτέρα, μὲ μικρὰν τροποποίησιν τοῦ ἐν Ναυπλίῳ στηθέντος, δηλαδὴ ἄνευ τῆς περικεφαλαίας. Τοιαῦτα ἐθνικὰ ἔργα δὲν πρέπει νὰ ἔχωσι τοιαύτας αἰτίας, καὶ δὲν ἔπρεπε νὰ δοθῇ ἀφορμὴ ἐκ τούτου εἰς τὸν τύπον, ἢ εἰς ἰδιώτας, ὅπως παρατηρήσωσιν, ὅτι δὲν πρέπει ὁ αὐτὸς ἀνδριὰς, καὶ μάλιστα ἀπὸ τὸν φιλοτεχνήσαντα τὸν ἀνδριάντα, νὰ ζητῆται νὰ τοποθετηθῇ εἰς πολλὰ μέρη. Τοιαῦται ἐνδείξεις ἐθνικοῦ σεβασμοῦ πρέπει νὰ ἔχωσιν ἄλλας αἰτίας· καὶ ἐπειδὴ ἐδόθη ἀφορμὴ παρ’ ἄλλων, λαμβάνω καὶ ἐγὼ τὸ ἐνδόσιμον ἐκ τούτου, ὅπως ἐκφράσω τὴν λύπην μου, διότι ἐκ ξένων ὅλως πρὸς τὸν μέγαν στρατηλάτην ἐλατηρίων προῆλθεν ἐπιχείρησις, ἥτις ἔπρεπε νὰ μένῃ ἀνωτέρα παντὸς ἰδιωτικοῦ ὑπολογισμοῦ.
§23ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ. Δὲν ἐκλήθην συνήγορος τῆς δημοτικῆς ἀρχῆς Ἀθηνῶν,— αὕτη ἔχει τοὺς συνηγόρους της τοὺς φυσικοὺς,—ἀλλὰ μοὶ φαίνεται, ὅτι ὁ τρόπος, καθ’ ὃν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος κ. Διγενόπουλος ἔφερε τὸ ζήτημα σήμερον πρὸ τῆς Βουλῆς, καὶ ὅστις ἐνεποίησεν εἰς πάντας ὑμᾶς τὴν ἐντύπωσιν, ὅτι ἦτο ἄτοπος ἡ διαγωγὴ τῆς δημοτικῆς ἀρχῆς, δὲν ἦτο ὁ ἁρμόζων· οἱ λόγοι δὲ, τοὺς ὁποίους ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς συνάδελφος εἶπε, βεβαίως ἐχαρακτήρισαν τὸ αἴσθημα πάντων ἡμῶν. Ἀλλὰ μοὶ φαίνεται, ὅτι, ἵνα ὦμεν ἐν τῷ δικαίῳ, ἵνα ὦμεν ἀμερόληπτοι κριταὶ, πρέπει νὰ ἐνθυμηθῶμεν τοῦ ῥητοῦ τῶν ἀρχαίων «μηδενὶ δίκην δικάσῃς, πρὶν ἀμφοῖν μῦθον ἀκούσῃς». Μοὶ φαίνεται, ὅτι κανονικὸν ἦτο, ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, ὁ ὁποῖος ἔφερε τὸ ζήτημα, νὰ φωτίσῃ τὴν Βουλὴν, ἂν ἡ ἐπιτροπὴ ἀπετάθη πρὸς τὴν δημοτικὴν ἀρχὴν καὶ ἐζήτησε τὸν χῶρον δεῖνα ἢ δεῖνα, καὶ τί ἀπήντησεν εἰς τοῦτο ἡ δημοτικὴ ἀρχή. Διότι δὲν ἀρκεῖ νὰ ζητήσῃ τις χῶρον· γνωρίζετε, ὅτι οἱ χῶροι οἱ ἐπὶ τῆς πόλεως δὲν εἶναι πάντοτε δημοτικοὶ, ἢ δὲν διατίθενται πάντοτε ἀναλόγως τῶν διαθέσεων τῶν δημοτικῶν ἀρχῶν. Ἐπεθύμουν λοιπὸν, ἵνα ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος παρουσίαζε τὸ ζήτημα αὐτὸ πλῆρες, ὅπως ἡ Βουλή, ἀκούουσα τῆς ὅλης ἐκτυλίξεως τοῦ ζητήματος, δυνηθῇ νὰ φέρῃ κρίσιν ἀμερόληπτον. Διότι βεβαίως πάντες ἡμεῖς, ὅσοι ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ εἴμεθα, θὰ μείνωμεν ὑπὸ τὴν ἐντύπωσιν, ὅτι κακῶς ἐπραγματεύθη, κακῶς ἔκρινε τὰ πράγματα ἡ δημοτικὴ ἀρχὴ, ἀποφυγοῦσα νὰ ὁρίσῃ τόπον πρὸς ἀνέγερσιν τοῦ ἀνδριάντος. Ἐπεθύμουν λοιπὸν, λέγω, νὰ μᾶς φωτίσῃ περὶ ὅλων τούτων, ὥστε νὰ μὴ φύγωμεν ἀπὸ τὴν αἴθουσαν ἀποκομίζοντες ἐντύπωσιν περὶ τῆς δημοτικῆς ἀρχῆς, ἡ ὁποία πιθανὸν νὰ μὴ ᾖναι οὔτε δικαία, ἀλλ’ οὔτε καὶ ἀκριβής.
§24ΔΙΓΕΝΟΠΟΥΛΟΣ. Φαίνεται, ὅτι δὲν ἦσθε ἐνταῦθα, κύριε συνάδελφε, ὅτε εἶπον, ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ ἐξήντλησεν ὅλα τὰ μέσα, ὅσα εἶχεν, ἀπέναντι τῆς δημοτικῆς ἀρχῆς, χωρὶς δυστυχῶς νὰ κατορθώσῃ τίποτε, καὶ δι’ αὐτὸ ἔπρεπε νὰ καταφύγῃ ἐνταῦθα. Ὡς πρὸς δὲ τὴν θέσιν, ἣν ὑπέδειξεν ὁ κ. Δραγούμης, νομίζω, ὅτι εἰς οὐδένα ἐπιτρέπεται νὰ δεχθῇ αὐτὴν, διότι ἡ θέσις αὕτη εἶναι προωρισμένη δι’ ἄλλους σκοποὺς, καὶ ἂν πρόκειται νὰ στηθῇ ὁ ἀνδριὰς ἐκεῖ, ἐν τῷ μέσῳ δηλαδὴ δύο ἀποχωρητηρίων, τότε καταλληλότερον νὰ μὴ στηθῇ καθόλου. Ὁ ἀνδριὰς πρέπει νὰ στηθῇ εἰς τὴν ἁρμόζουσαν αὐτῷ θέσιν, ἀλλὰ καὶ εἰς θέσιν, ἥτις θὰ ἐμπνέῃ τὸν σεβασμὸν ἑκάστου.
§25ΗΛ. ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Θέλω παρατηρήσει, ὅτι τὸ ἔργον τῆς ἐπιτροπῆς, τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος, ὅτι ἐξήντλησεν αὕτη, ἦτο ἴσως καὶ ἄξιον κατακρίσεως, ἀντὶ ἐπαίνων. Διότι δὲν ἀνέλαβε νὰ στήσῃ ἀνδριάντα τοῦ στρατάρχου Κολοκοτρώνη πρωτότυπον, ἀλλ’ ἀντίτυπον τοῦ ἀνδριάντος, τὸν ὁποῖον ὁ καλλιτέχνης ἐπώλησεν εἰς ἐπιτροπὴν ἄλλην. Ἀντίτυπον τοῦ ἀγάλματος ἐκείνου ἡ νέα ἐπιτροπὴ συνεφώνησε νὰ λάβῃ παρὰ τοῦ καλλιτέχνου, κακῶς πωλοῦντος τοιοῦτον, ἀφοῦ ἀπηλλοτριώθη τῆς ἰδιοκτησίας αὐτοῦ, καθότι τὸ προϊόν τῆς καλλιτεχνικῆς του ἐργασίας ἠγόρασεν ἡ ἐπιτροπὴ ἐκείνη διὰ τὸ Ναύπλιον, καὶ αὐτὴ μόνη εἶναι κυρία τοῦ ἔργου καὶ τῆς μήτρας, ἐν ᾗ τὸ ἄγαλμα ἐκεῖνο ἐγένετο, καὶ αὐτὴ μόνη, ἢ μᾶλλον ὁ δῆμος Ναυπλιέων, πρὸς ὃν ἐδωρήθη τὸ ἄγαλμα, ἠδύνατο νὰ ἐπιτρέψῃ τὴν ἀπόκτησιν ἀντιτύπου. Ἡ ἐπιτροπὴ ὤφειλε νὰ κάμῃ νέον ἀνδριάντα πρωτότυπον, καὶ νὰ τὸν στήσῃ ἐν Ἀθήναις, καὶ οὐχὶ ἀντίτυπον τοῦ ἐν Ναυπλίῳ στηθέντος ἀνδριάντος... (φωναί: ἆ! ἆ! ἆ!), ὁ ὁποῖος ἐστοίχισε πεντήκοντα χιλιάδας δραχμῶν, τὸ δὲ ἀντίτυπον αὐτοῦ θὰ στοιχίσῃ ὀλίγας μόνον χιλιάδας. Ἀλλ’ ἡ Βουλή, ἐν πάσῃ περιπτώσει, ποίαν θέσιν ἔχει νὰ προσδιορίσῃ τὸν τόπον, ὅπου θὰ στηθῇ ὁ ἀνδριάς; Ἄν ἡ Κυβέρνησις ἠρνεῖτο νὰ προσδιορίσῃ θέσιν, ἂν ὁ δῆμος ἠρνεῖτο νὰ παραχωρήσῃ μίαν πλατεῖαν, τότε εἶχε δικαίωμα ὁ κ. Βουλευτὴς νὰ ζητήσῃ τὴν παρέμβασιν τῆς Βουλῆς. Ἀλλ’ ἐγὼ νομίζω, ὅτι προώρως καὶ οὐχὶ καλῶς ἦλθε ζήτημα, τὸ ὁποῖον δέχεται πολλὰς κρίσεις. Διότι ἡ Ἑλλὰς πρὸ πολλοῦ ἔπρεπε νὰ ἔχῃ Ἡρῶον, καὶ μάλιστα ἐν τῇ πρωτευούσῃ ἔπρεπε νὰ στηθῶσιν οἱ ἀνδριάντες ὅλων τῶν ἀνδρῶν τῶν ἐνδόξως ἀγωνισαμένων, καὶ πρωτίστως τοῦ στρατάρχου Κολοκοτρώνη. Ἀλλὰ τοῦτο δὲν ἐγένετο, καὶ βλέπομεν ποῦ μὲν τὸν ἀνδριάντα τοῦ Πατριάρχου, ποῦ τὸν τοῦ Βύρωνος, ἀλλαχοῦ τὸν τοῦ Καραϊσκάκη, ἀλλαχοῦ τὸν τοῦ Μιαούλη καὶ ἀλλαχοῦ τὸν τοῦ Διάκου. Ἐν τῇ ἀνωμαλίᾳ ταύτῃ ἄξιον εἶναι νὰ σκεφθῇ τις περὶ τῆς θέσεως, εἰς τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ στηθῇ ὁ ἀνδριὰς τοῦ μεγαλειτέρου στρατάρχου τοῦ Ἀγῶνος. Ἀλλ’ αὐτὸ πρέπει νὰ σχετισθῇ καὶ μὲ τὴν σκέψιν, ὅτι καὶ ἄλλοι ἀνδριάντες πρέπει νὰ στηθῶσιν. Ἡ ἀνάγκη δὲ αὕτη θὰ προκαλέσῃ τὸν προσδιορισμὸν μιᾶς πλατείας, ὡρισμένως πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον, καὶ ἥτις νὰ γείνῃ τὸ Ἡρῶον. Διὰ τοῦτο ἡ ἀντίρρησις, τὴν ὁποίαν ἔφερεν ἀμέσως ὁ κ. συνάδελφος, ὅτι δὲν εἶναι κατάλληλος ἡ μικρὰ πλατεῖα, ἡ παρὰ τὴν Βουλήν, νομίζω ὅτι δὲν εἶναι ὀρθή, διότι, καὶ ἂν ἦτο ἀληθὲς ὅτι εἶναι πρωτότυπον τὸ ἔργον, ἡ πλατεῖα αὕτη ἡ μικρὰ εἶναι προσφορωτάτη πρὸς ἀνάδειξιν καὶ πλαισίωσιν τοῦ ἔργου, διότι τὰ ἀγάλματα δὲν χρήζουσι μεγάλων πλατειῶν, ἵνα ἀναδειχθῶσιν. Ὅτι δὲ ὡρίσθη ἡ πλατεῖα αὕτη λόγῳ ἀνάγκης, δὲν εἶναι τοῦτο λόγος, ἵνα δύναται νὰ ἀρθῇ ἐκεῖθεν. Νομίζω, ὅτι ἠδύνατο νὰ παύσῃ ἡ συζήτησις αὕτη, καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ ἔλθῃ εἰς συνεννόησιν μετὰ τοῦ κ. δημάρχου Ἀθηναίων καὶ σκεφθῶσι περὶ τῆς ἐξευρέσεως τοῦ καταλληλοτέρου μέρους πρὸς ἀνίδρυσιν τοῦ ἀνδριάντος τοῦ Κολοκοτρώνη.
§26Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Κολοκοτρωναίϊκαις ἁμαρτίαις φαίνεται ὅτι ἔχει καὶ ὁ ἀνδριάς!
§27Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν ἠγέρθην, ἵνα ὁμιλήσω περὶ τοῦ ἀνδριάντος τοῦ μεγάλου στρατηγοῦ Κολοκοτρώνη· αἱ ὑπηρεσίαι αὐτοῦ εἶναι τοιαῦται, ὥστε δὲν ὑπάρχει φωνή, ἥτις ἤθελεν ἀμφισβητήσει τὴν ἀποδιδομένην αὐτῷ τιμὴν διὰ τῆς ἀνεγέρσεως ἀνδριάντος. Ἠγέρθην ὅμως πρὸς ἄλλον σκοπόν, ἵνα συντελέσω νὰ κανονισθῇ ἡ ἁρμοδιότης ἑκάστης τῶν ἐν τῇ Ἐπικρατείᾳ ἀρχῶν. Ὁμιλοῦσι περὶ τοῦ δημάρχου Ἀθηναίων, ὡς νόμῳ ἁρμοδίου, ἵνα προσδιορίζῃ τὴν τοποθέτησιν ἀνδριάντων. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι ἡ ἀνέγερσις ἀνδριάντων εἶναι ὑψίστη τιμή, τὴν ὁποίαν τὰ ἔθνη δύνανται ν’ ἀποδίδωσιν εἰς τοὺς προσενεγκόντας εἰς αὐτὰ ὑπηρεσίας ἀξίας τοιαύτης τιμῆς· ἀλλὰ τὴν ὑψίστην ταύτην τιμὴν οὐδεὶς ἕτερος ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἀποδίδῃ ἢ τὰ ἔθνη. Ἐπειδὴ δὲ τὰ ἔθνη ἀντιπρόσωπον ἔχουσι τὴν Βουλὴν καὶ τὴν ἐκτελεστικὴν ἀρχὴν, ἤτοι τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν, διὰ τοῦτο αὕτη πρέπει ν’ ἀποφασίζῃ περὶ τῆς ἀνεγέρσεως ἀνδριάντων· οὐδὲ πρέπει ν’ ἀφεθῇ εἰς τὰ ἄτομα νὰ συνιστῶσιν ἐπιτροπὰς, νὰ συλλέγωσι 10 ἢ 15 χιλιάδας δραχμῶν καὶ νὰ προβαίνωσιν εἰς τὴν ἀνέγερσιν ἀνδριάντων ἀνθρώπων, τοὺς ὁποίους ἴσως δὲν γνωρίζομεν ἀκόμη· ὡς ἂν τὸ ζήτημα τῆς ἀνιδρύσεως ἀνδριάντος ἐξήρτηται ἀπὸ τὴν συλλογὴν δέκα ἢ πεντήκοντα χιλιάδων δραχμῶν. Ἀλλ’ ἐπίσης δὲν πρέπει νὰ ἀφίνηται νὰ ὁρίζωσι τὰ μέρη, ἐπὶ τῶν ὁποίων πρέπει νὰ ἀνεγείρωνται οἱ ἀνδριάντες. Ἐὰν ἡ ἀνέγερσις ἀνδριάντος εἶναι ἐθνικὴ τιμὴ, ἡ τιμὴ αὕτη κανονίζεται καὶ ἀπὸ τὸν τόπον, ἐφ’ οὗ θέλουσιν οὗτοι ἀνεγερθῆ. Τοῦ δημάρχου ἡ γνώμη περὶ τοῦ τόπου τούτου εἶναι ἀναγκαία βεβαίως, καὶ πρέπει νὰ ἀκουσθῇ· ἀλλὰ δὲν εἶναι αὐτὸς ὁ ἁρμόδιος, ὁ ὁποῖος θέλει προσδιορίσει τὴν θέσιν τῶν ἀνεγειρομένων ἀνδριάντων, διότι ὁ προσδιορισμὸς τῆς θέσεως ἀνήκει εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἡ ὁποία προκαλεῖ τὴν γνώμην τοῦ δημάρχου. Τὸ θέμα τῆς εὐπρεπείας τῆς πόλεως, ἐν ᾗ ἀνεγείρεται ὁ ἀνδριὰς, καὶ τοῦ καλλωπισμοῦ αὐτῆς δὲν εἶναι τὸ μόνον, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ ἐπηρεάζῃ τὴν περὶ προσδιορισμοῦ τοῦ τόπου, ἐφ’ οὗ θέλει ἀνεγερθῆ ὁ ἀνδριὰς, ἀπόφασιν· διότι ὁ τόπος, ἐφ’ οὗ ἱδρύεται ὁ ἀνδριὰς, ἐντείνει ἢ συστέλλει ὡσαύτως τὴν ἔννοιαν τῆς ἀνεγέρσεως τοῦ ἀνδριάντος. Διὰ τοῦτο φρονῶ, ὅτι καλῶς ἔπραξεν ὁ δήμαρχος Ἀθηναίων, σιωπήσας εἰς τὰς γενομένας αὐτῷ αἰτήσεις ἢ προτροπὰς, ὅπως προσδιορίσῃ ταύτην ἢ ἐκείνην τὴν πλατεῖαν, ἵνα ἐν τῷ μέσῳ αὐτῆς ἱδρυθῇ ὁ ἀνδριάς. Ὁ προσδιορισμὸς τῶν θέσεων, ἐφ’ ὧν ἀνεγείρονται οἱ ἀνδριάντες, ἀπόκειται μόνον εἰς τὴν Κυβέρνησιν.
§28Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ὅσα ἐλέχθησαν ὑπὸ τοῦ προλαλήσαντος ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ εἶναι ὀρθά. Διὰ τοῦτο εἶπον, διακόψας τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Γόρτυνος, τὸν ἀνακινήσαντα τὸ ζήτημα, ὅτι, ὅσον εἶναι δικαία ἡ ἀγανάκτησίς του, τοσοῦτον εὑρίσκομαι ἐν ἀπορίᾳ, διότι ἡμεῖς οὐδὲν ἐγνωρίζομεν, — οὔτε ἐγὼ, οὔτε ὁ προκάτοχός μου. — Γνωρίζομεν, ὅτι ὑπάρχει μία ἐπιτροπὴ, ἡ ὁποία συνεστήθη, βεβαίως τῇ ἐγκρίσει τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, πρὸς συλλογὴν ἐράνων, καὶ ἡ ὁποία ἠσχολεῖτο εἰς τὴν συλλογὴν ἐράνων· ἀλλ’ ἐὰν ὁ ἀνδριὰς ἔφθασεν εἰς σημεῖον, ὥστε νὰ ἦναι ἕτοιμος, καὶ νὰ ζητῶσι τὸν προσδιορισμὸν τῆς θέσεως, ὅπου θὰ στηθῇ, δὲν γνωρίζομεν. Ἑπομένως νομίζω καὶ ἐγὼ, ὅτι δὲν εἶμαι ἁρμόδιος. Ἀλλὰ καὶ ὁ ἀξιότιμος ἀντεισαγγελεὺς τοῦ Ἀρείου Πάγου ἔσπευσε πάρα πολύ· ἀφοῦ μετὰ τοῦ δημάρχου δὲν κατώρθωσε νὰ συνεννοηθῇ, ὤφειλε νὰ γνωρίζῃ, ὅτι ἔπρεπε ν’ ἀνανεχθῇ εἰς τὴν προϊσταμένην αὐτῷ ἀρχήν· τὸ νὰ φέρῃ δὲ τὴν ἀναφορὰν ταύτην ὁ κ. ἀντεισαγγελεὺς — ὅσον εὐλαβὴς καὶ ἂν ἦναι αὕτη — εἰς τὴν Βουλὴν, χωρὶς νὰ προσφύγῃ εἰς τὴν προϊσταμένην ἀρχὴν, δὲν τὸ θεωρῶ ὀρθόν.
§29Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Νομίζω καὶ ἐγὼ, κύριε Πρόεδρε, ὅτι τὸ ζήτημα τῆς τοποθετήσεως τοῦ ἀνδριάντος τοῦ στρατάρχου Κολοκοτρώνη ἀναρμοδίως ἦλθεν εἰς τὴν Βουλὴν· ἀλλὰ ἀφοῦ τὸ ζήτημα ἦλθε, νομίζω ὅτι ὑπάρχει ἓν καθῆκον ἄλλο, ἐπιβαλλόμενον εἰς τὴν ἐθνικὴν ἀντιπροσωπείαν. Παρῆλθον ἤδη ἀρκεταὶ δεκαετηρίδες ἀπὸ τῆς Ἑλληνικῆς Ἐπαναστάσεως, ἥτις ἀνέδειξεν ἀναμφισβητήτως ἄνδρας δικαιουμένους εἰς τὴν εὐγνωμοσύνην τοῦ ἔθνους των καὶ εἰς τὴν ἔνδειξιν ταύτης διὰ τῆς ἀνεγέρσεως τῶν ἀνδριάντων αὐτῶν. Νομίζω, ὅτι γενικώτερόν τι μέτρον, ὅπως ἤδη ἐλέχθη, πρέπει νὰ ληφθῇ, γενικωτέρα τις σύστασις τῆς Βουλῆς πρέπει νὰ γείνῃ, ὅπως ἀποφασισθῇ ὁ τρόπος, καθ’ ὃν θέλουσιν ἐγείρεσθαι ἀνδριάντες εἰς τοὺς μεγάλους ἄνδρας τῆς Ἑλληνικῆς Ἐπαναστάσεως, χωρὶς βεβαίως ν’ ἀποκλεισθῇ καὶ ἡ ἰδιωτικὴ συνδρομὴ καὶ σύμπραξις. Τοῦτο νομίζω ὅτι πρέπει νὰ ἔλθῃ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ἐκ πρωτοβουλίας τῆς Κυβερνήσεως· πρέπει δὲ νὰ ἔλθῃ, διότι βεβαίως δὲν εἶναι δίκαιον, ἄνδρες, οἱ ὁποῖοι παρέσχον μεγίστας ὑπηρεσίας εἰς τὴν πατρίδα, ἄνδρες, οἱ ὁποῖοι ἔπλασαν τὸ Ἑλληνικὸν Βασίλειον, νὰ μένωσι λησμονημένοι καὶ εἰς τὴν διάθεσιν ἀτόμων καὶ ἐπιτροπῶν ἀτομικῶς, ὅπως τύχωσι τῆς ὀφειλομένης αὐτοῖς ἐθνικῆς εὐγνωμοσύνης. Ἡρῷα ἵδρυσαν πάντα τὰ ἔθνη, ἐν τοῖς ὁποίοις ἀνιδρύονται οἱ ἀνδριάντες πάντων τῶν ἀνδρῶν, οἵτινες παρέσχον εἰς αὐτὰ μεγάλας ὑπηρεσίας. Ἡρῷον πρέπει νὰ συστηθῇ καὶ παρ’ ἡμῖν, καὶ τοῦτο, νομίζω, εἶναι τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον πρέπει ν’ ἀπασχολήσῃ τὴν Βουλήν· διότι, ἂν αὕτη δὲν ἦναι ἁρμοδία νὰ συζητήσῃ, ποῦ ὁ ἀνδριὰς τοῦ στρατάρχου Κολοκοτρώνη πρέπει νὰ στηθῇ, εἶναι ὅμως ἁρμοδία νὰ σκεφθῇ περὶ τῆς ὀφειλομένης τιμῆς καὶ εὐγνωμοσύνης εἰς τοὺς μεγάλους τῆς Ἐπαναστάσεως ἄνδρας. Δὲν εἶναι δὲ, νομίζω, ἀξία τῆς ἐπικρίσεως τοῦ κ. συναδέλφου ἐκ Ναυπλίου ἡ ἰδέα τῆς ἀνεγέρσεως τοῦ ἀνδριάντος τοῦ στρατάρχου Κολοκοτρώνη δι’ ἀντιτύπου τοῦ στηθέντος τοιούτου ἐν Ναυπλίῳ. Ἂν ἐστήθη κατὰ πρῶτον ἐν Ναυπλίῳ, εἴτε ἀλλαχοῦ, τὸ πρωτότυπον, ἐκ τοῦ πρωτοτύπου ἐκείνου δύναται νὰ λαμβάνηται πᾶς ἕτερος ἀνδριὰς αὐτοῦ. Ἐκεῖνο ὅμως, τὸ ὁποῖον ἐπιβάλλεται εἰς τὴν Βουλήν, ἀφοῦ ἅπαξ ἦλθε τὸ ζήτημα ἐνώπιον αὐτῆς, εἶναι νὰ ληφθῇ μέτρον γενικὸν, χάριν τῶν ὑπηρεσιῶν τῶν μεγάλων ἐκείνων ἀνδρῶν καὶ τῆς ὀφειλομένης εὐλαβείας εἰς τὴν μνήμην αὐτῶν.
§30ΗΛ. ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Νομίζω, ὅτι ὁ κύριος Βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης δὲν λαμβάνει ὑπ’ ὄψιν παντελῶς τὰ δικαιώματα τῆς πνευματικῆς ἰδιοκτησίας, καὶ ὅτι προϊὸν τῆς διανοίας εἶναι τοῦ καλλιτέχνου τὸ ἔργον, τὸ ὁποῖον αὐτὸς ἐπώλησε· κρατῶν ὅμως τὴν μήτραν, δὲν σημαίνει, ὅτι δύναται καὶ νὰ πωλῇ ἀντίτυπα τοῦ ἀγάλματος, ὅπερ ἠγοράσθη, καὶ δι’ ὃ ἐπληρώθη νὰ πλάσῃ αὐτὸ καὶ κατασκευάσῃ τὴν μήτραν. Διὰ τοῦτο ἐπιμένω φρονῶν, ὅτι δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ κάμνῃ ἀντίτυπα καὶ νὰ πωλῇ αὐτά. Ἀλλὰ καὶ ἂν ἐδικαιοῦτο νὰ κάμῃ τοῦτο ἐκεῖνος, νομίζω, ὅτι αὐτὴ ἡ ἐπιτροπὴ δὲν ἔπρεπε νὰ ἀγοράσῃ τὸ ἀντίτυπον τοῦ ἐν Ναυπλίῳ ἀγάλματος, ἵνα τὸ στήσῃ ἐδῶ, διότι συνεργεῖ εἰς πρᾶξιν παράνομον. Δὲν πρόκειται περὶ τῆς μορφῆς τοῦ προσώπου, ἀλλὰ περὶ τῆς ὅλης παραστάσεως τοῦ ἀγάλματος, δι’ ὅπερ ὁ καλλιτέχνης ἐπληρώθη καλῶς, ἂν μὴ ἁδρῶς.
§31Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἠξεύρω, κύριε Πρόεδρε, ἂν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος συνάδελφος, ὁ ὁποῖος πρῶτος ἀνεκίνησε τὸ ζήτημα, ὅπερ μᾶς ἀπασχολεῖ, ἔχει ἰδιαιτέρας πληροφορίας. Ἀλλὰ τὸ βέβαιον εἶναι, ὅτι ἐκ τῆς ἀναφορᾶς δὲν προκύπτει τίποτε ἐξ ὅσων ἐξέθηκεν εἰς τὴν Βουλήν. Ἑπομένως δὲν ὑπῆρχε λόγος νὰ γείνῃ μακρὰ συζήτησις. Ὁ κύριος Μανιάκης, ὁ ὁποῖος ἀποτείνεται πρὸς ἡμᾶς, λέγει: «Ζητῶ ἀπὸ τὴν Βουλὴν τῶν Ἑλλήνων, ὅπως μόνη αὐτή, ὡς ἀντιπρόσωπος τοῦ ἔθνους, ὁρίσῃ τὴν περίβλεπτον θέσιν, εἰς τὴν ὁποίαν δύναται νὰ στηθῇ ὁ ἀνδριὰς τοῦ Κολοκοτρώνη». Ἐκδηλοῖ δηλαδὴ τὴν ἰδέαν, ὅτι μόνοι οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ ἔθνους δέον νὰ ὁρίσωσι τὴν θέσιν. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, τὸ ἔργον τῆς Βουλῆς εἶναι εὐκολώτατον· νὰ συστήσῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἐκλέξῃ τὴν θέσιν, εἰς τὴν ὁποίαν θὰ στηθῇ ὁ ἀνδριὰς τοῦ στρατάρχου τῆς Ἑλλάδος, καὶ οὐδὲν πλέον. Τὰ περὶ ἀντιρρήσεων ἐκ μέρους τῆς δημοτικῆς ἀρχῆς μοὶ φαίνονται ἀστήρικτα.
§32ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἄς μοὶ ἐπιτραπῇ ὁ ἐπίλογος. Ἔσχον τὴν ἀρχικὴν ἔμπνευσιν νὰ προτείνω θέσιν, προτείνων καὶ ἐγὼ γνώμην ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, τοῦ ἐπιμάχου. Ἀλλ’ ἡ θέσις αὕτη δὲν ἔσχε κατάλληλον τὴν ὀσμήν, καὶ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος, ὁ πρῶτος ἀνακινήσας τὸ ζήτημα, ἐνόμισεν ὅτι, ἐπειδὴ ἡ θέσις κατείχετο ἄλλοτε ὑπὸ δυσωνύμου τινὸς κατασκευάσματος, ἔπρεπε νὰ μὴ τῇ ἐπιτραπῇ νὰ δεχθῇ τὸν ἀνδριάντα. Ὀφείλω νὰ εἴπω πρὸς τὸν ἔντιμον συνάδελφον καὶ τὴν Βουλήν, ὅτι ὁ μεγαλείτερος στρατηγὸς τῆς Ἀγγλίας, ὁ στρατάρχης Οὐέλλιγκτων, εὕρηται τοποθετημένος εἰς πλατεῖαν τοῦ Λονδίνου, ἐν ᾗ, ἀκριβῶς ὑπὸ τὸν ἀνδριάντα αὐτοῦ, ὑπάρχει τὸ δυσώνυμον, ἀλλὰ σωτήριον ἵδρυμα, ὅπερ ἐνταῦθα δὲν ἀρέσκει εἰς τὸν κ. Βουλευτήν. Ἐὰν ἐκ τῆς ὑπάρξεως καὶ ἐνταῦθα ἱδρύματος παραπλησίου εἶναι δυνατὸν νὰ συναγάγω συμπέρασμά τι, ἤθελον συναγάγει συμπέρασμα ἐκ τῆς ἰδέας μου, ὅτι ἐξωμοίωσα τὸν στρατάρχην ἡμῶν πρὸς τὸν μέγαν στρατηγὸν τῆς Ἀγγλίας Οὐελλιγκτῶνα, τὸν νικητὴν τοῦ Ναπολέοντος. Τοῦτο λέγω μόνον, ἵνα δείξω, ὅτι δὲν ὑπῆρξεν εὐτυχὲς τὸ ἐπιχείρημα τοῦ κ. ἐκ Γόρτυνος Βουλευτοῦ, ὅστις ἐξ ἀρχῆς ἄλλως ἐν τῷ ζητήματι τούτῳ ἠστόχησεν. Ἡ θέσις αὕτη, ὡς ὀρθότατα ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Ναυπλίας ἔδειξε, θέλει συντελέσει, ὥστε ὁ ἀνδριὰς νὰ περιορισθῇ ὑπὸ γραμμῶν ὡρισμένων καὶ μὴ εὑρίσκηται εἰς οἵαν θέσιν ὁ ἐν Ναυπλίῳ ὅμοιος, ὅπου ἐν τῷ χάει ἀπόλλυται. Τοιαύτας θέσεις ἐκλέγουσι πανταχοῦ ὑπὲρ τῶν ἀνδριάντων, προτιμῶντες τὰς μικρὰς πλατείας, ἐκτὸς ὅταν πρόκηται περὶ μεγάλων συμπλεγμάτων, ὧν καὶ ἐν μεγάλαις πλατείαις δὲν ἀπόλλυται ἡ μεγαλοπρέπεια. Ἐπὶ τῆς πλατείας ταύτης ἐπρόκειτο ἄλλοτε νὰ ἀνεγερθῇ ὁ ἀνδριὰς μεγάλου ἀνδρὸς καὶ φιλέλληνος, ὑπ’ ἐμοῦ δὲ ἐξελέχθη ἡ θέσις διὰ τὸν Βύρωνα. Καὶ ὁ μακαρίτης Στεφάνοβικ, ὁ δαπανήσας πολλὰ διὰ τὸν ἀνδριάντα ἐκεῖνον, ὅστις ἠρνεῖτο ὅλας τὰς ἄλλας θέσεις σὺν καὶ ἐκείνῃ, εἰς ἣν εἶναι τοποθετημένος σήμερον ὁ ἀνδριὰς τοῦ Βύρωνος, ὅτε ἤκουσε τὴν πλατεῖαν ἐκείνην, ἀμέσως μετὰ χαρᾶς ἐναγκαλισθεὶς αὐτὴν μοὶ εἶπε: «ταύτην θέλω, διότι θέλω, πάντες οἱ Ἄγγλοι, οἱ ἐρχόμενοι εἰς τὴν Ἑλλάδα, διερχόμενοι τὴν ὁδὸν Σταδίου, νὰ ἀπέρχωνται τῶν Ἀθηνῶν ἰδόντες τὸν ἀνδριάντα τοῦ Βύρωνος». Καὶ ὅτε παρετήρησα εἰς αὐτὸν μετὰ δισταγμοῦ τινος, ἀλλ’ οὐχὶ καὶ μετ’ ἀπεχθείας, ἐκεῖνο, ὅπερ πρὸ μικροῦ παρετήρησεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος, προκειμένου περὶ τοῦ ἀνδριάντος τοῦ Κολοκοτρώνη, ὅτι ἐκεῖ ὑπάρχει ἵδρυμά τι, καταφύγιον ἀνάγκης, εἶπε: «τόσον τὸ καλλίτερον, διότι καὶ ἐν Λονδίνῳ τοῦ Οὐελλιγκτῶνος ὁ ἀνδριὰς ὁμοίαν θέσιν ἔχει». Ἀλλὰ μετὰ τὸν θάνατον αὐτοῦ ἡ γνώμη τοῦ ἀδελφοῦ αὐτοῦ ὑπῆρχε κατὰ τοῦτο ἀδιάφορος, καὶ ὁ ἀνδριὰς τοῦ Βύρωνος ἐτοποθετήθη εἰς τὸ Ζάππειον.
§33ΔΙΓΕΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ γνώμη τοῦ κυρίου Δραγούμη συμπίπτει μὲ τὴν γνώμην τοῦ κυρίου δημάρχου· ἀλλὰ δυστυχῶς ἡ ἐπιτροπὴ καὶ οἱ περὶ τὴν ἐπιτροπὴν δὲν ἔχουσι τὴν αὐτὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ἔχουσιν οἱ Ἄγγλοι περὶ τῶν ἀνδριάντων τῶν στραταρχῶν. Δυστυχῶς δὲν ὑπάρχει εἰς κανένα ἄλλον ἡ γνώμη αὕτη, ὥστε ὁ ἀνδριὰς τοῦ Κολοκοτρώνη, κατὰ πρώτην φορὰν ἀνεγειρόμενος ἐν Ἀθήναις, νὰ ἀνεγερθῇ εἰς τὸ μέρος ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶναι προωρισμένον δι’ ἀποχωρητήρια.
§34ΗΛ. ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Λαμβάνω ἀφορμὴν ἐκ τῆς γενομένης συζητήσεως περὶ τοῦ ἀνδριάντος τοῦ Κολοκοτρώνη νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις περὶ ζητήματος συναφοῦς. Πρόκειται ἐντὸς τοῦ ἔτους τούτου νὰ στηθῇ ἀναθηματικὴ στήλη ἐν Ἐπιδαύρῳ, ὅπου συνῆλθεν ἡ πρώτη Συνέλευσις τῶν Ἑλλήνων, μετὰ πολλῶν αἰώνων, οὐχὶ τεσσάρων μόνον, ὡς συνήθως λέγομεν, ἀλλὰ μετὰ δέκα ὅλων ἴσως αἰώνων δουλείαν, καὶ ἐν ὀνόματι τῆς Ἁγίας Τριάδος ἐκήρυξε τὸ Ἑλληνικὸν ἔθνος ἐλεύθερον. Τὸ μνημεῖον εἶναι ἤδη ἕτοιμον, καὶ ἡ θέσις, ἐν ᾗ συνῆλθεν ἡ πρώτη Ἐθνικὴ Συνέλευσις, εἶναι πρὸς τοῦτο ἑτοίμη. Ἀλλὰ διὰ νὰ μεταβῇ τις ἀπὸ θαλάσσης εἰς τὸ μέρος ἐκεῖνο, πρέπει νὰ γείνῃ μικρά τις ὁδὸς ἀπὸ τῆς παραλίας μέχρι τῆς πλατείας τῆς Συνελεύσεως. Καὶ ἡ ὁδὸς αὕτη πρόκειται νὰ γείνῃ διὰ δαπάνης ἐν μέρει τοῦ δήμου Ἐπιδαυρίων. Πρὸς τοῦτο ἐζητήθη πολλάκις ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον νὰ σταλῇ μηχανικός τις, ὅπως χαράξῃ καὶ εὐκολύνῃ τὴν ταχεῖαν κατασκευὴν τῆς ὁδοῦ ταύτης, ὁδοῦ, σημειώσατε, οὐχὶ ἁμαξιτῆς, διότι εἰς τὰ μέρη ἐκεῖνα ἡ ἅμαξα ἀκόμη δὲν ἔφθασε. Ζητοῦσι λοιπὸν οἱ Ἐπιδαύριοι παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ διατάξῃ τὸν νομομηχανικὸν Ἀργολίδος, ἵνα λάβῃ ταχέως φροντίδα καὶ συνεννοηθῇ μετὰ τοῦ δημάρχου Ἐπιδαυρίων, ὅπως γείνῃ ἡ μελέτη, καὶ χαραχθῇ καὶ κατασκευασθῇ ἡ ὁδὸς αὕτη ταχέως, διότι, ἐλπίζω, ἐντὸς τοῦ ἔτους τούτου, ἂν οὐχὶ μέχρι τῆς ἀνοίξεως, νὰ ἐγκαινισθῇ τὸ μνημεῖον. Δεύτερον, προκειμένου περὶ τῆς ὁδοῦ, τὴν ὁποίαν πρόκειται νὰ κατασκευάσῃ ὁ δῆμος Μιδέας, ἐζητήθη ἐπίσης εἷς μηχανικὸς ἢ ἐργοδηγός, ὅστις νὰ χαράξῃ αὐτὴν ἀπὸ τῆς πρωτευούσης τοῦ δήμου εἰς τὸ χωρίον Χέλι, τὸ ὁποῖον εἶναι ἐπὶ τοῦ Ἀραχναίου ὄρους. Καὶ αὐτὴ εἶναι ὁδὸς βατή. Θὰ γείνῃ διὰ χρημάτων τοῦ δήμου, λαμβάνοντος ποσὸν τι ἐκ τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιΐας. Ἀλλ’ ἀκόμη ὁ κ. νομομηχανικὸς Ἀργολίδος οὔτε αὐτὸς μετέβη, οὔτε ἄλλον μηχανικὸν ἀπέστειλεν, ἵνα μελετήσῃ καὶ χαράξῃ τὴν ὁδὸν ταύτην. Λοιπὸν παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ δώσῃ διαταγὴν νὰ ἐπισπευσθῇ ἡ μελέτη καὶ ἡ χάραξις τῶν δύο αὐτῶν ὁδῶν, ὥστε νὰ ἐκτελεσθῶσιν, εἰ δυνατὸν, ἐντὸς τοῦ ἔτους.
§35Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἀμφότεραι αἱ συστάσεις θὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν, καὶ ἰδίως ἡ πρώτη, ὡς μᾶλλον ἐπείγουσα.
§36ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Καὶ ἡ ἄλλη εἶναι ἐπείγουσα, διότι πρόκειται περὶ συγκοινωνίας 2,000 κατοίκων.
§37Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Πρὸ ὀλίγου ἔλαβον τηλεγράφημα ἐκ Βονίτσης πολιτῶν, παραπονουμένων ὅτι, ἐνῷ διήρχοντο τοῦ ἐκεῖσε ἀστυνομικοῦ καταστήματος, συλληφθέντες, ἐδάρησαν παρὰ τοῦ ἀστυνόμου. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ τὴν Βουλὴν ν’ ἀκούσῃ τὸ περιεχόμενον τοῦ τηλεγραφήματος. (Ἀναγινώσκει αὐτό). Εἶναι ἐκ τῶν συνήθων ἐπεισοδίων τῶν ἀστυνομικῶν, τὰ ὁποῖα συμβαίνουσι δυστυχῶς πανταχοῦ τῆς Ἑλλάδος, καὶ εἶναι καλὸν νὰ προλαμβάνωνται ἢ νὰ τιμωρῶνται, διότι κατήντησε μία ἐργασία ἐν Ἑλλάδι ὑπὸ ὅλας τὰς ἐπόψεις ὀλεθρία.
§38Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Ἀφοῦ εἶναι ἀναίσθητοι, πῶς τηλεγραφοῦν;
§39Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Αὐτὸ εἶναι πολὺ εὐφυές.
§40Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἔλαβον καὶ ἐγὼ τηλεγράφημα περὶ τούτου, καὶ ἐζήτησα ἀμέσως παρὰ τοῦ ἀστυνόμου τηλεγραφικῶς ἀπολογίαν.
§41ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Παπαδιαμαντόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§42Γ. ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§43Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, πρὸ ἡμερῶν ἐπέστησα τὴν προσοχὴν τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ἐπὶ τοῦ μέτρου, ὅπερ πολλοὶ ταμίαι τοῦ Κράτους ἐν ταῖς ἐπαρχίαις ἔλαβον, νὰ κρατῶσι διὰ κατασχέσεων τὰ εἰσοδήματα τῶν δήμων εἰς χεῖράς των, λόγῳ ὀφειλῶν ἐκ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως. Ἐπειδὴ ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ μου συνέβη ἐν ἑνὶ ἢ δυσὶ δήμοις νὰ παρακρατῶνται πράγματι ἀπὸ τὸν ταμίαν δημοτικὰ ἔσοδα, λόγῳ ὅτι ὀφείλουσιν εἰς τὸ Δημόσιον, εἶχον παρακαλέσει τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὅπως λάβῃ ἓν μέτρον, οὐχὶ εἰδικὸν διὰ τοὺς δήμους τῆς ἐπαρχίας μου, ἀλλὰ γενικόν. Πράγματι εἶδον μίαν δήλωσιν μετά τινας ἡμέρας, ὅτι διὰ γενικοῦ μέτρου, ὅμοιον τοῦ ὁποίου καὶ ὁ προκάτοχος αὐτοῦ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἶχε λάβει, διέταξε τοὺς διαφόρους ταμίας τοῦ Κράτους, ὅπως ἀποδίδωσιν εἰς τοὺς δήμους πάντα τὰ ἔξοδα, τὰ ἀπολύτως ἀναγκαῖα διὰ τὴν συντήρησιν τῶν δήμων. Ἐνῷ λοιπὸν περιέμενον, ὅτι τοιαύτην διαταγὴν ἤθελεν ἀποστείλει εἰς τὸν ταμίαν, περὶ οὗ πρόκειται, διὰ τὴν ἐπαρχίαν Μεσολογγίου, ἔμαθον τηλεγραφικῶς, ὅτι οὐδεμία τοιαύτη διαταγὴ ἐστάλη, καὶ ὑποθέτω ὅτι, καὶ ἂν σταλῇ, δὲν θὰ ἐκτελεσθῇ. Ἴσως ἀλλαχοῦ ἐκτελεσθῇ, καὶ ἐξετελέσθη, ὡς ἔμαθον, τοιαύτη διαταγή, ἀλλ’ ἔχω τὴν ἰδέαν, ὅτι δὲν θὰ ἐκτελεσθῇ ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Μεσολογγίου. Ἀλλ’ ἐκ τούτου λαμβάνων ἀφορμὴν, θέλω ἐπιστήσει τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ἐπὶ τοῦ ὄχι μόνον ἀδίκου, ἀλλὰ καὶ παρανόμου τῆς τοιαύτης κατακρατήσεως τῶν δημοτικῶν ἐσόδων ἐκ μέρους τῶν ταμιῶν, ὅταν οἱ δημοτικοὶ προϋπολογισμοί, οἱ ἐγκριθέντες ὑπὸ τῶν νομαρχῶν, ἀναγράφωσιν ἔσοδα μικρότερα τῶν ἐξόδων τῶν δήμων. Τοιοῦτοι δημοτικοὶ προϋπολογισμοὶ, ἐγκεκριμένοι ὑπὸ τῆς προϊσταμένης ἀρχῆς, ὑπάρχουσιν οὐκ ὀλίγοι. Πλῆθος δήμων, κ. Πρόεδρε, ἔχουσι προϋπολογισμοὺς, κυρωθέντας ὑπὸ τῶν προϊσταμένων ἀρχῶν, ἀλλ’ ἀναγράφοντας ἔσοδα κατώτερα τῶν ἐξόδων, εἴς τινας δὲ ἐξ αὐτῶν μόνον τὰ ἔξοδα τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως εἶναι ἀνώτερα ὅλων τῶν ἐσόδων τοῦ δήμου. Ὅταν ἑπομένως ἔχωμεν δήμους, ἐν οἷς τὰ ἔξοδα τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως εἶναι ἀνώτερα ὅλων τῶν δημοτικῶν ἐξόδων, καὶ ἐν τούτοις ἐκυρώθησαν ὑπὸ τοῦ νομάρχου οἱ προϋπολογισμοὶ αὐτῶν, ἔχομεν καταφανῆ παραβίασιν τοῦ νόμου. Γνωστὸν, ὅτι ὑπάρχει ῥητὸν ἄρθρον τοῦ νόμου, ὅπερ λέγει (ἀναγινώσκει): «Ἐὰν αἱ ὑπὸ τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου ἀναγραφεῖσαι ἐν τῷ δημοτικῷ προϋπολογισμῷ πιστώσεις δὲν ἐπαρκῶσι πρὸς συντήρησιν πάντων τῶν ἐν τῷ δήμῳ δημοτικῶν σχολείων καὶ γραμματοδιδασκαλείων, προκαλεῖται ὑπὸ τοῦ νομάρχου ἡ ἀπόφασις τοῦ οἰκείου Ἐπαρχιακοῦ Συμβουλίου κτλ.· ἐὰν δὲ δὲν ἐπαρκῶσιν αἱ αὐξομειώσεις τῶν πιστώσεων, ἃς ἐπήνεγκε, προκαλεῖ τὰς ἀρχὰς τοῦ δήμου νὰ προτείνωσι τὴν συμφώνως πρὸς τὰς νομίμους διατάξεις αὔξησιν τῶν ἐσόδων.» Γνωστὸν, ὅτι, διὰ νὰ ἐπέλθῃ ἡ χρηματικὴ βοήθεια τοῦ Δημοσίου, πρέπει ὁ δῆμος, οὗτινος δὲν ἐπαρκοῦσι τὰ ἔσοδα, νὰ ἐπιβάλῃ μέχρις ἑνὸς τοῖς ἑκατὸν πρόσθετον φόρον ἐπὶ τῶν ὠνίων καὶ τῶν ἀμέσων δημοτικῶν φόρων, καὶ τότε μόνον ὁ δῆμος ἀποκτᾷ τὸ δικαίωμα ἐπὶ τῆς χρηματικῆς ἀρωγῆς τοῦ Δημοσίου. Λοιπὸν, ὅταν καὶ μετὰ τὸν πρόσθετον φόρον δὲν ἐπαρκοῦν τὰ ἔσοδα τοῦ δήμου, τότε, μετὰ γνωμοδότησιν τοῦ ἁρμοδίου νομάρχου, χορηγοῦνται τὰ ἐλλείποντα ἐκ τῆς ἀναγεγραμμένης ἐν τῷ ἐτησίῳ Προϋπολογισμῷ τοῦ Κράτους πιστώσεως, καὶ καταβάλλονται ὑπὸ τοῦ δημοσίου ταμείου. Ὥστε, κατὰ τὸ ἄρθρον 62 τοῦ ΒΤΜΘʹ νόμου, τὸ Δημόσιον δὲν χορηγεῖ βοήθημα εἰς τοὺς δήμους ἢ ἀφοῦ Ἐπαρχιακὸν Συμβούλιον καὶ νομάρχης περιώρισαν οὕτω τὰς δαπάνας, ὥστε τὰ ἔσοδα τοῦ Δημοσίου καὶ οἱ νέοι φόροι νὰ δύνανται κατὰ πᾶσαν πιθανότητα νὰ ἐπαρκέσωσι. Διὰ τίνα λόγον ὅμως, ἔχοντες ὑπ’ ὄψιν προϋπολογισμοὺς δημοτικούς, ἐν οἷς τὰ ἔσοδα εἶναι κατώτερα καὶ μόνον τῶν ἐξόδων τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, οὐχὶ δὲ καὶ τῶν ἄλλων ἐξόδων τοῦ δήμου, οὐδὲν πράττουσι πρὸς ἰσοζύγισιν ἐσόδων καὶ ἐξόδων οἱ νομάρχαι, ἀλλὰ προβαίνουσιν εἰς παρακράτησιν καὶ αὐτῶν τῶν δημοτικῶν ἐσόδων τῆς συντηρήσεως τῶν δήμων, καὶ θέτουσιν αὐτοὺς εἰς ἀναστάτωσιν, ἀναγκαζομένους νὰ προσφεύγωσιν εἰς μυρία μέσα καὶ πιέσεις, ὅπως ἀναγκάσωσι τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ἐπιτρέψῃ ἄρσιν ἢ περιορισμὸν τῶν κατασχέσεων, ἃς δὲν δικαιολογεῖ μὲν ἡ ἀπρονοησία καὶ ἀβελτηρία τῶν νομαρχῶν, ἀλλὰ δικαιολογεῖ τὸ συμφέρον τοῦ δημοσίου ταμείου; Δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι ὁ πρώην Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ὁ νῦν Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἀμερολήπτως ἐνόησαν νὰ ἐφαρμόσωσι τὸ μέτρον αὐτὸ τῆς ἀποδόσεως τῶν χρημάτων, ὅσα εἶναι ἀπολύτως ἀναγκαῖα πρὸς συντήρησιν τῶν δήμων. Ἀλλὰ τοῦτο δὲν προστατεύει τὸ δημόσιον συμφέρον, εἰ καὶ ὠφελεῖ τοὺς δήμους. Τὸ Δημόσιον ἀναγκάζεται νὰ προκαταβάλλῃ ὑπὲρ αὐτῶν χρήματα, ἅτινα δὲν θὰ προκατέβαλλεν, ἂν οἱ νομάρχαι ἤθελον. Ὁ πειρασμὸς αὐτὸς ὑπὲρ τῆς συντηρήσεως τῶν δήμων, ἣν ὅλοι ἐπικαλούμεθα καὶ θεωροῦμεν εὔλογον, πρέπει νὰ μὴ παρουσιάζηται, καὶ εἶναι εὔκολον νὰ μὴ παρουσιάζηται, ἂν οἱ νομάρχαι ἐκπληρῶσι τὸ καθῆκον αὑτῶν. Ἀλλὰ συμβαίνει καὶ ἄλλο τι, ὅτι αἱ διαταγαὶ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, καίτοι εἶναι γενικαὶ,—ἐγκύκλιος ἀπευθυνομένη δι’ ὅλους τοὺς δήμους,—δὲν ἐφαρμόζονται ὅμως ὑπὸ τῶν ταμιῶν, καθ’ ἃ καθ’ ἡμέραν καταγγέλλονται, μετὰ τῆς προσηκούσης ἀμεροληψίας. Ὅταν ἐπιτρέπηται νὰ ἐγκρίνωνται ὑπὸ τῶν νομαρχιῶν δημοτικοὶ προϋπολογισμοὶ μὲ ἔλλειμμα, δηλαδὴ μὲ ἔσοδα μικρότερα τῶν ἐξόδων, ὅταν τὰ δημόσια ταμεῖα ὑποχρεῶνται ὑπὸ τοῦ νόμου νὰ καταβάλλωσιν εἰς δαπάνας τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως τὰ ἐλλείμματα ταῦτα τῶν δημοτικῶν προϋπολογισμῶν, εὑρίσκω ἄτοπον πᾶσαν κατάσχεσιν ἐσόδων ἀναγκαίων διὰ τὴν συντήρησιν τῶν δήμων καὶ διὰ τὰς ἄλλας δημοτικὰς δαπάνας, πλὴν τῶν διὰ τὴν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν. Ὅ,τι θέλει καὶ ἀναγνωρίζει ἡ προϊσταμένη ἁρμοδία διοικητικὴ ἀρχὴ, ἀναγκαίως πρέπει νὰ τὸ ἀναγνωρίζῃ καὶ ἡ οἰκονομικὴ ἀρχή. Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἀντὶ νὰ δίδῃ διαταγὰς, ὅπως οἱ διάφοροι ταμίαι, ἀφοῦ κατέσχον καὶ παρεκράτησαν τὰ δημοτικὰ ἔσοδα, ἀποδίδωσι τὰ ἀπολύτως ἀναγκαῖα εἰς συντήρησιν τῶν δήμων, καλλίτερον θὰ ἦτο νὰ ἀπηγόρευε νὰ κατάσχωνται τὰ ἔσοδα ἐκείνων τῶν δήμων, ὧν τὰ ἔσοδα εἶναι μικρότερα τῶν ἐξόδων, ἐκυρώθησαν δὲ τοιοῦτοι οἱ προϋπολογισμοὶ ὑπὸ τῶν νομαρχῶν, καὶ οὐχὶ νὰ ἀναγκάζωνται οἱ δήμαρχοι νὰ σταματῶσι τὴν δημοτικὴν μηχανὴν, ἕως οὗ ἀποδώσωσιν οἱ ταμίαι τὰ χρήματα, ἅτινα κατέσχον καὶ διὰ τῶν ὁποίων ἐπρόκειτο νὰ συντηρηθῶσιν οἱ δῆμοι αὐτῶν. Καὶ ἀναφέρω παραδείγματα δήμων, ἵνα ἴδητε, πῶς τολμῶσιν ἐνίοτε οἱ ταμίαι νὰ παρακρατῶσι τὰ ἔσοδα αὐτῶν. Καὶ ἀρχίζω ἀπὸ δήμων τῆς ἐπαρχίας μου. Ὁ δῆμος Μακρυνείας ἔχει ἔσοδα δραχμὰς 16,292, ἔξοδα δὲ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως δραχ. 14,360, καὶ σύνολον ἐξόδων δραχ. 21,000–22,000. Πῶς εἶναι δυνατὸν, δῆμος, τοῦ ὁποίου ὁ προϋπολογισμὸς ἐνεκρίθη, ὅπως δαπανήσῃ 14,360 δραχ. διὰ μόνην τὴν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν, νὰ ὑποστῇ κατακράτησιν τῶν ἐσόδων ἐκείνων, τὰ ὁποῖα εἶναι ἀναγκαῖα διὰ τὴν συντήρησίν του, ἀφοῦ δὲν ὑπολείπονται ἢ μόνον 2,000 δραχμαὶ ἐκ τῶν ἐσόδων, ἂν πάντα εἰσπραχθῶσιν, αἱ ὁποῖαι δὲν ἐπαρκοῦσιν οὔτε διὰ τὸ προσωπικόν; καὶ πῶς εἶναι δυνατὸν, οἱ ταμίαι, οἱ ὁποῖοι εἶναι ἐκ τοῦ νόμου ὑπόχρεοι νὰ πληρώσωσιν ἐπὶ τοῦ προκειμένου πάσας τὰς δαπάνας τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως τοῦ δήμου Μακρυνείας, νὰ παρακρατῶσι τὰ ἔσοδά του; Καὶ σημειωτέον, ὅτι καὶ ἄλλοι δήμαρχοι ἄλλων ἐπαρχιῶν ἀπετάθησαν πρὸς ἐμέ, ὡς ὁ δήμαρχος Ἀποδοτίας τῆς Ναυπακτίας, παραπονούμενοι. Ὁ δῆμος οὗτος ἔχει ἔσοδα δραχ. 8,609, ἔξοδα δὲ δραχ. 15,000 ἐγκριθέντα. Ἐν τούτοις τὰ ἔσοδά του κατασχεθέντα παρακρατοῦνται ἀκόμη· διὸ ἦλθεν ὁ ἴδιος ὁ δήμαρχος εἰς Ἀθήνας, ἵνα παρακαλέσῃ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ἄρῃ τὴν ἀντίφασιν αὐτήν. Ἀφίνω ὅτι εἰς τοῦτο δὲν περιορίζεται μόνον ἡ βλάβη τῶν δημοσίων καὶ τῶν δημοτικῶν συμφερόντων. Ὑπάρχει καὶ ἄλλη. Πολλὰ σχολεῖα δημοτικὰ καὶ γραμματοδιδασκαλεῖα παρανόμως συνεστήθησαν. Ὡς καὶ πρὸ ἡμερῶν παρετήρησα, μετὰ τὴν κατάργησιν τῶν Ἐπαρχιακῶν Συμβουλίων, δὲν εἶναι δυνατὸν πλέον νὰ γείνῃ νόμιμος σύστασις καὶ κατάργησις δημοτικῶν σχολείων, διότι ὁ νόμος τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως πρὸς τοῦτο ῥητῶς καὶ σαφῶς διὰ τοῦ ἄρθρου 5 ἀπαιτεῖ τὴν γνώμην τοῦ Ἐπαρχιακοῦ Συμβουλίου. Ἐπαρχιακὰ πλέον Συμβούλια δὲν ὑπάρχουσι. Τὰ Νομαρχιακὰ, δι’ ὧν ἀντικατεστάθησαν, δὲν λειτουργοῦσιν. Ὁ νομάρχης, εἰς τὸν ὁποῖον τὸ Ὑπουργεῖον ἀναθέτει ἀπὸ τοῦ 1900 νὰ ἀναπληροῖ κατὰ τοῦτο τὰ Ἐπαρχιακὰ Συμβούλια, παρανόμως τὸ πράττει, διότι ὁ νόμος ἀναγνωρίζει τὸ δικαίωμα τῆς ἀναπληρώσεως αὐτῆς, μόνον ἐφ’ ὅσον ὑφίσταντο τὰ Ἐπαρχιακὰ Συμβούλια, δηλαδὴ μέχρι τοῦ Ἀπριλίου 1900, ὅτε ταῦτα κατηργήθησαν, καὶ διὰ τὴν περίπτωσιν τοῦ ἄρθρου 56 τοῦ περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως νόμου δὲν δύναται ν’ ἀναπληροῖ αὐτὰ ἐν τῇ ἐνασκήσει τῶν καθηκόντων αὐτῶν. Ἐν τούτοις, ἐνῷ ἀπὸ τοῦ 1900 διὰ τοῦ νόμου ΒΨΜΗʹ κατηργήθησαν τὰ Ἐπαρχιακὰ Συμβούλια, δὲν ἀντικατεστάθησαν δὲ διὰ τῶν Νομαρχιακῶν, ἐξακολουθεῖ ἡ Κυβέρνησις νὰ ἱδρύῃ δημοτικὰ σχολεῖα ἐπὶ τῇ προτάσει τῶν νομαρχῶν, ἐνῷ δὲν ὑπάρχουσι τὰ ἁρμόδια πρὸς γνωμοδότησιν καὶ ἀπόφασιν σώματα. Δύναμαι ἐκ τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως ν’ ἀπαριθμήσω πολλὰ δημοτικὰ σχολεῖα συστηθέντα παρανόμως, ἀλλ’ εἶναι περιττὸν, ὡς πασίγνωστον. Διὰ τοῦτο θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ σπεύσῃ νὰ κανονίσῃ τὸ ζήτημα καὶ ἀπαγορεύσῃ εἰς τοὺς ταμίας νὰ κατάσχωσι τὰ δημοτικὰ ἔσοδα τοιούτων δήμων, ὧν δηλαδὴ οἱ προϋπολογισμοὶ, ἐγκριθέντες νομίμως, ἀναγράφουσι μεγαλείτερα ἔξοδα τῶν ἐσόδων. Ἐν τούτοις ἐπιμένουν οἱ ταμίαι ἔν τισι δήμοις. Νομίζουσιν ὅτι ὑπάρχει διαφωνία τις μεταξὺ τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Ἐκπαιδεύσεως καὶ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν; νομίζουσιν ὅτι ὑπάρχει ἄλλη τις αἰτία; Τοιαύτη ὑποκατάστασις γνώμης τῶν ταμιῶν εἰς τὴν τῶν Ὑπουργῶν δὲν ἐπιτρέπεται. Διὰ τοῦτο ἐπιμένω εἰς τὴν παράκλησίν μου, ὅπως ἀνασταλῇ ἡ διαταγὴ, ἥτις ἐστάλη διὰ τὸν δῆμον Μακρυνείας, ἢ νὰ ληφθῇ ἓν μέτρον γενικὸν, ὅπως κανονισθῶσι τὰ περὶ τούτου ἅπαξ διὰ παντὸς καὶ ἐκλείψῃ ἡ ἀνωμαλία, ἥτις κατέστη χρονία ἐν τῇ διοικήσει τῶν δήμων.
§44Δ. ΛΥΜΠΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἐγὼ θὰ παρακαλέσω τὴν Κυβέρνησιν, εἴτε διοικητικῶς, εἴτε νομοθετικῶς, νὰ δώσῃ λύσιν εἰς τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον ὁ ἔντιμος ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτὴς προέβαλε· καὶ τοῦτο διότι καὶ ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ μου εὑρίσκονται οἱ δήμαρχοι εἰς τὴν ἀναπόδραστον ἀνάγκην νὰ κλείσωσι τὰ γραφεῖά των, καὶ νὰ σταματήσωσι πᾶσαν ἐργασίαν, εἰς ἐπίμετρον δὲ, εἰς τοὺς δήμους Ἀνδανίας καὶ Εὔας ἠναγκάσθησαν νὰ κάμωσιν ἀνακοπὰς ἐπὶ τῶν κατασχέσεων τῶν δημοτικῶν χρημάτων, καὶ ἔφεραν τὰς ὑποθέσεις ἐνώπιον τῶν Δικαστηρίων. Ἀλλὰ τί ὠφελεῖ; Οἱ ἄνθρωποι ὑφίστανται μαρτύρια, ἐξοδεύεται καὶ τὸ Δημόσιον καὶ οἱ δῆμοι, καὶ τὸ ἀποτέλεσμα εἶναι, ὅτι οἱ δήμαρχοι θ’ ἀναγκασθῶσι νὰ κλείσουν τὰ Δημαρχεῖα. Εἶναι δίκαιον λοιπὸν, εἴτε διοικητικῶς, εἴτε νομοθετικῶς, νὰ ληφθῇ ἓν μέτρον, ὅπως τὸ ζήτημα τοῦτο λυθῇ ἅπαξ διὰ παντός.
§45Γ. ΑΝΔΡΙΤΣΟΣ. Τὸ αὐτὸ συμβαίνει καὶ εἰς τὴν ἰδικήν μου ἐπαρχίαν· ὁ ταμίας κατακρατεῖ ὅλας τὰς εἰσπράξεις, καὶ οἱ δῆμοι μένουσιν ἀδιοίκητοι. Καὶ τὸ βοήθημα δ’ ἔτι, τὸ ὁποῖον ἔδωκεν ἡ Κυβέρνησις, εἶναι ἐλάχιστον διὰ τὴν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν, καὶ διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι εἶναι ἀνάγκη, ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ διατάξῃ τοὺς ταμίας ν’ ἀποδώσωσι τὰ ἀπολύτως ἀναγκαῖα διὰ τὴν διοίκησιν τῶν δήμων.
§46Φ. ΝΕΓΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἐν τῇ ἀγορεύσει μου ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1902 ἔκαμα λόγον καὶ περὶ τοῦ ζητήματος τούτου· καὶ βεβαιωθῆτε, ὅτι εἶναι τὸ δυσκολώτερον τῶν ζητημάτων. Τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον κατέθεσα, ἀπερρόφησε τὸ πλεῖστον τοῦ χρόνου μου· κατὰ τὴν συζήτησιν δ’ αὐτοῦ εὐχαρίστως θὰ δεχθῶ πᾶσαν τροποποίησιν, ἥτις ἤθελεν ἀποδειχθῆ ἀναγκαία. Κατὰ τὸ νομοσχέδιον, παραχωροῦνται πάντοτε εἰς τοὺς δήμους τὰ ἀπαραιτήτως ἀναγκαῖα ἔξοδα πρὸς συντήρησιν αὐτῶν. Μέχρις οὗ δὲ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον, θέλω φροντίσει περὶ τοῦ ζητήματος κατασχέσεων παρὰ τῶν ταμιῶν.
§47ΑΡ. ΑΝΑΓΝΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶμαι εἰς θέσιν νὰ βεβαιώσω, ὅτι μετὰ τὴν διαταγὴν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν πολλοὶ δήμαρχοι ἔκλεισαν τὰ γραφεῖά των καὶ ἀνεχώρησαν. Εἶναι πέντε δῆμοι τῆς ἐπαρχίας μου καὶ δύο τῆς Ναυπακτίας στερούμενοι τῶν ἀπαραιτήτων ἐξόδων τῆς διοικήσεως, καὶ οἱ ταμίαι κρατοῦν τὰ ἔξοδα καὶ δὲν δίδουν τὸ ἀνάλογον ποσόν. Τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ὑπέβαλεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, προβλέπει περὶ τούτου· ἀλλὰ σήμερον τί γίνεται; Πρέπει νὰ ληφθῇ ἓν διοικητικὸν μέτρον.
§48Π. Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ἔσπευσε νὰ ὑποβάλῃ μεταρρυθμίσεις. Δὲν γνωρίζω, ἂν ἔλαβεν ἀφορμὴν, συνεργαζόμενος μετὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Ἐκπαιδεύσεως, νὰ ἐξετάσῃ τὸ ἄρθρον 57, τὸ ὁποῖον λέγει τὰ ἑξῆς: «Πρὸς συμπλήρωσιν τῶν ἀπαιτουμένων διὰ τὴν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν πιστώσεων ἐπιτρέπεται νὰ αὐξηθῶσι, κατὰ τὰς περὶ προσδιορισμοῦ τῶν δημοτικῶν ἐσόδων νομίμους διατάξεις, ὅ τε ἐπὶ τῶν πρὸς ἐσωτερικὴν κατανάλωσιν εἰσαγομένων δημοτικὸς δασμὸς καὶ οἱ ἄμεσοι δημοτικοὶ φόροι μέχρις 1%. Κατὰ τὸν αὐτὸν δὲ ὅρον, ἐπιτρέπεται νὰ αὐξηθῶσι καὶ τὰ ἔσοδα τῶν δήμων τῆς Ἑπτανήσου.» Δὲν γνωρίζω, ἂν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν διέταξε τοὺς ἀπόρους δήμους ν’ αὐξήσωσι τοὺς δημοτικοὺς δασμοὺς, ὡς ὁρίζεται ἐν τῷ νόμῳ, καὶ ἂν μετὰ τὴν αὔξησιν καὶ πάλιν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπαρκέσωσι· διότι τότε θὰ ἦτο ἀφορμὴ νὰ σκεφθῇ περὶ μεταρρυθμίσεως τοῦ νόμου, ἐν ὅσῳ τὰ μέτρα τοῦ νόμου δὲν ἐξετελέσθησαν· διότι οὕτω μόνον θὰ ἠδύνατο νὰ τολμήσῃ νὰ μεταρρυθμίσῃ θεμελιώδεις διατάξεις ὑπάρχοντος νόμου, τόσον εὐεργετικῶς ἰσχύοντος ἀπὸ ἐτῶν.
§49Φ. ΝΕΓΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Πολλοὶ τῶν δήμων ὑπήχθησαν εἰς τὰς διατάξεις ταύτας, καὶ μ’ ὅλον τοῦτο μένουν ἄποροι. Ἐν τῷ νομοσχεδίῳ προβλέπομεν τὸν τρόπον, καθ’ ὃν θὰ χορηγῶνται τὰ ἀπαραιτήτως ἀναγκαῖα ἔξοδα εἰς τοὺς ἀπόρους δήμους, καὶ δεύτερον, πῶς ἀπὸ τοὺς εὐπόρους δήμους θὰ εἰσπράττωνται τὰ ὀφειλόμενα. Εἶναι ἀληθές, ὅτι ἐζήτησα ἀπὸ τὸν συνάδελφόν μου Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας νὰ προστεθῶσι καὶ δύο ἄρθρα, τὰ ὁποῖα ἀφορῶσι τοὺς δημοδιδασκάλους, μὲ τὴν ἰδέαν ὅτι θὰ ἠδυνάμεθα νὰ ἐλαττώσωμεν καὶ τὰς δαπάνας τῆς διδασκαλίας. Ἀλλ’ ἡ ὕπαρξις τῶν ἄρθρων ἔφερε τὰς γνωστὰς διαμαρτυρίας. Ἐπειδὴ τὰ ἄρθρα ταῦτα ἀφορῶσιν ὁμολογουμένως τὸν Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας, ὅστις κατὰ παράκλησίν μου εἶχε δεχθῆ νὰ τὰ εἰσαγάγῃ, ἤδη δὲ προετοιμάζει ἐργασίαν ἄλλην πρὸς ὑποβολὴν εἰς τὴν Βουλὴν, ἐγὼ βεβαίως δέχομαι εὐχαρίστως νὰ ἀφαιρέσω ἀπὸ τὸ νομοσχέδιον τὰ ἄρθρα 2 καὶ 3, καὶ νὰ μείνωσιν ὅλα τὰ ἄλλα ἄρθρα, τὰ ὁποῖα εἶναι ἀπαραίτητα, πρῶτον διὰ νὰ ἀσφαλίσωμεν, ὡς εἶπον, εἰς τοὺς δήμους τὰ ἀπαραίτητα ἔσοδα διοικήσεως, δεύτερον διὰ νὰ εἰσπράττῃ ἀνελλιπῶς τὸ Δημόσιον ἀπὸ τοὺς εὐπόρους δήμους ὅσα καταβάλλει δι’ αὐτούς, καὶ οὕτω, νομίζω, τροποποιούμενον τὸ νομοσχέδιον, ὀφείλομεν τὸ ταχύτερον νὰ τὸ φέρωμεν εἰς συζήτησιν.
§50Π. Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Δὲν μοὶ ἐδώκατε τὴν πληροφορίαν, τὴν ὁποίαν ἐζήτησα. Ἐγὼ ἠρώτησα ὑμᾶς, ἂν ὅλοι οἱ δῆμοι οἱ ἄποροι ηὔξησαν τοὺς δημοτικοὺς δασμούς, καὶ ποῖοι δὲν ηὔξησαν.
§51ΝΕΓΡΗΣ. Αὐτὸ ἀφορᾷ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν.
§52Π. Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Νομίζω, ὅτι εἶναι σχετικὸν μὲ ὑμᾶς.
§53Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἡ λύσις τοῦ ζητήματος τῆς συντηρήσεως τῶν δήμων καὶ τῆς εἰσπράξεως τῶν ὀφειλομένων παρὰ τῶν εὐπόρων δήμων εἶναι ἐπιθυμητή. Ἀλλ’ ὅτε ὑπεβλήθη τὸ νομοσχέδιον, περὶ οὗ ὡμίλησεν ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, εἰς ἐμὲ παρουσίασε δυσκολίας τινὰς ὡς πρὸς τὴν ἐφαρμογήν, καὶ ἐζήτησα τότε ἀπὸ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν πίνακα τῶν δήμων, τοὺς ὁποίους συμφώνως πρὸς τοὺς προϋπολογισμοὺς τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων θεωρεῖ εὐπόρους, δυναμένους νὰ καταβάλωσι τὰ ὀφειλόμενα, καὶ τὰ καταβληθέντα, ἂν ἤδη προκατέβαλον αὐτὰ, καὶ τῶν ἀρνουμένων νὰ τὰ προκαταβάλωσι, διότι μοὶ φαίνεται κἄπως δύσκολον νὰ ὑπάρχωσι δῆμοι εὔποροι, ἐναντίον τῶν ὁποίων σήμερον τὸ Δημόσιον νὰ στερῆται τῶν μέσων τῆς εἰσπράξεως τῶν πρὸς αὐτὸ ὀφειλομένων, ἐὰν πράγματι οὗτοι ἦναι εὔποροι. Διὰ τοῦτο, πρὸς φωτισμὸν ἡμῶν, ἐζήτησα νὰ καταθέσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, — καὶ ὑποθέτω, ὅτι θὰ τὸ ἔπραξεν ἤδη — νὰ καταθέσῃ πίνακα εἰς τὴν Βουλὴν, ἐμφαίνοντα, ποίους ἐκ τῶν δήμων θεωρεῖ εὐπόρους, οἵτινες, ὀφείλοντες ἐκ τελῶν ἐκπαιδευτικῶν, ἀρνοῦνται νὰ πληρώσωσι τὴν ὀφειλήν των ταύτην, ὥστε νὰ ἀποβῇ ἀνάγκη νέας πιέσεως, διαφόρου ἐκείνης, τὴν ὁποίαν παρέχει ἡ ἰσχύουσα νομοθεσία.
§54Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὅταν ἔλθῃ ἡ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον ὑπέβαλεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, τότε θέλει ὁρισθῆ βεβαίως ὑπὸ τῆς Βουλῆς, ποῖα εἶναι ἀναπόφευκτα ἔξοδα πρὸς συντήρησιν τῶν δήμων. Ἐφ’ ὅσον ὅμως τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο δὲν ψηφίζεται, δὲν γνωρίζω ποία εἶναι ἡ ἔκτασις τοῦ ὅρου αὐτοῦ ἐν τῇ διαταγῇ, τὴν ὁποίαν ἀπηύθυνε πρὸς τοὺς ταμίας, ποῖα κατ’ εἶδος ἐννοεῖ ὁ κύριος Ὑπουργὸς ὡς ἀναγκαῖα ἔξοδα πρὸς συντήρησιν τῶν δήμων.
§55Γ. ΑΝΔΡΙΤΣΟΣ. Ὁρίζει ταῦτα ἡ ἐγκύκλιος διαταγὴ τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου.
§56ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὁρίζει;
§57Γ. ΑΝΔΡΙΤΣΟΣ. Μάλιστα.
§58Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὅταν πρόκηται περὶ δήμων, τῶν ὁποίων τὰ ἔσοδα ἐν τοῖς προϋπολογισμοῖς ἐκάλυψαν τὰ ἔξοδα τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως καὶ ἀφίνουσιν ὑπόλοιπον, ὁ δὲ ταμίας θέλῃ ν’ ἀσφαλίσῃ τὸ συμφέρον τοῦ Δημοσίου, καὶ διὰ τοῦτο παρακρατῇ τὸ ὀφειλόμενον ποσὸν ἀπὸ τὰ δημοτικὰ ἔσοδα, τότε φρονῶ, ὅτι εἶναι εὔλογον, ὁ Ὑπουργὸς νὰ ὁρίσῃ δι’ ἐγκυκλίου, τίνα ἔξοδα θεωρεῖ ἀναγκαῖα διὰ τὴν συντήρησιν, καὶ ν’ ἀπαλλάξῃ τῆς κατασχέσεως. Ἀλλ’ ὅταν πρόκηται περὶ δήμων, τῶν ὁποίων οἱ ἐγκριθέντες προϋπολογισμοὶ ἀναγράφουσι δαπάνην δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως ἀνωτέραν τῶν ἐσόδων τοῦ δήμου, ἐννοεῖ ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὅτι καὶ τότε πρέπει νὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα νὰ παρακρατῇ;
§59ΝΕΓΡΗΣ. Οὐχὶ τὰ ἀπαραιτήτως ἀναγκαῖα ἔξοδα.
§60ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δὲν πρέπει, νομίζω, νὰ κρατῇ τότε οὐδέν. Πρέπει ν’ ἀποδίδῃ ὅλα, ὅσα εἰσπράττει, διότι, ἂν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, τὸν ὁποῖον ἐγκρίνει ὁ νομάρχης, ὅστις ἀντιπροσωπεύει πάντας ὑμᾶς, δὲν εὗρεν ὡς δυνάμενον νὰ ληφθῇ ἐκ τῶν ἐσόδων ὅλον τὸ ποσὸν τῶν ἐξόδων τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, καὶ πρέπει νὰ καταβληθῇ τὸ ἐλλεῖπον ὑπὸ τοῦ Δημοσίου, δὲν εἶναι πρέπον νὰ ἐπιβάλληται ὑπὸ τοῦ ταμίου παρακράτησις ἐπὶ τῶν δημοτικῶν ἐσόδων λόγῳ προκαταβολῶν ἢ ἐφ’ ὅσον ὑπάρχει περίσσευμα ἐσόδων δημοτικῶν. Ποῦ στηρίζεται ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει διὰ νὰ προβῇ εἰς παρακράτησιν; Κατ’ αὐτὴν τὴν περίπτωσιν πρέπει νὰ δώσητε διαταγὴν εἰς τοὺς ταμίας νὰ μὴ ἐπιβάλλωσι παρακράτησιν λόγῳ ὀφειλομένων προκαταβολῶν, ἀφοῦ ἡ προϊσταμένη ἀρχὴ ἐπέτρεψεν εἰς τοὺς δήμους αὐτοὺς νὰ δαπανήσωσιν εἰς βάρος τοῦ δημοσίου ταμείου. Κατάσχεσις δὲν εἶναι δυνατὴ καὶ εὔλογος ἢ ἐπὶ πραγματικῶν περισσευμάτων τῶν ἐσόδων μετὰ τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν ἄλλων δαπανῶν τῶν δήμων αὐτῶν.
§61Φ. ΝΕΓΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Νομίζω ὅτι ταῦτα θὰ συζητήσωμεν κατὰ τὴν ὥραν τῆς συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου, ἀλλὰ μὲ δύο λέξεις θὰ ἀπαντήσω σήμερον. Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἰς τὰ ζητήματα ταῦτα εὑρίσκεται πολλάκις εἰς σύγκρουσιν πρὸς τὸν συνάδελφόν του ἐπὶ τῆς Παιδείας, εὑρίσκεται ἐπίσης εἰς σύγκρουσιν πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν. Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν διὰ τοῦ νομάρχου δύναται νὰ ἐγκρίνῃ ἔξοδα, ἃ νομίζει ἀναγκαῖα, ἐνῷ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἔχει ἐναντίαν γνώμην. Τὴν σύγκρουσιν ταύτην ἀκριβῶς θέλων νὰ ἄρω διὰ τοῦ νομοσχεδίου, ἀνέγραψα ἐν αὐτῷ, ὅτι θὰ δίδωνται τὰ χορηγήματα ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ τῆς Παιδείας τῇ ἐγκρίσει τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ὥστε νὰ μὴ δύναται ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν τὴν ἀπόφασιν τὴν ληφθεῖσαν ἅπαξ πρὸς χορήγησιν τοῦ βοηθήματος νὰ τὴν ματαιώνῃ.
§62ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Διὰ τὰ δημοτικὰ ὅμως σχολεῖα, τὰ ὁποῖα συνεστήθησαν μετὰ τὴν κατάργησιν τῶν Ἐπαρχιακῶν Συμβουλίων, τῶν ὁποίων ἡ σύστασις εἶναι παράνομος, καὶ δι’ αὐτὰ πρέπει νὰ ἀναγράφωνται.
§63Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Κατὰ τὴν τελευταίαν συνεδρίασιν ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν διὰ τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἀνεφύη εἰς τὴν ἐπαρχίαν μου ὡς ἐκ τῆς κατασκευαζομένης γραμμῆς τοῦ σιδηροδρόμου Πύργου–Κυπαρισσίας, καὶ εἶχον παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ διατάξῃ τὸν νομάρχην Τριφυλίας νὰ συνεννοηθῇ μετὰ τῶν ἁρμοδίων ἐκεῖ, ὅπως ἐπέλθῃ θεραπεία τις, διότι νεώτεραι πληροφορίαι μοὶ δίδουσι τὸ ἐνδόσιμον νὰ πιστεύσω, ὅτι αἱ συγκρούσεις εἶναι ἄφευκτοι. Ἔμαθον ὅμως, ὅτι ὁ νομάρχης εὑρίσκεται ἐν Ἀθήναις, ὁ γραμματεὺς τῆς Νομαρχίας εὑρίσκεται ἐν τῷ ἐργαζομένῳ ἤδη Στρατολογικῷ Συμβουλίῳ τοῦ νομοῦ ἀπὸ σήμερον, ὁ δὲ πρωτοκολλητὴς ἀπελύθη τῆς ὑπηρεσίας, νομίζω, καὶ ἑπομένως ἡ Νομαρχία Τριφυλίας μένει ἄνευ νομάρχου, ἄνευ γραμματέως, ἄνευ πρωτοκολλητοῦ, ἑπομένως ἄνευ χειρῶν, ἄνευ ποδῶν! Ἀλλ’ ἀσχέτως πρὸς αὐτὸ, ἔλαβον ἐπιστολὴν ἐκ Κυπαρισσίας περὶ ἑνὸς σκανδάλου, τὸ ὁποῖον ἔλαβε χώραν εἰς τὸ ἐκεῖ Γυμνάσιον. Ὁ αὐτόθι καθηγητής, ὁ ὁποῖος ἐκτελεῖ καὶ χρέη γυμνασιάρχου, κατηγγέλθη ἐπὶ παραβάσει τοῦ περὶ χαρτοσήμου νόμου, διότι ἐκ τοῦ καταλόγου τῶν ἐγγραφῶν τῶν μαθητῶν ἀφῃρέθησαν τρία χαρτόσημα κατὰ τὸ θερινὸν ἑξάμηνον τοῦ παρελθόντος ἔτους· ἐπίσης ἐλλείπουσιν ἕτερα τρία χαρτόσημα κατὰ τὸ χειμερινὸν ἑξάμηνον τοῦ ἐνεστῶτος ἔτους· ὅλα δὲ τὰ χαρτόσημα, τὰ ὁποῖα ὑποχρεοῦται ἐκ τοῦ νόμου ὁ γυμνασιάρχης νὰ θέτῃ ἐπὶ τοῦ μαθητολογίου, ἐλλείπουσι. Κατηγγέλθη τὸ πρᾶγμα εἰς τὸν ταμίαν Τριφυλίας, ὁ δὲ ταμίας ἐζήτησε τὴν συνδρομὴν τῶν ἀρχῶν ἐκεῖ, καὶ κατεσχέθη τὸ μαθητολόγιον. Ἔμαθον δ’ ἐξωδίκως, ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, ἐνεργῆσαν ἀνακρίσεις, ἐπέβαλε πρόστιμον εἰς τὸν ὑπάλληλον αὐτόν, τὸν γυμνασιαρχεύοντα, ἀναγκάσαν αὐτὸν νὰ πληρώσῃ τὸ ὀκταπλοῦν, νομίζω, τοῦ ὑπὸ τοῦ νόμου ὁριζομένου. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι ἡ ἐνέργεια τοῦ Ὑπουργείου αὕτη δὲν εἶναι ἡ μόνη ἐνέργεια, ἡ ὁποία ἐπιβάλλεται ἐπὶ τοῦ προκειμένου, διότι πρόκειται περὶ καταχρήσεως, πρόκειται περὶ παραβάσεως νόμου, ἐὰν δὲν πρόκειται περὶ κλοπῆς. Νομίζω, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Ἐκπαιδεύσεως πρέπει νὰ λάβῃ πρόνοιαν περὶ τοῦ ὑπαλλήλου αὐτοῦ, ἀλλὰ νομίζω ὅτι καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἔχει τὴν ὑποχρέωσιν νὰ διατάξῃ τὴν ἐνέργειαν ἀνακρίσεων, ἵνα βεβαιωθῇ, πῶς λείπουσι τὰ χαρτόσημα ταῦτα. Ἰσχυρίζεται ὁ ὑπάλληλος αὐτὸς, ὁ ὑπόλογος, ὅτι ἀφῃρέθησαν ἐκ τοῦ μαθητολογίου. Ἀλλ’ ἐπὶ τῶν χαρτοσήμων, νομίζω, ὅταν ταῦτα τίθενται, ὑπάρχει ὑποχρέωσις ἐκ τοῦ νόμου νὰ τίθεται ἡ σφραγίς. Ἄρα οὐδεὶς εἶχε συμφέρον νὰ τὰ ἀφαιρέσῃ. Βεβαίως λοιπὸν ἄλλο τι συμβαίνει. Ἀλλὰ καὶ κατὰ τὸ ἑξάμηνον τὸ τρέχον δὲν ὑπάρχει ἐν τῷ μαθητολογίῳ, τὸ ὁποῖον κατεσχέθη, χαρτόσημον παντελῶς. Νομίζω δὲ, ὅτι ἐκ τοῦ νόμου ἔχει τὴν ὑποχρέωσιν ὁ γυμνασιάρχης μέχρι τῆς 28 Φεβρουαρίου, ὑποθέτω, νὰ ἔχῃ ἐπιθέσει τὰ χαρτόσημα. Ἡ κατάσχεσις τοῦ μαθητολογίου ἐγένετο, νομίζω, κατὰ τὴν 15 Μαρτίου. Ἑπομένως εἶχον παρέλθει 15 ἡμέραι, ἀφ’ ἧς εἶχε τὴν ὑποχρέωσιν ὁ γυμνασιάρχης ἐκ τοῦ νόμου νὰ θέσῃ τὸ νόμιμον χαρτόσημον. Ἤθελον συστήσει λοιπὸν εἰς τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας καὶ εἰς τὴν ἀντίληψιν αὐτοῦ τὸν ὑπάλληλον αὐτόν· ἀλλ’ ἤθελον νὰ ἔχω καὶ τὴν γνώμην τοῦ εἰδικοῦ ἐπὶ τῶν ζητημάτων αὐτῶν, τοῦ Βουλευτοῦ Κορινθίας, τίνα ἰδέαν ἔχει περὶ τοῦ ὑπαλλήλου αὐτοῦ;
§64ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Εἰς τὸν Εἰσαγγελέα!
§65Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Ὁ ὑπάλληλος αὐτός, κύριε Πρόεδρε, εἶναι μέλος τοῦ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου. Αὐτὸς λοιπὸν, ὁ ὁποῖος τοιαύτην ἀντίληψιν τῆς ἐκπληρώσεως τῶν καθηκόντων του ἔχει, παρουσιάσθη, ὡς μέλος τοῦ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου, νὰ ἐλέγξῃ τὸν τέως Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας διὰ πράξεις, τὰς ὁποίας οὗτος ἐξετέλεσεν ἐν τῷ δικαιώματι, τὸ ὁποῖον εἶχε! Καταθέτω τὴν σχετικὴν ἐπερώτησιν ἐγγράφως.
§66ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Βελλιανίτης ἔχει τὸν λόγον.
