Ελένη
Ψηφιακή συλλογή των συζητήσεων του Ελληνικού Κοινοβουλίου
Ευρετήριο› Περίοδος ΙΕ · Σύνοδος Γ› Συνεδρίαση 39

1902.03.22

5.593 στίχοι · 43.908 λέξεις · 212 παρεμβάσεις

Ημερομηνία
1902.03.22
Προεδρεία
Θ. ΡΕΤΣΙΝΑ
Περίοδος
ΙΕ
Σύνοδος
Γ
Πηγή
ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΩΝ ΣΥΖΗΤΗΣΕΩΝ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣ (1906)

§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 39

τῆς 22 Μαρτίου 1902.

(Παρασκευή).

(Γενομένης ἀπαρτίας ὥρᾳ 5 καὶ 20′ μ. μ. ἀναγινώσκονται καὶ ἐγκριθέντα ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).

§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλοῦνται τὰ μέλη τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῆς συμβάσεως τῆς σιγαροποιΐας νὰ συνέλθωσιν αὔριον, τὴν 4 ὥραν μετὰ μεσημβρίαν, ὅπως ἀκούσωσιν ἐπιτροπὴν τῶν καπνεμπόρων Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς, ἥτις θὰ παρουσιασθῇ ἐνώπιον τῆς ἐπιτροπῆς, ἵνα ἀναπτύξῃ τὰ κατὰ τῆς συμβάσεως ταύτης ἐπιχειρήματά της. Ὁ κύριος Δούνης ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ ἐκκρεμοῦς ζητήματος.

§2Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Χθὲς τὸ ἑσπέρας, ὅτε ἀνῆλθον ἐπὶ τὸ βῆμα καὶ διετύπωσα τὸν σκοπὸν τῆς ὁμιλίας μου, ἀνέστη ὁ ἀξιότιμος ἐκ Κερκύρας Βουλευτὴς καὶ τέως Πρωθυπουργὸς καὶ ἐδήλωσεν εἰς τὴν Βουλὴν καὶ εἰς ἐμέ, ὅτι αὐτὸς οὐδέποτε διετύπωσεν, οὐδὲ ἐζήτησεν εὐθύνας ἀπὸ τὸν ἡγέτην τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Ἡ δήλωσις αὕτη τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς πλειονοψηφίας μοὶ ἐνεποίησε βαθεῖαν ἔκπληξιν, καθὼς καὶ εἰς τὴν Βουλήν, διότι καθ’ ὅλας τὰς Συνόδους τῆς Περιόδου ταύτης τῆς Βουλῆς ἡ πτέρυξ ἐκείνη (δεικνύει τὴν δεξιὰν) δὲν ἔπαυσεν ἐπισείουσα τὰς εὐθύνας κατὰ τοῦ ἡγέτου τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, τὰς εὐθύνας τοῦ πολέμου. Τί ἆρά γε συνέβη, ὥστε χθὲς ὁ τέως Πρωθυπουργὸς νὰ δηλώσῃ, ὅτι ἔπαυσε φέρων τὰς εὐθύνας τῶν τοῦ πολέμου ὁ ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως κύριος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτής;...

§3Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Δὲν εἶπον τοιαῦτα πράγματα.

§4Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Ἀναιρεῖτε ὅτι δὲν ἐζητήσατε εὐθύνας; Ἐγὼ ἀνέμενον νὰ ἀνέλθῃ ἐπὶ τὸ βῆμα ὁ ἡγέτης τῆς πλειονοψηφίας καὶ διατυπώσῃ τὰς εὐθύνας, τὰς ὁποίας ἐπέσειε σχεδὸν ἀδιαλείπτως κατὰ τοῦ ἡγέτου τῆς μειονοψηφίας. Ἤθελον νὰ μάθω, τίνας εὐθύνας ἀποδίδει εἰς αὐτόν· ἀποδίδει εὐθύνας διὰ τὴν ἀποστολὴν τοῦ στόλου εἰς Κρήτην; ἀποδίδει εὐθύνας διὰ τὴν ἀποστολὴν τοῦ στρατοῦ; ἀποδίδει εὐθύνας διὰ τὴν ἐπιστρατείαν τοῦ 1897; ἀποδίδει εὐθύνας διὰ τὸ μένος τὸ πολεμικόν, τὸ ἐκδηλωθὲν ἀνὰ πᾶσαν τὴν χώραν; ἀποδίδει εὐθύνας διὰ τὴν ἀποδοχὴν τοῦ πολέμου, τοῦ ὑπὸ τῆς Τουρκίας κηρυχθέντος καθ’ ἡμῶν; ἀποδίδει εὐθύνας διὰ τὴν διεύθυνσιν τῶν τοῦ πολέμου; Ποῖαι εἶναι τέλος αἱ εὐθῦναι, τὰς ὁποίας ζητεῖτε; Ὑμεῖς ἀπεφύγατε νὰ διατυπώσητε εὐθύνας, διότι, ἀορίστως ἐπισείοντες αὐτάς, ἐνεδεικνύετε εἰς τὴν κοινὴν γνώμην, ὅτι δῆθεν ὑπάρχουσι τρομεραὶ ἀποδείξεις, ὧν ἡ ἀποκάλυψις ἤθελεν ἀναποδράστως ἀναγκάσει τὸν ἐκ Γόρτυνος σεβαστὸν πολιτευτὴν ν’ ἀποσυρθῇ εἰς Μοναστήριον, καὶ ὅτι ἐξ ἄκρας ἐπιεικείας, ἴσως ἐξ οἴκτου, ἀπεφεύγετε τὴν ἀποκάλυψιν αὐτῶν. Τὴν Τὴν τοιαύτην δ’ ἐντύπωσιν παρὰ τῷ λαῷ, τὴν τοσοῦτον συμφέρουσαν ὑμῖν πολιτικῶς, δὲν ἠθελήσατε νὰ καταστρέψητε, διατυποῦντες ὡρισμένως τὰς εὐθύνας, καθορίζοντες τὰς πράξεις, δι’ ἃς εὐθύνεται, διότι διὰ μόνου τοῦ καθορισμοῦ τῶν πράξεων ἤθελε καταρρεύσει τὸ φαντασιῶδες οἰκοδόμημα, ὅπερ ἐπλάσατε πρὸς κομματικὴν κερδοσκοπίαν. Ἀλλ’ ἀνελθὼν ἐπὶ τὸ βῆμα ὁ ἡγέτης τῆς μειονοψηφίας, σᾶς ἀπέδειξε δι’ ἐπισήμων ἐγγράφων, ὅτι δὲν μετέχει τῶν εὐθυνῶν, ὡς ὑμεῖς ἐννοεῖτε αὐτάς. Καὶ ἀληθῶς τοῦτο εἶναι τὸ ζήτημα· ποῖαι εἶναι αἱ εὐθῦναι ἐκεῖναι; Διὰ τῆς ὁμολογίας, ἣν ἐποιήσατο χθές, μετὰ τὰς μεσονυκτίους ὥρας, ὁ ἐκ Κερκύρας ἀξιότιμος Βουλευτής, τί ἄλλο ἔπραξεν ἢ ν’ ἀναιρέσῃ ἑαυτόν; τί ἄλλο ἔπραξεν ἢ νὰ ἀναιρέσῃ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον, ἀνελθὼν ἐπὶ τὸ βῆμα, εἶπε πρὸς τὸν ἡγέτην τῆς μειονοψηφίας, ὅτι ἔπρεπε ν’ ἀποσυρθῇ εἰς Μοναστήριον μετὰ τὸ ἀτύχημα τοῦ πολέμου; τί ἄλλο ἔπραξεν ἢ νὰ ἀναιρέσῃ πάνθ’ ὅσα εἶπε περὶ τῶν εὐθυνῶν τούτων ὁ ἀξιότιμος ἐκ Ζακύνθου Βουλευτὴς καὶ ὅσα εἶπε χθὲς ὁ ἐξ Ἑρμιονίδος ἔντιμος συνάδελφος; Καὶ βεβαίως ἡ πτέρυξ ἐκείνη οὐδένα ἔχει, οὐδὲ δύναται νὰ ἔχῃ βάσιμον καὶ λογικὸν ἰσχυρισμὸν, ὅπως διατυπώσῃ εὐθύνας κατὰ τοῦ ἡγέτου τῆς μειονοψηφίας, κατὰ τῆς Κυβερνήσεως τοῦ 1896. Ἀλλ’ ἂν ἡ πλειονοψηφία δὲν ἔχῃ νὰ διατυπώσῃ εὐθύνας κατὰ τοῦ ἡγέτου τῆς μειονοψηφίας, ἔχει ὅμως ἡ ἀντιπροσωπεία τοῦ ἔθνους νὰ διατυπώσῃ εὐθύνας κατὰ τῆς πτέρυγος ταύτης (δεικνύει τὴν δεξιὰν), εὐθύνας, τῶν ὁποίων τὸ βάσιμον θέλω ἀποδείξει. Ἀνῆλθεν ἐπὶ τὸ βῆμα ὁ ἀξιότιμος ἐκ Ζακύνθου Βουλευτὴς, καὶ ἀπεικόνισε τὰ τῆς ἱστορίας τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας, προσπαθήσας πάσῃ δυνάμει καὶ τέχνῃ περὶ τὴν σύνθεσιν τοῦ λόγου νὰ ἀποδείξῃ, ὅτι αὐτὸς δὲν μετεῖχε τῆς ἀοράτου δυνάμεως· χθὲς ὅμως ἠναγκάσθη νὰ ὁμολογήσῃ, ὅτι μετεῖχε, καὶ ὡμολόγησεν, ὅτι, ὅτε προσεκλήθη καὶ προσῆλθεν εἰς τὴν Ἑταιρείαν ἐκείνην, ἐγνώρισεν ἀνωτέρους ἀξιωματικοὺς, οἵτινες πρὸς σκοπὸν πατριωτικὸν εἶχον ὀργανώσει τὴν Ἑταιρείαν ταύτην, καὶ ὅτι τὴν εἶχον ὀργανώσει ὑπὸ τὸν τύπον τῶν μυστικῶν ἑταιρειῶν. Καὶ ὁ ἐκ Ζακύνθου κ. Βουλευτὴς καὶ πρώην Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης δὲν ἐξηγέρθη κατὰ τοῦ τύπου, τὸν ὁποῖον οἱ στρατιωτικοὶ ἐκεῖνοι εἶχον προσδώσει εἰς τὴν ἑταιρείαν των· δὲν ἐνεθυμήθη, ὅτι ἐπεβάλλετο αὐτῷ τὸ καθῆκον νὰ μὴ ἀνεχθῇ σωματεῖον ἀπόκρυφον, μυστικόν, ἐν χώρᾳ, ἔνθα τὸ πᾶν δέον νὰ τελῆται ὑπὸ τὸ ἄπλετον φῶς τῆς συζητήσεως, ἐν χώρᾳ, ἔνθα τὸ φῶς τῆς δημοσιότητος ἀποτελεῖ τὴν κρηπῖδα τοῦ πολιτεύματος· καὶ δὲν ἠγέρθη νὰ ὑπομνήσῃ εἰς τοὺς κυρίους ἐκείνους, ὅτι παρεβίαζον θεμελιωδῶς τὸ πολίτευμα, ὅτι παρίστων τὴν χώραν ἡμῶν ὡς μὴ κυβερνωμένην ὑπὸ Κυβερνήσεως συνταγματικῆς, ὡς μὴ διατελοῦσαν ὑπὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα, ἀλλ’ ὡς διατελοῦσαν ὑπὸ σύστημα δεσποτικὸν ἢ ἀπολύτου μοναρχίας, διότι αἱ μυστικαὶ ἑταιρεῖαι μόνον ἐν χώραις, ἔνθα ὁ δεσποτισμὸς ἰσχύει, ὀργανοῦνται, διότι ἐκεῖ, τῆς συζητήσεως ὑπὸ τὸ ἄπλετον φῶς τῆς δημοσιότητος μὴ ἐπιτρεπομένης, ἀναγκαίως ἐπιζητεῖται τὸ σκότος, τὸ ὄντως προστατευτικόν, τὸ ὄντως δημιουργικὸν, τὸ ὄντως σωτήριον, ὅταν ἡ χώρα διατελῇ ὑπὸ τὴν πτέρναν δεσπότου. Ἀλλ’ ἐν χώρᾳ ἀρχῶν φιλελευθέρων, ὑπὸ Βασιλέα φιλελευθερώτατον, προοδευτικόν, μυστικαὶ ἑταιρεῖαι ἀποτελοῦσι διὰ μόνης τῆς συστάσεώς των ἔγκλημα, ὅπερ προβλέπεται καὶ τιμωρεῖται ὑπὸ τοῦ Ποινικοῦ Νόμου. Καὶ δὲν ὑψώθη εἰς τὸ ὕψος τοῦ ἀξιώματος αὑτοῦ, ὡς πρώην Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, ὁ ἐκ Ζακύνθου Βουλευτὴς νὰ ὑπομνήσῃ εἰς τοὺς στρατιωτικοὺς ἐκείνους ἄνδρας, ὅτι οὐ μόνον ἀναιροῦσι τὸ πολίτευμα, καὶ διασύρουσι καὶ διαβάλλουσι τὴν χώραν, δίδοντες νὰ ὑποτεθῇ, ὅτι τὸ συνταγματικὸν πολίτευμα ἀντικατέστη ἐν τῇ πράξει ὑπὸ πολιτεύματος δεσποτικοῦ, ἀλλὰ καὶ καθίστανται ἐπίορκοι, δίδοντες ἄλλον ὅρκον, παρὰ ἐκεῖνον, τὸν ὁποῖον ἔδωκαν, ἵνα τηρήσωσι πίστιν πρὸς τὸν Βασιλέα καὶ τὸ Σύνταγμα! Ἐλησμόνησε τὸ στοιχειῶδες καθῆκον αὑτοῦ! Καὶ διατὶ δὲν εἶχε τὴν ἀντίληψιν τῶν τοιούτων ὑποχρεώσεών του; Διότι κατ’ ἐκείνην τὴν στιγμὴν ἐλησμόνησε καὶ τὸν πρώην Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης καὶ τὸν Ἕλληνα, καὶ ἐνεθυμήθη μόνον, ὅτι εἶναι μέλος, ἐκ τῶν δρώντων, κόμματος, τὸ ὁποῖον ἐπεδίωκε διὰ παντὸς θεμιτοῦ τε καὶ ἀθεμίτου μέσου τὴν ἀνατροπὴν τῆς Κυβερνήσεως, τὴν κατάληψιν τῆς ἐξουσίας. Οὕτω κατ’ ἐκείνην τὴν στιγμὴν, ἐμφορηθεὶς ὑπὸ τοῦ πνεύματος τοῦ κομματικοῦ, ἐσκέφθη πῶς νὰ καταστήσῃ ὑποχείριον τὴν μυστικὴν ἐκείνην Ἑταιρείαν, καὶ πῶς νὰ χρησιμοποιήσῃ αὐτὴν καὶ διευθύνῃ πρὸς τὸν σκοπὸν, τὸν ὁποῖον τὸ πνεῦμα τὸ κομματικὸν ὑπεδείκνυεν αὐτῷ. Καὶ οὐδεὶς ὑπάρχει ὁ δυνάμενος μετὰ λόγου ν’ ἀμφισβητήσῃ, ὅτι αὐτὸ ὑπῆρξε τὸ σχέδιον αὐτοῦ. Καὶ ἀφ’ ἧς στιγμῆς ὁ κ. ἐκ Ζακύνθου Βουλευτὴς εἰσῆλθεν ἐκεῖ, προεκλήθησαν αἱ κομματικαὶ δυνάμεις τοῦ κόμματος, ὅπερ αὐτὸς ἐξεπροσώπει, νὰ παράσχωσι τῇ Ἑταιρείᾳ συνδρομὴν, τῇ παρέσχον δὲ τοιαύτην ἠθικὴν μεγάλην, καὶ ἀμέσως ἡ Ἑταιρεία τῶν ἁγνῶν ἀξιωματικῶν ἤρξατο λαμβάνουσα ἄλλην μορφήν· ἤρξαντο αἱ πράξεις αὐτῆς νὰ ἐκδηλῶνται καὶ διὰ τοῦ τύπου καὶ δι’ ἄλλων τρόπων, καὶ οὕτω κατωρθώθη, ὥστε ἡ Ἑταιρεία αὕτη, διὰ παντὸς μέσου ἀθεμίτου, διὰ τῆς ἀπάτης καὶ τῆς ἀποπλανήσεως τοῦ λαοῦ, δι’ ἐπιτηδείων μέσων, νὰ παρίσταται ὡς δύναμις πανίσχυρος, ὡς δύναμις προωρισμένη ν’ ἀπελευθερώσῃ τὸν δοῦλον Ἑλληνισμὸν, νὰ ἀναστήσῃ τὸ Βυζαντινὸν Κράτος καὶ ἀνορθώσῃ τὸ ἀρχαῖον μεγαλεῖον τῆς πατρίδος! Καὶ δὲν ἐδίστασεν ἡ Ἑταιρεία νὰ δημοσιεύσῃ, ὅτι εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν κατέθηκεν 21 ἑκατομμύρια, ὅτι συνέρρεον εἰς τὰ ταμεῖα αὐτῆς ἑκατομμύρια ἐκ βορρᾶ, ἑκατομμύρια ἐξ ἀνατολῶν, ἑκατομμύρια ἐκ δυσμῶν, καὶ δὲν ἐδίστασε νὰ δημοσιεύσῃ, ὅτι εἶχεν ὀργανώσει στρατὸν, τὸν ὁποῖον παρίστα ἰσχυρότερον τοῦ στρατοῦ τῆς Πολιτείας! Καὶ ἐνῷ ταῦτα ὑπέπεσαν εἰς τὴν ἀντίληψιν πάντων, ἐνῷ ταῦτα ἐγνώρισε σύμπαν τὸν Ἑλληνικὸν, δὲν ἐδίστασεν ὁ ἔντιμος ἐκ Ζακύνθου Βουλευτὴς νὰ ἔλθῃ ἐπὶ τὸ βῆμα καὶ νὰ εἴπῃ, ὅτι ἡ Ἑταιρεία ἐκείνη οὐδένα ἀπεπλάνησεν, οὐδένα ἠπάτησεν, ἁγνὴ ὡς περιστερὰ ὑπῆρξε πάντοτε, ὅτι ἡ Ἑταιρεία ἐκείνη ἀπέβλεπεν εἰς σκοποὺς πατριωτικοὺς, καὶ ὅτι δὲν ἀνεμιγνύετο εἰς τὴν ἐσωτερικὴν τοῦ Κράτους διοίκησιν! Ὅτι ἡ Ἑταιρεία κύριον σκοπὸν εἶχε τὴν ἀνατροπὴν τοῦ καθεστῶτος ἐν τῷ ἐσωτερικῷ, θέλω ἀποδείξει δι’ ὅσων καὶ αἱ ἐφημερίδες τότε ἐδημοσίευσαν καὶ δι’ ὅσων αὐτὴ ἡ ἰδία Ἑταιρεία διὰ τῶν ἐγκυκλίων αὑτῆς ἐδημοσίευσεν (ἀναγινώσκει): «Ἡ ἐξέγερσις τῆς ἐθνικῆς συνειδήσεως, ἡ ἐκδηλωθεῖσα διὰ τῆς δράσεως τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας, ἐνεκαρδίωσε καὶ ἐνεθουσίασε πάντα Ἕλληνα, ἐξέπληξε πάντα ξένον, καὶ αὐτοὶ οἱ ἀπὸ ἰδίας ἀπόψεως θεωρήσαντες ἄκαιρον ἢ ἀπερίσκεπτον τὸ ἔργον τοῦ ἀοράτου ἑλληνικοῦ ὀργανισμοῦ ἀνωμολόγησαν τὴν διέπουσαν αὐτὸν ὑψηλοφροσύνην, τὸν ἐμπνέοντα τοὺς ἰθύντοράς του πατριωτισμὸν, καὶ τέλος αὐτὸς ὁ τύπος καλεῖ τὴν Ἐθνικὴν Ἑταιρείαν νὰ ἐγκαταλείψῃ καὶ Μακεδονίαν καὶ Ἤπειρον, καὶ ν’ ἀσχοληθῇ εἰς τὴν ἐσωτερικὴν πολιτικὴν καὶ νὰ μεταβληθῇ εἰς πολιτικὴν συνωμοσίαν, καταρρίπτουσαν καὶ δημιουργοῦσαν Κυβερνήσεις.» Ταῦτα ἔγραφε διὰ καλάμου τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας ἡ «Ἐφημερὶς» τοῦ κ. Ρούκη κατὰ τὴν 9 Ἰανουαρίου 1897, θέλουσα νὰ προπαρασκευάσῃ τὴν κοινὴν συνείδησιν πρὸς τὸ συνωμοτικὸν ἐκείνης ἔργον, τῆς καταρρίψεως καὶ δημιουργίας τῶν Κυβερνήσεων. Καὶ ἐν τούτοις ἐτόλμησεν ὁ κ. ἐκ Ζακύνθου Βουλευτὴς νὰ ἰσχυρισθῇ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ὅτι δὲν εἶχεν ὡς σκοπὸν τὴν ἐσωτερικὴν πολιτικὴν ἡ Ἐθνικὴ Ἑταιρεία! Ἀλλὰ μόνον ἡ ἐφημερὶς αὕτη: Ἀκούσατε τὸ «Ἄστυ», κατὰ τὴν ἰδίαν ἡμέραν, τί ἔγραφεν (ἀναγινώσκει): «Ἐναντίον τῆς θελήσεως αὐτῆς (τῆς Κυβερνήσεως) ἀπήρχοντο στοιχηδὸν οἱ ἀξιωματικοὶ εἰς Κρήτην, καὶ ἡ Ἐθνικὴ Ἑταιρεία, καταρτισθεῖσα μετ’ ἀσυνήθους παρ’ Ἕλλησι μυστικότητος, ἐξέπεμπεν εἰς Μακεδονίαν ἐπαναστατικὰ στίφη, ἅτινα ὅμως δὲν ἴσχυσαν νὰ παρασύρωσιν εἰς ἐξέγερσιν τοὺς ἰθαγενεῖς πληθυσμούς. Ἐὰν μὴ ἐπήρχετο ἐν Κρήτῃ ἡ διαλλακτικὴ λύσις, ἣν ἐπέβαλεν ἡ εὐφυΐα τῶν Κρητῶν καὶ ἡ εὐρωπαϊκὴ παρέμβασις, αἱ σπασμωδικαὶ προσπάθειαι Κυβερνήσεως μὴ δυναμένης νὰ ἐπιβάλῃ τὴν εἰρήνην, ἐνῷ πάσῃ δυνάμει ὑπεδαύλιζε τὰς πρὸς πόλεμον ὁρμὰς, θὰ προεκάλουν πιθανῶς ἐσωτερικὰς ταραχάς...»

§5Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Ποῖος τὰ λέγει αὐτά;

§6Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Εἶπον, τὸ «Ἄστυ». Γνωρίζετε δὲ κάλλιον ἐμοῦ τὰς ἐφημερίδας, αἱ ὁποῖαι ὑπὸ τὴν ἄμεσον ἐποπτείαν τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας ἔγραφον. Θέλω, κύριοι Βουλευταί, νὰ μεταφέρω ὑμᾶς εἰς τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, νὰ ζήσητε ἐπί τινας ὥρας εἰς τὴν ἀτμόσφαιραν, τὴν ὁποίαν ἐδημιούργησεν ἡ Ἐθνικὴ Ἑταιρεία, διότι τότε, ὅταν μεταφερθῆτε εἰς τὴν ἐποχὴν ἐκείνην διὰ τῶν πτερύγων τῆς φαντασίας, ὅταν ἴδητε, ποία ὑπῆρξεν ἡ κατάστασις τῶν πνευμάτων, πρὸς ποῖον σκοπὸν τὰ πνεύματα ἐκεῖνα διηυθύνοντο, τότε θέλετε δυνηθῆ ἀσφαλῶς νὰ κρίνητε, ποία ὑπῆρξεν ἡ Ἑταιρεία ἐκείνη, καὶ ποῖον τὸ ἔργον αὐτῆς (ἀναγινώσκει): «Ἐπειδὴ ἐν κρισίμοις καιροῖς εἰς οὐδὲν συντελοῦσιν οἱ σχετλιασμοί, ἐπικαλούμεθα τὴν σύντονον καὶ ἐν τῷ κεφαλαίῳ τούτῳ ἀντίληψιν τῆς «ἀοράτου δυνάμεως», ὅπως πρωτίστως συντελέσῃ εἰς τὸν καθαρισμὸν τῶν σταύλων τοῦ Αὐγείου. Καὶ ἐπειδὴ οἱ ἁρμόδιοι Ἡρακλεῖς κωφεύουσι καὶ παραγνωρίζουσι τὰς περιστάσεις, ἡ Ἐθνικὴ πρέπει πρωτίστως νὰ συγκεντρώσῃ τὴν προσοχήν της πρὸς δημιουργίαν ἐθνικοῦ ῥεύματος, ὅπερ θέλει παρασύρει ὁλόκληρον τὴν ἀπὸ τοῦ 1862 συσσωρευθεῖσαν κόπρον κυβερνητικῆς ἀτασθαλίας, μεθ’ ὃ νὰ τεθῶσιν ὑγιᾶ θεμέλια τοῦ βίου...» Περὶ τίνος πρόκειται, διὰ τὸ ὁποῖον ἐπεκαλεῖτο τῆς ἀοράτου δυνάμεως τὴν ἀντίληψιν; Πληροφορίαι ὅτι ὁ ἑλληνικὸς στρατὸς, ὡς ἐγράφετο ἐν γερμανικαῖς ἐφημερίσιν, εἶχε κάκιστα· καὶ ἔρχεται ἀμέσως ἡ Ἑταιρεία, νομίζουσα ἑαυτὴν πλέον ὡς κυρίαν τῆς Πολιτείας, ὡς Κυβέρνησιν τῆς χώρας, καὶ λέγει, ἐπικαλουμένη αὐτὴ ἑαυτήν: «ἐπικαλούμεθα τὴν σύντονον καὶ ἐν τῷ κεφαλαίῳ τούτῳ ἀντίληψιν τῆς ἀοράτου δυνάμεως, ὅπως πρώτιστα καθάρῃ τὴν κόπρον τοῦ Αὐγείου καὶ θέσῃ ὑγιᾶ θεμέλια»! Καὶ ἐν τούτοις ὁ ἀξιότιμος ἐκ Ζακύνθου Βουλευτὴς ἠρνήθη ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅτι σκοπὸς τῆς ἐθνοφθόρου ἐκείνης Ἑταιρείας δὲν ἦτο ἡ ἀνατροπὴ τοῦ τότε ἐσωτερικοῦ καθεστῶτος τῆς χώρας! Τὰ γραφόμενα τότε κατὰ τῆς Κυβερνήσεως, αἱ γραφεῖσαι δῆθεν ἐπικλήσεις πρὸς τὴν ἀόρατον, ὅπως δράσῃ οὐχὶ διὰ τὴν ἀπελευθέρωσιν τῆς Ἠπείρου καὶ τῆς Μακεδονίας, ἀλλὰ διὰ τὴν ἐσωτερικὴν τῆς Κυβερνήσεως μεταβολὴν, εἶναι ἄπειροι. Δὲν ὑπῆρξεν ἐφημερὶς, τὴν ὁποίαν νὰ μὴ ἐμύησαν, τῆς ὁποίας τὸν κάλαμον νὰ μὴ ἐνέπνεεν ἡ Ἑταιρεία ἢ Ἐθνική. Δὲν ὑπῆρξε δημοσιογράφος, ἔχων δεξιότητά τινα περὶ τὸ γράφειν, τὸν ὁποῖον νὰ μὴ διηύθυναν οὕτως, ὥστε νὰ διερεθίζῃ ἀδιαλείπτως τὸ κοινὸν φρόνημα κατὰ τῆς Κυβερνήσεως τῆς τότε (ἀναγινώσκει): «...Μαζὺ μὲ τὴν ἐπανάστασιν τῆς Κρήτης ἐμφανίζεται ἐπὶ τῆς σκηνῆς ὁ κ. Γενικὸς Πρόξενος τῆς Ἑλλάδος, φέρων πρὸς τὰς ἐνόπλους ὁμάδας τῶν χριστιανῶν νέας συμβουλὰς καὶ ὁδηγίας τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως. Τὴν ἀξίαν τῶν συμβουλῶν τούτων ἐξετίμησαν καὶ οἱ Κρῆτες καὶ οἱ ἄλλοι Ἕλληνες κατὰ τὸ παρελθὸν θέρος. Ἐὰν ὑπάρχῃ πολιτική, ἥτις ἐβαράθρωσε τὸ Κρητικὸν ζήτημα, αὕτη εἶναι ἡ πολιτικὴ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, ἡ διὰ τοῦ κυρίου Προξένου ἐφαρμοσθεῖσα ἐν Κρήτῃ. Δὲν κατηγοροῦμεν τὸν κύριον Γεννάδην, τοῦ ὁποίου ἡ ἀνεγνωρισμένη ἱκανότης ὑφίσταται τὰς δυσχρέστους ταύτας δοκιμασίας. Ἀλλὰ προτρέπομεν τοὺς ἀνδρείους Κρῆτας νὰ κλείσωσι τὰ ὦτα πρὸς πᾶσαν συμβουλὴν εἴτε τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, εἴτε τῶν Δυνάμεων.» Βλέπετε, τί συνεβούλευεν ἡ Ἐθνικὴ αὕτη Ἑταιρεία! Συνεβούλευε τοὺς Κρῆτας νὰ βύσωσι τὰ ὦτα πρὸς πᾶσαν συμβουλήν, πρὸς πᾶσαν φωνὴν ἐκ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως προερχομένην! Συνεβούλευε τὴν Κρήτην νὰ ἀπαρνηθῇ τὴν μητέρα αὐτῆς Ἑλλάδα, καὶ ἐδίδασκεν εἰς τὰ πρῶτα βήματα τῆς ἐλευθερίας τοὺς Κρῆτας νὰ γείνωσιν ἀναρχικοί, νὰ γείνωσιν ἀνατρεπτικοί! Αὐτὸ ὑπῆρξε τὸ δίδαγμα τὸ πατριωτικὸν τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας! Ὅταν δὲ ταῦτα ἔγραφον, καὶ ὅσα ἡ ἀπὸ 14 Μαρτίου 1897 ἐγκύκλιος αὐτῆς περιέχει, δύναται νὰ ὑπάρξῃ παρ’ ἐχέφρονι ἀνθρώπῳ καὶ ἡ ἐλαχίστη ἀμφιβολία, ὅτι κύριος καὶ μοναδικὸς σκοπὸς τῆς ἐπαράτου αὐτῆς Ἑταιρείας ἦτο ἡ ἀνατροπὴ τῆς Κυβερνήσεως, μέσον δὲ πρὸς πραγμάτωσιν τοῦ σκοποῦ τούτου ἡ ἀπελευθέρωσις τῶν δούλων ἀδελφῶν ἡμῶν, ἡ ἐκμετάλλευσις τῶν εὐγενεστέρων πατριωτικῶν αἰσθημάτων, καὶ αὐτῶν τῶν ἐθνικῶν παραδόσεων; Ἐπιτρέψατέ μοι νὰ σᾶς ἀναγνώσω ὅλην τὴν ἐγκύκλιον ταύτην, διὰ νὰ γνωρίσητε τὸ διέπον τὴν Ἑταιρείαν πνεῦμα.

§7ΠΟΛΛΟΙ (ἐκ δεξιῶν). Τὴν γνωρίζομεν· τὴν ἀνεγνώσαμεν πολλάκις.

§8ΕΤΕΡΟΙ (ἐξ ἀριστερῶν). Ἄλλην μίαν φοράν.

§9Κ. ΔΟΥΝΗΣ. (ἀναγινώσκει). «Ὁ πρόεδρος τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας πρὸς τοὺς προέδρους τῶν ἁπανταχοῦ τοπικῶν Συμβουλίων καὶ μεμονωμένων τμημάτων. Τὸ Διοικητικὸν Συμβούλιον δι’ ὅλης τῆς κρίσεως, ἣν ἀπὸ δύο μηνῶν διέρχεται ὁ ἐθνικὸς ἡμῶν βίος, ἀντεχόμενον τῆς ἀνατεθείσης αὐτῷ ὑψίστης ἐντολῆς, περὶ τὰ δύο ταῦτα κυρίως ἢ μᾶλλον ἀποκλειστικῶς ἠσχολήθη· ν’ ἀποτρέψῃ μὲν διὰ τῆς ἠθικῆς κολοσσιαίας δυνάμεως τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας, ἣν αὕτη ἔθηκεν εἰς χεῖρας αὐτοῦ, πᾶσαν ἡμιτελῆ λύσιν τοῦ φλέγοντος ζητήματος, βλάπτουσαν τὰ ἀληθινὰ τοῦ Ἑλληνισμοῦ συμφέροντα, νὰ ἐπιταχύνῃ δὲ τὴν ἔναρξιν τοῦ ἀγῶνος, ὃν πᾶσα ἑλληνικὴ καρδία ὀνειρεύεται. Ὡς πρὸς τὸ πρῶτον, ἐὰν ἐπέτυχε, θὰ λαλήσῃ ἐν καιρῷ ἡ ἱστορία· καὶ ἂν ἀποτύχῃ, πάντως εἰς τὸ Διοικητικὸν Συμβούλιον δὲν θὰ ὀφείληται. Ὡς πρὸς τὸ δεύτερον, πέποιθε τὸ Διοικητικὸν Συμβούλιον, ὅτι ἓν μόνον μέσον ὑπάρχει, ὅπως πεισθῶσι τὰ τμήματα τῆς Ἑταιρείας, ὅτι δὲν ἠμέλησε τῶν ἐπιβεβλημένων αὐτῷ καθηκόντων, ὁ κρότος τῶν ὅπλων τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας, ὅστις προσεχέστατα θ’ ἀντιλαλήσῃ εἰς τοὺς στενάζοντας πληθυσμοὺς τῆς Ἠπείρου καὶ Μακεδονίας τῆς ἐλευθερίας τὸ ὑπερήφανον κήρυγμα. Ἂν καὶ αἱ περιστάσεις ἐπῆλθον πάσης προσδοκίας ῥαγδαιότεραι, τὸ Διοικητικὸν Συμβούλιον ἀντεπεξῆλθε κατ’ αὐτῶν εὔτολμον καὶ θαρραλέον, ἐκπροσωποῦν καὶ κατὰ τοῦτο τὴν πατριωτικὴν εὐψυχίαν οὐ μόνον τῶν ἁπανταχοῦ ἑταίρων, ἀλλὰ καὶ τοῦ ἔθνους ὅλου, καὶ εἰς βραχὺ χρόνον διάστημα, βραχύτερον τῶν δύο μηνῶν, κατώρθωσε δεκάκις χίλια μὲν ὅπλα Γκρᾶ νὰ προμηθευθῇ καὶ δύο ἑκατομμύρια φυσίγγια μετὰ τῶν ἄλλων σχετικῶν ἐφοδίων, ν’ ἀναμένῃ δὲ, καθ’ ὁδὸν εὑρισκόμενα, ἄλλας πέντε χιλιάδας (ὅπλων) 3,000 δὲ περίπου ἄνδρας νὰ ἔχῃ ἑτοίμους, ἵνα τοὺς ἀποστείλῃ, καὶ θὰ τοὺς ἀποστείλῃ, ἐκεῖ, ὅπου πάντες ἐλπίζομεν δι’ αἵματος ἡρώων νὰ θεμελιωθῇ τοῦ Ἑλληνικοῦ ἔθνους τὸ ἀδιάσειστον μεγαλεῖον. Ἐν τούτῳ δὲν δυνάμεθα ν’ ἀποκρύψωμεν, ὅτι, καίτοι μέχρι χθὲς ἔτι ἡ Κυβέρνησις ἐφαίνετο εὐνοοῦσα τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας τὴν ἐνέργειαν, αἰφνιδίως νῦν ἐστράφη κατὰ παντὸς κινήματος. Ἐπὶ τῇ μεταβολῇ ταύτῃ τὸ Διοικητικὸν Συμβούλιον δὲν εὐθύνεται βεβαίως, τοσούτῳ μᾶλλον, ὅσῳ τὴν διαγωγὴν αὐτοῦ θὰ τηρήσῃ καὶ παρὰ τοῦτο ἀπαρεγκλίτως σύμφωνον πρὸς τὰς ἀρχὰς τῆς Ἑταιρείας καὶ τὸ φρόνημα τῶν ἑταίρων· ἀρκεῖται ὅμως νὰ ἐπιρρίψῃ τὴν εὐθύνην τῶν συμβησομένων εἰς οὓς πράγματι ἀνήκει. Πέποιθε τελευταῖον ἐπὶ τὸν λελογισμένον πατριωτισμὸν τῶν ἁπανταχοῦ ἑταίρων, καὶ ὅτι μετὰ τῆς αὐτῆς προθυμίας θέλουσι συνδράμει αὐτὸ, ἐνισχύοντες, ὅπου ἂν εὑρίσκωνται, τὸ ἐθνικὸν φρόνημα κατὰ πάσης ἀντεθνικῆς λύσεως.»

§10Δ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὁ ῥήτωρ ἀναγινώσκει διὰ τὰ θρανία. Δὲν εἶναι ἀπαρτία.

§11ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κάμνετε ἔνστασιν;

§12Δ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως. Ὑποβάλλω ἔνστασιν περὶ μὴ ἀπαρτίας.

§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ν’ ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος. (Ἀναγινώσκεται ὁ ὀνομαστικὸς τῶν Βουλευτῶν κατάλογος. Μεθ’ ὃ γίνεται ἡ διαλογή).

§14ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ εἶναι ἐν ἀπαρτίᾳ. Παρόντες 133. Ὁ κύριος Δούνης θὰ ἐξακολουθήσῃ τὴν ἀγόρευσίν του.

§15Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Ἐξ ὅσων ἠκούσατε, καὶ ἐκ τῆς ἐγκυκλίου τοῦ ἀοράτου Διοικητικοῦ Συμβουλίου, τῆς περιεχούσης, ὡς ἠκούσατε, τὰς ἑξῆς κατὰ τῆς τότε Κυβερνήσεως ἀπειλὰς, ὅτι ἡ Ἑταιρεία ἐξεπλήρωσε δῆθεν τὸ καθῆκόν της, ὅτι ἠσχολήθη ν’ ἀποτρέψῃ διὰ τῆς κολοσσιαίας αὐτῆς δυνάμεως ἀπὸ τοῦ σκοποῦ της τὴν Κυβέρνησιν, προσεπάθησε δὲ παντὶ σθένει νὰ ἐπιτύχῃ τὴν ἔναρξιν τοῦ ἀγῶνος, καὶ ὅτι ἓν μόνον μέσον ὑπῆρχεν, ὅπως πεισθῶσι τὰ τμήματα τῆς Ἑταιρείας, ὅτι δὲν ἠμέλησε τῶν ἐπιβεβλημένων αὐτῇ καθηκόντων, ὁ κρότος τῶν ὅπλων τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας, ὅστις προσεχέστατα ἤθελεν ἀντιλαλήσει εἰς τὸν στενάζοντα πληθυσμὸν Ἠπείρου καὶ Μακεδονίας, ἐκ τῆς ἐγκυκλίου ταύτης, ὡς καὶ ἐξ ἄλλων πολλῶν ἐγγράφων, ὧν τὴν ἀνάγνωσιν ἠκούσατε κατὰ τὴν ἀγόρευσιν τοῦ ἡγέτου τῆς μειονοψηφίας, ἀποδείκνυται, ὡς προεῖπον, ὅτι ὁ σκοπὸς πρώτιστα τῆς Ἑταιρείας ἐκείνης ἦτο ἐσωτερικὸς, ὅτι ὁ σκοπός της ἦτο, πῶς νὰ ἀσκῇ πίεσιν ψυχολογικὴν ἐπὶ τῆς Κυβερνήσεως καὶ διευθύνῃ τὰ ἔργα αὐτῆς καὶ τὰς ἐπιχειρήσεις της, πῶς δηλονότι νὰ ὑποκαταστήσῃ ἑαυτὴν εἰς τὴν Κυβέρνησιν τῆς χώρας. Ὅτε δὲ ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη, κηδομένη τῶν ἀληθῶν συμφερόντων τοῦ ἔθνους, ἀντέτασσε διὰ σθεναρᾶς χειρὸς τὴν θέλησίν της, καὶ παρεκώλυε τὴν ἐνέργειαν τὴν ἐθνοβλαβῆ τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας, τί νομίζετε ὅτι τὸ ἀόρατον Συμβούλιον αὐτῆς συνῆλθε καὶ ἐσκέφθη νὰ διαπράξῃ; Ἀκούσατε! Ἔμαθον, ὅτι ἐπιφανὲς μέλος τῆς πτέρυγος ταύτης (δεικνύει τὴν ἀριστερὰν), ὅπερ δὲν εὑρίσκεται ἤδη ἐν τῇ Βουλῇ, ἀνεκοίνωσεν εἰς τὸν τότε Πρωθυπουργὸν πράξεις, δι’ ἃς βεβαίως ἡ συνείδησις ὑμῶν θέλει ἐξεγερθῆ· καὶ ἐπικαλοῦμαι τὴν μαρτυρίαν τοῦ σεβαστοῦ ἀρχηγοῦ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, τοῦ τότε Πρωθυπουργοῦ, ἐὰν ὄντως ἐπιφανὲς μέλος καὶ ἄλλοτε Ὑπουργὸς δὲν ἀνεκοίνωσεν εἰς αὐτὸν τότε πράξεις δεικνυούσας μέχρι τίνος βαθμοῦ εἶχε φθάσει τὸ πάθος πρὸς κατάληψιν ταχίστην τῆς ἐξουσίας...

§16Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν ἤκουσα καλῶς.

§17Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Ἐὰν ἀνεκοίνωσαν εἰς ὑμᾶς, ὅτι εἰς τὸ Συμβούλιον τῆς Ἑταιρείας ἐκείνης προετάθησαν πράξεις, φέρουσαι χαρακτῆρα, καθ’ ἃς πληροφορίας ἔχω, ἐγκληματικόν.

§18Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἡ ἀνακοίνωσις, ἥτις μοὶ ἐγένετο, δὲν ἦτο ἀνακοίνωσις διανοημάτων ἢ προτάσεων, αἵτινες συνεζητήθησαν ἐν τῷ Συμβουλίῳ τῆς Ἑταιρείας, ἀλλ’ ἦτο ἀνακοίνωσις μελέτης, ἥτις ἦτο ἄγνωστον ποῦ ἐγένετο. Εἶναι ἀληθές, ὅτι κατὰ τὸν χρόνον ἐκεῖνον πολὺ ἐπλεόνασε τὸ σύστημα, ὅπερ ἀκολουθοῦσί τινες ἐν Ἀθήναις, τὸ σύστημα τῶν ἀνωνύμων ἐπιστολῶν καὶ τῶν ἀπειλῶν, διότι ἑκατοστὺν ἐπιστολῶν τοιούτων ἔλαβον, αἵτινες πᾶσαι ἦσαν ἄξιαι περιφρονήσεως. Ἐπειδὴ ὅμως ὁ μεταδοὺς τὴν εἴδησιν, οὐχὶ ἀπ’ εὐθείας, ἀλλὰ δι’ ἄλλου, ἦτο πρόσωπον διακεκριμένον, οὗτινος τὸ ὄνομα δὲν δύναμαι ν’ ἀναφέρω ἐν τῇ Βουλῇ, ἐπιφανὲς δὲ μέλος τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, διότι καὶ Βουλευτὴς καὶ πρώην Ὑπουργὸς ὑπῆρξε, καὶ ἐπειδὴ ἡ ἀνακοίνωσις δὲν ἀφεώρα μόνον ἐμέ, ἀλλ’ ἔφθανε καὶ μέχρι τοῦ Ἄνακτος, ἡ ἀνακοίνωσις αὕτη ἐκίνησε τὴν προσοχήν μου, καὶ διὰ τοῦτο παρεκάλεσα τὸν ὑπασπιστὴν τοῦ Βασιλέως κ. Παπαδιαμαντόπουλον νὰ μὲ συναντήσῃ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, διότι ἐσκόπουν νὰ τῷ ἀνακοινώσω τι. Ὁ κ. Παπαδιαμαντόπουλος ἦλθεν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, ἀνεκοίνωσα δ’ αὐτῷ ἐκεῖνο, ὅπερ μοὶ μετεδόθη δι’ ἄλλου, κατ’ ἐντολὴν τοῦ εἰρημένου ἐπιφανοῦς πολιτευτοῦ· παρεκάλεσα δὲ τὸν κ. Παπαδιαμαντόπουλον νὰ μεταβῇ πρὸς τὸν περὶ οὗ εἴρηται πολιτευτήν, καὶ διὰ τρόπου ἐπιτηδείου νὰ μάθῃ, ἐὰν τῷ ὄντι ἡ γενομένη μοι ἀνακοίνωσις προήρχετο παρ’ αὐτοῦ, διότι ὑπώπτευσα, ὅτι ἦτο ἐνδεχόμενον νὰ ἐγένετο ἐν ἀγνοίᾳ του ἡ χρῆσις τοῦ ὀνόματος αὐτοῦ. Ὁ κ. Παπαδιαμαντόπουλος μετέβη εἰς ἐπίσκεψιν τοῦ πολιτευτοῦ, ἐπανελθὼν δὲ πρὸς ἐμέ, μοὶ εἶπεν, ὅτι ὁ ἐπιφανὴς ἐκεῖνος ἀντιπολιτευόμενος εἶχε δώσει ἀληθῶς ἐντολήν, ἵνα ποιήσηται πρός με τὴν ἀνακοίνωσιν, ὅτι ἠπειλεῖτο οὐ μόνον ἡ ζωὴ ἐμοῦ, ἀλλὰ καὶ ἡ τοῦ Βασιλέως. Παρεκάλεσα τότε τὸν κύριον Παπαδιαμαντόπουλον νὰ μὴ δώσῃ προσοχὴν εἰς τὰς τοιαύτας ἀνακοινώσεις, ὡς ἐγὼ οὐδεμίαν ἔδιδον προσοχὴν εἰς αὐτήν, διότι ἔκρινον αὐτὴν ἀξίαν περιφρονήσεως· προσέθηκα δ’ αὐτῷ, ὅτι δὲν εἶμαι τῆς γνώμης νὰ ἀναφέρῃ ταῦτα εἰς τὸν Βασιλέα, ἀλλ’ ὅτι δύναται ὁ ὑπασπιστής, ἂν τὸ ἐγκρίνῃ, νὰ λάβῃ οἷα ἔκρινε χρήσιμα μέτρα.

§19Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Ἠκούσατε μέχρι τίνος σημείου ἔφθανον, μέχρι τῆς συσκέψεως πρὸς διάπραξιν στυγερωτάτου ἐγκλήματος! Καὶ ἐν τούτοις ἠθέλησαν νὰ ὑποστηρίξωσιν, ὅτι ἡ Ἑταιρεία ἐκείνη οὐδαμῶς ἀπέβλεπεν εἰς τὰ ἐσωτερικὰ τοῦ Κράτους! Γνωρίζω, ὅτι ἐν τῷ Συμβουλίῳ ἐκείνῳ ἐγένετο μακρὰ καὶ πείσμων συζήτησις πρὸς διάπραξιν τοῦ ἐγκλήματος τῆς βασιλοκτονίας, καὶ τῆς ἀνθρωποκτονίας κατὰ τοῦ Πρωθυπουργοῦ τῆς Ἑλλάδος, ἣν καὶ ὁ σεβαστὸς ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς ἐπληροφορήθη τότε καὶ εὐηρεστήθη ν’ ἀνακοινώσῃ εἰς τὴν Βουλήν...

§20Ε. ΓΑΡΟΥΦΑΛΙΑΣ. Πῶς τὸ γνωρίζετε;

§21Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Εἶναι δημοσιευμένον. Ποῖα ἦσαν τ’ ἀποτελέσματα τῆς τοιαύτης ἐνεργείας τῆς Ἑταιρείας; τ’ ἀποτελέσματα αὐτῆς ὑπῆρξαν ἡ δημιουργία καθ’ ὅλην τὴν χώραν,—τί λέγω καθ’ ὅλην τὴν χώραν; — καθ’ ὅλον τὸν Ἑλληνισμόν, μένους πολεμικοῦ ἀκατασχέτου. Καὶ ἔρχονται καὶ λέγουσι: «πῶς σεῖς ὁμολογεῖτε, ὅτι δὲν ὑπήρξατε κύριοι τῆς διευθύνσεως τῶν τυχῶν τῆς χώρας, ὅτι παρεσύρθητε ἀπὸ τὸ μένος αὐτὸ, ὅτι δὲν εἴχετε τὴν χεῖρα στιβαρὰν εἰς τὸ κυβερνᾷν, ὅτι εἴχετε τὴν χεῖρα ὑποτρέμουσαν, ὅτι ἐδεικνύετε ὅτι σᾶς διέφυγεν ἡ διεύθυνσις τῶν κοινῶν, καὶ ὅτι ἀφήσατε τὴν Ἐθνικὴν Ἑταιρείαν νὰ σᾶς διευθύνῃ;» Καὶ λέγουσι ταῦτα τίνες: ἐκεῖνοι, οἵτινες εἰς πνοὴν οὐχὶ θυέλλης, οὐχὶ τρικυμίας, εἰς πνοὴν ὀλίγον σφοδροτέρου ζεφύρου ἐγκατέλιπον τὴν ἀρχήν! Διότι οὐδεμία σύγκρισις δύναται νὰ ὑπάρξῃ μεταξὺ τῆς τρικυμίας καὶ τῆς θυέλλης, ἣν ἐξήγειρε τότε ἡ Ἐθνικὴ Ἑταιρεία παρὰ τῷ Ἑλληνικῷ λαῷ, καὶ τῆς ταραχῆς τῆς κοινωνικῆς τῆς 8ης Νοεμβρίου. Καὶ ὁ τότε μὲν Πρωθυπουργὸς, μεθ’ ὅλην ταύτην τὴν τρικυμιώδη κατάστασιν τῆς κοινωνίας καὶ τοῦ ἔθνους ὁλοκλήρου, ἀπέδειξεν, ὅτι εἶχε στιβαρωτέραν τὴν χεῖρα ἢ ἡ Κυβέρνησις ἡ ὑπὸ τὸν ἀξιότιμον ἐκ Κερκύρας Βουλευτὴν ἐπέδειξε μεγάλην δεξιότητα περὶ τὸ κυβερνᾷν· ἀπέδειξε διὰ τούτου, ὅτι τὴν τοιαύτην ἐθνικὴν δύναμιν, ἔστω καὶ δι’ ἐγκληματικῶν μέσων δημιουργηθεῖσαν, ἠθέλησε νὰ τὴν διευθύνῃ πρὸς τέλος ἀγαθὸν ὑπὲρ τῆς πατρίδος. Δὲν ἐγκατέλειψε τὴν θέσιν του, διότι εἶχε συνείδησιν, ὅτι μεγάλα δεινὰ ἠδύναντο νὰ προκύψωσιν εἰς τὴν πατρίδα, ἀλλὰ διηύθυνε τὸν ὀργασμὸν καὶ τὸ μένος τὸ πολεμικὸν, ὅπως ἐπιτύχῃ τὴν ἐπίλυσιν τῶν σπουδαιοτάτων ἐθνικῶν ζητημάτων ἐν τῷ συμφέροντι τῆς πατρίδος. Ὅτε δὲ τὰ πράγματα ἤρξαντο ὑποδηλοῦντα, ὅτι ἐπέκειτο λύσις εὐνοϊκὴ ὑπὲρ τῆς χώρας, τί νομίζετε ὅτι ἔπραξεν ἡ Ἐθνικὴ Ἑταιρεία καὶ οἱ παρέχοντες αὐτῇ συνδρομὴν ἰσχυράν; Ἔσπευσαν ἀμέσως δι’ ὅλων τῶν μέσων νὰ πείσωσι τὸν λαὸν, ὅτι, ἐὰν ἐπέλθῃ λύσις, ὡς ἠλπίζετο τότε, εὐνοϊκὴ, δὲν ἦτο ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη, ἥτις ἤθελε φέρει τὴν λύσιν ταύτην, ἀλλ’ ὁ Βασιλεὺς, ἀλλ’ ἡ Ἐθνικὴ Ἑταιρεία. Καὶ ὑπάρχει σωρεία τοιούτων ἐγγράφων, ἀποδεικνυόντων τὸν ἰσχυρισμὸν αὐτὸν, σειρὰ δὲ ἄρθρων, ἐν ταῖς ἐφημερίσι καταχωρισθέντων, ἀποδεικνύει τὸν ἀγῶνα, ὅπως οὐδὲν ὄφελος ἠθικὸν πορισθῇ ἡ Κυβέρνησις Δηλιγιάννη, ἐν περιπτώσει εὐτυχοῦς λύσεως τῶν ἐθνικῶν ζητημάτων. Ἔχω δὲ ἐνταῦθα κείμενα, ἵνα ἴδητε μετὰ πόσης, δύναμαι εἰπεῖν, θρασύτητος ἐπεζήτουν ν’ ἀφαιρέσωσι πᾶν ἠθικὸν ὄφελος ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν ἐκείνην, ἀπὸ τὸν τότε Πρωθυπουργὸν τῆς Ἑλλάδος, πῶς ἐπεζήτουν ν’ ἀποδείξωσιν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη οὐδ’ ἱκανὴ ἦτο, οὐδ’ ἐκείνη ἔπραξεν ὅσα ὑπὲρ τῆς χώρας διεπράττοντο. Ἀκούσατε ὀλίγα τινὰ (ἀναγινώσκει): «Τὴν ἐνέργειαν εἰς τὸ Κρητικὸν ζήτημα δὲν ὑπάρχει κανεὶς, οὔτε εἰς τὴν Εὐρώπην ἀκόμη, ὁ μὴ γνωρίζων, ποῖος τὴν διευθύνει. Ὁ Βασιλεὺς εἶχε τὴν πρωτοβουλίαν τῆς πολιτικῆς αὐτῆς. Ὁ Βασιλεὺς τὴν ἤρχισεν, ὁ Βασιλεὺς τὴν διεξάγει, ὁ Βασιλεὺς θὰ τὴν διεξαγάγῃ μέχρι τέλους. Ἡ πολιτικὴ τοῦ Βασιλέως εἶναι αὐτὴ ἡ πολιτικὴ τοῦ ἔθνους. Συνέπεσε μέχρι γραμμῆς τὸ φρόνημα τοῦ ἔθνους μὲ τὸ τοῦ Βασιλέως. Ἐξεδηλώθη τοιαύτη ἡ θέλησις τοῦ ἔθνους πρίν. Ἐξεδηλώθη καὶ ἡ ἀποδοκιμασία του ἀρκετὰ εὐγλώττως καὶ ἀρκετὰ ἐντόνως καὶ ἀρκετὰ σθεναρῶς κατόπιν. Ἡ συνεννόησις ἐπῆλθε πλήρης· ὁ Βασιλεὺς διερμηνεύει τὸ Πανελλήνιον φρόνημα, καὶ ἐφαρμόζει τὴν Πανελλήνιον πολιτικήν...»

§22Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ποῖος τὰ γράφει αὐτά;

§23Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Ἡ «Ἀκρόπολις» τῆς 12 Φεβρουαρίου 1897.

§24ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἆ! ...

§25Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Ἔχομεν καὶ ἄλλας ἐφημερίδας, ἀκόμη σημαντικωτέρας. Ἐὰν θέλητε τὸ πεφιλημένον τῆς πτέρυγος ταύτης φύλλον, τὸ «Σκρίπ». Σᾶς ἀρέσει; Ἰδοὺ τί γράφει τὴν 15 Φεβρουαρίου 1897 (ἀναγινώσκει): «Ἡ ἀόρατος αὕτη δύναμις ἔχει κάμει θαύματα ἐδῶ πέρα! Εἰς ὅλην τὴν γραμμὴν, ἰδίως δὲ ἐν Ἄρτῃ, ὄχι μόνον εἶναι γνωστή, ἀλλὰ ἀπείρους ἔχει τοὺς πιστοὺς καὶ τοὺς ὀπαδούς. Ὅλους τοὺς ἐλαύνει ἡ ὑψηλὴ καὶ θερμὴ ἰδέα τῆς Ἔξοχον δὲ ἐπαναστατικὸν δίκτυον ἔχει ἐξαπλώσει παντοῦ τῆς Ἠπείρου. Ἀρκεῖ νὰ ἀνάψῃ ὁ δαυλός, νὰ δοθῇ τὸ σύνθημα, καὶ θὰ παραστῶμεν μάρτυρες γεγονότων λαμπρῶν, ἀγώνων ἀπροσδοκήτων. Ἔχει ὡριμάσει πλέον ἡ ἰδέα παντοῦ τῆς ἐθνικῆς ἐνεργείας καὶ δράσεως, ὅλος δὲ ὁ κόσμος ἠξεύρει πολὺ καλά, ὅτι, ἂν ἠναγκάσθη νὰ δράσῃ σήμερον ἡ Βασιλεία καὶ ἡ Κυβέρνησις, ἡ χεὶρ τῆς ἀοράτου ταύτης δυνάμεως δὲν εἶναι ξένη τῆς δράσεως ταύτης, ἡ χείρ, ἥτις κατέθεσεν εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν τῆς Ἑλλάδος 21 ἑκατομμύρια διὰ πᾶσαν πατριωτικὴν ἐνέργειαν!» Ἔχω καὶ ἄλλα πολλά, διὰ νὰ ἴδητε μετὰ πόσης ἐπιμελείας ἀπεγύμνουν τὴν Κυβέρνησιν ἐκείνην πάσης ἠθικῆς ὠφελείας ἐκ τῶν πράξεών της. Αὕτη ὑπῆρξεν ἡ πεποίθησις τότε τοῦ λαοῦ, διότι τοιαύτην τὴν ἐδημιούργησαν τότε οἱ ἐπιτήδειοι ἐργάται τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας, ἀποπλανήσαντες καὶ ἐξαπατήσαντες τὴν κοινὴν γνώμην. Βλέπετε ἐκ τοῦ πνεύματος τούτου πρὸς ἀπογύμνωσιν τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης πάσης ἠθικῆς ὠφελείας ἐκ τῶν πράξεων τῶν ἀγαθῶν ὑπὲρ τῆς χώρας, ὅτι ἡ ἀόρατος δὲν εἶχε σκοπὸν τὴν ἀπελευθέρωσιν τῆς Μακεδονίας καὶ τῆς Ἠπείρου, δὲν εἶχε σκοπὸν τὴν ἕνωσιν τῆς Κρήτης μετὰ τῆς Ἑλλάδος, ἀλλ’ εἶχε σκοπὸν ἕνα καὶ μόνον, τὴν ἀνατροπὴν τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης, καὶ τὴν καταστροφὴν τοῦ κόμματος τῆς νῦν Ἀντιπολιτεύσεως! Οὐδέποτε ὑπῆρξε πατριωτικὴ ἡ Ἐθνικὴ Ἑταιρεία· μόνον ἐν τῇ φαντασίᾳ τῶν ἀποπλανηθέντων ὑπῆρξε πατριωτική. Ὅταν ἔρχηται μία Ἑταιρεία καὶ διαγράφει, ποῖον νομίζετε; τὸν ἀξιότιμον ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴν (δεικνύει τὸν κ. Δραγούμην)...

§26ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐγὼ οὐδέποτε ὑπῆρξα, ἐπὶ 60 ἤδη ἔτη, μέλος μυστικῆς ἑταιρείας, συνεπῶς οὐδὲ τῆς ἀοράτου· ἀφοῦ δὲ δὲν ὑπῆρξα, οὐδὲ διεγράφην.

§27Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Παραπέμπω τὸν ἀξιότιμον Βουλευτὴν ἐξ Ἀττικῆς εἰς τὴν «Ἐφημερίδα» τοῦ Ρούκη, ὅπου ἀναγράφονται πιστῶς παρ’ ἑταίρου πᾶσαι αἱ πράξεις τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου, καὶ μεταξὺ ἄλλων πράξεων εἶναι καὶ ἡ διαγραφὴ ὑμῶν· διότι φαίνεται, ὅτι ἐν ἀγνοίᾳ ὑμῶν σᾶς ἐνέγραψαν, καὶ μετὰ σκέψιν σᾶς διέγραψαν.

§28ΑΥΓ. ΑΒΕΡΩΦ. Μὲ τὴν «Ἐφημερίδα» τοῦ Ρούκη θὰ ἀποδείξητε;

§29Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Ἠθέλησα νὰ παραστήσω, ποία εἶναι ἡ Ἑταιρεία, καὶ ποία ἡ ἠθικὴ ὑπόστασίς της. Ἡ Ἐθνικὴ Ἑταιρεία διὰ τῶν ἐγγράφων αὐτῆς βεβαίως πολλὰ ψεύδη μετέδωκεν εἰς τὸ Ἑλληνικὸν κοινόν. Ἐγὼ πρῶτος ἐδήλωσα τοῦτο, ὅτι ἀνάξια πάσης πίστεως εἶναι τὰ ἔγγραφα αὐτῆς τῆς Ἑταιρείας καὶ αἱ βεβαιώσεις αὐτῆς, καὶ θὰ ἦτο εὐτύχημα διὰ τὴν Ἑλλάδα, ἂν ἀπὸ τότε τὸ πνεῦμα τῆς δυσπιστίας ἐξηγείρετο καὶ κατέρριπτεν αὐτήν, διότι οὕτω δὲν θὰ διέπραττε τὰ κακά, τὰ ὁποῖα διέπραξεν ἔκτοτε. Ταῦτα διέπραττεν ἡ ἐπάρατος ἐκείνη Ἑταιρεία! Ἀλλὰ τί συνέβαινεν ἐν τῇ τότε Βουλῇ; ποῖον ὑπῆρξε τὸ πνεῦμα τῆς τότε Ἀντιπολιτεύσεως; ποῖοι ὑπῆρξαν οἱ λόγοι τοῦ τέως Πρωθυπουργοῦ; ποῖοι ὑπῆρξαν οἱ λόγοι ἐπιφανεστάτων μελῶν τῆς τότε Ἀντιπολιτεύσεως, καὶ νῦν ἐπίσης ἀντιπολιτευομένων; ποῖαι αἱ παροτρύνσεις; Πλὴν ὀλιγίστων, πᾶσα ἡ ἀντιπροσωπεία τοῦ ἔθνους, κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην οὐδὲν ἄλλο ἔπραττε καθ’ ἑκάστην ἢ νὰ παρορμᾷ τὴν Κυβέρνησιν πρὸς ἐνέργειαν πολεμικήν. Ἡνώθησαν λοιπὸν αἱ ἐνέργειαι τῆς Ἐθνικῆς ἐκείνης Ἑταιρείας πρὸς τὸ πνεῦμα τὸ ἐξελθὸν ἐκ τῆς ἀντιπροσωπείας τοῦ ἔθνους, καὶ ἐδημιουργήθη τὸ ἀκατάσχετον ῥεῦμα, τὸ ὁποῖον προεκάλεσε τὸν πόλεμον. Ἦτο εἰς θέσιν νὰ ἀναχαιτίσῃ τὸ ῥεῦμα ἐκεῖνο ἡ Κυβέρνησις τοῦ νῦν ἡγέτου τῆς μειονοψηφίας; Καὶ ἀναχαιτιζόμενον τὸ ῥεῦμα αὐτὸ, ποίας θὰ εἶχε συνεπείας διὰ τὴν ἐσωτερικὴν τῆς χώρας τάξιν; ποίας συνεπείας διὰ τὴν Πολιτείαν; Ὅταν ἔρχωνται καὶ ἐξαγγέλλουν ἐντεῦθεν δόγματα πολιτικὰ παρελθόντων χρόνων, ὅταν ἔρχωνται καὶ λέγουν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις χώρας κοινοβουλευτικῶς κυβερνωμένης ὀφείλει νὰ μὴ ἀποβλέπῃ οὐδαμῶς εἰς τὴν δημοσίαν γνώμην, ὀφείλει νὰ μὴ λαμβάνῃ ὑπ’ ὄψιν τὸ κοινὸν φρόνημα καὶ οὐδαμῶς τὴν γνώμην τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, βεβαίως ἐξαγγέλλουσι θεωρίαν, ἡ ὁποία μόνον εἰς Κράτη μοναρχικῶς κυβερνώμενα δύναται νὰ ἔχῃ ὑπόστασιν λογικήν· ἀλλ’ ἐν χώρᾳ κυβερνωμένῃ κοινοβουλευτικῶς ἡ κοινὴ γνώμη, τὸ δημόσιον φρόνημα εἶναι βεβαίως δύναμις, τὴν ὁποίαν πᾶς κυβερνήτης ὀφείλει νὰ ὑπολογίζῃ, καὶ τὴν ὑπελόγισεν ὁ τέως Πρωθυπουργὸς κ. Θεοτόκης πρὸ ὀλίγων ἤδη μηνῶν, καὶ τὴν ἔλαβε σοβαρώτατα ὑπ’ ὄψιν, καὶ λαβὼν ταύτην ὑπ’ ὄψιν κατέλιπε τὴν ἀρχήν. Καὶ ἠθέλατε, μετὰ τὴν δημιουργίαν τῶν περιστάσεων ἐκείνων, ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη οὐδὲν ἄλλο νὰ ἔπραττεν ἢ νὰ ἠγωνίζετο νὰ καταστείλῃ τοὺς ἀτάκτους τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας; καὶ ἠθέλατε νὰ μὴ καταγείνῃ ἢ πῶς νὰ ἀνακαλύψῃ τοὺς ἀοράτους καὶ συντρίψῃ τὴν κεφαλὴν αὐτῶν; Βεβαίως οὐδεὶς, λογικῶς ἀναμετρῶν τὰς τότε περιστάσεις, ἠδύνατο νὰ εἴπῃ, ὅτι ἄλλως ὤφειλε νὰ κυβερνήσῃ τὴν χώραν ἢ ὡς ἐκυβέρνησε ταύτην. Μία ὑπῆρξεν ἡ προσπάθεια τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης· ἀφ’ ἑνὸς μὲν νὰ συγκρατῇ τὴν ἐξεγερθεῖσαν δημοσίαν γνώμην, νὰ τὴν περιστέλλῃ, ὅση αὐτῇ δύναμις, ὅπως μὴ πράττῃ τὸ κακὸν, καὶ ἀφ’ ἑτέρου νὰ ἐπιδιώκῃ τὴν ἐπίλυσιν τῶν ζητημάτων ὑπὲρ τῆς χώρας. Βεβαίως δὲν διενοεῖτο νὰ κηρύξῃ κατὰ τῆς Τουρκίας τὸν πόλεμον· καὶ ἐὰν ἡ Ἐθνικὴ Ἑταιρεία ὑπήκουεν εἰς τὰ κελεύσματα τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης, καὶ δὲν ἐξήρχοντο τὰ ἄτακτα στίφη αὐτῆς εἰς τὸ Μπαλντῖνον, ἡ Τουρκία δὲν θὰ ἐκήρυττε τοσοῦτον ταχέως, τοσοῦτον ὁρμητικῶς τὸν πόλεμον· διότι ἡ ἀποβίβασις στρατοῦ ἑλληνικοῦ ἐν Κρήτῃ, καὶ ἡ ἀποστολὴ τοῦ στόλου, τοῦ περιπλέοντος εἰς τὰ ὕδατα τῆς Κρήτης, ὅπως ἐξηγήθησαν ἀπὸ τὴν τότε Κυβέρνησιν, δὲν ἐθεωρήθησαν ὡς αἰτία πολέμου (casus belli), καὶ διέβλεπε τότε, ὅτι, ἐὰν δὲν ἐξωθεῖτο ὑπὸ τῆς κοινῆς γνώμης, ἡ ὁποία εἶχε καταστῆ ἔξαλλος, καὶ ἠδύνατο νὰ παρατείνῃ τὰ ζητήματα ἐπί τινα ἀκόμη χρόνον, ἤθελεν ἴσως κατορθώσει νὰ ἀποφύγῃ, ἵνα κηρύξῃ ἡ Τουρκία τὸν πόλεμον. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀληθὴς ἱστορία. Ἐὰν λοιπὸν ὁ πόλεμος ἐκηρύχθη, ἀπαρασκεύου στρατιωτικῶς οὔσης τῆς χώρας, δὲν θέλω νὰ εἴπω, ὅτι ὁ λαὸς τύποις ὑπέχει τὴν εὐθύνην, ἀλλ’ οὐσιαστικῶς, προκειμένου περὶ χώρας κοινοβουλευτικῶς κυβερνωμένης, βεβαίως οὐσιαστικῶς τὴν εὐθύνην τὴν ἔχει ὁ λαὸς, τὸ ἔθνος, ἀλλὰ πρωτίστως ἡ Ἑταιρεία ἐκείνη, ἡ ὁποία ὑπεδαύλισε καὶ ἔφερε τὸν λαὸν εἰς οἵαν ψυχολογικὴν κατάστασιν γνωρίζομεν πάντες. Ὑπῆρξαν ἐνταῦθα ἄνδρες, οἱ ὁποῖοι ὑπέδειξαν τὰς συνεπείας ἑνὸς τοιούτου πολέμου, καὶ ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἄρτης Βουλευτὴς ὕψωσε τὴν φωνὴν αὐτοῦ, θέλων νὰ σταματήσῃ τὸν ῥοῦν τοῦ φλέγοντος πατριωτισμοῦ τῆς τότε Ἀντιπολιτεύσεως, νὰ σταματήσῃ τὸν ῥοῦν αὐτῆς, καὶ παρέστησε τὰς συνεπείας, τὰς ὁποίας ἦτο ἐνδεχόμενον νὰ ἔχῃ πόλεμος πρὸς τὴν Τουρκίαν. Γνωρίζων καλῶς τὰ τῆς Τουρκίας, γνωρίζων τὴν στρατιωτικὴν αὐτῆς ὀργάνωσιν, γνωρίζων καὶ τὰς σχέσεις αὐτῆς πρὸς τὰς Μεγάλας Δυνάμεις, καὶ τὴν δύναμιν τὴν ἠθικὴν, καὶ τὴν ὑλικὴν ἴσως, τὴν ὁποίαν ἡ Τουρκία ἤθελεν ἀρυσθῆ ἐκ τῶν Δυνάμεων ἐκείνων, ὑπέδειξεν, ὅτι πρὸ παντὸς πρέπει μὲν ἡ Ἑλλὰς νὰ μεριμνήσῃ φιλανθρώπως ὑπὲρ τῶν σφαζομένων Κρητῶν, ἀλλὰ πρέπει νὰ μεριμνήσῃ κατὰ τρόπον, ὥστε νὰ μὴ προκαλέσῃ πόλεμον, διότι ἡ πρόκλησις πολέμου θὰ ἦτο δυστύχημα διὰ τὴν χώραν. Καὶ οἱ λόγοι του ἐπηλήθευσαν δυστυχῶς μέχρι κεραίας, ἐπηλήθευσαν μέχρι κεραίας, ὅπως ἐπηλήθευσαν καὶ οἱ λόγοι αὐτοῦ κατὰ τὸ 1887, ὅτε σᾶς προεῖπεν: «ἄγετε τὸ Κράτος εἰς πτώχευσιν! σταματήσατε, ἵνα σώσωμεν τὴν τιμὴν τοῦ Κράτους!» Καὶ ὑμεῖς ἐθεωρήσατε, ὅτι ἦτο καθῆκον ὑμῶν καὶ δικαίωμα ὑμῶν οὐδὲν ἄλλο νὰ πράττητε ἢ νὰ τὸν διαβάλλητε, νὰ τὸν συκοφαντῆτε! Ἀλλ’ αἱ φωναὶ αἱ συνεταὶ καὶ φρόνιμοι ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ τούτῳ δυστυχῶς δὲν ἀκούονται, καὶ διότι δὲν ἀκούονται αἱ γνῶμαι καὶ αἱ φωναὶ τῶν συνετῶν ἀνδρῶν, βαίνομεν ἀδιαλείπτως κατὰ κρημνῶν. Καὶ ὅταν ἔλθῃ ἡ συζήτησις τοῦ Προϋπολογισμοῦ, θέλετε ἰδεῖ ποῖον νέον βάραθρον διανοίγεται διὰ τὸ οἰκονομικὸν μέλλον τῆς χώρας, ἀλλὰ καὶ πάλιν δὲν θὰ σταματήσητε. Πάντα, ὅσα εἶπον, καὶ ὅσα ἠκούσατε παρὰ τῶν προλαλησάντων ἐκ τῆς πτέρυγος ἐκείνης (δεικνύει τὴν ἀριστερὰν) δύνανται ν’ ἀφήσωσί τινα, ἀμερολήπτως, εὐσυνειδήτως κρίνοντα, ὁ ὁποῖος νὰ μὴ ἐσχημάτισε βαθυτάτην τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἡ πρόκλησις τοῦ πολέμου ἦτο ἔργον κατὰ τὸ πλεῖστον τῆς ἐπαράτου ἐκείνης Ἑταιρείας, ὅτι τὸ μένος τὸ πολεμικὸν ἐδημιουργήθη δι’ ἀπάτης καὶ ἀποπλανήσεως ὁλοκλήρου τοῦ λαοῦ, ὁλοκλήρου τοῦ Ἑλληνισμοῦ; Καὶ ἐὰν κρίνω τὴν διεξαγομένην συζήτησιν χρήσιμον, κατά τι πρακτικῶς χρήσιμον, τὴν κρίνω μόνον κατὰ τοῦτο, ὅτι δίδεται τοιουτοτρόπως διὰ τῆς ἐρεύνης τὸ δίδαγμα εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι εἶναι προωρισμένοι νὰ κυβερνήσωσι τὴν χώραν, δίδεται, λέγω, τὸ δίδαγμα, ὅτι, μόλις διορῶσι τὴν κεφαλὴν μυστικῆς Ἑταιρείας, πρέπει, ὡς κεφαλὴν ὄφεως, νὰ τὴν συντρίβωσιν, ἐν ὀνόματι τῆς πατρίδος, ἐν ὀνόματι τοῦ λαοῦ. Δὲν εἶναι μόνον, ὅτι ἐξώθησεν ἡ Ἑταιρεία ἐκείνη εἰς πόλεμον τὴν χώραν, ἀλλὰ κατέστρεψέ τι πολυτιμότερον, ἀφ’ ὅσα μέχρι τοῦδε κατεστράφησαν· κατέστρεψε τὴν πίστιν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ πρὸς τοὺς διέποντας τὰ τῆς χώρας. Τολμήσατε ἐν τῷ μέλλοντι ν’ ἀποταθῆτε πρὸς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν ἐν ὀνόματι τῆς πατρίδος, τολμήσατε ἐν τῷ μέλλοντι νὰ τῷ ὑπομνήσητε τὰς ἐθνικὰς καὶ ἱερὰς αὐτοῦ παραδόσεις, τολμήσατε ἐν τῷ μέλλοντι ἐν ὀνόματι τῆς πατρίδος νὰ τῷ ζητήσητε τὸν ὀβολὸν αὐτοῦ! Θέλει δείξει παγερὰν ἀδιαφορίαν!

§30Γ. ΚΑΠΕΤΑΝΑΚΗΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν αὐτὸ ποτὲ νὰ πράξῃ ὁ Ἑλληνικὸς λαός!

§31ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Πρόκειται περὶ ἐνεργειῶν ὑπὸ Ἑταιρείας.

§32Γ. ΚΑΠΕΤΑΝΑΚΗΣ. Ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἐννοεῖ τὰ καθήκοντά του ἄνευ οὐδεμιᾶς ἄλλης παρεμβάσεως.

§33Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Ποῖα δὲ ὑπῆρξαν τ’ ἀποτελέσματα τῆς τοιαύτης πράξεως; Μήπως ἐσταμάτησαν; Ἐπῆλθεν ὁ πόλεμος, κατάπληκτος δὲ ἡ χώρα ἔμαθε τὰ ἀτυχήματα, ἔμαθε τὴν ἐγκατάλειψιν τῆς ὁροθετικῆς γραμμῆς, τὴν ἐγκατάλειψιν τῆς Λαρίσης. Μήπως παρῃτήθη ἡ καταχθόνιος αὕτη Ἑταιρεία τοῦ ἀρχικοῦ σχεδίου της; Ὄχι! Ἡ Κυβέρνησις ὤφειλε νὰ πέσῃ, καὶ ἔπεσε! Ποῖον ὑπῆρξε τὸ ἀποτέλεσμα τῆς τοιαύτης πτώσεως; τὸ ἀποτέλεσμα τὸ μεμαρτυρημένον ὑπῆρξεν, ὅτι, ἀντὶ οἱ Τοῦρκοι νὰ μὴ πατήσωσιν οὐδὲ τὸν οὐδὸν τῆς πύλης τῆς Λαρίσης, ἐπάτησαν τὸ ἱερὸν χῶμα, τὸ ὁποῖον ἐποτίσθη μὲ τὸ αἷμα τοῦ Ἀθανασίου Διάκου, ἐν Λαμίᾳ, Κύριοι, τὸ δὲ Κράτος, ἀντὶ νὰ ὑποβληθῇ εἰς ἀποζημίωσιν 15, 20 ἢ 30 τὸ πολὺ ἑκατομμυρίων, ὑπεβλήθη εἰς ἀποζημίωσιν 100 ἑκατομμυρίων χρυσῶν φράγκων! Ἀφίνω τὰς ἄλλας, τὰς μεγαλειτέρας καταστροφάς, τὰς ὁποίας ὑπέστη ἡ χώρα. Τί ἄλλο δὲ μέγιστον κακόν; ὅτι εὑρέθη ἡ εὐκαιρία νὰ ἐπιβληθῇ εἰς τὴν Ἑλλάδα ὁ κλοιὸς ὁ ἀτιμωτικὸς, ὡς εἶπεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ὕδρας Βουλευτής· δηλαδὴ ὁ ἔλεγχος! Κύριοι, ἡ ἱστορία τοῦ συντελεσθέντος ἀκρωτηριασμοῦ τοῦ ἐδάφους τῆς πατρίδος οὕτως ἐπῆλθεν, ἀλλ’ ἡ ἱστορία τῆς μειώσεως τῶν κυριαρχικῶν δικαιωμάτων τοῦ Κράτους ἐπῆλθε κατ’ ἄλλον τρόπον, τρόπον ὀδυνηρότατον, τρόπον καταδεικνύοντα τὴν ἔλλειψιν παντὸς αἰσθήματος πατριωτισμοῦ τινων ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἀνέρχονται εἰς τ’ ἀνώτατα ἀξιώματα τῆς Πολιτείας. Καθ’ ὅλας τὰς μακρὰς διαπραγματεύσεις περὶ τῆς εἰρήνης οὐδεμία Δύναμις, οὐδεὶς ἀντιπρόσωπος ἐκ τῶν Μεγάλων Δυνάμεων, οὐδ’ ἄλλος τις ἐποιήσατο λόγον περὶ τῶν χρεῶν τοῦ Κράτους τῶν παλαιῶν, ἤτοι τῶν πρὸ τοῦ χρέους περὶ πολεμικῆς ἀποζημιώσεως· πάντα τὰ ἐπίσημα ἔγγραφα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν βεβαιοῦσιν, ὅτι ἡ συζήτησις περιεστρέφετο ἀδιαλείπτως περὶ τὴν ἐξεύρεσιν τῶν χρημάτων διὰ τὴν ἀποζημίωσιν τοῦ πολέμου καὶ περὶ τὰς ἐγγυήσεις, τὰς ὁποίας τὸ Κράτος ἔπρεπε νὰ δώσῃ πρὸς τοὺς δανειστάς του τοῦ ποσοῦ τούτου. Προὐτάθη τότε, ἵνα ἀντιπρόσωποι τῶν Δυνάμεων ἀσκῶσιν ἐποπτείαν ἐπὶ ὡρισμένων προσόδων τοῦ Κράτους διὰ τὴν ἐγγύησιν πρὸς καταβολὴν τῶν τόκων καὶ χρεωλυσίων εἰς τοὺς δανειστὰς διὰ τὴν ἀποζημίωσιν τοῦ πολέμου. Καὶ αἴφνης Ὑπουργός τις Ἕλλην, χωρὶς νὰ προκληθῇ οὐδαμόθεν, παρουσιάζεται καὶ προτρέπει καὶ προκαλεῖ τὴν προσοχὴν τῶν Μεγάλων Δυνάμεων ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς διαρρυθμίσεως καὶ τῶν παλαιῶν χρεῶν! καὶ δὴ προτείνει τὸν ἔλεγχον! Τὸ ἔγγραφον εἶναι τῆς 24 Ἰουλίου 1897. Ὁ κ. Σκουλούδης, τότε Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν, παραγγέλλει πρὸς τὰς ἐν Παρισίοις, Βιέννῃ, Λονδίνῳ, Πετρουπόλει, Βερολίνῳ, Ρώμῃ, Βασιλικὰς Πρεσβείας. Ἀκούσατε παρακαλῶ (ἀναγινώσκει): «Ἡ Βασιλικὴ Κυβέρνησις οὐδεμίαν μέχρι τῆς ὥρας ταύτης κατέχει ἐπίσημον δήλωσιν περὶ τῆς καταστάσεως, ἐν ᾗ διατελοῦσιν αἱ διαπραγματεύσεις, αἵτινες ἀπὸ δύο καὶ ἡμίσεως μηνῶν διεξάγονται ἐν Κωνσταντινουπόλει... μόλις δὲ πρὸ μικροῦ ἐγνώσθη τῇ Βασιλικῇ Κυβερνήσει, ὅτι γίγνεται, ὡς λέγεται, σκέψις νὰ περιληφθῇ ἐν τοῖς προκαταρκτικοῖς τῆς εἰρήνης ὅροις διεθνὴς ἔλεγχος ἐπὶ τῶν ὁρισθησομένων πρὸς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δανείου τῆς ἀποζημιώσεως καὶ τοῦ παλαιοῦ χρέους προσόδων. Ἐὰν ἡ πληροφορία αὕτη ᾖναι ἀκριβὴς, νομίζω ἐμαυτὸν ἐν ὀνόματι τῆς Βασιλικῆς Κυβερνήσεως ὑπόχρεων νὰ ἐκθέσω ἄνευ ἀναβολῆς ταῖς Μεγάλαις Δυνάμεσι τὰς ἐπὶ τοῦ προκειμένου βλέψεις αὐτῆς...» Σημειώσατε, ὅτι, συγκρίνων τὰ διπλωματικὰ ἔγγραφα ὅλων τῶν Μεγάλων Δυνάμεων, τὰ ἀναφερόμενα εἰς τὰ ζητήματα ταῦτα, οὐδαμοῦ βλέπω μέχρι τῆς στιγμῆς, ὅτι ἐγένετο λόγος, πρότασίς τις· μάλιστα ὑπάρχει ἔγγραφον, ἐξ οὗ δηλοῦται, ὅτι ἀντιπρόσωπος Μεγάλης Δυνάμεως, καὶ δὴ τῆς Ρωσσίας, ὅτε ἤκουσεν ὅτι ἐγένετο συζήτησις περὶ τούτου, εἶπεν ἀμέσως: «εἶναι ἀναξιοπρεπὲς νὰ ζητήσωμεν ἡμεῖς ἐγγυήσεις διὰ χρέη ἰδιωτικά». Τί δὲ προέτεινεν αὐθωρεί; Δὲν προέβη δὲ εἰς προτάσεις μόνον (ἀναγινώσκει): «...Πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον ἀπεστάλη ἀντιπρόσωπος εἰς Βερολῖνον...»

§34Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Ποῖος τὰ λέγει αὐτά;

§35Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Ὁ κύριος Σκουλούδης ἐν ἐπισήμῳ ἐγγράφῳ, τὸ ὁποῖον ἀπεστάλη πρὸς τὰς Πρεσβείας ὅλας. (Ἐξακολουθεῖ): «... Πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον ἀπεστάλη ἀντιπρόσωπος εἰς Βερολῖνον μετὰ τῆς ἐντολῆς νὰ ἐκθέσῃ τοῖς δανεισταῖς τοὺς σκοποὺς τῆς Κυβερνήσεως, ἀπόφασιν ἐχούσης νὰ προσφέρῃ τόσον εἰς τοὺς χορηγοὺς τῶν κεφαλαίων τῆς πολεμικῆς ἀποζημιώσεως, ὅσον καὶ εἰς τοὺς ἀρχαίους δανειστὰς, πάσας τὰς ἀσφαλείας, ἃς ἤθελον κρίνει ἐφετὰς, ἤτοι συγκέντρωσιν εἰς τὴν Ἑταιρείαν τῶν Μονοπωλίων τῶν πρὸς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ νέου δανείου καὶ τῶν παλαιῶν χρεῶν ὁρισθησομένων προσόδων, παραχώρησιν τοῖς δανεισταῖς τοῦ δικαιώματος διορισμοῦ ἀντιπροσώπων ἐν τῷ Διοικητικῷ Συμβουλίῳ τῆς προρρηθείσης Ἑταιρείας καὶ μετὰ κρατούσης ἔτι ψήφου, καὶ τὴν διὰ τῆς τοῦ κανονισμοῦ συμβάσεως, κυρουμένης διὰ νόμου, ἀναγνώρισιν ὡς ἰδιοκτησίας τῶν δανειστῶν τῶν προερχομένων ἐκ τῶν μονοπωλίων ποσῶν, ἅμα εἰσελθόντων εἰς τὰ ταμεῖα τῆς Ἑταιρείας, μέχρι συμπληρώσεως, ἐννοεῖται καλῶς, τῶν ὀφειλομένων εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῶν προειρημένων χρεῶν ποσῶν...»

§36Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Εἶναι μετὰ τὸν πόλεμον αὐτὰ ὅλα.

§37Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Δὲν ὁμιλῶ διὰ τὰ πρὸ τοῦ πολέμου. Δὲν παρηκολουθήσατε τὴν σειρὰν τῆς ἀναπτύξεώς μου. Εἶναι συνέπειαι τοῦ πολέμου, εἶναι πράξεις ἀπορρέουσαι ἐκ τῶν πράξεων τῶν ὑπευθύνων. Ἀκούσατε, Κύριοι, τί λέγει ὁ κύριος Τομπάζης, ἐπιτετραμμένος ἐν Πετρουπόλει (ἀναγινώσκει): «Παρὰ τὸν ἑαυτῆς πόθον, ἡ Αὐτοκρατορικὴ τῆς Ρωσσίας Κυβέρνησις, νὰ μὴ ἀναμιχθῇ εἰς τὸ ζήτημα τῶν ἑλληνικῶν οἰκονομικῶν, εὑρέθη ἐν τῇ ἀνάγκῃ νὰ παρεμβῇ πρὸς τὸν σκοπὸν νὰ ὑποστηρίξῃ τὴν Ἑλλάδα. Ἐκτὸς πάσης ἀμφιβολίας κεῖται, ὅτι μηδεμία συνάφεια δύναται νὰ ὑπάρχῃ μεταξὺ τῶν περὶ εἰρήνης διαπραγματεύσεων καὶ τοῦ συμβιβασμοῦ, τοῦ ἀφορῶντος εἰς τὰ ἀρχαῖα χρέη τῆς Ἑλλάδος ἀλλὰ τῆς Γερμανίας προβαλλούσης, ὅτι τὰ συμφέροντα αὑτῆς παρεβλάπτοντο, καὶ τιθείσης τὸ ζήτημα τοῦτο ὡς ὅρον τῆς εἰρήνης, ἡ Αὐτοκρατορικὴ Κυβέρνησις, συνεπὴς πρὸς ἣν ἔθηκεν ἀρχὴν, ν’ ἀπομακρύνῃ πᾶν πρόσκομμα, ὅπως ἐπιτύχῃ τὴν ταχεῖαν συνομολόγησιν τῆς εἰρήνης, ἠναγκάσθη νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν ἀπαίτησιν τῆς Γερμανίας. Τῇ Γερμανικῇ Κυβερνήσει ἀπόκειται ν’ ἀπαντήσῃ εἰς τὴν τελευταίαν ἐγκύκλιον τῆς Ἑλλάδος, καὶ νὰ δηλώσῃ, ἐὰν ἀποδέχεται τὴν ὑποκατάστασιν τῶν ἐπιτρόπων τῶν δανειστῶν εἰς τοὺς ἐπιτρόπους τῶν Δυνάμεων. Ἡ Γερμανία βεβαίως θέλει δώσει ἀπάντησιν ἀρνητικὴν μὲν, ἀλλὰ συμβιβαστικήν. Ἡ Αὐτοκρατορικὴ Κυβέρνησις, ὅπως καὶ ἡ Αὐστρία καὶ ἡ Ἰταλία, ἐπιθυμεῖ νὰ μὴ ἀντιπροσωπεύηται δι’ ἐπιτρόπου, ἀλλὰ τὰ λοιπὰ Ἀνακτοβούλια ζητοῦσιν, ἵνα πᾶσαι αἱ Μεγάλαι Δυνάμεις διορίσωσιν ἕνα ἐπίτροπον. Τούτων οὕτως ἐχόντων, τὸ ἔργον τῶν μὴ ἐνδιαφερομένων εἰς τὰ οἰκονομικὰ τῆς Ἑλλάδος Δυνάμεων ἔσται νὰ καταστήσωσιν ἠπιωτέραν τὴν θέσιν τῶν πραγμάτων. Ὁ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργὸς κατανοεῖ κάλλιστα, ὅτι ἡ ἐπὶ τῶν οἰκονομικῶν τῆς χώρας ἡμῶν ἐποπτεία τῶν Δυνάμεων τιτρώσκει τὴν ἐθνικὴν φιλοτιμίαν· ἀφ’ ἑτέρου, ὑπὸ πρακτικὴν ἔποψιν, κατὰ πολὺ προτιμᾷ ταύτην ἢ ἐποπτείαν ἐξασκουμένην ὑπὸ τῶν δανειστῶν, καθόσον αἱ ἀπαιτήσεις τούτων ἠδύναντο ν’ ἀποβῶσιν ἐπιβλαβεῖς εἰς τὰ συμφέροντα τῆς Ἑλλάδος· ἐνῷ δὲ ἡ ἐποπτεία τῶν δανειστῶν θὰ ἦτο μακροχρόνιος, ἡ ὑπὸ τῶν Δυνάμεων ἐξασκουμένη ἤθελε πιθανῶς λήξει μετὰ τῆς καταβολῆς τῆς τελευταίας δόσεως τῆς ἀποζημιώσεως, τῆς ὑπερτιμήσεως τῶν ἑλληνικῶν χρεωγράφων καὶ τῆς παλινορθώσεως τῆς πίστεως τῆς χώρας· τοῦθ’ ὅπερ ἤθελεν ἐντὸς βραχέος διαστήματος ἐπιτευχθῇ, χάρις εἰς τὴν ἐποπτείαν τῶν Δυνάμεων.» Τὸ ἔγγραφον αὐτὸ εἶναι τῆς 1 Αὐγούστου. Εἶναι δηλαδὴ ἔγγραφον, τὸ ὁποῖον ἀναφέρει γνώμας τῆς Κυβερνήσεως τῆς Ρωσσικῆς ἐπὶ τῆς προτάσεως τοῦ τότε ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργοῦ κυρίου Σκουλούδη. Καὶ βλέπετε τὴν Κυβέρνησιν τὴν Ρωσσικήν, ἡ ὁποία ῥητῶς δηλοῖ, ὅτι οὐδεμία πρέπει νὰ ὑπάρχῃ σχέσις μεταξὺ τῆς εἰρήνης καὶ τοῦ κανονισμοῦ τῶν ἀρχαίων χρεῶν τῆς Ἑλλάδος. Οὕτω δὲ, ἐνῷ βλέπομεν ξένας Δυνάμεις κηδομένας τῶν συμφερόντων τῆς Ἑλλάδος, καὶ ἐπιδιωκούσας νὰ χωρίσωσι δύο ζητήματα διάφορα, παρατηροῦμεν Ὑπουργὸν τῆς Ἑλλάδος ἐπιμένοντα ἐν μεταγενεστέρῳ ἀκόμη ἐγγράφῳ εἰς τὴν συνένωσιν τῶν ζητημάτων τούτων, ἐπὶ βλάβῃ σημαντικωτάτῃ τῆς χώρας. Δὲν θέλω νὰ σᾶς ἀναγνώσω ἓν πρὸς ἓν πάντα τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα ἀναφέρουσι τοῦτο, καὶ τὰ ὁποῖα πιστοποιοῦσι τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ἐκφράζω. Ἀλλ’ ἐάν τις ἔχῃ δυσπιστίαν, ἂς λάβῃ ταῦτα, ἤτοι τὸ τεῦχος τῶν διπλωματικῶν ἐγγράφων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν, καὶ ἂς ἀναγνώσῃ. Φυσικὸν δὲ ἦτο, ὅτε εἶδον αὐτὴν ταύτην τὴν Ἑλλάδα διὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν προτείνουσαν τὸν ἔλεγχον, φυσικὸν ἦτο, λέγω, οἱ δανεισταὶ τῆς Ἑλλάδος, καὶ δὴ οἱ Γερμανοί, νὰ ἐντείνωσι πάσας τὰς προσπαθείας αὑτῶν, διὰ νὰ πείσωσι ν’ ἀναμιχθῇ εἰς τὸ ζήτημα καὶ αὐτὴ ἡ Κυβέρνησις ἡ Γερμανική· φυσικὸν ἦτο, ἡ Κυβέρνησις ἡ Γερμανική, προστατεύουσα τὰ συμφέροντα τῶν ὑπηκόων αὑτῆς, νὰ ἐπιμείνῃ, ἵνα μὴ ἡ εἰρήνη κανονισθῇ, ἂν μὴ συγχρόνως κανονισθῶσι καὶ τὰ παλαιὰ χρέη...

§38Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Γνωρίζετε ποῖα εἶναι τὰ παλαιὰ χρέη;

§39Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Εἶναι πασίγνωστα τὰ παλαιὰ χρέη.

§40Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Ποῖα εἶναι τὰ παλαιὰ χρέη;

§41Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Τὰ ἀναφερόμενα εἰς τὸν συμβιβασμὸν τὸν τελεσθέντα, καὶ δυνάμει τοῦ ὁποίου ἐπεβλήθη ὁ ἔλεγχος. Ἐδῶ βλέπετε, ὅτι διὰ τῶν ἐγγράφων αὐτῶν ἀποδεικνύεται τοῦτο, ὅτι αἱ μὲν ἄλλαι Κυβερνήσεις εἶχον ὑπ’ ὄψιν διαπραγματεύσεις, ἵνα ἐξευρεθῇ δάνειον πρὸς πληρωμὴν τῆς ἀποζημιώσεως τῆς πολεμικῆς καὶ ἅμα τῇ ἐξευρέσει τοῦ δανείου ἐκείνου ἡ εἰρήνη νὰ κλεισθῇ· ἐνῷ δὲ αἱ διαπραγματεύσεις ἐπὶ τῇ βάσει ταύτῃ διεξήγοντο, ἀφοῦ καθωρίσθησαν ὅλα τὰ ζητήματα τῆς διαρρυθμίσεως τῶν ὅρων, ἀφοῦ καθωρίσθησαν τὰ ἄλλα ζητήματα, τὰ ἀφορῶντα τὰ προνόμια (les capitulations), ἔμενε τὸ ζήτημα τῆς ἐξευρέσεως τοῦ δανείου διὰ τὴν πληρωμὴν τῆς ἀποζημιώσεως τῆς πολεμικῆς, δι’ ὃ ἐζητοῦντο ἐγγυήσεις· ἀλλ’ ἐνῷ διεπραγματεύοντο αἱ μεγάλαι Δυνάμεις τὴν ἐξεύρεσιν τοῦ δανείου τούτου, προέβαλεν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς χώρας κ. Σκουλούδης κατὰ τὴν ἐποχὴν, καθ’ ἣν ὑμεῖς ἦσθε Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως (ἀποτείνεται πρὸς τὸν κ. Δ. Ράλλην)...

§42ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Δὲν τὸ προέβαλε.

§43Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Βεβαίως τὸ προέβαλε, ἀλλὰ τὸ προέβαλε, διότι ἐπρόκειτο ἀκριβῶς περὶ τῆς ἐπιβολῆς τοῦ κλοιοῦ, ὁ ὁποῖος ἐπεβλήθη. Θαυμάζω δὲ, ὅτι δὲν ἐννοεῖτε, ὅτι αὐτὸ τὸ ἔγγραφον ἔχει ἕνα σκοπόν, νὰ ἀποτρέψῃ τὸν κίνδυνον, ὅστις ἐπέκειτο ἤδη ἐπὶ τῆς κεφαλῆς ἡμῶν. Ὁ σκοπὸς δὲ ἦτο αὐτός· πῶς ν’ ἀποφύγωμεν τὸν διεθνῆ ἔλεγχον, ὅστις τελικῶς ἐπῆλθε. Καὶ ὅτε ἐλέγομεν περὶ παλαιῶν χρεῶν, ἐπρόκειτο νὰ ἱκανοποιήσωμεν τὰς ἀπαιτήσεις τῆς Γερμανίας, καὶ χάριν τῆς Γερμανίας ἐπεβλήθη ἡμῖν ὁ ἔλεγχος. Ἀλλὰ βεβαίως σεῖς δὲν εἶσθε εἰς θέσιν νὰ ἐννοήσητε, ἀποσπῶν ἐκ τῆς σειρᾶς του, τὸ ἔγγραφον ἐκεῖνο.

§44Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Βεβαίως ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς καὶ Πρωθυπουργὸς κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ἐπωφελεῖται τοῦ μεγάλου κύρους, τὸ ὁποῖον ἔχει, ἀπέναντι ἐμοῦ, τοῦ νεαροῦ πολιτευτοῦ, καὶ ἦλθεν ἐνταῦθα, καὶ ὁμιλεῖ καθ’ ὃν τρόπον ὁμιλεῖ, χωρὶς νὰ προσάγῃ καὶ τὰς ἀποδείξεις ἐκείνας, αἱ ὁποῖαι εἶναι ἀναγκαῖαι, ἵνα διαφωτίσῃ καὶ ἐμὲ καὶ τὴν Βουλήν, ἐὰν ἡ Γερμανία εἶχε προηγουμένως ὑποβάλει τοιαύτας προτάσεις. Ἴσως ὑμεῖς ἔχετε τὰ ἔγγραφα ἐν τοῖς ἀρχείοις τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου.

§45Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Τόσον τὰς εἶχεν ὑποβάλει τὰς προτάσεις, ὥστε ἠναγκάσθη τότε ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ν’ ἀποστείλῃ ἀπεσταλμένον ἔκτακτον διὰ νὰ προλάβῃ ἀκριβῶς τὴν ἐπιβουλὴν τοῦ ἐλέγχου. Καὶ κατὰ τὴν ἐποχὴν, καθ’ ἣν εὑρίσκετο ὁ ἀπεσταλμένος ἐκεῖ, ἀπεστάλη συγχρόνως καὶ ἡ ἐγκύκλιος αὕτη, ὡς τὰ προηγούμενα ἔγγραφα ἀποδεικνύουσι.

§46Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Ἀλλ’ ἀκριβῶς τοῦτο λέγω ἐγὼ, ὅτι τὸ ζήτημα τοῦτο δὲν ἔχει διασαφηνισθῆ οὕτως, ὥστε νὰ πιστεύωμεν, ὅτι ὄντως δὲν ἀνήκει ἡ πρωτοβουλία εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Ἑλλάδος.

§47Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἀφήσατε αὐτά. Ἐξακολουθήσατε τὰ περὶ τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας.

§48Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Ἔχομεν λοιπὸν τὰς συνεπείας τῶν ἀφρόνων ἐκείνων πράξεων τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας, ἔχομεν τὴν ἐλάττωσιν τῆς ἐδαφικῆς ἐκτάσεως τῆς χώρας, ἔχομεν τὸν ἔλεγχον τὸν ἐπιβληθέντα, ἔχομεν τὴν ἐπιβάρυνσιν τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε μετὰ δύο ἀκόμη ἔτη θὰ ἐπανέλθωμεν εἰς τὸ ποσὸν τῶν ὑποχρεώσεων, τὰς ὁποίας τὸ Κράτος εἶχε καὶ πρὸ τῆς πτωχεύσεως. Τὰς πράξεις αὐτὰς, τὰς συνεπείας δηλαδὴ αὐτὰς δύναταί τις, λογικῶς κρίνων, ν’ ἀποδώσῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὴν τότε, καὶ νὰ μὴ ἀποδώσῃ εἰς τὸν ἐξεγερθέντα πατριωτισμὸν τῆς τότε Ἀντιπολιτεύσεως καὶ εἰς τὸ ὑποδακυλισθὲν μένος τὸ πολεμικὸν, τὸ ὁποῖον ἐξήγειρεν ἡ Ἐθνικὴ Ἑταιρεία παρὰ τῷ λαῷ. Εἶμαι ὑποχρεωμένος ν’ ἀνακοινώσω εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι ὁ ἐκ Ζακύνθου ἀξιότιμος συνάδελφος, ἀφηγούμενος τὰ κατὰ τὴν Ἑταιρείαν τὴν Ἐθνικὴν, καὶ προσπαθῶν ν’ ἀποδείξῃ, ὅτι αὕτη οὐδαμῶς ἀνεμιγνύετο εἰς τὰ ἐσωτερικὰ, οὐδὲ τὴν Κυβέρνησιν τὴν τότε ἐπεδίωκε νὰ ἐπηρεάζῃ, εἶμαι ὑποχρεωμένος, λέγω, νὰ ἀναιρέσω ἀνακριβείας τινὰς, ἀναφερομένας εἰς τὴν δρᾶσιν τῆς Ἑταιρείας ταύτης ἐν τῷ Δικηγορικῷ Συλλόγῳ Ἀθηνῶν, περὶ τοῦ ὁποίου ἐποιήσατο λόγον...

§49Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Τί ἐνδιαφέρει τὴν Βουλὴν αὐτὸ τὸ ζήτημα, παρακαλῶ;

§50Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Πρόκειται περὶ πράξεως, ἡ ὁποία περικλείει τὰς ἐνεργείας τὰς συστηματικὰς, εἰς τὰς ὁποίας κατεγίνετο τότε ἡ Ἐθνικὴ Ἑταιρεία. Εἶχον συνέλθει οἱ δικηγόροι τῶν Ἀθηνῶν ἐν τῇ αἰθούσῃ τοῦ Δικηγορικοῦ Συλλόγου κατὰ τὴν 8ην Φεβρουαρίου, καὶ ἐκεῖ τὸ θέμα ἦτο τὸ ἑξῆς: συμφέρει νὰ ἐργασθῶσι πρὸς κατεύνασιν τοῦ πνεύματος τοῦ λαοῦ, καὶ νὰ γείνῃ ἀποδεκτὴ ἡ τότε προτεινομένη λύσις τοῦ Κρητικοῦ ζητήματος διὰ τῆς Ἡγεμονίας; ἢ ἔπρεπε νὰ ἐπιμείνωμεν καὶ παροτρύνωμεν τὸν λαὸν πρὸς πόλεμον; Ἐγένετο συζήτησις, ἥτις διήρκεσεν ὑπὲρ τὰς δύο ὥρας, καὶ μετ’ αὐτὴν κατὰ πλειονοψηφίαν ἀπεφασίσθη νὰ συνταχθῶσι ψηφίσματα, διὰ τῶν ὁποίων παρωτρύνετο ὁ λαὸς νὰ ἡσυχάσῃ, διότι ἡ πλειονοψηφία ἀπεδέχθη, ὅτι ἡ προσωρινὴ ἐκείνη λύσις ἦτο προτιμοτέρα ἑνὸς πολέμου. Ἐν ᾧ δὲ συνετάσσοντο ὑπὸ τοῦ γραμματέως τοῦ Συλλόγου τὰ ψηφίσματα, ἰδοὺ ἐμφανίζεται ὁ κύριος Στεφάνου, καὶ σταματᾷ τὴν σύνταξιν τοῦ ψηφίσματος. Ἡ πρᾶξις αὕτη ἀποδεικνύει τὴν ἐπίμονον ἐνέργειαν, τὴν ὁποίαν κατέβαλλεν, ὅπως ἐξωθήσῃ τὴν Κυβέρνησιν εἰς πόλεμον, καὶ ἀνεκοίνωσε τὰ δῆθεν λεχθέντα, ἴσως καὶ θετικῶς λεχθέντα, ὑπὸ τῆς Α. Μ. τοῦ Βασιλέως πρὸς πρέσβυν Μεγάλης Δυνάμεως. Καὶ ἐνθυμοῦμαι, ὁποῖος ἐνθουσιασμὸς τότε ἠγέρθη...

§51Α. ΡΙΚΑΚΗΣ. Καὶ τί δικαίωμα εἶχον οἱ δικηγόροι νὰ ἀναμιχθῶσιν εἰς τοιαῦτα πράγματα;

§52Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Ἦτο ἀντιποίησις τῶν δικαιωμάτων τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας· διότι ταῦτα τὰ δικαιώματα εἶχε συγκεντρώσει τὸ ἀόρατον Διοικητικὸν Συμβούλιον (ἱλαρότης ἐν τῇ δεξιᾷ), κατὰ τὴν γνώμην, ὡς φαίνεται, τοῦ κυρίου Βουλευτοῦ ἐκ Πατρῶν.

§53Α. ΡΙΚΑΚΗΣ. Μὲ ποῖον δικαίωμα σεῖς οἱ ὁρατοὶ δικηγόροι συνήρχεσθε ὑπὸ τὴν ἐνέργειαν ἀοράτου δυνάμεως;

§54Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Εἴχομεν τὸ δικαίωμα ἐκ τοῦ Συντάγματος νὰ ἐκφέρωμεν γνώμην. Τοιοῦτον δικαίωμα ἔχει καὶ ὁ λαός. Οὕτω, κύριοι Βουλευταί, ἀπεδείχθη, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη ἔπραξε καὶ μετὰ πατριωτισμοῦ καὶ μετὰ δυνάμεως τὸ καθῆκόν της, μέχρι τῆς κηρύξεως τοῦ πολέμου, καὶ ὅτι, ἂν ἐξωθήθη, ἐξωθήθη ἀπὸ ἐκείνην τὴν δύναμιν, τὴν ὁποίαν ἡ πτέρυξ αὕτη (δεικνύει τὴν δεξιὰν) ὑπέθαλπε καὶ ἐνίσχυεν. Ἀπεδείχθη, ὅτι, ἂν ἠτυχήσαμεν ἐν τῷ πολέμῳ, ἠτυχήσαμεν ἐκ τῆς μεγάλης σπουδῆς, τὴν ὁποίαν πάντοτε δεικνύει τὸ κόμμα ἐκεῖνο πρὸς κατάληψιν τῆς ἀρχῆς. Δὲν δύνασθε ν’ ἀρνηθῆτε, ὅτι ἡ ἀόρατος δύναμις ἀπέρρεεν ἐκ τῶν σπλάγχνων ὑμῶν, δὲν δύνασθε ν’ ἀρνηθῆτε ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐβεβαίωσε χθὲς ὁ ἐκ Ζακύνθου συνάδελφος, ὅτι αὐτὸς ἦτο ἡ ἀόρατος δύναμις. Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνον κατὰ τοὺς χρόνους ἐκείνους, κατὰ τοὺς ὁποίους, ἀντιπολιτευόμενοι ὄντες, τὰ πάντα μετήλθετε πρὸς ἀνατροπὴν τῆς Κυβερνήσεως· καὶ εἰς προηγουμένας ἐποχὰς τοῦτ’ αὐτὸ ἐπράξατε, δι’ ἄλλων ὁδῶν καὶ δι’ ἄλλων μέσων· οὕτω καὶ τὸ 1886 ἐπράξατε, διὰ νὰ ἀνατρέψητε τὴν Κυβέρνησιν· τὸ αὐτὸ καὶ κατὰ τὸ 1891· καὶ εἰς τὸ μέλλον ἴσως θὰ μᾶς ἐκπλήξητε διὰ τὴν ἐφεύρεσιν νέων μέσων, διὰ τῶν ὁποίων θὰ ἐπιδιώξητε τὴν ἀνατροπὴν μελλουσῶν καὶ παρουσῶν ἴσως Κυβερνήσεων. Ἀναφέρουσιν ἔτι καὶ λέγουσι: «παρεσύρθη ἡ Κυβέρνησις πρὸς πόλεμον· ἀλλὰ διατὶ δὲν ἦτο ἕτοιμος ὁ στρατός;» Κύριοι, τὸ ζήτημα εἶναι τῷ ὄντι ἄξιον ἐρεύνης, καὶ ἡ ἔρευνα εἶναι εὐχερεστάτη. Ὀργάνωσις τοῦ στρατοῦ τῆς χώρας οὐδέποτε ἐπετελέσθη· δύναμαι νὰ εἴπω, ὅτι οὐδὲ ἀπόπειρα ἐγένετο· ἀλλὰ τίς ὁ ὑπαίτιος; Ἡ πτέρυξ αὕτη ἢ ἐκείνη; ἡ πτέρυξ ἐκείνη (ἡ τῆς πλειονοψηφίας) διώκησε τὰ τῆς χώρας ἐπὶ 15 καὶ πλέον ἔτη, διεχειρίσθη ἓν δισεκατομμύριον καὶ ἑπτακόσια ἑκατομμύρια, ἅπερ καὶ ἐδαπάνησεν. Ἡ πτέρυξ ἐκείνη διὰ τῆς καταβαραθρώσεως τοῦ κολοσσιαίου τούτου ποσοῦ περιήγαγε τὴν χώραν εἰς τὴν χρεωκοπίαν καὶ εἰς πόλεμον ἀτυχῆ, καὶ ἀπεγύμνωσε τὸ Κράτος πάσης δυνάμεως οἰκονομικῆς πρὸς ὀργάνωσιν τοῦ στρατοῦ. Τί δὲ διεχειρίσθη ἡ πτέρυξ αὕτη; (ἡ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως)· διώκησε τὴν χώραν ἐπὶ 5½ ἔτη, καὶ διεχειρίσθη περὶ τὰ 450 ἑκατομμύρια μόνον· καὶ ἤλθετε χθὲς καὶ εἴχετε τὴν ἀξίωσιν, ὁ ἡγέτης τῆς μειονοψηφίας νὰ ἔχῃ παρεσκευασμένην τὴν χώραν, νὰ ἔχῃ τὰς στρατιωτικὰς δυνάμεις συμπεπληρωμένας, οὕτως ὥστε ν’ ἀντιμετωπίσῃ νικηφόρως τὴν Τουρκίαν! καὶ ἀπεδώκατε τὴν εὐθύνην εἰς αὐτὸν, καὶ εἴπετε ὅτι, «ἀφοῦ δὲν ὑπήρξατε ἱκανοὶ ν’ ἀντιπαρατάξητε στρατιωτικὰς δυνάμεις, διὰ τῶν ὁποίων ἠθέλατε ἐξασφαλίσει τὴν νίκην, ἀπέλθετε εἰς Μοναστήριον!» Ἀλλ’ ἡ χώρα πρέπει νὰ κρίνῃ μεταξὺ ἐκείνων καὶ τούτων· πρέπει νὰ μάθῃ τὴν ἀλήθειαν πλήρη καὶ τελείαν· πρέπει νὰ μάθῃ, ὅτι ὁ ὀβολός, τὸν ὁποῖον δίδει ὁ πολίτης, δέον νὰ χρησιμεύῃ καὶ διὰ τὴν στρατιωτικὴν καὶ τὴν ναυτικὴν ὀργάνωσιν τῆς χώρας καὶ διὰ τὰ μέσα τῆς ἀμύνης, πρὸς διεκδίκησιν τῶν ἐθνικῶν δικαίων· ἀλλὰ τὸν ὀβολὸν τοῦτον ἡ πτέρυξ αὕτη (ἡ τῆς πλειονοψηφίας) κατεσπατάλησεν... (ἱλαρότης ἐν τῇ δεξιᾷ). Βεβαίως δὲν περιέμενα νὰ ἐπικροτήσῃ ἡ πτέρυξ αὕτη εἰς τὰ λεγόμενα, τὰ ὁποῖα εἶναι ἀναμφισβήτητα, ἀποδεικνυόμενα ἐκ τῶν Προϋπολογισμῶν περιέμενε τοὺς γέλωτας, οὓς ἠκούσατε· ἀλλ’ αὐτοὶ οἱ γέλωτες μοὶ ἐμποιοῦσι βαθυτάτην ὀδύνην, διότι ἀποδεικνύουσιν, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἡ συναίσθησις τοῦ καθήκοντος πρὸς τὴν πατρίδα, πρὸς τὸν λαόν· καὶ ἂν ὁ λαὸς δὲν φωτισθῇ καὶ δὲν ἐννοήσῃ τὸ μέγα κακόν, τὸ ὁποῖον προσγίνεται, βεβαίως ἡ πτέρυξ αὕτη δὲν εἶναι ἐκείνη, ἡ ὁποία θὰ διασώσῃ τὸ μέλλον τοῦ ἔθνους· ἡ πτέρυξ αὕτη, ἐμφορουμένη ἀπὸ τὸ πνεῦμα, τὸ ὁποῖον ἀποτελεῖ τὴν βάσιν τῆς διοικήσεως τοῦ κόμματος, θὰ ὠθῇ ἀπὸ καταστροφῆς εἰς καταστροφὴν τὴν χώραν! Μίαν ἐλπίδα ἔχω, ὅτι ὁ λαός, κατανοῶν ποῦ ἄγεται, θὰ ἐξεγερθῇ σύσσωμος, καὶ θ’ ἀπελευθερώσῃ τὴν χώραν ἀπὸ πνεύματος κυβερνητικοῦ τόσον ὀλεθρίου, ἢ καὶ ἡ Θεία Πρόνοια θὰ σώσῃ τὴν Ἑλλάδα ἀπὸ τὴν πολιτικὴν τὴν οἰκονομικὴν καὶ τὴν ἐξωτερικὴν τῆς πτέρυγος ταύτης (δεικνύει τὴν δεξιὰν), ἐκ τῆς ὁποίας οὐδεὶς ἐχέφρων Ἕλλην ἔχει νὰ περιμένῃ ποτέ τι.

§55ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Γουναράκης ἔχει τὸν λόγον.

§56Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Εὐχαριστῶ, Κύριοι, τοὺς συναδέλφους ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἐν ἀπουσίᾳ μου προσέδωκαν τὴν ἔννοιαν εἰς τοὺς λόγους μου, τὴν ὁποίαν εἶχον οὗτοι, ὅτε προχθὲς κατὰ τὴν ἀγόρευσίν του διέκοψα τὸν ἀξιότιμον ἐκ Ζακύνθου Βουλευτήν. Ἐὰν τότε εἶχε τὴν καλωσύνην ὁ ἀξιότιμος ἐκ Ζακύνθου συνάδελφος νὰ δεχθῇ τὴν ζητηθεῖσαν παρ’ ἐμοῦ διακοπήν, βεβαίως δὲν θὰ εἶχον ἀνάγκην νὰ λάβω σήμερον τὸν λόγον. Λαμβάνω δὲ τὸν λόγον, οὐχὶ διότι θέλω νὰ εἰσέλθω εἰς τὰ τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας, ἢ εἰς τὰ τῶν εὐθυνῶν τοῦ πολέμου — διότι ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, ὅτι δι’ ἐμὲ πάντα ταῦτα ἀποτελοῦσιν ἱστορίαν, ἱστορίαν, περὶ ἧς ἔχω τὴν γνώμην μου, γνώμην τὴν ὁποίαν ἐκ τῆς ἐνεστώσης πολιτικῆς καταστάσεως δὲν μορφώνω. — Ἐν τούτοις, ἀφοῦ ἤρξατο περὶ τούτου συζήτησις, ἔτεινα τὸ οὖς, ὅπως, ὡς πολίτης, ἀκροασθῶ τῆς ἱστορίας, ἡ ὁποία ἐκτυλίσσεται, καὶ ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, ὅτι πολὺ προσέσχον εἰς τὴν χαρίεσσαν ὁμιλίαν τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Ζακύνθου Βουλευτοῦ, καὶ παρηκολούθουν αὐτήν, ὅπως συμπληρώσω τὰς γνώσεις μου ἐπὶ τῶν γενομένων. Ἀλλὰ μόλις ἔφθασεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Ζακύνθου Βουλευτὴς εἰς ἕν σημεῖον τῆς ἀγορεύσεως αὐτοῦ, εἰς τὸ ὁποῖον ἐγὼ προσωπικῶς εἶχον τὰ στοιχεῖα νὰ ἐλέγξω τὴν ἀκρίβειαν τῶν λόγων του, εἶδον ὅτι τὸ γεγονὸς ἐκεῖνο, περὶ οὗ ὡμίλησεν, ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ νὰ τῷ εἴπω, δὲν ἦτο ἀκριβές. Ἀλλ’ ἐνῷ δὲν ἦτο ἀκριβές, εἶχε καὶ πολλὴν τὴν σημασίαν διὰ τὴν βάσιν τῆς ἀγορεύσεως αὐτοῦ. Ὑπάρχει ἰδέα, κύριοι Βουλευταί, ὅτι ὁ λαὸς ἦτο ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος οἰστρηλατήθη καὶ ἐπέβαλε διὰ τῶν συλλαλητηρίων τὴν γνώμην αὐτοῦ πρὸς πόλεμον. Ἀλλ’ ἡ ἱστορία τῶν συλλαλητηρίων, εἰς τὰ ὁποῖα ἀποδίδεται τοῦτο, ἔχει ὡς ἑξῆς. Ὅτε προεκλήθησαν ἐν Εὐρώπῃ συλλαλητήρια, καὶ ὡρισμένως ἐν Βιέννῃ ὑπὸ τῶν φοιτητῶν, ἐν μιᾷ τῶν συνεδριάσεων τοῦ Πρωτοδικείου Ἀθηνῶν, παρόντων 500 δικηγόρων, συνάδελφοί τινες μὲ παρεκάλεσαν, ὅπως ἀνεύρωμεν τρόπον τινά, ἵνα συγκροτήσωμεν συλλαλητήριον διὰ τῆς πρωτοβουλίας τῶν δικηγόρων. Εἶπον εἰς αὐτούς, ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται, προκειμένου περὶ ἐξωτερικῶν ζητημάτων, νὰ λαμβάνηται πρωτοβουλία, καὶ μάλιστα ὑπὸ σώματος δικηγορικοῦ. Ἀλλ’ ὑπῆρχεν ἀφορμὴ νὰ γείνῃ τὸ συλλαλητήριον, καὶ εἶπον εἰς αὐτούς, ὅτι δυνάμεθα νὰ συνεννοηθῶμεν, νὰ μεταβῶμεν εἰς τοὺς Στύλους τοῦ Ὀλυμπίου Διὸς, καὶ πρὸς μόνον τὸν ὡρισμένον σκοπόν, τὸν ὁποῖον θὰ καθιστῶμεν γνωστόν, τὸν σκοπὸν δηλαδὴ τῆς ἐκφράσεως εὐγνωμοσύνης τοῦ λαοῦ πρὸς τοὺς λαοὺς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι συνεκρότουν συλλαλητήρια ὑπὲρ τῆς ἐθνικῆς ἡμῶν ὑποθέσεως, ἀλλὰ καὶ ὅπως παροτρύνωμεν τοὺς λαοὺς ἐκείνους νὰ προβῶσι καὶ εἰς ἄλλας ἐνεργείας ὑπὲρ ἡμῶν. Καὶ πράγματι, ἀναβὰς ἐπὶ τὴν ἕδραν τοῦ Δικαστηρίου, εἶπον ταῦτα εἰς τὸν Δικηγορικὸν Σύλλογον· ἐνθυμοῦμαι δὲ καὶ τὰς φράσεις, ἃς εἶπον: «Εἰς τοιαῦτα ζητήματα πρέπει νὰ μένῃ ἐλευθέρα ἡ Κυβέρνησις, ὅπως κανονίσῃ αὐτὴ ἐν γνώσει πάντων τῶν στοιχείων καὶ ὑπ’ εὐθύνην αὐτῆς τὸ ζήτημα τὸ ἐθνικόν». Τὸ Δικηγορικὸν Σῶμα ἀπεδέχθη τὴν ἔννοιαν τῶν λόγων μου, καὶ ἀπεφάσισε τὸν σκοπὸν τῆς συγκροτήσεως τοῦ συλλαλητηρίου, σκοπὸν ὡρισμένον, πρὸς ἐκδήλωσιν εὐγνωμοσύνης. Ἀνετέθη δὲ εἰς ἐμὲ, — ταῦτα εἶναι δημόσια πράγματα — ὅπως συγκροτήσω ἐπιτροπὴν ἐκ τῶν πρεσβυτέρων δικηγόρων. Ἦτο ἡ ὥρα τετάρτη μετὰ μεσημβρίαν· μετέβην εἰς τὸν Δικηγορικὸν Σύλλογον, ὅστις εἶχε τότε ἴδιον οἴκημα, καὶ ἐν σπουδῇ συνεκροτήσαμεν μίαν ἐπιτροπὴν ἐκ 15 δικηγόρων. Συνεζητοῦμεν λοιπὸν ἐκεῖ, περὶ τὴν 6 ἢ 7 ὥραν, τὸν τρόπον, καθ’ ὃν ἤθελον ἀγγελθῆ πρὸς τὸν λαὸν τὸ συλλαλητήριον καὶ ὁ σκοπὸς τοῦ συλλαλητηρίου, ὅτε ἀσθμαίνοντες προσέρχονται ἐν τῷ μέσῳ τῆς συζητήσεως ὁ ἀξιότιμος ἐκ Ζακύνθου Βουλευτὴς καὶ ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος (δικηγόρος) κύριος Ἔσλιν...

§57Δ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Μετὰ μεσημβρίαν.

§58Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Τὴν ἑβδόμην... Κύριοι Βουλευταὶ, πρόκειται περὶ μνήμης, ἀλλ’ ἐνθυμοῦμαι τὰ γεγονότα ἐκεῖνα, διότι ἀφορῶσιν ἐμὲ προσωπικῶς καὶ διότι τὰ ἐνήργησα ἐγώ. Ὁμιλῶ ὡς συνέβησαν τὰ πράγματα... Εἶπεν ὁ κύριος Στεφάνου — δὲν ἐνθυμοῦμαι — ἢ ὁ κ. Ἔσλιν, ὅτι πρέπει νὰ γείνῃ τὸ συλλαλητήριον, — ὄχι, ὡς ἔλεγεν ἐνταῦθα, νὰ ἐμποδισθῇ τὸ συλλαλητήριον, ὄχι! — Πρέπει, ἔλεγε, νὰ γείνῃ τὸ συλλαλητήριον... Τὴν ἑπομένην ἡμέραν, κύριε Στεφάνου, ἴσως νὰ μὴ εἴχετε τὴν ὁμοίαν γνώμην... Ἐγὼ ἀντέτεινα νὰ γείνῃ τὸ συλλαλητήριον, διότι προσετίθετο νέος σκοπός. Ἔλεγον πρὸς ἡμᾶς οἱ κ. κ. Στεφάνου καὶ Ἔσλιν: «νὰ γείνῃ τὸ συλλαλητήριον, νὰ ἦναι μέγα, καὶ νὰ μεταβῶμεν ὑπὸ τὰ Ἀνάκτορα, ἵνα ἐνισχύσωμεν τὴν θέλησιν τοῦ Βασιλέως διὰ τὸ ἐθνικὸν ζήτημα. Αὕτη, ἔλεγον, εἶναι ἡ θέλησις τοῦ Βασιλέως.» Πρὸ τοιαύτης γνώμης, τὴν ὁποίαν ἐξεδήλουν οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι, εἶπον ἐγώ: «Ἀπορῶ, πῶς κατὰ τοιοῦτον τρόπον ἐκδηλοῦται ἡ θέλησις τοῦ Βασιλέως!» Ἀλλ’ ὅλοι οἱ συνάδελφοί μου ἔμειναν σύμφωνοι μὲ τοὺς ἀξιοτίμους δύο συναδέλφους, οἱ ὁποῖοι προέτειναν ταῦτα. Εἶπον τότε εἰς αὐτούς: «Εἶναι ἀδύνατον νὰ μεταβληθῇ ὁ σκοπὸς τοῦ συλλαλητηρίου, διότι ἐγὼ ἔλαβον τὴν ἐντολὴν, ὅπως ὀργανώσωμεν αὐτὸ πρὸς τὸν σκοπὸν ἐκεῖνον.» Τότε ὑπεδηλώθη, ὅτι εἶχον δίκαιον, καὶ ὅτι, ἂν διεκόπτομεν τὴν συζήτησιν μέχρι τῆς ἐνάτης ὥρας, θὰ ἐπειθόμην ἐν τῷ μεταξὺ τοῦ χρόνου, ὅτι αὐτὴ ἦτο πράγματι ἡ θέλησις τοῦ Ἡγεμόνος. Πράγματι τὴν 8–8½ ὥραν ἐγένετο μία ἀνακοίνωσις ἐν ἐφημερίδι, — νομίζω διὰ τῆς «Ἐφημερίδος»...

§59Α. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τοῦ Ρούκη.

