| 2365 | Προϋπολογισθέντα | Εἰσπραχθέντα | |||
| 2366 | |||||
| 2367 | Τὸ 1890 | δραχ. | 22,871.916 | 22,277,465 | |
| 2368 | » 1891 | » | 22,566,506 | 23,800,910 | |
| 2369 | » 1892 | » | 23,328,900 | 25,641,108 | |
| 2370 | » 1893 | » | 29,487,000 | 22,335,537 | |
| 2371 | » 1894 | » | 18,000,000 | 26,705,866 | |
| 2372 | » 1895 | » | 24,000,000 | 25,660,010 | |
| 2373 | » 1896 | » | 26,000,000 | 27,494,960 | |
| 2374 | » 1897 | » | 26,500,000 | 26,585,412 | |
| 2375 | » 1898 | » | 25,000,000 | 34,454,302 | |
| 2376 | » 1899 | » | 31,000,000 | 32,839,874 | |
| 2377 | » 1900 | » | 32,500,000 | 30,669,222 | |
| 2378 | » 1901 | » | 31,000,000 | 33,931,089 |
1902.03.27
3,379 rows · 26,392 words · 1 table · 189 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 42
Τῆς 27 Μαρτίου 1902.
(Τετάρτη).
(Γενομένης ἀπαρτίας ὥρᾳ 5 καὶ 25′ μ. μ. ἀναγινώσκονται καὶ ἐγκριθέντα ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἐπὶ τῆς συμβάσεως τῆς σιγαροποιΐας ἐπιτροπή, ἐπανειλημμένως κληθεῖσα, δὲν συνῆλθε, παρὰ μόνον ἅπαξ. Παρακαλῶ αὐτὴν νὰ συνέλθῃ, διότι ἐπιτροπὴ πολυμελής, ἐξ Ἀγρινίου ἐλθοῦσα, ζητεῖ νὰ συνεννοηθῇ μετ’ αὐτῆς, καὶ νὰ ἐκθέσῃ τὰς ἰδέας της. Παρακαλῶ λοιπὸν τὰ μέλη τῆς ἐπιτροπῆς ταύτης νὰ συνέλθωσιν· ἄλλως εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ ἀναγράψω τὸ νομοσχέδιον εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Ἡ ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους ἐπιτροπὴ ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῶν πιστώσεων ἐκ δραχμῶν 166,200 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1901». Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 183). Ὁ βουλευτὴς κ. Ἀπόστολος Ζάππας ὑποβάλλει ὑπόμνημα τοῦ ἀποστράτου ἀνθυπολοχαγοῦ Σταύρου Λαμπρινάκου περὶ προβιβασμοῦ αὐτοῦ εἰς ὑπολοχαγόν. Ὁ Ἐμπορικὸς Σύλλογος Καλαμῶν παρακαλεῖ τὴν Βουλὴν νὰ ψηφίσῃ κατὰ προτίμησιν τὰ νομοσχέδια: 1) περὶ ἀνεγέρσεως τελωνείου ἐν Καλάμαις, 2) περὶ ἐπιβολῆς φόρου ἐπὶ τῆς σταφίδος καὶ τῶν σύκων τῶν ἐξαγομένων διὰ ξηρᾶς ἐκ Μεσσηνίας, καὶ 3) περὶ τροποποιήσεως τῆς φορολογίας τοῦ ἐλαίου τῶν ἀτμοκινήτων ἐλαιουργείων. Κάτοικοι τῶν χωρίων Ὀμβρακιᾶς, Πουρναρίου καὶ ἄλλων τῆς ἐπαρχίας Δομοκοῦ παρακαλοῦσι τὴν Βουλὴν νὰ ψηφίσῃ τὸ νομοσχέδιον περὶ ἀπαλλαγῆς τῶν Θεσσαλῶν ἀπὸ τῆς πληρωμῆς τῶν δανείων. Κάτοικοι Ζακύνθου παρακαλοῦσι τὴν Βουλὴν νὰ ψηφίσῃ τὸ νομοσχέδιον περὶ παραχωρήσεως τῆς κυριότητος καὶ ἐκμεταλλεύσεως τῶν ἐν Ζακύνθῳ ὀρυχείων πετρελαίου κλπ. Ὁ Ἐμπορικὸς Σύλλογος Αἰγίου παρακαλεῖ τὴν Βουλὴν νὰ ψηφίσῃ τὸ νομοσχέδιον «περὶ ἐκτελέσεως».
§2Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ἔλαβον παρὰ τῶν κατοίκων τοῦ δυτικοῦ μέρους τῆς παραλίας Καλαμῶν αἴτησιν, διὰ τῆς ὁποίας ζητεῖται ἡ ἄρσις ἐκεῖθεν ἑνὸς σαπωνοποιείου, τὸ ὁποῖον προσβάλλει τὴν ὑγείαν τῶν κατοίκων. Τὴν αἴτησιν ταύτην καταθέτω, καὶ παρακκλῶ νὰ διαβιβασθῇ εἰς τὸ ἁρμόδιον Ὑπουργεῖον πρὸς ἐνέργειαν τῶν δεόντων.
§3ΜΕΛ. ΡΟΥΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐκ τῶν ἀναγνωσθέντων προχθὲς πρακτικῶν τῆς συνεδριάσεως τοῦ παρελθόντος Σαββάτου ἐβεβαιώθην, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι κατετέθη εἰς τὸ Προεδρεῖον ὑπὸ τοῦ ἐξ Ἐπιδαύρου Λιμηρᾶς βουλευτοῦ κ. Κ. Παπαμιχαλοπούλου ἀναφορὰ τοῦ Δικηγορικοῦ Συλλόγου Σπάρτης, διὰ τῆς ὁποίας ἐπιδιώκεται ὁ διορισμὸς δύο ἐπὶ πλέον δικαστῶν εἰς τὸ ἐκεῖ Πρωτοδικεῖον. Τῆς ἀναφορᾶς ὅμως ταύτης δὲν ἀνεκοινώθη κἄν τὸ περιεχόμενον εἰς τὴν Βουλήν. Ἐν τούτοις, ἀμεσώτερον ἐνδιαφερόμενος, κύριοι Βουλευταί, ὄχι μόνον ὡς Βουλευτὴς Λακεδαίμονος, ἀλλὰ καὶ ὡς μέλος τοῦ Δικηγορικοῦ τούτου Συλλόγου, εἰς τὴν ὑποστήριξιν καὶ ἀποδοχὴν τῆς ἀναφορᾶς ταύτης, ὀφείλω, ἑρμηνεύων ἄλλως τε καὶ τὴν γνώμην τῶν λοιπῶν ἐκ Λακεδαίμονος κυρίων συναδέλφων μου, νὰ ἀξιώσω, ὅπως ἀναγνωσθῇ ἤδη ἡ ἀναφορὰ αὕτη πρὸς τὴν Βουλήν, καὶ συνάμα νὰ συστήσω καὶ ἐντεῦθεν θερμῶς εἰς τὴν Κυβέρνησιν, καὶ ἰδίᾳ εἰς τὸν ἀξιότιμον ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργόν, τὴν ἀναπόδραστον, τὴν ἐπιτακτικὴν ἀνάγκην τῆς προσθήκης δύο τουλάχιστον ἐπὶ τοῦ παρόντος δικαστῶν εἰς τὸ ὑπάρχον, ὅλως ἀνεπαρκές, προσωπικὸν τοῦ Πρωτοδικείου Σπάρτης, διότι ἄλλως θέλει περιστῆ τοῦτο εἰς τὸ ἀπροχώρητον, ἐπὶ ἀνυπολογίστῳ βλάβῃ βαρυτίμων συμφερόντων τῶν τε πολιτῶν καὶ τοῦ Δημοσίου. Παρακαλῶ δὲ ὑμᾶς ἤδη, ὅπως ἐπιτρέψητε νὰ ἀναγνωσθῇ ἡ ἀναφορὰ αὕτη, καὶ εἶτα διαβιβασθῇ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης μετὰ τῆς προσηκούσης συστάσεως τῆς Βουλῆς.
§4Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔλαβον τηλεγράφημα, ἀπευθυνόμενον πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς, ἐκ Πατρῶν, ἐκ μέρους τῶν γονέων τῶν μαθητῶν τῆς ἐκεῖ συστάσης Ἐμπορικῆς Σχολῆς, παρακαλούντων τὴν Βουλήν, ἂν ᾖναι δυνατὸν, νὰ προτάξῃ τὸ νομοσχέδιον περὶ Ἐμπορικῶν Σχολῶν, τὸ ὁποῖον εἶναι εἰς τρίτην ἀνάγνωσιν. Κατὰ καθῆκον, ἀνακοινῶ τὸ τηλεγράφημα τοῦτο, καὶ ἡ Βουλὴ ἂς ἀποφασίσῃ.
§5Α. ΡΙΚΑΚΗΣ. Ὅμοιον τηλεγράφημα ἔλαβον καὶ ἐγὼ, ὡς καὶ οἱ ἄλλοι συνάδελφοι. Βεβαίως δὲν ἐννοῶ νὰ προτείνω νὰ διακοπῇ ἡ συζήτησις τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἵνα προταχθῇ τὸ περὶ Ἐμπορικῶν Σχολῶν νομοσχέδιον, ἀλλ’ ἐὰν ᾖναι δυνατὸν νὰ ἀκουσθῇ ἡ γνώμη καὶ ἡ παράκλησίς μου, ἐὰν ᾖναι δυνατὸν ν’ ἀναγνωρισθῇ ἡ σπουδαιότης τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ὡς καὶ ἄλλων τινῶν, τὰ ὁποῖα εἶναι ἐκκρεμῆ, καὶ ὁμολογουμένως, ἐὰν δὲν ψηφισθῶσι, θέλει ἐπέλθει σπουδαιοτάτη ζημία, ἤθελον τολμήσει νὰ ὑποβάλω τὴν γνώμην καὶ τὴν παράκλησίν μου. Τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ, ὡς γνωρίζετε, ἀποβλέπει εἰς τὴν συντήρησιν τῶν λειτουργουσῶν δύο Ἐμπορικῶν Σχολῶν· αἱ Σχολαὶ αὗται συνεστήθησαν πρὸ πολλοῦ, καὶ οἱ καθηγηταὶ δὲν πληρώνονται, ἑπομένως, ἐὰν δὲν ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ, ὡς καὶ τὸ σχετικὸν πρὸς αὐτὸ ἕτερον νομοσχέδιον περὶ χορηγίας τῆς ἀπαιτουμένης πιστώσεως, βεβαίως οἱ καθηγηταὶ θὰ ἀπόσχουν, καὶ αἱ Σχολαὶ θὰ κλείσουν, καὶ οἱ μαθηταί, οἱ ὁποῖοι κατετάχθησαν εἰς τὰς Σχολὰς, θὰ μείνωσιν εἰς τοὺς δρόμους. Ἐπίσης ἕτερον μεγάλης σπουδαιότητος νομοσχέδιον εἶναι ἐκεῖνο, περὶ τοῦ ὁποίου ὡμίλησε προχθὲς ὁ κύριος Δραγούμης, τὸ ἀφορῶν τὰ πρωτόκολλα τῆς καταμετρήσεως τῶν ἀμπέλων, διότι ὅλα τὰ πρωτόκολλα, ὡς κακῶς γενόμενα, εἶναι ἄκυρα, καὶ ὅμως οἱ ἰδιοκτῆται καταδιώκονται. Ἐπίσης σπουδαιότατον νομοσχέδιον εἶναι τὸ ἀφορῶν εἰς τὴν φορολογίαν τῶν ἀμπέλων. Ἐπίσης ὑπάρχουν ἄλλα νομοσχέδια σπουδαιότατα καὶ κατεπείγοντα. Ὅλα αὐτὰ τὰ νομοσχέδια πρέπει, κατὰ τὴν ἐμὴν γνώμην, νὰ εὑρεθῇ τρόπος, ὥστε νὰ ψηφισθῶσι πρὸ τῆς λήξεως τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς· ἡ γνώμη μου δὲ εἶναι ἡ ἑξῆς, τὴν ὁποίαν ἁπλῶς ὑποβάλλω, διότι βεβαίως δὲν δύναμαι νὰ ὑποχρεώσω τὴν Βουλήν, ἢ νὰ τὴν πείσω νὰ κάμῃ ὅ,τι νομίζει, ὅτι δὲν εἶναι ὀρθόν. Ἡ γνώμη μου λοιπὸν εἶναι νὰ κανονίσῃ ἡ Βουλὴ τὸν τρόπον τῶν ἐργασιῶν της. Ὁσάκις ἡ Βουλὴ εἶχε διπλᾶς συνεδριάσεις, εἴτε νυκτερινὰς, εἴτε ἡμερησίας, πάντοτε ἐκανόνιζε τὰς ἐργασίας της, καὶ τὰς ἐκανόνιζεν ὡς ἑξῆς· κατὰ τὸ πρῶτον στάδιον τῆς συνεδριάσεως ἐγίνετο ἡ ἐνάσκησις τοῦ δικαιώματος τοῦ ἐλέγχου, κατὰ τὸ δεύτερον στάδιον ἦτο ὑποχρεωτικὸν τὸ νομοθετεῖν, καὶ κατὰ τὰ δύο δὲ στάδια εἶναι σπουδαιοτάτη ἡ ἐργασία τῆς Βουλῆς. Διατὶ λοιπὸν δὲν κανονίζεται οὕτω καὶ σήμερον; Ἐὰν δὲν κανονισθῇ οὕτως ἡ ἐργασία τῆς Βουλῆς, σημαίνει ὅτι θέλομεν νὰ παρέλθῃ ὁ χρόνος, καὶ τότε εἶναι περιττὸν νὰ τηλεγραφοῦν ἀπὸ τὰς ἐπαρχίας, καὶ εἶναι περιττὸν νὰ γίνωνται συστάσεις ἐκ μέρους τῶν Βουλευτῶν. Παρακαλῶ λοιπόν, κύριε Πρόεδρε, ἐπ’ αὐτοῦ νὰ ζητηθῇ ἡ γνώμη τῆς Βουλῆς.
§6ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ἔχω μίαν παράκλησιν νὰ ἀπευθύνω πρὸς τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης· ἀλλὰ νομίζω, ὅτι εἶναι ἡ ἑκατοστὴ ἤδη φορά, καθ’ ἣν παρακαλῶ τὸν κύριον Ὑπουργόν, καὶ οὐδέποτε οὗτος προσήγαγεν ὅ,τι τῷ ζητῶ, ἀλλὰ τέλος πάντων θὰ τὸν παρακαλέσω καὶ ἤδη, καὶ ἂς παραλείψῃ πάλιν νὰ δώσῃ πληροφορίας εἰς τὴν Βουλήν. Ἡ ἐπερώτησις, τὴν ὁποίαν ἔχω νὰ ἀπευθύνω, ἀφορᾷ χρηματικὴν διαχείρισιν ἑνὸς γραμματέως τοῦ Πταισματοδικείου ἐν Τριπόλει, εἶναι δὲ ἡ ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Παρακαλεῖται ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, ἂν ἐχορηγήθη πίστωσις πρὸν τὸν γραμματέα τοῦ Πταισματοδικείου Τριπόλεως πρὸς ἀγορὰν ἐπίπλων· πόσον τὸ χορηγηθὲν ποσόν; κατηναλώθη ἡ πίστωσις αὕτη; καὶ πρὸς τίνα σκοπόν; καὶ νὰ προσαχθῶσιν ἅπαντα τὰ σχετικὰ τῆς διαχειρίσεως ἔγγραφα, καὶ ἰδίᾳ ἡ ἀναφορὰ τοῦ πταισματοδίκου. Μήπως κατηγγέλθη ἡ πρᾶξις; Ποία ἐγένετο ἐνέργεια;» (Ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης κατανεύει). Κύριε Ὑπουργέ, ὁσάκις ἐπηρώτησα ὑμᾶς, πάντοτε διὰ νεύσεως τῆς κεφαλῆς ὑπεσχέθητε, ὅτι ἀμέσως θὰ καταθέσητε τὰ ζητούμενα ἔγγραφα, ἀλλὰ, καίτοι φθάνομεν ἤδη εἰς τὴν λῆξιν τῆς Συνόδου, οὐδεμίαν πληροφορίαν ἐδώσατε. Ἤδη πρόκειται περὶ καταχρήσεως, ἡ ὁποία ἐγένετο, πρόκειται ἀκόμη περὶ ἐνεργείας τῆς εἰσαγγελικῆς ἀρχῆς, ἵνα καλυφθῇ ἡ κατάχρησις ἐκείνη, καὶ γνωρίζετε, ὅτι ὁ γραμματεὺς αὐτὸς τοῦ Πταισματοδικείου εἶναι ὁ προστατευόμενος τοῦ εἰσαγγελέως. Καίτοι δὲ ὁ γραμματεὺς οὗτος ἐβεβαίωσε δι’ ἀποδείξεως, ὅτι ἐδαπάνησε τὸ χορηγηθὲν αὐτῷ ποσόν, βεβαιοῦται, ὅτι ἐδαπάνησε μόνον 22 δραχμάς. Ἐζητήθησαν πληροφορίαι παρὰ τοῦ πταισματοδίκου, καὶ ὁ πταισματοδίκης προσέτρεξεν εἰς τοὺς χορηγητάς, καὶ ἐβεβαιώθη, ὅτι 22 μόνον δραχμὰς ἐδαπάνησεν ὁ γραμματεύς· κατόπιν δὲ ὁ εἰσαγγελεὺς ἐμερίμνησε νὰ καλύψῃ τὴν κατάχρησιν ταύτην. Ἐὰν θέλετε λοιπόν, κύριε Ὑπουργέ, καταθέσατε τὰ ἔγγραφα, διότι πρόκειται περὶ τοῦ τόπου σας, καὶ νομίζω, ὅτι ἔχετε ὑποχρέωσιν ἰδίαν.
§7Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Νὰ ἦσθε βέβαιος, ὅτι θέλω καταθέσει τὰ ἔγγραφα.
§8ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ἔχω καὶ μίαν ἄλλην ἐπερώτησιν πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, διὰ νὰ θαυμάσητε τὰ κατορθώματα ἑνὸς ἀστυνομικοῦ σταθμάρχου, ὁ ὁποῖος μετῆλθε βασανιστήρια κατὰ πολιτῶν, τὰ ὁποῖα μόνον εἰς τὴν ἐποχὴν τῆς Ἱερᾶς Ἐξετάσεως δύναται νὰ ἀναγνώσῃ τις. Δὲν ἀναγινώσκω τὴν ἐπερώτησιν. Καταθέτω αὐτὴν, καὶ παρακαλῶ νὰ τὴν λάβῃ ὑπ’ ὄψιν του ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν. Ἐπίσης παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ δώσῃ πληροφορίας, καὶ τὸν παρκκαλῶ νὰ ζητήσῃ τηλεγραφικῶς τοιαύτας, πρὸς τί ὁ νομάρχης Ἀρκαδίας, τῇ προτάσει ἑνὸς ἐνωμοτάρχου, ἀπέλυσε τοὺς ἀγροφύλακας τοῦ δήμου Νυμφασίων; Ὑπῆρξε νόμιμός τις λόγος; Διότι, καθ’ ἃς ἔχω ἐκεῖθεν πληροφορίας, ἀπέλυσε τοὺς ἀγροφύλακας ἄνευ οὐδενὸς λόγου, καὶ ἀφοῦ τοὺς ἀπέλυσε, δὲν προέβη εἰς παραγγελίαν νέας ἐκλογῆς, ἀλλὰ θέσαντες ἀμφότεροι οὗτοι κατὰ μέρος τοὺς νόμους προέβησαν εἰς διορισμὸν ἀγροφυλάκων, ὅλως παρανόμως. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ δώσῃ τὰς ζητουμένας πληροφορίας.
§9ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Μίαν παράκλησιν ἔχω νὰ ὑποβάλω πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ἐπ’ εὐκαιρίᾳ πιστώσεως ἀναπληρωματικῆς, ἥτις ζητεῖται διὰ τὸ ἔτος 1901, τὴν ἑξῆς: «Παρακαλεῖται ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν νὰ προσαγάγῃ πίνακα, περιέχοντα ἀναλελυμένως κατ’ ὄνομα καὶ εἶδος τὰς ἐκ τοῦ κεφαλαίου 20 ἄρθρου Μ. τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου κατὰ τὴν χρῆσιν τοῦ ἔτους 1901 πληρωθείσας καὶ ἀναγνωρισθείσας δαπάνας λόγῳ ἐξόδων γραφείων σωμάτων καὶ στρατιωτικῶν καταστημάτων.»
§10Ν. ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§11Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐὰν οἱ κάτοικοι τῆς κοινότητος ταύτης ἀπέκτησαν δικαίωμα νὰ βόσκωσι τὰ ζῷα αὐτῶν ἐν τῇ περιφερείᾳ ταύτῃ, τὸ δικαίωμα αὐτῶν τοῦτο δὲν δύναται ν’ ἀφαιρεθῇ. Ἑπομένως δέον νὰ ἐξακριβωθῇ, ἐὰν ἀπέκτησαν οἱ κάτοικοι τῆς κοινότητος ταύτης δικαίωμα ἢ ὄχι. Μετὰ τοῦτο δὲ πρέπει νὰ ἐξετασθῇ, μήπως εἶναι ἀπόλυτος ἀνάγκη πρὸς συντήρησιν τῆς κοινότητος αὐτῆς διὰ τὴν δίοδον τῶν κτηνῶν των εἰς τὴν περιφέρειαν ἐκείνην νὰ ληφθῇ μέτρον τι.
§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Λεβίδης ἔχει τὸν λόγον.
§13Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Πρό τινων ἡμερῶν εἶχον λάβει τὴν τιμὴν νὰ καταθέσω εἰς τὴν Βουλὴν, ὅπως διαπεμφθῇ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, ἀναφορὰν συμπολιτῶν μου, κατοίκων τοῦ Δʹ τμήματος τῆς πόλεως Ἀθηνῶν, τοῦ Ἁγίου Φιλίππου, παραπονουμένων κατά τε τῆς Ἀστυνομίας καὶ τῶν λοιπῶν ἁρμοδίων ἀρχῶν τῆς πόλεως ἐπὶ τῷ ὅτι ἀνέχονται τὴν ἀθρόαν εἰσβολὴν τῶν ποιμνίων οὐ μόνον ἐντὸς τοῦ λεκανοπεδίου τῶν Ἀθηνῶν, ἀλλὰ καὶ ἐντὸς πλέον αὐτοῦ τοῦ σχεδίου τῆς πόλεως, ἔνθα βόσκουσι τὰ ποίμνια διαφόρων ποιμένων. Καὶ ἡ Βουλὴ γνωρίζει καὶ ὑμεῖς, κύριε Πρόεδρε τῆς Βουλῆς, ὡς ἀντιπρόσωπος καὶ τῶν Ἀθηνῶν, ὅτι πολλοὶ τῶν Ἀθηναίων πρὸ παντὸς ἔχουσι γρασιδοτόπους καὶ κήπους, εὑρισκομένους ἐντὸς τοῦ σχεδίου τῆς πόλεως. Καὶ ὅμως ἡ ἰδιοκτησία αὐτῶν αὕτη οὐδαμῶς προστατεύεται ὑπὸ τῶν ἁρμοδίων ἀρχῶν. Ὅταν δὲ ταῦτα συμβαίνωσιν ἐντὸς τῆς πόλεως Ἀθηνῶν, φαντάσθητε, τί πρέπει νὰ περιμένῃ τις εἰς μέρη τοῦ Κράτους ἀπώτερα. Γνωρίζω θετικῶς ἐκ τῶν ὑπογραψάντων τὴν ἀναφορὰν ἐκείνην συμπολιτῶν μου, ὅτι ἡ ἁρμοδία ἀρχὴ οὐδὲν μέτρον περὶ τούτου ἔλαβεν. Ἤθελον μάλιστα παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ἐὰν δέχεται, νὰ μοὶ κάμῃ τὴν τιμὴν νὰ ἐνοικιάσω ὄχημα κατὰ τὴν δύσιν τοῦ ἡλίου, καὶ νὰ ὁδηγήσω αὐτὸν εἰς τὰ μέρη, ἅτινα καταδεικνύει ἡ ἀναφορὰ τῶν συμπολιτῶν μου, ἵνα βεβαιωθῇ ἰδίοις πλέον ὄμμασιν, ὅτι εὑρισκόμεθα ἐν ἐποχῇ, ὡς πρὸς τοῦτο, ἐντελῶς βαρβάρῳ.
§14Α. ΠΕΤΑΛΑΣ. Εἰδυλλιακῇ!
§15Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. .. διότι ἡ γράστις καὶ τὰ περιβόλια, τὰ ἐν τῇ περιφερείᾳ τῶν Ἀθηνῶν, εἰσὶν εἰς τὴν διάθεσιν βλαχοποιμένων τινῶν, ἢ ἰδιοκτητῶν ποιμνίων, καὶ ἐπὶ τέλους, ἐνῷ ὑποβάλλονται εἰς βαρυτάτους φόρους οἱ συμπολῖται ἡμῶν! Δὲν θέλω νὰ ἀναφέρω, ὅτι ἀστυνόμος τις τῆς πόλεως ἦτο συνιδιοκτήτης ποιμνίου! Ἀλλὰ σήμερον καταθέτω καὶ δευτέραν ἀναφορὰν, ταύτην, τῶν κατοίκων τοῦ Αʹ τμήματος τῆς πόλεως Ἀθηνῶν, τῆς Πλάκας, παραπονουμένων διὰ τοὺς αὐτοὺς λόγους. Ἦλθον οὗτοι χθὲς εἰς τὸ γραφεῖόν μου, καὶ μὲ παρεκάλεσαν νὰ συστήσω εἰς τὴν Βουλὴν τὴν ἀναφορὰν, ἣν ὑπέγραψαν, καὶ νὰ ἐκθέσω τὰ παράπονα αὐτῶν. Καταθέτω τὴν ἀναφοράν. Καὶ ἐπειδὴ ἀμφότεραι ἀφορῶσι τὸ αὐτὸ ζήτημα, ἐλπίζω, ὅτι θὰ θελήσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ ἐπιβάλῃ εἰς τὰς ἁρμοδίας ἀρχὰς νὰ ἐκτελέσωσι τὸ καθῆκον αὐτῶν.
§16ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ. Συνενῶν, κύριε Πρόεδρε, τὰς συστάσεις καὶ παρακλήσεις μου πρὸς τὰς τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου, ὑπομιμνήσκω, ὅτι πρὸ 15 ἢ 20 ἡμερῶν ὑπέδειξα εἰς τὸν κύριον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν τὰ ἄτοπα, ἅτινα προκαλεῖ τὸ ἐν λόγῳ ζήτημα, τὰ ὁποῖα καὶ εἰς διαπληκτισμοὺς καὶ ἐγκλήματα πολλάκις καταλήγουσι. Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν αὐτὸν νὰ λάβῃ μέτρα καὶ ἐν τῷ συμφέροντι τῶν κτηματιῶν, ἀλλὰ καὶ τῷ τῆς δημοσίας τάξεως, ἥτις, γνωρίζει καλῶς ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅτι συχνὰ δεινῶς διασαλεύεται, μέχρι καὶ ἀνθρωποκτονιῶν πολλάκις, νὰ λάβῃ μέτρα, λέγω, σύντονα, ἵνα τεθῇ τέρμα εἰς τὴν κατάστασιν ταύτην.
§17Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Καὶ εἰς ἐμὲ οἱ παραπονούμενοι ἰδιοκτῆται ἦλθον ἐπανειλημμένως καὶ μοὶ ἔκαμον τὰ αὐτὰ παράπονα, μοὶ παρετήρησαν δὲ, ὅτι ἐπὶ Σκωτίδου, ἀγροτικοῦ ἀστυνόμου, δὲν συνέβαινον ταῦτα. Ἐνόμισα λοιπὸν, ὅτι θ’ ἀνταπεκρινόμην εἰς τὰς δικαίας ταύτας αἰτήσεις αὐτῶν, ἐὰν προέβαινον εἰς ἀντικατάστασιν τοῦ ἀγροτικοῦ ἀστυνόμου, ἐπὶ τῆς ἀστυνομίας τοῦ ὁποίου ἐγένοντο ταῦτα, καὶ διώριζον πάλιν τὸν κ. Σκωτίδην, ἐκ τοῦ ὁποίου ἐφαίνοντο πάντες εὐχαριστημένοι. Τοῦτο δὲ καὶ ἔπραξα.
§18Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Ἐξ ἐπιστολῶν, τὰς ὁποίας ἔλαβον παρὰ διαφόρων συμπολιτῶν μου ἔκ τε τοῦ δήμου Σύρου καὶ ἐκ τοῦ δήμου Μυκόνου, πληροφοροῦμαι, ὅτι ἐν ταῖς περιφερείαις ἐκείναις ἐνέσκηψεν εἰς τοὺς ἀγροὺς νόσος ἄγνωστος, ἡ ὁποία κατέστρεψε τοὺς κυάμους τῶν πτωχῶν γεωργῶν. Βεβαίως ἡ Κυβέρνησις δὲν εἶναι ὑπόλογος διὰ τὰ τοιαῦτα δυστυχήματα, οὐχ ἧττον νομίζω, ὅτι εἶναι δυνατὸν ν’ ἀποστείλῃ ἐκεῖ ἕνα γεωπόνον, ὅπως ἀντιληφθῇ τὴν κατάστασιν, εἰς ἣν περιῆλθον τὰ κτήματα ἐκεῖνα, ἀφοῦ μάλιστα διὰ τὸν κλάδον τοῦτον ἐξοδεύει τὸ Κράτος οὐκ ὀλίγα. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ἐν γένει εἰς τὸν νομὸν Κυκλάδων οὐδεμία οὐδέποτε ἐλήφθη μέριμνα διὰ τὸ ζήτημα τῆς γεωργίας, καίτοι ὁ δῆμος Σύρου ἀποκλειστικῶς συντηρεῖται διὰ τῆς γεωργίας· εἶναι δὲ ἡ γεωργία τὸ μόνον μέσον, δι’ οὗ συντηροῦνται ἄνω τῶν 6,000 ἀνθρώπων. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι οἱ γεωργοὶ οὗτοι κατώρθωσαν νὰ καλλιεργήσωσι καὶ αὐτοὺς τοὺς λόφους ἀκόμη. Τόσον φιλόπονοι εἶναι! Ἐν τούτοις ἡ Κυβέρνησις ἐφάνη πρὸς αὐτοὺς πολὺ ἀδιάφορος. Λέγω δὲ τοῦτο, διότι, ὅτε ἦτο ἐν τῇ ἀρχῇ ἡ τέως Κυβέρνησις, ἵδρυσε Γεωργικὴν Σχολὴν ἐν Κερκύρᾳ ἐπὶ μέρους βραχώδους, εἰς τὸ ὁποῖον ἡ Ἀγγλία εἶχε δαπανήσει 150 ὀκάδας δυναμίτιδος διὰ νὰ κατακρημνίσῃ τὸ ἐπ’ αὐτοῦ φρούριον. Νομίζω ὅτι εἰς τὸν νομὸν ἐκεῖνον ἦτο προτιμότερον νὰ γείνῃ Ἐμπορικὴ Σχολὴ, εἰς δὲ τὰς Κυκλάδας, ὅπου οἱ χωρικοὶ ζῶσι διὰ τῆς γεωργίας, νὰ γείνῃ Γεωργικὴ Σχολὴ ἢ Γεωργικὸς σταθμός. Περὶ αὐτοῦ τοῦ ζητήματος εἶχον ὑψώσει καὶ ἄλλοτε φωνὴν, ἀπορῶ δὲ, πῶς δὲν ἐλήφθη πρόνοια περὶ αὐτοῦ. Πέπεισμαι ὅτι ἡ παροῦσα Κυβέρνησις θέλει φροντίσει περὶ αὐτοῦ· ἀλλ’ ἐπὶ τοῦ παρόντος ἂς εὐαρεστηθῇ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ ἀποστείλῃ πάραυτα ἕνα γεωπόνον εἰς Σῦρον καὶ Μύκονον, πρὸς ἐξέτασιν τῆς ἐνσκηψάσης νόσου καὶ λῆψιν τῶν προσηκόντων μέτρων.
§19Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Μάλιστα.
§20Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἐνθυμεῖσθε, Κύριοι, ὅτι πρὸ ἀμνημονεύτου, οὕτως εἰπεῖν, χρόνου ὑπεβλήθησαν ἐπερωτήσεις πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον περὶ τῶν λαβόντων χώραν ἐν τῇ ὁδῷ Κοραῆ κατὰ τὴν 8ην Νοεμβρίου παρελθόντος ἔτους. Εἶναι ἀληθές, ὅτι οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ εὐηρεστήθησαν νὰ ὑποβάλωσιν ἔγγραφά τινα ἐκ τῶν τότε καὶ παρ’ ἄλλων Βουλευτῶν καὶ παρ’ ἐμοῦ αἰτηθέντων, οὐχ ἧττον δὲν ὑπεβλήθησαν πάντα. Ἤδη ἀπὸ τῆς 12 Φεβρουαρίου, ἤτοι πρὸ μηνὸς καὶ ἐπέκεινα, εἶχον παρακαλέσει τοὺς κυρίους Ὑπουργοὺς νὰ καταθέσωσιν εἰς τὴν Βουλὴν διαταγήν τινα, περὶ ἧς ὡμίλει ἐν ἐγγράφῳ αὑτοῦ ὁ τότε ἀνώτατος ἐπόπτης τῶν στρατιωτικῶν δυνάμεων τῆς πρωτευούσης, ὁ ἀξιότιμος συνταγματάρχης κ. Δημοσθένης Στάϊκος. Ὁ κ. Στάϊκος ἔν τινι ἐγγράφῳ, ὅπερ ἐκοινοποίησε πρὸς τὸν πρύτανιν τοῦ Πανεπιστημίου, ὑπὸ ἡμερομηνίαν 7 Νοεμβρίου, ἔλεγε: «Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ φέρω εἰς γνῶσιν ὑμῶν, ὅτι πρὸς πρόληψιν διαταράξεως τῆς τάξεως, διετάχθην παρὰ τῆς Κυβερνήσεως νὰ λάβω πρόνοιαν, ὥστε οἱ κύριοι φοιτηταὶ νὰ μένωσιν ἀνενόχλητοι καὶ ἐλεύθεροι, ἐφ’ ὅσον συσκέπτονται καὶ συζητοῦσιν ἐντὸς τοῦ Πανεπιστημίου καὶ τοῦ περιβόλου αὐτοῦ, ἀπολύτως δὲ νὰ μὴ ἐπιτρέψω τὴν ἀνὰ τὴν πόλιν περιφορὰν μεγάλων ὁμάδων διαδηλωτῶν, εἴτε ἐκ φοιτητῶν, εἴτε καὶ ἄλλων πολιτῶν. Τοὐναντίον δὲ πᾶσαν τοιαύτην ἀπόπειραν, μετὰ πρόσκλησιν πρὸς τοὺς διαδηλωτὰς, ἵνα συμμορφωθῶσι πρὸς τὴν ἀνωτέρω ἀπαγόρευσιν, θέλω παρεμποδίσει καὶ διὰ τῆς βίας, ποιούμενος χρῆσιν τῶν ὑπ’ ἐμὲ στρατιωτικῶν δυνάμεων κλπ.» Εἶχε λοιπὸν λάβει διαταγὴν—ἀφοῦ ἐν τῷ ἐγγράφῳ ῥητῶς λέγεται—ὁ κ. ἀνώτατος στρατιωτικὸς ἐπόπτης παρὰ τῆς Κυβερνήσεως νὰ ποιήσηται χρῆσιν τῆς βίας διὰ τῶν στρατιωτικῶν δυνάμεων. Τούτῳ τῷ λόγῳ εἶχον παρακαλέσει τὴν Κυβέρνησιν νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ καταθέσῃ τὴν διαταγὴν ταύτην τῆς Κυβερνήσεως περὶ τῆς χρήσεως τῆς βίας διὰ τῶν στρατιωτικῶν δυνάμεων. Ἀλλὰ τοιαύτη διαταγὴ δὲν κατετέθη. Εἶχον μάλιστα τότε φροντίσει νὰ εἴπω: «μήπως ἡ διαταγὴ ἐδόθη προφορικῶς; Νὰ ἐξετασθῶσι καὶ τὰ περὶ τούτου»...
§21Γ. ΚΟΡΠΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Δὲν ὑπάρχει ἔγγραφον τοιοῦτον.
§22Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Δηλαδὴ δὲν ὑπάρχει ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Στρατιωτικῶν. Ἀλλὰ δὲν ὑπάρχει ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐσωτερικῶν;
§23Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Νομίζω, ὄχι. Αὔριον δύναμαι νὰ σᾶς εἴπω μετὰ βεβαιότητος.
§24Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Δὲν ἐφροντίσατε νὰ μάθητε, ἐὰν ἐδόθη προφορικῶς;
§25Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Δὲν εἶναι δυνατόν. Ὁ κύριος Στάϊκος μάλιστα περιοδεύει.
