1902.03.30
2,847 rows · 22,188 words · 162 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 45
Τῆς 30 Μαρτίου 1902.
(Σάββατον).
(Γενομένης ἀπαρτίας ὥρᾳ 6 μ. μ. ἀναγινώσκονται καὶ ἐγκριθέντα ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ δημοδιδάσκαλοι τῆς ἐπαρχίας Πατρῶν δι’ ἀναφορᾶς των παρακαλοῦσι τὴν Βουλὴν νὰ προστατεύσῃ αὐτοὺς, μελετῶσα δεόντως καὶ ψηφίζουσα τὸ ὑποβληθὲν νομοσχέδιον περὶ συνδρομῆς τῶν ἀπόρων δήμων. Οἱ δημοδιδάσκαλοι τῆς ἐπαρχίας Χαλκίδος ὑποβάλλουσιν αἴτησιν ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ ἀντικειμένου.
§2Κ. ΔΟΥΝΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§3Γ. ΚΟΡΠΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Καταθέτω πίνακα, ζητηθέντα παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς κ. Δραγούμη, ἀφορῶντα τὰς δαπάνας τὰς γενομένας δυνάμει τοῦ κεφαλαίου 20 ἄρθρου μόνου τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν τῆς χρήσεως τοῦ 1901.
§4Φ. ΝΕΓΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ καταθέσω νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου ζητεῖται πίστωσις ἀναπληρωματικὴ 10,000 δραχμῶν ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν τῆς χρήσεως τοῦ 1901, κεφαλαίου 15, ἄρθρου 2, δι’ ἔξοδα ὑπηρεσίας τελωνειακῆς.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὄρα Παράρτημα, ἀριθ. 187).
§6ΦΩΚ. ΝΕΓΡΗΣ. Ἐνθυμεῖσθε, κύριοι Βουλευταὶ, ὅτι διὰ τοῦ ἠνοποιημένου δανείου, ὅπερ ἐψηφίσθη διὰ τοῦ νόμου ΒΦΜΑʹ τοῦ 1898, ἐπρόκειτο νὰ ἐξοφληθῶσι διάφορα δάνεια, τὰ ὁποῖα ἀναφέρει ὁ νόμος οὗτος, εἶχε δὲ ζητηθῇ ἡ ἀναγκαία πίστωσις κατὰ τὴν χρῆσιν τοῦ 1898, ὅπως γείνῃ ἡ ἐξόφλησις αὕτη. Δυστυχῶς εἶχον παρουσιασθῇ δυσκολίαι περὶ τὴν κανονικὴν ἐξόφλησιν, καὶ μόνον ἑνὸς ποσοῦ 20,000 δραχμῶν εἶχε γείνῃ τότε ἡ ἐξόφλησις. Μεταγενεστέρως εἶχε ζητηθῆ πίστωσις διὰ τὸ ὑπόλοιπον ποσόν, ἀλλ’ ἔληξεν ἐπίσης ἡ πίστωσις, χωρὶς νὰ ἐκδοθῶσι τὰ ἐντάλματα, καὶ χωρὶς νὰ γείνῃ ἡ ἐξόφλησις. Ὁ λόγος, δι’ ὃν τοῦτο ἐγένετο, ἦτο, ὅτι εἰς τὰ ἐντάλματα ἔπρεπε νὰ προσαφθῶσι καὶ τὰ δικαιολογητικὰ, τὰ δικαιολογητικὰ δ’ ἦσαν αἱ διάφοροι ὁμολογίαι. Τοῦτο ἐδυσχέραινε τὴν πρᾶξιν ταύτην. Ὡς ἐκ τούτου ἀναγκάζομαι σήμερον νὰ ζητήσω τὴν πίστωσιν ἐκ νέου ἐπὶ τῆς χρήσεως τοῦ 1902 ἐκ δραχ. 58,769,695, ὅπως ἐξοφληθῶσι τὰ διάφορα δάνεια, περὶ ὧν ὁ νόμος ΒΦΜΑʹ. Πρὸς ἄρσιν δὲ τῶν δυσκολιῶν τοῦ νομοσχεδίου, διὰ τοῦ ἄρθρ. 2 ἐπιτρέπεται, ὅπως ὡς δικαιολογητικὰ τῶν ἐνταλμάτων χρησιμεύσωσι τὰ πρωτόκολλα τῆς ἐξοφλήσεως τῶν ὁμολογιῶν. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο καταθέτω σήμερον, καὶ παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ τὸ ἐγκρίνῃ.
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 188).
§8Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐγένετο ἡ ἐξέλεγξις τῶν δικαιολογητικῶν, δηλαδὴ τῶν ὁμολογιῶν, καὶ ὑπάρχουν ἐν τάξει τὰ δικαιολογητικὰ ταῦτα; Δὲν ὑπάρχει ἔλλειψίς τις;
§9Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Θὰ ἐξοφλήσωμεν τὰς ὁμολογίας, τὰς ὁποίας ἔχομεν ἀνὰ χεῖρας.
§10Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἤκουσα ὅτι ὑπάρχει ποσόν τι ὁμολογιῶν ἀπολεσθέν.
§11Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, κατὰ τὴν ἐξόφλησιν θὰ γείνῃ ἡ ἐξέλεγξις.
§12Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Παρακαλῶ νὰ δοθῇ ἡ πληροφορία, ἂν εὑρέθη τὸ σύνολον τῶν ὁμολογιῶν, καὶ ἂν ὑπάρχει ποσὸν, τὸ ὁποῖον δὲν εὑρέθη.
§13Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ ζητήματος τὴν αὐτὴν πληροφορίαν, τὴν ὁποίαν ζητεῖ ὁ κύριος Βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης, εἶχον ζητήσει καὶ ἐγὼ ἀπὸ τὸν κ. πρώην Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ὁ ὁποῖος, μετὰ συνεννόησιν μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ὑπέβαλεν ἀπάντησιν, ἐν ᾗ ἔλεγεν, ὅτι οὐδεμία ἔλλειψις ὁμολογιῶν ὑπάρχει. Ἐὰν θέλῃ τώρα ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ἐξετάσῃ ἐκ νέου καὶ ζητήσῃ πληροφορίας ἀπὸ τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν νέας, δὲν θὰ ἦναι κακόν.
§14Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§15Π. ΜΑΥΡΟΚΕΦΑΛΟΣ. Βεβαίως, Κύριοι, θ’ ἀνεγνώσατε τὰς ἡμέρας ταύτας εἰς τὰς ἐφημερίδας, ὅτι αἱ στρατιωτικαὶ ἀρχαὶ Ἄρτης συνέλαβον δεκαετῆ τινα παῖδα, τὸν ὁποῖον ἔπεμψαν ἐνταῦθα ὡς ἔχοντα στρατιωτικὴν ὑποχρέωσιν. Εὐτυχῶς περιῆλθεν ἡ πρᾶξις εἰς γνῶσιν τοῦ Γενικοῦ Διοικητοῦ τοῦ στρατοῦ, ὅστις, δοὺς ζαχαρωτὰ εἰς τὸν μικρὸν παῖδα, τὸν ἀπέστειλε πρὸς τὸν πατέρα του, ἵνα τὸν ἀναθρέψῃ μέχρι τῆς ἐποχῆς, κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ κληθῇ νὰ ἐκπληρώσῃ τὴν νόμιμον στρατιωτικήν του ὑποχρέωσιν. Ἀλλὰ μὴ νομίσητε, ὅτι τὰ παρατράγῳδα ταῦτα εἶναι σπάνια. Συχνὰ πυκνὰ συμβαίνουσι τοιαῦται κωμικαὶ ἱστορίαι, ἀλλὰ δὲν περιέρχονται εἰς τὴν δημοσιότητα, καὶ παρέρχονται ἀπαρατήρητοι, χωρὶς νὰ γίνηται περὶ τούτων λόγος. Καὶ πρὸς ἀπόδειξιν θὰ σᾶς ἀναφέρω, ὅτι πρὸ δεκαπέντε ἡμερῶν αἱ στρατιωτικαὶ ἀρχαὶ Κεφαλληνίας συνέλαβον πάλιν, ὡς ἔχοντα στρατιωτικὴν ὑποχρέωσιν, ἕνα γέροντα ὑπερογδοηκοντούτη! Εἰς μάτην διεμαρτύρετο ὁ ἄνθρωπος, ὅτι οὐδέποτε ὑπηρέτησεν ἐν τῷ στρατῷ καὶ συνεπῶς δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἦναι λιποτάκτης τοῦ ἐν Θεσσαλίᾳ στρατοῦ, ὡς κατηγγέλλετο. Οἱ ἐκτελοῦντες τὴν ὑπηρεσίαν οὐδὲν ἠθέλησαν ν’ ἀκούσουν, καὶ συλλαβόντες τὸν γέροντα αὐτὸν, τὸν ἔπεμψαν ἐνταῦθα σιδηροδέσμιον! Ἀναμφιβόλως δὲ θὰ ἔμενεν ἐπὶ πολὺ ἐν τῇ φυλακῇ ἄνευ τῆς προθυμίας τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, ὅστις, εὐθὺς ὡς ἐπληροφορήθη ὅτι ὁ ἐν τῇ φυλακῇ κρατούμενος ὡς λιποτάκτης δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ὑπέχῃ στρατιωτικὴν ὑποχρέωσιν, διέταξε τὴν ἀπόλυσίν του. Τὰ πλεῖστα τῶν ἀτόπων τούτων συμβαίνουσιν ἕνεκα τῆς ὁμωνυμίας. Αἱ στρατιωτικαὶ ἀρχαὶ λαμβάνουσι, παραδείγματος χάριν, ἐντολὴν νὰ συλλάβωσι τὸν Γεράσιμον Μωραΐτην ὡς λιποτάκτην. Ἀλλοίμονον εἰς τὸν πρῶτον, τὸν ὁποῖον ἤθελον συναντήσει, ἐὰν οὗτος φέρῃ τὸ ἴδιον ὄνομα! Καὶ ἂν ἔτι ἦναι γέρων ἑβδομηκοντούτης, ἢ νήπιον, αἱ στρατιωτικαὶ ἀρχαὶ τὸν συλλαμβάνουσι, τὸν δένουσι, καὶ ἐμπρὸς διὰ τὴν Θεσσαλίαν, ὅπως ὑπηρετήσῃ! ἀδιάφορον ἐὰν ὁ μεταφερόμενος οὐδεμίαν ὑπέχῃ ὑποχρέωσιν! Ἡ τοιαύτη ἐνέργεια φρονῶ, ὅτι γελωτοποιεῖ τὴν ὑπηρεσίαν, καὶ πρέπει νὰ παύσῃ. Νομίζω δὲ, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ἄριστα ἀντιλαμβανόμενος τῶν ἀτοπιῶν, δύναται νὰ συντελέσῃ πρὸς τοῦτο, ἐὰν δι’ ἐγκυκλίου ἐπιστήσῃ τὴν προσοχὴν τῶν ὑπ’ αὐτὸν ὀργάνων, ὅπως μὴ προβαίνωσι τόσον ἐπιπολαίως καὶ ἀνεξετάστως εἰς συλλήψεις· ὅταν δὲ ἐκ τοῦ πασιδήλου προκύπτῃ, ὅτι ὁ καταδιωκόμενος δὲν ὑπέχει στρατιωτικὴν ὑποχρέωσιν, νὰ ἀπολύηται, ἵνα μὴ καὶ οἱ ἄνθρωποι βασανίζωνται, ἀποστελλόμενοι ἐδῶ καὶ ἐκεῖ, καὶ τὸ Δημόσιον ὑποβάλληται εἰς ἀσκόπους δαπάνας.
§16Γ. ΚΟΡΠΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Αὐτὸ, τὸ ὁποῖον λέγει ὁ κ. Βουλευτὴς, συνέβη καὶ συμβαίνει συχνότατα, ἀλλὰ τοῦτο προέρχεται ἐκ πλημμελειῶν τοῦ στρατολογικοῦ νόμου, ὁ ὁποῖος ἀπαιτεῖ, ἵνα αὐτοὶ, οἱ προφανῶς ἀνήλικοι, παραπέμπωνται εἰς τὴν Ἀνωτάτην Ὑγειονομικὴν Ἐπιτροπὴν, ἡ ὁποία ἀποφαίνεται περὶ τῆς ἡλικίας αὐτῶν, καὶ κατατάσσωνται εἰς τὸ ἔτος, εἰς τὸ ὁποῖον ὑποχρεοῦνται. Ὑπάρχει ἀνάγκη σχετικῆς τροποποιήσεως τοῦ νόμου.
§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Παπαμιχαλόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§18Κ. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπικαλοῦμαι τὴν προσοχὴν τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν ἐπὶ τῆς συστάσεως, τὴν ὁποίαν λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ κάμω αὐτὴν τὴν στιγμήν. Ὁ νόμος, τὸν ὁποῖον πρὸ δύο ἐτῶν ἐψηφίσαμεν, περὶ ταχυδρομικῆς καὶ τηλεγραφικῆς ὑπηρεσίας ὥρισεν αὔξησιν τοῦ μισθοῦ τῶν ὑπαλλήλων τῶν διαφόρων βαθμῶν τῆς ὑπηρεσίας ταύτης μετὰ ὑπηρεσίαν ὡρισμένου χρόνου ἐν τοῖς βαθμοῖς τούτοις. Ἐπειδὴ ὀλίγους ὑπαλλήλους ἀληθῶς προήγαγεν εἰς πολλοὺς τῶν βαθμῶν τούτων, ὁ νόμος λίαν ὀρθῶς ἔλαβε τὴν πρόνοιαν ν’ αὐξήσῃ αὐτὸν τὸν μισθὸν, ἵνα δύνανται νὰ ζήσωσιν. Οἱ ταχυδρομικοὶ καὶ τηλεγραφικοὶ ὑπάλληλοι, πρὸ πάντων οἱ τηλεγραφικοὶ, εἰσὶν ἐκ τῶν ὑπαλλήλων τῆς δημοσίας Ἑλληνικῆς ὑπηρεσίας, τοὺς ὁποίους ἐγὼ θεωρῶ ὡς παρέχοντας μεγίστας ἀληθῶς ὑπηρεσίας, καὶ ὑπό τινας ἐπόψεις τοὺς θεωρῶ μάρτυρας. Πλεῖστοι δ’ ἐξ αὐτῶν, ὡς γνωρίζετε καὶ ὑμεῖς, ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ ταύτῃ ἔπαθον τὴν ὑγείαν, καὶ εἰς βαθμὸν μάλιστα ἐπικίνδυνον, ἕνεκα τοῦ συχνοῦ μονοτόνου κρότου τοῦ χειριστηρίου τοῦ τηλεγράφου, ὁ ὁποῖος ἐπιφέρει νευρικήν τινα ἀσθένειαν, καθιστῶσαν αὐτοὺς ἀχρήστους ὄχι μόνον διὰ τὴν τηλεγραφικὴν, ἀλλὰ καὶ δι’ οἱανδήποτε ἄλλην ἐργασίαν· διὰ τοῦτο δὲ καὶ ὁ νόμος ὥρισε πολὺ σύντομον χρονικὸν ὅριον ὑπηρεσίας. Ὁ κ. πρώην Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης προέβη, λίαν ἐπαινετῶς, εἰς τὴν ἀπονομὴν τῆς κατὰ νόμον αὐξήσεως τῆς μισθοδοσίας τῶν τηλεγραφητῶν· ἀλλ’ ἡ αὔξησις αὕτη δὲν ἐδόθη δυστυχῶς εἰς τοὺς τηλεγραφητὰς τῆς δευτέρας καὶ πρώτης τάξεως, οἱ ὁποῖοι, ἔχοντες περισσότερον χρόνον ὑπηρεσίας, ἔχουσι καὶ περισσότερα δικαιώματα εἰς τὴν μικρὰν αὐτὴν προσαύξησιν τῆς μισθοδοσίας των, ἡ ὁποία ἠδύνατο νὰ καταστήσῃ τὸν βίον αὐτῶν ἀνετώτερον. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, ὁ νῦν, εἶναι ἐξ ἐκείνων τῶν ἀνθρώπων, οἵτινες γνωρίζουσι νὰ ἐκτιμῶσι καὶ πρακτικῶς τὰ πράγματα, καὶ πέποιθα, ὅτι δὲν θὰ ἔχῃ δυσκολίαν νὰ προβῇ εἰς σχετικήν τινα συμπλήρωσιν τοῦ νόμου.
§19Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Πρὸ πολλῶν ἡμερῶν, κύριοι Βουλευταί, ἐπεθύμουν νὰ λάβω τὸν λόγον διὰ νὰ ποιήσωμαι σύστασίν τινα γενικῶς πρὸς τὴν Κυβέρνησιν ὁλόκληρον, εἰδικώτερον δὲ πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἶναι ἀνάγκη νὰ λάβῃ τὴν σύστασιν ταύτην ὑπ’ ὄψιν, διότι φαίνεται, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργός, ἢ μᾶλλον ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, ἀγνοεῖ, ὅτι ἡ Θεσσαλία περιῆλθεν ἐπί τινα χρόνον εἰς τὴν δεσποτείαν τῶν Τούρκων, ἀπὸ τοῦ ἔτους 1897 μέχρι τοῦ 1898· τοῦτο τελείως τὸ ἐλησμόνησε. Διὰ νὰ βεβαιωθῆτε δέ, ὅτι ἐντελῶς ἀγνοεῖ τοῦτο, ἔχετε ὑπ’ ὄψιν τὰ μέτρα τὰ οἰκονομικὰ, τὰ ὁποῖα λαμβάνει. Καὶ θὰ σᾶς ἀπαριθμήσω τινὰ ἐξ αὐτῶν. Ἴσως ὑπάρχουσι καὶ ἄλλα, τὰ ὁποῖα ἐγὼ δὲν γνωρίζω. Γνωρίζετε, Κύριοι, πάντες, ὅτι μεταξὺ Μακεδονίας καὶ Θεσσαλίας, πρὸ πάντων τῆς Λαρίσης, ὑφίσταται συγκοινωνία ἀρκετὰ πυκνὴ, ἐμπόριον καὶ ἄλλαι σχέσεις, αἱ ὁποῖαι ὁδηγοῦσιν εἰς τὴν Θεσσαλίαν, καὶ πρὸ πάντων εἰς τὴν Λάρισαν, μέγαν ἀριθμὸν ἀγωγέων, οἱ ὁποῖοι κομίζουσι συνήθως οἶνον τῆς Κοζάνης, ἐκ Σερβίων ποικίλα προϊόντα μάλλινα, καὶ ἐξάγουσιν εἶτα ἐκ Θεσσαλίας προϊόντα ἕτερα. Οἱ ἀγωγεῖς οὗτοι εἶναι ὑποχρεωμένοι νὰ προσάγωσιν ἐγγύησιν, καθ’ ἣν στιγμὴν εἰσέρχονται εἰς τὸ Κράτος, ὅτι θὰ ἐξαγάγωσι καὶ πάλιν, ὡς εἰσήγαγον βεβαίως, τὰ φορτηγὰ αὐτῶν ζῷα, καὶ πρὸς τοῦτο ἀναγκάζονται νὰ ζητῶσι τὰς ἐγγυήσεις Ἑλλήνων ὑπηκόων, γνωστῶν εἰς τὰς τελωνιακὰς ἀρχάς. Ἐννοεῖται, ὅτι τὰς ἐγγυήσεις ταύτας δίδουσιν οἱ ἐγγύτερον τῆς ὁροθετικῆς γραμμῆς εὑρισκόμενοι, οἱ κάτοικοι τοῦ Τυρνάβου καὶ ἄλλων παραμεθορίων πόλεων. Κατὰ τὸ 1896 καὶ κατὰ τὰς ἀρχὰς τοῦ 1897 πλεῖστοι τοιοῦτοι ἀγωγεῖς εἰσῆλθον εἰς Θεσσαλίαν, κομίζοντες διάφορα προϊόντα, καὶ εὑρέθησαν κατὰ τὴν στιγμὴν τῆς καταλήψεως ἐν Θεσσαλίᾳ. Τώρα τί ἀπέγειναν ἐκεῖνοι; Ἠγγαρεύθησαν παρὰ τῶν στρατιωτικῶν ἀρχῶν τῶν τουρκικῶν ν’ ἀποκομίζωσι τὰ χρήσιμα εἰς τὸ στράτευμα; Αὐτὸ οὐδεὶς βεβαίως δύναται νὰ τὸ παρακολουθήσῃ· ἠδυνήθη ὅμως ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ ἔρχεται σήμερον καὶ ζητεῖ ἀπὸ τοὺς ἐγγυητὰς ἐκείνων, οἵτινες εἰσήγαγον τὰ ζῷα των κατὰ τὸ 1896 καὶ 1897, ζητεῖ, λέγω, νὰ πληρώσωσι τὴν ἐγγύησιν, καὶ λέγει πρὸς αὐτούς: «προσαγάγετε εἰς ἡμᾶς ἀπόδειξιν, ὅτι ἀπεκόμισαν τὰ ζῷά των ἐκ Θεσσαλίας εἰς τὴν Μακεδονίαν οἱ δι’ οὓς ἠγγυήθητε»! Δέκα τρεῖς ἢ δέκα τέσσαρες μῆνες ἐμεσολάβησαν, χρονικὸν διάστημα, κατὰ τὸ ὁποῖον δὲν γνωρίζει ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι δὲν εἴχομεν ἀρχὰς τελωνιακὰς, δὲν εἴχομεν οὐδεμίαν ἐξουσίαν ἐν Θεσσαλίᾳ, καὶ ἠδύναντο νὰ εἰσέρχωνται καὶ ἐξέρχωνται οἱ ἀγωγεῖς ἀκωλύτως. Βεβαίως ἡ ὑπηρεσία ἡμῶν, ἡ οὕτως ἄσπλαγχνος φερομένη, ἡ στενοχωροῦσα κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον τοὺς τότε προσενεχθέντας ὡς ἐγγυητάς, πράττει τι, τὸ ὁποῖον εἶναι ἄδικον...
§20Φ. ΝΕΓΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Μοὶ ἐπιτρέπετε νὰ σᾶς διακόψω; Νομίζω, ὅτι δυνάμεθα νὰ διευκρινήσωμεν τὸ ζήτημα μὲ δύο λέξεις. Ὅσαι τοιαῦται ὑποθέσεις περιῆλθον εἰς γνῶσιν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, ὅλαι ἐλύθησαν ὑπὲρ τῶν καταζητουμένων ἐγγυητῶν· βεβαίως δὲ καὶ αἱ λοιπαὶ οὕτω πρέπει νὰ ἐκκαθαρισθῶσι.
§21Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Ἰδού, Κύριοι, κατὰ τίνα τρόπον—διότι πρέπει νὰ ἤμεθα ἀκριβέστεροι — ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν ἔκρινεν, ὅτι ἔπρεπε νὰ ἐκκαθαρισθῶσιν αἱ ὑποχρεώσεις ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐχρησίμευσαν ὡς ἐγγυηταὶ τῶν ἀγωγέων. Πρέπει, κατὰ τὴν ὑπηρεσίαν, νὰ προσαγάγωσι μάρτυρας, οἱ ὁποῖοι ἐνόρκως νὰ καταθέσωσιν ἐνώπιον τοῦ εἰρηνοδίκου, ὅτι βεβαιοῦσι τὴν ἔξοδον τῶν φορτηγῶν αὐτῶν ζώων. Σᾶς παρακαλῶ λοιπὸν, Κύριοι· νομίζετε ὑμεῖς, ὅτι πρέπει νὰ διδάσκῃ τὴν ἐπιορκίαν ἡ ὑπηρεσία τοῦ Κράτους; ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἔπρεπε νὰ προκαλῇ τοιαύτην βεβαίωσιν ἔνορκον ἐνώπιον τοῦ εἰρηνοδίκου περὶ τοῦ ὅτι τὰ ζῷα ἐξήχθησαν; Ἐγὼ δὲν θέλω νὰ εἴπω, ποία εἶναι ἡ μέθοδος, διὰ τῆς ὁποίας μέχρι σήμερον αἱ μαρτυρικαὶ ἀποδείξεις προσάγονται. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ ἐγκαταλείψωμεν τὴν μέθοδον ταύτην, κύριε Ὑπουργὲ, διότι αὕτη ἄγει εἰς ἐπιορκίαν καὶ εἰς διαφθοράν. Ἀλλ’ ὅλα ταῦτα διὰ μαρτυριῶν ἐνόρκων ἐβεβαιώθησαν, κύριε Ὑπουργέ, διότι ὑμεῖς λέγετε, ὅτι δὲν δύνασθε νὰ γνωρίζητε, ἐὰν ἡ ὑπηρεσία τοῦ τουρκικοῦ στρατεύματος ἠγγάρευσε τὰ ζῷα ταῦτα. Τοῦτο δ’ ἐβεβαίωσαν οἱ ἐνδιαφερόμενοι, ἀναγκασθέντες νὰ φέρωσι μάρτυρας. Βεβαίως αἱ μαρτυρίαι αὗται, κατὰ τὸ πλεῖστον, δὲν εἶναι ἀκριβεῖς, καὶ διδάσκουσι τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν νὰ ψευδομαρτυρῇ. Πρέπει λοιπὸν ἡμεῖς νὰ ἀπαλλάξωμεν αὐτοὺς τῆς ἀνάγκης τῆς ψευδομαρτυρίας, ἥτις κατέστη δεινὴ μάστιξ διὰ τὴν Ἑλλάδα. Ἀλλὰ μήπως νομίζετε ὅτι αὕτη εἶναι ἡ μόνη ἐπιλησμοσύνη, τὴν ὁποίαν διέπραξεν ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἀνατροπὴν πάσης νομίμου καταστάσεως ἐν Θεσσαλίᾳ; Θὰ σᾶς ἀναφέρω καὶ ἄλλην, καὶ σᾶς παρακαλῶ εἰς τοῦτο νὰ προσέξητε, διότι εἶναι μὲν λεπτομέρεια διὰ τὴν Θεσσαλίαν, ἀλλ’ ἔχει γενικώτερον χαρακτῆρα. Ὑπάρχουσιν ἐνοικιασταὶ κτημάτων κοινοτικῶν ἢ βοσκῶν, οἵτινες εἶναι ὑποχρεωμένοι νὰ πληρώνωσι τὰς δόσεις εἰς δύο ἐποχὰς, κατὰ τὸν Ὀκτώβριον καὶ κατὰ τὸν Ἀπρίλιον. Ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι εὑρέθησαν ὑποχρεωμένοι νὰ πληρώσωσι κατὰ τὸ 1897, τὸν Ἀπρίλιον καὶ ἐφεξῆς, ἐγκαλοῦνται σήμερον παρὰ τῆς ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, ἡ ὁποία λέγει εἰς αὐτούς: «δὲν προσήλθετε νὰ πληρώσητε, καὶ ἐπειδὴ δὲν προσήλθετε νὰ πληρώσητε, πληρώσατε τὸ πρόστιμον!»,...
§22Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Τὴν ἐποχὴν, κατὰ τὴν ὁποίαν κατεῖχον τὴν Θεσσαλίαν οἱ Τοῦρκοι;
§23Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Μάλιστα. Δὲν προσῆλθον οἱ ἐνοικιασταὶ νὰ δώσωσι τὸ τίμημα τοῦ ἐνοικίου, καὶ ὄχι μόνον καταλογίζει εἰς αὐτοὺς ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τὸ τίμημα τοῦ ἐνοικίου, τὸ ὁποῖον καὶ αὐτοὶ δὲν ἀμφισβητοῦσιν, ὅτι εἶναι ὑποχρεωμένοι νὰ πληρώσουν, ἀλλὰ καὶ τοῖς ἐπιβάλλει καὶ τὸν τόκον τοῦ 20%, καὶ καθεξῆς. Βεβαίως, Κύριοι, εἶναι πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον δὲν πιστεύεται, ἀλλὰ δυστυχῶς εἶναι ἀληθές. Καὶ ἠξεύρετε, Κύριοι, τί ἔγειναν ὅλα ἐκεῖνα τὰ κτήματα, τὰ ὁποῖα εἶναι μεταξὺ Ἐλασσῶνος καὶ Λαρίσης; Ἐκεῖνα δὲν συνέφερεν εἰς τὰς Ὀθωμανικὰς ἀρχὰς νὰ ἀφεθῶσιν εἰς τοὺς τότε ἐνοικιαστὰς διὰ ποικίλους λόγους, λόγῳ ἀσφαλείας στρατιωτικῆς, ἀλλὰ καὶ διότι εἰσήγαγον ἐκεῖ τοὺς ποιμένας τῶν ποιμνίων ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἤθελον χρησιμεύσει εἰς τὸ στράτευμα. Εἶχον ἀνάγκην λοιπὸν ζώνης, ἐπὶ τῆς ὁποίας ἀκωλύτως αὐτοὶ, ἀμέσως ἢ ἐμμέσως, δι’ ἀνθρώπων παρ’ αὐτῶν ἐξαρτωμένων, ἤθελον διαθέσει τὰ κατὰ τὴν ἐκστρατείαν, τὰ κατὰ τὴν τροφοδότησιν τοῦ στρατοῦ. Ἀπεδίωξαν λοιπὸν τοὺς ἐνοικιαστάς· ἄλλων δὲ κτημάτων ἠξίωσαν καὶ ἔλαβον παρὰ τῶν ἐνοικιαστῶν τὸ ὀφειλόμενον τῷ Ἑλληνικῷ Δημοσίῳ ἐνοίκιον, δόσαντες ἀποδείξεις εἰσπράξεως, ἐνίοτε δὲ ἀρνηθέντες καὶ ταύτας· τοὺς πλείστους ὅμως τῶν ποιμένων ἐξεδίωξαν ἐκ τῶν βοσκῶν αὐτῶν, καὶ τοὺς ἀντικατέστησαν δι’ ἑτέρων. Ἀλλὰ τὸ Ἑλληνικὸν Δημόσιον ἀπαντᾷ: «Δὲν γνωρίζομεν ἡμεῖς νὰ σᾶς ἐξεδίωξαν αἱ Ὀθωμανικαὶ ἀρχαί· ὀφείλετε νὰ μᾶς πληρώσητε τὸ τίμημα τῆς ἐνοικιάσεως τῶν βοσκῶν!» Καὶ τοιουτοτρόπως, Κύριοι, ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι ὑπῆρξαν εὔποροι, καὶ δύναμαι νὰ ἀναφέρω μίαν ὡρισμένην περίστασιν ἑνὸς Βλάχου τὴν καταγωγήν, Ἀναστασίου Ράπτη, ὁ ὁποῖος, εὔπορος ὢν καὶ λίαν αἰσθηματίας, ἦλθε στιγμή, καθ’ ἣν, ἐν πλούτῳ εὑρισκόμενος καὶ ἐν εὐμαρείᾳ, ἀπεφάσισε νὰ οἰκοδομήσῃ ἐξ ἰδίων ἐκκλησίαν,—νὰ πράξῃ ὅ,τι δὲν ἔπραξε τὸ Κράτος, ἢ ὁ δῆμος,—ἐν τῇ κώμῃ αὑτοῦ, λεγομένῃ Μουσαλὰρ, νὰ οἰκοδομήσῃ ἐκκλησίαν πολυτελῆ, δαπανήσας δραχμὰς 20,000. Δὲν ἠρκέσθη ὅμως ὁ φιλόπατρις ἐκεῖνος ἀνὴρ νὰ ἐγείρῃ μόνον ἐκκλησίαν, ἀλλ’ ἐνόμισεν, ὅτι ἔπρεπε νὰ ἐγείρῃ καὶ σχολεῖον, καὶ ἤγειρε σχολεῖον πολυτελέστατον. Δὲν ἠξεύρω, ἐὰν ἔχῃ τις ἐξ ὑμῶν μεταβῆ ἐκεῖ· ἀλλὰ μόλις πλησιάσῃ τὴν κώμην, θὰ ἴδῃ ὑψουμένην οἰκοδομήν τινα ὑπερήφανον, ἥτις εἶναι ἡ Σχολὴ, τὴν ὁποίαν ἤγειρεν ὁ Ἀναστάσιος Ράπτης ὑπὲρ τῆς κώμης. Ἤγειρε λοιπὸν ἐκκλησίαν, ἤγειρε Σχολὴν, δαπανήσας ὑπὲρ τὰς 35,000 δραχμάς. Ὁ ἄνθρωπος οὗτος ἦτο καὶ ἐνοικιαστὴς μιᾶς μεγάλης βοσκῆς, ἀνηκούσης εἰς τὴν κοινότητα τοῦ Καζακλὰρ, καὶ τοῦ ἀνθρώπου αὐτοῦ τὰ τέκνα — διότι οὗτος ἀπεβίωσεν—εὑρίσκονται εἰς τοιαύτην περίστασιν, ὥστε δὲν ἠξεύρω, ἂν, ὅταν διέρχωνται ἔξωθεν τῆς ἐκκλησίας καὶ ποιῶσι τὸ σημεῖον τοῦ Σταυροῦ, δὲν ἔχουσι δισταγμόν τινα, ἂν ὁ πατὴρ αὐτῶν διέθεσε καλῶς τὰ χρήματα ἐκεῖνα ὑπὲρ τῆς θρησκείας καὶ τῆς Πολιτείας. Τοιαύτη εἶναι ἡ θέσις των! Καὶ θέλετε, Κύριοι, νὰ σᾶς εἴπω, εἰς ποῖον σημεῖον ἔφθασεν ἡ μοχθηρὰ καταδίωξις κατὰ τῶν ἀνθρώπων αὐτῶν; Οἱ ἄνθρωποι οὗτοι εἶχον κατασκευάσει κατὰ τὸ 1882, ἤτοι πρὸ εἰκοσαετίας ἀκριβῶς, εἶχον κατασκευάσει ἀδείᾳ τοῦ νομάρχου δύο ὑδρομύλους, δαπανήσαντες περὶ τὰς 2,000 λίρας δι’ ἑκάτερον αὐτῶν. Ἐν τούτοις ὅλως παρανόμως διετάχθη ἡ καταστροφὴ τῶν ὑδρομύλων τούτων, διότι ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, ἐφωτίσθη ἀπὸ κἄποιον ἐκεῖ οἰκονομικὸν ἔφορον, ὅτι δὲν ἀνήρχοντο πλέον οἱ ἰχθεῖς ἀπὸ τοῦ Πηνειοῦ εἰς τὸ μέρος, ὅπου ὑπάρχει ἓν ἰχθυοτροφεῖον, παρὰ τὸ Μάτι, καὶ ἦτο ἀνάγκη νὰ λείψωσιν ἐκεῖθεν οἱ ὑδρόμυλοι ἐκεῖνοι, καὶ διετάχθη ἡ ἀστυνομία καὶ αἱ ἀρχαὶ ὅλαι νὰ μεταβῶσι καὶ βίᾳ νὰ καταστρέψωσι τοὺς ὑδρομύλους. Ἐνίστανται οἱ κάτοχοι τῶν μύλων, λέγοντες: «ἰδοὺ αἱ ἄδειαι τῶν ἀρχῶν, τοῦ νομάρχου, ὅστις μᾶς ἐπέτρεψε νὰ ἀνεγείρωμεν τοὺς μύλους τούτους. Ποῦ παρέβημεν τοὺς ὅρους, τοὺς ὁποίους μᾶς ἐπιβάλλουσιν;» Ἀλλ’ οὐδόλως εἰσακούονται! Ὁ γόνος ἠλαττώθη εἰς τὸ ἰχθυοτροφεῖον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐνοικιάζει κατ’ ἔτος τὸ Δημόσιον ἀντὶ 1500 ἢ 2000 δραχμῶν, ἠλαττώθη ὁ γόνος, καὶ δὲν ὑπάρχει ἄλλη μέθοδος πλουτισμοῦ τοῦ γόνου τῶν ἰχθύων! Καὶ ἐπὶ τέλους, Κύριοι, σᾶς ὁμολογῶ τὴν ἀλήθειαν, ὅτι, αἰσθανόμενος, ὅτι ἦτο ἀδύνατον αὐτὴ ἡ ἀδικία ν’ ἀποτραπῇ, ἀφοῦ ἐπανειλημμέναι διαταγαὶ εἶχον δοθῆ περὶ τῆς καταστροφῆς τῶν ὑδρομύλων, μετέβην παρὰ τῷ τότε Ὑπουργῷ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τῷ ἐξέθεσα τὰ πράγματα, καὶ τὰς ἐνεργείας τῶν ὑπαλλήλων αὐτοῦ, ὁμολογῶ δὲ, ὅτι, δριμέως ἐπιτιμήσας τούτους ὁ κύριος Ὑπουργὸς, διέταξε νὰ παύσῃ πᾶσα παρενόχλησις τῶν ἰδιοκτητῶν τῶν ὑδρομύλων. Καὶ ἐν τούτοις ἐπὶ ἓξ μῆνας ταλανίζονται οἱ ἄνθρωποι αὐτοί! προχθὲς δὲ εἶχον ἐπιστολὴν, ὅτι ἀνακινεῖται καὶ πάλιν τὸ ζήτημα. Σᾶς εἰδοποιῶ, κ. Ὑπουργέ...
§24Φ. ΝΕΓΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Εἴδησιν δὲν ἔχω ἐπὶ τοῦ παρόντος. Θὰ ἐξετάσω.
§25Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Λέγω λοιπὸν, Κύριοι, ὅτι τοιαύτη εἶναι ἡ πολιτεία, τὴν ὁποίαν μέχρι σήμερον μετέρχεται ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, πολλαχῶς πιέζουσα τοὺς δυστυχεῖς Θεσσαλούς. Εἰς πᾶν ἄλλο Κράτος θὰ ἦτο ἐπιεικεστάτη ἡ ἐξάσκησις τῶν δικαιωμάτων τοῦ Δημοσίου, διότι ἐνδείκνυται ἐν τῇ περιστάσει ταύτῃ ἡ ἐπιείκεια. Ἀλλ’ ἐδῶ δὲν ἔχομεν μόνον ἀνεπιείκειαν, ἔχομεν ἀδικήματα ἄντικρυς ἐξευτελίζοντα τὴν ἀξιοπρέπειαν τῆς ἐξουσίας. Δὲν θὰ ἔλεγον ὅλα ταῦτα, ἂν δὲν συνέπιπτε νὰ μοὶ στείλωσι σήμερόν τινες συμπολῖταί μου ἀναφορὰν ἐπὶ ἄλλου θέματος. Οἱ ἀναφερόμενοι εἶναι δημόσιοι εἰσπράκτορες. Οἱ δυστυχεῖς οὗτοι ἦσαν εἰσπράκτορες τοῦ Δημοσίου πρὸ τῆς καταλήψεως τῆς Θεσσαλίας ὑπὸ τοῦ τουρκικοῦ στρατοῦ. Διὰ νὰ γείνωσιν εἰσπράκτορες, πρέπει νὰ καταθέσωσιν ἐγγύησιν, ὁ δὲ γινόμενος εἰσπράκτωρ δὲν εἶναι συνήθως πλούσιος· δανείζεται ὅθεν ἐπὶ ἁδρῷ τόκῳ, καὶ διὰ τὸ ποσὸν τοῦτο ἀποδίδεται αὐτῷ παρὰ τοῦ Δημοσίου τόκος τις ἐλαφρός. Οἱ εἰσπράκτορες οὗτοι ἀπελύθησαν τῆς ὑπηρεσίας. Ἐν τούτοις, Κύριοι, —διὰ νὰ μὴ σᾶς ἀπασχολήσω, δὲν ἀναγινώσκω τὴν ἀναφορὰν—ἐν τούτοις μέχρι σήμερον ταλανίζονται οἱ ἄνθρωποι οὗτοι, ζητοῦντες νὰ ἀποδοθῇ αὐτοῖς ἡ ἐγγύησις. Καὶ ὁ μὲν ταμίας λέγει, ὅτι αὐτὸς ἀπώλεσε τὰ παραστατικὰ ἔγγραφα, τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν λέγει, ὅτι τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον εἶναι ἁρμόδιον πρὸς τοῦτο, τὸ δὲ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον ἀπαντᾷ: «διατὶ εἶμαι ἐγὼ ἁρμόδιον, ἀφοῦ δὲν ὑπάρχουσι παραστατικά;» Καὶ τοιουτοτρόπως μεταξὺ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, Ὑπουργείου Οἰκονομικῶν καὶ τοῦ ταμίου, ὁ ὁποῖος δὲν ἔχει παραστατικά, οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ χάνουσι τὰ χρήματά των! Ἀλλ’ ὅτι τὰ χρήματα αὐτῶν κατατέθησαν εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον, εἶναι γνωστόν· εἶναι γνωστόν, διότι ὑπάρχουσιν εἰς τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου τὰ βιβλία ἀναγεγραμμένα, καὶ ἐξακολουθεῖ τὸ Δημόσιον νὰ ἀποδίδῃ πρὸς αὐτοὺς τοὺς τόκους, ἀλλὰ δὲν ἀποδίδει τὸ κεφάλαιον. Ἡ Βουλή, Κύριοι, εἶχε τὴν πρόνοιαν νὰ ψηφίσῃ νόμον εἰδικόν, δι’ οὗ ἐπέβαλεν εἰς τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον νὰ ἐξελεγχθῶσιν οἱ λογαριασμοὶ τῶν ὑπολόγων τῆς Θεσσαλίας ἐντὸς συντόμου χρονικοῦ διαστήματος. Ἐγένετο ἔλεγχός τις ὁ ὁποῖος πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν ἐτελείωσεν· ἀλλ’ ὁ ἔλεγχος αὐτὸς εἰς οὐδὲν ἀπέληξε. Διὰ τοῦτο ἐγὼ ὑποβάλλω τὴν ἀναφορὰν αὐτὴν εἰς τὸν κ. Πρόεδρον, καὶ θὰ τὸν παρακαλέσω νὰ τὴν διαβιβάσῃ πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, τὸν ὁποῖον παρακαλῶ νὰ ἀναμνησθῇ τῶν θεμάτων, τὰ ὁποῖα ὑπεστήριξα, καὶ νὰ μεριμνήσῃ περὶ αὐτῶν.