§60Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. .. καὶ ἐνῷ ἐξηρχόμην τοῦ οἴκου μου, ἤκουσα ὅλα τὰ στόματα ν’ ἀναγγέλλωσιν ἀπόφασιν ἡγεμονικὴν, ὅτι ὁ Βασιλεὺς εἶπεν, ὅτι θὰ τεθῇ ἐπὶ κεφαλῆς 300 χιλιάδων Ἑλλήνων. Ἀπὸ τῆς στιγμῆς ἐκείνης, Κύριοι, δὲν ὑπῆρχε πλέον ἀνάγκη ἐνεργείας. Ὁ λαὸς κατέστη φρενήρης! Οὐδέποτε θέλησις Ἡγεμόνος ἐν τῷ κόσμῳ εἶχε τοιαύτην ἐπίδρασιν, ὥστε νὰ συγκινήσῃ καὶ νὰ συγκλονήσῃ ὅλον τὸν λαὸν τῆς Ἑλλάδος, ὅλον τὸν Ἑλληνισμόν! Ἐφαντάζετο ὁ Ἑλληνισμὸς τότε, ὅτι ἐπέστη ἡ στιγμὴ τῆς χρησιμοποιήσεως τῆς Βασιλείας πρὸς διεκδίκησιν τῶν δικαιωμάτων τοῦ Ἑλληνισμοῦ. Ἕνεκα τοῦ λόγου τούτου ἦτο ἀδύνατον πλέον ἡμεῖς νὰ ἐνεργήσωμεν πρὸς καταστολὴν, ἐὰν ἠθέλομεν. Ὁρμητικοὶ πλέον προσήρχοντο ἀφ’ ἑσπέρας ὅμιλοι ἀνθρώπων, λέγοντες, ὅτι διενήργουν συλλαλητήριον, καὶ τότε εἶπον: «πρὸ τοιαύτης θελήσεως εἴμεθα ὑπόχρεοι νὰ ὑποκύψωμεν, καὶ νὰ σεβασθῶμεν τὴν θέλησιν τοῦ Ἡγεμόνος». Καὶ πράγματι ἀπεφασίσθη νὰ διενεργηθῇ τὸ συλλαλητήριον, ἀλλ’ ἐπισημότερον, καὶ διὰ τοῦτο μετέβημεν καὶ εἰς τὰς Συντεχνίας, καὶ διωργανώθη, ὡς διωργανώθη, τὸ συλλαλητήριον. Μάλιστα προκειμένου νὰ γείνῃ τὸ ψήφισμα, ὅπερ ἐπρόκειτο νὰ ἐπιδοθῇ εἰς τὸν Βασιλέα, ἐγένοντο καὶ ἀνεπτύχθησαν πολλαὶ γνῶμαι, κατετέθησαν καὶ κείμενα ὡρισμένα. Εἰς οὐδὲν δὲ τῶν κειμένων, τὰ ὁποῖα κατετέθησαν, ἵνα ἐπιδοθῶσι τῷ Βασιλεῖ, εἶδον νὰ ὑπάρχῃ ἡ λέξις Κυβέρνησις. Ὁ λαὸς ἀπετείνετο πρὸς τὸν Ἡγεμόνα, τὸν ἀνεύθυνον. Τότε παρετήρησα εἰς τὸν κ. Ἔσλιν, ὅτι νομίζω καθῆκον λαοῦ κοινοβουλευτικῶς κυβερνωμένου, ὅταν ἐπιδίδῃ ψήφισμα εἰς τὸν Βασιλέα, νὰ δεικνύῃ καὶ τὰς πεποιθήσεις αὑτοῦ ἐπὶ τὸ πολίτευμά του. «Εἶναι ἀδύνατον, εἶπον, νὰ ὑπογράψω τοιοῦτον ψήφισμα, ἢ νὰ συναινέσω ἐγὼ, ἐὰν δὲν προσθέσητε τὴν λέξιν Κυβέρνησις». Καὶ προσετέθη, καὶ ἔγεινε τὸ συλλαλητήριον, καὶ ἐπεδόθη ὅπου ἐπεδόθη τὸ ψήφισμα.

§61Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ποία ἡμέρα ἦτο;

§62Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Κυριακή.

§63Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Μηνός;

§64Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Δὲν ἐνθυμοῦμαι. Ἀλλ’ εἶναι γνωστὸν τοῦτο. Ἴσως ὁ ἀξιότιμος ἐκ Ζακύνθου συνάδελφος συγχέει τὸ ἑξῆς. Ἂν δὲν ἀπατῶμαι, τὴν ἑσπέραν τοῦ συλλαλητηρίου ἐκείνου ἐλήφθη ἡ εἴδησις τοῦ βομβαρδισμοῦ ἐν Κρήτῃ...

§65Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Τὴν ἐπιοῦσαν τοῦ συλλαλητηρίου ἐλήφθη ἡ εἴδησις τοῦ βομβαρδισμοῦ.

§66Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Τὴν πρωΐαν ἴσως.

§67Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ναί.

§68Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. .. Καὶ διὰ τοῦτο τὴν ἐπιοῦσαν ἡμέραν, κατὰ τὴν μεσημβρίαν, γνωρίζετε τὴν κατάπληξιν, ἡ ὁποία κατέλαβε πάντας ἡμᾶς. Τὴν μεσημβρίαν μετέβημεν εἰς τὸν Δικηγορικὸν Σύλλογον, καὶ ἐκεῖ σκεφθέντες, 5 ἢ 10, ἐν οἷς καὶ ὁ κ. ἐκ Μεγαρίδος συνάδελφος, εἴπομεν: «Τάχα, ἂν ὁ Βασιλεὺς ζητῇ ἐνίσχυσιν ἐκ τοῦ λαοῦ, ἡμεῖς, διότι ἐπῆλθε τὸ γεγονὸς τοῦτο, δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ συγκροτήσωμεν νέον συλλαλητήριον διὰ νὰ μεταδώσωμεν τὴν ἐνίσχυσιν ταύτην παρὰ τῷ Βασιλεῖ;» Καὶ οὕτως ἐγένετο· καὶ ἐπηκολούθησε τὸ δεύτερον συλλαλητήριον. Τότε δὲν ἐνθυμοῦμαι νὰ ἦλθεν, ὅπως τὸ ἐμποδίσῃ, ὁ κ. Στεφάνου, καὶ ἐξήλθομεν εἰς τὴν ὁδὸν μόνον 5· μέχρις ὅτου δὲ φθάσωμεν εἰς τὴν πλατεῖαν τῆς Ὁμονοίας, εἴχομεν 50,000 λαοῦ ὄπισθεν ἡμῶν, καὶ κατελήξαμεν εἰς τὰ Ἀνάκτορα. Τὴν ἐπιοῦσαν διεφημίσθη, ὅτι ὁ Βασιλεὺς δὲν εἶδε τὸ δεύτερον τοῦτο συλλαλητήριον εὐχαρίστως...

§69Ξ. ΚΥΡΙΑΖΗΣ. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι οἱ πέντε δικηγόροι εὗρον ἐν τῷ Χρηματιστηρίῳ 500 πολίτας, μεθ’ ὧν ἐνήργησαν τὸ συλλαλητήριον.

§70Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. .. Ἀπὸ τῆς στιγμῆς ἐκείνης οὐδὲν κίνημα ἐγένετο παρὰ τῷ λαῷ. Ὁ λαὸς ἠγέρθη προκληθείς· ὁ λαὸς ἐσιώπησε, σεβασθεὶς τὴν θέλησιν τοῦ Ἡγεμόνος του. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἱστορία τῶν δύο μεγάλων συλλαλητηρίων.

§71ΔΙΟΝ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Κύριοι Βουλευταὶ, τὸ ζήτημα τοῦ συλλαλητηρίου ἐνεσφηνώθη εἰς τὴν προχθεσινὴν ἀγόρευσίν μου οὐχὶ ἐκ τῆς ἐμῆς πρωτοβουλίας. Ἐγὼ ὡς ἐπιχείρημα ἐπεκαλέσθην τὴν ἀπάντησιν τοῦ Βασιλέως εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τοῦ συλλαλητηρίου, ἵνα ἀποδείξω, ὅτι καὶ ἡ γλῶσσα, τὴν ὁποίαν ἐτήρει κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ὁ Ἡγεμὼν, ἦτο σύμφωνος πρὸς τὴν τῆς Κυβερνήσεως καὶ τοῦ κοινοῦ, τουτέστιν, ὅτι αὕτη ἐνεθάρρυνε πρὸς τὸν πόλεμον. Αὐτὸ καὶ μόνον τὸ γεγονὸς ἐπεκαλέσθην ἐγὼ ἐν τῇ ἀγορεύσει μου. Διεκόπην ὅμως ἀπὸ τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον ἐξ Ἀττικῆς, θελήσαντα νὰ μ’ ἐρωτήσῃ, καὶ νὰ ζητήσῃ ἐξηγήσεις περὶ τοῦ συλλαλητηρίου. Ὁμολογῶ, Κύριοι, ὅτι δὲν ἐνθυμοῦμαι ὅλας τὰς λεπτομερείας, τὰς ὁποίας ὁ κ. ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς πρὸ μικροῦ ἀνέπτυξεν εἰς τὴν Βουλήν, καὶ δὲν ἐννοῶ καὶ ποίαν σημασίαν ἔχουσιν αὐτὰ τὰ ἱστορικὰ γεγονότα· διότι ἐδῶ δὲν γράφομεν ἱστορίαν, ἐδῶ δὲν κάμνομεν διαλέξεις. Τὸ ὅτι ὁ Δικηγορικὸς Σύλλογος συνεδρίαζε πρὸς τοιοῦτον σκοπὸν, τὸ εἶχον μάθει, ἀλλ’ οὔτε ἐν τῷ Δικαστηρίῳ ἐγὼ εὑρέθην, ὅτε ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς συνάδελφος προέτεινεν, ἢ μᾶλλον ἐξεῦρε μετὰ τῶν ἐκεῖ συνελθόντων τὸν τρόπον καὶ τὸν σκοπὸν τοῦ συλλαλητηρίου, οὔτε τῆς ἐπιτροπῆς ἐκείνης μετέσχον· ὑποθέτω δὲ, ὅτι ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος συγχέει τὴν παρουσίαν τοῦ κυρίου Ἔσλιν κατὰ τὴν μεταμεσημβρίαν τῆς ἡμέρας ἐκείνης, τοῦ Σαββάτου, πρὸς τὴν ἐμὴν, διότι ἐγὼ μετὰ μεσημβρίαν εἰς τὸ κατάστημα τοῦ Δικηγορικοῦ Συλλόγου δὲν μετέβην, μετέβην μόνον μετὰ τὴν δεκάτην, ὅτε ὁ μακαρίτης Μελᾶς προσεκάλεσεν ἡμᾶς μετ’ ἄλλων—μεταξὺ τῶν ὁποίων μόνον ἐνθυμοῦμαι τὸν ἀξιότιμον ἐξ Ἐπιδαύρου Λιμηρᾶς συνάδελφον καὶ τὸν κ. Ἔσλιν — διὰ νὰ μᾶς ἀνακοινώσῃ αὐτὸ, καὶ τότε ἐγὼ μετέβην εἰς τὸν Δικηγορικὸν Σύλλογον· δὲν ἤθελον μάλιστα νὰ μεταβῶ, ἀλλ’ ὁ κ. Ἔσλιν μὲ παρώρμησε καὶ μετέβημεν ἐκεῖ, καὶ ἠκούσαμεν αὐτὰ, τὰ ὁποῖα συνεζητοῦντο καὶ περὶ τῶν ὁποίων εἶπεν ἡμῖν πρὸ ὀλίγου ὁ κ. συνάδελφος. Ἀπόδειξις δὲ, ὅτι ἐγίνετο σκέψις περὶ συλλαλητηρίου οὐχὶ κατὰ τὸν τρόπον, καθ’ ὃν ὑπέδειξεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, ὁ ὁποῖος, πολὺ πιθανὸν τοιαύτην τινὰ ἰδέαν νὰ εἶχεν ἐν τῷ νῷ καὶ τοιαύτην τινὰ ἰδέαν νὰ ἀνέπτυξεν, ἀλλ’ εἶναι βέβαιον, Κύριοι, ὅτι συγχρόνως μετὰ τοῦ Δικηγορικοῦ Συλλόγου, ὀλίγον παρακάτω, συνεδρίαζε καὶ ἡ Ἑταιρεία ὁ «Ἑλληνισμὸς», ἡ ὁποία εἶχε συγκαλέσει ὅλους τοὺς προέδρους τῶν Συντεχνιῶν, καὶ μετέβημεν ἐκεῖ μετὰ τοῦ κυρίου Ἔσλιν, καὶ ἀφοῦ ἠκούσαμεν, καὶ ἀφοῦ προσεπαθήσαμεν νὰ τοὺς μεταπείσωμεν, ὅτι ἦτο περιττὸν τὸ συλλαλητήριον...

§72Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Ὄχι, ὄχι! δι’ ὄνομα Θεοῦ! πλανᾶσθε!

§73Δ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Τέλος πάντων ἠμπορεῖ νὰ ἀπατῶμαι.

§74Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Βεβαίως πλανᾶσθε. Ὁ κύριος Ἀναστασόπουλος ἦτο παρὼν, ὁ κύριος Τσᾶτσος ἦτο παρών.

§75Δ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Καὶ τὴν συζήτησιν περὶ προσθήκης εἰς τὸ ψήφισμα τῆς λέξεως, τῆς ἰδέας «τῆς Κυβερνήσεως», τὴν ὑπεστήριξα καὶ ἐγὼ, τοῦ κυρίου Ἔσλιν διαφωνήσαντος μόνον ἐπὶ μικρὸν, ἀλλὰ μὴ ἐπιμείναντος.

§76Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐξακολουθοῦσιν ἔτι νὰ ποιῶνται μνείαν τοῦ Βασιλικοῦ ὀνόματος, καὶ νὰ ἀποδίδωσιν εἰς τὸν Βασιλέα λέξεις καὶ ἐννοίας, τὰς ὁποίας δὲν πρέπει νὰ ἀποδίδωσιν εἰς τὴν Α. Μεγαλειότητα. Ἐὰν αἱ λέξεις καὶ αἱ ἔννοιαι, αἱ ὁποῖαι ἀναφέρονται ὅτι ἐλέχθησαν ὑπὸ τοῦ Βασιλέως, εἶχον λεχθῆ, ἡ εὐθύνη ἤθελε βαρύνει τοὺς Ὑπουργοὺς, οἵτινες θὰ ἐξελαμβάνοντο ὡς γνωμοδοτήσαντες ἢ συναινέσαντες τοιούτους νὰ εἴπῃ ὁ Βασιλεὺς λόγους. Ἡμεῖς, οἱ τότε Ὑπουργοὶ, ἐγνωρίζομεν, ὅτι εἴχομεν καθῆκον νὰ προβάλωμεν ἡμᾶς αὐτοὺς πρὸ τοῦ Ἡγεμόνος, ὡς ἡ ἀσπὶς περικαλύπτει τὸ στῆθος τοῦ μαχητοῦ· ἀλλ’ ἐγὼ βεβαιῶ, ὅτι ἡμεῖς ἠγνοοῦμεν παντάπασιν, ὅτι ὁ Βασιλεὺς ἐξήνεγκεν αὐτὴν τὴν γνώμην, διότι οὐδέποτε ἠκούσαμεν, ὅτι ὁ Βασιλεὺς προετίθετο νὰ τεθῇ ἐπὶ κεφαλῆς τριακοσίων χιλιάδων Ἑλλήνων. Ἀλλ’ οὔτε ἦτο δυνατόν ποτε ἡ Α. Μεγαλειότης νὰ εἴπῃ λόγια τοιαῦτα, διότι γνωστὸν ἦτο, ὅτι εἶναι ἀδύνατον νὰ στρατευθῶσι τριακόσιαι χιλιάδες Ἑλλήνων. Καὶ πάντες ὑμεῖς, οἵτινες κατοικεῖτε ἐν τῇ χώρᾳ, πολῖται Ἕλληνες, οἱ ὁποῖοι γνωρίζετε τὴν κατάστασιν τῆς Ἑλλάδος καὶ ποῖα τὰ μέσα, τὰ ὁποῖα ὑπάρχουσιν ἐν τῇ χώρᾳ, σεῖς ὅλοι δὲν δύνασθε νὰ ἔχητε ἄλλην γνώμην, καὶ εἶσθε πεπεισμένοι, ὅτι ἦτο ἀδύνατον νὰ πραγματοποιηθῇ τοιαύτη γνώμη καὶ τοιαύτη μελέτη. Πῶς ἤθελον στρατευθῆ τριακόσιαι χιλιάδες Ἑλλήνων; Διὰ ποίων ὅπλων, διὰ τίνων ἱματίων, διὰ τίνων ὑλικῶν πολέμου ἠθέλατε παρασκευάσει αὐτούς; Καὶ ἄν αἱ 300 αὗται χιλιάδες Ἑλλήνων συνεκαλοῦντο ἐν Ἀθήναις, καὶ οὐδὲν εὕρισκον τῶν ἀναγκαιούντων, ὅπως ἀπέλθωσιν εἰς τὸν πόλεμον, τί ἔμελλε νὰ συμβῇ ἐν Ἀθήναις; Τοιαῦτα μὴ σοβαρὰ λόγια διέδιδον οἱ τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας, ὅτι τάχα εἶπεν ὁ Βασιλεὺς, ἵνα περιβάλωσι διὰ τοῦ Βασιλικοῦ κύρους τὰς ἄφρονας ἐπαγγελίας των! Δὲν γνωρίζουσιν ὅτι πρέπει νὰ εὐλαβῶνται τὸ ὄνομα τοῦ Ἡγεμόνος, ἵνα μὴ θίγωσιν οὕτω τὴν Βασιλικὴν αἴγλην. (Εὖγε! εὖγε!).

§77ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ ὑπάρχοντος ἄλλου ἐγγεγραμμένου, κηρύσσεται ἡ συζήτησις περατωμένη...

§78ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι! ὄχι! κύριε Πρόεδρε.

§79Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Ἐὰν δὲν ὑπάρχῃ ἄλλος, κύριε Πρόεδρε, εἶμαι ἐγὼ νὰ ὁμιλήσω.

§80ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁμιλήσατε.

§81Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Ὅτε, κύριοι Βουλευταί, ἀπὸ τῆς πρώτης Συνόδου τῆς Βουλευτικῆς ταύτης Περιόδου ἐπέμενον, φωνάζων ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης, ὅτι καθῆκον πρώτιστον τῆς Βουλῆς εἶναι νὰ ἐξετάσῃ τὰ γεγονότα τὰ πρὸ τοῦ πολέμου καὶ κατὰ τὸν πόλεμον, βεβαίως δὲν ἐνόουν ποτέ, ὅτι ἀρκεῖ ἡ ἐξέτασις μόνον τῶν αἰτίων καὶ τῶν ἀφορμῶν αὐτοῦ, διότι ἐκ τῆς ἐξετάσεως τούτων μόνων δὲν πρόκειται νὰ προέλθῃ τὸ καλὸν, τὸ ὁποῖον προσεδόκων καὶ προσδοκῶ διὰ τῆς ἀποκαλύψεως τῆς ἀληθείας. Ἐζήτουν νὰ ἐξετασθῇ καὶ ν’ ἀποκαλυφθῇ, ὄχι μόνον πῶς προεκλήθη ὁ πόλεμος, ἀλλὰ κυρίως, πῶς ὁ πόλεμος οὗτος παρεσκευάσθη καὶ πῶς διεξήχθη. Διότι δὲν πρέπει νὰ λησμονῶμεν, ὅτι ἀμέσως μετὰ τὰ ἀτυχήματα τοῦ πολέμου γενικὴ πεποίθησις ἐσχηματίσθη ἀνὰ σύμπαντα τὸν κόσμον, ὅτι ὁ πόλεμος οὗτος διεξήχθη κατὰ τρόπον, ὁ ὁποῖος δὲν ἀπέχει πολὺ τῆς προδοσίας! Διεδόθη καὶ ἐπιστεύθη, ὅτι ὑπῆρξε πρόθεσις πρὸς ἀποτυχίαν, πᾶσαι δὲ αἱ πράξεις τῶν διοικησάντων πράγματι τὸν πόλεμον αὐτόν, ἐξεταζόμεναι καλῶς, πείθουσιν, ὅτι πρὸς πᾶν ἄλλο ἢ πρὸς ἐπιτυχίαν πολεμικὴν εἰργάζοντο οὗτοι καθ’ ὅλην τὴν διάρκειαν τοῦ πολέμου. Ἐκ μιᾶς λοιπὸν εὐρείας συζητήσεως περὶ τῶν ζητημάτων τούτων θὰ μάθῃ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς, ἐὰν τὸ ἔθνος ἠδύνατο νὰ προπαρασκευασθῇ καὶ νὰ διεξαγάγῃ τὸν πόλεμον ἄλλως ἢ ὅπως τὸν διεξήγαγε, καὶ διατὶ δὲν τὸ ἔπραξε, καὶ θὰ διδαχθῇ, τί πρέπει νὰ πράξῃ ἐν τῷ μέλλοντι. Πάντες γινώσκομεν, ὁποῖαι προσπάθειαι καταβάλλονται ἔκτοτε, ἵνα μετατοπισθῶσιν αἱ εὐθῦναι ἐκεῖ, ὅπου δὲν ὑπῆρχον, καὶ διὰ τὴν μετατόπισιν τούτων δύναταί τις νὰ εἴπῃ, ὅτι, ὡς ὑπὸ κοινοῦ συμφέροντος κινούμενοι, συνειργάσθησαν πάντες οἱ ὑπαίτιοι, ἀνεύθυνοι καὶ ὑπεύθυνοι, ὅπως ἐξεύρωσι τρίτον, ἐπὶ τοῦ ὁποίου νὰ ἐπιρρίψωσι τὴν εὐθύνην, καὶ ἐνόμισαν, ὅτι τὸν τρίτον τοῦτον εὗρον ἐν τῇ Ἐθνικῇ Ἑταιρείᾳ, καθ’ ἧς, τῇ συνεργασίᾳ καὶ μεγάλης μερίδος τοῦ τύπου, ὁρμηθέντος ἐκ τῆς ἰδέας, ὅτι ἦτο ἀνάγκη νὰ διαφυλαχθῇ τὸ γόητρον τῶν ἀνωτάτων ἐξουσιῶν τοῦ Κράτους πρὸς ἀποσόβησιν ἐσωτερικῶν κινδύνων, ἐπέτυχον νὰ ἐξεγερθῇ κατὰ μέγα μέρος ἡ κοινὴ γνώμη, καὶ τὴν ὁποίαν (Ἐθνικὴν Ἑταιρείαν) ἐπίστευσαν ὅτι οὕτω κατέστησαν ἀνίκανον νὰ ἀμυνθῇ. Καίτοι ὅμως ἡ Ἐθνικὴ Ἑταιρεία ἠδύνατο νὰ ἀμυνθῇ ἐρρωμένως καὶ ἀποτελεσματικῶς κατὰ τῶν ἀποδιδομένων αὐτῇ συκοφαντιῶν, ἐπὶ γεγονότων στηριζομένη, καὶ νὰ καθορίσῃ τὰς εὐθύνας ἐκεῖ, ὅπου πράγματι ὑπῆρχον, ἐξ ἄκρας φιλοπατρίας ἐσίγησε τότε, καὶ ἠνέχθη τὰς συκοφαντίας τῶν πράγματι ὑπαιτίων τῆς καταστροφῆς, καὶ τὴν ἐκ τούτων κατακραυγήν, ἀφίνουσα εἰς τὴν ἱστορίαν νὰ ὁμιλήσῃ καὶ νὰ ἀποδώσῃ τὸ προσῆκον ἑκάστῳ. Πιστεύω, ὅτι μετὰ τὰς εὐφραδεῖς ἀγορεύσεις τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων, τοῦ ἐκ Ζακύνθου καὶ τοῦ ἐξ Ἑρμιονίδος, οἵτινες, ἐπὶ γεγονότων στηριζόμενοι, ἀπέδειξαν, ὅτι ἡ Ἐθνικὴ Ἑταιρεία δὲν εἶναι ἐκείνη, ἡ ὁποία ἤγαγε τὸ ἔθνος εἰς τὸν ἀτυχῆ πόλεμον, ἐπείσθησαν πάντες, ὅτι ἡ δρᾶσις αὐτῆς πρὸ τοῦ πολέμου ὑπῆρξε τοιαύτη, ὥστε καὶ εὐγνωμοσύνη ὀφείλεται εἰς αὐτὴν διὰ τὴν ἀναζωπύρωσιν τοῦ ἐθνικοῦ φρονήματος, τὸ ὁποῖον πρὸ αὐτῆς διετέλει ἐν νάρκῃ, ἔν τε τῇ ἐλευθέρᾳ καὶ ἐν τῇ ἀλυτρώτῳ Ἑλλάδι. Ἐν τούτοις δὲν κρίνω ἄσκοπον νὰ λάβω καὶ ἐγὼ τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν ζητήματος. Τοὺς πολιτικοὺς ἄνδρας τῆς χώρας, οἵτινες κατηνάλωσαν ὁλόκληρον τὸν βίον αὑτῶν εἰς ἐξυπηρέτησιν τῶν ἐθνικῶν συμφερόντων, βεβαίως τιμῶ καὶ σέβομαι, ἀλλὰ τοῦτο οὐδόλως μὲ ἀποτρέπει ἀπὸ τὸ καθῆκον, τὸ ὁποῖον ἔχω, καὶ ὡς πολίτης, ἀλλὰ κυρίως ὡς ἀντιπρόσωπος τοῦ ἔθνους, νὰ ἐλέγξω τὰς πράξεις αὐτῶν, καὶ νὰ εἴπω δημοσίᾳ καὶ ἀπεριφράστως τὴν περὶ αὐτῶν γνώμην μου, προκειμένου μάλιστα περὶ καταστροφῆς, τῆς ὁποίας τὰς συνεπείας τίς οἶδεν ἐπὶ πόσα μακρὰ ἔτη θὰ ὑφίσταται τὸ ἀτυχὲς ἑλληνικὸν ἔθνος...

§82Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Ἡ Ἐθνικὴ Ἑταιρεία κατεδικάσθη ὑφ’ ὁλοκλήρου τοῦ ἔθνους, καὶ δὲν ἐπιτρέπεται ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου νὰ τὴν ὑπερασπίζησθε.

§83Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Νομίζετε ὑμεῖς τοῦτο, ἀλλ’ ἐγὼ λέγω, ὅτι ὄχι μόνον δὲν κατεδικάσθη ὑφ’ ὁλοκλήρου τοῦ ἔθνους, ἀλλὰ καὶ τιμᾶται ἐν τῇ συνειδήσει αὐτοῦ, ὡς ἐκπληρώσασα τὸ πρὸς τὴν πατρίδα καθῆκον κάλλιον παντὸς ἄλλου· κατεδικάσθη δὲ ὑπ’ ἐκείνων μόνον, οἵτινες ἐπιπολαίως ἄφησαν νὰ πλανηθῶσιν ὑπὸ τῶν ἐχόντων συμφέρον νὰ ἐπιρρίψωσιν ἐπ’ αὐτῆς τὰς ἰδίας εὐθύνας. Ἀπατᾶσθε λοιπόν, πιστεύοντες τὸ ἐναντίον. Ἡ Ἐθνικὴ Ἑταιρεία ἐξυπηρέτησεν ὡς ἄριστα τὰ συμφέροντα τοῦ ἔθνους πρὸ τοῦ πολέμου· ἐὰν δὲ μετὰ ταῦτα ἐπῆλθον τὰ γεγονότα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἤγαγον ἡμᾶς εἰς τὸν ἀτυχῆ αὐτὸν πόλεμον, δὲν εὐθύνεται διὰ τοῦτο αὐτή, τῆς ὁποίας σκοπὸς οὐδεὶς ἄλλος ἦτο ἢ ἡ ἀναζωπύρησις τοῦ ἐθνικοῦ φρονήματος ἐκεῖ, ὅπου ἡ ἀδράνεια τῆς ἐπισήμου Ἑλλάδος εἶχεν ἀποκοιμίσει τελείως αὐτό, ἐνσπείρασα τὴν ἀπογοήτευσιν. Μὴ λησμονεῖτε, ὅτι καὶ πρὸ τοῦ 1896 αἱ αὐταὶ συμμορίαι, αἱ ὁποῖαι καὶ σήμερον ἔχουν κατακλύσει τὴν Μακεδονίαν, ἐλυμαίνοντο τὸν ἐκεῖ Ἑλληνισμόν. Τότε οἱ ἄνδρες, οἱ ὁποῖοι ἀπετέλεσαν τὸν πυρῆνα τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας, βλέποντες ὅτι τὸ ἐπίσημον Κράτος ἠρκεῖτο μόνον εἰς ἀτόνους καὶ ἄνευ ἀποτελέσματος διαμαρτυρίας, καὶ εἰς κενοὺς λόγους περὶ στρατιωτικῆς ἀναδιοργανώσεως καὶ παρασκευῆς, χωρὶς οὐδέποτε ὅμως νὰ προβαίνῃ εἰς αὐτάς, ἐσκέφθησαν ὅτι, μέχρις ὅτου οἱ ἁρμόδιοι συνετισθῶσι καὶ μεριμνήσωσιν ἀληθῶς περὶ τῆς στρατιωτικῆς παρασκευῆς τοῦ Κράτους, δὲν πρέπει νὰ ἀφεθῇ ὁ ἐν Μακεδονίᾳ Ἑλληνισμὸς εἰς τὴν διάκρισιν τῶν ἐχθρῶν αὐτοῦ, ἀλλ’ ὅτι πρέπει νὰ ληφθῇ παρ’ ἄλλων πρόνοια, ὅπως συγκρατηθῇ τοὐλάχιστον τὸ κλονούμενον φρόνημα τοῦ κινδυνεύοντος Ἑλληνισμοῦ. Ἡ σκέψις αὕτη ἤγαγε τοὺς ὀλίγους αὐτούς, ἀλλὰ μεγάλους πατριώτας, εἰς τὴν ἀπόφασιν τῆς ἱδρύσεως τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας, τὴν ὁποίαν τολμᾶτε σήμερον νὰ καταδικάζητε, ἐπιρρίπτοντες εἰς αὐτὴν τὴν εὐθύνην ἄλλων διὰ τὰ ἀτυχῆ ἀποτελέσματα τοῦ πολέμου, τὰ ὁποῖα ὅμως ἠδύναντο νὰ ἦναι εὐτυχῆ, ἐὰν ἄλλως διεξήγετο οὗτος. Σκοπὸς τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας ἦτο «ἡ ἀναζωπύρησις τοῦ ἐθνικοῦ φρονήματος, ἡ ἐπαγρύπνησις ἐπὶ τῶν συμφερόντων τῶν ὑποδούλων Ἑλλήνων καὶ ἡ προπαρασκευὴ πρὸς ἀπελευθέρωσιν αὐτῶν ἀντὶ πάσης θυσίας»· καὶ τὸν σκοπὸν τοῦτον ἐξεπλήρου ἀπαρεγκλίτως ἀφ’ ἧς τὸ πρῶτον συνέστη...

§84ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Εἶναι 8 ἡ ὥρα, κύριε Πρόεδρε· νὰ διακόψωμεν.

§85ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις μέχρι τῆς 9½ ὥρας. (Γίνεται διακοπὴ ὥρᾳ 8 μ. μ. Ἐπαναλαμβάνεται δὲ ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 10 καὶ 10′ μ. μ.).

§86ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ συνεδρίασις. Ὁ κύριος Φικιώρης θὰ ἐξακολουθήσῃ τὴν ἀγόρευσίν του.

§87Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Ἔλεγον πρὸ ὀλίγου, κύριοι Βουλευταὶ, ὅτι προσπάθειαι μετὰ τὰ ἀτυχήματα τοῦ πολέμου κατεβλήθησαν παρὰ πάντων ἐκείνων, οἵτινες συνησθάνοντο εὐθύνην διὰ ταῦτα, ὅπως μετατοπίσωσι τὰς εὐθύνας ἀφ’ ἑαυτῶν καὶ ἐπιρρίψωσιν αὐτὰς ἐπὶ τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας, ἡ ὁποία, ὡς ἠθικὸν πρόσωπον, ἐνόμιζον ὅτι δὲν ἠδύνατο νὰ ὑπεραμυνθῇ. Ἀλλ’ ἐξετάσωμεν, ὁποῖον ἦτο τὸ ἠθικὸν τοῦτο πρόσωπον, ὅπερ ἐνόμισαν, ὅτι εὗρον πρόχειρον, ἵνα φορτωθῇ τὰς ἁμαρτίας πάντων τῶν ἐπισήμων, ὑπευθύνων καὶ ἀνευθύνων, πῶς τοῦτο συνέστη, ἐκ τίνων ἀπετελέσθη, τίς ὁ σκοπός του, καὶ τίς ἡ δρᾶσίς του. Εἷς κατώτερος ἀξιωματικός, εἰς ἄκρον φιλόπατρις, ἐσκέφθη ὅτι δὲν εἶναι καιρὸς πλέον νὰ περιμένωμεν ἀπὸ τὸ ἐπίσημον Κράτος, τὸ ὁποῖον ἐπὶ μακρὰν σειρὰν ἐτῶν ἀρκεῖται νὰ λέγῃ μόνον, ὅτι ἔχομεν ἀνάγκην στρατιωτικῆς παρασκευῆς τῆς χώρας, καὶ οὐδέποτε ἐργάζεται ἀληθῶς πρὸς τοιαύτην παρασκευὴν, ἐγκαταλεῖπον τοὺς ἐν Μακεδονίᾳ ὑποδούλους Ἕλληνας οὐχὶ πλέον ὑπὸ τὸν ζυγὸν τοῦ κατακτητοῦ καὶ κυριάρχου καὶ δεσπότου αὐτῶν, ἀλλ’ ὑπὸ τὸ φάσγανον τῶν ἀγρίων ὀρδῶν ἄλλων λαῶν, οἱ ὁποῖοι διὰ τοῦ τρόμου καὶ τῶν δολοφονιῶν τῶν ἐξεχόντων Ἑλλήνων τῆς ἑλληνικωτάτης Μακεδονίας θέλουσι νὰ δημιουργήσωσιν ἐν αὐτῇ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα δὲν ἔχουσιν, ἀλλ’ ὅτι ὀφείλομεν νὰ ἐργασθῶμεν καὶ ἀνεξαρτήτως αὐτοῦ ὑπὲρ τῶν ἐν τῇ ἀλυτρώτῳ Ἑλλάδι δικαιωμάτων τοῦ Ἑλληνισμοῦ. Τὴν σκέψιν ταύτην, διστάζων ἐν ἀρχῇ περὶ τῆς ἐπιτυχίας τοῦ ἔργου, ἕνεκα τῆς φαινομενικῆς ἐρημίας πατριωτικῶν αἰσθημάτων — λέγω φαινομενικῆς ἐρημίας, διότι δὲν πιστεύω ποτὲ ὅτι ἐξέλιπον, οὐδ’ ὅτι θὰ ἐκλίπωσιν ἀπὸ τὰς καρδίας τῶν Ἑλλήνων τὰ πατριωτικὰ αἰσθήματα, ἀλλ’ ὅτι εὑρίσκονται ἐν καταστάσει νάρκης, ἥτις ὀφείλεται εἰς τὴν ἀκηδίαν τοῦ ἐπισήμου Κράτους, — τὴν σκέψιν ταύτην ὁ φιλόπατρις ἀξιωματικὸς ἀνεκοίνωσε καὶ εἰς 14 ἄλλους συναδέλφους του, κατωτέρους ἐπίσης ἀξιωματικούς, καὶ μετ’ αὐτῶν συναπεφάσισε τὴν ἵδρυσιν τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας, καὶ αὐτοὶ ἀπήρτισαν τὸν πυρῆνα αὐτῆς. Εἰς τὴν ἵδρυσιν λοιπὸν αὐτῆς, δὲν εἶναι ἀληθές, ὅτι ἤγαγε τοὺς φιλοτίμους καὶ φιλοπάτριδας τούτους ἀξιωματικοὺς ἡ ἀπελπισία περὶ τοῦ μέλλοντος αὐτῶν, ὡς λίαν ἐπιμέμπτως ἠθέλησάν τινες νὰ ἀποδώσωσιν εἰς αὐτούς, ἀλλ’ ἁγνή, ἁγνοτάτη φιλοπατρία· ὁμολογῶ δ’ ὅτι μετὰ ψυχικῆς ὀδύνης ἤκουσα τὴν τοιαύτην μομφήν, ἐκφερομένην ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης, κατ’ ἀνδρῶν, οἱ ὁποῖοι ὑπὸ τόσῳ εὐγενῶν καὶ πατριωτικῶν αἰσθημάτων ἀπέδειξαν ὅτι ἐμφοροῦνται. Ταῦτα ἐγένοντο ἐν ἔτει 1894, μέχρι δὲ τοῦ Σεπτεμβρίου τοῦ ἔτους 1895 ἡ Ἐθνικὴ Ἑταιρεία ἀπηρτίζετο μόνον ἀπὸ 60 περίπου ἄνδρας, πάντας ἀξιωματικοὺς τοῦ στρατοῦ. Κατὰ τὰ ἔτη ἐκεῖνα, ἐπειδὴ οἱ ἀξιωματικοί, ἕνεκα τοῦ μικροῦ ἀριθμοῦ στρατιωτῶν, ἔμενον σχεδὸν ἄνευ ἐργασίας, σηπόμενοι ἐν τῇ ἀργίᾳ, ἐδόθη ἀφορμὴ εἴς τινας δημοσιογράφους, ἐπιπολαίως ἐξετάζοντας τὰ πράγματα, νὰ ἐπιρρίψωσι τὴν εὐθύνην τῆς τοιαύτης καταστάσεως τοῦ στρατοῦ εἰς τούτους, δι’ ἄρθρων δριμυτάτων ἐπιτιθέμενοι κατ’ αὐτῶν ὡς ἀργομίσθων, ὡς μισθοδοτουμένων ἄνευ ἐργασίας, ἵνα ἐπιδεικνύωνται σύροντες τὰ ξίφη των ἐν ταῖς ὁδοῖς καὶ ἐν ταῖς πλατείαις. Ἀδικωτέρα μομφὴ δὲν ἠδύνατο νὰ ὑπάρξῃ κατὰ τῶν φιλοτίμων Ἑλλήνων ἀξιωματικῶν, οἱ ὁποῖοι αὐτοὶ πλέον παντὸς ἄλλου ᾐσθάνοντο ἐν τῇ εὐγενεῖ ψυχῇ των βαθύτατον πόνον, διότι ἡ Πολιτεία δὲν τοῖς παρεῖχε τὰ μέσα, ἵνα ἐργασθῶσιν, ἐκπληροῦντες τὸν προορισμόν των, ἀλλ’ ἄφινεν αὐτοὺς νὰ σήπωνται ἐν τῇ ἀργίᾳ, δι’ ἔλλειψιν στρατιωτῶν. Ἡ μομφὴ αὕτη συνετέλεσε καὶ αὐτὴ ὄχι ὀλίγον εἰς τὴν ἀπόφασιν τῶν φιλοτίμων ἀξιωματικῶν, ἵνα ἐργασθῶσι μετὰ μείζονος ζήλου πρὸς ἐπιτυχίαν τοῦ σκοποῦ τῆς Ἑταιρείας. Ἐν τούτῳ τῷ μεταξὺ αἱ ἐν Μακεδονίᾳ φρικαλέαι κακουργίαι τῶν Βουλγάρων κατὰ τῶν Ἑλλήνων ἤρξαντο νὰ ἐξεγείρωσι τὴν κοινὴν γνώμην καὶ τὸ ἐθνικὸν φρόνημα ἐν Ἑλλάδι, καὶ τὰ γεγονότα ἐπήρχοντο ῥαγδαίως. Τότε ἐκρίθη σκόπιμον ὑπὸ τῶν μελῶν τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας, οἱ ὁποῖοι πάντες, ὡς προεῖπον, ἦσαν κατώτεροι ἀξιωματικοί, ν’ ἀνακοινώσωσι τὰς ἰδέας αὐτῶν καὶ εἰς ἀνωτέρους ἀξιωματικοὺς καὶ εἰς πολίτας, καὶ νὰ συμπεριλάβωσιν ἐν τῇ Ἑταιρείᾳ καὶ ἐξ αὐτῶν τοὺς μᾶλλον ἐπιλέκτους. Καὶ ὄντως περιελήφθη ἐν αὐτῇ πᾶν ὅ,τι ἐκλεκτὸν ἐν ταῖς τάξεσι καὶ τῶν ἀξιωματικῶν καὶ τῶν πολιτῶν ὑπῆρχε, καὶ οὕτω κατώρθωσαν νὰ ἐμπνεύσωσι τὴν πίστιν καὶ τὴν πεποίθησιν εἰς τὸ σωματεῖον αὐτῶν τῶν ἐκλεκτοτέρων μελῶν τῆς κοινωνίας καὶ ἐν τῇ πρωτευούσῃ καὶ ἐν ταῖς ἐπαρχίαις καὶ ἐν τῷ ἐξωτερικῷ καὶ ἐν πάσαις ταῖς ἀλυτρώτοις Ἑλληνικαῖς χώραις. Ἡ ἐργασία τῆς οὕτω καταρτισθείσης καὶ ὀργανωθείσης Ἐθνικῆς Ἑταιρείας ἐστέφετο ὑπὸ ἐπιτυχίας, καὶ αἱ Βουλγαρικαὶ ὀρδαί, αἵτινες εἶχον ἐξαπλωθῆ εἰς τὴν Μακεδονίαν, διεκδικοῦσαι δικαιώματα ἐπ’ αὐτῆς, ἤρχισαν νὰ πτήσσωσι πρὸ τῆς ἐνεργείας τῶν ὑπὸ τῆς Ἑταιρείας ἀποστελλομένων ἐκεῖσε ἑλληνικῶν σωμάτων πρὸς ἄμυναν ὑπὲρ τῶν σφαζομένων Ἑλλήνων. Τὴν γνώμην ταύτην περὶ τῆς ἐπιτυχοῦς ἐργασίας τῆς Ἑταιρείας ἔγραψε καὶ ξένος συγγραφεύς, ὁ Victor Bérard, ἐν τῷ ἐκδοθέντι ἐν ἔτει 1897 συγγράμματι αὐτοῦ περὶ Μακεδονίας. Ἰδοὺ δὲ, τί οὗτος γράφει περὶ τῶν ἑλληνικῶν σωμάτων ἐν Μακεδονίᾳ (ἀναγινώσκει): «Βέβαιον εἶναι, ὅτι ὁ τουρκικὸς στρατὸς ὑπέστη ἀποτυχίας, ἐνίοτε δὲ καὶ ἀρκούντως σοβαράς· πολλαχοῦ οἱ χωρικοὶ ἐκλήθησαν ν’ ἀνορύξωσι λάκκους, ὅπου κρυφίως ἐτάφησαν οἱ νεκροί, καὶ κτήνη ἐζητήθησαν, ὅπως κομίσωσιν εἰς Μοναστήριον στρατιωτικὰς Τούρκων στολὰς καὶ ὅπλα...» Ἀκούσατε δὲ, τί γράφει παρακατιὼν περὶ τῶν ἐπιτευχθέντων ἀποτελεσμάτων ὑπὸ τῶν γενναίων ἐκείνων ἀνδρῶν (ἀναγινώσκει): «Ἐὰν ὁ μοναδικὸς σκοπὸς αὐτῶν ἦτο νὰ ἀνυψώσωσι τὸ γόητρον καὶ τὴν ἀγαθὴν τῆς Ἑλλάδος φήμην, ἐπέτυχον τελείως. Κατὰ τὸ προηγούμενον ἔτος αἱ Βουλγαρικαὶ συμμορίαι, αἵτινες εἶχον ὑπερβῆ τὰ σύνορα ἀπὸ τοῦ Ρίλου, κατὰ τὸ ἄλλο ἄκρον τῆς Μακεδονίας, ἐντὸς ἑβδομάδων τινῶν συνελήφθησαν, ὡς ὄρτυγες ἐν δικτύῳ. Κατὰ τὸ ἔτος τοῦτο (1896) αἱ 5 ἢ 6 αὗται ἑλληνικαὶ ὁμάδες ἐξ 60 μέχρις 80 ἀνδρῶν ἐξεῦρον τὸν τρόπον νὰ κατέχωσιν ἅπασαν τὴν μεταξὺ Πίνδου καὶ Ἀξιοῦ χώραν ἀπὸ τριῶν ἤδη μηνῶν. Πηδῶσαι ἀπὸ ὄρους εἰς ὄρος, ἀπὸ τοῦ Ὀλύμπου μέχρι Νερέτσης καὶ ἀπὸ Χασίων μέχρι Νίτσης, φαίνονται ὡς σκοπὸν τάξασαι τὴν περιφέρειαν Μοναστηρίου. Ἐσκόπουν ν’ ἀποκαταστήσωσι μεταξὺ τῆς πόλεως ταύτης καὶ τοῦ Ἑλληνισμοῦ τῆς Ρωμηωσύνης (Roumlouk), ἢ τοῦ Βασιλείου, τὴν ἀπό τινων ἐτῶν διακοπεῖσαν συνάφειαν διὰ τῆς ἐπιτυχίας τῆς Βουλγαρικῆς προπαγάνδας. Μετὰ τὴν ἐγκατάστασιν ἱερέων καὶ ἵδρυσιν Βουλγαρικῶν σχολείων ἐν Φλωρίνῃ, Καστορίᾳ, ἐν πᾶσι τοῖς χωρίοις κατὰ τὰ νότια τῆς πεδιάδος, τὸ Μοναστήριον καὶ οἱ ἐξελληνισθέντες Βλάχοι του ἦσαν ἐντελῶς ἀποκεκομμένοι καὶ σχεδὸν ἀπολωλότες ἐν τῷ μέσῳ τῶν Βουλγάρων.» Τοιοῦτοι ἦσαν οἱ ἄνδρες ἐκεῖνοι, οὓς ἡ Ἐθνικὴ Ἑταιρεία ἀπέστειλεν ἐκεῖ, καὶ ὑπὲρ ἀναπαύσεως τῆς ψυχῆς τῶν ὁποίων, ὑπὲρ πίστεως καὶ πατρίδος πεσόντων, γονυπετεῖς ἐδεήθημεν εἰς τὸν Ὕψιστον ἐν πανδήμοις μνημοσύνοις, τὰ ὁποῖα μετ’ ἀληθοῦς ψυχικῆς ὀδύνης ἤκουσα ἐνταῦθα ἐπικρινόμενα καὶ ἀποδοκιμαζόμενα. Βεβαίως ὁ Μπρούφας ἦτο μέγας πατριώτης καὶ ἥρως, ὅμοιος πρὸς ἐκείνους, οἵτινες κατὰ τὴν ἐπανάστασιν τοῦ 1821 ἠνδραγάθησαν καὶ ἐξετέλεσαν τὸ πρὸς τὴν πατρίδα καθῆκόν των, ἵνα ἀπελευθερώσωσιν ἡμᾶς. Βεβαίως ὁ Βερβέρας καὶ πάντες οἱ ἄλλοι, οἱ εἰς Μακεδονίαν δραμόντες πρὸς ὑπεράσπισιν τῶν σφαζομένων Ἑλλήνων καὶ τῶν δικαίων τοῦ Ἑλληνισμοῦ, καὶ ὑπὲρ αὐτῶν πεσόντες, ἦσαν μεγάλοι πατριῶται, ἄξιοι τῆς εὐγνωμοσύνης τοῦ ἔθνους. Εἰς οὐδένα ἐπιτρέπεται νὰ κατηγορήσῃ τοιούτους ἄνδρας ὡς ληστὰς, ἐφ’ ὅσον οὐδεμίαν ληστρικὴν ἢ ἁπλῶς κακὴν πρᾶξιν αὐτῶν ἔχει νὰ ἀναφέρῃ. Τὸ μόνον κακὸν, τὸ ὁποῖον ὁ κ. ἐκ Παξῶν συνάδελφος ἠθέλησε νὰ ἀποδώσῃ, ὅτι προῆλθεν ἀπὸ τὰς ἡρωϊκὰς ἐκείνων πράξεις, κατὰ τὴν ὁμολογίαν τοῦ Γάλλου συγγραφέως V. Berard, εἶναι, ὅτι δι’ αὐτῶν ἐξηγέρθη ὁ μουσουλμανικὸς ὄχλος καὶ ἡ τουρκικὴ ἐξουσία ἐναντίον τῶν ἐκεῖ Ἑλλήνων, οἵτινες ὑπέστησαν ζημίας καὶ ἀπεβλήθησαν ἀπὸ τῶν σιδηροδρομικῶν καὶ ἄλλων θέσεων. Ἀλλὰ ποῖον ἀγαθὸν δύναται νὰ προέλθῃ ἄνευ τοιούτων θυσιῶν παρὰ τῶν ὑποδούλων, τῶν ζητούντων τὴν ἐλευθερίαν των; Εἶναι ζημία, ἣν πρέπει νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν, ἐὰν δέκα ἢ εἴκοσιν ἢ καὶ ἑκατὸν ὑπέστησαν κακώσεις καὶ καταπιέσεις παρὰ τῆς Ὀθωμανικῆς ἀρχῆς, καὶ ἐὰν ἐξεβλήθησαν ἀπὸ τῶν θέσεών των 10 ἢ 20 ὑπάλληλοι τοῦ σιδηροδρόμου, τοῦ ὑπὸ τῆς Τουρκικῆς Κυβερνήσεως διευθυνομένου, ἀπέναντι τοῦ ἀγαθοῦ, ὅπερ προῆλθεν εἰς τὴν χώραν διὰ τῶν ἡρωϊκῶν τούτων πράξεων τῶν ὑπὸ τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας ἀποσταλέντων εἰς Μακεδονίαν σωμάτων; Μέμφονται τὴν Ἑταιρείαν διὰ τὴν μυστικότητα, μεθ’ ἧς εἰργάζετο. Ἀλλ’ ἦτο δυνατὸν ποτε νὰ ἐπιτύχῃ τοιοῦτον σκοπὸν, ἐργαζομένη φανερῶς; Εἶναι τάχα τόσον ἐπίμεμπτος ἡ μυστικότης, διὰ τῆς ὁποίας εἰργάζετο ἡ Ἑταιρεία, ὥστε νὰ ἀποδοθῶσιν εἰς αὐτὴν καταχθόνιοι σκοποί; Καὶ ποῖοι εἶναι οἱ σκοποὶ οὗτοι, τοὺς ὁποίους προβάλλουσι; Λέγουσιν, ὅτι ἤθελον νὰ ῥίψωσι τὴν Κυβέρνησιν! Ἀλλὰ ποῖα εἶναι τὰ πρόσωπα τῆς Ἑταιρείας ταύτης, τὰ ὁποῖα ἐπεδίωκον τοιούτους σκοπούς; Ἄς ἴδωμεν τὰ πρόσωπα τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου, — διότι πᾶσα ἐνέργεια τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας ἐξηρτᾶτο ἐκ τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου αὐτῆς, καὶ ἑπομένως, ἂν σκοπὸς αὐτῆς ἦτο ἡ μεταβολὴ τῆς Κυβερνήσεως, πᾶσα πρὸς τοῦτο ἐνέργεια θ’ ἀπέρρεεν ἀπὸ τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου. — Δὲν ἔχω δυσκολίαν νὰ ὀνομάσω τὰ μέλη τοῦ Συμβουλίου τούτου, τοσούτῳ μᾶλλον, καθόσον φρονῶ, ὅτι τιμὴ ὀφείλεται εἰς αὐτὰ καὶ εὐγνωμοσύνη δι’ ὅσα ἀγαθὰ ὑπὲρ τοῦ ἔθνους ἔπραξαν, ὡς μέλη τοῦ ἀνωτάτου Διοικητικοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας. Τοιαῦτα λοιπὸν ἦσαν: ἐκ τῶν τάξεων τοῦ στρατοῦ οἱ ἀνώτεροι ἀξιωματικοὶ Χρ. Σολιώτης, Ἀλ. Σοφικνὸς, Β. Δροσινὸς, Π. Δαγκλῆς, καὶ οἱ λοχαγοὶ Σ. Γεννάδης, Δ. Μόστρας, Σπ. Μπεράτης, οἱ ὑπολοχαγοὶ Ι. Φικιώρης καὶ Γ. Καψαλόπουλος, καὶ ὁ ὑπομοίραρχος Ν. Τρουπάκης· ἐκ δὲ τῶν τάξεων τῶν πολιτῶν οἱ καθηγηταὶ τοῦ Πανεπιστημίου Γ. Χατζιδάκης, Σπ. Λάμπρος καὶ Νικ. Πολίτης, ὁ ἔντιμος πολιτευόμενος Διον. Στεφάνου, ὁ νομικὸς σύμβουλος Ἐμμ. Λυκούδης, ὁ τραπεζίτης Κ. Ἀραβαντινὸς, ὁ ἀρχαιολόγος Σωτηριάδης καὶ οἱ δικηγόροι Λαμπρίδης καὶ Πασχάλης· οὗτοι εἶναι οἱ ἄνδρες, διὰ τοὺς ὁποίους λέγουν εἰς ἡμᾶς, ὅτι συνώμοσαν, ἱδρύσαντες τὴν Ἐθνικὴν Ἑταιρείαν καὶ γενόμενοι μέλη τοῦ ἀνωτάτου Διοικητικοῦ Συμβουλίου αὐτῆς, νὰ ἐργασθῶσι τόσον προδοτικῶς πρὸς ἀνατροπὴν τῆς Κυβερνήσεως, ἵνα ἀντικαταστήσωσιν αὐτήν, διὰ τίνος; Ἐγὼ τοὐλάχιστον, κύριοι Βουλευταί, θεωρῶ ὕβριν πρὸς τὴν νοημοσύνην νὰ μοὶ λέγωσι τοῦτο, οὐδὲ θὰ ἐπιτρέψω ποτὲ εἰς τὴν συνείδησίν μου νὰ συλλάβῃ κἄν ὑπόνοιαν, ὅτι εἶναι δυνατὸν Ἕλλην οἷος δήποτε, πολλῷ δὲ μᾶλλον ἀνώτερος ἀξιωματικός, ἢ πολιτευόμενος, διακαιόμενος ὑπὸ τῆς εὐγενοῦς φιλοδοξίας νὰ κυβερνήσῃ τὸ Κράτος, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ παίξῃ μὲ τὰ ἱερώτερα τῆς πατρίδος του, διὰ νὰ καταλάβῃ ἓν χαρτοφυλάκιον. Ἀλλὰ πρὸς στιγμὴν δεχθῶμεν, ὅτι ὑπάρχει τοιοῦτος, καὶ δὴ ὁ κ. Στεφάνου. Εἶναι λογικόν, εἶναι πιστευτόν, ὅτι εἷς μεταξὺ τόσων ἄλλων μελῶν τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου εὗρε τόσον ἀνοήτους τοὺς ἄλλους, ὥστε νὰ τοὺς παρασύρῃ εἰς τοιαύτην καταστροφὴν τῆς πατρίδος του; ἦσαν τόσῳ μωροὶ αὐτοί, ν’ ἀφήσωσι τὴν διοίκησιν τῆς Ἑταιρείας εἰς τὰς χεῖρας αὐτοῦ; Γνωρίζω, κύριοι Βουλευταί, ὅτι ἡ Ἑταιρεία, ὑπὸ τοιούτων ἀνδρῶν διοικουμένη, οὐ μόνον δὲν παρέσυρε τοὺς ἀξιωματικοὺς εἰς παρακεκινδυνευμένα διαβήματα, ἀλλὰ ῥητῶς καὶ εἰς πάσας τὰς ἐγκυκλίους αὑτῆς πρὸς τὰ διάφορα τμήματα, ῥητῶς ἀπηγόρευε τὴν στρατολόγησιν ἀνδρῶν τοῦ στρατοῦ, εἴτε ἀξιωματικῶν, εἴτε ὁπλιτῶν, διότι περισσότερον πάντων ἡμῶν οἱ ἄνδρες ἐκεῖνοι κατενόουν, ὅτι πᾶσα ἀπομάκρυνσις ἀπὸ τῶν τάξεων τοῦ στρατοῦ εἴτε ἀξιωματικῶν, εἴτε ὑπαξιωματικῶν, ἦτο τραῦμα κατὰ τοῦ σκοποῦ, ὑπὲρ οὗ εἰργάζοντο, καὶ ὅτι σκοπὸς αὐτῶν ἐκτὸς τῆς ἀναζωπυρήσεως τοῦ ἐθνικοῦ φρονήματος ἦτο καὶ ἡ προπαρασκευὴ πρὸς ἀπελευθέρωσιν τῶν δούλων ἀδελφῶν. Ἀπελευθέρωσις δὲ δούλων ἀδελφῶν σημαίνει προπαρασκευὴν στρατοῦ, καὶ ὁ ἐργαζόμενος πρὸς προπαρασκευὴν στρατοῦ οὐδέποτε ἐπιτρέπει ν’ ἀπομακρύνωνται ἀπὸ τῶν τάξεων αὐτοῦ ἀξιωματικοὶ καὶ ὑπαξιωματικοὶ δι’ ἐπαναστατικοὺς σκοπούς, οὐδὲ νὰ ἐμβάλλῃ εἰς αὐτοὺς τοιαύτας ὀλεθρίας ἰδέας, διότι οὕτως ἐπέρχεται ἡ παράλυσις τοῦ στρατεύματος. Εἶμαι δὲ ἐπίσης εἰς θέσιν νὰ γνωρίζω, ὅτι καὶ κατὰ Ἰούνιον, ὅτε 7 ἢ 8 ἀξιωματικοὶ—δὲν ἐνθυμοῦμαι καλῶς—μετέβησαν εἰς Κρήτην, ἐγκαταλιπόντες τὰς τάξεις των, ἡ Ἐθνικὴ Ἑταιρεία καὶ τὸ Διοικητικὸν Συμβούλιον αὐτῆς ἀπεδοκίμασαν τὴν πρᾶξιν ταύτην, καὶ παρεκώλυσαν τὴν φυγὴν καὶ ἄλλων. Ἄν ἡ Ἐθνικὴ Ἑταιρεία τότε δὲν ὑπῆρχε, θὰ ἀπήρχοντο ὄχι 8, ἀλλὰ 108. Περὶ τούτου νὰ ἦσθε πλέον ἢ βέβαιοι. Ἀλλὰ πῶς ἄλλως συνετέλεσεν ἡ Ἐθνικὴ Ἑταιρεία εἰς τὴν ἐξώθησιν πρὸς πόλεμον τοῦ ἔθνους; Διὰ τοῦ ἐνθουσιασμοῦ, τὸν ὁποῖον ἐξήγειρεν ἐν τῷ Κράτει. Δὲν γνωρίζω, κύριοι Βουλευταί, πῶς κρίνουσιν ἄλλοι, ἐγὼ ὅμως κρίνω, ὅτι, ἐὰν ἡ Ἐθνικὴ Ἑταιρεία συνετέλεσεν εἰς τὸν ἐνθουσιασμὸν αὐτόν, τὸν ἱερὸν, τὸν ἅγιον, τὸν πρωτοφανῆ, οἷος κατεδείχθη τότε, εὐγνωμοσύνην ὀφείλει εἰς αὐτὴν τὸν Ἑλληνικὸν ἔθνος. Καὶ ἀληθῶς συνετέλεσεν εἰς τοῦτον διὰ τῆς ἀναζωπυρήσεως τοῦ ἐθνικοῦ φρονήματος, τὸ ὁποῖον πρὸ αὐτῆς ὕπνωττεν ὕπνον βαθὺν ἐκ τῆς ἀπογοητεύσεως, ἕνεκα τῆς ἐνόχου ἀδρανείας τοῦ ἐπισήμου Κράτους. Καὶ πῶς λοιπόν! ἠθέλατε νὰ μὴ ἐνθουσιάζηται τὸ ἔθνος, καὶ νὰ μὴ ἐπιδεικνύῃ μετ’ ἐνθουσιασμοῦ τὸ φρόνημά του ὑπὲρ τῆς πατρίδος πρὸ τοιούτων ἐθνικῶν γεγονότων, ὁποῖα τὰ κατὰ τὰς ἀρχὰς τοῦ 1897 ἔτους; Ἡ Ἐθνικὴ Ἑταιρεία εἶχε καλλιεργήσει, καὶ ἐξηκολούθει ἐργαζομένη, τὴν ἀναζωπύρησιν τοῦ ἐθνικοῦ φρονήματος, καὶ ἐζήτει οὐδὲν ἄλλο ἢ τὴν ἐπαγρύπνησιν ἐπὶ τῶν κινδυνευόντων δικαίων τοῦ Ἑλληνισμοῦ καὶ τὴν στρατιωτικὴν προπαρασκευὴν τοῦ ἔθνους πρὸς τοῦτο. Ἐξετάσωμεν ὅμως, τί συνετέλεσεν εἰς τὴν τόσον ταχεῖαν μετατροπὴν ἀπὸ τοῦ ἁγίου αὐτοῦ ἐνθουσιασμοῦ εἰς ἐξέγερσιν πολεμικοῦ μένους; Βεβαίως εἰς τὴν ἐξέγερσιν τοῦ πολεμικοῦ μένους τοῦ λαοῦ δὲν συνετέλεσεν ἡ Ἐθνικὴ Ἑταιρεία, ἀλλ’ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἀπέστειλαν ἑλληνικὰ πλοῖα καὶ στρατὸν πρὸς κατάληψιν τῆς Κρήτης ἐπ’ ὀνόματι τοῦ Βασιλέως τῶν Ἑλλήνων, καὶ οἱ ὁποῖοι διεκήρυττον πρὸς τὰς Δυνάμεις καὶ πρὸς τὰ ἔθνη, ὅτι θὰ τεθῶσιν ἐπὶ κεφαλῆς 300,000 Ἑλλήνων πρὸς διεκδίκησιν τῶν δικαίων τοῦ Ἑλληνικοῦ ἔθνους. Ὅτε δὲ τοιαῦτα ἤκουε καὶ ἔβλεπεν ὁ λαός, ἠθέλετε νὰ μὴ πιστεύῃ, ὅτι οἱ ταῦτα λέγοντες καὶ πράττοντες εἶχον καὶ πεποίθησιν εἰς τὰς δυνάμεις τῆς χώρας; ἠθέλετε νὰ σταυρώσῃ τὰς χεῖρας, καὶ ἐν τοῖς ναοῖς νὰ προσέλθῃ καὶ νὰ προσεύχηται ὑπὲρ τῆς διαφωτίσεως τῶν ἁρμοδίων ν’ ἀποφασίσωσι περὶ πολέμου ἢ εἰρήνης; ἢ ἐνθουσιῶν ἐν δημοσίοις συλλαλητηρίοις διὰ βοῆς καὶ διὰ δημοψηφισμάτων νὰ ἐνθαρρύνῃ τὸν Βασιλέα του καὶ τὴν Κυβέρνησίν του, διαδηλῶν ὅτι εἶναι πρόθυμος νὰ ὑποστῇ πᾶσαν θυσίαν, εἰς τὴν ὁποίαν θὰ κληθῇ, πρὸς ἐκπλήρωσιν τῶν προαιωνίων πόθων του, τὴν ὁποίαν μετὰ τόσον ζηλευτοῦ καὶ ἐπαινετοῦ θάρρους διεκήρυξαν ὁ Βασιλεὺς καὶ ἡ Κυβέρνησις, καὶ ἔργῳ, διὰ τῆς ἀποστολῆς τῶν πλοίων καὶ τοῦ στρατοῦ εἰς Κρήτην, κατέδειξαν, ὅτι ἀπεφάσισαν νὰ ἐπιδιώξωσιν; Ἂν μὴ τοῦτο ἔπραττεν ὁ λαός, θὰ ἦτο ἀνάξιος πάσης ἐλευθερίας! Δὲν θὰ κατέλθω, κύριοι Βουλευταί, εἰς τὴν ἀφήγησιν πάντων, ὅσα συνέβησαν μετὰ τὴν ἀποστολὴν τοῦ στρατοῦ εἰς Κρήτην μεταξὺ Βασιλέως, Κυβερνήσεως καὶ Ἐθνικῆς Ἑταιρείας, διότι δὲν πιστεύω, μεθ’ ὅλην τὴν εὐφραδῆ, ἀλλ’ ἀσθενῆ ἐν τοῖς ἐπιχειρήμασιν ἀγόρευσιν τοῦ σεβαστοῦ ἐκ Γόρτυνος Βουλευτοῦ καὶ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης, καὶ μετὰ τὰς ἀγορεύσεις τῶν ἄλλων ἀξιοτίμων συναδέλφων, τῶν κατὰ τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας ἐκτοξευσάντων τὰ βέλη των ἐντεῦθεν, δὲν πιστεύω, ὅτι καὶ μετὰ τὰς ἀγορεύσεις ταύτας ἐπείσθη τις, ὅτι ἡ Ἐθνικὴ Ἑταιρεία ἐπεδίωξε τὸν πόλεμον. Εἶναι εἰσέτι νωπὰ εἰς τὰς ἀκοὰς ἡμῶν τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα ἀνεγνώσθησαν ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Ζακύνθου συναδέλφου, καὶ ἐκ τῶν ὁποίων ἀποδεικνύεται, ὅτι ἡ Ἐθνικὴ Ἑταιρεία οὐδέποτε προέτρεψε τὴν Κυβέρνησιν πρὸς πόλεμον, ἀλλὰ τοὐναντίον προσκληθεῖσα ὑπὸ ταύτης εἰς συνδρομὴν διὰ καταρτισμοῦ ἐπαναστατικῶν σωμάτων, ἐδήλωσεν ὅτι δὲν ἔχει προπαρασκευασθῆ, καὶ δὲν ἔχει τὰ μέσα πρὸς τοῦτο, ἡ δὲ Κυβέρνησις παρέσχεν εἰς αὐτὴν ταῦτα. Κατὰ τὸ θέρος καὶ τὸ φθινόπωρον τοῦ 1896 ἡ Ἐθνικὴ Ἑταιρεία ἀπέστειλε τὰ σώματα τοῦ Μπρούφα καὶ τοῦ Βερβέρα καὶ ἄλλας ὁμάδας ἐκ 50 καὶ 60 ἀνδρῶν εἰς Μακεδονίαν, ἀλλ’ ἔστειλεν αὐτὰ οὐχὶ πρὸς πόλεμον κατὰ τῆς Τουρκίας, ἀλλ’ ὅπως, πετῶντες ἀπὸ ὄρους εἰς ὄρος, ὑπερασπίσωσι τοὺς ἐκεῖ Ἕλληνας κατὰ τῶν σφαζόντων αὐτοὺς Βουλγάρων καὶ ἀναζωπυρήσωσι τὸ ἐθνικὸν φρόνημα αὐτῶν, οἱ ὁποῖοι εἶχον ἀποθαρρυνθῆ, ὡς ἐγκαταλελειμμένοι ἀνυπεράσπιστοι. Τότε δὲ ἡ Μακεδονία ἦτο σχεδὸν κενὴ τουρκικοῦ στρατοῦ· ὅτε ὅμως αὕτη μετὰ τὴν ἀποστολὴν τοῦ ἑλληνικοῦ στρατοῦ εἰς Κρήτην ἐπληρώθη τουρκικοῦ στρατοῦ, ἡ Ἐθνικὴ Ἑταιρεία ἐδήλωσεν, ὅτι οὔτε τὰ μέσα ἔχει, οὔτε νομίζει ὅτι πρέπει νὰ στείλῃ ἄνδρας ἀσυντάκτους ἐκεῖ, ὅτι δὲ τὸ ἔργον ἐκεῖ πλέον δὲν εἶναι ἔργον ἀσυντάκτων ἀνταρτῶν, οἱ ὁποῖοι τότε μόνον δύνανται νὰ χρησιμεύσωσιν, ὅταν ἀποφασίσῃ νὰ πολεμήσῃ τὸ ἐπίσημον Κράτος, παρὰ τὸ πλευρὸν τοῦ ὁποίου προσεφέρθη νὰ ταχθῇ διὰ τοιούτων σωμάτων καὶ ὁπωσδήποτε ἄλλως ἐρχομένη ἀρωγός. Ἐν τούτοις ἡ Κυβέρνησις ἐπέβαλεν εἰς τὴν Ἑταιρείαν νὰ ἐξοπλίσῃ ἀνταρτικὰ σώματα, καὶ ἡ Ἑταιρεία, ἐκτελοῦσα διαταγὴν τῆς Κυβερνήσεως, κατήρτισε τοιαῦτα διὰ τῶν μέσων, τὰ ὁποῖα αὐτὴ ἐχορήγησεν, οὐχὶ ἵνα διενεργήσωσιν αὐτὰ πόλεμον, ἀλλ’ ἵνα βοηθήσωσι τὴν Κυβέρνησιν πρὸς πόλεμον. Ὅτι δὲ οὕτω κατηρτίσθησαν τότε τὰ ἀνταρτικὰ σώματα ὑπὸ τὴν ἀρχηγίαν ἀξιωματικῶν τοῦ στρατοῦ ἐντολῇ τῆς Κυβερνήσεως, ἀποδεικνύεται ἐκ τῶν ἀναγνωσθέντων ἐγγράφων. Ἤκουσα ἐπαναλαμβανόμενον ἐντεῦθεν, ὅτι ὁ στρατηγὸς Μακρῆς, ὁ ὁποῖος ἦλθεν εἰς συνεννόησιν μετὰ τοῦ ἀπεσταλμένου τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας εἰς Λάρισαν κ. Ροϊλοῦ, ἦτο καὶ αὐτὸς μέλος τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας. Ἀλλ’ ἐκ τῶν ἀναγνωσθέντων ἐγγράφων δὲν προκύπτει τοῦτο· τοὐναντίον βλέπω ἐν αὐτοῖς, ὅτι ὁ στρατηγὸς Μακρῆς κατὰ διαταγὴν τῆς Κυβερνήσεως ἔρχεται εἰς συνεννόησιν μετὰ τοῦ ἐν Λαρίσῃ ἀντιπροσώπου τῆς Ἑταιρείας, καὶ ἐντολῇ αὐτῆς συνιστᾷ εἰς τοῦτον, ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ καταρτισθῶσιν ὡς τάχιστα ἀνταρτικὰ σώματα· καὶ ὅτε ὁ ἀντιπρόσωπος τῆς Ἑταιρείας ἀπεφάσισε τὸν καταρτισμὸν τοιούτων, ὁ στρατηγὸς ὑπέδειξε καὶ τοὺς ὁπλαρχηγούς, οἱ ὁποῖοι ἤθελον ταχθῇ ἐπὶ κεφαλῆς τῶν διαφόρων ἀνταρτικῶν ὁμάδων, ὁ δὲ ἀντιπρόσωπος τῆς Ἑταιρείας εἶπεν, ὅτι δὲν ἀρκοῦσι μόνον οἱ ὁπλαρχηγοὶ αὐτοί, ἀλλὰ διὰ τὴν ἑνότητα τῆς ἐνεργείας σώματος ἐκ 2,000 ἀνδρῶν, τὸ ὁποῖον ἤθελον ἡ Κυβέρνησις νὰ συγκροτηθῇ, ἀπαιτεῖται καὶ διοίκησις στρατιωτική, καὶ ἐζήτησε νὰ χορηγήσῃ αὐτὴ ἀξιωματικοὺς τοῦ στρατοῦ. Ὁ Μακρῆς, ὁ ὁποῖος λέγουσιν, ὅτι ἦτο μέλος τῆς Ἑταιρείας, ἠρνήθη νὰ δώσῃ ἀξιωματικούς, (ἐὰν ἦτο μέλος τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας, βεβαίως δὲν θὰ ἠρνεῖτο) καὶ ἐδέησε νὰ ἐπέμβῃ ὁ πρίγκηψ Νικόλαος, διὰ ν’ ἀποσπασθῶσιν οἱ ἀξιωματικοὶ Ἀλέξ. Μυλωνᾶς καὶ Γ. Καψαλόπουλος, ὑπολοχαγοί, οἱ ὁποῖοι ἐτέθησαν ἐπὶ κεφαλῆς τοῦ σώματος τῶν ἀνταρτῶν τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας. Ἤκουσα ν’ ἀποκαλῶσι τούτους τινὲς εἰρωνικῶς «καπετὰν Μυλωνᾶν» καὶ «καπετὰν Καψαλόπουλον». Ἁμαρτάνουσιν, ἐγκληματοῦσι κατὰ τῆς τιμῆς οἱ τολμῶντες νὰ εἰρωνευθῶσι τοιούτους ἄνδρας, οἱ ὁποῖοι ἀπεδείχθησαν ἀληθεῖς πατριῶται καὶ ἄξιοι τοῦ ἑλληνικοῦ στρατοῦ ἀξιωματικοὶ, ὡς μαρτυροῦσι τὰ ἐπίσημα πρὸς αὐτοὺς ἔγγραφα τῆς Α. Ὑψηλότητος τοῦ Διαδόχου, ὡς ἀρχηγοῦ τοῦ στρατοῦ τῶν Ἑλλήνων, τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν καὶ τῶν διαφόρων σωματαρχῶν τοῦ στρατοῦ, οἱ ὁποῖοι πάντες ἐπεκαλοῦντο τὴν συνδρομὴν αὐτῶν καὶ τῶν ὑπ’ αὐτοὺς ἀνταρτῶν κατὰ τὴν διάρκειαν τοῦ πολέμου. Δὲν εἶναι λοιπὸν ἄξιοι τοιαύτης εἰρωνείας οἱ ἀξιωματικοὶ αὐτοὶ, οἱ ὁποῖοι διὰ τῆς στρατιωτικῆς ἱκανότητός των κατώρθωσαν νὰ συγκρατήσωσιν ἐν πειθαρχίᾳ τοὺς ὑπ’ αὐτοὺς ἀντάρτας, καὶ μεγάλας ὑπηρεσίας νὰ προσφέρωσι διὰ τούτων εἰς τὴν πατρίδα καὶ εἰς τὸν στρατόν. Δὲν ἦσαν λοιπὸν οἱ ὑπὸ τοὺς ἀξιωματικοὺς τούτους ἀντάρται οἱ σταυραετοὶ, τοὺς ὁποίους κακῶς ἀποδίδουσιν εἰς τὴν Ἐθνικὴν Ἑταιρείαν. Οἱ σταυραετοὶ, οἱ ὁποῖοι ἔφεραν τὰς καταστροφὰς, δὲν ἀνῆκον εἰς τὰ σώματα τῆς Ἑταιρείας, ἀλλ’ ἦσαν ἐκ τῶν ἀποδράντων ἀπὸ τῶν φυλακῶν, ἐκ τῶν ὁπλισθέντων παρὰ τῶν δημάρχων καὶ τῶν κομματαρχῶν, εἰς τοὺς ὁποίους ἐχορηγήθησαν τὰ ὅπλα παρὰ τῆς Κυβερνήσεως. Δὲν ἀρνοῦμαι, ὅτι ἐκ τῶν 2,000 αὐτῶν ἀνδρῶν τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας θὰ ὑπῆρξαν καί τινες, ὀλίγοι ἢ πολλοὶ, οἱ ὁποῖοι θὰ ἐξετράπησαν εἰς λεηλασίας καὶ διαρπαγάς. Ἀλλὰ τίς ἔχει τὴν ἀξίωσιν, εἰς τὰ ἀνταρτικὰ σώματα νὰ μὴ εὑρίσκωνται καὶ τοιαῦτα τέρατα, ἀφοῦ καὶ ἐν αὐτῷ τῷ στρατῷ ὑπάρχουσιν ἐν τοιαύταις ἐκστρατείαις; Μὴ ἐκ τοῦ στρατοῦ δὲν ἐλιποτάκτησαν καὶ δὲν ἡνώθησαν μετὰ τῶν ἐκ τῶν φυλακῶν ἀποδράντων πολλοὶ καὶ διέπραξαν καταστροφάς; Πρέπει διὰ τοῦτο νὰ εἴπωμεν, ὅτι ὁ στρατὸς ὅλος εἶναι σταυραετοί; Μὴ λοιπόν, ἐκ τῶν ἀτυχῶν ἀποτελεσμάτων ἐξοργιζόμενοι καὶ ἀγανακτοῦντες, ἐπισκοτιζώμεθα ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε νὰ ἐπιρρίπτωμεν τὰς εὐθύνας ἐκεῖ, ὅπου δὲν ὑπάρχουσι, καὶ νὰ καταφερώμεθα κατ’ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι, ἐὰν καὶ αὐτοὶ ἔπταισαν, εἶναι ὅμως οἱ ὀλιγώτερον πάντων τῶν ἄλλων πταίσαντες; Ἐγώ, κύριοι Βουλευταί, δὲν ἐπιρρίπτω εὐθύνην ἐπὶ τῆς τότε Κυβερνήσεως διὰ τὴν ἀπόφασιν, τὴν ὁποίαν ἔλαβε διὰ τὸν πόλεμον, οὐδὲ θεωρῶ, ὅτι αὕτη ἔπραξε κακῶς, ἀποφασίσασα τὸν πόλεμον, εἰς τὸν ὁποῖον δὲν συμφωνῶ ὅτι ἐξωθήθη παρ’ ἄλλων, πολλῷ δὲ ἧττον παρὰ τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας, χωρὶς νὰ θέλῃ—ἐκτὸς ἐὰν ἐξωθήθη παρ’ ἄλλου, τὸν ὁποῖον δὲν δύναται νὰ εἴπῃ. — Φρονῶ, ὡς καὶ ὁ σεβαστὸς ἐκ Πατρῶν συνάδελφος εἶπεν, ὅτι ὁ πόλεμος ὁπωσδήποτε ἔπρεπε νὰ γείνῃ· ἦτο ἐπιβεβλημένον πλέον εἰς τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος νὰ προβῇ εἰς τὸν πόλεμον τοῦτον, ἵνα καταδείξῃ, ὅτι χάριν τῆς ἰδέας τῆς ἑνώσεως τῆς Κρήτης, χάριν τῆς ἰδέας τῆς ἑνότητος τοῦ Ἑλληνισμοῦ ὁλοκλήρου, χάριν τῶν ἐθνικῶν ὀνείρων του, βεβαίως εἶναι πρόθυμον τὰ πάντα νὰ θυσιάσῃ, ὄχι ὅμως νὰ ὑποταχθῇ τόσον ταπεινωτικῶς, ὅσον ἐζητεῖτο τότε νὰ ὑποταχθῇ, μετὰ τὰς σφαγὰς τὰς κατὰ τὴν τελευταίαν δεκαετίαν γενομένας ἐν Κρήτῃ. Κατὰ τὴν πεποίθησίν μου λοιπόν, ἡ Κυβέρνησις ἀπεφάσισε καὶ προέβη εἰς τὸν πόλεμον αὐτὸν ἐν ἐπιγνώσει καὶ ἐξ ἰδίας πρωτοβουλίας· ἀλλ’ ἡ ἀτυχὴς ἔκβασις αὐτοῦ ἐπέδρασεν ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε νὰ μὴ ἔχῃ τὸ θάρρος νὰ φέρῃ τὴν εὐθύνην αὐτοῦ. Καὶ ταῦτα μέν, κύριοι Βουλευταί, ἀρκετὰ θεωρῶ, ὡς πρὸς τὴν δρᾶσιν τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας καὶ ὡς πρὸς τὰς εὐθύνας, τὰς ὁποίας θέλουσι ν’ ἀποδώσωσιν εἰς αὐτὴν ἀπέναντι τοῦ ἔθνους διὰ τὸν πόλεμον. Ἀλλ’ ὡς ἐν ἀρχῇ τοῦ λόγου μου εἶπον, ἡμεῖς, ἐπιμείναντες εἰς τὴν συζήτησιν ταύτην περὶ εὐθυνῶν τοῦ πολέμου, δὲν ἐννοοῦμεν νὰ περιορισθῇ αὕτη μόνον εἰς τὰς αἰτίας τοῦ πολέμου καὶ εἰς τὰ κατὰ τὴν Ἐθνικὴν Ἑταιρείαν, ὡς βλέπω ὅτι γίνεται προσπάθεια, ἀλλὰ νὰ ἐξετασθῇ, πῶς καὶ διατὶ ἀπεφασίσθη ὁ πόλεμος, ἐὰν ἐξωθήθη ἡ Κυβέρνησις εἰς αὐτὸν παρ’ ἄλλου, καὶ τίς οὗτος, ἐὰν ἐπολέμησε τὸ ἔθνος μὲ ὅλας τὰς δυνάμεις, τὰς ὁποίας εἶχεν, ἢ ἐδεσμεύθη, καὶ δὲν ἀφέθη ἐλεύθερον νὰ ἐνεργήσῃ, ὡς ἠδύνατο, ὑπὸ τίνων καὶ διατὶ, καὶ ἂν ἀληθῶς ἡττήθη ἐν ἐλευθέρῳ πολέμῳ, ἢ τῷ ἐπεβλήθη νὰ ἡττηθῇ, καὶ ὑπὸ τίνος. Μάλιστα δὲ, κατ’ ἐμὲ, τὸ κύριον, τὸ προέχον ζήτημα, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ διευκρινήσωμεν, πρὶν ἢ λήξῃ καὶ ἡ Σύνοδος αὕτη καὶ μετ’ αὐτῆς καὶ ὅλη ἡ Περίοδος τῆς πρώτης μετὰ τὸν πόλεμον Βουλῆς, εἶναι, ἐὰν ἠδυνάμεθα νὰ παρασκευασθῶμεν πρὸς πόλεμον κάλλιον, καὶ δὲν παρεσκευάσθημεν, ἐὰν ἠδυνάμεθα νὰ διεξαγάγωμεν τὸν πόλεμον κάλλιον, καὶ δὲν τὸν διεξηγάγομεν, καὶ διὰ τοῦτο ἀπετύχομεν. Ἰδοὺ τὸ προέχον ζήτημα, καὶ ἐπ’ αὐτοῦ ἐζήτουν ἀπὸ τῆς πρώτης Συνόδου νὰ διαφωτισθῇ τὸ ἔθνος δι’ εὐρείας συζητήσεως. Διότι μὴ λησμονῶμεν, ὅτι εὐθὺς μετὰ τὰ ἀτυχήματα τοῦ πολέμου, ὅτε ὁ λαός, διαγνοὺς ποῦ ἔγκειται ἡ εὐθύνη, ἤρξατο νὰ καταφέρηται κατὰ τῶν κατὰ τὴν γνώμην του ὑπαιτίων τῶν ἀτυχημάτων αὐτῶν, ὑπευθύνων τε καὶ ἀνευθύνων νόμῳ, καὶ ἠκούομεν ὅτι θὰ ἔλθῃ ὥρα, κατὰ τὴν ὁποίαν θ’ ἀποκαλυφθῇ, πῶς ἐνεργήσαμεν τὸν πόλεμον, καὶ διατὶ ἐνεργήσαμεν οὕτως αὐτὸν, τὰς ἀποκαλύψεις ταύτας ἀνέμενε σύμπαν τὸ ἔθνος, καὶ οὐχὶ ἀποκαλύψεις μόνον περὶ τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας καὶ τῆς χρηματικῆς διαχειρίσεως αὐτῆς—ζήτημα τὸ ὁποῖον θεωρῶ ὅλως ἐπουσιῶδες, τόσῳ μᾶλλον, καθόσον τοὺς ἀνθρώπους τοὺς διαχειρισθέντας τὰ χρήματα τῆς Ἑταιρείας θεωρῶ, καὶ πιστεύω ὅτι καὶ ὑμεῖς ἅπαντες μετ’ ἐμοῦ θεωρεῖτε, ἀνωτέρους πάσης ὑπονοίας καταχρήσεως τοιούτων ἱερῶν χρημάτων. Ταῦτα λοιπὸν τὰ ζητήματα παρακαλῶ νὰ διαφωτίσητε οἱ γνωρίζοντες περὶ αὐτῶν. Ὅτε ἀπεστάλη πλοῖον εἰς Κρήτην, ὁποίαν ἐντολὴν εἶχε, καὶ κατὰ πόσον ἐξετέλεσε τὴν ἐντολὴν ταύτην; Οἱ διοικηταὶ τῶν μοιρῶν τοῦ στόλου ἐλάμβανον διαταγάς· πόθεν ἐλάμβανον αὐτάς, καὶ κατὰ πόσον ἐξετέλουν ταύτας; Ἐὰν ἠδύνατο ὁ στόλος, καὶ ἰδιαιτέρως ἡ Ἀνατολικὴ Μοῖρα αὐτοῦ, νὰ πράξῃ μέγα τι καὶ γενναῖον κατὰ τοῦ ἐχθροῦ ἐν τῇ παραλίᾳ τῆς Μακεδονίας, καὶ διατὶ δὲν τὸ ἔπραξε, μὴ ἐκτελοῦσα μάλιστα τὰς διαταγὰς τοῦ ὑπευθύνου Ὑπουργοῦ; Ἐὰν ἐδόθη διαταγὴ περὶ βομβαρδισμοῦ τῆς Πρεβέζης εἰς τὴν Δυτικὴν Μοῖραν τοῦ στόλου, καὶ ἂν ἐξετελέσθη αὕτη, ἢ, ἂν δὲν ἐξετελέσθη, διατὶ δὲν ἐξετελέσθη, καὶ διατὶ τὰ πλοῖα, ἀπομακρυνόμενα ἐκτὸς βολῆς, ἐκανονιοβόλουν ἀσκόπως, καὶ μόνον ὅπως τὰ βλήματα τῶν πυροβόλων διανοίγωσι τρύπας εἰς τὴν θάλασσαν; Τοιαῦται ἦσαν αἱ διαταγαὶ τῆς Κυβερνήσεως; Οὐδόλως πιστεύω τοῦτο. Θέλομεν λοιπὸν νὰ μάθωμεν, ἐὰν δὲν ἐξετελοῦντο αἱ διαταγαὶ τῆς Κυβερνήσεως, τίς ἦτο ἡ αἰτία τῆς μὴ ἐκτελέσεως αὐτῶν; Ὄχι μόνον τὸ Πανελλήνιον, ἀλλὰ καὶ ὅλος ὁ κόσμος γνωρίζει, ὅτι ἐν Ἠπείρῳ ἐνικήσαμεν, ὅτι εἰσήλθομεν εἰς τὸ τουρκικὸν ἔδαφος, ὅτι τὰ ἀλβανικὰ τάγματα τοῦ ἐχθροῦ ἐπανεστάτησαν καὶ ἐτράπησαν πρὸς τὰ ὀπίσω, ὁ δὲ τουρκικὸς στρατὸς ὁλόκληρος κατελήφθη ὑπὸ πανικοῦ χείρονος ἐκείνου, ὑπὸ τοῦ ὁποίου λέγεται ὅτι κατελήφθη ὁ ἰδικός μας στρατὸς ἐν Θεσσαλίᾳ. Μετὰ τὴν τοιαύτην νίκην τοῦ ἡμετέρου στρατοῦ διατὶ ὑπεχωρήσαμεν; ποῖος ἐχθρὸς μᾶς ἐξεδίωξεν ἐκεῖθεν; Δὲν εἶναι τοῦτο ἀντικείμενον, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ μάθωμεν; Μήπως ἐν αὐτῇ τῇ Θεσσαλίᾳ αἱ ὑποχωρήσεις ἐγένοντο, καὶ μάλιστα ἐν αὐτῇ τῇ πρώτῃ γραμμῇ, μετὰ ἧτταν; Παρηκολούθησα ὁλόκληρον τὴν ἔκθεσιν τῆς Α. Β. Ὑψηλότητος τοῦ Διαδόχου, ἀρχηγοῦ τοῦ στρατοῦ, ἐμελέτησα αὐτὴν ἐπανειλημμένως, ἵνα εὕρω ποῦ ἡττήθημεν μαχόμενοι, ἔλαβον ὑπ’ ὄψιν καὶ ἐμελέτησα καὶ ἄλλας ἐκθέσεις ἀρχηγῶν ὁμάδων, οἱ ὁποῖοι κατηγγέλθησαν, ὡς τὴν ἔκθεσιν τοῦ συνταγματάρχου Μαστραπᾶ, ὑποβληθεῖσαν ὡς ἀπολογίαν πρὸς τὸ Συμβούλιον, ἐνώπιον τοῦ ὁποίου ἐκλήθη ν’ ἀπολογηθῇ, καὶ τὴν ἔκθεσιν τοῦ ὑποστρατήγου Κακλαμάνου, ἐκ τῆς ἀναγνώσεως δὲ τούτων ἀπεκόμισα τὴν ἐντύπωσιν, ἐξήγαγον τὸ συμπέρασμα, ὅτι καὶ αὐτοὶ οὐδαμοῦ ἀληθῶς ἡττήθησαν, καὶ ὅτι τὰ ὑπ’ αὐτοὺς σώματα, ἐγκαταλελειμμένα ἐπὶ ἡμέρας ἄνευ οὐδεμιᾶς βοηθείας, ἄνευ ἄρτου, ἄνευ ὕδατος, ἄνευ φυσιγγίων, ἐμάχοντο οὐ μόνον διατηροῦντα τὰς θέσεις των, ἀλλὰ καὶ ἐπιτιθέμενα κατὰ ἐχθροῦ δεκαπλασίου, καὶ κυριεύοντα θέσεις τούτου· ἐν τούτοις διετάσσοντο ὑπὸ τοῦ Ἀρχηγείου νὰ ὑποχωρήσωσι, καὶ τὴν ἑπομένην διετάσσοντο πάλιν νὰ ἀνακτήσωσι τὰς θέσεις των! Ταῦτα καταφαίνονται καὶ ἐν αὐτῇ τῇ ἐκθέσει τοῦ Διαδόχου, ἐν ᾗ καὶ οὐκ ὀλίγαι ἀντιφατικαὶ διαταγαί, ἕνεκα τῆς συγχύσεως, εἰς ἣν εἶχε περιέλθει τὸ Ἐπιτελεῖον αὐτοῦ. Μὴ εἶναι ἄγνωστον εἰς ἡμᾶς καὶ ὅλον τὸν κόσμον, ὅτι οἱ Τοῦρκοι ἦσαν ἕτοιμοι πρὸς ὑποχώρησιν; μὴ δὲν ἀπέστειλεν ἡ Τουρκικὴ Κυβέρνησις ἄλλον πασσᾶν, ἵνα ἀντικαταστήσῃ τὸν Ἐτὲμ πασσᾶν, ὡς μὴ δυνάμενον νὰ διεξαγάγῃ ἐπιτυχῶς τὸν πόλεμον, καὶ ὅτι μόλις ἐκεῖνος ἔφθασεν εἰς Θεσσαλονίκην ἔμαθε τὴν ὑποχώρησιν τοῦ ἑλληνικοῦ στρατοῦ, καὶ ἐπανῆλθεν εἰς Κωνσταντινούπολιν; Ἀλλ’ ἔστω, ἡττήθημεν ἐν τοῖς συνόροις, ὑπεχωρήσαμεν, ἐφθάσαμεν εἰς Λάρισαν. Μήπως κατεδιώκετο ὁ ἡμέτερος στρατὸς ὑπὸ τοῦ ἐχθροῦ, ὥστε νὰ ἐγκαταλίπῃ τόσον ἐσπευσμένως τὴν πόλιν ταύτην — ἥτις, πλὴν τῆς ὀχυρᾶς αὐτῆς θέσεως, ἕνεκα τοῦ Πηνειοῦ, εἶχεν ὀχυρωθῆ καὶ διὰ τοπομαχικῶν πυροβόλων, — καὶ πάντα τὰ ἐν αὐτῇ ὅπλα, πυροβόλα καὶ ἐν γένει διάφορα ἐφόδια καὶ ὑλικὰ τοῦ στρατοῦ, ἀξίας ἑκατομμυρίων δραχμῶν, καὶ σὺν αὐτοῖς πάντας τοὺς κατοίκους καὶ τὰς περιουσίας αὐτῶν ἀπροστατεύτους καὶ ἀνυπερασπίστους; Καὶ ἐὰν τέλος ὑποθέσωμεν, ὅτι κατεδιώκετο κατὰ πόδας καὶ ἠναγκάσθη νὰ ἐγκαταλίπῃ πάντα ταῦτα, μὴ προλαμβάνων νὰ συναποκομίσῃ αὐτὰ, διὰ τὸ δύσκολον τῆς μεταφορᾶς, διατὶ τὸ Ἐπιτελεῖον τοῦ ἀρχηγοῦ δὲν συναπεκόμισε τοὐλάχιστον τοὺς στρατηγικοὺς χάρτας, οἱ ὁποῖοι ἐγένοντο ὑπὸ τοῦ στρατηγοῦ Βοσσὲρ καὶ τοῦ Ἐπιτελείου αὐτοῦ διὰ δαπάνης 600,000 δραχμῶν περίπου, ὡς ἐπληροφορήθην παρ’ ἐντιμοτάτου ἀνωτέρου ἀξιωματικοῦ, ἀλλ’ ἐγκατέλιπε καὶ αὐτοὺς εἰς χεῖρας τοῦ ἐχθροῦ, ἐνῷ δὲν παρέλιπε νὰ παραλάβῃ τὰ μαγειρικὰ σκεύη καὶ τοὺς ὀρνιθῶνας; Καὶ διὰ τὴν ἐγκατάλειψιν ἁπάντων τούτων δὲν ὑπάρχει ἐπὶ τέλους ὁ ὑπαίτιος, ἐπὶ τοῦ ὁποίου νὰ ἐπιβάλωμεν βαρεῖαν τὴν χεῖρα, καὶ νὰ σύρωμεν αὐτὸν εἰς τὸ ἑδώλιον τοῦ κατηγορουμένου; Βεβαίως ὑπάρχει, ἀλλ’ ἀτυχῶς δὲν τολμῶμεν νὰ ἐπιβάλωμεν χεῖρα ἐπ’ αὐτοῦ, ἀφοῦ ἡ Α. Β. Υ. ὁ Διάδοχος προβαίνει καὶ λέγει, ὅτι αὐτὸς φέρει τὴν εὐθύνην τῶν πράξεων τοῦ Ἐπιτελείου του. Τὸ αὐτὸ δὲ θὰ σᾶς εἴπῃ, ἀξιότιμε ἐκ Κερκύρας Βουλευτὰ, καὶ ὅταν εἰς χείρονα θέσιν περιαχθῇ ὁ στρατὸς μὲ τὴν Γενικὴν Διοίκησιν, καὶ τολμήσατε καὶ τότε νὰ ζητήσητε εὐθύνας ἀπὸ τὸν μέλλοντα Βασιλέα! Δι’ αὐτὸ ἐκόπτοντο οἱ τῆς πτέρυγος ταύτης (δεικνύει τὴν ἀριστερὰν), καὶ ἐπέμενον νὰ μὴ προβῶμεν εἰς τὴν ψήφισιν τοιούτου νόμου. Ὑπεχώρησαν ἐν Λαρίσῃ, ἔφθασαν εἰς Φάρσαλα, καὶ ἔμενον ἐκεῖ ἐπὶ 15, νομίζω, ἡμέρας· δὲν ὤφειλον τότε νὰ ἐργασθῶσιν, ὅπως τὴν θέσιν ταύτην καταστήσωσιν ὀχυράν; Οὐδὲ τοῦτο ἐγένετο, ἀλλ’ ἐπὶ 15 ἡμέρας Ἐπιτελεῖον καὶ Ἀρχηγεῖον ἔμενον ἀδρανῆ, ἐρωτῶντες τοὺς ξένους δημοσιογράφους, ἵνα πληροφορηθῶσι παρ’ αὐτῶν, ἐὰν ἔλαβον τηλεγράφημα περὶ ἀνακωχῆς. Ὑπέστησαν καὶ ἄλλην ὑποχώρησιν· ἐκ Φαρσάλων ἦλθον εἰς Δομοκόν, ἐπολέμησαν, καὶ ἤραντο νίκην, κατ’ αὐτοὺς τοὺς ξένους ἀξιωματικούς, ἐν Δομοκῷ, πλὴν τῆς δεξιᾶς πτέρυγος, ἡ ὁποία ἡττήθη, ἀλλὰ δὲν εἶχεν ὑπερφαλαγγισθῆ· ἐν τούτοις καὶ ἐκεῖθεν ὑπεχώρησαν, καὶ τέλος ἔφθασαν μέχρι Λαμίας, διατασσόμενοι καὶ ὑποχωροῦντες! Ἐπελθούσης δὲ τῆς ἀνακωχῆς, τῆς τόσον περιζητήτου καὶ περιποθήτου εἰς τὸ Ἐπιτελεῖον, τί ἐγένετο ἐν τῷ στρατοπέδῳ τῆς Λαμίας; Τότε εἶχεν ἀναλάβει τὴν Κυβέρνησιν τοῦ Κράτους ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς, καὶ ταύτην συνεκρότησεν, ὡς ἐνόμισεν ὠφελιμώτερον, ἐκ τῶν ἐπιφανῶν τῆς τότε Ἀντιπολιτεύσεως, τῶν ἀνηκόντων εἰς τὸ Τρικουπικὸν κόμμα, ἤτοι τῶν ἀξιοτίμων κ. κ. Θεοτόκη, Σιμοπούλου, Τσαμαδοῦ, Σκουλούδη κλπ. Καὶ αὐτὸς μὲν, ὁ χαλύβδινος χαρακτὴρ, ἐπέμενε νὰ ἐκτελῇ τὸ καθῆκόν του, ἐφ’ ὅσον ἠδύνατο, καὶ ἐφ’ ὅσον ἐνόμιζεν ὅτι τῷ ἐπετρέπετο· τί ἔπραττον ὅμως οἱ συνυπουργοί του; Ἐνῷ εὑρισκόμεθα ἔτι ἐν ἀνακωχῇ, ἐνῷ ἡ εἰρήνη δὲν εἶχεν ἔτι ἐξασφαλισθῆ, ἐνόμισαν εὔκαιρον τὴν περίστασιν νὰ ῥουσφετολογήσωσι, πρὸς ἀνασύνταξιν τοῦ Τρικουπικοῦ κόμματος, καὶ διὰ φίλων των, περιερχόμενοι τὰ στρατόπεδα καὶ τὰ νοσοκομεῖα, διεσκόρπιζον εἰς ἀξιωματικοὺς καὶ ὁπλίτας ἀδείας, συντελοῦντες οὕτως εἰς τὴν ἀραίωσιν τῶν τάξεων τοῦ στρατοῦ! Τοῦτο ἐγένετο ἐπὶ τῆς ἀνακωχῆς ὑπὸ τοῦ ἐξ Ὕδρας ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ, ὡς Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν· δὲν πιστεύω δ’ ὅτι οἱ λόγοι μου οὗτοι δύνανται νὰ διαψευσθῶσιν. Ἡ κατάστασις αὕτη κατὰ τὸν χρόνον τῆς ἀνακωχῆς ἐπροξένει βαθυτέραν ὀδύνην καὶ αὐτῆς τῆς ἐκ τῶν ἀτυχημάτων τοῦ πολέμου· διότι οὐδεὶς ἠδύνατό ποτε νὰ φαντασθῇ, ὅτι Ἕλλην Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἦτο δυνατὸν νὰ καταστήσῃ τὸν Ὑπουργεῖόν του πρακτορεῖον τοιούτων ἀδειῶν καὶ ἄλλων παρομοίων μεταβολῶν διὰ μεταθέσεων καὶ ἀποσπάσεων μετὰ τῶν ἄλλων τοῦ κόμματος συνυπουργῶν, καθ’ ὃν χρόνον ὁ ἐχθρὸς ἐπάτει ἔτι τὸ ἔδαφος τῆς ἐλευθέρας Ἑλλάδος, καὶ διετελοῦμεν ἐν ἀνακωχῇ, καθ’ ἣν ὑπῆρχεν ἡ ἰδέα, ὅτι δὲν ἠθέλομεν ἀποφύγει τὴν ἐξακολούθησιν τοῦ πολέμου, προτιμῶντες τοῦτον τοῦ φοβεροῦ ἐκείνου κλοιοῦ, διὰ τοῦ ὁποίου ἤθελον νὰ περισφίγξωσι τὸν λαιμὸν ἡμῶν, ἤτοι τῆς ἐπιβολῆς τοῦ οἰκονομικοῦ ἐλέγχου. Ἀλλ’ ἐὰν κατὰ ξηρὰν ὑπέστημεν πάντα ταῦτα, ἡττηθέντες ἄνευ πραγματικοῦ νικητοῦ, καὶ παραδόσαντες εἰς τὸν ἐχθρὸν μέγα τμῆμα τοῦ ἐλευθέρου Κράτους ἐξ ἀδικαιολογήτων κατὰ τὸ πλεῖστον ὑποχωρήσεων, μὴ δὲν ἐνεπαίχθημεν προδοτικῶς κατὰ θάλασσαν, ἐπὶ κινδύνῳ καὶ αὐτῆς τῆς τιμῆς τοῦ ναυτικοῦ μας, τοῦ ὁποίου ἡ δόξα καὶ ἐν τῇ ἀρχαίᾳ καὶ ἐν τῇ νεωτέρᾳ ἱστορίᾳ τῆς ὑφηλίου ἐμεσουράνει; Ἡμεῖς, ὅτε, βλέποντες ν’ ἀποστέλλωνται πλοῖα καὶ στρατὸς εἰς Κρήτην μὲ διαταγὰς νὰ καταλάβωσι τὴν νῆσον ἐν ὀνόματι τοῦ Βασιλέως ἡμῶν, καὶ ἀκούοντες τοῦτον νὰ διακηρύττῃ, ὅτι θὰ τεθῇ ἐπὶ κεφαλῆς 300,000 Ἑλλήνων, κατελαμβανόμεθα ὑπὸ ἱεροῦ ἐνθουσιασμοῦ, καὶ ἐξελαρυγγιζόμεθα εἰς ζητωκραυγὰς ὑπὲρ αὐτοῦ καὶ ὑπὲρ τοῦ πολέμου, εὐλόγως ἐπιστεύομεν, ὅτι Βασιλεὺς καὶ Κυβέρνησις ἔπραττον καὶ διεκήρυττον ταῦτα ἐν ἐπιγνώσει τῶν ἐθνικῶν δυνάμεων, καὶ ὅτι ἠδύνατο τὸ ἔθνος μετ’ ἐλπίδων ἐπιτυχίας νὰ κατέλθῃ εἰς τὸν ἱερὸν αὐτὸν ἀγῶνα πρὸς ἀπελευθέρωσιν τῶν ὑποδούλων ἀδελφῶν. Τὰς ἐλπίδας δὲ ταύτας ἐστηρίζομεν καὶ ἡμεῖς καὶ τὸ ἔθνος ὁλόκληρον καὶ εἰς τὸν κατὰ ξηρὰν στρατόν, ἀλλὰ κυρίως καὶ πρωτίστως εἰς τὸ ἔνδοξον ἡμῶν ναυτικόν. Ὁποία ὅμως οἰκτρὰ διάψευσις τῶν ἐθνικῶν αὐτῶν ἐλπίδων! Ἀλλὰ πῶς νὰ μὴ ἐπέλθῃ ἡ διάψευσις αὕτη, ἀφοῦ ἡ κυριωτέρα αὕτη δύναμις τοῦ ἔθνους ἐδεσμεύθη, καὶ δὲν ἔμεινεν ἐλευθέρα νὰ ἐκτελῇ τὰς διαταγὰς τοῦ ὑπευθύνου Ὑπουργοῦ, τὰς δυναμένας, ἔστω, νὰ ἐκτελεσθῶσιν, ἀλλὰ ἐξετέλει ἄλλας διαταγάς, ἀντιθέτους, ὑπ’ ἀνευθύνων διδομένας; Ἐπὶ τούτων πάντων τῶν ζητημάτων ἐζητήσαμεν καὶ ἐπιμένομεν ζητοῦντες νὰ χυθῇ φῶς ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου δι’ εὐρείας συζητήσεως, ἵνα εὑρεθῶσιν οἱ ὑπαίτιοι τῆς ἐθνικῆς καταστροφῆς, οἱ ὁποῖοι, ἂν μὲν ἦναι ἐκ τῶν νόμῳ ὑπευθύνων καὶ ὑπάρχῃ καιρὸς, νὰ δώσωσι τὰς προσηκούσας εὐθύνας, ἂν δ’ ἐκ τῶν νόμῳ ἀνευθύνων, ἐν τῇ ἀδυναμίᾳ νὰ ζητήσωμεν παρ’ αὐτῶν τοιαύτας, νὰ ἀκούσωσι τουλάχιστον ἐντεῦθεν ὅ,τι πρέπει καὶ ὅ,τι εἶναι ἱκανὸν νὰ συντελέσῃ, ὅπως ἐν τῷ μέλλοντι πατριωτικῶς καὶ ἐθνικῶς ἐργάζωνται. Περαίνων τὸν λόγον, κατέρχομαι τοῦ βήματος, ἐν τῇ πεποιθήσει, ὅτι ἄλλοι ἁρμοδιώτεροι, εἰς τοὺς ὁποίους μάλιστα εἶναι τοῦτο ἐπιβεβλημένον ἐκ καθήκοντος καὶ ἐκ τῆς θέσεως, ἣν εἶχον, θὰ ἐξετάσωσιν ἐντεῦθεν λεπτομερῶς πάντα ταῦτα, καὶ θὰ δώσωσι τὰς ἀναγκαίας ἐξηγήσεις, θέτοντες εἰς τὴν θέσιν των καὶ τὰ πράγματα καὶ τὰ πρόσωπα.

§88ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Λεβίδης ἔχει τὸν λόγον.

§89Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Κατὰ πρῶτον μὲν, Κύριοι, εὔχομαι, ἐν οὕτω σπουδαίᾳ συζητήσει μηδὲν νὰ εἴπω τὸ δυνάμενον καὶ ἐπ’ ἐλάχιστον νὰ βλάψῃ τὰ συμφέροντα τοῦ ἔθνους· ἔπειτα δ’ εὔχομαι, μηδὲν νὰ εἴπω τὸ δυνάμενον νὰ ἀδικήσῃ τινὰ, εἴτε παρόντα, εἴτε ἀπόντα συνάδελφον, εἴτε καὶ οἱονδήποτε ἄλλον. Διότι ἐν οὕτω μεγάλῃ συζητήσει, ἐν οὕτως ἐθνικοῖς ζητήμασι νομίζω, ὅτι ἱερωσύνην ἀσκοῦμεν ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης. Παράδοξον, ὅτι τρίτην ταύτην φορὰν ἐπιχειροῦσι νὰ ἐγείρωσι κατηγορίαν κατ’ ἐκείνων, οἵτινες εἶχον τὴν ἀτυχίαν, ἢ τὴν εὐτυχίαν, νὰ διευθύνωσι τότε τὰ πράγματα τῆς πατρίδος, καὶ τρίτην ταύτην φορὰν ἐγείροντες τὴν κατηγορίαν, ἐγκαταλιμπάνουσιν αὐτήν. Ἤγειραν τὴν κατηγορίαν περὶ παροχῆς εὐθυνῶν κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Περίοδον τῆς Βουλῆς, καὶ μετὰ ταῦτα ἐτράπησαν εἰς φυγήν! Ἦλθον τὸ δεύτερον, πλειονοψηφοῦντες ἤδη, καὶ ἐπεχείρησαν ἐν τῇ παρούσῃ Περιόδῳ νὰ ἐγείρωσι κατηγορητήριον, καὶ ὅμως κατηγορία δὲν ἠγέρθη. Τί ἐζητήσατε, παρακαλῶ, τώρα; νὰ συνενωθῶσι τὰ ζητήματα τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας πρὸς τὰ τῶν εὐθυνῶν! Καὶ ἐν τούτοις πάλιν δὲν κατηγορεῖτε ἡμῶν ἐπὶ παραβάσει τῶν νόμων καὶ ἐπὶ ζημίᾳ τῶν συμφερόντων τοῦ ἔθνους. Ἐπὶ τίνι, παρακαλῶ, τρίτην ταύτην φορὰν νὰ ἀπολογηθῶμεν; Καὶ τίς ἐστὶν ἡ κατηγορία, ἣν ἐκ τῆς πτέρυγος ταύτης (δεικνύει τὴν δεξιὰν) ἠκούσαμεν; Ἡμεῖς δυνάμεθα νὰ ἐγείρωμεν κατηγορίαν καθ’ ὑμῶν. Διότι, ἂν τῳόντι συμφέροντα τοῦ ἔθνους ἐπὶ τοσοῦτον ἕνεκεν ἡμῶν ἐζημιώθησαν τότε, ὥστε νὰ ὦμεν ἄξιοι κατηγορίας, διατὶ τρίτην ταύτην φορὰν παραλείπετε τὸ πρὸς τὴν πατρίδα ὑμέτερον καθῆκον; διατὶ τέλος πάντων δὲν ἐγείρεσθε ὡρισμένοι καὶ σαφεῖς κατήγοροι; Διατὶ κατὰ τε τὴν παρελθοῦσαν Περίοδον καὶ κατὰ τὴν παροῦσαν ἐτράπητε τὴν ἐπιεικῆ, οὕτως εἰπεῖν, ὁδὸν τῶν ἐξεταστικῶν ἐπιτροπῶν τῆς Βουλῆς, καὶ δὲν ἐζητήσατε νὰ λειτουργήσῃ ὁ «περὶ εὐθύνης τῶν Ὑπουργῶν» νόμος διὰ συστάσεως ἀνακριτικῆς ἐπιτροπῆς; Καὶ ὁποία καὶ ἡλίκη ἤθελεν εἶσθαι ἡ διαφορὰ μεταξὺ τῶν δύο περιστάσεων! Ἐκ μὲν τῶν ἐξεταστικῶν ἐπιτροπῶν δυνάμεθα νὰ ἀκούσωμεν ἢ ἀκούομεν γνώμας, ἐν δὲ τῇ ἀνακριτικῇ ἐπιτροπῇ ἐπιβεβλημένον ἐστὶν ἐπὶ τέλους, ἵνα οἱ ἁρμόδιοι ἐκδώσωσι βούλευμα ἐπὶ τῶν κατηγορουμένων πράξεων. Καὶ ὁσάκις, εἴτε ἐνταῦθα, εἴτε ἀλλαχοῦ, τοιαῦτα ζητήματα ἀνεφύησαν, μόνον τότε ἀποτελεσματικῶς ἐπερατώθησαν, ὁσάκις ἡ ἀπηνὴς καὶ σοβαρὰ διαδικασία τῶν ἀνακριτικῶν ἐπιτροπῶν ἐτέθη εἰς ἐνέργειαν. Ἀπὸ τῶν ἐξεταστικῶν ἐπιτροπῶν πολλάκις συνηθίσαμεν οὐδὲν νὰ μανθάνωμεν, καὶ οὐδὲν ἀποτέλεσμα ν’ ἀναμένωμεν. Καὶ ἐρωτῶμεν λοιπὸν ἡμεῖς ὑμᾶς, διατὶ παρελείψατε τὸ ὑμέτερον καθῆκον; Ἐὰν τὰ τότε γενόμενα,—ἐξετάζω δὲ ταῦτα ἐν ταῖς γενικαῖς αὐτῶν γραμμαῖς, οὐχὶ δ’ ἐν ταῖς λεπτομερείαις,—ἐὰν τὰ τότε πραχθέντα ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης ἦσαν τοιαῦτα, ὥστε νὰ προκαλέσωσιν ἀναγκαίως τὴν εὐθύνην αὐτῆς, διατὶ δὲν κατηγορήσατε; Διατὶ δὲν ἐζητήσατε νὰ μάθητε, πῶς τὰ στρατεύματα ἡμῶν ὑπεχώρουν ἐκ τῆς Ἠπείρου, καὶ πῶς τὰ στρατεύματα ἡμῶν ἐτρέποντο εἰς φυγὴν κατὰ τὴν Ἀνατολικὴν Ἑλλάδα; Διατὶ δὲν ἐζητήσατε νὰ ἐξετασθῇ, πῶς οὐδὲν ὁ στόλος ἠθέλησε νὰ πράξῃ κατὰ τὴν Δυτικὴν Ἑλλάδα, καὶ πῶς οὐδὲν ἠθέλησε νὰ πράξῃ κατὰ τὴν Ἀνατολικὴν; Φίλος ὑμῶν ἦν ὁ Βουλευτὴς ἐκεῖνος, ὅστις προέβαλεν ἐξέτασιν περὶ τῶν ζητημάτων τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας. Καὶ ἐπιλαμβανόμενοι τῶν ζητημάτων ἐκείνων, ἐνομίσατε, ὅτι ἠθέλετε καρπωθῆ εὐχύμους καρπούς, συνδέοντες πρὸς τὴν ἐξέτασιν ἐκείνην τὴν τῶν εὐθυνῶν τῆς τότε Κυβερνήσεως, καὶ συνδέοντες τὴν ἐξέτασιν, οὐχὶ ἵνα προβῆτε εἰς αὐτήν, ἀλλ’ ἵνα πάλιν συγκαλύψητε τὰ πράγματα. Ζητεῖτε πραγματικῶς καὶ σπουδαίως εὐθύνας; Ἢ μήπως εἶναι ἐκ τῶν συνήθων ἐκείνων ἐκλογικῶν πυροτεχνημάτων καὶ τοῦτο; Ἢ μήπως ἀπεφασίσατε νὰ στείλητε τοὺς κυρίους (δεικνύει τοὺς Ὑπουργοὺς) ἐκεῖσε, ὁπόθεν ἐφέρατε αὐτούς, καὶ ἐπιθυμεῖτε ἐκλογικὸν ἔδαφος; Καὶ νομίζετε, ὅτι θέλομεν ἀφήσει ὑμᾶς νὰ καρπωθῆτε καρποὺς τοιούτους; Ἂν σπουδαίως καὶ σοβαρῶς ζητῆτε τὰς εὐθύνας,—ἐγὼ ὁμιλῶ περὶ ἐμοῦ καὶ μόνον, ὑποθέτω ὅμως, ὅτι συμφώνως εἰς τοῦτο τοὐλάχιστον ὁλομερῶς ἔχω τοὺς ἐμοὺς τότε ἀξιοτίμους συναδέλφους—ἂν ζητῆτε πραγματικῶς εὐθύνας, οὐχὶ δὲ ἐκλογικὰ ὀφέλη, ἡμεῖς ἐσμὲν πρόθυμοι νὰ παραιτηθῶμεν τῶν εὐεργετημάτων καὶ τῶν ἐνστάσεων, ἃς δυνάμεθα νὰ ἀντλήσωμεν ἐκ τῶν νόμων περὶ εὐθύνης τῶν Ὑπουργῶν, τουτέστι τῆς παραγραφῆς. Ἡμεῖς δυνάμεθα νὰ παραιτηθῶμεν καὶ αὐτῆς τῆς βουλευτικῆς ἀσυλίας. Ἂν δὲν δύνασθε νὰ κατηγορήσητε ἡμῶν, ἔστω καὶ παραιτουμένων τοῦ εὐεργετήματος τῆς παραγραφῆς, ὡς δημοσίων λειτουργῶν τοῦ Κράτους, ἔλθετε, παραιτουμένων ἡμῶν τῶν δικαιωμάτων τῆς ἀσυλίας, νὰ κατηγορήσητε ἡμῶν, ὅτι ἕνεκεν ἡμῶν συνέβησαν ὅσα διεδραματίσθησαν κατὰ τὴν ἀτυχῆ ἐκείνην τοῦ ἔθνους περίστασιν. Ἀλλ’ ἀφ’ ἧς τὰ ζητήματα ταῦτα ἀνεφάνησαν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ἓν εἶναι τὸ ἀληθές, ὅτι πολλάκις ἠπειλήθησαν αἱ εὐθῦναι, ἀλλ’ ἠπειλήθησαν μόνον ἵνα συγκαλυφθῶσι. Διατὶ δὲν ἀφήσατε νὰ λειτουργήσωσιν αἱ ἐξεταστικαὶ ἐπιτροπαὶ τῆς Βουλῆς; Ἢ, ἂν ἐπείθεσθε, ὅτι αἱ ἐξεταστικαὶ ἐπιτροπαὶ δὲν ἐδύναντο σοβαρῶς καὶ ἀποτελεστικῶς νὰ ἐπιληφθῶσι τοῦ μεγάλου τούτου ἔργου, διατὶ, ἐπαναλέγω, δὲν προέβητε εἰς σύστασιν ἀνακριτικῆς ἐπιτροπῆς; Διατὶ δὲν ζητεῖτε νὰ μάθητε, πῶς οἱ στρατοὶ ἡμῶν ἐν Ἠπείρῳ ἐτρέποντο εἰς φυγὴν ἄνευ ἀνάγκης, καὶ πῶς οἱ στρατοὶ ἡμῶν ἐν Θεσσαλίᾳ ὑπεχώρουν, χωρὶς σχεδὸν νὰ πολεμήσωσι; Διατὶ, ἐπαναλέγω, δὲν ἐζητήσατε νὰ μάθητε, πῶς αἱ Μοῖραι ἡμῶν, καὶ ἡ Ἀνατολικὴ καὶ ἡ Δυτική, οὐδὲν ἠθέλησαν νὰ πράξωσιν; Ἐγὼ, Κύριοι, δὲν εἶμαι κατὰ πάντα σύμφωνος πρὸς τὰς ἀκουσθείσας γνώμας, ὅτι ἡ Ἐθνικὴ Ἑταιρεία τουτέστιν ὑπῆρξεν ὁ μόνος αἴτιος τῆς ἐθνικῆς ἡμῶν συμφορᾶς. Ἐγὼ, ὃν οὐδὲν πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Ἑταιρείαν συνέδεεν ἢ συνδέει, δὲν δύναμαι νὰ δεχθῶ, θεωρῶ μάλιστα καὶ ὑπερβολικόν, ὅτι πάντες οἱ μετασχόντες αὐτῆς ἦσαν ἄξιοι μομφῆς καὶ ἐθνικῆς καταδίκης. Ἐκεῖνοι οἱ ὀλίγοι ἀξιωματικοί, οἵτινες πρὸ πολλοῦ εἶχον θέσει τὰς βάσεις τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας, βεβαίως ὡρμῶντο ὑπὸ φιλοπατρίδων προθέσεων. Ἐξ ὅσων δὲ ὅλοι μέχρι τοῦδε ἠκούσαμεν, καὶ ἐξ ὅσων κατὰ διαφόρους ἐποχὰς ἐμάθομεν, βεβαίως δὲν δυνάμεθα νὰ ἀρνηθῶμεν, ὅτι ἀγαθοὶ ἀληθῶς ἄνδρες, ὅτι φιλοπάτριδες ἀληθῶς πολῖται κατηριθμοῦντο μεταξὺ τῶν μελῶν τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας. Ἓν εἶναι τὸ παράδοξον, ὅτι, ὅσον τις ἀνέρχεται πρὸς τὴν κορυφὴν τῆς Ἑταιρείας, τοσοῦτον βλέπει καταφανῶς πλέον ἐργασίαν μεμελετημένην οὐχὶ μόνον πρὸς ἐθνικοὺς σκοποὺς, ἀλλὰ καὶ πρὸς πολιτικούς, ἀλλὰ καὶ πρὸς πολιτικὴν κερδοσκοπίαν. Ὑπὸ ἄλλην ἔποψιν θέλω ἐξετάσει ἐγὼ τὰ τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας. Δὲν θέλω νὰ ἐξετάσω διὰ μακρῶν τοὺς λόγους, οἵτινες συνετέλεσαν εἰς τὴν ἵδρυσιν καὶ τὴν πρόοδον τοῦ σωματείου αὐτοῦ. Ἓν ὅμως εἶναι, Κύριοι, βέβαιον καὶ ἀναμφισβήτητον, ὅτι εἷς τῶν μεγίστων ὑπαιτίων τῆς ἐθνικῆς συμφορᾶς ὑπῆρξεν ἀναμφιβόλως καὶ ἡ ἐν λόγῳ Ἑταιρεία. Καὶ ἐφ’ ὅσον μὲν μυστικῶς ἔδρα, τ’ ἀποτελέσματα αὐτῆς ἴσως δὲν ἦσαν μέγιστα καὶ τελεσιουργά. Εὐθὺς ὅμως ὡς ἡ Ἑταιρεία ἐδηλώθη δημοσία, ἐνθουσιασμὸς κατέλαβε τοὺς πάντας, καὶ ὁ μυστικὸς ὀργανισμὸς αὐτῆς, καὶ ὁ τρόπος, καθ’ ὃν ἐλειτούργει, καὶ ὁ τρόπος, καθ’ ὃν ἡ μύησις ἐνηργεῖτο, καὶ ἡ ἀνωτάτη καὶ ἀόρατος ἀρχή, πάντα ταῦτα παρίστων τὸ σωματεῖον ἐκεῖνο ὡς διάδοχον οἱονεὶ τῆς μεγάλης ἐκείνης Ἑταιρείας τῶν πατέρων ἡμῶν, εἰς ἣν κατὰ πολὺ ὀφείλει τὴν ἐλευθερίαν αὑτῆς ἡ Ἑλληνικὴ φυλή, λέγω τῆς Φιλικῆς Ἑταιρείας. Ὅτε τὸ πρῶτον ἐδημοσιεύθη προκήρυξις τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας, δι’ ἧς προεκαλεῖτο ἡ Ἑλληνικὴ φυλὴ εἰς δρᾶσιν, ὁ τύπος, παρασυρθεὶς καὶ αὐτὸς ἐκ τῆς ψυχολογικῆς καταστάσεως, ἐν ᾗ τότε σύμπαν τὸ Ἑλληνικὸν διετέλει, ἐπαίνους καὶ παιᾶνας ἐτόνιζεν ὑπὲρ τοῦ «ἁγίου» τούτου σωματείου, ὡς ἀπεκάλει αὐτό. Ὅτε, Κύριοι, τὸ πρῶτον ἐδημοσιεύετο ἐν τῷ «Ἄστει» τῇ 31 Ὀκτωβρίου 1896 ἔτους τὸ θούριον, οὕτως εἰπεῖν, ᾆσμα τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας, ὁ τύπος ὁλόκληρος, ἀντιπροσωπευόμενος, οὕτως εἰπεῖν, ἐν τούτῳ ὑπὸ τοῦ φύλλου ἐκείνου, ὅπερ πρὸ ὀλίγου ὠνόμασα, ἔγραφεν (ἀναγινώσκει): «Μετὰ συγκινήσεως βαθυτάτης ἐλάβομεν καὶ δημοσιεύομεν τὸ πρόγραμμα τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας, τῆς ἀοράτου δυνάμεως, εἰς τὴν ὁποίαν ὀφείλεται κατὰ τοὺς τελευταίους μῆνας ἡ ζωηρὰ ἀφύπνισις τοῦ ἐθνικοῦ αἰσθήματος καὶ ἡ ἐνεργὸς διεκδίκησις δικαιωμάτων, τὰ ὁποῖα ἐφαίνοντο ὡς λησμονηθέντα. Τὸ πρόγραμμα αὐτῆς εἶναι γενναῖον καὶ εἰλικρινῶς διατυπωμένον. Τὸ ἔγγραφον δὲν φέρει ὑπογραφὴν καμμίαν, πλὴν ἁπλῆς ἐρυθρᾶς σφραγῖδος. Ἀλλὰ ὑπὸ τὰς γραμμὰς τοῦ ἐγγράφου πάλλει αὐτὸ τοῦτο ἡ καρδία τοῦ ἔθνους ὅλου, τοῦ ἔθνους τοῦ τρέφοντος ἰδανικά, τοῦ συγκινουμένου, τοῦ συναισθανομένου τὰ καθήκοντά του, τοῦ ἀναγνωρίζοντος καὶ συνειδότος τὰ δικαιώματά του. Ἡ προκήρυξις τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας εἶναι σάλπισμα κινδύνου, ἀλλὰ καὶ ἐνθουσιῶδες ἐγερτήριον, τὸ ὁποῖον καθιστᾷ σημαντικώτερον ὁ ὑπαινιγμός, ὅτι αἱ στρατιωτικαὶ τάξεις δὲν εἶναι ξέναι πρὸς αὐτό.» Καὶ πῶς ἐπεγράφετο, παρακαλῶ, τὸ ἄρθρον τοῦτο, ὅπερ ἀνέγνων; «Νέα Φιλικὴ Ἑταιρεία!» Καὶ δημοσιεύεται, Κύριοι, εὐθὺς κατωτέρω ἔγγραφον, ἀληθῶς δυνάμενον νὰ ἐξεγείρῃ ὅλα τὰ γενναῖα αἰσθήματα παντὸς λαοῦ, πρὸ πάντων δὲ λαοῦ μεσημβρινοῦ, οἷος ὁ ἡμέτερος. Ἔλεγον, ὅτι, ὅσον τις ἀνέρχεται εἰς τὴν κορυφὴν τῆς Ἑταιρείας, τόσον διαβλέπει καὶ τοὺς πλαγίους σκοποὺς αὐτῆς· καὶ τοιουτοτρόπως ἐν τῷ ἐγγράφῳ τούτῳ ἐλέγετο (ἀναγινώσκει): «Διὰ τοῦτο... ἂν, ὃ μὴ γένοιτο, τὸ Κράτος, ἐπαναλαμβανομένων παρελθόντων σφαλμάτων, θελήσῃ νὰ ἀδρανήσῃ, τὸ Γένος δὲν θέλει βεβαίως παρίδει τὸ ἐπιβεβλημένον αὐτῷ καθῆκον, τότε δὲ οὐδὲ τὸ Κράτος θὰ δυνηθῇ νὰ ἀπόσχῃ τῆς ἐκπληρώσεως αὐτοῦ.» Καθαρὰ ἀντιποίησις τῶν δικαιωμάτων τῶν νομίμων ἐξουσιῶν τῆς Πολιτείας! Τὸ αὐτὸ φύλλον, ὅπερ ἐπακριβῶς γνωρίζομεν τίνος πολιτικοῦ κόμματος τὰς ἰδέας ἀντεπροσώπευε καὶ ἀντιπροσωπεύει, τῇ 8ῃ Φεβρουαρίου τοῦ 1897 ἔτους ἐδημοσίευσεν «Ὑπόμνημα πρὸς τὸν Βασιλέα καὶ τὸν Πρωθυπουργὸν» τῆς αὐτῆς Ἑταιρείας, ἐν ᾧ μεταξὺ ἄλλων ἐλέγετο (ἀναγινώσκει): «Ὁ Πρόεδρος τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου πρὸς τὴν Διεύθυνσιν τῆς ἐφημερίδος «Ἄστυ», ἐνταῦθα. Γνωρίζω ὑμῖν, ὅτι ἀπεστάλη σήμερον πρὸς τὴν Α. Μ. τὸν Βασιλέα, ὡς καὶ πρὸς τὸν Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, τὸ ἑξῆς ὑπόμνημα ἐκ μέρους τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας, καὶ παρακαλῶ, ὅπως καταχωρίσητε τοῦτο...» Καὶ ἐν τῷ αὐτῷ φύλλῳ, Κύριοι, τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ ἐγράφοντο αἱ ἑξῆς σημαντικαὶ ἰδέαι (ἀναγινώσκει): «Ὁ Βασιλεὺς ἠξίωσεν, ἵνα γείνῃ ἀπὸ τοῦδε πᾶσα ἡ ἀπαιτουμένη προπαρασκευαστικὴ ἐργασία, ὅπως ἐν δεδομένῃ στιγμῇ μὴ χρειασθῇ ἄλλο τι, εἰμὴ ἔκδοσις ἑνὸς μόνον Διατάγματος, ὅτε ἡ πυρκαϊά, ἥτις καίει ἤδη εἰς ἓν μεμονωμένον τμῆμα τῆς Ὀθωμανικῆς Αὐτοκρατορίας, θὰ ἐκραγῇ εἰς τὸ κέντρον αὐτῆς, καὶ κατὰ τρόπον, ὥστε δὲν θὰ ἦναι τότε δυνατὸν νὰ προληφθῶσιν αἱ συνέπειαι, τὰς ὁποίας ζητεῖ νὰ ἀποφύγῃ ἡ Εὐρώπη.» «Εὐτυχῶς», ἐξηκολούθει τὸ «Ἄστυ» — τῆς 8 Φεβρουαρίου, παρακαλῶ, τοῦ αὐτοῦ 1897 ἔτους — «εὐτυχῶς τὰ πάντα εἶναι ἤδη ἕτοιμα, χάρις εἰς τὴν πατριωτικὴν πρωτοβουλίαν τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας, ὥστε τὸ σύνθημα μόνον ἀναμένεται, ἵνα καὶ Ἤπειρος καὶ Μακεδονία ὑψώσωσι συγχρόνως τὴν σημαίαν τῆς ἐπαναστάσεως!» Διὰ τοιούτων, Κύριοι, δημοσιευμάτων καὶ δι’ ἄλλων, αὐτοῖς ὁμοίων, ἐξηρεθίζετο ὁ ἐνθουσιασμὸς τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, καὶ πάντες ἔσπευδον τυφλοῖς ὄμμασι πρὸς τὸν πόλεμον, ἀδιαφοροῦντες περί τε τῆς παρασκευῆς τοῦ ἔθνους καὶ περὶ τῶν δυναμένων νὰ συμβῶσιν ἀτυχημάτων. Καὶ μίαν μόνον ἡμέραν πρὸ τοῦ συλλαλητηρίου, περὶ οὗ μακρὸς ἐγένετο λόγος κατὰ τὰς ἡμέρας ταύτας ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, τῇ 8 Φεβρουαρίου τοῦ 1897 ἔτους, τὸ αὐτὸ ἡμιεπίσημον ὄργανον τῆς πολιτικῆς ταύτης μερίδος (δεικνύει τὴν Συμπολίτευσιν) ἐν κυρίῳ ἄρθρῳ ἔγραφε τοὺς ἑξῆς ἀξιομνημονεύτους λόγους (ἀναγινώσκει): «Ἡ Κυβέρνησις δεικνύει σημεῖα ἐπίφοβα ὑποχωρήσεων καὶ λιποψυχιῶν! Ἤρχισε νὰ φοβῆται, νὰ συλλογίζηται τὰς εὐθύνας, τὰ βάρη τὰ φοβερά! Ἤρχισε νὰ σκέπτηται, ἐνῷ ἔπρεπε μόνον νὰ ἐνεργῇ... Ὁ τύπος, ὅστις μέχρι τοῦδε ἵστατο παρὰ τὸ πλευρὸν τῆς Κυβερνήσεως, ἔχει λόγους σοβαροὺς νὰ πιστεύῃ, ὅτι αὕτη ἑτοιμάζει ὑποχώρησιν, ἐπιβάλλεται δ’ εἰς αὐτὸν, ἐν ὀνόματι τῆς κινδυνευούσης πατρίδος, ν’ ἀποκαλύψῃ τοὺς ὑπαιτίους πάσης ἐθνικῆς συμφορᾶς... Ἐπαναλαμβάνομεν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἤρχισε νὰ δεικνύῃ σημεῖα ὑποχωρήσεως... Καὶ ὅμως λαὸς, ἔθνος, Βασιλεία, τύπος, ὅλοι ὁμοῦ ὑποστηρίζουν, ἐνισχύουν, ἐνθαρρύνουν, ἐμψυχώνουν τὴν Κυβέρνησιν. Ἐμπρός! φωνάζει ὁ Βασιλεὺς» (ἐξακολουθεῖ τὸ «Ἄστυ»). «— Μὴ μὲ σπρώχνῃς! στάσου!» ἀπαντᾷ ἡ Κυβέρνησις! — «Στείλατε τὸν στρατὸν εἰς τὰ σύνορα», φωνάζει ἀπὸ δύο ἤδη ἑβδομάδων ὁ Βασιλεὺς ἐν ὀνόματι τοῦ ἔθνους. — «Σιγά, σιγὰ!» ἀπαντᾷ ἡ Κυβέρνησις. — «Προμηθευθῆτε ὅπλα, φυσίγγια, κτήνη, σιτάρι. Ἐξοπλίσατε τὸ στράτευμα, ὀχυρώσατε τὰ σύνορα, γεμίσατε τὰς ἀποθήκας, ἐκτελέσατε ὅσα σᾶς ἔγραψα εἰς τὸ Διάταγμά μου, ὅσα σᾶς φωνάζω κάθε πρωῒ ἀπὸ μηνὸς τώρα». — «Θὰ σκεφθῶμεν, Μεγαλειότατε». — «Ἀγοράσατε ὅπλα!» — «Θὰ φροντίσῃ ὁ κ. Πολυγένης, (μάλιστα ὁ κ. Πολυγένης) Μεγαλειότατε.» Ἀλλὰ τί περιμένει πλέον τὸ ἔθνος καὶ ὁ Βασιλεὺς ἀπὸ Κυβέρνησιν δειλὴν, παλίμβουλον, ὀπισθοχωροῦσαν πρὸ μεγαλεπηβόλων συλλήψεων, πρὸ ἀπεγνωσμένων ἀποφάσεων, πρὸ τοῦ ὁριστικοῦ καὶ τελευταίου βήματος, δι’ οὗ ὁ Ἑλληνισμὸς θὰ νικήσῃ ἢ θὰ καταστραφῇ;...»

