1902.03.23
2,503 rows · 19,431 words · 186 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 40
τῆς 23 Μαρτίου 1902.
(Σάββατον).
(Γενομένης ἀπαρτίας ὥρᾳ 5 καὶ 30′ μ. μ. ἀναγινώσκονται καὶ ἐγκριθέντα ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Ἀδελφότης τῶν Μαρμαρογλύφων ὑποβάλλει ὑπόμνημα πρὸς τὴν Βουλὴν περὶ τῆς πολυχρονίου ἐκμισθώσεως τῶν λατομείων Πεντέλης, καὶ θεραπείας τοῦ κακοῦ τούτου. Παρακαλεῖ δὲ τὴν Βουλὴν νὰ ἐπιτρέψῃ νὰ ἀναγνωσθῇ περίληψις τοῦ ὑπομνήματος αὐτοῦ. Ἐπιθυμεῖ ἡ Βουλὴ νὰ ἀναγνωσθῇ;
§2ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα. (Ἀναγινώσκεται τὸ ὑπόμνημα τοῦτο).
§3ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ. Καθὼς βλέπει ἡ Βουλή, δὲν εἶναι ἡ πρώτη φορά, ἀλλ’ εἶναι ἡ τρίτη, καθ’ ἣν τὸ σωματεῖον τῶν μαρμαρογλύφων ἀπευθύνεται πρὸς τὴν Βουλήν. Καὶ τὴν πρώτην καὶ τὴν δευτέραν φορὰν εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ὑποστηρίξω τὴν αἴτησιν τοῦ σωματείου τούτου, καὶ ὁ τότε ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ὡμολόγησεν, ὅτι εὑρίσκει καὶ αὐτὸς βάσιμα τὰ παράπονα τῶν μαρμαρογλύφων, καὶ ἤθελε φροντίσει νὰ ληφθῇ ἓν μέτρον πρὸς προστασίαν τῶν συμφερόντων οὐ μόνον τοῦ σωματείου, ἀλλὰ καὶ ἐν γένει τῶν πρὸς τὴν ὑπόθεσιν ταύτην συνδεομένων. Ἔκτοτε παρῆλθεν ἱκανὸς χρόνος, καὶ μέχρι τοῦδε οὐδὲν ἐλήφθη μέτρον. Ἐπειδὴ τρίτην ἤδη φορὰν τὸ σωματεῖον ἀπευθύνεται πρὸς τὴν Βουλὴν, ἡ ὁποία ἐφάνη τότε εὐμενῶς ἀποδεχομένη καὶ συνέστησεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὴν αἴτησιν τοῦ σωματείου, θὰ παρακαλέσω διὰ τρίτην φορὰν τὴν Βουλὴν νὰ συστήσῃ αὐτὴν ἰδιαιτέρως, ὅπως ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ὡς καὶ ὁ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, λάβωσιν ἀπὸ κοινοῦ τέλος πάντων ἓν μέτρον, ἵνα λυθῇ συμφώνως πρὸς τὰ νόμιμα καὶ τὰ δίκαια παράπονα τοῦ σωματείου τῶν μαρμαρογλύφων τὸ ζήτημα τοῦτο.
§4Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐγὼ ὁμολογῶ, ὅτι καλῶς δὲν ἐνόησα τὴν αἴτησιν, ἣν ἀπευθύνουσι πρὸς τὴν Βουλὴν οἱ μαρμαρογλύπται. Ἐὰν πρόκειται πάλιν περὶ τοῦ κινδύνου, τὸν ὁποῖον πραγματικῶς οἱ μαρμαρογλύπται καὶ οἱ ἐξορύσσοντες τὰ μάρμαρα διέτρεξαν πρὸ δύο ἢ τριῶν ἐτῶν, ἐὰν πρόκειται πάλιν νὰ διατρέξωσι τὸν κίνδυνον τοῦτον, τότε βεβαίως τὸ ζήτημα ἔρχεται ὑπὸ ἔποψιν οὐσιαστικὴν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, καὶ ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ ἐκφέρῃ τὴν γνώμην της ἐπὶ τούτου, καὶ νὰ συστήσῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν, νὰ μὴ διαπράξῃ, οὐχὶ ἁπλοῦν ἀδίκημα πρὸς ὁλόκληρον σωματεῖον, ἀλλὰ οἰκονομικὸν ἁμάρτημα πρὸς τὸν τόπον· διότι βεβαίως δὲν εἴμεθα ἡμεῖς ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἀποκρούουσι τὰ ξένα κεφάλαια, μήτε τὰς ξένας ἐργασίας, ἀλλ’ ὅταν πρόκηται διὰ τοῦ μετασχηματισμοῦ μονοπωλίου εἰς τὴν ἐκμετάλλευσιν εἴδους ἔχοντος περιωρισμένην τὴν ἐξαγωγὴν ἐν Ἑλλάδι, ὅταν διὰ τοῦ μονοπωλίου τούτου, λέγω, τοῦ ἐμμέσως σχηματιζομένου, πρόκηται νὰ ἀδικηθῇ καὶ νὰ ζημιωθῇ ὁλόκληρος τάξις κοινωνικὴ, τοῦτο δὲν εἶναι μόνον βλάβη τῆς τάξεως ταύτης, ἀλλ’ εἶναι βλάβη καὶ τοῦ τόπου, ὑπὸ οἰκονομικὴν ἔποψιν. Ἐὰν πρόκειται λοιπὸν τοιοῦτόν τι, νὰ γνωσθῇ παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, — διότι οὗτος εἶναι ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργὸς, προκειμένου περὶ κτημάτων Μονῶν, — τί πρόκειται νὰ γείνῃ διὰ τὰ ὀρυχεῖα τῶν μαρμάρων τῆς Πεντέλης σήμερον· ἐὰν δὲ δὲν πρόκειται νὰ γείνῃ τι ἀμέσως, τότε νὰ παρακληθῇ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν νὰ μελετήσῃ τὰ αἰτήματα τῆς τάξεως τῶν μαρμαρογλυπτῶν καὶ μαρμαρορυκτῶν, διὰ νὰ ἴδωμεν, τί δύναται νὰ γείνῃ πρὸς ἐξασφάλισιν τοῦ πόρου τῆς ζωῆς τῆς τάξεως ταύτης, ἥτις χρήζει πάσης μερίμνης καὶ προσοχῆς ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως.
§5Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δηλαδὴ πρόκειται περὶ ἰθαγενοῦς ἐργασίας. Ἡ ἰθαγενὴς ἐργασία ἔχει δικαίωμα νὰ ζητῇ τὴν προστασίαν τοῦ Κράτους, καὶ ὅσον αὐτὴ ὑποχρεοῦται νὰ ἀσχολῆται εἰς τὴν βελτίωσιν τῆς βιομηχανίας αὐτῆς, συμμορφουμένη πρὸς τοὺς κανόνας τοὺς ἐπιστημονικοὺς, τοσοῦτον ἡ προστασία τῆς Κυβερνήσεως πρέπει νὰ ᾖναι ζωηρὰ καὶ δραστήριος, ἵνα ἡ ἰθαγενὴς ἐργασία δύνηται νὰ ἀναπτύσηται καὶ προοδεύῃ.
§6Α. ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Διὰ τοῦ ὑπομνήματός των οἱ μαρμαρογλύπται παραπονοῦνται, ὅτι ἐγένετο μίσθωσις τῶν λατομείων Πεντέλης, καὶ ὅτι ἐντεῦθεν δὲν δύνανται νὰ ἐργασθῶσιν. Ὡς γνωρίζω, ἡ μίσθωσις αὕτη εἶναι τετελεσμένη· ἡ Ἑταιρεία, ἡ ὁποία ἀνέλαβε τὴν ἐξόρυξιν, ἔχει σύμβασιν καθ’ ὅλους τοὺς νομίμους τύπους συνωμολογημένην...
§7Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Πότε αὕτη συνωμολογήθη;
§8Α. ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. Δὲν γνωρίζω... Θὰ ἐξετάσω τὰ ἔγγραφα, καὶ θὰ ἴδω τί εἶναι δυνατὸν νὰ γείνῃ.
§9Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐγὼ ἐνθυμοῦμαι, ὅτι ἐπρόκειτο κατὰ τὸ 1896 περὶ τοιαύτης συμβάσεως, ἐγένετο δὲ λόγος ἐν τῇ Βουλῇ ὑπὸ ἐντίμου φίλου μου καὶ ἀνδρὸς φιλοπάτριδος, τοῦ μακαρίτου Γεωργίου Κοζάκη Τυπάλδου· ἐπὶ ταῖς παραστάσεσι δὲ αὐτοῦ, αἱ ὁποῖαι ἐστηρίζοντο ἐπὶ ἀληθῶν βάσεων, ἐδήλωσα εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι θέλω προκαλέσει νεωτέραν μελέτην, ἀνέβαλον δ’ ἑπομένως πᾶσαν μέριμναν περὶ τοῦ νομοσχεδίου. Καὶ ἠσχολήθην μὲν εἰς τὴν μελέτην ταύτην, ἀλλ’ ἀφῆκα ταύτην ἐκκρεμῆ, ὅτε κατέλιπον τὴν ἀρχήν.
§10Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Εἰς παρωχημένην ἐποχὴν ὁ κύριος ἐκ Κερκύρας Βουλευτὴς, ὡς Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν τότε, ἐδήλωσεν ἐνταῦθα, ὅτι, προκειμένου περὶ συμβάσεως μεταξὺ τῆς Μονῆς καὶ τῆς Ἀγγλικῆς Ἑταιρείας, τῆς ἐκμεταλλευομένης τὰ διάφορα λατομεῖα ἐν Πεντέλῃ, ἐλάμβανεν ὑπὸ σημείωσιν τὰ ἐκφρασθέντα ἐνταῦθα, ὅπως μὴ προβῇ εἰς κύρωσιν τῆς συμβάσεως. Ἔκτοτε τὸ ζήτημα μένει ἐκκρεμές, καὶ ἐπειδὴ μένει ἐκκρεμὲς, νομίζω, ὅτι εἶναι καιρὸς νὰ δοθῇ ὁριστικὴ λύσις περὶ τῆς μὴ ἐνοικιάσεως, περὶ τῆς μὴ ἐγκρίσεως τῆς συμβάσεως, διότι εἶναι ἀναμφισβήτητον, ὅτι οὐ μόνον μία μεγάλη τάξις ἀνθρώπων ἐργαζομένων τὸ μάρμαρον θέλει σπουδαίως παραβλαφθῆ, ἀλλὰ καὶ ἡ ὁλονὲν προβαίνουσα οἰκοδομικὴ ἐργασία θέλει ἐπὶ μᾶλλον καὶ μᾶλλον παρακωλυθῆ, ἢ μᾶλλον βλαφθῆ κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε θέλει καταπέσει εἰς τὸ σημεῖον ἐκεῖνο, εἰς ὃ βλέπομεν αὐτὴν ἐν Ἀθήναις ἀδικαιολογήτως καταπίπτουσαν. Ἀντὶ τοῦ λαμπροῦ μαρμάρου, δι’ οὗ ἠδύναντο ἐν ταῖς οἰκοδομαῖς νὰ κοσμῶνται αἱ κορωνίδες καὶ οἱ στῦλοι, περιβάλλονται οἱ στῦλοι δι’ ἐπιχρίσματος, ὅπερ μετ’ ὀλίγον καταπίπτει κατὰ τρόπον μὴ ἁρμόζοντα εἰς τὰ δημόσια κτίρια. Τοῦτο λέγω παρεμπιπτόντως, διὰ νὰ δείξω ὁποῖον κακὸν θέλει γείνῃ πρὸ παντὸς ἐκ τῆς ἐγκρίσεως τῆς συμβάσεως. Νομίζω δὲ, ὅτι δύναται ν’ ἀκυρωθῇ ἡ σύμβασις.
§11ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ βουλευτὴς Ἐπιδαύρου Λιμηρᾶς κ. Κ. Ν. Παπαμιχαλόπουλος κατέθεσεν ἀναφορὰν τοῦ προέδρου τοῦ Δικηγορικοῦ Συλλόγου Σπάρτης κ. Μ. Μουντζουρίδου καὶ ἑτέραν 28 δικηγόρων τῆς αὐτῆς πόλεως, παρακαλούντων τὴν Βουλὴν νὰ συστήσῃ τῇ Κυβερνήσει τὴν συμπλήρωσιν τοῦ Δικαστηρίου Σπάρτης, διότι δὲν ἐπαρκοῦσιν οἱ ὑπάρχοντες πέντε μόνον δικασταὶ εἰς τὴν πλήρη λειτουργίαν Πρωτοδικείου, Πλημμελειοδικείου, Κακουργιοδικείου καὶ Ἀνακρίσεως. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ἔχει τὸν λόγον.
§12Φ. ΝΕΓΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ καταθέσω εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον περὶ ἐγκρίσεως εἰδικῶν προϋπολογισμῶν τῆς ἀπαιτουμένης ὁλικῆς δαπάνης διὰ τὴν κατασκευὴν διαφόρων ἔργων, δι’ ἃ ἀνεγράφησαν πιστώσεις ἐν τῷ εἰδικῷ προϋπολογισμῷ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν ἐκ δραχμῶν 106,500. Ἐπίσης νομοσχέδιον περὶ ἐγκρίσεως προϋπολογισμῶν ὁλικῆς δαπάνης διαφόρων ἔργων ὁδοποιΐας. Μετὰ τὴν κατάθεσιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1902 συνεκεντρώθησαν εἰς τὰ διάφορα Ὑπουργεῖα διάφοροι δαπάναι κεκλεισμένων χρήσεων, ἀνερχόμεναι εἰς τὸ ποσὸν τῶν δραχ. 348,000 ὡς ἔγγιστα. Καταθέτω λοιπὸν δήλωσιν περὶ τῆς ἀναγραφῆς τῶν πιστώσεων τούτων εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1902. Τέλος καταθέτω νομοσχέδιον, δι’ οὗ ζητεῖται πίστωσις 166,200 δραχμῶν ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν τῆς χρήσεως τοῦ 1901. Ἡ πίστωσις αὕτη συμπληροῖ τὸ ποσὸν, ὅπερ ἐζητήθη διὰ προηγουμένου νομοσχεδίου.
§13Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Καὶ οὕτω συμπληροῦτε τὸν τρίτον μῆνα τοῦ μεθεπομένου ἔτους. Ἀλλ’ εἶναι ἀναγκαῖον, ἀναπληρωματικαὶ πιστώσεις νὰ μὴ γίνωνται εὐθὺς μετὰ τὴν λῆξιν τῆς χρήσεως· οὕτω δὲ δὲν προκύπτουσιν αἱ ἀνωμαλίαι αἱ προκύπτουσαι ὅταν ἀναπληρωματικὴ πίστωσις εἰσάγηται μετὰ τὴν εἰσαγωγὴν τοῦ Προϋπολογισμοῦ.
§14Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Δὲν ἠδυνάμην νὰ πράξω ἄλλως, διότι οὕτως εὗρον τὰ πράγματα.
§15ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ὑποβληθέντα νομοσχέδια καὶ ἡ δήλωσις θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 175–178).
§16Γ. ΚΟΡΠΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν καὶ τῶν Ναυτικῶν). Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ καταθέσω ἀπαντήσεις εἰς διαφόρους ἐπερωτήσεις. Καὶ πρῶτον ἀπάντησιν εἰς τὴν ἐπερώτησιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ Παξῶν, τὴν ἀφορῶσαν τὸν ἐνωμοτάρχην Νῖνον. Ἐπίσης ἀπάντησιν εἰς ἐπερώτησιν τοῦ αὐτοῦ κ. Βουλευτοῦ περὶ τοῦ ἐνωμοτάρχου τῆς ἀστυφυλακῆς Καντᾶ, περὶ οὗ ἐγένετο μακρὸς λόγος ἐνταῦθα. Ἐπίσης, εἰς ἀπάντησιν ἐπερωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Ἀλεξάκη, καταθέτω πίνακα περὶ τῶν κτηνιάτρων τῶν διατελούντων ἐν τῇ ἀστυνομικῇ ὑπηρεσίᾳ. Ὁ κύριος Βουλευτὴς ἐποιήσατο λόγον περὶ Διατάγματός τινος ἐκδοθέντος τὸν Ἰανουάριον, περὶ τοῦ ὁποίου εἶπεν, ὅτι δὲν εἶχεν ἐντελῶς ἐφαρμοσθῆ. Τὸ Διάταγμα ἐφηρμόσθη δι’ ὅλους, πλὴν ἑνός, μετατεθέντος ἐπίσης ἐκ τῆς ἀστυνομικῆς ὑπηρεσίας διὰ Διατάγματος, ὅπερ εὑρίσκεται ἐν ἐκτελέσει. Ἑπομένως πάντες οἱ διατελοῦντες εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν κτηνίατροι δὲν ὑπερέβησαν τὸν χρόνον τὸν διὰ τοῦ Διατάγματος ὁριζόμενον...
§17ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Τὰ ὀκτὼ ἔτη.
§18Γ. ΚΟΡΠΑΣ. Ἀφ’ ἧς ἐξεδόθη τὸ Διάταγμα οὐδεὶς ὑπάρχει, ὅστις νὰ μένῃ πλέον τοῦ κανονιζομένου χρόνου ὑπὸ τοῦ Διατάγματος. Ἐπίσης ὁ κύριος Βουλευτὴς Οἰτύλου ᾐτήσατο νὰ γείνῃ ἀνάκρισις,—καὶ τοῦτον ἐνίσχυσε καὶ ὁ ἐκ Μεγάρων βουλευτὴς κ. Ἀναστασόπουλος—ὅπως εὑρεθῶσι τὰ σχετικὰ ἔγγραφα, τὰ ἀφορῶντα τὸν λοχίαν Θεοδωρακάκον. Δὲν ἔλαβον ἀνάγκην νὰ ἐνεργήσω οὐδεμίαν ἀνάκρισιν, διότι ἐπ’ ἀναφορᾷ παρὰ τοῦ ἀδελφοῦ τοῦ Θεοδωρακάκου ὑποβληθείσῃ ἀνευρέθη ἡ δικογραφία καὶ ἄλλα πολλὰ ἔγγραφα εἰς τὸ ἀρχεῖον τὸ καταρτισθὲν ὑπὸ τοῦ ἄλλοτε προέδρου τῆς ἐπιτροπῆς κυρίου Μπαϊρακτάρη, ὅπερ ἐφυλάσσετο ἐν τῷ Ὑπουργείῳ εἰς ἰδιαίτερον μέρος, πᾶσαι δὲ αὗται αἱ προτάσεις εἶχον ἀπορριφθῆ ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς ἐκείνης. Ἐν τούτοις καὶ τὰς προτάσεις ταύτας καὶ πολλὰς ἄλλας, ἀφοῦ λάβωσι γνῶσιν οἱ αἰτησάμενοι τὴν κατάθεσιν τῆς δικογραφίας, θέλω ἀποστείλει ὅπου δεῖ, πρὸς ἐξέτασιν τῶν προτεινομένων ὑπὸ τῶν σωματαρχῶν καὶ ὑπὸ τῶν ἄλλων ἁρμοδίων ἀρχῶν.
§19Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ γεγονὸς εἶναι, ὅτι δὲν εἶχον περιέλθει αἱ τοιαῦται ἀναφοραὶ τῶν σωματαρχῶν εἰς τὴν ἐπιτροπήν.
§20Γ. ΚΟΡΠΑΣ. Ἐπίσης καταθέτω τὴν αἰτηθεῖσαν δικογραφίαν ὑπὸ τοῦ βουλευτοῦ Τρικκάλων κ. Χατζηπέτρου, τὴν ἀφορῶσαν τὴν ὑπόθεσιν τοῦ λοχίου Ζούπα, παραπονεθέντος ἐπὶ τῷ μὴ προβιβασμῷ του. Ἐπίσης καταθέτω συμπληρωματικὴν ἀπάντησιν εἰς παλαιοτέραν ἐπερώτησιν τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ Γόρτυνος κ. Δηλιγιάννη, ἀφορῶσαν τοὺς ἀπεσπασμένους ἐκ τῆς φρουρᾶς Βόλου καὶ τοὺς προσκεκολλημένους εἰς τὴν φρουρὰν Βόλου. Ἐπίσης καταθέτω τὰς αἰτηθείσας ὑπὸ τοῦ κ. Δραγούμη πληροφορίας περὶ τῶν ἐπισκευῶν τῶν γενομένων καθ’ ὅλον τὸ 1901 ἔτος ἐπὶ διαφόρων πλοίων ὑπὸ τοῦ νεωρίου καὶ τῶν συνεργείων τοῦ Ναυστάθμου, ὡς καὶ περὶ τῆς ἐν ἔτει 1901 γενομένης καταναλώσεως γαιανθράκων. Ἐπίσης τὴν ἀφορῶσαν τὸ ἐρώτημα τοῦ αὐτοῦ κ. Βουλευτοῦ, ἐὰν τὸ Ναυτικὸν Ἀπομαχικὸν Ταμεῖον ἐξηλέγχθη, καὶ πότε, καὶ δυνάμει τίνος νόμου. Ἐπίσης τὰς ἀφορώσας εἰς τὰ τοῦ προσωπικοῦ τῶν φάρων καὶ φανῶν, συμφώνως πρὸς τὴν ἐπερώτησιν, ἐὰν ταῦτα στηρίζονται εἰς νόμον, καὶ εἰς τίνα. Εἰς μίαν τῶν προηγουμένων συνεδριάσεων ἡ Βουλὴ σχεδὸν ὁμοθύμως εἶχε συστήσει εἰς ἐμὲ νὰ μελετήσω τὸ ζήτημα τῶν ὑπαξιωματικῶν, περὶ ὧν τοσοῦτος ἐγένετο λόγος. Μελετήσας τὸ ζήτημα ἐπισταμένως, ἐπείσθην, ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ εἰσαχθῶσιν εἰς τὴν Σχολὴν οἱ ὑπαξιωματικοὶ διὰ Βασιλικοῦ Διατάγματος, οὔτε διὰ διαταγῆς τοῦ Ὑπουργοῦ, διότι νόμος ῥητὸς διέπει τὰ τῆς Σχολῆς τῶν ὑπαξιωματικῶν, καὶ ἑπομένως ἤθελον γεννηθῆ ἀδικήματα δι’ ἐκείνους, οἵτινες εἰσῆλθον. Διὰ τοῦτο ἐνόμισα, καὶ μετὰ προηγουμένην γνωμοδότησιν ἁρμοδίων νομομαθῶν, ὅτι ἔπρεπε νὰ ὑποβληθῇ νομοσχέδιον, κατὰ τὸ ὁποῖον θὰ ἦναι δυνατὸν νὰ εἰσαχθῶσιν οἱ ἐπιτυχόντες εἰς τὴν πρώτην καὶ τὴν δευτέραν ἐξέτασιν, κατὰ τρόπον ὥστε νὰ μὴ ἐπαναληφθῇ εἰς τὸ μέλλον τοιαύτη κατάχρησις. Δὲν ἦτο δὲ δυνατὸν νὰ εἰσαχθῶσι διὰ Β. Διατάγματος, διότι δὲν δύναται ὑπαξιωματικὸς νὰ προαχθῇ ἀπὸ τάξεως εἰς τάξιν, ἂν δὲν διακούσῃ καθ’ ὅλον τὸ ἔτος τὰ μαθήματα, ἑπομένως δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἐξετασθῶσιν. Ἀλλὰ πλὴν τούτου θὰ ἦτο δύσκολον νὰ ἐξετασθῶσι κατὰ τὸ τέλος τοῦ σχολικοῦ τούτου ἔτους, διότι, διὰ νὰ προαχθῇ μαθητὴς ἀπὸ τάξεως εἰς τάξιν, πρέπει νὰ ληφθῇ ὁ μέσος ὅρος τῶν τριῶν παραγόντων, ἤτοι τῶν καθ’ ὅλον τὸ ἔτος βαθμολογιῶν τῶν ἐγγράφων ἐξετάσεων καὶ τῶν προφορικῶν. Ταῦτα πάντα κανονίζονται διὰ τοῦ νομοθετήματος, τὸ ὁποῖον ὑποβάλλω εἰς τὴν Βουλήν.
§21Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἀλλὰ νὰ ψηφισθῇ ἐγκαίρως.
§22ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἀμέσως.
§23ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ νομοσχέδιον θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 179). Ὁ κύριος Καραπάνος ἔχει τὸν λόγον.
§24Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Πρὶν ἐξετάσω τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον μὲ φέρει ἐπὶ τοῦ βήματος, θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ δώσῃ εἰς τὴν Βουλὴν λεπτομερεστέρας πληροφορίας περὶ τῶν πιστώσεων, τὰς ὁποίας διὰ τῆς ἀπὸ 14 Μαρτίου δηλώσεώς του ζητεῖ διὰ τὰς δαπάνας τῆς διαχειρίσεως τῶν κτημάτων Στεφάνοβικ. Κατὰ τὴν δήλωσιν ταύτην, ἐπὶ προϋπολογιζομένου εἰσοδήματος δραχμῶν 503,000 ζητεῖται πίστωσις διὰ δαπάνας 240,000 δραχμῶν, χωρὶς νὰ εἰσέρχηται εἰς λεπτομερείας. Ζητεῖ δηλαδὴ πίστωσιν περίπου 48 ἢ 50% ἐπὶ τῶν εἰσοδημάτων. Ὅσοι διαχειρίζονται κτήματα, βεβαίως θὰ εὕρουν ὑπερβολικὸν τὸ ποσὸν τῶν δαπανῶν τούτων...
§25Φ. ΝΕΓΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Εἰς τὸ ποσὸν τῶν 240,000 δραχμῶν περιλαμβάνονται 114,000 ὡς ἔγγιστα, καταβληθεῖσαι εἰς τοὺς καλλιεργητὰς δι’ ἀγορὰν σπόρου πρὸς σπορὰν καὶ τροφήν. Αὐταὶ θέλουσι δοθῆ εἰς τὸν ἀντιπρόσωπον τοῦ Στεφάνοβικ, συμφώνως μὲ τὴν σύμβασιν, τὴν ὁποίαν ἔχομεν μὲ αὐτόν. Τὸ ὑπόλοιπον θὰ χρησιμεύσῃ δι’ ὅλας τὰς ἄλλας ἀνάγκας, τὰς ὁποίας θὰ ἔχῃ τὸ Δημόσιον πρὸς καλλιέργειαν τῶν κτημάτων. Δὲν εἶναι δυνατὸν σήμερον νὰ δώσω ἀκριβῆ σημείωσιν τῶν δαπανηθησομένων, καὶ διὰ τοῦτο μάλιστα ἠναγκάσθην νὰ προσθέσω εἰς τὸ νομοσχέδιον, ὅτι ἐπιτρέπεται νὰ γείνωσι δαπάναι καὶ διὰ Β. Διαταγμάτων.
§26Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὁ κατὰ προσέγγισιν προσδιορισμὸς τῆς δαπάνης, κατὰ κεφάλαιον καὶ ἄρθρον, πρέπει νὰ γίγνηται εἰς ὅλους τοὺς προϋπολογισμούς, εἴτε πρόκειται περὶ δαπάνης γνωστῆς ἐκ τῶν προτέρων, εἴτε περὶ μὴ γνωστῆς, ἀλλ’ ἐπὶ τῇ βάσει πιθανοτήτων. Δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι οὕτω προϋπελογίσατε τὸ ποσὸν τοῦτο, καὶ δὲν ὡρίσατε αὐτὸ κατὰ τύχην· καὶ ἀπόδειξις, ὅτι εἴπατε, ὅτι διὰ τὸν σπόρον θέλετε 114,000 δραχμάς. Τοῦτο ἐπιβάλλεται καὶ ἀπὸ τὸν λογιστικὸν νόμον. Ἡ κατ’ ἀποκοπὴν ψήφισις δαπάνης εἶναι ἐναντίον τοῦ νόμου καὶ τῆς λογικῆς. Παρακαλῶ νὰ μᾶς δώσητε λεπτομερῆ σημείωσιν.
§27Α. ΠΕΤΑΛΑΣ. Πολὺ εὐχαριστημένοι νὰ ἦσθε, ἂν θὰ φθάσουν καὶ αὐτά.
§28Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Θὰ παρακαλέσω προσέτι τὸν κύριον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, πόθεν προέρχονται ἀντιφάσεις τινές, αἵτινες ὑπάρχουσιν εἰς τὴν ἀπάντησιν, τὴν ὁποίαν εὐηρεστήθη νὰ δώσῃ εἰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας ἐζήτησα, σχετικῶς μὲ τὰς διαφόρους καταβολὰς τοῦ δημοσίου χρέους εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν. Εὑρίσκω ἀντίφασιν μεταξὺ τῶν πληροφοριῶν, αἱ ὁποῖαι περιέχονται εἰς τὸ σημείωμα τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ τοῦ ἰσολογισμοῦ τῆς γενικῆς ληψοδοσίας τοῦ δημοσίου ταμείου διὰ τὰς διαφόρους ταύτας καταθέσεις. Ἡ σημείωσις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τῶν δανείων τῶν σιδηροδρόμων ἐκ τῶν εἰσπράξεων τοῦ καπνοῦ μέχρι 31 Δεκεμβρίου ἀναγράφει 1,217,000· ἡ διαφορὰ μεταξὺ τοῦ ποσοῦ τούτου καὶ τοῦ ἀναγραφομένου ἐν τῷ γενικῷ ἰσολογισμῷ ἐκ δρ. 1,222,000 εἶναι μικρά. Ἀλλὰ σπουδαιοτέρα εἶναι ἡ διαφορὰ εἰς τὰς καταθέσεις διὰ λογαριασμὸν τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως ἐκ τῶν ἐκπαιδευτικῶν τελῶν. Κατὰ τὴν σημείωσιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, τὸ ὑπόλοιπον τῶν καταθέσεων τούτων κατὰ τὴν 31 Δεκεμβρίου εἶναι δρ. 1,355,276, κατὰ τὸν ἰσολογισμὸν δὲ τῆς γενικῆς ληψοδοσίας, τὸ ποσὸν τοῦτο ἀνέρχεται εἰς 3,263,000. Βεβαίως δὲν ὑπεξῃρέθησαν τὰ χρήματα ταῦτα, ἐδαπανήθησαν εἰς οἰκοδομὴν διαφόρων ἐκπαιδευτηρίων· ἀλλὰ διατὶ νὰ φαίνηται ἡ τοιαύτη διαφορὰ εἰς ἐπισήμους λογαριασμούς;
§29Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Τὰ ἐντάλματα εὑρίσκονται εἰς χεῖρας τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης· ἀκόμη δὲν περιῆλθον εἰς τὸν κεντρικὸν ταμίαν, ὥστε νὰ καταχωρηθῶσιν. Ὅθεν αἱ καταστάσεις τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου δὲν περιλαμβάνουν τὰς ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἐνταλμάτων τούτων γενομένας πληρωμάς.
§30Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Εὑρίσκω ἐπίσης διαφορὰν εἰς τὴν κατάθεσιν παρὰ τῇ Ἐθνικῇ Τραπέζῃ ἐξ ἐξαγορᾶς προσθέτου στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας διὰ τὴν βελτίωσιν τοῦ ὁπλισμοῦ τοῦ στρατοῦ. Ἡ σημείωσις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ἀναβιβάζει τὸ ποσὸν εἰς δρ. 844,016, ὁ ἰσολογισμὸς ἀναγράφει ποσὸν 754,000, δηλαδὴ κατὰ 90,000 περίπου ὀλιγώτερον. Ἐνῷ εἰς τὸ ἄνω κονδύλιον ἀναγράφονται περὶ τὰ δύο ἑκατομμύρια περιπλέον, ἐδῶ ἀναγράφονται περὶ τὰς 90,000 ὀλιγώτερον. Σπουδαιοτέραν δ’ ἀντίφασιν ἐγγραφῶν παρουσιάζει καὶ ἡ εἰς τρεχούμενον λογαριασμὸν ἔντοκος κατάθεσις τοῦ Δημοσίου παρὰ τῇ Ἐθνικῇ Τραπέζῃ εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια. Τὸ σημείωμα τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἀναφέρει 9,850,636 δραχ. ὡς ὑπόλοιπον τοῦ λογαριασμοῦ τούτου κατὰ τὴν 31 Δεκεμβρίου 1901, ἐνῷ ἡ Γενικὴ ληψοδοσία παρουσιάζει δραχμὰς 11,300,000. Πρόκειται περὶ διαφορᾶς 1,450,000. Πῶς ἐλήφθη παρὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης τὸ ποσὸν τοῦτο πρὸ τῆς 31 Δεκεμβρίου ἐν ἀγνοίᾳ τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου; Κατὰ τὸ Γενικὸν Λογιστήριον, εἶναι πιστωμένον τὸ Δημόσιον παρὰ τῇ Τραπέζῃ δι’ 11,300,000, ἐνῷ ὁ κ. Ὑπουργὸς τὴν πίστωσιν ταύτην σημειοῖ εἰς 9,850,636. Καὶ ἐνταῦθα ὑπάρχει λογιστικὴ ἀταξία, διότι καὶ τοῦτο δὲν δύναται ν’ ἀποδοθῇ εἰς ἄλλον λόγον. Εἶναι ὅμως λογιστικὴ ἀταξία, ἡ ὁποία φέρει εἰς ἀτελῆ ἀντίληψιν τῆς καταστάσεως τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν. Ἡ ἐλλιπὴς δὲ αὕτη ἀντίληψις, ὅσον καὶ ἂν ἦναι θεωρητική, δύναται νὰ καταλήξῃ εἰς δυσάρεστα ἀποτελέσματα. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ κάμῃ ὁ ἴδιος τὴν σύγκρισιν τῶν διαφορῶν τούτων, καὶ νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, διατὶ αὗται ἐπῆλθον. Ταῦτα προκαταρκτικῶς. Ἀλλὰ τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον μὲ παρεκίνησε νὰ ἀνέλθω ἐπὶ τοῦ βήματος, εἶναι τὸ ζήτημα τῶν ἐσόδων καὶ τῶν δαπανῶν τῆς ὑπηρεσίας τῶν ταχυδρομείων καὶ τηλεγράφων. Ἐνόμισα καλὸν, τὸ ζήτημα τοῦτο νὰ τὸ ἐξετάσῃ ἡ Βουλὴ εἰς ἀνετωτέραν ὥραν, παρὰ ὅταν θὰ συζητῶμεν τὸν Προϋπολογισμὸν ἐν συνόλῳ. Ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, κατ’ αἴτησιν τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀττικῆς βουλευτοῦ κ. Δραγούμη, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν κατέθεσε πίνακα, εἰς τὸν ὁποῖον καθορίζεται τὸ ποσὸν τῶν ἐσόδων διὰ τὰς χρήσεις τοῦ 1898, 1899 καὶ 1900, ἐν μέρει δὲ καὶ διὰ τὴν χρῆσιν τοῦ 1901. Εἰς τὰς πληροφορίας ταύτας εὑρίσκω ἀνακριβείας, ἐν συγκρίσει πρὸς τοὺς δημοσιευθέντας ὁριστικοὺς ἢ προσωρινοὺς ἀπολογισμούς. Διὰ τὸ 1898 ἡ σημείωσις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἀναγράφει ἔσοδον ἐκ τελῶν ταχυδρομικῶν δρ. 1,795,561, καὶ ἐκ τηλεγραφικῶν τελῶν δραχ. 1,026,405, μετὰ τὴν ἀπόδοσιν εἰς ξένας ἑταιρείας, ἤτοι ἐν συνόλῳ δρ. 2,821,966. Κατὰ τὸν ἀπολογισμὸν ὅμως, τὸν δημοσιευθέντα, τῆς χρήσεως τοῦ 1898, τὰ ἔσοδα ταῦτα ἐν συνόλῳ ἀνέρχονται εἰς 2,677,925, δηλαδὴ κατὰ δραχ. 144,041 ὀλιγώτερα...