§26ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Νομίζω ὅτι τὸ θέμα, ὅπερ ἔθιξεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Τυρνάβου, ἔχει πολὺ μεγάλην σημασίαν, τοσοῦτο περισσότερον, καθόσον εἰκάζω, ὅτι δὲν πάσχουσι μόνον ἐκείνης τῆς πλευρᾶς οἱ Θεσσαλοί, ἀλλὰ πάσχουσι πάντες οἱ εὑρισκόμενοι παρὰ τὰ σύνορα τὰ νέα. Οἱ ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Τυρνάβου εἶχον τὸ δυστύχημα νὰ ἴδωσι προσεγγίζουσαν τὴν γραμμὴν τὴν ὁροθετικὴν πλησιέστατα εἰς αὐτὴν τὴν πόλιν τοῦ Τυρνάβου, καὶ νὰ ἔχωσι καθ’ ἡμέραν ὑπὸ τὰς ὄψεις αὐτῶν, διακρίνοντες καὶ τοὺς ἀνθρώπους τοὺς κινουμένους, τὰ τελούμενα ἐκεῖ ἔκτροπα. Προκειμένου περὶ ὑποχρεώσεων ἀναληφθεισῶν πρὸ τῆς εἰσόδου τῶν Τούρκων εἰς Θεσσαλίαν, ἀναληφθεισῶν δὲ διὰ πράξεων, αἵτινες ἢ ἐτελέσθησαν πρότερον, ἢ ἐτελέσθησαν μετὰ τὴν εἴσοδον τῶν Τούρκων εἰς Θεσσαλίαν, τὴν μετὰ μικρὸν χρόνον ἐπελθοῦσαν, μοὶ φαίνεται, ὅτι ἦτο ἄξιον τοῦ κόπου, ἡ Κυβέρνησις ἡ μετὰ τὸν πόλεμον, εἴτε ἡ πρώτη, εἴτε ἡ δευτέρα, εἴτε ἡ τρίτη, νὰ μὴ ἐπιδιώξῃ τὴν λύσιν ἑνὸς ἑκάστου ζητήματος ἰδιαιτέρως διοικητικῶς, ἀλλὰ νὰ προσαγάγῃ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς νομοσχέδιον, ὅπερ πάσας τὰς ὑποθέσεις συλλήβδην διὰ μιᾶς διατάξεως νὰ ἐκκαθαρίσῃ. Καὶ ἦτο εὔκολον τὸ πρᾶγμα, διότι εὔκολος ἦτο ὁ προσδιορισμὸς τῶν ὑποθέσεων τῶν ἐκκρεμῶν τοῦ χρόνου, καθ’ ὃν εἶχον εἰσέλθει τὰ ζῷα εἰς τὴν Θεσσαλίαν, παρασχόντα ἐγγύησιν ἐπὶ ἀποδόσει κατὰ τὴν ἐξαγωγήν· διότι, ἂν ἡ κίνησις ἡ πρὸς τὰ ἔσω ἐγένετο περὶ τὸ τέλος τοῦ ἔτους 1896, ἢ τὰς ἀρχὰς τοῦ ἔτους 1897, ἡ ἔξοδος δὲν ἐγένετο πρὸ τῆς ἐξόδου τῶν Τούρκων. Εἶναι δὲ προφανές, ὅτι τὰ μετὰ ταῦτα ἦτο ἀδύνατον νὰ ἐλέγξῃ ἡ Διοίκησις ἡ Ἑλληνική, καὶ ἑπομένως, εἴτε εἰσῆλθον, εἴτε δὲν εἰσῆλθον ζῷα μετὰ τὴν τουρκικὴν εἰσβολήν, ὅ,τι δήποτε καὶ ἂν συνέβη, διὰ τὸν κίνδυνον μήπως δὲν ὑπάρξῃ δυνατὸν νὰ εὑρεθῇ ἡ ἀλήθεια, καί, ὡς ἐκ τοῦ ἀδυνάτου νὰ εὑρεθῇ ἡ ἀλήθεια, μήπως ἀδικηθῇ ἔστω καὶ εἷς μόνος, ἔπρεπε νὰ ἔλθῃ τὸ νομοσχέδιον ἐνταῦθα, ὅπως ψηφίσῃ ἡ Βουλὴ ἀπαλλαγὴν τῶν ἐγγυήσεων πάντων ἐκείνων, οἵτινες ὑπέκειντο εἰς τὴν εὐθύνην. Περὶ τούτου δὲν ἐπιτρέπεται ἀμφιβολία, καὶ ἀπορῶ, πῶς παρημελήθη τὸ καθῆκον τοῦτο. Γεννᾶται ὅμως καὶ ἕτερον ζήτημα ἐκ τῆς ὑποβολῆς τῶν παρατηρήσεων τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Τυρνάβου· γεννᾶται τὸ ζήτημα, ὅπερ ἐνδιαφέρει ὅλην τὴν Ἑλλάδα, εἰδικώτερον δὲ τὰ μέρη ἐκεῖνα τῆς Θεσσαλίας, ὡς ἐκ τῶν ἀνυπολογίστων ζημιῶν. Καταβάλλονται ἐγγυήσεις ὑπὸ ταμιῶν, ὑπὸ τελωνιακῶν ὑπαλλήλων, διαχειριζομένων δημόσιον χρῆμα, ἀποσύρονται οὗτοι τῆς ὑπηρεσίας, ἀπολύονται, ἀποθνήσκουσιν· ἔρχονται οἱ κληρονόμοι αὐτῶν, οἵτινες εὑρίσκονται δέσμιοι ὑπὸ ἐγγύησιν πρὸ τοῦ ἀδυνάτου νὰ ἐκκαθαρισθῇ ἡ διαχείρισις καὶ ἀποδοθῇ ἡ ἐγγύησις. Γινώσκω ὑπόθεσιν τοιαύτην ἀπὸ μακροτάτου χρόνου ἐκκρεμῆ, ἧς δὲν κατωρθώθη μέχρι τοῦδε ἡ ἐκκαθάρισις, ἀφορῶσαν δὲ εἰς τελωνιακὴν διαχείρισιν. Εὐχαρίστως ἀνέγνωσα εἰς τὰς Διαδηλώσεις τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, ὅτι αἱ τελωνιακαὶ διαχειρίσεις ἐξηλέγχθησαν, καὶ πάντες ὅσοι ἔχουσι χρῆμα δύνανται ν’ ἀναλάβωσιν αὐτό. Ἀλλ’ ἀνέγνωσα εἰς τὰς αὐτὰς Διαδηλώσεις, ὅτι ἠναγκάσθη τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον νὰ σταυρώσῃ τὰς χεῖρας, μάτην ἀναμένον τὴν ἀποστολὴν τῶν ταμιακῶν διαχειρίσεων ἀπὸ τοῦ ἔτους 1890 καὶ ἐντεῦθεν. Εἶναι ἀληθές, ὅτι τὰ ἔγγραφα τῶν διαχειρίσεων τοῦ 1890 ἀπεστάλησαν, ἀλλ’ οὐχὶ καὶ τὰ τῶν κατόπιν ἐτῶν, διὰ τοὺς λόγους, ὅτι τὸ Γενικὸν Λογιστήριον εἶχεν ἀνάγκην ἀναθεωρήσεως τῶν ὑποβεβλημένων. Γράφει τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον νὰ σταλῶσιν οἱ φάκελοι τῆς διαχειρίσεως, ὅπως ἐξελέγξῃ, ἀλλὰ τὸ Γενικὸν Λογιστήριον εὑρίσκεται ἐν ἀδυναμίᾳ ἀπολύτῳ νὰ στείλῃ τὰ ζητούμενα, ἐνῷ ἄλλον σκοπὸν εἶχεν ὁ ἱδρύσας τὸ Γενικὸν Λογιστήριον. Ἐκ τούτου καθίσταται ἄξιον τοῦ κόπου νὰ σκεφθῇ τις, μήπως καταντᾷ περιττὸν τὸ ἵδρυμα τοῦτο, τὸ διάμεσον. Θὰ ἦτο ἴσως προτιμότερον, οἱ φάκελοι ν’ ἀπεστέλλοντο ἀπ’ εὐθείας εἰς τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον, ὅπερ οὕτω θὰ ἠδύνατο ἐντὸς τοῦ ἔτους νὰ ἐκκαθαρίζῃ τὰς τοῦ προηγουμένου ὑποθέσεις. Ἀλλὰ περὶ τούτου θὰ συζητήσωμεν ἄλλοτε. Τὸ ἐπ’ ἐμοί, σήμερον συνενῶ τὴν φωνήν μου πρὸς τὴν ἤδη ἐγερθεῖσαν ἐπὶ τοῦ ζητήματος, τοῦ προκύψαντος ἐκ τῶν παρατηρήσεων τοῦ κ. ἐκ Τυρνάβου Βουλευτοῦ, ὅτι οἱ εἰσπράκτορες, καταβαλόντες ἐγγύησιν, δὲν ἠδυνήθησαν νὰ ἀναλάβωσιν αὐτὴν μετὰ τὰ παθήματα τοῦ πολέμου, διότι δὲν ἐξηλέγχθησαν οἱ λογαριασμοὶ αὐτῶν.
§27Φ. ΝΕΓΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ὅσα εἶπεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς εἶναι ἀκριβῆ. Καὶ ἐγὼ πολλάκις ἀντελήφθην τοῦ ἀδικήματος, τὸ ὁποῖον γίνεται εἰς τοὺς ὑπολόγους, οἵτινες ἔχουσι καταθέσει ἐγγυήσεις πρὸ πολλῶν ἐτῶν, καὶ διὰ τὰς ὁποίας πληρώνουσι μέγαν τόκον, ἐνῷ ἐκ τοῦ Δημοσίου λαμβάνουσι μικρόν. Τοῦτο ἐφείλκυσε τὴν προσοχήν μου, ἀντελήφθην δέ, ὅτι ἡ ἀποστολὴ τοῦ κ. Τσακωνοπούλου εἰς Κρήτην δὲν ἐγένετο ἄνευ ζημίας τοῦ δημοσίου λογιστικοῦ. Ὡς γνωρίζετε, πρὸ δύο ἐτῶν ἤλλαξαν τρεῖς Διευθυνταὶ τοῦ Γενικοῦ Λαγιστηρίου, οὐχὶ βεβαίως πρὸς ὠφέλειαν τῆς ὑπηρεσίας. Ἤδη ἐπέστησα τὴν προσοχὴν τοῦ νέου Διευθυντοῦ ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, καὶ ἐργαζόμεθα, ὅπως φέρωμεν εἰς μᾶλλον εὐάρεστον ἀποτέλεσμα τοὺς διαφόρους λογαριασμοὺς τῆς δημοσίας ὑπηρεσίας, ἐλπίζω δὲ, ὅτι προσεχῶς θέλω σᾶς ἀναγγείλει ἀποτελέσματα εὐχάριστα.
§28Γ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸ θέμα, περὶ οὗ ὡμίλησεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Τυρνάβου συνάδελφος, τῆς ἀπαλλαγῆς τῶν ἐγγυηθέντων ὑπὲρ τῶν εἰσαγαγόντων ζῷα ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ εἰς τὴν Ἑλλάδα, εἶμαι σύμφωνος πρὸς ὅσα εἶπεν ὁ κ. συνάδελφος, καὶ πρέπει νὰ παρασχεθῶσιν ὅλαι αἱ προταθεῖσαι εὐκολίαι. Ἀπορῶ δὲ, πῶς γίνεται καταδίωξις διὰ τὴν πληρωμὴν φόρου ἐπὶ τῶν ζώων, ἀφοῦ διὰ τὰ ἔτη 1897 καὶ 1898 ἐχαρίσθησαν οἱ φόροι, καὶ οὐδεμίαν ὑποχρέωσιν ἔχουσιν οἱ κάτοχοι ζώων, καὶ συνεπῶς καὶ οἱ ἐγγυηταί των, νὰ πληρώσωσι φόρον...
§29Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Ὡμίλησα διὰ τὰ ἔτη 1896 καὶ 1897 μέχρις Ἀπριλίου.
§30Γ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. .. Συμβαίνει δὲ καὶ ἕτερόν τι, ὅτι εἶναι μερικοὶ ἐγγυηταὶ διὰ ζῷα, τὰ ὁποῖα ἐξήχθησαν ἐξ ἄλλου μέρους καὶ ὄχι ἐκ τῶν κατὰ τὰ σύνορα σταθμῶν, διότι, ὅπως ἀποφύγωσιν οἱ ἀγωγεῖς τὴν βραδύτητα τῶν τελωνιακῶν διατυπώσεων, παραβιάζουσι τὴν γραμμὴν καὶ ἐξέρχονται ἀπὸ ἄλλα σημεῖα, καὶ οὕτω δὲν γίνονται αἱ διατυπώσεις, δι’ ὧν θὰ βεβαιωθῇ ἡ ἐξαγωγὴ τῶν ζώων. Ἀλλὰ καὶ εἰς τούτους ὀφείλει τὸ Ὑπουργεῖον νὰ παράσχῃ ἐπιεικῆ λύσιν. Ἅμα βεβαιωθῇ, ὅτι ἐξῆλθον τὰ ζῷα, ἔστω καὶ ἐξ ἀπηγορευμένων θέσεων, ἀρκεῖ ὅτι ἐξῆλθον, δίκαιον εἶναι, οἱ ἐγγυηταί, οἱ ὁποῖοι ἐκ φιλανθρωπίας παρέσχον ὑπὲρ τῶν ἐργατῶν Μακεδόνων τὴν ἐγγύησίν των, ν’ ἀπαλλαγῶσιν. Ἔρχομαι εἰς τὸ θέμα τῶν ἐνοικιαστῶν τῶν εἰς τὸ ἐξωτερικὸν λειβαδίων. Ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις παρέσχε τὴν εὐκολίαν εἰς τοὺς κατοίκους τῶν παραμεθορίων χωρίων, οἵτινες εἶχον ἀνάγκην, ἕνεκα τῆς διαρρυθμίσεως τῶν συνόρων νὰ ἐξέρχωνται εἰς τὸ ἐξωτερικὸν διὰ νὰ βόσκωσι τὰ ποίμνιά των, νὰ τοῖς ἐπιτρέπηται ἡ ἔξοδος δι’ ἁπλουστάτων καὶ σχεδὸν ἀδαπάνων διατυπώσεων, δι’ ὃ οὐδεὶς δικαιοῦται νὰ παραπονῆται, καὶ ἀπορῶ πῶς ἐγείρονται τοιαῦτα παράπονα. Ὅσον ἀφορᾷ τοὺς ἐνοικιαστὰς τῶν κοινοτικῶν λειβαδίων, ὅλοι ὅσοι εἶχον ὑπὸ μίσθωσιν τοιαῦτα, ὧν μέρος ἔμεινεν εἰς τὸ ἐξωτερικόν, ἀπηλλάγησαν τοῦ μισθώματος ἀναλόγως τῆς ἐκτάσεως, ἥτις τοῖς ἀφῃρέθη, καὶ δὲν γνωρίζω περίστασιν ὡρισμένου ἐνοικιαστοῦ λειβαδίου, ὁ ὁποῖος δὲν ἀπήλαυσε τοιαύτης ἀπαλλαγῆς. Καὶ οἱ ἐνοικιασταὶ τῶν λειβαδίων τῆς κοινότητος Καζακλὰρ ἀπηλλάγησαν ἐν τοιαύτῃ ἀναλογίᾳ τοῦ μισθώματος, δυνάμει πρωτοκόλλου, διὰ τὸ ἀπὸ 13 Νοεμβρίου μέχρι τέλους Μαΐου 1898 διάστημα. Συνέβη δὲ, τὰ ¾ τῶν λειβαδίων νὰ μείνωσι κατὰ τὴν μεταρρύθμισιν εἰς τὸ Ὀθωμανικὸν, καὶ ἐμειώθη τὸ μίσθωμα ἀναλόγως διὰ τὸ ὑπόλοιπον, καὶ ἐκ τῶν 45,000 τοῖς ἐχαρίσθησαν 22,000. Δὲν τοὺς ἠδίκησε λοιπὸν ἡ ὑπηρεσία· ἀπ’ ἐναντίας ἔχω παράπονα κατὰ τῆς ὑπηρεσίας, ὅτι δὲν ἔλαβε μέτρα, ἵνα εἰσπραχθῇ τὸ ὑπόλοιπον, ὅπερ ἀναμφισβητήτως ὀφείλεται, καὶ οἰκοδομηθῇ διὰ τῶν χρημάτων τούτων ὁ περικαλλὴς ναὸς τοῦ Καζακλὰρ, δι’ ὃ ἔργον εἰσὶ τὰ χρήματα ταῦτα προωρισμένα. Καὶ διὰ τοῦτο θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ἐπισπεύσῃ τὴν εἴσπραξιν τοῦ ὑπολοίπου. Ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τῶν μύλων, λέγω, ὅτι ἡ ἐνέργεια ἑνὸς ἐφόρου δὲν ἦτο ὀρθὴ, ὥστε νὰ ἐπέμβῃ εἰς τὴν ἰδιωτικὴν περιουσίαν τοῦ Ράπτου. Γνωρίζετε δὲ, ὅτι καὶ ὁ προκάτοχος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἔδωκε τὰς δεούσας διαταγὰς, ὅπως μὴ παραβλαφθῇ ἡ περιουσία αὐτοῦ. Ἀλλ’ ἤθελον ἐπικαλεσθῆ τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς ἐλευθέρας ἐξαγωγῆς καὶ εἰσαγωγῆς τῶν ζώων. Ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις παρέχει εὐκολίας εἰς τοὺς ἐξάγοντας τὰ ποίμνια αὐτῶν, ἄνευ διατυπώσεων πολλῶν καὶ δαπάνης, διότι ἡ ὅλη δαπάνη ἔχει περιορισθῆ εἰς τὴν πληρωμὴν μιᾶς δραχμῆς δι’ ἕκαστον κτηνοτρόφον. Ἄλλοτε καὶ ἡ Ὀθωμανικὴ Κυβέρνησις παρεῖχε τὰς αὐτὰς εὐκολίας· ἐσχάτως ὅμως εἰς τὸ ὀθωμανικὸν τελωνεῖον τῶν Δύο Δένδρων ζητεῖται παρὰ τοῦ ἐκεῖ Τούρκου τελώνου ἀπὸ εἰσάγοντας ζῷα χρηματικὴ ἐγγύησις. Τοῦτο δὲ εἶναι ἐναντίον εἰς τὴν ἐπιτευχθεῖσαν συνεννόησιν (entendement) μεταξὺ τῶν δύο Κυβερνήσεων διὰ τὴν χρῆσιν τῶν γαιῶν, τῶν κατὰ τὴν νέαν διαρρύθμισιν τῶν συνόρων παραχωρηθεισῶν τῇ Τουρκίᾳ καὶ ἀνηκουσῶν εἰς τοὺς κατοίκους τῶν παραμεθορίων χωρίων μας. Ἐννοεῖται δὲ, ὅτι πᾶς, ὅστις καταθέτει χρήματα εἰς τουρκικὸν ταμεῖον, ἀποβάλλει πᾶσαν ἐλπίδα ἀναλήψεως αὐτῶν, οὕτω δὲ οἱ κάτοικοι πιέζονται φοβερὰ, διότι καταθέτουσι 30 καὶ 40 λίρας, ὅταν δ’ ἐπαναφέρωσι τὰ ζῷά των καὶ ζητῶσι τὰ χρήματα, ὁ ὑποτελώνης λέγει, ὅτι τὰ ἔστειλεν εἰς τὸ τελωνεῖον Αἰκατερίνης, ὁ τῆς Αἰκατερίνης λέγει, ὅτι τὰ ἔστειλεν εἰς Θεσσαλονίκην, ὁ δὲ τῆς Θεσσαλονίκης τοὺς παραπέμπει εἰς τὴν Πύλην! Φαντάζεσθε λοιπὸν τί γίνεται! Διὰ τοῦτο θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ προβῇ εἰς τὰ ἀναγκαῖα διαβήματα παρὰ τῇ γείτονι Ἐπικρατείᾳ, ὅπως ἐφαρμόζηται ἐπὶ τῇ περιστάσει ταύτῃ τὸ αὐτὸ μέτρον, ὅπερ καὶ ἄλλοτε ἐφηρμόζετο, ὥστε νὰ μὴ πιέζωνται οἱ δυστυχεῖς αὐτοὶ ἄνθρωποι.
§31ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Δηλιγιάννης ἔχει τὸν λόγον.
§32Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἡ βραδύτης, ἥτις λαμβάνει χώραν περὶ τὴν ἐξέλεγξιν τῆς διαχειρίσεως τῶν ὑπολόγων τοῦ Δημοσίου, δημιουργεῖ ἀδίκημα, διότι παρακωλύει τὴν ἐπιστροφὴν εἰς αὐτοὺς τῶν χρηματικῶν ἐγγυήσεων, τὰς ὁποίας κατέθηκαν, ὅτε ἀνέλαβον τὴν ὑπηρεσίαν, διὰ τὴν ὁποίαν εἶναι ὑπόλογοι. Ἑπομένως τὸ ἀδίκημα τοῦτο βεβαίως πρέπει νὰ ἐκλίπῃ, ὁ δὲ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὑπεσχέθη, ὅτι θέλει ὑποβάλει μέτρον εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν, δι’ οὗ νὰ κατασταθῇ εὔκολος ἡ ἄρσις τοῦ ἀτόπου τούτου. Ἀλλ’ ἡ ἀναφορὰ, ἡ ὁποία κατετέθη σήμερον εἰς τὴν Βουλὴν, ἂν δὲν σφάλλωμαι, δὲν παριστᾷ τοιοῦτον ἀδίκημα. Οἱ ὑπόλογοι, οἱ ὁποῖοι παραπονοῦνται διότι δὲν ἐπεστράφη εἰς αὐτοὺς ἡ ἐγγύησις, δὲν ἔχουσι διαχείρισιν πρὸς ἐξέλεγξιν, διότι τὰ παραστατικὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα παριστῶσι τὴν διαχείρισιν αὑτῶν, κατεστράφησαν κατὰ τὴν διάρκειαν τοῦ πολέμου· ἦσαν ἐν τῷ ταμείῳ τῆς Λαρίσης παραδεδομένα, καὶ διηρπάγησαν ἢ ἄλλως κατεστράφησαν, ὅτε εἰσέβαλον οἱ Τοῦρκοι. Ὅθεν δὲν πρόκειται νὰ ἐξελεγχθῇ ἡ διαχείρισις αὐτῶν. Ἂν ἦτο δυνατὸν νὰ εὑρεθῶσι στοιχεῖα ἐν τοῖς γραφείοις τοῦ Λογιστηρίου ἢ τοῦ ταμείου ἢ τοῦ Ὑπουργείου, παριστῶντα τὴν διαχείρισιν αὐτῶν, πρέπει βεβαίως νὰ σπεύσῃ τὸ Ὑπουργεῖον νὰ ἐξελέγξῃ τὴν διαχείρισιν αὐτῶν· ἀλλ’ ἂν δὲν ὑπάρχωσι τοιαῦτα, οἱ ἄνθρωποι πρέπει νὰ λάβωσι τὰ χρήματα τῆς ἐγγυήσεώς των, διότι εἶναι πτωχοὶ, εἶναι δὲ ἄδικον νὰ περιμένωσι πέντε ἤδη ἔτη, διὰ νὰ τοῖς ἐπιστραφῇ ἡ ἐγγύησις, τὴν ὁποίαν ἔχουσι καταθέσει πρὸ πέντε ἐτῶν.
§33Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Εὐχαριστῶ τὸν προλαλήσαντα ἐκ Τυρνάβου Βουλευτὴν, ὅστις με ὑπεστήριξεν εἰς σύστασιν, τὴν ὁποίαν σκοπῶ νὰ ὑποβάλω διὰ τῆς Βουλῆς εἰς τὸν Ὑπουργόν. Ἐβεβαίωσεν, ὅτι ἐν Θεσσαλίᾳ ἐπὶ τῆς παρούσης Κυβερνήσεως οἱ ἐνοικιασταὶ ἀπηλλάγησαν πάσης καταδιώξεως διὰ τὸν χρόνον τῆς κατοχῆς τῆς Θεσσαλίας ὑπὸ τῶν Τούρκων. Ἀλλὰ καὶ ἐνταῦθα δύναταί τις νὰ εἴπῃ, ὅτι δὲν ὑπάρχει εὐθύνη τῆς Κυβερνήσεως, ὑπάρχει ὅμως εὐθύνη, ὅταν, λαμβάνοντες ἀφορμὴν ἐκ τοῦ χρόνου ἐκείνου τῆς κατοχῆς τῆς Θεσσαλίας ὑπὸ τῶν τουρκικῶν στρατῶν, ζητῶσι νὰ ἐκδικήσωσι πάθη πολιτικά. Τοιοῦτόν τι συνέβη μὲ τὸν ἀναφερόμενον, ὅστις ἀποτείνεται εἰς τὸν Ὑπουργόν. Παρακαλεῖ ὑμᾶς δι’ ἐμοῦ, ὅπως καὶ ἐν τῇ Βουλῇ ὑποβάλω τὴν ἀναφορὰν αὐτοῦ. Εἶναι κάτοικος Ἀμπελακίων· δὲν τὸν γνωρίζω· ὀνομάζεται Πέτρος Παρλιάγκος, καταστηματάρχης. Διηγεῖται, ὅτι ἐγένετο ἐνοικιαστὴς τῶν δημοτικῶν λειβαδίων Ἀμπελακίων ἀπὸ τοῦ φθινοπώρου τοῦ 1896 μέχρι τοῦ 1899. Ἐννοεῖται, ὅτι ἀπὸ τοῦ χρόνου, ἀφ’ οὗ κατελήφθη ἡ Θεσσαλία ὑπὸ τοῦ τουρκικοῦ στρατοῦ, αὐτὸς ἐγένετο φυγάς, καὶ ἦλθεν εἰς τὰς Ἀθήνας. Ἑπομένως ἐπὶ 3 ἑξάμηνα ἐνεμήθη ἡ κοινότης ἡ ἰδία τὰ λειβάδια τὰ ἐνοικιασθέντα. Ἐπανῆλθεν ὁ ἐνοικιαστὴς μετὰ τὴν ἀποκατάστασιν τῆς Ἑλληνικῆς ἐξουσίας ἐν Θεσσαλίᾳ, ἐπλήρωσε τὰ ὀφειλόμενα τρία ἑξάμηνα, καὶ τόσον ἡ κοινότης δὲν εἶχε κατ’ αὐτοῦ ἀντιρρήσεις, ὥστε ἐνῳκίασε καὶ πάλιν εἰς αὐτὸν ἐπὶ τῇ αὐτῇ κτηματικῇ ἐγγυήσει μέχρι τοῦ 1901 τὰ αὐτὰ λειβάδια, ἐνεμήθη αὐτά, καὶ ἐπλήρωσε κατὰ τὸ τέλος τῆς ἐνοικιάσεως τὰ ὀφειλόμενα. Ἀλλὰ τότε, ὅπως διηγεῖται ὁ ἀναφερόμενος, τῆς οἰκογενείας αὐτοῦ περιελθούσης εἰς πολιτικὰς διενέξεις πρὸς τὴν κρατοῦσαν ἐκεῖ μερίδα, συνελήφθη καὶ ἐφυλακίσθη, ἐπὶ τῷ λόγῳ, ὅτι ὤφειλεν ἐνοίκια ἀπὸ τοῦ χρόνου, καθ’ ὃν κατείχετο ἡ Θεσσαλία ὑπὸ τοῦ τουρκικοῦ στρατοῦ. Συνεπῶς παραπονεῖται καὶ λέγει, ὅτι 1) «καὶ ἂν ὀφείλω κεφάλαιον, δὲν ὀφείλω πρόστιμον καὶ τόκους». Ἀρνεῖται βεβαίως, ὅτι ὀφείλει καὶ κεφάλαιον, ἀλλ’ ἂν ὀφείλῃ τυχὸν τὸ κεφάλαιον, — ὑποθέσωμεν ὅτι τὸ ὀφείλει — δὲν ὀφείλει ὅμως τοὺς τόκους αὐτοῦ καὶ τὸ πρόστιμον, τὸ ὁποῖον ἐπιβάλλει ὁ νόμος, καὶ περὶ τοῦ ὁποίου ἀνέφερε καὶ ὁ πρῶτος λαλήσας κύριος ἐκ Τυρνάβου Βουλευτής, ὅτι ἐζητήθη παρ’ ἄλλων ἢ τῶν ὀφειλετῶν δῆθεν τοῦ Δημοσίου. Διότι, ἀφοῦ δὲν ἴσχυε τὸ Κράτος τὸ Ἑλληνικόν, καὶ δὲν εἶχεν ἐν Τυρνάβῳ τὰς δημοσίας ἀρχάς, αἵτινες δικαιοῦνται νὰ εἰσπράττωσι κατὰ τὰς προθεσμίας τὰ ὀφειλόμενα, καὶ μετὰ τὴν παρέλευσιν τῶν ὁποίων ἐπέρχονται οἱ τόκοι καὶ τὰ πρόστιμα, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἀπαιτῇ ἤδη τόκους καὶ πρόστιμον; Τὰ πάντα ὑπήκουον εἰς τοὺς Τούρκους. Λέγει 2): «οὐδὲν κεφάλαιον ὀφείλω, διότι κατὰ τὰς τρεῖς ἑξαμηνίας τῆς τουρκικῆς ἐξουσίας ἐγὼ μὲν ἠναγκάσθην νὰ φύγω εἰς Ἀθήνας, ἐκαρποῦτο δὲ τὰ λειβάδια ἡ κοινότης». Πῶς εἶναι δυνατὸν ἡ ἰδία κοινότης νὰ καρπωθῇ τὰ λειβάδια καὶ συγχρόνως νὰ ἀπαιτῇ καὶ τὸ ἐνοίκιον; Διὰ τοῦτο παραπονεῖται: 3) «ἂν ἦμαι ὑπόχρεως καὶ διὰ τὸν χρόνον τῆς τουρκοκρατίας, δέον νὰ συμψηφισθῇ ἡ ὀφειλή μου πρὸς τὰ εἰσπραχθέντα ὑπὸ τῆς κοινότητος, ἥτις τὰ ἐκαρπώθη». Καταδιωχθείς, ἐζήτησε νὰ ἐνεργηθῶσιν ἀνακρίσεις, διότι τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν ἐπὶ ὁμοίων περιπτώσεων ἀπήλλαξε τοὺς ὑπολόγους. Διατί, ἀφοῦ ἀπήλλαξε τοὺς ἄλλους, αὐτὸν δὲν τὸν ἀπήλλαξεν; Ἐζήτησε φυσικὰ νὰ ἐνεργηθῶσιν ἀνακρίσεις, ἀλλὰ αἱ ἀνακρίσεις ἀνετέθησαν εἰς τὸν ἀστυνόμον. Ὁ ἀστυνόμος, παρὰ τὸν νόμον, εἶναι πολιτευόμενον πρόσωπον ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ· πολιτεύεται δηλονότι ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ, ἐξ ἧς κατάγεται. Καὶ περὶ αὐτοῦ, νομίζω, ὑπέβαλεν εἷς τῶν Βουλευτῶν Θεσσαλίας ἐπερώτησιν πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ἀλλ’ εἶμαι βέβαιος, ὅτι οὐδὲν ἐγένετο, πολὺ δὲ φοβοῦμαι, ὅτι οὐδὲν θέλει ἐνεργηθῆ, διότι δὲν γνωρίζω κανένα συνάδελφον ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι κατήγγειλαν ἐν τῇ Συνόδῳ ταύτῃ ἀδικήματα ὑπαλλήλων πασιφανῆ ἐναντίον πολιτῶν, λαβόντα ἀπάντησιν, παρακαλῶ δὲ οἱονδήποτε—καὶ εἶμαι πρόθυμος νὰ τὸ ἀνακαλέσω—νὰ μοὶ εἴπῃ, ἂν ὑπάρχει ἐπερωτήσας, ὅστις εἶδεν, ἔστω καὶ μετὰ καιρὸν ἀρκετὸν, ἀφ’ ὅτου ἐγένετο τὸ ἀδίκημα, ἐπελθοῦσαν τὴν ἐπανόρθωσιν. Πιστεύω δὲ, ὅτι οὔτε ὁ ἀστυνόμος αὐτὸς θὰ μετακινηθῇ ἀπὸ τῆς θέσεώς του, καὶ προκαλῶ οἱονδήποτε νὰ ἀρνηθῇ, ἂν δὲν θὰ ἐξακολουθήσῃ μένων ἐκεῖ...
§34Γ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. Περὶ τίνος ἀστυνόμου πρόκειται;
§35Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἀμπελακίων. Λέγεται Τσανάκας. Εἰς αὐτὸν ἀνετέθη νὰ κάμῃ ἀνακρίσεις. Αὐτοὺς τοὺς μάρτυρας μόνον, οὓς ὁ παραπονούμενος προέβαλε, δὲν ἐξήτασεν, ἐξήτασε δὲ μόνον ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἐνεμήθησαν κατὰ τὸν χρόνον τῆς τουρκοκρατίας (ὅπως λέγει) τὰ λειβάδια καὶ εἶναι πρὸς αὐτὸν ὑπόλογοι. Διατὶ ἐξήτασεν αὐτούς; Διότι βεβαίως εἶναι διατεθειμένοι νὰ καταθέσωσιν ἐναντίον αὐτοῦ...
§36Ι. ΓΙΑΝΝΑΚΙΤΣΑΣ. Εἰσέπραξε 19,000 δραχμάς.
§37Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Νὰ ἐξακριβωθῇ αὐτό.
§38Ι. ΓΙΑΝΝΑΚΙΤΣΑΣ. Ὑπάρχουσιν ἀποφάσεις· ὀφείλει 8,000, ἀλλ’ εἰσέπραξε δυνάμει δικαστικῶν ἀποφάσεων δρ. 19,000.
§39Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δὲν ἐπιθυμῶ νὰ ἠξεύρω ὅ,τι καὶ ἂν εἰσέπραξεν, ἀφοῦ ἔχει ὑποθήκην, ἡ ὁποία ἐκρίθη ἐπαρκὴς νὰ καλύψῃ καὶ τὸ χρέος αὐτὸ, τὸ ὁποῖον ἀναφέρει ὁ ἔντιμος ἐκ Λαρίσης Βουλευτὴς ὅτι ὀφείλει, συγχρόνως δὲ καὶ τῆς νέας ἐνοικιάσεως τὸ ἀντίτιμον. Λοιπὸν παραπονεῖται, καὶ δικαίως, καὶ λέγει: «ἂν ὀφείλω πραγματικῶς, ἔχω τὴν ἐγγύησιν, καὶ δύναται ἐξ αὐτῆς τῆς ἐγγυήσεως νὰ πληρωθῇ ὁ ἀπαιτῶν, ὄχι ὅμως νὰ μὲ προσωποκρατῶσι.» Καὶ ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ τελειώσω μὲ τὴν τελευταίαν περικοπὴν, δι’ ἧς τελευτᾷ, (ἀναγινώσκει): «Ἀλλ’ ἔστω, ὀφείλω τόκους, κεφάλαια, πρόστιμον καὶ πᾶν ὅ,τι ἰσχυρίζονται. Ἀλλὰ τί θέλουσι; τὸ σαρκίον μου; Τί θέλουσι; κρέας ἀνθρώπινον; Ἀφοῦ ἡ ἐγγύησις ἡ κτηματικὴ εἶναι πολλαπλασία, τί μὲ βασανίζουσι; ...»
§40Ι. ΓΙΑΝΝΑΚΙΤΣΑΣ. Τὰ ἔχει μεταβιβάσει.
§41ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. (ἐξακολουθεῖ ἀναγινώσκων). «...Ἀπαθέστατα ἀπαντῶσιν: «Ἔχομεν δικαίωμα ἐπιλογῆς τῶν ἐκβιαστικῶν μέσων, καὶ προτιμῶμεν τὸ κρέας». Διὸ ἀπελπισθεὶς καταφεύγω πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὑπέρτερον μικρῶν παθῶν, καὶ παρακαλῶ, ἀφοῦ λάβῃ τὰ ἀνωτέρω πάντα ὑπ’ ὄψιν, ἐμὲ μὲν νὰ ἀπαλλάξῃ ὅλως, ἢ τοὐλάχιστον νὰ διατάξῃ τὴν ἀποφυλάκισίν μου, ἀφοῦ ἡ ἀσφάλεια εἶναι ὑπέρογκος, νὰ ἐρωτήσῃ δὲ τὰ ὄργανά του: αʹ) διατὶ, ληγούσης κατὰ τὸ φθινόπωρον τοῦ 1899 τῆς πρώτης μισθώσεως, δὲν ἐζήτησαν τὰ ὀφειλόμενα; διατὶ ἐκοιμῶντο δύο ἔτη; τί τοὺς ἐκάπνισε τώρα; βʹ) διατὶ ὑπολογίζουσι τόκους καὶ πρόστιμα; γʹ) διατὶ μὲ ἐδέχθησαν, ὀφειλέτην ὄντα, εἰς ἀναμίσθωσιν τῶν λειβαδίων; δʹ) διατὶ ἐδέχθησαν τὴν αὐτὴν ἐγγύησιν; εʹ) διατὶ, ἐνῷ ἡ ἐγγύησις ἦτο ἐπαρκὴς διὰ τὰ κατ’ αὐτοὺς παλαιὰ χρέη καὶ διὰ τὰς 13,000 τῆς νέας μισθώσεως, διατὶ τώρα δὲν ἐπαρκεῖ διὰ τὰ παλαιὰ καὶ τὰς 2,000 τὰς ὑπολοίπους τῶν 13,000;» Διὰ ταῦτα νομίζω, κύριε Ὑπουργὲ, ὅτι εἶναι δίκαιον νὰ ἀπασχολήσῃ τὴν μέριμναν ὑμῶν ἡ ὑπόθεσις, καὶ ἂν πεισθῆτε, ὅτι πραγματικῶς ἀδίκημα συμβαίνει, παρακαλῶ νὰ διατάξητε τὴν ἀποφυλάκισίν του.