§90Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ποῖος τὰ λέγει αὐτά;

§91Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Τὸ «Ἄστυ» τὰ λέγει.

§92Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Καὶ ποίαν σημασίαν ἔχουν αὐτά;

§93Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἔχω πολλὴν πεποίθησιν ἐπὶ τὴν νοημοσύνην ὑμῶν, κύριε πρώην Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, καὶ νομίζω, ὅτι εἶναι περιττὸν νὰ ἐξηγήσω τὴν σημασίαν αὐτῶν.

§94Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἔχετε καθῆκον, διότι ἄλλως δὲν βλέπω τὸν λόγον, διὰ τὸν ὁποῖον τὰ ἀναγινώσκετε.

§95ΛΕΒΙΔΗΣ. Τὰ ἀναγινώσκω, διότι τὸ «Ἄστυ» ἐνεπνέετο καὶ ἐμπνέεται ὑπὸ τοῦ πολιτικοῦ κόμματος, οὗτινος ἡγεῖσθε.

§96Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Δηλῶ, ὅτι τὸ «Ἄστυ» δὲν ἐνεπνέετο καὶ δὲν ἐμπνέεται ὑπὸ τοῦ πολιτικοῦ κόμματος, τὸ ὁποῖον ἔχω τὴν τιμὴν νὰ διευθύνω. Εἶναι δὲ γνωστὴ ἡ πορεία, τὴν ὁποίαν ἠκολούθησα, καὶ δὲν εἶχον ἀνάγκην νὰ μεταχειρισθῶ τὸ «Ἄστυ», ὅπως διερμηνεύσω τὰς ἰδέας μου. Ταύτας ἐξέθετον ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς.

§97Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἐγὼ λέγω αὐτά, ἅτινα ἔχω ἐδῶ τετυπωμένα ἐν τῷ «Ἄστει» (ἀναγινώσκει): «...Τὸ καθῆκον τοῦ Βασιλέως ἦτο νὰ ἡγηθῇ τῆς ἐθνικῆς κινήσεως. Ἡγήθη. Τὸ καθῆκον τοῦ Βασιλέως ἦτο νὰ ἀκούσῃ τὴν φωνὴν τοῦ ἔθνους. Τὴν ἤκουσε. Τὸ καθῆκον τοῦ Βασιλέως ἦτο νὰ σύρῃ τὸ ξίφος. Τὸ ἔσυρε! Τὸ καθῆκον τοῦ Βασιλέως ἦτο νὰ εἰσέλθῃ πάνοπλος εἰς τὸν ἀγῶνα! Εἰσῆλθεν!!» («Ἄστυ» τῆς 8 Φεβρουαρίου 1897 ἔτους, σελὶς αʹ.) Νὰ ἐξακολουθήσω, Κύριοι, ἀναγινώσκων ἄλλα ἔγγραφα τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας τῆς αὐτῆς ἀκριβῶς ἐποχῆς; Νὰ ἐξακολουθήσω ἀναγινώσκων ἄλλα φύλλα τοῦ τύπου τῆς αὐτῆς ἀκριβῶς ἐποχῆς; Οὐδὲ λέγω ἐγὼ ταῦτα, ἵνα ἐγείρω κατηγορίαν κατὰ τοῦ τύπου, πολλοῦ γε καὶ δεῖ. Καὶ ὁ τύπος, ζῶν ἐν τῷ μέσῳ τῆς ἀτμοσφαίρας ταύτης, δὲν ἐδύνατο, εἰμὴ νὰ ἐπηρεασθῇ ὑπ’ αὐτῆς. Φιλοπάτριδες συντάκται τῶν ἐν Ἀθήναις ἐφημερίδων, εὐγενεῖς νεανίαι, ὧν ζωηρῶς ἔπαλλεν ἡ καρδία, ὧν δὲ εἶχον κατορθώσει νὰ ἐπισκοτίσωσι τὸν νοῦν, καθ’ ἑκάστην παρεκέλευον τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν, ἀπὸ ἄκρου εἰς ἄκρον τῆς Ἑλληνικῆς Ἐπικρατείας καὶ τῆς Ἑλληνίδος γῆς, καὶ παρίστων αὐτῷ μονονοὺ, ὅτι ἀνίκανοι πρὸς οἱανδήποτε ἐθνικὴν ἐργασίαν, ἀνίκανοι πρὸς σύλληψιν πάσης εὐγενοῦς καὶ φιλοπάτριδος ἰδέας ἦσαν ἐκεῖνοι, οἵτινες τότε διηύθυνον τὰ κοινά,—καίτοι δὲν ἀρνοῦμαι, ὅτι πολλὰ τὰ σφάλματα διεπράχθησαν. Καὶ τὸ ῥεῦμα ἐξωγκοῦτο, καὶ χείμαρρος μέγας ἐσχηματίζετο, καὶ συμπαρέσυρε πᾶν τὸ προστυχόν, καὶ οὐδεὶς μέχρι τοῦδε ἐδυνήθη νὰ στρέψῃ πρὸς τὰ ὀπίσω τὰ ὕδατα τῶν χειμάρρων! Καὶ ἐνθυμοῦμαι τὴν 25 Μαρτίου τοῦ 1897 ἔτους, ὅτε ἡ σεπτὴ οἰκογένεια τοῦ Βασιλέως μετέβαινεν εἰς τὸν Μητροπολιτικὸν ναόν, καὶ ὅτε οἱ Ὑπουργοὶ ἐκ τῆς οἰκίας τοῦ ἡγέτου αὐτῶν ἐφ’ ἁμαξῶν μετέβαινον ἐπίσης εἰς τὸν ἱερὸν ναόν, χιλιάδες τεμαχίων μικρῶν χάρτου ἐπλημμύρουν τὰς ἁμάξας αὐτῶν, καὶ ἐπὶ τῶν τεμαχίων ἐκείνων ἦσαν τετυπωμέναι αἱ λέξεις «ζήτω ὁ πόλεμος!», καὶ τὸ ἔθνος ἐφέρετο μοιραίως πρὸς τὴν μετὰ ταῦτα ἐπελθοῦσαν σύγκρουσιν. Ἐγὼ, Κύριοι, δὲν λέγω ταῦτα, θέλων δῆθεν νὰ ἰσχυρισθῶ, ὅτι δὲν ἐδικαιοῦτο νὰ ἐξεγερθῇ τὸ ἐθνικὸν φρόνημα ἐκ τῶν τελεσθέντων ὑπὸ τῶν Τούρκων ἐν Κρήτῃ. Ἐγὼ λέγω τοὐναντίον, ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς λαός, ἐὰν δὲν συνεκινεῖτο ἐκ τῶν τότε διὰ πολλοστὴν φορὰν ἐν Κρήτῃ κακουργηθέντων ὑπὸ τῶν Τούρκων, ἤθελον εἶσθαι ἀνάξιος τοῦ εὐγενοῦς παρελθόντος καὶ τοῦ μεγάλου ὀνόματος αὐτοῦ. Θέλω μάλιστα νὰ εἴπω, ὅτι πάντες, οὐδενὸς ἐξαιρουμένου, μοιραίως ἐφέροντο πρὸς τὸν πόλεμον. Λυποῦμαι διότι ὁ εὐγενὴς φίλος μου καὶ ἐκ Παξῶν Βουλευτὴς δὲν ἐδύνατο νὰ ἔχῃ τοσοῦτον κῦρος ἐν τῷ λόγῳ αὑτοῦ καὶ ταῖς πολιτικαῖς αὑτοῦ ἰδέαις, ὥστε νὰ ἠκούετο ἡ γνώμη αὐτοῦ, καὶ νὰ ἀπέτρεπε τὸ ἔθνος ἀπὸ τῶν συμφορῶν, πρὸς ἃς ἐφέρετο. Ἀλλὰ καὶ μέγα κῦρος καὶ μεγάλην ἡλικίαν ἂν ἐτύγχανε νὰ ἔχῃ, ἂς ἐνθυμηθῇ, παρακαλῶ, τὸν Θιέρσον, οὗτινος τὸ ἱστορικὸν ὄνομα, αἱ μεγάλαι καὶ περιφανεῖς πρὸς τὴν Γαλλίαν καὶ τὴν ἐπιστήμην ὑπηρεσίαι δὲν ἐδυνήθησαν νὰ πείσωσι τοὺς Γάλλους, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ κραυγάζωσι κατὰ τὸ 1870 ἔτος: «εἰς τὸ Βερολῖνον! εἰς τὸ Βερολῖνον!» Ἤθελεν εἶσθαι λοιπὸν ἀνάξιον τὸ ἔθνος τὸ Ἑλληνικὸν τοῦ τε παρελθόντος αὑτοῦ καὶ τοῦ παρόντος ἅμα, ἐὰν δὲν συνεκινεῖτο ἐκ τῶν γενομένων σφαγῶν ἐν Κρήτῃ. Ἀλλ’ ἤθελον νὰ ἐρωτήσω, τίς ἐὰν, καὶ ἐκτὸς ἡμῶν, διηύθυνε τότε τὰ κοινὰ, δὲν ἤθελε πράξει ὅ,τι ἡμεῖς ἐπράξαμεν; Τὸ θέμα τωόντι, Κύριοι, ὅπερ καὶ ἄλλοι συνάδελφοι ἐπραγματεύθησαν, καὶ ἐγὼ δι’ ὀλίγων ἀνέλαβον νὰ ἐξηγήσω,— διότι δέον νὰ δηλώσω, ὅτι ὁ λόγος μου δὲν θέλει εἶσθαι μακρὸς,—τὸ θέμα τοῦτο, λέγω, εἶναι εὐρύτατον καὶ ἄνευ ὁρίων, τὸ θέμα τοῦτο ἐν πολιτικῇ συζητήσει, ἐν αἰθούσῃ κοινοβουλευτικῇ, εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐξαντληθῇ ἐν τῇ ὁλομερείᾳ. Ἐὰν πρόκηται περὶ πολιτικῆς συζητήσεως, λίαν ἐξώρως ἔρχεται αὕτη. Ἐὰν πρόκηται περὶ εὐθυνῶν πολέμου, ψευδής ἐστὶν ὁ τρόπος, καθ’ ὃν ἀπαιτοῦνται αὗται, καὶ εἰκονικὸς τὰ μάλιστα. Ἄλλως ἀπαιτοῦνται αἱ εὐθῦναι ἀπὸ τῶν πολιτικῶν ἀνδρῶν, οἵτινες ἡγήθησαν τῶν κοινῶν πραγμάτων. Ἕν ὅμως εἶμαι λίαν περίεργος νὰ μάθω, — καὶ δὲν κατώρθωσα, δυστυχῶς, εἰσέτι νὰ εὕρω τὴν λύσιν τῆς ἀπορίας μου — τοῦτο: πῶς οἱ στρατοὶ ἡμῶν ἐτράπησαν εἰς φυγὴν κατὰ τὴν Δυτικὴν Ἑλλάδα; Ἆρά γε καὶ ἐκεῖ ἔπρεπε νὰ ἡττηθῶμεν; ἢ καὶ ἡττήθημεν τάχα; Εἶναι ἀληθεῖς αἱ ἐκτοξευθεῖσαι ἀκριβῶς ὑπὸ τῶν φυγάδων τῆς Λαρίσης κατὰ τοῦ στρατοῦ κατηγορίαι, ὡς ἀνικάνου δῆθεν καὶ ἀσυντάκτου καὶ δειλοῦ; Εἶναι ἀληθὲς λοιπὸν, ὅτι ἐκεῖ δὲν εἴχομεν γενναίους καὶ πεπειραμένους ἀξιωματικοὺς, ὑπαξιωματικοὺς καὶ στρατιώτας; εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ὁ στρατὸς ἡμῶν τῆς Ἠπείρου ἦτο ἄξιος τοιαύτης τύχης, καὶ ὅτι πάντας ἐκείνους τοὺς μαχητὰς τοῦ ἔθνους, ἀξιωματικοὺς, ὑπαξιωματικοὺς καὶ στρατιώτας, πρέπει ἡ ἐθνικὴ ἱστορία νὰ καταδικάσῃ εἰς ἀτιμίαν; Ἀλλὰ τότε ἐξηγήσατέ μοι τὴν ἑξῆς ἀπορίαν· πῶς ὁ διοικῶν τὸν ἐκεῖ στρατὸν, ὁ εὐγενὴς ἐκεῖνος ἀξιωματικὸς, οὗ καὶ ἡ προσωπικότης καὶ αἱ οἰκογενειακαὶ παραδόσεις δὲν ἦσαν οὐδενὸς κατώτεραι, πῶς ὁ συνταγματάρχης κ. Μᾶνος ἐξέδιδε τῇ 15 Ἀπριλίου τοῦ ἔτους ἐκείνου τὴν ἑξῆς πρὸς τὸν στρατὸν ἡμερησίαν διαταγήν;—ἣν, παρακαλῶ, ἐπιτρέψατέ μοι ν’ ἀκούσητε. «Ἀξιωματικοὶ, ὑπαξιωματικοὶ καὶ στρατιῶται! Αἱ μέχρι τοῦδε μάχαι, κατὰ τὰς ὁποίας νυχθημερὸν ἠγωνίσθητε κατὰ τοῦ ἐχθροῦ, ἀπέδειξαν, ὅτι εἶσθε ἄξιοι τῆς ἐμπιστοσύνης, διὰ τῆς ὁποίας σᾶς περιέβαλε τὸ ἔθνος καὶ ὁ Βασιλεὺς, καὶ ἀπεκτήσατε δικαιώματα ἐπὶ τῆς εὐγνωμοσύνης τῆς πατρίδος. Οὐ μόνον ἀπεκρούσατε τὰς συνεχεῖς καὶ λυσσώδεις ἐπιθέσεις τοῦ ἐχθροῦ, ἀλλ’ ἐπεφέρατε καὶ τὸν πλήρη αὐτοῦ ὄλεθρον, ὥστε ἠναγκάσθη οὗτος οὐ μόνον νὰ ὑποχωρήσῃ ἁπλῶς, ἀλλὰ καὶ νὰ τραπῇ εἰς ἄτακτον φυγὴν, καταληφθεὶς ὑπὸ πανικοῦ. Ἡ ἀνδρεία σας ἐν ταῖς μάχαις καὶ ἡ καρτερία σας εἰς τοὺς κόπους εἶναι ἀξία θαυμασμοῦ, καὶ ἐξ ὀνόματος τοῦ ἔθνους καὶ τοῦ Ἑλληνισμοῦ σᾶς εὐχαριστῶ καὶ σᾶς συγχαίρω. Μαχόμενοι νήστεις καὶ ἄϋπνοι, ἐξηντλημένοι ἐκ τοῦ κόπου, δὲν ὠκνήσατε, εὐθὺς μετὰ τὴν φυγὴν τοῦ ἐχθροῦ, νὰ ἐκτελέσητε πολυώρους πορείας, καὶ διηνύσατε ἐντὸς τῆς ἡμέρας διαστήματα μήκους ἀνυπερβλήτου—διότι πορεία 80 χιλιομέτρων δὲν ἀναφέρεται ἐν τῇ στρατιωτικῇ ἱστορίᾳ. «Μόνον διὰ τοῦτο πᾶς στρατὸς ἠδύνατο νὰ σᾶς φθονήσῃ. Ἐντὸς ὀλίγων ἡμερῶν ἀπὸ τῆς ἐνάρξεως τοῦ πολέμου αἱ κοιλάδες τοῦ Ἀράχθου καὶ τοῦ Λούρου κατελήφθησαν σχεδὸν, καὶ οἱ κάτοικοι ἐκτεταμένης χώρας ἠλευθερώθησαν καὶ ἔλαβον τὰ ὅπλα κατὰ τοῦ τυράννου των. Ἡ θριαμβευτικὴ εἰσβολὴ ὑμῶν ἐντὸς χώρας ὀχυροτάτης ἐπισπᾷ δικαίως τὰς εὐχαριστίας τῆς μεγάλης ἐν τῇ ἱστορίᾳ πατρίδος μας, καὶ αἱ νίκαι μας κατὰ βαρβάρου ἐχθροῦ, πρὸς ὃν συνεμάχησεν ἡ πεπολιτισμένη Εὐρώπη, καὶ αἱ ἐλάχισται ἀπώλειαι, ἃς ὑπέστημεν, ἀποδεικνύουσιν, ὅτι ὁ Θεὸς εὐλογεῖ καὶ προστατεύει τὸν δίκαιον ἀγῶνά μας. Θαρρεῖτε, μαχόμενοι ὑπὸ τὴν κραταιὰν σκέπην τοῦ μεγάλου Θεοῦ, τοῦ δυναμένου νὰ καταισχύνῃ τοὺς ἰσχυροὺς τῆς γῆς. Ἀξιωματικοί, ὑπαξιωματικοὶ καὶ στρατιῶται! Συγχαίρων, ἐκφράζω πρὸς ὑμᾶς τὴν εὐαρέσκειάν μου. Ὁ ἀρχηγὸς Θ. Μᾶνος.» Ὁ δὲ τότε Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, συνταγματάρχης κ. Ν. Μεταξᾶς, τῇ 12 πρὸς τὴν 13 Ἀπριλίου ἐτηλεγράφει πρὸς τὸν κ. Θ. Μᾶνον: «Μετ’ εὐχαριστήσεως πληροφοροῦμαι, ὅτι ἡ θέσις ὑμῶν δὲν εἶναι κακή, κατεχόντων τὰς θέσεις, ἃς τὸ στράτευμα κατέλαβε.» Καὶ ὅμως εὑρέθημεν πρὸ τοῦ ἀνεξηγήτου φαινομένου, ὅτι ὁ στρατὸς καὶ ἐκεῖ, ἄνευ αἰτίας, ὑπεχώρησε! Θέλετε νὰ ἔλθω εἰς τὴν Ἀνατολικὴν Ἑλλάδα; Πῶς μετὰ μικράς τινας συμπλοκὰς, κατωρθώθη νὰ φθάσῃ μέχρι Λαρίσης ὁ ἑλληνικὸς στρατός; Καὶ διατὶ, ὅπου καλῶς διῳκεῖτο, ἐνίκησε, καὶ ὅπου κακῶς, ἐτρέπετο εἰς ἐπονείδιστον φυγήν; Καὶ πῶς ἐγκατελείφθη ἡ Λάρισα; Τῇ 12 Ἀπριλίου τοῦ 1897 ἔτους ἐδημοσιεύετο ἐν φύλλῳ ἐφημερίδος, ἐνταῦθα τότε ἐκδιδομένης, τῆς «Ἐφημερίδος», ὅτι δῆθεν ὁ στρατηγὸς Βοσσὲρ εἶχε γνωμοδοτήσει, ὅτι, ἐν περιπτώσει πολέμου πρὸς τὴν Τουρκίαν, ἡ ἐγκατάλειψις τῆς Λαρίσης ἦτο ἐπιβεβλημένη. Τῇ δὲ 13 Ἀπριλίου ὁ ἀντισυνταγματάρχης τοῦ μηχανικοῦ κ. Π. Λυκούδης, ἀντικαθιστῶν τὸν ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ ἀπόντα ἐπιτελάρχην ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Στρατιωτικῶν, ἔγραφεν, ἀπαντῶν εἰς τὸ δημοσίευμα ἐκεῖνο, τὰ ἑξῆς: «Διαψεύδω μετ’ ἀγανακτήσεως τὴν ἐν τῇ σημερινῇ «Ἐφημερίδι» πληροφορίαν, ὅτι δῆθεν ὁ στρατηγὸς Βοσσὲρ εἶχεν ὑποδείξει τὴν ἐγκατάλειψιν τῆς Λαρίσης, καὶ ὅτι ὁ ἐπιτελάρχης τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν (ὅστις τυγχάνω νῦν ἐγώ, ὡς ἀντικαθιστῶν τὸν εἰς τὴν ἀλλοδαπὴν ἀπόντα προϊστάμενόν μου) ἦτο τῆς γνώμης, οὐδεμία νὰ ληφθῇ φροντὶς περὶ Τυρνάβου καὶ Λαρίσης, ἀλλ’ ὁ στρατὸς νὰ ὀχυρωθῇ καὶ δώσῃ μάχην εἰς Φάρσαλα. Πέτρος. Σ. Λυκούδης ἀντισυνταγματάρχης τοῦ μηχανικοῦ.» Ἴδετε «Ἀκρόπολιν» καὶ «Σκρὶπ» τῆς 13 Ἀπριλίου τοῦ 1897 ἔτους...

§98Ν. ΓΟΥΛΙΜΗΣ. Ἐπιτρέπετε νὰ σᾶς ἐξηγήσω...

§99Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἐπειδὴ δὲν ἔχω εὐχέρειαν περὶ τὰ στρατιωτικὰ, ἀφήσατέ με, παρακαλῶ, νὰ συμπληρώσω τὸν λόγον μου, καὶ ὁμιλεῖτε μετὰ ταῦτα. Τῇ 17 Ἀπριλίου τοῦ αὐτοῦ ἔτους ὁ τότε Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν κ. Ν. Μεταξᾶς ἀπέστειλεν εἰς Κρήτην τηλεγράφημα διὰ Κυθήρων, ὑπ’ ἀριθ. 31854, ἐν ᾧ μεταξὺ ἄλλων ἔλεγεν: «Ἡμέτεροι, ἐκτοπισθέντες ἐκ κορυφογραμμῆς ἀπὸ Τυρνάβου μέχρι Νεζεροῦ, καὶ ἐκ τῶν χωρίων Λυγαριᾶς καὶ Καρατσόλ, ἡττήθησαν ἐν τῇ πεδιάδι ἀπὸ Μάτι μέχρι Δελέρι. Φυγὴ ἐν ἀποσυνθέσει εἰς Λάρισαν, ὅπου φυγάδες ἔφθανον ἀπὸ τῆς 11 μέχρι 2 πρωΐας. Ἐν Λαρίσῃ ὁ στρατὸς ἐδύνατο ν’ ἀνασυσταθῇ καὶ νὰ ἀμυνθῇ ἐπὶ καιρὸν, ἀλλὰ δυστυχῶς διετάχθη ἐγκατάλειψις Λαρίσης καὶ Βόλου καὶ ἡ ἄνευ διακοπῆς ἐξακολούθησις ὑποχωρήσεως εἰς Φάρσαλα παντὸς τοῦ στρατοῦ Θεσσαλίας... Ἐτὲμ δὲν εἰσῆλθεν εἰς Λάρισαν, παρὰ μετὰ δύο ἡμέρας κλπ.» Τῇ δὲ 19 Ἀπριλίου τοῦ αὐτοῦ ἔτους ὁ ἀντισυνταγματάρχης τῶν γενικῶν ἐπιτελῶν κ. Π. Λυκούδης ἐτηλεγράφει εἰς Κρήτην, ὑπ’ ἀριθ. 32727: «Ἐν Ἠπείρῳ ἡμέτεροι, προσβληθέντες ὑπὸ πολυαρίθμου ἐχθροῦ εἰς Πέντε Πηγάδια, μετὰ μάχας πέντε ἡμερῶν, ἡττήθησαν κλπ. Κατὰ ἔκθεσιν ἀρχηγοῦ, ἐπὶ τοῦ ἠθικοῦ τοῦ στρατοῦ ἐπέδρασεν ὀλεθρίως ἡ ἐπὶ τριήμερον ἀδιάλειπτος φυγὴ τῶν ἐν Θεσσαλίᾳ.» Διατὶ, ἀφοῦ ἔχετε τὴν πλειονοψηφίαν, δι’ ἀνακριτικῶν ἐπιτροπῶν δὲν ἐζητήσατε νὰ εὕρητε τὴν λύσιν ὅλων αὐτῶν τῶν ζητημάτων καὶ ἀποριῶν; Ὁ τέως σεβαστὸς ἐκ Γόρτυνος Πρωθυπουργὸς, ἐξεταζόμενος ἐνώπιον τῆς ἐξεταστικῆς τῶν πραγμάτων ἐπιτροπῆς τῆς Βουλῆς περὶ τοῦ περιέργου τούτου θέματος, κατέθετεν ἐπὶ λέξει τὰ ἑξῆς, δημοσιευθέντα τῇ 30 Ἰουλίου 1900 ἔτους ἐν τῇ τότε ἐκδιδομένῃ «Μικρᾷ Ἐφημερίδι»...

§100Θ. ΠΕΡΡΟΣ. Δὲν ἐξητάσθη τότε.

§101Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἀπέστειλεν ἔκθεσιν, δημοσιευθεῖσαν καὶ μὴ ἀναιρεθεῖσαν.

§102Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁ πρόεδρος τῆς ἐξεταστικῆς ἐπιτροπῆς ἀπηυθύνθη πρὸς ἐμὲ, καὶ μοὶ προέβαλεν ὡρισμένα θέματα, πρὸς τὰ ὁποῖα ἀπήντησα ἐγγράφως.

§103Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Εἰς τὴν ἐξεταστικὴν τῶν πραγμάτων ἐπιτροπὴν ἐλήφθη ἀπόφασις, ὅπως τὰ μέλη τῆς ἐπιτροπῆς διατυπώσωσιν, ἕκαστον χωριστὰ, ἐρωτήματα, τὰ ὁποῖα κατόπιν συνεκεντρώσαμεν ὅλα καὶ τὰ ἀπηυθύναμεν πρὸς τὸν κύριον Βουλευτὴν ἐκ Γόρτυνος, ὅπως ἀπαντήσῃ ἐγγράφως. Τοῦτο δὲ ἐθεώρησε προτιμότερον ἡ ἐξεταστικὴ ἐπιτροπὴ, διότι ἄλλως ἤθελε καταναλώσει ἀσκόπως πολὺν χρόνον, καὶ διότι οὕτως ἠδύνατο ν’ ἀφήσῃ τὸν σεβαστὸν ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴν ἐν ἀνέσει εἰς τὸ γραφεῖόν του, ὅπου εἶχε συγκεντρωμένα ὅλα τὰ ἔγγραφα, τὰ δυνάμενα νὰ διαφωτίσωσι τὰ ζητήματα. Ἡ ἔκθεσις αὕτη προσήχθη ἐνώπιον τῆς ἐπιτροπῆς, ἥτις διέκοψε τὰς συνεδριάσεις της, καὶ οὕτως ὁ κ. Πέρρος δὲν ἔλαβε γνῶσιν.

§104Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ὥστε δὲν ἀμφισβητεῖτε ὅσα λέγω.

§105Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Οὐχὶ βεβαίως.

§106Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ὥστε δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία, ὅτι ἡ δημοσιευθεῖσα ἔκθεσις εἶναι ἡ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Γόρτυνος. Ἂς ἀκούσωμεν. Ὁ τότε Πρωθυπουργὸς κ. Δηλιγιάννης ἐκλήθη ἐν βαθείᾳ νυκτὶ εἰς τὰ Ἀνάκτορα, τῇ 3 ὥρᾳ περίπου μετὰ τὸ μεσονύκτιον τῆς 12 πρὸς τὴν 13 Ἀπριλίου. «Ὁ Βασιλεὺς ἦτο, ὡς εἰκὸς, τεταραγμένος ἐκ τῶν εἰδήσεων, μοὶ εἶπε δὲ, ἂν δὲν μὲ πλανᾷ ἡ μνήμη, ὅτι περιέμενε τὸν ὑπασπιστὴν κ. Παπαδιαμαντόπουλον, ὃν εἶχεν ἀποστείλει εἰς τὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργόν. Μετ’ οὐ πολὺ δὲ ἀφίκετο ὁ ὑπασπιστὴς, ἀνακοινώσας εἰς τὸν Βασιλέα, ὅτι ἐν τῇ οἰκίᾳ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ εἶχε πάντας καταλάβει ὁ ὕπνος, καὶ ὅτι δὲν ἐγένετο δυνατὸν νὰ ἀκούσωσιν, ἵνα ἀνοίξωσι τὴν θύραν. Τότε ἡ Α. Μεγαλειότης μοὶ εἶπεν, ὅτι εἶχε τηλεγράφημα ἐκ Λαρίσης, δι’ οὗ ὁ Διάδοχος ἐξετίθει τὰ συμβαίνοντα, καὶ ἐδήλου τὴν ἐπιθυμίαν νὰ δοθῶσιν αὐτῷ ὁδηγίαι, ἂν πρέπει νὰ μείνῃ, ἢ νὰ καταλίπῃ τὴν Λάρισαν, μοὶ ἐνεδείκνυε δὲ, ὅτι ἀπέκειτο εἰς ἐμὲ νὰ ἀνακοινώσω ἀπάντησίν τινα εἰς τὴν Α. Β. Ὑψηλότητα, ἀφοῦ ὁ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργὸς δὲν ἐγένετο δυνατὸν νὰ ἦναι παρών. Πρὸς τὴν Α. Μεγαλειότητα παρετήρησα, ὅτι ἐγὼ μὲν, ὡς Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, δὲν ἔχω δικαίωμα νὰ δίδω ὁδηγίας, ἢ νὰ ἐκδίδω διαταγὰς εἰς τὸν στρατὸν, πολλῷ δὲ ἧσσον τοιοῦτον δικαίωμα δὲν ἔχω ὡς Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν... Ὁ Βασιλεὺς ὅμως τότε μοὶ ἐδήλωσεν ἐπιθυμίαν νὰ ἀνακοινώσω, οὐχὶ ὡς Πρωθυπουργὸς, ἀλλ’ ὡς πρεσβύτερος, γνώμην τινὰ εἰς τὸν Διάδοχον. Μοὶ ἔδωκε δὲ μολυβδοκόνδυλον καὶ τεμάχιον χάρτου· δὲν ἠρνήθην νὰ γράψω τοιαύτην γνώμην... Εἶχε δὲ περίπου αὕτη οὕτως: «Ἐὰν ὁ ἀρχηγὸς τοῦ κατὰ τὴν Θεσσαλίαν στρατοῦ κρίνῃ, ὅτι δὲν δύναται νὰ μείνῃ ἐν Λαρίσῃ, παρακαλεῖται νὰ ὑποχωρήσῃ πρὸς τὴν Φάρσαλον.» Δὲν εἶχε παρέλθει, εἰμὴ ἑβδομὰς περίπου ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως τῆς καταθέσεως ταύτης, ὅτε ὁ κύριος Ν. Μεταξᾶς, ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν κατὰ τὸν πόλεμον, ἐδημοσίευσε διὰ τοῦ τύπου ἐν τῷ «Ἄστει» τῆς 11 Αὐγούστου 1900 ἔτους τὴν ἑξῆς ἐπιστολὴν (ἀναγινώσκει): «Ἀπουσιάζων καὶ ἐπανελθὼν ἐνταῦθα, θεωρῶ καλόν, χάριν τῆς ἀκριβείας τῶν λαβόντων χώραν κατὰ τὴν νύκτα τῆς 11 πρὸς τὴν 12 Ἀπριλίου 1897, νὰ παρατηρήσω, ὅτι, ἐφ’ ὅσον περὶ ἐμοῦ ἀναφέρει ἡ ἔκθεσις τοῦ πρώην Πρωθυπουργοῦ κ. Θ. Π. Δηλιγιάννη εἰς τὸ κεφάλαιον περὶ ἐγκαταλείψεως τῆς Λαρίσης, δημοσιευθεῖσα εἰς τὸ ὑπ’ ἀριθ. 60 φύλλον τῆς «Μικρᾶς Ἐφημερίδος», ὅτι τὴν νύκτα ἐκείνην, ὡς εἶναι ἄλλως τε γνωστόν, διῆλθον εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν μετὰ τῶν κ. κ. Π. Λυκούδη, συνταγματάρχου, διευθυντοῦ τότε τοῦ ἐπιτελικοῦ γραφείου, Εὐσταθίου Πίσσα, λοχαγοῦ, ὑπασπιστοῦ μου, καὶ Κ. Νίδερ, λοχαγοῦ τοῦ Ἐπιτελείου τοῦ Ὑπουργείου, ἀναμένων ἐπὶ ματαίῳ τηλεγραφήματα περὶ τῆς καταστάσεως τοῦ στρατοῦ καὶ τῆς ἐν Ματίῳ ἥττης τῆς Α. Β. Υ. τοῦ ἀρχηγοῦ Διαδόχου τοῦ ἐν Θεσσαλίᾳ στρατοῦ, καὶ ἐνδεχομένην πρόσκλησιν τῆς Α. Μ. τοῦ Βασιλέως, ὅπως μεταβῶ εἰς τὰ Ἀνάκτορα, μετὰ τὴν λῆψιν τοῦ πρὸς αὐτὸν γνωστοῦ τηλεγραφήματος τοῦ Διαδόχου κλπ. Συνεπῶς δὲν μὲ εἶχε καταλάβει μετὰ τῶν οἰκείων μου ὁ ὕπνος ἐν τῇ οἰκίᾳ μου.» Ἀναλύων, Κύριοι, τὰ ζητήματα ταῦτα, καὶ βασιζόμενος ἐπὶ ἐγγράφων ἀναμφισβητήτων, ὧν τὸ κῦρος οὐδεὶς δύναται ν’ ἀμφισβητήσῃ, ἐδυνάμην βεβαίως, ὡς ἐννοεῖτε οἴκοθεν, ἐπὶ πολλὰς ὥρας, ἐπὶ ἡμέρας ἴσως, νὰ κατέχω τὸ βῆμα. Δὲν θέλω ὅμως πράξει τοῦτο, διότι οὐδαμῶς αἰσθάνομαι τὴν ὑποχρέωσιν ν’ ἀπολογηθῶ. Αἰσθάνομαι ὅμως τὸ δικαίωμα νὰ ἐρωτήσω: ἦτο συνετὸν καὶ φιλόπατρι ἔργον, τοσούτων καὶ τηλικούτων ἀποριῶν διαφαινομένων ἐν τῇ λυπηρᾷ ταύτῃ ὑποθέσει τοῦ ἡμετέρου πρὸς τὴν γείτονα Ἐπικράτειαν πολέμου, πάντα ταῦτα νὰ συγκαλυφθῶσιν, οὐδεμία τῶν ἀποριῶν τούτων νὰ λυθῇ, ἵνα ἐν ἐνδεχομένῃ ἐν τῷ μέλλοντι χρόνῳ περιπτώσει εὑρεθῶμεν, ὅπερ ἀπεύχομαι, εἰς ὁμοίας, εἰ μὴ καὶ χείρονας περιστάσεις; Ὄτε περιφανέστατοι ξένοι συγγραφεῖς ἐβεβαίωσαν, ὅτι ἄπορα καὶ ἀνεξήγητά εἰσι τὰ γενόμενα παρὰ τῆς Δυτικῆς Μοίρας τοῦ στόλου πρὸ τῆς Πρεβέζης, καὶ ὅτι ὄνειδος ἐγκολάπτουσιν εἰς ἐκείνους οἵτινες ἦσαν ἐντεταλμένοι ἐκεῖ στρατιωτικὴν ἐντολὴν, τὰ γενόμενα· ὅτε περιφανὴς Γάλλος συγγραφεὺς καὶ ἀξιωματικὸς τοῦ πολεμικοῦ ναυτικοῦ, ὁ Μπαλινκούρ, ῥητῶς ἔλεγεν, ὅτι ὁ ἑλληνικὸς στόλος εἶναι τοιοῦτος, ὥστε ἐδύνατο ν’ ἀντιπαραταχθῇ μετὰ βεβαιότητος ἐπιτυχίας πρὸς ἅπαντα τὰ πλοῖα τοῦ ὀθωμανικοῦ στόλου, καὶ ὅτι ὁ «ἑλληνικὸς στόλος δύναται νὰ μηδενίσῃ ἅπαν τὸ τουρκικὸν ναυτικόν, καὶ νὰ κατέχῃ ἐν τῷ Ἀρχιπελάγει τὴν θέσιν, ἥτις ἀνήκει αὐτῷ»· ὅτε ὁ αὐτὸς συγγραφεὺς ῥητῶς ἐξηκολούθει: «οἱ Ἕλληνες ἦσαν καὶ διαρκῶς εἰσιν ἔξοχοι ναυτικοί, ἑπομένως ὁ στόλος αὐτῶν εἶναι φοβερὸς καὶ κατὰ πάντα ἱκανός, ἵνα προκαλέσῃ τὴν προσοχήν», καὶ ὅτε στρατάρχης καὶ ὀργανωτὴς τοῦ τουρκικοῦ στρατοῦ, ὁ Γερμανὸς Γκόλτς, ἐβεβαίου, ὅτι θαῦμα εἶναι, πῶς κατωρθώθη νὰ συμβιβασθῇ τὸ στρατιωτικὸν καθῆκον πρὸς τὸν τρόπον, καθ’ ὃν ἐμάχοντο τὰ πλοῖα ἡμῶν κατὰ τῆς Πρεβέζης, ἥτις ἄλλως βεβαίως ἤθελε πέσει καὶ παραδοθῆ, δὲν ἔπρεπε, Κύριοι, χάριν τῆς τιμῆς καὶ τοῦ συμφέροντος τοῦ ἔθνους ἡμῶν, καὶ πρὸς ἀποφυγὴν ὁμοίων παθημάτων, δὲν ἔπρεπε, λέγω, ταῦτα πάντα νὰ ὑποβληθῶσιν ὑπὸ τὴν αὐστηρὰν ἔρευναν καὶ τὸν ἀπηνῆ ἔλεγχον οὐχὶ ἐξεταστικῶν ἐπιτροπῶν, ἀλλ’ ἀνακριτικῆς ἐπιτροπῆς, ὑποχρέου νὰ ἐκδώσῃ βούλευμα; Ὄτε, Κύριοι, ὁ ἀρχηγὸς τῆς Ἀνατολικῆς Μοίρας τοῦ στόλου διέπραττε τὰς γνωστὰς ἐκείνας παραβάσεις, αἵτινες συνετέλεσαν εἰς τὴν ἄτακτον φυγὴν καὶ τὸν πανικὸν τῶν ἐν Θεσσαλίᾳ ἡμετέρων στρατευμάτων, δὲν ἔπρεπεν ἆρά γε ἀνακριτικὴ ἐπιτροπὴ τῆς Βουλῆς νὰ ἐρευνήσῃ καὶ ἐξετάσῃ, καὶ νὰ δώσῃ τὴν λύσιν τῶν ἀπορημάτων τούτων; Εὐχάριστον εἰς ἐμὲ ἔργον ἤθελεν εἶσθαι, ἀναγκαῖον ἴσως εἰς τὴν ἱστορίαν τοῦ τόπου, νὰ διατυπωθῶσι καὶ ἐν τοῖς πρακτικοῖς τῆς Βουλῆς τοῦ ἔθνους ἐκεῖνα, ἅτινα κατήγγειλα ἐνώπιον τοῦ Ναυτοδικείου, ἅτινα δὲ διὰ τῆς μεγάλης φωνῆς τοῦ τύπου κατώρθωσα νὰ διαδοθῶσιν ἀνὰ πᾶσαν τὴν Ἑλλάδα. Ἀλλὰ βεβαίως μετὰ παρέλευσιν τοσούτου χρόνου δὲν τολμῶ, Κύριοι, καταχρώμενος τὴν ὑμετέραν ὑπομονὴν, δι’ ἧς τοσοῦτον εὐμενῶς μὲ τιμᾶτε, νὰ προβῶ εἰς τὴν μελέτην τῶν τότε διαταγῶν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, καὶ εἰς τὴν ἔρευναν ὅλων τῶν λεπτομερειῶν, ἵνα ἀποδείξω καὶ πάλιν, ὅτι τῷ ὄντι πρέπει τις μεγάλως νὰ ἀπορήσῃ καὶ μεγάλως νὰ λυπηθῇ ἐπὶ τῷ ὅτι, ἐνῷ ἀφ’ ἑνὸς δὲν ἐξετελέσθησαν αἱ διαταγαὶ τῆς τότε Κυβερνήσεως, ἀφ’ ἑτέρου οὐδ’ ἀνακριτικὴ ἐπιτροπὴ τῆς Βουλῆς ἐπελήφθη τῆς ἀνακρίσεως τῶν πραγμάτων. Ἰδοὺ ἐν τούτοις ἐν γενικαῖς γραμμαῖς, τί ἀπὸ 10 Μαρτίου 1897 ἔτους δι’ ἡμιεπισήμου ἐπιστολῆς ὁ ἀρχηγὸς τῆς Ἀνατολικῆς Μοίρας, ὁ πλοίαρχος τότε κ. Κ. Σαχτούρης, μοὶ ἔγραφεν. Ἀναγινώσκω ἐκ τῆς «Ἱστορίας τοῦ Ἑλληνοτουρκικοῦ πολέμου», ἣν ἐξέδωκα, διότι δυσανάγνωστος εἶναι ἡ γραφὴ τῆς ἐπιστολῆς. Ἀλλ’ ἰδοὺ ἡ ἐπιστολὴ τοῦ τότε μοιράρχου τοῦ στόλου, ἧς χρῆσιν ἐποιησάμην καὶ ἐνώπιον τῶν εἰσηγητῶν τοῦ Ναυτοδικείου καὶ ἐνώπιον αὐτοῦ τοῦ Δικαστηρίου τοῦ Ναυτοδικείου, δημοσίᾳ συνεδριάζοντος (καταθέτει τὴν ἐπιστολὴν εἰς χεῖρας τοῦ Προέδρου): «ΣΚΙΑΘΟΣ, 10 Μαρτίου 1897. Κύριε Ὑπουργέ. Διὰ τῶν ὑπ’ ἀριθ. 444 καὶ 460 τηλεγραφημάτων μου ἐζήτησα ὁδηγίας διὰ τὸν στόλον ἡμῶν ἐν τυχὸν ἐπιβληθησομένῳ ἀποκλεισμῷ. Ἐπὶ τούτου, κατόπιν τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 147 τηλεγραφήματός σας, τολμῶ νὰ ὑποβάλω τὴν ἐμὴν γνώμην. Ἐὰν μονομερῶς ὑπό τινος Δυνάμεως ζητηθῇ νὰ ἐπιβληθῇ ἡ βία καθ’ ἡμῶν, ἐνταῦθα μενόντων, ἐγὼ δὲν σκοπῶ νὰ ὑπακούσω. Διὰ τὴν περίπτωσιν ὅμως, καθ’ ἣν συνηνωμένοι τῶν Μεγάλων Δυνάμεων στόλοι θὰ ἐπιτάξωσιν ἡμῖν τὴν θέλησίν των, εὔλογον θὰ ἦτο νὰ εἴχομεν τὰς ὁδηγίας τῆς Κυβερνήσεως, ἵνα, συμφώνως αὐταῖς, ἀπαντήσωμεν ἢ ἐνεργήσωμεν. Τὸ ἐπ’ ἐμοί, θεωρῶ, ὅτι, ἐν ᾗ περιπτώσει δὲν εἶναι ἀποφασισμένον νὰ ἀποκρούσωμεν διὰ τῶν ὅπλων τὰς ἀξιώσεις τῶν Δυνάμεων, ἡ ἐν τῇ κρισίμῳ στιγμῇ ὑποχώρησις δυνάμεως ναυτικῆς, πραγματικὴν, ὅπως ἡ ἡμετέρα, πολεμικὴν ἀξίαν ἐχούσης, δὲν θὰ προξενήσῃ ὁπωσδήποτε καλὴν ἐντύπωσιν, ὅσος δήποτε καὶ ἂν ᾖ ὁ ὄγκος τῶν ξένων στόλων. Ἐὰν, ἐπὶ παραδείγματι, κηρυσσομένου τοῦ ἀποκλεισμοῦ, παρουσιασθῶσιν ἐνταῦθα, ὅπως ἐπιβάλωσιν αὐτὸν τρία εὐρωπαϊκὰ πλοῖα, δὲν θὰ μοὶ ᾖναι δυνατόν, μὲ ἴσας, ἢ καὶ μὲ κατωτέρας δυνάμεις, νὰ ὑποκύψω εἰς τὰς ἀπαιτήσεις των, ἄνευ τῆς διὰ παντὸς θυσίας τοῦ γοήτρου τοῦ ναυτικοῦ ἡμῶν, καὶ διὰ τοῦτο ἐπιθυμῶ, ὅπως ἀπὸ τοῦδε μοὶ ἐπιτραπῇ, ἵνα, ἐν ἐπικειμένῃ πραγματοποιήσει ἀποκλεισμοῦ, ἐγκαίρως εἰδοποιούμενος, ἐξουσιοδοτηθῶ νὰ λάβω πρόνοιαν, ὅπως, χάριν τῆς ἀξιοπρεπείας μας, ἀποφύγω νὰ εὑρεθῶ ἀντιμέτωπος τῶν εὐρωπαϊκῶν στόλων, ὥστε νὰ μὴ ὑποτεθῇ, ὅτι ὑποχωροῦμεν ἀπέναντι αὐτῶν. Ἡ ὑποχώρησις, ἐὰν γείνῃ, δέον νὰ φανῇ γενομένη οἴκοθεν, καὶ ὡς κατάλληλον ὁρμητήριον τοῦ στόλου, ἐν περιπτώσει ἀποκλεισμοῦ, θεωρῶ τὸν νότιον λιμένα τῆς Χαλκίδος, εἰς ὃν δύναται διὰ τῆς γεφύρας νὰ μεταβῇ ἡ Μοῖρα. Ἐκεῖ βεβαίως δὲν θὰ ἐπιτρέψωμεν νὰ εἰσέλθῃ ξένον πλοῖον, καὶ ἀφ’ ἑτέρου θὰ δυνάμεθα εὐκόλως νὰ συνεννοώμεθα μετὰ τῆς Κυβερνήσεως, καὶ νὰ μεταβῶμεν εἴτε πρὸς βορρᾶν, εἴτε πρὸς νότον, ἐν ἀποφασιζομένῃ ἐνεργείᾳ. Ταῦτα πάντα σᾶς γράφω, κύριε Ὑπουργέ, ὅπως ἐγκαίρως συνεννοηθῶμεν, ὥστε, ἐν περιπτώσει ἀποκλεισμοῦ, ἐγκαίρως νὰ με εἰδοποιήσητε, ἀφιέντες μοι πᾶσαν ἐλευθερίαν ἐνεργείας, χάριν τοῦ γοήτρου τοῦ ἡμετέρου ναυτικοῦ. Διατελῶ, κύριε Ὑπουργέ, τῶν διαταγῶν σας. Ὅλως πρόθυμος Κ. Γ. Σαχτούρης.»

§107Κ. ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Μετὰ τὴν ἐπιστολὴν αὐτὴν τὸν ἀντικατεστήσετε ἀμέσως;

§108Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Μάλιστα, τὸν ἀντικατέστησα, ὅτε ἐφωράθη μὴ ἐκτελῶν τὰς διαταγὰς τοῦ Ὑπουργείου, ἀλλ’ ἐκτελῶν ἄλλας. Εἶπον, Κύριοι, ὅτι, μὴ καταχρώμενος τὴν εὐγενῆ ὑμῶν ἀνοχὴν, ἀπέχω νὰ εἰσέλθω εἰς λεπτομερείας, αἵτινες ἄλλως τοῖς πᾶσι τυγχάνουσιν οὖσαι γνωσταί, καθόσον τὰ ζητήματα ταῦτα ἐπαρκῶς ἐνώπιον τῆς Ποινικῆς Δικαιοσύνης ἐξητάσθησαν, καὶ διὰ τοῦ τύπου διελευκάνθησαν, ἰδίᾳ δὲ ὑπ’ ἐμοῦ. Ἑπομένως ἐρωτῶ καὶ πάλιν, αὐτὴ ἡ παράδοξος κατάστασις, τοῦ νὰ τρέπηται, διατασσόμενος, εἰς φυγὴν ὁ στρατὸς τῆς Δυτικῆς Ἑλλάδος, καθ’ ἣν ἐποχὴν ὁ εὐγενὴς αὐτοῦ ἀρχηγὸς τοιαύτην ἡμερησίαν διαταγὴν περὶ τῆς ἱκανότητος αὐτοῦ καὶ τῶν κατορθωμάτων ἐδημοσίευε· τὸ θέαμα ἀφ’ ἑτέρου ἐν τῇ Ἀνατολικῇ Ἑλλάδι τοῦ στρατοῦ, ὀπισθοχωροῦντος ἄνευ πολέμου, ἐκτὸς σπανίων ἐξαιρέσεων· ἡ ἐγκατάλειψις τῆς Λαρίσης· ἡ παρὰ τῆς προϊσταμένης ἀρχῆς, ἤτοι παρὰ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, καταδίκη τῆς ἐγκαταλείψεως τῆς Λαρίσης· τὰ κατὰ τὴν Δυτικὴν καὶ Ἀνατολικὴν Μοῖραν γενόμενα, ταῦτα πάντα, Κύριοι, δὲν ἐπέβαλλον ἀρά γε εἰς τὴν ἀντιπροσωπείαν τοῦ ἔθνους, μεριμνῶσαν περὶ τῆς ἀσφαλείας τοῦ Κράτους τούτου πλέον, νὰ σκεφθῇ καὶ ν’ ἀποφασίσῃ, ὅπως ἐνώπιον ἀνακριτικῆς τῶν πραγμάτων ἐπιτροπῆς ἐκτυλιχθῶσιν αἱ ἐπονείδιστοι αὗται πράξεις; Καὶ ἀφήσατε νὰ παρέλθωσι πέντε ὅλα ἔτη, συγκροτοῦντες ἐξεταστικὰς ἐπιτροπάς, ἃς μετὰ ταῦτα παρελύετε, καὶ ἤλθετε προχθές, διότι φίλος ὑμῶν τις, ἀφελῶς φερόμενος, καὶ θέλων ὁ ἄνθρωπος ὁπωσδήποτε ν’ ἀπαλλαγῇ, διότι ἐνόμισεν, ὅτι κατηγορεῖται, ἔφερεν εἰς τὸ μέσον τὸ ζήτημα τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας, καὶ ἐνομίσατε, ὅτι θέλει πιστεύσει ὑμᾶς ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς, ὅτι σπουδαίως ζητοῦνται αἱ εὐθῦναι! Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον ζητοῦνται εὐθῦναι; Ποίας εὐθύνας ζητεῖτε, καὶ κατὰ τίνα τρόπον, παρακαλῶ, θέλετε λάβει αὐτάς; Τὰ ἐγκλήματα ἡμῶν παρεγράφησαν· ἀλλὰ καὶ ὅτε δὲν ἦσαν παραγεγραμμένα, ἐτρέπεσθε εἰς φυγήν. Ἀλλ’ ἰδού, ἡμεῖς παραιτούμεθα τοῦ ἐκ τῶν νόμων ὑπὲρ ἡμῶν εὐεργετήματος τῆς παραγραφῆς. (Εὖγε! εὖγε!). Τολμήσατε νὰ κατηγορήσητε! Ἀλλὰ μὴ νομίσητε ποτέ, ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ Βουλή, ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς εἶναι διατεθειμένος νὰ πιστεύσῃ, ὅτι σπουδαιολογεῖτε, ὅτι πράγματι ζητεῖτε νὰ συζητήσητε εὐθύνας ἐν Βουλῇ οὐδὲν σήμερον ἀντιπροσωπευούσῃ, εὐθύνας ἐν Βουλῇ, ἧς δὲν ἡγεῖται κοινοβουλευτικὴ Κυβέρνησις, εὐθύνας ἐν Βουλῇ, ἧς τὰ μέλη, καὶ τὰ ἐντεῦθεν καὶ τὰ ἐκεῖθεν, μετ’ ὀλίγας ἡμέρας θέλουσι δώσει εὐθύνας ἐνώπιον τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. (Εὖγε! εὖγε! ἐξ ἀριστερῶν). Λέγω λοιπόν, Κύριοι, ὅτι βεβαίως ἐγὼ δὲν εἶμαι διατεθειμένος νὰ πιστεύσω, ὅτι ἤχθημεν εἰς τὸν πόλεμον πρὸς τὴν γείτονα Ἐπικράτειαν ἁπλῶς καὶ μόνον ἐκ τῆς ὑπάρξεως μιᾶς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας, ἑνὸς ἀποκρύφου σωματείου. Ἐγὼ λέγω, ὅτι καὶ ἄνευ τούτου ἠθέλομεν ἐπὶ τέλους περιαχθῆ εἰς τὸν πόλεμον πρὸς τὴν γείτονα Ἐπικρατείαν. Ἡ στάσις τῆς Τουρκίας ἀπέναντι τῆς Ἑλλάδος, αἱ πυρπολήσεις τῶν πόλεων τῆς Κρήτης, ὡς εἶχον ἀγγελθῆ ἡμῖν, καὶ ὡς πράγματι ἐγένοντο, αἱ σφαγαὶ ἀθῴων γυναικῶν καὶ παίδων, ἡ γνώμη ὑμῶν, ἐνθαρρυνόντων ἡμᾶς πρὸς ἀποστολὴν τῶν πλοίων εἰς Κρήτην, ἡ γνώμη ὑμῶν τοῦ 1897 ἔτους, ἐπανάληψις τῆς γνώμης ὑμῶν τῆς κατὰ τὸ 1896, ὅτε καὶ κατηγορούμεθα, διότι ἀμέσως δὲν ἀπεστέλλομεν τὰ πλοῖα εἰς Κρήτην, οἱ δεσμοὶ, οἵτινες ὑπῆρχον, καὶ ὤφειλον νὰ ὑπάρχωσι, καὶ ὀφείλουσι νὰ διατελῶσιν ὑπάρχοντες μεταξὺ τῶν δούλων μερῶν τῆς Ἑλληνικῆς φυλῆς καὶ τῶν ἐλευθέρων, τὰ καθήκοντα οὐ μόνον πρὸς ὁμοεθνεῖς, ὁμογλώσσους καὶ ὁμαίμονας, ἀλλὰ καὶ πρὸς τὴν ἀνθρωπότητα, ταῦτα πάντα ἐπέβαλλον, ἵνα ληφθῶσι τὰ μέτρα ἐκεῖνα, ἅπερ ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἔλαβεν. Ἢ μήπως, κύριοι συνάδελφοι, θέλει εὑρεθῆ τις ὑμῶν ὑποστηρίζων, ὅτι ὑμεῖς, ἐὰν εὑρίσκεθε ἐν τῇ θέσει ἡμῶν, δὲν ἠθέλετε τὰ αὐτὰ πράξει; Ἐγὼ τοὐλάχιστον, Κύριοι, οὐδαμῶς αἰσθάνομαι εὐθύνην οἱανδήποτε, διότι εἰς πόλεμον περιεπλάκημεν πρὸς τὴν γείτονα Ἐπικράτειαν. Εὐθύνη ἤθελε γεννηθῆ καὶ ὑπέχεται ἐπὶ τῇ τοῦ πολέμου διευθύνσει τόσῳ κατὰ γῆν, ὅσῳ καὶ κατὰ θάλασσαν. Ἀλλὰ περὶ ταύτης τοσαῦτα ἐγράφησαν, τοσαῦτα ἐλέχθησαν ἐξωδίκως, ὥστε βεβαίως οὐδὲν ἄλλο μένει, εἰμὴ ζήτησις εὐθυνῶν ἀπὸ τῶν ὑπευθύνων Ὑπουργῶν ἐνώπιον ἀνακριτικῆς ἐπιτροπῆς τῆς Βουλῆς, ὅτε ἤθελον πάντες ἐξαναγκασθῆ νὰ καταδείξωσι τοὺς ἀληθῶς καὶ πράγματι ὑπευθύνους ἐπὶ τῇ ἐθνικῇ συμφορᾷ, τῇ προκληθείσῃ ἐκ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν ὁ πόλεμος, κατά τε γῆν καὶ κατὰ θάλασσαν, διεξήχθη, καὶ ἐκ τοῦ λόγου καὶ τοῦ σκοποῦ, ὧν ἕνεκεν οὕτω διεξήχθη. Δὲν εἶναι ἴσως τῆς παρούσης ὥρας νὰ ἐξετάσωμεν, τί ἀπὸ τοῦ πολέμου μέχρι τῆς στιγμῆς ταύτης παρὰ τοῦ Κράτους ἐπράχθη πρὸς ἀνόρθωσιν τῶν ζημιῶν καὶ θεραπείαν τῶν κακῶς ἐχόντων. Ἕν εἶναι, Κύριοι, ὅμως τὸ βέβαιον, ὅτι ἠλπίζομεν, ὅτι μετὰ τὰς συμφορὰς ἐκείνας ἤθελον τέλος πάντων οἱ ἁρμόδιοι φροντίσει νὰ εὕρωσι τὰς αἰτίας τῶν κατά τινα κακῶς τότε ἴσως ἐχόντων, νὰ ἀνορθώσωσι τὰς πλημμελείας, καὶ νὰ συμπληρώσωσι τὰς ἐλλείψεις, ἵνα ἐν ἐνδεχομένῃ περιστάσει δυνηθῇ τὸ ἔθνος ν’ ἀντιμετωπίσῃ τοὺς ἀπειλουμένους κατὰ τοῦ Ἑλληνισμοῦ κινδύνους. Ἀλλὰ περὶ τούτων πάντων ἀτυχῶς οὐδὲν μέχρι τοῦδε ἐγένετο. Διότι ἀπὸ τῆς ἐποχῆς τῆς μετὰ τὸν πόλεμον μέχρι τῆς στιγμῆς ταύτης ἀντικοινοβουλευτικῶς κυβερνώμεθα. Καὶ ἂν κατὰ παρελθοῦσαν ἐποχὴν ὑπῆρχε Κυβέρνησις κοινοβουλευτική, ἡ τοῦ ἐκ Κερκύρας ἡγέτου, βεβαίως θέλει ἔλθει ἡμέρα, καθ’ ἣν καὶ ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη θέλει κατηγορηθῆ, διότι οὐδὲν ἐξ ὅσων τὰ συμφέροντα τοῦ ἔθνους ἐπέβαλλον ἐξετέλεσε· βεβαίως θέλει κατηγορηθῆ, διότι, μὴ δυνηθεῖσα νὰ ἐκτελέσῃ τι, παρέδωκε τὴν Κυβέρνησιν τῆς χώρας εἰς Ὑπουργεῖον μειονοψηφοῦν, ἀντισυνταγματικὸν καὶ ἀντικοινοβουλευτικὸν ἅμα. Ἕν εἶναι, Κύριοι, τὸ μοιραῖον τέλος τῆς ὑποθέσεως ταύτης, καὶ ἄνευ τούτου οὐδὲν δυνάμεθα νὰ ἐλπίζωμεν. Τοῦτο δὲ εἶναι, ὅτι ἔχομεν τέλος πάντων ἀνάγκην νὰ ἴδωμεν ἐν τῷ τόπῳ ἡμῶν Κυβέρνησιν κοινοβουλευτικὴν, Κυβέρνησιν δυναμένην σπουδαίως καὶ ἀποτελεσματικῶς νὰ ἐργασθῇ. Καὶ Κυβέρνησις τοιαύτη δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἦναι ἄλλη, εἰμὴ ἐκείνη, ἣν μετ’ ὀλίγον θέλει ἀναβιβάσει ἐπὶ τὴν ἀρχὴν ἡ ἐμπιστοσύνη τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. (Εὖγε! εὖγε! ἐκ τῆς ἀριστερᾶς).

§109ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Παπαγιαννακόπουλος.

§110Ν. ΓΟΥΛΙΜΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, παρακαλῶ μίαν στιγμὴν, ἐπὶ ἑνὸς ἐπεισοδίου...

§111ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Δὲν εἶναι προσωπικόν.

§112Ν. ΓΟΥΛΙΜΗΣ. Δὲν εἶναι προσωπικόν, ἀλλὰ διὰ νὰ μὴ μένῃ ἡ Βουλὴ ὑπὸ τὴν ἐντύπωσιν αὐτῶν τῶν πραγμάτων. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς εἶπεν, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν τῆς ἐποχῆς ἐκείνης ἐν ἐπιστολῇ του δημοσιευθείσῃ τότε, εἶπεν, ὅτι δὲν ἔλαβε γνῶσιν τῶν τελεσθέντων κατὰ τὴν νύκτα τῆς 11 Ἀπριλίου. Ἀλλ’ ἰδοὺ τὸ τηλεγράφημα τοῦ ἀρχηγοῦ τοῦ ἐν Θεσσαλίᾳ στρατοῦ, τὸ ὁποῖον ἐν τῇ σελίδι 190 τῆς ἐκθέσεως τοῦ Διαδόχου ἀναφέρεται (ἀναγινώσκει): «Ὑπουργὸν Στρατιωτικῶν καὶ Πρωθυπουργὸν, Ἀθήνας. Χθὲς ἀπὸ δεκάτης πρωϊνῆς ὥρας σφοδρὸν πῦρ πυροβολικοῦ ἐκ τεσσάρων τοὐλάχιστον πυροβολαρχιῶν τῶν 9 ἑκ. ἤρξατο κατὰ τῶν ἡμετέρων περὶ τὸ Μάτι θέσεων. Μέχρι τῆς πέμπτης ἑσπερινῆς ὥρας οὐδεμίαν εἴχομεν λάβει εἴδησιν, ἐξ ἧς νὰ εἰκάσωμεν, ὅτι ὁ στρατὸς ἡμῶν θὰ ἡττᾶτο· ἡ μόνη εἴδησις, ἣν ἔσχομεν παρὰ τοῦ ὑποστρατήγου Μακρῆ, ἦτο, ὅτι ἀγὼν πυροβολικοῦ ἐλάμβανε χώραν, καὶ ἐζήτει τὴν ἀποστολὴν ἰατρῶν, πεδινῶν πυροβολαρχιῶν καὶ 10 ζευγῶν ἵππων, ἅτινα ἀπεστείλαμεν. Περὶ τὴν 6 ὅμως ὥραν ἰσχυραὶ φάλαγγες πεζικοῦ ἐχθρικοῦ, ὑποστηριζόμεναι παρὰ πολυαρίθμου ἱππικοῦ, προήλασαν καὶ ὑπερεφαλάγγισαν τὸ δεξιὸν κέρας. Δυστυχῶς τὸ πεζικὸν δὲν ἔδειξε τὴν δέουσαν ἀντοχὴν, καὶ ἤρχισε τὸ κέρας τοῦτο ὑποχωροῦν’ ἀλλ’ ἡ ὑποχώρησις μετετράπη εἰς τοιαύτην ἄτακτον φυγὴν, ὥστε ἐπῆλθε σχεδὸν πλήρης ἀποσύνθεσις τῆς κατεχούσης τοῦτο Δʹ ταξιαρχίας, καίτοι ὁ συνταγματάρχης Μαυρομιχάλης ἔφιππος ἐπὶ τῆς γραμμῆς τῶν ἀκροβολιστῶν προσεπάθει νὰ τοὺς ἐνθαρρύνῃ. Ἡ ὑποχώρησις ἤρξατο ἐξ ἀνάγκης καὶ ἐκ τοῦ ἀριστεροῦ κέρατος, κατεχομένου παρὰ τῆς Αʹ Μεραρχίας, ἀλλὰ καὶ αὕτη οὐχὶ κανονικῶς, ἀλλ’ ὁμοιάζουσα μὲ φυγήν· ἕνεκα τῆς ἐπελεύσεως τοῦ σκότους ἐπετάθη ὁ πανικὸς καὶ ἡ ἀταξία, μὲ ὅλα δὲ τὰ ληφθέντα μέτρα δὲν κατέστη δυνατὴ ἡ ἀναχαίτισις τῶν φυγάδων, εἰσελασάντων εἰς τὴν πόλιν ἐν πληρεστάτῃ ἀταξίᾳ, ὥστε πᾶσα ἀπόπειρα πρὸς ἀνασχηματισμὸν καὶ ἐπαναφορὰν αὐτῶν ἐν τάξει κατέστη ἀδύνατος. Αἱ ἀπώλειαι ἄγνωστοι, μὴ οὔσης δυνατῆς τῆς ἐξακριβώσεώς των. Διετάχθη ἡ ὑποχώρησις ἐφ’ ἁπάσης τῆς γραμμῆς. Ἡ κατάστασις τοῦ στρατεύματος ὑπὸ πᾶσαν ἔποψιν εἶναι τοιαύτη, ὥστε ἡ μὲν ἄμυνα ἐν Λαρίσῃ ἀδύνατος, ἡ δὲ ὑποχώρησις πρὸς Φάρσαλον ἀμφίβολος, στρατιωτῶν οὐ μόνον τραπέντων εἰς φυγὴν, ἀλλὰ καὶ λιποτακτούντων πρὸς Βόλον καὶ πρὸς ἄλλας διευθύνσεις. Κωνσταντῖνος Διάδοχος.» Ἰδοὺ καὶ τὸ τηλεγράφημα, τὸ ὁποῖον ἐλήφθη τὴν 12 Ἀπριλίου, ὥρᾳ 7 π. μ.—δηλ. τότε παρεδόθη ἐν Ἀθήναις.— Εἶναι εἰς σελίδα 193 τῆς ἐκθέσεως τοῦ Διαδόχου (ἀναγινώσκει): Ἀθῆναι, 12 Ἀπριλίου, ὥρα 7 π. μ. 1897. Ἀρχηγὸν Ἐπιτελείου Διαδόχου. Ἐὰν ὁ ἀρχηγὸς τοῦ ἐν Θεσσαλίᾳ στρατοῦ κρίνῃ ὅτι ἡ κατάστασις τῶν στρατευμάτων εἶναι τοιαύτη, ὥστε δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μείνῃ ἐν Λαρίσῃ, παρακαλεῖται νὰ ὑποχωρήσῃ εἰς Φάρσαλον. Θεόδωρος Π. Δηλιγιάννης.»

§113ΕΠ. ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ. Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν οὐδεμίαν εἶχε λάβει γνῶσιν.

§114Ν. ΓΟΥΛΙΜΗΣ. Ὥστε βλέπετε, ὅτι τὸ τηλεγράφημα περὶ καταστάσεως ἐκοινοποιήθη εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν...

§115ΕΠ. ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ. Πόθεν τὸ ἐξάγετε;

§116Ν. ΓΟΥΛΙΜΗΣ. Τὸ πρωτότυπον ὑπάρχει ἐν τῷ τηλεγραφείῳ, φέρον τὴν ἐπιγραφὴν «Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν καὶ Πρωθυπουργόν».

§117Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Κύριε Βουλευτά, τὸ τηλεγράφημα τῆς Α. Β. Υ. τοῦ Διαδόχου πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν καὶ ἐμὲ ποίαν ἡμερομηνίαν φέρει;

§118Ν. ΓΟΥΛΙΜΗΣ. Τὴν νύκτα τῆς 11 Ἀπριλίου, περὶ τὴν πρωΐαν. Τώρα δὲ θὰ σᾶς ἀναγνώσω καὶ τὸ μέρος, τὸ ὁποῖον ἀνέφερεν ὁ κύριος Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς περὶ τοῦ στρατηγοῦ Βοσσέρ. Ὁ στρατηγὸς Βοσσὲρ ὑπέβαλεν ἔκθεσιν τὴν 16 Φεβρουαρίου 1886 πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, μετὰ τὴν ἐπάνοδόν του, νομίζω, ἐκ τῆς ἐπιθεωρήσεως, τὴν ὁποίαν εἶχε κάμει ἐν Θεσσαλίᾳ. Ἰδοὺ δὲ τί λέγει μία περικοπὴ αὐτῆς τῆς ἐκθέσεως. Καὶ διὰ νὰ λείψῃ πᾶσα ἀμφιβολία περὶ τοῦ κύρους αὐτῆς τῆς περικοπῆς καὶ περὶ τοῦ ἂν ὑπάρχει τοιαύτη ἔκθεσις, παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε, ἡ Βουλὴ νὰ ζητήσῃ ἀπὸ τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ κατατεθῇ εἰς τὴν Βουλὴν ἡ ἔκθεσις τοῦ στρατηγοῦ Βοσσέρ. Ἰδοὺ λοιπὸν τί γράφει. Εἶναι ὀλίγαι λέξεις, καὶ δὲν θὰ ἀπασχολήσω πολὺ τὴν Βουλὴν (ἀναγινώσκει): «...Τὸ νὰ ἐγκλεισθῇ τις ἐντὸς τῆς Λαρίσης θὰ ἐσήμαινε, κατὰ τὴν κρίσιν μου, τὴν διακύβευσιν τῆς τύχης τῆς Ἑλλάδος κατὰ τὰς πρώτας συγκρούσεις· ἀπέναντι δὲ ἐχθροῦ ἰσχυροῦ, ἔχοντος τὴν ἀριθμητικὴν ὑπεροχὴν, αἱ συνέπειαι θὰ ἦσαν ὀλέθριαι. Ἐὰν, πιεζόμενοι πολὺ ὑπὸ πολυαρίθμου ἐχθροῦ, θὰ ὑπεχρεούμεθα νὰ ὑποχωρήσωμεν ἐπὶ τῶν ἀρχαίων συνόρων, θὰ ἐγκατελιμπάνομεν τὴν Θεσσαλίαν, ἀλλὰ θὰ ἐσώζομεν τὸν στρατόν.» Αὐτὰ ἔγραφεν ὁ Βοσσὲρ εἰς τὰ 1886. Καὶ εἶναι τόσον βαρυσήμαντοι αἱ φράσεις καὶ αἱ ἰδέαι τοῦ στρατηγοῦ Βοσσὲρ, ὅστις σήμερον κατέχει ἔκτακτον καὶ διακεκριμένην θέσιν ἐν τῷ γαλλικῷ στρατῷ, ὥστε παρακαλῶ νὰ κατατεθῇ ἡ ἔκθεσις τοῦ στρατηγοῦ Βοσσὲρ εἰς τὴν Βουλὴν, διὰ νὰ λάβῃ γνῶσιν αὕτη.

§119Δ. ΚΡΙΤΣΑΣ. Ἠδύνατο ὅμως, παραμένων ὁ στρατὸς 3 ἢ 4 ἡμέρας, νὰ σώσῃ τοὐλάχιστον τὰ γυναικόπαιδα.

§120Ν. ΓΟΥΛΙΜΗΣ. Ἠδύνατο ὁ στρατὸς νὰ παραμείνῃ, ἂν ἠδύνατο ν’ ἀνασχηματισθῇ καὶ ἀνασυνταχθῇ ὁ στρατὸς ἐν Λαρίσῃ, καὶ ἂν ἐγνώριζε τὰ σχέδια τοῦ ἐχθροῦ... (διακοπαὶ θορυβώδεις). Ἐὰν ἡ ἐπίθεσις ἔχῃ ἓν πλεονέκτημα, τοῦτο εἶναι, ὅτι ἔχει τὴν πρωτοβουλίαν, καὶ δὲν γνωρίζει ὁ ἀμυνόμενος, ποῖα εἶναι τὰ σχέδια τοῦ ἐχθροῦ, καὶ ποῦ θὰ βαδίσῃ ὁ ἐπιτιθέμενος στρατός. Συνεπῶς ἠδύνατο καὶ νὰ προσβληθῇ ἐν Λαρίσῃ πρὶν ἀνασυνταχθῇ, ἀλλὰ πρὸ πάντων νὰ περικλεισθῇ ἐν Λαρίσῃ, ἀποκοπτομένης πάσης πρὸς τὰ Φάρσαλα ὑποχωρήσεως.

§121ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίστε, κύριε Παπαγιαννακόπουλε.

§122Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μετὰ προσοχῆς μεγάλης, Κύριοι, ὡς ἔπρεπε, παρακολουθήσας τὴν συζήτησιν, ἥτις ἐπὶ τρεῖς ἤδη συνεδριάσεις μᾶς ἀπασχολεῖ, ὀφείλω νὰ δηλώσω εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς, ὅτι δὲν τάσσομαι μετὰ τῆς γνώμης τῶν ἀξιοτίμων Βουλευτῶν, ὅσοι ὑπεστήριξαν, ὅτι εἰς τὴν Ἐθνικὴν λεγομένην Ἑταιρείαν ὀφείλεται ὁ πόλεμος καὶ αἱ συνέπειαι αὐτοῦ. Δὲν εἶμαι βεβαίως διατεθειμένος, πολλοῦ γε καὶ δὴ, νὰ συνηγορήσω ὑπὲρ τῆς Ἑταιρείας ταύτης, ἀλλὰ καὶ δὲν ἐπείσθην, ὅτι ὑπῆρξεν αὕτη ἡ κυρία τοῦ πολέμου ἀφορμή. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον πρὸ πάντων καθιστᾷ τὸ σωματεῖον τοῦτο ἄξιον αὐστηρᾶς καὶ ἀνεπιεικοῦς κατακρίσεως, εἶναι, ὅτι περιέκλειεν εἰς τοὺς κόλπους αὐτοῦ πλείστους ἀνωτέρους καὶ κατωτέρους ἀξιωματικοὺς τοῦ ἑλληνικοῦ στρατοῦ, οἵτινες δι’ ὅρκου μυστικοῦ ἀνελάμβανον ὑποχρεώσεις, ὧν ἡ ἐκπλήρωσις θὰ τοὺς ὡδήγει, ὡς καὶ τοὺς ὡδήγησε, βαθμηδὸν καὶ κατ’ ὀλίγον, εἰς τὴν κατάλυσιν τῆς στρατιωτικῆς πειθαρχίας, ἧς ἄνευ ὁ στρατὸς ἀποβαίνει ὄχι μόνον ἄχρηστος, ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς ὑψηλῆς ἀποστολῆς του, ἀλλὰ καὶ λίαν ἐπικίνδυνος. Διὰ τοῦτο καὶ οἱ πολιτικοὶ ἄνδρες, ὅσοι προσεχώρησαν εἰς τὴν Ἑταιρείαν ταύτην, εἴτε ὡς μέλη τοῦ φανεροῦ λεγομένου κέντρου, εἴτε ὡς μέλη τοῦ ἀοράτου Διοικητικοῦ Συμβουλίου, εἶναι ἀσυγχώρητοι, καὶ οὐδεμία δικαιολογία δύναται νὰ τοὺς ὠφελήσῃ. Πολὺ κακῶς ἀντιλαμβάνεται τῶν καθηκόντων αὑτοῦ πρὸς τὴν Πολιτείαν καὶ τὴν κοινωνίαν ὁ πολιτικὸς ἐκεῖνος ἀνὴρ, ὅστις λαμβάνει μέρος ἐν ἐλαφρᾷ συνειδήσει εἰς πολιτικὰς ἑταιρείας μυστικάς, τῶν ὁποίων ἱδρυταὶ καὶ μέλη κατὰ τὸν πλεῖστον εἶναι ἀξιωματικοὶ τοῦ κατὰ γῆν καὶ θάλασσαν στρατοῦ. Ποῦ εἶναι τότε ἡ πειθαρχία, καὶ ὁποίαν ἐμπιστοσύνην δύναται νὰ ἔχῃ ἡ Πολιτεία εἰς ἀξιωματικούς, οἱ ὁποῖοι δεσμεύονται διὰ μυστικῶν ὅρκων, ἀγνώστων εἰς τὰς νομίμους τοῦ Κράτους ἐξουσίας; Δι’ αὐτὸ εἶπον καὶ ἐπαναλαμβάνω, ὅτι δὲν εἶναι ἄξιοι συγγνώμης οἱ πολιτικοὶ ἐκεῖνοι ἄνδρες, οἵτινες, ἀντὶ ν’ ἀποδοκιμάσουν καὶ νὰ πολεμήσουν πάσῃ δυνάμει τὴν ἐν μυστικῇ ἑταιρείᾳ ἕνωσιν τῶν ἀξιωματικῶν, ἐξ ἐναντίας τὴν ἐνεθάρρυναν καὶ τὴν ἐνίσχυσαν διὰ τῆς προσωπικῆς των συμμετοχῆς καὶ συνεργίας. Καὶ εἶναι τοῦτο τοσούτῳ μᾶλλον λυπηρὸν, καθόσον μεταξὺ τῶν πολιτικῶν αὐτῶν ἀνδρῶν ὑπάρχουν καὶ πολλοὶ, οἱ ὁποῖοι ἔχουν τὴν ἀξίωσιν νὰ καλῶνται ἐπὶ τὴν διεύθυνσιν τῶν τῆς Πολιτείας πραγμάτων, ὡς Ὑπουργοί. Καὶ ἐπέπρωτο νὰ συμβῇ παρ’ ἡμῖν καὶ τοῦτο τὸ παράδοξον, ἀλλὰ καὶ ἀπελπιστικὸν φαινόμενον, νὰ διορισθῶσιν ὑπὸ τοῦ Βασιλέως, ἐπί τε τῆς προκατόχου καὶ τῆς νῦν Κυβερνήσεως, Ὑπουργοὶ, οἵτινες ἐχρημάτισαν μέλη τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας! Αὐτὸ εἶναι τὸ σημεῖον, ἐπὶ τοῦ ὁποίου δυνάμεθα καὶ ὀφείλομεν μετὰ λόγου νὰ κατακρίνωμεν τὴν σύστασιν καὶ τὴν δρᾶσιν τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας· οὐδὲ πρέπει νὰ παρέλθωμεν ἀδιαφόρως πρὸ τῆς διαχειρίσεως τῶν ἐράνων, οὓς αὕτη συνέλεξεν ἐντὸς καὶ ἐκτὸς τῆς Ἑλλάδος ὑπὲρ τοῦ ἐθνικοῦ ἀγῶνος. Ἀλλὰ τὸ ζήτημα τοῦτο δύναται ν’ ἀποτελέσῃ ἰδιαιτέραν αὐτοτελῆ ἔρευναν, τὴν ὁποίαν ἐπιφυλάσσομαι νὰ κάμω ἔν τινι τῶν προσεχῶν συνεδριάσεων, ἀφοῦ μάλιστα δὲν ἐγένετο δυνατὸν νὰ ἐξακριβωθῇ μέχρι τοῦδε, οὔτε πῶς διετέθησαν αἱ διακόσιαι δέκα χιλιάδες δραχμῶν, αἱ ὁποῖαι εὑρέθησαν εἰς τὴν κατοχὴν τῆς Ἑταιρείας μετὰ τὸν πόλεμον, οὔτε παρὰ τίνος ἐλήφθησαν καὶ πῶς διετέθησαν αἱ τρεῖς χιλιάδες λιρῶν, αἵτινες, ὡς εἶπεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Ζακύνθου Βουλευτὴς, ἀπεστάλησαν μὲν ἐκ Καΐρου πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Ἑταιρείαν, δὲν παρελήφθησαν ὅμως ὑπ’ αὐτῆς. Τοιαύτην σχηματίσας γνώμην περὶ τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας, περιορίζομαι εἰς ὅσα περὶ αὐτῆς εἶπον, πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦ νὰ μὴ τὴν ἀναφέρω πλέον, εἰμὴ ἐφ’ ὅσον κατὰ τὴν ἐξέτασιν τοῦ θεμελιώδους περὶ εὐθυνῶν τοῦ πολέμου ζητήματος ἀναφαίνεται διατελοῦσα εἰς συνεννοήσεις μετὰ τοῦ Βασιλέως, τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῶν ἐν Θεσσαλίᾳ καὶ Ἠπείρῳ ἀρχηγῶν τοῦ στρατοῦ. Ἐρρήθη, καὶ δὲν ἔπαυσε λεγόμενον καὶ ἐπαναλαμβανόμενον, ὅτι ἡ Κυβέρνησις τῶν τεσσάρων πρώτων μηνῶν τοῦ ἀπαισίου διὰ τὸν Ἑλληνισμὸν ἔτους 1897 δὲν ἤθελε τὸν πόλεμον, ἀλλ’ ὅτι τὸν ἐδέχθη, ἐπικηρυχθέντα ὑπὸ τῆς Τουρκίας. Τοῦτο οὐδαμῶς κυροῦται ὑπὸ τῶν πραγμάτων. Ἐξ ἐναντίας τὰ γεγονότα ἐκ θεμελίων ἀνατρέπουσι τὸν ἰσχυρισμὸν τοῦτον. Εὐθὺς μετὰ τὰς ἐν Κρήτῃ σφαγὰς τῶν χριστιανῶν, κατὰ Ἰανουάριον τοῦ 1897, ἡ Κυβέρνησις τοῦ χρόνου ἐκείνου, ὑποστηριζομένη ὑπὸ ἰσχυρᾶς ἐν τῇ Βουλῇ πλειονοψηφίας, ἔκρινεν, ὅτι ἔπρεπε νὰ προβῇ μετὰ θάρρους καὶ ἀποφασιστικότητος εἰς γενναῖα διαβήματα, τὰ ὁποῖα θὰ παρεῖχον βασίμους ὁπωσοῦν ἐλπίδας περὶ ἐκπληρώσεως τῶν προαιωνίων καὶ ἱερῶν πόθων τῆς ἑνώσεως τῆς μεγαλομάρτυρος Κρήτης μετὰ τῆς Ἑλλάδος· εἰς τοῦτο δὲ ἡ τότε Κυβέρνησις εἶχεν ὁμόθυμον καὶ τὴν γνώμην τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Προέβη ἑπομένως εἰς τὴν ἀποστολὴν τοῦ στόλου, μεθ’ ὃ ἐπηκολούθησεν ἡ ἀποστολὴ στρατιωτικοῦ σώματος, μὲ τὴν διαταγὴν νὰ ἀποβῇ εἰς τὴν νῆσον, καὶ νὰ καταλάβῃ αὐτὴν ἐν ὀνόματι τοῦ Βασιλέως τῶν Ἑλλήνων. Τῶν δύο τούτων γεγονότων συντελεσθέντων, ἡ Ἑλλὰς εὑρέθη εἰς ἐμπόλεμον μετὰ τῆς Τουρκίας κατάστασιν. Ἰδοὺ τί ἀναγινώσκω εἰς τὸ ὑπ’ ἀριθ. 798 τῆς 10 Φεβρουαρίου 1897 ἡμιεπίσημον δημοσιογραφικὸν ὄργανον τῆς τότε Κυβερνήσεως (ἀναγινώσκει): «Αἱ Βουκολιὲς ἐκυριεύθησαν τῇ 7 Φεβρουαρίου, περὶ ὥραν 8ην π. μ. Εἷς ὑπολοχαγὸς ἐπληγώθη, ἑπτὰ στρατιῶται ἐφονεύθησαν, καὶ 15 ἐπληγώθησαν Κρῆτες καὶ στρατιῶται. Τὸ φρούριον ἀνετινάχθη εὐθὺς διὰ δυναμίτιδος εἰς τὸν ἀέρα. Ἡ τουρκικὴ φρουρὰ, ἐξελθοῦσα τὴν νύκτα τῆς 6 πρὸς τὴν 7 Φεβρουαρίου, ἐπολιορκήθη καὶ κατεστράφη, μὴ θελήσασα νὰ παραδοθῇ. Ὥρα 3ῃ μ. μ. τῆς αὐτῆς ἡμέρας μάχη συνήφθη ἐν θέσει Λειβάδια μεταξὺ τοῦ ἑλληνικοῦ καὶ τοῦ ἐκ τῶν Χανίων ἐξελθόντος τουρκικοῦ στρατοῦ μετὰ τριῶν τηλεβόλων. Τὰ σώματα τοῦ ἑλληνικοῦ στρατοῦ ἐπολέμησαν γενναιότατα. Ἐντὸς μιᾶς καὶ ἡμισείας ὥρας ὁ ἑλληνικὸς στρατὸς ἐξηνάγκασε τοὺς Τούρκους νὰ ὑποχωρήσωσιν εἰς Χανία. Ἐκυρίευσαν οἱ Ἕλληνες τὸν μέγαν ὠχυρωμένον στρατῶνα τῶν Λειβαδίων καὶ τὸν Πύργον τῆς Ἁγυιᾶς, τοὺς ὁποίους καὶ ἀνετίναξαν κατόπιν διὰ δυναμίτιδος. Πολλὰ λάφυρα καὶ τροφαὶ ἔπεσαν εἰς χεῖρας τοῦ ἑλληνικοῦ στρατοῦ, ὡς καὶ πολλοὶ αἰχμάλωτοι πληγωμένοι. Ἀριθμὸς φονευθέντων Τούρκων ἀγνοεῖται εἰσέτι. Ἐφονεύθησαν δύο ἀνθυπολοχαγοὶ ἐκ τοῦ ἑλληνικοῦ στρατοῦ, περὶ τοὺς εἴκοσι δὲ ὑπαξιωματικοὶ καὶ στρατιῶται ἐφονεύθησαν καὶ ἐτραυματίσθησαν.» Εἶναι λοιπὸν ἐπιτετραμμένον νὰ ὑποστηρίξῃ τις, κατόπιν τοιούτων γεγονότων, ὅτι ἡ Ἑλλὰς δὲν ἤθελε τὸν πόλεμον; Κατέλαβεν ὁ ἑλληνικὸς στρατὸς τὴν Κρήτην, ἥτις ἀπετέλει μέρος τῆς Ὀθωμανικῆς Αὐτοκρατορίας, ἐν ὀνόματι τοῦ Βασιλέως τῶν Ἑλλήνων, καὶ συνῆψε μάχας μετὰ τοῦ τουρκικοῦ στρατοῦ. Δὲν εἶναι τοῦτο πόλεμος; Ἂν ἀπὸ τῆς ἐποχῆς τῆς ἐνάρξεως τῶν ἐν Κρήτῃ πολεμικῶν ἐπιχειρήσεων μέχρι τῆς ἐποχῆς, καθ’ ἣν ἡ Τουρκία διέταξε τὸν στρατόν της νὰ εἰσβάλῃ εἰς τὸ ἑλληνικὸν ἔδαφος, ἐδημιουργήθη, ἕνεκα τῆς παρεμβάσεως τῶν Δυνάμεων, μεταβατική τις κατάστασις ἀποχῆς ἀπὸ τῆς ἐξακολουθήσεως τοῦ πολέμου, τοῦτο δὲν μεταβάλλει τὴν θέσιν τῶν πραγμάτων, τὰ δὲ πράγματα φωνάζουν, ὅτι ἡ Ἑλλὰς πρώτη ἐπεχείρησε τὸν πόλεμον κατὰ τῆς Τουρκίας. Βεβαίως, τὸ ν’ ἀποσταλῇ στρατὸς εἰς Κρήτην καὶ νὰ καταλάβῃ ταύτην ἐν ὀνόματι τοῦ Βασιλέως τῶν Ἑλλήνων, ἐκδιώκων διὰ τῆς βίας τὸν τουρκικὸν στρατὸν, ἦτο διάβημα ὑπερβαῖνον τὰ ὅρια τῆς τόλμης, καὶ προφανῶς παραβιάζον τὸ δίκαιον τῶν ἐθνῶν καὶ πᾶσαν διεθνῆ ἀρχήν· ἀλλὰ τὰ παραπλησίας φύσεως μεγάλα καὶ ὑψηλῆς ἐμπνεύσεως ἐθνικὰ ἐγχειρήματα κρίνονται ἐκ τῶν ἀποτελεσμάτων. Ἀφοῦ λοιπὸν τὸ διάβημα ἐκεῖνο ἐστέφθη δι’ ἀδοκήτου καὶ περιφανοῦς ἐπιτυχίας, ὀφείλομεν νὰ εἴπωμεν ἄνευ ἐρεύνης, ὅτι κάλλιστα τοῦτο ἐγένετο. Τί ὅμως ἐπηκολούθησε κατόπιν; Ἠδυνήθησαν οἱ διευθύνοντες τὰς τύχας τοῦ ἔθνους νὰ ἐπωφεληθῶσι τῆς ἐπιτυχίας ταύτης; Ἀπ’ ἐδῶ ἄρχονται αἱ εὐθῦναι, αἱ μεγάλαι καὶ φοβεραὶ εὐθῦναι ἐπὶ ταῖς ἐθνικαῖς ἐκ τοῦ πολέμου συμφοραῖς. Τῇ 18 Φεβρουαρίου 1897 αἱ ἓξ Μεγάλαι Δυνάμεις διὰ τῶν ἐνταῦθα ἀντιπροσώπων των ἐπέδωκαν πρὸς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν ταυτόσημον διακοίνωσιν, ἢ μᾶλλον τελεσίγραφον, διὰ τοῦ ὁποίου ἔκαμνον τὰς τέσσαρας γνωστὰς δηλώσεις, ἤτοι: αʹ) ὅτι ἡ Κρήτη οὐδαμῶς ἠδύνατο νὰ προσαρτηθῇ εἰς τὴν Ἑλλάδα· βʹ) ὅτι αἱ Δυνάμεις ἀπεφάσισαν νὰ προικίσουν τὴν νῆσον διὰ πολιτεύματος αὐτονόμου, ἀπολύτως πραγματικοῦ, ἐξασφαλίζοντος αὐτῇ διοίκησιν κεχωρισμένην ὑπὸ τὴν ἐπικυριαρχίαν τοῦ Σουλτάνου· γʹ) ὅτι πρὸς πραγματοποίησιν τούτου αἱ Δυνάμεις ἐζήτουν τὴν ἀνάκλησιν τοῦ στρατοῦ καὶ τοῦ στόλου· καὶ δʹ) ὅτι, ἂν ἡ ἀνάκλησις αὕτη δὲν ἤθελε πραγματοποιηθῆ ἐντὸς ἓξ ἡμερῶν, θὰ μετήρχοντο πᾶν μέσον ἐξαναγκασμοῦ. Τί ἔπραξε τότε ἡ Κυβέρνησις, μετὰ τὸ τελεσίγραφον τοῦτο; Διατὶ δὲν ὑπεχώρησεν ἀπέναντι ὄχι πλέον τῆς Τουρκίας, ἀλλὰ τῶν ἓξ Μεγάλων καὶ συνησπισμένων Δυνάμεων, αἱ ὁποῖαι ἠπείλουν, ὅτι θὰ μετήρχοντο πᾶν μέσον ἐξαναγκασμοῦ, καὶ αἵτινες εἶχον ἤδη κάμει χρῆσιν τῆς βίας ἐν Κρήτῃ διὰ τοῦ βομβαρδισμοῦ τῶν χριστιανῶν; Πῶς ἐτόλμησαν οἱ τότε κρατοῦντες εἰς χεῖρας τὴν τύχην τοῦ Ἑλληνισμοῦ ν’ ἀναλάβωσι τὴν φοβερὰν εὐθύνην τῶν συνεπειῶν τῆς μὴ ὑποχωρήσεως; Ποῦ ἐστηρίζοντο, ἀρνούμενοι νὰ χρησιμοποιήσωσι τὴν χρυσῆν ἀληθῶς γέφυραν, ἣν τοῖς προσήνεγκον αἱ ἓξ Εὐρωπαϊκαὶ Κυβερνήσεις; Ἐδῶ εἴχομεν ἀνάγκην φωτός, καὶ ἐδῶ ἐναγωνίως καὶ κρατοῦντες τὴν ἀναπνοήν μας ἐπεριμένομεν νὰ λάβωμεν αὐθεντικὰς ἐξηγήσεις καὶ διασαφήσεις ἀπὸ τὸν ἀξιότιμον Πρόεδρον τῆς τότε Κυβερνήσεως. Ἀλλὰ ποῦ εἶναι αὗται; Οὐδὲ νύξις κἄν ἐπὶ τοῦ σημείου τούτου ἐγένετο ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς τότε Κυβερνήσεως, οὕτω δὲ ἐξακολουθοῦμεν μένοντες εἰς τὸ σκότος, ἐναντίον τῶν προσδοκιῶν, ἃς πρὸς στιγμὴν ἐστηρίξαμεν ἐπὶ τῆς μετὰ κρότου καὶ θορύβου προκληθείσης ταύτης συζητήσεως. Διατί, ἐρωτῶ καὶ πάλιν, διατὶ ἡ τότε Κυβέρνησις ἠρνήθη ν’ ἀποδεχθῇ τὴν περὶ αὐτονομίας τῆς Κρήτης πρότασιν τῶν Δυνάμεων; Εἶχε σπουδαίους λόγους καὶ βασίμους ἐλπίδας νὰ ἐπιμείνῃ εἰς τὴν λύσιν, ἣν προέβαλε διὰ τῆς εἰς τὸ τελεσίγραφον ἀπαντήσεώς της; Δεχόμεθα τοῦτο πρὸς στιγμήν· ἀλλὰ τότε προβάλλει ἐνώπιον ἡμῶν ἄλλο σκοτεινὸν σημεῖον, ἐπὶ τοῦ ὁποίου οὐδέποτε θὰ παύσῃ ἡ ἐθνικὴ συνείδησις ζητοῦσα φῶς. Ἀφοῦ δηλ. δὲν ἀπεδέχθη ἡ τότε Κυβέρνησις τὴν πρότασιν τῶν Δυνάμεων περὶ αὐτονομίας, τότε πῶς συνεζητεῖτο μεταξὺ αὐτῶν τῶν Δυνάμεων πρότασις ἢ μᾶλλον ἀντιπρότασις περὶ Ἡγεμονίας ὑπὸ τὸν πρίγκηπα Γεώργιον καὶ ὑπὸ τὴν ἐπικυριαρχίαν τοῦ Σουλτάνου; Ποῖος ἔκαμε τὴν πρότασιν ἢ ἀντιπρότασιν ταύτην; Ἐὰν ἐγίνετο δεκτὴ ἡ πρότασις τῶν Δυνάμεων, ἡ Ἑλλὰς θὰ ἐτήρει ὅλον ἐκεῖνο τὸ γόητρον, πρὸ τοῦ ὁποίου ἔκθαμβος ἔστη ὁ κόσμος. «Ἐχειροκρότησεν ἡ γῆ ὅλη» εἰς τὸ ἄκουσμα, ὅτι τὸ μικροσκοπικὸν Ἑλληνικὸν Βασίλειον διὰ τῶν κατὰ γῆν καὶ θάλασσαν στρατιωτικῶν του δυνάμεων κατέλαβεν εὐθὺς μετὰ τὰς ὑπὸ τῶν Τούρκων γενομένας σφαγὰς τῶν χριστιανῶν τὴν Κρήτην, καὶ ἔφερεν εἰς τοὺς κατοίκους αὐτῆς, ἄνευ διακρίσεως θρησκεύματος ἢ ἐθνικότητος, ἐλευθερίαν, εἰρήνην καὶ ἰσοπολιτείαν. Τοῦτο ἀνωμολόγουν οὐ μόνον οἱ λαοί, ἀλλὰ καὶ αἱ Κυβερνήσεις, αἱ ὁποῖαι μᾶς ἔλεγον: «Εἰς σᾶς μένει ἡ ὑψίστη τιμή, ὅτι ἠλευθερώσατε τὴν Κρήτην. Ἄφετε εἰς ἡμᾶς νὰ κανονίσωμεν τὰ τῆς διοικήσεώς της δι’ αὐτονόμου πολιτεύματος, καὶ μὴ ἐπιμένετε ἐπὶ τοῦ παρόντος εἰς τὴν ἕνωσιν, ἥτις εἶναι ζήτημα χρόνου». Συγκρίνατε τώρα τὴν θέσιν αὐτὴν τῆς Ἑλλάδος καὶ τοῦ Ἑλληνισμοῦ ὁλοκλήρου πρὸς τὴν θέσιν, εἰς τὴν ὁποίαν ἐφθάσαμεν μετὰ τὸν πόλεμον. Ὄχι μόνον δὲν διετηρήσαμεν τὸ ἀπροσπελάστου ὕψους ἐθνικὸν μεγαλεῖον, εἰς ὃ πρὸς στιγμὴν ὑψώθημεν, ἀλλὰ καὶ ἐχάσαμεν ὅ,τι πρὸ αὐτοῦ εἴχομεν. Καὶ ἐὰν ἠδυνάμεθα νὰ εἴπωμεν, ὅτι ἐχάσαμεν τὰ πάντα, πλὴν τῆς τιμῆς, εἰς οὐδὲν θὰ ἐλογιζόμεθα τὰς τόσας ὑλικὰς ζημίας καὶ καταστροφάς. Ἀλλὰ μᾶς ἔσπρωξαν εἰς τὴν βλάβην τῆς τιμῆς διὰ τῆς ἀμαυρώσεως τρισχιλιετοῦς ἱστορίας, καὶ τοῦτο εἶναι πρὸ πάντων καὶ δὲν θὰ παύσῃ νὰ ἦναι τὸ ὑποκάρδιον τοῦ Ἑλληνικοῦ Γένους παράπονον κατὰ τῶν ὑπευθύνων ἐπὶ τῇ ἐθνικῇ ταύτῃ συμφορᾷ. Ἀπ’ ἐδῶ λοιπὸν ἄρχονται, ὡς εἶπον πρὸ ὀλίγων στιγμῶν, αἱ εὐθῦναι, αἱ μεγάλαι καὶ φοβεραὶ εὐθῦναι τοῦ πολέμου, καὶ ἐδῶ ζητοῦμεν φῶς. Ἀλλὰ ποῖος νὰ μᾶς φωτίσῃ; Κινδυνεύει νὰ χάσῃ κανεὶς τὸν νοῦν του, ὅταν συλλογίζεται, ὅτι ἡ τότε Κυβέρνησις δὲν ἔσπευσε ν’ ἁρπάσῃ, ὄχι ἁπλῶς σανίδα σωτηρίας, ἀλλὰ στέφανον ἐθνικῆς δόξης καὶ μεγαλείου, τὸν ὁποῖον σύμπασα σχεδὸν ἡ Εὐρώπη ἐν ὁμοφωνίᾳ τῇ παρεῖχε. Τίνες ἆρά γε νὰ ἦσαν οἱ μεγάλοι καὶ ὑψηλοί, καὶ σοβαροὶ καὶ μυστηριώδεις ἐκεῖνοι λόγοι, οἵτινες ἐνεδείκνυον ἢ ἐπέβαλλον τότε τὴν ἀπόκρουσιν τῆς προτάσεως τῶν Δυνάμεων; Θὰ μᾶς εἴπουν ἴσως, ὅτι ὑπῆρχον ἐνθαρρύνσεις καὶ ὑποσχέσεις, αἱ ὁποῖαι δὲν ἐτηρήθησαν, καὶ περὶ τῶν ὁποίων δὲν πρέπει νὰ γείνῃ λόγος χάριν τῶν ἐθνικῶν συμφερόντων. Πολὺ καλά. Ἀλλὰ τότε κατ’ ἀνάγκην πρέπει νὰ ἐπανέλθωμεν εἰς τὴν ἀνεξήγητον καὶ πάντως ὕποπτον ἐκείνην περὶ Ἡγεμονίας πρότασιν, ἡ ὁποία ἐρρίφθη εἰς τὸ μέσον καὶ συνεζητήθη μεταξὺ τῶν Δυνάμεων. Δὲν πρόκειται δ’ ἐνταῦθα οὔτε περὶ εἰδήσεων ἐφημερίδων ἢ τηλεγραφικῶν πρακτορείων, οὔτε περὶ δημοσιογραφικῶν συνεντεύξεων. Πρόκειται περὶ ἐπισήμων ἀνακοινώσεων, γενομένων ἐνώπιον τῆς Γαλλικῆς Βουλῆς ὑπ’ αὐτοῦ τοῦ κ. Ἁννοτὼ, ὅστις ἦτο τότε Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν. Μεταξὺ τῶν ἀνακοινώσεων τούτων, αἵτινες ἐγένοντο τῇ 4 Μαρτίου 1897, καὶ αἵτινες ἀναφέρονται εἰς τὴν ἀπάντησιν τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως εἰς τὸ τελεσίγραφον, περιέχεται καὶ ἡ ἑξῆς: «Ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις μετὰ τὴν ἀπάντησιν εἰς τὸ τελεσίγραφον ἐφάνη διατεθειμένη διὰ διαφόρων ἡμιεπισήμων διαβημάτων νὰ δεχθῇ καὶ ἄλλας λύσεις, ἐκτὸς τῶν διὰ τῆς ἀπαντήσεώς της ὑποδειχθεισῶν. Ἐφάνη δηλ. διατεθειμένη ν’ ἀναγνωρίσῃ καὶ αὐτὴν τὴν ἐπικυριαρχίαν τοῦ Σουλτάνου, ἀλλ’ ἐξαιτουμένη ὑπὲρ τῆς νήσου εἴτε πολίτευμα ἀνάλογον πρὸς τὸ τῆς Βοσνίας καὶ Ἐρζεγοβίνης εἴτε διοίκησιν ἐμπεπιστευμένην εἰς τὸν πρίγκηπα Γεώργιον.» Ταῦτα ἀνεκοίνωσεν ἐνώπιον τῆς Γαλλικῆς Βουλῆς ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν κ. Ἁννοτὼ. Τί δ’ ἐκ τούτων ἀποδεικνύεται; Ἀποδεικνύεται, ὅτι ἐκ μέρους τῆς Ἑλλάδος ἐθεωρεῖτο μὲν εὐπρόσδεκτος καὶ συμφέρουσα ἡ αὐτονομία ὑπὸ τὴν ἐπικυριαρχίαν τοῦ Σουλτάνου, ἀλλ’ ὑπὸ τὸν ὅρον νὰ διορισθῇ ὑπὸ τῶν Δυνάμεων ὁ πρίγκηψ Γεώργιος Ἡγεμών. Ἀλλ’ ἀφοῦ ἐκρίνετο ὡς καλὴ καὶ ἐθνικὴ καὶ συμφέρουσα ἡ διὰ τῆς Ἡγεμονίας λύσις, τότε διατὶ νὰ μὴ γείνῃ ἀμέσως ἀποδεκτὴ ἡ ἀπείρως καλλιτέρα καὶ ἐθνικωτέρα καὶ συμφερωτέρα διὰ τῆς αὐτονομίας λύσις, τὴν ὁποίαν ἐπρότειναν αἱ Δυνάμεις; Ποῖος ἔκαμε τὴν περὶ Ἡγεμονίας πρότασιν;

§123Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Καὶ πρὸ μικροῦ ἐζήτησα τὸν λόγον, ἵνα εἴπω, ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις οὔτε ἐπισήμως οὔτε ἡμιεπισήμως ἠρωτήθη, ἀλλὰ καὶ οὐδεμίαν ἔδωκε γνώμην, ὅπως ἡ Κρήτη ἀποτελέσῃ Ἡγεμονίαν.

§124Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγνώριζον αὐτὸ, τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ σεβαστὸς ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς, καὶ διὰ τοῦτο δὲν διϊσχυρίσθην, ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἔδωκε γνώμην περὶ Ἡγεμονίας, ἀλλὰ ἠρώτησα, ποῖος ἔκαμε τὴν πρότασιν, καὶ ἐπὶ τοῦ ἐρωτήματος τούτου ἐπεθύμουν ν’ ἀπαντήσῃ ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς τότε Κυβερνήσεως.

§125Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν γνωρίζω. Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ γνωρίζω ἐγὼ, ποίας σχέσεις ἔχει ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Γαλλίας;

§126Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. Ἁννοτὼ ὡμίλησε περὶ ἡμιεπισήμων διαβημάτων.

§127Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἡμεῖς, ὡς Κυβέρνησις, ἐφρονοῦμεν ὅτι δὲν συμφέρει εἰς τὸν Ἑλληνισμὸν νὰ κατατμηθῶσιν οἱ ἐκτὸς τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου ἑλληνικοὶ πληθυσμοὶ εἰς μικρὰς μονάδας, διότι εἶναι ἐκτεθειμένοι πάντοτε εἰς τὸν κίνδυνον εἴτε τῆς ἀπληστίας τῶν ἰσχυρῶν, εἴτε τῆς κακοπιστίας φιλοκτημόνων ἢ μεγαλομανῶν γειτόνων. Αὐτὰ, τὰ ὁποῖα ἀνέφερα, εἶναι ἐπίσημος ἀνακοίνωσις τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Ἑλλάδος πρὸς τὸν κ. πρέσβυν τῆς Γαλλίας ἐν Ἀθήναις.

§128Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Πάντα ταῦτα ἔχουσιν ἀκριβῶς, ὅπως ἐξετέθησαν ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς τότε Κυβερνήσεως, ἀλλὰ δυστυχῶς δὲν ἀποτελοῦσιν ἀπάντησιν εἰς τὸ ἐρώτημά μου. Ἐγὼ εἶπον: ἀφοῦ εἶναι βεβαιωμένον ἐπισήμως, ὅτι ἡ πρότασις περὶ Ἡγεμονίας ἐγένετο ἐξ Ἑλλάδος, καὶ ὅτι αἱ Δυνάμεις διεξήγαγον παρατεταμένην ἐπ’ αὐτῆς συζήτησιν, καὶ ἀφοῦ εἶναι ἐπίσης βεβαιωμένον ἐπισήμως, ὅτι ἡ πρότασις αὕτη δὲν ἐγένετο ὑπὸ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, τότε παρὰ τίνος καὶ ὑπὸ ποίας περιστάσεις ἐγένετο; Εἰς αὐτὴν τὴν ἐρώτησιν ἐπιμένω νὰ λάβω ἀπόκρισιν. Καὶ ἀποτείνομαι ὄχι μόνον πρὸς τὸν ἀξιότιμον Πρόεδρον τῆς τότε Κυβερνήσεως, ἀλλὰ καὶ πρὸς ὅλους τοὺς πολιτικοὺς ἄνδρας, οἵτινες εἶναι παρόντες, καὶ οἵτινες θὰ ἠδύναντο νὰ λάβουν γνῶσιν πάσης ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἀναγκαίας λεπτομερείας. Δὲν εἶναι εἰς θέσιν νὰ γνωρίζῃ ὁ τέως Πρωθυπουργός; Δὲν εἶναι εἰς θέσιν νὰ γνωρίζῃ ὁ νῦν Πρωθυπουργὸς, τοῦ ὁποίου μάλιστα τὸ ὄνομα ἀνεμίχθη τότε εἰς τὰ περὶ Ἡγεμονίας; Διατὶ δὲν ὁμιλοῦσι;

§129Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Μὴ ματαιοπονεῖτε! Δὲν θέλουν νὰ τὸ εἴπουν.

§130Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ὅμως δὲν πρέπει νὰ λησμονῶσιν, ὅτι, ἐνόσῳ δὲν αἴρεται ὁ περικαλύπτων τὸ μυστήριον τοῦτο πέπλος, θὰ μένῃ ὁ τόπος εἰς τὴν φοβερὰν ὑπόνοιαν, μήτοι τὸ ἔθνος ἔπαθεν ὅσα ἔπαθεν ἕνεκα καὶ χάριν τῆς Ἡγεμονίας ὑπὸ τὸν πρίγκηπα Γεώργιον. Διὰ τοῦτο ἡ σιωπὴ βλάπτει μᾶλλον ἢ ὠφελεῖ. Οὐδὲ εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ δώσωμεν πίστιν εἰς τὸ δημοσιευθὲν, ὅτι ἡ πρότασις περὶ Ἡγεμονίας ἐγένετο ἀπὸ ἰδιώτην, ἐνεργοῦντα ἐξ ἰδίας ἐμπνεύσεως καὶ πρωτοβουλίας...

§131Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Πόθεν ἐπληροφορήθητε περὶ ἰδιώτου; Τίς ὁ ἰδιώτης οὗτος;

§132Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶμαι ἐφωδιασμένος, καὶ θὰ σᾶς ἀπαντήσω ἀμέσως. Ἔχω ἐδῶ φυλλάδιόν τι, ὅπερ ἐδημοσίευσεν ἐνταῦθα ὁ κ. Σκουλούδης κατὰ Δεκέμβριον τοῦ 1898, καὶ διὰ τοῦ ὁποίου λέγει μεταξὺ ἄλλων τὰ ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Τῇ 20 Φεβρουαρίου 1897, εὐμενῶς ἀναλαβόντος τοῦ ἀξιοτίμου φίλου μου κ. Ἀντ. Ζ. Βούρου νὰ διερμηνεύσῃ τὰς σκέψεις μου πρὸς τὸν κ. Egerton, τῷ ἐνεχείρισα τὸ ἑπόμενον σημείωμα, ἀγγλιστὶ συντεταγμένον, ὡς σχέδιον πρὸς λύσιν τῶν ὑφισταμένων δυσχερειῶν. 1) Ν’ ἀναγνωρισθῇ ἐν Κρήτῃ Ἡγεμονία αὐτόνομος μετὰ συνταγματικοῦ πολιτεύματος, ἄνευ οὐδενὸς συνεκτικοῦ δεσμοῦ πρὸς τὸ Ὀθωμανικὸν Κράτος. 2) Νὰ διορισθῇ ὑπὸ τῶν ἓξ Δυνάμεων ὁ πρίγκηψ Γεώργιος Ἡγεμὼν τῆς Κρήτης, ὑπὸ τὴν ἐπικυριαρχίαν τοῦ Σουλτάνου. 3) Νὰ παραμείνῃ ὁ νῦν ἐν Κρήτῃ ἑλληνικὸς στρατὸς ὡς ἐγχώριος δύναμις τῆς Ἡγεμονίας πρὸς τήρησιν τῆς τάξεως κλπ. 4) Νὰ ἦναι ἡ σημαία τῆς Ἡγεμονίας παρεμφερὴς πρὸς τὴν τῆς Σάμου. 5) Ν’ ἀναχωρήσωσι τὰ νῦν ἐν τοῖς Κρητικοῖς ὕδασιν ἑλληνικὰ πολεμικὰ πλοῖα. 6) Ἀμφότερα τὰ Κράτη, Τουρκία καὶ Ἑλλὰς, νὰ θέσωσι τέρμα εἰς τοὺς ἐξοπλισμοὺς αὐτῶν, καὶ νὰ σταματήσωσι πᾶσαν κίνησιν στρατευμάτων πρὸς τὰ ἑλληνοτουρκικὰ σύνορα.» Βλέπετε λοιπὸν, ὅτι ὁ κ. Σκουλούδης θέλει νὰ παραστήσῃ, ὅτι ἡ πρότασις περὶ Ἡγεμονίας ὀφείλεται ἀποκλειστικῶς εἰς μόνην τὴν ἰδίαν αὐτοῦ πρωτοβουλίαν, καὶ προβάλλει τὴν τολμηρὰν ἀξίωσιν νὰ πιστεύσωμεν, ὅτι αἱ ἓξ Μεγάλαι Δυνάμεις κατῆλθον εἰς διαπραγματεύσεις μετ’ αὐτοῦ περὶ τοῦ καταλληλοτέρου τρόπου τῆς λύσεως τοῦ συνταράξαντος τὸν κόσμον Κρητικοῦ ζητήματος! Καὶ πότε λέγει ὅτι ὑπέβαλε πρὸς τὸν πρέσβυν τῆς Ἀγγλίας τὸ σχέδιον τῆς ἰδίας του ἐφευρέσεως; Τῇ 20 Φεβρουαρίου 1897, ἤτοι πρὶν ἢ ἀπαντήσῃ ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις εἰς τὸ τελεσίγραφον τῶν Δυνάμεων. Καὶ ποῖα τὰ μεγάλα πλεονεκτήματα τοῦ σχεδίου του; Σᾶς ἀναφέρω ἓν μόνον, καὶ ἐξ αὐτοῦ δύνασθε νὰ κρίνητε καὶ περὶ τῶν ἄλλων. Μὲ τὸ σχέδιον αὐτὸ, ἂν ἤθελε πραγματοποιηθῆ, θὰ ἐσώζετο ἡ φιλοτιμία τοῦ Σουλτάνου, διότι θὰ διετήρει οὗτος τὴν ἐπικυριαρχίαν, καὶ ἑπομένως θὰ παρίστατο εἰς τὰ ὄμματα τοῦ μουσουλμανικοῦ πληθυσμοῦ ἔχων ὑποτελῆ ἕνα ἡγεμονόπαιδα τῆς Βασιλικῆς οἰκογενείας τῆς Ἑλλάδος! (ἱλαρότης). Ταῦτα λέγει ὁ κ. Σκουλούδης· εἰς ὑμᾶς δὲ, κύριοι Βουλευταὶ, ἀπόκειται νὰ κρίνητε, ἂν τοιαῦτα πράγματα δύνανται νὰ λέγωνται καὶ νὰ γράφωνται καὶ νὰ δημοσιεύωνται σοβαρῶς. Οὐδὲ πιστεύω, ὅτι ὑπάρχει περίπτωσις νὰ ἐκπλαγῆτε, ἂν ἀκούσητε, ὅτι ὁ ἴδιος κ. Σκουλούδης διὰ τῆς γνωστῆς πρὸς τοὺς Κρῆτας ἐπιστολῆς του χαρακτηρίζει τὴν διὰ τῆς Ἡγεμονίας ὑπὸ τὸν πρίγκηπα Γεώργιον λύσιν ὡς ἀποκλείουσαν ἐπ’ ἀόριστον τὴν ποθητὴν ἕνωσιν, καὶ ἐξορκίζει τοὺς Κρῆτας «νὰ μὴ δεχθῶσιν ἐπ’ οὐδενὶ λόγῳ τοιαύτην λύσιν, καὶ ν’ ἀποκρούσουν ἀπολύτως καὶ ἀποφασιστικῶς πᾶσαν πίεσιν, ὅθεν δήποτε καὶ ἂν προέρχηται αὕτη, διότι οἱοσδήποτε καὶ ἂν τοὺς συμβουλεύσῃ ἢ τοὺς προτρέψῃ ν’ ἀποδεχθοῦν τὴν Ἡγεμονίαν δὲν εἶναι φίλος τῆς Κρήτης.» Καὶ διὰ νὰ ἐξηγήσῃ τὴν παράδοξον αὐτὴν ἀντίφασιν ὁ συγγραφεὺς τοῦ φυλλαδίου, λέγει, ὅτι ἠναγκάσθη νὰ κηρυχθῇ κατόπιν κατὰ τῆς Ἡγεμονίας, διότι ἐφοβήθη μήπως οἱ Κρῆτες ἤθελον σπεύσει ν’ ἀνακηρύξουν Ἡγεμόνα τὸν πρίγκηπα Γεώργιον, ὁπότε ὁ ὄχλος ἐνταῦθα καὶ οἱ ἀχαλίνωτοι ὀπαδοὶ τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας θ’ ἀπέδιδον τὸ διάβημα τοῦτο εἰς ἐνεργείας τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς κατοχῆς, λαμβάνοντος διαταγὰς παρὰ τοῦ Βασιλέως! Καὶ τί ἀπέγεινεν ἡ ἐπιστολὴ ἐκείνη, διὰ τῆς ὁποίας ὁ κ. Σκουλούδης ἐξώρκιζε τοὺς Κρῆτας νὰ μὴ δεχθῶσι τὴν Ἡγεμονίαν ὡς ἀποκλείουσαν τὴν ἕνωσιν; Κατεσχέθη ὑπὸ τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς κατοχῆς κ. Βάσσου, ὡς ἐκθέτει ὁ ἴδιος κ. Σκουλούδης. Καὶ πάντα ταῦτα ἐτελοῦντο ἐν ἀγνοίᾳ τῆς τότε Κυβερνήσεως, ὀλίγας ἡμέρας πρὸ τῆς ἐνάρξεως τοῦ πολέμου εἰς τὰ σύνορα! Καὶ πάντα ταῦτα μᾶς δίδουν τὴν ἀπόδειξιν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις τῆς ἐποχῆς ἐκείνης εἶχε παραμερισθῆ, καὶ ὄχι μόνον δὲν εἶχεν ἐλευθερίαν εἰς τὰς ἐνεργείας της, ἀλλὰ καὶ προσέκρουεν ἐν πολλοῖς κατὰ ἐνεργειῶν σκοτίων καὶ ἀντιθέτων πρὸς τὰς ἰδικάς της. Ἅπασα ἡ διεύθυνσις καὶ ἡ διεξαγωγὴ τοῦ ἐθνικοῦ ζητήματος κατά τε τὴν διπλωματικὴν αὐτοῦ ἐξέλιξιν καὶ κατὰ τὸ στάδιον τῶν πολεμικῶν ἐπιχειρήσεων εἶχε συγκεντρωθῆ εἰς τὰ Ἀνάκτορα! Πολὺς ἐγένετο λόγος περὶ τοῦ Βασιλικοῦ ἐκείνου κηρύγματος, ὅπερ εἶχε δημοσιεύσει τὴν 8 καὶ 9 Φεβρουαρίου 1897 ὁ τότε Πρόεδρος τοῦ φανεροῦ κέντρου τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας Μιχ. Μελᾶς, κατ’ ἐντολὴν τοῦ Βασιλέως. Τὸ κήρυγμα ἐκεῖνο περιεῖχε πολιτικὰς γνώμας καὶ σκέψεις, αἱ ὁποῖαι ἐν πολλοῖς ἦσαν ἐκ διαμέτρου ἀντίθετοι πρὸς τὰς τῆς τότε Κυβερνήσεως. Καὶ ὅμως τὸ κήρυγμα ἐκεῖνο ἐδημοσιεύθη κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε νὰ μὴ μένῃ οὐδ’ ὁ ἐλάχιστος ἐνδοιασμὸς, ὅτι προήρχετο ἐκ τοῦ Βασιλέως! Καὶ εἶναι μὲν ἀληθές, ὅτι ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς τότε Κυβερνήσεως ἐξέφρασε προχθὲς ἀμφιβολίας περὶ τοῦ ἂν εἶχε τῳόντι εἰπεῖ ὁ Βασιλεὺς τὰ ἐν τῷ κηρύγματι ἐκείνῳ ἐκτιθέμενα, ἀλλὰ φαίνεται ὅτι τὰς ἀμφιβολίας του περιώρισε μόνον εἰς τὴν γνωστὴν φράσιν περὶ τῶν τριακοσίων χιλιάδων Ἑλλήνων· ἂν δὲ περὶ τούτου μόνον πρόκηται, τότε δυνατὸν νὰ προκύψουν ἐνδοιασμοί τινες, διότι ἐν τῷ κειμένῳ, ὅπερ ἐδημοσιεύθη τῇ 8 Φεβρουαρίου δι’ ἐκτάκτου παραρτήματος, ἡ φράσις περιείχετο, ἀλλ’ ἐν τῷ κειμένῳ, ὅπερ ἀνεδημοσιεύθη τὴν ἐπιοῦσαν εἰς ὅλας τὰς ἐφημερίδας δὲν περιελήφθη. Κατὰ τὰ λοιπὰ ὅμως ἡ προέλευσις τοῦ κηρύγματος καὶ ἡ γνησιότης αὐτοῦ εἰς οὐδεμίαν ἀπολύτως ὑπόκειται ἀμφισβήτησιν. Ἰδοὺ δὲ περικοπαί τινες αὐτοῦ (ἀναγινώσκει): «Ἀπὸ τῆς ἐν Κρήτῃ ἐπαναστάσεως τῆς 12 Μαΐου 1896 παρῆλθον ὀκτὼ καὶ πλέον μῆνες, καθ’ ὅλον τὸ διάστημα τῶν ὁποίων ἡ δῆθεν ἀποτελεσματικὴ ἐπέμβασις τῶν Μεγάλων Δυνάμεων κατέληξεν εἰς οὐδὲν ἄλλο, εἰμὴ εἰς τὴν ἀρχὴν ἐφαρμογῆς συστήματος χωροφυλακῆς, ὅπερ εἶναι μωσαϊκὸν ἐθνικοτήτων, ἀποτελοῦν τερατούργημα μεταρρυθμίσεως, καὶ τὸ ὁποῖον οὐδὲν πρακτικὸν ἀποτέλεσμα ἠδύνατο νὰ ἔχῃ, ἀφοῦ καὶ αὐτοὶ οἱ Μωαμεθανοὶ, μὴ ἀνεχθέντες τοῦτο, ἤρξαντο πρῶτοι τῶν ἐχθροπραξιῶν, καὶ κατέληξαν εἰς τὴν ἐξέγερσιν ὁλοκλήρου τῆς νήσου........ Οὐδὲν πλέον ζητῶ παρὰ τῆς Εὐρώπης, οὐδὲ ἀνεξαρτησίαν τῆς Κρήτης, οὐδὲ ἕνωσιν αὐτῆς μετὰ τῆς Ἑλλάδος, ἑπομένως ἀπεφάσισα νὰ προσαρτήσω ἐγὼ τὴν Κρήτην εἰς τὴν Ἑλλάδα. Ἡ ἀπόφασίς μου αὕτη εἶναι ἀμετάκλητος, καὶ δὲν ἐννοῶ οὐδὲ κατὰ κεραίαν νὰ ὑποχωρήσω. Ὁ ἑλνικὸς στρατὸς ἔχει διαταγὴν ἀμετάβλητον νὰ καταλάβῃ καὶ διοικήσῃ τὴν νῆσον ἐπ’ ὀνόματί μου. Ἐὰν ἡ Ἀγγλία κατέλαβεν ἄνευ οὐδενὸς δικαιώματος τὴν Κύπρον, ἐὰν ἡ Γερμανία κατέλαβε τὸ Σλέσβιγ καὶ Ὄλσταϊν, ἐὰν ἡ Αὐστρία κατέλαβε τὴν Βοσνίαν καὶ Ἐρζεγοβίνην, ἐνῷ οὐδ’ ὁ παραμικρὸς μεταξὺ αὐτῶν ὑπῆρχε δεσμός, πόσῳ μᾶλλον δικαιοῦται ἡ Ἑλλὰς νὰ σπεύσῃ νὰ καταλάβῃ τὴν Κρήτην, ἥτις ἀνήκει ὁλοψύχως αὐτῇ; Πιθανῶς ἡ τοιαύτη ἀμετάτρεπτος ἀπόφασίς μου νὰ δυσαρεστήσῃ τὰς Μεγάλας Δυνάμεις, καὶ ἴσως προβῶσιν αὗται εἰς καταθλιπτικὰ ἐναντίον μου μέτρα. Ἀλλ’ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει εἶμαι βέβαιος, ὅτι θὰ ἔχω ὑπὲρ ἐμοῦ ὁλόκληρον τὸ Ἑλληνικὸν Γένος. Ἄν μὲ ἀποκλείσουν ἐν Κρήτῃ, θὰ τραπῶ πρὸς τὰ σύνορα, καὶ θὰ προχωρήσω εἰς τὴν Μακεδονίαν, ἄγων τριακοσίας χιλιάδας Ἑλλήνων. Ὁ ἑλληνικὸς στρατὸς δὲν θὰ ἐγκαταλείψῃ τὴν Κρήτην· σήμερον δὲ ἀκριβῶς ἔδωκα αὐστηροτάτας διαταγὰς πρὸς τοῦτο εἰς τὸν ἀρχηγὸν τῆς καταλήψεως. Μετ’ οὐ πολὺ δὲ θέλει διοργανωθῆ καὶ ἡ ἐπ’ ὀνόματί μου διοίκησις τῆς νήσου.» Αὐτὸ εἶναι τοῦ Βασιλέως τὸ κήρυγμα, τὸ ὁποῖον ἀποδεικνύει, ὅτι ἡ Κυβέρνησις τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, καθ’ ἣν ἐπαίζετο εἰς τοὺς κύβους ἡ τύχη τοῦ ἔθνους, εἶχε πάθει εἶδός τι ἐκλείψεως, διότι ἄλλως δὲν ἤθελεν ἐπ’ οὐδενὶ λόγῳ ἐπιτρέψει τὴν δημοσίευσίν του, ἀφοῦ αἱ δι’ αὐτοῦ ἐκτιθέμεναι πολιτικαὶ ἰδέαι καὶ γνῶμαι, ἀνεξαρτήτως τοῦ αἰσθηματικοῦ μέρους, ἦσαν ἐν καταδήλῳ ἀντιθέσει πρὸς τὰς ἰδικάς της. Ὡς ἐκ περισσοῦ δὲ δύναμαι νὰ ἀναφέρω, ὅτι ὅλαι αἱ δημοσιεύσασαι τὸ κήρυγμα τοῦτο ἐφημερίδες προέταξαν αὐτολεξεὶ τοὺς ἑξῆς στίχους (ἀναγινώσκει): «Πληροφορούμεθα ἐκ θετικῆς πηγῆς, ὅτι ἡ Α. Μ. ὁ Βασιλεύς, ὁμιλῶν σήμερον πρός τινα τῶν ἐνταῦθα διπλωματῶν, εἶπεν αὐτῷ τὰ ἑξῆς...» (Ἕπεται κατόπιν τὸ ἀνωτέρω κείμενον, μεθ’ ὃ ὅλαι πάλιν αἱ ἐφημερίδες προσθέτουν τὰς ἀκολούθους λέξεις): «Ταῦτα πάντα, Κύριε, δύνασθε ν’ ἀνακοινώσητε εἰς τοὺς συναδέλφους ὑμῶν.» Δὲν πιστεύω, κατόπιν ὅλων τούτων, νὰ ἐξακολουθῇ ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς τότε Κυβερνήσεως ἔχων ἐνδοιασμοὺς περὶ τοῦ ὅτι κατ’ ἐντολὴν τοῦ Βασιλέως ἐδημοσιεύθη τὸ κήρυγμα ἐκεῖνο...