§31Φ. ΝΕΓΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Βεβαίως ἔχετε λάθος.
§32Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν ἔχω διόλου λάθος. Καὶ ἀπόδειξις, ὅτι δὲν ἔχω λάθος, εἶναι, ὅτι ὑμεῖς ἀναγράφετε ὡς ὀφειλόμενα εἰς ξένας ἑταιρείας καὶ Διευθύνσεις δρ. 525,599, ὁ δὲ ἀπολογισμὸς ἀναγράφει διὰ τὸ 1898 δρ. 646,008. Ἑπομένως μόνον δι’ αὐτὸ τὸ κονδύλιον ὑπάρχει διαφορὰ ἐπὶ ἔλαττον ἐν τῇ σημειώσει ὑμῶν κατὰ δρ. 120,409.
§33Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Ἔχω εἰς χεῖρας τὸν ἀπολογισμὸν τοῦ 1898 καὶ ἀναγινώσκω εἰς σελίδα 174–175 δραχ. 525,599.93, ὅπως εἶναι ἀναγεγραμμένον ἐν τῷ παρ’ ἐμοῦ κατατεθέντι σημειώματι.
§34Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐκκαθαρισθέντα ἔσοδα πρὸς ὄφελος ξένων ἑταιρειῶν καὶ Διευθύνσεων καὶ πιστωτῶν τοῦ Δημοσίου εἶναι ἐν αὐτῷ ἀναγεγραμμένον ποσὸν δρ. 646,008.
§35Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Ἐκκαθαρισθέντα· ἀλλὰ πρέπει νὰ λάβητε ὑπ’ ὄψιν τὰ ἐν τῇ στήλῃ τῶν πληρωθέντων ἀναγεγραμμένα ποσὰ, τὰ ὁποῖα καὶ μόνον δύνανται νὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν.
§36Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Μὲ συγχωρεῖτε. Ὅταν ζητῶμεν πληροφορίας διὰ νὰ γνωρίσωμεν ποῖα εἶναι τὰ καθαρὰ ἔσοδα ἑνὸς κλάδου, πρέπει ν’ ἀφαιρεθῇ ἐκ τῶν ἀκαθαρίστων ἐσόδων τὸ ὅλον ποσὸν τῶν δαπανῶν, καὶ ἂν μέρος τι αὐτῶν δὲν ἐπληρώθη ἀμέσως, καὶ ἔμεινε νὰ πληρωθῇ μετ’ ὀλίγον ὡς ἔξοδον κεκλεισμένης χρήσεως.
§37Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Ἀκριβῶς, ὅπως ἀποφύγω αὐτὴν τὴν μομφὴν, ἀνέγραψα, ὅτι τὸ ποσὸν τῶν εἰσπράξεων εἶναι ἐν ὅλῳ δρ. 525,599.93.
§38Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἔπρεπεν ὅμως νὰ λάβητε ὑπ’ ὄψιν τὰ ἐκκαθαρισθέντα, διὰ νὰ φωτίσητε καὶ ἡμᾶς, ποῖαι εἶναι αἱ καθαραὶ εἰσπράξεις. Λοιπὸν ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ἀπολογισμοῦ τοῦ ἔτους 1898 τὰ ἔσοδα ἀνέρχονται εἰς δρ. 2,677,925. Ὑπάρχει ἑπομένως διαφορὰ μεταξὺ τοῦ ἀπολογισμοῦ καὶ τοῦ πίνακος ἐκ δραχμῶν 144,041. Διὰ τὸ ἔτος 1899 δὲν ἔχομεν τὸν ἀπολογισμὸν, δὲν δυνάμεθα ἑπομένως νὰ ὁρίσωμεν ἀκριβῶς τὸ ποσόν, τὸ ὀφειλόμενον εἰς ξένας ἑταιρείας καὶ Διευθύνσεις· ἀλλὰ κατ’ ἀναλογίαν τοῦ 1898, ὅτε ὠφείλομεν εἰς ξένας ἑταιρείας δραχ. 646,008, ἐπὶ εἰσπράξεως δραχ. 814,718 διὰ λογαριασμὸν αὐτῶν διὰ τὸ ἔτος 1899 ἐπὶ τῇ βάσει εἰσπράξεως δραχ. 825,449 δυνάμεθα κατ’ ἀναλογίαν νὰ ὁρίσωμεν τὸ ὀφειλόμενον ποσόν.
§39Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Ἀφοῦ ἔχετε τὸν προσωρινὸν ἀπολογισμὸν, διατὶ δὲν λέγετε, ὅτι «ἔχομεν», ἀλλὰ λέγετε «δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν;»
§40Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν τὸν εἶχον ὑπ’ ὄψιν μου. Ὑποθέτω, ὅτι θὰ ἦναι περὶ τὰς 600,000, ἑπομένως διὰ τὸ 1899 ἔχομεν ἔσοδα δρ. περίπου 3,000,000, ἀντὶ τῶν δρ. 3,177,167, τῶν ἀναγραφεισῶν ἐν τῇ σημειώσει τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ. Κατὰ τὸ 1900 ἔχομεν ἔσοδα 3,141,215, ἀντὶ 3,298,219 τῆς σημειώσεως τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ἑπομένως καὶ ἐνταῦθα ὀλιγώτερα κατὰ 157,000. Τὸ 1900 ἔχομεν ἀποδόσεις εἰς ξένας ἑταιρείας καὶ Διευθύνσεις δραχμῶν 683,200. Ἀφαιροῦντες αὐτὰς ἐκ τῶν εἰσπράξεων ἐκ δραχμῶν 3,824,415, ἔχομεν καθαρὸν ἔσοδον 3,141,215...
§41Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Ἔτυχε νὰ ἔχω τὸν πίνακα τῆς διαδηλώσεως τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου τοῦ 1899, ἡ ὁποία ἀναγράφει ὡς ἀποδοθέντα εἰς ξένας ἑταιρείας δρ. 413,504,13, καὶ νομισματικὴν διαφορὰν 156,032,38, ἤτοι 569,536.51 ἐν ὅλῳ.
§42Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τοιαῦται αἱ ἀνακρίβειαι αὗται, κατ’ ἐμέ.
§43Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Ἀπεδείχθη ὅτι ἀνακρίβειαι δὲν ὑπάρχουσι.
§44Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἀπεδείχθη, ὅτι ὑπάρχουσι. Δὲν ἀναιροῦνται δὲ ἐκ τοῦ ὅτι δὲν ἐπλήρωσε τὸ ταμεῖον τὰ ποσὰ, τὰ ὁποῖα ὀφείλονται εἰς ξένας ἑταιρείας καὶ Διευθύνσεις ὑπὸ τῆς ὑπηρεσίας τῶν ταχυδρομείων καὶ τηλεγράφων. Ταῦτα ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς λογιστικῆς ἀκριβείας. Ἀλλὰ καὶ ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς οὐσίας θὰ ἐπικαλεσθῶ τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς. Ὡς ἐνθυμεῖσθε, ἐγένετο συζήτησις μακρὰ ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου, τοῦ σήμερον ἰσχύοντος νόμου, περὶ διαφόρων τροποποιήσεων, αἵτινες εἰσήχθησαν εἰς τὰς ὑπηρεσίας ταύτας. Τότε ἐλέχθη, ὅτι τὰς προσθετομένας δαπάνας θὰ καλύψωσιν αἱ αὐξήσεις τῶν εἰσπράξεων. Νομίζω χρήσιμον νὰ γνωρίσῃ ἡ Βουλὴ τ’ ἀποτελέσματα τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου τούτου. Κατὰ σύντομον πίνακα, τὸν ὁποῖον συνέταξα, εὑρίσκω ὅτι ἡ ὑπηρεσία τῶν ταχυδρομείων καὶ τηλεγράφων, εἰς τὴν ὁποίαν ἐπῆλθε σπουδαιοτάτη αὔξησις δαπανῶν, ὄχι μόνον δὲν ἔφερεν ἀνάλογον αὔξησιν ἐσόδων, ἀλλὰ τοὐναντίον τείνει εἰς τὸ νὰ ἀποβῇ παθητικὴ, δηλαδὴ νὰ ἀπαιτῇ δαπάνην ἀνωτέραν τῶν ἐσόδων αὐτῆς, ἐνῷ ἦτο πάντοτε ἐνεργητική, δηλαδὴ ἄφινεν εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον ὡς καθαρὸν ἔσοδον ἓν ποσὸν ἄξιον λόγου. Τῶν τοιούτων ἀποτελεσμάτων ποιοῦμαι σύγκρισιν ἐξ ἐτῶν, ὧν ἔχομεν τοὺς ἀπολογισμοὺς, δηλ. ἀπὸ τοῦ 1895 ἕως τοῦ 1900. Εὑρίσκω δὲ, ὅτι κατὰ τὸ 1895 ἡ ὑπηρεσία αὕτη ἀπέφερεν ἔσοδον εἰς τὸ Δημόσιον δρ. 3,189,544. Μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν τῶν ἀποδοθέντων εἰς ξένας ἑταιρείας καὶ Διευθύνσεις δρ. 458,794 μένει ὑπόλοιπον ἐκ δρ. 2,730,750.
§45Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι καθαρόν.
§46Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Καθαρὸν, μετὰ τὴν ἀπόδοσιν τοῦ ἀνήκοντος εἰς ξένας ἑταιρείας καὶ Διευθύνσεις, καὶ ἐκ τοῦ ὁποίου θ’ ἀφαιρεθῶσι τὰ ἔξοδα, ἅτινα ἀνέρχονται εἰς δρ. 2,302,433· μένει δ’ ὑπόλοιπον καθαρὸν ἐκ δρ. 428,317. Κατὰ τὸ 1896 ἔχομεν ἔσοδα δρ. 3,087,271, ἔξοδα δρ. 2,333,541, καθαρὸν ἔσοδον δρ. 755,730. Τὸ 1897 ἔσοδα δρ. 2,953,951, ἔξοδα δρ. 2,261,473, καὶ καθαρὸν ἔσοδον δρ. 692,478. Τὸ 1898 ἔσοδα δρ. 2,677,925, ἔξοδα δραχ. 2,492,953, καὶ καθαρὸν ἔσοδον δρ. 184,972. Τὸ 1899 ἔχομεν ὁλικὸν ἔσοδον δρ. 3,580,429. Δὲν γνωρίζομεν ὅμως ἀκριβῶς τὸ ποσὸν τὸ ἀποδοθὲν εἰς τὰς ξένας ἑταιρείας καὶ Διευθύνσεις.
§47Σ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Δυνάμεθα νὰ εὕρωμεν τοῦτο εἰς τὴν διαδήλωσιν τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου τῆς χρήσεως τοῦ 1899.
§48Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Σᾶς παρακαλῶ, ἐὰν θέλητε, νὰ μοὶ δώσητε τὴν διαδήλωσιν ταύτην, διότι δὲν ἔλαβα αὐτήν.
§49ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὑπάρχει ὅμως εἰς τοὺς ὑπολογισμούς σας λάθος τι εἰς τὰς δαπάνας τὰς ταχυδρομικάς, διότι τὴν νομισματικὴν διαφορὰν περιλαμβάνουσι σήμερον εἰς τὸ κεφάλαιον τοῦτο, ἐνῷ προηγουμένως περιελαμβάνετο αὕτη εἰς ἕτερον κεφάλαιον.
§50Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐὰν ὑπολογίσωμεν εἰς 600,000 δρ. τὰ ἀποδοθέντα εἰς ξένας ἑταιρείας καὶ Διευθύνσεις, ἔχομεν διὰ τὸ 1899, μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν τῶν ἐξόδων, ἀνερχομένων εἰς δρ. 2,577,802, καθαρὸν ἔσοδον δρ. 433,000. Κατὰ τὸ 1900 ἔχομεν ἔσοδα 3,141,000, ἔξοδα δέ, κατὰ τὴν σημείωσιν τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, δρ. 3,150,000, δηλαδὴ δὲν ἔχομεν πλέον περίσσευμα καὶ καθαρὸν ἔσοδον, ἀλλ’ ἔλλειμμα καὶ ζημίαν δρ. 9,450.
§51Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπολογίζετε τὴν νομισματικὴν διαφοράν;
§52Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὄχι· διότι δὲν εἶναι εὔκολος ὁ ἀκριβὴς αὐτῆς προσδιορισμός.
§53Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Τότε τὰ ἔσοδα τὰ ὑπολογίζετε ὀλιγώτερα.
§54Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τὴν διαφορὰν τὴν νομισματικὴν δὲν τὴν ὑπελόγισα δι’ ὅλας τὰς χρήσεις.
§55Φ. ΝΕΓΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἡ νομισματικὴ διαφορὰ ἤρχισεν ἀναγραφομένη χωριστὰ μόνον ἀπὸ τοῦ 1898. Προηγουμένως συνεχωνεύετο ἐν ἑνὶ καὶ τῷ αὐτῷ ἄρθρῳ.
§56Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἑπομένως περιλαμβάνεται εἰς τὰ ἔξοδα τῶν προηγουμένων ἐτῶν, οὐχὶ δὲ καὶ τῶν τελευταίων. Τοῦτο δ’ εἶναι ὑπὲρ τοῦ θέματος, τὸ ὁποῖον ὑποστηρίζω, δηλαδὴ ὅτι κατὰ τὰ 1895, 1896 καὶ 1897 τὰ ταχυδρομεῖα καὶ τηλεγραφεῖα ἀφῆκαν εἰς ὄφελος τοῦ Δημοσίου, τὸ μὲν πρῶτον ἔτος δρ. 428,000, τὸ δεύτερον ἔτος δρ. 755,700, καὶ τὸ τρίτον δρ. 692,478, περιλαμβάνεται δ’ ἐν τοῖς ἐξόδοις καὶ ἡ νομισματικὴ διαφορά, ἐνῷ εἰς τὰ ἑπόμενα ἔτη δὲν περιλαμβάνεται αὕτη.
§57Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Εἰς τὰ ἔσοδα περιλαμβάνεται.
§58Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Βεβαίως εἰς τὰ ἔσοδα περιλαμβάνεται πλήρης, διότι εἶναι ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα εἰσπράττονται διὰ λογαριασμὸν τῶν ξένων ἑταιρειῶν, ἑπομένως περιλαμβάνεται. Κατὰ τὸ 1897 π. χ. εἰσεπράξαμεν διὰ λογαριασμὸν τῶν ξένων ἑταιρειῶν εἰς χρυσὸν καὶ μὲ τὴν νομισματικὴν διαφορὰν δρ. 1,761,000.
§59Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπάρχει πάντοτε ἕν ποσόν, τὸ ὁποῖον εἶναι ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου.
§60Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Βεβαίως, διότι, ἐνῷ κατὰ τὸ 1897 εἰσεπράξαμεν 1,761,462 δραχμὰς, ἀπεδώσαμεν δραχμὰς 1,347,738. Ὥστε ἔμεινε ποσὸν περίπου 412,000 δραχμῶν πρὸς ὄφελος τοῦ Δημοσίου. Ἐκεῖνο, εἰς τὸ ὁποῖον ἐφιστῶ τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς, εἶναι, ὅτι αἱ ὑπηρεσίαι αὗται, αἵτινες δι’ ἁλμάτων προβαίνουσιν εἰς τὴν αὔξησιν τῶν δαπανῶν, ἄνευ μεγάλης μεταβολῆς εἰς τὴν βελτίωσιν αὐτῶν, δὲν ἀποφέρουσι καὶ ἀνάλογον καθαρὸν ἔσοδον. Ἐνῷ δὲ προηγουμένως ἦσαν ἐνεργητικαί, καὶ ἄφινον εἰς τὸ Δημόσιον ὄφελος μεταξὺ 450,000 καὶ 750,000 δραχμῶν, κατὰ τὸ 1900 ἀποβαίνουσι παθητικαί, καὶ δὲν ἀφίνουσιν εἰς τὸ Δημόσιον οὐδεμίαν ὠφέλειαν, διότι, ἐνῷ τὰ ἔσοδα ἀνέρχονται εἰς 3,141,000 κατὰ τὸν προσωρινὸν ἀπολογισμόν, τὰ ἔξοδα ἀνέρχονται κατὰ τὴν σημείωσιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ εἰς 3,150,000 δραχμάς. Ἔχομεν ἑπομένως 9,450 δραχ. ἔλλειμμα, ποσὸν ὄχι τόσον σημαντικόν, ἀλλ’ ἔχομεν τὴν ἀπώλειαν 450,000 μέχρις 750,000 δραχμῶν, τὰς ὁποίας τὸ Δημόσιον ἀπελάμβανε προηγουμένως ὡς καθαρὸν ἔσοδον. Παρατηροῦμεν δὲ συνάμα τὴν πορείαν τῆς ὑπεραυξήσεως τῶν ἐξόδων ἐν συγκρίσει πρὸς τὴν μικρὰν αὔξησιν τῶν ἐσόδων, ἡ ὁποία μᾶς ἀπειλεῖ μὲ μεγαλειτέρας ζημίας, ἐὰν αἱ ὑπηρεσίαι αὗται ἐξακολουθήσωσι τὴν ὁδὸν, εἰς τὴν ὁποίαν εἰσῆλθον ἀπὸ τριετίας. Διὰ τοῦτο, ὑπὸ τὴν ἔποψιν τὴν λογιστικὴν, θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ δώσῃ τὰς ἀναγκαίας πληροφορίας, πρὸς ἀποφυγὴν πάσης ἐσφαλμένης ἀντιλήψεως τῶν ἀποτελεσμάτων τῶν διαφόρων ὑπηρεσιῶν. Ἐκεῖνο δὲ, εἰς τὸ ὁποῖον ἐφιστῶ τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς καὶ τῆς Κυβερνήσεως, εἶναι ἡ πορεία ἐν γένει τῆς ταχυδρομικῆς καὶ τηλεγραφικῆς ὑπηρεσίας, ἥτις διὰ τῆς ὑπερβολικῆς αὐξήσεως τῶν δαπανῶν ὄχι μόνον δὲν ἀποφέρει ἔσοδα καλύπτοντα τὴν τοιαύτην αὔξησιν, ἀλλ’ ἀπ’ ἐναντίας στερεῖ τὸ Δημόσιον σπουδαίου καθαροῦ ἐσόδου, ἀπειλεῖ δὲ νὰ καταστήσῃ τὰς ὑπηρεσίας ταύτας παθητικὰς, ἐνῷ εἰς ἄλλα Κράτη παρουσιάζονται ἐν ἰσοζυγίῳ, ἐκεῖ, ὅπου λειτουργοῦσι μετὰ πλήρους τάξεως καὶ ἀκριβείας, εἰς πολλὰ δὲ ἀφίνουσι σπουδαιότατον ἔσοδον.
§61ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ βουλευτὴς Κορινθίας κύριος Π. Δ. Πετρίδης ὑποβάλλει τὴν ἑξῆς ἐπερώτησιν: «Παρακαλεῖται ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, τίνος ἕνεκα λόγου ὁ νομάρχης Ἀργολίδος δὲν ἐξετέλεσεν ἔτι τὰς ἀποφάσεις τοῦ Ἐποπτικοῦ μὲν Συμβουλίου ὡς πρὸς τὸν διορισμὸν τοῦ Δημοσθένους Μιχαλάκη, προταθέντος διὰ τὸ δημοτικὸν σχολεῖον Λυγουριοῦ τοῦ δήμου Ἀσκληπιοῦ, τοῦ Δημοτικοῦ δὲ Συμβουλίου τοῦ δήμου Ὑσιῶν τῆς ἐπαρχίας Ἄργους ὡς πρὸς τὸν δημοδιδάσκαλον Π. Ράπτην διὰ τὸ σχολεῖον Ἀχλαδοκάμπου.» Ὁ κύριος Κριεμάδης ἔχει τὸν λόγον.
§62Θ. ΚΡΙΕΜΑΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, παρεκάλεσεν ὁ ἔντιμος ἐξ Ἄρτης Βουλευτὴς τὸν κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸν, ἐν σχέσει πρὸς τὴν ζητουμένην πίστωσιν διὰ τὴν διοίκησιν τῶν κτημάτων Στεφάνοβικ, παρεκάλεσε, λέγω, ἂν ἦτο δυνατὸν, νὰ δώσῃ πληροφορίας περὶ τοῦ πῶς πρόκειται νὰ διατεθῇ τὸ ποσὸν αὐτὸ εἰς προσωπικὸν πρὸς διοίκησιν τῶν κτημάτων τούτων, καὶ νομίζω, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἔδειξε κἄποιαν δυσκολίαν εἰς τὸ νὰ καθορίσῃ ἀκριβῶς, ποῦ πρόκειται νὰ διατεθῇ τὸ ποσὸν τοῦτο, τὸ ὁποῖον μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν τῆς ἀξίας τοῦ σπόρου, ὁ ὁποῖος ἐδόθη ὑπὸ τῶν ὑπαλλήλων τοῦ Στεφάνοβικ εἰς τοὺς χωρικοὺς, νομίζω ὅτι περιορίζεται εἰς 116,000 δραχμάς. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι δὲν ὑπάρχει δυσκολία τις εἰς τὸ νὰ ἀπαντήσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἂν ἤθελε νὰ γνωρίσῃ κατὰ τίνα τρόπον διοικοῦνται ἐν Θεσσαλίᾳ τὰ κτήματα. Καὶ ἤθελον παρακαλέσει νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν σχετικά τινα πρὸς τὸ ζήτημα τοῦτο, τὰ ὁποῖα ἴσως χρησιμεύσωσιν εἰς τὸ νὰ ἦναι ἐν γνώσει ὁ κ. Ὑπουργὸς, κατὰ πόσον ὁλόκληρος ἡ ζητουμένη πίστωσις δύναται νὰ διατεθῇ, ἢ κατὰ πόσον πολὺ ὀλιγώτερον ποσὸν δύναται νὰ διατεθῇ εἰς τὴν διοίκησιν τῶν κτημάτων ἐπίσης ἐπωφελῶς ἢ ὅπως ἤθελε διατεθῆ τὸ ποσὸν τῶν δρ. 116,000. Διότι ἐκ τῶν 26 κτημάτων, τὰ ὁποῖα ἐπώλησεν ὁ Στεφάνοβικ πρὸς τὸ Κράτος, τὰ 8 μὲν εἶναι ὑπὸ μίσθωσιν, ἑπομένως δὲν ὑπόκεινται εἰς τὴν διοίκησιν τοῦ Κράτους, ἀλλ’ εἰς τὴν διοίκησιν τῶν μισθωτῶν· ἀπομένουσι λοιπὸν τὰ 18. Ἐὰν ὑποτεθῇ, ὅτι ἔχει ἀνάγκην ἡ Κυβέρνησις νὰ διορίσῃ 18 ἐπιστάτας, ἔστω πρὸς 100 δρ. κατὰ μῆνα ἕκαστον, ἕπεται, ὅτι θὰ δαπανήσῃ ποσὸν 21,600 δραχμῶν περίπου κατ’ ἔτος. Ἐὰν ὑποτεθῇ ὅτι πρόκειται νὰ διορίσῃ καὶ ἀνὰ ἕνα ὑπηρέτην, ἔχομεν, πρὸς 50 δραχμὰς κατὰ μῆνα, ποσὸν δρ. 10,800. Ἑπομένως τὸ ὅλον ποσὸν θὰ ἀνέλθῃ εἰς 32,400 δραχμὰς μόνον διὰ τὸ προσωπικὸν τῆς διευθύνσεως τῶν κτημάτων. Καὶ πρὸ παντὸς βεβαίως ἔχει ἀνάγκην καὶ ἑνὸς διευθυντοῦ, τοῦ ὁποίου ἡ μισθοδοσία δὲν δύναται νὰ ἦναι ἀνωτέρα τῶν 200 δραχμῶν, καὶ ἑνὸς κλητῆρος τοῦ διευθυντοῦ τούτου, ἀντὶ μισθοῦ δρ. 50 κατὰ μῆνα· ὥστε διὰ τοὺς δύο τούτους τὸ ποσὸν ἐτησίως θέλει ἀνέλθει εἰς δρ. 3000.
§63Α. ΠΕΤΑΛΑΣ. Καὶ ἑνὸς ἀγροφύλακος.
§64Θ. ΚΡΙΕΜΑΔΗΣ. Οἱ ἀγροφύλακες δὲν πληρώνονται ἀπὸ τοὺς ἰδιοκτήτας. Λοιπὸν τὸ ὅλον ποσὸν, τὸ ὁποῖον, κατὰ τὴν ἰδέαν μου, πρόκειται νὰ διατεθῇ εἰς μισθοδοσίαν προσωπικοῦ πρὸς διοίκησιν τῶν κτημάτων τούτων, δὲν δύναται νὰ ὑπερβῇ τὸ ποσὸν τῶν 35,400 δραχμῶν· καὶ ἂν ὑποτεθῇ, ὅτι σφάλλομαι εἴς τι, δὲν δύναται νὰ ὑποτεθῇ, ὅτι δύναται νὰ ὑπερβῇ τὸ ποσὸν τὰς 40,000 δραχμάς. Ἄρα νομίζω, ὅτι τὸ ποσὸν τῶν 116,000 εἶναι περισσότερον τοῦ διπλασίου τοῦ ἀληθῶς ἀπαιτουμένου ποσοῦ.
§65Φ. ΝΕΓΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Γνωρίζετε, ὅτι θὰ δώσωμεν καὶ τὸν σπόρον τῶν ὀψίμων καρπῶν.
§66Θ. ΚΡΙΕΜΑΔΗΣ. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι εἴπετε πρὸς τὸν ἔντιμον ἐξ Ἄρτης Βουλευτὴν, ὅτι αἱ 116,000 δραχμαί...
§67Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὁπωσδήποτε πρέπει νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψιν, ὅτι δὲν εἶναι κανονικὸν νὰ ζητῇ ἡ Κυβέρνησις πιστώσεις ἐπ’ ἀορίστῳ διὰ προσωπικόν.
§68Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Ἐφ’ ὅσον εἶναι δυνατὸν, θὰ σᾶς δοθῶσιν ἀκριβεῖς πληροφορίαι.
§69Θ. ΚΡΙΕΜΑΔΗΣ. Ἀλλὰ, κύριε Πρόεδρε, νομίζω, ὅτι ἡ δήλωσις τοῦ ἀξιοτίμου κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργοῦ, διὰ τῆς ὁποίας ζητεῖ νὰ τῷ χορηγηθῇ ἡ πίστωσις αὕτη, μοὶ δίδει ἀφορμὴν νὰ κρίνω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις σκοπεῖ νὰ ἐγκαταστήσῃ διττὸν τρόπον διοικήσεως τῶν κτημάτων τούτων· καὶ ὁ μὲν πρῶτος τρόπος εἶναι ἤδη ἀνεγνωρισμένος διὰ τοῦ συμβολαίου, δηλ. ὁ τρόπος τῆς μισθώσεως τῶν κτημάτων, ὁ ὁποῖος πρέπει νὰ τηρηθῇ κατὰ τοὺς ὅρους τοῦ συμβολαίου τῆς ἀγοραπωλησίας· ὁ δὲ ἄλλος τρόπος εἶναι ὁ διὰ τῆς διοικήσεως ἀπ’ εὐθείας τοῦ Δημοσίου. Νομίζω, ὅτι ἡ τοιαύτη πολλαπλῆ διοίκησις τῶν κτημάτων τοῦ Στεφάνοβικ ἐν Θεσσαλίᾳ, ἀντὶ νὰ ἐξασφαλίσῃ τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου καὶ ἀγαθὴν διοίκησιν τῶν καλλιεργητῶν τῶν κτημάτων, τοὐναντίον θέλει ἐπιφέρει σύγχυσιν, καὶ σύγχυσιν τοιαύτην, ἡ ὁποία δὲν δύναται ν’ ἀποβῇ ἐπωφελής. Ἀλλ’ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον θέλω νὰ παρακαλέσω τὸν κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸν, εἶναι, ὅτι ἔπρεπε, κατὰ τὴν ἐμὴν γνώμην, νὰ ἔχῃ καταρτισθῆ ἤδη καὶ νὰ ἔχῃ ὑποβληθῇ εἰς τὴν Βουλὴν τὸ νομοσχέδιον περὶ τῆς διανομῆς τῶν κτημάτων. Δὲν ἔχει σχέσιν τὸ ζήτημα περὶ τοῦ πότε θὰ πραγματοποιηθῇ ἡ διανομή. Τοῦτο εἶναι ζήτημα ἐντελῶς ἄσχετον πρὸς τὸ ζήτημα τῆς ὑποβολῆς τοῦ νομοσχεδίου. Μήτε νομίζω, ὅτι χρειάζεται μελέτη τις ἰδικιτέρα, καὶ δὴ ἐπιτόπιος μελέτη, μήτε φῶτα εἰδημόνων καὶ πραγματογνωμόνων, ὅπως καταρτισθῇ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, τοσούτῳ μᾶλλον, καθόσον φρονῶ, ὅτι ὑπάρχει ἤδη νόμος τοῦ Κράτους, ὁ ὁποῖος τροποποιούμενος, ἐννοεῖται, ἐν σχέσει πρὸς τὰς ἀνάγκας τὰς παρουσιαζομένας ἐν Θεσσαλίᾳ, ὡς πρὸς τοὺς μεθέξοντας εἰς τὴν διανομὴν καλλιεργητὰς, καὶ ἐν σχέσει πρὸς τὰ ἔθιμα, πρὸς τοὺς ὅρους τῆς κυριότητος, πρὸς τὸν τρόπον τῆς διοικήσεως τῶν κτημάτων ἐν Θεσσαλίᾳ, τροποποιούμενος, λέγω, ὁ νόμος οὗτος δύναται κάλλιστα νὰ χρησιμεύσῃ πρὸς ἐπίλυσιν τοῦ ζητήματος τῆς διανομῆς. Εἶναι δὲ ὁ νόμος οὗτος ὁ περὶ διαθέσεως τῶν ἐθνικῶν κτημάτων, κατὰ τὴν ἰδικήν μου τὴν γνώμην. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι, εἴτε ὁ νόμος οὗτος ἤθελε χρησιμεύσει ὡς βάσις τοιούτου νομοσχεδίου, εἴτε ἄλλη βάσις πρόκειται νὰ δοθῇ εἰς τὴν κατάρτισιν τοῦ νομοσχεδίου τούτου, πάντως ἔπρεπε τὸ νομοσχέδιον νὰ ἔχῃ ἤδη ὑποβληθῇ εἰς τὴν Βουλήν. Ἐπαναλαμβάνω δὲ νὰ ὑποστηρίξω, ὅτι εἶναι ἄσχετος ἡ ἐπιψήφισις τοῦ νομοσχεδίου πρὸς τὴν ἐφαρμογὴν αὐτοῦ, καὶ τούτου ἕνεκα παρακαλῶ τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ἂν ἦναι δυνατὸν, νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, ἂν κατηρτίσθη ἤδη καὶ πρόκειται νὰ ὑποβληθῇ τοιοῦτο νομοσχέδιον· ἄλλως συνιστῶ θερμῶς πρὸς αὐτὸν νὰ φροντίσῃ νὰ καταρτίσῃ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο καὶ ὑποβάλῃ αὐτὸ εἰς τὴν Βουλήν.
§70Φ. ΝΕΓΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Γίνεται μελέτη ἐπὶ τοῦ ζητήματος, ἀλλὰ δὲν εἴμεθα ἀκόμη εἰς θέσιν νὰ καταθέσωμεν νομοσχέδιον.