§67Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Διενεμήθη σήμερον, νομίζω, ἢ χθὲς τὸ νομοσχέδιον περὶ ἐγκρίσεως τῶν προϋπολογισμῶν ὁλικῆς δαπάνης διὰ διάφορα ἔργα ὁδοποιΐας, τῶν ὁποίων ἡ ἀξία ἀνέρχεται ἢ ὑπερβαίνει τὰς 10,000 δραχμάς. Μεταξὺ τῶν προϋπολογισμῶν ὅμως τούτων δὲν βλέπω ἀναγεγραμμένον καὶ προϋπολογισμὸν δαπάνης διὰ ὁδὸν, ἡ ὁποία ἐπρόκειτο νὰ κατασκευασθῇ εἰς τὴν ἐμὴν ἐπαρχίαν, κατὰ τὴν ὑπόσχεσιν, τὴν ὁποίαν εἶχε δώσει εἰς τὴν Βουλὴν κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος ὁ ἀξιότιμος ἐκ Κερκύρας Βουλευτὴς, ὅτε διετέλει Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν. Κατὰ τὴν 18 Δεκεμβρίου τοῦ 1900 ἔσχον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω ἐπερώτησιν εἰς τὴν Βουλὴν καὶ νὰ παρακαλέσω τὸν τότε Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ἀξιότιμον ἐκ Κερκύρας συνάδελφον, ὅπως μεριμνήσῃ περὶ τῆς κατασκευῆς ὁδοῦ, ἥτις ἐπρόκειτο νὰ συνδέσῃ τὸν λιμένα Λάκκας μεθ’ ἑτέρου λιμένος τοῦ δήμου Λακκιωτῶν, τοῦ λιμένος Λογγοῦ. Ἡ ὁδὸς αὕτη, ὡς εἶχον τὴν τιμὴν νὰ εἴπω κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, εἶναι χρησιμωτάτη, διότι ἐν τῷ λιμένι τοῦ διαμερίσματος ἐκείνου ἀνεπτύχθη εὐρεῖα βιομηχανία, ἐλαιουργεῖα δὲ ἔχουν συσταθῆ ἐκεῖ ὑπὸ ἀξιοτίμων φίλων μου, τῶν κυρίων Ἀνεμογιάννη, ἀτμοκίνητα, ὅμοια τῶν ὁποίων δὲν γνωρίζω ἂν ὑπάρχουσιν ἀλλαχοῦ τῆς Ἑλλάδος, διότι αὐτά εἰσιν ἐκ τῶν τελειοτέρων συστημάτων, ἐξ ἐκείνων δηλ. τὰ ὁποῖα λειτουργοῦσιν εἰς τὴν Ἰταλίαν, τὴν Γαλλίαν, τὸ Ἀλγέριον καὶ τὴν Ἰσπανίαν. Εἶχον παρακαλέσει λοιπὸν τότε τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅπως μεριμνήσῃ νὰ κατασκευασθῇ ἡ ὁδὸς αὕτη, ἡ ὁποία μεγάλως ἤθελε διευκολύνει τοὺς κατοίκους, τοὺς μεταφέροντας τὰ προϊόντα αὐτῶν ἐκ διαφόρων διαμερισμάτων τῆς νήσου πρὸς τὸ κέντρον ἐκεῖνο, ἤθελε δὲ διευκολύνει καὶ τὴν ἐν γένει συγκοινωνίαν τοῦ δήμου τούτου. Τοσούτῳ δὲ μᾶλλον εἶχον ζητήσει, ὅπως λάβῃ πρόνοιαν περὶ τῆς κατασκευῆς τῆς ὁδοῦ ταύτης, καθόσον ἡ ἐπαρχία Παξῶν εἶναι σχεδόν, οὕτως εἰπεῖν, ἀπόκληρος ἐπαρχία τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους. Δέν σᾶς λανθάνει ἴσως, Κύριοι, ὅτι, καίτοι μικρὰ ἡ ἐπαρχία Παξῶν, ἐν τούτοις παράγει μεγάλην ποσότητα ἐλαίου, ἥτις κατὰ τὴν ἐξαγωγὴν πληρώνει 18%, ἄφθονα δὲ χρήματα ὡς ἐκ τούτου εἰσπράττει τὸ Δημόσιον καὶ εἰσάγει εἰς τὸ ταμεῖον αὐτοῦ· ἀλλ’ ἀπὸ τῆς ἐποχῆς τῆς ἑνώσεως μέχρι σήμερον οὐδεμία Κυβέρνησις ἔστρεψε τὴν προσοχὴν αὐτῆς εἰς τὴν ἐπαρχίαν ταύτην τοῦ Κράτους, καὶ κατὰ σημείωσιν, τὴν ὁποίαν εἶχον ζητήσει κατὰ τὸ 1900 παρὰ τοῦ τότε κυρίου Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, ἦλθεν ἡ διαβεβαίωσις, ὅτι ἀπὸ τοῦ 1864 μέχρι τοῦ σωτηρίου ἔτους 1902 οὔτε δύο μέτρων ὁδὸς κατεσκευάσθη ποτὲ ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ ἐκείνῃ! Βλέπετε, ὅτι οὐδενὸς εἴδους στοργὴν παρουσιάζει ἡ Πολιτεία πρὸς τοὺς κατοίκους τῆς νήσου. Σημειώσατε δέ, ὅτι ἡ ἐπαρχία ἐκείνη ἀποτίνει τοὺς φόρους της τακτικώτατα, διότι καὶ ὁ τρόπος τῆς εἰσπράξεως τῶν φόρων ἐν Ἑπτανήσῳ εἶναι τοιοῦτος, ὥστε δὲν δύναται, καὶ ἂν δὲν θέλῃ ν’ ἀποτίσῃ τοὺς φόρους αὐτῆς, ν’ ἀποφύγῃ τοῦτο, διὰ τοῦτο δὲ καθ’ ὁλόκληρον τεσσαρακονταετὲς περίπου χρονικὸν διάστημα οὔτε λεπτὸν καθυστερεῖ ἡ ἐπαρχία αὕτη· ὅτε δὲ συνέβη νὰ καθυστερήσῃ τι ἢ ἐκ δικαστικῶν ἐξόδων ἢ ἐξ ἄλλων τινῶν φόρων, εἶδε κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος τοὺς καθυστεροῦντας συλλαμβανομένους καὶ ἀποστελλομένους εἰς τὰς φυλακὰς πρὸς αὔξησιν βεβαίως τοῦ γοήτρου τῆς Ἑλλάδος, ὅπως εἶπεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἑρμιονίδος Βουλευτής! Ἀλλὰ τὸ ἀληθὲς εἶναι, ὅτι, μολονότι ἔδωκεν ὑπόσχεσιν ὁ τότε ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργός, κ. Βουλευτὴς ἐκ Κερκύρας, καὶ μολονότι πολλάκις μετέβησαν ἐκεῖ καὶ ὁ νομομηχανικὸς καὶ οἱ μηχανικοί, ὅπως λύσωσι διάφορα ζητήματα, ὑφιστάμενα μεταξὺ διαφόρων ἐκλογέων ἀντιθέτων μου, καὶ ὅπως μὴ ἐπέλθῃ διάστασις μεταξὺ αὐτῶν, ἐν τούτοις οὐδεμία πρόνοια ἐλήφθη, ὅπως καὶ ἡ ὁδὸς αὕτη κατασκευασθῇ ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ ἐκείνῃ· σημειώσατε δέ, ὅτι δὲν ἐπρόκειτο περὶ ἔργου, τὸ ὁποῖον θ’ ἀπορροφήσῃ μέγα ποσὸν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἀλλ’ ἐπρόκειτο περὶ ποσοῦ 10,000 ἢ 12,000 δραχμῶν, διότι, κατὰ προϋπολογισμόν, ὅστις εἶχε γείνῃ ἄλλοτε, καὶ κατὰ σχεδιαγράμματα, τὰ ὁποῖα ὑφίστανται ἀπὸ ἀμνημονεύτων χρόνων ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐσωτερικῶν, μόνον εἰς τὸ ποσὸν τῶν 12 χιλιάδων δραχμῶν ἀνήρχετο ἡ ἀξία τῆς κατασκευῆς τῆς ὁδοῦ ταύτης, ἀλλὰ καὶ τὸ ποσὸν αὐτὸ δὲν ἐκρίθη, ὅτι εἶναι δίκαιον νὰ δοθῇ εἰς τὴν ἐπαρχίαν Παξῶν, καὶ κατ’ ἀκολουθίαν ἐξακολουθοῦν νὰ μένουν ἡ ἐπιθυμία καὶ ὁ πόθος ὁλοκλήρου τῆς ἐπαρχίας ἀνεκτέλεστοι καὶ ἀνεφάρμοστοι, διότι, ὅπως εἶπεν ἀξιότιμος συνάδελφος, — νομίζω ὁ κ. Καρατζᾶς, — δὲν ἔτυχε νὰ ἔχῃ μπάρμπα στὴν Κορώνη ἡ ἐπαρχία αὕτη. Ἐν τούτοις ἐγὼ ὀφείλω νὰ εἰδοποιήσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅτι ἀναμένω νὰ ἴδω ἀναγραφόμενον τὸν προϋπολογισμὸν τῆς κατασκευῆς τῆς ὁδοῦ ταύτης ἐν τῷ εἰσαχθέντι νομοσχεδίῳ, τοσούτῳ μᾶλλον, καθόσον ἐνθυμοῦμαι, ὅτι ἐπὶ τῆς πρώην ὑπουργίας τοῦ νῦν Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν ὁ ἴδιος κ. Ὑπουργὸς ἐθεώρησε τὰς παραστάσεις τῶν δημοτικῶν ἀρχῶν καὶ τὰς ἀναφορὰς τῶν κατοίκων ὀρθᾶς, καὶ ἔσπευσε τότε νὰ ἐγκρίνῃ τὴν κατασκευὴν τῆς ὁδοῦ ταύτης, περιώρισεν ὅμως αὐτὴν, δηλαδὴ δὲν ἀφῆκε νὰ γείνῃ ἀπὸ τοῦ ἑνὸς μέρους μέχρι τοῦ ἄλλου, ὥστε νὰ θεωρηθῇ ἐπαρχιακὴ ὁδὸς, καὶ ἑπομένως νὰ καταβάλῃ τὸ Δημόσιον πάντα τὰ χρήματα, τὰ ἐπαρκοῦντα εἰς τὴν κατασκευὴν τῆς ὁδοῦ, ἀλλ’ ἐχαρακτήρισε ταύτην ὡς δημοτικὴν ὁδὸν, ὅπως δαπανήσῃ τὸ Κράτος μόνον πρὸς κατασκευὴν τῶν τεχνικῶν ἔργων, καὶ ἀφῆκεν αὐτὴν νὰ φθάσῃ μόνον μέχρι τῶν προθύρων τοῦ λιμένος ἐκείνου, καὶ κατὰ συνέπειαν δὲν θὰ ἐχαρακτηρίζετο ἡ ὁδὸς αὕτη ἐπαρχιακὴ, καὶ δὲν θὰ κατέβαλλε τὸ Κράτος τὸ μέγα καὶ τερατῶδες αὐτὸ ποσὸν τῶν 12,000 δραχμῶν! Ἀλλ’ ἄλλοι χρόνοι, ἄλλα πτηνὰ, λέγει εἷς διάσημος Γερμανός· καὶ ἑπομένως οἱ σημερινοὶ χρόνοι ἔκαμαν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ λησμονήσῃ τὸ εὐεργέτημα, τὸ ὁποῖον εἶχεν ἐπεκτείνει ἐπὶ τῆς ἐπαρχίας μου, ὅτε ἀπεφάσισε κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην τὴν κατασκευὴν τῆς ὁδοῦ ταύτης. Σημειώσατε, κύριε Πρόεδρε, ὅτι, ἐὰν ἐνίοτε ἐγείρω φωνὴν εἴτε περὶ τῶν προϊόντων τῆς ἐπαρχίας μου, τὰ ὁποῖα καταδολιεύονται ἄλλοι, εἴτε, ἐὰν, ὡς ἐν τῇ περιστάσει ταύτῃ, ἔρχωμαι νὰ μεριμνήσω καὶ νὰ ὑπενθυμίσω εἰς τὸν κύριον Ὑπουργὸν, ὅτι τέλος πάντων, ὅσον ἀπομεμακρυσμένη καὶ ἂν εὑρίσκηται ἡ νῆσος ἐκείνη ἐπὶ τοῦ Ἰονίου Πελάγους, ἐν τούτοις ἀφειδῶς πληρώνει εἰς τὸ Δημόσιον, χωρὶς νὰ ἔχῃ καμμίαν προστασίαν ἢ μέριμναν ἐκ μέρους τῆς Διοικήσεως ἐπ’ αὐτῆς, —καὶ διὰ τοῦτο ἠκούσατε διεκτραγῳδουμένην τὴν ἱστορίαν ἑνὸς ἀστυνόμου, ὁ ὁποῖος, καίτοι διέπραξεν ἐκεῖ φρικώδη, ἐν τούτοις ἔμενεν ἐκεῖ, — ἐὰν, λέγω, τέλος πάντων ἔρχωμαι καὶ ὁμιλῶ περὶ τῆς ὁδοῦ ταύτης, ζητήματος ζωτικοῦ διὰ τὴν ἐπαρχίαν μου, μὴ ὑποθέσῃ τις ὅτι τὸ κάμνω, διότι θέλω νὰ ἐμποιήσω ἐντύπωσιν εἰς τὴν ἐπαρχίαν μου ὅτι μεριμνῶ ὑπὲρ αὐτῆς, διότι καὶ ἰδιαιτέρως εἶχον παρακαλέσει τὸν κ. πρώην Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, καὶ, ὡς ὑπέσχετο ὁ ἀξιότιμος ἐκ Κερκύρας Βουλευτὴς, ἐνόμιζον ὅτι θὰ μετέβαινεν ἐκεῖ μηχανικὸς, ὅπως μελετήσῃ τὴν χάραξιν τῆς ὁδοῦ, ἀλλὰ δὲν μετέβη· δὲν ὑπῆρχεν ὅμως καὶ ἀνάγκη νὰ μεταβῇ, διότι, ὡς εἶπον, ἀπὸ ἀμνημονεύτων χρόνων ὑπάρχει ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐσωτερικῶν τὸ σχέδιον καὶ ὁ προϋπολογισμὸς τῆς κατασκευῆς τῆς ὁδοῦ ταύτης, τῆς ὁποίας ἡ δαπάνη δὲν ἀνέρχεται εἰς πλέον τῶν 12,000 δραχμῶν. Νομίζω ὅτι εἶναι δυνατὸν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ εὑρίσκηται ἀκόμη ἐν καιρῷ, ἀφοῦ πρόκειται νὰ ψηφισθῶσιν οἱ προϋπολογισμοὶ τῆς κατασκευῆς τῶν διαφόρων ὁδῶν, νὰ ζητήσῃ ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν τὸ σχεδιάγραμμα ἐκεῖνο καὶ τὸν προϋπολογισμὸν, καὶ νὰ ἐπισυνάψῃ αὐτὰ εἰς τὸ ὑποβληθὲν νομοσχέδιον, ὅπως μετὰ τῆς ψηφίσεως τῶν ἄλλων συμψηφισθῇ καὶ ἡ κατασκευὴ τῆς ὁδοῦ ταύτης...
§68ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Καὶ εἰς τὰς ἰδικάς μας ἐπαρχίας ὑπάρχει ἀνάγκη.
§69Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Δὲν γνωρίζω τίνας ἀπαιτήσεις ἔχουσιν οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι· ἴσως εἶναι δίκαιαι, ἀλλ’ εἰς τὰς ἐπαρχίας αὐτῶν ὅπως δήποτε κἄτι ἔχει γείνῃ, ἐν τῇ ἰδικῇ μου ὅμως ἐπαρχίᾳ ἐγένετο μία μεγάλη ὁδὸς, μία ἀρτηρία τῆς ἐπαρχίας, ἡ ὁποία συνδέει τοὺς δύο δήμους, ἀλλ’ αὕτη ἐγένετο κατὰ τὸ 1852, καὶ συντηρεῖται ἔκτοτε, εἶναι δὲ καὶ καλῶς κατεσκευασμένη, εὐτυχῶς, διότι κατὰ τοὺς παλαιοὺς ἐκείνους χρόνους τὰ ἔργα ἐγίνοντο ἐντελῆ καὶ τέλεια, ἀλλ’ ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης μέχρι τῆς σήμερον οὐδὲν δημόσιον ἔργον κατασκευάσθη. Ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης μέχρι τῆς σήμερον, μολονότι τοσαύτας ἀνάγκας ἔχει ἡ ἐπαρχία ἐκείνη, μολονότι τόσα πληρώνει εἰς τὸ Δημόσιον καὶ εἰς φόρους ἐξαγωγῆς καὶ εἰς φόρους εἰσαγωγῆς, ἐν τούτοις δὲν κατώρθωσε νὰ ἐφελκύσῃ τὴν προσοχὴν οὐδενὸς τῶν Ὑπουργῶν τῶν Ἐσωτερικῶν, μεθ’ ὅλας τὰς παραστάσεις μου, ὅπως κατασκευασθῇ ἡ μικρὰ αὕτη ὁδὸς, ἥτις θέλει συντελέσει εἰς τὴν ἀνάπτυξιν τῆς βιομηχανίας, ἡ ὁποία, ὡς εἶπον, ἐγκαθιδρύθη τελευταῖον ἐν ἑνὶ τῶν διαμερισμάτων τῆς νήσου, ὅπου ζητεῖται ἡ κατασκευὴ τῆς ὁδοῦ ταύτης, καὶ κατ’ ἀκολουθίαν θέλει συντελέσει εἰς τὴν παραγωγὴν τελειοτέρου καὶ περισσοτέρου ἐλαίου, καὶ κατὰ συνέπειαν αἱ εἰσπράξεις τῶν εἰσοδημάτων τοῦ δήμου θὰ ἦναι μεγαλείτεραι. Βλέπετε λοιπὸν, πόσα ἐπειδὴ ὑπάρχουσιν, ὅπως ἔλθῃ τὸ διότι, καὶ κατασκευασθῇ ἡ ὁδὸς αὕτη. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ λάβῃ μέριμναν ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, καὶ νὰ εἰσαγάγῃ τὸν προϋπολογισμὸν καὶ τὸ σχεδιάγραμμα τῆς περὶ ἧς ὁ λόγος ὁδοῦ, ὅπως συμψηφισθῇ μετὰ τῶν λοιπῶν ἔργων, εἰς τὰ ὁποῖα ἀφορᾷ τὸ ὑποβληθὲν νομοσχέδιον.
§70Δ. ΚΡΙΤΣΑΣ. Ἐκ τῆς συστάσεως τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Παξῶν κ. συναδέλφου ὁρμώμενος, δὲν κρίνω ἄσκοπον νὰ ἐπαναλάβω διὰ χιλιοστὴν ἴσως φορὰν σύστασιν, τὴν ὁποίαν πλειστάκις ἀπηύθυνα πρὸς τοὺς ἑκάστοτε Ὑπουργοὺς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν κατὰ τὴν δεκαετίαν ταύτην, καθ’ ἣν ἔχω τὴν τιμὴν νὰ παρακάθημαι ἐνταῦθα. Δὲν προτίθεμαι, Κύριοι, νὰ ὁμιλήσω περὶ τῆς ἐν γένει ὑπὸ ἔποψιν συγκοινωνίας καταστάσεως, ἐν ᾗ διατελεῖ ἡ ἐπαρχία, ἐξ ἧς προέρχομαι, διότι, ἂν ἐπιχειρήσω τοῦτο, θέλω καταναλώσει ὥρας ἀντιπροσωπευούσας ὁλοκλήρους συνεδριάσεις, καίτοι, καὶ τοῦτο ἂν ἔπραττον, θὰ τὸ ἔπραττον δικαίως, διότι ἀληθῶς ἡ ἐπαρχία Φθιώτιδος εἶναι ἐντελῶς παρηγκωνισμένη καὶ στερεῖται καὶ αὐτῶν τῶν στοιχειωδεστέρων μέσων συγκοινωνίας. Δὲν πρόκειται λοιπὸν περὶ τῆς γενικῆς ὑπὸ ἔποψιν συγκοινωνίας καταστάσεως, ἀλλὰ μόνον περὶ μέρους αὐτῆς, ἤτοι περὶ ἑνὸς ἔργου, τὸ ὁποῖον, ἐνῷ εἶναι χρησιμώτατον ἀφ’ ἑνός, ἀφ’ ἑτέρου ἀπαιτεῖ δαπάνην ἐλαχίστην, δαπάνην μόλις δέκα ἢ δώδεκα χιλιάδων δραχμῶν. Ἐν Φθιώτιδι, ἐκτὸς τῆς Λαμίας, κατέστη ἐμπορικὸν κέντρον καὶ ἡ κωμόπολις Ἀγᾶ, ἐν ᾗ ἐμπορεύονται καὶ εἰς τὴν ὁποίαν συρρέουσιν οἱ κάτοικοι οὐ μόνον ἁπάντων τῶν δυτικῶν δήμων τῆς Φθιώτιδος, ἀλλὰ καὶ οἱ κάτοικοι δήμων τινῶν τῆς Δωρίδος, τῆς Ναυπακτίας καὶ Εὐρυτανίας, οἱ ὁποῖοι μετὰ τῶν κατοίκων τοῦ δήμου Ὁμιλαίων, ἵνα μεταβῶσιν εἰς τὴν ἐν λόγῳ κωμόπολιν Ἀγᾶ, εἰσὶν ἠναγκασμένοι νὰ διαβῶσι μικρόν τινα, ἀλλὰ λίαν ὁρμητικὸν καὶ τὰ μάλιστα ἐπικίνδυνον ποταμόν, γνωστὸν ἐκεῖ ὑπὸ τὸ ὄνομα «Βίστριτσα», διαρρέοντα μεταξὺ τῶν χωρίων Σέλιανης καὶ Μουνστρόβου τοῦ προμνησθέντος δήμου Ὁμιλαίων. Τὴν διάβασιν τοῦ ποταμοῦ τούτου οἱ κάτοικοι τῶν μερῶν ἐκείνων πληρώνουσι πολὺ ἀκριβά· ἵνα ἐννοήσητε δὲ πόσον ἀκριβὰ τὴν πληρώνουσιν, ἀρκεῖ νὰ μάθητε, ὅτι, ἀφ’ ἧς ἐποχῆς ἐξελέγην τὸ πρῶτον Βουλευτὴς μέχρι σήμερον, ὁ ποταμὸς οὗτος μετρεῖ, πρὸς μεγάλην ἐντροπὴν τῶν Ἑλληνικῶν Κυβερνήσεων, τὸ 38ον θῦμα! Ἐπανειλημμένως ἐγὼ, κύριε Πρόεδρε, ἐσύστησα εἰς τοὺς ἑκάστοτε Ὑπουργοὺς τῶν Ἐσωτερικῶν τὴν κατασκευὴν μιᾶς γεφύρας, ἐνθυμοῦμαι δὲ, ὅτι ἄλλοτε καί τις Βουλευτὴς ἐκ Δωρίδος ὑπεστήριξε τὴν σύστασίν μου. Δυστυχῶς ὅμως οὐδεὶς ἐκ τῶν Ὑπουργῶν εὐηρεστήθη νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν σύστασίν μου ταύτην, καὶ διὰ τοῦτο ἐπαναλαμβάνω αὐτὴν καὶ σήμερον, πεποιθὼς ὅτι ὁ σήμερον διευθύνων τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν δὲν θέλει ἀμελήσει νὰ διατάξῃ τὴν μελέτην, μετ’ αὐτὴν δὲ καὶ τὴν κατασκευὴν τοῦ μικροῦ αὐτοῦ ἔργου, τῆς μικρᾶς ἐκείνης, ἀλλ’ ἀπαραιτήτου γεφύρας, ἡ κατασκευὴ τῆς ὁποίας διὰ δέκα χιλιάδων δραχμῶν οὐ μόνον θέλει ἀπαθανατίσει τὸ ὄνομα τοῦ Ὑπουργοῦ εἰς τὰ μέρη ἐκεῖνα, ἀλλὰ θέλει πείσει καὶ τοὺς κατοίκους τῶν μερῶν ἐκείνων, ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἀναγνωρίζει, ὅτι τὰ μέρη ἐκεῖνα, τὰ ὀρεινὰ καὶ τόσῳ δύσβατα, ἀνήκουσι καὶ αὐτὰ εἰς τὸ Βασίλειον τῆς Ἑλλάδος, εἰς τὸ ταμεῖον τοῦ ὁποίου εἰσφέρουσιν οἱ δυστυχεῖς κάτοικοι τοὺς ἀναλογοῦντας εἰς αὐτοὺς φόρους.
§71Π. Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§72ΑΧ. ΧΟΙΔΑΣ. Ἀκριβῶς καὶ ἐγὼ τὴν ἰδίαν ἔκαμα παρατήρησιν, ἣν καὶ ὁ ἀξιότιμος ἐκ Παξῶν συνάδελφος. Διὰ τοῦ ὑποβληθέντος νομοσχεδίου διατίθενται 3,000,000 δραχμαὶ πρὸς κατασκευὴν καὶ ἀποπεράτωσιν διαφόρων ὁδῶν εἰς τὸ Κράτος. Παρατηρῶ δὲ ἐν τῷ συνυποβαλλομένῳ πίνακι, ὅτι διὰ τὴν ἐπαρχίαν Πατρῶν οὐδὲ λεπτὸν σημειοῦται. Πρόκειται δὲ περὶ ἐπαρχίας, Κύριοι, ἥτις μεγάλην μερίδα καταβάλλει εἰς τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας, καὶ εἰς τὴν ὁποίαν ἀπὸ εἰκοσαετίας καὶ πλέον ὄχι μόνον οὐδεμία νέα ὁδὸς ἐγένετο, ἀλλ’ οὔτε αἱ ὑπάρχουσαι δύο ἢ τρεῖς συντηροῦνται. Μίαν ὥραν μακρὰν τῶν Πατρῶν, καὶ ἀκριβῶς ἄνωθεν τοῦ χωρίου Βερναρδέϊκα, ἡ ὁδὸς Πατρῶν–Κορίνθου εἶναι ἀπὸ εἰκοσαετίας ἀδιάβατος, ἕνεκα τῆς καταστροφῆς δύο γεφυρῶν, αἱ ὁποῖαι ἔκτοτε μένουσιν ἐγκαταλλειμμέναι· καὶ ὅμως δι’ αὐτῆς μεταφέρεται ὁλόκληρος ὁ σταφιδόκαρπος τῆς ἀρκτικῆς πεδιάδος τῶν Πατρῶν. Αὐτὴ εἶναι ἡ κατάστασις τῆς συγκοινωνίας ἐν Πάτραις, δηλαδὴ οὐδὲ διὰ τὴν συντήρησιν τῶν ὑπαρχουσῶν ὁδῶν λαμβάνεται πρόνοια!...
§73ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἀφ’ ὅτου ἐγένετο ὁ σιδηρόδρομος.
§74ΧΟΙΔΑΣ. Ἴσως ἐπὶ τῷ λόγῳ τούτῳ. Ἀλλὰ μήπως συντηρεῖται ἄλλη τις; Ἠκούσατε, ὅτι κατεστράφησαν γέφυραι, δι’ ἃς ἐδαπανήθησαν ἀρκεταὶ χιλιάδες δραχμῶν, καὶ ἀφέθησαν οὕτω. Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ λοιπὸν ταύτῃ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν ἰδίως νὰ λάβῃ πρόνοιαν, διότι νομίζω, ὅτι εἶναι δίκαιον νὰ καταταχθῇ καὶ ἡ ἐπαρχία τῶν Πατρῶν εἰς τὰς εὐνοουμένας ἐπαρχίας τοῦ κυρίου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως.
§75Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἐγὼ συνενῶ τὰς παρακλήσεις μου πρὸς τὰς τοῦ κ. Βουλευτοῦ Πατρῶν, ὅπως ληφθῇ πρόνοια περὶ τούτου. Καὶ ἄλλοτε ἔλαβον τὸν λόγον, ἀλλὰ δυστυχῶς δὲν εἰσηκούσθην. Τοῦτο ἐπιβάλλεται πρὸς ἀποτροπὴν δυστυχημάτων, τὰ ὁποῖα εἶναι δυνατὸν νὰ γείνωσι. Πρέπει νὰ χορηγηθῇ μικρά τις δαπάνη διὰ χαρακώματά τινα, ὅπως προληφθῶσι ζημίαι καὶ καταστροφαί. Ὑποβάλλω καὶ γραπτὴν ἐπερώτησιν, ζητῶν μίαν πληροφορίαν ἐν σχέσει πρὸς τὰς κεκλεισμένας χρήσεις τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν.
§76ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ἀπὸ τοῦ παρελθόντος Φεβρουαρίου παρεκάλεσα τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ μοὶ δώσῃ γνώμην καὶ λάβῃ πρόνοιαν περὶ δημοπρασίας, ἡ ὁποία ἐγένετο ἐν Ἀγρινίῳ τοῦ φόρου τῶν ὠνίων καὶ τῶν ἐπιτηδευμάτων, καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς συνεφώνησε τότε μετ’ ἐμοῦ, ὅτι ἡ δημοπρασία ἐγένετο ἀκύρως. Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἠγνόει κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, ὅτι ἡ ὑπόθεσις εἶχε μεταβιβασθῇ ἐνώπιόν του δι’ ἐφέσεως. Ἐγνώρισα τοῦτο ἐγὼ πρὸς αὐτὸν κατὰ τὰς ἀρχὰς τοῦ παρελθόντος μηνὸς, ὅτε ἐπανελήφθησαν αἱ ἐργασίαι τῆς Βουλῆς, καὶ τότε μοὶ εἶπεν, ὅτι θὰ λάβῃ ταχέως μέριμναν, ἀφοῦ μελετήσει τὴν ὑπόθεσιν, ἀλλ’ ἔκτοτε, καίτοι παρῆλθεν ὁλόκληρος ὁ Μάρτιος, ἡ ὑπόθεσις μένει ἐκκρεμὴς ἐνώπιον τοῦ Ὑπουργοῦ, πρὸς μεγάλην βλάβην τῶν συμφερόντων τοῦ Δημοσίου καὶ τῶν ἐνοικιαστῶν. Παρακαλῶ λοιπὸν καὶ αὖθις τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ δώσῃ πληροφορίας, τί ἀπεφάσισεν ἐπὶ τῆς ἐφέσεως, ἥτις εἶναι ἐνώπιον αὐτοῦ· ἀπέρριψεν αὐτήν, ἢ τὴν ἐδέχθη;
§77Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Τὴν ὑπόθεσιν ἐνθυμοῦμαι, ὡς ἐνθυμοῦμαι καὶ τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν εἴχετε ἐξενέγκει ἐν τῇ Βουλῇ. Ἀλλὰ κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ὁ ἁρμόδιος τμηματάρχης ἔλαβεν ἄδειαν, ἔδωκα δὲ ἐντολὴν πρὸς τὸν διευθύνοντα τὸ οἰκεῖον τμῆμα, καὶ ἐργάζεται οὗτος ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης. Ἐλπίζω ὅτι ταχέως θέλει ἀποπερατωθῇ ἡ ὑπόθεσις αὕτη, καὶ θὰ λάβῃ τὴν λύσιν, τὴν ὁποίαν εἶπον πρὸς τὴν Βουλήν.
§78ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ μοὶ ἐμποιοῦσιν ἐντύπωσιν. Ἔφεσιν κατ’ ἀποφάσεως τοῦ νομάρχου ἐγκριτικῆς φόρου ὠνίων καὶ ἐπιτηδευμάτων, ἀπὸ τοῦ Ἰανουαρίου ὑποβληθεῖσαν αὐτῷ, ἰσχυρίζεται ὅτι δὲν ἔλαβε τὸν καιρὸν νὰ ἴδῃ! Καὶ τί γίνονται τὰ συμφέροντα τοῦ δήμου καὶ τῶν ἐνοικιαστῶν, ἢ ἄλλων ἐχόντων συμφέρον, ἀφοῦ παρῆλθε τρίμηνον χρονικὸν διάστημα ἔκτοτε; Μοὶ φαίνεται, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἄλλην ἀπάντησιν ἔδει νὰ δώσῃ, διότι ἔπρεπε νὰ ἔχῃ ἐργασθῇ ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως. Ἀλλ’ ἀφοῦ ἐπ’ αὐτῆς δὲν εἰργάσθη, τί νὰ εἴπω περὶ ἄλλων ἐπερωτήσεων, αἱ ὁποῖαι ἀνέρχονται εἰς δεκάδας, καὶ ἐφ’ ὧν οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ δὲν εὐηρεστήθησαν μέχρι τοῦδε νὰ δώσωσιν ἀπάντησιν; Τί νὰ εἴπω διὰ τὸν ἀστυνόμον Λαγκαδίων, τὸν σταθμάρχην, καθ’ οὗ καὶ ἀποφάσεις ὑπάρχουσι καὶ τοσοῦτος θόρυβος ἠγέρθη, καὶ ἐν τούτοις διατελεῖ εἰσέτι ἀστυνόμος; Τί δὲ διὰ τὸν ἀστυνόμον Τροπαίων;
§79Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Ὁ σταθμάρχης Λαγκαδίων μετετέθη ἀμέσως. Ἐξήτασα τὴν ὑπόθεσιν, καὶ εὗρον ὅτι ἐτιμωρήθη κατὰ τὸ 1896, καὶ ὡς ἐκ τούτου δὲν διετέλει εἰς τὴν ὑπηρεσίαν· κατὰ τὸ 1897 ὅμως ἐπανῆλθεν.
§80ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ὁ δὲ ἄλλος ἀστυνόμος;
§81ΧΑΡΙΛ. ΔΙΓΕΝΟΠΟΥΛΟΣ. Διὰ νὰ μὴ γίνηται λόγος περὶ τοῦ ἀστυνόμου Τροπαίων, ἀνακοινῶ εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι οὗτος ἠθῳώθη ἀπὸ τὸ Συμβούλιον τῶν ἐν Τριπόλει Πλημμελειοδικῶν δι’ ὅλας τὰς ἐναντίον αὐτοῦ κατηγορίας, διὰ τῶν ὑπ’ ἀριθ. 420–424 καὶ 136 καὶ 3 βουλευμάτων, ὡς καὶ διὰ τὴν ἀπόπειραν δολοφονίας, ἣν ἐλέγετο ὅτι ἀπεπειράθη κατά τινος κομματάρχου. Περιττὸν νὰ εἴπω περισσότερα.
§82ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Δὲν εἶναι ἀκριβὲς τοῦτο, ὅπερ ἀείποτε ὁ συνάδελφος λέγει, ὅτι ὁ ἀστυνόμος ἠθῳώθη δι’ ὅλας τὰς κατηγορίας, καὶ ἀδίκως ἀπήντησεν, ἀφοῦ ἁρμόδιος εἶναι ν’ ἀπαντήσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς καὶ καταθέσῃ τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα ἐζήτησα παρ’ αὐτοῦ. Ἔχετε γνῶσιν τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 52 ἐ. ἔ. βουλεύματος τῶν ἐν Τριπόλει Πλημμελειοδικῶν; Σᾶς ἀναφέρω ἓν καὶ μόνον, καὶ δὲν ἠξεύρω ἀκριβῶς πόσα ἄλλα εἶναι. Λοιπὸν σᾶς συμβουλεύω νὰ μὴ λέγητε τοιαῦτα, διότι ἀποδεικνύεσθε, ὅτι δὲν ἔχετε γνῶσιν.
§83ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρὸς τὸν Πρόεδρον παρακαλῶ ν’ ἀπευθύνησθε.
§84ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Δὲν παρεπέμφθη εἰς τὸ Πλημμελειοδικεῖον ἐπὶ παρανόμῳ κατακρατήσει καὶ βιαιοπραγίᾳ κατὰ τοῦ Παπαδημητρίου, κατοίκου Βυζιτσίου; Τὰς πληροφορίας ταύτας ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης τὰς ἔχει ἔκτοτε εἰς τὸ γραφεῖόν του, ἀποσταλείσας αὐτῷ παρὰ τοῦ Εἰσαγγελέως, ἀλλὰ δὲν ἠξεύρω διατὶ δὲν θέλει νὰ τὰς καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλήν, ἵνα παύσῃ ὁ κ. συνάδελφος ἐκδίδων πιστοποιητικὰ ὑπὲρ τοῦ ἀστυνόμου.
§85ΧΑΡΙΛ. ΔΙΓΕΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ εἶπον, ὡς ἐνθυμοῦνται οἱ κύριοι Βουλευταὶ καὶ πάντες οἱ ἀκούσαντες, ὅτε διεξετραγῳδοῦντο ἐγκλήματα ἄπειρα τοῦ ἀστυνόμου, καὶ ἐλέγετο, ὅτι ὑφίστανται κατ’ αὐτοῦ διάφοροι καταγγελίαι, ἐγὼ εἶπον, ὅτι διὰ τὸ σπουδαιότερον, διὰ τὴν καταγγελίαν ἐπὶ ἀποπείρᾳ δολοφονίας κομματάρχου τινός, ἠθῳώθη. Καὶ διὰ τὰς ἄλλας πράξεις ἐπίσης, δι’ ἃς κατηγορήθη, ἠθῳώθη διὰ τεσσάρων βουλευμάτων. Δὲν ὑπάρχει δὲ ἄλλη κατηγορία κατ’ αὐτοῦ.
§86ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Αὔριον, κύριε Ὑπουργέ, παρακαλῶ νὰ καταθέσητε τὰ σχετικά, διότι ἄλλως καὶ ἄνευ αὐτῶν αὔριον θὰ φέρω τὸν λόγον καὶ θὰ ὁμιλήσω ἐπὶ ὥρας ὁλοκλήρους. Σᾶς παρακαλῶ δὲ νὰ τὰ καταθέσητε, διὰ νὰ παύσῃ ὁ κ. συνάδελφος ἐκδίδων πιστοποιητικὰ μετὰ τόσου θάρρους περὶ ἀστυνόμου, ὃν δὲν γνωρίζει.
§87ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ βουλευτὴς Κορινθίας κ. Π. Δ. Πετρίδης ὑποβάλλει τὴν ἑξῆς ἐπερώτησιν: «Παρακαλεῖται ὁ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὴν συνταχθεῖσαν ἔκθεσιν τῆς κατὰ τὸ ἄρθρον 3 τοῦ νόμου ΒΨΜΓʹ ἀπαρτιζομένης ἐπιτροπῆς πρὸς διανομὴν τῶν γαιῶν τῆς λίμνης Φενεοῦ, γενομένην κατὰ τὸ ἔτος 1900, ἐν ᾗ ἐβεβαιοῦτο τὸ ἀδύνατον τῆς διανομῆς.» Ὁ βουλευτὴς Ἄρτης κ. Ε. Γαρουφαλιᾶς ὑποβάλλει τὴν ἑξῆς σύστασιν πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης: «Ἐν Ἄρτῃ, πρωτευούσῃ νομοῦ καὶ ἕδρᾳ Πρωτοδικείου, ὑπάρχουσι μὲν ἐξεταστικαὶ φυλακαί, δὲν ὑπάρχουσιν ὅμως καὶ πολιτικαὶ φυλακαί, ἐναντίον ῥητῆς διατάξεως τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας, καθ’ ἣν οἱ διὰ χρέη κρατούμενοι κρατοῦνται μόνον ἐν πολιτικαῖς φυλακαῖς· οὕτω δὲ συμβαίνει τὸ ἄτοπον, ἀλλὰ καὶ σκληρὸν μέχρις ἀπανθρωπίας, τῆς ἐγκαθείρξεως προσώπων ἐντίμων καὶ φιλησύχων, καὶ ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον ἀτυχῶν οἰκογενειαρχῶν, εἰς τὴν τρώγλην τῶν ποινικῶν φυλακῶν, ἔνθα ἀναγκάζονται νὰ συγκελάζωνται μετὰ τῶν ἐγκληματιῶν καὶ κοινῶν κακούργων. Καίτοι δὲ πρὸ πολλοῦ ὁ κ. Εἰσαγγελεὺς Ἄρτης δι’ ἐκθέσεώς του πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης ἐσύστησε τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου διὰ τῆς συστάσεως πολιτικῶν φυλακῶν, τὸ οἰκεῖον τμῆμα τοῦ Ὑπουργείου παρέλειψε νὰ προνοήσῃ περὶ τῆς ἀναγκαίας πιστώσεως ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1902. Δι’ ὃ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ὅπως μεριμνήσῃ νὰ ἐγγραφῇ ἡ ἀναγκαία πίστωσις ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ κατὰ τὴν ψήφισιν αὐτοῦ τὴν προσεχῆ.»
§88Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἤθελον νὰ συστήσω ἀναφορὰν ἀφορῶσαν συμπολίτην μου, κρατούμενον διὰ φόρους κεκλεισμένων χρήσεων. Κατηγορήθη μετὰ δύο ἄλλων ἀδελφῶν του κατὰ τὸ 1901 ἐπὶ τραύματι θανατηφόρῳ. Παρεπέμφθη νὰ δικασθῇ ἐν Ζακύνθῳ, καὶ ἀνεβλήθη ἡ ὑπόθεσις τρὶς ἐπανειλημμένως. Δι’ ὅλα τὰ ἔξοδα μεταφορᾶς μαρτύρων, ὁδοιπορικά, δικηγορικὰ καὶ ἄλλα, ἠναγκάσθη νὰ πωλήσῃ ὅλην αὐτοῦ καὶ τὴν μόνην περιουσίαν ἐκ 1500 δραχμῶν, ὡς ἀποδεικνύεται ἐκ τοῦ συμβολαίου. Ὅτε ἔδει νὰ πληρώσῃ τὰ ποινικὰ ἔξοδα, ἔλαβε πιστοποίησιν ἀπὸ τὸν δήμαρχον, ὅτι εἶναι ἀκτήμων, καὶ συμφώνως πρὸς τὸν νόμον ζητεῖ ν’ ἀπολυθῇ, ἀλλ’ ὁ ταμίας ἐπιμένει ἀρνούμενος. Παρακαλῶ νὰ λάβῃ ταῦτα ὑπ’ ὄψιν ὁ κύριος Ὑπουργὸς καὶ διατάξῃ τὰ δέοντα.
§89ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Λεβίδης ἔχει τὸν λόγον.
§90Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἀναγκάζομαι νὰ ἐπιληφθῶ καὶ πάλιν τοῦ ζητήματος τῶν ὑδραυλικῶν ἐργασιῶν ἐν τῷ λεκανοπεδίῳ Ἀθηνῶν ἕνεκα τῶν ἀπειλουμένων ζημιῶν, καὶ τῶν γενομένων μάλιστα ζημιῶν ἐπ’ ἐσχάτων καὶ πρὸς συμπολίτας μου καὶ πρὸς κοινότητας ὁλοκλήρους. Ὡς γνωρίζετε, καὶ περὶ τοῦ λεκανοπεδίου Ἀθηνῶν ὑπάρχει ὁλόκληρος σειρὰ νόμων. Εἷς νόμος εἶναι ὁ ὑπὸ στοιχεῖον ᾼΨΞΓ’ τῆς 3 Ἀπριλίου 1889 ἔτους, δεύτερος νόμος ὁ ͵ΒΟΑʹ τῆς 30 Ἰουλίου 1892 ἔτους, καὶ τρίτος ὁ ͵ΒΨΛΕʹ τῆς 10 Ἀπριλίου 1900 ἔτους. Καὶ ταῦτα, ἐὰν ἐπέτυχον εἰς τὰς ἐρεύνας περὶ τῶν νόμων, διότι περὶ τούτου οὐδεὶς σήμερον δύναται νὰ ἐγγυηθῇ ἐν ἀσφαλείᾳ καὶ πεποιθήσει. Ὅτε οἱ νόμοι οὗτοι ὑπεβάλλοντο ὑπὸ τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς, μακραὶ καὶ πεισματώδεις ἐγένοντο συζητήσεις περὶ τοῦ προσφόρου αὐτῶν. Πρὸ πάντων δὲ οἱ ἀξιότιμοι ἐξ Ἀττικῆς Βουλευταὶ καὶ συμπολῖταί μου, οἱ καὶ τότε εἰς τὴν Ἀντιπολίτευσιν ἀνήκοντες, προσέβαλλον τὰ νομοσχέδια ἐκεῖνα, καταδεικνύοντες μετὰ πολλῆς τῆς εὐστοχίας, καὶ οἱονεὶ προβλέποντες τὰ μέλλοντα νὰ συμβῶσι, τὰς ζημίας καὶ τὰ ἐλαττώματα καὶ τὰ κακά, ἅτινα ἤθελον ἐπιφέρει τὰ νομοσχέδια ἐκεῖνα, γινόμενα νόμοι τοῦ Κράτους. Ἐνθυμοῦμαι μάλιστα—καὶ λέγω τοῦτο πρὸς τιμὴν αὐτοῦ —ὅτι ἐν ταῖς συζητήσεσιν ἐκείναις ἐπρωτοστάτησεν ὁ ἐξ Ἀττικῆς ἔντιμος συνάδελφος κ. Ῥάλλης. Ἀλλ’ ἀτυχῶς, ὡς συνήθως συμβαίνει, καὶ τὸ πρῶτον νομοσχέδιον καὶ τὸ δεύτερον καὶ τὸ τρίτον ἐγένοντο νόμοι τοῦ Κράτους. Δὲν θέλω δι’ ὅσων θὰ εἴπω νὰ μειώσω παντάπασι τὴν ἔφεσιν καὶ τὴν προθυμίαν τοῦ κ. δημάρχου Ἀθηναίων, ἐννοοῦντος ἐν πάσῃ περιπτώσει νὰ ἐπαυξήσῃ τὸ ὕδωρ τῆς πόλεως· δύναμαι μάλιστα, καίτοι οὐδὲν μὲ συνδέει πρὸς αὐτὸν, νὰ ἐπαινέσω τὴν προθυμίαν αὐτοῦ, βουλευσαμένου νὰ ἐπαυξήσῃ τὸ ὕδωρ τῶν Ἀθηνῶν. Ἀλλὰ δέον νὰ ἔχωμεν πάντοτε ὑπ’ ὄψιν ἡμῶν, ὅτι, ἐκτὸς τῆς πόλεως Ἀθηνῶν, ὑπάρχουσι καὶ εὐθαλεῖς κοινότητες, περιβάλλουσαι τὴν πόλιν, αἵτινες εἴ ποτε κατεστρέφοντο, βεβαίως μεγίστη ζημία ἤθελεν ἐπέλθει τῇ τε πόλει τῶν Ἀθηνῶν καὶ τοῖς κατοίκοις αὐτῆς. Εἶναι λοιπὸν ἀνάγκη, ἐκτελοῦντες ὑδραυλικὰς ἐργασίας ἐπὶ τῇ βάσει τῶν νόμων περὶ ὑδραυλικῶν ἐργασιῶν ἐν τῷ λεκανοπεδίῳ τῶν Ἀθηνῶν, νὰ ἔχωμεν πάντοτε ὑπ’ ὄψιν ἡμῶν, ὅτι βεβαίως ἐπιβεβλημένον ἔργον ἐστὶν ἡ ἐπαύξησις τοῦ ὕδατος τῶν Ἀθηνῶν, ἐφ’ ὅσον ὅμως δὲν θίγομεν τὰ συμφέροντα καὶ τὴν ὕπαρξιν μάλιστα αὐτῶν τῶν κοινοτήτων, αἵτινες κεῖνται πρὸ τῶν πυλῶν τῶν Ἀθηνῶν. Τοιαῦταί εἰσι τὸ Ἀμαρούσιον, ἡ Κηφισιά, τὸ Χαλάνδριον, τὸ Μενίδι, αἱ Κουκουβάουνες καὶ πολλοὶ ἄλλοι μικρότεροι συνοικισμοί. Διὰ τῶν ἐκτελουμένων ἄρα ἐργασιῶν, ὡς νῦν ἐνεργοῦνται, ἀναμφιβόλως θέλομεν ἐπιφέρει τὴν ἀποξήρανσιν καὶ τὴν καταστροφὴν ἑπομένως ὅλων αὐτῶν τῶν κοινοτήτων, ὅλων αὐτῶν τῶν χωρίων καὶ τῶν κτημάτων τῶν χωρικῶν. Δὲν φαντάζομαι δὲ ποτὲ, ὅτι ὁ εἰσηγητὴς τῶν νόμων ἐκείνων περὶ ὑδραυλικῶν ἐργασιῶν ἐν τῷ λεκανοπεδίῳ Ἀθηνῶν ἐσκόπει διὰ τῶν προταθέντων μέτρων νὰ αὐξήσῃ μὲν τὰ ὕδατα τῶν Ἀθηνῶν, νὰ καταστρέψῃ δὲ ὁλοκλήρους ἄλλας κοινότητας. Διότι, ἂν τοιοῦτόν τι ἐσκέπτετο, βεβαίως ἡ Βουλὴ δὲν ἤθελέ ποτε συναινέσει. Μάλιστα ὑπάρχει καὶ τεκμήριον, ὅτι ὁ τότε εἰσηγητὴς τῶν νόμων αὐτῶν, τοῦ πρώτου δηλ. αὐτῶν, δὲν ἐσκέπτετο τοιοῦτόν τι, διότι εἰσηγητὴς τοῦ νόμου ἐκείνου ἦν ὁ ἐξ Ἀττικῆς συμπολίτης μου κ. Δραγούμης, ὅστις, καθὸ ἀντιπρόσωπος καὶ αὐτὸς τότε καὶ τῆς Ἀττικῆς, καὶ τῶν κοινοτήτων αὐτῶν συνεπῶς, τῶν περὶ τὰς Ἀθήνας, βεβαίως δὲν ὑποθέτω ὅτι ἐφαντάσθη ποτὲ, ὅτι ὁ νόμος ἐκείνας ἤθελε χρησιμεύσει πρὸς καταστροφὴν ὅλων αὐτῶν τῶν κοινοτήτων. Εἶναι ἀληθές, ὅτι, ἂν ἀνοίξωμεν τοὺς νόμους περὶ ὑδραυλικῶν ἐργασιῶν ἐν τῷ λεκανοπεδίῳ Ἀθηνῶν, δυνάμεθα νὰ ἰσχυρισθῶμεν, ὅτι διὰ τῆς λέξεως «λεκανοπεδίου» θὰ ἐνόει ὁ νομοθέτης τὴν ἔκτασιν ἐκείνην, τὴν ὁριζομένην ὑπὸ τῶν ὁρίων τοῦ δήμου Ἀθηναίων, καὶ ὅτι ἑπομένως ἐν ταύτῃ τῇ τοπικῇ ἐκτάσει ἐνόει ὁ νόμος τὴν ἐνέργειαν ὑδραυλικῶν ἐργασιῶν, κατὰ τοὺς ὅρους τοῦ νόμου ἐκείνου. Δυστυχῶς ὅμως ὅτε συνεζητεῖτο ὁ περὶ οὗ ὁ λόγος νόμος τοῦ 1889 ἔτους, ὁ τότε Βουλευτὴς ἐκ Καλαβρύτων καὶ νῦν Πρωθυπουργὸς ἠρώτησε τὸν εἰσηγητὴν τοῦ νομοσχεδίου, τί ἐνόει διὰ τῶν λέξεων «λεκανοπέδιον Ἀθηνῶν»; «Ἐννοεῖτε τὴν περιφέρειαν τοῦ δήμου Ἀθηναίων, ἢ ἐννοεῖτε καὶ ἔδαφος, ἐκτὸς τῶν ὁρίων τοῦ δήμου Ἀθηναίων;» ἠρώτησεν ὁ κ. Ζαΐμης τὸν κ. Δραγούμην. Τότε δὲ ἐδόθη ἡ ἀπάντησις πρὸς τὸν ἀξιότιμον Βουλευτὴν ἐκ Καλαβρύτων ὑπὸ τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργοῦ κ. Δραγούμη, ὅτι ἐν ταῖς λέξεσι «Λεκανοπέδιον Ἀθηνῶν» περιλαμβάνονται καὶ οἱ δῆμοι Ἀχαρνῶν, Φυλῆς κλπ. Ἑπομένως οὐδεμία ὑπάρχει ἀμφιβολία, ὅτι, ὅταν οἱ νόμοι περὶ λεκανοπεδίου Ἀθηνῶν ποιῶνται χρῆσιν τῶν λέξεων τούτων, κατὰ τὴν ἑρμηνείαν, ἥτις τότε ἐδόθη, δύνανται οἱ ἐπιλαμβανόμενοι ὑδραυλικῶν ἐργασιῶν, ὡς ἀντιπρόσωποι τοῦ δήμου Ἀθηναίων, νὰ ἐκτελῶσιν ἐργασίας καὶ πέραν τῶν ὁρίων τοῦ δήμου Ἀθηναίων, ἑπομένως καὶ ἐν τῷ δήμῳ Ἀχαρνῶν καὶ ἐν τῷ δήμῳ Φυλῆς, καὶ οὕτω καθεξῆς. Τούτων ἄρα τῶν λόγων ἕνεκεν, εἶναι ἀνάγκη μείζονος προσοχῆς, ὅπως μὴ φθάσωμεν εἰς τὸ δυσάρεστον καὶ καταστρεπτικὸν ἀποτέλεσμα τοῦ νὰ ἴδωμεν, ἐφαρμοζομένων τῶν νόμων αὐτῶν, ἐντελῶς καταστρεφομένας τὰς εὐθαλεῖς ταύτας κοινότητας, αἵτινές εἰσι τὸ καταφύγιον τῶν κατοίκων τῶν πόλεων Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς κατὰ τὸ θέρος. Ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ζητήσω τὸν λόγον, ὅπως ἐπιληφθῶ τῆς ἐρεύνης τοῦ ζητήματος τούτου, ὅσῳ δὲ τὸ δυνατὸν συντομώτερον, ἐξ ἀναφορᾶς τῶν κατοίκων τοῦ χωρίου Κουκουβαούνων τοῦ δήμου Ἀχαρνῶν, ὧν τὰ κτήματα, τὰ πρὸς τὸ δυτικὸν μέρος, ἐκ τῶν ἐπιχειρηθεισῶν ὑπὸ τοῦ δήμου Ἀθηναίων ὑδραυλικῶν ἐργασιῶν ἐντελῶς ἀπεξηράνθησαν. Ἀκούω μάλιστα νὰ μοὶ συρίττῃ τὴν λέξιν ταύτην καὶ ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, καὶ μάλιστα περιμένω νὰ ἐπαναλάβῃ αὐτὴν καὶ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, διότι γνωρίζω, ὅτι ἐκ τῆς οἰκογενείας τοῦ ἀειμνήστου πενθεροῦ αὐτοῦ ἔχει καὶ αὐτὸς κτήματα ἐν τῇ περιφερείᾳ τοῦ δήμου Ἀχαρνῶν, ἅτινα μοὶ εἶπον οἴκοθεν χωρικοί, ὅτι ἀπεξηράνθησαν.
§91Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἔχει ἐκεῖ κτήματα ὁ γυναικάδελφός μου, ἀλλὰ δὲν γνωρίζω, ἂν ἀπεξηράνθησαν.
§92Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Οἱ κάτοικοι τοῦ χωρίου Κουκουβαούνων ὑποβάλλουσι δι’ ἐμοῦ τὴν ἀναφορὰν ταύτην πρὸς τὴν Βουλὴν καὶ πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ἵνα πρόνοια ληφθῇ περὶ ἀποτροπῆς τῶν ἀπειλουμένων αὐτῶν καταστροφῶν καὶ τῶν γενομένων αὐτῶν ζημιῶν. Ὡς νομοταγεῖς πολῖται ἀναφέρονται πρὸς τὰς νομίμους ἐξουσίας τῆς χώρας. Ἀλλ’ ὅταν Ἀρχή τις οἱαδήποτε ἐννοῇ νὰ καταστρέψῃ τὴν περιουσίαν αὐτῶν καὶ τὴν ὕπαρξιν αὐτῶν, βεβαίως δικαιολογοῦνται οἱ ἄνθρωποι αὐτοί, μετ’ ἀγανακτήσεως γράφοντες, ὅτι «ἂν καὶ ἐνταῦθα ἀποτύχωμεν, ὅπερ ἀδυνατοῦμεν νὰ πιστεύσωμεν, διαδηλοῦμεν διὰ τοῦ ἐπισημοτέρου τρόπου, ὅτι, ἐν τῇ ἀπογνώσει ἡμῶν, θὰ καταφύγωμεν εἰς τὰ ὅπλα, ὡς τελευταίου μέτρου σωτηρίας, ἵνα δι’ αὐτῶν ἀμυνθῶμεν ὑπὲρ τῆς περιουσίας ἡμῶν, ὑπὲρ τῆς ζωῆς ἡμῶν». Βεβαίως εἶναι ὑπερβολικὴ ἡ τοιαύτη δήλωσις, ἕνεκα δὲ τῆς δηλώσεως ταύτης ἐκωλυόμην νὰ ποιήσωμαι χρῆσιν τῆς ἀναφορᾶς αὐτῆς ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Εἶναι ὅμως τὸ οὕτω γραφόμενον τρόπος τοῦ λέγειν, προκαλούμενος ἐκ τῆς ἀπέλπιδος καταστάσεως, εἰς ἣν οἱ ἀτυχεῖς αὐτοὶ ἄνθρωποι ἔφθασαν. Γνωρίζω μάλιστα, Κύριοι, ὅτι ἕτοιμοι τοιαύτας ἀναφορὰς νὰ ὑποβάλωσιν εἰς τὴν Βουλὴν εἰσι καὶ οἱ κάτοικοι Κηφισιᾶς καὶ οἱ κάτοικοι Ἀμαρουσίου καὶ Χαλανδρίου καὶ ἄλλων ἐλασσόνων περιφερειῶν, καὶ ὀρθῶς ἐλέχθη πάντοτε, ὅτι, ἵνα ἐννοήσῃ τις τὸ ἄδικον, τὸ προσγιγνόμενόν τινι, πρέπει νὰ φαντασθῇ αὐτὸ προσγιγνόμενον ἑαυτῷ, τοῖς Ὑπουργοῖς παραδείγματος χάριν. Ἄν ἐξαίφνης ὁ κ. Νέγρης ἦτο ἐκ Κουκουβαούνων, καὶ προέκειτο νὰ καταστραφῇ ἡ περιουσία αὐτοῦ, ἤθελε συναινέσει εἰς τοῦτο; Δὲν ἤθελεν ἐξεγερθῆ ἡ ἀγανάκτησις αὐτοῦ; Ἀναφέρω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ἐλθόντα εἰς τὸν νοῦν μου, ὡς ἐντριβῆ εἰς τὰ τῶν ὑδραυλικῶν ζητημάτων. Διότι ἔχομεν δύο ἐγγυήσεις τώρα ὑπὲρ τῶν ὑδραυλικῶν ζητημάτων: τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ὡς ἁρμόδιον, καθὸ τοιοῦτον, ἔχομεν καὶ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ἐπίσης ἁρμόδιον, καθὸ εἰδικόν. Λοιπὸν ἐρωτῶ, ἂν κατὰ τῆς περιουσίας ἑκατέρου ὑμῶν ἤθελον συμβῆ τὰ γινόμενα ἐν Κηφισιᾷ καὶ Κουκουβάουνες σήμερον, δὲν ἤθελεν ἐξεγερθῆ ἡ ἀγανάκτησις ὑμῶν; Μήπως ἆρά γε οἱ ἄνδρες ἐκεῖνοι, οἱ κτηματικοί, εἶναι μεγαροῦχοι τῶν Ἀθηνῶν, ἢ ἔχουσι νὰ εἰσπράττωσι τοκομερίδια καθ’ ἑκάστην ἑξαμηνίαν ἐκ τῶν Τραπεζῶν; Ἄν καταστρέψητε τὴν ἄμπελον αὐτῶν, τὴν ἐλαίαν αὐτῶν, τὸ ἀγροτικὸν αὐτῶν κτῆμα, νομίζετε, ὅτι δὲν δικαιοῦνται ἐξεγειρόμενοι καὶ ζητοῦντες προστασίαν ἐκ μέρους τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ λαοῦ; Ἰδοὺ διατὶ ἐτόλμησα νὰ ὑποβάλω τὴν ἀναφορὰν ταύτην, ἣν καὶ παραδίδω τῷ κ. Προέδρῳ τῆς Βουλῆς, ὅπως διαβιβασθῇ εἰς τὸν κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργόν. Τί λοιπὸν συμβαίνει ἐν τῇ περιφερείᾳ, περὶ ἧς ἔχω τὸν λόγον; Τὸ Ἀδριάνειον Ὑδραγωγεῖον, ὡς πολλάκις ὑπ’ ἐμοῦ ἐλέχθη ἐνταῦθα, ἀναχωροῦν ἐκ τῆς Δεξαμενῆς Ἀθηνῶν, διασχίζει διαφόρους γαίας, καὶ ἐκτείνεται πρὸς τὴν Πάρνηθα, ἐκτείνεται καὶ πρὸς ἄλλα μέρη ἐπίσης: ἑπομένως διέρχεται καὶ κάτωθεν τῶν κτημάτων τῆς περιφερείας τοῦ χωρίου Κουκουβαούνων. Τὸ βάθος, ἡ βάσις δηλ. τοῦ ὀχετοῦ τοῦ Ἀδριανείου Ὑδραγωγείου, κατὰ τὰ μέρη, περὶ ὧν ὁ λόγος, ὑφ’ ἃ διέρχεται τὸ Ὑδραγωγεῖον, εἶναι 35, 40, 50 μέτρα ὑπὸ τὴν ἐπιφάνειαν τῆς γῆς. Ὑπάρχουσι δὲ καθ’ ὅλην τὴν ἔκτασιν τοῦ Ἀδριανείου Ὑδραγωγείου φρέατα, μπατζάδες κοινῶς λεγόμενα, ἅτινα ἐχρησίμευον καὶ χρησιμεύουσι διὰ τὴν ἐπισκευὴν τῶν ὑδραγωγείων, διὰ τὸν ἑκάστοτε καθαρισμὸν αὐτῶν κλπ. Ὁ δῆμος Ἀθηναίων λοιπὸν εἰς ἀπόστασιν 15 ἢ 20 μέτρων ἀπὸ τοῦ κεντρικοῦ αὐτοῦ ὀχετοῦ, τοῦ Ἀδριανείου Ὑδραγωγείου, ἀνέῳξεν ὀχετούς, οἵτινες συνετέλεσαν εἰς τὸ ν’ ἀπορροφήσωσι τὰ ὕδατα τῶν διαφόρων φρεάτων τῶν χωρικῶν τῆς κοινότητος Κουκουβαούνων, ἅτινα δι’ ἀντλιῶν ἐχρησίμευον πρὸς ἄρδευσιν τῶν κτημάτων καὶ ποτισμὸν τῶν θρεμμάτων καὶ τῶν χωρικῶν. Ἐπειδὴ δὲ τὸ βάθος τῶν φρεάτων τούτων τοῦ χωρίου Κουκουβαούνων εἶναι ὑπὸ τὴν ἐπιφάνειαν τῆς γῆς 15 ἕως 20 μέτρα, ὁ δὲ ὀχετὸς τοῦ Ἀδριανείου εἶναι εἰς βάθος 40 μέτρων, πλέον ἢ ἔλαττον, ἐννοεῖτε οἴκοθεν, τί συμβαίνει διὰ τῶν ὀχετῶν, οὓς ἠνέῳξεν ὁ δῆμος Ἀθηναίων παρὰ τὸ Ἀδριάνειον. Τὸ ὕδωρ τῶν φρεάτων τῶν χωρικῶν ἀποστραγγίζεται, καὶ διὰ τῶν φρεάτων (μπατζάδων) τοῦ Ἀδριανείου εἰσέρχεται εἰς τὸν κεντρικὸν ὀχετὸν τοῦ Ἀδριανείου Ὑδραγωγείου· τοιουτοτρόπως ἅπαντα τὰ κτήματα, τὰ πρὸς τὸ δυτικὸν μέρος τοῦ χωρίου κείμενα, ἀπεξηράνθησαν.
§93ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ἔχετε νὰ ὁμιλήσητε πολὺ ἀκόμη;
§94Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Βεβαίως.
§95ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτομεν λοιπόν, ἵνα ἐπανέλθωμεν τὴν ἐνάτην ὥραν. (Γίνεται διακοπὴ ὥρᾳ 8 μ.μ. Ἐπαναλαμβάνεται δὲ ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 10 καὶ 30′ μ.μ.).
§96ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ συνεδρίασις. Ὁ κύριος Λεβίδης ἔχει τὸν λόγον.
§97Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἔλεγον, Κύριοι, ὅτι σκοπὸς τῶν δύο πρώτων νόμων περὶ ὑδραυλικῶν ἐργασιῶν ἐν τῷ λεκανοπεδίῳ Ἀθηνῶν, τουτέστι τοῦ νόμου τοῦ 1889 καὶ τοῦ νόμου τοῦ 1892 ἔτους, δὲν ἦτο βεβαίως ἡ ἀφαίρεσις τῶν ὑδάτων τῶν ἰδιοκτητῶν. Ἐν πάσῃ περιπτώσει διαφέρει ὁ νόμος τοῦ 1900 ἔτους, οὗτινος ἰδίαν ποιήσομαι μνείαν, διότι ὁ νόμος οὗτος ἔχει ὅλως διάφορον βάσιν τῶν δύο προηγουμένων, εἶναι νόμος σχεδὸν δημευτικός. Ἀλλὰ βεβαίως ὁ νόμος τοῦ 1889 καὶ ὁ τοῦ 1892 ἔτους δὲν ἐσκόπουν τὴν ἐν πάσῃ περιπτώσει παροχὴν δικαιώματος τῷ δήμῳ Ἀθηναίων πρὸς ἀφαίρεσιν τῶν ἰδιοκτήτων ὑδάτων. Ὁ νομοθέτης τοῦ 1889 καὶ τοῦ 1892 ἔτους ἦτο πολὺ μετριοπαθέστερος τοῦ νομοθέτου τοῦ 1900 ἔτους, διότι διὰ τοῦ νόμου τοῦ 1900 ἔτους δύναται ὁ δῆμος Ἀθηναίων νὰ ἐπιλαμβάνηται, τηρουμένων διατυπώσεών τινων, παντὸς ἰδιοκτήτου ὕδατος, μόνον δὲ δὲν δύναται νὰ ἐπιλαμβάνηται τῶν ὑδάτων ἐκείνων, ἅτινα ῥέουσιν ἐπὶ τῆς ἐπιφανείας, ἢ ὑπογείως διὰ χειροποιήτων ἔργων. Ἀλλὰ πάντα τὰ ἄλλα ὕδατα, τὰ εὑρισκόμενα ὑπὸ τὰ ὑδροφόρα ἐδάφη, ὑπὸ ὡρισμένας διατυπώσεις, δύναται νὰ ἀποκτᾷ ὁ δῆμος Ἀθηναίων. Ἀλλὰ, Κύριοι, καὶ αὐτὸς ὁ νόμος τοῦ 1900 ἔτους ἔχει μηχανισμόν τινα, ὃν πρέπει νὰ ἐξηγήσω. Ποία εἶναι ἡ βάσις τοῦ νόμου τοῦ 1900 ἔτους; Ὅτι δύναται μὲν ὁ δῆμος Ἀθηναίων νὰ ἀποκτᾷ ἰδιόκτητα ὕδατα, ὅπου εὑρίσκει τοιαῦτα, ἐν τῷ λεκανοπεδίῳ Ἀθηνῶν, καὶ ὑφ’ ἃς περιστάσεις ἐξέθηκα, ἀλλ’ ἀποκτῶν αὐτὰ, πρέπει συγχρόνως νὰ ἀποζημιοῖ τὸν κύριον τοῦ ἐδάφους. Δηλ. ἔχομεν ἓν εἶδος ἀναγκαστικῆς ἀπαλλοτριώσεως χάριν δημοσίας ἀνάγκης. Ὁ νόμος οὗτος τοῦ 1900 ἔτους ἔχει λοιπὸν ὁπωσδήποτε ἕνα μηχανισμόν, ἀπηνῆ μὲν, ἀλλὰ πλήρη, διότι παρέχει μὲν τὸ δικαίωμα τῷ δήμῳ Ἀθηναίων τοῦ κτᾶσθαι τὰ ὕδατα οἱουδήποτε ἰδιοκτήτου δι’ ὑδραυλικῶν ἐργασιῶν, καὶ ὑφ’ οὓς ὅρους ἐξέθηκα, συγχρόνως ὅμως ὑποχρεοῖ τὸν δῆμον, ἢ τὸ Δημόσιον, διότι ὁ νόμος προβλέπει καὶ περὶ ἐργασιῶν τοῦ Δημοσίου, ἵνα ἀποζημιώσῃ τὸν ἰδιοκτήτην ἐπὶ τῇ καταστροφῇ τοῦ κτήματος αὐτοῦ. Ἰδοὺ τί λέγει τὸ ἄρθρον 2 τοῦ νόμου: «Τὸ ἔργον θεωρεῖται δημοσίας ἀνάγκης, ἑπομένως τὰ κτήματα, ἐφ’ ὧν γενήσονται αἱ ἐργασίαι, ἀπαλλοτριοῦνται ἀναγκαστικῶς, κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ νόμου ͵ΣΞΓʹ, ὡς ἐτροποποιήθη διὰ τοῦ νόμου ᾼΧΜΒʹ, ἢ καταλαμβάνονται προσωρινῶς.» Θέλει λοιπὸν ὁ νομοθέτης, ἕνεκα τῆς ὑπερτάτης ἀνάγκης τοῦ ἔχειν τὰς Ἀθήνας ὕδωρ, νὰ ἐπιτρέπωνται ὑδραυλικαὶ ἐργασίαι, πρὸς ἀποστράγγισιν τοῦ ὑδροφόρου ἐδάφους, ὑφ’ οὓς ὅρους εἶπον. Ἀλλὰ καὶ πλήρης ὁ νομοθέτης τοῦ 1900 ἔτους ἐννοεῖ ὅτι, ὅταν ἀποστραγγίσητε τὸ ὑδροφόρον ἔδαφος, βεβαίως καταστρέφετε τὴν ἰδιοκτησίαν, τὴν ἀποτελουμένην εἴτε ἐξ ἀμπέλων, εἴτε ἐξ ἐλαιῶν, εἴτε ἐξ οἱωνδήποτε ἄλλων φυτῶν, ἢ δένδρων. Δέον ἄρα ν’ ἀποζημιώσητε τὸν ἰδιοκτήτην, καὶ ἔρχεται οὕτως ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ νόμου περὶ δημοσίας ἀνάγκης. Δὲν ἐφαντάσθη ὅμως οὐδ’ αὐτὸς ὁ νομοθέτης τοῦ 1900 ἔτους, ὁ ἀναγράφων αὐστηροτάτας διατάξεις ἐν τῷ πρώτῳ ἄρθρῳ τοῦ νόμου, ὅτι δύνασθε ν’ ἀποστραγγίσητε ἔκτασιν γῆς, ἐφ’ ἧς ὑπάρχει κτῆμα προσοδοφόρον ἀγροτικὸν, καὶ ὅτι μετὰ ταῦτα τὴν ἔκτασιν αὐτήν, γῆν πλέον ξηρὰν καὶ ἄγονον, θέλετε ἐγκαταλίπει τῷ ἰδιοκτήτῃ. Αὐτὴ εἶναι ἡ βάσις τοῦ νόμου τοῦ 1900 ἔτους. Ἐγὼ ὅμως καὶ κατὰ τῆς βάσεως αὐτῆς τοῦ νόμου ἀντιτίθεμαι, ἀντέστην δὲ καὶ τότε, ἐὰν δὲν μὲ πλανᾷ ἡ μνήμη. Ἀντιτίθεμαι διότι, πρὸς θεραπείαν μεγάλης ἀληθῶς ἀνάγκης τῆς πόλεως τῶν Ἀθηνῶν, ὁ νομοθέτης κατέφυγεν εἰς τυχαῖον μέτρον καὶ αὐθαίρετον. Ἂς ἁρπάσωμεν, εἶπε, τὰ ὕδατα παντὸς ἀγρότου, ἵνα ἀποκτήσωμεν τοιαῦτα οἱ ζῶντες ἐν Ἀθήναις. Ἀλλ’ ἐὰν ὁ ἀγρότης αὐτὸς καταστραφῇ, καὶ παρὰ τὸν ἀγρότην αὐτὸν καταστραφῇ καὶ ὁ γείτων αὐτοῦ, καὶ ὁ γείτων τοῦ γείτονος, καὶ ὁ γείτων τοῦ ἄλλου γείτονος, καὶ τοιουτοτρόπως καταστῇ κοινότης ὁλόκληρος πένησσα, καὶ ἀναγκασθῇ νὰ ἐγκαταλίπῃ τὰς ἑστίας αὑτῆς, ὁ νομοθέτης οὐδόλως ἐνδιαφέρεται...
§98Δ. ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Θ’ ἀποζημιωθῇ.
§99Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Βεβαίως θέλει ἀποζημιωθῆ. Ἀλλὰ, κύριε συνάδελφε, δὲν γνωρίζω, ἐὰν μετέβητε ποτὲ εἰς Κουκουβάουνες. Ἐὰν ὅμως εἴχετε ἐπισκεφθῆ τὸ χωρίον αὐτὸ, ὅπως κατήντησεν, ἠθέλετε ἰδεῖ, ὅτι αὐτὸ, ὅπερ λέγετε, εἶναι σκληρὸν καὶ ὀλίγον ἀπάνθρωπον. Θέλει ἀποζημιωθῆ βεβαίως ὁ ἰδιοκτήτης, οὗτινος θέλει ἀφαιρεθῆ ἡ ἰδιοκτησία. Ἀλλὰ κατὰ τίνα τρόπον θέλει ζήσει; Θέλει ἀγοράσει ἄλλον ἀγρὸν παρεκεῖ; Ἀλλὰ καὶ ἐκεῖνος ἀπεστραγγίσθη. Τοιουτοτρόπως φθάνετε εἰς τὸ ἀποτέλεσμα ν’ ἀποζημιώσητε μὲν τὰ κτήματα τῶν ἀγροτῶν, ἀλλὰ συγχρόνως καὶ νὰ ἐκτοπίσητε κοινότητα ὅλην, ἥτις πρὸ ἀμνημονεύτου χρόνου ἔχει ἐγκαταστῆ ἐκεῖ. Ἐὰν ἄρα οἱ νομοθετοῦντες ἐνταῦθα κατὰ τὸ 1900 ἔτος ἐγνώριζον, ὅτι διὰ τοιούτων ὑδραυλικῶν ἐργασιῶν ἤθελον ἐπιφέρει καταστροφὴν πλήρη κοινοτήτων ὅλων, βεβαίως δὲν ἤθελον γείνῃ εἰσηγηταὶ τοιούτων νόμων. Διότι δὲν ὑποθέτω, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ εὑρεθῶσιν Ὑπουργοὶ, δυνάμενοι νὰ φαντασθῶσιν, ὅτι, ἵνα ἔχῃ πόλις τις ὕδωρ, πρέπει νὰ καταστρέφωνται ἄλλαι πόλεις καὶ χωρία, ἀναγκαιότατα διὰ τὴν ὕπαρξιν αὐτῆς τῆς πόλεως. Διότι, ἐὰν ἀποξηράνητε τὰ πέριξ τῶν Ἀθηνῶν χωρία, καὶ ἂν ὑποτεθῇ, ὅτι οὕτω θέλετε φέρει ὕδωρ ἐντὸς τῆς πόλεως, αὕτη ἔσεται ἀκατοίκητος, διότι τὰ πέριξ θέλουσι μεταβληθῆ εἰς γαίας ξηρὰς καὶ ἐρήμους. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι, ἐὰν ὁ δῆμος Ἀθηναίων, ἐν τῇ ὁμολογουμένως φιλοτίμῳ αὑτοῦ προαιρέσει τοῦ διοχετεῦσαι ὕδατα ὑπὲρ τῆς πόλεως τῶν Ἀθηνῶν, ἐπιμένῃ εἰς τὴν τοιουτότροπον διοχέτευσιν, πρέπει ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία τοῦ Κράτους νὰ προβῶσιν εἰς τὴν τροποποίησιν τοῦ νόμου τοῦ 1900 ἔτους. Διότι ἄλλως, ἐντὸς ἑνὸς ἢ δύο ἐτῶν τὸ πολύ, θέλομεν φθάσει εἰς τὰ ἀποτελέσματα, ἅπερ πρὸ ὀλίγου ὑπέδειξα. Καὶ ἐὰν βεβαίως δὲν ἦτο δυνατὸν δι’ ἄλλου τινὸς τρόπου νὰ ἔχωμεν ὕδατα εἰς τὴν πόλιν τῶν Ἀθηνῶν, ἐδύνατό τις πρὸς στιγμὴν νὰ δεχθῇ ὡς ὀρθῶς ἐχούσας τὰς διατάξεις τοῦ νόμου τούτου, διότι κυρίως περὶ τούτου τοῦ νόμου πρόκειται. Ἀλλ’ ἐγὼ, ἐκ μικρᾶς τινος πείρας, ἣν ἔχω περὶ τὸ ζήτημα τοῦτο, συμβουλευθεὶς ἄλλως καὶ τὰ φῶτα εἰδημονεστάτων ἀνδρῶν, ἐπείσθην, ὅτι, ἐὰν ὁ δῆμος Ἀθηναίων κατεγίνετο σοβαρώτερον καὶ συστηματικώτερον περὶ τὴν μελέτην τοῦ Ἁδριανείου Ὑδραγωγείου, ἔργου ὑδραυλικοῦ ἐξόχως συστηματικοῦ, ἤθελε κατορθώσει, τὸ ὕδωρ, ὅπερ κατ’ αὐτὸν τὸν πρόχειρον καὶ πειραματικὸν τρόπον νομίζει, ὅτι δύναται νὰ φέρῃ εἰς τὰς Ἀθήνας, ἤθελε, λέγω, κατορθώσει πολὺ ἀφθονώτερον νὰ παράσχῃ αὐτὸ τῇ πόλει διὰ τοῦ καθαρισμοῦ τοῦ τεχνικοῦ καὶ ἐπιστημονικοῦ καὶ συστηματικοῦ αὐτοῦ τοῦ Ἁδριανείου Ὑδραγωγείου. Τέλος πάντων οἱ ἀρχαῖοι, οἵτινες κατεσκεύασαν τὸ Ἁδριάνειον Ὑδραγωγεῖον κατὰ τοὺς χρόνους τῆς Ρωμαϊκῆς κατακτήσεως, οἵτινες δὲ καὶ πρὸ τῆς κατασκευῆς τοῦ Ἁδριανείου εἶχον τὰ ἀρχαῖα Ἀθηναϊκὰ Ὑδραγωγεῖα (διότι εἶναι πλάνη τὸ νομίζειν, ὅτι ἡ ἀρχαία αὕτη καὶ πάντοτε πολυάνθρωπος πόλις περιέμενε νὰ γεννηθῇ ὁ Ἀδριανὸς, ἵνα ἔχῃ ὕδωρ, ἀφοῦ ἐπὶ τῆς ἐποχῆς τῆς πρὸ τοῦ Ἁδριανοῦ αἱ παλαιαὶ Ἀθῆναι, εἶναι βέβαιον ἐκ τῆς Ἱστορίας, ὅτι κατῳκοῦντο ὑπὸ μεγίστου ἐπίσης πληθυσμοῦ, καὶ ἑπομένως εἶχον ἀρχῆθεν ὑδραγωγεῖα, Ἀθηναϊκὰ ὑδραγωγεῖα). Λέγω λοιπὸν, αὐτοὶ οἱ ἀρχαῖοι Ἀθηναῖοι, οἱ πρὸ τοῦ Ἁδριανοῦ καὶ οἱ ἐπὶ τοῦ Ἁδριανοῦ, ἦσαν τάχα ἐπὶ τοσοῦτον στενοκέφαλοι, ὥστε εἶχον σκεφθῇ καὶ εἶχον ἀποφασίσει, ὅτι, ἵνα ἔχῃ ἡ πόλις τῶν Ἀθηνῶν ὕδωρ, ἔπρεπεν ἀναγκαίως ν’ ἀποξηρανθῶσιν ὅλα τὰ περὶ τὰς Ἀθήνας τοπεῖα καὶ ὅλα τὰ χωρία καὶ αἱ κοινότητες αἱ περὶ τὰς Ἀθήνας, αἵτινες καὶ τότε, ὡς εἶναι γνωστόν, ὑφίσταντο; Οὐχὶ βεβαίως. Διότι γνωρίζομεν ἐκ τῆς Ἱστορίας, ὅτι ἡ Κηφισιὰ π. χ. ἀπὸ τῶν ἀρχαιοτάτων χρόνων ἦτο ἡ ἐξοχὴ τῶν Ἀθηνῶν, γνωρίζομεν, ὅτι ἐπὶ τοῦ Ἀδριανοῦ ἡ Κηφισιὰ ἤκμαζε καὶ ἔθαλλε. Λοιπὸν δὲν εἶχον ὕδατα αὐτὰ τὰ χωρία; Καὶ ἀφοῦ εἶχον ἀναμφιβόλως ὕδατα, πῶς ἦτο δυνατὸν ὁ πληθυσμὸς τῶν Ἀθηνῶν, ὅστις κατ’ ἀρχαιοτάτην ἐποχὴν ἀπετελεῖτο ἐκ 350,000 μέχρι 400,000 κατοίκων, νὰ ἐπλήρου τὰς ἀνάγκας αὐτοῦ διὰ τῶν ὑδραγωγείων τῆς πόλεως, συγχρόνως δὲ καὶ αἱ κοινότητες αὐταί, αἱ παρὰ τὰς Ἀθήνας, νὰ ἔθαλλον; Τοῦτο σημαίνει, ὅτι βεβαίως τὸ Ἀδριάνειον Ὑδραγωγεῖον, ὡς καὶ τὰ πρὸ αὐτοῦ, εἶχον τοσοῦτον ὕδωρ, ὅσον ἐπήρκει πρὸς θεραπείαν τῶν ἀναγκῶν τῆς πόλεως. Ἐὰν μάλιστα καταγίνητε ὀλίγον εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο, θέλετε εὕρει, ὅτι ἐν ὅλαις αὐταῖς ταῖς ἐξοχαῖς, ταῖς παρὰ τὰς Ἀθήνας, ὑπῆρχον ὑδραγωγεῖα, ἅτινα δὲν ἔφερον ὕδωρ εἰς τὸ Ἀδριάνειον Ὑδραγωγεῖον, εἰς τὸ Ἄστυ, ἀλλ’ εἰς τὰς κατὰ τόπους κοινότητας, εἰς τὰ ἐγγὺς χωρία. Βεβαίως ἡ παρέλευσις τοσούτων αἰώνων συνετέλεσεν εἰς τὸ νὰ ὑποστῇ πολλὰς καὶ μεγάλας φθορὰς καὶ τὸ Ἀδριάνειον Ὑδραγωγεῖον, ὡς πάντα τὰ ἀρχαῖα ἔργα. Ἀλλά, Κύριοι, πρὸς Θεοῦ! τὸ Ἀδριάνειον Ὑδραγωγεῖον εἶναι ἔργον συστηματικῶς ὑδραυλικόν, εἶναι ἔργον ἔξοχον, εἶναι ἔργον, οὗτινος ὅμοιον δὲν εἶναι εὔκολον νὰ εὕρῃ τις ἐν τῇ ἀρχαιότητι ἐνταῦθα. Ἐγένετο ποτὲ μελέτη συστηματικὴ περὶ τὸν κεντρικὸν ὀχετὸν καὶ τὰ ἐγκάρσια ὑδραγωγεῖα, τὰ συντελοῦντα εἰς τὴν ἐπαύξησιν τοῦ ὕδατος τοῦ κεντρικοῦ Ὑδραγωγείου; Οὐχί. Πειραματικῶς, ὡς ἐπὶ τὸ πολύ, ἐκ τῶν πληροφοριῶν τῶν κουμπάρων τῶν διαφόρων δημάρχων καὶ τῶν διαφόρων μηχανικῶν τοῦ δήμου Ἀθηναίων, ἑκάστοτε ὁ δῆμος Ἀθηναίων ἐνήργει καὶ ἐνεργεῖ δῆθεν ὑδραυλικὰς ἐργασίας ἐπὶ τοῦ Ἀδριανείου Ὑδραγωγείου. Ἀλλ’ αὗται, Κύριοι, οὐδέποτε ἐγένοντο ἐπὶ τῇ βάσει ἐπιστημονικῆς, πλήρους καὶ συστηματικῆς ὑδραυλικῆς μελέτης. Αὗται ἦσαν, ὡς ἐπὶ τὸ πολύ, ὅλως πειραματικαὶ καὶ πρακτικαί. Χωρικός τις, ἀνασκάπτων τὸν ἀγρόν αὐτοῦ, εὗρεν ἀρχαῖόν τινα ὀχετόν. Ἀμέσως ἐκεῖ ὁ δήμαρχος, οἱ ἐργάται! — «νὰ ἴδωμεν, τί ἠμποροῦμεν ἐκεῖ νὰ εὕρωμεν». Μάλιστα, Κύριοι, πληροφορῶ τὴν Βουλήν, ὅτι μόλις πρὸ ὀλίγου χρόνου ἐγένετο καὶ σχέδιόν τι τοῦ Ἀδριανείου Ὑδραγωγείου, τίς οἶδε δὲ ὁποῖον, διότι πρὸ ἐτῶν οὐδὲ σχέδιον ὑπῆρχεν ἐν τοῖς γραφείοις τοῦ Μηχανικοῦ τμήματος τοῦ δήμου Ἀθηναίων. Κατ’ αὐτὸν λοιπὸν τὸν πειραματικὸν τρόπον, τὸν τρόπον τὸν οὐχὶ ἐπιστημονικόν, τὸν ἀρχέγονον, ἐγίγνοντο συνήθως αἱ ἑκάστοτε ὑδραυλικαὶ ἐργασίαι. Ἐννοεῖται οἴκοθεν, ὅτι τοιαῦται ἐργασίαι πολὺ ὀλίγον συντελοῦσιν εἰς τὴν πραγματικὴν ἐπαύξησιν τῶν ὑδάτων τοῦ Ἀδριανείου. Λέγω ἄρα, ὅτι, ἐὰν ἡ δημοτικὴ Ἀρχή, ἐν τῇ διακρινούσῃ ὁμολογουμένως αὐτὴν σπουδῇ, καὶ ἐν τῷ διακρίνοντι αὐτὴν ζήλῳ πρὸς θεραπείαν τῶν ἀναγκῶν τούτων, θελήσῃ οὐχὶ πειραματικῶς νὰ ἐργασθῇ, ἀλλὰ κατὰ τρόπον ἐπιστημονικὸν καὶ πλήρη, συμβουλευομένη εἰδημονεστάτους περὶ τούτων ἐπιστήμονας, βεβαίως θέλει κατορθώσει διὰ τοῦ τοιούτου καθαρισμοῦ τοῦ κεντρικοῦ ὀχετοῦ τοῦ Ἀδριανείου, διὰ τῆς διοχετεύσεως εἰς αὐτὸν τῶν ὑδάτων τῶν ἐγκαρσίων ὑδραγωγείων, ἀλλ’ ἐκείνων μόνων, ἅτινα προδήλως κατεσκευάσθησαν κατὰ διαφόρους ἐποχὰς πρὸς πλουτισμὸν τοῦ Ἀδριανείου, θέλει, λέγω, οὕτω κατορθώσει ἡ δημοτικὴ Ἀρχὴ τὴν ἐπαύξησιν τῶν ὑδάτων τῆς πόλεως Ἀθηνῶν. Ἄλλως τὸ γινόμενον σήμερον εἶναι βεβαίως ἀδικία πρὸς πάντας τοὺς συμπολίτας ἡμῶν, τοὺς κατοικοῦντας ἐκτὸς τῆς πόλεως Ἀθηνῶν, ἐν ταῖς κοινότησι, ταῖς περὶ αὐτήν, οὐ μὴν ἀλλὰ εἶναι ἐπιζήμιον καὶ πρὸς τὴν πόλιν τῶν Ἀθηνῶν, ἀφοῦ βεβαίως τὰ περίχωρα αὐτῆς θέλουσιν ἐντὸς ὀλίγου καταστραφῆ καὶ ἀποξηρανθῆ, ὡς ἤδη ἤρξαντο ἀποξηραινόμενα τὰ κτήματα ἐν τῷ χωρίῳ Κουκουβάουνες τοῦ δήμου Ἀχαρνῶν, τῷ μόλις ὥραν ἀπέχοντι τῶν Ἀθηνῶν. Μάλιστα δύναταί τις νὰ εἴπῃ, ὅτι ἡ γνώμη τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτοῦ, προτείναντος κατά τινα τῶν παρελθουσῶν συνεδριάσεων, ἵνα διὰ νόμου κανονισθῇ καὶ τὸ δικαίωμα τοῦ ἐκποιεῖν ὕδατα, πρὸς τὸν σκοπὸν τῆς διοχετεύσεως αὐτῶν ἔκ τινος κοινότητος εἰς ἑτέραν, παρακωλυθῇ δὲ οὕτω κατά τινα τρόπον ἡ ἐλευθέρα διαχείρισις τῆς τοιαύτης περιουσίας, ἤτοι τοῦ ὕδατος, εἶναι ἰδέα, κατ’ ἐμέ, λίαν ὀρθή. Ὑποθέσωμεν, Κύριοι, τὸ ἑξῆς. Τί εἶναι τὸ «Κεφαλάρι» τῆς Κηφισιᾶς; Εἶναι πηγὴ ὕδατος; Οὐχί. Εἶναι πεπλανημένη ἡ γνώμη, ὅτι πρόκειται περὶ πηγῆς. Τὸ «Κεφαλάρι» δὲν εἶναι ἄλλο τι, εἰμὴ ἀρχαῖον φρέαρ (μπατζᾶς) τοῦ Ἁδριανείου Ὑδραγωγείου. Ἀλλ’ ἐπειδὴ ἡ βάσις, ὁ ὀχετὸς τοῦ Ἁδριανείου Ὑδραγωγείου ἐν Κηφισιᾷ, καὶ κατὰ τὰ μέρη ἐκεῖνα εἶναι εἰς βάθος 40 ἢ 50 μέτρων, τὰ ὕδατα τοῦ «Κεφαλαρίου», δηλαδὴ τὰ τοῦ Ἁδριανείου Ὑδραγωγείου, δὲν ἐδύναντο φυσικῷ τῷ λόγῳ νὰ ποτίζωσι τὰ κτήματα τῆς Κηφισιᾶς. Τί ἐγένετο λοιπόν; Ἐπὶ τουρκοκρατίας, κατὰ παράδοσιν, ἣν ἀσφαλῶς ἔχω, διά τινος τῶν φρεάτων (μπατζᾶ), ἤτοι διὰ φράγματος, πρὸ αὐτοῦ τεθέντος, παρεκώλυσαν τὴν ἐξακολούθησιν τῆς διοχετεύσεως τοῦ ὕδατος εἰς τὸν ἀρχαῖον ὀχετόν. Ὅτε δι’ αὐτοῦ τοῦ φράγματος ἔκλεισεν ὁ ἀρχαῖος ὀχετός, φυσικῷ τῷ λόγῳ τὸ ὕδωρ ὑψώθη ἐν τῷ φρέατι αὐτῷ, καὶ ὑψωθὲν ἐκάλυψε καὶ ποτίζει τὴν ἐπιφάνειαν τῆς Κηφισιᾶς. Μάλιστα συγγενής μού τις, πρὸ ἀμνημονεύτου χρόνου, ἐπεχείρησε νὰ βεβαιώσῃ τοῦτο, καὶ ὅτε ἀπέφραξε τὸν ὀχετὸν πρὸ τῆς δεξαμενῆς τοῦ Κεφαλαρίου, τὸ ὕδωρ ὁλόκληρον τοῦ Κεφαλαρίου κατέρρευσεν ἐν τῷ ἀρχαίῳ κεντρικῷ ὀχετῷ, δηλ. ἐν τῷ Ἀδριανείῳ Ὑδραγωγείῳ. Τί εἶναι λοιπὸν τὸ Κεφαλάρι; Τὸ Κεφαλάρι εἶναι τεχνητή, οὕτως εἰπεῖν, πηγὴ ὕδατος. Διὰ τῆς ἐμφράξεως τοῦ ὀχετοῦ τοῦ ἀρχαίου ὑψώθη τὸ ὕδωρ, καὶ τὸ ὕδωρ αὐτὸ οὕτω ποτίζει σήμερον τὰς κοινότητας Κηφισιᾶς, Ἀμαρουσίου κ.λ.π. Ἀλλὰ τὸ ὕδωρ αὐτὸ διὰ τῆς χρησικτησίας ἀπεκτήθη παρὰ ἰδιωτῶν ἤδη πρὸ ἀμνημονεύτου χρόνου. Σήμερον μάλιστα ἐλάχιστοι συνεπείᾳ πράξεων μεταβιβαστικῶν εἰσιν οἱ κατέχοντες τὸ ὕδωρ τοῦ Κεφαλαρίου ἰδιοκτῆται. Εἷς τῶν συναδέλφων ἡμῶν, ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἄρτης Βουλευτὴς, εἶναι ὁ μείζων τῶν ἰδιοκτητῶν.