§133Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δύναμαι καὶ περὶ τούτου νὰ σᾶς ἀνακοινώσω τὰς γνώμας μου.

§134Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ.

§135Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐὰν ὁ Βασιλεὺς ἐδέχθη παρ’ ἑαυτῷ διπλωμάτην τινὰ ἐκ τῶν διαπεπιστευμένων παρὰ τῇ Α. Μεγαλειότητι ὑπὸ τῶν Μεγάλων Δυνάμεων, καὶ διελέχθη μετ’ αὐτοῦ περὶ τῶν πολιτικῶν ὑποθέσεων τοῦ Κράτους, καὶ ἰδίως περὶ τῆς ὑποθέσεως τῆς Κρήτης, δὲν εἶναι ἀπίθανον νὰ ἐγένετο τοῦτο. Ἀλλ’ ἐὰν ὁ Βασιλεὺς εἶπε ταῦτα, ὅσα αἱ ἐφημερίδες ἐδημοσίευσαν, ὅτι εἶπε πρὸς αὐτὸν, ἐγὼ δὲν γνωρίζω, διότι οὐδὲ διπλωμάτης τις ἐκ τῶν διαπεπιστευμένων παρὰ τῇ Αὐλῇ τῶν Ἀθηνῶν μοὶ ἐποιήσατο ἀνακοίνωσιν τοιαύτην, οὐδὲ ὁ Βασιλεὺς μοὶ μετέδωκε τοιοῦτόν τι. Θέλω ὅμως ἐξετάσει, ἵνα αὐτὸς ἐγὼ εἰκάσω, ἂν ἦτο δυνατὸν νὰ εἶπεν ὁ Βασιλεὺς τοιαῦτα, ὅσα τότε ἐδημοσιεύθησαν. Πρῶτον δὲν εἶναι ἀκριβὲς τὸ ἀναγραφὲν ἐν ταῖς ἐφημερίσιν, ὅτι δῆθεν ὁ Βασιλεὺς εἶπεν, ὅτι, ὡς ἡ Κύπρος κατελήφθη ὑπὸ τῆς Ἀγγλίας, ἤθελε καταλάβει καὶ ὁ Βασιλεὺς τὴν Κρήτην, οὐδὲ δύναμαι νὰ ἀποδεχθῶ, ὅτι ὁ Βασιλεὺς ἠδύνατο νὰ εἴπῃ τοῦτο· διότι ἡ Κύπρος δὲν κατελήφθη αὐθαιρέτως ὑπὸ τῆς Ἀγγλίας. Ἡ Ἀγγλία διεπραγματεύθη καὶ συνωμολόγησε σύμβασιν μετὰ τῆς κυριάρχου τῆς Κύπρου Δυνάμεως, καὶ ἑπομένως τῇ συναινέσει τῆς Τουρκίας κατέλαβε τὴν Κύπρον, ἐνῷ ἡμεῖς ἐμέλλομεν νὰ καταλάβωμεν τὴν Κρήτην—ἐὰν ἦσαν ἀληθῆ τὰ δημοσιευθέντα ὑπὸ τῶν ἐφημερίδων—βιαίως καὶ ἄνευ τῆς συναινέσεως τῆς κυριάρχου Δυνάμεως. Δεύτερον, αὐτό, τὸ ὁποῖον ἀνέφερον αἱ ἐφημερίδες, ὅτι δῆθεν εἶπεν ὁ Βασιλεὺς, ὅτι, ὡς ἡ Αὐστρία κατέλαβε τὴν Βοσνίαν καὶ Ἑρζεγοβίνην, οὕτω καὶ ἡμεῖς ἠθέλομεν καταλάβει τὴν Κρήτην, οὐδὲ τοῦτο εἶναι πιθανὸν νὰ εἶπεν ὁ Βασιλεύς· διότι ἡ Α. Μ. ἐγνώριζεν, ὅτι ἡ Βοσνία καὶ ἡ Ἑρζεγοβίνη παρεχωρήθησαν διὰ τῆς συνθήκης τοῦ Βερολίνου εἰς τὴν Αὐστρίαν, ἵνα διοικῇ αὐτάς. Ἡ Αὐστρία ἐξέθηκεν ἐν τῷ Συνεδρίῳ πρὸς τὰς Δυνάμεις, ὅτι αἱ συνεχεῖς ἀνωμαλίαι ἐν τῇ Βοσνίᾳ καὶ Ἑρζεγοβίνῃ ἐπέφερον εἰς τὴν Αὐστρίαν ἀνησυχίαν, καὶ ἐπέβαλλον αὐτῇ προσθέτους δαπάνας πρὸς περίθαλψιν τῶν εἰς τὸ ἔδαφος τῆς Αὐτοκρατορίας προσφύγων οἰκογενειῶν· ἐπὶ λόγῳ δὲ τοιούτῳ αἱ ἓξ Μεγάλαι Δυνάμεις, αἱ συνελθοῦσαι ἐν Βερολίνῳ καὶ ὑπογράψασαι γνωστὴν συνθήκην, ἐν αἷς περιελαμβάνετο καὶ ἡ Τουρκία, ἐπέτρεψεν εἰς τὴν Αὐστρίαν νὰ καταλάβῃ τὰς ἐπαρχίας ταύτας· ἑπομένως τὴν ἀπόφασιν ταύτην ὑπέγραψε καὶ ἡ Τουρκία. Διὰ τοῦτο πάντα ταῦτα, τὰ ἀναγραφόμενα ἐν ταῖς ἐφημερίσι, δὲν δύνανται νὰ ὦσι πιθανά, κατὰ τὴν ἐμὴν γνώμην. Παρατηρῶ δέ, ὅτι παραπλήσιόν τι συμβεβηκὸς καταλήψεως χώρας ἄλλου Κράτους ἐναντίον τῶν συνθηκῶν δὲν ἐνθυμοῦμαι κατὰ τὴν σύγχρονον ἐποχήν, καθ’ ἣν κανονίζονται αἱ σχέσεις τῶν ἐθνῶν πρὸς ἄλληλα κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ διεθνοῦς δικαίου. Μόνον ἐν τῇ Ἀνατολικῇ Ρωμυλίᾳ διεπράχθη τοιοῦτον, μόνον ἡ Βουλγαρία ἐπέδραμεν ἐπὶ τὴν Ἀνατολικὴν Ρωμυλίαν, ἐπαρχίαν διατελοῦσαν ὑπὸ τὴν ἐπικυριαρχίαν τοῦ Σουλτάνου καὶ αὐτονόμως διοικουμένην κατὰ τὴν συνθήκην τοῦ Βερολίνου, καὶ παραβᾶσα τὴν συνθήκην ταύτην τοῦ Βερολίνου, ἥρπασεν αὐτήν. Τοῦτο εἶναι τὸ μόνον παράδειγμα ἀθετήσεως συνθήκης ἐνώπιον ἓξ Μεγάλων Δυνάμεων, αἱ ὁποῖαι εἶχον ὑπογράψει τὴν συνθήκην ταύτην. Ἐγὼ ἤμην τότε Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου· ἐγνώριζον, ὅτι ἡ Ἀνατολικὴ Ρωμυλία ἐπλάσθη ἐπαρχία αὐτόνομος μέν, ἀλλ’ ὑπὸ τὴν κυριαρχίαν τοῦ Σουλτάνου, ἵνα χρησιμεύῃ ὡς πρόχωμα κατὰ τῶν Σλαυϊκῶν ἐπιδρομῶν, ἀφοῦ ἐσχηματίσθη ἡ Βουλγαρία εἰς Ἡγεμονίαν, συγκεντρώσασα πάσας τὰς Βουλγαρικὰς δυνάμεις εἰς δύναμιν συντεταγμένην, καὶ κίνδυνος ἠδύνατο νὰ ἐπιφανῇ, νὰ λάβῃ στάσιν ἀπειλητικὴν κατὰ τῆς μεσημβρινῆς Μακεδονίας. Διὰ τοῦτο διεμαρτυρήθην πρὸς τὰς Δυνάμεις ἐν ὀνόματι τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, συναινοῦντος τῆς Α. Μ. τοῦ Βασιλέως, ὁ ὁποῖος μάλιστα ἐκ τοῦ ἐξώστου τῶν Ἀνακτόρων πρὸ συλλαλητηρίου τῶν πολιτῶν ἐσύστησε πρὸς αὐτοὺς νὰ εἰσφέρωσι προθύμως διὰ τὰς ἀνάγκας, εἰς τὰς ὁποίας ἤθελεν ὑποβληθῆ τὸ Κράτος. Κατόπιν ὅμως ἀνεκαλύφθη, ὅτι ἡ παράβασις αὕτη τῶν συνθηκῶν ἐγένετο ἀνεκτὴ ὑπὸ τῶν ὑπογραψασῶν τὴν συνθήκην Δυνάμεων· ἠμνηστεύθη ἡ ἁρπαγή, ἵνα εἴπω οὕτω, ὑπὸ τῶν Δυνάμεων ἐκείνων, αἵτινες ἐν τῷ Συνεδρίῳ τοῦ Βερολίνου εἶχον ἀποφασίσει νὰ δημιουργήσωσι τὴν Ἀνατολικὴν Ρωμυλίαν ὡς προμαχῶνα ὑπὲρ τῆς μεσημβρινῆς Μακεδονίας κατὰ τῶν βορείων κατοίκων αὐτῆς· διὰ τοῦτο ἠνέχθησαν τὴν παράβασιν τῶν συνθηκῶν, καὶ εὗρον ἕνα modus vivendi, ν’ ἀναθέσωσιν εἰς τὴν Βουλγαρίαν τὴν διοίκησιν τῆς Ἀνατολικῆς Ρωμυλίας· ἔκτοτε δὲ τὸ ζήτημα μένει ἐκρεμές. Οὕτως ἐπῆλθον καὶ αἱ ἀποτυχίαι ἡμῶν, διότι αἱ Δυνάμεις, αἱ ὁποῖαι ἐκαλοῦντο νὰ προστατεύσωσι τὴν συνθήκην των καὶ νὰ φρουρήσωσι τὰ δυνάμει τῶν διατάξεων αὐτῆς ἀποκατασταθέντα πολιτικὰ ἱδρύματα, νὰ ἀποκρούσωσι δὲ πᾶσαν παράβασιν τῆς συνθήκης ταύτης, ἠνέχθησαν τὸ γεγονός, καὶ ἔστρεψαν τὰ νῶτα εἰς ἡμᾶς, ἐπῆλθον δὲ τότε τὰ συμβεβηκότα τοῦ 1886. Ταῦτα ὅσον ἀφορᾷ τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ Βασιλέως, ὅτι εἶπε περὶ τούτου ἢ ἐκείνου. Ὅσον ὅμως ἀφορᾷ τὰ τῆς ἱδρύσεως τῆς Ἁρμοστείας ἐν Κρήτη, ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, ὅτι δὲν γνωρίζω, ἐὰν ἡ Α. Μ. ἐγίνωσκέ τι. Ἐμὲ εἶχεν ὄντως ἐπισκεφθῆ ἑσπέραν τινὰ ἐν τῇ οἰκίᾳ μου ἀντιπρόσωπος Μεγάλης Δυνάμεως, ἐπανερχόμενος ἐκ τῆς πρωτευούσης τοῦ Κράτους, τοῦ ὁποίου ἦτο ἀντιπρόσωπος, καὶ μοὶ ἀνεκοίνωσεν, ὅτι σκέψις γίνεται ἵνα ἡ Κρήτη μεταβληθῇ εἰς Ἡγεμονίαν καὶ ἀνατεθῇ ἡ Ἁρμοστεία αὐτῆς εἰς τὴν Α. Β. Ὑψηλότητα τὸν πρίγκηπα Γεώργιον· μοὶ ἐδήλωσε δὲ τὴν ἐπιθυμίαν τῆς Κυβερνήσεώς του νὰ συντελέσω, ἵνα ἡ ἀπόφασις αὐτῆς αὕτη ἐκτελεσθῇ. Ἐπιθυμῶ νὰ ἦμαι εὐθὺς εἰς τὰς σχέσεις μου καὶ νὰ λέγω εἰλικρινῶς τὴν ἀλήθειαν. Εἶπον λοιπὸν εἰς τὸν κύριον πρέσβυν, ὅτι εὐγνώμων διατελῶ πρὸς τὴν Κυβέρνησιν αὐτοῦ, ἥτις πάντοτε ἐδείχθη εὐμενῶς διατεθειμένη πρὸς τὴν Ἑλλάδα καὶ τὰ συμφέροντα αὐτῆς, ἀλλὰ τὴν γνώμην αὐτῆς ταύτην δυσκολεύομαι ν’ ἀποδεχθῶ, οὐδὲ θέλω δυνηθῆ νὰ ἐργασθῶ πρὸς ἐκτέλεσιν αὐτῆς. Διότι νομίζω, ὅτι αἱ ἐκτὸς τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου ἐπαρχίαι πρέπει νὰ διατηρῶσι τὴν ἑλληνικὴν ὀντότητά των, δὲν πρέπει δὲ νὰ κατατμηθῶσιν εἰς μονάδας μικράς, διότι, ἐὰν τὰ κατὰ τὰς ὑπὸ τὴν γείτονα Αὐτοκρατορίαν ἑλληνικὰς χώρας κεῖνται ὡς ἔχουσιν, οἱ ἐκτὸς τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου ἑλληνικοὶ πληθυσμοὶ μετὰ τοῦ ἐν τῷ Ἑλληνικῷ Βασιλείῳ δύνανται νὰ ἀνταγωνίζωνται πρὸς τοὺς γείτονας ἢ περιοίκους ἑτεροφύλους πληθυσμοὺς, καὶ αἱ προσπάθειαι αὐτῶν ἐν τῷ κοινωνικῷ τούτῳ ἀνταγωνισμῷ νὰ στέφωνται ὑπὸ ἐπιτυχίας· ἐνῷ, ἐὰν οἱ ἐκτὸς τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου πληθυσμοὶ κατατμηθῶσιν εἰς πολιτικὰς μονάδας μικρὰς, αἵτινες καὶ οἰκονομικῶς θέλουσιν εἶσθαι ἀσθενεῖς, καὶ στρατιωτικῶς ἀτελεῖς, καὶ διοικητικῶς πλημμελεῖς, τότε καὶ αὗται κακῶς θέλουσι διοικεῖσθαι, καὶ ἐν τῷ κοινωνικῷ πρὸς τοὺς ἑτεροφύλους ἀνταγωνισμῷ δὲν θέλουσι δυνηθῆ νὰ ἦναι ἐπαρκεῖς, οὕτω δὲ θέλουσιν εἶσθαι ἐκτεθειμέναι ἐν ἀληθεῖ κινδύνῳ κατὰ ἐνδεχομένων ἀπειλῶν εἴτε ὑπὸ τῆς ἀπληστίας τῶν ἰσχυρῶν, εἴτε ὑπὸ τῆς φιλοκτημοσύνης γειτόνων ἢ περιοίκων φιλοκτημόνων ἢ μεγαλομανῶν. Δὲν γνωρίζω, ἐὰν εἰς τὸν ἀντιπρόσωπον τῆς Μεγάλης ἐκείνης Δυνάμεως ἐνεποιήθη αἴσθημά τι δυσάρεστον ἕνεκα τῆς γνώμης, ἣν ἀνεκοίνωσα αὐτῷ ὅτι εἶχον· ὑποθέτω ὅμως, ὅτι δὲν ἐνεποιήθη κἄν αὐτῷ ἀμφιβολία τις, ὅτι ἦτο ἡ εἰλικρινὴς γνώμη μου καὶ πεποίθησις, τὴν ὁποίαν καὶ ταύτην ἔτι τὴν στιγμὴν ἐξακολουθῶ ἔχων. Ἀλλ’ ὅτε ὁ πρέσβυς τῆς Ἑλλάδος ἐν Γαλλίᾳ μοὶ παρέστησεν, ὅτι παρέχεται αὐτῷ ἀφορμὴ νὰ ὑπολαμβάνῃ, ὅτι δὲν εἶναι πλήρης ἡ πρὸς αὐτὸν ἐμπιστοσύνη τῆς Κυβερνήσεως, διότι αὕτη προέβη εἰς ἀνακοινώσεις πρὸς τὴν Γαλλικὴν Κυβέρνησιν δι’ ἑτέρας πλαγίας καὶ ἀνεπισήμου ὁδοῦ, καὶ προεκάλει οὕτω ἐξήγησιν τοῦ πράγματος, ἵνα κρίνῃ τὰ κατὰ τὰς περαιτέρω μετὰ τῆς Κυβερνήσεως σχέσεις του, ᾐσθάνθην ἔκπληξιν, διότι πρώτην φορὰν ἐμάνθανον, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Γαλλίας ἀνεκοίνωσεν εἰς τὴν Βουλὴν εὐχὴν ἢ πρότασιν τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, τροποποιοῦσαν τὴν εὐχὴν ἢ παράκλησιν, ἣν εἶχε προβάλει διὰ τῆς ἀπαντήσεως, ἣν εἶχεν ἐπιστείλει πρὸς τὴν Note collective τῶν Μεγάλων Δυνάμεων. Διὰ τοῦτο ἔσπευσα νὰ παρακαλέσω τὸν πρέσβυν νὰ μοὶ στείλῃ τὰ πρακτικὰ τῆς Βουλῆς, ἐν οἷς ἀνεγράφετο ἡ πρὸς τὴν Γαλλικὴν Βουλὴν ἀνακοίνωσις τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργοῦ τῆς Δημοκρατίας. Ὁ κύριος πρέσβυς τῆς Ἑλλάδος μοὶ διεβίβασε τετυπωμένα τὰ ζητηθέντα πρακτικὰ, καὶ ἀνέγνων τὸν λόγον τοῦ κ. Ἁννοτώ· ὅθεν παρεκάλεσα τὸν ἐν Παρισίοις πρέσβυν τῆς Ἑλλάδος νὰ μεταβῇ εἰς τὸ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργεῖον καὶ ζητήσῃ νὰ μάθῃ παρὰ τοῦ κ. Ἁννοτὼ, τίς ἀνεκοίνωσεν αὐτῷ τὴν ἐπιθυμίαν, ἢ τὴν εὐχὴν, ἢ τὴν παράκλησιν, ἥτις, καθ’ ἃ εἶχεν εἰπεῖ εἰς τὴν Βουλὴν, εἶχεν ἀνακοινωθῆ αὐτῷ ὑπὸ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, ἀφοῦ αὐτὸς, ὡς πρέσβυς τῆς Ἑλλάδος, ὁ μόνος ἁρμόδιος, ἵνα μεταδίδῃ εἰς τὴν Γαλλικὴν Κυβέρνησιν τὰς ὑπὸ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως κρινομένας ἀναγκαίας ἀνακοινώσεις, οὐδεμίαν τοιαύτην ἐποιήσατο πρὸς τὸν κ. Ἀννοτὼ ἀνακοίνωσιν. Ὁ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργὸς τῆς Γαλλίας δὲν ἐδείχθη πρόθυμος νὰ δώσῃ εἰς τὸν ἡμέτερον κύριον πρέσβυν τὴν ζητηθεῖσαν πληροφορίαν. Ὅθεν ἠναγκάσθην νὰ παρακαλέσω τὸν ἐμὸν συνάδελφον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ ἐπιστείλῃ τηλεγράφημα πρὸς τὸν πρέσβυν κύριον Ν. Δηλιγιάννην, καὶ νὰ παρακαλέσῃ αὐτὸν νὰ ἀνακοινώσῃ εἰς τὸν ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργὸν τῆς Γαλλικῆς Δημοκρατίας, ὅτι ἡ Κυβέρνησις τῆς Α. Μεγαλειότητος τοῦ Βασιλέως οὐδεμίαν ἀπηύθυνε νεωτέραν αἴτησιν, ἢ εὐχὴν, ἢ παράκλησιν, τροποποιοῦσαν ἢ μεταβάλλουσαν τὴν εὐχὴν καὶ παράκλησιν, ἣν εἶχεν ὑποβάλει εἰς τὰς Μεγάλας Δυνάμεις διὰ τῆς διακοινώσεως, ἣν εἶχεν ἐπιστείλει εἰς ἀπάντησιν τῆς Note collective τῶν ἐν Ἀθήναις κυρίων πρέσβεων τῶν Μεγάλων Δυνάμεων. Παρεκάλεσα δὲ τὸν κ. Σκουζὲν, Ὑπουργὸν τότε ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν, πρὶν ἢ ἀποστείλῃ τὸ τηλεγράφημα εἰς Παρισίους, νὰ ἀνακοινώσῃ αὐτὸ εἰς τὴν Α. Μ. τὸν Βασιλέα, καὶ ζητήσῃ τὴν Βασιλικὴν ἔγκρισιν αὐτοῦ. Ἡ Μεγαλειότης του ηὐδόκησε νὰ μὲ καλέσῃ τὴν πρωΐαν τῆς ἐπιούσης, ὅτε καὶ ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ παρουσιασθῶ ἐνώπιον αὐτῆς, καὶ νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Μεγαλειότητά του πάσας τὰς πληροφορίας, αἵτινες ἤθελον κριθῆ ἀναγκαῖαι, ὅπως δοθῇ ἐπὶ τοῦ τηλεγραφήματος ἡ Βασιλικὴ συναίνεσις. Ἡ Α. Μεγαλειότης οὐδεμίαν προέβαλεν ἀντίρρησιν, οὕτω δὲ ἐπεστάλη εἰς τὸν ἐν Παρισίοις κ. πρέσβυν τὸ εἰρημένον τηλεγράφημα, ὅπως κοινοποιήσῃ τὸ περιεχόμενον αὐτοῦ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Γαλλίας. Αὐτὰ γινώσκω καὶ οὐδὲν ἄλλο.

§136Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Λυποῦμαι διότι δὲν δύναμαι νὰ συμφωνήσω μὲ τὸν ἀξιότιμον Πρόεδρον τοῦ τότε Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. Τὸ δημοσίευμα ἐκεῖνο ἐγένετο ὑπὸ τοιαύτας περιστάσεις, ὥστε, ἂν δὲν ἦτο ἀληθὴς ἡ προέλευσίς του, ἔπρεπε παραχρῆμα νὰ διαψευσθῇ. Ἀλλὰ διάψευσις οὐδεμία ἐγένετο οὔτε διὰ τοῦ Αὐλαρχείου, οὔτε διὰ τοῦ ἡμιεπισήμου δημοσιογραφικοῦ ὀργάνου τῆς τότε Κυβερνήσεως. Ἄλλως δὲ, ῥητῶς, κατηγορηματικῶς καὶ ἐν ταῖς ἐσχάταις αὐτοῦ λεπτομερείαις τὸ ἐπεβεβαίωσεν ὁ ἐκ Ζακύνθου βουλευτὴς κ. Στεφάνου, ὅστις ἦτο μέλος τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας, καὶ ὅστις εἶχε λάβει τότε παρὰ τοῦ Μιχ. Μελᾶ, προέδρου τῆς ἰδίας Ἑταιρείας, τὴν πληροφορίαν, ὅτι ὁ Βασιλεὺς τῷ εἶχε δώσει ἐντολὴν νὰ δημοσιεύσῃ τὸ κήρυγμα ἐκεῖνο τὴν ἑσπέραν τῆς 8 Φεβρουαρίου, ὅπερ καὶ ἐγένετο. Τὸ ἐβεβαίωσαν ἐπίσης οἱ ἀξιότιμοι βουλευταὶ Παπαμιχαλόπουλος καὶ Γουναράκης μεθ’ ὅλων τῶν λεπτομερειῶν, ὅσαι σχετίζονται πρὸς τὸ μέγα τῆς 9 Φεβρουαρίου συλλαλητήριον, ὅπερ ἐγένετο κατόπιν τοῦ Βασιλικοῦ κηρύγματος. Ἀλλὰ μήπως τὸ ἐνυπόγραφον πρὸς τὸν Κρητικὸν λαὸν κήρυγμα τοῦ ἀρχηγοῦ τοῦ στρατοῦ τῆς κατοχῆς δὲν ὁμοιάζει ἐν πολλοῖς πρὸς τὸ κήρυγμα τὸ Βασιλικόν; Ἰδοὺ τί λέγει ὁ ἀρχηγὸς τῆς κατοχῆς πρὸς τὸν Κρητικὸν λαόν: «Ἡ Α. Μ. ὁ Βασιλεὺς τῶν Ἑλλήνων καὶ ὑψηλός μου Κύριος ἀπεφάσισε νὰ θέσῃ τέρμα εἰς τὰ δεινά σας διὰ τῆς στρατιωτικῆς καταλήψεως τῆς νήσου... Ἐν ὀνόματι τῆς Α. Μ. τοῦ Βασιλέως τῶν Ἑλλήνων Γεωργίου τοῦ Αʹ, καταλαμβάνω τὴν νῆσον Κρήτην κλπ.» Βλέπετε, ὅτι καὶ ἐδῶ οὐδὲ λέξις ἀναφέρεται περὶ Κυβερνήσεως τῆς Ἑλλάδος καὶ δὲν δύναμαι νὰ εἴπω, ὅτι πρόκειται περὶ ἁπλῶν συμπτώσεων ἢ ἀπροσεξίας. Ἀλλὰ μήπως ἔχω ἀνάγκην νὰ περιορισθῶ εἰς μόνα τὰ δύο ταῦτα κηρύγματα πρὸς ἀπόδειξιν τοῦ ὅτι εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς εἶχεν ἀφαιρεθῆ ἀπὸ τὴν τότε ὑπεύθυνον Κυβέρνησιν πᾶσα ἐλευθερία ἐνεργείας; Τί μᾶς ἔλεγε προχθὲς ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης; Ὄτι ὄχι μόνον ἀπηξίου νὰ ἔρχηται εἰς συνεννοήσεις μετὰ τῶν ἀτάκτων ἐπαναστατικῶν σωμάτων καὶ μετὰ τῶν ἀρχηγῶν αὐτῶν, ἀλλ’ ὅτι δὲν ἤθελε οὔτε ν’ ἀκούσῃ περὶ αὐτῶν, καὶ ἀπεκάλει τοὺς ἀποτελοῦντας αὐτὰ τὰ σώματα ἄνδρας, εἰρωνικῶς καὶ περιφρονητικῶς, σταυραετούς, ἐνῷ ἄλλος συνάδελφος ὑπερθεματίζων τοὺς ἀπεκάλει καθάρματα! Πῶς δ’ ἐχαρακτηρίσθη ἡ ἔξοδος τῶν σωμάτων τούτων ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς τότε Κυβερνήσεως; Ἐχαρακτηρίσθη ὡς ὀλεθρία καὶ ἀντεθνική, διότι ἐπέσπευσεν, ἢ μᾶλλον προεκάλεσε τὴν ἔναρξιν τῶν ἐν τοῖς συνόροις ἐχθροπραξιῶν, τὰς ὁποίας ἐπεζήτει ν’ ἀποφύγῃ ἡ Κυβέρνησις. Καὶ ἐνῷ τοιαύτην γνώμην εἶχεν ἡ Κυβέρνησις περὶ τῶν ἐπαναστατικῶν σωμάτων, καὶ ἐνῷ εἶχε συγκεντρώσει ἁπάσας τὰς προσπαθείας της, ὅπως προλάβῃ τὴν ἐν τοῖς συνόροις ἔκρηξιν τοῦ πολέμου, καὶ ἐνῷ ἔτρεμε πρὸ τῆς ἰδέας, ὅτι τὰ ἐπαναστατικὰ σώματα θὰ προέβαινον εἰς τὴν ἔξοδον, ἐν τούτοις ἔχομεν ἐπισήμους ἀποδείξεις, ὅτι ὁ ἀρχηγὸς τοῦ ἐν Θεσσαλίᾳ στρατοῦ ὄχι μόνον δὲν ἀπέκρουε τὰ ἐπαναστατικὰ σώματα, ἀλλὰ καὶ διετέλει εἰς συνεννοήσεις μετὰ τῶν διοικούντων αὐτὰ ἀξιωματικῶν, καὶ—ὅπερ τὸ παραδοξότερον—ἔδωκε τὴν πρὸς ἔξοδον διαταγήν. Θέλετε δὲ τὰς ἀποδείξεις; Ἰδοὺ αὗται (ἀναγινώσκει): «Νομάρχην Τρικκάλων. Εἰδοποιήσατε ταξίαρχον Ἀντωνιάδην ἀφήσῃ ἐλεύθερα, ὅπως ἐξέλθουν, ἀνταρτικὰ σώματα, ὑπὸ τὸν ὅρον νὰ μὴ συγκρουσθῶσιν εἰς τὴν γραμμήν. Κατὰ διαταγὴν, Σαπουντζάκης.»

§137Ν. ΓΟΥΛΙΜΗΣ. Αὐτὸ ἦτο μετὰ τὴν ἀνακωχήν.

§138Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Πλανᾶσθε. Ἡ διαταγὴ αὕτη ἐδόθη ἑπτὰ ἢ ὀκτὼ ἡμέρας πρὸ τῆς ἐνάρξεως τῶν ἐχθροπραξιῶν ἐν τοῖς συνόροις. Πρόκειται δηλαδὴ περὶ τῆς διαβοήτου ἐκείνης ἐξόδου, ἥτις ἐθεωρήθη ὡς ἀφορμή, ὅπως ἡ Ὀθωμανικὴ Κυβέρνησις διατάξῃ τὸν στρατόν της τῇ 5 Ἀπριλίου νὰ ἐπιχειρήσῃ παντὸς εἴδους ἐπιθετικὰς καὶ ἀμυντικὰς ἐνεργείας. Καὶ δὲν ἔχομεν μόνον αὐτὴν τὴν διαταγὴν, ἥτις ἐδόθη τῇ 27 Μαρτίου, ἤτοι πρὸ τῆς ἐνάρξεως τοῦ πολέμου, ἀλλ’ ἔχομεν καὶ ἄλλας μετὰ τὴν ἔναρξιν, ἐξ ὧν ἔχω ὑπ’ ὄψιν τὰς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Νομάρχην Τρικκάλων. Ἐξ ὀνόματος Διαδόχου διατάξατε τοὺς Μυλωνᾶν καὶ Καψαλόπουλον (εἶναι οἱ δύο ἀξιωματικοὶ τοῦ ἑλληνικοῦ στρατοῦ, οἱ ἀναλαβόντες τὴν διοίκησιν τῶν ἐπαναστατικῶν σωμάτων), ὅπως εἰσέλθωσιν εἰς Μακεδονίαν τὸ ταχύτερον διὰ καταλλήλου θέσεως Μαυρωλίου, ὅπως ἀπασχολήσωσι τουρκικὰς δυνάμεις καὶ διακόπτωσι συγκοινωνίας. Ἀρχηγὸς Ἐπιτελείου Σαπουντζάκης.» «ΤΡΙΚΚΑΛΑ, 10 Ἀπριλίου 1891. Ἀριθ. 8605. Ὁ ἀντιστράτηγος ἡ Α. Β. Υ. ὁ Διάδοχος, ἀρχηγὸς τοῦ ἐν Θεσσαλίᾳ στρατοῦ, πρὸς τὸν ὑπολοχαγὸν Μυλωνᾶν, διοικοῦντα σῶμα ἐνόπλων ἀνδρῶν. Ἐντέλλομαι ὑμῖν, ὅπως ἅμα τῇ λήψει τῆς παρούσης προσέλθητε ἄνευ ἀναβολῆς. Κωνσταντῖνος Διάδοχος.»

§139Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Πότε ἐξεδόθη αὐτὴ ἡ διαταγή;

§140Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τῇ 3 Μαΐου ἐν Δομοκῷ.

§141Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Πρόκειται περὶ ἀνακλήσεως.

§142Ν. ΓΟΥΛΙΜΗΣ. Ἦτο ὅτε ἐπρόκειτο ν’ ἀφοπλίσῃ τοὺς ἄνδρας.

§143Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἴτε πρόκειται περὶ προσκλήσεως, ὡς ἐκφράζεται ἡ διαταγὴ, εἴτε πρόκειται περὶ ἀνακλήσεως τοῦ ὑπολοχαγοῦ εἰς τὰς τάξεις του, καὶ περὶ ἀφοπλισμοῦ τῶν ὑπ’ αὐτὸν ἀνδρῶν, τοῦτο δι’ ἐμὲ εἶναι ἀδιάφορον. Ἠθέλησα ν’ ἀποδείξω, ὅτι ἄλλα ἐφρόνει καὶ ἄλλα ἐνήργει ἡ τότε Κυβέρνησις εἰς τὰς παραμονὰς τῆς ἐνάρξεως τῶν ἐχθροπραξιῶν, ὡς διϊσχυρίζεται ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος αὐτῆς, καὶ ἄλλα ἐφρόνει καὶ ἄλλα ἐνήργει, ἀκριβῶς τὰ ἀντίθετα, ὁ ἐν Θεσσαλίᾳ ἀρχηγὸς τοῦ στρατοῦ, προκειμένου περὶ τῶν ἐπαναστατικῶν σωμάτων καὶ τῆς ἐξόδου αὐτῶν εἰς τὴν ὅμορον ἐπικράτειαν. Ἀλλὰ μήπως εἶναι τοῦτο μόνον; Τοῦτο ἀνάγεται εἰς τὸν πρὸ τῆς ἐνάρξεως τοῦ ἐν τοῖς συνόροις πολέμου χρόνον. Τί δὲ βλέπομεν μετὰ τὴν ἔναρξιν καὶ κατὰ τὴν διάρκειαν τοῦ ἀγῶνος; Ἔχομεν σειρὰν γεγονότων, ἐξ ὧν ἀποδεικνύεται, ὅτι καὶ ἐν αὐτῇ τῇ διεξαγωγῇ τοῦ ἀτυχοῦς πολέμου ἡ Κυβέρνησις ἦτο διὰ τὸν τύπον. Ἐθεωρεῖτο ὡς μὴ ὑπάρχουσα, καὶ αἱ διαταγαί της εἰς ἀμφότερα τὰ στρατιωτικὰ Ὑπουργεῖα ὄχι μόνον δὲν ἐξετελοῦντο, ἀλλὰ καὶ μετὰ περιφρονήσεως ἐξεσχίζοντο ὑπὸ τῶν κατὰ γῆν καὶ θάλασσαν διοικητῶν τῶν στρατιωτικῶν δυνάμεων. Καὶ ἐρωτῶ τὸν τότε Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν, τὸν κ. Λεβίδην, νὰ μοὶ εἴπῃ, ἂν τοῦτο εἶναι ἀκριβές, ἂν ἐξετελέσθη ἡ διαταγή του περὶ κανονιοβολισμοῦ τῶν τουρκικῶν φρουρίων τῆς Πρεβέζης...

§144Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Κατὰ τὴν βεβαίωσιν τοῦ μηχανικοῦ ἑνὸς τῶν πλοίων, ἀπὸ 6 καὶ 7 καὶ 8 χιλιάδων μέτρων ἔβαλλον τὰς ὀβίδας κατὰ Πρεβέζης.

§145Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Σᾶς ἠρώτησα, ἂν ἐξετελέσθη ἡ διαταγή σας περὶ κανονιοβολισμοῦ τῶν τουρκικῶν φρουρίων.

§146Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Διετάχθη ὑπ’ ἐμοῦ ὁ κανονιοβολισμὸς ἐντὸς τοῦ Ἀμβρακικοῦ κατὰ τῶν τουρκικῶν φρουρίων κατόπιν συνεννοήσεως μετὰ τοῦ Πρωθυπουργοῦ καὶ τοῦ Βασιλέως, ὡς ἔδει, τὴν ἡμέραν, καθ’ ἣν ὑπὸ τῶν τουρκικῶν φρουρίων ἐπυροβολήθη τὸ ἐμπορικὸν πλοῖον ἡμῶν ἡ «Μακεδονία». Εἶναι ἡ 6 Ἀπριλίου 1897. Κληθεὶς εἰς τὸ τηλεγραφεῖον τὴν ἡμέραν ἐκείνην, ἐλάμβανον ἐκ Λευκάδος παρὰ τοῦ μοιράρχου τῆς Δυτικῆς Μοίρας πλοιάρχου τότε κ. Δ. Κριεζῆ, παρόντος ἐν τῷ τηλεγραφείῳ Λευκάδος, τὴν εἴδησιν, ὅτι ἅπαντα τὰ φρούρια Πρεβέζης ἤρξαντο σφοδροῦ πυρὸς κατὰ τοῦ ἡμετέρου σταθμοῦ Ἀκτίου καὶ κατὰ τοῦ τηλεγραφείου. Ὁ μοίραρχος ἐζήτει τὰς διαταγὰς τοῦ Ὑπουργείου. Ἀμέσως διέταξα, νὰ ἐπιβῇ μὲν τῆς Μοίρας πάραυτα ὁ μοίραρχος, νὰ παραμείνῃ δ’ ἐν τῷ τηλεγραφείῳ ἀξιωματικός, καὶ παρέμεινεν ὁ ἀρχιεπιστολεὺς Ἰωάννης Γρίβας. Σπεύσας τότε, ὅπως συνεννοηθῶ ἁρμοδίως, ἐπανῆλθον εἰς τὸ τηλεγραφεῖον, ὁπόθεν τῇ αὐτῇ πρωΐᾳ, ὥρᾳ 9 καὶ 57′ (ἀριθ. διαταγῆς 8406), ἐξέδωκα τὴν ἑξῆς διαταγήν: «Ἀρχίσατε πῦρ ἐντὸς Ἀμβρακικοῦ. Διατάξατε νὰ βάλλωσι μετ’ ἀταραξίας κλπ.» Ἐνῷ δ’ ἐπίστευον, ὅτι ὁ ἀρχιεπιστολεὺς ἤθελε σπεύσει ἀμέσως νὰ κομίσῃ τὴν διαταγὴν τοῦ ὑπευθύνου Ὑπουργείου πρὸς τὸν μοίραρχον, καὶ ἐνῷ ὁ βομβαρδισμὸς ἐκ μέρους τῶν Τούρκων ἐξηκολούθει, ὁ ἀρχιεπιστολεὺς τῇ 10 ὥρᾳ π. μ., ἤτοι μετὰ 3 λεπτὰ, ἀπέστελλε τὸ ἀκόλουθον τηλεγράφημα, προκαλῶν τὴν διαταγὴν τοῦ Βασιλέως, ἧς δὲν εἶχεν ἀνάγκην: (Ἀριθ. 598 τηλεγραφήματος). «1. Υ. Λίαν ἐπεῖγον. Παπαδιαμαντόπουλον, ὑπασπιστὴν Βασιλέως, Ἀνάκτορα. Ταύτην στιγμὴν, ὥρᾳ 10ῃ π. μ., ἐλάβομεν διαταγὰς Ὑπουργείου, ὅπως ἀρχίσωμεν πῦρ ἐναντίον φρουρίων. Ἀρχιεπιστολεὺς Δυτικῆς Μοίρας Γρίβας.» Μετὰ μίαν ὥραν καὶ πέντε λεπτά, ἤτοι τῇ 11 καὶ 5′ π. μ., ἀπεστέλλετο ἐντεῦθεν τὸ ἑξῆς τηλεγράφημα: «Ἀριθ. 3329. Λίαν ἐπεῖγον. Ἰωάννην Γρίβαν, ἀρχιεπιστολέα Δυτικῆς Μοίρας, Λευκάδα. Διαταγὴν, ὅπως ἀρχίσητε πῦρ κατὰ φρουρίων, ἔδωκε Βασιλεύς. Ἀρχίσατε λοιπὸν ἀμέσως. Παπαδιαμαντόπουλος.» Ταῦτα δὲ, κύριε Βουλευτὰ, ἐδημοσίευσα ἐγὼ ἐν τῇ «Ἀκροπόλει» τῇ 21 Ἀπριλίου 1897. Παρέλειψα δὲ νὰ εἴπω ὑμῖν, ὅτι αὐθωρεὶ ἔθηκα εἰς διαθεσιμότητα τὸν ἀρχιεπιστολέα.

§147Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Θέλετε μεγαλειτέραν ταύτης ἀπόδειξιν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐθεωρεῖτο ὡς μὴ ὑπάρχουσα; Γνωστὰ εἶναι τὰ μετὰ τοῦτο κωμικὰ ἐπεισόδια τοῦ βομβαρδισμοῦ τῆς Πρεβέζης καὶ τῆς ἀδρανείας τῆς Ἀνατολικῆς Μοίρας, ἡ ὁποία οὐδεμίαν ἀπολύτως διαταγὴν τοῦ Ὑπουργείου ἐξετέλεσε. Τὸ δὲ φοβερώτερον εἶναι, ὅτι ἡ Μοῖρα αὕτη δὲν ἠθέλησε οὔτε τὰς τροφὰς τοῦ τουρκικοῦ στρατοῦ νὰ καταστρέψῃ, ὅτε τὰς εὗρεν ἀφρουρήτους καὶ ἐκτεθειμένας εἰς ὑπερμεγέθεις σωροὺς εἰς Λεπτοκαρυὰν τῆς Ἠπείρου! Καὶ ὅμως, ἂν αἱ τροφαὶ αὗται κατεστρέφοντο, ὁ τουρκικὸς στρατὸς θὰ περιήρχετο ἀφεύκτως εἰς δεινὴν καὶ ἀπελπιστικὴν ἀμηχανίαν, ζήτημα δὲ εἶναι, ἂν θὰ ἠδύνατο νὰ κάμῃ ἓν βῆμα ἐπὶ τὰ πρόσω. Καὶ ἐνῷ ἔχομεν ἐνώπιον ἡμῶν τοιαῦτα ζωντανὰ καὶ ψηλαφητὰ στοιχεῖα εὐθυνῶν, ζητοῦμεν νὰ εὕρωμεν τοὺς ὑπευθύνους εἰς τὰς πρὸ τοῦ πολέμου ἐνεργείας τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας! Τὸ ὄνειρον τῆς Ἑλλάδας ἦτο, νὰ δυνηθῇ μίαν ἡμέραν δι’ ἐπαρκοῦς ναυτικῆς παρασκευῆς νὰ ἐξασφαλίσῃ ἐν ὥρᾳ κινδύνου τὰ παράλιά της κατὰ τοῦ τουρκικοῦ στόλου. Καὶ ὅμως, ἀφοῦ κατωρθώσαμεν διὰ μεγάλων θυσιῶν, καὶ ἕνεκα τῆς παντελοῦς ἀμεριμνησίας τῆς Τουρκίας, ὄχι μόνον νὰ ἔχωμεν ἐξησφαλισμένα τὰ παράλιά μας, ἀλλὰ καὶ νὰ ἤμεθα ἀπολύτως κύριοι τῆς θαλάσσης, κατεδικάσαμεν εἰς ἐγκληματικὴν ἀδράνειαν τὸν στόλον, καὶ δὲν τῷ ἐπετρέψαμεν οὔτε τὰς τροφὰς τοῦ ἐχθροῦ νὰ καταστρέψῃ! Καὶ εὗρεν οὕτως εὐκαιρίαν ὁ ἐχθρὸς νὰ ἄρῃ θριάμβους, οὓς οὐδὲ ὁ ἴδιος ἐπερίμενεν, ἀφοῦ στόλον δὲν εἶχεν ἐντελῶς. Ἀλλὰ μήπως ἡ κατὰ γῆν διεύθυνσις τῶν τοῦ στρατοῦ ἐγένετο ὑπὸ καλλιτέρους ὅρους; Ἐγένετο καὶ αὕτη ἀνευθύνως ὑπὸ ἀνευθύνων, οἵτινες εἶχον θέσει εἰς διαθεσιμότητα τοὺς ὑπευθύνους Ὑπουργούς! Μᾶς τὸ λέγει αὐτὸς οὗτος ὁ τότε Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ὁ κ. Ν. Μεταξᾶς. Θὰ ἐνθυμεῖσθε ἴσως, τί σᾶς ἔλεγον κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ νόμου περὶ Γενικῆς Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ. Ἔλεγον, ἐπὶ ἐπισήμων πληροφοριῶν στηριζόμενος, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἐκεῖνος καὶ ἡ Κυβέρνησις ἐν γένει διετέλουν ἐν ἀγνοίᾳ τῶν πολεμικῶν συμβεβηκότων, ὅσα ἐγένοντο ἀπὸ τῆς ἐνάρξεως τῶν ἐχθροπραξιῶν ἐν τοῖς συνόροις μέχρι τῆς ὑποχωρήσεως εἰς Φάρσαλα. Ὅτε δὲ τῇ 14 Ἀπριλίου διὰ τηλεγραφήματός του πρὸς τὸν ἀρχηγὸν τοῦ ἐν Θεσσαλίᾳ στρατοῦ ὁ Ὑπουργὸς ἐζήτησε νὰ μάθῃ μεταξὺ ἄλλων καὶ τοὺς λόγους, δι’ οὓς ἐγκατελείφθη ἡ Λάρισα, τὰ ἐν αὐτῇ πυροβόλα, τὸ λοιπὸν ὑλικὸν πολέμου καὶ οἱ κάτοικοι εἰς τὴν διάκρισιν τοῦ ἐχθροῦ, οὐδεμιᾶς ἔτυχεν ἀπαντήσεως ἐπὶ εἴκοσι τέσσαρας ὅλας ὥρας! Ποίαν δὲ γνώμην εἶχεν ὁ τότε Ὑπουργὸς περὶ ἐγκαταλείψεως τῆς Λαρίσης; Τὸ λέγει διὰ τοῦ γνωστοῦ τηλεγραφήματός του, ὅπερ ἀπηύθυνε τῇ 17 Ἀπριλίου πρὸς τὸν ἐν Κρήτῃ ἀρχηγὸν τοῦ στρατοῦ τῆς κατοχῆς. Ἰδοὺ δὲ τὸ κείμενον (ἀναγινώσκει): «Ἐν Λαρίσῃ ὁ στρατὸς ἠδύνατο ν’ ἀνασυσταθῇ καὶ νὰ ἀμυνθῇ ἐπὶ καιρὸν, ἀλλὰ δυστυχῶς διετάχθη ἐγκατάλειψις Λαρίσης καὶ Βόλου καὶ ἡ ἄνευ διακοπῆς ἐξακολούθησις ὑποχωρήσεως εἰς Φάρσαλα παντὸς τοῦ στρατοῦ Θεσσαλίας.» Ταῦτα λέγει ὁ τότε Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ἐρειδόμενος βεβαίως καὶ ἐπὶ τῆς γνώμης τοῦ παρὰ τῷ Ὑπουργείῳ Ἐπιτελείου, τοῦθ’ ὅπερ σημαίνει, ὅτι, ἂν ἐζητεῖτο, ὡς ὕψιστον τῆς πατρίδος συμφέρον ἐπιτακτικῶς ὑπηγόρευεν, ἡ γνώμη του, δὲν θὰ ἐπέτρεπε νὰ ἐγκαταλειφθῇ ἄνευ λόγου ἡ Λάρισα, καὶ θὰ ἐσώζομεν ἐκτὸς τῶν ἑκατομμυρίων καὶ τὴν τιμήν μας. Ἀλλὰ δὲν ἠρωτήθη ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, διότι ὑπεύθυνος Κυβέρνησις μόνον κατὰ τύπους ὑφίστατο τότε. Ἢ μήπως δὲν ὑπῆρχε καιρός; Ἀπὸ τοῦ μεσονυκτίου τῆς Μεγάλης Παρασκευῆς, ὅτε ὅλα τὰ στρατιωτικὰ σώματα ἦσαν εἰς Λάρισαν, μετὰ τὴν ὀλεθρίαν ἀπὸ τὸ Μάτι ὑποχώρησιν, μέχρι τῆς 10 π. μ. τοῦ Μεγάλου Σαββάτου, ὅτε ἤρξατο ἡ εἰς Φάρσαλα ὑποχώρησις, ἐμεσολάβησαν 10 ὅλαι ὧραι. Διατὶ κατὰ τὸ διάστημα τοῦτο δὲν ἠρωτήθη ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν; Ἢ θέλετε νὰ χαρακτηρίσωμεν ὡς σοβαρὰ τὰ λεγόμενα, ὅτι, ἐπειδὴ ἐκοιμᾶτο τότε ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ἠρωτήθη ὁ τότε κ. Πρωθυπουργός; Ἔλεγε πρὸ ὀλίγου ὁ ἀξιότιμος ἐκ Βονίτσης Βουλευτὴς κ. Γουλιμῆς, ὅτι, κατὰ τὴν γνώμην τοῦ στρατηγοῦ Vosseur, ἦτο ἀδύνατος ἡ ἄμυνα ἐν Λαρίσῃ ἀπὸ στρατιωτικῆς ἀπόψεως. Οὐδὲν τούτου ἀνακριβέστερον. Ὄχι μόνον δὲν ἐξέφρασέ ποτε, οὔτε ἦτο δυνατὸν νὰ ἐκφράσῃ τοιαύτην γνώμην ὁ κ. Vosseur, ἀλλ’ ἐξ ἐναντίας δι’ εἰδικῆς μελέτης του, γενομένης κατὰ τὸ ἔτος 1886, καὶ διατυπωθείσης ἐν ἐπισήμῳ τότε ἐκθέσει, ὑπέδειξεν, ὅτι διὰ συμπληρώσεως τῶν ἀμυντικῶν ἔργων ἡ ἄμυνα ἐν Λαρίσῃ θὰ ἠδύνατο ν’ ἀποβῇ τόσον ἀποτελεσματικὴ, ὥστε ὁ στρατὸς, ἐπωφελούμενος ὅλων τῶν εὐνοϊκῶν συνθηκῶν, θὰ εἶχε τὴν εὐκολίαν νὰ τρέπηται μετὰ πεποιθήσεως καὶ εἰς ἐπιθετικὴν ἐνέργειαν. Τὰ περὶ τούτου ἐκτίθενται καὶ ἐν αὐτῇ τῇ ἐκθέσει τοῦ ἀρχηγοῦ τοῦ ἐν Θεσσαλίᾳ στρατοῦ, καὶ δικαιοῦμαι νὰ ἐκφράσω τὴν εὔλογον ἀπορίαν, πῶς ὁ κ. ἐκ Βονίτσης Βουλευτὴς, ὅστις ἦτο μέλος τοῦ ἐν Θεσσαλίᾳ Ἐπιτελείου, ἀνέλαβε νὰ δικαιολογήσῃ τὴν ἐγκατάλειψιν τῆς Λαρίσης δι’ ἐπιχειρήματος ὅλως ἀβασίμου καὶ ἐντελῶς ἀστηρίκτου. Ἄλλως δὲ, ὅπως ἐκφράζεται καὶ ὁ τότε Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, δὲν ἐπρόκειτο περὶ ἀμύνης ἐπὶ χρόνον μακρὸν, ἀλλὰ περὶ ἀμύνης ἐπὶ καιρὸν, ἥτις καὶ δυνατὴ ἦτο, καὶ ἐπιτακτικῶς ἐπεβάλλετο, ἀφοῦ ἐπρόκειτο περὶ ὠχυρωμένης πόλεως, καὶ ἀφοῦ αὐτὸ τοῦτο τὸ τότε Ἀρχηγεῖον ὀλίγας ἡμέρας πρὸ τῆς ἐνάρξεως τῶν ἐχθροπραξιῶν εἶχε συμπληρώσει τὸ προγεφύρωμα καὶ εἶχε κατασκευάσει δύο πυροβολεῖα ἐπὶ τοῦ φρουρίου. Ἂν ἀπὸ στρατηγικῆς ἀπόψεως ἐκρίνετο ἀπολύτως ἀδύνατος ἡ ἄμυνα ἐν Λαρίσῃ, τότε πρὸς τί ἐγένοντο τὰ πρόσθετα ταῦτα ἀμυντικὰ ἔργα; Πρὸς τί ἔμειναν τοποθετημένα τὰ 14 φρουριακὰ πυροβόλα; Ἐπειράθησαν νὰ δικαιολογήσουν τὴν ἐγκατάλειψιν διὰ τοῦ λεγομένου πανικοῦ, ἀλλὰ καὶ τοῦτο εἶναι πρόφασις. Οὐδεὶς δύναται βεβαίως νὰ ἀρνηθῇ, ὅτι καὶ ἀταξία πολλὴ, καὶ σύγχυσις μεγάλη, καὶ τελεία ἀποσύνθεσις παρετηρήθη ἐν τῇ ὀλεθρίᾳ ὑποχωρήσει τῆς 11 Ἀπριλίου, ἀλλὰ καὶ οὐδεὶς ἀφ’ ἑτέρου δύναται νὰ μὴ ὁμολογήσῃ, ὅτι ἡ ἀταξία καὶ ἡ σύγχυσις καὶ ἡ ἀποσύνθεσις περιωρίσθη εἰς μέρος μόνον τοῦ ὑποχωρήσαντος στρατεύματος, καὶ ἰδίως εἰς τὴν ταξιαρχίαν τοῦ κ. Ἀντωνιάδου. Τὰ λοιπὰ στρατιωτικὰ σώματα εἰσῆλθον ἐν πλήρει τάξει εἰς Λάρισαν, χωρὶς οὐδ’ ἐπὶ στιγμὴν ν’ ἀπολέσωσι τὸ ἠθικόν των· οὐ μόνον δὲ τοῦτο, ἀλλὰ καὶ δύο τάγματα εὐζώνων, ὑπὸ τοὺς τότε ταγματάρχας Ἀλεξάνδρου καὶ Μιμῖκον, κατέλαβον τὰς πρὸ τῆς Λαρίσης δύο μεγάλας περιβολὰς, ἕτοιμα πρὸς ἄμυναν...

§148Ν. ΓΟΥΛΙΜΗΣ. Τοῦτο δὲν εἶναι ἀκριβές.

§149Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Πῶς δὲν εἶναι ἀκριβές, ἀφοῦ τὸ γράφει ὁ τότε ταξίαρχος Μαστραπᾶς δι’ ἐπιστολῆς του, ἣν ἔγραψεν εἰς Φάρσαλα τὴν 22 Ἀπριλίου τοῦ 1897, καὶ ἥτις ἐδημοσιεύθη τότε εἰς πολλὰς ἐφημερίδας; Ἰδοὺ σχετικὴ περικοπὴ ἐκ τῆς ἐπιστολῆς ταύτης (ἀναγινώσκει): «Ἡ ὑποχώρησις τῆς ταξιαρχίας μου ἐγένετο ἐν τάξει. Τόσον τοῦτο εἶναι βέβαιον, ὥστε ἡ ταξιαρχία, φθάσασα πρὸ τῆς Λαρίσης, κατέλαβε τὰς δύο μεγάλας περιβολὰς διὰ τῶν ταγμάτων τοῦ 4ου εὐζωνικοῦ ὑπὸ τὸν ταγματάρχην Ἀλεξάνδρου, καὶ τοῦ ἑνὸς τοῦ 4ου συντάγματος ὑπὸ τὸν ταγματάρχην Μιμῆκον, ὑπὸ τὴν ἀτομικήν μου ἐπιτήρησιν. Μετὰ τὴν κατάληψιν τῶν δύο τούτων περιβολῶν πρὸς τὸ προγεφύρωμα τῆς Λαρίσης μετέβην μετὰ τοῦ κ. Μακρῆ πρὸς τὸν ἀρχηγὸν τῶν ἐν Θεσσαλίᾳ στρατευμάτων, ὅπως ἀναγγείλω τὴν ἄφιξίν μας καὶ τὴν κατάληψιν τῶν προγεφυρωμάτων. Ὁ Διάδοχος τότε διέταξε τὸν μέραρχον κ. Μακρῆν νὰ συγκεντρώσῃ τὴν μεραρχίαν του εἰς τὸν μέγαν στρατῶνα καὶ νὰ ὑποχωρήσωμεν εἰς Φάρσαλα.» Ποῦ λοιπὸν εἶναι αὐτὸς ὁ μέγας καὶ πολὺς καὶ φοβερὸς πανικός, ὃν ἐπικαλοῦνται πρὸς δικαιολογίαν τῆς ἐγκαταλείψεως τῆς Λαρίσης;

§150Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Ὁλόκληρος ἡ ταξιαρχία τοῦ Δημοπούλου ὑπεχώρησεν ἐν τάξει.

§151Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μήπως τὸ σύνταγμα τοῦ ἱππικοῦ δὲν ὑπεχώρησεν ἐν πληρεστάτῃ τάξει; Οὐδὲ ἴσχυσε νὰ ἐπηρεάσῃ τὴν τακτικὴν ὑποχώρησιν τοῦ συντάγματος τούτου δυσάρεστόν τι, ἀλλ’ ἀσήμαντον καθ’ ὁδὸν ἐπεισόδιον. Παρ’ ὅλα δὲ ταῦτα, ἔμενεν ἐν Ρεβενίῳ ἡ ταξιαρχία τοῦ τότε ταξιάρχου καὶ νῦν στρατηγοῦ Σμολένσκη, ἥτις ὄχι μόνον ἦτο ἐντελῶς ξένη πρὸς τὰ γενόμενα κατὰ τὴν ἀπὸ Καζακλὰρ ὑποχώρησιν, ἀλλ’ ἐτήρει ἀμείωτον τὸ ἠθικόν της ἀπέναντι τοῦ ἐχθροῦ. Καὶ εἶναι περιττὸν ἴσως νὰ ὑπομνήσω, ὅτι ἡ ταξιαρχία αὕτη ὑπεχώρησεν ἐν πληρεστάτῃ τάξει τὴν ἐπιοῦσαν τῆς ἐγκαταλείψεως τῆς Λαρίσης, κατόπιν τριῶν τηλεγραφικῶν διαταγῶν τοῦ ἀρχηγοῦ τοῦ ἐν Θεσσαλίᾳ στρατοῦ. Ἀκόμη δὲ βραδύτερον, ἤτοι μετὰ δύο ἡμέρας, εἰσῆλθον οἱ Τοῦρκοι εἰς τὴν ἐγκαταλειφθεῖσαν ὠχυρωμένην πόλιν, διότι ἐδυσκολεύθησαν νὰ πιστεύσουν ἀμέσως εἰς τὴν περὶ ἐγκαταλείψεως εἴδησιν. Τὴν ἐθεώρουν ἀπίστευτον καὶ αὐτοί. Ταῦτα εἶναι τ’ ἀνεπίδεκτα ἀμφισβητήσεως γεγονότα, πρὸ τῶν ὁποίων οὐδεμία δικαιολογία δύναται νὰ εὕρῃ θέσιν. Θὰ ἦτο δὲ ἴσως προτιμότερον νὰ ἐτήρει ἐπὶ τοῦ προκειμένου σιγὴν ὁ κ. ἐκ Βονίτσης Βουλευτὴς, ὅστις δὲν πρέπει νὰ λησμονῇ καὶ τὴν πρόσθετον εὐθύνην ἐπὶ τῷ ὅτι δὲν ὑπεδείχθη ἐγκαίρως εἰς τοὺς κατοίκους ν’ ἀπομακρυνθῶσι καὶ νὰ ἐξασφαλίσωσιν, ὡς ἕκαστος ἠδύνατο, τὴν κινητὴν περιουσίαν των.

§152Δ. ΚΡΙΤΣΑΣ. Ὄχι μόνον δὲν τοὺς ὑπέδειξαν ν’ ἀπομακρυνθῶσιν, ἀλλὰ καὶ τοὺς ἠμπόδισαν!

§153Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ αὐτὸ εἶναι ὄντως τὸ φοβερώτερον. Μοὶ διηγοῦντο εἰς Λάρισαν κατὰ τὸ παρελθὸν θέρος, ὅτι πολλοὶ οἰκογενειάρχαι εἶχον λάβει τὴν πρόνοιαν νὰ συσκευάσωσιν εἰς δέματα τὰ ἔπιπλα καὶ τὰ σκεύη των, καὶ ὅ,τι εἶχον τιμαλφὲς καὶ νὰ τὰ μεταφέρωσιν εἰς τὸν σταθμὸν τοῦ σιδηροδρόμου, ὅπως διὰ Βόλου τὰ ἐξασφαλίσωσιν, ἀλλὰ περιπολίαι τῆς χωροφυλακῆς κατὰ διαταγὴν τοῦ Ἀρχηγείου, ἀπηγόρευσαν τὴν μεταφορὰν, καὶ τοὺς ἠνάγκασαν τοὺς δυστυχεῖς νὰ τὰ ἐπαναφέρουν εἰς τὰς οἰκίας των, ὅπου κατόπιν οἱ Τοῦρκοι τὰ εὗρον καὶ τὰ ἥρπασαν μπαλαρισμένα, κατὰ τὴν φράσιν τῶν δυστυχῶν αὐτῶν οἰκογενειαρχῶν, οἱ ὁποῖοι, γυμνοὶ καὶ ἀνυπόδητοι καὶ πεζοὶ, ἐν ἀλλοφροσύνῃ, μετὰ τῶν γυναικῶν καὶ τῶν ἀνηλίκων τέκνων των ἐτράπησαν τὴν εἰς Βόλον ἄγουσαν, ἢ παρηκολούθησαν τὸν στρατὸν εἰς Φάρσαλα, μετὰ σπαρακτικῶν ἐπεισοδίων κατὰ τὴν ἀποφράδα τῆς ἐγκαταλείψεως ἡμέραν, καθ’ ἣν πάσης περιγραφῆς ἀνωτέρα φρίκη ἐβασίλευεν εἰς τὸν τόπον ἐκεῖνον τοῦ ἀπελπισμοῦ, τῆς συμφορᾶς καὶ τῆς ἐρημώσεως! Ἡ Λάρισα ἦτο εἰς τὴν γραμμὴν τῶν πολεμικῶν ἐπιχειρήσεων, ἦτο δὲ καὶ ἡ πρώτη μετὰ τὸ Καζακλὰρ καὶ τὸν Τύρναβον πόλις, ἣν θὰ κατελάμβανεν ὁ ἐχθρὸς, ἐν περιπτώσει διασπάσεως τῆς ἐν τοῖς συνόροις ἀμυντικῆς γραμμῆς πρὸς τὸ μέρος τῆς Μελούνας. Πῶς λοιπὸν δὲν ἔλαβον τὴν πρόνοιαν νὰ ἐξασφαλίσωσι τοὺς κατοίκους καὶ τὴν κινητὴν περιουσίαν των; πῶς ἀφῆκαν τὸ πολεμικὸν ὑλικόν, ἀξίας ἑκατομμυρίων; πῶς ἀφῆκαν τὸν ἱματισμὸν εἰς μεγάλας ποσότητας; πῶς δὲν ἐφρόντισαν περὶ μεταφορᾶς τοῦ χειρουργείου; Διατὶ ἐγκατέλειψαν τὰ 14 φρουριακὰ πυροβόλα; ἢ τοὐλάχιστον διατὶ δὲν τὰ κατέστησαν ἄχρηστα; Διατὶ οὐδεμίαν ἔλαβον φροντίδα διὰ τὰ δημόσια γραφεῖα καὶ τὰ ἀρχεῖα αὐτῶν, καὶ διὰ τὰ χρήματα τοῦ δημοσίου ταμείου καὶ τὸ χαρτόσημον; Οὔτε πρὸς ἐξασφάλισιν αὐτῶν εἶχε ληφθῆ φροντίς! Ἀπὸ τῆς 4 Ἀπριλίου, ὁπότε ἐγενικεύθη ὁ πόλεμος καθ’ ὅλην τὴν γραμμὴν, μέχρι τῆς 13, ὅτε ἐγένετο ἡ ἐγκατάλειψις, ἐμεσολάβησαν 10 περίπου ἡμέραι. Διατὶ κατὰ τὸ χρονικὸν αὐτὸ διάστημα οὐδὲν μέτρον ἔλαβον πρὸς προστασίαν τῶν κατοίκων καὶ σωτηρίαν τῆς δημοσίας καὶ ἰδιωτικῆς κινητῆς περιουσίας; Καὶ ἔπειτα ζητοῦμεν νὰ εὕρωμεν τοὺς ὑπευθύνους τῶν ἐκ τοῦ πολέμου συμφορῶν μεταξὺ τῶν ὀπαδῶν τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας! Ἠθέλησε τότε ἡ Κυβέρνησις νὰ δείξῃ σημεῖα ζωῆς, μὴ ἔχουσα δὲ ἀπέναντί της ὑπεύθυνον ἀρχηγὸν τοῦ στρατοῦ, ἔσπευσε ν’ ἀντικαταστήσῃ διὰ Β. Διατάγματος τὸν ἀρχηγὸν τοῦ Ἐπιτελείου κ. Σαπουντζάκην διὰ τοῦ κ. Σμολένσκη. Τί ἔπραξε τότε ὁ ἀρχηγὸς τοῦ στρατοῦ; Ὄχι μόνον δὲν ἐκοινοποίησε τὸ Διάταγμα πρὸς τὸν ἀντικατασταθέντα, ὄχι μόνον τὸν διετήρησεν ἐν τῇ θέσει του, ἀλλὰ καὶ ἀπήντησεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι δὲν ἐνόει νὰ τοῦ ἐπιβάλουν ἄτομα, τὰ ὁποῖα δὲν εἶχεν ὑποδείξει! Ἦτο λοιπὸν ἀγὼν αὐτός; ἦτο ἀγὼν ἐθνικὸς ὑπὲρ τῶν ὅλων; Ἦτο πόλεμος αὐτὸς, ἢ ἦτο παιγνίδιον ἀπαισίως παιχθὲν εἰς βάρος τοῦ Ἑλληνισμοῦ ὁλοκλήρου; Καὶ κολακευόμεθα ἔπειτα μὲ τὴν ἐλπίδα, ὅτι εἶναι δυνατὸν ν’ ἀποκατασταθῇ πλήρης ψυχικὴ γαλήνη εἰς τὴν συνείδησιν καὶ τὸ πνεῦμα τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ καὶ ἐν γένει τῆς Ἑλληνικῆς φυλῆς! Ματαία ἐλπίς! Αὕτη, κύριοι Βουλευταὶ, εἶναι ἡ γνώμη μου ἐπὶ τοῦ ἐθνικωτέρου τῶν ζητημάτων, τοῦ ζητήματος τῆς ἐρεύνης τῶν εὐθυνῶν τοῦ πολέμου. Δὲν πρόκειται βεβαίως οὔτε περὶ πολιτικῶν οὔτε περὶ ποινικῶν εὐθυνῶν. Ἀλλ’ ἂν ὁ καιρὸς τῶν τοιούτων εὐθυνῶν παρῆλθε, δὲν παρῆλθε καὶ ὁ καιρὸς τῶν μεγάλων ἠθικῶν εὐθυνῶν, ἡ δὲ ἔρευνα τῶν εὐθυνῶν αὐτῶν ἔχει μεγίστην ἐθνικὴν ἀξίαν καὶ σημασίαν. Πρέπει νὰ μάθῃ τὸ ἔθνος, καὶ ἔχει δικαίωμα ν’ ἀπαιτήσῃ νὰ μάθῃ, τὰ πραγματικὰ καὶ ἀληθῆ αἴτια τῶν ἠθικῶν καὶ ὑλικῶν ἀτυχημάτων του, ὄχι πλέον ἵνα ζητήσῃ λόγον ἀπὸ τοὺς ὑπευθύνους, ἀλλὰ διὰ νὰ ἠξεύρῃ νὰ προφυλάσσηται εἰς τὸ μέλλον. Εἰς μάτην ἠγωνίσθησαν καὶ δὲν ἔπαυσαν ἀγωνιζόμενοι, ὅπως παραστήσουν, ὅτι τὴν εὐθύνην ἐπὶ τοῖς ἀτυχήμασι τούτοις φέρει αὐτὸ τοῦτο τὸ ἔθνος. Ἂν οἱ ἀναλαβόντες τήν τε διπλωματικὴν καὶ τὴν πολεμικὴν ἐν πᾶσι διεύθυνσιν τῆς ἐθνικῆς ὑποθέσεως μὴ ἄφινον νὰ χαθῶσι πολύτιμοι εὐκαιρίαι ἐντίμου καὶ ἐξόχως ἱκανοποιητικῆς ὑποχωρήσεως, ἢ ἂν ἐβάδιζον, ὡς ὤφειλον, ἐπὶ τὰ πρόσω, καὶ μόνον ἐπὶ τὰ πρόσω, ἄνευ ὀλεθρίων ἐπιφυλάξεων καὶ λοξοδρομιῶν, τὸ ἔθνος πιθανὸν μὲν νὰ μὴ ἀπέφευγε τὴν ἧτταν, πάντως ὅμως θὰ ἀπέφευγε τὴν καταισχύνην. Δὲν νομίζω λοιπὸν, ὅτι ἡ ἔρευνα τῶν εὐθυνῶν ἔπρεπε νὰ περιορισθῇ ἐντὸς τῶν στενῶν ὁρίων τῆς δράσεως τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας. Ἡ Ἐθνικὴ Ἑταιρεία ἔχει, ὡς εἶπον ἐν ἀρχῇ, τὰ τρωτά της μέρη, ἀλλὰ δὲν ὑπῆρξεν ἡ ἀφορμὴ τοῦ πολέμου, πολλῷ δὲ περισσότερον δὲν ὑπῆρξεν ἡ ἀφορμὴ τῆς κακίστης διευθύνσεως καὶ διεξαγωγῆς τοῦ πολέμου κατὰ γῆν καὶ κατὰ θάλασσαν. Εὐκρινῶς καθώρισα τὰ ζητήματα, καὶ σαφῶς ὑπέδειξα τὰ καίρια σημεῖα, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἔχει ἀνάγκην τὸ ἔθνος νὰ διαφωτισθῇ. Ἐν ὅσῳ ἐπὶ τῶν ζητημάτων αὐτῶν, ἐν ὅσῳ ἐπὶ τῶν σημείων τούτων δὲν θέλουσι νὰ λύσωσι τὴν σιγὴν οἱ ἐκ τῆς θέσεώς των τὰ πάντα γνωρίζοντες, ἂς μὴ λέγωσιν, ὅτι διεξάγουσι σοβαρὰν συζήτησιν ἐπὶ τῶν εὐθυνῶν τοῦ πολέμου. Σειρὰ ἐπισήμως μεμαρτυρημένων γεγονότων ἀπέδειξεν, ὅτι ἡ τότε Κυβέρνησις εἶχεν ἀφήσει νὰ ἐκφύγῃ τῶν χειρῶν της ἡ ἐξουσία, οὕτω δὲ μετετοπίσθη ἡ ἀπὸ τοῦ πολιτεύματος ἀπορρέουσα εὐθύνη ἐκ τῶν ὑπευθύνων Ὑπουργῶν πρὸς τὸν ἀνώτατον ἄρχοντα. Πρὸ τῆς τοιαύτης ἀναστροφῆς τῶν κυβερνητικῶν ὅρων ἔχομεν ἀνάγκην εὐρείας τῶν πραγμάτων ἐξετάσεως, ἵνα ἴδωμεν, ἐὰν καὶ κατὰ πόσον φέρει εὐθύνην ἡ τότε Κυβέρνησις, μὴ παραιτήσασα ἐγκαίρως τὴν ἀρχὴν, πρὸς ἀποσόβησιν τῶν ἐθνικῶν δοκιμασιῶν. Ἡ σιωπὴ ὑπὸ τοιαύτας συνθήκας μεγαλύνει καὶ ὑποτρέφει ὁσημέραι τὴν μεταξὺ τῆς Ἑλληνικῆς φυλῆς καὶ τῆς Δυναστείας δυσπιστίαν. Οἱ φρονοῦντες, ὅτι διὰ τοῦ χρόνου τὰ πάντα θὰ λησμονηθῶσι, δὲν σκέπτονται ὀρθῶς. Δὲν λησμονοῦνται εὐκόλως αἱ πλήξασαι τὸν Ἑλληνισμὸν συμφοραὶ, οὐδὲ θὰ ζητῶνται οἱ ὑπεύθυνοι αὐτῶν ἐκεῖ, ἔνθα προδήλως δὲν ὑπάρχουν. Διὰ τοῦτο τὸ φῶς ἔπρεπε νὰ λάμψῃ, ἵνα μὴ ἀφίνηται ὁ λαὸς ἕρμαιον εἰς ὑποθέσεις καὶ εἰκασίας, αἵτινες εἶναι ἥκιστα συντελεστικαὶ εἰς ἐποικοδόμησιν ἐθνικῆς διὰ τὸ μέλλον ἐργασίας. Ἀλλοίμονον εἰς τὴν χώραν, ἂν δὲν κατορθωθῇ ἡ πλήρης ἀποκατάστασις τῆς μεταξὺ λαοῦ καὶ Βασιλέως ἀμοιβαίας ἐμπιστοσύνης! Τίς ἐγγυᾶται, ὅτι δὲν θὰ εὑρεθῶμεν καὶ πάλιν, καὶ ἴσως λίαν προσεχῶς, πρὸ νέας διαταράξεως τοῦ ἐν τῇ Ἀνατολῇ καθεστῶτος; Καὶ εἶσθε βέβαιοι τότε, ὅτι θὰ εὕρητε πρόθυμον εἰς θυσίας τὸν λαὸν καὶ ἐνθουσιώδη, ἐν ὅσῳ ἐξακολουθεῖτε νὰ τὸν ἀφίνητε εἰς τὸ σκότος; Τῆς ἀληθείας ἡ ἀποκάλυψις ὄχι μόνον δὲν θὰ παραβλάψῃ, ἀλλὰ καὶ θὰ ἐξυπηρετήσῃ τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα· ἐὰν δέ τινες ἔχωσιν ἐναντίαν γνώμην, λησμονοῦσιν, ὅτι τοῦ παρελθόντος τὰ ἐθνικὰ παθήματα δὲν δύνανται ν’ ἀποβῶσι σωτήρια διὰ τὸ μέλλον διδάγματα, ἐν ὅσῳ ἀπαθῶς ἐν μοιρολατρείᾳ, καὶ ἀδιαφόρως ἐν ἀναισθησίᾳ παρέρχονται πρὸ τῶν παθημάτων τούτων οἱ λαοὶ καὶ οἱ ἰθύνοντες ἢ ἀξιοῦντες νὰ ἰθύνωσι τὰς τύχας αὐτῶν. (Χειροκροτήματα ἐκ τῶν ἀκροατηρίων).

§154Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Ἀγορεύοντος τοῦ κ. ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτοῦ, ὁ ἀξιότιμος ἐκ Βονίτσης συνάδελφος, διακόψας αὐτὸν, εἶπεν, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἔλαβε γνῶσιν τῆς ὑποχωρήσεως· ἀνέγνωσε δὲ ὁ κ. συνάδελφος τὸ περὶ ταύτης τηλεγράφημα τοῦ Διαδόχου· ἀλλὰ κατὰ τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ τηλεγραφήματος αὐτοῦ παρέλειψε νὰ γνωρίσῃ εἰς τὴν Βουλὴν, πρὸς τίνας ἀπηυθύνετο τὸ τηλεγράφημα τοῦτο, πρὸς τίνα διεβιβάσθη, καὶ μετὰ τίνων ἐγένετο ἡ συνεννόησις περὶ ὑποχωρήσεως. Ἐπειδὴ ἕνεκα τῆς παραλείψεως ταύτης δύναται νὰ πιστευθῇ, ὅτι τοῦ τηλεγραφήματος αὐτοῦ καὶ τῶν περὶ ὑποχωρήσεως συνεννοήσεων ἔλαβε γνῶσιν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, θεωρῶ ἀναγκαῖον, χάριν τῆς ἀκριβείας καὶ τῆς ἀληθείας, νὰ ἀναγνώσω τὰ σχετικὰ μέρη τῆς ἐκθέσεως τοῦ Διαδόχου. Τὴν πρωΐαν τῆς 12 Ἀπριλίου ἐτηλεγράφησεν ὁ Διάδοχος πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν καὶ πρὸς τὸν Πρωθυπουργὸν, ἐκθέτων τὰ κατὰ τὴν περὶ τὸ Μάτι μάχην καὶ τὴν κατάστασιν τοῦ ὑποχωρήσαντος ἐκεῖθεν στρατοῦ, καὶ συμπεραίνων οὕτω: «Ἡ κατάστασις τοῦ στρατεύματος ὑπὸ πᾶσαν ἔποψιν εἶναι τοιαύτη, ὥστε ἡ μὲν ἄμυνα ἐν Λαρίσῃ ἀδύνατος, ἡ δὲ ὑποχώρησις πρὸς Φάρσαλον ἀμφίβολος, στρατιωτῶν οὐ μόνον τραπέντων εἰς φυγὴν, ἀλλὰ καὶ λιποτακτούντων εἰς Βόλον καὶ πρὸς ἄλλας διευθύνσεις.» Τὸ τηλεγράφημα ὅμως τοῦτο ἀποδεικνύεται, ὅτι δὲν ἀνεκοινώθη εἰς τὸν τότε Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, διότι οὗτος διὰ τῶν ἐν αὐτῇ τῇ ἐπισήμῳ ἐκθέσει τοῦ Διαδόχου κατακεχωρημένων τηλεγραφημάτων του πρὸς τὴν Α. Ὑψηλότητα ἐτηλεγράφει μετὰ πολλῆς, ὡς φαίνεται ἐκ τῆς ἐκφράσεως, ψυχικῆς ὀδύνης καὶ πικρίας τὴν 14 Ἀπριλίου, ὥρᾳ 5½ μ. μ. (ἀριθ. τηλεγρ. 301): «Ἐπιθυμῶν νὰ λάβω ἰδέαν τινὰ τῶν γενομένων ἐπὶ τῆς μεθορίου γραμμῆς μαχῶν, παρακαλῶ ὑμᾶς, Ὑψηλότατε, νὰ μοὶ χορηγήσητε, ἔστω καὶ κατόπιν, πληροφορίας ἐπὶ τῶν ἑξῆς ἐρωτήσεων...» Τὴν δ’ 11¼ π. μ. τῆς αὐτῆς ἡμέρας, ἤτοι μετὰ 5 ὥρας καὶ ¾, ὁ αὐτὸς Ὑπουργὸς, μεταβὰς προσωπικῶς εἰς τὸ τηλεγραφεῖον, ὡς ἀναφέρει ὁ Διάδοχος ἐν τῇ ἐπισήμῳ ἐκθέσει του, ἐζήτησε παρὰ τούτου τὰς ἑπομένας πληροφορίας: «Αʹ) Ἀπεστάλη ὑμῖν τηλεγρ. διαταγὴ μετὰ τὴν σύντομον δήλωσίν σας περὶ ὑποχωρήσεως τοῦ ὑφ’ ἡμᾶς στρατοῦ εἰς Φάρσαλον, δι’ ἧς ἐζητήσαμεν πληροφορίας καὶ ἐν γένει ἔκθεσιν τῶν συμβάντων, ἐθίξαμεν δ’ ἐν αὐτῇ καὶ τὰ μέτρα, ἅτινα ἔδει νὰ ληφθῶσι παρ’ ὑμῶν κατὰ τὴν... διὰ Βόλον κλπ. Παρῆλθον 24 ὧραι ἔκτοτε, καὶ μ’ ὅλα ταῦτα οὐδεμίαν ἐλάβομεν ἀπάντησιν. Πόθεν προῆλθεν ἡ βραδύτης αὕτη; Βʹ) Εὐαρεστήθητε, Ὑψηλότατε, νὰ μοὶ ἐκθέσητε ἐν λεπτομερείᾳ καὶ τηλεγραφικῶς πᾶν ὅ,τι συνέβη ἀπὸ πρωΐας τῆς 11 ἱσταμένου εἰς Μάτι μέχρι τῆς στιγμῆς, καθ’ ἣν ἀπεφασίσατε νὰ ὑποχωρήσητε εἰς Φάρσαλον. Γʹ) Ὀφείλω ἐκ καθήκοντος νὰ ζητήσω παρ’ ὑμῶν τοὺς λόγους, ἐφ’ ὧν στηριζόμενοι διετάξατε τὴν ὑποχώρησιν τοῦ στρατοῦ, ἐγκαταλείψαντες τὴν Λάρισαν, τὰ ἐν αὐτῇ πυροβόλα καὶ λοιπὰ καὶ τοὺς κατοίκους εἰς τὴν διάκρισιν τοῦ ἐχθροῦ...» Πλὴν τούτων, ἐν τῇ ἐπισήμῳ ἐκθέσει τοῦ Διαδόχου ἀναγινώσκομεν, ὅτι, ἐνῷ ἠσχολεῖτο τὴν πρωΐαν τῆς 12 Ἀπριλίου εἰς τὴν σύνταξιν τοῦ στρατοῦ, ὁ ἀρχηγὸς τοῦ Ἐπιτελείου του μετέβη κατὰ διαταγήν, ὥρᾳ 6 π. μ., εἰς τὸ τηλεγραφεῖον, ὅπως λάβῃ τὰς ὁδηγίας τῆς Κυβερνήσεως κατόπιν τοῦ ἀνωτέρω τηλεγραφήματός του. Τότε ὁ ὑπασπιστὴς τοῦ Βασιλέως Παπαδιαμαντόπουλος, συνομιλήσας ἐξ Ἀθηνῶν τηλεγραφικῶς ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως, τοῦ Πρωθυπουργοῦ εὑρισκομένου παρὰ τῇ Α.Μ. ἐν τοῖς Ἀνακτόροις, εἶπεν εἰς τὸν ἀρχηγὸν τοῦ Ἐπιτελείου νὰ στείλῃ ὁ Διάδοχος ἀπεσταλμένον πρὸς τὸν ἀρχηγὸν τοῦ τουρκικοῦ στρατοῦ καὶ νὰ προτείνῃ ἀνακωχὴν, ἐὰν ἡ πρὸς Φάρσαλον ὑποχώρησις ἦτο ἀδύνατος, ὁ δὲ ἀρχηγὸς τοῦ Ἐπιτελείου ἀπήντησεν, ὅτι θεωρεῖ ἀδύνατον τὴν ἀπ’ εὐθείας μεταξὺ τῶν δύο ἀρχηγῶν συνεννόησιν περὶ ἀνακωχῆς, καὶ ὅτι ἔπρεπεν, ὡς εἶχεν ἡ κατάστασις τοῦ στρατοῦ, νὰ διατάξῃ ἡ Κυβέρνησις εἰς τὸν Διάδοχον τὴν ταχεῖαν ὑποχώρησιν εἰς Φάρσαλον, πρὸς ἀποφυγὴν τῶν ἐκ τῆς χρονοτριβῆς κινδύνων, τοῦ ἐχθροῦ, κατὰ τὸν ἀρχηγὸν τοῦ Ἐπιτελείου, εὑρισκομένου εἰς τὰς πύλας τῆς Λαρίσης καὶ δυναμένου νὰ προελάσῃ ἀκωλύτως κατ’ αὐτῆς, καὶ νὰ καταδιώξῃ τὸν ἡμέτερον στρατὸν ἐν ὑποχωρήσει, ἐὰν ἀνεβάλλετο ἡ εἰς Φάρσαλον ὑποχώρησις. Ἐκ τῆς τηλεγραφικῆς ταύτης συνεννοήσεως μεταξὺ τοῦ ἀρχηγοῦ τοῦ Ἐπιτελείου τοῦ Διαδόχου, κατὰ διαταγὴν τούτου, καὶ τοῦ ὑπασπιστοῦ τοῦ Βασιλέως κ. Παπαδιαμαντοπούλου ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως, ὡς ἡ ἐπίσημος ἔκθεσις ἀναγράφει, καὶ ἐκ τῶν κατ’ αὐτὴν τὴν συνεννόησιν παραστάσεων τοῦ ἀρχηγοῦ τοῦ Ἐπιτελείου παραπλανηθεὶς καὶ φοβηθεὶς ὁ παρὰ τῷ Βασιλεῖ ἐν τοῖς ἀνακτόροις εὑρισκόμενος κατὰ τὸν χρόνον τῆς συνεννοήσεως Πρωθυπουργὸς, ἀπηύθυνε δειλῶς τὴν 7 π. μ. τῆς 12 Ἀπριλίου πρὸς τὸν ἀρχηγὸν αὐτὸν τοῦ Ἐπιτελείου τὸ ἑξῆς τηλεγράφημα: «Ἐὰν ὁ ἀρχηγὸς τοῦ ἐν Θεσσαλίᾳ στρατοῦ κρίνῃ, ὅτι ἡ κατάστασις τῶν στρατευμάτων εἶναι τοιαύτη, ὥστε δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μείνῃ ἐν Λαρίσῃ, παρακαλεῖται νὰ ὑποχωρήσῃ εἰς Φάρσαλον.» Ἀμέσως ὅμως μετὰ τὸ τηλεγράφημα τοῦτο ἀναγινώσκομεν ἐν τῇ ἐκθέσει τοῦ Διαδόχου τὰ ἑξῆς: «Διὰ τοῦ τηλεγραφήματος τούτου ἡ Κυβέρνησις ἄφινεν εἰς ἐμὲ ν’ ἀποφασίσω περὶ τῆς εἰς Φάρσαλον ὑποχωρήσεως, ἀλλὰ ταύτην, μεριμνῶν περὶ τοῦ εἰς ἐμὲ ἐμπεπιστευμένου στρατοῦ, εἶχον ἤδη ἀποφασίσει ὁριστικῶς ἀπὸ τῆς νυκτός.» Ἀλλ’ ἀφοῦ ἀπὸ τῆς νυκτὸς ἡ Α. Ὑψ. εἶχεν ἀποφασίσει ὁριστικῶς τὴν ἐγκατάλειψιν τῆς Λαρίσης καὶ τὴν εἰς Φάρσαλον ὑποχώρησιν, ὡς δὲ εἶναι γνωστόν, καὶ εἶχε διατάξει αὐτὴν, τότε πρὸς τί τὴν πρωΐαν ἐτηλεγράφει καὶ ἐζήτει ὁδηγίας δῆθεν καὶ διαταγὰς παρὰ τῆς Κυβερνήσεως περὶ ὑποχωρήσεως;

§155Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐγὼ ἐτύγχανον Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, οὐδαμῶς δὲ ἠδυνάμην νὰ κρίνω περὶ τῶν στρατιωτικῶν πραγμάτων τῆς Θεσσαλίας καὶ νὰ ἔχω γνώμην ἐπὶ τῶν λαβόντων χώραν τότε. Ἐπειδὴ ὅμως ἡ Α. Μεγαλειότης μοὶ ἐδήλωσε τὴν ἐπιθυμίαν νὰ δώσω γνώμην τινὰ ἐπὶ τοῦ πρὸς τὸν Βασιλέα τηλεγραφήματος τῆς Α. Β. Ὑψηλότητος τοῦ Διαδόχου, ὅπως μεταδώσω εἰς τὸν Διάδοχον θάρρος τι, δὲν μοὶ ἐπετρέπετο νὰ στέρξω νὰ εἴπω τι, τὸ ὁποῖον δὲν ἦτο ὀρθὸν, διότι ἐγὼ ἐφρόνουν, ὅτι οὐδεὶς ἕτερος ἠδύνατο νὰ ἔχῃ γνώμην ἐπὶ τῶν στρατιωτικῶν πραγμάτων ἢ ὁ ἀρχηγὸς τοῦ στρατοῦ, διότι αὐτὸς ἦτο ἐπὶ τοῦ τόπου τῶν στρατιωτικῶν πράξεων, καὶ ἠδύνατο νὰ πληροφορηθῇ, ποῖον τὸ θάρρος καὶ τὸ φρόνημα τοῦ ὑπ’ αὐτὸν στρατοῦ, ἐὰν ἔπρεπε νὰ διατάξῃ αὐτὸν νὰ στραφῇ δεξιὰ ἢ ἀριστερὰ, νὰ προχωρήσῃ, νὰ ὑποχωρήσῃ, ἢ νὰ μείνῃ ἐν ᾗ εἶχε θέσει. Ὅθεν, συμφώνως πρὸς τὴν γνώμην ταύτην, ἔγραψα πρὸς τὸν ἐπιτελάρχην τῆς Α. Β. Ὑψηλότητος, ὅτι, ἐὰν ἡ Α. Β. Ὑψηλότης κρίνῃ, ὅτι δὲν δύναται νὰ μείνῃ ἐν Λαρίσῃ, τότε παρακαλεῖται νὰ ὑποχωρήσῃ.

§156Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ, ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος νὰ τῷ εἴπω, ὅτι ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, καλούμενος νὰ εἴπῃ γνώμην πρὸς τὴν Α. Ὑ. τὸν Διάδοχον, ἔπρεπε νὰ καλέσῃ παρ’ ἑαυτῷ τὸν Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, ὁ ὁποῖος, ἔχων παρ’ ἑαυτῷ Ἐπιτελεῖον, ἦτο ὁ μόνος ἁρμόδιος νὰ συνεννοηθῇ μετὰ τοῦ ἀρχηγοῦ τοῦ στρατοῦ, καὶ νὰ κρίνῃ περὶ τῆς ἀνάγκης τῆς ἀμύνης ἐν Λαρίσῃ, ἢ τῆς ἀμέσου ἐγκαταλείψεως αὐτῆς μετὰ πάντων τῶν ὑλικῶν καὶ μετὰ τῶν κατοίκων εἰς τὴν διάκρισιν τοῦ ἐχθροῦ, καὶ περὶ τῆς ὑποχωρήσεως εἰς Φάρσαλον. Ἀλλὰ δὲν ἔπραξε τοῦτο ὁ τότε Πρωθυπουργὸς ἐνώπιον τοῦ Βασιλέως, καὶ παρέδωκε τὸ τηλεγράφημα αὐτό, μὴ ὢν αὐτὸς Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν καὶ μὴ ἔχων ἁρμοδιότητα νὰ ἐκδίδῃ τοιαύτας διαταγάς. Πιστεύω δ’ ὅτι καὶ ἐκ τοῦ τηλεγραφήματος τούτου καὶ ἐκ πάντων τῶν ἄλλων τηλεγραφημάτων καὶ τηλεγραφικῶν συνεννοήσεων, τὰ ὁποῖα ἐν τῇ ἐπισήμῳ ἐκθέσει τῆς Α. Β. Ὑψ. τοῦ Διαδόχου, ὡς ἀρχηγοῦ τοῦ στρατοῦ, εἶναι κατακεχωρημένα, καὶ ἐξ αὐτῆς ταῦτα ἀνέγνωσα, οὐδεμία μένει ἀμφιβολία, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ὁ μόνος ἁρμόδιος, οὔτε διέταξε τὴν ὑποχώρησιν, οὔτε ἐνέκρινεν αὐτήν, οὔτε κἄν ἔλαβε γνῶσιν, ὅτε ἀπεφασίσθη αὕτη. Ὁποίαν ἔννοιαν ἔχει τὸ πρῶτον τηλεγράφημα τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, τὸ ὁποῖον ἀνέγνωσα ἐκ τῆς ἐπισήμου ἐκθέσεως τῆς Α. Β. Ὑψ. τοῦ Διαδόχου, ὡς ἀρχηγοῦ τοῦ στρατοῦ, ἀφίνω εἰς ὑμᾶς νὰ κρίνητε, ὡς καὶ περὶ τῆς ἐννοίας τοῦ ἀμέσως μετ’ αὐτό, τὴν αὐτὴν πρωΐαν τῆς 14 Ἀπριλίου, ἑτέρου τηλεγραφήματος, δι’ οὗ ὁ Ὑπουργὸς, μεταβὰς ὁ ἴδιος εἰς τὸ τηλεγραφεῖον, ἐζήτει παρὰ τοῦ ἀρχηγοῦ διαφόρους πληροφορίας, καὶ τοῦ ὁποίου μέρος ἀνέγνωσα ἐκ τῆς αὐτῆς ἐκθέσεως, ἐν τῇ ὁποίᾳ ὅμως ἀτυχῶς παρατηροῦνται παραλείψεις τινὲς, δι’ ἀποσιωπητικῶν σημειούμεναι...

§157Ν. ΓΟΥΛΙΜΗΣ. Διότι, φαίνεται, τὸ τηλεγράφημα δὲν μετεβιβάσθη ὁλόκληρον.

§158Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Τὸ τηλεγράφημα μετεβιβάσθη ὁλόκληρον, καὶ ὁλόκληρον κατεχωρήθη ἐν τῇ ἐκθέσει, ἀλλὰ λέξεις τινὲς καὶ μόνον μία ὁλόκληρος ἐρώτησις, ἡ ἕκτη, παραλείπεται. Φαίνεται ὅμως, ὅτι δὲν ἔλαβε γνῶσιν τοῦ τηλεγραφήματος, τὸ ὁποῖον σᾶς ἀνέγνωσα, ὁ ἀξιότιμος ἐκ Βονίτσης συνάδελφος καὶ μέλος τοῦ Ἐπιτελείου ἐν τῷ πολέμῳ. Ἐκ τῆς δευτέρας καὶ ἐκ τῆς τρίτης ἐρωτήσεως ἐν τῷ τηλεγραφήματι αὐτῷ τοῦ Ὑπουργοῦ καταδεικνύεται τρανότατα, ὅτι καὶ τὴν ἀπόφασιν περὶ ὑποχωρήσεως εἰς Φάρσαλον ἔλαβε καὶ τὴν διαταγὴν περὶ αὐτῆς ἔδωκε τὸ Ἀρχηγεῖον ἄνευ γνώσεως τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργοῦ, ὁ ὁποῖος ἄλλως βεβαίως δὲν θὰ ἠρώτα μετὰ τὴν ὑποχώρησιν, διατὶ ἀπεφάσισαν καὶ διατὶ διέταξαν αὐτὴν, ἐγκαταλιπόντες τὴν Λάρισαν.

§159Ν. ΓΟΥΛΙΜΗΣ. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἀνέγνωσε τὰς ἐρωτήσεις, ἀλλὰ πρέπει νὰ ἀναγνώσῃ καὶ τὰς ἀπαντήσεις. Δὲν πρέπει ἡ Βουλὴ νὰ μείνῃ ὑπὸ τὰς ἐντυπώσεις μόνων τῶν ἐρωτήσεων.

§160ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Εἰς ὅλους ἡμᾶς διενεμήθη ἡ ἔκθεσις τοῦ Διαδόχου, καὶ τὰ γνωρίζομεν ὅλα.

§161Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Αὐτὰ, ἅπερ ἠκούσατε, δὲν εἶναι βεβαίως ἀποκύημα τῆς φαντασίας ἐκείνων, οἵτινες ἀνέφεραν αὐτά. Διὰ τοῦτο ἐγὼ εἶπον, ὅτι θεωρῶ εἰκονικὴν καὶ μὴ οὖσαν τὴν συζήτησιν ταύτην, διὰ τοῦτο εἶπον, ὅτι θεωρῶ ἐκλογικὸν πυροτέχνημα τὴν ζητηθεῖσαν δῆθεν εὐθύνην κατὰ τοιαύτην στιγμὴν τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς. Ἡμεῖς προεβάλομεν ἐρωτήματα, καὶ ἐπὶ τῶν ἐρωτημάτων αὐτῶν ζητοῦμεν ἀπάντησιν· καὶ ἵνα δοθῇ ἡ ἀπάντησις, πρέπει νὰ ἔλθῃ ἀνακριτικὴ ἐπιτροπὴ τῆς Βουλῆς, ἵνα ἐξετάσῃ τὰς παρ’ ἐμοῦ προβληθείσας ἀπορίας· διατὶ ὑπεχώρησεν ὁ στρατὸς ἐκ τῆς Ἠπείρου ἄνευ ἀνάγκης, καὶ ἐνῷ ἡ τῶν πραγμάτων κατάστασις ἐκεῖ ἦτο ὑπὲρ ἡμῶν, κατὰ τὴν ἐπισημότατα ἐκδηλωθεῖσαν γνώμην τοῦ ἐκεῖ ἀρχηγοῦ τῶν στρατιωτικῶν ἡμῶν δυνάμεων, διατὶ ἐτρέποντο εἰς φυγὴν ἀδιάκοπον κατὰ τὴν Ἀνατολικὴν Ἑλλάδα, καὶ διατὶ ἐζήτουν καὶ ἐλάμβανον διὰ μολυβδοκονδύλου τὴν γνώμην τοῦ ἡγέτου τῆς Κυβερνήσεως περὶ ἐγκαταλείψεως τῆς Λαρίσης, ἐνῷ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ἔντιμος ἀξιωματικός, ἐμπειρότατος, καὶ ἀνώτατος, κατέχων θέσιν περιφανῆ ἔν τε τῇ κοινωνίᾳ καὶ τῇ Πολιτείᾳ, καὶ λόγῳ τοῦ ἀξιώματος αὑτοῦ, καὶ λόγῳ τοῦ βαθμοῦ, καὶ λόγῳ τοῦ οἰκογενειακοῦ αὑτοῦ ὀνόματος, οὐδόλως ἠρωτᾶτο περὶ τούτου, ὡσανεὶ ἀναρμόδιος! Ἡμεῖς ὑπεβάλομεν ἐρωτήματα, διατὶ ὁ στόλος ἠδράνει. Ἐὰν ἡ ἀνακριτικὴ ἐπιτροπὴ τῆς Βουλῆς συνεκροτεῖτο, ἤθελεν ἔλθει ὁ τηλεγραφητὴς Κωβαῖος, ὅστις δὲν ἐτόλμα νὰ ὁμιλήσῃ ἐνώπιον τοῦ Ναυτοδικείου, καὶ ἤθελε καταθέσει τηλεγραφήματα, δι’ ὧν ἤθελεν ἀποδειχθῆ, τίνες ἦσαν ἐκεῖνοι, οἵτινες παρέλυον πᾶσαν ἐνέργειαν τοῦ στόλου καὶ πᾶσαν ἐνέργειαν τοῦ στρατοῦ. Ἀλλ’ ἠθέλησαν νὰ καταπνίξωσι τὰ πάντα! Συνεκρότησαν, ἵνα ἐκδικάσωσι τὴν κατὰ Σαχτούρη κατηγορίαν, εἰκονικὸν Ναυτοδικεῖον, ἐναντίον τῶν κειμένων νόμων περὶ Ναυτοδικείου καὶ Στρατοδικείου. Καὶ ἐνῷ τὸ Ναυτοδικεῖον, ὅπερ ἔδει νὰ δικάσῃ τὸν ἀξιωματικὸν τοῦ Ναυτικοῦ κ. Κόκκορην, κατηγορούμενον ἐπὶ συκοφαντίᾳ δῆθεν τοῦ πλοιάρχου καὶ μοιράρχου τῆς Ἀνατολικῆς Μοίρας τοῦ στόλου κ. Σαχτούρη, ἐνῷ τὸ Ναυτοδικεῖον ἐκεῖνο, συγκεκροτημένον ἐξ ἀξιωματικῶν τοῦ πολεμικοῦ ναυτικοῦ, ἐκ τῶν φυσικῶν δικαστῶν τοῦ κατηγορουμένου κ. Κόκκορη, ἐκήρυττεν αὐτὸν ἀθῷον ἐπὶ τῇ κατ’ αὐτοῦ κατηγορίᾳ καὶ συκοφαντίᾳ, συνεκρότουν εἶτα ἕτερον Ναυτοδικεῖον, ἵνα δικάσῃ τὰς κατὰ τοῦ κ. Σαχτούρη ὑπ’ ἐμοῦ ἐγερθείσας κατηγορίας! Καὶ τίς προήδρευε τοῦ Ναυτοδικείου τούτου; Ὁ Διευθυντὴς τοῦ Ναυστάθμου κ. Κουτσοῦκος. Καὶ τίνες συνεκρότησαν τὸ Ναυτοδικεῖον ἐκεῖνο; Οἱ φυγάδες τῆς Λαρίσης! Ποῖος ἦτο μέλος τοῦ Ναυτοδικείου; Ὁ κύριος Σαπουντζάκης! Ποῖος ἦτο ὁ κύριος Σαπουντζάκης; Καθ’ ἣν ἐποχὴν, Κύριοι, ὁ Βόλος ἐγκατελιμπάνετο, καθ’ ἣν ἐποχὴν πολύτιμον καὶ ἄφθονον ὑλικὸν πολέμου ἔμελλε νὰ παραδοθῇ εἰς χεῖρας τοῦ ἐχθροῦ, τοπομαχικὰ πυροβόλα, χιλιάδες στολῶν, χιλιάδες ὅπλων, ἑκατοντάδες κιβωτίων πολεμεφοδίων, καθ’ ἣν ἐποχὴν συνέρρεον ἐκ τῆς ἐσωτέρας Θεσσαλίας εἰς τὸν Βόλον γυναῖκες καὶ παιδία ἐγκαταλελειμμέναι καὶ τρέμουσαι, καὶ φεύγουσαι τὴν ὀργὴν τοῦ τουρκικοῦ στρατοῦ καὶ τὴν μάχαιραν αὐτοῦ, ὁ ἐπιτελάρχης τοῦ Ἐπιτελείου ἐκείνου κύριος Σαπουντζάκης ἐτηλεγράφει: «Ἐκ Φαρσάλων (Ἀριθ. 131), Ἀπριλίου 13)25 1897, ὥρᾳ 10 π. μ. Τόμπλερ, φρούραρχον Βόλου, Βόλον. Συλλέξατε μαγείρους καὶ μαγειρικὰ σκεύη Διαδόχου, ὡς καὶ ἐμοῦ, καὶ ἀποστείλατε Φάρσαλα πάραυτα δι’ ἐκτάκτου ἁμαξοστοιχίας. Κ. Σαπουντζάκης.» Καὶ δεύτερον: Ἀριθ. 132. Ἐκ Φαρσάλων, Ἀπριλίου 13)25 1897, ὥρᾳ 10 π. μ. Κηρῦκον, Διευθυντὴν Σιδηροδρόμου, Βόλον. Δι’ ἐκτάκτου ἁμαξοστοιχίας φροντίσατε ἀποστολὴν Φάρσαλα μαγείρων καὶ μαγειρικῶν σκευῶν Διαδόχου καὶ ἐμοῦ. Κ. Σαπουντζάκης.» Τὰ περὶ τούτων ἐκτενῶς ἔγραψα ἐν τῷ «Σκρὶπ» τῆς 13 Αὐγούστου 1898 ἔτους.

§162Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Περὶ γυναικοπαίδων οὐδεμία πρόνοια!

§163Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Αὐτὰ, Κύριοι, ἦσαν τὰ μέλη τοῦ Ναυτοδικείου, ὅπερ συνεκροτήθη, ἵνα ἀπαλλάξῃ πάσης κατηγορίας τὸν μοίραρχον κ. Σαχτούρην! Ποῖοι ἄλλοι ἀπετέλουν μέρος τοῦ Ναυτοδικείου ἐκείνου; Ἀξιωματικοί, οἵτινες, οὐχὶ βεβαίως πάντες, ἀλλ’ οἱ πλεῖστοι, κατὰ τὰς κρισίμους τῆς πατρίδος περιστάσεις δὲν ἐξετέλεσαν τὸ εἰς αὐτοὺς ἐπιβεβλημένον καθῆκον...

§164ΑΛΕΞ. Μ. ΚΑΝΑΡΗΣ. Ποῖοι εἶναι αὐτοί;

§165Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Τοὺς ἠξεύρετε. Ἀλλ’ ἐὰν, Κύριοι, ἦναι ἀκριβῆ, ὡς βεβαίως εἰσὶ, τὰ καταγγελλόμενα κατὰ τὴν ἑσπέραν ταύτην παρ’ ἀντιπροσώπου τοῦ ἔθνους, δὲν ἔπρεπε νὰ εὑρεθῇ, διατὶ δὲν ἐξετελοῦντο αἱ διαταγαὶ τῶν ὑπευθύνων Ὑπουργῶν; Δὲν ἔπρεπεν ἀνακριτικὴ ἐπιτροπὴ τῆς Βουλῆς νὰ ἐρευνήσῃ καὶ νὰ μάθῃ, διὰ ποίαν ἆρά γε αἰτίαν ὁ ἐπὶ τῆς Κυβερνήσεως Δηλιγιάννη Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν κύριος Ν. Μεταξᾶς, ὅτε ἐν τῷ Ὑπουργικῷ Συμβουλίῳ ἀνηγγέλθη αὐτῷ, ὅτι ἐγκατελείφθη ἡ Λάρισα, ἔξαλλος ἐξ ὀργῆς, εἶπε τοὺς ἑξῆς ἀξιομνημονεύτους λόγους; ὅτι «ἐφ’ ὅσον οἱ Βασιλόπαιδες ὑπηρετοῦσιν ἐν τῷ στρατῷ, στρατὸς δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑφίσταται»,—ἕνεκα ἄλλως πολλῶν λόγων, οὓς ἀνεπτύξαμεν κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ Γενικῆς Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ. Ταῦτα πάντα μόνον ἀνακριτικὴ ἐπιτροπὴ τῆς Βουλῆς ἦτο ἁρμοδία νὰ κρίνῃ, νὰ εὕρῃ καὶ ἐξετάσῃ. Ταῦτα πάντα ἔδει τότε νὰ ἐξετασθῶσιν. Ἀλλ’ ἀντὶ τούτων, Κύριοι, τί ἔπραξαν; Ὁσάκις μὲν ἐξελέχθη ἐξεταστικὴ τῶν πραγμάτων ἐπιτροπὴ, διὰ παντὸς τρόπου κατώρθωσαν νὰ παραλύσωσι τὰς ἐργασίας αὐτῆς, καθ’ ἣν δὲ στιγμὴν ἡ Βουλὴ πνέει τὰ λοίσθια, ἐφαντάσθησαν, ὅτι ἐδύναντο νὰ διασκεδάσωσι τοὺς ἐκλογεῖς μου, συγκαλοῦντες αὐτοὺς εἰς τὰ ἀκροατήρια τῆς Βουλῆς, ἵνα μάθωσι, τίνες εὐθύνονται διὰ τὸν οὕτω πως διεξαχθέντα πόλεμον! Ἀλλὰ, Κύριοι, παρακαλῶ καὶ τὸν ἐξ Ὕδρας κ. Βουλευτὴν καὶ Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν εὐθὺς μετὰ τὴν πτῶσιν τῆς Κυβερνήσεως τοῦ κυρίου ἐκ Γόρτυνος Βουλευτοῦ, τὸν κύριον Τσαμαδὸν, νὰ δηλώσῃ, τί ἐνόει καὶ τίνας ἐνόει, ὅτε ἐξέδιδε τὴν ἑξῆς διαταγήν; (ἀναγινώσκει): «Ἀριθ. 32721 Τηλεγράφημα. Ἀπαγόρευσις συνεννοήσεως μετ’ ἄλλων Ἀρχῶν. Διεύθυνσις ἐπιτελικῆς ὑπηρεσίας, ἀνθυπασπιστὴν Ρεμπᾶκον, Κύθηρα. Διαβιβάσατε ἀρχηγῷ κατοχῆς Κρήτης κάτωθι τηλεγράφημα: «Πρὸς τὰ Ἀρχηγεῖα Θεσσαλίας, Ἠπείρου καὶ Κρήτης. Ἀπαγορεύομεν ὑμῖν αὐστηρῶς νὰ ζητῆτε ὁδηγίας παρ’ ἄλλης, ἐκτὸς τοῦ ὑφ’ ἡμᾶς Ὑπουργείου, Ἀρχῆς, ἀλλ’ οὐδὲ νὰ κοινοποιῆτε εἰς ἄλλην Ἀρχὴν ὅσα πρὸς ἡμᾶς ἀναφέρετε. Ἐν Ἀθήναις, 18 Ἀπριλίου 1897 Ὑπουργὸς Στρατιωτικῶν Ν. Τσαμαδός.» Ἐπεθύμουν ν’ ἀπαντήσῃ ὁ κύριος ἐξ Ὕδρας συνάδελφος, τίνα τάχα ἀφεώρα ἡ διαταγὴ αὕτη;

§166ΑΣΗΜ. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τοὺς οἰκονομικοὺς ἐφόρους!

§167ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει ἄλλος τις τὸν λόγον;

§168Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν φρονεῖ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως μὴ εὑρεθῶμεν πάλιν ἀπέναντι Ὑπουργοῦ, ὅστις ἐκοιμᾶτο κατὰ τὴν ὥραν τοῦ κινδύνου, ὡς ἐκοιμᾶτο ἐκεῖνος, ὅστις ἐξηνάγκασε τὸν πρώην Πρωθυπουργὸν κ. Δηλιγιάννην νὰ ἐπιληφθῇ τῶν καθηκόντων αὐτοῦ, δὲν φρονεῖ, λέγω, ὅτι, ὡς Κυβέρνησις διαδεξαμένη τὴν περατώσασαν τὸν πόλεμον, ὀφείλει νὰ λάβῃ τὸν λόγον, καὶ νὰ ἐξηγήσῃ, πῶς οὐδεμία ἐλήφθη πρόνοια, ὅπως διευκρινηθῶσιν ὅλα ἐκεῖνα τὰ σημεῖα, τὰ πρὸ ὀλίγου διατυπωθέντα, καὶ ἕνεκα τῶν ὁποίων διασύρονται καὶ ἀνεύθυνοι; Ἐπεθύμουν νὰ ἐρωτηθῇ ὁ κ. Πρωθυπουργός, ἐὰν θέλῃ νὰ λάβῃ τὸν λόγον.

§169Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν μεταβαίνει μία ἐπιτροπὴ νὰ ἐρωτήσῃ τὸν κ. Πρωθυπουργόν;

§170Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Ἄλλως θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ ἀναβάλῃ τὴν συνεδρίασιν δι’ αὔριον, ἵνα δυνηθῇ νὰ παραστῇ καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως.

§171ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑποβάλλετε πρότασιν περὶ ἀναβολῆς; (Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἀπὼν ἀπό τινος τῆς αἰθούσης, εἰσέρχεται εἰς τὴν αἴθουσαν τὴν στιγμὴν ταύτην)

§172Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Ἐὰν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐννοῇ νὰ λάβῃ τὸν λόγον, δὲν ἐπιμένω εἰς τὴν ἀναβολήν.

§173ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Αὔριον, κύριε Πρόεδρε. (Ὁ κ. Ράλλης διευθύνεται πρὸς τὸ βῆμα).

§174ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ὁμιλήσῃ ὁ κύριος Ράλλης.

§175Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Ἐφρόνουν, Κύριοι, ὅτι κατὰ τοιαύτην συζήτησιν, ἥτις δύναται νὰ θίξῃ καὶ τὰς εὐθύνας ἀνευθύνων, ἡ θέσις τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ἦτο ἐδῶ, καὶ οὐχὶ εἰς τὸ δωμάτιον τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς, ἐφρόνουν ὅτι εἶχε καθῆκον νὰ ἐξηγήσῃ, πῶς ἡ Κυβέρνησις, οὐχὶ ἡ νῦν, ἀλλ’ ἡ πρώτη, ἡ ὑπ’ αὐτὸν σχηματισθεῖσα, δὲν ἐφρόντισε νὰ πράξῃ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον οἱαδήποτε Κυβέρνησις ἐξερχομένη ἐκ πολέμου ἔπραξεν. Ἐὰν ἠθέλετε ν’ ἀνατρέξητε εἰς τὰ πρακτικὰ τῆς Γαλλικῆς Συνελεύσεως μετὰ τὸν πόλεμον τοῦ 1870, ἠθέλετε εὕρει, ὅτι τότε συνεκροτήθησαν Στρατοδικεῖα καὶ Ναυτοδικεῖα διὰ πᾶσαν τὴν δρᾶσιν τοῦ στρατοῦ καὶ τοῦ ναυτικοῦ, ἠθέλετε εὕρει αὐτὸν τὸν ἔξοχον ἥρωα, τὸν ὑπερασπιστὴν τοῦ Βελφόρ, προσερχόμενον ἐνώπιον τοῦ Στρατοδικείου, ἵνα δώσῃ λόγον, πῶς ὑπερησπίσθη τὸ Βελφόρ, τὸ ὁποῖον χάριν τῆς ἀνδρείας του καὶ διὰ τῆς ἀνδρείας του ἐσώθη ὑπὲρ τῆς Γαλλίας. Ἀλλ’ ἡμεῖς παρεδώκαμεν εἰς τὸν ἐχθρὸν πλέον τοῦ ἡμίσεος τῆς Ἑλλάδος, παρεδώκαμεν εἰς τὸν ἐχθρὸν ὁλόκληρον τὴν ὁροθετικὴν γραμμήν, παρεδώκαμεν εἰς τὸν ἐχθρὸν τὴν Λάρισαν μεθ’ ὅλου τοῦ ὁπλισμοῦ της, μετὰ χιλιάδων ὅπλων, μεθ’ ὅλων τῶν ἀποσκευῶν τοῦ στρατοῦ, παρεδώκαμεν εἰς τὸν ἐχθρὸν καὶ τὴν γραμμὴν τῆς Ὄθρυος, τὴν ἀπόρθητον κατὰ τὸν Βοσσὲρ, καὶ ἐν τούτοις δὲν εἴδομεν μήτε ἓν Στρατοδικεῖον νὰ συνέλθῃ, ἵνα ἐξετάσῃ, ἵνα ἀνακρίνῃ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι εἶχον τὴν εὐθύνην τῆς διευθύνσεως τοῦ πολέμου! Καὶ ἡ παράλειψις αὕτη ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως, ἥτις συνέστη ἀμέσως μετὰ τὴν ἐπιβολὴν τῶν προκαταρκτικῶν ὅρων τῆς εἰρήνης, ἤγαγεν εἰς τὴν σύγχυσιν, εἰς ἣν παριστάμεθα σήμερον, ἤγαγε δὲ εἰς τοιαύτην σύγχυσιν, ὥστε παραδόξως σήμερον ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Λακεδαίμονος καὶ ὁ ἀξιότιμος συμπολίτης μου ἦλθον νὰ ἐξετάσωσιν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς τὴν δρᾶσιν τοῦ στρατοῦ καὶ τὴν δρᾶσιν τοῦ ναυτικοῦ. Ἐπιτρέψατέ μοι. Κύριοι, νὰ νὰ μὴ ἀκολουθήσω αὐτοὺς εἰς τὴν τοιαύτην τακτικὴν, διότι κηρύσσω ἐμαυτὸν ἐντελῶς ἀναρμόδιον ἐπὶ τῶν τοιούτων ζητημάτων· αἱ γνῶμαί μου ἐπὶ τοιούτων θεμάτων εἰς οὐδὲν ἤθελον ἐπὶ πλέον συντελέσει ἢ εἰς τὴν τελειοτέραν σύγχυσιν τῆς Βουλῆς. Ὁ καταλογισμὸς, Κύριοι, τῶν εὐθυνῶν τοῦ πολέμου συνεπάγεται τὴν ἔρευναν τριῶν κεχωρισμένων καὶ διαφόρων σταδίων, καὶ ἀπὸ τριῶν διαφόρων ἀπόψεων. Τὸ πρῶτον στάδιον περιλαμβάνει τὴν ἐξέτασιν τῶν λόγων τῶν ἐπενεγκόντων τὸν πόλεμον, τὸ δεύτερον περιλαμβάνει τὸν τρόπον τῆς διεξαγωγῆς τοῦ πολέμου, καὶ τὸ τρίτον τὸν τρόπον τῆς συνομολογήσεως τῆς εἰρήνης καὶ τοὺς ὅρους αὐτῆς. Τὸ πρῶτον καὶ τὸ τρίτον εἶναι βεβαίως τῆς ἁρμοδιότητος τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ τὸ δεύτερον, τὸ περὶ τοῦ τρόπου τῆς διεξαγωγῆς τοῦ πολέμου, φρονῶ ὅτι ἐκφεύγει τῆς ἁρμοδιότητος τῆς Βουλῆς, ἐκτὸς ἐὰν ἡ Βουλὴ πρόκηται νὰ καταναλώσῃ χρόνον, δημιουργοῦσα σύγχυσιν ἐν τῇ γνώμῃ αὐτῆς, ἀλλὰ σύγχυσιν καὶ ἐν τῷ τόπῳ. Εἰς τίνα τῷ ὄντι ἐκ τοιαύτης ἐρεύνης ἀποτελέσματα δύναται νὰ φθάσῃ ἡ Βουλή; Ὁ ἀξιότιμος συμπολίτης μου παραδόξως πρὸ ὀλίγου ἔλεγεν, ὅτι ἔπρεπε νὰ σχηματισθῇ ἀνακριτικὴ ἐπιτροπή, διὰ νὰ ἐξετάσωμεν τὸν τρόπον τῆς διεξαγωγῆς τοῦ πολέμου, τὴν κατ’ αὐτὸν δρᾶσιν τοῦ στρατοῦ καὶ τὴν δρᾶσιν τοῦ ναυτικοῦ. Ἀλλὰ ποῦ εὗρε τὸ τοιοῦτον δικαίωμα τῆς Βουλῆς; Ἡ Βουλὴ ἔχει δικαίωμα ἐκ τοῦ Συντάγματος, ἡ Βουλὴ ἔχει δικαίωμα ἐκ τοῦ Κανονισμοῦ της νὰ διορίζῃ ἐξεταστικὰς τῶν πραγμάτων ἐπιτροπάς, ἀλλ’ ἀνακριτικὴν ἐπιτροπὴν οὐδαμοῦ τοῦ Συντάγματος καὶ οὐδαμοῦ τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς εὑρίσκω, εἰμὴ ἐν μιᾷ μόνον περιπτώσει, ὅταν πρόκηται περὶ κατηγορίας κατὰ Ὑπουργῶν...

§176Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Αὐτὸ εἶπον.

§177Δ. ΡΑΛΛΗΣ. .. Ἀλλὰ διὰ νὰ διορισθῇ ἀνακριτικὴ ἐπιτροπή, ἔπρεπε νὰ ὑπάρξῃ κατηγορία, κατηγορία καθ’ ὡρισμένων Ὑπουργῶν, κατηγορία κατὰ τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐκ Γόρτυνος καὶ τῶν συναδέλφων του...

§178Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Καὶ δι’ ὡρισμένας πράξεις καὶ παραλείψεις.

§179Δ. ΡΑΛΛΗΣ. .. κατηγορία κατ’ ἐμοῦ καὶ τῶν τότε συναδέλφων μου· καὶ ἡ κατηγορία αὕτη ἔπρεπε νὰ διατυπωθῇ δι’ ὡρισμένας πράξεις καὶ παραλείψεις, ὡς παρατηρεῖ ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος, καὶ νὰ ὑπογραφῇ ὑπὸ ὡρισμένου ἀριθμοῦ Βουλευτῶν. Καὶ ὅταν εὑρισκώμεθα πρὸ τοιούτων διατάξεων τοῦ Συντάγματος, κανονιζουσῶν τὰ δικαιώματα τῆς Βουλῆς, ποῦ ἠδυνάμεθα νὰ στηρίξωμεν τὴν ἀνακριτικὴν ἐπιτροπήν; πόθεν ἠδύνατο νὰ προκύψῃ αὕτη; Ἀναμφισβητήτως, Κύριοι, πρόκειται περὶ τρόπου ἐκφράσεως ἐκ μέρους τοῦ ἀξιοτίμου συμπολίτου μου — διότι βεβαίως δὲν παρεῖδε ταῦτα. — Ἤθελε νὰ παραστήσῃ ἴσως, ὅτι, ἐὰν ὅτε τὰ πράγματα ἦσαν πρόσφατα ἐπελαμβάνετο ἡ Βουλὴ τῆς ἐξετάσεως τῶν πραγμάτων, ἠδύνατο νὰ καταλήξῃ εἰς μίαν κατηγορίαν κατὰ τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐκ Γόρτυνος, εἰς μίαν κατηγορίαν κατ’ ἐμοῦ...

§180Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἀλλὰ πρὸς τοιοῦτον σκοπὸν συνεστήθησαν αἱ ἐξεταστικαὶ ἐπιτροπαί, διὰ ν’ ἀνακαλύψωσιν, ἐὰν ὑπῆρχον πράξεις ἐπιλήψιμοι.