§71Α. ΠΕΤΑΛΑΣ. Καὶ ἐγὼ, κύριε Πρόεδρε, ἤθελον συστήσει εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἵνα μὴ τὴν διαχείρισιν τῶν κτημάτων Στεφάνοβικ ἀναλάβῃ δι’ ἴδιον αὐτῆς λογαριασμὸν, διότι θὰ ἐμπέσῃ εἰς λαβύρινθον, ἐκ τοῦ ὁποίου λίαν δυσκόλως θὰ ἐξέλθῃ. Νὰ ἦναι λίαν εὐχαριστημένη, ἂν θὰ ἐξαρκέσῃ ἡ αἰτουμένη πίστωσις τῶν 240,000 δραχμῶν· πολὺ φοβοῦμαι, μήπως ταχέως ζητήσῃ καὶ ἄλλην, ἴσως δὲ καὶ τρίτην πίστωσιν. Ἂς ἦναι δὲ πλέον ἢ βεβαία, ὅτι, ἂν δι’ ἐπιστατῶν τῆς ἐκλογῆς της διαχειρισθῇ τὰ κτήματα, τάχιστα θὰ γεννηθῶσι καὶ ἐκεῖ ἄλλοι σταφιδαποθηκάριοι, καὶ ὄχι μόνον ὁ δημόσιος θησαυρὸς θὰ πάθῃ, ἀλλὰ καὶ οἱ τσιφτῆδες (γεωργοὶ) τῶν κτημάτων τούτων θὰ ληστευθῶσι, καὶ θὰ καταρῶνται τὴν ὥραν, καθ’ ἣν ἤλλαξαν κύριον. Τὸ μόνον, ὅπερ δύναται νὰ πράξῃ σωστικὸν, εἶναι νὰ ἐνοικιάσῃ δι’ ἴδιον τοῦ Δημοσίου λογαριασμὸν τοὺς κισλάδες (βοσκὰς)· ἐκ τοῦ ἐνοικίου δὲ τούτων, εὐκόλως καὶ ἀνελλιπῶς εἰσπραχθησομένου, θὰ δυνηθῇ νὰ ἐπαρκέσῃ εἰς τὴν πληρωμὴν τῶν ὑποχρεώσεων τοῦ Δημοσίου, τόκων καὶ χρεωλυσίου, τὰ δὲ λοιπὰ εἰσοδήματα ν’ ἀφήσῃ εἰς τοὺς καλλιεργητὰς τῶν κτημάτων, ἵνα ἐξ αὐτῶν μόνοι των προσπορισθῶσι τὰ χρήσιμα εἰς τὴν σπορὰν, καλλιέργειαν καὶ τροφήν των. Ἄλλως, ὡς προεῖπον, θὰ ἐμπέσῃ εἰς λαβύρινθον. Αὐτὸ ἂς πράξῃ τανῦν, καὶ ὅταν ἔλθῃ ἡ ὥρα τῆς ὁριστικῆς διανομῆς, ἣν νὰ μὴ ἐπισπεύσῃ πρὶν ἢ καλῶς μελετήσῃ τὸ ζήτημα καὶ πρὶν ἢ λήξωσι καὶ τῶν λοιπῶν κτημάτων αἱ ἐνοικιάσεις, τότε θέλω εἴπει καὶ ἐγὼ τὴν γνώμην μου, ἥτις εἶναι ἀποτέλεσμα εἰκοσαετοῦς πείρας τῶν Θεσσαλικῶν πραγμάτων.
§72Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§73Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ὑποβάλλω σχέδιον νόμου, τοῦ ὁποίου ἀντικείμενον εἶναι ἡ λεωφόρος Συγγροῦ. Εἰς τὴν ὑπόθεσιν ταύτην παρουσιάσθη ἡ ἑξῆς δυσχέρεια ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ. Κατὰ τοὺς κειμένους νόμους, ἐφ’ ὅσον διασχίζει ἐθνικὴ ὁδὸς σχέδιον τῆς πόλεως, ὑπόχρεοι πρὸς ἀποζημίωσιν τῶν καταλαμβανομένων κτημάτων εἰσὶν οἱ παρόδιοι. Τοῦτο ἐν γένει εἶναι ὀρθόν· ἀλλὰ προκειμένου περὶ λεωφόρου, ἡ ὁποία μέχρι τοῦ Ἰλισσοῦ ποταμοῦ ἔχει πλάτος 40 καὶ 30 μέτρων, συμβαίνει τὸ ἄτοπον, ὅτι πολλοὶ στεροῦνται ἐξ ὁλοκλήρου τῆς ἰδιοκτησίας των, διότι δὲν μένουσιν ἑκατέρωθεν ἢ μικρὰ τμήματα δύο καὶ τεσσάρων μέτρων. Ἐνόμισα, ὅτι ἔπρεπε νὰ καθορισθῇ τὸ πρᾶγμα νομοθετικῶς, καὶ ὁδηγούμενος ἐκ τῆς ὑπαρχούσης νομοθεσίας, ὅτε ἐλήφθη ἡ ἰδία πρόνοια διὰ τὴν κατασκευὴν τῆς ὁδοῦ Ἀθηνᾶς, καθ’ ἣν τὸ κέντρον τῆς ὁδοῦ ἀπεζημιοῦτο ὑπὸ τοῦ δήμου, ἐνόμισα, ὅτι πρέπει νὰ περιλάβω ἐν τῇ προκειμένῃ περιπτώσει ὁμοίαν διάταξιν, διότι ἄλλως θὰ ἐπέλθουν μεγάλαι ζημίαι.
§74Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Παρακαλῶ ὑμᾶς νὰ διατάξητε νὰ συνταχθῇ ἰδία ἔκθεσις τῆς ἱστορίας τῶν χρημάτων, τὰ ὁποῖα θὰ δαπανηθῶσιν. Ἂν ὑπάρχωσι δὲ καὶ ἀντίτυπα τῆς διαθήκης τοῦ μακαρίτου Συγγροῦ, παρακαλῶ νὰ μᾶς δοθῶσι.
§75Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Δεύτερον ὑποβάλλω σχέδιον νόμου, διὰ τοῦ ὁποίου ζητῶ τὴν ἄδειαν, ὅπως ἐν τῇ συμβάσει, ἡ ὁποία ἐψηφίσθη κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον μετὰ τῆς Ἑταιρείας τῶν Σιδηροδρόμων Ἀττικῆς, δυνηθῇ νὰ γείνῃ μία μεταβολὴ περὶ ζητήματος τὸ ὁποῖον παρουσιάσθη. Κατὰ τὴν σύμβασιν, ἡ Ἑταιρεία τῶν σιδηροδρόμων Ἀττικῆς εἶναι ὑποχρεωμένη νὰ δαπανήσῃ 600,000 δραχμὰς δι’ ὡρισμένους σκοποὺς, ἤτοι πρῶτον διὰ τὴν ὁλοσχερῆ ἀποζημίωσιν τῶν ἰδιοκτητῶν τοῦ καταληφθησομένου χώρου ὑπὸ τοῦ ἐκεῖ ἄλσους, καὶ διὰ τὰ ἐν αὐτῷ οἰκοδομήματα, δεύτερον διὰ τὴν ἐγκατάστασιν ἐργοστασίου ἠλεκτρικοῦ φωτισμοῦ, τρίτον δι’ ἄλλα τινὰ ἔργα. Ἐκ τῶν μέχρι τοῦδε δαπανηθέντων κατεδείχθη, ὅτι ἡ Ἑταιρεία κατέβαλε δι’ ἀποζημιώσεις μέχρι τοῦδε καὶ διὰ τὰ ἔργα δραχ. 438,312, ἀλλὰ πολλοὶ τῶν ἰδιοκτητῶν δὲν ἀπεδέχθησαν τὰς ἀποζημιώσεις, καὶ προσέφυγον εἰς τὰ Δικαστήρια· ἐὰν δὲ αἱ δίκαι ἀποβῶσιν ὑπὲρ αὐτῶν, ἡ Ἑταιρεία θὰ καταβάλῃ ἑτέρας 80,000 δραχμάς. Ἐὰν ταύτας καταβάλῃ ἡ Ἑταιρεία, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπαρκέσωσιν αἱ 600,000 καὶ διὰ τὴν ἐγκατάστασιν ἠλεκτρικοῦ ἐργοστασίου. Ζητεῖται διὰ τοῦτο ἡ ἄδεια παρὰ τῆς Βουλῆς, ὅπως καταστῇ δυνατὸν νὰ ἐγκατασταθῇ μὲν ἠλεκτρικὸς φωτισμὸς, ἀλλ’ οὐχὶ δι’ ἐγκαταστάσεως ἠλεκτρικοῦ ἐργοστασίου. Ἡ Ἑταιρεία, ἡ ὁποία ἀνέλαβε τὸν φωτισμὸν, συνενοήθη μετὰ τῆς Ἑταιρείας τῶν Σιδηροδρόμων Ἀττικῆς, καὶ οὕτω θὰ ἦναι δυνατὸν διὰ τῆς τροποποιήσεως, ἣν ζητοῦμεν, ν’ ἀπαλλαγῇ ἡ Ἑταιρεία τῶν Σιδηροδρόμων τῆς δαπάνης ταύτης· διότι, ἂν αἱ δίκαι ἀποβῶσι κατ’ αὐτῆς, δὲν θὰ ἦναι δυνατὸν νὰ ἐπαρκέσῃ εἰς τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν ὑποχρεώσεών της. Ἐπίσης ὑποβάλλω νομοσχέδιον περὶ τοῦ ὑδραγωγείου Κερκύρας.
§76ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν ὑποβληθέντα νομοσχέδια θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 180–182).
§77ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐπιφυλάσσομαι, ὅταν τυπωθῇ τὸ νομοσχέδιον, νὰ φέρω ἐπ’ αὐτοῦ τὸν λόγον καὶ ἐξετάσω, κατὰ πόσον εἶναι εὔλογος ἡ πρότασις τῆς μεταρρυθμίσεως τῆς συμβάσεως πρὸς ἀπαλλαγὴν τῆς Ἑταιρείας ἀπὸ ὑποχρεώσεων εἰλημμένων ἤδη, καὶ κατὰ πόσον ἡ πρότασις περὶ τοιαύτης ἀπαλλαγῆς ἔχει ἀντίστοιχον ἀντάλλαγμα, ὅπερ τὸ Δημόσιον ὀφείλει νὰ ζητήσῃ. Ἀλλὰ περὶ τούτου τότε. Ἀκριβῶς ἡ ὑποβολὴ τῆς συμβάσεως μοὶ δίδει σήμερον ἀφορμὴν νὰ εἴπω τι, ὅπερ ἐσκόπουν δι’ ἐπερωτήσεως νὰ εἴπω, καὶ παρακαλέσω, ὅπως πρὸ τῆς συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου προσκομίσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τὰς πληροφορίας. Κατὰ τὴν σύμβασιν, τὴν ὁποίαν ἐψηφίσατε, καὶ τὸ συνημμένον διάγραμμα, εἰς ὃ παραπέμπει ἡ σύμβασις, παραχωρεῖται εἰς τὴν Ἑταιρείαν ἐν Κηφισιᾷ ὁ χῶρος ὁ μεταξὺ τῆς πλατείας τοῦ σταθμοῦ καὶ τῆς πλατείας τοῦ Πλατάνου, ὅπως τοῦτον μετατρέψῃ εἰς ἄλσος. Ἡ Ἑταιρεία τοῦτον τὸν χῶρον ἠθέλησε νὰ περιτοιχίσῃ, καὶ ἐν τῇ ὁρμῇ αὐτῆς περιέλαβε καὶ ὁλόκληρον τὴν πλατεῖαν τοῦ Πλατάνου καὶ περιέκλεισεν οὕτως, ὥστε, ὅπως εἰσέλθῃ τις ἀπὸ τῆς ὁδοῦ εἰς τὴν πλατεῖαν τοῦ Πλατάνου, ἐκτὸς ἂν ζητήσῃ τὴν κιγκλιδωτὴν εἴσοδον, πρέπει νὰ ἔχῃ κλίμακα, ἵνα ὑπερπηδήσῃ τὰς κιγκλίδας. Ἀλλ’ ὅστις ἀνέγνωσε τὴν σύμβασιν καὶ εἶδε τὸ διάγραμμα, εἶδε βεβαίως, ὅτι ἡ πλατεῖα τοῦ Πλατάνου εἶναι ἐκτὸς τοῦ ἄλσους, καὶ ἀποτελεῖ τὸ ὅριον τῆς παραχωρήσεως. Οἱ κάτοικοι παραπονοῦνται, ὁ δὲ δήμαρχος Ἀθηναίων ἤκουσα ὅτι ὑπέβαλε παραστάσεις διὰ τὴν τοιαύτην καταπάτησιν τῶν ὅρων τῆς συμβάσεως. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν, διότι καὶ τοῦτο θέλει χρησιμεύσει κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου, νὰ προσαγάγῃ τὰς πληροφορίας πάσας, τάς τε πληροφορίας καὶ τὴν ἀναφορὰν τὴν ἀπευθυνθεῖσαν πρὸς αὐτὸν καὶ πρὸς τὸν δήμαρχον μετὰ διαμαρτυρίας τῶν κατοίκων τῆς κοινότητος Κηφισιᾶς, ὅτι καταπατεῖται ἡ δημοτικὴ πλατεῖα, ὅπως προσαρτηθῇ εἰς τὴν ἔκτασιν τῆς Ἑταιρείας.
§78Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ὅσον ἀφορᾷ τὸ δεύτερον μέρος τῆς αἰτήσεως, θὰ φέρω τὰ ζητηθέντα. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ πρῶτον, καὶ ἐγὼ μετὰ τοῦ κ. Δραγούμη, ὡς καὶ οἱ φίλοι τῆς πολιτικῆς μερίδος, εἰς ἣν ἀνήκω, κατεψηφίσαμεν τὴν σύμβασιν τότε ἐκείνην· ἐγὼ δὲ πρῶτος...
§79ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Καὶ ἐγὼ ἠγόρευσα διὰ μακρῶν τότε.
§80Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Διατὶ θέλετε νὰ βελτιώσητε;
§81Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Διατὶ συνηθίζετε νὰ διακόπτητε χωρὶς νὰ περιμένητε;
§82Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ δὲν σᾶς διέκοψα ποτέ.
§83Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Αὐτὴν τὴν στιγμὴν μάλιστα. Λοιπὸν ὁμολογοῦμεν, ὅτι ἡ σύμβασις δὲν ἦτο ὠφέλιμος, διότι δὲν ἐδόθησαν ἀντισηκώματα. Ἀλλὰ δὲν πρόκειται σήμερον νὰ ἐξετασθῇ τὸ θέμα τοῦτο. Κατὰ τὴν σύμβασιν, ἡ Ἑταιρεία εἶναι ὑπόχρεως νὰ δαπανήσῃ 600,000 δραχμὰς, καὶ τὰς 600,000 ταύτας εἶναι ὑπόχρεως νὰ δαπανήσῃ πρὸς ἐκτέλεσιν ὡρισμένων ἔργων, τὰ ἔργα δὲ ταῦτα εἶναι ἐν τῇ συμβάσει ἀναγεγραμμένα κατὰ σειρὰν ἀρχαιότητος· 1) θὰ κατασκευασθῇ τὸ ἄλσος· 2) ἂν τὰ χρήματα αὐτὰ ἐπαρκέσωσι, θὰ ἐπιχειρήσῃ τὴν ἐγκατάστασιν τοῦ ἠλεκτρικοῦ καταστήματος. Ῥητῶς δὲ λέγεται, ὅτι μόνον τὸ ποσὸν τοῦτο θέλει δαπανηθῆ. Λοιπὸν σήμερον, ὅτε ἐξωδεύθησαν 448,000 δρ. δι’ ἀποζημιώσεις, ὅτε ὑφίστανται δίκαι περὶ ἀποζημιώσεως 80,000 δρ., ὅτε ὑπάρχουσιν ἄλλα ἔργα, τὰ ὁποῖα θὰ ἐκτελεσθῶσιν ἐν τῷ ἄλσει, εἶναι δὲ φανερὸν, ὅτι τὰ χρήματα δὲν θὰ ἐπαρκέσωσι, τί θέλετε νὰ πράξωμεν; Νὰ μείνῃ τὸ ἄλσος αὐτὸ ἐντελῶς ἀνεκτέλεστον;
§84Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως.
§85Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Λοιπὸν, ἐπειδὴ δὲν ἐπαρκοῦσιν αἱ δαπάναι, ζητοῦμεν τὴν ἄδειαν τῆς Βουλῆς, ὅπως καταστῇ δυνατὸν νὰ ἐκτελέσῃ τὰς ὑποχρεώσεις της ἡ Ἑταιρεία, ἀλλὰ μὴ δαπανῶσα 200,000, διὰ τὰς ὁποίας δὲν εἶναι ὑπόχρεως, πρὸς ἐγκατάστασιν ἠλεκτρικοῦ. Ἡ Ἑταιρεία θὰ ἐγκαταστήσῃ ἠλεκτρικὸν φῶς, ἀλλὰ δὲν θὰ δαπανήσῃ, διότι δὲν ὑποχρεοῦται νὰ δαπανήσῃ πρὸς ἐγκατάστασιν ἠλεκτρικοῦ ἐργοστασίου.
§86Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τὸ ζήτημα θὰ συζητήσωμεν εἰδικῶς, ὅταν ἔλθῃ τὸ νομοσχέδιον ὑπὸ συζήτησιν. Ἀλλ’ ἐζήτησα καὶ ἐγὼ τὸν λόγον, διὰ νὰ ὑποστηρίξω ὅσα εἶπεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτής. Καὶ προσθέτω καί τι ἄλλο· ὅτι οἱ κάτοικοι Κηφισιᾶς, οἱ ὁποῖοι ἔχουσι καὶ αὐτοὶ τὰ δικαιώματά των ὡς κοινότης, τὴν πλατεῖαν τοῦ Πλατάνου τὴν θεωροῦσιν ὡς τὸ κέντρον, ὡς τὴν ἔνδειξιν τῆς ὑπάρξεως τῆς ἐξοχῆς ταύτης, ἡ ὁποία παρέχει ἀναπαύσεις εἰς τὴν κοινωνίαν. Ἀλλ’ ἐκτὸς τῆς πλατείας τοῦ Πλατάνου, ἡ ὁποία ἀποτελεῖ τὸ ἱστορικὸν κέντρον, ὑπάρχει ἓν ἄλλο ζήτημα, ὑπάρχει τὸ ζήτημα τῶν ὑδάτων τῆς Κηφισιᾶς. Ἡ Κηφισιὰ, ἐὰν ἐσχηματίσθη εἰς ἐξοχὴν, δυναμένην νὰ παραβληθῇ πρὸς ἐξοχὴν Εὐρωπαϊκὴν, ὀφείλει τοῦτο εἰς τὴν ὕπαρξιν ὑδάτων· ἐὰν δὲν ὑπῆρχον ὕδατα, βεβαίως ἡ Κηφισιὰ δὲν θὰ ἠδύνατο νὰ σχηματισθῇ εἰς ἐξοχὴν λίαν εὐχάριστον καὶ ὁπωσδήποτε παριστῶσαν τὴν πρωτεύουσαν τῆς Ἑλλάδος ὡς ἔχουσαν καὶ αὐτὴν τὴν ἐξοχὴν της, ὅπως πᾶσαι αἱ πρωτεύουσαι τοῦ κόσμου. Τὸ φυσικὸν τοῦτο στοιχεῖον τῆς ὑπάρξεως τῆς Κηφισιᾶς σήμερον κινδυνεύει ν’ ἀπολεσθῇ. Δι’ ἐργασιῶν τοῦ δήμου ἀφ’ ἑνός, δι’ ἐργασιῶν ἰδιωτικῶν ἀφ’ ἑτέρου, ἡ πηγή, ἥτις παρέχει εἰς τὴν ἐξοχὴν ταύτην τὸ ὕδωρ, τὸ Κεφαλάρι, κατήντησε νὰ μὴ ἔχῃ σήμερον μήτε τὸ τέταρτον τοῦ ὕδατος, τὸ ὁποῖον πρὸ δύο ἢ τριῶν ἐτῶν εἶχεν. Ἐκτὸς δὲ τούτου, καὶ ὅλα τὰ ὕδατα, τὰ ὁποῖα εἶχον καὶ οἱ ἰδιοκτῆται, ἐπίσης ἔπαθον πολλὰς ζημίας. Ἐκτὸς τοῦ δικαιολογητικοῦ λόγου, ὅτι μία κοινότης, ἔχουσα τὴν αὐθυπαρξίαν της, ἔχει δικαίωμα ὑπάρξεως, ἔχει δικαίωμα συντηρήσεως καὶ διατηρήσεως τῶν κτήσεών της τούτων, ὑπάρχει καὶ ὁ λόγος, ὅτι ἡ μόνη ἐξοχή, ἡ πραγματικὴ ἐξοχὴ τῆς πρωτευούσης τῆς Ἑλλάδος, ἔχει περισσότερον δικαίωμα ἢ τὸ ἁπλοῦν δικαιολογητικὸν δικαίωμα νὰ διατηρήσῃ τὰ ὕδατα αὐτά, τὰ ὁποῖα διατηροῦσι τὴν ὕπαρξίν της. Νομίζω, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς ὀφείλει νὰ προασπίσῃ, διὰ τοὺς δύο τούτους λόγους, τὰ δικαιώματα τῆς κοινότητος Κηφισιᾶς, καὶ νὰ παρεμποδίσῃ διὰ παντὸς εὐλόγου καὶ νομίμου μέσου τὰς γινομένας ἐργασίας, αἵτινες ἐξακολουθοῦσαι εἰς οὐδὲν ἄλλο θὰ καταλήξωσιν, εἰμὴ εἰς τὴν καταστροφὴν τῆς ἐξοχῆς ταύτης. Εἶναι ἀποκλειστικῶς τμῆμα τῆς πρωτευούσης ἡ Κηφισιὰ, ἔχει δὲ τὰ δικαιώματά της, ὡς κοινότης αὐθύπαρκτος...
§87Α. ΡΙΚΑΚΗΣ. Δὲν εἶναι ζήτημα. Ἀνέκαθεν.
§88Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Σήμερον ὅμως, κατὰ τὰ τρία ἢ τέσσαρα τελευταῖα ἔτη, αἱ ἰδιωτικαὶ ἐνέργειαι, αἱ γενόμεναι πάντοτε ἐν συμφωνίᾳ μετὰ τῶν ἐνεργειῶν τοῦ δήμου, τείνουσιν εἰς τὴν καταστροφὴν τῆς Κηφισιᾶς. Νομίζω, ὅτι αἱ δαπάναι, αἱ γινόμεναι πρὸς ἐξεύρεσιν ὑδάτων ἐν τῷ λεκανοπεδίῳ Ἀττικῆς, δύνανται ἐπωφελῶς—ὅσον ἐπωφελῶς ἴσως γίνονται ἐν τῷ περιχώρῳ τῆς Κηφισιᾶς—νὰ γείνωσιν, ὅπως προμηθεύσωσιν εἰς τὴν πρωτεύουσαν τὸ ὀλίγον ὕδωρ, τὸ ὁποῖον τοιαύτη ἐργασία δύναται νὰ προμηθεύσῃ, μέχρις ὅτου λυθῇ ὁριστικῶς τὸ ζήτημα τῆς ὑδρεύσεως τῆς πρωτευούσης, δύνανται, λέγω, νὰ γείνωσιν ἀλλαχοῦ μὲ τὰ αὐτὰ πρακτικὰ ἀποτελέσματα καὶ χωρὶς νὰ προξενήσωσι τὸ ἄδικον ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς ἀφαιρέσεως τῶν ὑδάτων τῆς κοινότητος Κηφισιᾶς, καὶ τὸ ἄδικον ἀφ’ ἑτέρου καὶ πρὸς αὐτὴν τὴν πρωτεύουσαν, νὰ καταστρέψωσι μίαν ἐξοχήν, ἥτις εἶναι ἡ μόνη ἐξοχή, ἡ ὁποία ἀπέναντι τῶν Ἑλλήνων καὶ ἀπέναντι τῶν ξένων παρουσιάζει μέρος ἀναψυχῆς κατὰ τοὺς θερινοὺς μῆνας, οἱ ὁποῖοι εἶναι ἐπαισθητότεροι παρ’ ἡμῖν ἢ ἀλλαχοῦ.
§89Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Καὶ πρὸς τοὺς ἰδιώτας!
§90Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Γίνονται ἐργασίαι ἀναμφισβητήτως πρὸς ἀφαίρεσιν τοῦ ὕδατος. Τοῦτο βεβαίως δύναται νὰ ἐξετασθῇ εὐκόλως. Δύναται διὰ τοῦ δικαστικοῦ ἀγῶνος; Νομίζω ὅτι ὑπάρχουσιν αἱ βάσεις.
§91Δ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Ἀπέτυχε δυστυχῶς ὁ δικαστικὸς ἀγών.
§92Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Καὶ ἂν ἀκόμη ἐπιτύχῃ ἡ δικαστικὴ ἐνέργεια, μέχρις ὅτου φθάσῃ εἰς ὁριστικὸν ἀποτέλεσμα, ἡ Κηφισιὰ ἀποξηραίνεται, καὶ ἀντὶ νὰ ἔχωμεν ἐξοχὴν δροσερὰν καὶ ἀπολύτως ἀναγκαίαν καὶ τιμῶσαν τὴν πρωτεύουσαν, δὲν θὰ ἔχωμεν ἢ ἓν περίχωρον ὅμοιον μὲ τὰ ἄλλα περίχωρα τὰ ξηρὰ, τὰ ὁποῖα οὐδεμίαν δίδουσιν ἀνακούφισιν.
§93Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἡ Κηφισιά, ὡς γνωστόν, διαιρεῖται εἰς δύο συνοικισμούς. Εἶναι ὁ παλαιὸς συνοικισμός, τοῦ χωρίου Κηφισιᾶς, εἶναι δὲ καὶ νεώτερος συνοικισμός, ὁ ὁποῖος συνεστήθη κατὰ τοὺς μεταγενεστέρους χρόνους ἐκτὸς τοῦ χωρίου τῆς Κηφισιᾶς. Ἀλλὰ καὶ τὸ χωρίον Κηφισιὰ καὶ ὁ νεώτερος συνοικισμὸς ἔχουσι τὰ αὐτὰ δικαιώματα. Τὰ δικαιώματα δὲ ταῦτα δύναταί τις νὰ χαρακτηρίσῃ ὡς φυσικά. Δὲν ὑπάρχει ἐν τῷ κόσμῳ τις, ὁ ὁποῖος ν’ ἀμφισβητήσῃ εἰς τοὺς ζῶντας ἔν τινι συνοικισμῷ τὸ δικαίωμα νὰ ζῶσιν, οὔτε νὰ ἐπιτρέψῃ εἰς ἄλλον συνοικισμὸν νὰ ἀφαιρέσῃ ἀπὸ συνοικισμὸν ὑπάρχοντα τὰ μέσα τοῦ ζῆν. Ἡ Κηφισιὰ τὸ χωρίον καὶ ἡ Κηφισιὰ ὁ νεώτερος συνοικισμὸς ζῶσι διὰ τῶν ὑδάτων. Τὰ ὕδατα αὐτὰ εἶναι κατὰ τὸ πλεῖστον ὕδατα κοιτάζοντα ἐν ὑπογείοις δεξαμεναῖς κατέρχονται ἀπὸ τοῦ ὄρους τῆς Πεντέλης, ἴσως δὲ καὶ τοῦ ὄρους τῆς Πάρνηθος. Ἀλλὰ τὰ ὕδατα αὐτὰ ἀγορασταὶ κτημάτων ἐν Κηφισιᾷ τὰ ἐξεμεταλλεύθησαν οὐχὶ πρὸς ἰδίαν χρῆσιν, ἀλλ’ ὡς ἐμπόρευμα, καὶ πωλοῦσιν αὐτὰ εἰς συνοικισμοὺς ἄλλους ἐκτὸς τῆς Κηφισιᾶς, δηλαδὴ εἰς τὸν συνοικισμὸν τῶν Ἀθηνῶν. Λοιπὸν τώρα πρόκειται ἀγὼν μεταξὺ τῆς μεγάλης πόλεως τῶν Ἀθηνῶν καὶ τοῦ συνοικισμοῦ τῆς Κηφισιᾶς. Αἱ Ἀθῆναι ἀσχολοῦνται νὰ λαμβάνωσιν ὅλα τὰ ὕδατα τῆς Κηφισιᾶς· οὕτω δὲ ὀλίγον κατ’ ὀλίγον ἐπέρχεται ἡ στείρευσις τῶν φρεάτων τῆς Κηφισιᾶς καὶ ἑπομένως ὅλων τῶν ἄλλων πηγῶν, ἐκ τῶν ὁποίων λαμβάνουσι τὰ ὕδατα ταῦτα οἱ ἐν Κηφισιᾷ. Ἡ ἀρχὴ ἐγένετο ἀπὸ τοῦ 1893. Καὶ μέχρι μὲν τοῦ 1892, ὅτε ἐγίνοντο οἱ καλλωπισμοὶ τῆς Κηφισιᾶς, ὁ τότε διευθύνων τὰ ἔργα μηχανικὸς Γάλλος μοὶ ἐζήτησε τὴν γνώμην νὰ διατρήσῃ ἔν τινι ῥεύματι, τὸ ὁποῖον κεῖται βορείως τοῦ Κεφαλαρίου, δύο φρέατα· ἔστερξα δ’ εἰς τοῦτο, διότι ἐσκέφθην, ὅτι ἠδυνάμεθα τὰ ὕδατα τῶν ἀνορυχθησομένων φρεάτων νὰ διαθέτωμεν πρὸς συντήρησιν τῶν ὁδῶν τῆς Κηφισιᾶς, καὶ προσέτι εἰς πίδακάς τινας, τοὺς ὁποίους ἐσκοποῦμεν νὰ κατασκευάσωμεν ἐν διαφόροις θέσεσιν ἐν Κηφισιᾷ, τὸ δὲ ὑπόλοιπον τῶν ὑδάτων νὰ ἐνοικιάζωσιν εἰς ἰδιοκτήτας τῶν κήπων καὶ τῶν ἐπαύλεων τῆς Κηφισιᾶς, ὅπως τὰ χρήματα, τὰ ὁποῖα ἤθελον πορίζεσθαι ἐκ τοῦ μισθώματος τῶν ὑδάτων, χρησιμεύωσιν εἰς συντήρησιν τῶν ἔργων τοῦ καλλωπισμοῦ, εἰς διατήρησιν τῶν ὁδῶν καὶ τῶν πλατειῶν καὶ εἰς πλήρωσιν τῶν ἄλλων ἀναγκῶν. Ἀλλ’ ὅτε διετρήθησαν τὰ δύο φρέατα, καὶ παρήχθη ποσόν τι ὕδατος, ἐγὼ μὲν καὶ οἱ ἄλλοι Ὑπουργοὶ ἐπαύθημεν ὑπὸ τοῦ Βασιλέως, ὁ δὲ τότε δήμαρχος Ἀθηναίων, ὁ μακαρίτης Μελᾶς, ἀφήρεσεν αὐτοβούλως ἀπὸ τὴν Κηφισιὰν τὰ ὕδατα ταῦτα, καὶ διωχέτευσεν αὐτὰ εἰς τὴν πόλιν τῶν Ἀθηνῶν. Πρὸ τούτου δὲ καὶ ὁ μακαρίτης Κασσαβέτης εἶχε μισθώσει ὕδατα Κηφισιᾶς, τῶν ὁποίων ἦτο κύριος, εἰς τὸν δῆμον τῶν Ἀθηναίων. Ἔκτοτε ὁ δῆμος Ἀθηναίων προσφεύγει εἰς τὰ διάφορα ὕδατα τῆς Κηφισιᾶς, διὰ νὰ συμπληρώνῃ τὰ τῆς ὑδρεύσεως τῶν Ἀθηνῶν. Ἀλλ’ ἐὰν ἐξακολουθήσῃ τὸ ἔργον τοῦτο, ἡ Κηφισιὰ θέλει ἀποστραγγισθῇ, θὰ παύσῃ ἡ βλάστησις αὐτῆς, καὶ θὰ ξηρανθῇ ἡ περιφέρεια ἐκείνη. Πάντες οἱ δαπανήσαντες εἰς οἰκοδομὰς πολυτελεῖς θέλουσι ζημιωθῇ, οὐδὲ κῆποι πλέον εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρχωσιν, οὐδ’ αἱ περικαλλεῖς καὶ θαλεραὶ ἐπαύλεις αὐτῆς. Οὕτω δὲ ἡ Κηφισιὰ ἀπόλλυται. Δὲν νομίζω, ὅτι τοῦτο συμφέρει καὶ εἰς τὴν πόλιν τῶν Ἀθηνῶν, ἥτις ὑπολογίζει νῦν 130–140 χιλιάδας κατοίκων, ἐντὸς δέκα δὲ ἐτῶν θέλει ἀναβιβασθῇ ὁ πληθυσμὸς αὐτῆς εἰς 200 ἢ 250 χιλιάδας. Ἅπας οὗτος ὁ πληθυσμὸς κατὰ τὴν διάρκειαν τοῦ θέρους, ὅτε καὶ ἡ διατριβὴ ἐν Ἀθήναις δὲν εἶναι εὐάρεστος, οὐδ’ ὑγιεινή, εὑρίσκει ἀναψυχὴν εἰς τὴν Κηφισιὰν καὶ εἰς τὸ Νέον Φάληρον. Ἂν καταστρέψητε λοιπὸν τὴν Κηφισιάν, ἀφαιρεῖτε ἀπὸ τοὺς κατοίκους τῶν Ἀθηνῶν ἀναγκαιότατον πόρον ζωτικότητος. Ἀλλὰ πλὴν τούτου, τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ εἰς τὰς Ἀθήνας καὶ τοὺς ἐν Ἀθήναις, μήπως οἱ κάτοικοι Κηφισιᾶς, καὶ οἱ ἐκεῖ διαθερίζοντες ἢ παροικοῦντες, δὲν ἔχωσι τὸ δικαίωμα νὰ ζῶσι; Πῶς λοιπὸν ἀφαιρεῖτε τὰ ἀναγκαιοῦντα εἰς αὐτοὺς στοιχεῖα διὰ νὰ ζήσωσι καὶ αὐτοί; Τὸ πρᾶγμα ἀντιβαίνει εἰς τὴν διανομὴν τῶν ἀξιώσεων, τὰς ὁποίας ἕκαστος ἄνθρωπος δύναται φυσικῶς νὰ ἔχῃ. Δι’ αὐτὸ συνιστῶ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ λάβῃ μέτρα, ὅπως σταματήσωσιν ἐν Κηφισιᾷ αἱ τοιαῦται ὑδραυλικαὶ ἐργασίαι. Περὶ τούτου εἷς τῶν πρώην Ὑπουργῶν, μέλος τοῦ Ὑπουργείου τοῦ προκατόχου, διελέχθη ἄλλοτε μετ’ ἐμοῦ, καὶ ἀνεγνώριζε ταῦτα, ὅσα λέγω. Δὲν γνωρίζω, ἂν ἐπεθύμει νὰ μάθῃ τὴν γνώμην μου· ἀλλ’ ἐγὼ δὲν ὤκνησα νὰ τῷ ἀνακοινώσω αὐτήν. Ἂν τὸ Ὑπουργεῖον τὸ προκάτοχον δὲν ἔστερξεν ἢ δὲν ἠδυνήθη νὰ σκεφθῇ περὶ τούτου, ὀφείλει τὸ ἐνεστὼς Ὑπουργεῖον νὰ σκεφθῇ καὶ νὰ προβῇ ταχέως εἰς τ’ ἀναγκαῖα μέτρα.