§100Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὄχι.
§101Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἡ Κυρία Συγγροῦ εἶναι. Ὑποθέσωμεν λοιπόν, Κύριοι, τὸ ἑξῆς. Οἱ ὀλίγοι ἰδιοκτῆται τοῦ Κεφαλαρίου, εὑρίσκοντες, ὅτι εἶναι ἐπικερδής τις ἐπιχείρησις ἡ πώλησις τῶν ὑδάτων αὐτῶν εἰς τὰς Ἀθήνας, συνεννοοῦνται, καὶ πωλοῦσιν αὐτὰ τῷ δήμῳ Ἀθηναίων, ὅλα, ἢ μέγα μέρος. Τοῦτο βεβαίως κατὰ τοὺς κειμένους νόμους δύναται νὰ γείνῃ· δὲν ἀπαγορεύεται. Ἀλλ’ ἐὰν τὸ Κεφαλάρι πωληθῇ, τί θέλει συμβῆ ἐν Κηφισιᾷ; Ἡ Κηφισιὰ δὲν θέλει ἔχει πλέον σταγόνα ὕδατος. Διατί; Διότι τὸ ἔδαφος τῆς Κηφισιᾶς εἰς πλεῖστα μέρη, ὡς βεβαιοῦσιν οἱ εἰδήμονες, κυρίως εἶναι ὑδροφόρον ἐκ τῶν ἀποσταγμάτων τοῦ Κεφαλαρίου. Πῶς; Ἰδού. Ἐφράχθη ὁ ὀχετὸς τοῦ Ἀδριανείου τούτου Ὑδραγωγείου πρὸ τοῦ Κεφαλαρίου, ὡς εἶπον. Ἡ ἔμφραξις αὐτὴ ὕψωσε τὰ ὕδατα τοῦ ὀχετοῦ· ἀλλὰ τὰ ὕδατα αὐτὰ βεβαίως ὑπογείως διαρρέουσι δεξιόθεν καὶ ἀριστερόθεν, καθ’ ὅλας τὰς διευθύνσεις, ὡς ἐκ τῆς τοιαύτης ὑψώσεως αὐτῶν, καὶ ἑπομένως τὸ Κεφαλάρι εἶναι μὲν ὕδωρ, ῥέον σήμερον εἰς τὰ κτήματα τῶν Κηφισιέων, τῶν Ἀμαρουσιωτῶν κλπ., μεγάλη ὅμως ποσότης αὐτοῦ διὰ τῆς διηθήσεως ῥέει ὑπογείως πρὸς ὅλας τὰς διευθύνσεις, τὰς περὶ τὴν κεντρικὴν αὐτὴν δεξαμενὴν τοῦ Κεφαλαρίου, καὶ τοιουτοτρόπως τὸ ἔδαφος τῆς Κηφισιᾶς πολλαχοῦ καθίσταται τεχνητῶς, οὕτως εἰπεῖν, ὑδροφόρον. Ἑπομένως, ἐὰν οἱ δέκα ἢ εἴκοσιν ἰδιοκτῆται τοῦ Κεφαλαρίου πωλήσωσι τῷ δήμῳ Ἀθηναίων τὰ δικαιώματα αὑτῶν ἐπὶ τῶν ὑδάτων τοῦ Κεφαλαρίου, ὁ δὲ δῆμος Ἀθηναίων ἀφαιρέσῃ τὸ φράγμα, τὸ πρὸ τῆς δεξαμενῆς τοῦ Κεφαλαρίου, τί θέλει συμβῆ; Ἡ λεγομένη αὐτὴ πηγὴ τοῦ Κεφαλαρίου θέλει κατέλθει εἰς τὸ φυσικὸν ἔδαφος, δηλ. εἰς τὸν ἀρχαῖον ὀχετὸν τοῦ Ὑδραγωγείου. Τότε αἱ διαρροαὶ τῶν ὑδάτων, αἵτινες σχηματίζονται σήμερον πανταχόθεν ὡς ἐκ τῆς ἐμφράξεως τοῦ ὀχετοῦ, θέλουσι παύσει, καὶ τοιουτοτρόπως τὰ θεωρούμενα μέν, ἀλλὰ μὴ ὄντα ὑδροφόρα ἐδάφη τῆς Κηφισιᾶς, θέλουσι στειρεύσει. Ἐρωτῶ: δύναται τοῦτο, κατὰ τοὺς νόμους τοὺς κειμένους, τὸν Ῥωμαϊκὸν νόμον, τὸν ἀστικόν, νὰ συμβῇ; Βεβαίως. Κύριοι τοῦ ὕδατος εἶναι οἱ ἰδιοκτῆται τοῦ Κεφαλαρίου, καὶ ἂν δὲν θέλωσι νὰ μεταχειρίζωνται αὐτὸ πρὸς ἰδίαν χρῆσιν, δύνανται νὰ πωλήσωσιν αὐτὸ πρὸς οἱονδήποτε. Λοιπόν, κατὰ τοὺς νόμους ἡμῶν τοὺς ἀστικούς, δύναται νὰ συμβῇ αὐτό. Τί θέλει ἐπέλθει ὅμως ἐκ τούτου; Ἡ καταστροφὴ ὁλοκλήρων κοινοτήτων, τῆς κοινότητος Κηφισιᾶς, τῆς κοινότητος Ἀμαρουσίου, τῆς κοινότητος Ἡρακλείου καὶ ἄλλων ἐκεῖ μικρῶν ἀγροτικῶν συνοικισμῶν. Εἶναι λοιπὸν ἀπόλυτος ἀνάγκη νὰ μελετηθῇ ἡ γνώμη τοῦ κ. ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτοῦ, ὅπως, εἰ δυνατόν, διὰ νόμου περιορισθῇ τὸ δικαίωμα τοῦ ἰδιοκτήτου περὶ τὴν ἀπολύτως ἐλευθέραν διαχείρισιν τοῦ ὕδατος αὐτοῦ, ὅταν δὲν πρόκηται νὰ μεταχειρισθῇ αὐτὸ πρὸς ἰδίαν αὐτοῦ χρῆσιν, ὑπὲρ τῶν κτημάτων αὐτοῦ, τῶν ἐν τῇ κοινότητι, ἐν ᾗ τὸ ὕδωρ ὑπάρχει, ἢ καὶ ἐν πλησιεστέρᾳ ἔστω, ἀλλ’ ὅταν τοὐναντίον πρόκηται χάριν κερδοσκοπίας, ἢ χάριν ἄλλων λόγων, ν’ ἀφαιρέσῃ αὐτὸ ἐκ τῆς κοινότητος, ἐν ᾗ ἐκ τῆς φύσεως εὑρέθη, ἵνα διοχετεύσῃ αὐτὸ μακρὰν, καὶ μάλιστα ἐκ λόγων κερδοσκοπίας κυρίως, ὡς εἶπον...
§102Δ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Δυσχερέστατος ὁ κανονισμὸς τῆς ἀποζημιώσεως ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει.
§103Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Αὐτὸ θὰ τὸ λύσῃ ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία. Λέγω λοιπόν, ὅτι, ὅπως ἔχουσι σήμερον τὰ πράγματα, — τοιοῦτος δὲ νόμος ὑφίσταται καὶ ἀλλαχοῦ — βεβαίως πρέπει ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία μετὰ σπουδῆς νὰ μελετήσῃ τὸ θέμα. Ὅπως, Κύριοι, εἶναι ἀνάγκη νὰ μελετηθῇ καὶ ἄλλο σχετικὸν ζήτημα. Κατὰ τὸν Ῥωμαϊκὸν νόμον, τὸν παρ’ ἡμῖν ἰσχύοντα, κατὰ τὸ Ἀστικὸν Δίκαιον, ἔχετε διατάξεις ποικίλας, δι’ ὧν προστατεύετε τὸ ἐν τῷ κτήματι ὑμῶν ὕδωρ κατὰ τῆς φιλοκτημοσύνης τοῦ γείτονος. Τὰ μέσα ὅμως τῆς μηχανικῆς σήμερον, καὶ πρὸ πάντων ὁ ἀτμὸς, παρέχουσι τὴν δύναμιν, ὥστε δι’ ὑδραυλικῶν ἐργασιῶν νὰ δύναταί τις ν’ ἀπορροφήσῃ ὁλόκληρον τὸ ὑδροφόρον ἔδαφος ὑμῶν, ἀλλὰ καὶ ὁλοκλήρου ἀκόμη κοινότητος. Δύο ἢ τρεῖς ἐπιχειρηματικοὶ ἄνδρες διὰ φρεάτων καὶ ἀτμομηχανῶν, αἵτινες κινδυνεύουσι νὰ καταστήσωσι τὴν γείτονα ἐξοχὴν, τὴν Κηφισιὰν, εἶδος βιομηχανικοῦ κέντρου, κατώρθωσαν νὰ συγκεντρώσωσιν ὑπὲρ ἑαυτῶν τοσαῦτα ὕδατα, ὥστε κινδυνεύουσι ν’ ἀποξηρανθῶσιν ἐκεῖ κτήματα ἀπειράριθμα. Λέγω λοιπὸν, ὅτι σήμερον, μετὰ τὴν πρόοδον τῆς μηχανικῆς ἐπιστήμης καὶ τὸν ἀτμὸν, βεβαίως αἱ ἀρχαὶ τοῦ Ρωμαϊκοῦ Δικαίου δὲν εἶναι ἐπαρκεῖς πρὸς ἀποτελεσματικὴν προστασίαν τῶν ἀγροτικῶν κτημάτων. Διότι διὰ δύο ἢ τριῶν τοιούτων φρεάτων καὶ ἰσχυρῶν τινων ἀτμομηχανῶν δύνασθε νὰ συγκεντρώσητε ὑπὲρ ὑμῶν τὰ ὕδατα μιᾶς ὁλοκλήρου κοινότητος. Τί ἐγένετο κατὰ τὰ τελευταῖα ταῦτα ἔτη ἐν Κηφισιᾷ, ὡς ἐν παραδείγματι; Ἐκεῖ ὁ δῆμος Ἀθηναίων ἐπεχείρησεν ὑδραυλικὰς ἐργασίας, αἵτινες διὰ φρεάτων καὶ ἀτμομηχανῶν ἐπήνεγκον τὰ ἑξῆς ἀποτελέσματα· πρῶτον μὲν πολλὰ κτήματα ἰδιωτῶν ἐντελῶς ἀπεξηράνθησαν,— ὑποθέτω δὲ, ὅτι καὶ ἐντὸς τῆς αἰθούσης ταύτης εὑρίσκονται πολλοὶ, ὧν τὰ κτήματα οὕτως ἐβλάβησαν, — ἔπειτα δὲ τὸ ὕδωρ τοῦ Κεφαλαρίου ἐπαισθητῶς ἠλαττώθη, διότι κατωρθώθη διὰ τῶν τοιούτων ἐργασιῶν, τὰ ὕδατα, τὰ συντελοῦντα εἰς τὴν ἐπαύξησιν τῆς δεξαμενῆς τοῦ Κεφαλαρίου, ν’ ἀπορροφηθῶσι καὶ διοχετευθῶσιν ἐντὸς τοῦ Ἀδριανείου. Ἡ κατάστασις δὲ αὕτη εἶναι λίαν ἐπιζήμιος τοῖς ἐν Κηφισιᾷ κτηματικοῖς, ὡς καὶ τοῖς ἐν Ἀμαρουσίῳ καὶ ἀλλαχοῦ, οἵτινες ἐπότιζον τὰ κτήματα αὑτῶν διὰ τῶν ὑδάτων τοῦ Κεφαλαρίου. Καὶ περὶ τούτου πρέπει ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργὸς νὰ προνοήσῃ λίαν ἐγκαίρως. Ἐγὼ δὲν ἀσπάζομαι τὴν γνώμην τῶν ἰσχυριζομένων, ὅτι τὰ ὕδατα τῶν ἀρχαίων ὑδραγωγείων εἰσὶν ἀπαράγραπτα. Ἀπ’ ἐναντίας φρονῶ, ὅτι, κατὰ τὸ Ρωμαϊκὸν Δίκαιον καὶ τὸν Ἀστικὸν ἡμῶν νόμον «περὶ διακρίσεως κτημάτων», καὶ κατὰ τὰς σχετικὰς διατάξεις τῶν νόμων αὐτῶν, τά τε ὑδραγωγεῖα τὰ δημοτικὰ καὶ τὰ ὕδατα δύνανται ν’ ἀποκτηθῶσι διὰ τῆς χρησικτησίας. Καὶ οὕτως οἱ συμπολῖται ἡμῶν ἀπέκτησαν δικαιώματα καὶ ἐπὶ τοῦ Κεφαλαρίου καὶ ἐπὶ ἄλλων ὑδραυλικῶν ἔργων τῆς πάλαι πόλεως τῶν Ἀθηνῶν καὶ τῶν πέριξ. Τὸ ζήτημα τοῦτο μέχρι τινὸς ἠμφισβητεῖτο. Ἀλλὰ τὰ Δικαστήρια δι’ ἐπανειλημμένων ἀποφάσεων ἀπεδέχθησαν τὴν γνώμην ταύτην. Οὕτως ἔχομεν τὰ ὕδατα τῆς οἰκογενείας Κασσαβέτη ἐν Κηφισιᾷ, ἥτις διὰ χρησικτησίας ἐγένετο κυρία καὶ ὑδραγωγείων καὶ ὑδάτων. Ἀλλὰ διότι ἰδιῶται ἀπέκτησαν, ἢ εἶχον ὕδατα τοιαῦτα καὶ ἄλλα, πρέπει ἆρά γε νὰ ἀφεθῶσιν ἐλεύθεροι ἐντελῶς, ὡς πρὸς τὴν διαχείρισιν τῆς περιουσίας αὐτῶν ταύτης, ὅταν τοῦτο συντελῇ εἰς ζημίαν ἄλλων, ἐπίσης ἀξίων προστασίας συμφερόντων, καὶ δὴ εἰς καταστροφὴν ὁλοκλήρων κοινοτήτων; Βεβαίως οὐχί. Ἰδοὺ διατὶ, ἐπαναλέγω, ἔργον δίκαιον καὶ φιλάνθρωπον ἔσεται, ἂν ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία, ἐν προσεχεῖ μέλλοντι, ἐπιληφθῇ τῆς ἐν λόγῳ ὑποθέσεως, κανονίζουσα καταλλήλως τὰ τῆς διαχειρίσεως τῶν τοιούτων ὑδάτων ὑπὸ τῶν ἰδιοκτητῶν αὐτῶν. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, ὅταν βλέπητε, ὅτι τοσοῦτος λόγος γίνεται περὶ τῶν ζητημάτων αὐτῶν καὶ ἐν τῇ Βουλῇ καὶ ἐν τοῖς Δικαστηρίοις καὶ παρὰ τῇ κοινωνίᾳ, δικαιολογούμεθα ἐπιμένοντες ἑκάστοτε εἰς τὴν γνώμην, ὅτι εἶναι καιρὸς, ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία νὰ προνοήσῃ περὶ τῆς λύσεως αὐτῶν. Διότι τὸ ὕδωρ ναὶ μὲν εἶναι καὶ αὐτὸ δεκτικὸν ἰδιοκτησίας ἰδιωτικῆς, καὶ οὐδεὶς ἀρνεῖται τοῦτο, ἀλλ’ εἶναι καὶ τὸ στοιχεῖον τὸ ἀπαραίτητον πρὸς τὴν ὕπαρξιν κοινωνίας ἀνθρώπων. Διὰ τοῦτο, σήμερον πρὸ πάντων, τὰ περὶ τῶν ὑδάτων ζητήματα δὲν κανονίζονται διὰ νόμων, βασιζομένων μόνον ἐπὶ τοῦ ἄκρου σεβασμοῦ πρὸς τὴν ἰδιωτικὴν ἰδιοκτησίαν, ἀλλὰ συμφώνως καὶ πρὸς τὰ γενικὰ συμφέροντα τῶν κοινωνιῶν. Εὔχομαι, ὅπως κατὰ τὸ διάστημα, τὸ μετὰ τὴν λῆξιν τῆς Συνόδου ταύτης, δυνηθῶμεν νὰ ἐργασθῶμεν, ἵνα ὑποβληθῇ νόμος, καταλλήλως κανονίζων τὴν λύσιν ὅλων αὐτῶν τῶν ζητημάτων.
§104Δ. ΡΑΛΛΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§105Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§106Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Αἱ περιστάσεις, ὑφ’ ἃς εὑρίσκεται ἡ πόλις τῶν Ἀθηνῶν, ὅσον ἀφορᾷ τὴν ὕδρευσιν αὐτῆς, καὶ αἱ περιστάσεις, ὑφ’ ἃς εὑρίσκονται αἱ πέριξ τῶν Ἀθηνῶν ἀγροτικαὶ κοινότητες, ἐπιβάλλουσιν ἐξαιρετικὰ μέτρα. Ἡ πόλις τῶν Ἀθηνῶν καθ’ ἡμέραν αὐξάνει, αἱ ἀνάγκαι δὲ τῶν κατοίκων αὐτῆς εἶναι πολὺ μεγαλείτεραι κατὰ τοὺς σημερινοὺς χρόνους παρ’ ὅ,τι ἦσαν εἰς προγενεστέρους. Σήμερον ἕκαστος πολίτης ἔχει δι’ ἑαυτὸν ἀνάγκην πολὺ περισσοτέρου ὕδατος παρ’ ὅσον εἶχεν ἄλλοτε· ἐνῷ δὲ ἡ πόλις ἔχει καθ’ ἡμέραν ἀνάγκην μεγαλειτέρου ποσοῦ ὕδατος, ἀποδεικνύεται ὁλονέν, ὅτι δὲν εἶναι εἰς κατάστασιν, ὅπως ἔχῃ αὐτό, νὰ τὸ φέρῃ μακρόθεν διὰ τεχνικῶν ἔργων διοχετεύσεως. Ἡ μεταφορὰ τῶν ὑδάτων τῆς Στυμφαλίας, ἢ τῶν ὑδάτων τῆς Βοιωτίας, ὑδάτων γνωστῶν καὶ βεβαίων, φαίνεται δυστυχῶς τόσον πολυδάπανος, ὥστε αἱ ἀρχαὶ αἱ δημόσιαι καὶ αἱ δημοτικαὶ ἐτράπησαν πρὸς ἄλλην ὁδόν, τὴν ὁδόν, ἥτις τὰ ὕδατα ζητεῖ νὰ εὕρῃ καὶ προμηθευθῇ ἐντὸς τοῦ λεκανοπεδίου τῶν Ἀθηνῶν. Ἐντὸς τοῦ λεκανοπεδίου τῶν Ἀθηνῶν τὰ ὕδατα δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εὑρεθῶσιν ἢ διὰ διατρήσεως τοῦ ἐδάφους, δι’ ὑπογείων στοῶν, διὰ μεταφορᾶς ὑπογείως ἐκ τῶν πηγῶν τοῦ Κηφισοῦ ποταμοῦ. Ἀλλὰ ποῖον ποσὸν καὶ βέβαιον καὶ διαρκὲς θὰ εὑρεθῇ οὕτως, ἄγνωστον. Ὁ νόμος τοῦ 1889 καὶ τοῦ 1900 σκοπὸν εἶχε νὰ δώσῃ εἰς τὴν δημοτικὴν ἀρχὴν τὸ δικαίωμα ν’ ἀναζητῇ ὕδατα ἐν παντὶ ἰδιωτικῷ κτήματι, εἴτε διὰ στοῶν ὑπογείων, εἴτε διὰ καθαρισμοῦ τῶν ὑδραγωγείων, ὅθεν δήποτε διέρχονται, καὶ αὐξήσῃ τὸ ποσὸν τῶν ὑδάτων τῆς πόλεως. Αὐτὴ ὅμως ἡ μέθοδος εἵπετο ν’ ἀποδειχθῇ ὀλιγώτερον πρακτικὴ τῆς ἄλλης μεθόδου, τῆς μεθόδου, ἥτις λέγει πρὸς πάντα ἰδιώτην, ἐντὸς τοῦ λεκανοπεδίου ἔχοντα ὑδροφόρον κτῆμα, ὅτι, ἐὰν ἐν τῷ κτήματι αὐτοῦ ἔχῃ ἤδη ἢ δύναται νὰ εὕρῃ δι’ ἰδίων αὑτοῦ ἐργασιῶν ὕδατα, προσφέρεται ὁ δῆμος τῶν Ἀθηναίων νὰ τὰ ἀγοράσῃ. Εἵπετο ἐξ αὐτῆς τῆς προσκλήσεως τοῦ δήμου πρὸς πάντα ἰδιοκτήτην ὕδατος πέριξ τῆς πόλεως νὰ ἴδωμεν πλείστους ἐπιδιδομένους εἰς ἀναζήτησιν ὑδάτων. Διὰ τοῦτο ἀπό τινος χρόνου δὲν βλέπει τις ἄλλο πέριξ ἢ ἐπιχειρηματίας, ἐλπίζοντας νὰ εὕρωσιν ὑδροφόρα στρώματα, καὶ ἐπιδιδομένους εἰς διατρήσεις, τῶν ὁποίων ἐσχάτως τὰ μέσα καὶ ἡ μέθοδος ἐτελειοποιήθησαν περισσότερον ἢ πρίν. Οὕτως ἀνευρίσκονται ἐνίοτε ὕδατα, καὶ οἱ εὑρέται ἔρχονται εἰς διαπραγματεύσεις μετὰ τοῦ δήμου, ὅπως πωλήσωσι ταῦτα. Οὕτως ἀληθὴς βιομηχανία ὑδρευτικὴ ἤρξατο ἀπό τινος κινουμένη ἐν τῷ λεκανοπεδίῳ, καὶ ἰδίως εἰς τὰς περιφερείας, ἐξ ὧν ὑδρεύονται αἱ μεγάλαι ἀγροτικαὶ κοινότητες, αἱ πέριξ τῶν Ἀθηνῶν, καὶ τοῦτο, διότι ὁ δῆμος τῶν Ἀθηναίων, καταλιπὼν πᾶσαν ἰδέαν μεταφορᾶς ὑδάτων ἔξωθεν τῆς Ἀττικῆς, ζητεῖ νὰ προμηθευθῇ τὸ ἀναγκαιοῦν ὕδωρ διὰ τῆς περισυλλογῆς μικρῶν ποσῶν ἐντὸς τοῦ λεκανοπεδίου ἐπὶ ἁδρᾷ καὶ λίαν ἐπικερδεῖ τιμῇ, ἐπικερδεστέρα ἢ ἂν τὰ ὕδατα ταῦτα ἀρδεύουν ἀγροὺς καὶ κήπους. Αἱ ἐργασίαι ὅμως αὗται, αἱ ἰδιωτικαί, πρὸς μεταπώλησιν εἰς τὸν δῆμον Ἀθηναίων πάντων τῶν ὀλίγων ὑδάτων τοῦ λεκανοπεδίου εἵπετο ν’ ἀποδείξωσιν, ὅτι οἱ νόμοι οἱ προηγούμενοι, οἱ ἐπιτρέψαντες καὶ ἐνισχύσαντες τὴν ἀναζήτησιν καὶ μεταπώλησιν πρὸς ἀστικοὺς ἀποκλειστικῶς σκοποὺς πάντων τῶν ὑδάτων τοῦ λεκανοπεδίου, παρεσκεύασαν τὴν βαθμιαίαν ἀποστέρησιν τῶν ὑδάτων μεταξὺ τῶν περὶ τὴν πόλιν ἀγροτικῶν κοινοτήτων, ἐξ ὧν ἐπίσης συντηρεῖται καὶ θὰ συντηρῆται ἡ πόλις τῶν Ἀθηνῶν, διότι αὗται ἐφοδιάζουν καθ’ ἑκάστην διὰ τῶν προϊόντων τῶν λαχανοκήπων καὶ ὀπωροκήπων αὐτῶν τὴν πρωτεύουσαν. Τούτους ὅμως δὲν θὰ ὑπάρχωσιν ὕδατα νὰ συντηρῶσιν, ἂν ἐξακολουθήσῃ ἡ ἀφαίρεσις τῶν ὑδάτων, Ἐὰν θελήσητε διὰ τῶν μέσων τῶν διοικητικῶν, ἢ διὰ τῶν κειμένων νόμων, νὰ παρακωλύσητε τὰς ἐργασίας αὐτάς, ἀμφιβάλλω, ἂν θὰ εὕρητε νόμον, ἐφ’ οὗ νὰ στηριχθῆτε, διότι οἱ νόμοι θέλουσιν, ὅταν ἀνευρίσκῃ τις ἐν τῷ ἰδίῳ κτήματι ὕδατα, νὰ γίνηται κύριος αὐτῶν, καὶ νὰ τὰ διαθέτῃ εἴτε ὑπὲρ δήμου, ὡς ὁ τῶν Ἀθηναίων, εἴτε ὑπὲρ οἱουδήποτε ἄλλου. Ὥστε, ἐφ’ ὅσον μὲ τὴν κειμένην νομοθεσίαν θέλομεν νὰ παρακωλύσωμεν τὴν ἀναζήτησιν καὶ μεταπώλησιν τῶν ὑδάτων, ὧν ἀφ’ ἑτέρου ἔχουσιν ἀνάγκην αἱ ἀγροτικαὶ κοινότητες, αἱ καλλιεργοῦσαι τὸ λεκανοπέδιον, δὲν θὰ δυνηθῶμεν νὰ φθάσωμεν εἰς νόμιμα καὶ δίκαια ἀποτελέσματα. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι εἶναι ἀνάγκη τῆς παρεμβάσεως τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας. Ἐὰν εἰς ἄλλους τόπους, ὅπου τὰ ὕδατα εἶναι ἄφθονα, διότι καὶ τὰ βρόχιμα εἶναι περισσότερα καὶ τὰ πηγαῖα καὶ τὰ διὰ ποταμῶν καὶ διωρύγων μεταφερόμενα, καὶ ὑπηρετοῦσιν ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον ἐπαρκῶς τὰς ἀνάγκας τῶν κατοίκων, ἐπιβάλλωσι περιορισμοὺς εἰς τὸ δικαίωμα τῆς ἰδιοκτησίας ἐπὶ τῶν ὑδάτων, χάριν γενικωτέρων καὶ σπουδαιοτέρων συμφερόντων, πολὺ περισσότερον νομίζω ὅτι ἐπιβάλλεται ἡ ἀνάγκη αὕτη παρ’ ἡμῖν, ὅπου τὰ ὕδατα ὀλιγώτερα, καὶ ὅπου, ἐὰν ἀφεθῇ ἀπολύτως ἐλεύθερον τὸ δικαίωμα τῆς διαθέσεως τῶν ὑδάτων μὲ μόνον τὸ ἐλατήριον, ὅπερ ἀπό τινος ἐγεννήθη, τοῦ χρηματικοῦ ἰδιωτικοῦ συμφέροντος, θὰ ἀδικήσωμεν πολλὰς καὶ χρησιμωτάτας κοινότητας, περὶ ὧν δικαίως πολὺς ἐγένετο λόγος ἐν τῇ Βουλῇ. Διὰ τοῦτο φρονῶ, ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ μεταφέρωμεν καὶ ἡμεῖς τὴν νομοθεσίαν, ἣν ἀλλαχοῦ ἐφαρμόζουσιν ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει. Ὅταν ὕδατα ἰδιωτικὰ ἦναι ἀναγκαῖα εἰς κοινότητας, τὸ συμφέρον τῆς κοινότητος πρέπει νὰ κατισχύσῃ τοῦ ἰδιωτικοῦ, καὶ πρέπει νὰ παρακωλύηται ὁ ἰδιοκτήτης αὐτῶν ἀπὸ τοῦ νὰ διαθέτῃ αὐτὰ ἐπὶ βλάβῃ τῆς κοινότητος, ὅταν αὕτη ἔχῃ ἀνάγκην αὐτῶν, ἐννοεῖται ἐπὶ ἀποζημιώσει. Ἐνῷ τὸ δικαίωμα τοῦτο ὑπὲρ τῶν κοινοτήτων ἀναγράφεται ἐν τῷ Γαλλικῷ κώδικι ἀπὸ τῶν ἀρχῶν τοῦ παρελθόντος αἰῶνος, οὐχ ἧττον κατὰ τὸ 1878 ἐν Γαλλίᾳ, ὅτε ἐνομοθετεῖτο νέος ἀγροτικὸς κῶδιξ, καθιερώθη πάλιν ῥητῶς καὶ σαφῶς τὸ δικαίωμα, ὅπως ἀφαιρῶνται τὰ ὕδατα τὰ ἰδιωτικὰ ὑπὲρ τῶν κοινοτήτων, καὶ ἀφαιρῶνται οὐ μόνον διὰ τὰς ἀνάγκας τὰς προσωπικὰς τῶν κατοίκων τῆς κοινότητος, ἀλλὰ καὶ διὰ τὰς ἀγροτικάς, παρεμποδίζηται δὲ ὄχι ἁπλῶς ἡ μεταβολὴ τοῦ ῥοῦ τῶν τοιούτων ὑδάτων, ἀλλ’ οἱαδήποτε χρῆσις αὐτῶν παρὰ τοῦ ἰδιοκτήτου, ἡ ὁποία δύναται νὰ βλάψῃ τὰ συμφέροντα τῆς κοινότητος. Νομίζω ὅτι καὶ παρ’ ἡμῖν εἶναι δυνατὸν καὶ πρέπον διὰ νομοθετήματος νὰ καθιερωθῇ ἡ αὐτὴ διάταξις, ὅπως ὕδατα οὐ μόνον ἀνέκαθεν ὑπάρχοντα, ἀλλὰ καὶ ἀνευρισκόμενα τυχὸν δι’ ἐργασιῶν οἱωνδήποτε παρ’ ἰδιωτῶν, ἀναγκαιοῦντα δ’ εἰς κοινότητας πρὸς συντήρησιν αὐτῶν, εἴτε ἐν ταῖς ἀγροτικαῖς ἐργασίαις, μὴ ἀφαιρῶνται ὑπὸ τοῦ ἰδιοκτήτου, δικαιουμένου βεβαίως εἰς τὴν δικαίαν ἀποζημίωσιν. Ἐπειδὴ δὲ καθ’ ἡμέραν αὐξάνει ὁ πληθυσμὸς τῶν Ἀθηνῶν, καὶ καθ’ ὅσον αὐξάνει, αὐξάνουν καὶ αἱ ἀνάγκαι αὐτοῦ αἱ πρὸς συντήρησιν, διότι τὸ μέρος, ἐξ οὗ λαμβάνει κατὰ πρῶτον λόγον τὰ πρὸς τροφὴν προϊόντα τῆς γῆς, εἶναι τὰ περίχωρα τῆς πόλεως, δηλαδὴ οἱ λαχανόκηποι καὶ τὰ ὀπωροφόρα δένδρα τοῦ λεκανοπεδίου, τὸ δὲ λεκανοπέδιον δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ καλλιεργῆται, εἰμὴ ἐφ’ ὅσον ὑπάρχουσιν ὕδατα, ἐννοεῖται, ὅτι εἶναι οὐ μόνον ὑπὲρ τῶν κοινοτήτων, ἀλλὰ καὶ πρὸς τὸ συμφέρον τῆς πόλεως τῶν Ἀθηνῶν, ὑπὲρ τῆς ὁποίας ἐργάζονται αἱ κοινότητες, νὰ ἰσχύσῃ τοιαύτη διάταξις. Ἂν ἡ πόλις τῶν Ἀθηνῶν ἔχῃ ἀνάγκην ὑδάτων διὰ τὴν ὕδρευσιν τῶν κατοίκων αὐτῆς, διὰ τὴν καθαριότητα, τὸ κατάβρεγμα, τὰς βιομηχανικὰς ἀνάγκας, τὰ ὕδατα ταῦτα δὲν πρέπει νὰ λάβῃ ἀπὸ τὰς κοινότητας καὶ τοὺς κήπους αὐτῶν, καθιστῶσα δύσκολον τὴν ἐργασίαν καὶ τὴν πρόοδον αὐτῶν, ἀλλὰ ἀνάγκη νὰ τὰ ζητήσῃ ἀλλαχόθεν. Εἶναι πλάνη, ὅτι ἀναζητοῦσα δι’ ἀνορύξεως νέων φρεάτων ἐν τῷ λεκανοπεδίῳ ὕδατα καὶ ἀνευρίσκουσα τοιαῦτα, δὲν ἀφαιρεῖ τὰ ὑπάρχοντα ὕδατα. Ὅ,τι ἐκβιάζεται διὰ τῆς διατρήσεως τοῦ ἐδάφους ν’ ἀναφανῇ ἔν τινι ἀγρῷ, ἀφαιρεῖται ἐξ ἄλλου μέρους, ἔνθα ἐτροφοδότει ἄλλο φρέαρ ἢ ἄλλην πηγήν. Τὰ πλεῖστα ὕδατα εἶναι τοῦ Ἀδριανείου ὑδραγωγείου, διαρραγέντος ἢ καταπεσόντος, καὶ διὰ δικτύου ἐκμυζῶντος ὅλα τὰ ὕδατα τοῦ λεκανοπεδίου. Ἑπομένως τὰ αὐτὰ ὕδατα, τὰ ὁποῖα μόλις ἐπαρκοῦσι, μεταθέτομεν ἀπὸ τοῦ ἑνὸς εἰς τὸ ἄλλο μέρος, χωρὶς πράγματι ν’ ἀνακαλύπτωμεν καὶ προσθέτωμεν νέα ὕδατα διὰ τὰς ἀνάγκας τῶν κατοίκων. Διὰ τοῦτο δικαιολογεῖται νομοθετικὸν μέτρον, θέτον περιορισμὸν εἰς τὴν βιομηχανίαν τῆς διὰ μετακινήσεως ἀφαιρέσεως τῶν ὑδάτων ἀπὸ τὰς κοινότητας, βιομηχανίαν, ἥτις περισσότερον τῶν κοινοτήτων ζημιοῖ τὰς Ἀθήνας. Μὲ τὴν πεποίθησιν ταύτην, ἐπαναλαμβάνω συνιστῶν, ὅπως διὰ νομοθετικοῦ μέτρου καθιερωθῇ καὶ παρ’ ἡμῖν ἡ ἀρχὴ αὕτη. Δὲν εἴμεθα οἱ πρῶτοι. Πολλαὶ νομοθεσίαι ἔχουν ταύτην, καὶ λειτουργεῖ ἀπὸ μακρῶν χρόνων. Εἶναι δικαία, διότι στηρίζεται ἐπὶ τοῦ κοινοῦ, τοῦ γενικοῦ συμφέροντος ὑπὲρ τὸ ἰδιωτικόν· εἶναι πρᾶγμα, ὅπερ ἀποτελεῖ πρώτην ἀνάγκην τῆς ζωῆς καὶ τῆς ἐργασίας τῆς γῆς, τὸ ὕδωρ. Ἄλλως, συμφώνως πρὸς τὸ Σύνταγμα, θὰ δίδηται καὶ δικαία ἀποζημίωσις. Ἡ ἀποζημίωσις δὲ θὰ κανονίζηται οὐχὶ κατὰ τὴν ἀξίαν τῶν ὑδάτων, ἣν ἔχουσιν, ἐὰν πωληθῶσι σήμερον εἰς τὸν δῆμον τῶν Ἀθηναίων, ἀλλὰ κατὰ τὴν ἀξίαν, ἣν ἔχουσι πρὸ τῆς πωλήσεως, καὶ ἐν τῷ τόπῳ, ἔνθα τὰ ἔχει ὁ ἰδιοκτήτης. Διότι τὸ νὰ ζητῇ τις δι’ ἐργασίας σήμερον ἐν τῷ ἰδίῳ κτήματι νὰ ἀνεύρῃ ὕδατα, ἵνα τὰ μεταπωλήσῃ εἰς τὸν δῆμον, καὶ νὰ ἀπαιτῇ ἀπὸ τὰς κοινότητας μεγάλα διὰ τοῦτο ποσὰ, δηλ. ὅσα προσφέρει ὁ δῆμος, τοῦτο οὔτε νόμιμον οὔτε δίκαιον εἶναι. Ἡ ἀποζημίωσις λόγῳ δημοσίας ἀνάγκης ἐπ’ αὐτῇ τῇ βάσει πάντοτε γίνεται, δηλ. ἐπὶ τῇ τιμῇ, ἣν ἔχει τὸ ὕδωρ ἐν τῷ τόπῳ. Ὁ ἔχων ὕδωρ, ὅπερ μεταχειρίζεται δι’ ἰδίας ἀνάγκας, ἔχει δικαίωμα νὰ ζητήσῃ νὰ τιμηθῇ τὸ ὕδωρ εἰς τὴν ἀξίαν τῶν ἀναγκῶν, τὰς ὁποίας πληροῖ εἰς τὸ κτῆμά του, πᾶσα δὲ ὑπερτέρα ἀξία εἶναι ἄδικος. Ἐὰν δέ τις ἀναζητῇ ὕδωρ, ὅπως τὸ μεταπωλήσῃ εἰς ὑπερτέρας τιμὰς εἰς ἄλλους, τοῦτο δὲν πρέπει νὰ μεταβάλῃ τὸ δικαίωμα, καὶ οὐδεμία ἀποζημίωσις πρέπει νὰ δίδηται ἐπὶ τῇ βάσει διαγωνισμοῦ ἐπὶ τῆς τιμῆς.
§107ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Καίτοι ἐπανειλημμένως πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν καὶ πέρυσιν εἰδικῶς ἐπὶ τοῦ θέματος τῆς ἀποξηράνσεως τοῦ ἐδάφους Κουκουβαούνων ὡμίλησα, ἐν τούτοις, παρακληθεὶς ὑπὸ τῶν ἀντιπροσώπων τῆς κοινότητος Κουκουβαούνων, ὅπως ἑνώσω τὴν φωνήν μου πρὸς τὴν τῶν ἄλλων ἐνταῦθα συναδέλφων μου, ὑποδεικνύων εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὴν ὑποχρέωσιν, ἣν εἶχεν, ὅπως σώσῃ τὴν πεδιάδα ἀπὸ τῆς ἀποστραγγίσεως, ἣν ὑφίσταται, λαμβάνω ἐπ’ ὀλίγον τὸν λόγον. Τὰ προταθέντα ὑπὸ τῶν συναδέλφων μου, ἄλλα μὲν ἐγγύτερον, ἄλλα δ’ ἀπώτερον, ἔχουσι λόγον ἐπανορθώσεως ἢ ἀναστολῆς τοῦ γενομένου κακοῦ. Καὶ νομίζω, ὅτι ἐπιβάλλεται τῇ Κυβερνήσει, εὐθὺς μὲν ἀμέσως νὰ προνοήσῃ περὶ τοῦ τρόπου τῆς ἀναστολῆς τοῦ κακοῦ, ὅπερ ἀπεδείχθη ὅτι ἐπέρχεται, καὶ μάλιστα ἰσχυρότατον, νὰ μελετήσῃ δὲ τὸ ζήτημα, ὅπως ἔπειτα προσενεχθῶσιν ἐνταῦθα προτάσεις νομοθετικαί, αἵτινες, εἴτε ἔχουσι τὸν χαρακτῆρα τῆς προτάσεως, τῆς ἀληθῶς σπουδαίας, τοῦ κ. Βουλευτοῦ Μεσολογγίου, εἴτε ἄλλον, θέλουσι κανονίσει τὰ τῶν ὑδάτων οὐ μόνον ἐν Ἀττικῇ, ἀλλ’ ἐν πάσῃ τῇ Ἑλλάδι. Ἐψηφίσθη καὶ ἄλλοτε νόμος πρὸς τὸν αὐτὸν σκοπὸν, πρὸς ὃν ὁ νόμος ὁ νῦν παραγαγὼν τὰ ἀποτελέσματα, δι’ ἃ ὁ λόγος, ἀλλ’ ἐκτὸς τῶν ἀτελειῶν, αἵτινες παρετηρήθησαν ἐν τῷ νόμῳ τούτῳ, ἅμα τῇ ἀναγνώσει αὐτοῦ, καὶ ἄλλων, αἵτινες κατὰ τὴν ἐφαρμογὴν παρουσιάσθησαν, ὁ νόμος ἐκεῖνος ἦτο προσωρινός. Διότι, ὅτε προεβλήθη ὁ νόμος ἐκεῖνος εἰς τὴν Βουλήν, ὑπῆρχον πολλοὶ ἐνδοιασμοί· καὶ ἀκριβῶς ἐκ τῶν ἐνδοιασμῶν τούτων, οὓς ἔρχονται νῦν τὰ πράγματα νὰ κυρώσωσι, δὲν ἐδέχθη ἡ τότε Κυβέρνησις νὰ δώσῃ εἰς τὸν νόμον ἔκτασιν ἰσχύος μακροτέραν τῆς τριετίας. Μετὰ δὲ τὴν ἐπὶ τριετίαν χρῆσιν τοῦ νόμου, ἐπειδὴ ἐπείσθησαν οἱ τότε καὶ οἱ ἔπειτα κυβερνῆται, ὅτι δὲν ὑπῆρξεν ἱκανὴ δικαιολογία, ὅπως τοιαύτη τις ἐνέργεια ἐπιχειρηθῇ ἐν τῷ λεκανοπεδίῳ Ἀθηνῶν, μέχρι τοῦ 1900 οὐδὲν περὶ τούτου ἐνηργήθη. Εἶναι ἄρα τελείως ἄχρηστος ἡ παράθεσις τοῦ ἄρθρου τούτου πρὸς τὸν νόμον τοῦ ἔτους 1889, εἶναι δὲ καὶ ὄχι ἐντελῶς ἀκριβής, καθ’ ἃ ἐλέχθη ἤδη ὑπὸ τοῦ συναδέλφου Βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς, διότι οἱ ὅροι οἱ διάφοροι, οὓς ἐμνημόνευσεν ἐκεῖνος, πρὸς τοὺς ὅρους τοὺς ἐνταῦθα εὑρισκομένους καὶ ἀφορῶντας εἰς ἐξασφάλισιν ἢ ἀποζημίωσιν πρὸς τοὺς ζημιουμένους διὰ τὴν κατάπαυσιν τῶν προσόδων αὐτῶν, εἶναι πάντη διάφοροι καὶ ξένοι τῶν διατάξεων τοῦ ἄρθρου. Ταῦτα εἶχον νὰ προσθέσω ἐπὶ τοῦ ζητήματος, φρονῶν, ὅτι ἐπὶ τούτου ἡ συζήτησις εἶναι ἐξηντλημένη.
§108Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Τὸ θέμα εἶναι σπουδαιότατον, ἔφθασε δὲ ἐγκαίρως εἰς τὰς ἀκοάς μου. Οἱ κάτοικοι τῶν Κουκουβαούνων παρουσιάσθησαν πρὸς ἐμέ, φέροντες ἀναφορὰν καὶ παριστῶντες τὰ δίκαιά των. Εὗρον τὰ παράπονα αὐτῶν εὐλογώτατα, καὶ ἐκάλεσα τὸν δήμαρχον, εἰς τὸν ὁποῖον ἐπέβαλον νὰ παύσῃ τὰς ἐργασίας, ἐγὼ δὲ ἀμέσως ἠσχολήθην εἰς τὴν μελέτην τῶν σχετικῶν νόμων. Νομίζω δέ, ὅτι, καίτοι βεβαίως οἱ νόμοι οἱ σχετικοὶ ἔχουσι τὰς ἀτελείας των, δὲν ἔχουσι τοσαύτας ἀτελείας, δι’ ὅσας κατηγοροῦμεν αὐτούς. Διότι καὶ ὁ νόμος τοῦ 1889 περιέχει πολλὰς λεπτομερείας, καὶ πρὸ πάντων λαμβάνει πᾶσαν πρόνοιαν περὶ ἐξασφαλίσεως τῆς δικαίας ἀποζημιώσεως τῶν ἰδιοκτητῶν τῶν γαιῶν, αἱ ὁποῖαι ἤθελον καταληφθῇ ἕνεκα τῆς ἀνάγκης τῆς ἀνευρέσεως ὑδάτων, ἀφοῦ ἐξασφαλίζῃ τὴν ἀποζημίωσιν αὐτῶν κατὰ τὴν γνωστὴν διάταξιν τοῦ πεμπτημορίου τοῦ δήμου. Καὶ οὕτως ὁ νομοθέτης λύει τὸ ζήτημα τοῦτο μετὰ πάσης προνοίας. Ἀλλὰ καὶ ὁ τελευταῖος νόμος νομίζω, ὅτι δὲν ἔχει τὰς ἀτελείας, τὰς ὁποίας κατηγορήθη ὅτι ἔχει. Διότι ὁ τελευταῖος νόμος κατὰ τί διαφέρει τοῦ προηγουμένου; ὅτι οὗτος λέγει, ὅτι διὰ νὰ ἐπιτραπῇ ἡ ἐργασία αὕτη εἰς γήπεδον ἢ ἀγρὸν ἐν τῷ λεκανοπεδίῳ Ἀττικῆς, πρέπει ἡ ἀνάγκη νὰ βεβαιωθῇ, ὡς παρετήρησεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς, ὑπὸ τοῦ μηχανικοῦ τοῦ δήμου. Καὶ μετὰ τοῦτο τί λέγει; Ὅτι ἐκτὸς πράξεως τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου πρέπει νὰ συνέλθῃ ἐπιτροπή, ἀποτελουμένη ἀπὸ τὸν νομάρχην, ἀπὸ ἕνα ἐπιθεωρητὴν μηχανικὸν καὶ ἀπὸ τὸν Πρόεδρον τοῦ Νομαρχιακοῦ Συμβουλίου, ἵνα ἀποφανθῇ καὶ αὕτη, ἐὰν ὑπάρχει ἀνάγκη. Βεβαίως δὲ δύναται τότε ἡ ἐπιτροπὴ αὕτη νὰ γνωματεύσῃ, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀνάγκη πάντοτε, ὁσάκις ὁ μηχανικὸς τοῦ δήμου νομίζῃ, ὅτι ὑπάρχει. Οὕτω δὲ ἠδυνήθη νὰ ἀποφύγῃ πολλὰ ἄτοπα, τὰ ὁποῖα ἦτο δυνατὸν νὰ γεννηθῶσιν. Ἀλλ’ ὁ νόμος τοῦ 1900, λέγω, παρέλειψε τὴν διαδικασίαν ταύτην τῆς ἀποφάσεως περὶ τῆς ὑπάρξεως ἀνάγκης ἐπιτροπῆς, ἡ ὁποία ἀποτελεῖται ὡς ἠκούσατε, καὶ λέγει, ὅτι πάντα ταῦτα εἶναι ἔργα δημοσίας ἀνάγκης, καὶ ὅτι πάντοτε, προτοῦ ἐπιχειρηθῶσιν αἱ ἐργασίαι αἱ σχετικαὶ πρὸς αὐτὰ, θὰ προηγηθῇ ἡ ἀποζημίωσις. Ἑπομένως, κατὰ τὴν ἰδικήν μου γνώμην, πρέπει ὄχι πλέον ἡ ἐπιτροπὴ ἐκ τοῦ νομάρχου, τοῦ ἐπιθεωρητοῦ καὶ τοῦ προέδρου τοῦ Νομαρχιακοῦ Συμβουλίου ν’ ἀποφανθῇ ἐπὶ τῆς ἀνάγκης, ἀλλ’ αὐτὴ ἡ διοικητικὴ ἀρχή. Διότι, διὰ νὰ χαρακτηρισθῇ ἔργον τι δημοσίας ἀνάγκης, πρέπει νὰ προηγηθῇ ὁ χαρακτηρισμὸς οὗτος καὶ δοθῇ ὑπὸ τῆς διοικητικῆς ἀρχῆς. Τὴν παρατήρησιν ταύτην ἔκαμον, καὶ ἐζήτησα νὰ μάθω, ἐὰν τῳόντι αἱ διατυπώσεις αὗται ἐτηρήθησαν. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου παρετήρησα καὶ ἕτερον ἐπιχείρημα ὑπὲρ ἐμοῦ, διδόμενον ἐκ τοῦ νόμου, καὶ δυνάμενον νὰ φέρῃ εἰς ἀποτελέσματα εὐάρεστα, καίτοι φρονῶ, ὅτι τὸ ζήτημα τοῦτο δὲν δύναται νὰ λυθῇ διὰ τοιούτων μέτρων. Οἱ τίτλοι τῶν νόμων τοῦ 1889 καὶ 1892 ἔχουσιν οὕτω: «Περὶ ἐκτελέσεως ἐργασιῶν ἐν τῷ λεκανοπεδίῳ Ἀθηνῶν πρὸς ἀνεύρεσιν ὑδάτων». Καὶ ὁ νόμος τοῦ 1900 τὸν αὐτὸν τίτλον ἔχει. Ὡς πρῶτον ἀντικείμενον τοῦ νόμου βεβαίως δὲν εἶναι ἡ ἀνεύρεσις ὑδάτων, οὔτε ἐργασίαι πρὸς ἀνεύρεσιν ὑδάτων. Ἐὰν ἡ δημοτικὴ ἀρχὴ ἔρχεται παραπλεύρως πρὸς τὸ κτῆμα τοῦ ἀγρότου, ἐν ᾧ οὗτος ἔχει ἀνορύξει φρέαρ καὶ ἀντλεῖ ὕδωρ, καὶ χαράξῃ τάφρον, καὶ οὕτως ἀποστραγγίζει τὸ ὕδωρ τοῦ ἀγροτικοῦ κτήματος, δὲν εἶναι ἀνεύρεσις ὕδατος. Ἡ ἔννοια τοῦ νόμου, κατ’ ἐμέ, εἶναι νὰ ἐπιτραπῇ ἐργασία τοιαύτη πρὸς ἀνεύρεσιν ὑδάτων ἐκεῖ, ὅπου πράγματι δὲν εἶναι εἰς τὴν ἐπιφάνειαν τὸ ὕδωρ, διότι, ἐὰν ἦναι εἰς τὴν ἐπιφάνειαν, θὰ ἔχητε μίσθωσιν ἢ ἀγορὰν τοῦ ὕδατος. Ἀλλὰ ὁ νόμος δὲν λέγει νὰ εὑρεθῇ ὕδωρ εἰς βάθος 30 ἢ 100 μέτρων ἀπὸ τῆς ἐπιφανείας. Ὑπὸ τοιοῦτον πνεῦμα γίνεται ἡ ἐργασία ἐν τῷ ζητήματι τούτῳ. Ἐν τούτοις μετὰ τὰς παρατηρήσεις μου προέβην εἰς τὴν παῦσιν τῶν ἐργασιῶν εἰς Κουκουβάουνες. Ἀλλ’ ἐπ’ αὐτοῦ βεβαίως θέλει ἀσχοληθῆ ἡ Κυβέρνησις.
§109Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Εἶναι ἀμφίβολον ἐὰν ἡ γνώμη σας θὰ ἐφαρμοσθῇ ἐνώπιον τῶν Δικαστηρίων.
§110Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Θὰ τὴν ἐφαρμόσωμεν διοικητικῶς.
§111Α. ΡΙΚΑΚΗΣ. Καὶ ἡ μία θεωρία καὶ ἡ ἄλλη εἰσὶν ὀρθαί, ἀλλὰ δὲν ἐξασφαλίζουσι τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἡ πρακτικὴ καὶ ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ νόμου ἀπέδειξεν ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ διορθωθῇ. Πρόκειται περὶ βλάβης κοινότητος ξένης τοῦ δήμου Ἀθηναίων, ἀπειλουμένης νὰ στερηθῇ τοῦ ὕδατος αὑτῆς, ἐξ οὗ συντηρεῖται. Ἡ θεωρία τοῦ κ. Βουλευτοῦ Μεσολογγίου εἶναι ὀρθοτάτη, ἀλλὰ περιορίζεται εἰς τὸν κύκλον τῆς ἐνεργείας τῆς δημοτικῆς ἀρχῆς, τοῦ νὰ ἀπαγορεύῃ εἰς ἰδιοκτήτας νὰ ἀνευρίσκωσιν ὕδωρ καὶ νὰ τὸ μεταχειρίζωνται πρὸς πώλησιν. Εἶναι θεωρία χωριστὴ ἀπὸ τὴν παροῦσαν συζήτησιν. Καὶ αὐτὴ ἡ θεωρία καὶ ἡ ἄλλη δὲν θεραπεύουσι τὸ ζήτημα, τὴν ἀνάγκην, ἡ ὁποία παρουσιάζεται πρὸ ἡμῶν. Πρόκειται περὶ τούτου. Εἶναι δυνατὸν καὶ δυνάμει τοῦ νόμου νὰ ἔρχηταί τις εἰς τὴν περιφέρειαν ἄλλης κοινότητος, νὰ διατρυπᾷ τὸ ἔδαφος καὶ ἀποστραγγίζῃ τὴν γῆν καὶ ἀποστερῇ τὴν κοινότητα τοῦ ὕδατος; Καὶ ἂν ἦναι δυνατὸν, ποία περὶ τούτου δέον νὰ ληφθῇ πρόνοια; Ἡ ἀναζήτησις καὶ ἡ ἀφαίρεσις ὕδατος ἀπὸ κοινότητος, τῆς ὁποίας ἡ ὕπαρξις ἀπειλεῖται ἐκ τούτου, βεβαίως πρέπει ν’ ἀπαγορευθῇ. Ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἠκούσατε, ὅτι ἡ Κηφισιὰ, ἡ Κουκουβάουνες, τὸ Χαλάνδρι καταστρέφονται χάριν τῶν Ἀθηνῶν. Περὶ τούτου πρέπει νὰ ληφθῇ πρόνοια· καὶ ἐὰν αἱ Ἀθῆναι ἔχωσιν ἀνάγκην ὕδατος, πρέπει νὰ γείνῃ ἄλλη σκέψις, διότι οὔτε ἡ μία θεωρία, οὔτε ἡ ἄλλη ἐξασφαλίζουσι τὸ ζητούμενον παρ’ ἡμῶν, δηλαδὴ τὸ νὰ προλάβωμεν τὴν καταστροφὴν τῶν ἄλλων κοινοτήτων.
§112Δ. ΡΑΛΛΗΣ. (Ὄρα Παράρτημα).
§113Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. (Ὄρα Παράρτημα).
§114Δ. ΡΑΛΛΗΣ. (Ὄρα Παράρτημα).
§115Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Εὐχάριστον εἶναι, κύριε Πρόεδρε, ὅτι συνέπεσαν ἐπὶ τέλους αἱ γνῶμαι πάντων εἰς τὸ ἑξῆς συμπέρασμα· ὅτι εἶναι ἀνάγκη νομοθετικῆς προνοίας πρὸς ἐπίλυσιν ὅλων τούτων τῶν ζητημάτων. Ποῖα δὲ εἰσὶ τὰ ζητήματα; Τὰ ζητήματα εἰσὶ τὰ ἑξῆς· ὅτι ἡ χρῆσις τοῦ ὕδατος δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιτρέπηται τοσοῦτον ἀπολύτως, τοσοῦτον ἐλευθέρως, ὅπως εἶναι ἐπιτετραμμένη πᾶσα ἄλλη ἐργασία, ἢ διάθεσις ἄλλου κτήματος, τοῦτο δὲ, ἕνεκα λόγων ὑψίστης ἀνάγκης, ἕνεκα λόγων γενικοῦ καὶ κοινοῦ συμφέροντος. Ὑποθέτω δὲ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις τῆς χώρας, οἱαδήποτε καὶ ἂν τύχῃ νὰ ᾖναι αὕτη, θέλει προνοήσει ἐντὸς συντόμου χρονικοῦ διαστήματος περὶ κανονισμοῦ ὅλων ἐκείνων τῶν ζητημάτων, ἅτινα ἐθεωρήθησαν κατὰ τὴν παροῦσαν συζήτησιν ὡς δεόμενα νομοθετικῆς λύσεως. Ἐκτὸς ὅμως τοῦ εὐαρέστου τούτου φαινομένου, τῆς συμφωνίας πάντων ἡμῶν περὶ τὴν λῆψιν τοιούτων νομοθετικῶν μέτρων, ἀπεδείχθη ἐκ τῆς παρούσης συζητήσεως καὶ δυσάρεστόν τι. Ποῖον εἶναι ἆρά γε τοῦτο; Εἶναι ὅτι, ἐνῷ ἐπὶ τοσοῦτον χρόνον ἀπασχολεῖ καὶ τὴν Βουλὴν καὶ τὴν Διοίκησιν τὸ ζήτημα τῆς ὑδρεύσεως τῶν δύο πόλεων Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς καὶ τῶν περιχώρων, ἐφθάσαμεν πάλιν εἰς τὴν ἔναρξιν τοῦ θέρους τοῦ σωτηρίου ἔτους 1902, καὶ εὑρισκόμεθα πάλιν, Κύριοι, ἄνευ ἐπαρκοῦς ὕδατος. Διατί τοῦτο; Διὰ τὸν ἁπλούστατον λόγον, ὅτι, ὅταν ἡ Κυβέρνησις ἡ προκάτοχος ἐσκέφθη νὰ λύσῃ σπουδαίως τὸ ζήτημα τῆς ὑδρεύσεως τῶν δύο πόλεων καὶ τῶν περιχώρων, τῆς ἀγαθῆς τῳόντι προαιρέσεως τῆς Κυβερνήσεως, χωρὶς αὕτη βεβαίως ποτὲ νὰ θέλῃ αὐτό, ἢ νὰ φαντάζηται, ὑπερίσχυσαν κερδοσκοπικαὶ ἀπόπειραι καὶ χρηματιστικαὶ ὀρέξεις. Καὶ ἰδοὺ τίς ἐστὶν ὁ λόγος, οὗ ἕνεκα ἡ σύμβασις περὶ διοχετεύσεως τῶν ὑδάτων τῆς Στυμφαλίας ἀπέτυχεν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ἀναγκασθείσης τῆς τότε Κυβερνήσεως ν’ ἀποσύρῃ αὐτήν. Ἡμεῖς, οἵτινες ἐπρωτοστατήσαμεν, οὕτως εἰπεῖν, εἰς τὴν καταπολέμησιν τῆς συμβάσεως ἐκείνης, δὲν ἐπράξαμεν τοῦτο διότι ἐπιστεύομεν, ὅτι ἤθελεν εἶσθαι ὀλέθριον ἔργον ἡ διοχέτευσις τῶν ὑδάτων τῆς Στυμφαλίας εἰς τὴν Ἀττικὴν καὶ εἰς ὅλας τὰς ἄλλας ἐκείνας ἐκτάσεις. Ἐπολεμήσαμεν τὴν σύμβασιν ἕνεκα τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν ἐσχηματίζετο ἡ Ἑταιρεία, ἕνεκα τῶν ὅρων, οἵτινες ἐν τῇ συμβάσει ἐτίθεντο, καὶ ἕνεκα τῶν πλαγίων καὶ ἀποκρύφων σκοπῶν, οἵτινες ἐκ τῆς ἐν λόγῳ συμβάσεως προεδίδοντο. Ἀλλὰ ποτέ τις δὲν ἐφαντάσθη, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρχῃ βελτίων διαρρύθμισις τῆς ὑδρεύσεως τῶν δύο τούτων πόλεων καὶ τῶν περιχώρων ἄλλη ἢ ἡ ἐκ τῆς διοχετεύσεως τῶν ὑδάτων τῆς Στυμφαλίας. Ὅλαι αἱ ἄλλαι λύσεις, Κύριοι, εἰσὶ μικραὶ καὶ προσωριναί· ὅλαι αἱ ἄλλαι λύσεις εἰσὶ πειραματικαί. Τὸ ζήτημα τῆς ὑδρεύσεως τῶν πόλεων Ἀθηνῶν, Πειραιῶς καὶ τῶν περιχώρων δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιλυθῇ ἄλλως, σπουδαίως, ἐννοεῖται, καὶ ἀποτελεσματικῶς — εἰμὴ διὰ τῆς διοχετεύσεως τῶν ὑδάτων τῆς Στυμφαλίας. Ὅταν μάλιστα σκεφθῇ τις, ὅτι, πραγματοποιουμένου τοῦ Σιδηροδρόμου τῶν συνόρων, αἱ πόλεις τῶν Ἀθηνῶν καὶ τοῦ Πειραιῶς θέλουσιν ἀναμφιβόλως κατασταθῆ μεγαλουπόλεις, ἐκπλήττεται, πῶς ἔπαυσε πᾶσα ἐπὶ τοῦ προκειμένου μελέτη, καὶ καταγίνονται τώρα οἱ ἁρμόδιοι εἰς τὸ νὰ ἀφαιρῶσι τὰ ὕδατα Κουκουβαουνιωτῶν τινων ἢ Ἀχαρνικῶν τινων ἀνδρῶν, ἵνα λύσωσι τὸ μέγα καὶ οὐσιωδέστατον τοῦτο ζήτημα τῆς ὑδρεύσεως τῶν δύο τούτων ἐν τῷ μέλλοντι, τῷ προσεχεῖ μάλιστα μέλλοντι, μεγαλοπόλεων. Εἶναι ἀληθές, ὅτι μετὰ τὴν παραίτησιν ἀπὸ τοῦ ζητήματος τῆς Συμφαλίας ὑδραυλικοί τινες νόες ἐπεχείρησαν κατ’ ἄλλο σύστημα τὴν ὕδρευσιν τῶν δύο πόλεων, ἔχοντες δ’ ὁπωσδήποτε σύμφωνον καὶ τὴν γνώμην τοῦ κ. Μπέσμαν, ὅστις ὅμως, ὡς οἱ εἰδήμονες γινώσκουσιν, ὅπως δὲ καὶ ἐγώ, κατὰ τὸ μέτρον τῶν ἀσθενῶν μου δυνάμεων, κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον ἀπέδειξα, πολὺ ἐσπευσμένως ἐμελέτησε τὸ θέμα τοῦτο, ἐπελήφθησαν διὰ πάσης δραστηριότητος τῶν ἐργασιῶν, τῶν ἐν τῷ Θριασίῳ πεδίῳ. Ἐν ἀρχῇ ἐζητήθη ἀπὸ τῆς Βουλῆς πίστωσίς τις διακοσίων ἢ τριακοσίων χιλιάδων δραχμῶν, μετὰ ταῦτα ἡ πίστωσις ὑπῆρξεν ἀνάγκη ν’ ἀναβιβασθῇ εἰς τετρακοσίας χιλιάδας. Ἤδη ἐξηντλήθησαν, ἂν δὲν μὲ ἀπατᾷ ἡ μνήμη, ἑξακόσιαι χιλιάδες δραχμῶν, καὶ τὰ ὕδατα εἰσέτι εἰσὶν ἁλμυρὰ καὶ ἄχρηστα βεβαίως πρὸς πόσιν. Εὐχάριστον εἶναι τῳόντι, Κύριοι, ὅτι ἐν τῷ Ὑπουργικῷ Συμβουλίῳ, πρὸς ταῖς γνώσεσι καὶ τῇ ἐμπειρίᾳ τοῦ κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργοῦ, ὑπάρχει καὶ ἡ πεφωτισμένη ἀληθῶς ὡς πρὸς ταῦτα γνώμη τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅστις παρὰ πάντων ἀνομολογεῖται ὡς εἰδικὸς περὶ τὰ τοιαῦτα. Ἐνῷ ὅμως εἶναι εὐχάριστον, ὅτι δύο τοσοῦτον μεγάλαι γνῶμαι ὑπάρχουσιν ἐν τῷ Ὑπουργικῷ Συμβουλίῳ, εἶναι συγχρόνως καὶ δυσάρεστον τὸ πρᾶγμα. Διότι ἡ μία γνώμη, ἡ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, εἶναι ἕν εἶδος idée fixe, καὶ γνωρίζετε πόσον ἐπικίνδυνοι εἶναι αἱ idées fixes. Διότι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ἀνέκαθεν πιστεύει, χωρὶς ποσῶς νὰ βλέπῃ οὔτε πρὸς δεξιά, οὔτε πρὸς ἀριστερά, οὔτε πρὸς τὰ ὄπισθεν, ἀλλὰ πάντοτε πρὸς τὰ ἐμπρός, ὅτι διὰ τῆς ἐργασίας ἐν τῷ Θριασίῳ πεδίῳ αἱ γαῖαι τῶν Ἀθηνῶν, τοῦ Πειραιῶς καὶ τῶν περιχώρων θέλουσι μεταβληθῆ εἰς εὐθαλέστατον λειμῶνα. Τοῦτο ἐπίστευον καὶ οἱ προκάτοχοι αὐτοῦ, ὅτι ἤθελε κατασταθῆ δυνατὸν διὰ τῆς συμβάσεως τῆς Στυμφαλίας, ὡς ὑπέβαλον αὐτὴν εἰς τὴν Βουλήν. Εὔχομαι νὰ μὴ πάθῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ἡ παροῦσα Κυβέρνησις ὅ,τι ἔπαθεν ἡ προκάτοχος, μεθ’ ἧς ἐδήλωσαν, ὅτι εἶναι κατὰ πάντα σύμφωνοι. Τὸ βέβαιον εἶναι, ὅτι τὰ θέρη παρέρχονται τὸ ἓν μετὰ τὸ ἄλλο. Ἤδη ἀπὸ τοῦ 1890 ἔτους, ὅτε κατὰ πρῶτον ἐπεφάνη εἰς τὸν ὁρίζοντα ἡ μελέτη περὶ διοχετεύσεως τῶν ὑδάτων τῆς Στυμφαλίας, ἕνδεκα ὅλα ἔτη παρῆλθον, καὶ τὰ ὕδατα τῶν Ἀθηνῶν κατ’ ἐλάχιστον ηὔξησαν· μᾶλλον λέγω, ἵνα ἦμαι ἀκριβέστερος, τὰ ὕδατα τῶν Ἀθηνῶν ἐπαισθητῶς ἠλαττώθησαν. Ἐγώ, Κύριοι, κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον, ἔτυχε, καίπερ μὴ ἔχων τὰς ἀπαιτουμένας τεχνικὰς γνώσεις, ἀλλὰ δυνάμενος ὁπωσδήποτε νὰ κρίνω γενικῶς τὰ ἐν λόγῳ ζητήματα, φωτιζόμενος παρ’ ἀνδρῶν εἰδημόνων, ἔτυχε, λέγω, νὰ ἐκφέρω τὴν γνώμην μου περὶ τοῦ Θριασίου πεδίου, ὡς πρὸ ὀλίγου εἶπον. Δὲν γνωρίζω, ἐὰν κατὰ πάντα ἐπέτυχον· ἐκεῖνο ὅμως, ὅπερ εἶναι βέβαιον, εἶναι τὸ ἑξῆς, ὅτι ὡς πρὸς τὴν δαπάνην ἐπέτυχον· καὶ κάτι τι πλειότερον μάλιστα, ὑπερεπέτυχον. Διότι καθ’ ἑκατοντάδας χιλιάδων δραχμῶν αὐξάνουσι τὰ ἔξοδα, ἐνῷ οὐχὶ κατ’ ὀκάδας αὐξάνει τὸ ὕδωρ. Καὶ εἶναι μὲν χρήσιμον βεβαίως τὸ ἀνευρισκόμενον ὕδωρ, ἵνα κάμνῃ τις παστοὺς ἰχθῦς, ἀλλὰ βεβαίως πολὺ ἄχρηστον πρὸς κατάπαυσιν τῆς δίψης ἡμῶν. Διὰ τοῦτο, τοῦ δωδεκάτου ἤδη θέρους ἐπερχομένου, καὶ πρὸ τῶν πυλῶν τοῦ θέρους τούτου τῆς Βουλῆς εὑρισκομένης, τίς οἶδεν, ἂν καὶ ἐπὶ νέαν δωδεκαετίαν δὲν θέλομεν ἐξακολουθεῖ ἀφίνοντες ἐκκρεμὲς τὸ ὑδραυλικὸν ζήτημα τῶν Ἀθηνῶν, τοῦ Πειραιῶς καὶ τῶν περιχώρων. Καθῆκόν μου νομίζω νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως, ἵνα εἴτε αὐτὴ, εἴτε οἱαδήποτε ἄλλη, κατὰ τὸ μακρὸν αὐτὸ διάστημα, τὸ μέχρι Νοεμβρίου ἢ Δεκεμβρίου, ὅτε πάλιν θέλομεν ἔχει τὴν εὐχαρίστησιν, ὅσοι περισωθῶσι, νὰ συναντηθῶμεν ἐνταῦθα, μελετήσῃ τὰ ζητήματα ταῦτα μᾶλλον ἐμβριθῶς καὶ μᾶλλον ἐπισταμένως, διότι αἱ ἐκτελούμεναι ἐργασίαι, μεθ’ ὅλην τὴν ἀγαθὴν προαίρεσιν τοῦ κ. δημάρχου, εἰσὶν ἐργασίαι μικραὶ καὶ πειραματικαί· δὲν εἶναι ἐργασίαι μέλλουσαι νὰ συντελέσωσιν εἰς τὴν λύσιν τοῦ σπουδαιοτάτου καὶ μεγίστου τούτου ζητήματος, τῆς ὑδρεύσεως τῶν Ἀθηνῶν, Πειραιῶς καὶ τῶν περιχώρων. Βεβαίως ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἶναι παντὸς ἐπαίνου ἄξιος, ἐμμένων πάντοτε εἰς τὴν προσφιλῆ αὐτῷ ἰδέαν περὶ τῆς διοχετεύσεως τῶν ὑδάτων τοῦ Θριασίου πεδίου. Ἀλλ’ ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ ἀφήσῃ βεβαίως εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν ὅλην τὴν ἐλευθερίαν τῶν σκέψεων τῶν ἰδίων, ἀλλὰ παραλλήλως νὰ καταγείνῃ καὶ αὐτὸς, ἢ ὁ διάδοχος αὐτοῦ, εἰς τὴν μελέτην τοῦ ζητήματος τὴν σοβαρωτέραν, τὴν γενικωτέραν καὶ τὴν ἐπιστημονικωτέραν. Ἐὰν ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις ἀπέτυχεν εἰς τὴν ὑπόθεσιν τῶν ὑδάτων τῆς Στυμφαλίας, ἐπαναλαμβάνω, ὅτι ἔπαθε τοῦτο οὐχὶ διότι τὸ ἔργον ἐκεῖνο ἦτο ἀδύνατον νὰ ἐκτελεσθῇ, ἀλλὰ διότι ἡ σύμβασις, ὑφ’ ἣν ὑπέβαλε τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ ἔργου, ἦτο τοιαύτη, ὥστε βεβαίως δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ γένηται δεκτή. Ἂς εὐχώμεθα λοιπὸν νὰ εὑρεθῶμεν κατὰ τὴν ἑπομένην Σύνοδον εἰς τὴν εὐχάριστον θέσιν νὰ ἴδωμεν τέλος πάντων σπουδαίαν τινὰ μελέτην περὶ τῆς λύσεως τοῦ ὑδραυλικοῦ ζητήματος τῶν δύο τούτων πόλεων καὶ τῶν περιχώρων.
§116Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Θὰ παρακαλέσω καὶ πάλιν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ἐὰν εὐαρεστῆται, νὰ διατάξῃ τὴν ἐκτύπωσιν τῆς ἐκθέσεως, τὴν ὁποίαν ὁ μηχανικὸς Σούλης ὑπέβαλε περὶ τῶν ἔργων καὶ τῶν δαπανῶν τῆς μεταφορᾶς τῶν ὑδάτων τῆς Στυμφαλίας ἐν Ἀθήναις. Ἀκριβῶς διότι αἱ ἰδέαι αὐτοῦ εἶναι ἐναντίαι τῶν ἰδεῶν, τὰς ὁποίας οἱ ἐν τῷ τμήματι τῶν δημοσίων ἔργων ἔχουσιν, ἀναγκαῖον εἶναι νὰ δημοσιευθῇ καὶ αὐτή.
§117Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐγὼ, ἐχάρην τὴν στιγμὴν ταύτην, διότι ἤκουσα πρὸ μικροῦ τοῦ ἀγαπητοῦ μοι φίλου, τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ Ἀττικῆς κ. Λεβίδου, ὅτι μετέγνω διὰ τὸν πόλεμον, τὸν ὁποῖον εἶχε στήσει ἄλλοτε, ὅτε εἰσήχθη ἡ σύμβασις τῆς μεταφορᾶς τῶν ὑδάτων τῆς Στυμφαλίας· διότι ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς ἐδήλωσε πρὸ μικροῦ, ὅτι ἄλλην λύσιν δὲν βλέπει πρὸς ὕδρευσιν τῆς πόλεως τῶν Ἀθηνῶν καὶ τοῦ Πειραιῶς ἢ μόνον τὴν μεταφορὰν τῶν ὑδάτων τῆς Στυμφαλίας. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ἐξ ὅλης τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἐγὼ μόνος εἶχον ταχθῆ ὑπὲρ τῆς ψηφίσεως τῆς συμβάσεως ἐκείνης περὶ τῆς μεταφορᾶς τῶν ὑδάτων τῆς Στυμφαλίας, καὶ εἶχον ταχθῆ ὑπὲρ αὐτῆς τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, διότι πρὸ δεκαετίας δημοσιογραφῶν τὴν αὐτὴν ἰδέαν εἶχον ἐκφράσει, μελετήσας τότε τὸ ζήτημα, ἐφ’ ὅσον ἦτο δυνατὸν νὰ μελετήσω αὐτὸ, καὶ μὲ τὰς μικρὰς γνώσεις, τὰς ὁποίας ἀπέκτησα, ἀναστρεφόμενος μετὰ τοῦ μηχανικοῦ ἐκείνου, ὁ ὁποῖος κατὰ πρῶτον συνέβαλε τὴν ἰδέαν τῆς μεταφορᾶς τῶν ὑδάτων τῆς Στυμφαλίας πρὸς ὕδρευσιν τῆς πόλεως τῶν Ἀθηνῶν καὶ τοῦ Πειρικῶς. Ἀναντιρρήτως ἡ σύμβασις ἐκείνη εἶχε πολλὰ ἐλαττώματα, τὰ ὁποῖα ὅμως ἦτο δυνατὸν νὰ ἀρθῶσι, καὶ θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ πραγματοποιηθῇ ἡ ὕδρευσις τῶν Ἀθηνῶν, ὅπως ἡ πόλις τῶν Ἀθηνῶν μὴ ἀναγκασθῇ ἐκ τῶν ὑδάτων τοῦ χωρίου Κουκουβάουνες ἢ τῆς Κηφισιᾶς καὶ τοῦ Ἀμαρουσίου νὰ ὑδρευθῇ. Καὶ ἐγὼ μετὰ τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀττικῆς συναδέλφου φρονῶ, ὅτι ὅλαι αὗται αἱ ἐργασίαι εἰς οὐδὲν σοβαρὸν θ’ ἀπολήξωσι, καὶ οὐδόλως θὰ ὠφεληθῶσιν αἱ πόλεις τῶν Ἀθηνῶν καὶ τοῦ Πειραιῶς ἐκ τῶν τοιούτων ὑδραυλικῶν ἐργασιῶν, τῶν γιγνομένων ἐν Κηφισιᾷ, ἢ καὶ τοῖς περιχώροις τῶν Ἀθηνῶν. Ἀλλὰ καὶ ἡ ἐργασία ἡ γιγνομένη ἐν τῷ Θριασίῳ πεδίῳ, μεθ’ ὅσα καὶ ἂν ἐλέχθησαν ἐπανειλημμένως, πολὺ φοβοῦμαι ὅτι, ἄν ποτε ἀποφασισθῇ νὰ διοχετευθῇ τὸ ὕδωρ ἐκεῖνο, ἴσως θὰ μᾶς διοχετεύσῃ ὁ κ. Σοῦτσος ὕδωρ θαλάσσιον, καὶ θὰ ἦτο ἴσως περιττὴ ἡ δαπάνη τόσων χιλιάδων δραχμῶν, αἱ ὁποῖαι ῥίπτονται εἰς τὸ Θριάσιον πεδίον, ἐνῷ ἠδυνάμεθα εὐκολώτερον νὰ μεταφέρωμεν τὸ ὕδωρ τοῦτο ἐκ τοῦ Φαλήρου. Ἔλαβον τὸν λόγον διὰ νὰ ἐκφράσω τὴν εὐχαρίστησίν μου, ὅτι ἤκουσα τοῦ κ. συναδέλφου ἐξ Ἀττικῆς, ὅτι τὴν αὐτὴν ἔχει γνώμην, τὴν ὁποίαν εἶχον καὶ ἐγὼ ἄλλοτε καὶ τὴν ὁποίαν ἔχω καὶ σήμερον, ἐπαναλαμβάνω δέ, ὅτι μόνον διὰ τῆς μεταφορᾶς τῶν ὑδάτων τῆς Στυμφαλίας θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ὑδρευθῇ πράγματι μεγαλόπολις, ὡς αἱ Ἀθῆναι, αἱ ὁποῖαι ἤδη ἔχουσιν 150,000 κατοίκους, καὶ ἐν τῷ μέλλοντι προβλέπεται ὅτι θὰ ἔχωσι πολὺ περισσοτέρους.
§118ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Παρακαλεῖται ὁ κύριος Δραγούμης νὰ συνεχίσῃ τὴν χθεσινὴν ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους ἀγόρευσίν του.
§119ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Κατὰ τὴν τελευταίαν συνεδρίασιν ἐξηντλήθη ἡ ἐξέτασις τῶν ἀναγομένων εἰς τὸ ἔτος 1901, καὶ προδιετέθη ἡ Βουλή, ἐπικειμένης τῆς ἐξετάσεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ ἔτους 1902, περὶ τοῦ χαρακτῆρος, ὃν ὁ Προϋπολογισμὸς οὗτος, κατὰ τὴν κρίσιν μου, φέρει, περὶ τῆς ῥοπῆς, ἣν ἐν αὐτῷ δεικνύει ἡ Κυβέρνησις πρὸς δαπάνας ἀλογίστους, καὶ περὶ τοῦ ὅτι, καίτοι τοιαύτην ῥοπὴν δεικνύει ἡ Κυβέρνησις, φρονεῖ ὁ κύριος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι εὑρισκόμεθα ἀπέναντι κινδύνου ἐλλείμματος, ὅπερ ἀναβάλλει εἰς τὸ ἔτος 1903, ἂν ἐν ταῖς δαπάναις δὲν σωφρονήσωμεν. Οὕτως εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἐξέτασιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ ἔτους 1902, ἔχοντες ἐκ τῶν προλεχθέντων βεβαιούμενον, ὅτι οὐδὲν ἐφόδιον εἰς ἡμᾶς ἐκ τοῦ παρελθόντος ὑπολείπεται, ὅπως εἰσέλθωμεν εἰς τὴν νέαν χρῆσιν μετά τινος ἀποθέματος, διότι αἱ δραχμαὶ 1,287,000, ἃς ἀπέδειξα, ὅτι ὑπελείφθησαν κατὰ τὴν λῆξιν τῆς χρήσεως τοῦ 1900, εἶναι ἀκριβῶς, μετά τινος μικροῦ πλεονάσματος, τὸ ἓν ἑκατομμύριον διακόσιαι εἴκοσι μία χιλιάδες, τὸ κατατεθειμένον εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν ὑπὲρ εἰδικοῦ σκοποῦ, τῆς κατασκευῆς τοῦ σιδηροδρόμου Πειραιῶς–Συνόρων, οὐδὲν δὲ ἄλλο ποσὸν ἐκ τῶν εἰσπραχθέντων ἐκ τῆς τριετίας 1898–1900 ὑπολείπεται, καταναλωθεισῶν προσέτι καὶ τῶν ἐκτάκτων ἐκείνων εἰσπράξεων, αἵτινες ἀνῆκον εἰς τὸν εἰς εἶδος φόρον τῆς σταφίδος τῶν ἐτῶν 1895 μέχρι 1898, καταναλωθέντος καὶ τοῦ περισσεύματος τοῦ ἔτους 1899...
§120Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Τῆς τριετίας δηλαδή. Τὴν τριετίαν ἐλάβετε ὑπ’ ὄψιν.