§181Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Βεβαίως μία ἐξεταστικὴ ἐπιτροπὴ ἠδύνατο κατόπιν τῶν συμπερασμάτων της νὰ φέρῃ εἰς μίαν κατηγορίαν κατὰ Ὑπουργῶν, οὐχὶ κατὰ τῶν ὁδηγησάντων τὸ στράτευμά μας· ἀλλ’ ἡ ἐπιτροπὴ αὕτη δὲν ἐλειτούργησε, κατηγορία δὲν διετυπώθη, ἀνακριτικὴ ἐπιτροπὴ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συστηθῇ, εἰμὴ κατόπιν κατηγορίας κατὰ Ὑπουργῶν, καὶ μένει πάλιν ἀκεραία διὰ τὴν παράλειψιν ἐπιτακτικοῦ καθήκοντος ἡ εὐθύνη τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης, ἥτις συνέστη ἀμέσως μετὰ τὴν προκαταρκτικὴν εἰρήνην, τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης, ἥτις εἰς οὐδὲν κατέγεινε, παρὰ μόνον, πῶς τὰ βάρη τὰ ἐκ τῶν ἀτυχιῶν ἡμῶν, ἐκ τῶν συμφορῶν τοῦ πολέμου, τὰ ἐπιβληθέντα εἰς τὸ Κράτος, νὰ τὰ καταστήσῃ ἀκόμη ἐπαχθέστερα. Ἐνόμισεν, ὅτι ἡ θέσις τῆς Κυβερνήσεως κατὰ κατὰ τοιαύτας περιστάσεις εἶναι θέσις ἀμεριμνομερίμνης, ἀλλ’ ἰδοὺ εἰς τίνα ἀποτελέσματα ἤγαγεν ἡ ἀμεριμνομέριμνα τῆς τότε Κυβερνήσεως! Σήμερον ἔχομεν τελείαν τὴν σύγχυσιν τῶν εὐθυνῶν, καὶ σύρομεν πρὸς ταύτας καὶ αὐτὰ τὰ ἀνεύθυνα πρόσωπα! Οὕτω, Κύριοι, οὐδὲν ἔχω νὰ προσθέσω ἐπὶ πλέον, σχετικῶς πρὸς τὸ δεύτερον στάδιον τῶν εὐθυνῶν τοῦ πολέμου, σχετικῶς πρὸς τὸν τρόπον τῆς διεξαγωγῆς αὐτοῦ, τῆς περὶ ταύτην ἐρεύνης διαφευγούσης τὴν ἁρμοδιότητά μου. Μένουσι τὰ ἕτερα δύο στάδια, ἅτινα καὶ ταῦτα οὐχ ἧττον εἶναι πλούσια εἰς εὐθύνας. Καὶ ὁ κύριος Βουλευτὴς ἐκ Καρυστίας ἐν τῇ ῥύμῃ τοῦ λόγου του ὡμίλησε περὶ τῶν διαπραγματεύσεων, αἱ ὁποῖαι διεξήχθησαν παρὰ τῆς Κυβερνήσεως, ἥτις διεδέχθη τὸν ἀξιότιμον Βουλευτὴν ἐκ Γόρτυνος, διαπραγματεύσεων ἀφορωσῶν εἰς τὸν ἐπιβληθέντα ἡμῖν ἔλεγχον, καὶ ἀνέγνωσεν ἔγγραφον τῆς 24 Ἰουλίου τοῦ 1897, τὸ ὁποῖον ἐφάνη καὶ εἰς αὐτὸν καὶ εἰς τὴν Βουλὴν ὡς κἄτι τι καινόν...

§182ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Εἰς τὴν Βουλὴν δὲν ἐφάνη.

§183Δ. ΡΑΛΛΗΣ. .. καὶ δι’ οὗ ἠθέλησε ν’ ἀποδείξῃ, ὅτι πάντα τὰ φοβερὰ ἀποτελέσματα, εἰς ἃ προήλθομεν, ἀπορρέουσιν ἐκ τῆς ἐν τῷ ἐγγράφῳ ἐκείνῳ προτάσεως. Κατηγόρησε δὲ ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἐκ Καρυστίας, ὅτι ἡμεῖς, οἱ ἀτυχήσαντες νὰ κυβερνήσωμεν τότε τὴν χώραν, παρείδομεν ἐπὶ τοσοῦτον τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα, ὥστε πρῶτοι ἐσπεύσαμεν νὰ προσφέρωμεν τὸν ἔλεγχον εἰς τοὺς δανειστὰς, καὶ μάλιστα ὑπὲρ τῶν παλαιῶν χρεῶν· καὶ νομίζω ὅτι ὡς τοιαῦτα ὑπελάμβανεν ὁ κ. Βουλευτὴς τὰ ἀπὸ τοῦ 1821 συνομολογηθέντα. Οὐδὲν καινόν, Κύριοι, ἀπεκάλυψεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Καρυστίας· ἂν δ’ ἐφάνη σκληρὰ ἡ διακοπὴ, τὴν ὁποίαν ἔκαμα πρὸς αὐτὸν, τοῦτο ὀφείλεται εἰς τὸ ὅτι δὲν διετύπωσα ὁλόκληρον τὴν ἰδέαν μου. Ἂν ἀποσπάσῃ τις ἓν μόνον ἔγγραφον ἐκ σειρᾶς τοιούτων, δύναται νὰ φθάσῃ εἰς πεπλανημένα συμπεράσματα. Διὰ τοῦτο εἶπον, ὅτι ὁ κ. Βουλευτὴς δὲν ἠδυνήθη νὰ ἐννοήσῃ τὴν ἔννοιαν τοῦ ἐγγράφου, οὐχὶ διότι ἀμφέβαλλον περὶ τῆς εἰλικρινείας αὐτοῦ, περὶ τῆς καλῆς του πίστεως, περὶ τῆς ἀγχινοίας του, ἀλλὰ διότι δὲν ἠδύνατο νὰ κατανοήσῃ τὴν ἔννοιαν τοῦ ἐγγράφου, ἀποσπῶν αὐτὸ ἀπὸ τῆς σειρᾶς, εἰς ἣν ἀνήκει. Ἰδοὺ τί λέγει τὸ ἔγγραφον τῆς 24 Ἰουλίου, ὅπερ ἐπεκαλέσθην ἐγὼ αὐτὸς κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς 18 Σεπτεμβρίου 1897, ὅτε ἀπελογούμην ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ὑπὲρ τῆς Κυβερνήσεως, ἥτις εἶχεν ὑποστῆ τοὺς προκαταρκτικοὺς ὅρους τῆς εἰρήνης, μόνην δικαιολογίαν ἔχων ὑπὲρ ἐμοῦ καὶ τῶν συναδέλφων μου τὸ ἔγγραφον τοῦτο. Διατί; Διότι περιελάμβανε πρότασιν, ἥτις διετυποῦτο πρὸς τὸν σκοπὸν τῆς ἀποτροπῆς τοῦ διεθνοῦς ἐλέγχου, τοῦ τόσον σκαιῶς ἐπιβληθέντος κατόπιν ἡμῖν. Ἀλλ’ ὁ κύριος Βουλευτὴς ἐκ Καρυστίας, μὴ γνωρίζων τὴν σειρὰν τῶν διαπραγματεύσεων, καὶ τὰς περιστάσεις, τίς ἐπρότεινε τὸν ἔλεγχον ἐπὶ τῶν παλαιῶν χρεῶν, ἠγνόει περιπλέον, ὅτι ἡ κλεὶς τῆς εἰρήνης, ἡ κλεὶς τῆς ἐκκενώσεως τῆς Θεσσαλίας ἦσαν τὰ παλαιὰ χρέη· διότι ἀπέναντι ἡμῶν εἴχομεν τὴν Γερμανίαν, ἥτις ὡς ὅρον τῆς συνομολογήσεως τῆς εἰρήνης ἔθετο ἕνα καὶ μόνον, τὴν ἀναγνώρισιν τῶν παλαιῶν χρεῶν καὶ τὴν ἐπιβολὴν τοῦ ἐλέγχου εἰς τὸ Κράτος ὑπὲρ τῶν παλαιῶν δανειστῶν. Τοῦτο προκύπτει ἐκ σειρᾶς ἐγγράφων, ἅτινα εὑρίσκονται καὶ πρὸ καὶ μετὰ τὸ ἔγγραφον τῆς 24 Ἰουλίου 1897. Λόγου χάριν, ὑπὸ χρονολογίαν τῆς 19 Αὐγούστου θέλετε εὕρει τὸ ἑξῆς ἔγγραφον τοῦ τότε Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν πρὸς τοὺς παρὰ ταῖς ξέναις Αὐλαῖς ἀντιπροσώπους ἡμῶν: «Ἵνα τηρῶ ὑμᾶς ἐνημέρους τῆς καταστάσεως, κρίνω χρήσιμον ν’ ἀνακοινώσω ὑμῖν περίληψιν τηλεγραφήματος τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργοῦ τοῦ Βερολίνου, ὅπερ σήμερον ἀνέγνω μοι ὁ πρεσβευτὴς τῆς Γερμανίας. Ἰδοὺ ἡ περίληψις: «Παρακαλῶ νὰ εἴπητε τῷ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργῷ, ὅτι δὲν ἠθέλομεν ἀποβλέψει εἰς τὸ ζήτημα νὰ μάθωμεν, τίνες πρόσοδοι προορισθήσονται εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῶν παλαιῶν χρεῶν, καὶ τίνα ἐνέχυρα δύνανται νὰ κατασταθῶσιν ἐλεύθερα διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ νέου δανείου, εἰμὴ ὅταν ἡ ἐγκατάστασις τοῦ ἐλέγχου τῶν παλαιῶν καὶ νέων χρεῶν, τοῦ ἀποφασισθέντος ἐν Κωνσταντινουπόλει, ἐξασφαλισθῇ κατὰ τρόπον πραγματικόν.» Αὕτη ἦτο ἡ ἀπαίτησις τῆς Γερμανικῆς Κυβερνήσεως, ἣν ἠναγκάσθημεν οὐ μόνον ἡμεῖς νὰ ὑποστῶμεν, ἀλλὰ νὰ παραδεχθῶσι καὶ αἱ Δυνάμεις, αἵτινες διετέλουν εὐνούστεραι πρὸς ἡμᾶς. Ἀλλὰ τὸ ἔγγραφον τοῦτο τῆς 24 Ἰουλίου, τὸ ὁποῖον τόσον κατέπληξε τὸν κύριον Βουλευτὴν ἐκ Καρυστίας, μετὰ τὴν παράγραφον, ἣν ἀνέγνωσα, προσθέτει τὰ ἑξῆς, —καὶ θαυμάζω, πῶς τὰ παρεῖδεν ὁ κύριος Βουλευτὴς ἐκ Καρυστίας, καὶ μάλιστα παράπλευρος τοῦ κυρίου Βουλευτοῦ ἐξ Ἄρτης, ὅστις καλῶς γνωρίζει τὰ πράγματα. Ἐπιλέγει τὸ ἔγγραφον: «Ἐὰν ἠξίου τις νὰ προβῇ περαιτέρω, καὶ νὰ ἐπιβάλῃ διεθνῆ ἔλεγχον, τοῦτο ἤθελεν ἀποτελέσει τὴν λῆψιν μέτρων, ἅτινα, οὐδὲν προστιθέμενα εἰς τὴν τῶν δανειστῶν ἐξασφάλισιν, ἤθελον προσβάλει τὴν ἀξιοπρέπειαν τῆς χώρας, παραβλάψει τὸ νόμιμον τῆς ἀνεξαρτησίας δικαίωμα αὐτῆς, καὶ ἐνσπείρει σπέρματα ταραχῶν καὶ μνησικακιῶν, αἵτινες ἤθελον ἀπειλήσει τὴν δημοσίαν τάξιν καὶ βάλει ἐν κινδύνῳ καὶ αὐτὰ τῶν δανειστῶν τὰ συμφέροντα, περὶ ὧν φαίνονταί τινες δικαίῳ τῷ λόγῳ μεριμνῶντες.» Καὶ ἐξ αὐτῆς τῆς περικοπῆς ἔπρεπε νὰ ἐννοήσῃ ὁ κύριος Βουλευτής, ὅτι δὲν ἐγένετο ἡ πρότασις ἐκείνη περὶ συγκεντρώσεως εἰς τὴν Ἑταιρείαν τῶν Μονοπωλίων τῶν πρὸς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ νέου δανείου καὶ τῶν παλαιῶν χρεῶν ὁρισθησομένων προσόδων, ἐγένετο πρὸς ἀποφυγὴν τοῦ διεθνοῦς ἐλέγχου· καὶ δὲν ἔπρεπε νὰ παρίδῃ τοῦτο, ὥστε νὰ κατηγορήσῃ ἡμᾶς, ὅτι προεκαλέσαμεν τὸν ἔλεγχον, ὃν ἡμεῖς ἀπεκρούσαμεν δι’ ὅλων τῶν δυνάμεων ἡμῶν, διότι ἐθεωροῦμεν αὐτὸν τὸν ἐπαχθέστατον τῶν ὅρων τῆς εἰρήνης, ὡς συντρίβοντα τὴν ἀνεξαρτησίαν τοῦ Κράτους, καθιστῶντα ἡμᾶς δεσμίους ἐν τῇ διαχειρίσει τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν καὶ ὑποτελεῖς ἐν τῷ ἰδίῳ ἡμῶν οἴκῳ. Καὶ τοῦτο ἀποδεικνύει ἐναργῶς τὸ ὑπ’ ἀριθ. 166 ἔγγραφον τῆς 21 Ἰουλίου, τὸ ὁποῖον πρόκειται κατὰ σειρὰν τοῦ ἐγγράφου, ὅπερ ἀνέγνωσεν ὁ κύριος Βουλευτὴς ἐκ Καρυστίας, ἔγγραφον τοῦ τότε Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν πρὸς τὸν ἐπιτετραμμένον τῆς Ἑλλάδος ἐν Λονδίνῳ (ἀναγινώσκει): «Κατὰ σημερινὴν πρός με ἀνακοίνωσιν τοῦ πρεσβευτοῦ τῆς Ἀγγλίας, τὸ ἀφορῶν τὰς ἐγγυήσεις τῶν Ἑλληνικῶν χρεῶν μέρος πρόκειται, ὡς εἰκάζεται, νὰ διατυπωθῇ περίπου ὡς ἑξῆς: «Ἐπὶ τῷ σκοπῷ τούτῳ ἡ διοίκησις τῶν εἰς ἐγγύησιν τοῦ παλαιοῦ καὶ νέου χρέους παραχωρηθεισῶν προσόδων θέλει τεθῇ ὑπὸ τὴν ἐποπτείαν τῶν Δυνάμεων». Παρετήρησα, ὅτι ἡ φράσις «διοίκησις ὑπὸ τὴν ἐποπτείαν» ἤθελεν ἐνέχει τὴν ἐν τῇ διοικήσει τῶν προσόδων τούτων ἀνάμιξιν, καὶ συνεπῶς τὴν ἐν τῇ διοικήσει τοῦ Κράτους τοιαύτην, τοῦθ’ ὅπερ ἤθελεν εἶναι ἀσυμβίβαστον πρός τε τὴν ἀνεξαρτησίαν τῆς χώρας, τὴν κυριαρχίαν αὐτῆς καὶ τὴν ἡμετέραν νομοθεσίαν, καὶ ὅπερ βεβαίως καὶ εὐλόγως ἤθελε καταθορυβήσει τὴν χώραν.» Κύριοι, βεβαίως ὑπῆρξεν ἀτυχὴς ἡ διαδεχθεῖσα τὸν ἀξιότιμον Βουλευτὴν ἐκ Γόρτυνος Κυβέρνησις, διότι οἱ ὅροι οἱ προκαταρκτικοὶ τῆς εἰρήνης ὑπῆρξαν ἐπαχθέστατοι, ἐπαχθέστατος δὲ πάντων ὑπῆρξεν ὁ τοῦ διεθνοῦς ἐλέγχου. Τὸν ὅρον τοῦτον ἐπολεμήσαμεν παντὶ σθένει, προσπαθήσαντες εἰς μάτην ν’ ἀποφύγωμεν τὸν ἐξ αὐτοῦ κλοιόν. Καὶ ὅσοι θελήσωσι νὰ ἐγκύψωσιν εἰς τὴν μελέτην τῶν ἐγγράφων ἐκείνων, θέλουσιν ἀπονείμει δίκαιον ἔπαινον πρὸς τὸν τότε Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν διὰ τὴν ἐπιμονὴν, ἣν ἐπέδειξε, πολεμῶν βῆμα πρὸς βῆμα πρὸς ἀποτροπὴν τῆς συμφορᾶς, ἥτις ἐπρόκειτο τελικῶς νὰ μᾶς πλήξῃ. Κύριοι, δὲν ἤκουσα ἄλλο τι ἐπὶ τοῦ τρίτου τούτου σταδίου τῶν εὐθυνῶν τοῦ πολέμου, καὶ ἐντεῦθεν, καταλείπων αὐτό, ἔρχομαι εἰς τὸ πρῶτον, τὸ στάδιον τὸ σχέσιν ἔχον πρὸς τοὺς λόγους τοὺς ἐπενεγκόντας τὸν πόλεμον. Τὴν εὐθύνην τοῦ πολέμου οἱ ἀξιότιμοι ἐκ τῆς δεξιᾶς ἐπέρριψαν ἐπὶ τὸν ἀξιότιμον ἐκ Γόρτυνος Βουλευτήν, διότι ἀπέδωκαν εἰς αὐτὸν τὴν πρᾶξιν ἐκείνην, ἐκ τῆς ὁποίας εἶπον, ὅτι μοιραίως ἔπρεπε νὰ ἐπέλθῃ ὁ πόλεμος. Τὸν πόλεμον ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς ἀπέδωκεν εἰς τὴν Ἐθνικὴν Ἑταιρείαν καὶ εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι μετ’ αὐτῆς συνέπραττον. Φρονῶ, Κύριοι, ὅτι ἡ εὐθύνη εἶναι κοινή. Καὶ θέλω ἀποδείξει ὑμῖν τοῦτο, ἀναμιμνήσκων τὰ γεγονότα τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, ὡς προκύπτουσιν ἐκ τῶν ἐπισήμων πρακτικῶν. Τὴν εὐθύνην δὲ διεκδικῶ πρῶτος ἐγώ, διότι τὴν ἀνέλαβον ἀφ’ ἧς στιγμῆς ἀπεφασίζετο τὸ πρῶτον ἐκεῖνο βῆμα, τὸ ὁποῖον ἤγαγε μοιραίως εἰς τὸν πόλεμον. Ἐμνήσθη ἤδη ὁ ἀξιότιμος ἐκ Ζακύνθου Βουλευτὴς μιᾶς φράσεώς μου, ἐξενεχθείσης κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς 24 Ἰανουαρίου 1897, ἣν ἐχαρακτήρισεν ὡς θορυβώδη Εἶναι ἡ φράσις: «τολμήσατε! τολμήσατε! τολμήσατε, ἐν ὅσῳ εἶναι ἀκόμη καιρός!» Καὶ θέλω νὰ ἐξηγήσω τὴν φράσιν ταύτην πρὸς τὴν Βουλήν, ὅπως δυνηθῇ νὰ μοὶ καταλογίσῃ τὰς εὐθύνας, τὰς ὁποίας ὑπέχω δι’ αὐτήν. Ἀλλά, ὡς ἔλεγον πρὸ ὀλίγου, τὴν εὐθύνην δὲν διεκδικῶ μόνον σήμερον· τὴν εὐθύνην ἀνέλαβον ἀπὸ τῆς συνεδριάσεως ἐκείνης τῆς 24 Ἰανουαρίου. Οὔτε μὲ ἐνδιαφέρει, ἂν παρῆλθε τοσοῦτος χρόνος, οὔτε ἔχει δι’ ἐμὲ σημασίαν τὸ ὅτι δὲν εὑρίσκομαι ἐν τῇ ἀρχῇ, οὔτε ἔχει δι’ ἐμὲ σημασίαν, ἂν ὑφίσταται ἢ δὲν ὑφίσταται ἢ δύναται νὰ ὑπάρξῃ ποινικὴ καταδίωξις. Διότι διὰ τὸν πολιτευτήν, Κύριοι, ἡ ἠθικὴ εὐθύνη εἶναι ἡ ὑπερτάτη, εἶναι ἡ βαρυτάτη πασῶν. Καὶ τίνα σημασίαν ἔχει πέντε καὶ δέκα ἐτῶν φυλάκισις καὶ εἱρκτὴ διὰ τὸν πολιτευτήν; Καὶ τίνα σημασίαν ἔχει ἡ ἔκπτωσις αὐτοῦ ἐκ τῆς ἀρχῆς, ἀπέναντι τῆς ἠθικῆς εὐθύνης, ὅτι ἐπήνεγκε συμφορὰς εἰς τὸν τόπον αὑτοῦ; Διὰ τοῦτο τὴν εὐθύνην, τὴν ὁποίαν ἀποτίω σήμερον ἐνώπιον ὑμῶν, τὴν θεωρῶ ὑπερτέραν ἐκείνης, ἣν ἤθελον ἀποτίσει ἐνώπιον τοῦ εἰδικοῦ Δικαστηρίου, ὡς Ὑπουργὸς, ἢ ἐνώπιον ὑμῶν διὰ τῆς ψήφου ὑμῶν, ἐὰν κατεῖχον τὴν ἀρχήν. Κύριοι, μετὰ μακρὰν συζήτησιν καὶ μετὰ τὴν φράσιν ἐκείνην, τῆς ὁποίας ἐμνήσθη ὁ ἀξιότιμος ἐκ Ζακύνθου Βουλευτής, ἀνῆλθον τὸ βῆμα τὴν 24 Ἰανουαρίου 1897, καὶ ἔλεγον τότε πρὸς τὴν Βουλήν (ἀναγινώσκει): «Ἡ πολιτεία, τὴν ὁποίαν ὑπέδειξαν οἱ μέχρι τῆς στιγμῆς ταύτης ἐκ τῆς ἀριστερᾶς ἀγορεύσαντες, συνεπάγεται εὐθύνας, συνεπάγεται κινδύνους· συμβουλεύσασα δὲ ἡ Ἀντιπολίτευσις τοιαύτην πολιτείαν, ἐννοεῖ νὰ καταστήσῃ τελείαν τὴν πρὸς αὐτὴν ἀλληλεγγύην της, καὶ νὰ συγκομίσῃ ὁλόκληρον τὴν εὐθύνην, τὴν ὁποίαν ἤθελεν ἀναλάβει ἡ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία ἤθελεν ἐπιτελέσει τὸ πρὸς τὸν Κρητικὸν λαὸν καθῆκον. Ἀκριβῶς πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον, ὅπως διὰ τῆς ψήφου αὐτῆς ἡ Βουλὴ βεβαιώσῃ, ὅτι ἀναλαμβάνει τὴν εὐθύνην τῆς πολιτείας, ἡ ὁποία ὑπεδείχθη πρὸ ὀλίγου ἐντεῦθεν, προβάλλω τὴν ἑξῆς πρότασιν εἰς τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς: «Ἡ Βουλή, κατόπιν τῶν ἀνακοινωθεισῶν παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν πληροφοριῶν περὶ τῶν ἐν Κρήτῃ συμβάντων, καλεῖ τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως ἐπιτελέσῃ τὸ πρὸς τὸν Κρητικὸν λαὸν ἐπιβαλλόμενον τῷ Ἑλληνικῷ Βασιλείῳ καθῆκον.» Διὰ τῆς προτάσεως ἐκείνης ἀνέλαβον ἀκεραίαν καὶ πλήρη τὴν εὐθύνην τῶν κατόπιν τελεσθέντων, καὶ τὴν ἀνελάβετε καὶ ὑμεῖς μετ’ ἐμοῦ. Οὔτε δυνάμεθα νὰ ἐπιρρίψωμεν ἐπὶ τὸν ἀξιότιμον ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴν τὴν εὐθύνην τῆς καταλήψεως τῆς Κρήτης, τῆς ἀποστολῆς τῶν πλοίων, τῆς ἀποστολῆς τοῦ σώματος τοῦ κ. Βάσσου, διότι, ἐὰν ἔπραξε τοῦτο εἴτε πρὸ εἴτε μετὰ τὴν πρότασιν ἐκείνην, τὸ ἔπραξε βεβαίως ὑπὸ κοινὴν ἡμῶν εὐθύνην καὶ κατὰ σύμφωνον ἡμῶν γνώμην. Ἀλλὰ διὰ νὰ ἐκτιμήσητε, Κύριοι, κατὰ πόσον ὑφίσταται εὐθύνη, καὶ κατὰ πόσον ἡ πολιτεία ἐκείνη ἐπεβάλλετο ἐκ τῶν περιστάσεων καὶ ἐκ τῶν κινδύνων, οὓς διέτρεχε πολύτιμον τμῆμα τοῦ Ἑλληνισμοῦ, ἀναγκαίως πρέπει νὰ παραστήσω ὑμῖν αὐτὰς τὰς τότε περιστάσεις, καὶ θὰ σᾶς τὰς ἀναπαραστήσω ἐκ τῶν ἐπισήμων κειμένων. Τὴν 23 Ἰανουαρίου, δηλ. τὴν παραμονὴν, ὁ τότε Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, ὁ ἀξιότιμος συμπολίτης μου κ. Σκουζὲς, ἀνελθὼν τὸ βῆμα, ἀνήγγειλε πρὸς τὴν Βουλὴν τὰ ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Αἱ εἰδήσεις, τὰς ὁποίας ἔχομεν μέχρι τῆς στιγμῆς ταύτης ἐκ Κρήτης, δὲν εἶναι βεβαίως εὐχάριστοι. Πρό τινων ἡμερῶν, ὡς ἐγένετο γνωστὸν, ἤρξατο ἐν Ἡρακλείῳ ἀντίδρασις ἐκ μέρους τῶν Μωαμεθανῶν, οἵτινες προεκάλεσαν ῥήξεις καὶ συγκρούσεις, ὧν ὁ προφανὴς σκοπὸς ἦτο ἡ ματαίωσις τῶν μεταρρυθμίσεων. Αἱ ταραχαὶ ἐπεξετάθησαν ἀπὸ τὸ Ἡράκλειον καὶ εὐρύτερον εἰς Χανία καὶ Ρέθυμνον. Τὸ προξενικὸν σῶμα προεκλήθη νὰ μεσολαβήσῃ μεταξὺ Χριστιανῶν καὶ Μωαμεθανῶν... Οἱ πρόξενοι τῆς Ἑλλάδος, τῆς Ἰταλίας, τῆς Ἀγγλίας καὶ τῆς Αὐστρίας μετέβησαν χθὲς, ὅπως δυνηθῶσι νὰ ἐπιφέρωσι συνεννόησιν μεταξὺ τῶν διαμαχομένων, ἀλλ’ εὑρεθέντες μεταξὺ τῶν πυρῶν τῶν συγκρουομένων, δὲν ἠδυνήθησαν νὰ προχωρήσωσι, καὶ ἐπέστρεψαν εἰς Χανία, σήμερον δὲ μεταβαίνουσι διὰ θαλάσσης, ὅπως δυνηθῶσι νὰ πλησιάσωσιν ἀμφότερα τὰ διαμαχόμενα μέρη...» Τοιαύτη ἦτο ἡ κατάστασις ἐν Κρήτῃ τὴν 23 Ἰανουαρίου Τὴν ἐπιοῦσαν, τὴν 24, κατὰ τὴν ἀξιομνημόνευτον ἐκείνην συνεδρίασιν, τὴν θορυβώδη κατὰ τὸν ἀξιότιμον Βουλευτὴν Ζακύνθου, ὁ συμπολίτης μου καὶ τότε Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ἀναγγέλλει τὰ ἑξῆς πρὸς τὴν Βουλὴν (ἀναγινώσκει): «Μετὰ τὰς χθεσινὰς εἰδήσεις, τὰς ὁποίας ἀμέσως ἀνεκοίνωσα πρὸς τὴν Βουλὴν, ἔσχομεν μετὰ τὸ μεσονύκτιον καὶ σήμερον τὸ πρωῒ εἰδήσεις χθεσινὰς καὶ μέχρι τῆς 10 τῆς πρωΐας. Αἱ χθεσιναὶ εἰδήσεις ἀναγγέλλουσιν, ὅτι μετὰ μεσημβρίαν ἤρξατο καὶ ἐν τῇ πόλει Χανίων πυροβολισμὸς πυκνὸς ἐναντίον τῶν ἐν τῇ πόλει Χριστιανῶν. Τὰ ἀποτελέσματα εἶναι ἄγνωστα, διότι, ὡς σᾶς εἶπον, μετὰ μεσημβρίαν, ὅτε εἶχεν ἀρχίσει, οἱ πρόξενοι εὑρίσκοντο ὅπου ὅλοι κατοικοῦσιν, εἰς Χαλέπαν, ἡ συγκοινωνία εἶχε διακοπῆ, καὶ ἑπομένως δὲν ἦσαν ἐν Χανίοις, διὰ νὰ ἔχωμεν τὰς λεπτομερείας. Τὰ τηλεγραφήματα τὰ πρωϊνὰ ἀναγγέλλουσιν, ὅτι τὸ πῦρ ἐξηκολούθησε καὶ σήμερον, πυροβολισμοὶ δηλαδὴ, ὅτι ἐτέθη πῦρ εἰς διάφορα μέρη τῆς πόλεως, ὅτι μερικαὶ συνοικίαι ἐκαίοντο, ὅτι ἐν Χαλέπᾳ καὶ Χανίοις οἰκογένειαι ἐσώζοντο ἐπὶ τῶν πολεμικῶν ξένων πλοίων, καὶ ὅτι δὲν ἠδύναντο ἀκόμη νὰ γνωρίζουν, ποῖος ὁ ἀριθμὸς τῶν θυμάτων.» Πρὸ τοιούτων εἰδήσεων εὑρίσκετο ἡ Βουλὴ τὸ 1897, τὴν 24 Ἰανουαρίου τοῦ ἔτους ἐκείνου. Καὶ ἐρωτῶ ὑμᾶς, ἂν ὑπῆρχέ τις, ὅστις δὲν ἤθελε συστήσει ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον σύσσωμος τότε ἡ Ἀντιπολίτευσις συνίστα, καὶ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον, εἴτε ἐξ ἰδίας πρωτοβουλίας, εἴτε ἐκ συστάσεων τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἐπεχείρησεν ἡ τότε Κυβέρνησις. Ἐπρόκειτο περὶ τῆς ἐξοντώσεως τοῦ ἑλληνικοῦ πληθυσμοῦ τῆς Κρήτης! Τὰ προηγούμενα στάδια τοῦ Κρητικοῦ ζητήματος οὐδεμίαν ἔχουσι σημασίαν ὡς πρὸς τὴν κήρυξιν τοῦ πολέμου, καὶ διὰ τοῦτο τὰ παρατρέχω· εἶναι στάδια ἐντελῶς ξένα. Ἐπεχείρησαν αἱ Δυνάμεις διὰ τῶν προξένων των νὰ καταστήσωσιν ἕν μέσον πολίτευμα, μίαν ἡμιαυτονομίαν, ἀλλ’ ὅλα ἐκεῖνα τὰ ἐγχειρήματα ἀπέτυχον. Καὶ πῶς; Ἀπέτυχον ἐκ τοῦ φανατισμοῦ τῶν Μωαμεθανῶν, οἱ ὁποῖοι ἦσαν ἐν ἀδυναμίᾳ νὰ ἐννοήσωσι καὶ νὰ παραδεχθῶσι τὴν ἰσοπολιτείαν. Καὶ ὅτε οἱ ξένοι πρόξενοι ἐφρόνουν, ὅτι ἦτο δυνατὸν νὰ ἐπιβληθῇ τὸ ἡμιαυτόνομον ἐκεῖνο πολίτευμα εἰς τοὺς Κρῆτας, οἱ Μωαμεθανοὶ ἔθηκαν τὸ πῦρ ἀπ’ ἄκρου εἰς ἄκρον τῶν Χανίων, ἐὰν δὲ δὲν ἐλαμβάνοντο ἄμεσα μέτρα πρὸς ἐκφόβισιν ἐκείνων, οἵτινες ἐπεχείρησαν τὴν ἐξόντωσιν τοῦ χριστιανικοῦ πληθυσμοῦ, ὁλόκληρος ἡ Κρήτη ἀπ’ ἄκρου εἰς ἄκρον ἤθελεν αἱματοκυλισθῆ. Καὶ τότε τί συνεστήσαμεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ τί ἔπραξεν ἡ Κυβέρνησις; Νὰ σπεύσῃ νὰ συντρέξῃ τοὺς ἑλληνικοὺς ἐκείνους πληθυσμούς. Μεταξὺ ἡμῶν καὶ τοῦ τότε Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ἐφαίνετο διαφορά τις γνώμης κατὰ τὴν ἔναρξιν τῆς συνεδριάσεως ἐκείνης, καὶ κοινὴ ἦτο ἡ γνώμη τοῦ τότε Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως πρὸς τὴν τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἄρτης Βουλευτοῦ, διότι καὶ ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς τότε Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης ἐφρόνουν, ὅτι ἔπρεπε ν’ ἀναμείνωμεν τὴν ἀπόφασιν τῶν Δυνάμεων, καὶ τότε νὰ ἐπιχειρήσωμεν, κατὰ τὰς περιστάσεις, ἢ κατὰ τὰ κελεύσματα αὐτῶν. Εἰς τὴν σκέψιν ταύτην τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Γόρτυνος Βουλευτοῦ — ἥτις δὲν ἦτο ὅμως καὶ ἡ πραγματική του σκέψις, ὡς θέλω σᾶς ἀποδείξει ἐκ τῶν ἐπισήμων πρακτικῶν, — ἀντετάχθην μεθ’ ὅλης τῆς δυνάμεως τῶν πνευμόνων μου, καὶ τότε εἶπον: «τολμήσατε! τολμήσατε! τολμήσατε, ἐν ὅσῳ εἶναι ἀκόμη καιρός!» Καὶ σᾶς ἀναγινώσκω τὰ σχετικὰ μέρη τῆς ἀγορεύσεώς μου, παραλείπων, ἐννοεῖται, ἐκεῖνα, ἅτινα τότε μόνον ἐν τῇ ἐξάψει τῆς συζητήσεως ἐδικαιολογοῦντο. Ἔλεγον: «Ἐὰν ἀναμείνητε τὰς ἀποφάσεις τῶν Μεγάλων Δυνάμεων, μὴ ἔχετε καμμίαν ἀμφιβολίαν, ὅτι νέαν θὰ ὑποστῇ καταστροφὴν ὁ Ἑλληνισμός. Ἀκριβῶς πρόκειται νὰ προλάβωμεν τὰς ἀποφάσεις τῶν Μεγάλων Δυνάμεων...» Μὲ διέκοψέ τις τότε, ἐρωτῶν: «Τί πρέπει νὰ κάμωμεν;» «Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Τίς μ’ ἐρωτᾷ; ΣΑΛΜΑΣ. Ἐγώ, κύριε Ράλλη...»

§184Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Καὶ τότε, χωρὶς νὰ διστάσω, διότι εἶχον τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἐξεπροσώπουν τὴν γνώμην ὁλοκλήρου τοῦ ἔθνους, ἔλεγον: «Νὰ μὲ θέσητε ἐκεῖ (δεικνύει τὰ ὑπουργικὰ ἑδώλια), καὶ τότε θὰ σᾶς τὸ εἴπω (ἆ! ἆ! ἐκ δεξιῶν). Δὲν σᾶς ἀρέσκει αὐτὴ ἡ λύσις καὶ καγχάζετε! Ἀλλ’ ὅπως δυνηθῶ νὰ σᾶς εἴπω, τί ὀφείλομεν νὰ πράξωμεν, ἔπρεπε νὰ μὲ εἴχετε θέσει ἐκεῖ, καὶ τότε θὰ τὸ εἶχον ἤδη πράξει.» ΣΑΛΜΑΣ. Νομίζω, ὅτι ἔχετε ὑποχρέωσιν, ὡς κοινοβουλευτικὸς ἀνὴρ, νὰ τὸ εἴπητε ἀπὸ τοῦδε. Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Σᾶς τὸ λέγω, ἀλλὰ δὲν θέλετε νὰ μὲ ἀκούσητε... Σᾶς τὸ λέγω δ’ ἀκριβῶς, καὶ ἂν ἔχετε ὦτα, ἀκούσατέ το, ὅτι πρέπει νὰ προλάβητε τὰς ἀποφάσεις τῆς Εὐρώπης. Τὴν 12 Μαΐου συνετελέσθη μία καταστροφή, τῆς ὁποίας τ’ ἀποτελέσματα δύνανται εὐτυχῶς σήμερον νὰ ἐξουδετερωθῶσιν, ἐὰν προλάβητε τὰς νέας ἀποφάσεις τῆς Εὐρώπης. Ἐὰν ὅμως ἀφήσητε νὰ ἐπέλθουν αἱ ἀποφάσεις αὗται, ἐὰν δώσητε καιρὸν νὰ συνεννοηθῶσι διὰ τὰς ἀποφάσεις ταύτας, ἡ καταστροφὴ τοῦ ἐν Κρήτῃ Ἑλληνισμοῦ θὰ ᾖ τελεία, καί, ὡς δύνασθε ν’ ἀποχαιρετίσητε ἐπὶ αἰῶνας τὴν Κύπρον, ὀφείλετε ν’ ἀποχαιρετίσητε ἐπὶ αἰῶνας καὶ τὴν Κρήτην. Ἔχετε ἀνάγκην νὰ μάθητε τὰς ἀποφάσεις τῆς Εὐρώπης! Καὶ δὲν τὰς ἐννοεῖτε; Καὶ δὲν ἐξεδηλώθησαν αἱ προθέσεις αὐτῆς; Καὶ δὲν γνωρίζετε τίνες αἱ ἀποφάσεις τῆς Εὐρώπης μέχρι τοῦδε;... Τὰ Ἑλληνικὰ συμφέροντα ἐν Κρήτῃ εἶναι ἐντελῶς ἀντίθετα πρὸς τὰ συμφέροντα τῶν Εὐρωπαϊκῶν Δυνάμεων... Ζητεῖτε τὰς ἀποφάσεις τῆς Εὐρώπης! Αἱ ἀποφάσεις τῆς Εὐρώπης εἶναι ἡ ἐφαρμογὴ τῶν μεταρρυθμίσεων, εἶναι ἡ διεκδίκησις ἐπὶ τῆς Κρήτης ἐκ μέρους καὶ τῆς Ἀγγλίας καὶ τῆς Ρωσσίας καὶ τῆς Γαλλίας καὶ τῆς Αὐστρίας καὶ τῆς Ἰταλίας ἐπιρροῆς, εἶναι ἡ ἀποστολὴ τῶν Μαυροβουνίων, ὡς ἐντολοδόχων τῆς Ρωσσίας καὶ τῶν Βουλγάρων, εἶναι ἡ ἀποστολὴ τῶν καραβινιέρων τῆς Ρώμης, ἵνα ἀναγεννηθῶσι τὰ ἐκ τῆς ἑνετικῆς κληρονομίας δικαιώματα τῆς Ἰταλίας, εἶναι τέλος ἡ ἐμπέδωσις τῆς νέας τάξεως, τὴν ὁποίαν ὑπισχνεῖται τὸ πολίτευμα, τὸ ὁποῖον κατηρτίσθη ἐν ἀγνοίᾳ ὑμῶν, καὶ διὰ τὸ ὁποῖον ἐκαυχήθητε, ἡ ἐμπέδωσις, λέγω, τῆς τάξεως, ἡ ὁποία καταστρέφει διὰ παντὸς πᾶσαν ἐλπίδα περὶ ἀποδόσεως τῆς Κρήτης εἰς τὴν Ἑλλάδα...» Κατὰ τοῦτο διέφερεν ἡ γνώμη μου τότε πρὸς τὴν φαινομένην γνώμην τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Γόρτυνος. Ἐὰν δὲ ἦτο πραγματικῶς ἡ γνώμη αὐτοῦ ἐκείνη, τὴν ὁποίαν δημοσίᾳ ἐκήρυττεν, ἢ ἐσκόπει νὰ καταστήσῃ ἐκ τῶν προτέρων κοινὰς τὰς σκέψεις του πρὸς τὴν Βουλὴν καὶ τὰς ἐνεργείας τῆς Κυβερνήσεώς του, θὰ ἴδωμεν μετ’ ὀλίγον. Ἡ γνώμη δὲ αὕτη, τὴν ὁποίαν ἀνέπτυξα τότε, ἦτο καὶ ἡ γνώμη τοῦ κ. Βουλευτοῦ Μεσολογγίου, ἦτο καὶ ἡ γνώμη τοῦ κ. Βουλευτοῦ Κερκύρας. Ὁ κ. Δεληγεώργης ἔλεγεν (ἀναγινώσκει): «ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὅσον καὶ ἂν ἦναι φοβεραὶ αἱ εἰδήσεις, τὰς ὁποίας ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ ὁ τηλέγραφος ἀνήγγειλεν, ὅσον καὶ ἂν ἐχύθη αἷμα ἐν Κρήτῃ, ὁμολογῶ, ὅτι δὲν μοὶ φαίνονται δυσάρεστα. Δυσάρεστον θὰ ἦτο, ἂν μετὰ τὴν χορήγησιν πολιτεύματος, οἷον ἐχορηγήθη πρό τινων μηνῶν, ἐμανθάνομεν, ὅτι Κρῆτες καὶ Τοῦρκοι συνεβιβάσθησαν, συμπράττουσι, συνεργάζονται. Ἀποβλέπων πάντοτε εἰς τοῦτο, ὅτι ὁ Κρητικὸς λαὸς μόνην σωτηρίαν θεωρεῖ τὴν ἕνωσιν, ἐπιθυμῶ, ὅπως τὸ ταχύτερον δοθῶσιν ἀφορμαὶ, ἵνα πεισθῶσι πάντες, ὅτι οὐδὲν ἄλλο δύναται νὰ καθησυχάσῃ τὴν Κρήτην, καὶ νὰ καταπαύσῃ τὰς μερίμνας καὶ τὰς εὐθύνας τῆς Εὐρώπης, πλὴν τῆς ἑνώσεως τῆς Κρήτης μετὰ τῆς Ἑλλάδος.» Καὶ ὁ κύριος Θεοτόκης ἔλεγε, προτρέπων τὸν κύριον Βουλευτὴν ἐκ Γόρτυνος (ἀναγινώσκει): «...Ὑψωθῆτε εἰς τὸ ὕψος, τὸ ὁποῖον αἱ περιστάσεις ἀπαιτοῦσι. Μετέλθετε πολιτικὴν ἐθνικήν. Εἴπατε εἰς τοὺς Εὐρωπαίους, ὅτι, ἀφοῦ ὑπεκύψατε εἰς τὴν θέλησιν αὐτῶν, εἶναι καιρὸς νὰ ἐνθυμηθῆτε, ὅτι ἡ Κρήτη εἶναι Ἑλληνικὴ, καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν ἡ Ἑλλὰς νὰ ἀνεχθῇ, ὅπως ὁ Κρητικὸς λαὸς σφαγιάζηται. Δράμετε εἰς ἐπικουρίαν τοῦ Κρητικοῦ λαοῦ, μὴ παρεμβάλλετε προσκόμματα εἰς τὰς ἐθνικὰς αὐτοῦ διαθέσεις, ἀφήσατε αὐτὸν ἐλεύθερον εἰς τὴν ἐκδήλωσιν τῶν αἰσθημάτων του, εἰ δυνατὸν, δόσατε ἀρωγὴν, ἵνα ἐπέλθῃ ἡ ἕνωσις τῆς Κρήτης μετὰ τῆς Ἑλλάδος (Εὖγε! εὖγε!).» Καὶ σᾶς βεβαιῶ, Κύριοι, ὅπου γῆς ὑπῆρχεν Ἑλληνικὴ καρδία, ἔπαλλεν εἰς τοὺς λόγους, οἱ ὁποῖοι ἐξεφέροντο παρὰ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως τῆς τότε ἐντεῦθεν. Ἀλλὰ, ὡς ἔλεγον, αἱ γνῶμαι ἡμῶν ἐκεῖναι, ἐκ τῶν δηλώσεων, ἃς εἶχε κάμει ὁ κύριος Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος, ἐφαίνοντο κάπως διαφέρουσαι πρὸς τὰς γνώμας αὐτοῦ, ἀλλὰ κατὰ τὸ πέρας τῆς συνεδριάσεως ἐκείνης ἀπεδείχθη, ὅτι ἦσαν ἐντελῶς σύμφωνοι...

§185Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Πρόκειται περὶ τῆς ἀποστολῆς τῶν πλοίων.

§186Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Μάλιστα.

§187Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μοὶ ἐπιτρέπετε;

§188Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Μάλιστα.

§189Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τὴν ἀποστολὴν τῶν πλοίων ἐνεδείκνυον εἰς ἡμᾶς ὡς ἀναπόφευκτον αἱ περιστάσεις αἱ ἔκτακτοι, αἱ ὁποῖαι ἐξετυλίσσοντο ἐν τῇ Κρήτῃ. Ἦτο ἀδύνατον ν’ ἀναβληθῇ ἡ ἐκτέλεσις τοῦ μέτρου τούτου, ἐὰν ἠθέλομεν νὰ συντηρήσωμεν τοὺς δεσμοὺς, οἱ ὁποῖοι συνδέουσι τοὺς πληθυσμοὺς τῆς Κρήτης μετὰ τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου. Ἐν τῷ Ὑπουργικῷ Συμβουλίῳ εἶχεν ἤδη ἀποφασισθῆ τὸ μέτρον, ἀλλ’ ἐνομίσαμεν ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ ἐπηρεάσωμεν κατά τι τὴν Βουλὴν, καὶ ἀπεφύγομεν νὰ δηλώσωμεν εἰς τὴν Βουλὴν τὴν ἀπόφασιν, ἣν εἴχομεν λάβει ἐν τῷ Ὑπουργικῷ Συμβουλίῳ, περιμένοντες ν’ ἀκούσωμεν, ποῖαι ἦσαν αἱ γνῶμαι τῆς Βουλῆς. Ὅτε δὲ ἡ Βουλὴ ὄχι μόνον ἐγνωμοδότει, ἀλλὰ καὶ προέτρεπε καὶ ἤλεγχεν ἡμᾶς, ὡς μὴ λαβόντας τὸ μέτρον τοῦτο, ἡμεῖς εἴχομεν ἀποφασίσει αὐτὸ, καὶ εἴχομεν διατάξει νὰ ᾖναι ἕτοιμα τὰ πλοῖα, ὅπως ἀναχωρήσωσι.

§190Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Αὐτὸ θέλω νὰ βεβαιώσω. Ἀμέσως μετὰ τὴν πρότασιν, τὴν ὁποίαν ἀνέγνωσα ὑμῖν πρὸ ὀλίγου, τὴν ὑποβληθεῖσαν πρὸς τὴν Βουλὴν, ὅπως καταστήσω κοινὴν τὴν εὐθύνην μεταξὺ πάντων ἡμῶν, ἄνευ διαφορᾶς χροιᾶς, ἀδιάφορον ἐὰν ἀνήκωμεν ἐκεῖ (δεικνύει τὴν ἀριστερὰν), ἢ ἀνήκετε ἐδῶ (δεικνύει τὴν δεξιὰν), ἔλεγον (ἀναγινώσκει): «Οἵαν ἔννοιαν ἀποδίδομεν ἡμεῖς εἰς τὸ καθῆκον τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου ἀπέναντι τοῦ σφαζομένου Κρητικοῦ λαοῦ, ἤδη οἱ λαλήσαντες ἐκ τῆς πτέρυγος ἐκείνης (δεικνύει τὴν ἀριστερὰν) ὑπέδειξαν. Καὶ τὸ καθῆκον τοῦτο τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου καλοῦμεν τὴν Κυβέρνησιν διὰ τῆς προτάσεως ἡμῶν, ὅπως ἐπιτελέσῃ.» Καὶ τότε ἠγέρθη πάλιν ὁ τότε Πρωθυπουργὸς, ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς, καὶ εἶπεν (ἀναγινώσκει): «Πρὸ τῆς ψηφοφορίας νομίζω ὅτι πρέπει οὐχὶ νὰ δηλώσω ἁπλῶς ὅσα ἡ Κυβέρνησις πρὸ μεσημβρίας ἔλαβε μέτρα, ἐκδοῦσα διαταγὰς πρὸς ἐκτέλεσιν αὐτῶν, ἀλλὰ νὰ ἀναφέρω, ὅτι ἡ φράσις, τὴν ὁποίαν ἀπήγγειλα πρὸς τὴν Βουλὴν, περιεῖχε τοιαύτην ἔννοιαν, ἀλλ’ ὅτι νομίζω, ὅτι δὲν προσήκει νὰ προσδιορίσω τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα ἡ Κυβέρνησις διέταξε.» Καὶ ἐγὼ ἀπαντῶ (ἀναγινώσκει): «Ἡμεῖς, κύριε Πρόεδρε, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ἀποδειχθῇ ἀξία τῶν ἀξιώσεων τοῦ Ἑλληνισμοῦ, ἀξία τῶν ἀξιώσεων τῆς πατρίδος ἡμῶν, ἂς μὴ ἔχῃ καμμίαν ἀμφιβολίαν, ὅτι τὴν εὐθύνην, τὴν ὁποίαν θὰ ἀναλάβῃ, οἱασδήποτε πολιτείας θέλομεν τὴν μερισθῆ πάντες. (Ἐπιδοκιμασίαι ἐξ ἀμφοτέρων τῶν πτερύγων τῆς Βουλῆς).» «Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. (Πρωθυπουργός). Πρὸ μεσημβρίας διετάχθη ὁ ἀπόπλους εἰς Κρήτην δύο πλοίων τοῦ στόλου! (Χειροκροτήματα καὶ παταγώδεις ἐπευφημίαι ἐξ ἀμφοτέρων τῶν πτερύγων καὶ ἐκ τῶν ἀκροατηρίων τῆς Βουλῆς).» Καὶ τότε, ὅσοι δὲν παρευρέθητε, ἐννοεῖτε τί ἐγένετο ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, διότι δὲν ὑπῆρχε παρὰ μία κοινὴ γνώμη, ἐκτὸς μιᾶς καὶ μόνης ψήφου, τῆς τοῦ βουλευτοῦ ἐκ Μαντινείας κ. Μπακοπούλου.

§191Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα, ἤμην κατὰ τοῦ πολέμου.

§192Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Ὑπῆρχε καὶ ἄλλη παρεμφερὴς, ἀλλ’ ἡ ὁποία δὲν ἐξεδηλώθη τότε· ἦτο ἡ γνώμη τοῦ πρώην συναδέλφου μου, τοῦ βουλευτοῦ ἐκ Παρνασσίδος κ. Σιμοπούλου. Μεταξὺ ὅλων τῶν Βουλευτῶν τῶν τότε, μεταξὺ ὅλων τῶν συμπολιτῶν μου, μεταξὺ ὅλων τῶν Ἑλλήνων, τοὺς ὁποίους ἐγνώρισα, μόνους αὐτοὺς τοὺς δύο γνωρίζω ἀντιφρονήσαντας. Χαρακτηρίζω δὲ ἐντεῦθεν ἄνανδρον πάντα ἐκεῖνον, ὅστις ἐκ τῶν ὑστέρων ἤθελε τολμήσει νὰ εἴπῃ, ὅτι ἀπεδοκίμασε τὴν πολιτικὴν ἐκείνην (εὖγε! εὖγε!), διότι ἦτο πολιτικὴ ἐπιβαλλομένη ἐκ τῶν ὑποχρεώσεων τοῦ ἐλευθέρου Κράτους πρὸς τὸν ὅλον Ἑλληνισμὸν, ἐκ τῶν αἱμάτων τῆς Κρήτης, τὰ ὁποῖα ἐπὶ ἑξήκοντα ἔτη δὲν ἔπαυσε χύνουσα, ἐκ τῆς ἰδέας τῆς ἑνότητος τοῦ Ἑλληνισμοῦ. Ὅτε δ’ ἐσφάζοντο τὰ γυναικόπαιδα ἐν Χανίοις, ὅτε ἐνεπρήσετο ἀπ’ ἄκρου εἰς ἄκρον ἡ πόλις τῶν Χανίων, ἐπέκειτο δὲ κοινὴ ἡ τύχη εἰς ὅλην τὴν Κρήτην, ἐθεώρουν ὅτι εἴχομεν καθῆκον νὰ ῥίψωμεν τὸν ὑπὲρ τῶν ὅλων κύβον πρὸς διάσωσιν τοῦ Ἑλληνικοῦ ἐκείνου τμήματος. Ἀλλ’ ἀνεξαρτήτως τοῦ καθήκοντος αὐτοῦ, ἐθεώρουν, ὅτι ἡ περίστασις ἐκείνη ἦτο λίαν ἐπίκαιρος καὶ ὅτι ἤθελε ταχέως φέρει ἡμᾶς εἰς πραγματοποίησιν ὀνείρου, ἀπὸ μακρῶν ἐτῶν, ἀπὸ δεκάδων ἐτῶν βαυκαλίζοντος ἡμᾶς. Ἡ Κρήτη, ὑπὸ τὸ πολίτευμα τὸ σημερινόν, ἡ Κρήτη ἡμιανεξάρτητος, ἡ Κρήτη αὐτόνομος δύναται ν’ ἀποζήσῃ, δύναται ἴσως καὶ νὰ εὐτυχήσῃ ἰδιωτικῶς, ἀλλ’ ἡ Κρήτη ἔχει κοινὰ μεθ’ ἡμῶν αἰσθήματα, κοινοὺς τοὺς πόθους, ἀποβλέπει εἰς τὸν κοινὸν προορισμὸν τοῦ Γένους, ἡ Κρήτη δὲ, ἑνουμένη πρὸς τὴν Ἑλλάδα, θὰ προσδώσῃ νέαν δύναμιν εἰς τὸ Κράτος αὐτὸ, θὰ καταστήσῃ τὴν Ἑλλάδα δευτέρας τάξεως ναυτικὴν δύναμιν ἐν τῇ Μεσογείῳ. (Εὖγε! εὖγε!) Ἀπέναντι δὲ τοιούτων ἐλπίδων, ἀπέναντι τοιούτων σκοπῶν, καὶ ἀπέναντι τοῦ καθήκοντος, τὸ ὁποῖον εἴχομεν πρὸς τοὺς σφαζομένους Κρῆτας, τοὺς πολεμήσαντας παρὰ τὸ πλευρὸν τῶν πατέρων μας, ὅτε διεξήγετο ὁ ὑπὲρ ἀνεξαρτησίας ἀγὼν, ἐθεώρουν ἄνανδρον νὰ σκεφθῶμεν καὶ ἐπὶ στιγμὴν περὶ τῶν κινδύνων, τοὺς ὁποίους εἴχομεν ν’ ἀντιμετωπίσωμεν, καὶ τοὺς κινδύνους ἐκείνους τοὺς ἀντεμετωπίζομεν ἐν γνώσει καὶ τῆς ἀδυναμίας ἡμῶν καὶ τοῦ ἀκαταρτίστου ἡμῶν. Κύριοι, φρονῶ, ὅτι ἀπέδειξα ὑμῖν, ὅτι κοινὴ εἶναι ἡ εὐθύνη μεταξὺ τῆς τότε Ἀντιπολιτεύσεως καὶ τῆς τότε Κυβερνήσεως διὰ τὴν δρᾶσιν ἐκείνην, ἡ ὁποία δὲν ἠδύνατο παρὰ μοιραίως νὰ ἀγάγῃ εἰς τὸν πόλεμον. Τὰ κατόπιν ἠδύναντο, δι’ ἐκεῖνον ὅστις θὰ ἤθελε νὰ λεπτολογήσῃ, νὰ διεξαχθῶσιν οὕτως ἢ ἄλλως, ἀλλὰ δι’ ἐμὲ δὲν ἔχουν καμμίαν σημασίαν τὰ κατόπιν· οὐδὲ διστάζω νὰ ὁμολογήσω ὅτι ἐσφάλαμεν, καὶ ἐσφάλαμεν πάντες, ὡς πρὸς τὴν ἐκτίμησιν τῆς διεθνοῦς ἡμῶν θέσεως κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην. Δὲν εἶχεν ἔτι ἀποκαλυφθῆ ἡ στάσις τῆς Γερμανίας, δὲν εἶχεν ἐκδηλωθῆ ἡ ὅλη δυσμένεια αὐτῆς, δὲν εἶχε γνωσθῆ, μέχρι τίνος σημείου ἦσαν στενοὶ οἱ δεσμοὶ μεταξὺ τῆς Τουρκίας καὶ τῆς Γερμανίας· ἅμα δὲ ὡς ἀπεκαλύφθησαν οἱ δεσμοὶ ἐκεῖνοι, τὸ ἐγχείρημα ἡμῶν, αἱ ἐλπίδες ἡμῶν, καὶ διὰ δεκαπλασίων καὶ δι’ ἑκατονταπλασίων παρασκευῶν, δὲν ἠδύναντο παρὰ ν’ ἀποτύχωσιν. Εἴχομεν ἀπέναντι ἡμῶν τὴν μεγάλην ἠπειρωτικὴν Δύναμιν. Ἡ Ἀγγλία, ὅτε ἐπρόκειτο νὰ ζητηθῇ ἡ συνδρομή της, ἀπήντα: «παρῆλθεν ὁ χρόνος τῶν μεγάλων στόλων». Ἔχετε ἀνάγκην νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι ἡ Γαλλία δὲν ἠδύνατο νὰ ἔχῃ ἰδίαν πολιτικὴν εἰς τὸ ζήτημα ἐκεῖνο, καὶ ὅτι ὁ τότε Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν Hannotau ἐνεπνέετο ἀπὸ τὸ Χρηματιστήριον τοῦ Βερολίνου; Ἡ Ρωσσία δὲ, εἴτε ὀρθῶς, εἴτε ἐσφαλμένως, μᾶς ἐχαρακτήριζεν ὡς κέντρον ἀναρχικόν· καὶ αὐτὸς ὁ αὐτοκράτωρ τῆς Ρωσσίας κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, συμβουλεύων ἡμῖν τὴν ἀνάκλησιν τοῦ στρατοῦ μας ἀπὸ τὴν Κρήτην, ἐξήνεγκε τοὺς ἑξῆς λόγους: «Ἂς ἀποδείξῃ ὁ Βασιλεὺς Γεώργιος, ὅτι δὲν κατέστησε τὴν Ἑλλάδα κέντρον ἀναρχισμοῦ, καὶ ἐγὼ πρῶτος θέλω συνηγορήσει ὑπὲρ τῆς ἑνώσεως τῆς Κρήτης μετὰ τῆς Ἑλλάδος...» Καὶ ἐπειδὴ ἐκεῖνος, πρὸς ὃν ταῦτα ἐλέγοντο, ἐξεπλήσσετο, ὁ Αὐτοκράτωρ ἐπανέλαβε: «Ναὶ, θὰ συνηγορήσω ὑπὲρ τῆς ἑνώσεως τῆς Κρήτης μετὰ τῆς Ἑλλάδος.» Αἱ ἐπαγγελίαι ἐκεῖναι, αἱ ἤδη ἐν μέρει πραγματοποιηθεῖσαι, μᾶς ἔπεισαν τότε, νὰ σπεύσωμεν νὰ ἱκανοποιήσωμεν τὰς ἀξιώσεις τοῦ μεγάλου Αὐτοκράτορος. Ἐκ τούτου διὰ παντὸς τρόπου προσεπαθήσαμεν νὰ διαλύσωμεν τὰ ξένα σώματα τῶν ἐθελοντῶν, τὰ ὁποῖα μᾶς παρέσχον περιφανεῖς ὑπηρεσίας κατὰ τὴν κρίσιμον ἐκείνην ὥραν, ἀλλὰ διὰ τὰ ὁποῖα μᾶς κατήγγελλον, εἴτε ὀρθῶς, εἴτε ἐσφαλμένως, ὡς κέντρον ἀναρχικὸν· διὰ νὰ ἱκανοποιήσωμεν δὲ καὶ τὴν ἑτέραν ἀξίωσιν, ἀνεκαλέσαμεν τὸν στρατὸν ἡμῶν ἐκ Κρήτης. Ἐὰν κατόπιν ἐπῆλθον τὰ γεγονότα, ἅτινα γνωρίζετε, ἐὰν ἀληθῶς ἡ Κρήτη εἶναι μόνον αὐτόνομος, ὑπὸ Ἕλληνα Βασιλόπαιδα, τοῦτο ὀφείλεται πάλιν εἰς τὴν πολιτείαν ἐκείνην, ἥτις ἀπ’ ἀρχῆς ἀπεδείχθη ἐχθρὰ πρὸς τὴν Ἑλλάδα, εἴτε ἐξ ἑνὸς εἴτε ἐξ ἄλλου λόγου. Ἀλλ’ ἔχω τελείαν τὴν πεποίθησιν, ὅτι τὸ ὄνειρον ἡμῶν δὲν θὰ ἀργήσῃ νὰ πραγματοποιηθῇ, ἀρκεῖ νὰ σωφρονῶμεν,—διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γείνῃ ἄλλως—ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἐκεῖνος, ὅστις ἐπηγγέλθη τὴν πραγματοποίησιν αὐτοῦ, θὰ θελήσῃ καὶ ἔχει τὴν δύναμιν καὶ νὰ τὴν ἐπιτελέσῃ. (Χειροκροτήματα ἐξ ἀμφοτέρων τῶν πτερύγων).

§193Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).

§194Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Χρησιμωτάτην παρέσχεν εὐκαιρίαν εἰς τὸν Βουλευτὴν ἐκ Κερκύρας ἡ εἰλικρινὴς παράστασις τῶν γνωμῶν τοῦ ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτοῦ, τὰς ὁποίας οὗτος μετὰ παρρησίας ἐξέθηκεν εἰς τὴν Βουλήν. Ἐνῷ ὁ Βουλευτὴς ἐκ Κερκύρας ἔλεγεν, ὅτι διὰ τὰ συμβεβηκότα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ὑπελήφθησαν ὡς ἀφορμὴ διὰ τὴν ἐπικήρυξιν τοῦ πολέμου, εἰσὶ πάντες ὑπαίτιοι, ἀνέμιξε τὸ συμβεβηκὸς τοῦτο, καὶ ἐπεξέτεινεν αὐτὸ μέχρι τῆς κοινότητος τῆς εὐθύνης καὶ δι’ ἐκεῖνα τὰ γεγονότα, τὰ ὁποῖα ἐχρησίμευσαν ὡς αἰτίαι δημιουργήσασαι τὰς ἀφορμὰς, αἵτινες ἐπήνεγκον τὴν ἐπικήρυξιν τοῦ πολέμου. Ἀποστολὴ στρατιωτικοῦ σώματος εἰς Κρήτην βεβαίως ἔδιδε δικαίωμα εἰς τὴν ὅμορον Ἐπικράτειαν νὰ ἐπικηρύξῃ τὸν πόλεμον. Πότε ἀπεστάλη ὁ στρατὸς εἰς Κρήτην, καὶ πότε ἐκηρύχθη ὁ πόλεμος; θέλω ἐξετάσει τοῦτο. Ἀλλὰ διατὶ ἐπῆλθον τὰ γεγονότα, τὰ ὁποῖα μᾶς ἠνάγκασαν νὰ στείλωμεν εἰς Κρήτην στρατόν; Ποῖοι παρεσκεύασαν τὰ γεγονότα ἐκεῖνα, ἕνεκα τῶν ὁποίων ἠναγκάσθημεν νὰ στείλωμεν τὸν στρατόν; Ἡμεῖς, κληθέντες ὡς Ὑπουργοὶ τοῦ Βασιλέως τὸ 1895, δὲν ἤλθομεν μετὰ προαιρέσεως νὰ κηρύξωμεν πολέμους, οὐδὲ νὰ παράσχωμεν εἰς ἄλλους δικαιώματα, ἵνα κηρύξωσι πόλεμον κατὰ τῆς Ἑλλάδος; ἤλθομεν ἵνα περισυλλέξωμεν τὰ οἰκονομικὰ καὶ τὰ τῆς διοικήσεως, ν’ ἀποκαταστήσωμεν ὁμαλὴν τὴν πορείαν αὐτῆς, νὰ συμπληρώσωμεν ἀτελείας ἐν τῷ στρατῷ τῆς ξηρᾶς καὶ ἐν τῷ στρατῷ τῆς θαλάσσης, ν’ ἀποκαταστήσωμεν ἐν τῇ χώρᾳ τὴν ἀσφάλειαν τῶν προσώπων καὶ τῶν κτήσεων, νὰ καταδιώξωμεν τὸ ἔγκλημα, καὶ νὰ ἐνισχύσωμεν τὴν παραγωγὴν, νὰ συμπληρώσωμεν δὲ τὰ ἐν τῇ συγκοινωνίᾳ ὑπάρχοντα κενά. Διατὶ καὶ πῶς ἠναγκάσθημεν νὰ ἀποστείλωμεν πλοῖα καὶ στρατὸν εἰς Κρήτην, ἤτοι νὰ προβῶμεν εἰς πράξεις ἀντιθέτους πρὸς τὸ πρόγραμμα ἡμῶν; Ὁ κ. Ράλλης βεβαίως μετ’ ἀκριβείας παρέστησε τὰ συμβεβηκότα, τὰ ἐπισκήψαντα ἐν Κρήτῃ, καὶ ἀπέδειξεν, ὅτι ὠφείλομεν, ὅτι εἴχομεν καθῆκον νὰ στείλωμεν καὶ πλοῖα καὶ στρατὸν εἰς τὴν Κρήτην. Ὅσα ἐλέχθησαν περὶ τῆς ἀποστολῆς τοῦ στρατοῦ εἰς Κρήτην, δὲν ἦσαν ἀκριβῆ, διότι ἡμεῖς αὐτοβούλως ἐσκέφθημεν καὶ ἀπεφασίσαμεν νὰ στείλωμεν εἰς τὴν Κρήτην τὸν στρατὸν καὶ τὰ πλοῖα. Ἀλλὰ διατὶ τὰ ἐστείλαμεν; Ἠγωνίσθημεν νὰ πείσωμεν τὰς Μεγάλας Δυνάμεις νὰ ἀναμιχθῶσιν ὑπὲρ τῆς Κρήτης, καὶ ν’ ἀπαλλάξωσιν αὐτὴν καὶ ἡμᾶς ἀπὸ τῶν ταραχῶν καὶ τῶν ἀνωμαλιῶν καὶ τῶν καταστροφῶν, τὰς ὁποίας ἡ Τουρκικὴ διοίκησις προεκάλει, ἀλλ’ οὐδὲν ἐπετύχομεν, διότι τοιαῦται ἦσαν αἱ σκέψεις, αἱ ὁποῖαι διεῖπον τὰς σχέσεις τῶν Δυνάμεων πρὸς τὴν Τουρκίαν. Ἐνομίσαμεν λοιπὸν, ὅτι εἴχομεν καθῆκον νὰ ἀρκεσθῶμεν εἰς τὴν προτεινομένην βελτίωσιν τῆς διοικήσεως τῆς Κρήτης ὑπὸ τὴν κυριαρχίαν τῆς Πύλης, εἰς τοὺς νέους θεσμοὺς, τοὺς ὁποίους διὰ τῶν συμβουλῶν τῶν Μεγάλων Δυνάμεων καὶ τῶν πιέσεων αὐτῶν κατωρθώθη νὰ παραχωρήσῃ ἡ Πύλη εἰς τὴν Κρήτην. Καὶ ἦσαν κρείττονες οἱ παραχωρηθέντες θεσμοὶ τῶν μέχρι τοῦ 1889 ἰσχυόντων καὶ ἀπὸ τοῦ 1878 παρακεχωρημένων διότι οἱ νέοι θεσμοὶ ἐβελτίουν τοὺς ὅρους τῆς συμβάσεως τῆς Χαλέπας. Οἱ θεσμοὶ ἐνεκρίθησαν ὑπὸ τῆς Πύλης, καὶ τὸ Διάταγμα τῆς ἀπονομῆς αὐτῶν ἐξεδόθη, ἐξεδόθησαν δὲ καὶ διαταγαὶ πρὸς ἐφαρμογὴν αὐτῶν, καὶ ἤρξατο ἐργασία πρὸς ὀργάνωσιν χωροφυλακῆς καὶ πρὸς ἀποκατάστασιν ἀπονομῆς δικαιοσύνης. Ἀλλὰ ποῖοι παρεκίνησαν τοὺς Κρῆτας νὰ μὴ δεχθῶσι τοὺς θεσμοὺς αὐτοὺς, νὰ μὴ δεχθῶσι τὰς διαταχθείσας βελτιώσεις; Ἡ Ἐθνικὴ Ἑταιρεία. Ἰδοὺ διατὶ κατηγοροῦμεν τὴν Ἐθνικὴν Ἑταιρείαν. Ἡ ἄρνησις τῶν Κρητῶν νὰ ἀποδεχθῶσι τοὺς νέους θεσμοὺς, ἡ ἐπανάστασις αὐτῶν, ἐπήνεγκε τὰς ὠμότητας τῶν Τουρκοκρητῶν, αἱ δὲ ὠμότητες τῶν Τουρκοκρητῶν παρεσκεύασαν τὴν ἀνάγκην, κατέστησαν εἰς ἡμᾶς ἀναπόφευκτον νὰ στείλωμεν τὸν στρατὸν καὶ τὸν στόλον. Οἱ κατορθώσαντες λοιπὸν νὰ πείσωσι τοὺς Κρῆτας νὰ μὴ δεχθῶσι τοὺς θεσμοὺς, καὶ νὰ προκαλέσωσιν οὕτω τὰς ὠμότητας καὶ τὰς βιαιότητας, τὰς ὁποίας οἱ Τουρκοκρῆτες καὶ αἱ τουρκικαὶ φρουραὶ καὶ οἱ ἐπίσημοι Τοῦρκοι διέπραξαν, αὐτοὶ εἶναι οἱ ὑπεύθυνοι. Ὁ Βουλευτὴς ἐκ Κερκύρας μετὰ τοῦτο ἐξέτεινε τὸν λόγον ἐπὶ ἄλλων θεμάτων, εἰπὼν, ὅτι ἡμεῖς ἠδικήσαμεν τοὺς Ὑπουργοὺς τοὺς κυβερνήσαντας κατὰ τὴν τριετίαν, καὶ ὅτι ἠπειλήσαμεν αὐτοὺς διὰ τῶν προσεχῶν ἐκλογῶν. Ἡ διεξαγωγὴ τῶν βουλευτικῶν ἐκλογῶν εἶναι ἐργασία, ἡ ὁποία συμπληροῖ τὴν νομοθετικὴν λειτουργίαν, ἡ ὁποία διαπράττει τὴν ἀνακαίνισιν τοῦ προσωπικοῦ τῶν Βουλῶν. Τοῦτο εἶναι συνταγματικὴ ἀνάγκη, καὶ πανταχοῦ οἱ Ἡγεμόνες σπεύδουσι νὰ ἐντέλλωνται τὴν ἀνακαίνισιν τῶν Κοινοβουλίων πρὸ τῆς λήξεως τῆς νομίμου συνταγματικῆς προθεσμίας αὐτῶν, διὰ νὰ ἐκδηλῶται νωπότερον καὶ ἔγκαιρον τὸ φρόνημα τοῦ λαοῦ. Ἂν λοιπὸν ἡμεῖς ζητῶμεν τὴν ἐνέργειαν νέων ἐκλογῶν, ζητοῦμεν πρᾶξιν συνταγματικὴν, πρῶτον διότι εἴμεθα πεπεισμένοι, ὅτι ἡ Βουλὴ αὕτη δὲν ἑρμηνεύει πλέον τὸ φρόνημα τοῦ ἔθνους,—καὶ ἔχομεν ἀποδείξεις ψηλαφητὰς, ὅτι δὲν ἑρμηνεύεται αὐτὸ,—δεύτερον δὲ διότι μετὰ τοὺς δισταγμοὺς τούτους δὲν ἐπιτρέπεται νὰ διατηρῆται ἡ τοιαύτη Βουλή. Δὲν εἶναι δυνατὸν, οὔτε ἐπιτρέπεται ἀπὸ τὰς συνταγματικὰς παραδόσεις, νὰ γίγνηται προσπάθεια, ἵνα ἀποφύγωμεν τὴν ἀνακαίνισιν τῆς Βουλῆς. Ὅταν δὲ σταλῶσι νέοι ἀντιπρόσωποι, εἶμαι βέβαιος, ὅτι οὗτοι θέλουσι πράξει αὐτὸ, τὸ ὁποῖον ἡμεῖς εἴπομεν. Διότι ποῖον ἦτο τὸ πρόγραμμα ὑμῶν, Κύριοι; Ποῖα μέρη τοῦ προγράμματος ὑμῶν ἐξετελέσατε; Προεκαλέσατε νόμον περὶ Νομαρχιακῶν Συμβουλίων, ἀλλὰ δὲν ἐξετελέσατε αὐτόν· προεκκαλέσατε νόμον περὶ ὀργανισμοῦ τῆς χωροφυλακῆς, ἀλλὰ δὲν ἐξετελέσατε αὐτόν· προεκκαλέσατε νόμον περὶ διοικητικῆς ἀστυνομίας, ἀλλὰ δὲν ἐξετελέσατε αὐτόν. Ἀπὸ τὸν νέον νόμον περὶ ὀργανισμοῦ τῆς χωροφυλακῆς ἀπεσπάσατε μίαν διάταξιν, τὴν περὶ τοῦ Ἀρχηγείου τῆς Χωροφυλακῆς, καὶ ταύτην ἐξετελέσατε μόνον διὰ νὰ συστήσητε Ἀρχηγεῖον τῆς Χωροφυλακῆς. Ὑπελάβετε ὅτι ἐγίνεσθε εὐχάριστοι πρὸς τοὺς νομίζοντας, ὅτι ἐνισχύεται οὕτως ἡ ἀστυνομία. Ἢ μήπως ἐβελτιώσατε τὰ οἰκονομικὰ τῆς χώρας; Ὑμεῖς ὑπελάβετε, ὅτι, ὅσον περισσότερα χρήματα ἠθέλετε εἰσπράξει παρὰ τοῦ λαοῦ, τόσον μείζονα συντελεῖτε τὴν βελτίωσιν τῶν οἰκονομικῶν. Ἐνετείνατε τὰ μέτρα τῆς καταδιώξεως μέχρι τοῦ ἀπηνοῦς καὶ τοῦ ἀσπλάγχνου! Βεβαίως ὁ λαὸς θέλει κρίνει ὑμᾶς καὶ ἡμᾶς· ἐσμὲν δὲ βέβαιοι, ὅτι ἡ ψῆφος αὐτοῦ θέλει σᾶς ἀποδοκιμάσει. Ἡμεῖς παρεβάλομεν ἀληθῶς τὰς ἀποδοκιμαστικὰς φωνὰς τοῦ λαοῦ καθ’ ὑμῶν πρὸς χειμάρρους, ἵνα διδάξωμεν ὑμᾶς τὴν εὐπρέπειαν περὶ τοὺς λόγους. Ἠξιοῦτε ἴσως νὰ σᾶς μιμηθῶμεν, καὶ νὰ σᾶς παραπέμψωμεν καὶ ἡμεῖς εἰς Μοναστήριον μετὰ τὴν ἔκβασιν τῶν ἐκλογῶν καὶ τὴν δι’ αὐτῶν ἐκδηλωθησομένην ἀποδοκιμασίαν καθ’ ὑμῶν. Ἤκουσα ὑμᾶς τότε, ἀλλὰ δὲν κατεδέχθην νὰ σᾶς ἀπαντήσω...

§195Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἐγὼ δὲν ἔκαμα ἄλλο, παρὰ νὰ ἀναφέρω τρία ἱστορικὰ γεγονότα, τὰ ὁποῖα εἶναι ἀναμφισβήτητα. Δὲν ἠξεύρω ποίαν ἔννοιαν ἐδώσατε σεῖς εἰς αὐτά. Ἐν σχέσει πρὸς ταῦτα ἐλέχθη ἢ ἐγράφη, ὅτι ἐδόθη εἰς ἐμὲ καὶ ἓν μάθημα ἱστορικόν. Ἀνέδραμον εἰς τὸν Καβούρ· ἀλλ’ ἐγὼ περὶ Κρίσπη ἔκαμα λόγον· γνωστὸν δὲ εἶναι, ὅτι ὁ πανίσχυρος Πρωθυπουργὸς δὲν ἐπανῆλθεν εἰς τὴν ἐξουσίαν μετὰ τὴν ἧτταν τῶν Ἰταλῶν ἐν Ἀφρικῇ.

§196Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἀλλὰ μήπως ὅσα εἴπατε ἦσαν ἀκριβῆ; Ὁ Ὀλιβιέ...

§197Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Περὶ τοῦ Ὀλιβιὲ εἶπον, ὅτι μετὰ τὸν γαλλογερμανικὸν πόλεμον οὐδέποτε πλέον ἐπολιτεύθη.

§198Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁ Ὀλιβιέ, ὅστις ἦτο ὁ τελευταῖος Πρωθυπουργὸς, οὐχὶ μόνον Δυναστείας ἀνατραπείσης ὑπὸ ἐπαναστάσεως, ἀλλὰ καὶ πολιτεύματος αὐτοκρατορικοῦ, μετατραπέντος εἰς δημοκρατικόν, ἂν δὲν πολιτεύηται, συγγράφει. Ἐστὲ βέβαιοι, ὅτι, ἐν ὅσῳ ἡ διάνοιά μου λειτουργεῖ καὶ τὸ σῶμά μου ἀντέχει, δὲν θέλω παύσει ἀγωνιζόμενος, ἵνα κατασταθῇ ὁ πολιτικὸς βίος ἡμῶν χρηστότερος, ἡ πρὸς τὸ πολίτευμα πίστις καὶ εὐλάβεια ἀναμφίβολος, καὶ ἀποτραπῶσιν οἱ κίνδυνοι, τοὺς ὁποίους ἡ ἀφροσύνη παρασκευάζει κατὰ τῆς πατρίδος μου. Ἐπανέρχομαι εἰς τὸ κύριον θέμα. Τὸ κύριον θέμα εἶναι, ὅτι, ἐὰν ὑπῆρχε κοινὴ εὐθύνη ἡμῶν καὶ ὑμῶν διὰ τὰς αἰτίας, αἱ ὁποῖαι παρεσχέθησαν εἰς τὴν Τουρκίαν, ὅπως αὕτη ἀποκτήσῃ τὸ δικαίωμα τῆς ἐπικηρύξεως πολέμου, εὐθύνη ὅμως κοινὴ δὲν ὑπάρχει διὰ τὰ συμβεβηκότα, τὰ ὁποῖα ἠνάγκασαν ἡμᾶς νὰ παράσχωμεν τὴν ἀφορμὴν, ἐξ ἧς παρήχθη εἰς τὴν Τουρκίαν τὸ δικαίωμα νὰ κηρύξῃ τὸν πόλεμον. Τὰ συμβεβηκότα δὲ ταῦτά εἰσι πράξεις ὡρισμένων προσώπων, τῶν ἐργατῶν τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας. Ἄν μεταξὺ τῶν δρασάντων ἐν τῇ Ἐθνικῇ Ἑταιρείᾳ ἦσαν ἄνδρες ἀνήκοντες εἰς τὸ Κοινοβούλιον καὶ ἀνήκοντες εἰς τὸ κόμμα τοῦ κ. ἐκ Κερκύρας Βουλευτοῦ, αὐτοὺς δὲν δυνάμεθα νὰ ἐξαιρέσωμεν· ἡμεῖς ηὐχόμεθα νὰ ἐρευνηθῶσι τὰ τοῦ πολέμου, καὶ νὰ ἐξελεγχθῶσι τὰ τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας. Ρητῶς εἶπον, ὅτε ἀπέκρουσα τὴν πρότασιν περὶ ἀναβολῆς, ὅτι ἡ συζήτησις τῶν περὶ τούτων ἤθελε παραγάγει χρήσιμα ἀποτελέσματα, καὶ ἠδύνατο νὰ παραγάγῃ τοιαῦτα, διότι ἡ συζήτησις αὕτη ἤθελε διδάξει ἡμᾶς, κατὰ τίνα τρόπον δὲν θέλει κατασταθῆ πλέον δυνατὸν νὰ συνιστῶνται μυστικαὶ ἑταιρεῖαι, αἱ ὁποῖαι νὰ ἐκτρέπωνται εἰς πράξεις τιμωρουμένας ὑπὸ τοῦ Ποινικοῦ Νόμου, καὶ ὑποβάλλωσιν εἰς ὁρκωμοσίαν τὰ μέλη αὐτῶν. Εἶπον, ὅτι ἴσως ἠθέλομεν κατορθώσει νὰ εὕρωμεν κατὰ τίνα τρόπον δὲν ἤθελε συμβῆ πλέον, ἄνδρες τοῦ στρατοῦ, φιλοπάτριδες, ὑποκείμενοι δὲ εἰς ἐνθουσιασμόν, νὰ περιπίπτωσιν εἰς τὰς παγίδας καὶ νὰ περιπλέκωνται εἰς τὰς πονηρίας τοιούτων μυστικῶν ἑταιρειῶν, νὰ λησμονῶσι τὸν ὅρκον, τὸν ὁποῖον ἔδωσαν, καὶ νὰ δίδωσι νέον ὅρκον, μεταποιούμενοι ἀπὸ ὀργάνων τοῦ Κράτους καὶ τῆς δημοσίας διοικήσεως εἰς ὄργανα ἑταιρειῶν. Ἀλλ’ ἠθέλομεν ἀποκτήσει καὶ ἕτερον ἀγαθὸν, ὅτι ἠθέλομεν ἀνακαλύψει, τέλος πάντων, ἂν ὑπάρχει εὐθύνη τις, εἴτε ἠθικὴ, εἴτε ποινικὴ, ποῦ δὲ κεῖται ἡ εὐθύνη αὕτη. Βεβαίως δὲν βαρύνει εὐθύνη ἐκείνους, οἵτινες προέτρεπον ἡμᾶς νὰ τολμήσωμεν· βεβαίως δὲν ὑπάρχει εὐθύνη οὐδ’ εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι μᾶς ἔλεγον, ὅτι δυνάμεθα μὲ τὰ μέσα τοῦ τακτικοῦ Προϋπολογισμοῦ νὰ παρασκευάσωμεν στρατὸν καὶ πολεμικὸν ναυτικόν· ἀλλ’ ὑπάρχει εὐθύνη ἐκεῖ, ὅπου δὲν λειτουργοῦσιν οἱ νόμοι, ἐκεῖ ὅπου λησμονοῦνται τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους, ἐκεῖ ὅπου τὸ πολιτικὸν συμφέρον ἢ ταπεινὴ καὶ χυδαία ἰδιοτέλεια προάγουσι τοὺς ἀνθρώπους νὰ λησμονῶσιν ὅτι εἶναι Ἕλληνες. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ἡ συζήτησις ἐξετάθη ὑπὲρ τὸ δέον, ὅτι πολλὰ ἐλέχθησαν. Δὲν ἦτο ἀναγκαῖον κατὰ τὰς συζητήσεις τῆς Βουλῆς νὰ διαφωτίζῃ τὰ θέματα καὶ νὰ χειραγωγῇ τὰς συζητήσεις ἡ Κυβέρνησις; Ἴσως δὲν ἤθελεν ἐκταθῆ τότε ἐπὶ τοσοῦτον ἡ συζήτησις· ἴσως, καὶ ἂν ἦτό τι ἄξιον ἐρεύνης, ἤθελε τοῦτο ἐξετασθῆ μετὰ περισσοτέρας φροντίδος καὶ προσοχῆς. Ἀλλὰ δυστυχῶς ἡ συζήτησις ἔμεινεν ἀχαλίνωτος, καὶ ὁ νῦν προϊστάμενος τῆς πλειονοψηφίας, ἀφοῦ ἐξέθηκε τὸ πρῶτον τὸν λόγον, δι’ ὃν ἦτο ἐναντίος τῆς ἀναβολῆς, ἔμεινε πλέον ἐκτὸς τῆς συζητήσεως· τὸ δὲ Ὑπουργεῖον ἔμεινεν ἐν διαρκεῖ ἀπουσίᾳ! Ἐφάνη που Ὑπουργεῖον, καὶ ὅτε ὤφειλε νὰ ἀναμιχθῇ εἰς τὴν συζήτησιν; Τέλος πάντων ἐφθάσαμεν εἰς τὸ πέρας, ἐλπίζω δὲ, ὅτι τὰ λεχθέντα δὲν θὰ παρέλθωσιν ἐπὶ ματαίῳ· ἐλπίζω, ὅτι πᾶν ὅ,τι χρήσιμον καὶ λυσιτελὲς ἐλέχθη ὑπὸ τῶν λαβόντων μέρος εἰς τὴν συζήτησιν, θέλει δὲ ληφθῆ ὑπ’ ὄψιν ὑπὸ τῶν κυβερνώντων· ἀλλὰ, καὶ ἂν δὲν ληφθῶσι ταῦτα ὑπ’ ὄψιν ὑπὸ τῶν κυβερνώντων, βεβαίως θέλουσιν ἔλθει ταχύτατα ἡμέραι, κατὰ τὰς ὁποίας θέλουσιν ἐκτελεσθῆ πάνθ’ ὅσα πρέπει νὰ ἐκτελεσθῶσι πρὸς σωτηρίαν καὶ ὠφέλειαν τοῦ Κράτους. (Εὖγε! εὖγε! ἐξ ἀριστερῶν).

§199ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει ἄλλος τις τὸν λόγον;

§200ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Οὐδεὶς, κύριε Πρόεδρε.

§201Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐγὼ θὰ ὁμιλήσω, κύριε Πρόεδρε.

§202Γ. ΚΑΠΕΤΑΝΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, νὰ λήξῃ ἡ συνεδρίασις ἤδη.

§203ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, ὄχι.

§204Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Εὐγενὲς καὶ γεναῖον εἶναι τὸ ὁμολογεῖν τὴν ἰδίαν εὐθύνην, καὶ καλῶς ἔπραξεν ὁ ἔντιμος Βουλευτὴς Ἀττικῆς, ὁμολογήσας πρὶν, ὅτι πάντες ἡμεῖς, οἱ ὁποῖοι ἄλλοτε ἀπετελοῦμεν τὴν Ἀντιπολίτευσιν κατὰ τὰς παραμονὰς τοῦ πολέμου, ὑπέχομεν εὐθύνας, καθόσον συνεβουλεύσαμεν, παρεκινήσαμεν τὴν τότε Κυβέρνησιν, ὅπως μετέλθῃ πολιτικὴν τολμηροτέραν ἐκείνης, ἣν ἐφαίνετο ἀκολουθοῦσα ἐν τῷ Κρητικῷ ζητήματι. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι, ἀναγνωρίζοντες τὰς ἡμετέρας εὐθύνας κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, δὲν λέγομεν πᾶσαν τὴν ἀλήθειαν, ἐὰν μόνον εἰς αὐτὸ περιορισθῶμεν συζητοῦντες σήμερον· διότι ἐγὼ τουλάχιστον, καὶ νομίζω, ὅτι πάντες οἱ ἀποτελοῦντες τότε τὴν Ἀντιπολίτευσιν, συμβουλεύοντες πολιτικὴν τολμηρὰν ἐν τῷ Κρητικῷ ζητήματι, οὐδόλως ἐννοοῦμεν νὰ συμβουλεύσωμεν καὶ τὰ μετὰ ταῦτα γενόμενα, οὐδόλως ἐννοοῦμεν, ὅτι ἐν τῷ σταδίῳ, ἐν ᾧ εὑρισκόμεθα τότε, ἔπρεπεν ἡ Κυβέρνησις νὰ θέση τὸ ἔθνος εἰς τὸ δίλημμα, εἰς ὃ τὸ ἔθεσεν: ἢ ἕνωσιν, ἢ πόλεμον μετὰ τῆς Τουρκίας. Οὐδὲ ἐρρήθη τοιοῦτόν τι τότε. Ἐνεθαρρύναμεν μὲν τὴν Κυβέρνησιν καὶ περισσότερον ἀφ’ ὅ,τι ἐπιστεύομεν ἐνδομύχως ὅτι ἔπρεπε, διότι οὕτως ἐνομίζομεν ὅτι ἔπρεπε νὰ φαίνηται εἰς τὸν κόσμον τὸ Κοινοβούλιον τότε, ἀλλ’ ἔσχατα μέτρα οὐδέποτε ὑπηνίχθημεν κἄν. Ἐνεφορούμεθα τότε πάντες ὑπὸ τῆς ἰδέας, ὅτι ἦτο ἀδύνατον ἡ Κρήτη νὰ εὐημερήσῃ ὑπὸ πολίτευμα οἱονδήποτε, ἂν θὰ ἦτο ὑπὸ τὴν ἐξουσίαν τὴν τουρκικήν. Ὅλαι αἱ ἀπόπειραι ἀπὸ μακροῦ χρόνου, εἴχομεν τὴν ἀπόδειξιν, ὅτι ἀπετύγχανον ἕνεκα τῆς κακῆς διοικήσεως τῆς Τουρκίας, ἥτις δὲν ἄφινεν ὅλους αὐτοὺς τοὺς φιλελευθέρους θεσμοὺς νὰ λειτουργήσουν ἀπροσκόπτως. Ἀπόδειξις εἶναι τὰ γενόμενα μὲ τὰς τελευταίας μεταρρυθμίσεις, διότι αὐτὰ, τὰ ὁποῖα εἶχε ψηφίσει ἡ Κρητικὴ Βουλή, ὁ Σουλτᾶνος ἠρνήθη νὰ κυρώσῃ. Τίνα μεγαλειτέραν ἠθέλομεν ἀπόδειξιν, ὅτι οὐδεμία ὑπῆρχεν εἰλικρινὴς διάθεσις ἐκ μέρους τῆς κυριάρχου Δυνάμεως, ὅπως ἐφαρμοσθῶσιν ἐλεύθεροι θεσμοὶ ἐν Κρήτῃ, ἢ τὴν ἄρνησιν αὐτοῦ ἐπὶ μακρὸν χρόνον νὰ κυρώσῃ τοὺς νόμους, τοὺς ψηφισθέντας ὑπὸ τῆς Βουλῆς; Ἐκ τῆς πεποιθήσεως αὐτῆς ἀγόμενοι ὑπεστηρίζομεν, ὅτι ἔπρεπε τὸ ζήτημα τῆς Κρήτης νὰ λυθῇ, μετὰ τὰς σφαγὰς μάλιστα τὰς τελευταίας, ἢ διὰ τῆς ἑνώσεως, ἢ διὰ τῆς αὐτονομίας, τὴν ὁποίαν δὲν ἀνεφέρομεν μὲν ἡμεῖς, διότι συνηγοροῦμεν ὑπὲρ τῆς ἑνώσεως, ἀλλ’ ἥτις θὰ εὕρισκεν ἐν ἐσχάτῃ ἀνάγκῃ, καὶ μὲ τὴν πίεσιν τῶν Δυνάμεων, πρόθυμον καὶ τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν καὶ τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν. Ἀλλ’ ἐνῷ τὰ πράγματα οὕτως εἶχον, καὶ ἡμεῖς ἐνεθαρρύνομεν τὴν Κυβέρνησιν, ἐλευθέραν μένουσαν νὰ μετέλθῃ τὴν πολιτικὴν αὐτὴν, τὴν τολμηρὰν, κατὰ τῆς Τουρκίας καὶ τῶν Δυνάμεων, ἐβλέπομεν ἐξαγριούμενον καθ’ ἡμέραν ῥεῦμα δυνάμεως ἀκατάσχετον, παρασῦρον τὰ πάντα καὶ ἀπογυμνῶσαν καὶ τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὸ Στέμμα πάσης ἐξουσίας. Λησμονοῦμεν τὴν κατάστασιν, ἣν εἶχον δημιουργήσει τότε οἱ διεξάγοντες τὸν μυστικὸν ἀγῶνα, λησμονοῦμεν τὴν ἀδυναμίαν, εἰς ἣν εἴχομεν περιαγάγει καὶ τὸ Κράτος καὶ τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὴν Βασιλείαν, καὶ τολμῶμεν σήμερον νὰ λέγωμεν, διατὶ ἡ Κυβέρνησις δὲν ἐπολιτεύθη ἀντιθέτως αὐτοῦ! Λησμονοῦμεν, ὅτι, ὁσάκις τοιαύτας ἐνεργείας ἀντιμετωπίζωσιν αἱ Κυβερνήσεις καὶ πολιτεύωνται ἐναντίον τῶν πόθων τοῦ ἔθνους, βλέπομεν ἐπερχόμενα ἢ ἀνατροπὴν ἐσωτερικὴν, ἢ ἕτερα μεγαλείτερα κακά. Καὶ τί ἠθέλετε νὰ πράξῃ ἡ Κυβέρνησις, ὅτε τότε οὔτε ὁ στρατὸς πλέον ὑπήκουεν εἰς αὐτὴν, οὔτε οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι, ὅταν μάλιστα λάβητε ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ἡ ἐνέργεια ἐκείνη ἡ μυστηριώδης, ἡ ὁποία ἀπεκαλύφθη ἔπειτα ὅτι ἦτο ἡ Ἐθνικὴ Ἑταιρεία, πρώτην ἀφορμὴν καὶ αἰτίαν ἔσχεν, ὅτι αἱ ἐξουσίαι τοῦ Κράτους ἐπὶ μακρὰ ἔτη δὲν ἐφρόντισαν περὶ πολεμικῆς παρασκευῆς τοῦ ἔθνους, ὅπως διεκδικήσῃ τὰ δικαιώματα αὐτοῦ ἐκτὸς τῆς Ἑλλάδος, ἐπὶ τῶν ἑλληνικῶν ἐπαρχιῶν, ὅτι, ἀμελήσασαι τὴν παρασκευὴν, ἡτοίμαζον εἰς τοὺς ἀντιπάλους λαοὺς τὴν ἀφαίρεσιν χωρῶν, αἵτινες, κατὰ γενικὴν πεποίθησιν τοῦ ἔθνους, ἀνήκουσιν εἰς ἡμᾶς; Φαντάζεσθε ὁποίαν δύναμιν ἀπέκτησεν αὐτὴ ἰδίως ἀπέναντι τῶν ἐξουσιῶν τοῦ Κράτους, κατορθώσασα ἵνα περιλάβῃ ἐν ἑαυτῇ οὐ μόνον ἅπαντα τὸν στρατὸν, οὐ μόνον τοὺς ὑπαλλήλους καὶ τὸν τύπον, ἀλλ’ ὁλόκληρον σχεδὸν τὸ ἔθνος! Αὐτὴ ἠθέλησε καὶ ἐπέβαλε τὸν πόλεμον. Διότι τίς θ’ ἀμφισβητήσῃ, ὅτι ὁ σκοπὸς καὶ ἡ ἐνέργεια τῆς Ἑταιρείας ἐκείνης ἦτο, ὅπως ἐκβιάσῃ τὴν Κυβέρνησιν νὰ προβῇ μέχρι πολέμου, ἐξ ἀφορμῆς μὲν τῆς Κρήτης, ἀλλ’ εἰς πόλεμον περὶ τῶν ὅλων; Αὐτὴ ἡ ἰδία ἐν ταῖς ἐκθέσεσι, τὰς ὁποίας ἐδημοσίευσεν, ὁμολογεῖ, ὅτι αὐτὸ ὑπῆρξεν ἡ ἀπόφασις, καὶ ὁ σκοπὸς αὐτῆς, ὅτε δὲ ἔλεγεν, ὅτι ἐτίθετο ὑπὸ τὰς διαταγὰς τῆς Κυβερνήσεως καὶ παρὰ τὸ πλευρὸν τῆς Κυβερνήσεως, βεβαίως εἰρωνείαν μετήρχετο, καὶ ἁπλότητα προσεποιεῖτο· διότι πῶς ἦτο δυνατὸν νὰ μετέλθῃ τοιαύτην βίαν ἐναντίον μιᾶς Κυβερνήσεως, καὶ νὰ λέγῃ ἔπειτα εἰς αὐτήν: «εἶσαι ἐλευθέρα νὰ κάμῃς ὅ,τι θέλεις»; Ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη δὲν ἦτο ἐλευθέρα· καὶ ἂν ὁ τότε Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως δὲν θέλῃ νὰ ὁμολογήσῃ αὐτὸ σήμερον, ἡμεῖς ἀντελήφθημεν καλῶς κατ’ ἐκείνην τὴν ἐποχήν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη εὑρίσκετο ἀπέναντι ἐξογκωθέντος ῥεύματος, καθ’ οὗ οὔτε ἐτόλμα, οὔτε ἠδύνατο ν’ ἀντιταχθῇ. Πιθανὸν νὰ ἐνέπεσε καὶ ὑπὸ τὴν ἐπήρειαν τῆς μυστηριώδους ἐκείνης δυνάμεως, καὶ ἐφαντάζετο τὰ πάντα διατεθειμένα ἐκτὸς τῆς Ἑλλάδος οὕτως εὐνοϊκῶς, ὥστε νὰ ἐξυπηρετήσωσι τὸν ἀγῶνα τοῦ ἔθνους. Ἀλλὰ καὶ ἂν δὲν ἐφαντάζετο παρεσκευασμένα ἐν ταῖς ἑλληνικαῖς ἐπαρχίαις τελείως τὰ ἐπαναστατικὰ ἔργα, οὐχ ἧττον ἔβλεπεν, ὅτι, ἀνθισταμένη εἰς τῆς Ἑταιρείας ἐκείνης τὴν βίαν καὶ τὰς ἀπειλὰς, θ’ ἀντιμετώπιζεν ἐσωτερικοὺς κινδύνους. Ἰδοὺ διατὶ δὲν συμφωνῶ, ὅταν λέγητε, ὅτι ἡμεῖς, ὡς Ἀντιπολίτευσις, ἀνελάβομεν τότε τὴν εὐθύνην καὶ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα μετὰ ταῦτα ἐγένοντο. Ἀνελάβομεν βεβαίως τὴν εὐθύνην τῆς διεξαγωγῆς τοῦ ζητήματος τοῦ Κρητικοῦ, ὡς τότε διεξήχθη, μετὰ ἢ ἄνευ ἴσως τῆς κατοχῆς, βεβαίως ὅμως μετὰ τῆς ἀποστολῆς τοῦ στόλου καὶ τοῦ τορπιλλικοῦ πρὸς ἐπιδίωξιν τοῦ φιλανθρωπικοῦ σκοποῦ. Ὅπως δήποτε ἐννοοῦμεν πολιτικὴν τολμηρὰν τῆς Κυβερνήσεως ἐν τῷ Κρητικῷ ζητήματι, ἀλλ’ οὐδέποτε ἐννοοῦμεν, ὅτι ἔπρεπεν ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, ἡ ἔχουσα τότε τὴν πεποίθησιν, ὅτι δὲν ἦτο ὁ τόπος παρεσκευασμένος στρατιωτικῶς, ὅπως ἀναλάβῃ πόλεμον κατὰ τῆς Τουρκίας, οὐδ’ οἰκονομικῶς παρασκευασμένος πρὸς τοῦτο μὲ Ἡγεμόνα μάλιστα, ὅπως ἐλέγετο, ἀντιλαμβανόμενον ἐπίσης κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον τὴν ἀδυναμίαν τοῦ Κράτους, ὅπως ἐπιχειρήσῃ τοιοῦτον ἔργον, μὲ Ἡγεμόνα, ὅστις οὐδεμίαν ὡμολόγει, ὅτι εἶχεν ἐκ μέρους τῆς Εὐρώπης ἐνθάρρυνσιν πρὸς τοιαῦτα τολμήματα, οὐδέποτε, λέγω, ἐννοοῦμεν, ὅτι ἔπρεπεν ἡ Κυβέρνησις ὑπὸ τοιούτους ὅρους νὰ ἀναλάβῃ πόλεμον κατὰ τῆς Τουρκίας, καὶ ἡμεῖς νὰ ἀναλάβωμεν τὴν εὐθύνην ὅλων αὐτῶν τῶν ἀποτελεσμάτων, ἐνῷ δὲν ἠθέλομεν ἄλλο ἢ ἁπλῶς πολιτείαν αὐτῆς τολμηροτέραν καὶ ἐνεργητικωτέραν ἀπέναντι τῆς Τουρκίας ἐν τῷ Κρητικῷ ζητήματι. Λοιπὸν δὲν θὰ εἴπωμεν τὴν ἀλήθειαν ἱστορικῶς, ἐὰν σήμερον ἐξέλθωμεν τοῦ Κοινοβουλίου βεβαιώσαντες ὅτι ἡ Ἀντιπολίτευσις τῆς ἐποχῆς ἐκείνης φέρομεν τὴν εὐθύνην τῶν συμφορῶν, αἱ ὁποῖαι μετὰ ταῦτα ἐπῆλθον· καὶ δὲν λέγω τῶν συμφορῶν, ἀλλὰ τῆς ἐπιχειρήσεως τοῦ πολέμου, ὑπὸ τὰς περιστάσεις, ὑπὸ τὰς ὁποίας εὑρίσκετο τὸ Κράτος. Ἡ ἀλήθεια εἶναι, ὅτι ὑπῆρξε τότε ἐν μέσῳ τῶν συγκινήσεων καὶ τοῦ ἐνθουσιασμοῦ, ὁ ὁποῖος κατέλαβε τὸ Ἑλληνικὸν ἔθνος ἐπὶ τοῦ Κρητικοῦ ζητήματος, ὑπῆρξεν Ἑταιρεία, ἥτις, δὲν θέλω νὰ εἴπω ὅτι εἰργάσθη ὑποκινουμένη παρὰ πολιτικῶν προσώπων, ἀποβλεπόντων εἰς χαρτοφυλάκια, ἀλλ’ Ἑταιρεία, ἥτις πρὸς ἄλλους σκοποὺς φιλοδοξίας ὀλίγων τινῶν ἠθέλησε νὰ παρασύρῃ τὸ Κράτος εἰς πόλεμον παρακεκινδυνευμένον. Ἀλλ’ ὀφείλομεν πάντες ν’ ἀναγνωρίσωμεν, ὅτι δι’ ἐπιτηδείας ἐκμεταλλεύσεως τῶν αἰσθημάτων τοῦ λαοῦ ἐσχηματίσθη καταπληκτικὴ ἐθνικὴ δύναμις, περιλαβοῦσα ὅλας τὰς δυνάμεις, τὰς ὁποίας ἠδύνατο νὰ διαθέσῃ μία Κυβέρνησις, ὅπως ἀμυνθῇ ὑπὲρ τοῦ Κράτους, καὶ κατὰ τῆς ἐπιβολῆς τῆς ὁποίας δύσκολον θὰ ἦτο καὶ εἰς πᾶσαν ἄλλην Κυβέρνησιν ν’ ἀντισταθῇ. Δὲν εἰσέρχομαι εἰς τὴν ἐξέτασιν λεπτομερειῶν, εἴτε αὗται ἀνάγονται εἰς τὴν δρᾶσιν τῆς Κυβερνήσεως, εἴτε εἰς τὴν δρᾶσιν τὴν στρατιωτικὴν, δηλαδὴ τὴν διεξαγωγὴν τοῦ πολέμου ἐν Ἠπείρῳ καὶ Θεσσαλίᾳ. Νομίζω ὅτι οὔτε ἁρμόδιοι εἰς τοῦτο εἴμεθα, οὔτε τὸν καιρὸν ἔχομεν, οὔτε ὑπεβλήθησαν ὅλα τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ ὑποβληθῶσιν, ὅπως φθάσωμεν εἰς συμπεράσματα θετικὰ καὶ ἀκριβῆ. Ἐπαναλαμβάνω μόνον, ὅτι τὸ μεγαλείτερον κακὸν διεπράχθη τότε ὑπὸ τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας. Ἡ Ἐθνικὴ Ἑταιρεία, ἂν ἤθελε νὰ δώσῃ μαθήματα εἰς τὰς καθεστηκυίας ἐν Ἑλλάδι ἀρχὰς, ὅτι καθῆκον εἶχον, περισσότερον νὰ φροντίζωσι καὶ ἐπιμελέστερον νὰ ἀσχολῶνται εἰς παρασκευὴν τοῦ ἔθνους πρὸς πόλεμον, δὲν ἔπρεπε τοῦτο νὰ διδάξωσιν, ὠθοῦντες τὸ ἔθνος εἰς πόλεμον. Ἔπρεπεν, ἂν ἤθελον νὰ ὀργανωθῶσιν, ὡς ὠργανώθησαν, εἰς πανίσχυρον Ἑταιρείαν, νὰ μεταχειρισθῶσι πᾶσαν αὑτῶν τὴν δύναμιν, ἣν διέθετον, ἵνα ἐξαναγκάσωσι τὸ Κράτος, ὅπως σπουδαίως ἀσχοληθῇ, καὶ διεξαγάγωσι τὸ ἔργον τῆς παρασκευῆς, οὐχὶ δὲ νὰ ῥίψωσιν αὐτὸ πρὶν τῆς παρασκευῆς εἰς πόλεμον. Ἀφοῦ ἀνεγνώριζεν ἡ Ἑταιρεία, ὅτι τὸ ἔθνος ἦτο ἀπαράσκευον, τὸ νὰ ἐξωθήσῃ τὸ Κράτος εἰς πόλεμον, ὅπως διδάξῃ τὰς ἐξουσίας τὰς ὑπευθύνους, ὅτι πρέπει νὰ ἐργάζωνται ὑπὲρ στρατιωτικῆς παρασκευῆς τοῦ ἔθνους, τοῦτο ἦτο παραλογισμὸς καὶ δύναμαι νὰ εἴπω αὐτόχρημα κακούργημα. Δὲν τιμωροῦνται διὰ τοιούτων ἐθνικῶν κινδύνων, οὐδὲ διδάσκονται τὸ καθῆκον των αἱ Κυβερνήσεις δι’ ἐθνικῶν καταστροφῶν. Κακούργημα θεωρῶ καὶ τὸ νὰ ῥίπτωμεν τὸ ἔθνος ἡμῶν εἰς πόλεμον, διὰ νὰ δοκιμάσωμεν δι’ αὐτοῦ τὴν τύχην μας, διότι ἀποφασίζομεν χάριν τοῦ ἀλυτρώτου μέρους τοῦ ἔθνους νὰ θυσιάσωμεν τὸ ἐλευθερωθέν. Καθ’ ἑκατέραν περίπτωσιν ἡ ἐργασία τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας ἀπεδείχθη μωρὰ, ἢ ἀπερίσκεπτος μέχρι κακουργίας. Διὰ τοῦτο, κύριε Πρόεδρε, ἐπαναλαμβάνω, ὅτι, καίτοι ὁμολογῶ ὅτι συμμετέχω καὶ ἐγὼ τῆς εὐθύνης, τὴν ὁποίαν τότε ἀνέλαβεν ἡ Ἀντιπολίτευσις διὰ τῆς γλώσσης ὑπὲρ τολμηρᾶς πολιτικῆς, ἣν μετῆλθεν ἐν τῇ Βουλῇ ἐν τῷ Κρητικῷ ζητήματι ἀπέναντι τῆς τότε Κυβερνήσεως, δὲν ἐνόησαμεν οὐδὲ ἐγὼ, οὐδὲ, ὑποθέτω, οἱ ἄλλοι συνάδελφοί μου τότε, νὰ ὠθήσωμεν τὴν Κυβέρνησιν εἰς ὅλα ἐκεῖνα τὰ τολμήματα, εἰς ἃ βραδύτερον περιεπλέχθη, ἤτοι τὸν πόλεμον κατὰ τῆς Τουρκίας, ἐν πλήρει γνώσει, — διότι οὐδεὶς τὸ ἠγνόει — ὅτι οὐδὲ στρατιωτικῶς, οὐδὲ ναυτικῶς, οὐδὲ οἰκονομικῶς, οὐδὲ διπλωματικῶς εἴμεθα παρεσκευασμένοι, ὅπως ἀναλάβωμεν τοιοῦτον ἀγῶνα. Ἑπομένως, καίτοι συμμετέχω τῆς εὐθύνης ἐκείνης, ἀρνοῦμαι ὅμως πᾶσαν ἠθικὴν συμμετοχὴν εἰς τὰ μετὰ ταῦτα, διότι οὐδόλως ἐνόησαμεν, ὅτι ἔπρεπε νὰ τολμηθῶσιν ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐτολμήθησαν καὶ τὰ ὁποῖα ἐστοίχισαν ἡμῖν καὶ ἠθικῶς καὶ ὑλικῶς μεγάλας συμφορὰς, ὧν τὰ ἀποτελέσματα Κύριος οἶδε πόσας ἄλλας μεγάλας ἐθνικὰς ζημίας ἐγκλείουσιν ἀκόμη.

§205ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Δραγούμης.

§206ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὁμολογῶ, κ. Πρόεδρε, ὅτι μετ’ ἐνδοιασμοῦ τινος ἔρχομαι τελευταῖος ἵνα λάβω τὸν λόγον, συναισθανόμενος, ὅτι μόνος μεταξὺ πάντων τῶν προαγορευσάντων κατὰ τύχην εὑρίσκομαι ἀνεύθυνος...

§207Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Καὶ ἐγὼ μαζύ σας.

§208ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. .. ἀπολαύων ἀνευθύνου, ὅπερ βεβαίως κατ’ οὐδὲν ὁμοιάζει μετὰ τοῦ ἀνευθύνου τοῦ ἄλλου, τοῦ περιβαλλομένου δι’ ἄλλων πλεονεκτημάτων. Συνέπεσε νὰ εὑρίσκωμαι ἔξω τῆς Βουλῆς κατὰ τὴν περίοδον ἐκείνην τοῦ χρόνου, καθ’ ἣν ἐνεφανίσθησαν τὰ γεγονότα, τὰ ἀγαγόντα εἰς πολεμικὴν κατάστασιν, καὶ ἔπειτα εἰς καταστροφὴν, καὶ ὡς ἐκ τῆς συστηματικῆς ἀποχῆς μου ἀπὸ πάσης ἐνεργείας κειμένης ἔξω τοῦ κύκλου τῆς πορείας τῆς κεχαραγμένης ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ἔξω τῆς Βουλῆς, οὐδεμιᾶς μετέσχον εὐθύνης. Εἶναι δὲ δυσάρεστος ἡ θέσις τοῦ οὕτως ἀνευθύνου, ὅτε πρόκειται νὰ ὁμιλήσῃ αὐτὸς ἀπὸ τοῦ ἀσφαλοῦς περὶ πράξεων, αἵτινες βεβαίως γεννῶσιν εὐθύνας εἰς βάρος ἄλλων, — καὶ πάντοτε πρόκειται περὶ ἠθικῶν εὐθυνῶν. Ἀλλ’ ἀκριβῶς διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι δὲν πρέπει νὰ κρύψω τὴν γνώμην, ἣν ἐσχημάτισα καθ’ ὃν χρόνον ἐτελοῦντο τὰ γεγονότα, ὧν παριστάμην ἁπλοῦς θεατής. Τὴν γνώμην ταύτην μὴ κρύπτων, νομίζω ὅτι εἰσέρχομαι καὶ ἐγὼ εἰς τῶν ἄλλων τὸν κύκλον, καὶ μετέχω τρόπον τινὰ τῆς παρὰ τοῖς ἄλλοις διαμεμερισμένης εὐθύνης, ἐφ’ ὅσον θέλω δηλώσει, ὅτι ἦτο δυνατὸν καὶ ἐγώ, ἂν ἐπολιτευόμην τότε ἐν τῇ Βουλῇ, νὰ εὑρίσκωμαι παράπλευρος αὐτῶν ἐπὶ τοῦ θέματος τοῦ κυρίου, ὅπερ ἐπήγαγε τ’ ἀποτελέσματα τὰ ἐπακολουθήσαντα. Φρονῶ δὲ, κύριε Πρόεδρε, ὅτι καὶ ἐγὼ, ἂν ἐπολιτευόμην τότε ἐν τῇ Βουλῇ, ἤθελον ἔχει ἐκπεφρασμένην τὴν αὐτὴν πεποίθησιν, ὅτι ἀπέναντι τῶν διαπραττομένων ἐν Κρήτῃ δὲν ἦτο δυνατὸν ἡ Ἑλλὰς, δὲν ἦτο δυνατὸν ἡ Ἑλληνικὴ Βουλὴ, δὲν ἦτο δυνατὸν ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις νὰ μὴ ἀποφασίσῃ νὰ πράξῃ τι τὸ ἐξερχόμενον τῆς συνήθους διεθνοῦς πολιτείας τῶν Κρατῶν. Ἐνεδεικνύετο, —ἐνεδεικνύετο δὲ ταύτην τὴν φορὰν εἰς τὴν Ἑλλάδα, κυρίαν τῆς θαλάσσης, — ἐνεδεικνύετο παρέμβασις, ὅπως προστατεύσῃ τὴν ὁμογενῆ καὶ ὁμόθρησκον καὶ συναγωνισθεῖσαν μετὰ τοῦ ἄλλου Ἑλληνικοῦ Κρητικὴν φυλὴν, ἐναντίον νέων ἐπιθέσεων, αἵτινες ἐκινδύνευον ταύτην τὴν φορὰν νὰ φέρωσιν ἀληθῆ ἐρήμωσιν εἰς τὴν νῆσον. Καὶ ὅτε ἐν ἔτει 1889 ἡ Ἑλλὰς εὑρέθη ἀπέναντι παρομοίας καταστάσεως, πολλῷ ἧττον σπουδαίας, συνῃσθάνθησαν οἱ τότε κυβερνῶντες τὸ μέγεθος τῆς ἐλλείψεως ἐκείνης τῆς κατὰ θάλασσαν δυνάμεως, ἥτις ἤθελε παραδώσει εἰς τὰς ἀξιώσεις τῆς Ἑλλάδος κῦρος τοιοῦτον, ὥστε νὰ ἐλπίζῃ ἀποτελέσματα ἀλλοῖα ἐκείνων τῶν λυπηρῶν, ἅτινα ἐπῆλθον ἐν ἔτει 1889. Πολλῷ μᾶλλον ἐν ἔτει 1897, ὅτε ἡ Ἑλλὰς ἦτο ἤδη θετικῶς ἀπέναντι τῆς Πύλης κυρία τῆς θαλάσσης, ὑποχρέωσις ἐπεβάλλετο εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν νὰ μὴ μείνῃ ἀδρανὴς ἀπέναντι τῶν τελουμένων ἐν Κρήτῃ. Ἦτο ἄρα ἐνδεδειγμένον καθῆκον τῆς Κυβερνήσεως νὰ ἐπεμβῇ εἰς τὰ τῆς Κρήτης, μεταχειριζομένη πρὸς τοῦτο τὸν στόλον, ἀφοῦ ἄλλος τρόπος διορθώσεως τῶν πραγμάτων δὲν ὑπῆρχε, μετὰ τὰ τελεσθέντα ἰδίως κατὰ Μάϊον τοῦ προηγουμένου ἔτους, ἦτο ἐνδεδειγμένον νὰ ἐπεμβῇ διὰ τοῦ στόλου, καὶ καλῶς ἀπεφάσισε τοῦτο ἐξ οἰκείας πρωτοβουλίας, καλῶς προετράπη εἰς τοῦτο ὑπὸ τῆς Βουλῆς συσσώμου. Ὅ,τι ἔμελλε νὰ πράξῃ ἔπειτα ἡ Κυβέρνησις, ἡ παρορμωμένη εἰς τὴν τοιαύτην ἐνέργειαν ὑπὸ τῆς σύμφωνον γνώμην ἐχούσης Βουλῆς, τοῦτο ἀνῆκεν εἰς μόνην τὴν πρωτοβουλίαν αὐτῆς. Καὶ βεβαίως οἱ τότε ἀντιπολιτευόμενοι, συμβουλεύσαντες ὅσα συνεβούλευσαν γενικῶς, δὲν ἠθέλησαν νὰ διαγράψωσιν αὐτοὶ καὶ τὴν πορείαν, ἣν ὤφειλε νὰ τηρήσῃ ἡ Κυβέρνησις, ὁδηγουμένη ὑπὸ τῶν πραγμάτων, ὁδηγουμένη ὑπὸ τῶν φώτων, ἅτινα μόνον αὕτη εἶχε καὶ ἠδύνατο νὰ ἔχῃ, ὡς διατελοῦσα ἐν σχέσει πρὸς τὰς Εὐρωπαϊκὰς Δυνάμεις, γνωρίζουσα τὰ τῆς διεθνοῦς καταστάσεως καὶ ἐν γένει τὰ πράγματα τά τε ἡμέτερα καὶ τὰ ἐν Τουρκίᾳ. Ἂν ἄρα ἐν τῇ ἐνεργείᾳ, τῇ ὁμοφώνως ἀποφασισθείσῃ ὑφ’ ὁλοκλήρου τῆς Ἑλλάδος ὑπῆρξέ τι εἴτε γενικώτερον, εἴτε ἐν ταῖς λεπτομερείαις, ὅπερ δύναταί τις ἴσως νὰ ἐπικρίνῃ ὡς κακῶς πραχθὲν, τοῦτο βεβαίως οὐδὲ ἡ Κυβέρνησις ἡ τότε δύναται νὰ ἀξιώσῃ, οὐδὲ ἐσκέφθη βεβαίως νὰ ἀξιώσῃ, ὅτι δὲν βαρύνει αὐτῆς καὶ μόνης τὴν εὐθύνην, τὴν ἠθικὴν εὐθύνην, ἀλλ’ ὅτι ἡ εὐθύνη ἐπιπίπτει εἰς πάντας τοὺς παρορμήσαντας τὴν Κυβέρνησιν εἰς ἐπέμβασιν. Κατὰ τίνα τρόπον ἐνήργησεν ἡ τότε Κυβέρνησις, ἐξητάσθη ἐν σχέσει πρὸς τὰς εὐθύνας καθ’ ὅλην ταύτην τὴν ἑσπέραν. Ἀλλὰ δὲν πρόκειται νὰ ὁμιλήσω περὶ τούτου. Ἐλέχθη, ὅτι ὁ τρόπος, καθ’ ὃν ἡ Κυβέρνησις παρενέβη εἰς τὴν νῆσον Κρήτην, καταλαβοῦσα τὴν νῆσον ἐπὶ ῥητῇ δηλώσει, ὅτι θέλει κατέχει καὶ διοικεῖ αὐτὴν ἐπ’ ὀνόματι τοῦ Βασιλέως Γεωργίου, ἀποτελεῖ κήρυξιν πολέμου. Ὀφείλω νὰ προλάβω καὶ δηλώσω, ὅτι ἴσως δὲν εἶμαι κατὰ γνώμην ἐντελῶς σύμφωνος πρὸς τὸν τρόπον τῆς γενομένης ἐνεργείας ἐν Κρήτῃ· ἴσως, ἂν προέκειτο ἐγὼ νὰ ἐνεργήσω, δὲν ἤθελον ἐνεργήσει ἀκριβῶς οὕτως· ἀλλὰ δὲν δύναμαι νὰ βεβαιώσω, ὅτι, διότι τοιαύτην πορείαν ἠκολούθησεν ἡ τότε Κυβέρνησις ἐν τῇ ἐπεμβάσει, ἐκ τούτου καὶ προέκυψεν εἰς βάρος αὐτῆς ἡ εὐθύνη τῆς κηρύξεως τοῦ πολέμου. Ἂν ἡ τοιαύτη πρᾶξις ἀποτελεῖ κήρυξιν πολέμου, ὡς ἐπέμβασις ἐν ξένῃ χώρᾳ, καὶ πᾶσα ἄλλη ἐπέμβασις εἰς ξένον Κράτος, πρὸς ἁπλῆν ἐπαναφορὰν τῆς τάξεως, ἔστω καὶ πρὸς προστασίαν κινδυνευόντων ὁμοθρήσκων, φέρει χαρακτῆρα κηρύξεως πολέμου, μένει δὲ μόνον εἰς τὸ Κράτος, καθ’ οὗ ἐγένετο ἡ ἐπέμβασις, ἡ ἐκλογὴ τοῦ χρόνου τῆς δράσεως, τῆς ἀμέσου ἐνεργείας, ἢ τῆς ἀναβολῆς, ὅπως τελεσφόρως παρασκευασθῇ. Ὁπωσδήποτε καὶ ἂν ἐγένετο ἡ ἐπέμβασις, ἤθελε σημαίνει κήρυξιν πολέμου, καὶ ἀπ’ ἐκείνης τῆς ὥρας ὤφειλεν ἡ Ἑλλὰς νὰ θεωρῇ ὅτι εὑρίσκεται εἰς ἐμπόλεμον κατάστασιν, καὶ νὰ παρασκευασθῇ, ὅπως ἀντιμετωπίσῃ τὰ ἐνδεχόμενα. Ἀλλὰ τὰ περὶ τούτου θέλουσιν ἴσως βραδύτερον ἐξετασθῆ, διότι δὲν ὑπάρχουσι σήμερον ἐνώπιον ἡμῶν ὅλα τὰ στοιχεῖα, ἅτινα ἐπιτρέπουσι τελείαν τὴν ἐξέτασιν τοῦ ζητήματος, ὅπως δυνηθῶμεν νὰ ἐκφέρωμεν γνώμην. Ἀλλ’ ἐνταῦθα νῦν νομίζω, ὅτι ἐνώπιον ἡμῶν καλῶς κεῖται ἡ διαίρεσις, ἣν ὁ πρὸ μικροῦ ἀγορεύσας Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς ἐποιήσατο, τῆς ὅλης ὑποθέσεως· εἰς τὸ πρὸ τοῦ πολέμου στάδιον, εἰς τὸ κατὰ τὸν πόλεμον, εἰς τὸ μετὰ τὸν πόλεμον. Καὶ περὶ τούτου τοῦ τρίτου σταδίου οὐδὲν ἔχω νὰ εἴπω, μεθ’ ὅσα ἐξέθηκεν ὁ ἔντιμος συνάδελφος, ὅστις ἴσως εἶπε καὶ πλείονα τῶν ἀπαιτουμένων, ὅπως ἀπολογηθῇ ὑπὲρ κυβερνητικῆς ἐνεργείας, ἥτις δὲν εἶχεν ἀνάγκην ἀπολογίας, διότι ἡ ἐπιβολὴ τοῦ ἐλέγχου ἦτο ἐνδεδειγμένη ἀφ’ ἧς ἡμέρας ἡττήθημεν, καὶ ἐνῷ ἦτο ἐνδεδειγμένη καὶ καταφανὴς εἰς πάντα, ὅστις παρηκολούθει τὰ πράγματα, ἔχομεν βεβαιωμένον καὶ δεδημοσιευμένον καὶ ἐν τῇ Κυανῇ Βίβλῳ καὶ ἐν αὐτῇ τῇ Ἑλληνικῇ, ὅτι ἀπὸ Μαΐου ἀρχομένου ἐξηνέχθη καὶ ἐπισήμως ἡ ἰδέα τῆς ἐπιβολῆς ἐλέγχου. Τὰς περὶ ἐλέγχου προθέσεις αὐτῆς ἡ Γερμανία ἀνήγγειλε καὶ πρὸς τὸν Ἕλληνα πρεσβευτὴν κατὰ Μάϊον. Ἀλλὰ πρὸ τούτου εἰς τὸν ἐν Βερολίνῳ Ἄγγλον πρεσβευτὴν ἐλέχθη, ὅτι ἡ Ἑλλὰς βεβαίως, ὡς ἡττηθεῖσα, ὀφείλει ν’ ἀποζημιώσῃ τὴν νικήτριαν, ἀλλ’ ἵνα εὕρῃ τὰ πρὸς ἀποζημίωσιν, ἐν ᾗ καταστάσει οἰκονομικῇ εὑρίσκεται, εἶναι ἀδύνατον νὰ δανεισθῇ ἄνευ ἐγγυήσεων ὑπέρ τε τοῦ παλαιοῦ καὶ ὑπὲρ τοῦ νέου χρέους. Ταῦτα ὁ Ὑπουργὸς τῆς Γερμανίας ἀνεκοίνωσε τῇ 6)18 Μαΐου εἰς τὸν πρεσβευτὴν τῆς Ἀγγλίας, οὗτος δὲ ἀμέσως εἰς τὴν Κυβέρνησιν αὐτοῦ· καὶ ἔκτοτε βλέπομεν ἀρξαμένας τὰς συνεννοήσεις περὶ τοῦ θέματος, αἵτινες καὶ δὲν ἀπῄτησαν πολὺν χρόνον, ἵνα συμφωνήσωσιν αἱ Δυνάμεις κατ’ ἀρχήν. Τοῦ θέματος τούτου ἀφιεμένου κατὰ μέρος, μένει τὸ πρὸ τοῦ πολέμου καὶ τὸ μετὰ τὸν πόλεμον στάδιον. Δὲν φρονῶ ὅτι εἶναι ὀρθὸν τὸ λεχθὲν, ὅτι τὰ κατὰ τὸν πόλεμον δὲν εἶναι ὑποκείμενον συζητήσεως τῆς Βουλῆς. Θὰ ἦτο βεβαίως παρακεκινδυνευμένον νὰ ἀναμιχθῶμεν ἐνταῦθα, νὰ ἀναμιχθῇ ἡ Βουλὴ εἰς τὴν ἐξέτασιν τῆς καθαρῶς στρατιωτικῆς ἐνεργείας κατὰ τὸν πόλεμον, διότι οὔτε ἁρμόδιοι εἴμεθα ἡμεῖς, οὔτε κατάλληλος ἡ ὥρα. Ἀλλ’ εἴμεθα ἁρμόδιοι νὰ ἐξετάσωμεν ὑπὸ τὴν πολιτικὴν ὄψιν τὰ κατὰ τὴν διάρκειαν τοῦ πολέμου τελεσθέντα, καὶ ἂν εἰς ταῦτα, ἅτινα ἀδύνατον νὰ μὴ ἔχωσιν ἐπίδρασίν τινα ἐπὶ τῆς στρατιωτικῆς διοικήσεως τοῦ πολέμου, εὕρωμέν τι τὸ παράγον εὐθύνας, δικαιούμεθα νὰ ἐξετάσωμεν τὰ κατ’ αὐτάς. Ἐνταῦθα δὲ πρὸ παντὸς ὀφείλομεν ν’ ἀναγνωρίσωμεν καὶ ἀνακηρύξωμεν, ὅτι, ὅπως κατὰ τὸ στάδιον τὸ πρὸ τοῦ πολέμου, οὕτω καὶ κατὰ τὸ στάδιον τὸ τοῦ πολέμου, τὸ πολίτευμα οὐδεμίαν ἐπιτρέπει ἔξωθεν, ὁποθενδήποτε, ἀνάμιξιν εἰς τὴν πολιτικὴν ἐνέργειαν, τὴν διαγεγραμμένην ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως· μόνον ἡ Κυβέρνησις ἔχει δικαίωμα νὰ μεριμνᾷ περὶ τοῦ πρακτέου, νὰ πρυτανεύῃ ἐν τῇ διεξαγωγῇ τοῦ ἔργου, καὶ νὰ προστάττῃ, καὶ εἰς ταύτην ἔχουσι καθῆκον πάντες νὰ ὑπακούωσι, καὶ μάλιστα ὅτε πρόκειται περὶ διεξαγωγῆς πολέμου. Καὶ κατὰ ταύτην τὴν περίοδον καταλαμβάνομεν ἐπ’ αὐτοφώρῳ τὰς ἀναμίξεις τὰς ἀθεμίτους, εἰς τὸ κυβερνητικὸν ἔργον, αἵτινες, ὅσον καὶ ἂν θελήσῃ τις νὰ θεωρήσῃ αὐτὰς μεμετριασμένας, ἐγένοντο πρὸς ζημίαν τοῦ ἔργου καὶ ἐπὶ βλάβῃ τοῦ τόπου. Ἀνάλογα ἀνευρίσκω καὶ εἰς τὸ στάδιον τὸ πρὸ τοῦ πολέμου, καὶ πολὺ περισσότερα ἢ ἐν τῷ σταδίῳ τῷ κατὰ τὸν πόλεμον, διότι ἐν τῷ σταδίῳ τῷ διαρκοῦντος τοῦ πολέμου ἡ ἀνάμιξις ἤρχετο ἀπὸ μιᾶς πλευρᾶς μόνον, κατὰ δὲ τὸ δεύτερον στάδιον ἤρχετο ἐκ δύο πλευρῶν· καὶ εὑρέθη ἐν αὐτῷ ἡ Κυβέρνησις μεταξὺ δύο πυρῶν, εὑρέθη ὠθουμένη ἐντεῦθεν καὶ ἐκεῖθεν, παρακουομένη καὶ παραβλεπομένη· ᾐσθάνετο μὲν τὰ ὑπεράνω τῆς κεφαλῆς αὑτῆς τελούμενα, ἀλλὰ καὶ δὲν εἶχεν ἀκριβῆ γνῶσιν αὐτῶν. Ταῦτα ὀφείλομεν ν’ ἀναγνωρίσωμεν ἐν τῷ ἐνεργητικῷ τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης, διότι τὸ ἐνεργητικὸν αὐτῆς αὐξάνουσιν ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς ἐλαττώσεως τῶν εὐθυνῶν. Διὰ τ’ ἀποτελέσματα τὰ ἐπελθόντα γινώσκει ἡ Βουλή, ὅτι ἔχω ἐπιφυλάξεις τινὰς ἐκ παλαιοῦ. Ἀνωμολόγησα καὶ πρό τινων ἡμερῶν, καὶ κατ’ ἄλλην Σύνοδον εἶπον, ὅτι ἔχω λόγους νὰ φρονῶ, ὅτι ἴσως ἦτο δυνατὸν νὰ ἀναστείλῃ τὸ κακὸν, ἀντιτάττουσα μεῖζον σθένος, ἢ ἔντονον ἀντίδρασιν, εἰς τὴν ἔκτροπον καὶ ἀθέμιτον ἀνάμιξιν, ἀλλ’ ὁμολογῶ καὶ ὅτι δὲν κατέχω τὰ στοιχεῖα, ἅτινα ἐπιτρέπουσι νὰ βεβαιώσω ταῦτα, ἀγνοῶ δὲ καὶ ἂν ἄλλος τις ὑπῆρχεν ὁ δυνάμενος νὰ ἀντιδράσῃ σθεναρώτερον, καὶ διὰ τοῦτο, ἀφοῦ καὶ ἡ κατὰ τὰς ἡμέρας ταύτας γενομένη συζήτησις δὲν ἐπέχυσε φῶς εἰς τὰς λεπτομερείας, δὲν θὰ εἴπω τι περισσότερον. Ἀλλ’ ἐκ τῆς ἐπισκοπήσεως τῆς ὑποθέσεως, καὶ ὅπως ἀτελῶς συνεζητήθη ἐνταῦθα, προκύπτουσι βεβαίως διδάγματα, ἅτινα πρέπει ὡς συμπέρασμα τῆς συζητήσεως ταύτης νὰ συγκομίσῃ ἡ Βουλὴ ὑπὲρ τῆς Ἑλλάδος, διότι εἰς τὴν συζήτησιν ταύτην ὁμολογῶ ὅτι δὲν βλέπω ποία εἶναι ἡ πρότασις, ἥτις εἶναι δυνατὸν νὰ προταθῇ πρὸς ψήφισιν ὑπὸ τῆς Βουλῆς, πρότασις δὲ μεταβάσεως ἁπλῆς εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν—ἡ μόνη δυνατὴ—μοὶ φαίνεται τοσοῦτον ὠχρὰ καὶ ἀχρωμάτιστος, ὥστε τῆς ὑποθέσεως ἄξιον εἶναι μᾶλλον σιωπηρῶς νὰ μεταβῶμεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν ἢ ψηφίζοντες τοιαύτην πρότασιν, ἂν δὲν πλανῶμαι περὶ τὴν ἐκτίμησιν τῶν πραγμάτων. Ἀλλὰ συγκομίζομεν ἐκ τῆς συζητήσεως ταύτης συμπέρασμα, ὅπερ λέγοντες ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, πρέπει νὰ φροντίσωμεν, ὥστε νὰ δοθῇ εἰς αὐτὸ σὰρξ καὶ ὀστᾶ, εὐθὺς ἀπὸ τῆς ἐπιούσης τῆς ἡμέρας, καθ’ ἣν ἤθελε λήξει αὕτη ἡ συζήτησις· συγκομίζομεν τὸ συμπέρασμα, ὅτι τὰ παθήματα τοῦ πολέμου πρέπει νὰ γείνωσιν εἰς ἡμᾶς πραγματικῶς μαθήματα. Διότι δὲν ἐγένοντο μέχρι ταύτης τῆς ὥρας· τὴν ἐπιούσαν τοῦ πολέμου ἐνυστάξαμεν πάλιν· τὴν ἐπιοῦσαν τοῦ πολέμου ἐβαρύνθημεν νὰ ὁμιλῶμεν περὶ τῶν διδαγμάτων, παρ’ ὀλίγον δὲ καὶ νὰ φθάσωμεν νὰ εἴπωμεν, ὅτι ἐξήλθομεν καὶ τετιμημένοι ἀπὸ τῆς δοκιμασίας· τὴν ἐπιοῦσαν τοῦ πολέμου, ἀντὶ νὰ μεριμνήσωμεν περὶ οἰκονομιῶν ἀφ’ ἑνὸς καὶ ἀποταμιεύσεως, περὶ ἀποκοπῆς μέρους τινὸς τῶν προσόδων τῶν ἐπιπροσθέτων, ἃς εὐτυχῶς ἀπεκτήσαμεν, ἀκριβῶς ὑπὲρ τοῦ ἱδρύματος ἐκείνου, ὅπερ εἶναι εἰς ἡμᾶς ἀναγκαῖον ἀπαραιτήτως, ὅπως ἐξακολουθήσωμεν ἀμυνόμενοι ὑπὲρ τῆς πατρικῆς ἡμῶν κληρονομίας, ὑπὲρ τοῦ βάρους τῆς παραδόσεως καὶ τῆς ἐντολῆς τῆς πατρογονικῆς, ἣν ἔχομεν, ἀντὶ νὰ πράξωμεν πάντα ταῦτα, ἡμεῖς, εὐτυχεῖς ὅτι εὑρισκόμεθα ἀπέναντι τοσούτων προσόδων, ἐφροντίσαμεν πάσας ταύτας νὰ διασπαθήσωμεν δεξιᾷ καὶ ἀριστερᾷ, οὐδὲν φροντίσαντες περὶ ἐκείνων ἀκριβῶς, ἅτινα εἶναι τὰ ἀπαραίτητα. Ἡ Ἑλλὰς σήμερον δὲν εἶναι αὐτοτελής· ἡ Ἑλλὰς, παρὰ τὴν Κρήτην μὴ αὐτοτελῆ, μὴ ἀνεξάρτητον, μὴ ἡνωμένην μετὰ τῆς Ἑλλάδος, εἶναι καὶ αὐτὴ δεδεσμευμένη· — καὶ μὴ πλανᾶσθε, — ὁ οἰκονομικὸς ἔλεγχος εἶναι πολιτικὸς ἔλεγχος· ἡ παραμικρὰ περιπλοκὴ ἐν τῇ Ἀνατολῇ θέλει σᾶς τὸ ἀποδείξει· ὅστις ἔχει τὰς πέδας εἰς τοὺς πόδας, δὲν δύναται νὰ κινηθῇ, ὅταν ἔλθῃ ἡ ὥρα· καὶ ἡμεῖς τὰς ἔχομεν τὰς πέδας. Καὶ ὅμως τί ἐπράξαμεν μετὰ τὸν πόλεμον; Ἐσκέφθημεν κἂν περὶ τῶν πεδῶν τούτων; Ἢ ἐνομίσκαμεν ἁπλῶς, ὅτι ἐπλάσθη νέα συνταγματικὴ κατάστασις ἄλλου εἴδους, παρὰ τὴν συνταγματικὴν κατάστασιν, τὴν ἀπὸ τῆς ἐλευθέρας ἡμῶν θελήσεως πηγάσασαν, κατάστασις λίαν ἀνεκτὴ, ἥτις μάλιστα παρέχει ἡμῖν καί τινα εὐχαρίστησιν, ὅτι τοποθετοῦμεν καλλίτερον τὰ ἡμέτερα χρήματα εἰς τὰ ἑλληνικὰ χρεώγραφα, καὶ ἐνθαρρύνει ἡμᾶς κατὰ πᾶσαν νέαν ἐνέργειαν ὑπὲρ δημοσίας τινὸς ὑποθέσεως νὰ προσφεύγωμεν εἰς τοὺς ξένους ἱδρυτὰς τοῦ ἐλέγχου; Δὶς μέχρι τοῦδε προσηνέγκομεν ἐπέκτασιν τοῦ ἐλέγχου εἰς τοὺς ξένους, διὰ ξένον δάνειον, δι’ ἐγχώριον δάνειον· καὶ ἐπὶ τοῦ ἐγχωρίου δανείου μετὰ μεγίστης προθυμίας ἡ Κυβέρνησις ἡ τότε καὶ μετὰ μεγαλειτέρου νυσταγμοῦ ἡ Βουλὴ ἐφρόντισαν νὰ παραχωρήσωσι τὸ ποθούμενον εἰς τὸ Ἑλληνικὸν ἵδρυμα, τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν. Δὲν ὁμιλῶ περὶ τοῦ ξένου δανείου, τοῦ διὰ τὸν σιδηρόδρομον Πειραιῶς–Συνόρων. Τὸ μέλλον θέλει ἀποδείξει ὁποία ὑπῆρξεν ἡ ἐργασία, ἥτις ταύτας τὰς ἡμέρας ἐξεδηλώθη δι’ ἀποτυχόντος δανείου. Καὶ ταῦτα μὲν ὡς πρὸς τοῦτο τὸ μέρος τῆς διπλῆς ὑποχρεώσεως, ἥτις ἐπεβλήθη ἡμῖν μετὰ τὸν πόλεμον, ὡς ἱερὰ ὑποχρέωσις, ὑπαγορεύουσα φροντίδας περὶ ταχυτέρας λύσεως τῶν δεσμῶν, ὑπαγορεύουσα φροντίδας περὶ ταχυτέρας ἀνοργανώσεως τῆς δυνάμεως ἐκείνης, ἥτις ἢ πρέπει νὰ ἀνοργανωθῇ, ἢ πρέπει νὰ καταλυθῇ· — μέσος ὅρος δὲν ὑπάρχει. — Καὶ περὶ τῆς δυνάμεως ἐκείνης ποῖα εἶναι τὰ πορίσματα, ἅτινα παρέχουσιν εἰς ἡμᾶς οἱ Προϋπολογισμοὶ τῆς τελευταίας τριετίας, ἔτι δὲ καὶ ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1902; — διότι τὸ κατασκεύασμα τὸ σημερινὸν εἶναι τὸ πόρισμα τῆς πολιτικῆς τῆς οἰκονομικῆς τῶν τριῶν τελευταίων ἐτῶν. — Ποῖον, λέγω, εἶναι τὸ ἀποδεικνυόμενον ἐκ τῶν Προϋπολογισμῶν τούτων, καὶ τοῦ 1899 καὶ τοῦ 1900 καὶ τοῦ 1901, καὶ τοῦ 1902, ὃν θέλομεν ψηφίσει ταύτας τὰς ἡμέρας; Τὸ πόρισμα εἶναι, ὅτι, ἐνῷ ἔχομεν ὀλιγωτέρους ἄνδρας εἰς τὸν στρατὸν κατὰ τρεῖς καὶ τέσσαρας χιλιάδας, δαπανῶμεν δύο ἑκατομμύρια περισσότερα εἰς αὐτὸν, δαπανῶμεν ἐπὶ πλέον δύο ἑκατομμύρια εἰς τὸν στρατὸν, ἔχοντες μὲν ὀλιγωτέρους στρατιώτας, οὐδὲν δὲ καταβάλλοντες εἰς ἐκεῖνα, ἅτινα, ἂν δὲν δαπανηθῶσιν ὑπὲρ τοῦ στρατοῦ, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ ἀληθῶς στρατός. Τὸ ὅλον σχεδὸν εἶναι μισθολόγιον, μισθολόγιον βαθμοφόρων πρὸ παντός, ἐν μικρᾷ μερίδι μισθολόγιον στρατιωτῶν, καὶ δαπάνη διὰ τὰ παρακολουθήματα, δαπάνη εἰς ἱματισμὸν, δαπάνη εἰς τροφὴν, παρακολουθήματα τοῦ μισθολογίου, δαπάνη νοσηλείας, δηλαδὴ δαπάνη εἰς πορισμὸν ἐκείνων, ἅτινα, ἂν δὲν παρεῖχε τὸ Κράτος εἰς τοὺς στρατιώτας, ἤθελον οὗτοι ἀγοράζει διὰ τοῦ μισθοῦ, ὃν ἤθελεν ἐπὶ πλέον δίδει εἰς αὐτοὺς ἡ Πολιτεία. Τοιαύτη ὑπῆρξεν ἡ μέριμνα ἡμῶν περὶ τοῦ θέματος τούτου, ὅπερ πρῶτον κατ’ ἀνάγκην ἔπρεπε νὰ θίξωμεν εὐθὺς μετὰ τὸν πόλεμον, ἂν ὁ ἔλεγχος δὲν ὑπεχρέου ἡμᾶς, πρὸ παντὸς καὶ κατὰ πρῶτον λόγον νὰ φροντίσωμεν περὶ τῆς ἀνορθώσεως τῆς οἰκονομικῆς, διότι ἡ ἀνόρθωσις ἡ οἰκονομικὴ εἶναι καὶ ἡ βάσις τῆς ἐργασίας τῆς στρατιωτικῆς. Θὰ ἔχωμεν κεκτημένον μέγα ἀγαθὸν ἐκ τῆς συζητήσεως ταύτης, ἥτις βεβαίως κατ’ ἀρχὴν προετίμων μᾶλλον νὰ μὴ ἐγίνετο, θὰ ἔχωμεν κεκτημένον μέγα ἀγαθὸν, ἂν ἐκ ταύτης φωτισθέντες καὶ ἀνανήψαντες φροντίσωμεν νὰ ἐμπνεύσωμεν εἰς τὰς Κυβερνήσεις—δὲν λέγω τὴν παροῦσαν, ἥτις εἶναι κατασκεύασμα προσωρινὸν, ἀλλὰ τὰς Κυβερνήσεις τὰς τῆς ἐπιούσης, τὰς Κυβερνήσεις τὰς μελλούσας νὰ προκύψωσιν ἐκ τῆς μελλούσης Βουλῆς, —νὰ ἐμπνεύσωμεν εἰς αὐτὰς τὸ αἴσθημα τῆς ὑποχρεώσεως νὰ μεριμνήσωσι σπουδαιότατα περὶ τῶν δύο τούτων κεφαλαίων, φροντίζουσαι οὐχὶ μόνον τὰ ἐπὶ πλέον εἰσπραττόμενα νὰ κατανείμωσιν εἰς τὰ δύο ταῦτα κεφάλαια, ἐν τῷ μέτρῳ τοῦ προσήκοντος, ἀλλὰ καὶ νὰ περικόψωσιν ἀπὸ τῶν περιττῶς δαπανωμένων, δυνάμει πολιτικῆς συστηματικῶς σπατάλου, καὶ ἐκ τούτων νὰ δαπανήσωσιν εἰς αὐτά. Ἐὰν τοῦτο προκύψῃ ἐκ τῆς συζητήσεως, θέλω ὁμολογήσει χάριτας εἰς τοὺς Βουλευτὰς τῆς πτέρυγος ἐκείνης, οἵτινες ἐγέννησαν τὸ ζήτημα, καὶ παρ’ ὀλίγον νὰ γεννήσωσιν σὺν τῷ ζητήματι καὶ θυέλλας ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ.