§94Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὁ κίνδυνος, ὃν οἱ προλαλήσαντες ἀνέφεραν, περὶ τῆς Κηφισιᾶς, εἶναι πασίγνωστος. Ἐπειδὴ ἡ Κηφισιὰ εἶναι πλησίον μεγάλης πόλεως, ἥτις ἔχει ἀνάγκην πολλῶν ὑδάτων, καὶ πρὸς ἀπόκτησιν αὐτῶν δύναται νὰ πληρώνῃ ἁδρὰ ποσά, εἶναι πιθανόν, ὅτι πάντες, ὅσοι δύνανται νὰ ἐπιδοθῶσιν εἰς διατρήσεις πρὸς εὕρεσιν ὕδατος, θὰ τὸ πωλῶσιν ἅμα εὕρωσιν αὐτό, καὶ θὰ συμβῇ ὅ,τι συνέβη, ὅτι ὕδατα, τὰ ὁποῖα ἀπέκτησαν, τὰ ἐπώλησαν εἰς τὸν δῆμον Ἀθηναίων, ἐπὶ ζημίᾳ τῆς κοινότητος Κηφισιᾶς. Τί δέον γενέσθαι; Ὅλοι ἀναγνωρίζομεν τὴν ἀνάγκην, ἣν ἔχει κοινότης, ἥτις ζῇ τὸ πλεῖστον ἐκ τοῦ ἀγροτικοῦ ἢ μᾶλλον ἐκ τοῦ κηπουρικοῦ βίου, ὅπως ἔχῃ ὅλον τὸ ποσὸν τῶν ὑδάτων, τὸ ὁποῖον καὶ διὰ τὸ βιοποριστικὸν αὐτῆς ἔργον, ἀλλὰ καὶ διὰ τὸν ἐξωραϊσμὸν τῆς Κηφισιᾶς ἀπαιτεῖται. Τοῦτο δὲν πρέπει νὰ θελήσῃ τὸ Κράτος νὰ ἐξακολουθήσῃ, διότι ὁμολογουμένως θὰ καταστῇ ἀδύνατος ἐφεξῆς πᾶσα ἐπέκτασις καὶ πρόοδος τῆς Κηφισιᾶς, πρὸς τὴν ὁποίαν, ὡς πρὸς θερινὴν διαμονήν, ἡ πρωτεύουσα ἔχει ἐστραμμένον τὸ βλέμμα. Βεβαίως ὅ,τι συμβαίνει μὲ αὐτὴν δύναται νὰ συμβῇ παντοῦ, καὶ θὰ συμβῇ, διότι ὑπάρχει κενὸν ἐν τῇ νομοθεσίᾳ. Τὸ κενὸν εἶναι τοῦτο, ὅτι οὐδὲν ἀναγνωρίζουν οἱ παρ’ ἡμῖν κείμενοι νόμοι δικαίωμα εἰς τὰς κοινότητας, —κοινότητας δὲ ἐννοῶ οὐχὶ ἁπλῶς τὰς νομικῶς ἀναγνωριζομένας ὡς τοιαύτας, ἀλλὰ τοὺς συνοικισμοὺς πολλῶν ἀνθρώπων — ὅπως ἀπαγορεύωσι τὴν λῆψιν καὶ τὴν μεταφορὰν ἀλλαχοῦ τοῦ ὕδατος, ὅπερ ἐλλείψει ἄλλου εἶναι ἀναγκαῖον διὰ τὰς ἀνάγκας τῶν κοινοτήτων αὐτῶν. Τοῦτο ὑπάρχει ἐν τῇ Γαλλικῇ νομοθεσίᾳ καὶ ἐν ἄλλαις νομοθεσίαις, εἶναι δὲ ἀναγκαιότατον, διότι ἄλλως δύναται νὰ συμβαίνῃ συχνότατα, ὕδωρ ἀναγκαιότατον εἴς τινα κοινότητα ν’ ἀπαλλοτριωθῇ ὑπὸ τοῦ κυρίου εἰς ἄλλον, καὶ νὰ στερηθῇ οὕτως ἡ κοινότης ὕδατος ἀναποφεύκτου διὰ τὴν συντήρησιν καὶ διὰ τὰς ἐργασίας αὐτῆς. Νομίζω διὰ τοῦτο ἀναγκαῖον, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν περὶ τούτου νομοσχέδιον, παραλαμβάνων αὐτὸ ἐξ ἄλλων νομοθεσιῶν, δυνάμει τοῦ ὁποίου νὰ μὴ ἐπιτρέπηται εἰς τὸν κύριον ὕδατος ἡ ἀφαίρεσις ὕδατος ἀναγκαίου εἰς κοινότητα καὶ πώλησις αὐτοῦ πρὸς ἄλλους, ὅταν ἡ κοινότης ἀποδεικνύηται ὅτι ἔχει ἀνάγκην αὐτοῦ οὐ μόνον διὰ τὴν προσωπικὴν χρῆσιν, ἀλλὰ καὶ διὰ τὰς γεωργικὰς αὐτῆς ἀνάγκας. Πῶς θέλει βεβαιωθῇ τοῦτο, ὁ νόμος δύναται νὰ ὁρίσῃ· εἴτε ἡ διοικητικὴ ἀρχὴ θὰ βεβαιώσῃ τοῦτο, εἴτε ἡ δικαστική. Ἐννοεῖται, ὅτι ἀποζημίωσίς τις ὀφείλεται εἰς τὸν κύριον τοῦ ὕδατος ἐπὶ τῇ δουλείᾳ ταύτῃ, διότι ὁπωσδήποτε ἀποτελεῖ περιορισμὸν τῆς ἰδιοκτησίας. Ἄλλως θὰ ἦτο ἄτοπον νὰ στερῇ τις τοὺς κατοίκους ἑνὸς χωρίου τῶν πρὸς ὕπαρξιν ἀναγκαίων, διὰ νὰ ὠφεληθῇ αὐτός. Ὁ νόμος πρέπει νὰ παρεμβαίνῃ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, ὅσον καὶ ἂν ἦναι σεβαστὸν τὸ δικαίωμα τῆς ἰδιοκτησίας. Ἐκεῖνο ὅμως, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ ἐπιφυλαχθῇ ὑπὲρ τῆς πόλεως Ἀθηνῶν, εἶναι τὸ δικαίωμα ἐπὶ τοῦ ἀρχαίου ὑδραγωγείου τοῦ Ἀδριανοῦ, τὸ ὁποῖον, ὡς γνωστόν, διακλαδούμενον φθάνει μέχρι τῆς Κηφισιᾶς καὶ χρησιμεύει εἰς τοὺς κήπους καὶ τοὺς πέριξ. Τὸ ὑδραγωγεῖον αὐτὸ οὐδέποτε ἔπαυσεν ἀνῆκον εἰς τὴν κοινότητα Ἀθηνῶν, ἀφ’ ἧς κατεσκευάσθη ὑπὸ τοῦ Ἀδριανοῦ, αἱ δὲ πολιτικαὶ περιπέτειαι, ὅσον καὶ ἂν μετέβαλον τὴν πολιτικὴν κατάστασιν κατὰ τοὺς μακροὺς αἰῶνας, οὓς διῆλθεν ἡ πόλις τῶν Ἀθηνῶν, οὐδέποτε ἐστέρησαν τὴν πόλιν τοῦ ὑδραγωγείου, διότι οὐδέποτε ἡ κοινότης τῶν Ἀθηναίων ἔπαυσεν ὑπάρχουσα ὡς κοινότης ὑφ’ ὅλους τοὺς κατακτητάς. Ἄν ἐλάμβανον ἐξ αὐτοῦ ὕδωρ οἱ παρακείμενοι ἰδιοκτῆται, ἐλάμβανον ἐκ τοῦ πλεονάζοντος, καὶ τῇ ἀνοχῇ τῆς κοινότητος, ἥτις ὁποτεδήποτε θέλῃ δύναται ν’ ἀναλάβῃ τὴν ἀποκλειστικὴν χρῆσιν αὐτοῦ, καὶ ν’ ἀπαγορεύσῃ τὴν περαιτέρω χρῆσιν. Ἑπομένως οὐδ’ ἐλάχιστον μέρος τοῦ ὕδατος τοῦ ὑδραγωγείου, οὕτω ληφθὲν, ἀπώλεσεν ἡ πόλις τῶν Ἀθηνῶν. Ἐκτὸς αὐτοῦ ὅμως, νομίζω ὅτι εἶναι ἐπίσης ἀνάγκη, διὰ νομοθετικῆς διατάξεως σαφέστερον νὰ ὁρισθῇ, ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται εἰς τοὺς λαμβάνοντας, εἴτε διὰ παλαιῶν, εἴτε διὰ νέων ἐργασιῶν, ὕδωρ ἐκ τοῦ Ἀδριανείου ὑδραγωγείου νὰ οἰκειοποιῶνται αὐτὸ καὶ τὸ μεταπωλῶσιν ὡς ἴδιον. Πολὺ ὀλιγώτερον πρέπει νὰ ἐπιτρέπωσιν οἱ νόμοι, ὅπως ἰδιῶται πωλῶσιν ὕδωρ τοῦ Ἀδριανείου ὑδραγωγείου εἰς τὸν δῆμον τῶν Ἀθηναίων, δηλ. εἰς τὸν ἀληθῆ καὶ μόνον ἰδιοκτήτην αὐτοῦ. Τοῦτο δυστυχῶς συμβαίνει, καὶ ἁδρὰ πληρώνει σήμερον ποσὰ ὁ δῆμος Ἀθηναίων πρὸς τοὺς σφετεριστὰς τῶν ἰδίων αὐτοῦ ὑδάτων· φοβοῦμαι δ’ ὅτι τοῦτο θὰ ἐξακολουθήσῃ, καὶ ὁ δῆμος θὰ ἐξαγοράσῃ ὕδωρ, τὸ ὁποῖον εἶναι ἰδιοκτησία του. Τὰ τῶν ὑδάτων ὅμως παρ’ ἡμῖν εἶναι ἀβέβαια καὶ ἀσαφῆ, καὶ ἀνάγκη νόμων συμφωνοτέρων πρὸς τὰς ἀνάγκας τῆς κοινωνίας καὶ πρὸς τὸ δίκαιον.
§95ΣΤΕΦ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τὸ ζήτημα, ἀρξάμενον ἐν σχέσει πρὸς τὴν γραμμὴν τοῦ σιδηροδρόμου, καλῶς ἐξετάθη καὶ ἐπὶ τὰς ὑδραυλικὰς ἐργασίας. Εἶναι δὲ ἄξιον πολὺ μεγάλης προσοχῆς τὸ ἀναφυὲν ζήτημα, καὶ ἐπικαλοῦμαι τὴν προσοχὴν ταύτην, ἀπευθυνόμενος πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν. Διότι ἐδώκαμεν πρὸ δύο ἐτῶν εἰς τὸν δῆμον Ἀθηναίων δικαίωμα, μὴ περιοριζόμενον κατὰ χρόνον,—ἄλλοτε εἶχε δοθῆ ὅμοιον δικαίωμα ἐπὶ ἄλλων δημάρχων, ἀλλ’ ἐν χρόνῳ, διετίᾳ, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, περιωρισμένον — νὰ ἐρευνήσῃ τὸ λεκανοπέδιον πρὸς ἀνεύρεσιν ὑδάτων. Ὁ δήμαρχος ἐργάζεται φιλοτίμως ὑπὲρ αὐξήσεως τῶν ὑδάτων τῆς πόλεως, καὶ ὑπάρχει ἀνάγκη αὐξήσεως τοῦ ὕδατος τῆς πόλεως. Ἀλλ’ ὁ δήμαρχος, λόγῳ τοῦ μεγάλου ἀριθμοῦ τῶν 150,000–160,000 κατοίκων τῆς πόλεως, ἔχει ἀνάγκην πολλῶν ὑδάτων, εἶναι ἄρα εὐνόητον, ὅτι παραβλέπει τοὺς ἀγροὺς ὑπὲρ τῆς πόλεως, καὶ οἱ κάτοικοι τῆς πόλεως δύνανται ἐκ τούτου νὰ ἦναι εὐχαριστημένοι. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι ἡ δικαιοσύνη ἀπαιτεῖ νὰ ἐξετάσωμεν, μὴ προσγίνεται ἀδικία μεγάλη εἰς τοὺς ἀγρότας. Δὲν εἶναι δὲ μόνη ἡ ἐξέτασις αὕτη, ἣν ὀφείλομεν, περὶ τοῦ ἀδίκου τοῦ προσγινομένου εἰς τοὺς ἀγρότας, ἀλλ’ ἐπιβάλλεται καὶ ἡ σκέψις, μήπως, ἐὰν αἱ ἐργασίαι ἐξακολουθήσωσι γινόμεναι ὅπως γίνονται, τὸ λεκανοπέδιον τὸ περὶ τὰς Ἀθήνας μεταβληθῇ εἰς ἀληθῆ Σαχάραν. Καὶ θέλω δείξει τὸ πρᾶγμα. Ἡ Κηφισιὰ εἶναι μία τῶν 12 ἀρχαίων πόλεων τῆς Ἀττικῆς, ἀρχαιοτέρα κατὰ τὸ ὄνομα καὶ αὐτῶν τῶν Ἀθηνῶν, διότι τὸ ὄνομα τῶν Ἀθηνῶν ἐδόθη εἰς τὴν πόλιν μετὰ τὸν ἐπὶ Θησέως συνοικισμόν, ἐνῷ ἡ ὀνομασία τῆς Κηφισιᾶς ὑπῆρχεν ἤδη. Ἐθεωρεῖτο δὲ ἡ Κηφισιὰ καὶ μία τῶν πηγῶν τοῦ Κηφισοῦ ποταμοῦ, καὶ ἐκ τούτου ἡ ὁμοιότης τοῦ ὀνόματος. Τοιαύτη ἦτο ἡ ἀφθονία τῶν ὑδάτων ἐν Κηφισιᾷ, ὥστε ἀπὸ τῶν ἀρχαιοτάτων χρόνων μέχρι τῶν χρόνων τῆς Τουρκοκρατίας ἡ Κηφισιὰ ἐθεωρεῖτο ὄασις ἐν τῇ Ἀττικῇ. Καὶ αὐτοὶ οἱ Ρωμαῖοι, οἱ ἐνταῦθα διανύοντες ἔτη πρὸς σπουδὴν εἰς τὸ Πανεπιστήμιον τὸ τότε, τὸ Ἀττικόν, αὐτοί, καίπερ ἐρχόμενοι ἐκ πόλεως ἐχούσης ποταμόν, μετὰ θαυμασμοῦ ὡμίλουν πάντοτε περὶ τῶν ὑδάτων τῆς Κηφισιᾶς, ὡς ὁ Αὗλος Γέλιος, περιγράφων τὴν θέσιν βρύουσαν ὑδάτων...
§96Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἰδίως ὁ Ἡρώδης ὁ Ἀττικός.
§97ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Βεβαίως... Εἶναι δὲ γνωστόν, ὅτι ὅλον τὸ τμῆμα τῆς Κηφισιᾶς τὸ καταλαμβανόμενον ὑπὸ τοῦ νέου πολυτελοῦς συνοικισμοῦ, καὶ πέραν ἔτι τοῦ βραχίονος τοῦ Κηφισοῦ, ὅστις ὀνομάζεται Πύρνα, ἀπετέλει ἓν μέγιστον κτῆμα τοῦ Ἡρώδου τοῦ Ἀττικοῦ, γειτονεῦον πρὸς κτήματα ἄλλα ἐν Μαραθῶνι. Ἐπὶ Τουρκοκρατίας ἡ Κηφισιὰ ἀπετέλει χωρίον, εἰς ὃ ἠρέσκοντο οἱ Τοῦρκοι ἄρχοντες νὰ διαμένωσι, καὶ ἡ ἀφθονία τῶν ὑδάτων κατὰ τοὺς χρόνους τῆς Τουρκοκρατίας ἦτο τοιαύτη, ὥστε ἀληθῶς ἦτο χλοερώτατον τὸ χωρίον. Ἀφ’ ὅτου ὅμως αἱ ἀνάγκαι τῆς πόλεως τῶν Ἀθηνῶν ὑπηγόρευσαν ἐργασίας τοῦ δήμου, ἀλλὰ καὶ ἰδιωτικὰς, πρὸς ἀπόκτησιν ὑδάτων ὑπὲρ τῆς πόλεως, τὰ ὕδατα τῆς Κηφισιᾶς ἤρχισαν νὰ ἐλαττῶνται, διότι καὶ οἱ περὶ τὴν κοινότητα ἰδιοκτῆται, ὡς ὁ μακαρίτης Κασσαβέτης, ἠθέλησαν νὰ πωλήσωσιν ὕδωρ, ὅπερ ἀνεῦρον ἐργασθέντες, καὶ οἱ κατὰ καιροὺς δήμαρχοι εἰργάσθησαν πρὸς ἀνεύρεσιν ὑδάτων ὑπὲρ τῆς πόλεως, τελευταῖον δ’ ἐγένετο καὶ ἡ ἐργασία, περὶ ἧς εἶπεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος, ἥτις ἐγένετο πολὺ ὑψηλότερον, ἀλλ’ εἶχεν ἀποτέλεσμα τὴν ἀφαίρεσιν ὕδατος ἀπὸ τῆς μεγάλης πηγῆς. Ταῦτα ὅπως δήποτε ἦσαν μέχρι τοῦδε ἀνεκτά. Ἀφ’ ὅτου ὅμως ἀπὸ διετίας ἤρχισαν νὰ γίνωνται ἐργασίαι, καὶ ἰδιωτικαὶ καὶ δημοτικαί, πρὸς αὔξησιν τῶν ὑδάτων τῆς πόλεως, διότι ἐπλάσθη μέγα συμφέρον εἰς τοὺς ἰδιώτας, ἀνευρίσκοντες ὕδατα νὰ μεταπωλῶσιν ἢ μισθῶσιν εἰς τὸν δῆμον διὰ τὸ ὑδραγωγεῖον τῶν Ἀθηνῶν, εἶναι βέβαιον, ὅτι τὰ ὕδατα τοῦ χωρίου ἠλαττώθησαν εἰς βαθμὸν τοιοῦτον, ὥστε ἀπειλεῖται καταστροφὴ τῆς Κηφισιᾶς. Ὑπῆρχον κῆποι, ὡς ὁ τοῦ μακαρίτου Θεοδωρίδου, ἀναπτυχθέντες δι’ ἀφθονίας ὑδάτων, οἵτινες δὲν ἔχουσι σήμερον σχεδὸν οὐδὲ σταγόνα ὕδατος, καὶ ἀναγκάζονται οἱ κύριοι αὐτῶν νὰ ἀγοράζωσιν ὕδωρ, ἀλλὰ ζητοῦντες δὲν εὑρίσκουσιν ἐπαρκές, διότι τὸ ὕδωρ τὸ εὐεργετοῦν τὴν Κηφισιὰν, τὸ τοῦ Κεφαλαρίου, ὑπεβιβάσθη εἰς τὸ τέταρτον κατὰ τὸ θέρος, ὡς εἶπεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης, ἐπίκειται δὲ καταστροφή. Ἡ καταστροφὴ δὲ δὲν περιορίζεται ἐκεῖ μόνον. Δυνάμει τοῦ νόμου, ὅστις ἐψηφίσθη, ὁ δῆμος μαστεύει ὕδατα ἁπανταχοῦ, ὅπου παρατηρεῖ, ὅτι ὑπάρχουσιν ὀρωρυγμένα φρέατα, ἐξ ὧν ἀντλοῦντες καλλιεργοῦσι κήπους. Παρὰ τὸ χωρίον Κουκουβάουνες ὑπάρχει ἔκτασις κατεχομένη ὑπὸ κήπων, οὓς ἐξυπηρετοῦσι 50 φρέατα· ἡ θέσις εἶναι ὑδροφόρος· ἐσκέφθη ὁ δῆμος, πολὺ χρησίμως εἰς τὴν πόλιν, νὰ διανοίξῃ διὰ τοῦ τμήματος ἐκείνου τάφρον καὶ συλλέξῃ τὰ ὕδατα· καὶ τὸ μέρος, εἰς ὃ ἐπεχειρήθη τοιοῦτον ἔργον, ἀπεξηράνθη, καὶ οἱ κῆποι ἐστερήθησαν τοῦ ὕδατος. Ἂν προχωρήσῃ τὸ ἔργον τοῦτο, πᾶσα ἡ περιφέρεια τοῦ χωρίου, πάντες οἱ κῆποι θέλουσιν ἀποξηρανθῆ, οἱ δὲ πολῖται, οἱ ἐκ τῶν κήπων ποριζόμενοι τὰ πρὸς τὸ ζῆν, θέλουσι ζητήσει ἀλλαχοῦ πόρον ζωῆς, καὶ δὲν βλέπω, ποῦ θὰ εὕρωσιν αὐτόν. Δὲν εἶναι δὲ μόνη ἡ ζημία, ἥτις προσγίνεται εἰς τοὺς ἀνθρώπους τούτους ἐκ τῶν ἐργασιῶν τοῦ δήμου, ἀλλ’ ὑπάρχει καὶ ζημία τῆς πόλεως. Διότι ὅταν ἀποξηρανθῶσιν ἐν τοῖς περιχώροις οἱ κῆποι, παρακαλῶ νὰ μοὶ εἴπητε, μεταβάλλεται εἰς Σαχάραν τὸ λεκανοπέδιον τῆς Ἀττικῆς ἢ ὄχι; ποῦ θὰ εὕρητε τόπον ἀναψυχῆς; πόθεν θὰ πνέῃ ἡ αὔρα, ἡ δροσίζουσα τὴν πόλιν; Τὸ ζήτημα λοιπὸν εἶναι σπουδαιότατον, καὶ προκαλῶ ἐπ’ αὐτοῦ τὴν προσοχὴν τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, διότι εἶναι ζήτημα δεόμενον νομοθετικῆς λύσεως. Καὶ ποία μὲν πρόνοια πρόκειται νὰ ληφθῇ, προκειμένου περὶ ἐργασιῶν τῶν ἰδιωτῶν πρὸς ἀνεύρεσιν ὑδάτων, δὲν δύναμαι νὰ ὁρίσω. Πολὺ φοβοῦμαι, μήπως ὅσα εἶπεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου εἶναι δύσκολον νὰ ἐφαρμοσθῶσιν· ἀλλὰ ὁπωσδήποτε εἶναι ἄξια μελέτης, καὶ ἴσως εὑρεθῇ τρόπος τις μετριάσεως τοῦ κακοῦ. Πάντως ὅμως νομίζω ἀναγκαῖον νὰ καταβληθῇ πρόνοια, ὅπως περιορισθῇ ἡ ἄδεια, ἡ δοθεῖσα εἰς τὸν δῆμον Ἀθηναίων, περὶ μαστεύσεως τοῦ ἐδάφους τοῦ λεκανοπεδίου πρὸς ἀνεύρεσιν ὑδάτων. Ὁ δῆμος Ἀθηναίων πρέπει νὰ λάβῃ πᾶσαν ἐπικουρίαν πρὸς ἀνεύρεσιν ὑδάτων, ἀλλὰ πρέπει καὶ νὰ ὑποχρεωθῇ ν’ ἀναζητήσῃ αὐτὰ πέραν τοῦ λεκανοπεδίου, ἄνω τοῦ λεκανοπεδίου, καὶ εἰς τρόπον ὥστε, ἐργαζόμενος εἰς τὸ ἄνωθεν τοῦ λεκανοπεδίου, νὰ μὴ ἀποβλέπῃ εἰς τὴν ἀφαίρεσιν τῶν ἐν ὑπογείοις δεξαμεναῖς εὑρισκομένων ὑδάτων, ἅτινα εἶναι ἀπαραιτήτως ἀναγκαῖα εἰς τὸ λεκανοπέδιον διὰ τὴν ἐν αὐτῷ γιγνομένην καλλιέργειαν, ὅπως καὶ ἡ πόλις τῶν Ἀθηνῶν καρπῶται τὰ ἀγαθὰ τὰ ἐκ τῆς τοιαύτης καλλιεργείας. Παρακαλῶ καὶ πάλιν τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ ἐπιστήσῃ τὴν προσοχὴν εἰς τὸ ὅλον ζήτημα, ἰδιαιτέρως δὲ νὰ ἐξετάσῃ τὰ συμβαίνοντα εἰς Κηφισιὰν καὶ Κουκουβάουνες, ὅπου ὁ κίνδυνος τῆς καταστροφῆς.
§98Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Καὶ μέχρι μέν τινος αἱ ἐργασίαι ἐγίνοντο ἐπὶ βάθους μετρίου, ἐξ οὗ ἤντλουν τὰ ὕδατα, ἀλλὰ κατὰ τὰ τελευταῖα δύο ἢ τρία ἔτη προέβησαν εἰς βάθος μέγα, καὶ ἐξαντλοῦσι πᾶν ὕδωρ, τὸ ὁποῖον ὑπάρχει, ἑπομένως ἡ καταστροφὴ θὰ ἦναι πληρεστάτη.
§99Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἡ λῆψις νομοθετικοῦ μέτρου βεβαίως εἶναι ἀναγκαία, ἀλλὰ νομίζω ὅτι, ἐπειδὴ τὸ κύριον πρόσωπον, τὸ ὁποῖον ἐπιδιώκει τὴν ἀνεύρεσιν ὑδάτων, εἶναι ὁ δῆμος, βεβαίως ἀπέναντι τῶν κακῶν, τὰ ὁποῖα θὰ προέλθουν ἐκ τῆς ἐργασίας ταύτης, νομίζω ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν πρὸ τῆς λήψεως τοῦ νομοθετικοῦ μέτρου, τὸ ὁποῖον εἶναι ἀναγκαῖον, ὀφείλει νὰ λάβῃ διοικητικόν τι μέτρον, τοσούτῳ μᾶλλον, καθόσον, ἐὰν αἱ γνῶμαι, αἱ ὁποῖαι ἀνεκοινώθησαν εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι εὑρέθη ἐν Θριασίῳ ὕδωρ ἄφθονον, εἶναι ἀκριβεῖς, εἶναι περιτταὶ ὅλαι αὐταὶ αἱ ἐργασίαι, ἐν σχέσει ὄχι πρὸς τὴν Κηφισιὰν, ἀλλ’ ὡς πρὸς ὅλον τὸ λεκανοπέδιον τῆς Ἀττικῆς, ἐν τῷ κέντρῳ τοῦ ὁποίου ὑπάρχει ἡ πρωτεύουσα περικεκλεισμένη ἀπὸ ἐρημίαν καὶ ἄμμον, καὶ δὲν ἠξεύρω τί θὰ γείνῃ, ἂν ἀποξηρανθῇ καὶ ἡ Κηφισιά. Νομίζω, ὅτι, ἐπειδὴ πρόκειται περὶ τοῦ δήμου, δύναται ἡ ἐπιρροὴ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ ἀσκηθῇ, ὅπως προληφθῶσιν αἱ τοιαῦται βλάβαι, μέχρις οὗ ψηφισθῇ σχετικὸς τις νόμος.
§100Θ. ΦΛΟΓΑΙΤΗΣ. Νομίζω ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν οὐδὲν ἄλλο δύναται νὰ πράξῃ πρὸς τοῦτο ἢ νὰ ὑποβάλῃ τὸ προσῆκον νομοσχέδιον, διότι βεβαίως ὁ δῆμος, ἐν ὅσῳ ὑπάρχει νόμος ἐπιτρέπων αὐτῷ νὰ ἐνεργῇ πρὸς ἀνεύρεσιν ὕδατος, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ πράξῃ ἄλλως. Οὕτω μοὶ φαίνεται, ὅτι εἶναι ἀνάγκη ὑποβολῆς ταχίστης τοιούτου νομοσχεδίου.
§101ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Ποταμιᾶνος ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ ἄλλου ἀντικειμένου.
§102ΗΛ. ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον ἐψηφίσαμεν νόμον, καθ’ ὃν ηὔξανεν ὁ μισθὸς τῶν δικαστῶν κατὰ 50 δραχμὰς μετὰ πενταετῆ ὑπηρεσίαν ἐν τῷ αὐτῷ βαθμῷ. Τοῦ νόμου τούτου ἡ ἐφαρμογὴ ἐγέννησεν ἀδικίας καὶ ἀνωμαλίαν τινὰ, ἣν δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης θὰ συνήντησεν ἐν τῇ ἐργασίᾳ αὐτοῦ. Νομίζω ὅτι ὀρθὸν εἶναι, πρὸ τῆς ψηφίσεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ, διὰ νομοθετικοῦ μέτρου νὰ διορθώσῃ τὸ κακὸν τοῦτο, ὅπερ δὲν ἀπαιτεῖ μεγάλας δαπάνας, ἡ δὲ ἀπαιτουμένη πρὸς τοῦτο μικρὰ δαπάνη δύναται νὰ ἐξοικονομηθῇ δι’ ἄλλων ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῆς Δικαιοσύνης οἰκονομιῶν, ἀντὶ τῆς αὐξήσεως αὐτῆς κατὰ 50 δραχμὰς, διότι ἔμειναν 5 ἢ 10 δικασταὶ, οἵτινες δὲν λαμβάνουσιν αὐτὰς, καὶ οὕτως ἐν τῷ αὐτῷ σώματι καὶ ἐν τῷ αὐτῷ Δικαστηρίῳ ὑπάρχουσιν ἀνωμαλίαι. Συνιστῶ λοιπὸν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν, ὅπως πρὸ τῆς ψηφίσεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἐξοικονομηθῇ κονδύλιόν τι τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης, διὰ νὰ εὑρεθῇ τὸ ποσὸν, ὅπως προστεθῶσιν αἱ 50 δραχμαὶ εἰς ὅλους, ὡς διὰ τοῦ νόμου τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Γόρτυνος ἐγένετο διὰ τοὺς μισθοὺς τῶν ἀρεοπαγιτῶν. Ὑποδεικνύω τοῦτο εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης. Ἤδη ἔρχομαι εἰς ἄλλο ζήτημα. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, φρονῶ καλὸν νὰ ὑποβάλῃ νομοσχέδιον, ὅπως διορθώσῃ ἀδικίας τινὰς, γενομένας διὰ τῆς λεωφόρου Συγγροῦ εἰς τὸ σχέδιον τῆς πόλεως. Δὲν θὰ φέρω τὸν λόγον ἐπὶ ἄλλων ἀδικημάτων, γενομένων ἐν τῇ περιφερικῇ ὁδῷ, τῇ χαραχθείσῃ περὶ τὸ πεδίον τοῦ Ἄρεως, διότι τυγχάνω εἷς ἐκ τῶν ἐνδιαφερομένων παροδίων. Συνιστῶ ὅμως νὰ δοθῇ μία τις λύσις, διότι τὰ ἀδικήματα καὶ αἱ ζημίαι, αἱ γενόμεναι εἰς τοὺς ἰδιοκτήτας, εἶναι μέγισται καὶ ἐναντίαι πρὸς τὸ Σύνταγμα.
§103Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Αἱ παραστάσεις τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Ναυπλίας εἶναι ἄξιαι τῆς προσοχῆς τοῦ Ὑπουργοῦ· ἀνάγονται δὲ εἰς δύο κατηγορίας, ὧν ἡ μία σκοπεῖ νὰ συστήσῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἀφαιρέσῃ ἀνωμαλίαν, ὑπάρχουσαν νῦν μεταξὺ τοῦ ποσοῦ τοῦ μισθοῦ τῶν ἐν τῷ αὐτῷ Δικαστηρίῳ συνυπηρετούντων. Ἐὰν ἡ ἀνωμαλία αὕτη ἐπῆλθεν ἕνεκα λόγων συνδεομένων μετὰ τῆς μακρᾶς ἢ τῆς βραχείας ὑπηρεσίας τῶν ὑπηρετούντων, δύναται νὰ ἔχῃ λόγον· ἀλλὰ, ὡς ἔχουσι τὰ πράγματα, ἡ ἀνωμαλία αὕτη δὲν προέρχεται ἐκ τούτου, ἑπομένως δὲν εἶναι ὁ χρόνος, ὅπως ἀσχοληθῇ νὰ ἄρῃ τὴν ἀνωμαλίαν ταύτην. Ἡ δευτέρα ὅμως τῶν παραστάσεων τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Ναυπλίας ἀνάγεται εἰς τὸν προσδιορισμὸν τοῦ μισθοῦ τῶν ἀρεοπαγιτῶν· ἐπὶ τούτου δὲ ὁ κ. Βουλευτὴς φρονεῖ, ὅτι δύναται νὰ προσδιορισθῇ ὁ μισθὸς αὐτῶν εἰς τὸ ποσὸν, ὅπερ εἶχε προσδιορίσει ὁ νόμος, ὅστις ἐψηφίσθη τῇ εἰσηγήσει ἡμῶν ὑπὸ τῆς Βουλῆς καὶ ἐξεδόθη κατὰ τὸ 1891, ἀνεστάλη δὲ δι’ ἄλλου νόμου, τῇ εἰσηγήσει τοῦ διαδεχθέντος ἡμᾶς Πρωθυπουργοῦ τοῦ 1893. Τὸ θέμα εἶναι καθαρῶς κυβερνητικὸν, καὶ ἡ συντέλεσις τούτου ἐξαρτᾶται ἐκ τῆς ἐπαρκείας τῶν οἰκονομικῶν.