§121ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τὴν τριετίαν ἔλαβον ὑπ’ ὄψιν, ἀλλὰ σημειώσας, ὅτι τὰ ἐλλείμματα τοῦ 1898 ἐκαλύφθησαν ἐκ τῶν περισσευμάτων τοῦ δανείου... Οὕτως ἄρα ἔχομεν πρὸ τῶν ὀφθαλμῶν ἡμῶν, προκειμένου περὶ πόρων δαπανητέων εἰς τὰς ἀνάγκας ἡμῶν, μόνην τὴν προσδοκίαν τῶν ἐσόδων, ἅτινα ἐπαγγέλλεται ἡμῖν ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν. Ἐὰν ταῦτα ἔχωμεν, ὑπάρχει ἐλπὶς νὰ ἐπαρκέσωμεν εἰς τὰς ἀνάγκας, ἃς διαγράφει ὁ Προϋπολογισμός. Ἔτι δὲ καὶ τὴν ἄλλην προσδοκίαν, ὅτι τὰ ἔσοδα τῆς χρήσεως τοῦ 1901, ὡς ἐλπίζει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, θὰ ἐπαρκέσωσιν εἰς τὰς ἀνάγκας αὐτῆς, ὅσαι θέλουσιν ἀποδειχθῆ κατὰ τὸν Προϋπολογισμὸν τῆς χρήσεως ἐκείνης ἐν τῇ ἐκτελέσει ἀπαραίτητοι. Ἀλλ’ ὅπως τὰ ἔσοδα ἐπαρκέσωσιν εἰς τὰς δαπάνας, πρέπει νὰ ἦναι βέβαιον, ὅτι αἱ δαπάναι, — ἐπειδὴ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ περιορισθῶσι κατ’ ἐκεῖνα τὰ κεφάλαια, ἅτινα, κατὰ τὴν ἀγόρευσιν τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, εἰκονικώτατα παραστήσαντος τὸ πρᾶγμα, «δὲν καταλείπουσιν εἰς αὐτὸν πρωτοβουλίαν», διότι πρόκειται περὶ δαπανῶν μονίμως ἐψηφισμένων, — κατὰ τὰ ἄλλα κεφάλαια, καθ’ ἃ καταλείπεται αὐτῷ πρωτοβουλία (τοὐλάχιστον κατ’ ἐπιφάνειαν), ὅτι αἱ δαπάναι αὗται ἔσονται περιεσταλμέναι. Ἐνῷ δὲ τοῦτο ἀπαιτεῖται, βλέπομεν, ὅτι ὁ μὲν οἰκονομικὸς νοῦς τῆς Κυβερνήσεως προειδοποιεῖ ἡμᾶς περὶ κινδύνων, αἱ δὲ χεῖρες αὐτῆς δείκνυνται διαρκῶς ἀνοικταί, πρόθυμοι εἰς παροχὴν χρημάτων πρὸς δαπάνας. Τὸ ἔδαφος, ἐφ’ οὗ εἶναι ἱδρυμένος ὁ Προϋπολογισμός, εἶναι κατὰ ταῦτα καθαρόν. Ἔνθεν μέν, κεκανονισμένου τοῦ δημοσίου χρέους, γινώσκομεν ἀκριβῶς, τί ὀφείλομεν δι’ αὐτὸ νὰ πληρώσωμεν κατ’ ἔτος· καὶ κατὰ τοῦτο ἐν πάσῃ ἀκριβείᾳ λειτουργεῖ ὁ Προϋπολογισμός, λόγῳ τῆς ὀργανώσεως, ἥτις ἐτέθη ὑπὸ τοῦ Διεθνοῦς Ἐλέγχου. Ἔνθεν δέ, μετὰ τὴν πλήρωσιν τῶν ὑποχρεώσεων τῶν ἐκ τοῦ κεκανονισμένου δημοσίου χρέους, ἔχομεν ἐλεύθερα τὰ ὑπόλοιπα χρήματα, ἅτινα ποριζόμεθα ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐσόδων, ὅπως δαπανῶμεν εἰς τὰς κυβερνητικὰς ἀνάγκας, τοιαύτας, ὁποίας διαγράφει ὁ Προϋπολογισμός. Ἀλλ’ ἐνῷ ταῦτα ἔχουσιν οὕτως ἁπλῶς καὶ καθαρῶς, παραπλεύρως εὑρίσκομεν ὑφιστάμενα δύο κεφάλαια ὑποχρεώσεων, ἅτινα πρέπει καὶ ταῦτα ἐνταῦθα νὰ ἐξετασθῶσιν, ὅπως ἔχωμεν πλήρη τὴν εἰκόνα τῆς οἰκονομικῆς ἡμῶν καταστάσεως, πρὶν ἢ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν ἐξέτασιν τῶν τοῦ ψηφιστέου Προϋπολογισμοῦ. Καὶ πρῶτον ἔχεται τὸ κεφάλαιον τοῦ χρέους ἐκείνου, ὅπερ ἔμεινε μόνον ἀκανόνιστον μετὰ τὸν κανονισμὸν ἁπάντων τῶν χρεῶν τῆς Ἑλλάδος, ἐσωτερικῶν τε καὶ ἐξωτερικῶν, τοῦ χρέους τοῦ ἐκ τῶν ἐλλειμμάτων τῶν ἀπολογισμῶν τῶν ἀπὸ τοῦ 1833 μέχρι τοῦ 1899 ἐτῶν, — διότι ἕως ἐκεῖ φθάνουσιν οἱ ἀπολογισμοί. — Περὶ τοῦ χρέους τούτου ἔχομεν διαβεβαιώσεις ἐνταῦθα ὑπὸ τῆς πρώην Κυβερνήσεως καὶ κατὰ τὸ ἔτος 1900 καὶ κατὰ τὸ ἔτος 1901, ὅτι κατὰ τὴν λῆξιν τῆς χρήσεως τοῦ 1899 τὸ χρέος τοῦτο δὲν ἤθελεν ὑπερβαίνει τὰ 46 ἑκατομμύρια δραχμῶν, ἀνερχόμενον τότε, καθ’ ὃν χρόνον αἱ διαβεβαιώσεις ἐδίδοντο, εἰς 56 ἢ 57 ἑκατομμύρια. Καὶ ἰδοὺ ἀκριβῶς τί ἔλεγεν ἐν ἔτει 1900 ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Παρνασσίδος, Ὑπουργὸς τότε τῶν Οἰκονομικῶν, διακόψας με ἀγορεύοντα: «Οὕτω, τὸ σύνολον τῶν μέχρι καὶ τῆς χρήσεως τοῦ 1898 ἐλλειμμάτων ἀνέρχεται εἰς τὸ ποσὸν τῶν δρ. 57,639,841. Τὸ ποσὸν ὅμως τοῦτο μειωθήσεται ἐν τῷ ἀπολογισμῷ τῆς χρήσεως τοῦ 1899, ὡς ἐκ τοῦ περισσεύματος, ὅπερ ἐδημιούργησε τὸ προϊὸν τοῦ ὑπὸ τῶν Δυνάμεων ἠγγυημένου δανείου, καθόσον, ὡς γνωστόν, τὸ πρὸς κάλυψιν τοῦ ἐλλείμματος τῆς χρήσεως τοῦ 1897 προορισθὲν μέρος τοῦ προϊόντος τοῦ δανείου εἰσήχθη ὡς ἔσοδον εἰς τὰς χρήσεις τῶν ἐτῶν 1898 καὶ 1899.» Καὶ ἐρωτᾷ ὁ κύριος Καρκαπᾶνος: «Πόσον ὁριστικῶς;» Ὁ δὲ τότε Ὑπουργὸς ἀπαντᾷ: «57,169,000. Ἐὰν ἀφαιρεθῶσι τὰ 11 ἑκατομμύρια, ὑπολείπονται 46 ἑκατομμύρια περίπου». Τοιαύτη ἦτο ἡ διαβεβαίωσις τοῦ τότε Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ἥτις μετὰ τὴν λῆξιν τῆς Συνόδου ἐφαίνετο βαίνουσα πρὸς ἀνατροπήν, διότι οἱ ἐπίσημοι πίνακες, οἱ δημοσιευθέντες εὐθὺς ἔπειτα, δεικνύουσι μείζονα ποσά, περὶ ὧν ὅμως κατὰ τὸ 1901 ὁ τότε Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, καίτοι ὑπέσχετο νὰ δώσῃ, ἐν τούτοις ἐνόμισεν ὅτι εἶχε λόγον νὰ μὴ δώσῃ νεωτέραν ἐξήγησιν. Ἀλλὰ τελευταῖον, τῇ παρακλήσει μου, ὁ νῦν Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν κατέθηκε πίνακα τῶν ἀποτελεσμάτων τῶν ἐτῶν 1833 ἕως τέλους 1898,—ὁ ἀπολογισμὸς ὁ ὁριστικὸς τοῦ 1899 δὲν ὑπῆρξε δυνατὸν μέχρι τοῦδε νὰ προσαχθῇ,—κατὰ δὲ τὸν πίνακα τοῦτον, ἀντὶ 57 ἑκατομυρίων, ὅσον ὑπελόγιζε τὰ ἐλλείμματα ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Παρνασσίδος μέχρι τέλους τοῦ 1898, ὁ νῦν Ὑπουργὸς παρουσιάζει τὰ ἐλλείμματα ἀναβαίνοντα εἰς 64 ἑκατομμύρια. Ἔχομεν, κατὰ ταῦτα, βεβαιωμένον, ὅτι, πρὸς τῷ χρέει, δι’ ὃ λειτουργεῖ ὁ Ἔλεγχος καὶ δαπανῶμεν ἐτησίως σήμερον 33 ἑκατομμύρια δραχμῶν, ἔχομεν καὶ χρέη ἀκανόνιστα, ἀρρύθμιστα, ἐκκρεμῆ κατὰ τρόπον ἀνώμαλον ἀπὸ πολλῶν ἐτῶν, ἅτινα δὲν ἐπιτρέπεται νὰ ἀφήσωμεν ἄνευ προνοίας τινὸς, χρέη ἐπικίνδυνα, ἅτινα, ἂν καλῶς ἐνόησα τὴν ἔννοιαν ἐκείνων, ὅσα σήμερον τὴν πρωΐαν ἀκριβῶς ἐν ταῖς ἐφημερίσιν ἐδημοσιεύθησαν ὡς πρόλογος τῆς ἐκθέσεως τῆς Διεθνοῦς Οἰκονομικῆς Ἐπιτροπῆς, γεννῶσι καὶ παρὰ τῇ Διεθνεῖ Ἐπιτροπῇ φόβους ζημίας ἐξ ἀφανοῦς κινδύνου, τῆς ὑποστάσεως τοιούτων ἔξω τοῦ Προϋπολογισμοῦ προσωρινῶν δανείων.
§122Φ. ΝΕΓΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ὑποθέτω ὅτι γνωρίζετε, ὅτι τὰ δάνεια ἐπ’ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ δὲν εἰσήχθησαν εἰς τὸν Προϋπολογισμόν· ἀφ’ ἧς δ’ εἰσαχθῶσιν, εἴτε διὰ τοῦ τρόπου, δι’ οὗ εἰσήχθησαν τὰ δύο ἑκατομμύρια ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1902, δηλαδὴ μερικῶς, εἴτε ἀθρόα, τὸ ἔλλειμμα οὐ μόνον θὰ ἐλαττωθῇ, ἀλλὰ καὶ θὰ καλυφθῇ, διότι τὰ δάνεια ἐπ’ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ, τὰ παρουσιαζόμενα εἰς τοὺς χρηματιστικοὺς λογαριασμοὺς, ἀνέρχονται εἰς 70 ἑκατομμύρια καὶ περιπλέον. Καὶ δὲν εἶναι μόνον ταῦτα...
§123ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὁμολογῶ, ὅτι δὲν ἀντιλαμβάνομαι καλῶς. (Διαλογικαὶ συζητήσεις μεταξὺ τοῦ ἀγορεύοντος καὶ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν). Διαφωνῶ ἐντελῶς πρὸς ὑμᾶς, κύριε Ὑπουργέ, στηριζόμενος εἰς τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ ὑμετέρου προκατόχου· διότι τί εἶπεν ἐκεῖνος πρὸς ἡμᾶς, ὅτε τὸ πρῶτον ὡμίλει περὶ ἀπολογισμῶν; εἶπεν, ὅτι τὰ τότε σημειωθέντα 63 ἑκατομμύρια ἦσαν ἐλλείμματα, ἅτινα τὸ Δημόσιον εἶχε καλύψει δανειζόμενον ἀπὸ διαφόρων καταθέσεων ἀναγεγραμμένων ἐν τῇ γενικῇ ληψοδοσίᾳ τοῦ Κράτους.
§124Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Μεταξὺ τῶν ὁποίων εὑρίσκονται τὰ δάνεια ἐπ’ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ.
§125ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὄχι. Ἰδοὺ (ἀναγινώσκει): «Ἐὰν ἤθελε προβληθῆ εἰς ἐμὲ τὸ ἐρώτημα, πῶς καλύπτονται τὰ ἐλλείμματα ταῦτα, ὑποχρεοῦμαι νὰ παρατηρήσω, ὅτι ἡ συγκάλυψις τῶν ἐλλειμμάτων τούτων γίνεται ἐκ τῆς γενικῆς ληψοδοσίας τοῦ Κράτους, τῆς ἐκτὸς τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ἐάν τις ἀναγνώσῃ τὸν ἰσολογισμὸν τῆς ληψοδοσίας τῆς 28 Φεβρουαρίου 1899, θέλει παρατηρήσει, ὅτι εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον ὑπάρχουσιν ἐκ παρακαταθηκῶν κοινῶν δρ. 16,977,000, ἐκ παρακαταθηκῶν διὰ χρηματικὰς ἐγγυήσεις 5,980,000, ἐκ συνεισφορῶν καὶ κληροδοτημάτων 5,899,000, ἐκ δικαιωμάτων λιμένων καὶ προκυμαιῶν 24,480,000, ἐκ χρηματικῶν γραμματίων 2,071,000, ἐκ γραμματίων συμψηφισμοῦ 6,066,000, ἤτοι ἐν ὅλῳ 61,473,000, πλὴν τῶν δευτερευούσης ἀξίας παρακαταθηκῶν.» Ὁ τότε Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὅστις βεβαίως δὲν πάσχει ἄγνοιαν τῶν οἰκονομικῶν πραγμάτων, ἐθεώρει, ὅτι εἴμεθα χρεῶσται πρὸς τοὺς καταθέτας τῶν χρημάτων τούτων, διότι εἴμεθα ἐλλειμματίαι κατὰ τοὺς ἀπὸ τοῦ 1833 ἀπολογισμούς· ὑμεῖς δὲ λέγετε ὅτι δὲν εἴμεθα χρεῶσται, ἀλλὰ διὰ τυπικῆς πράξεως, ἐνῷ ἰσοζυγίζομεν τὰ 61 ἑκατομμύρια πρὸς τμῆμα ἰσότιμον τῶν 70 ἑκατομμυρίων τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, μένομεν καὶ ἔχοντες ὑπόλοιπον, καὶ οὕτω τὰ πάντα ἐν Ἑλλάδι εἶναι ἐν τάξει, ἡμεῖς δ’ ἐπάθομεν πολιτικὴν πλάνην!
§126Φ. ΝΕΓΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Δὲν πιστεύω ὅτι ἦτο ἐν τῇ σκέψει τοῦ προκατόχου μου, ὅτι τὰ 70 ἑκατομμύρια καὶ πλέον ἐκ δανείων ἐπ’ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ, τὰ ὁποῖα εἶναι ἀναγεγραμμένα ἐν τοῖς χρηματιστικοῖς λογαριασμοῖς, δὲν καλύπτουσι τὰ ἐλλείμματα τοῦ Κράτους. Ἐρωτᾶτε ἐμέ: «ἀφοῦ καλύπτεται τὸ ἔλλειμμα ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ διὰ τῶν 70 ἑκατομμυρίων, τί γίνονται αἱ ἄλλαι ὀφειλαί;» Ἂν λάβητε τὸν κόπον νὰ ἐξετάσητε ὅλας τὰς μερίδας, θὰ ἴδητε, ὅτι τὸ παθητικὸν καλύπτεται ἀπὸ ἀντίστοιχον ἐνεργητικόν. Π. χ. ὁμιλεῖτε περὶ 20 ἑκατομμυρίων τῆς μερίδος «χρεῶσται λιμένων καὶ προκυμαιῶν», ἀλλὰ θὰ ἴδητε τὰ 20 ἑκατομμύρια ταῦτα καλυπτόμενα ἐν ἄλλῃ μερίδι, «δικαιώματα λιμένων καὶ προκυμαιῶν». Τὸ Ὑπουργεῖον κάμνει τὰς δαπάνας, καὶ χρεώνει τοὺς λογαριασμούς· ἐξ ἄλλου εἰσπράττει τὰ δικαιώματα, καὶ πιστώνει αὐτούς, καὶ ἔρχεται κατὰ μῆνα ἰσοζύγιον· ἄλλοτε χρεωστεῖ τὸ Δημόσιον, ἄλλοτε ἡ Λιμενικὴ Ἐπιτροπή, καὶ οὕτω διὰ τὰ λοιπὰ κονδύλια ὑπάρχουσιν αἱ ἀντίστοιχοι μερίδες, καὶ ἀποσβέννυνται τὰ ποσὰ, τὰ μὲν διὰ τῶν δὲ.
§127ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργόν, ἐπειδὴ βλέπω ὅτι εἶναι ἀπαράσκευος, νὰ μελετήσῃ τὸ ζήτημα. Αἱ παραστάσεις αὐτοῦ δὲν μὲ ἔπεισαν.
§128ΝΕΓΡΗΣ. Ἡ Ἐπιτροπὴ τοῦ Ἐλέγχου εἶχε τὰς αὐτὰς ἀπορίας, καὶ ἔδωκα τὴν αὐτὴν ἀπάντησιν, καὶ ἐπείσθη.
§129ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἡ ἔκθεσις αὐτῆς, κατ’ ἐμέ, δεικνύει ἀπ’ ἐναντίας, ὅτι δὲν ἐπείσθη. Καὶ ταῦτα μὲν περὶ τοῦ θετικοῦ τότε ἐλλείμματος, ὑπὲρ οὗ ἐπιβάλλεται πρόνοια ὅπως τὰ κατ’ αὐτὸ κανονισθῶσι, καὶ οὕτω περιέλθῃ εἰς πλήρη ἀσφάλειαν ἡ διαχείρισις τῶν ἡμετέρων οἰκονομικῶν πραγμάτων. Ἕτερον κεφάλαιον, ὅπερ παρατιθέμενον γεννᾷ κινδύνους, εἶναι τὸ κεφάλαιον τῶν προκαταβολῶν εἰς τοὺς δήμους, αἵτινες, καθ’ ἃ ἐδήλωσεν ἐν τῇ ἀγορεύσει αὐτοῦ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἀποδεικνύεται, ὅτι ἀναβαίνουσιν ἐτησίως εἰς 1,400,000 δραχμὰς ἐκ τῆς διαφορᾶς μεταξὺ τοῦ ποσοῦ τῶν προκαταβολῶν καὶ τοῦ ὅλου τῆς ἐτησίας ἀποδόσεως εἰς αὐτάς. Καταβάλλονται πολὺ περισσότερα, ἀποδίδονται πολὺ ὀλιγώτερα κατ’ ἔτος· καὶ ἕκαστον ἔτος, ἀπὸ τοῦ 1898 καὶ ἐντεῦθεν, ἀπολήγει ἀπέναντι τοῦ Δημοσίου εἰς ἔλλειμμα τῶν δήμων, τῶν ὀφειλετῶν, 1,400,000, ἔλλειμμα ἀποτελοῦν μὲν πράγματι θετικὴν δαπάνην τοῦ Κράτους, ἀλλὰ μὴ περιλαμβανομένην ἐν ταῖς προβλέψεσι τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Νῦν, ἀφοῦ ἐξητάσαμεν καὶ ταῦτα καὶ γνωρίζομεν τὸ ἐν Ἑλλάδι ταύτην τὴν ὥραν ὑφιστάμενον οἰκονομικὸν ἔδαφος, εἰσέρχομαι εἰς τὴν μερικωτέραν ἐξέτασιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὑπέβαλε προϋπολογισμὸν ἐσόδων μὲν 117,169,375, ἐξόδων δὲ 115,029,455, ἤτοι, ὡς καὶ προχθὲς εἶπον, μετὰ περισσεύματος 139,919 δραχμῶν, μὴ λαμβανομένων ὑπ’ ὄψει τῶν 2 ἑκατομμυρίων τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Διὰ τῶν πρώτων δηλώσεων αὐτοῦ, κατὰ τὴν 31 Ἰανουαρίου, ηὐξήθη τὸ ποσὸν τῶν ἐσόδων εἰς 118,819,375, καὶ τὸ τῶν ἐξόδων εἰς 116,221,536, καὶ τὸ περίσσευμα, ἀπὸ 139,919 δραχμῶν, διὰ τῆς μεθόδου ταύτης ἀνεβιβάσθη εἰς 597,838 δραχμάς. Ἐπῆλθον ἔπειτα ῥαγδαῖαι ἄλλαι δηλώσεις, αἵτινες τὰ μὲν ἔσοδα ἀνεβίβασαν εἰς 123,069,936, περιλαμβανομένου τοῦ ποσοῦ τοῦ ἐκ τοῦ δανείου τοῦ πρὸς ἀγορὰν τῶν κτημάτων Στεφάνοβικ, καὶ τὰ ἔξοδα εἰς 120,723,397, περιλαμβανομένου καὶ τοῦ ἀντιστοίχου ποσοῦ 3,777,306 δραχ. λόγῳ τοῦ τιμήματος τῶν κτημάτων Στεφάνοβικ, ἐκτάκτου δαπάνης. Οὕτω, κατὰ τὰς τελευταίας ταύτας δηλώσεις, ὑπάρχει πλεόνασμα ἐσόδων δραχ. 346,624. Τούτων οὕτως ἐχόντων, ἐξεταστέον νῦν, ἂν ὀρθῶς τὰ τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων ἐξετιμήθησαν ὑπὸ τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ἢ ἂν αἱ παρατηρήσεις, αἱ γενόμεναι εἴτε ἐν τῇ ἐπιτροπῇ, εἴτε ἐνταῦθα, πρέπει μᾶλλον νὰ θεωρηθῶσιν ἄξιαι ἀποδοχῆς. Εἰς ἐμὲ φαίνεται, ὅτι ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν δεῖται ἐπανορθώσεώς τινος. Καὶ ἐπὶ μὲν τῶν ἐσόδων ἔχω νὰ ὑποβάλω ταύτας τὰς παρατηρήσεις, καίτοι τὰ κεφάλαια, ἅτινα θέλω θίξει, δὲν εἶναι τὰ μόνα ἴσως, ἐφ’ ὧν δύναταί τις νὰ ὑποβάλῃ ἀντιρρήσεις. Μοὶ φαίνεται ἀναπόφευκτον νὰ ἀποκοπῶσι 500,000 δραχμαὶ ἀπὸ τῆς προσόδου τῶν ἀμπέλων. Ἡ περὶ τῶν ἀμπέλων παρατήρησις ἐγένετο ἤδη καὶ ὑπὸ ἄλλων· ἀπεδείχθη, ὅτι μέσος ὅρος εἰσπράξεως κατὰ τὰ δύο προηγούμενα ἔτη ὑπῆρξεν 1,311,926. Ἐὰν ἀφαιρέσητε 500,000 δρ. ἐκ τῆς προσόδου τῆς ἀναγεγραμμένης ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, προσεγγίζετε εἰς τὸ ποσὸν τοῦτο. Ἀπὸ τῆς σταφίδος εἶναι ἀπαραίτητον νὰ ἀφαιρεθῇ ποσόν τι· καὶ μετὰ πολλοῦ μέτρου θέλει κριθῇ ὅτι ἐγένετο ἡ ὑπ’ ἐμοῦ προτεινομένη ἀφαίρεσις, ἐὰν ἐπιστηθῇ ἡ προσοχὴ ἐπὶ τῶν ἀποτελεσμάτων τῆς σταφίδος τῶν προηγουμένων ἐτῶν. Ἐκ τοῦ ποσοῦ, ὅπερ προβλέπει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν κατὰ τὸ 1902, ποσοῦ 4,036,000 δρ. διὰ τὸ παλαιὸν Βασίλειον καὶ 1,126,000 δρ. διὰ τὴν Ἑπτάνησον, τὸ ὅλον 5,162,000, ἀφαιρῶ τὰς 162,000 μόνον, καίτοι φοβοῦμαι μήπως τὰ πράγματα ἀποδείξωσιν, ὅτι ἔπρεπε ν’ ἀφαιρεθῶσι περισσότερα· διότι τὸ μὲν ἔτος 1900 ἔδωκε μόνον δρ. 2,238,608 ἐπὶ τοῦ συνόλου (ἔτος θεομηνίας), αἱ δὲ βεβαιώσεις τοῦ 1901 (βεβαιώσεις διὰ τὴν ἄλλην Ἑλλάδα, καὶ εἰσπράξεις διὰ τὴν Ἑπτάνησον) ἔδωκαν 2,473,367, δηλαδὴ βεβαιώσεις 1,471,000 ἐν τῷ παλαιῷ Βασιλείῳ, καὶ εἰσπράξεις 1,002,242 δραχ. ἐν Ἑπτανήσῳ.
§130ΝΕΓΡΗΣ. Θὰ σᾶς δώσω τ’ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα θὰ σᾶς εὐχαριστήσωσιν. Ὁ μέσος ὅρος τῶν ἐτῶν 1895–1899 ἐκ τῶν παλαιῶν ἐπαρχιῶν καὶ ἐκ τῆς Ἑπτανήσου εἶναι 5,300,000.
§131ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τοῦτο γινώσκω· ἀλλ’ ἐνθυμοῦμαι καὶ τοῦτο, ὅπερ ὑμεῖς λησμονεῖτε, ὅτι μετὰ τὸν περονόσπορον ἡ παραγωγικότης τῶν ἀμπέλων δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἦναι ἡ αὐτὴ ἐπὶ ἕν ἢ δύο ἔτη, καὶ ἐπειδὴ εἴμεθα, κατὰ τὸ 1902, εἰς τὸ δεύτερον ἔτος μετὰ τὸν περονόσπορον, καλὸν εἶναι νὰ μετριάσωμεν τὴν αἰσιοδοξίαν ἡμῶν. Ἐπὶ τοῦ ἐλαίου εἶχον τὴν διάθεσιν νὰ προτείνω ἐλάττωσιν 300,000. Ἀλλ’ ἐπὶ τοῦ κεφαλαίου τούτου ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐποιήσατο δηλώσεις, αἵτινες ὁμολογῶ, ὅτι ἔχουσί τινα δύναμιν, καὶ δὲν θέλω νὰ ἐπιμείνω ἐπὶ τούτου. Τῶν τελωνείων αἱ εἰσπράξεις κατὰ τὴν τελευταίαν τετραετίαν παρέχουσι μέσον ὅρον 32,864,277. Δὲν βλέπω διὰ τίνα λόγον θέλομεν ὑπερβῆ τὰ 33,000,000 ἐν τῇ προβλέψει ἡμῶν ἐφέτος, καὶ περιορίζω τὴν πρόβλεψιν τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ κατὰ 500,000...
§132ΝΕΓΡΗΣ. Μοῦ ἐπιτρέπετε νὰ σᾶς δώσω τ’ ἀποτελέσματα;
§133ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Περιττόν· τὰ ἤκουσα προχθές. Ταχυδρομικὰ καὶ τηλεγραφικά· ὁ μέσος ὅρος τῆς τελευταίας διετίας, 1900 καὶ 1901, δρ. 3,810,383, ἐνδεικνύει περιορισμὸν εἰς 3,900,000, ἀποκοπτομένων 208,000. Ἐπὶ τοῦ ἅλατος τὰ ἀποτελέσματα τῆς διετίας, παρέχοντα μέσον ὅρον 2,673,111, ἐνδεικνύουσιν ἐλάττωσιν δρ. 113,750. Προκειμένου δὲ περὶ δικαιώματος στατῆρος καὶ μετρικῶν, δύναμαι νὰ εἴπω, ὅτι πρέπει πάντως νὰ ἀφαιρέσητε 50,000, κατόπιν τῆς ὁμολογίας, ἣν τελευταῖον ἐνταῦθα ἐποιήσασθε, γενομένου λόγου περὶ τῶν δικαιωμάτων τῶν ἀνηκόντων εἰς τὸν δῆμον Πειραιῶς. Διότι, ἐνῷ πέρυσιν εἰς τὸν δῆμον Πειραιῶς ἀπεδόθησαν δρ. 29,000, τοῦθ’ ὅπερ ἀποδεικνύει εἴσπραξιν μείζονα, ἐφέτος ἐδηλώσατε, ὅτι ἡ ἐνοικίασις ἡ γενομένη μόλις ἔφθασεν εἰς ποσὸν, ὥστε ν’ ἀποδοθῶσιν εἰς τὸν δῆμον Πειραιῶς μόνον 15,000 δραχμαὶ, ἐξ οὗ τεκμαίρεται, ὅτι αἱ εἰσπράξεις τοῦ ἔτους 1902 ἐνδεικνύονται ἐλλειμματικαί...
§134ΝΕΓΡΗΣ. Μόνον ὁ Πειραιεύς.
§135ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Μόνον ὁ Πειραιεύς; Ἀλλ’ ὁ πίναξ, ὃν κατεθέσατε ἐνταῦθα, δεικνύει, ὅτι κατὰ μὲν τὸ 1901 εἰσεπράχθησαν 169,032 δραχμαὶ, κατὰ δὲ τὸ 1900 δραχμαὶ 171,414. Κατὰ τὸ 1901, καθ’ ὃ ὁ Πειραιεὺς ἀπέλαβε δρ. 29,000, εἰσεπράξατε μόνον δρ. 169,000. Τὸ προηγούμενον ἔτος 171,000. Δὲν βλέπω διὰ τίνα λόγον σήμερον ἀνεβιβάσατε τὸ ἔσοδον εἰς 200,000. Κατὰ ταῦτα, ἐκ τῶν ἐσόδων ἐνδείκνυται ἀφαίρεσις ποσοῦ 1,800,000, ἴσως καὶ μέχρι δρ. 2 ἑκατομμυρίων, ποσοῦ δηλαδὴ ἐλάσσονος ἐκείνου, ὅπερ ἡ μειονοψηφία τῆς Ἐπιτροπῆς προτείνει νὰ ἀποδεχθῇ ἡ Βουλή. Εἰσέρχομαι εἰς τὰ Ἔξοδα. Ἐνταῦθα, ἀναφέρων ἀριθμοὺς, Κύριοι, ἀναφέρομαι εἰς τοὺς πρώτους ἀριθμοὺς τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ἐπειδὴ αἱ δηλώσεις αἱ γενόμεναι θίγουσι τὰ διάφορα κεφάλαια καὶ ἄρθρα κατὰ τρόπον, ὅστις δὲν μεταβάλλει τὸ σύνολον σπουδαίως, καὶ ἐπειδὴ δὲν ὑπῆρχε καιρὸς, ἕνεκα τῶν βροχηδὸν ἐπερχομένων δηλώσεων, νὰ ἀναθεωρῶνται ἑκάστοτε οἱ ἀριθμοὶ, ἐκράτησα τοὺς πρώτους ἀριθμούς. Κατὰ τοὺς ἀριθμοὺς τούτους, πρόκειται περὶ 116,221,000, ἅτινα, ὅπως ἔχωμεν ἀκριβῆ ἀντίληψιν τῶν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, κατανέμω οὕτω: 32,198,000—μετὰ τὴν προσθήκην τὴν τελευταίαν περισσότερα—εἰς τὸ δημόσιον χρέος, καὶ 8,883,000 εἰς τὰς ὑποχρεώσεις τοῦ Κράτους. Τὸ πρῶτον τοῦτο κεφάλαιον τῶν παγίων δαπανῶν ἀνέρχεται εἰς δραχμὰς 41,052,025. Ὑπολείπεται ὑπὲρ τῶν λοιπῶν ἀναγκῶν τοῦ Κράτους ποσὸν δραχμῶν 75,169,511. Ἐκ τούτου πάντως πρέπει νὰ προαφαιρέσωμεν τὰς δαπάνας ἐκείνας, ἃς ὀνομάζω παραγωγοὺς προσόδων καὶ ἀπαλλακτικὰς βαρῶν ἢ ὑποχρεώσεων· ἤτοι: αʹ) Ἔξοδα διοικήσεως καὶ ἐπιστασίας δραχ. 10,629,616. βʹ) Διαφόρους πληρωμὰς καὶ ἀποδόσεις (κεφάλαιον 30 καὶ 31 τοῦ Προϋπολογισμοῦ, καὶ 32 ἄρθρα 1, 4, 5, 11 καὶ 13) δραχ. 1,915,800. Τὸ ὅλον δρ. 12,545,416, ἅτινα, ἀφαιρούμενα ἐκ τῶν 75 ἑκατομμυρίων, τῶν ὑπολοίπων ὑπὲρ τῶν ἀναγκῶν τοῦ Κράτους, καταλείπουσιν ὑπόλοιπον ὑπὲρ τῶν κυβερνητικῶν ἀναγκῶν, τῆς γενικῆς ὑπηρεσίας τοῦ Κράτους, 62,624,094, — μεταβαλλομένων τῶν μεταβλητέων κατὰ τὰς κατατεθειμένας δηλώσεις.— Ἐπειδὴ ὅμως ἐκ τοῦ κεφαλαίου τῶν κανονικῶν δαπανῶν τῶν Ὑπουργείων ἔχομεν ἐξῃρημένα κεφάλαιά τινα, ἅτινα, ἀποδιδόμενα εἰς ταμεῖα εἰδικὰ ἢ ὑπηρεσίας εἰδικάς, χρησιμοποιοῦνται ὑπ’ αὐτῶν ἔξω τῶν Ὑπουργείων, ἢ ἀποταμιεύονται, ἀνάγκη νὰ διακρίνωμεν τὸ κεφάλαιον ἀποταμιεύσεων καὶ μεταβιβάσεων εἰς εἰδικὰ ταμεῖα ὑπὲρ εἰδικῶν ἀναγκῶν καὶ ὑπηρεσιῶν (Προϋπολογισμοῦ κεφάλαια 32, 2, 3, 6–10, 12, 14), ὅπερ ἀποτελεῖται ἐκ δραχ. 4,732,728, καὶ οὕτω μένουσιν ὑπόλοιπα διὰ τὰς κανονικὰς δαπάνας τῶν Ὑπουργείων 57,891,366, ἐν αἷς καὶ ἡ διὰ τὸ 1902 καταβολὴ 1,000,000 δανεισθέντος εἰς τὸν Σιδηρόδρομον Πειραιῶς–Πελοποννήσου. Τὸ ὅλον 62,624,094, ὁλόκληρον ὑπακτέον εἰς τὴν κατηγορίαν τῶν ὑπὲρ τῆς γενικῆς ὑπηρεσίας δαπανῶν, διότι καὶ τὰ ἀποταμιευόμενα εἰς εἰδικὰ ταμεῖα εἶναι χρήματα χρησιμεύοντα εἰς ἀνάγκας, ὑπὲρ ὧν εἶναι ὑπόχρεων τὸ Κράτος κανονικῶς νὰ μεριμνήσῃ, ἀλλ’ εὗρε προσφορώτερον τὸν τρόπον τοῦτον πρὸς ἐκπλήρωσιν τῶν εἰδικῶν τούτων ὑποχρεώσεων. Ἐπὶ τῶν ἐξόδων, οὕτω διῃρημένων, ἔχω νὰ ὑποβάλω ὡσαύτως παρατηρήσεις. Δημόσιον χρέος· τὸ δημόσιον χρέος προϋπελογίσθη εἰς δραχ. 32,198,088, προσετέθη δ’ ἔπειτα διὰ δηλώσεως ὑπὸ τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ τὸ ποσὸν 123,834 δραχμῶν, λόγῳ τόκων τῆς πρώτης ἑξαμηνίας τοῦ δανείου τῶν 3,377,306 δραχμῶν πρὸς ἀγορὰν τῶν κτημάτων Στεφάνοβικ. Οὕτω τὸ δημόσιον χρέος θέλει ἀπαιτήσει ἐφέτος, κατὰ τὰς δηλώσεις τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ, 32,321,922 δρ. Ἀλλ’ ὁ κύριος Ὑπουργὸς παρέβλεψεν, ὅτι εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ ἀναγράψῃ εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν καὶ ἕτερον ποσόν, ὅπερ ὀφείλομεν μὲν νὰ καταβάλωμεν τὴν 15 Ἰανουαρίου 1903, ἀλλ’ ὅπερ ἀποκτᾶται ὑπὲρ τῶν δικαιούχων πρὸ τῆς λήξεως τοῦ χρονολογικοῦ ἔτους 1902, τὸ ποσὸν δραχ. 306,102 τὸ καταβλητέον λόγῳ ὑπηρεσίας τοῦ δανείου τῶν 11,750,000 δραχ. τοῦ Σιδηροδρόμου Πύργου–Κυπαρισσίας– Μελιγαλᾶ. Ὁ κύριος Ὑπουργὸς, ἧττον παντὸς ἄλλου αὐτὸς ἔπρεπε νὰ παραβλέψῃ τὴν ἐγγραφὴν ταύτην, διότι ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐν τῷ σχεδίῳ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ὅπερ εἶχε προπαρεσκευασμένον διὰ τὸ ἔτος 1898, μὴ εἰσαχθέντι παρ’ αὐτοῦ λόγῳ τῆς ὑπουργικῆς μεταβολῆς τότε, ἀλλὰ προσαχθέντι εἰς τὴν Βουλήν, λόγῳ ὁδηγίας καὶ μελέτης, εἶχε τεθειμένον κανόνα ἀπαράβατον τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 3 τοῦ Λογιστικοῦ Νόμου ἐν πᾶσι τοῖς κεφαλαίοις καὶ τοῖς ἄρθροις ἐξόδων καὶ ἐσόδων τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Τί δὲ λέγει τὸ ἄρθρον 3 τοῦ νόμου περὶ δημοσίου λογιστικοῦ; (ἀναγινώσκει): «Εἰς τὴν αὐτὴν χρῆσιν ἀνήκουσιν αἱ γενόμεναι ὑπηρεσίαι καὶ τὰ παρὰ τοῦ Κράτους καὶ τῶν πιστωτῶν αὐτοῦ ἀποκτηθέντα δικαιώματα ἐντὸς τοῦ ἔτους, τοῦ ὁποίου τὸ ὄνομα φέρει ἡ χρῆσις.» Ἂν τὰ ἀποκτηθέντα δικαιώματα ἀπεκτήθησαν ἐνταῦθα ἐντὸς τοῦ ἔτους, οὗ τὸ ὄνομα φέρει ἡ χρῆσις τοῦ 1902, κατὰ τὴν διάταξιν τοῦ Λογιστικοῦ Νόμου, κατὰ τὴν ἑρμηνείαν τὴν ἐπίμονον, ἣν ἔδωκεν εἰς τὴν διάταξιν ταύτην ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, μέχρι τοιούτου βαθμοῦ, ὥστε καὶ τὰ τῆς σταφίδος νὰ μεταρρυθμίσῃ τελείως, ἀναγράφων αὐτὰ ἄλλως ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ ἔτους 1898 ἢ ὅ,τι πᾶσαι αἱ πρὸ αὐτοῦ Κυβερνήσεις, ἢ καὶ αἱ μετ’ αὐτὸν Κυβερνήσεις, — διότι ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Παρνασσίδος μετέβαλε πάλιν ἐν τούτῳ τὰ πράγματα, — ὤφειλεν ἐνταῦθα ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ ἐγγράψῃ καὶ τὸ ποσὸν τῶν 306,102. Διότι τὸ ἄρθρον 19 τῆς συμβάσεως λέγει (ἀναγινώσκει): «Ἡ χρεωλυτικὴ τῶν δανείων ἐξόφλησις», — προσέξατε, παρακαλῶ, κύριε Ὑπουργέ, — «ἄρξεται τὴν 15 Ἰουλίου τοῦ 1902. Ἑπομένως ἡ ὑπηρεσία τῆς ἐξοφλήσεως τῶν ἑξαμηνιαίων τοκομεριδίων καὶ τῶν κληρωθησομένων ὁμολογιῶν ἄρχεται τὴν 15 Ἰανουαρίου 1003.» Τὸ χρέος τῆς ὅλης ἑξαμηνίας, πλὴν 15 ἡμερῶν, εἶναι χρέος τοῦ 1902, αἱ δεκαπέντε ἡμέραι, αἱ συμπληροῦσαι τὴν ἑξαμηνίαν, εἶναι ἡμέραι λαμβανόμεναι ἐκ τοῦ μηνὸς Ἰανουαρίου τοῦ 1903, καθ’ ὃν συντρέχουσιν αἱ δύο χρήσεις, συντρέχει ἡ χρῆσις τοῦ 1902 πρὸς τὴν χρῆσιν τοῦ 1903. Ἐν τίνι δικαιώματι, χρέος, ὅπερ κατὰ τὰ 5½ ἕκτα ἐγένετο ἀπαιτητὸν κατὰ τὸ 1902, ἀναγράφεται εἰς τὸ 1903, ἐνῷ μόνον τὸ ½ ἕκτον εὑρίσκεται χρονολογικῶς ἐντὸς τοῦ 1903, ἐνῷ κατ’ αὐτὸν ἐκεῖνον τὸν μῆνα, καθ’ ὃν συμπίπτει τὸ ½ ἕκτον, ἐξακολουθεῖ νὰ τρέχῃ ἡ χρῆσις τοῦ 1902; Μόνον αὐθαιρεσία προϋπολογισμοῦ ἦτο δυνατὸν νὰ ἀφαιρέσῃ ἐκ τῆς χρήσεως εἰς ἣν ἀνήκει τὸ ποσὸν τοῦτο, μεταβιβάζουσα αὐτὸ εἰς τὴν χρῆσιν τοῦ 1903, εἰς τὴν χρῆσιν ἀκριβῶς, καθ’ ἣν φοβεῖσθε κίνδυνον ἐλλείμματος, εἰς τὴν χρῆσιν, καθ’ ἣν εἶσθε βέβαιος ὅτι δὲν θὰ ἦσθε Ὑπουργός...
§136Φ. ΝΕΓΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Μοὶ ἐπιτρέπετε νὰ σᾶς δώσω ἐξηγήσεις;
§137ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Μάλιστα.
§138ΝΕΓΡΗΣ. Τυπικῶς δύναται νὰ ἦναι ὀρθὴ ἡ σκέψις, τὴν ὁποίαν ἐξεφράσατε, καὶ εἶναι σύμφωνος πρὸς τὸν νόμον, καὶ ἠδυνάμην νὰ κάμω τὴν ἐγγραφὴν ταύτην, εἴτε ὡς τὴν ἔκαμον, εἴτε ὡς προτείνετε· ἀλλ’ οὐσιαστικῶς δὲν ἔχει τὴν ἐλαχίστην σημασίαν, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸ ἰσοζύγιον τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ τρέχοντος ἔτους· διότι ὁ τόκος τοῦ δανείου αὐτοῦ θὰ πληρωθῇ, ὡς γνωρίζετε, ἀπὸ τὰς 2 δραχμὰς, τὰς ὁποίας εἰσπράττομεν ἐκ τοῦ καπνοῦ, καὶ αἱ ὁποῖαι ἀποδίδονται εἰς τὴν Τράπεζαν. Εὐθὺς λοιπόν, ὡς ἤθελον ἀναγράψει — καὶ ἠδυνάμην νὰ τὸ ἀναγράψω ἐνταῦθα — τὸ ποσὸν τῶν 300,000 δραχμῶν, ἤθελον ἐλαττώσει κατὰ 300,000 δραχμάς, δηλ. κατὰ τὸ ἴδιον ποσόν, τὰς ἀποδόσεις πρὸς τὴν Τράπεζαν, καὶ τὸ ἰσοζύγιον θὰ ἔμενεν ἓν καὶ τὸ αὐτό. Προσθέτω δὲ, ὅπως ἦσθε ἐν γνώσει, ὅτι αὔριον σκοπῶ νὰ φέρω δήλωσιν, διὰ τῆς ὁποίας θ’ ἀναγράψω ὄχι τὸν τόκον τοῦ δανείου τούτου, περὶ τοῦ ὁποίου ὡμιλήσατε, ἀλλὰ τὸν τόκον τοῦ δανείου, τὸ ὁποῖον συνάπτομεν τὴν στιγμὴν ταύτην χάριν τοῦ Σιδηροδρόμου Λαρίσης, καὶ ἀκριβῶς θὰ κάμω τὴν ἐγγραφὴν καθ’ ὃν τρόπον λέγετε.
§139ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ποίου δανείου;
§140ΝΕΓΡΗΣ. Τοῦ Σιδηροδρόμου Λαρίσης.
§141ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐπὶ τοῦ κεφαλαίου τῶν ὑποχρεώσεων τοῦ Κράτους εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐπιστήσῃ τις τὴν προσοχὴν εἰς τὰς συντάξεις, περὶ ὧν ὡμίλησα προηγουμένως, καὶ δὲν ἔχω σκοπὸν νὰ εἴπω περισσότερα. Ἀλλὰ μόνον διὰ τοῦτο ἐνδιατρίβω ὀλίγον ἐπ’ αὐτοῦ; ὅπως δείξω, ὅτι ἐξ αὐτῶν ἐπέρχεται ἐφέτος νέα αὔξησις δρ. 93,174, αἱ δὲ αὐξήσεις αἱ ἀπὸ δύο ἐτῶν ἀναβιβάζονται οὕτω εἰς 399,564 δραχμάς. Ἔξοδα διοικήσεως, ἐπιστασίας κλπ. Ἐνταῦθα τὸ ποσὸν ἀνέρχεται εἰς 10,628,516, δηλ. ἐπὶ πλέον τῶν τοῦ ἔτους 1900 κατὰ 1,011,265 δραχμάς. Παρατηρῶ δὲ μόνον, ὅτι, ἐνῷ ἡ δαπάνη αὕτη ἐπιβάλλεται ὡς ἐκ τῆς αὐξήσεως τῶν ἐσόδων, περιλαμβάνει ὅμως καὶ αὐξήσεις ἡ πρόβλεψις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, αἵτινες ἴσως πρέπει νὰ προκαλέσωσι τὴν προσοχὴν ὑμῶν. Αὔξησις κατὰ 61,910 εἰς ποσοστὰ κλπ., τῶν ἐξόδων εἰσπράξεως ἀνερχομένων εἰς 70,000. Χαρτόσημον καὶ γραμματόσημον δραχμαὶ 130,000. Ἐνταῦθα περιλαμβάνεται καὶ δικαίωμα προμηθείας καὶ ποσοστὰ γραμματοσήμου, τοῦτο δὲ τὸ ποσὸν ἔχει σχέσιν πρὸς τὴν δαπάνην τὴν ταχυδρομικὴν, εἰς ἣν, νομίζω, δὲν προστίθεται ἡ δαπάνη αὕτη ἐν τοῖς πίναξι.
§142ΝΕΓΡΗΣ....
§143ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τὰ ποσοστὰ ταῦτα περιλαμβάνονται εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τῶν δαπανῶν τῶν ταχυδρομείων ἐν τοῖς πίναξιν, οὓς κατεθέσατε;
§144ΝΕΓΡΗΣ. Ποῖα;
§145ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Δικαίωμα προμηθείας καὶ ποσοστὰ γραμματοσήμου.
§146ΝΕΓΡΗΣ. Τὰ ἔχω ἀφειμένα, ὅπως ἀνταποκριθῶ εἰς τὰς ἀληθεῖς ἀνάγκας, τὰς πραγματικάς.
§147ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἄλλο λέγω· λέγω, ὅτι πρέπει νὰ προσθέσητε αὐτὰ καὶ ἐκεῖ, ἵνα ἔχωμεν ἀκριβῆ εἰκόνα τῶν δαπανῶν τῶν ταχυδρομικῶν. Ἔξοδα δασῶν, δρ. 37,000. Ἐνταῦθα βλέπω αὐξήσεις εἰς τὰς δαπάνας τῆς ὑπηρεσίας 7,000, εἰς τὸ προσωπικὸν τῶν δασῶν 24,600. Ταῦτα μοὶ ἐμποιοῦσι ποιάν τινα ἐντύπωσιν, φοβουμένῳ μήπως πρόκειται περὶ πιστώσεων προκλητικῶν αὐξήσεων οὐχὶ ἀπαραιτήτου ἀνάγκης.
§148ΝΕΓΡΗΣ. Ἐπιτρέπετε νὰ σᾶς δώσω ἐξηγήσεις;
§149ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Οὔτε λέγω πράγματα βέβαια, οὔτε ζητῶ νὰ διαγράψητε· δισταγμὸν μόνον δεικνύω, καὶ προκαλῶ τὴν προσοχήν. Εἰς τὰς διαφόρους πληρωμὰς καὶ ἀποδόσεις ὁ κύριος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν θέλει εὐδοκήσει νὰ προσθέσῃ ποσά τινα, ἅτινα παρελείφθησαν· καὶ ἐδήλωσε προχθές, ὅτι ἔχει σκοπὸν νὰ προσθέσῃ 15,000 δραχμὰς, ἀποδοτέας λόγῳ σταθμικῶν εἰς τὸν δῆμον Πειραιῶς. Ἐπὶ τοῦ κεφαλαίου τῶν ἀποταμιεύσεων καὶ τῶν εἰδικῶν ταμείων οὐδὲν ἔχω νὰ παρατηρήσω, ἀλλὰ καλὸν κρίνω νὰ ὑπομνήσω ποῖα εἶναι ταῦτα, ἐκ τίνων στοιχείων τροφοδοτεῖται τὸ σπουδαῖον τοῦτο κεφάλαιον δαπανῶν· 2,677,923 δραχ. ἐκ προσόδου ἀπὸ τοῦ καπνοῦ ὑπὲρ τοῦ Σιδηροδρόμου Πειραιῶς–Ἀθηνῶν–Συνόρων, Κυπαρισσίας–Πύργου–Μελιγαλᾶ· ὑπὲρ τοῦ ταμείου τοῦ ἐθνικοῦ στόλου, καὶ τοῦ ταμείου τῶν φάρων τὰ τέλη ἀγκυροβολίας καὶ τὰ φαρικὰ, 820,000· τὰ ἐκ τῆς πλωτῆς Δεξαμενῆς ἔσοδα 55,000· ἡ ἐκ νομισματικῆς διαφορᾶς τελῶν ἀγκυροβολίας κλπ. πρόσοδος 468,000· τὰ ἐκπαιδευτικὰ τέλη 661,800 ὑπὲρ τῶν ἀνεγειρομένων δημοτικῶν διδακτηρίων· 50,000 ἐκ τῆς προσόδου τῆς ἀπὸ τῆς ἐξαγορᾶς τῆς στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας ὑπὲρ ὁπλισμοῦ στρατιωτικοῦ. Καὶ οὕτως εἰσερχόμεθα εἰς τὰ ἔξοδα τῆς Γενικῆς ὑπηρεσίας, ἅτινα θέλω διεξέλθει ἐπίσης ταχέως. Ὑπουργεῖον Οἰκονομικῶν. Ἐπὶ τοῦ Ὑπουργείου τούτου ἔχω νὰ ἐνδείξω γνώμην περὶ μεταβολῆς τῶν τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου. Βλέπω δαπάνην 67,000 δραχ. εἰς τὸ Γενικὸν Λογιστήριον, ἥτις ἴσως ὀρθότερον εἶναι νὰ περιορισθῇ, μεταβαλλομένων τῶν πραγμάτων, εἰς τρόπον ὥστε νὰ μεταβιβασθῇ τὸ μέγα μέρος τῆς ἐλεγκτικῆς τῶν λογαριασμῶν ἐργασίας ἀπ’ εὐθείας εἰς τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον, ὂν εἰς θέσιν σήμερον ταχέως καὶ τελείως νὰ ἐξελέγχῃ τοὺς λογαριασμοὺς, ἡ δὲ τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου ὑπηρεσία νὰ περιορισθῇ εἰς ἐργασίαν τμήματος ἰδίου ἐν τῷ Ὑπουργείῳ. Ἡ ἐντεῦθεν οἰκονομία ἤθελε δαπανηθῆ εἰς συμπλήρωσιν τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου. Ἐπὶ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν παρατηρῶ, ὅτι ἔχομεν αὔξησιν ἐν τριετίᾳ δρ. 851,713. Διότι, ἐνῷ ἐν ἔτει 1899 ὁ προϋπολογισμὸς αὐτοῦ ἀνέβαινεν εἰς δρ. 2,198,373, κατὰ τὸ 1902 ἀναβαίνει εἰς 3,050,086, δηλαδὴ διαφορὰ ἐπὶ πλέον ἑνὸς περίπου ἑκατομμυρίου. Ἡ διαφορὰ αὕτη ἔχει δύο κυριωτάτους λόγους· αὔξησιν δαπανῶν εἰς τὸ κεφάλαιον τῶν οὕτως ὀνομαζομένων «ἐξωτερικῶν δαπανῶν» μετὰ τῆς νομισματικῆς διαφορᾶς, καὶ αὔξησιν δαπανῶν ὑπὲρ τῆς διπλωματικῆς καὶ προξενικῆς ὑπηρεσίας. 429,000 δραχμαὶ ἀνήκουσιν εἰς τὴν αὔξησιν τῶν δαπανῶν τῶν πρώτων, τῶν ἐθνικῶν, καὶ 502,866 δραχ. εἰς τὴν αὔξησιν τῶν ὑπὲρ τῆς προξενικῆς καὶ τῆς διπλωματικῆς ὑπηρεσίας, τὸ πλεῖστον δὲ τῆς αὐξήσεως εἰς τὴν προξενικὴν ὑπηρεσίαν...
§150ΝΕΓΡΗΣ. Παραβάλλετε ἀπολογισμὸν πρὸς Προϋπολογισμόν.
§151ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Προϋπολογισμὸν μετὰ Προϋπολογισμοῦ.
§152ΝΕΓΡΗΣ. Ποίου ἔτους;
§153ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τοῦ 1899, τοῦ 1900, τοῦ 1901 καὶ τοῦ 1902. Ἐνταῦθα ὅμως πρέπει νὰ εἴπω, διότι ἐπιθυμῶ νὰ ἀποφύγω νὰ λάβω τὸν λόγον ἐπὶ τῶν λεπτομερειῶν, ὅτι πρέπει νὰ προσδιορισθῶσιν ἄλλως τὰ τῶν πιστώσεων τῆς εἰς τὸ ἐξωτερικὸν δαπάνης, διότι δὲν σημειοῦται εἰς χρυσὸν ἡ πίστωσις, ὡς ἐκ τούτου δὲ μένει ἀβέβαιον, ὁποῖον ποσὸν προορίζομεν ὑπὲρ τῶν ἐξωτερικῶν δαπανῶν. Ἐκ τούτου δὲ καὶ τὰ ἄτοπα τῶν τελευταίων πιστώσεων, αἵτινες διὰ τὸ 1901 ἐζητήθησαν. Ὡσαύτως, ὅπως ἀποφύγω νὰ λάβω τὸν λόγον κατὰ τὴν μερικὴν συζήτησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἐπαναλαμβάνω τὴν παρατήρησιν, ἥτις ἐγένετο καὶ πέρυσι καὶ προπέρυσιν, ἐφ’ ᾗ καὶ ἐγένετο, ὑπ’ ἐμοῦ προταθεῖσα τότε, ἡ διαγραφή. Ἀλλὰ βλέπω, ὅτι ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν ἐπιμένει εἰς τὰς ἰδέας αὐτῆς. Ἐν τῷ νόμῳ τῷ περὶ τῶν δαπανῶν τοῦ Κράτους, τῷ ἐτησίῳ, περιλαμβάνεται καὶ ἐφέτος διάταξις ἐπιτρέπουσα ἀναπληρωματικὰς πιστώσεις ἐπὶ τοῦ κεφαλαίου τῶν ἐξωτερικῶν δαπανῶν. Ἀλλὰ τὸ κεφάλαιον τοῦτο στηρίζεται ἐπὶ νόμου εἰδικοῦ, ὅστις ῥητῶς ἀπαγορεύει τὰς ἀναπληρωματικὰς πιστώσεις διὰ Διατάγματος Βασιλικοῦ. Εἶναι ἄρα πρόδηλον, ὅτι ἡ διάταξις ἡ ἐν τῷ σχεδίῳ τοῦ νόμου περὶ ἐξόδων ἀντίκειται εἰς τὸν πάγιον νόμον, ἐφ’ οὗ στηρίζεται ὁ Προϋπολογισμός. Ταύτην τὴν παρατήρησιν ὑπέβαλον πέρυσιν, ἐγένετο δὲ τότε δεκτὴ καὶ διεγράφη ἡ διάταξις. Ἰδοὺ πῶς ἔχει ὁ νόμος ΒΚΔʹ τοῦ 1892.
§154ΑΛΕΞ. Θ. ΖΑΙΜΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἄς διαγραφῇ.
§155ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἔχει καλῶς. Ἐπὶ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν ἔχει τις νὰ παρατηρήσῃ περισσότερα, ἀλλὰ θέλω προσπαθήσει καὶ ἐνταῦθα νὰ ἦμαι σύντομος. Κατὰ τὸ ἔτος 1898, ἐπὶ τῶν κεφαλαίων διοικήσεως νομῶν, δημοσίας ἀσφαλείας, Στρατολογικῶν Συμβουλίων καὶ ταχυδρομείων καὶ τηλεγράφων αἱ δαπάναι τοῦ Κράτους κατὰ τὸν Προϋπολογισμὸν ἀνέρχονται εἰς 5,775,112 δραχμάς· κατὰ τὸ 1902 ἐπὶ τῶν αὐτῶν κεφαλαίων τὸ Κράτος πρόκειται νὰ δαπανήσῃ 7,695,605 δραχμάς· αὔξησις ὁλικὴ ἀπὸ τοῦ ἔτους 1898 ἕως τοῦ 1902 δραχ. 1,920,493. Εἶναι βεβαίως ἄξιον παρατηρήσεως, ὅτι ἐπῆλθε τοιαύτη αὔξησις ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐσωτερικῶν ἐν διαστήματι ἁπλῆς πενταετίας. Καὶ ἐξετάζων εἰδικώτερον τὸ μέρος τοῦτο, εὑρίσκω, ὅτι ἐν τῷ κεφαλαίῳ τῆς δημοσίας ἀσφαλείας ἡ αὔξησις εἶναι ἐντελῶς ἀδικαιολόγητος, διότι ἡ πίστωσις εἰς τὸ κεφάλαιον τῆς δημοσίας ἀσφαλείας ἦτο δεδομένη ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ νέου ἀστυνομικοῦ ὀργανισμοῦ, ὅστις δὲν ἐφηρμόσθη. Καίτοι δὲ δὲν ἐφηρμόσθη οὗτος κατὰ τὸ ἔτος 1901, ὡς ἀπέδειξεν ἀναπληρωματικὴ πίστωσις, ἣν τελευταῖον ἐψηφίσαμεν, τὰ ἔξοδα τοῦ τμήματος τῆς δημοσίας ἀσφαλείας ὑπερέβησαν τὰ τῶν προηγουμένων ἐτῶν κατὰ δρ. 405,000, αἵτινες κατηνάλωσαν μέρος τῆς προσθήκης τῆς γενομένης λόγῳ τῆς μελετηθείσης ἐφαρμογῆς τοῦ μὴ ἐφαρμοσθέντος ὀργανισμοῦ. Τὸ αὐτὸ κακὸν ἐπαναλαμβάνει ὁ Προϋπολογισμὸς τῆς σημερινῆς Κυβερνήσεως, ἐν ᾧ 405,000 δραχμαὶ προστίθενται εἰς τὰ ἔξοδα τῆς δημοσίας ἀσφαλείας ἄνευ οὐδεμιᾶς μεταβολῆς τοῦ ὀργανισμοῦ...
§156Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Εἶναι ἡ ἀναπλήρωσις, νομίζω, διὰ τοὺς ἀξιωματικούς.
§157ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν αὐτῶν παρατηρεῖται ἡ αὔξησις αὕτη τῶν 405,000 δρ.... Ὁριστικὸς προϋπολογισμὸς τῶν ἐτῶν 1900 καὶ 1901 λόγῳ τοῦ νέου συστήματος δρ. 4,471,860· ἀφαίρεσις ἐπὶ τῇ διαγραφῇ τοῦ συστήματος 1,279,636· ὑπόλοιπον 2,192,224 δραχμαί· καθαρὰ προσθήκη εἰς τὰς δαπάνας τῆς δημοσίας ἀσφαλείας 1,075,480· ἀφαίρεσις ἐξ αὐτῶν δρ. 594,640 λόγῳ τῶν ἀξιωματικῶν, — ἴσως εἶναι κατά τι περισσότεραι, — ὑπόλοιπον 480,840, ἐξ ὧν ἀφαιρουμένων καὶ ἄλλων τινῶν εὑρίσκονται αἱ ἐπὶ πλέον 405,312, ἀκριβῶς ἡ μεταξὺ τῶν πιστώσεων τοῦ 1898 καὶ 1902 διαφορά. Ὥστε ἐγένετο ἀκριβὴς ὁ ὑπολογισμός. Ὅτι δὲ τοῦτο οὕτως εἶχεν, ἐφάνη κατὰ τὴν ψήφισιν τῆς διὰ τὸ 1901 ζητηθείσης πιστώσεως, ἐν ᾗ ἐκεῖνο τὸ ποσὸν ἐζητήθη ἐπὶ πλέον· καὶ αὐτὸ τοῦτο ἐπαναλαμβάνεται ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ...
§158Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Τὸ Συνέδριον πῶς ἐθεώρησε τὰ ἐντάλματα;
§159ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὑπῆρχον πιστώσεις, αἵτινες δὲν ἐπήρκεσαν.
§160Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ὑπῆρχε νόμος ὁρίζων τὸν ἀριθμὸν τῶν ἀστυφυλάκων, ὅστις ὡρίσθη ἐντὸς τοῦ ὁρίου τοῦ παλαιοῦ νόμου. Ηὐξήθη ὁ ἀριθμὸς τῶν ἀστυφυλάκων, ἀλλ’ ἡ αὔξησις ἐπετρέπετο παρὰ τοῦ παλαιοῦ νόμου.
§161ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Περὶ τῶν ταχυδρομικῶν καὶ τηλεγραφικῶν ἐσκόπουν ἐν ἀρχῇ νὰ εἴπω περισσότερα κατὰ τὴν μερικὴν ἐξέτασιν. Εἶχον ἀπολήξει εἰς συμπεράσματα πρὶν ἢ ἔλθωσιν οἱ πίνακες τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, οἵτινες μετέβαλον κατά τι τὰς κρίσεις μου, ὅμως μὴ πείσαντές με, ὅτι ἀσφαλῶς ἔχομεν ἐν αὐτοῖς πάντα, ὅσα ἐδαπανήθησαν. Ἐπὶ τοῦ κεφαλαίου τούτου ὀφείλω ν’ ἀναγνωρίσω, ὅτι ἐγένετο ἀξία λόγου ἐργασία, καὶ ὅτι ἡ ἐργασία αὕτη, ἐπὶ τῇ βάσει καὶ μέρους τῶν διατάξεων τῆς νέας νομοθεσίας, ὑπῆρξεν ὠφέλιμος εἰς τὴν ταχυδρομικὴν καὶ τηλεγραφικὴν ὑπηρεσίαν. Ἀπέτυχόν τινες τῶν προβλέψεων, ἐπὶ ζημίᾳ τῶν εἰσπράξεων· ἀπέτυχεν ὅμως μία ἐξ αὐτῶν καὶ ἐπὶ ζημίᾳ τοῦ ἐμπορίου. Τὴν ὁμολογίαν τῆς ἀποτυχίας βλέπει τις καὶ ἐν αὐτῇ τῇ ἐκθέσει τοῦ Γενικοῦ Διευθυντοῦ τῶν ταχυδρομείων, ὅστις ἐν αὐτῇ προσπαθεῖ ὑπὸ ἐλπίδας ἐκ μεταρρυθμίσεων νὰ καλύψῃ καὶ οἰκονομήσῃ τὰ πράγματα.
§162Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Καὶ ἐγὼ φρονῶ, ὅτι ἀπέτυχον.
§163ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐνδείκνυται ἄρα ἡ κατάργησις τῶν διατάξεων τῶν ἀναγομένων εἰς τὰ δελτάρια τὰ εἰκονογραφημένα, καὶ ἡ ἄφεσις τῆς προτέρας ἐλευθερίας εἰς τὸ ἐμπόριον, καὶ τοῦτο καὶ πρὸς κατάπαυσιν τῶν διαμαρτυριῶν, ἃς ἀκούομεν καθ’ ἡμέραν, τῶν ξένων, οἵτινες ζητοῦσι, διερχόμενοι ἐντεῦθεν, δελτάρια τοιαῦτα πρὸς ἀποστολὴν εἰς τοὺς οἰκείους ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ, καὶ μὴ εὑρίσκοντες, ἀποροῦσι, πῶς δὲν ἐκμεταλλευόμεθα τὴν εὐκαιρίαν, ἵνα εἰσαγάγωμεν ἔξωθεν χρῆμα. Τοσαύτη δὲ προσήλωσις ἐν τῷ κεφαλαίῳ τούτῳ παρετηρήθη παρὰ τῷ εἰσηγητῇ τῆς καινοτομίας, τῷ σχόντι τὴν πρωτοβουλίαν Γενικῷ Διευθυντῇ, ὥστε ἕνεκεν αὐτῆς ἀποκρούεται πρόσοδος ἐξ ἀνάγκης προσφερομένη εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον ὁσάκις ἐπιμένῃ τις ὅπως δήποτε ν’ ἀποστείλῃ δελτάρια ἐξ Ἑλλάδος. Εἰς ἐμὲ αὐτὸν συνέβη, ἐπειδὴ φίλος μού τις εἶχε θυγατέρα, ἐπιθυμοῦσαν νὰ ἔχῃ δελτάριον ἐξ Ἑλλάδος, νὰ προσφύγω εἰς τὸ ταχυδρομεῖον καὶ παρακαλέσω νὰ δεχθῶσιν ἓν εἰκονογραφημένον ἰδιωτικὸν δελτάριον, σφραγίζοντες ἐπ’ αὐτοῦ γραμματόσημον ἐπιστολῆς 25 λεπτῶν, καὶ μοὶ ἠρνήθησαν τοῦτο ἐπιμόνως. Τοσοῦτο σχολαστικὴ ἐγένετο ἡ ἐφαρμογὴ νομοθετήματος, ὅπερ κατὰ τὸ μέρος τοῦτο ἀποδεδειγμένως ἀπέτυχεν. Ἐπίσης ἀπεδείχθη, ὅτι ἐκ τῆς νομοθετήσεως τοῦ νόμου τούτου, ὅστις εἰσήγαγε τὰς βραχείας ἐπιστολὰς, ἐπῆλθε ζημία περὶ τὰς εἰσπράξεις ἐκ κοινοῦ γραμματοσήμου· διότι αὗται κατὰ 150,000 δρ. περίπου ὑπελείφθησαν τῶν τοῦ παρελθόντος ἔτους. Ἡ δαπάνη ἡ μικροτέρα διὰ τὰς βραχείας ἐπιστολὰς εἵλκυσε πρὸς αὐτὰς τὸ κοινόν, καὶ ἠλαττώθη ἡ κατανάλωσις τοῦ γραμματοσήμου τῶν 20 λεπτῶν. Ταῦτα δὲν λέγω κατακρίνων τὰς βραχείας ἐπιστολὰς, δι’ ὧν κατεστάθη εὐχερεστέρα ἡ ἀλληλογραφία ἐπὶ τῷ ἡμίσει τῆς προτέρας φορολογίας, ἀλλ’ ὅπως ἀποδειχθῇ καὶ μετὰ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου ἡ ἀκρίβεια τῆς προβλέψεως καὶ ἡ ὀρθότης τῶν παρατηρήσεων, ἃς ὑπεβάλλομεν ἐντεῦθεν, ὅτε συνεζητεῖτο ὁ νόμος, ὅτι ὑπῆρχε κίνδυνος σπουδαῖος ἐλαττώσεως ἐσόδων, ἂν ἠλαττοῦτο τὸ εἰκοσάλεπτον ταχυδρομικὸν τέλος εἰς τὸ ἥμισυ, καὶ εἰς ἃς ὑπεχώρησε λίαν φρονίμως ὁ τότε Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, δεχθεὶς ἔπειτα καὶ τὴν κατάκρισιν τοῦ Γενικοῦ Διευθυντοῦ τῶν ταχυδρομείων, ὅτι εἰς τόσον ὀπισθοδρομικὰς παρατηρήσεις ὑπεχώρησεν.
§164Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἦτο τὸ παράδειγμα τῆς Γαλλίας, ὅπερ μὲ ἔκαμε νὰ ὑποχωρήσω.
§165ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Καὶ ἐφ’ ἑτέρου ταχυδρομικοῦ κεφαλαίου ἐφιστῶ τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως, τοῦ τῶν ἐσωτερικῶν ἐπιταγῶν. Διότι ἐν αὐτῷ συνέβη τι τὸ λίαν παράδοξον. Δυστυχῶς οἱ πίνακες τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ δὲν ἔδωκαν εἰς ἡμᾶς τὰ ἀποτελέσματα τῆς κινήσεως τῶν ἐσωτερικῶν ἐπιταγῶν κατὰ τὸ ἔτος 1901, ἅτινα ἤθελον φωτίσει ἡμᾶς περισσότερον. Ἀλλ’ ἐν τῇ ἐκθέσει τῆς Γενικῆς Διευθύνσεως ἔχετε πίνακα τῆς κινήσεως τῶν ἐσωτερικῶν ἐπιταγῶν, ὅστις ἀποδεικνύει ὁπόσον μεγάλη εὐκολία παρεσχέθη ἀπὸ τῆς νομοθετήσεως τῶν ἐπιταγῶν, καὶ ὁπόσον μεγάλη κίνησις ἐγένετο εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς, προβαίνουσκ ἀπὸ ἔτους εἰς ἔτος μετὰ καταπληκτικῆς αὐξήσεως. Ἀλλὰ παραδόξως, ἐνῷ ἐπὶ ἔτη προέβαινεν αὐξανομένη ἡ κίνησις τῶν ἐσωτερικῶν ἐπιταγῶν, ἐν ἔτει 1895 τὸ πρῶτον βλέπομεν ἐπελθοῦσαν ἐλάττωσιν τελείως δυσεξήγητον. Ἐν ἔτει 1888, τῷ πρώτῳ ἔτει τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου περὶ ἐσωτερικῶν ἐπιταγῶν, κατὰ τοὺς προεκδοθέντας ὑπὸ τῆς ὑπηρεσίας πίνακας τῶν ἐπιταγῶν τῶν ἐξαργυρωθεισῶν, τὸ ποσὸν ἀνῆλθεν εἰς 3,162,228 δραχ. Ἐν ἔτει 1892, μετὰ σταθερῶς κατ’ ἔτος προϊοῦσαν αὔξησιν, ἀνῆλθον εἰς 11,209,870. Ἐν ἔτει 1893 εἰς 11,377,859. Καὶ ἐν ἔτει 1900 βλέπομεν, ὅτι κατήντησαν εἰς 8,960,063 δραχμάς· ἐξετάζοντες δὲ παρατηροῦμεν, ὅτι κατῆλθεν εἰς τὸ ποσὸν αὐτὸ, κατὰ προϊοῦσαν πρὸς τὰ κάτω κλίμακα, ἀπὸ ἔτους εἰς ἔτος ὡς ἑξῆς: τὸ 1893, ὡς εἶπον, εἰς 11,377,859, τὸ 1894 δραχ. 10,948,436, τὸ 1895 δρ. 10,267,886, τὸ 1896 δρ. 9,756,537, τὸ 1897, ἔτος τοῦ πολέμου, παρέρχομαι· τὸ 1898 δρ. 8,496,737, καὶ τέλος τὸ 1899, καθ’ ἣν ἔχω σημείωσιν, 8,246,739. Καὶ εἶχε μὲν ὁ Γενικὸς Διευθυντὴς τῶν ταχυδρομείων, ὡς δεικνύει ἡ ἔκθεσις αὐτοῦ, ἐλπίδα αὐξήσεως κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος 1901, ἀλλ’ ἐκ τῶν ἀποτελεσμάτων, ἅτινα εἴδομεν ἐν τοῖς προσαχθεῖσιν ἐνταῦθα πίναξι, φαίνεται οὐχὶ τελείως δεδικαιολογημένη ἡ ἐλπὶς αὕτη. Ἠρώτησα ἐμαυτὸν, τίς ὁ λόγος τῆς τοιαύτης ἐλαττώσεως, ὅτε πρό τινος χρόνου ἐμελέτησα τὸ θέμα, καὶ δὲν ἐδυνήθην νὰ εὕρω λόγον ἐπαρκῆ. Ἐν τῇ ἐκθέσει τοῦ Διευθυντοῦ τῶν ταχυδρομείων εὑρίσκω νῦν, ὅτι...
§166Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Εἶναι ἡ κατάργησις τῶν ποσοστῶν.
§167ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ναί· ἀλλ’ ὁμολογῶ, ὅτι δὲν δύναμαι νὰ πεισθῶ, ὅτι μόνον διότι κατηργήθησαν τὰ ποσοστὰ ἐπῆλθε τοιαύτη ἐλάττωσις. Τόσος μέγας ζῆλος προεκαλεῖτο ὑπὸ τῶν ποσοστῶν, ὥστε, διότι κατηργήθησαν ταῦτα, νὰ καταβῇ κατὰ ἑκατομμύρια ἡ κίνησις τῶν ἐπιταγῶν;
§168Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἡ ἐλάττωσις ἤρξατο μετὰ τῆς ἐλαττώσεως τῶν ποσοστῶν.
§169ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Φρονῶ, ὅτι εἶναι σύμπτωσις ἁπλῆ· καὶ ὑποθέτω λόγον τινὰ ἄλλον· ὑποθέτω, ὅτι ηὐξήθησαν τὰ ὑποκαταστήματα τῶν Τραπεζῶν, καὶ ἡ αὔξησις αὕτη ἀφήρεσε...
§170Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ λόγος εἶναι, ὅτι, ὅταν ἔχῃ τις ἐπιταγὴν εἰς βάρος ταχυδρομείου τινὸς, πρέπει νὰ ὑπάγῃ δέκα φορὰς διὰ νὰ πληρωθῇ.
§171ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τοῦτο φοβοῦμαι καὶ ἐγὼ, ὅτι εἶναι ὁ κύριος λόγος, ὅτι ὁ ζῆλος περὶ τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ καθήκοντος ἠλαττώθη, ἐκ τούτου δὲ ἠλαττώθη καὶ ὁ ζῆλος τῶν προσερχομένων· διότι δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω, πῶς, ἐπὶ τοσοῦτον μικρῷ ἀντιτίμῳ ἀποστελλομένων τῶν χρημάτων μετὰ πάσης ἀσφαλείας,—διότι διὰ ταχυδρομικῶν ἐπιταγῶν πεμπόμενον δὲν δύναται ποτὲ νὰ ἀπολεσθῇ τὸ χρῆμα,—ἐν τούτοις τῶν τοιούτων ἐπιταγῶν οἱ πελάται ὀλιγοστεύουσιν. Εἶναι δὲ ἄξιον τοῦ κόπου νὰ ἐπιστήσητε εἰς τοῦτο τὴν προσοχὴν ὑμῶν, κύριε Ὑπουργὲ, ἵνα κανονισθῶσι τὰ τῆς ὑπηρεσίας αὐτῶν εἰς τοιοῦτον τρόπον, ὥστε νὰ ἐπανέλθωμεν εἰς τὴν πρόοδον ἐκείνην, τὴν ἀνιοῦσαν, τοῦ παρελθόντος...
§172ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Εἰς τὸ τῶν ἐξωτερικῶν παρατηρεῖται ἡ πρόοδος;
§173ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Μάλιστα, καὶ πολὺ μεγάλη· ἐν ταύτῃ μάλιστα εὑρίσκει τις μίαν τῶν σπουδαίων ἐνδείξεων περὶ τοῦ ποσοῦ τοῦ εἰσαγομένου ἔξωθεν χρυσοῦ διὰ τῶν ἀδήλων λεγομένων πόρων. Ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῆς Παιδείας, ὅσα εἶχον νὰ εἴπω εἶπον ἤδη κατὰ τὴν προηγουμένην συνεδρίασιν. Ἐπὶ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν ἔχω νὰ προκαλέσω τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς, καὶ ζητήσω ἐξήγησίν τινα ἐπὶ τοῦ προσθέτου κεφαλαίου 9 «ἐπιδικασθεῖσαι ἀποδοχαὶ ἐνεργείας εἰς ἀποστράτους». Ζητοῦνται ἐπὶ τούτῳ πιστώσεις δραχμῶν 36,811. Διατί;
§174Γ. ΚΟΡΠΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Πληρώνονται τὰ ποσὰ ταῦτα εἰς ἀποστράτους ἀξιωματικοὺς ἐπανελθόντας εἰς ἐνέργειαν δυνάμει δικαστικῶν ἀποφάσεων.
§175ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐπὶ τοῦ κεφαλαίου «τροφαὶ, ἱματισμὸς, στρατωνισμὸς» νομίζω, ὅτι τὸ παράδειγμα τοῦ παρελθόντος ἔτους δικαιολογεῖ προσθήκην δαπανῶν· διότι φοβοῦμαι, ὅτι, ἂν περιορισθῇ ἡ πίστωσις εἰς τὴν μικρὰν αὔξησιν, ἣν προσέθηκεν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, δὲν θέλει καὶ οὕτως ὁ Προϋπολογισμὸς ἀποδειχθῇ εἰλικρινής. Διὰ τὰς τροφὰς ἔλαβε τὸ 1901 ἀναπληρωματικῶς 363,000 δραχμὰς, ὑμεῖς δὲ προσεθέσατε ἐνταῦθα εἰς τὴν ἀρχικὴν πρόβλεψιν τοῦ ἔτους ἐκείνου ἐλάχιστα, μόνον 83,190. Ἐπίσης ἐπὶ τῆς πιστώσεως τῆς νοσηλείας προσεθέσατε μόνον 50,000, ἐνῷ διὰ τὸ 1901 πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν ἐλάβετε 132,000 δραχ. δι’ ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως, καὶ προβλέπεται ἐφέτος μεγαλείτερος ὁ ἀριθμὸς τῶν ἀνδρῶν. Εἰς τὰ κεφάλαια 2, 3, 4, 5 ἕως 8 ἀποδεικνύονται ἀναγκαῖαι προσθῆκαι, ἀφοῦ ἐζητήθη διὰ τὸ 1901 πίστωσις ἀναπληρωματικὴ δρ. 515,000, λόγον δ’ ἔχουσιν αἱ ὑποδεικνυόμεναι προσθῆκαι τὸν εὑρισκόμενον ἐν ταῖς αἰτιολογίαις τῆς πιστώσεως 1,521,000 δραχ. Κατὰ τὴν ἐκτίμησιν, ἣν ἐποιησάμην, τῶν κεφαλαίων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, νομίζω, ὅτι εἰλικρινὴς προϋπολογισμὸς ἤθελεν ἀπαιτήσει ἐγγραφὴν 18,500,000, ἀντὶ τῶν ζητουμένων 17,719,141. Ἐπὶ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν εἶναι ἀναγκαῖον νὰ ἐνδιατρίψω ἐπ’ ὀλίγον, ἵνα ὑποβάλω παρατήρησιν, ἥτις μοὶ φαίνεται ἀξία πάσης προσοχῆς. Τὸ θέμα δὲ, ὅπερ θέλω θίξει, προτάσσω ὡς δεῖγμα μόνον καὶ ὡς ἀφορμὴν, ἵνα ἐξετάσωσιν οἱ συνάδελφοι τὰ συμβαίνοντα, διότι βεβαίως, ἂν ταῦτα ἐξακολουθῶσιν οὕτω νὰ γίνωνται, τάχιστα θέλομεν φθάσει πρὸ ἀδιορθώτου καταστάσεως. Ὑπάρχει ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Στρατιωτικῶν κεφάλαιον ἀναγόμενον εἰς τὰ γραφικὰ, εἰς τὰ ἔξοδα τῶν γραφείων τῶν σωμάτων καὶ στρατιωτικῶν καταστημάτων, τὸ κεφάλαιον 20, ἄρθρον μόνον. Πολλὰ κεφάλαια τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, καθὼς καὶ πολλὰ κεφάλαια τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, περιέχουσι τοιουτοτρόπως ἄρθρα μοναδικά, ὑποδιαιρούμενα εἰς ἐδάφια, ἐδάφια περιλαμβάνοντα παντὸς εἴδους τελείως ἀσχέτους πρὸς ἀλλήλας ἀναγραφάς. Ἂν τὰ ἐδάφια ταῦτα μετετρέποντο ταύτην τὴν ἑσπέραν εἰς ἄρθρα, δύναμαι νὰ βεβαιώσω τὴν Βουλήν, ὅτι ἀμέσως ἐκ τούτου ἤθελε προκύψει μεγάλη οἰκονομία εἰς τὰς δαπάνας. Πρόκειται δὲ περὶ πολὺ σπουδαίων ποσῶν. Ἀκούσατε τὰ ἐν τούτῳ τῷ ἄρθρῳ, καὶ κρίνατε περὶ τῶν ἄλλων. Πρόκειται, ὡς εἶπον, περὶ γραφικῶν ἐξόδων. Ἐν ἔτει 1894 εἰς τὸ κεφάλαιον τοῦτο ἦσαν ἀναγεγραμμέναι 95,000 δραχμαί· τὸ αὐτὸ ποσὸν κατὰ τὸ 1895, τὸ αὐτὸ κατὰ τὸ 1896. Τὸ 1897, ἔτος πολέμου, καθ’ ὃ ὁ στρατὸς ηὐξήθη μέχρις 80,000 ἀνδρῶν, ἦτο φυσικὸν νὰ αὐξηθῇ καὶ ἡ δαπάνη αὕτη, καί, ἐγγραφέντος ποσοῦ 190,000 δρ. εἰς τὸ κεφάλαιον τοῦτο, ἐδαπανήθησαν δρ. 145,684. Προσέξατε, παρακαλῶ, εἰς τὸ ποσὸν τοῦτο, διότι εὐθὺς ὡς κατὰ τὸ ἔτος 1897 ἀπεδείχθη δυνατὸν νὰ δαπανῶμεν ἐκ τῆς πιστώσεως τῶν γραφικῶν 145,000, φαίνεται ὡσεὶ τοῦτο ἐκρίθη κεκτημένον δικαίωμα ὑπὲρ τῆς ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, καὶ ἀπεφασίσθη νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ δαπάνη τοιαύτη, καίτοι ἐπανῆλθεν ὁ στρατὸς εἰς τὴν τακτικὴν ἐν εἰρήνῃ δύναμιν. Καὶ εἶναι μὲν ἀληθές, ὅτι ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1898 ἀνέγραψεν ἐκ νέου 95,000 δραχ. μόνον, καὶ ὅτι κατὰ τὸ ἔτος ἐκεῖνο ἐδαπανήθησαν 94,957. Ἀλλ’ εὐθὺς ἀπὸ τοῦ ἑπομένου ἔτους φαίνεται ἡ προσπάθεια νὰ ἐπανέλθωμεν εἰς τ’ ἀποτελέσματα τοῦ 1897 κατὰ τοῦτο· καὶ κατὰ τὸ ἑπόμενον ἔτος, ἐγγραφέντος ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ποσοῦ 95,000, ἐδαπανήθησαν 143,267. Κατὰ δὲ τὸ ἔτος 1900, ἐγγραφέντος ποσοῦ μείζονος, κατ’ ἀναλογίαν τῶν δαπανηθέντων κατὰ τὸ προηγούμενον, ποσοῦ 110,000, ἐδαπανήθησαν δρ. 146,492. Καὶ κατὰ τὸ 1901, ἐγγραφέντος ποσοῦ μείζονος ἔτι, ὅπως ἐπαρκέσωμεν εἰς τὰς ἐνδείξεις τοῦ παρελθόντος, ἤτοι δραχ. 130,000, ἐδαπανήθησαν 148,848. Ἐφέτος δὲ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ζητεῖ 140,000 δρ. Θέλετε νὰ ἴδητε, τί συμβαίνει ἐπὶ τῶν δαπανῶν τούτων; Ἀκούσατε. Ἔχω ἐνταῦθα ἀπάντησιν, ἣν ἔσπευσεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν εἰς ἐρώτησίν μου νὰ δώσῃ, καὶ ἥτις ἀποτελεῖται ἐκ τῶν δύο τούτων ἐγγράφων· τὸ πρῶτον εἶναι ἔκθεσις ἐκ τοῦ γραφείου τοῦ Στρατιωτικοῦ Λογιστηρίου, λέγουσα ταῦτα (ἀναγινώσκει): «Προσάγων τὸν ζητηθέντα πίνακα τῶν ἐκδοθέντων παρὰ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν καὶ τῶν δευτερευόντων διατακτῶν χρηματικῶν ἐνταλμάτων ἐπ’ ὀνόματι τῶν διαφόρων δικαιούχων καὶ ἐπὶ τοῦ κεφαλαίου 20, ἄρθρου μόνου, «Ἔξοδα γραφείων σωμάτων καὶ στρατιωτικῶν καταστημάτων», τοῦ προϋπολογισμοῦ τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1901, ὡς καὶ τῶν ἀναγνωρισθέντων καὶ μήπω πληρωθέντων τοιούτων, δὲν παραλείπω νὰ γνωρίσω αὐτῷ, ὅτι ἐν τῷ πίνακι τούτῳ δὲν ἀναγράφονται τὰ εἴδη, ἅτινα ἐπρομηθεύθη ἡ στρατιωτικὴ ὑπηρεσία παρὰ τούτων, καθόσον ἀποβαίνει ἀνέφικτος τόσον ἡ ἐξακρίβωσις τῶν εἰδῶν γραφικῆς ὕλης ἐκ τῶν στελεχῶν τῶν χρηματικῶν ἐνταλμάτων, ὅσον καὶ ἡ ἀναγραφὴ ἁπάντων ἀναλυτικῶς τῶν εἰδῶν τούτων ἐπὶ τῶν ἐκδοθέντων ἐνταλμάτων, ἕνεκα τῆς πληθύος τῆς ὀνομασίας αὐτῶν.» Λοιπὸν ἀποδεικνύεται ἐκ τούτου ἀδύνατος πᾶσα ἐξέλεγξις τῶν εἰδῶν ἐκείνων, ἅτινα κατηναλώθησαν, τοῦ χάρτου, τῆς ἄλλης γραφικῆς ὕλης, τυπογραφικοῦ χάρτου κλπ. Δεύτερον ἔγγραφον ἔχομεν ἐν τούτοις τὸν πίνακα, ὃν ἠδυνήθη νὰ προσαγάγῃ τὸ Λογιστήριον· καὶ ἐν αὐτῷ εὑρίσκομεν τὰ ὀνόματα τῶν πωλητῶν χάρτου καὶ τοῦ ἄλλου ὑλικοῦ· εὑρίσκομεν ὅμως καὶ ὀνόματα ὑπαλλήλων ὡς ληπτῶν χρημάτων. Καὶ προκειμένου μὲν περὶ τοῦ ἑτέρου τῶν ὑπαλλήλων τούτων, γνωστοῦ ὄντος ὡς Διευθυντοῦ τοῦ Λογιστηρίου, δὲν ἠπόρησα ἐπὶ τούτῳ, εὐθὺς μάλιστα ὡς εἶδον ἀναγεγραμμένον, ὅτι τὰ χρήματα ἐλήφθησαν ἐπὶ ἀποδόσει λογαριασμοῦ· ἐλήφθησαν δρ. 4,594 παρὰ τοῦ κυρίου Καρακάλου, ὅστις ὀφείλει νὰ ἀποδώσῃ λογαριασμόν· καὶ κατὰ τοῦτο τὰ πράγματα φαίνονται ἐν τάξει. Ἀλλ’ εὑρίσκω καὶ τὸ ὄνομα ἑτέρου ἀξιωματικοῦ, τοῦ προσωπάρχου, ὅστις ἐν τῷ μικρῷ τούτῳ πίνακι ἐμφανίζεται κατὰ δόσεις λαβὼν 7,900 δραχμάς. Ἐπειδὴ δὲ μοὶ εἶναι ἐντελῶς ἄγνωστον, πρὸς τίνα σκοπὸν ἐδόθη αὐτῷ τὸ ποσὸν τοῦτο,—ἐν τῷ πίνακι οὐδεμίαν αἰτιολογίαν βλέπω, —ἐρωτῶ περὶ αὐτῶν τὸν κ. Ὑπουργόν...
§176Γ. ΚΟΡΠΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Καὶ ἐγὼ ἐζήτησα πληροφορίας, διότι πρόκειται περὶ τοῦ προσωπάρχου τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν ἐπὶ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως, καὶ μοὶ ἀνεκοινώθη, ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν συνεβλήθη μετὰ τοῦ κυρίου Λαπαθιώτου, ἐκδόντος δώδεκα τόμους Θεσμολογίου, ἵνα τὸ Δημόσιον λάβῃ 435 ἀντίτυπα ἐκ τούτου, πρὸς δραχμὰς 2 ἕκαστον τόμον. Ἡ τύπωσις ἐγένετο ἐν τῷ τυπογραφείῳ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, ὅλα δὲ τὰ ἄλλα ἔξοδα, ἤτοι χάρτην, δετικὰ κλπ., κατέβαλεν ἐξ ἰδίῳ, ὁ κύριος Λαπαθιώτης, ἐπὶ πλέον δὲ ἐδώρησεν εἰς τὸ Δημόσιον χίλια ἀντίτυπα ἐκ τοῦ πρώτου τεύχους, καὶ 125 σώματα ἐκ τοῦ ὅλου ἔργου. Αὐταὶ εἶναι αἱ πληροφορίαι, τὰς ὁποίας ἔλαβον ἐκ τῆς ὑπηρεσίας.
§177ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐπὶ τούτοις θὰ παρακαλέσω τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ζητήσῃ παρὰ τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου καὶ προσαγάγῃ αὔριον τὴν πληροφορίαν, ἂν ἐπ’ ὀνόματι τοῦ αὐτοῦ προσώπου τὸ Ἐπιμελητήριον Ἀττικοβοιωτίας, ὅπερ ὑποβάλλει ἀπ’ εὐθείας εἰς τὸ Γενικὸν Λογιστήριον τὰ στοιχεῖα τῶν λογαριασμῶν αὐτοῦ, ἂν ἐν τοῖς ἐγγράφοις τοῖς ὑποβληθεῖσι πρὸς τὸ Γενικὸν Λογιστήριον ἐμφανίζεται ἐπ’ ὀνόματι τοῦ αὐτοῦ ὑπαλλήλου ἄλλη τις καταβολή, καὶ διὰ ποίαν αἰτίαν.