§209ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει ἄλλος τις τὸν λόγον; Κηρύσσεται περατωμένη ἡ συζήτησις.

§210Π. ΜΑΥΡΟΚΕΦΑΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸν λόγον (θόρυβος).

§211ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐξ ἀριστερῶν). Αὔριον, αὔριον.

§212ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρᾳ 5 π. μ. τῆς ἐπιούσης).

1§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 39
2τῆς 22 Μαρτίου 1902.
3(Παρασκευή).
4(Γενομένης ἀπαρτίας ὥρᾳ 5 καὶ 20′ μ. μ. ἀναγινώσκονται
5καὶ ἐγκριθέντα ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης
6συνεδριάσεως).
7§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλοῦνται τὰ μέλη τῆς ἐπιτροπῆς
8ἐπὶ τῆς συμβάσεως τῆς σιγαροποιΐας νὰ συνέλθωσιν αὔριον,
9τὴν 4 ὥραν μετὰ μεσημβρίαν, ὅπως ἀκούσωσιν ἐπιτροπὴν τῶν
10καπνεμπόρων Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς, ἥτις θὰ παρουσιασθῇ
11ἐνώπιον τῆς ἐπιτροπῆς, ἵνα ἀναπτύξῃ τὰ κατὰ τῆς συμβά-
12σεως ταύτης ἐπιχειρήματά της.
13Ὁ κύριος Δούνης ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ ἐκκρεμοῦς ζη-
14τήματος.
15§2Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Χθὲς τὸ ἑσπέρας, ὅτε ἀνῆλθον ἐπὶ τὸ βῆμα
16καὶ διετύπωσα τὸν σκοπὸν τῆς ὁμιλίας μου, ἀνέστη ὁ ἀξιό-
17τιμος ἐκ Κερκύρας Βουλευτὴς καὶ τέως Πρωθυπουργὸς καὶ
18ἐδήλωσεν εἰς τὴν Βουλὴν καὶ εἰς ἐμέ, ὅτι αὐτὸς οὐδέποτε
19διετύπωσεν, οὐδὲ ἐζήτησεν εὐθύνας ἀπὸ τὸν ἡγέτην τῆς Ἀντι-
20πολιτεύσεως. Ἡ δήλωσις αὕτη τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς πλειονο-
21ψηφίας μοὶ ἐνεποίησε βαθεῖαν ἔκπληξιν, καθὼς καὶ εἰς τὴν
22Βουλήν, διότι καθ’ ὅλας τὰς Συνόδους τῆς Περιόδου ταύτης
23τῆς Βουλῆς ἡ πτέρυξ ἐκείνη (δεικνύει τὴν δεξιὰν) δὲν ἔπαυ-
24σεν ἐπισείουσα τὰς εὐθύνας κατὰ τοῦ ἡγέτου τῆς Ἀντιπο-
25λιτεύσεως, τὰς εὐθύνας τοῦ πολέμου. Τί ἆρά γε συνέβη, ὥστε
26χθὲς ὁ τέως Πρωθυπουργὸς νὰ δηλώσῃ, ὅτι ἔπαυσε φέρων τὰς
27εὐθύνας τῶν τοῦ πολέμου ὁ ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως
28κύριος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτής;...
29§3Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Δὲν εἶπον τοιαῦτα πράγματα.
30§4Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Ἀναιρεῖτε ὅτι δὲν ἐζητήσατε εὐθύνας;
31Ἐγὼ ἀνέμενον νὰ ἀνέλθῃ ἐπὶ τὸ βῆμα ὁ ἡγέτης τῆς
32πλειονοψηφίας καὶ διατυπώσῃ τὰς εὐθύνας, τὰς ὁποίας ἐπέ-
33σειε σχεδὸν ἀδιαλείπτως κατὰ τοῦ ἡγέτου τῆς μειονοψη-
34φίας. Ἤθελον νὰ μάθω, τίνας εὐθύνας ἀποδίδει εἰς αὐτόν·
35ἀποδίδει εὐθύνας διὰ τὴν ἀποστολὴν τοῦ στόλου εἰς Κρή-
36την; ἀποδίδει εὐθύνας διὰ τὴν ἀποστολὴν τοῦ στρατοῦ;
37ἀποδίδει εὐθύνας διὰ τὴν ἐπιστρατείαν τοῦ 1897; ἀποδίδει
38εὐθύνας διὰ τὸ μένος τὸ πολεμικόν, τὸ ἐκδηλωθὲν ἀνὰ πᾶ-
39σαν τὴν χώραν; ἀποδίδει εὐθύνας διὰ τὴν ἀποδοχὴν τοῦ πο-
40λέμου, τοῦ ὑπὸ τῆς Τουρκίας κηρυχθέντος καθ’ ἡμῶν; ἀποδί-
41δει εὐθύνας διὰ τὴν διεύθυνσιν τῶν τοῦ πολέμου; Ποῖαι εἶ-
42ναι τέλος αἱ εὐθῦναι, τὰς ὁποίας ζητεῖτε; Ὑμεῖς ἀπεφύ-
43γατε νὰ διατυπώσητε εὐθύνας, διότι, ἀορίστως ἐπισείοντες
44αὐτάς, ἐνεδεικνύετε εἰς τὴν κοινὴν γνώμην, ὅτι δῆθεν ὑπάρ-
45χουσι τρομεραὶ ἀποδείξεις, ὧν ἡ ἀποκάλυψις ἤθελεν ἀναπο-
46δράστως ἀναγκάσει τὸν ἐκ Γόρτυνος σεβαστὸν πολιτευτὴν
47ν’ ἀποσυρθῇ εἰς Μοναστήριον, καὶ ὅτι ἐξ ἄκρας ἐπιεικείας,
48ἴσως ἐξ οἴκτου, ἀπεφεύγετε τὴν ἀποκάλυψιν αὐτῶν. Τὴν
49Τὴν τοιαύτην δ’ ἐντύπωσιν παρὰ τῷ λαῷ, τὴν τοσοῦτον
50συμφέρουσαν ὑμῖν πολιτικῶς, δὲν ἠθελήσατε νὰ καταστρέ-
51ψητε, διατυποῦντες ὡρισμένως τὰς εὐθύνας, καθορίζοντες τὰς
52πράξεις, δι’ ἃς εὐθύνεται, διότι διὰ μόνου τοῦ καθορισμοῦ
53τῶν πράξεων ἤθελε καταρρεύσει τὸ φαντασιῶδες οἰκοδόμη-
54μα, ὅπερ ἐπλάσατε πρὸς κομματικὴν κερδοσκοπίαν.
55Ἀλλ’ ἀνελθὼν ἐπὶ τὸ βῆμα ὁ ἡγέτης τῆς μειονοψηφίας,
56σᾶς ἀπέδειξε δι’ ἐπισήμων ἐγγράφων, ὅτι δὲν μετέχει τῶν
57εὐθυνῶν, ὡς ὑμεῖς ἐννοεῖτε αὐτάς. Καὶ ἀληθῶς τοῦτο εἶναι
58τὸ ζήτημα· ποῖαι εἶναι αἱ εὐθῦναι ἐκεῖναι; Διὰ τῆς ὁμολο-
59γίας, ἣν ἐποιήσατο χθές, μετὰ τὰς μεσονυκτίους ὥρας, ὁ ἐκ
60Κερκύρας ἀξιότιμος Βουλευτής, τί ἄλλο ἔπραξεν ἢ ν’ ἀναι-
61ρέσῃ ἑαυτόν; τί ἄλλο ἔπραξεν ἢ νὰ ἀναιρέσῃ ἐκεῖνο, τὸ
62ὁποῖον, ἀνελθὼν ἐπὶ τὸ βῆμα, εἶπε πρὸς τὸν ἡγέτην τῆς μειο-
63νοψηφίας, ὅτι ἔπρεπε ν’ ἀποσυρθῇ εἰς Μοναστήριον μετὰ τὸ
64ἀτύχημα τοῦ πολέμου; τί ἄλλο ἔπραξεν ἢ νὰ ἀναιρέσῃ
65πάνθ’ ὅσα εἶπε περὶ τῶν εὐθυνῶν τούτων ὁ ἀξιότιμος ἐκ
66Ζακύνθου Βουλευτὴς καὶ ὅσα εἶπε χθὲς ὁ ἐξ Ἑρμιονίδος
67ἔντιμος συνάδελφος;
68Καὶ βεβαίως ἡ πτέρυξ ἐκείνη οὐδένα ἔχει, οὐδὲ δύναται
69νὰ ἔχῃ βάσιμον καὶ λογικὸν ἰσχυρισμὸν, ὅπως διατυπώσῃ
70εὐθύνας κατὰ τοῦ ἡγέτου τῆς μειονοψηφίας, κατὰ τῆς Κυ-
71βερνήσεως τοῦ 1896.
72Ἀλλ’ ἂν ἡ πλειονοψηφία δὲν ἔχῃ νὰ διατυπώσῃ εὐθύνας
73κατὰ τοῦ ἡγέτου τῆς μειονοψηφίας, ἔχει ὅμως ἡ ἀντιπροσω-
74πεία τοῦ ἔθνους νὰ διατυπώσῃ εὐθύνας κατὰ τῆς πτέρυγος
75ταύτης (δεικνύει τὴν δεξιὰν), εὐθύνας, τῶν ὁποίων τὸ βάσι-
76μον θέλω ἀποδείξει.
77Ἀνῆλθεν ἐπὶ τὸ βῆμα ὁ ἀξιότιμος ἐκ Ζακύνθου Βουλευτὴς,
78καὶ ἀπεικόνισε τὰ τῆς ἱστορίας τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας, προσ-
79παθήσας πάσῃ δυνάμει καὶ τέχνῃ περὶ τὴν σύνθεσιν τοῦ λόγου
80νὰ ἀποδείξῃ, ὅτι αὐτὸς δὲν μετεῖχε τῆς ἀοράτου δυνάμεως·
81χθὲς ὅμως ἠναγκάσθη νὰ ὁμολογήσῃ, ὅτι μετεῖχε, καὶ ὡμολό-
82γησεν, ὅτι, ὅτε προσεκλήθη καὶ προσῆλθεν εἰς τὴν Ἑταιρείαν
83ἐκείνην, ἐγνώρισεν ἀνωτέρους ἀξιωματικοὺς, οἵτινες πρὸς σκο-
84πὸν πατριωτικὸν εἶχον ὀργανώσει τὴν Ἑταιρείαν ταύτην,
85καὶ ὅτι τὴν εἶχον ὀργανώσει ὑπὸ τὸν τύπον τῶν μυστικῶν
86ἑταιρειῶν. Καὶ ὁ ἐκ Ζακύνθου κ. Βουλευτὴς καὶ πρώην Ὑ-
87πουργὸς τῆς Δικαιοσύνης δὲν ἐξηγέρθη κατὰ τοῦ τύπου, τὸν
88ὁποῖον οἱ στρατιωτικοὶ ἐκεῖνοι εἶχον προσδώσει εἰς τὴν ἑται-
89ρείαν των· δὲν ἐνεθυμήθη, ὅτι ἐπεβάλλετο αὐτῷ τὸ καθῆ-
90κον νὰ μὴ ἀνεχθῇ σωματεῖον ἀπόκρυφον, μυστικόν, ἐν χώρᾳ,
91ἔνθα τὸ πᾶν δέον νὰ τελῆται ὑπὸ τὸ ἄπλετον φῶς τῆς συ-
92ζητήσεως, ἐν χώρᾳ, ἔνθα τὸ φῶς τῆς δημοσιότητος ἀποτε-
93λεῖ τὴν κρηπῖδα τοῦ πολιτεύματος· καὶ δὲν ἠγέρθη νὰ ὑπο-
94μνήσῃ εἰς τοὺς κυρίους ἐκείνους, ὅτι παρεβίαζον θεμελιωδῶς
95τὸ πολίτευμα, ὅτι παρίστων τὴν χώραν ἡμῶν ὡς μὴ κυβερ-
96νωμένην ὑπὸ Κυβερνήσεως συνταγματικῆς, ὡς μὴ διατελοῦ-
97σαν ὑπὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα, ἀλλ’ ὡς διατελοῦσαν
98ὑπὸ σύστημα δεσποτικὸν ἢ ἀπολύτου μοναρχίας, διότι αἱ μυ-
99στικαὶ ἑταιρεῖαι μόνον ἐν χώραις, ἔνθα ὁ δεσποτισμὸς ἰσχύει,
100ὀργανοῦνται, διότι ἐκεῖ, τῆς συζητήσεως ὑπὸ τὸ ἄπλετον φῶς
101τῆς δημοσιότητος μὴ ἐπιτρεπομένης, ἀναγκαίως ἐπιζητεῖται
102τὸ σκότος, τὸ ὄντως προστατευτικόν, τὸ ὄντως δημιουργι-
103κὸν, τὸ ὄντως σωτήριον, ὅταν ἡ χώρα διατελῇ ὑπὸ τὴν πτέρ-
104ναν δεσπότου. Ἀλλ’ ἐν χώρᾳ ἀρχῶν φιλελευθέρων, ὑπὸ Βα-
105σιλέα φιλελευθερώτατον, προοδευτικόν, μυστικαὶ ἑταιρεῖαι
106ἀποτελοῦσι διὰ μόνης τῆς συστάσεώς των ἔγκλημα, ὅπερ
107προβλέπεται καὶ τιμωρεῖται ὑπὸ τοῦ Ποινικοῦ Νόμου.
108Καὶ δὲν ὑψώθη εἰς τὸ ὕψος τοῦ ἀξιώματος αὑτοῦ, ὡς πρώην
109Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, ὁ ἐκ Ζακύνθου Βουλευτὴς
110νὰ ὑπομνήσῃ εἰς τοὺς στρατιωτικοὺς ἐκείνους ἄνδρας, ὅτι οὐ
111μόνον ἀναιροῦσι τὸ πολίτευμα, καὶ διασύρουσι καὶ διαβάλ-
112λουσι τὴν χώραν, δίδοντες νὰ ὑποτεθῇ, ὅτι τὸ συνταγματι-
113κὸν πολίτευμα ἀντικατέστη ἐν τῇ πράξει ὑπὸ πολιτεύμα-
114τος δεσποτικοῦ, ἀλλὰ καὶ καθίστανται ἐπίορκοι, δίδοντες
115ἄλλον ὅρκον, παρὰ ἐκεῖνον, τὸν ὁποῖον ἔδωκαν, ἵνα τηρήσωσι
116πίστιν πρὸς τὸν Βασιλέα καὶ τὸ Σύνταγμα! Ἐλησμόνησε τὸ
117στοιχειῶδες καθῆκον αὑτοῦ! Καὶ διατὶ δὲν εἶχε τὴν ἀντίλη-
118ψιν τῶν τοιούτων ὑποχρεώσεών του; Διότι κατ’ ἐκείνην τὴν
119στιγμὴν ἐλησμόνησε καὶ τὸν πρώην Ὑπουργὸν τῆς Δικαιο-
120σύνης καὶ τὸν Ἕλληνα, καὶ ἐνεθυμήθη μόνον, ὅτι εἶναι μέ-
121λος, ἐκ τῶν δρώντων, κόμματος, τὸ ὁποῖον ἐπεδίωκε διὰ
122παντὸς θεμιτοῦ τε καὶ ἀθεμίτου μέσου τὴν ἀνατροπὴν τῆς
123Κυβερνήσεως, τὴν κατάληψιν τῆς ἐξουσίας. Οὕτω κατ’ ἐκεί-
124νην τὴν στιγμὴν, ἐμφορηθεὶς ὑπὸ τοῦ πνεύματος τοῦ κομμα-
125τικοῦ, ἐσκέφθη πῶς νὰ καταστήσῃ ὑποχείριον τὴν μυστικὴν
126ἐκείνην Ἑταιρείαν, καὶ πῶς νὰ χρησιμοποιήσῃ αὐτὴν καὶ διευ-
127θύνῃ πρὸς τὸν σκοπὸν, τὸν ὁποῖον τὸ πνεῦμα τὸ κομματικὸν
128ὑπεδείκνυεν αὐτῷ. Καὶ οὐδεὶς ὑπάρχει ὁ δυνάμενος μετὰ λό-
129γου ν’ ἀμφισβητήσῃ, ὅτι αὐτὸ ὑπῆρξε τὸ σχέδιον αὐτοῦ. Καὶ
130ἀφ’ ἧς στιγμῆς ὁ κ. ἐκ Ζακύνθου Βουλευτὴς εἰσῆλθεν ἐκεῖ,
131προεκλήθησαν αἱ κομματικαὶ δυνάμεις τοῦ κόμματος, ὅπερ
132αὐτὸς ἐξεπροσώπει, νὰ παράσχωσι τῇ Ἑταιρείᾳ συνδρομὴν,
133τῇ παρέσχον δὲ τοιαύτην ἠθικὴν μεγάλην, καὶ ἀμέσως ἡ Ἑ-
134ταιρεία τῶν ἁγνῶν ἀξιωματικῶν ἤρξατο λαμβάνουσα ἄλλην
135μορφήν· ἤρξαντο αἱ πράξεις αὐτῆς νὰ ἐκδηλῶνται καὶ διὰ
136τοῦ τύπου καὶ δι’ ἄλλων τρόπων, καὶ οὕτω κατωρθώθη,
137ὥστε ἡ Ἑταιρεία αὕτη, διὰ παντὸς μέσου ἀθεμίτου, διὰ τῆς
138ἀπάτης καὶ τῆς ἀποπλανήσεως τοῦ λαοῦ, δι’ ἐπιτηδείων μέ-
139σων, νὰ παρίσταται ὡς δύναμις πανίσχυρος, ὡς δύναμις προ-
140ωρισμένη ν’ ἀπελευθερώσῃ τὸν δοῦλον Ἑλληνισμὸν, νὰ ἀνα-
141στήσῃ τὸ Βυζαντινὸν Κράτος καὶ ἀνορθώσῃ τὸ ἀρχαῖον με-
142γαλεῖον τῆς πατρίδος! Καὶ δὲν ἐδίστασεν ἡ Ἑταιρεία νὰ
143δημοσιεύσῃ, ὅτι εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν κατέθηκεν 21
144ἑκατομμύρια, ὅτι συνέρρεον εἰς τὰ ταμεῖα αὐτῆς ἑκατομ-
145μύρια ἐκ βορρᾶ, ἑκατομμύρια ἐξ ἀνατολῶν, ἑκατομμύρια ἐκ
146δυσμῶν, καὶ δὲν ἐδίστασε νὰ δημοσιεύσῃ, ὅτι εἶχεν ὀργα-
147νώσει στρατὸν, τὸν ὁποῖον παρίστα ἰσχυρότερον τοῦ στρα-
148τοῦ τῆς Πολιτείας! Καὶ ἐνῷ ταῦτα ὑπέπεσαν εἰς τὴν ἀντί-
149ληψιν πάντων, ἐνῷ ταῦτα ἐγνώρισε σύμπαν τὸν Ἑλληνικὸν,
150δὲν ἐδίστασεν ὁ ἔντιμος ἐκ Ζακύνθου Βουλευτὴς νὰ ἔλθῃ ἐπὶ
151τὸ βῆμα καὶ νὰ εἴπῃ, ὅτι ἡ Ἑταιρεία ἐκείνη οὐδένα ἀπε-
152πλάνησεν, οὐδένα ἠπάτησεν, ἁγνὴ ὡς περιστερὰ ὑπῆρξε
153πάντοτε, ὅτι ἡ Ἑταιρεία ἐκείνη ἀπέβλεπεν εἰς σκοποὺς πα-
154τριωτικοὺς, καὶ ὅτι δὲν ἀνεμιγνύετο εἰς τὴν ἐσωτερικὴν τοῦ
155Κράτους διοίκησιν!
156Ὅτι ἡ Ἑταιρεία κύριον σκοπὸν εἶχε τὴν ἀνατροπὴν τοῦ
157καθεστῶτος ἐν τῷ ἐσωτερικῷ, θέλω ἀποδείξει δι’ ὅσων καὶ
158αἱ ἐφημερίδες τότε ἐδημοσίευσαν καὶ δι’ ὅσων αὐτὴ ἡ ἰδία
159Ἑταιρεία διὰ τῶν ἐγκυκλίων αὑτῆς ἐδημοσίευσεν (ἀναγι-
160νώσκει):
161«Ἡ ἐξέγερσις τῆς ἐθνικῆς συνειδήσεως, ἡ ἐκδηλωθεῖσα
162»διὰ τῆς δράσεως τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας, ἐνεκαρδίωσε καὶ
163»ἐνεθουσίασε πάντα Ἕλληνα, ἐξέπληξε πάντα ξένον, καὶ
164»αὐτοὶ οἱ ἀπὸ ἰδίας ἀπόψεως θεωρήσαντες ἄκαιρον ἢ ἀπερί-
165»σκεπτον τὸ ἔργον τοῦ ἀοράτου ἑλληνικοῦ ὀργανισμοῦ ἀνω-
166»μολόγησαν τὴν διέπουσαν αὐτὸν ὑψηλοφροσύνην, τὸν ἐμ-
167»πνέοντα τοὺς ἰθύντοράς του πατριωτισμὸν, καὶ τέλος αὐτὸς
168»ὁ τύπος καλεῖ τὴν Ἐθνικὴν Ἑταιρείαν νὰ ἐγκαταλείψῃ καὶ
169»Μακεδονίαν καὶ Ἤπειρον, καὶ ν’ ἀσχοληθῇ εἰς τὴν ἐσωτε-
170»ρικὴν πολιτικὴν καὶ νὰ μεταβληθῇ εἰς πολιτικὴν συνωμοσίαν,
171»καταρρίπτουσαν καὶ δημιουργοῦσαν Κυβερνήσεις.»
172Ταῦτα ἔγραφε διὰ καλάμου τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας ἡ
173«Ἐφημερὶς» τοῦ κ. Ρούκη κατὰ τὴν 9 Ἰανουαρίου 1897,
174θέλουσα νὰ προπαρασκευάσῃ τὴν κοινὴν συνείδησιν πρὸς τὸ
175συνωμοτικὸν ἐκείνης ἔργον, τῆς καταρρίψεως καὶ δημιουργίας
176τῶν Κυβερνήσεων. Καὶ ἐν τούτοις ἐτόλμησεν ὁ κ. ἐκ Ζακύνθου
177Βουλευτὴς νὰ ἰσχυρισθῇ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ὅτι δὲν εἶχεν
178ὡς σκοπὸν τὴν ἐσωτερικὴν πολιτικὴν ἡ Ἐθνικὴ Ἑταιρεία!
179Ἀλλὰ μόνον ἡ ἐφημερὶς αὕτη: Ἀκούσατε τὸ «Ἄστυ»,
180κατὰ τὴν ἰδίαν ἡμέραν, τί ἔγραφεν (ἀναγινώσκει):
181«Ἐναντίον τῆς θελήσεως αὐτῆς (τῆς Κυβερνήσεως) ἀπήρ-
182»χοντο στοιχηδὸν οἱ ἀξιωματικοὶ εἰς Κρήτην, καὶ ἡ Ἐθνικὴ
183»Ἑταιρεία, καταρτισθεῖσα μετ’ ἀσυνήθους παρ’ Ἕλλησι μυ-
184»στικότητος, ἐξέπεμπεν εἰς Μακεδονίαν ἐπαναστατικὰ στίφη,
185»ἅτινα ὅμως δὲν ἴσχυσαν νὰ παρασύρωσιν εἰς ἐξέγερσιν τοὺς
186»ἰθαγενεῖς πληθυσμούς. Ἐὰν μὴ ἐπήρχετο ἐν Κρήτῃ ἡ διαλ-
187»λακτικὴ λύσις, ἣν ἐπέβαλεν ἡ εὐφυΐα τῶν Κρητῶν καὶ ἡ
188»εὐρωπαϊκὴ παρέμβασις, αἱ σπασμωδικαὶ προσπάθειαι Κυ-
189»βερνήσεως μὴ δυναμένης νὰ ἐπιβάλῃ τὴν εἰρήνην, ἐνῷ πάσῃ
190»δυνάμει ὑπεδαύλιζε τὰς πρὸς πόλεμον ὁρμὰς, θὰ προεκά-
191»λουν πιθανῶς ἐσωτερικὰς ταραχάς...»
192§5Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Ποῖος τὰ λέγει αὐτά;
193§6Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Εἶπον, τὸ «Ἄστυ». Γνωρίζετε δὲ κάλλιον
194ἐμοῦ τὰς ἐφημερίδας, αἱ ὁποῖαι ὑπὸ τὴν ἄμεσον ἐποπτείαν
195τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας ἔγραφον.
196Θέλω, κύριοι Βουλευταί, νὰ μεταφέρω ὑμᾶς εἰς τὴν ἐπο-
197χὴν ἐκείνην, νὰ ζήσητε ἐπί τινας ὥρας εἰς τὴν ἀτμόσφαι-
198ραν, τὴν ὁποίαν ἐδημιούργησεν ἡ Ἐθνικὴ Ἑταιρεία, διότι
199τότε, ὅταν μεταφερθῆτε εἰς τὴν ἐποχὴν ἐκείνην διὰ τῶν
200πτερύγων τῆς φαντασίας, ὅταν ἴδητε, ποία ὑπῆρξεν ἡ κατά-
201στασις τῶν πνευμάτων, πρὸς ποῖον σκοπὸν τὰ πνεύματα ἐ-
202κεῖνα διηυθύνοντο, τότε θέλετε δυνηθῆ ἀσφαλῶς νὰ κρίνητε,
203ποία ὑπῆρξεν ἡ Ἑταιρεία ἐκείνη, καὶ ποῖον τὸ ἔργον αὐτῆς
204(ἀναγινώσκει):
205«Ἐπειδὴ ἐν κρισίμοις καιροῖς εἰς οὐδὲν συντελοῦσιν οἱ
206σχετλιασμοί, ἐπικαλούμεθα τὴν σύντονον καὶ ἐν τῷ κεφαλαίῳ
207τούτῳ ἀντίληψιν τῆς «ἀοράτου δυνάμεως», ὅπως πρωτίστως
208συντελέσῃ εἰς τὸν καθαρισμὸν τῶν σταύλων τοῦ Αὐγείου.
209Καὶ ἐπειδὴ οἱ ἁρμόδιοι Ἡρακλεῖς κωφεύουσι καὶ παραγνω-
210ρίζουσι τὰς περιστάσεις, ἡ Ἐθνικὴ πρέπει πρωτίστως νὰ
211συγκεντρώσῃ τὴν προσοχήν της πρὸς δημιουργίαν ἐθνικοῦ
212ῥεύματος, ὅπερ θέλει παρασύρει ὁλόκληρον τὴν ἀπὸ τοῦ
2131862 συσσωρευθεῖσαν κόπρον κυβερνητικῆς ἀτασθαλίας, μεθ’
214ὃ νὰ τεθῶσιν ὑγιᾶ θεμέλια τοῦ βίου...»
215Περὶ τίνος πρόκειται, διὰ τὸ ὁποῖον ἐπεκαλεῖτο τῆς ἀο-
216ράτου δυνάμεως τὴν ἀντίληψιν; Πληροφορίαι ὅτι ὁ ἑλληνι-
217κὸς στρατὸς, ὡς ἐγράφετο ἐν γερμανικαῖς ἐφημερίσιν, εἶχε
218κάκιστα· καὶ ἔρχεται ἀμέσως ἡ Ἑταιρεία, νομίζουσα ἑαυτὴν
219πλέον ὡς κυρίαν τῆς Πολιτείας, ὡς Κυβέρνησιν τῆς χώρας,
220καὶ λέγει, ἐπικαλουμένη αὐτὴ ἑαυτήν: «ἐπικαλούμεθα τὴν
221σύντονον καὶ ἐν τῷ κεφαλαίῳ τούτῳ ἀντίληψιν τῆς ἀορά-
222του δυνάμεως, ὅπως πρώτιστα καθάρῃ τὴν κόπρον τοῦ Αὐ-
223γείου καὶ θέσῃ ὑγιᾶ θεμέλια»! Καὶ ἐν τούτοις ὁ ἀξιότιμος
224ἐκ Ζακύνθου Βουλευτὴς ἠρνήθη ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅτι
225σκοπὸς τῆς ἐθνοφθόρου ἐκείνης Ἑταιρείας δὲν ἦτο ἡ ἀνα-
226τροπὴ τοῦ τότε ἐσωτερικοῦ καθεστῶτος τῆς χώρας!
227Τὰ γραφόμενα τότε κατὰ τῆς Κυβερνήσεως, αἱ γραφεῖσαι
228δῆθεν ἐπικλήσεις πρὸς τὴν ἀόρατον, ὅπως δράσῃ οὐχὶ διὰ
229τὴν ἀπελευθέρωσιν τῆς Ἠπείρου καὶ τῆς Μακεδονίας, ἀλλὰ
230διὰ τὴν ἐσωτερικὴν τῆς Κυβερνήσεως μεταβολὴν, εἶναι ἄπει-
231ροι. Δὲν ὑπῆρξεν ἐφημερὶς, τὴν ὁποίαν νὰ μὴ ἐμύησαν, τῆς
232ὁποίας τὸν κάλαμον νὰ μὴ ἐνέπνεεν ἡ Ἑταιρεία ἢ Ἐθνι-
233κή. Δὲν ὑπῆρξε δημοσιογράφος, ἔχων δεξιότητά τινα περὶ
234τὸ γράφειν, τὸν ὁποῖον νὰ μὴ διηύθυναν οὕτως, ὥστε νὰ δι-
235ερεθίζῃ ἀδιαλείπτως τὸ κοινὸν φρόνημα κατὰ τῆς Κυβερνή-
236σεως τῆς τότε (ἀναγινώσκει):
237«...Μαζὺ μὲ τὴν ἐπανάστασιν τῆς Κρήτης ἐμφανίζεται
238»ἐπὶ τῆς σκηνῆς ὁ κ. Γενικὸς Πρόξενος τῆς Ἑλλάδος, φέρων
239»πρὸς τὰς ἐνόπλους ὁμάδας τῶν χριστιανῶν νέας συμβουλὰς
240»καὶ ὁδηγίας τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως. Τὴν ἀξίαν τῶν
241»συμβουλῶν τούτων ἐξετίμησαν καὶ οἱ Κρῆτες καὶ οἱ ἄλλοι
242»Ἕλληνες κατὰ τὸ παρελθὸν θέρος. Ἐὰν ὑπάρχῃ πολιτική,
243»ἥτις ἐβαράθρωσε τὸ Κρητικὸν ζήτημα, αὕτη εἶναι ἡ πολι-
244»τικὴ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, ἡ διὰ τοῦ κυρίου Προ-
245»ξένου ἐφαρμοσθεῖσα ἐν Κρήτῃ. Δὲν κατηγοροῦμεν τὸν κύ-
246»ριον Γεννάδην, τοῦ ὁποίου ἡ ἀνεγνωρισμένη ἱκανότης ὑφί-
247»σταται τὰς δυσχρέστους ταύτας δοκιμασίας. Ἀλλὰ προτρέ-
248»πομεν τοὺς ἀνδρείους Κρῆτας νὰ κλείσωσι τὰ ὦτα πρὸς πᾶ-
249»σαν συμβουλὴν εἴτε τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, εἴτε τῶν
250»Δυνάμεων.»
251Βλέπετε, τί συνεβούλευεν ἡ Ἐθνικὴ αὕτη Ἑταιρεία! Συν-
252εβούλευε τοὺς Κρῆτας νὰ βύσωσι τὰ ὦτα πρὸς πᾶσαν συμ-
253βουλήν, πρὸς πᾶσαν φωνὴν ἐκ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως
254προερχομένην! Συνεβούλευε τὴν Κρήτην νὰ ἀπαρνηθῇ τὴν
255μητέρα αὐτῆς Ἑλλάδα, καὶ ἐδίδασκεν εἰς τὰ πρῶτα βή-
256ματα τῆς ἐλευθερίας τοὺς Κρῆτας νὰ γείνωσιν ἀναρχικοί, νὰ
257γείνωσιν ἀνατρεπτικοί!
258Αὐτὸ ὑπῆρξε τὸ δίδαγμα τὸ πατριωτικὸν τῆς Ἐθνικῆς
259Ἑταιρείας! Ὅταν δὲ ταῦτα ἔγραφον, καὶ ὅσα ἡ ἀπὸ 14
260Μαρτίου 1897 ἐγκύκλιος αὐτῆς περιέχει, δύναται νὰ ὑπάρξῃ
261παρ’ ἐχέφρονι ἀνθρώπῳ καὶ ἡ ἐλαχίστη ἀμφιβολία, ὅτι κύ-
262ριος καὶ μοναδικὸς σκοπὸς τῆς ἐπαράτου αὐτῆς Ἑταιρείας
263ἦτο ἡ ἀνατροπὴ τῆς Κυβερνήσεως, μέσον δὲ πρὸς πραγμά-
264τωσιν τοῦ σκοποῦ τούτου ἡ ἀπελευθέρωσις τῶν δούλων ἀδελ-
265φῶν ἡμῶν, ἡ ἐκμετάλλευσις τῶν εὐγενεστέρων πατριωτικῶν
266αἰσθημάτων, καὶ αὐτῶν τῶν ἐθνικῶν παραδόσεων;
267Ἐπιτρέψατέ μοι νὰ σᾶς ἀναγνώσω ὅλην τὴν ἐγκύκλιον
268ταύτην, διὰ νὰ γνωρίσητε τὸ διέπον τὴν Ἑταιρείαν πνεῦμα.
269§7ΠΟΛΛΟΙ (ἐκ δεξιῶν). Τὴν γνωρίζομεν· τὴν ἀνεγνώσαμεν
270πολλάκις.
271§8ΕΤΕΡΟΙ (ἐξ ἀριστερῶν). Ἄλλην μίαν φοράν.
272§9Κ. ΔΟΥΝΗΣ. (ἀναγινώσκει).
273«Ὁ πρόεδρος τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐθνικῆς
274»Ἑταιρείας πρὸς τοὺς προέδρους τῶν ἁπανταχοῦ τοπικῶν
275»Συμβουλίων καὶ μεμονωμένων τμημάτων.
276»Τὸ Διοικητικὸν Συμβούλιον δι’ ὅλης τῆς κρίσεως, ἣν ἀπὸ
277»δύο μηνῶν διέρχεται ὁ ἐθνικὸς ἡμῶν βίος, ἀντεχόμενον τῆς
278»ἀνατεθείσης αὐτῷ ὑψίστης ἐντολῆς, περὶ τὰ δύο ταῦτα κυ-
279»ρίως ἢ μᾶλλον ἀποκλειστικῶς ἠσχολήθη· ν’ ἀποτρέψῃ μὲν
280»διὰ τῆς ἠθικῆς κολοσσιαίας δυνάμεως τῆς Ἐθνικῆς Ἑται-
281»ρείας, ἣν αὕτη ἔθηκεν εἰς χεῖρας αὐτοῦ, πᾶσαν ἡμιτελῆ λύ-
282»σιν τοῦ φλέγοντος ζητήματος, βλάπτουσαν τὰ ἀληθινὰ τοῦ
283»Ἑλληνισμοῦ συμφέροντα, νὰ ἐπιταχύνῃ δὲ τὴν ἔναρξιν τοῦ
284»ἀγῶνος, ὃν πᾶσα ἑλληνικὴ καρδία ὀνειρεύεται. Ὡς πρὸς τὸ
285»πρῶτον, ἐὰν ἐπέτυχε, θὰ λαλήσῃ ἐν καιρῷ ἡ ἱστορία· καὶ
286»ἂν ἀποτύχῃ, πάντως εἰς τὸ Διοικητικὸν Συμβούλιον δὲν θὰ
287»ὀφείληται. Ὡς πρὸς τὸ δεύτερον, πέποιθε τὸ Διοικητικὸν
288»Συμβούλιον, ὅτι ἓν μόνον μέσον ὑπάρχει, ὅπως πεισθῶσι τὰ
289»τμήματα τῆς Ἑταιρείας, ὅτι δὲν ἠμέλησε τῶν ἐπιβεβλημέ-
290»νων αὐτῷ καθηκόντων, ὁ κρότος τῶν ὅπλων τῆς Ἐθνικῆς
291»Ἑταιρείας, ὅστις προσεχέστατα θ’ ἀντιλαλήσῃ εἰς τοὺς στε-
292»νάζοντας πληθυσμοὺς τῆς Ἠπείρου καὶ Μακεδονίας τῆς
293»ἐλευθερίας τὸ ὑπερήφανον κήρυγμα.
294»Ἂν καὶ αἱ περιστάσεις ἐπῆλθον πάσης προσδοκίας ῥαγ-
295»δαιότεραι, τὸ Διοικητικὸν Συμβούλιον ἀντεπεξῆλθε κατ’
296»αὐτῶν εὔτολμον καὶ θαρραλέον, ἐκπροσωποῦν καὶ κατὰ
297»τοῦτο τὴν πατριωτικὴν εὐψυχίαν οὐ μόνον τῶν ἁπανταχοῦ
298»ἑταίρων, ἀλλὰ καὶ τοῦ ἔθνους ὅλου, καὶ εἰς βραχὺ χρόνον
299»διάστημα, βραχύτερον τῶν δύο μηνῶν, κατώρθωσε δεκάκις
300»χίλια μὲν ὅπλα Γκρᾶ νὰ προμηθευθῇ καὶ δύο ἑκατομμύρια
301»φυσίγγια μετὰ τῶν ἄλλων σχετικῶν ἐφοδίων, ν’ ἀναμένῃ
302»δὲ, καθ’ ὁδὸν εὑρισκόμενα, ἄλλας πέντε χιλιάδας (ὅπλων)
303»3,000 δὲ περίπου ἄνδρας νὰ ἔχῃ ἑτοίμους, ἵνα τοὺς ἀπο-
304»στείλῃ, καὶ θὰ τοὺς ἀποστείλῃ, ἐκεῖ, ὅπου πάντες ἐλπίζο-
305»μεν δι’ αἵματος ἡρώων νὰ θεμελιωθῇ τοῦ Ἑλληνικοῦ ἔθνους
306»τὸ ἀδιάσειστον μεγαλεῖον.
307» Ἐν τούτῳ δὲν δυνάμεθα ν’ ἀποκρύψωμεν, ὅτι, καίτοι
308»μέχρι χθὲς ἔτι ἡ Κυβέρνησις ἐφαίνετο εὐνοοῦσα τῆς Ἐθνι-
309»κῆς Ἑταιρείας τὴν ἐνέργειαν, αἰφνιδίως νῦν ἐστράφη κατὰ
310»παντὸς κινήματος. Ἐπὶ τῇ μεταβολῇ ταύτῃ τὸ Διοικητι-
311»κὸν Συμβούλιον δὲν εὐθύνεται βεβαίως, τοσούτῳ μᾶλλον,
312»ὅσῳ τὴν διαγωγὴν αὐτοῦ θὰ τηρήσῃ καὶ παρὰ τοῦτο ἀπα-
313»ρεγκλίτως σύμφωνον πρὸς τὰς ἀρχὰς τῆς Ἑταιρείας καὶ τὸ
314»φρόνημα τῶν ἑταίρων· ἀρκεῖται ὅμως νὰ ἐπιρρίψῃ τὴν εὐθύ-
315»νην τῶν συμβησομένων εἰς οὓς πράγματι ἀνήκει.
316»Πέποιθε τελευταῖον ἐπὶ τὸν λελογισμένον πατριωτισμὸν
317»τῶν ἁπανταχοῦ ἑταίρων, καὶ ὅτι μετὰ τῆς αὐτῆς προθυ-
318»μίας θέλουσι συνδράμει αὐτὸ, ἐνισχύοντες, ὅπου ἂν εὑρίσκων-
319»ται, τὸ ἐθνικὸν φρόνημα κατὰ πάσης ἀντεθνικῆς λύσεως.»
320§10Δ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὁ ῥήτωρ ἀνα-
321γινώσκει διὰ τὰ θρανία. Δὲν εἶναι ἀπαρτία.
322§11ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κάμνετε ἔνστασιν;
323§12Δ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως. Ὑποβάλλω ἔνστα-
324σιν περὶ μὴ ἀπαρτίας.
325§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ν’ ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος.
326(Ἀναγινώσκεται ὁ ὀνομαστικὸς τῶν Βουλευτῶν κατάλο-
327γος. Μεθ’ ὃ γίνεται ἡ διαλογή).
328§14ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ εἶναι ἐν ἀπαρτίᾳ. Παρόντες 133.
329Ὁ κύριος Δούνης θὰ ἐξακολουθήσῃ τὴν ἀγόρευσίν του.
330§15Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Ἐξ ὅσων ἠκούσατε, καὶ ἐκ τῆς ἐγκυκλίου
331τοῦ ἀοράτου Διοικητικοῦ Συμβουλίου, τῆς περιεχούσης, ὡς
332ἠκούσατε, τὰς ἑξῆς κατὰ τῆς τότε Κυβερνήσεως ἀπειλὰς,
333ὅτι ἡ Ἑταιρεία ἐξεπλήρωσε δῆθεν τὸ καθῆκόν της, ὅτι ἠσχο-
334λήθη ν’ ἀποτρέψῃ διὰ τῆς κολοσσιαίας αὐτῆς δυνάμεως ἀπὸ
335τοῦ σκοποῦ της τὴν Κυβέρνησιν, προσεπάθησε δὲ παντὶ σθέ-
336νει νὰ ἐπιτύχῃ τὴν ἔναρξιν τοῦ ἀγῶνος, καὶ ὅτι ἓν μόνον μέ-
337σον ὑπῆρχεν, ὅπως πεισθῶσι τὰ τμήματα τῆς Ἑταιρείας,
338ὅτι δὲν ἠμέλησε τῶν ἐπιβεβλημένων αὐτῇ καθηκόντων, ὁ
339κρότος τῶν ὅπλων τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας, ὅστις προσεχέ-
340στατα ἤθελεν ἀντιλαλήσει εἰς τὸν στενάζοντα πληθυσμὸν
341Ἠπείρου καὶ Μακεδονίας, ἐκ τῆς ἐγκυκλίου ταύτης, ὡς καὶ
342ἐξ ἄλλων πολλῶν ἐγγράφων, ὧν τὴν ἀνάγνωσιν ἠκούσατε
343κατὰ τὴν ἀγόρευσιν τοῦ ἡγέτου τῆς μειονοψηφίας, ἀπο-
344δείκνυται, ὡς προεῖπον, ὅτι ὁ σκοπὸς πρώτιστα τῆς Ἑται-
345ρείας ἐκείνης ἦτο ἐσωτερικὸς, ὅτι ὁ σκοπός της ἦτο, πῶς
346νὰ ἀσκῇ πίεσιν ψυχολογικὴν ἐπὶ τῆς Κυβερνήσεως καὶ διευ-
347θύνῃ τὰ ἔργα αὐτῆς καὶ τὰς ἐπιχειρήσεις της, πῶς δηλο-
348νότι νὰ ὑποκαταστήσῃ ἑαυτὴν εἰς τὴν Κυβέρνησιν τῆς χώ-
349ρας. Ὅτε δὲ ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη, κηδομένη τῶν ἀληθῶν
350συμφερόντων τοῦ ἔθνους, ἀντέτασσε διὰ σθεναρᾶς χειρὸς τὴν
351θέλησίν της, καὶ παρεκώλυε τὴν ἐνέργειαν τὴν ἐθνοβλαβῆ
352τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας, τί νομίζετε ὅτι τὸ ἀόρατον Συμ-
353βούλιον αὐτῆς συνῆλθε καὶ ἐσκέφθη νὰ διαπράξῃ; Ἀκού-
354σατε! Ἔμαθον, ὅτι ἐπιφανὲς μέλος τῆς πτέρυγος ταύτης
355(δεικνύει τὴν ἀριστερὰν), ὅπερ δὲν εὑρίσκεται ἤδη ἐν τῇ Βου-
356λῇ, ἀνεκοίνωσεν εἰς τὸν τότε Πρωθυπουργὸν πράξεις, δι’ ἃς
357βεβαίως ἡ συνείδησις ὑμῶν θέλει ἐξεγερθῆ· καὶ ἐπικαλοῦμαι
358τὴν μαρτυρίαν τοῦ σεβαστοῦ ἀρχηγοῦ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως,
359τοῦ τότε Πρωθυπουργοῦ, ἐὰν ὄντως ἐπιφανὲς μέλος καὶ ἄλλοτε
360Ὑπουργὸς δὲν ἀνεκοίνωσεν εἰς αὐτὸν τότε πράξεις δεικνυού-
361σας μέχρι τίνος βαθμοῦ εἶχε φθάσει τὸ πάθος πρὸς κατάλη-
362ψιν ταχίστην τῆς ἐξουσίας...
363§16Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν ἤκουσα καλῶς.
364§17Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Ἐὰν ἀνεκοίνωσαν εἰς ὑμᾶς, ὅτι εἰς τὸ Συμ-
365βούλιον τῆς Ἑταιρείας ἐκείνης προετάθησαν πράξεις, φέρου-
366σαι χαρακτῆρα, καθ’ ἃς πληροφορίας ἔχω, ἐγκληματικόν.
367§18Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἡ ἀνακοίνωσις, ἥτις μοὶ ἐγέ-
368νετο, δὲν ἦτο ἀνακοίνωσις διανοημάτων ἢ προτάσεων, αἵτι-
369νες συνεζητήθησαν ἐν τῷ Συμβουλίῳ τῆς Ἑταιρείας, ἀλλ’
370ἦτο ἀνακοίνωσις μελέτης, ἥτις ἦτο ἄγνωστον ποῦ ἐγένετο.
371Εἶναι ἀληθές, ὅτι κατὰ τὸν χρόνον ἐκεῖνον πολὺ ἐπλεόνασε
372τὸ σύστημα, ὅπερ ἀκολουθοῦσί τινες ἐν Ἀθήναις, τὸ σύστη-
373μα τῶν ἀνωνύμων ἐπιστολῶν καὶ τῶν ἀπειλῶν, διότι ἑκα-
374τοστὺν ἐπιστολῶν τοιούτων ἔλαβον, αἵτινες πᾶσαι ἦσαν ἄ-
375ξιαι περιφρονήσεως. Ἐπειδὴ ὅμως ὁ μεταδοὺς τὴν εἴδησιν,
376οὐχὶ ἀπ’ εὐθείας, ἀλλὰ δι’ ἄλλου, ἦτο πρόσωπον διακεκρι-
377μένον, οὗτινος τὸ ὄνομα δὲν δύναμαι ν’ ἀναφέρω ἐν τῇ Βουλῇ,
378ἐπιφανὲς δὲ μέλος τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, διότι καὶ Βουλευ-
379τὴς καὶ πρώην Ὑπουργὸς ὑπῆρξε, καὶ ἐπειδὴ ἡ ἀνακοίνω-
380σις δὲν ἀφεώρα μόνον ἐμέ, ἀλλ’ ἔφθανε καὶ μέχρι τοῦ Ἄνα-
381κτος, ἡ ἀνακοίνωσις αὕτη ἐκίνησε τὴν προσοχήν μου, καὶ
382διὰ τοῦτο παρεκάλεσα τὸν ὑπασπιστὴν τοῦ Βασιλέως κ.
383Παπαδιαμαντόπουλον νὰ μὲ συναντήσῃ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον
384τῶν Οἰκονομικῶν, διότι ἐσκόπουν νὰ τῷ ἀνακοινώσω τι. Ὁ
385κ. Παπαδιαμαντόπουλος ἦλθεν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰ-
386κονομικῶν, ἀνεκοίνωσα δ’ αὐτῷ ἐκεῖνο, ὅπερ μοὶ μετεδόθη
387δι’ ἄλλου, κατ’ ἐντολὴν τοῦ εἰρημένου ἐπιφανοῦς πολιτευ-
388τοῦ· παρεκάλεσα δὲ τὸν κ. Παπαδιαμαντόπουλον νὰ μεταβῇ
389πρὸς τὸν περὶ οὗ εἴρηται πολιτευτήν, καὶ διὰ τρόπου ἐπι-
390τηδείου νὰ μάθῃ, ἐὰν τῷ ὄντι ἡ γενομένη μοι ἀνακοίνωσις
391προήρχετο παρ’ αὐτοῦ, διότι ὑπώπτευσα, ὅτι ἦτο ἐνδεχόμε-
392νον νὰ ἐγένετο ἐν ἀγνοίᾳ του ἡ χρῆσις τοῦ ὀνόματος αὐτοῦ.
393Ὁ κ. Παπαδιαμαντόπουλος μετέβη εἰς ἐπίσκεψιν τοῦ πολι-
394τευτοῦ, ἐπανελθὼν δὲ πρὸς ἐμέ, μοὶ εἶπεν, ὅτι ὁ ἐπιφανὴς
395ἐκεῖνος ἀντιπολιτευόμενος εἶχε δώσει ἀληθῶς ἐντολήν, ἵνα
396ποιήσηται πρός με τὴν ἀνακοίνωσιν, ὅτι ἠπειλεῖτο οὐ μόνον
397ἡ ζωὴ ἐμοῦ, ἀλλὰ καὶ ἡ τοῦ Βασιλέως. Παρεκάλεσα τότε
398τὸν κύριον Παπαδιαμαντόπουλον νὰ μὴ δώσῃ προσοχὴν εἰς
399τὰς τοιαύτας ἀνακοινώσεις, ὡς ἐγὼ οὐδεμίαν ἔδιδον προσο-
400χὴν εἰς αὐτήν, διότι ἔκρινον αὐτὴν ἀξίαν περιφρονήσεως·
401προσέθηκα δ’ αὐτῷ, ὅτι δὲν εἶμαι τῆς γνώμης νὰ ἀναφέρῃ
402ταῦτα εἰς τὸν Βασιλέα, ἀλλ’ ὅτι δύναται ὁ ὑπασπιστής, ἂν
403τὸ ἐγκρίνῃ, νὰ λάβῃ οἷα ἔκρινε χρήσιμα μέτρα.
404§19Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Ἠκούσατε μέχρι τίνος σημείου ἔφθανον,
405μέχρι τῆς συσκέψεως πρὸς διάπραξιν στυγερωτάτου ἐγκλή-
406ματος! Καὶ ἐν τούτοις ἠθέλησαν νὰ ὑποστηρίξωσιν, ὅτι ἡ
407Ἑταιρεία ἐκείνη οὐδαμῶς ἀπέβλεπεν εἰς τὰ ἐσωτερικὰ τοῦ
408Κράτους!
409Γνωρίζω, ὅτι ἐν τῷ Συμβουλίῳ ἐκείνῳ ἐγένετο μακρὰ καὶ
410πείσμων συζήτησις πρὸς διάπραξιν τοῦ ἐγκλήματος τῆς βα-
411σιλοκτονίας, καὶ τῆς ἀνθρωποκτονίας κατὰ τοῦ Πρωθυπουρ-
412γοῦ τῆς Ἑλλάδος, ἣν καὶ ὁ σεβαστὸς ἐκ Γόρτυνος Βουλευ-
413τὴς ἐπληροφορήθη τότε καὶ εὐηρεστήθη ν’ ἀνακοινώσῃ εἰς
414τὴν Βουλήν...
415§20Ε. ΓΑΡΟΥΦΑΛΙΑΣ. Πῶς τὸ γνωρίζετε;
416§21Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Εἶναι δημοσιευμένον.
417Ποῖα ἦσαν τ’ ἀποτελέσματα τῆς τοιαύτης ἐνεργείας τῆς
418Ἑταιρείας; τ’ ἀποτελέσματα αὐτῆς ὑπῆρξαν ἡ δημιουργία
419καθ’ ὅλην τὴν χώραν,—τί λέγω καθ’ ὅλην τὴν χώραν; —
420καθ’ ὅλον τὸν Ἑλληνισμόν, μένους πολεμικοῦ ἀκατασχέτου.
421Καὶ ἔρχονται καὶ λέγουσι: «πῶς σεῖς ὁμολογεῖτε, ὅτι δὲν
422ὑπήρξατε κύριοι τῆς διευθύνσεως τῶν τυχῶν τῆς χώρας, ὅτι
423παρεσύρθητε ἀπὸ τὸ μένος αὐτὸ, ὅτι δὲν εἴχετε τὴν χεῖρα
424στιβαρὰν εἰς τὸ κυβερνᾷν, ὅτι εἴχετε τὴν χεῖρα ὑποτρέμου-
425σαν, ὅτι ἐδεικνύετε ὅτι σᾶς διέφυγεν ἡ διεύθυνσις τῶν κοι-
426νῶν, καὶ ὅτι ἀφήσατε τὴν Ἐθνικὴν Ἑταιρείαν νὰ σᾶς διευ-
427θύνῃ;» Καὶ λέγουσι ταῦτα τίνες: ἐκεῖνοι, οἵτινες εἰς πνοὴν
428οὐχὶ θυέλλης, οὐχὶ τρικυμίας, εἰς πνοὴν ὀλίγον σφοδροτέρου
429ζεφύρου ἐγκατέλιπον τὴν ἀρχήν! Διότι οὐδεμία σύγκρισις
430δύναται νὰ ὑπάρξῃ μεταξὺ τῆς τρικυμίας καὶ τῆς θυέλλης,
431ἣν ἐξήγειρε τότε ἡ Ἐθνικὴ Ἑταιρεία παρὰ τῷ Ἑλληνικῷ
432λαῷ, καὶ τῆς ταραχῆς τῆς κοινωνικῆς τῆς 8ης Νοεμβρίου.
433Καὶ ὁ τότε μὲν Πρωθυπουργὸς, μεθ’ ὅλην ταύτην τὴν τρι-
434κυμιώδη κατάστασιν τῆς κοινωνίας καὶ τοῦ ἔθνους ὁλοκλή-
435ρου, ἀπέδειξεν, ὅτι εἶχε στιβαρωτέραν τὴν χεῖρα ἢ ἡ Κυβέρ-
436νησις ἡ ὑπὸ τὸν ἀξιότιμον ἐκ Κερκύρας Βουλευτὴν ἐπέδειξε
437μεγάλην δεξιότητα περὶ τὸ κυβερνᾷν· ἀπέδειξε διὰ τούτου,
438ὅτι τὴν τοιαύτην ἐθνικὴν δύναμιν, ἔστω καὶ δι’ ἐγκληματι-
439κῶν μέσων δημιουργηθεῖσαν, ἠθέλησε νὰ τὴν διευθύνῃ πρὸς
440τέλος ἀγαθὸν ὑπὲρ τῆς πατρίδος. Δὲν ἐγκατέλειψε τὴν θέσιν
441του, διότι εἶχε συνείδησιν, ὅτι μεγάλα δεινὰ ἠδύναντο νὰ προ-
442κύψωσιν εἰς τὴν πατρίδα, ἀλλὰ διηύθυνε τὸν ὀργασμὸν καὶ
443τὸ μένος τὸ πολεμικὸν, ὅπως ἐπιτύχῃ τὴν ἐπίλυσιν τῶν σπου-
444δαιοτάτων ἐθνικῶν ζητημάτων ἐν τῷ συμφέροντι τῆς πατρί-
445δος. Ὅτε δὲ τὰ πράγματα ἤρξαντο ὑποδηλοῦντα, ὅτι ἐπέ-
446κειτο λύσις εὐνοϊκὴ ὑπὲρ τῆς χώρας, τί νομίζετε ὅτι ἔπρα-
447ξεν ἡ Ἐθνικὴ Ἑταιρεία καὶ οἱ παρέχοντες αὐτῇ συνδρομὴν
448ἰσχυράν; Ἔσπευσαν ἀμέσως δι’ ὅλων τῶν μέσων νὰ πείσωσι
449τὸν λαὸν, ὅτι, ἐὰν ἐπέλθῃ λύσις, ὡς ἠλπίζετο τότε, εὐνοϊ-
450κὴ, δὲν ἦτο ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη, ἥτις ἤθελε φέρει τὴν λύσιν
451ταύτην, ἀλλ’ ὁ Βασιλεὺς, ἀλλ’ ἡ Ἐθνικὴ Ἑταιρεία. Καὶ
452ὑπάρχει σωρεία τοιούτων ἐγγράφων, ἀποδεικνυόντων τὸν
453ἰσχυρισμὸν αὐτὸν, σειρὰ δὲ ἄρθρων, ἐν ταῖς ἐφημερίσι κατα-
454χωρισθέντων, ἀποδεικνύει τὸν ἀγῶνα, ὅπως οὐδὲν ὄφελος ἠ-
455θικὸν πορισθῇ ἡ Κυβέρνησις Δηλιγιάννη, ἐν περιπτώσει εὐ-
456τυχοῦς λύσεως τῶν ἐθνικῶν ζητημάτων. Ἔχω δὲ ἐνταῦθα
457κείμενα, ἵνα ἴδητε μετὰ πόσης, δύναμαι εἰπεῖν, θρασύτητος
458ἐπεζήτουν ν’ ἀφαιρέσωσι πᾶν ἠθικὸν ὄφελος ἀπὸ τὴν Κυβέρ-
459νησιν ἐκείνην, ἀπὸ τὸν τότε Πρωθυπουργὸν τῆς Ἑλλάδος,
460πῶς ἐπεζήτουν ν’ ἀποδείξωσιν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη οὐδ’
461ἱκανὴ ἦτο, οὐδ’ ἐκείνη ἔπραξεν ὅσα ὑπὲρ τῆς χώρας διεπράτ-
462τοντο. Ἀκούσατε ὀλίγα τινὰ (ἀναγινώσκει):
463«Τὴν ἐνέργειαν εἰς τὸ Κρητικὸν ζήτημα δὲν ὑπάρχει κα-
464»νεὶς, οὔτε εἰς τὴν Εὐρώπην ἀκόμη, ὁ μὴ γνωρίζων, ποῖος
465»τὴν διευθύνει. Ὁ Βασιλεὺς εἶχε τὴν πρωτοβουλίαν τῆς
466»πολιτικῆς αὐτῆς. Ὁ Βασιλεὺς τὴν ἤρχισεν, ὁ Βασιλεὺς τὴν
467»διεξάγει, ὁ Βασιλεὺς θὰ τὴν διεξαγάγῃ μέχρι τέλους. Ἡ
468»πολιτικὴ τοῦ Βασιλέως εἶναι αὐτὴ ἡ πολιτικὴ τοῦ ἔθνους.
469»Συνέπεσε μέχρι γραμμῆς τὸ φρόνημα τοῦ ἔθνους μὲ τὸ τοῦ
470»Βασιλέως. Ἐξεδηλώθη τοιαύτη ἡ θέλησις τοῦ ἔθνους πρίν.
471»Ἐξεδηλώθη καὶ ἡ ἀποδοκιμασία του ἀρκετὰ εὐγλώττως
472»καὶ ἀρκετὰ ἐντόνως καὶ ἀρκετὰ σθεναρῶς κατόπιν. Ἡ συν-
473»εννόησις ἐπῆλθε πλήρης· ὁ Βασιλεὺς διερμηνεύει τὸ Παν-
474»ελλήνιον φρόνημα, καὶ ἐφαρμόζει τὴν Πανελλήνιον πολι-
475»τικήν...»
476§22Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ποῖος τὰ γράφει αὐτά;
477§23Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Ἡ «Ἀκρόπολις» τῆς 12 Φεβρουαρίου 1897.
478§24ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἆ! ...
479§25Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Ἔχομεν καὶ ἄλλας ἐφημερίδας, ἀκόμη ση-
480μαντικωτέρας. Ἐὰν θέλητε τὸ πεφιλημένον τῆς πτέρυγος
481ταύτης φύλλον, τὸ «Σκρίπ». Σᾶς ἀρέσει; Ἰδοὺ τί γράφει
482τὴν 15 Φεβρουαρίου 1897 (ἀναγινώσκει):
483«Ἡ ἀόρατος αὕτη δύναμις ἔχει κάμει θαύματα ἐδῶ πέρα!
484»Εἰς ὅλην τὴν γραμμὴν, ἰδίως δὲ ἐν Ἄρτῃ, ὄχι μόνον εἶναι
485»γνωστή, ἀλλὰ ἀπείρους ἔχει τοὺς πιστοὺς καὶ τοὺς ὀπα-
486»δούς. Ὅλους τοὺς ἐλαύνει ἡ ὑψηλὴ καὶ θερμὴ ἰδέα τῆς
487»Ἔξοχον δὲ ἐπαναστατικὸν δίκτυον ἔχει ἐξαπλώσει παντοῦ
488»τῆς Ἠπείρου. Ἀρκεῖ νὰ ἀνάψῃ ὁ δαυλός, νὰ δοθῇ τὸ σύν-
489»θημα, καὶ θὰ παραστῶμεν μάρτυρες γεγονότων λαμπρῶν,
490»ἀγώνων ἀπροσδοκήτων. Ἔχει ὡριμάσει πλέον ἡ ἰδέα παν-
491»τοῦ τῆς ἐθνικῆς ἐνεργείας καὶ δράσεως, ὅλος δὲ ὁ κόσμος
492»ἠξεύρει πολὺ καλά, ὅτι, ἂν ἠναγκάσθη νὰ δράσῃ σήμερον
493»ἡ Βασιλεία καὶ ἡ Κυβέρνησις, ἡ χεὶρ τῆς ἀοράτου ταύτης
494»δυνάμεως δὲν εἶναι ξένη τῆς δράσεως ταύτης, ἡ χείρ, ἥτις
495»κατέθεσεν εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν τῆς Ἑλλάδος 21
496»ἑκατομμύρια διὰ πᾶσαν πατριωτικὴν ἐνέργειαν!»
497Ἔχω καὶ ἄλλα πολλά, διὰ νὰ ἴδητε μετὰ πόσης ἐπιμε-
498λείας ἀπεγύμνουν τὴν Κυβέρνησιν ἐκείνην πάσης ἠθικῆς ὠφε-
499λείας ἐκ τῶν πράξεών της. Αὕτη ὑπῆρξεν ἡ πεποίθησις τότε
500τοῦ λαοῦ, διότι τοιαύτην τὴν ἐδημιούργησαν τότε οἱ ἐπιτή-
501δειοι ἐργάται τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας, ἀποπλανήσαντες καὶ
502ἐξαπατήσαντες τὴν κοινὴν γνώμην.
503Βλέπετε ἐκ τοῦ πνεύματος τούτου πρὸς ἀπογύμνωσιν τῆς
504Κυβερνήσεως ἐκείνης πάσης ἠθικῆς ὠφελείας ἐκ τῶν πρά-
505ξεων τῶν ἀγαθῶν ὑπὲρ τῆς χώρας, ὅτι ἡ ἀόρατος δὲν εἶχε
506σκοπὸν τὴν ἀπελευθέρωσιν τῆς Μακεδονίας καὶ τῆς Ἠπεί-
507ρου, δὲν εἶχε σκοπὸν τὴν ἕνωσιν τῆς Κρήτης μετὰ τῆς Ἑλ-
508λάδος, ἀλλ’ εἶχε σκοπὸν ἕνα καὶ μόνον, τὴν ἀνατροπὴν τῆς
509Κυβερνήσεως ἐκείνης, καὶ τὴν καταστροφὴν τοῦ κόμματος
510τῆς νῦν Ἀντιπολιτεύσεως! Οὐδέποτε ὑπῆρξε πατριωτικὴ ἡ
511Ἐθνικὴ Ἑταιρεία· μόνον ἐν τῇ φαντασίᾳ τῶν ἀποπλανη-
512θέντων ὑπῆρξε πατριωτική. Ὅταν ἔρχηται μία Ἑταιρεία
513καὶ διαγράφει, ποῖον νομίζετε; τὸν ἀξιότιμον ἐξ Ἀττικῆς
514Βουλευτὴν (δεικνύει τὸν κ. Δραγούμην)...
515§26ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐγὼ οὐδέποτε ὑπῆρξα, ἐπὶ 60 ἤδη ἔτη,
516μέλος μυστικῆς ἑταιρείας, συνεπῶς οὐδὲ τῆς ἀοράτου· ἀφοῦ
517δὲ δὲν ὑπῆρξα, οὐδὲ διεγράφην.
518§27Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Παραπέμπω τὸν ἀξιότιμον Βουλευτὴν ἐξ
519Ἀττικῆς εἰς τὴν «Ἐφημερίδα» τοῦ Ρούκη, ὅπου ἀναγρά-
520φονται πιστῶς παρ’ ἑταίρου πᾶσαι αἱ πράξεις τοῦ Διοικη-
521τικοῦ Συμβουλίου, καὶ μεταξὺ ἄλλων πράξεων εἶναι καὶ ἡ
522διαγραφὴ ὑμῶν· διότι φαίνεται, ὅτι ἐν ἀγνοίᾳ ὑμῶν σᾶς ἐνέ-
523γραψαν, καὶ μετὰ σκέψιν σᾶς διέγραψαν.
524§28ΑΥΓ. ΑΒΕΡΩΦ. Μὲ τὴν «Ἐφημερίδα» τοῦ Ρούκη θὰ
525ἀποδείξητε;
526§29Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Ἠθέλησα νὰ παραστήσω, ποία εἶναι ἡ
527Ἑταιρεία, καὶ ποία ἡ ἠθικὴ ὑπόστασίς της.
528Ἡ Ἐθνικὴ Ἑταιρεία διὰ τῶν ἐγγράφων αὐτῆς βεβαίως
529πολλὰ ψεύδη μετέδωκεν εἰς τὸ Ἑλληνικὸν κοινόν. Ἐγὼ πρῶ-
530τος ἐδήλωσα τοῦτο, ὅτι ἀνάξια πάσης πίστεως εἶναι τὰ ἔγ-
531γραφα αὐτῆς τῆς Ἑταιρείας καὶ αἱ βεβαιώσεις αὐτῆς, καὶ
532θὰ ἦτο εὐτύχημα διὰ τὴν Ἑλλάδα, ἂν ἀπὸ τότε τὸ πνεῦμα
533τῆς δυσπιστίας ἐξηγείρετο καὶ κατέρριπτεν αὐτήν, διότι οὕ-
534τω δὲν θὰ διέπραττε τὰ κακά, τὰ ὁποῖα διέπραξεν ἔκτοτε.
535Ταῦτα διέπραττεν ἡ ἐπάρατος ἐκείνη Ἑταιρεία!
536Ἀλλὰ τί συνέβαινεν ἐν τῇ τότε Βουλῇ; ποῖον ὑπῆρξε τὸ
537πνεῦμα τῆς τότε Ἀντιπολιτεύσεως; ποῖοι ὑπῆρξαν οἱ λό-
538γοι τοῦ τέως Πρωθυπουργοῦ; ποῖοι ὑπῆρξαν οἱ λόγοι ἐπι-
539φανεστάτων μελῶν τῆς τότε Ἀντιπολιτεύσεως, καὶ νῦν ἐπί-
540σης ἀντιπολιτευομένων; ποῖαι αἱ παροτρύνσεις; Πλὴν ὀλι-
541γίστων, πᾶσα ἡ ἀντιπροσωπεία τοῦ ἔθνους, κατὰ τὴν ἐπο-
542χὴν ἐκείνην οὐδὲν ἄλλο ἔπραττε καθ’ ἑκάστην ἢ νὰ πα-
543ρορμᾷ τὴν Κυβέρνησιν πρὸς ἐνέργειαν πολεμικήν. Ἡνώθη-
544σαν λοιπὸν αἱ ἐνέργειαι τῆς Ἐθνικῆς ἐκείνης Ἑταιρείας πρὸς
545τὸ πνεῦμα τὸ ἐξελθὸν ἐκ τῆς ἀντιπροσωπείας τοῦ ἔθνους,
546καὶ ἐδημιουργήθη τὸ ἀκατάσχετον ῥεῦμα, τὸ ὁποῖον προε-
547κάλεσε τὸν πόλεμον. Ἦτο εἰς θέσιν νὰ ἀναχαιτίσῃ τὸ ῥεῦμα
548ἐκεῖνο ἡ Κυβέρνησις τοῦ νῦν ἡγέτου τῆς μειονοψηφίας; Καὶ
549ἀναχαιτιζόμενον τὸ ῥεῦμα αὐτὸ, ποίας θὰ εἶχε συνεπείας διὰ
550τὴν ἐσωτερικὴν τῆς χώρας τάξιν; ποίας συνεπείας διὰ τὴν
551Πολιτείαν; Ὅταν ἔρχωνται καὶ ἐξαγγέλλουν ἐντεῦθεν δόγ-
552ματα πολιτικὰ παρελθόντων χρόνων, ὅταν ἔρχωνται καὶ
553λέγουν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις χώρας κοινοβουλευτικῶς κυβερνω-
554μένης ὀφείλει νὰ μὴ ἀποβλέπῃ οὐδαμῶς εἰς τὴν δημοσίαν
555γνώμην, ὀφείλει νὰ μὴ λαμβάνῃ ὑπ’ ὄψιν τὸ κοινὸν φρόνημα
556καὶ οὐδαμῶς τὴν γνώμην τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, βεβαίως
557ἐξαγγέλλουσι θεωρίαν, ἡ ὁποία μόνον εἰς Κράτη μοναρχικῶς
558κυβερνώμενα δύναται νὰ ἔχῃ ὑπόστασιν λογικήν· ἀλλ’ ἐν
559χώρᾳ κυβερνωμένῃ κοινοβουλευτικῶς ἡ κοινὴ γνώμη, τὸ δη-
560μόσιον φρόνημα εἶναι βεβαίως δύναμις, τὴν ὁποίαν πᾶς κυ-
561βερνήτης ὀφείλει νὰ ὑπολογίζῃ, καὶ τὴν ὑπελόγισεν ὁ τέως
562Πρωθυπουργὸς κ. Θεοτόκης πρὸ ὀλίγων ἤδη μηνῶν, καὶ τὴν
563ἔλαβε σοβαρώτατα ὑπ’ ὄψιν, καὶ λαβὼν ταύτην ὑπ’ ὄψιν κα-
564τέλιπε τὴν ἀρχήν. Καὶ ἠθέλατε, μετὰ τὴν δημιουργίαν τῶν
565περιστάσεων ἐκείνων, ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη οὐδὲν ἄλλο νὰ
566ἔπραττεν ἢ νὰ ἠγωνίζετο νὰ καταστείλῃ τοὺς ἀτάκτους τῆς
567Ἐθνικῆς Ἑταιρείας; καὶ ἠθέλατε νὰ μὴ καταγείνῃ ἢ πῶς
568νὰ ἀνακαλύψῃ τοὺς ἀοράτους καὶ συντρίψῃ τὴν κεφαλὴν αὐ-
569τῶν; Βεβαίως οὐδεὶς, λογικῶς ἀναμετρῶν τὰς τότε περιστά-
570σεις, ἠδύνατο νὰ εἴπῃ, ὅτι ἄλλως ὤφειλε νὰ κυβερνήσῃ τὴν
571χώραν ἢ ὡς ἐκυβέρνησε ταύτην. Μία ὑπῆρξεν ἡ προσπάθεια
572τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης· ἀφ’ ἑνὸς μὲν νὰ συγκρατῇ τὴν ἐξε-
573γερθεῖσαν δημοσίαν γνώμην, νὰ τὴν περιστέλλῃ, ὅση αὐτῇ
574δύναμις, ὅπως μὴ πράττῃ τὸ κακὸν, καὶ ἀφ’ ἑτέρου νὰ ἐπι-
575διώκῃ τὴν ἐπίλυσιν τῶν ζητημάτων ὑπὲρ τῆς χώρας. Βε-
576βαίως δὲν διενοεῖτο νὰ κηρύξῃ κατὰ τῆς Τουρκίας τὸν πό-
577λεμον· καὶ ἐὰν ἡ Ἐθνικὴ Ἑταιρεία ὑπήκουεν εἰς τὰ κελεύ-
578σματα τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης, καὶ δὲν ἐξήρχοντο τὰ ἄτα-
579κτα στίφη αὐτῆς εἰς τὸ Μπαλντῖνον, ἡ Τουρκία δὲν θὰ ἐκή-
580ρυττε τοσοῦτον ταχέως, τοσοῦτον ὁρμητικῶς τὸν πόλεμον·
581διότι ἡ ἀποβίβασις στρατοῦ ἑλληνικοῦ ἐν Κρήτῃ, καὶ ἡ
582ἀποστολὴ τοῦ στόλου, τοῦ περιπλέοντος εἰς τὰ ὕδατα τῆς
583Κρήτης, ὅπως ἐξηγήθησαν ἀπὸ τὴν τότε Κυβέρνησιν, δὲν
584ἐθεωρήθησαν ὡς αἰτία πολέμου (casus belli), καὶ διέ-
585βλεπε τότε, ὅτι, ἐὰν δὲν ἐξωθεῖτο ὑπὸ τῆς κοινῆς γνώμης,
586ἡ ὁποία εἶχε καταστῆ ἔξαλλος, καὶ ἠδύνατο νὰ παρατείνῃ
587τὰ ζητήματα ἐπί τινα ἀκόμη χρόνον, ἤθελεν ἴσως κατορ-
588θώσει νὰ ἀποφύγῃ, ἵνα κηρύξῃ ἡ Τουρκία τὸν πόλεμον. Αὐτὴ
589εἶναι ἡ ἀληθὴς ἱστορία.
590Ἐὰν λοιπὸν ὁ πόλεμος ἐκηρύχθη, ἀπαρασκεύου στρατιω-
591τικῶς οὔσης τῆς χώρας, δὲν θέλω νὰ εἴπω, ὅτι ὁ λαὸς τύποις
592ὑπέχει τὴν εὐθύνην, ἀλλ’ οὐσιαστικῶς, προκειμένου περὶ χώ-
593ρας κοινοβουλευτικῶς κυβερνωμένης, βεβαίως οὐσιαστικῶς
594τὴν εὐθύνην τὴν ἔχει ὁ λαὸς, τὸ ἔθνος, ἀλλὰ πρωτίστως ἡ
595Ἑταιρεία ἐκείνη, ἡ ὁποία ὑπεδαύλισε καὶ ἔφερε τὸν λαὸν
596εἰς οἵαν ψυχολογικὴν κατάστασιν γνωρίζομεν πάντες.
597Ὑπῆρξαν ἐνταῦθα ἄνδρες, οἱ ὁποῖοι ὑπέδειξαν τὰς συνε-
598πείας ἑνὸς τοιούτου πολέμου, καὶ ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἄρτης
599Βουλευτὴς ὕψωσε τὴν φωνὴν αὐτοῦ, θέλων νὰ σταματήσῃ τὸν
600ῥοῦν τοῦ φλέγοντος πατριωτισμοῦ τῆς τότε Ἀντιπολιτεύ-
601σεως, νὰ σταματήσῃ τὸν ῥοῦν αὐτῆς, καὶ παρέστησε τὰς συν-
602επείας, τὰς ὁποίας ἦτο ἐνδεχόμενον νὰ ἔχῃ πόλεμος πρὸς
603τὴν Τουρκίαν. Γνωρίζων καλῶς τὰ τῆς Τουρκίας, γνωρίζων
604τὴν στρατιωτικὴν αὐτῆς ὀργάνωσιν, γνωρίζων καὶ τὰς σχέ-
605σεις αὐτῆς πρὸς τὰς Μεγάλας Δυνάμεις, καὶ τὴν δύναμιν τὴν
606ἠθικὴν, καὶ τὴν ὑλικὴν ἴσως, τὴν ὁποίαν ἡ Τουρκία ἤθελεν
607ἀρυσθῆ ἐκ τῶν Δυνάμεων ἐκείνων, ὑπέδειξεν, ὅτι πρὸ παντὸς
608πρέπει μὲν ἡ Ἑλλὰς νὰ μεριμνήσῃ φιλανθρώπως ὑπὲρ τῶν
609σφαζομένων Κρητῶν, ἀλλὰ πρέπει νὰ μεριμνήσῃ κατὰ τρό-
610πον, ὥστε νὰ μὴ προκαλέσῃ πόλεμον, διότι ἡ πρόκλησις πο-
611λέμου θὰ ἦτο δυστύχημα διὰ τὴν χώραν. Καὶ οἱ λόγοι του
612ἐπηλήθευσαν δυστυχῶς μέχρι κεραίας, ἐπηλήθευσαν μέχρι
613κεραίας, ὅπως ἐπηλήθευσαν καὶ οἱ λόγοι αὐτοῦ κατὰ τὸ
6141887, ὅτε σᾶς προεῖπεν: «ἄγετε τὸ Κράτος εἰς πτώχευ-
615σιν! σταματήσατε, ἵνα σώσωμεν τὴν τιμὴν τοῦ Κράτους!»
616Καὶ ὑμεῖς ἐθεωρήσατε, ὅτι ἦτο καθῆκον ὑμῶν καὶ δικαίωμα
617ὑμῶν οὐδὲν ἄλλο νὰ πράττητε ἢ νὰ τὸν διαβάλλητε, νὰ τὸν
618συκοφαντῆτε! Ἀλλ’ αἱ φωναὶ αἱ συνεταὶ καὶ φρόνιμοι ἐν τῷ
619Κοινοβουλίῳ τούτῳ δυστυχῶς δὲν ἀκούονται, καὶ διότι δὲν
620ἀκούονται αἱ γνῶμαι καὶ αἱ φωναὶ τῶν συνετῶν ἀνδρῶν, βαί-
621νομεν ἀδιαλείπτως κατὰ κρημνῶν. Καὶ ὅταν ἔλθῃ ἡ συζή-
622τησις τοῦ Προϋπολογισμοῦ, θέλετε ἰδεῖ ποῖον νέον βάραθρον
623διανοίγεται διὰ τὸ οἰκονομικὸν μέλλον τῆς χώρας, ἀλλὰ
624καὶ πάλιν δὲν θὰ σταματήσητε.
625Πάντα, ὅσα εἶπον, καὶ ὅσα ἠκούσατε παρὰ τῶν προλα-
626λησάντων ἐκ τῆς πτέρυγος ἐκείνης (δεικνύει τὴν ἀριστερὰν)
627δύνανται ν’ ἀφήσωσί τινα, ἀμερολήπτως, εὐσυνειδήτως κρί-
628νοντα, ὁ ὁποῖος νὰ μὴ ἐσχημάτισε βαθυτάτην τὴν πεποίθη-
629σιν, ὅτι ἡ πρόκλησις τοῦ πολέμου ἦτο ἔργον κατὰ τὸ πλεῖ-
630στον τῆς ἐπαράτου ἐκείνης Ἑταιρείας, ὅτι τὸ μένος τὸ πο-
631λεμικὸν ἐδημιουργήθη δι’ ἀπάτης καὶ ἀποπλανήσεως ὁλο-
632κλήρου τοῦ λαοῦ, ὁλοκλήρου τοῦ Ἑλληνισμοῦ; Καὶ ἐὰν κρί-
633νω τὴν διεξαγομένην συζήτησιν χρήσιμον, κατά τι πρακτι-
634κῶς χρήσιμον, τὴν κρίνω μόνον κατὰ τοῦτο, ὅτι δίδεται
635τοιουτοτρόπως διὰ τῆς ἐρεύνης τὸ δίδαγμα εἰς ἐκείνους, οἱ
636ὁποῖοι εἶναι προωρισμένοι νὰ κυβερνήσωσι τὴν χώραν, δίδε-
637ται, λέγω, τὸ δίδαγμα, ὅτι, μόλις διορῶσι τὴν κεφαλὴν μυ-
638στικῆς Ἑταιρείας, πρέπει, ὡς κεφαλὴν ὄφεως, νὰ τὴν συν-
639τρίβωσιν, ἐν ὀνόματι τῆς πατρίδος, ἐν ὀνόματι τοῦ λαοῦ. Δὲν
640εἶναι μόνον, ὅτι ἐξώθησεν ἡ Ἑταιρεία ἐκείνη εἰς πόλεμον τὴν
641χώραν, ἀλλὰ κατέστρεψέ τι πολυτιμότερον, ἀφ’ ὅσα μέχρι
642τοῦδε κατεστράφησαν· κατέστρεψε τὴν πίστιν τοῦ Ἑλληνι-
643κοῦ λαοῦ πρὸς τοὺς διέποντας τὰ τῆς χώρας. Τολμήσατε ἐν
644τῷ μέλλοντι ν’ ἀποταθῆτε πρὸς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν ἐν ὀνό-
645ματι τῆς πατρίδος, τολμήσατε ἐν τῷ μέλλοντι νὰ τῷ ὑπο-
646μνήσητε τὰς ἐθνικὰς καὶ ἱερὰς αὐτοῦ παραδόσεις, τολμήσατε
647ἐν τῷ μέλλοντι ἐν ὀνόματι τῆς πατρίδος νὰ τῷ ζητήσητε
648τὸν ὀβολὸν αὐτοῦ! Θέλει δείξει παγερὰν ἀδιαφορίαν!
649§30Γ. ΚΑΠΕΤΑΝΑΚΗΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν αὐτὸ ποτὲ νὰ
650πράξῃ ὁ Ἑλληνικὸς λαός!
651§31ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Πρόκειται περὶ ἐνεργειῶν ὑπὸ Ἑται-
652ρείας.
653§32Γ. ΚΑΠΕΤΑΝΑΚΗΣ. Ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἐννοεῖ τὰ κα-
654θήκοντά του ἄνευ οὐδεμιᾶς ἄλλης παρεμβάσεως.
655§33Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Ποῖα δὲ ὑπῆρξαν τ’ ἀποτελέσματα τῆς τοι-
656αύτης πράξεως; Μήπως ἐσταμάτησαν; Ἐπῆλθεν ὁ πόλεμος,
657κατάπληκτος δὲ ἡ χώρα ἔμαθε τὰ ἀτυχήματα, ἔμαθε τὴν
658ἐγκατάλειψιν τῆς ὁροθετικῆς γραμμῆς, τὴν ἐγκατάλειψιν τῆς
659Λαρίσης. Μήπως παρῃτήθη ἡ καταχθόνιος αὕτη Ἑταιρεία
660τοῦ ἀρχικοῦ σχεδίου της; Ὄχι! Ἡ Κυβέρνησις ὤφειλε νὰ
661πέσῃ, καὶ ἔπεσε! Ποῖον ὑπῆρξε τὸ ἀποτέλεσμα τῆς τοιαύ-
662της πτώσεως; τὸ ἀποτέλεσμα τὸ μεμαρτυρημένον ὑπῆρξεν,
663ὅτι, ἀντὶ οἱ Τοῦρκοι νὰ μὴ πατήσωσιν οὐδὲ τὸν οὐδὸν τῆς
664πύλης τῆς Λαρίσης, ἐπάτησαν τὸ ἱερὸν χῶμα, τὸ ὁποῖον ἐπο-
665τίσθη μὲ τὸ αἷμα τοῦ Ἀθανασίου Διάκου, ἐν Λαμίᾳ, Κύριοι,
666τὸ δὲ Κράτος, ἀντὶ νὰ ὑποβληθῇ εἰς ἀποζημίωσιν 15, 20
667ἢ 30 τὸ πολὺ ἑκατομμυρίων, ὑπεβλήθη εἰς ἀποζημίωσιν
668100 ἑκατομμυρίων χρυσῶν φράγκων! Ἀφίνω τὰς ἄλλας,
669τὰς μεγαλειτέρας καταστροφάς, τὰς ὁποίας ὑπέστη ἡ χώρα.
670Τί ἄλλο δὲ μέγιστον κακόν; ὅτι εὑρέθη ἡ εὐκαιρία νὰ ἐπι-
671βληθῇ εἰς τὴν Ἑλλάδα ὁ κλοιὸς ὁ ἀτιμωτικὸς, ὡς εἶπεν ὁ
672ἀξιότιμος ἐξ Ὕδρας Βουλευτής· δηλαδὴ ὁ ἔλεγχος!
673Κύριοι, ἡ ἱστορία τοῦ συντελεσθέντος ἀκρωτηριασμοῦ τοῦ
674ἐδάφους τῆς πατρίδος οὕτως ἐπῆλθεν, ἀλλ’ ἡ ἱστορία τῆς
675μειώσεως τῶν κυριαρχικῶν δικαιωμάτων τοῦ Κράτους ἐπῆλθε
676κατ’ ἄλλον τρόπον, τρόπον ὀδυνηρότατον, τρόπον καταδει-
677κνύοντα τὴν ἔλλειψιν παντὸς αἰσθήματος πατριωτισμοῦ τι-
678νων ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἀνέρχονται εἰς τ’ ἀνώτατα ἀξιώματα
679τῆς Πολιτείας. Καθ’ ὅλας τὰς μακρὰς διαπραγματεύσεις
680περὶ τῆς εἰρήνης οὐδεμία Δύναμις, οὐδεὶς ἀντιπρόσωπος ἐκ
681τῶν Μεγάλων Δυνάμεων, οὐδ’ ἄλλος τις ἐποιήσατο λόγον
682περὶ τῶν χρεῶν τοῦ Κράτους τῶν παλαιῶν, ἤτοι τῶν πρὸ
683τοῦ χρέους περὶ πολεμικῆς ἀποζημιώσεως· πάντα τὰ ἐπί-
684σημα ἔγγραφα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν βεβαιοῦ-
685σιν, ὅτι ἡ συζήτησις περιεστρέφετο ἀδιαλείπτως περὶ τὴν
686ἐξεύρεσιν τῶν χρημάτων διὰ τὴν ἀποζημίωσιν τοῦ πολέμου
687καὶ περὶ τὰς ἐγγυήσεις, τὰς ὁποίας τὸ Κράτος ἔπρεπε νὰ
688δώσῃ πρὸς τοὺς δανειστάς του τοῦ ποσοῦ τούτου. Προὐτάθη
689τότε, ἵνα ἀντιπρόσωποι τῶν Δυνάμεων ἀσκῶσιν ἐποπτείαν
690ἐπὶ ὡρισμένων προσόδων τοῦ Κράτους διὰ τὴν ἐγγύησιν πρὸς
691καταβολὴν τῶν τόκων καὶ χρεωλυσίων εἰς τοὺς δανειστὰς
692διὰ τὴν ἀποζημίωσιν τοῦ πολέμου. Καὶ αἴφνης Ὑπουργός
693τις Ἕλλην, χωρὶς νὰ προκληθῇ οὐδαμόθεν, παρουσιάζεται
694καὶ προτρέπει καὶ προκαλεῖ τὴν προσοχὴν τῶν Μεγάλων
695Δυνάμεων ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς διαρρυθμίσεως καὶ τῶν
696παλαιῶν χρεῶν! καὶ δὴ προτείνει τὸν ἔλεγχον! Τὸ ἔγγρα-
697φον εἶναι τῆς 24 Ἰουλίου 1897. Ὁ κ. Σκουλούδης, τότε
698Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν, παραγγέλλει πρὸς τὰς ἐν
699Παρισίοις, Βιέννῃ, Λονδίνῳ, Πετρουπόλει, Βερολίνῳ, Ρώμῃ,
700Βασιλικὰς Πρεσβείας. Ἀκούσατε παρακαλῶ (ἀναγινώσκει):
701«Ἡ Βασιλικὴ Κυβέρνησις οὐδεμίαν μέχρι τῆς ὥρας ταύ-
702»της κατέχει ἐπίσημον δήλωσιν περὶ τῆς καταστάσεως, ἐν
703»ᾗ διατελοῦσιν αἱ διαπραγματεύσεις, αἵτινες ἀπὸ δύο καὶ
704»ἡμίσεως μηνῶν διεξάγονται ἐν Κωνσταντινουπόλει... μόλις
705»δὲ πρὸ μικροῦ ἐγνώσθη τῇ Βασιλικῇ Κυβερνήσει, ὅτι γίγνε-
706»ται, ὡς λέγεται, σκέψις νὰ περιληφθῇ ἐν τοῖς προκαταρ-
707»κτικοῖς τῆς εἰρήνης ὅροις διεθνὴς ἔλεγχος ἐπὶ τῶν ὁρισθη-
708»σομένων πρὸς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δανείου τῆς ἀποζημιώ-
709»σεως καὶ τοῦ παλαιοῦ χρέους προσόδων. Ἐὰν ἡ πληροφο-
710»ρία αὕτη ᾖναι ἀκριβὴς, νομίζω ἐμαυτὸν ἐν ὀνόματι τῆς
711»Βασιλικῆς Κυβερνήσεως ὑπόχρεων νὰ ἐκθέσω ἄνευ ἀναβο-
712»λῆς ταῖς Μεγάλαις Δυνάμεσι τὰς ἐπὶ τοῦ προκειμένου βλέ-
713»ψεις αὐτῆς...»
714Σημειώσατε, ὅτι, συγκρίνων τὰ διπλωματικὰ ἔγγραφα
715ὅλων τῶν Μεγάλων Δυνάμεων, τὰ ἀναφερόμενα εἰς τὰ ζη-
716τήματα ταῦτα, οὐδαμοῦ βλέπω μέχρι τῆς στιγμῆς, ὅτι ἐγέ-
717νετο λόγος, πρότασίς τις· μάλιστα ὑπάρχει ἔγγραφον, ἐξ οὗ
718δηλοῦται, ὅτι ἀντιπρόσωπος Μεγάλης Δυνάμεως, καὶ δὴ τῆς
719Ρωσσίας, ὅτε ἤκουσεν ὅτι ἐγένετο συζήτησις περὶ τούτου, εἶ-
720πεν ἀμέσως: «εἶναι ἀναξιοπρεπὲς νὰ ζητήσωμεν ἡμεῖς ἐγγυή-
721σεις διὰ χρέη ἰδιωτικά». Τί δὲ προέτεινεν αὐθωρεί; Δὲν
722προέβη δὲ εἰς προτάσεις μόνον (ἀναγινώσκει): «...Πρὸς τὸν
723σκοπὸν τοῦτον ἀπεστάλη ἀντιπρόσωπος εἰς Βερολῖνον...»
724§34Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Ποῖος τὰ λέγει αὐτά;
725§35Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Ὁ κύριος Σκουλούδης ἐν ἐπισήμῳ ἐγγρά-
726φῳ, τὸ ὁποῖον ἀπεστάλη πρὸς τὰς Πρεσβείας ὅλας. (Ἐξακο-
727λουθεῖ):
728«... Πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον ἀπεστάλη ἀντιπρόσωπος
729»εἰς Βερολῖνον μετὰ τῆς ἐντολῆς νὰ ἐκθέσῃ τοῖς δανεισταῖς
730»τοὺς σκοποὺς τῆς Κυβερνήσεως, ἀπόφασιν ἐχούσης νὰ προσ-
731»φέρῃ τόσον εἰς τοὺς χορηγοὺς τῶν κεφαλαίων τῆς πολεμι-
732»κῆς ἀποζημιώσεως, ὅσον καὶ εἰς τοὺς ἀρχαίους δανειστὰς,
733»πάσας τὰς ἀσφαλείας, ἃς ἤθελον κρίνει ἐφετὰς, ἤτοι συγ-
734»κέντρωσιν εἰς τὴν Ἑταιρείαν τῶν Μονοπωλίων τῶν πρὸς τὴν
735»ὑπηρεσίαν τοῦ νέου δανείου καὶ τῶν παλαιῶν χρεῶν ὁρι-
736»σθησομένων προσόδων, παραχώρησιν τοῖς δανεισταῖς τοῦ
737»δικαιώματος διορισμοῦ ἀντιπροσώπων ἐν τῷ Διοικητικῷ
738»Συμβουλίῳ τῆς προρρηθείσης Ἑταιρείας καὶ μετὰ κρατού-
739»σης ἔτι ψήφου, καὶ τὴν διὰ τῆς τοῦ κανονισμοῦ συμβάσεως,
740»κυρουμένης διὰ νόμου, ἀναγνώρισιν ὡς ἰδιοκτησίας τῶν δα-
741»νειστῶν τῶν προερχομένων ἐκ τῶν μονοπωλίων ποσῶν, ἅμα
742»εἰσελθόντων εἰς τὰ ταμεῖα τῆς Ἑταιρείας, μέχρι συμπλη-
743»ρώσεως, ἐννοεῖται καλῶς, τῶν ὀφειλομένων εἰς τὴν ὑπηρε-
744»σίαν τῶν προειρημένων χρεῶν ποσῶν...»
745§36Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Εἶναι μετὰ τὸν πόλεμον αὐτὰ
746ὅλα.
747§37Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Δὲν ὁμιλῶ διὰ τὰ πρὸ τοῦ πολέμου. Δὲν
748παρηκολουθήσατε τὴν σειρὰν τῆς ἀναπτύξεώς μου. Εἶναι
749συνέπειαι τοῦ πολέμου, εἶναι πράξεις ἀπορρέουσαι ἐκ τῶν
750πράξεων τῶν ὑπευθύνων.
751Ἀκούσατε, Κύριοι, τί λέγει ὁ κύριος Τομπάζης, ἐπιτε-
752τραμμένος ἐν Πετρουπόλει (ἀναγινώσκει):
753«Παρὰ τὸν ἑαυτῆς πόθον, ἡ Αὐτοκρατορικὴ τῆς Ρωσσίας
754»Κυβέρνησις, νὰ μὴ ἀναμιχθῇ εἰς τὸ ζήτημα τῶν ἑλληνι-
755»κῶν οἰκονομικῶν, εὑρέθη ἐν τῇ ἀνάγκῃ νὰ παρεμβῇ πρὸς
756»τὸν σκοπὸν νὰ ὑποστηρίξῃ τὴν Ἑλλάδα. Ἐκτὸς πάσης ἀμφι-
757»βολίας κεῖται, ὅτι μηδεμία συνάφεια δύναται νὰ ὑπάρχῃ με-
758»ταξὺ τῶν περὶ εἰρήνης διαπραγματεύσεων καὶ τοῦ συμβιβα-
759»σμοῦ, τοῦ ἀφορῶντος εἰς τὰ ἀρχαῖα χρέη τῆς Ἑλλάδος
760»ἀλλὰ τῆς Γερμανίας προβαλλούσης, ὅτι τὰ συμφέροντα αὑ-
761»τῆς παρεβλάπτοντο, καὶ τιθείσης τὸ ζήτημα τοῦτο ὡς ὅρον
762»τῆς εἰρήνης, ἡ Αὐτοκρατορικὴ Κυβέρνησις, συνεπὴς πρὸς ἣν
763»ἔθηκεν ἀρχὴν, ν’ ἀπομακρύνῃ πᾶν πρόσκομμα, ὅπως ἐπι-
764»τύχῃ τὴν ταχεῖαν συνομολόγησιν τῆς εἰρήνης, ἠναγκάσθη
765»νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν ἀπαίτησιν τῆς Γερμανίας. Τῇ Γερ-
766»μανικῇ Κυβερνήσει ἀπόκειται ν’ ἀπαντήσῃ εἰς τὴν τελευ-
767»ταίαν ἐγκύκλιον τῆς Ἑλλάδος, καὶ νὰ δηλώσῃ, ἐὰν ἀποδέ-
768»χεται τὴν ὑποκατάστασιν τῶν ἐπιτρόπων τῶν δανειστῶν
769»εἰς τοὺς ἐπιτρόπους τῶν Δυνάμεων. Ἡ Γερμανία βεβαίως
770»θέλει δώσει ἀπάντησιν ἀρνητικὴν μὲν, ἀλλὰ συμβιβαστι-
771»κήν. Ἡ Αὐτοκρατορικὴ Κυβέρνησις, ὅπως καὶ ἡ Αὐστρία
772»καὶ ἡ Ἰταλία, ἐπιθυμεῖ νὰ μὴ ἀντιπροσωπεύηται δι’ ἐπι-
773»τρόπου, ἀλλὰ τὰ λοιπὰ Ἀνακτοβούλια ζητοῦσιν, ἵνα πᾶ-
774»σαι αἱ Μεγάλαι Δυνάμεις διορίσωσιν ἕνα ἐπίτροπον.
775»Τούτων οὕτως ἐχόντων, τὸ ἔργον τῶν μὴ ἐνδιαφερομένων
776»εἰς τὰ οἰκονομικὰ τῆς Ἑλλάδος Δυνάμεων ἔσται νὰ κατα-
777»στήσωσιν ἠπιωτέραν τὴν θέσιν τῶν πραγμάτων.
778»Ὁ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργὸς κατανοεῖ κάλλιστα,
779»ὅτι ἡ ἐπὶ τῶν οἰκονομικῶν τῆς χώρας ἡμῶν ἐποπτεία τῶν
780»Δυνάμεων τιτρώσκει τὴν ἐθνικὴν φιλοτιμίαν· ἀφ’ ἑτέρου,
781»ὑπὸ πρακτικὴν ἔποψιν, κατὰ πολὺ προτιμᾷ ταύτην ἢ ἐπο-
782»πτείαν ἐξασκουμένην ὑπὸ τῶν δανειστῶν, καθόσον αἱ ἀπαι-
783»τήσεις τούτων ἠδύναντο ν’ ἀποβῶσιν ἐπιβλαβεῖς εἰς τὰ συμ-
784»φέροντα τῆς Ἑλλάδος· ἐνῷ δὲ ἡ ἐποπτεία τῶν δανειστῶν
785»θὰ ἦτο μακροχρόνιος, ἡ ὑπὸ τῶν Δυνάμεων ἐξασκουμένη
786»ἤθελε πιθανῶς λήξει μετὰ τῆς καταβολῆς τῆς τελευταίας δό-
787»σεως τῆς ἀποζημιώσεως, τῆς ὑπερτιμήσεως τῶν ἑλληνικῶν
788»χρεωγράφων καὶ τῆς παλινορθώσεως τῆς πίστεως τῆς χώ-
789»ρας· τοῦθ’ ὅπερ ἤθελεν ἐντὸς βραχέος διαστήματος ἐπιτευχθῇ,
790»χάρις εἰς τὴν ἐποπτείαν τῶν Δυνάμεων.»
791Τὸ ἔγγραφον αὐτὸ εἶναι τῆς 1 Αὐγούστου. Εἶναι δηλαδὴ
792ἔγγραφον, τὸ ὁποῖον ἀναφέρει γνώμας τῆς Κυβερνήσεως τῆς
793Ρωσσικῆς ἐπὶ τῆς προτάσεως τοῦ τότε ἐπὶ τῶν Ἐξωτερι-
794κῶν Ὑπουργοῦ κυρίου Σκουλούδη. Καὶ βλέπετε τὴν Κυβέρ-
795νησιν τὴν Ρωσσικήν, ἡ ὁποία ῥητῶς δηλοῖ, ὅτι οὐδεμία πρέ-
796πει νὰ ὑπάρχῃ σχέσις μεταξὺ τῆς εἰρήνης καὶ τοῦ κανονι-
797σμοῦ τῶν ἀρχαίων χρεῶν τῆς Ἑλλάδος. Οὕτω δὲ, ἐνῷ βλέ-
798πομεν ξένας Δυνάμεις κηδομένας τῶν συμφερόντων τῆς Ἑλ-
799λάδος, καὶ ἐπιδιωκούσας νὰ χωρίσωσι δύο ζητήματα διά-
800φορα, παρατηροῦμεν Ὑπουργὸν τῆς Ἑλλάδος ἐπιμένοντα ἐν
801μεταγενεστέρῳ ἀκόμη ἐγγράφῳ εἰς τὴν συνένωσιν τῶν ζητη-
802μάτων τούτων, ἐπὶ βλάβῃ σημαντικωτάτῃ τῆς χώρας.
803Δὲν θέλω νὰ σᾶς ἀναγνώσω ἓν πρὸς ἓν πάντα τὰ ἔγγραφα,
804τὰ ὁποῖα ἀναφέρουσι τοῦτο, καὶ τὰ ὁποῖα πιστοποιοῦσι τὴν
805γνώμην, τὴν ὁποίαν ἐκφράζω. Ἀλλ’ ἐάν τις ἔχῃ δυσπιστίαν,
806ἂς λάβῃ ταῦτα, ἤτοι τὸ τεῦχος τῶν διπλωματικῶν ἐγγρά-
807φων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν, καὶ ἂς ἀναγνώσῃ.
808Φυσικὸν δὲ ἦτο, ὅτε εἶδον αὐτὴν ταύτην τὴν Ἑλλάδα διὰ
809τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν προτείνουσαν τὸν ἔλεγ-
810χον, φυσικὸν ἦτο, λέγω, οἱ δανεισταὶ τῆς Ἑλλάδος, καὶ δὴ
811οἱ Γερμανοί, νὰ ἐντείνωσι πάσας τὰς προσπαθείας αὑτῶν,
812διὰ νὰ πείσωσι ν’ ἀναμιχθῇ εἰς τὸ ζήτημα καὶ αὐτὴ ἡ Κυ-
813βέρνησις ἡ Γερμανική· φυσικὸν ἦτο, ἡ Κυβέρνησις ἡ Γερμα-
814νική, προστατεύουσα τὰ συμφέροντα τῶν ὑπηκόων αὑτῆς,
815νὰ ἐπιμείνῃ, ἵνα μὴ ἡ εἰρήνη κανονισθῇ, ἂν μὴ συγχρόνως
816κανονισθῶσι καὶ τὰ παλαιὰ χρέη...
817§38Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Γνωρίζετε ποῖα εἶναι τὰ παλαιὰ χρέη;
818§39Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Εἶναι πασίγνωστα τὰ παλαιὰ χρέη.
819§40Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Ποῖα εἶναι τὰ παλαιὰ χρέη;
820§41Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Τὰ ἀναφερόμενα εἰς τὸν συμβιβασμὸν τὸν
821τελεσθέντα, καὶ δυνάμει τοῦ ὁποίου ἐπεβλήθη ὁ ἔλεγχος.
822Ἐδῶ βλέπετε, ὅτι διὰ τῶν ἐγγράφων αὐτῶν ἀποδεικνύεται
823τοῦτο, ὅτι αἱ μὲν ἄλλαι Κυβερνήσεις εἶχον ὑπ’ ὄψιν δια-
824πραγματεύσεις, ἵνα ἐξευρεθῇ δάνειον πρὸς πληρωμὴν τῆς
825ἀποζημιώσεως τῆς πολεμικῆς καὶ ἅμα τῇ ἐξευρέσει τοῦ δα-
826νείου ἐκείνου ἡ εἰρήνη νὰ κλεισθῇ· ἐνῷ δὲ αἱ διαπραγμα-
827τεύσεις ἐπὶ τῇ βάσει ταύτῃ διεξήγοντο, ἀφοῦ καθωρίσθη-
828σαν ὅλα τὰ ζητήματα τῆς διαρρυθμίσεως τῶν ὅρων, ἀφοῦ
829καθωρίσθησαν τὰ ἄλλα ζητήματα, τὰ ἀφορῶντα τὰ προνό-
830μια (les capitulations), ἔμενε τὸ ζήτημα τῆς ἐξευρέσεως
831τοῦ δανείου διὰ τὴν πληρωμὴν τῆς ἀποζημιώσεως τῆς πο-
832λεμικῆς, δι’ ὃ ἐζητοῦντο ἐγγυήσεις· ἀλλ’ ἐνῷ διεπραγμα-
833τεύοντο αἱ μεγάλαι Δυνάμεις τὴν ἐξεύρεσιν τοῦ δανείου τού-
834του, προέβαλεν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς χώρας κ.
835Σκουλούδης κατὰ τὴν ἐποχὴν, καθ’ ἣν ὑμεῖς ἦσθε Πρόεδρος
836τῆς Κυβερνήσεως (ἀποτείνεται πρὸς τὸν κ. Δ. Ράλλην)...
837§42ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Δὲν τὸ προέβαλε.
838§43Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Βεβαίως τὸ προέβαλε, ἀλλὰ τὸ προέβαλε,
839διότι ἐπρόκειτο ἀκριβῶς περὶ τῆς ἐπιβολῆς τοῦ κλοιοῦ, ὁ
840ὁποῖος ἐπεβλήθη. Θαυμάζω δὲ, ὅτι δὲν ἐννοεῖτε, ὅτι αὐτὸ
841τὸ ἔγγραφον ἔχει ἕνα σκοπόν, νὰ ἀποτρέψῃ τὸν κίνδυνον, ὅστις
842ἐπέκειτο ἤδη ἐπὶ τῆς κεφαλῆς ἡμῶν. Ὁ σκοπὸς δὲ ἦτο αὐ-
843τός· πῶς ν’ ἀποφύγωμεν τὸν διεθνῆ ἔλεγχον, ὅστις τελικῶς
844ἐπῆλθε. Καὶ ὅτε ἐλέγομεν περὶ παλαιῶν χρεῶν, ἐπρόκειτο
845νὰ ἱκανοποιήσωμεν τὰς ἀπαιτήσεις τῆς Γερμανίας, καὶ χά-
846ριν τῆς Γερμανίας ἐπεβλήθη ἡμῖν ὁ ἔλεγχος. Ἀλλὰ βεβαίως
847σεῖς δὲν εἶσθε εἰς θέσιν νὰ ἐννοήσητε, ἀποσπῶν ἐκ τῆς σει-
848ρᾶς του, τὸ ἔγγραφον ἐκεῖνο.
849§44Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Βεβαίως ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐξ Ἀττι-
850κῆς καὶ Πρωθυπουργὸς κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ἐπωφελεῖ-
851ται τοῦ μεγάλου κύρους, τὸ ὁποῖον ἔχει, ἀπέναντι ἐμοῦ, τοῦ
852νεαροῦ πολιτευτοῦ, καὶ ἦλθεν ἐνταῦθα, καὶ ὁμιλεῖ καθ’ ὃν
853τρόπον ὁμιλεῖ, χωρὶς νὰ προσάγῃ καὶ τὰς ἀποδείξεις ἐκεί-
854νας, αἱ ὁποῖαι εἶναι ἀναγκαῖαι, ἵνα διαφωτίσῃ καὶ ἐμὲ καὶ
855τὴν Βουλήν, ἐὰν ἡ Γερμανία εἶχε προηγουμένως ὑποβάλει
856τοιαύτας προτάσεις. Ἴσως ὑμεῖς ἔχετε τὰ ἔγγραφα ἐν τοῖς
857ἀρχείοις τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου.
858§45Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Τόσον τὰς εἶχεν ὑποβάλει τὰς προτάσεις,
859ὥστε ἠναγκάσθη τότε ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ν’ ἀποστείλῃ
860ἀπεσταλμένον ἔκτακτον διὰ νὰ προλάβῃ ἀκριβῶς τὴν ἐπι-
861βουλὴν τοῦ ἐλέγχου. Καὶ κατὰ τὴν ἐποχὴν, καθ’ ἣν εὑρί-
862σκετο ὁ ἀπεσταλμένος ἐκεῖ, ἀπεστάλη συγχρόνως καὶ ἡ ἐγ-
863κύκλιος αὕτη, ὡς τὰ προηγούμενα ἔγγραφα ἀποδεικνύουσι.
864§46Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Ἀλλ’ ἀκριβῶς τοῦτο λέγω ἐγὼ, ὅτι τὸ ζή-
865τημα τοῦτο δὲν ἔχει διασαφηνισθῆ οὕτως, ὥστε νὰ πιστεύω-
866μεν, ὅτι ὄντως δὲν ἀνήκει ἡ πρωτοβουλία εἰς τὸν Ὑπουρ-
867γὸν τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Ἑλλάδος.
868§47Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἀφήσατε αὐτά. Ἐξακολουθήσατε τὰ
869περὶ τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας.
870§48Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Ἔχομεν λοιπὸν τὰς συνεπείας τῶν ἀφρό-
871νων ἐκείνων πράξεων τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας, ἔχομεν τὴν
872ἐλάττωσιν τῆς ἐδαφικῆς ἐκτάσεως τῆς χώρας, ἔχομεν τὸν
873ἔλεγχον τὸν ἐπιβληθέντα, ἔχομεν τὴν ἐπιβάρυνσιν τῶν οἰ-
874κονομικῶν τοῦ Κράτους ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε μετὰ δύο ἀκόμη
875ἔτη θὰ ἐπανέλθωμεν εἰς τὸ ποσὸν τῶν ὑποχρεώσεων, τὰς
876ὁποίας τὸ Κράτος εἶχε καὶ πρὸ τῆς πτωχεύσεως. Τὰς πρά-
877ξεις αὐτὰς, τὰς συνεπείας δηλαδὴ αὐτὰς δύναταί τις, λογικῶς
878κρίνων, ν’ ἀποδώσῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὴν τότε, καὶ νὰ μὴ
879ἀποδώσῃ εἰς τὸν ἐξεγερθέντα πατριωτισμὸν τῆς τότε Ἀντι-
880πολιτεύσεως καὶ εἰς τὸ ὑποδακυλισθὲν μένος τὸ πολεμικὸν,
881τὸ ὁποῖον ἐξήγειρεν ἡ Ἐθνικὴ Ἑταιρεία παρὰ τῷ λαῷ.
882Εἶμαι ὑποχρεωμένος ν’ ἀνακοινώσω εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι
883ὁ ἐκ Ζακύνθου ἀξιότιμος συνάδελφος, ἀφηγούμενος τὰ κατὰ
884τὴν Ἑταιρείαν τὴν Ἐθνικὴν, καὶ προσπαθῶν ν’ ἀποδείξῃ, ὅτι
885αὕτη οὐδαμῶς ἀνεμιγνύετο εἰς τὰ ἐσωτερικὰ, οὐδὲ τὴν Κυ-
886βέρνησιν τὴν τότε ἐπεδίωκε νὰ ἐπηρεάζῃ, εἶμαι ὑποχρεωμέ-
887νος, λέγω, νὰ ἀναιρέσω ἀνακριβείας τινὰς, ἀναφερομένας εἰς
888τὴν δρᾶσιν τῆς Ἑταιρείας ταύτης ἐν τῷ Δικηγορικῷ Συλ-
889λόγῳ Ἀθηνῶν, περὶ τοῦ ὁποίου ἐποιήσατο λόγον...
890§49Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Τί ἐνδιαφέρει τὴν Βουλὴν αὐτὸ τὸ ζή-
891τημα, παρακαλῶ;
892§50Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Πρόκειται περὶ πράξεως, ἡ ὁποία περι-
893κλείει τὰς ἐνεργείας τὰς συστηματικὰς, εἰς τὰς ὁποίας κα-
894τεγίνετο τότε ἡ Ἐθνικὴ Ἑταιρεία.
895Εἶχον συνέλθει οἱ δικηγόροι τῶν Ἀθηνῶν ἐν τῇ αἰθούσῃ
896τοῦ Δικηγορικοῦ Συλλόγου κατὰ τὴν 8ην Φεβρουαρίου, καὶ
897ἐκεῖ τὸ θέμα ἦτο τὸ ἑξῆς: συμφέρει νὰ ἐργασθῶσι πρὸς κα-
898τεύνασιν τοῦ πνεύματος τοῦ λαοῦ, καὶ νὰ γείνῃ ἀποδεκτὴ
899ἡ τότε προτεινομένη λύσις τοῦ Κρητικοῦ ζητήματος διὰ τῆς
900Ἡγεμονίας; ἢ ἔπρεπε νὰ ἐπιμείνωμεν καὶ παροτρύνωμεν τὸν
901λαὸν πρὸς πόλεμον; Ἐγένετο συζήτησις, ἥτις διήρκεσεν ὑπὲρ
902τὰς δύο ὥρας, καὶ μετ’ αὐτὴν κατὰ πλειονοψηφίαν ἀπεφα-
903σίσθη νὰ συνταχθῶσι ψηφίσματα, διὰ τῶν ὁποίων παρωτρύ-
904νετο ὁ λαὸς νὰ ἡσυχάσῃ, διότι ἡ πλειονοψηφία ἀπεδέχθη, ὅτι
905ἡ προσωρινὴ ἐκείνη λύσις ἦτο προτιμοτέρα ἑνὸς πολέμου.
906Ἐν ᾧ δὲ συνετάσσοντο ὑπὸ τοῦ γραμματέως τοῦ Συλλόγου
907τὰ ψηφίσματα, ἰδοὺ ἐμφανίζεται ὁ κύριος Στεφάνου, καὶ
908σταματᾷ τὴν σύνταξιν τοῦ ψηφίσματος. Ἡ πρᾶξις αὕτη
909ἀποδεικνύει τὴν ἐπίμονον ἐνέργειαν, τὴν ὁποίαν κατέβαλ-
910λεν, ὅπως ἐξωθήσῃ τὴν Κυβέρνησιν εἰς πόλεμον, καὶ ἀνε-
911κοίνωσε τὰ δῆθεν λεχθέντα, ἴσως καὶ θετικῶς λεχθέντα,
912ὑπὸ τῆς Α. Μ. τοῦ Βασιλέως πρὸς πρέσβυν Μεγάλης Δυ-
913νάμεως. Καὶ ἐνθυμοῦμαι, ὁποῖος ἐνθουσιασμὸς τότε ἠγέρθη...
914§51Α. ΡΙΚΑΚΗΣ. Καὶ τί δικαίωμα εἶχον οἱ δικηγόροι νὰ
915ἀναμιχθῶσιν εἰς τοιαῦτα πράγματα;
916§52Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Ἦτο ἀντιποίησις τῶν δικαιωμάτων τῆς
917Ἐθνικῆς Ἑταιρείας· διότι ταῦτα τὰ δικαιώματα εἶχε συγ-
918κεντρώσει τὸ ἀόρατον Διοικητικὸν Συμβούλιον (ἱλαρότης ἐν
919τῇ δεξιᾷ), κατὰ τὴν γνώμην, ὡς φαίνεται, τοῦ κυρίου Βου-
920λευτοῦ ἐκ Πατρῶν.
921§53Α. ΡΙΚΑΚΗΣ. Μὲ ποῖον δικαίωμα σεῖς οἱ ὁρατοὶ δικη-
922γόροι συνήρχεσθε ὑπὸ τὴν ἐνέργειαν ἀοράτου δυνάμεως;
923§54Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Εἴχομεν τὸ δικαίωμα ἐκ τοῦ Συντάγμα-
924τος νὰ ἐκφέρωμεν γνώμην. Τοιοῦτον δικαίωμα ἔχει καὶ ὁ
925λαός.
926Οὕτω, κύριοι Βουλευταί, ἀπεδείχθη, ὅτι ἡ Κυβέρνησις
927ἐκείνη ἔπραξε καὶ μετὰ πατριωτισμοῦ καὶ μετὰ δυνάμεως
928τὸ καθῆκόν της, μέχρι τῆς κηρύξεως τοῦ πολέμου, καὶ ὅτι,
929ἂν ἐξωθήθη, ἐξωθήθη ἀπὸ ἐκείνην τὴν δύναμιν, τὴν ὁποίαν ἡ
930πτέρυξ αὕτη (δεικνύει τὴν δεξιὰν) ὑπέθαλπε καὶ ἐνίσχυεν.
931Ἀπεδείχθη, ὅτι, ἂν ἠτυχήσαμεν ἐν τῷ πολέμῳ, ἠτυχήσα-
932μεν ἐκ τῆς μεγάλης σπουδῆς, τὴν ὁποίαν πάντοτε δεικνύει
933τὸ κόμμα ἐκεῖνο πρὸς κατάληψιν τῆς ἀρχῆς. Δὲν δύνασθε
934ν’ ἀρνηθῆτε, ὅτι ἡ ἀόρατος δύναμις ἀπέρρεεν ἐκ τῶν σπλάγ-
935χνων ὑμῶν, δὲν δύνασθε ν’ ἀρνηθῆτε ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐβε-
936βαίωσε χθὲς ὁ ἐκ Ζακύνθου συνάδελφος, ὅτι αὐτὸς ἦτο ἡ ἀό-
937ρατος δύναμις.
938Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνον κατὰ τοὺς χρόνους ἐκείνους, κατὰ
939τοὺς ὁποίους, ἀντιπολιτευόμενοι ὄντες, τὰ πάντα μετήλθετε
940πρὸς ἀνατροπὴν τῆς Κυβερνήσεως· καὶ εἰς προηγουμένας
941ἐποχὰς τοῦτ’ αὐτὸ ἐπράξατε, δι’ ἄλλων ὁδῶν καὶ δι’ ἄλ-
942λων μέσων· οὕτω καὶ τὸ 1886 ἐπράξατε, διὰ νὰ ἀνατρέ-
943ψητε τὴν Κυβέρνησιν· τὸ αὐτὸ καὶ κατὰ τὸ 1891· καὶ εἰς
944τὸ μέλλον ἴσως θὰ μᾶς ἐκπλήξητε διὰ τὴν ἐφεύρεσιν νέων
945μέσων, διὰ τῶν ὁποίων θὰ ἐπιδιώξητε τὴν ἀνατροπὴν μελ-
946λουσῶν καὶ παρουσῶν ἴσως Κυβερνήσεων.
947Ἀναφέρουσιν ἔτι καὶ λέγουσι: «παρεσύρθη ἡ Κυβέρνησις
948πρὸς πόλεμον· ἀλλὰ διατὶ δὲν ἦτο ἕτοιμος ὁ στρατός;» Κύριοι,
949τὸ ζήτημα εἶναι τῷ ὄντι ἄξιον ἐρεύνης, καὶ ἡ ἔρευνα εἶναι
950εὐχερεστάτη. Ὀργάνωσις τοῦ στρατοῦ τῆς χώρας οὐδέποτε
951ἐπετελέσθη· δύναμαι νὰ εἴπω, ὅτι οὐδὲ ἀπόπειρα ἐγένετο·
952ἀλλὰ τίς ὁ ὑπαίτιος; Ἡ πτέρυξ αὕτη ἢ ἐκείνη; ἡ πτέρυξ
953ἐκείνη (ἡ τῆς πλειονοψηφίας) διώκησε τὰ τῆς χώρας ἐπὶ 15
954καὶ πλέον ἔτη, διεχειρίσθη ἓν δισεκατομμύριον καὶ ἑπτακό-
955σια ἑκατομμύρια, ἅπερ καὶ ἐδαπάνησεν. Ἡ πτέρυξ ἐκείνη