§104ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Παναγιωτόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§105Α. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§106Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, παρακαλῶ πρὸ τῆς διακοπῆς νὰ ὑποβάλω μίαν ἀναφοράν.
§107Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἐγὼ ἔχω ἀνάγκην νὰ ζητήσω μερικὰς πληροφορίας.
§108ΑΛΕΞ. Θ. ΖΑΙΜΗΣ (Πρωθυπουργός). Κύριε Πρόεδρε, κατὰ τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς, νὰ διακόψωμεν τὴν συνεδρίασιν, καὶ νὰ ἐπανέλθωμεν εἰς τὰς 9½.
§109ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις μέχρι τῆς 9 καὶ 30′. (Γίνεται διακοπὴ ὥρᾳ 8 μ. μ. Ἐπαναλαμβάνεται δὲ ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 10 καὶ 30′ μ. μ., προεδρεύοντος τοῦ ἀντιπροέδρου κ. Ν. Λεωνίδα).
§110ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ συνεδρίασις.
§111ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν σᾶς φαίνεται, ὅτι εἴμεθα ὀλίγοι;
§112ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίστε νὰ ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος. (Ἀναγινώσκεται ὁ ὀνομαστικὸς τῶν Βουλευτῶν κατάλογος, ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν τῶν βουλευτῶν Περ. Ἀλεξάκη καὶ Κ. Ἀλαμάνου, ὡς ψηφολεκτῶν. Μεθ’ ὃ γίνεται ἡ διαλογή).
§113ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ εἶναι ἐν ἀπαρτίᾳ, παρόντων 124 Βουλευτῶν. Ὁ κύριος Παπαγιαννακόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§114Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι γνωστὸν, Κύριοι, ὅτι ὅλοι οἱ εἰδικοὶ προϋπολογισμοὶ τῶν Ὑπουργείων συνοδεύονται κατ’ ἔτος μὲ ἕνα κατάλογον ὀφειλομένων ἐξόδων εἰς διαφόρους δικαιούχους ἐκ κεκλεισμένων χρήσεων. Συνέπεσεν ἐφέτος νὰ ἦμαι μέλος τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ, μεταξὺ δὲ ἄλλων, τὰ ὁποῖα παρετήρησα, καὶ τὰ ὁποῖα μοὶ ἐφείλκυσαν τὴν προσοχὴν, εἶναι, ὅτι εἰς αὐτοὺς τοὺς καταλόγους τῶν ὀφειλομένων ἐξόδων στερεοτύπως εἰς ὅλους τοὺς Προϋπολογισμοὺς τῶν τελευταίων τεσσάρων ἐτῶν, δηλαδὴ τοῦ 1899, 1900, 1901 καὶ 1902, ἀναγράφονται οἱ διάφοροι νομομηχανικοί, μηχανικοί, ἐργοδηγοί, ὅτι ἔχουσι νὰ λάβωσιν ὁδοιπορικὰ εἰς βάρος παρελθουσῶν χρήσεων· πόσα νομίζετε; Ἀκούσατε. Ὀλίγα ὀνόματα ἀναφέρω ἐκ τῶν πολλῶν (ἀναγινώσκει)...
§115Ν. ΤΖΑΝΕΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπὶ τῇ παρατηρήσει ὑμῶν ἔλαβον τὴν περιέργειαν καὶ ἠρώτησα τὸν κύριον Σάουρωτ, ὅστις μοὶ ἔδωσε τὴν ἐξήγησιν, ὅτι δὲν εἶναι διὰ μόνον ἓν πρόσωπον, ἀλλὰ διὰ πολλὰ πρόσωπα.
§116Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὰς τὰς πληροφορίας ἔχω καὶ ἐγώ. (Ἀναγινώσκει)... Βλέπετε ὅτι διὰ τρεῖς μῆνας ἔχομεν 4,000 δραχμὰς, ἀνάλογα δὲ εἶναι καὶ πλεῖστα ἄλλα ποσά. Σημειώσατε δὲ, ὅτι αὐτὰ τὰ ποσὰ ἀναγράφονται εἰς τοὺς Προϋπολογισμοὺς μετὰ τὴν ἐξάντλησιν τῆς τακτικῆς γενικῆς πιστώσεως, ἥτις ἐξάντλησις γίνεται πάντοτε πολὺ πρὸ τῆς λήξεως ἑκάστου ἔτους. Τώρα, ἂν ὑποθέσωμεν, ὅτι ἡ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1897 π. χ. ἀναγραφεῖσα πίστωσις ἦτο ἀνεπαρκὴς, διατὶ εἰς τὸ ἑπόμενον ἔτος δὲν καθωρίσθη ἀκριβέστερον, οὕτως ὥστε νὰ μὴ ἦναι καὶ πάλιν ἐλλιπὴς, καὶ νὰ μὴ ἐπιβαρύνηται κατὰ κανόνα ὁ εἰδικὸς προϋπολογισμὸς τῶν μεταγενεστέρων ἐτῶν;
§117ΑΛΕΞ. Θ. ΖΑΪΜΗΣ (Πρωθυπουργός). Εἶναι δυνατὸν νὰ ἔμειναν ἀδιάθετοι πιστώσεις, καὶ κατόπιν, ἀφοῦ ἐξεκαθαρίσθησαν αἱ δαπάναι αὗται, νὰ ἐζητήθησαν νέαι πιστώσεις.
§118Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸ θέλω νὰ εἴπω, ὅτι ἢ ἡ ὑπηρεσία δὲν ἐξεκαθάριζεν ἐγκαίρως τὰ ὑποβαλλόμενα δικαιολογητικὰ ἔγγραφα, καὶ τότε δὲν εἶναι ὑπηρεσία αὐτὴ, ἢ δὲν ἀναγράφουν οἱ Ὑπουργοὶ τὰ ἀληθῆ ποσὰ, τὰ ὁποῖα ἀντιστοιχοῦν πρὸς τὰς ἀναγκαίας δαπάνας, ἵνα παρουσιάζουν τὸν Προϋπολογισμὸν ἐν ἰσοζυγίῳ, ἢ μὲ περίσσευμα, ὃ, ὅπερ δὲν εἶναι ἀπίθανον, ἡ ὑπηρεσία τοῦ τμήματος τῶν δημοσίων ἔργων θέλει νὰ ἐπωφελῆται τῆς ἀνωμαλίας αὐτῆς, ἵνα ἄνευ ἐρεύνης ἀναγράφῃ ὅσα ποσὰ θέλῃ εἰς βάρος τῶν παρελθουσῶν χρήσεων. Εἴτε λοιπὸν διὰ τὸν ἕνα λόγον, εἴτε διὰ τὸν ἄλλον, εἴτε διὰ τὸν τρίτον, εἴτε δι’ ὅλους μαζὺ συμβαίνουν τὰ ἔκτροπα ταῦτα, ἐπιθυμῶ νὰ δοθῶσι σχετικαί τινες πληροφορίαι, τόσῳ μᾶλλον, καθόσον δὲν πείθομαι ἐγὼ, ὅτι μένουν ἀδιάθετοι πιστώσεις, διότι ὅλοι αὐτοὶ, οἱ ὁποῖοι ἀναγράφονται ὡς ἔχοντες νὰ λάβουν, δὲν στεροῦνται τῆς εὐκολίας νὰ πληρώνωνται ἐγκαίρως, εἰς τρόπον ὥστε νὰ μὴ παραπέμπωνται ἑκάστοτε εἰς τὸ κεφάλαιον τῶν παρελθουσῶν χρήσεων τῶν μελλόντων Προϋπολογισμῶν. Ἐξ αὐτοῦ τοῦ μεγάλου ἀριθμοῦ εἶναι καί τινες, οἱ ὁποῖοι ἀναγράφονται δι’ ἀρκετὰ ποσὰ, καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ ζητήσῃ ἀπὸ τὴν ὑπηρεσίαν καὶ προσαγάγῃ ὅλα τὰ δικαιολογητικά...
§119ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Εἶναι καταβόθρα τὸ τμῆμα αὐτό!
§120Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως εἶναι καταβόθρα, καὶ ἐγὼ ἄλλοτε, ὁμιλῶν ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, εἶπον, ὅτι εἶναι καταβόθρα τὸ τμῆμα τῶν δημοσίων ἔργων.
§121ΣΠ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Πρέπει νὰ γνωρίζητε, ὅτι, ἐφ’ ὅσον λειτουργεῖ τὸ ὑπάρχον σύστημα τῆς ὁδοποιίας, αὐτὰ θὰ ἔχωμεν καὶ χειρότερα.
§122Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ ἔρευνα αὕτη ἂς δώσῃ ἀφορμὴν νὰ διορθώσωμεν καὶ τὸν νόμον, ἂν πράγματι ὁ νόμος πταίῃ. Ἀκούσατε. Ὅλοι ἀνεξαιρέτως ἀναγράφονται εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1899 εἰς βάρος τῆς χρήσεως τοῦ 1897, εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1900 εἰς βάρος τῆς χρήσεως τοῦ 1898, εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1901 εἰς βάρος τῆς χρήσεως τοῦ 1899, εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1902 εἰς βάρος τῆς χρήσεως τοῦ 1900! Εἶναι λοιπὸν πιθανόν, ὅτι συμβαίνει αὐτὸ, τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργός, ὅτι δηλαδὴ δὲν ἐκκαθαρίζονται ἐγκαίρως αἱ ἀπαιτήσεις τῶν κυρίων αὐτῶν; Ἀδύνατον. Τὸ πρᾶγμα δίδει βασίμους ὑπονοίας περὶ καταχρήσεων συστηματικῶν διὰ τῆς μεθόδου τῶν ὁδοιπορικῶν. Παρετήρησα δὲ ἀκόμη, ὅτι μεταξὺ τῶν ἀναγεγραμμένων εἰς τὰς κεκλεισμένας χρήσεις εἶναι καὶ μία ἑταιρεία, ἡ ἑταιρεία «Πάλλης καὶ Κοτζιᾶς», ἡ ὁποία χορηγεῖ γραφικὴν ὕλην εἰς τὰ διάφορα Ὑπουργεῖα· δὲν ὑπάρχει δὲ προϋπολογισμὸς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ τῶν λοιπῶν Ὑπουργείων, ἐν τῷ ὁποίῳ νὰ μὴ ἀναγράφηται ἡ ἑταιρεία αὕτη εἰς τὰς κεκλεισμένας χρήσεις διὰ ποσὰ ἀναγόμενα εἰς χρήσεις προγενεστέρας ἑνὸς ἢ δύο ἐτῶν. Ἔχω ἐδῶ μίαν σημείωσιν...
§123Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Διὰ νὰ ἴδητε, τί συμβαίνει, νὰ σᾶς δώσω μίαν πληροφορίαν. Ὅτε ἀνέλαβον τὴν διεύθυνσιν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, τὰ ἔξοδα διὰ γραφικὴν ὕλην ἦσαν 500 δραχμαὶ κατὰ μῆνα. Αἱ 500 ἔγειναν μόνον 250, καὶ ἡ ὑπηρεσία ἦτο ἡ αὐτὴ, ὡς καὶ πρότερον.
§124Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἰδοὺ, ἀκούσατε (ἀναγινώσκει): «Πάλλης καὶ Κοτζιᾶς». Ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1899 εἰς βάρος τῶν χρήσεων τοῦ 1897, 1896 καὶ 1895 διὰ τὰ Ὑπουργεῖα Οἰκονομικῶν, Ἐσωτερικῶν, Ναυτικῶν καὶ Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως δραχ. 9,348!» Τώρα ὑμεῖς, κύριε Πρωθυπουργὲ, λέγετε, ὅτι πιθανὸν νὰ ἔμειναν ἀδιάθετοι πιστώσεις, μὴ ἐκκαθαρισθεισῶν ἐγκαίρως τῶν ἀπαιτήσεών των· ἀλλὰ νομίζετε, ὅτι αὐτοὶ δὲν ἐπιμελοῦνται τῶν ὑποθέσεών των, ὥστε νὰ περιμένουν νὰ πληρωθοῦν διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1899 χρήματα, τὰ ὁποῖα εἶχον νὰ λάβουν ἀπὸ τοῦ 1895, 1896 καὶ 1897; Κατόπιν ἀναγράφονται οἱ αὐτοὶ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1900 εἰς βάρος τῆς χρήσεως τοῦ 1898 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ τοῦ Ὑπουργείου τῆς Παιδείας διὰ δραχμὰς 1845. Κατόπιν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1901 διὰ τὴν χρῆσιν τοῦ 1899: Ὑπουργεῖον Ἐσωτερικῶν δραχ. 4,058, Ὑπουργεῖον Ναυτικῶν δρ. 600, καὶ Ὑπουργεῖον Οἰκονομικῶν δρ. 103· τὸ ὅλον δρ. 4,761. Ἔπειτα ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1902 διὰ τὴν χρῆσιν τοῦ 1900 τὸ ὅλον δρ. 1789. Ἐπειδὴ γνωρίζω τὸν κύριον Κοτζιᾶν, ἔκρινα καλὸν νὰ τὸν ἐρωτήσω, καὶ τὸν ἠρώτησα: «τί ἔχετε νὰ λάβητε ἀπὸ τὸ 1900;» Ὁ γραμματεύς του μοὶ εἶπε: «δὲν ἔχομεν νὰ λάβωμεν τίποτε». Δὲν ἠξεύρω, ἂν ἔκαμε λάθος.
§125Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ποῖος χορηγητὴς εἶναι;
§126Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ Πάλλης καὶ Κοτζιᾶς. Μοὶ εἶπε: «δὲν ἠξεύρω, ἂν ἦναι καμμιὰ τρακοσαριὰ ἢ τετρακοσαριὰ δραχμαί, ποῦ ἔχομεν νὰ λάβωμεν, ἀλλ’ ἀμφιβάλλω, ἐὰν ἦναι αὐτὸ τὸ ποσόν». Καὶ ὅμως σημειοῦται, ὅτι ἔχει νὰ λάβῃ 1789 δραχμάς! Τώρα βεβαίως ὁ κύριος Ὑπουργὸς θὰ ἐξετάσῃ, ἀλλὰ κατὰ πᾶσαν πιθανότητα δὲν θὰ δυνηθῇ νὰ μάθῃ τίποτε! Θέλετε νὰ μάθητε τὴν ἀλήθειαν; διορίσατε μίαν ἐξεταστικὴν ἐπιτροπήν, νὰ ὑπάγῃ νὰ ἴδῃ, τί συμβαίνει. Αὐτὸ εἶπον καὶ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, καὶ μοὶ εἶπον, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν δύναται παρὰ νὰ ἔχῃ ἀντιρρήσεις. Καὶ θὰ ἔχῃ βεβαίως ἀντιρρήσεις· ἀλλὰ τοῦτο σημαίνει, ὅτι αἱ κατὰ καιροὺς Κυβερνήσεις ἀνέχονται τὴν κατάστασιν αὐτὴν, ἥτις πᾶν ἄλλο ἀποδεικνύει ἢ χρηστὴν διοίκησιν.
§127ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Ἐξακολούθησις τῆς γενικῆς συζητήσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων τοῦ Κράτους τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1902. Ὁ κύριος Δούνης ἔχει τὸν λόγον.
§128Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, κύριοι Βουλευταί, ἀναγκαίως φέρει εἰς τὴν ἔρευναν οὐ μόνον τῶν διαφόρων κλάδων τῶν ὑπηρεσιῶν τοῦ Κράτους, ἀλλὰ πρωτίστως καὶ εἰς τὴν ἔρευναν τῆς οἰκονομικῆς ἱστορίας τοῦ Κράτους διὰ τὸν ἐπιθυμοῦντα κατὰ βάθος νὰ γνωρίσῃ τὰ αἴτια τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως αὐτοῦ. Ὅσῳ βαθύτερον μελετᾷ τις τὴν ἱστορίαν τὴν οἰκονομικὴν τοῦ Κράτους, ὅσῳ περισσότερον ἐγκύπτει εἰς τὰ αἴτια τὰ παραγαγόντα τὰ φαινόμενα τὰ οἰκονομικὰ τῶν Προϋπολογισμῶν αὐτοῦ, τόσῳ βαθύτερον πείθεται καὶ τόσῳ μυχιατέραν αἰσθάνεται τὴν θλῖψιν, ὅτι ἐν τοῖς φορολογικοῖς νόμοις τοῦ Κράτους δὲν ἐπρυτάνευσε ποσῶς πνεῦμα μερίμνης καὶ στοργῆς ὑπὲρ τῶν παραγωγικῶν τῆς χώρας δυνάμεων, ὅτι δὲν ἐπρυτάνευσε πνεῦμα προστασίας πρὸς ἀνάπτυξιν τῶν πόρων οὐ μόνον τῆς χώρας, ἀλλὰ καὶ αὐτοῦ τούτου τοῦ Κράτους. Ἰδίως ὅμως, ὅταν τις ἐρευνᾷ τὰ αἴτια, ἐξ ὧν προῆλθον αἱ δαπάναι κατὰ τὰς διαφόρους χρήσεις τοῦ Κράτους, ἀπὸ τοῦ 1882 καὶ ἐντεῦθεν, αἰσθάνεται ἀληθῆ ὀδύνην, διότι παρατηρεῖ, ὅτι οὐδαμῶς ἐπρυτάνευσεν εἰς τὰς πλείστας τῶν χρήσεων τούτων πνεῦμα φειδοῦς τῶν προσόδων τοῦ Κράτους, οὐδαμῶς ἐπρυτάνευσε πνεῦμα χρησίμου διαθέσεως αὐτῶν, οὐδαμῶς ἐπρυτάνευσε πνεῦμα διαθέσεως μέρους τοὐλάχιστον αὐτῶν ὑπὲρ τῆς ἀμύνης τῶν ἐθνικῶν δικαίων. Βλέπομεν ἐν ταῖς πλείστοις τῶν χρήσεων τῶν οἰκονομικῶν σπατάλην καὶ διασπάθησιν τῶν προσόδων τοῦ Κράτους. Καὶ οὕτω, ἐνῷ ἀφ’ ἑνὸς διὰ τοῦ συστήματος τοῦ φορολογικοῦ ἀποστραγγίζεται τὸ κεφάλαιον τὸ παραγωγικὸν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ἀφ’ ἑτέρου βλέπομεν τὰς προσόδους τοῦ Κράτους οὐδαμῶς διατιθεμένας πρὸς πλήρωσιν τῶν σοβαρῶν ἀναγκῶν τῆς χώρας, οὐδαμῶς διατιθεμένας οὐδὲ εἰς αὐτῆς τῆς Πολιτείας τὰς οὐσιωδεστέρας ἀνάγκας. Οὕτως, ἕνεκα τοῦ ὀλεθρίου τούτου πνεύματος τῆς ἐξασθενήσεως τῶν παραγωγικῶν τῆς χώρας δυνάμεων καὶ τῆς διασπαθήσεως τῶν προσόδων τοῦ Κράτους, μικρὸν καὶ κατ’ ὀλίγον ἐφθάσαμεν εἰς τὴν χρεωκοπίαν. Εἰς μάτην οἱ λόγοι συνετῶν πολιτικῶν ἀνδρῶν, εἰς μάτην αἱ προσπάθειαι κόμματος πολιτικοῦ, ὅπως συγκρατήσῃ τὴν χώραν ἀπὸ τὸ ὄνειδος τῆς χρεωκοπίας! Μεταξὺ τοῦ κόμματος τοῦ σεβαστοῦ ἐκ Γόρτυνος Βουλευτοῦ, τὸ ὁποῖον δι’ ὅλων τῶν Προϋπολογισμῶν του ἐξεπροσώπει καὶ ἐκπροσωπεῖ τὸ πνεῦμα τῆς φειδοῦς, καὶ τοῦ ἑτέρου κόμματος, ἐν τοῖς Προϋπολογισμοῖς τοῦ ὁποίου βλέπει τις τὸ πνεῦμα τῆς ἀστόργου σπατάλης, τὸ πνεῦμα τῆς ἀπάτριδος διασπαθήσεως τῶν προσόδων τοῦ Κράτους καὶ τῶν παραγωγικῶν τῆς χώρας δυνάμεων, πάλη στῆθος πρὸς στῆθος συνεκροτήθη, ἀπὸ εἰκοσαετίας ἀρξαμένη καὶ ἐξακολουθοῦσα ἔτι. Πάντες γνωρίζετε τοὺς ἀγῶνας περὶ τὰ οἰκονομικὰ, οἵτινες ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ διεξήχθησαν ἀπὸ τοῦ 1883 μέχρι τῆς ἀποφράδος ἡμέρας τῆς πτωχεύσεως. Δυστυχῶς ὁ ἀγὼν ὑπὲρ τῆς φειδοῦς δὲν ἐπεκράτησεν· ἐπεκράτησε τὸ πνεῦμα τῆς σπατάλης, καὶ ἡ καταστροφὴ ἐπῆλθε. Τίς ἠδύνατο νὰ φαντασθῇ, ὅτι τοιαύτης ἐπελθούσης καταστροφῆς, τοιούτου ἐγκολαφθέντος ὀνείδους, τίς ἠδύνατο, λέγω, νὰ φαντασθῇ, ὅτι δὲν ἤθελεν ἐπικρατήσει τὸ πνεῦμα τῆς περισυλλογῆς καὶ τῆς φειδοῦς; Τίς ἠδύνατο νὰ φαντασθῇ, ὅτι ἡ πολιτικὴ τῆς σπατάλης καὶ τῆς διασπαθήσεως ἤθελεν ἐπαναλάβει τὸν ῥοῦν αὑτῆς τὸν ἀκατάσχετον, ἀπειλοῦσα νὰ προπαρασκευάσῃ καὶ τὸ μέλλον πρὸς νέον ὄνειδος, πρὸς νέαν καταστροφὴν οἰκονομικὴν, ἰσοδυναμοῦσαν, καθ’ ὃν χρόνον κρισιμωτάτας διέρχεται περιστάσεις ὁ ἐν Ἠπείρῳ, Μακεδονίᾳ καὶ Θράκῃ Ἑλληνισμὸς, πρὸς τὸν ἐπικινδυνωδέστερον τῆς πατρίδος ἐχθρόν; Τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1902 ἐρευνῶντες, δὲν δυνάμεθα νὰ ἐρευνήσωμεν τὴν πολιτικὴν τῆς νῦν Κυβερνήσεως, ἀλλ’ ἀναγκαίως ἐρευνῶμεν τὴν πολιτικὴν τῆς πρώην Κυβερνήσεως, τῆς τοῦ κ. Θεοτόκη, διότι ὁ Προϋπολογισμὸς οὗτος εἶναι ἡ ἀπεικόνισις τῆς πολιτικῆς ἐκείνης, καὶ οὐχὶ τῆς πολιτικῆς τῆς παρούσης Κυβερνήσεως. Ὅπως κρίνωμεν ἀσφαλέστερον τὸ πνεῦμα τῆς οἰκονομικῆς πολιτικῆς, ἣν ἐκπροσωπεῖ ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1902, ἀναγκαῖόν ἐστι νὰ γνωρίσωμεν σημεῖά τινα τῶν οἰκονομικῶν ἀρχῶν τοῦ συντάκτου καὶ εἰσηγητοῦ αὐτοῦ κ. Σιμοπούλου. Δι’ ὃ εὑρίσκομαι εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἀναδράμω εἰς τὴν ἱστορίαν, ἥτις διδάσκει μετὰ πόσης εὐστροφίας ὁ εἰσηγητὴς τοῦ περὶ οὗ πρόκειται Προϋπολογισμοῦ μετεπήδησεν ἀπὸ τὰς ἀρχὰς τῆς φειδοῦς καὶ τῆς μερίμνης πρὸς διάσωσιν τῆς χώρας ἀπὸ τῆς χρεωκοπίας πρὸς τὰς ἀρχὰς τῆς διασπαθήσεως, πρὸς τὰς ἀρχὰς τῆς κούφου πολυτελείας, πρὸς τὰς ἀρχὰς τὰς ἀγούσας εὐθὺ πρὸς τὴν καταστροφὴν καὶ τὸ ὄνειδος, τὰς ὁποίας δὲν ἠρυθρίασαν ὀνομάσαντες ἀρχὰς τῆς προόδου. Ὁ ἐκ Παρνασίδος Βουλευτὴς, ὁ εἰσηγητὴς τοῦ Προϋπολογισμοῦ τούτου, κατὰ τὸ ἔτος 1894, ὅτε συνεζητεῖτο ὁ πρῶτος μετὰ τὴν πτώχευσιν Προϋπολογισμὸς, ὑπέμνησε τὰς ἀρχὰς τὰς οἰκονομικὰς, τὰς ὁποίας εἶχε κατὰ τὸ 1880, ἐγκαυχώμενος διὰ τὴν διορατικότητά του· καὶ λέγει κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς 1 Μαρτίου 1894 (ἀναγινώσκει): «...Συζητουμένου τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1880, ἡ ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ μειονοψηφία, εἰς ἣν ἀνῆκον κἀγὼ, εἶχε σπουδαίως ἐνισχυθῇ, διότι ἐσχηματίσθη γνώμη, ὅτι τὰ ἐλλείμματα τῶν Προϋπολογισμῶν τὰ ἀλλεπάλληλα ὡδήγουν τὸ Κράτος εἰς τὴν πτώχευσιν. Ὁμιλῶν δὲ τότε ὡς εἰσηγητὴς τῆς μειονοψηφίας, παρέστησα τὰς οἰκονομίας, αἱ ὁποῖαι ἦτο δυνατὸν νὰ ἐπενεχθῶσιν εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1880, καὶ κατέδειξα, ὁποῖαι ἔσονται αἱ συνέπειαι, ἐὰν δὲν ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν αἱ παρατηρήσεις αὗται. Αἱ προταθεῖσαι ὑπ’ ἐμοῦ οἰκονομίαι ἀνήρχοντο εἰς ὀκτὼ περίπου ἑκατομμύρια· καταλήγων δὲ τὸν λόγον ἔλεγον: «Ἐπιβάλλεται ἡμῖν σήμερον ὑπὸ τῆς ἀναποδράστου ἀνάγκης νὰ σταματήσωμεν πλέον τὸ κακόν. Πρέπει πάντες νὰ κατίδωμεν τὸ οἰκονομικὸν βάραθρον, εἰς τὸ ὁποῖον ὠθεῖται ἡ χώρα ἡμῶν ὑπὸ τοῦ οἰκονομικοῦ συστήματος, καθ’ ὃ διῳκήθημεν καὶ διοικούμεθα. Ἐπιστήσωμεν λοιπὸν τὴν προσοχήν μας, Κύριοι, ἐν ὅσῳ εἰσέτι ὑπάρχει καιρὸς, πρὸς ἀνόρθωσιν τῆς οἰκονομικῆς ἡμῶν καταστάσεως, προσβλέψωμεν εἰς τὸ πρὸ τῶν ποδῶν ἡμῶν χαῖνον οἰκονομικὸν βάραθρον. Μὴ διστάσωμεν δὲ νὰ λάβωμεν ἄνευ ἀναβολῆς μέτρα σωστικὰ καὶ ἡρωϊκὰ πρὸς ἐξοβέλισιν τῶν μὴ ἀπαραιτήτων δαπανῶν. Μὴ λησμονῶμεν δ’ ἐπὶ τέλους, ὅτι ἡ οἰκονομικὴ ἀμηχανία, εἰς ἣν περιήλθομεν, καὶ εἰς ἣν θέλομεν εὑρίσκεσθαι, ἐν ὅσῳ διοικούμεθα κατὰ τὸ ὑφεστὼς οἰκονομικὸν σύστημα, θέλει ἀποβῆ χρονία, τοιαύτη δὲ οἰκονομικὴ ἀμηχανία ἔσεται, κατὰ ἔκφρασιν σοφοῦ οἰκονομολόγου, ὁ ἀπαίσιος προάγγελος τῆς πολιτικῆς ἐκπτώσεως τῶν ἀφρόνως διοικουμένων λαῶν!» Βλέπετε, Κύριοι, πόσον σαφῶς προεῖδε τὴν πτώχευσιν, πόσον σαφῶς προεῖδε τὸ οἰκονομικὸν βάραθρον ὁ ἀξιότιμος ἐκ Παρνασσίδος Βουλευτής! Καὶ ἀπὸ πότε; Ἀπὸ τοῦ 1880. Ἐκ τῶν λόγων τούτων ἤθελέ τις πιστεύσει, ὅτι ὁ κ. Σιμόπουλος ἤθελεν εἶσθαι ὁ θερμότερος ὑπέρμαχος τῆς πολιτικῆς τῶν οἰκονομιῶν. Πλὴν δυστυχῶς ὅλως τοὐναντίον, διότι ἀφ’ ἧς ἡμέρας ἐγένετο ὁ ἐξ ἀπορρήτων σύμβουλος τοῦ μακαρίτου Τρικούπη ἐπὶ τῆς οἰκονομικῆς πολιτικῆς, καὶ ἐκλήθη εἶτα νὰ διευθύνῃ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, μετέβαλε ῥιζικῶς ἀρχὰς καὶ ἰδέας περὶ τῶν οἰκονομικῶν τῆς χώρας. Θέλω φέρει τὰ κείμενα τῶν ἰδίων αὐτοῦ λόγων, ἵνα ἀποδείξω ποίαν εὐστροφίαν ἀξιοθαύμαστον ἐπέδειξε καθ’ ὅλην τὴν πολιτικὴν αὐτοῦ πορείαν. Καὶ πρὸς τοῦτο εὑρίσκομαι εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἐκταθῶ ὀλίγον ἐπὶ τῆς γενομένης συζητήσεως ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1887, καθ’ ἣν ἐμφανεστέρα καθίσταται ἡ μεταξὺ τῆς πολιτικῆς τῶν οἰκονομιῶν καὶ τῆς πολιτικῆς τῆς σπατάλης διαπάλη. Κατὰ τὸ ἔτος ἐκεῖνο ἐπιτροπὴ τῆς μειονοψηφίας ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἀποτελουμένη ἐκ τῶν κ. κ. Καραπάνου, Γεροκωστοπούλου, Λεβίδου, Δ. Πετρίδου, Χριστοπούλου, Βαλσαμάκη κλπ., μελετήσασα βαθέως τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν τῆς τε χώρας καὶ τοῦ Κράτους, ἔσχε τὸ θάρρος νὰ προτείνῃ διὰ τῆς ἐκθέσεώς της τὰ οἰκονομικὰ μέτρα, ἅτινα ἔπρεπε νὰ ληφθῶσι πρὸς διάσωσιν τοῦ Δημοσίου ἀπὸ τοῦ οἰκονομικοῦ βαράθρου, τὸ ὁποῖον προεῖδεν ὁ κ. Σιμόπουλος. Τὰς ἐν τῇ ἐκθέσει δὲ ἐκείνῃ περιεχομένας ἀρχὰς ἀνέπτυξεν ὁ σεβαστὸς ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς, ὁ καὶ ἡγέτης τῆς μειονοψηφίας, καὶ ὁ κ. Κ. Καραπᾶνος. Ἔναυλοι δ’ εἰσέτι ἀπομένουσιν εἰς τὰς ἀκοὰς τῶν κατὰ τὴν συνεδρίαν τῆς 23 Μαρτίου 1887 παρευρεθέντων αἱ εὔγλωττοι καὶ θερμαὶ παροτρύνσεις τοῦ ἐξ Ἄρτης ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ, δι’ ὧν προσεπάθησε νὰ προλάβῃ τὴν ἀτίμωσιν τῆς χώρας, ἀναπτύσσων καὶ συνιστῶν τὰ ἐν τῇ ἐκθέσει τῆς μειονοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς προτεινόμενα μέτρα. «Μᾶς καταγγέλλει, εἶπε τότε ὁ κ. Καραπᾶνος, ἡ πλειονοψηφία ὡς θέλοντας νὰ δημοκοπήσωμεν, καὶ μᾶς ἀποτείνει τὴν φιλάδελφον συμβουλὴν, ν’ ἀφήσωμεν τὴν Κυβέρνησιν νὰ συντρίψῃ τὰς οἰκονομικὰς δυνάμεις τοῦ τόπου, ὅπως καταδειχθῇ, ὅτι ἐπὶ νεφελῶν ἐβάδιζεν, ὅτε συνέταττε τὸ οἰκονομικὸν αὑτῆς σύστημα. Λυπούμεθα, διότι δὲν δυνάμεθα νὰ παραδεχθῶμεν τὴν συμβουλὴν ταύτην τῶν κ. κ. συναδέλφων τῆς πλειονοψηφίας, διότι μήτε δημοκοποῦμεν, μήτε κομματίζομεν... Ἡμεῖς ὑποστηρίζομεν ἰδέας, ἃς θεωροῦμεν ἐπιβαλλομένας ὑπὸ τῶν πρὸς τὸ ἔθνος καὶ τὰ συμφέροντα αὐτοῦ καθηκόντων