§178Ν. ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Ἐπιτρέπετε νὰ σᾶς δώσω ἐγὼ μίαν πληροφορίαν; Δὲν φρονῶ ὅτι εἶναι τόσον φοβερὸν τὸ πρᾶγμα, ὅσον τὸ παριστάνετε· ἔπρεπε δὲ νὰ ζητήσητε τὰς πληροφορίας πρὶν ἢ μετὰ τοσαύτης ὀργῆς λάβητε τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ θέματος. Βεβαίως δὲν δύνασθε νὰ ἀρνηθῆτε, ὅτι ἡ στρατιωτικὴ ὑπηρεσία ἔχει ἀνάγκην ὁδηγοῦ, τοσούτῳ μᾶλλον, καθόσον οἱ νόμοι ἡμῶν δυστυχῶς μεταβάλλονται πολὺ συχνά, καὶ ἑπομένως εἶναι ἀνάγκη νὰ συλλέγωνται οὗτοι καὶ νὰ κωδικοποιῶνται, ἵνα ἡ ὑπηρεσία ἐκτελῆται κανονικῶς καὶ ὁμαλῶς. Παρεστάθη λοιπὸν ἡ ἀνάγκη κατὰ τὸ 1900 τῆς κωδικοποιήσεως τῶν νόμων· ὁ κύριος Λαπαθιώτης, ὡς ἐκ τῆς ὑπηρεσίας αὑτοῦ ἐν τῷ Ὑπουργείῳ,—τοῦ τμηματάρχου τοῦ Προσωπικοῦ—καὶ εἰδικὸς περὶ τὴν ἐργασίαν ταύτην, ἦτο ὁ ἁρμοδιώτερος, ἵνα ἀσχοληθῇ εἰς τὴν κωδικοποίησιν. Οἱ νόμοι, τὰ Διατάγματα καὶ αἱ στρατιωτικαὶ διατάξεις μέχρι τῆς ἐποχῆς ἐκείνης εἶχον συλλεχθῆ εἰς διαφόρους συλλογὰς παρὰ διαφόρων ἄλλων στρατιωτικῶν, τὸ δὲ Δημόσιον δι’ ἁδρᾶς δαπάνης ἀπέκτησε τὰς συλλογὰς ταύτας· καὶ ὡς παράδειγμα σᾶς ἀναφέρω τὸ Θεσμολόγιον τοῦ Βουγιούκα, τὸ ἀποτελούμενον ἀπὸ ἐννέα, νομίζω, τόμους, καὶ τιμώμενον ἀντὶ δραχ. 45, ἔτι δὲ τὸ ἀτελὲς Θεσμολόγιον ἑνὸς ἀξιωματικοῦ τοῦ οἰκονομικοῦ, Θεοφιλοπούλου ὀνομαζομένου, τὸ ὁποῖον καὶ αὐτὸ, ἀποτελούμενον ἀπὸ 7 τόμους τὸ κατ’ ἀρχὰς καὶ 2 ἑτέρους προστεθέντας βραδύτερον, τὸ ὅλον 9, ἐτιμᾶτο ἀντὶ δραχ. 27. Ὁ ἀξιωματικὸς οὗτος ἔλαβε παρὰ τοῦ Δημοσίου πλέον τῶν 9,000 δρ. ἀντίτιμον τῶν παραδοθέντων ἀντιτύπων. Διὰ τοῦ κυρίου Λαπαθιώτου κατωρθώθη νὰ γείνῃ τελεία κωδικοποίησις ὅλων τῶν νόμων καὶ Διαταγμάτων, καὶ ἀπετελέσθη οὕτω σύγγραμμα ἐκ 12 τευχῶν, ἐξ 151 τυπογραφικῶν φύλλων. Ἐννοεῖται βεβαίως, ὅτι κατὰ τὴν κοινὴν ἐκτίμησιν ἔδει τὸ σύγγραμμα αὐτὸ νὰ πωλῆται πρὸς δρ. 30, ἀλλ’ ὁ κ. Λαπαθιώτης τὸ ἐχορήγησεν εἰς τὸ Δημόσιον πρὸς 24 δραχμάς. Ἡ ἐκτύπωσις τοῦ ἔργου ἐγένετο εἰς τὸ τυπογραφεῖον τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν· εἰς ἀντάλλαγμα ὅμως τῆς ἐργασίας ταύτης ἐδωρήσατο εἰς τὸ Δημόσιον 125 σώματα ἐπὶ πλέον, ἀξίας 3,000 δραχμῶν, ἔτι δὲ καὶ χίλια τεύχη ἐκ τῶν μᾶλλον χρησίμων, ἅτινα καὶ ταῦτα ἀντιπροσωπεύουσιν ἀξίαν 2,000 δραχμῶν· τουτέστιν ἀπέδωκεν εἰς τὸ Δημόσιον 5,000 δρ. ἐπὶ ποσοῦ 10,000 δραχμῶν, ἃς ἔλαβεν ἀπέναντι τῆς ἐργασίας του, τοῦ τυπογραφικοῦ χάρτου, τῶν βιβλιοδετικῶν καὶ λοιπῶν ἐξόδων, τοῦθ’ ὅπερ μαρτυρεῖ, ὅτι ὁ κ. Λαπαθιώτης κατόπιν μακρᾶς καὶ ἐπιπόνου ἐργασίας οὐδεμίαν ἔσχε χρηματικὴν ὠφέλειαν, ὡς οἱ προκάτοχοι αὐτοῦ, οἱ ἀσχοληθέντες εἰς τὴν συλλογὴν τῶν νόμων κλπ. Ἡ ἐργασία αὕτη ἔπρεπε νὰ πληρωθῇ ἐκ τοῦ κεφαλαίου 20, ἐξ οὗ πληρώνονται πάντες οἱ Κανονισμοὶ, οἱ ἐκτυπούμενοι εἰς τὸ τυπογραφεῖον τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν. Ἐπιτρέψατέ μοι δὲ νὰ γνωρίσω ὑμῖν, ὅτι κατὰ τὸ 1900 καὶ 1901 οὐδὲν σύγγραμμα στρατιωτικὸν ἐτυπώθη εἰς ἰδιωτικὸν τυπογραφεῖον, πάντα δ’ ἐτυπώθησαν εἰς τὸ Στρατιωτικὸν τυπογραφεῖον. Ἐν τέλει φρονῶ, ὅτι δὲν εἶναι ἐπιβεβλημένον εἰς τοὺς ἀξιωματικοὺς νὰ παρέχωσι τοιαύτην ὑπηρεσίαν ὑποχρεωτικῶς, καθόσον αὕτη διαφεύγει τὰ ὑποχρεωτικὰ καθήκοντα τοῦ ἀξιωματικοῦ· ἀπαιτεῖται ἄρα ἡ συγκατάθεσις αὐτοῦ καὶ ἡ ἱκανότης περὶ τὴν ἀκριβῆ ἐκτέλεσιν, προσόντα, ἅτινα κατέχει ὁ κ. Λαπαθιώτης, ὅστις βεβαίως δὲν ἀπέβλεψεν εἰς χρηματικὴν ἀμοιβὴν, καὶ τοιαύτη δὲν ὑπῆρξε ...
§179ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐγὼ ὁμολογῶ, ὅτι ἔχω προκατάληψίν τινα κατὰ τῶν τοιούτων δαπανῶν ἐν ἅπασι τοῖς Ὑπουργείοις.
§180Ν. ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Σᾶς παρακαλῶ ... Τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν κατὰ τὸ 1898, κατιδὸν τὴν ἀνάγκην τῆς συντάξεως Θεσμολογίου, ἀνέθηκεν εἰς ἱκανὸν ἀξιωματικὸν τοῦ Ναυτικοῦ, τὸν μακαρίτην Ἐργαστηριάρην, τὴν συλλογὴν τῶν νόμων κλπ. τῶν ἀναγομένων εἰς τὸ Ναυτικόν· κατέβαλε δὲ πάσας τὰς δαπάνας τῆς ἐκτυπώσεως κλπ., εἰς δὲ τὸν Ἐργαστηριάρην ἔδωκε 10,000 δραχμὰς ὡς ἀμοιβήν.
§181ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τοῦτο ἀποδεικνύει, ὅτι αἱ συνήθειαι αἱ κακαὶ ὑφίστανται ἀπὸ πολλοῦ χρόνου.
§182Δ. ΚΡΙΤΣΑΣ. Πρό τινων ἐτῶν ὅμως ἀνετέθη ἐργασία τοιαύτη εἰς τρεῖς ἀξιωματικούς, τὸν Καναβατσόγλου καὶ δύο ἄλλους, οἱ ὁποῖοι οὐδεμίαν ἔλαβον ἀμοιβήν.
§183Ν. ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Αὐτοὶ εἰργάσθησαν εἰς τοὺς Κανονισμοὺς, καὶ οἱ Κανονισμοὶ δὲν πληρώνονται, διότι τοῦτο ἀνήκει εἰς τὴν ἁρμοδιότητα καὶ ὑποχρέωσιν παντὸς ἀξιωματικοῦ.
§184ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐγὼ εἶπον, ὅτι κατέχομαι ὑπὸ δυσμενοῦς προκαταλήψεως, προκειμένου περὶ τοιούτων δαπανῶν. Γενικῶς, ὁσάκις βλέπω, ὅτι ἐν τοῖς Ὑπουργείοις οἱ τμηματάρχαι ἢ ἄλλοι οἱοιδήποτε ὑπάλληλοι ἐκδίδουσι βιβλία λαμβάνοντες ἐκ τοῦ Ὑπουργείου ἀμοιβὴν, μὲ καταλαμβάνει αἴσθημα δυσάρεστον. Δὲν βλέπω ἐνταῦθα τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν, τὸν πρώην, ἵνα ἐρωτήσω αὐτὸν, ἂν ὁ τόμος ὁ ὀγκώδης, ὃν ἐπὶ τῆς ὑπουργίας αὐτοῦ ἐξέδωκεν ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν μετὰ τὴν ψήφισιν τοῦ τελευταίου προξενικοῦ νόμου, προεκάλεσεν οἱανδήποτε ἀποζημίωσιν...
§185Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Οὐδεμίαν.
§186ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Νομίζω καὶ ἐγὼ, ὅτι οὐδεμίαν. Διότι καὶ ὅτε ἐγὼ εὑρισκόμην ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐξωτερικῶν ἐγένοντο τοιαῦται ἐργασίαι, ἀλλ’ οὐδεὶς ὑπάλληλος ἐφαντάσθη, ὅτι ὑπῆρχε λόγος νὰ ζητήσῃ δι’ αὐτὰς ἀποζημίωσιν. Καὶ τὰ βιβλία ἅπαντα ἔμειναν ἐν τῷ Ὑπουργείῳ, διανεμόμενα εἰς τοὺς ὑπαλλήλους ἄνευ ἄλλης δαπάνης, πλὴν τῆς τυπογραφικῆς καὶ τῆς καταβολῆς τῆς ἀξίας τοῦ χάρτου. Κατὰ κανόνα φρονῶ, ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται νὰ γίνηται τοιαύτη ἐργασία ἐπὶ εἰδικαῖς, καὶ τοιαύταις μάλιστα, ἀμοιβαῖς, καὶ λέγω, ὅτι οἱ Ὑπουργοὶ, οἵτινες ἐπιτρέπουσι ταῦτα, ἀποδείκνυνται λίαν εὔκολοι περὶ τὴν χρῆσιν τοῦ δημοσίου πλούτου. Τὸ κεφάλαιον τοῦτο, ὅπερ, μετὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ πρώην Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, μοὶ φαίνεται λίαν ἐπικίνδυνον κεφάλαιον, ἀκούσατε, Κύριοι, πῶς διαιρεῖται εἰς τὰ ἐδάφια (ἀναγινώσκει): «Διὰ γραφικὴν ὕλην καὶ τίμημα βιβλίων ὑπηρεσίας τῶν τμημάτων καὶ γραφείων τοῦ Ὑπουργείου δραχ. 13,080. Διὰ τυπογραφικὸν χάρτην, φακέλους ὑπηρεσίας, Κανονισμοὺς, καὶ λοιπὰ βιβλία, ἔντυπα ὑπηρεσίας διάφορα, δρ. 22,820. Δι’ ἀντίτιμον βιβλιοδεσίας δραχ. 3,900. Διὰ τὴν ἐκτύπωσιν τοπογραφικῶν πινάκων δραχ. 10,000. Διὰ προμήθειαν καὶ ἐπισκευὴν ἐπίπλων δραχ. 1050. Διὰ θέρμανσιν καὶ καθαριότητα τοῦ καταστήματος τοῦ Ὑπουργείου δρ. 2,150. Διὰ διάφορα ἔξοδα, ἤτοι διακηρύξεις συναγωνισμοῦ πρὸς προμήθειαν παντὸς ὑλικοῦ διὰ τὴν στρατιωτικὴν ὑπηρεσίαν, συγγράμματα, χάρτας καὶ ἀγορὰν εἰδῶν τινων γραφείου μικρᾶς ἀξίας πρὸς συντήρησιν, ἀσφάλειαν καὶ εὐπρεπισμὸν τῶν γραφείων τοῦ Ὑπουργείου, ὡς καὶ διὰ γραφικὴν ὕλην ἐκτάκτων ἐπιτροπῶν, 3,950. Δι’ ἐπιχορήγησιν λόγῳ γραφικῆς ὕλης εἰς τὰ σώματα καὶ στρατιωτικὰ καταστήματα καὶ εἰς τοὺς ταμίας τοῦ Φρουραρχείου Ἀθηνῶν καὶ τοῦ Μετοχικοῦ Ταμείου καὶ τῷ συγκεντρωτῇ τῶν χρηματικῶν λογαριασμῶν τοῦ στρατοῦ 73,050. Δι’ ἐπιμίσθια ὑπαξιωματικῶν γραφέων τοῦ Ὑπουργείου 10,000. Τὸ ὅλον τοῦ κεφαλαίου 20 δραχμαὶ 140,000.» Λοιπὸν ὑποθέσατε, ὅτι εἰς τὸ Ὑπουργεῖον ἔχουσιν ἀνάγκην νὰ δαπανήσωσιν εἰς βιβλία, ὅμοια τούτου, περὶ οὗ ἐγένετο λόγος· δύνανται κάλλιστα νὰ λάβωσιν ἐκ τοῦ κονδυλίου τῶν τοπογραφικῶν χαρτῶν τὰς 10,000 καὶ δαπανήσωσιν εἰς αὐτά· οἱ δὲ τοπογραφικοὶ χάρται, οἱ ἀναγραφόμενοι ἐνταῦθα καὶ περὶ ὧν ψηφίζομεν, δὲν θὰ ἐκτελεσθῶσι. Δύναται νὰ λάβῃ ὁ Ὑπουργὸς ἐκ τοῦ κονδυλίου τῶν ὑπαξιωματικῶν γραφέων 10,000 δραχμὰς καὶ προσθέσῃ εἰς τὰ γραφικά· δύναται νὰ λάβῃ ἐκ τοῦ κονδυλίου τῶν γραφικῶν καὶ προσθέσῃ εἰς τοὺς γραφεῖς, ἀποσπῶν 200 ὑπαξιωματικοὺς ὡς γραφεῖς, καὶ δίδων εἰς αὐτοὺς ἐπιμίσθια καὶ τὰ τοιαῦτα. Ἐρωτῶ: εἶναι δυνατὸν ἐν Κράτει συνταγματικῷ νὰ ἔχωμεν τοιοῦτον Προϋπολογισμόν; Τοιοῦτος Προϋπολογισμὸς εἶναι φενάκη, καὶ ἂν τὰ οὕτω γενόμενα δὲν ἀποκοπῶσι, μὴ νομίσητε ὅτι εἶναι δυτατόν ποτε νὰ περισσεύσωσι χρήματα ἐκ τῶν τοιούτων δαπανῶν, ὅπως χρησιμοποιηθῶσιν εἰς τὰς ἀληθῶς ἀναγκαίας δαπάνας...
§187Γ. ΚΟΡΠΑΣ. Οὕτω συντάσσονται ἀπὸ εἰκοσαετίας οἱ Προϋπολογισμοί.
§188ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Πολὺ κακῶς. Τοιαῦτα ἐπράττοντο καὶ ἐν προϋπολογισμοῖς ἄλλων Ὑπουργείων, ἀλλὰ διωρθώθησαν. Ἐνθυμοῦμαι ὅτι ὑπῆρχε τοιοῦτό τι κεφάλαιον μετὰ μοναδικοῦ ἄρθρου ἐκ πολλῶν ἐδαφίων ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐξωτερικῶν ἐπὶ πολλῷ μικροτέρας πιστώσεως. Ἐπέμεινα, —καὶ ὁμολογῶ ὅτι ἠγωνίσθην, ὅπως πείσω τότε τὴν ὑπηρεσίαν, ὅτι εἶναι ἀπαραίτητον νὰ παύσῃ ἡ τοιαύτη ἀταξία,— καὶ ἔκτοτε αἱ εἰς τὰ ἐδάφια ἀναγεγραμμέναι δαπάναι ὑπάρχουσιν εἰς ἄρθρα. Ἔξοδα ἀποπομπῆς φαυλοβίων καὶ ἔξοδα κατασκευῆς σημαιῶν καὶ ἔξοδα ἐπιδόσεως ἐγγράφων ἦσαν ἐν ἐδαφίοις ἐν τῷ αὐτῷ ἄρθρῳ ἀναπεφυρμένα μικρὰ κονδύλια. Ἡ ἀπάντησις τῆς ὑπηρεσίας, δικαιολογούσης τὸ πρᾶγμα, ἦτο ἡ δυσκολία τοῦ ὁρισμοῦ τῶν ποσῶν. «Δὲν εἴμεθα βέβαιοι περὶ τοῦ ποσοῦ, ἔλεγον, καὶ ἐνῷ θὰ ἔχωμεν φαυλοβίους πρὸς ἀποπομπήν, δὲν θὰ ἔχωμεν πίστωσιν, ἵνα ἀποπέμψωμεν αὐτούς.»—«Αὕτη εἶναι ἡ δυσκολία; Προσθέσατε. Ἔχομεν τὸ παρελθόν· βλέπομεν, τί ἐδαπανήσαμεν ἐπὶ τούτων. Προσθέσατε καί τι πλέον. Προσθέσατε περιθώριον τι, καὶ ἀναγράψατε εἰδικὴν πίστωσιν ἐν ἄρθρῳ. Ἀλλ’ ὅταν ἀναγράψητε τὰς δαπάνας ταύτας εἰς ἄρθρα, ἐὰν ὑπάρχῃ λόγος νὰ περισσεύσῃ τι, θὰ περισσεύσῃ. Ἐὰν δὲν ἀναγράψητε αὑτὰς οὕτω διακεκριμένας, ἂν περισσεύσῃ τι, θὰ διολισθήσῃ εἰς τὰ ἄλλα ἐδάφια τοῦ ἄρθρου.» Καὶ ἔκτοτε ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐξωτερικῶν εἰς τὸ εἰδικὸν ἐκεῖνο κεφάλαιον, τὸ ἐν συνόλῳ μικρὰν δαπάνην περιέχον, καθιερώθη ἡ διαίρεσις εἰς ἄρθρα, εἰς οὐδὲν προσκόψασα. Καὶ ἐνταῦθα, ὅπου πρόκειται περὶ δεκάδων καὶ ἑκατοντάδων χιλιάδων δραχμῶν, ζητεῖτε νὰ ψηφίζωμεν πιστώσεις δι’ ἐδαφίων!
§189Γ. ΚΟΡΠΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Εὑρίσκω ὀρθὰς τὰς παρατηρήσεις σας, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι δὲν ἔχετε δίκαιον νὰ ἀξιῶτε παρ’ ἐμοῦ, ὁ ὁποῖος εἶχον ὀλίγας ἡμέρας εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, κατὰ τὴν σύνταξιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ νὰ φέρω τὴν διόρθωσιν.
§190ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὄχι βεβαίως. Ἀλλ’ ἐξανίσταμαι κατὰ τῆς καταστάσεως, καὶ ἡ κατάστασις ἔχει—ὀλιγώτερον βεβαίως βαρύνει ὑμᾶς, διὰ τὸ ὀλιγοχρόνιον τῆς ἐν τῷ Ὑπουργείῳ παρουσίας ὑμῶν—τοὺς Ὑπουργοὺς τῶν Στρατιωτικῶν βεβαίως ὑπευθύνους, διότι παραβλέπουσιν αὐτήν. Πρέπει ὅμως ἐπὶ τέλους νὰ παύσῃ. Πέρυσιν ὑπέβαλον τὴν αὐτὴν παρατήρησιν, προκειμένου περὶ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, ἀλλὰ τὰ πράγματα μένουσι καὶ ἐκεῖ ἀπαράλλακτα. Πρόκειται δὲ περὶ Ὑπουργείων, ὧν αἱ δαπάναι εἶναι κολοσσιαῖαι, σκοπουμένης τῆς δυνάμεως τοῦ Ἑλληνικοῦ Προϋπολογισμοῦ, καὶ δὲν πρέπει νὰ ἀφήσωμεν ἐλευθέραν τὴν ὑπηρεσίαν, ἐξ ἀμελείας, ἐξ οἱουδήποτε λόγου ἔστω, νὰ καταναλίσκῃ τὰ χρήματα ταῦτα κατ’ ἀρέσκειαν, κατὰ λόγον ἀληθῶν ἢ ψευδῶν ἀναγκῶν καὶ ὑπὸ τὸ βάρος ἔξωθεν πιέσεων, αἵτινες παρ’ ἀνθρώποις γενικῶς εἶναι συχναί, καὶ παρ’ ἡμῖν τοῖς Ἕλλησιν ἴσως συχνότεραι...
§191Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον δύναταί τις νὰ παρατηρήσῃ, εἶναι ἡ αὔξησις κατὰ 50,000 δραχμάς.
§192ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Αὐτή, ἔδειξα ἤδη, ὅτι εἶναι ἐντελῶς ἀδικαιολόγητος.
§193Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Δι’ αὐτὴν κυρίως ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν εἶναι ὑπεύθυνος, ὄχι διὰ τὸ παρελθόν.
§194Γ. ΚΟΡΠΑΣ. Τὰ γραφικὰ εἶναι ὡρισμένα.
§195ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τὰ γραφικὰ μέχρι τοῦ 1897 ἦσαν ὡρισμένα εἰς 95,000 δρ. Ἐν ἔτει 1898 ὑμεῖς κατωρθώσατε νὰ μείνωσιν 95,000. Διατὶ ἔκτοτε ηὐξήθησαν; Ὁ στρατὸς δὲν ηὐξήθη. Ηὐξήθησαν κατὰ τὸ ἔτος 1897 ἕνεκα τῶν πολεμικῶν. Διατὶ ἐφέτος προτείνετε 140,000, ἐνῷ ἔπρεπε νὰ προτείνητε, ὅπως κατὰ τὸ 1898 ἐπράξατε, 95,000, ἔστω 100,000; Τὰ ζητούμενα δὲν δικαιολογοῦνται Ἀποκτῶμεν ἕξιν πρὸς δαπάνας, καὶ γίνεται ἔπειτα ἡ ἕξις συνήθης ἀνάγκη, εἰς ἣν ἐπιμένομεν ἀνενδότως.
§196Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ποῦ γίνεται κυρίως ἡ αὔξησις αὕτη;
§197ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Μήπως γνωρίζει τις; Πρόκειται περὶ ἐδαφίων.
§198Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον εἰσπράττεται ἀπὸ ἀξιωματικοὺς καὶ ὑπαξιωματικοὺς, εἰσάγεται βεβαίως εἰς τὸ ταμεῖον.
§199Ν. ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Αὐτὰ τὰ πλεονάζοντα ἀντίτυπα δύναται νὰ τὰ πωλήσῃ τὸ Δημόσιον, καὶ θὰ τὰ πωλήσῃ.
§200Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑποθέτω, ὅτι τὰ ἐκτυπωθέντα ἀντίτυπα θὰ διενεμήθησαν ἤδη.
§201Ν. ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Δὲν διενεμήθησαν ἀκόμη.
§202Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ἀντίτιμον ἐκείνων, τὰ ὁποῖα διενεμήθησαν, εἰσήχθη εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον;
§203Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἀνέγραψε τίποτε ὁ Προϋπολογισμός.
§204Ν. ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Τὸ Δημόσιον ἔλαβε 560 σώματα. Ἐκ τούτων δύναται νὰ διανείμῃ εἰς τὰς ἀρχὰς ὅσα θέλει, μέρος δὲ δύναται νὰ πωλήσῃ καὶ πρὸς τοὺς ἀξιωματικοὺς ἀντὶ τῆς τιμῆς τῆς ὁρισθείσης τῶν 24 δραχμῶν κατὰ σῶμα.
§205Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ ὁποία θὰ εἰσέλθῃ εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον. Ἀλλὰ μέχρι τοῦδε δὲν ἐξεποιήθησαν.
§206Ν. ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Ὄχι.
§207ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Οὐδὲ θὰ ἐκποιηθῶσι.
§208Δ. ΚΡΙΤΣΑΣ. Δὲν εἴπετε, ὅτι ἐπώλησεν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν τὸ σύγγραμμα ὁ κ. ταγματάρχης; Τί θὰ εἴπῃ «τὸ ἐπώλησε»; Πωλῶ τὸ σύγγραμμα θὰ εἴπῃ, ὅσα ἀντίτυπα θὰ ἐκδώσω, θὰ τὰ παραδώσω εἰς τὸ Ὑπουργεῖον. Καὶ πῶς, ἠρώτησεν ὁ κ. Βουλευτὴς, τὰ χρήματα, τὰ ὁποῖα εἰσεπράχθησαν ἐκ τῆς πωλήσεως, τὰ εἰσεπράξατε σεῖς, ἢ τὰ εἰσέπραξεν ὁ κ. Λαπαθιώτης; Περὶ αὐτοῦ πρόκειται.
§209Γ. ΚΟΡΠΑΣ. Τὸ Δημόσιον ἀνέλαβε τὴν ὑποχρέωσιν νὰ λάβῃ 435 ἀντίτυπα. Ταῦτα ἐστάλησαν εἰς ὅλας τὰς στρατιωτικὰς ἀρχάς.
§210ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Αὐτὰ μόνον ἐξετυπώθησαν;
§211Γ. ΚΟΡΠΑΣ. Αὐτὰ ἔλαβε τὸ Δημόσιον.
§212ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Πόσα ἐξετυπώθησαν ἐν ὅλῳ;
§213Γ. ΚΟΡΠΑΣ. Δὲν τὸ ἠξεύρομεν.
§214ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ἐξετυπώθησαν καὶ ἄλλα καὶ ἐπληρώθησαν εἰς τὸν κ. Λαπαθιώτην, ἐκτὸς αὐτῶν τῶν 435;
§215Ν. ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Ὄχι.
§216ΑΛΕΞ. Θ. ΖΑΙΜΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐξετυπώθησαν μὲν, ἀλλὰ δὲν ἐπληρώθησαν τὰ περιπλέον.
§217ΚΡΙΤΣΑΣ. Πρέπει νὰ διευκρινηθῇ τὸ ἑξῆς. Ὁ κ. πρώην Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἐδήλωσεν, ὅτι ὁ κ. Λαπαθιώτης συνεβλήθη μετὰ τῆς Κυβερνήσεως, πρὸς τὴν ὁποίαν ἐπώλησε τὸ ὑπ’ αὐτοῦ ἐκτυπωθὲν σύγγραμμα. Καὶ ἐγὼ ἠρώτησα, τὰ ἀντίτυπα τὰ ἐκτυπωθέντα ἐδόθησαν πάντα εἰς τὸ Δημόσιον, καὶ τὸ Δημόσιον εἰσέπραξε τὸ ἀντίτιμον, ἢ μέρος τῶν ἀντιτύπων ἐπώλησεν εἰς τὸ Δημόσιον ἀντὶ 24 δραχμῶν;
§218Γ. ΚΟΡΠΑΣ. Ἀντὶ 24 δραχμῶν τὸν τόμον.
§219Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κατὰ κυριότητα, εἰς ποῖον ἀνήκει τώρα τὸ βιβλίον;
§220ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ παύσουν, παρακαλῶ, αἱ διαλογικαὶ συζητήσεις καὶ αἱ διακοπαὶ, διότι οὔτε ἐγὼ οὔτε ὁ ἀγορεύων τὰς ἐπιτρέπει.
§221Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον ἐδῶ ὑπέγραφε. Μόνον διὰ τὰ γραφικὰ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν ἔκαμνε παρατηρήσεις καὶ ὅτε ἐπρόκειτο περὶ τοῦ ναυάρχου Χάϋδεν!
§222ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐδῶ νομίζω, ὅτι τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον οὐδεμίαν ἠδύνατο νὰ ὑποβάλῃ παρατήρησιν, διότι ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῶν τύπων τὰ πάντα ἐγένοντο καλῶς. Ὑπάρχει ἕν ἄρθρον μοναδικόν, ὅπερ ἐπιτρέπει...
§223Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀληθῶς μοναδικόν!
§224ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. .. ὅπερ ἐπιτρέπει πᾶσα δαπάνη νὰ πληρωθῇ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ποσῶν τῶν ἐν αὐτῷ διακεκριμένως ἀναγεγραμμένων, ἀλλ’ ἕνεκα τῆς εἰς ἐδάφια καταγραφῆς ὁμολογουμένως συγκεχυμένων. Εἴτε εἴπητε «140,000 δραχ. εἰς ταῦτα καὶ ταῦτα, πρὸς τόσας δραχμὰς εἰς ἕκαστον», εἴτε εἴπητε «140,000 εἰς τὸ πέμπτον καὶ εἰς τὸ ὄγδοον», ἀληθῶς λέγετε τὸ αὐτό· διότι πρόκειται περὶ ἐδαφίων, ἀπὸ ἐδαφίου δὲ εἰς ἐδάφιον ἐπιτρέπεται, κατὰ τὸν Λογιστικὸν Νόμον, μετάθεσις.
§225Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Εἰς ποῖον ἐδάφιον ἔγεινε;
§226ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἡ δαπάνη ἀνήκει εἰς τὸ ἐδάφιον τὸ προνοοῦν περὶ τυπογραφικοῦ χάρτου, Κανονισμῶν καὶ λοιπῶν βιβλίων, διότι τὸ βʹ ἐδάφιον ἀναφέρει βιβλία· μετά τινος δὲ εὐρείας ἑρμηνείας τὰ πάντα διορθοῦνται. Ἐπὶ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν ἔχω νὰ εἴπω τι βραδύτερον· ἀλλ’ ἐπὶ τοῦ παραρτήματος τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν ἔχω νὰ ὑποβάλω παρατηρήσεις ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν φάρων καὶ φανῶν. Διότι καὶ ἐνταῦθα βλέπω τάσιν τινὰ πρὸς αὔξησιν δαπανῶν, ἣν ὅμως δὲν ἔχω καὶ τὸ θάρρος νὰ καταδικάσω, διότι δὲν εἶναι ἀπίθανον, ὅτι εἶναι ἀναγκαία ἡ αὔξησις λόγῳ τῶν περισσοτέρων ἔργων, ἅτινα τὸ ταμεῖον διεξάγει. Ἀλλ’ ἂν ἦναι ὄντως ἀπαραίτητος ἀνάγκη προσθήκης, τότε πρέπει διὰ νόμου νὰ ἐπενεχθῇ· διότι ὁ νόμος ὁ κείμενος δὲν ἐπιτρέπει τὴν προσθήκην ταύτην, ἀπαραλλάκτως ὅπως ὁ νόμος ὁ κείμενος ἀπεδείχθη, ὅτι δὲν ἐπιτρέπει εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας προσθήκας ἐπὶ τοῦ κεφαλαίου τοῦ Πανεπιστημίου. Ἐζήτησα παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, καὶ μοὶ προσήγαγε πληροφορίας ἀκριβεστάτας περὶ τοῦ ζητήματος· παραβαλὼν δὲ τὰς πληροφορίας ταύτας πρὸς τοὺς νόμους, εἶδον ὅτι ἐν πλάνῃ εὑρίσκεται τὸ τμῆμα τῶν φάρων καὶ φανῶν, προτεῖνον ἄνευ εἰδικοῦ νόμου τὴν προσθήκην ὑπαλλήλων μὴ ὑπαρχόντων τέως ἀναγεγραμμένων ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ. Προέτεινε δὲ τὴν προσθήκην τῶν ἑπομένων ὑπαλλήλων (ἀναγινώσκει): ἑνὸς ἀρχιτέκτονος. — Μέχρι τοῦδε ἀρχιτέκτων δὲν ὑπῆρχε. — Πίστωσις 2160 ἐτησίως. Ἑνὸς βοηθοῦ τοῦ τεχνικοῦ προσωπικοῦ καὶ πρωτοκολλητοῦ, ὅστις δὲν ὑπῆρχε μέχρι τοῦδε. Δαπάνη 1200 δραχμῶν ἐτησίως. Ἑνὸς σχεδιαστοῦ 1200 δραχ. ἐτησίως. Ἀντιγραφέων δύο· 2,400 ἐτησίως. Κατὰ τοὺς νόμους τοὺς κειμένους περὶ φάρων καὶ φανῶν, τὸ προσωπικὸν — ἂς ὀνομάσωμεν αὐτὸ οὕτω — τὸ συντάξιμον, τὸ μὴ ἁπλῶς ὑπηρετικόν, ἀλλὰ τὸ ὑπαλληλικόν, τὸ ὑποκείμενον εἰς τὸν νόμον περὶ συντάξεων, εἶναι καθωρισμένον ἐν τῷ νόμῳ. Πᾶσα προσθήκη εἰς αὐτὸ τὸ προσωπικὸν μόνον διὰ νόμου δύναται νὰ ἐπενεχθῇ. Ὑπάρχει καὶ ἕτερον προσωπικὸν, τὸ ὑπηρετικόν, ὅπερ ὁρίζεται κατ’ ἐλάχιστον καὶ ἀνώτατον ὅρον ἐν τῷ νόμῳ τῷ καταστατικῷ τοῦ ταμείου τῶν φάρων καὶ φανῶν, καὶ ἐπιτρέπεται ἐντὸς τοῦ ἀνωτάτου ἐκείνου ὅρου νὰ κινῆται ἡ Ἐπιτροπὴ τῶν φάρων καὶ φανῶν, προσδιορίζουσα ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοὺς ἀναγκαίους ὑπηρέτας. Ἀλλ’ ἐπὶ τούτου τοῦ κεφαλαίου προσθήκη ἄνευ νόμου δὲν ἐπιτρέπεται. Εἶναι ἀληθές, ὅτι μετὰ τὸ ἔτος 1893 ἐνηργήθησαν προσθῆκαι· ἀλλ’ αἱ προσθῆκαι αὗται ἴσως ἔχουσί τινα δικαιολογίαν ἐν τῷ νόμῳ τῷ ψηφισθέντι τότε, ὅστις φαίνεται παραπέμπων εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1892, καὶ φαίνεται διὰ τῆς παραπομπῆς ταύτης ἀναγνωρίζων τὸ ἐκεῖ ἀναγεγραμμένον προσωπικόν...
§227Γ. ΚΟΡΠΑΣ. Τὸ ἀνεγνώρισε καὶ τὸ Συνέδριον.
§228ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τὸ ἀνεγνώρισε τὸ Συνέδριον, πιθανῶς, ὅπως ἀνεγνώρισα καὶ ἐγὼ αὐτό, βεβιασμένως πως, διότι ἴσως ἔχει τινὰ δικαιολογίαν, καὶ ἐπειδὴ ἀπὸ τοῦ 1893 ἐξηκολούθησεν οὕτω καὶ ἐξακολουθεῖ ἀναγνωριζόμενον, δὲν τολμῶ νὰ ἀξιώσω νὰ μὴ ἐξακολουθήσῃ ἡ πληρωμή. Ἀλλ’ αἱ νέαι προσθῆκαι δὲν ἐπετρέπετο νὰ εἰσαχθῶσι, διότι ὁ νόμος ταύτας δὲν ἐπιτρέπει...
§229Γ. ΚΟΡΠΑΣ. Αἱ προσθῆκαι ἐγένοντο διὰ νὰ λείψῃ τὸ ἄλλο ἄτοπον, τοῦ νὰ προσλαμβάνωνται ἡμερομίσθιοι ὑπάλληλοι.
§230Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Ἐπιτρέπετε;
§231ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Μάλιστα.
§232Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Διὰ νὰ σᾶς εἴπω διατὶ ἐγένετο ἡ προσθήκη.
§233ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Δὲν κατακρίνω ὡς ἄσκοπον τὴν προσθήκην.
§234ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Ἐννοῶ. Ἀλλὰ διὰ νὰ δικαιολογήσω τὴν προσθήκην. Ἀπὸ τοῦ 1890, ὅτε εἶχον ἀναπτυχθῆ ἐπὶ πολὺ αἱ ἐργασίαι τοῦ τμήματος τῶν φάρων καὶ φανῶν, εἶχε ληφθῆ τὸ μέτρον νὰ προσλαμβάνωνται ἡμερομίσθιοι ὑπάλληλοι εἰς τὸ τμῆμα αὐτό. Ἦτο μία δαπάνη περίπου 4,000 ἢ 5,000 δραχμῶν κατ’ ἔτος. Ἐπὶ σειρὰν ἕνδεκα ἐτῶν τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον ἐνέκρινε τακτικῶς τὰ ἐντάλματα αὐτά, καὶ ἐπληρώνοντο οἱ ἡμερομίσθιοι ἐργάται. Ὅτε τὸ Συνέδριον ἐνόμισεν, ὅτι ἔπρεπε νὰ μεταβάλῃ νομολογίαν διὰ μιᾶς ἐπὶ ὅλων τῶν ζητημάτων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, μετέβαλε νομολογίαν καὶ ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς πληρωμῆς τῶν ἐκτάκτων ἡμερομισθίων ὑπαλλήλων, καὶ κατὰ Μάϊον τοῦ 1901 ἐπέστρεψε τὰ ἐντάλματα, δηλῶσαν, ὅτι δὲν ἐννοεῖ νὰ τὰ ἐγκρίνῃ. Τότε διέταξα ἀμέσως καὶ ἀπελύθησαν ὅλοι αὐτοὶ οἱ ἡμερομίσθιοι ὑπάλληλοι. Ἐπειδὴ ὅμως παρετηρήθη, ὅτι εἶναι ἀδύνατον νὰ διεξαχθῇ ἡ ὑπηρεσία τοῦ τμήματος αὐτοῦ μὲ τρεῖς ὑπαλλήλους, τοὺς ὁποίους ἔχει, ἐθεωρήθη καλόν, ἀντὶ τῶν ἐκτάκτων ὑπαλλήλων, νὰ προστεθῶσιν εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τακτικοὶ ὑπάλληλοι, διότι ἡ ὑπηρεσία παρέστησεν, ὅτι ἦτο ἀπόλυτος ἀνάγκη αὐτῶν. Τώρα, ἐὰν ἀπαιτεῖται νόμος, ὁ κύριος Ὑπουργὸς ἂς φροντίσῃ.
§235ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὅτι ἀπαιτεῖται νόμος, δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία. Μὴ ἐπιμένετε, ἵνα μὴ ἀναγκασθῶ νὰ ἀναγνώσω τὰ ἄρθρα τοῦ νόμου, καὶ παρέρχηται οὕτως ἡ ὥρα.
§236Γ. ΚΟΡΠΑΣ. Ὄχι. Δὲν ἐπιμένω. Θὰ φροντίσω νὰ ὑποβάλω νομοσχέδιον.
§237ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐκ τῶν ἐκτεθέντων, Κύριοι, προκύπτει, ὅτι ἐλαττουμένων τῶν ἐσόδων κατὰ 2 ἑκατομμύρια, καὶ ηὐξημένων τῶν ἐξόδων κατὰ 300,000 περίπου, ὑπολείπεται, κατ’ αὐτὰ τὰ αἰσιοδόξως προβλεπόμενα, ἐλάχιστον περίσσευμα, ἢ ἐπέρχεται ἁπλῶς ἰσοζύγιον. Διότι, καθ’ ἃ καὶ αὐτὸς ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐν τῇ ἀγορεύσει αὐτοῦ ὑπεδήλωσεν, αἱ ἀδιάθετοι πιστώσεις τοῦ 1902 θέλουσιν εἶναι κατώτεραι τῶν κατὰ τὰ προηγούμενα ἔτη. Ἐκ τούτων πείθεται ὁ μετὰ προσοχῆς ἐξετάζων τὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ὅτι εὑρισκόμεθα πράγματι κατὰ τὸ 1902 ἀπέναντι τοῦ κινδύνου, ὃν ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν φοβεῖται διὰ τὸ 1903. Ἀλλὰ καὶ ἂν ὁ κίνδυνος οὗτος δὲν πραγματοποιηθῇ ἐφέτος, ἐμφανίζεται ἐγκαίρως καὶ σημαίνει τὸν κώδωνα, ὅπως προκαλέσῃ τὴν προσοχήν. Διότι, ἂν τὰ ἔσοδα τοῦ 1902 ἀποδειχθῶσιν ἀνεπαρκῆ, ἢ ἔστω, μόλις ἐπαρκῆ πρὸς τὰ ἔξοδα, οὐδὲν ἔχομεν ἐφόδιον ἄλλο, εἰς ὃ νὰ δυνάμεθα νὰ ἀποβλέψωμεν, ὅπως καλύψωμεν τὸ εἴτε ἄμεσον εἴτε προσεχὲς ἔλλειμμα, διότι περίσσευμα ἐκ τοῦ παρελθόντος οὐδὲν ὑπάρχει. Ταῦτα δὲ δεικνύουσι σαφῶς, ὅτι ἐπέστη ἡ στιγμή, καθ’ ἣν ἐπιβάλλεται ν’ ἀποφασίσωμεν νὰ μεταβάλωμεν οἰκονομικὴν πολιτικήν. Ὅσον καὶ ἂν τὰ ἔσοδα ηὐξήθησαν κατὰ τρόπον ἀπροσδόκητον, ἐπειδὴ τὰ ἔξοδα συνηυξήθησαν κατ’ ἀναλογίας παραδόξως ἐκτάκτους, εἶναι ἀδύνατον ἐφεξῆς τὰ ἔσοδα νὰ ἐπαρκέσωσιν εἰς τὰς δαπάνας, διότι αὗται στηρίζονται ἐπὶ ὀργανισμῶν συνεπαγόντων ἐτησίως ἐπαύξησιν· ὀφείλομεν δὲ νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ἡ αὔξησις τῶν ἐσόδων δὲν θέλει προβαίνει τοῦ λοιποῦ μετὰ τῆς αὐτῆς ταχύτητος, μεθ’ ἧς προέβη μετὰ τὸν πόλεμον. Ἔχουσι καὶ αἱ αὐξήσεις τῶν ἐσόδων κανόνας καὶ ὅρια. Ἐνουθέτει ἡ Ἀντιπολίτευσις τὴν πρώην Κυβέρνησιν, λέγουσα: «μὴ σπεύδετε εἰς τὰς δαπάνας. Εἶναι ἀληθές, ὅτι πολὺ πρὸ τοῦ χρόνου, ὃν ἐφαντάζετο καὶ ἡ Διεθνὴς Οἰκονομικὴ Ἐπιτροπή, ὃν ἐφανταζόμεθα καὶ ἡμεῖς, ἀπεδείχθη ὅτι ἐπέρχεται ἰσοζύγιον, ἀλλ’ οὐχὶ ἀρκοῦν, ὅπως ἀναγνωρίσωμεν ὅτι εἰσήλθομεν εἰς τὸν λιμένα, οὐχὶ σταθερὸν ἰσοζύγιον.» Σταθερὸν ἰσοζύγιον σημαίνει ἰσοσταθμίαν ἀσφαλῆ, κοσμουμένην ὑπὸ περιθωρίου, παρακολουθουμένην ὑπὸ ἀποθέματος. Ἀντὶ τούτου δὲ, ἂν ἐψηφίζοντο τὰ ὑποβληθέντα ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης νομοθετήματα, θὰ εἴχομεν περίσσειαν δαπάνης καὶ πάντως ἀνισορροπίαν· εἰς ἀνισορροπίαν ἠθέλομεν περιέλθει, ἂν ἐφηρμόζοντο οἱ ὀργανισμοί, οὓς εὐτυχῶς τὸν ἕνα κατόπιν τοῦ ἄλλου ἔθεντο κατὰ μέρος καὶ ἡ παροῦσα καὶ ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις, πεισθεῖσαι ἐκ τῶν πραγμάτων, ὅτι ἀδύνατον νὰ ἐπαρκέσῃ ὁ Προϋπολογισμός. Ὅτε τοιαῦτα προέλεγεν ἡ Ἀντιπολίτευσις, συμβουλεύουσα εἰς τὴν Κυβέρνησιν προσοχήν, ἔλεγον πρὸς αὐτὴν, εἷς μεταξὺ τῶν πολλῶν καὶ ἐγὼ, ὅτι ὤφειλε νὰ μὴ σπεύσῃ νὰ καταναλώσῃ τὰ περισσεύματα τῶν εἰσπράξεων, ἅτινα μεθ’ ὑπερηφανείας ἀνήγγελλεν ὁ τότε Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν. Ἔλεγον πρὸς αὐτὴν, ὅτι ὑπάρχουσιν ἀληθῶς ἐνδείξεις, ὅτι δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν μεταξὺ τῶν ἐτῶν 1899 καὶ 1903 ἐτήσια περισσεύματα ἓξ μέχρις ἐννέα ἑκατομμυρίων, καὶ ἂν ἡ Ἑλλὰς εὐτυχήσῃ ὄντως πρὸ τοῦ ἔτους, καθ’ ὃ προεβλέφθη ὅτι θέλει ἐπέλθει σταθερότης εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν αὐτῆς, νὰ οἰκονομήσῃ τὰ περισσεύματα ἐκεῖνα, ἔλυσε δύο μεγάλα ζητήματα. Μετὰ πεποιθήσεως ἀκραδάντου ἐφρόνουν καὶ ἔλεγον πρὸς τοὺς τότε Ὑπουργοὺς, ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται, ἀφοῦ ἐτέθησαν δεσμοὶ εἰς τε τὰς χεῖρας καὶ εἰς τοὺς πόδας τῆς Ἑλλάδος, καὶ ἐταπεινώθη ἡ ἀνεξαρτησία αὐτῆς, περιωρίσθη ἡ αὐτοτέλεια, νὰ προβῇ εἰς οἱονδήποτε ἔργον, ἀποδεικνῦον ὅτι ἔχομεν χρηματικὸν περίσσευμα κατὰ μέρος, ἂν μὴ πρότερον ὁρίσῃ δαπάνην πρὸς ταχυτέραν λύσιν ἡμῶν ἀπὸ τῶν δεσμῶν. Ὡς ἄλλοτε ἐφρόντιζον ἀπὸ τῶν προσόδων τῶν εἰσερχομένων οἱ ἀρχαῖοι Ἀθηναῖοι νὰ προεξαιρῶσι δεκάτην, ἀφιεροῦντες αὐτὴν εἰς τὸν θησαυρὸν τῆς Θεοῦ, οὕτως ἐφρόνουν, ὅτι ὠφείλομεν καὶ ἡμεῖς κατὰ μέρος νὰ θησαυρίζωμεν ἐκ τοῦ περισσεύματος ποσοστὰ, ἅτινα καταλλήλως χρησιμοποιούμενα ἔμελλον νὰ συντελέσωσιν, ὅπως ἴδωμεν ταχύτερον ἐπερχομένην τὴν ἀπαλλαγὴν ἡμῶν ἀπὸ τῶν χρεῶν, ὅπως ταχύτερον δυνηθῶμεν ν’ ἀποβλέψωμεν εἰς τὸ δυνατὸν τροπῆς τοῦ παλαιοῦ ἐξωτερικοῦ χρέους καὶ ταχύτερον ἐξαγοράσωμεν τὴν ἐλευθερίαν ἡμῶν. Ἀλλ’ οἱ Ὑπουργοὶ οἱ τότε μετ’ ἀφθόνου εἰρωνείας ἀπήντων: «καὶ πῶς θέλετε διὰ 6,000,000 καὶ νὰ ἐλευθερώσωμεν τὴν Ἑλλάδα ἀπὸ τῶν δεσμῶν καὶ νὰ ὀργανώσωμεν τὸν στρατόν;» Οὕτω καὶ ὁ ἐκ Κερκύρας Βουλευτής, ὡς Πρωθυπουργός, καὶ ὁ ἐκ Παρνασσίδος, ὡς Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἀπήντων καὶ πρὸς τὸν Βουλευτὴν Ἄρτης καὶ πρὸς ἐμέ (ἀναγινώσκει): «Δὲν δύναμαι νὰ φαντασθῶ, οὔτε νὰ ἐννοήσω», ἔλεγεν ὁ τότε Πρωθυπουργὸς, «πῶς εἶναι δυνατὸν, μὲ οἰκονομίαν, τὴν ὁποίαν ὁ ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς ἀνεβίβασεν εἰς 6 ἑκατομμύρια, οἱ δύο οὗτοι μεγάλοι σκοποὶ νὰ πραγματοποιηθῶσιν.» — «Εἶναι ἔναυλοι εἰς τὰς ἀκοὰς ὑμῶν οἱ λόγοι τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐξ Ἄρτης», ἔλεγεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Παρνασσίδος, ὁ τότε ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς, «ὁ ὁποῖος ἠσχολήθη νὰ ἀναλύσῃ τοὺς Προϋπολογισμοὺς τοῦ 1897 καὶ 1898 καὶ τὰ τοῦ ἐλέγχου κλπ... Ἀλλ’ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἤγειρε τὴν ἀπορίαν μου, εἶναι ἀκριβῶς τοῦτο, ὅτι ἠσχολήθη μετ’ ἐκτάκτου ζήλου ν’ ἀνακοινώσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰς μελέτας καὶ γνώμας τῆς Διεθνοῦς Οἰκονομικῆς Ἐπιτροπῆς, ὡσανεὶ οἱ ἀποτελοῦντες αὐτὴν καὶ ἐξετάσαντες τοὺς Προϋπολογισμοὺς τῆς ἑξαετίας ἦσαν οἱ ἐξοχώτεροι τῶν οἰκονομολόγων, ἢ μᾶλλον ὡσανεὶ οὗτοι καὶ μόνοι εἶχον ἐξονυχίσει τὰ καθ’ ἡμᾶς καὶ κατέστησαν ἐγκρατέστεροι ἡμῶν, καὶ ἡ κρίσις αὐτῶν δέον νὰ χρησιμεύσῃ ὡς μέτρον πρὸς διαρρύθμισιν τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν πραγμάτων. Δὲν γινώσκω, ἂν εἶναι παρὼν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτής... Ἐνῷ συμβουλεύει τοὺς κυβερνῶντας ν’ ἀκολουθήσωσι τὴν ἐθνικὴν πολιτικὴν, κατακρίνει αὐτὸς βραδύτερον, διότι ἀνέγραψαν πιστώσεις ὑπὲρ νέου ὀργανισμοῦ τῆς χωροφυλακῆς καὶ ὑπὲρ νέου ἀστυνομικοῦ συστήματος, ἢ ὑπὲρ ἄλλου τινὸς μέτρου γενικοῦ· διότι ὅσα δὲν ἀνταποκρίνονται πρὸς τὸν πόθον, τὸν ὁποῖον γινώσκομεν ἐκ φυλλαδίου δημοσιευθέντος πρὸ τῶν ἐκλογῶν, πρὸς τὸν πόθον τοῦ κ. Βουλευτοῦ, νὰ ἄρωμεν τάχιστα τὸν ξενικὸν ἔλεγχον διὰ τῶν περισσευμάτων τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἀποβαίνουσιν ἀκατάληπτα. Ὑπάρχουσι Βουλευταὶ φρονοῦντες, ὅτι εἶναι δυνατὸν διὰ τῶν οἰκονομιῶν νὰ ἔχωμεν κατ’ ἔτος περίσσευμα ἓξ ἑκατομμυρίων, τὸ ὁποῖον ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς συμβουλεύει νὰ χρησιμοποιήσωμεν διὰ δύο σκοποὺς, νὰ ἐξυπηρετήσωμεν τὴν ἐθνικὴν πολιτικὴν καὶ νὰ ἄρωμεν τὸν Ἔλεγχον. Ὁμολογῶ ὅτι δὲν ἠδυνήθην νὰ ἐννοήσω, πῶς εἶναι δυνατὸν ἀμφότερα ταῦτα νὰ ἐπιτευχθῶσι διὰ μόνου αὐτοῦ τοῦ πλεονάσματος.» Ἐν τούτοις, Κύριοι, τὰ γεγονότα ἐπῆλθον, ὅπως ἀποδείξωσιν, ὅτι τὰ λεγόμενα ἡμῶν ἦσαν ἄξια κρείττονος ἐκτιμήσεως ὑπὸ τῶν τότε Ὑπουργῶν. Ἡμεῖς τί ἐλέγομεν τότε; Ὅτι ἀπαιτεῖται οἰκονομία, ὅπως δι’ αὐτῆς δυνηθῶμεν νὰ προνοήσωμεν περὶ ταχυτέρας λύσεως τοῦ χρέους ἡμῶν. Πρὸς τοῦτο ἆρά γε ἦτο ἀνάγκη νὰ καταβληθῇ ἐκ τοῦ περισσεύματος, ὅπερ ἠθέλομεν ἔχει, ἂν δὲν ἐδαπανῶμεν τὰ εἰσπραττόμενα μέχρι καὶ τοῦ τελευταίου ὀβολοῦ, ἦτο ἀνάγκη νὰ κατατίθηται ἐτησίως μέγα ποσόν, ὅπως ἐπιτευχθῇ ὁ σκοπὸς τῆς ταχυτέρας χρεωλυσίας; Δὲν ὑπῆρχεν ἀνάγκη νὰ ἀναπτύξῃ τις τὴν γενικῶς ἐξενεχθεῖσαν ἰδέαν, ὅπως Κυβέρνησις, γινώσκουσα τὰ τῆς διαχειρίσεως τῶν δημοσίων, κατανοήσῃ περὶ τίνος προέκειτο· ἀλλ’ ἡμεῖς κατὰ τὰ ἑπόμενα ἔτη ἐδείξαμεν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὸν τρόπον, δι’ οὗ ἐπιστεύομεν, ὅτι ἠδύνατο νὰ φθάσῃ εἰς τὸν τοσοῦτο χρήσιμον ἐθνικῶς σκοπόν. Ὅτε, κατὰ Μάρτιον τοῦ παρελθόντος ἔτους 1900, ἐγίνετο λόγος ἐνταῦθα περὶ ἄλλου τινὸς θέματος, τῆς τακτοποιήσεως τοῦ χρέους τῶν ὑπὸ τῆς χήρας Ζαρίφη ἐκχωρηθέντων εἰς τὸ Κράτος ὀφειλετῶν, ὁ ἔντιμος ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτὴς ὑπέδειξεν εἰς τὸν τότε Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι ἔδει νὰ καταβληθῇ φροντὶς περὶ τοποθετήσεως τῶν εἰσπραττομένων χρημάτων εἰς Ἑλληνικὰ χρεώγραφα τῶν ἐξωτερικῶν δανείων, διότι συμφέρει εἰς τὴν Ἑλλάδα, πρὸς ταχυτέραν προσέγγισιν εἰς τὸ τέρμα τοῦ Ἐλέγχου, νὰ ἐπανέρχωνται εἰς τὴν χώραν ὅσον τὸ δυνατὸν περισσότεροι τῶν τίτλων ἐκείνων, οἵτινες ἔχουσιν ἡμᾶς δεσμευμένους ἀπέναντι τῶν ξένων. Ἠγέρθην καὶ τότε καὶ ὑπεστήριξα μετὰ θέρμη τὴν γνώμην τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτοῦ. Ὅτε δ’ ἐν ἑτέρᾳ περιπτώσει, γινομένου λόγου περὶ κληροδοτήματος τοῦ ἀειμνήστου Συγγροῦ, ἐπληροφορούμεθα, ὅτι, εἰσπραχθέντος τοῦ κληροδοτήματος, ἐπεδίωκεν ὁ τότε Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν τὴν ἀπαλλοτρίωσιν τῶν εἰς αὐτὸ ἀνηκουσῶν ὁμολογιῶν, πρὸς ἀντικατάστασιν αὐτῶν διὰ δραχμῶν, ἠγέρθην δὶς καὶ ἐπέμεινα, σχεδὸν ἱκετεύων αὐτὸν νὰ μὴ ἀλλοτριώσῃ τοὺς τίτλους ἐκείνους, ἀλλὰ νὰ φροντίσῃ, ἀναγράφων τὸ Δημόσιον χρεώστην πρὸς τὸ κληροδότημα τοῦ ἰσοτίμου τῶν ὁμολογιῶν εἰς δραχμὰς, τρεπομένου τοῦ φράγκου κατὰ τὴν τιμὴν τῆς ἡμέρας, ν’ ἀποκομίσῃ εὐθὺς ἀμέσως ὑπὲρ τοῦ Κράτους κέρδος, τὴν διαγραφὴν ἐκ τοῦ δημοσίου χρέους 1,770,000 καὶ πλέον, ὑπεράνω τῆς τότε τιμῆς τῶν χρεωγράφων 1,299,976, ἅτινα ἤθελον διαγραφῆ. Ἀλλ’ ὁ κ. ἐκ Παρνασσίδος Βουλευτὴς καὶ τότε Ὑπουργὸς ἀπήντα εἰς ἐμέ: «Καλὴ ἡ ἰδέα, — καίτοι συμβουλευθεὶς νομοδιδασκάλους, δὲν παραδέχομαι τὴν γνώμην σου, ὅτι ἐπέρχεται λόγῳ συμπτώσεως τῆς ἰδιότητος δανειστοῦ καὶ ὀφειλέτου σύγχυσις, — καλὴ εἶναι ἡ ἰδέα· πλὴν ἐπειδὴ ἔχω ἀνάγκην νὰ οἰκοδομήσω ταχέως τὰς φυλακὰς καὶ τὰ σχολεῖα, δὲν δύναμαι νὰ παραδεχθῶ τὴν πρότασίν σου». — Καὶ ἐλέγετο πρὸς αὐτόν: «ποία ἡ δυσκολία νὰ διαγράψῃς μὲν τοὺς τίτλους τούτους, καὶ νὰ ὠφεληθῇ οὕτω τὸ Κράτος τὰ ἐκ τῆς διαγραφῆς τῶν τίτλων, τότε τιμωμένων κάτω τῶν 50%, — 41% νομίζω — καὶ νὰ κερδίσῃς 49%, ἐλαττουμένου τοῦ εἰς χρυσὸν χρέους σου κατὰ τρία ἑκατομμύρια δραχμῶν, νὰ χρεώσῃς δὲ εἰς δραχμὰς διὰ πιστώσεως ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τὸ Κράτος, ὅπως ἐπαρκέσῃς εἰς τὰ ἔργα, ἅτινα βεβαίως δὲν θέλεις δυνηθῆ νὰ διεξαγάγῃς ἐξ ὁλοκλήρου εὐθὺς κατὰ τὸ πρῶτον ἔτος, καὶ οὕτως ἀπὸ ἔτους εἰς ἔτος, ἀναγράφων ποσὸν ἀνάλογον εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν, νὰ φθάσῃς ν’ ἀποδώσῃς εἰς δραχμὰς ὅλον τὸ χρῆμα ἐκεῖνο, ὅπερ οὕτω θέλεις ἔχει ἀνεγνωρισμένον, ὅτι ὀφείλεται εἰς τὸ κληροδότημα Συγγροῦ;» Ὅτε δὲ τοιαῦτα ἐλέγοντο, δὲν εἶχον παρατηρήσει, ὅτι αὐτῆς τῆς διαθήκης ἡ φράσις φαίνεται ὑποδεικνύουσα ταύτην τὴν ὁδὸν εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν, — διότι βεβαίως ὁ ἀείμνηστος Συγγρός, γινώσκων κατὰ βάθος τὰ τοιαῦτα θέματα, δὲν ἠδύνατο νὰ μὴ σκεφθῇ περὶ τῆς χρησιμότητος τῆς κατὰ τοιοῦτον τρόπον παρακρατήσεως τῶν ἐξωτερικῶν τίτλων ἐν Ἑλλάδι. Ἀλλὰ τελευταῖον, ἐξ ἄλλης ἀφορμῆς, συνέπεσε νὰ ἀναγνωρίσω, ὅτι τὰ τότε προταθέντα ἦσαν καὶ σύμφωνα πρὸς αὐτὴν τὴν ἐκπεφρασμένην γνώμην τοῦ διαθέτου. (Ἀναγινώσκει ἐκ τῆς διαθήκης Συγγροῦ): «Εἰς πληρωμὴν τῶν δραχμῶν 3,000,000, ἃς διὰ τῆς πολλάκις μνησθείσης διαθήκης διαθέτω ὑπὲρ τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους, πρὸς οἰκοδομὴν Εἰρηνοδικείων καὶ Σχολείων, ὡς καὶ βελτίωσιν τῶν Φυλακῶν τοῦ Κράτους, ἐννοῶ νὰ συμψηφισθῶσιν ἢ δοθῶσιν εἰς πληρωμὴν ὅσα ποσὰ ἤθελον ἔχει λαμβάνειν παρὰ τοῦ αὐτοῦ Κράτους εἴτε ἀμέσως, εἴτε ἐμμέσως διὰ τῆς Προνομιούχου Τραπέζης Ἠπειροθεσσαλίκης, ἢ ἄλλως, εἴτε ἐκ προκαταβολῶν, εἴτε δι’ ἐντόκων γραμματίων, εἴτε δι’ ὁμολογιῶν ἐθνικῶν δανείων παγίων ἢ χρεωλυτικῶν, κατὰ τὴν ὥραν τοῦ θανάτου μου...» Διότι ἐνταῦθα δὲν προέκειτο περὶ κληροδοτήματος, ὅπερ ἐδίδετο εἰς ἰδιαιτέραν διαχείρισιν. Προέκειτο περὶ χρήματος, ὅπερ παρεδίδετο εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν, ὅπως ὑπ’ αὐτῆς ἐκτελεσθῇ ὡρισμένος σκοπὸς, καὶ εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἀφίετο πᾶσα ἐλευθερία περὶ τὴν χρῆσιν τοῦ παραδιδομένου εἰς αὐτὴν χρήματος, ὑπὸ μόνον τὸν ὅρον νὰ ἐκτελεσθῇ ὁ σκοπός. Ἀλλὰ ταῦτα προέταξα, ἵνα ἔλθω καὶ δείξω, πῶς κατάλληλος ἐργασία κυβερνητικὴ ἠδύνατο ἄνευ ἐπιβαρύνσεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ νὰ φέρῃ εἰς βαθμιαίαν διαγραφὴν ὁμολογιῶν τῶν ἐξωτερικῶν ἡμῶν δανείων, καὶ δι’ αὐτῆς εἰς βαθμιαίαν ἀδάπανον ἀπαλλαγὴν ἀπὸ σπουδαίου μέρους τοῦ δημοσίου χρέους, λόγῳ τῆς ὑποτιμήσεως τῶν χρεωγράφων, τῆς ἐκ τοῦ περιορισμοῦ τόκων καὶ χρεωλυσίων προελθούσης. Ἂν τὸ Κράτος ἀπεφάσιζεν, ἐκ τῶν μικρῶν ἢ μεγάλων περισσευμάτων νὰ καθορίζῃ ἐν τῷ ἐτησίῳ Προϋπολογισμῷ ποσοστόν τι,— 5% ἐν παραδείγματι κατ’ ἔτος, — ὅπως τοῦτο, κατὰ σύστημα, ὅπερ δὲν προέκειτο νὰ ἀνακαλύψῃ ἡ Ἑλλάς, προστιθέμενον εἰς ἄλλους πόρους, μὴ προερχομένους ἐκ τοῦ δημοσίου Προϋπολογισμοῦ, συντελέσῃ εἰς αὔξησιν τῶν χρεωλυτικῶν πόρων, ἠθέλομεν κατορθώσει ἀκόπως νὰ διαθέτωμεν ἐτησίως σπουδαῖον ποσὸν εἰς ἐξαγορὰν χρεωγράφων καὶ διαγραφὴν ἀκεραίας τῆς ὀνομαστικῆς αὐτῶν ἀξίας ἀπὸ τοῦ κεφαλαίου τοῦ δημοσίου ἡμῶν χρέους. Ἄν, ὡς ἐξ ἀρχῆς ὑπέδειξα, ἡ Κυβέρνησις προενόει περὶ ἱδρύσεως ἐν Ἑλλάδι ἱδρύματος ὁμοίου, κατ’ ἀντιγραφήν, πρὸς τὸ ταμεῖον τῶν παρακαταθηκῶν καὶ καταβολῶν, τὸ ἀπὸ τοῦ 1816 ἀνθηρῶς, ἐν διηνεκεῖ ἀκμῇ, οἵαν οὐδὲν ἄλλο κατάστημα ὑπερέβαλέ ποτε ἐν Γαλλίᾳ, λειτουργοῦν, ἂν τοῦτο ἐμιμούμεθα, καὶ ἐφροντίζομεν, δι’ ὅσων δυνάμεθα νὰ παραχωρήσωμεν εἰς τοιοῦτο ταμεῖον δυνάμεων, νὰ ὀργανώσωμεν μηχανισμόν, μέλλοντα νὰ λειτουργήσῃ πρὸς ἐλάττωσιν, ἀπὸ ἔτους εἰς ἔτος αὔξουσαν, τοῦ δημοσίου ἡμῶν χρέους, βεβαίως ἄνευ σπουδαίας ἐπιβαρύνσεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἴσως δὲ καὶ διὰ μόνης εἰσφορᾶς 200 ἢ 300 χιλιάδων ἐκ τοῦ περισσεύματος, ὅπερ ἀπὸ τοῦ ἔτους 1899 προεβλέπομεν, ἠθέλομεν φθάσει νὰ ἔχωμεν ἤδη ἐν πλήρει λειτουργίᾳ τὴν χρεωλυτικὴν μηχανήν. Ἰδοὺ δ’ ἐν διαγράμματι γενικῷ, τί δύναται νὰ εἰσαχθῇ εἰς τὸ ταμεῖον τοῦτο.—Κύριοι, μὴ νομίσητε ὅτι ὑπάρχει τι νέον ἐν τοῖς λεγομένοις· ἁπλῆ ἀπομίμησις καὶ ἀντιγραφὴ τῶν ἀλλαχοῦ, κατὰ τρόπον, ὡς εἶπον ὑμῖν πρότερον, τελείως ἐπιτυχῆ, ἀπὸ ἑνὸς περίπου αἰῶνος λειτουργούντων. — Ἱδρυομένου ταμείου παρακαταθηκῶν καὶ καταβολῶν, δυνάμεθα νὰ εἰσαγάγωμεν εἰς αὐτὸ τὰς καταθέσεις, τάς τε ἤδη ἀναγραφομένας καὶ τὰς εἰσαγομένας σήμερον εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον· τὰς ἐγγυοδοσίας· τὰς παρακαταθήκας, τάς τε ἀναγκαίως εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον γιγνομένας καὶ τὰς ἑκουσίας ἰδιωτῶν, δημωφελῶν καὶ ἄλλων ἱδρυμάτων· τὰ εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῶν συντάξεων, πολιτικῶν καὶ στρατιωτικῶν, εἰσφερόμενα· δυνάμεθα εἰς αὐτὸ ν’ ἀναθέσωμεν τὴν φύλαξιν καὶ διοίκησιν τῶν κεφαλαίων τῶν ταμιευτηρίων,—καὶ ἐνταῦθα περιλαμβάνεται ἡ πρόβλεψις περὶ ταχυδρομικῶν ταμιευτηρίων, —τὰ κεφάλαια τῶν εἰδικῶν δημοσίων ταμείων, τῶν ἀσφαλιστικῶν κατὰ τυχαίων δυστυχημάτων, ἐν παραδείγματι τοῦ ταμείου τῶν μεταλλευτῶν. Εἰς ταῦτα δυνάμεθα νὰ προσθέσωμεν καταθέσεις τίτλων, κατάθεσιν τῶν κεφαλαίων τῶν λιμενικῶν ταμείων, τῶν τῆς δημοτικῆς ὁδοποιΐας (ἐφ’ ὅσον ὑπάρχουσι), τοῦ ναυτικοῦ ἀπομαχικοῦ ταμείου, τῶν μετοχικῶν ταμείων, τοῦ ταμείου τοῦ ἐθνικοῦ στόλου, τῶν κληροδοτημάτων. Ἐκ τοσούτων καὶ τοιούτων κεφαλαίων κατατεθειμένων καὶ συγκεντρουμένων ἐκεῖ,—ὑπάρχουσι δὲ, ὡς γνωστόν, ἱδρύματα, ὧν αἱ περιουσίαι ἀθροίζονται εἰς ἑκατομμύρια, —τὸ εἰδικὸν ταμεῖον θέλει βεβαίως ἔχει κανονικὸν καὶ ἐτήσιον κέρδος, εἰς ὃ θέλομεν ἴσως δυνηθῆ νὰ προσθέσωμεν ποσοστόν τι ἐτησίως ἐπί τινων φόρων· βεβαίως ποσοστόν τι τοῦ προϊόντος τοῦ εἰδικοῦ ἀρχαιολογικοῦ λαχείου· ποσοστὸν ἐπὶ τῶν ἐτησίων περισσευμάτων τοῦ Προϋπολογισμοῦ· πρὸς τούτοις τὸ κέρδος τὸ ἐκ τῶν φυλάκτρων· τὸ κέρδος τὸ ἐκ τῆς διαφορᾶς τοῦ καταβλητέου τοῖς καταθέταις τόκου ἀπὸ τοῦ ἀπολαμβανομένου· τὸ κέρδος τόκου ἐπὶ ἑξήκοντα ἡμέρας ἀπὸ τῆς καταθέσεως, — διότι οὕτω τρέχει καὶ ἐν Γαλλίᾳ μετὰ 60 ἡμέρας ἀπὸ τῶν καταθέσεων, ἐξ οὗ κερδαίνει τὸ κατάστημα δύο μηνῶν τόκον. — Εἰς ταῦτα θέλομεν ὡσαύτως δυνηθῆ νὰ προσθέσωμεν τοὺς τόκους τῶν ἐξαγοραζομένων τίτλων, ἐννοῶ δὲ τοὺς ὑπὸ τοῦ ταμείου τούτου εἰδικῶς ἐξαγοραζομένους, ὧν οἱ τόκοι δὲν κερδαίνονται ὑπὸ τῶν δανειστῶν, ὡς οἱ ἐν τῷ ἄρθρῳ 4 τοῦ Κανονισμοῦ, ἀλλὰ θέλομεν ἔχει ἐλευθερίαν, τὸ ἐκ τῆς οἰκονομίας αὐτῶν ποσὸν νὰ εἰσάγωμεν εἰς τὸ εἰδικὸν ταμεῖον· — τὸ κέρδος τὸ ἐκ τῆς διαφορᾶς τόκου ἐπὶ τῶν ἐντόκως ταμιευομένων οἰκονομιῶν· καὶ ἐπὶ πᾶσι τούτοις τὰς δωρεὰς, τὰ κληροδοτήματα, τὰ τυχηρά. Τοιούτων κεφαλαίων ἡ εἰσαγωγὴ εἰς τοιοῦτο εἰδικὸν ταμεῖον καὶ τοιούτων ἀσφαλῶν κερδῶν ἐτησίων ἡ πρόσοδος, καλῶς ὀργανουμένης καὶ κανονικῶς λειτουργούσης τῆς μηχανῆς, ἤθελε βεβαίως διευκολύνει εἰς ἡμᾶς τὴν ἐπιτυχίαν τοῦ ἔργου, εἰς ὃ προετρέπομεν τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἐπιδοθῇ, τῆς ταχυτέρας τῶν χρεῶν ἡμῶν ἐξαγορᾶς... Ἐπιτρέψατέ μοι, Κύριοι, νὰ διακόψω ὀλίγον.
§238ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ ΚΑΙ ΑΛΛΟΙ (ἐξ ἀριστερῶν). Νὰ διακόψωμεν δι’ αὔριον. Εἶναι τρεῖς ἡ ὥρα.
§239ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ δεξιῶν). Ὄχι δά! Νὰ διακόψωμεν ἐπ’ ὀλίγον.
§240ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις ἐπὶ 5 λεπτά. (Μετὰ διακοπὴν 10′ λεπτῶν ἐπαναλαμβάνεται ἡ συνεδρίασις, προεδρεύοντος τοῦ ἀντιπροέδρου κ. Ν. Λεωνίδα).
§241ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ συνεδρίασις. Ὁ κύριος Δραγούμης παρακαλεῖται νὰ συνεχίσῃ τὴν ἀγόρευσίν του.
§242ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐὰν οἱ κύριοι συνάδελφοι ἔχωσι τὴν καλωσύνην νὰ μοὶ ἐπιτρέψωσι, θέλω διακόψει τὴν ἀγόρευσίν μου, ἐπιφυλασσόμενος νὰ συνεχίσω αὐτὴν αὔριον.
§243ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§244ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Κουντουριώτης ἔχει τὸν λόγον.
§245Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Μολονότι εἶναι ἀκατάλληλος ἡ ὥρα, διότι εἶναι ἤδη τρίτη πρωϊνή, εἴμεθα δὲ καὶ σωματικῶς ἐξηντλημένοι (ψιθυρισμοὶ), ὅπως συζητήσωμεν διὰ μακρῶν ἐπὶ θέματος τοσοῦτον σοβαροῦ, ἐν τούτοις ἐγὼ θέλω ὁμιλήσει, καὶ ἂς μὴ ἀνησυχῶσιν οἱ κύριοι Βουλευταὶ, καθόσον δὲν πρόκειται ν’ ἀπασχολήσω αὐτοὺς ἐπὶ πολύ... (ἀνησυχία ἐν τῇ δεξιᾷ). Εἶναι μάταιον νὰ θορυβῆτε, διότι βεβαίως δὲν θὰ παραιτηθῶ τοῦ λόγου. Πρόκειται νὰ ἐφελκύσω τὴν προσοχήν σας σχετικῶς πρὸς ἀληθείας τινὰς, ἃς ἠρύσθην ἐκ τῆς ἀγορεύσεως τοῦ κ. Δραγούμη. Ἐγὼ δὲν προετιθέμην νὰ ὁμιλήσω, καὶ δὲν εἶχον παρασκευασθῆ πρὸς τοῦτο. Ἤθελον ἀφήσει τὸ ἔργον τῆς ἐξετάσεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ εἰς ἄλλους εἰδήμονας καὶ ἐγκύψαντας εἰς τὰ ζητήματα τοῦ Προϋπολογισμοῦ, οἵτινες καὶ ἄλλοτε ἐξήτασαν καὶ ἤδη θέλουσιν ἐξετάσει αὐτὰ, ὡς δὲν ἀμφιβάλλω, μετ’ ἐπιμελείας. Ὁμολογῶ ὅμως, ὅτι ἡ ἐμβριθὴς μελέτη τοῦ κ. ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτοῦ μοὶ ἐνεποίησε βαθυτάτην αἴσθησιν, καὶ δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι καὶ εἰς πάντας ὑμᾶς τὴν αὐτὴν θὰ ἐπροξένησεν ἐντύπωσιν, καὶ εἰς αὐτοὺς ἀκόμη ἐκείνους, οἵτινες σπεύδουσι νὰ λάβωσι τὸν Προϋπολογισμόν· καὶ δυστυχῶς, συνήθεια ἐπικρατεῖ παρὰ ταῖς Κυβερνήσεσιν, οὐδὲν ἔργον τῆς Βουλῆς νὰ θεωρῆται ὡς μᾶλλον οὐσιῶδες ἢ ἡ λῆψις τοῦ Προϋπολογισμοῦ, καὶ δὲν βλέπουσι τὴν ὥραν, πότε νὰ λήξῃ ἡ Σύνοδος, ἵνα ἐν ἀνέσει δαπανήσωσιν ἐκεῖνα, ἅτινα ἡ Βουλὴ ἐν βίᾳ καὶ ἐν μεσονυκτίοις ὥραις παραχωρεῖ εἰς αὐτούς... (θόρυβος). Ἀπορῶ διατὶ ταράττεσθε. Διατὶ γίνεται τόση ἀνησυχία; Διότι ἐζήτησα τὸν λόγον; Δὲν ἔχει τις λοιπὸν δικαίωμα νὰ ἐκφράσῃ τὴν γνώμην του;
§246Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἐπειδὴ εἶσθε φιλελεύθερος, δι’ αὐτὸ ὑποφέρετε.
§247ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς δὲν ἠγόρευσεν ἀποκλειστικῶς ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἀλλ’ ἐποιήσατο μελέτην, οὐχὶ ὡς ἀντιπολιτευόμενος, ἀλλ’ ὡς ἄνθρωπος πονῶν τὸν τόπον. Δὲν ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ἦμαι σύμφωνος μὲ τὰς πολιτικὰς ἀρχὰς τοῦ κ. ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτοῦ, ἀλλὰ δὲν δύναμαι ἢ νὰ ὁμολογήσω, ὅτι ἡ μελέτη αὐτοῦ ἦτο ἀρτία, ὅτι παρουσίασε τὰ πράγματα οὐχὶ περικεκαλυμμένα, ἀλλὰ γυμνά, διὰ νὰ τὰ ἴδωμεν πάντες, διὰ νὰ ἀντιληφθῶμεν πάντες τὴν κατωφέρειαν τῆς σπατάλης, εἰς ἣν εἰσήλθομεν. Οὕτω, Κύριοι, πρέπει νὰ ἐξετάζηται ὁ Προϋπολογισμὸς παρὰ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἥτις, ἐὰν ἠκολούθει τὴν τακτικὴν αὐτὴν ἐπὶ ὅλων τῶν παρουσιαζομένων ἐνταῦθα ζητημάτων, ἀλλοία θὰ ἦτο ἡ θέσις τῶν πραγμάτων καὶ ἀλλοία θὰ ἦτο ἡ κοινοβουλευτικὴ αὐτῆς δρᾶσις. Τείνομεν νὰ ἐξευτελίσωμεν τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα, διότι ἡ κομματικὴ ἐμπάθεια εἶναι ἡ ἀπὸ ἡμέρας εἰς ἡμέραν καταρρίπτουσα καὶ τοὺς φιλελευθέρους θεσμοὺς καὶ τὴν ὕπαρξιν αὐτὴν τοῦ Κοινοβουλίου. Ἡμεῖς πταίομεν, διότι ἀκούομεν καθ’ ἑκάστην καὶ τὸν λαὸν καὶ τὸν τύπον ὑβρίζοντας ἡμᾶς τοὺς Βουλευτὰς λυμεῶνας καὶ καταστροφεῖς, καὶ ἐξευτελίζοντας ἡμᾶς· ἡμεῖς δὲ οὐδὲν πράττομεν, ἵνα ὑπερασπίσωμεν ἡμᾶς αὐτοὺς κατὰ τῶν ἀδίκων κατηγοριῶν, ἵνα ἀποδείξωμεν, ὅτι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἐπιφέρουσιν, ὡς ἀρουραῖοι, τὴν καταστροφὴν τοῦ τόπου, εἶναι αἱ κλίκες, αἱ σχηματιζόμεναι πέριξ τῶν Ὑπουργῶν καὶ τῶν δημοσίων ὑπηρεσιῶν, χάριν τῶν ὁποίων γίνονται οἱ Προϋπολογισμοί. Σᾶς ἀνέφερεν ὁ κύριος Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς τὸ ὑπέρογκον ποσὸν τῶν 150,000 δραχμῶν, τὸ ὁποῖον δαπανῶμεν εἰς γραφικὰ ἔξοδα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, καὶ δὲν σᾶς ἔκαμε, κύριοι συνάδελφοι τῆς πλειονοψηφίας, οὐδεμίαν ἐντύπωσιν τοῦτο; Εἰς ἐμὲ ἐνεποίησεν ὀδυνηροτάτην ἐντύπωσιν. Ἀλλὰ δὲν εἶναι τοῦτο μόνον, εἶναι πάμπολλα τὰ κονδύλια, τὰ ὁποῖα ἔπρεπε νὰ ἐξετάσωμεν καὶ νὰ περικόψωμεν· οὐδὲν ὅμως πράττομεν, διότι κατεχόμεθα ὑπὸ τῆς σπουδῆς νὰ ἀπέλθωμεν τὸ ταχύτερον τῆς αἰθούσης ταύτης. Δὲν θὰ εἰσέλθω εἰς λεπτομερῆ ἐξέτασιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ὀφείλω ὅμως νὰ διαμαρτυρηθῶ διὰ τὴν τακτικὴν, ἣν, ἀφ’ ὅτου εἰσῆλθον ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, παρατηρῶ ἐφαρμοζομένην, τὴν τακτικὴν πρὸς παραγκώνισιν πάσης ἄλλης ἐργασίας, χάριν τῆς λήψεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ καὶ μόνου. Ἀλλ’ ὁ Προϋπολογισμὸς δὲν εἶναι τὸ μόνον ἔργον τῆς Βουλῆς. Εἶναι μὲν ἐκ τῶν κυρίων ἔργων αὐτῆς, ἀλλ’ οὐχὶ καὶ τὸ μόνον. Ἐὰν τοὐλάχιστον ἐξητάζοντο μετ’ εὐσυνειδησίας καὶ στοργῆς τὰ διάφορα αὐτοῦ κονδύλια, ὅπως ἔπραξεν ὁ προαγορεύσας κύριος Βουλευτὴς, ἀλλοῖα θὰ εἴχετε ἀποτελέσματα ἐκείνων, εἰς τὰ ὁποῖα καταλήγομεν συνήθως, καὶ τὰ ὁποῖα τόσας ἐπέφεραν καταστροφάς. Ἐὰν τὰ μέλη τῆς πλειονοψηφίας, τὰ δυνάμενα νὰ ἐργασθῶσιν εἰς τοῦτο, ἔπραττον τὸ καθῆκόν των, καὶ δὲν περιωρίζοντο εἰς τὸ νὰ ὑψῶσι περιφρονητικῶς τοὺς ὤμους, ὁσάκις ζητῇ τις τὸν λόγον ἐπὶ τοιούτων ζητημάτων, καὶ δὲν ἐπανελάμβανον τὸ «ὢχ ἀδελφέ! ἤλθες καὶ σὺ νὰ μᾶς πωλήσῃς σοφίαις!», ἀλλ’ εἰργάζοντο σπουδαίως, μὴ ὑπακούοντα πάντοτε εἰς τὸ κόμμα, δὲν θὰ εὑρισκόμεθα εἰς τὸ σημεῖον αὐτὸ, νὰ ἔχωμεν τὸν ζυγὸν τοῦ Ἐλέγχου εἰς τὸν λαιμὸν, καὶ νὰ ἀπολέσωμεν τὴν αὐτοτέλειαν καὶ τὴν οἰκονομικὴν ἡμῶν αὐθυπαρξίαν. Ἀλλ’ ἐνῷ ἀναγνωρίζουσι τὰ σφάλματα εἰς τὰς κατ’ ἰδίαν ὁμιλίας, σιωπῶσιν ἐνταῦθα, ὅπου πρέπει νὰ εἴπωσι τὴν γνώμην των, ἥτις δύναται καὶ νὰ προλάβῃ καὶ νὰ διορθώσῃ τὰ σφάλματα τῶν Κυβερνήσεων. Εἶναι εὐσυνείδητος ἐκ πλήρωσις καθήκοντος τοῦτο; Ἀλλ’ ἂς δώσῃ λόγον ἕκαστος εἰς τὴν συνείδησίν του καὶ εἰς τὸν λαὸν, ὅστις θὰ τὸν δικάσῃ. Χθὲς ὁ κύριος Βουλευτὴς Ἀττικῆς ὑπέδειξεν ἡμῖν κονδύλιον 30,000 δραχμῶν διὰ τὴν κατασκευὴν κιγκλιδώματος τοῦ Ἀνακτορικοῦ κήπου, ἐγγεγραμμένον ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, χωρὶς νὰ τηρηθῶσιν οἱ ἀπαιτούμενοι παρὰ τοῦ λογιστικοῦ νόμου τύποι. Καὶ ἠκούσαμεν τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν ἐκφέροντα δόγμα πρωτάκουστον, ὅτι δὲν ἔχουσιν ἀνάγκην νὰ φέρωσιν εἰδικὸν νόμον καὶ προϋπολογισμὸν περὶ τοῦ ἔργου τούτου, ἀφοῦ ἀναγράφεται τὸ σχετικὸν κονδύλιον εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν, ὅτι δὲ ὁ Προϋπολογισμὸς εἶναι νόμος αὐτὸς καθ’ ἑαυτὸν, καὶ ἑπομένως, ψηφιζομένου τοῦ Προϋπολογισμοῦ, καθίσταται νόμιμος ἡ δαπάνη αὕτη. Καὶ ἀπορῶ, ὅτι εἶπε τοῦτο ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅστις εἶναι ἐγκρατὴς τῶν νόμων. Ἐὰν τὸ ἔλεγεν ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὁ κύριος Νέγρης, ὅστις εἶναι ὑδραυλικὸς, καὶ ἔχει ὡς ἐκ τούτου τὴν εἰδικότητα νὰ ῥευστοποιῇ τοὺς Προϋπολογισμούς του, τὸ πρᾶγμα δὲν θὰ εἶχε σοβαρότητα· ἀλλ’ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν τοιαῦτα δόγματα δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένα. Διότι ὁ Προϋπολογισμὸς, κύριε Ὑπουργὲ, εἶναι νόμος, ἀλλὰ νόμος οἰκονομικὸς, εἶναι ἀπόφασις τῆς Βουλῆς, διὰ τῆς ὁποίας χορηγεῖται εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν τὸ δικαίωμα νὰ δαπανᾷ ὑπὲρ τῶν ἀναγκῶν τοῦ Κράτους, ἀλλ’ ὁ οἰκονομικὸς αὐτὸς νόμος στηρίζεται καὶ λειτουργεῖ ἐπὶ τῇ βάσει ἄλλων νόμων, δηλαδὴ εἶναι νόμος οὐχὶ αὐτοτελής. Διὰ πᾶσαν νέαν δαπάνην, ἀναγραφομένην τὸ πρῶτον ἐν αὐτῷ, πρέπει νὰ ὑπάρχῃ εἰδικὸς νόμος, ἀλλ’ εἰς τὴν προκειμένην περίπτωσιν ὁ λογιστικὸς νόμος κανονίζει εἰδικῶς τὰ ἀφορῶντα εἰς τὴν κατασκευὴν δημοσίων ἔργων, καὶ δημόσιον ἔργον βεβαίως εἶναι ἡ κατασκευὴ τοῦ ἀνακτορικοῦ κιγκλιδώματος. Ἀλλ’ ὁ κύριος Ὑπουργὸς ἠθέλησε νὰ παρεμβάλῃ ἀφανῶς πως τὸ ποσὸν τῶν 30,000 δραχμῶν, τὸ ὁποῖον, τοιουτοτρόπως ψηφιζόμενον, ἤθελε προεξοφλήσει τὴν γνώμην τῆς Βουλῆς διὰ τὴν δαπάνην τοῦ ὅλου κιγκλιδώματος. Ἀλλὰ οὕτως ἔδειξεν, ὅτι, ἐὰν ἀνέγραφεν ὁλόκληρον τὸ ἀπαιτούμενον ποσὸν, ἐφοβεῖτο, ὅτι ἤθελεν ἐξεγερθῆ ἡ Βουλὴ κατὰ τοιαύτης δαπάνης εἰς καλλωπισμὸν τοῦ Βασιλικοῦ κήπου. Ἀλλὰ τί σᾶς ὤθησε τοιαύτην νὰ κάμητε σκέψιν περὶ τῆς Βουλῆς; Πότε ἠρνήθη νὰ παράσχῃ ἡ Βουλὴ οἱανδήποτε δαπάνην διὰ τὴν ἀξιοπρεπῆ παράστασιν τοῦ ἀνωτάτου ἄρχοντος;
§248Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Διὰ τὸν κῆπον πρόκειται.
§249Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Δὲν ἤλθομεν νὰ παίξωμεν ἐνταῦθα· ἐγὼ ἐννοῶ νὰ εἴπω εἰς τὴν Βουλὴν μετὰ ψυχικοῦ πόνου ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα αἰσθάνομαι, καὶ αἰσθάνεται βεβαίως καὶ πᾶς τις ὑμῶν. Δὲν ἔχω δὲ οὐδὲ τὴν ἀξίωσιν νὰ δρέψω ῥητορικὰς δάφνας...
§250Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Καὶ ὅμως δρέπετε!