956διὰ τῆς καταβαραθρώσεως τοῦ κολοσσιαίου τούτου ποσοῦ
957περιήγαγε τὴν χώραν εἰς τὴν χρεωκοπίαν καὶ εἰς πόλεμον
958ἀτυχῆ, καὶ ἀπεγύμνωσε τὸ Κράτος πάσης δυνάμεως οἰκο-
959νομικῆς πρὸς ὀργάνωσιν τοῦ στρατοῦ. Τί δὲ διεχειρίσθη ἡ
960πτέρυξ αὕτη; (ἡ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως)· διώκησε τὴν χώραν
961ἐπὶ 5½ ἔτη, καὶ διεχειρίσθη περὶ τὰ 450 ἑκατομμύρια μό-
962νον· καὶ ἤλθετε χθὲς καὶ εἴχετε τὴν ἀξίωσιν, ὁ ἡγέτης τῆς
963μειονοψηφίας νὰ ἔχῃ παρεσκευασμένην τὴν χώραν, νὰ ἔχῃ
964τὰς στρατιωτικὰς δυνάμεις συμπεπληρωμένας, οὕτως ὥστε
965ν’ ἀντιμετωπίσῃ νικηφόρως τὴν Τουρκίαν! καὶ ἀπεδώκατε
966τὴν εὐθύνην εἰς αὐτὸν, καὶ εἴπετε ὅτι, «ἀφοῦ δὲν ὑπήρξατε
967ἱκανοὶ ν’ ἀντιπαρατάξητε στρατιωτικὰς δυνάμεις, διὰ τῶν
968ὁποίων ἠθέλατε ἐξασφαλίσει τὴν νίκην, ἀπέλθετε εἰς Μο-
969ναστήριον!»
970Ἀλλ’ ἡ χώρα πρέπει νὰ κρίνῃ μεταξὺ ἐκείνων καὶ τού-
971των· πρέπει νὰ μάθῃ τὴν ἀλήθειαν πλήρη καὶ τελείαν· πρέ-
972πει νὰ μάθῃ, ὅτι ὁ ὀβολός, τὸν ὁποῖον δίδει ὁ πολίτης, δέον
973νὰ χρησιμεύῃ καὶ διὰ τὴν στρατιωτικὴν καὶ τὴν ναυτικὴν
974ὀργάνωσιν τῆς χώρας καὶ διὰ τὰ μέσα τῆς ἀμύνης, πρὸς
975διεκδίκησιν τῶν ἐθνικῶν δικαίων· ἀλλὰ τὸν ὀβολὸν τοῦτον
976ἡ πτέρυξ αὕτη (ἡ τῆς πλειονοψηφίας) κατεσπατάλησεν...
977(ἱλαρότης ἐν τῇ δεξιᾷ).
978Βεβαίως δὲν περιέμενα νὰ ἐπικροτήσῃ ἡ πτέρυξ αὕτη εἰς
979τὰ λεγόμενα, τὰ ὁποῖα εἶναι ἀναμφισβήτητα, ἀποδεικνυό-
980μενα ἐκ τῶν Προϋπολογισμῶν περιέμενε τοὺς γέλωτας, οὓς
981ἠκούσατε· ἀλλ’ αὐτοὶ οἱ γέλωτες μοὶ ἐμποιοῦσι βαθυτάτην
982ὀδύνην, διότι ἀποδεικνύουσιν, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἡ συναίσθη-
983σις τοῦ καθήκοντος πρὸς τὴν πατρίδα, πρὸς τὸν λαόν· καὶ ἂν
984ὁ λαὸς δὲν φωτισθῇ καὶ δὲν ἐννοήσῃ τὸ μέγα κακόν, τὸ
985ὁποῖον προσγίνεται, βεβαίως ἡ πτέρυξ αὕτη δὲν εἶναι ἐκείνη,
986ἡ ὁποία θὰ διασώσῃ τὸ μέλλον τοῦ ἔθνους· ἡ πτέρυξ αὕτη,
987ἐμφορουμένη ἀπὸ τὸ πνεῦμα, τὸ ὁποῖον ἀποτελεῖ τὴν βάσιν
988τῆς διοικήσεως τοῦ κόμματος, θὰ ὠθῇ ἀπὸ καταστροφῆς εἰς
989καταστροφὴν τὴν χώραν! Μίαν ἐλπίδα ἔχω, ὅτι ὁ λαός,
990κατανοῶν ποῦ ἄγεται, θὰ ἐξεγερθῇ σύσσωμος, καὶ θ’ ἀπε-
991λευθερώσῃ τὴν χώραν ἀπὸ πνεύματος κυβερνητικοῦ τόσον
992ὀλεθρίου, ἢ καὶ ἡ Θεία Πρόνοια θὰ σώσῃ τὴν Ἑλλάδα ἀπὸ
993τὴν πολιτικὴν τὴν οἰκονομικὴν καὶ τὴν ἐξωτερικὴν τῆς πτέ-
994ρυγος ταύτης (δεικνύει τὴν δεξιὰν), ἐκ τῆς ὁποίας οὐδεὶς ἐχέ-
995φρων Ἕλλην ἔχει νὰ περιμένῃ ποτέ τι.
996§55ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Γουναράκης ἔχει τὸν λόγον.
997§56Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Εὐχαριστῶ, Κύριοι, τοὺς συναδέλ-
998φους ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἐν ἀπουσίᾳ μου προσέδωκαν τὴν ἔν-
999νοιαν εἰς τοὺς λόγους μου, τὴν ὁποίαν εἶχον οὗτοι, ὅτε προχθὲς
1000κατὰ τὴν ἀγόρευσίν του διέκοψα τὸν ἀξιότιμον ἐκ Ζακύνθου
1001Βουλευτήν. Ἐὰν τότε εἶχε τὴν καλωσύνην ὁ ἀξιότιμος ἐκ
1002Ζακύνθου συνάδελφος νὰ δεχθῇ τὴν ζητηθεῖσαν παρ’ ἐμοῦ
1003διακοπήν, βεβαίως δὲν θὰ εἶχον ἀνάγκην νὰ λάβω σήμερον
1004τὸν λόγον. Λαμβάνω δὲ τὸν λόγον, οὐχὶ διότι θέλω νὰ εἰσέλθω
1005εἰς τὰ τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας, ἢ εἰς τὰ τῶν εὐθυνῶν τοῦ πο-
1006λέμου — διότι ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, ὅτι δι’ ἐμὲ πάντα ταῦτα
1007ἀποτελοῦσιν ἱστορίαν, ἱστορίαν, περὶ ἧς ἔχω τὴν γνώμην μου,
1008γνώμην τὴν ὁποίαν ἐκ τῆς ἐνεστώσης πολιτικῆς καταστά-
1009σεως δὲν μορφώνω. — Ἐν τούτοις, ἀφοῦ ἤρξατο περὶ τούτου
1010συζήτησις, ἔτεινα τὸ οὖς, ὅπως, ὡς πολίτης, ἀκροασθῶ τῆς
1011ἱστορίας, ἡ ὁποία ἐκτυλίσσεται, καὶ ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω,
1012ὅτι πολὺ προσέσχον εἰς τὴν χαρίεσσαν ὁμιλίαν τοῦ ἀξιοτί-
1013μου ἐκ Ζακύνθου Βουλευτοῦ, καὶ παρηκολούθουν αὐτήν, ὅπως
1014συμπληρώσω τὰς γνώσεις μου ἐπὶ τῶν γενομένων. Ἀλλὰ μό-
1015λις ἔφθασεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Ζακύνθου Βουλευτὴς εἰς ἕν ση-
1016μεῖον τῆς ἀγορεύσεως αὐτοῦ, εἰς τὸ ὁποῖον ἐγὼ προσωπικῶς
1017εἶχον τὰ στοιχεῖα νὰ ἐλέγξω τὴν ἀκρίβειαν τῶν λόγων του,
1018εἶδον ὅτι τὸ γεγονὸς ἐκεῖνο, περὶ οὗ ὡμίλησεν, ἂς μοὶ ἐπι-
1019τρέψῃ νὰ τῷ εἴπω, δὲν ἦτο ἀκριβές. Ἀλλ’ ἐνῷ δὲν ἦτο ἀκρι-
1020βές, εἶχε καὶ πολλὴν τὴν σημασίαν διὰ τὴν βάσιν τῆς ἀγο-
1021ρεύσεως αὐτοῦ.
1022Ὑπάρχει ἰδέα, κύριοι Βουλευταί, ὅτι ὁ λαὸς ἦτο ἐκεῖνος,
1023ὁ ὁποῖος οἰστρηλατήθη καὶ ἐπέβαλε διὰ τῶν συλλαλητηρίων
1024τὴν γνώμην αὐτοῦ πρὸς πόλεμον. Ἀλλ’ ἡ ἱστορία τῶν συλ-
1025λαλητηρίων, εἰς τὰ ὁποῖα ἀποδίδεται τοῦτο, ἔχει ὡς ἑξῆς.
1026Ὅτε προεκλήθησαν ἐν Εὐρώπῃ συλλαλητήρια, καὶ ὡρισμέ-
1027νως ἐν Βιέννῃ ὑπὸ τῶν φοιτητῶν, ἐν μιᾷ τῶν συνεδριάσεων
1028τοῦ Πρωτοδικείου Ἀθηνῶν, παρόντων 500 δικηγόρων, συν-
1029άδελφοί τινες μὲ παρεκάλεσαν, ὅπως ἀνεύρωμεν τρόπον τινά,
1030ἵνα συγκροτήσωμεν συλλαλητήριον διὰ τῆς πρωτοβουλίας τῶν
1031δικηγόρων. Εἶπον εἰς αὐτούς, ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται, προκει-
1032μένου περὶ ἐξωτερικῶν ζητημάτων, νὰ λαμβάνηται πρωτο-
1033βουλία, καὶ μάλιστα ὑπὸ σώματος δικηγορικοῦ. Ἀλλ’ ὑπῆρ-
1034χεν ἀφορμὴ νὰ γείνῃ τὸ συλλαλητήριον, καὶ εἶπον εἰς αὐτούς,
1035ὅτι δυνάμεθα νὰ συνεννοηθῶμεν, νὰ μεταβῶμεν εἰς τοὺς Στύ-
1036λους τοῦ Ὀλυμπίου Διὸς, καὶ πρὸς μόνον τὸν ὡρισμένον σκο-
1037πόν, τὸν ὁποῖον θὰ καθιστῶμεν γνωστόν, τὸν σκοπὸν δηλαδὴ
1038τῆς ἐκφράσεως εὐγνωμοσύνης τοῦ λαοῦ πρὸς τοὺς λαοὺς ἐκεί-
1039νους, οἱ ὁποῖοι συνεκρότουν συλλαλητήρια ὑπὲρ τῆς ἐθνικῆς
1040ἡμῶν ὑποθέσεως, ἀλλὰ καὶ ὅπως παροτρύνωμεν τοὺς λαοὺς
1041ἐκείνους νὰ προβῶσι καὶ εἰς ἄλλας ἐνεργείας ὑπὲρ ἡμῶν. Καὶ
1042πράγματι, ἀναβὰς ἐπὶ τὴν ἕδραν τοῦ Δικαστηρίου, εἶπον
1043ταῦτα εἰς τὸν Δικηγορικὸν Σύλλογον· ἐνθυμοῦμαι δὲ καὶ τὰς
1044φράσεις, ἃς εἶπον: «Εἰς τοιαῦτα ζητήματα πρέπει νὰ μένῃ
1045ἐλευθέρα ἡ Κυβέρνησις, ὅπως κανονίσῃ αὐτὴ ἐν γνώσει πάν-
1046των τῶν στοιχείων καὶ ὑπ’ εὐθύνην αὐτῆς τὸ ζήτημα τὸ ἐθνι-
1047κόν». Τὸ Δικηγορικὸν Σῶμα ἀπεδέχθη τὴν ἔννοιαν τῶν λόγων
1048μου, καὶ ἀπεφάσισε τὸν σκοπὸν τῆς συγκροτήσεως τοῦ συλ-
1049λαλητηρίου, σκοπὸν ὡρισμένον, πρὸς ἐκδήλωσιν εὐγνωμο-
1050σύνης. Ἀνετέθη δὲ εἰς ἐμὲ, — ταῦτα εἶναι δημόσια πράγ-
1051ματα — ὅπως συγκροτήσω ἐπιτροπὴν ἐκ τῶν πρεσβυτέρων δι-
1052κηγόρων. Ἦτο ἡ ὥρα τετάρτη μετὰ μεσημβρίαν· μετέβην
1053εἰς τὸν Δικηγορικὸν Σύλλογον, ὅστις εἶχε τότε ἴδιον οἴκημα,
1054καὶ ἐν σπουδῇ συνεκροτήσαμεν μίαν ἐπιτροπὴν ἐκ 15 δικη-
1055γόρων. Συνεζητοῦμεν λοιπὸν ἐκεῖ, περὶ τὴν 6 ἢ 7 ὥραν,
1056τὸν τρόπον, καθ’ ὃν ἤθελον ἀγγελθῆ πρὸς τὸν λαὸν τὸ συλ-
1057λαλητήριον καὶ ὁ σκοπὸς τοῦ συλλαλητηρίου, ὅτε ἀσθμαί-
1058νοντες προσέρχονται ἐν τῷ μέσῳ τῆς συζητήσεως ὁ ἀξιότιμος
1059ἐκ Ζακύνθου Βουλευτὴς καὶ ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος (δικη-
1060γόρος) κύριος Ἔσλιν...
1061§57Δ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Μετὰ μεσημβρίαν.
1062§58Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Τὴν ἑβδόμην... Κύριοι Βουλευταὶ,
1063πρόκειται περὶ μνήμης, ἀλλ’ ἐνθυμοῦμαι τὰ γεγονότα ἐκεῖ-
1064να, διότι ἀφορῶσιν ἐμὲ προσωπικῶς καὶ διότι τὰ ἐνήργησα
1065ἐγώ. Ὁμιλῶ ὡς συνέβησαν τὰ πράγματα... Εἶπεν ὁ κύριος
1066Στεφάνου — δὲν ἐνθυμοῦμαι — ἢ ὁ κ. Ἔσλιν, ὅτι πρέπει νὰ
1067γείνῃ τὸ συλλαλητήριον, — ὄχι, ὡς ἔλεγεν ἐνταῦθα, νὰ ἐμ-
1068ποδισθῇ τὸ συλλαλητήριον, ὄχι! — Πρέπει, ἔλεγε, νὰ γείνῃ
1069τὸ συλλαλητήριον... Τὴν ἑπομένην ἡμέραν, κύριε Στεφάνου,
1070ἴσως νὰ μὴ εἴχετε τὴν ὁμοίαν γνώμην... Ἐγὼ ἀντέτεινα
1071νὰ γείνῃ τὸ συλλαλητήριον, διότι προσετίθετο νέος σκοπός.
1072Ἔλεγον πρὸς ἡμᾶς οἱ κ. κ. Στεφάνου καὶ Ἔσλιν: «νὰ γείνῃ
1073τὸ συλλαλητήριον, νὰ ἦναι μέγα, καὶ νὰ μεταβῶμεν ὑπὸ τὰ
1074Ἀνάκτορα, ἵνα ἐνισχύσωμεν τὴν θέλησιν τοῦ Βασιλέως διὰ
1075τὸ ἐθνικὸν ζήτημα. Αὕτη, ἔλεγον, εἶναι ἡ θέλησις τοῦ Βασι-
1076λέως.»
1077Πρὸ τοιαύτης γνώμης, τὴν ὁποίαν ἐξεδήλουν οἱ ἀξιότιμοι
1078συνάδελφοι, εἶπον ἐγώ: «Ἀπορῶ, πῶς κατὰ τοιοῦτον τρό-
1079πον ἐκδηλοῦται ἡ θέλησις τοῦ Βασιλέως!» Ἀλλ’ ὅλοι οἱ
1080συνάδελφοί μου ἔμειναν σύμφωνοι μὲ τοὺς ἀξιοτίμους δύο
1081συναδέλφους, οἱ ὁποῖοι προέτειναν ταῦτα. Εἶπον τότε εἰς
1082αὐτούς: «Εἶναι ἀδύνατον νὰ μεταβληθῇ ὁ σκοπὸς τοῦ συλ-
1083λαλητηρίου, διότι ἐγὼ ἔλαβον τὴν ἐντολὴν, ὅπως ὀργανώ-
1084σωμεν αὐτὸ πρὸς τὸν σκοπὸν ἐκεῖνον.» Τότε ὑπεδηλώθη, ὅτι
1085εἶχον δίκαιον, καὶ ὅτι, ἂν διεκόπτομεν τὴν συζήτησιν μέχρι
1086τῆς ἐνάτης ὥρας, θὰ ἐπειθόμην ἐν τῷ μεταξὺ τοῦ χρόνου,
1087ὅτι αὐτὴ ἦτο πράγματι ἡ θέλησις τοῦ Ἡγεμόνος.
1088Πράγματι τὴν 8–8½ ὥραν ἐγένετο μία ἀνακοίνωσις
1089ἐν ἐφημερίδι, — νομίζω διὰ τῆς «Ἐφημερίδος»...
1090§59Α. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τοῦ Ρούκη.
1091§60Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ... καὶ ἐνῷ ἐξηρχόμην τοῦ οἴκου
1092μου, ἤκουσα ὅλα τὰ στόματα ν’ ἀναγγέλλωσιν ἀπόφασιν ἡγε-
1093μονικὴν, ὅτι ὁ Βασιλεὺς εἶπεν, ὅτι θὰ τεθῇ ἐπὶ κεφαλῆς 300
1094χιλιάδων Ἑλλήνων.
1095Ἀπὸ τῆς στιγμῆς ἐκείνης, Κύριοι, δὲν ὑπῆρχε πλέον
1096ἀνάγκη ἐνεργείας. Ὁ λαὸς κατέστη φρενήρης! Οὐδέποτε θέ-
1097λησις Ἡγεμόνος ἐν τῷ κόσμῳ εἶχε τοιαύτην ἐπίδρασιν, ὥστε
1098νὰ συγκινήσῃ καὶ νὰ συγκλονήσῃ ὅλον τὸν λαὸν τῆς Ἑλλά-
1099δος, ὅλον τὸν Ἑλληνισμόν! Ἐφαντάζετο ὁ Ἑλληνισμὸς τότε,
1100ὅτι ἐπέστη ἡ στιγμὴ τῆς χρησιμοποιήσεως τῆς Βασιλείας
1101πρὸς διεκδίκησιν τῶν δικαιωμάτων τοῦ Ἑλληνισμοῦ.
1102Ἕνεκα τοῦ λόγου τούτου ἦτο ἀδύνατον πλέον ἡμεῖς νὰ
1103ἐνεργήσωμεν πρὸς καταστολὴν, ἐὰν ἠθέλομεν. Ὁρμητικοὶ
1104πλέον προσήρχοντο ἀφ’ ἑσπέρας ὅμιλοι ἀνθρώπων, λέγοντες,
1105ὅτι διενήργουν συλλαλητήριον, καὶ τότε εἶπον: «πρὸ τοι-
1106αύτης θελήσεως εἴμεθα ὑπόχρεοι νὰ ὑποκύψωμεν, καὶ νὰ σε-
1107βασθῶμεν τὴν θέλησιν τοῦ Ἡγεμόνος». Καὶ πράγματι ἀπε-
1108φασίσθη νὰ διενεργηθῇ τὸ συλλαλητήριον, ἀλλ’ ἐπισημό-
1109τερον, καὶ διὰ τοῦτο μετέβημεν καὶ εἰς τὰς Συντεχνίας, καὶ
1110διωργανώθη, ὡς διωργανώθη, τὸ συλλαλητήριον. Μάλιστα
1111προκειμένου νὰ γείνῃ τὸ ψήφισμα, ὅπερ ἐπρόκειτο νὰ ἐπιδοθῇ
1112εἰς τὸν Βασιλέα, ἐγένοντο καὶ ἀνεπτύχθησαν πολλαὶ γνῶ-
1113μαι, κατετέθησαν καὶ κείμενα ὡρισμένα. Εἰς οὐδὲν δὲ τῶν
1114κειμένων, τὰ ὁποῖα κατετέθησαν, ἵνα ἐπιδοθῶσι τῷ Βασι-
1115λεῖ, εἶδον νὰ ὑπάρχῃ ἡ λέξις Κυβέρνησις. Ὁ λαὸς ἀπετεί-
1116νετο πρὸς τὸν Ἡγεμόνα, τὸν ἀνεύθυνον. Τότε παρετήρησα
1117εἰς τὸν κ. Ἔσλιν, ὅτι νομίζω καθῆκον λαοῦ κοινοβουλευτι-
1118κῶς κυβερνωμένου, ὅταν ἐπιδίδῃ ψήφισμα εἰς τὸν Βασιλέα,
1119νὰ δεικνύῃ καὶ τὰς πεποιθήσεις αὑτοῦ ἐπὶ τὸ πολίτευμά του.
1120«Εἶναι ἀδύνατον, εἶπον, νὰ ὑπογράψω τοιοῦτον ψήφισμα, ἢ
1121νὰ συναινέσω ἐγὼ, ἐὰν δὲν προσθέσητε τὴν λέξιν Κυβέρνη-
1122σις». Καὶ προσετέθη, καὶ ἔγεινε τὸ συλλαλητήριον, καὶ ἐπε-
1123δόθη ὅπου ἐπεδόθη τὸ ψήφισμα.
1124§61Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ποία ἡμέρα ἦτο;
1125§62Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Κυριακή.
1126§63Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Μηνός;
1127§64Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Δὲν ἐνθυμοῦμαι. Ἀλλ’ εἶναι γνω-
1128στὸν τοῦτο.
1129Ἴσως ὁ ἀξιότιμος ἐκ Ζακύνθου συνάδελφος συγχέει τὸ ἑξῆς.
1130Ἂν δὲν ἀπατῶμαι, τὴν ἑσπέραν τοῦ συλλαλητηρίου ἐκείνου
1131ἐλήφθη ἡ εἴδησις τοῦ βομβαρδισμοῦ ἐν Κρήτῃ...
1132§65Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Τὴν ἐπιοῦσαν τοῦ συλλαλητηρίου
1133ἐλήφθη ἡ εἴδησις τοῦ βομβαρδισμοῦ.
1134§66Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Τὴν πρωΐαν ἴσως.
1135§67Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ναί.
1136§68Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ... Καὶ διὰ τοῦτο τὴν ἐπιοῦσαν ἡμέ-
1137ραν, κατὰ τὴν μεσημβρίαν, γνωρίζετε τὴν κατάπληξιν, ἡ
1138ὁποία κατέλαβε πάντας ἡμᾶς. Τὴν μεσημβρίαν μετέβημεν
1139εἰς τὸν Δικηγορικὸν Σύλλογον, καὶ ἐκεῖ σκεφθέντες, 5 ἢ 10,
1140ἐν οἷς καὶ ὁ κ. ἐκ Μεγαρίδος συνάδελφος, εἴπομεν: «Τάχα,
1141ἂν ὁ Βασιλεὺς ζητῇ ἐνίσχυσιν ἐκ τοῦ λαοῦ, ἡμεῖς, διότι ἐπῆλθε
1142τὸ γεγονὸς τοῦτο, δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ συγκροτήσωμεν νέον
1143συλλαλητήριον διὰ νὰ μεταδώσωμεν τὴν ἐνίσχυσιν ταύτην
1144παρὰ τῷ Βασιλεῖ;» Καὶ οὕτως ἐγένετο· καὶ ἐπηκολούθησε
1145τὸ δεύτερον συλλαλητήριον. Τότε δὲν ἐνθυμοῦμαι νὰ ἦλθεν,
1146ὅπως τὸ ἐμποδίσῃ, ὁ κ. Στεφάνου, καὶ ἐξήλθομεν εἰς τὴν
1147ὁδὸν μόνον 5· μέχρις ὅτου δὲ φθάσωμεν εἰς τὴν πλατεῖαν
1148τῆς Ὁμονοίας, εἴχομεν 50,000 λαοῦ ὄπισθεν ἡμῶν, καὶ κα-
1149τελήξαμεν εἰς τὰ Ἀνάκτορα. Τὴν ἐπιοῦσαν διεφημίσθη, ὅτι
1150ὁ Βασιλεὺς δὲν εἶδε τὸ δεύτερον τοῦτο συλλαλητήριον εὐχα-
1151ρίστως...
1152§69Ξ. ΚΥΡΙΑΖΗΣ. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι οἱ πέντε δικηγόροι εὗ-
1153ρον ἐν τῷ Χρηματιστηρίῳ 500 πολίτας, μεθ’ ὧν ἐνήργησαν
1154τὸ συλλαλητήριον.
1155§70Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ... Ἀπὸ τῆς στιγμῆς ἐκείνης οὐδὲν
1156κίνημα ἐγένετο παρὰ τῷ λαῷ. Ὁ λαὸς ἠγέρθη προκληθείς· ὁ
1157λαὸς ἐσιώπησε, σεβασθεὶς τὴν θέλησιν τοῦ Ἡγεμόνος του.
1158Αὐτὴ εἶναι ἡ ἱστορία τῶν δύο μεγάλων συλλαλητηρίων.
1159§71ΔΙΟΝ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Κύριοι Βουλευταὶ, τὸ ζήτημα τοῦ
1160συλλαλητηρίου ἐνεσφηνώθη εἰς τὴν προχθεσινὴν ἀγόρευσίν
1161μου οὐχὶ ἐκ τῆς ἐμῆς πρωτοβουλίας. Ἐγὼ ὡς ἐπιχείρημα
1162ἐπεκαλέσθην τὴν ἀπάντησιν τοῦ Βασιλέως εἰς τὴν ἐπιτρο-
1163πὴν τοῦ συλλαλητηρίου, ἵνα ἀποδείξω, ὅτι καὶ ἡ γλῶσσα,
1164τὴν ὁποίαν ἐτήρει κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ὁ Ἡγεμὼν, ἦτο
1165σύμφωνος πρὸς τὴν τῆς Κυβερνήσεως καὶ τοῦ κοινοῦ, τουτέ-
1166στιν, ὅτι αὕτη ἐνεθάρρυνε πρὸς τὸν πόλεμον. Αὐτὸ καὶ μόνον
1167τὸ γεγονὸς ἐπεκαλέσθην ἐγὼ ἐν τῇ ἀγορεύσει μου. Διεκόπην
1168ὅμως ἀπὸ τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον ἐξ Ἀττικῆς, θελήσαντα
1169νὰ μ’ ἐρωτήσῃ, καὶ νὰ ζητήσῃ ἐξηγήσεις περὶ τοῦ συλλαλη-
1170τηρίου. Ὁμολογῶ, Κύριοι, ὅτι δὲν ἐνθυμοῦμαι ὅλας τὰς λε-
1171πτομερείας, τὰς ὁποίας ὁ κ. ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς πρὸ μι-
1172κροῦ ἀνέπτυξεν εἰς τὴν Βουλήν, καὶ δὲν ἐννοῶ καὶ ποίαν ση-
1173μασίαν ἔχουσιν αὐτὰ τὰ ἱστορικὰ γεγονότα· διότι ἐδῶ δὲν
1174γράφομεν ἱστορίαν, ἐδῶ δὲν κάμνομεν διαλέξεις. Τὸ ὅτι ὁ
1175Δικηγορικὸς Σύλλογος συνεδρίαζε πρὸς τοιοῦτον σκοπὸν, τὸ
1176εἶχον μάθει, ἀλλ’ οὔτε ἐν τῷ Δικαστηρίῳ ἐγὼ εὑρέθην, ὅτε
1177ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς συνάδελφος προέτεινεν, ἢ μᾶλλον
1178ἐξεῦρε μετὰ τῶν ἐκεῖ συνελθόντων τὸν τρόπον καὶ τὸν σκο-
1179πὸν τοῦ συλλαλητηρίου, οὔτε τῆς ἐπιτροπῆς ἐκείνης μετέ-
1180σχον· ὑποθέτω δὲ, ὅτι ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος συγχέει τὴν
1181παρουσίαν τοῦ κυρίου Ἔσλιν κατὰ τὴν μεταμεσημβρίαν τῆς
1182ἡμέρας ἐκείνης, τοῦ Σαββάτου, πρὸς τὴν ἐμὴν, διότι ἐγὼ μετὰ
1183μεσημβρίαν εἰς τὸ κατάστημα τοῦ Δικηγορικοῦ Συλλόγου δὲν
1184μετέβην, μετέβην μόνον μετὰ τὴν δεκάτην, ὅτε ὁ μακαρίτης
1185Μελᾶς προσεκάλεσεν ἡμᾶς μετ’ ἄλλων—μεταξὺ τῶν ὁποίων
1186μόνον ἐνθυμοῦμαι τὸν ἀξιότιμον ἐξ Ἐπιδαύρου Λιμηρᾶς συν-
1187άδελφον καὶ τὸν κ. Ἔσλιν — διὰ νὰ μᾶς ἀνακοινώσῃ αὐτὸ,
1188καὶ τότε ἐγὼ μετέβην εἰς τὸν Δικηγορικὸν Σύλλογον· δὲν
1189ἤθελον μάλιστα νὰ μεταβῶ, ἀλλ’ ὁ κ. Ἔσλιν μὲ παρώρμησε
1190καὶ μετέβημεν ἐκεῖ, καὶ ἠκούσαμεν αὐτὰ, τὰ ὁποῖα συνεζη-
1191τοῦντο καὶ περὶ τῶν ὁποίων εἶπεν ἡμῖν πρὸ ὀλίγου ὁ κ. συν-
1192άδελφος. Ἀπόδειξις δὲ, ὅτι ἐγίνετο σκέψις περὶ συλλαλητη-
1193ρίου οὐχὶ κατὰ τὸν τρόπον, καθ’ ὃν ὑπέδειξεν ὁ ἀξιότιμος συν-
1194άδελφος, ὁ ὁποῖος, πολὺ πιθανὸν τοιαύτην τινὰ ἰδέαν νὰ εἶ-
1195χεν ἐν τῷ νῷ καὶ τοιαύτην τινὰ ἰδέαν νὰ ἀνέπτυξεν, ἀλλ’ εἶ-
1196ναι βέβαιον, Κύριοι, ὅτι συγχρόνως μετὰ τοῦ Δικηγορικοῦ
1197Συλλόγου, ὀλίγον παρακάτω, συνεδρίαζε καὶ ἡ Ἑταιρεία ὁ
1198«Ἑλληνισμὸς», ἡ ὁποία εἶχε συγκαλέσει ὅλους τοὺς προέ-
1199δρους τῶν Συντεχνιῶν, καὶ μετέβημεν ἐκεῖ μετὰ τοῦ κυρίου
1200Ἔσλιν, καὶ ἀφοῦ ἠκούσαμεν, καὶ ἀφοῦ προσεπαθήσαμεν νὰ
1201τοὺς μεταπείσωμεν, ὅτι ἦτο περιττὸν τὸ συλλαλητήριον...
1202§72Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Ὄχι, ὄχι! δι’ ὄνομα Θεοῦ! πλα-
1203νᾶσθε!
1204§73Δ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Τέλος πάντων ἠμπορεῖ νὰ ἀπατῶμαι.
1205§74Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Βεβαίως πλανᾶσθε. Ὁ κύριος Ἀνα-
1206στασόπουλος ἦτο παρὼν, ὁ κύριος Τσᾶτσος ἦτο παρών.
1207§75Δ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Καὶ τὴν συζήτησιν περὶ προσθήκης εἰς
1208τὸ ψήφισμα τῆς λέξεως, τῆς ἰδέας «τῆς Κυβερνήσεως», τὴν
1209ὑπεστήριξα καὶ ἐγὼ, τοῦ κυρίου Ἔσλιν διαφωνήσαντος μό-
1210νον ἐπὶ μικρὸν, ἀλλὰ μὴ ἐπιμείναντος.
1211§76Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐξακολουθοῦσιν ἔτι νὰ ποιῶν-
1212ται μνείαν τοῦ Βασιλικοῦ ὀνόματος, καὶ νὰ ἀποδίδωσιν εἰς
1213τὸν Βασιλέα λέξεις καὶ ἐννοίας, τὰς ὁποίας δὲν πρέπει νὰ
1214ἀποδίδωσιν εἰς τὴν Α. Μεγαλειότητα. Ἐὰν αἱ λέξεις καὶ αἱ
1215ἔννοιαι, αἱ ὁποῖαι ἀναφέρονται ὅτι ἐλέχθησαν ὑπὸ τοῦ Βα-
1216σιλέως, εἶχον λεχθῆ, ἡ εὐθύνη ἤθελε βαρύνει τοὺς Ὑπουρ-
1217γοὺς, οἵτινες θὰ ἐξελαμβάνοντο ὡς γνωμοδοτήσαντες ἢ συν-
1218αινέσαντες τοιούτους νὰ εἴπῃ ὁ Βασιλεὺς λόγους. Ἡμεῖς, οἱ
1219τότε Ὑπουργοὶ, ἐγνωρίζομεν, ὅτι εἴχομεν καθῆκον νὰ προ-
1220βάλωμεν ἡμᾶς αὐτοὺς πρὸ τοῦ Ἡγεμόνος, ὡς ἡ ἀσπὶς περι-
1221καλύπτει τὸ στῆθος τοῦ μαχητοῦ· ἀλλ’ ἐγὼ βεβαιῶ, ὅτι ἡμεῖς
1222ἠγνοοῦμεν παντάπασιν, ὅτι ὁ Βασιλεὺς ἐξήνεγκεν αὐτὴν τὴν
1223γνώμην, διότι οὐδέποτε ἠκούσαμεν, ὅτι ὁ Βασιλεὺς προετί-
1224θετο νὰ τεθῇ ἐπὶ κεφαλῆς τριακοσίων χιλιάδων Ἑλλήνων.
1225Ἀλλ’ οὔτε ἦτο δυνατόν ποτε ἡ Α. Μεγαλειότης νὰ εἴπῃ
1226λόγια τοιαῦτα, διότι γνωστὸν ἦτο, ὅτι εἶναι ἀδύνατον νὰ
1227στρατευθῶσι τριακόσιαι χιλιάδες Ἑλλήνων. Καὶ πάντες
1228ὑμεῖς, οἵτινες κατοικεῖτε ἐν τῇ χώρᾳ, πολῖται Ἕλληνες, οἱ
1229ὁποῖοι γνωρίζετε τὴν κατάστασιν τῆς Ἑλλάδος καὶ ποῖα τὰ
1230μέσα, τὰ ὁποῖα ὑπάρχουσιν ἐν τῇ χώρᾳ, σεῖς ὅλοι δὲν δύ-
1231νασθε νὰ ἔχητε ἄλλην γνώμην, καὶ εἶσθε πεπεισμένοι, ὅτι
1232ἦτο ἀδύνατον νὰ πραγματοποιηθῇ τοιαύτη γνώμη καὶ τοι-
1233αύτη μελέτη. Πῶς ἤθελον στρατευθῆ τριακόσιαι χιλιάδες
1234Ἑλλήνων; Διὰ ποίων ὅπλων, διὰ τίνων ἱματίων, διὰ τίνων
1235ὑλικῶν πολέμου ἠθέλατε παρασκευάσει αὐτούς; Καὶ ἄν αἱ
1236300 αὗται χιλιάδες Ἑλλήνων συνεκαλοῦντο ἐν Ἀθήναις, καὶ
1237οὐδὲν εὕρισκον τῶν ἀναγκαιούντων, ὅπως ἀπέλθωσιν εἰς τὸν
1238πόλεμον, τί ἔμελλε νὰ συμβῇ ἐν Ἀθήναις; Τοιαῦτα μὴ σο-
1239βαρὰ λόγια διέδιδον οἱ τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας, ὅτι τάχα
1240εἶπεν ὁ Βασιλεὺς, ἵνα περιβάλωσι διὰ τοῦ Βασιλικοῦ κύρους
1241τὰς ἄφρονας ἐπαγγελίας των! Δὲν γνωρίζουσιν ὅτι πρέπει νὰ
1242εὐλαβῶνται τὸ ὄνομα τοῦ Ἡγεμόνος, ἵνα μὴ θίγωσιν οὕτω
1243τὴν Βασιλικὴν αἴγλην. (Εὖγε! εὖγε!).
1244§77ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ ὑπάρχοντος ἄλλου ἐγγεγραμμένου, κη-
1245ρύσσεται ἡ συζήτησις περατωμένη...
1246§78ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι! ὄχι! κύριε Πρόεδρε.
1247§79Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Ἐὰν δὲν ὑπάρχῃ ἄλλος, κύριε Πρόεδρε,
1248εἶμαι ἐγὼ νὰ ὁμιλήσω.
1249§80ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁμιλήσατε.
1250§81Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Ὅτε, κύριοι Βουλευταί, ἀπὸ τῆς πρώ-
1251της Συνόδου τῆς Βουλευτικῆς ταύτης Περιόδου ἐπέμενον,
1252φωνάζων ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης, ὅτι καθῆκον πρώτιστον
1253τῆς Βουλῆς εἶναι νὰ ἐξετάσῃ τὰ γεγονότα τὰ πρὸ τοῦ πο-
1254λέμου καὶ κατὰ τὸν πόλεμον, βεβαίως δὲν ἐνόουν ποτέ, ὅτι
1255ἀρκεῖ ἡ ἐξέτασις μόνον τῶν αἰτίων καὶ τῶν ἀφορμῶν αὐτοῦ,
1256διότι ἐκ τῆς ἐξετάσεως τούτων μόνων δὲν πρόκειται νὰ προ-
1257έλθῃ τὸ καλὸν, τὸ ὁποῖον προσεδόκων καὶ προσδοκῶ διὰ τῆς
1258ἀποκαλύψεως τῆς ἀληθείας. Ἐζήτουν νὰ ἐξετασθῇ καὶ ν’ ἀπο-
1259καλυφθῇ, ὄχι μόνον πῶς προεκλήθη ὁ πόλεμος, ἀλλὰ κυρίως,
1260πῶς ὁ πόλεμος οὗτος παρεσκευάσθη καὶ πῶς διεξήχθη. Διότι
1261δὲν πρέπει νὰ λησμονῶμεν, ὅτι ἀμέσως μετὰ τὰ ἀτυχήματα
1262τοῦ πολέμου γενικὴ πεποίθησις ἐσχηματίσθη ἀνὰ σύμπαντα
1263τὸν κόσμον, ὅτι ὁ πόλεμος οὗτος διεξήχθη κατὰ τρόπον, ὁ
1264ὁποῖος δὲν ἀπέχει πολὺ τῆς προδοσίας! Διεδόθη καὶ ἐπιστεύ-
1265θη, ὅτι ὑπῆρξε πρόθεσις πρὸς ἀποτυχίαν, πᾶσαι δὲ αἱ πράξεις
1266τῶν διοικησάντων πράγματι τὸν πόλεμον αὐτόν, ἐξεταζόμεναι
1267καλῶς, πείθουσιν, ὅτι πρὸς πᾶν ἄλλο ἢ πρὸς ἐπιτυχίαν πο-
1268λεμικὴν εἰργάζοντο οὗτοι καθ’ ὅλην τὴν διάρκειαν τοῦ πο-
1269λέμου. Ἐκ μιᾶς λοιπὸν εὐρείας συζητήσεως περὶ τῶν ζητη-
1270μάτων τούτων θὰ μάθῃ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς, ἐὰν τὸ ἔθνος ἠδύ-
1271νατο νὰ προπαρασκευασθῇ καὶ νὰ διεξαγάγῃ τὸν πόλεμον
1272ἄλλως ἢ ὅπως τὸν διεξήγαγε, καὶ διατὶ δὲν τὸ ἔπραξε, καὶ
1273θὰ διδαχθῇ, τί πρέπει νὰ πράξῃ ἐν τῷ μέλλοντι.
1274Πάντες γινώσκομεν, ὁποῖαι προσπάθειαι καταβάλλονται
1275ἔκτοτε, ἵνα μετατοπισθῶσιν αἱ εὐθῦναι ἐκεῖ, ὅπου δὲν ὑπῆρ-
1276χον, καὶ διὰ τὴν μετατόπισιν τούτων δύναταί τις νὰ εἴπῃ,
1277ὅτι, ὡς ὑπὸ κοινοῦ συμφέροντος κινούμενοι, συνειργάσθησαν
1278πάντες οἱ ὑπαίτιοι, ἀνεύθυνοι καὶ ὑπεύθυνοι, ὅπως ἐξεύρωσι
1279τρίτον, ἐπὶ τοῦ ὁποίου νὰ ἐπιρρίψωσι τὴν εὐθύνην, καὶ ἐνό-
1280μισαν, ὅτι τὸν τρίτον τοῦτον εὗρον ἐν τῇ Ἐθνικῇ Ἑταιρείᾳ,
1281καθ’ ἧς, τῇ συνεργασίᾳ καὶ μεγάλης μερίδος τοῦ τύπου, ὁρ-
1282μηθέντος ἐκ τῆς ἰδέας, ὅτι ἦτο ἀνάγκη νὰ διαφυλαχθῇ τὸ
1283γόητρον τῶν ἀνωτάτων ἐξουσιῶν τοῦ Κράτους πρὸς ἀποσό-
1284βησιν ἐσωτερικῶν κινδύνων, ἐπέτυχον νὰ ἐξεγερθῇ κατὰ μέγα
1285μέρος ἡ κοινὴ γνώμη, καὶ τὴν ὁποίαν (Ἐθνικὴν Ἑταιρείαν)
1286ἐπίστευσαν ὅτι οὕτω κατέστησαν ἀνίκανον νὰ ἀμυνθῇ. Καί-
1287τοι ὅμως ἡ Ἐθνικὴ Ἑταιρεία ἠδύνατο νὰ ἀμυνθῇ ἐρρωμένως
1288καὶ ἀποτελεσματικῶς κατὰ τῶν ἀποδιδομένων αὐτῇ συκοφαν-
1289τιῶν, ἐπὶ γεγονότων στηριζομένη, καὶ νὰ καθορίσῃ τὰς εὐ-
1290θύνας ἐκεῖ, ὅπου πράγματι ὑπῆρχον, ἐξ ἄκρας φιλοπατρίας
1291ἐσίγησε τότε, καὶ ἠνέχθη τὰς συκοφαντίας τῶν πράγματι
1292ὑπαιτίων τῆς καταστροφῆς, καὶ τὴν ἐκ τούτων κατακραυ-
1293γήν, ἀφίνουσα εἰς τὴν ἱστορίαν νὰ ὁμιλήσῃ καὶ νὰ ἀποδώσῃ
1294τὸ προσῆκον ἑκάστῳ.
1295Πιστεύω, ὅτι μετὰ τὰς εὐφραδεῖς ἀγορεύσεις τῶν ἀξιο-
1296τίμων συναδέλφων, τοῦ ἐκ Ζακύνθου καὶ τοῦ ἐξ Ἑρμιονίδος,
1297οἵτινες, ἐπὶ γεγονότων στηριζόμενοι, ἀπέδειξαν, ὅτι ἡ Ἐθνικὴ
1298Ἑταιρεία δὲν εἶναι ἐκείνη, ἡ ὁποία ἤγαγε τὸ ἔθνος εἰς τὸν
1299ἀτυχῆ πόλεμον, ἐπείσθησαν πάντες, ὅτι ἡ δρᾶσις αὐτῆς πρὸ
1300τοῦ πολέμου ὑπῆρξε τοιαύτη, ὥστε καὶ εὐγνωμοσύνη ὀφεί-
1301λεται εἰς αὐτὴν διὰ τὴν ἀναζωπύρωσιν τοῦ ἐθνικοῦ φρονή-
1302ματος, τὸ ὁποῖον πρὸ αὐτῆς διετέλει ἐν νάρκῃ, ἔν τε τῇ ἐλευ-
1303θέρᾳ καὶ ἐν τῇ ἀλυτρώτῳ Ἑλλάδι. Ἐν τούτοις δὲν κρίνω
1304ἄσκοπον νὰ λάβω καὶ ἐγὼ τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ ὑπὸ συζήτη-
1305σιν ζητήματος.
1306Τοὺς πολιτικοὺς ἄνδρας τῆς χώρας, οἵτινες κατηνάλωσαν
1307ὁλόκληρον τὸν βίον αὑτῶν εἰς ἐξυπηρέτησιν τῶν ἐθνικῶν
1308συμφερόντων, βεβαίως τιμῶ καὶ σέβομαι, ἀλλὰ τοῦτο οὐδό-
1309λως μὲ ἀποτρέπει ἀπὸ τὸ καθῆκον, τὸ ὁποῖον ἔχω, καὶ ὡς
1310πολίτης, ἀλλὰ κυρίως ὡς ἀντιπρόσωπος τοῦ ἔθνους, νὰ ἐλέγξω
1311τὰς πράξεις αὐτῶν, καὶ νὰ εἴπω δημοσίᾳ καὶ ἀπεριφράστως
1312τὴν περὶ αὐτῶν γνώμην μου, προκειμένου μάλιστα περὶ κατα-
1313στροφῆς, τῆς ὁποίας τὰς συνεπείας τίς οἶδεν ἐπὶ πόσα μα-
1314κρὰ ἔτη θὰ ὑφίσταται τὸ ἀτυχὲς ἑλληνικὸν ἔθνος...
1315§82Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Ἡ Ἐθνικὴ Ἑταιρεία κατεδικάσθη
1316ὑφ’ ὁλοκλήρου τοῦ ἔθνους, καὶ δὲν ἐπιτρέπεται ἀπὸ τοῦ βή-
1317ματος τούτου νὰ τὴν ὑπερασπίζησθε.
1318§83Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Νομίζετε ὑμεῖς τοῦτο, ἀλλ’ ἐγὼ λέγω,
1319ὅτι ὄχι μόνον δὲν κατεδικάσθη ὑφ’ ὁλοκλήρου τοῦ ἔθνους,
1320ἀλλὰ καὶ τιμᾶται ἐν τῇ συνειδήσει αὐτοῦ, ὡς ἐκπληρώσασα
1321τὸ πρὸς τὴν πατρίδα καθῆκον κάλλιον παντὸς ἄλλου· κατε-
1322δικάσθη δὲ ὑπ’ ἐκείνων μόνον, οἵτινες ἐπιπολαίως ἄφησαν
1323νὰ πλανηθῶσιν ὑπὸ τῶν ἐχόντων συμφέρον νὰ ἐπιρρίψωσιν
1324ἐπ’ αὐτῆς τὰς ἰδίας εὐθύνας. Ἀπατᾶσθε λοιπόν, πιστεύον-
1325τες τὸ ἐναντίον.
1326Ἡ Ἐθνικὴ Ἑταιρεία ἐξυπηρέτησεν ὡς ἄριστα τὰ συμ-
1327φέροντα τοῦ ἔθνους πρὸ τοῦ πολέμου· ἐὰν δὲ μετὰ ταῦτα
1328ἐπῆλθον τὰ γεγονότα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἤγαγον ἡμᾶς εἰς τὸν
1329ἀτυχῆ αὐτὸν πόλεμον, δὲν εὐθύνεται διὰ τοῦτο αὐτή, τῆς
1330ὁποίας σκοπὸς οὐδεὶς ἄλλος ἦτο ἢ ἡ ἀναζωπύρησις τοῦ ἐθνι-
1331κοῦ φρονήματος ἐκεῖ, ὅπου ἡ ἀδράνεια τῆς ἐπισήμου Ἑλλά-
1332δος εἶχεν ἀποκοιμίσει τελείως αὐτό, ἐνσπείρασα τὴν ἀπο-
1333γοήτευσιν. Μὴ λησμονεῖτε, ὅτι καὶ πρὸ τοῦ 1896 αἱ αὐταὶ
1334συμμορίαι, αἱ ὁποῖαι καὶ σήμερον ἔχουν κατακλύσει τὴν Μα-
1335κεδονίαν, ἐλυμαίνοντο τὸν ἐκεῖ Ἑλληνισμόν. Τότε οἱ ἄνδρες,
1336οἱ ὁποῖοι ἀπετέλεσαν τὸν πυρῆνα τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας,
1337βλέποντες ὅτι τὸ ἐπίσημον Κράτος ἠρκεῖτο μόνον εἰς ἀτόνους
1338καὶ ἄνευ ἀποτελέσματος διαμαρτυρίας, καὶ εἰς κενοὺς λόγους
1339περὶ στρατιωτικῆς ἀναδιοργανώσεως καὶ παρασκευῆς, χωρὶς
1340οὐδέποτε ὅμως νὰ προβαίνῃ εἰς αὐτάς, ἐσκέφθησαν ὅτι, μέχρις
1341ὅτου οἱ ἁρμόδιοι συνετισθῶσι καὶ μεριμνήσωσιν ἀληθῶς περὶ
1342τῆς στρατιωτικῆς παρασκευῆς τοῦ Κράτους, δὲν πρέπει νὰ
1343ἀφεθῇ ὁ ἐν Μακεδονίᾳ Ἑλληνισμὸς εἰς τὴν διάκρισιν τῶν
1344ἐχθρῶν αὐτοῦ, ἀλλ’ ὅτι πρέπει νὰ ληφθῇ παρ’ ἄλλων πρό-
1345νοια, ὅπως συγκρατηθῇ τοὐλάχιστον τὸ κλονούμενον φρόνη-
1346μα τοῦ κινδυνεύοντος Ἑλληνισμοῦ. Ἡ σκέψις αὕτη ἤγαγε
1347τοὺς ὀλίγους αὐτούς, ἀλλὰ μεγάλους πατριώτας, εἰς τὴν ἀπό-
1348φασιν τῆς ἱδρύσεως τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας, τὴν ὁποίαν τολ-
1349μᾶτε σήμερον νὰ καταδικάζητε, ἐπιρρίπτοντες εἰς αὐτὴν τὴν
1350εὐθύνην ἄλλων διὰ τὰ ἀτυχῆ ἀποτελέσματα τοῦ πολέμου,
1351τὰ ὁποῖα ὅμως ἠδύναντο νὰ ἦναι εὐτυχῆ, ἐὰν ἄλλως διεξή-
1352γετο οὗτος.
1353Σκοπὸς τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας ἦτο «ἡ ἀναζωπύρησις τοῦ
1354ἐθνικοῦ φρονήματος, ἡ ἐπαγρύπνησις ἐπὶ τῶν συμφερόντων
1355τῶν ὑποδούλων Ἑλλήνων καὶ ἡ προπαρασκευὴ πρὸς ἀπελευ-
1356θέρωσιν αὐτῶν ἀντὶ πάσης θυσίας»· καὶ τὸν σκοπὸν τοῦτον
1357ἐξεπλήρου ἀπαρεγκλίτως ἀφ’ ἧς τὸ πρῶτον συνέστη...
1358§84ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Εἶναι 8 ἡ ὥρα, κύριε Πρόεδρε· νὰ
1359διακόψωμεν.
1360§85ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις μέχρι τῆς 9½
1361ὥρας.
1362(Γίνεται διακοπὴ ὥρᾳ 8 μ. μ. Ἐπαναλαμβάνεται δὲ ἡ συν-
1363εδρίασις ὥρᾳ 10 καὶ 10′ μ. μ.).
1364§86ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ συνεδρίασις.
1365Ὁ κύριος Φικιώρης θὰ ἐξακολουθήσῃ τὴν ἀγόρευσίν του.
1366§87Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Ἔλεγον πρὸ ὀλίγου, κύριοι Βουλευταὶ,
1367ὅτι προσπάθειαι μετὰ τὰ ἀτυχήματα τοῦ πολέμου κατε-
1368βλήθησαν παρὰ πάντων ἐκείνων, οἵτινες συνησθάνοντο εὐθύ-
1369νην διὰ ταῦτα, ὅπως μετατοπίσωσι τὰς εὐθύνας ἀφ’ ἑαυτῶν
1370καὶ ἐπιρρίψωσιν αὐτὰς ἐπὶ τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας, ἡ ὁποία,
1371ὡς ἠθικὸν πρόσωπον, ἐνόμιζον ὅτι δὲν ἠδύνατο νὰ ὑπεραμυν-
1372θῇ. Ἀλλ’ ἐξετάσωμεν, ὁποῖον ἦτο τὸ ἠθικὸν τοῦτο πρόσωπον,
1373ὅπερ ἐνόμισαν, ὅτι εὗρον πρόχειρον, ἵνα φορτωθῇ τὰς ἁμαρ-
1374τίας πάντων τῶν ἐπισήμων, ὑπευθύνων καὶ ἀνευθύνων, πῶς
1375τοῦτο συνέστη, ἐκ τίνων ἀπετελέσθη, τίς ὁ σκοπός του, καὶ
1376τίς ἡ δρᾶσίς του. Εἷς κατώτερος ἀξιωματικός, εἰς ἄκρον φι-
1377λόπατρις, ἐσκέφθη ὅτι δὲν εἶναι καιρὸς πλέον νὰ περιμένω-
1378μεν ἀπὸ τὸ ἐπίσημον Κράτος, τὸ ὁποῖον ἐπὶ μακρὰν σειρὰν
1379ἐτῶν ἀρκεῖται νὰ λέγῃ μόνον, ὅτι ἔχομεν ἀνάγκην στρατιω-
1380τικῆς παρασκευῆς τῆς χώρας, καὶ οὐδέποτε ἐργάζεται ἀλη-
1381θῶς πρὸς τοιαύτην παρασκευὴν, ἐγκαταλεῖπον τοὺς ἐν Μακε-
1382δονίᾳ ὑποδούλους Ἕλληνας οὐχὶ πλέον ὑπὸ τὸν ζυγὸν τοῦ
1383κατακτητοῦ καὶ κυριάρχου καὶ δεσπότου αὐτῶν, ἀλλ’ ὑπὸ
1384τὸ φάσγανον τῶν ἀγρίων ὀρδῶν ἄλλων λαῶν, οἱ ὁποῖοι διὰ
1385τοῦ τρόμου καὶ τῶν δολοφονιῶν τῶν ἐξεχόντων Ἑλλήνων
1386τῆς ἑλληνικωτάτης Μακεδονίας θέλουσι νὰ δημιουργήσω-
1387σιν ἐν αὐτῇ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα δὲν ἔχουσιν, ἀλλ’ ὅτι
1388ὀφείλομεν νὰ ἐργασθῶμεν καὶ ἀνεξαρτήτως αὐτοῦ ὑπὲρ τῶν
1389ἐν τῇ ἀλυτρώτῳ Ἑλλάδι δικαιωμάτων τοῦ Ἑλληνισμοῦ.
1390Τὴν σκέψιν ταύτην, διστάζων ἐν ἀρχῇ περὶ τῆς ἐπιτυχίας
1391τοῦ ἔργου, ἕνεκα τῆς φαινομενικῆς ἐρημίας πατριωτικῶν αἰ-
1392σθημάτων — λέγω φαινομενικῆς ἐρημίας, διότι δὲν πιστεύω
1393ποτὲ ὅτι ἐξέλιπον, οὐδ’ ὅτι θὰ ἐκλίπωσιν ἀπὸ τὰς καρδίας
1394τῶν Ἑλλήνων τὰ πατριωτικὰ αἰσθήματα, ἀλλ’ ὅτι εὑρίσκον-
1395ται ἐν καταστάσει νάρκης, ἥτις ὀφείλεται εἰς τὴν ἀκηδίαν
1396τοῦ ἐπισήμου Κράτους, — τὴν σκέψιν ταύτην ὁ φιλόπατρις
1397ἀξιωματικὸς ἀνεκοίνωσε καὶ εἰς 14 ἄλλους συναδέλφους του,
1398κατωτέρους ἐπίσης ἀξιωματικούς, καὶ μετ’ αὐτῶν συναπε-
1399φάσισε τὴν ἵδρυσιν τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας, καὶ αὐτοὶ ἀπήρ-
1400τισαν τὸν πυρῆνα αὐτῆς. Εἰς τὴν ἵδρυσιν λοιπὸν αὐτῆς, δὲν
1401εἶναι ἀληθές, ὅτι ἤγαγε τοὺς φιλοτίμους καὶ φιλοπάτριδας
1402τούτους ἀξιωματικοὺς ἡ ἀπελπισία περὶ τοῦ μέλλοντος αὐ-
1403τῶν, ὡς λίαν ἐπιμέμπτως ἠθέλησάν τινες νὰ ἀποδώσωσιν εἰς
1404αὐτούς, ἀλλ’ ἁγνή, ἁγνοτάτη φιλοπατρία· ὁμολογῶ δ’ ὅτι
1405μετὰ ψυχικῆς ὀδύνης ἤκουσα τὴν τοιαύτην μομφήν, ἐκφερο-
1406μένην ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης, κατ’ ἀνδρῶν, οἱ ὁποῖοι ὑπὸ
1407τόσῳ εὐγενῶν καὶ πατριωτικῶν αἰσθημάτων ἀπέδειξαν ὅτι
1408ἐμφοροῦνται.
1409Ταῦτα ἐγένοντο ἐν ἔτει 1894, μέχρι δὲ τοῦ Σεπτεμ-
1410βρίου τοῦ ἔτους 1895 ἡ Ἐθνικὴ Ἑταιρεία ἀπηρτίζετο μόνον
1411ἀπὸ 60 περίπου ἄνδρας, πάντας ἀξιωματικοὺς τοῦ στρα-
1412τοῦ. Κατὰ τὰ ἔτη ἐκεῖνα, ἐπειδὴ οἱ ἀξιωματικοί, ἕνεκα τοῦ
1413μικροῦ ἀριθμοῦ στρατιωτῶν, ἔμενον σχεδὸν ἄνευ ἐργασίας,
1414σηπόμενοι ἐν τῇ ἀργίᾳ, ἐδόθη ἀφορμὴ εἴς τινας δημοσιο-
1415γράφους, ἐπιπολαίως ἐξετάζοντας τὰ πράγματα, νὰ ἐπιρ-
1416ρίψωσι τὴν εὐθύνην τῆς τοιαύτης καταστάσεως τοῦ στρατοῦ
1417εἰς τούτους, δι’ ἄρθρων δριμυτάτων ἐπιτιθέμενοι κατ’ αὐτῶν
1418ὡς ἀργομίσθων, ὡς μισθοδοτουμένων ἄνευ ἐργασίας, ἵνα ἐπι-
1419δεικνύωνται σύροντες τὰ ξίφη των ἐν ταῖς ὁδοῖς καὶ ἐν ταῖς
1420πλατείαις. Ἀδικωτέρα μομφὴ δὲν ἠδύνατο νὰ ὑπάρξῃ κατὰ
1421τῶν φιλοτίμων Ἑλλήνων ἀξιωματικῶν, οἱ ὁποῖοι αὐτοὶ πλέον
1422παντὸς ἄλλου ᾐσθάνοντο ἐν τῇ εὐγενεῖ ψυχῇ των βαθύτατον
1423πόνον, διότι ἡ Πολιτεία δὲν τοῖς παρεῖχε τὰ μέσα, ἵνα ἐρ-
1424γασθῶσιν, ἐκπληροῦντες τὸν προορισμόν των, ἀλλ’ ἄφινεν
1425αὐτοὺς νὰ σήπωνται ἐν τῇ ἀργίᾳ, δι’ ἔλλειψιν στρατιωτῶν.
1426Ἡ μομφὴ αὕτη συνετέλεσε καὶ αὐτὴ ὄχι ὀλίγον εἰς τὴν ἀπό-
1427φασιν τῶν φιλοτίμων ἀξιωματικῶν, ἵνα ἐργασθῶσι μετὰ μεί-
1428ζονος ζήλου πρὸς ἐπιτυχίαν τοῦ σκοποῦ τῆς Ἑταιρείας. Ἐν
1429τούτῳ τῷ μεταξὺ αἱ ἐν Μακεδονίᾳ φρικαλέαι κακουργίαι
1430τῶν Βουλγάρων κατὰ τῶν Ἑλλήνων ἤρξαντο νὰ ἐξεγείρωσι
1431τὴν κοινὴν γνώμην καὶ τὸ ἐθνικὸν φρόνημα ἐν Ἑλλάδι, καὶ
1432τὰ γεγονότα ἐπήρχοντο ῥαγδαίως. Τότε ἐκρίθη σκόπιμον
1433ὑπὸ τῶν μελῶν τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας, οἱ ὁποῖοι πάντες,
1434ὡς προεῖπον, ἦσαν κατώτεροι ἀξιωματικοί, ν’ ἀνακοινώσωσι
1435τὰς ἰδέας αὐτῶν καὶ εἰς ἀνωτέρους ἀξιωματικοὺς καὶ εἰς
1436πολίτας, καὶ νὰ συμπεριλάβωσιν ἐν τῇ Ἑταιρείᾳ καὶ ἐξ αὐ-
1437τῶν τοὺς μᾶλλον ἐπιλέκτους. Καὶ ὄντως περιελήφθη ἐν
1438αὐτῇ πᾶν ὅ,τι ἐκλεκτὸν ἐν ταῖς τάξεσι καὶ τῶν ἀξιωματι-
1439κῶν καὶ τῶν πολιτῶν ὑπῆρχε, καὶ οὕτω κατώρθωσαν νὰ ἐμ-
1440πνεύσωσι τὴν πίστιν καὶ τὴν πεποίθησιν εἰς τὸ σωματεῖον
1441αὐτῶν τῶν ἐκλεκτοτέρων μελῶν τῆς κοινωνίας καὶ ἐν τῇ
1442πρωτευούσῃ καὶ ἐν ταῖς ἐπαρχίαις καὶ ἐν τῷ ἐξωτερικῷ καὶ
1443ἐν πάσαις ταῖς ἀλυτρώτοις Ἑλληνικαῖς χώραις. Ἡ ἐργασία
1444τῆς οὕτω καταρτισθείσης καὶ ὀργανωθείσης Ἐθνικῆς Ἑται-
1445ρείας ἐστέφετο ὑπὸ ἐπιτυχίας, καὶ αἱ Βουλγαρικαὶ ὀρδαί,
1446αἵτινες εἶχον ἐξαπλωθῆ εἰς τὴν Μακεδονίαν, διεκδικοῦσαι
1447δικαιώματα ἐπ’ αὐτῆς, ἤρχισαν νὰ πτήσσωσι πρὸ τῆς ἐνερ-
1448γείας τῶν ὑπὸ τῆς Ἑταιρείας ἀποστελλομένων ἐκεῖσε ἑλλη-
1449νικῶν σωμάτων πρὸς ἄμυναν ὑπὲρ τῶν σφαζομένων Ἑλλήνων.
1450Τὴν γνώμην ταύτην περὶ τῆς ἐπιτυχοῦς ἐργασίας τῆς
1451Ἑταιρείας ἔγραψε καὶ ξένος συγγραφεύς, ὁ Victor Bérard,
1452ἐν τῷ ἐκδοθέντι ἐν ἔτει 1897 συγγράμματι αὐτοῦ περὶ Μα-
1453κεδονίας. Ἰδοὺ δὲ, τί οὗτος γράφει περὶ τῶν ἑλληνικῶν σω-
1454μάτων ἐν Μακεδονίᾳ (ἀναγινώσκει):
1455«Βέβαιον εἶναι, ὅτι ὁ τουρκικὸς στρατὸς ὑπέστη ἀπο-
1456»τυχίας, ἐνίοτε δὲ καὶ ἀρκούντως σοβαράς· πολλαχοῦ οἱ χω-
1457»ρικοὶ ἐκλήθησαν ν’ ἀνορύξωσι λάκκους, ὅπου κρυφίως ἐτάφη-
1458»σαν οἱ νεκροί, καὶ κτήνη ἐζητήθησαν, ὅπως κομίσωσιν εἰς
1459»Μοναστήριον στρατιωτικὰς Τούρκων στολὰς καὶ ὅπλα...»
1460Ἀκούσατε δὲ, τί γράφει παρακατιὼν περὶ τῶν ἐπιτευ-
1461χθέντων ἀποτελεσμάτων ὑπὸ τῶν γενναίων ἐκείνων ἀνδρῶν
1462(ἀναγινώσκει):
1463«Ἐὰν ὁ μοναδικὸς σκοπὸς αὐτῶν ἦτο νὰ ἀνυψώσωσι τὸ
1464»γόητρον καὶ τὴν ἀγαθὴν τῆς Ἑλλάδος φήμην, ἐπέτυχον τε-
1465»λείως. Κατὰ τὸ προηγούμενον ἔτος αἱ Βουλγαρικαὶ συμ-
1466»μορίαι, αἵτινες εἶχον ὑπερβῆ τὰ σύνορα ἀπὸ τοῦ Ρίλου,
1467»κατὰ τὸ ἄλλο ἄκρον τῆς Μακεδονίας, ἐντὸς ἑβδομάδων τι-
1468»νῶν συνελήφθησαν, ὡς ὄρτυγες ἐν δικτύῳ. Κατὰ τὸ ἔτος
1469»τοῦτο (1896) αἱ 5 ἢ 6 αὗται ἑλληνικαὶ ὁμάδες ἐξ 60 μέ-
1470»χρις 80 ἀνδρῶν ἐξεῦρον τὸν τρόπον νὰ κατέχωσιν ἅπασαν
1471»τὴν μεταξὺ Πίνδου καὶ Ἀξιοῦ χώραν ἀπὸ τριῶν ἤδη μη-
1472»νῶν. Πηδῶσαι ἀπὸ ὄρους εἰς ὄρος, ἀπὸ τοῦ Ὀλύμπου μέ-
1473»χρι Νερέτσης καὶ ἀπὸ Χασίων μέχρι Νίτσης, φαίνονται ὡς
1474»σκοπὸν τάξασαι τὴν περιφέρειαν Μοναστηρίου. Ἐσκόπουν
1475»ν’ ἀποκαταστήσωσι μεταξὺ τῆς πόλεως ταύτης καὶ τοῦ
1476»Ἑλληνισμοῦ τῆς Ρωμηωσύνης (Roumlouk), ἢ τοῦ Βα-
1477»σιλείου, τὴν ἀπό τινων ἐτῶν διακοπεῖσαν συνάφειαν διὰ
1478»τῆς ἐπιτυχίας τῆς Βουλγαρικῆς προπαγάνδας. Μετὰ τὴν
1479»ἐγκατάστασιν ἱερέων καὶ ἵδρυσιν Βουλγαρικῶν σχολείων
1480»ἐν Φλωρίνῃ, Καστορίᾳ, ἐν πᾶσι τοῖς χωρίοις κατὰ τὰ νό-
1481»τια τῆς πεδιάδος, τὸ Μοναστήριον καὶ οἱ ἐξελληνισθέντες
1482»Βλάχοι του ἦσαν ἐντελῶς ἀποκεκομμένοι καὶ σχεδὸν ἀπο-
1483»λωλότες ἐν τῷ μέσῳ τῶν Βουλγάρων.»
1484Τοιοῦτοι ἦσαν οἱ ἄνδρες ἐκεῖνοι, οὓς ἡ Ἐθνικὴ Ἑταιρεία
1485ἀπέστειλεν ἐκεῖ, καὶ ὑπὲρ ἀναπαύσεως τῆς ψυχῆς τῶν
1486ὁποίων, ὑπὲρ πίστεως καὶ πατρίδος πεσόντων, γονυπετεῖς
1487ἐδεήθημεν εἰς τὸν Ὕψιστον ἐν πανδήμοις μνημοσύνοις, τὰ
1488ὁποῖα μετ’ ἀληθοῦς ψυχικῆς ὀδύνης ἤκουσα ἐνταῦθα ἐπι-
1489κρινόμενα καὶ ἀποδοκιμαζόμενα. Βεβαίως ὁ Μπρούφας ἦτο μέ-
1490γας πατριώτης καὶ ἥρως, ὅμοιος πρὸς ἐκείνους, οἵτινες κατὰ
1491τὴν ἐπανάστασιν τοῦ 1821 ἠνδραγάθησαν καὶ ἐξετέλεσαν
1492τὸ πρὸς τὴν πατρίδα καθῆκόν των, ἵνα ἀπελευθερώσωσιν
1493ἡμᾶς. Βεβαίως ὁ Βερβέρας καὶ πάντες οἱ ἄλλοι, οἱ εἰς Μα-
1494κεδονίαν δραμόντες πρὸς ὑπεράσπισιν τῶν σφαζομένων Ἑλ-
1495λήνων καὶ τῶν δικαίων τοῦ Ἑλληνισμοῦ, καὶ ὑπὲρ αὐτῶν
1496πεσόντες, ἦσαν μεγάλοι πατριῶται, ἄξιοι τῆς εὐγνωμοσύ-
1497νης τοῦ ἔθνους. Εἰς οὐδένα ἐπιτρέπεται νὰ κατηγορήσῃ τοι-
1498ούτους ἄνδρας ὡς ληστὰς, ἐφ’ ὅσον οὐδεμίαν ληστρικὴν ἢ
1499ἁπλῶς κακὴν πρᾶξιν αὐτῶν ἔχει νὰ ἀναφέρῃ. Τὸ μόνον κα-
1500κὸν, τὸ ὁποῖον ὁ κ. ἐκ Παξῶν συνάδελφος ἠθέλησε νὰ ἀπο-
1501δώσῃ, ὅτι προῆλθεν ἀπὸ τὰς ἡρωϊκὰς ἐκείνων πράξεις, κατὰ
1502τὴν ὁμολογίαν τοῦ Γάλλου συγγραφέως V. Berard, εἶναι,
1503ὅτι δι’ αὐτῶν ἐξηγέρθη ὁ μουσουλμανικὸς ὄχλος καὶ ἡ τουρ-
1504κικὴ ἐξουσία ἐναντίον τῶν ἐκεῖ Ἑλλήνων, οἵτινες ὑπέστη-
1505σαν ζημίας καὶ ἀπεβλήθησαν ἀπὸ τῶν σιδηροδρομικῶν καὶ
1506ἄλλων θέσεων. Ἀλλὰ ποῖον ἀγαθὸν δύναται νὰ προέλθῃ
1507ἄνευ τοιούτων θυσιῶν παρὰ τῶν ὑποδούλων, τῶν ζητούντων
1508τὴν ἐλευθερίαν των; Εἶναι ζημία, ἣν πρέπει νὰ λάβωμεν
1509ὑπ’ ὄψιν, ἐὰν δέκα ἢ εἴκοσιν ἢ καὶ ἑκατὸν ὑπέστησαν κακώ-
1510σεις καὶ καταπιέσεις παρὰ τῆς Ὀθωμανικῆς ἀρχῆς, καὶ ἐὰν
1511ἐξεβλήθησαν ἀπὸ τῶν θέσεών των 10 ἢ 20 ὑπάλληλοι τοῦ
1512σιδηροδρόμου, τοῦ ὑπὸ τῆς Τουρκικῆς Κυβερνήσεως διευθυνο-
1513μένου, ἀπέναντι τοῦ ἀγαθοῦ, ὅπερ προῆλθεν εἰς τὴν χώραν
1514διὰ τῶν ἡρωϊκῶν τούτων πράξεων τῶν ὑπὸ τῆς Ἐθνικῆς
1515Ἑταιρείας ἀποσταλέντων εἰς Μακεδονίαν σωμάτων;
1516Μέμφονται τὴν Ἑταιρείαν διὰ τὴν μυστικότητα, μεθ’ ἧς
1517εἰργάζετο. Ἀλλ’ ἦτο δυνατὸν ποτε νὰ ἐπιτύχῃ τοιοῦτον σκο-
1518πὸν, ἐργαζομένη φανερῶς; Εἶναι τάχα τόσον ἐπίμεμπτος ἡ
1519μυστικότης, διὰ τῆς ὁποίας εἰργάζετο ἡ Ἑταιρεία, ὥστε νὰ
1520ἀποδοθῶσιν εἰς αὐτὴν καταχθόνιοι σκοποί; Καὶ ποῖοι εἶναι οἱ
1521σκοποὶ οὗτοι, τοὺς ὁποίους προβάλλουσι; Λέγουσιν, ὅτι ἤθε-
1522λον νὰ ῥίψωσι τὴν Κυβέρνησιν! Ἀλλὰ ποῖα εἶναι τὰ πρόσωπα
1523τῆς Ἑταιρείας ταύτης, τὰ ὁποῖα ἐπεδίωκον τοιούτους σκο-
1524πούς; Ἄς ἴδωμεν τὰ πρόσωπα τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου,
1525— διότι πᾶσα ἐνέργεια τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας ἐξηρτᾶτο ἐκ
1526τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου αὐτῆς, καὶ ἑπομένως, ἂν σκοπὸς
1527αὐτῆς ἦτο ἡ μεταβολὴ τῆς Κυβερνήσεως, πᾶσα πρὸς τοῦτο
1528ἐνέργεια θ’ ἀπέρρεεν ἀπὸ τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου. — Δὲν
1529ἔχω δυσκολίαν νὰ ὀνομάσω τὰ μέλη τοῦ Συμβουλίου τού-
1530του, τοσούτῳ μᾶλλον, καθόσον φρονῶ, ὅτι τιμὴ ὀφείλεται εἰς
1531αὐτὰ καὶ εὐγνωμοσύνη δι’ ὅσα ἀγαθὰ ὑπὲρ τοῦ ἔθνους ἔπρα-
1532ξαν, ὡς μέλη τοῦ ἀνωτάτου Διοικητικοῦ Συμβουλίου τῆς
1533Ἐθνικῆς Ἑταιρείας. Τοιαῦτα λοιπὸν ἦσαν: ἐκ τῶν τάξεων
1534τοῦ στρατοῦ οἱ ἀνώτεροι ἀξιωματικοὶ Χρ. Σολιώτης, Ἀλ.
1535Σοφικνὸς, Β. Δροσινὸς, Π. Δαγκλῆς, καὶ οἱ λοχαγοὶ Σ. Γεν-
1536νάδης, Δ. Μόστρας, Σπ. Μπεράτης, οἱ ὑπολοχαγοὶ Ι. Φικιώ-
1537ρης καὶ Γ. Καψαλόπουλος, καὶ ὁ ὑπομοίραρχος Ν. Τρου-
1538πάκης· ἐκ δὲ τῶν τάξεων τῶν πολιτῶν οἱ καθηγηταὶ τοῦ
1539Πανεπιστημίου Γ. Χατζιδάκης, Σπ. Λάμπρος καὶ Νικ. Πο-
1540λίτης, ὁ ἔντιμος πολιτευόμενος Διον. Στεφάνου, ὁ νομικὸς
1541σύμβουλος Ἐμμ. Λυκούδης, ὁ τραπεζίτης Κ. Ἀραβαντινὸς,
1542ὁ ἀρχαιολόγος Σωτηριάδης καὶ οἱ δικηγόροι Λαμπρίδης καὶ
1543Πασχάλης· οὗτοι εἶναι οἱ ἄνδρες, διὰ τοὺς ὁποίους λέγουν
1544εἰς ἡμᾶς, ὅτι συνώμοσαν, ἱδρύσαντες τὴν Ἐθνικὴν Ἑταιρείαν
1545καὶ γενόμενοι μέλη τοῦ ἀνωτάτου Διοικητικοῦ Συμβουλίου
1546αὐτῆς, νὰ ἐργασθῶσι τόσον προδοτικῶς πρὸς ἀνατροπὴν τῆς
1547Κυβερνήσεως, ἵνα ἀντικαταστήσωσιν αὐτήν, διὰ τίνος;
1548Ἐγὼ τοὐλάχιστον, κύριοι Βουλευταί, θεωρῶ ὕβριν πρὸς
1549τὴν νοημοσύνην νὰ μοὶ λέγωσι τοῦτο, οὐδὲ θὰ ἐπιτρέψω ποτὲ
1550εἰς τὴν συνείδησίν μου νὰ συλλάβῃ κἄν ὑπόνοιαν, ὅτι εἶναι
1551δυνατὸν Ἕλλην οἷος δήποτε, πολλῷ δὲ μᾶλλον ἀνώτερος
1552ἀξιωματικός, ἢ πολιτευόμενος, διακαιόμενος ὑπὸ τῆς εὐγε-
1553νοῦς φιλοδοξίας νὰ κυβερνήσῃ τὸ Κράτος, ὅτι εἶναι δυνατὸν
1554νὰ παίξῃ μὲ τὰ ἱερώτερα τῆς πατρίδος του, διὰ νὰ κατα-
1555λάβῃ ἓν χαρτοφυλάκιον. Ἀλλὰ πρὸς στιγμὴν δεχθῶμεν, ὅτι
1556ὑπάρχει τοιοῦτος, καὶ δὴ ὁ κ. Στεφάνου. Εἶναι λογικόν, εἶναι
1557πιστευτόν, ὅτι εἷς μεταξὺ τόσων ἄλλων μελῶν τοῦ Διοικη-
1558τικοῦ Συμβουλίου εὗρε τόσον ἀνοήτους τοὺς ἄλλους, ὥστε νὰ
1559τοὺς παρασύρῃ εἰς τοιαύτην καταστροφὴν τῆς πατρίδος του;
1560ἦσαν τόσῳ μωροὶ αὐτοί, ν’ ἀφήσωσι τὴν διοίκησιν τῆς Ἑται-
1561ρείας εἰς τὰς χεῖρας αὐτοῦ; Γνωρίζω, κύριοι Βουλευταί, ὅτι
1562ἡ Ἑταιρεία, ὑπὸ τοιούτων ἀνδρῶν διοικουμένη, οὐ μόνον δὲν
1563παρέσυρε τοὺς ἀξιωματικοὺς εἰς παρακεκινδυνευμένα διαβή-
1564ματα, ἀλλὰ ῥητῶς καὶ εἰς πάσας τὰς ἐγκυκλίους αὑτῆς πρὸς
1565τὰ διάφορα τμήματα, ῥητῶς ἀπηγόρευε τὴν στρατολόγησιν
1566ἀνδρῶν τοῦ στρατοῦ, εἴτε ἀξιωματικῶν, εἴτε ὁπλιτῶν, διότι
1567περισσότερον πάντων ἡμῶν οἱ ἄνδρες ἐκεῖνοι κατενόουν, ὅτι
1568πᾶσα ἀπομάκρυνσις ἀπὸ τῶν τάξεων τοῦ στρατοῦ εἴτε ἀξιω-
1569ματικῶν, εἴτε ὑπαξιωματικῶν, ἦτο τραῦμα κατὰ τοῦ σκο-
1570ποῦ, ὑπὲρ οὗ εἰργάζοντο, καὶ ὅτι σκοπὸς αὐτῶν ἐκτὸς τῆς
1571ἀναζωπυρήσεως τοῦ ἐθνικοῦ φρονήματος ἦτο καὶ ἡ προπαρα-
1572σκευὴ πρὸς ἀπελευθέρωσιν τῶν δούλων ἀδελφῶν. Ἀπελευ-
1573θέρωσις δὲ δούλων ἀδελφῶν σημαίνει προπαρασκευὴν στρα-
1574τοῦ, καὶ ὁ ἐργαζόμενος πρὸς προπαρασκευὴν στρατοῦ οὐδέποτε
1575ἐπιτρέπει ν’ ἀπομακρύνωνται ἀπὸ τῶν τάξεων αὐτοῦ ἀξιω-
1576ματικοὶ καὶ ὑπαξιωματικοὶ δι’ ἐπαναστατικοὺς σκοπούς,
1577οὐδὲ νὰ ἐμβάλλῃ εἰς αὐτοὺς τοιαύτας ὀλεθρίας ἰδέας, διότι
1578οὕτως ἐπέρχεται ἡ παράλυσις τοῦ στρατεύματος. Εἶμαι δὲ
1579ἐπίσης εἰς θέσιν νὰ γνωρίζω, ὅτι καὶ κατὰ Ἰούνιον, ὅτε 7 ἢ
15808 ἀξιωματικοὶ—δὲν ἐνθυμοῦμαι καλῶς—μετέβησαν εἰς Κρή-
1581την, ἐγκαταλιπόντες τὰς τάξεις των, ἡ Ἐθνικὴ Ἑταιρεία
1582καὶ τὸ Διοικητικὸν Συμβούλιον αὐτῆς ἀπεδοκίμασαν τὴν
1583πρᾶξιν ταύτην, καὶ παρεκώλυσαν τὴν φυγὴν καὶ ἄλλων. Ἄν
1584ἡ Ἐθνικὴ Ἑταιρεία τότε δὲν ὑπῆρχε, θὰ ἀπήρχοντο ὄχι 8,
1585ἀλλὰ 108. Περὶ τούτου νὰ ἦσθε πλέον ἢ βέβαιοι.
1586Ἀλλὰ πῶς ἄλλως συνετέλεσεν ἡ Ἐθνικὴ Ἑταιρεία εἰς
1587τὴν ἐξώθησιν πρὸς πόλεμον τοῦ ἔθνους; Διὰ τοῦ ἐνθουσια-
1588σμοῦ, τὸν ὁποῖον ἐξήγειρεν ἐν τῷ Κράτει. Δὲν γνωρίζω, κύ-
1589ριοι Βουλευταί, πῶς κρίνουσιν ἄλλοι, ἐγὼ ὅμως κρίνω, ὅτι,
1590ἐὰν ἡ Ἐθνικὴ Ἑταιρεία συνετέλεσεν εἰς τὸν ἐνθουσιασμὸν
1591αὐτόν, τὸν ἱερὸν, τὸν ἅγιον, τὸν πρωτοφανῆ, οἷος κατεδείχθη
1592τότε, εὐγνωμοσύνην ὀφείλει εἰς αὐτὴν τὸν Ἑλληνικὸν ἔθνος.
1593Καὶ ἀληθῶς συνετέλεσεν εἰς τοῦτον διὰ τῆς ἀναζωπυρήσεως
1594τοῦ ἐθνικοῦ φρονήματος, τὸ ὁποῖον πρὸ αὐτῆς ὕπνωττεν ὕπνον
1595βαθὺν ἐκ τῆς ἀπογοητεύσεως, ἕνεκα τῆς ἐνόχου ἀδρανείας
1596τοῦ ἐπισήμου Κράτους. Καὶ πῶς λοιπόν! ἠθέλατε νὰ μὴ
1597ἐνθουσιάζηται τὸ ἔθνος, καὶ νὰ μὴ ἐπιδεικνύῃ μετ’ ἐνθου-
1598σιασμοῦ τὸ φρόνημά του ὑπὲρ τῆς πατρίδος πρὸ τοιούτων
1599ἐθνικῶν γεγονότων, ὁποῖα τὰ κατὰ τὰς ἀρχὰς τοῦ 1897
1600ἔτους; Ἡ Ἐθνικὴ Ἑταιρεία εἶχε καλλιεργήσει, καὶ ἐξηκο-
1601λούθει ἐργαζομένη, τὴν ἀναζωπύρησιν τοῦ ἐθνικοῦ φρονήμα-
1602τος, καὶ ἐζήτει οὐδὲν ἄλλο ἢ τὴν ἐπαγρύπνησιν ἐπὶ τῶν κιν-
1603δυνευόντων δικαίων τοῦ Ἑλληνισμοῦ καὶ τὴν στρατιωτικὴν
1604προπαρασκευὴν τοῦ ἔθνους πρὸς τοῦτο. Ἐξετάσωμεν ὅμως,
1605τί συνετέλεσεν εἰς τὴν τόσον ταχεῖαν μετατροπὴν ἀπὸ τοῦ
1606ἁγίου αὐτοῦ ἐνθουσιασμοῦ εἰς ἐξέγερσιν πολεμικοῦ μένους;
1607Βεβαίως εἰς τὴν ἐξέγερσιν τοῦ πολεμικοῦ μένους τοῦ λαοῦ
1608δὲν συνετέλεσεν ἡ Ἐθνικὴ Ἑταιρεία, ἀλλ’ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι
1609ἀπέστειλαν ἑλληνικὰ πλοῖα καὶ στρατὸν πρὸς κατάληψιν τῆς
1610Κρήτης ἐπ’ ὀνόματι τοῦ Βασιλέως τῶν Ἑλλήνων, καὶ οἱ
1611ὁποῖοι διεκήρυττον πρὸς τὰς Δυνάμεις καὶ πρὸς τὰ ἔθνη, ὅτι
1612θὰ τεθῶσιν ἐπὶ κεφαλῆς 300,000 Ἑλλήνων πρὸς διεκδίκησιν
1613τῶν δικαίων τοῦ Ἑλληνικοῦ ἔθνους. Ὅτε δὲ τοιαῦτα ἤκουε
1614καὶ ἔβλεπεν ὁ λαός, ἠθέλετε νὰ μὴ πιστεύῃ, ὅτι οἱ ταῦτα
1615λέγοντες καὶ πράττοντες εἶχον καὶ πεποίθησιν εἰς τὰς δυ-
1616νάμεις τῆς χώρας; ἠθέλετε νὰ σταυρώσῃ τὰς χεῖρας, καὶ
1617ἐν τοῖς ναοῖς νὰ προσέλθῃ καὶ νὰ προσεύχηται ὑπὲρ τῆς
1618διαφωτίσεως τῶν ἁρμοδίων ν’ ἀποφασίσωσι περὶ πολέμου ἢ
1619εἰρήνης; ἢ ἐνθουσιῶν ἐν δημοσίοις συλλαλητηρίοις διὰ βοῆς
1620καὶ διὰ δημοψηφισμάτων νὰ ἐνθαρρύνῃ τὸν Βασιλέα του καὶ
1621τὴν Κυβέρνησίν του, διαδηλῶν ὅτι εἶναι πρόθυμος νὰ ὑποστῇ
1622πᾶσαν θυσίαν, εἰς τὴν ὁποίαν θὰ κληθῇ, πρὸς ἐκπλήρωσιν
1623τῶν προαιωνίων πόθων του, τὴν ὁποίαν μετὰ τόσον ζηλευ-
1624τοῦ καὶ ἐπαινετοῦ θάρρους διεκήρυξαν ὁ Βασιλεὺς καὶ ἡ Κυ-
1625βέρνησις, καὶ ἔργῳ, διὰ τῆς ἀποστολῆς τῶν πλοίων καὶ τοῦ
1626στρατοῦ εἰς Κρήτην, κατέδειξαν, ὅτι ἀπεφάσισαν νὰ ἐπιδιώ-
1627ξωσιν; Ἂν μὴ τοῦτο ἔπραττεν ὁ λαός, θὰ ἦτο ἀνάξιος πά-
1628σης ἐλευθερίας!
1629Δὲν θὰ κατέλθω, κύριοι Βουλευταί, εἰς τὴν ἀφήγησιν πάν-
1630των, ὅσα συνέβησαν μετὰ τὴν ἀποστολὴν τοῦ στρατοῦ εἰς
1631Κρήτην μεταξὺ Βασιλέως, Κυβερνήσεως καὶ Ἐθνικῆς Ἑται-
1632ρείας, διότι δὲν πιστεύω, μεθ’ ὅλην τὴν εὐφραδῆ, ἀλλ’ ἀσθενῆ
1633ἐν τοῖς ἐπιχειρήμασιν ἀγόρευσιν τοῦ σεβαστοῦ ἐκ Γόρτυνος
1634Βουλευτοῦ καὶ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης, καὶ μετὰ
1635τὰς ἀγορεύσεις τῶν ἄλλων ἀξιοτίμων συναδέλφων, τῶν κατὰ
1636τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας ἐκτοξευσάντων τὰ βέλη των ἐντεῦ-
1637θεν, δὲν πιστεύω, ὅτι καὶ μετὰ τὰς ἀγορεύσεις ταύτας ἐπεί-
1638σθη τις, ὅτι ἡ Ἐθνικὴ Ἑταιρεία ἐπεδίωξε τὸν πόλεμον. Εἶ-
1639ναι εἰσέτι νωπὰ εἰς τὰς ἀκοὰς ἡμῶν τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα
1640ἀνεγνώσθησαν ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Ζακύνθου συναδέλφου,
1641καὶ ἐκ τῶν ὁποίων ἀποδεικνύεται, ὅτι ἡ Ἐθνικὴ Ἑταιρεία
1642οὐδέποτε προέτρεψε τὴν Κυβέρνησιν πρὸς πόλεμον, ἀλλὰ
1643τοὐναντίον προσκληθεῖσα ὑπὸ ταύτης εἰς συνδρομὴν διὰ κα-
1644ταρτισμοῦ ἐπαναστατικῶν σωμάτων, ἐδήλωσεν ὅτι δὲν ἔχει
1645προπαρασκευασθῆ, καὶ δὲν ἔχει τὰ μέσα πρὸς τοῦτο, ἡ δὲ
1646Κυβέρνησις παρέσχεν εἰς αὐτὴν ταῦτα. Κατὰ τὸ θέρος καὶ τὸ
1647φθινόπωρον τοῦ 1896 ἡ Ἐθνικὴ Ἑταιρεία ἀπέστειλε τὰ
1648σώματα τοῦ Μπρούφα καὶ τοῦ Βερβέρα καὶ ἄλλας ὁμάδας
1649ἐκ 50 καὶ 60 ἀνδρῶν εἰς Μακεδονίαν, ἀλλ’ ἔστειλεν αὐτὰ
1650οὐχὶ πρὸς πόλεμον κατὰ τῆς Τουρκίας, ἀλλ’ ὅπως, πετῶντες
1651ἀπὸ ὄρους εἰς ὄρος, ὑπερασπίσωσι τοὺς ἐκεῖ Ἕλληνας κατὰ
1652τῶν σφαζόντων αὐτοὺς Βουλγάρων καὶ ἀναζωπυρήσωσι τὸ
1653ἐθνικὸν φρόνημα αὐτῶν, οἱ ὁποῖοι εἶχον ἀποθαρρυνθῆ, ὡς ἐγ-
1654καταλελειμμένοι ἀνυπεράσπιστοι. Τότε δὲ ἡ Μακεδονία ἦτο
1655σχεδὸν κενὴ τουρκικοῦ στρατοῦ· ὅτε ὅμως αὕτη μετὰ τὴν
1656ἀποστολὴν τοῦ ἑλληνικοῦ στρατοῦ εἰς Κρήτην ἐπληρώθη
1657τουρκικοῦ στρατοῦ, ἡ Ἐθνικὴ Ἑταιρεία ἐδήλωσεν, ὅτι οὔτε
1658τὰ μέσα ἔχει, οὔτε νομίζει ὅτι πρέπει νὰ στείλῃ ἄνδρας ἀσυν-
1659τάκτους ἐκεῖ, ὅτι δὲ τὸ ἔργον ἐκεῖ πλέον δὲν εἶναι ἔργον
1660ἀσυντάκτων ἀνταρτῶν, οἱ ὁποῖοι τότε μόνον δύνανται νὰ χρη-
1661σιμεύσωσιν, ὅταν ἀποφασίσῃ νὰ πολεμήσῃ τὸ ἐπίσημον Κρά-
1662τος, παρὰ τὸ πλευρὸν τοῦ ὁποίου προσεφέρθη νὰ ταχθῇ διὰ
1663τοιούτων σωμάτων καὶ ὁπωσδήποτε ἄλλως ἐρχομένη ἀρω-
1664γός. Ἐν τούτοις ἡ Κυβέρνησις ἐπέβαλεν εἰς τὴν Ἑταιρείαν
1665νὰ ἐξοπλίσῃ ἀνταρτικὰ σώματα, καὶ ἡ Ἑταιρεία, ἐκτελοῦσα
1666διαταγὴν τῆς Κυβερνήσεως, κατήρτισε τοιαῦτα διὰ τῶν μέ-
1667σων, τὰ ὁποῖα αὐτὴ ἐχορήγησεν, οὐχὶ ἵνα διενεργήσωσιν
1668αὐτὰ πόλεμον, ἀλλ’ ἵνα βοηθήσωσι τὴν Κυβέρνησιν πρὸς πό-
1669λεμον. Ὅτι δὲ οὕτω κατηρτίσθησαν τότε τὰ ἀνταρτικὰ σώ-
1670ματα ὑπὸ τὴν ἀρχηγίαν ἀξιωματικῶν τοῦ στρατοῦ ἐντολῇ
1671τῆς Κυβερνήσεως, ἀποδεικνύεται ἐκ τῶν ἀναγνωσθέντων ἐγ-
1672γράφων.
1673Ἤκουσα ἐπαναλαμβανόμενον ἐντεῦθεν, ὅτι ὁ στρατηγὸς
1674Μακρῆς, ὁ ὁποῖος ἦλθεν εἰς συνεννόησιν μετὰ τοῦ ἀπεσταλ-
1675μένου τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας εἰς Λάρισαν κ. Ροϊλοῦ, ἦτο καὶ
1676αὐτὸς μέλος τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας. Ἀλλ’ ἐκ τῶν ἀναγνω-
1677σθέντων ἐγγράφων δὲν προκύπτει τοῦτο· τοὐναντίον βλέπω
1678ἐν αὐτοῖς, ὅτι ὁ στρατηγὸς Μακρῆς κατὰ διαταγὴν τῆς Κυ-
1679βερνήσεως ἔρχεται εἰς συνεννόησιν μετὰ τοῦ ἐν Λαρίσῃ ἀντι-
1680προσώπου τῆς Ἑταιρείας, καὶ ἐντολῇ αὐτῆς συνιστᾷ εἰς τοῦ-
1681τον, ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ καταρτισθῶσιν ὡς τάχιστα ἀνταρ-
1682τικὰ σώματα· καὶ ὅτε ὁ ἀντιπρόσωπος τῆς Ἑταιρείας ἀπεφά-
1683σισε τὸν καταρτισμὸν τοιούτων, ὁ στρατηγὸς ὑπέδειξε καὶ
1684τοὺς ὁπλαρχηγούς, οἱ ὁποῖοι ἤθελον ταχθῇ ἐπὶ κεφαλῆς τῶν
1685διαφόρων ἀνταρτικῶν ὁμάδων, ὁ δὲ ἀντιπρόσωπος τῆς Ἑται-
1686ρείας εἶπεν, ὅτι δὲν ἀρκοῦσι μόνον οἱ ὁπλαρχηγοὶ αὐτοί,
1687ἀλλὰ διὰ τὴν ἑνότητα τῆς ἐνεργείας σώματος ἐκ 2,000 ἀν-
1688δρῶν, τὸ ὁποῖον ἤθελον ἡ Κυβέρνησις νὰ συγκροτηθῇ, ἀπαι-
1689τεῖται καὶ διοίκησις στρατιωτική, καὶ ἐζήτησε νὰ χορηγήσῃ
1690αὐτὴ ἀξιωματικοὺς τοῦ στρατοῦ. Ὁ Μακρῆς, ὁ ὁποῖος λέ-
1691γουσιν, ὅτι ἦτο μέλος τῆς Ἑταιρείας, ἠρνήθη νὰ δώσῃ ἀξιω-
1692ματικούς, (ἐὰν ἦτο μέλος τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας, βεβαίως
1693δὲν θὰ ἠρνεῖτο) καὶ ἐδέησε νὰ ἐπέμβῃ ὁ πρίγκηψ Νικόλαος,
1694διὰ ν’ ἀποσπασθῶσιν οἱ ἀξιωματικοὶ Ἀλέξ. Μυλωνᾶς καὶ
1695Γ. Καψαλόπουλος, ὑπολοχαγοί, οἱ ὁποῖοι ἐτέθησαν ἐπὶ κε-
1696φαλῆς τοῦ σώματος τῶν ἀνταρτῶν τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας.
1697Ἤκουσα ν’ ἀποκαλῶσι τούτους τινὲς εἰρωνικῶς «καπετὰν
1698Μυλωνᾶν» καὶ «καπετὰν Καψαλόπουλον». Ἁμαρτάνουσιν,
1699ἐγκληματοῦσι κατὰ τῆς τιμῆς οἱ τολμῶντες νὰ εἰρωνευθῶσι
1700τοιούτους ἄνδρας, οἱ ὁποῖοι ἀπεδείχθησαν ἀληθεῖς πατριῶ-
1701ται καὶ ἄξιοι τοῦ ἑλληνικοῦ στρατοῦ ἀξιωματικοὶ, ὡς μαρ-
1702τυροῦσι τὰ ἐπίσημα πρὸς αὐτοὺς ἔγγραφα τῆς Α. Ὑψηλό-
1703τητος τοῦ Διαδόχου, ὡς ἀρχηγοῦ τοῦ στρατοῦ τῶν Ἑλλή-
1704νων, τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν καὶ τῶν διαφόρων
1705σωματαρχῶν τοῦ στρατοῦ, οἱ ὁποῖοι πάντες ἐπεκαλοῦντο
1706τὴν συνδρομὴν αὐτῶν καὶ τῶν ὑπ’ αὐτοὺς ἀνταρτῶν κατὰ
1707τὴν διάρκειαν τοῦ πολέμου. Δὲν εἶναι λοιπὸν ἄξιοι τοιαύτης
1708εἰρωνείας οἱ ἀξιωματικοὶ αὐτοὶ, οἱ ὁποῖοι διὰ τῆς στρατιω-
1709τικῆς ἱκανότητός των κατώρθωσαν νὰ συγκρατήσωσιν ἐν πει-
1710θαρχίᾳ τοὺς ὑπ’ αὐτοὺς ἀντάρτας, καὶ μεγάλας ὑπηρεσίας νὰ
1711προσφέρωσι διὰ τούτων εἰς τὴν πατρίδα καὶ εἰς τὸν στρατόν.
1712Δὲν ἦσαν λοιπὸν οἱ ὑπὸ τοὺς ἀξιωματικοὺς τούτους ἀντάρται
1713οἱ σταυραετοὶ, τοὺς ὁποίους κακῶς ἀποδίδουσιν εἰς τὴν Ἐθνι-
1714κὴν Ἑταιρείαν. Οἱ σταυραετοὶ, οἱ ὁποῖοι ἔφεραν τὰς καταστρο-
1715φὰς, δὲν ἀνῆκον εἰς τὰ σώματα τῆς Ἑταιρείας, ἀλλ’ ἦσαν ἐκ
1716τῶν ἀποδράντων ἀπὸ τῶν φυλακῶν, ἐκ τῶν ὁπλισθέντων παρὰ
1717τῶν δημάρχων καὶ τῶν κομματαρχῶν, εἰς τοὺς ὁποίους ἐχο-
1718ρηγήθησαν τὰ ὅπλα παρὰ τῆς Κυβερνήσεως. Δὲν ἀρνοῦμαι,
1719ὅτι ἐκ τῶν 2,000 αὐτῶν ἀνδρῶν τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας θὰ
1720ὑπῆρξαν καί τινες, ὀλίγοι ἢ πολλοὶ, οἱ ὁποῖοι θὰ ἐξετράπη-
1721σαν εἰς λεηλασίας καὶ διαρπαγάς. Ἀλλὰ τίς ἔχει τὴν ἀξίω-
1722σιν, εἰς τὰ ἀνταρτικὰ σώματα νὰ μὴ εὑρίσκωνται καὶ τοι-
1723αῦτα τέρατα, ἀφοῦ καὶ ἐν αὐτῷ τῷ στρατῷ ὑπάρχουσιν ἐν
1724τοιαύταις ἐκστρατείαις; Μὴ ἐκ τοῦ στρατοῦ δὲν ἐλιποτάκτη-
1725σαν καὶ δὲν ἡνώθησαν μετὰ τῶν ἐκ τῶν φυλακῶν ἀποδράν-
1726των πολλοὶ καὶ διέπραξαν καταστροφάς; Πρέπει διὰ τοῦτο
1727νὰ εἴπωμεν, ὅτι ὁ στρατὸς ὅλος εἶναι σταυραετοί; Μὴ λοι-
1728πόν, ἐκ τῶν ἀτυχῶν ἀποτελεσμάτων ἐξοργιζόμενοι καὶ ἀγα-
1729νακτοῦντες, ἐπισκοτιζώμεθα ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε νὰ ἐπιρρί-
1730πτωμεν τὰς εὐθύνας ἐκεῖ, ὅπου δὲν ὑπάρχουσι, καὶ νὰ κατα-
1731φερώμεθα κατ’ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι, ἐὰν καὶ αὐτοὶ ἔπταισαν,
1732εἶναι ὅμως οἱ ὀλιγώτερον πάντων τῶν ἄλλων πταίσαντες;
1733Ἐγώ, κύριοι Βουλευταί, δὲν ἐπιρρίπτω εὐθύνην ἐπὶ τῆς
1734τότε Κυβερνήσεως διὰ τὴν ἀπόφασιν, τὴν ὁποίαν ἔλαβε διὰ
1735τὸν πόλεμον, οὐδὲ θεωρῶ, ὅτι αὕτη ἔπραξε κακῶς, ἀποφα-
1736σίσασα τὸν πόλεμον, εἰς τὸν ὁποῖον δὲν συμφωνῶ ὅτι ἐξω-
1737θήθη παρ’ ἄλλων, πολλῷ δὲ ἧττον παρὰ τῆς Ἐθνικῆς Ἑται-
1738ρείας, χωρὶς νὰ θέλῃ—ἐκτὸς ἐὰν ἐξωθήθη παρ’ ἄλλου, τὸν
1739ὁποῖον δὲν δύναται νὰ εἴπῃ. — Φρονῶ, ὡς καὶ ὁ σεβαστὸς ἐκ
1740Πατρῶν συνάδελφος εἶπεν, ὅτι ὁ πόλεμος ὁπωσδήποτε ἔπρε-
1741πε νὰ γείνῃ· ἦτο ἐπιβεβλημένον πλέον εἰς τὸ Ἑλληνικὸν
1742Κράτος νὰ προβῇ εἰς τὸν πόλεμον τοῦτον, ἵνα καταδείξῃ, ὅτι
1743χάριν τῆς ἰδέας τῆς ἑνώσεως τῆς Κρήτης, χάριν τῆς ἰδέας
1744τῆς ἑνότητος τοῦ Ἑλληνισμοῦ ὁλοκλήρου, χάριν τῶν ἐθνικῶν
1745ὀνείρων του, βεβαίως εἶναι πρόθυμον τὰ πάντα νὰ θυσιάσῃ,
1746ὄχι ὅμως νὰ ὑποταχθῇ τόσον ταπεινωτικῶς, ὅσον ἐζητεῖτο
1747τότε νὰ ὑποταχθῇ, μετὰ τὰς σφαγὰς τὰς κατὰ τὴν τελευ-
1748ταίαν δεκαετίαν γενομένας ἐν Κρήτῃ.
1749Κατὰ τὴν πεποίθησίν μου λοιπόν, ἡ Κυβέρνησις ἀπεφά-
1750σισε καὶ προέβη εἰς τὸν πόλεμον αὐτὸν ἐν ἐπιγνώσει καὶ
1751ἐξ ἰδίας πρωτοβουλίας· ἀλλ’ ἡ ἀτυχὴς ἔκβασις αὐτοῦ ἐπέ-
1752δρασεν ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε νὰ μὴ ἔχῃ τὸ θάρρος νὰ φέρῃ
1753τὴν εὐθύνην αὐτοῦ.
1754Καὶ ταῦτα μέν, κύριοι Βουλευταί, ἀρκετὰ θεωρῶ, ὡς πρὸς
1755τὴν δρᾶσιν τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας καὶ ὡς πρὸς τὰς εὐθύνας,
1756τὰς ὁποίας θέλουσι ν’ ἀποδώσωσιν εἰς αὐτὴν ἀπέναντι τοῦ
1757ἔθνους διὰ τὸν πόλεμον. Ἀλλ’ ὡς ἐν ἀρχῇ τοῦ λόγου μου
1758εἶπον, ἡμεῖς, ἐπιμείναντες εἰς τὴν συζήτησιν ταύτην περὶ
1759εὐθυνῶν τοῦ πολέμου, δὲν ἐννοοῦμεν νὰ περιορισθῇ αὕτη μό-
1760νον εἰς τὰς αἰτίας τοῦ πολέμου καὶ εἰς τὰ κατὰ τὴν Ἐθνι-
1761κὴν Ἑταιρείαν, ὡς βλέπω ὅτι γίνεται προσπάθεια, ἀλλὰ νὰ
1762ἐξετασθῇ, πῶς καὶ διατὶ ἀπεφασίσθη ὁ πόλεμος, ἐὰν ἐξω-
1763θήθη ἡ Κυβέρνησις εἰς αὐτὸν παρ’ ἄλλου, καὶ τίς οὗτος, ἐὰν
1764ἐπολέμησε τὸ ἔθνος μὲ ὅλας τὰς δυνάμεις, τὰς ὁποίας εἶχεν,
1765ἢ ἐδεσμεύθη, καὶ δὲν ἀφέθη ἐλεύθερον νὰ ἐνεργήσῃ, ὡς ἠδύ-
1766νατο, ὑπὸ τίνων καὶ διατὶ, καὶ ἂν ἀληθῶς ἡττήθη ἐν ἐλευ-
1767θέρῳ πολέμῳ, ἢ τῷ ἐπεβλήθη νὰ ἡττηθῇ, καὶ ὑπὸ τίνος.
1768Μάλιστα δὲ, κατ’ ἐμὲ, τὸ κύριον, τὸ προέχον ζήτημα, τὸ
1769ὁποῖον πρέπει νὰ διευκρινήσωμεν, πρὶν ἢ λήξῃ καὶ ἡ Σύνο-
1770δος αὕτη καὶ μετ’ αὐτῆς καὶ ὅλη ἡ Περίοδος τῆς πρώτης
1771μετὰ τὸν πόλεμον Βουλῆς, εἶναι, ἐὰν ἠδυνάμεθα νὰ παρα-
1772σκευασθῶμεν πρὸς πόλεμον κάλλιον, καὶ δὲν παρεσκευά-
1773σθημεν, ἐὰν ἠδυνάμεθα νὰ διεξαγάγωμεν τὸν πόλεμον κάλ-
1774λιον, καὶ δὲν τὸν διεξηγάγομεν, καὶ διὰ τοῦτο ἀπετύχομεν.
1775Ἰδοὺ τὸ προέχον ζήτημα, καὶ ἐπ’ αὐτοῦ ἐζήτουν ἀπὸ τῆς
1776πρώτης Συνόδου νὰ διαφωτισθῇ τὸ ἔθνος δι’ εὐρείας συζη-
1777τήσεως. Διότι μὴ λησμονῶμεν, ὅτι εὐθὺς μετὰ τὰ ἀτυ-
1778χήματα τοῦ πολέμου, ὅτε ὁ λαός, διαγνοὺς ποῦ ἔγκειται ἡ
1779εὐθύνη, ἤρξατο νὰ καταφέρηται κατὰ τῶν κατὰ τὴν γνώ-
1780μην του ὑπαιτίων τῶν ἀτυχημάτων αὐτῶν, ὑπευθύνων τε
1781καὶ ἀνευθύνων νόμῳ, καὶ ἠκούομεν ὅτι θὰ ἔλθῃ ὥρα, κατὰ
1782τὴν ὁποίαν θ’ ἀποκαλυφθῇ, πῶς ἐνεργήσαμεν τὸν πόλεμον,
1783καὶ διατὶ ἐνεργήσαμεν οὕτως αὐτὸν, τὰς ἀποκαλύψεις ταύ-
1784τας ἀνέμενε σύμπαν τὸ ἔθνος, καὶ οὐχὶ ἀποκαλύψεις μόνον
1785περὶ τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας καὶ τῆς χρηματικῆς διαχει-
1786ρίσεως αὐτῆς—ζήτημα τὸ ὁποῖον θεωρῶ ὅλως ἐπουσιῶδες,
1787τόσῳ μᾶλλον, καθόσον τοὺς ἀνθρώπους τοὺς διαχειρισθέντας
1788τὰ χρήματα τῆς Ἑταιρείας θεωρῶ, καὶ πιστεύω ὅτι καὶ ὑμεῖς
1789ἅπαντες μετ’ ἐμοῦ θεωρεῖτε, ἀνωτέρους πάσης ὑπονοίας
1790καταχρήσεως τοιούτων ἱερῶν χρημάτων.
1791Ταῦτα λοιπὸν τὰ ζητήματα παρακαλῶ νὰ διαφωτίσητε
1792οἱ γνωρίζοντες περὶ αὐτῶν. Ὅτε ἀπεστάλη πλοῖον εἰς Κρή-
1793την, ὁποίαν ἐντολὴν εἶχε, καὶ κατὰ πόσον ἐξετέλεσε τὴν
1794ἐντολὴν ταύτην; Οἱ διοικηταὶ τῶν μοιρῶν τοῦ στόλου ἐλάμ-
1795βανον διαταγάς· πόθεν ἐλάμβανον αὐτάς, καὶ κατὰ πόσον
1796ἐξετέλουν ταύτας; Ἐὰν ἠδύνατο ὁ στόλος, καὶ ἰδιαιτέρως
1797ἡ Ἀνατολικὴ Μοῖρα αὐτοῦ, νὰ πράξῃ μέγα τι καὶ γενναῖον
1798κατὰ τοῦ ἐχθροῦ ἐν τῇ παραλίᾳ τῆς Μακεδονίας, καὶ διατὶ
1799δὲν τὸ ἔπραξε, μὴ ἐκτελοῦσα μάλιστα τὰς διαταγὰς τοῦ
1800ὑπευθύνου Ὑπουργοῦ; Ἐὰν ἐδόθη διαταγὴ περὶ βομβαρδι-
1801σμοῦ τῆς Πρεβέζης εἰς τὴν Δυτικὴν Μοῖραν τοῦ στόλου, καὶ
1802ἂν ἐξετελέσθη αὕτη, ἢ, ἂν δὲν ἐξετελέσθη, διατὶ δὲν ἐξετελέ-
1803σθη, καὶ διατὶ τὰ πλοῖα, ἀπομακρυνόμενα ἐκτὸς βολῆς, ἐκα-
1804νονιοβόλουν ἀσκόπως, καὶ μόνον ὅπως τὰ βλήματα τῶν πυρο-
1805βόλων διανοίγωσι τρύπας εἰς τὴν θάλασσαν; Τοιαῦται ἦσαν
1806αἱ διαταγαὶ τῆς Κυβερνήσεως; Οὐδόλως πιστεύω τοῦτο.
1807Θέλομεν λοιπὸν νὰ μάθωμεν, ἐὰν δὲν ἐξετελοῦντο αἱ δια-
1808ταγαὶ τῆς Κυβερνήσεως, τίς ἦτο ἡ αἰτία τῆς μὴ ἐκτελέ-
1809σεως αὐτῶν; Ὄχι μόνον τὸ Πανελλήνιον, ἀλλὰ καὶ ὅλος ὁ
1810κόσμος γνωρίζει, ὅτι ἐν Ἠπείρῳ ἐνικήσαμεν, ὅτι εἰσήλθο-
1811μεν εἰς τὸ τουρκικὸν ἔδαφος, ὅτι τὰ ἀλβανικὰ τάγματα τοῦ
1812ἐχθροῦ ἐπανεστάτησαν καὶ ἐτράπησαν πρὸς τὰ ὀπίσω, ὁ δὲ
1813τουρκικὸς στρατὸς ὁλόκληρος κατελήφθη ὑπὸ πανικοῦ χείρο-
1814νος ἐκείνου, ὑπὸ τοῦ ὁποίου λέγεται ὅτι κατελήφθη ὁ ἰδικός
1815μας στρατὸς ἐν Θεσσαλίᾳ.
1816Μετὰ τὴν τοιαύτην νίκην τοῦ ἡμετέρου στρατοῦ διατὶ
1817ὑπεχωρήσαμεν; ποῖος ἐχθρὸς μᾶς ἐξεδίωξεν ἐκεῖθεν; Δὲν εἶ-
1818ναι τοῦτο ἀντικείμενον, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ μάθωμεν; Μή-
1819πως ἐν αὐτῇ τῇ Θεσσαλίᾳ αἱ ὑποχωρήσεις ἐγένοντο, καὶ μά-
1820λιστα ἐν αὐτῇ τῇ πρώτῃ γραμμῇ, μετὰ ἧτταν; Παρηκολού-
1821θησα ὁλόκληρον τὴν ἔκθεσιν τῆς Α. Β. Ὑψηλότητος τοῦ
1822Διαδόχου, ἀρχηγοῦ τοῦ στρατοῦ, ἐμελέτησα αὐτὴν ἐπανει-
1823λημμένως, ἵνα εὕρω ποῦ ἡττήθημεν μαχόμενοι, ἔλαβον ὑπ’
1824ὄψιν καὶ ἐμελέτησα καὶ ἄλλας ἐκθέσεις ἀρχηγῶν ὁμάδων, οἱ
1825ὁποῖοι κατηγγέλθησαν, ὡς τὴν ἔκθεσιν τοῦ συνταγματάρχου
1826Μαστραπᾶ, ὑποβληθεῖσαν ὡς ἀπολογίαν πρὸς τὸ Συμβούλιον,
1827ἐνώπιον τοῦ ὁποίου ἐκλήθη ν’ ἀπολογηθῇ, καὶ τὴν ἔκθεσιν
1828τοῦ ὑποστρατήγου Κακλαμάνου, ἐκ τῆς ἀναγνώσεως δὲ τού-
1829των ἀπεκόμισα τὴν ἐντύπωσιν, ἐξήγαγον τὸ συμπέρασμα,
1830ὅτι καὶ αὐτοὶ οὐδαμοῦ ἀληθῶς ἡττήθησαν, καὶ ὅτι τὰ ὑπ’
1831αὐτοὺς σώματα, ἐγκαταλελειμμένα ἐπὶ ἡμέρας ἄνευ οὐδε-
1832μιᾶς βοηθείας, ἄνευ ἄρτου, ἄνευ ὕδατος, ἄνευ φυσιγγίων,
1833ἐμάχοντο οὐ μόνον διατηροῦντα τὰς θέσεις των, ἀλλὰ καὶ
1834ἐπιτιθέμενα κατὰ ἐχθροῦ δεκαπλασίου, καὶ κυριεύοντα θέσεις
1835τούτου· ἐν τούτοις διετάσσοντο ὑπὸ τοῦ Ἀρχηγείου νὰ ὑπο-
1836χωρήσωσι, καὶ τὴν ἑπομένην διετάσσοντο πάλιν νὰ ἀνακτή-
1837σωσι τὰς θέσεις των! Ταῦτα καταφαίνονται καὶ ἐν αὐτῇ τῇ
1838ἐκθέσει τοῦ Διαδόχου, ἐν ᾗ καὶ οὐκ ὀλίγαι ἀντιφατικαὶ δια-
1839ταγαί, ἕνεκα τῆς συγχύσεως, εἰς ἣν εἶχε περιέλθει τὸ Ἐπι-
1840τελεῖον αὐτοῦ. Μὴ εἶναι ἄγνωστον εἰς ἡμᾶς καὶ ὅλον τὸν
1841κόσμον, ὅτι οἱ Τοῦρκοι ἦσαν ἕτοιμοι πρὸς ὑποχώρησιν; μὴ
1842δὲν ἀπέστειλεν ἡ Τουρκικὴ Κυβέρνησις ἄλλον πασσᾶν, ἵνα
1843ἀντικαταστήσῃ τὸν Ἐτὲμ πασσᾶν, ὡς μὴ δυνάμενον νὰ διεξ-
1844αγάγῃ ἐπιτυχῶς τὸν πόλεμον, καὶ ὅτι μόλις ἐκεῖνος ἔφθα-
1845σεν εἰς Θεσσαλονίκην ἔμαθε τὴν ὑποχώρησιν τοῦ ἑλληνικοῦ
1846στρατοῦ, καὶ ἐπανῆλθεν εἰς Κωνσταντινούπολιν;
1847Ἀλλ’ ἔστω, ἡττήθημεν ἐν τοῖς συνόροις, ὑπεχωρήσαμεν,
1848ἐφθάσαμεν εἰς Λάρισαν. Μήπως κατεδιώκετο ὁ ἡμέτερος
1849στρατὸς ὑπὸ τοῦ ἐχθροῦ, ὥστε νὰ ἐγκαταλίπῃ τόσον ἐσπευ-
1850σμένως τὴν πόλιν ταύτην — ἥτις, πλὴν τῆς ὀχυρᾶς αὐτῆς θέ-
1851σεως, ἕνεκα τοῦ Πηνειοῦ, εἶχεν ὀχυρωθῆ καὶ διὰ τοπομαχι-
1852κῶν πυροβόλων, — καὶ πάντα τὰ ἐν αὐτῇ ὅπλα, πυροβόλα
1853καὶ ἐν γένει διάφορα ἐφόδια καὶ ὑλικὰ τοῦ στρατοῦ, ἀξίας
1854ἑκατομμυρίων δραχμῶν, καὶ σὺν αὐτοῖς πάντας τοὺς κατοί-
1855κους καὶ τὰς περιουσίας αὐτῶν ἀπροστατεύτους καὶ ἀνυπερ-
1856ασπίστους; Καὶ ἐὰν τέλος ὑποθέσωμεν, ὅτι κατεδιώκετο
1857κατὰ πόδας καὶ ἠναγκάσθη νὰ ἐγκαταλίπῃ πάντα ταῦτα,
1858μὴ προλαμβάνων νὰ συναποκομίσῃ αὐτὰ, διὰ τὸ δύσκολον τῆς
1859μεταφορᾶς, διατὶ τὸ Ἐπιτελεῖον τοῦ ἀρχηγοῦ δὲν συναπε-
1860κόμισε τοὐλάχιστον τοὺς στρατηγικοὺς χάρτας, οἱ ὁποῖοι
1861ἐγένοντο ὑπὸ τοῦ στρατηγοῦ Βοσσὲρ καὶ τοῦ Ἐπιτελείου αὐ-
1862τοῦ διὰ δαπάνης 600,000 δραχμῶν περίπου, ὡς ἐπληροφο-
1863ρήθην παρ’ ἐντιμοτάτου ἀνωτέρου ἀξιωματικοῦ, ἀλλ’ ἐγκα-
1864τέλιπε καὶ αὐτοὺς εἰς χεῖρας τοῦ ἐχθροῦ, ἐνῷ δὲν παρέλιπε
1865νὰ παραλάβῃ τὰ μαγειρικὰ σκεύη καὶ τοὺς ὀρνιθῶνας; Καὶ
1866διὰ τὴν ἐγκατάλειψιν ἁπάντων τούτων δὲν ὑπάρχει ἐπὶ τέ-
1867λους ὁ ὑπαίτιος, ἐπὶ τοῦ ὁποίου νὰ ἐπιβάλωμεν βαρεῖαν τὴν
1868χεῖρα, καὶ νὰ σύρωμεν αὐτὸν εἰς τὸ ἑδώλιον τοῦ κατηγο-
1869ρουμένου; Βεβαίως ὑπάρχει, ἀλλ’ ἀτυχῶς δὲν τολμῶμεν νὰ
1870ἐπιβάλωμεν χεῖρα ἐπ’ αὐτοῦ, ἀφοῦ ἡ Α. Β. Υ. ὁ Διάδοχος
1871προβαίνει καὶ λέγει, ὅτι αὐτὸς φέρει τὴν εὐθύνην τῶν πρά-
1872ξεων τοῦ Ἐπιτελείου του. Τὸ αὐτὸ δὲ θὰ σᾶς εἴπῃ, ἀξιότι-
1873με ἐκ Κερκύρας Βουλευτὰ, καὶ ὅταν εἰς χείρονα θέσιν περι-
1874αχθῇ ὁ στρατὸς μὲ τὴν Γενικὴν Διοίκησιν, καὶ τολμήσατε
1875καὶ τότε νὰ ζητήσητε εὐθύνας ἀπὸ τὸν μέλλοντα Βασιλέα!
1876Δι’ αὐτὸ ἐκόπτοντο οἱ τῆς πτέρυγος ταύτης (δεικνύει τὴν
1877ἀριστερὰν), καὶ ἐπέμενον νὰ μὴ προβῶμεν εἰς τὴν ψήφισιν
1878τοιούτου νόμου.
1879Ὑπεχώρησαν ἐν Λαρίσῃ, ἔφθασαν εἰς Φάρσαλα, καὶ ἔμε-
1880νον ἐκεῖ ἐπὶ 15, νομίζω, ἡμέρας· δὲν ὤφειλον τότε νὰ ἐργα-
1881σθῶσιν, ὅπως τὴν θέσιν ταύτην καταστήσωσιν ὀχυράν; Οὐδὲ
1882τοῦτο ἐγένετο, ἀλλ’ ἐπὶ 15 ἡμέρας Ἐπιτελεῖον καὶ Ἀρχη-
1883γεῖον ἔμενον ἀδρανῆ, ἐρωτῶντες τοὺς ξένους δημοσιογράφους,
1884ἵνα πληροφορηθῶσι παρ’ αὐτῶν, ἐὰν ἔλαβον τηλεγράφημα
1885περὶ ἀνακωχῆς. Ὑπέστησαν καὶ ἄλλην ὑποχώρησιν· ἐκ Φαρ-
1886σάλων ἦλθον εἰς Δομοκόν, ἐπολέμησαν, καὶ ἤραντο νίκην,
1887κατ’ αὐτοὺς τοὺς ξένους ἀξιωματικούς, ἐν Δομοκῷ, πλὴν
1888τῆς δεξιᾶς πτέρυγος, ἡ ὁποία ἡττήθη, ἀλλὰ δὲν εἶχεν ὑπερ-
1889φαλαγγισθῆ· ἐν τούτοις καὶ ἐκεῖθεν ὑπεχώρησαν, καὶ τέλος
1890ἔφθασαν μέχρι Λαμίας, διατασσόμενοι καὶ ὑποχωροῦντες!
1891Ἐπελθούσης δὲ τῆς ἀνακωχῆς, τῆς τόσον περιζητήτου καὶ
1892περιποθήτου εἰς τὸ Ἐπιτελεῖον, τί ἐγένετο ἐν τῷ στρατο-
1893πέδῳ τῆς Λαμίας; Τότε εἶχεν ἀναλάβει τὴν Κυβέρνησιν τοῦ
1894Κράτους ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς, καὶ ταύτην
1895συνεκρότησεν, ὡς ἐνόμισεν ὠφελιμώτερον, ἐκ τῶν ἐπιφανῶν
1896τῆς τότε Ἀντιπολιτεύσεως, τῶν ἀνηκόντων εἰς τὸ Τρικου-
1897πικὸν κόμμα, ἤτοι τῶν ἀξιοτίμων κ. κ. Θεοτόκη, Σιμοπού-
1898λου, Τσαμαδοῦ, Σκουλούδη κλπ. Καὶ αὐτὸς μὲν, ὁ χαλύ-
1899βδινος χαρακτὴρ, ἐπέμενε νὰ ἐκτελῇ τὸ καθῆκόν του, ἐφ’