ἡμῶν. Πράττομεν δὲ τοῦτο ἐν γνώσει ὅτι ὑποστηρίζομεν δυσάρεστόν τι εἰς πολλοὺς, καὶ Ἕλληνας καὶ ξένους. Χάριν ὅμως τῶν συμφερόντων καὶ τοῦ μέλλοντος τοῦ τόπου, δὲν διστάζομεν νὰ ὑποστηρίξωμεν τοιαύτην δυσάρεστον ἰδέαν, καὶ ν’ ἀφήσωμεν νὰ ἐπιζητῶσι δημοτικότητα ἐκεῖνοι, οἵτινες διατείνονται, ὅτι κέκτηνται μόνοι τὸ προνόμιον τῆς προασπίσεως τῆς ἐθνικῆς τιμῆς. Ὅσον δυσάρεστον καὶ ἂν ἦναι τὸ μέτρον, ὅπερ προτείνομεν, δὲν διστάζομεν νὰ προτείνωμεν αὐτό, ἐπὶ τῇ ἐλπίδι ὅτι σώζει τὸν τόπον ἐκ τῆς καταστροφῆς, ἥτις τὸν ἐπαπειλεῖ. Μιμούμενοι τοὺς ἰατροὺς, τοὺς εὐσυνειδήτως ἐκπληροῦντας τὸ καθῆκον αὑτῶν, συνιστῶμεν εἰς τὸν νοσοῦντα, μὲ κίνδυνον ἴσως νὰ τὸν δυσαρεστήσωμεν, ἀλλὰ μὲ τὴν πρόθεσιν νὰ συντελέσωμεν εἰς τὴν θεραπείαν αὐτοῦ, πικρὸν φάρμακον, καὶ οὐχὶ γλυκύσματα. Δὲν συνιστῶμεν τὴν χρεωκοπίαν, ἀπ’ ἐναντίας ἀποκρούομεν καὶ πολεμοῦμεν αὐτήν. Διατεινόμεθα, ὅτι τὸ ἔθνος δὲν δύναται νὰ δώσῃ τὰ ποσὰ, ἅτινα ζητεῖ ἡ Κυβέρνησις νὰ εἰσπράξῃ, ἐφαρμόζουσα τὸ οἰκονομικὸν αὐτῆς σύστημα, ὅτι διὰ τῆς ἐφαρμογῆς αὐτοῦ θὰ συντρίψῃ τὰς παραγωγικὰς δυνάμεις τοῦ τόπου, καὶ ὅτι συντρίβουσα αὐτὰς θὰ φέρῃ τὸ ἔθνος εἰς τὴν ἀδυναμίαν, οὐ μόνον ν’ ἀποτίσῃ τὰς ὀφειλὰς αὐτοῦ, ἀλλὰ καὶ νὰ θεραπεύσῃ τὰς ἀπολύτους αὐτοῦ ἀνάγκας· οὕτω δὲ θὰ ὠθήσῃ αὐτὸ μοιραίως εἰς τὴν χρεωκοπίαν. Ταῦτα ζητοῦμεν νὰ προλάβωμεν διὰ τοῦ συστήματος, τὸ ὁποῖον προτείνομεν...» Τίς δὲν βλέπει ἐν τῇ περικοπῇ ταύτῃ τῆς ἀγορεύσεως τοῦ κ. ἐξ Ἄρτης Βουλευτοῦ τὴν ἀκριβῆ ἐξιστόρησιν τῆς μετ’ ὀλίγα ἔτη ἐπελθούσης χρεωκοπίας τοῦ Κράτους; Ἐὰν παρὰ τῇ πλειονοψηφίᾳ ἐκείνῃ, ἥτις ἐστὶ καὶ ἡ νῦν πλειονοψηφία, ἐκράτει πνεῦμα μερίμνης ὑπὲρ τῆς χώρας, πνεῦμα κήδους ὑπὲρ τῆς τιμῆς τοῦ Κράτους, βεβαίως οἱ προνοητικοὶ καὶ συνετώτατοι λόγοι τοῦ κ. Καραπάνου, οἵτινες ἦσαν ἀπήχησις τῆς γνώμης τῆς τότε Ἀντιπολιτεύσεως, ἤθελον ἀκουσθῆ, καὶ ἡ ἀτίμωσις τῆς χώρας δὲν θὰ ἐπήρχετο, δὲν θὰ ἐπήρχετο δὲ καὶ ὁ πόλεμος τοῦ 1897, οὐδ’ ὁ ἀκρωτηριασμὸς τοῦ ἱεροῦ ἐδάφους τῆς πατρίδος, οὐδ’ ὁ ἐπιβληθεὶς οἰκονομικὸς κλοιός. Ἀλλ’ ἀντὶ ἡ τότε πλειονοψηφία νὰ ἀποδεχθῇ τὰς ὄντως πατριωτικὰς ταύτας προτάσεις, ἰδοὺ τί ἀπήντησε διὰ τοῦ κ. Σιμοπούλου (ἀναγινώσκει): «... Ἡμεῖς φρονοῦμεν πρωτίστως, ὅτι αἱ παραγωγικαὶ δυνάμεις τῆς χώρας εἶναι πολλῷ ἀνώτεραι, ἀφ’ ὅσον τὰς ὑπολογίζει ἡ ἀπαισιοδοξία τῆς μειονοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς. Πλὴν τούτου, ἡμεῖς ἔχομεν ἄλλην ἰδέαν ἀπὸ ἐκείνην, ἣν ἔχει ἡ μειονοψηφία περὶ ἐθνικῆς τιμῆς· ἡμεῖς νομίζομεν, ὅτι ἡ ἐθνικὴ τιμὴ εἶναι ἀγαθὸν πολλῷ ἀνώτερον καὶ ἀπὸ αὐτὰς τὰς μεγίστας ὑλικὰς ζημίας. Ἡμεῖς δὲν λησμονοῦμεν τοὺς πατριωτικοὺς λόγους τῶν κ. κ. ῥητόρων τῆς Ἀντιπολιτεύσεως κατὰ τὸν χρόνον τῆς τελευταίας ἐπιστρατείας. Τί ἐλέγετε τότε πρὸς τοὺς προσερχομένους εἰς τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ καὶ καταλείποντας τὰς οἰκογενείας καὶ τὰ συμφέροντά των; Ἐλέγετε πρὸς αὐτοὺς, ὅτι ὀφείλουσι νὰ ὑποβληθῶσιν εἰς πᾶσαν θυσίαν, ὅπως περιφρουρήσωσι τὴν τιμὴν τῆς πατρίδος. Διατὶ ἐζητεῖτε τότε τὸν φόρον τοῦ αἵματος, ὅπως διατηρήσητε ἀμείωτον τὴν τιμὴν τῆς Ἑλλάδος; Νῦν δὲ περὶ τίνος ἄλλου πρόκειται; Δὲν πρόκειται περὶ τῆς τιμῆς τῆς Ἑλλάδος; Καὶ διατὶ νὰ μὴ ἀπευθύνωμεν καὶ σήμερον αὐτὴν τὴν ἐπίκλησιν πρὸς τὸν Ἑλληνικὸν λαόν; Μήπως δὲν πρόκειται νῦν περὶ τῆς τιμῆς καὶ περὶ τῆς ἐν τῷ μέλλοντι ὑλικῆς εὐημερίας αὐτῆς; Ἐπιτρέπεται, ἀντὶ εἴκοσιν ἑκατομμυρίων νὰ διακινδυνεύητε τὴν τιμήν σας; Βεβαίως θὰ σᾶς ἀπαντήσῃ, ὅτι τὰ πάντα προτιμᾷ νὰ θυσιάσῃ ὁ Ἑλληνικὸς λαός, παρὰ νὰ ὑποστῇ τὸ στίγμα τῆς ἀτιμίας! Μὴ λησμονῶμεν δὲ, ὅτι διὰ τῆς χρεωκοπίας, ἣν ὑπὸ τὸν τύπον τῆς ἀναστολῆς, προτείνει ἡ Ἀντιπολίτευσις, αἱ ὑλικαὶ ζημίαι τοῦ ἔθνους ἔσονται ἀνυπολόγιστοι! μὴ λησμονῶμεν, ὅτι ἡ δημοσία ἡμῶν πίστις εἶναι τέλεον κατεστραμμένη! μὴ λησμονῶμεν, ὅτι δὲν πρέπει πλέον νὰ σκεπτώμεθα οὔτε περὶ σιδηροδρόμων, οὔτε περὶ ὁδῶν, οὔτε περὶ λιμένων. Ἀλλ’ ἐὰν, ὅπερ ἀπίθανον, γένηται δεκτὴ ἡ περὶ τοῦ οἰκονομικοῦ ζητήματος γνώμη τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἡ Κυβέρνησις τῆς χώρας δὲν θὰ ὑποστηρίζηται, οὐδὲ θὰ εὑρίσκηται ἐν τῇ πτέρυγι ταύτῃ (τῆς Συμπολιτεύσεως). Τὴν τιμὴν καὶ τὴν δόξαν τῆς χρεωκοπίας τὴν χαρίζομεν εἰς τὴν Ἀντιπολίτευσιν.» Ἠκούσατε, κύριοι Βουλευταί, τίνα γνώμην ὁ ἀξιότιμος ἐκ Παρνασσίδος Βουλευτὴς εἶχε περὶ τῆς πτωχεύσεως τοῦ Κράτους, ἠκούσατε, τίνα ἰδέαν εἶχε περὶ τῆς τιμῆς τοῦ Κράτους· ἠκούσατε, ὅτι ἐθεώρει τὴν τιμὴν ταύτην ἴσην πρὸς τὴν τιμὴν τὴν ἀφορῶσαν τὴν ἀνεξαρτησίαν καὶ τὴν αὐθυπαρξίαν τῆς χώρας· ἠκούσατε, ὅτι ἐθεώρει ἔγκλημα καθοσιώσεως τὴν πρότασιν μέτρου δυναμένου νὰ σώσῃ τὸ Κράτος ἀπὸ τὴν ἀτίμωσιν, καὶ ἐπροτίμα, ἵνα ὁ λαὸς προκληθῇ καὶ καταβάλῃ φόρους εἰς χρῆμα, ὡς κατέβαλε προκαλούμενος φόρον αἵματος πρὸς διάσωσιν τῆς τιμῆς τῆς πατρίδος· ἀλλ’ αἱ συνέπειαι τῆς ἄφρονος ἐκείνης οἰκονομικῆς πολιτικῆς δὲν ἐβράδυναν νὰ ἐπέλθωσιν. Ἐπῆλθε τὸ ἔτος 1892. Ὅτε δὲ ἤρχισαν νὰ καθίστανται λίαν αἰσθηταὶ αἱ συνέπειαι, νομίζετε ὅτι καὶ τότε ἐσκέφθησαν νὰ ἐφαρμόσωσι πολιτικὴν περισυλλογῆς, πολιτικὴν φειδοῦς; Οὐδαμῶς! Πνεῦμα ἀμέτρου αἰσιοδοξία; ἐξηκολούθησε νὰ πνέῃ καὶ πάλιν, καὶ ὁ ἀρχηγὸς τοῦ κόμματος ἐκείνου, ὁ Τρικούπης, κατὰ τὸ 1892, εἰσηγούμενος τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ ἔτους ἐκείνου, εἶπε ταῦτα (ἀναγινώσκει): «...Τοῦτο πρὸ πάντων πρέπει ν’ ἀποδείξωμεν εἰς τοὺς ἐνδιατρίβοντας εἰς τὰ ἡμέτερα καὶ σχετιζομένους πρὸς αὐτὰ διὰ τῆς παροχῆς τῆς πίστεώς των· πρέπει ν’ ἀποδείξωμεν εἰς αὐτοὺς, ὅτι ἔχομεν ἐν ἡμῖν αὐτοῖς πᾶσαν τὴν δύναμιν, ἵνα καὶ ἄνευ αὐτῶν τελεσφόρως ἐργασθῶμεν... Ἀλλὰ πρέπει νὰ δυνηθῶμεν νὰ πιστοποιήσωμεν, ἤδη μάλιστα, ὅτε τοῦτο ἐτέθη ἐν ἀμφιβολίᾳ, ὅτι ἀποτεινόμεθα μὲν εἰς τὴν ἐκτὸς ἡμῶν πίστιν, θέλοντες καὶ ἡμεῖς νὰ μετάσχωμεν τῶν ὠφελημάτων τῆς εὐρωπαϊκῆς συναδελφότητος, δυνάμεθα ὅμως καὶ αὐτάρκως νὰ ζήσωμεν, εὑρίσκοντες ἐν τῷ ἰδίῳ ἐδάφει ἐπαρκὲς στήριγμα... Εἰς τοῦτο λοιπὸν προκαλῶ ὑμᾶς. Ἀποδειχθῶμεν ἄξιοι τῆς εὐρωπαϊκῆς πίστεως. Ἐὰν ἀποδειχθῶμεν ἄξιοι αὐτῆς, μὴ ἀμφιβάλλετε, ὅτι αὕτη θέλει ἐπανέλθει πρὸς ἡμᾶς, ὅτι δὲν θὰ ἐξακολουθῇ κατατάσσουσα ἡμᾶς εἰς τὴν χορείαν τῶν Κρατῶν σεσαθρωμένης πίστεως. Τί δικαιολογεῖ τὴν ὑπαγωγὴν τῆς Ἑλλάδος εἰς τοιαύτην κατηγορίαν; ... Μὴ δὲν ἀρκοῦσι τῇ Ἑλλάδι ἁπλᾶ μέτρα, ἐξ ἐκείνων, ἅτινα πᾶσα χώρα δύναται νὰ ἀνεχθῇ, οἰκονομίαι, αἵτινες βλάπτουσι τῳόντι τὴν ὑπηρεσίαν, ἀλλὰ δὲν καταστρέφουσιν αὐτήν; Μὴ δὲν ἀρκοῦσι τῇ Ἑλλάδι τὰ τοιαῦτα μέτρα, ὅπως ἐξασφαλίσῃ τὴν ἐν τῷ παρόντι καὶ ἐν τῷ μέλλοντι ἐκπλήρωσιν ἁπασῶν αὑτῆς τῶν ὑποχρεώσεων; ...» Βλέπετε, ὅτι σὺν τῷ πνεύματι τῆς αἰσιοδοξίας ἐπὶ τῆς δυνάμεως τῆς οἰκονομικῆς τῆς χώρας ἐξεδηλώθη καὶ πνεῦμα φειδοῦς. Ἀλλὰ κατίσχυσε καὶ τὸ πνεῦμα αὐτό; Οὐδαμῶς. Ἐφηρμόσθη πολιτικὴ φειδοῦς; Οὐδαμῶς. Καὶ ἐπῆλθεν οὕτω τὸ 1893, καὶ μετ’ αὐτὸ ἡ εἰσαγωγὴ ὑπὸ τοῦ Τρικούπη τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1894, τοῦ πρώτου μετὰ τὴν πτώχευσιν (ἀναγινώσκει): «Ἡ εἰς ἀκέραιον πληρωμὴ» (ἔλεγεν ὁ τότε Πρωθυπουργὸς Τρικούπης) «τῆς ὑπηρεσίας τοῦ δημοσίου χρέους εἶναι ἐντελῶς ἀδύνατος. Τοῦτο ἀντιλαμβάνεται ἐκ πρώτης ὄψεως πᾶς ὁ ἐξετάζων τὰ τῆς καταστάσεως, ὁποία σήμερον παρουσιάζεται... Τὰ συμπεράσματα, εἰς ἃ καταλήγομεν, δὲν εἶναι ἐνθαρρυντικά, βεβαίως δ’ εἶναι ἱκανὰ νὰ μᾶς πείσωσιν, ὅτι, εἴτε οὗτος ὁ Βουλευτὴς, εἴτε ἐκεῖνος ὁ Βουλευτὴς, εἴτε οὗτος ὁ πολιτευόμενος, εἴτε ἐκεῖνος ὁ πολιτευόμενος ἤθελε τὴν κήρυξιν τῆς ἀνεπαρκείας τοῦ Κράτους πρὸς τὴν πληρωμὴν τῶν ὑποχρεώσεων αὐτοῦ, εἴτε ἡ ἀνεπάρκεια ἐκηρύχθη ὑπὸ τοῦ Διατάγματος τῆς 30 Μαΐου, εἴτε ἐκηρύχθη ὑπὸ τοῦ νόμου τῆς 10 Δεκεμβρίου, ἡ ἀνεπάρκεια εἶναι γεγονὸς βέβαιον, γεγονὸς προερχόμενον καὶ ἐκ τῆς ἐλλείψεως δυνάμεων τῆς χώρας, ὅπως παράσχῃ εἰς τὸ Δημόσιον τὸ μεταλλικὸν χρῆμα, ὅπερ εἶναι ἀναγκαῖον πρὸς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους, καὶ ἐκ τῆς ἐλλείψεως δυνάμεων αὐτοῦ τοῦ Δημοσίου, μετὰ τὴν κατάστασιν, ἣν πολλὰ συνετέλεσαν ἵνα δημιουργήσωσιν, ὅπως προσφέρῃ τὸ εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια ἀντίτιμον τοῦ χρυσοῦ· διότι τοιαύτη εἶναι ἡ περιστολὴ τῶν προσόδων τοῦ Κράτους ἐκ τῆς κρίσεως, ἣν διερχόμεθα, ὥστε, καὶ ἂν ἐπὶ τῷ ἀρτίῳ θ’ ἀντηλλάσσοντο τὰ τραπεζικὰ γραμμάτια πρὸς τὸν χρυσὸν, δὲν θὰ εἶχε τὸ Δημόσιον προσόδους ἱκανὰς εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια, ἵνα δι’ αὐτῶν ἀποτίσῃ τὸν ἀναγκαῖον χρυσόν...» Ἀνέγνωσα τὰ κείμενα ταῦτα, διότι, προκειμένου νὰ ψηφίσητε τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ ἔτους τούτου, δέον νὰ ἔχητε ὑπ’ ὄψιν τὸ σύστημα τῆς οἰκονομικῆς πολιτικῆς τῆς πτέρυγος, ἥτις συνέταξεν αὐτὸν, τὸ πνεῦμα, τὸ ὁποῖον ἐνέπνευσεν ἀείποτε αὐτὴν, καὶ τὰ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα ἐπῆλθον ἐξ αὐτῆς. Ὅταν δὲ γείνῃ ἡ ἔρευνα τοῦ ὑπὸ συζήτησιν Προϋπολογισμοῦ, θὰ σᾶς προκαλέσω νὰ μοὶ εἴπητε, ἐν τῷ βάθει τῆς συνειδήσεως ὑμῶν, ἂν διὰ τῆς εἰσαγωγῆς Προϋπολογισμοῦ ἀπορρέοντος ἐκ τοῦ συστήματος ἐκείνου, συνταχθέντος ὑφ’ ὃ πνεῦμα καὶ οἱ Προϋπολογισμοὶ οἱ περιαγαγόντες τὸ Κράτος εἰς ἀνεπάρκειαν οἰκονομικὴν, νὰ μοὶ εἴπητε, λέγω, ἂν δὲν θὰ ἐπέλθωσι τὰ αὐτὰ ὀλέθρια ἀποτελέσματα καὶ ἐν τῷ μέλλοντι, οἷα ἐπῆλθον καὶ κατὰ τὸ παρελθόν. Ἡ ἔννοια τῆς τιμῆς, ὑπὲρ τῆς ὁποίας μετὰ τόσης τέχνης λόγου καὶ μετὰ τόσης θέρμης ὡμίλησεν, ὡς ἠκούσατε, ὁ ἀξιότιμος ἐκ Παρνασσίδος Βουλευτὴς, ἡ ἔννοια τῆς τιμῆς τῆς πατρίδος ἐλησμονήθη! Ἀλλὰ δὲν ἐλησμονήθη μόνον ὅτε ἡ χρεωκοπία ἐπῆλθεν, ἐλησμονήθη καὶ ὅτε μετὰ τὴν ἑτέραν καταστροφὴν καὶ ἀτίμωσιν, τὴν ἐκ τοῦ πολέμου, καὶ αὖθις ἀνέλαβε τὴν διεύθυνσιν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν ὁ κ. Σιμόπουλος· διότι, ἐὰν ἡ ἔννοια τῆς τιμῆς τῆς πατρίδος δὲν ἐλησμονεῖτο, βεβαίως Προϋπολογισμὸν σπατάλης δὲν θὰ εἰσῆγεν εἰς τὴν Βουλὴν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Παρνασσίδος Βουλευτὴς κατὰ τὰ 1899, 1900, 1901 καὶ 1902, οὐδ’ ἔπαυσεν αἰσιοδοξῶν, διότι διὰ τοῦ φορολογικοῦ συστήματος, τὸ ὁποῖον ἐφήρμοσε, διὰ τῆς καταπιέσεως δηλονότι πάντων τῶν φορολογουμένων, κατώρθωσε νὰ αὐξήσῃ ὄντως τὰ ἔσοδα τοῦ Κράτους κατὰ 25 περίπου ἑκατομμύρια, ἀποστραγγίσας ἀπὸ τὰς παραγωγικὰς τάξεις πᾶν κεφάλαιον, ἀναγκαῖον διὰ τὴν πρόοδον τῆς ἐν γένει γεωργικῆς καὶ βιομηχανικῆς παραγωγῆς. Ἀλλ’ εἶναι τοῦτο σύστημα ἄξιον ὑποστηρίξεως; εἶναι σύστημα, ἐφ’ οὗ καλῆς πίστεως οἰκονομολόγοι δύνανται νὰ στηρίξωσι τὰς περὶ τῆς οἰκονομικῆς εὐρωστίας τῆς χώρας σκέψεις των, καὶ νὰ ἀρυσθῶσι στοιχεῖα αἰσιοδοξίας; Ἀλλὰ μήτοι ἐσκέφθη τοὐλάχιστον, τὰ ἔσοδα τὰ διὰ τῆς ἐξασθενήσεως τῶν παραγωγικῶν δυνάμεων τοῦ λαοῦ νὰ χρησιμοποιήσῃ ἐπ’ ἀγαθῷ τῆς χώρας; Οὐδαμῶς! Πρὸς δημιουργίαν θέσεων δημοσίων ὑπῆρξεν ὅλη ἡ μέριμνα, ἵνα οὕτως ἀπορροφηθῶσι τὰ οὑτωσὶ αὐξηθέντα ἔσοδα τοῦ Κράτους. Ἀπόδειξις, ὅτι διὰ καταπιέσεως ὁ φορολογούμενος λαὸς ἀπέδωκε τὰ 25 ἑκατομμύρια, εἶναι ἡ ἐκδηλωθεῖσα πλειστάκις ἀμηχανία τῶν ἀμπελοκτημόνων καὶ αἱ ἱκετήριοι αὐτῶν ἀναφοραὶ πρὸς τὴν Βουλὴν, δι’ ὧν ζητοῦσι ν’ ἀπαλλαγῶσιν ἀπὸ τὸ ἰσχῦον καταπιεστικὸν φορολογικὸν σύστημα· ἀπόδειξις τὸ πλῆθος τῶν εἰς τὰς πολιτικὰς φυλακὰς ἐγκαθειρχθέντων πρὸς πληρωμὴν τῶν φόρων, καὶ ὁ θάνατός τινων ἐξ αὐτῶν, ὥς τις τῶν συναδέλφων δι’ ἀναπτύξεως τῆς ἐπερωτήσεώς του ἀπέδειξε. Διὰ τοῦ ὑπὸ κρίσιν Προϋπολογισμοῦ παρουσιάζονται οἱ ἔμμεσοι φόροι ηὐξημένοι εἰς τοιοῦτον σημεῖον, ὥστε, ἐὰν ὑπῆρχε μέριμνα περὶ προστασίας τῆς γεωργίας, ὁ ἐπὶ τῶν ἀμπέλων φόρος ἠδύνατο νὰ ἐλαττωθῇ κατὰ 60%, οὕτω δὲ οἱ δεινὴν κρίσιν διερχόμενοι ἀμπελοκτήμονες ἤθελον ἀνακουφισθῆ, καὶ ἤθελον οὕτω παρασχεθῆ αὐτοῖς ἔμμεσος προστασία πρὸς ἀνάπτυξιν τοῦ ἐξαγωγικοῦ ἐμπορίου τῆς χώρας. Ἀλλὰ βλέπετε τοιοῦτον πνεῦμα μερίμνης καὶ προστασίας τῆς γεωργικῆς τάξεως ἐν τῇ πλειονοψηφίᾳ; Οὐδαμοῦ! Μόνον ὅταν αἱ κραυγαὶ τῶν καταπιεζομένων ἀγροτῶν φθάνωσι μέχρις ἡμῶν, ἐγείρονται σκέψεις, ἐκφράζονται συμπάθειαι πρὸς τὸν λαόν, προτείνονται σπασμωδικῶς ἀμελέτητα καὶ ἀπρόσφορα μέτρα, ψηφίζονται ταῦτα ἐν βοῇ, καὶ πολλάκις ἐν ἀλαλαγμῷ, εἰς ἔνδειξιν δῆθεν στοργῆς ὑπὲρ τῶν παραγωγικῶν τάξεων, ἀλλὰ συστηματικὴ ἐργασία πρὸς προπαρασκευὴν φορολογικοῦ συστήματος καταλλήλου δι’ ἀνακούφισιν τῆς παραγωγικῆς τάξεως οὐδέποτε ἐγένετο. Δὲν θέλω ἀπασχολήσει τὴν Βουλὴν ἐπὶ πλέον ὡς πρὸς τὰ ἔσοδα, διότι δὲν θὰ ἐρευνήσω τὸν Προϋπολογισμὸν ὡς πρὸς τὰ ἔσοδα. Ἐπὶ τὸ βῆμα μὲ ἤγαγεν ἄλλη σκέψις, ἐκείνη, ἡ ὁποία μὲ ἔκαμε νὰ μελετήσω τὴν ἱστορίαν τὴν οἰκονομικὴν τῆς χώρας, καὶ τὴν κρατερὰν πάλην, τὴν γενομένην μεταξὺ τῆς οἰκονομικῆς πολιτικῆς τῆς φειδοῦς, ἣν ἐξεπροσώπει πάντοτε ἡ ὑπὸ τὸν σεβαστὸν ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴν μερὶς τῆς μειονοψηφίας, καὶ τῆς οἰκονομικῆς πολιτικῆς τῆς σπατάλης, ἣν ἐξεπροσώπει ἀείποτε ἡ νῦν πλειονοψηφία, ἡ σκέψις, ὅτι δέον ἡ διαφορὰ μεταξὺ τῆς μιᾶς οἰκονομικῆς πολιτικῆς καὶ τῆς ἑτέρας νὰ καταστῇ ὅσον οἷόν τε ἐναργέστερον γνωστή, νὰ γείνῃ τελείως ἀντιληπτὴ ὑπὸ τοῦ ἔθνους, ἵνα γνωσθῶσιν οἱ ὑπεύθυνοι τῆς ὀδυνηρᾶς καταστάσεως, εἰς τὴν ὁποίαν περιήχθη τὸ Κράτος, καὶ τὰ αἴτια αὐτῆς, ἵνα τέλος ἡ ἱστορία ἀναγράψῃ, ὅτι ὁλόκληρον τὸ ἔθνος δὲν ἀπεμωράνθη, οὐδ’ ἀπετυφλώθη, ἀλλ’ ὅτι ἡ κατάστασις ἐγνώσθη, τὰ αἴτια κατηγγέλθησαν, καὶ οὕτως ἀπομένει εἰς ἡμᾶς ἡ ἐπανάπαυσις τῆς συνειδήσεως, ἐὰν δὲν κατορθώσωμεν ν’ ἀναχαιτίσωμεν τὸν ῥοῦν τὸν ὀλέθριον τῆς πολιτικῆς τῆς σπατάλης, καὶ διασώσωμεν τὸ δύσμοιρον ἔθνος. Ἵνα πεισθῇ ἡ Βουλή, ὅτι ἡ πολιτικὴ ἡ διασπαθήσασα ἀστόργως τοσαῦτα ἑκατομμύρια, ἡ προκαλέσασα τοσαῦτα δεινὰ εἰς τὴν χώραν, δὲν ἔπαυσεν, οὐδ’ ἀνεχαιτίσθη κἄν καὶ μετὰ τὰς καταστροφὰς, ἀλλ’ ἐξακολουθεῖ τὸν καταστρεπτικὸν αὑτῆς ῥοῦν, θέλω προβῆ εἰς τὴν σύγκρισιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1896, τοῦ ἐκπροσωποῦντος τὴν οἰκονομικὴν πολιτικὴν τοῦ ἐκ Γόρτυνος σεβαστοῦ πολιτευτοῦ, πρὸς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1902, τὸν ἐκπροσωποῦντα τὴν πολιτικὴν τῆς σπατάλης. Σημειώσατε δ’ ὅτι οἱ Προϋπολογισμοὶ τῶν προηγουμένων ἐτῶν μικρὸν διαφέρουσι, καὶ οὕτως ἔχομεν ἀπεικονιζομένην τὴν μίαν μὲν πολιτικὴν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1896, τὴν ἑτέραν δὲ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1902. Συγκρίνοντες τοὺς δύο τούτους Προϋπολογισμούς, καὶ ἀντιπαραθέτοντες αὐτοὺς, ἔχομεν ὡς ἐν κατόπτρῳ ζῶσαν τὴν οἰκονομικὴν πολιτικὴν ἑκάστου τῶν κομμάτων τούτων. Ἐκεῖ βλέπει τις, ἄνευ φόβου νὰ περιπέσῃ εἰς πλάνην, ὁποία στοργὴ διὰ τὴν ὑλικὴν εὐημερίαν τῆς χώρας ἀφ’ ἑνὸς, ὁποία ἀστοργία ἀφ’ ἑτέρου! Ἐν πρώτοις λαμβάνω τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν. Περὶ τοῦ Ὑπουργείου τούτου ἔφερα ὑμῖν πίνακα ἀκριβῆ τῆς διαφορᾶς τῶν πιστώσεων, αἵτινες ἐζητήθησαν διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1896 πρὸς τὰς ζητουμένας διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1902. Κατὰ τὸ 1896 αἱ πιστώσεις αἱ ζητηθεῖσαι ἐν τῷ συνόλῳ αὐτῶν, ἤτοι δι’ ὅλας τοῦ Κράτους τὰς ἀνάγκας, ἀνέρχονται εἰς 90,690,607, αἱ πραγματοποιηθεῖσαι δὲ, ἤτοι τὰ γενόμενα ἔξοδα, ὡς ἐκ τοῦ ἀπολογισμοῦ τοῦ 1896 ἀποδείκνυται, ἀνέρχονται εἰς 90,923,540. Κατὰ τὸ 1902 ζητοῦνται πιστώσεις ἐν συνόλῳ 116,579,166. Ἡ διαφορὰ τῶν ἐξόδων τοῦ 1896 πρὸς τὰ αἰτούμενα ἔξοδα διὰ τοῦ ὑπὸ κρίσιν Προϋπολογισμοῦ ἀνέρχεται εἰς 25,648,826. Ἡ διαφορὰ αὕτη, ἀφαιρουμένων τῶν 10,000,000, τῶν διατιθεμένων διὰ τὸ δημόσιον χρέος, μειοῦται εἰς 15,648,826. Ἐκ τοῦ ποσοῦ τούτου δέον ν’ ἀφαιρέσωμεν 1,299,517, διατιθέμενον εἰς τὰς συντάξεις, λόγῳ τῆς ἐπελθούσης αὐξήσεως αὐτῶν, καὶ μένει οὕτω ποσὸν δρ. 14,349,309, ὅπερ ἠδύνατο ν’ ἀποτελέσῃ περίσσευμα, ἂν δὲν διηύθυνε τὰ κοινὰ ἡ πολιτικὴ τῆς σπατάλης. Τοῦτο ἀποδειχθήσεται ἐκ τῆς ἐρεύνης. Ποῦ διατίθενται τὰ 14,349,309 δραχμαί; Ἠξεύρετε ποῦ διατίθενται; εἰς ἔξοδα ὑπηρεσίας οὐδαμῶς ἀναγκαῖα, καὶ εἰς μισθοδοσίας προσωπικοῦ τῶν ὑπηρεσιῶν ἐντελῶς περιττοῦ. Προκαλῶ δὲ τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ μοὶ ἀποδείξῃ τὴν ἀνάγκην τῶν περιπλέον δαπανῶν, τὰς ὁποίας θ’ ἀναφέρω κεφάλαιον πρὸς κεφάλαιον καὶ ἄρθρον πρὸς ἄρθρον, καὶ τὴν ἀνάγκην, ἥτις ἐπέβαλε τὴν ἐκπληκτικὴν αὔξησιν τοῦ προσωπικοῦ. Ἀκούσατε: «Γραφικὰ ἔξοδα Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου» δρ. 1200, τὰς ὁποίας δὲν ἔχει ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1896. «Προσωπικὸν τοῦ Ὑπουργείου». Κατὰ τὸ 1896 δραχμαὶ 197,940, σήμερον 223,500, ἐπὶ πλέον δρ. 25,560. Γνωρίζω, ὅτι οἱ ἀριθμοὶ κουράζουσι τὴν προσοχὴν, ἀλλ’ ἂν ἔχετε, ὡς δὲν ἀμφιβάλλω, στοργὴν ὑπὲρ τῆς χώρας ταύτης, ἐντείνατε τὴν προσοχήν σας ἐπὶ τῶν ἀριθμῶν τούτων, διότι ἐπέρχονται εἰς ἐπίρρωσιν τῶν ὅσα εἶπεν ὁ πρὸ μικροῦ καταβὰς τοῦ βήματος ἀξιότιμος ἐκ Πατρῶν βουλευτὴς κύριος Παπαγιαννακόπουλος, ὅτι ἑκατομμύρια ὅλα διασπαθίζονται ἄνευ οὐδεμιᾶς ἀπολύτως ἀνάγκης. Ἀκούσατε! «Ἔπιπλα, σκεύη καὶ καθαρισμὸς Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν» δραχ. 2,250 κατὰ τὸ 1896, δραχ. 6,000 κατὰ τὸ 1902· ἐπὶ πλέον 3,750· σχεδὸν τριπλασιασμός! «Ἔξοδα ἐπιθεωρήσεων» δρ. 142,00 κατὰ τὸ 1896, δρ. 15,500 κατὰ τὸ 1902. «Προσωπικὸν γενικῶν ἐπιθεωρήσεων Ὑπουργείου Οἰκονομικῶν» δραχ. 43,200 κατὰ τὸ 1896, δρ. 98,400 κατὰ τὸ 1902, ἤτοι ἐπὶ πλέον 45,200· ὑπερδιπλασιασμός! Δύναται ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ μᾶς δικαιολογήσῃ τὴν ἀνάγκην τῶν ἐπὶ πλέον δαπανῶν εἰς τὰ κονδύλια ταῦτα; Τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον. Εἰς τὸ προσωπικὸν δραχμαὶ 185,040 κατὰ τὸ 1896, δρ. 202,080 κατὰ τὸ 1902, ἐπὶ πλέον 17,040. Δι’ ἔξοδα ὑπηρεσίας τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου δρ. 8,620 κατὰ τὸ 1896, δρ. 44,820 κατὰ τὸ 1902· ἐπὶ πλέον 36,200, ἤτοι πενταπλασιασμός! Ἐξηλέγχθησάν ποτε κατὰ βάθος οἱ λογαριασμοί; Καὶ εἶναι εὔκολον νὰ ἐξελεγχθῶσιν οἱ λογαριασμοὶ τῶν ἐξόδων ὑπηρεσίας; Κατὰ πόσον ηὔξησεν ἡ ὑπηρεσία αὕτη, ὥστε νὰ ἐπέλθῃ μία αὔξησις ἀπὸ 8,620, ὅσαι ἀπῃτοῦντο κατὰ τὸ ἔτος 1896, εἰς 43,820 κατὰ τὸ 1902; Ποία βελτίωσις ἐπῆλθε; ποία ἐπέκτασις ὑπηρεσίας;
§129Φ. ΝΕΓΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Μίαν λέξιν μόνον ἐπιτρέπετε; Σᾶς κάμνω προσεκτικὸν εἰς τὸ ἑξῆς· ὅτε ἐγὼ ἀνέλαβον εἰς τὰ 1898 τὸ ὑπουργικὸν ἀξίωμα, ὁ τότε Πρόεδρος τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου κ. Νικολόπουλος μοὶ εἶχεν ὑποδείξει, ὅτι ἦτο ἀνάγκη νὰ προσθέσωμεν λογιστὰς, ἐγὼ δὲ αὐτὸς εἶχον προσθέσει εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν, τὸν ὁποῖον εἶχον ἑτοιμάσει διὰ τὸ 1899, πίστωσιν ἀρκετὰ σημαντικὴν χάριν τούτου. Ὁ δὲ ἀξιότιμος συνάδελφος, ὁ ὁποῖος μὲ διεδέχθη εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, ὄχι μόνον τὸ κονδύλιον τοῦτο παρεδέχθη, ἀλλὰ καὶ τὸ ηὔξησε κατὰ τὰ ἑπόμενα ἔτη. Ποῖα δὲ ἦσαν τ’ ἀποτελέσματα τοῦ μέτρου τούτου; ὅτι, ἐνῷ κατὰ τὸ 1896 αἱ ἀποφάσεις τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου ἀνήρχοντο εἰς 975, κατὰ τὸ 1900 αἱ ἀποφάσεις αὗται ἀνῆλθον εἰς 2054, δηλαδὴ ἡ ἐργασία τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου ὑπερεδιπλασιάσθη.