§42Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν πρὸ ὀλίγου ὡμολόγησεν, ὅτι ἐκ τῆς ἀπουσίας τοῦ κ. Τσακωνοπούλου εἰς Κρήτην ἡ ὑπηρεσία παρεβλάφθη· καὶ ἀληθῶς, διότι ὁ ὑπάλληλος αὐτὸς εἶναι ἱκανώτατος, καὶ ἡ ἀπουσία του δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ νὰ ἐπιφέρῃ σύγχυσιν καὶ ἀνωμαλίαν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν. Ἀλλὰ παραδόξως ἀνέγνωσα εἰς τινὰ ἐφημερίδα, ὅτι πρόκειται νὰ μεταβῇ εἰς Λονδῖνον ἐπίσης ἀξιόλογος ὑπάλληλος, ἱκανώτατος, τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, ὁ ὁποῖος διευθύνει δύο τμήματα, καὶ βεβαίως ἐκ τῆς ἀπουσίας καὶ ἀπομακρύνσεως αὐτοῦ θὰ ἐπέλθῃ μείζων ἀνωμαλία εἰς τὴν ὑπηρεσίαν. Ἡ δὲ ἀποστολὴ αὐτοῦ, καθὼς εἶδον, δὲν εἶναι καὶ οὐσιώδης. Πρόκειται νὰ μεταβῇ πρὸς ὑπογραφὴν τῶν ὁμολογιῶν τοῦ δανείου τοῦ Σιδηροδρόμου Πειραιῶς–Λαρίσης. Ἐὰν δὲν μὲ ἀπατᾷ ἡ μνήμη, καὶ ἄλλοτε εἰς ὁμοίας περιστάσεις ἡ Κυβέρνησις ἡ Ἑλληνικὴ ἀνέθεσεν εἰς ἕνα γραμματέα τῆς οἰκείας Πρεσβείας, ἢ εἰς τὸν πρόξενον, τὴν ὑπηρεσίαν ταύτην, ἡ ὁποία ἐξετελέσθη ἄνευ δαπάνης καὶ ἄνευ κόπου· διότι, ἐὰν ἐκεῖνο, ὅπερ ἀνέγνωσα εἰς τὰς ἐφημερίδας, λάβῃ χώραν, βεβαίως καὶ δαπάνη θὰ ἐπέλθῃ μεγαλειτέρα, ἀλλὰ καὶ ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν ἐκ τῆς ἀπουσίας τοῦ ἱκανωτάτου αὐτοῦ ὑπαλλήλου θὰ ζημιωθῇ. Ἐπιθυμῶ, συμφώνως μὲ τὸ πρόγραμμα τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ἡ παρατήρησίς μου νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν, καὶ νὰ μὴ ὑποβληθῶμεν ματαίως εἰς δαπάνην τριῶν ἢ πέντε χιλιάδων δραχμῶν.
§43Φ. ΝΕΓΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Βεβαίως εἰς τὸ μέτρον τοῦτο δὲν προβαίνω εὐχαρίστως, δι’ οὓς λόγους ἐξέθηκεν ὁ κ. Τσιτσάρας. Βεβαίως εἰς ἐμὲ εἶναι λίαν δυσάρεστον ν’ ἀποστείλω τὸν ὑπάλληλον τοῦτον κατὰ τὴν ὥραν ταύτην, ἀλλὰ δυστυχῶς μοὶ ἐπιβάλλεται ὑπὸ τοῦ νόμου τοῦ περὶ δημοσίου χρέους. Ὁ τελευταῖος νόμος περὶ δημοσίου χρέους ὁρίζει, ὅτι αἱ ὁμολογίαι ὀφείλουσι νὰ ἔχωσι τὴν ὑπογραφὴν τοῦ τμηματάρχου τοῦ δημοσίου χρέους, ἐπειδὴ δὲ ἡ προθεσμία, τὴν ὁποίαν ἔχομεν πρὸς παράδοσιν τῶν μετοχῶν, εἶναι λίαν βραχεῖα, δίμηνος μόνον, ἂν ἐπεμένομεν νὰ ἔλθωσιν αἱ μετοχαὶ ἐνταῦθα καὶ ἐνταῦθα νὰ τὰς ὑπογράψωμεν καὶ τὰς παραδώσωμεν, ἐτρέχομεν τὸν κίνδυνον νὰ γείνωμεν ὑπερήμεροι. Ἐπροτιμήσαμεν λοιπόν, διὰ νὰ ἤμεθα ἐν τάξει μετὰ τῶν δανειστῶν ἡμῶν, νὰ κερδίσωμεν τὸν καιρὸν, ὃν θὰ ἀπαιτήσουν αἱ μετοχαὶ διὰ νὰ ἔλθουν ἐνταῦθα, ἀποστέλλοντες τὸν ὑπάλληλον εἰς Λονδῖνον. Ὁ μόνος λόγος, δι’ ὃν ἀπεφασίσαμεν τοῦτο, εἶναι ἀκριβῶς ἡ ἐπιθυμία νὰ ὦμεν ἐνήμεροι καὶ μὴ ἔχωμεν παρατηρήσεις, ἴσως καὶ διαμαρτυρίας, ἐκ μέρους τῶν δανειστῶν.
§44Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Πρὸ δύο περίπου μηνῶν εἶχον λάβει τὴν τιμὴν νὰ συστήσω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, ἐξ ἀφορμῆς τῆς παραποιήσεως τῶν Παξίων ἐλαίων, ὅπως λάβῃ πρόνοιαν περὶ καταστολῆς τῶν παραποιήσεων, τῶν γιγνομένων εἰς τὰ ἑλληνικὰ ἔλαια, ὡς καὶ εἰς διάφορα ἄλλα προϊόντα τῆς ἡμετέρας χώρας. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἐβεβαίωσε τότε τὴν Βουλὴν, ὅτι θέλει λάβει γενικόν τι μέτρον, διότι εἶναι πραγματικῶς γενικοῦ ἐνδιαφέροντος τὸ ζήτημα, καὶ ἀφορᾷ τὸ ἐν γένει ἐμπόριον τῆς Ἑλληνικῆς παραγωγῆς. Τὸ κακὸν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἔλεγον, ὅτι δύναται νὰ προέλθῃ ἐκ τῶν παραποιήσεων τῶν γιγνομένων εἰς τὰ ἑλληνικὰ προϊόντα, φαίνεται ὅτι ἤρχισεν ἐπερχόμενον, διότι ἔλαβον πρὸ μικροῦ ἀντίγραφον ἀναφορᾶς, ἀπευθυνομένης πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ἡ ὁποία δὲν γνωρίζω ἂν περιῆλθεν εἰς χεῖρας αὐτοῦ, ἀλλὰ προέρχεται ἐκ Σεβαστουπόλεως καὶ ἀπὸ μέρους ἐγκατεστημένου ἐν τῇ πόλει ταύτῃ ἐμπόρου, ὁ ὁποῖος διεξάγει μέγα ἐμπόριον ἐλαίων, τοῦ Πανάγου Ἀποστολίδου. Ὁ κ. Ἀποστολίδης παραπονεῖται, ὅτι, ἐνῷ ἠγόρασεν ἑλληνικὰ ἔλαια ἐκλεκτῆς ποιότητος ἀπὸ ἐμπόρου τοῦ Πειραιῶς, Καλογερᾶ καλουμένου, καὶ ἐπὶ τῇ βεβαιότητι, ὅτι τοιαῦτα ἦσαν τ’ ἀποσταλέντα, διηύθυνεν αὐτὰ εἰς τὴν Μόσχαν, εἰς τὸ Χάρκοβον, τὸ Κίεβον καὶ ἄλλας πόλεις, ἀπεκαλύφθη, ὅτι τὰ ἔλαια ταῦτα ἦσαν αἰσχίστης ποιότητος, ἀντὶ δὲ τοῦ ἀρίστου ἑλληνικοῦ ἐλαίου, τὸ ὁποῖον ἐπρομηθεύοντο οἱ Ρῶσσοι καταναλωταί, εὑρέθη, ὅτι ἦσαν αἰσχίστης ποιότητος, ἄχρηστα δι’ ὃν σκοπὸν καταναλίσκονται εἰς τὴν Ρωσσίαν. Οἱ πελάται του διαμαρτυρηθέντες ἐπέστρεψαν αὐτὰ εἰς τὸν ἐν Σεβαστουπόλει διαμένοντα ἔμπορον, διαμηνύσαντες, ὅτι δὲν ἐννοοῦσι πλέον νὰ προμηθεύῃ αὐτοῖς ἑλληνικὰ προϊόντα, καὶ ἰδίως ἑλληνικὰ ἔλαια, ἀλλὰ νὰ προμηθεύῃ αὐτοῖς ἰταλικὰ ἢ ἱσπανικά, διότι θὰ ἔχωσι τὴν βεβαιότητα, ὅτι δὲν χωρεῖ παραποίησις καὶ ἀπάτη. Ὁ τρόπος, καθ’ ὃν φαντάζονταί τινες παρ’ ἡμῖν, ὅτι δύνανται νὰ ἐμπορεύωνται, δυνατὸν νὰ ἀποφέρῃ κέρδη ἐφ’ ἅπαξ καὶ προτοῦ ἀποκαλυφθῇ ἡ ἀπάτη, ἀλλὰ κατόπιν ἀποκαλύπτεται ἡ ἀνήθικος παραποίησις, καὶ αὐτοὶ μὲν στεροῦνται δικαίως τῆς ἐξακολουθήσεως τοῦ ἐμπορεύεσθαι, ἀλλ’ ἀδίκως ζημιοῦται τὸ ἑλληνικὸν ἐμπόριον καὶ παραβλάπτεται ἡ φήμη τῶν ἑλληνικῶν προϊόντων...
§45Δ. ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ποίου τόπου ἔλαιον ἦτο;
§46Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ἐκ διαφόρων τόπων προήρχετο τὸ ἀγορασθέν, ἀλλ’ εἶχεν ἐναποταμιευθῆ εἰς Πειραιᾶ, ἐκεῖθεν δὲ ἐστάλη εἰς τὴν Σεβαστούπολιν, καὶ ἐκ Σεβαστουπόλεως εἰς τὸ ἐσωτερικὸν τῆς Ρωσσίας, ἰδίως εἰς τὴν Μόσχαν, ὅπου μεγάλη γίνεται κατανάλωσις τῶν ἑλληνικῶν ἐλαίων, διότι ταῦτα καίονται εἰς τὰς κανδήλας τῶν ἐκκλησιῶν. Ὁ ἔμπορος οὗτος, ἀπευθυνόμενος πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, δηλοῖ, ὅτι δὲν σκοπεύει νὰ ζητήσῃ τὴν μεσολάβησιν τῶν Δικαστηρίων, ὅπως ζητήσῃ ἀποζημίωσίν τινα διὰ τὴν γενομένην εἰς αὐτὸν ζημίαν ἕνεκα τῆς παραποιήσεως τῆς ποιότητος τοῦ ἀποσταλέντος ἐλαίου, διότι, λέγει, οὔτε διανοεῖται νὰ ἐπιχειρήσῃ δίκας ἐν τοῖς ἑλληνικοῖς Δικαστηρίοις, διότι φοβεῖται, ὅτι αἱ δίκαι αὗται θὰ παραταθῶσιν ἐπὶ μακρόν, καὶ οὐδὲν ὄφελος θὰ προκύψῃ, ἀλλ’ ἐφιστᾷ τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῆς ζημίας, ἥτις προσγίνεται ἐν γένει εἰς τὸ ἑλληνικὸν ἐμπόριον. Ἐκ τῆς ἀναφορᾶς ταύτης λαμβάνων ἀφορμὴν καὶ ἐγὼ, ἐφιστῶ σπουδαίως τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν γενικῶς ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου. Ἄς μοὶ ἐπιτρέψῃ δὲ ἡ Βουλὴ νὰ ἀναγνώσω περικοπάς τινας ἐκ τῆς ἀναφορᾶς ταύτης, ἵνα καταδειχθῇ, ποίου κακοῦ γίνεται πρόξενος ἡ τοιαύτη παραποίησις τῶν ἑλληνικῶν προϊόντων, τὴν ὁποίαν ἐγὼ πρὸ δύο καὶ πλέον μηνῶν κατέδειξα, καὶ ἡ ὁποία ἤρχισε δεικνύουσα καταστρεπτικὰ ἀποτελέσματα (ἀναγινώσκει): «... Ἡ τοιαύτη παραποίησις ὀλίγον κατ’ ὀλίγον ἀφαιρεῖ ἀπὸ τὰς ἀγορὰς τῆς καταναλώσεως τοὺς ἀγοραστὰς τῶν ἑλληνικῶν προϊόντων, καὶ διαθέτει δυσπίστως αὐτοὺς πρὸς πᾶν τὸ ἐξ Ἑλλάδος προερχόμενον ἐμπόρευμα. Ὅταν δὲ τοιαύτη γεννηθῇ δυσπιστία, οἱ ἔχοντες τὸ συμφέρον νὰ ἐκτοπίζωσι τὰ ξένα προϊόντα, εὑρίσκουσι τὴν εὐκαιρίαν ταύτην, ἵνα δυσφημῶσι τὰ τοιαῦτα προϊόντα καὶ ἐπιφέρωσιν ἀζητησίαν αὐτῶν ἐν τῇ ἀγορᾷ...» Ἡ τοιαύτη παραποίησις τῶν ἑλληνικῶν προϊόντων, ἡ γινομένη ἐκ συστήματος ὑπό τινων κακοήθων, καταστρέφει οὕτω τὴν αὔξησιν τῆς καταναλώσεως αὐτῶν εἰς τὰς χώρας ἐκείνας, ἐν ταῖς ὁποίαις εἶχεν ἀποκτήσει, ὡς εἶπον, ἔδαφος καταναλώσεως (ἀναγινώσκει): «... Καὶ ἤδη ὁ σκοπός μου δὲν εἶναι νὰ καταγγείλω (λέγει ὁ ἐν λόγῳ ἔμπορος) τὸν ἐξαπατήσαντά με ἔμπορον, οὐδὲ θέλω νὰ ἀναμιμνήσκωμαι τὸ ὄνομα κἄν αὐτοῦ, ἀλλὰ ἀπευθύνομαι πρὸς ὑμᾶς, ἐξοχώτατε, ὅπως λάβητε εἴτε διοικητικά, εἴτε νομοθετικὰ μέτρα, ἵνα παύσῃ ἡ τοιαύτη νοθεία τῶν ἑλληνικῶν προϊόντων, ἥτις θὰ παρασκευάσῃ μεγάλα κακὰ εἰς τὴν ἡμετέραν παραγωγὴν, θὰ καταντήσῃ δὲ ν’ ἀπολέσωμεν τὰς ἀγορὰς τῆς καταναλώσεως.» Τοιαύτη κατάχρησις καὶ νόθευσις γίνεται βεβαίως καὶ ἀλλαχοῦ, ἀλλ’ ἀπό τινος χρόνου εἰς τὰ ἑλληνικὰ προϊόντα ἤρχισε νὰ λαμβάνῃ ἐπικίνδυνον χαρακτῆρα, καὶ βλέπετε, ὅτι βαθμηδὸν καὶ κατ’ ὀλίγον ἤρχισαν νὰ ἐκτοπίζωνται τὰ ἑλληνικὰ προϊόντα εἰς τὰς ἀγορὰς ἐκείνας, ὅπου εἶχεν ἀρχίσει μεγάλη νὰ γίνηται κατανάλωσις αὐτῶν. Ἐν ἄλλαις χώραις ἐλήφθησαν μέτρα σπουδαιότατα, ὅπως περιστείλωσι τὸ κακὸν, καὶ ἐψηφίσθησαν νόμοι αὐστηροὶ, ἐπιβάλλοντες ποινὰς, καὶ ποινὰς φοβερὰς, ἐναντίον ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι νοθεύουσι καὶ παραποιοῦσι τὰ προϊόντα. Ὁ κύριος οὗτος, ὁ ὁποῖος ἀπέστειλε τὴν ἀναφορὰν ταύτην, γράφει, τί ἔπραξεν ἡ Ῥωσσικὴ Κυβέρνησις, ὅπως περιστείλῃ τὸ κακὸν, τὸ ὁποῖον ἤρχισε καὶ ἐκεῖ ἀναφαινόμενον, καὶ λέγει, ὅτι τελευταίως ὑπεβλήθη νομοσχέδιον εἰς τὴν Γερουσίαν, καὶ ἐγένετο νόμος τοῦ Κράτους, τιμωρεῖ δὲ τοὺς παραβάτας δι’ αὐστηροτάτων ποινῶν καὶ διὰ μεγάλων προστίμων, οὕτως ὥστε νὰ προλαμβάνηται πᾶσα τοιαύτη καταδολίευσις. Δὲν δύναται ἆρά γε ἀνάλογα μέτρα νὰ λάβῃ καὶ ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, ἐφ’ ὅσον εἶναι καιρός; Ἐγὼ φρονῶ, ὅτι ὑπάρχει ἀκόμη καιρὸς νὰ προσαχθῶσιν εἰς τὴν Βουλὴν μέτρα καὶ ψηφισθῇ νόμος, ὅπως μὴ παραποιῶνται τὰ ἑλληνικὰ προϊόντα, καὶ οὕτω μὴ ἐπέλθῃ καταστροφὴ καὶ μὴ παύσῃ ἡ κατανάλωσις τῶν ἑλληνικῶν προϊόντων ἐν χώραις, ἐν ταῖς ὁποίαις ταῦτα εὐαρέστως εἶχον γείνῃ ἀποδεκτὰ, καὶ ὅπου σὺν τῷ χρόνῳ ἡ κατανάλωσις ἤθελεν αὐξήσει. Παρακαλῶ λοιπὸν ὑμᾶς, κύριε Ὑπουργὲ τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅπως μὴ παρίδητε τὸ σπουδαῖον τοῦτο ζήτημα, διότι βλέπετε, ὅτι ἤρχισαν ἤδη νὰ ἔρχωνται ἀναφοραὶ ἐκ μέρους τῶν ἐμπόρων ἐκείνων, εἰς τοὺς ὁποίους ἀπεστάλησαν προϊόντα ἑλληνικὰ παραπεποιημένα ἢ νοθευμένα, οἱ δὲ ξένοι, οἱ ὁποῖοι συναγωνίζονται πρὸς τὰ ἑλληνικὰ προϊόντα, ἔχουσι τὸ συμφέρον νὰ διαδίδωσι τὸ κακὸν τοῦτο εἰς τὰς ἀγορὰς τῆς καταναλώσεως, ὅπως ἀποκλείσωσι τὰ ἡμέτερα προϊόντα, καὶ οὕτω πῶς θὰ καταντήσῃ μετ’ ὀλίγα ἔτη νὰ μὴ δυνάμεθα νὰ ἐξάγωμεν ταῦτα, καὶ θ’ ἀρχίσῃ ἡ οἰκονομικὴ δυσφορία, ὅπως καὶ ἐν ἄλλαις χώραις, ὅπου ἐγένετο τὸ τοιοῦτον καὶ δὲν ἐλήφθησαν μέτρα, ὅπως προληφθῇ τὸ κακόν.
§47ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οὐδεὶς ἄλλος ζητεῖ τὸν λόγον. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Ὁ κύριος Δραγούμης ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων τοῦ Κράτους τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1902.
§48ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Εἶμαι ἕτοιμος νὰ ὁμιλήσω, ἀλλ’ ἐπειδὴ πλησιάζει ἡ ὥρα τῆς διακοπῆς, ἐὰν συναινῇ ἡ Βουλὴ, παρακαλῶ νὰ διακόψωμεν ἀπὸ τοῦδε, καὶ νὰ ἐπανέλθωμεν ταχύτερον ἀφ’ ὅ,τι συνήθως.
§49ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συναινεῖ ἡ Βουλὴ;
§50ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§51ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις· ἀλλὰ παρακαλῶ τοὺς κυρίους Βουλευτὰς νὰ ἐπανέλθωσι τὴν 9ην ὥραν ἀκριβῶς. (Γίνεται διακοπὴ ὥρᾳ 7 καὶ 40′ μ. μ. Ἐπαναλαμβάνεται δὲ ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 9 καὶ 20′ μ. μ., προεδρεύοντος τοῦ ἀντιπροέδρου κ. Ν. Λεωνίδα).
§52ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ διακοπεῖσα συνεδρίασις. Ὁ κύριος Δραγούμης ἔχει τὸν λόγον.
§53ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὁ ὑπὸ ἐξέτασιν Προϋπολογισμὸς ἀποτελεῖ τὸν τελευταῖον σταθμὸν τῆς ἐνεστώσης Βουλευτικῆς περιόδου, καὶ ἐν αὐτῷ ἀναγράφεται τὸ τέρμα αὐτῆς...
§54Γ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχετε ἄδικον.
§55ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Μάλιστα, τὸ τέρμα· καὶ ὅστις ἀμφιβάλλει, ἂς περιμείνῃ ὀλίγον, ἵνα ἴδῃ, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχῃ ἄλλως... Ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τούτῳ κατοπτρίζεται ἡ πολιτεία τῆς τελευταίας τριετίας, πολιτεία, εἰς ἣν κατ’ ἀνάγκην εἶναι ὑποτεταγμένη ἡ δρᾶσις τῆς ἐνεστώσης Κυβερνήσεως. Καὶ δὲν γνωρίζω, ἂν ὑπάρχει σημεῖον ἄλλο ἐν τῷ σταδίῳ τῆς ἐργασίας τῆς ἐνεστώσης Κυβερνήσεως, ἐν ᾧ σαφέστερον νὰ καταδηλῶται τὸ παράδοξον τῆς πολιτείας αὐτῆς· διότι, ὅτι δήποτε διανοηθῇ νὰ πράξῃ, οὐδὲν ἄλλο δύναται νὰ πράξῃ ἢ ὅ,τι ἔπραξε, νὰ ὑποβάλῃ δηλαδὴ εἰς τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς τὸν Προϋπολογισμὸν τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως. Ὑφ’ οὓς ὅρους ἦλθεν, εἶναι δεσμία καὶ δούλη εἰς τὴν πολιτικὴν τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως. Εἶναι δεσμία, διότι οἱ ὑποστηρίζοντες αὐτὴν δὲν φωτίζονται ὑπ’ αὐτῆς, ἀλλὰ φωτίζονται ὑπὸ τῶν ἡλίων τῶν ἐκλειψάντων. Ἑτερόφωτος πλειονοψηφία πρόκειται νὰ ὑποστηρίξῃ τὸ ἔργον τῆς Κυβερνήσεως, κατ’ ἀνάγκην δὲ, ἵνα δυνηθῇ νὰ ὑποστηρίξῃ αὐτὸ, πρέπει τὸ ἔργον αὐτῆς νὰ ἦναι αὐτὸ τὸ ἔργον τῶν προκατόχων. Δὲν ὑπῆρχεν ἀνάγκη ἀποδείξεως τοῦ πράγματος· ὁ τρόπος, καθ’ ὃν κατεσκευάσθη τὸ παρὸν κυβερνητικὸν ἵδρυμα, μοιραίως ἄγει εἰς τοιαῦτα ἀποτελέσματα. Ἀλλ’ ἐὰν θελήσῃ τις νὰ ἀποδείξῃ τοῦτο, τὴν ἀπόδειξιν εὑρίσκει ἐν τῷ προκειμένῳ ἔργῳ. Διότι ποῦ στηρίζεται ὁ Προϋπολογισμὸς οὗτος, περὶ οὗ συζητοῦμεν τὴν ἑσπέραν ταύτην; Στηρίζεται ἐπὶ δύο θεμελίων, τῶν ἐσόδων καὶ τῶν ἐξόδων. Βάσις τῶν θεμελίων τούτων, τῶν προβλεπομένων ποσῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων, ποία εἶναι; Τὰ νομοθετήματα τῆς παρελθούσης τριετίας. Προκειμένου μὲν περὶ ἐσόδων, ἐφ’ ὅσον εἰς ταῦτα ἐτροποποίησαν καὶ συνεπλήρωσαν τὴν προηγουμένην νομοθεσίαν τὰ νομοθετήματα τῆς τριετίας, προκειμένου δὲ περὶ ἐξόδων, ἐφ’ ὅσον ταῦτα ἐτροποποίησαν καὶ συνεπλήρωσαν ἢ μετέβαλον τὰ περὶ ἐξόδων κρατοῦντα πρὸ τῆς ἐμφανίσεως τῆς περιόδου ταύτης. Ἀλλ’ ἐνῷ ὁ Προϋπολογισμὸς οὗτος ἀποτελεῖ τὸν τέταρτον Προϋπολογισμὸν τῆς Βουλευτικῆς ταύτης περιόδου, καὶ οὕτω κλείει τὴν περίοδον, ἐν ταυτῷ βλέπομεν ἐνώπιον ἡμῶν κλειομένην περίοδον ἄλλην, ἥτις ἔσχε τὴν ἀρχὴν ὀλίγον πρὸ τῆς ἐμφανίσεως τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως, ὀλίγον πρὸ τῶν τελευταίων ἐκλογῶν, βλέπομεν κλειομένην τὴν πρώτην περίοδον τοῦ νέου καθεστῶτος, ὅπερ ἀποτελεῖ παράρτημα καὶ συμπλήρωμα τοῦ συνταγματικοῦ ἡμῶν καθεστῶτος, πλασθὲν ὑπὸ παρεμβάσεως ξένης εἰς τὴν Ἑλλάδα, ἐξαναγκασάσης αὐτὴν νὰ ὑποστῇ μεταβολήν τινα τοῦ πολιτεύματος, ἐναντίον τῆς ῥήτρας τῆς ἐν τῷ Συντάγματι ἐμπεριλαμβανομένης καὶ ὁριζούσης, πῶς καὶ τίνι τρόπῳ γίνεται πᾶσα τοῦ Συντάγματος μεταβολὴ, καὶ κατὰ τρόπον, ὅστις, ἂν δὲν ἦτο ἐκ τῶν ἔξωθεν ἐπιβολὴ, ἔδει νὰ θεωρηθῇ ὡς αὐθάδεια κατὰ τοῦ ἐγχωρίου πολιτεύματος. Διὰ τῆς ἐπεμβάσεως ταύτης τῶν ἰσχυρῶν ἐδυναστεύθη ἡ θέλησις τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ἡ θέλησις τῶν ἀντιπροσώπων αὐτοῦ, καὶ διὰ τῆς τοιαύτης δυναστείας κατωρθώθη ἡ Βουλὴ νὰ ψηφίσῃ νόμον μεταρρυθμίζοντα τὸ Σύνταγμα, — διότι ὁ νόμος περὶ Ἐλέγχου οὐδὲν ἄλλο εἶναι ἢ νόμος μεταρρυθμίζων τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 21 τοῦ Συντάγματος, καθ’ ὃ πᾶσαι αἱ ἐξουσίαι, αἱ λειτουργοῦσαι ἐν Ἑλλάδι, ἀπορρέουσιν ἀπὸ τοῦ ἔθνους. — Καὶ σήμερον λειτουργεῖ καὶ ἄλλη ἐξουσία ἐν τῷ Κράτει, ὑπερτέρα ἐν τῷ κύκλῳ αὐτῆς πάσης ἄλλης ἐξουσίας, — καὶ αὐτῆς τῆς Βουλῆς καὶ αὐτοῦ τοῦ Βασιλέως, — ἐξουσία ξενική, ἥτις ἐπέχει τόπον ἀνάλογον ἐκείνου, ὃν εἶχον οἱ Ἔφοροι — ἀλλὰ κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ ἐγχωρίου πολιτεύματος — ἀπέναντι τῶν Βασιλέων τῆς Σπάρτης. Περατουμένης ταύτης τῆς περιόδου, ἔχομεν ν’ ἀναγράψωμεν, ὅτι, ἐν τῷ κύκλῳ τῆς ἐνεργείας τῆς ξενικῆς ταύτης ἐξουσίας, εὑρισκόμεθα ἀπέναντι ἐπιφανείας μόνον συνταγματικῆς. Πᾶν τὸ γινόμενον γίνεται κατ’ ἐπιταγὴν τοῦ νόμου τοῦ ἐπιβληθέντος εἰς τὴν Ἑλλάδα· πᾶν τὸ γινόμενον σῴζει μὲν τοὺς τύπους ὑπὸ συνταγματικὴν ἔποψιν, ἀλλ’ ἀναιρεῖ διαρκῶς αὐτὴν τὴν οὐσίαν. Κατὰ τὸ τέλος τοῦτο τῆς διπλῆς περιόδου, τῆς τε Βουλευτικῆς καὶ τῆς πρώτης περιόδου τοῦ νέου καθεστῶτος, νομίζω ὅτι ἐπιβάλλεται ἡ ἀνασκόπησις τοῦ παρελθόντος τῆς τελευταίας τετραετίας. Ὁ Προϋπολογισμὸς στηρίζεται ἐπὶ τῆς βάσεως, ἣν ἔθηκεν ἡ Διεθνὴς Οἰκονομικὴ Ἐπιτροπὴ, ἡ Συντακτικὴ τοῦ Ἐλέγχου Ἐπιτροπὴ, ἐπὶ τῆς βάσεως, ἥτις ἐτέθη μετὰ μακρὰν μελέτην τῶν οἰκονομικῶν πραγμάτων τῆς Ἑλλάδος. Πόρισμα τῶν μελετῶν τῆς Συντακτικῆς τοῦ Ἐλέγχου Ἐπιτροπῆς, ἥτις ἐν τῷ ἔργῳ συνέπραττε μετὰ τῆς Κυβερνήσεως τοῦ χρόνου ἐκείνου κατ’ ἀνάγκην, πόρισμα τῶν μελετῶν ἐκείνων τῆς Ἐπιτροπῆς ἐν συμπράξει περὶ τὰ τῆς διαγραφῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ μετὰ τῆς Κυβερνήσεως τοῦ χρόνου ἐκείνου, ὑπῆρξε τὸ γενόμενον. Ἦτο ἀνάγκη νὰ ἐργασθῇ ἡ Ἐπιτροπὴ, ὅπως ἀναγνωρίσῃ τί θέλει δυνηθῆ κατ’ ἀνώτατον ὅρον νὰ ἀφαιρέσῃ ἀπὸ τοῦ ταμείου τοῦ ἑλληνικοῦ ὑπὲρ τοῦ ταμείου, ὅπερ ἔπλαττεν εἰς ὄφελος τῶν ξένων δανειστῶν, καὶ τί κατ’ ἀνώτατον ὡσαύτως ὅρον θέλει δυνηθῆ νὰ παραχωρήσῃ εἰς τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος, ὅπως κατορθώσῃ νὰ κυβερνηθῇ ὡς Κράτος ἀνεξάρτητον, εἰς οὗ τὴν πολιτικὴν, τὴν κατὰ μέρος, δὲν εἶχε πρόθεσιν ἡ Ἐπιτροπὴ νὰ ἐπεμβῇ, οὐδὲ τὴν δέσμευσιν αὐτοῦ ἐπεθύμει νὰ ἐπεκτείνῃ πέραν τοῦ κύκλου, ὃν ἐπέβαλον εἰς αὐτὴν τὰ συμφέροντα τῶν ὑπ’ αὐτῆς προστατευομένων δανειστῶν. Ἐν δὲ τῷ τοιούτῳ ὁρισμῷ ἔχομεν νὰ ἐξετάσωμεν οὐ μόνον τὴν βάσιν, ἣν ἔθηκεν ἡ Διεθνὴς Οἰκονομικὴ Ἐπιτροπὴ, ὅπως μετὰ ἑξαετίαν, λειτουργήσας ὁ νέος Προϋπολογισμὸς, κατορθωθῇ νὰ καταλήξῃ εἰς ἐκεῖνο, ὅπερ ἡ Ἐπιτροπὴ προσεδόκα ὅτι θέλει κατορθωθῆ, ἀλλὰ καὶ ὁποῖος ὡρίσθη αὐτὸς ὁ Προϋπολογισμὸς τῆς πενταετίας, ὅστις κατ’ ἀνάγκην ἐνεφανίζετο ἐν ἐλλείμματι ἀπέναντι τῆς θεμελιώδους προβλέψεως ἐσόδων, ἅτινα ἡ Ἐπιτροπὴ ἐκείνη εἶχεν ὡρισμένα. Προέβλεψεν ἡ Ἐπιτροπὴ, ἔχουσα ὑπ’ ὄψει τὸν μέσον ὅρον τῶν ἐτῶν 1892–1896, τὸν πρὸ τοῦ πολέμου, προέβλεψεν ὅριον ἐσόδων 93,931,600. Καὶ τοῦτον τὸν μέσον ὅρον τῶν ἐτῶν 1892–1896 ἔθηκεν ὡς βάσιν τῶν ὑπολογισμῶν αὑτῆς. Ἀντιστοίχως δὲ προβλέψασα περὶ ἐξόδων, ὥρισε μέσον ὅρον τῶν κατὰ τὰ αὐτὰ ἔτη δαπανῶν τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους τὸ ποσὸν 61 ἑκατομμυρίων καὶ ἐννέα ἑκατοντάδων χιλιάδων δραχμῶν. Ἐπειδὴ ὅμως κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη ἤρξαντο λειτουργοῦντες θεσμοὶ νέοι, ἀπαιτοῦντες δαπάνας προσθέτους, ὁ θεσμὸς τῆς ἀστυνομίας καὶ ὁ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, προσέθηκεν ἡ Ἐπιτροπὴ εἰς τὰς προβλέψεις, τὰς ἐκ τοῦ μέσου ὅρου πηγαζούσας, καὶ 1,300,000 δραχμὰς, ἀποτελεσθέντος οὕτω ποσοῦ δαπανῶν ἐπιτρεπομένων εἰς τὴν Ἑλλάδα 63,251,326 δραχμῶν. Τοιαύτη ἡ τεθειμένη βάσις. Κατὰ ταύτην ὤφειλεν ἡ Ἑλλὰς κατ’ ἀνάγκην νὰ πορευθῇ πρὸς διεξαγωγὴν τῶν ὑποθέσεων αὐτῆς. Ἀλλ’ εὐθὺς ὡς ὡρίσθη τὸ ποσὸν τοῦτο ὡς βάσις, ἀνεγνωρίζετο ἀμέσως ὑπὸ τῆς Ἐπιτροπῆς, ὅτι κατὰ τὰ πρῶτα ἔτη δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἔχῃ ἡ Ἑλλὰς τὸ ποσὸν τὸ ἀπαιτούμενον πρὸς δαπάνην δρ. 94,035,686, ἀποτελουμένων ἐκ τοῦ ποσοῦ, ὅπερ ἐμνημόνευσα πρὸ ὀλίγου, τῶν δρ. 63,251,326, καὶ τοῦ ποσοῦ τοῦ ὑπὲρ τοῦ δημοσίου χρέους, ὁρισθέντος εἰς 30,784,360 δραχμὰς, διότι τὰ γεγονότα τὰ πρὸ τῆς ἐπεμβάσεως τῶν ξένων, ὁ πόλεμος, αἱ ζημίαι, ἄλλα αἴτια ἤθελον κατ’ ἀνάγκην γεννήσει ἐλλείμματα κατὰ τὰ πρῶτα ἔτη. Καὶ ἀνεγνώρισεν ἡ Ἐπιτροπὴ, ὅτι κατὰ τὰ πρῶτα ἔτη τὰ ἔσοδα ἀδύνατον νὰ προσεγγίσωσιν εἰς τὰ 93,000,000, ἅτινα ἔθετο ὡς βάσιν τῶν ὑπολογισμῶν αὐτῆς· τοῦτο δὲ ἀναγνωρίσασα, ὥρισε Προϋπολογισμοὺς τῶν πρώτων πέντε ἐτῶν ἐλλειμματικούς, — μέχρι τοῦ 1902, — εὑρίσκουσα τὸ 1903 ἐν ἰσοζυγίῳ, ὅπερ καὶ ἐθεώρει ὡς τὸ σταθερὸν ἰσοζύγιον, μετὰ περισσεύματος ἑνὸς ἑκατομμυρίου καί τινων χιλιάδων δραχμῶν. Τοιαῦτα πράττουσα ἡ Ἐπιτροπὴ, εἶχε τεθειμένους ἐν τῇ κρίσει αὐτῆς κανόνας, οὓς εἴκαζεν, ὑπέθετεν, ὅτι ἤθελον ἀκολουθήσει ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, σωφρονοῦσα κατὰ τὰς ἰδέας αὐτῆς, εὐθὺς ὡς ἤθελε παραδοθῆ εἰς αὐτὴν ἡ ἐλευθερία νὰ κινηθῇ πρὸς τὰ πρόσω. Καὶ εἶναι ἄξιον τοῦ κόπου ἴσως νὰ ἴδωμεν, ὁποῖοι οἱ Προϋπολογισμοί, οὓς ἡ Ἐπιτροπὴ κατήρτισε διὰ τὴν τριετίαν, ἣν διηνύσαμεν. Ἀντὶ 93 ἑκατομμυρίων ἐτησίως, προέβλεψεν ἔσοδα δραχ. 85,000,000 κατὰ τὸ πρῶτον ἔτος, τὸ 1898, 89,000,000 κατὰ τὸ δεύτερον, 92 δὲ ἑκατομμύρια εἰσπράξεις κατὰ τὸ τρίτον, — ὥστε καὶ τὸ τρίτον ἔτι ἔτος εὕρισκεν ἡμᾶς κάτω τῆς βάσεως καθ’ ἓν ἑκατομμύριον καί τινας ἑκατοντάδας χιλιάδων δραχμῶν. — Ἀπέναντι τῶν ἐσόδων τούτων, τῶν ἠλαττωμένων, ὑπῆρχον τὰ ἔξοδα τὰ ἀναγκαῖα, τὰ ἀπαραίτητα· ἔμενεν ἄρα κενόν, ὅπερ ἡ Ἐπιτροπὴ προέβλεπε κατὰ τίνα τρόπον ἔμελλε νὰ πληρωθῇ. Μέρος μὲν τοῦ κενοῦ ἐπληροῦτο, κατὰ τὰς σκέψεις τῆς Ἐπιτροπῆς, ἐκ τῶν ἐσόδων τῆς τρεχούσης χρήσεως τοῦ ἑπομένου ἔτους, — ἔκρινεν, ὅτι οἱ πρῶτοι μῆνες τῆς νέας χρήσεως θέλουσι βοηθήσει, ὥστε νὰ καλυφθῶσι τὰ ἐλλείμματα τῆς προηγουμένης χρήσεως καὶ οὕτω καθεξῆς, — μέρος δὲ προέβλεπεν, ὅτι πάντως ἔδει νὰ καλυφθῇ ἐκ δανείου, οὐχὶ τοῦ συνωμολογημένου, τῶν 