§26Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἀπὸ τῆς 8 Νοεμβρίου, ὅτε ὑπεβλήθη ἡ ἐπερώτησίς μου, ἐδύναντο ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν νὰ καλέσωσι τὸν κ. Στάϊκον, καὶ νὰ ἐρωτήσωσιν αὐτὸν περὶ τούτου. Διότι, Κύριοι, ποσῶς δὲν εἴμεθα διατεθειμένοι νὰ δεχθῶμεν, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ φονευθῶσιν ἑπτὰ ἄνθρωποι ἐντὸς τοῦ ἄστεως μάλιστα ὀκτὼ, διότι ὁ ἀπολεσθεὶς βεβαίως ἐφονεύθη, καὶ κρύφα τὴν νύκτα ἐνεταφιάσθη, — δὲν εἴμεθα βεβαίως διατεθειμένοι νὰ ἐπιτρέψωμεν, ἵνα αὐτοὶ οἱ ὀκτὼ συμπολῖται ἡμῶν ὥσπερ σκύλλοι εἰς τὴν ἄμπελον ἀποσταλῶσιν εἰς τὸν Ἅδην. Οὔτε εἴμεθα διατεθειμένοι νὰ δεχθῶμεν, ὅπως δύο καὶ τριάκοντα συμπολῖται ἡμῶν τραυματισθῶσι, καὶ δὴ βαρέως, χωρὶς νὰ ἔχωμεν τὸν ὑπεύθυνον τῶν τοιούτων ἀγρίων σκηνῶν. Ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς συμπολίτης μου εἶχε ζητήσει παρὰ τῆς Κυβερνήσεως νὰ βεβαιωθῇ, τί ἐγένετο μαθητής τις τοῦ Πολυτεχνείου, ὅστις τὴν ἡμέραν ἐκείνην ἀπωλέσθη ἐκ τῆς πόλεως, καὶ ἑπομένως ἐκ τῆς οἰκίας αὐτοῦ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ὑπέβαλε πρό τινων ἡμερῶν ἀπάντησιν ἔγγραφον πρὸς τὴν ἐπερώτησιν ταύτην, δι’ ἧς ἔλεγεν, ὅτι ὁ εἰσαγγελεὺς ἐρευνᾷ νὰ μάθῃ, τί ἔγεινεν αὐτὸς ὁ σκύλλος! — διότι περὶ σκύλλων πρόκειται, Κύριοι, ὅταν κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον διεξάγηται ἡ ὑπόθεσις αὕτη, περὶ σκύλλων βεβαίως πρόκειται, ὅταν, προκειμένου μὲν περὶ ἐγκλημάτων σκοτεινοτάτων, ἐφρόντισεν ἡ δικαστικὴ ἀρχὴ νὰ βεβαιώσῃ αὐτὰ, καὶ πανηγυρικῶς νὰ διεξάγῃ τὴν δίκην αὐτῶν, περὶ δὲ ἀδικήματος καταφώρου, γενομένου ὑπὸ τὰ παράθυρα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, ὑπὸ τὰ ὄμματα ὅλων τῶν κατοίκων τῆς πόλεως, δὲν εἶναι δυνατὸν τέλος πάντων ἡ δικαστικὴ ἐξουσία νὰ φθάσῃ εἰς ἓν συμπέρασμα! Εἶχον λοιπὸν ζητήσει νὰ κατατεθῇ ἡ ἔγγραφος διαταγὴ τῆς Κυβερνήσεως πρὸς τὸν κ. Στάϊκον. Ἀλλὰ τώρα μανθάνομεν καὶ δὲν μανθάνομεν, ὅτι τοιαύτη τις διαταγὴ δὲν ὑφίσταται. Λοιπὸν ὑφίσταται προφορικὴ, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν εἷς συνταγματάρχης νὰ ψεύδηται ἐπισήμως, γράφων περὶ διαταγῆς. Ποῖος ἔδωκε τὴν διαταγὴν ταύτην; Καὶ πῶς δὲν ἐστάθη δυνατὸν, οἱ Ὑπουργοὶ, οἵτινες μάλιστα οὐδόλως διαφωνοῦσι πρὸς τοὺς προκατόχους, ὡς ἐβεβαίουν χθὲς κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ πολιτικοῦ ζητήματος, νὰ ἔλθωσιν εἰς μίαν συνεννόησιν πρὸς τοὺς προκατόχους αὑτῶν, καὶ νὰ μάθωσι, τίς ἐκ τῶν Ὑπουργῶν ἐκείνων ἔδωκε τὴν προφορικὴν διαταγὴν πρὸς τὸν κ. Στάϊκον; Ἢ μήπως ἐπιθυμοῦσι ν’ ἀφήσωσι νὰ πιστευθῇ, ὅτι ἡ διαταγὴ ἐδόθη παρὰ τοῦ Γενικοῦ Διοικητοῦ τοῦ στρατοῦ; Διότι βεβαίως, ὅταν δὲν δυνάμεθα νὰ εὕρωμεν Ὑπουργοὺς, ἢ Ὑπουργὸν δόντα τὴν διαταγὴν, ἕκαστος δύναται νὰ ὑποθέσῃ, ὅτι αὕτη ἐδόθη παρὰ τῆς Γενικῆς Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ. Ἐγὼ, Κύριοι, δὲν θέλω νὰ πιστοποιήσω γεγονὸς τοιοῦτον. Λέγω ὅμως: δὲν εἶναι τέλος πάντων δυνατὸν νὰ μάθωμεν, τίς ἔδωκε τὴν διαταγὴν ταύτην; Ἂν διαταγὴ δὲν ὑφίστατο, τὰ πράγματα μεταβάλλουσιν ὄψιν. Ἂν ὅμως ὑφίστατο, ἄλλαι εἶναι αἱ εὐθῦναι, ἀναλόγως τῆς ἐκδούσης αὐτὴν ἀρχῆς. Τὸ πρᾶγμα δὲ, Κύριοι, εἶναι σπουδαιότατον. Διότι, ἐνῷ ἡ ἐν λόγῳ διαταγὴ ἐξεδόθη τὴν νύκτα τῆς 7 Νοεμβρίου, τῇ ἑπομένῃ ἡμέρᾳ ἡ διαταγὴ αὕτη πράγματι ἀπεσιωπήθη καὶ ἀπεκοιμήθη, διότι ὁ ἀνώτατος ἐπόπτης τῶν στρατιωτικῶν δυνάμεων ἐπέτρεψε τῷ τε συλλαλητηρίῳ καὶ τοῖς φοιτηταῖς νὰ ἐξέλθωσι τοῦ περιβόλου τοῦ Πανεπιστημίου, καὶ νὰ μεταβῶσιν εἰς τοὺς στύλους τοῦ Ὀλυμπίου Διός. Ἑπομένως, διὰ τῆς τοιαύτης ὑποχωρήσεως τῆς ἀρχῆς, ἐλεύθεροι πλέον οἱ πολῖται τῶν Ἀθηνῶν, ἔσπευδον νὰ συγκροτήσωσι μετὰ μεσημβρίαν συλλαλητήριον ὑπὸ τοὺς στύλους τοῦ Ὀλυμπίου Διὸς, καὶ ὅλως ἀμέριμνοι ἐπιστρέφοντες εἰς τὸ Πανεπιστήμιον, καὶ κατερχόμενοι τὴν ὁδὸν Κοραῆ, ἵνα διαλυθῶσι, — παρέλειψα μάλιστα νὰ προσθέσω, ὅτι ἐκκινήσαντες ἐκ τῶν στύλων τοῦ Ὀλυμπίου Διὸς εἶχον ἐπὶ κεφαλῆς τὸν ἀξιότιμον Διευθυντὴν τῆς Ἀστυνομίας καὶ τὸν κ. Στάϊκον, νομίζω, — ἀμέριμνοι, λέγω, οἱ πολῖται κατερχόμενοι τὴν ὁδὸν Κοραῆ, ὅπως διαλυθῶσιν, ἐνέπεσαν εἰς ἐνέδραν, στηθεῖσαν ἐπίτηδες παρ’ ἀνθρώπων συνδεομένων πρὸς τὴν τότε Κυβέρνησιν, καὶ ὀκτὼ μὲν ὑπέστησαν τὸν θάνατον, δύο δὲ καὶ τριάκοντα ἔλαβον βαρέα τραύματα. Ἑπομένως ἡ ἐξέτασις τῆς διαταγῆς ταύτης ἔχει σημαντικωτάτην σημασίαν ὡς πρὸς τὰς συνεπείας. Δὲν θέλω, Κύριοι, νὰ ἐξετάσω τὸν ἐπίλογον τῆς ἐκθέσεως τοῦ ἀνωτάτου ἐπόπτου τῶν στρατιωτικῶν δυνάμεων τῆς πρωτευούσης, ὅστις συμπεραίνων ἔγραφε: «Δὲν ὀφείλω δὲ νὰ παραλείψω, ὅτι, κατὰ τὴν ἀντίληψίν μου, εἰς τὰς δυστυχεῖς αὐτὰς περιστάσεις οἵ τε φοιτηταὶ καὶ τὸ πλῆθος τοῦ λαοῦ, ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον, παρεσύρθησαν εἰς κακὴν ἐκτίμησιν, πλανηθέντες ἐκ διαδόσεων περὶ ἐπικειμένου δῆθεν κινδύνου τῶν βάσεων τῆς θρησκείας ἡμῶν». («Ἔκθεσις τῶν ἐν Ἀθήναις συμβάντων ἀπὸ 5 μέχρις 9 Νοεμβρίου 1901. Ἐν Ἀθήναις τῇ 9 Νοεμβρίου 1901. Ὁ ἀρχηγὸς τῆς χωροφυλακῆς Δ. Στάϊκου»). Δὲν θέλω νὰ ἐξετάσω τὸν ἐπίλογον τῆς ἐκθέσεως ταύτης, διότι πολὺ ἀπέχει τὸ στάδιον τῶν θεολογούντων τοῦ σταδίου τῶν στρατιωτικῶν, οὐδὲ εἶχε τὴν θέσιν αὐτῆς συζήτησις περὶ θεολογικῶν ζητημάτων ἐν ἐκθέσει στρατιωτικῇ. Ἐπιθυμῶ λοιπὸν νὰ μάθω, αὔριον τοὐλάχιστον, τίνος εἴδους διαταγὴ ἦτο ἡ πρὸς τὸν κύριον Στάϊκον. Ἢ μήπως ὁ κύριος Στάϊκος δὲν εἶχε διαταγὴν τοιαύτην; Ἢ, ἂν δὲν εἶχε διαταγὴν τῆς Κυβερνήσεως, εἶχε διαταγὴν τῆς Γενικῆς Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ; Ἐγὼ εὔχομαι καὶ πιστεύω νὰ μὴ ὑπῆρξε τοιαύτη διαταγὴ ἐκ μέρους τῆς Γενικῆς Διοικήσεως, διότι, ἂν ὑπῆρξε τοιαύτη, νὰ μεταχειρισθῇ τουτέστιν ὁ κ. Στάϊκος βίαν κατὰ τὰς περιστάσεις ἐκείνας, ἡ διαταγὴ αὕτη εἶναι εἷς ἐπὶ πλέον λόγος, ἵνα πείσῃ ἡμᾶς, ὅτι ἐξέθηκαν τὸ γόητρον καὶ τὴν αἴγλην τῆς Α. Β. Ὑψηλότητος τοῦ Διαδόχου ἐκεῖνοι, οἵτινες ὑπεστήριξαν καὶ ἐψήφισαν τὸν νόμον περὶ Γενικῆς Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ. Εὔχομαι λοιπὸν, τοιαύτη διαταγὴ νὰ μὴ ὑπάρχῃ, καὶ φρονῶ, ὅτι δὲν ὑπάρχει. Διότι ἄλλως βεβαίως καταρρίπτουσι τὸ γόητρον καὶ τὴν αἴγλην τοῦ Διαδόχου τοῦ Θρόνου, καὶ ἐκθέτουσι τὴν Ὑψηλότητα αὐτοῦ εἰς συζητήσεις καὶ κινδύνους, οὓς πᾶς φιλόπατρις ἀνὴρ πρέπει νὰ ἀπεύχηται, ὅπως ἐξέθηκαν τὴν Ὑψηλότητα αὐτοῦ εἰς συζητήσεις καὶ κινδύνους, ὅτε κατ’ ἄλλην ἐποχὴν ἀπέστελλον τὸν Διάδοχον ἄλλοι εἰς τὸ πεδίον τοῦ Ἄρεως, ἵνα ῥίψῃ μίαν Κυβέρνησιν, ὅπως ἔλθῃ μία ἄλλη. Πρόκειται ἆρά γε, Κύριοι, περὶ μικροῦ πράγματος; Πρόκειται περὶ ὀκτὼ φόνων, γενομένων ὑπὸ τὰ ὄμματα ὅλου τοῦ κόσμου, πρόκειται περὶ δύο καὶ τριάκοντα βαρέως τετραυματισμένων συμπολιτῶν ἡμῶν (ἀναγινώσκει): «1) Νικόλαος Μπογρᾶκος, ἐτραυματίσθη διὰ σφαίρας, 2) Κ. Θωμόπουλος, ἐτραυματίσθη διὰ σφαίρας, 3) Γεώργιος Κυπριώτης, διὰ σφαίρας, 4) Γεώργ. Ζερβὸς, διὰ σφαίρας, 5) Ἀριστ. Κανδρῆς, διὰ σφαίρας, 6) Βασίλ. Μπραΐμης, διὰ σφαίρας, 7) Ν. Φασούλης, διὰ σφαίρας, 8) Γεώργιος Δ. Σοφὸς, διὰ σφαίρας, 9) Π. Κομπότης, διὰ σφαίρας, 10) Προκόπιος Καρώνης, διὰ σφαίρας, 11) Δημήτριος Βαλμᾶς, διὰ σφαίρας, 12) Σπυρ. Κυπριώτης, διὰ σφαίρας, 13) Γεώργ. Μερτζάκης, διὰ σφαίρας, 14) Ἰωάν. Κωστόπουλος, διὰ σφαίρας, 15) Γεώργ. Ροδουσάκης, διὰ σφαίρας, 16) Ἀνδρ. Μακρῆς, διὰ σφαίρας, 17) Γεώργ. Μετακόπουλος, διὰ σφαίρας.» («Σημείωσις τραυματισθέντων», κατατεθεῖσα εἰς τὴν Βουλὴν ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου). Πρόκειται, Κύριοι, περὶ ἐγγράφων, οὐχὶ ἐκ τῶν ὁδῶν συλλεχθέντων, ἀλλ’ ἐπισήμως κατατεθέντων παρὰ τῆς Κυβερνήσεως, καὶ βλέπετε, ὅτι ὑπάρχει σωρεία ἀνθρώπων, οἵτινες ἐτραυματίσθησαν διὰ σφαιρῶν. Ἐζήτησα παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ τῆς Δικαιοσύνης νὰ καταθέσῃ τὴν ἔκθεσιν τῶν πραγματογνωμόνων, τριῶν ἐντιμοτάτων ἀξιωματικῶν τοῦ στρατοῦ, οἵτινες, καθ’ ἃς ἔχομεν βεβαίας πληροφορίας, ἐπιστοποίησαν, ὅτι αἱ σφαῖραι ἐρρίπτοντο ἐκ τῶν παραθύρων τοῦ μεσαίου πατώματος τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν. Ἐζήτησα νὰ κατατεθῇ, ἐὰν οὐχὶ τὸ πρωτότυπον, τοὐλάχιστον ἀντίγραφον τῆς ἐπισήμου διοικητικῆς ἐξετάσεως, διότι δικαίωμα εἶχον νὰ ζητήσω τὴν κατάθεσιν, ἀλλ’ εἰς τοῦτο ὁ κ. Ὑπουργὸς εὐηρεστήθη ν’ ἀπαντήσῃ διὰ τῆς σιωπῆς! Ἐζήτησα νὰ κατατεθῶσιν ὅλαι αἱ διαταγαὶ τοῦ τε Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, τοῦ τε Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν καὶ τῆς Γενικῆς Διοικήσεως, αἱ ἐκδοθεῖσαι κατὰ τὰς ἡμέρας ἐκείνας, καὶ τὰς ἀμέσως προηγουμένας, ἀλλὰ καὶ αἱ διαταγαὶ αὗται δὲν κατετέθησαν. Ἐζητήσαμεν ἐπὶ τέλους νὰ ἐπισπεύσῃ ἡ Δικαιοσύνη τὴν ἐργασίαν αὐτῆς, ὅπως ἡ Βουλὴ δυνηθῇ νὰ ἐξετάσῃ τὰ τότε λαβόντα χώραν. Ματαίως ἀνεμείναμεν ἐπὶ πέντε ἤδη μῆνας, — διότι πέντε ἤδη μῆνες συμπληροῦνται μετὰ τρεῖς ἢ τέσσαρας ἡμέρας, καὶ ὅμως βούλευμα δὲν ἐξεδόθη! Γνωρίζω, Κύριοι, ἐκ τῆς μακρᾶς δικηγορικῆς μου πείρας, ἐνασκήσας τὸ ἐπάγγελμα τοῦ δικηγόρου ἐπὶ εἴκοσι συνεχῆ ἔτη, ὁπόσος χρόνος συνήθως ἀπαιτεῖται πρὸς συλλογὴν τῶν ἀπαραιτήτων στοιχείων διὰ τὴν ἔκδοσιν ὁμοίου βουλεύματος, καὶ πάντες οἱ συνάδελφοι γνωρίζουσιν, ὅτι καὶ ὁ τόπος, ἐν ᾧ ἐγένοντο τὰ ἐγκλήματα, καὶ ὁ χρόνος, καθ’ ὃν ἐτελέσθησαν, καὶ ὁ τρόπος, καθ’ ὃν ἔλαβον χώραν, εἰσὶ στοιχεῖα ἱκανά, ἵνα ἐντὸς ὀλιγίστου χρονικοῦ διαστήματος διαφωτίσωσι τήν τε Ἀνάκρισιν καὶ τὸ Συμβούλιον τῶν Πλημμελειοδικῶν πρὸς ἔκδοσιν τοῦ βουλεύματος. Καὶ ὅμως, Κύριοι, πλησιάζομεν εἰς τὸ τέρμα τῆς Συνόδου ταύτης, καὶ ὅταν οἱ συμπολῖται ἡμῶν ἐρωτήσωσιν ἡμᾶς: «κατὰ τίνα ἆρά γε τρόπον ἐπροστατεύσατε τὰ δικαιώματα ἡμῶν; τὰ δικαιώματα τῶν ἀπορφανισθεισῶν οἰκογενειῶν ἡμῶν;» Ἢ «πῶς δὲν ὑψώσατε τὴν φωνὴν ὑμῶν, προκειμένου περὶ τοιούτου στυγεροῦ ἐγκλήματος;» τί θέλομεν ἀπαντήσει πρὸς τοὺς συμπολίτας ἡμῶν; Ἐδῶ ἀκούω καθ’ ἑκάστην ἐκ τῶν ἐπαρχιῶν εὐγενεῖς συναδέλφους, ὑψοῦντας, καὶ δικαίως, τὴν φωνὴν αὑτῶν, διότι ἀστυφύλαξ τις ἐρράπισε συμπολίτην αὑτῶν, ἢ ζωοκλόπος τις ἔκλεψεν ἐξαίφνης τὸν ὄνον τινὸς τῶν συμπολιτῶν αὑτῶν. Καὶ προκειμένου περὶ τοιαύτης πράξεως, σχετιζομένης μάλιστα ἀμέσως πρὸς ἀναγεγραμμένον ἐν τῷ Συντάγματι δικαίωμα τῶν πολιτῶν, τοῦ ἐλευθέρως συνέρχεσθαι εἰς δημοσίας συναθροίσεις, προκειμένου, λέγω, περὶ τοιαύτης ἀκατονομάστου πράξεως, νομίζετε, κύριε Πρόεδρε, ὅτι εἶναι ἐπιτετραμμένον εἰς ἡμᾶς νὰ λήξωσιν αἱ συνεδριάσεις τῆς Βουλῆς, χωρὶς ἐπὶ τέλους νὰ ἐπέλθῃ ἕν συμπέρασμα; Καὶ ποῖον δικαίωμα ἔχει ἡ Κυβέρνησις νὰ μὴ καταθέτῃ πληροφορίας, τοσοῦτον κοινοβουλευτικῶς καὶ τοσοῦτον ἐπιεικῶς ἐπὶ τέλους αἰτηθείσας καὶ αἰτουμένας; Ἐγὼ, Κύριοι, ὡς ἁπλοῦς ἰδιώτης καὶ κάτοικος τῶν Ἀθηνῶν, κατώρθωσα νὰ βεβαιωθῶ περὶ τῶν λαβόντων χώραν. Ἐγὼ, ἐὰν ἤμην ἀνακριτὴς, κατὰ τὴν στιγμὴν ταύτην, χωρὶς ποσῶς νὰ ἴδω τὴν δικογραφίαν, τὴν μέχρι τοῦδε σχηματισθεῖσαν, βεβαίως ἤθελον εἶσθαι εἰς θέσιν, καίπερ ἰδιώτης, λέγω, ἁπλοῦς, νὰ ἐκφέρω μίαν ὁπωσδήποτε γνώμην περὶ τῶν παραπεμπτέων προσώπων, καὶ δὲν εἶναι ἡ δικαστικὴ ἐξουσία εἰς κατάστασιν, μετὰ τὴν παρέλευσιν χρονικοῦ διαστήματος πέντε ὅλων μηνῶν, νὰ περατώσῃ τὰς ἀνακρίσεις; Βεβαίως, Κύριοι, ταῦτα δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ πιστευθῶσιν οὔτε ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, οὔτε ἀλλαχοῦ τῆς χώρας ἡμῶν. Εὐθὺς ἀμέσως τῇ 11 Νοεμβρίου παρουσιάζεται εἰς τὴν ἐφημερίδα «Ἐμπρὸς» ἀξιότιμος συμπολίτης μου, ὁ κ. Χριστούλης, ὑπάλληλος ἐν ὑποδηματοποιείῳ, ὅστις λέγει: «Εἰς ἀπάντησιν τοῦ ἀνακοινωθέντος τῶν ὑπαλλήλων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, οἱ ὁποῖοι ἠθέλησαν νὰ διαψεύσωσι τὰ γραφέντα, ὅτι ἐκ τῶν παραθύρων τοῦ Ὑπουργείου ἐρρίφθησαν πυροβολισμοί, λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ σᾶς καταστήσω γνωστόν, ὑπ’ εὐθύνην μου, ὅτι ἐγὼ ὁ ἴδιος, εὑρισκόμενος κατὰ τὴν στιγμὴν τῆς συμπλοκῆς ἐπὶ τοῦ δεξιοῦ (ὡς κατερχόμεθα) πεζοδρομίου τῆς ὁδοῦ Κοραῆ, καὶ ὀλίγον ἄνωθεν τῆς γωνίας Κονταράτου, εἶδον τὴν λάμψιν πυροβολισμῶν, ῥιπτομένων ἐκ τῶν μεσαίων παραθύρων τοῦ Ὑπουργείου. Αὐτὸ δύναμαι νὰ τὸ βεβαιώσω καὶ ἐπὶ Δικαστηρίου. Διατελῶ μεθ’ ὑπολήψεως Α. Π. Χριστούλης Ὑπάλληλος τοῦ ὑποδηματοποιείου Ζουμῆ.» Ὁ Ἐμμανουὴλ Μουσουράκης, φανοποιὸς ἐν τῇ ὁδῷ Ἀδριανοῦ, ἐξητάσθη καὶ ἐβεβαίωσε τὰ γεγονότα, καὶ κατέθηκεν ἐνώπιον τοῦ ἀνακριτοῦ περὶ τῶν ἀστυφυλάκων, ὅτι αὐτοὶ κυρίως ἦσαν οἱ πρωτουργοί, οἱ αὐτουργοὶ τῶν πλειόνων φόνων καὶ τῶν τραυματισμῶν. Ὁ Μηνᾶς Καραγιαννόπουλος, πιλοποιὸς ἐν τῇ ὁδῷ Εὐριπίδου, ἀριθ. 16, ἐβεβαίωσεν ἐνώπιον τῆς Ἀνακρίσεως, ὅτι ἰδίοις ὄμμασιν εἶδε τὸν ἀστυφύλακα Εὐάγγελον Σγοῦρον, ἱστάμενον ὄπισθεν τοῦ τηλεγραφικοῦ ἱστοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ἐκεῖθεν πυροβολοῦντα. Ὁ Ἀριστείδης Μπαθέας, καφεπώλης ἐν τῇ πλατείᾳ τοῦ Ἱεροῦ Λόχου, ῥητῶς ἐβεβαίωσεν ἐν τῇ Ἀνακρίσει τὰ γεγονότα. Αὐτά εἰσιν ὡς ἐν παραδείγματι. Ἀλλ’ ὑπάρχει σωρεία ἄλλων μαρτύρων,—δὲν ἐπιθυμῶ ν’ ἀπασχολήσω ἐπὶ πλέον τὴν Βουλὴν—βεβαιούντων ἀκόμη ῥητότερον τὰ γενόμενα. Ὁ συνάδελφος ἡμῶν κύριος Καζαμπάκας ἐβεβαίωσεν, ὅτι αἱ σφαῖραι ἐκ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν εἰσῆλθον εἰς τὰ δωμάτια τοῦ ξενοδοχείου, ἐν οἷς αὐτὸς κατώκει, ἀντικρὺ τοῦ Ὑπουργείου. Καὶ κατόπιν ἀκούομεν, ὅτι οἱ ὑπάλληλοι τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, πρωτοστατοῦντος τοῦ κ. δικαστικοῦ συμβούλου, ἔδωσαν ἓν πιστοποιητικὸν εἰς τὸν πρώην Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι δῆθεν οὐδεὶς ἐκ τοῦ Ὑπουργείου ἐπυροβόλησε! Καὶ ἐπειδὴ περὶ τούτου ὁ λόγος, ἐβεβαιώθην, ὅτι οἱ ὑπάλληλοι τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν οὐδέποτε ἔδωσαν τοιοῦτον πιστοποιητικὸν τῷ τότε κυρίῳ Ὑπουργῷ. Τρεῖς ἐξ αὐτῶν, ἐλθόντες εἰς τὴν οἰκίαν μου, ἐβεβαίουν με, ὅτι ναὶ μὲν φέρονται ὑπὸ τοιοῦτον ἔγγραφον τὰ ὀνόματα τῶν ὑπαλλήλων τοῦ Ὑπουργείου, οὐδεὶς ὅμως τῶν ὑπαλλήλων τοῦ Ὑπουργείου ἔχει ὑπογράψει. Καὶ γνωρίζει λοιπὸν ὁ κ. Ὑπουργὸς ὁ τότε, ὅτι συνετάχθη κατάλογός τις τῶν ὑπαλλήλων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ ἄνωθεν αὐτοῦ ἐγράφη τὸ πιστοποιητικόν, οὐδεὶς ὅμως τῶν ὑπαλλήλων ὑπέγραψεν. Ἀπέναντι τοιούτων γεγονότων, Κύριοι, ἀπέναντι τοιούτων βεβαιώσεων, ἀπέναντι ἑνὸς τῶν ἀστυφυλάκων, δραπετεύσαντος, καὶ ἑπομένως συνομολογήσαντος τὴν ἐνοχὴν αὐτοῦ, ὡς αὐτουργοῦ κυρίως τῶν ἐγκλημάτων ἐκείνων, ἀπέναντι κυρίως τῆς κοινῆς φήμης δύο ὁλοκλήρων πόλεων,— διότι καὶ ὁ Πειραιεὺς εἶχεν ἀνέλθει τῇ ἡμέρᾳ ἐκείνῃ εἰς τὰς Ἀθήνας,— ἀπέναντι τῶν πασιδήλων καὶ αὐταποδείκτων γεγονότων, ἔχομεν, Κύριοι, μίαν δικαστικὴν ἐξουσίαν, ἐξουσίαν βεβαίως οὐχὶ ἀνεξάρτητον, ὡς φέρεται, μὴ τολμῶσαν τέλος πάντων νὰ ἐκτελέσῃ τὸ ἐπιβαλλόμενον αὐτῇ καθῆκον ἔκ τε τῶν νόμων καὶ ἐκ τοῦ συμφέροντος τοῦ Κράτους. Καὶ δὲν εἶναι ἆρά γε τούτῳ τῷ λόγῳ δικαία ἡ ἀγανάκτησις ἐκείνων, οἵτινες ἐπιμένουσι καὶ θέλουσιν ἐπιμένει, ἵνα χυθῇ φῶς ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης, ἵνα εὑρεθῶσι τοὐλάχιστον οἱ μικροὶ ἔνοχοι ἐν τῇ ὑποθέσει ταύτῃ; Ἢ μήπως, Κύριοι, ἀντὶ βουλεύματος, θέλετε νὰ γραφῇ ὑπὸ τὰ παράθυρα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν ὅ,τι ἐγράφη ἄλλοτε ἐπὶ τοῦ Λούβρου τῶν Παρισίων, μετὰ τὴν νύκτα τοῦ Ἁγίου Βαρθολομαίου, ὅπου πλὰξ ὑπάρχει, ἐφ’ ἧς λέγεται ὅτι: «ἐκ τοῦ ἐξώστου αὐτοῦ ὁ Βασιλεὺς Κάρολος ὁ Θʹ ἐφόνευσε τοὺς ὑπηκόους αὐτοῦ!» Δὲν θέλω, πολλοῦ γε καὶ δὴ, νὰ εἴπω, ὅτι ἐπὶ τῇ περιστάσει ταύτῃ εὐθύνεται ἡ Μεγαλειότης Αὐτοῦ. Ἀλλὰ βεβαίως πρέπει νὰ γραφῇ, ἀφοῦ δὲν θέλετε νὰ ἐκδοθῇ βούλευμα, ἐπὶ πλακὸς, ἐντοιχισθησομένης εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι «ἐκ τῶν παραθύρων τούτων αἱ Ἀρχαὶ τοῦ Κράτους ἐφόνευσαν τοὺς πολίτας τῇ 8 Νοεμβρίου 1901 ἔτους!» Τιμητικὴ φρουρὰ ἐπὶ πολλὰ ἔτη ἵστατο κάτωθι τοῦ Λούβρου, ἔνθα ὑπῆρχεν ἡ πλὰξ ἐκείνη. Θέλετε τοιαύτην φρουρὰν νὰ θέσωμεν καὶ ἐκεῖ, φρουροῦσαν τὴν πλᾶκα, ἥτις θέλει ἐντοιχισθῆ; Διὰ τοῦτο παρακαλῶ τοὺς ἀξιοτίμους Ὑπουργοὺς νὰ σπεύσωσιν ἐντὸς τῆς αὔριον, καθ’ ὃ ἔχουσι καθῆκον, νὰ καταθέσωσι τὰς πληροφορίας, ἃς ἐζητήσαμεν, καὶ νὰ συστήσωσι τῇ δικαστικῇ ἐξουσίᾳ, ὅτι πρέπει ἐπὶ τέλους νὰ ἐκδοθῇ αὐτὸ τὸ πολυθρύλητον βούλευμα, διότι θέλομεν εἶσθαι ἀνάξιοι ἐλευθεριῶν, ἂν, ληγούσης τῆς Συνόδου ταύτης, ἡ Βουλὴ δὲν κατασταθῇ ἱκανὴ νὰ συζητήσῃ τὰ περὶ τούτου.
§27Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§28ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Κ. Καραπᾶνος ἔχει τὸν λόγον.
§29Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐδημοσιεύθη εἴδησις, μεγίστην ἐνέχουσα ἐθνικὴν σημασίαν, ὅτι ἐδολοφονήθη ὑπὸ Βουλγάρων ὁ ὀρθόδοξος Μητροπολίτης Μελενίκου. Τὰ γενόμενα μέχρι τοῦδε ἐν Μακεδονίᾳ μαρτυροῦσι πόσον καταδιώκεται αὐτόθι ἡ ἐθνικότης ἡμῶν καὶ τὰ ἐθνικὰ ἡμῶν συμφέροντα· ἀλλὰ μέχρι σήμερον δὲν ἔφθασαν τὰ γενόμενα μέχρι τοῦ βαθμοῦ νὰ δολοφονῶνται Ἀρχιεπίσκοποι ὀρθόδοξοι, ὑπερασπιζόμενοι τὴν θρησκείαν καὶ τὴν Ἑλληνικὴν ἐθνικότητα. Δὲν ἔχομεν δικαίωμα ἐπεμβάσεως, ἔχομεν ὅμως τὸ δικαίωμα νὰ φροντίσωμεν δι’ οἱουδήποτε τρόπου, καὶ ἐφ’ ὅσον αἱ ἀσθενεῖς ἡμῶν δυνάμεις ἐπιτρέπουσι, περὶ τῆς προστασίας τῶν ἀδικουμένων ὁμοφύλων. Δὲν ἠξεύρω, ἂν ἡ εἴδησις εἶναι ἀληθὴς, ἀλλ’ ἐνέχει μεγίστην σημασίαν, ἐνδεικνύουσα μέχρι τινος βαθμοῦ ἐντείνονται αἱ ἐνέργειαι τῶν Βουλγάρων ἐν Μακεδονίᾳ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, ἐὰν πράγματι ἐγένετο ἡ δολοφονία τοῦ Ἀρχιεπισκόπου.
§30ΑΛΕΞ. Θ. ΖΑΙΜΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Μέχρι τῆς δευτέρας ὥρας μετὰ μεσημβρίαν τῆς σήμερον οὐδεμία ἐπίσημος εἴδησις ὑπῆρχε περὶ δολοφονίας τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Μελενίκου. Ὑποθέτω, ὅτι ἡ εἴδησις εἶναι ἁπλῆ φήμη. Ἡμεῖς ἔχομεν προξένους ἐν Μακεδονίᾳ, οἱ δὲ πρόξενοι εἶναι ὑπόχρεοι νὰ τηρῶσιν ἐνήμερον τὴν Κυβέρνησιν περὶ ὅλων τῶν διατρεχόντων. Εἶναι δὲ εἴδησις τοιαύτης σπουδαιότητος, ὥστε δὲν ἔχω ἀμφιβολίαν, ὅτι ἤθελε τηλεγραφηθῆ ἀμέσως εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, ἂν ἦτο ἀκριβής.
§31Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Πρωθυπουργὸν καὶ Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ προκαλέσῃ πληροφορίαν παρὰ τοῦ προξένου, καὶ ἀνακοινώσῃ αὐτὴν εἰς ἡμᾶς.
§32ΑΛΕΞ. Θ. ΖΑΙΜΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Δὲν ἔχω δυσκολίαν πρὸς τοῦτο. Ἐλπίζω ὅμως, ὅτι ἡ εἴδησις δὲν εἶναι ἀληθής.
§33ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Ἐξακολούθησις τῆς γενικῆς συζητήσεως ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων τοῦ Κράτους τῆς χρήσεως τοῦ 1902. Ὁ κύριος Δούνης ἔχει τὸν λόγον.
§34Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Ὁμιλῶν προχθές, κύριοι Βουλευταί, ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ὑπέδειξα μὲ ποίαν σημασίαν καὶ ὑπὸ ποῖον πνεῦμα κατήρξατο τοῦ πολιτικοῦ του σταδίου ὁ πραγματικὸς συντάκτης τοῦ Προϋπολογισμοῦ, τὸν ὁποῖον ἔχομεν ὑπὸ συζήτησιν· ἀνεκοίνωσα εἰς τὴν Βουλὴν κείμενα τῶν λόγων τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Παρνασσίδος Βουλευτοῦ, ἐξ ὧν ἀποδεικνύεται, ὅτι κατὰ τὸ 1880 προεῖδε τὸ οἰκονομικὸν βάραθρον, εἰς τὸ ὁποῖον ἤγετο τὸ Κράτος, συνίστα δὲ οἰκονομίας 8,000,000. Καὶ ὅτε ἡ τῆς μειονοψηφίας ἐπιτροπὴ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1887, εὑρεθεῖσα πρὸ τοῦ χαίνοντος οἰκονομικοῦ βαράθρου, προέβαλε μέτρα δυνάμενα νὰ προλάβωσι τὴν ἀτίμωσιν, ἠκούσατε, τί εἰς τὴν πρότασιν ἐκείνην ἀπήντησεν ὁ κ. Σιμόπουλος. Ἀνέγνωσα τὰ κείμενα τῶν λόγων αὐτοῦ κατὰ τὸ 1887, ἐκ τῶν ὁποίων προκύπτει, ὅτι ὁ θερμὸς ὑπερασπιστὴς τῶν οἰκονομιῶν, ὁ τὴν καρδίαν αὐτοῦ πάλλουσαν αἰσθανόμενος τότε ἐκ τοῦ φόβου μὴ τυχὸν ἡ χώρα ὑποστῇ τὴν ἐκ τῆς χρεωκοπίας ἀτίμωσιν, μετεβλήθη αἴφνης εἰς πολιτευτήν, ὅστις ἔπαυσε πλέον βλέπων τὸ ὑπὸ τοὺς πόδας του τότε χαῖνον βάραθρον, καὶ αἰσιοδοξῶν διὰ τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους, εὕρισκε τοῦτο οἰκονομικῶς ἀνθοῦν, εὕρισκεν ὅ,τι ἀκριβῶς ἔλεγεν ὁ ἄλλοτε Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν μακαρίτης Καλλιγᾶς, ἰσχυριζόμενος ὅτι ἔρρεον εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον ἑκατομμύρια ἐντεῦθεν, ἑκατομμύρια ἐκεῖθεν, καὶ ἀντὶ νὰ ἐφαρμόσῃ τὰς ἀρχὰς τῶν οἰκονομιῶν, ἃς εἶχε διατυπώσει, ἐφήρμοσεν ὅλως ἐναντίας ἀρχάς, τὰς τῆς διασπαθήσεως καὶ τῆς σπατάλης. Συνήφθη τότε πάλη δεινὴ μεταξὺ τοῦ κόμματος, τοῦ ὁποίου ἡγεῖτο ὁ σεβαστὸς ἐκ Γόρτυνος Βουλευτής, καὶ τοῦ κόμματος, εἰς ὃ ἀνῆκεν ὁ ἔντιμος ἐκ Παρνασσίδος Βουλευτής, πάλη, εἰς τὴν ὁποίαν διαπρεπέστατοι ἀντιπρόσωποι τοῦ ἔθνους ἔλαβον μέρος. Καὶ τὸ μὲν ὑπὸ τὸν ἡγέτην τῆς Ἀντιπολιτεύσεως κόμμα, συμπράττοντος καὶ ἐπιφανεστάτου μέλους ἐν τῷ σημερινῷ Κοινοβουλίῳ, τοῦ ἐξ Ἄρτης Βουλευτοῦ, εἰργάζετο νὰ συγκρατήσῃ ἀπὸ τὴν καταστροφὴν τὴν οἰκονομικήν, εἰς τὴν ὁποίαν ἤγετο τὸ Κράτος. Καὶ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον προεῖδε κατὰ τὸ 1880 ὁ κ. ἐκ Παρνασσίδος Βουλευτής, ἐπραγματοποιήθη κατὰ τὸ 1893, διότι δὲν κατίσχυσεν ἡ πολιτικὴ τῆς φειδοῦς καὶ τῆς συνέσεως. Ὅτε δὲ κατὰ τὸ 1892 διεκόπη ὁριστικῶς πᾶσα πρὸς τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος πίστις, ὁ ἀξιότιμος ἐκ Παρνασσίδος Βουλευτὴς προσεποιεῖτο ὅτι δὲν εἶχεν ἐνοήσει, ὅτι διετέλει τὸ Δημόσιον εἰς τὰς παραμονὰς τῆς πτωχεύσεως. Καὶ ἠγωνίζετο νὰ πείσῃ τὴν Βουλὴν, ὅτι ἡ χώρα ὤφειλε νὰ ἐξαρκέσῃ διὰ τῶν ἰδίων αὐτῆς δυνάμεων, ὅτι αὕτη, κατὰ τὸν ἰσχυρισμόν του, ἦτο πλέον ἢ αὐτάρκης. Ἐνῷ δὲ μετὰ κόμπου ταῦτα ἔλεγε, δι’ ὧν ἀπεπλανᾶτο ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς καὶ ἀνυψοῦτο ἡ σημαία τῆς δῆθεν προόδου διὰ τῶν ὑπερβολικῶν δαπανῶν, ἐπῆλθεν ἡ κήρυξις τῆς πτωχεύσεως! Καὶ ὅτε ἡ πτώχευσις ἐπῆλθεν, ὁ ἔντιμος ἐκ Παρνασσίδος Βουλευτὴς δὲν εὗρεν, ὅτι αὕτη προσέβαλε τὴν τιμὴν τῆς πατρίδος, δὲν εὗρεν ὅτι αὕτη καιρίως ἔβλαψε τὰ συμφέροντα τῆς χώρας, διότι εἶχε τέλεον λησμονήσει τὰς περὶ τιμῆς τῆς χώρας δηλώσεις αὐτοῦ, τὰς γενομένας ὅτε ἀντέκρουε τὰς γνώμας ἐξόχου οἰκονομολόγου, οἷος ὁ ἐξ Ἄρτης ἀξιότιμος Βουλευτής. Ἐνθυμεῖσθε οἵαν θερμὴν ἔκκλησιν ἐποιήσατο πρὸς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν, ἐν ὀνόματι τῆς τιμῆς αὐτοῦ, νὰ μὴ ἀποδεχθῇ τὰς συνετὰς γνώμας τοῦ ἐξ Ἄρτης Βουλευτοῦ, ὡς δυναμένας δῆθεν νὰ ἐκθέσωσι τὴν ὑπόληψιν καὶ τὴν τιμὴν τῆς χώρας, καὶ δι’ αὐτὸ ἔλεγε τότε, ὅτι τὴν τιμὴν τῆς χρεωκοπίας τὴν ἀφίνει εἰς τὴν πτέρυγα ἐκείνην (δεικνύει τὴν πτέρυγα τῆς Ἀντιπολιτεύσεως). Ἀλλ’ ὑπάρχει Θεία Πρόνοια, καὶ τὴν τιμὴν αὐτὴν τὴν ἔλαβεν ἀκεραίαν τὸ κόμμα, εἰς ὃ ἀνῆκε καὶ ἀνήκει ἔτι ὁ ἔντιμος ἐκ Παρνασσίδος Βουλευτής. Εἶπον δὲ ταῦτα, κύριοι Βουλευταί, διότι ἐπεθύμουν νὰ γνωρίσητε, ποία ἡ βάσις τοῦ πνεύματος, ὑπὸ τὸ ὁποῖον ἐμελέτησα τὸν ὑπὸ συζήτησιν Προϋπολογισμὸν, εἶπον ταῦτα, ἵνα ἀποδείξω, ὅτι καὶ μετὰ τὴν ἐπελθοῦσαν καταστροφὴν καὶ ἀτίμωσιν ἐκ τῆς πολιτικῆς τῆς σπατάλης καὶ τῆς διασπαθήσεως τῶν οἰκονομικῶν δυνάμεων τοῦ Κράτους καὶ μετὰ τὰ ἀτυχήματα, τὰ ὁποῖα ὑπέστημεν, τά τε οἰκονομικὰ καὶ τὰ ἐθνικὰ, κατὰ τὸν πόλεμον τοῦ 1897, ἡ ἰδία πολιτικὴ (δεικνύει τὴν πτέρυγα τῆς πλειονοψηφίας) ἀνέλαβε καὶ αὖθις τὴν ἐξουσίαν, ὁ αὐτὸς Βουλευτὴς, ὁ κ. ἐκ Παρνασσίδος, ἀνέλαβε καὶ αὖθις τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν. Οὕτω καὶ αὖθις ἡ πολιτικὴ τῆς διασπαθήσεως καὶ τῆς σπατάλης ὑπέταξεν εἰς τὸ πνεῦμα αὐτῆς, τὸ ὀλέθριον, τὴν δύσμοιρον Ἑλλάδα! Δὲν περιωρίσθην δὲ ἁπλῶς νὰ ὁμιλήσω καὶ νὰ ἐπικρίνω τὴν πολιτικὴν τῆς σπατάλης· ἐθεώρησα, ὅτι ἦτο καθῆκόν μου ν’ ἀποδείξω εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι, ἐὰν ἐξακολουθήσῃ ἡ πολιτικὴ τῆς σπατάλης διέπουσα τὰ τῆς Ἑλλάδος, θὰ μᾶς φέρῃ ἀναποδράστως εἰς νέον οἰκονομικὸν βάραθρον, χεῖρον ἐκείνου, τὸ ὁποῖον κατὰ τὸ 1880 προεῖδεν ὁ κ. Σιμόπουλος. Ἐρευνῶν τὸν ὑπὸ συζήτησιν Προϋπολογισμὸν κεφάλαιον πρὸς κεφάλαιον καὶ ἄρθρον πρὸς ἄρθρον, ἐπιζητῶ νὰ ἀποδείξω εἰς τὴν Βουλὴν, ὁποία γίνεται διασπάθησις τῶν παρὰ τοῦ λαοῦ καταβαλλομένων φόρων. Καὶ ἀπέδειξα, ὅτι ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Οἰκονομικῶν ἡ διαφορὰ τῶν ἐξόδων μεταξὺ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ὁ ὁποῖος ἐκπροσωπεῖ τὴν οἰκονομικὴν πολιτικὴν τῆς πτέρυγος ἐκείνης (δεικνύει τὴν ἀριστερὰν), ἤτοι τὴν οἰκονομικὴν πολιτικὴν τῆς φειδοῦς, καὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1902, ὁ ὁποῖος ἐκπροσωπεῖ τὴν πολιτικὴν τῆς πτέρυγος ταύτης (δεικνύει τὴν δεξιὰν), ἤτοι τὴν πολιτικὴν τῆς σπατάλης, εἶναι 1,405,187 δρ. ἐπὶ πλέον, ἀφοῦ ἀφῃρέθη ἡ ἐξ 1,291,514 δραχ. αὔξησις τῶν συντάξεων. Ἐὰν ἐκ τῶν ἐξόδων τούτων ἀφαιρέσητε, κατὰ τὴν ἀξίωσιν τοῦ κ. Νέγρη, τὴν ἐκ 588,000 δραχ. διαφορὰν τῶν κεκλεισμένων καὶ διαγεγραμμένων χρήσεων, τὸ ὑπόλοιπον, περὶ τὸ ἓν σχεδὸν ἑκατομμύριον, ὡς ἀπέδειξα, διατίθεται εἰς ἔξοδα τῶν ὑπηρεσιῶν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, διότι τὸ προσωπικὸν αὐτοῦ ἀπορροφᾷ ἓν μέρος τοῦ ποσοῦ τούτου, τὸ μεῖζον δὲ μέρος ἀπορροφῶσι τὰ ἔξοδα ὑπηρεσίας! Γνωρίζετε δὲ, κύριοι Βουλευταί, ὅτι ἔξοδα ὑπηρεσίας εἶναι ἐκεῖνα, εἰς τὰ ὁποῖα εὐχερῶς δύναται ἡ κατάχρησις νὰ ὑπεισέλθῃ. Ἠρεύνησα ὑπὸ τὸ αὐτὸ πνεῦμα καὶ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν, διὰ τὸ ὁποῖον ὅμως ἐξέφερα καὶ τὴν γνώμην, ὅτι δὲν ἐκπληροῖ τὸν προορισμὸν αὐτοῦ, ὅτι τὰ συμφέροντα τὰ Ἑλληνικὰ ἐν ξέναις χώραις ἀπομένουσιν ἀνυπεράσπιστα, ὅτι μεγάλα συμφέροντα ἐθνικὰ κινδυνεύουσιν ἕνεκα τῆς ἀκηδίας καὶ τῆς ἀνεπαρκείας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν. Ὑπέδειξα, ὅτι διατρέχουσι κίνδυνον τελείας ἐξοντώσεως ἑλληνικαὶ πόλεις, ἑλληνικαὶ κοινότητες, αἱ ὁποῖαι ὑπάρχουσιν ἀπὸ τρισχιλίων καὶ πλέον ἐτῶν. Καὶ ἐνῷ αἱ ἑλληνικαὶ κοινότητες ἐν Βουλγαρίᾳ ἠδυνήθησαν νὰ διασωθῶσιν ἀπὸ τοῦ κινδύνου καὶ κατὰ τὴν ἐποχὴν τῆς κατακτήσεως τῆς ῥωμαϊκῆς καὶ κατὰ τὴν ἐποχὴν, τὴν μακραίωνα ὄντως, τῶν ἀπείρων βαρβαρικῶν εἰσβολῶν, καὶ δὴ κατὰ τὴν διάρκειαν τοῦ βαρβαρωτάτου μεσαιωνικοῦ Βουλγαρικοῦ Κράτους καὶ καθ’ ὅλους τοὺς μακροὺς αἰῶνας τῆς Τουρκικῆς δουλείας, ἐνῷ ἠδυνήθησαν, λέγω, νὰ διασωθῶσι, καὶ διατηρήσωσιν ἀκέραιον τὸν χαρακτῆρα τῆς ἐθνικότητος αὐτῶν, καίτοι ἐστεροῦντο ἐρείσματος ἐθνικοῦ, ἤδη, ὅτε ὑπάρχει ἀνεξάρτητον Ἑλληνικὸν Βασίλειον, ἤδη, ὅτε τὸ ἀνεξάρτητον τοῦτο Βασίλειον ἔχει καὶ οἰκονομικοὺς πόρους, ἔχει καὶ δυνάμεις ἠθικὰς, ἤδη διατρέχουσι τὸν κίνδυνον νὰ ἐξαφανισθῶσιν ἀπὸ προσώπου τῆς γῆς! ν’ ἀποβάλωσι τέλεον τὸν χαρακτῆρα τὸν ἐθνικόν! Καὶ ἐνῷ κατὰ τὸν μέσον αἰῶνα, ὅτε τὸ βαρβαρώτατον καὶ καταστρεπτικὸν Βουλγαρικὸν Κράτος, ἀκμάζον, ἠγωνίσθη πρὸς ἐξόντωσιν τῶν ἑλληνικῶν ἐκείνων πόλεων, χάρις δὲ εἰς τὴν ἱκανότητα τῶν ἀνδρῶν, οἱ ὁποῖοι τότε διεῖπον τὰς τύχας τοῦ Ἑλληνισμοῦ, καὶ εἰς τὸ ἀδάμαστον τῶν Ἑλλήνων ἐν ταῖς χώραις ἐκείναις, δὲν ἠδυνήθη νὰ ἐξοντώσῃ αὐτὰς, δὲν θὰ ἦναι αἶσχος, καὶ αἶσχος ἀνεξάντλητον, αἶσχος, ὅμοιον τοῦ ὁποίου δὲν ἀναφέρει ἡ τρικυμιώδης Ἑλληνικὴ ἱστορία, σήμερον, ὅτε ὑπάρχει Ἑλληνικὴ Πολιτεία, διαχειριζομένη ἐτησίως ἑκατοντάδα ἑκατομμυρίων, δὲν θὰ ἦναι, λέγω, αἶσχος ἀνεξίτηλον, ἐὰν ἐπὶ τῶν ἡμερῶν τῆς ὑπάρξεως αὐτῆς, τῆς ἐλευθέρας Ἑλληνικῆς Πολιτείας, αἱ πόλεις ἐκεῖναι ἀποβάλωσι τὸν ἐθνικὸν χαρακτῆρα, ἀπολεσθῶσι διὰ παντὸς διὰ τὸν Ἑλληνισμὸν καὶ ἐξοντωθῶσι; Καὶ τί