§130Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Περιλαμβάνονται αἱ γνωμοδοτήσεις τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου ἐπὶ τοῦ τμήματος τῶν συντάξεων;
§131Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Μάλιστα.
§132Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Διότι αἱ πολιτικαὶ μεταβολαὶ ἐπέφεραν ἀπολύσεις ὑπαλλήλων. Διὰ τοῦτο προέβαλον τὴν ἐρώτησιν.
§133Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Ἐὰν μοὶ ἐπιτρέπητε, ἀφαιροῦμεν τὰς ἀποφάσεις περὶ συντάξεων, καὶ τότε ἔχομεν ἀποφάσεις 400 κατὰ τὸ 1896, ἐνῷ τώρα ἔχομεν ἀποφάσεις 1474.
§134Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Καὶ ἂν παυθῶσιν ὑπάλληλοι, θέλομεν ἔχει 3500. Ἀλλὰ ταῦτα ἀνήκουσιν εἰς τὴν ἐξέτασιν τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου.
§135Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Αἱ πληροφορίαι, τὰς ὁποίας εὐηρεστήθη νὰ δώσῃ καὶ εἰς ἐμὲ καὶ εἰς τὴν Βουλὴν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἀφορῶσιν εἰς τὸ κονδύλιον τῆς αὐξήσεως τοῦ προσωπικοῦ τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου. Τὸ δὲ κονδύλιον αὐτὸ ἔχει αὔξησιν δραχ. 17,040. Δύναται δ’ ὁπωσδήποτε, χωρὶς νὰ εἰσέλθωμεν βαθύτερον εἰς τὴν οὐσίαν, τὴν ὁποίαν ὑπέμνησεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς, νὰ δικαιολογηθῇ τὸ κονδύλιον τοῦτο. Ἀλλὰ πῶς δύναται νὰ δικαιολογηθῇ τὸ κονδύλιον δι’ ἔξοδα ὑπηρεσίας τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου ἀπὸ 8,620 εἰς 44,820;
§136Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Διότι οἱ ἔκτακτοι λογισταὶ περιλαμβάνονται εἰς τὸ κονδύλιον τοῦτο.
§137Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Δὲν περιλαμβάνονται. Τὸ προσωπικὸν τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, κατὰ μὲν τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1896 ἀπῄτει δρ. 185,040, διὰ δὲ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1902 ζητοῦνται δρ. 202,080· διαφορὰ 17,040. Καὶ βλέπετε ὅτι διὰ τὸ κονδύλιον αὐτὸ δὲν ἐπιμένω. Ἀλλ’ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον μοὶ ἐμποιεῖ αἴσθησιν, εἶναι τὸ κονδύλιον τῶν ἐξόδων ὑπηρεσίας ἀπὸ δρ. 8,620 εἰς δρ. 44,820, ἤτοι διαφορὰ δρ. 36,200, ἤτοι πενταπλασιασμὸς καὶ πλέον τῶν ἀναγκαίων ἐξόδων ὑπηρεσίας! Γνωρίζετε δὲ, ὅτι τὰ ἔξοδα ὑπηρεσίας δὲν εἶναι εὔκολον νὰ ἐξελεγχθῶσιν· εἶναι χρήματα, τὰ ὁποῖα δαπανῶνται ἐκ πνεύματος σπατάλης. Διατὶ τὰ ἔξοδα ἐκ κεκλεισμένων χρήσεων καὶ διαγεγραμμένων χρήσεων, διὰ τῶν πιστώσεων, τὰς ὁποίας ἀπαιτεῖτε, ἀναβιβάζετε κατὰ 588,508 ἐπὶ πλέον; Δυνατὸν ἴσως νὰ προσαγάγητε ἀποδείξεις, ὅτι τὸ Κράτος εἶναι ὑπόχρεων νὰ πληρώσῃ· ἀλλ’ ἠδύνασθε καὶ ἐν τούτῳ οὐ σμικρὰν οἰκονομίαν νὰ φέρητε, διότι καὶ κατὰ τὸ 1896 ὁμοίας ὑποχρεώσεις εἶχε τὸ Κράτος. Τὸ γραφεῖον τῆς Στατιστικῆς ἐπὶ δεκάδας ἐτῶν δὲν ὑπερέβη τὸ ποσὸν τῶν δρ. 7,560· εὐθὺς δὲ ὡς ὁ ἀξιότιμος ἐκ Παρνασσίδος Βουλευτὴς ἀνέλαβε τὴν διεύθυνσιν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, ἀνεβιβάσθη εἰς 9,470· ἐπὶ πλέον 1910. «Ὑλικὸν καὶ ἔξοδα Σφραγιστηρίου». Κατὰ μὲν τὸ ἔτος 1896 δρ. 136,600· κατὰ τὸ 1902 δρ. 186,000· ἐπὶ πλέον 49,000. «Ἔξοδα ἐπιβλέψεως τοῦ Σφραγιστηρίου Κερκύρας». Τὸ ποσὸν τῶν 3,200 δρ. ἐθεωρεῖτο πάντοτε ἐπαρκές, καὶ κατὰ τοὺς ἀπολογισμοὺς δὲν ἐδαπανήθη πολλάκις ὁλόκληρον τοῦτο. Ἀνεγράφη νῦν καὶ ζητεῖται ποσὸν δραχμῶν 4,900· ἤτοι αὔξησις δρ. 1700. «Ἔξοδα καταδιώξεως τῶν παραβατῶν τῶν νόμων περὶ μονοπωλίων καὶ καπνοῦ». Ἀπὸ 5,000 εἰς 10,000! Δύνασθε ν’ ἀποδείξητε τὴν ἀνάγκην τοῦ διπλασιασμοῦ τῶν ἐξόδων τούτων; Μήτοι τὸ λαθρεμπόριον κατεδιώχθη ἀποτελεσματικώτερον κατὰ τὴν διοίκησιν τὴν τριετῆ τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Παρνασσίδος Βουλευτοῦ παρ’ ὅσον εἶχε καταδιωχθῇ ἐπὶ τῆς διοικήσεως τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Γόρτυνος Βουλευτοῦ; «Ὑπηρεσία δασῶν». Τὸ ποσὸν τῶν 126,780 δρ. διὰ τῶν ἀπολογισμῶν δὲν ἐδαπανᾶτο ὁλόκληρον. Κατὰ τὸ 1902 ζητεῖται πίστωσις δραχ. 246,310, ἤτοι 119,530 ἐπὶ πλέον. «Δημόσια κτήματα». Προσωπικὸν δρ. 50,160 κατὰ τὸ 1896, δρ. 78,480 διὰ τὸ 1902· διαφορὰ ἐπὶ πλέον δραχ. 28,320. «Γεωμετρικὸς κλάδος». Ἀπὸ 80,880 τὸ 1896 εἰς 110,640 τὸ 1902· διαφορὰ 29,760· τὰς δὲ ὑπὸ τοῦ γεωμετρικοῦ κλάδου προσφερομένας ὑπηρεσίας καὶ εἰς τὴν κοινωνίαν καὶ εἰς τὸ Κράτος ὁ κ. ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς προχθὲς σᾶς παρέστησε...
§138ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Θὰ ὁμιλήσητε πολὺ ἀκόμη;
§139Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Ἔχω ἀκόμη νὰ ἐξελέγξω τοὺς προϋπολογισμοὺς ὅλων τῶν Ὑπουργείων τοῦ Κράτους. Δὲν ἀνῆλθον ἐπὶ τὸ βῆμα ἁπλῶς μόνον ἵνα ἀπασχολήσω τὴν Βουλήν. Προέβην εἰς μελέτας, καὶ ἐπιθυμῶ νὰ ἀνακοινώσω εἰς τὴν Βουλὴν τὸ πόρισμα αὐτῶν...
§140ΠΟΛΛΟΙ (δεξιόθεν). Ἐξακολουθήσατε.
§141Κ. ΔΟΥΝΗΣ. .. διότι ἐγκύψας εἰς τὴν μελέτην ἐμόρφωσα τὴν πεποίθησιν, ὅτι, ἂν ὄντως δὲν εὑρεθῇ στιβαρὰ χεὶρ, ἵνα συγκρατήσῃ τὴν οἰκονομικὴν πολιτικὴν, τὴν ὁποίαν ἐκ νέου ἐπέβαλον εἰς τὸ ἔθνος, θὰ ἔχωμεν μετ’ οὐ πολὺ νέον πάλιν ἐξευτελισμόν, νέαν ταπείνωσιν, νέαν οἰκονομικὴν καταστροφήν! Δὲν ἐρευνῶ τὸν Προϋπολογισμὸν ἐκ πνεύματος κομματικοῦ, οὐδ’ ὁμιλῶ ἐκ τοιούτου πνεύματος. Ὁμιλῶ ἐκ πεποιθήσεως, βαθέως πονῶν, διότι εὑρίσκομαι εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ὁμιλῶ κατὰ τοιοῦτον τρόπον. Ἐλέγχων κονδύλιον πρὸς κονδύλιον, σᾶς δεικνύω τὸ βάραθρον τὸ οἰκονομικὸν, εἰς τὸ ὁποῖον ἀγόμεθα ἐκ νέου. Ἔχομεν οὕτως ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Οἰκονομικῶν, μὲ αὐτὰ τὰ μικρὰ κονδύλια, τὰ ὁποῖα τὸ ἕν κεχωρισμένως τοῦ ἄλλου δὲν κάμνουσι βαθεῖαν αἴσθησιν, τί νομίζετε ποσὸν ἐπὶ πλέον τῶν ἀναγκαίων ἐξόδων; 1,405,187 διά τε τὰς ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τὴν μὴ ἀναγκαίαν αὔξησιν τοῦ προσωπικοῦ. «Διάφορα ἔξοδα ὑπηρεσίας» (ἄρθρ. 8–19 τοῦ κεφαλαίου 28) ἀπὸ δραχ. 18,300 τὸ 1896, δραχ. 70,046 τὸ 1902· ἐπὶ πλέον δραχ. 51,746. Δι’ ἐκτέλεσιν δικαστικῶν ἀποφάσεων, ἀπὸ 250,000 τὸ 1896, δραχ. 500,000 τὸ 1902· ἐπὶ πλέον δραχ. 250,000. Ἡ ἐκπληκτικὴ αὕτη αὔξησις ἀποδεικνύει, ὅτι ὑπὸ τὴν πολιτικὴν τῆς σπατάλης πᾶσαι αἱ κατὰ τοῦ Δημοσίου σαθραὶ ἀπαιτήσεις εὑρίσκουσιν εὐκαιρίαν νὰ στερεῶνται καὶ νὰ μεταβάλλωνται εἰς ἀποφάσεις. Οὕτω εἰς τὸν βωμὸν τοῦ ὀλεθρίου πνεύματος τῆς σπατάλης θυσιάζονται καὶ αἱ ἐπὶ πλέον 250,000 δραχμαί! Δικαιώματα δικηγόρων. Κατὰ τὸ 1896 διετέθησαν δραχμαὶ 65,000, καὶ τέλεον ἐπήρκεσαν· διατὶ κατὰ τὸ 1902 ἀξιοῦτε 100,000 δραχμὰς, ἤτοι ἐπὶ πλέον 35,000; Διατὶ αὐτὴ ἡ γενναιοδωρία; Ποῖοι δὲ οἱ λόγοι, ποῖαι αἱ ἀνάγκαι αἱ ἐπιβάλλουσαι εἰς τὸν φορολογούμενον λαὸν μίαν τοσούτῳ μεγάλην θυσίαν, θυσίαν 1,405,187 δραχμῶν ἐπὶ πλέον διὰ μόνον τὰς ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν;
§142Φ. ΝΕΓΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Μίαν λέξιν θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε. Εἴπετε, ὅτι εἶναι 1,405,000 δρ. διαφορά. Παρατηρῶ εἰς ὑμᾶς, ὅτι αἱ πιστώσεις κεκλεισμένων χρήσεων κατὰ τὸ 1896 ἦσαν μόνον δρ. 108,000, ἐνῷ κατὰ τὸ 1902 εἶναι 733,000· ὥστε ἐκεῖθεν ἔχετε τὴν μεγαλετέραν διαφοράν. Ἀλλ’ ἂν δὲν ἀπατῶμαι, κάμνετε λάθος καὶ ὡς πρὸς τὸ ὅλον ποσόν.
§143Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Σᾶς ὑπέδειξα τὸ κονδύλιον.
§144Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Κεκλεισμένων χρήσεων;
§145Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Μάλιστα, κεκλεισμένων καὶ διαγεγραμμένων χρήσεων, καὶ εἶπον, ὅτι ἐδῶ δικαιολογεῖταί πως ἡ αὔξησις, διότι ἀφορᾷ ὑποχρεώσεις τοῦ Κράτους, ἀλλ’ ἠδύνατο νὰ ἐφαρμοσθῇ πνεῦμα φειδοῦς, καὶ ἑπομένως καὶ αὐταὶ αἱ ὑποχρεώσεις βαθμιαίως θὰ ἐξεπληροῦντο καὶ ὑπὸ τῆς ἄλλης πολιτικῆς, ἡ ὁποία ἐξοικονόμει τὰ πάντα, ἀποβλέπουσα εἰς τὸ νὰ καταλείπῃ περίσσευμα, καὶ κατώρθωνε νὰ καταλείπῃ πάντοτε περίσσευμα. Ἀλλ’ ἐδῶ κατορθοῦμεν, ὄχι μόνον περίσσευμα νὰ μὴ καταλείπωμεν, ἀλλὰ καὶ ἐλλείμματα ν’ ἀφίνωμεν, μὲ ὅλας τὰς καταπιέσεις, τὰς ὁποίας ὑφίσταται ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς διὰ νὰ καταβάλλῃ τοὺς φόρους. Καὶ ἂν θελήσητε ν’ ἀφαιρέσητε τὸ ποσὸν αὐτό, βλέπετε ὅτι ἔχομεν ἕν ποσὸν ἑκατομμυρίου περίπου, τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ, τί; Αὔξησιν προσωπικοῦ, καὶ ἰδίως ἐξόδων ὑπηρεσίας.
§146Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Δὲν εἶναι ἀκριβὲς τὸ ποσὸν τοῦτο.
§147Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Εἶναι ἀκριβέστατος ὁ λογαριασμός· ἔχω ἄρθρον πρὸς ἄρθρον καὶ κεφάλαιον πρὸς κεφάλαιον μελετήσει. Οἱ Προϋπολογισμοὶ εἶναι ἐνταῦθα, καὶ δύνασθε νὰ τοὺς παραβάλητε. Ἔρχομαι ἤδη εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν...
§148Α. ΡΙΚΑΚΗΣ. Εἰς τὰ καθέκαστα! Τί γενικὴ συζήτησις εἶναι αὐτή;
§149Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Κύριοι, περὶ τῶν ὑπηρεσιῶν, τὰς ὁποίας τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν προσέφερεν εἰς τὸ ἔθνος, πολλάκις ἐγένετο ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου λόγος, καὶ πολλάκις ἠμφισβητήθησαν αἱ ὑπηρεσίαι αὗται. Πολλάκις κατεδείχθη, ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν δὲν ἐκπληροῖ τὸν προορισμὸν, τὸν ὁποῖον ἔχει ταχθῆ νὰ ἐκπληροῖ, ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν δὲν ἐπεμελήθη ποτὲ δεόντως τῶν ἐθνικῶν συμφερόντων, ὅτι χλιαρῶς ἐπροστάτευσε συμφέροντα ἑλληνικὰ ἐν ταῖς ξέναις χώραις...
§150Α. ΡΙΚΑΚΗΣ. Δὲν εἶναι ἀκριβῆ αὐτά.
§151ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε!
§152Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Διδάξατε, κύριε Πρόεδρε, τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Πατρῶν νὰ μὴ διακόπτῃ.
§153Α. ΡΙΚΑΚΗΣ.....
§154Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Σιωπᾶτε!
§155Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Ὅταν τελειώσω, κύριε Βουλευτὰ ἐκ Πατρῶν, ἔλθετε ν’ ἀναιρέσητε ὅσα λέγω, ἔλθετε ν’ ἀνακοινώσητε τὰς γνώμας καὶ τὰς σκέψεις σας, τὰς ὁποίας λίαν εὐχαρίστως θ’ ἀκούσω, καὶ ἐὰν ἔχω πεπλανημένας γνώμας, ἀποδείξατε τὸ πεπλανημένον αὐτῶν.
§156Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἡμεῖς ἀξιοῦμεν νὰ μὴ διακόπτηται ὁ ἀγορεύων καὶ νὰ προστατευθῇ ὁ ἀγορεύων.
§157ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὐτὸ εἶπον καὶ ἐπαναλαμβάνω.
§158Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Δὲν ἠξεύρω, διότι δὲν ἐνέκυψα εἰδικώτερον εἰς τὴν μελέτην τῶν αἰτίων, ἕνεκα τῶν ὁποίων ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν ἐν ξέναις χώραις δὲν ἐπέδειξε μέχρι τοῦδε ἐπάρκειαν. Μοὶ ἐδόθη ὅμως πλειστάκις ἀφορμὴ νὰ πιστεύω εἰς τὴν μὴ ἐπάρκειαν αὐτῆς. Καὶ ἐσχάτως, κατὰ τὸ θέρος, ἐπεσκέφθην μέρη τινὰ τῆς Βουλγαρίας καὶ μέρη τῆς Ρουμανίας, ἰδίως δὲ ἐπὶ πολλὰς διέτριψα ἡμέρας ἐν Βουλγαρίᾳ, καὶ διέτριψα ἐν πόλεσιν, αἱ ὁποῖαι ἀπὸ καταγωγῆς ὑπῆρξαν καὶ εἶναι ἑλληνικαί. Καὶ ἐκεῖ θλιβερὰ ἔλαβον δείγματα τῆς ἀνεπαρκείας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν. Δίκαια ἑλληνικῶν κοινοτήτων, ἀπὸ αἰώνων ἀνεγνωρισμένα καὶ τελευταῖον ὑπὸ τὴν αἰγίδα τῆς συνθήκης τοῦ Βερολίνου τεθέντα, ἡ ἐν τῇ χώρᾳ ἐκείνῃ ἀντιπροσωπεία ἡμῶν καὶ τὸ Ὑπουργεῖον δὲν ὑπῆρξαν ἱκανὰ νὰ τὰ προστατεύσωσι κατὰ τῶν αὐθαιρεσιῶν τῆς Βουλγαρίας. Ἐν Πύργῳ καὶ ἐν Βάρνῃ μοὶ ἀνεκοινώθησαν πράγματα περὶ τῆς ὑπηρεσίας τῆς ἐξωτερικῆς τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους, τὰ ὁποῖα βαθύτατα μὲ ἔθλιψαν. Μοὶ ἀνεκοινώθησαν πράξεις ἀποδεικνύουσι τελείαν καὶ ἀπόλυτον ἀδιαφορίαν διὰ τὴν ὕπαρξιν τῶν πόλεων αὐτῶν τῶν ἑλληνικῶν, τελείαν καὶ ἀπόλυτον ἀδιαφορίαν ἐν τῇ γιγαντιώδει πάλῃ, τὴν ὁποίαν διεξάγουσιν αἱ ἡρωϊκαὶ ἑλληνικαὶ ἐκεῖναι κοινότητες, ἀμυνόμεναι κατὰ τῆς κακούργου ἐπιβολῆς τῶν Βουλγάρων, δι’ ἧς οὗτοι ἐπιδιώκουσι συστηματικῶς διὰ παντὸς αὐθαιρέτου καὶ ἐγκληματικοῦ μέσου τὸν τέλειον ὄλεθρον αὐτῶν. Γνωρίζετε, ὅτι ἡ Βουλγαρικὴ Κυβέρνησις, μὴ σεβομένη τὰς διατάξεις τῆς Βερολινείου συνθήκης, διήρπασε κτήματα ἑλληνικῶν κοινοτήτων, τῶν ὁποίων ἡ πρόσοδος ἦτο ἀφιερωμένη διὰ τὴν συντήρησιν τῶν ἑλληνικῶν σχολείων, διὰ τὴν συντήρησιν τῶν Νοσοκομείων καὶ ἄλλων φιλανθρωπικῶν καταστημάτων ἔπραξε δὲ τοῦτο, ἵνα ἐξαναγκάσῃ τὰς κοινότητας νὰ κλείσωσιν ἑρμητικῶς τὰ ἑλληνικὰ σχολεῖα. Παρέστη ποτὲ χεὶρ προστάτις ἐκ μέρους τῶν ἀντιπροσώπων τῆς Ἑλλάδος εἰς τὸν ἀγῶνα ἐκεῖνον; Ἐνέκυψε τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν εἰς τὴν μελέτην τῶν δικαιωμάτων, τὰ ὁποῖα ἔχουσιν ἐξ αὐτῆς τῆς Βερολινείου συνθήκης αἱ κοινότητες ἐκεῖναι; Μετέδωκε τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν εἰς τοὺς ἐν Βουλγαρίᾳ ἀντιπροσώπους τῆς Ἑλλάδος τὸ πόρισμα τῶν μελετῶν του περὶ τῶν δικαιωμάτων τῶν ἑλληνικῶν κοινοτήτων, καὶ ὑπέδειξεν αὐτοῖς τὸν τρόπον τῆς ἐνεργείας πρὸς ἄμυναν τῶν κινδυνευόντων δικαιωμάτων τούτων; Ἀλλὰ τί ζητῶ τόσον ὑψηλὰς ἐργασίας, αἵτινες εἰς ἄλλα Κράτη ἀποτελοῦσι τὰ στοιχειώδη καθήκοντα, παρ’ ἡμῖν δὲ τὸ ἰδεῶδες τῆς ἀνυψώσεως τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν! Γνωρίζει τὸ Ὑπουργεῖον, ἂν οἱ ἀντιπρόσωποι ἡμῶν ἐν Βουλγαρίᾳ διατελοῦσιν εἰς οἵαν ὤφειλον νὰ διατελῶσιν ἐπικοινωνίαν πρὸς τὰς ἑλληνικὰς κοινότητας; Συνεβούλευσαν οὗτοι (οἱ ἀντιπρόσωποι) αὐτὰς, κατὰ τίνα τρόπον ἔδει νὰ ἀμύνωνται ὑπὲρ τῶν δικαίων αὐτῶν; Κύριοι, ἐν Βάρνῃ μοὶ ἐδήλωσαν, ὅτι τὸν κ. ἀντιπρόσωπον τῆς Ἑλλάδος σπανιώτατα βλέπουσι. Καὶ ἐξεπλάγην μαθὼν, ὅτι οὐδεμία σχεδὸν ὑπῆρχε σχέσις μεταξὺ τοῦ ἀντιπροσώπου τῆς Ἑλλάδος καὶ τῆς κοινότητος ἐκείνης τῆς ἑλληνικῆς, τῆς τοσοῦτον γενναίως, τοσοῦτον εὐτόλμως ἀγωνιζομένης! Ὅτε δ’ ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ἴδω τὸν κ. ἀντιπρόσωπον τῆς Ἑλλάδος, ἀξιότιμον κατὰ τὰ ἄλλα ἄνθρωπον, καὶ τὸν ἠρώτησα, πῶς συμβαίνει νὰ ὑπάρχῃ τοιαύτη ἔλλειψις σχέσεων μεταξὺ αὐτοῦ, τοῦ ἀντιπροσώπου τῆς Ἑλλάδος, καὶ τῆς κοινότητος Βάρνης, πολλὰς μοὶ ἔδωκε δικαιολογίας, ἀλλ’ οὐδεμίαν, ἡ ὁποία ἠδύνατο ὄντως νὰ δικαιολογήσῃ αὐτόν. Ἐζήτησα παρ’ αὐτοῦ τὸ κείμενον τῆς Βερολινείου συνθήκης, ὑπέδειξα εἰς αὐτὸν (τὸν κ. πρόξενον) ῥητὰς διατάξεις τῆς Βερολινείου συνθήκης, κατὰ τὰς ὁποίας les capitulations, (αἱ συνθῆκαι), αἱ ἔχουσαι ἰσχὺν ἐν Τουρκίᾳ, ἐξακολουθοῦσιν ἰσχύουσαι καὶ ἐν Βουλγαρίᾳ, ὅτι, κατὰ τὰς συνθήκας ταύτας, πᾶσα κοινότης, εἴτε ἑλληνική, εἴτε ἄλλης ἐθνικότητος, ἔχει δικαίωμα νὰ ἔχῃ ἰδίαν περιουσίαν, καὶ νὰ διαχειρίζηται αὐτὴν αὐτοβούλως, ὅτι ἐκ τῆς μελέτης τῶν διατάξεων τῆς Βερολινείου συνθήκης προκύπτει, ὅτι, ἐὰν τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ οἱ ἐν Βουλγαρίᾳ ἀντιπρόσωποι τῆς Ἑλλάδος ἐμελέτων, ἐν σχέσει πρὸς τὰ ζητήματα ταῦτα, τὰς διατάξεις τῆς Βερολινείου συνθήκης, δὲν ἔπρεπε νὰ ἐπιτρέψωσιν εἰς τὰς κοινότητας ν’ ἀπευθυνθῶσιν εἰς τὰ Δικαστήρια τὰ Βουλγαρικὰ, ἀλλ’ ἔπρεπεν ἀμέσως νὰ ἐπικαλεσθῶσι, διὰ τοῦ πρέσβεως ἡμῶν ἐν Κωνσταντινουπόλει, καὶ διὰ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν ἐνταῦθα, τὴν παρέμβασιν τῶν Μεγάλων Δυνάμεων, αἱ ὁποῖαι ὑπέγραψαν τὴν Βερολίνειον συνθήκην. Ρηταί εἰσιν αἱ διατάξεις, ὅτι ἐγγυῶνται περὶ τῆς τηρήσεως τῆς Βερολινείου συνθήκης αὐταὶ αἱ ὑπογράψασαι τὴν συνθήκην Μεγάλαι Δυνάμεις, καὶ ἐν τούτοις οὐδέποτε ἐγένετο τοιαύτη σκέψις. Τὰ δὲ Βουλγαρικὰ Δικαστήρια, τὰ ὁποῖα, κατὰ τὴν ἐκεῖ κρατοῦσαν γνώμην, καὶ παρὰ Βουλγάροις δὲν φημίζονται διὰ τὴν εὐσυνείδητον ἀπονομὴν τῆς δικαιοσύνης, ἀπέρριψαν πάσας τὰς ἀγωγὰς αὐτῶν, ἀπέρριψαν πάσας τὰς αἰτήσεις αὐτῶν, καὶ μετὰ ἀγῶνα, διαρκέσαντα ἀρκετὰ ἔτη, κατεδικάσθη ἡ ἑλληνικὴ κοινότης Βάρνης εἰς δικαστικὰ ἔξοδα φράγκων χρυσῶν 18,000! Δὲν ἤρκεσε δηλονότι, ὅτι ἀπώλεσε πάντα τὰ κοινοτικὰ αὐτῆς κτήματα, δὲν ἤρκεσεν, ὅτι ἐστερήθη πρόσοδον ἐτησίαν 35,000 περίπου χρυσῶν φράγκων, ἤτοι τῶν μέσων νὰ συντηρῇ τὰ σχολεῖα αὑτῆς, ἀλλ’ ὑπεχρεώθη νὰ πληρώσῃ καὶ τὸ ὑπέρογκον αὐτὸ ποσὸν τῶν 18,000 χρυσῶν φράγκων, ἵνα οὕτω τέλεον καταστραφῇ οἰκονομικῶς! Τὸ ὀλέθριον αὐτὸ ἀποτέλεσμα διὰ τὴν κοινότητα Βάρνης ὀφείλεται εἰς τὴν ἀνεπάρκειαν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν, τὸ ὁποῖον, ἐὰν ἦτο ἐπαρκὲς πρὸς ἐκτέλεσιν τῆς ἀποστολῆς του, βεβαίως θ’ ἀπέτρεπε τὴν δικαστικὴν ὁδὸν, τὴν τοσοῦτον ἐπισφαλῆ ἐν Βουλγαρίᾳ, καὶ θὰ ἔδιδεν εἰς τὴν ὑπόθεσιν τὴν ὁδὸν τὴν διεθνῆ, ἥτις βεβαίως δὲν θὰ ἔφερεν εἰς οἵαν καταστροφὴν ἤγαγεν αὐτὴν ἡ ὁδὸς ἡ δικαστική. Ὅτε δὲ ταῦτα εἶπον εἰς τὸν κ. πρόξενον, οὗτος ἀπήντησεν: «Ἔχετε δίκαιον, ἀλλὰ δὲν ἐγένετο σκέψις περὶ τούτου μέχρι σήμερον, δὲν ἐγένετο σκέψις, ὅτι ἠδύνατο ἡ κοινότης, εἴτε διὰ μέσου τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Ἑλλάδος, εἴτε διὰ μέσου ἄλλης Δυνάμεως, νὰ ἐπικαλεσθῇ τὴν παρέμβασιν τῶν Μεγάλων Δυνάμεων»· ἀλλ’ εὕρισκεν, ὅτι πᾶν ὅ,τι ἰσχυριζόμην ἦτο ἀκριβὲς καὶ ὀρθόν. Φρονῶ, ὅτι καὶ μετὰ τὴν ἀπόφασιν τῶν Βουλγαρικῶν Δικαστηρίων, τὴν προφανῶς ἀντιβαίνουσαν πρὸς τὰς διατάξεις τῆς Βερολινείου συνθήκης, φρονῶ, λέγω, ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Ἑλλάδος δικαιοῦται νὰ προκαλέσῃ τὴν ἐπέμβασιν τῶν Μεγάλων Δυνάμεων, ὅπως συνῳδὰ ταῖς διατάξεσι τῆς Βερολινείου συνθήκης ἀνακτήσηται ἡ κοινότης Βάρνης τὰ κτήματά της, ὡς καὶ πᾶσαι αἱ ἄλλαι ἑλληνικαὶ κοινότητες, τῶν ὁποίων τὰ κτήματα διηρπάγησαν. Ποῖα δὲ εἶναι τὰ ἄμεσα ἀποτελέσματα τῆς ἐγκαταλείψεως τῶν κοινοτήτων τῶν ἑλληνικῶν; Τὰ ἀποτελέσματα ἐν συνόψει, — διότι δὲν σᾶς ἀναγινώσκω ὅλον αὐτὸ τὸ ἔγγραφον (δεικνύει ἓν ἔγγραφον), τὸ ὁποῖον εἶναι τῆς Δημογεροντίας Βάρνης, καὶ ἀφορᾷ τὴν περιφέρειαν τῆς Βάρνης, — τ’ ἀποτελέσματα ὑπῆρξαν τὰ ἑξῆς· ὅτι ἠναγκάσθησαν νὰ κλείσωσι δύο σχολεῖα, ὅτι ἀπὸ 1238 μαθητὰς, τοὺς ὁποίους εἶχον τὰ σχολεῖα τῆς περιφερείας Βάρνης, ἔφθασαν νὰ ἔχουν μόνον 650, ἔλασσον τοῦ ἡμίσεος σχεδόν! Ἀλλ’ ὅ,τι συνέβη ἐν Βάρνῃ, συνέβη καὶ εἰς ὅλας τὰς ἄλλας ἑλληνικὰς πόλεις τῆς Βουλγαρίας. Ἔχω ἐδῶ ἀκριβέστατον κατάλογον πόλεως πρὸς πόλιν, κώμης πρὸς κώμην, περὶ τοῦ πληθυσμοῦ τῶν κοινοτήτων, τοῦ πληθυσμοῦ τῶν σχολείων, καὶ τοῦ πληθυσμοῦ τῶν μαθητῶν. Ἐκ τῶν θλιβερῶν τούτων ἀποτελεσμάτων ἀριδήλως ἀποδείκνυται, ὅτι ἡ κοινότης Βάρνης εὑρίσκεται εἰς στενοχωρίας οἰκονομικὰς δεινὰς, μὴ δυναμένη νὰ ἐξοικονομῇ τὰ ἀναγκαῖα ἔξοδα, ἵνα συντηρῇ τὰ σχολεῖα· καὶ ποῖα σχολεῖα; σχολεῖα τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως! Ἡ κοινότης τῆς Βάρνης ἐκέκτητο χρηματικά τινα κεφάλαια, τὰ ὁποῖα εἶχε διαθέσει εἰς ὁμολογίας τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους, ἀλλὰ τὰ κεφάλαια αὐτὰ, ἐπελθούσης τῆς πτωχεύσεως, ἐμειώθησαν κατὰ τὰ ⅔. Οὕτω, ἐνῷ ἀφ’ ἑνὸς ἀπώλεσε τὰ σημαντικώτερα τῶν κτημάτων της καὶ τὰς ἐξ αὐτῶν πλουσίας προσόδους της, ἀπώλεσε σχεδὸν καὶ τὰ ἐκ τῶν χρηματικῶν της κεφαλαίων ἔσοδα, ἕνεκα τῆς πτωχεύσεως τοῦ Κράτους! Τοιουτοτρόπως ἡ Ἑλλὰς, ἥτις ὡς φιλόστοργος μήτηρ ὤφειλε νὰ προστατεύῃ καὶ ἐνισχύῃ τὰς ἐν τῷ ἐξωτερικῷ κοινότητας, καὶ δὴ τὰς παρὰ τὸν Δούναβιν καὶ τὸν Εὔξεινον Πόντον, ὡς ἀποτελούσας τοὺς ἀμυντικοὺς προμαχῶνας ἡμῶν, ἐγένετο πρόξενος, τὸ μὲν ἀρνητικῶς, τὸ δὲ θετικῶς, σημαντικωτάτης ἐξασθενήσεως ἑνὸς τῶν ἀρχαιοτάτων προπυργίων τοῦ Ἑλληνισμοῦ παρὰ τὸν Δούναβιν καὶ τὸν Εὔξεινον Πόντον. Καὶ ἐν τούτοις ἡ κοινότης Βάρνης, ὁσάκις παρουσιάσθησαν ἀνάγκαι ἐθνικαὶ, ἀμέσως προσέφερε τὸν ὀβολόν της, καὶ τὸν προσέφερε γενναιοδώρως. Ὅτε δὲ μετὰ τὰς καταστροφὰς, τὰς ὁποίας ὑπέστη, ἔτεινε χεῖρα καὶ ἐζήτησε συνδρομὴν ἀπὸ τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν, οὔτε ἀπάντησις τῇ ἐδόθη! Ἐν Βουλγαρίᾳ τά τε ἐθνικὰ καὶ ἄλλα συμφέροντα ἡμῶν εἶναι λίαν σημαντικὰ, διότι ἐκεῖ οἱ Ἕλληνες ὑπερβαίνουσι τὰς 150,000, Ἕλληνες ἔχοντες δεδηλωμένον τὸ φρόνημα αὑτῶν, καὶ ἐμμένοντες εἰς τὰ πάτρια μέχρι θανάτου· οἱ δὲ μαθηταί, οἱ εἰς τὰ σχολεῖα τὰ ἑλληνικὰ φοιτῶντες, ὑπερβαίνουσι τοὺς 12,500. Δὲν εἶναι δὲ μόνον ἠθικὸν, ἤτοι ἐθνικὸν, τὸ συμφέρον, τὸ ὁποῖον ἔχει ἡ Ἑλλὰς, νὰ ὑποστηρίζῃ καὶ προστατεύῃ τὰς ἐν Βουλγαρίᾳ ἑλληνικὰς κοινότητας, ἀλλ’ εἶναι καὶ ἐμπορικόν. Τὴν ὑποστήριξιν καὶ προστασίαν τῶν ἑλληνικῶν κοινοτήτων ἐπιβάλλει τοσοῦτον τὸ καλῶς ἐννοούμενον ἐθνικὸν συμφέρον, ὅσον καὶ τὸ τῆς ναυτιλίας, τοῦ ἐμπορίου καὶ τῆς βιομηχανίας. Ὅλος ὁ ἑλληνικὸς πληθυσμὸς ἐν Βουλγαρίᾳ εἶναι πληθυσμὸς ἐμπορικὸς, καὶ ὁ ἐμπορικὸς οὗτος πληθυσμὸς ἕνα ζωηρότατον πόθον ἔχει, νὰ γείνῃ φορεὺς τῶν προϊόντων τῆς ἑλληνικῆς χώρας καὶ τῆς ἑλληνικῆς βιομηχανίας. Ἄλλα Κράτη, ὡς γνωρίζετε, ἱδρύουσι διὰ δαπάνης ἑκατοντάδων ἑκατομμυρίων τεχνητὰς ἀποικίας, ὅπως δημιουργῶσι μέσα ἐμπορίας, μέσα πρὸς κατανάλωσιν τῶν βιομηχανικῶν καὶ γεωργικῶν προϊόντων τῶν ἐν ξέναις χώραις. Ἡμεῖς ἔχομεν ἐν ξέναις χώραις ἐρριζωμένας ἀποικίας, αἵτινες δύνανται τὰ μέγιστα νὰ ἐξυπηρετήσωσι τὴν ἑλληνικὴν βιομηχανίαν καὶ τὴν ἑλληνικὴν ναυτιλίαν, καὶ συντελέσωσιν εἰς τὴν κατανάλωσιν τῶν ἑλληνικῶν βιομηχανικῶν καὶ γεωργικῶν προϊόντων, καὶ ἐν τούτοις τὰς κοινότητας ταύτας δὲν μεριμνῶμεν ποσῶς νὰ προστατεύσωμεν οὐδὲ κατὰ τῶν ἀδίκων καὶ παρανόμων ἀπηνῶν καταδιώξεων, ἃς ὑφίστανται! Διατὶ νὰ διατίθηται διὰ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν τὸ ἓν καὶ ἥμισυ περίπου ἑκατομμύριον ἐπὶ πλέον τῶν ἀναγκαίων δαπανῶν, ἐνῷ ἠδύνατο νὰ διατεθῇ μικρὸν μόνον μέρος αὐτοῦ χρησιμώτερον καὶ τελεσφορώτερον πρὸς προστασίαν τῶν κοινοτήτων, αἵτινες βαίνουσι πρὸς τὴν καταστροφὴν ὑπὸ τὴν ἀδιάλειπτον πίεσιν τῶν ἐχθρῶν; Καὶ διατὶ νὰ διαθέτωμεν ἑκατομμύρια ὅλα εἰς δαπάνας περιττὰς, — τί λέγω! — εἰς δαπάνας διαφθορᾶς τῶν ὑπηρεσιῶν τῆς Πολιτείας, καὶ νὰ μὴ διαθέτωμεν διὰ τὰς κοινότητας τὰς ἑλληνικὰς, τὰς ὑπὸ τῶν ἐχθρῶν ἡμῶν ἀμειλίκτως καταδιωκομένας, ἑκατοντάδας τινὰς χιλιάδων, διὰ κοινότητας μάλιστα, αἵτινες τὸ χρῆμά των ἐθυσίασαν ὑπὲρ τῆς πατρίδος, διὰ κοινότητας, αἵτινες τὸν ὑπὲρ τοῦ Ἑλληνισμοῦ ἀγῶνα ἐρρωμένως διεξάγουσιν ἀπὸ τρισχιλίων καὶ πλέον ἐτῶν; Καὶ ὅταν ζητῶνται τοιαῦτα βοηθήματα, ἀπαντῶμεν μετ’ ἀπαθείας, ἀποδεικνυούσης τὴν ἔλλειψιν συναισθήσεως τῶν συμφερόντων ἡμῶν: «δὲν δυνάμεθα νὰ δώσωμεν, διότι ἔχομεν ἀνάγκην οἰκονομιῶν», ἐνῷ ἑκατομμύρια σπαταλῶμεν!...