150,000,000, ἀλλὰ τοῦ ἐπικουρικοῦ, τῶν 20,000,000 φρ. Ἐφρόντισεν ὅμως νὰ περιορίσῃ τὴν ἐκ τοῦ δανείου ἐπικουρίαν ὅσῳ τὸ δυνατὸν περισσότερον, διὰ τὸν λόγον, ὅτι ἐφρόνει ἐπιβλαβὲς εἰς τὸ Κράτος νὰ προσθέσῃ ἀλογίστως νέας ὑποχρεώσεις εἰς χρυσόν, — τοῦτο λέγει ῥητῶς μία τῶν ἐκθέσεων τῶν ξένων, — καὶ διὰ τοῦτο ἐπικουρία ἐκ δανείου προεβλέπετο μόνον διὰ τὸ 1898, ἐπικουρία 4,425,000 ἐκ τῶν 150,000,000, ἐξ ὧν προεβλέπετο περίσσευμα, καὶ διὰ τὸ δεύτερον ἔτος ἐπικουρία 8,000,000 δραχ. ἐκ τοῦ μέχρις 20,000,000 φράγκων συνομολογητέου ἐν ἀνάγκῃ δανείου· κατὰ δὲ τὸ τρίτον ἔτος οὐδεμία πλέον πρόβλεψις ἐκ δανείου ὑπῆρχε. Τούτων οὕτως ἐχόντων, κατὰ τὰς προβλέψεις τῆς Ἐπιτροπῆς, προέκειτο νὰ εἰσπράξωμεν κατὰ τὰ τρία ἔτη δραχ. 267,794,920, ἤτοι κατὰ μέσον ὅρον 89,264,973 δρ. κατ’ ἔτος. Καὶ τὸ ἔλλειμμα τὸ προβλεπόμενον καὶ καλυπτέον προεβλέπετο ὅτι ἔμελλε ν’ ἀναβῇ κατὰ τὴν τριετίαν εἰς δραχμὰς 25,566,556, ἐξ ὧν 12,425,000 ἔμελλε νὰ λάβωμεν ἐκ τοῦ δανείου καὶ 13,141,556 ἐκ τῶν ἑπομένων χρήσεων. Ταῦτα εἶπον, ὅπως ἔχωμεν ὅρον ἀντιπαραβολῆς τὰ προβλεφθέντα πρὸς τὰ τελεσθέντα. Ἔχομεν δ’ εὐτυχῶς πλήρη τὴν τριετίαν σήμερον, ἵνα ἴδωμεν κατὰ πόσον τὰ προβλεφθέντα ἀνταπεκρίθησαν πρὸς τὰ πράγματα, καὶ κατὰ πόσον τὰ τελεσθέντα δικαιολογοῦσι πορείαν ἄλλην ἢ ἐκείνην, ἥτις προδιεγράφη. Ἡ τριετία 1898, 1899, 1900 ἔφερεν, ἀντὶ 267,794,920 δραχμῶν, εἴσπραξιν 321,641,883, τακτικῶν ἐσόδων εἴσπραξιν, ἤτοι, ἀντὶ 89,264,973, μέσου ὅρου ἐσόδων, δραχμὰς 107,213,961 κατ’ ἔτος. Ἔχομεν ἐκ τούτου μεταξὺ τῶν 267,000,000 καὶ τῶν 321 ἑκατομμυρίων διαφορὰν ἐπὶ πλέον, πλεόνασμα ὑπὲρ τῆς Ἑλλάδος, 53,846,963 δραχμὰς: καὶ τὰ ἑκατομμύρια ταῦτα ἀπεδείχθη, ὅτι ἐκάλυπτον τὸ κενὸν, ὅπερ προέβλεπεν ἡ Διεθνὴς Οἰκονομικὴ Ἐπιτροπὴ, ὅτι ἔμελλε νὰ ὑπάρξῃ κατὰ τὰ τρία πρῶτα ἔτη τῆς νέας καταστάσεως. Ταῦτα πρὸς τὰ ἔσοδα. Ἐνῷ δὲ αἱ δαπάναι αἱ προβλεφθεῖσαι ὑπὸ τῆς Ἐπιτροπῆς κατὰ μέσον ὅρον κατὰ τὴν τριετίαν ἔμελλον ν’ ἀναβῶσι κατὰ μέσον ὅρον εἰς δραχ. 97,787,158, ἐξ οὗ καὶ τὸ ἔλλειμμα τὸ κατ’ ἔτος, αἱ δαπάναι κατὰ τὴν τριετίαν αἱ πραγματικαὶ ἀνεβιβάσθησαν εἰς 324,239,270, ἤτοι κατὰ μέσον ὅρον εἰς δρ. 108,079,796, ἀποδείξασαι οὕτως ἐλλειμματικὴν κατάστασιν· διότι, ἀπέναντι 107 ἑκατομμυρίων εἰσπράξεων ἐτησίων κατὰ μέσον ὅρον, ἔχομεν 108,000,000 κατ’ ἔτος δαπανηθείσας κατὰ μέσον ὅρον, — περίπου 900,000 δραχμῶν διαφορὰν ἐπὶ πλέον. Καὶ ἰδοὺ πῶς ἔχουσιν αἱ κατ’ ἔτος εἰσπράξεις. Ἔτος 1898: ἔχομεν 102,685,160 δραχμὰς, εἰς ἃς προστίθενται ἐκ τοῦ ἰσοτίμου τοῦ εἰς εἶδος φόρου τῆς σταφίδος 1,273,122 δρ. εἰς τὸ 1898 ἀνήκουσαι καὶ κατὰ τὸ ἔτος 1900 εἰσπραχθεῖσαι, ἐν ὅλῳ εἰσπράξεις δραχ. 103,958,282. Τὸ 1899 δρ. 107,389,204· τὸ 1900 δρ. 110,294,397. Ἰδοὺ δὲ καὶ αἱ κατ’ ἔτος δαπάναι: τὸ 1898 δρ. 110,337,626· τὸ 1899 δρ. 104,629,743· τὸ 1900 δραχ. 109,271,901. Διαφορὰ ἐπὶ πλέον μεταξὺ τοῦ μέσου ὅρου τῶν εἰσπράξεων τῶν προϋπολογισθεισῶν ὑπὸ τῆς Ἐπιτροπῆς 89,264,973 καὶ τοῦ μέσου ὅρου τῶν πραγματικῶς εἰσπραχθεισῶν 107,213,961 δρ. 17,948,988 ἐτησίως. Διαφορὰ ἐπὶ πλέον μεταξὺ τοῦ μέσου ὅρου τῶν δαπανῶν τῶν προϋπολογισθεισῶν ὑπὸ τῆς Ἐπιτροπῆς 97,877,158 καὶ τοῦ μέσου ὅρου τῶν πραγματικῶν δαπανῶν 108,079,000 δέκα ἑκατομμύρια διακόσιαι ἐνενήκοντα δύο χιλιάδες πεντακόσιαι ἐνενήκοντα πέντε δρ. ἐτησίως. Κατὰ ταῦτα, ὑπάρχουσι δαπάναι μὲν κατὰ τὴν τριετίαν 324,239,270, εἰσπράξεις δὲ 321,641,883, καὶ ἔλλειμμα 2,597,387 δραχμῶν. Ἀλλ’ εἰς κάλυψιν τοῦ ἐλλείμματος ἔχομεν 3,885,092 ἔσοδον ἐκ τοῦ φόρου τῆς σταφίδος τῶν ἐτῶν 1895, 1896 καὶ 1897, ὅπερ ἀφῄρεσα ἐκ τῶν εἰσπράξεων, διότι δὲν ἦτο ἔσοδον τακτικὸν τῶν ἄνω εἰρημένων ἐτῶν, καὶ μένει ὑπόλοιπον, μετὰ τὴν κάλυψιν τοῦ ἐλλείμματος, δραχμῶν 1,287,705, ποσὸν, ὅπερ ἀντιστοιχεῖ πρὸς τὸ 1,221,000 δραχμῶν, ἃς ἔχομεν κατατεθειμένας εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν ὑπὲρ τοῦ σιδηροδρόμου Πειραιῶς– Συνόρων, μένοντος ὑπολοίπου τεσσάρων ἢ πέντε δεκάδων χιλιάδων δραχμῶν περισσεύματος. Τοιοῦτος ὁ ἀπολογισμὸς τῆς τριετίας 1898–1900. Παρατηρῶ δὲ καὶ τοῦτο, — διότι εἶναι ἄξιον νὰ παρατηρηθῇ, — ὅτι, ἂν ταῦτα, καθ’ ὅσον ἀνάγονται εἰς τὰ καθόλου ἔξοδα καὶ τὰς καθόλου εἰσπράξεις, ἀπέβησαν οὕτως, αἱ κατὰ μέρος προβλέψεις τῆς Ἐπιτροπῆς ἀπέναντι τῶν πραγμάτων, προκειμένου περὶ τῶν διὰ τὸ δημόσιον χρέος καταβολῶν, ἔδειξαν ἀποτελέσματα ἀντίθετα· διότι, ἐνῷ, κατὰ τὰς προβλέψεις τῆς Ἐπιτροπῆς, κατὰ τὸ 1898 ἔμελλε νὰ καταβληθῶσι δρ. 30,984,360 διὰ τὸ δημόσιον χρέος, τὸ 1899 δρ. 29,134,360, καὶ τὸ 1900 δρ. 31,284,360, ἐν ὅλῳ δραχ. 91,403,080, πράγματι κατεβάλομεν: κατὰ τὸ 1898 μόνον 27,682,205, κατὰ τὸ 1899 δραχ. 29,703,165, κατὰ τὸ 1900 περισσότερα, δραχ. 33,419,195, ἤτοι ἐν ὅλῳ 90,804,565· ἤτοι ἐπὶ ἔλαττον τοῦ προϋπολογισθέντος διὰ τὴν τριετίαν 598,515. Οὕτως, ἐνῷ κατεβάλομεν ὀλιγώτερα διὰ τὸ δημόσιον χρέος, διὰ τὰς ἰδίας ἡμῶν ἀνάγκας κατεβάλομεν ἐπὶ πλέον δραχμὰς 10,000,000 κατ’ ἔτος καὶ ἔτι πρός. Ἀλλ’ ὅπως ἔχωμεν ἀκριβῆ ἰδέαν, πρὸς ὁδηγίαν τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν ἐσκέφθησαν οἱ ξένοι προκειμένου περὶ τῶν ἰδίων ἡμῶν ὑποθέσεων, ἀνάγκη νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψει, πῶς ἐκεῖνοι ὑπελόγισαν τὰς εἰσπράξεις κατὰ βάσιν, ὡς ἔχομεν αὐτὰς ἀναγεγραμμένας ἐν τοῖς Προϋπολογισμοῖς, οὓς κατήρτισαν. Ὑπελόγισαν, ὡς πρὸς τὰ ἔσοδα, ὅτι ἐν τῇ πενταετίᾳ, μέχρι τοῦ 1902 συμπεπληρωμένου, ἠθέλομεν ἔχει ἐκ μὲν τῶν φόρων προσκύξησιν 3,000,000, ἐκ δὲ κυβερνητικῶν καὶ νομοθετικῶν πράξεων, βελτιουσῶν τὰ τῆς εἰσπράξεως καὶ αὐξανουσῶν μετρίως τὴν φορολογίαν, ἕτερα 3,500,000 δραχμῶν. Καὶ διότι οὕτως ὑπελόγιζον, ὅτι ἤθελον προστεθῆ δραχμαὶ 6,500,000 μέχρι τοῦ τέλους τῆς πενταετίας, εὕρισκον ἐν ταῖς εἰσπράξεσι ταύταις, ταῖς ἄνω, τὰ ποσά, ἅτινα ἐκάλυπτον τὰ ἐλλείμματα τὰ ἐν ἀρχῇ προβλεπόμενα. Ἀπέναντι δὲ ταύτης τῆς ἐν τῇ πενταετίᾳ αὐξήσεως 3,000,000 δραχ. ἐξ ἐπιτάσεως τῆς ἀποδόσεως τῶν φόρων, καὶ 3,500,000 ἐκ προσθήκης ἢ διαρρυθμίσεως φορολογικῆς, προκειμένου περὶ ἐξόδων, προέβλεπον, ὅτι κατὰ τὴν πενταετίαν τὰ ἔξοδα δὲν ἤθελον αὐξάνεσθαι ἐτησίως πέραν τοῦ ½%, καὶ τὸ ½% τοῦτο ὥρισαν στρογγύλως εἰς 300,000 δραχμάς, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἀριθμῶν, οὓς ἀνέγραψαν. Προκειμένου περὶ τῆς ἀπὸ ἔτους εἰς ἔτος αὐξήσεως τῶν ἐσόδων κατὰ τὴν πενταετίαν τὴν πρώτην, ἤτοι ὡς πρὸς τὰ ἔσοδα, ὥρισαν, ὅτι ἀπὸ ἔτους εἰς ἔτος θὰ εἶχον προσθήκην 3,000,000, καὶ διότι ἡ Θεσσαλία ἤθελεν ἐξακολουθήσει νὰ ἀποδίδῃ βαθμηδὸν περισσότερα μέχρις ὅτου ἀποδώσῃ ὅ,τι καὶ πρότερον, καὶ διότι ἐν γένει ἡ ὅλη πρόοδος τῆς χώρας αὐξάνουσα ἤθελε συνεπιφέρει προσθήκην. Οὕτω δ’ ὑπολογίσαντες, ὡς εἶπον, ἦλθον εἰς τὸ ἔτος 1903, ὅπερ ἀνήγγειλαν εἰς τὴν Ἑλλάδα ὡς ἔτος ἰσοζυγίου καὶ περισσεύματος. Κατὰ τὸ ἔτος 1903, τὸ ἕκτον ἔτος, ἔχομεν, κατὰ τοὺς ὑπολογισμοὺς τῆς Ἐπιτροπῆς, ἔσοδα μὲν δραχ. 100,207,000, καὶ μετ’ ἀφαίρεσιν 516,944 δραχμῶν, λόγῳ πλεονασμάτων τῶν ὑπεγγύων προσόδων, ἀποδοτέων εἰς τοὺς δανειστάς, 99,750,056, ἔξοδα δὲ 99,750,056 μεῖον 1,542,634, ποσοῦ, ὅπερ ἀκριβῶς ὁρίζεται ὡς περίσσευμα. Ἀλλ’ εἶναι βέβαιον σήμερον, ὅτι οἱ ξένοι, ἐν τῇ βαθείᾳ αὐτῶν μελέτῃ, — μελέτῃ ἀνδρῶν, ὧν οἱ πλεῖστοι εἴπερ τινες καὶ ἄλλοι ἦσαν παρεσκευασμένοι εἰς τοιαύτην ἐργασίαν, εἷς δὲ τούτων ἦν καὶ προκατηρτισμένος εἰς τὰ τῶν ἑλληνικῶν οἰκονομικῶν, ἐκ μελέτης αὐτῶν ἐν Ἑλλάδι δύο ἢ τρία ἔτη πρότερον, — εἶναι βέβαιον, ὅτι οἱ ξένοι ἐπίτροποι, ἐν τοιαύτῃ βαθείᾳ καὶ εἰλικρινεῖ μελέτῃ, δι’ ἧς ἐζήτησαν νὰ φθάσωσιν εἰς ἀποτελέσματα ὅσον τὸ δυνατὸν ἧττον δυσάρεστα εἰς τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος, ἀλλὰ καὶ ὅσον τὸ δυνατὸν μᾶλλον εὐάρεστα εἰς τοὺς ξένους δανειστάς, οὓς ἀντεπροσώπευον, ἐπλανήθησαν. Ἐπλανήθησαν περὶ τὰ ἔσοδα, ἐπλανήθησαν καὶ περὶ τὰ ἔξοδα. Ἐπλανήθησαν περὶ τὰ ἔσοδα, ἀπαραλλάκτως ὅπως ἐπλανώμεθα πάντες ἡμεῖς ἐνταῦθα, καὶ αὐτοὶ οἱ τελειότερον κατηρτισμένοι περὶ τὴν κατανόησιν τῶν οἰκονομικῶν πραγμάτων τῆς Ἑλλάδος· ἐπλανήθησαν περὶ τὰ ἔξοδα, καθ’ ὃν τρόπον ἀπορεῖ τις σήμερον ὅτι συνέβη, μὴ δυνάμενος ὅμως νὰ κατακρίνῃ αὐτούς, διότι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ μαντεύσῃ τις, ὅτι τόσον διάφορον πορείαν τῆς ὑπ’ αὐτῶν διαγραφείσης περιεσκεμμένης πολιτείας ἤθελον τηρήσει τὰ Ὑπουργεῖα τὰ ἀναλαβόντα τὴν ἐξουσίαν ἀπὸ τῆς ἡμέρας, καθ’ ἣν ἐπλάσθη τὸ σημερινὸν καθεστώς. Αἱ εἰσπράξεις τῆς τριετίας, ἀπορεῖ τις, πῶς ἐδείχθησαν τόσον ὑπέρτεραι τῶν προϋπολογισθέντων, ἀπ’ αὐτοῦ τοῦ πρώτου ἔτους, ἀπὸ τοῦ ἔτους, καθ’ ὃ εἴχομεν ἔξω τῶν χειρῶν ἡμῶν ἓν τῶν πλουσιωτέρων τμημάτων τῆς Ἑλλάδος, τὴν Θεσσαλίαν. Καὶ διότι ἡ Θεσσαλία εὑρίσκετο εἰς ξένας χεῖρας, καὶ διότι ἡ Θεσσαλία, ἀποδιδομένη εἰς ἡμᾶς, ὡς ἀπεδόθη κατὰ τὸ τέλος Μαΐου 1898, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ φαντασθῶμεν ὅτι ἤθελεν ἀποδώσει τόσα, ὅσα πρὸ τῆς καταστροφῆς, ἦτο εὔλογον νὰ ὑπολογίζῃ τις ἐλάττωσιν τῶν ἐσόδων. Καὶ ὅμως ἀπ’ αὐτοῦ τοῦ πρώτου ἔτους καὶ σταθερῶς καθ’ ὅλην τὴν τριετίαν τὰ ἔσοδα ἀπεδείχθησαν κατὰ πολὺ ὑπέρτερα τῶν προϋπολογισθέντων· ἂν δ’ ἐξαιρέσητε τοὺς ἀμέσους φόρους, εἰς οὓς ἡ πτῶσις ὑπῆρξεν ἐν τῷ συνόλῳ πραγματικὴ καὶ κατὰ τὸ πρῶτον καὶ κατὰ τὸ δεύτερον καὶ κατὰ τὸ τρίτον ἔτος, καὶ ὑφίσταται ἔτι μικρά,—ἐφθάσαμεν περίπου ἐκεῖ, ὅπου προέβλεπον οἱ ξένοι ἐπίτροποι, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν προηγουμένων ἐτῶν κρίνοντες, — ἐν πάσαις ταῖς ἄλλαις προσόδοις ἀπεδείχθη ἡ χώρα ἱκανὴ νὰ δώσῃ πολλῷ πλείονα ἐκείνων, ἅτινα ἐκεῖνοι καὶ ἡμεῖς ὑπελογίζομεν. Εἶναι δὲ ἄξιον πολλῆς προσοχῆς καὶ ἐξετάσεως τὸ πρᾶγμα, οὐδὲ δύναταί τις νὰ εὕρῃ ἐξήγησιν αὐτοῦ, ἂν δὲν ζητήσῃ καὶ ἐπιμείνῃ. Καὶ νομίζω, ὅτι δύναταί τις νὰ εὕρῃ ἐξήγησιν εἰς τοὺς ἑπομένους λόγους· πρῶτον, συνέπιπτεν ἀκριβῶς τότε, κατὰ τὸν χρονικὸν σταθμὸν τὸν μετὰ τὴν λῆξιν τοῦ πολέμου, συνέπιπτε νὰ εὑρίσκηται ἡ πρόσφατος φορολογικὴ νομοθεσία, ἡ κατὰ τοὺς τελευταίους χρόνους ἐγκατασταθεῖσα ἐν Ἑλλάδι, νὰ εὑρίσκηται ἤδη ἀπὸ τριῶν ἢ τεσσάρων ἐτῶν ἐν ἀπροσκόπτῳ λειτουργίᾳ καὶ ἀναπτύξει, τὰ δὲ πρῶτα μεγάλα ἀποτελέσματα τῆς ἀναπτύξεως τῆς νέας ταύτης φορολογικῆς νομοθεσίας συνέπεσαν πρὸς τὸ πρῶτον μετὰ τὸν πόλεμον ἔτος. Συνέβη τότε καὶ ἐκεῖνο, ὅπερ συνήθως ἐν πάσῃ χώρᾳ μετὰ μέγαν σάλον, μετὰ ταραχάς, μετὰ καταστροφὰς συμβαίνει· ἡ πτῶσις ἐγέννησε δραστηριότητα μείζονα παρὰ τῷ λαῷ. Εἶναι τοῦτο ἀγαθὸν ποριζόμενον ὑπὸ τῶν δυστυχημάτων, ὁσάκις ἡ παθοῦσα χώρα ἔχει καθ’ ἑαυτὴν στοιχεῖα ζωῆς· ἁπανταχοῦ αὐτῆς γεννᾶται ἐξέγερσις δραστηριότητος τοιαύτη, ὥστε πολλάκις τὴν ἐπιοῦσαν τῆς καταστροφῆς παρατηρεῖ τις τὰ ἀποτελέσματα τῆς ἐκ τῆς ἐργασίας προσόδου ἐν τῇ χώρᾳ μείζονα ἢ προτοῦ. Ἐνῷ ἐνομίζομεν,—καὶ ἐνταῦθα εἴχομεν ἀποκάλυψιν, — ἐνῷ ἐνομίζομεν ὅτι ἡ χώρα ἦτο καταπεπονημένη, ἡ χώρα ἀπεδείχθη ἔχουσα ἱκανότητα νὰ προσφέρῃ ἐκεῖνα, ἅτινα, ἂν ἦτο ἀληθῶς καταπεπονημένη, μετὰ τὰς καταστροφὰς πολὺ ὀλιγώτερον ἢ πρότερον θὰ ἠδύνατο νὰ προσφέρῃ. Καὶ ἐπὶ τέλους τὰ ἔσοδα, ἅπερ ἐπὶ πλέον εἰσεπράξαμεν κατὰ τὰ δύο ἔτη τῆς ἐξεταζομένης τριετίας, ὀφείλονται κατὰ μέρος ἱκανὸν εἰς τὰς φορολογικὰς μεταρρυθμίσεις, τὰς ἐπιτευχθείσας ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως τῆς προκατόχου τῆς παρούσης, καὶ εἰς τὴν ἐπιμελεστέραν καὶ ὁμολογουμένως μεθοδικωτέραν ἐπιδίωξιν τῶν τῆς εἰσπράξεως. Εἶπον ὅτι ἐπλανήθη ἡ Ἐπιτροπὴ μετὰ καὶ τῶν Ἑλλήνων ἁπάντων, προκειμένου περὶ τῶν ἐσόδων. Ἀλλ’ ἐπλανήθη ἡ Ἐπιτροπὴ καὶ προκειμένου περὶ τῶν ἐξόδων· — καὶ ὁμολογῶ, ὅτι καὶ ἡμεῖς ἐνταῦθα, ὡς καὶ ἐπὶ τῶν ἐσόδων, ἐπλανήθημεν, διότι ἐγὼ τοὐλάχιστον δὲν ἐφανταζόμην, ὅτι τὴν ἐπιοῦσαν τοιαύτης καταστροφῆς, τὴν ἐπιοῦσαν ἐπιβολῆς ἐλέγχου λόγῳ τῆς πτωχεύσεως τοῦ Κράτους, ἠθέλομεν δειχθῆ τόσον ἀμνήμονες τοῦ προσφάτου διδάγματος, ὥστε νὰ θελήσωμεν, ἔχοντες νῦν ἐνώπιον ἡμῶν τὸ οἰκονομικὸν ἔδαφος τελείως κεκαθαρμένον, ἔχοντες τὰ πάντα καθαρά, τὸ παρελθὸν τελείως ἀποκεχωρισμένον ἀπὸ τοῦ παρόντος καὶ τοῦ ἐγγὺς μέλλοντος, γινώσκοντες ὁριστικῶς, τί ὀφείλομεν νὰ δίδωμεν εἰς τὰ χρέη ἡμῶν, γινώσκοντες δὲ θετικῶς, ὅτι ἐπὶ χρόνον ἱκανὸν δὲν ἤθελεν εἶναι δυνατὸν νὰ προβῶμεν εἰς ἔργα ἀπαιτοῦντα εὕρεσιν ἐκτάκτων πόρων, νὰ θελήσωμεν νὰ ἐπιδοθῶμεν εὐθὺς ἀπὸ τῆς πρώτης ἡμέρας εἰς δαπάνας ἀποδεικνυούσας τελείαν ἀμεριμνησίαν, τελείαν ἀφροντισίαν περὶ τοῦ ποῦ θέλομεν φθάσει, ἐὰν ἐξακολουθήσωμεν οὕτω δαπανῶντες. Οὐδὲν μετὰ τὸ 1897 ἐγένετο ἐπὶ διαγεγραμμένου σχεδίου. Ἐγεννήθησαν ἰδέαι μεταρρυθμίσεως, καὶ αἱ ἰδέαι αὗται ἐδημοσιεύθησαν ἔξω τῆς Βουλῆς, εἰσήχθησαν δὲ καὶ ἐνταῦθα συγκεντρωμέναι εἰς πρόγραμμα· ἀλλὰ πᾶσαι αὗται αἱ μεταρρυθμιστικαὶ ἰδέαι, μία ἑκάστη ὑφ’ ἑνὸς ἑκάστου τῶν συνεργατῶν προβλεπομένη, ἢ μία πρὸς τὴν ἄλλην ἀσυνάρμοστοι καὶ ἐπιπροστιθέμεναι, δὲν ἀπετέλεσαν πρόγραμμα μεμελετημένης ἑνιαίας κυβερνητικῆς ἐνεργείας. Ἐνῷ δὲ τοῦτο οὕτως εἶχεν, ἔβλεπέ τις βίαν ἀκράτητον, αὗται αἱ μεταρρυθμίσεις, αἱ σπασμωδικῶς διαγραφεῖσαι, νὰ ψηφισθῶσι τὸ ταχύτερον καὶ ἄνευ συζητήσεως. Πᾶσα παρατήρησις, προκειμένου περὶ αὐτῶν, ἐθεωρεῖτο πρόσκομμα εἰς πολιτικὴν, ἥτις ἀκριβῶς εἰς τὴν σωτηρίαν τοῦ τόπου ἀπέβλεπε, καὶ αἱ ἐπαγγελίαι αἱ δοθεῖσαι πρὸς ἡμᾶς ἦσαν τοιαῦται, ὥστε βεβαίως ἡμεῖς οἱ ἐνταῦθα ἀντιτασσόμενοι, προκαλοῦντες τὴν προσοχὴν τῶν κυβερνώντων καὶ ἀποδεικνύοντες ἀδύνατον τὰ προτεινόμενα νὰ φέρωσι τὸ Κράτος εἰς τὸ ποθούμενον, ὅσον καὶ ἂν ἐφάνησαν ἀπὸ τοῦ πρώτου ἔτους αἱ δυνάμεις τῆς χώρας αἱ οἰκονομικαὶ ἀκμαῖαι, ὄχι μόνον δὲν εἰσηκουόμεθα, ἀλλ’ ἐβλέπομεν αὐτοὺς ἐξεγειρομένους, κατασκεδάζοντας κατὰ τῶν ἀντιπολιτευομένων τὴν εἰρωνείαν αὐτῶν ὁλόκληρον, μέγα φρονοῦντας ἐπὶ ταῖς οἰκονομικαῖς αὐτῶν γνώσεσι καὶ ταῖς μελέταις, καὶ ὀλίγης ἀξίας λογιζομένους τὰς γνώμας τῶν ἀντιπάλων αὐτῶν. Προκειμένου ἰδίως περὶ τῶν δαπανῶν, ἂν ἀναφυλλίσητε τοὺς Προϋπολογισμοὺς τῶν τριῶν τελευταίων ἐτῶν, 1899, 1900 καὶ 1901, θέλετε ἴδει, ὅτι ἐν παντὶ τμήματι αὐτῶν, ἐπὶ πάντων τῶν Ὑπουργείων ἐμφανίζεται αὔξησις ἐν τοῖς κεφαλαίοις τῶν τακτικῶν δαπανῶν· ἀλλ’ ἐμφανίζονται καὶ δαπάναι τολμηρόταται εἰς ἐκτάκτους ἀνάγκας τοῦ Κράτους, ἀκριβῶς ἐπὶ τοῦ κεφαλαίου ἐκείνου, ἐφ’ οὗ οἱ ξένοι προεκάλεσαν τὴν προσοχὴν ἡμῶν, λέγοντες, ὅτι ἡ κατάστασις, εἰς ἣν περιῆλθε τὸ Κράτος μετὰ τὴν πτώχευσιν καὶ τὸν πόλεμον, εἶναι τοιαύτη, ὥστε ἐπιβάλλει ἐπί τινα ἔτη ἀναβολὴν προνοίας περὶ δαπανῶν εἰς ἔργα σπουδαῖα μὲν καὶ ὠφέλιμα, ἀλλ’ ἅτινα ἐπιδέχονται ἀναβολὴν, καταλέγοντες δὲ μεταξὺ αὐτῶν καὶ τοὺς σιδηροδρόμους, περὶ ὧν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποθέσωμεν, ὅτι οἱ Ἐπίτροποι τῶν ξένων εἶχον γνώμην, ὅτι δὲν εἶναι χρήσιμοι εἰς τὸ Κράτος καὶ τὴν χώραν. Ὑπὸ τὰς συνθήκας ταύτας τῆς παρελθούσης τριετίας ἐρχόμεθα νὰ ἐξετάσωμεν τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ ἔτους 1902, διότι τὸ καθεστὼς, ὅπερ παρήχθη ἐκ τῆς κατὰ τὴν τελευταίαν τριετίαν κυβερνητικῆς ἐργασίας, ἀποτελεῖ τὸ ἔδαφος, ἐφ’ οὗ στηρίζεται ὁ Προϋπολογισμὸς οὗτος. Ὅπως δὲ δυνηθῶμεν νὰ προβῶμεν εἰς τὴν ἐξέτασιν αὐτοῦ, πρέπει νὰ ἴδωμεν, τί ὑπόλοιπον ἀφῆκεν ἡ τριετία αὕτη εἰς ἡμᾶς, ὅπερ δυνάμεθα ἢ δὲν δυνάμεθα νὰ προσθέσωμεν εἰς τὰς προβλέψεις περὶ τοῦ ἑπομένου ἔτους. Ἔχομεν πρῶτον τὸ ἔτος 1899, καὶ ἔπειτα τὸ 1900, ἅτινα κατηνάλωσαν, ἐκτὸς τῶν ἄλλων αὐτῶν προσόδων, τὴν πρόσοδον τὴν ἐκ τῆς σταφίδος τῶν ἐτῶν 1895, 1996 καὶ 1897, δρ. 3,855,092, τὸ περίσσευμα τοῦ ἔτους 1899 ἐκ δραχμῶν 2,731,583, καὶ τὴν πλεονάζουσαν πρόσοδον τοῦ ἔτους 1898 ἐξ ἰσοτίμου τοῦ εἰς εἶδος φόρου ἐπὶ τῆς σταφίδος, ἥτις εἰσήχθη ἐν ἔτει 1900 εἰς τὸ ταμεῖον, δραχ. 1,273,122, ἤτοι δρ. 7,889,797 ἐν συνόλῳ. Παραλείπων ἐπὶ τούτοις τὸ πρῶτον τῶν δύο τούτων ἐτῶν, εἰσέρχομαι εἰς τὸ ἔτος 1900, ὅπερ, μετὰ τὴν κατανάλωσιν καὶ τῆς ἄνω ἐκτάκτου προσόδου, ἀπέληξε τὴν 31 Ὀκτωβρίου 1901 εἰς ἔλλειμμα, ἀνερχόμενον εὐθὺς κατὰ πρώτην ἐξέτασιν εἰς 199,849 δραχμάς. Προχθὲς ὁ κύριος Βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης, ἐξετάσας ἐπισταμένως τὰ τοῦ ἐλλείμματος τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ ἔτους τούτου, ἐξέθηκεν αὐτὸ πολὺ μεῖζον. Ἀλλ’ ἐγὼ δὲν θέλω νὰ προχωρήσω περισσότερον εἰς ἐμὲ ἤρκεσεν ἡ πιστοποίησις ἡ ἐκ τῆς ἁπλῆς ἀναγνώσεως τῶν πινάκων προκύπτουσα. Διότι εἶναι μὲν ἀληθές, ὅτι ὁ πρώην Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ὁ κύριος Βουλευτὴς ἐκ Παρνασσίδος, ὅτε ἐδημοσίευσε τὸν προσωρινὸν ἀπολογισμὸν τοῦ ἔτους 1900, διεσάλπισε καὶ ἀμέσως καὶ ἐμμέσως, ὅτι τὸ ἔτος ἀπέληξεν εἰς περισσεύματα ἀρκετὰ σπουδαῖα, ἀλλ’ εἶναι οὐχ ἧττον ἀληθὲς καὶ ὅτι οἱ πίνακες αὐτοῦ οὗτοι ἀνέτρεψαν τὰς τοιαύτας διαφημίσεις, διότι ἐν αὐτοῖς ἐφαίνετο, ὅτι εἰς μὲν τὰ ἔσοδα τοῦ ἔτους ἐκείνου κατελογίζετο καὶ ὁ φόρος τῆς σταφίδος τοῦ ἔτους 1898, εἰς δὲ τὰ ἔξοδα δὲν περιελαμβάνετο τὸ ποσὸν δρ. 1,217,000, ὅπερ, προερχόμενον ἐκ τοῦ φόρου τοῦ προσθέτου ἐπὶ τοῦ καπνοῦ, τοῦ ὡρισμένου ἀποκλειστικῶς ὑπὲρ τοῦ σιδηροδρόμου Πειραιῶς–Συνόρων, κατετέθη ἰδιαιτέρως, διότι κατεβλήθη πρόνοια νὰ μὴ ἐκδοθῇ ἐγκαίρως τὸ ἔνταλμα τὸ πρὸς τακτοποίησιν λογιστικὴν τῆς καταθέσεως τοῦ ποσοῦ τούτου εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, καὶ οὕτω δὲν ὑπῆρξε δυνατὸν νὰ ἀναγραφῇ τὸ ποσὸν τοῦτο εἰς τὰ ἔξοδα τοῦ Κράτους. Εὐθὺς δ’ ὡς ἀφαιρέσητε δρ. 1,273,122, τὸν φόρον τῆς σταφίδος τοῦ 1898, ἀπὸ τῶν ἐσόδων, καὶ προσθέσητε δραχ. 1,217,000 εἰς τὰς δαπάνας ὑπὲρ τῶν σιδηροδρόμων, ἰδοὺ ἔχετε τὸ ἔλλειμμα, ἔλλειμμα δραχ. 199,849. Ταῦτα εἶναι ἀναμφισβήτητα, καὶ ἀρκοῦμαι εἰς αὐτά· διότι δὲν ἔχω σκοπὸν νὰ ἐξετάσω τὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἐν ταῖς λεπτομερείαις, ἀλλὰ μόνον γενικῶς, ἐν σχέσει πρὸς τὴν πολιτείαν τῆς τελευταίας τριετίας καὶ καθ’ ὅσον ἐξαρκεῖ πρὸς καταδίκην αὐτῆς διὰ τὸ παρελθόν, πρὸς καταδίκην καὶ διὰ τὸ μέλλον, διότι ἔχω πεποίθησιν, ὅτι, ἂν ἡ τοιαύτη πολιτεία ἐξακολουθήσῃ, θέλομεν προσκρούσει εἰς σπουδαῖα ἐλλείμματα. Καὶ ταῦτα περὶ τοῦ ἔτους 1900, ὅπερ οὕτω κατέληξεν, ὡς εἴδομεν, εἰς ἔλλειμμα περίπου 200,000. Ὅπως δὲ ἐκτιμήσωμεν τὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1902, ἔχομεν ἀνάγκην νὰ θίξωμεν τὰ τῆς ἐκτελέσεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1901· καὶ περὶ τούτων συντόμως θέλω παρατηρήσει, ὅτι δὲν μοὶ φαίνεται δεδικαιολογημένη ἡ αἰσιοδοξία τοῦ πρώην ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργοῦ, τοῦ νομίσαντος, ὅτι εὗρε περισσεύματα ἄξια λόγου ἐν ἔτει 1900, καὶ ὑποδείξαντος, ὅτι πιθανῶς τὰ ἀποτελέσματα τοῦ ἄρτι παρελθόντος ἔτους πρέπει νὰ προσδοκηθῶσι κατὰ τὴν λῆξιν τῆς χρήσεως πλουσιώτερα. Ὅπως κρίνωμεν περὶ τοῦ ἔτους 1901, περὶ τῆς ἀπολήξεως αὐτοῦ κατὰ τὰ ἔσοδα, ἔχομεν ὅρον παραβολῆς ἀπέναντι τῶν 14 ληξάντων μηνῶν τοὺς 14 πρώτους μῆνας τῆς χρήσεως τοῦ 1900· καὶ παρατηροῦμεν, ὅτι κατὰ τοὺς 14 πρώτους μῆνας τοῦ ἔτους ἐκείνου εἰσεπράχθησαν δραχμαὶ 103,779,129, ὅπως ἀπολήξῃ τὸ ὅλον τῶν εἰσπράξεων κατὰ τὸ τέλος τῆς χρήσεως εἰς 111,567,519 δραχμάς. Κατὰ τοὺς 14 πρώτους μῆνας ἐν ἔτει 1901 εἰσέπραξεν ἡ χρῆσις δραχμὰς 106,458,559· ἂν δ’ ὑπολογίσωμεν κατὰ τὴν πιθανότητα, τὴν συνήθως κυρουμένην ὑπὸ τῆς ἀποδείξεως τῶν ἐπερχομένων γεγονότων, εἶναι ἀπίθανον, ὅτι θέλομεν εἰσπράξει μέχρι τέλους τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1901 πλείονα τῶν 114,500,000, ἢ τὸ πολὺ 115 ἑκατομμυρίων δραχμῶν. Κατ’ ἀντιπαραβολὴν μεταξὺ τῶν 14 μηνῶν τοῦ παρελθόντος καὶ τῶν 14 τοῦ προπαρελθόντος ἔτους δὲν δικαιολογεῖται ἕτερος ὑπολογισμός· ἀρκεῖ δὲ νὰ λάβητε ὑπ’ ὄψιν, ὅπως κρίνητε, ὅτι, ὅσῳ περισσότερα τὰ εἰσπραχθέντα ἔσοδα κατὰ τοὺς πρώτους μῆνας, τόσον ὀλιγώτερον περιθώριον ὑπολείπεται διὰ τοὺς ἑπομένους ὀκτὼ μῆνας. Ἀπέναντι τῶν ἐσόδων τούτων τῶν 115 ἑκατομμυρίων, ἀντὶ τῶν 111 τοῦ προπαρελθόντος, ἔχομεν ἔξοδα πιθανὰ δρ. 114 ἑκατομμύρια. Πιθανὰ ἐκ τούτου, ὅτι ἔχομεν ἤδη ἐκ τῶν πράξεων τῆς Βουλῆς ἐπὶ τῶν πιστώσεων τῶν ἀφθόνων, αἵτινες ἐζητήθησαν, ἀφθόνους προσθήκας· ἀλλὰ καὶ ἐκ τοῦ γεγονότος, ὅτι, ἐπειδὴ ποσὰ ἀνήκοντα εἰς ὀργανισμοὺς μὴ ἐφαρμοσθέντας ἐδαπανήθησαν εἰς χρήσεις συγγενεῖς, εἰς δαπάνας ἐπὶ πλέον ἀστυνομίας καὶ χωροφυλακῆς, αἱ ἀδιάθετοι πιστώσεις κατὰ τὸ ἔτος 1901 δὲν θέλουσιν ὑπερβῆ τὰ 5,500,000, ἀντὶ τῶν 6,668,000 ἀδιαθέτων πιστώσεων τοῦ προηγουμένου ἔτους 1900. Ἀλλ’ ἂν τοῦτο οὕτως ἔχῃ, τότε ἡ ἀπόστασις μεταξὺ ἐξόδων καὶ ἐσόδων κατ’ ἀνώτατον ὅρον θέλει δώσει περίσσευμα, ὑπὸ τοὺς αἰσιοδοξοτέρους ὅρους, 500,000 δραχμῶν. Ἀλλὰ — διότι δὲν θέλω νὰ ἐξετάσω μετ’ ἀπαισιοδόξου πνεύματος τὸν Προϋπολογισμὸν, δὲν θέλω νὰ δείξω ὑπερβολὴν εἰς τὰς ἐκτιμήσεις, — εἰς ἐμὲ ἀρκεῖ ἡ ἀπόδειξις, ὅτι ὑπάρχει Προϋπολογισμὸς ἐν ἰσοζυγίῳ, ἢ καὶ μετὰ μικροῦ περισσεύματος κατὰ τὸ 