ἀπαιτεῖται, ἵνα διασωθῶσιν; ἱκανότης τῶν ἐν τῇ χώρᾳ ἐκείνῃ ἀντιπροσώπων τοῦ Κράτους, καὶ ὀλίγα χρήματα. Ἐὰν, Κύριοι, ἀπὸ τρία κονδύλια μόνον, ἀπὸ τρία ἄρθρα οἱουδήποτε Προϋπολογισμοῦ, ἀπὸ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἀφορῶσι τὰ ἔξοδα ὑπηρεσιῶν, περικόψωμεν ποσόν τι, ἰδοὺ, διασώζεται ὁ ἐν Βουλγαρίᾳ Ἑλληνισμός. Ἀλλ’ ἐν τούτοις προτιμῶμεν νὰ προικοδοτῶμεν τὰς ὑπηρεσίας ἐνταῦθα πολυτελέστατα, ἀντὶ νὰ δώσωμεν χεῖρα βοηθείας εἰς πόλεις καὶ κοινότητας, αἱ ὁποῖαι ἐπαίτιδα πολλάκις ἔτειναν χεῖρα πρὸς ἡμᾶς! Καὶ φωνάζομεν, ὁσάκις τὴν ἐπαίτιδα ταύτην χεῖρα ἔτειναν: «δὲν ἔχομεν! δὲν εὑρίσκομεν! Ποῦ νὰ εὕρωμεν 10 καὶ 20 χιλιάδας δραχμάς;» Ἐρωτῶ ὑμᾶς, κύριοι Βουλευταὶ, τοιαύτης ὑπαρχούσης ἀναμφισβητήτως τῆς καταστάσεως, δὲν εἶναι πρέπον, δὲν εἶναι ὀρθόν, δὲν εἶναι συνετὸν, ἡμεῖς, ἐλέγχοντες τὸν Προϋπολογισμόν, νὰ περικόψωμεν ἀπὸ τὰ ἔξοδα τῶν διαφόρων ὑπηρεσιῶν ποσὰ, τὰ ὁποῖα εἶναι ἀνάγκη νὰ διατεθῶσιν εἰς ἄλλας, ἐπιτακτικωτέρας, ἐθνικὰς ἀνάγκας; Τὰ ἑλληνικὰ σχολεῖα καθ’ ὅλην τὴν διάρκειαν τῆς τουρκοκρατίας ἐν Βουλγαρίᾳ ἤνθουν, ἤκμαζον, σήμερον δὲ, ὅτε αἱ ἑλληνικαὶ κοινότητες καὶ τὰ σχολεῖα αὐτῶν διατελοῦσιν ὑπὸ τὴν προστασίαν τῆς ἰσχυούσης Βερολινείου συνθήκης, σήμερον, ὅτε ὑπάρχει ἐλεύθερον Ἑλληνικὸν Κράτος, δυνάμενον, δικαιούμενον καὶ ὑποχρεούμενον νὰ προστατεύσῃ τὰ συμφέροντα τῶν κοινοτήτων ἐκείνων, σήμερον τὰ συμφέροντα ἐκεῖνα ἐγκαταλείπονται, καὶ ἐγκαταλείπονται ἀστόργως κατὰ τοιοῦτον τρόπον, καθ’ ὃν οὐδέποτε ἀπὸ τρισχιλίων ἐτῶν ἐγκατελείφθησαν!... Ἀφυπνίσατε ἐπ’ ὀλίγον τὴν ὑπνώττουσαν ἐθνικήν σας συνείδησιν, καὶ ἀναλογισθῆτε, οἷον αἶσχος ἐγκολάπτετε εἰς τὸ μέτωπον τῆς δυστήνου πατρίδος! Ἐπιστήσας τὴν προσοχὴν ὑμῶν, κύριοι Βουλευταὶ, ἐπὶ τῶν ἐν Βουλγαρίᾳ κινδυνευουσῶν ἑλληνικῶν πόλεων, ἔπραξα τοῦτο, οὐχὶ διότι εὑρίσκω, ὅτι τυγχάνουσι προστασίας ἀποτελεσματικῆς καὶ ἐπαρκοῦς ἄλλα συμφέροντα τοῦ Ἑλληνισμοῦ, εἴτε ἐν Μακεδονίᾳ, εἴτε ἐν Θράκῃ, εἴτε ἐν Ἀλβανίᾳ καὶ Ἠπείρῳ, εἴτε ἐν Μικρᾷ Ἀσίᾳ καὶ ἀλλαχοῦ, ἀλλὰ διότι, ἐνῷ ὑπάρχει ἔννομος ὁδὸς προστασίας αὐτῶν, ἡ συνθήκη τοῦ Βερολίνου, ἡ Ἑλλὰς οὐδέποτε ἐμνήσθη αὐτῆς· ἐλησμόνησε τὰς διατάξεις τὰς προστατευτικὰς τῆς συνθήκης ἐκείνης, καὶ οὐδέποτε προεκάλεσε τὰς Δυνάμεις, αἱ ὁποῖαι τὴν ὑπέγραψαν, καὶ αἱ ὁποῖαι ἔταξαν ἑαυτὰς ἐγγυητρίας διὰ τὴν πλήρη καὶ ἀκριβῆ ἐφαρμογήν της, οὐδέποτε, λέγω, ἡ Ἑλλὰς ἀπετάθη πρὸς αὐτάς, καὶ οὐδέποτε ἐζήτησε τὴν προστασίαν αὐτῶν, ἵνα παύσῃ ἡ ἄδικος καὶ ἀπηνὴς καταδίωξις ἐξοντώσεως τοῦ Ἑλληνισμοῦ ἐν Βουλγαρίᾳ! Καὶ ὑπέδειξα, ὅτι ὄχι μόνον λόγῳ ἐθνικῆς φιλοτιμίας, λόγῳ ἐθνικῆς ἀλληλεγγύης πρὸς ὁμαίμονας ἀδελφοὺς, πρὸς πόλεις ἀείποτε ἑλληνικάς, ἀλλὰ τέλος λόγῳ ἐθνικοῦ συμφέροντος ἔπρεπε νὰ τὸ πράξωμεν, καὶ ἐν ὀνόματι τῶν ἐμπορικῶν, τῶν βιομηχανικῶν καὶ τῶν ναυτικῶν συμφερόντων τῆς χώρας. Εἶπον ὅτι Κράτη ἄλλα, ὡς τὸ Βέλγιον καὶ ἄλλα, δημιουργοῦσιν εἰς ἀπώτατα σημεῖα ἀποικίας διὰ δαπάνης ἑκατοντάδων ἑκατομμυρίων, καὶ τὰς ἀποικίας ταύτας χρησιμοποιοῦσι πρὸς εἰσαγωγὴν καὶ κατανάλωσιν ἐν ταῖς ξέναις χώραις τῶν προϊόντων αὐτῶν, τῶν γεωργικῶν καὶ βιομηχανικῶν. Ἡ δὲ Ἑλλὰς ἐπὶ τοσοῦτον στερεῖται πρακτικοῦ πνεύματος, ἐπὶ τοσοῦτον στερεῖται ἀντιλήψεως τῶν ἰδίων αὐτῆς συμφερόντων, ὥστε, ἐνῷ ἔχει τοιαύτας ἀποικίας ἰσχυρὰς,—ἐν χώρᾳ ξένῃ φεῦ! νῦν — ῥίζας βαθυτάτας ἐχούσας, νὰ μὴ χρησιμοποιῇ ταύτας! Χάρις εἰς τὰς ἀποικίας ἐκείνας, τελευταῖον ἤρξατο νὰ ὑπάρχῃ συγκοινωνία δι’ ἀτμοπλοίων ἑλληνικῶν, ἡ ὁποία βαίνει βαθμιαίως προαγομένη, διότι εἰς τὰς χώρας ἐκείνας τὸ πλεῖστον τοῦ ἐμπορίου εἶναι εἰς τὰς χεῖρας τῶν Ἑλλήνων, καὶ οἱ ὁμογενεῖς ἡμῶν δύνανται, ἐντεῦθεν δεξιῶς ὁδηγούμενοι, νὰ εἰσάγωσι τὰ προϊόντα τὰ βιομηχανικὰ καὶ γεωργικὰ τῆς Ἑλλάδος, καὶ νὰ ἐνισχύωσι τοιουτοτρόπως καὶ τὴν ἐσωτερικὴν παραγωγὴν τῆς χώρας ἡμῶν καὶ τὴν ναυτιλίαν ἡμῶν· ἀλλ’ ὅταν τὰς ἐγκαταλείπωμεν ἐστερημένας πάσης προστασίας, τεινούσης πρὸς ἐξασφάλισιν αὐτῶν, δὲν ἔχω δίκαιον νὰ ἐρωτήσω: ἐπὶ τοσοῦτον δὲν ὑφίσταται παρ’ ἡμῖν πνεῦμα ἀντιλήψεως τῶν συμφερόντων τῆς χώρας; Ἐὰν δὲν ἔχωμεν τὴν φιλοτιμίαν, λόγῳ ἐθνικῆς ἀξιοπρεπείας, λόγῳ ἀντιλήψεως τῶν ἐθνικῶν συμφερόντων, νὰ προστατεύσωμεν τὰς πόλεις ἐκείνας, τοὐλάχιστον δὲν ἔχομεν ἀντίληψιν τῶν ἰδίων ἡμῶν ἐμπορικῶν καὶ ναυτικῶν συμφερόντων; Μετὰ τὴν ἔρευναν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν προέβην εἰς τὴν ἔρευναν τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης. Δὲν ἦτο δυνατὸν—μ’ ὅλην τὴν ἐπιθυμίαν, τὴν ὁποίαν εἶχον, νὰ ἀποφύγω νὰ φέρω τὸν λόγον περὶ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν παρ’ ἡμῖν λειτουργεῖ ἡ Δικαιοσύνη—νὰ μὴ εἴπω τινὰ περὶ τῆς οἰκτρᾶς ὄντως καταστάσεως, τὴν ὁποίαν πᾶσα ἡ Βουλὴ γνωρίζει, καὶ ἐξέφρασα τὴν θλῖψίν μου, ὅτι οἱ ἑκάστοτε Ὑπουργοὶ τῆς Δικαιοσύνης οὐδὲν ἄλλο πράττουσιν ἢ νὰ διορίζωσι, μεταθέτωσιν ἢ προάγωσιν ὑπαλλήλους, νὰ μεταφέρωσι καταδίκους ἀπὸ φυλακῆς εἰς φυλακὴν, καὶ νὰ παρασκευάζωσι τὴν ἀπονομὴν χαρίτων, διότι τὸ ἔργον τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης δυστυχῶς εἰς ταῦτα καὶ μόνον περιωρίσθη, καὶ ὄχι μόνον ἡ ἀντίληψις τῆς κατὰ τύπον ἐργασίας τῶν Δικαστηρίων —κατὰ τύπον, ἐννοῶ τὸν νόμιμον—διαφεύγει, ἀλλὰ καὶ ἡ ἔρευνα τῆς κατ’ οὐσίαν ἀπονεμομένης δικαιοσύνης τελείως διαφεύγει. Καὶ εἶπον, ὅτι ἐπεθύμουν, ἵνα ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἔχῃ μικροσκόπιον, τὸ ὁποῖον νὰ διευθύνῃ ἐφ’ ἑκάστης ἀποφάσεως δικαστικῆς, νὰ ἀνευρίσκῃ καὶ βλέπῃ τὴν ἐνδόμυχον συνείδησιν ἑκάστου τῶν δικαστῶν, καὶ νὰ καθορίζῃ τὴν περὶ ἑκάστου δικαστοῦ ἐκτίμησιν αὐτοῦ. Οὕτω πως ἐνασκοῦν τὴν ὑψηλὴν αὐτοῦ λειτουργίαν τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης, ἐποπτεῦον ἀδιαλείπτως, θὰ ἠδύνατο καὶ νομοσχέδια χρήσιμα πρὸς μεταρρύθμισιν τυπικῶν διατάξεων τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας νὰ εἰσαγάγῃ, ἵνα ἀπαλλαγῶμεν ἀπὸ θεαμάτων οἰκτρῶν, τὰ ὁποῖα βλέπομεν κατὰ πᾶσαν Τετάρτην καὶ κατὰ πᾶν Σάββατον ἐν τῷ Πρωτοδικείῳ Ἀθηνῶν καὶ ἐν ἄλλοις Πρωτοδικείοις· ν’ ἀπαλλαγῶμεν τοῦ θεάματος 300 καὶ πλέον δικηγόρων, 100 καὶ πλειόνων ἴσως διαδίκων καὶ 10 ἢ 15 δικαστῶν, οἱ ὁποῖοι ἐπὶ 2 ἢ 3 ὥρας, χωρὶς οὐδὲν δυστυχῶς σκόπιμον νὰ πράττωσι, χάνουσι τὸν πολύτιμον καιρόν των! Καὶ ἡ οἰκτρὰ αὕτη εἰκὼν δὲν ὑπέπεσεν εἰς τὴν ἀντίληψιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, οὐδεὶς δὲ ἐκ τῶν μέχρι τοῦδε Ὑπουργῶν ἠθέλησε νὰ μεταρρυθμίσῃ ἐπὶ τὸ λογικώτερον τὸν τρόπον τῆς συζητήσεως τῶν πολιτικῶν ὑποθέσεων! Ἐπεθύμουν λοιπὸν κατὰ τοιοῦτον, οἷον ὑπέδειξα, τρόπον νὰ ἐτελεῖτο ἡ ἐποπτεία ἐπὶ τῆς λειτουργίας τῆς Δικαιοσύνης, διότι, ἐὰν οὕτω πως ἐτελεῖτο, καὶ ἀνακάθαρσιν τῶν νόμων τῶν πεπαλαιωμένων θὰ εἴχομεν, καὶ ἀνόρθωσιν τῆς δικαστικῆς συνειδήσεως. Ἐδήλωσα, καὶ δηλῶ καὶ πάλιν, ὅτι ἡ ζύμη, ἐκ τῆς ὁποίας λαμβάνονται οἱ δικασταὶ, εἶναι καλλίστη· καὶ ἐγνώρισα πολλοὺς ἀμυνομένους μετ’ ἀξιοθαυμάστου σθένους ὑπὲρ τῆς δικαστικῆς αὐτῶν συνειδήσεως, καὶ ἀμυνομένους ἐναντίον ἐμμέσων ἐνεργειῶν τῆς ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης. Δὲν ὁμιλῶ περὶ Ὑπουργῶν, διότι ἔχω τὴν γνώμην, ὅτι ὅλοι οἱ Ὑπουργοί εἰσιν ἔντιμοι, ἀλλὰ δὲν ἀσχολοῦνται μετὰ τῆς δεούσης ἐπιμελείας εἰς τὸ πρώτιστον καὶ κύριον αὐτῶν ἔργον, τὸ τῆς ἐποπτείας ἐπὶ τῆς ἀπονομῆς τῆς δικαιοσύνης. Εἰσὶ δὲ ἐπὶ τοσοῦτον ἀπερροφημένοι εἰς ἄλλα ἔργα, ὥστε νὰ μὴ γνωρίζωσι, πῶς ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου αὐτῶν λειτουργεῖ, πῶς δρᾷ, πῶς ἐργάζεται· ἐν τούτοις ἔχω τὴν γνώμην, ὅτι οὐδεὶς τῶν Ὑπουργῶν κατεχράσθη τῆς ὑψηλῆς αὑτοῦ θέσεως πρὸς καταπίεσιν τῆς δικαστικῆς συνειδήσεως. Ἐὰν, ὡς προεῖπον, εἰργάζετο ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, θὰ εἴχομεν ἄλλην κατάστασιν λειτουργίας τῆς ἀνακριτικῆς ἀρχῆς, δὲν θὰ εἴχομεν σύστημα ἀνακριτικὸν πεπαλαιωμένον, δὲν θὰ εἴχομεν σύστημα, κατὰ τὸ ὁποῖον, ὡς γνωρίζετε πάντες, ἑκατοντάδες πολιτῶν ἀδίκως ἐρρίφθησαν εἰς τὰς φυλακὰς, καίτοι παντελῶς ἀθῷοι. Ἕνεκα τῶν πολλῶν ἀδικημάτων, ἅτινα συνετελέσθησαν, ὡς ἐκ τοῦ κρατοῦντος μυστικοῦ συστήματος ἐν τῇ ἀνακρίσει, εἶναι καιρὸς νὰ μεριμνήσῃ τὸ νομοθετικὸν σῶμα περὶ μεταβολῆς τοῦ συστήματος τούτου. Νομίζω, ὅτι ἡ δημοσία ἀνάκρισις, εἰσαγομένη καὶ παρ’ ἡμῖν, θέλει πάντως μετριάσει τὰ ἐλαττώματα τῆς μυστικῆς ἀνακρίσεως, διότι κατὰ τὴν ἐνέργειαν τῶν ἀνακρίσεων, παρισταμένου τοῦ κατηγορουμένου διὰ πληρεξουσίου, δὲν θὰ συμβαίνουν παραμορφώσεις τῶν καταθέσεων, ἕνεκα τῶν ὁποίων πολλάκις ἀθῷοι ἐκρίθησαν ἔνοχοι, καὶ ἔνοχοι ἐκρίθησαν ἀθῷοι, ἀλλ’ ὁ μὲν ἔνοχος δὲν θὰ διαφεύγῃ τὰς νομίμους συνεπείας τῆς πράξεώς του, ἀθῷος δὲ σπανιώτατα θὰ συλλαμβάνηται εἰς τὰ ἀσυνείδητα δίκτυα τῆς σκευωρίας καὶ τῆς συκοφαντίας. Περὶ τούτου ἐσκέφθη τις τῶν Ὑπουργῶν τῆς Δικαιοσύνης; Καὶ ἐρωτῶ: οὕτω πως ἀπονεμομένης τῆς δικαιοσύνης, εἶναι ὀρθὸν, ὁ λαὸς νὰ δαπανᾷ τὰ 6,157,827, ὅσα ζητοῦνται διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν Προϋπολογισμοῦ διὰ τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης; Ἀλλ’ ἐὰν ἦναι ἀνάγκη νὰ ὑπάρχῃ τις οἱαδήποτε δικαστικὴ ἀρχὴ, δὲν ἀρκοῦσι διὰ τὴν λειτουργίαν αὐτῆς τὰ 5,144,039, τὰ δαπανηθέντα κατὰ τὸ 1896; Ποία τις ἀνάγκη ἐπιβάλλει τὴν ἐπὶ πλέον δαπάνην τοῦ 1,013,788, ἀφοῦ οὐδεμία ἐπῆλθε βελτίωσις, οὐδὲ δύναται νὰ ἐπέλθῃ διὰ τῆς αὐξήσεως τῶν δαπανῶν, ἀλλὰ μόνον διὰ τῆς βελτιώσεως τῶν δικαστικῶν νόμων, καὶ κυρίως διὰ τῆς ἀγρύπνου ἐποπτείας τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης ἐπὶ τῆς ἀπονεμομένης δικαιοσύνης; Ἤδη, Κύριοι, ἔρχομαι εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν. Ποῖον κέκτηται προορισμὸν τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν; Πληροῖ τὸν προορισμὸν αὐτοῦ; Τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν εἶναι ἀναμφιβόλως ἡ ψυχὴ ἁπάσης τῆς διοικήσεως τῆς χώρας. Τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν ἔχει τὴν ἀστυνομίαν τῆς χώρας, ἐποπτεύει καὶ διέπει τὰ τῶν νομῶν, τὰ τῶν δήμων, τὰ τῶν δημοσίων ἔργων καὶ ἐν γένει τὰ τῆς δημοσίας ἀσφαλείας, ἐποπτεύει τὰ ἀγαθοεργὰ καταστήματα, μεριμνᾷ περὶ τῆς ὑγείας τῆς χώρας, τῆς γεωργίας, τῆς βιομηχανίας καὶ τοῦ ἐμπορίου αὐτῆς. Δὲν θέλω νὰ εἰσέλθω εἰς λεπτομερείας, διότι κάλλιον ἐμοῦ γνωρίζετε, κύριοι Βουλευταί, ὅτι καὶ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν χωλαίνει, καθ’ ὃν τρόπον καὶ τὰ ἄλλα Ὑπουργεῖα, μεθ’ ὅλην τὴν ἱκανότητα τῶν ἑκάστοτε Ὑπουργῶν, πλείστους τῶν ὁποίων εἶδον ὄντως καὶ χρηστοὺς καὶ ἱκανοὺς καὶ ἔχοντας τὴν θέλησιν νὰ πράξωσι τὸ καλόν. Ἀλλὰ, μεθ’ ὅλας ταύτας τὰς προθέσεις, τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν ἐξακολουθεῖ νὰ χωλαίνῃ κατὰ τρόπον λίαν ἐπιζήμιον εἰς τὴν χώραν. Δὲν θὰ ἔκαμνον λόγον περὶ τοῦ Ὑπουργείου τούτου, ἐὰν δὲν ἐθλιβόμην, βλέπων τὴν κατάστασιν, εἰς ἣν ἔχουσι περιέλθει οἱ δῆμοι τοῦ Κράτους, καὶ τὴν κατάστασιν, εἰς ἣν εὑρίσκονται τὰ δημόσια ἔργα καὶ ἡ ὑγεία τῶν κατοίκων πλείστων τῆς χώρας μερῶν, ὡς καὶ ἡ οἰκτρὰ τῆς ἀστυνομίας κατάστασις. Ἡ εὐθύνη δὲ τῆς θλιβερᾶς ταύτης καταστάσεως ἀνήκει ὁλόκληρος, τελεία καὶ ἀπόλυτος, εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν. Δῆμοι, οἱ ὁποῖοι ἠδύναντο ν’ ἀποτελέσωσι τὸν πυρῆνα τελείως εὐνομουμένης κοινωνίας, δῆμοι, οἱ ὁποῖοι, διευθυνόμενοι δεόντως, ἠδύναντο νὰ ἀνθίζωσι καὶ οἰκονομικῶς καὶ ἠθικῶς, οἱ δῆμοι οὗτοι, ἕνεκα τῆς ἐλλείψεως πάσης ἐποπτείας, ἢ ἕνεκα τῆς ἐποπτείας τῆς φατριαστικῆς, ἡ ὁποία γίνεται ἐπ’ αὐτῶν, καὶ ἕνεκα τῆς ἐλλείψεως μερίμνης πρὸς οἰκονομικὴν ἐνίσχυσιν αὐτῶν, ἔχουσι περιέλθει εἰς τὴν ἐσχάτην ἀποσύνθεσιν! Ἐνῷ δὲ οἱ δῆμοι στεροῦνται τῆς προστάτιδος χειρὸς τῆς κεντρικῆς ἐξουσίας, ἀτονία οἰκονομικὴ περιάγει αὐτοὺς εἰς ἐκμηδένισιν. Μήτοι τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν ὑπέδειξέ ποτε εἰς τὴν ἀντιπροσωπείαν τοῦ ἔθνους τὰς ἀνάγκας τῶν δήμων; Μήτοι ὑπέδειξε τῇ Βουλῇ, ὅτι ὑπάρχουσιν ἴσως ἑκατοντάδες χιλιάδων πολιτῶν Ἑλλήνων, οἱ ὁποῖοι φθείρουσι τὴν δραστηριότητά των, τὴν ἐπιμέλειαν αὐτῶν, τὴν ἐνεργητικότητά των καὶ τὴν ζωήν των ὑπὸ τὸ κράτος τῶν ἀδιαλείπτων ἑλειογενῶν πυρετῶν, καθιστάμενοι οὕτως ἀνίκανοι πρὸς πᾶσαν ἐργασίαν; Ποία δὲ μέριμνα ἐλήφθη ποτὲ ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, ἵνα ἡ μάστιξ αὕτη ἐκλείψῃ ἀπὸ τὴν χώραν; Οὐδεμία! Ἐν τούτοις ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἐξακολουθεῖ νὰ συνεισφέρῃ τὸν ὀβολὸν αὐτοῦ, πάντοτε προσδοκῶν, ἀλλ’ ἀείποτε πλανώμενος, προσδοκῶν, ὅτι θέλει ἔλθει ποτὲ ἡ ἡμέρα νὰ ἴδῃ τὴν τύχην αὑτοῦ βελτιουμένην. Ὑπάρχουσι πόλεις καὶ χωρία, ὅπου ὁ βίος τοῦ ἀνθρώπου δὲν ὑπερβαίνει τὸ 50ὸν ἔτος τῆς ἡλικίας, ἕνεκα τῶν ἀνθυγιεινῶν τούτων συνθηκῶν. Τί δὲ στοιχίζει τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν; δραχ. 14,753,668, εἰς τὰς ὁποίας μοὶ φαίνεται, ὅτι πρέπει νὰ προσθέσῃ τις καὶ ἄλλα ποσὰ, οὐκ ὀλίγα, συνεπείᾳ ἐπικειμένων νέων δηλώσεων. Ποῦ διατίθεται τὸ καταπληκτικὸν αὐτὸ ποσὸν, καὶ ποία ἡ πρὸς τὰ ἔξοδα τοῦ 1896 διαφορὰ ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐσωτερικῶν; Ζητεῖται ἡ ἀποξήρανσις λιμνῶν καὶ ἑλῶν; ζητεῖται ἡ κατασκευὴ ὁδῶν, ἡ κατασκευὴ γεφυρῶν; ζητοῦνται τὰ ἑκατομμύρια ταῦτα δι’ ἔργα χρήσιμα εἰς τὴν χώραν; Ποσῶς! Ἰδοὺ, Κύριοι, εἰς τί διατίθενται ταῦτα: Συνεπείᾳ τῶν νέων νομῶν ἔχομεν, μόνον ὡς πρὸς τὸ προσωπικὸν τῶν νέων Νομαρχιῶν, ὑπέρβασιν 30,440 δραχ. Τὰ δὲ ἔξοδα ὑπηρεσίας τῶν Νομαρχιῶν, ἀπὸ 63,360 δρ. τὸ 1896, προυπελογίσθησαν εἰς 89,940 τὸ 1902, ἤτοι 26,580 ἐπὶ πλέον. Εἰς ἐκτάκτους δαπάνας τῶν διοικητικῶν γραφείων δρ. 6,750 τὸ 1902, ἀντὶ τῶν 5,000 τοῦ 1896, ἤτοι 1750 ἐπὶ πλέον. Εἰς τὴν Διοικητικὴν Ἀστυνομίαν Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς τὰ ἔξοδα τοῦ προσωπικοῦ ἀνῆλθον εἰς δρ. 61,440 τὸ 1896, ἤδη ζητοῦνται 76,080, ἐπὶ πλέον 14,640. Τὰ ἔξοδα ὑπηρεσίας τῆς ἰδίας Ἀστυνομίας, ἀπὸ 7,452 δρ. τὸ 1896 εἰς 9,664 τὸ 1902, ἐπὶ πλέον 2,212. Τὸ δὲ κονδύλιον διαφόρων ἐξόδων τῆς αὐτῆς Ἀστυνομίας, ἀπὸ 14,400 τὸ 1896 ἀνεβιβάσθη εἰς 32,400 δραχ. τὸ 1902· ἐπὶ πλέον 18,000· ὑπερδιπλασιασμός! Δι’ ἀποζημιώσεις καὶ ὁδοιπορικὰ τῆς ἰδίας Ἀστυνομίας Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς, ἀντὶ τῶν 12,120 δραχ. τοῦ 1896, δραχ. 14,880 τὸ 1902· ἐπὶ πλέον 2,760. Οὕτω διὰ τὴν Διοικητικὴν Ἀστυνομίαν Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς διατίθενται ἐπὶ πλέον ἐν συνόλῳ δραχ. 37,612. Καὶ αὖθις ἀπευθύνω τὴν ἐρώτησιν πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, τὸν κ. Νέγρην, τίνες λόγοι ἐπιβάλλουσι τὴν τοιαύτην αὔξησιν; Ποία νέα ἀνάγκη παρέστη; Ποία ἐπῆλθε μεταβολὴ εἰς τὴν Διοικητικὴν Ἀστυνομίαν Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς; ποία βελτίωσις ἐπῆλθεν; — ἂν σεῖς ἀντελήφθητε, διότι ἐγὼ δὲν ἀντελήφθην· ἐπίσης καὶ ἡ δημοσιογραφία δὲν ἀντελήφθη, καὶ ἐξακολουθεῖ παριστῶσα τὴν διοίκησιν τὴν ἀστυνομικὴν τῆς πρωτευούσης χείρονα παρὰ κατὰ τὸ 1896. — Ποῖος ὁ λόγος λοιπὸν τῆς διασπαθήσεως τῶν 37,612 δραχμῶν; Ἔχομεν διὰ τὴν Ἀστυνομίαν ἐν γένει τοῦ Κράτους ὑπέρβασιν, ἐν συγκρίσει τῶν δαπανηθέντων κατὰ τὸ 1896 πρὸς τὰς αἰτουμένας πιστώσεις διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1902, δραχ. 371,390 εἰς τὸ προσωπικόν. Ἐρωτῶ ὑμᾶς, κύριοι Βουλευταί, εἴχετε ποτὲ προγενέστερον γνωρίσει εἰκόνα χείρονα ἀστυνομικῆς καταστάσεως τῆς νῦν; εἴδετε ποτὲ εἰδεχθεστέραν εἰκόνα αὐθαιρεσιῶν, παρανομιῶν, — τί λέγω! — ἐγκλημάτων παρ’ ἀστυνομικῶν ὀργάνων διαπραχθέντων, ἀπὸ ἐκείνην, ἡ ὁποία τοσάκις ἐξετυλίχθη ἐνταῦθα; Καὶ ἐν τούτοις, μὴ προσέχοντες εἰς τὸ ποιὸν τῶν ἀστυνομικῶν ὀργάνων, καὶ μὴ ἐπιμελούμενοι δι’ ἀσκήσεως ἐνδελεχοῦς ἐποπτείας εἰς τὴν πρόσφορον διαμόρφωσιν αὐτῶν, καταφεύγομεν εἰς τὴν αὔξησιν αὐτῶν, νομίζοντες ὅτι βελτιοῦμεν τὴν κατάστασιν, ἐνῷ τὴν χειροτερεύομεν, αὐξάνοντες τὸν ἀριθμὸν τῶν κακῶν ὀργάνων, καὶ ἀναγκαίως συντελοῦμεν οὕτως εἰς τὴν αὔξησιν τῶν κακῶν πράξεων αὐτῶν, αἵτινες δίδουσι τὴν εἰδεχθῆ εἰκόνα τῆς ἀστυνομικῆς καταστάσεως τῆς χώρας, ἣν γνωρίζετε. Ἔξοδα ὑπηρεσιῶν τῶν ἀστυνομιῶν τοῦ Κράτους, τὸ 1896 εἴχομεν δραχ. 145,100, ἤδη ζητοῦνται δρ. 175,000. Ἐγένετό τι νέον ἀπὸ τοῦ 1896 ἐν τῇ ἀστυνομικῇ διοικήσει τῆς χώρας, τὸ ὁποῖον νὰ δικαιολογῇ τὴν ὑπέρβασιν τῶν 30,000 δραχμῶν; Ἀλλ’ ἀκούσατε καὶ ἕτερα ἔξοδα — καὶ ἀναφέρω τὰ κονδύλια, εἰς τὰ ὁποῖα, ὡς εἶπον, ἀνεξελέγκτως ἡ κατάχρησις θέτει τὴν χεῖρά της. — Ἀναγράφεται ἐν τῷ κεφαλαίῳ 3 ἄρθρῳ 12 κονδύλιον διὰ διάφορα ἔξοδα τῶν ἀστυνομιῶν τοῦ Κράτους· καὶ τὸ κονδύλιον τοῦτο ἦτο δρ. 57,000 κατὰ τὸ 1896 καὶ 1897, ἀνεβιβάζεται δὲ νῦν εἰς 100,000, ἤτοι ἔχομεν δρ. 43,000 ἐπὶ πλέον. Ποίαν δικαιολογίαν φέρει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν τῆς τοιαύτης ἐπὶ πλέον δαπάνης; Ποῖα εἶναι αὐτὰ τὰ διάφορα ἔξοδα; ποῦ δαπανῶνται καὶ πῶς δαπανῶνται; Εἰς τὰ ἔξοδα προσωπικοῦ τοῦ Φρενοκομείου Κερκύρας ἐπῆλθεν αὔξησις, λόγῳ αὐξήσεως τοῦ προσωπικοῦ, ἀλλ’ ἡ αὔξησις δὲν εἶναι μεγάλη, 1800 δραχμῶν. Ἐκεῖ ὅμως, ὅπου ὑπάρχει αὔξησις σημαντική, εἶναι εἰς τὰ ἔξοδα τῆς ὑπηρεσίας τοῦ Φρενοκομείου Κερκύρας. Καὶ ἐνῷ κατὰ τὸ 1896 καὶ 1897 ἀνῆλθον εἰς δρ. 63,740, τὰ ἔξοδα ταῦτα ὁρίζονται νῦν εἰς 95,000, ἤτοι 31,260 δρ. ἐπὶ πλέον...
§35Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Πῶς δικαιολογοῦσιν αὐτὴν τὴν αὔξησιν; Οὐδεμίαν φέρουσι δικαιολογίαν τῆς ἀναγραφῆς τῆς πιστώσεως. Πρέπει νὰ ζητήσητε πληροφορίας.
§36Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Ζητῶ πληροφορίας, ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν δὲν ἀπαντᾷ· οὐδ’ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν.
§37Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Θ’ ἀκούσωμεν τί λέγετε, καὶ θ’ ἀπαντήσωμεν. Πρέπει νὰ συζητῶμεν διαλογικῶς;
§38Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Ἔχομεν συνδρομὰς εἰς Συλλόγους, ἀπὸ δρ. 17,800 τὸ 1896, δραχ. 46,600 τὸ 1902· ἤτοι ἐπὶ πλέον 28,800 δραχμαί...
§39Κ. Ν. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὀλίγα εἶναι ἐπὶ πλέον, διότι ἡ δικαιοτέρα τῶν δαπανῶν τοῦ Κράτους εἶναι ἡ πρὸς ὑποστήριξιν τῶν Συλλόγων, εἰς ἀναπλήρωσιν τῆς παραλείψεως τοῦ Κράτους.
§40Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Εἶμαι σύμφωνος μὲ τὸν ἀξιότιμον φίλον κ. Παπαμιχαλόπουλον, διότι ὄντως ὑπάρχουσι Σύλλογοι καὶ σωματεῖα ἄξια τῆς προστασίας τοῦ Κράτους.
§41Κ. Ν. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀναπληροῦσι τὴν κοινωνικὴν ἐνέργειαν.
§42Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Μάλιστα· ἀλλ’ ἂν ἴδητε τὸν κατάλογον...
§43Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Προσέξατε, παρακαλῶ, ποία συνδρομὴ εἶναι περιττή, νὰ τὴν περικόψωμεν.
§44Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Ἐγὼ οὐδεμίαν ἔχω ἀντίρρησιν νὰ ὑποδείξω, ἀλλὰ τὸ ἔργον τοῦ ἐλέγχοντος δὲν εἶναι ἔργον τῆς ὑποδείξεως τῶν καθηκόντων εἰς τοὺς Ὑπουργούς. Οἱ Ὑπουργοὶ μόνοι ἔχουσι τὰ μέσα νὰ κρίνωσι, ποῖοι εἶναι οἱ Σύλλογοι, πρὸς τοὺς ὁποίους δέον νὰ δίδηται ἡ συνδρομή, καὶ ποῖοι εἶναι ἐκεῖνοι, πρὸς τοὺς ὁποίους δέον νὰ μὴ δίδηται. Ἀλλ’ ἐφιστῶ τὴν προσοχήν σας ἐπὶ τούτου, διότι καὶ ἐν τῷ κονδυλίῳ τούτῳ δύναται νὰ ἐπέλθῃ οἰκονομία.
§45Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Ἐγὼ μίαν αἰσθάνομαι νὰ φέρω ἀναγκαίαν παρατήρησιν εἰς ὑμᾶς, ὅτι ἐλησμόνησα νὰ φέρω συνδρομὴν ὑπὲρ τοῦ «Συλλόγου πρὸς διάδοσιν ὠφελίμων βιβλίων».
§46Γ. ΚΑΠΕΤΑΝΑΚΗΣ. Πρέπει νὰ προστεθῇ.
§47Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Ὥστε θὰ αὐξήσωμεν τὸ ποσόν; Κύριοι, αὔξησις σημαντικὴ παρατηρεῖται εἰς τὸ κεφάλαιον 12 ἄρθρον 1, «Γεωργία». Καὶ ἀληθῶς, ἂν ἦναι αὔξησίς τις δεδικαιολογημένη, εἶναι ἡ αὔξησις ἡ ἀφορῶσα εἰς τὴν γεωργίαν. Ἐγὼ μάλιστα ἤθελον προτείνει καὶ μείζονα ἀκόμη αὔξησιν τῆς πιστώσεως ταύτης. Ἀλλὰ πρὶν ἢ ἀποδειχθῇ, ὅτι καὶ αὐτὴ εἶναι χρήσιμος καὶ ἀναγκαία, ἐπεθύμουν νὰ γνωρίζω, ποῖα ὑπῆρξαν τὰ ἔργα τῶν Γεωργικῶν Σχολῶν καὶ τῶν Γεωργικῶν Σταθμῶν; ποῖα τ’ ἀποτελέσματα; ποία ἡ χρησιμότης αὐτῶν; κατὰ τί ἡ λειτουργία τούτων, ὡς πρὸς τὸν σκοπόν, τὸν ὁποῖον ἐπιδιώκουσι, χωλαίνει; Ἡ ἔρευνα αὕτη βεβαίως ἦτο ἀναγκαία, καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, χωρὶς κἄν νὰ προκληθῇ, ὤφειλε νὰ ἔλθῃ ν’ ἀποδείξῃ, ὅτι ὄντως δαπανῶμεν περὶ τὸ ἥμισυ ἑκατομμύριον περίπου, ἀλλὰ τὸ δαπανῶμεν χρησίμως καὶ ὠφελίμως διὰ τὴν γεωργίαν. Διότι ἐγὼ τοὐλάχιστον εὐχαρίστως θέλω δίδει ψῆφον εἰς πᾶσαν πίστωσιν ὄντως χρήσιμον, καὶ δὴ χρήσιμον εἰς τὴν γεωργίαν. Ἂν ὑπάρχωσι τάξεις, αἱ ὁποῖαι ὄντως εἶναι ἄξιαι τῆς προστασίας τῆς Πολιτείας, εἶναι αἱ τάξεις αἱ γεωργικαὶ, αἱ τάξεις, τὰς ὁποίας ἐκμυζῶσι πᾶσαι αἱ ὑπηρεσίαι τοῦ Κράτους ἐκ περιτροπῆς. Εἶναι γνωστὰ εἰς πάντας ἡμᾶς ὅσα ὑφίστανται αἱ τάξεις αἱ γεωργικαὶ ἐν τῇ χώρᾳ ἡμῶν καὶ ἐκ τῶν ἀστυνομικῶν ὀργάνων καὶ ἐκ τῆς χωροφυλακῆς καὶ ἐκ τῶν πταισματοδικῶν καὶ ἐκ τῶν ἐφόρων καὶ ἐκ τῶν εἰσπρακτόρων καὶ ἐκ τῶν ταμιῶν. Τὰ τεχνάσματα, τὰ ὁποῖα ἐφεῦρον αἱ διάφοροι ὑπηρεσίαι τοῦ Κράτους, ἵνα τὴν ἀτυχῆ ἐκείνην τάξιν ἐκμυζῶσιν, εἶναι ἄπειρα, καὶ δι’ αὐτὸ βλέπομεν οἰκογενείας καλλιεργούσας ἐκτάσεις δυναμένας νὰ καταστήσωσιν αὐτὰς εὐτυχεῖς, οἰκογενείας, αἱ ὁποῖαι παράγουσι προϊόντα ἀξίας 8,000–10,000 δραχμῶν, συγκειμένας ἐκ τεσσάρων ἢ πέντε προσώπων, καὶ ἐν τούτοις μὴ δυναμένας ν’ ἀπαλλαγῶσι τῶν μικρῶν χρεῶν των πρὸς τοὺς ἐμπόρους, μὴ δυναμένας ν’ ἀγοράσωσιν οὐδὲν ἐπὶ καταβολῇ τοῦ τιμήματος, ἀλλὰ πάντα τὰ ἀπολύτως ἀναγκαῖα διὰ πιστώσεως νὰ προμηθεύωνται! Ὅλα δὲ τὰ προϊόντα αὐτῶν διαφεύγουσι τῶν χειρῶν των διὰ τῶν διαφόρων μέσων, τὰ ὁποῖα μεταχειρίζονται κατὰ τὸ πλεῖστον τὰ ὄργανα τῆς Πολιτείας. Ζητήσατε ἀπὸ τοὺς γεωργοὺς τῶν ἐπαρχιῶν σας, καλέσατε αὐτοὺς καὶ ἐρωτήσατε: «κατὰ τὸ ἔτος τοῦτο τί ἐσπείρατε; τί ἐθερίσατε; τί συνελέξατε;» Ὑπολογίσατε τὴν ἀξίαν αὐτῶν, καὶ θὰ ἴδητε, τί παράγει μία οἰκογένεια γεωργικὴ ἐν Ἑλλάδι. Καὶ ὅταν ἐρωτήσητε ποῦ ἐδαπάνησαν ταῦτα, ἀρχίζουσι νὰ σᾶς ἀπαριθμῶσι τὸν εἰσπράκτορα, τὸν χωροφύλακα, τὸν ταμίαν, τὸν οἰκονομ. ἔφορον, γραμματεῖς, ὑπογραμματεῖς, δικολάβους, καὶ βλέπετε εἰς τὸ τέλος, ὅτι οἰκογένεια ἐκ πέντε προσώπων, ἀδιαλείπτως ἐργαζομένων, ἐνδυομένων πενιχρῶς, τρεφομένων οἰκτρῶς διὰ ξηροῦ ἄρτου, ἐκ κριθῆς τὸ πλεῖστον, δὲν δύναται νὰ διαθέτῃ οὔτε εἰκοσιπέντε δραχμάς· καὶ ἂν τούτων λάβῃ ἐπιτακτικὴν ἀνάγκην, τὰς δανείζεται ἀπὸ τὸν ἔμπορον. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον ἐγὼ θὰ ηὐχόμην, πολλὰ ποσὰ, διατιθέμενα δι’ ἔξοδα ὑπηρεσιῶν, νὰ προσετίθεντο εἰς τὸ κονδύλιον τῆς γεωργίας· ἀρκεῖ μόνον ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν ν’ ἀποδείξῃ εἰς τοὺς ἀντιπροσώπους τοῦ λαοῦ τὴν χρησιμότητα, ἣν ἐπεδείξαντο μέχρι τοῦδε αἱ Σχολαὶ καὶ οἱ Σταθμοὶ οἱ γεωργικοί. Δὲν θ’ ἀναπτύξω τὰ κονδύλια τὰ ἀφορῶντα τὸ ταχυδρομεῖον, τηλεγραφεῖον καὶ τηλεφωνεῖον. Ἐκ τῶν πληροφοριῶν, τὰς ὁποίας ἄλλοι συνάδελφοι, μᾶλλον ἐμοῦ πεπειραμένοι καὶ ἁρμοδιώτεροι περὶ τὰ οἰκονομικὰ, ἐζήτησαν, πέπεισμαι, ὅτι θέλουσιν ἐρευνήσει αὐτὰ, διότι ὑπάρχει ὑπέρβασις τῶν ἐξόδων τοῦ 1896 πρὸς τὰ τοῦ 1902 δρ. 1,435,581. Οὕτω βλέπομεν, ὅτι οὐδὲν πνεῦμα φειδοῦς καὶ περισυλλογῆς ἐπρυτάνευσεν εἰς τὴν σύνταξιν καὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ αὐτοῦ, ὡς τοῦτο οὐ μόνον ἐξ ὅσων εἶπον ἀποδείκνυται, ἀλλὰ καὶ ἐξ ὅσων θέλω ἀποδείξει. Τὰ ἔξοδα τῆς συντηρήσεως τῶν ὁδῶν κατὰ τὸ ἔτος 1896 ἀνήρχοντο εἰς δρ. 1,000,000, διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1902 ζητοῦνται 2,400,000, ἤτοι δρ. 1,400,000 ἐπὶ πλέον. Ἐρωτῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ἀπὸ τοῦ 1897 κατεσκευάσθησαν νέαι ὁδοί, ἀνεπτύχθη ἐπὶ τοσοῦτον ἡ συγκοινωνία ἡ ἐσωτερική, ὥστε ν’ ἀπαιτῆται διὰ τὴν συντήρησιν αὐτῶν τριπλασιασμὸς περίπου τῶν ἐξόδων; Αἱ ὁδοὶ αἱ ὑπάρχουσαι ἐν Ἑλλάδι κατὰ τὸ 1896 καὶ 1897 ὑπάρχουσι καὶ σήμερον, ἀλλὰ τὰ ἔξοδα τῆς συντηρήσεώς των, ὡς βλέπετε, τριπλασιάζονται σχεδόν. Δὲν εἶναι τοῦτο σπατάλη; Παραλείπω ἄλλα μικρότερα ἐπὶ πλέον ποσὰ, καὶ ἔρχομαι εἰς τὸ σύνολον τῶν ἐπὶ πλέον ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν κατὰ τὸ 1902 ἐν συγκρίσει πρὸς τὰ τοῦ 1896· τὸ δὲ σύνολον τοῦτο ἀνέρχεται ἀκριβῶς εἰς δραχμὰς 1,606,483. Ποίας ἀνάγκας πληροῖ τὸ ποσὸν αὐτό; πότε παρήχθησαν αἱ ἀνάγκαι, ἂν ὄντως ὑφίστανται; Οὐδεμία ἀπάντησις θέλει δοθῆ εἰς ταῦτα, διότι εἶναι δυσχερεστάτη. Καὶ ὅμως ἡ Βουλὴ πιθανὸν νὰ ψηφίσῃ τὰς δαπάνας ταύτας, καὶ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς νὰ καταβάλῃ, ἐξασθενουμένων ἔτι μᾶλλον τῶν παραγωγικῶν αὐτοῦ μέσων! Ἤδη ἐπιλαμβάνομαι τῆς ἐξετάσεως τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως. Τὸ αὐτὸ πνεῦμα τῆς διασπαθήσεως τῶν προσόδων τοῦ Κράτους ἐπικρατεῖ καὶ ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τούτῳ. Ὅλαι αἱ ὑπηρεσίαι ἑκάστου Ὑπουργείου ἐπέδειξαν ἅμιλλαν, ποία νὰ ἐπιτύχῃ μείζονας πιστώσεις, καὶ οἱ Ὑπουργοὶ ἄνευ ἐρεύνης συνῄνεσαν καὶ ἐνέγραψαν τὰς αἰτηθείσας πιστώσεις. Θὰ ἦτο εὐχῆς ἔργον, προκειμένου περὶ τῆς διαθέσεως τῶν φόρων, οὓς καταβάλλει ὁ λαὸς, ἡ Βουλὴ νὰ μὴ ἐψήφιζε πίστωσίν τινα, ἐὰν μὴ προσήγοντο κατὰ τὴν συζήτησιν ἔγγραφα δικαιολογοῦντα αὐτήν. Ἀλλὰ τοιοῦτον σύστημα ἐλέγχου ἀληθοῦς δὲν ὑπάρχει παρ’ ἡμῖν. Δι’ ὃ εἴδομεν καὶ ἐν τῇ ἐπιτροπῇ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ὅτι ἡ μὲν μειονοψηφία ἀγωνίζεται πῶς νὰ δοθῇ εἰς αὐτὴν ὀλίγος χρόνος, ἵνα ἐρευνήσῃ ποῦ διατίθενται τὰ ἔξοδα, ἡ δὲ πλειονοψηφία καταγίνεται πῶς νὰ μὴ παρασχεθῇ ποσῶς καιρὸς ἐπαρκὴς πρὸς ἐνάσκησιν πραγματικοῦ ἐλέγχου ὑπὸ τῆς μειονοψηφίας. Ἀρχίζουσι δὲ τότε αἱ ἐφημερίδες καταγγέλλουσαι τὴν μειονοψηφίαν τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ κωλυσιεργίᾳ! Οὕτω τὸ πνεῦμα, δι’ οὗ διαφθείρεται τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα, ἀκάθεκτον ῥίπτεται καθ’ ὅλην τὴν χώραν, καὶ παριστάμεθα πρὸ θεάματος ἀξιοθρηνήτου, ἤτοι νὰ βλέπωμεν τὸν λαὸν, τὸν ἔχοντα πρωτίστως τὸ συμφέρον, ἵνα ἀσκῆται ὁ ἔλεγχος, ὅπως μὴ κατασπαταλῶνται οἱ φόροι, οὓς καταβάλλει, νὰ βλέπωμεν, λέγω, τὸν λαὸν ἐπηρεαζόμενον ὑπὸ τῶν ἐφημερίδων, καὶ δυσανασχετοῦντα διὰ τὴν δῆθεν κωλυσιεργίαν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως! Ἐν τούτοις ἡ Ἀντιπολίτευσις ὑπέρτατον ἔχει καθῆκον, παρορῶσα καὶ τοῦ τύπου τὴν ἥκιστα πατριωτικὴν ἀνυπομονησίαν καὶ τοῦ λαοῦ τὰς μεμψιμοιρίας, νὰ διασώσῃ τὴν χώραν ἀπὸ νέαν οἰκονομικὴν καταστροφὴν, ἐπιμένουσα εἰς τὴν ψήφισιν μόνον τῶν ἀναγκαίων δαπανῶν διὰ τὴν λειτουργίαν τῆς Πολιτείας. Ἐὰν ἡ Ἀντιπολίτευσις ἐπηρεασθῇ ἐκ τοῦ δημιουργουμένου τοιούτου πνεύματος καὶ περιέλθῃ εἰς τὴν ἀδυναμίαν τοῦ νὰ ἐνασκῇ τὸν ἔλεγχον, ἕπεται, ὅτι τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα παύει λειτουργοῦν. Ἐν τοιαύτῃ δὲ περιπτώσει θὰ ἦτο προτιμότερον, πρὸς διατήρησιν σκιᾶς συνταγματικοῦ πολιτεύματος, νὰ ἐνεργῶνται αἱ ἐκλογαὶ, καὶ τὸ ἐξ αὐτῶν ἀναδεικνυόμενον Α ἢ Β κόμμα ν’ ἀναλαμβάνῃ τὴν ἐξουσίαν, σχηματίζον τὴν νέαν Κυβέρνησιν, καὶ διὰ Διατάγματος νὰ δημοσιεύῃ ὅλους θέλει νόμους, ἀφοῦ ὑπὸ τὸ προρρηθὲν πνεῦμα σχεδὸν ἐκλείπει ὁ ἔλεγχος τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἐκλείπει ὑπὸ τοιαύτην πίεσιν...
§48Θ. ΠΕΡΡΟΣ. Πίεσιν!