§159Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐπιτρέψατέ μοι, παρακαλῶ, νὰ ζητήσω μίαν ἐξήγησιν ἀπὸ τὸν κ. Πρόεδρον. Ἡμεῖς προθύμως προσερχόμεθα εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ ἐργαζόμεθα μέχρι πρωΐας, ἀλλ’ ἀξιοῦμεν καὶ ἡ πλειονοψηφία νὰ πράττῃ τὸ αὐτὸ, ὄχι ἐν τῷ μεταξὺ τὰ μέλη τῆς πλειονοψηφίας νὰ μεταβαίνωσι νὰ ἀναπαύωνται. Αὐτὸ δὲν τὸ ἀνεχόμεθα. Ἑπομένως παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε, νὰ προσκαλέσητε τὴν πλειονοψηφίαν νὰ παρίσταται εἰς τὰς θέσεις της.
§160Κ. ΖΩΤΟΣ. Καθήσατε, Κύριοι. Διατὶ περιφέρεσθε;
§161ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Τί «καθήσατε» καὶ «καθήσατε»! Νὰ ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος (θόρυβος).
§162ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Τί! Ἔγεινεν ἔνστασις ἀπαρτίας, κύριε Πρόεδρε;
§163Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἄς ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος.
§164ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐκάμετε ἔνστασιν ἀπαρτίας, κύριε Δηλιγιάννη;
§165Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Βεβαίως. Πρέπει νὰ βεβαιωθῇ, ἂν εἴμεθα ἐν ἀπαρτίᾳ. Ὄχι νὰ ἔρχωνται καὶ νὰ φεύγουν. (Ἀναγινώσκεται ὁ ὀνομαστικὸς τῶν Βουλευτῶν κατάλογος, ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν τῶν βουλευιῶν Κ. Ἀργασάρη Λομβάρδου καὶ Περ. Ἀλεξάκη. Μεθ’ ὃ γίνεται ἡ διαλογή).
§166ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρόντες 128. Ἡ Βουλὴ εἶναι ἐν ἀπαρτίᾳ. Ὁ κύριος Δούνης θὰ συνεχίσῃ τὴν ἀγόρευσίν του.
§167Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Ἐξ ὅσον εἶπον περὶ Βουλγαρίας κατανοεῖτε πόσον ἀστοχεῖ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν ἐν τῇ ἐκπληρώσει τῆς ἀποστολῆς του· καὶ ἐν τούτοις τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅπερ ἀποτελεῖ, δύναμαι νὰ εἴπω, ὀργανισμὸν ἄνευ ζωῆς, ἄνευ δράσεως, ἄνευ κινήσεως, ἐκλήθη νὰ μετάσχῃ τῆς σπατάλης τῶν ἐσόδων τοῦ Κράτους, καὶ ἔχομεν ἐν αὐτῷ αὔξησιν: ἐν τῇ κεντρικῇ ὑπηρεσίᾳ, διὰ μισθοὺς προσωπικοῦ, ἀπὸ δραχ. 52,920 τὸ 1896 εἰς 66,480 κατὰ τὸ 1902, ἤτοι 13,560 ἐπὶ πλέον· διὰ γραφικὰ ἔξοδα, ἀπὸ δραχ. 8,928 κατὰ τὸ 1896 εἰς δραχ. 12,000 κατὰ τὸ 1902, ἤτοι δρ. 3,072 ἐπὶ πλέον· διὰ φωτισμόν, θέρμανσιν κλπ. ἀπὸ δρ. 5,972 τὸ 1896 εἰς δραχ. 10,000 τὸ 1902, ἤτοι ἐπὶ πλέον δρ. 4,028. Ἐν ὅλῳ αὔξησιν δρ. 20,660. Εἰς τὴν διπλωματικὴν ὑπηρεσίαν, ἀπὸ δρ. 656,387 τὸ 1896, δρ. 808,847 τὸ 1902, ἤτοι ἐπὶ πλέον δρ. 152,460...
§168ΙΩ. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Συγκρίνετε Προϋπολογισμὸν πρὸς Προϋπολογισμόν;
§169Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Ἀλλὰ καὶ ὁ Ἀπολογισμὸς τοῦ 1896 εἶναι ὁ αὐτός. Καὶ τὸν ἐζήτησα μάλιστα, ὑποθέτων ὅτι ἦτο δυνατὸν νὰ γείνῃ ἡ παρατήρησις αὕτη, ἀλλὰ δυστυχῶς ἡ Βιβλιοθήκη τῆς Βουλῆς δὲν ἔχει τὸν Ἀπολογισμὸν αὐτόν. Ἄλλως οὐδεμία σχεδὸν διαφορὰ μεταξὺ τοῦ Προϋπολογισμοῦ καὶ τοῦ Ἀπολογισμοῦ τοῦ 1896 ὑπάρχει. Ἐν τῇ προξενικῇ ὑπηρεσίᾳ ἔχομεν: διὰ μισθοὺς καὶ ἐπιχορηγήσεις προξενικῶν ὑπαλλήλων, ἀντὶ τῶν δρ. 556,000 τὸ 1896, δρ. 747,240 τὸ 1902, ἤτοι 191,240 ἐπὶ πλέον· διὰ γραφικὰ προξενικῆς ὑπηρεσίας, δραχ. 31,236 τὸ 1896, δρ. 45,300 τὸ 1902, ἤτοι ἐπὶ πλέον δρ. 14,064· δι’ ἐνοίκια Προξενείων, ἀπὸ 84,840 ηὐξήθησαν εἰς 100,000, ἐπὶ πλέον 15,160· δι’ ἔξοδα κινήσεως προξένων, ἀπὸ 30,000 τὸ 1896 εἰς 35,000 τὸ 1902, ἐπὶ πλέον 5,000. Ἔχομεν οὕτω ποσὸν ἐπὶ πλέον διὰ τὰς τρεῖς ταύτας ὑπηρεσίας δραχμῶν 398,584! Ἠσθάνθητε σεῖς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν βελτιωθεῖσαν κατά τι; Ἐμάθετε, ὅτι οἱ Ἕλληνες ὑπήκοοι ἐν ταῖς ξέναις χώραις τυγχάνουσι σπουδαιοτέρας προστασίας, παρ’ ὅσης ἐτύγχανον πρὸ τοῦ 1896 καὶ κατ’ αὐτὸ τὸ 1896; Ἐμάθετε σεῖς, ὅτι ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν ἠδυνήθη νὰ ἐπιτελέσῃ πρόοδόν τινα ὠφέλιμον εἰς τὴν χώραν; Ἐγὼ οὐδὲν γνωρίζω γεγονός, πεῖθον ὅτι ἐπῆλθε βελτίωσις, ἱκανὴ νὰ ἰσοφαρίσῃ πρὸς τὰς περὶ πλέον δαπάνας τῶν 400,000 περίπου δραχμῶν, αἱ ὁποῖαι, γνωρίζετε ὑμεῖς, πῶς κατεβλήθησαν, διὰ τῆς καταπιέσεως τῶν πολιτῶν, οἵτινες, μὴ δυνάμενοι νὰ πληρώσωσι τοὺς βαρεῖς φόρους, ἢ ὑπεθήκευσαν τὰ κτήματά των, ἢ ἐπώλησαν τὰ κινητά των, ἢ ἀπέθανον ἐν ταῖς πολιτικαῖς φυλακαῖς! Ὑπουργεῖον Δικαιοσύνης...
§170Α. ΣΤΡΑΤΟΣ. Νὰ καταργηθῇ!
§171Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Ἠκούσατε, Κύριοι, τὴν ἐνδόμυχον πεποίθησιν, τὴν ἀπορρέουσαν ἐκ τῶν σπλάγχνων τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ. Τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης, σᾶς λέγει ὁ ἀξιότιμος ἐκ Βάλτου βουλευτὴς κ. Στρᾶτος, ἀνώτατος τοῦ ἑλληνικοῦ στρατοῦ ἀξιωματικός, νὰ καταργηθῇ, καὶ τὸ λέγει ἐκ τῆς πεποιθήσεως, ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον τοῦτο οὐδέποτε ἐξεπλήρωσε τὸν προορισμόν του...
§172Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Δὲν τὸ εἶπε σπουδαίως ὁ κ. Στρᾶτος.
§173Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Ἐρωτήσατέ τον. Σᾶς βεβαιῶ, ὅτι τοῦτο εἶναι ἡ ἐνδόμυχος πεποίθησις ὄχι μόνον τοῦ κ. Στράτου, ἀλλὰ παντός, ὅστις ἦλθεν εἰς σχέσεις μὲ τὴν λειτουργίαν τῆς Δικαιοσύνης. Δικηγορῶ ἀπὸ πολλῶν ἐτῶν, καὶ μοὶ ἐδόθη ἀφορμὴ νὰ πιστεύω, ὅτι οἱ δικασταὶ ἡμῶν, ὡς ἄτομα, ἔχουσιν ἐντιμότητα καὶ εὐσυνειδησίαν. Καὶ ὄχι μόνον τοῦτο, ἀλλὰ δύναμαι νὰ βεβαιώσω, ὅτι οἱ δικασταὶ ἡμῶν ἐμφοροῦνται ὑπὸ ἀρίστων διαθέσεων, καὶ ἐκπληροῦσι τὸ καθῆκόν των εὐόρκως καὶ ἐπιμελῶς, ἐφ’ ὅσον δὲν ὑφίστανται Πολιτείας ἐκτροχιασμένης τὴν πίεσιν. Ἕν παράπονον ἤκουσα παρὰ τῶν δικαστῶν, τὸ ὁποῖον πολὺ περισσότερον ἐμοῦ ἤκουσεν ὁ κ. ἐκ Λεβαδείας Βουλευτὴς καὶ πρώην Ὑπουργός· τὸ παράπονον, ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης τοὺς πλείστους ἠδίκησε, τοὺς πλείστους παρηγκώνισεν, ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον τοῦτο πολλάκις παρενέβη, ὅπως μεταμορφώνῃ τὴν ἐνδόμυχον αὐτῶν πεποίθησιν...
§174Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Τὸ παράπονον αὐτὸ δὲν τὸ ἤκουσα.
§175Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Ἄρα τὸ ἄλλο τὸ ἠκούσατε.
§176Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Μὴ ἐπιτρέπετε διακοπάς.
§177Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Μὲ ἐνισχύουν εἰς τὸ θέμα, καὶ συντείνουν πρὸς τοὺς ἰδίους μου ἰσχυρισμούς, καὶ διὰ τοῦτο εὐχαριστῶ τοὺς διακόψαντας· εἶμαι δὲ πεπεισμένος, ὅτι ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Λεβαδείας συμφωνεῖ μετ’ ἐμοῦ. Ἐὰν ἡ λειτουργία τῆς δικαιοσύνης παρ’ ἡμῖν χωλαίνῃ, δὲν χωλαίνει διὰ τὴν ἔλλειψιν καταλλήλων ὀργάνων πρὸς ἀπονομὴν τῆς δικαιοσύνης, δὲν χωλαίνει διὰ τὴν ἔλλειψιν χρηστῶν χαρακτήρων· ἴσως ὑπάρχουσιν ἐν τῷ δικαστικῷ σώματι χαρακτῆρες ἀσθενεῖς, χαρακτῆρες μὴ ἄρτιοι, ἀλλὰ βεβαίως κατὰ τὸ πλεῖστον ἔχομεν λαμπροὺς χαρακτῆρας, εὐσυνειδήτους δικαστάς. Ἀλλ’ ἐνῷ ἔχομεν εὐσυνειδήτους δικαστὰς, διατί χωλαίνει ἡ Δικαιοσύνη; Διότι οὐδέποτε ἡ δικαστικὴ ἀρχὴ ᾐσθάνθη τὴν χεῖρα τῆς ἐποπτείας ἐπ’ αὐτῆς. Ἄν ᾐσθάνθη τὴν χεῖρα—δὲν ἐννοῶ ἀμέσως—τῶν Ὑπουργῶν, τὴν ᾐσθάνθη ἐμμέσως, διὰ νὰ ἐξωθηθῇ πρὸς παρέκκλισιν ἐκ τοῦ καθήκοντός της. Οὐδέποτε εἶδον Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ ἐπισκεφθῇ τὴν αἴθουσαν τοῦ Πρωτοδικείου Ἀθηνῶν καὶ τοῦ Πλημμελειοδικείου...
§178Ν. ΤΖΑΝΕΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κύριος Καράπαυλος τὴν ἐπεσκέφθη τότε, ὅτε ἔγεινεν ἡ καινούργια αἴθουσα τοῦ Πρωτοδικείου.
§179Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Δὲν μετέβη λοιπὸν διὰ νὰ ἐξετάσῃ τὰ τῆς δικαιοσύνης, ἀλλὰ διὰ νὰ ἴδῃ τὴν νέαν αἴθουσαν, περὶ τῆς ὁποίας δὲν ὑπῆρχεν ἀνάγκη νὰ μεριμνήσῃ. Ἄν παρίστατο εἰς μίαν συνεδρίασιν Πλημμελειοδικείου, θὰ ἔβλεπε πολλοὺς ἀθωουμένους, ἀναμφισβητήτως ἐνόχους, καὶ καταδικαζομένους ἄλλους, ἐντελῶς ἀθώους. Ἐὰν ἐπεσκέπτετο τὴν αἴθουσαν τοῦ Πρωτοδικείου Ἀθηνῶν, θὰ ἔβλεπε τὸ κωμικώτερον πρᾶγμα, γινόμενον παρὰ λογικῶν ἀνθρώπων, καὶ δὴ ἐπιστημόνων· τριακόσιοι καὶ πλέον δικηγόροι, ἑκατὸν καὶ πλέον διάδικοι καὶ δέκα καὶ πλέον δικασταὶ καταναλίσκουσι τρεῖς ὥρας, ἐκφωνοῦντες ὀνόματα, μηδὲν πράττοντες, χάνοντες ἐντελῶς τὸν καιρόν των. Ἐσκέφθη ποτὲ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης νὰ μεριμνήσῃ περὶ βελτιώσεως τῆς κωμικῆς αὐτῆς καταστάσεως; Διότι, κατ’ ἐμὴν γνώμην, ἡ εἰκὼν αὕτη ἀποτελεῖ ἐξευτελισμὸν διὰ τοὺς λειτουργοὺς τῆς Θέμιδος. Βλέπει τις κατὰ τὴν κωμικὴν καὶ ἀνιαρὰν αὐτὴν διαδικασίαν νὰ ἐκφωνῶνται τὰ ὀνόματα τῶν δικαζομένων, καὶ μετὰ εἴκοσι τέσσαρας ὥρας νὰ κατατίθενται αἱ προτάσεις, τοὺς δὲ δικηγόρους, οἱ ὁποῖοι πολὺ ὀλίγον καιρὸν ἔχουσι νὰ χάνωσι, ν’ ἀφίνωσι τὴν ἐργασίαν των καὶ νὰ παραμένωσιν ἐκεῖ τόσας ὥρας, μηδὲν πράττοντες. Ἡ Τετάρτη καὶ τὸ Σάββατον ἀπόλλυνται ἐντελῶς! Ἀλλὰ μὴ εἴδομέν ποτε τιμωρούμενα δικαστικὰ πρόσωπα, καταγγελλόμενα ἐπὶ καταφώρῳ παραβάσει τῶν ἑαυτῶν καθηκόντων; Τί πράττει τέλος πάντων ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης; τίνα προορισμὸν πληροῖ; Ἐγὼ ἀντελήφθην, ὅτι ἕνα μόνον πληροῖ, τὸν τοῦ διορισμοῦ δικαστικῶν προσώπων, τὸν τῆς μεταθέσεως αὐτῶν καὶ τὸν τῆς προαγωγῆς αὐτῶν, ὡς καὶ τὸν τῆς μεταγωγῆς τῶν καταδίκων ἀπὸ φυλακῆς εἰς φυλακήν. Οὐδεμία ἄλλη ὑπηρεσία τελεῖται ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῆς Δικαιοσύνης. Ἴσως εἰς τὰς ὑπηρεσίας ταύτας δέον νὰ προστεθῇ καὶ ἡ πρὸς ἀπονομὴν χαρίτων εἰς καταδίκους ἐργασία. Ἑπομένως καταλήγω εἰς τὸ συμπέρασμα, τὸ ὁποῖον πρὶν ἀρχίσω τὸν λόγον εἶπεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Βάλτου, τὸ συμπέρασμα, ὅτι, καθ’ ὃν τρόπον λειτουργεῖ τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης, δὲν ἔχει λόγον ὑπάρξεως, διότι ὅλαι αὐταὶ αἱ ὑπηρεσίαι ἠδύναντο νὰ ἐκτελῶνται δι’ ὀργανισμοῦ πολὺ οἰκονομικωτέρου ἀπὸ ἐκεῖνον, τὸν ὁποῖον ἔχομεν. Βεβαίως τὸ πνεῦμα τῆς συστάσεως τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης δὲν εἶναι αὐτό· ὁ νομοθέτης ὑπέλαβε τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης ὡς προωρισμένον νὰ παρακολουθῇ βῆμα πρὸς βῆμα τὴν ἀπονομὴν τῆς δικαιοσύνης, ὡς ἔχοντα διορατικότητα, ὡς διεισδύοντα εἰς τὴν οὐσίαν τοῦ δικαίου, καὶ δυνάμενον διὰ τῶν νομίμων μέσων, τὰ ὁποῖα ἔχει εἰς χεῖρας, σφάλλοντας τοὺς δικαστὰς ἐν τῇ ἀπονομῇ τοῦ κατ’ οὐσίαν δικαίου ἢ ἐν τῇ ἑρμηνείᾳ τῶν νόμων, νὰ τοὺς προσκαλῇ εἰς ἀπολογίαν, νὰ τοὺς τιμωρῇ πειθαρχικῶς, καὶ νὰ ἀνορθοῖ τοιουτοτρόπως τὴν κλονιζομένην δικαστικὴν συνείδησιν αὐτῶν. Τί δὲ κοστίζει τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης διὰ τὴν τοιαύτην ἀπονομὴν αὐτῆς; Διὰ μὲν τὴν κεντρικὴν ὑπηρεσίαν βλέπομεν ἔξοδα προσωπικοῦ, ἀπὸ δραχ. 45,240 τὸ 1896, δρ. 48,720 τὸ 1902, ἤτοι 3,480 ἐπὶ πλέον· ἔξοδα ὑπηρεσίας ἐπίσης ἔχομεν, ἀντὶ τῶν 7,320 κατὰ τὸ 1896, δρ. 12,320 κατὰ τὸ 1902, πέντε χιλιάδας ἐπὶ πλέον· σχεδὸν διπλασιασμόν! Ὁ Ἄρειος Πάγος, ἀντὶ τῶν 117,360 τὸ 1896, δρ. 128,160 τὸ 1902, ἤτοι ἐπὶ πλέον δραχ. 10,800. Ἔξοδα ὑπηρεσίας Ἀρείου Πάγου, ἀντὶ τῶν 15,460 κατὰ τὸ 1896, δρ. 17,200 τὸ 1902, ἐπὶ πλέον δρ. 1,740. Τὰ ἔξοδα ὑπηρεσίας τῶν Ἐφετείων, ὧν τινα ἔχουσι περιέλθει εἰς πλήρη ἀποσύνθεσιν, καὶ ἰδίᾳ τὸ ἐν Ναυπλίῳ, κατὰ μὲν τὸ 1896 ἀνῆλθον εἰς δρ. 105,194, κατὰ δὲ τὸ 1902 ζητοῦνται δρ. 128,484, ἤτοι ἐπὶ πλέον δρ. 23,290. Τὸ προσωπικὸν τῶν Πρωτοδικείων, ἀπὸ δραχ. 631,200 τὸ 1896 δρ. 676,900 τὸ 1902, ἑπομένως ἐπὶ πλέον δραχ. 45,700. Τὸ βοηθητικὸν προσωπικὸν τῶν Πρωτοδικείων, ἀπὸ δραχ. 251,760 τὸ 1896 δραχ. 298,800 τὸ 1902, ἐπὶ πλέον δραχ. 47,040. Τὰ ἔξοδα ὑπηρεσίας τῶν Πρωτοδικείων, ἤτοι γραφικὴ ὕλη, ἀπὸ δραχ. 18,396 τὸ 1896 δρ. 21,236 τὸ 1902, ἤτοι ἐπὶ πλέον 2,840. Ἔξοδα εἰσαγγελέων καὶ ἀντεισαγγελέων, ἀπὸ 112,800 τὸ 1896, δρ. 157,200 τὸ 1902, ἐπὶ πλέον 44,400. Βοηθητικὸν προσωπικὸν τῶν Εἰσαγγελιῶν, ἀπὸ δρ. 86,800 τὸ 1896, δρ. 114,280 τὸ 1902, ἐπὶ πλέον 27,480. Τὰ ἔξοδα ὑπηρεσίας τῶν Εἰσαγγελιῶν, ἤτοι γραφικὴ ὕλη κλπ., ἀπὸ δρ. 48,216 τὸ 1896 δρ. 54,164 τὸ 1902, ἐπὶ πλέον δρ. 5,948 Ἡ λειτουργία τῶν Εἰρηνοδικείων καὶ Πταισματοδικείων τοῦ Κράτους κατὰ τὸ 1896 ἀπῄτει ἐν ὅλῳ δραχ. 760,245· κατὰ τὴν πολιτικὴν τῆς σπατάλης τοῦ 1902, ὡς καὶ τῶν προηγουμένων ἐτῶν, ἀπαιτοῦνται δρ. 1,016,967, ἤτοι ἐπὶ πλέον 256,717. Τίνα ἀνάγκην πληροῖ ἡ κολοσσιαία αὕτη ὑπέρβασις; Ἀπονέμεται κάλλιον ἡ εἰρηνοδικειακὴ καὶ πταισματικὴ δικαιοσύνη; Ὑπῆρξαν τοσοῦτον ἐπιτακτικαὶ αἱ παρουσιασθεῖσαι νέαι ἀνάγκαι, ἃς ἐγὼ καὶ ἡ Βουλὴ ἀγνοεῖ, ὥστε νὰ ἐπιβάλωσι τὸν διπλασιασμὸν τῆς δαπάνης διὰ τὰ Εἰρηνοδικεῖα καὶ Πταισματοδικεῖα; Διὰ τὰς σωφρονιστικὰς καὶ ποινικὰς φυλακὰς τὰ ἔξοδα κατὰ τὸ 1896 ἀνῆλθον εἰς δραχ. 260,092, νῦν ζητοῦνται δραχ. 311,671, ἤτοι ἐπὶ πλέον δραχ. 51,579. Ἐγὼ, μετὰ τὴν ψήφισιν καὶ ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου περὶ μὴ προφυλακίσεως τῶν εἰς βαθμὸν πλημμελήματος κατηγορουμένων, προσεδόκων ἐλάττωσιν τῶν ἐξόδων, λίαν δεδικαιολογημένην, παραδόξως ὅμως τὸ πνεῦμα τῆς σπατάλης, τὸ ἀποβλέπον οὐχὶ εἰς τὰς ἀνάγκας τὰς πραγματικὰς τῆς ὑπηρεσίας, ἀλλ’ εἰς τὴν ἱκανοποίησιν ἀναγκῶν κομματικῶν, ἀντὶ ἐλαττώσεως τῶν ἐξόδων, ἐπήνεγκε σημαντικὴν αὔξησιν αὐτῶν κατὰ δραχμὰς 51,579. Καὶ τὰ ἔξοδα τῆς Ποινικῆς Δικαιοσύνης ηὔξησαν ἀπὸ δρ. 2,415,660 τὸ 1896 εἰς δραχ. 2,597,340 τὸ 1902, ἤτοι ἐπὶ πλέον, ἄνευ τινὸς ἀνάγκης, κατὰ 181,680 δραχμάς. Τὰ διάφορα ἔξοδα Ἐφετείων καὶ Πρωτοδικείων καὶ Εἰσαγγελιῶν αὐτῶν ἀπὸ 85,250 τὸ 1896, εἰς δρ. 105,000 τὸ 1902, ἐπὶ πλέον δραχ. 19,750. Οὕτω τὸ σύνολον τῶν ἐπὶ πλέον δαπανῶν, δι’ ἃς οὐδεμία δικαιολογία φέρεται, οὐδ’ εἶναι δυνατὸν λελογισμένως νὰ προταθῇ, διὰ τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης ἀνέρχεται εἰς δρ. 748,054, αἵτινες θυσιάζονται εἰς τὸν βωμὸν τῆς σπατάλης, χωρὶς νὰ προκύψῃ οὐδὲ κατὰ πολλοστημόριον βελτίωσίς τις εἰς τὴν λειτουργίαν τῆς Δικαιοσύνης. Τοὐναντίον! ...
§180ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Θὰ βραδύνητε, κύριε Δούνη;
§181Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Βεβαίως. Τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν θὰ μᾶς ἀπασχολήσῃ πολύ· ἐπίσης καὶ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν.
§182ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Νομίζω τότε, κύριε Πρόεδρε, ὅτι εἶναι πρέπον νὰ τελειώσωμεν τώρα, καὶ εἰς τὴν προσεχῆ συνεδρίασιν ἐξακολουθεῖ ὁ κ. Δούνης.
§183ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ δεξιῶν). Ὄχι, ὄχι.
§184ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μετὰ τὸ πέρας τῆς ἀγορεύσεως τοῦ κυρίου Δούνη.
§185ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ν’ ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος. (Ἀναγινώσκεται ὁ ὀνομαστικὸς τῶν Βουλευτῶν κατάλογος ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν τῶν βουλευτῶν Περ. Ἀλεξάκη καὶ Ν. Τζανετοπούλου. Μεθ’ ὃ γίνεται ἡ διαλογή).
§186ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρόντες 115. Δὲν ὑπάρχει ἀπαρτία. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρᾳ 2 καὶ 20′ τῆς πρωΐας τῆς ἐπιούσης).