1901, — διότι τὰ προηγούμενα ἔτη οὐδὲν κατέλιπον — ἵνα εἴπω, ὅτι, ὅτε ὁ Προϋπολογισμὸς ἐμφανίζεται μετὰ μικροῦ περισσεύματος, εἴτε ἐν στενοχώρῳ ἰσοζυγίῳ, ἀδύνατον εἶναι νὰ ἐξακολουθήσῃ καὶ περαιτέρω ἐφαρμοζομένη ἡ πολιτικὴ, ἣν σήμερον ἐφαρμόζετε, ἀδύνατον νὰ ἀντίσχῃ ἐπὶ πλέον ἡ πολιτικὴ, ἣν εἰκονίζουσι τὰ ἔκθετα νομοθετήματα, ἅτινα ἀνέλαβεν ὁ νῦν Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ στραγγαλίσῃ, διαγράφων καὶ τὰς πιστώσεις διὰ τὸν νόμον τῆς ἀστυνομίας καὶ τὰς πιστώσεις διὰ τοὺς ξένους ὀργανωτάς. Διότι ἀποδεικνύεται σήμερον καὶ εἰς αὐτοὺς τοὺς ὑποστηρίζοντας τὴν Κυβέρνησιν ἡγέτας τῆς πλειονοψηφίας τὸ ἀδύνατον τῆς ἐφαρμογῆς, δι’ ἔλλειψιν ἐπαρκῶν πόρων, ὅπως τὸ Κράτος δυνηθῇ νὰ βαστάσῃ αὐτά· καὶ τὴν ἀπόδειξιν τῆς τοιαύτης ὀψιγόνου πεποιθήσεως ἔδειξεν ἤδη ὁ πρώην Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ἰδίᾳ χειρὶ καταδικάσας εἰς θάνατον τὸ νομοθέτημα περὶ χωροφυλακῆς, ἀφοῦ ἐφρόντισε νὰ ἀποκόψῃ τὴν κεφαλὴν, τὸ τιμιώτερον, ἵνα προσθέσῃ αὐτὴν εἰς τὸν κείμενον ὀργανισμὸν, ἀναγράψας εἰς τὰ ἔξοδα τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ παρελθόντος ἔτους πίστωσιν ὑπὲρ τοῦ Ἀρχηγείου. Ἐφέτος δὲ ἀνέθηκαν εἰς τοὺς διαδόχους αὐτῶν — ὅπερ περισσῶς ἀποδεικνύει τὴν ταυτότητα τῶν φρονημάτων — νὰ διαγράψωσι τὸν νέον ἀστυνομικὸν ὀργανισμὸν, νὰ διαγράψωσι τὴν πρόνοιαν περὶ ὀργανώσεως τοῦ στρατοῦ διὰ ξένων ἀξιωματικῶν, — οὓς ἐπηγγέλλοντο ἐν ἔτει 1899, ὅτι ἤθελον μετακαλέσει εἰς τὴν Ἑλλάδα ἐκ Γαλλίας, Ἀγγλίας, Αὐστρίας, ἐκ πάσης τῆς ὑφηλίου, — πρόβλεψιν, ἥτις τὸ ἑπόμενον ἔτος ἀπεδείχθη περιττὴ, διότι ἴσως καὶ σκοπὸν εἶχε μόνον νὰ εἰσαγάγῃ ἡμᾶς εἰς τὸ νομοθέτημα τῆς Γενικῆς Διοικήσεως, ὅπερ τὸ ἑπόμενον ἔτος ἀντικατέστησεν ἔργῳ τὸ νομοθέτημα περὶ ξένων ὀργανωτῶν. Εἶναι κατὰ ταῦτα πρόδηλον, ὅτι ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1901, ὁ οὕτως ἐν ἰσοζυγίῳ καὶ περισσεύματι 500 χιλιάδων, ἢ, ἔστω, καὶ ἑνὸς ἑκατομμυρίου δραχμῶν, εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐπαρκέσῃ, ὅπως ἐξακολουθήσωμεν δαπανῶντες ὅσα δαπανῶμεν, λειτουργούντων τῶν ἤδη ἐν ἐνεργείᾳ νομοθετημάτων τῆς πρώην Κυβερνήσεως, ὧν ἡ ἀνάπτυξις δὲν ἐπῆλθε μέχρι ταύτης τῆς ὥρας, διότι ἐφαρμόζονται βαθμηδόν τινα αὐτῶν, τὰ καὶ σπουδαιότερα, ἔτι καὶ ἀφοῦ διαγραφέντα κατηργήθησαν τὰ ἄλλα νομοθετήματα, ἅτινα ἂν διετηρεῖτε, ἠθέλετε ἔχει ἀμέσως κατὰ τὴν πρώτην ὥραν ἔλλειμμα 4½ ἑκατομμυρίων, διότι 2,300,000 δραχμῶν δαπάνη ἐπὶ πλέον ἀνήκει εἰς τὴν χωροφυλακὴν, καὶ 2,000,000 δραχ. εἰς τὴν ἀστυνομίαν. Ἀλλὰ — θὰ εἴπω τοῦτο κατωτέρω — ἐξ ἀφορμῆς τῶν δύο τούτων νομοθετημάτων ἔχομεν ἤδη δαπάνας κεκτημένας εἰς βάρος τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, καὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, καὶ ἀποδεδειγμένον ὑπό τε τῶν πιστώσεων, ἃς ἐψηφίσκμεν, καὶ ὑπὸ τῶν Διαδηλώσεων τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, ὅτι, καίτοι δὲν ἐφαρμόσθησαν οἱ δύο ὀργανισμοί, καίτοι διὰ διαγραφῆς ἐκ τοῦ προϋπολογισμοῦ κατεδικάσθησαν εἰς ἀργίαν, ἐχρησίμευσαν ἐν τούτοις, ὅπως προστεθῶσιν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν 230 περίπου χιλιάδες δραχμῶν εἰς ἐπαύξησιν τῶν ἐξόδων τῆς χωροφυλακῆς, εἰς δὲ τὸ τῶν Ἐσωτερικῶν 405,000 εἰς ἐπαύξησιν τῶν ἐξόδων τῆς ἀστυνομίας, οὐ μόνον ἐν ἔτει 1901, ἀλλὰ καὶ κατὰ τὸ 1902, ὅπως θέλετε ἴδει. Τοιαύτην κατάστασιν εἶχεν ἐνώπιον αὐτοῦ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτε εἰσῆγε τὸν Προϋπολογισμόν. Κατεκρίθη ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι μεταβαλὼν θέσιν μετέβαλε καὶ γνώμας, ὅτι ἀπὸ ἀπαισιοδόξου ἐν τῇ θέσει ἐκείνῃ, ἐξ ἧς ἠγείρετο συνεχῶς καὶ ἐπετίθετο κατὰ τοῦ κ. ἐκ Παρνασσίδος Βουλευτοῦ, ἐγένετο αἰσιόδοξος διότι ἐκάθισεν εἰς τὴν θέσιν ταύτην. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι δὲν ἐγένετο ἄξιος τῆς κατηγορίας ταύτης ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, διότι ἐν τῇ ἀγορεύσει αὐτοῦ τῇ ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ μοὶ ἐφάνη, ὅτι σαφῶς εἰς τοὺς θέλοντας νὰ ἀναγνώσωσι μετὰ προσοχῆς ὅσα δὲν ἦτο δυνατὸν ἴσως νὰ ἀντιληφθῶσι καθαρῶς, ἀκούοντες τῶν λόγων αὐτοῦ, ἐδείχθη ἀνήσυχος περὶ τῆς καταστάσεως. Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν φοβεῖται ἔλλειμμα καὶ ὅτε ἔτι ἐνταῦθα βεβαιοῖ ἡμᾶς ὅτι θὰ ἔχωμεν περίσσευμα. Διότι τῷ ὄντι ἔχομεν τρεῖς διαβεβαιώσεις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ περὶ περισσευμάτων. Ἔχομεν τὴν διαβεβαίωσιν τὴν πρώτην, ὅτε εἰσήγαγε τὸν Προϋπολογισμόν, ἔσοδα 117,169,375, ἔξοδα 115,029,455, περίσσευμα 139,919, — τιθεμένου ἐκ μέσου τοῦ ποσοῦ τῶν 2 ἑκατομμυρίων τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. — Ὅτε ὅμως ἐπῆλθον αἱ πρῶται δηλώσεις, ἀπέναντι 118,819,375 εἰς τὰ ἔσοδα, καὶ εἰς τὰ ἔξοδα 116,221,536, ἔχομεν περίσσευμα δρ. 597,838. Ἀλλ’ ἐπῆλθον καὶ αἱ δεύτεραι δηλώσεις: ἔσοδα 119,292,000, ἔξοδα 116,946,001· μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν τῶν δύο ἑκατομμυρίων, περίσσευμα 346,624. Τρία περισσεύματα, διάφορα τὸ ἓν τοῦ ἄλλου, ἀναλόγως τῶν δηλώσεων καὶ ἐπὶ τῶν ἐσόδων καὶ ἐπὶ τῶν πιστώσεων, ἃς ἀλληλοδιαδόχως εἰσήγαγεν ὁ κ. Ὑπουργός. Παρὰ τὰς διαβεβαιώσεις ὅμως ταύτας περὶ περισσευμάτων, ἔχω τὴν πεποίθησιν ὅτι ἀνησυχεῖ ἔτι καὶ σήμερον ὁ κ. Ὑπουργὸς, καὶ τὴν πεποίθησιν στηρίζω ὄχι εἰς κρίσεις ἐπὶ τῶν ἀριθμῶν, ἀλλ’ εἰς αὐτὰ ἐκεῖνα τὰ ὑπ’ αὐτοῦ λεχθέντα, ἅτινα ἀνέγνων. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν φροντίζει μόνον τὰς ἀνησυχίας αὐτοῦ νὰ μεταβιβάσῃ εἰς τὸ 1903, ὑπολογίζων, ὡς ὑποθέτω, ὅτι κατὰ τὸ 1903 δὲν θὰ κατέχῃ αὐτὸς τὴν θέσιν τοῦ Ὑπουργοῦ. Καὶ ἐπειδὴ οἱ Κύριοι φέρουσιν εὐθύνας μόνον τοῦ 1902, οὗτινος τὴν οἰκονομικὴν διαρρύθμισιν παριστᾷ ὁ Προϋπολογισμὸς αὐτῶν, ἀρκεῖ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ φανῇ ἔχων πεποίθησιν, ὅτι τὸ ἔτος τοῦτο θέλει ἀπολήξει εἰς μικρὸν περίσσευμα, ἢ καὶ μόνον εἰς ἰσοζύγιον, καὶ νὰ προσπαθήσῃ ἐν τῇ ἐφαρμογῇ νὰ κατορθώσῃ τοῦτο. Ἀλλ’ ὅτε ἀτενίζει εἰς τὸ 1903, δηλ. ὅτε μεταβαίνει εἰς τὴν 1 Ἰανουαρίου τοῦ ἑπομένου ἔτους, ἄρχονται ἀμέσως αἱ ἀνησυχίαι αὐτοῦ· καὶ, παρακαλῶ, ἀκούσατε πῶς ἐκφράζει αὐτὰς ἐν τῇ ἀγορεύσει του (ἀναγινώσκει): «Αἱ δαπάναι, περὶ ὧν σᾶς ἀνέφερα ἀνωτέρω, ἤδη δὲν περικόπτονται πλέον. Αἱ μὲν ἐγένοντο νόμος τοῦ Κράτους, αἱ δὲ τῆς ἀσφαλείας, τῆς ὁδοποιΐας, τῆς γεωργίας εἶναι τόσον ἀπαραίτητοι, ὥστε δὲν ἐπιδέχονται πλέον ἐλάττωσιν. Ἐπίσης δὲν ἐπιδέχονται μείωσιν αἱ δαπάναι τοῦ Ὑπουργείου τῆς Παιδείας. Τὸ ἅπαξ παραχωρηθὲν σχολεῖον εἶναι δῶρον, τὸ ὁποῖον δὲν ἀφαιρεῖται πλέον. Ἀλλ’ ὑπάρχει ἐλπὶς, ἄνευ περικοπῶν τῶν δαπανῶν, νὰ φθάσωμεν εἰς ἰσοζύγιον κατὰ τὸ 1903, μὲ ὅλην τὴν αὔξησιν τῶν δαπανῶν τοῦ δημοσίου χρέους; Λέγω ναὶ, ἂν οἱ κρατοῦντες τὰς ἡνίας τοῦ Κράτους διατελοῦν ἐν ἐπιγνώσει τῆς ἀληθοῦς οἰκονομικῆς καταστάσεως· ἂν ἐννοήσουν, ὅτι πᾶσα δαπάνη, ἥτις, καίτοι ὠφέλιμος, δύναται ν’ ἀναβληθῇ, ὀφείλει ν’ ἀναβληθῇ μέχρι στερεώσεως τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως τῆς χώρας, καὶ οὕτως ἔχωσιν ὡς κύριον αὑτῶν μέλημα, τίνι τρόπῳ θ’ ἀφήσωσιν ἐκ τῶν χορηγουμένων αὐτοῖς παρὰ τῆς Βουλῆς πιστώσεων ὅσον τὸ δυνατὸν περισσοτέρας ἀδιαθέτους. Λέγω ναὶ, ἂν κατὰ τὴν εἴσπραξιν τῶν φόρων φανῶσι δίκαιοι μὲν, ἀλλ’ αὐστηροὶ καὶ ἀμερόληπτοι. Κολακεύομαι νὰ πιστεύσω, ὅτι ἄνευ πιέσεως, ἀλλὰ διὰ τῆς εἰλικρινοῦς καὶ ἀνενδότου ἐκτελέσεως τοῦ καθήκοντος κτλ.» Καθαρώτατα ὁ κ. Ὑπουργὸς βλέπει ἐνώπιον αὑτοῦ τὸ ἔλλειμμα, καὶ ἀνωτέρω ἐξηγεῖται, πόθεν ἀναμένει αὐτό· διότι ταῦτα ἐπάγονται μετὰ τὴν λυπηρὰν ὑπ’ αὐτοῦ ἀναγραφὴν τῆς κατὰ τὸ 1903 προσδοκωμένης αὐξήσεως τοῦ δημοσίου χρέους. Ἀναγνωρίζει ὁ κ. Ὑπουργός, ὅτι κατὰ τὸ 1903 θέλει προστεθῇ εἰς τὸ δημόσιον χρέος ποσὸν 3,140,892 δραχμῶν· ὅσον δὲ καὶ ἂν θέλῃ νὰ δείξῃ ἐλαστικὰς τὰς προσόδους, εἶναι ἀπίθανον, ὅτι πιστεύει, ὅτι μεταξὺ 1902 καὶ 1903 θέλει προστεθῆ εἰς τὸ ἤδη σπουδαίως ηὐξημένον κεφάλαιον τῶν προσόδων ἡμῶν ποσὸν 3,140,000 εἰς ἀντιστάθμησιν· καὶ ἂν δὲν προστεθῇ, ἐπειδὴ αἱ δαπάναι ἰσοφαρίζουσι πρὸς τὰ ἔσοδα, καὶ ὑπερβαίνουσι μάλιστα αὐτὰ κατὰ τὴν ἐξετασθεῖσαν τριετίαν, ὅπως εἴδομεν, προφανῶς τοὐλάχιστον τοσοῦτο θέλει εἶναι τὸ ἔλλειμμα τοῦ προσεχοῦς ἔτους, — διότι εἰς τὸ προσεχὲς ἔτος ἀναβάλλει τὸν κίνδυνον ὁ κ. Ὑπουργὸς, κατεχόμενος ὑπὸ τῆς ἀδυναμίας τῆς συνήθους εἰς τοὺς ἀνθρώπους, οἵτινες, ὅτε βλέπουσι τὸ κακὸν ἐρχόμενον, ἔχουσι τὴν ἐλπίδα, προσπαθοῦσι δὲ νὰ δείξωσιν εἰς τοὺς ἄλλους, ὅτι ἔχουσι καὶ τὴν πεποίθησιν, ὅτι τὸ κακὸν οὐχὶ ἐπ’ αὐτοὺς, ἀλλ’ ἔπειτα θέλει ἐπέλθει. Ταῦτα ὅμως ἐλέγοντο ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐν τῇ πρώτῃ αὑτοῦ ἀγορεύσει. Μετὰ τὴν πρώτην αὑτοῦ ἀγόρευσιν, ἀγνοῶ τί συνέβη, ἀλλὰ μοὶ ἐφάνη, ὅτι ὑπῆρξε πυκνότερος ὁ συγχρωτισμὸς μεταξὺ τοῦ νῦν καὶ τοῦ πρώην Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ ὅτι ἐκ τοῦ τοιούτου συγχρωτισμοῦ, ἐκ τῆς μετὰ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Παρνασσίδος ἀναστροφῆς, προῆλθε μεταβολὴ γνωμῶν ἐπὶ τὸ αἰσιοδοξότερον. Ἡ καλὴ μετὰ τοῦ πρώην Ὑπουργοῦ συναναστροφὴ ἔφερεν ἀποτέλεσμα, ὅτι διωρθώθη ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ νῦν Ὑπουργοῦ διὰ παρεμβολῆς κεφαλαίων, ἅτινα πρότερον ἦσαν παραλελειμμένα· ἐν δὲ τῇ παρεμβολῇ ταύτῃ, ἐπειδὴ τὰ ἔξοδα τὰ προστιθέμενα ἀπετελοῦντο ἐκ μυριάδων δραχμῶν, καὶ ὑπῆρχεν ἀνάγκη νὰ προστεθῶσι καὶ ἀνάλογα ἔσοδα, ἐκ τῆς συνεννοήσεως προέκυψεν ἀνακάλυψις καὶ ἄλλων προσόδων, αἵτινες καὶ προσετέθησαν, εἰς τρόπον ὥστε ἐγεννήθη τὸ δεύτερον περίσσευμα, τὸ ἐκ 597,000 δραχμῶν — τὸ πρῶτον ἐνθυμεῖσθε, ὅτι ἀνέβαινεν εἰς 139,000 δραχμὰς μόνον. — Καὶ εἶναι μὲν βέβαιον, ὅτι τινὰ τῶν προστεθέντων ἐσόδων δικαιολογοῦνται. Ἀλλὰ τὰ λοιπὰ εἶναι ἐντελῶς ἀδικαιολόγητα.
§56Φ. ΝΕΓΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Μοὶ ἐπιτρέπετε νὰ δώσω ἐξήγησιν; Ἀκριβῶς εἰς τὴν πρώτην ἀγόρευσίν μου ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ εἶχον δηλώσει, ὅτι δὲν ἐπετρέπετο νὰ στηρίξωμεν πολιτικὴν ἐπὶ εἰσπράξεων μὴ κανονικῶν, καὶ διὰ τοῦτο εἶχον περιορίσει τὸ ἔσοδον τὸ ἐξ ἐλαίου τῆς Ἑπτανήσου εἰς 1,100,000, καίτοι τὸ ἔσοδον τοῦτο, εἶπον τότε, θὰ ἦτο πολὺ ἀνώτερον.
§57ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ταῦτα εἴπατε καὶ πρὸς τὸν κ. Καραπάνον, διακόψαντες αὐτὸν, ἀγορεύοντα ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ.
§58Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Παρακαλῶ... Ἐξ ἄλλου εἶχον δηλώσει εἰς τὴν αὐτὴν ἀγόρευσίν μου, ὅτι τὸ ἓν ἑκατομμύριον, τὸ ὁποῖον χορηγοῦμεν ὡς δάνειον εἰς τὸν Σιδηρόδρομον Πειραιῶς– Πελοποννήσου, κατὰ τὴν γνώμην μου, δὲν εἶναι δαπάνη, ἀλλ’ εἶναι ἀληθὲς δάνειον, τὸ ὁποῖον θὰ μᾶς ἐπιστραφῇ. Ἐπετρέπετο λοιπὸν εἰς ἐμὲ, καθ’ ἣν στιγμὴν εἶδον, ὅτι ὄχι μόνον ἡ πλειονοψηφία, ἀλλ’ ἡ Βουλὴ σύσσωμος δὲν παρεδέχετο, ὅτι τὸ ἓν ἑκατομμύριον ὤφειλε νὰ θεωρηθῇ ὡς δάνειον, ἀλλ’ ὡς δαπάνη, ἐπετρέπετο, λέγω, εἰς ἐμὲ νὰ εἰσαγάγω καὶ τὸ περιπλέον ἔσοδον ἐξ ἐλαίου Ἑπτανήσου, ὅσον ἔκτακτον καὶ ἂν ἐθεωρήθη. Αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος, ὁ ὁποῖος μὲ παρεκίνησε νὰ προσθέσω ἄνευ οὐδενὸς δισταγμοῦ τὸ ἔσοδον, τὸ ὁποῖον ἐπρόσθεσα, ἵνα καλύψω ἔκτακτον δαπάνην δι’ ἐκτάκτων, ἀλλὰ βεβαίων, ἐσόδων τοῦ 1902.
§59ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐγὼ, κ. Ὑπουργὲ, λέγω, ὅτι, εἴτε παρεισάγετε τὸ ποσὸν τὸ ἔκτακτον, εἴτε δὲν παρεισάγετε αὐτό, τὰ πράγματα δὲν μεταβάλλονται. Φρονῶ, ὅτι ὀρθοτέρα ἦτο ἡ δευτέρα σκέψις, ἥτις ἔπεισεν ὑμᾶς νὰ ἀναγράψητε τὸ ἑκατομμύριον τοῦ εἰς τὸν Σιδηρόδρομον Πειραιῶς–Πελοποννήσου δανείου εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν, καὶ τὰ ἀντίστοιχα εἰς αὐτὸ ἔσοδα. Ἀλλ’ εἴτε ἀνεγράψατε ταῦτα, εἴτε δὲν ἀνεγράψατε, ἡ κατάστασις εἶναι ἡ αὐτή· ἐγὼ δὲ, ὁμιλῶν ἐνταῦθα γενικῶς περὶ τῆς καταστάσεως, λέγω πρὸς ὑμᾶς, ὅτι, ἐὰν στηρίζητε τὰς ἐλπίδας ὑμῶν ἐπὶ τοῦ κενοῦ, διότι εἶναι εὐάρεστόν τις νὰ ἐλπίζῃ, βόσκεσθε ὑπὸ χιμαίρας, καὶ ὁμοιάζετε πρὸς ἐκεῖνον, ὅστις ἐξαρτᾷ τὴν βελτίωσιν τῆς τύχης αὑτοῦ ἐξ ἑνὸς γραμματίου λαχείου, ἢ ἐκ τῆς εἰσαγωγῆς τῆς ῥολίνας εἰς τὴν Κέρκυραν, ὅπου βλέπομεν, ὅτι ἔχει τοσούτους θιασώτας. Αἱ ἐλπίδες εἶναι χρήσιμοι, ἀλλὰ μόνον ὅτε στηρίζονται ἐπὶ πραγματικοῦ ἐδάφους· καὶ τότε εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποτύχῃ τις, ἀλλ’ ἀποτυγχάνει τότε διὰ μόνον τὸν λόγον, ὅτι ἡ ἔκβασις τῶν πραγμάτων δὲν κεῖται εἰς τὰς χεῖρας τῶν ἀνθρώπων. Ὅτε ὅμως αἱ ἐλπίδες στηρίζονται ἐπὶ τοῦ κενοῦ, δύνασθε νὰ ἦσθε βέβαιος,—ἐκτὸς ἂν συμβῇ ἔκτακτόν τι ἢ θαῦμα καὶ πέσῃ ἐφ’ ὑμᾶς ὁ εὐτυχὴς κλῆρος,— ὅτι θέλετε ἀπολήξει ὑμεῖς αὐτὸς ἐκεῖ, ὅπου προβλέπετε ὅτι θέλουσιν ἀπολήξει οἱ διάδοχοι ὑμῶν, οἱ κατὰ τὸ 1903. Καὶ δὲν νομίζω ὅτι, ἀναγνωρίζων τὰς στενοχωρίας καὶ φοβούμενος τὸν κίνδυνον, δὲν νομίζω ὅτι ὅσας σκέψεις ἔχετε καὶ λέγετε ὡς φρόνιμος διαχειριστὴς τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους, δὲν νομίζω ὅτι ἀποδεικνύετε, ὅτι ἐφαρμόζετε διὰ τῶν πράξεων ὑμῶν·—εἶπεν ἤδη τοῦτο πρὸς ὑμᾶς προχθὲς ὁ ἐξ Ἄρτης ἀξιότιμος Βουλευτής. —Διότι τὰ πράγματα, ἅτινα ὑμεῖς κατασκευάζετε, ἀντίκεινται εἰς τὰς ὑπονοίας καὶ τοὺς φόβους ὑμῶν περὶ ἐλλείμματος· καὶ θέλω ἀποδείξει τοῦτο. Ὑμεῖς φοβεῖσθε τὸ ἔλλειμμα· λέγετε δὲ, ὅτι τότε μόνον δὲν θὰ ὑπάρξῃ, ἂν δὲν ἀκολουθήσωμεν τὴν αὐτὴν πολιτικὴν περιττῶν δαπανῶν, καὶ ἂν αὐξήσωμεν ὅσον τὸ δυνατὸν περισσότερον τὰς ἀδιαθέτους πιστώσεις. Ἀλλ’ ὑμεῖς, ἐνῷ ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι, ἂν ἦσθε ἐλεύθερος, ἂν δὲν ἐκάθησθε ἐκεῖ δέσμιος τῶν θελήσεων τῆς πλειονοψηφίας,—διότι ἂν δὲν ὑπακούσητε εἰς τὴν θέλησιν αὐτῆς, δὲν δύνασθε νὰ κάθησθε ἐκεῖ,—ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἄλλα ἠθέλετε πράττει, μὴ ἀπάδοντα πρὸς τοὺς λόγους ὑμῶν, ὑμεῖς εἴπατε μὲν λόγους συνετοὺς, ἐπράξατε δὲ πράξεις ἀπαδούσας πρὸς τοὺς λόγους τούτους. Καὶ εἶπον, ὅτι θέλω ἀποδείξει πρὸς ὑμᾶς τοῦτο. Ἰδοὺ τί ἐλέγετε (ἀναγινώσκει): «Τὸ ποσὸν δυατυχῶς τοῦτο, ἕνεκεν τῆς σπουδαιότητος αὐτοῦ, ἐμβάλλει εἰς σοβαρὰς σκέψεις, καὶ ἤδη προβάλλεται τὸ ἐρώτημα, πῶς θὰ καλυφθῇ ἡ περιπλέον αὕτη δαπάνη. Αἱ δαπάναι, περὶ ὧν σᾶς ἀνέφερα ἀνωτέρω, ἤδη δὲν περικόπτονται πλέον. Αἱ μὲν ἐγένοντο νόμος τοῦ Κράτους, αἱ δὲ τῆς ἀσφαλείας, τῆς ὁδοποιΐας, τῆς γεωργίας εἶναι τόσον ἀπαραίτητοι, ὥστε δὲν ἐπιδέχονται πλέον ἐλάττωσιν. Ἐπίσης δὲν ἐπιδέχονται μείωσιν αἱ δαπάναι τοῦ Ὑπουργείου τῆς Παιδείας. Τὸ ἅπαξ παραχωρηθὲν σχολεῖον εἶναι δῶρον, τὸ ὁποῖον δὲν ἀφαιρεῖται πλέον.» Καὶ τί ἀποδεικνύουσιν αἱ πράξεις ὑμῶν;—ἀνατρέχω εἰς τὰς σελίδας 9 καὶ 10 τῆς ὑμετέρας ἀγορεύσεως, καὶ εὑρίσκω πάλιν λόγους προσπαθοῦντας νὰ δικαιολογήσωσι τὰς ὑμετέρας πράξεις (ἀναγινώσκει): «Ἡ διαφορὰ αὕτη τῶν δαπανῶν μεταξὺ τῶν δύο χρήσεων προέρχεται καὶ ἐκ τοῦ ὅτι ἡ χρῆσις τοῦ 1901 ἐπεβαρύνθη μὲ περιπλέον ἔξοδα ἀντιπροσωπείας, καὶ διότι δὲν περιελάβομεν καὶ τὰς δαπάνας τὰς ὑπὸ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου περὶ διοικητικῆς ἀστυνομίας ἀπαιτουμένας... Καὶ οὕτως ὅμως περιωρισμέναι αἱ δαπάναι παρουσιάζουσι διαφορὰς σπουδαίας ὡς πρὸς τὰς τοῦ 1898... Τὸ δημόσιον χρέος ηὔξησεν... Αἱ συντάξεις ηὔξησαν... Αἱ δαπάναι τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν... Τὰ ἔξοδα τῆς διοικήσεως... Ἤτοι 16,605,833 περιπλέον δαπάνη ἐκ μόνων τῶν κλάδων τῶν ἐκ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν... Καὶ ἤδη ἂς μεταβῶμεν εἰς τὸ ἕτερον Ὑπουργεῖον, τὸ μᾶλλον πολυδάπανον, τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν... Ἡ περιπλέον δαπάνη τῆς δημοσίας ἀσφαλείας ἐπεβάλλετο ὡς ἐκ τῆς παρατηρηθείσης ἀνεπαρκείας τῶν ἀνδρῶν τῆς ἀστυφυλακῆς.» Καὶ ἀμέσως ἔπειτα λέγετε (ἀναγινώσκει): «Αἱ δαπάναι τῆς γεωργίας κατὰ τὸ 1902 ὡρίσθησαν ἐπὶ τῇ βάσει τῶν γενομένων δαπανῶν κατὰ τὸ 1901. Οὐδεὶς δι’ ὑμῶν, ὑποθέτω, θέλει ζητήσει νὰ περιορίσωμεν τὰς δαπάνας ταύτας...» Θέλω ὁμιλήσει καὶ περὶ τούτων. Ὁ «οὐδεὶς» οὗτος πιστεύω ὅτι θὰ ὑπάρξῃ, καὶ ἐγὼ εἶμαι ἐκ τῶν λεγόντων, ὅτι πρέπει νὰ περιορίσητε τὰς δαπάνας ταύτας, καὶ θέλω ἐπιμείνει. (Ἀναγινώσκει): «Αἱ περιπλέον δαπάναι τῶν ταχυδρομείων καὶ τηλεγράφων ἔσχον καὶ τὸ ἀντίστοιχον ἔσοδον, καὶ ἂν τὰ περιπλέον ἔσοδα δὲν ἐκάλυψαν εἰσέτι τὰ περιπλέον ἔξοδα, ἐλπίζεται ὅτι δὲν εἶναι μακρὰν ὁ καιρός, ὅτε θὰ καλυφθῶσι ταῦτα.» Καὶ ἐπὶ τούτου θέλω φέρει περαιτέρω τὸν λόγον (ἀναγινώσκει): «Αἱ δαπάναι τῶν ὑδραυλικῶν ἔργων δικαιολογοῦνται διὰ μόνης τῆς ἀναγραφῆς τῶν λεπτομερειῶν αὐτῶν ἐν τῷ τεύχει τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ἂν δὲν γείνωσι λ.χ. τὰ ἔργα πρὸς ἀποσόβησιν τῆς ἐμφράξεως τῶν καταβοθρῶν τῆς λίμνης Φενεοῦ, ἂν δὲν ἀποφασίσωμεν νὰ συντρέξωμεν τὴν ἐπιτροπὴν τῶν ἀντιπλημμυρικῶν ἔργων Θεσσαλίας, θὰ ἐξακολουθῶμεν βλέποντες ἐπερχομένας καταστροφάς, ὧν τὴν εὐθύνην θὰ ὑπείχομεν, ἂν μὴ ἐγκαίρως ἐπρονοοῦμεν πρὸς ἀποσόβησιν αὐτῶν...» Λοιπὸν ἐγὼ λέγω, ὅτι ἐνταῦθα δικαιολογεῖτε τὰ ἀδικαιολόγητα. Ἀπέναντι τῶν βεβαιώσεων ὑμῶν, ὅτι ἀπαιτεῖται νὰ ἀκολουθήσωμεν ἄλλην πολιτείαν, ἵνα μὴ φθάσωμεν εἰς ἔλλειμμα, λέγετε, ὅτι τὰ ὑδραυλικὰ ἔργα γίνονται, διότι εἶναι ὠφέλιμα. Καὶ τίς ἀρνεῖται τοῦτο; Ἀλλ’ ἂν τὸ ὠφέλιμον δὲν δυνάμεθα νὰ ἐκτελέσωμεν σήμερον, διότι εἶναι ἐστενοχωρημένοι, εἶναι συνεσταλμένοι οἱ πόροι ἡμῶν, πῶς εἶναι δυνατὸν ἡμεῖς νὰ ἐπιμείνωμεν ὁπωσδήποτε νὰ ἐκτελέσωμεν αὐτὸ, καίτοι ἀναγνωρίζομεν ὅτι ἔχομεν συνεσταλμένους τοὺς πόρους;
§60Φ. ΝΕΓΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Κρίνομεν, ὅτι δὲν εἶναι ὠφέλιμα, ἀλλ’ ὅτι εἶναι ἀπαραίτητα.
§61Σ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Εἰς τοῦτο θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ ἀναγνώσω πρὸς ὑμᾶς συμβουλὴν ἀνδρῶν, ὧν ἡ παρουσία ἐν Ἑλλάδι ὑπῆρξεν εἰς πάντας, καὶ εἰς ἐμὲ ἰδιαιτέρως, ἐνοχλητική, τῶν ξένων ἐλεγκτῶν. Εὑρίσκω δὲ, ὅτι οἱ λόγοι οὗτοι, προερχόμενοι ὁποθενδήποτε, ἀλλ’ ἰδίως προερχόμενοι ἐκ τοῦ στόματος αὐτῶν, ἔπρεπε νὰ μένωσι διηνεκῶς ὑπ’ ὄψει τῶν κυβερνητῶν τῆς χώρας, ἐφ’ ὅσον δὲν δυνάμεθα νὰ φθάσωμεν καὶ ἀσφαλίσωμεν ἰσοζύγιον μετὰ περιθωρίου εἰσπράξεων ἱκανῶν ἐπὶ πλέον, μετὰ περισσεύματος, ὅπερ νὰ δικαιολογῇ νὰ πιστεύσωμεν, ὅτι ἐφθάσαμεν εἰς τὸ σταθερὸν ἰσοζύγιον· καὶ λέγω, ὅτι εἶναι χρυσοῖ οἱ λόγοι οὗτοι (ἀναγινώσκει): «Παρατηρητέον, ὅτι τὰ ποσὰ ταῦτα δὲν περιλαμβάνουσιν ἐκτάκτους δαπάνας, καὶ ὅτι οὐδὲν ποσὸν προβλέπεται λόγῳ ἐκτελέσεως μεγάλων ἔργων δημοσίων, οἵα ἡ βελτίωσις λιμένων καὶ ἡ ἵδρυσις νέων σιδηροδρόμων. Ἐν τῇ κρίσει τῆς Ἐπιτροπῆς, πᾶσα ἐπιχείρησις, σπουδαίως ἐπιτείνουσα τὰ βάρη τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἀναβλητέα μέχρι τοῦ χρόνου, καθ’ ὃν τῆς χώρας τὰ οἰκονομικὰ θέλουσιν ἐπὶ τέλους ἀποκτήσει σταθερὸν ἰσοζύγιον.» Ταῦτα λέγει ὅλη ἡ Ἐπιτροπή· ταὐτὰ δὲ λέγει καὶ ὁ Ἄγγλος ἐπίτροπος, ὅστις καὶ αὐτὸς, καθὼς καὶ οἱ ἄλλοι, δὲν ἐκρίθη ὑπὸ τοῦ πρώην Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ἀγορεύοντος πέρυσι καὶ ἀντικρούοντος τὰς παρατηρήσεις ἡμῶν, ὅτι ἔχει ἀρκετὸν κῦρος, ὥστε νὰ σαλεύσῃ τὰς πεποιθήσεις αὐτοῦ, ἀλλ’ ὅστις ἐν τῇ ἰδίᾳ αὑτοῦ πατρίδι, ἀφοῦ εἰργάσθη δὶς ἐν Ἑλλάδι καὶ ἀπέδειξεν ἑαυτὸν δόκιμον περὶ τὰ τοιαῦτα ἔργα, ἐξελέγη, ὅπως διοικήσῃ τὰ οἰκονομικὰ τῶν Ἰνδιῶν, καὶ ταύτην τὴν ὥραν διευθύνει, ὡς Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, τὸ μέγα Κράτος τῶν Ἰνδιῶν. Ἰδοὺ τί λέγει ἐν τῇ ἐκθέσει αὐτοῦ ὁ κ. Λῶ (ἀναγινώσκει): «Ἀναγνωρίζουσα τὴν ἀνάγκην αὐστηροτάτης οἰκονομίας, τουλάχιστον κατὰ τὰ ἐπικείμενα ὀλίγα ἔτη, ἡ Ἐπιτροπὴ ἔγνω ν’ ἀποδεχθῇ τὸν τύπον τοῦτον ὡς βάσιν τοῦ ὑπολογισμοῦ τῶν μελλόντων βαρῶν, καίτοι οὐδεμίαν περιέχει πίστωσιν δι’ οὐδὲν εἶδος σπουδαίων καὶ ὠφελίμων δημοσίων ἔργων, ὧν ἡ δαπάνη χαρακτηρίζεται ἐνίοτε ὡς ἔκτακτος». «Χαρακτηρίζεται ἐνίοτε ὡς ἔκτακτος.» Ὀρθῶς· διότι δὲν εἶναι ἔκτακτος ἡ δαπάνη αὕτη ἀληθῶς, εἶναι τακτική· πᾶσα δαπάνη συναφὴς πρὸς τὰ συμφέροντα καὶ τὰς καθημερινὰς ἀνάγκας τοῦ Κράτους εἶναι τακτικὴ δαπάνη.
§62Φ. ΝΕΓΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ὅσον καὶ ἂν σέβωμαι τὰς γνώμας τῶν προσώπων, περὶ τῶν ὁποίων ὡμιλήσατε, δὲν δύναμαι νὰ παραδεχθῶ, ὅτι δὲν δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν καὶ ἄλλην γνώμην· ὅτι δὲ εἶχον ἄλλην γνώμην, τὸ γνωρίζετε, ὅτε ἐκαθήμην ἐκεῖ (δεικνύει τὴν πτέρυγα τῆς Ἀντιπολιτεύσεως)· διότι ἐγὼ αὐτὸς μετὰ τῶν φίλων τοῦ κόμματός μου ἐψηφίσαμεν καὶ τὸν νόμον περὶ σιδηροδρόμου Πειραιῶς–Δεμερλῆ, ἐψηφίσαμεν καὶ τὸν νόμον περὶ τῶν ταχυδρομείων καὶ τηλεγράφων. Ὥστε, ἂν σήμερον λέγω ταῦτα, λέγω ἀκριβῶς ὅ,τι ἔλεγον ὅτε εὑρισκόμην εἰς τὴν πτέρυγα ἐκείνην.