§49Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Γνωριζόμεθα, ὥστε δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ δώσωμεν ἐξηγήσεις περὶ τῶν πιέσεων, τὰς ὁποίας ἡ πλειονοψηφία ἀσκεῖ ἐπὶ τῆς μειονοψηφίας. Τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως ἔχει ὕψιστον καθῆκον νὰ ἐπιτελέσῃ ἐν τῇ Πολιτείᾳ. Κέκληται νὰ διατηρῇ ἀφ’ ἑνὸς καὶ ἀνυψοῖ τὴν θρησκευτικὴν τοῦ λαοῦ συνείδησιν, ἀφ’ ἑτέρου δὲ νὰ διαπλάττῃ καὶ νὰ διαμορφώνῃ τοὺς κατοίκους, ὡς μέλη τῆς κοινωνίας καὶ ὡς πολίτας. Τὸ Ὑπουργεῖον τοῦτο κρατεῖ, οὕτως εἰπεῖν, τὰς τύχας τοῦ μέλλοντος τῆς χώρας. Ἀλλὰ πῶς λειτουργεῖ; Ποία ἡ κατάστασις τοῦ Κλήρου; Τί πράττει οὗτος πρὸς ἐκτέλεσιν τῶν καθηκόντων του; Ποῖον ἀποτέλεσμα παράγεται ὑπὲρ τῆς κοινωνίας ἐκ τῆς ἐκπληρώσεως τῶν καθηκόντων τοῦ Κλήρου; Ἠκούσατε ἐντεῦθεν τὰ διαπραττόμενα ὄργια, πῶς κλέπτεται καὶ διασπαθᾶται ἡ περιουσία τῶν Μονῶν. Τὰ Μοναστήρια, καθ’ ὃν τρόπον λειτουργοῦσιν, ἄνευ τῆς προσηκούσης ἐποπτείας, γίνονται ἑστία τῆς διαφθορᾶς τοῦ Κλήρου, διότι ἕνεκεν ἐλλείψεως ἐπαρκοῦς ἐποπτείας, ἤτοι αὐστηρᾶς ἐποπτείας ἐπὶ τῆς διαχειρίσεως τῆς περιουσίας τῶν Μονῶν, βλέπει τις ἱερεῖς τοῦ Ὑψίστου καὶ δημοσίους ὑπαλλήλους παντὶ τρόπῳ προσπαθοῦντας νὰ συνδεθῶσι πρὸς τὰ Μοναστήρια καὶ μεθέξωσι τῆς πλουσίας τραπέζης, ἣν ταῦτα παραθέτουσι διὰ τοὺς ἐπιτηδείους, καὶ οὕτως αἱ Μοναὶ καθίστανται ἑστίαι διαφθορᾶς, ἑστίαι κατασπιλώσεως τῆς θρησκευτικῆς συνειδήσεως! Ἠγέρθη ποτὲ Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν νὰ εἴπῃ, ὅτι ἡ κατάστασις αὕτη δὲν εἶναι πλέον ἀνεκτή; Προέτεινε ποτέ τι πρὸς βελτίωσιν τῆς θλιβερᾶς αὐτῆς καταστάσεως; Ἠγέρθη ποτὲ Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν νὰ ζητήσῃ τὴν συνδρομὴν καὶ τὰ φῶτα τῆς Βουλῆς πρὸς βελτίωσιν τοῦ Κλήρου; Τὸ καθῆκον τοῦτο οἱ Ὑπουργοὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν τὸ παρεῖδον! Ἀλλὰ μήτοι ἕτερον καθῆκον, τὸ ἀφορῶν τὴν διαμόρφωσιν καὶ διάπλασιν τῶν νέων γενεῶν, μήτοι τοῦτο ἐξεπλήρωσαν ποτέ; Εἶναι εὐτύχημα, ὅτι εὑρέθησαν ἄνδρες, οἱ ὁποῖοι κατώρθωσαν τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ τελευταίου νόμου περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, εἶναι εὐτύχημα, διότι τοιουτοτρόπως ἡ χεὶρ τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, ἡ ἐπὶ τοσαῦτα ἔτη ὀλέθρια φέρουσα ἀποτελέσματα, ἡ χεὶρ αὕτη ἀπεκόπη. Καὶ ἐγένετο μὲν ἤδη προσπάθεια μεγάλη, πῶς καὶ πάλιν αὐτὴ ἡ χείρ, ἡ ἐπάρατος, νὰ εἰσαχθῇ καὶ αὖθις ἐν τῇ διοικήσει τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, ἀλλὰ ἐλπίζω, ὅτι ἡ Βουλή, ἡ ὁποία κατενόησε τοῦ νόμου ἐκείνου τὴν χρησιμότητα, δὲν θὰ ἐπιτρέψῃ νὰ ἐπανέλθωμεν εἰς τὸ πρὸ τοῦ νόμου ἐκείνου καθεστώς. Τί δὲ αὐτὸ τὸ Ὑπουργεῖον δαπανᾷ; Ἔξοδα ὑπηρεσίας, θερμάνσεως κτλ. τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως ἀπὸ 8,600 δραχ. τὸ 1896, πόσον νομίζετε ὅτι ἀναβιβάζονται τὸ 1902; Εἰς 13,420· ἤτοι διπλασιασμὸς περίπου! Δὲν ἠξεύρω ποῖα νέα μέτρα ἐλήφθησαν παρὰ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν διὰ τοὺς ἱεροκήρυκας, ἂν ηὐξήθη ὁ ἀριθμὸς αὐτῶν, ἂν ἡ ἐπιτέλεσις τῶν καθηκόντων αὐτῶν ἐπεβλήθη ἐπιτακτικωτέρα, ἂν ὄντως οἱ ἱεροκήρυκες περιέρχονται καὶ διδάσκουσι τὸν λόγον τοῦ Θεοῦ. Ἐγὼ, ὁ ὁποῖος συμβαίνει πολλάκις τοῦ ἔτους νὰ μεταβαίνω εἰς διάφορα τῆς Ἑλλάδος μέρη, ἐπιμόνως ἐζήτησα νὰ μάθω, ἂν πηγαίνουν εἰς χωρία καὶ κωμοπόλεις οἱ ἱεροκήρυκες, καὶ ἂν κηρύττουν τὸν λόγον τοῦ Θεοῦ, καὶ οὐδαμοῦ ἤκουσα, ὅτι εἶδον ἱεροκήρυκας! Ἴσως οὗτοι ἐντρυφῶσιν εἰς τὰς πόλεις μᾶλλον, ἐκεῖ ὅπου ἴσως οὔτε ἀκούεται ὁ λόγος αὐτῶν, οὔτε χρήσιμος εἶναι· ἀλλ’ εἰς τὰ χωρία, ὅπου ἠδύνατο νὰ ἔχῃ εὐάρεστα ἀποτελέσματα ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ, ὅπου ἠδύνατο νὰ καταστήσῃ τὰς σχέσεις τῶν χωρικῶν ὁμαλωτέρας, χριστιανικωτέρας, οἱ ἱεροκήρυκές εἰσιν ἄγνωστοι. Ὑπάρχουσι μέρη, εἰς τὰ ὁποῖα ἐπιπολάζουσιν ἐπὶ μᾶλλον μερικὰ ἀδικήματα, τὰ ὁποῖα ἔπρεπε νὰ γνωρίζῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, καὶ εἰς τὰ ὁποῖα ὤφειλε νὰ διευθύνῃ τοὺς ἱεροκήρυκας, μὲ τὴν ἐντολὴν νὰ ἀνορθῶσι τὰς συνειδήσεις αὐτῶν καὶ καταλλήλως νὰ ἐπιδιώκωσι τὴν ἐκρίζωσιν τοῦ ἐνστίκτου, τοῦ ὠθοῦντος τοὺς κατοίκους πρὸς τὰ ἀδικήματα ἐκεῖνα. Ἀλλὰ περὶ τούτων οὐ φροντὶς Ἱπποκλείδῃ! Ἐν τούτοις τὸ ποσὸν τῶν ἐξόδων περιοδείας κλπ. τῶν ἱεροκηρύκων ἀπὸ 2,500 δρ. τὸ 1896 ἀνεβιβάσθη εἰς 6,000 τὸ 1902· ἤτοι ἐπὶ πλέον 3,500. Τὸ Ἐθνικὸν Πανεπιστήμιον ηὔξησεν ἐπίσης τὰ ἔξοδα αὐτοῦ, ὡς πρὸς τὸ προσωπικόν, κατὰ 43,380 δραχμὰς διὰ τὸ 1902. Καθ’ ὅλην τὴν Περίοδον ταύτην τῆς Βουλῆς εἰς μάτην προσεδόκων νὰ ἴδω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως νὰ ἀνακοινώσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὴν τοῦ Πανεπιστημίου κατάστασιν, οὐχὶ τὴν οἰκονομικὴν, ἀλλὰ τὴν τῶν ἐπιστημῶν, τὰς προόδους δηλονότι, τὰς ὁποίας ἐπετέλεσαν αἱ ἐπιστῆμαι, τὰ μέτρα τὰ νέα, τὰ ὁποῖα ἐλήφθησαν, ὅπως τὸ Πανεπιστήμιον ἡμῶν καταστῇ ἐφάμιλλον πρὸς τὰ ἄλλα Πανεπιστήμια. Ἀλλὰ καὶ ἐν Βουλγαρίᾳ, ὅτε ἐπεσκέφθην αὐτὴν, καὶ ἐν Ῥουμανίᾳ, ὅπου διέτριψα ἐπ’ ὀλίγον, ἤκουσα οὐχὶ παρὰ ξένων, ἀλλὰ παρ’ Ἑλλήνων, νὰ ἐπαινῶσι τὸ Πανεπιστήμιον τοῦ Βουκουρεστίου καὶ διὰ τὴν Ἰατρικὴν αὐτοῦ Σχολὴν καὶ διὰ τὰς ἄλλας Σχολάς. Συναντᾷ δέ τις ἐν Βουκουρεστίῳ Ἕλληνας ἐκ Μακεδονίας καὶ Θράκης, μεταβαίνοντες ἐκεῖ, ἵνα σπουδάσωσι τὴν Ἰατρικήν· ἐνῷ ἄλλοτε ἔσπευδον εἰς τὰς Ἀθήνας, ἤδη ῥεῦμα σχηματίζεται, καὶ σπεύδουν πρὸς τὸ Βουκουρέστιον. Ἐγνώσθη ἡ τοιαύτη μεταβολὴ ὡς πρὸς τὸ γόητρον τοῦ Ἐθνικοῦ ἡμῶν Πανεπιστημίου; Ἐμελετήθησαν τὰ αἴτια; Ἐσκέφθη ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας νὰ φέρῃ θεραπείαν τῶν αἰτίων, ἕνεκα τῶν ὁποίων ἑλληνικοὶ πληθυσμοὶ ἀπόλλυνται; Ὑπελόγισε κἄν τὴν μεγίστην ἐθνικὴν ζημίαν, ἥτις ἐντεῦθεν προσγίγνεται εἰς τὴν Ἑλλάδα; Διότι βεβαίως μέγα μέρος τῶν ἐκεῖσε μεταβαινόντων, ἵνα σπουδάσωσιν, ἐνῷ φεύγουσιν ἐκ τῆς πατρίδος αὐτῶν Ἕλληνες, ἐπανέρχονται μὲ αἴσθημα ῥουμανικὸν, καὶ ἐκτυλίσσουσι τὴν ῥουμανικὴν σημαίαν, πολεμοῦσι δὲ τὴν ἑλληνικήν! Τὸ Πανεπιστήμιον ἔχει ἀνάγκην ῥιζικωτέρας μεταβολῆς, διὰ νὰ τεθῇ εἰς ἴσην μοῖραν πρὸς ἄλλα Πανεπιστήμια. Τοῦτο εἶναι ζήτημα βεβαίως ἐκλογῆς τῶν καθηγητῶν, ἀλλ’ εἶναι καὶ ζήτημα δαπάνης, καὶ δὲν πιστεύω νὰ ὑπάρξῃ ποτὲ Βουλὴ, ἡ ὁποία ἤθελεν ἐπικρίνει Ὑπουργὸν Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, ἐρχόμενον καὶ παριστῶντα τὴν κατάστασιν τοῦ Ἐθνικοῦ Πανεπιστημίου, καὶ ζητοῦντα πίστωσιν διὰ τὴν ἀνύψωσιν αὐτοῦ. Μετ’ ἐνθουσιασμοῦ ἡ Βουλὴ ἤθελε ψηφίσει πᾶσαν πίστωσιν. Ἀλλ’ ἀφίνουν τὸ Πανεπιστήμιον, γεγηρακὸς ἤδη, νὰ γηράσκῃ ἐπὶ πλέον ὁλονέν! Διότι, πλὴν ὀλιγίστων κλάδων ἐπιστημονικῶν, ὅλοι οἱ ἄλλοι κλάδοι εἶναι κατὰ τριάκοντα ἔτη ὀπίσω ἀπὸ τὸ σημεῖον, ἔνθα εὑρίσκεται σήμερον ἡ ἐπιστήμη. Ἐπικαλοῦμαι περὶ τούτου τὴν σύντονον μέριμναν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, παρακαλῶν αὐτὸν νὰ προσκαλέσῃ καὶ τὸν ἐν Ῥουμανίᾳ πρέσβυν, καὶ τοὺς ἐν Μακεδονίᾳ καὶ Θρᾴκῃ καὶ ἀλλαχοῦ προξένους, νὰ γνωρίσωσιν εἰς αὐτόν, πόσοι κατ’ ἔτος μεταβαίνουσιν εἰς Βουκουρέστιον Ἕλληνες, ἵνα σπουδάσωσι διαφόρους κλάδους τῆς ἐπιστήμης, ὅπως γνωσθῇ, ὁπόση εἶναι ἡ ζημία ἡ ἐθνικὴ, τὴν ὁποίαν ὑφιστάμεθα. Τότε ἐλπίζω, ὅτι ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως θὰ σκεφθῇ καὶ θὰ μελετήσῃ, κατὰ τίνα τρόπον θέλομεν δυνηθῆ νὰ ἀποδώσωμεν εἰς τὸ Πανεπιστήμιον τὴν ἀρχαίαν αὐτοῦ ὑπόληψιν, τὸ πρό τινων ἔτι ἐτῶν γόητρόν του. Ὅτε, Κύριοι, εἶδον σπουδαστὰς Ἕλληνας ἐκ Μακεδονίας καὶ Θρᾴκης ἐν Βουκουρεστίῳ, ὁμιλοῦντας μετὰ περιφρονήσεως περὶ τοῦ Ἑλληνικοῦ Πανεπιστημίου καὶ μετ’ ἐπαίνων περὶ τῆς Ἰατρικῆς Σχολῆς τοῦ Βουκουρεστίου, σᾶς βεβαιῶ, ὅτι ᾐσθάνθην πλῆγμα, ὅπερ οὐδέποτε εἰς τὴν ζωήν μου εἶχον αἰσθανθῆ, ᾐσθάνθην τὴν καρδίαν μου αἱμάσσουσαν! Καὶ ἐν τούτοις δὲν εἶναι ὑπὲρ τὰς δυνάμεις τῆς χώρας ἡμῶν ἡ διόρθωσις τοῦ κακοῦ. Δὲν ὑπάρχουν ἆρά γε παρ’ ἡμῖν ἐπιστήμονες ἄνδρες ἱκανώτατοι, οἱ ὁποῖοι δύνανται νὰ μεταγγίσωσιν ἐκ τῆς Ἑσπερίας τὴν ἐπιστήμην παρ’ ἡμῖν; Τὸ ἐπ’ ἐμοί, πιστεύω ὅτι ὑπάρχουσι πολλοί, μάλιστα καὶ πραγματικαὶ ἰδιοφυΐαι εἴς τινας κλάδους. Ἀλλὰ τὰς ἐγνώρισε ποτὲ ἡ Πολιτεία; Ἔτεινε πρὸς αὐτὰς χεῖρα βοηθείας, ἵνα ταῖς παράσχῃ τὰ μέσα, ὅπως μεταγγίσωσιν ἐκ τῆς Ἑσπερίας τὰς ἐπιτελεσθείσας προόδους τῆς ἐπιστήμης;...
§50ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Δούνη, νὰ διακόψωμεν.
§51Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Μάλιστα.
§52ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις μέχρι τῆς 9½ ὥρας. (Γίνεται διακοπὴ ὥρᾳ 8 μ. μ. Ἐπαναλαμβάνεται δὲ ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 10 μ. μ., προεδρεύοντος τοῦ ἀντιπροέδρου κ. Ν. Λεωνίδα).
§53ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ συνεδρίασις. Ὁ κ. Δούνης θὰ ἐξακολουθήσῃ τὴν ἀγόρευσίν του.
§54Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, ὡς προεῖπον, παρουσιάζει καὶ αὐτὸ δυστυχῶς τὸ αὐτὸ πνεῦμα τῆς σπατάλης, τὸ ὁποῖον καὶ τὰ ἄλλα Ὑπουργεῖα. Δι’ ὃ βλέπομεν καὶ ἐν τούτῳ αὔξησιν ἐν τῇ ἀρχαιολογικῇ ὑπηρεσίᾳ, ἀπὸ 118,900 δραχμὰς τὸ 1896 εἰς 179,060 τὸ 1902, ἤτοι 60,160 ἐπὶ πλέον. Ἐν τῇ ἀρχαιολογικῇ ὑπηρεσίᾳ οὐδεμία ἐπῆλθεν οὐσιώδης μεταβολὴ, ἀγνοῶ δὲ, πῶς ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσως δύναται νὰ δικαιολογήσῃ τὴν αὔξησιν τοῦ κονδυλίου τούτου. Εἰς τὸ προσωπικὸν τῶν Γυμνασίων τοῦ Κράτους παρουσιάζεται ἐπίσης αὔξησις ἀπὸ 603,260 δραχ. τὸ 1896 εἰς 631,500 τὸ 1902, ἤτοι 28,240 δρ. ἐπὶ πλέον. Διὰ συνδρομὰς, ἐπιθεωρήσεις καὶ γραφικὰ, τὰ ἔξοδα ἀπὸ 37,000 δρ. τὸ 1896, ἀναβιβάζονται εἰς 46,500 τὸ 1902, ἤτοι ἐπὶ πλέον δρ. 9,500. Ἡ Γυμναστικὴ, ἡ ὁποία ἀναμφιβόλως κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη ἔλαβεν εὐάρεστόν τινα ὤθησιν, ἡ Γυμναστικὴ παρουσιάζει καὶ αὕτη αὔξησιν, ἀπὸ 33,620 δραχμὰς κατὰ τὸ 1896 εἰς 112,720 τὸ 1902, ἤτοι ἐπὶ πλέον δραχ.79,100. Ἡ ἐπὶ πλέον αὕτη διαφορὰ, ὡς ἐκ τῶν προόδων, αἱ ὁποῖαι ἀναμφιβόλως ἐπετελέσθησαν ἐν τῇ ἐξαπλώσει τῆς Γυμναστικῆς, δικαιολογεῖται τέλεον· Θὰ ἦτο ὅμως εὐχάριστον, ἐὰν ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως εὐηρεστεῖτο νὰ γνωρίσῃ εἰς τὴν Βουλὴν, πῶς ἐφηρμόσθη ὁ τελευταῖος περὶ Γυμναστικῆς νόμος, ποῖα ὑπῆρξαν τ’ ἀποτελέσματα τῆς ἐφαρμογῆς αὐτοῦ, τί δὲ πρέπει νὰ γείνῃ ἐπὶ πλέον, ἵνα ἡ Γυμναστικὴ, εἰ δυνατὸν, διαδοθῇ ἀπὸ ἄκρου εἰς ἄκρον τῆς χώρας, ὅπως οὕτω καταστῇ ἔθιμον, ἕξις παρὰ τῷ λαῷ. Δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ ἀναπτύξω τὰ εὐεργετικὰ ἀποτελέσματα τῆς Γυμναστικῆς· τὰ γνωρίζετε κάλλιον ἐμοῦ ἴσως. Εἰς τὰ Ἑλληνικὰ σχολεῖα παρουσιάζεται μία ἀδικαιολόγητος καὶ ἐκπληκτικὴ αὔξησις. Ἐν ᾧ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1896 διὰ τὸ προσωπικὸν τῶν Ἑλληνικῶν σχολείων ἀνεγράφετο ποσὸν 1,163,784 δραχμῶν, ζητεῖται ἤδη ποσὸν δρ. 1,650,612, ἤτοι ἐπὶ πλέον δρ. 486,828. Ἀνεζήτησα νὰ ἴδω, ποῦ συνεστήθησαν νέα Ἑλληνικὰ σχολεῖα, ποῖαι δὲ κῶμαι τῆς Ἑλλάδος, αἱ ὁποῖαι κατὰ τὸ 1896 καὶ 1897 ἐστεροῦντο Ἑλληνικῶν σχολείων, ἀπέκτησαν ἤδη τοιαῦτα, ἀλλὰ δυστυχῶς ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ δὲν ὑπάρχουσιν αἱ πληροφορίαι, αἱ ὁποῖαι ἠδύναντο νὰ δικαιολογήσουν τὴν κατὰ δρ. 486,828 αὔξησιν τοῦ κονδυλίου τούτου. Παρακαλῶ δὲ τὸν κύριον ἐπὶ τῆς Παιδείας Ὑπουργὸν νὰ διαλευκάνῃ τὸ σημεῖον τοῦτο, διότι ὑποθέτω, ὅτι τὸ ποσὸν αὐτὸ δὲν ἀναγράφεται εἰκῇ καὶ ὡς ἔτυχεν, ὅτι τὸ ποσὸν αὐτὸ στηρίζεται ἐπὶ λόγων σοβαρῶν, καὶ ἐπεθύμουν ν’ ἀνακοινώσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς εἰς τὴν Βουλὴν τὴν αὔξησιν κατ’ ἀριθμὸν τῶν Ἑλληνικῶν σχολείων, τοὺς λόγους, ἕνεκα τῶν ὁποίων ἐκρίθη ἀναγκαία ἡ σύστασις αὐτῶν...
§55Κ. ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Δὲν εἶναι μόνον αὔξησις ἐκ τῶν σχολείων, εἶναι καὶ αὔξησις ἐκ τῆς αὐξήσεως τῶν μισθῶν κατὰ πενταετίαν.
§56Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Ἔκαμα καὶ αὐτὸν τὸν ὑπολογισμόν. Ἀλλὰ ἡ αὔξησις αὕτη εἶναι πολὺ μικρά· δὲν ὑπερβαίνει τὰς δραχμὰς 25,000. Ἐπίσης ἔχομεν, ὡς πρὸς τὸ προσωπικὸν τῶν ἐπιστατῶν καὶ ὑπηρετῶν τῶν Ἑλληνικῶν σχολείων, αὔξησιν, ἀπὸ δρ. 63,180 τὸ 1896, εἰς δραχμὰς 95,940 τὸ 1902, ἤτοι ἐπὶ πλέον δραχ. 32,760. Καὶ διὰ τὸ κονδύλιον τοῦτο εἶναι ἀναγκαία ἡ ἐξήγησις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Ἡ ἐπιθεώρησις τῆς στοιχειώδους ἢ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως ἀπῄτησε, κατὰ τὸν ἀπολογισμὸν τοῦ 1896, δραχμὰς 107,140, ἤδη ἀπαιτοῦνται δραχ. 139,100, ἤτοι 31,960 δραχ. ἐπὶ πλέον. Οἱ ἐπιθεωρηταὶ μένουσιν οἷοι καὶ τὸ 1896, ἡ ἔκτασις τῆς δικιοδοσίας καὶ τῶν καθηκόντων αὐτῶν δὲν μετεβλήθη ποσῶς· πῶς δικαιολογεῖται ἡ αὔξησις κατὰ δρ. 31,960; Ἐπίσης παρατηροῦμεν εἰς τὰ Διδασκαλεῖα καὶ τὰ πρόσωπα μίαν διαφοράν, ἀπὸ 138,260 δραχ. τὸ 1896, εἰς 159,680 τὸ 1902, ἤτοι 21,420 δρ. ἐπὶ πλέον. Τὰ δὲ ὑποδιδασκαλεῖα ἀπὸ 3,930 δρ. τὸ 1896, εἰς 48,320 τὸ 1902, ἤτοι δρ. 44,390 ἐπὶ πλέον. Τὸ κονδύλιον τοῦτο δύναται νὰ κριθῇ ὡς ἠτιολογημένον, διότι ἀναμφιβόλως τὰ ὑποδιδασκαλεῖα, χωρὶς νὰ εἰσέλθω εἰς τὴν ἔρευναν τῆς χρησιμότητος ἢ μὴ αὐτῶν, τὰ ὑποδιδασκαλεῖα ηὔξησαν, κατέστησαν μᾶλλον ἐπαρκῆ διὰ τὰς ἀνάγκας τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως. Οὕτως ἔχομεν ἐπὶ πλέον τὸ 1902 ἀπὸ τὸ 1896 δραχμὰς 925,218, ἤτοι ἑκατομμύριον περίπου. Εἰς ἄλλας κοινοβουλευτικὰς χώρας οἱαδήποτε αὔξησις δαπάνης, καὶ δὴ αὔξησις ἑνὸς ἑκατομμυρίου, θὰ προεκάλει εὐρείας συζητήσεις, θὰ προεκάλει βαθείας ἐρεύνας, θὰ ἐζητοῦντο μετ’ ἐπιμελείας οἱ λόγοι οἱ ἐπιβάλλοντες τὴν αὔξησιν ταύτην· παρ’ ἡμῖν ἡ αὔξησις αὕτη ἐπέρχεται, τὸ χρῆμα δαπανᾶται, καὶ ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργός, στηριζόμενος εἰς τὴν πλειονοψηφίαν, κρίνει περιττὸν νὰ αἰτιολογήσῃ τὴν δαπάνην ταύτην! Ἐκ τοῦ ἀποτελέσματος τῆς συγκρίσεως ταύτης προκύπτει ἀναμφιβόλως, ὅτι, ἐὰν ὑπῆρχε πνεῦμα φειδοῦς, τὸ ποσὸν τοῦτο ἠδύνατο νὰ παραμείνῃ εἰς χεῖρας τῶν παραγωγικῶν τάξεων, ὅπως συντελῇ εἰς τὴν βελτίωσιν τῆς παραγωγῆς, ἢ νὰ διατίθηται, ἑνούμενον πρὸς τὰς αὐξήσεις καὶ τῶν ἄλλων Ὑπουργείων, διὰ τὴν στρατιωτικὴν ὀργάνωσιν τῆς χώρας. Πλὴν, φεῦ! τὸ πνεῦμα τῆς σπατάλης δὲν ἔχει τὸν προορισμὸν τῆς βελτιώσεως τῶν τῆς πατρίδος πραγμάτων, ἀλλ’ ἔχει τὸν προορισμὸν τοῦ ὀλέθρου τῆς χώρας! Ἤδη ἐπιλαμβάνομαι, Κύριοι, τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν. Ἄλλοι, ἐμοῦ ἁρμοδιώτεροι, ὡμίλησαν περὶ τῆς στρατιωτικῆς συντάξεως τῆς χώρας, ἑπομένως ἐγὼ εἰς τοῦτο δὲν θ’ ἀσχοληθῶ. Ὑπάρχει ὅμως καὶ ἐν ἐμοὶ καὶ παρ’ ὅλῳ τῷ Ἑλληνικῷ λαῷ καὶ παρ’ ὅλῳ τῷ Ἑλληνισμῷ ἀπορία τις θλιβερά· εἶναι δὲ ἡ ἑξῆς. Πῶς ἀπὸ τοσούτων ἐτῶν, ἐνῷ δὲν παρέρχεται ἔτος, χωρὶς νὰ γίνεται λόγος, χωρὶς νὰ βεβαιῶται καὶ ἀπὸ στόματος τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν καὶ ἀπὸ στόματος τοῦ Πρωθυπουργοῦ καὶ ἀπὸ στόματος τῆς Α. Μ. τοῦ Βασιλέως, ὅτι ἀνάγκη, καὶ ἀνάγκη ἐπιτακτικὴ ὑπάρχει στρατιωτικῆς ἀναδιοργανώσεως τῆς χώρας, πῶς, λέγω, ἀπὸ τοσούτων ἐτῶν δὲν ἐγένετο οὐδὲ βῆμα πρὸς ἀναδιοργάνωσιν στρατιωτικὴν αὐτῆς; Ἀνέγνωσά που, ὅτι κατὰ τὸ 1868, μετὰ τὸν ἀποκλεισμὸν τῆς Σύρου ὑπὸ τοῦ Χόβαρτ, συνῆλθον οἱ διευθυνταὶ πασῶν τῶν τότε ἑλληνικῶν ἐφημερίδων, καὶ συνέταξαν πρωτόκολλον, διὰ τοῦ ὁποίου ἔλεγον, ὅτι ἀπὸ τῆς στιγμῆς ἐκείνης ὑπὲρ πᾶν ἄλλο καθῆκον ᾐσθάνοντο, ὅτι εἶχον τὸ καθῆκον νὰ καλῶσι τὰς Κυβερνήσεις τῆς χώρας, ἵνα μεριμνῶσι περὶ τῆς στρατιωτικῆς ἀναδιοργανώσεως αὐτῆς, καὶ ὑπέσχοντο ἐν τῷ πρωτοκόλλῳ ἐκείνῳ, ὅτι ὄχι μόνον οὐδεμίαν θὰ παρεῖχον ὑποστήριξιν εἰς τὰς Κυβερνήσεις, αἱ ὁποῖαι δὲν ἤθελον ἀσχοληθῆ εἰς τοῦτο, ἀλλ’ ὅτι θὰ ἐπετίθεντο κατὰ πάσης Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία δὲν ἤθελον ἔχει κύριον καὶ ἀποκλειστικὸν σκοπὸν τὴν ἀνασύνταξιν τὴν στρατιωτικὴν τῆς χώρας. Δυστυχῶς καὶ τὸ πρωτόκολλον ἐκεῖνο ἔμεινεν ἄνευ ἀποτελέσματος. Διότι μετὰ περιεργείας ἠρεύνησα, ἵνα ἴδω, τί μετὰ ταῦτα αἱ ἐφημερίδες, τῶν ὁποίων οἱ διευθυνταὶ εἶχον ὑπογράψει τὸ πρωτόκολλον, εἶχον ἐνεργήσει, καὶ εἶδον, ὅτι εἶχον ἐπανέλθει εἰς τοὺς πρώτους αὑτῶν ἔρωτας, τὴν πολιτικὴν τὴν ἐσωτερικήν, τὸ δὲ πρωτόκολλον ἐντελῶς εἶχε λησμονηθῆ! Ἀλλ’ ἐὰν οἱ διευθυνταὶ τῶν τότε ἐφημερίδων ἐλησμόνησαν τὰς ἰδίας ἑαυτῶν ἐπαγγελίας, νομίζετε ὅτι ἐλησμόνησεν ὁ λαός, νομίζετε ὅτι ἔπαυσεν ὁ λαὸς νὰ ἀναμένῃ ἀπὸ στιγμῆς εἰς στιγμήν, ἀπὸ Κυβερνήσεως εἰς Κυβέρνησιν, ἵνα ἴδῃ τὸν στρατὸν τῆς πατρίδος εἰς τὴν περιωπήν, εἰς τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ εὑρίσκηται; Ἀλλὰ λόγοι μὲν περὶ τῆς ἀνάγκης τῆς στρατιωτικῆς συντάξεως τῆς χώρας πολλοὶ ἐλέχθησαν καὶ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ἔργον δὲ οὐδὲν ἀπολύτως ἐπετελέσθη. Τί ἄρα συμβαίνει; Μήτοι ἔλειψαν παρ’ ἡμῖν οἱ εἰδικοὶ στρατιωτικοὶ ἄνδρες, οἱ μελετῶντες καὶ γνωρίζοντες τοὺς νεωτέρους τῶν στρατῶν ὀργανισμοὺς εἴτε ἐν Γαλλίᾳ, εἴτε ἐν Γερμανίᾳ, εἴτε ἐν Ἰταλίᾳ, εἴτε ἐν Αὐστρίᾳ καὶ ἀλλαχοῦ; Μήτοι ἔλειψε καὶ παρ’ ἡμῖν ἡ διάθεσις καὶ ὁ πόνος, ἵνα ἴδωμεν ὄντως τὴν στρατιωτικὴν ὀργάνωσιν τῆς χώρας βελτιουμένην; Ἐγὼ δὲν δύναμαι νὰ πιστεύσω, ὅτι οἱ ἀπὸ τοῦ 1868 μέχρι σήμερον κυβερνήσαντες τὴν χώραν δὲν εἶχον ἐν ἑαυτοῖς τὸν πόθον νὰ ἴδωσι τὴν στρατιωτικὴν σύνταξιν τῆς χώρας βελτιουμένην. Δὲν δύναμαι νὰ πιστεύσω, ὅτι τόσοι Ὑπουργοὶ τῶν Στρατιωτικῶν, διοικήσαντες τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, δὲν διενοήθησαν, δὲν ἐσκέφθησαν καὶ δὲν εἰργάσθησαν, ὅπως παρασκευάσωσιν ὀργανισμοὺς κρείττονας ἐπὶ τῷ σκοπῷ τούτῳ. Ἀλλὰ πῶς συνέβη, ἵνα πᾶσα ἐργασία γενομένη πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον μείνῃ ἄνευ ἀποτελέσματος; Λέγομεν ἐνίοτε, ὅτι στερούμεθα οἰκονομικῶν μέσων, ἀλλὰ τοῦτο εἶναι πλάνη, καὶ βεβαίως τοῦτο λεγόμενον δὲν ἐκφράζει τὴν ἐνδόμυχον πεποίθησιν περὶ τῆς ἀληθοῦς αἰτίας, ἕνεκα τῆς ὁποίας δὲν τελεῖται ἡ στρατιωτικὴ ὀργάνωσις. Ἐν Προϋπολογισμῷ, ὁ ὁποῖος ἀπὸ 60,000,000 ἔφθασε μέχρις 115 ἑκατομμυρίων εἰς διάστημα μόλις 20 ἐτῶν, ἐν Προϋπολογισμῷ τοιούτῳ, βεβαίως ἠδύναντο νὰ εὑρεθῶσιν αἱ ἀναγκαῖαι δαπάναι διὰ τὴν στρατιωτικὴν ἀνασύνταξιν τῆς χώρας. Καὶ ἂν λάβῃ τις ὑπ’ ὄψιν τὰς ἑκατοντάδας τῶν ἑκατομμυρίων, τὰς ἐκ δανείων, αἱ ὁποῖαι ἐσπαταλήθησαν, καὶ ἐκ τῶν ὁποίων μέρος ἠδύνατο νὰ διατεθῇ ὑπὲρ τοῦ στρατοῦ, ὑποθέτω ὅτι οὐδεμία γεννᾶται ἀμφιβολία, ὅτι ἡ αἰτία ἡ πραγματικὴ δὲν ὑπῆρξεν ἡ ἔλλειψις μέσων οἰκονομικῶν. Τί πράγματι συμβαίνει; Ποῖον τὸ πραγματικὸν αἴτιον; Ἐγὼ ἔχω ὑπονοίας τινάς, ἔχω δὲ λόγους νὰ πιστεύω, ὅτι αἱ ὑπόνοιαι, τὰς ὁποίας ἔχω, εἶναι βάσιμοι, ἀλλὰ βεβαίως δὲν εἶναι ὑπόνοιαι, τὰς ὁποίας δύναταί τις νὰ εἴπῃ ἐν τῷ περιβόλῳ τούτῳ. Καὶ πρὸς ἀπόδειξιν, ὅτι τὰ μέσα πρὸς ἀνασύνταξιν στρατιωτικὴν τῆς χώρας ὑπάρχουσι, πλὴν τῶν τόσων περιττῶν δαπανῶν, τὰς ὁποίας ἀπέδειξα ἐπὶ τῶν ἄλλων Ὑπουργείων, ἔρχομαι ἤδη ν’ ἀποδείξω καὶ ἐπὶ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, διὰ νὰ ἴδητε, ὅτι καὶ ἐνταῦθα ποσὸν ἀρκετὰ σημαντικόν, ἂν μὴ ἐσπαταλᾶτο, ἂν μὴ ἐδίδετο ὡς τροφὴ πρὸς καταχρήσεις, βεβαίως ἠδύνατο νὰ χρησιμεύσῃ πρὸς βελτίωσιν τοῦ στρατοῦ. Καὶ ἀκούσατε, κύριοι Βουλευταί. Κατὰ τὸ 1896 ἡ Σχολὴ τῶν Εὐελπίδων εἶχε μαθητὰς 61, κατὰ τὸ 1902 ἔχει μαθητὰς 50. Ἡ πίστωσις ἡ ζητηθεῖσα διὰ τοὺς 61 μαθητὰς τοῦ 1896, διὰ τροφὴν δηλαδὴ μαθητῶν, ἀνήρχετο εἰς 53,070, τὸ ποσὸν δέ, τὸ ὁποῖον ζητεῖται διὰ 50 μόνον μαθητὰς τὸ 1902, ἀνέρχεται εἰς δρ. 54,000. Ἐὰν λάβητε ὑπ’ ὄψιν τὴν ἐπὶ ἔλαττον διαφορὰν 11 μαθητῶν, καὶ ὑπολογίσητε τὴν ἀνάλογον δαπάνην δι’ ἕκαστον, θέλετε εὕρει, ὅτι ἡ πραγματικὴ διαφορὰ μεταξὺ τῆς δαπάνης τῆς μιᾶς καὶ τῆς ἑτέρας πιστώσεως ἀνέρχεται εἰς 12,140 δραχμάς. Δὲν ἠξεύρω, ποῖοι λόγοι δικαιολογοῦσι τὴν ὑπέρβασιν ταύτην τῆς δαπάνης. Λογικὸν καὶ φυσικὸν ἦτο, ἀφοῦ ἐλάσσονες εἶναι οἱ μαθηταὶ τῆς Σχολῆς τῶν Εὐελπίδων, νὰ ἦναι ἐλάσσονα καὶ τὰ ἔξοδα. Διὰ προμήθειαν προτύπων, γραφικὴν ὕλην, θέρμανσιν, ἀγορὰν διδακτικῶν βιβλίων καὶ τύπωσιν καὶ λιθογράφησιν βιβλίων κατὰ τὸ 1896 ἐζητήθησαν καὶ ἐδαπανήθησαν δραχμαὶ 15,000· ἤδη ζητοῦνται 30,000, ἤτοι 15,000 δραχ. ἐπὶ πλέον, ἐνῷ, ἐλασσόνων ὄντων τῶν μαθητῶν, ἔδει νὰ ᾖ ἐλάσσων καὶ ἡ δαπάνη. Οὕτω κατ’ ἀναλογίαν ἡ πραγματικὴ διαφορὰ εἶναι μείζων τῶν 15,000 δραχμῶν. Δύναταί τις νὰ βεβαιώσῃ, ὅτι ἐπῆλθεν εἰς τὰς ἀνάγκας τῆς γραφικῆς ὕλης καὶ λοιπῶν χρειωδῶν αὔξησις, ὥστε νὰ διπλασιασθῇ σχεδὸν τὸ ποσόν; Ἡ ὑπηρεσία, ὡς ἐλειτούργει τότε, λειτουργεῖ καὶ σήμερον. Εἰς τὴν Σχολὴν τῶν ὑπαξιωματικῶν, διὰ λεύκανσιν λινοστολῶν, θέρμανσιν, βιβλία καὶ γραφικὴν ὕλην 17,620 δραχ. τὸ 1896· ἤδη ζητοῦνται 23,640, ἤτοι 6,020 δρ. ἐπὶ πλέον. Διὰ τὸν ἱματισμὸν τοῦ στρατοῦ, σᾶς παρακαλῶ νὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ εἰσέλθω εἰς μερικὰς λογιστικὰς λεπτομερείας. Ὁ προϋπολογισθεὶς ἱματισμὸς τοῦ 1896 ὑπελογίσθη τότε ἐπὶ τῇ βάσει 26,051 ἀνδρῶν, καὶ τὸ ποσόν, τὸ ὁποῖον ἐζητήθη καὶ ἀνεγράφη, καὶ ὅπερ κατηναλώθη, εἶναι 1,300,000 δραχμαί. Ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1902 ὁ ἱματισμὸς λογίζεται ἐπὶ 21,418 ἀνδρῶν, ἤτοι ἐπὶ ἔλαττον ἔχομεν ἄνδρας 4,633. Τὸ ποσὸν τῶν ἀνδρῶν, διαιρούμενον διὰ τοῦ ποσοῦ τοῦ ἱματισμοῦ, τοῦ προϋπολογισθέντος κατὰ τὸ 1902, ἀναλογεῖ καθ’ ἕκαστον ἄνδρα κατ’ ἔτος πρὸς 103 δραχμάς. Πολλαπλασιάζων τις τοῦτο πρὸς 4,633 ἄνδρας, εὑρίσκει ποσὸν 477,199 δραχμῶν. Ἔπρεπε δηλαδὴ τὸ ποσὸν τῶν 1,300,000 νὰ ἦναι κατὰ 477,199 ἔλασσον. Ἀλλὰ δὲν εἶναι ἔλασσον τὸ ζητούμενον ποσόν· τοὐναντίον ἀνέρχεται εἰς δρ. 2,189,314, ἤτοι διαφορὰ δραχ. 889,314, εἰς τὴν ὁποίαν δέον νὰ προσθέσωμεν καὶ τὴν ἐκ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἀνδρῶν διαφοράν, ἤτοι τὸ ποσὸν τῶν 477,199 δραχμῶν, καὶ οὕτω φθάνομεν εἰς μίαν πραγματικὴν διαφορὰν διὰ τὸν ἱματισμὸν τοῦ στρατοῦ 1,366,513 δραχμῶν. Ἡ διαφορὰ αὕτη εἶναι πραγματική...
§57Φ. ΝΕΓΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ποῦ εὑρίσκετε τὸν ἱματισμόν;
§58Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Σελὶς 333 τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1902. Ἀκολουθήσατε, παρακαλῶ, τὴν σελίδα. Δι’ ἱματισμόν, βλέπετε, ὅτι ἔχετε 1,555,000. Ἐν σελίδι 340, κεφάλ. 26, ἄρθρον 5, ἱματισμός: «διὰ τὴν προμήθειαν καὶ κατασκευὴν τῶν εἰδῶν τοῦ ἱματισμοῦ κλπ. δραχμὰς 300,000». Σημειώσατε, ὅτι ἔλαβον ὑπ’ ὄψιν καὶ διὰ τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1896 τὰ αὐτὰ ἄρθρα, τὰ αὐτὰ κονδύλια, τὰς αὐτὰς ἀνάγκας κλπ. Οὕτως ἀνέρχεται ἡ διαφορὰ εἰς δραχμὰς 1,366,513. Ἀλλ’ ὑπάρχουσι καὶ ἄλλα κονδύλια.
§59Γ. ΚΟΡΠΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Κύριε Δούνη, δὲν εἶναι κατ’ ἔτος τὸ αὐτὸ ποσόν, ἀλλ’ εἶναι ἀνάλογον τῶν ὑπαρχόντων ἐφοδίων ἐν ταῖς ἀποθήκαις. Ὅταν ὑπάρχωσιν ὀλίγα ἐφόδια, ἀναγράφεται πολὺ ποσόν, ὅταν δὲν ὑπάρχωσι διόλου, ἀναγράφεται περισσότερον. Ἐφέτος ἀναγράφεται μεγαλεῖτερον ποσόν, διότι δὲν ὑπάρχουσιν ἐν ταῖς ἀποθήκαις ἐφόδια.
§60Φ. ΝΕΓΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἐκτὸς τούτου ὁ ἱματισμὸς τῆς χωροφυλακῆς κατὰ τὸ 1896 δὲν εἶναι ἀναγεγραμμένος ἰδιαιτέρως, ἀλλὰ περιλαμβάνεται εἰς τὸ ὁλικὸν κονδύλιον τοῦ κεφαλαίου τῆς χωροφυλακῆς.
§61Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Ἔχετε τὸν Ἀπολογισμόν. Ἐγὼ ὁμιλῶ περὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ.
§62Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Τόσον τὸ χειρότερον.
§63Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Ὄχι τόσον τὸ χειρότερον, ἀλλ’ ὅ,τι λέγετε ἀποτελεῖ ἐνίσχυσιν τῶν ἰσχυρισμῶν μου. Παρακαλῶ νὰ κάμητε λεπτομερῆ ἔρευναν τῶν διαφόρων κονδυλίων, τῶν ἀφορώντων τὸν ἱματισμόν, καὶ ταῦτα προσθέτοντες θέλετε ἀσφαλῶς φθάσει εἰς τὸ συμπέρασμά μου. Ὁ ἰσχυρισμὸς τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν ἀποτελεῖ κατὰ τὸ ἐμφανὲς δικαιολογίαν τινά. Πρέπει ὅμως ἡ Βουλή, διὰ νὰ κρίνῃ ἓν τοιοῦτον κονδύλιον καὶ μίαν τοιαύτην διαφοράν, νὰ γνωρίζῃ, πόσος ἦτο ὁ ἱματισμὸς κατὰ τὸ 1896, καὶ πόσος εἶναι σήμερον ἐν ταῖς ἀποθήκαις, πότε ἐπῆλθεν ἡ κατανάλωσις τοῦ ἱματισμοῦ αὐτοῦ, ὥστε ν’ ἀπαιτηθῇ δι’ αὐτὸν ὑπέρβασις δαπάνης κατὰ 1,366,513 δραχμάς.
§64Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Κατὰ τὸ 1896 προϋπελογίσθη δι’ ἱματισμὸν τοῦ στρατοῦ ποσὸν δρ. 1,300,000, ἔπειτα διὰ πιστώσεων εἰδικῶν ἐχορηγήθησαν 420,000 δραχμαί, ὥστε τὸ ὅλον ποσὸν τὸ προϋπολογισθὲν ἀνῆλθεν εἰς 1,720,000, ἐκτὸς τοῦ ἱματισμοῦ τῆς χωροφυλακῆς, ὁ ὁποῖος περιλαμβάνεται εἰς τὸ κονδύλιον τῶν 2,169,288.63, τῶν πληρωθέντων.
§65Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν ἠξεύρομεν, ἂν θὰ παρουσιασθῶσιν ἀναπληρωματικαὶ πιστώσεις κατὰ τὸ 1902. Δὲν δύνασθε νὰ συγκρίνητε Προϋπολογισμὸν πρὸς Ἀπολογισμόν.