§251Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν παρεμβάλλει τὰς 30,000 δραχμὰς, ὡσεὶ νὰ λέγῃ καθ’ ἑαυτὸν, ὅτι θὰ παρέλθουν ἀπαρατήρητοι· καὶ ἀγνοῶ διατὶ ἔπραξε τοῦτο, αὐτὸς, ὅστις διακρίνεται διὰ τὸ θάρρος του. Ἀλλ’ ὅτε ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς παρετήρησεν, ὅτι τὸ ποσὸν τοῦτο δὲν εἶναι ἀρκετὸν, ἠναγκάσθη, ὑπὸ τὴν πίεσιν τῆς παρατηρήσεως ταύτης, νὰ ὁμολογήσῃ, ὅτι 150,000 δρ. θέλομεν δαπανήσει, ἃς θέλομεν ἀποσβέσει ἐντὸς 5 ἐτῶν. Ἀλλὰ τί σᾶς ἠμπόδισε, κύριε Ὑπουργὲ τῶν Ἐσωτερικῶν, νὰ ἀναγράψητε τὸ ποσὸν αὐτὸ, ἢ καὶ τὸ διπλάσιον ἀκόμη, νὰ φέρητε ὅμως ταυτοχρόνως ἐνώπιον τῆς Βουλῆς τὰ σχέδια καὶ τὸν λεπτομερῆ προϋπολογισμὸν τοῦ ἔργου τούτου, ὡς ὁ λογιστικὸς νόμος κελεύει; Τίς σᾶς ἔδωκε τὸ δικαίωμα νὰ θέσητε ἐν ἀμφιβόλῳ τὴν πρόθυμον διάθεσιν τῆς Βουλῆς; Οὐδέποτε ἡμεῖς οἱ Βουλευταὶ ἠρνήθημεν ἢ θέλομεν ἀρνηθῆ τοιαύτας δαπάνας, ἀφοῦ εἶναι χρήσιμοι, οὐδὲ ὑπάρχει παράδειγμα νὰ ἠρνήθη ποτὲ ἡ Βουλὴ τὴν ἔγκρισίν της εἰς ὁμοίας δαπάνας· ἀλλὰ τέλος πάντων πρέπει νὰ τηρῶνται αἱ διατάξεις τῶν νόμων. Καὶ ἔρχεται εἰς ἐπικουρίαν σας ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Ἐκπαιδεύσεως, εἷς τῶν κορυφαίων καὶ ἐγκριτωτέρων νομομαθῶν, οὓς ἔχομεν, καὶ σᾶς λέγει: «Κύριε Ὑπουργὲ τῶν Ἐσωτερικῶν, ἐπράξατε κάλλιστα, ἀρκεσθέντες εἰς μόνην τὴν ἀναγραφὴν τοῦ ποσοῦ τούτου εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν, διότι ὁ Προϋπολογισμὸς εἶναι νόμος τοῦ Κράτους.» Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως λησμονεῖ, ὅτι δὲν εἶναι ἡ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ἀναγραφὴ αὐτὴ καὶ μόνη ἀρκετὴ, ἵνα δικαιολογήσῃ πᾶσαν δαπάνην, καὶ ἐλπίζω, ὅτι δὲν θέλει ἐπιμείνει εἰς ὑποστήριξιν τοιαύτης γνώμης· ἴσως δὲ ἔπραξε τοῦτο, διότι καὶ αὐτὸς ἔχει ὑποπέσει εἰς ὁμοίαν παραδρομὴν, θίγουσαν μάλιστα καὶ αὐτὸν τὸν συνταγματικὸν χάρτην, διότι ἔχει ἀναγεγραμμένον ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ποσὸν 1900, νομίζω, δραχμῶν, πρὸς πληρωμὴν συντάξεων, ἐνῷ γινώσκει τὰς περὶ ἀπονομῆς συντάξεων διατάξεις τοῦ Συντάγματος· καὶ ἔπραξε τοῦτο αὐτὸς ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἀνέστειλε τὴν πληρωμὴν μισθῶν τῶν καθηγητῶν τῶν Ἐμπορικῶν Σχολῶν, καὶ κατὰ τοῦτο ἔπραξε καλῶς, διότι δὲν ὑπῆρχε νόμος ἐπιτρέπων τὰς δαπάνας τῶν Ἐμπορικῶν Σχολῶν. Καὶ ταῦτα μὲν περὶ τῆς ἐγγραφῆς τῶν 30,000 δραχμῶν. Ἐπειδὴ δὲ ἡ ὥρα εἶναι προκεχωρηκυῖα, ὀλίγα τινὰ μόνον θέλω εἴπει ἀκόμη, ἵνα παραστήσω ἐν γενικαῖς γραμμαῖς τὴν κατάστασιν, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρισκόμεθα. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον παρατηρῶ μετὰ λύπης κατὰ τὴν περίστασιν ταύτην, εἶναι, ὅτι ἡ παροῦσα Κυβέρνησις ὑπερηκόντισε καὶ τὴν προκάτοχον αὐτῆς εἰς τὰς δαπάνας. Ἀφειδῶς διανέμει δεξιὰ καὶ ἀριστερὰ τὸ χρῆμα τοῦ Δημοσίου, ἕκαστον λεπτὸν τοῦ ὁποίου πρέπει νὰ μᾶς ὑπενθυμίζῃ τὴν ἀγωνίαν καὶ τὸν ἱδρῶτα τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ὅστις τὸ συνεισφέρει! Ἀλλὰ νομίζετε, ὅτι ἀντλεῖτε ἐκ θησαυροῦ ἀκενώτου; Προσέξατε, διότι θὰ ἔλθῃ ἡμέρα, κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ λαὸς θὰ ἀρνηθῇ νὰ πληρώσῃ, καὶ δὲν ἠξεύρω τότε εἰς ποίας θὰ εὑρεθῆτε δυσχερείας, καὶ ποῦ θὰ δυνηθῆτε νὰ κρυβῆτε! Καὶ ἡ συμφορὰ θὰ ἦναι μεγάλη! Οἰκονομίας δὲν ἐσκέφθητε νὰ κάμητε, ἀλλ’ ὁ εἷς τῶν Ὑπουργῶν δημιουργεῖ θέσεις περιττὰς εἰς τὸ Πανεπιστήμιον, ὁ ἄλλος χορηγεῖ χιλιάδας δραχμῶν εἰς ἰδιωτικὰς ἑταιρείας, εἰς μουσικὰς καὶ χοροδιδασκαλεῖα, καὶ ὁ ἄλλος αὐξάνει τὰς ταχυδρομικὰς δαπάνας! Καὶ ἔχομεν τοὐλάχιστον ταχυδρομικὴν ὑπηρεσίαν; Τίποτε δὲν ἔχομεν, καίτοι ηὐξήσαμεν κατὰ ἑκατομμύρια τὰς δαπάνας αὐτάς· πλήρης ἀταξία ἐπικρατεῖ· καὶ ἀρκεῖ νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι ἐπιστολὴν, τὴν ὁποίαν ἐντὸς τῶν Ἀθηνῶν ἔστειλα πρὸς τὸν ἐξ Ἀττικῆς βουλευτὴν κ. Βενιζέλον πρὸ ὀλίγου καιροῦ, τὴν ἔλαβε μετὰ 24 ὅλας ὥρας! Ἡ μόνη ταχυδρομικὴ βελτίωσις, ἡ ὁποία ἐπῆλθεν εἰς ἀντάλλαγμα τῶν μεγάλων δαπανῶν, εἶναι τὰ κίτρινα καροτσάκια, τὰ ὁποῖα περιφέρονται ἀνὰ τὰς ὁδοὺς τῶν Ἀθηνῶν, καὶ διὰ τὰ ὁποῖα πληρώνομεν ἁδρότατα. Θὰ ἠδυνάμην πολλὰ παραδείγματα νὰ ἀναφέρω ἐπὶ τῆς ὑπηρεσίας ταύτης, καὶ σκανδαλώδη μάλιστα, ἀλλ’ ἀποφεύγω, διότι κατ’ ἀρχὴν δὲν μοῦ ἀρέσκουν, τὰ σκάνδαλα...
§252Α. ΠΕΤΑΛΑΣ. Ἐμένα ὅμως μοῦ ἀρέσουν (γέλωτες).
§253Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. .. Καὶ δαπανᾷ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ἀφειδῶς διὰ παλαιᾶς καὶ νέας Πρεσβείας, διὰ νὰ ἔχωμεν τὴν ἀντιπροσωπείαν ἐκείνην, τὴν ὁποίαν ἔχομεν, διὰ νὰ ἔχωμεν τὰς ἐμπορικὰς συμβάσεις ἐκκρεμεῖς ἐπὶ ὁλόκληρα ἤδη ἔτη, πρὸς βλάβην τῶν ἐθνικῶν συμφερόντων, διότι δὲν ἔχομεν τὴν στοιχειώδη φρόνησιν νὰ χρησιμοποιήσωμεν τὸ δικαίωμα, ὅπερ μᾶς ἔδωκεν ἡ περὶ εἰρήνης συνθήκη, ἡ συνταχθεῖσα ὑπὸ τῶν Μεγάλων Δυνάμεων, καὶ νὰ προστρέξωμεν εἰς τὴν διαιτησίαν, ὡς τὸ ἐπράξαμεν, καίτοι τόσον ἀργά, καὶ διὰ τὰς προξενικὰς συμβάσεις, καὶ ἐξακολουθοῦμεν ἐμμένοντες εἰς τὴν ἀσύγγνωστον ταύτην ἀδράνειαν, διότι δὲν ἔχομεν τὴν συναίσθησιν, ὅτι τὰ συμφέροντα ἡμῶν τὰ ἐμπορικὰ ἐν τῇ γείτονι χώρᾳ καταστρέφονται τελείως. Ὅστις δὲν γνωρίζει, τίνες καὶ πόσοι εἶναι οἱ ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι ἕνεκα τῆς καταστάσεως ταύτης πάσχουν σήμερον, βεβαίως δὲν δύναται νὰ ἔχῃ τὴν συναίσθησιν τοῦ κινδύνου, τὸν ὁποῖον ὑφίστανται τὰ Ἑλληνικὰ συμφέροντα ἐν τῇ ὁμόρῳ ἐπικρατείᾳ. Ἀντελήφθην ὁ ἴδιος τὰ πράγματα, καὶ διὰ τοῦτο ἔτι μᾶλλον δυσανασχετῶ διὰ τὴν ἐκκρεμότητα ταύτην, ἥτις διὰ παντὸς τρόπου πρέπει νὰ λάβῃ πέρας. Καὶ δὲν κάμνουν οἰκονομίας οἱ σημερινοὶ Ὑπουργοί. Ἀλλὰ μήπως ἐζήτησαν κἄν νὰ εὕρωσι τὸ μέσον, διὰ τοῦ ὁποίου θὰ βελτιώσωσι τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν τῆς χώρας; Μήπως κατέγειναν εἰς δημιουργίαν νέων πόρων, διὰ τῶν ὁποίων νὰ ἄρωσι τὸ ταχύτερον τὸν Ἔλεγχον; Ἢ μήπως ἐσκέφθησαν, τίνι τρόπῳ θὰ ἄρωσι τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν, τὴν μάστιγα ταύτην, ἵνα φέρωσι τὴν ἐπικαταλλαγὴν εἰς σημεῖον τοιοῦτον, ὥστε νὰ δυνάμεθα ἐκ τοῦ περισσεύματος τοὐλάχιστον ἐκείνου ν’ ἀνακουφίσωμεν τὸ δημόσιον χρέος καὶ τὸ ἐμπόριον; Πατριωτικώτεροι ἡμῶν, μὰ τὴν ἀλήθειαν, φαίνονται οἱ ξένοι ἐλεγκταί, τοὺς ὁποίους ἔχομεν, διότι αὐτοὶ τοὐλάχιστον κατ’ ἔτος συμβουλεύουσιν ἡμῖν οἰκονομίας, ἀλλ’ οὐδεμία Κυβέρνησις τοὺς ἀκούει. Καὶ κλίνω νὰ πιστεύσω, ὅτι αὐτοὶ εἶναι μᾶλλον ἡμῶν φιλέλληνες, διότι συνιστῶντες εἰς ἡμᾶς οἰκονομίας, εἶναι ὡς νὰ μᾶς λέγωσιν: «πράξατε ὅ,τι δύνασθε, ἵνα μίαν ὥραν ταχύτερον φύγωμεν ἡμεῖς ἀπὸ ἐδῶ.» Ἐγώ, κύριοι Βουλευταί, θεωρῶ τοὺς Προϋπολογισμούς μας φενάκην. Ἐμπαίζομεν ἡμᾶς αὐτοὺς καὶ τὸν λαόν, ὁ ὁποῖος ἔχει ἐμπιστευθῆ εἰς ἡμᾶς τὰς τύχας του! Πρέπει νὰ σχίσωμεν αὐτοὺς τοὺς Προϋπολογισμούς, τοὺς ὁποίους ἀπαραλλάκτως ἀντιγράφομεν κατ’ ἔτος, καὶ νὰ συντάξωμεν ἄλλους, ἐπὶ βάσεων ὑγιεστέρων, διὰ νὰ δυνηθῶμεν ν’ ἀνταποκριθῶμεν εἰς τὰς ἐθνικὰς ἀνάγκας καὶ τὰς ἐθνικὰς ἐπαγγελίας. Φέρατέ μας ἀληθεῖς Προϋπολογισμούς, μὲ ἀληθεῖς οἰκονομίας, διὰ νὰ δείξωμεν εἰς τὸν ἔσω καὶ τὸν ἔξω Ἑλληνισμόν, ὅτι εἰλικρινῶς σκοποῦμεν νὰ πράξωμεν κἄτι ὑπὲρ τοῦ ἔθνους, καὶ ἰδίως μετὰ τὰ ἀτυχήματα τοῦ πολέμου, τὰ ὁποῖα ἐν γένει μὲν θεωροῦμεν ἡμεῖς ὡς μέγιστα δεινά, ἀλλὰ τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι δὰ καὶ τόσον μεγάλα δι’ ἔθνη ὑγιᾶ καὶ σωφρονοῦντα. Αἱ ἀτυχίαι εἰς τοὺς ἀνθρώπους καὶ τοὺς λαοὺς δὲν εἶναι ἀσυνήθεις, ἀλλ’ αἱ πληγαὶ ἐπουλοῦνται, ὅπου ὑπάρχει ὀργανισμὸς καὶ νοῦς ὑγιής. Δι’ αὐτὸ λοιπὸν πρέπει νὰ κανονίσωμεν φρονίμως τὰ οἰκονομικὰ ἡμῶν, καὶ δυνάμεθα νὰ τὰ ῥυθμίσωμεν ἄριστα καὶ ἐκ παραλλήλου πρὸς τὴν ἐθνικὴν ἰδέαν, νὰ ἐπαναφέρωμεν δὲ ὄντως εἰς τὸ Κράτος τὴν εὐρωστίαν καὶ τὴν πίστιν ἔν τε τῷ ἐσωτερικῷ καὶ ἐν τῷ ἐξωτερικῷ. Δὲν νομίζω, Κύριοι, ὅτι πρέπει νὰ παίζωμεν μὲ ζητήματα τοιαῦτα, οἷα τὰ οἰκονομικά, δὲν νομίζω ὅτι πρέπει νὰ θεωρῶμεν αὐτὰ ὡς ἐπουσιώδη. Πρέπει νὰ συνέλθωμεν, τέλος πάντων, πρέπει νὰ παύσωμεν λέγοντες, ὅτι ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ Κράτους δὲν δύναται οὔτε κατὰ λεπτὸν νὰ ἐλαττωθῇ· τοῦτο δὲν εἶναι ἀληθές· τὰ πράγματα ἄλλως ὁμιλοῦσι, τὰ πράγματα λέγουσιν, ὅτι δυνάμεθα νὰ ἐπιτύχωμεν πλείστας καὶ σπουδαίας οἰκονομίας, ἀλλ’ ἀπαιτεῖται σθένος καὶ θέλησις καλή. Ἐὰν θέλητε ν’ ἀποκτήσητε ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἀπωλέσατε κατὰ τὰς τελευταίας ἐθνικὰς ἀτυχίας, δὲν θὰ τὸ ἀποκτήσητε διὰ τῆς σπατάλης, τὴν ὁποίαν ἔχομεν ἐγκαινιάσει ἀπό τινος· διὰ νὰ ἀποκτήσωμεν στρατὸν, χρειάζονται χρήματα. Πρέπει λοιπὸν νὰ σκεφθῆτε περὶ τούτου, καὶ ἡ σκέψις ὑμῶν πρέπει νὰ ἦναι γοργή· δὲν πρέπει νὰ περιμένητε νὰ ἔλθουν νὰ μᾶς προκαταλάβουν αἱ περιστάσεις, ὡς τοῦτο πάντοτε συνέβη, ἀλλὰ νὰ προλάβωμεν ἡμεῖς αὐτάς. Ἀλλὰ πρώτιστον πάντων εἶναι, πῶς θ’ ἀπαλλαγῶμεν τοῦ Ἐλέγχου, διότι, ἐν ὅσῳ ὑπάρχῃ ὁ Ἔλεγχος, οὐδὲν δυνάμεθα νὰ πράξωμεν. Γνωρίζω, ὅτι ἐπί τινος θέματος, τὸ ὁποῖον δὲν δύναμαι ν’ ἀναφέρω, ἠθελήσαμεν πρό τινος νὰ πράξωμεν, ὅ,τι ἐθεωροῦμεν ἐπιβαλλόμενον νὰ πράξωμεν, καὶ εὕρομεν ἀπέναντι ἡμῶν τὴν ξενικὴν Ἐπιτροπὴν, ἡ ὁποία μᾶς εἶπε: «σταθῆτε!» Καὶ ἂν δὲν τὸ γνωρίζετε σεῖς, κύριοι Βουλευταί, τὸ γνωρίζουν ὅμως κάλλιστα αἱ Κυβερνήσεις, αἱ ὁποῖαι εἰς πολλὰς ἐνεργείας των εὑρίσκουσι τὸν Ἔλεγχον ἐνώπιόν των. Συμφέρει λοιπὸν εἰς ἀνθρώπους πονοῦντας τὸν τόπον τοῦτον ν’ ἀφήσωμεν τὰ πράγματα εἰς οἷαν κατάστασιν εὑρίσκονται σήμερον, ὑπὸ τὸ κράτος τοιούτων συνθηκῶν; Ἂν σεῖς νομίζητε, ὅτι συμφέρει, ἀνεχθῆτε αὐτὴν τὴν κατάστασιν, ἀνεχθῆτε τὴν ἐξακολούθησιν βίου, ὅστις δὲν δύναται νὰ ἔχῃ εὐχάριστα ἀποτελέσματα· ἐγὼ ὅμως ὀφείλω νὰ εἴπω καθαρῶς τὴν γνώμην μου, ὅτι μὲ Προϋπολογισμοὺς τοιούτους, ὁποίους μᾶς παρουσιάζουν, οὐδὲν ἄλλο κατορθοῦμεν ἢ νὰ παρασκευάζωμεν τὸν μαρασμὸν τοῦ ἔθνους, νὰ μεταδίδωμεν τὴν φθίσιν εἰς τὸν λαὸν, λαὸν, ὁ ὁποῖος θέλει νὰ ζήσῃ, ὁ ὁποῖος θέλει νὰ εὐημερήσῃ, ὁ ὁποῖος θέλει νὰ προοδεύσῃ. Διὰ τοιαύτης τακτικῆς παρασκευάζομεν εἰς αὐτὸν τὴν καταστροφὴν, τὸν ἄφευκτον ὄλεθρον! (Ἐπιδοκιμασίαι ἐκ τῆς ἀριστερᾶς).
§254Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς εἶπεν, ὅτι δὲν ὑπέβαλον νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου θὰ ἐκτελεσθῇ ἡ κιγκλίδωσις τοῦ Ἀνακτορικοῦ κήπου. Ἀλλὰ τὸ νομοσχέδιον «περὶ ἐγκρίσεως εἰδικῶν προϋπολογισμῶν τῆς ἀπαιτουμένης ὁλικῆς δαπάνης διὰ τὴν κατασκευὴν διαφόρων ἔργων τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν» ῥητῶς λέγει, ὅτι πρόκειται περὶ κιγκλιδώματος τριακοσίων μέτρων. Συζήτησις ἐγένετο, ἐὰν δυνάμεθα νὰ πράξωμεν τοῦτο διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, καὶ ἡμεῖς ὑπεστηρίξαμεν, ὅτι δυνάμεθα, στηριζόμενοι εἰς τὴν ἀρχὴν, ὅτι ὁ Προϋπολογισμὸς εἶναι νόμος. Οὐδέποτε ὅμως ὑπεστηρίξαμεν, ὅτι δυνάμεθα νὰ προβῶμεν εἰς ἐκτέλεσιν ἔργων ἀξίας ἀνωτέρας τῶν 10,000 δραχμῶν ἄνευ εἰδικοῦ νόμου.
§255Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Μίαν μικρὰν παρατήρησιν θὰ προσθέσω. Ὁ λογιστικὸς νόμος ἐν ἄρθρῳ 6, νομίζω, ὁρίζει, ὅτι πρέπει νὰ ὑπολογίζηται ὁλόκληρος ἡ δαπάνη, καὶ κατ’ ἔτος δύνασθε ν’ ἀναγράψητε τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον θέλετε νὰ δαπανήσητε πρὸς ἐκτέλεσιν τοῦ ἔργου.
§256ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Βελλιανίτης ἔχει τὸν λόγον.
§257ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἔφθασεν ἡ πρωΐα· ἂς ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις.
§258ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Προτείνετε τὴν ἀναβολήν;
§259ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Βεβαίως.
§260ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παραδέχεται ἡ Βουλὴ τὴν πρότασιν περὶ ἀναβολῆς;
§261ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ δεξιῶν). Ὄχι, ὄχι.
§262ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Ὁ κύριος Βελλιανίτης ἔχει τὸν λόγον.
§263Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Χαίρω, Κύριοι, ὅτι ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ὕδρας συνάδελφος, ὁ ἀνήκων εἰς τὴν πλειονοψηφίαν, ἐξέφρασε μετὰ παρρησίας τὴν ἀληθῶς ὀρθὴν γνώμην του, εἰπὼν ὅ,τι θὰ ἐθεωρεῖτο ὡς λεγόμενον ἴσως ἐξ ἀντιπολιτευτικοῦ πνεύματος παρ’ ἡμῶν. Πράγματι παρατηρῶ ἐγὼ, ὅτι κατέχει τὴν πλειονοψηφίαν νευρική τις ἀνησυχία, ὅπως ψηφισθῇ ὁ Προϋπολογισμὸς, καὶ βία τις, ὅπως λήξωσιν αἱ ἐργασίαι τῆς Βουλῆς, καὶ ἀπαλλαγῇ ἡ Κυβέρνησις τῆς ὀχληρᾶς παρουσίας αὐτῆς. Καὶ τὸ πρᾶγμα, ἂν ἦναι ἐπιθυμητὸν διὰ τὴν Κυβέρνησιν, εἶναι ἀνιαρὸν δι’ ἐμὲ, τὸν ἀναγκαζόμενον κατὰ τὴν 4ην πρωϊνὴν ὥραν νὰ παρέλθω τὸ βῆμα καὶ ν’ ἀπασχολήσω ὑμᾶς ἐπὶ μακρὸν ἐν τῇ μελέτῃ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν Προϋπολογισμοῦ...
§264Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἡμεῖς εὐχαρίστως θὰ σᾶς ἀκροασθῶμεν.
§265ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Εὐχαριστῶ διὰ τὴν εὐμένειαν, ἀλλὰ εἰς ἄλλην βεβαίως ὥραν ἔδει νὰ ἐπραγματευόμεθα τὰ θέματα ταῦτα, τὰς ὥρας δὲ ταύτας ν’ ἀφιεροῦμεν εἰς τὸν Μορφέα. Ἐν τούτοις τὸ ἐπελθὸν δυσάρεστον συμβὰν εἰς τὸν κ. Δραγούμην μὲ ἀναγκάζει νὰ διαδεχθῶ αὐτὸν, διακόψαντα τὴν ἀγόρευσίν του, καὶ νὰ ἐξετάσω τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ τρέχοντος ἔτους. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἑρμιονίδος, ἀγορεύων πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν, ὅτε εἰσήγαγε τὴν ἔκθεσιν τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἐξήτασεν ὑπὸ τὴν καθαρῶς λογιστικὴν μορφὴν τὸν Προϋπολογισμὸν, καὶ κατέγεινε νὰ παραστήσῃ κυρίως εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι ἡ διαχείρισις τῶν Προϋπολογισμῶν καὶ τοῦ 1899 καὶ τοῦ 1900 καὶ τοῦ 1901 ἔκλεισεν οὐ μόνον ἐν ἰσοζυγίῳ, ἀλλὰ καὶ ἐν περισσεύματι. Καὶ τὸ μὲν περίσσευμα τοῦτο εἰς τὸ τέλος ἑκάστου ἔτους παρουσιάζετο μέγα καὶ εἰς πολλὰ ἑκατομμύρια ἀνερχόμενον, ἀλλ’ ὡς ὑπεβάλλετο εἰς ἔλεγχον, ἠλαττοῦτο, ἔμενε δὲ εὐχαριστημένος ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Παρνασσίδος, ἂν ἀνεγνωρίζετο αὐτῷ καὶ ἁπλοῦν ἰσοζύγιον. Ὅλη ἡ προσπάθεια τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἑρμιονίδος φίλου μου ὑπῆρξεν, ὅπως πείσῃ ἡμᾶς, ὅτι καὶ ἡ χρῆσις τῶν τριῶν τελευταίων ἐτῶν παρουσίασε περίσσευμα. Καὶ ὅτι ἔκλεισαν μὲν ἐν περισσεύματι οἱ Προϋπολογισμοὶ οὗτοι, εἶναι ὀλίγον ἀμφίβολον, ὀφείλει τις ὅμως νὰ ὁμολογήσῃ, ὅτι πραγματικῶς μεγάλη ἐγένετο ἔντασις εἰσπράξεων τῶν φόρων, ὡς καὶ τῶν παλαιῶν ὀφειλῶν πρὸς τὸ Δημόσιον, ὥστε ἔφθασαν αὗται εἰς σημεῖον ἀληθῶς ἀνέλπιστον. Διότι, καίτοι φρονῶ, ὅτι οἱ Προϋπολογισμοὶ τῶν τριῶν τελευταίων ἐτῶν δὲν παρουσιάζουσι περίσσευμα, οὐχ ἧττον ὅμως καὶ τὸ εἰσπραχθὲν ποσὸν ὑπερβαίνει τοὺς προϋπολογισμοὺς καὶ τὰς προσδοκίας τῶν ἀσχοληθέντων εἰς τὴν μελέτην τῶν οἰκονομικῶν τῆς χώρας. Διαφέρει τὸ ζήτημα, ἐὰν ἡ χώρα εἶναι ἢ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξακολουθήσῃ δίδουσα τὰ ἑκατομμύρια, ἅτινα ζητοῦμεν παρ’ αὐτῆς διὰ τῶν Προϋπολογισμῶν. Ἡ γνώμη μου εἶναι, ὅτι τοῦτο δὲν δύναται νὰ ἐξακολουθήσῃ ἐπὶ μακρὸν, καὶ σήμερον δὲ, εἰς ὃ σημεῖον ἔφθασαν αἱ εἰσπράξεις, μεγάλη κατεβλήθη πίεσις, καὶ βαρέως ᾐσθάνθη ἡ χώρα ταύτην, πάντες δὲ ἀντελήφθησαν εἰς ποίαν περιῆλθον κατάστασιν οἱ φορολογούμενοι, ὅπως καταβάλωσι τὰ ὀφειλόμενα εἰς τὸ Δημόσιον. Καὶ εἴδομεν πραγματικῶς, ὅπως ἔλεγεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Φθιώτιδος Βουλευτὴς, ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ χώρα μετεβλήθη εἰς ἓν μέγα καὶ ἀπέραντον δημοπρατήριον, ἔνθα ἐξεποιοῦντο τὰ οἰκιακὰ σκεύη καὶ τὰ ὑποζύγια τῶν ὀφειλετῶν, ἵνα λάβῃ τοὺς φόρους αὑτοῦ τὸ Δημόσιον. Καὶ ἐνθυμοῦμαι, Κύριοι, εἰς τὴν ἐπαρχίαν, ἣν ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ἀντιπροσωπεύω, ὅτι κατὰ τὸ παρελθὸν θέρος συνελαμβάνοντο καὶ ἀπεστέλλοντο εἰς τὰς φυλακὰς τῆς Κερκύρας κατὰ δεκάδας πτωχοὶ ὀφειλέται ὀλίγων δραχμῶν, ὅτι ἀνεσύροντο εἰς τὴν Κεφαλληνίαν ἀπὸ τῶν κλινῶν αὑτῶν πάσχοντες ὀφειλέται ὀλιγοδράχμων ὀφειλῶν, καὶ ἐρρίπτοντο εἰς τὰς φυλακάς, ὅπως εὕρωσιν ἐντὸς αὐτῶν τὸν θάνατον! Καὶ δὲν ἤρκει μόνον τοῦτο, ἀλλ’ ἐζητεῖτο ἀπὸ τοὺς κληρονόμους στρατιωτῶν φονευθέντων κατὰ τὸν πόλεμον τὸ ἀντίτιμον τοῦ ἱματισμοῦ, ὃν ἔφερον εἰς τὴν μάχην, ὅπου εὗρον τὸν θάνατον, ἀμυνόμενοι ὑπὲρ τῆς τιμῆς καὶ τῆς ἀκεραιότητος τῆς χώρας! Τοιαύτη ἦτο ἡ καταλαβοῦσα τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν μανία τῆς καταδιώξεως τῶν ὀφειλετῶν τοῦ Δημοσίου, ὥστε, παρὰ τὸν φόρον τοῦ αἵματος, ἐζητεῖτο καὶ ἀπὸ τοὺς νεκροὺς ἡ ἀξία τῶν ἱματίων, ἅτινα συνετάφησαν μετὰ τῶν νεκρῶν, οἵτινες εὑρέθησαν εἰς τὰ Πέντε Πηγάδια καὶ εἰς τὸ Γρίμποβον! Βεβαίως μετὰ τοιαύτην ἔντασιν εἰσπράξεων, μετὰ τοιαύτην ἀστοργίαν καὶ ἀφιλάνθρωπον πίεσιν, ἑπόμενον ἦτο νὰ ἀνέλθωσι τὰ ἔσοδα τοῦ Δημοσίου, εἰς ὃ σημεῖον δὲν ἤθελον φθάσει ποτέ. Καὶ οὕτως ὅμως ἤθελε καταλήξει εἰς μέγα ἔλλειμμα ἡ χρῆσις τῶν Προϋπολογισμῶν τούτων, ἂν ἐφηρμόζοντο οἱ νόμοι οἱ ψηφισθέντες κατὰ τὰς πρώτας Συνόδους τῆς ληγούσης Περιόδου, οἵτινες ἀπετέλουν τὴν βάσιν τοῦ πολιτικοῦ προγράμματος, ὑπὸ τὸ ὁποῖον κατῆλθον εἰς τὸν ἐκλογικὸν ἀγῶνα οἱ φίλοι τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐκ Κερκύρας, πολλὰ ὑποσχεθέντες τότε εἰς τοὺς ἐκλογεῖς αὑτῶν. Ἡ αὔξησις αὕτη τῶν εἰσπράξεων ἐνεθάρρυνε, δὲν γνωρίζω τίνας ἄλλους, ἀλλὰ βεβαίως τὸν κύριον Βουλευτὴν ἐκ Παρνασσίδος, ὅπως ἐμμείνῃ εἰς οἰκονομικὴν πολιτικὴν παρουσιάζουσαν Προϋπολογισμόν, τοῦ ὁποίου τὰ ἔξοδα ὑπερβαίνουσι τὰ 116,000,000 δραχμῶν. Ἐλέχθη πολλάκις, Κύριοι, ὅτι ὁ Προϋπολογισμὸς εἶναι τὸ κάτοπρον, ἐν τῷ ὁποίῳ ἐνοπτρίζεται ἡ πολιτικὴ τῆς εἰσηγουμένης τὸν Προϋπολογισμὸν Κυβερνήσεως· τὸ κάτοπτρον τοῦτο κατὰ τὴν περίστασιν ταύτην νομίζω, ὅτι εἶναι ἐξ ἐκείνων τῶν κατόπτρων, ἐντὸς τῶν ὁποίων διακρίνει τις διαφόρους μορφάς· οὕτω καὶ ἐντὸς αὐτοῦ, ἐνῷ διακρίνεται ἡ μορφὴ τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Παρνασσίδος κυρίου Βουλευτοῦ, διακρίνεται ἐν τούτοις εἰς τὸ βάθος καὶ ἡ μορφὴ τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτοῦ καὶ Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, οὕτω δὲ ἔχομεν τὴν εὐτυχίαν νὰ βλέπωμεν καὶ τὸν κ. Σιμόπουλον καὶ τὸν κ. Νέγρην ἐν τῷ αὐτῷ Προϋπολογισμῷ. Ἀλλὰ ἐὰν ἐπιμείνῃ τις ἐξετάζων τὸν Προϋπολογισμόν, εὑρίσκεται εἰς στενόχωρον θέσιν, διότι, ἐνῷ προτίθεται, ἐλέγχων τὸν Προϋπολογισμόν, νὰ κρίνῃ τὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Καλαβρύτων, εὑρίσκεται εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἐγκαταλείψῃ τὴν σκέψιν ταύτην, καὶ νὰ ἀσχοληθῇ εἰς τὴν τριετῆ πολιτείαν τῆς Κυβερνήσεως τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐκ Κερκύρας, ὅστις ἀπὸ 5 ἤδη μηνῶν εὑρίσκεται ἐκτὸς τῆς ἀρχῆς. Τὸ φαινόμενον τοῦτο, τὸ ἀληθῶς παράδοξον καὶ πρωτοφανὲς διὰ τὰ πολιτικὰ χρονικὰ τῆς χώρας, εἶναι τὸ ἀποτέλεσμα τῆς καταστάσεως, εἰς ἣν περιῆλθον τὰ πολιτικὰ ἡμῶν πράγματα, ἀφ’ ἧς ἀνῆλθεν ἐπὶ τῆς ἀρχῆς ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Καλαβρύτων· διότι, ἐνῷ βλέπομεν προεδρεύοντα τῆς Κυβερνήσεως τὸν κ. Ζαΐμην, ἀφ’ ἑτέρου ἀντιλαμβανόμεθα πολὺ συχνά, ὅτι τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς διευθύνει ὁ ἡγέτης τῆς πλειονοψηφίας κ. ἐκ Κερκύρας Βουλευτής. Ἡ πολιτικὴ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Καλαβρύτων οὐδεμίαν σχέσιν ἔχει οὔτε πρὸς τὸν Προϋπολογισμόν, οὔτε πρὸς τὴν ἐν γένει πολιτικὴν τῆς πλειονοψηφίας. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κερκύρας εἶχε τὸ πολιτικὸν αὑτοῦ πρόγραμμα, πολλοὺς ἀπέχον σταδίους τῶν ἰδεῶν τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Καλαβρύτων, ὅστις, ὅτε ἦλθε τὸ πρῶτον εἰς τὴν ἐξουσίαν, γενόμενος Πρωθυπουργὸς, οὐδεμίαν εἶχε πολιτικὴν ὑπόστασιν, ἀπορρέουσαν ἐκ τῆς λαϊκῆς θελήσεως, ἦτο ὁ κλητὸς τῆς Α. Μ. τοῦ Βασιλέως, ἦτο ὁ Πρωθυπουργὸς αὐτοῦ. Ὅτε ἀνῆλθεν εἰς τὴν ἐξουσίαν, ὀλίγον πρὸ τῶν ἐκλογῶν διετύπωσε τὸ ἑαυτοῦ πρόγραμμα, ὅπερ ἀνεπτύχθη εἰς ἐπιστολὴν ἀπευθυνομένην πρὸς τὴν Α. Μ. τὸν Βασιλέα, δημοσιευθεῖσαν δὲ εἰς τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως. Εἶναι γνωστόν, ὅτι αἱ ἀρχαὶ αὗται δὲν ἦσαν αἱ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Καλαβρύτων, ἀλλ’ ὑπεβλήθησαν αὐτῷ παρὰ τοῦ Ἄνακτος. Πάντες ἐνθυμεῖσθε τὴν γέννησιν τοῦ προγράμματος ἐκείνου· ἐξεπροσώπει τὰς ἰδέας ἢ μᾶλλον τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας ἀπεκόμισεν ὁ Βασιλεὺς, ὅτε μετὰ τὴν θλιβερὰν ἐκείνην ἀπόπειραν κατὰ τῆς ζωῆς αὐτοῦ, ἀπῆλθεν ὅπως ἐπισκεφθῇ τὴν Πελοπόννησον καὶ ἀντιληφθῇ ἰδίαις αἰσθήσεσι τὰς ἰδέας, αἵτινες ἀνεπτύχθησαν ἐν τῇ διανοίᾳ τοῦ λαοῦ μετὰ τὸν ἀτυχέστατον ἐκεῖνον πόλεμον, ὅστις ἐμείωσεν ἐν μέρει τὴν ἀνεξαρτησίαν τοῦ Κράτους. Ἠθέλησεν, ὡς ἐλέχθη τότε, ὁ Βασιλεὺς νὰ ἔλθῃ εἰς ἐπικοινωνίαν ἀπ’ εὐθείας μετὰ τοῦ λαοῦ αὐτοῦ καὶ δυνηθῇ νὰ ἀντιληφθῇ ποίων μέτρων ἔχει ἀνάγκην, ὅπως βελτιωθῇ ἡ κατάστασις τῆς χώρας. Πολλὰ τὰ παράδοξα ἐπηκολούθησαν κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην. Οἱ παρακολουθοῦντες τὸν ἄνακτα πτωχοπρόδρομοι διεσάλπιζον εἰς τοὺς κατοίκους τῆς πρωτευούσης, ὅτι ὁ λαός προσέτρεχεν ἅμα τῇ ἐμφανίσει τοῦ Βασιλέως, προσέπιπτεν εἰς τοὺς πόδας αὐτοῦ, καὶ ἐζήτει νὰ σώσῃ αὐτὸν ἡ Α. Μ. ἀπὸ τῶν πολιτικῶν κομμάτων, τὸ ὁποῖα κατέπνιγον τὴν πρόοδον τῆς χώρας, καὶ παρεσκεύασαν τὴν συμφορὰν τοῦ 1897. Μετέδιδον ἡμῖν, ὅτι ὁ λαὸς ἐζήτει, ὅπως ἐπὶ νέων πολιτικῶν ἀρχῶν θεμελιωθῇ εἰς τὸ μέλλον ἡ διοίκησις τῆς χώρας ἐπὶ τῇ βάσει δὲ τῶν ἰδεῶν τούτων, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἐκφρασθεισῶν ἐπιθυμιῶν τούτων, διετυπώθη τὸ πρόγραμμα τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Καλαβρύτων, τὸ ὁποῖον εἴδομεν εἰς ἐπιστολὴν πρὸς τὸν Βασιλέα, δημοσιευθεῖσαν εἰς τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως, ἵνα ἐπισημότερον, οὕτως εἰπεῖν, λάβῃ χαρακτῆρα τοῦτο. Τὴν ἐπιστολὴν ταύτην κρατοῦσα ὡς σημαίαν κατὰ τὸ 1899 κατῆλθεν εἰς τὰς ἐκλογὰς ἡ τότε Κυβέρνησις. Καὶ ποία μὲν ἦτο ἡ τύχη τοῦ προγράμματος ἐκείνου κατὰ τὴν διεξαγωγὴν τοῦ ἐκλογικοῦ ἀγῶνος, πάντες γνωρίζομεν. Διότι, ἂν πράγματι ἀληθῆ ἦσαν ὅσα τότε ἐτηλεγράφουν οἱ παρακολουθοῦντες τὴν Α. Μεγαλειότητα κατὰ τὴν ἐκδρομὴν ἐκείνην, ἂν ἀσφαλῶς ἀντελαμβάνοντο τὸ φρόνημα τοῦ λαοῦ, ἂν πράγματι ὁ λαὸς ἐζήτει παρὰ τοῦ Ἡγεμόνος του, ὅπως πατάξῃ τὰ ὑπάρχοντα δύο μεγάλα πολιτικὰ κόμματα, τὰ διοικήσαντα κατὰ τὴν τελευταίαν εἰκοσιπενταετίαν τὴν χώραν, ἔπρεπε τὴν αἴθουσαν ταύτην νὰ κατακλύσωσιν οἱ φίλοι τοῦ κυρίου Βουλευτοῦ ἐκ Καλαβρύτων, οἵτινες ἠσπάσθησαν τὰς ἀρχὰς αὐτοῦ, καὶ οἱ ὁποῖοι ἀνεδέχθησαν νὰ ἀναλάβωσι τοιοῦτον ἀγῶνα. Τραγικὴ ὅμως ὑπῆρξεν ἡ τύχη αὐτῶν, οὐδεμία δὲ σπογγαλιευτικὴ μηχανὴ ἦτο δυνατὸν νὰ ἀνασύρῃ αὐτοὺς ἐκ τοῦ βυθοῦ, εἰς τὸν ὁποῖον ἔχωσαν αὐτοὺς αἱ μελαναὶ τῶν ἐκλογέων ψῆφοι. Ἐλάχιστοι ὑπῆρξαν οἱ περισωθέντες ἐκ τῆς καταιγίδος ἐκείνης φίλοι τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, τὸ δὲ πρόγραμμα ἐκεῖνο ὑπέστη πάνδημον ἀποδοκιμασίαν ὑπὸ τοῦ λαοῦ, καὶ τὴν ὑπέστη διὰ τῆς ἀποστολῆς πλειονοψηφίας, ἥτις ἐγένετο σήμερον ὑπηρέτις πολιτικοῦ πραξικοπήματος, τὸ ὁποῖον μετ’ ὀλίγον πάλιν θὰ κληθῇ, ὅπως πανδήμως ἀποδοκιμάσῃ ὁ Ἑλληνικὸς λαός. Δὲν θέλω, Κύριοι, νὰ ἐξετάσω, ἐὰν συμφέρει εἰς τὴν χώραν, ἐὰν συμφέρει εἰς τὴν Δυναστείαν ἡ ἔκθεσις τοιούτων πολιτικῶν προγραμμάτων, δημοσιευομένων διὰ τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως, καὶ λαμβανόντων αὐλικὸν χαρακτῆρα· οὐδεὶς ὅμως, ἀγαπῶν καὶ τὴν χώραν καὶ τὴν Δυναστείαν, ἤθελεν ἐκθέτει αὐτὰς εἰς τοιαύτας ἀποπείρας, διότι, ἀποδοκιμαζομένης τῆς πολιτικῆς, ἧς τὸ πρόγραμμα παρίσταται ὡς πρόγραμμα ἀπορρέον ἐκ τῆς βουλήσεως τῆς Βασιλικῆς, φαίνεται ὡς ἔμμεσος ἀποδοκιμασία αὐτῆς τῆς γνώμης τοῦ Ἡγεμόνος. Δὲν γνωρίζω λοιπόν, ἐὰν συμφέρουσι τοιαῦτα προγράμματα εἰς κοινοβουλευτικὰ πολιτεύματα. Καὶ ἀληθῶς, τὰ πολιτεύματα ταῦτα διὰ τοῦτο ἔθεσαν τὸν Βασιλέα ὑπεράνω τῶν πολιτικῶν κομμάτων, μακρὰν τοῦ ἀνταγωνισμοῦ καὶ τῆς πάλης, ἵνα τηρῶσι τοῦτον ἀπρόσβλητον ἐξ αὐτῆς, διότι τὰ πολιτικὰ πάθη προστρίβουσι καὶ συντρίβουσιν ἐνίοτε τὰ πολιτικὰ πρόσωπα, ἀλλ’ ἀφίνουσιν ἀνέπαφον τὴν Δυναστείαν, ἡ ὁποία δέον νὰ μὴ ὑφίσταται οὔτε μείωσιν τοῦ γοήτρου αὐτῆς, ἀλλ’ οὐδὲ προστριβήν τινα ἐκ τοιούτου ἀγῶνος. Διὰ τοῦτο, Κύριοι, ἐφρόνουν, ὅτι δὲν ὤφειλε τοιαύτη νὰ ἦναι ἡ κατάστασις τῆς Βουλῆς μετὰ τὰ τελευταῖα ἀτυχῆ γεγονότα τῆς ὀγδόης Νοεμβρίου, ὅτι ὤφειλε νὰ κληθῇ ὁ λαός, ὅπως ὑποδείξῃ τοὺς ἀντιπροσώπους αὑτοῦ, καὶ ἐγκαταστήσῃ τὴν Κυβέρνησιν ἐκείνην, ἡ ὁποία ἀπέρρευσεν ἐκ τῆς θελήσεως τῆς πλειονοψηφίας τοῦ λαοῦ, ἀφοῦ δὲν ἦτο δυνατὸν ὁ ἀληθὴς ἡγέτης τῆς πλειονοψηφίας, ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κερκύρας, εἴτε διότι ἐνόμισεν, ὅτι περιῆλθεν εἰς ἀνικανότητα μετὰ τὰ γεγονότα ἐκεῖνα νὰ διοικήσῃ τὴν χώραν, εἴτε διότι ἐνόμισεν, ὅτι ὤφειλε νὰ δώσῃ τόπον τῇ ὀργῇ, νὰ κατέχῃ τὴν ἐξουσίαν. Φρονῶ, ὅτι ὤφειλε ν’ ἀκολουθήσῃ τὸ πολίτευμα τὴν φυσικὴν αὐτοῦ λειτουργίαν. Καὶ τοιουτοτρόπως, Κύριοι, δὲν θὰ ἐγεννῶντο παρεξηγήσεις, καὶ δὲν θὰ ἠγείροντο ὑπόνοιαι παρὰ τῷ λαῷ, ὅτι ὑπονομεύεται τὸ πολίτευμα τῆς χώρας. Δὲν συμφέρει βεβαίως ἐπ’ οὐδενὶ λόγῳ νὰ ἐπικρατήσουν ἰδέαι καὶ γνῶμαι παρὰ τῷ λαῷ, ὅτι τὸ πολίτευμα αὐτοῦ, τὸ ὁποῖον λειτουργεῖ ἐπὶ τόσας δεκαετηρίδας, σκοποῦσι νὰ τὸ παραβιάσωσιν εἰς τὸ μέλλον, παραβλέποντες τὴν δεσπόζουσαν γνώμην, ἥτις εἶναι ἡ θέλησις τοῦ λαοῦ...
§266Ν. ΜΙΣΥΡΛΗΣ. Αὐτὰ τὰ συνεζητήσατε ἄλλοτε.
§267Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Συνεζητήθησαν βεβαίως, ἀλλὰ δὲν ἤρθησαν διὰ τῆς συζητήσεως τὰ ἄτοπα, ἐξ ἐναντίας δ’ ἐπετάθησαν· ἐγὼ δέ, ὁμιλῶν ἐπὶ τῆς παρούσης πολιτικῆς, καὶ ἀναλύων μετ’ ὀλίγον τὸν Προϋπολογισμόν, ἀναγκάζομαι νὰ ἀναφέρω τοὺς λόγους, διὰ τοὺς ὁποίους θέλω στραφῆ, ὅπως ἐξελέγξω τὴν πολιτείαν τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Κερκύρας, καὶ δὲν θέλω κατ’ ἀκολουθίαν ἀσχοληθῆ μὲ τὴν πολιτείαν τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Καλαβρύτων...
§268Ν. ΜΙΣΥΡΛΗΣ. Τὰ εἴπατε.
§269Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Στενοχωρεῖσθε; Ἀλλ’ ἠδύνασθε νὰ κοιμᾶσθε, μὲ τὸν κίνδυνον νὰ κατασταθῆτε εὐτραφέστερος ἢ ὅ,τι εἶσθε· ὥστε ὑπομείνατε τὴν ἀκρόασιν ταύτην, ὡς ἐπιβεβλημένην δίαιταν τοὐλάχιστον.
§270Ν. ΜΙΣΥΡΛΗΣ. Ἡ πολυλογία δὲν εἶναι εὐχάριστος διὰ σᾶς.
§271ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε.
§272Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ὁ κύριος Βουλευτὴς ἐξ Ἑρμιονίδος, ἀναλύων τοὺς ἀριθμούς, ἠκολούθησε τὴν σχολήν, τὴν ὁποίαν ἠκολούθησε πάντοτε ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Παρνασσίδος. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Παρνασσίδος, ἐπὶ δεκαετίαν ὁλόκληρον, εἴτε ὡς εἰσηγητὴς τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ, εἴτε ὡς πρόεδρος τῆς ἐπιτροπῆς αὐτῆς, κατώρθου πάντοτε διὰ φανταστικῶν ἀριθμῶν νὰ συγκαλύπτῃ τὴν πραγματικὴν κατάστασιν τῶν οἰκονομικῶν τῆς χώρας. Τὸ πρᾶγμα ἐξηκολούθησεν ἐπί τινα χρόνον, ὅτε ἐπέστη ἡ στιγμή, καθ’ ἣν δὲν ἠδύνατο πλέον νὰ συγκαλύπτηται ἡ κατάστασις αὕτη, καὶ ἡ χρεωκοπία τοῦ Κράτους ἀπεκάλυψεν, ὅτι ἡ εἰλικρίνεια ἐν τῇ συζητήσει τῶν Προϋπολογισμῶν, ἡ εἰλικρίνεια ἐν τῇ ἐξελέγξει τῶν ἀριθμῶν εἶναι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον δύναται πράγματι νὰ ὁδηγήσῃ ἡμᾶς ἐπὶ ἀσφαλεστέρων βάσεων εἰς τὸ μέλλον. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἑρμιονίδος κατώρθωσε κἄτι τι θαυμασιώτερον τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐκ Παρνασσίδος· κατώρθωσε νὰ ἐξατμίσῃ μερικὰ ἑκατομμύρια, καὶ ἀναλύων μετὰ πολλῆς δεξιότητος καὶ μετὰ πολλῆς εὐχερείας τοὺς ἀριθμοὺς, ἐζήτησε νὰ πείσῃ ἡμᾶς, ὅτι τὰ 85,000,000 τῶν δαπανῶν τοῦ 1896 δὲν διαφέρουσι ποσῶς πρὸς τὰ 116 ἑκατομμύρια τῶν δαπανῶν τοῦ 1902. Καὶ περὶ αὐτῶν μὲν θ’ ἀσχοληθῶ ὀλίγον βραδύτερον, ἤδη ὅμως ἔρχομαι εἰς τὴν ἐξέτασιν τοῦ ζητήματος, ἐὰν ὁ εἰσαγόμενος Προϋπολογισμὸς, κατὰ τὴν κρίσιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ κατὰ τὴν ἀγόρευσιν καὶ τὴν μελέτην τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἑρμιονίδος, θέλει πραγματικῶς κλείσει ἐν ἰσοζυγίῳ, ἢ θέλει ἔχει καὶ τὸ μικρὸν αὐτὸ περίσσευμα τῶν 600,000 δραχμῶν, ἢ θέλουσι διαψευσθῆ αἱ προβλέψεις τῶν ἀξιοτίμων τούτων συναδέλφων. Ἐν πρώτοις, Κύριοι, φρονῶ, — παρακολουθῶν ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἀνεπτύχθησαν ἐν ταῖς συζητήσεσι τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ, καὶ ὅσα ὁ ἀξιότιμος ἐκ Φθιώτιδος Βουλευτής, ὡς εἰσηγητὴς τῆς μειονοψηφίας, ἔλεγεν, — ὅτι ὁ Προϋπολογισμὸς οὗτος δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ κλείσῃ μὲ τὸ περίσσευμα ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἀναφέρεται, ἀλλ’ οὐδὲ εἶναι δυνατὸν νὰ κλείσῃ ἐν ἰσοζυγίῳ, διότι νομίζω, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ὑπῆρξεν ὀλίγον αἰσιόδοξος εἰς τὰς προβλέψεις αὑτοῦ ὡς Ὑπουργὸς, ἐν ἀντιθέσει πρὸς τὰς γνώμας αὐτοῦ, ὅτε, ὡς Βουλευτὴς, ἐκήρυσσεν αὐτὰς, καὶ ἀνέγραψεν ὡς εἰσπραχθησόμενα, ποσὰ, τὰ ὁποῖα δὲν νομίζω ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ εἰσπραχθῶσιν. Ὅσον ἀφορᾷ βεβαίως τὸν φόρον τῶν ἀροτριώντων, καὶ ἐγὼ ὑποθέτω, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ εἰσπραχθῶσιν ἐκ τοῦ φόρου τούτου περὶ τὰ 2,000,000 δραχμῶν. Ἐπίσης καὶ ὁ φόρος τῶν βοσκησίμων γαιῶν ἠδύνατο νὰ ἦναι καὶ ἀνώτερος, ἠδύνατο μάλιστα ν’ ἀποδώσῃ καὶ περισσότερα, ἐὰν ἄλλως εἶχον τὰ τῆς εἰσπράξεως τοῦ φόρου τούτου, διότι, ὡς γνωρίζετε καὶ ὡς κατεδείχθη, ὅτε ἐζητήθησαν πληροφορίαι παρὰ τῶν διαφόρων οἰκονομικῶν ἀρχῶν τοῦ Κράτους, ὁ φόρος οὗτος δολιεύεται, ἐκ τῆς δολιεύσεως δὲ ταύτης μειοῦται σπουδαίως ἡ εἴσπραξις αὐτοῦ, ἥτις ἠδύνατο νὰ ἦναι ὑπερτέρα τοῦ ἀναγραφομένου ἑκάστοτε ποσοῦ· καὶ εἶναι περιττὸν νὰ ἀναφέρω τοὺς λόγους, διὰ τοὺς ὁποίους ἐκπίπτει ἡ εἴσπραξις μεγάλου μέρους τοῦ φόρου τούτου, διότι εἰς πάντας εἶναι γνωστὸν, κατὰ τίνα τρόπον συντάσσονται τὰ συμβόλαια τῆς ἐνοικιάσεως, καὶ κατὰ τίνα τρόπον δολιεύονται οἱ κάτοχοι ἢ ἐνοικιασταὶ τῶν βοσκησίμων γαιῶν τὸ Δημόσιον. Ἀλλ’ ἐκ τοῦ φόρου τῶν ἀμπέλων ἀναντιρρήτως εἶναι δύσκολον νὰ φθάσῃ τις εἰς τὸ ποσὸν τῶν 2,000,000, λαμβανομένου ὑπ’ ὄψιν τοῦ εἰσπραχθέντος ποσοῦ κατὰ τὰ τρία τελευταῖα ἔτη· διότι κατὰ μὲν τὸ 1899 εἰσεπράχθησαν δραχ. 1,487,000, κατὰ τὸ 1900 δραχ. 1,135,000, κατὰ δὲ τὸ 1901 ἐβεβαιώθησαν μέχρι τῆς 31 Δεκεμβρίου δρ. 1,052,000. Λαμβάνων τις ταῦτα ὑπ’ ὄψιν, ἔρχεται εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι δύσκολον εἶναι νὰ φθάσῃ τὸ ποσὸν τῶν 2 ἑκατομμυρίων δραχμῶν. Κατ’ ἐμέ, θὰ ἦναι εὐχάριστον καὶ ἀληθὲς κατόρθωμα, ἐὰν δυνηθῇ νὰ εἰσπράξῃ τὸ Δημόσιον 1,500,000 δρ. Τὴν αὐτὴν παρατήρησιν δύναταί τις νὰ ποιήσηται ὅσον ἀφορᾷ καὶ τὴν εἴσπραξιν τοῦ ἐλαίου, τοῦ ἀναγραφομένου ἐν ἄρθρῳ 4 τῶν ἀμέσων φόρων, ὅπου ἀναγράφεται ὡς εἰσπράξιμον ποσὸν 1,700,000 δραχμῶν. Καταγόμενος ἐξ ἐλαιοπαραγωγοῦ ἐπαρχίας, γνωρίζω ὅτι πάντοτε, ὁσάκις ἓν ἔτος ἦναι εὔφορον, τὸ δεύτερον ἔτος βεβαίως δὲν εἶναι τοιοῦτο. Καὶ τὸ παρελθὸν ἔτος ἐφέρετο ἐπίσης ὡς εὔφορον, καὶ διὰ τοῦτο εἶχεν ἀναγραφῆ ποσὸν 1,000,000, νομίζω δὲ, ὅτι εἰσεπράχθησαν πολὺ περισσότερα τῶν προϋπολογισθέντων. Κατ’ ἀκολουθίαν, ἀφοῦ τὸ παρελθὸν ἔτος ἦτο τόσον εὔφορον, βεβαίως δὲν εἶναι δυνατὸν τὸ τρέχον ἔτος νὰ ἦναι ἐπίσης τοιοῦτον, ὥστε νὰ εἰσπραχθῇ τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ἀναγράφει εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν...
§273Φ. ΝΕΓΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Δὲν ἦτο εὔφορον τὸ παρελθὸν ἔτος, καὶ ἀπέφερε δραχ. 1,400,000.
§274Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ὁμιλῶ ἐν γένει· ἀλλ’ ὡς τοιοῦτον ἐσημειοῦτο ὑπὸ τοῦ κ. Σιμοπούλου... Ἐκεῖ ὅμως, ὅπου νομίζω ὅτι σφάλλεται ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, εἶναι οἱ ὑπολογισμοὶ, τοὺς ὁποίους ποιεῖται ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὴν ἐσοδείαν τῆς Ἑπτανήσου. Παρατηρῶ, ὅτι ἔχει ἀναγράψει ποσὸν 1,126,000 δραχμῶν, ὡς εἰσπραχθησόμενον ἐκ φόρου ἐλαίου τῆς Ἑπτανήσου, καὶ εἶναι ποσὸν, τὸ ὁποῖον, ὡς ἐκ τῆς ἐσοδείας, ἡ ὁποία παρουσιάζεται εἰς τὴν Κέρκυραν, ὡς καὶ εἰς τὰς ἄλλας Ἰονίους Νήσους, ἠδύνατό τις νὰ πιστεύσῃ, ὅτι θὰ εἰσεπράττετο, ἴσως δὲ θὰ εἰσεπράττετο καί τι πλέον, ἀλλὰ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ἐδήλωσεν, ὅτι οὐ μόνον τὸ ποσὸν τοῦτο θέλει εἰσπραχθῆ, οὐ μόνον αἱ 500,000 δραχμαὶ, τὰς ὁποίας διὰ δηλώσεως αὑτοῦ προσέθεσεν εἰς τὰ προϋπολογισθέντα, ἀλλ’ εὐελπιστεῖ, ὅτι δυνατὸν νὰ εἰσπραχθῶσι καὶ 500,000 δραχμαὶ ἐπὶ πλέον, ἤτοι 1,000,000 ἐπὶ πλέον τοῦ ἀρχικῶς ὑπολογισθέντος...
§275Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Ἀμφιβάλλετε; Ὑμεῖς ἴσως γνωρίζετε τὰ πράγματα.
§276Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ἀμφιβάλλω, διὰ τὸν ἑξῆς λόγον· διότι προχθὲς σᾶς ἤκουσα λέγοντα, ὅτι ὑπολογίζετε ἐπὶ ποσότητος παραχθησομένου ἐλαίου 125,000 βαρελῶν. Αὐτὰ εἴπατε προχθὲς εἰς τὸν κ. Σκουζέν. Ἐὰν λοιπὸν αἱ πληροφορίαι αὗται, τὰς ὁποίας σᾶς ἔδωκεν ἡ ὑπηρεσία, εἶναι ἀκριβεῖς, εἶναι ἀδύνατον νὰ εἰσπράξητε περισσότερα τῶν δραχμῶν 1,200,000 ἐκ φόρου ἐξαγωγῆς ἐλαίου ἐν Ἑπτανήσῳ, ἐκτὸς πλέον ἐὰν ὑπολογίσητε, ὅτι πολὺ περισσότερον ποσὸν θὰ ἐξαγάγῃ ἡ Ἑπτάνησος, ὅπερ, κατ’ ἐμέ, εἶναι ἀδύνατον· ἀλλ’ ἂν οὕτως ὑπολογίζητε, εἶναι ἐσφαλμένοι οἱ ὑπολογισμοὶ, τοὺς ὁποίους κάμνετε, διότι, ὡς γνωρίζετε, κύριε Ὑπουργέ, ἡ εἴσπραξις τοῦ Δημοσίου δὲν ἐξαρτᾶται μόνον ἐκ τοῦ παραχθησομένου ποσοῦ, ἀλλὰ καὶ ἐκ τοῦ ἐξαχθησομένου, καὶ ἐκ τῆς τιμῆς, τὴν ὁποίαν θὰ ἔχῃ τὸ ἔλαιον κατὰ τὴν ἐποχὴν τῆς ἐξαγωγῆς αὐτοῦ. Ἀτυχῶς, ἐπειδὴ ἡ κατάστασις τῆς στατιστικῆς παρ’ ἡμῖν καὶ αἱ διάφοροι ἄλλαι πληροφορίαι τῶν ἁρμοδίων ὑπαλλήλων δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὦσιν ἀσφαλεῖς, δυσχερὲς εἶναι νὰ ὑπολογίσῃ τις τὸ ποσὸν τὸ παραχθησόμενον ἐν τῇ Ἑπτανήσῳ, μολονότι ἡ ἐποχὴ ἔχει ἐπὶ τοσοῦτον προχωρήσει, ὥστε εἰς ἄλλα Κράτη, κάλλιον ἡμῶν ὠργανωμένα, θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ὑπολογισθῇ ἀκριβῶς, ἢ τοὐλάχιστον κατὰ προσέγγισιν, τὸ παραχθησόμενον ποσόν· δυστυχῶς ὅμως ἡμεῖς δὲν δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν τοιαύτας ἀσφαλεῖς πληροφορίας, καὶ διὰ τοῦτο εἶπον, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εἰσπράξητε οὔτε 1,000,000 δραχμῶν, πολὺ δὲ ὀλιγώτερον 2,000,000, ἐὰν ὑπολογίζητε ἐπὶ ἐξαγωγῆς 125 χιλιάδων βαρελῶν...
§277Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Δὲν εἶπον τοῦτο.
§278Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Κἄτι τοιοῦτον εἴπατε πρὸς τὸν κ. Σκουζέν.
§279Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Μὲ τὸ ἀναφερόμενον παρ’ ὑμῶν ποσὸν θὰ ἦναι δυνατὸν νὰ εἰσπραχθῇ τὸ ἀναγραφόμενον εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν ποσὸν 1,126,000 δραχμῶν. Ἀλλ’ ἡμεῖς ὑπολογίζομεν πλειοτέραν παραγωγήν.
§280Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Μὲ τὸ ποσόν, ὅπερ ἐγὼ ἀναφέρω, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εἰσπράξητε πλειότερον τοῦ ἀρχικῶς ἀναγραφέντος ποσοῦ, διότι, κατὰ τὰς τελευταίας πληροφορίας, ἃς ἔχω ἐκ Παξῶν, ἡ τιμὴ τοῦ ἐλαίου τῆς ἀρίστης ποιότητος δὲν ὑπερβαίνει τὰς 60 δραχμὰς κατὰ βαρέλαν, δέον δὲ νὰ ὑπολογίσητε, ὅτι τῶν λοιπῶν νήσων τὰ ἔλαια τιμῶνται πολὺ ὀλιγώτερον.
§281Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Αὐτὸ εἶναι τὸ περίεργον· ἐνῷ τὰ καλῆς ποιότητος ἔλαια δὲν ζητοῦνται, μεγάλην ζήτησιν ἔχουσι τὰ μετρίας ποιότητος.
§282Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ὁπωσδήποτε ὅμως αἱ 125,000 βαρέλαι, πρὸς 50 δραχμὰς ἑκάστη, στοιχίζουν δρ. 6,250,000· ἐπ’ αὐτῶν θὰ ὑπολογίσητε φόρον πρὸς 18%, καὶ θὰ ἔχητε εἰσπράξεις 1,125,000 δραχμῶν, ὥστε καλῶς, ὡς εἶπον, εἶχεν ὑπολογισθῆ ἡ εἴσπραξις τοῦ φόρου τούτου εἰς 1,100,000 δραχμάς.
§283Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Προϋπελογίσαμεν ὅτι θὰ ἔχωμεν 190,000 βαρέλας, εἰς τὰς ὁποίας ἀναλογεῖ τὸ ποσὸν 1,620,000 δρ.
§284Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐξαχθῶσιν ἐκ τῆς Ἑπτανήσου 190,000 βαρέλαι. Ἴσως θὰ παραχθῶσι τόσαι, ἀλλὰ δέον νὰ ὑπολογίσητε τὴν τοπικὴν κατανάλωσιν, γνωρίζετε δέ, ὅτι ὁ Ἑπτανησιακὸς λαὸς καταναλίσκει πολὺ ἔλαιον.
§285Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ὑποθέτω καὶ ἐγώ, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξαχθῶσιν 190,000 βαρέλαι, εἶναι δυνατὸν ὅμως νὰ προσεγγίσωμεν τὴν εἴσπραξιν 1,600,000 δραχμῶν.
§286Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Εὔχομαι, διότι ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει θὰ ὠφεληθῶσιν οἱ κάτοικοι τῆς Ἑπτανήσου, οἵτινες εὑρίσκονται εἰς μεγίστην οἰκονομικὴν στενοχωρίαν. Τὰς αὐτὰς παρατηρήσεις ἔχω νὰ φέρω καὶ ὡς πρὸς τὰς εἰσπράξεις ἐκ τῆς σταφίδος. Θεωρῶ, ὅτι εἶναι δύσκολον νὰ εἰσπραχθῇ τὸ προϋπολογιζόμενον ποσὸν τῶν 4,036,000 δρ. ἐκ τῆς λοιπῆς Ἑλλάδος, καὶ 1,126,000 δρ. ἐκ τῆς Ἑπτανήσου. Δὲν θέλω ν’ ἀναφέρω τοὺς λόγους, οὓς προέταξαν οἱ ἀξιότιμοι κύριοι συνάδελφοι, ὅπως δικαιολογήσωσι τὴν γνώμην, ἣν καὶ ἐγὼ ἔχω. Εἶναι ὅμως ἀναντίρρητον, ὅτι ἡ ἐπελθοῦσα καταστροφὴ ἐκ τοῦ περονοσπόρου ἠλάττωσε σπουδαίως τὸ εἰσόδημα τῶν σταφιδαμπέλων, τὰ δύο δὲ τελευταῖα ἔτη δὲν εἶναι ἐπαρκῆ, ὅπως ἀποδώσωσι τὴν πάλαι γονιμότητα τῶν κλημάτων, ὥστε εἶναι λίαν ἀμφίβολον, ἂν θὰ εἰσπραχθῶσι τὰ ἀναγραφόμενα ποσά. Πάντως ὅμως δέον νὰ μὴ στήριζῃ τις ἀδιασάλευτον πεποίθησιν ἐπὶ ἐσόδων ἐξαρτωμένων ἐκ τῶν καιρικῶν μεταβολῶν καὶ ἐπὶ τῶν ὁποίων τοσοῦτοι ἐπικρέμανται κίνδυνοι. Τὸ δὲ προϊὸν τοῦτο ὑπὲρ πᾶν ἄλλο διατρέχει κινδύνους. Τοιοῦτοι κίνδυνοι ὑπάρχουσιν, ὅσον ἀφορᾷ καὶ τὴν ἐσοδείαν τοῦ ἐλαίου. Διότι ἀπὸ τῆς στιγμῆς τῆς ἀνθήσεως τῶν ἐλαιῶν μέχρι τῆς περισυλλογῆς τοῦ καρποῦ πολλοὺς διατρέχει κινδύνους τὸ προϊόν. Διότι καὶ ὅταν ἀκόμη ἐξασφαλισθῇ ὁ καρπὸς ἀπὸ τῶν μεταβολῶν τοῦ καιροῦ, μὲ τὸν τρόπον τῆς συλλογῆς ἐν Κερκύρᾳ καὶ Παξοῖς πολλοὶ ἀπομένουσιν ἀκόμη κίνδυνοι. Οὕτως εἰς τὴν Κέρκυραν ἡ καταστροφὴ ὁλοκλήρου σχεδὸν τῆς ἐσοδείας ἐπῆλθεν, ὅτε καὶ οἱ ἰδιοκτῆται καὶ ἡ Κυβέρνησις ἦσαν βέβαιοι περὶ τῆς ἐξασφαλίσεως αὐτῆς. Εἰς Κέρκυραν καὶ εἰς Παξοὺς τὸν καρπὸν τῶν ἐλαιῶν δὲν συλλέγουσιν, ὅπως ἀλλαχοῦ, ἀπὸ τῶν κλάδων, ἀλλ’ ἀφίνουσιν αὐτὸν νὰ πίπτῃ κατὰ γῆς, καὶ τότε συλλέγουσιν αὐτόν, οὕτω δὲ ἡ συλλογὴ παρατείνεται ἐπὶ μακροὺς μῆνας. Συνέβη ὅμως κατὰ τοὺς τελευταίους μῆνας τοῦ παρελθόντος ἔτους νὰ ἐνσκήψωσι ῥαγδαῖαι βροχαί, αἵτινες παρέσυραν ὅλον ἐκεῖνον τὸν καρπόν, τὴν μόνην ἐλπίδα τῶν χωρικῶν, εἰς τὴν θάλασσαν, τοιουτοτρόπως δὲ ὅλοι οἱ προϋπολογισμοὶ τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τοῦ ἐσόδου τούτου διεψεύσθησαν κατὰ τὴν τελευταίαν στιγμήν. Ἐφέτος, δύναταί τις νὰ εἴπῃ, ὅτι ἡ ἐσοδεία ἐν Ἑπτανήσῳ εἶναι ἐξησφαλισμένη, θ’ ἀνακουφισθῇ δὲ ὁ πάσχων λαὸς τῆς Ἑπτανήσου, ὅστις συνήθισε νὰ ὑποφέρῃ ἀγογγύστως τὴν κακοτυχίαν, χωρὶς νὰ διαμαρτύρηται καὶ ζητῇ εὐκολίας. Ὅσον ἀφορᾷ τοὺς τελωνιακοὺς δεσμούς, δὲν ἔχω τι νὰ παρατηρήσω. Κατὰ τὰ τελευταῖα ταῦτα ἔτη μεγάλη παρατηρεῖται ἡ αὔξησις αὐτῶν, πρὸ μικροῦ δὲ ὁ ἀξιότιμος κύριος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εὐηρεστήθη νὰ μοὶ διαβιβάσῃ πίνακα, ἐξ οὗ εἶδον, ὅτι κατὰ τοὺς τρεῖς μῆνας τοῦ ἔτους τούτου αἱ τελωνιακαὶ εἰσπράξεις ὑπερέβησαν ἱκανῶς τὰς ἀντιστοίχους τοῦ παρελθόντος, ὥστε, ἂν ἐξακολουθήσῃ ἡ αὐτὴ αὔξησις καὶ εἰς τοὺς ἑπομένους μῆνας, τὰ ἀποτελέσματα τῶν εἰσπράξεων τούτων θέλουσι πληρώσει τὰς προσδοκίας τοῦ εἰσηγουμένου τὸν Προϋπολογισμόν. Ἀξιότιμοι συνάδελφοι ἐξέφρασαν δισταγμοὺς ὅσον ἀφορᾷ τὸ ἀναγεγραμμένον ποσὸν τῶν 32,800,000, παρετήρησαν δὲ, ὅτι, ὅταν ἐπὶ δύο κατὰ σειρὰν ἔτη αἱ εἰσπράξεις φθάνωσιν εἰς τὸ ἀνώτατον σημεῖον, κατὰ τὸ τρίτον ἐκπίπτουσι, καθ’ ὅσον ὑπάρχει παρακαταθήκη εἰσαχθέντων ἐμπορευμάτων κατὰ τὰ προηγούμενα ἔτη. Τὸ πρᾶγμα οὕτως ἔχει, καὶ ἡ παρατήρησις εἶναι ὀρθὴ, ἐγὼ ὅμως φρονῶ, ὅτι οἱ τελωνιακοὶ δασμοὶ δύνανται νὰ αὐξήσωσιν ἐπὶ πλέον, ἀφοῦ οὔτε ἡ γεωργία, ἰδίως τῶν σιτηρῶν, ηὐξήθη, οὔτε ἡ βιομηχανία παρ’ ἡμῖν ἀνεπτύχθη, ὥστε νὰ ἐλπίσῃ τις, ὅτι εἴς τινα εἴδη ἐπαρκεῖ εἰς τὰς ἀνάγκας τῆς χώρας· ἐξ ἄλλου δὲ, ἕνεκα τῆς αὐξήσεως τοῦ πληθυσμοῦ καὶ ἕνεκα τῶν ὁσημέραι μεταβαλλομένων συνηθειῶν τοῦ λαοῦ, αἱ ἀνάγκαι τῶν εἰσαγομένων εἰδῶν αὐξάνουσι, κατ’ ἀκολουθίαν δὲ αὐξάνουσι καὶ τὰ ἔσοδα τῶν τελωνείων, ἀδιάφορον ἂν τοῦτο δεικνύῃ καὶ αὔξησιν τοῦ ἐξαγομένου ἐκ τῆς χώρας χρυσοῦ, ὅπερ γεννᾷ ἄλλας δυσχερείας εἰς τὴν κοινωνίαν ἕνεκα τῆς ὑποτιμήσεως τοῦ πιστωτικοῦ ἡμῶν νομίσματος. Περὶ τῶν τελωνιακῶν ὅμως δασμῶν προκειμένου, φρονῶ, ὅτι θὰ ἠδύναντο οὗτοι νὰ ὑπερβῶσι κατὰ πολὺ τὸ ἀναγραφόμενον ποσόν, ἐὰν κατεστέλλετο τὸ λαθρεμπόριον, καὶ δὲν ἐπεβαρύνοντο ὑπερβολικῶς εἴδη τινὰ τῆς πρώτης ἀνάγκης, τὰ ὁποῖα γεννῶσι τὴν τάσιν τῆς λαθρεμπορίας. Ἀλλὰ καὶ ἡ βελτίωσις τῆς τελωνιακῆς ὑπηρεσίας, ἡ ἀπόκτησις ὑπαλλήλων καλλιτέρας ποιότητος, θὰ ἠδύνατο νὰ περιορίσῃ τὸ κακόν, ὅπερ εἴς τινα τελωνεῖα τοῦ Κράτους ἔχει καταστῆ ἐπικίνδυνον νόσημα. Ὅτι ἔχομεν πολλοὺς καὶ ἱκανοὺς τελωνιακοὺς ὑπαλλήλους, εἶναι ἀναντίρρητον, ἀλλ’ οὐδεὶς δύναται ἐπίσης νὰ ἀρνηθῇ, ὅτι μεγάλαι γίνονται καταχρήσεις, τῇ συνεννοήσει τῶν λαθρεμπόρων μετὰ τελωνιακῶν ὀργάνων, τινὰ τῶν ὁποίων διὰ τοιούτων τρόπων πλουτοῦσιν, ἐνῷ ἐπὶ ἄλλων βάσεων φορολογίας ἀφ’ ἑνὸς, καὶ διὰ τῆς βελτιώσεως τῆς τελωνοφυλακῆς ἀφ’ ἑτέρου, θὰ ἠδυνάμεθα, ἐλαττοῦντες τοὺς δασμοὺς εἴς τινα εἴδη, ν’ ἀποβλέψωμεν εἰς μεγαλειτέρας εἰσπράξεις. Δυστυχῶς ἐπὶ τοσαῦτα ἔτη οὐδὲν εἶδον ἐπὶ τοιούτων βάσεων εἰσαγόμενον νομοσχέδιον, πᾶν δὲ τὸ εἰσαχθὲν μέχρι τοῦδε ὥριζε ποινὰς μεγάλας καὶ καταδίωξιν τῶν συλλαμβανομένων λαθρεμπόρων. Ἀλλὰ καὶ ἡ ἐπιβολὴ τῶν ποινῶν, καὶ ὁ τρόπος, καθ’ ὃν καταδιώκεται τὸ λαθρεμπόριον, δίδει ἀφορμὰς εἰς ἀδικήματα, οὐδὲν δὲ ὄφελος προσγίγνεται εἰς τὸ Δημόσιον. Διότι τὸ λαθρεμπόριον οὐδέποτε θὰ περιστείλῃ τὸ δρακόντειον τῶν ποινῶν, καθόσον οἱ λαθρέμποροι εἶναι οἱ μᾶλλον ῥιψοκίνδυνοι τῶν ἀνθρώπων, οὐδόλως δὲ πτοοῦσιν αὐτοὺς αἱ ἐπιβαλλόμεναι ποιναί. Ἄλλα εἶναι τὰ μέτρα ἐκεῖνα, ἅτινα θὰ μετριάσωσι τὸ κακὸν τοῦτο, ἡ δὲ ὀργάνωσις καλλιτέρας τελωνοφυλακῆς εἶναι ἓν τούτων. Ἐπὶ τῆς ὑπουργίας τοῦ κυρίου Βουλευτοῦ ἐκ Παρνασσίδος ἐκλήθη εἰδικὸς ὑπάλληλος ἐξ Ἰταλίας πρὸς τοιοῦτον σκοπόν· συνέπεσε νὰ ἴδω τοῦτον ἐπισκεπτόμενον διάφορα τελωνεῖα τοῦ Κράτους, δὲν γνωρίζω ὅμως, ἂν αἱ μελέται του αὗται διετυπώθησαν εἰς ἔκθεσίν τινα, ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ὁποίας πρόκειται νὰ συνταχθῶσι νομοσχέδια...
§287Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Κατετέθη νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον δὲν ἔλαβε καιρὸν ἡ Βουλὴ νὰ ψηφίσῃ.
§288Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Δὲν συνέπεσε νὰ τὸ ἴδω, οὔτε νὰ τὸ μελετήσω, ἀλλ’ ἔχω τὴν γνώμην, ἢ μᾶλλον τὴν πεποίθησιν, ὅτι βελτιουμένου τοῦ ὀργανισμοῦ τῶν τελωνείων αἱ εἰσπράξεις θέλουσιν αὐξήσει κατὰ πολύ. Περὶ τῶν ἄλλων φόρων δὲν ἔχω νὰ εἴπω τι, διότι ὑποθέτω, ὅτι θὰ εἰσπραχθῶσιν οὗτοι, ὅτι δὲ ἡ ἐν γένει διαφορὰ τῶν εἰσπράξεων, κατὰ τοὺς ὑπολογισμοὺς τῶν μελῶν τῆς μειονοψηφίας ἐν τῇ ἐπιτροπῇ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, θέλει φθάσει εἰς τὰ 113,000,000, ἤτοι ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1902, κατὰ τοὺς ἡμετέρους ὑπολογισμούς, θέλει κλείσει μὲ ἔλλειμμα 3,000,000 δραχμῶν. Οἱ ὑπολογισμοὶ οὗτοι δὲν νομίζω ὅτι εἶναι ὑπερβολικοί, οὐδὲ δύναταί τις νὰ θεωρηθῇ ὡς ἀπαισιόδοξος, τοιούτους ποιούμενος ὑπολογισμούς. Διότι φρονῶ, ὅτι οὔτε ἡ ἔντασις τῶν εἰσπράξεων δύναται νὰ ἐξακολουθήσῃ, ὅπως κατὰ τὰ τρία τελευταῖα ἔτη, καταδηλοῦται δὲ καταφανῶς καὶ ὁ κάματος τῆς χώρας. Δὲν δύναμαι ὅμως ν’ ἀποκλείσω τὴν ἰδέαν, ὅτι, εὐνοουμένων τῶν ἐσοδειῶν καὶ ἐντεινομένης τῆς εἰσπράξεως, δύνανται νὰ ἐπιτύχωσιν αἱ προβλέψεις τοῦ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργοῦ, καὶ νὰ εἰσπραχθῶσι τὰ 116,000,000 δραχμῶν. Ἀλλὰ γεννᾶται τὸ ζήτημα, ἂν θὰ δυνηθῇ ἡ χώρα νὰ ἀποφέρῃ τὰ 116 ἑκατομμύρια, ἀφοῦ παρατηρεῖται κάματος οἰκονομικῶς καὶ δυσπραγία ἀρκετὰ χαρακτηριστικὴ παρὰ τῇ ἡμετέρᾳ κοινωνίᾳ. Ἐγὼ τοὐλάχιστον ἔχω μεγάλην ἀμφιβολίαν, παρατηρῶν φαινόμενά τινα ἐν τῇ ἡμετέρᾳ κοινωνίᾳ, τὰ ὁποῖα δὲν κρατύνουσιν αὐτὰς τὰς ἐλπίδας, αἵτινες διαπνέουσι τὸν Προϋπολογισμόν, οὐδὲ δικαιολογοῦσι τὴν αἰσιοδοξίαν, ἥτις κατέλαβε τὸν φίλον μου κ. Ρέπουλην, ὅστις προσεπάθησε νὰ παρουσιάσῃ τὴν χώραν πλέουσαν εἰς τὴν εὐτυχίαν καὶ ἀνθοῦσαν οἰκονομικῶς. Ἐξ ἰδιοσυγκρασίας δὲν ῥέπω εἰς τὰ μοιρολόγια, οὐδὲ κατέχομαι ὑπὸ ἀπαισιόδοξων ἰδεῶν, ἀλλ’ ἐν τῷ ζητήματι τούτῳ ἔχω ἀντίθετον γνώμην, διότι σὺν τοῖς ἄλλοις βλέπω κοινωνικόν τι φαινόμενον, ὅπερ κατὰ τὰ τελευταῖα ταῦτα ἔτη ἤρξαντο λαμβάνον ἐπικινδύνους διαστάσεις, δὲν γνωρίζω δὲ ποῦ δύναται νὰ φθάσῃ, ἂν ἐξακολουθήσῃ οὕτω. Ἐννοῶ τὰς ἀθρόας μεταναστεύσεις εἰς Ἀμερικήν, τὰς ἐρημούσας ὁλοκλήρους γεωργικοὺς συνοικισμοὺς τῆς Πελοποννήσου. Πανταχοῦ δὲ, ὅπου παρετηρήθη τὸ φαινόμενον τοῦτο, ἐξητάσθησαν αἱ ἀφορμαί, καὶ κατεδείχθη, ὅτι ἡ οἰκονομικὴ δυσπραγία τῆς κοινωνίας προεκάλεσεν αὐτό. Δὲν ἀρνοῦμαι, ὅτι τὸ τυχοδιωκτικὸν πνεῦμα προεκάλεσε πολλάκις ἀθρόας μεταναστεύσεις, ἀλλὰ τότε παρετηρήθη, ὅτι οἱ φεύγοντες ἀνήκουσιν εἰς τὰς ἀστικὰς τάξεις, εἶναι κάτοικοι τῶν μεγάλων πόλεων, ἔνθα οἱ δεσμοὶ πρὸς τὴν πατρίδα δὲν εἶναι τοσοῦτον συνεκτικοί, ὅπως εἰς τοὺς γεωργικοὺς πληθυσμούς, τὸ δυστύχημα δ’ εἶναι, ὅτι οἱ ἡμέτεροι μετανάσται ἀνήκουσιν εἰς τὰς γεωργικὰς καὶ κτηνοτροφικὰς τάξεις, αἵτινες ἀμυδρὰν ἔχουσιν ἰδέαν περὶ τοῦ κόσμου τῶν ἀντιπόδων, καὶ δὲν ὠθοῦνται ἐκ πνεύματος τυχοδιωκτικοῦ. Εἶναι ἐκ τῶν μεταναστῶν ἐκείνων, τοὺς ὁποίους διώκει ἐκ τῆς πατρίδος των ἡ ἀνάγκη καὶ ἡ κακοδιοίκησις. Εἶναι παρατηρημένον, Κύριοι, ὅτι, ἂν ἀγαπῶσι τὴν πατρίδα αὑτῶν οἱ κάτοικοι τῶν μεγάλων πόλεων, ἂν συνδέωνται πρὸς αὐτήν, μείζων ἐν τούτοις εἶναι ἡ ἀγάπη ἐκείνων, οἵτινες καλλιεργοῦσι τὴν γῆν, ἐκείνων, ὧν ὁ βίος συνδέεται ἀρρήκτως μὲ τὸ ἔδαφος, ὅπερ ἔβρεξεν ὁ ἱδρὼς καὶ αὐτῶν καὶ τῶν πατέρων των. Πρέπει νὰ ὑπάρξῃ μεγάλη ἀνάγκη, ὅπως ἀποσπάσῃ αὐτοὺς ἀπὸ τοῦ ἐδάφους ἐκείνου καὶ τοὺς ῥίψῃ πέραν τοῦ Ὠκεανοῦ, εἰς τὰς περιπετείας ἀμφιβόλου μέλλοντος. Θὰ συνέβη δὲ πολλάκις εἰς τοὺς ταξειδεύοντα εἰς Ἰταλίαν νὰ ἴδωσι χωρία τινὰ παρὰ τὸν Βεζούβιον, τῶν ὁποίων οἱ κάτοικοι πολλάκις εἶδον ἡ ὀργὴ τοῦ ἡφαιστείου νὰ καταστρέφῃ αὐτὰ ὁλοτελῶς, νὰ μεταβάλλῃ εἰς τέφραν τοὺς κόπους καὶ τοὺς ἀγῶνας μακρῶν ἐτῶν. Ἐν τούτοις ἡ ἀγάπη πρὸς τὴν γῆν ταύτην εἶναι τοσαύτη, ὥστε βλέπετε αὐτοὺς τὴν ἑπομένην τῆς καταστροφῆς ἐπιστρέφοντας πρὸς τὰ μέρη ἐκεῖνα, καὶ πάλιν ἐπανακτίζοντας τὰς οἰκίας των, καὶ πάλιν καλλιεργοῦντας τὴν γῆν ἐκείνην, ἐπὶ τῆς ὁποίας σπαρακτικαὶ διεδραματίσθησαν σκηναὶ τὴν προτεραίαν. Ὅταν λοιπὸν βλέπωμεν τοὺς φυσικοὺς αὐτοὺς κατοίκους, τοὺς γεωργοὺς, τοὺς ὁποίους ἀδιάρρηκτος ἀγάπη συνδέει πρὸς τὴν γῆν, ν’ ἀπομακρύνωνται τῆς χώρας, καὶ νὰ θεωρῶσιν, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν πλέον εἰς αὐτοὺς νὰ ζήσωσιν ἐν αὐτῇ, τί σημαίνει τοῦτο; Δὲν σημαίνει, ὅτι ἡ χώρα δὲν εὐεκτεῖ οἰκονομικῶς: Λέγω δὲ τοῦτο, οὐχὶ στηριζόμενος εἰς σκέψεις ἰδίας, ἀλλὰ διότι συνέπεσε νὰ ἴδω τὰ ἔγγραφα περὶ τῶν μεταναστεύσεων, τὰ ὁποῖα κατέθεσεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, διότι ἀνέγνωσα τὰς ἐκθέσεις τῶν νομαρχῶν, ἀλλὰ κυρίως τὰς ἐκθέσεις τῶν δημάρχων, περὶ τῶν λόγων, οἵτινες προκαλοῦσι τοὺς ἀθρόους αὐτοὺς ἐκπατρισμοὺς, οἵτινες ἀποστέλλουσι χιλιάδας Ἑλλήνων γεωργῶν τῆς νεαρωτέρας ἡλικίας, ἀπὸ τοῦ 15 ἔτους μέχρι τοῦ 35, πέραν τοῦ Ὠκεανοῦ, ὅπως εὕρωσιν ἀνετώτερον βίον καὶ εὐκολώτερον κέρδος τοῦ ἄρτου...
§289ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Κύριε συνάδελφε, δὲ βλέπετε πόσοι εἴμεθα; Ἐκτὸς αὐτοῦ βλέπω καὶ ἓν ἄλλο, ὅτι περιήλθομεν εἰς ἐξάντλησιν ἐκ τοῦ κόπου, καὶ πρῶτοι οἱ κύριοι Ὑπουργοί. Ἤδη ἐξημέρωσε, καὶ ἡμεῖς ἀγρυπνοῦμεν!