§63ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Προκειμένου μὲν περὶ τοῦ νόμου τῶν ταχυδρομείων καὶ τηλεγράφων, ἔσται βραδύτερον ὁ λόγος, πρακειμένου δὲ περὶ τοῦ σιδηροδρόμου, ἐξελέξατε κακῶς τὸ παράδειγμα ὑμῶν, διότι, προκειμένου περὶ τοῦ σιδηροδρόμου, ἐγένετο τοῦτο τὸ ἰδιαίτερον, — ἐγένετο δὲ ἀφοῦ ἀπεδείχθη, ὅτι ἠδυνάμεθα νὰ πράξωμεν οὕτω, διότι εἰς παροχὴν προσόδων ἀπεδείχθη ἡ χώρα ἔχουσα πολὺ ἀνωτέραν δύναμιν ἐκείνης, ἣν πάντες, καὶ οἱ ξένοι, ὑπελόγισαν· — προκειμένου περὶ σιδηροδρόμου Πειραιῶς–Δεμερλῆ, ἐψηφίσαμεν εἰδικὸν πόρον, ὃν ἐκλείσαμεν ἐν τοῖς ταμείοις τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ὑπὸ τὸν ἔλεγχον τῶν ξένων ἐλεγκτῶν, καὶ ὅστις ἐπαρκεῖ εἰς κάλυψιν τῶν δαπανῶν, αἵτινες θέλουσι καταβληθῆ πρὸς συντέλεσιν τοῦ σιδηροδρόμου τούτου, ἔξω τοῦ τακτικοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ἀλλὰ δὲν πρόκειται περὶ τούτου....
§64Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ συνήνεσε καὶ ὁ Ἔλεγχος.
§65ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Μάλιστα· καθὼς καὶ εἰς τὸ ἄλλο ἔργον, τὸ ἀληθῶς χρήσιμον, τοῦ σιδηροδρόμου Πύργου–Κυπαρισσίας– Μελιγαλᾶ, ὅπερ βεβαίως δὲν ἀποτελεῖ δαπάνην μὴ ἔχουσαν τὸ ἀντίστοιχον κέρδος ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ· ἐκεῖθεν θέλομεν ἔχει προσθήκην ἐσόδων καὶ ἐκ τῆς γραμμῆς, ἥτις προστίθεται, ἀλλὰ καὶ ἐκ τῆς ἀναπτύξεως τῆς συγκοινωνίας ἐπὶ τῶν λοιπῶν γραμμῶν τοῦ συμπλέγματος· ὥστε ταῦτα ἐγένοντο καλῶς, διότι ἀπεδείχθη ἡ κατάστασις τῆς χώρας ἡ οἰκονομικὴ πολὺ κρείττων ἢ ὅ,τι ὑπεθέτομεν ἐν ἀρχῇ, καὶ εἰς ταῦτα πάντες ἔδιδον τὴν συναίνεσιν αὐτῶν. Ἀλλὰ πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἀξιώσητε συναίνεσιν εἰς τὸ νὰ δαπανῶμεν, ὅπως δαπανᾶτε διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ὑμῶν, ἐξακολουθοῦντες τὴν αὐτὴν πορείαν, ἣν εἶχον καὶ οἱ προκάτοχοι ὑμῶν, οὓς ἐψέγετε, ὧν ὅμως τὰ ἴχνη εὑρίσκομεν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ὑμῶν; Ἀκούσατε· — ἔχω σημείωσιν προχείρως ληφθεῖσαν, διότι ποῦ καιρὸς νὰ εἰσδύσῃ τις εἰς τὰ ἀπέραντα πελάγη τῶν κεφαλαίων, τῶν ἄρθρων καὶ τῶν ἐδαφίων τοῦ ὑμετέρου Προϋπολογισμοῦ! Ὑμεῖς ὁμοιάζετε πρὸς τὸν κακὸν γεωργόν, τὸν μὴ γνωρίζοντα πῶς πρέπει νὰ σπείρῃ, καὶ, ὅπως ἔλεγον οἱ ἀρχαῖοι, σκορπίζοντα τὸν σπόρον «ὅλῳ τῷ θυλάκῳ». Οὕτω καὶ ὑμεῖς τὸ χρῆμα σκορπίζετε ὅλῳ τῷ σάκκῳ. — Ἀκούσατε: Αὔξησις εἰς τὴν ἀστυνομίαν 405,000 δραχμῶν. Εἰς τὴν αὔξησιν ταύτην συνετέλεσαν αἱ διὰ τὸν νέον ὀργανισμὸν γενόμεναι ἀναγραφαί, καίπερ τοῦ ὀργανισμοῦ μὴ ἐφαρμοσθέντος· ἐγκριθεῖσα δὲ τελευταῖον διὰ ψηφίσεως νομοσχεδίου ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως κατὰ τὸ ἔτος 1901, ἐπαναλαμβάνεται καὶ ἐφέτος. Ἀνάλογος, κατὰ παραπλήσιον τρόπον, αὔξησις ἐν τῇ χωροφυλακῇ περὶ τὰς 230,000. Εἰς ὑδραυλικὰ ἔργα 217 χιλιάδες. Τίς ἡ σπουδὴ πρὸς ἀθρόας εἰς ὑδραυλικὰ δαπάνας; Ἐνῷ ἔχετε ἐκκρεμὲς νομοσχέδιον, τοῦτο φρόνιμον, ὅπερ προνοεῖ περὶ φόρων πρὸς ἔργα ὑδραυλικά, δὲν περιμένετε, — ἐκτὸς ἴσως ἐπὶ ἑνὸς ἢ δύο, ἅτινα ἐψηφίσθησαν ἤδη καὶ εἶναι ἐν ἐκτελέσει, — δὲν περιμένετε, ἀναβάλλοντες ἐπὶ ἓν ἔτος, ὅπως ψηφισθῇ πρῶτον τὸ νομοσχέδιον, καὶ ἔχητε τοὺς πόρους, καὶ τότε νὰ θέσητε χεῖρα εἰς τὰ ὑδραυλικά; Πῶς ἐπεχειρήθησαν ἄλλοτε ἄλλα ὑδραυλικὰ ἔργα, ἡ ἐργασία ἡ πρὸς διευθέτησιν τοῦ Παμίσου π.χ.; Ἐψηφίσθησαν πρῶτον οἱ φόροι, καὶ γίνεται ἔπειτα ἡ ἐργασία. Καὶ ποῖος διεμαρτυρήθη κατὰ τούτου; Ἀναγράφετε ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ 136,000 δραχμὰς εἰς ἐπικουρίαν πρὸς Συλλόγους· — καὶ ἐν τούτῳ συνδυάζεται ἡ ἐνέργεια δύο Ὑπουργείων, τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ τοῦ Ὑπουργείου τῆς Ἐκπαιδεύσεως. Τόσον ἄφθονον ἔχομεν τὸ χρῆμα, ὥστε σπεύδομεν ἀπὸ δύο μαστῶν τὸ γάλα τοῦτο τὸ ἄφθονον νὰ παράσχωμεν, καὶ ἀπὸ τοῦ μαστοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ ἀπὸ τοῦ μαστοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῆς Παιδείας!
§66Α. ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Οἱ Σύλλογοι εἶχον συνδρομάς.
§67ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Καὶ τί σημαίνει τοῦτο; Ἐὰν ὑπερβαλλόντως δίδωνται αἱ συνδρομαί, διὰ τοῦτο εἶσθε ἐκεῖ Ὑπουργὸς τοῦ Κράτους, ἵνα ἀναστέλλητε τὰς ὁρμὰς τῶν αἰτούντων, καὶ μὴ εἰσακούητε τὰς συστάσεις. Διὰ τοῦτο τὸ Σύνταγμα δὲν ἠθέλησε νὰ δώσῃ εἰς τὴν Βουλὴν δικαίωμα πρωτοβουλίας ἐπὶ τῶν δαπανῶν, διότι ἐγνώριζον ἐκεῖνοι, οἵτινες κατεσκεύαζον τὸ Σύνταγμα, ὅτι οἱ πολλοὶ δὲν δύνανται ἀκριβῶς ἐν ἀλληλουχίᾳ νὰ ὑπολογίσωσι τὰ τῶν δαπανῶν ἐν τοῖς προϋπολογισμοῖς, καὶ πιεζόμενοι ὑπὸ ἀξιώσεων καθ’ ἑαυτὰς πολλάκις εὐλόγων, — καὶ οἱ πολιτευόμενοι, οἵτινες ὑφίστανται πάντοτε τοιαύτας πιέσεις τοῦ περιβάλλοντος, τῶν συμπολιτῶν των, τῆς ἐπαρχίας αὑτῶν, εὐκολώτερον ἐνδίδουσιν εἰς τὰς αἰτήσεις, — καὶ διὰ τοῦτο προέλαβον, καὶ εἰς τοὺς Ὑπουργοὺς ἀνέθηκαν ὅλην τὴν πρωτοβουλίαν, οἵτινες, ὡς διευθύνοντες τὰ πράγματα, καὶ γινώσκοντες τὸ σύνολον τῶν ἀναγκῶν, κανονίζουσι τὰς δαπάνας οὐχὶ κατὰ τὰς πιέσεις, ἀλλὰ κατὰ τὸ δυνατόν.
§68Α. ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Πρέπει λοιπὸν νὰ μὴ παραχωρῶμεν διὰ κοινωφελῆ ἔργα καὶ σκοπούς; Ἡ ἐνίσχυσις αὐτῶν στηρίζεται ἐπὶ τοῦ Διατάγματος τοῦ 1835 καὶ 1836 περὶ Ὀργανισμοῦ τῶν Γραμματειῶν, ὅπου ἐπιβάλλεται ἡ ἐμψύχωσις τοιούτων ἔργων καὶ σκοπῶν.
§69ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Λυποῦμαι διότι ταῦτα λέγετε ὑμεῖς, ὅστις ἠρνήθητε νὰ ὑπογράψητε τὰ ἐντάλματα τῶν Ἐμπορικῶν Σχολῶν, ἵνα μὴ περιπέσητε εἰς τὰ ὀλισθήματα τοῦ προκατόχου ὑμῶν. Δὲν πιστεύω, ὅτι πιστεύετε ὑμεῖς, ὁ νομικός, ὅτι τὸ Διάταγμα περὶ ἁρμοδιότητος τῆς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως Γραμματείας, ὅπερ κανονίζει ἁπλῶς τὸν κύκλον τῆς ἁρμοδιότητος αὐτῆς, δίδει ὑμῖν τὸ δικαίωμα νὰ παρέχητε συνδρομὰς ἄνευ νόμου εἰδικοῦ.
§70ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. Δὲν εἶναι νόμος ὁ Προϋπολογισμός;
§71ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὄχι. Ἂν ἦτο τέλειος νόμος, ὡς πᾶς ἄλλος, θὰ ἐψηφίζετο εἰς τρεῖς ἀναγνώσεις. Ἀπορῶ δέ, πῶς ἀμφισβητεῖτε περὶ τούτου. Τὸ ζήτημα ἦλθε καὶ ἐνώπιον τῶν Δικαστηρίων, καὶ ἐγένετο σοβαρὰ συζήτησις, καὶ ὑπερίσχυσεν ἡ γνώμη, ἡ καὶ μόνη ὀρθή. Λοιπὸν δὲν ἔχετε δικαίωμα νὰ δαπανᾶτε, ἂν δὲν ἔχητε νόμον.
§72Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Καὶ ὁ λογιστικὸς νόμος δὲν ἐπιτρέπει τοῦτο.
§73ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Βεβαίως... Ὑμεῖς δὲν στηρίζεσθε ἐπὶ νόμου εἰδικοῦ, ἀλλ’ ἐπὶ τοῦ ἐδαφίου τοῦ περὶ ἁρμοδιότητος τῆς Γραμματείας Διατάγματος, ὅπερ ὅμως δὲν σημαίνει ἐκεῖνο, ὅπερ ὑμεῖς διϊσχυρίζεσθε. Βεβαίως ἔχετε δίκαιον νὰ ἐξακολουθήσητε παρέχοντες ἐπικουρίαν ἐκεῖ, ὅπου πεποίθησις ὑμῶν εἶναι, ὅτι δίδετε καλῶς, ἀλλ’ ἔχετε ἀνάγκην νόμου, ὅπως δώσητε. Διατὶ δὲν ἀνεγνωρίσατε τὰς Ἐμπορικὰς Σχολὰς ἄνευ νόμου;
§74ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. Ἄλλο εἶναι τὸ ἓν καὶ ἄλλο τὸ ἄλλο.
§75ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Καθόλου. Ὅπως διὰ τὰς Ἐμπορικὰς Σχολὰς εἴχετε ἀνάγκην νόμου...
§76Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Αὐτὴ εἶναι ἀρχή, τὴν ὁποίαν καὶ σεῖς ἐφηρμόσατε.
§77ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐγὼ λέγω, ὅτι πρέπει νὰ ἐνθυμώμεθα τί ἐγένετο καὶ ὁποῖον εἶναι τὸ παρελθὸν ἡμῶν· πρέπει νὰ ἐνθυμώμεθα ὁποῖοι ἀγῶνες κατεβλήθησαν, ὥστε νὰ κατορθωθῇ νὰ καταρτίζηται ὁ Προϋπολογισμός, ὅπως σήμερον ἔφθασε νὰ συντάσσηται, δηλαδὴ νὰ στηρίζηται κατὰ τὰ 9/10 ἐπὶ νόμων.
§78Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ὡς Ὑπουργὸς σεῖς δὲν ἐδώκατε οὕτω;
§79ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Δὲν ἠξεύρω ἂν ἐνθυμεῖσθε σεῖς, διότι εἶσθε νεώτερος, ὅτι ἄλλοτε κατεχωρίζετο εἰς τὸν νόμον περὶ ἐξόδων ἄρθρον 4, ἐγεῖρον κατὰ τοὺς χρόνους ἐκείνους μακρὰς συζητήσεις, καθ’ ἃς διεκρίνετο ὁ μακαρίτης Δεληγεώργης. Τὸ ἄρθρον 4 ἔδιδε προσωρινὴν ἄδειαν εἰς τοὺς Ὑπουργούς, μέχρις οὗ ψηφισθῇ νόμος, νὰ προβαίνωσιν εἰς ὡρισμένας ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ δαπάνας. Ἦτο τὸ οὕτω γινόμενον συγκατάβασις, μὴ τελείως συνταγματικὴ παραχώρησις, διὰ τὴν ἀναπόφευκτον τότε ἀνάγκην τῶν πραγμάτων. Τὸ ἄρθρον 4 αἱ Κυβερνήσεις ἐργασθεῖσαι προσεπάθησαν νὰ καταστήσωσιν ἄχρηστον, καὶ ἔφθασεν ἡ ὥρα, καθ’ ἣν πρῶτος ὁ Τρικούπης κατήργησεν αὐτὸ, ὑποβαλὼν εἰς πάσας σχεδὸν τὰς δαπάνας τῶν Ὑπουργείων βάσιν τὴν ὕπαρξιν νόμου. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι δὲν ὑπῆρξε δυνατὸν νὰ φθάσωμεν νὰ ἔχωμεν ἐπὶ παντὸς κεφαλαίου ἄνευ ἐξαιρέσεως νόμον, καὶ ἐξακολουθοῦμεν τὴν αὐτὴν συγκατάβασιν ἐνίοτε, τῇ συναινέσει μὲν πάντων, ἀλλὰ καὶ πολὺ κακῶς. Καὶ ἐγὼ βεβαίως ἔθηκα ὑπογραφὴν, ὡς Ὑπουργός, εἰς τοιαύτας συνδρομὰς, καθὼς καὶ πάντες οἱ ἄλλοι, ἀλλὰ τοῦτο δὲν σημαίνει καὶ ὅτι τὸ οὕτω πραττόμενον δὲν εἶναι καταδικαστέον. Ὅτε δὲ ἔχομεν πρὸ ὀφθαλμῶν, ὅτι τοιαύτας ἀνάγκας συνδρομῶν ἐπιβάλλουσι τὰ περὶ ἡμᾶς πράγματα, πρέπει νὰ φροντίζωμεν νὰ καθιστῶμεν ὅσον τὸ δυνατὸν σπανιωτέρας τὰς χορηγίας, καὶ νὰ περιορίζωμεν τὸ κακόν· διότι, ἐὰν προχωρήσῃ, ταχέως δὲν θέλομεν ἐπαρκέσει εἰς τὰ αἰτούμενα. Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας δὲν χορηγεῖ μόνον εἰς συλλόγους· χορηγεῖ καὶ συντάξεις. Ἔχει ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ἀναγεγραμμένην σύνταξιν 1000 περίπου δραχμῶν, πιθανὸν ὑπὲρ οἰκογενείας χρησίμου, ἥτις ἴσως εἶναι ἀξία ὑποστηρίξεως, ἀλλὰ ποῖος ἔδωκε τὸ δικαίωμα τοῦτο εἰς τὸν Ὑπουργόν;
§80Α. ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. Τὸ κονδύλιον αὐτὸ ἀναφέρεται εἰς χήραν καθηγητοῦ μὴ λαμβάνουσαν σύνταξιν. Τὸ εὑρίσκομεν εἰς τοὺς Προϋπολογισμοὺς πάντας· ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1896 ἐπὶ παραδείγματι φέρει κονδύλιον «διὰ χήραν καθηγητοῦ, μὴ λαμβάνουσαν σύνταξιν, δρ. 1400.»
§81ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Πῶς; Δίδονται σταθερῶς;
§82Α. ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. Κατὰ τὸ 1898 τὸ κονδύλιον περιωρίσθη εἰς 960 δραχμάς. Ἀναφέρεται ἐπίσης εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1902, ὅτι προστίθεται καὶ ἕτερον βοήθημα· ἀλλὰ τὸ πρόσθετον τοῦτο κονδύλιον ἀπαλείφεται συνεπείᾳ δηλώσεώς μου, καὶ μένει μόνον τὸ ποσὸν τῶν 960 δραχμῶν, ὅπερ δίδεται εἰς ὡρισμένην χήραν καθηγητοῦ. Στηρίζεται δὲ εἰς παλαιὸν Βασιλικὸν Διάταγμα, τῆς 9 Ἰουλίου 1883, ἐπὶ Ὑπουργοῦ Κ. Λομβάρδου ἐκδοθέντος. Ἐπειδὴ δὲ ὑπῆρχεν ἐν ἅπασι τοῖς μέχρι τοῦδε Προϋπολογισμοῖς, δὲν ἐθεωρήθη ὀρθὸν ν’ ἀπαλειφθῇ σήμερον. Καὶ θὰ εἴπητε μὲν, ὅτι ὑπάρχει νόμος τοῦ 1883, ἀπαγορεύων τὴν σύνταξιν διὰ Διατάγματος, ἀλλ’ ὑπάρχει, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, ἐδάφιόν τι ἐν τῷ νόμῳ ἐκείνῳ, καθ’ ὃ δύναται εἰς ἐκτάκτους περιστάσεις ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ παρέχῃ βοήθημα, οὐχὶ σύνταξιν, εἰς χήρας πασχούσας ὑπαλλήλων, οἱ ὁποῖοι δὲν συνεπλήρωσαν τὰ ἔτη τῆς συντάξεως. Ἐν περιπτώσει δὲ, καθ’ ἣν οἱ Ὑπουργοὶ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως συνυπογράψωσι τὸ σχετικὸν περὶ βοηθήματος τοιούτου Διάταγμα, στηρίζονται δὲ εἰς πίστωσιν περιεχομένην ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ Κράτους, ὑποθέτω, ὅτι τὸ μέτρον τοῦτο δύναται νὰ θεωρηθῇ, ὅτι στηρίζεται ἐπὶ τοῦ νόμου. Ὁμολογῶ ὅμως, ὅτι, αὐστηρῶς ἐξεταζομένου τοῦ πράγματος, καὶ τὸ βοήθημα τοῦτο δὲν στηρίζεται ἐπὶ νόμου, καὶ ἤμην ἕτοιμος νὰ ἀπαλείψω καὶ τοῦτο, ἐὰν, ὡς εἶπον, δὲν ἐστηρίζετο εἰς τὸ Βασιλικὸν Διάταγμα τοῦ 1883, καὶ ἐὰν ἐν τῇ ἀμφιβολίᾳ τοῦ κύρους αὐτοῦ δὲν ἐθεώρουν ἄδικον νὰ ἀπαλείψω βοήθημα, τὸ ὁποῖον διετήρησαν ἀλλεπάλληλοι Κυβερνήσεις, καὶ, ὡς εἶπον, περιωρίσθη εἰς ποσὸν 960 δραχμῶν, καὶ τὸ ὁποῖον περιείχετο εἰς πάντας τοὺς προηγουμένους Προϋπολογισμοὺς διὰ τὴν χήραν αὐτήν.
§83ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐγὼ δὲν ἐπεθύμουν νὰ κατηγορήσω ὑμᾶς διὰ τὴν φιλάνθρωπον ταύτην πρᾶξιν· θέλω μάλιστα λυπηθῆ, ἐὰν ὁ λόγος μου δώσῃ ἀφορμὴν εἰς τὸ νὰ πάθῃ ἡ χήρα ἐκείνη, ἥτις πέποιθα, ὅτι εἶναι ἀξία συμπαθείας· ἀλλὰ τὸ γινόμενον εἶναι ἐναντίον τοῦ νόμου, εἶναι ἐναντίον καὶ τοῦ Συντάγματος καὶ τοῦ νόμου· διότι ἡ ἱστορία τοῦ νόμου τοῦ 1883 εἶναι γνωστή. Οὕτως, ἐκ τοιούτων φιλανθρώπων διαθέσεων τῶν κατὰ καιροὺς Ὑπουργῶν κατήντησε νὰ δίδωνται ἄλλοτε εὐκόλως βοηθήματα, ἅτινα ἔφερον χαρακτῆρα συντάξεων...
§84Α. ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. Πρόκειται περὶ 960 δραχμῶν.
§85ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐγὼ ὁμιλῶ ἀπὸ νομικῆς ἀπόψεως, δὲν ὁμιλῶ περὶ τῆς οὐσίας τοῦ πράγματος· δὲν κατακρίνω ὑμᾶς διὰ τοῦτο, ἀλλὰ λέγω ὅτι, ὅτε ὑπάρχει νόμος, ὁ νόμος πρέπει νὰ ἐφαρμόζηται, λέγω δὲ, ὅτι τὸ κακὸν εἶχεν ἄλλοτε φθάσει μέχρι τοῦ σημείου, ὥστε τὰ βοηθήματα τὰ τοιαῦτα νὰ λάβωσι χαρακτῆρα συντάξεων καὶ νὰ δίδωνται μετ’ εὐκολίας δεξιὰ καὶ ἀριστερά. Σημειωτέον δὲ, ὅτι τὰ πλεῖστα αὐτῶν ἦσαν κατ’ οὐσίαν δεδικαιολογημένα, καὶ λόγῳ τῶν προσώπων, ἅτινα ἐλάμβανον αὐτὰ, καὶ ἕνεκα τῶν περιστάσεων, αἵτινες περιεστοίχιζον τὰ πρόσωπα. Ἀλλὰ δὲν ἦσαν νόμιμα, καὶ νόμος ἐπελθὼν ἐν ἔτει 1883 ἐξήλειψε τὸ κακόν. Ὁ νόμος οὗτος ἀπαγορεύει ῥητῶς πᾶσαν δόσιν μισθοῦ ἢ ἀποζημιώσεως ἄνευ εἰδικοῦ νόμου· οὕτω δ’ ἐτέθη τέλος εἰς τὸ γινόμενον κακὸν, διότι καὶ ὑπὸ οἰκονομικὴν ἔποψιν κακὸν ἦτο, καὶ ὑπὸ νομικὴν ἔποψιν ἦτο κακὸν, ὡς παρανομία. Βεβαίως εἶναι σκληρὸν νὰ ἀφαιρέσῃ τις τὸν ἄρτον ἀπὸ τῆς οἰκογενείας, εἰς ἣν παρεχωρήθη διὰ τοῦ βοηθήματος, ὃν αὕτη συνήθισε νὰ λαμβάνῃ· ἀλλὰ τὸ κακὸν διὰ τὸ Κράτος ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς τοιαύτης ἀρχῆς εἶναι πολὺ σπουδαιότερον. Ἰδοὺ τί λέγει ὁ νόμος (ἀναγινώσκει): «Δέν ἐπιτρέπεται εἰς τὸ μέλλον ἡ ἐκ τοῦ δημοσίου ταμείου χορηγία νέων διαρκῶν ἢ προσκαίρων χρηματικῶν βοηθημάτων ἄνευ εἰδικοῦ νόμου.» Ἄρθρον 2ον. «Ἐκτάκτως ἐπιτρέπεται, ἐντὸς τῶν ὁρίων τῆς ψηφιζομένης διὰ τοῦ ἐτησίου Προϋπολογισμοῦ πιστώσεως, ἡ χορηγία βοηθημάτων μέχρι μὲν δραχμῶν 25 δι’ ἀποφάσεως τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, μέχρι δραχμῶν 100 διὰ Β. Διατάγματος, ἄνω δὲ τῶν 100 ἐπίσης διὰ Β. Διατάγματος, ἀλλὰ τῇ προηγουμένῃ ἐγκρίσει τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου.» Ὥστε σταθερὸν βοήθημα δὲν ἐπιτρέπεται, εἴτε 25 δραχμῶν, εἴτε 100, εἴτε ἄνω τῶν 100. Βοήθημα κατὰ περιόδους διδόμενον σταθερῶς ἀποβαίνει σύνταξις ἢ μισθὸς, καὶ τοῦτο ἀπαγορεύει ὁ νόμος. Τὸ δὲ ἄρθρον, ὅπερ ἐπεκαλέσθη ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὑπὲρ ἐμψυχώσεως συλλόγων κλπ., τὸ ἄρθρον 2 τοῦ Διατάγματος περὶ ἁρμοδιότητος τῆς Γραμματείας, ἔχει ὡς ἑξῆς ἐν ἐδαφίῳ ηʹ (ἀναγινώσκει): «Ἡ ἐμψύχωσις τῶν καταγινομένων εἰς ἐπιστημονικὰς ἐρεύνας πρὸς παρέκτασιν τῆς σφαίρας τῶν ἀνθρωπίνων γνώσεων καὶ πρὸς δημοσίευσιν τῶν εὑρισκομένων εἰς τὰς βιβλιοθήκας τῶν Μοναστηρίων χειρογράφων, καθ’ ὅσον αὐτὰ ἤθελον εἶσθαι εἰσέτι ἄγνωστα καὶ ἀξιότιμα δι’ οἱανδήποτε ἐπιστήμην.» Ἐὰν δώσητε τοιαύτην ἔκτασιν καὶ δύναμιν εἰς τὸ ἄρθρον αὐτὸ, ὁποίαν ἀπεπειράθητε, δὲν θέλετε δυνηθῆ πρὸ οὐδενὸς νὰ σταθῆτε. Πᾶς, ὅστις δημοσιεύει χειρόγραφα, θέλει ζητήσει νὰ χορηγήσητε εἰς αὐτὸν τὸ πρὸς δημοσίευσιν αὐτῶν ἀπαιτούμενον χρῆμα, καὶ θέλετε πολιορκηθῆ ὑπὸ πλήθους αἰτήσεων, καθ’ ὧν δὲν θέλετε ἔχει τὴν δύναμιν ν’ ἀντισταθῆτε.
§86Α. ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. Μόνον εἰς τὸν Σάθαν ἐδόθη ἐπὶ τοιούτῳ λόγῳ ποσὸν 3,000 δραχμῶν χάριν τῆς ἐθνικῆς ἱστορίας. Τὸ πρῶτον ἐδάφιον δίδει ὅμως, μοὶ φαίνεται, δικαίωμα πρὸς συνδρομὴν κοινωφελῶν συλλόγων καὶ σωματείων καὶ ἐμψύχωσιν τῶν ἐπιστημῶν. Δὲν πρόκειται δὲ, σημειωτέον, περὶ ἱδρύσεως δημοσίων θέσεων, ἀλλὰ περὶ προσκαίρων βοηθημάτων.
§87ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Δὲν φρονῶ, ὅτι τὸ ἄρθρον δίδει τοιοῦτο δικαίωμα, ὅπως δὲν δίδει εἰς ὑμᾶς δικαίωμα τὸ ἄλλο ἐδάφιον αὐτοῦ νὰ ἔχητε Ἐμπορικὰς Σχολὰς ἄνευ νόμου. Λοιπὸν—ἐπανέρχομαι ἀπὸ τῆς παρεκβάσεως—136,000 διὰ συνδρομὴν συλλόγων ἐν ἀμφοτέροις τοῖς Ὑπουργείοις. Οὐδέποτε ἄλλοτε ἐψηφίσθη τοσοῦτο ποσόν. — Πρόκειται περὶ τῆς πρὸς δαπάνας τάσεως τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν,—διότι οἱ Ὑπουργοὶ εἶναι ἀλληλέγγυοι, καὶ προκειμένου περὶ δαπανῶν συνεννοοῦνται, συναρμολόγος δὲ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὀφείλει νὰ προκαλῇ τῶν συναδέλφων αὑτοῦ τὴν προσοχὴν, ἀντιτάσσων εἰς τὰς αἰτήσεις αὐτῶν παρατηρήσεις,—πρόκειται, λέγω, περὶ τῆς τάσεως τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν πρὸς ἀλογίστους δαπάνας· καὶ ἐξακολουθῶ.—20,000 δραχμαὶ δι’ ἀνέγερσιν Ἐθνικοῦ Τυπογραφείου. Ἆρά γε ἐφθάσαμεν εἰς τὸν χρόνον, καθ’ ὃν κατέστη ἀπαραίτητος ἡ ἀνέγερσις ἄλλου καταστήματος ὑπὲρ τοῦ Ἐθνικοῦ Τυπογραφείου;...
§88Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἤρχισεν ἀπὸ πέρυσι καὶ ἐξακολουθεῖ ἡ ἀνέγερσις.
§89ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τοῦτο δὲν ἐγνώριζον, καὶ παρέρχομαι αὐτὸ, διαγράφων τὰς 20,000... Ἀλλ’ ἀκούσατε τοῦτο τὸ ἄλλο, εὕρημα τῆς πρώην Κυβερνήσεως, υἱοθετηθὲν ὑπὸ τῆς παρούσης· 35,000 δι’ ἀμοιβὰς διαγωνιζομένων ἀρχιτεκτόνων. Ἡ πρώην Κυβέρνησις ἐθεώρησεν ἀπαραίτητον νὰ σκεπάσῃ τὴν Ἑλλάδα δι’ οἰκοδομῶν, καὶ ὅτι ἦτο ἀνάγκη, ὅπως ἐνθαρρύνωνται οἱ ἐγχώριοι ἀρχιτέκτονες, νὰ προκηρύσσωνται περὶ αὐτῶν διαγωνισμοί. Ταύτας τὰς γνώμας παρακολουθοῦντες καὶ οἱ σημερινοὶ Ὑπουργοὶ, ἀνέγραψαν πρὸς τοῦτο 35,000 δρ. Τοιαῦται πιστώσεις πρέπει νὰ διαγραφῶσι.
§90ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Ἤδη εἶναι διαγωνισμὸς ὑπὲρ τοῦ σχεδίου πρὸς ἀνέγερσιν Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν.
§91ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Καὶ τί τὸ θέλετε; Δὲν ἔχετε κατάστημα τοῦ Ὑπουργείου τούτου; Καὶ διατὶ νὰ μὴ κατασκευάσητε νέα ὅλα τὰ Ὑπουργεῖα;
§92ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Ὅταν πρόκηται νὰ γείνῃ μία δαπάνη 1,000,000 περίπου, ὡς θὰ ἦναι ἡ διὰ τὸ Ὑπουργεῖον αὐτὸ, ἐὰν εὑρεθῶμεν εἰς θέσιν νὰ κάμωμεν αὐτὴν, τότε βεβαίως ὀρθὸν θὰ ἦναι ἀντὶ ὀλίγων χιλιάδων νὰ ἔχωμεν σχέδιον ἐγκεκριμένον.
§93Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ὑπάρχει καὶ ἄλλος λόγος, ὅτι ἡ δαπάνη δι’ αὐτὰ θὰ ἐξοικονομηθῇ ἄνευ σχεδὸν θυσίας τινὸς ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ. Γινώσκετε καλῶς, ὅτι ὑπάρχουσι πολλαὶ οἰκοδομαὶ, κατέχουσαι οἰκόπεδα μεγίστης ἀξίας· ἐγένετο σκέψις, ὅπως τὸ Δημόσιον διὰ τῆς ἀξίας τῶν οἰκοπέδων αὐτῶν οἰκοδομήσῃ τὰ ἀναγκαῖα κτίρια εἰς ἕτερα μέρη, ὅπου τὰ οἰκόπεδα ἔχουσι μικρὰν ἀξίαν. Οὕτως ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις εἶχεν ἀποφασίσει νὰ οἰκοδομήσῃ τὸ Ἐθνικὸν Τυπογραφεῖον εἰς πάροδον τῆς ὁδοῦ Πατησίων, ὅπως κερδήσῃ τὴν ἀξίαν τοῦ λαμπροῦ αὐτοῦ οἰκοπέδου. Ἐπίσης εἶχε γείνῃ σκέψις καὶ διὰ τοὺς σταύλους τοῦ Βασιλέως. Δὲν πιστεύω νὰ ὑπολαμβάνητε, ὅτι τὰ μέτρα ταῦτα δὲν εἶναι ὀρθὰ καὶ σκόπιμα καὶ ἐπικερδῆ διὰ τὸ Δημόσιον.
§94ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐγὼ ὁμολογῶ, ὅτι μὲ καταλαμβάνει τρόμος, ὅταν ἀκούω τοιαῦτα σχέδια καὶ βλέπω κερδοσκοπίας κυβερνητικὰς, αἵτινες δὲν μοὶ φαίνονται συνάδουσαι πρὸς τὴν ἐντολὴν καὶ ἀνάλογοι πρὸς τὸ ἀξίωμα τῶν Ὑπουργῶν, κερδοσκοπίας κυβερνητικὰς διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους. Διότι ἔχετε ἤδη δημόσιον κατάστημα Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ δὲν ἐπιβάλλεται εἰς ὑμᾶς ἀναπόδραστος ἀνάγκη νὰ ἐγκαταλίπητε αὐτό. Ἐὰν δὲ ἀποβλέψητε εἰς τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν τῆς Ἑλλάδος, θέλετε ἴδει, ὅτι αὕτη δὲν εἶναι καλλιτέρα τῆς τοῦ σημερινοῦ καταστήματος τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν...
§95Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἀλλ’ οἱ διαγωνισμοὶ αὐτοὶ δὲν διεξάγονται ἐν πνεύματι δικαιοσύνης.
§96ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐγὼ φαντάζομαι τὰ πάντα ἄρτια, ἀλλὰ διαμαρτύρομαι κατὰ τοῦ σχεδίου.
§97Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Διότι διαδίδεται, ὅτι χάριν ὡρισμένου προσώπου γίνεται ἡ ἀναβολή.
§98ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἀκούσατε νῦν, Κύριοι, ἄλλην πίστωσιν. Ἄλλη πίστωσις πρωτίστης ἀνάγκης! 20,000 δραχμαὶ εἰς ἐπισκευὴν τῶν Ἀνακτόρων καὶ ἐγκατάστασιν ἠλεκτρικοῦ φωτός. Καὶ ἐρωτῶ ἐνταῦθα, πρῶτον· τίς ἡ ἀνάγκη νὰ ἀναλάβητε ὑμεῖς ἐπισκευὰς καὶ ἐγκαταστήσητε ἠλεκτρικὸν φῶς; ὁ ἐπικαρπωτὴς εἶναι καὶ ὁ ἐπισκευάζων, ὁ ἐπικαρπωτής, ὁ ἔνοικος εἶναι ὁ φωτίζων ἑαυτόν. Δὲν πιστεύω, κύριε Ὑπουργὲ τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅτι ἐνοικιάσετε ὑμεῖς ποτὲ πρὸς ἄλλον τὴν ὑμετέραν οἰκίαν, καὶ ἐκρίνατε ἑαυτὸν ὑπόχρεων νὰ ἐγκαταστήσητε ἠλεκτρικὸν φῶς ὑπὲρ τοῦ ἐνοίκου, Ὁ ἐπικαρπωτὴς μάλιστα, γνωρίζετε, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι δὲν εἶναι ἁπλοῦς ἐνοικιαστής· φέρει πάσας τὰς δαπάνας τῶν ἐπισκευῶν, ἐκτὸς τῶν μεγάλων. Φέρει δὲ τὰς δαπάνας τοῦ φωτισμοῦ ὁ ἔνοικος, τοῦ λύχνου τοῦ ἐλαίου, ὃν θέλει καύσει, ἢ τοῦ πετρελαίου· ἂν ἀντὶ ἐλαίου θέλῃ ἠλεκτρικόν, αὐτὸς θέλει δαπανήσει. Καὶ ἂν ἤμεθα εἰς θέσιν νὰ δαπανῶμεν εὐχερῶς, δὲν ἤθελον φέρει τὸν λόγον περὶ τοῦ θέματος, ἀλλὰ γινώσκομεν, ὅτι δὲν εὐκολυνόμεθα νὰ δαπανήσωμεν περισσότερα. Ἔχετε ἔπειτα 30,000 δραχμὰς διὰ τὸ κιγκλίδωμα τοῦ Ἀνακτορικοῦ κήπου. Τὸ κιγκλίδωμα τὸ ξύλινον ὑπάρχει ἀπὸ πολλῶν ἐτῶν, εἶναι ἀηδέστατον, καὶ εὐχαρίστως θὰ τὸ ἔβλεπον ἀντικαθιστάμενον διὰ σιδηροῦ. Ἀλλὰ τίς ἡ βία; ἀφοῦ ἔζησεν ὁλόκληρον τὸν βίον τῆς βασιλίσσης Ἀμαλίας καὶ τοῦ Ὄθωνος, καὶ τριάκοντα ὀκτὼ ἔτη τῆς βασιλείας Γεωργίου, ἂς ἀναβληθῇ εἰς κρείττονα ὥραν ἡ ἀντικατάστασις αὐτοῦ. Ἐνταῦθα δ’ ἔχομεν καὶ ἄλλα τρωτά, περὶ ὧν ἐπιφυλάσσομαι νὰ ὁμιλήσω εἰδικώτερον κατὰ τὴν ὥραν τῆς συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου· διότι παρουσιάζετε δαπάνην 30,000 δραχμῶν διὰ μέρος τοῦ κιγκλιδώματος, κατὰ τὸ νομοσχέδιον, ἐνῷ ὠφείλετε, κατὰ τὸν νόμον τοῦ 1894, νὰ ὁρίσητε τὴν ὅλην δαπάνην τοῦ κιγκλιδώματος. Εἶναι ἑνιαῖον ἔργον ἡ περικιγκλίδωσις τοῦ κήπου τοῦ ἀνακτορικοῦ, ἀλλὰ δὲν τολμᾶτε νὰ παρουσιάσητε τοιοῦτο περὶ τοῦ ὅλου νομοσχέδιον, διότι θέλει ἀποδειχθῆ, ὅτι πρόκειται περὶ δαπάνης δραχ. 300,000, καὶ ζητεῖτε νὰ δώσητε εἰς ἡμᾶς τὸ φάρμακον κατὰ δόσεις. Τὸ νομοσχέδιον ὑμῶν εἶναι ἀδύνατον νὰ ψηφισθῇ ὡς ἔχει, διότι ὀφείλετε νὰ προσαγάγητε, κατὰ τὸν νόμον, προϋπολογισμὸν τῆς ὅλης δαπάνης...
§99ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Ἡ ὅλη δαπάνη ἔχει προϋπολογισθῆ εἰς 150,000 δραχμάς, ἔχει δὲ ἀποφασισθῆ νὰ γείνῃ εἰς πέντε δόσεις.
§100ΛΕΒΙΔΗΣ. Δὲν τὰ κάμνετε οἰκόπεδα καλλίτερα!
§101ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Αὐτὴ εἶναι ἡ γνώμη σας, κύριε Λεβίδη· ἡμεῖς ἔχομεν ἰδίας γνώμας ἐπὶ τοῦ προκειμένου.
§102ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐγὼ ἔχω τὴν γνώμην, κ. Ὑπουργέ, ὅτι τὸ κιγκλίδωμα πρέπει νὰ κατασκευασθῇ, καὶ δαπάναις τοῦ Κράτους, διότι ὁ κῆπος εἶναι κτῆμα τοῦ Κράτους· ἀλλὰ βλέπω, ὅτι τὸ νομοσχέδιον ὑμῶν εἶναι νομοσχέδιον σπατάλης, καὶ ἄκαιρον καὶ μὴ σύμφωνον πρὸς τὸν Λογιστικὸν Νόμον, διότι παρουσιάζετε μέρος τῆς δαπάνης καὶ ὄχι τὴν ὅλην δαπάνην, ὡς ἀπαιτεῖ ὁ κείμενος νόμος· ἔχω δὲ καὶ τὴν γνώμην, ὅτι, ἂν ἐπιστήσητε τὴν προσοχὴν τῶν συνταξάντων τὸν προϋπολογισμὸν καὶ τὰ σχέδια, θέλετε ἴδει ἀνερχόμενον τὸ πρὸς κατασκευὴν τοῦ ὅλου κιγκλιδώματος ποσὸν πολὺ ὑψηλότερον τῶν 150,000 δραχμῶν. Ἔχω πολλοὺς δισταγμοὺς πρὸς τὰς τοιαύτας μελέτας, διότι καὶ ἐγὼ εἶμαι παθών, καὶ ἔχω πικρὰν πεῖραν· διὰ τὸ Ἀνάκτορον τοῦ Διαδόχου προϋπελογίσαμεν 500,000 δραχμάς, καὶ ἐφθάσαμεν εἰς δραχ. 1,500,000! Ἀλλ’ ἐνταῦθα τὸ πρᾶγμα εἶναι ἁπλούστατον· τὸ κιγκλίδωμα θέλετε νὰ ἔχῃ μάρμαρον ὡς βάσιν;... τετραγώνους λίθους;
§103ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Μάλιστα.
§104ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐρωτήσατε περὶ τούτων καὶ τῆς τιμῆς αὐτῶν, καὶ φέρετε τὴν ἀπάντησιν, ὅταν ἔλθῃ εἰς συζήτησιν τὸ νομοσχέδιον. Ἄλλαι δαπάναι, κατὰ σειράν, τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν: 25,000 δραχμὰς ὑπὲρ γεωργικῆς ἑταιρείας ἰδιωτικῆς· 25,000 δραχ. ὑπὲρ ἰδιωτικῆς ἑταιρείας· κατὰ ποῖον ἔτος; κατὰ τὸ ἔτος, καθ’ ὃ ἐπιβαρύνεται ὁ Προϋπολογισμὸς διὰ γεωργικὰς δαπάνας τοῦ Κράτους κατὰ 400,000 δρ. καὶ πλέον δραχμάς· καθ’ ὃ ἔτος ἀναγκαζόμεθα νὰ ἐγγράψωμεν εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν διὰ τὴν γεωργίαν δρ. 400,000, κατ’ ἐκεῖνο τὸ ἔτος ἀνακαλύπτομεν, ὅτι εἶναι ἀπαραίτητος ἀνάγκη νὰ δώσωμεν βοήθημα 25,000 δραχμῶν εἰς ἰδιωτικὴν ἑταιρείαν! Καὶ ἐπὶ τίνος νόμου στηριζόμενοι προτείνετε νὰ δώσωμεν εἰς τὴν ἑταιρείαν αὐτὴν χρήματα τοῦ Δημοσίου; Ἔχετε νόμον;
§105ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Διότι ἡμεῖς ἔχομεν τὴν ἰδέαν, ὅτι ὁ Προϋπολογισμὸς εἶναι νόμος.
§106ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τότε εἴμεθα περιττοὶ ἡμεῖς ἐνταῦθα.
§107ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Πῶς! δὲν ψηφίζετε σεῖς τὸν Προϋπολογισμόν;
§108ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἄλλο τοῦτο. Θέλομεν δὲ ἴδει μεθαύριον, πῶς ψηφίζεται ὁ Προϋπολογισμός, πῶς ψηφίζονται τὰ κεφάλαια καὶ τὰ ἄρθρα τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἐντὸς ἡμισείας ὥρας.
§109ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Αὐτὸ εἶναι ἀποτέλεσμα τῶν διαθέσεων, τὰς ὁποίας δεικνύει ἡ Ἀντιπολίτευσις, ἐπιμένουσα εἰς κωλυσιεργίας. Ἐὰν ἐβάδιζε διαφορετικά, θὰ ἐψηφίζετο μετὰ πάσης ἡσυχίας ὁ Προϋπολογισμὸς καὶ μετὰ συζήτησιν ἐπὶ ἑκάστης λεπτομερείας.
§110ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Πάντοτε οὕτω γίνεται· εὐθὺς μετὰ τὴν γενικὴν συζήτησιν ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, τὰ κεφάλαια καὶ ἄρθρα τῶν διαφόρων Ὑπουργείων ψηφίζονται ἐντὸς δύο ὡρῶν. Ἐγὼ δὲ παρέστην καὶ εἰς ψήφισιν Προϋπολογισμοῦ ἐντὸς ἡμισείας ὥρας· ἀλλὰ τὸ αὐτὸ δὲν συμβαίνει προκειμένου περὶ νομοσχεδίων. Πῶς καὶ πότε θέλετε νὰ ἐπιμείνωμεν διονυχίζοντες ἕκαστον κεφάλαιον, ἕκαστον ἄρθρον, ἕκαστον ἐδάφιον; Ἐνταῦθα ἔχομεν ὑπὲρ τῆς γεωργίας: συνδρομὴν τοῦ Δημοσίου πρὸς συντήρησιν τῶν Γεωργικῶν Σχολῶν, κατὰ τὸν περὶ τούτου νόμον τοῦ 1897 κλπ., 417,000 δραχμάς· ἦσαν πέρυσιν 175,000· ἤτοι 242,000 δρ. ἐπὶ πλέον. Ὡς βλέπετε, ἠναγκάσθημεν ἐφέτος, διότι ἐξηντλήθησαν οἱ περισσεύοντες πόροι τῶν κληροδοτημάτων, νὰ ἀναλάβωμεν τὸ μέγιστον μέρος τῆς δαπάνης τῶν γεωργικῶν ἱδρυμάτων τοῦ Κράτους. Βεβαίως οὐδὲ λεπτὸν πρέπει ν’ ἀποκοπῇ ἐκ τούτων· δεδικαιολογημένη δαπάνη· τίς λέγει ν’ ἀφαιρέσητε λεπτόν; Ἀλλ’ ὅτε ἔχετε τοσοῦτον πλούσιον καὶ δαπανηρὸν τὸ ἵδρυμα τὸ γεωργικόν, ὥστε αἰσθάνεσθε τὴν ἀνάγκην νὰ ἐρωτήσητε, ἂν ἐδόθη μέχρι τῆς σήμερον καιρὸς καὶ εἰς αὐτὰς τὰς Σχολὰς καὶ τοὺς Σταθμοὺς τοὺς ὑπάρχοντας νὰ παραγάγωσι τοὺς προσδοκωμένους καρπούς, δι’ οὓς ἡ δαπάνη, ἢ πρέπει πρὸς τοῦτο νὰ περιμείνωμεν ἔτη τινὰ ἐπιπροσθέτως, ἔρχεσθε καὶ αὐξάνετε τὰς δαπάνας, δίδοντες συνδρομὰς εἰς ἰδιωτικὴν ἑταιρείαν! Αἱ ἰδιωτικαὶ ἑταιρεῖαι εἶναι καλαί· ἂς φροντίσωσιν, ὡς καλοὶ συνεισφορεῖς, οἱ ἑταῖροι, τὰ μέλη τῶν ἑταιρειῶν νὰ καταβάλωσι χρήματα ὑπὲρ εὐοδώσεως τῆς ἐπιχειρήσεως αὑτῶν· ὅπως διεξαγάγωσι τὸ ἔργον, ἀρκεῖ εἰς αὐτὰς ἡ εὔνοια τῆς Πολιτείας καὶ ἡ ἄλλη προστασία, ἣν παρέχει· παρὰ δὲ τῶν ἰδιωτῶν ἂς λάβωσι τὸ χρῆμα· διότι τὸ Κράτος παρέχει ὑπὲρ τῆς γεωργίας ἱκανά, περισσότερα ἴσως παρ’ ὅ,τι δύναται. Καὶ ἔχετε ἐνταῦθα 32,000 δραχμάς! Ἑπτὰ χιλιάδας δρ. βοηθήματα εἰς ἄλλους Συλλόγους γεωργικούς, καὶ 25,000 εἰς τὴν Γεωργικὴν Ἑταιρείαν, τὴν ὑπὸ τὴν προστασίαν τοῦ Βασιλέως. Ἀλλ’ ὅτε ὑμεῖς οὕτω σπείρετε τοσοῦτον σπόρον, ποῦ θέλετε νὰ σταματήσωσιν οἱ διάδοχοι ὑμῶν, ἀφοῦ ἀνοίξητε τὴν ὁδόν; Πανταχόθεν ζητοῦνται τοιαῦτα βοηθήματα, καὶ ζητοῦνται ἐνίοτε λίαν εὐλόγως· ἀλλ’ εἶναι εἰς θέσιν τὸ Κράτος νὰ δίδῃ εὐκόλως, καὶ πρέπει νὰ δίδῃ βοηθήματα εἰς ἑταιρείας, ἐν αἷς μάλιστα τὸ πᾶν συγκεντροῦται εἰς τὴν θέλησιν ὀλίγων, ἢ εἰς τὴν θέλησιν ἑνός; Διότι ἡ Γεωργικὴ Ἑταιρεία, ὑπὲρ ἧς παρέχετε 25,000 δραχμάς, ἔχει καὶ τοῦτο τὸ ἔκτακτον, ὅτι, ὅ,τι δήποτε καὶ ἂν ἀποφασίσωσιν οἱ σύμβουλοι αὐτῆς, ἂν ἡ γνώμη αὐτῶν ἀντίκειται εἰς τὴν θέλησιν ἑνός, δὲν ἰσχύει, οὐδ’ ἐφαρμόζεται. Ἠθέλησαν οὕτω νὰ πράξωσιν οἱ ἱδρυταὶ τῆς Ἑταιρείας, καὶ καλῶς ἔπραξαν, ἀφοῦ ἦσαν κύριοι, ὡς ἐσκέφθησαν, οὕτω καὶ νὰ πράξωσι,— δὲν ἔχω δικαίωμα νὰ κατακρίνω,— ἀλλὰ τὸ Κράτος, ὅταν δύναται νὰ συνεισφέρῃ, συνεισφέρει ἐκεῖ μόνον, ὅπου ἡ γνώμη τῶν πλειόνων κρατεῖ καὶ αὐτὸ ἐποπτεύει· ἂν ἄλλη γνώμη ἐπικρατῇ, τὰ πάντα ἂς ἀναθέσωμεν εἰς ἕνα, μενόντων μόνων τῶν Ὑπουργῶν εἰς τὰς θέσεις αὐτῶν, ἡμεῖς δὲ ἂς ἐπιδοθῶμεν εἰς τὰς ἰδιωτικὰς ἡμῶν ἀσχολίας. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας εὗρε τὸν καιρὸν κατάλληλον νὰ ἐπιφέρῃ προσθήκας εἰς τὸ Πανεπιστήμιον, προσθήκας μισθῶν. Καὶ δὲν εἶναι μόνον κατακριτέος, ὅτι προσθέτει μισθούς, ἀλλὰ καὶ ὅτι προσθέτει αὐτοὺς παρανόμως· διότι ὑπάρχει νόμος, ὅστις ἀπαγορεύει εἰς αὐτὸν νὰ προσθέσῃ εἰς τὸ Πανεπιστήμιον θέσεις καὶ μισθούς.—Παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε, νὰ μοὶ φέρωσι τὴν συλλογὴν τῶν νόμων τοῦ 1899 καὶ 1900.— Ὁ Πρόεδρος τοῦ τελευταίου Ὑπουργείου εἰσήγαγε προπέρυσι νομοσχέδιον, καθ’ ὃ εἰς τὸ Πανεπιστήμιον ἐχορηγοῦντο 130,000 τόσαι δραχμαὶ πρὸς πληρωμὴν τῶν μισθῶν τῶν καθηγητῶν καὶ τοῦ ἄλλου προσωπικοῦ τοῦ Πανεπιστημίου· ἐπειδὴ δὲ ἡ πρόνοια ἦτο προσωρινὴ διὰ τὸ ἔτος ἐκεῖνο μόνον, τῇ παρατηρήσει μου ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἀπεδέχθη νὰ διατυπωθῇ διαρκής. Ἀλλ’ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ καθωρίζοντο αἱ θέσεις, καὶ πέραν τῶν οὕτως ὡρισμένων θέσεων δὲν ἐπετρέπετο νὰ καταβληθῇ συνδρομὴ ὑπὲρ τοῦ Πανεπιστημίου. Τὸ νομοσχέδιον ἐγένετο νόμος· καὶ ὁ Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας προσθέτει σήμερον μὴ ἐπιτρεπομένην ὑπὸ τοῦ νόμου συνδρομήν! Καὶ εἶναι νομικός! Ὑποθέτω, ὅτι δὲν εἶχε τὸν καιρὸν νὰ ἐξετάσῃ τὸ ζήτημα (ἀναγινώσκει): «Ἄρθρον 1. Ἐπιτρέπεται ἵνα πληρώνωνται ἐκ τοῦ δημοσίου ταμείου τὰ ἔξοδα τῆς ἐν τῷ Ἐθνικῷ Πανεπιστημίῳ διδασκαλίας, ὑπολογιζόμενα ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1899, εἰς ὃν ὑπὸ τὰ ἐδάφια βʹ, γʹ, δʹ καὶ εʹ τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ κεφαλαίου 3 λεπτομερῶς ἀναγράφονται.» Πέραν τοῦ κεφαλαίου, τοῦ ἄρθρου καὶ τῶν ἐδαφίων τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1899 δὲν ἔχετε τὴν ἄδειαν νὰ προσθέσητε ὅ,τι δήποτε· καὶ ὑμεῖς προσεθέσατε τέσσαρας ἢ πέντε θέσεις!...
§111Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τί ἀπολογεῖσαι, κατηγορούμενε; (γέλωτες).
§112Α. ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Ποῖαι θέσεις δὲν ὁρίζονται;
§113ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἀναδράμετε εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν, καὶ θέλετε εὕρει τὰς θέσεις.
§114ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. Ποίας θέσεις προσέθεσα;
§115ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. (ἀναγινώσκει). «Βοηθὸν ταριχευτοῦ τοῦ Φυσιογραφικοῦ Μουσείου.»
§116ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. Ποία σελίς;
§117ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. 276. Ὁ ταριχευτὴς τοῦ Φυσιογραφικοῦ Μουσείου δὲν ἠξεύρω ποῖος εἶναι· ἀλλὰ γινώσκω, ὅτι τὸ ταριχευτήριον τοῦ Μουσείου δίδει ἀφορμὰς συχνὰς εἰς κατάχρησιν τοῦ νόμου περὶ κυνηγεσίας, διότι πολλοί, θέλοντες νὰ κυνηγήσωσι καὶ πέραν τῆς διατεταγμένης ὥρας τοῦ ἔτους, λαμβάνουσιν ἄδειαν θήρας, ἐπὶ πιστοποιήσει ὅτι κυνηγοῦσιν ὑπὲρ τοῦ ταριχευτηρίου τοῦ Μουσείου.
§118ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ. Πρέπει νὰ καταργηθῶσιν αἱ ἄδειαι αὐταί. Χειροτέρα κατάχρησις δὲν γίνεται!
§119ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Λοιπὸν δι’ αὐτὸ διορίζεται βοηθὸς, ἵνα πολλαπλασιασθῶσιν, ὑποθέτω, αἱ ἄδειαι πρὸς κυνηγεσίαν. Ἐπίσης προστίθεται ἐπιμελητὴς τοῦ φαρμακολογικοῦ ἐργαστηρίου. Αὗται αἱ δύο θέσεις προστίθενται. Ἰδοὺ ἀπέναντι, εἰς τὰς παρατηρήσεις, ἡ σημείωσις: «ἕνεκα προσθήκης βοηθοῦ τοῦ φαρμακευτικοῦ χημείου κλπ.» Αὐξάνετε δὲ καὶ μισθοὺς, ὡς βλέπετε, ἐνῷ δὲν ἔχετε δικαίωμα ν’ αὐξήσητε αὐτοὺς, διότι εἶναι ὡρισμένοι ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1899 κατὰ τὸν ἄνω νόμον.
§120ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. Εἶναι θέσεις, αἱ ὁποῖαι ἐζητήθησαν ὑπὸ τοῦ Πανεπιστημίου. Βεβαίως θὰ λάβω ὑπ’ ὄψιν τὰς παρατηρήσεις σας.
§121ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐζητήθησαν παρὰ τοῦ Πανεπιστημίου; Καὶ εἰς τὸ Πανεπιστήμιον θ’ ἀντιτάξητε, ὅτι ὁ νόμος δὲν ἐπιτρέπει, διότι εἶναι ἐν αὐτῷ ὡρισμέναι καὶ αἱ θέσεις καὶ ὁ μισθός. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν ἔχει καὶ αὐτὸς τὴν μερίδα του. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν διεσκεύασε τὸν προϋπολογισμὸν τῆς χωροφυλακῆς κατὰ τρόπον, ὥστε νὰ αὐξηθῇ ὁ ἀριθμὸς τῶν ἀξιωματικῶν· διότι πρώτην φορὰν ἀναγράφονται 170 ἀξιωματικοὶ τῆς χωροφυλακῆς· μέχρι σήμερον ἀνεγράφοντο 144. Εἶναι ἀληθές, ὅτι ἔρχεται ἔπειτα ἡ ἔκπτωσις λόγῳ κενῶν θέσεων, μετακινήσεων κλπ., ἀλλὰ πολὺ μὲ φοβίζει αὕτη ἡ ἀνάμνησις τῶν 26 ἐλλειπουσῶν θέσεων καὶ ἡ προσθήκη εἰς τὸν Προϋπολογισμόν.
§122Γ. ΚΟΡΠΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Ἐπιτρέπεται ὑπὸ τοῦ νόμου.
§123ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐπιτρέπεται βεβαίως· ἀλλὰ πρέπει νὰ ἐνθυμηθῆτε, ὅτι ψέγω τὴν τάσιν πρὸς δαπάνας ὑπερβολικάς.
§124ΚΟΡΠΑΣ. Ἕνεκα τῶν νέων Μοιραρχιῶν.
§125ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐκ τῶν βεβαιώσεων τῶν ὑμετέρων προκατόχων ἡ Βουλὴ ἐπίστευεν, ὅτι αἱ νέαι Μοιραρχίαι δὲν ἤθελον προσθέσει δαπάνας. Διεμαρτυρόμην ἐγὼ καὶ ἔλεγον, ὅτι θὰ προσθέσωσι, καὶ ἐκεῖνοι ἀπήντων ὄχι. Τὰ πράγματα ἀποδεικνύουσι νῦν, ὅτι εἶχον δίκαιον, διότι τώρα ὑμεῖς εὑρίσκετε τὴν ἀνάγκην.
§126ΚΟΡΠΑΣ. Ὑπάρχουσι Μοιραρχίαι σήμερον, διοικούμεναι ὑπὸ ὑπομοιράρχων καὶ ἀνθυπομοιράρχων.
§127ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Λοιπὸν βλέπετε, ὅτι ἐπέρχεται νῦν ἐκεῖνο, ὅπερ ἐφοβούμην, ἐκ μόνης τῆς ἀναγραφῆς τοῦ ἀριθμοῦ.
§128ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Οἱ 26 ὅμως αὐτοὶ εἶναι ἀξιωματικοὶ τοῦ οἰκονομικοῦ.
§129ΚΟΡΠΑΣ. Διαχειρισταί.
§130ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Μάλιστα. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν εὗρεν, ὅτι εἶναι ἡ περίστασις κατάλληλος ν’ αὐξήσῃ τὸ διπλωματικὸν προσωπικόν, καὶ προσθέτει πρέσβεις. Ἐγὼ εἶμαι ἐκ τῶν φρονούντων, ὅτι αἱ Πρεσβεῖαι δὲν εἶναι περιτταί, καὶ πρεσβεύω, ὅτι πρέπει νὰ γίνωνται δαπάναι δι’ αὐτὰς καὶ ἄν, ὡς εἶναι φυσικόν, τὰ κέρδη τὰ ἐκ τῶν δαπανῶν τούτων ἐπέρχωνται ἀραιά· διότι εἶναι δυνατόν, ἐὰν αἱ Πρεσβεῖαι δὲν κατέχωνται ἀπὸ καιροῦ κανονικῶς ὑπὸ τῶν ἁρμοδίων, ὅταν ἔλθῃ ἡ ὥρα τοῦ κέρδους, ν’ ἀπολέσωμεν αὐτό, διότι εὑρίσκεται κενὴ ἡ θέσις τοῦ πρεσβευτοῦ, τοῦ καταλλήλου πρὸς διεξαγωγὴν τοῦ ἔργου. Ἀλλά, καίτοι φρονῶ τοιαῦτα, εὑρέθην εἰς ὥραν, καθ’ ἣν τὴν πρωτοβουλίαν ἐγὼ αὐτὸς ἔλαβον καὶ ἐγὼ παρέστησα εἰς τὸν τότε Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι ἦτο καλόν, ὄχι μόνον νὰ μὴ πληρώσωμεν τὰς θέσεις τὰς κενὰς τῶν πρεσβευτῶν, ἀλλὰ καὶ τοὺς ὑπολοίπους πρεσβευτὰς νὰ ἀπαλλάξωμεν, ὄχι διότι ἦσαν ἄξιοι ἀπαλλαγῆς, ἀλλὰ διότι ὑπῆρχεν ἀνάγκη οἰκονομιῶν. Καὶ διετηρήσαμεν τότε δύο πρέσβεις μόνους, τοὺς ἀπαραιτήτους, τὸν ἐν Κωνσταντινουπόλει καὶ τὸν ἐν Βουκουρεστίῳ, διότι ἐκεῖ δὲν εἶναι δυνατὸν ἄνευ ζημίας νὰ μείνωσί ποτε αἱ ἕδραι τῶν Πρεσβειῶν κεναί. Θέλω ἐξομολογηθῆ εἰς τὴν Βουλὴν γνώμην, ἣν ἐξ ἀρχῆς εἶχον, ἀλλὰ δὲν μοὶ ἐδόθη ἀφορμὴ νὰ εἴπω πρὸς αὐτήν, καίτοι ἐπανειλημμένως ὡμίλησα ἐπὶ τῶν δαπανῶν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν· ὅτι, μετὰ τὸν πόλεμον τὸν ἐν ἔτει 1897 καὶ τὴν ὑπόταξιν τῆς Ἑλλάδος εἰς τὸν Διεθνῆ Ἔλεγχον, ἦτο ἐνδεδειγμένον εἰς τὴν Ἑλλάδα νὰ ἀρκεσθῇ ἁπανταχοῦ τῆς Εὐρώπης εἰς μερικήν, εἰς περικεκομμένην ἀντιπροσωπείαν, νὰ ἀρκεσθῇ εἰς τὴν ἀντιπροσώπευσιν τὴν διὰ μόνων τῶν ἐπιτετραμμένων. Αἱ ὑποθέσεις ἡμῶν αἱ διπλωματικαί, αἱ ἔχουσαι σχέσιν πρὸς τὰ ἐν Ἑλλάδι πράγματα, — διότι ἔχομεν τοιαύτας ὑποθέσεις δυστυχῶς σήμερον πολὺ περισσοτέρας ἢ ἄλλοτε, — διεξάγονται ἐν Ἑλλάδι, διεξάγονται δὲ νῦν οὐχὶ μεταξὺ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ τῶν Πρεσβειῶν, ἀλλὰ μεταξὺ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τοῦ Διεθνοῦς Ἐλέγχου, ὀλίγαι δέ τινες καὶ μεταξὺ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ τῶν Πρεσβειῶν. Αἱ ὑποθέσεις ἡμῶν αἱ ἄλλαι δὲν βλέπω ὅτι ἔχουσί τι νὰ πορισθῶσι σήμερον ἐκ τῆς παρουσίας ἐν ταῖς Πρεσβείαις ἀρχηγοῦ. Ἐφρόνουν δέ, — σήμερον βεβαίως παρῆλθεν ἡ ὥρα, ἵνα τοιοῦτό τι πραχθῇ, — ἐφρόνουν, ὅτι τὴν ἐπιοῦσαν τῆς ἐπιβολῆς τοῦ Ἐλέγχου ἡ ἀξιοπρέπεια τῆς Ἑλλάδος ἐπέβαλλε νὰ συντελέσῃ οἰκονομίας ἀκριβῶς ἐπὶ τοῦ προσωπικοῦ τοῦ ἀντιπροσωπεύοντος αὐτὴν παρὰ ταῖς Δυνάμεσι, ταῖς διευθυνούσαις τὸν Ἔλεγχον ἐνταῦθα. Ἦτο ἀπάντησις ἡ προσήκουσα εἰς τοὺς δεσμεύσαντας τὴν Ἑλλάδα καὶ ἐπιβαλόντας εἰς αὐτὴν οἰκονομίας ἡ πραγματοποίησις οἰκονομιῶν ἐπὶ τῶν κονδυλίων, ἐξ ὧν τρέφονται οἱ ἀντιπροσωπεύοντες τὴν Ἑλλάδα παρὰ ταῖς ξέναις Αὐλαῖς· καὶ λυποῦμαι ὅτι τοῦτο ἐγκαίρως δὲν ἐπράχθη. Σήμερον ὅμως, ὅτε περὶ τούτου δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ λόγος ἔχων τινὰ ἔννοιαν, ἐπιτρέπεται νὰ εἴπω, ὅτι κακῶς προστίθενται δαπάναι, ὅπως συμπληρωθῶσιν αἱ πρεσβευτικαὶ θέσεις. Γνωρίζω τί θέλει ἀπαντήσει ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν· θέλει ἀπαντήσει, ὅτι ἡ ἀνισότης περὶ τὴν συμπεριφορὰν πρὸς τὰς ἓξ Μ. Δυνάμεις, πρός τινας τῶν ἓξ Μ. Δυνάμεων, βλεπούσας ὅτι παρὰ ταῖς γείτοσιν ὑπάρχει πλήρης ἀντιπροσωπεία, ἐνῷ παρ’ αὐταῖς ἐλλείπουσιν ἰσότιμοι ἀντιπρόσωποι, γεννᾷ παράπονα, διότι ἀληθῶς ὑπάρχει τις ἀκουσία ἔλλειψις ἁβροφροσύνης ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει. Ἀλλά, προκειμένου ν’ ἀναγκασθῇ ἡ Ἑλλὰς νὰ δαπανήσῃ ἐπιπροσθέτως ἐν ταῖς παρούσαις περιστάσεσι τὸ σπουδαῖον ποσὸν ἑκατὸν τόσων χιλιάδων δραχμῶν διὰ προσθέτους πρέσβεις, ἐγὼ ἤθελον προτιμήσει ν’ ἀνακαλέσῃ καὶ τοὺς ὑπολοίπους, καὶ ν’ ἀφήσῃ τὰς Πρεσβείας διευθυνομένας ὑπὸ τῶν πρώτων Γραμματέων. Καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν εὗρον, ὅτι ἦτο κατάλληλος περίστασις νὰ ἐφαρμοσθῶσιν οἱ ὁρισμοὶ τοῦ νόμου οἱ περὶ τηλεγραφοφυλάκων, τὸ τμῆμα τοῦ νόμου τοῦ ταχυδρομικοῦ, ὅπερ ἀντικαθιστᾷ τοὺς χωροφύλακας διὰ τηλεγραφοφυλάκων. Καὶ αὐτοὶ ἐξέδωκαν τὸ Διάταγμα, ἀρχομένου τοῦ Ἰανουαρίου, δι’ οὗ κατὰ τὸ ἔτος 1902 ἐφαρμόζεται τὸ μέρος τοῦτο τοῦ νόμου ἐπὶ προσθήκῃ δαπάνης 158,400 δραχμῶν. Εἶναι γνωστόν, ὅτι εἴχομεν καὶ ἄλλοτε τηλεγραφοφύλακας εἰδικούς. Εἶναι γνωστὸν προσέτι, ὅτι οἱ εἰδικοὶ τηλεγραφοφύλακες εἶναι χρησιμώτεροι τῶν μὴ εἰδικῶν. Ἀλλ’ ἐπὶ μακρόν, πρὸς οἰκονομίαν, κατωρθώθη, ὥστε ἐκ τῆς χωροφυλακῆς νὰ παραλαμβάνωνται οἱ φύλακες, ἡ δὲ ὑπηρεσία αὐτῶν ὑπῆρξε τοιαύτη, ὥστε δὲν ἐγέννησε ποτὲ παράπονα. Ἐνταῦθα ἡ ὑπηρεσία τοῦ χωροφύλακος δὲν ὁμοιάζει πρὸς τὴν ὑπηρεσίαν τὴν δασικήν, ὅπου ὁ χωροφύλαξ δὲν ἔπαυσε νὰ δεικνύηται οὐχὶ ὁ κατάλληλος ὑπηρέτης· ἐνταῦθα παράπονα οὐδέποτε ἠγέρθησαν. Ποία βία, ὅτε ἔχετε Προϋπολογισμὸν μετὰ τόσον ἠλαττωμένων δυνάμεων, νὰ δαπανήσητε 158,400 δραχμάς, ὅπως εἰσαγάγητε ἐφέτος τοὺς τηλεγραφοφύλακας; Καὶ ὠφείλετε νὰ ἔχητε ὑπ’ ὄψει, ὅτι πάντες οἱ νέοι νόμοι οἱ ἀναδιοργανωτικοὶ ἐνεφανίσθησαν τὸ πρῶτον μετὰ μικροτέρας δαπάνης, ἥτις ὅμως κατ’ ἔτος αὐξάνεται. Ἔχουσι δέ οὗτοι οἱ νόμοι καὶ τὸ πρόσθετον κακόν, ὅτι παρέχουσι συντάξεις εἰς ὑπηρέτας τῆς ἀρχῆς, αἵτινες ἐγένοντο μάλιστα καὶ οἰκογενειακαί. Ὑπῆρξε δὲ τελευταῖον ἔκτακτος ἡ ἀνάπτυξις τῶν συντάξεων, ἀναγκάσασα τὴν προηγηθεῖσαν τῆς σημερινῆς Κυβερνήσεως νὰ εἰσαγάγῃ νομοσχέδιον μεταρρυθμίσεως τῶν περὶ συντάξεων νόμων, ὅπως σωθῇ τὸ ταμεῖον ἐξ ἐπικειμένης καταστροφῆς. Ἀλλ’ ἤδη εἰσήλθομεν καὶ εἰς τὴν ὁδὸν, καθ’ ἣν αἱ προσωπικαὶ συντάξεις τῶν ὑπηρετῶν τῆς ἀρχῆς μεταβάλλονται εἰς οἰκογενειακὰς, τηρουμένης ἐνταῦθα ἀρχῆς καὶ ἐπὶ τῶν ὑπηρετῶν, ἥτις οὐδ’ ἐπὶ τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων ἐν Ἀγγλίᾳ τηρεῖται, διότι ἐκεῖ εἶναι προσωπικαὶ αἱ συντάξεις. Ἀντὶ νὰ περιστείλωμεν τὸν ἐκ τῆς πληθώρας τῶν συντάξεων κίνδυνον, αὐξάνομεν αὐτόν! Ἀκούσατε δὲ, τίνα γνώμην ἔχει τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον περὶ τοῦ κινδύνου, τοῦ ἐκ τοῦ τοιούτου πολλαπλασιασμοῦ, ἐν τῇ Διαδηλώσει αὐτοῦ περὶ τῶν ἐργασιῶν τῆς τετάρτης τριμηνίας τοῦ 1900 (ἀναγινώσκει): «Ἐντὸς τοῦ ἔτους 1900 ἐξεδόθησαν πράξεις περὶ συντάξεων ἐν ὅλῳ 689. Ἐπισυνάπτεται δ’ ὧδε ὁ ὑπὸ στοιχ. Ϛʹ πίναξ, ἐμφαίνων τὸ κατὰ μῆνα ποσὸν τῶν ἐντὸς τοῦ ἔτους 1900 κανονισθεισῶν συντάξεων καθ’ Ὑπουργεῖον καὶ κατηγορίαν. Εἶναι ἀληθῶς ἄξιος μελέτης ὁ πίναξ οὗτος, διότι ἀποδεικνύει, ὅτι κατὰ τὸ ἔτος 1900 αἱ συντάξεις ηὐξήθησαν ἐτησίως κατὰ δραχμὰς 464,790.24. Καθῆκον φρονεῖ τὸ Συνέδριον νὰ ὑποδείξῃ, ὅτι ἡ προϊοῦσα αὕτη αὔξησις τῶν συντάξεων ἐπιβάλλει σύντονον νομοθετικὴν μέριμναν πρὸς περιστολὴν αὐτῶν, ἰδίως διὰ τῆς καταργήσεως διατάξεων διευκολυνουσῶν τὴν ἀπονομὴν συντάξεων εἰς ἐκείνους, ὑπὲρ ὧν δὲν εἶχε σκοπὸν νὰ κανονίσῃ συντάξεις ὁ νομοθέτης, καὶ τῶν διατάξεων ἐκείνων, αἵτινες εἰς ὅλως ἀσχέτους πρὸς συντάξεις νόμους παρενετέθησαν, δυσανάλογα δικαιώματα χορηγήσασαι εἰς τάξεις τινάς. Οὕτως ἐν νόμῳ στρατολογικῷ, τῷ νόμῳ ΒΤΟΗʹ τοῦ 1896, παρενετέθη διάταξις, καθ’ ἣν οἱ λοχίαι, καὶ ἐὰν ἓν μόνον ἔτος ἔχωσιν εἰς τὸν βαθμὸν τοῦτον, λαμβάνουσι τὴν σύνταξιν οὐχὶ τοῦ ἀμέσως ἀνωτέρου βαθμοῦ, ἀλλὰ τὴν τοῦ ἀνθυπολοχαγοῦ, ἐνῷ οἱ ἀνθυπασπισταί, ἐὰν δὲν ἔχωσιν ὀκταετῆ ὑπηρεσίαν ἐν τῷ βαθμῷ, λαμβάνουσι κατωτέραν σύνταξιν. Παρεμφερεῖς διατάξεις ἀπαντῶσιν ἐν τοῖς ναυτικοῖς νόμοις, ἐνῷ ἀφ’ ἑτέρου ἐν ἄλλοις ὑπάρχουσι διατάξεις κανονίζουσαι νέους βαθμοὺς ἢ τάξεις, χωρὶς νὰ λαμβάνηται πρόνοια καὶ περὶ κανονισμοῦ τῆς ἀπονεμητέας συντάξεως. Ἡ αὔξησις τῶν συντάξεων ἔσται καταπληκτική, ἐὰν ἤθελον ἐφαρμοσθῆ αἱ περὶ συντάξεων διατάξεις τῶν ἄρθρων 34, 35 καὶ 36 τοῦ νόμου ΒΧϚʹ περὶ Διοικητικῆς Ἀστυνομίας, καθ’ ἃς αἱ συντάξεις τῶν ἀνδρῶν τοῦ σώματος τῆς ἀστυφυλακῆς θὰ κανονίζωνται τοῦ λοιποῦ κατὰ τὸν νόμον περὶ συντάξεων τῶν πολιτικῶν ὑπαλλήλων, μετατρεπόμεναι δηλονότι ἀπὸ προσωπικῶν εἰς κληρονομικάς. Τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον φρονεῖ, ὅτι ἔδει νὰ μὴ ἐξακολουθήσῃ καὶ ἡ ἐφαρμογὴ τῶν διατάξεων τοῦ νόμου ᾼΡΠΘʹ τοῦ 1884, τῶν ἀφορωσῶν εἰς συντάξεις τῶν κλητήρων τῆς Διοικητικῆς Ἀστυνομίας Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς, καὶ εἰς τὸ σῶμα τῆς ἀστυφυλακῆς· ὁπωσδήποτε ὅμως αἱ διατάξεις ἐκεῖναι ἀφορῶσιν εἰς προσωπικὰς συντάξεις, διὰ τοῦ νέου δὲ νόμου μεταβάλλονται αὗται εἰς κληρονομικάς. Ἐν ἑτέρῳ νόμῳ, τῷ ΒΥΞΗʹ τοῦ 1900, περὶ ταχυδρομικῆς, τηλεγραφικῆς καὶ τηλεφωνικῆς ὑπηρεσίας, περιελήφθη διάταξις, καθ’ ἣν οἱ ἤδη ἔμμισθοι διανομεῖς δικαιοῦνται νὰ προαχθῶσιν εἰς ταξινόμους, δικαιουμένους οὐ μόνον εἰς σύνταξιν, ἀλλὰ καὶ νὰ προσμετρήσωσι τὴν προτέραν ὑπηρεσίαν τοῦ διανομέως εἰς τὴν συντάξιμον· ἐπὶ πλέον δὲ οἱ ἔμμισθοι διανομεῖς τῶν ταχυδρομικῶν ἐπιστασιῶν κατέστησαν συντάξιμοι, ἀπαλλαγέντες ἀφ’ ἑνὸς τῆς ὑποχρεώσεως καταβολῆς κρατήσεων, ἀφ’ ἑτέρου δὲ λαβόντες καὶ τὸ δικαίωμα νὰ προσμετρῶσι τὸν πρὸ τοῦ νόμου χρόνον ὑπηρεσίας ὡς συντάξιμον. Εὔκολον εἶναι νὰ ἐννοήσῃ ἕκαστος δι’ ὁπόσων συνταξιούχων θέλει ἐπιβαρυνθῆ τὸ δημόσιον ταμεῖον ἐν τῇ ἐφαρμογῇ τῶν ἀνωτέρω νόμων. Φρονεῖ δὲ τὸ Συνέδριον, ὅτι, ἀφοῦ ἐκ τοῦ νόμου ἔχει τὸ καθῆκον νὰ φέρῃ γενικὰς παρατηρήσεις ἐπὶ τῶν εἰς τὴν ἁρμοδιότητα αὐτοῦ ἀναγομένων ἀντικειμένων, ἤθελε παραλείψει τὰ καθήκοντα αὐτοῦ, ἐὰν δὲν ἐξέθετε τὰς ἀνωτέρω παρατηρήσεις ἐπὶ τῶν περὶ συντάξεων νόμων.» Ὅπως ἔχητε πληρεστέραν ἔννοιαν τῆς φειδωλῆς πολιτικῆς τῶν συναδέλφων τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, τοῦ βεβαίως συνεχομένου ἀλληλεγγύως μετὰ τῶν μὴ φειδωλῶν συναδέλφων αὐτοῦ, θὰ δείξω μόνον, τί γίνεται ἐπὶ διπλοῦ ἱδρύματος πολυδαπάνου, ὅπερ ἐψηφίσαμεν ἐνταῦθα, χρησίμου κατ’ ἀρχήν, τῆς Σχολῆς τῶν Γυμναστῶν καὶ τοῦ Ἀκαδημαϊκοῦ Γυμναστηρίου. Εἶχον παρακαλέσει τὸν κύριον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως νὰ μοὶ δώσῃ πληροφορίας περὶ τῶν ἀποτελεσμάτων τῆς Σχολῆς ταύτης τῶν Γυμναστῶν καὶ τῆς Ἀκαδημαϊκῆς, καὶ μοὶ προσεκόμισε ταύτας. Ἀλλ’ ἐνῷ ἠρεύνον ταῦτα, ἐλπίζων, ὅτι θέλω δυνηθῆ νὰ πείσω τὸν κύριον Ὑπουργόν, ὅτι εἶναι ἄδικον νὰ δαπανᾷ τὸ Κράτος εἰς Σχολήν, ἥτις μηδαμινὰ παράγει ἀποτελέσματα, ὁ κύριος Ὑπουργὸς ἐφρόντισε νὰ προσαγάγῃ νομοσχέδιον, ὅπερ ἐπὶ προθέσει βελτιώσεως αὐξάνει τὰς δαπάνας· ὥστε οὐ μόνον ἠστόχησα τοῦ σκοποῦ, ἀλλ’ ἔσχον καὶ τὴν ἀτυχίαν, ὅτι, ἀντὶ νὰ ἐπιτύχω, ὡς ἤλπιζον, νὰ κάμψω τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῆς Ἐκπαιδεύσεως, ἔδωκα ἀφορμὴν νὰ ἐνθυμηθῇ τὴν Σχολὴν καὶ πραγματοποιήσῃ τὸ πολυτελέστερον αὐτοῦ σχέδιον.