§66Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Ἐγὼ συγκρίνω Προϋπολογισμὸν πρὸς Προϋπολογισμόν, καί, ὅπως πολὺ ὀρθῶς παρετήρησεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἄρτης Βουλευτής, ἡ μεταβολὴ ἡ ἐπελθοῦσα ἐν τῷ Ἀπολογισμῷ εἶναι ἀπόρροια ἄλλων περιστάσεων, καὶ ἐπῆλθεν ἡ μεταβολὴ ἕνεκα ἀναπληρωματικῶν πιστώσεων, αἱ ὁποῖαι ἐζητήθησαν. Ἀλλ’ ἐγὼ, ταῦτα λέγων, θέλω νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τοῦ ἀξιοτίμου ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργοῦ, τὸν ὁποῖον γνωρίζω ὡς πράγματι μετὰ πολλῆς ἐπιμελείας ἐργαζόμενον, διὰ νὰ ἐρευνήσῃ, πῶς διατίθενται ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ ταύτῃ τὰ ποσὰ, καὶ ἂν ὄντως δὲν εἰσχωρεῖ καὶ ἐνταῦθα κατάχρησις, ὅπως καὶ εἰς πολλὰ ἄλλα κονδύλια· διότι τέλος πάντων ἡ χώρα αὕτη πρέπει νὰ ἐξέλθῃ ἀπὸ τὰς δυσχερείας τὰς οἰκονομικὰς, εἰς τὰς ὁποίας ἔχει ἤδη ἀπὸ τριακονταετίας ἐμπλακεῖ...
§67Ν. ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Τί ἐννοεῖτε κατάχρησιν;
§68Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Δὲν ἀποδίδω εἰς ὡρισμένα πρόσωπα, ἀλλὰ λέγω, ὅτι γίνεται σπατάλη, καὶ ὅτι δέον νὰ ἐρευνηθῇ τὸ κονδύλιον τοῦτο, πῶς διατίθεται, μήπως τυχὸν εἰσχωροῦσι καταχρήσεις.
§69Ν. ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Πῶς εἶναι δυνατόν;
§70Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Δὲν ἠξεύρω, ἂν εἶναι δυνατὸν ἢ ὄχι,— ὑμεῖς, ὁ ὁποῖος διετελέσατε Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, γνωρίζετε — ἀλλὰ βεβαίως καὶ εἰς ἐμὲ καὶ εἰς τὴν Βουλὴν ἔκαμε κατάπληξιν ἡ αὔξησις αὕτη τῶν ἐξόδων.
§71Κ. ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Κύριε Δούνη, αὐτὰ δὲν τὰ πληρώνει τὸ Κράτος, τὰ πληρώνουν οἱ στρατιῶται αὐτοί.
§72Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Τοὺς στρατιώτας ποῖος τοὺς πληρώνει;
§73Κ. ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Κρατοῦνται ἀπὸ τὴν μισθοδοσίαν αὐτῶν.
§74Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Πρέπει λοιπὸν νὰ κλέπτωμεν τοὺς στρατιώτας;
§75ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Δούνη, μὴ δέχεσθε διακοπάς.
§76Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Ἔχομεν γενικὰ καὶ γραφικὰ ἔξοδα Μοιραρχιῶν κατὰ τὸ 1896 δραχ. 40,800, κατὰ δὲ τὸ 1902 δρ. 104,000. Πόσαι Μοιραρχίαι προσετέθησαν, ἵνα εἰς τὰ ἔξοδα ταῦτα ὑπερδιπλασιασθῇ τὸ ποσόν; Διὰ τὴν ἱπποφορβὴν, κατὰ τὸ 1896 ὑπελογίσθησαν ἐπὶ κτηνῶν 2,597 δραχ. 1,256,363, τὸ δὲ 1902 ἐπὶ κτηνῶν 2,226 δρ. 1,103,678, ἤτοι φαινομενικῶς ἐπὶ ἔλαττον δρ. 152,685, πράγματι ὅμως ἐπὶ πλέον δραχ. 197,259. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν παρακαλεῖται νὰ γνωρίσῃ τῇ Βουλῇ, πῶς συμβαίνει, ὥστε τὰ κτήνη, ὅτε ἦσαν πλείονα, εἶχον ἀνάγκην ἱπποφορβῆς ἐλάσσονος τῆς ἤδη, καὶ νῦν, ὅτε εἶναι ἐλάσσονα, ἔχουσιν ἀνάγκην ἱπποφορβῆς πλείονος; Δύναταί τις μετὰ λόγου νὰ ἰσχυρισθῇ, ὅτι ἡ ἐξ 197,259 περίπου δραχμῶν αὕτη διαφορὰ δὲν ἀποτελεῖ σπατάλην; Κατὰ τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1896, αἱ μερίδες εἰς ἄρτον ὑπελογίσθησαν εἰς 4,477,500 μερίδας ἄρτου, προστιθεμένων δὲ καὶ τῶν εἰς τίμημα, ἀνέρχονται ἐν ὅλῳ εἰς 5,183,980 μερίδας κατὰ τὸ 1896· κατὰ δὲ τὸ 1902 αἱ μερίδες εἰς ἄρτον ἀνέρχονται εἰς 4,255,300, προστιθεμένων δὲ καὶ τῶν εἰς τίμημα μερίδων 1,571,752, τὸ ὅλον ποσὸν τῶν ἀναγραφεισῶν μερίδων ἀνέρχεται εἰς 5,827,052, ἤτοι ἐπὶ πλέον 643,072 μερίδες. Πλὴν δὲν εἶναι μόνη αὕτη ἡ διαφορά· ἐνυπάρχει σημαντικωτέρα· κατὰ πολύ· διότι τὸ ποσὸν τῶν 5,827,052 μερίδων τοῦ 1902 ὑπελογίσθη ἐπὶ τῇ βάσει 21,418 ἀνδρῶν, ἐνῷ τὸ ποσὸν τῶν 4,477,500 μερίδων τοῦ 1896 ὑπελογίσθη ἐπὶ τῇ βάσει 26,051 ἀνδρῶν, ἤτοι, ἐνῷ κατὰ τὸ 1902 ἔχομεν 4,633 ἄνδρας ἐπὶ ἔλαττον, ἔχομεν μερίδας ἄρτου ἐπὶ πλέον 643,072. Ὅθεν, ἐὰν προσθέσωμεν καὶ τὰς μερίδας ἄρτου, αἵτινες ἀναλογοῦσι καὶ διὰ τοὺς 4,633 ἄνδρας, τὸ ὅλον ποσὸν τῶν μερίδων τοῦ ἄρτου, τὸ ἀποτελοῦν τὴν πραγματικὴν διαφορὰν, ἀνέρχεται εἰς 2,324,000, ὧν ἡ ἀξία, κατὰ τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1902, ὑπολογίζεται εἰς 766,920 δραχμὰς, αἵτινες ἀποτελοῦσιν ἀδικαιολόγητον δαπάνην, ἀναμφισβήτητον δηλονότι σπατάλην. Πλὴν ταύτης τῆς διαφορᾶς καὶ ἑτέρα ἐπίσης σημαντικὴ διαφορὰ ἐνυπάρχει. Κατὰ τὸ 1896 δι’ ἑκάστην μερίδα ἄρτου ἀναγράφονται λεπτὰ 22, κατὰ τὸ 1902 ἀναγράφονται λεπτὰ 32, ἤτοι ἐπὶ πλέον 10 λεπτὰ δι’ ἑκάστην μερίδα. Γνωρίζετε, ἡ κατὰ 10 λεπτὰ δι’ ἑκάστην μερίδα τί ποσὸν διαφορᾶς φέρει; Φέρει δραχ. 750,798 καὶ 78 λεπτά. Οὕτω, Κύριοι, ἐκ μόνον τῶν κονδυλίων ἄρτου εἰς μερίδας διὰ τὸν στρατὸν ἔχομεν τὴν ἐκπληκτικὴν διαφορὰν τῶν 1,517,718 δραχμῶν! Δὲν ἠδυνήθην ἐκ πρώτης ὄψεως νὰ πιστεύσω εἰς τὴν τοσαύτην σπατάλην, καὶ ἠρεύνησα ἐπισταμένως, ἔκαμα δὲ ἐπανειλημμένως τοὺς ὑπολογισμούς. Δυστυχῶς ἡ ἐκπληκτικὴ αὕτη διαφορὰ ἀποδεικνύεται ἀναμφισβήτητος. Καὶ ἐρωτῶ ἤδη, πῶς ἐπῆλθεν ἡ κατὰ 10 λεπτὰ αὔξησις ἑκάστης μερίδος ἄρτου; Ἀπὸ τοῦ 1896 ἐπῆλθον διακυμάνσεις εἰς τὴν τιμὴν τοῦ σίτου, ἀλλ’ οὐδεμία μεταβολὴ εἰς τὸν μέσον ὅρον τῆς τιμῆς αὐτοῦ. Διὰ τίνα λοιπὸν λόγον τὸ Κράτος ἐπιβαρύνεται μὲ 10 λεπτὰ κατὰ μερίδα ἄρτου, ἤτοι ἐπιβαρύνεται μὲ ἐπὶ πλέον δαπάνην ὡς ἐκ τῆς διαφορᾶς αὐτῆς δραχμῶν 750,798; Τὰ ἀφορῶντα τὸν ἄρτον κονδύλια περιέχουσι καὶ ἑτέρας ἀνωμαλίας ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1902· μερίδες τινὲς τοῦ ἄρτου εἰς τίμημα ὑπολογίζονται πρὸς 22 λεπτὰ, ἄλλαι δὲ πρὸς 16 λεπτά. Διατὶ αὐτὴ ἡ ἀνισότης; διατὶ αὐτὴ ἡ ἀδικία;
§77Δ. ΚΡΙΤΣΑΣ. Αὐτὰ εἶναι κεκανονισμένα· ὅσοι λαμβάνουν εἰς χρῆμα τὸ ὑπολογίζουν εἰς 22 λεπτά.
§78Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Διὰ τὴν συντήρησιν τοῦ ὁπλισμοῦ, κατὰ τὸ 1896 ἐζητήθησαν δραχμαὶ 250,000, ἤδη ζητοῦνται δραχ. 300,000, ἤτοι ἐπὶ πλέον 50,000. Διὰ κατάλυσιν (κεφάλ. 16, ἄρθρ. 1–4) κατὰ τὸ 1896 δραχ. 478,500, ἤδη διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1902 ζητοῦνται 575,500· ἐπὶ πλέον δραχ. 97,000. Διὰ μετακομίσεις καὶ ὁδοιπορίας, τὸ 1896 δραχ. 240,000, τὸ 1902 δραχ. 310,000· ἐπὶ πλέον 70,000. Διὰ νοσηλείαν, κατὰ μὲν τὸ 1896, ὅτε ὁ στρατὸς ἦτο κατὰ 4,633 ἄνδρας πολυαριθμότερος, ἤρκουν 360,000 δραχμαί, ἤδη, χωρὶς εὐτυχῶς νὰ ὑπάρχῃ καμμία ἔκτακτος βροτολοιγὸς ἐπιδημικὴ νόσος, ζητοῦνται 515,000, ἤτοι ἐπὶ πλέον 155,000. Δι’ ἰδιωτικὰς ὑπηρεσίας, τὸ 1896 ἤρκουν δρ. 40,000, τὸ 1902 ζητοῦνται 46,540, ἤτοι ἐπὶ πλέον δρ. 6,540. Δι’ ἔξοδα γραφείων καὶ καταστημάτων ἤρκουν τὸ 1896 δρ. 99,400· ἤδη, κατὰ τὸ 1902, χωρὶς ν’ αὐξήσουν οὔτε τὰ καταστήματα, οὔτε τὰ γραφεῖα, ζητοῦνται δραχ. 140,000, ἤτοι ἐπὶ πλέον δραχ. 40,600. Ἡ στρατιωτικὴ δικαιοσύνη, δὲν ἠξεύρω διὰ τίνα λόγον, ἐνῷ ἀπῄτει δαπάνην διὰ τὸ 1896 δραχ. 90,000, διὰ τὸ 1902 ἀπαιτεῖ δραχ. 160,000. Σημειώσατε δὲ, ὅτι, ὅσον ποσὸν ἤρκεσε διὰ τὸ 1896, τὸ αὐτὸ ποσὸν ἤρκεσε καὶ διὰ τὸ 1897 καὶ 1898, καίτοι μεγίστη συρροὴ δικῶν συνεκεντρώθη. Σήμερον δὲ ζητεῖται ἀνώτερον ποσὸν κατὰ δρ. 70,000, ἐνῷ τὰ Στρατοδικεῖα ἔμειναν ὡς εἶχον, τοῦ τρίτου Στρατοδικείου καταργηθέντος. Οὕτω, Κύριοι, τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν φέρει τὸ 1902 δαπάνην ἐπὶ πλέον τῆς τοῦ 1896 δρ. 3,109,321, εἰς τὰς ὁποίας ἐὰν προστεθῶσιν αἱ ἐξ ἀναλογίας τῶν μερίδων τοῦ ἄρτου διαφοραὶ ἐξ 1,017,718, τὸ ὅλον ποσὸν τῆς διαφορᾶς ἀνέρχεται εἰς δρ. 4,127,039! Ἐὰν, Κύριοι, ἐπεκράτει πνεῦμα φειδοῦς, ἐν ταῖς δαπάναις, αἱ ὁποῖαι διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν Προϋπολογισμοῦ προορίζονται διὰ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, θ’ ἀνευρίσκοντο, ὡς ἀπέδειξα, τὰ ἀναγκαῖα ἔξοδα διά τε τὰ ἐτήσια γενικὰ γυμνάσια τοῦ στρατοῦ καὶ διὰ βαθμιαίαν ἐναλλαγὴν τοῦ ὁπλισμοῦ. Ἄλλως πάγιόν τι ποσόν, ἐτησίως ὁριζόμενον διὰ τὴν μεταβολὴν τοῦ ὁπλισμοῦ, ἠδύνατο νὰ χρησιμεύσῃ διὰ τοκοχρεωλύσιον δανείου πρὸς ἀγορὰν ὅπλων καὶ πυροβόλων τελειοτέρου συστήματος. Τὸ πνεῦμα ὅμως τῆς σπατάλης, τὸ κρατοῦν, πρόρριζα καταστρέφει πᾶσαν σκέψιν βελτιώσεως τῶν στρατιωτικῶν πραγμάτων τῆς χώρας. Καὶ ἡμεῖς, οἱ ἐκπροσωποῦντες τὸ ἔθνος, οἱ καταδήλους ἔχοντες τὰς αἰτίας, ἐξ ὧν καὶ ἐν μέλλοντι ἀπειλεῖται ὑπὸ νέου ὀνείδους ἡ πατρὶς, ἡμεῖς, οἱ αἰσθανόμενοι ὁποίων κινδύνων τοῦ Ἑλληνικοῦ Γένους πρόξενος γενήσεται τὸ κρατοῦν τῆς σπατάλης σύστημα, δὲν ἐγειρόμεθα ὡς εἷς ἄνθρωπος, ἵνα πατάξωμεν αὐτὸ, ἵνα σώσωμεν τὸν Ἑλληνισμὸν ἀπὸ κινδύνους! Θεία τις ἀρὰ λοιπὸν ἐπὶ τοσοῦτον τυφλώττει ἡμᾶς; ἐπὶ τοσοῦτον ἀναισθήτους καθιστᾷ ἡμᾶς; Τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν δὲν ἔλαβον καιρὸν νὰ ἐρευνήσω ἐν ταῖς λεπτομερείαις. Καὶ ἐν τούτῳ παρουσιάζεται ὑπέρβασις 2,663,531 δραχμῶν, καὶ τὸ ποσὸν τοῦτο, κατ’ ἐμὴν γνώμην, δεῖται ἐρεύνης· οὐχ ἧττον αὔξησίς τις τῶν ἐξόδων δικαιολογεῖται, διότι, τὸ ἐπ’ ἐμοί, ἀποδίδω εἰς τοὺς πλόας, τοὺς ὁποίους ἐξετέλεσαν πολεμικὰ πλοῖα, ἀρκοῦσαν σημασίαν. Εἶναι ἔργον, τὸ ὁποῖον ἤθελον εὐχηθῆ νὰ συνεχίσωσι καὶ οἱ διάδοχοι τοῦ ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν Ὑπουργοῦ, διότι ἐκτὸς τῆς ἀφορμῆς, ἥτις δίδεται πρὸς συμπλήρωσιν τῶν ἀσκήσεων τοῖς τε ἀξιωματικοῖς καὶ ναύταις, ἐνθαρρύνονται καὶ οἱ ἔξω Ἕλληνες. Ἡ Ἑλλὰς, ἡ μικρά, ἡ πανταχόθεν συμπαθείας μὲν ἀτόνους ἔχουσα, ἀντιπαθείας δὲ σφοδρὰς καὶ ἐναργεῖς, ἡ μὴ δυναμένη νὰ ἀντιτάξῃ ἀναλόγους ὑλικὰς δυνάμεις κατὰ τῶν ἐχθρῶν αὐτῆς, ὅπως διέλθῃ τὰς δυσχερεῖς περιστάσεις, ἔχει ἀνάγκην πολλοῦ καὶ μεγάλου ἠθικοῦ θάρρους, ἔχει ἀνάγκην νὰ ἔχῃ πεποίθησιν εἰς ἑαυτὴν, νὰ ἔχῃ ἐμπιστοσύνην ἀπόλυτον εἰς τὸ μέλλον αὐτῆς. Καὶ γνωρίζω ἐν τῷ ἐξωτερικῷ πολλοὺς, οἵτινες ὁμολογουμένως ἐκ τῶν πλοίων ἐκείνων ἠρύσθησαν πολλὴν ἐπὶ τὸ μέλλον τῆς Ἑλλάδος ἐμπιστοσύνην, ὥστε καὶ μόνον τὸ ἠθικὸν τοῦτο κέρδος εἶναι ἄξιον τῆς γενομένης δαπάνης, καὶ διὰ τοῦτο εὐχὴν ὑποβάλλω, ἵνα τὸ σύστημα τοῦτο ἐξακολουθήσῃ, οἱαδήποτε καὶ ἂν ἦναι ἡ δαπάνη, ἥτις βεβαίως δὲν θὰ ἦναι τοιαύτη, ὥστε νὰ βλάψῃ σημαντικῶς τὰ οἰκονομικὰ τῆς χώρας. Αἱ δαπάναι αἱ ἐγκλείουσαι τὸ οἰκονομικὸν βάραθρον εἶναι αἱ τῆς ὑπηρεσίας, ὀλίγαι δὲ δεκάδες χιλιάδων δραχμῶν ὑπὲρ βελτιώσεως καὶ ἀναπτύξεως καὶ μορφώσεως τοῦ ναυτικοῦ σκοπιμώτατα διατίθενται. Καὶ νῦν ἐρωτῶ τὸν ἀξιότιμον ἐκ Κερκύρας Βουλευτὴν καὶ τέως Πρωθυπουργόν, ἀφοῦ ἤδη δι’ ἀριθμῶν, ἐπὶ τῇ βάσει συγκρίσεως Προϋπολογισμοῦ πρὸς Προϋπολογισμὸν, ἀπέδειξα, ὅτι ἡ πολιτικὴ αὐτοῦ στοιχίζει εἰς τὸ Κράτος 13,616,663 δραχ. πλέον τῆς πολιτικῆς τοῦ ἡγέτου τῆς μειονοψηφίας, τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Γόρτυνος Βουλευτοῦ, διατὶ δὲν σπεύδει νὰ ταχθῇ ὑπὸ τὸν κ. Δηλιγιάννην; Βεβαίως δὲν ἐλησμόνησε τὴν δήλωσιν, τὴν ὁποίαν πρό τινων ἡμερῶν ἐποιήσατο πρὸς ἐμὲ καὶ τὴν Βουλὴν, ὅτι, ἂν ἀποδείξω ὅτι ἡ πολιτικὴ αὐτοῦ στοιχίζει εἰς τὸν τόπον 15,000,000 ἐτησίως περιπλέον ἀφ’ ὅ,τι στοιχίζει ἡ πολιτικὴ τοῦ κ. ἐκ Γόρτυνος πολιτευτοῦ, αὐτὸς ἤθελε ταχθῆ ὑπὸ τὸν κύριον Δηλιγιάννην. Τὴν δήλωσιν δὲ ταύτην ἐποιήσατο, καθ’ ὃν χρόνον ὁ ἐξ Ἑρμιονίδος Βουλευτὴς, ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ὁμιλῶν, ἐξετύλισσεν ἐνώπιον ἡμῶν τὴν σημαίαν τῆς προόδου διὰ τῶν ὑπερόγκων καὶ ματαίων δαπανῶν. Τὸν διέκοψα, καὶ εἶπον αὐτῷ, ὅτι ὑπάρχει διαφορὰ ἑκατομμυρίων, καὶ δὴ 15,000,000. Ὁ ἀξιότιμος ἐκ Κερκύρας Βουλευτὴς ἠγέρθη τότε, καὶ ἐν ἀγανακτήσει διατελῶν, εἶπεν εἰς τὴν Βουλὴν, ἀπευθυνόμενος πρὸς ἐμέ: «ἂν ἀποδείξητε, ὅτι ἡ πολιτικὴ ἡμῶν εἶναι δαπανηροτέρα κατὰ 15,000,000, ἐγὼ θέλω ταχθῆ ὑπὸ τὸν ἡγέτην τῆς μειονοψηφίας.» Καὶ δὲν ἀπέδειξα μὲν, ὅτι εἶναι κατὰ 15,000,000, ἀλλ’ ἀπέδειξα, ὅτι εἶναι κατὰ 13,616,663 μόνον (ἱλαρότης). Βεβαίως ἡ διαφορὰ τῶν 1,383,337 ἥκιστα δικαιολογεῖ τὴν μὴ ἐκτέλεσιν τῆς ὑπὸ τοῦ τέως Πρωθυπουργοῦ γενομένης δηλώσεως. Δι’ ὃ προσδοκῶ, ὅτι, ἐν ὀνόματι τῆς πατρίδος, ὑπὲρ τῆς ὁποίας ὑπὸ γενναίων, ὡς διεκήρυξε πλειστάκις, διαπνέεται αἰσθημάτων, δὲν θέλει διστάσει νὰ ταχθῇ ὑπὸ τὸν ἐκ Γόρτυνος σεβαστὸν ἀρχηγὸν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, βέβαιος ὢν, ὅτι οὕτω πράττων θέλει παράσχει πολὺ κρείττονας εἰς τὴν πατρίδα ὑπηρεσίας ἢ ἐὰν ἐξακολουθήσῃ τὸ ὀλέθριον σύστημα τῆς σπατάλης του. Κύριοι, ἐκ τοῦ ποσοῦ τούτου, τὰ μὲν ἔξοδα ὑπηρεσίας καλούμενα, τὰ ἐπὶ πλέον ἀπὸ τὰ ἔξοδα τοῦ 1896, ἀπορροφῶσι 5,716,691 δραχμὰς, τὰ δὲ λόγῳ αὐξήσεως περιττοῦ προσωπικοῦ ἀνέρχονται εἰς δρ. 5,236,441. Παρέστη ὄντως ἀνάγκη αὐξήσεως τοῦ προσωπικοῦ τῶν ὑπηρεσιῶν τοῦ Κράτους; Ποία δὲ ἡ ἀνάγκη ἑκάστου Ὑπουργείου καὶ ἑκάστης ὑπηρεσίας αὐτοῦ; Διότι αὔξησις τοῦ προσωπικοῦ ἐν ταῖς ὑπηρεσίαις τῆς Πολιτείας, γινομένη ἄνευ ἀποδεδειγμένης ἀνάγκης, ἀποτελεῖ σπατάλην, ἀποτελεῖ ἀδίκημα κατὰ τοῦ φορολογουμένου λαοῦ. Θέλουσιν εὐαρεστηθῆ οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ ἑκάστου Ὑπουργείου ν’ ἀποδείξωσι τὴν ἀνάγκην τὴν δικαιολογοῦσαν τὴν αὔξησιν τοῦ ὑπ’ αὐτοὺς προσωπικοῦ; Ποία δὲ ἐπῆλθεν ἀδικαιολόγητος αὔξησις; Ἀκούσατε, Κύριοι! Ἡ κεντρικὴ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν εἶχεν 109 πρόσωπα, καὶ ηὐξήθησαν εἰς 120· ἔχομεν 11 ἐπὶ πλέον. Οἱ οἰκονομικοὶ ἐπιθεωρηταὶ ἀπὸ 10 ἐγένοντο 25· ἔχομεν 15 ἐπὶ πλέον. Τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον ἀπὸ 64 ἔχει 67, τρεῖς ἐπὶ πλέον· εἶναι οἱ λογισταί, περὶ τῶν ὁποίων προχθὲς ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐποιήσατο λόγον. Τὸ προσωπικὸν τῶν ταμείων ἀπὸ 369 ἀνεβιβάσθη εἰς 449, ἤτοι 80 ἐπὶ πλέον ὑπαλλήλους. Αἱ οἰκονομικαὶ ἐφορεῖαι ἀπὸ 243 εἰς 250· ηὐξήθησαν κατὰ ἑπτά. Τὸ προσωπικὸν τῶν δασῶν ἀπὸ 617 ἀνεβιβάσθη εἰς 634, ἤτοι 17 ἐπὶ πλέον. Ὁ γεωμετρικὸς κλάδος ἀπὸ 51 εἶναι 63, τὰς δὲ ὑπηρεσίας αὐτοῦ εἰς τὸ Κράτος καὶ τὴν κοινωνίαν θαυμασίως ἀνέπτυξεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς βουλευτὴς καὶ πρώην Ὑπουργὸς κ. Δραγούμης. Καὶ ἂν ἀπέτυχεν ὁ ἰσχύων νόμος περὶ φόρου ἀμπέλων, κατὰ τὸ πλεῖστον ἀπέτυχεν ἕνεκα αὐτοῦ τοῦ γεωμετρικοῦ κλάδου. Ἔχομεν οὕτως αὔξησιν 145 προσώπων ἐν ταῖς ὑπηρεσίαις τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν. Τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν ἐν τῇ κεντρικῇ ὑπηρεσίᾳ ἀπὸ 19 ἀνεβιβάσθη τὸ προσωπικὸν εἰς 22. Ἡ Πρεσβεία τῆς Κωνσταντινουπόλεως ἀπὸ 38 εἰς 42, ἡ τῶν Παρισίων ἀπὸ 3 εἰς 4, ἡ τοῦ Βερολίνου ἀπὸ 2 εἰς 3, ἡ τῆς Ρώμης ἀπὸ 2 εἰς 3, ἡ τοῦ Πολιτικοῦ Πρακτορείου Σόφιας ἀπὸ 1 εἰς 2, ἡ τοῦ Πολιτικοῦ Πρακτορείου Καΐρου ἀπὸ 1 εἰς 2. Γενικὰ Προξενεῖα ἀπὸ 9 εἰς 12, Προξενεῖα αʹ τάξεως ἀπὸ 9 εἰς 10. Ἔχομεν οὕτω ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐξωτερικῶν 16 ἐπὶ πλέον πρόσωπα. Ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῆς Δικαιοσύνης ἔχομεν. Κεντρικὴ ὑπηρεσία ἕνα ἐπὶ πλέον. Εἰς τὸν Ἄρειον Πάγον 4. Εἰσαγγελεῖς καὶ ἀντεισαγγελεῖς ἐφετῶν 1 ἐπὶ πλέον. Πρόεδροι καὶ πρωτοδίκαι καὶ πάρεδροι 12 ἐπὶ πλέον. Βοηθητικὸν προσωπικὸν 42 ἐπὶ πλέον. Εἰσαγγελεῖς καὶ ἀντεισαγγελεῖς πρωτοδικῶν 8 ἐπὶ πλέον. Προσωπικὸν Εἰρηνοδικείων, ἀπὸ 360 ηὐξήθη εἰς 466, ἤτοι 106 ἐπὶ πλέον. Προσωπικὸν Πταισματοδικείων, ἀπὸ 35 εἰς 62, ἤτοι ἐπὶ πλέον 27. Προσωπικὸν Σωφρονιστικῶν φυλακῶν, ἀπὸ 104 εἰς 111, ἤτοι 7 ἐπὶ πλέον. Ἐξεταστικῶν φυλακῶν τὸ προσωπικὸν ἀπὸ 161 ηὐξήθη εἰς 193, ἤτοι 32 ἐπὶ πλέον. Ἔχομεν ἐν ὅλῳ 240 πρόσωπα ἐπὶ πλέον ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῆς Δικαιοσύνης. Εἰς δὲ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν ἔχομεν αὔξησιν 689 προσώπων ἐπὶ πλέον. Ἤτοι: νομάρχας, συνεπείᾳ τοῦ τελευταίου νόμου, 10 ἐπὶ πλέον, γραμματεῖς Νομαρχίας 3 ἐπὶ πλέον, πρωτοκολλητὰς ἀπὸ 16 εἰς 26, δέκα ἐπὶ πλέον. Διοικητικὴ Ἀστυνομία Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς, ἀπὸ 502 εἰς 535, ἐπὶ πλέον 33· ἀστυφύλακες τοῦ Κράτους, ἀπὸ 1630 εἰς 1760, ἤτοι 130 ἐπὶ πλέον. Γενικὴ Διεύθυνσις τῶν Ταχυδρομείων, ἀπὸ 30 εἰς 52, ἤτοι 22 ἐπὶ πλέον. Προσωπικὸν ταχυδρομείων ἐν γένει, ἀπὸ 992 ὑπαλλήλους 1440, ἤτοι 448 ἐπὶ πλέον. Μισὴ χιλιάδα! Ἠλεκτρικοῦ ἐργοστασίου, ἀπὸ 7 εἰς 12, ἤτοι 5 ἐπὶ πλέον. Δημόσια ἔργα, ἀπὸ 51 ηὐξήθησαν εἰς 59, ἤτοι ὀκτὼ ἐπὶ πλέον. Δημοσίων ἔργων ἐν νομοῖς κλπ. ἀπὸ 264 πρόσωπα ηὐξήθησαν εἰς 279, ἤτοι ἐπὶ πλέον 15. Πολυτεχνεῖον, ἀπὸ 47 ηὐξήθησαν εἰς 49, ἤτοι ἐπὶ πλέον 2. Οὕτως ἔχομεν ἐν ὅλῳ ἐπὶ πλέον ἐν ταῖς ὑπηρεσίαις τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν 689 πρόσωπα, ὅλως περιττὰ σχεδόν. Τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Ἐκπαιδεύσεως ἔχει ἐπὶ πλέον 322 ἄτομα, ἤτοι τὸ Πανεπιστήμιον ἔχει ἐπὶ πλέον 16, ἡ Βιβλιοθήκη ἐπὶ πλέον 1, ἡ Ἀρχαιολογικὴ ὑπηρεσία ἐπὶ πλέον 13, γυμνασιάρχαι καὶ καθηγηταὶ ἐπὶ πλέον 12, ἐπιστάται ἐπὶ πλέον 10, γυμνασταὶ ἐπὶ πλέον 60, σχολάρχαι ἐπὶ πλέον 32, ἑλληνοδιδάσκαλοι ἐπὶ πλέον 76, ἐπιστάται καὶ ὑπηρέται ἑλληνικῶν σχολείων ἐπὶ πλέον 64, ἐπιθεωρηταὶ ἐπὶ πλέον 6, ὑποδιδασκαλείων πρόσωπα ἐπὶ πλέον 21, ἐκπαίδευσις ἀλλοθρήσκων 11, Ἐν ὅλῳ 322 ἄτομα ἐπὶ πλέον. Οὕτως, ἐνῷ κατὰ τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1896 αἱ ὑπηρεσίαι τοῦ Κράτους δὲν εἶχον ἀνάγκην προσωπικοῦ πλείονος τῶν 9,400 ἐν ὅλῳ, διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1902 ἀπαιτοῦνται 10,814, ἤτοι 1414 πρόσωπα ἐπὶ πλέον! Δὲν ἀνέφερα τὴν διαφορὰν τῶν προσώπων ἁπλῶς δι’ ἐπίδειξιν. Κατ’ ἐμὴν γνώμην, κύριοι Βουλευταί, ἡ διαφορὰ τῶν ἀπαιτουμένων προσώπων πρὸς λειτουργίαν ἑνὸς Κράτους δὲν ἔχει μόνον τὴν ἔννοιαν, ὅτι ἀπορρέει, ὡς εἴθισται νὰ λέγωμεν, ἐκ κομματικῆς πιέσεως, καὶ ἐπὶ τὸ εὐπρεπέστερον, ἐκ πολιτικῆς ἀνάγκης, ἀλλ’ ἔχει βαθυτέραν ἔννοιαν. Διότι δὲν δύναμαι νὰ ὑποθέσω, ὅτι ἡ πολιτικὴ ἀνάγκη δύναταί ποτε νὰ ᾖναι τοιαύτη, ὥστε νὰ ἐξωθῇ μίαν Κυβέρνησιν, ἵνα παρεισάγῃ εἰς τὴν ὑπηρεσίαν πρόσωπα παντελῶς περιττὰ, πρόσωπα ἁπλῶς μόνον ἵνα μισθοδοτῶνται· διότι, ἂν ἡ Κυβέρνησις εἰς τὴν ἀσκουμένην πολιτικὴν πίεσιν δὲν ἔχῃ τὸ σθένος ν’ ἀντιτάξῃ τὸ τῆς Πολιτείας συμφέρον, καὶ νὰ καθιστᾷ σεβαστὸν τὸ καθῆκον, δι’ ὃ ἀνέλαβε τῶν κοινῶν τὴν διεύθυνσιν, οὐ μόνον δὲν ἔχει λόγον νὰ παραμένῃ διαχειριζομένη τὰ κοινὰ, ἀλλὰ, συναίσθησιν ἔχουσα τῆς ἐντολῆς της, ὀφείλει νὰ καταλίπῃ τὴν ἐξουσίαν, ἵνα οὕτω περισώζῃ ἀφ’ ἑνὸς τοῦ Κράτους τὰ συμφέροντα, δίδῃ δ’ ἀφ’ ἑτέρου διδάγματα πολιτικῆς ἠθικοποιήσεως τοῖς τε πολιτευομένοις καὶ τῷ λαῷ. Ἔχω δὲ τὴν παρήγορον γνώμην, ὅτι μέχρι τοῦδε οἱ κυβερνήσαντες τὴν Ἑλλάδα πολιτικοὶ ἄνδρες δὲν ἐπελάθοντο τῆς τοιαύτης ἐντολῆς των. Δι’ ὃ πιστεύω μᾶλλον, ὅτι ἡ ἐκπληκτικὴ αὔξησις τοῦ προσωπικοῦ τῆς διοικήσεως ἄνευ ἀποδεδειγμένης ἀνάγκης ἀπορρέει ἐκ τῆς ἀνεπαρκείας τῆς ὑπὸ τὸν κ. Θεοτόκην Κυβερνήσεως. Ὅσῳ μείζων εἶναι ἡ ἱκανότης ἑνὸς διευθύνοντος ὑπηρεσίαν τινὰ, τόσον ἡ ἀνάγκη τοῦ ὑπαλληλικοῦ προσωπικοῦ εἶναι ὀλιγωτέρα· ὁ μὴ ἔχων τὴν ἱκανότητα τοῦ διευθύνειν καὶ μὴ ἐπαρκῶν ἀποδίδει τὴν ἀνεπάρκειαν εἰς τὴν ἔλλειψιν τοῦ προσωπικοῦ, καὶ ἐντεῦθεν αὐξάνει τὸ προσωπικὸν, νομίζων ὅτι ἡ αὔξησις τοῦ προσωπικοῦ δύναται ν’ ἀναπληρώσῃ τὴν ἀνεπάρκειαν. Τὸ ἐπ’ ἐμοὶ, φρονῶ, ὅτι ἔδει νὰ ἐγίνετο ἐμβριθὴς καὶ σοβαρὰ ἔρευνα περὶ τοῦ τίνες ἐκ τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων ἐργάζονται, πῶς ἐργάζονται, καὶ πόσον ἐργάζονται. Τοιαύτης δ’ ἐρεύνης γενομένης, ἠθέλομεν ἔχει ἀρτίας καταστάσεις, σαφεῖς καὶ ὡρισμένας, περὶ τῶν ὑπαλλήλων, οἱ ὁποῖοι ὄντως ἐργάζονται. Τότε δὲ ἤθελεν ἀποδειχθῆ ἡλίου φαεινότερον, ὅτι οὐ μόνον οἱ προστεθέντες 1414 ὑπάλληλοι ἐντελῶς περιττεύουσιν, ἀλλὰ καὶ ἄλλοι ἀκόμη περιττεύουσιν. Ἀλλ’ ἵνα ἀποδειχθῇ τοῦτο, δὲν ἔπρεπε νὰ κατηρτίζοντο, καθ’ ὃν τρόπον κατηρτίσθη ἐσχάτως μία ἔκθεσις περὶ ὑπαλλήλου τινὸς, ὡς εἶδον εἰς τὴν τελευταίαν ἐγκύκλιον τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. Ἐν τῇ ἐγκυκλίῳ ταύτῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἀναφέρει, ὅτι τῷ ὑπεβλήθη ἔκθεσίς τις παρὰ τίνος τμηματάρχου, ἀφορῶσα ἕνα ἐκ τῶν ὑπ’ αὐτὸν ὑπαλήλων, ἣν ἔκθεσιν δὲν συνέταξεν, ὡς ὤφειλεν, ὁ τμηματάρχης, ἀλλ’ ὁ ἴδιος ὑπάλληλος, ὅστις καὶ συνίστα καὶ ἐπῄνει ἑαυτόν! Εἶναι ἄξιος ἐπαίνων ὁ κύριος Ὑπουργὸς, ὅστις διέγνω ἀμέσως τὸν δόλον. Ἀλλ’ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον παρετήρησεν ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἔπρεπε νὰ τὸν ὁδηγήσῃ καὶ εἰς ἄλλο ἀκόμη μέτρον· οὐ μόνον εἰς τὴν ἐπίπληξιν τοῦ ὑπαλλήλου ἐκείνου, τοῦ ἰδίᾳ χειρὶ γράψαντος ὑπὲρ ἑαυτοῦ, ἀλλὰ καὶ εἰς τὴν τιμωρίαν τοῦ τμηματάρχου διά τε τὴν ἀδράνειαν καὶ τὴν ἀπείθειαν. Διότι ἐπὶ τέλους πρέπει οἱ ὑπάλληλοι τοῦ Δημοσίου νὰ ᾖναι εὐπειθέστεροι εἰς τοὺς προϊσταμένους αὐτῶν, νὰ φοβῶνται αὐτοὺς, καὶ πᾶσα διαταγὴ, παρὰ τοῦ προϊσταμένου των διδομένη, πρέπει νὰ ἐκτελῆται, ὡς ἐκτελεῖται διαταγὴ ἀνωτέρου ἀξιωματικοῦ πρὸς κατώτερον. Ὅταν δὲν ὑπάρχῃ τοιαύτη πειθαρχία ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ τοῦ Δημοσίου, εἶναι ἀδύνατον νὰ λειτουργῶσιν οἱ νόμοι, εἶναι ἀδύνατον νὰ ὑπάρξῃ εἰλικρινὴς ὑπηρεσία σκόπιμος, χρήσιμος καὶ διὰ τὴν κοινωνίαν καὶ διὰ τὴν Πολιτείαν. Ποία ἡ ἀνάγκη, ἡ ὁποία παρήγαγε τὴν αὔξησιν τοῦ προσωπικοῦ τοῦ Κράτους κατὰ 1414 ἐπὶ 9400; Ποία ἡ ἀνάγκη τῆς προσθήκης αὐτῶν καὶ τῆς δαπάνης πρὸς μισθοδοσίαν αὐτῶν ἐξ ὅλων ἑκατομμυρίων δραχμῶν; Δὲν ἠδύνατο ἆρά γε τὸ Κράτος νὰ διοικηθῇ μὲ τὸν αὐτὸν ἀριθμὸν τοῦ προσωπικοῦ, ὡς καὶ πρότερον; Δὲν ἠδύνατο ἑπομένως νὰ οἰκονομηθῇ τὸ ποσὸν τῶν 6 ἑκατομμυρίων; Δὲν ἠδύνατο τὸ Κράτος ἐπίσης νὰ διοικηθῇ μὲ τὰ αὐτὰ ἔξοδα τῆς ὑπηρεσίας τοῦ 1896, μὲ τὰ ὁποῖα διῳκεῖτο; Διατὶ νὰ μὴ γένηται οἰκονομία τῶν 14 περίπου ἑκατομμυρίων; Διατὶ τὰ 14 περίπου ταῦτα ἑκατομμύρια νὰ μὴ διατεθῶσι διὰ τὴν στρατιωτικὴν ὀργάνωσιν τῆς χώρας; Ἰδοὺ, ὅτι ἔχομεν ἐπαρκεῖς οἰκονομικὰς δυνάμεις, ἵνα βελτιώσωμεν τὰ τοῦ στρατοῦ, ἀλλὰ δυστυχῶς δὲν ἐπρυτάνευσε πνεῦμα μερίμνης ὑπὲρ τῆς χώρας, πνεῦμα μερίμνης ὑπὲρ τῆς Πολιτείας. Ἐπρυτάνευσεν ἐν τῇ συντάξει τοῦ Προϋπολογισμοῦ αὐτοῦ, ὅπως ἐπρυτάνευσε καθ’ ὅλην τὴν οἰκονομικὴν πολιτικὴν ἀπὸ τοῦ 1883 καὶ ἐντεῦθεν, ἐπρυτάνευσε, λέγω, ἄλλο πνεῦμα, ἐπρυτάνευσε πνεῦμα περιποιήσεως προσώπων, ἱκανοποιήσεως ἀξιώσεων, ἐπρυτάνευσε πνεῦμα στενόν, στενώτατον, πνεῦμα ἐξυπηρετήσεως κομματικῶν συμφερόντων. Ἕκαστος Ὑπουργὸς προσεπάθει νὰ ἱκανοποιήσῃ ὅσον οἷόν τε πλείονας φίλους· ἐλησμόνησαν οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ, ὅτι εἶναι μέλη ἑνὸς ὅλου ὀργανισμοῦ τῆς Πολιτείας, ἐλησμόνησαν, ὅτι πρώτιστον καθῆκον ἔχουσι νὰ μεριμνῶσι περὶ τοῦ Κράτους, καὶ ὅτι ἕκαστος Ὑπουργὸς, διευθύνων τὸν κλάδον αὐτοῦ, ἔπρεπε νὰ ἔχῃ κατὰ νοῦν, πῶς θὰ συντρέξῃ τὸ Κράτος εἰς τὰς πραγματικὰς αὐτοῦ ἀνάγκας, οἷαι εἶναι αἱ τῆς στρατιωτικῆς ὀργανώσεως, οἷαι εἶναι αἱ τῆς ἐξυγιάνσεως τοῦ τόπου, ἡ ἐνίσχυσις τῆς βιομηχανίας καὶ τῆς ναυτιλίας, καὶ πλεῖσται ἄλλαι ἀνάγκαι. Δι’ αὐτὸ βλέπομεν τὸ ἀξιοθρήνητον φαινόμενον τῆς καταπονήσεως τῆς οἰκονομικῆς τῆς χώρας καὶ τῆς ἐκλύσεως τῆς διοικήσεως. Κατὰ τὴν πολιτικὴν τοῦ ἐκ Κερκύρας Βουλευτοῦ, πόσον ποσὸν ἀπαιτεῖται, ἵνα διοικῆται ἡ Ἑλλὰς; 116 ἑκατομμύρια, τὸ ὁποῖον διὰ νέων δηλώσεων καὶ δι’ ἀναπληρωματικῶν πιστώσεων τὶς οἶδε ποῦ δύναται νὰ φθάσῃ! Ἄλλα Κράτη, ἔχοντα τὸν αὐτὸν πληθυσμὸν, οἷον ἡ Ἑλλὰς, καὶ μείζονα ἔτι, μὲ τί ποσὸν διοικοῦνται; Τί δαπανᾷ ἡ Σερβία, ἔχουσα πληθυσμὸν 2,315,158, ἤτοι σχεδὸν ἴσον πρὸς τὸν τῆς Ἑλλάδος, ἐχούσης πληθυσμὸν 2,433,000; Ἡ Σερβία, ἡ ἔχουσα στρατὸν εἰς κρείσσονα κατάστασιν τοῦ ἰδικοῦ μας, ἡ Σερβία, ἡ ὁποία διὰ τὴν γεωργίαν αὑτῆς δαπανᾷ σπουδαῖα ποσὰ, συνεπείᾳ τῶν ὁποίων τὰ μάλιστα ἀνεπτύχθη, τί ποσὸν δαπανᾷ; Δαπανᾷ φρ. 63,355,000, ἔχει δ’ ἔσοδα 63,639,000, καὶ ἔχει πραγματικὸν στρατὸν 22,448 ἄνδρας καὶ 4,846 ἵππους ἐν καιρῷ εἰρήνης. Ἡ Βουλγαρία, ἡ ὁποία ἔχει ἓν περίπου ἑκατομμύριον πλέον τοῦ πληθυσμοῦ τῆς Ἑλλάδος, ἤτοι ἔχει 3,154,375 κατοίκους, καὶ στρατὸν — τὸν ὁποῖον πάντες γνωρίζομεν — ἐν εἰρήνῃ ἀνερχόμενον εἰς 46,031 ἄνδρας, ἔχοντα δὲ ἵππους 7,937, καὶ κατ’ ἀριθμὸν πολὺ ἀνώτερον καὶ κατὰ ποιὸν λόγῳ τῆς ἐνδελεχοῦς ἀσκήσεως καὶ τῆς μορφώσεως πολὺ ἀνώτερον τοῦ ἰδικοῦ μας, τί δαπανᾷ; 83,422,000 φράγκα. Ἡ Ἑλβετία, ἡ ὁποία ἔχει πληθυσμὸν ἐπίσης ἀνώτερον τῆς Ἑλλάδος, ἤτοι 2,917,754, δαπανᾷ 79,559,658, καὶ ἔχει ἔσοδα 87,262,389. Ἡ δὲ Δανία, ἡ ὁποία ἔχει πληθυσμὸν 2,172,380 κατοίκων, δηλαδὴ κατὰ 120,000 περίπου ἐλάσσονα τῆς Ἑλλάδος, τί δαπανᾷ; 64,986,019 κορώννας, ἤτοι φρ. 90,980,025· ἔχει δ’ ἔσοδα 64,986,000 κορώννας. Ποῖον δὲ τὸ γενικὸν ἐμπόριον αὐτῆς; 602,514,224, ἐνῷ τὸ γενικὸν ἐμπόριον τῆς Ἑλλάδος ἀνέρχεται εἰς δραχ. 245,121,731, ἤτοι ἡ Ἑλλὰς εἶναι κατὰ τὰ δύο τρίτα πτωχοτέρα τῆς Δανίας! Εἶναι δὲ γνωστὸν εἰς πάντας, ὅσοι μελετᾶτε ἰδίως τὰ περιοδικὰ τὰ πολιτικά, τὰ ὁποῖα πραγματεύονται περὶ τῆς διοικήσεως τῶν διαφόρων Κρατῶν, ὅτι ἡ Δανία κατέχει λίαν ἐπίζηλον θέσιν μεταξὺ τῶν εὐνομουμένων Πολιτειῶν, καὶ οὐδεμία σύγκρισις δύναται νὰ ὑπάρξῃ μεταξὺ τῆς διοικήσεως ἐν Ἑλλάδι καὶ τῆς διοικήσεως ἐν Δανίᾳ, καὶ ἐν τούτοις ἡ διοίκησις ἐκεῖ, ὅπου ὑπάρχει καὶ ναυτικὸν ἀνώτερον τοῦ ἰδικοῦ μας καὶ στρατὸς ἀνώτερος τοῦ ἰδικοῦ μας, ἀπαιτεῖ μόλις περὶ τὰ 90,980,025, ἀντὶ τῶν 116 ἑκατομμυρίων παρ’ ἡμῖν. Ἡ Ὁλλανδία, ἡ ὁποία ἔχει 4,511,415 κατοίκους, ἔχει ἔξοδα 138,726,000, δηλ. 20 περίπου ἑκατομμύρια ἐπὶ πλέον τῆς Ἑλλάδος, καὶ ἔχει πληθυσμὸν ἓν καὶ ἥμισυ ἑκατομμύριον πλέον τοῦ ἰδικοῦ μας. Τὸ δὲ γενικὸν ἐμπόριον τῆς Ὁλλανδίας ἀνέρχεται εἰς φρ. 2,272,300,000, ἤτοι δεκαπλάσιον τοῦ τῆς Ἑλλάδος. Ἡ Σουηδία, ἡ ὁποία ἔχει πληθυσμὸν περὶ τὰ 5 ἑκατομμύρια κατοίκων, ἔχει ἔξοδα 120 ἑκατομμύρια κορώννας, αἵτινες ἀνέρχονται εἰς 168 ἑκατομμύρια φράγκα περίπου, καὶ στρατὸν λαμπρὸν, γενικὸν δὲ ἐμπόριον τετραπλάσιον τῆς Ἑλλάδος. Ἡ δὲ Ρουμανία, ἡ ὁποία ἔχει πληθυσμὸν 5,376,000, καὶ ἡ ὁποία ἔχει στρατὸν πρώτης τάξεως, ἀπαρτιζόμενον ἀπὸ 38,976 ἄνδρας ἐν καιρῷ εἰρήνης, ἡ Ρουμανία ἔχει ἐν ὅλῳ ἔξοδα 215,153,000. Καὶ ταῦτά εἰσιν ἐλάσσονα τῶν ἐξόδων τῆς Ἑλλάδος, διότι ἡ Ρουμανία ἔχει πληθυσμὸν ὑπερδιπλάσιον τῆς Ἑλλάδος. Οὕτω, Κύριοι, τὸ Κράτος, τὸ ἔχον σχετικῶς τὴν δαπανηροτέραν διοίκησιν ἐν ὅλῃ τῇ Εὐρώπῃ, εἶναι ἡ Ἑλλάς, καὶ ἡ Ἑλλὰς εἶναι ἡ μικρότερα χώρα, καὶ ἡ Ἑλλὰς εἶναι ἡ πτωχοτέρα χώρα καὶ ἡ ἔχουσα τὰς ἐλάσσονας ἀνάγκας, εἶναι δὲ ἴση πρὸς μίαν ἐπαρχίαν μεγάλου τινὸς Κράτους. Οὕτω, Κύριοι, ἀπέδειξα, νομίζω, ὅτι ἡ πολιτικὴ τῆς διασπαθήσεως τῶν δημοσίων προσόδων, ἡ πολιτικὴ ἡ ἀγαγοῦσα τὸ Κράτος εἰς τὴν χρεωκοπίαν, ἡ πολιτικὴ, ἐξ ἧς ἀπέρρευσαν οἱ δυσμενέστατοι ὅροι κατὰ τὸν πόλεμον, καὶ ἰδίᾳ κατὰ τὰς διαπραγματεύσεις περὶ τῆς εἰρήνης, ἡ πολιτικὴ ἐκείνη, μεθ’ ὅλα τὰ ἐπελθόντα ἀτυχήματα, ἐξακολουθεῖ νὰ μαίνηται ἐν τῇ χώρᾳ ταύτῃ! Λέγω δὲ μαίνεται, διότι θεωρῶ ἀληθῆ μανίαν τὴν ἐπιμονὴν τοῦ κόμματος, τὸ ὁποῖον ἀντιπροσωπεύει τὴν πολιτικὴν ταύτην, ἀληθῆ μανίαν, διότι, ἐνῷ βλέπει, ὅτι ἀγόμεθα εἰς νέον βάραθρον οἰκονομικὸν, ἐξακολουθεῖ νὰ ἐπιμένῃ! Εἰς μάτην τῆς Ἀντιπολιτεύσεως αἱ προτροπαὶ, αἱ παρακλήσεις σχεδὸν, ἐν ὀνόματι τῆς διασώσεως τοῦ τόπου· εἰς μάτην αἱ συμβουλαὶ τοῦ Διεθνοῦς Ἐλέγχου, ὑποδείξαντος, ὅτι τὸ Κράτος δύναται μὲ 65 τὸ πολὺ ἑκατομμύρια καλῶς νὰ διοικῆται· εἰς μάτην αἱ κραυγαὶ τοῦ λαοῦ, ὅτι ἔχομεν ἀνάγκην ἐπὶ τέλους νὰ ἀνορθώσωμεν τὴν στρατιωτικὴν ὀργάνωσιν τῆς χώρας, ἵνα μὴ ὑποστῶμεν καὶ αὖθις τοὺς ἐξευτελισμούς, τοὺς ὁποίους ὑπέστημεν κατὰ τὸ 1897· εἰς μάτην αἱ φωναὶ καὶ οἰμωγαὶ τῶν ἀμπελοκτημόνων καὶ κτηματιῶν· εἰς μάτην ὅλων τῶν παραγωγικῶν τάξεων αἱ οἰμωγαί· ἡ πολιτικὴ τῆς σπατάλης ἀνοικτίρμων βύει τὰ ὦτα, καὶ βαίνει πρὸς τὸν ὄλεθρον τῆς χώρας ἀκατάσχετος, καὶ συσσωρεύει καταστροφὴν ἐπὶ καταστροφῆς, καθιστῶσα τὸν βίον τοῦ Ἕλληνος ἀστοῦ καὶ ἀγρότου ἀβίωτον! Καὶ ἀπορεῖ ἡ Βουλὴ, ἀπορεῖ ἡ κοινωνία, ἀπορεῖ ὁ τύπος, ὅτι χιλιάδες κατ’ ἔτος ἀπέρχονται τῆς Ἑλλάδος εἰς ξένας χώρας, καὶ δὲν βλέπουσιν, ὅτι ὁ πραγματικὸς διώκτης τῶν Ἑλλήνων τούτων εἶναι ἡ Πολιτεία, καὶ δὲν βλέπουσιν ὅτι τὸ φορολογικὸν σύστημα, αὐτὸ καθ’ ἑαυτὸ ἄνισον, ἐξαντλητικόν, καταθλιπτικόν, καταθλιπτικώτερον καθίσταται διὰ τῆς κακοδιοικήσεως καὶ τῆς ἐλλείψεως πάσης προστασίας τῶν δικαίων τοῦ πολίτου. Αὕτη εἶναι ἡ σπουδαιοτέρα αἰτία τῶν μεταναστεύσεων. Ὁ πολίτης, βλέπων τοὺς καρποὺς τῶν κόπων καὶ μόχθων αὑτοῦ νὰ περιέρχωνται εἰς χεῖρας ἄλλων, ἀναγκαίως ὑπὸ ἀπογνώσεως καταλαμβάνεται, καὶ δὲν δύναται νὰ ἐξακολουθήσῃ ὑπὸ τὴν κατάθλιψιν ταύτην νὰ κυλίῃ ἐφ’ ὅρου ζωῆς τὸν λίθον τοῦ Σισσύφου. Ἐὰν περιέλθητε τὴν Ἑλλάδα ὁλόκληρον, καὶ ἐξετάσητε τὰς ἀγροτικὰς ἰδίως τάξεις, θέλετε ἰδεῖ μετὰ πόνου ψυχῆς τ’ ἀποτελέσματα τῆς πολιτείας ταύτης, θέλετε ἰδεῖ, ὅτι ἐπὶ 10 οἰκογενειῶν, ἐργαζομένων καὶ καλλιεργουσῶν ἐκτάσεις γαιῶν, μία μόνη κατορθώνει νὰ διατρέφηται καὶ νὰ ἐπαρκῇ εἰς τὰς ἀνάγκας της, αἱ ἄλλαι κυριολεκτικῶς πένονται! Πρέπει νὰ γνωρίζωσιν οἱ ἐκπροσωποῦντες τὴν πολιτικὴν τῆς σπατάλης, ὅτι παρῆλθεν ὁ καιρὸς, καθ’ ὃν τὸ αἴσθημα τοῦ πατριωτισμοῦ ἐδέσποζεν ἐν τῷ ἀνθρώπῳ, ὅτι ὁ ἄνθρωπος ἤρχισε νὰ φιλοσοφῇ καὶ νὰ σκέπτηται, ὅτι δέον νὰ ζῇ ἐν τῷ κόσμῳ τούτῳ δι’ ἑαυτὸν, καὶ οὐχὶ διὰ τοὺς ἄλλους. Καὶ διὰ νὰ ζῇ, προτιμᾷ μὲν τὴν πατρίδα του, ἣν φύσει ἀγαπᾷ, ἀλλ’ ἐφ’ ὅσον καὶ ἡ πατρίς του παρέχει αὐτῷ τὰ μέσα νὰ ζῇ, ἀλλ’ ὅταν βλέπῃ τὴν πατρίδα του, ἀντὶ μητρὸς φιλοστόργου, μητρυιὰν καὶ μαινάδα, ἐγκαταλείπει αὐτήν. Ζητοῦμεν ἐν ὀνόματι τοῦ πατριωτισμοῦ νὰ παύσουν αἱ μεταναστεύσεις χάριν τῆς πατρίδος, καὶ ὅμως οὐδέποτε ἐσκέφθημεν, ὅτι ὀφείλομεν νὰ προσφέρωμεν εἰς τοὺς Ἕλληνας πολίτας τὰ ἀναγκαῖα πρὸς εὕρεσιν πόρων ζωῆς μέσα. Τί λοιπὸν προσδοκᾷ ὁ Ἕλλην ἀγρότης καὶ ποιμνιοτρόφος; Περιῆλθον πλεῖστα τῆς Ἑλλάδος μέρη, καὶ εἶδον, πλὴν ἐλαχίστων ἐξαιρέσεων, ὅτι οἱ Ἕλληνες, οἱ θέλοντες νὰ ζήσωσιν ἐντίμως, δὲν δύνανται, καὶ ἐπὶ εἰκοσαετίαν ἐργαζόμενοι, νὰ βελτιώσωσι μήτε κατὰ κεραίαν τὴν οἰκονομικήν των θέσιν, καίτοι διατρέφονται λιτότατα καὶ ἐνδύονται κάκιστα. Περαίνων, κύριοι Βουλευταὶ, ὀφείλω νὰ παρακαλέσω ὑμᾶς, νὰ συγκεντρώσητε ἐν τῇ ψυχῇ σας ὅσην δύναμιν ἔχετε πατριωτισμοῦ, ὅσην δύναμιν ἔχετε στοργῆς διὰ τὸν Ἑλληνικὸν λαόν. Σεῖς, οἱ ὁποῖοι ἐπιθυμεῖτε, ἡ Ἑλλὰς νὰ μὴ ζῇ ὡς ἐξουθενωμένον Κράτος, σεῖς, οἱ ὁποῖοι ἐπιθυμεῖτε νὰ προφυλάξητε τὴν χώραν ἀπὸ νέας καταστροφὰς, νέαν καταισχύνην καὶ νέους ἐξευτελισμοὺς, καταψηφίσατε τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦτον! ἢ τοὐλάχιστον ἀποφασίσατε ν’ ἀφαιρεθῇ πᾶν ὅ,τι εἶναι ὑπερβολικὸν, ἵνα διατεθῇ τοῦτο διὰ τὰς ἀληθεῖς ἀνάγκας τοῦ Κράτους καὶ τῆς χώρας. Σεῖς πολλάκις χάριν τῶν ἀναγκῶν τῆς ἐπαρχίας σας ἀνήλθετε τὰς κλίμακας τῶν Ὑπουργείων, πολλάκις παρεκαλέσατε τοὺς ἁρμοδίους νὰ διατάξωσι τὴν κατασκευὴν γεφύρας τινὸς, ἢ τὴν χάραξιν βατῆς ὁδοῦ, ἢ ἄλλου ἔργου χρησίμου, μικρὰν ἀπαιτοῦντος δαπάνην, καὶ κατὰ τὸ πλεῖστον ἄρνησιν ἀπηντήσατε, ἣν δικαιολογοῦσι πρὸς ὑμᾶς διὰ τοῦ ἰσχυρισμοῦ, ὅτι τὸ Κράτος δὲν ἔχει χρήματα. Ἀλλ’ ἰδοὺ, σᾶς ἀπέδειξα, ὅτι 14 ἑκατομμύρια περίπου διατίθενται ἄνευ ἀνάγκης — καὶ παρακαλῶ τοὺς κυρίους Ὑπουργοὺς νὰ εἴπωσιν, ἐὰν τοῦτο δὲν εἶναι ἀληθές. — Καὶ ἐνῷ δὲν δύνασθε νὰ ἐκπληρώσητε τὰς μικρὰς ἀνάγκας τῆς ἐπαρχίας σας, καὶ οἱ συμπολῖταί σας παρασύρονται ὑπὸ τῶν χειμάρρων διὰ τὴν μὴ ὕπαρξιν γεφύρας, ἢ ὁδοῦ βατῆς, χορηγεῖτε ἄνευ λόγου 14,000,000 περίπου! Τὸ δὲ ἀποτέλεσμα ποῖον; Τίνες οἱ ὑφιστάμενοι τὰς συνεπείας τῆς τοιαύτης σπατάλης; Ἡμεῖς, καταπονοῦντες τὴν χώραν καὶ συντρίβοντες οὕτω τὸ κῦρος τὸ ἠθικὸν τοῦ Κοινοβουλίου! Διατί; διότι ἀνεξελέγκτως παραδίδομεν τὸ χρῆμα τοῦ λαοῦ, ἄνευ ἀνάγκης σοβαρᾶς, εἰς τὴν σπατάλην! Ἐὰν κήδεσθε τοῦ ἠθικοῦ κύρους τοῦ Κοινοβουλίου, ἐὰν θέλετε ν’ ἀνορθώσητε τὰς δημοσίας ὑπηρεσίας καὶ καταστήσητε αὐτὰς ἠθικωτέρας, δὲν πρέπει νὰ ψηφίζητε οὐδεμίαν δαπάνην, ἐφ’ ὅσον οἱ Ὑπουργοὶ δὲν ἀποδεικνύουσι τὴν σοβαρὰν ἀνάγκην αὐτῆς. Ἐὰν τοιοῦτον σύστημα ἐφηρμόζετο, βεβαίως καὶ ἡ διοίκησις ἤθελεν εἶσθαι κρείττων, καὶ ἡ κατὰ ξηρὰν καὶ θάλασσαν στρατιωτικὴ τῆς χώρας ὀργάνωσις τελειοτέρα, οὐδὲν δὲ νέφος ἀπειλητικὸν ἤθελεν ἐπιφανῆ εἰς τὸν οἰκονομικὸν ὁρίζοντα τοῦ Κράτους, ἐνῷ ἤδη τοσαῦτα εἶναι τὰ ἐπισεσσωρευμένα νέφη, ὥστε δεινὴ προμηνύεται οἰκονομικὴ καταιγίς. Ἀλλὰ ταύτην, κύριοι Βουλευταί, δυνάμεθα νὰ προλάβωμεν, περικόπτοντες πᾶσαν περιττὴν δαπάνην· καὶ δι’ αὐτὸ προέβην εἰς τὴν κατ’ ἄρθρον σύγκρισιν τῶν ἐξόδων τῆς μιᾶς πρὸς τὴν ἑτέραν πολιτικὴν, ἵνα προκαλέσω τὴν ἔρευναν περὶ τοῦ τίνες αἱ περιτταὶ δαπάναι. Δὲν πιστεύω δὲ νὰ ὑπάρχῃ τις, οὐδ’ αὐτὸς ὁ κύριος Σιμόπουλος, ὁ τοῦ Προϋπολογισμοῦ συντάκτης, πεπεισμένος, ὅτι ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1902 δὲν ἐγκλείει περιττὰς δαπάνας. Ταύτας περικόψωμεν! Κατ’ ἐμὴν δὲ πεποίθησιν, δὲν δύνανται νὰ περικοπῶσιν ὡς περιτταὶ πᾶσαι αἱ παρ’ ἐμοῦ ἀναφερθεῖσαι διαφοραὶ μεταξὺ τῶν ἐξόδων τοῦ 1896 καὶ τῶν ἐξόδων τοῦ 1902, διότι εἰς πλείστας τῆς Πολιτείας ὑπηρεσίας ἀνεπτύχθησαν ἀνάγκαι, καθιστῶσαι ἐπιβεβλημένην τὴν αὔξησιν τῶν σχετικῶν δαπανῶν, ἀλλὰ καὶ εἰς πλείστας ὑπηρεσίας ἀνεπτύχθησαν αἱ δαπάναι ἄνευ τινὸς σοβαρᾶς ἀνάγκης. Ἐὰν ταύτας ἀναζητήσωμεν, θέλομεν εὕρει περὶ τὰ δέκα ἑκατομμύρια, ἅτινα ἄνευ τῆς ἐλαχίστης βλάβης δύνανται νὰ περικοπῶσι. Ταῦτα λοιπὸν περικόψωμεν. Ταῦτα δὲ περικόπτοντες, θέλομεν σταματήσει τὸν ὀλέθριον ῥοῦν τῆς πολιτικῆς τῆς σπατάλης, θέλομεν δὲ διασώσει ἀπὸ κατωφέρειαν, ἄγουσαν εἰς καταστροφὴν, τό τε Κράτος καὶ τὸ κόμμα, ὅπερ ἐξ ἀσυγγνώστου πλάνης ἐμμένει εἰς τὴν ὀλεθρίαν ὁδὸν τῆς σπατάλης. Ἔχομεν δὲ, Κύριοι, καθῆκον νὰ σώσωμεν οὐ μόνον τὴν Πολιτείαν, ἀλλὰ καὶ τὸ κόμμα, διότι τὰ κόμματά εἰσιν ὄργανα ἀναγκαῖα πρὸς λειτουργίαν τοῦ Κράτους, ἀναγκαῖα πρὸς ἐπιτέλεσιν τοῦ ἐθνικοῦ προορισμοῦ. Ἓν δὲ κόμμα, οἷον τὸ ἐκπροσωποῦν τὴν πολιτικὴν τῆς σπατάλης, εὐρείας ῥίζας ἔχον ἐν τῇ χώρᾳ, δέον νὰ τὸ προφυλάξωμεν ἀπὸ καταστροφὴν, ἣν ἀναποδράστως θέλει ὑποστῆ, βαῖνον τὴν κατωφέρειαν, εἰς ἣν βαίνει, συμπαρασῦρον δυστυχῶς καὶ τὸ Κράτος. Ἡ δημιουργία κομμάτων σοβαρῶν, ἐπιδρώντων ἐν τῇ χώρᾳ, δὲν εἶναι εὐχερής· ὅταν δὲ τοιαῦτα δημιουργῶνται διά τε τοῦ μακροῦ χρόνου καὶ τῶν πολιτικῶν περιστάσεων, καθῆκον ἔχουσιν οἱ δυνάμενοι νὰ τὰ προφυλάξωσιν ἀπὸ καταστροφήν. Περικόπτοντες τὰς περιττὰς δαπάνας, σώζομεν τὸ Κράτος ἀπὸ καταστροφῆς οἰκονομικῆς, καὶ συγχρόνως ἐξάγομεν τῆς πεπλανημένης ὁδοῦ κόμμα χρήσιμον διὰ τὸ ἔθνος. Συγκεντρώσατε λοιπὸν πᾶσαν τὴν ψυχικὴν δύναμιν ὑμῶν, κύριοι Βουλευταί, καὶ ἐνεργήσατε τὴν ἐγχείρησιν ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ μετὰ τῆς αὐτῆς ἐμμονῆς καὶ ἀταραξίας, μεθ’ ἧς δεξιὸς χειρουργὸς ἐνεργεῖ ὀδυνηροτάτην ἐγχείρησιν τοῦ πάσχοντος, βέβαιος, ὅτι διασώζει τὴν ὕπαρξίν του. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς ἀριστερᾶς καὶ τῶν θεωρείων). (Ἐνταῦθα τὴν ἕδραν τοῦ Προέδρου καταλαμβάνει ὁ ἀντιπρόεδρος κ. Α. Πλατῆς).
§79ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Σκουζὲς ἔχει τὸν λόγον.
§80ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ. Ὅτε ἤκουον, κύριοι Βουλευταί, τὸν ἀξιότιμον κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸν εἰσηγούμενον κατὰ τὸν Ἰανουάριον τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1902, καὶ λέγοντα: «... Οὕτω, ὡς Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὄχι μόνον δὲν ἐξογκώνω τὰ ἔσοδα, ἀλλὰ προϋπολογίζω ταῦτα κατά τι μικρότερα ἢ ὅσον ὑπελόγιζον αὐτὰ ὡς Βουλευτὴς ἀντιπολιτευόμενος», ἐχάρην, καὶ ἐχάρην μεγάλως. Διότι εἶπον κατ’ ἐμαυτόν: ἰδοὺ, ὁ ἐπικρίνων τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1901 ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς, ὡς Ὑπουργὸς, θὰ ἐφαρμόσῃ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐπηγγέλλετο τότε»· καὶ ἠλπίζομεν οὕτω νὰ ἴδωμεν Προϋπολογισμὸν πραγματικὸν, Προϋπολογισμὸν, ὅστις, ἐκτὸς βεβαίως τῶν ἐκ τῶν πραγματικῶν γεγονότων μὴ δυναμένων νὰ προβλεφθῶσι, καὶ τῶν ὡς ἐκ τούτου ἐπερχομένων μεταβολῶν, ἤθελε παρουσιάσει τὸ ἀληθὲς κάτοπτρον τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων τοῦ Κράτους· ὅτε ὅμως τὴν ἑπομένην διενεμήθη εἰς ἡμᾶς τὸ τεῦχος τοῦ Προϋπολογισμοῦ, καὶ ἤρχισα μελετῶν τοὺς ὑπολογισμοὺς τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ἂν μ’ ἐρωτήσητε, ἂν τὴν αὐτὴν ἀπεκόμισα γνώμην, λυποῦμαι, μὴ δυνάμενος νὰ εἴπω τὸ αὐτὸ, ἀλλ’ ἀπ’ ἐναντίας—ὡς νομίζω, ὅτι θέλω ἀποδείξει ὑμῖν δι’ ὀλίγων γενικῶν γραμμῶν—ἐμόρφωσα τὴν πεποίθησιν, ὅτι ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1902 εἶναι ὄχι μόνον ὡς ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1901, τὸν ὁποῖον ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς συνάδελφος τότε ἐπέκρινεν, ἀλλ’ ἴσως καὶ χειρότερος τοῦ 1901. Δὲν θὰ εἰσέλθω εἰς πολλὰς λεπτομερείας, διὰ νὰ μὴ σᾶς κουράσω· θὰ περιορισθῶ μόνον νὰ ἀναφέρω ἐν γενικαῖς γραμμαῖς τὸ πόρισμα τῶν μελετῶν μου, ὅπως προσπαθήσω νὰ πείσω ὑμᾶς, ὅτι ἀληθεῖς εἶναι οἱ ἰσχυρισμοί μου. Ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1902, ὡς εἰσήχθη κατὰ πρώτην φορὰν ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, παρουσίαζεν ἔσοδα 117,169,375, καὶ ἔξοδα 115,029,455· ἀλλ’ εἰς τὸ ποσὸν τῶν ἐσόδων ἐξ 117,169,375 δύο ἑκατομμύρια εἶναι τυπικὴ ἐγγραφὴ, εἶναι λογιστικῶς μόνον ἐγγεγραμμένα, ἕνεκα τοῦ δανείου τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, τὸ ὁποῖον ἀποσβέννυται κατ’ ἔτος. Ἑπομένως αὐτὰ δὲν λαμβάνονται ὑπ’ ὄψιν, καὶ ὑπολείπονται πραγματικὰ ἔσοδα 115,169,375, ἀπέναντι ἐξόδων, ὡς εἶπον, 115,029,455. Ἔκτοτε ὅμως, διὰ δηλώσεών του τῆς 31 Ἰανουαρίου, 2 Φεβρουαρίου καὶ 10 Φεβρουαρίου, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ηὔξησε τὰ μὲν ἔσοδα κατὰ 1,650,000 (ὥστε τὰ ἔσοδα ἀνέρχονται εἰς 116,819,375), τὰ δὲ ἔξοδα κατὰ 1,090,981 (ὥστε τὰ ἔξοδα ἀνέρχονται εἰς 116,120,436)· ἑπομένως τότε ἐφαίνετο περίσσευμα ἐσόδων πρὸς τὰ ἔξοδα δραχ. 698,939. Ἀλλὰ προχθὲς, τὴν 22 Μαρτίου, ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὑπέβαλε δήλωσιν, κατὰ τὴν ὁποίαν αὐξάνει τὰ ἔξοδα κατὰ δρ. 350,630· συνεπῶς τὰ ἔξοδα ἀνέρχονται εἰς δρ. 116,471,066, ὥστε τὸ φαινόμενον περίσσευμα τῶν δραχ. 698,939 περιορίζεται εἰς μόνον 348,309. Σήμερον διενεμήθη ἡμῖν καὶ ἄλλη δήλωσις τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν διὰ δαπάνας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν ἐκ δρ. 10,000, καὶ ἄλλας μικροτέρας, τὰς ὁποίας ἀνήγγειλεν. Ὥστε τὸ φαινόμενον αὐτὸ περίσσευμα μειοῦται· ἂν δὲ ἐπὶ ὀκτὼ ἢ δέκα ἡμέρας ἀκόμη πρὶν ψηφισθῇ ὁ Προϋπολογισμὸς εἰσαχθοῦν καὶ ἄλλαι πιστώσεις, θὰ ἐκλείψῃ καὶ αὐτὸ τὸ φαινόμενον περίσσευμα. Γνωρίζομεν πάντες ἐκ πείρας, τί σημαίνει διὰ τὸν ἀπολογισμὸν Προϋπολογισμὸς, ὁ ὁποῖος φαίνεται ἀφίνων τόσῳ μικρὸν περίσσευμα, διότι ἀτυχῶς αἱ δαπάναι ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον πραγματοποιοῦνται, καὶ ὅταν δὲν αὐξάνωνται δι’ ἀναπληρωματικῶν πιστώσεων, τὰ δὲ ἔσοδα ἀφίνουν μεγάλας ἐκπλήξεις, πότε μεγαλειτέρας καὶ πότε μικροτέρας. Καὶ θὰ μὲ ἐρωτήσητε ἴσως, πῶς νομίζω, ὅτι τὰ ἔσοδα αὐξάνονται, ἢ, καθὼς ἔλεγον πέρυσιν, ὅτε ἐξήταζον τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1901, τὰ μὲν ἔσοδα διαστέλλονται ὑπὲρ τὸ δέον, τὰ δὲ ἔξοδα συστέλλονται ὑπὲρ τὸ δέον; καὶ θὰ μὲ ἐρωτήσητε, πῶς νομίζω, ὅτι ὁ νῦν κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἤλλαξε τρόπον τοῦ σκέπτεσθαι, καὶ ὑπολογίζει ἄλλως παρ’ ὅ,τι ἐσκέπτετο τὸν Δεκέμβριον τοῦ 1900, ἐπικρίνων τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1901; Εἶναι ἡ κοινότης τῶν ἰδεῶν αὐτῶν πρὸς τοὺς προκατόχους των, ὡς ἔλεγεν ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐν τῇ ἀρχῇ τῆς Συνόδου ταύτης πρὸς ἡμᾶς; Ἐγώ, καίπερ φοβούμενος ὅτι θὰ ἐκληφθῶ ὡς θύων πολὺ τῷ Ζολᾷ, θὰ εἴπω, ὅτι δὲν εἶναι ἡ κοινότης τῶν ἰδεῶν, ἀλλ’ ἡ κοινότης τῶν ψήφων, ἡ ὁποία ἐπηρέασε τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὥστε νὰ λησμονήσῃ ὅσα τότε ἐπρέσβευε, καὶ νὰ φέρῃ Προϋπολογισμὸν ταυτόσημον πρὸς ἐκεῖνον, τὸν ὁποῖον ἐπέκρινεν, ἂν μὴ καὶ χείρονα. Εἶναι ἡ αἰσιοδοξία ἡ μεγάλη, ἡ ὁποία τὸν κάμνει νὰ πιστεύῃ, ὅτι τὰ ἔσοδα θὰ ὑπερβοῦν καὶ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ὁ ἴδιος ὑπελόγιζεν, ὅτε ὑπέβαλλε τὸν Προϋπολογισμόν. Καὶ διὰ νὰ μὴ σᾶς κοπιάζω εἰς μάτην, εἰσέρχομαι ἀμέσως εἰς τὰς λεπτομερείας τῶν ἐσόδων, τὰ ὁποῖα ἐγὼ νομίζω, ὅτι ἔχουσι πλημμελῶς, κατὰ τοὺς ὑπολογισμοὺς τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. Ἐν πρώτοις ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτε εἰσῆγε τὸν Προϋπολογισμὸν, ὑπελόγιζε τὸ ἔσοδον ἐκ τοῦ τελωνιακοῦ δασμοῦ εἰσαγωγῆς εἰς 32,800,000, διὰ τῆς δηλώσεώς του δὲ τῆς 31 Ἰανουαρίου ἐ. ἔ. ἐνόμισεν, ὅτι ἐδικαιοῦτο νὰ ὑπολογίσῃ τὸ ἔσοδον αὐτὸ κατὰ 700,000 ἀνώτερον, δηλ. εἰς 33,500,000. Καὶ ἴσως ὡς δικαιολογίαν ἠδύνατο νὰ ἰσχυρισθῇ τις, ὅτι, ἐπειδὴ οἱ μῆνες Ἰανουάριος καὶ Φεβρουάριος ἔδειξαν ὑπέρβασιν τῶν ἐσόδων, συγκρινόμενοι πρὸς τὸ παρελθὸν ἔτος, ἠδύνατό τις, λέγω, νὰ ἰσχυρισθῇ, ὅτι πιθανὸν εἶναι τὸ ἔσοδον τὸ προβλεπόμενον νὰ φθάσῃ τὰ 33,500,000. Ἀλλ’ ὅπως λάβῃ τις ὑπ’ ὄψιν τὰς εἰσπράξεις τῶν τελωνείων τῶν 10 ἢ 11 τελευταίων ἐτῶν, κατήρτισα πίνακα, δεικνύοντα τὰς εἰσπράξεις ἀπὸ τοῦ 1890 ἕως τοῦ 1901. Κατὰ τὸν πίνακα αὐτὸν, ὁσάκις ἐπῆλθεν αὔξησις τοῦ ἐσόδου πρὸς τὰ προϋπολογιζόμενα, ἢ πρὸς τὰ πράγματι εἰσπραττόμενα, κατὰ περίεργον σύμπτωσιν πάντοτε ἐπηκολούθησε τὸ ἑπόμενον καὶ τὸ μεθεπόμενον ἔτος μείωσις. Ἵνα δὲ μὴ ἐκληφθῶ ὡς ὑπερβολικὰ ὑπολογίζων, θὰ σᾶς ἀναγνώσω τὸν πίνακα ἐν συντόμῳ:
| Προϋπολογισθέντα | Εἰσπραχθέντα | ||
| Τὸ 1890 | δραχ. | 22,871.916 | 22,277,465 |
| » 1891 | » | 22,566,506 | 23,800,910 |
| » 1892 | » | 23,328,900 | 25,641,108 |
| » 1893 | » | 29,487,000 | 22,335,537 |
| » 1894 | » | 18,000,000 | 26,705,866 |
| » 1895 | » | 24,000,000 | 25,660,010 |
| » 1896 | » | 26,000,000 | 27,494,960 |
| » 1897 | » | 26,500,000 | 26,585,412 |
| » 1898 | » | 25,000,000 | 34,454,302 |
| » 1899 | » | 31,000,000 | 32,839,874 |
| » 1900 | » | 32,500,000 | 30,669,222 |
| » 1901 | » | 31,000,000 | 33,931,089 |
Ὥστε βλέπετε, ἅμα ὡς ἡ εἴσπραξις τῶν τελωνείων ὑπερβῇ μίαν κανονικὴν αὔξησιν, τὴν ἐκ τῆς αὐξήσεως τῶν συναλλαγῶν, ἅμα, λέγω, ὡς ἡ αὔξησις ὑπερβῇ ὡρισμένον μέτρον, ἔχομεν τὴν ἀντίδρασιν, καὶ ἐν τῷ ἑπομένῳ ἔτει πληρώνομεν ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα εἰσεπράξαμεν ἐπὶ πλέον.
§81ΑΛΕΞ. Θ. ΖΑΙΜΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν τὸ βλέπω αὐτὸ εἰς τὸν πίνακα, τὸν ὁποῖον ἀνεγνώσατε. Εἴπατε, ὅτι κατὰ τὸ 1897 εἴχομεν 26,000,000, καὶ τὸ 1898 ἦσαν 34,000,000, ἀλλὰ τὸ 1899 ἔχομεν 32,000,000· ἄρα ἔχομεν 6,000,000 πλείονα τῶν τοῦ 1897.
§82ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ. Θὰ ἦτο λυπηρόν, ἂν αἱ εἰσπράξεις ἐξέπιπτον καὶ ἀπὸ τὸ προηγούμενον τοῦ ἀμέσως προηγουμένου ἔτους. Ἐγὼ προβαίνω ἐν συγκρίσει πρὸς τὰ προηγούμενα ἔτη, δηλ. λέγω, ὅτι ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν προϋπελόγιζε 32,800,000, καὶ κατόπιν ἐβεβαίωσεν, ὅτι θὰ εἰσπράξωμεν 33,500,000, οὕτως ὥστε νὰ μείνωσι κατὰ 400,000 ἔλαττον τοῦ ὅ,τι εἰσεπράξαμεν τὸ 1901. Νομίζω, ὅτι ὑπελόγισεν ἐπὶ πιθανοτήτων, δυνατῶν ἴσως νὰ συμβῶσιν, ἀλλ’ οὐχὶ λίαν πιθανῶν, κατὰ τὰ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα μᾶς δεικνύουσιν αἱ εἰσπράξεις τῶν δύο τελευταίων ἐτῶν. Καὶ λέγω τοῦτο, διότι, ἐνῷ τὸ 1899 εἴχομεν δραχ. 32,839,874, τὸ 1900 εἴχομεν μόνον δρ. 30,669,222· ἀνῆλθε δὲ ἡ εἴσπραξις τοῦ 1901, ἐν συγκρίσει πρὸς τὸ 1900, κατὰ 3,000,000, διότι τὸ 1901 ἐπουλώθησαν τὰ ἀτυχήματα, τὰ ὁποῖα εἴχομεν ἐκ τοῦ περονοσπόρου. Ἀλλὰ λησμονεῖτε, ὅτι τρεῖς μῆνες εἶναι τὸ τέταρτον τοῦ ἐνιαυτοῦ, καὶ λησμονεῖτε, ὅτι ἀρκεῖ ἓν ἁπλοῦν γεγονὸς, ὁ περονόσπορος π.χ., τοῦ ὁποίου ἡ ἐμφάνισις ἐν Ἠλείᾳ ἀνηγγέλθη διὰ τῶν ἐφημερίδων, ἢ ὁ προχθὲς ἐπελθὼν παγετὸς, ἀρκεῖ ἵνα βλάψῃ τὸ εἰσόδημα τῶν ἀμπέλων; Λέγω λοιπὸν, ὅτι, ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν περιωρίζετο εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τῶν 32,800,000, ἄφινε δηλαδὴ περιθώριον, οὕτως εἰπεῖν, πρὸς τὰς εἰσπράξεις τοῦ 1901, ἠδύνατο νὰ ἦναι πλησιέστερος πρὸς τὴν πιθανότητα καὶ τὴν ἀκρίβειαν τῶν ὑπολογισμῶν...
§83Φ. ΝΕΓΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Μὲ συγχωρεῖτε; Τὰ ἀποτελέσματα μέχρι τῆς 20 Μαρτίου ἦσαν κατὰ 566,000 δραχμὰς ἀνώτερα τῶν τοῦ 1901. Ἀφήσαμεν, ὡς γνωρίζετε, ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, προϋπολογίσαντες 33,500,000, ἀφήσαμεν 500,000 ἔλαττον. Ἤδη λοιπὸν ἔχομεν ὄχι μόνον τὸ ἥμισυ ἑκατομμύριον πρὸς ὠφέλειαν τοῦ 1902, ἀλλὰ καὶ τὰς 566,000· ὥστε ἤδη ἔχομεν πρὸς ὠφέλειαν 1,066,000 δραχμῶν ἄνω τῶν προϋπολογισθέντων.
§84ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ. Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν λησμονεῖ, ὅτι σήμερον εἶναι 27 Μαρτίου, ὅτε δὲ ὑπέβαλλε τὸν Προϋπολογισμόν του εὑρίσκετο εἰς τὴν 28 Ἰανουαρίου, καὶ δὲν πιστεύω νὰ εἶχε δύναμιν μαντικὴν, ὥστε νὰ ὑπολογίζῃ, ὅτι κατὰ τὸν Φεβρουάριον καὶ Μάρτιον θὰ εἴχομεν αὐτὰς τὰς εἰσπράξεις. Λέγω λοιπὸν, ὅτι, ἐὰν ἤθελε νὰ ἦναι συνεπὴς πρὸς τοὺς ὑπολογισμούς του, δὲν ἔπρεπε νὰ περιλάβῃ τοσοῦτον ποσόν. Ἐγὼ βεβαίως εὔχομαι νὰ διαψευσθῶ εἰς τοὺς ὑπολογισμούς μου, οὐδὲ δύναται νὰ ὑπάρχῃ τις ἐπιθυμῶν νὰ μὴ ἀνέλθωσιν ὅσον τὸ δυνατὸν περισσότερον αἱ εἰσπράξεις τῆς χώρας, ἀλλὰ περὶ τούτου οὐδεμία δύναται νὰ ὑπάρχῃ βεβαιότης. Καὶ ἐπειδὴ, κ. Ὑπουργὲ, ἀντεκρούσατε τὴν γνώμην μου, θὰ σᾶς ἀναφέρω γνώμην, πρὸ τῆς ὁποίας, ἂν ὄχι ἐκείνη ἡ πτέρυξ (δεικνύει τὴν δεξιὰν), ἀλλὰ σεῖς βεβαίως θὰ ὑποταχθῆτε. Ἰδοὺ τί ἐλέγετε: «Δὲν ηὔξησα ὅμως τὸ ἔσοδον τοῦτο περισσότερον, διότι δὲν νομίζω, ὅτι ἐπιτρέπεται νὰ στηρίξῃ τις πολιτικὴν καὶ προϋπολογισμὸν δαπανῶν ἐπὶ ἐσόδων μὴ κανονικῶν». Ταῦτα ἐλέγετε περὶ τῶν ἐσόδων ἐκ τοῦ ἐλέου τῆς Ἑπτανήσου, ὅτε εἰσηγεῖσθε τὸν Προϋπολογισμόν. Μήπως δὲ τὸ ἴδιον πνεῦμα δὲν διήκει εἰς ὁλόκληρον τὴν ἀγόρευσίν σας ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, παρ’ ὅ,τι τὸν ὑπελογίσατε ἀπὸ τῆς θέσεως ἐκείνης; Ἀλλ’ ἤλθετε ὕστερον διὰ τῶν δηλώσεών σας καὶ ηὐξήσατε τὰ ἔσοδα ταῦτα κατὰ 700,000 δραχμάς. Αὐτὰ ὡς πρὸς τὰ τελωνιακά. Ἀλλ’ ἔχομεν καὶ ἕτερον ἔσοδον, εἰς τὸ ὁποῖον ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν μοὶ φαίνεται, ὅτι ἔτι πλέον ἐλησμόνησε τὰς ἕξεις του καὶ τὰς σκέψεις του. Ἔχομεν τὸ ἔλαιον τῆς Ἑπτανήσου, τὸ ὁποῖον ἐν μὲν τῷ ὑποβληθέντι τεύχει τοῦ Προϋπολογισμοῦ ὑπελόγισεν εἰς 1,100,000, διὰ τῆς δηλώσεώς του δὲ τῆς 31 Ἰανουαρίου ἀνεβίβασεν, εἰς πόσον ἐπὶ πλέον νομίζετε; κατὰ 500,000 ὅλας δραχμάς· καὶ τὸ ἀνεβίβασεν εἰς 1,600,000. Εἶχον τὴν περιέργειαν νὰ ἐξετάσω ἐπίσης ἀπὸ τοῦ 1890, ὁλόκληρον δεκαετίαν, τὰς εἰσπράξεις, ἵνα ἴδω, ἐὰν αἱ σκέψεις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ βασίζονται ἐπὶ πιθανοτήτων. Ἀτυχῶς αἱ εἰσπράξεις τῶν προϊόντων τῆς Ἑπτανήσου ἀπὸ μὲν τοῦ 1890 μέχρι τοῦ 1897 ἀνεγράφοντο συλλήβδην ὡς «προϊόντα τῆς Ἑπτανήσου»· μόνον ἀπὸ τοῦ 1898 ἀναγράφονται χωριστά, δηλ. τὸ ἔλαιον, ἡ σταφὶς κλπ. Περιορίζομαι λοιπὸν εἰς τὸ ἔσοδον τοῦτο, τὸ ἐκ τοῦ ἐλαίου τῆς Ἑπτανήσου. Καὶ τὰ μὲν προηγούμενα ἔτη αἱ εἰσπράξεις τῶν προϊόντων τῆς Ἑπτανήσου, ἐν ὅλῳ δηλαδὴ τὸ ἔλαιον, ἡ σταφὶς καὶ ἄλλα, ἀνῆλθον τὸ μὲν 1890 εἰς δρ. 1,729,087, τὸ 1891 εἰς 3,835,948, τὸ 1892 εἰς 1,929,514, τὸ 1893 εἰς 2,124,282, τὸ 1894 εἰς 1,671,308, τὸ 1895 εἰς 1,394,265, τὸ 1896 εἰς 1,522,159, τὸ 1897 εἰς 1,991,390. Εἰς πίνακα δημοσιευθέντα ἔν τινι Προϋπολογισμῷ,—νομίζω ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου τότε Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν—φέρεται, ὅτι τὸ ἔλαιον τῆς Ἑπτανήσου διὰ τὸ ἔτος 1896 ἀνῆλθεν εἰς δρ. 794,292· περὶ τοῦ ἔτους 1897 δὲν ἠδυνήθην νὰ εὕρω διὰ τὸ ἔλαιον χωριστά. Ἐρχόμεθα ὅμως εἰς τὸ 1898, ὅπου ἀναγράφεται χωριστὰ τὸ ἔσοδον ἐξ ἐλαίου. Εἰσεπράχθη λοιπὸν τὸ 1898 ποσὸν δρ. 1,098,697, τὸ 1899 δρ. 545,203, τὸ 1900 δρ. 684,817, τὸ 1901 δρ. 998,014. Διὰ τὸ 1902 εἶπον, ὅτι προϋπελόγιζεν ὁ κ. Ὑπουργὸς 1,100,000, καὶ μὲ τὴν δήλωσιν τῶν 500,000 ἀναβιβάζει αὐτὸ εἰς 1,600,000. Τὸ ποσὸν τοῦτο μοὶ φαίνεται ὑπερβολικόν...
§85Φ. ΝΕΓΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Θὰ μεταβάλητε βεβαίως γνώμην, ὅταν λάβητε ὑπ’ ὄψιν, ὅτι μόνον κατὰ τὰς εἴκοσιν ἡμέρας τοῦ μηνὸς Μαρτίου τὰ ἔσοδα ἐξ αὐτοῦ ὑπερέβησαν τὰ ἔσοδα τῶν ἀντιστοίχων ἡμερῶν τοῦ παρελθόντος κατὰ 100,000 δραχμάς. Ἐὰν λοιπὸν εἴχομεν 170,000 εἰς τὴν σημείωσιν, τὴν ὁποίαν νομίζω ὅτι σᾶς ἔδωσα, δύνασθε νὰ προσθέσητε ἄλλας 100,000 διὰ τὰς τελευταίας εἴκοσιν ἡμέρας.
§86ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ. Μοὶ φαίνεται, ὅτι ἀπατᾶσθε, κ. Ὑπουργέ. Θὰ ἔλθω ὅμως καὶ εἰς αὐτό... Ἀλλ’ ἐγὼ, ἔχων πάντοτε σύμβουλον τὸν καὶ τότε συνάδελφον ἐξ Ἀττικῆς, τοῦ ὁποίου τὴν ἐπιμέλειαν τιμῶ μεγάλως, ἀναγινώσκω: «Ἐπὶ τοῦ ἐλαίου τῆς Ἑπτανήσου, ἐνῷ κατὰ τὰ προηγούμενα ἔτη οὐδέποτε εἰσεπράχθη, καὶ κατὰ τὰ εὐφορώτερα, ποσὸν ἄνω τῶν 1,100,000 δραχμῶν, ἤδη προϋπολογίζει ὁ κ. Ὑπουργὸς διὰ τὸ 1901 τὸ ὑπέρογκον ποσὸν τῶν δραχ. 1,738,800. Τοῦτο δὲν δύναμαι νὰ παραδεχθῶ». Ταῦτα ἐλέγετε ὑμεῖς...
§87Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Ἀπέναντι ἐσόδων πραγματοποιουμένων δὲν δύναμαι νὰ μὴ στηριχθῶ.