§290Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Παρακαλῶ νὰ μοῦ κάμητε τὴν χάριν, κύριε Ἀλεξάκη, νὰ τελειώσω τὸ μέρος τοῦτο τῆς μελέτης μου, καὶ μετὰ ταῦτα προβάλλετε ὅ,τι θέλετε, ὅπως ἀπαλλάξητε τοῦ κόπου τοὺς κυρίους συναδέλφους. Τὸ κοινωνικὸν αὐτὸ φαινόμενον, τὸ ὁποῖον παρουσιάσθη κατὰ τὰ τελευταῖα ταῦτα ἔτη εἰς τὴν ἡμετέραν χώραν, βεβαίως ὤφειλε νὰ ἐφελκύσῃ τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως πρὸ πολλοῦ, ἀλλὰ βεβαίως ὤφειλε νὰ ἐφελκύσῃ σοβαρώτατα τὴν προσοχὴν καὶ πάντων ἡμῶν περὶ τῶν αἰτίων, ἅτινα προὐκάλεσαν αὐτὸ, διότι ἐν τῇ μελέτῃ ταύτῃ ἠθέλομεν εὕρει τὴν λύσιν ἄλλων ζητημάτων. Ἀναφέρουσιν οἱ δήμαρχοι, καὶ μάλιστα ὁ δήμαρχος Σπάρτης, ὁ ὁποῖος λέγει ἀπεριφράστως καὶ κατηγορηματικῶς, ὅτι οἱ κάτοικοι οὗτοι, οἱ γεωργοί, καὶ οἱ κτηνοτρόφοι, οἱ μετανάσται αὐτοὶ, οἱ ἀπερχόμενοι εἰς τὸν νέον κόσμον, ἀπέρχονται τῆς ἡμετέρας χώρας, διότι ὁ βίος κατέστη δύσκολος, διότι δυστυχῶς οἱ φόροι εἶναι δυσβάστακτοι, καὶ διότι ἡ γῆ δὲν δύναται πλέον νὰ θρέψῃ αὐτοὺς καὶ νὰ ἐπαρκέσῃ καὶ εἰς τὴν ἀπότισιν βαρείας φορολογίας· ὅτι τέλος πάντων ἔχουσι δικαίωμα οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ νὰ ζήσωσι, καὶ δὲν δύνανται νὰ ζήσωσιν, οὕτω φορολογούμενοι, οὕτω πιεζόμενοι, οὕτω διοικούμενοι, καὶ ἀπέρχονται, ζητοῦντες τύχην εἰς τὰς ἀπομεμακρυσμένας ἐκείνας χώρας, ὁπόθεν εἶναι δύσκολον νὰ ἐπανέλθωσι. Διότι, Κύριοι, εἶδον ἀκόμη καὶ τὸ ἑξῆς λυπηρὸν γεγονὸς ἀναγραφόμενον, τὸ ὁποῖον διαψεύδει πάντα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἔλεγεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἐπιδαύρου Λιμηρᾶς συνάδελφος, ὅτι δῆθεν οἱ ἄνθρωποι ἐκεῖνοι ἀπέρχονται καὶ ἐπιστρέφουσι πάλιν εὐτυχεῖς καὶ πλούσιοι εἰς τὰς πατρίδας των. Τὰ ἀντίθετα ὅλως λέγουσιν αἱ ἐκθέσεις, αἱ ὁποῖαι ὑπεβλήθησαν ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν. Ὅλοι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἀπέρχονται, πλὴν εὐαρίθμων, σπανιώτατα ἐπιστρέφουσιν· ἐπιστρέφουσι πρὸ πάντων ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι πάσχουσιν ἐξ ἀνιάτων νόσων, εἴτε ἐκ ῥευματισμῶν, εἴτε ἐκ φθίσεως, εἴτε ἐξ ἄλλων νοσημάτων, τὰ ὁποῖα γεννᾷ ὁ πολιτισμὸς καὶ ὁ συμφυρμὸς αὐτῶν ἐν τῷ μεγάλῳ ἐκείνῳ κόσμῳ, ἐν κακίστῃ διαίτῃ, ἐν στερήσεσιν, αἵτινες φθείρουσι τοὺς ὀλιγώτερον ἰσχυροὺς ὀργανισμοὺς τῶν μεταναστευόντων εἰς ξένα κλίματα. Τὸ φαινόμενον λοιπὸν τοῦτο, Κύριοι, τῶν ἀθρόων ἐκπατρισμῶν καταδεικνύει, ὅτι δὲν εὑρίσκεται ἐν ἀνθηρᾷ οἰκονομικῇ καταστάσει ἡ ἡμετέρα κοινωνία, διότι, ἂν εὑρίσκετο ἐν τοιαύτῃ καταστάσει, οἵαν ὁ κ. Ρέπουλης ἠθέλησε νὰ παρουσιάσῃ, ἀναντιρρήτως ὁ γεωργικὸς αὐτὸς πληθυσμὸς, ὁ ἄλκιμος αὐτὸς πληθυσμὸς, ὁ ἄγων τὴν ἡλικίαν ἀπὸ τοῦ 15 μέχρι τοῦ 35 ἔτους, ὃν τόση ἀγάπη συνδέει πρὸς τὴν γῆν, ἐν ᾗ εἶδε τὸ φῶς, τοιαύτη στοργὴ πρὸς τοὺς οἰκείους αὐτοῦ, τοιαῦτα αἰσθήματα ἐγέννησεν ἐν τῇ ψυχῇ αὐτοῦ, δὲν θὰ ἔφευγε μετὰ τοσαύτης εὐκολίας, καὶ δὲν ἤθελε μένει διαρκῶς ἐκεῖ, οὔτε κἄν σκεπτόμενος ἢ μὴ δυνάμενος πλέον νὰ ἐπιστρέψῃ εἰς τὴν πατρῴαν γῆν. Διότι παρετηρήθη καὶ τοῦτο, Κύριοι, ὅτι, ὅσοι ἐπέστρεψαν καὶ ἦσαν ὑγιεῖς, πάλιν ἀπῆλθον ἐκεῖ. Καὶ ἀπῆλθον οὐχὶ μόνον ἕνεκα τῆς πενίας, οὐχὶ μόνον ἕνεκα τῶν πιέσεων, τὰς ὁποίας ὑφίστανται, ἕνεκα τῶν δυσβαστάκτων φόρων καὶ τοῦ ἀγρίου καὶ βαρβάρου τρόπου, καθ’ ὃν εἰσπράττονται οὗτοι, ἀλλὰ καὶ διότι ἀντιλαμβάνονται τὴν διαφορὰν τοῦ πολιτισμοῦ τῆς πατρίδος των καὶ τῆς χώρας, ἐν ᾗ ἐγκατεστάθησαν καὶ ἐγεύθησαν τὰ ἀγαθὰ τῆς εὐνομίας καὶ τῆς πραγματικῆς ἐλευθερίας. Θὰ ἦτο δ’ ἀληθῶς δύσκολον, ἐπιστρέφοντες ἀπὸ τὴν χώραν ἐκείνην, ὅπου ἀκμάζει εἰς ἄκρον ὁ πολιτισμός, καὶ ἀποτελεῖ σύμβολον πίστεως ἡ ἐλευθερία τοῦ ἀτόμου, ὅπου ἡ διοίκησις ὑπάρχει ἵνα ὑπηρετῇ καὶ ἐνθαρρύνῃ τοὺς πολίτας, θὰ ἦτο δύσκολον, λέγω, ἐπιστρέφων εἰς τὴν Ἑλλάδα καὶ εὑρισκόμενος πρὸ τῶν διαφόρων ἀστυνόμων, τοὺς ὁποίους ἀναφέρει ἑκάστοτε ὁ φίλος μου κ. Ἀλεξάκης, ἢ καὶ ἐκείνων, τῶν ὁποίων εἰς μάτην τὴν καταδίωξιν ζητῶ ἐγὼ, νὰ μὴ ἐπιθυμήσῃ νὰ ἐπιστρέψῃ πάλιν, ὁπόθεν ἦλθεν, ἵνα ζήσῃ ἐλεύθερος καὶ πράγματι ἀνεξάρτητος πολίτης. Ἡ δευτέρα δὲ αὕτη ἀπομάκρυνσις ἀπὸ τῆς πατρίδος ἀφαιρεῖ πολλὰ ἐκ τῶν ἰδανικῶν τοῦ ἀπερχομένου, καὶ καθίσταται πλέον ὁριστική. Δὲν δύναταί τις βεβαίως, δοκιμάσας ἄλλην διοίκησιν καὶ ἄλλον πολιτισμὸν, νὰ ζήσῃ ὑπὸ τὴν ἀπειλὴν τῶν βουνεύρων τῶν ἀστυνομικῶν ὀργάνων καὶ ὑπὸ τοὺς βασιβουζουκισμοὺς τῶν στρατιωτικῶν ἀποσπασμάτων, ἢ ὑπὸ τὴν πίεσιν καὶ τὸν διωγμὸν τῶν εἰσπρακτόρων, οἵτινες πολὺ βαρυτέραν καθιστῶσι τὴν ὑπὸ τοῦ Κράτους ἐπιβαλλομένην φορολογίαν. Θὰ ἦναι δύσκολον νὰ ἐξακολουθήσῃ διαμένων ἐν τῇ χώρᾳ ταύτῃ, ὅπου οὔτε ἡ δικαιοσύνη δύναταί τις νὰ εἴπῃ ὅτι εἶναι ἀσφαλὴς, οὔτε ἡ διοίκησις χρηστή. Καὶ διὰ τοῦτο ἐκπατρίζονται οἱ κάλλιστοι νέοι τῆς Ἑλλάδος. Θὰ κατανοήσωμεν δὲ ποία συμφορὰ εἶναι αὕτη, ὅτε βαθμηδὸν καὶ κατ’ ὀλίγον θὰ ἐξακολουθήσῃ αὐξάνον τὸ μεταναστευτικὸν ῥεῦμα, ὅτε θὰ περιορισθῶσι σπουδαίως οἱ γάμοι, ὅτε θὰ ἐλαττωθῇ σπουδαίως ὁ πληθυσμὸς, ὅτε τὸ μόλυσμα θὰ μεταδοθῇ καὶ εἰς ἄλλας ἐπαρχίας, ὅτε θὰ ἐλαττωθῶσιν αἱ εἰσπράξεις. Τότε θ’ ἀντιληφθῶμεν, ὅτι ἡ κοινωνία αὕτη δὲν ἀνθεῖ βεβαίως οἰκονομικῶς, καὶ ὅτι ἡ κοινωνία αὕτη, οὕτω διοικουμένη, δὲν εἶναι δυνατὸν ἐπὶ πλέον νὰ πληρώνῃ τὰ 116 ἑκατομμύρια, τὰ ὁποῖα ἀναγράφονται σήμερον ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ. Ἀλλὰ καὶ ἕτερον φαινόμενον, Κύριοι, δὲν σᾶς πείθει, ὅτι ἡ κατάστασις τῆς χώρας δὲν εἶναι πραγματικῶς ἀνθηρά; Ὁ ἀξιότιμος ἐκ Φθιώτιδος Βουλευτὴς, ἀγορεύων ἐντεῦθεν, εἶπεν, ὅτι, ἐὰν ἦτο ἀνθηρὰ ἡ κατάστασις τῆς χώρας, ἀναντιρρήτως τὸ ὑποτετιμημένον πιστωτικὸν νόμισμα ἡμῶν ἤθελεν ὑπερτιμηθῆ. Ἀλλὰ τί παρατηροῦμεν; Ἐνῷ ἀμέσως μετὰ τὸν πόλεμον, κατὰ τὸ 1897, ὡς συνήφθη τὸ δάνειον τῆς ἀποζημιώσεως, τὸ φράγκον εἶχε φθάσει εἰς 1,50, ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης μέχρι σήμερον, ἀπὸ τῆς ἐποχῆς, κατὰ τὴν ὁποίαν φανταζόμεθα, ὅτι εὐεκτεῖ ὁ τόπος αὐτὸς, καὶ ὅτι ἀνθεῖ οἰκονομικῶς, τὸ φράγκον ἀνῆλθεν εἰς 1,66 καὶ 1,68, καὶ δὲν γνωρίζομεν ἀκόμη, ἐφ’ ὅσον ἐπεκτείνεται ἡ ἀξία αὐτοῦ, ποῦ θέλει φθάσει. Παρετηρήθη πανταχοῦ, ὅπου ὑπάρχει ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία, ὅτι, ὅταν ἀρχίσωσι τὰ οἰκονομικὰ τῆς χώρας νὰ βελτιῶνται, καὶ κατ’ ἀκολουθίαν καὶ τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους νὰ βελτιῶνται, ἐκεῖ ὑπερτιμᾶται τὸ πιστωτικὸν νόμισμα, καὶ ἐκεῖ παρουσιάζονται τὰ φαινόμενα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα προλειαίνουσιν ἀνεπαισθήτως τὴν ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ὅπως συνέβη ἐν Γαλλίᾳ, ὅπου οὔτε κἄν ἀντελήφθησαν αὐτήν. Καὶ πολὺ ὀρθῶς ἀνέφερεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Φθιώτιδος συνάδελφος τὸ ἐν Ρωσσίᾳ παράδειγμα, διότι ἐκεῖ ἀκριβῶς τότε μόνον ἤρθη ἡ καταναγκαστικὴ κυκλοφορία, τὴν ὁποίαν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ὕδρας συνάδελφος κ. Τσαμαδὸς διέψευδε, λέγων ὅτι δὲν ἤρθη, ἀλλ’ ἥτις πράγματι ἤρξατο ἀπὸ τοῦ ἔτους 1897, καὶ ἔληξε κατὰ τὸ 1899, ὅτε τὰ οἰκονομικὰ τῆς χώρας ἦσαν ὄντως ἀνθηρὰ, ὅτε πᾶσαι αἱ οἰκονομικαὶ δινάμεις τῆς χώρας ἀνεπτύχθησαν, ὅτε ἐστρώθη ἡ Ρωσσία ὑπὸ σιδηροδρόμων, καὶ ὁ πλοῦτος εἰσέρρευσεν εἰς τὴν χώραν. Ἔφθασεν ἄλλοτε ἐποχὴ, κατὰ τὴν ὁποίαν τὸ ῥούβλιον κατὰ τοὺς Ναπολεοντείους πολέμους καὶ κατὰ τοὺς πολέμους τῆς Τουρκίας, τῷ 1830, ὅπως καὶ κατὰ τὸν Κριμαϊκὸν πόλεμον, εἶχεν ἀξίαν μικροτέραν τοῦ ἑνὸς χρυσοῦ φράγκου, ἀλλ’ ἡ καταπληκτικὴ αὕτη ὑποτίμησις τοῦ νομίσματος παρετηρεῖτο, διότι τὴν ἐποχὴν ἐκείνην τὰ οἰκονομικὰ τῆς ῥωσσικῆς κοινωνίας ἦσαν πραγματικῶς εἰς ἀθλίαν κατάστασιν. Ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ὅμως τοῦ Κριμαϊκοῦ πολέμου, ἀφ’ ἧς ἐκεῖ τὰ παθήματα τοῦ πολέμου ἐκείνου ἐγένοντο πραγματικῶς μαθήματα, καὶ οὐχὶ ὅπως εἰς ἡμᾶς, εἰς οὓς ὁ πόλεμος οὐδὲν ἐπέφερε δίδαγμα, ἐκεῖ ἔθεσαν τὴν κεφαλὴν των μεταξὺ τῶν δύο παλαμῶν, καὶ ἐσκέφθησαν, τί πρέπει νὰ γείνῃ, ὁποῖα μέτρα ἔδει νὰ ληφθῶσιν, ὅπως ἀναστηλωθῇ οἰκονομικῶς ἡ χώρα, καὶ ὅτι δὲν ἐπετρέπετο ν’ ἀφεθῇ ἐν τῇ αὐτῇ οἰκονομικῇ καταστάσει ἡ χώρα, ὡς συνέβη παρ’ ἡμῖν. Ἐκεῖ ἐκ βάθρων μετεβλήθη καὶ τὸ οἰκονομικὸν καὶ τὸ διοικητικὸν σύστημα, αἱ παλαιαὶ προβλέψεις κατέπεσαν, τὰ δὲ ἀποτελέσματα παρουσιάσθησαν μετὰ μίαν δεκαετίαν. Ὡς κύριος σκοπὸς τῆς νέας πολιτικῆς ἐν τῇ χώρᾳ ἐκείνῃ ἐτέθη ἡ ἀνάπτυξις τῆς παραγωγῆς καὶ ὁ ἐκπολιτισμὸς τῶν κατοίκων, ἄνευ τοῦ ὁποίου δυσχερὴς καθίσταται ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ συστήματος τῆς ἀναπτύξεως τῆς παραγωγῆς. Τότε δὲ παρετηρήθη ἡ τεραστία ἐκείνη ἀνάπτυξις τῆς βιομηχανίας, κατὰ χιλιάδας ἀνηγείροντο τὰ ἐργοστάσια, ἐπυκνοῦτο ὁ πληθυσμὸς τῶν πόλεων, χωρία δὲ, τὰ ὁποῖα κατὰ τὸν Κριμαϊκὸν πόλεμον ἠρίθμουν 500 ἕως 1000 ψυχὰς, ὅπως ἡ Λὸτς, σήμερον ἔχουσι 400 καὶ 500 χιλιάδας κατοίκων, κατασταθέντα μεγάλα βιομηχανικὰ κέντρα. Ἡ δὲ Μόσχα, ἥτις ἐθεωρεῖτο ὡς πόλις ὀπισθοδρομικὴ, περικλείουσα τὰς ἀρχαίας παραδόσεις τῆς φυλῆς, κατεστάθη μία ἀπὸ τὰς μεγαλειτέρας βιομηχανικὰς πόλεις τοῦ κόσμου· εἰς ἱκανὰς χιλιάδας ἀριθμοῦνται σήμερον τὰ ἐργοστάσια τῆς βιομηχανίας ἐν αὐτῇ, καὶ οἱ ταπεινοὶ καὶ εὐτελεῖς δουλοπάροικοι, οἱ πρὸ τοῦ Κριμαϊκοῦ πολέμου, ἐγένοντο οἱ μέγιστοι τῶν ἐπιχειρηματιῶν, οἱ διευθυνταὶ μεγάλων βιομηχανιῶν, οἱ ἐκμεταλλευταὶ τοῦ μεταλλικοῦ πλούτου τῆς χώρας, νέα δ’ ἐν γένει ἐδόθη τροφὴ καὶ εἰς τὰς ἰδέας καὶ εἰς τὸν βίον καὶ εἰς τὰς τάσεις τοῦ λαοῦ. Αὗται λέγονται μεταρρυθμίσεις, καὶ ἐκεῖνοι λέγονται μεγάλοι Ἡγεμόνες καὶ κυβερνῆται Κρατῶν, οἵτινες πρὸς τοιαύτας μεταβολὰς συνδέουσι τὸν βίον των. Ὑπὸ τὴν ὤθησιν τοιούτων ἰδεῶν, ὑπὸ τὸ κράτος τοιαύτης διοικήσεως ἡ παραγωγὴ ἀνεπτύχθη τοσοῦτον, ὥστε ἡ βιομηχανία πληροῖ οὐ μόνον τὰς ἀνάγκας τῆς χώρας, ἀλλὰ καὶ ἐξάγει κατ’ ἔτος προϊόντα αὐτῆς 90,000,000 ῥουβλίων, ἡ γεωργία ἐπεξετάθη μετὰ καταπλησσούσης ταχύτητος, νέα εἴδη καλλιεργείας εἰσήχθησαν, ἡ δημοσία ἀσφάλεια ἀποκατεστάθη, καὶ οἱ σιδηρόδρομοι συνέδεσαν τὴν χώραν καθ’ ὅλας αὐτῆς τὰς διευθύνσεις, σήμερον δὲ τὸ ἐξαγωγικὸν ἐμπόριόν της παρουσιάζει διαφορὰν ἀπὸ τὸ εἰσαγωγικὸν ἑκατοντάδων ὅλων ἑκατομμυρίων ῥουβλίων. Ἀφοῦ δ’ οὕτως ἤρξατο ἀνθοῦσα ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις τῆς κοινωνίας, ἀφοῦ ἐκαθαρίσθη ἡ ἀτμόσφαιρα ἀπὸ τῶν παλαιῶν προλήψεων καὶ τῶν ἐσκωριασμένων ἰδεῶν, ἐπεδιώχθη ἡ ἀποταμίευσις ἀφθόνου χρυσοῦ ἐν τῇ χώρᾳ· τοσοῦτος δὲ εἶναι ὁ ἀποτεταμιευμένος χρυσὸς ἐν τοῖς ταμείοις τῆς Αὐτοκρατορικῆς Τραπέζης τῆς Ῥωσσίας, ὥστε σήμερον ἡ Ῥωσσία εἶναι ἐν Εὐρώπῃ ἡ χώρα, ἥτις ἔχει εἰς τὰ ταμεῖα αὐτῆς τὸν πλειότερον χρυσόν· διότι, ἂν ἄλλων Κρατῶν αἱ Τράπεζαι ἀριθμοῦσιν, ὡς ἡ Γαλλικὴ, φρ. χρ. 1,800,000,000 νομίζω, ἡ Αὐτοκρατορικὴ Τράπεζα τῆς Ῥωσσίας ἔχει εἰς τὰ ταμεῖα αὐτῆς 2,300,000,000 χρυσῶν φράγκων...
§291Ξ. ΚΥΡΙΑΖΗΣ. Ἡ Γαλλικὴ Τράπεζα ἔχει 2½ δισεκατομμύρια.
§292Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Δὲν ὑποθέτω, ὅτι κατέχει τοσοῦτο ποσόν.
§293Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἔχει πλέον τῶν δύο δισεκατομμυρίων.
§294Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Καὶ ἂν ἔχῃ τὸ ποσὸν, ὅπερ ἀναφέρει ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου, πάντως τὸ ἐν τῇ Γαλλικῇ Τραπέζῃ εὑρισκόμενον ποσὸν εἰς χρυσὸν εἶναι κατώτερον τοῦ ὑπάρχοντος ἐν τῇ Ῥωσσικῇ, διότι πρὸ μικροῦ ἀνεγίνωσκον ἔν τινι εἰδικῷ ἄρθρῳ, ὅτι ἡ Ῥωσσικὴ Τράπεζα ἔχει ἀποτεταμιευμένον τὸ μεγαλείτερον ποσὸν τοῦ χρυσοῦ. Ἀλλὰ δὲν πρόκειται περὶ τούτου. Ἀνέφερα τοῦτο, ἵνα καταδείξω, ὅτι, μόνον ὅτε ἐγένοντο πάντα ταῦτα ἐν Ῥωσσίᾳ, τότε ἀφ’ ἑαυτῆς ἤρθη ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία. Καὶ ἤρθη οὐχὶ διὰ τεχνασμάτων, διότι ταῦτα δὲν δύνανται ἐπὶ μακρὸν ν’ ἀσφαλίσωσιν αὐτὴν, ἀλλ’ ἤρθη ὅτε πράγματι ἐφάνη εὐεκτοῦσα ἡ χώρα, ἔχουσα ἀνθηρὰ τὰ οἰκονομικὰ αὐτῆς. Καὶ κατεδείχθη, διότι ἀπὸ τοῦ ἑνὸς φράγκου, ὅπερ ἦτο ἀξία τοῦ ῥουβλίου κατὰ τὸν πόλεμον τῆς Κριμαίας, ἀνῆλθεν εἰς φράγκα 2 καὶ 60 ἑκατοστά. Τότε ὁ κ. Βίτε, ὅστις ἀπὸ ἁπλοῦς ἐπιθεωρητὴς σιδηροδρομικῆς τινος γραμμῆς τῆς μεσημβρινῆς Ῥωσσίας ἐγένετο Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἦρε τὴν καταναγκαστικὴν κυκλοφορίαν, κανονίσας τὴν ἀξίαν τοῦ ῥουβλίου εἰς φράγκα 2,60. Τόσον δὲ ἦτο παρεσκευασμένη ἡ χώρα, ὅπως δεχθῇ τὴν νομισματικὴν μεταβολὴν, ὥστε οὐδεμία ἐπῆλθε δυσκολία εἰς τὰς συναλλαγὰς, οὐδὲ παρετηρήθη κρίσις τις ἐν τῇ ἀγορᾷ. Ὁμαλῶς ἐκανονίσθησαν τὰ πάντα, διότι ἡ χώρα παρεσκευάσθη πρὸς τοῦτο. Ἂν δὲν ἐπανέφεραν τὸ ῥούβλιον εἰς τὴν ἀρχικὴν αὐτοῦ ἀξίαν τῶν τεσσάρων φράγκων, τοῦτο προέρχεται ἐκ λόγων συνηθείας πλέον, καὶ ἐκ τῆς διαφορᾶς τῆς ὑπαρχούσης μεταξὺ χρυσοῦ καὶ ἀργύρου, διότι ἀργυροῦν ἦτο τὸ ῥούβλιον· τοῦτο δ’ ἐξηπάτησε τὸν κ. Βουλευτὴν ἐξ Ὕδρας, νομίσαντα ὅτι ἐξακολουθεῖ ἐν Ῥωσσίᾳ ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία, καὶ τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Κερκύρας, πιστεύσαντα ὅτι καὶ ἡμεῖς δυνάμεθα δι’ ἑνὸς νόμου νὰ κανονίσωμεν τὴν τιμὴν τοῦ φράγκου εἰς 1,60, φέρ’ εἰπεῖν, καὶ νὰ ἄρωμεν οὕτω τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν. Δυνάμεθα χιλίους νόμους νὰ ψηφίσωμεν, κανονίζοντες τὴν τιμὴν τοῦ νομίσματος· τὰ πράγματα κατ’ οὐδὲν θέλουσι μεταβληθῆ· ἡ καταναγκαστικὴ κυκλοφορία θὰ ἐξακολουθῇ ὑφισταμένη, διότι τεχνάσματα καὶ νόμοι δὲν κανονίζουσι τὰ ζητήματα ταῦτα, ἀλλ’ ἡ οἰκονομικὴ εὐεξία ἐπιβάλλει αὐτά. Οὕτω λοιπόν, Κύριοι, καὶ τὸ φαινόμενον τοῦτο, ὅτι τὸ ἡμέτερον πιστωτικὸν νόμισμα ἐκπίπτει ἀπὸ ἡμέρας εἰς ἡμέραν, καταδεικνύει, ὅτι δὲν ἐβελτιώθη παντάπασιν ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις τῆς χώρας, καὶ πολὺ ἀπέχει τοῦ νὰ παρουσιάζῃ τὴν θελκτικὴν ἐκείνην εἰκόνα τῆς εὐπορίας, ἣν ἐσχεδίασεν ἐντεῦθεν ὁ ἔντιμος ἐξ Ἑρμιονίδος συνάδελφος. Ἔχομεν λοιπὸν δύο φαινόμενα, ἀρκετὰ χαρακτηριστικά. Ἔχομεν τοὺς ἀθρόους ἐκπατρισμοὺς ἀφ’ ἑνός, ἔχομεν ἀφ’ ἑτέρου τὴν ὕψωσιν τοῦ χρυσοῦ φράγκου. Ὅταν δὲ τοιαῦτα παρουσιάζωνται φαινόμενα ἐν τῇ χώρᾳ, νομίζω ὅτι εἶναι ἀρκετὰ, ἵνα καταδείξωσιν, ὅτι δὲν δύναται αὕτη νὰ ὑφίσταται τὸ βάρος τοσούτων δαπανῶν, τοιαύτης βαρείας φορολογίας, χωρὶς νὰ καμφθῇ καὶ χωρὶς νὰ προκαλέσῃ οἰκονομικὴν κρίσιν ἐν τῇ κοινωνίᾳ. Δὲν εἶναι δυνατὸν ἑπομένως νὰ σχηματίσῃ τις πεποίθησιν, ὅτι θὰ ἀντέχῃ ἐπὶ μακρὸν ἡ χώρα νὰ προσφέρῃ εἰς τὸ Κράτος τὰ 116,000,000, τὰ ἀναγραφόμενα σήμερον ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ. Καὶ πῶς εἶναι δυνατόν, Κύριοι, νὰ πιστεύσωμεν, ὅτι ἤλλαξεν ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις τῆς χώρας ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε νὰ δικαιολογῇ τοιοῦτον ἐξωγκωμένον Προϋπολογισμόν; Μήπως στρέφοντες δεξιᾷ καὶ ἀριστερᾷ, ἢ διερχόμενοι τὴν χώραν, εὑρίσκετε ὅτι ἐγένετο τεραστία τις ἀνάπτυξις τῆς καλλιεργείας παρ’ ἡμῖν; Τί παρουσιάζει αὕτη; Αἱ αὐταὶ ἰδέαι, αἱ αὐταὶ οἰκονομολογικαὶ θεωρίαι ἀκούονται κατ’ ἔτος καὶ ἐπὶ μακρὰν σειρὰν ἐνιαυτῶν, τὰ αὐτὰ πράγματα ἀνασείονται καὶ τὰ αὐτὰ ἐπιχειρήματα προτάσσονται. Ρητορικῶς ἴσως προωδεύσαμεν, οὐσιαστικῶς ὅμως ἐμείναμεν εἰς τὰ αὐτὰ πράγματα, καὶ τὰ αὐτὰ θὰ ἔχωμεν ἀποτελέσματα. Συνεχῶς ὁμιλοῦμεν περὶ τῆς παραγωγῆς ἐνταῦθα, ἀλλ’ εἴδετε εἰς τὰς σελίδας αὐτὰς τοῦ Προϋπολογισμοῦ κεφάλαια δεικνύοντα, ὅτι σοβαρῶς ἠσχολήθημεν ἐν τῷ ζητήματι τούτῳ; Ἢ νομίζετε, ὅτι τὰ εὐτελῆ αὐτὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα ἐλάβομεν περὶ τῆς γεωργίας, ἐξασφαλίζουσι τὴν ἀνάπαυσιν τῆς συνειδήσεως ἡμῶν, ὅτι γενναῖόν τι ἐπράξαμεν ὑπὲρ τῆς παραγωγῆς; Ἢ μήπως φαντάζεσθε, ὅτι ἡ ἵδρυσις Γεωργικῆς Ἑταιρείας, ἔστω καὶ ὑπὸ τὴν προστασίαν τοῦ Βασιλέως, εἶναί τι ἄξιον λόγου, καὶ ὅτι αἱ λύσεις τοιούτων σπουδαιοτάτων ζητημάτων λύονται δι’ αὐτῆς; Ἢ ἡ αὐξηθεῖσα συνδρομὴ τῶν Γεωργικῶν Σταθμῶν ἐπέφερε τὴν αὔξησιν τῆς παραγωγῆς ἐν Ἑλλάδι, ὥστε νὰ δικαιολογῆται ἡ κατ’ ἔτος αὔξησις τοῦ Προϋπολογισμοῦ, οὕτως ὥστε νὰ φθάσωμεν εἰς 116,000,000 δαπάνας; Ἐνῷ ἡ καλλιέργεια εὑρίσκεται εἰς τοιαύτην κατάστασιν καὶ ἡ βιομηχανία ἡμῶν καρκινοβατεῖ, ἡ ναυτιλία, παρ’ ὅλην τὴν παρατηρηθεῖσαν τάσιν τῆς αὐξήσεως τῆς ἀτμήρους τοιαύτης, πολὺ ἀπέχει τοῦ νὰ ἦναι ἀξία τῶν ἐλπίδων, τὰς ὁποίας ἠδύνατό τις νὰ προσδοκᾷ περὶ τοῦ κλάδου τούτου, προκειμένου περὶ χώρας, οἵα εἶναι ἡ Ἑλληνικὴ, ἡ ἀκμάσασα διὰ τῆς ναυτιλίας, καὶ δι’ αὐτῆς ἐπιβληθεῖσα καθ’ ἅπασαν τὴν λεκάνην τῆς Μεσογείου. Ὁ μεταλλικὸς πλοῦτος, ὅστις θὰ ἠδύνατο ν’ ἀναπτύξῃ μεγάλην βιομηχανίαν παρ’ ἡμῖν, μένει εἰς τὴν πρωτογενῆ αὐτοῦ κατάστασιν, καὶ ἡ ἀπόκτησις παραχωρήσεως μεταλλείου ὑπὸ τοῦ σπανίως συνερχομένου Συμβουλίου θεωρεῖται ὡς τὸ ἀνεκπλήρωτον ὄνειρον παντὸς ναυαγοῦ τοῦ βίου. Εἰς τί λοιπὸν ὀφείλεται ἡ γεννηθεῖσα πεποίθησις, ὅτι ὀρθῶς ηὐξήσαμεν τὰς δαπάνας ἡμῶν καὶ δεικνύομεν τάσιν μελλούσης ἐνιαυσίας αὐξήσεως; Διότι παρατηρεῖται, ὅτι ἡ αὔξησις εἶναι τακτικὴ κατὰ πάντα Προϋπολογισμόν, ἐνῷ παρ’ οὐδεμιᾶς σπουδαίας καὶ ἀναποδράστου ἀνάγκης προκαλεῖται αὕτη, ἀλλὰ γίνεται ἕνεκα λόγων προσωπικῶν καὶ πρὸς ἱκανοποίησιν ἀναγκῶν οὐδεμίαν σχέσιν ἐχουσῶν πρὸς τὸ γενικὸν καλόν, ἢ πρὸς μέγα τι ἐθνικὸν συμφέρον, ὅπερ ὑπαγορεύει θυσίας ὑπερτέρας τῶν δυνάμεων τῆς μικρᾶς καὶ πτωχῆς αὐτῆς χώρας, τὴν ὁποίαν ἀντιπροσωπεύομεν. Καὶ ὅταν τις, Κύριοι, μελετήσῃ τὴν ὑφισταμένην κατάστασιν, ὅταν τις εἰσδύσῃ εἰς τὰς λεπτομερείας τοῦ βίου τῶν γεωργικῶν τάξεων παρ’ ἡμῖν, ἀπογοητεύεται ἀληθῶς ἀπὸ τῆς δράσεως τῆς Ἑλληνικῆς Πολιτείας, ἥτις φωρᾶται, ὅτι διὰ πᾶν ἄλλο μεριμνᾷ ἢ περὶ τῆς βελτιώσεως τῆς τύχης τῶν πολιτῶν αὑτῆς. Αὐτὴ δὲ εἶναι ἡ ἀλήθεια. Καὶ παρακαλῶ νὰ μὴ θεωρηθῶσι ταῦτα ὡς ῥητορικὰ σχήματα. Γνωρίζετε πάντες, ὅσοι ἤλθατε εἰς συνάφειαν πρὸς τὰς τάξεις ταύτας, πόσον ἀπηνῶς φορολογοῦνται, ἀλλὰ καὶ πόσον πιέζονται κατὰ τὴν εἴσπραξιν τῶν φόρων, καὶ ποία κατάθλιψις γίνεται ἀπὸ μέρους τῶν εἰσπρακτόρων, οἵτινες κατεστάθησαν τυραννίσκοι τῶν ἀτυχῶν αὐτῶν πολιτῶν, τῶν ἀποκλήρων αὐτῶν πάσης κοινωνικῆς προόδου καὶ ἀναπτύξεως. Διότι δὲν εἶναι αὐτὴ καθ’ ἑαυτὴν ἡ φορολογία τόσον πιεστική, ὅσον εἶναι ὁ ἀλλόκοτος τρόπος τῆς εἰσπράξεως τῶν φόρων, ὁ δίδων λαβὴν εἰς παντοίας καταχρήσεις καὶ εἰς παντοίας λῃστεύσεις. Ἡ τακτικὴ τοῦ Κράτους φορολογία πλειστάκις διπλασιάζεται ἕνεκα τῶν καταχρήσεων ἀπὸ μέρους τῶν ἐντεταλμένων τὴν εἴσπραξιν δημοσίων ὀργάνων, καὶ ἀληθῶς πρέπει ν’ ἀνατρέξῃ τις εἰς λίαν ἀπομεμακρυσμένην ἐποχὴν ἐν Εὐρώπῃ, ὅπως εὕρῃ τοιοῦτον σύστημα φορολογίας, ἀπέχον πολὺ τῆς ἀληθῶς πεπολιτισμένης διοικήσεως. Ἀλλ’ ἐσυνηθίσαμεν νὰ μὴ μελετῶμεν τοὺς φορολογικοὺς νόμους, ἐν σχέσει πρὸς τὸν τρόπον τῆς ἐφαρμογῆς αὐτῶν, καὶ προσκολλώμεθα ὡς ὄστρακα εἰς πεπαλαιωμένας ἰδέας, ἀφιέμεθα δὲ εἰς τὴν ἐνέργειαν ὑπαλληλίας, τὴν ὁποίαν μαστίζει μετὰ τῆς κλασικῆς ἀφιλοπονίας καὶ τερατώδης ἀμάθεια. Ἀποφεύγομεν πάντοτε νὰ ἐξετάσωμεν τοὺς φορολογικοὺς νόμους ἐν σχέσει πρὸς τὴν οἰκονομικὴν καὶ ἠθικὴν κατάστασιν τῶν φορολογουμένων, ὅτε θὰ ἠδυνάμεθα νὰ ἐξαγάγωμεν συμπεράσματα, ἅτινα θὰ ὡδήγουν ἡμᾶς εἰς λύσιν μεγάλων κοινωνικῶν ζητημάτων, τῶν ὁποίων τὸ ἐπικίνδυνον μετ’ οὐ πολὺ θέλομεν αἰσθανθῆ. Καὶ ἐνθυμοῦμαι, ὅτι ἄλλοτε ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης ἔθιξα τὸ ζήτημα τοῦ φόρου τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, ἐν σχέσει πρὸς τὴν κατάστασιν τῶν γεωργῶν τῆς Θεσσαλίας, καὶ προσεπάθησα νὰ παρουσιάσω τὴν εἰκόνα τῆς βαρβαρότητος, εἰς ἣν κυλίονται οἱ πληθυσμοὶ ἐκεῖνοι, οἵτινες οὐδέποτε ᾐσθάνθησαν ἐλευθερίαν, καὶ μετὰ μίαν εἰκοσαετίαν, ἀφ’ ἧς προσηρτήθη ἡ Θεσσαλία εἰς τὴν Ἑλλάδα, ἐξακολουθοῦν ὄντες δοῦλοι, ὅπως καὶ ὅτε εὑρίσκοντο ὑπὸ τὴν Ὀθωμανικὴν κυριαρχίαν. Ὑπέδειξα τότε, ὅτι μὲ τὴν ἐλευθερίαν, ἣν ἐχορήγησεν αὐτοῖς ἡ Εὐρώπη, εἴχομεν ἡμεῖς ἓν ἕτερον καθῆκον, νὰ ἐλευθερώσωμεν πραγματικῶς αὐτούς· νὰ ἐλευθερώσωμεν αὐτοὺς ἀπὸ δουλείας, ἥτις εἶναι στίγμα εἰς τοὺς φιλελευθέρους ἡμῶν θεσμούς. Εἴχομεν καὶ ἓν ἕτερον καθῆκον, νὰ ἐκπολιτίσωμεν αὐτούς...
§295ΑΛΕΞ. ΚΑΣΣΑΒΕΤΗΣ. Νομίζετε ὅτι δὲν εἶναι πεπολιτισμένοι;
§296Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Νομίζω, ὅτι εὑρίσκονται εἰς τὸ ἔσχατον σημεῖον τῆς βαρβαρότητος. Μάλιστα ἔπρεπε νὰ ἐκπολιτίσωμεν αὐτοὺς, χάριν τοῦ οἰκονομικοῦ συμφέροντος τοῦ Κράτους καὶ χάριν τοῦ οἰκονομικοῦ συμφέροντος τῆς κοινωνίας. Διότι ἡ ἀνάπτυξις τῆς καλλιεργείας δὲν προέρχεται τόσον ἐκ τῆς γονιμότητος τοῦ ἐδάφους, ὅσον ἐκ τοῦ πολιτισμοῦ τῆς καλλιεργούσης κοινωνίας. Ἐφ’ ὅσον προοδεύει κοινωνία τις ἐν τῷ πολιτισμῷ, ἐπὶ τοσοῦτον ἀναπτύσσονται οἱ πόροι αὐτῆς, ἐπὶ τοσοῦτον βελτιοῦται ἡ καλλιέργεια αὐτῆς, καὶ ἐπὶ τοσοῦτον αὐξάνουσι καὶ οἱ πόροι τοῦ Κράτους, ἄνευ προσθέτου φορολογίας, ἄνευ πιέσεως, καὶ ἄνευ τοῦ κινδύνου νὰ καταβληθῇ ἡ κοινωνία αὕτη ἐκ τοῦ οἰκονομικοῦ καμάτου, ὅπως διατρέχῃ τὸν κίνδυνον νὰ πάθῃ σήμερον. Ἀλλ’ ἐν τῇ νομοθεσίᾳ τῶν τελευταίων τούτων ἐτῶν, καὶ μετὰ τὸν πόλεμον, εἴδετε νὰ ἐλήφθη πρόνοιά τις πρὸς ἐξανθρωπισμὸν τῶν καραγκούνιδων αὐτῶν τῆς Θεσσαλίας; Οὐδαμοῦ παρετηρήθη οὐδὲ ἡ ἐλαχίστη μέριμνα· καὶ ἐνῷ ηὐξήσαμεν διὰ λόγους προσωπικοὺς κατὰ δεκάδας ἑκατομμυρίων τὰς δαπάνας τοῦ Κράτους ἐντὸς ὀκτὼ ἐτῶν, οὐδ’ ἐτολμήσαμεν κἂν νὰ θίξωμεν τὰ ζητήματα ταῦτα, ὧν ἡ λύσις θέλει σημειώσει σπουδαῖον βῆμα εἰς τὴν πραγματικὴν πρόοδον, εἰς τὸν ἀληθῆ πολιτισμὸν τῆς ἡμετέρας χώρας. Δὲν θέλω, Κύριοι, νὰ ἐνδιατρίψω ἐπὶ θέματος, ὅπερ ἄλλοτε ἐν πάσῃ τῇ δυνατῇ εὐρύτητι ἀνέπτυξα ἐντεῦθεν, ἀλλὰ δὲν δύναμαι τὴν στιγμὴν ταύτην νὰ μὴ ἀναμνησθῶ τῶν σκηνῶν, ὧν ἐγενόμην μάρτυς, ὅτε διηρχόμην τὴν Θεσσαλίαν, ὅταν εἰς τὰς ἐλεεινὰς ἐκείνας καλύβας, ἐντὸς τῶν ὁποίων μανδρίζονται οἱ κάτοικοι τῶν πεδιάδων τῆς Θεσσαλίας, ἔβλεπον τὰς ὠχρὰς μορφὰς τῶν ῥυπαρῶν γεωργῶν, οὓς μαστίζουν οἱ πυρετοί, τοὺς ὁποίους δεκατίζουν αἱ νόσοι, τοὺς ὁποίους οὐδεμία παρηγορεῖ ἐλπὶς βελτίονος μέλλοντος, καὶ τοὺς ὁποίους ταπεινώνει ἡ ἀνελεύθερος αὐτῶν κατάστασις. Καὶ ὅμως οἱ ταπεινοὶ αὐτοὶ χωρικοὶ θὰ ἠδύναντο νὰ καταστήσωσιν εὐδαίμονα τὴν Ἑλλάδα, ἂν ἄλλαι ἦσαν αἱ τάσεις τῆς Πολιτείας παρ’ ἡμῖν. Ὁμιλοῦμεν, Κύριοι, συχνάκις περὶ τοῦ μέλλοντος τῆς πατρίδος ἡμῶν, ὁμιλοῦμεν συχνάκις περὶ τοῦ προορισμοῦ τοῦ ἡμετέρου Κράτους καὶ περὶ τῆς ἀπελευθερώσεως τῶν δούλων ἀδελφῶν ἡμῶν· καὶ ἐνῷ τοσαῦτα λέγομεν, καὶ ἐνῷ τοσούτους ἀκούομεν ἐντεῦθεν διθυράμβους, δὲν κατωρθώσαμεν ἀκόμη νὰ ἐλευθερώσωμεν τοὺς σκλάβους αὐτοὺς τῆς Θεσσαλίας, οἵτινες ζοῦν καὶ ἀποθνήσκουν σκλάβοι, ὅπως ἔζων καὶ ἀπέθνησκον, ὅτε ἐσείετο ὕπερθεν αὐτῶν τὸ γιαταγάνι τοῦ Ἀλῆ πασσᾶ! Δὲν γνωρίζω, ἂν ὑπάρχει εἰς ἄλλην τινὰ χώραν τῆς Εὐρώπης τοιαύτη κατάστασις, ἂν ὑπάρχουσι καὶ ἄλλοι γεωργικοὶ πληθυσμοὶ τὴν αὐτὴν ὑφιστάμενοι τύχην· γνωρίζω μόνον, ὅτι πρὸ τεσσαρακονταετίας καὶ ἐκεῖ, ὅπου ὑφίστατο ἐπὶ αἰῶνας, μετεβλήθη, καὶ μὲ τὴν βελτίωσιν τῆς τύχης τῶν δουλοπαροίκων ἐπαγιώθη ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις καὶ τῆς κοινωνίας καὶ τοῦ Κράτους. Ἡμεῖς, μὲ τοὺς φιλελευθέρους ἡμῶν θεσμούς, ἐξακολουθοῦμεν τηροῦντες ἐν ἀκμῇ τὴν δουλοπαροικίαν, πρὸς μεγίστην ζημίαν τῆς τε κοινωνίας καὶ τοῦ Κράτους! Καὶ ἐνῷ παριστάμεθα ὡς κοινοβουλευτικὸν Κράτος ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, καὶ ἀναπηδῶσι συνεχῶς οἱ Ἁρμόδιοι καὶ οἱ Ἀριστογείτονες ἐπὶ τοῦ βήματος τούτου, ἀνεχόμεθα τὴν ἀτιμοτέραν δουλείαν εἰς τὰς πεδιάδας τῆς Θεσσαλίας. (Εὖγε! εὖγε!). Οὕτω, Κύριοι, ἐξετάζων τις τοὺς φόρους, συνδυάζων δὲ αὐτοὺς πρὸς τὴν κατάστασιν, εἰς ἣν εὑρίσκονται οἱ φορολογούμενοι, καταλήγει εἰς τὸ μελαγχολικὸν συμπέρασμα, ὅτι καταβάλλομεν μὲν πᾶσαν προσπάθειαν πρὸς εἴσπραξιν τούτων, ὅτι ἐντείνομεν πάσας τὰς δυνάμεις ἡμῶν, ὅπως πιέσωμεν καὶ, οὕτως εἰπεῖν, ἀποστραγγίσωμεν τὰς εὐρείας ἐκείνας τάξεις τῶν φορολογουμένων, ἀλλ’ ἐλάχιστον μεριμνῶμεν, ὅπως βελτιώσωμεν τὴν κατάστασιν τούτων, ὅπως χορηγήσωμεν αὐτοῖς ἀνάλογα ἀγαθὰ χρηστῆς διοικήσεως, καὶ ὠθήσωμεν αὐτοὺς πρὸς τὸν πολιτισμόν. Διότι, ἂν λάβῃ τις ὑπ’ ὄψιν τὰς δαπάνας τὰς ἐγκατεσπαρμένας εἰς τὰ διάφορα κεφάλαια καὶ ἄρθρα τοῦ Προϋπολογισμοῦ, διακρίνει, ὅτι εἰς τὴν διάθεσιν τῶν ποσῶν τούτων δὲν ἐνυπάρχει σύστημα πρὸς ἕνα τεῖνον σκοπόν, τὴν βελτίωσιν τῆς χώρας, ἥτις δὲν ἀπέκτησεν ἀκόμη ὑποφερτὴν ὀργάνωσιν διοικήσεως. Δὲν εἶμαι ἐξ ἰδιοσυγκρασίας χαρακτῆρος τείνοντος πρὸς τὴν μελαγχολίαν, ἀλλὰ πολλάκις, διερχόμενος τὰς σελίδας τοῦ Προϋπολογισμοῦ, κατελήφθην ὑπὸ δυσθυμίας, διότι ἔβλεπον πόσον ἀκάρπως καὶ πόσον ἀμεθόδως διατίθεται τὸ χρῆμα τοῦ λαοῦ. Ἔτι δὲ μᾶλλον καταλαμβάνεταί τις ἐκ δυσθυμίας, ὅταν γνωρίζῃ, μετὰ πόσου κόπου, ἀλλὰ καὶ κατόπιν πόσων κακοπαθειῶν πληρώνει ὁ φορολογούμενος ἐν Ἑλλάδι τοὺς φόρους αὐτοῦ, οἵτινες ἀφαιροῦνται ἀπὸ τὴν εὐτυχίαν αὐτοῦ, ἀπὸ τὰ ἀπαραίτητα μέσα τῆς συντηρήσεως αὐτοῦ, ὅτι πολλάκις σύρεται εἰς τὰς φυλακὰς, διότι δὲν εἶναι εἰς θέσιν νὰ πληρώσῃ τὴν μικρὰν ὀφειλήν του εἰς τὸ Δημόσιον. Καὶ ἔρχεται αὐθόρμητον τὸ ἐρώτημα: διατὶ εἰσπράττονται τοσαῦτα ἑκατομμύρια; καὶ ποῦ διατίθενται τὰ ἑκατομμύρια ταῦτα; Βεβαίως διὰ πᾶσαν δαπάνην εὑρίσκεται πρόχειρος ἡ δικαιολογία, ἀλλ’ ἐξετάζων τις τὰς παρουσιαζομένας δικαιολογίας, εὑρίσκει ὅτι μέγα μέρος τῶν δαπανῶν αὐτῶν ἢ ματαίως ἢ πρὸς σκοποὺς καθαρῶς προσωπικοὺς σπαταλᾶται. Διότι ἐκεῖνο, ὅπερ παρατηρεῖ τις παρ’ ἡμῖν, δὲν εἶναι ἡ ἔλλειψις τῶν μέσων, ὅπως ἀποκτήσωμεν ὅ,τι κέκτηνται πᾶσαι αἱ πεπολιτισμέναι χῶραι, εἶναι ἡ ἔλλειψις γνώσεως τοῦ κυβερνᾷν, εἶναι ἡ ἔλλειψις μεθόδου, συστήματος, δι’ οὗ πᾶσα ἡ λειτουργία τῆς Πολιτείας θὰ συντελῇ εἰς τὴν ἐκπολίτισιν τῆς χώρας καὶ εἰς τὴν ἐκπλήρωσιν τοῦ ἐθνικοῦ ἰδεώδους. Καὶ ἂς μὴ εἴπῃ τις, ὅτι διὰ τοῦ ἀναγραφομένου ποσοῦ τῶν δαπανῶν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχωμεν χρηστὴν καὶ ἐκπολιτιστικὴν διοίκησιν. Ἄλλα Κράτη, τὸν αὐτὸν ἔχοντα περίπου πληθυσμόν, τὴν αὐτὴν ἔχοντα ἔκτασιν, ἣν ἔχει ἡ Ἑλλὰς, πολὺ ὀλιγώτερα ἡμῶν δαπανῶσιν, ἔχουσι δὲ διοίκησιν, ἥτις δύναται νὰ χρησιμεύσῃ ὡς ὑπόδειγμα καὶ εἰς μεγάλα Κράτη. Ἡμεῖς διὰ τῆς δαπάνης τοσούτων ἑκατομμυρίων ἠδυνήθημεν τοὐλάχιστον νὰ ἀποκτήσωμεν διοίκησιν πεπολιτισμένην; Καὶ ἠκούσατε πρό τινος τὸν κ. Βουλευτὴν ἐξ Ἑρμιονίδος, ὑποστηρίζοντα, ὅτι ἀνυπερθέτως θὰ εἰσπράξωμεν τὰ ἀναγραφόμενα ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ἑκατομμύρια, καὶ ὅτι δίκαιον καὶ ὀρθὸν εἶναι νὰ δαπανήσωμεν ταῦτα, διότι εἶναι ἀνάγκη, ἣν ὑπαγορεύει ὁ πολιτισμὸς τῆς ἡμετέρας χώρας. Ἀλλὰ τέλος πάντων ποῖος εἶναι αὐτὸς ὁ πολιτισμὸς τῆς Ἑλλάδος, ὁ ὁποῖος τοσαῦτα ἀπαιτεῖ ἑκατομμύρια; ποία εἶναι ἡ διοίκησις ἡμῶν, ἡ ἀπεικονίζουσα αὐτὸν τὸν πολιτισμὸν τῆς χώρας; Ἐγὼ δὲν θέλω νὰ στηριχθῶ εἰς ἰδίας παρατηρήσεις καὶ εἰς ἰδίας μελέτας. Λαμβάνω αὐτὴν τὴν ἔκθεσιν τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἧς συγγραφεὺς εἶναι αὐτὸς ὁ φίλος μου κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἑρμιονίδος, ὅστις σᾶς λέγει, ὅτι ἡ διοίκησις παρ’ ἡμῖν ἐν ἀξιοθρηνήτῳ εὑρίσκεται καταστάσει, ὅτι «οὔτε τάξις κρατεῖ εἰς πάντας τοὺς κλάδους, ἡ ἐπιβαλλομένη εἰς τὴν δημοσίαν ὑπηρεσίαν, οὔτε ὁ ἁρμόζων εἰς τὰ δίκαια τοῦ πολίτου σεβασμὸς», ὅτι εἰς ἔτι μᾶλλον οἰκτρὰν κατάστασιν εὑρίσκεται ἡ Δικαιοσύνη παρ’ ἡμῖν, εἰς οἰκτροτάτην δὲ ὁ Κλῆρος, «ἡ κατάστασις τοῦ ὁποίου, κατὰ τὴν ἔκθεσιν ταύτην, συντελεῖ ἐπιφόβως εἰς τὴν ἠθικὴν τῆς κοινωνίας κατάπτωσιν». Καὶ τίς ἀγνοεῖ εἰς ποίαν οἰκτρὰν κατάστασιν εὑρίσκεται παρ’ ἡμῖν ὁ Κλῆρος, ὅστις ἔπρεπε νὰ ᾖναι ἡ παρηγορία εἰς τοὺς πάσχοντας ἐν τῇ οἰκογενείᾳ καὶ τὸ παράδειγμα τῆς χρηστότητος ἐν τῇ κοινωνίᾳ; Βεβαίως ὑπάρχουσι παραδείγματα ἱερέων ἄκρας χρηστότητος, οὗτοι δὲ εἶναι οἱ ἀληθεῖς ἀντιπρόσωποι τοῦ Χριστοῦ ἐν τῇ κοινωνίᾳ. Ἀλλ’ ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ πλεονάζουν οἱ ἀμαθεῖς, οἱ προληπτικοί, οἱ μέθυσοι.
§297Α. ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν). Ὁ Κλῆρος ἔσωσε τὸν ἐθνισμόν μας· οἱ ἱερεῖς ὑπῆρξαν οἱ ἀληθεῖς τῆς Ἐκκλησίας πατέρες.
§298Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Βεβαίως, αὐτοί, οὓς λέγετε ὑμεῖς, εἶναι ὄντως οἱ πατέρες τῆς Ἐκκλησίας ἐκεῖνοι, οὓς ἀναφέρω ἐγώ, εἶναι οἱ κρασοπατέρες τῆς Ἐκκλησίας! (Ἱλαρότης).
§299Γ. ΚΑΠΕΤΑΝΑΚΗΣ. Σχετικῶς εἶναι καλλίτεροι ἀπὸ τοὺς Δυτικούς. Ἐν Αὐστρίᾳ οἱ καθολικοὶ ἱερεῖς διαπράττουσιν αἴσχη. Βεβαίως εἶναι πεπαιδευμένοι οἱ ξένοι ἱερεῖς, ἀλλ’ οἱ ἰδικοί μας εἶναι ἠθικώτεροι.
§300Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ἐγὼ δὲν ποιοῦμαι συγκρίσεις μεταξὺ τῶν ἰδικῶν μας καὶ τῶν καθολικῶν ἱερέων· λέγω ποῖος ἔδει νὰ ἦτο ὁ ἡμέτερος Κλῆρος. Δὲν γνωρίζω δὲ πόθεν ἀρύεσθε τὰς πληροφορίας περὶ τοῦ Αὐστριακοῦ κλήρου. Καὶ ἐγὼ εἶμαι Ἕλλην, καὶ ἐγὼ διῆλθον πολλάκις τὰς ἐπαρχίας τῆς Ἑλλάδος, καὶ ἐγὼ συνανεστράφην ἱερεῖς, ἀλλὰ δὲν εὗρον ἐν αὐτοῖς αὐτὰ τὰ ἰνδάλματα τῆς ἠθικῆς, τὰ ὁποῖα παρουσιάζει ὁ κύριος Βουλευτὴς ἐξ Οἰτύλου. Ὅτι ὑπάρχουσιν ἠθικοὶ ἱερεῖς, σεμνώματα ἀληθῶς τῆς Ἐκκλησίας, τὸ εἶπον πρὸ μικροῦ. Δὲν γνωρίζω, τί συμβαίνει ἐν Αὐστρίᾳ, καίτοι δὲ πολλάκις καὶ ἐπὶ μακρὸν διέμεινα ἐν Αὐστρίᾳ, οὐδέποτε μοὶ συνέβη ν’ ἀκούσω τὰ σκάνδαλα καὶ τὰ αἴσχη τοῦ ἐν Αὐστρίᾳ καθολικοῦ Κλήρου. Ἀλλὰ τὸ πρᾶγμα δὲν ἐνδιαφέρει ἡμᾶς, οὐδὲ πρόκειται νὰ ἐλέγξωμεν τὴν διαγωγὴν τῶν κληρικῶν ξένων Ἐκκλησιῶν· ἡμᾶς ἐνδιαφέρει, ποία εἶναι ἡ κατάστασις τοῦ ἡμετέρου Κλήρου, ἣν ἡ ἔκθεσις τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ χαρακτηρίζει ὡς ἀφορμὴν ἠθικῆς καταπτώσεως τῆς κοινωνίας.
§301Γ. ΚΑΠΕΤΑΝΑΚΗΣ. Σχετικῶς λέγω, ὅτι εἶναι καλλίτεροι οἱ ἰδικοί μας.
§302Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ἀλλὰ, Κύριοι, ἀνομολογεῖται παρὰ πάντων, ὅτι δὲν ἠδυνήθημεν νὰ μορφώσωμεν Κλῆρον, δὲν ἠδυνήθημεν νὰ μορφώσωμεν κληρικούς, οἵτινες νὰ κατασταθῶσιν ὄργανα ἐκπολιτισμοῦ καὶ ἐξημερώσεως τῆς κοινωνίας. Μὴ ἔχοντες δὲ Κλῆρον ἄξιον τῆς ἀποστολῆς αὑτοῦ, δὲν βλέπομεν παρ’ ἡμῖν ἀνεπτυγμένα τὰ θρησκευτικὰ αἰσθήματα, ἅτινα ἀλλαχοῦ ἐγένοντο μεγάλη δύναμις ἐθνικῆς μεγαλουργίας. Ἄν, ὡς ἔλεγεν ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν πρὸ μικροῦ, διακόπτων με, κατὰ τὴν ἐποχὴν τῆς δουλείας ὁ Κλῆρος διέσωσε τὸν ἐθνισμόν, σήμερον ὁ Κλῆρος δὲν ἔχει τὰς ἰδιότητας ἐκείνας, αἵτινες ἀπετέλουν τὸ κέντρον πάσης ἐθνικῆς κινήσεως. Ἐχαλαρώθησαν τὰ θρησκευτικὰ αἰσθήματα, καὶ μετ’ αὐτῶν ἐπῆλθε τῶν κοινωνικῶν ἠθῶν ἡ χαλάρωσις, ἥτις δεινὰ ἀπεργάζεται τῷ ἔθνει. Αἰτία δὲ τούτων πάντων εἶναι ἡ ἔλλειψις μεμορφωμένου Κλήρου, ἀντιλαμβανομένου βαθέως τὴν ἐξημερωτικὴν ἀποστολὴν αὑτοῦ ἐν τῇ κοινωνίᾳ. Τοιαύτη εἶναι ἡ κατάστασις τοῦ Κλήρου παρ’ ἡμῖν! Ἀλλὰ ποία εἶναι ἡ κατάστασις τῆς Δικαιοσύνης ἐν τῇ χώρᾳ ταύτῃ, ἥτις ἀποτελεῖ τὸ θεμέλιον τῆς ὑπάρξεως πάσης Πολιτείας; Ὁ κύριος Βουλευτὴς ἐξ Ἑρμιονίδος μελανὴν καὶ ζοφερὰν παρουσίασε τὴν εἰκόνα τῆς Δικαιοσύνης. «Οὐδεμία ὑπάρχει ἀντίρρησις, γράφει ἐν τῇ ἐκθέσει του, ὡς πρὸς τὴν καθυστέρησιν αὐτῆς καὶ τὰς ἐκ ταύτης πολλὰς καὶ μεγάλας ζημίας τῶν πολιτῶν. Ἀλλὰ καὶ ἡ καθόλου κατάστασις τῆς Δικαιοσύνης εἶναι κακή, τὰ δὲ ὄργανα αὐτῆς φέρονται πρὸς τοὺς πολίτας κατὰ τρόπον βίαιον καὶ περιφρονητικόν, παραγνωρίζοντα τὴν ἀποστολήν των, παραγνωρίζοντα καὶ τὰς ἑαυτῶν ὑποχρεώσεις, καὶ τῶν πολιτῶν τὰ δικαιώματα. Ἀλγεινὴν δὲ ἐμποιεῖ αἴσθησιν καὶ ἡ ἐμπνέουσα τὰ Δικαστήρια ἐπιείκεια πρὸς τὰ βιαιοπραγοῦντα κατὰ πολιτῶν ὄργανα ἀστυνομικῶν ἢ στρατιωτικῶν ἀρχῶν, τῶν ὁποίων δὲν κολάζονται προσηκόντως αἱ κατὰ τῶν πολιτῶν αὐθαιρεσίαι, οὔτε αἱ μᾶλλον ἀνάξιαι πεπολιτισμένης κοινωνίας καὶ Κράτους». Τοιαύτην εἰκόνα παρέχει τῆς Δικαιοσύνης παρ’ ἡμῖν ὁ κ. εἰσηγητὴς τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ὅστις εὑρίσκει, ὅτι δέον νὰ μεταβληθῇ τὸ ἐκπαιδευτικὸν παρ’ ἡμῖν σύστημα καὶ ἐν τῇ μέσῃ ἐκπαιδεύσει καὶ ἐν τῇ πανεπιστημιακῇ, διότι διδάσκονται μὲν οἱ νόμοι ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ, δὲν διδάσκεται ὅμως τὸ δίκαιον. Ἀφοῦ δὲν ἔχομεν Δικαιοσύνην, φυσικὴ συνέπεια εἶναι νὰ μὴ ἔχωμεν οὔτε δημοσίαν ἀσφάλειαν. Καὶ περὶ τῆς δημοσίας ἀσφαλείας ἀναφέρει ἡ ἔκθεσις τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ἀλλ’ εἶναι ἀνάγκη νὰ ἀναφέρῃ ἡ ἔκθεσις τῆς ἐπιτροπῆς, ἵνα κρίνωμεν περὶ τῆς δημοσίας ἀσφαλείας; Ἡμεῖς πάντες καταγόμεθα ἐκ τῶν ἐπαρχιῶν, καὶ ἰδίαις αἰσθήσεσιν ἀντιλαμβανόμεθα τῆς οἰκτρᾶς καταστάσεως, εἰς ἣν περιῆλθεν ἡ χώρα, ἥτις ἐγένετο ἕρμαιον τῶν κακοποιῶν στοιχείων, τὰ ὁποῖα ἐπλημμύρισαν τὴν Ἑλληνικὴν γῆν ἀπὸ ἄκρου εἰς ἄκρον. Πρὸ ὀλίγων ἀκόμη ἡμερῶν εἴδομεν τοὺς ἐγκληματικοὺς πίνακας, τοὺς ὁποίους ἐκόμισεν ἐνταῦθα ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, τῶν ὁποίων οἱ ἀναγραφόμενοι ἀριθμοὶ κατατάσσουσι τὴν ἡμετέραν χώραν εἰς τὴν κορυφὴν τῆς ἐγκληματικότητος ἐν Εὐρώπῃ. Εἴδομεν πόσον αὐξάνουσι παρ’ ἡμῖν τὰ ἀδικήματα κατὰ τῆς ζωῆς, τὰ ἀδικήματα κατὰ τῆς ἰδιοκτησίας, τὰ ἀδικήματα κατὰ τῆς τιμῆς τῶν πολιτῶν. Εἴδομεν εἰς ὁποίαν ἀκμὴν ἔφθασεν ἡ ζωοκλοπή, καταδεικνύουσα, ὅτι δὲν εἶναί τις κύριος ἐν τῇ ἡμετέρᾳ χώρᾳ τῆς περιουσίας αὑτοῦ. Ὅλα ἔχουν ἀφεθῆ εἰς τὴν διάθεσιν τῶν κακοποιῶν, τὰ δὲ ὄργανα τῆς ἐξουσίας, τὰ ἐντεταλμένα νὰ προστατεύωσι τοὺς πολίτας, λάμπουν διὰ τῆς ἀπουσίας των! Καὶ θὰ ἦτο εὐτύχημα, ἂν ἔλαμπον διὰ τῆς ἀπουσίας των, διότι τότε οἱ κάτοικοι θὰ εἶχον νὰ προφυλαχθῶσι μόνον ἀπὸ τῶν ἐξ ἐπαγγέλματος κακοποιῶν. Ἀλλ’ ὅταν λάμψῃ ἡ παρουσία αὐτῶν, ὅταν παρουσιασθῶσιν εἰς τοὺς ἀγροτικοὺς ἐκείνους πληθυσμοὺς τὰ ἀστυνομικὰ ὄργανα, ὅταν ἐπιπέσωσι τὰ στρατιωτικὰ ἀποσπάσματα, τότε συμπληροῦσιν αὐτὰ ὅ,τι παρέλειψαν οἱ λῃσταὶ καὶ οἱ ζωοκλέπται. Τότε διαδραματίζονται αἱ σκηναὶ τῆς Βλαχοκερασιᾶς, καὶ οἱ κάτοικοι ἀρχίζουν νὰ μὴ γνωρίζουν, τί δέον νὰ προτιμήσωσι, τὴν παρουσίαν λῃστρικῆς συμμορίας, ἢ στρατιωτικοῦ ἀποσπάσματος; Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀληθὴς κατάστασις τῆς δημοσίας ἀσφαλείας παρ’ ἡμῖν. Δὲν ἔχομεν λοιπὸν οὔτε Κλῆρον, οὔτε διοίκησιν, οὔτε δικαιοσύνην, οὔτε δημοσίαν ἀσφάλειαν. Πρέπει νὰ λάβωμεν ἀνὰ χεῖρας τὴν ἔκθεσιν τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ὅπως ἀναμνησθῶμεν, τί λέγει ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἑρμιονίδος περὶ ὅλων τῶν κλάδων τῆς διοικήσεως, ἵνα ἴδωμεν τὴν ἀληθῆ κατάστασιν ἡμῶν. Καταντᾷ λοιπὸν, Κύριοι, νὰ μὴ ἔχωμεν, οὕτως εἰπεῖν, τίποτε ἐξ ὅλων ἐκείνων τῶν στοιχείων, τὰ ὁποῖα χαρακτηρίζουν τὰ ἀληθῶς πεπολιτισμένα Κράτη, καὶ τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ δικαιολογήσωσι τὴν πολυτέλειαν ταύτην τῶν δαπανῶν, νὰ συγχωρήσωσι τὴν σπατάλην αὐτὴν τοσούτων ἑκατομμυρίων, ὑποτρεφόντων μόνον τὴν ἀθλιότητα, τὴν μαστίζουσαν τὴν Ἑλλάδα. Τίποτε λοιπὸν δὲν ὑπάρχει τὸ ἐμπνέον πεποίθησιν εἰς τὸν φορολογούμενον λαόν. Οὐδὲ θέλω νὰ ἐξετάσω τὰς αἰτίας, ἀρχίζων ἀπὸ τὴν κορυφὴν τῆς Πολιτείας, ἀπὸ τὴν ἀνεύθυνον ἐκείνην ἀρχὴν, ἥτις μετὰ πολύμηνον ἀπουσίαν ἐκ τῆς Ἑλλάδος εὕρισκεν ὅτι βαίνομεν ἐπὶ ῥόδων, καὶ ἀκολουθῶν ὅλας τὰς βαθμίδας τῆς διοικήσεως, διότι ὅλοι τὰς γνωρίζομεν, ὅλοι κατ’ ἰδίαν τὰς ὁμολογοῦμεν, καὶ μόνον ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου καλύπτομεν τὴν ἀλήθειαν. Ὅσα λέγω ἐγὼ, ταῦτα, συγκεκαλυμμένως κἄπως, διατυποῖ ἐν τῇ ἐκθέσει του καὶ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἑρμιονίδος. Παραδόξως ὅμως, ἡ ἀγόρευσις αὐτοῦ ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἦτο ὅλως ἀντίθετος πρὸς τὰς ἐκτιθεμένας ἰδέας ἐν τῇ ἐκθέσει του· τοσοῦτον δὲ φαίνεται γοητευμένος ἐκ τῆς σημερινῆς καταστάσεως, ὥστε ἐν τῷ ἐπιλόγῳ του παρέστησε τὴν Ἑλλάδα ἐσωτερικῶς τε καὶ ἐξωτερικῶς εὐδαίμονα καὶ μέγα ἐνασκοῦσαν γόητρον εἰς τοὺς ἀλυτρώτους ἐκείνους πληθυσμοὺς, οἵτινες ἐντεῦθεν ἀναμένουσι πᾶσαν παρηγορίαν καὶ πᾶσαν κίνησιν βελτιώσεως τῆς τύχης αὑτῶν. Παρέστησεν, ὅτι ἡμεῖς ἐρρίφθημεν κατακέφαλα εἰς τὸν πολιτισμὸν κατὰ τὰ τελευταῖα ταῦτα ἔτη. Ἀλλ’ ἐγὼ τοὐλάχιστον, Κύριοι, οὐδέποτε ἠδυνήθην νὰ ἐννοήσω, ὅτι δύναται νὰ ὑπάρξῃ κοινωνία, ἥτις νὰ μὴ ἔχῃ δικαιοσύνην, νὰ μὴ ἔχῃ Κλῆρον, νὰ μὴ ἔχῃ δημοσίαν ἀσφάλειαν, νὰ μὴ ἔχῃ διοίκησιν, καὶ ἡ κοινωνία αὕτη νὰ λέγεται πεπολιτισμένη...
§303Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, κύριε Βελλιανίτη, κοιμᾶται!
§304Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Τί νὰ τοῦ κάμω;
§305Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Νὰ σταματήσητε ἕως ὅτου ἐξυπνήσῃ.
§306Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Δὲν πειράζει· ἂς κοιμᾶται. Αὐτὰ εἶναι ζητήματα, τὰ ὁποῖα δὲν ἐνδιαφέρουσι τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν.
§307Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Παρακαλῶ νὰ γείνῃ μία διακοπὴ, ἕως ὅτου οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ ἐξυπνήσουν.
§308ΑΛΕΞ. Θ. ΖΑΙΜΗΣ (Πρωθυπουργός). Οἱ Ὑπουργοὶ παρακολουθοῦσι μετὰ πολλῆς προσοχῆς τὸν κύριον Βελλιανίτην.
§309Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Θ’ ἀγορεύσητε, κύριε Βελλιανίτη, ἐπὶ πολὺ ἀκόμη;
§310Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Θὰ προσπαθήσω νὰ ἦμαι ὅσον τὸ δυνατὸν σύντομος, ἀλλὰ θ’ ἀγορεύσω ἐπὶ ἱκανὸν ἀκόμη.
§311ΑΛΕΞ. ΣΠ. Κ. ΡΩΜΑΣ. Ἂς γείνῃ, κύριε Πρόεδρε, διακοπὴ 10 λεπτῶν.
§312ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συναινεῖ ἡ Βουλή;
§313ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα!
§314ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἐπὶ 10 λεπτὰ ἡ συνεδρίασις. (Μετὰ διακοπὴν 15 λεπτῶν ἐπαναλαμβάνεται ἡ συνεδρίασις).
§315ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ συνεδρίασις. Ὁ κ. Βελλιανίτης θὰ συνεχίσῃ τὴν ἀγόρευσίν του.
§316Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ἔλεγον, ἀρχόμενος τῆς ἀγορεύσεώς μου, ὅτι ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἑρμιονίδος συνάδελφος ἐζήτησε νὰ παραστήσῃ, ὅτι τὰ δαπανηθέντα 85,000,000 δρ. κατὰ τὸν ἀπολογισμὸν τοῦ 1896, ὡς ἔξοδα τακτικὰ τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους ἐκείνου, δὲν διαφέρουσι παντάπασιν ἀπὸ τὰ 116 ἑκατομμύρια, τὰ ὁποῖα ζητοῦνται, ἵνα δαπανηθῶσι κατὰ τὸ τρέχον ἔτος. Συγκρίνων μάλιστα τοὺς ἀριθμοὺς, καὶ προσθέτων καὶ ἀφαιρῶν, κατώρθωσε νὰ παρουσιάσῃ, ὅτι οὐ μόνον εἶναι ἴσα τὰ ποσὰ ταῦτα, ἀλλ’ ὅτι κατὰ τὸ 1902 εἶναι κἄτι ὀλιγώτερα. Δὲν ἀρνοῦμαι, ὅτι ὅλα ταῦτα εἶναι θαυμάσια, καὶ ὁ τρόπος τῆς ἐξατμίσεως, γνωστὸς εἰς τὴν χημείαν, ἐπιτυχῶς ἐφαρμόζεται εἰς τὴν μελέτην τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Παρακαλῶ ὅμως νὰ μοῦ ἐπιτραπῇ νὰ εἰσέλθω κ’ ἐγὼ εἰς τὴν ἔρευναν τῶν αὐτῶν ἀριθμῶν, παραβάλλων τὸν ἀπολογισμὸν τοῦ 1896 πρὸς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ τρέχοντος ἔτους.
§317Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Αὐτὰ, ἅτινα θέλετε νὰ συγκρίνητε, εἶναι ἀνόμοια, διότι δὲν εἶναι ὀρθὸν νὰ συγκρίνητε ἀπολογισμὸν πρὸς Προϋπολογισμόν.
§318Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Εἶναι ὀρθότατον οὕτω νὰ γείνῃ ἡ σύγκρισις, διότι ὁ ἀπολογισμὸς τοῦ 1896 δεικνύει ἀκριβῶς τὸ πνεῦμα τῆς φειδοῦς, ὅπερ ἐκράτησε παρὰ τῷ κυρίῳ Δηλιγιάννῃ, διότι, περικόπτων θέσεις καὶ περιστέλλων τὰς δαπάνας, παρουσίασεν ἐλάττωσιν δαπανῶν ἱκανῶν ἑκατομμυρίων ἐκ τῶν ἀναγεγραμμένων ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ ἔτους ἐκείνου· ἐκτὸς τούτου, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐδήλωσεν, ὅτι κατὰ τὸ σύστημα, ὅπερ ἀκολουθεῖ, δὲν θέλει ἀναγράψει ποσὰ, τὰ ὁποῖα δὲν θὰ χρησιμοποιήσῃ, ὥστε νὰ ἔχῃ εἰς τὸ τέλος τῆς χρήσεως ἀδιαθέτους πιστώσεις· ὅπως δήποτε ὅμως αἱ ἀδιάθετοι πιστώσεις δὲν δύνανται νὰ ὑπερβῶσι τὸ ἓν ἑκατομμύριον.
§319Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Πῶς αἱ ἀδιάθετοι πιστώσεις τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ κ. Δηλιγιάννη ἀνῆλθον εἰς 6,000,000;
§320Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ὁ κ. Δηλιγιάννης περιώρισε τὰς δαπάνας, περικόπτων περιττὰς θέσεις, ἀλλὰ δὲν ἀπέφυγε νὰ δαπανήσῃ ὅσα ποσὰ διετίθεντο δι’ ἔργα χρήσιμα, ἢ δι’ ἄλλας ἀνάγκας τοῦ Κράτους. Ἡ οἰκονομία ἐπεδιώχθη ἐκεῖ, ὅπου ἦτο πολυτέλεια δαπανῶν. Ἔλεγον λοιπὸν, Κύριοι, ὅτι ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1896 ἔκλεισε μὲ περίσσευμα 6,641,119 δραχμῶν, διότι εἰσεπράχθησαν μὲν 96,931,726, ἐδαπανήθησαν δὲ 90,890,607· κατ’ ἀκολουθίαν τὸ πλεόνασμα ἀνῆλθεν εἰς 6,041,119 δραχμάς. Καὶ εἶναι ὁ πρῶτος Προϋπολογισμὸς τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους, ὅστις ἔκλεισε μὲ πραγματικὸν περίσσευμα, διότι ὡμιλοῦμεν μὲν ἄλλοτε ἐντεῦθεν περὶ περισσευμάτων ἐν τοῖς Προϋπολογισμοῖς ἡμῶν, καὶ ὁ ἀξιότιμος ἐκ Παρνασσίδος συνάδελφος, καθ’ ἕκαστον ἔτος, ὅτε ἐτύγχανεν εἰσηγητὴς τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἢ πρόεδρος αὐτῆς, πάντοτε ὡμίλει περὶ περισσευμάτων, καὶ κολοσσιαίων μάλιστα τοιούτων, τὸ ἀληθὲς ὅμως εἶναι, ὅτι οἱ ἀπολογισμοὶ τῶν χρήσεων ἐκείνων κατεδείκνυον, ὅτι κολοσσιαῖα ἦσαν τὰ ἐλλείμματα, ἅτινα ἐβαράθρωσαν τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους, καὶ ἐπέφεραν τὴν χρεωκοπίαν αὐτοῦ. Ὥστε ὁ μόνος Προϋπολογισμὸς τοῦ Κράτους, ὅστις μέχρι τῆς ἐποχῆς ἐκείνης ἔκλεισε μὲ πραγματικὸν περίσσευμα, εἶναι ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1896. Τὸ περίσσευμα τοῦτο ἀνέρχεται εἰς 6,041,119 δραχμὰς, τὸ ἀληθὲς ὅμως εἶναι, ὅτι ἔκλεισε μὲ πολὺ μεγαλείτερον περίσσευμα, μὲ δραχμὰς 11,218,054.
§321Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Πῶς τοῦτο, ἀφοῦ 96,931,000 εἰσεπράχθησαν, καὶ ἐδαπανήθησαν 90,890,000 δραχμαί;
§322Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Διότι τὰ τακτικὰ ἔξοδα τοῦ Κράτους εἶναι κατὰ τὸ ἔτος 1896 δραχ. 85,813,422.75 μόνον, ἐδαπανήθησαν ὅμως εἰς ἔκτακτα ἔξοδα 5,071,185 δραχμαί· ὥστε, ἂν τὰ ἔκτακτα ταῦτα ἔξοδα δὲν ἐδαπανῶντο, τὸ πραγματικὸν περίσσευμα τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἐκείνου θὰ ἀνήρχετο εἰς 11,218,054 δραχμάς. Ἀλλὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην τὸ Κράτος εὑρέθη εἰς ἀνωμάλους καὶ ἐκρύθμους περιστάσεις. Ἡ Κρήτη εὑρίσκετο, ἕνεκα τῆς κακοπιστίας τῆς Πύλης, εἰς πλήρη ἐπανάστασιν, ἥτις ὑπεχρέου τὸ Κράτος εἰς ἐκτάκτους δαπάνας ἀναποφεύκτους· οὕτω λ. χ. ἐδαπάνησεν εἰς τροφὴν γυναικοπαίδων ἐν Κρήτῃ διὰ τοῦ Γενικοῦ Προξένου τῆς Ἑλλάδος 125,735 δραχμὰς, πρὸς περίθαλψιν τῶν ἐν Ἀθήναις προσφύγων Κρητῶν δρ. 292,800, εἰς ἐπὶ πλέον ἱματισμὸν τοῦ στρατοῦ δρ. 810,759, εἰς ἐπὶ πλέον μισθοὺς στρατιωτῶν καὶ ὑπαξιωματικῶν δραχ. 194,196, εἰς ἐπὶ πλέον τροφὴν τοῦ στρατοῦ δρ. 213,170, εἰς ἱπποφορβὴν τοῦ στρατοῦ δραχ. 200,340, εἰς ἱππωνίαν δρ. 427,666, εἰς ὁπλισμὸν τῶν πλοίων τοῦ στόλου δραχ. 814,014, εἰς ἐπισκευὴν καὶ κατασκευὴν λεβήτων δρ. 667,800, καὶ εἰς ἄλλα ἔκτακτα ἔξοδα, ἕνεκα τοῦ ἐκρύθμου τῆς καταστάσεως, ἅτινα βλέπετε ἀναγεγραμμένα ἐν τῷ ἀπολογισμῷ τοῦ 1896, ἀνερχόμενα ἐν ὅλῳ εἰς δρ. 5,077,185. Καὶ ἐδαπανῶντο τὰ χρήματα ταῦτα δι’ ἐκτάκτων πιστώσεων, διότι τὸ Κράτος ἔδει νὰ παρασκευάζηται, καθόσον δὲν ἠδύνατο νὰ ὑπολογίσῃ ποῦ ἤθελε καταλήξει ἡ κατάστασις ἐκείνη, ἥτις ὁσημέραι ὠξύνετο, καὶ ἡ ὁποία ἀπέληξεν εἰς τὸν πόλεμον τοῦ 1897, οὗτινος, ὅσον καὶ ἂν ἦτο ἀτυχὴς, ὅσον καὶ ἂν κατεδείχθη ἡ ἀθλιότης τῶν παρ’ ἡμῖν στρατιωτικῶν πραγμάτων, ἡ ἐπιτυχία τοῦ τελικοῦ ἀποτελέσματος ἦτο ὑπὲρ ἡμῶν, διότι διὰ τῆς δημιουργηθείσης καταστάσεως τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ἐπεδιώκετο ἡ ἀπελευθέρωσις τῆς Κρήτης, ἡ ἐπελθοῦσα, παρ’ ὅλην τὴν ἀτυχίαν τοῦ πολέμου. Οὕτως αἱ τακτικαὶ δαπάναι τοῦ Κράτους κατὰ τὸ 1896 ἀνῆλθον εἰς δραχ. 85,813,422. Ἀπέναντι τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους ἐκείνου ἔχομεν τὸν παρόντα Προϋπολογισμὸν, ἀναγράφοντα μετὰ τῶν δηλώσεων τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ἔσοδα μὲν δραχμὰς 118,819,375, ἔξοδα δὲ δραχ. 115,029,455. Ἀλλὰ κατόπιν τῆς δηλώσεως τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν αὐξάνουσι ταῦτα κατὰ 1,000,000 δραχμὰς, ἑπομένως προϋπολογίζονται ἔξοδα 116,029,455· κατ’ ἀκολουθίαν προκύπτει πλεόνασμα 2,789,920 δραχμῶν. Ἀλλ’ ἐκ τῶν ἐσόδων δέον ν’ ἀφαιρεθῶσι 2,000,000 δραχμαὶ, προερχόμεναι ἐκ τῶν ἐπ’ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ δανείων, ἔχομεν δ’ οὕτως ὑπόλοιπον τακτικῶν ἐσόδων δραχ. 116,819,375, ἀπέναντι ἐξόδων 116,029,455, ἤτοι περίσσευμα δραχμῶν 790,120. Οὕτω, Κύριοι, ἡ διαφορὰ μεταξὺ τῶν δαπανηθέντων κατὰ τὸ 1896 καὶ τῶν προϋπολογιζομένων κατὰ τὸ τρέχον ἔτος εἶναι δρ. 30,216,033, ἤτοι θὰ δαπανήσωμεν κατὰ τὸ τρέχον ἔτος πλέον τῶν ὅσων ἐδαπανήσαμεν κατὰ τὸ 1896 δρ. 30,216,033. Αἱ διαφοραὶ αὗται προκύπτουσιν ἀπὸ τὰς ὑποχρεώσεις τοῦ Κράτους, αἵτινες κατὰ μὲν τὸ 1896 ἀνήρχοντο εἰς δρ. 7,811,268.65, κατὰ δὲ τὸ τρέχον ἔτος ἀνέρχονται εἰς δρ. 8,853,937, ἤτοι πλέον δρ. 1,042,669 ἕνεκα τῆς αὐξήσεως τῶν συντάξεων. Δὲν γνωρίζω, ἂν ἐμελέτησέ ποτε τὸ ζήτημα τοῦτο τῆς δυσιάτου πληγῆς τοῦ ἡμετέρου Προϋπολογισμοῦ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ ἂν ἀπέληξαν αἱ μελέται αὐτοῦ εἰς ἀποτέλεσμά τι, ὅπως ἐν τῷ μέλλοντι περιορισθῇ τοὐλάχιστον τὸ κακόν· διότι, ἂν ἐξακολουθήσῃ ἡ καταπληκτικὴ αὕτη αὔξησις τῶν συντάξεων, θὰ καταντήσῃ, μέγα μέρος τοῦ Προϋπολογισμοῦ ν’ ἀπορροφᾶται ἀπὸ τοὺς συνταξιούχους τοῦ Κράτους. Εἰς τὴν αὔξησιν ταύτην τῶν συντάξεων συνετέλεσεν οὐκ ὀλίγον ἡ Κυβέρνησις τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Καλαβρύτων κατὰ τὴν πρώτην αὐτῆς ἄνοδον εἰς τὴν ἐξουσίαν, διότι ἐνθυμεῖσθε ἴσως τὰς ἀθρόας ἐκείνας ἀποστρατεύσεις, καὶ τὴν ἐκ τούτων προελθοῦσαν αὔξησιν τοῦ ἀριθμοῦ τῶν συνταξιούχων. Καὶ εἶναι μὲν ἀληθὲς, ὅτι κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, ἤτοι μετὰ τὸν πόλεμον, πλεῖστοι ἀξιωματικοί, ἀπογοητευθέντες, ἐθεώρησαν, ὅτι δὲν ἥρμοζε νὰ ὑπηρετῶσιν εἰς τὸν στρατὸν, καὶ ᾐτήσαντο νὰ τεθῶσιν εἰς ἀποστρατείαν· ἀλλὰ μόλις παρῆλθεν ὀλίγος χρόνος, ἀνεκάλυψαν, ὅτι, εὑρισκόμενον εἰς ἐπιστράτευσιν τὸ Κράτος, κατὰ νόμον δὲν ἠδύνατο νὰ δεχθῇ τὴν αἴτησίν των περὶ ἀποστρατεύσεως, οἱ ἴδιοι δὲ ἤγειραν ἀγωγὴν κατὰ τοῦ Δημοσίου, καὶ τὸ Δημόσιον ἠναγκάσθη νὰ ἔλθῃ εἰς συμβιβασμὸν κατόπιν μετ’ αὐτῶν, σήμερον δ’ ἔλαβον τὸ ὑπόλοιπον τοῦ μισθοῦ ἀξιωματικῶν ἐν ἐνεργείᾳ· ἀναγράφονται δὲ τὰ ποσὰ ταῦτα εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν εἰς τὰς κεκλεισμένας χρήσεις. Οὕτως, ἄλλος μὲν λαμβάνει ἓξ χιλιάδας, καὶ ἄλλος 7 χιλιάδας δραχμάς. Βλέπω ὀνόματά τινα, ὡς τὸ τοῦ κ. Κ. Θεοφιλοπούλου, τὸ τοῦ κ. Ταγκαρᾶ, καὶ σειρὰν ὁλόκληρον ὀνομάτων ἀξιωματικῶν, οἵτινες ἐτέθησαν εἰς ἀποστρατείαν, ἔλαβον τὴν σύνταξίν των, καὶ κατόπιν ἐσκέφθησαν, ὅτι τὸ Κράτος δὲν εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ δεχθῇ τὴν αἴτησιν αὑτῶν, καὶ τώρα, μετὰ τὴν ἔκβασιν τῶν ἀγωγῶν, τὰς ὁποίας ἤγειραν κατὰ τοῦ Δημοσίου, ὀφείλει τοῦτο νὰ πληρώνῃ τὸν μισθόν, τὸν ὁποῖον θὰ ἐλάμβανον ὡς ἐν ἐνεργείᾳ ἀξιωματικοί, χωρὶς νὰ ὑπηρετῶσιν εἰς τὸν στρατόν. Ἀλλὰ μοὶ γεννᾶται ἡ ἀπορία, τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν εὑρίσκετο ἐν γνώσει τῶν νόμων, καθ’ ἣν ἐποχὴν ἐδέχετο τὴν αἴτησιν περὶ ἀποστρατεύσεως, ἢ διετέλει ἐν ἀγνοίᾳ τοῦ νόμου;...
§323Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Οἱ πλεῖστοι ἐπανῆλθον, διότι παρατύπως εἶχον τεθῆ εἰς ἀποστρατείαν.