§131Α. ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Τὸ σχέδιον ὑπεβλήθη προγενεστέρως.
§132ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Νομίζω, ὅτι ὄχι. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, οὕτως ἀντελήφθην... Ἀκούσατε νῦν τὰ τῆς Σχολῆς ταύτης. Ἡ Σχολὴ συνεστήθη διὰ νόμου, τοῦ ὑπὸ στοιχεῖα ΒΧΚΑʹ τῆς 10 Ἰουλίου 1899, τῇ εἰσηγήσει τοῦ τότε Ὑπουργοῦ, τοῦ κυρίου Βουλευτοῦ Λοκρίδος, Ἀκαδημαϊκὸν Γυμναστήριον καὶ Σχολὴ παρασκευαστικὴ γυμναστῶν. Καὶ εἰς μὲν τὸ Ἀκαδημαϊκὸν Γυμναστήριον ὑπηρετοῦσιν ἐννέα· εἷς διευθυντής, τέσσαρες γυμνασταί, εἷς ἰατρός, εἷς διδάσκαλος τῆς ὁπλομαχητικῆς, εἷς ἐπιστάτης καὶ εἷς ὑπηρέτης, οἵτινες, ἐκτὸς τοῦ διδασκάλου τῆς ὁπλομαχητικῆς, ὅστις λαμβάνει ἐπιμίσθιον δραχμῶν 50, λαμβάνουσι μισθοὺς 250, 150, 175, 60 καὶ 40 δραχμῶν κατὰ μῆνα, τὸ ὅλον 1175 δραχμὰς μηνιαίως. Εἰς δὲ τὴν Γυμναστικὴν Σχολὴν δέκα πρόσωπα· εἷς διευθυντής, τρεῖς γυμνασταί, ὁ διευθυντὴς τοῦ Διδασκαλείου, εἷς διδάσκαλος τοῦ Διδασκαλείου, εἷς ὑπίατρος (οἱ τρεῖς οὗτοι ἐπὶ ἐπιμισθίῳ δρ. 100, 50 καὶ 60), εἷς διδάσκαλος τῆς ὁπλομαχητικῆς, εἷς ἐπιστάτης, εἷς ὑπηρέτης, λαμβάνοντες μισθοὺς 250, 150, 60 καὶ 40 δραχμάς, ἐν ὅλῳ κατὰ μῆνα δρ. 1160. Καὶ οὕτω δι’ ἀμφοτέρας τὰς Σχολὰς ὁ λογαριασμὸς φθάνει εἰς δρ. 28,000 κατ’ ἔτος. Ἀκούσατε καὶ τ’ ἀποτελέσματα. Οἱ εἰσαγόμενοι εἰς τὴν Σχολὴν τῶν Γυμναστῶν καταβάλλουσι δρ. 5 διὰ τὴν ἐγγραφήν, κατὰ τὸν νόμον· ἀλλ’ αὗται δίδονται μόνον τὸ πρῶτον ἔτος, οὐχὶ δὲ κατὰ τὰ ἑπόμενα· — τοιαύτην ἐξήγησιν ἔδωκεν εἰς τὸν νόμον ὁ νομικὸς σύμβουλος. — Λαμβάνων δὲ τὸ πτυχίον ὁ γυμναστής, καταβάλλει δραχμὰς 5 λόγῳ χαρτοσήμου. Καὶ ἰδοὺ τί ἐκ τούτων παράγεται (ἀναγινώσκει ἐκ τῶν κατατεθέντων πινάκων): «Οἱ ἐγγραφέντες ἐν τῇ πρώτῃ τάξει κατὰ τὸ σχολικὸν ἔτος 1899–1900». Ἐνταῦθα ἔχομεν ἐγγραφέντας ἐν ὅλῳ 27, εἴσπραξιν δὲ πρὸς δρ. 5 ἐν ὅλῳ 135 δρ. Ἐκ τούτων, ἐν τῷ πίνακι ἀναγινώσκομεν, ὅτι προήχθησαν εἰς τὴν βʹ τάξιν 23, οὐδὲν διὰ τὸ δεύτερον ἔτος κατεβλήθη, κατὰ τὴν γνωμοδότησιν τοῦ νομικοῦ συμβούλου κ. Ροϊλοῦ, συναγαγόντος ἐκ τοῦ ἄρθρου 16 τοῦ νόμου, ὅτι «οἱ προαγόμενοι ἢ ἀπορριπτόμενοι ἢ ἀποκλειόμενοι μαθηταὶ δὲν εἶναι ὑπόχρεοι εἰς τὴν ἐκ δευτέρου καταβολὴν τοῦ ἐκ δρ. 5 δικαιώματος ἐγγραφῆς». Ἐκ τούτων τῶν 23 ἠξιώθησαν πτυχίου γυμναστοῦ 13, καταβαλόντες δι’ αὐτὸ ἐν ὅλῳ δραχμὰς 65. — «Οἱ ἐγγραφέντες ἐν τῇ αʹ τάξει κατὰ τὸ σχολικὸν ἔτος 1900– 1901»· ἐν ὅλῳ πέντε, ἐξ ὧν εἴσπραξις λόγῳ ἐγγραφῆς δρ. ἐν ὅλῳ 25. Ἡ ἐλάττωσις τοῦ ἀριθμοῦ εἶναι λίαν εὐνόητος· ὅτε οἱ μαθηταὶ ἐπείσθησαν, ὅτι εἶναι ἀπίθανον, ὅτι ἐξερχόμενοι τῆς Σχολῆς θέλουσιν ἔχει θέσιν, ἀπέσχον. Διὰ τοῦτο ἔχομεν μόνον 5 κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος· ἐκ τούτων προήχθησαν εἰς τὴν βʹ τάξιν τρεῖς, ἄνευ νέας τινὸς καταβολῆς δραχ. 5 λόγῳ δικαιώματος ἐγγραφῆς, συμφώνως πρὸς τὴν γνώμην τοῦ νομικοῦ συμβούλου, περὶ ἧς ἡ προηγουμένη ἐν τῷ πίνακι παρατήρησις. Ἀνενέωσαν δὲ ἐγγραφὴν, «ἐπαναλαμβάνοντες τὰ μαθήματα (ἄνευ καταβολῆς δικαιώματος) ἐν τῇ αὐτῇ τάξει, οἱ ἀποκλεισθέντες τῶν ἐπὶ πτυχίῳ ἐξετάσεων» ὀκτώ. — Οἱ ἐγγραφέντες ἐν τῇ αʹ τάξει κατὰ τὸ σχολικὸν ἔτος 1901–1902»· ἐν ὅλῳ τρεῖς. Βλέπετε. Ἀπὸ δέκα καὶ τριῶν, πέντε· ἀπὸ πέντε, τρεῖς. — Εἰσπράξεις δεκαπέντε δραχμαί. Πρὸς τοιαῦτα ἀποτελέσματα δαπανῶμεν 14,000 δραχμὰς κατ’ ἔτος. Τὰς δ’ ὑπολοίπους 14,000 δραχμὰς — διαιρῶ στρογγύλως εἰς τὸ ἥμισυ, καίτοι ἀκριβῶς δὲν διαιροῦνται οὕτως αἱ 28 χιλιάδες, — δαπανῶμεν εἰς τὸ Ἀκαδημαϊκὸν Γυμναστήριον, περὶ οὗ ἀποδεικνύεται ἐκ τῶν προσαχθέντων πινάκων, ὅτι 64 φοιτηταὶ μόνον τὸ πρῶτον ἔτος καὶ 62 τὸ δεύτερον ἐξητάσθησαν εἰς τὸ μάθημα τῆς γυμναστικῆς, ὅπερ, κατὰ τὸν ὀργανισμὸν τοῦτον, τὸν νέον, ἀποτελεῖ ἓν τῶν γενικῶν μαθημάτων, εἰς ἃ ἐξετάζονται οἱ φοιτηταί. Πρὸς τοιούτους σκοποὺς καὶ πρὸς τοιαῦτα ἀποτελέσματα δαπανῶμεν δρ. 28,000. Καί, ἐνῷ ἡ φρόνησις ὑπαγορεύει, ἂν οὐχὶ νὰ καταργήσωμεν, ἀλλὰ νὰ ἀναβάλωμεν τὴν λειτουργίαν τῆς Σχολῆς ἐπί τίνα χρόνον, μὴ ἀναγράφοντες πιστώσεις εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν, ὁ Ὑπουργὸς τῆς Ἐκπαιδεύσεως εὗρεν, ὅτι τὸ προσωπικὸν δὲν εἶναι ἐπαρκές, καὶ διὰ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ εἰς τὴν Σχολὴν τῶν Γυμναστῶν προσθέτει καὶ ὑποδιευθυντὴν ἐπὶ μηνιαίῳ μισθῷ δρ. 200. Σχολὴν, ἥτις ἔχει τρεῖς μαθητὰς, δὲν δύναται νὰ διευθύνῃ μόνος ὁ διευθυντὴς, εἰς ὃν ἠρκεῖτο ὁ κύριος Βουλευτὴς Λοκρίδος, ἀλλὰ πρέπει νὰ διευθύνῃ καὶ ὑποδιευθυντής! Προστίθενται δὲ προσέτι καὶ δύο ἐπιθεωρηταὶ τῆς γυμναστικῆς.
§133ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. Συζητεῖτε τὸ νομοσχέδιον; Ὅταν ἔλθῃ τὸ νομοσχέδιον ὑπὸ συζήτησιν, τότε νὰ συζητήσητε.
§134ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Διατὶ ἐνοχλεῖσθε; Ἐγὼ ὁμιλῶ περὶ τῶν ῥοπῶν ὑμῶν πρὸς δαπάνας, περὶ τῶν διαθέσεων ὑμῶν πρὸς ἐξόγκωσιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ· ὑποθέτω δὲ, ὅτι, ὅτε προσάγει ἐνταῦθα νομοσχέδιον ὁ Ὑπουργὸς, σπουδαιολογεῖ.
§135ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. Πάντοτε σπουδαιολογῶ. Νομίζετε, ὅτι ἐγὼ εἶμαι ἐχθρὸς τῆς γυμναστικῆς;
§136ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Μὴ ἐνοχλεῖσθε. Ἐὰν σπουδαιολογῆτε, θὰ ἐπιμείνητε νὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον. Εἶναι κυβερνητικὸν μέτρον, καὶ πᾶν κυβερνητικὸν μέτρον ἔχει καθῆκον ἡ Κυβέρνησις νὰ μὴ ἐγκαταλείπῃ ἔκθετον.
§137ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. Εἶσθε ὑπὲρ τῆς καταργήσεως τῶν Σχολῶν αὐτῶν;
§138ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Εἶμαι ὑπὲρ τῆς ἀναβολῆς τῆς λειτουργίας Σχολῆς, ἥτις δὲν ἔχει μαθητάς.
§139ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. Αὐτὴ τείνει εἰς πρόοδον.
§140ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τείνει εἰς ὑποχώρησιν. Ἀπέδειξα τοῦτο διὰ τῶν ἐγγράφων. Τὸ πρῶτον ἔτος 15, τὸ δεύτερον 5, τὸ τρίτον 3. Ἄν δὲν ἀνεστράφησαν οἱ ὅροι τῆς ἀριθμητικῆς, μοὶ φαίνεται, ὅτι, ἀντὶ προόδου, ἔχει ὑποχώρησιν. Καὶ ἀναγνωρίζω ἐνταῦθα, ὅτι ἔχετε πολὺ μεγαλειτέραν ῥοπὴν εἰς δαπάνας ἢ οἱ προκάτοχοι ὑμῶν· ὁ προτελευταῖος ἠρκέσθη εἰς τὸν νόμον τοῦτον, ὁ δὲ τελευταῖος, ὅτε πέρυσιν ἐγένετο λόγος περὶ τοῦ Γυμναστηρίου καὶ ἠρώτησα αὐτὸν, ἂν εἶναι ἀκριβὲς ἐκεῖνο, ὅπερ ἐλέγετο, ὅτι τέσσαρες μόνον μαθηταὶ ὑπῆρχον ἐν τῇ Σχολῇ, — ἦσαν ἀληθῶς 5, ἀλλ’ ἐνόμιζον 4, — ἐκίνησε τὴν κεφαλὴν, εἰπὼν ὅτι ἐπιφυλάσσεται νὰ ὁμιλήσῃ βραδύτερον· εἴκασα δ’ ἐκ τούτου, ὅτι εἶχε γνώμας ἐναντίας τοῦ σχολικοῦ τούτου καθεστῶτος.
§141ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. Ἐγὼ βεβαίως δὲν θὰ τὰς κλείσω.
§142ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι εἰς τὴν Σχολὴν τῶν Γυμναστῶν φοιτῶσι τόσοι, ὅσους πρὸ μικροῦ ἀνεφέρατε. Ἀλλὰ τοῦτο ὀφείλεται εἰς ἀτέλειαν τοῦ ἐν ἰσχύϊ νόμου· διότι ὁ ἐν ἰσχύϊ νόμος δὲν ἐπιτρέπει νὰ φοιτήσωσιν εἰς τὴν Σχολὴν, εἰμὴ οἱ συμπληρώσαντες τὸ δεύτερον ἔτος τῆς φοιτήσεως αὐτῶν εἰς τὸ Πανεπιστήμιον, οἱ τριτοετεῖς δὲ καὶ τεταρτοετεῖς φοιτηταὶ, οἱ εἰς τὰ πρόθυρα ἤδη τοῦ διπλώματος εὑρισκόμενοι, δὲν προσέρχονται νὰ ἐγγραφῶσι μαθηταὶ τῆς Σχολῆς τῶν Γυμναστῶν, ἡ ὁποία μόνον σκοπὸν ἔχει νὰ χορηγῇ δίπλωμα γυμναστοῦ, ὅπως ὁ λαμβάνων τοῦτο δυνηθῇ νὰ καταλάβῃ θέσιν 120 δραχμῶν κατὰ μῆνα. Ἐκ τούτου προέρχεται ὁ μικρὸς ἀριθμὸς τῶν μαθητῶν τῆς Σχολῆς τῶν Γυμναστῶν. Εἴπετε πρὸ μικροῦ, ὅτι ἐγὼ, ὡς Ὑπουργὸς, ὑπεκίνησα τὴν κεφαλὴν, ὑποδηλώσας τὸ ἄχρηστον τῆς Σχολῆς. Τοῦτο δὲν εἶναι ἀκριβές. Θεωρῶ, ὅτι καὶ ἡ Σχολὴ καὶ τὸ Ἀκαδημαϊκὸν Γυμναστήριον εἶναι θεσμοὶ σπουδαιότατοι, οἱ ὁποῖοι καλῶς λειτουργοῦντες, θὰ φέρωσι σπουδαιοτάτους καρποὺς εἰς τὰ τῆς ἐκπαιδεύσεως.
§143ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἔχομεν οὕτω καὶ τὴν γνώμην τοῦ πρώην Ὑπουργοῦ, καὶ ἀφοῦ τοιαύτη εἶναι, οὐδὲν ἔχω νὰ προσθέσω.
§144ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. Πρόκειται περὶ διορθώσεως τοῦ νόμου.
§145ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Παρακαλῶ. Ἐὰν ὑποθέσωμεν, ὅτι ἡ Σχολὴ αὕτη εἶναι καθ’ ὅλα τελεία καὶ δὲν ἔχει ἀνάγκην καὶ τροποποιήσεων ὁ νόμος, τοῦτο δὲν εἶναι λόγος, ὅπως, τῶν πραγμάτων ἐχόντων ὡς ἔχουσιν, ἐξακολουθῇ ἡ Σχολὴ νὰ λειτουργῇ· καὶ εἶπον πρὸ ὀλίγου, ὅτι δὲν ἔχω τὴν ἀξίωσιν νὰ καταργηθῇ ὁ νόμος. Ἀλλ’ ὑποβάλλω τὴν γνώμην, νὰ ἀνασταλῇ ἡ διὰ τὸ προσεχὲς ἔτος λειτουργία τῆς Σχολῆς, μὴ ἀναγραφομένων πιστώσεων ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ. Τὸ πρᾶγμα δὲν εἶναι νέον. Ὑπάρχει τι χρησιμώτερον τῆς Σχολῆς τῶν Εὐελπίδων, Σχολῆς, ἥτις ἀπέδωκεν ἀγλαοὺς καρπούς; Ὅτε ὅμως ἔφθασαν τὰ μὲν οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους εἰς στενοχωρίαν, ὁ δὲ ἀριθμὸς τῶν ἀξιωματικῶν κατήντησεν ἀριθμὸς ὑπεραρίθμων, κρατῶν τοὺς ἀνθυπολοχαγοὺς σήμερον εἰς τὰ τεχνικὰ σώματα 10 καὶ 12 ἔτη ἐν τῷ αὐτῷ βαθμῷ, καὶ εἰσάγων αὐτοὺς εἰς ἡλικίαν 33 καὶ 34 ἐτῶν εἰς τὴν θέσιν ὑπολοχαγοῦ, ἐνῷ οἱ στρατηγοὶ ἀλλαχοῦ ἢ οἱ συνταγματάρχαι ἔχουσιν ἡλικίαν τοιαύτην, ἦλθε στιγμή, καθ’ ἣν Πρωθυπουργοὶ ἄξιοι ἴσως τῆς ἐκτιμήσεως τῶν Κυρίων καὶ τῶν Κυρίων (δεικνύει τοὺς Ὑπουργοὺς καὶ τοὺς πρώην Ὑπουργοὺς) ἀνέστειλαν τὴν εἰσαγωγὴν νέων πρὸς ἐκπαίδευσιν εἰς τὴν Σχολὴν τὴν Στρατιωτικήν, καὶ ἴσως θὰ ἦτο εὐχῆς ἔργον, ἂν παρετείνετο καὶ περισσότερον ἡ ἀναστολὴ ἐκείνη. Ὅταν δὲν ἔχητε ὑλικόν, ἵνα ἀλέσητε, εἰς τί χρησιμεύει ὁ μύλος; Δὲν ἔχετε δὲ ὑλικόν, ἵνα ἀλέσητε, ὅταν ζητῆτε νὰ παραγάγητε τοσούτους γυμναστάς, ὅσαι δὲν ὑπάρχουσι θέσεις, ἵνα τοποθετήσητε αὐτούς.
§146ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Μεγάλη ἔλλειψις γυμναστῶν. Τὰ τρία τέταρτα τῶν σχολείων δυστυχῶς στεροῦνται γυμναστῶν.
§147ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἔχετε ἔλλειψιν γυμναστῶν, διότι δὲν δύνασθε νὰ νομοθετήσητε θέσιν γυμναστοῦ εἰς ἅπαντα τὰ σχολεῖα, διότι, ἂν θελήσητε νὰ διορίσητε εἰς ἅπαντα τὰ σχολεῖα γυμναστάς, διπλασιάζεται ὁ προϋπολογισμός.
§148ΣΤΑΗΣ. Νὰ δεκαπλασιασθῇ, ἂν πρόκειται περὶ καλοῦ.
§149ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Νὰ δεκαπλασιασθῇ, μάλιστα, ἀλλὰ νὰ εὕρητε καὶ τοὺς πόρους.
§150ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ (πρὸς τὸν κ. Στάην). Ὡραῖα! Νὰ ῥίψωμεν τὸ καράβι ἔξω!
§151ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Μοὶ ἀρέσκει πολὺ ἡ παρατήρησις αὕτη. Ὅταν δὲν ἔχητε πόρους, πῶς θὰ δεκαπλασιάσητε; Ὅταν ἔχητε πόρους, ἑκατονταπλασιάσατε· ὅταν δὲν ἔχητε, πῶς θὰ πληρώσητε; Ἄν θέλητε γυμναστάς, πρέπει νὰ περικόψητε ἄλλας ὑπηρεσίας. Καὶ ποῦ θὰ εὕρητε νὰ περικόψητε; Ὁ ἀρχηγὸς ὑμῶν εἶπεν, ὅτι δὲν δύνασθε νὰ περικόψητε ἐξ οὐδενὸς κλάδου, διότι μόλις ἐπαρκοῦσι. Λοιπὸν πόθεν θὰ περικοπῶσιν; Ἀλλ’ ἐκεῖ, ὅπου θαυμάζει τις τὴν προθυμίαν τῶν κυβερνώντων εἰς παράβλεψιν τοῦ χρήματος τοῦ Δημοσίου, εἶναι τὸ νομοσχέδιον τὸ δωρούμενον 6½ ἑκατομμύρια περίπου εἰς τοὺς δανεισθέντας παλιννόστους Θεσσαλούς. Πρόκειται δὲ περὶ νομοθετήματος προελθόντος ἐκ τῆς πρωτοβουλίας τοῦ νῦν Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, προκαλέσαντος ἐν τῇ προηγουμένῃ περιόδῳ τῆς Βουλῆς μακροτάτας ἐνταῦθα συζητήσεις, καθ’ ἃς προετάθησαν γνῶμαι καὶ ἐν ἄλλοις ὀρθαί, ἀλλὰ καὶ κατὰ τοῦτο, ὅτι προελάμβανον τὰς τοιαύτας δωρεάς. Ἀλλ’ ἐπέμενεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ ὁ τότε Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, — νομίζω, ὅτι δὲν ἦτο τότε ὁ κ. Βουλευτὴς Ἀττικῆς, ἀλλ’ ὁ κ. Στρέϊτ, ὁ διοικητὴς τῆς Τραπέζης, — ἐπέμενον νὰ δοθῶσι τὰ δάνεια τῇ παρεμβάσει τῆς Τραπέζης, μετὰ τῆς διαβεβαιώσεως, ὅτι οὐδὲ λεπτὸν θέλει ἀπολεσθῆ· καὶ ἦλθε πέρυσιν ἡ Κυβέρνησις καὶ — εὐλόγως — ἔδωκεν ἀναβολὴν ἑνὸς ἔτους εἰς τοὺς δανεισθέντας Θεσσαλοὺς, διότι δὲν ὑπῆρξε δυνατόν, ἕνεκα τοῦ βραχέος χρόνου, οἱ τοσαῦτα παθόντες νὰ καταβάλωσι τόκον, ἢ καὶ νὰ ἀποδώσωσι μέρος τοῦ κεφαλαίου. Ἔρχεται ὅμως ἐφέτος ἡ Κυβέρνησις καὶ ὑποβάλλει νομοσχέδιον, ὅπερ ὑπὸ τὸν τύπον περιωρισμένης δωρεᾶς τῶν ὀφειλομένων, λόγῳ ἀδυναμίας τῶν ὀφειλετῶν ἵνα πληρώσωσι, προτείνει εἰς ὑμᾶς, Κύριοι, νὰ χαρίσητε σχεδὸν τὸ ὅλον.
§152ΤΙΝΕΣ (ἀριστερόθεν). Τὸ ὅλον. Τί «σχεδὸν;»
§153ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Πρόκειται δὲ περὶ 6½ ἑκατομμυρίων, ὀφειλομένων εἰς Κράτος, ὅπερ θὰ ἦτο εὐτυχές, ἂν ἠδύνατο νὰ διαθέσῃ 2 ἑκατομμύρια, ἵνα δυνηθῇ νὰ εἰσαγάγῃ αὐτὰ πρὸς ἐκπαίδευσιν τοῦ στρατοῦ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν. Καὶ μετὰ μεγίστης εὐκολίας! Οὐδεὶς δισταγμός! Ἐζήτησα πληροφορίας, ἵνα ἴδωμεν, τίνες εἶναι καὶ τίνες θὰ ἦναι ἐκεῖνοι, οἵτινες πρόκειται νὰ λάβωσι δωρεὰν ἐκ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, καὶ γινώσκω, ὅτι ἦτο δυνατὸν νὰ ὑπάρχωσιν αἱ πληροφορίαι ἐνταῦθα· ἀλλὰ δὲν προσήχθησαν. Διότι, ἂν ὑπάρχῃ θέμα, ἐφ’ οὗ πᾶσα πληροφορία εἶναι εὔκολος, ἐπειδὴ ὑπάρχει στατιστικὴ καὶ πίνακες ἀκριβεῖς, εἶναι τοῦτο. Τὰ δάνεια ἐγένοντα διὰ τῆς Τραπέζης, ἡ δὲ Τράπεζα τὰ πάντα ἔχει καταγεγραμμένα εἰς πίνακας· ἂν δὲ ἐζητοῦντο, ἠθέλομεν ἔχει ἐνταῦθα τοὺς πίνακας· καὶ ἂν εἴχομεν ἐνταῦθα τοὺς πίνακας,—οὓς ὅμως δὲν θέλουσι προσαγάγει,— ἠθέλομεν ἴδει ποῖον ὑπῆρξε τὸ ἀποτέλεσμα τοῦ οἰκτροῦ τούτου νομοθετήματος, ὅπερ καλὸν μὲν ἔχει τὸν σκοπὸν, θεάρεστον, καὶ ὀφειλόμενον χρέος ἀπέδιδεν εἰς τοὺς Θεσσαλοὺς, τοὺς παλιννοστοῦντας, ἀλλ’ ἂν ἐχρησίμευσεν εἰς τοὺς Θεσσαλοὺς, ἂν ἐχρησίμευσεν εἰς τοὺς πτωχοὺς, ἂν ἐχρησίμευσεν εἰς τοὺς ἀπόρους, ἐχρησίμευσε καὶ εἰς τοσοῦτον ἀλλότρια τοῦ σκοποῦ ἐπακόλουθα, ὥστε νὰ ὑπάρχωσι καὶ οἱ ἐκ τῶν τοῦ παλαιοῦ Βασιλείου παλιννοστοῦντες εἰς Θεσσαλίαν, ἣν πρότερον οὐδὲ ἐγνώριζον, ὅπως λάβωσι καὶ αὐτοὶ ἐκεῖθεν δάνεια. Ἂν ἐξητάζετο τὸ θέμα τοῦτο, ἠθέλομεν ἴδει, μήπως συνέβη εἰς ὡρισμένους κύκλους καὶ ἡ οἰκογένεια, ἀντὶ ἑνὸς δανείου, ἔλαβε πέντε καὶ δέκα, διότι ἕκαστον μέλος τῆς οἰκογενείας, ἐὰν πιστεύσωμεν εἰς τὰ λεγόμενα, ἀδελφοὶ καὶ ἐξάδελφοι, προσήρχοντο καὶ ἐδανείζοντο. Νὰ χαρίσωμεν εἰς τοὺς ἀπόρους Θεσσαλοὺς, ἔστω καὶ ἐν στενοχωρίᾳ εὑρισκόμενοι, τὰ δανεισθέντα. Ἀλλὰ νὰ χαρίσωμεν εἰς ἐκείνους, περὶ ὧν θέλομεν πεισθῆ ἐνταῦθα, ἐξετάζοντες ἀκριβῶς, ὅτι εἶναι ἄποροι Θεσσαλοί. Ἂν ὅμως πρόκειται νὰ δωρήσωμεν εἰς τοὺς μὴ ἀξίους δωρεᾶς, δὲν βλέπω κατὰ τίνα τρόπον ἐπιτρέπεται ἡμῖν νὰ ψηφίζωμεν τοιαῦτα νομοσχέδια, σκορπίζοντες τὸ ὑστέρημα τοῦ λαοῦ. Δὲν θέλω νὰ ὁμιλήσω περὶ τοῦ νομοσχεδίου τοῦ προσθέτοντος ὄγδοον Ὑπουργεῖον. Φρονῶ, ὅτι ὁ ἀριθμὸς τῶν Ὑπουργείων δὲν εἶναι ὁ συντελῶν εἰς τὸ νὰ βαίνωσιν ὀλιγώτερον καλῶς ἢ κάλλιον τὰ τῆς διοικήσεως· ἄλλα εἶναι τὰ συντελοῦντα εἰς τὴν κρείττονα διοίκησιν τῶν δημοσίων πραγμάτων. Οὐδεμίαν δὲ ἤθελον ἔχει ἀντίρρησιν—ἂν εἶχεν ἔλθει ὁ χρόνος, καθ’ ὃν θὰ ἠδυνάμεθα νὰ δαπανῶμεν καὶ περισσότερα,—νὰ ἱδρυθῇ καὶ τὸ Ὑπουργεῖον τοῦτο, τὸ νέον, κατὰ τὸ νομοσχέδιον τοῦ κυρίου Πρωθυπουργοῦ. Ἀλλὰ νὰ προσθέσωμεν δαπάνας,—καὶ εἶναι σπουδαῖον τὸ προστιθέμενον ποσὸν,—ὅπως ἱδρύσωμεν Ὑπουργεῖον, καθ’ ἣν ὥραν οὐδὲν πιέζει πρὸς τοῦτο, μοὶ φαίνεται, ὅτι καὶ τοῦτο ἀποδεικνύει μεγάλην ῥοπὴν τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν εἰς τὰς δαπάνας ἐκείνας, ἃς αὐτὸς οὗτος συμβουλεύει τοῖς διαδόχοις αὐτοῦ νὰ ἀποφύγωσιν, ἵνα ἀποφύγωσι καὶ τὸν σκόπελον τοῦ 1903. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης—ὁ προκάτοχος αὐτοῦ, ἀλλ’ ὑποθέτω ὅτι υἱοθέτησε καὶ ὁ νῦν Ὑπουργὸς τὰ νομοσχέδια—προτείνει αὔξησιν θέσεων καὶ μισθῶν εἴς τε τὰς γυναικείας φυλακὰς καὶ εἰς τὴν Ἀβερώφειον. Ὅταν ἔλθῃ ἡ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου, θὰ ἴδητε τὸ ἐκεῖ παιζόμενον παιγνίδιον, διότι καὶ ἐκεῖ, ὅπως ἄλλοτε ἔν τινι νομοσχεδίῳ μεταρρυθμιστικῷ τοῦ προξενικοῦ νόμου, ὄπισθεν ἑκάστου ἄρθρου εὑρίσκεται καὶ ὁ ὑποψήφιος εἴτε πρὸς διορισμόν, εἴτε πρὸς αὔξησιν μισθοῦ. Αὐξήσεις μισθῶν ἔχομεν καὶ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν προσήγαγε νομοσχέδιον, ὅπερ εἴχομεν εἰσηγμένον καὶ πέρυσιν, ἀλλὰ δὲν ἦλθεν εἰς συζήτησιν, ὅπερ, ἐὰν συζητηθῇ, θέλομεν ἴδει ποῦ θέλομεν φθάσει εἰς προσθήκην δαπανῶν. Ἔχει μάλιστα τὴν ἀξίωσιν ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν νὰ ψηφίσωμεν καὶ ἑρμηνευτικὸν νομοσχέδιον, ὅπως λύσωμεν ζήτημα, ἐφ’ οὗ ὑπάρχει διαφωνία μεταξὺ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν καὶ τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, ἑρμηνευτικὸν νομοσχέδιον, ὅπερ ἑρμηνεύει, ὅτι ὁ νόμος δὲν ἔχει ἔννοιαν ἐπεκτεινομένην καὶ ἐπὶ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, ἐνῷ ὁ νόμος, ὃν οὕτω ζητεῖ νὰ ἑρμηνεύσωμεν, ἐν ἔτει 1895, ὅτε ὁ ἔντιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς ἦτο Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, εἰσήχθη ὑπὸ τῶν δύο Ὑπουργῶν, τοῦ τε τῶν Στρατιωτικῶν καὶ τοῦ τῶν Ναυτικῶν, καὶ ἔτυχε κατὰ τὴν συζήτησιν καὶ ἐξηγήσεως, ὅτι ἐπεκτείνεται καὶ ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν. Καὶ ζητεῖ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν νὰ ἑρμηνεύσωμεν, ὅτι δὲν ἐπεκτείνεται, ἵνα δυνηθῇ νὰ οἰκονομήσῃ τὰς ἀξιώσεις ἐκείνων, οἵτινες, ἐὰν τοιαύτη ἑρμηνεία δοθῇ, θέλουσι λάβει μεγαλείτερον ἐπιμίσθιον!
§154Γ. ΚΟΡΠΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν καὶ προσωρινῶς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Ἐπληρώνοντο ἕως τώρα ἐπὶ δεκαπέντε ἔτη.
§155ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Κακῶς ἐπληρώνοντο. Δὲν ὑπάρχει λόγος, διότι ἐκ πλάνης τῶν Ὑπουργῶν, ἐξ ἀτελοῦς μελέτης, ἐξ ἀπροσεξίας ἐπληρώνοντο, ἔστω καὶ ἐπὶ δεκαπέντε ἔτη, — δυνατὸν ὁ καθεὶς νὰ περιπέσῃ εἰς τοιαύτην πλάνην, — δὲν ὑπάρχει λόγος διὰ τοῦτο νὰ ἔλθωμεν ἐνταῦθα νὰ ἑρμηνεύσωμεν τὸν νόμον ἀντιθέτως πρὸς τὴν δεδηλωμένην ἔννοιαν αὐτοῦ, ὅπως ἐξακολουθήσῃ ἡ τοιαύτη δαπάνη.
§156Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Ἡ διδασκαλία δὲν εἶναι ὑποχρεωτικὴ διὰ τοὺς ἀξιωματικούς· ἡ ὑπηρεσία τοῦ καθηγητοῦ εἶναι ὑπηρεσία, τὴν ὁποίαν δὲν δύναται τὸ Ὑπουργεῖον νὰ ἐπιβάλῃ εἰς τὸν ἀξιωματικόν, διότι, ἐὰν ἀξιωματικὸς δὲν θέλῃ νὰ ἦναι καθηγητής, δὲν δύνασθε νὰ τὸν ὑποχρεώσητε. Ἐὰν λοιπὸν δὲν δοθῇ ἡ λύσις εἰς τὸ ζήτημα τῶν μισθῶν τῶν ἀξιωματικῶν καθηγητῶν, τότε κατ’ ἀνάγκην πρέπει ὁ ἀριθμὸς νὰ αὐξήσῃ κατὰ 17 ἀξιωματικούς, οἱ ὁποῖοι θὰ ἦναι οἱ εἰδικοὶ καθηγηταὶ τῆς Σχολῆς τῶν Δοκίμων, ἡ δὲ αὔξησις 17 ἀξιωματικῶν θὰ ἐπιφέρῃ δαπάνην τριπλασίαν ἐκείνης, ἡ ὁποία γίνεται σήμερον διὰ τῆς πληρωμῆς τῶν θαλασσίων ἀποδοχῶν εἰς τοὺς διδασκάλους ἐν τῇ Ναυτικῇ Σχολῇ τῶν Δοκίμων.
§157ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐγὼ γνωρίζω, ὅτι ἡ Σχολὴ ἐλειτούργησε μετὰ τὴν ἐπιψήφισιν τῶν περὶ αὐτῆς νόμων ἄνευ ἀνάγκης τοσοῦτον ἀφθόνου μισθοδοσίας καὶ τοσοῦτον ἀφθόνων θέσεων. Γνωρίζω δὲ, ὅτι ἐλειτούργησεν ἡ Σχολὴ καὶ ἀφοῦ οἱ Ὑπουργοὶ τοῦ 1895 περιέκοψαν τὰ ἐπιμίσθια· καὶ ἀφοῦ ἀπὸ τοῦ 1895 μέχρι τῆς ἐξόδου τοῦ ἐντίμου ἐκ Γόρτυνος πολιτευτοῦ, ἴσως δὲ καὶ βραδύτερον, ἐξηκολούθησαν ἀρκούμενοι εἰς τὸ ἐπιμίσθιον, τὸ ὁρισθὲν ἐν τῷ νόμῳ ἐκείνῳ, οἱ ἀξιωματικοὶ, δὲν βλέπω διὰ ποῖον λόγον θέλουσι παύσει νὰ διδάσκωσι σήμερον. Ἐὰν βεβαίως προτείνητε αὐτοῖς περισσότερον, μωροὶ θέλουσι λογισθῆ, ἐὰν δὲν δεχθῶσι,—καὶ εἰς ἐμὲ ἐὰν προὐτείνετο τοιαύτη αὔξησις μισθοῦ, θὰ ἐδεχόμην νὰ λαμβάνω περισσότερα — ἀλλ’ οἱ Ὑπουργοὶ δὲν ἀποβλέπουσιν εἰς τὰ τοιαῦτα. Ὁπωσδήποτε ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου, ὅταν ἔλθῃ εἰς συζήτησιν, θέλω λάβει τὸν λόγον, ἵνα ἀναπτύξω εὐρύτερον τὰ λεχθέντα. Ταῦτα, Κύριοι, εἰς δεῖγμα—διότι ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ πλεῖστα τοιαῦτα εὑρίσκονται — τῆς ὁδοῦ, εἰς ἣν ἐδέχθη ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ συνεισέλθῃ καὶ αὐτὸς μετὰ τῶν συναδέλφων αὑτοῦ. Ἀλλ’ ὅτε τοιαῦτα καὶ αὐτὸς πράττει καὶ δέχεται νὰ πράττωσιν οἱ συνεργάται αὐτοῦ, δικαιοῦμαι νὰ εἴπω, ὅτι χρυσοῦς μὲν λόγους λέγει, ἀλλ’ ἐφρόντισε καὶ αὐτὸς νὰ πράξῃ ὅ,τι ὁ διδάσκαλος τοῦ ἀρχαίου μύθου· ἄλλα μὲν διδάσκει, ἄλλα δὲ δέχεται νὰ ἐκτελῇ. Ὁμολογῶ, Κύριοι, ὅτι εἶμαι κεκοπιακώς, καὶ ἂν ἡ Βουλὴ ἤθελε νὰ διακόψωμεν.
§158ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ διακόψωμεν ἐπὶ ἕν τέταρτον.
§159ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Θὰ παρεκάλουν, ἂν ἦναι δυνατόν, νὰ ἀναβάλωμεν εἰς τὴν Δευτέραν. Ἔχω νὰ ὁμιλήσω τοὐλάχιστον δύο ἔτι ὥρας· θὰ ἦμαι δὲ ἕτοιμος τὴν Δευτέραν, ἂν θέλητε, νὰ ἀρχίσω ἐνωρίς.
§160ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συναινεῖ ἡ Βουλὴ νὰ λυθῇ ἡ συνεδρίασις;
§161ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§162ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρᾳ 12 καὶ 40′ μετὰ τὸ μεσονύκτιον).