§88ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι ἐπὶ τῶν ὑπολογισμῶν σας ἠδυνάμην νὰ στηριχθῶ. Ἐὰν μὲ διαψεύδητε ὑμεῖς!...
§89Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Τὰ πράγματα σᾶς διαψεύδουσιν.
§90ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς λέγει, ὅτι αἱ εἰσπράξεις τῶν δύο τελευταίων μηνῶν ὑπερέβησαν τὰς τοῦ παρελθόντος, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι σφάλλεται εἰς τοῦτο. Αἱ εἰσπράξεις τοῦ ἐλαίου ἐν Ἑπτανήσῳ δὲν εἶναι ὡς αἱ τῆς λοιπῆς Ἑλλάδος· ἐν Ἑπτανήσῳ ἀρχίζουσιν ἀπὸ 1 Ἰανουαρίου καὶ τελειώνουσι τὴν 31 Δεκεμβρίου, ἐνῷ ἐν τῇ λοιπῇ Ἑλλάδι τρέχουσιν ἐπὶ 22 μῆνας τῆς χρήσεως. Τὸ προηγούμενον ἔτος, τὸ 1901, ἐθεώρει ὁ τότε Ὑπουργὸς ὡς ἐκτάκτως εὔφορον ἔτος, διότι ἔλεγεν ὁ κ. Σιμόπουλος ἐν τῇ ἐκθέσει τοῦ Προϋπολογισμοῦ: «...Ἐκτάκτως πλουσία παρουσιάζεται ἡ παραγωγὴ τοῦ ἐλαίου ἐν Ἑπτανήσῳ, ὑπολογιζομένη εἰς 160,000 βαρέλας ἐκ Κερκύρας καὶ 70,000 βαρέλας ἐκ τῶν ἄλλων νήσων». Καὶ ὑμεῖς, κύριε Ὑπουργὲ τῶν Οἰκονομικῶν, ἐν τῇ ἐφετεινῇ ἀγορεύσει σας λέγετε: «...Ἤδη ὅμως τὸ ἔτος 1902 προσδοκᾶται ἔτος εὔφορον· διὸ προυπελόγισα τὸ μὲν ἔσοδον τῆς λοιπῆς Ἑλλάδος εἰς δραχ. 1,700,000, τὸ δὲ τῆς Ἑπτανήσου εἰς 1,100,000».
§91Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ. Πότε ἔδιδε τὴν πληροφορίαν ταύτην; Τὴν ἔδιδε τὸν Νοέμβριον, ὅτε εἶχε μόνον τὰς πληροφορίας αὐτὰς, καὶ δὲν ἤμεθα εἰς τὸν Μάρτιον, ὅτε ἡ ἐσοδεία εἶναι βεβαιωμένη. Τοιαύτας εἴχομεν πληροφορίας. Ἐπῆλθε κατόπιν ἀντίξοος περίστασις, καὶ κατέπεσεν ἡ ἐσοδεία. Ἤδη ὅμως ἡ παραγωγὴ εἶναι βεβαιωμένη.
§92Φ. ΝΕΓΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἐπιτρέψατέ μοι νὰ σᾶς δώσω μίαν πληροφορίαν (ἀποτείνεται πρὸς τὸν ἀγορεύοντα). Ἀπόδειξις, ὅτι ἡ παραγωγὴ τοῦ ἐλαίου ἔχει οὕτως ἐφέτος, εἶναι, ὅτι ἡ ἐξαγωγὴ ἐν Ζακύνθῳ ἀνῆλθεν εἰς τὸ ὅλως ἔκτακτον ποσὸν τῶν 1,700,000, ἐνῷ συνήθως στρέφεται περὶ τὸ 1,000,000. Καὶ ἀκριβῶς τοῦτο συμβαίνει ἕνεκα τῆς μεγίστης παραγωγῆς τοῦ ἐλαίου.
§93ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ. Ἀλλὰ, Κύριοι, κατὰ περίεργον σύμπτωσιν, καὶ αἱ δύο ἐσοδεῖαι, καὶ ἡ τοῦ 1901 καὶ ἡ τοῦ 1902, μᾶς προανηγγέλλοντο ὑπὸ τοῦ ἑκάστοτε Ὑπουργοῦ, ἡ ἐσοδεία τοῦ 1901 ὡς ἐκτάκτως πλουσία ἀπὸ τὸν ἀξιότιμον κ. Σιμόπουλον, ἡ ἐσοδεία τοῦ 1902 ὡς ἔτος εὔφορον ἀπὸ τὸν κ. Νέγρην. Τώρα πῶς θέλετε νὰ πιστεύσω, ὅτι καὶ τὰ δύο ἔτη, καὶ τὸ 1901 καὶ τὸ 1902, θὰ ἦναι ἐκτάκτως πλούσια; Ὅλοι γνωρίζετε, καὶ ἐγὼ ὡς ἰδιοκτήτης, ὅτι τὸ 1901 πράγματι προοιωνίζετο ὡς ἐκτάκτως πλούσιον τὸν παρελθόντα Μάϊον. Τὰ ἐλαιόδενδρα τῆς Ἀττικῆς, καὶ ὄχι μόνον τῆς Ἀττικῆς, ἀλλὰ καὶ εἰς τὴν ἰδιαιτέραν σας πατρίδα, ἀξιότιμε κ. συνάδελφε ἐκ Παρνασσίδος, ἦσαν τόσον μεστὰ ἐλαιῶν, ὥστε ὁ κόσμος ὑπέθετεν, ὅτι δὲν θὰ εἶχε μέρος, ἵνα τοποθετήσῃ τὸ ἔλαιον. Εἰς ἐμὲ τὸν ἴδιον ὁ ἐπιστάτης τοῦ κτήματός μου ἔλεγεν, ὅτι πρέπει νὰ κάμω διπλάσια δοχεῖα ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἔχω· καὶ μέχρι τοῦ Ἰουνίου τὸ πρᾶγμα ἔβαινεν ὡς καὶ ἤρχισε, καὶ ἐγὼ ἔλαβον μέτρα, διὰ νὰ μὴ χαθῇ τὸ εἰσόδημα, τὸ φαινόμενον διπλάσιον. Μεταβαίνων εἰς τὴν Ἑσπερίαν κατὰ τὰ τέλη Ἰουνίου, ἔμεινα ἐπὶ ὀλίγας ὥρας, ὅσας μένει τὸ ἀτμόπλοιον, εἰς τὴν Κέρκυραν. Ἐξῆλθον εἰς τὴν Κέρκυραν, καὶ εἶδον διαφόρους φίλους, κτηματίας καὶ ἐμπόρους, οἵτινες μοὶ εἶπον, ὅτι ἡ ἐσοδεία τοῦ ἐλαίου τοῦ 1901 προεμηνύετο λαμπρὰ, καὶ ἤλπιζον οἱ ἀτυχεῖς αὐτοὶ ἄνθρωποι μίαν ἀνακούφισιν ἐκ τῶν προηγουμένων δυστυχῶν ἐσοδειῶν. Ὅτε κατὰ Νοέμβριον, ἐπανερχόμενος, διῆλθον πάλιν ἀπὸ τὴν Κέρκυραν, εἶδον τοὺς ἰδίους φίλους, οἱ ὁποῖοι ἦλθον εἰς τὸ ἀτμόπλοιον νὰ μὲ χαιρετίσωσι, καὶ ἐξῆλθον μετ’ αὐτῶν. Λοιπόν, Κύριοι, ἦσαν ὅλως διαφορετικοί: ἡ διάθεσίς των ἦτο ὅλως ἀλλοία. Ἠρώτησα καὶ μοὶ εἶπον: «πῶς θέλετε νὰ μὴ ἤμεθα κατηφεῖς; Ὑπελογίζομεν μίαν ἐσοδείαν 250,000 βαρελῶν, καὶ ἀντὶ 250,000 δὲν θὰ κάμωμεν οὐδὲ τὸ ἥμισυ, ἴσως οὔτε τὸ τρίτον. — Διατί; — Διότι (μοὶ εἶπον) ὁ ζεστὸς καιρὸς, ἡ μεγάλη θερμότης τοῦ Ἰουλίου ἢ Αὐγούστου ἔρριψαν τὸ μεῖζον μέρος τοῦ καρποῦ, καὶ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἔμεινεν ἐπὶ τῶν δένδρων, καὶ τὸ ὁποῖον ἀρχίζομεν τώρα τὸν Νοέμβριον νὰ συλλέγωμεν, εἶναι κακῆς ποιότητος καὶ πολὺ ὀλίγον, ὥστε δὲν θὰ φθάσωμεν οὐδὲ τὸ ἥμισυ τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον προϋπελογίζομεν· ἴσως μόλις τὸ τρίτον.»
§94Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Ἐνθυμεῖσθε τὸν ἀριθμὸν τῶν βαρελῶν, τὰς ὁποίας σᾶς ἔλεγον ὅτι θὰ φθάσουν;
§95ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ. Ἤλπιζον τὸν Ἰούλιον, ὅτι θὰ φθάσουν εἰς τὸν ἀριθμὸν 250,000 βαρελῶν.
§96Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Μόνον ἐν Κερκύρᾳ;
§97ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ. Μάλιστα.
§98Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Λοιπὸν λάβετε ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ἡμεῖς, προϋπολογίζοντες 1,600,000 δραχμὰς ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, προϋπολογίζομεν μόνον 130,000 βαρέλας ἐν ὅλῃ τῇ Ἑπτανήσῳ, ἐνῷ σεῖς ὑπολογίζετε τὸ ἥμισυ τῶν 250,000 βαρελῶν μόνον ἐν Κερκύρᾳ.
§99ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ. Ἀλλὰ λησμονεῖτε, ὅτι τὸ μεῖζον ποσὸν ἐξάγει ἡ Κέρκυρα.
§100Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Καὶ ἡ Ζάκυνθος παράγει μέγα ποσόν.
§101Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Νομίζω, ὅτι τὸ ποσόν, τὸ ἀναγραφόμενον ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, θὰ πραγματοποιηθῇ· ἑπομένως ἡ συζήτησις δὲν ἔχει λόγον. Ἡ Κέρκυρα ἐφαίνετο ὅτι δὲν θὰ ἔφθανεν ἐφέτος τὰς 100,000 βαρέλας, ἀλλὰ θὰ πραγματοποιηθῇ τὸ ποσόν.
§102ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ. Ἐγνώσθη ὅμως, ὅτι αἱ ἐλπίδες αὐτῶν διεψεύσθησαν.
§103Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἀλλὰ καὶ μετὰ τὴν διάψευσιν ἐπραγματοποιήθη τὸ ποσόν.
§104ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ. Ἐγὼ δὲν ἔκαμα οὐδὲ τὸ τέταρτον τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον προϋπελόγιζον.
§105ΑΛΕΞ. ΣΠ. Κ. ΡΩΜΑΣ. Ἐκτὸς τούτου γίνεται μεγάλη κατανάλωσις ἐν τῷ τόπῳ.
§106ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ. Τοῦτο εἶναι τόσον εὐκόλως ἐννοούμενον, ὥστε δὲν ἐπιμένω. Ἐγὼ ἐλπίζω, κύριε Ὑπουργέ, ὅτι θὰ ὁμολογήσητε, ὅτι, ὅτε ὑπεβάλλετε τὸν Προϋπολογισμὸν καὶ τὴν δήλωσιν τῆς 31 Ἰανουαρίου ἐ. ἔ., αὐξάνοντες τὸ ποσὸν κατὰ 500,000, ἤτοι εἰς 1,600,000, θὰ ὁμολογήσητε, ὅτι οὐδὲ σεῖς εἴχετε, ἔτι δὲ ὀλιγώτερον ἐγὼ εἶχον τὰς εἰσπράξεις τοῦ Ἰανουαρίου καὶ τοῦ Φεβρουαρίου μηνὸς, ὥστε νὰ ἠδυνάμην νὰ ὑποθέσω, ὅτι θὰ φθάσῃ εἰς αὐτὸ τὸ ποσόν. Σᾶς ἀναφέρω, τί ὑμεῖς ὁ ἴδιος ἐλέγετε περὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ προκατόχου σας διὰ τὸ 1901. Ἐλέγετε ὅτι: «οὐδέποτε εἰσεπράχθησαν καὶ κατὰ τὰ εὐφορώτατα ἔτη ἄνω τῶν 1,100,000· ἤδη προϋπολογίζει ὁ κ. Ὑπουργὸς διὰ τὸ 1901 τὸ ὑπέρογκον ποσὸν τῶν δραχμῶν 1,738,800. Τοῦτο δὲν δύναμαι ἐγὼ νὰ παραδεχθῶ.» Λοιπὸν δὲν πλησιάζω ἐγὼ εἰς τὴν πιθανὴν ἀκρίβειαν, στηριζόμενος ἐπὶ τῶν ὑπολογισμῶν, τοὺς ὁποίους ὑμεῖς ἐκάματε, ἀποκαλοῦντες ὑπέρογκον τὸ ποσὸν τῶν δρ. 1,738,800, καὶ σήμερον προϋπολογίζοντες 1,600,000;
§107Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Ἐδικαιοῦσθε βεβαίως, μὴ γνωρίζοντες τὰ πράγματα, νὰ ἔχητε τὴν γνώμην σας, —ἡ ὁποία εἶναι σεβαστή· —ἀλλ’ ὅταν τὰ πράγματα γίνωνται γνωστά, ὀφείλομεν νὰ κύψωμεν τὴν κεφαλὴν καὶ ὑμεῖς καὶ ἐγώ.
§108ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ. Ἀλλὰ καὶ διὰ τὸ ἔλαιον τῆς λοιπῆς Ἑλλάδος ἡ διαφορὰ δὲν εἶναι τόσον μεγάλη, ὅσον φαίνεται, τοὐλάχιστον, διὰ τὸ ἔλαιον τῆς Ἑπτανήσου. Ἀλλὰ καὶ ἐκεῖ ἡ διαφορὰ εἶναι πιθανή, ἢ φαίνεται τοὐλάχιστον, κατὰ τοὺς ὑπολογισμοὺς τοὺς μέχρι τῆς ἐποχῆς, καθ’ ἣν ὑπεβάλετε τὸν Προϋπολογισμὸν καὶ τὰς δηλώσεις, ὅτι δὲν θὰ εἶναι τόσα· διότι ὑπολογίζετε διὰ τὸ 1902 εἴσπραξιν δρ. 1,700,000, ἐνῷ τὰ περισσότερα ἔτη, ἐκτὸς τριῶν ἢ τεσσάρων ἐτῶν, κατὰ τὰ ὁποῖα εἴχομεν ἔκτακτον εὐφορίαν, — τοῦ 1893, ὅτε εἰσεπράξαμεν 2,353,000, τοῦ 1896, ὅτε εἰσεπράξαμεν 2,365,695, καὶ τοῦ 1900, ὅτε εἰσεπράξαμεν 2,191,593—ὅλα τὰ ἄλλα ἔτη τί εἰσεπράξαμεν; τὸ 1890 δρ. 950,580, τὸ 1891 δρ. 903,279, τὸ 1892 δρ. 970,282, τὸ 1897 δρ. 571,987, τὸ 1899 δρ. 350,843, καὶ τὸ 1901 ἐβεβαιώθησαν δραχμαὶ 1,471,125. Ὑπολογίζετε λοιπὸν τὸ 1902 δραχ. 1,700,000· ἀλλ’ ἐδῶ δὲν εἶναι πλέον ἡ περίστασις τῆς Ἑπτανήσου, κύριε Ὑπουργέ, ὅπου τὸ 1902 θὰ εἰσπράξητε ἔσοδον πραγματοποιηθὲν ἐπὶ τῶν δένδρων τὸ 1901· τὸ 1902 ἐν τῇ λοιπῇ Ἑλλάδι θὰ εἰσπράξητε τὸ ἔσοδον τοῦ πραγματικοῦ καρποῦ τοῦ 1902, τὸ ὁποῖον θὰ εἰσπράξητε κατὰ τοὺς 22 μῆνας τῆς χρήσεως. Ὥστε καὶ ἐδῶ — ἐν ἥσσονι μοίρᾳ ἴσως — μοὶ φαίνεται ὅτι ὁ ὑπολογισμὸς εἶναι ὑπερβολικός...
§109Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὰ πλεῖστα μέρη, πλὴν τῆς Ἑπτανήσου, εἴχομεν ἐφέτος ἀφορίαν. Ἐπὶ παραδείγματι, ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Βόλου ὑπῆρχε κατὰ τὸ 1900 εὐφορία ἐλαιοκάρπου, ὡς ἐκ τούτου τὸ Δημόσιον εἰσέπραξεν ἐξ ἐγγείου φόρου ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ ἐκείνῃ δραχμὰς 300,000, ἐνῷ κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος 1091 ἡ ἐπαρχία αὕτη εἶχεν ἀφορίαν ἐλαιοκάρπου· κατὰ πᾶσαν δὲ πιθανότητα θὰ ἔχωμεν εὐφορίαν κατὰ τὸ ἐνεστὼς ἔτος 1902.
§110ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ. Ἀλλ’ ἐπιτρέψατέ μοι, κύριε συνάδελφε, νὰ σᾶς παρατηρήσω τὸ ἑξῆς. Περιπίπτομεν πάλιν εἰς τὴν αἰσιοδοξίαν, ὅτι θὰ ἔχωμεν δύο ἔτη κατὰ συνέχειαν ἐκτάκτως πλουσίαν ἐσοδείαν· διότι τὸ 1901 βεβαίως τὰ δένδρα παρήγαγον καρπὸν, ἀλλὰ κατὰ τὸν μῆνα Ἰούλιον ἐπῆλθεν ὁ πνιγηρὸς καύσων, ὁ ὁποῖος ἔρριψε τὸν καρπόν. Νομίζετε λοιπὸν, ὅτι τὸ ἔτος 1902 εἶναι πιθανὸν, ὅτι τὰ δένδρα θὰ παραγάγωσι τὸν αὐτὸν καρπόν; Ὅταν τὸ δένδρον παρήγαγε τὸ 1901, γνωρίζετε, ὡς κτηματίας, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ παραγάγῃ τὸ αὐτὸ ποσὸν καὶ τὸ 1902, διότι ἐκ περιτροπῆς τὸ συντομώτερον διάστημα, κατὰ τὸ ὁποῖον ἐπέρχεται μία καλὴ ἐσοδεία κατόπιν τῆς ἄλλης, εἶναι 2 καὶ 3 ἔτη. Θέλετε λοιπὸν νὰ φανῇ πιθανὸς ὁ ἰσχυρισμός σας, ὅτι, ὡς τὸ 1901 παρήγαγε, καὶ τὸ 1902 θὰ παραγάγῃ πλουσίαν ἐσοδείαν;
§111Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν παρήγαγε τὸ 1901.
§112ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ. Παρήγαγεν, ἀλλ’ ἔπεσεν ὁ καρπὸς κατὰ τὸν Ἰούλιον. Τὰ δένδρα ὅμως παρήγαγον κατὰ τὸν Μάρτιον καὶ Ἀπρίλιον καὶ Μάϊον.
§113Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὴν ἐπαρχίαν μου ἦτο ἄφορον.
§114ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ. Εἰς τὰ περισσότερα μέρη ἦτο εὔφορον, ἀλλ’ ἐπῆλθε φοβερὸς καύσων, καὶ ἔκαυσε τὸ εἰσόδημα. Δὲν ἕπεται ὅμως ἐκ τούτου, ὅτι τὰ δένδρα δὲν παρήγαγον. Ἀλλ’ ἡ διαφορὰ αὕτη εἶναι μικροτέρα, παρὰ εἰς τὸ ἔλαιον τῆς Ἑπτανήσου, καὶ διὰ τοῦτο δὲν ἐπιμένω. Ἔρχομαι εἰς ἕτερον ἔσοδον, εἰς τὰ εἰσπραττόμενα ἐξ ἀνανεώσεως παλαιῶν χρεῶν κατὰ τὸν νόμον τοῦ 1900. Τὸ 1901 ἐπὶ προϋπολογισμοῦ 1,500,000 δὲν ἔχομεν, παρὰ τὰς εἰσπράξεις μέχρι τῆς 31 Δεκεμβρίου, καὶ κατόπιν τὴν Γενικὴν κατάστασιν, τὴν ὁποίαν ὑπεβάλετε, καὶ εἰς τὴν ὁποίαν οὐδὲν φαίνεται. Ἐβεβαιώθησαν μέχρι τῆς 31 Δεκεμβρίου δρ. 312,079, καὶ εἰσεπράχθησαν 296,608. Διὰ τὸ 1902 εἴχετε ἐν τῷ τεύχει τοῦ Προϋπολογισμοῦ πρόβλεψιν 200,000 δρ. μόνον, καὶ διὰ τῆς δηλώσεως τῆς 31 Ἰανουαρίου ἀνεβιβάσατε αὐτὸν κατὰ 300,000, τουτέστι προϋπολογίζετε ἐξ ἀνανεώσεως παλαιῶν χρεῶν 500,000, ἐνῷ τὸ προηγούμενον ἔτος, ὡς βλέπετε, εἰσεπράξατε 296,608.
§115Φ. ΝΕΓΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Δὲν περιλαμβάνει ἡ κατάστασις τὸ ὅλον τοῦ εἰσπραχθέντος ποσοῦ.
§116ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ. Ἀλλὰ καὶ διὰ τοῦτο, κ. Ὑπουργὲ τῶν Οἰκονομικῶν, δὲν θὰ βασισθῶ ἐπὶ τῆς γνώμης μου, διότι ἔχω τὸ κῦρος τῆς γνώμης ἄλλου, τοῦ ὁποίου νομίζω, ὅτι σεῖς θὰ σεβασθῆτε τὴν γνώμην πλειότερον τῆς ἰδικῆς μου. Ἰδοὺ τί ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς συνάδελφος, ὡς Βουλευτής, ἔλεγε κατὰ τὴν ἐπίκρισιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1901 (ἀναγινώσκει): «... Παρατηρεῖτε ἤδη, ὅτι οὐδὲν προσέθεσα εἰς τὰ ἔσοδα ἐκ τοῦ κανονισμοῦ τῶν παλαιῶν ὀφειλῶν, ἐκ τοῦ ὁποίου ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν μᾶς ἀνήγγειλεν, ὅτι θὰ εἰσπράξῃ 1,000,000 κατὰ τὸ 1900, καὶ 1,500,000 κατὰ τὸ 1901. Κύριοι, ὅμοιον νόμον, ὡς ἐκεῖνον, τὸν ὁποῖον ἐψηφίσαμεν πέρυσιν, εἶχε ψηφίσει ἡ Βουλὴ τὸ 1881, καὶ ὁ τότε Ὑπουργὸς ἀνέγραψε κατὰ τὴν πρώτην χρῆσιν, καθ’ ἣν ἐφηρμόζετο ὁ νόμος, 1,500,000, καὶ εἰσέπραξε δρ. 130,000. Ἀνέγραψαν κατὰ τὴν δευτέραν χρῆσιν 1,350,000, εἰσέπραξαν δὲ δρ. 114,000. Κατὰ τὴν τρίτην ὅμως χρῆσιν, ἀναλαβὼν τὴν διεύθυνσιν τοῦ Ὑπουργείου ὁ ἀείμνηστος Καλλιγᾶς, ἐξέθεσεν εἰς τὴν Βουλὴν τὸ ἄτοπον τῶν τοιούτων ἀναγραφῶν, καὶ πρῶτος ἀνέγραψεν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ δρ. 90,000, εἰσέπραξε δὲ δρ. 138,049. Ἐν γένει δὲ αἱ εἰσπράξεις ἦσαν αἱ ἑξῆς μέχρι τοῦ 1890: Τὸ 1881 δρ. 131,899, τὸ 1882 δρ. 114,916, τὸ 1883 δρ. 98,684, τὸ 1884, δρ. 118,901, τὸ 1885 δρ. 84,642, τὸ 1886 δρ. 44,150, τὸ 1887 δρ. 79,243, τὸ 1888 δρ. 75,591, τὸ 1889 δρ. 61,019, τὸ 1890 δρ. 70,713. Μοὶ φαίνεται, Κύριοι, ὅτι μετὰ τὰ ἀποτελέσματα αὐτὰ, αἱ ἀναγραφαὶ ἑνὸς καὶ ἑνὸς καὶ ἡμίσεος ἑκατομμυρίου εἶναι ὡς νὰ θέλωμεν νὰ ἀπατῶμεν ἡμᾶς αὐτούς. Καὶ δὲν θὰ εὕρισκον μὲν ἄτοπον ν’ ἀναγράψῃ τις ὡς ἔσοδον ἐξ αὐτοῦ δρ. 100,000, ἀλλὰ τοῦτο δὲν ἐπιτρέπεται, ὡς καὶ ἄλλοτε ἀνέφερα...» Ταῦτα ἔλεγε τότε ὁ νῦν κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν. Νομίζω λοιπόν, ὅτι, ὅταν ὑμεῖς πέρυσιν ὑπελογίζατε, ὅτι δὲν εἶναι πιθανὸν νὰ εἰσπραχθῶσιν ἄνω τῶν 100,000 δραχμῶν, δὲν σᾶς φαίνεται ὅτι πλησιάζομεν εἰς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐλέγετε, ὅτι θέλομεν νὰ ἀπατῶμεν τὸν ἑαυτόν μας;
§117Φ. ΝΕΓΡΗΣ. (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Αὐτὸ, τὸ ὁποῖον προσέθεσα, στηρίζεται εἰς τὸν νόμον, ὃν εἶχον ὑποβάλει εἰς τὴν Βουλὴν. Ἂν ὁ νόμος δὲν ψηφισθῇ, βεβαίως τὸ κονδύλιον τοῦτο εἶναι ἐξωγκωμένον. Τοῦτο δὲ ἀκριβῶς, ὅτε ὡμίλουν ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, εἶπον, ὅτι, ἐπειδὴ ἤλπιζον, ὅτι τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ὑπέβαλον, — καὶ τὸ ὁποῖον εἶχε τύχει τῆς συναινέσεως τῆς Βουλῆς ἐπὶ μόνῃ τῇ καταθέσει αὐτοῦ—ἤθελε ψηφισθῆ, ἠθέλομεν ἔχει τὰς εἰσπράξεις οὐ μόνον τῶν ἐτῶν 1901 καὶ 1900, ἀλλὰ καὶ τῶν ἄλλων ἐτῶν.
§118ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ. Εὔχομαι νὰ διαψευσθῶ· ἀλλὰ τὰ διδόμενα δὲν εἶναι ἐνθαρρυντικά. Ἔρχομαι εἰς ἕτερον ἔσοδον. «Καθυστερούμενα κεκλεισμένων χρήσεων». Ἐνταῦθα ἡ διαφορὰ εἶναι μικροτέρα· ἀλλὰ θὰ ὑποστῆτε καὶ ἐνταῦθα μίαν δυσάρεστον ἔκπληξιν, διότι ὑπολογίζετε δρ. 2,500,000, ἐνῷ τὸ 1901 εἶχον ὑπολογισθῆ 3,500,000. Ἐμειώσατε τὸ ποσὸν ἀπὸ δρ. 3,500,000 εἰς 2,500,000. Ἀλλὰ μὴ λησμονεῖτε, ὅτι τὸ 1899 εἰσεπράχθησαν 2,317,197, εἰς δὲ τὰς εἰσπράξεις τοῦ 1900 περιλαμβάνονται αἱ 400,000, αἵτινες εἶναι ἐκ τῶν λογαριασμῶν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν. Τί εἶναι δὲ εἰσπράξεις καθυστερούντων ἐκ παρελθουσῶν χρήσεων; Εἶναι αἱ ἐκ τῶν φόρων, οἱ ὁποῖοι δὲν ἐπληρώθησαν τακτικῶς, καὶ πληρώνονται κατόπιν· οὗτοι δὲ εἶναι ὁ φόρος τῶν οἰκοδομῶν καὶ τῶν ἐπιτηδευμάτων κυρίως, ὁ τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν καὶ καὶ ὁ τῶν ἀμπέλων. Ἀλλ’ ὁ προκάτοχος ὑμῶν καὶ ὑμεῖς βεβαιοῦτε, ὅτι ὁ φόρος τῶν οἰκοδομῶν καὶ ἐπιτηδευμάτων εἰσεπράχθη σχεδὸν πλήρης, ἑπομένως δὲν ὑπάρχει πηγή, ἐξ ἧς θὰ εἰσπράξητε τὰ καθυστεροῦντα, εἶναι δὲ πιθανόν, ὅτι θὰ ἀφήσῃ τόσον ὀλίγα καθυστεροῦντα, ὥστε τὸ κεφάλαιον τοῦτο θὰ μειωθῇ ἐπαισθητῶς.
§119Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι ὁ φόρος μόνον τῶν οἰκοδομῶν καὶ ἐπιτηδευμάτων· εἶναι πολλοὶ ἄλλοι φόροι καθυστεροῦντες, καθὼς ὁ φόρος τῶν γαιῶν καὶ φυτειῶν, τὰ ποινικὰ τέλη κλπ.
§120ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ. Συνήθως αὐτοὶ εἶναι οἱ ἀφίνοντες τὰ καθυστεροῦντα, οἱ φόροι οἰκοδομῶν, ἐπιτηδευμάτων, ἀροτριώντων κτηνῶν· ἦτο καὶ ὁ φόρος τῶν ζώων, ἀλλ’ ὁ φόρος τῶν ζώων σήμερον δὲν ὑπάγεται εἰς τὴν αὐτὴν τάξιν· ἀλλὰ καὶ αὐτοὶ θὰ ἀφήσουν ὀλιγώτερα ἀπὸ ὅσα αἰσιοδόξως ὑπολογίζετε. Ἐρχόμεθα εἰς ἕτερον ἔσοδον. «Ἐκποίησις δημοσίων καὶ ἐκκλησιαστικῶν κτημάτων». Τὸ 1901 ὑπελογίσθη τὸ ποσὸν εἰς δραχ. 1,116,000, τὸ 1900 εἰς 1,985,000. Ἀλλ’ ὑμεῖς ὑπελογίζετε, ὅτι δὲν εἶναι δυνατόν, παρὰ νὰ ἀφήσῃ ἔλλειμμα τὸ 1900, καὶ μεγαλείτερον τὸ 1901.
§121Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Ἔθεσα τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ἐνόμιζον, ὅτι δύναται νὰ εἰσπραχθῇ.
§122ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ. Ἰδοὺ τί ἐλέγετε τότε (ἀναγινώσκει): «Καὶ ἔρχομαι εἰς τὴν ἐκποίησιν δημοσίων...»
§123Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Κατὰ λάθος ὁ προκάτοχός μου εἶχε παρουσιάσει κατάστασιν, εἰς ἣν παρουσιάζοντο ποσὰ μεγαλείτερα τῶν νῦν σημειουμένων, καὶ διὰ τοῦτο ἔκαμα τὴν παρατήρησιν ταύτην.
§124ΑΛ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ. (ἐξακολουθεῖ ἀναγινώσκων). «...εἰς τὴν «ἐκποίησιν δημοσίων καὶ ἐκκλησιαστικῶν κτημάτων», καὶ θὰ ἐκφράσω τὴν ἀπορίαν μου.... διότι, ἐνῷ τὰ βεβαιωθέντα κατὰ τοὺς 10 πρώτους μῆνας τοῦ 1899 ἀνέρχονται εἰς 2,178,753, τὰ βεβαιωθέντα τοὺς 10 μῆνας τοῦ 1900 ἀνέρχονται εἰς 200,000 ὀλιγώτερα. Ἐξ ἄλλου μέρους τὰ ὅλα εἰσπραχθέντα τὸ 1899 ἀνέρχονται εἰς 845,843, ἀπέναντι προϋπολογιζομένου τὸ 1900 ποσοῦ 1,051,600· ὥστε βεβαίως θὰ ἐπέλθῃ ἐκεῖθεν ὄχι πλεόνασμα 400,000, ἀλλὰ ἔλλειμμα δραχ. 200,000. Ὅμοιον ἔλλειμμα, ἢ καὶ μεγαλείτερον, θὰ παρουσιασθῇ καὶ κατὰ τὸ 1901, διότι προϋπελογίσθη διὰ τὸ 1901 ἔσοδον 1,116,300...» Ἐλέγετε, ὅτι ἐπὶ 1,116,300 προβλεπομένων ἐσόδων ἤθελε μείνει ἔλλειμμα 200,000 διὰ τὸ 1901.
§125Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Δὲν ἀντιλαμβάνεσθε καλῶς ὅ,τι λέγω.
§126ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ. Λυποῦμαι, ἀλλὰ ἐλέγετε σαφῶς, ὅτι ἤθελε προκύψει ἔλλειμμα οὐχὶ 200,000, ἀλλὰ 400,000. Εἶναι ἀληθές, ὅτι ὑπολογίζετε 130,000 ἐπὶ ἔλαττον... (Διαλογικαὶ συζητήσεις). Ἔρχομαι εἰς ἄλλο κονδύλιον, ἵνα τελειώσωμεν τὰ ἔσοδα· ἔρχομαι εἰς τὸ ἔσοδον τοῦ φόρου τῶν ἀμπέλων. Οὗτος διὰ τὸ 1902 ὑπελογίσθη εἰς 2,000,000. Ὁ φόρος εἰσήχθη κατὰ τὸ 1899, ὅτε ὁ τότε Ὑπουργὸς ὑπελόγισεν αὐτὸν εἰς 1,950,000, εἰσέπραξε δὲ 1,488,244. Τὸ 1900 ὑπελόγιζε 2,300,000, εἰσέπραξε δὲ 1,135,608. Παρατηρεῖτε ὅτι, ὅσον ἀνέβαινον τὰ προϋπολογιζόμενα, κατέβαινον αἱ εἰσπράξεις. Ταῦτα δὲ λέγω, ἵνα ἀποδείξω πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι οἱ ὑπολογισμοί του δὲν ἐρείδονται ἐπὶ ἀσφαλῶν βάσεων. Λοιπὸν τὸ 1900 ἐπὶ 2,300,000 προϋπολογισθέντων εἰσεπράχθησαν 1,135,608. Τὸ 1901 ἀντὶ 2,300,000 προϋπολογίζονται 2,400,000, καὶ μέχρι τῆς 31 Δεκεμβρίου 1901 εἰσεπράχθησαν μόνον 13,284. Ἀλλ’ ἔχομεν τὴν κατάστασιν, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῇ 12 τοῦ μηνὸς Μαρτίου διὰ τοὺς μῆνας Ἰανουάριον καὶ Φεβρουάριον. Κατὰ τὴν κατάστασιν ταύτην, εἰσεπράχθησαν μέχρι 31 Ἰανουαρίου δρ. 174,030, μέχρι τέλους δὲ Φεβρουαρίου ἐν ὅλῳ δρ. 571,125 ἐπὶ προϋπολογισθέντων 2,400,000.
§127Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπὶ βεβαιωθέντων;
§128ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ. Βεβαιωθέντα δὲν ἔχει ἡ κατάστασις. Ἔχομεν ὅμως τὴν κατάστασιν μέχρι τῆς 30 Δεκεμβρίου, ἡ ὁποία λέγει: βεβαιωθέντα 1,052,453. Καὶ ὑποθέτω, ὅτι ἡ διαφορὰ τῶν βεβαιωθέντων πέραν τῆς 1 Ἰανουαρίου θὰ ἦναι μικρά.
§129Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἄνω τῶν 600,000.
§130ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ. Ὑμεῖς ἴσως τὸ γνωρίζετε. Ἐγὼ δὲν γνωρίζω, παρὰ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα βλέπω ἐπισήμως δημοσιευόμενα.
§131Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν σᾶς κατακρίνω.
§132ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ. Εἶπον λοιπὸν, ὅτι μέχρι τῆς 28 Φεβρουαρίου ἐ. ἔ. εἰσεπράχθησαν 571,125. Ἀλλ’ εὐχαριστῶ, ὅτι μὲ διεκόψατε, κύριε συνάδελφε, ἵνα σᾶς εἴπω. Ἐπειδὴ λέγετε βεβαιωθέντα, ταῦτα σᾶς τὰ χαρίζω, διότι θέλω πάντοτε νὰ σᾶς ἦμαι εὐάρεστος. Τὸ 1899 εἴχετε βεβαιώσει 2,404,768· καὶ πόσα εἰσεπράχθησαν; 1,488,244.
§133Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ 1900.
§134ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ. Τὸ 1899.
§135ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ 1899 γινώσκετε ἐπίσης τὸν λόγον.
§136ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ. Γινώσκω τὸν λόγον. Ἐγὼ δὲν κακίζω ὑμᾶς, — ἂν ἦναι δυνατὸν, ν’ ἀφαιρέσωμεν ἀπὸ τὸ μέσον τὸ μέρος τὸ προσωπικόν· — οὔτε ὑμᾶς, οὔτε τὸν διάδοχόν σας κακίζω, ἀλλὰ λέγω ποῖα εἶναι τὰ πράγματα. Καὶ ἔκαμα τὴν παρέκβασιν ταύτην, διότι λέγετε: «εἰσεπράξαμεν μόνον 57,125, ἀλλὰ πόσα εἶναι τὰ βεβαιωθέντα;» Σᾶς ἀπαντῶ: τί τὰ θέλετε τὰ βεβαιωθέντα, ὅταν ἐβεβαιώσατε μὲν 2,404,768, ἀλλὰ δὲν εἰσεπράξατε παρὰ 1,488,244; Ἄρα τὰ βεβαιωθέντα εἶναι καλὰ διὰ ν’ ἀναφέρωνται εἰς τὰ καθυστερούμενα ἐκ παρελθουσῶν χρήσεων, ἀλλὰ εἰς τὴν πραγματικὴν, τὴν ζωντανὴν εἴσπραξιν, δὲν ἔχουσι τόσῳ μεγάλην σημασίαν. Λοιπὸν μέχρι τῆς 28 Φεβρουαρίου εἰσεπράξατε, κύριε Ὑπουργὲ, 571,125 ἐπὶ προϋπολογισθέντων 2,400,000 διὰ τὸ 1901, καὶ σήμερον διὰ τὸ 1902 προϋπολογίζετε 2,000,000. Νομίζετε, ὅτι ἔχετε πιθανότητα, ἔπειτα ἀπὸ ὅσα συνέβησαν ἐπὶ τοῦ φόρου τῶν ἀμπέλων, τὰς καταχρήσεις, αἱ ὁποῖαι συνέβησαν ὑπὸ τῶν γεωμετρῶν, καὶ τόσα ἄλλα, ἔχετε πιθανότητα, ὅτι θὰ εἰσπράξητε περισσότερα τῶν κατὰ τὸ 1899 ἢ τὸ 1900; Πιστεύετε ὅτι εἶναι πιθανὸν, ὄχι νὰ φθάσητε, ἀλλ’ οὔτε νὰ προσεγγίσητε πόρρωθεν εἰς τὰ 2,000,000; Καὶ εἶναι ἐν τοσούτῳ προϋπολογισμός σας! Ὅταν δὲ κλείσῃ ἡ χρῆσις, τότε θὰ ἴδητε ποία θὰ ἦναι ἡ διαφορά. Ἀλλὰ μοὶ φαίνεται, ὅτι ἐλέγετε ἐνταῦθα, εἰσάγων τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1902: «... Δὲν ηὔξησα ὅμως τὸ ἔσοδον τοῦτο περισσότερον, διότι δὲν νομίζω, ὅτι ἐπιτρέπεται νὰ στηρίξῃ τις «πολιτικὴν καὶ προϋπολογισμὸν δαπανῶν ἐπὶ ἐσόδων μὴ κανονικῶν.» Καὶ ἂν ἦναι ἔσοδον μὴ κανονικὸν, ὅπως κατήντησεν, εἶναι ὁ φόρος τῶν ἀμπέλων. Καὶ ὅμως στηρίζετε τοσαῦτα ἔσοδα ἐπὶ τοῦ φόρου τούτου! Ἐγὼ πταίω, κύριε Ὑπουργὲ, ἢ ὑμεῖς;
§137Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Εἶναι ζήτημα ἐκτιμήσεως, κύριε συνάδελφε.
§138ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ. Αὐταὶ εἶναι αἱ παρατηρήσεις, αἱ γενικαὶ, χωρὶς νὰ εἰσέλθω εἰς λεπτομερείας ἄλλας.
§139ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐν συνόλῳ δὲν ἔχετε;
§140ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ. Δὲν ἔκαμα τὴν ἄθροισιν, διότι ἠθέλησα ἁπλῶς νὰ δείξω εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι οἱ ὑπολογισμοὶ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν εἶναι πολὺ αἰσιόδοξοι, καὶ ἐν τούτοις θὰ δείξωσιν εἰς τὸ τέλος ἐλάττωσιν τῶν ἐσόδων. Ἔρχομαι τώρα εἰς τὰ ἔξοδα. Ἔλεγον πρίν: «ὅπως τὰ ἔσοδα διεστάλησαν, τὰ ἔξοδα συνεστάλησαν». Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι εἰς διάφορα κονδύλια τοῦ Προϋπολογισμοῦ, κύριε Ὑπουργὲ, ἐτηρήσατε τὰς προβλέψεις καὶ τὰς ἐπαγγελίας, τὰς ὁποίας τότε ἐκάμετε, ἐπικρίνοντες τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1901, καθὼς π.χ. ηὐξήσατε τὰ ἔξοδα διὰ τὰ δημόσια ἔργα κατὰ δρ. 200,000, ηὐξήσατε τὴν πίστωσιν τὴν προβλεπομένην διὰ τὸ πετρέλαιον, ἡ ὁποία εἶχε δείξει ἔλλειψιν δραχ. 400,000. Ἀλλ’ αὐτὰ εἶναι πλέον πιστοποιημένα διὰ τῶν ὁριστικῶν λογαριασμῶν, ὥστε δὲν ἠδύνασθε βεβαίως νὰ τὰ λησμονήσητε. Ἀλλὰ δὲν μοὶ φαίνεται ὅτι εἰς ὅλα τὰ ἔξοδα ἠκολουθήσατε τὴν αὐτὴν τακτικήν. Καὶ πάλιν, χωρὶς νὰ εἰσέλθω εἰς πολλὰς λεπτομερείας, θὰ σᾶς ἀναφέρω μερικὰ κονδύλια ἐν γενικαῖς γραμμαῖς, διὰ νὰ ἴδητε, ὅτι καὶ εἰς τὰ ἔξοδα θὰ πάθητε τὴν αὐτὴν ἔκπληξιν, δηλαδὴ τὰ ἔξοδα θὰ ἦναι ἀνώτερα τῶν προβλεπομένων, καὶ θ’ ἀναγκασθῆτε νὰ ζητήσητε ἀναπληρωματικὰς πιστώσεις, ὅπως κάμνετε ἀκόμη καὶ σήμερον διὰ τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ ἔτους 1901. Ἔχετε ἓν ἔξοδον «ἐπιστροφὴ ἀχρεωστήτως εἰσπραττομένων». Ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1901 προεβλέποντο δρ. 200,000, καὶ τὴν 24 Ἰανουαρίου ἐζητήσατε ἀναπληρωματικὴν πίστωσιν 50,000, τουτέστιν ἐν ὅλῳ 250,000. Καὶ ἐν τούτοις ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1902 δὲν προβλέπετε οὔτε αὐτό, τὸ ὁποῖον ἐκ τῆς ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως σᾶς ἔδειξεν, ὅτι εἶναι ἀναγκαῖον ὡς ἔξοδον «ἐπιστροφῆς ἀχρεωστήτως εἰσπραττομένων», ἀλλ’ ὑπολογίζετε μόνον 200,000. Καὶ τὸν αὐτὸν τρόπον τοῦ ὑπολογίζειν εἴχετε καὶ τότε,— συμφώνως δηλ. πρὸς ὅσα ἐγὼ λέγω — καὶ ἡ πεῖρα, τὴν ὁποίαν ἔχετε ἔκτοτε, δὲν σᾶς ἐχρησίμευσεν. Ἐλέγετε ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1901: «Πρέπει ν’ αὐξήσωσι τὰ ἔξοδα τὰ ἐξ ἐπιστροφῆς ἀχρεωστήτως εἰσπραττομένων κατὰ 200,000, διότι τὸ 1898 εἶχον ἀναγραφῆ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ 250,000 δραχμαί, ἐζητήθη δέ, νέα πίστωσις ἐκ 200,000 δρ. Ἐπίσης τὸ 1899 εἶχεν ἀναγραφῆ πίστωσις 200,000 δραχμῶν, ἐζητήθη δὲ νέα ἐκ δραχμῶν 199,400, ὅπερ δεικνύει ἐπίσης, ὅτι ἐξωδεύθησαν κατ’ ἀμφότερα τὰ ἔτη 400,000 καὶ περιπλέον ἐκ τοῦ κεφαλαίου τούτου». Ἀποδεικνύετε ὅμως ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1901, ὅτι αἱ 200,000 δὲν ἤθελον φθάσει, καὶ ὑπολογίζετε ὅτι ἔπρεπε νὰ προσθέσητε καὶ ἄλλας 200,000, ἤτοι ἐν ὅλῳ 400,000. Καὶ ἐνῷ ἔχετε τὴν πίστωσιν τοῦ 1901 συμπληρωθεῖσαν δι’ ἀναπληρωματικῆς εἰς 250,000 δραχμάς, ὑμεῖς ἐνομίσατε, ὅτι ἐπὶ τῆς ὑπουργίας σας θὰ ἔχητε τὸ εὐτύχημα νὰ μὴ ἔχητε νὰ ἐπιστρέψητε τόσα, καὶ ὑπολογίζετε μόνον 200,000. Καὶ ἰδοὺ καὶ ἐνταῦθα μία ἐλάττωσις τῶν πιθανῶς ἐπιστραφησομένων κατὰ 50,000, ἐὰν δὲν ἐπέλθῃ καὶ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐλέγετε τότε, καὶ φθάσῃ τὰς 400,000, δηλ. 200,000 ἐπὶ πλέον. Ἀλλὰ συναφὲς μὲ τὸ ἔξοδον τῆς ἐπιστροφῆς ἀχρεωστήτως εἰσπραττομένων εἶναι καὶ ἓν ἄλλο ἔξοδον, τὸ ὁποῖον ἀπηλείφθη ἀπὸ τὸν Προϋπολογισμόν, δὲν ἠξεύρω διατί: «Διατροφὴ ὀφειλετῶν τοῦ Δημοσίου»...
§141Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Εἶναι εἰς ἄλλο μέρος.