§324Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Δὲν πρόκειται περὶ τῶν ἐπανελθόντων ἕνεκεν τῆς παρατύπου συγκροτήσεως τῶν ἀνακριτικῶν Συμβουλίων, ἀλλὰ περὶ τῶν αἰτησάντων τὴν ἀποστράτευσιν, ἵνα οἰκειοθελῶς ἀπομακρυνθῶσι τοῦ στρατοῦ. Ἐρωτῶ, εὑρίσκετο ἐν ἀγνοίᾳ τὸ Ὑπουργεῖον, ὅτε ἀπεδέχετο τὰς αἰτήσεις περὶ ἀποστρατεύσεως, ἢ ἐγνώριζε τὸν νόμον, ἀπεδέχθη δὲ ταύτας, ἵνα ἀνοίξῃ θέσεις καὶ προβιβάσῃ κατωτέρους, κατόπιν δ’ ἐπιβαρύνῃ, ὡς ἐπεβάρυνε, τὸν Προϋπολογισμόν;
§325Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτοὺς τοὺς πληρώνει τὸ Κράτος, χωρὶς νὰ ὑπηρετῶσι;
§326Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Βεβαίως. Δὲν ἐπανέφερεν αὐτοὺς εἰς ἐνέργειαν, πληρώνει μόνον αὐτοῖς μισθὸν ἐνεργείας. Μεγάλην ἐπίσης αὔξησιν παρουσιάζει ἡ ὑπηρεσία τοῦ δημοσίου χρέους· διότι, ἐνῷ τὸ Κράτος κατὰ τὸ 1896 ἐπλήρωνε δρ. 23,219,298, κατὰ τὸ τρέχον ἔτος θὰ πληρώσῃ δρ. 32,198,088, ἤτοι ἐπὶ πλέον δραχ. 8,978,790. Μεγάλην αὔξησιν ὡσαύτως παρουσιάζει ἡ γενικὴ ὑπηρεσία τοῦ Κράτους, ἥτις κατὰ μὲν τὸ 1896 ἀνήρχετο εἰς δρ. 48,712,535, κατὰ δὲ τὸ 1902 ἔφθασεν εἰς τὰ 56,700,385, ἤτοι ἐπὶ πλέον δρ. 7,987,850. Τὰ ἔξοδα τῆς διοικήσεως καὶ εἰσπράξεως ἐσόδων, τὰ ὁποῖα κατὰ τὸ 1896 ἀνήρχοντο εἰς δραχ. 8,166,934.26, τὸ 1902 ἔφθασαν εἰς 10,628,156.45· ἐπὶ πλέον δρ. 2,461,213.19. Καὶ τέλος ἀπὸ τὰς διαφόρους πληρωμάς, αἵτινες κατὰ μὲν τὸ 1896 ἀνῆλθον εἰς δρ. 3,836,364, παρὰ δὲ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1902 ζητοῦνται δρ. 6,648,528, ἐπὶ πλέον ἐπῆλθεν αὔξησις δραχ. 2,812,164. Πάντα ταῦτα, τὰ ἐπὶ πλέον ἀναγραφόμενα ποσὰ, ἀνέρχονται εἰς δρ. 24,527,923· ἐὰν δὲ εἰς ταῦτα προστεθῶσι καὶ αἱ ἔκτακτοι δαπάναι τοῦ 1896, ἀνέρχονται εἰς τὸ στρογγύλον ποσὸν τῶν 30,000,000 δραχμῶν! Ἐκ τοῦ ποσοῦ ὅμως τούτου δέον ν’ ἀφαιρέσωμεν τὰς δαπάνας ἐκείνας, αἵτινες ἦσαν ἀναπόδραστοι, διότι εἶναι ὑποχρεώσεις τοῦ Κράτους, ἃς δὲν δύναται νὰ ἀποφύγῃ τοῦτο· ἀνέρχονται δ’ αὗται εἰς 17,600,000 δραχ. περίπου, καὶ προέρχονται ἐκ τῆς αὐξήσεως τῶν συντάξεων, τῆς ὑπηρεσίας τοῦ δημοσίου χρέους, ἀπὸ τὴν δαπάνην ἐξόδων διοικήσεως καὶ εἰσπράξεως φόρων, ἀπὸ τὰς δαπάνας τῶν πληρωμῶν, καὶ ἀπὸ τὸ ποσὸν τὸ χορηγούμενον ἐπὶ πλέον ὑπὲρ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως· τὰ ἐπὶ πλέον 12,200,000 εἶναι δαπάναι, αἵτινες δύνανται νὰ εὕρωσι τοὺς δικαιολογητὰς αὐτῶν ἐντεῦθεν, διότι, ὡς εἶπον, διὰ πᾶσαν δαπάνην πρόχειρος δικαιολογία ὑπάρχει, ἀλλὰ εἰλικρινῶς τισι ὁμιλῶν ἐντεῦθεν, μόνον ὡς σπατάλην καὶ ἀσύνετον πολυτέλειαν δύναται νὰ χαρακτηρίσῃ. Διότι δὲν γνωρίζω, ἐκ τῆς προσθήκης ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν δρ. 842,609, ἐκ τούτων δὲ μόνον διὰ τὴν κεντρικὴν ὑπηρεσίαν 37,340 δραχμῶν, κατὰ τί μετεβλήθη ἡ ἐξωτερικὴ ἡμῶν ὑπηρεσία καὶ ἐβελτιώθη διπλωματικῶς ἡ θέσις τῆς Ἑλλάδος, οὐδὲ δύναμαι νὰ ἐννοήσω, κατὰ τί ἡ προσθήκη τῶν 975,789 δρ. ἐβελτίωσε τὴν ἀπονομὴν τῆς δικαιοσύνης, τὴν τόσον ζοφερὰν περιέγραψεν ὁ κ. Ρέπουλης, οὐδὲ βλέπω ποίαν μεταβολὴν ἐπέφερεν εἰς τὴν φυσιογνωμίαν τῆς χώρας ἡ ἐπιπρόσθετος δαπάνη τῶν 2,297,843 δραχμῶν — καὶ θὰ ἔλθω μετ’ ὀλίγον εἰς τὸ κονδύλιον τῆς ἐνισχύσεως τῆς γεωργίας, ὅπως ἴδω, ποίου εἴδους ἐνίσχυσις εἶναι αὐτὴ, ἡ παρεχομένη εἰς τὴν παραγωγὴν, — ὅπως δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω, κατὰ τί προώδευσαν τὰ στρατιωτικὰ καὶ ναυτικὰ ἡμῶν πράγματα διὰ τῆς προσθήκης εἰς μὲν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν τὸν προϋπολογισμὸν δαπάνης 900,000 δραχμῶν, εἰς δὲ τὸν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν 627,730, ὅπως ἀποροῦμεν πάντες, πρὸς τί ἡ αὔξησις τῆς δαπάνης τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν κατὰ δραχμὰς 798,000. Μήπως εὑρίσκετε ὑμεῖς, ὅτι μετεβλήθη ἡ κατάστασις τῆς Ἑλλάδος, ὥστε ἐντὸς ἑξαετίας ν’ ἀπαιτήσῃ δαπάνην 12,000,000 δραχμῶν ἐπὶ πλέον;...
§327Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ὁ κύριος Σκουζὲς εὗρεν, ὅτι εἶναι μόνον τὰ ἡμίση τῶν ὅσων ἀναφέρετε ὑμεῖς.
§328Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ὁ κύριος Σκουζὲς συνέκρινε Προϋπολογισμὸν πρὸς Προϋπολογισμὸν, οὐχὶ δὲ ἀπολογισμὸν πρὸς Προϋπολογισμὸν, καὶ τοῦτο εἶναι σφάλμα, διότι ἡ ἀξία τῆς διαχειρίσεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1896 εἶναι, ὅτι ἡ Κυβέρνησις Δηλιγιάννη ἐδαπάνησεν ἔλαττον τῶν προϋπολογισθέντων 11 ἑκατομμύρια δραχμῶν...
§329Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Δὲν σᾶς φαίνεται, ὅτι εὑρισκόμεθα ὅπως εἰς τὸν ὄρθρον εἰς τὰ Μοναστήρια;
§330Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Μὲ τὴν διαφορὰν, ὅτι οἱ μοναχοὶ τὴν ὥραν αὐτὴν ἐγείρονται τῆς κλίνης, ἐνῷ ἡμεῖς ἀγρυπνοῦμεν καθ’ ὅλην τὴν νύκτα, ὡς αἱ συνεταὶ παρθένοι τοῦ Εὐαγγελίου χάριν τοῦ νυμφίου αὐτοῦ.
§331ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ὄχι πάντες.
§332Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Οἱ ἄλλοι εἶναι αἱ ἄλλαι παρθένοι τοῦ Εὐαγγελίου! Δὲν γνωρίζω, ἂν ἡ τοιαύτη αὔξησις τῶν δαπανῶν συνετέλεσεν εἰς τὴν ἐκπολίτισιν τῆς χώρας, ἀλλὰ δὲν νομίζω, ὅτι ἀπὸ τοῦ 1896 μέχρι τῆς σήμερον ὑπάρχει τοιαύτη διαφορὰ διοικήσεως, καὶ τοιαῦται μεταρρυθμίσεις ἐκπολιτίζουσαι τὴν κοινωνίαν, ὥστε νὰ δικαιολογῶνται αὐτὰ τὰ προστεθέντα εἰς τὰς δαπάνας τοῦ Κράτους 12,000,000 δραχμῶν. Εἴδετε κατὰ τίνα τρόπον εἰκονίζει ἐν τῇ ἐκθέσει αὐτῆς ἡ πλειονοψηφία τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ τὴν κατάστασιν τῆς διοικήσεως, τὴν ἐμφαίνουσαν τὸ σημεῖον τοῦ πολιτισμοῦ παρ’ ἡμῖν. Ἀλλὰ δὲν γνωρίζω, ποῖος εἶναι κατὰ βάθος ὁ πολιτισμὸς ἡμῶν· δὲν νομίζω ὅμως, ὅτι εἶναι τοιοῦτος, ὥστε νὰ καταπλήττῃ τὸν κύριον Βουλευτὴν ἐξ Ἑρμιονίδος. Δὲν πρέπει νὰ ἀπατῶσιν ἡμᾶς φαινόμενά τινα, δεικνύοντα κοινωνικὴν πρόοδον ἐκ πρώτης ὄψεως, τὰ ὁποῖα ὅμως, ὅταν σοβαρώτερον ἐξετάσῃ τις, κατανοεῖ, ὅτι πᾶν ἄλλο ἢ ἑδραῖον καὶ ἀληθῆ πολιτισμὸν ἀποτελοῦσι ταῦτα. Δὲν θέλω νὰ ὑποστηρίξω, ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ κοινωνία δὲν προώδευσεν, οὐδ’ ὅτι δὲν ἐξεπολιτίσθη, ἀλλὰ λέγω, ὅτι καὶ ἡ πρόοδος καὶ ὁ πολιτισμός της ἠκολούθησαν ὁδὸν ἀκανόνιστον, καὶ δὲν ὑπάρχει ἡ θετικότης εἰς ἀμφότερα. Διότι ἐκεῖνα ἀκριβῶς, τὰ ὁποῖα παρουσίαζεν ὡς στοιχεῖα πολιτισμοῦ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἑρμιονίδος, δεικνύουν, ὅτι δὲν ἀντελήφθημεν ὀρθῶς τὴν ἔννοιαν τῆς πεπολιτισμένης διοικήσεως. Βεβαίως, ἀφ’ ἧς ἐγκατεστάθη ἡ παροῦσα Δυναστεία,— καὶ λαμβάνω τοῦτο ὡς χρονικὸν μόνον ὅριον, οὐχὶ δὲ ὡς ἐπίδρασιν αὐτῆς ἐφ’ ὅσων θέλω εἴπει, — παρατηρεῖται μεγάλη αὔξησις τῶν ἐσόδων τοῦ Κράτους, τακτικῶν καὶ ἐκτάκτων, καὶ τοῦτο εἶναι ἓν τῶν χαρακτηριστικῶν τῆς προόδου, ἣν ἐπετέλεσε τὸ Ἑλληνικὸν ἔθνος, τὸ ἐλεύθερον δηλαδὴ Βασίλειον, κατὰ τὸ τεσσαρακονταετὲς τοῦτο διάστημα. Κατὰ τὸ χρονικὸν τοῦτο διάστημα ἱκανὰ ἐξετελέσθησαν ἔργα εἰς τὴν παντελῶς ἐστερημένην τοιούτων χώραν, ηὐξήθησαν αἱ εὐκολίαι πρὸς ἐξυπηρέτησιν τῆς κοινωνίας, ὅταν δὲν βλέπῃ τις τὰς Ἀθήνας, τὰς Πάτρας, τὸν Πειραιᾶ καὶ τὰς ἄλλας πόλεις, καὶ ἀναλογισθῇ, ὅτι αὗται ἦσαν πρὸ ἑξήκοντα ἐτῶν κῶμαι, ἢ τουρκικὰ χωρία, ἢ ἔρημοι ἀκταὶ, σήμερον δὲ μετεβλήθησαν εἰς πολυαρίθμων κατοίκων πόλεις, ὅταν ἴδῃ τὴν Πελοπόννησον κατάφυτον καὶ τὴν ἄλλην πρόοδον τῆς χώρας, ἥτις εἶναι ἔργον τῆς ἰδιωτικῆς πρωτοβουλίας, δικαιολογεῖ βεβαίως, πῶς αἱ δαπάναι τοῦ Κράτους, αἵτινες κατὰ τὸ 1862 ἀνήρχοντο εἰς 19,000,000, ἔφθασαν εἰς 116,000,000 ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1902. Ἀλλ’ ἂν βαθύτερον ἐρευνήσῃ τις τὰ πράγματα, παρατηρεῖ, ὅτι ὅλα ταῦτα δὲν εἶναι ἀνάλογα οὔτε πρὸς τὰ ἔτη, κατὰ τὰ ὁποῖα διατελοῦμεν ἐν ἐλευθέρᾳ πολιτείᾳ, οὐδ’ ἀντιπροσωπεύουν τὰ ἐκπολιτιστικὰ ἔργα τὰς ἑκατοντάδας τῶν ἑκατομμυρίων, τὰ ὁποῖα εἰσέπραξε τὸ Δημόσιον εἴτε ἐκ δανείων, εἴτε ἐκ τῶν τακτικῶν αὑτοῦ πόρων. Ἀλλὰ καὶ ὑπὸ ἔποψιν κοινωνικὴν ἀκόμη δὲν ἐφθάσαμεν εἰς σημεῖον πολιτισμοῦ, ἱκανὸν νὰ προκαλῇ τὴν ἔκπληξιν τοῦ κ. εἰσηγητοῦ τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Δὲν ἀνήκω εἰς τὴν τάξιν τῶν πολιτῶν, οἵτινες θεωροῦσιν ὡς ἀνοσίαν πρᾶξιν τὴν ἀπομάκρυνσιν ἐκ τῶν πατρίων ἐθίμων, πολλὰ τῶν ὁποίων εἶναι ἀπότοκα τῆς δουλείας, ἀλλὰ δὲν δύναμαι νὰ δεχθῶ, ὅτι πανθ’ ὅσα ἠντλήσαμεν ἐκ τοῦ δυτικοῦ πολιτισμοῦ συντελοῦσιν εἰς τὴν διάπλασιν κοινωνίας, οὐχὶ ὡς φαντάζονται αὐτὴν οἱ αὐστηροὶ κοινωνιολόγοι, ἀλλὰ κοινωνίας, ἧς τὰ ἤθη ἀπομακρύνονται τῶν σκανδάλων, καὶ συντελοῦσιν εἰς τὴν διαμόρφωσιν λαοῦ ἔχοντος βαθὺ τὸ αἴσθημα τῆς οἰκογενειακῆς ἁγνότητος καὶ τῆς ἀφοσιώσεως εἰς τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν καθηκόντων αὑτοῦ. Ἐρρίφθημεν ἀληθῶς κατακέφαλα εἰς τὸν πολιτισμὸν, βαθμηδὸν δ’ ἀπεβάλομεν ἕξεις καὶ συνηθείας, αἵτινες ἀπετέλεσαν εἰς παρῳχημένην ἐποχὴν τὸν χαρακτῆρα τῆς Ἑλληνικῆς κοινωνίας. Ἀπεκτήσαμεν νέας ἕξεις, καὶ εἰσηγάγομεν εἰς τὰ ἤθη τῶν ἀστικῶν τάξεων τὴν πολυτέλειαν, τὴν δημιουργίαν ἀναγκῶν δυσαναλόγων πρὸς τοὺς πόρους ἡμῶν, ἐδημιουργήσαμεν δὲ οὕτω ψευδῆ κατάστασιν, ἥτις διασαλεύει τὴν κοινωνικὴν οἰκονομίαν, καὶ παραφθείρει τὰ ἤθη. Διὰ τοῦτο δὲν γνωρίζω, μήπως ὑπὸ τὴν ἔποψιν ταύτην τοῦ ἀληθοῦς καὶ πραγματικοῦ πολιτισμοῦ δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ ἀνατρέξῃ τις εἰς τὸ παρελθὸν καὶ νὰ λυπηθῇ διὰ τὴν ἐπελθοῦσαν μεταβολήν. Τὰ ἤθη τῶν παλαιῶν ἐκείνων χρόνων ἦσαν ἁπλούστερα, αἱ περιβάλλουσαι σήμερον τὰ ἄτομα ἀνάγκαι δὲν ὑπῆρχον τότε, ἀλλ’ ἐκ τούτου δὲν ἕπεται, ὅτι τὰ ἤθη ἐκεῖνα ἦσαν ἤδη ἀπολιτίστου κοινωνίας, τὰ ὁποῖα ἐξηφάνισεν ἡ δαπάνη τῶν 116,000,000, τὰ ὁποῖα ζητοῦμεν παρὰ τῆς κοινωνίας κατὰ τὸ τρέχον ἔτος. Ἡ πολυτέλεια καὶ τὸ δαπανηρὸν τοῦ βίου εἶναι παρακολούθημα τοῦ πλούτου καὶ τῆς εὐμαρείας πάσης κοινωνίας, ἀλλὰ παρ’ ἡμῖν ἡ θεωρία αὕτη ἀνατρέπεται, διότι, ἐνῷ ὁ πλοῦτος δὲν εἰσέρρευσεν εἰς τὴν χώραν, εἰσέδυσεν ἡ πολυτέλεια, καὶ ἀφοῦ ἀπερρόφησε τὰς ὑπαρχούσας οἰκονομίας ἄλλων ἐποχῶν, ἔφερε τάξεις τινὰς τῆς κοινωνίας εἰς τὰ πρόθυρα τῆς χρεωκοπίας, εὑρίσκονται δὲ εἰς οἰκονομικὴν κρίσιν ἐν Ἑλλάδι αἱ τάξεις ἐκεῖναι, αἵτινες ἀλλαχοῦ, ἕνεκα τοῦ οἰκονομικοῦ πνεύματος καὶ τῆς συντηρητικότητος αὐτῶν, ἀποτελοῦσι τὴν μεγαλειτέραν δύναμιν τῆς κοινωνίας. Δὲν ἤθελον, Κύριοι, νὰ ἐκτραπῶ εἰς κοινωνιολογικὰς μελέτας, συζητῶν ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἀλλὰ ταῦτα πάντα συνδέονται πρὸς τὴν γενικὴν οἰκονομίαν τῆς χώρας, καὶ δὲν γνωρίζω, τὸ κακὸν τοῦτο τῆς ἀπομιμήσεως ἐν τῇ πολυτελείᾳ ποῦ θέλει ὁδηγήσει ἡμᾶς, καὶ ποίαν διασάλευσιν τῶν ἠθῶν θέλει φέρει ἡμέραν τινά. Καὶ δὲν εἶναι μυστήριον πλέον, ὅτι ἐν τῇ πρωτευούσῃ καὶ ἀλλαχοῦ ἤρξατο ἤδη ἡ ἠθικὴ χαλάρωσις, ἡ ἔκλυσις ἐκείνη, ἥτις παρετηρήθη καὶ ἀλλαχοῦ καὶ κατεπολεμήθη, διότι ἡ ἀπαραίτητος ἀνάγκη τῶν δαπανῶν, ὁ πόθος τῆς ἐπιδείξεως καὶ τῆς πολυτελείας θυσιάζει τὴν ἁγνότητα τῆς οἰκογενείας, καὶ μαραίνει τὰς ἠθικὰς ἐκείνας ἀρχὰς, αἵτινες ἀπετέλουν τὴν βάσιν πάσης ἐναρέτου καὶ χριστιανικῆς κοινωνίας. Διὰ τοῦτο ἔλεγον, ὅτι ὑπὸ τὴν ἔποψιν ταύτην λυπεῖταί τις, διότι δὲν εὑρισκόμεθα εἰς ὃ σημεῖον εὑρίσκετο ἡ Ἑλληνικὴ κοινωνία κατὰ τοὺς χρόνους τῆς πρώτης ἡμῶν Δυναστείας. Ἐγὼ δὲ, Κύριοι, ὅστις ἠσχολήθην ἄλλοτε, ὅπως συγγράψω ἱστορίαν τῆς βασιλείας τοῦ Ὄθωνος, καὶ συνέλεγον πληροφορίας, ὅπως εἰκονίσω τὴν κοινωνίαν ἐκείνην, πολλάκις κατελήφθην ὑπὸ τοῦ μελαγχολικοῦ ἐκείνου αἰσθήματος, ὅπερ καταλαμβάνει πάντα, ὅστις βλέπει παρερχομένην ἐποχὴν ἀξίαν μιμήσεως καὶ ἀξίαν θαυμασμοῦ. Εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο ἐλαχίστη ἐδόθη προσοχὴ κατὰ τὴν τελευταίαν ταύτην τριακονταετίαν, ἐξ ἐναντίας μάλιστα ἐγένετο πᾶν ὅ,τι συνετέλει εἰς τὴν τροπὴν, ἣν ἔλαβεν ἡ κοινωνία. Ἀλλ’ εἰς τοὺς παλαιοὺς καλοὺς ἐκείνους χρόνους μεγάλη ἐδίδετο προσοχὴ, καὶ ἀπὸ τῶν ἀνακτόρων τοῦ Ὄθωνος ἔπνεεν ἄνεμος ἄκρας ἀξιοπρεπείας καὶ ἄκρας χρηστότητος, ὁ δὲ βίος τῆς Αὐλῆς τοῦ Ὄθωνος ἐγένετο τὸ παράδειγμα τοῦ βίου τῶν Ἑλληνικῶν οἰκογενειῶν, τότε δὲ καὶ τὰ αἰσθήματα ἦσαν γενναιότερα καὶ αἱ ἰδέαι μεγαλείτεραι, τὸ ἐθνικὸν ἰδεῶδες καὶ ἡ μεγάλη ἰδέα, μὲ τὴν ὁποίαν ἔζησαν αἱ γενεαὶ ἐκεῖναι, ἐχρησίμευεν ὡς ἐθνικὴ πολιτικὴ, καὶ δὲν προεκάλει αὕτη τὰ σκώμματα, ὡς κινδυνεύει νὰ προκαλέσῃ αὐτὰ σήμερον, ὅτε ἀκμάζουν οἱ πεπολιτισμένοι τοῦ κυρίου Ρέπουλη. (Εὖγε! εὖγε! ἐξ ἀριστερῶν). Εἶναι ἀνιαρὸν, Κύριοι, καὶ δι’ ὑμᾶς καὶ δι’ ἐμὲ νὰ ἀγορεύω κατὰ τοιαύτην ὥραν, ἀλλ’ ἀναγκάζομαι, ἀφοῦ ὁ χρόνος δὲν ἐπιτρέπει ἀναβολὴν, ν’ ἀπασχολήσω ὑμᾶς ἐπὶ μικρὸν ἔτι. Νομίζω, ὅτι τῆς Βουλῆς ταύτης τὸ στάδιον λήγει μὲ τὴν παροῦσαν Σύνοδον, καὶ δὲν γνωρίζω, ἂν θὰ ἔχω τὴν εὐχαρίστησιν νὰ ἐπανίδω ὑμᾶς αὖθις ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ...
§333Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Βεβαίως θὰ συναντηθῶμεν καὶ πάλιν μετὰ τὰς νέας ἐκλογάς.
§334Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Σεῖς θὰ ἐπανέλθητε ἴσως, ἀλλ’ εἶναι πιθανὸν νὰ μὴ ἐκλεχθῶ ἐγὼ, καὶ οὕτω νὰ στερηθῶ τῆς εὐχαριστήσεως νὰ συνεδρεύσω μεθ’ ὑμῶν ἐνταῦθα.
§335Ι. Γ. ΛΑΠΠΑΣ. Αὐτὸ λείπει! ν’ ἀποτύχητε!
§336Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ὅπως δήποτε, εἶναι βέβαιον, ὅτι δὲν θὰ συναντηθῶμεν ὅλοι μετὰ τὰς προσεχεῖς ἐκλογὰς, προβλέπω δ’ ὅτι ἡ ἀγόρευσίς μου αὕτη εἶναι ἡ τελευταία τῆς παρούσης Περιόδου, ὥστε θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς κουράσω ἐπὶ μικρὸν ἀκόμη...
§337ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Ὅτι θὰ ξαναϊδωθῶμεν, εἶναι πλέον ἢ βέβαιον, καὶ δι’ αὐτὸ σᾶς παρακαλοῦμεν, ἂν δύνασθε, νὰ συντομεύσητε τὴν ἀγόρευσίν σας, διότι, παρ’ ὅλην τὴν εὐχαρίστησιν, ἣν μᾶς κάμνουν πάντοτε αἱ ἀγορεύσεις σας, μᾶς εὗρεν ἡ ἡμέρα πλέον. Θὰ ἔχητε καιρὸν ν’ ἀναπτύξητε τὰς ἰδέας σας, καὶ ἴσως μάλιστα τὰς ἐφαρμόσητε, εἰς τὴν μέλλουσαν Περίοδον.
§338Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ἔχει δίκαιον ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Χαλκίδος· θὰ συντομεύσω τὴν ἀγόρευσίν μου ταύτην, πολλὰ παραλείπων, τὰ ὁποῖα ὤφειλον νὰ ἐφελκύσωσι τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς καὶ τὴν προσοχὴν τοῦ ἔθνους. Ἀλλὰ τὰς γνώμας ταύτας θ’ ἀναπτύξω ἐκτὸς τῆς Βουλῆς, ὅτε μετ’ ὀλίγον θὰ συγκληθῶσιν οἱ ἐκλογικοὶ σύλλογοι. Προτοῦ ὅμως τερματίσω τὴν ἀγόρευσίν μου, ἐπεθύμουν νὰ ἐπισκοπήσω, τί ἐπράχθη, οὐχὶ κατὰ τὰ τελευταῖα τρία ἔτη, καθ’ ἃ διῴκησε τὴν χώραν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Κερκύρας Βουλευτὴς, οὐδὲ κατὰ τὸ διάστημα, καθ’ ὃ ἐπὶ τεσσαρακονταετίαν βασιλεύει ὁ Βασιλεὺς Γεώργιος, ἀλλ’ ἀφ’ ἧς ἤρξαντο ἀναπτυσσόμενα τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους, καὶ ἡ νέα πολιτικὴ, ἣν ἐτράπημεν, ἐδημιούργησεν ἐλπίδας καὶ πεποιθήσεις καλλιτέρου μέλλοντος τῆς ἡμετέρας χώρας. Ἀπὸ τοῦ 1883, ἀφ’ ἧς δηλαδὴ εἶχε συμπληρωθῆ ἡ προσάρτησις τῆς Θεσσαλίας, μέχρι τῆς σήμερον ηὐξήσαμεν τὰς δαπάνας τῆς διοικήσεως κατὰ πέντε καὶ πλέον δεκάδας ἑκατομμυρίων, ἐδανείσθημεν πολλὰς ἑκατοντάδας ἑκατομμυρίων δραχμῶν χωρὶς δὲ νὰ ἐπιρρίψω εἰς ὡρισμένα κόμματα τὴν εὐθύνην τῆς δαπάνης τῶν ἑκατοντάδων τούτων τῶν ἑκατομμυρίων, ἐπεθύμουν νὰ ἐπισκοπήσω, τί ἐγένετο διὰ τῶν ἑκατομμυρίων τούτων, τί ἀντιπροσωπεύουσιν εἰς δημόσια ἔργα, εἰς ἔργα ἐκπολιτιστικὰ, συντελοῦντα εἰς τὴν ἀνάπτυξιν τῆς παραγωγῆς τῆς χώρας, εἰς τὴν ἠθικὴν διάπλασιν τοῦ ἔθνους, ἢ εἰς τὴν πρόοδον τῶν ἐθνικῶν συμφερόντων ἐν τῇ ἀλυτρώτῳ χώρᾳ, ἅτινά εἰσιν ἀρρήκτως συνδεδεμένα πρὸς τὴν ζωὴν καὶ τὴν ὕπαρξιν τοῦ ἐλευθέρου Βασιλείου. Χάριν πάντων τούτων, τῆς ἐσωτερικῆς δηλαδὴ προόδου καὶ τῶν ἐξωτερικῶν ὑποχρεώσεων, ἐδαπανήσαμεν πολλὰς ἑκατοντάδας ἑκατομμυρίων, ἐπτωχεύσαμεν δ’ ἐν τέλει, καὶ ἐμειώσαμεν τὴν ἐθνικὴν ἡμῶν αὐτοτέλειαν· ἀλλ’ ὤφειλε νὰ ὑπάρχωσιν ἐν τῇ χώρᾳ τὰ ἀντιπροσωπεύοντα τὴν δαπάνην τῶν ἑκατομμυρίων τούτων ἔργα. Ἐπτώχευσαν καὶ ἄλλαι χῶραι, ἀλλ’ αὗται ἐπτώχευσαν εἴτε διότι περιεπλάκησαν εἰς πολέμους, εἴτε διότι συνεταράχθησαν ὑπὸ ἐμφυλίων σπαραγμῶν, εἴτε διότι ἦσαν πτωχαὶ, μὴ ἔχουσαι πόρους, ὅπως κατασκευάσωσι δημόσια ἔργα, ἢ ἐπαρκέσωσιν εἰς τὰς ἐκπολιτιστικὰς ἀνάγκας τῆς ἐποχῆς. Ἡμεῖς κατὰ τὰ ἔτη, καθ’ ἃ ἐδανείσθημεν τὰ ἑκατομμύρια ταῦτα, καὶ καθ’ ἃ ἐνετείνομεν τὸ φορολογικὸν ἡμῶν σύστημα, οὔτε ἐμφυλίους εἴχομεν σπαραγμοὺς, οὔτε ἐξωτερικοὺς διεξήγομεν πολέμους, ὁ δὲ τελευταῖον διεξαχθεὶς πόλεμος μᾶς εἶχεν εὕρει χρεωκοπημένους. Εὑρισκόμεθα λοιπὸν εἰς τὴν θέσιν τῶν χωρῶν ἐκείνων, αἵτινες ἐχρεωκόπησαν ἕνεκα τῶν δανείων, ἅτινα συνῆψαν ὑπὲρ χρησίμων εἰς τὴν ἀνάπτυξιν τῆς χώρας ἔργων. Ἐχρεωκόπησε δι’ ὁμοίους λόγους καὶ ἡ Πορτογαλία, ἀλλ’ ἂν θελήσητε νὰ ἐξετάσητε, τί ἐγένοντο τὰ δανεισθέντα ἑκατομμύρια, ἅτινα ἐπέφεραν τὴν πτώχευσιν, δὲν εἶναι δύσκολον νὰ σᾶς ἐπιδείξωσιν οἱ Πορτογάλοι σιδηροδρομικὰς γραμμὰς, ἀγόνους ἔτι, σύμπλεγμα ὁδοποιίας μέγα, κατασκευὴν λιμένων, πολλὰ ἀπορροφησάντων ἑκατομμύρια, καὶ ἐν πᾶσι τούτοις ἔργα κατ’ ἐξοχὴν παραγωγικὰ, ἅτινα, ἂν σήμερον δὲν ἀπέφεραν τὰ ἐπιδιωχθέντα ἔσοδα καὶ εἰς τὴν κοινωνίαν καὶ εἰς τὸ Κράτος, θ’ ἀποφέρωσιν αὐτὰ μετ’ οὐ πολὺ, καὶ δι’ αὐτῶν θὰ βελτιωθῇ ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις τῆς χώρας. Ἐχρεωκοπήσαμεν καὶ ἡμεῖς, ἀλλὰ καθ’ ὃν τρόπον δὲν ἐχρεωκόπησεν ἀκόμη οὐδὲν Κράτος· διότι, ἐὰν θελήσητε, τὰ δανεισθέντα ἑκατομμύρια, ἢ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐπορίσθημεν ἐκ τῶν τακτικῶν προσόδων τοῦ Κράτους, νὰ ζητήσητε εἰς δημόσια ἔργα, εἰς ἔργα συγκοινωνίας, εἰς ἔργα ἀποξηράνσεως ἑλῶν, εἰς στρῶσιν σιδηρῶν ὁδῶν, εἰς ἔργα ἐκπολιτιστικὰ καὶ παραγωγικὰ, πενιχρὰν θέλετε ἴδει τὴν τοιαύτην ἐργασίαν, γενομένην μάλιστα μετὰ δαπάνην τοσούτου χρήματος. Νομίζει τις, ὅτι τὰ χρήματα ταῦτα διῆλθεν μόνον διὰ τῆς ἡμετέρας χώρας, χωρὶς ν’ ἀφήσωσι τὴν εὐεργετικὴν αὐτῶν ἐπίδρασιν. Ἡ κατάστασις τῆς ἡμετέρας χώρας ὑπὸ τὴν ἔποψιν ταύτην εἶναι γνωστοτάτη εἰς ἡμᾶς, οἵτινες διερχόμεθα τὰς ἐπαρχίας καὶ κάλλιον παντὸς ἄλλου γινώσκομεν τὰς ἀνάγκας αὐτῆς. Ὅτι ἐγένοντο ἔργα τινὰ κατὰ τὴν τελευταίαν τριακονταετίαν, οὐδεὶς ἀρνεῖται, ὅτι κατεσκευάσθησαν ὁδοί τινες, πάντες ὁμολογοῦσιν, ἀλλὰ πάντες ἐπιστάμεθα, ὅτι ἐλλείπουσι τὰ οὐσιωδέστατα, ὅπως ἀποκληθῶμεν χώρα πεπολιτισμένη. Ποία εἶναι ἡ συγκοινωνία ἐν τῇ χώρᾳ, δύνασθε ὑμεῖς νὰ μαρτυρήσητε, οἱ ἠναγκασμένοι νὰ ἐκτελῆτε πορείας ἐπὶ βατῶν ὁδῶν καὶ ἡμιόνων· δὲν γνωρίζω δὲ χώραν, εἰς ἣν τόσον ἀθλίως καὶ αὐταὶ αἱ κατασκευαζόμεναι ὁδοὶ νὰ ἐκτελῶνται. Τὰ ἕλη καλύπτουσιν ἀπεράντους ἐκτάσεις τῆς χώρας, αἵτινες ἠδύναντο νὰ καταστῶσι καρποφόροι καὶ γονιμώταται, οἱ δὲ χείμαρροι καταστρέφουσι γαίας ἀπεράντους καὶ γονιμωτάτας. Ἡ δημοσία ὑγιεία φθείρεται, καὶ μυριάδας πολιτῶν μαστίζουν οἱ πυρετοί, καὶ ἀποστέλλουσιν εἰς τὸν Ἅδην τὰ μιάσματα τῶν ἑλωδῶν τούτων ἐκτάσεων. Ἐνῷ δὲ ἔχομεν Προϋπολογισμὸν οὕτω πολυτελῆ, πρὸς ἀποξήρανσιν τῶν ἑλῶν ἀναγράφομεν ποσὰ γελοιωδέστατα, διὰ τῶν ὁποίων ῥίπτεται ὀλίγη στάκτη εἰς τὰ μάτια τῶν κατοίκων, καὶ κλείεται τὸ στόμα τοῦ κοπτομένου Βουλευτοῦ ὑπὲρ τῆς ἀποξηράνσεως ἕλους τινός. Μετὰ φακιρικῆς ἀπαθείας βλέπομεν τὰς ἑλώδεις ταύτας ἐκτάσεις καλυπτούσας τὴν χώραν, καὶ τὰς μυριάδας τῶν νοσούντων πολιτῶν, ἀντὶ δὲ νὰ δώσωμεν εἰς τὴν παραγωγὴν τὰς ἐκτάσεις ταύτας, καὶ νὰ σώσωμεν τοσαύτας ὑπάρξεις ἀπὸ τοῦ θανάτου, ἀποξηραίνοντες αὐτὰς, ἡμεῖς διαθέτομεν δεκάδας τινὰς χιλιάδων δραχμῶν πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον, καὶ προσθέτομεν δώδεκα ἑκατομμύρια δραχμῶν κατ’ ἔτος, ἀπὸ τοῦ 1896 ἕως σήμερον, ὅπως πληρώσωμεν τὰς γαστέρας ὅλων ἐκείνων τῶν ἀργοσχόλων τῶν καφενείων, τῶν μὴ δυναμένων ἀλλαχόθεν νὰ ζήσωσιν ἢ ἐκ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους. Οὐδέποτε ἐπεδιώξαμεν σοβαρῶς νὰ τρέψωμεν τὸν λαὸν ἡμῶν εἰς ἐργασίας παραγωγικάς, νὰ διευθύνωμεν τὸ πνεῦμα αὐτοῦ εἰς ἐργασίαν, ἥτις καὶ αὐτὸν θὰ καταστήσῃ ὑλικῶς ἀνεξάρτητον, καὶ τὸ Κράτος θ’ ἀπαλλάξῃ τῆς φυλῆς ἐκείνης τῶν θεσιθηρῶν, οἵτινες θηραυλοῦσιν ἐπὶ ἔτη εἰς τὰς οἰκίας τῶν πολιτευομένων. Ηὐξήσαμεν τὰς δαπάνας τοῦ Κράτους, καὶ ἐφ’ ὅσον αὐξάνουσιν αὗται, ἐπὶ τοσοῦτον διαφθείρεται ὁ λαός, ἐπὶ τοσοῦτον αὐξάνει ὁ ἑσμὸς τῶν κηφήνων, διότι τὰ μεγάλα αὐτὰ ποσὰ, ἅτινα κατ’ ἔτος προστίθενται εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν, δὲν διατίθενται πρὸς ἀναμόρφωσιν τῆς χώρας, πρὸς ἀνάπτυξιν τῶν παραγωγικῶν αὐτῆς δυνάμεων, ἀλλὰ σκορπίζονται εἰς κεφάλαια καὶ ἄρθρα τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἄγονα καὶ πρὸς ἐξυπηρέτησιν κομματικῶν ἢ προσωπικῶν συμφερόντων. Ἀναγινώσκω εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν βοήθημα πρὸς τὴν Γεωργικὴν Ἑταιρείαν δραχμῶν 30,000, καὶ ἐνθυμοῦμαι τὰ λεχθέντα καὶ τὰ γραφέντα περὶ τῆς Ἑταιρείας ταύτης. Ἡ Ἑταιρεία αὕτη ἐτέθη ὑπὸ τὴν προστασίαν καὶ τὴν προεδρίαν τῆς Α. Μ. τοῦ Βασιλέως, ὅστις, κατὰ ἡμέρας ταύτας εἶδον, ὅτι ἐνεπλήσθη ἐνθουσιασμοῦ διὰ τὰς προόδους τῆς Ἑταιρείας ταύτης. Δὲν λέγω ὅτι ἡ Ἑταιρεία βοηθητικῶς δὲν δύναται νὰ ἦναι χρήσιμος εἰς τὴν παραγωγὴν, ἀλλὰ βεβαίως δι’ αὐτῆς δὲν θὰ λυθῇ τὸ μέγα ζήτημα τῆς ἀναπτύξεως τῆς γεωργίας, δὲν θὰ λυθῇ τὸ ζήτημα τῆς ἐνισχύσεως τῆς παραγωγῆς παρ’ ἡμῖν. Ταῦτα δὲν εἶναι ζητήματα, τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ τὰ διαχειρίζωνται Ἑταιρεῖαι ἢ Σύλλογοι· ταῦτα εἶναι ζητήματα, τὰ ὁποῖα μόνον τὸ Κράτος, σοβαρῶς ἐνεργοῦν, δύναται νὰ διαχειρισθῇ. Αἱ ἐνέργειαι τῶν Συλλόγων εἰς τοιαῦτα ζητήματα μετέχουσι πολλῆς κωμικότητος, ὅταν μάλιστα διαφημίζωνται, καθ’ ὃν τρόπον διαφημίζονται ἐνταῦθα. Ἡ τοιαύτη ἀντίληψις ζητημάτων τοιαύτης φύσεως, θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι εἶναι γελοία αὐτόχρημα, διότι φαίνεται, ὅτι οἱ οὕτως ἐνεργοῦντες δὲν ἔχουσιν ἀντιληφθῆ παντάπασι διὰ ποῖον λόγον δὲν προάγεται παρ’ ἡμῖν ἡ γεωργία, καὶ καρκινοβατεῖ ἐν γένει ἡ παραγωγή. Ὅταν, Κύριοι, βλέπητε συστάσεις Ἑταιρειῶν φιλοδασικῶν, καὶ «Φιλίππων Κοινωνιῶν», δέον νὰ λαμβάνητε ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ὅλα ταῦτα εἶναι καλὰ, μόνον ὅπως κατατρίβωσι τὰς ὥρας τῆς σχολῆς των μερικαὶ κυρίαι καὶ μερικοὶ κύριοι, οὓς ἐπιφορτίζουσι μὲ τοὺς τίτλους προέδρων ἢ συμβούλων. Νομίζετε ὅμως, ὅτι δι’ ἑνὸς Συλλόγου περὶ βελτιώσεως τοῦ γένους τῶν ἵππων λύεται ζήτημα, ὅπερ ἀπασχολεῖ μέγα τμῆμα διοικήσεως, ἢ ἀνεξαρτήτου διευθύνσεως, ἀλλαχοῦ ἐχούσης τὴν ὑπηρεσίαν ἰδιαιτέρου Ὑπουργείου; ὅτι λύεται τὸ μέγα καὶ σπουδαιότατον ζήτημα ἑνὸς τῶν κυριωτέρων κλάδων τῆς κτηνοτροφίας; Ἴσως μεταξὺ τῶν μελῶν τῆς «Φιλίππου Κοινωνίας» ὑπάρχουσιν ἄνδρες κατέχοντες τὸ ζήτημα τοῦτο· ἐν τοιαύτη περιπτώσει, τὸ Κράτος ὤφειλε νὰ χρησιμοποιήσῃ αὐτοὺς πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον, διότι ἐργασία οὕτω παρεχομένη, ὡς παρέχεται σήμερον, οὐδεμίαν δύναται νὰ ἔχῃ γενικὴν σημασίαν. Τὰ τοιαῦτα εἶναι ἔργον ἀποκλειστικὸν τοῦ Κράτους. Τὸ Κράτος δι’ αὐτὸ φορολογεῖ, διὰ νὰ μεριμνᾷ περὶ ὅλων αὐτῶν τῶν ζητημάτων, τῶν ὄντως ζωτικωτάτων. Ἀνέφερα πρὸ μικροῦ τὸ ὄνομα τῆς Φιλοδασικῆς Ἑνώσεως. Ἐνθυμοῦμαι τὸν θόρυβον καὶ τὰς παρατάξεις τῆς Ἑταιρείας ταύτης. Εἰς τὸν λόφον τοῦ Ἀστεροσκοπείου συνεκάλεσε δύο μυριάδας μαθητῶν τῶν δημοτικῶν σχολείων, οἵτινες ὑπὸ τοὺς ἤχους τῆς μουσικῆς ἐφύτευσαν μερικὰ δενδρύλια, τὰ ὁποῖα τὸν ἑπόμενον μῆνα κατέφαγον αἱ αἶγες τῶν πλανοδίων γαλακτοπωλῶν! Ὅλα ταῦτα, Κύριοι, ἔχουσι μεγάλην δόσιν ἀβδηριτισμοῦ· εἶναι παίγνια ἀνάξια Κράτους, ἔχοντος τὴν ἀξίωσιν σοβαρότητος. Διότι, ἐνῷ ἀφίνομεν ἐλευθέρας καὶ δὲν λαμβάνομεν μέτρα, ὅπως περιστείλωμεν τὰς ἀγρίας τάσεις τῶν ἐμπρηστῶν, οἵτινες κατὰ πᾶν θέρος ἀποτεφρώνουσιν ἀπεράντους ἐκτάσεις δασῶν, καὶ ἀποψιλοῦσι τὴν χώραν, ἐνῷ ἀφίνομεν τοὺς συλλέκτας τῆς ῥητίνης καὶ τοὺς καμινευτάς, ἄλλας μεγάλας νὰ ἐπιφέρωσι καταστροφὰς εἰς τὸν δασικὸν πλοῦτον τῆς χώρας, ἔπειτα παρηγορούμεθα εὐκόλως, ὅτι ἔχομεν φιλοδασικὴν Ἑταιρείαν, ἥτις φυτεύει ὀλίγα δενδρύλια πέριξ τῶν Ἀθηνῶν, ἵνα χρησιμεύσωσιν εἰς βρῶσιν ἑκατοντάδων τινῶν αἰγῶν!
§339Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Δὲν ἔχουν ἀφήσει κλαράκι ἡ κατσίκαις!
§340Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ἀντελήφθην τοῦτο ἰδίοις ὄμμασι. Δὲν γνωρίζω, ἡ Γεωργικὴ Ἑταιρεία ποῖα κεφάλαια ἔχει, ἢ ποίους πόρους δύναται ν’ ἀποκτήσῃ. Βλέπω μόνον, ὅτι πολὺ συνεχῶς ἀποτεινόμεθα εἰς τὴν φιλανθρωπίαν, καὶ ζητοῦμεν παρ’ αὐτῆς ἀρωγὴν διὰ πᾶσαν ἀνάγκην τοῦ Κράτους. Δὲν γνωρίζω δὲ, ἂν καὶ ἀλλαχοῦ ἐπενοήθη αὐτὸς ὁ φαεινὸς τρόπος τῆς ἀναπτύξεως τῆς γεωργίας καὶ τῆς ἐνισχύσεως τῆς παραγωγῆς δι’ ἐράνων. Ὅλα ταῦτα ἐν τούτοις δεικνύουσιν, ὅτι δὲν ἐμελετήθη ποτὲ σπουδαίως τὸ ζήτημα τῆς ἐθνικῆς παραγωγῆς, οὐδὲ ἀντελήφθημεν καθ’ ὅλην τὴν ἔκτασιν αὐτοῦ τὸ ζήτημα τῆς ἀναπτύξεως τῆς γεωργίας. Δὲν ἀρνοῦμαι, ὅτι αἱ Γεωργικαὶ Σχολαὶ εἶναι χρησιμώταται, ὅτι χρήσιμοι εἶναι καὶ οἱ Γεωργικοὶ Σταθμοὶ πρὸς βελτίωσιν τῆς καλλιεργείας καὶ τῆς πολλαπλασιάσεως τῶν εἰδῶν, καὶ εἶδον, ὅτι διατίθεται ἓν ποσὸν 400,000 δραχμῶν ὑπὲρ τῶν Γεωργικῶν Σταθμῶν. Ἀλλ’ ἂν οἱ Γεωργικοὶ Σταθμοὶ εἶναι πεπρωμένον νὰ λύσωσι τὸ ζήτημα τῆς βελτιώσεως τῆς καλλιεργείας, τὰ μεγάλα ζητήματα τῆς γεωργίας καὶ τῆς παραγωγῆς παρ’ ἡμῖν δὲν θὰ λυθῶσι βεβαίως δι’ αὐτῶν, πολὺ δ’ ὀλιγώτερον διὰ τῆς Γεωργικῆς Ἑταιρείας. Καὶ ἂν ἐκ τοιούτων μέσων ἀναμένωμεν τὴν πρόοδον αὐτῆς, βεβαίως φενακίζομεν ἡμᾶς αὐτούς. Γεωργία πρωτίστως θὰ εἴπῃ δημοσία ἀσφάλεια. Ἀλλ’ ἔχετε ἀγροτικὴν ἀσφάλειαν; Οὐδὲ ἴχνος τοιαύτης ὑπάρχει παρ’ ἡμῖν! Ἄς τολμήσωσιν οἱ ἡμέτεροι συνάδελφοι, οἱ ἔχοντες μεγάλα ἀγροτικὰ κτήματα, ὁ κ. Δεληγεώργης, ἢ ὁ κ. Καραπᾶνος, ἢ ὁ κ. Ρώμας, νὰ μεταβῶσιν ἐλευθέρως εἰς τὰ κτήματα αὑτῶν...
§341ΑΛΕΞ. ΣΠ. Κ. ΡΩΜΑΣ. Ἐγὼ μετέβην.
§342Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Μετέβητε βεβαίως, ἀλλὰ περιφρουρούμενος ἀπὸ ἱκανὸν ἀριθμὸν ὁπλοφόρων καὶ κατεχόμενος ἐκ τοῦ φόβου, ὅτι δύνασθε νὰ συγκρουσθῆτε πρὸς λῃστρικὰς συμμορίας. Τοιαύτη ἀσφάλεια εἰς πᾶν ἄλλο βεβαίως χρησιμεύει ἢ πρὸς ἐνθάρρυνσιν τῶν γεωκτημόνων, ὅπως ἀναπτύξωσι τὴν γεωργίαν ἐν τοῖς κτήμασιν αὑτῶν. Γεωργία θὰ εἴπῃ συγκοινωνία, καὶ αὕτη εὑρίσκεται εἰς πρωτογενῆ κατάστασιν παρ’ ἡμῖν! Γεωργία θὰ εἴπῃ ἐκπολίτισις τῶν γεωργικῶν τάξεων, ἡμεῖς δ’ ἔχομεν ἐγκαθιδρυμένην τὴν δουλοπαροικίαν! Γεωργία θὰ εἴπῃ γεωργικὴ πίστις, ἥτις ζωογονεῖ καὶ ἀναπτύσσει εὐρύτατα αὐτήν, παρ’ ἡμῖν δὲ τοὺς κόπους τῶν γεωργικῶν τάξεων ἀπορροφᾷ ἡ κακοηθεστέρα τοκογλυφία. Ἐν ταῖς πόλεσι πλεονάζουν τὰ κεφάλαια, καὶ βλέπομεν, ὅτι εἰς τὰς Τραπέζας πολλαὶ δεκάδες ἑκατομμυρίων μένουσιν ἄτοκοι εἰς τὰ ταμεῖα αὐτῶν, εἰς τοὺς ἀγροὺς ὅμως σπανίζει τὸ χρῆμα, διότι δὲν ὑπάρχει πίστις, καὶ οἱ τοκογλύφοι ἀπογυμνοῦσι τοὺς μᾶλλον φιλοπόνους κατοίκους τῆς χώρας. Ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ, ἣν ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ἀντιπροσωπεύω, δύο–τρεῖς τοκογλύφοι ἀπορροφοῦσιν ὅλην τὴν ἐργασίαν καὶ ὅλην τὴν παραγωγὴν τοῦ μεγαλειτέρου διαμερίσματος τῆς νήσου. Ἀναγκάζονται ἐκεῖ οἱ κάτοικοι νὰ προπωλῶσι τὸ ἔλαιον αὑτῶν ἀντὶ 20 δραχμῶν τὴν βαρέλαν, ἥτις κατὰ τὴν ἐποχὴν τῆς ἐσοδείας στοιχίζει 70 καὶ πολλάκις 80 δραχμάς. Οὕτως ἀπογυμνοῦται ὁ ἐλαιοπαραγωγός. Ὅ,τι δὲ γίνεται ἐν Παξοῖς, ἐν εὐρυτέρῳ κύκλῳ συμβαίνει πανταχοῦ τῆς Ἑλλάδος. Εἰς τοιαύτην κατάστασιν εὑρίσκεται ἡ γεωργία παρ’ ἡμῖν! Ἀπέναντι δὲ τῶν μεγάλων αὐτῶν ζητημάτων, ὧν ἡ λύσις θ’ ἀναπτύξῃ τὴν γεωργίαν καὶ θὰ πολλαπλασιάσῃ τὴν παραγωγήν, ἡμεῖς ἐναπεθέσαμεν τὴν τύχην της εἰς γεωργικὰς ἑταιρείας, ὧν ἡ μεγάλη ἐνασχόλησις εἶναι νὰ ἐκδίδουν μερικὰ φυλλάδια, τὰ ὁποῖα οὐδεὶς ἀναγινώσκει, ἀλλὰ καὶ ἀναγινώσκων οὐδὲν πρακτικὸν ὄφελος δύναται νὰ πορισθῇ. Οὐδὲν σπουδαῖον πράττομεν, οὕτω σκεπτόμενοι καὶ οὕτως ἐργαζόμενοι, διότι ταῦτα πάντα εἶναι ἀνάξια πάσης προσοχῆς, καὶ μὲ τὰ ὁποῖα μόνον δύνανται νὰ διέρχωνται τὰς ὥρας των ὅλοι ἐκεῖνοι, οἵτινες οὐδεμίαν ἄλλην σκοπιμωτέραν ἐργασίαν ἔχουσιν ἢ τὴν ἐργασίαν τῶν μελῶν τοιούτων ἑταιρειῶν. Ἀλλὰ μὴ ἔχοντες γεωργίαν, δι’ ἣν δαπανῶμεν ἐλάχιστα ποσὰ κατ’ ἔτος, ἔχομεν ἆρά γε στρατόν, ἀφοῦ κατ’ ἔτος διαθέτομεν 17–18 ἑκατομμύρια δραχμῶν; Οὐδεὶς ὑπάρχει ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ὁ πιστεύων, ὅτι ἔχομεν ὁπωσδήποτε στρατόν. Καὶ ἐντεῦθεν καὶ ἐκεῖθεν πάντες συμφωνοῦμεν, ὅτι ἐπὶ ματαίῳ διατίθενται τὰ ἑκατομμύρια ταῦτα κατ’ ἔτος, μᾶς ἀπασχολεῖ δὲ πάντοτε ἡ σκέψις τῆς εἰσαγωγῆς στρατιωτικοῦ τινος συστήματος, δι’ οὗ θὰ δυνηθῶμεν ν’ ἀποκτήσωμεν στρατὸν ἀνάλογον πρὸς τὴν οἰκονομικὴν τῆς χώρας κατάστασιν. Ἔτη ὅμως διαδέχονται τὰ ἔτη, καὶ ἡ σκέψις αὕτη δὲν ὡρίμασεν ἀκόμη! Ἀξιωματικοὺς ἀληθῶς ἔχομεν πολὺ πλειοτέρους, κατ’ ἀναλογίαν, τῶν ὅσων ἔχει ἡ Γαλλία, διότι, ἂν συγκρίνητε τὴν πραγματικὴν δύναμιν τοῦ ἡμετέρου στρατοῦ πρὸς τὸν ἀριθμὸν τῶν ἀξιωματικῶν, τὸ αὐτὸ δὲ πράξητε καὶ διὰ τὴν δύναμιν τοῦ γαλλικοῦ στρατοῦ καὶ τὸν ἀριθμὸν τῶν ἀξιωματικῶν αὐτοῦ, θὰ ἴδητε, ὅτι κατ’ ἀναλογίαν ἔχομεν πλειοτέρους ἡμεῖς. Ἔχομεν ἀξιωματικούς, οὓς ἀπεσπάσαμεν τοῦ στρατοῦ καὶ τοὺς κατεστήσαμεν ἀστυνόμους, γνωρίζετε δὲ, κατὰ τίνα τρόπον ἀντελήφθησαν οἱ πλεῖστοι τὰ νέα αὐτῶν ἔργα· νομίζει τις, ὅτι μετεφέρθησαν αἱ ὀρδαὶ τῶν Βαζιβουζούκων ἀπὸ τὰ βάθη τῆς Ἀσίας, ὅπως ἐπιβάλωσι τὴν ἰσχὺν τοῦ βουνεύρου ἐν τῇ συνταγματικῇ ταύτῃ χώρᾳ. Λοιπὸν οὐδὲ στρατὸν ἔχομεν, καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν ν’ ἀποκτήσωμεν τοιοῦτον· δὲν εἶναι δὲ δυνατὸν ν’ ἀποκτήσωμεν, διότι τὸ σύστημα, ὅπερ ἀκολουθοῦμεν, δὲν παρέχει τοιαύτας ἐλπίδας· εἶναι σύστημα ματαίας δαπάνης δραχμῶν 18,000,000, τὸ δὲ χείριστον εἶναι, ὅτι πάντες ἀναγνωρίζομεν τὸ μάταιον τῆς δαπάνης ταύτης, ἀλλ’ οὐδεὶς ἔχει τὸ θάρρος νὰ λάβῃ ἀπόφασιν νὰ πράξῃ τι, λῦον τὸ ζήτημα τοῦτο. Ἐλέχθη, ὅτι ἐπρόκειτο νὰ εἰσαχθῶσι νομοσχέδιά τινα στρατιωτικά, τὰ ὁποῖα παρασκεύασεν ἡ Γενικὴ Διοίκησις τοῦ στρατοῦ· μάλιστα τοσοῦτον κατεπειγούσης χρησιμότητος ἐθεωροῦντο τὰ νομοσχέδια ταῦτα, ὥστε ἐλέχθη, ὅτι καὶ ἔκτακτος Σύνοδος ἐπρόκειτο νὰ κληθῇ, ὅπως συζητηθῶσι καὶ ψηφισθῶσι ταῦτα. Τὸ ἀληθὲς εἶναι, ὅτι οὐδεὶς γνωρίζει τίποτε περὶ τῶν νομοσχεδίων τούτων, οὐδὲ αὐτὸς ὁ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργὸς, διότι, ὅτε εἰς ἄλλην τινὰ συνεδρίασιν ἐπηρώτησα αὐτὸν, εἶπεν, ὅτι τὰ νομοσχέδια ταῦτα δὲν εἶχον περιέλθει εἰς χεῖράς του, ἑπομένως δὲν ἐμελέτησε ταῦτα. Μόνον ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κερκύρας ἐδήλωσεν, ὅτι ἐμελέτησε ταῦτα, ὅτι τὰ νομοσχέδια ἦσαν ἀξιόλογα, καὶ ὅτι θ’ ἀπέβαινον ὠφέλιμα διὰ τὴν ὀργάνωσιν τοῦ στρατοῦ· ἔλεγε μάλιστα, ὅτι, ἂν δὲν εἶχε τὴν τόλμην νὰ εἰσαγάγῃ αὐτὰ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, θὰ εἰσῆγεν αὐτὰ αὐτὸς ὁ ἴδιος, ὑποθέτων — καὶ ἔχω μεγάλην ἐκτίμησιν εἰς τὴν ὀξύνοιαν τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Κερκύρας Βουλευτοῦ — ὅτι τὰ νομοσχέδια ταῦτα θὰ ἦναι ὄντως λυσιτελῆ διὰ τὴν ἀνάπτυξιν τῶν στρατιωτικῶν ἡμῶν πραγμάτων· τοῦτο ἐξασφαλίζει ἡμῖν ἡ μελέτη τοῦ κυρίου Θεοτόκη. Πιστεύω, ὅτι τὰ προτεινόμενα μέτρα θὰ συμβιβάζωνται καὶ πρὸς τὴν οἰκονομικὴν ἡμῶν κατάστασιν, καὶ ὅτι ἡ βελτίωσις τοῦ στρατοῦ δὲν ἐλήφθη κεχωρισμένως, ἀλλ’ ἐν συνδυασμῷ πρὸς τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν τῆς χώρας, δηλαδὴ ὅτι πρόκειται, ἐκ τῶν τακτικῶν πόρων τοῦ Κράτους νὰ οἰκονομηθῶσι τ’ ἀπαιτηθησόμενα ποσά. Καὶ ἐπειδὴ τοιαῦτα φρονῶ ὅτι θὰ ἦναι τὰ νομοσχέδια ταῦτα, ἀνέμενον νὰ τὰ ἴδω εἰσαγόμενα εἰς τὴν Βουλήν, καὶ ἠθέλομεν τοὐλάχιστον συζητήσει καὶ ἴδει, ποία εἶναι ἡ ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου ἐργασία τῆς Γενικῆς Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ, καὶ ἠθέλομεν σχηματίσει μίαν γνώμην περὶ τοῦ νέου συστήματος καὶ τοῦ μέλλοντος τοῦ στρατοῦ ἡμῶν. Ἀλλὰ καὶ τὰ νομοσχέδια ταῦτα δὲν ἐνεφανίσθησαν, οὐδεμία δὲ ὑπάρχει ἐλπὶς, ὅτι θὰ ἔλθωσι κατὰ τὰς ἡμέρας τῶν Παθῶν τοῦ Χριστοῦ, αἱ ὁποῖαι ἔρχονται μετ’ ὀλίγον, καὶ ὅτι θὰ συζητηθῶσι...
§343ΑΣΗΜ. Θ. ΖΑΙΜΗΣ. Δὲν ἀφίνει ἡ κωλυσιεργία!
§344Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ὁμιλεῖτε, κύριε Ζαΐμη, περὶ κωλυσιεργίας, ἀλλ’ ἐπεθύμουν νὰ ἐρωτήσω ὑμᾶς: ποίαν ἔννοιαν ἀποδίδετε εἰς τὴν λέξιν ταύτην, καὶ ἂν ἠρευνήσατε, ἵνα ἐξεύρητε τοὺς ἀληθῶς παρεμποδίσαντας τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς. Ἡ παροῦσα Σύνοδος παρατείνεται ἐπὶ πεντάμηνον ἤδη, κατὰ τὸ χρονικὸν δ’ αὐτὸ διάστημα, ὅπερ περιλαμβάνει 156 ἡμέρας, γνωρίζετε ποσάκις συνεδρίασεν ἡ Βουλή; Ἡ σημερινὴ ἡμερησία διάταξις φέρει αὔξοντα ἀριθμὸν 46. Καὶ θὰ ἐρωτήσω τώρα τὴν Κυβέρνησιν: διατὶ νὰ διακόψῃ ἐπὶ 40 ἡμέρας τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς; διατὶ νὰ παρατείνῃ τὰς διακοπὰς ἐπὶ 25 ἀκόμη ἡμέρας; καὶ διατὶ νὰ ζητήσῃ ἐπὶ 15 ἄλλας ἡμέρας τὴν διακοπὴν αὐτῶν; Κωλυσιεργεῖ ἡ Ἀντιπολίτευσις, ἡ συζητοῦσα ἐπὶ τῶν εἰσαγομένων θεμάτων, ἢ κωλυσιεργεῖ ἡ Κυβέρνησις, ἡ οὕτω διακόπτουσα τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς; Ὁμιλεῖ τις ἐπὶ νομοσχεδίων, ἅτινα ἔρχονται ἐνταῦθα ἀμελέτητα καὶ ἀσύστατα· κωλυσιεργεῖ! Ἀποκαλύπτονται σκάνδαλα τῆς διοικήσεως, τὰ ὁποῖα ἀλλαχοῦ θὰ προεκάλουν ἐπαναστάσεις· κωλυσιεργεῖ! Ὁμιλεῖ καὶ ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἐν ᾧ φωρᾶται ἀσύστολος σπατάλη· κωλυσιεργεῖ! Ἀλλὰ εἰς τί τέλος πάντων πρέπει νὰ μεταβληθῇ ἡ Βουλὴ αὕτη, ἵνα μὴ θεωρηθῇ κωλυσιεργοῦσα; Πρέπει νὰ μεταβληθῇ εἰς ὅμιλον κωφαλάλων, ἢ νὰ γείνωσιν οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ ἔθνους εὐνοῦχοι τοῦ Σεραγίου; Βεβαίως οὐδὲ τὸ ἓν οὐδὲ τὸ ἄλλο θὰ γείνῃ ποτὲ ἡ Ἑλληνικὴ Βουλή. Πιθανὸν τοιοῦτος νὰ ἦναι ὁ κρύφιος πόθος μερικῶν κυρίων καὶ ἐντὸς τῆς Βουλῆς καὶ ἐκτὸς αὐτῆς. Ἡ Ἑλληνικὴ Βουλὴ ὅμως θὰ μείνῃ ἐνταῦθα ἐλέγχουσα καὶ συζητοῦσα, μεθ’ ὅσα καὶ ἂν φωνασκῶνται περὶ κωλυσιεργίας. (Ἐπιδοκιμασίαι ἐκ τῆς ἀριστερᾶς).
§345Ι. Γ. ΛΑΠΠΑΣ. Εὖγε, κύριε Βελλιανίτη!
§346Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Οὕτω, Κύριοι, οὐδὲ τὰ στρατιωτικὰ νομοσχέδια εἶναι δυνατὸν νὰ ἴδωμεν παρουσιαζόμενα εἰς τὴν Βουλήν, καὶ ἐπὶ μακρὸν χρόνον θέλει ἐξακολουθεῖ ἡ αὐτὴ ἀκατανόητος κατάστασις τῆς ἀνωφελοῦς δαπάνης τῶν δραχ. 18,000,000 κατ’ ἔτος. Κατ’ ἀκολουθίαν παρέρχομαι καὶ ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν. Θέλετε νὰ εἰσέλθω εἰς τὴν λεπτομερῆ ἐξέτασιν τῶν δαπανῶν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν; Θέλετε νὰ ἐξετάσω τὰ ποσὰ ἐκεῖνα, ἅτινα προσετέθησαν ἕνεκα τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου περὶ διοικητικῆς διαιρέσεως, καὶ νὰ συνδυάσω αὐτὰ πρὸς τὴν ἐπελθοῦσαν βελτίωσιν τῆς διοικήσεως καὶ τὴν εἰσαγωγὴν τοῦ πολιτισμοῦ εἰς τὰ μέρη ἐκεῖνα, ἐν οἷς ἄλλοτε δὲν ὑπῆρχεν ἡ ἐπίβλεψις τοῦ νομάρχου; Ἢ θέλετε νὰ ὁμιλήσω, ὅπως ὡμίλησεν ὁ ἀξιότιμος φίλος μου ἐξ Ὕδρας περί τινων περιέργων κονδυλίων, ἀναγραφομένων εἰς τὰς δαπάνας τοῦ Ὑπουργείου τούτου; Διότι δέον νὰ ὁμολογήσητε, ὅτι εἶναι κἄπως περιττὴ ἡ δαπάνη τῶν 30,000 δραχμῶν διὰ τὸ κιγκλίδωμα τοῦ Βασιλικοῦ κήπου, ὅπως εἶναι ἔτι περιεργοτέρα ἡ ἀναγραφομένη πίστωσις τῶν 20,000 δραχμῶν διὰ τὴν ἐγκατάστασιν τοῦ ἠλεκτρικοῦ φωτὸς ἐν τοῖς Ἀνακτόροις. Ἀλλ’ εἶναι βεβαιωμένον, ὅτι τὰ ἀναγραφόμενα ποσὰ θὰ ἐπαρκέσωσι δι’ ὃν σκοπὸν ἀναγράφονται; Ἢ μήπως θὰ ὑποχρεωθῇ τὸ Κράτος νὰ πληρώνῃ κατὰ δόσεις, τίς οἶδε πόσα ποσὰ, ὅπως συνέβη εἰς ἄλλας παρομοίας περιστάσεις; Τὸ Κράτος, ὑποθέτω, δὲν θ’ ἀρνηθῇ εἰς τὸν Βασιλέα καὶ τὴν διὰ τῶν δαπανῶν αὐτῶν ἐγκατάστασιν τοῦ ἠλεκτρικοῦ φωτὸς, ἀλλ’ ὅλα ταῦτα δέον νὰ γείνωσι συμφώνως πρὸς τοὺς νόμους τοῦ Κράτους. Ὑπάρχει νόμος καὶ σχεδιάγραμμα περὶ τούτου; ὑπάρχει προϋπολογισμὸς τοῦ δημοσίου τούτου ἔργου; ἢ διὰ τῆς ἐνσφηνώσεως κονδυλίων τοιούτων ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ νομίζετε, ὅτι νομίμως διατίθενται τὰ αἰτούμενα ποσά; Αὐτὸς ὁ ταχυδακτυλουργικὸς τρόπος τῶν δαπανῶν τούτων πρέπει νὰ λείψῃ...
§347Ν. ΓΟΥΛΙΜΗΣ. Δὲν εἶναι ταχυδακτυλουργικός.
§348Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Εἶναι ταχυδακτυλουργικώτατος! Ποῦ εἶναι ὁ νόμος, ἐπὶ τοῦ ὁποίου βασίζεται ἡ δαπάνη αὕτη; Ἀλλὰ πράγματι 30,000 δραχμὰς θὰ στοιχίσῃ μόνον τὸ κιγκλίδωμα τοῦ Βασιλικοῦ κήπου; Εἶναι δυνατὸν νὰ πιστεύσῃ τις τοῦτο;
§349Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Τὰ τριακόσια μόνον μέτρα θὰ στοιχίσωσι 30,000 δραχμάς.
§350Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ζήτημα εἶναι: εἶναι ἀνάγκη ἀπαραίτητος νὰ γείνῃ ἡ δαπάνη αὕτη;
§351Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ἐπὶ ἑξήκοντα καὶ πλέον ἔτη τὸ σημερινὸν κιγκλίδωμα περιέφραττε τὸν Βασιλικὸν κῆπον, κατὰ τὰ ἔτη δὲ ταῦτα δὲν ἐθεωρεῖτο ἀσχημία· σήμερον ἀνεπτύχθη ἡ καλαισθησία ἡμῶν, καὶ τὸ κιγκλίδωμα τοῦτο προσβάλλει τὰς αἰσθήσεις μας! Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου, Κύριοι, δαπάναι τοιαῦται ζητοῦνται, ὅταν πρόκηται νὰ χρησιμοποιηθῶσι δι’ ἔργα κοινῆς ὠφελείας, οἷα δύνανται νὰ ἦναι καὶ κῆποι, εἰς οὓς συχνάζει ὁ λαός. Ἀλλ’ ὁ κῆπος οὗτος, διὰ τὸ κιγκλίδωμα τοῦ ὁποίου ζητεῖται πίστωσις 30,000 δραχμῶν, καὶ ἡ ὁποία, ὡς πολὺ ὀρθῶς ἔλεγεν ὁ κύριος Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς, θὰ ὑπερβῇ κατὰ πολὺ τὰς 150,000 δραχμάς...
§352ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἔλεγεν 150,000, ὁ κ. Δραγούμης ὑπελόγισεν ὑπὲρ τὰς 300,000.
§353Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ὁ κῆπος οὗτος λοιπόν, τοῦ ὁποίου τὸ κιγκλίδωμα μόνον θὰ στοιχίσῃ εἰς τὸ Δημόσιον ὑπὲρ τὰς 300,000 δραχμὰς, δὲν εἶναι δημόσιος περίπατος· ἔχει ἀποκλεισθῇ εἰς πάντας ἡ εἴσοδος αὐτοῦ!...
§354Α. ΠΕΤΑΛΑΣ. Διὰ τῆς δούλαις εἶναι ἀνοικτός.
§355Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ἀπεκλείσθη διὰ πάντας, μόνον δὲ δι’ εἰσιτηρίων, διατιθεμένων προνομιακῶς ὑπὸ τοῦ Αὐλαρχείου, δύναταί τις νὰ εἰσέλθῃ. Οὐδεμίαν λοιπὸν μετοχὴν ἔχει τὸ Δημόσιον εἰς τὸν κῆπον τοῦτον, κατ’ ἀκολουθίαν οὐδεμίαν ὑποχρέωσιν τὸ Δημόσιον ἔχει νὰ δαπανᾷ. Ἄλλοτε δι’ ἐμὲ ἦτο εἷς τῶν προσφιλεστέρων περιπάτων, σήμερον δὲν δύναμαι νὰ μεταβῶ πλέον...
§356Α. ΠΕΤΑΛΑΣ. Διότι ἐγήρασες! (Ἱλαρότης)
§357Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ὄχι· αἰσθάνομαι ἀκμαίας εἰσέτι τὰς δυνάμεις μου, οὐδὲ μὲ ἀφῆκαν ἐντελῶς αἱ ῥωμαντικαὶ τάσεις τῆς νεανικῆς μου ἡλικίας, ἀλλὰ δὲν ἐπιτρέπεται ἡ εἴσοδος. Δὲν ἀγνοεῖτε βεβαίως, Κύριοι, ὅτι ἀλλαχοῦ οἱ Βασιλικοὶ κῆποι, οἵτινες εἶναι ἰδιοκτησίαι μάλιστα τῶν ἡγεμόνων, ἀφίνονται ἐλεύθεροι εἰς τὸν λαόν...
§358Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Ἡ εἴσοδος εἶναι ἐλευθέρα μετὰ μεσημβρίαν.
§359Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ἀπατᾶσθε. Δὲν εἶναι ἐλευθέρα, ἐκτὸς ἐὰν ἔχητε ἰδιαιτέραν ἄδειαν τοῦ Αὐλαρχείου.
§360Κ. ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Εἶναι ἐλευθέρα εἰς ὡρισμένας ἡμέρας τῆς ἑβδομάδος. Ἄλλως τε εἶναι δικαίωμα τοῦ Βασιλέως.
§361Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ἴσως. Ἐνθυμοῦμαι ὅμως, Κύριοι, ὅτι πανταχοῦ τῆς Ἑσπερίας οἱ Βασιλικοὶ κῆποί εἰσι κοινοὶ τοῦ Δημοσίου περίπατοι. Καὶ οἱ ἐπισκεφθέντες τὴν Βιέννην θὰ γνωρίζετε, ὅτι ὁ μεγαλόφρων καὶ φιλόλαος ἀληθῶς Αὐτοκράτωρ Φραγκῖσκος Ἰωσὴφ τοὺς ἰδιοκτήτους κήπους αὑτοῦ τοὺς ἀφῆκεν ἐλευθέρους εἰς τὸν λαὸν, καὶ μάλιστα τὸν πλησίον τοῦ ἐντὸς τῆς Βιέννης ἀνακτόρου κῆπον οὐ μόνον ἀφῆκεν ἐλεύθερον εἰς τὸν λαὸν, ἀλλὰ καὶ ἀπεκάλεσεν αὐτὸν κῆπον τοῦ λαοῦ, εἶναι δὲ οὗτος ἓν ἐκ τῶν κέντρων, εἰς ὃ νύκτα καὶ ἡμέραν ἄπειρον συνέρχεται πλῆθος· καὶ τοῦ Σεμπροὺν οἱ παράδεισοι, καὶ τῶν ἀνακτόρων τῆς Καλλιθέας εἰσὶ κοινοὶ περίπατοι. Σημειώσατε δὲ, ὅτι ταῦτα γίνονται εἰς πόλιν, ἔνθα ἀπειράριθμοί εἰσιν οἱ δημόσιοι καὶ οἱ δημοτικοὶ κῆποι καὶ παράδεισοι. Καὶ χάριν τῆς εὐκολίας τῆς συγκοινωνίας, χάριν τῆς ἐλευθέρας κινήσεως, ὅπως ἑνώσῃ τὴν Ρὶγγ–στρῆσε μὲ τὸ Γκράμπεν, ἐκρήμνισε μέγα μέρος τῆς προσόψεως τῶν ἀνακτόρων του, κατεσκεύασε δὲ στοὰς, ὑπὸ τὰς ὁποίας διέρχονται αἱ ἅμαξαι καὶ τὸ πλῆθος. Καὶ ἀναφέρω μόνον τὴν Βιέννην· δὲν θέλω δὲ ν’ ἀπασχολήσω ὑμᾶς, ἀναφέρων ἄλλας πρωτευούσας τῆς Εὐρώπης. Παρ’ ἡμῖν εἷς μόνον κῆπος ὑπάρχει, ὁ λεγόμενος Βασιλικὸς, ὅστις εἶναι κτῆμα οὐχὶ προσωπικὸν τοῦ Βασιλέως, ἀλλὰ τοῦ Δημοσίου, διὰ τὸ κιγκλίδωμα τοῦ ὁποίου, ὡς βλέπετε, θὰ δαπανήσῃ τὸ Δημόσιοι 300,000 δραχμάς! Λοιπὸν τὸν κῆπον αὐτὸν, τὸν μοναδικόν, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ τὸν ἀφήσουν ἐλεύθερον, ὅπως εἰσέρχωνται καὶ ἀναπνέουν ἐλευθερώτερον οἱ μαστιζόμενοι ὑπὸ τοῦ κονιορτοῦ πολῖται τῶν Ἀθηνῶν; Καὶ τοῦτο τὸ λέγω ὡς προσωπικὸν παράπονον, διότι δὲν δύναμαι πλέον νὰ περιπατῶ εἰς τὰς συστοιχίας τοῦ κήπου ἐκείνου, τὸν ὁποῖον τόσον ἠγάπων...
§362Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Πρέπει μάλιστα νὰ ἀνοιχθῶσι καὶ θύραι πρὸς τὸ Ζάππειον, ἵνα εὐκολώτερον εἰσέρχηται ὁ λαός.
§363Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Καὶ ἀνέφερα τὰς δύο ταύτας πιστώσεις, τὰς ἀναγραφομένας χάριν τῶν Ἀνακτόρων, διότι παρατύπως θὰ δαπανηθῶσι, καὶ παρὰ τὸν νόμον περὶ δημοσίων ἔργων, ὑπερβαινόντων τὴν δαπάνην τῶν 10,000 δραχμῶν. Καὶ ἠδυνάμην οὕτως, ἐλέγχων τὰς ἀναγραφομένας δαπάνας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, ἐπὶ μακρὸν ν’ ἀπασχολήσω ὑμᾶς, ἀποδεικνύων τὸ μὴ ἀναγκαῖον τῶν δαπανῶν τούτων. Ἀλλὰ πρὸ πολλοῦ ἤδη ἀνέτειλεν ὁ ἥλιος, καὶ εἶναι καιρὸς νὰ ἀπέλθωμεν, ὅπως ἀναπαυθῶμεν. Ἀποφεύγω ὅθεν τὴν λεπτομερῆ ἐξέτασιν τῶν διαφόρων ἄρθρων καὶ κεφαλαίων τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τούτου. Προσεπάθησα, Κύριοι, νὰ δώσω γενικὴν εἰκόνα τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως ἡμῶν· προσεπάθησα, ἐξελέγχων τὰ ἔσοδα τοῦ Προϋπολογισμοῦ τῆς χρήσεως τοῦ 1902, νὰ παρουσιάσω ποῖον ἔσται τὸ πιθανὸν ἔλλειμμα αὐτῆς. Ἴσως ἀπατῶμαι, καὶ ἴσως εἶναι δυνατὸν νὰ εἰσπραχθῇ τὸ ποσόν, τὸ ἀναγραφόμενον ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, ἀλλὰ προσεπάθησα ἐπίσης νὰ πείσω ὑμᾶς, καὶ πρὸς τοῦτο ἀνέπτυξα φαινόμενά τινα, ὅτι ἡ χώρα ἔχει καμφθῆ οἰκονομικῶς, καὶ ἐφ’ ὅσον δὲν δίδεται προσοχὴ εἰς τὴν ἀνάπτυξιν τῆς παραγωγῆς αὐτῆς, δυσκόλως θὰ δυνηθῇ νὰ παρέχῃ τὰ 116,000,000, ἅτινα ζητοῦμεν παρ’ αὐτῆς. Εἶναι ἀναντίρρητον, ὅτι ἡ χώρα ἔχει ἀνάγκην πολλῶν, ἀλλ’ ἀτυχῶς, ὡς διατίθενται οἱ φόροι αὐτῆς, δὲν ἐξυπηρετοῦσι τὰς μεγάλας αὐτῆς ἀνάγκας, οὐδὲ συντελοῦσιν εἰς τὴν ἀνάπτυξιν καὶ τὸν πολιτισμὸν τοῦ λαοῦ αὐτῆς. Ἀναντιρρήτως ἄλλη θὰ ἦτο ἡ ὄψις τῆς Ἑλλάδος, ἂν σκοπίμως ἐδαπανῶντο τὰ ἑκατομμύρια, τὰ ἀναγραφόμενα ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ· καὶ στρατὸν θὰ ἠδυνάμεθα νὰ ἔχωμεν κάλλιον κατηρτισμένον, καὶ ναυτικὸν καλλίτερον. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι τὸ ναυτικὸν εἶναι εἷς τῶν κλάδων τῆς διοικήσεως, ὅστις παρουσιάζει βελτίωσιν σημαντικὴν κατὰ τὴν τελευταίαν δεκαετίαν...
§364Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Αὐτὸ εἶναι βέβαιον.
§365Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. .. Μὲ τὸν αὐτὸν Προϋπολογισμὸν θὰ ἠδυνάμεθα νὰ ἔχωμεν δικαιοσύνην ἀξίαν τοῦ ὀνόματος αὐτῆς, καὶ συντελοῦσαν εἰς τὴν βελτίωσιν τῶν ἠθῶν καὶ εἰς τὴν περιστολὴν πλείστων κακῶν, τὰ ὁποῖα παρουσιάζει ἡ ἡμετέρα κοινωνία. Διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τούτου, ἂν σκοπίμως ἐδαπανῶντο τὰ ἑκατομμύρια, ἅτινα πληρώνει ὁ λαὸς, θὰ ἠδυνάμεθα νὰ ἔχωμεν ἀσφάλειαν δημοσίαν, καὶ ἀστυνομίαν μὴ ἐκτρεπομένην εἰς παρανομίας, καὶ μὴ δίδουσαν τὸ σύνθημα τῆς αὐθαιρεσίας καὶ τῆς ἀναρχίας. Θὰ ἠδυνάμεθα νὰ ἔχωμεν καὶ ἐκπαίδευσιν ἀρτιωτέραν καὶ μᾶλλον θετικὴν, καθ’ ὅλην αὐτῆς τὴν ἔκτασιν, θὰ εἰσήγοντο νομοσχέδια ἐν τῇ Βουλῇ πρὸς σύστασιν ἐμπορικῶν ἢ ἐπαγγελματικῶν Σχολῶν, οὐχὶ ὡς ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ὑπεβλήθησαν, ἀλλὰ μεμελετημένα, φέροντα τὴν σφραγῖδα τῆς ἀρτιότητος ἐκείνης, ἣν δέον νὰ φέρωσι τὰ νομοσχέδια, δι’ ὧν ἐπιδιώκεται ἡ εἰσαγωγὴ ἐκπαιδεύσεως, ἥτις θὰ μετατρέψῃ τὰς τάσεις τῶν νέων παρ’ ἡμῖν. Τέλος θὰ ἠδυνάμεθα νὰ ἐλπίσωμεν, ὅτι δαπανῶντες τὰ ἑκατομμύρια ταῦτα θὰ ἠδυνάμεθα νὰ αὐξήσωμεν τὴν παραγωγὴν τῆς χώρας, οὕτως ὥστε, χωρὶς νὰ ἐπιβαρύνῃ διὰ νέας φορολογίας τὸν λαὸν, πλειότερα νὰ εἰσπράττῃ τὸ Κράτος, κατ’ ἀκολουθίαν πλειότερα νὰ διαθέτῃ πρὸς πλήρωσιν τῶν μεγάλων ἀναγκῶν καὶ πρὸς ἐξυπηρέτησιν τοῦ προορισμοῦ, ὅνπερ ἔχομεν, ὡς ἔθνος μὴ συμπληρῶσαν τὴν ἀποστολὴν αὐτοῦ. Καὶ ὅτε ἤκουον τοῦ ἀξιοτίμου εἰσηγητοῦ τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ λέγοντος, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ περιορίσωμεν τὰς ἀναγραφομένας δαπάνας, διότι οὕτως ἤθελε χαλαρωθῆ ἡ διοίκησις, καὶ ἀνασταλῆ ἡ πρόοδος τοῦ πολιτισμοῦ, ἀνέτρεξα εἰς τὴν μελέτην τῶν Προϋπολογισμῶν ἄλλων Κρατῶν, ἐχόντων τὸν αὐτὸν περίπου πληθυσμὸν μὲ τὸν ἰδικόν μας· παρετήρησα δὲ, ὅτι ὑπάρχουσι Κράτη, τὰ ὁποῖα διοικοῦνται μὲ πολὺ ὀλιγωτέρας δαπάνας ἢ ἡ ἡμετέρα χώρα, τὰ δὲ Κράτη ταῦτα δὲν ὑστεροῦσι βεβαίως εἰς τὸν πολιτισμόν, ἀλλὰ πολλὰ ἐξ αὐτῶν καὶ κατὰ πολὺ ὑπερέχουσιν ἡμῶν ἐν τούτῳ. Πῶς ἀλλαχοῦ κατορθοῦνται τὰ θαύματα ταῦτα; Διότι ἐκεῖ ὑπάρχει σύστημα διοικήσεως σοφὸν, καὶ Κυβέρνησις πατρικῶς μεριμνῶσα. Διότι ἐκεῖ δὲν ἀναγράφονται περιτταὶ δαπάναι, οὐδὲ μισθοδοτοῦνται πρόσωπα μηδεμίαν παρέχοντα ὑπηρεσίαν εἰς τὸ Δημόσιον. Ἐκεῖ ἕκαστος δημόσιος λειτουργὸς ἔχει τὴν συναίσθησιν τῆς εὐλαβοῦς ἐκπληρώσεως τοῦ καθήκοντος αὐτοῦ, ἡ δὲ φυλὴ τῶν ἀργοσχόλων δὲν εὐδοκιμεῖ. Εἰς τοιαύτας Πολιτείας βεβαίως ἐξημεροῦνται τὰ ἤθη τῆς κοινωνίας, εἰς τοιαύτας κοινωνίας βεβαίως ὁ πολιτισμὸς καθιστᾷ εὐδαίμονα τὴν ζωὴν τῶν πολιτῶν, — ἐφ’ ὅσον εἶναι δυνατὴ ἡ εὐδαιμονία ἐν τῷ κόσμῳ τούτῳ. — Ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς οὔτε ἀγχινοίας στερεῖται, οὔτε φιλοπονίας. Ἐκεῖνο, οὗ στερεῖται, εἶναι ἡ Κυβέρνησις, ἥτις θὰ διαπαιδαγωγήσῃ αὐτόν, καὶ θὰ τὸν ὁδηγήσῃ εἰς τὴν ὁδὸν τῆς προόδου καὶ τοῦ πολιτισμοῦ, ἀλλὰ τῆς ἀληθοῦς προόδου καὶ τοῦ πραγματικοῦ πολιτισμοῦ. Ἔχω τὴν πεποίθησιν, Κύριοι, ὅτι καὶ οἱ ἐντεῦθεν καθήμενοι καὶ οἱ ἐκεῖθεν ἀναγνωρίζετε, ὅτι ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ Κράτους εἶναι ὑπὲρ τὸ δέον φουσκωμένος, καὶ ὅτι δύναται νὰ συσταλῇ ὀλίγον, ὅπως ἐξευρεθῶσι ποσὰ, ἅπερ νὰ διατεθῶσιν εἰς πραγματικὰς ἀνάγκας τῆς χώρας. Δὲν δύναμαι νὰ πιστεύσω, ὅτι ἡ σχεδὸν μὴ ἐργαζομένη Ἑλληνικὴ ὑπαλληλία, ἡ ἐν πολλοῖς ἄχρηστος, δὲν δύναται νὰ περιορισθῇ, καὶ ἡ οὕτω περιορισθεῖσα νὰ ἐκπληροῖ τὸ καθῆκον αὐτῆς. Ἀρκετὰς δεκάδας ἐνιαυτῶν διήλθομεν ἐν παραλυτικῇ καταστάσει, ὡς Κράτος. Ἡ τελευταία ἀτυχία τοῦ πολέμου ὤφειλε νὰ περιαγάγῃ ἡμᾶς εἰς σκέψεις, ἂν δύναται ἡ κατάστασις αὕτη νὰ παραταθῇ, χωρὶς νὰ σημάνῃ τὸν ὄλεθρον ἡμῶν ὡς ἔθνους. Ἦτο καιρὸς πλέον νὰ θέσωμεν τὴν κεφαλὴν ἡμῶν μεταξὺ τῶν δύο παλαμῶν μας, καὶ νὰ σκεφθῶμεν, κατὰ τίνα τρόπον θὰ ἐπέλθῃ αὐτὴ ἡ διοικητικὴ μεταβολὴ καὶ αὐτὴ ἡ νέα τροπὴ τοῦ λαϊκοῦ πνεύματος, ἥτις θὰ σώσῃ ἡμᾶς. Ἂς ἀφήσωμεν, Κύριοι, τὰ ῥητορικὰ σχήματα καὶ τὰς πομπώδεις φράσεις, ὅτι θὰ βαδίσητε μὲ ὑψωμένην τὴν κεφαλὴν καὶ μὲ λευκὰ τὰ μέτωπα πρὸ τῶν ἐκλογῶν, ὅτι θὰ κατέλθητε μέ... δὲν γνωρίζω ποίου χρώματος σημαίαν, εἰς τὰς ἐκλογάς. Ὅλα ταῦτα δύνανται νὰ λέγωνται ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς, καὶ ὁ ἦχος τῶν πλαταγιζουσῶν φράσεων νὰ ἀφυπνίζῃ καὶ τοὺς ἐκεῖ κοιμωμένους Βουλευτάς, τοὺς ὁποίους κατέβαλε τὸ γῆρας καὶ ἡ κόπωσις καὶ αἱ ἀγρυπνίαι. Ἀλλὰ τὰ λεγόμενα στεροῦνται πρακτικῆς τινος σημασίας, δὲν εἶναι δὲ πρὸ πάντων ἀληθῆ, διότι, ὅσοι λέγουσιν ἐξ ὑμῶν, ὅτι θὰ κατέλθουν πρὸ τοῦ λαοῦ μὲ ὑψωμένην τὴν κεφαλὴν καὶ μὲ λευκὰ τὰ μέτωπα, δὲν λέγουσι τὴν ἀλήθειαν, διότι ὁ λαὸς αὐτὸς αἰσθάνεται ἀρκετὰ, ὅτι καὶ βαρέως ἐφορολογήθη, καὶ βανδαλικῶς ἐπιέσθη, καὶ ἀνηλεῶς ἐδάρη ὑπὸ τῶν ὀργάνων τῆς ἀστυνομίας σας, καὶ οὐδὲν ἐκ τῶν ὅσων τῷ ὑπεσχέθητε ἐφηρμόσατε· ὅσῳ δὲ ὑψωμένην τὴν κεφαλὴν, ὅσῳ λευκὰ καὶ ἂν ἔχητε τὰ μέτωπά σας, ὅταν παρουσιασθῆτε πρὸ αὐτοῦ, μὲ μαῦρα θέλει σᾶς ὑποδεχθῆ. (Εὖγε! εὖγε! ἐκ τῆς ἀριστερᾶς).
§366ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρᾳ 6 τῆς πρωΐας τῆς ἐπιούσης).