§142ΑΛ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ. Δὲν ἠδυνήθην νὰ τὸ εὕρω... Λοιπὸν λέγω: Ὅταν ἦναι γνωστόν, καὶ ἠκούσατε, ὅτι ἐσχάτως ἐφυλακίσθησαν ὀφειλέται τοῦ Δημοσίου δι’ ἐλάχιστον ποσόν, τὸ ὁποῖον δὲν ἀνήρχετο οὔτε εἰς τὸ τρίτον, οὔτε εἰς τὸ τέταρτον τῶν ὅσα τὸ Δημόσιον ἐξώδευσε διὰ τὴν διατροφὴν αὐτῶν, θέλετε νὰ πιστεύσωμεν, ὅτι δὲν θὰ χρειασθῶμεν τοιαύτην δαπάνην; Ἀνέγνωσα, νομίζω, ὅτι ἐζητήσατε δι’ ἐγκυκλίου ἀπὸ τοὺς ταμίας καὶ λοιποὺς ὑπαλλήλους, ποῖα εἶναι τὰ ποσὰ τὰ ὀφειλόμενα ἀπὸ μικροὺς ὀφειλέτας ἕνεκα δικαστικῶν ἐξόδων ἢ ἄλλων, ὥστε νὰ ὑπολογίσητε, ἂν συμφέρει νὰ κρατῶνται αὐτοί, ἵνα μὴ ὑποστῇ τὸ Δημόσιον τὴν δαπάνην τῆς διατροφῆς των. Ἀλλὰ μέχρις ὅτου ἡ σκέψις ὑμῶν λάβῃ σάρκα καὶ ὀστᾶ καὶ γείνῃ νόμος, ἢ ἄλλο μέτρον διοικητικόν, ἂν δύνασθε νὰ τὸ λάβητε...
§143Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Εἰς τὴν σελίδα 58, κεφάλαιον 14, ἄρθρον 8, εὑρίσκετε: «Ἔξοδα διατροφῆς ὀφειλετῶν τοῦ Δημοσίου 45,000».
§144ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ. Μάλιστα. Ἀλλὰ τὸ ἔχετε καὶ πάλιν ἔλαττον τοῦ ὅ,τι ἦτο ἄλλοτε. Ἄλλοτε ἦτο μεῖζον ποσόν, καὶ τὸ ἠλαττώσατε.
§145Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Δὲν ἐξοδεύονται περισσότερα.
§146ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ. Εἶσθε βέβαιος;
§147Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Μάλιστα.
§148ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ. Νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι ἀκριβές. Εἶπον, ὅτι παντοῦ συστέλλονται τὰ ἔξοδα. Αὐτὸ θέλω νὰ ἀποδείξω. Ἔρχομαι ὅμως εἰς ἓν ἄλλο ἔξοδον. Βεβαίως ἐκεῖ θὰ ὁμολογήσητε, ὅτι θὰ ἦναι μεγαλειτέρα ἡ διαφορά: «Συνδρομὴ Δημοσίου πρὸς τοὺς δήμους ὑπὲρ τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως». Τὸ 1902 ὑπελογίζετε 1,000,000, ἀντὶ 950,000, αἱ ὁποῖαι ὑπελογίζοντο τὸ 1901. Ἀλλ’ ἐν τῇ ἀγορεύσει σας, ὅτε εἰσηγεῖσθε τὸν Προϋπολογισμόν, τί εἴπετε;
§149Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Ἄν μοὶ ἐπιτρέπητε, νὰ σᾶς ἀπαντήσω.
§150ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ. Ἐγὼ πάντοτε δέχομαι εὐχαρίστως διασαφήσεις.
§151ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐξ ἀριστερῶν). Αὔριον.
§152ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ. Εἶναι εἰς τὴν ἀγόρευσίν σας, ἐν σελίδι 13 (ἀναγινώσκει): «Προκειμένου, Κύριοι, περὶ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, δὲν δύναμαι νὰ μὴ ἐπιστήσω καὶ πάλιν τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς ἐπὶ τοῦ ἀτόπου, τὸ ὁποῖον συμβαίνει, νὰ δαπανᾷ τὸ Δημόσιον ὑπὲρ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως ὁλόκληρα ἑκατομμύρια, χωρὶς νὰ ἀντιλαμβάνηται, ὅτι δαπανᾷ ταῦτα. Οὕτω κατὰ τὴν 28 Φεβρουαρίου 1901, ὅτε ἔληγεν ἡ δημοτικὴ χρῆσις τοῦ 1900, οἱ δῆμοι ὤφειλον εἰς τὸ Δημόσιον ἐκ προκαταβολῶν διὰ τὴν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν δραχμὰς 7,116,053.89, καὶ τοῦτο ἐν διαστήματι πέντε ἐτῶν, ἤτοι κατὰ μέσον ὅρον τὸ Δημόσιον προκατέβαλεν ἀπὸ τοῦ 1896, ἐκτὸς τῆς διὰ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν χορηγουμένης συνδρομῆς, 1,423,210 δρ. κατ’ ἔτος. Ἂν δὲ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν, ὅτι κατὰ τὸ αὐτὸ χρονικὸν διάστημα τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐκκλησιαστικῶν ἐχορήγησεν εἰς τοὺς δήμους κατ’ ἔτος τὰ ἑξῆς ποσά: τὸ 1897 δρ. 873,546.40, τὸ 1898 δρ. 688,330.51, τὸ 1899 δραχ. 1,034,898.40, τὸ 1900 δρ. 979,205.35, δυνάμεθα ἀσφαλῶς νὰ εἴπωμεν, ὅτι τὸ Δημόσιον χορηγεῖ εἰς τὴν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ περὶ τὸ ἓν ἑκατομμύριον, καὶ διὰ τῶν χρηματιστικῶν λογαριασμῶν περὶ τὸ 1,400,000 καὶ περιπλέον...» Εἴπατέ μοι λοιπόν, κύριε Ὑπουργέ, ἀφοῦ σεῖς παραδέχεσθε κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον τὰς διὰ τῶν χρηματιστικῶν λογαριασμῶν προκαταβολὰς εἰς τοὺς δήμους, αἱ ὁποῖαι λέγονται κατ’ εὐφημισμὸν οὕτω, ἰδοὺ πῶς τὰς χαρακτηρίζετε. Δὲν θὰ σᾶς ἀναγνώσω τὸ ὅλον, ἀλλὰ τὸ συμπέρασμα (ἀναγινώσκει): «... Ἐλπίζω, ὅτι μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν ταύτην θὰ παύσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἰσχυριζόμενος, ὅτι αἱ προκαταβολαὶ εἰς τοὺς δημοδιδασκάλους, αἱ διδόμεναι ἀνεπιστρεπτί, δὲν εἶναι δαπάναι τοῦ Κράτους καὶ ὅτι καλῶς ἐγγράφονται ὡς ἐνεργητικὸν τοῦ Κράτους. Καὶ δὲν ἐννοῶ νὰ ἐπιβαρύνωμεν τὴν χρῆσιν τοῦ 1900 μὲ ὅλας αὐτὰς τὰς προκαταβολὰς, αἵτινες ἀνέρχονται εἰς δρ. 12,126,264, ἀλλὰ βεβαίως πρέπει νὰ ἐπιβαρυνθῇ ἡ χρῆσις τοῦ 1900 μὲ τὰς προκαταβολὰς τὰς γενομένας ἐντὸς τῆς χρήσεως, καὶ οὕτω προσθέτω ἐκ τοῦ λόγου τούτου εἰς τὰ ἔξοδα τοῦ 1900 δρ. 1,500,000.»
§153Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Καὶ χάριν τούτου ὑπέβαλον νομοσχέδιον.
§154ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ. Πολὺ καλά. Ἀφοῦ ὑμεῖς παραδέχεσθε, καὶ ὀρθῶς, ὅτι αἱ δαπάναι αἱ διδόμεναι ὑπὸ τύπον προκαταβολῶν δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο, παρὰ δαπάναι τακτικαί, διότι εἶναι προκαταβολαὶ ἀνεπιστρεπτὶ διδόμεναι εἰς τοὺς δήμους, καὶ παραδέχεσθε, ὅτι πρέπει νὰ ἐπιβαρύνουν τὴν χρῆσιν ἐκείνην, κατὰ τὴν ὁποίαν δίδονται, πῶς σεῖς προβλέπετε εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1902 μόνον ἓν ἑκατομμύριον ὡς συνδρομήν, δὲν κάμνετε δὲ καμμίαν πρόβλεψιν διὰ τὴν συνδρομὴν τὴν ἔκτακτον,—διὰ νὰ τὴν ὀνομάσω οὕτω—τὴν ὁποίαν θ’ ἀναγκασθῆτε νὰ κάμητε; Εἶναι ἀληθές, ὅτι ὑπεβάλετε ἓν νομοσχέδιον τὴν 7 Μαρτίου, ἀλλὰ μήπως διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου νομίζετε, ὅτι θεραπεύεται ἡ ἀνάγκη αὕτη; Ὄχι. Καὶ θὰ σᾶς τὸ ἀποδείξω...
§155Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Ὅταν συζητηθῇ τὸ νομοσχέδιον, τότε θὰ ἴδωμεν.
§156ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ. Δὲν θὰ συζητήσω τὸ νομοσχέδιον· θὰ θίξω μόνον τὸ μέρος τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ἔχον σχέσιν πρὸ τὸν Προϋπολογισμόν, διότι παραδέχομαι πρὸς στιγμὴν, ὅτι ἔχει ἀκριβῶς, καὶ θὰ ἐκτελεσθῶσι κατὰ γράμμα ὅσα λέγετε. Προβλέπετε δαπάνην 500,000 δραχμῶν, καὶ ποῦ εἶναι ἡ πίστωσις ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ:
§157Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Ὅταν συζητηθῇ τὸ νομοσχέδιον, θὰ τὸ εἴπω.
§158ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ. Λέγω λοιπόν, ὅτι ὑμεῖς, ὑποβαλόντες τὸν Προϋπολογισμόν, δὲν εἴχετε τότε ὑπ’ ὄψιν τὸ νομοσχέδιον, διότι τὸ ὑπεβάλετε τὴν 7 Μαρτίου. Ὑποβαλόντες λοιπὸν τὸν Προϋπολογισμόν, περιωρίζετε τὴν πίστωσιν τοῦ Δημοσίου εἰς 1 ἑκατομμύριον. Λοιπὸν δύνασθε νὰ μοὶ εἴπητε, ὅτι εἴχετε σκοπὸν νὰ κλείσητε τὰ ταμεῖα εἰς τοὺς δήμους ἐκείνους, εἰς τοὺς ὁποίους τὸ Δημόσιον ἔδιδε μέχρι σήμερον 1,400,000 κατὰ μέσον ὅρον, καὶ νὰ μὴ τοῖς δώσητε τίποτε; Ὄχι. Ἔπρεπε λοιπόν, διὰ νὰ ἦσθε συνεπὴς πρὸς τὴν θεωρίαν σας, νὰ ἀναγράψητε πίστωσιν ἀνάλογον.
§159Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Ἐὰν ὁ νόμος δὲν μοὶ τὸ ἐπιτρέπῃ, δὲν ἠμπορῶ νὰ τὸ κάμω.
§160ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ. Λοιπὸν δυοῖν θάτερον· ἢ εἶσθε συνεπὴς, καὶ ἔπρεπε ν’ ἀναγράψητε ἀνάλογον πίστωσιν ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ἑτοιμαζομένου νομοσχεδίου, ἢ θέλετε νὰ ὑποπέσητε καὶ ὑμεῖς εἰς ἐκεῖνο, διὰ τὸ ὁποῖον ἐκατηγορεῖτε τὸν προκάτοχόν σας, ὅτε τῷ ἐλέγετε, ὅτι αὐταὶ εἶναι «προκαταβολαὶ ἀνεπιστρεπτὶ διδόμεναι», καὶ ἠπορεῖτε, πῶς δὲν τὰς εἶχεν ἀναγράψει εἰς τὴν χρῆσιν, διὰ τὴν ὁποίαν ἐδόθησαν...
§161Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Δὲν ἔλεγον αὐτά, ἔλεγον ὅτι δὲν τὰς λαμβάνει ὑπ’ ὄψιν.
§162ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ. Ὑποθέτω, ὅτι, ὅταν λέγητε ὅτι δὲν τὰς λαμβάνει ὑπ’ ὄψιν, δὲν ἐννοεῖτε, ὅτι δὲν τὰς ἐνθυμεῖται. Ἀλλὰ τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ὑπεβάλετε, καὶ ἂν ψηφισθῇ ἀκόμη ἐντὸς τοῦ Μαρτίου, δὲν δύναται νὰ ἔχῃ ἀναδρομικὴν δύναμιν, καὶ ἀφοῦ δὲν δύναται νὰ ἰσχύῃ διὰ τὰ πρὸ αὐτοῦ, τὸν Ἰανουάριον, τὸν Φεβρουάριον, τὸν Μάρτιον, ἤτοι τὸ τέταρτον τοῦ ἔτους, γίνονται αὐταὶ αἱ δαπάναι. Καί, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, εἶναι 350,000 δραχμαί, αἱ ὁποῖαι θὰ ἦναι ἐπὶ πλέον, καὶ ἰδοὺ λοιπὸν ἓν ποσόν, τὸ ὁποῖον δὲν προβλέπετε εἰς τὰ ἔξοδα, καὶ θὰ ἐπιβαρύνῃ κατ’ ἀνάγκην τὸν Προϋπολογισμόν. Ἔχομεν καὶ ἄλλα κονδύλια, τὰ ὁποῖα θὰ σᾶς ἀποδείξω, τὰ ὁποῖα εἶναι ἴσως μικροτέρας σημασίας, ἀλλὰ καὶ αὐτὰ δεικνύουν πάντως τὴν τάσιν, τὴν ὁποίαν παρατηρῶ, ὅτι ἀκολουθεῖτε εἰς τὸν Προϋπολογισμόν, νὰ μὴ ἀναγράφητε τὰς ἀναγκαίας προβλέψεις, ἐνῷ εἰς πολλὰ τοιαῦτα κατὰ τὸ 1901 ἔχετε ἀναπληρωματικὰς πιστώσεις, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἠδύνασθε νὰ στηριχθῆτε, ἵνα ἀναγράψητε τὰς πραγματικὰς πιστώσεις. Ἔχετε τὴν βεβαίωσιν τοῦ ἐγγείου φόρου. Τὸ 1901 ἐζητήθη διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ πίστωσις 56,000 δραχμῶν· ἐζητήθησαν ἀναπληρωματικαὶ πιστώσεις 18,000 καὶ 8,500, ἤτοι 26,500 δραχμῶν ἐπὶ 56,000· τὸ ὅλον λοιπὸν ἔφθασεν ἡ δαπάνη διὰ τὸ 1901 εἰς 82,500 δραχμάς. Ὑμεῖς διὰ τὸ 1902 τί ζητεῖτε; Ἐλαττοῦτε καὶ τὴν ἀρχικὴν πίστωσιν τοῦ 1901 ἀπὸ 56,000 εἰς 48,000.
§163Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Διότι εἶναι δαπάναι, αἱ ὁποῖαι δὲν ἐπαναλαμβάνονται κατὰ τὸ 1902.
§164ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ. Πῶς δὲν ἐπαναλαμβάνονται;
§165Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Εἶναι π.χ. ἡ καταμέτρησις τῶν ἀμπέλων, ἡ ὁποία ἐγένετο.
§166ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ. Ὅτε ὑπεβάλετε τὸν Προϋπολογισμόν, δὲν εἴχετε ὑπ’ ὄψιν, ὅτι θὰ ζητήσητε τὴν κατάργησιν τοῦ στρεμματικοῦ φόρου τῶν ἀμπέλων.
§167Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Δὲ πρόκειται περὶ καταργήσεως.
§168ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐξ ἀριστερῶν). Δὲν εἶναι συζήτησις αὐτή, κύριε Πρόεδρε! Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἂς ὁμιλήσῃ κατόπιν, ἵνα τὰ ἀναιρέσῃ.
§169ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ. Ἔχετε «ἔξοδα ὑπηρεσίας καπνοῦ». Τὸ 1901 εἶχον προϋπολογίσει 20,000· ἐζητήθη ἀναπληρωματικὴ πίστωσις 22,000 δραχμῶν, ἤτοι τὸ ὅλον δρ. 42,000. Σεῖς διὰ τὸ 1902 τί ζητεῖτε; μόνον 5,000. Ἔχετε καὶ εἰς τὰ τελωνεῖα μίαν ἐλάττωσιν ἐκ τῶν 14 θέσεων τελωνοφυλάκων. Οἱ τελωνοφύλακες αὐτοὶ δὲν θὰ διορισθῶσιν; Ὁ κ. εἰσηγητὴς τῆς πλειονοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς, ὅτε ὡμίλει ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, εἰς παρατήρησιν ἑτέρου συναδέλφου ἔλεγεν, ὅτι αἱ δαπάναι τῶν τελωνείων αὐξάνουσιν ἀναλόγως τῶν εἰσπράξεων. Ἀλλ’ ἀφοῦ προβλέπετε μεγαλειτέρας εἰσπράξεις, πῶς θέλετε νὰ ἦναι πιθανὸν ὅτι θὰ δαπανήσητε ὀλιγώτερα; Μὲ ποῖα ὄργανα θὰ ἐκτελέσητε τὴν ὑπηρεσίαν τῆς τελωνοφυλακῆς; Εἶναι καὶ ἓν ἄλλο ἔξοδον, τοῦ ὁποίου ἡ μὴ ἀναγραφὴ ὑποθέτω, ὅτι εἶναι παράβλεψις. Κατὰ τὸν νόμον ΒΧϞΔʹ, ὁ ὁποῖος ἐψηφίσθη τὸ 1900, ἀνέλαβε τὸ Δημόσιον τὰ δικαιώματα τοῦ στατῆρος, καὶ κατὰ τὸ 11 ἄρθρον αὐτοῦ ἀποδίδονται εἰς τὸν δῆμον Πειραιῶς ὅσα εἰσπράττει τὸ Δημόσιον, ὑπὲρ τὰς 100,000 δραχμάς. Τὸ 1901 ὁ φόρος αὐτὸς ἐνοικιάσθη ἀντὶ δραχ. 129,125, καὶ ἑπομένως τὴν 23 Ἰανουαρίου ἐζητήσατε ἀναπληρωματικὴν πίστωσιν 29,125 δραχμῶν, ἵνα τὰς ἐπιστρέψητε εἰς τὸν δῆμον Πειραιῶς. Τὸ 1902 δὲν ἔχετε καμμίαν πρόβλεψιν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ· βεβαίως εἶναι παράβλεψις, διότι καὶ τὸ 1902 ἐνοικιάσθη ὁ φόρος τοῦ στατῆρος Πειραιῶς, καὶ ἑπομένως τὸ Δημόσιον ὀφείλει νὰ τὸν ἐπιστρέψῃ. Ἰδοὺ λοιπὸν καὶ ἕτερον ποσόν, τὸ ὁποῖον θ’ ἀναγκασθῆτε νὰ προσθέσητε εἰς τὰ ἔξοδα, καὶ περὶ τοῦ ὁποίου οὐδεμία ὑπάρχει πρόβλεψις ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ σας. Βλέπετε ὅτι δὲν ἐκτείνομαι εἰς λεπτομερείας, ἀλλ’ εἰς γενικὰς μόνον γραμμάς, ἵνα μὴ σᾶς κουράσω. Ἔρχομαι ἤδη εἰς τὰ Ὑπουργεῖα, τὰ ὁποῖα ἔχουν μεγαλειτέρας διαφοράς. Εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν παρατηρῶ, ὅτι, ἐνῷ αἱ πιστώσεις, αἱ διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1901 δοθεῖσαι, διὰ τῶν ἀναπληρωματικῶν πιστώσεων αὐξάνουσιν, ὑμεῖς ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1902 ὄχι μόνον δὲν ἐγγράφετε ἐκείνας τὰς ποσότητας, αἵτινες ἐνεδείχθησαν ὑπὸ τῶν πραγμάτων, ἀλλὰ καὶ τὰς ἐλαττοῦτε. Ἐν παραδείγματι, ἐν τῷ κεφαλαίῳ Ιʹ ἄρθρ. 1, «μισθοὶ ἀξιωματικῶν», τὸ 1901 προϋπελογίσθησαν δρ. 739,286, καὶ ἀναπληρωματικὴ πίστωσις 69,000, ἐν ὅλῳ 808,286· ὑμεῖς τὸ 1902 προϋπελογίζετε 780,000 μόνον, τουτέστιν 28,286 ἐπὶ ἔλαττον. Ἐν τῷ ἰδίῳ κεφαλαίῳ, ἄρθρ. 3, «μισθοὶ ναυτῶν», τὸ 1901 προϋπελογίσθησαν δρ. 687,352, καὶ ἀναπληρωματικὴ πίστωσις δρ. 49,000, τὸ ὅλον δρ. 736,352· σεῖς ζητεῖτε μόνον δρ. 721,112, ἤτοι κατὰ 15,240 ἔλαττον. Ἀλλὰ θέλετε νὰ σᾶς εἴπω, πῶς ἔφθασεν ὁ Προϋπολογισμὸς εἰς αὐτὰ τὰ ἀποτελέσματα; Ἐπὶ τῶν 778,886 ἐκπίπτονται λόγῳ ἀδειῶν καὶ κενῶν θέσεων δρ. 39,600, αἵτινες παριστῶσι τὸ 5%. Ἐφέτος προϋπολογίζεται μὲν τὸ ἴδιον κονδύλιον «μισθοὶ ἀξιωματικῶν» εἰς 962,537 δραχμὰς, ἀλλ’ ἐκπίπτονται λόγῳ κενῶν θέσεων καὶ ἀδειῶν δρ. 182,527, ἤτοι 19 ἢ σχεδὸν 20%, ἤτοι τὸ ⅕ τοῦ ὅλου. Ἐκπίπτεται τὸ ποσὸν τοῦτο, ὑπολογιζομένου ὅτι θὰ μείνῃ ἀχρησιμοποίητον λόγῳ ἀδειῶν καὶ κενῶν θέσεων. (Κεφάλαιον Ιʹ, ἄρθρον 1, σελὶς 374). Κάμνω ἕνα ὑπολογισμὸν ἁπλούστερον. Ὑπολογίζετε, ὅτι ἐπὶ 5 ἀξιωματικῶν ὁ εἷς ἢ θὰ ἦναι διαρκῶς εἰς ἄδειαν, ἢ θὰ ἦναι κενὴ ἡ θέσις του. Ἀλλὰ νομίζετε εὔκολον νὰ πιστεύσῃ τις, ὅτι ἐπὶ 5 ἀξιωματικῶν ὁ εἷς θὰ ἦναι διαρκῶς ἐν ἀδείᾳ, ἢ θὰ ἦναι κενὴ ἡ θέσις του; Ἀλλ’ ἔρχομαι εἰς τὰς τροφὰς (κεφάλαιον ΙΔʹ, ἄρθρον 2, σελὶς 378). Τὸ 1901 προϋπελογίζετο ποσὸν δρ. 1,019,939, ἐξεπίπτοντο λόγῳ κενῶν θέσεων καὶ ἀδειῶν δρ. 74,091, δηλ. 7½%, καὶ ἔμενον 945,847· ἐζητήσατε δὲ τὴν 31 Ἰανουαρίου ἀναπληρωματικὴν πίστωσιν δραχ. 39,500· ὥστε ἀνῆλθε τὸ ποσὸν εἰς δρ. 985,347. Τὸ 1902 προϋπολογίζετε 1,127,250, ἀλλὰ πάλιν διὰ τοῦ αὐτοῦ τρόπου ἐκπίπτετε λόγῳ κενῶν θέσεων καὶ ἀδειῶν δρ. 161,360, ἐκπίπτετε δηλ. τὸ διπλοῦν ἀπὸ ὅ,τι ἐξεπίπτετο πέρυσι, τουτέστι 15%, καὶ οὕτω φθάνομεν εἰς συμπέρασμα 965,890, ἔλαττον δηλ. τοῦ περυσινοῦ κατὰ 20,000 περίπου. Ἀλλ’ εἶναι πιθανὸν, ὅτι θὰ ἔχωμεν λόγῳ ἀδειῶν καὶ κενῶν θέσεων 15%, ἐνῷ πέρυσιν ἦτο μόνον 7½%; Ἔρχομαι καὶ εἰς τοὺς γαιάνθρακας. Τὸ 1901 προϋπελογίσατε 390,500 δραχμὰς, ἐζητήσατε ἀναπληρωματικὰς πιστώσεις δρ. 33,500, ἤτοι ἐν ὅλῳ 424,000. Ἐφέτος προϋπολογίζετε 357,000, ἤτοι προϋπολογίζετε 67,000 κάτω τῆς περυσινῆς χρήσεως. Μήπως δὲν θὰ γείνῃ ἡ ἰδία χρῆσις τῶν πλοίων, οἱ ἴδιοι πλόες, ἡ ἰδία ὑπηρεσία;
§170Ν. ΛΕΩΝΙΔΑΣ. Τὸ συνάλλαγμα;
§171ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ. Εἶναι τὸ αὐτὸ περίπου.
§172Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι εὐθηνότερον.
§173ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ. Ἡ διαφορὰ τῆς τιμῆς τῶν γαιανθράκων εἶναι ὑπολογισμένη. Ἔρχομαι εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν. Κεφάλαιον δεύτερον, ἄρθρον 1. «Μηχανικόν. Μισθοὶ ἀξιωματικῶν». Τὸ 1901 εἶχε πίστωσιν 310,000, καὶ ἀναπληρωματικὴν 12,000, τὸ ὅλον 322,000· ἐφέτος ὑπολογίζετε μόνον 310,000 δρ. Κεφάλαιον 3, ἄρθρον 1. «Πυροβολικόν. Μισθοὶ ἀξιωματικῶν.» Ὑπολογίζετε, ἀντὶ τῶν 692,500 τοῦ 1901, δρ. 675,000 ἐφέτος. Διὰ μισθὸν τῶν στρατιωτῶν τοῦ πυροβολικοῦ (ἄρθρον 3) κατὰ τὸ 1901 ἐζητήθησαν δραχμαὶ 210,000, ἀναπληρωματικὴ δὲ πίστωσις 63,000, ἤτοι τὸ ὅλον δραχ. 273,000· ἐφέτος ζητεῖτε 210,000, ἤτοι κατώτερον ποσόν. «Πεζικόν. (κεφάλ. 5, ἄρθρον 3.) Μισθοὶ στρατιωτῶν.» Τὸ 1901 ἐζητήθη πίστωσις 1,320,000, ἀναπληρωματικὴ δὲ 324,000, ἤτοι ἐν ὅλῳ δρ. 1,644,000· διὰ τὸ 1902 ζητεῖτε μόνον 1,320,000 δραχμάς. Καὶ διὰ νὰ μὴ σᾶς κουράσω ἐπὶ πλέον, εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν ὑπελόγισα, ὅτι ἡ διαφορὰ τῶν ὑπολογιζομένων ἐφέτος ἐν συγκρίσει πρὸς τὰ προϋπολογιζόμενα τὸ 1901 μετὰ τῶν ἀναπληρωματικῶν πιστώσεων εἶναι 931,000 δρ. Νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι πιθανὸν τὰ ἔξοδα νὰ περιορισθῶσιν εἰς ὅσα ὑμεῖς τὰ προϋπελογίσατε. Ἐγὼ, κύριοι Βουλευταὶ, θὰ ἐσταμάτων μέχρις ἐνταῦθα, μὴ ἐπιθυμῶν νὰ σᾶς κουράσω, ἐπαναλαμβάνων τὰ αὐτὰ πράγματα. Ἀλλ’ ὁ κ. εἰσηγητὴς τῆς πλειονοψηφίας, ὅτε ὡμίλησεν, ὑποστηρίζων τὸν Προϋπολογισμὸν, ἐνόμισε δέον νὰ ποιήσηται ἀναδρομὴν πρὸς τὰ παρελθόντα. Καὶ εἶπε πρὸς τὴν Βουλήν: «Μᾶς λέγουν, Κύριοι, ὅτι ηὐξήσαμεν τὸν Προϋπολογισμόν, ἐν συγκρίσει πρὸς τὸ 1896, κατὰ 14 ἢ 15 ἑκατομμύρια...»· καὶ μετ’ εὐστροφίας θαυμαστῆς περὶ τοὺς ἀριθμοὺς ὁ ἐξ Ἑρμιονίδος κ. συνάδελφος ἐπλησίαζε νὰ ἰσχυρισθῇ, ὅτι ὄχι μόνον ἡ χρῆσις τοῦ 1901 — διότι τὴν τοῦ 1902 ἐν παρόδῳ ἐμνημόνευσε, καθότι εἶναι ἡ αὐτὴ περίπου πρὸς τὴν τοῦ 1901 — δὲν εἶναι δαπανηροτέρα, ἀλλ’ ὅτι εἶναι καὶ οἰκονομικωτέρα· ἐζήτησε δηλαδή, κατὰ τὸ κοινὸν λόγιον, καὶ ῥέστα ἀπὸ τὸ 1896, ἐν συγκρίσει πρὸς τὸ 1901! Ἐγὼ δὲν ἐσκόπουν νὰ ἀναδράμω εἰς τὸ παρελθόν, διότι ἔκαμα τοιαύτην σύγκρισιν πέρυσι, καὶ δὲν ἐπεθύμουν νὰ ἐπαναλάβω τὰ ἴδια· πραγματικῶς δὲ εἰς τὰ καθέκαστα δὲν θὰ ἐπανέλθω. Εὑρίσκομαι ὅμως εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ κάμω καὶ ἐγὼ μικρὰν σύγκρισιν. Καὶ λαμβάνω τὸ 1895 καὶ 1896 καὶ τὸ 1901 καὶ 1902...
§174Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ὡς ὅρος συγκρίσεως δύναται νὰ ληφθῇ τὸ 1900, ὄχι τὸ 1901· ἐκεῖ ὑπάρχει ἀπολογισμὸς, ἀλλ’ ὄχι καὶ εἰς τὸ 1901.
§175ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ. Ἡ διαφορὰ δὲν θὰ ἦναι μεγάλη. Ἐν τούτοις ὅμως παραβάλλω τοὺς Προϋπολογισμοὺς τοῦ 1895 καὶ 1896. Τὸ 1895 ἐπὶ προϋπολογισμοῦ ἐσόδων δρ. 93,461,348 εἰσεπράχθησαν πράγματι 94,657,065. Τὰ ἔξοδα προϋπελογίσθησαν εἰς δρ. 97,798,942, ἐδαπανήθησαν δὲ 91,641,967. Ἐπὶ τῶν ἐξόδων τῶν 97,798,942 τὸ δημόσιον χρέος ἀνήρχετο εἰς 22,636,168, ἐπὶ δὲ τῶν 91,641,967, τῶν πραγματικῶς δαπανηθέντων, τὸ δημόσιον χρέος ἀνήρχετο εἰς 22,472,177· ὥστε τὸ 1895 ἐπὶ προϋπολογισμοῦ ἐξόδων 97,000,000 περίπου, ἀφαιρέσει τοῦ δημοσίου χρέους εἴχομεν διὰ τὰς ὑπολοίπους ὑπηρεσίας τοῦ Κράτους προϋπολογισμὸν 75,162,774, ἐδαπανήθησαν δὲ 69,169,790. Τὸ 1896, ἐπὶ 95,262,196 ἐσόδων προϋπολογισμένων, εἰσεπράχθησαν 96,931,726· τὰ ἔξοδα δὲ προϋπελογίσθησαν εἰς 98,986,340, ἐδαπανήθησαν δὲ 90,890,607. Ἐπὶ τοῦ ποσοῦ τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν δρ. 98,986,340 τὸ δημόσιον χρέος ἀπερρόφα 23,595,208, οὕτω δ’ ἔμενε προϋπολογισμένον διὰ τὰς λοιπὰς χρήσεις ποσὸν 75,391,132· ἐπὶ δὲ τῶν πραγματικῶν δαπανῶν 90,890,607 δραχμῶν τὸ δημόσιον χρέος ἀπερρόφησεν 23,216,425. Ἐγένοντο λοιπὸν δαπάναι πραγματικαὶ 67,674,182 διὰ τὰς ὑπολοίπους χρείας. Ἔρχομαι εἰς τὸ 1901 καὶ 1902. Τὸ 1901, ἐπὶ Προϋπολογισμοῦ 114,932,701, τὸ δημόσιον χρέος προϋπελογίσθη εἰς 32,344,624, οὕτω δ’ ἔμεινε διὰ τὰς ὑπολοίπους χρείας δρ. 82,538,077. Τὸ 1902, ἐπὶ Προϋπολογισμοῦ 116,471,066, μετὰ τὰς δηλώσεις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν τὸ δημόσιον χρέος προϋπολογίζεται εἰς 32,198,088, ὥστε μένει διὰ τὰς ὑπολοίπους ἀνάγκας ποσὸν 83,922,348. Βλέπετε ποία ἡ διαφορὰ μεταξὺ τῶν 75 ἑκατομμυρίων περίπου τοῦ 1895 καὶ 75,391,000 τοῦ 1896 πρὸς τὰ 82,508,000 τοῦ 1901, καὶ 83,922,348 τοῦ 1902...
§176Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀπὸ τὰ 98 ἑκατομμύρια δὲν ἀφῃρέσατε...
§177ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ. Τὸ εἶπον καθαρά, καὶ τὸ ἐπαναλαμβάνω: Προϋπολογισμὸς ἐξόδων τοῦ ἔτους 1895 δραχμαὶ 97,798,942, δημόσιον χρέος δραχ. 22,636,168, ὑπόλοιπον δραχ. 75,162,774 διὰ τὰς λοιπὰς ἀνάγκας. Τὸ 1896, προϋπολογισμὸς ἐξόδων δρ. 98,986,340, δημόσιον χρέος δραχ. 23,595,208, ὑπόλοιπον διὰ τὰς λοιπὰς ἀνάγκας δραχμαὶ 75,391,132...
§178Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Εἴπετε 67,000,000.
§179ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ. Ὄχι. Προσπαθῶ νὰ ἦμαι ὅσον τὸ δυνατὸν σαφὴς καὶ ἀκριβής... Τὸ 1901 προϋπολογισμὸς ἐξόδων 114,932,701, δημόσιον χρέος 32,344,624, ὑπόλοιπον διὰ τὰς ἄλλας χρείας 82,538,077.
§180ΑΛΕΞ. Θ. ΖΑΙΜΗΣ (Πρωθυπουργός). Διαφορὰ 7 ἑκατομμυρίων.
§181ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ. Τὸ 1902 προϋπολογισμὸς δαπανῶν 116,471,066, δημόσιον χρέος 32,198,088, ὑπόλοιπον διὰ τὰς ἄλλας ἀνάγκας 83,922,348. Αὐτοὶ εἶναι λοιπὸν οἱ Προϋπολογισμοὶ τῶν ἐτῶν αὐτῶν. Ἐγὼ δὲν ἀναφέρω τὰς δαπάνας, αἵτινες ἐγένοντο εἰς τὰ καθέκαστα ἐν τοῖς Ὑπουργείοις· ἐξετάζω μόνον τὰς δι’ ἀναγκαῖα καὶ χρήσιμα ἔργα δαπάνας, καὶ ὡς τοιαύτας ἀναφέρω τὰς διὰ τὰ δημόσια ἔργα γενομένας. Κατὰ τὸ 1895, ἐπὶ προϋπολογιζομένων διὰ τὰς λοιπὰς ἀνάγκας 75,162,774, ἐξ ὧν πραγματικῶς ἐδαπανήθησαν μόνον 69,169,790, διὰ τὰ δημόσια ἔργα διετέθησαν δρ. 925,703, δι’ ὑδραυλικὰ ἔργα δρ. 823,980, διὰ συντήρησιν ὁδῶν, ἀνακαίνισιν καὶ κατασκευὴν, ἤτοι δι’ ὁδοποιΐαν 2,701,336, τουτέστιν ἐδαπανήθησαν 4,451,019 ἐπὶ πραγματικῆς δαπάνης 69,169,790. Τὸ 1896 ἐπὶ προϋπολογιζομένων διὰ τὰς λοιπὰς ἀνάγκας, ἐκτὸς τοῦ δημοσίου χρέους, δραχμῶν 75,391,132, πραγματικῶς δὲ δαπανηθεισῶν μόνον 67,674,182, διετέθησαν εἰς δημόσια ἔργα 1,009,295, εἰς ὑδραυλικὰ ἔργα καὶ κτίρια τῶν διαφόρων Ὑπουργείων 875,860, εἰς ὁδοποιΐαν ἐν γένει 3,145,000, ἤτοι ἐν ὅλῳ 5,030,155...
§182Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Καὶ ἓν ἑκατομμύριον τοῦ Σιδηροδρόμου γίνονται 6 ἑκατομμύρια.
§183ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ. Τὴν δαπάνην αὐτὴν, δηλ. τοῦ ἑνὸς ἑκατομμυρίου δανείου εἰς τὸν Σιδηρόδρομον Πελοποννήσου, θ’ ἀνακτήσῃ τὸ Δημόσιον, ἐνῷ τὰς δαπάνας διὰ τὴν κατασκευὴν ὁδῶν κλπ. δὲν θὰ τὰς ἀναλάβῃ.
§184Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία, ὅτι, ἂν ὁ Προϋπολογισμὸς δὲν ἐπεβαρύνετο μὲ τὸ ἑκατομμύριον αὐτὸ τοῦ Σιδηροδρόμου, ἠδύνατο τὸ ἑκατομμύριον αὐτὸ νὰ δαπανηθῇ πρὸς ἔργα ὁδοποιΐας, καὶ τότε ἐπεβάλλετο, ἐν συγκρίσει πρὸς τὰ δαπανηθέντα κατ’ ἄλλα ἔτη, νὰ εἴπωμεν, ὅτι ἐδαπανήθησαν τὸ 1901 περισσότερα εἰς δημόσια ἔργα.
§185ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ. Ἀλλ’ ἔρχομαι εἰς τὸ δεύτερον, εἰς τὸ ὁποῖον ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν δὲν θὰ εἶχεν αὐτὴν τὴν φαινομενικὴν παρατήρησιν, τὴν ὁποίαν μοὶ ἔκαμεν ὁ ἀξιότιμος φίλος μου κ. Θεοτόκης. Διὰ τὸ 1902 ἐπὶ προϋπολογισμοῦ ἐξόδων 116,471,066 τὸ δημόσιον χρέος ἀπορροφᾷ 32,198,088, ἤτοι μένουν σχεδὸν 84 ἑκατομμύρια. Ἐκ αὐτῶν τί, νομίζετε, προβλέπει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν διὰ τὰς χρείας, τὰς ὁποίας ἀνέφερα; (δημόσια ἔργα, κτίρια τῶν διαφόρων Ὑπουργείων, ὑδραυλικά, συντήρησιν ὁδῶν κλπ.) 5,327,978, δηλ. 200,000 ἐπὶ πλέον τῶν τοῦ 1901...
§186Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἔχομεν πάλιν τὸ ἓν ἑκατομμύριον.
§187ΕΜΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Ἐκτὸς τούτου, περιλαμβάνονται εἰς τὰ ἔξοδα καὶ 2,000,000 δι’ ἀπόδοσιν δανείου ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, τὰ ὁποῖα πρέπει ν’ ἀφαιρεθῶσιν, ἵνα καθαρισθῇ τὸ ὑπόλοιπον καθαρὸν ἔξοδον. Εἶναι δὲ καὶ ἄλλα ἀκόμη ἔξοδα ν’ ἀφαιρεθῶσι.
§188ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ. Ἐγὼ δὲν εἰσέρχομαι εἰς τὰς λεπτομερείας. Ἐγὼ ἠθέλησα νὰ εἴπω εἰς ὑμᾶς, ὅτι μὲ ποσὸν δραχ. 75 ἑκατομμυρίων προϋπολογισμένον εἰς τὰ 1895, ἢ εἰς τὰ 1896, πράγματι δὲ μὲ 69 ἑκατομμύρια δαπανηθέντα πραγματικῶς εἰς τὰ 1895, καὶ 67 ἑκατομμύρια δαπανηθέντα εἰς τὰ 1896, ἐγένετο δαπάνη διὰ χρήσιμα ἔργα ὁδοποιΐας κλπ. 4,451,000 δραχ. τὸ 1895, καὶ 5,030,000 τὸ 1896, ἐνῷ τὸ 1902 ἐπὶ Προϋπολογισμοῦ 84 ἑκατομμυρίων διὰ τὰς ἰδίας ἀνάγκας δὲν προβλέπονται παρὰ μόνον 5,327,000. Καὶ θὰ ὁμολογήσητε, ὅτι εἶναι διαφορὰ σπουδαία· διότι, ὅταν ἔχετε νὰ δαπανήσητε 67,674,182 τὸ 1896, καὶ διαθέτετε διὰ μίαν ὡρισμένην χρῆσιν 5,030,155, εἶναι πολὺ περισσότερα ταῦτα, παρὰ ὅταν διὰ τὸ 1901 προβλέπετε δαπάνας 82,588,077, ἐξ ὧν διὰ τὰ δημόσια ἔργα δρ. 5,121,756, διὰ δὲ τὸ 1902 προβλέπετε δαπάνας δραχ. 83,922,348, καὶ διαθέτετε δαπάνην διὰ τὰ αὐτὰ δημόσια ἔργα 5,327,978. Δὲν ἐπεθύμουν, Κύριοι, νὰ κάμω τὴν παρέκβασιν, ἀλλ’ ἔκαμα αὐτὴν ἀναγκασθεὶς ἀπὸ τὸν κ. ἐξ Ἑρμιονίδος συνάδελφον, ὁ ὁποῖος ἤθελε νὰ εἴπῃ, ὅτι ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1901 εἶναι οἰκονομικώτερος ἀκόμη καὶ ἐκείνου τοῦ 1896. Καὶ λέγω, χωρὶς νὰ εἰσέλθω εἰς λεπτομερείας, ὅτι ὁ λαὸς πληρώνει 20 ἑκατομμύρια περιπλέον τώρα, παρ’ ὅ,τι ἐπλήρωνεν εἰς τὰ 1896. Τί δ’ ἔχει ἀπέναντι αὐτῶν τῶν ἑκατομμυρίων, τὰ ὁποῖα πληρώνει ἐπὶ πλέον; Τοῦ ἐκάματε δρόμους, γεφύρας, ἢ ἄλλα δημόσια ἔργα περισσότερα; Ἀλλὰ μοὶ ἀνεφέρατε, ὅτι ηὐξήθησαν αἱ συντάξεις καὶ τὰ λοιπὰ κονδύλια. Καὶ μήπως ἡ αὔξησις τῶν συντάξεων δὲν εἶναι τουλάχιστον ἐν μέρει ἀποτέλεσμα συστήματος οὐχὶ τόσον φειδωλοῦ, ὅσον ἦτο ἄλλοτε; Ἀλλ’ ὁ ἐξ Ἑρμιονίδος κ. συνάδελφος μᾶς εἶπε: «Διατὶ προσάπτετε μομφὴν εἰς τὴν χρῆσιν τοῦ 1900 καὶ 1901; Δὲν βλέπετε, ὅτι τὸ γόητρον τῆς Ἑλλάδος ηὔξησεν;» Ἀλλὰ ποῦ εἶδεν ὁ κ. Βουλευτὴς τὸ γόητρον τῆς Ἑλλάδος αὐξανόμενον; Εἶδεν αὐτὸ εἰς τὴν δημοσίαν τάξιν ἐν τῷ ἐσωτερικῷ, τῆς ὁποίας καθ’ ἡμέραν ἀκούετε τὴν ἐλεεινὴν κατάστασιν, ἣν οὐδὲ οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ δύνανται νὰ διαψεύσωσιν; ἢ μήπως τὸ εἶδεν αὐξανόμενον, στρέφων τὰ βλέμματά του πρὸς τὰ ἔξω; Δὲν πιστεύω νὰ ἦναι ὡς πρὸς τοῦτο σύμφωνοι οἱ συμπολῖταί του, οἱ ὁποῖοι αἰσθάνονται περισσότερον παντὸς ἄλλου ποία αὐτὴ ἡ αὔξησις τοῦ γοήτρου εἰς τὸ ἐξωτερικὸν, διότι βλάπτονται διὰ τῆς ἀπαγορεύσεως τῆς σπογγαλιείας, τὴν ὁποίαν ἀπαγόρευσιν δὲν κατώρθωσε νὰ ἀναστείλῃ αὐτὸ τὸ γόητρον. Εἶμαι περίεργος νὰ ἴδω, τί θὰ τοὺς λέγῃ ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, ὅταν, ἐπανερχόμενος εἰς τὴν πατρίδα του, ἐὰν τοὺς ὁμιλήσῃ περὶ γοήτρου, θ’ ἀκούσῃ ἐκείνους νὰ τῷ ἀπαντῶσιν: «Ἀπαγόρευσις! Δὲν δυνάμεθα νὰ ἐξασκήσωμεν τὸ ἔργον μας, τὴν σπογγαλιείαν!» Ἢ εἶδεν αὐξηθὲν τὸ γόητρον, ὅτε ἐζητήθη ἐσχάτως διὰ τὸν Σιδηρόδρομον Πειραιῶς– Λαρίσης δάνειον 880,000 λιρῶν, ἄριστα ἠγγυημένον, καὶ ἀντὶ 880,000 λιρῶν, τί σᾶς ἀπήντησε τὸ εὐρωπαϊκὸν δημόσιον; ἐνεγράφησαν μόνον διὰ 80,000 λίρας, μόλις τὸ δέκατον! Καὶ οὕτω πως νομίζει ὁ κ. εἰσηγητὴς τῆς πλειονοψηφίας, ὅτι ηὔξησε τὸ γόητρόν μας, ὅταν τὸ εὐρωπαϊκὸν κοινὸν ἔδειξε τώρα πολὺ ὀλιγωτέραν πίστιν, παρὰ κατὰ τὰς παραμονὰς τοῦ ἀτυχοῦς μέτρου τῆς πτωχεύσεως ἡμῶν! Ἢ μήπως νομίζει, ὅτι τὸ εὐρωπαϊκὸν κοινὸν δὲν παρακολουθεῖ τὴν πορείαν τῶν Κυβερνήσεών μας, καὶ ὅτι ἡ περὶ αὐξήσεως τῶν δαπανῶν τάσις αὐτῶν, ἡ καὶ ὑπὸ ξένων, ἐπισήμων καὶ μὴ, δημοσίως ἐκφρασθεῖσα καὶ βεβαιωθεῖσα, δὲν ἐπηρεάζει τὴν περὶ τῶν οἰκονομικῶν μας κρίσιν του; Λοιπὸν συνοψίζων λέγω, ὅτι ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1902, οἷος συνετάχθη, εἶναι οὐχὶ μόνον οἷος ὁ τοῦ 1901, ἀλλ’ ἐν τῇ πράξει ἴσως θ’ ἀποδειχθῇ ἔτι χείρων.
§189ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρᾳ 1 καὶ 45′ μετὰ τὸ μεσονύκτιον).