1900ὅσον ἠδύνατο, καὶ ἐφ’ ὅσον ἐνόμιζεν ὅτι τῷ ἐπετρέπετο·
1901τί ἔπραττον ὅμως οἱ συνυπουργοί του; Ἐνῷ εὑρισκόμεθα
1902ἔτι ἐν ἀνακωχῇ, ἐνῷ ἡ εἰρήνη δὲν εἶχεν ἔτι ἐξασφαλισθῆ,
1903ἐνόμισαν εὔκαιρον τὴν περίστασιν νὰ ῥουσφετολογήσωσι,
1904πρὸς ἀνασύνταξιν τοῦ Τρικουπικοῦ κόμματος, καὶ διὰ φί-
1905λων των, περιερχόμενοι τὰ στρατόπεδα καὶ τὰ νοσοκομεῖα,
1906διεσκόρπιζον εἰς ἀξιωματικοὺς καὶ ὁπλίτας ἀδείας, συντε-
1907λοῦντες οὕτως εἰς τὴν ἀραίωσιν τῶν τάξεων τοῦ στρατοῦ!
1908Τοῦτο ἐγένετο ἐπὶ τῆς ἀνακωχῆς ὑπὸ τοῦ ἐξ Ὕδρας ἀξιο-
1909τίμου Βουλευτοῦ, ὡς Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν· δὲν
1910πιστεύω δ’ ὅτι οἱ λόγοι μου οὗτοι δύνανται νὰ διαψευσθῶ-
1911σιν. Ἡ κατάστασις αὕτη κατὰ τὸν χρόνον τῆς ἀνακωχῆς
1912ἐπροξένει βαθυτέραν ὀδύνην καὶ αὐτῆς τῆς ἐκ τῶν ἀτυχη-
1913μάτων τοῦ πολέμου· διότι οὐδεὶς ἠδύνατό ποτε νὰ φαν-
1914τασθῇ, ὅτι Ἕλλην Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἦτο δυ-
1915νατὸν νὰ καταστήσῃ τὸν Ὑπουργεῖόν του πρακτορεῖον τοι-
1916ούτων ἀδειῶν καὶ ἄλλων παρομοίων μεταβολῶν διὰ μετα-
1917θέσεων καὶ ἀποσπάσεων μετὰ τῶν ἄλλων τοῦ κόμματος συν-
1918υπουργῶν, καθ’ ὃν χρόνον ὁ ἐχθρὸς ἐπάτει ἔτι τὸ ἔδαφος τῆς
1919ἐλευθέρας Ἑλλάδος, καὶ διετελοῦμεν ἐν ἀνακωχῇ, καθ’ ἣν
1920ὑπῆρχεν ἡ ἰδέα, ὅτι δὲν ἠθέλομεν ἀποφύγει τὴν ἐξακολού-
1921θησιν τοῦ πολέμου, προτιμῶντες τοῦτον τοῦ φοβεροῦ ἐκείνου
1922κλοιοῦ, διὰ τοῦ ὁποίου ἤθελον νὰ περισφίγξωσι τὸν λαιμὸν
1923ἡμῶν, ἤτοι τῆς ἐπιβολῆς τοῦ οἰκονομικοῦ ἐλέγχου.
1924Ἀλλ’ ἐὰν κατὰ ξηρὰν ὑπέστημεν πάντα ταῦτα, ἡττη-
1925θέντες ἄνευ πραγματικοῦ νικητοῦ, καὶ παραδόσαντες εἰς τὸν
1926ἐχθρὸν μέγα τμῆμα τοῦ ἐλευθέρου Κράτους ἐξ ἀδικαιολο-
1927γήτων κατὰ τὸ πλεῖστον ὑποχωρήσεων, μὴ δὲν ἐνεπαίχθη-
1928μεν προδοτικῶς κατὰ θάλασσαν, ἐπὶ κινδύνῳ καὶ αὐτῆς τῆς
1929τιμῆς τοῦ ναυτικοῦ μας, τοῦ ὁποίου ἡ δόξα καὶ ἐν τῇ ἀρ-
1930χαίᾳ καὶ ἐν τῇ νεωτέρᾳ ἱστορίᾳ τῆς ὑφηλίου ἐμεσουράνει;
1931Ἡμεῖς, ὅτε, βλέποντες ν’ ἀποστέλλωνται πλοῖα καὶ στρατὸς
1932εἰς Κρήτην μὲ διαταγὰς νὰ καταλάβωσι τὴν νῆσον ἐν ὀνό-
1933ματι τοῦ Βασιλέως ἡμῶν, καὶ ἀκούοντες τοῦτον νὰ δια-
1934κηρύττῃ, ὅτι θὰ τεθῇ ἐπὶ κεφαλῆς 300,000 Ἑλλήνων, κα-
1935τελαμβανόμεθα ὑπὸ ἱεροῦ ἐνθουσιασμοῦ, καὶ ἐξελαρυγγιζό-
1936μεθα εἰς ζητωκραυγὰς ὑπὲρ αὐτοῦ καὶ ὑπὲρ τοῦ πολέμου,
1937εὐλόγως ἐπιστεύομεν, ὅτι Βασιλεὺς καὶ Κυβέρνησις ἔπρατ-
1938τον καὶ διεκήρυττον ταῦτα ἐν ἐπιγνώσει τῶν ἐθνικῶν δυνά-
1939μεων, καὶ ὅτι ἠδύνατο τὸ ἔθνος μετ’ ἐλπίδων ἐπιτυχίας νὰ
1940κατέλθῃ εἰς τὸν ἱερὸν αὐτὸν ἀγῶνα πρὸς ἀπελευθέρωσιν τῶν
1941ὑποδούλων ἀδελφῶν. Τὰς ἐλπίδας δὲ ταύτας ἐστηρίζομεν
1942καὶ ἡμεῖς καὶ τὸ ἔθνος ὁλόκληρον καὶ εἰς τὸν κατὰ ξηρὰν
1943στρατόν, ἀλλὰ κυρίως καὶ πρωτίστως εἰς τὸ ἔνδοξον ἡμῶν
1944ναυτικόν. Ὁποία ὅμως οἰκτρὰ διάψευσις τῶν ἐθνικῶν αὐτῶν
1945ἐλπίδων! Ἀλλὰ πῶς νὰ μὴ ἐπέλθῃ ἡ διάψευσις αὕτη, ἀφοῦ
1946ἡ κυριωτέρα αὕτη δύναμις τοῦ ἔθνους ἐδεσμεύθη, καὶ δὲν
1947ἔμεινεν ἐλευθέρα νὰ ἐκτελῇ τὰς διαταγὰς τοῦ ὑπευθύνου
1948Ὑπουργοῦ, τὰς δυναμένας, ἔστω, νὰ ἐκτελεσθῶσιν, ἀλλὰ
1949ἐξετέλει ἄλλας διαταγάς, ἀντιθέτους, ὑπ’ ἀνευθύνων διδο-
1950μένας;
1951Ἐπὶ τούτων πάντων τῶν ζητημάτων ἐζητήσαμεν καὶ ἐπι-
1952μένομεν ζητοῦντες νὰ χυθῇ φῶς ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου
1953δι’ εὐρείας συζητήσεως, ἵνα εὑρεθῶσιν οἱ ὑπαίτιοι τῆς ἐθνικῆς
1954καταστροφῆς, οἱ ὁποῖοι, ἂν μὲν ἦναι ἐκ τῶν νόμῳ ὑπευθύ-
1955νων καὶ ὑπάρχῃ καιρὸς, νὰ δώσωσι τὰς προσηκούσας εὐ-
1956θύνας, ἂν δ’ ἐκ τῶν νόμῳ ἀνευθύνων, ἐν τῇ ἀδυναμίᾳ νὰ
1957ζητήσωμεν παρ’ αὐτῶν τοιαύτας, νὰ ἀκούσωσι τουλάχιστον
1958ἐντεῦθεν ὅ,τι πρέπει καὶ ὅ,τι εἶναι ἱκανὸν νὰ συντελέσῃ,
1959ὅπως ἐν τῷ μέλλοντι πατριωτικῶς καὶ ἐθνικῶς ἐργάζωνται.
1960Περαίνων τὸν λόγον, κατέρχομαι τοῦ βήματος, ἐν τῇ πε-
1961ποιθήσει, ὅτι ἄλλοι ἁρμοδιώτεροι, εἰς τοὺς ὁποίους μάλιστα
1962εἶναι τοῦτο ἐπιβεβλημένον ἐκ καθήκοντος καὶ ἐκ τῆς θέσεως,
1963ἣν εἶχον, θὰ ἐξετάσωσιν ἐντεῦθεν λεπτομερῶς πάντα ταῦτα,
1964καὶ θὰ δώσωσι τὰς ἀναγκαίας ἐξηγήσεις, θέτοντες εἰς τὴν
1965θέσιν των καὶ τὰ πράγματα καὶ τὰ πρόσωπα.
1966§88ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Λεβίδης ἔχει τὸν λόγον.
1967§89Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Κατὰ πρῶτον μὲν, Κύριοι, εὔχομαι, ἐν
1968οὕτω σπουδαίᾳ συζητήσει μηδὲν νὰ εἴπω τὸ δυνάμενον καὶ
1969ἐπ’ ἐλάχιστον νὰ βλάψῃ τὰ συμφέροντα τοῦ ἔθνους· ἔπειτα
1970δ’ εὔχομαι, μηδὲν νὰ εἴπω τὸ δυνάμενον νὰ ἀδικήσῃ τινὰ,
1971εἴτε παρόντα, εἴτε ἀπόντα συνάδελφον, εἴτε καὶ οἱονδήποτε
1972ἄλλον. Διότι ἐν οὕτω μεγάλῃ συζητήσει, ἐν οὕτως ἐθνικοῖς
1973ζητήμασι νομίζω, ὅτι ἱερωσύνην ἀσκοῦμεν ἀπὸ τῆς θέσεως
1974ταύτης.
1975Παράδοξον, ὅτι τρίτην ταύτην φορὰν ἐπιχειροῦσι νὰ ἐγεί-
1976ρωσι κατηγορίαν κατ’ ἐκείνων, οἵτινες εἶχον τὴν ἀτυχίαν, ἢ
1977τὴν εὐτυχίαν, νὰ διευθύνωσι τότε τὰ πράγματα τῆς πατρί-
1978δος, καὶ τρίτην ταύτην φορὰν ἐγείροντες τὴν κατηγορίαν,
1979ἐγκαταλιμπάνουσιν αὐτήν. Ἤγειραν τὴν κατηγορίαν περὶ
1980παροχῆς εὐθυνῶν κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Περίοδον τῆς Βου-
1981λῆς, καὶ μετὰ ταῦτα ἐτράπησαν εἰς φυγήν! Ἦλθον τὸ δεύ-
1982τερον, πλειονοψηφοῦντες ἤδη, καὶ ἐπεχείρησαν ἐν τῇ πα-
1983ρούσῃ Περιόδῳ νὰ ἐγείρωσι κατηγορητήριον, καὶ ὅμως κα-
1984τηγορία δὲν ἠγέρθη. Τί ἐζητήσατε, παρακαλῶ, τώρα; νὰ
1985συνενωθῶσι τὰ ζητήματα τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας πρὸς τὰ
1986τῶν εὐθυνῶν! Καὶ ἐν τούτοις πάλιν δὲν κατηγορεῖτε ἡμῶν
1987ἐπὶ παραβάσει τῶν νόμων καὶ ἐπὶ ζημίᾳ τῶν συμφερόντων
1988τοῦ ἔθνους. Ἐπὶ τίνι, παρακαλῶ, τρίτην ταύτην φορὰν νὰ
1989ἀπολογηθῶμεν; Καὶ τίς ἐστὶν ἡ κατηγορία, ἣν ἐκ τῆς πτέ-
1990ρυγος ταύτης (δεικνύει τὴν δεξιὰν) ἠκούσαμεν;
1991Ἡμεῖς δυνάμεθα νὰ ἐγείρωμεν κατηγορίαν καθ’ ὑμῶν.
1992Διότι, ἂν τῳόντι συμφέροντα τοῦ ἔθνους ἐπὶ τοσοῦτον ἕνε-
1993κεν ἡμῶν ἐζημιώθησαν τότε, ὥστε νὰ ὦμεν ἄξιοι κατηγο-
1994ρίας, διατὶ τρίτην ταύτην φορὰν παραλείπετε τὸ πρὸς τὴν
1995πατρίδα ὑμέτερον καθῆκον; διατὶ τέλος πάντων δὲν ἐγεί-
1996ρεσθε ὡρισμένοι καὶ σαφεῖς κατήγοροι; Διατὶ κατὰ τε τὴν
1997παρελθοῦσαν Περίοδον καὶ κατὰ τὴν παροῦσαν ἐτράπητε τὴν
1998ἐπιεικῆ, οὕτως εἰπεῖν, ὁδὸν τῶν ἐξεταστικῶν ἐπιτροπῶν τῆς
1999Βουλῆς, καὶ δὲν ἐζητήσατε νὰ λειτουργήσῃ ὁ «περὶ εὐθύ-
2000νης τῶν Ὑπουργῶν» νόμος διὰ συστάσεως ἀνακριτικῆς ἐπι-
2001τροπῆς;
2002Καὶ ὁποία καὶ ἡλίκη ἤθελεν εἶσθαι ἡ διαφορὰ μεταξὺ τῶν
2003δύο περιστάσεων! Ἐκ μὲν τῶν ἐξεταστικῶν ἐπιτροπῶν δυ-
2004νάμεθα νὰ ἀκούσωμεν ἢ ἀκούομεν γνώμας, ἐν δὲ τῇ ἀνακρι-
2005τικῇ ἐπιτροπῇ ἐπιβεβλημένον ἐστὶν ἐπὶ τέλους, ἵνα οἱ ἁρ-
2006μόδιοι ἐκδώσωσι βούλευμα ἐπὶ τῶν κατηγορουμένων πρά-
2007ξεων. Καὶ ὁσάκις, εἴτε ἐνταῦθα, εἴτε ἀλλαχοῦ, τοιαῦτα ζη-
2008τήματα ἀνεφύησαν, μόνον τότε ἀποτελεσματικῶς ἐπερατώθη-
2009σαν, ὁσάκις ἡ ἀπηνὴς καὶ σοβαρὰ διαδικασία τῶν ἀνακρι-
2010τικῶν ἐπιτροπῶν ἐτέθη εἰς ἐνέργειαν. Ἀπὸ τῶν ἐξεταστικῶν
2011ἐπιτροπῶν πολλάκις συνηθίσαμεν οὐδὲν νὰ μανθάνωμεν, καὶ
2012οὐδὲν ἀποτέλεσμα ν’ ἀναμένωμεν.
2013Καὶ ἐρωτῶμεν λοιπὸν ἡμεῖς ὑμᾶς, διατὶ παρελείψατε τὸ
2014ὑμέτερον καθῆκον; Ἐὰν τὰ τότε γενόμενα,—ἐξετάζω δὲ
2015ταῦτα ἐν ταῖς γενικαῖς αὐτῶν γραμμαῖς, οὐχὶ δ’ ἐν ταῖς λε-
2016πτομερείαις,—ἐὰν τὰ τότε πραχθέντα ἐκ μέρους τῆς Κυβερ-
2017νήσεως ἐκείνης ἦσαν τοιαῦτα, ὥστε νὰ προκαλέσωσιν ἀναγ-
2018καίως τὴν εὐθύνην αὐτῆς, διατὶ δὲν κατηγορήσατε; Διατὶ
2019δὲν ἐζητήσατε νὰ μάθητε, πῶς τὰ στρατεύματα ἡμῶν ὑπε-
2020χώρουν ἐκ τῆς Ἠπείρου, καὶ πῶς τὰ στρατεύματα ἡμῶν
2021ἐτρέποντο εἰς φυγὴν κατὰ τὴν Ἀνατολικὴν Ἑλλάδα; Διατὶ
2022δὲν ἐζητήσατε νὰ ἐξετασθῇ, πῶς οὐδὲν ὁ στόλος ἠθέλησε νὰ
2023πράξῃ κατὰ τὴν Δυτικὴν Ἑλλάδα, καὶ πῶς οὐδὲν ἠθέλησε
2024νὰ πράξῃ κατὰ τὴν Ἀνατολικὴν;
2025Φίλος ὑμῶν ἦν ὁ Βουλευτὴς ἐκεῖνος, ὅστις προέβαλεν ἐξέ-
2026τασιν περὶ τῶν ζητημάτων τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας. Καὶ
2027ἐπιλαμβανόμενοι τῶν ζητημάτων ἐκείνων, ἐνομίσατε, ὅτι
2028ἠθέλετε καρπωθῆ εὐχύμους καρπούς, συνδέοντες πρὸς τὴν
2029ἐξέτασιν ἐκείνην τὴν τῶν εὐθυνῶν τῆς τότε Κυβερνήσεως,
2030καὶ συνδέοντες τὴν ἐξέτασιν, οὐχὶ ἵνα προβῆτε εἰς αὐτήν,
2031ἀλλ’ ἵνα πάλιν συγκαλύψητε τὰ πράγματα.
2032Ζητεῖτε πραγματικῶς καὶ σπουδαίως εὐθύνας; Ἢ μήπως
2033εἶναι ἐκ τῶν συνήθων ἐκείνων ἐκλογικῶν πυροτεχνημάτων
2034καὶ τοῦτο; Ἢ μήπως ἀπεφασίσατε νὰ στείλητε τοὺς κυ-
2035ρίους (δεικνύει τοὺς Ὑπουργοὺς) ἐκεῖσε, ὁπόθεν ἐφέρατε αὐ-
2036τούς, καὶ ἐπιθυμεῖτε ἐκλογικὸν ἔδαφος; Καὶ νομίζετε, ὅτι
2037θέλομεν ἀφήσει ὑμᾶς νὰ καρπωθῆτε καρποὺς τοιούτους;
2038Ἂν σπουδαίως καὶ σοβαρῶς ζητῆτε τὰς εὐθύνας,—ἐγὼ
2039ὁμιλῶ περὶ ἐμοῦ καὶ μόνον, ὑποθέτω ὅμως, ὅτι συμφώνως
2040εἰς τοῦτο τοὐλάχιστον ὁλομερῶς ἔχω τοὺς ἐμοὺς τότε ἀξιο-
2041τίμους συναδέλφους—ἂν ζητῆτε πραγματικῶς εὐθύνας, οὐχὶ
2042δὲ ἐκλογικὰ ὀφέλη, ἡμεῖς ἐσμὲν πρόθυμοι νὰ παραιτηθῶμεν
2043τῶν εὐεργετημάτων καὶ τῶν ἐνστάσεων, ἃς δυνάμεθα νὰ ἀν-
2044τλήσωμεν ἐκ τῶν νόμων περὶ εὐθύνης τῶν Ὑπουργῶν, του-
2045τέστι τῆς παραγραφῆς. Ἡμεῖς δυνάμεθα νὰ παραιτηθῶμεν
2046καὶ αὐτῆς τῆς βουλευτικῆς ἀσυλίας. Ἂν δὲν δύνασθε νὰ
2047κατηγορήσητε ἡμῶν, ἔστω καὶ παραιτουμένων τοῦ εὐεργε-
2048τήματος τῆς παραγραφῆς, ὡς δημοσίων λειτουργῶν τοῦ Κρά-
2049τους, ἔλθετε, παραιτουμένων ἡμῶν τῶν δικαιωμάτων τῆς
2050ἀσυλίας, νὰ κατηγορήσητε ἡμῶν, ὅτι ἕνεκεν ἡμῶν συνέβησαν
2051ὅσα διεδραματίσθησαν κατὰ τὴν ἀτυχῆ ἐκείνην τοῦ ἔθνους
2052περίστασιν.
2053Ἀλλ’ ἀφ’ ἧς τὰ ζητήματα ταῦτα ἀνεφάνησαν ἐν τῇ αἰ-
2054θούσῃ ταύτῃ, ἓν εἶναι τὸ ἀληθές, ὅτι πολλάκις ἠπειλήθη-
2055σαν αἱ εὐθῦναι, ἀλλ’ ἠπειλήθησαν μόνον ἵνα συγκαλυφθῶσι.
2056Διατὶ δὲν ἀφήσατε νὰ λειτουργήσωσιν αἱ ἐξεταστικαὶ ἐπι-
2057τροπαὶ τῆς Βουλῆς; Ἢ, ἂν ἐπείθεσθε, ὅτι αἱ ἐξεταστικαὶ ἐπι-
2058τροπαὶ δὲν ἐδύναντο σοβαρῶς καὶ ἀποτελεστικῶς νὰ ἐπιλη-
2059φθῶσι τοῦ μεγάλου τούτου ἔργου, διατὶ, ἐπαναλέγω, δὲν προέ-
2060βητε εἰς σύστασιν ἀνακριτικῆς ἐπιτροπῆς; Διατὶ δὲν ζητεῖτε
2061νὰ μάθητε, πῶς οἱ στρατοὶ ἡμῶν ἐν Ἠπείρῳ ἐτρέποντο εἰς
2062φυγὴν ἄνευ ἀνάγκης, καὶ πῶς οἱ στρατοὶ ἡμῶν ἐν Θεσσαλίᾳ
2063ὑπεχώρουν, χωρὶς σχεδὸν νὰ πολεμήσωσι; Διατὶ, ἐπανα-
2064λέγω, δὲν ἐζητήσατε νὰ μάθητε, πῶς αἱ Μοῖραι ἡμῶν, καὶ
2065ἡ Ἀνατολικὴ καὶ ἡ Δυτική, οὐδὲν ἠθέλησαν νὰ πράξωσιν;
2066Ἐγὼ, Κύριοι, δὲν εἶμαι κατὰ πάντα σύμφωνος πρὸς τὰς
2067ἀκουσθείσας γνώμας, ὅτι ἡ Ἐθνικὴ Ἑταιρεία τουτέστιν
2068ὑπῆρξεν ὁ μόνος αἴτιος τῆς ἐθνικῆς ἡμῶν συμφορᾶς. Ἐγὼ,
2069ὃν οὐδὲν πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Ἑταιρείαν συνέδεεν ἢ συνδέει,
2070δὲν δύναμαι νὰ δεχθῶ, θεωρῶ μάλιστα καὶ ὑπερβολικόν,
2071ὅτι πάντες οἱ μετασχόντες αὐτῆς ἦσαν ἄξιοι μομφῆς καὶ
2072ἐθνικῆς καταδίκης. Ἐκεῖνοι οἱ ὀλίγοι ἀξιωματικοί, οἵτινες
2073πρὸ πολλοῦ εἶχον θέσει τὰς βάσεις τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας,
2074βεβαίως ὡρμῶντο ὑπὸ φιλοπατρίδων προθέσεων. Ἐξ ὅσων δὲ
2075ὅλοι μέχρι τοῦδε ἠκούσαμεν, καὶ ἐξ ὅσων κατὰ διαφόρους
2076ἐποχὰς ἐμάθομεν, βεβαίως δὲν δυνάμεθα νὰ ἀρνηθῶμεν, ὅτι
2077ἀγαθοὶ ἀληθῶς ἄνδρες, ὅτι φιλοπάτριδες ἀληθῶς πολῖται
2078κατηριθμοῦντο μεταξὺ τῶν μελῶν τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας.
2079Ἓν εἶναι τὸ παράδοξον, ὅτι, ὅσον τις ἀνέρχεται πρὸς τὴν
2080κορυφὴν τῆς Ἑταιρείας, τοσοῦτον βλέπει καταφανῶς πλέον
2081ἐργασίαν μεμελετημένην οὐχὶ μόνον πρὸς ἐθνικοὺς σκοποὺς,
2082ἀλλὰ καὶ πρὸς πολιτικούς, ἀλλὰ καὶ πρὸς πολιτικὴν κερ-
2083δοσκοπίαν.
2084Ὑπὸ ἄλλην ἔποψιν θέλω ἐξετάσει ἐγὼ τὰ τῆς Ἐθνικῆς
2085Ἑταιρείας. Δὲν θέλω νὰ ἐξετάσω διὰ μακρῶν τοὺς λόγους,
2086οἵτινες συνετέλεσαν εἰς τὴν ἵδρυσιν καὶ τὴν πρόοδον τοῦ
2087σωματείου αὐτοῦ. Ἓν ὅμως εἶναι, Κύριοι, βέβαιον καὶ ἀναμ-
2088φισβήτητον, ὅτι εἷς τῶν μεγίστων ὑπαιτίων τῆς ἐθνικῆς συμ-
2089φορᾶς ὑπῆρξεν ἀναμφιβόλως καὶ ἡ ἐν λόγῳ Ἑταιρεία. Καὶ
2090ἐφ’ ὅσον μὲν μυστικῶς ἔδρα, τ’ ἀποτελέσματα αὐτῆς ἴσως δὲν
2091ἦσαν μέγιστα καὶ τελεσιουργά. Εὐθὺς ὅμως ὡς ἡ Ἑταιρεία
2092ἐδηλώθη δημοσία, ἐνθουσιασμὸς κατέλαβε τοὺς πάντας, καὶ
2093ὁ μυστικὸς ὀργανισμὸς αὐτῆς, καὶ ὁ τρόπος, καθ’ ὃν ἐλει-
2094τούργει, καὶ ὁ τρόπος, καθ’ ὃν ἡ μύησις ἐνηργεῖτο, καὶ ἡ ἀνω-
2095τάτη καὶ ἀόρατος ἀρχή, πάντα ταῦτα παρίστων τὸ σωμα-
2096τεῖον ἐκεῖνο ὡς διάδοχον οἱονεὶ τῆς μεγάλης ἐκείνης Ἑται-
2097ρείας τῶν πατέρων ἡμῶν, εἰς ἣν κατὰ πολὺ ὀφείλει τὴν
2098ἐλευθερίαν αὑτῆς ἡ Ἑλληνικὴ φυλή, λέγω τῆς Φιλικῆς Ἑ-
2099ταιρείας.
2100Ὅτε τὸ πρῶτον ἐδημοσιεύθη προκήρυξις τῆς Ἐθνικῆς
2101Ἑταιρείας, δι’ ἧς προεκαλεῖτο ἡ Ἑλληνικὴ φυλὴ εἰς δρᾶ-
2102σιν, ὁ τύπος, παρασυρθεὶς καὶ αὐτὸς ἐκ τῆς ψυχολογικῆς
2103καταστάσεως, ἐν ᾗ τότε σύμπαν τὸ Ἑλληνικὸν διετέλει,
2104ἐπαίνους καὶ παιᾶνας ἐτόνιζεν ὑπὲρ τοῦ «ἁγίου» τούτου σω-
2105ματείου, ὡς ἀπεκάλει αὐτό. Ὅτε, Κύριοι, τὸ πρῶτον ἐδη-
2106μοσιεύετο ἐν τῷ «Ἄστει» τῇ 31 Ὀκτωβρίου 1896 ἔτους
2107τὸ θούριον, οὕτως εἰπεῖν, ᾆσμα τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας,
2108ὁ τύπος ὁλόκληρος, ἀντιπροσωπευόμενος, οὕτως εἰπεῖν, ἐν
2109τούτῳ ὑπὸ τοῦ φύλλου ἐκείνου, ὅπερ πρὸ ὀλίγου ὠνόμασα,
2110ἔγραφεν (ἀναγινώσκει): «Μετὰ συγκινήσεως βαθυτάτης ἐλά-
2111»βομεν καὶ δημοσιεύομεν τὸ πρόγραμμα τῆς Ἐθνικῆς Ἑται-
2112»ρείας, τῆς ἀοράτου δυνάμεως, εἰς τὴν ὁποίαν ὀφείλεται
2113»κατὰ τοὺς τελευταίους μῆνας ἡ ζωηρὰ ἀφύπνισις τοῦ ἐθνι-
2114»κοῦ αἰσθήματος καὶ ἡ ἐνεργὸς διεκδίκησις δικαιωμάτων, τὰ
2115»ὁποῖα ἐφαίνοντο ὡς λησμονηθέντα. Τὸ πρόγραμμα αὐτῆς
2116»εἶναι γενναῖον καὶ εἰλικρινῶς διατυπωμένον. Τὸ ἔγγραφον
2117»δὲν φέρει ὑπογραφὴν καμμίαν, πλὴν ἁπλῆς ἐρυθρᾶς σφρα-
2118»γῖδος. Ἀλλὰ ὑπὸ τὰς γραμμὰς τοῦ ἐγγράφου πάλλει αὐτὸ
2119»τοῦτο ἡ καρδία τοῦ ἔθνους ὅλου, τοῦ ἔθνους τοῦ τρέφοντος
2120»ἰδανικά, τοῦ συγκινουμένου, τοῦ συναισθανομένου τὰ κα-
2121»θήκοντά του, τοῦ ἀναγνωρίζοντος καὶ συνειδότος τὰ δικαιώ-
2122»ματά του. Ἡ προκήρυξις τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας εἶναι σάλ-
2123»πισμα κινδύνου, ἀλλὰ καὶ ἐνθουσιῶδες ἐγερτήριον, τὸ ὁ-
2124»ποῖον καθιστᾷ σημαντικώτερον ὁ ὑπαινιγμός, ὅτι αἱ στρα-
2125»τιωτικαὶ τάξεις δὲν εἶναι ξέναι πρὸς αὐτό.»
2126Καὶ πῶς ἐπεγράφετο, παρακαλῶ, τὸ ἄρθρον τοῦτο, ὅπερ
2127ἀνέγνων; «Νέα Φιλικὴ Ἑταιρεία!»
2128Καὶ δημοσιεύεται, Κύριοι, εὐθὺς κατωτέρω ἔγγραφον,
2129ἀληθῶς δυνάμενον νὰ ἐξεγείρῃ ὅλα τὰ γενναῖα αἰσθήματα
2130παντὸς λαοῦ, πρὸ πάντων δὲ λαοῦ μεσημβρινοῦ, οἷος ὁ ἡμέ-
2131τερος. Ἔλεγον, ὅτι, ὅσον τις ἀνέρχεται εἰς τὴν κορυφὴν τῆς
2132Ἑταιρείας, τόσον διαβλέπει καὶ τοὺς πλαγίους σκοποὺς αὐ-
2133τῆς· καὶ τοιουτοτρόπως ἐν τῷ ἐγγράφῳ τούτῳ ἐλέγετο (ἀνα-
2134γινώσκει): «Διὰ τοῦτο... ἂν, ὃ μὴ γένοιτο, τὸ Κράτος,
2135ἐπαναλαμβανομένων παρελθόντων σφαλμάτων, θελήσῃ νὰ
2136ἀδρανήσῃ, τὸ Γένος δὲν θέλει βεβαίως παρίδει τὸ ἐπιβεβλη-
2137μένον αὐτῷ καθῆκον, τότε δὲ οὐδὲ τὸ Κράτος θὰ δυνηθῇ νὰ
2138ἀπόσχῃ τῆς ἐκπληρώσεως αὐτοῦ.»
2139Καθαρὰ ἀντιποίησις τῶν δικαιωμάτων τῶν νομίμων ἐξου-
2140σιῶν τῆς Πολιτείας!
2141Τὸ αὐτὸ φύλλον, ὅπερ ἐπακριβῶς γνωρίζομεν τίνος πολι-
2142τικοῦ κόμματος τὰς ἰδέας ἀντεπροσώπευε καὶ ἀντιπροσω-
2143πεύει, τῇ 8ῃ Φεβρουαρίου τοῦ 1897 ἔτους ἐδημοσίευσεν
2144«Ὑπόμνημα πρὸς τὸν Βασιλέα καὶ τὸν Πρωθυπουργὸν» τῆς
2145αὐτῆς Ἑταιρείας, ἐν ᾧ μεταξὺ ἄλλων ἐλέγετο (ἀναγινώσκει):
2146«Ὁ Πρόεδρος τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου πρὸς τὴν Διεύ-
2147»θυνσιν τῆς ἐφημερίδος «Ἄστυ», ἐνταῦθα.
2148»Γνωρίζω ὑμῖν, ὅτι ἀπεστάλη σήμερον πρὸς τὴν Α. Μ.
2149»τὸν Βασιλέα, ὡς καὶ πρὸς τὸν Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως,
2150»τὸ ἑξῆς ὑπόμνημα ἐκ μέρους τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας, καὶ
2151»παρακαλῶ, ὅπως καταχωρίσητε τοῦτο...»
2152Καὶ ἐν τῷ αὐτῷ φύλλῳ, Κύριοι, τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ ἐγράφον-
2153το αἱ ἑξῆς σημαντικαὶ ἰδέαι (ἀναγινώσκει):
2154«Ὁ Βασιλεὺς ἠξίωσεν, ἵνα γείνῃ ἀπὸ τοῦδε πᾶσα ἡ ἀπαι-
2155»τουμένη προπαρασκευαστικὴ ἐργασία, ὅπως ἐν δεδομένῃ
2156»στιγμῇ μὴ χρειασθῇ ἄλλο τι, εἰμὴ ἔκδοσις ἑνὸς μόνον Δια-
2157»τάγματος, ὅτε ἡ πυρκαϊά, ἥτις καίει ἤδη εἰς ἓν μεμονωμέ-
2158»νον τμῆμα τῆς Ὀθωμανικῆς Αὐτοκρατορίας, θὰ ἐκραγῇ εἰς
2159»τὸ κέντρον αὐτῆς, καὶ κατὰ τρόπον, ὥστε δὲν θὰ ἦναι τότε
2160»δυνατὸν νὰ προληφθῶσιν αἱ συνέπειαι, τὰς ὁποίας ζητεῖ νὰ
2161»ἀποφύγῃ ἡ Εὐρώπη.»
2162«Εὐτυχῶς», ἐξηκολούθει τὸ «Ἄστυ» — τῆς 8 Φεβρουα-
2163»ρίου, παρακαλῶ, τοῦ αὐτοῦ 1897 ἔτους — «εὐτυχῶς τὰ
2164»πάντα εἶναι ἤδη ἕτοιμα, χάρις εἰς τὴν πατριωτικὴν πρωτο-
2165»βουλίαν τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας, ὥστε τὸ σύνθημα μόνον
2166»ἀναμένεται, ἵνα καὶ Ἤπειρος καὶ Μακεδονία ὑψώσωσι συγ-
2167»χρόνως τὴν σημαίαν τῆς ἐπαναστάσεως!»
2168Διὰ τοιούτων, Κύριοι, δημοσιευμάτων καὶ δι’ ἄλλων, αὐ-
2169τοῖς ὁμοίων, ἐξηρεθίζετο ὁ ἐνθουσιασμὸς τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ,
2170καὶ πάντες ἔσπευδον τυφλοῖς ὄμμασι πρὸς τὸν πόλεμον, ἀδια-
2171φοροῦντες περί τε τῆς παρασκευῆς τοῦ ἔθνους καὶ περὶ τῶν
2172δυναμένων νὰ συμβῶσιν ἀτυχημάτων. Καὶ μίαν μόνον ἡμέ-
2173ραν πρὸ τοῦ συλλαλητηρίου, περὶ οὗ μακρὸς ἐγένετο λόγος
2174κατὰ τὰς ἡμέρας ταύτας ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, τῇ 8 Φε-
2175βρουαρίου τοῦ 1897 ἔτους, τὸ αὐτὸ ἡμιεπίσημον ὄργανον τῆς
2176πολιτικῆς ταύτης μερίδος (δεικνύει τὴν Συμπολίτευσιν) ἐν
2177κυρίῳ ἄρθρῳ ἔγραφε τοὺς ἑξῆς ἀξιομνημονεύτους λόγους
2178(ἀναγινώσκει):
2179«Ἡ Κυβέρνησις δεικνύει σημεῖα ἐπίφοβα ὑποχωρήσεων
2180»καὶ λιποψυχιῶν! Ἤρχισε νὰ φοβῆται, νὰ συλλογίζηται τὰς
2181»εὐθύνας, τὰ βάρη τὰ φοβερά! Ἤρχισε νὰ σκέπτηται, ἐνῷ
2182»ἔπρεπε μόνον νὰ ἐνεργῇ... Ὁ τύπος, ὅστις μέχρι τοῦδε
2183»ἵστατο παρὰ τὸ πλευρὸν τῆς Κυβερνήσεως, ἔχει λόγους σο-
2184»βαροὺς νὰ πιστεύῃ, ὅτι αὕτη ἑτοιμάζει ὑποχώρησιν, ἐπιβάλ-
2185»λεται δ’ εἰς αὐτὸν, ἐν ὀνόματι τῆς κινδυνευούσης πατρίδος,
2186»ν’ ἀποκαλύψῃ τοὺς ὑπαιτίους πάσης ἐθνικῆς συμφορᾶς...
2187»Ἐπαναλαμβάνομεν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἤρχισε νὰ δεικνύῃ
2188»σημεῖα ὑποχωρήσεως... Καὶ ὅμως λαὸς, ἔθνος, Βασιλεία,
2189»τύπος, ὅλοι ὁμοῦ ὑποστηρίζουν, ἐνισχύουν, ἐνθαρρύνουν,
2190»ἐμψυχώνουν τὴν Κυβέρνησιν.
2191»Ἐμπρός! φωνάζει ὁ Βασιλεὺς» (ἐξακολουθεῖ τὸ «Ἄστυ»).
2192«— Μὴ μὲ σπρώχνῃς! στάσου!» ἀπαντᾷ ἡ Κυβέρνησις! —
2193«Στείλατε τὸν στρατὸν εἰς τὰ σύνορα», φωνάζει ἀπὸ δύο ἤδη
2194»ἑβδομάδων ὁ Βασιλεὺς ἐν ὀνόματι τοῦ ἔθνους. — «Σιγά,
2195»σιγὰ!» ἀπαντᾷ ἡ Κυβέρνησις. — «Προμηθευθῆτε ὅπλα, φυ-
2196»σίγγια, κτήνη, σιτάρι. Ἐξοπλίσατε τὸ στράτευμα, ὀχυρώ-
2197»σατε τὰ σύνορα, γεμίσατε τὰς ἀποθήκας, ἐκτελέσατε ὅσα
2198»σᾶς ἔγραψα εἰς τὸ Διάταγμά μου, ὅσα σᾶς φωνάζω κάθε
2199»πρωῒ ἀπὸ μηνὸς τώρα». — «Θὰ σκεφθῶμεν, Μεγαλειότατε».
2200— «Ἀγοράσατε ὅπλα!» — «Θὰ φροντίσῃ ὁ κ. Πολυγένης,
2201»(μάλιστα ὁ κ. Πολυγένης) Μεγαλειότατε.»
2202»Ἀλλὰ τί περιμένει πλέον τὸ ἔθνος καὶ ὁ Βασιλεὺς ἀπὸ
2203»Κυβέρνησιν δειλὴν, παλίμβουλον, ὀπισθοχωροῦσαν πρὸ με-
2204»γαλεπηβόλων συλλήψεων, πρὸ ἀπεγνωσμένων ἀποφάσεων,
2205»πρὸ τοῦ ὁριστικοῦ καὶ τελευταίου βήματος, δι’ οὗ ὁ Ἑλ-
2206»ληνισμὸς θὰ νικήσῃ ἢ θὰ καταστραφῇ;...»
2207§90Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ποῖος τὰ λέγει αὐτά;
2208§91Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Τὸ «Ἄστυ» τὰ λέγει.
2209§92Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Καὶ ποίαν σημασίαν ἔχουν αὐτά;
2210§93Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἔχω πολλὴν πεποίθησιν ἐπὶ τὴν νοημο-
2211σύνην ὑμῶν, κύριε πρώην Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, καὶ νο-
2212μίζω, ὅτι εἶναι περιττὸν νὰ ἐξηγήσω τὴν σημασίαν αὐτῶν.
2213§94Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἔχετε καθῆκον, διότι ἄλλως δὲν βλέπω
2214τὸν λόγον, διὰ τὸν ὁποῖον τὰ ἀναγινώσκετε.
2215§95ΛΕΒΙΔΗΣ. Τὰ ἀναγινώσκω, διότι τὸ «Ἄστυ» ἐνεπνέετο
2216καὶ ἐμπνέεται ὑπὸ τοῦ πολιτικοῦ κόμματος, οὗτινος ἡγεῖσθε.
2217§96Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Δηλῶ, ὅτι τὸ «Ἄστυ» δὲν ἐνεπνέετο
2218καὶ δὲν ἐμπνέεται ὑπὸ τοῦ πολιτικοῦ κόμματος, τὸ ὁποῖον
2219ἔχω τὴν τιμὴν νὰ διευθύνω. Εἶναι δὲ γνωστὴ ἡ πορεία, τὴν
2220ὁποίαν ἠκολούθησα, καὶ δὲν εἶχον ἀνάγκην νὰ μεταχειρισθῶ
2221τὸ «Ἄστυ», ὅπως διερμηνεύσω τὰς ἰδέας μου. Ταύτας ἐξέ-
2222θετον ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς.
2223§97Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἐγὼ λέγω αὐτά, ἅτινα ἔχω ἐδῶ τετυ-
2224πωμένα ἐν τῷ «Ἄστει» (ἀναγινώσκει):
2225«...Τὸ καθῆκον τοῦ Βασιλέως ἦτο νὰ ἡγηθῇ τῆς ἐθνικῆς
2226»κινήσεως. Ἡγήθη. Τὸ καθῆκον τοῦ Βασιλέως ἦτο νὰ ἀκούσῃ
2227»τὴν φωνὴν τοῦ ἔθνους. Τὴν ἤκουσε. Τὸ καθῆκον τοῦ Βα-
2228»σιλέως ἦτο νὰ σύρῃ τὸ ξίφος. Τὸ ἔσυρε! Τὸ καθῆκον τοῦ
2229»Βασιλέως ἦτο νὰ εἰσέλθῃ πάνοπλος εἰς τὸν ἀγῶνα! Εἰσῆλ-
2230»θεν!!» («Ἄστυ» τῆς 8 Φεβρουαρίου 1897 ἔτους, σελὶς αʹ.)
2231Νὰ ἐξακολουθήσω, Κύριοι, ἀναγινώσκων ἄλλα ἔγγραφα
2232τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας τῆς αὐτῆς ἀκριβῶς ἐποχῆς; Νὰ ἐξ-
2233ακολουθήσω ἀναγινώσκων ἄλλα φύλλα τοῦ τύπου τῆς αὐτῆς
2234ἀκριβῶς ἐποχῆς; Οὐδὲ λέγω ἐγὼ ταῦτα, ἵνα ἐγείρω κατη-
2235γορίαν κατὰ τοῦ τύπου, πολλοῦ γε καὶ δεῖ. Καὶ ὁ τύπος,
2236ζῶν ἐν τῷ μέσῳ τῆς ἀτμοσφαίρας ταύτης, δὲν ἐδύνατο, εἰμὴ
2237νὰ ἐπηρεασθῇ ὑπ’ αὐτῆς. Φιλοπάτριδες συντάκται τῶν ἐν
2238Ἀθήναις ἐφημερίδων, εὐγενεῖς νεανίαι, ὧν ζωηρῶς ἔπαλλεν
2239ἡ καρδία, ὧν δὲ εἶχον κατορθώσει νὰ ἐπισκοτίσωσι τὸν νοῦν,
2240καθ’ ἑκάστην παρεκέλευον τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν, ἀπὸ ἄκρου
2241εἰς ἄκρον τῆς Ἑλληνικῆς Ἐπικρατείας καὶ τῆς Ἑλληνίδος
2242γῆς, καὶ παρίστων αὐτῷ μονονοὺ, ὅτι ἀνίκανοι πρὸς οἱανδή-
2243ποτε ἐθνικὴν ἐργασίαν, ἀνίκανοι πρὸς σύλληψιν πάσης εὐ-
2244γενοῦς καὶ φιλοπάτριδος ἰδέας ἦσαν ἐκεῖνοι, οἵτινες τότε δι-
2245ηύθυνον τὰ κοινά,—καίτοι δὲν ἀρνοῦμαι, ὅτι πολλὰ τὰ σφάλ-
2246ματα διεπράχθησαν.
2247Καὶ τὸ ῥεῦμα ἐξωγκοῦτο, καὶ χείμαρρος μέγας ἐσχημα-
2248τίζετο, καὶ συμπαρέσυρε πᾶν τὸ προστυχόν, καὶ οὐδεὶς μέ-
2249χρι τοῦδε ἐδυνήθη νὰ στρέψῃ πρὸς τὰ ὀπίσω τὰ ὕδατα τῶν
2250χειμάρρων! Καὶ ἐνθυμοῦμαι τὴν 25 Μαρτίου τοῦ 1897 ἔτους,
2251ὅτε ἡ σεπτὴ οἰκογένεια τοῦ Βασιλέως μετέβαινεν εἰς τὸν
2252Μητροπολιτικὸν ναόν, καὶ ὅτε οἱ Ὑπουργοὶ ἐκ τῆς οἰκίας
2253τοῦ ἡγέτου αὐτῶν ἐφ’ ἁμαξῶν μετέβαινον ἐπίσης εἰς τὸν ἱε-
2254ρὸν ναόν, χιλιάδες τεμαχίων μικρῶν χάρτου ἐπλημμύρουν
2255τὰς ἁμάξας αὐτῶν, καὶ ἐπὶ τῶν τεμαχίων ἐκείνων ἦσαν τε-
2256τυπωμέναι αἱ λέξεις «ζήτω ὁ πόλεμος!», καὶ τὸ ἔθνος ἐφέ-
2257ρετο μοιραίως πρὸς τὴν μετὰ ταῦτα ἐπελθοῦσαν σύγκρουσιν.
2258Ἐγὼ, Κύριοι, δὲν λέγω ταῦτα, θέλων δῆθεν νὰ ἰσχυρισθῶ,
2259ὅτι δὲν ἐδικαιοῦτο νὰ ἐξεγερθῇ τὸ ἐθνικὸν φρόνημα ἐκ τῶν
2260τελεσθέντων ὑπὸ τῶν Τούρκων ἐν Κρήτῃ. Ἐγὼ λέγω τοὐ-
2261ναντίον, ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς λαός, ἐὰν δὲν συνεκινεῖτο ἐκ τῶν
2262τότε διὰ πολλοστὴν φορὰν ἐν Κρήτῃ κακουργηθέντων ὑπὸ
2263τῶν Τούρκων, ἤθελον εἶσθαι ἀνάξιος τοῦ εὐγενοῦς παρελ-
2264θόντος καὶ τοῦ μεγάλου ὀνόματος αὐτοῦ. Θέλω μάλιστα νὰ
2265εἴπω, ὅτι πάντες, οὐδενὸς ἐξαιρουμένου, μοιραίως ἐφέροντο
2266πρὸς τὸν πόλεμον. Λυποῦμαι διότι ὁ εὐγενὴς φίλος μου καὶ
2267ἐκ Παξῶν Βουλευτὴς δὲν ἐδύνατο νὰ ἔχῃ τοσοῦτον κῦρος ἐν
2268τῷ λόγῳ αὑτοῦ καὶ ταῖς πολιτικαῖς αὑτοῦ ἰδέαις, ὥστε νὰ
2269ἠκούετο ἡ γνώμη αὐτοῦ, καὶ νὰ ἀπέτρεπε τὸ ἔθνος ἀπὸ τῶν
2270συμφορῶν, πρὸς ἃς ἐφέρετο. Ἀλλὰ καὶ μέγα κῦρος καὶ με-
2271γάλην ἡλικίαν ἂν ἐτύγχανε νὰ ἔχῃ, ἂς ἐνθυμηθῇ, παρακαλῶ,
2272τὸν Θιέρσον, οὗτινος τὸ ἱστορικὸν ὄνομα, αἱ μεγάλαι καὶ περι-
2273φανεῖς πρὸς τὴν Γαλλίαν καὶ τὴν ἐπιστήμην ὑπηρεσίαι δὲν
2274ἐδυνήθησαν νὰ πείσωσι τοὺς Γάλλους, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ
2275κραυγάζωσι κατὰ τὸ 1870 ἔτος: «εἰς τὸ Βερολῖνον! εἰς τὸ
2276Βερολῖνον!»
2277Ἤθελεν εἶσθαι λοιπὸν ἀνάξιον τὸ ἔθνος τὸ Ἑλληνικὸν
2278τοῦ τε παρελθόντος αὑτοῦ καὶ τοῦ παρόντος ἅμα, ἐὰν δὲν
2279συνεκινεῖτο ἐκ τῶν γενομένων σφαγῶν ἐν Κρήτῃ.
2280Ἀλλ’ ἤθελον νὰ ἐρωτήσω, τίς ἐὰν, καὶ ἐκτὸς ἡμῶν, δι-
2281ηύθυνε τότε τὰ κοινὰ, δὲν ἤθελε πράξει ὅ,τι ἡμεῖς ἐπρά-
2282ξαμεν;
2283Τὸ θέμα τωόντι, Κύριοι, ὅπερ καὶ ἄλλοι συνάδελφοι ἐπραγ-
2284ματεύθησαν, καὶ ἐγὼ δι’ ὀλίγων ἀνέλαβον νὰ ἐξηγήσω,—
2285διότι δέον νὰ δηλώσω, ὅτι ὁ λόγος μου δὲν θέλει εἶσθαι μα-
2286κρὸς,—τὸ θέμα τοῦτο, λέγω, εἶναι εὐρύτατον καὶ ἄνευ ὁρίων,
2287τὸ θέμα τοῦτο ἐν πολιτικῇ συζητήσει, ἐν αἰθούσῃ κοινοβου-
2288λευτικῇ, εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐξαντληθῇ ἐν τῇ ὁλομερείᾳ. Ἐὰν
2289πρόκηται περὶ πολιτικῆς συζητήσεως, λίαν ἐξώρως ἔρχεται
2290αὕτη. Ἐὰν πρόκηται περὶ εὐθυνῶν πολέμου, ψευδής ἐστὶν
2291ὁ τρόπος, καθ’ ὃν ἀπαιτοῦνται αὗται, καὶ εἰκονικὸς τὰ μά-
2292λιστα. Ἄλλως ἀπαιτοῦνται αἱ εὐθῦναι ἀπὸ τῶν πολιτικῶν
2293ἀνδρῶν, οἵτινες ἡγήθησαν τῶν κοινῶν πραγμάτων.
2294Ἕν ὅμως εἶμαι λίαν περίεργος νὰ μάθω, — καὶ δὲν κατώρ-
2295θωσα, δυστυχῶς, εἰσέτι νὰ εὕρω τὴν λύσιν τῆς ἀπορίας μου —
2296τοῦτο: πῶς οἱ στρατοὶ ἡμῶν ἐτράπησαν εἰς φυγὴν κατὰ τὴν
2297Δυτικὴν Ἑλλάδα; Ἆρά γε καὶ ἐκεῖ ἔπρεπε νὰ ἡττηθῶμεν;
2298ἢ καὶ ἡττήθημεν τάχα; Εἶναι ἀληθεῖς αἱ ἐκτοξευθεῖσαι ἀκρι-
2299βῶς ὑπὸ τῶν φυγάδων τῆς Λαρίσης κατὰ τοῦ στρατοῦ κατη-
2300γορίαι, ὡς ἀνικάνου δῆθεν καὶ ἀσυντάκτου καὶ δειλοῦ; Εἶναι
2301ἀληθὲς λοιπὸν, ὅτι ἐκεῖ δὲν εἴχομεν γενναίους καὶ πεπειρα-
2302μένους ἀξιωματικοὺς, ὑπαξιωματικοὺς καὶ στρατιώτας; εἶ-
2303ναι ἀληθὲς, ὅτι ὁ στρατὸς ἡμῶν τῆς Ἠπείρου ἦτο ἄξιος τοιαύ-
2304της τύχης, καὶ ὅτι πάντας ἐκείνους τοὺς μαχητὰς τοῦ ἔθνους,
2305ἀξιωματικοὺς, ὑπαξιωματικοὺς καὶ στρατιώτας, πρέπει ἡ ἐ-
2306θνικὴ ἱστορία νὰ καταδικάσῃ εἰς ἀτιμίαν; Ἀλλὰ τότε ἐξη-
2307γήσατέ μοι τὴν ἑξῆς ἀπορίαν· πῶς ὁ διοικῶν τὸν ἐκεῖ στρατὸν,
2308ὁ εὐγενὴς ἐκεῖνος ἀξιωματικὸς, οὗ καὶ ἡ προσωπικότης καὶ
2309αἱ οἰκογενειακαὶ παραδόσεις δὲν ἦσαν οὐδενὸς κατώτεραι, πῶς
2310ὁ συνταγματάρχης κ. Μᾶνος ἐξέδιδε τῇ 15 Ἀπριλίου τοῦ
2311ἔτους ἐκείνου τὴν ἑξῆς πρὸς τὸν στρατὸν ἡμερησίαν διατα-
2312γήν;—ἣν, παρακαλῶ, ἐπιτρέψατέ μοι ν’ ἀκούσητε.
2313«Ἀξιωματικοὶ, ὑπαξιωματικοὶ καὶ στρατιῶται! Αἱ μέ-
2314»χρι τοῦδε μάχαι, κατὰ τὰς ὁποίας νυχθημερὸν ἠγωνίσθητε
2315»κατὰ τοῦ ἐχθροῦ, ἀπέδειξαν, ὅτι εἶσθε ἄξιοι τῆς ἐμπιστο-
2316»σύνης, διὰ τῆς ὁποίας σᾶς περιέβαλε τὸ ἔθνος καὶ ὁ Βασι-
2317»λεὺς, καὶ ἀπεκτήσατε δικαιώματα ἐπὶ τῆς εὐγνωμοσύνης τῆς
2318»πατρίδος. Οὐ μόνον ἀπεκρούσατε τὰς συνεχεῖς καὶ λυσσώ-
2319»δεις ἐπιθέσεις τοῦ ἐχθροῦ, ἀλλ’ ἐπεφέρατε καὶ τὸν πλήρη
2320»αὐτοῦ ὄλεθρον, ὥστε ἠναγκάσθη οὗτος οὐ μόνον νὰ ὑποχω-
2321»ρήσῃ ἁπλῶς, ἀλλὰ καὶ νὰ τραπῇ εἰς ἄτακτον φυγὴν, κατα-
2322»ληφθεὶς ὑπὸ πανικοῦ.
2323»Ἡ ἀνδρεία σας ἐν ταῖς μάχαις καὶ ἡ καρτερία σας εἰς
2324»τοὺς κόπους εἶναι ἀξία θαυμασμοῦ, καὶ ἐξ ὀνόματος τοῦ
2325»ἔθνους καὶ τοῦ Ἑλληνισμοῦ σᾶς εὐχαριστῶ καὶ σᾶς συγχαί-
2326»ρω. Μαχόμενοι νήστεις καὶ ἄϋπνοι, ἐξηντλημένοι ἐκ τοῦ
2327»κόπου, δὲν ὠκνήσατε, εὐθὺς μετὰ τὴν φυγὴν τοῦ ἐχθροῦ, νὰ
2328»ἐκτελέσητε πολυώρους πορείας, καὶ διηνύσατε ἐντὸς τῆς
2329»ἡμέρας διαστήματα μήκους ἀνυπερβλήτου—διότι πορεία 80
2330»χιλιομέτρων δὲν ἀναφέρεται ἐν τῇ στρατιωτικῇ ἱστορίᾳ.
2331«Μόνον διὰ τοῦτο πᾶς στρατὸς ἠδύνατο νὰ σᾶς φθονήσῃ. Ἐν-
2332»τὸς ὀλίγων ἡμερῶν ἀπὸ τῆς ἐνάρξεως τοῦ πολέμου αἱ κοι-
2333»λάδες τοῦ Ἀράχθου καὶ τοῦ Λούρου κατελήφθησαν σχεδὸν,
2334»καὶ οἱ κάτοικοι ἐκτεταμένης χώρας ἠλευθερώθησαν καὶ ἔλα-
2335»βον τὰ ὅπλα κατὰ τοῦ τυράννου των.
2336»Ἡ θριαμβευτικὴ εἰσβολὴ ὑμῶν ἐντὸς χώρας ὀχυροτάτης
2337»ἐπισπᾷ δικαίως τὰς εὐχαριστίας τῆς μεγάλης ἐν τῇ ἱστο-
2338»ρίᾳ πατρίδος μας, καὶ αἱ νίκαι μας κατὰ βαρβάρου ἐχθροῦ,
2339»πρὸς ὃν συνεμάχησεν ἡ πεπολιτισμένη Εὐρώπη, καὶ αἱ ἐλά-
2340»χισται ἀπώλειαι, ἃς ὑπέστημεν, ἀποδεικνύουσιν, ὅτι ὁ Θεὸς
2341»εὐλογεῖ καὶ προστατεύει τὸν δίκαιον ἀγῶνά μας.
2342»Θαρρεῖτε, μαχόμενοι ὑπὸ τὴν κραταιὰν σκέπην τοῦ με-
2343γάλου Θεοῦ, τοῦ δυναμένου νὰ καταισχύνῃ τοὺς ἰσχυροὺς
2344»τῆς γῆς.
2345»Ἀξιωματικοί, ὑπαξιωματικοὶ καὶ στρατιῶται! Συγχαί-
2346»ρων, ἐκφράζω πρὸς ὑμᾶς τὴν εὐαρέσκειάν μου.
2347» Ὁ ἀρχηγὸς Θ. Μᾶνος.»
2348Ὁ δὲ τότε Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, συνταγματάρ-
2349χης κ. Ν. Μεταξᾶς, τῇ 12 πρὸς τὴν 13 Ἀπριλίου ἐτηλεγρά-
2350φει πρὸς τὸν κ. Θ. Μᾶνον: «Μετ’ εὐχαριστήσεως πληροφο-
2351»ροῦμαι, ὅτι ἡ θέσις ὑμῶν δὲν εἶναι κακή, κατεχόντων τὰς
2352»θέσεις, ἃς τὸ στράτευμα κατέλαβε.»
2353Καὶ ὅμως εὑρέθημεν πρὸ τοῦ ἀνεξηγήτου φαινομένου, ὅτι
2354ὁ στρατὸς καὶ ἐκεῖ, ἄνευ αἰτίας, ὑπεχώρησε!
2355Θέλετε νὰ ἔλθω εἰς τὴν Ἀνατολικὴν Ἑλλάδα; Πῶς
2356μετὰ μικράς τινας συμπλοκὰς, κατωρθώθη νὰ φθάσῃ μέχρι
2357Λαρίσης ὁ ἑλληνικὸς στρατός; Καὶ διατὶ, ὅπου καλῶς διῳ-
2358κεῖτο, ἐνίκησε, καὶ ὅπου κακῶς, ἐτρέπετο εἰς ἐπονείδιστον
2359φυγήν; Καὶ πῶς ἐγκατελείφθη ἡ Λάρισα;
2360Τῇ 12 Ἀπριλίου τοῦ 1897 ἔτους ἐδημοσιεύετο ἐν φύλλῳ
2361ἐφημερίδος, ἐνταῦθα τότε ἐκδιδομένης, τῆς «Ἐφημερίδος»,
2362ὅτι δῆθεν ὁ στρατηγὸς Βοσσὲρ εἶχε γνωμοδοτήσει, ὅτι, ἐν
2363περιπτώσει πολέμου πρὸς τὴν Τουρκίαν, ἡ ἐγκατάλειψις τῆς
2364Λαρίσης ἦτο ἐπιβεβλημένη. Τῇ δὲ 13 Ἀπριλίου ὁ ἀντισυν-
2365ταγματάρχης τοῦ μηχανικοῦ κ. Π. Λυκούδης, ἀντικαθιστῶν
2366τὸν ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ ἀπόντα ἐπιτελάρχην ἐν τῷ Ὑπουργείῳ
2367τῶν Στρατιωτικῶν, ἔγραφεν, ἀπαντῶν εἰς τὸ δημοσίευμα
2368ἐκεῖνο, τὰ ἑξῆς:
2369«Διαψεύδω μετ’ ἀγανακτήσεως τὴν ἐν τῇ σημερινῇ «Ἐ-
2370»φημερίδι» πληροφορίαν, ὅτι δῆθεν ὁ στρατηγὸς Βοσσὲρ εἶ-
2371»χεν ὑποδείξει τὴν ἐγκατάλειψιν τῆς Λαρίσης, καὶ ὅτι ὁ ἐπι-
2372»τελάρχης τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν (ὅστις τυγ-
2373»χάνω νῦν ἐγώ, ὡς ἀντικαθιστῶν τὸν εἰς τὴν ἀλλοδαπὴν
2374»ἀπόντα προϊστάμενόν μου) ἦτο τῆς γνώμης, οὐδεμία νὰ
2375»ληφθῇ φροντὶς περὶ Τυρνάβου καὶ Λαρίσης, ἀλλ’ ὁ στρατὸς
2376»νὰ ὀχυρωθῇ καὶ δώσῃ μάχην εἰς Φάρσαλα.
2377»Πέτρος. Σ. Λυκούδης
2378»ἀντισυνταγματάρχης τοῦ μηχανικοῦ.»
2379Ἴδετε «Ἀκρόπολιν» καὶ «Σκρὶπ» τῆς 13 Ἀπριλίου τοῦ
23801897 ἔτους...
2381§98Ν. ΓΟΥΛΙΜΗΣ. Ἐπιτρέπετε νὰ σᾶς ἐξηγήσω...
2382§99Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἐπειδὴ δὲν ἔχω εὐχέρειαν περὶ τὰ στρα-
2383τιωτικὰ, ἀφήσατέ με, παρακαλῶ, νὰ συμπληρώσω τὸν λό-
2384γον μου, καὶ ὁμιλεῖτε μετὰ ταῦτα.
2385Τῇ 17 Ἀπριλίου τοῦ αὐτοῦ ἔτους ὁ τότε Ὑπουργὸς τῶν
2386Στρατιωτικῶν κ. Ν. Μεταξᾶς ἀπέστειλεν εἰς Κρήτην τηλε-
2387γράφημα διὰ Κυθήρων, ὑπ’ ἀριθ. 31854, ἐν ᾧ μεταξὺ ἄλ-
2388λων ἔλεγεν: «Ἡμέτεροι, ἐκτοπισθέντες ἐκ κορυφογραμμῆς
2389»ἀπὸ Τυρνάβου μέχρι Νεζεροῦ, καὶ ἐκ τῶν χωρίων Λυγα-
2390»ριᾶς καὶ Καρατσόλ, ἡττήθησαν ἐν τῇ πεδιάδι ἀπὸ Μάτι
2391»μέχρι Δελέρι. Φυγὴ ἐν ἀποσυνθέσει εἰς Λάρισαν, ὅπου φυ-
2392»γάδες ἔφθανον ἀπὸ τῆς 11 μέχρι 2 πρωΐας. Ἐν Λαρίσῃ ὁ
2393»στρατὸς ἐδύνατο ν’ ἀνασυσταθῇ καὶ νὰ ἀμυνθῇ ἐπὶ καιρὸν,
2394»ἀλλὰ δυστυχῶς διετάχθη ἐγκατάλειψις Λαρίσης καὶ Βόλου
2395»καὶ ἡ ἄνευ διακοπῆς ἐξακολούθησις ὑποχωρήσεως εἰς Φάρ-
2396»σαλα παντὸς τοῦ στρατοῦ Θεσσαλίας... Ἐτὲμ δὲν εἰσῆλ-
2397»θεν εἰς Λάρισαν, παρὰ μετὰ δύο ἡμέρας κλπ.»
2398Τῇ δὲ 19 Ἀπριλίου τοῦ αὐτοῦ ἔτους ὁ ἀντισυνταγματάρ-
2399χης τῶν γενικῶν ἐπιτελῶν κ. Π. Λυκούδης ἐτηλεγράφει εἰς
2400Κρήτην, ὑπ’ ἀριθ. 32727: «Ἐν Ἠπείρῳ ἡμέτεροι, προσ-
2401»βληθέντες ὑπὸ πολυαρίθμου ἐχθροῦ εἰς Πέντε Πηγάδια,
2402»μετὰ μάχας πέντε ἡμερῶν, ἡττήθησαν κλπ. Κατὰ ἔκθεσιν
2403»ἀρχηγοῦ, ἐπὶ τοῦ ἠθικοῦ τοῦ στρατοῦ ἐπέδρασεν ὀλεθρίως
2404»ἡ ἐπὶ τριήμερον ἀδιάλειπτος φυγὴ τῶν ἐν Θεσσαλίᾳ.»
2405Διατὶ, ἀφοῦ ἔχετε τὴν πλειονοψηφίαν, δι’ ἀνακριτικῶν
2406ἐπιτροπῶν δὲν ἐζητήσατε νὰ εὕρητε τὴν λύσιν ὅλων αὐτῶν
2407τῶν ζητημάτων καὶ ἀποριῶν; Ὁ τέως σεβαστὸς ἐκ Γόρτυ-
2408νος Πρωθυπουργὸς, ἐξεταζόμενος ἐνώπιον τῆς ἐξεταστικῆς
2409τῶν πραγμάτων ἐπιτροπῆς τῆς Βουλῆς περὶ τοῦ περιέργου
2410τούτου θέματος, κατέθετεν ἐπὶ λέξει τὰ ἑξῆς, δημοσιευθέντα
2411τῇ 30 Ἰουλίου 1900 ἔτους ἐν τῇ τότε ἐκδιδομένῃ «Μικρᾷ
2412Ἐφημερίδι»...
2413§100Θ. ΠΕΡΡΟΣ. Δὲν ἐξητάσθη τότε.
2414§101Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἀπέστειλεν ἔκθεσιν, δημοσιευθεῖσαν καὶ
2415μὴ ἀναιρεθεῖσαν.
2416§102Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁ πρόεδρος τῆς ἐξεταστικῆς
2417ἐπιτροπῆς ἀπηυθύνθη πρὸς ἐμὲ, καὶ μοὶ προέβαλεν ὡρισμένα
2418θέματα, πρὸς τὰ ὁποῖα ἀπήντησα ἐγγράφως.
2419§103Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Εἰς τὴν ἐξεταστικὴν τῶν πραγμά-
2420των ἐπιτροπὴν ἐλήφθη ἀπόφασις, ὅπως τὰ μέλη τῆς ἐπι-
2421τροπῆς διατυπώσωσιν, ἕκαστον χωριστὰ, ἐρωτήματα, τὰ
2422ὁποῖα κατόπιν συνεκεντρώσαμεν ὅλα καὶ τὰ ἀπηυθύναμεν
2423πρὸς τὸν κύριον Βουλευτὴν ἐκ Γόρτυνος, ὅπως ἀπαντήσῃ ἐγ-
2424γράφως. Τοῦτο δὲ ἐθεώρησε προτιμότερον ἡ ἐξεταστικὴ ἐπι-
2425τροπὴ, διότι ἄλλως ἤθελε καταναλώσει ἀσκόπως πολὺν χρό-
2426νον, καὶ διότι οὕτως ἠδύνατο ν’ ἀφήσῃ τὸν σεβαστὸν ἐκ Γόρ-
2427τυνος Βουλευτὴν ἐν ἀνέσει εἰς τὸ γραφεῖόν του, ὅπου εἶχε
2428συγκεντρωμένα ὅλα τὰ ἔγγραφα, τὰ δυνάμενα νὰ διαφωτί-
2429σωσι τὰ ζητήματα. Ἡ ἔκθεσις αὕτη προσήχθη ἐνώπιον τῆς
2430ἐπιτροπῆς, ἥτις διέκοψε τὰς συνεδριάσεις της, καὶ οὕτως ὁ
2431κ. Πέρρος δὲν ἔλαβε γνῶσιν.
2432§104Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ὥστε δὲν ἀμφισβητεῖτε ὅσα λέγω.
2433§105Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Οὐχὶ βεβαίως.
2434§106Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ὥστε δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία, ὅτι ἡ δη-
2435μοσιευθεῖσα ἔκθεσις εἶναι ἡ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Γόρτυνος.
2436Ἂς ἀκούσωμεν. Ὁ τότε Πρωθυπουργὸς κ. Δηλιγιάννης
2437ἐκλήθη ἐν βαθείᾳ νυκτὶ εἰς τὰ Ἀνάκτορα, τῇ 3 ὥρᾳ περί-
2438που μετὰ τὸ μεσονύκτιον τῆς 12 πρὸς τὴν 13 Ἀπριλίου.
2439«Ὁ Βασιλεὺς ἦτο, ὡς εἰκὸς, τεταραγμένος ἐκ τῶν εἰ-
2440»δήσεων, μοὶ εἶπε δὲ, ἂν δὲν μὲ πλανᾷ ἡ μνήμη, ὅτι περι-
2441»έμενε τὸν ὑπασπιστὴν κ. Παπαδιαμαντόπουλον, ὃν εἶχεν
2442»ἀποστείλει εἰς τὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργόν. Μετ’
2443»οὐ πολὺ δὲ ἀφίκετο ὁ ὑπασπιστὴς, ἀνακοινώσας εἰς τὸν Βα-
2444»σιλέα, ὅτι ἐν τῇ οἰκίᾳ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ εἶχε πάντας κατα-
2445»λάβει ὁ ὕπνος, καὶ ὅτι δὲν ἐγένετο δυνατὸν νὰ ἀκούσω-
2446»σιν, ἵνα ἀνοίξωσι τὴν θύραν. Τότε ἡ Α. Μεγαλειότης μοὶ
2447»εἶπεν, ὅτι εἶχε τηλεγράφημα ἐκ Λαρίσης, δι’ οὗ ὁ Διάδο-
2448»χος ἐξετίθει τὰ συμβαίνοντα, καὶ ἐδήλου τὴν ἐπιθυμίαν νὰ
2449»δοθῶσιν αὐτῷ ὁδηγίαι, ἂν πρέπει νὰ μείνῃ, ἢ νὰ κατα-
2450»λίπῃ τὴν Λάρισαν, μοὶ ἐνεδείκνυε δὲ, ὅτι ἀπέκειτο εἰς ἐμὲ
2451»νὰ ἀνακοινώσω ἀπάντησίν τινα εἰς τὴν Α. Β. Ὑψηλότητα,
2452»ἀφοῦ ὁ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργὸς δὲν ἐγένετο δυ-
2453»νατὸν νὰ ἦναι παρών. Πρὸς τὴν Α. Μεγαλειότητα παρε-
2454»τήρησα, ὅτι ἐγὼ μὲν, ὡς Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμ-
2455»βουλίου, δὲν ἔχω δικαίωμα νὰ δίδω ὁδηγίας, ἢ νὰ ἐκδίδω
2456»διαταγὰς εἰς τὸν στρατὸν, πολλῷ δὲ ἧσσον τοιοῦτον δι-
2457»καίωμα δὲν ἔχω ὡς Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν...
2458»Ὁ Βασιλεὺς ὅμως τότε μοὶ ἐδήλωσεν ἐπιθυμίαν νὰ ἀνακοι-
2459»νώσω, οὐχὶ ὡς Πρωθυπουργὸς, ἀλλ’ ὡς πρεσβύτερος, γνώ-
2460»μην τινὰ εἰς τὸν Διάδοχον. Μοὶ ἔδωκε δὲ μολυβδοκόνδυ-
2461»λον καὶ τεμάχιον χάρτου· δὲν ἠρνήθην νὰ γράψω τοιαύτην
2462»γνώμην... Εἶχε δὲ περίπου αὕτη οὕτως: «Ἐὰν ὁ ἀρχηγὸς
2463»τοῦ κατὰ τὴν Θεσσαλίαν στρατοῦ κρίνῃ, ὅτι δὲν δύναται νὰ
2464»μείνῃ ἐν Λαρίσῃ, παρακαλεῖται νὰ ὑποχωρήσῃ πρὸς τὴν Φάρ-
2465»σαλον.»
2466Δὲν εἶχε παρέλθει, εἰμὴ ἑβδομὰς περίπου ἀπὸ τῆς δημο-
2467σιεύσεως τῆς καταθέσεως ταύτης, ὅτε ὁ κύριος Ν. Μεταξᾶς,
2468ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν κατὰ τὸν πόλεμον, ἐδημο-
2469σίευσε διὰ τοῦ τύπου ἐν τῷ «Ἄστει» τῆς 11 Αὐγούστου
24701900 ἔτους τὴν ἑξῆς ἐπιστολὴν (ἀναγινώσκει):
2471«Ἀπουσιάζων καὶ ἐπανελθὼν ἐνταῦθα, θεωρῶ καλόν,
2472»χάριν τῆς ἀκριβείας τῶν λαβόντων χώραν κατὰ τὴν νύκτα
2473»τῆς 11 πρὸς τὴν 12 Ἀπριλίου 1897, νὰ παρατηρήσω, ὅτι,
2474»ἐφ’ ὅσον περὶ ἐμοῦ ἀναφέρει ἡ ἔκθεσις τοῦ πρώην Πρωθυ-
2475»πουργοῦ κ. Θ. Π. Δηλιγιάννη εἰς τὸ κεφάλαιον περὶ ἐγ-
2476»καταλείψεως τῆς Λαρίσης, δημοσιευθεῖσα εἰς τὸ ὑπ’ ἀριθ.
2477»60 φύλλον τῆς «Μικρᾶς Ἐφημερίδος», ὅτι τὴν νύκτα ἐκεί-
2478»νην, ὡς εἶναι ἄλλως τε γνωστόν, διῆλθον εἰς τὸ Ὑπουργεῖον
2479»τῶν Στρατιωτικῶν μετὰ τῶν κ. κ. Π. Λυκούδη, συνταγμα-
2480»τάρχου, διευθυντοῦ τότε τοῦ ἐπιτελικοῦ γραφείου, Εὐστα-
2481»θίου Πίσσα, λοχαγοῦ, ὑπασπιστοῦ μου, καὶ Κ. Νίδερ, λο-
2482»χαγοῦ τοῦ Ἐπιτελείου τοῦ Ὑπουργείου, ἀναμένων ἐπὶ μα-
2483»ταίῳ τηλεγραφήματα περὶ τῆς καταστάσεως τοῦ στρατοῦ καὶ
2484»τῆς ἐν Ματίῳ ἥττης τῆς Α. Β. Υ. τοῦ ἀρχηγοῦ Διαδόχου
2485»τοῦ ἐν Θεσσαλίᾳ στρατοῦ, καὶ ἐνδεχομένην πρόσκλησιν τῆς
2486» Α. Μ. τοῦ Βασιλέως, ὅπως μεταβῶ εἰς τὰ Ἀνάκτορα, μετὰ
2487»τὴν λῆψιν τοῦ πρὸς αὐτὸν γνωστοῦ τηλεγραφήματος τοῦ
2488»Διαδόχου κλπ. Συνεπῶς δὲν μὲ εἶχε καταλάβει μετὰ τῶν
2489»οἰκείων μου ὁ ὕπνος ἐν τῇ οἰκίᾳ μου.»
2490Ἀναλύων, Κύριοι, τὰ ζητήματα ταῦτα, καὶ βασιζόμενος
2491ἐπὶ ἐγγράφων ἀναμφισβητήτων, ὧν τὸ κῦρος οὐδεὶς δύναται
2492ν’ ἀμφισβητήσῃ, ἐδυνάμην βεβαίως, ὡς ἐννοεῖτε οἴκοθεν, ἐπὶ
2493πολλὰς ὥρας, ἐπὶ ἡμέρας ἴσως, νὰ κατέχω τὸ βῆμα. Δὲν
2494θέλω ὅμως πράξει τοῦτο, διότι οὐδαμῶς αἰσθάνομαι τὴν
2495ὑποχρέωσιν ν’ ἀπολογηθῶ. Αἰσθάνομαι ὅμως τὸ δικαίωμα
2496νὰ ἐρωτήσω: ἦτο συνετὸν καὶ φιλόπατρι ἔργον, τοσούτων
2497καὶ τηλικούτων ἀποριῶν διαφαινομένων ἐν τῇ λυπηρᾷ ταύτῃ
2498ὑποθέσει τοῦ ἡμετέρου πρὸς τὴν γείτονα Ἐπικράτειαν πο-
2499λέμου, πάντα ταῦτα νὰ συγκαλυφθῶσιν, οὐδεμία τῶν ἀπο-
2500ριῶν τούτων νὰ λυθῇ, ἵνα ἐν ἐνδεχομένῃ ἐν τῷ μέλλοντι
2501χρόνῳ περιπτώσει εὑρεθῶμεν, ὅπερ ἀπεύχομαι, εἰς ὁμοίας,
2502εἰ μὴ καὶ χείρονας περιστάσεις;
2503Ὄτε περιφανέστατοι ξένοι συγγραφεῖς ἐβεβαίωσαν, ὅτι
2504ἄπορα καὶ ἀνεξήγητά εἰσι τὰ γενόμενα παρὰ τῆς Δυτικῆς
2505Μοίρας τοῦ στόλου πρὸ τῆς Πρεβέζης, καὶ ὅτι ὄνειδος ἐγ-
2506κολάπτουσιν εἰς ἐκείνους οἵτινες ἦσαν ἐντεταλμένοι ἐκεῖ
2507στρατιωτικὴν ἐντολὴν, τὰ γενόμενα· ὅτε περιφανὴς Γάλλος
2508συγγραφεὺς καὶ ἀξιωματικὸς τοῦ πολεμικοῦ ναυτικοῦ, ὁ Μπα-
2509λινκούρ, ῥητῶς ἔλεγεν, ὅτι ὁ ἑλληνικὸς στόλος εἶναι τοιοῦτος,
2510ὥστε ἐδύνατο ν’ ἀντιπαραταχθῇ μετὰ βεβαιότητος ἐπιτυ-
2511χίας πρὸς ἅπαντα τὰ πλοῖα τοῦ ὀθωμανικοῦ στόλου, καὶ
2512ὅτι ὁ «ἑλληνικὸς στόλος δύναται νὰ μηδενίσῃ ἅπαν τὸ τουρ-
2513»κικὸν ναυτικόν, καὶ νὰ κατέχῃ ἐν τῷ Ἀρχιπελάγει τὴν
2514»θέσιν, ἥτις ἀνήκει αὐτῷ»· ὅτε ὁ αὐτὸς συγγραφεὺς ῥητῶς
2515ἐξηκολούθει: «οἱ Ἕλληνες ἦσαν καὶ διαρκῶς εἰσιν ἔξοχοι
2516»ναυτικοί, ἑπομένως ὁ στόλος αὐτῶν εἶναι φοβερὸς καὶ κατὰ
2517»πάντα ἱκανός, ἵνα προκαλέσῃ τὴν προσοχήν», καὶ ὅτε
2518στρατάρχης καὶ ὀργανωτὴς τοῦ τουρκικοῦ στρατοῦ, ὁ Γερ-
2519μανὸς Γκόλτς, ἐβεβαίου, ὅτι θαῦμα εἶναι, πῶς κατωρθώθη
2520νὰ συμβιβασθῇ τὸ στρατιωτικὸν καθῆκον πρὸς τὸν τρόπον,
2521καθ’ ὃν ἐμάχοντο τὰ πλοῖα ἡμῶν κατὰ τῆς Πρεβέζης, ἥτις
2522ἄλλως βεβαίως ἤθελε πέσει καὶ παραδοθῆ, δὲν ἔπρεπε, Κύ-
2523ριοι, χάριν τῆς τιμῆς καὶ τοῦ συμφέροντος τοῦ ἔθνους ἡμῶν,
2524καὶ πρὸς ἀποφυγὴν ὁμοίων παθημάτων, δὲν ἔπρεπε, λέγω,
2525ταῦτα πάντα νὰ ὑποβληθῶσιν ὑπὸ τὴν αὐστηρὰν ἔρευναν
2526καὶ τὸν ἀπηνῆ ἔλεγχον οὐχὶ ἐξεταστικῶν ἐπιτροπῶν, ἀλλ’
2527ἀνακριτικῆς ἐπιτροπῆς, ὑποχρέου νὰ ἐκδώσῃ βούλευμα;
2528Ὄτε, Κύριοι, ὁ ἀρχηγὸς τῆς Ἀνατολικῆς Μοίρας τοῦ στό-
2529λου διέπραττε τὰς γνωστὰς ἐκείνας παραβάσεις, αἵτινες συν-
2530ετέλεσαν εἰς τὴν ἄτακτον φυγὴν καὶ τὸν πανικὸν τῶν ἐν
2531Θεσσαλίᾳ ἡμετέρων στρατευμάτων, δὲν ἔπρεπεν ἆρά γε ἀνα-
2532κριτικὴ ἐπιτροπὴ τῆς Βουλῆς νὰ ἐρευνήσῃ καὶ ἐξετάσῃ, καὶ
2533νὰ δώσῃ τὴν λύσιν τῶν ἀπορημάτων τούτων; Εὐχάριστον
2534εἰς ἐμὲ ἔργον ἤθελεν εἶσθαι, ἀναγκαῖον ἴσως εἰς τὴν ἱστο-
2535ρίαν τοῦ τόπου, νὰ διατυπωθῶσι καὶ ἐν τοῖς πρακτικοῖς τῆς
2536Βουλῆς τοῦ ἔθνους ἐκεῖνα, ἅτινα κατήγγειλα ἐνώπιον τοῦ
2537Ναυτοδικείου, ἅτινα δὲ διὰ τῆς μεγάλης φωνῆς τοῦ τύπου
2538κατώρθωσα νὰ διαδοθῶσιν ἀνὰ πᾶσαν τὴν Ἑλλάδα. Ἀλλὰ
2539βεβαίως μετὰ παρέλευσιν τοσούτου χρόνου δὲν τολμῶ, Κύ-
2540ριοι, καταχρώμενος τὴν ὑμετέραν ὑπομονὴν, δι’ ἧς τοσοῦτον
2541εὐμενῶς μὲ τιμᾶτε, νὰ προβῶ εἰς τὴν μελέτην τῶν τότε δια-
2542ταγῶν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, καὶ εἰς τὴν ἔρευναν
2543ὅλων τῶν λεπτομερειῶν, ἵνα ἀποδείξω καὶ πάλιν, ὅτι τῷ
2544ὄντι πρέπει τις μεγάλως νὰ ἀπορήσῃ καὶ μεγάλως νὰ λυ-
2545πηθῇ ἐπὶ τῷ ὅτι, ἐνῷ ἀφ’ ἑνὸς δὲν ἐξετελέσθησαν αἱ δια-
2546ταγαὶ τῆς τότε Κυβερνήσεως, ἀφ’ ἑτέρου οὐδ’ ἀνακριτικὴ
2547ἐπιτροπὴ τῆς Βουλῆς ἐπελήφθη τῆς ἀνακρίσεως τῶν πραγ-
2548μάτων.
2549Ἰδοὺ ἐν τούτοις ἐν γενικαῖς γραμμαῖς, τί ἀπὸ 10 Μαρ-
2550τίου 1897 ἔτους δι’ ἡμιεπισήμου ἐπιστολῆς ὁ ἀρχηγὸς τῆς
2551Ἀνατολικῆς Μοίρας, ὁ πλοίαρχος τότε κ. Κ. Σαχτούρης, μοὶ
2552ἔγραφεν. Ἀναγινώσκω ἐκ τῆς «Ἱστορίας τοῦ Ἑλληνοτουρ-
2553κικοῦ πολέμου», ἣν ἐξέδωκα, διότι δυσανάγνωστος εἶναι ἡ
2554γραφὴ τῆς ἐπιστολῆς. Ἀλλ’ ἰδοὺ ἡ ἐπιστολὴ τοῦ τότε μοι-
2555ράρχου τοῦ στόλου, ἧς χρῆσιν ἐποιησάμην καὶ ἐνώπιον τῶν
2556εἰσηγητῶν τοῦ Ναυτοδικείου καὶ ἐνώπιον αὐτοῦ τοῦ Δικα-
2557στηρίου τοῦ Ναυτοδικείου, δημοσίᾳ συνεδριάζοντος (καταθέ-
2558τει τὴν ἐπιστολὴν εἰς χεῖρας τοῦ Προέδρου):
2559«ΣΚΙΑΘΟΣ, 10 Μαρτίου 1897.
2560»Κύριε Ὑπουργέ.
2561»Διὰ τῶν ὑπ’ ἀριθ. 444 καὶ 460 τηλεγραφημάτων μου
2562»ἐζήτησα ὁδηγίας διὰ τὸν στόλον ἡμῶν ἐν τυχὸν ἐπιβληθη-
2563»σομένῳ ἀποκλεισμῷ. Ἐπὶ τούτου, κατόπιν τοῦ ὑπ’ ἀριθ.
2564»147 τηλεγραφήματός σας, τολμῶ νὰ ὑποβάλω τὴν ἐμὴν
2565»γνώμην. Ἐὰν μονομερῶς ὑπό τινος Δυνάμεως ζητηθῇ νὰ
2566»ἐπιβληθῇ ἡ βία καθ’ ἡμῶν, ἐνταῦθα μενόντων, ἐγὼ δὲν σκο-
2567»πῶ νὰ ὑπακούσω. Διὰ τὴν περίπτωσιν ὅμως, καθ’ ἣν συν-
2568»ηνωμένοι τῶν Μεγάλων Δυνάμεων στόλοι θὰ ἐπιτάξωσιν
2569»ἡμῖν τὴν θέλησίν των, εὔλογον θὰ ἦτο νὰ εἴχομεν τὰς ὁδη-
2570»γίας τῆς Κυβερνήσεως, ἵνα, συμφώνως αὐταῖς, ἀπαντήσω-
2571»μεν ἢ ἐνεργήσωμεν. Τὸ ἐπ’ ἐμοί, θεωρῶ, ὅτι, ἐν ᾗ περιπτώ-
2572»σει δὲν εἶναι ἀποφασισμένον νὰ ἀποκρούσωμεν διὰ τῶν ὅπλων
2573»τὰς ἀξιώσεις τῶν Δυνάμεων, ἡ ἐν τῇ κρισίμῳ στιγμῇ ὑπο-
2574»χώρησις δυνάμεως ναυτικῆς, πραγματικὴν, ὅπως ἡ ἡμετέρα,
2575»πολεμικὴν ἀξίαν ἐχούσης, δὲν θὰ προξενήσῃ ὁπωσδήποτε
2576»καλὴν ἐντύπωσιν, ὅσος δήποτε καὶ ἂν ᾖ ὁ ὄγκος τῶν ξένων
2577»στόλων. Ἐὰν, ἐπὶ παραδείγματι, κηρυσσομένου τοῦ ἀπο-
2578»κλεισμοῦ, παρουσιασθῶσιν ἐνταῦθα, ὅπως ἐπιβάλωσιν αὐ-
2579»τὸν τρία εὐρωπαϊκὰ πλοῖα, δὲν θὰ μοὶ ᾖναι δυνατόν, μὲ ἴσας,
2580»ἢ καὶ μὲ κατωτέρας δυνάμεις, νὰ ὑποκύψω εἰς τὰς ἀπαιτή-
2581»σεις των, ἄνευ τῆς διὰ παντὸς θυσίας τοῦ γοήτρου τοῦ ναυ-
2582»τικοῦ ἡμῶν, καὶ διὰ τοῦτο ἐπιθυμῶ, ὅπως ἀπὸ τοῦδε μοὶ
2583»ἐπιτραπῇ, ἵνα, ἐν ἐπικειμένῃ πραγματοποιήσει ἀποκλει-
2584»σμοῦ, ἐγκαίρως εἰδοποιούμενος, ἐξουσιοδοτηθῶ νὰ λάβω
2585»πρόνοιαν, ὅπως, χάριν τῆς ἀξιοπρεπείας μας, ἀποφύγω νὰ
2586»εὑρεθῶ ἀντιμέτωπος τῶν εὐρωπαϊκῶν στόλων, ὥστε νὰ μὴ
2587»ὑποτεθῇ, ὅτι ὑποχωροῦμεν ἀπέναντι αὐτῶν. Ἡ ὑποχώρη-
2588»σις, ἐὰν γείνῃ, δέον νὰ φανῇ γενομένη οἴκοθεν, καὶ ὡς κα-
2589»τάλληλον ὁρμητήριον τοῦ στόλου, ἐν περιπτώσει ἀποκλει-
2590»σμοῦ, θεωρῶ τὸν νότιον λιμένα τῆς Χαλκίδος, εἰς ὃν δύ-
2591ναται διὰ τῆς γεφύρας νὰ μεταβῇ ἡ Μοῖρα. Ἐκεῖ βεβαίως
2592»δὲν θὰ ἐπιτρέψωμεν νὰ εἰσέλθῃ ξένον πλοῖον, καὶ ἀφ’ ἑτέρου
2593»θὰ δυνάμεθα εὐκόλως νὰ συνεννοώμεθα μετὰ τῆς Κυβερνή-
2594»σεως, καὶ νὰ μεταβῶμεν εἴτε πρὸς βορρᾶν, εἴτε πρὸς νότον,
2595»ἐν ἀποφασιζομένῃ ἐνεργείᾳ.
2596»Ταῦτα πάντα σᾶς γράφω, κύριε Ὑπουργέ, ὅπως ἐγκαί-
2597»ρως συνεννοηθῶμεν, ὥστε, ἐν περιπτώσει ἀποκλεισμοῦ, ἐγ-
2598»καίρως νὰ με εἰδοποιήσητε, ἀφιέντες μοι πᾶσαν ἐλευθερίαν
2599»ἐνεργείας, χάριν τοῦ γοήτρου τοῦ ἡμετέρου ναυτικοῦ.
2600»Διατελῶ, κύριε Ὑπουργέ, τῶν διαταγῶν σας.
2601»Ὅλως πρόθυμος
2602»Κ. Γ. Σαχτούρης.»
2603§107Κ. ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Μετὰ τὴν ἐπιστολὴν αὐτὴν τὸν
2604ἀντικατεστήσετε ἀμέσως;
2605§108Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Μάλιστα, τὸν ἀντικατέστησα, ὅτε ἐφω-
2606ράθη μὴ ἐκτελῶν τὰς διαταγὰς τοῦ Ὑπουργείου, ἀλλ’ ἐκτε-
2607λῶν ἄλλας.
2608Εἶπον, Κύριοι, ὅτι, μὴ καταχρώμενος τὴν εὐγενῆ ὑμῶν
2609ἀνοχὴν, ἀπέχω νὰ εἰσέλθω εἰς λεπτομερείας, αἵτινες ἄλλως
2610τοῖς πᾶσι τυγχάνουσιν οὖσαι γνωσταί, καθόσον τὰ ζητήματα
2611ταῦτα ἐπαρκῶς ἐνώπιον τῆς Ποινικῆς Δικαιοσύνης ἐξητά-
2612σθησαν, καὶ διὰ τοῦ τύπου διελευκάνθησαν, ἰδίᾳ δὲ ὑπ’ ἐμοῦ.
2613Ἑπομένως ἐρωτῶ καὶ πάλιν, αὐτὴ ἡ παράδοξος κατά-
2614στασις, τοῦ νὰ τρέπηται, διατασσόμενος, εἰς φυγὴν ὁ στρα-
2615τὸς τῆς Δυτικῆς Ἑλλάδος, καθ’ ἣν ἐποχὴν ὁ εὐγενὴς αὐτοῦ
2616ἀρχηγὸς τοιαύτην ἡμερησίαν διαταγὴν περὶ τῆς ἱκανότη-
2617τος αὐτοῦ καὶ τῶν κατορθωμάτων ἐδημοσίευε· τὸ θέαμα ἀφ’
2618ἑτέρου ἐν τῇ Ἀνατολικῇ Ἑλλάδι τοῦ στρατοῦ, ὀπισθοχω-
2619ροῦντος ἄνευ πολέμου, ἐκτὸς σπανίων ἐξαιρέσεων· ἡ ἐγκατά-
2620λειψις τῆς Λαρίσης· ἡ παρὰ τῆς προϊσταμένης ἀρχῆς, ἤτοι
2621παρὰ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, καταδίκη τῆς
2622ἐγκαταλείψεως τῆς Λαρίσης· τὰ κατὰ τὴν Δυτικὴν καὶ Ἀ-
2623νατολικὴν Μοῖραν γενόμενα, ταῦτα πάντα, Κύριοι, δὲν ἐπέ-
2624βαλλον ἀρά γε εἰς τὴν ἀντιπροσωπείαν τοῦ ἔθνους, μερι-
2625μνῶσαν περὶ τῆς ἀσφαλείας τοῦ Κράτους τούτου πλέον, νὰ
2626σκεφθῇ καὶ ν’ ἀποφασίσῃ, ὅπως ἐνώπιον ἀνακριτικῆς τῶν
2627πραγμάτων ἐπιτροπῆς ἐκτυλιχθῶσιν αἱ ἐπονείδιστοι αὗται
2628πράξεις;
2629Καὶ ἀφήσατε νὰ παρέλθωσι πέντε ὅλα ἔτη, συγκροτοῦν-
2630τες ἐξεταστικὰς ἐπιτροπάς, ἃς μετὰ ταῦτα παρελύετε, καὶ
2631ἤλθετε προχθές, διότι φίλος ὑμῶν τις, ἀφελῶς φερόμενος,
2632καὶ θέλων ὁ ἄνθρωπος ὁπωσδήποτε ν’ ἀπαλλαγῇ, διότι ἐνό-
2633μισεν, ὅτι κατηγορεῖται, ἔφερεν εἰς τὸ μέσον τὸ ζήτημα τῆς
2634Ἐθνικῆς Ἑταιρείας, καὶ ἐνομίσατε, ὅτι θέλει πιστεύσει ὑμᾶς
2635ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς, ὅτι σπουδαίως ζητοῦνται αἱ εὐθῦναι!
2636Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον ζητοῦνται εὐθῦναι; Ποίας εὐθύνας
2637ζητεῖτε, καὶ κατὰ τίνα τρόπον, παρακαλῶ, θέλετε λάβει
2638αὐτάς; Τὰ ἐγκλήματα ἡμῶν παρεγράφησαν· ἀλλὰ καὶ ὅτε
2639δὲν ἦσαν παραγεγραμμένα, ἐτρέπεσθε εἰς φυγήν. Ἀλλ’ ἰδού,
2640ἡμεῖς παραιτούμεθα τοῦ ἐκ τῶν νόμων ὑπὲρ ἡμῶν εὐεργετή-
2641ματος τῆς παραγραφῆς. (Εὖγε! εὖγε!). Τολμήσατε νὰ κατη-
2642γορήσητε! Ἀλλὰ μὴ νομίσητε ποτέ, ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ Βουλή,
2643ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς εἶναι διατεθειμένος νὰ πιστεύσῃ, ὅτι σπου-
2644δαιολογεῖτε, ὅτι πράγματι ζητεῖτε νὰ συζητήσητε εὐθύνας
2645ἐν Βουλῇ οὐδὲν σήμερον ἀντιπροσωπευούσῃ, εὐθύνας ἐν Βου-
2646λῇ, ἧς δὲν ἡγεῖται κοινοβουλευτικὴ Κυβέρνησις, εὐθύνας ἐν
2647Βουλῇ, ἧς τὰ μέλη, καὶ τὰ ἐντεῦθεν καὶ τὰ ἐκεῖθεν, μετ’ ὀ-
2648λίγας ἡμέρας θέλουσι δώσει εὐθύνας ἐνώπιον τοῦ Ἑλληνι-
2649κοῦ λαοῦ. (Εὖγε! εὖγε! ἐξ ἀριστερῶν).
2650Λέγω λοιπόν, Κύριοι, ὅτι βεβαίως ἐγὼ δὲν εἶμαι διατε-
2651θειμένος νὰ πιστεύσω, ὅτι ἤχθημεν εἰς τὸν πόλεμον πρὸς
2652τὴν γείτονα Ἐπικράτειαν ἁπλῶς καὶ μόνον ἐκ τῆς ὑπάρξεως
2653μιᾶς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας, ἑνὸς ἀποκρύφου σωματείου. Ἐγὼ
2654λέγω, ὅτι καὶ ἄνευ τούτου ἠθέλομεν ἐπὶ τέλους περιαχθῆ
2655εἰς τὸν πόλεμον πρὸς τὴν γείτονα Ἐπικρατείαν. Ἡ στάσις
2656τῆς Τουρκίας ἀπέναντι τῆς Ἑλλάδος, αἱ πυρπολήσεις τῶν
2657πόλεων τῆς Κρήτης, ὡς εἶχον ἀγγελθῆ ἡμῖν, καὶ ὡς πράγ-
2658ματι ἐγένοντο, αἱ σφαγαὶ ἀθῴων γυναικῶν καὶ παίδων, ἡ
2659γνώμη ὑμῶν, ἐνθαρρυνόντων ἡμᾶς πρὸς ἀποστολὴν τῶν πλοίων
2660εἰς Κρήτην, ἡ γνώμη ὑμῶν τοῦ 1897 ἔτους, ἐπανάληψις τῆς
2661γνώμης ὑμῶν τῆς κατὰ τὸ 1896, ὅτε καὶ κατηγορούμεθα,
2662διότι ἀμέσως δὲν ἀπεστέλλομεν τὰ πλοῖα εἰς Κρήτην, οἱ δε-
2663σμοὶ, οἵτινες ὑπῆρχον, καὶ ὤφειλον νὰ ὑπάρχωσι, καὶ ὀφεί-
2664λουσι νὰ διατελῶσιν ὑπάρχοντες μεταξὺ τῶν δούλων μερῶν
2665τῆς Ἑλληνικῆς φυλῆς καὶ τῶν ἐλευθέρων, τὰ καθήκοντα
2666οὐ μόνον πρὸς ὁμοεθνεῖς, ὁμογλώσσους καὶ ὁμαίμονας, ἀλλὰ
2667καὶ πρὸς τὴν ἀνθρωπότητα, ταῦτα πάντα ἐπέβαλλον, ἵνα λη-
2668φθῶσι τὰ μέτρα ἐκεῖνα, ἅπερ ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἔλαβεν.
2669Ἢ μήπως, κύριοι συνάδελφοι, θέλει εὑρεθῆ τις ὑμῶν ὑπο-
2670στηρίζων, ὅτι ὑμεῖς, ἐὰν εὑρίσκεθε ἐν τῇ θέσει ἡμῶν, δὲν ἠ-
2671θέλετε τὰ αὐτὰ πράξει;
2672Ἐγὼ τοὐλάχιστον, Κύριοι, οὐδαμῶς αἰσθάνομαι εὐθύνην
2673οἱανδήποτε, διότι εἰς πόλεμον περιεπλάκημεν πρὸς τὴν γεί-
2674τονα Ἐπικράτειαν. Εὐθύνη ἤθελε γεννηθῆ καὶ ὑπέχεται ἐπὶ
2675τῇ τοῦ πολέμου διευθύνσει τόσῳ κατὰ γῆν, ὅσῳ καὶ κατὰ
2676θάλασσαν. Ἀλλὰ περὶ ταύτης τοσαῦτα ἐγράφησαν, τοσαῦτα
2677ἐλέχθησαν ἐξωδίκως, ὥστε βεβαίως οὐδὲν ἄλλο μένει, εἰμὴ
2678ζήτησις εὐθυνῶν ἀπὸ τῶν ὑπευθύνων Ὑπουργῶν ἐνώπιον
2679ἀνακριτικῆς ἐπιτροπῆς τῆς Βουλῆς, ὅτε ἤθελον πάντες ἐξα-
2680ναγκασθῆ νὰ καταδείξωσι τοὺς ἀληθῶς καὶ πράγματι ὑπευ-
2681θύνους ἐπὶ τῇ ἐθνικῇ συμφορᾷ, τῇ προκληθείσῃ ἐκ τοῦ τρό-
2682που, καθ’ ὃν ὁ πόλεμος, κατά τε γῆν καὶ κατὰ θάλασσαν,
2683διεξήχθη, καὶ ἐκ τοῦ λόγου καὶ τοῦ σκοποῦ, ὧν ἕνεκεν οὕτω
2684διεξήχθη.
2685Δὲν εἶναι ἴσως τῆς παρούσης ὥρας νὰ ἐξετάσωμεν, τί ἀπὸ
2686τοῦ πολέμου μέχρι τῆς στιγμῆς ταύτης παρὰ τοῦ Κράτους
2687ἐπράχθη πρὸς ἀνόρθωσιν τῶν ζημιῶν καὶ θεραπείαν τῶν κα-
2688κῶς ἐχόντων. Ἕν εἶναι, Κύριοι, ὅμως τὸ βέβαιον, ὅτι ἠλπί-
2689ζομεν, ὅτι μετὰ τὰς συμφορὰς ἐκείνας ἤθελον τέλος πάντων
2690οἱ ἁρμόδιοι φροντίσει νὰ εὕρωσι τὰς αἰτίας τῶν κατά τινα
2691κακῶς τότε ἴσως ἐχόντων, νὰ ἀνορθώσωσι τὰς πλημμελείας,
2692καὶ νὰ συμπληρώσωσι τὰς ἐλλείψεις, ἵνα ἐν ἐνδεχομένῃ περι-
2693στάσει δυνηθῇ τὸ ἔθνος ν’ ἀντιμετωπίσῃ τοὺς ἀπειλουμένους
2694κατὰ τοῦ Ἑλληνισμοῦ κινδύνους.
2695Ἀλλὰ περὶ τούτων πάντων ἀτυχῶς οὐδὲν μέχρι τοῦδε
2696ἐγένετο. Διότι ἀπὸ τῆς ἐποχῆς τῆς μετὰ τὸν πόλεμον μέ-
2697χρι τῆς στιγμῆς ταύτης ἀντικοινοβουλευτικῶς κυβερνώμεθα.
2698Καὶ ἂν κατὰ παρελθοῦσαν ἐποχὴν ὑπῆρχε Κυβέρνησις κοι-
2699νοβουλευτική, ἡ τοῦ ἐκ Κερκύρας ἡγέτου, βεβαίως θέλει ἔλ-
2700θει ἡμέρα, καθ’ ἣν καὶ ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη θέλει κατηγο-
2701ρηθῆ, διότι οὐδὲν ἐξ ὅσων τὰ συμφέροντα τοῦ ἔθνους ἐπέ-
2702βαλλον ἐξετέλεσε· βεβαίως θέλει κατηγορηθῆ, διότι, μὴ δυ-
2703νηθεῖσα νὰ ἐκτελέσῃ τι, παρέδωκε τὴν Κυβέρνησιν τῆς χώ-
2704ρας εἰς Ὑπουργεῖον μειονοψηφοῦν, ἀντισυνταγματικὸν καὶ ἀντι-
2705κοινοβουλευτικὸν ἅμα.
2706Ἕν εἶναι, Κύριοι, τὸ μοιραῖον τέλος τῆς ὑποθέσεως ταύ-
2707της, καὶ ἄνευ τούτου οὐδὲν δυνάμεθα νὰ ἐλπίζωμεν. Τοῦτο
2708δὲ εἶναι, ὅτι ἔχομεν τέλος πάντων ἀνάγκην νὰ ἴδωμεν ἐν
2709τῷ τόπῳ ἡμῶν Κυβέρνησιν κοινοβουλευτικὴν, Κυβέρνησιν δυ-
2710ναμένην σπουδαίως καὶ ἀποτελεσματικῶς νὰ ἐργασθῇ. Καὶ
2711Κυβέρνησις τοιαύτη δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἦναι ἄλλη, εἰμὴ
2712ἐκείνη, ἣν μετ’ ὀλίγον θέλει ἀναβιβάσει ἐπὶ τὴν ἀρχὴν ἡ ἐμ-
2713πιστοσύνη τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. (Εὖγε! εὖγε! ἐκ τῆς ἀρι-
2714στερᾶς).
2715§109ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Παπαγιαννακόπουλος.
2716§110Ν. ΓΟΥΛΙΜΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, παρακαλῶ μίαν στιγ-
2717μὴν, ἐπὶ ἑνὸς ἐπεισοδίου...
2718§111ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Δὲν εἶναι προσωπικόν.
2719§112Ν. ΓΟΥΛΙΜΗΣ. Δὲν εἶναι προσωπικόν, ἀλλὰ διὰ νὰ μὴ
2720μένῃ ἡ Βουλὴ ὑπὸ τὴν ἐντύπωσιν αὐτῶν τῶν πραγμάτων.
2721Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς εἶπεν, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῶν
2722Στρατιωτικῶν τῆς ἐποχῆς ἐκείνης ἐν ἐπιστολῇ του δημο-
2723σιευθείσῃ τότε, εἶπεν, ὅτι δὲν ἔλαβε γνῶσιν τῶν τελεσθέν-
2724των κατὰ τὴν νύκτα τῆς 11 Ἀπριλίου. Ἀλλ’ ἰδοὺ τὸ τηλε-
2725γράφημα τοῦ ἀρχηγοῦ τοῦ ἐν Θεσσαλίᾳ στρατοῦ, τὸ ὁποῖον
2726ἐν τῇ σελίδι 190 τῆς ἐκθέσεως τοῦ Διαδόχου ἀναφέρεται
2727(ἀναγινώσκει):
2728«Ὑπουργὸν Στρατιωτικῶν καὶ Πρωθυπουργὸν, Ἀθήνας.
2729»Χθὲς ἀπὸ δεκάτης πρωϊνῆς ὥρας σφοδρὸν πῦρ πυρο-
2730»βολικοῦ ἐκ τεσσάρων τοὐλάχιστον πυροβολαρχιῶν τῶν 9
2731»ἑκ. ἤρξατο κατὰ τῶν ἡμετέρων περὶ τὸ Μάτι θέσεων. Μέ-
2732»χρι τῆς πέμπτης ἑσπερινῆς ὥρας οὐδεμίαν εἴχομεν λάβει
2733»εἴδησιν, ἐξ ἧς νὰ εἰκάσωμεν, ὅτι ὁ στρατὸς ἡμῶν θὰ ἡτ-
2734»τᾶτο· ἡ μόνη εἴδησις, ἣν ἔσχομεν παρὰ τοῦ ὑποστρατήγου
2735»Μακρῆ, ἦτο, ὅτι ἀγὼν πυροβολικοῦ ἐλάμβανε χώραν, καὶ
2736»ἐζήτει τὴν ἀποστολὴν ἰατρῶν, πεδινῶν πυροβολαρχιῶν καὶ
2737»10 ζευγῶν ἵππων, ἅτινα ἀπεστείλαμεν. Περὶ τὴν 6 ὅμως
2738»ὥραν ἰσχυραὶ φάλαγγες πεζικοῦ ἐχθρικοῦ, ὑποστηριζόμεναι
2739»παρὰ πολυαρίθμου ἱππικοῦ, προήλασαν καὶ ὑπερεφαλάγ-
2740»γισαν τὸ δεξιὸν κέρας. Δυστυχῶς τὸ πεζικὸν δὲν ἔδειξε τὴν
2741»δέουσαν ἀντοχὴν, καὶ ἤρχισε τὸ κέρας τοῦτο ὑποχωροῦν’
2742»ἀλλ’ ἡ ὑποχώρησις μετετράπη εἰς τοιαύτην ἄτακτον φυ-
2743»γὴν, ὥστε ἐπῆλθε σχεδὸν πλήρης ἀποσύνθεσις τῆς κατεχού-
2744»σης τοῦτο Δʹ ταξιαρχίας, καίτοι ὁ συνταγματάρχης Μαυρο-
2745»μιχάλης ἔφιππος ἐπὶ τῆς γραμμῆς τῶν ἀκροβολιστῶν προσε-
2746»πάθει νὰ τοὺς ἐνθαρρύνῃ. Ἡ ὑποχώρησις ἤρξατο ἐξ ἀνάγκης
2747»καὶ ἐκ τοῦ ἀριστεροῦ κέρατος, κατεχομένου παρὰ τῆς Αʹ
2748»Μεραρχίας, ἀλλὰ καὶ αὕτη οὐχὶ κανονικῶς, ἀλλ’ ὁμοιάζουσα
2749»μὲ φυγήν· ἕνεκα τῆς ἐπελεύσεως τοῦ σκότους ἐπετάθη ὁ πα-
2750»νικὸς καὶ ἡ ἀταξία, μὲ ὅλα δὲ τὰ ληφθέντα μέτρα δὲν κα-
2751»τέστη δυνατὴ ἡ ἀναχαίτισις τῶν φυγάδων, εἰσελασάντων
2752»εἰς τὴν πόλιν ἐν πληρεστάτῃ ἀταξίᾳ, ὥστε πᾶσα ἀπόπειρα
2753»πρὸς ἀνασχηματισμὸν καὶ ἐπαναφορὰν αὐτῶν ἐν τάξει κα-
2754»τέστη ἀδύνατος.
2755»Αἱ ἀπώλειαι ἄγνωστοι, μὴ οὔσης δυνατῆς τῆς ἐξακρι-
2756»βώσεώς των.
2757»Διετάχθη ἡ ὑποχώρησις ἐφ’ ἁπάσης τῆς γραμμῆς.
2758»Ἡ κατάστασις τοῦ στρατεύματος ὑπὸ πᾶσαν ἔποψιν εἶναι
2759»τοιαύτη, ὥστε ἡ μὲν ἄμυνα ἐν Λαρίσῃ ἀδύνατος, ἡ δὲ ὑπο-
2760»χώρησις πρὸς Φάρσαλον ἀμφίβολος, στρατιωτῶν οὐ μόνον
2761»τραπέντων εἰς φυγὴν, ἀλλὰ καὶ λιποτακτούντων πρὸς Βό-
2762»λον καὶ πρὸς ἄλλας διευθύνσεις.
2763»Κωνσταντῖνος Διάδοχος.»
2764Ἰδοὺ καὶ τὸ τηλεγράφημα, τὸ ὁποῖον ἐλήφθη τὴν 12 Ἀ-
2765πριλίου, ὥρᾳ 7 π. μ.—δηλ. τότε παρεδόθη ἐν Ἀθήναις.—
2766Εἶναι εἰς σελίδα 193 τῆς ἐκθέσεως τοῦ Διαδόχου (ἀναγι-
2767νώσκει):
2768» Ἀθῆναι, 12 Ἀπριλίου, ὥρα 7 π. μ. 1897.
2769»Ἀρχηγὸν Ἐπιτελείου Διαδόχου.
2770»Ἐὰν ὁ ἀρχηγὸς τοῦ ἐν Θεσσαλίᾳ στρατοῦ κρίνῃ ὅτι ἡ
2771»κατάστασις τῶν στρατευμάτων εἶναι τοιαύτη, ὥστε δὲν
2772»εἶναι δυνατὸν νὰ μείνῃ ἐν Λαρίσῃ, παρακαλεῖται νὰ ὑπο-
2773»χωρήσῃ εἰς Φάρσαλον.
2774»Θεόδωρος Π. Δηλιγιάννης.»
2775§113ΕΠ. ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ. Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιω-
2776τικῶν οὐδεμίαν εἶχε λάβει γνῶσιν.
2777§114Ν. ΓΟΥΛΙΜΗΣ. Ὥστε βλέπετε, ὅτι τὸ τηλεγράφημα
2778περὶ καταστάσεως ἐκοινοποιήθη εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρα-
2779τιωτικῶν...
2780§115ΕΠ. ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ. Πόθεν τὸ ἐξάγετε;
2781§116Ν. ΓΟΥΛΙΜΗΣ. Τὸ πρωτότυπον ὑπάρχει ἐν τῷ τηλε-
2782γραφείῳ, φέρον τὴν ἐπιγραφὴν «Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτι-
2783κῶν καὶ Πρωθυπουργόν».
2784§117Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Κύριε Βουλευτά, τὸ τηλεγρά-
2785φημα τῆς Α. Β. Υ. τοῦ Διαδόχου πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τῶν
2786Στρατιωτικῶν καὶ ἐμὲ ποίαν ἡμερομηνίαν φέρει;
2787§118Ν. ΓΟΥΛΙΜΗΣ. Τὴν νύκτα τῆς 11 Ἀπριλίου, περὶ τὴν
2788πρωΐαν.
2789Τώρα δὲ θὰ σᾶς ἀναγνώσω καὶ τὸ μέρος, τὸ ὁποῖον ἀνέ-
2790φερεν ὁ κύριος Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς περὶ τοῦ στρατηγοῦ
2791Βοσσέρ.
2792Ὁ στρατηγὸς Βοσσὲρ ὑπέβαλεν ἔκθεσιν τὴν 16 Φεβρουα-
2793ρίου 1886 πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, μετὰ τὴν
2794ἐπάνοδόν του, νομίζω, ἐκ τῆς ἐπιθεωρήσεως, τὴν ὁποίαν
2795εἶχε κάμει ἐν Θεσσαλίᾳ. Ἰδοὺ δὲ τί λέγει μία περικοπὴ αὐ-
2796τῆς τῆς ἐκθέσεως. Καὶ διὰ νὰ λείψῃ πᾶσα ἀμφιβολία περὶ
2797τοῦ κύρους αὐτῆς τῆς περικοπῆς καὶ περὶ τοῦ ἂν ὑπάρχει
2798τοιαύτη ἔκθεσις, παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε, ἡ Βουλὴ νὰ ζη-
2799τήσῃ ἀπὸ τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ
2800κατατεθῇ εἰς τὴν Βουλὴν ἡ ἔκθεσις τοῦ στρατηγοῦ Βοσσέρ.
2801Ἰδοὺ λοιπὸν τί γράφει. Εἶναι ὀλίγαι λέξεις, καὶ δὲν θὰ
2802ἀπασχολήσω πολὺ τὴν Βουλὴν (ἀναγινώσκει):
2803«...Τὸ νὰ ἐγκλεισθῇ τις ἐντὸς τῆς Λαρίσης θὰ ἐσήμαινε,
2804κατὰ τὴν κρίσιν μου, τὴν διακύβευσιν τῆς τύχης τῆς Ἑλ-
2805λάδος κατὰ τὰς πρώτας συγκρούσεις· ἀπέναντι δὲ ἐχθροῦ
2806ἰσχυροῦ, ἔχοντος τὴν ἀριθμητικὴν ὑπεροχὴν, αἱ συνέπειαι
2807θὰ ἦσαν ὀλέθριαι. Ἐὰν, πιεζόμενοι πολὺ ὑπὸ πολυαρίθμου
2808ἐχθροῦ, θὰ ὑπεχρεούμεθα νὰ ὑποχωρήσωμεν ἐπὶ τῶν ἀρχαίων
2809συνόρων, θὰ ἐγκατελιμπάνομεν τὴν Θεσσαλίαν, ἀλλὰ θὰ
2810ἐσώζομεν τὸν στρατόν.»
2811Αὐτὰ ἔγραφεν ὁ Βοσσὲρ εἰς τὰ 1886. Καὶ εἶναι τόσον βα-
2812ρυσήμαντοι αἱ φράσεις καὶ αἱ ἰδέαι τοῦ στρατηγοῦ Βοσσὲρ,
2813ὅστις σήμερον κατέχει ἔκτακτον καὶ διακεκριμένην θέσιν ἐν
2814τῷ γαλλικῷ στρατῷ, ὥστε παρακαλῶ νὰ κατατεθῇ ἡ ἔκθε-
2815σις τοῦ στρατηγοῦ Βοσσὲρ εἰς τὴν Βουλὴν, διὰ νὰ λάβῃ γνῶ-
2816σιν αὕτη.
2817§119Δ. ΚΡΙΤΣΑΣ. Ἠδύνατο ὅμως, παραμένων ὁ στρατὸς 3
2818ἢ 4 ἡμέρας, νὰ σώσῃ τοὐλάχιστον τὰ γυναικόπαιδα.
2819§120Ν. ΓΟΥΛΙΜΗΣ. Ἠδύνατο ὁ στρατὸς νὰ παραμείνῃ, ἂν
2820ἠδύνατο ν’ ἀνασχηματισθῇ καὶ ἀνασυνταχθῇ ὁ στρατὸς ἐν
2821Λαρίσῃ, καὶ ἂν ἐγνώριζε τὰ σχέδια τοῦ ἐχθροῦ... (διακοπαὶ
2822θορυβώδεις). Ἐὰν ἡ ἐπίθεσις ἔχῃ ἓν πλεονέκτημα, τοῦτο
2823εἶναι, ὅτι ἔχει τὴν πρωτοβουλίαν, καὶ δὲν γνωρίζει ὁ ἀμυνό-
2824μενος, ποῖα εἶναι τὰ σχέδια τοῦ ἐχθροῦ, καὶ ποῦ θὰ βαδίσῃ
2825ὁ ἐπιτιθέμενος στρατός. Συνεπῶς ἠδύνατο καὶ νὰ προσβληθῇ
2826ἐν Λαρίσῃ πρὶν ἀνασυνταχθῇ, ἀλλὰ πρὸ πάντων νὰ περικλει-
2827σθῇ ἐν Λαρίσῃ, ἀποκοπτομένης πάσης πρὸς τὰ Φάρσαλα
2828ὑποχωρήσεως.
2829§121ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίστε, κύριε Παπαγιαννακόπουλε.
2830§122Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μετὰ προσοχῆς μεγά-
2831λης, Κύριοι, ὡς ἔπρεπε, παρακολουθήσας τὴν συζήτησιν, ἥτις
2832ἐπὶ τρεῖς ἤδη συνεδριάσεις μᾶς ἀπασχολεῖ, ὀφείλω νὰ δη-
2833λώσω εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς, ὅτι δὲν τάσσομαι μετὰ τῆς γνώμης
2834τῶν ἀξιοτίμων Βουλευτῶν, ὅσοι ὑπεστήριξαν, ὅτι εἰς τὴν
2835Ἐθνικὴν λεγομένην Ἑταιρείαν ὀφείλεται ὁ πόλεμος καὶ αἱ
2836συνέπειαι αὐτοῦ. Δὲν εἶμαι βεβαίως διατεθειμένος, πολλοῦ
2837γε καὶ δὴ, νὰ συνηγορήσω ὑπὲρ τῆς Ἑταιρείας ταύτης, ἀλλὰ
2838καὶ δὲν ἐπείσθην, ὅτι ὑπῆρξεν αὕτη ἡ κυρία τοῦ πολέμου
2839ἀφορμή. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον πρὸ πάντων καθιστᾷ τὸ σωμα-
2840τεῖον τοῦτο ἄξιον αὐστηρᾶς καὶ ἀνεπιεικοῦς κατακρίσεως,
2841εἶναι, ὅτι περιέκλειεν εἰς τοὺς κόλπους αὐτοῦ πλείστους ἀνω-
2842τέρους καὶ κατωτέρους ἀξιωματικοὺς τοῦ ἑλληνικοῦ στρα-
2843τοῦ, οἵτινες δι’ ὅρκου μυστικοῦ ἀνελάμβανον ὑποχρεώσεις,
2844ὧν ἡ ἐκπλήρωσις θὰ τοὺς ὡδήγει, ὡς καὶ τοὺς ὡδήγησε,
2845βαθμηδὸν καὶ κατ’ ὀλίγον, εἰς τὴν κατάλυσιν τῆς στρατιω-
2846τικῆς πειθαρχίας, ἧς ἄνευ ὁ στρατὸς ἀποβαίνει ὄχι μόνον
2847ἄχρηστος, ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς ὑψηλῆς ἀποστολῆς του, ἀλλὰ
2848καὶ λίαν ἐπικίνδυνος. Διὰ τοῦτο καὶ οἱ πολιτικοὶ ἄνδρες,
2849ὅσοι προσεχώρησαν εἰς τὴν Ἑταιρείαν ταύτην, εἴτε ὡς μέλη
2850τοῦ φανεροῦ λεγομένου κέντρου, εἴτε ὡς μέλη τοῦ ἀορά-
2851του Διοικητικοῦ Συμβουλίου, εἶναι ἀσυγχώρητοι, καὶ οὐδε-
2852μία δικαιολογία δύναται νὰ τοὺς ὠφελήσῃ. Πολὺ κακῶς
2853ἀντιλαμβάνεται τῶν καθηκόντων αὑτοῦ πρὸς τὴν Πολιτείαν
2854καὶ τὴν κοινωνίαν ὁ πολιτικὸς ἐκεῖνος ἀνὴρ, ὅστις λαμβά-
2855νει μέρος ἐν ἐλαφρᾷ συνειδήσει εἰς πολιτικὰς ἑταιρείας μυ-
2856στικάς, τῶν ὁποίων ἱδρυταὶ καὶ μέλη κατὰ τὸν πλεῖστον
2857εἶναι ἀξιωματικοὶ τοῦ κατὰ γῆν καὶ θάλασσαν στρατοῦ. Ποῦ
2858εἶναι τότε ἡ πειθαρχία, καὶ ὁποίαν ἐμπιστοσύνην δύναται
2859νὰ ἔχῃ ἡ Πολιτεία εἰς ἀξιωματικούς, οἱ ὁποῖοι δεσμεύον-
2860ται διὰ μυστικῶν ὅρκων, ἀγνώστων εἰς τὰς νομίμους τοῦ
2861Κράτους ἐξουσίας; Δι’ αὐτὸ εἶπον καὶ ἐπαναλαμβάνω, ὅτι
2862δὲν εἶναι ἄξιοι συγγνώμης οἱ πολιτικοὶ ἐκεῖνοι ἄνδρες, οἵτι-
2863νες, ἀντὶ ν’ ἀποδοκιμάσουν καὶ νὰ πολεμήσουν πάσῃ δυ-
2864νάμει τὴν ἐν μυστικῇ ἑταιρείᾳ ἕνωσιν τῶν ἀξιωματικῶν, ἐξ
2865ἐναντίας τὴν ἐνεθάρρυναν καὶ τὴν ἐνίσχυσαν διὰ τῆς προσω-
2866πικῆς των συμμετοχῆς καὶ συνεργίας. Καὶ εἶναι τοῦτο το-
2867σούτῳ μᾶλλον λυπηρὸν, καθόσον μεταξὺ τῶν πολιτικῶν αὐ-
2868τῶν ἀνδρῶν ὑπάρχουν καὶ πολλοὶ, οἱ ὁποῖοι ἔχουν τὴν ἀξίω-
2869σιν νὰ καλῶνται ἐπὶ τὴν διεύθυνσιν τῶν τῆς Πολιτείας πραγ-
2870μάτων, ὡς Ὑπουργοί. Καὶ ἐπέπρωτο νὰ συμβῇ παρ’ ἡμῖν
2871καὶ τοῦτο τὸ παράδοξον, ἀλλὰ καὶ ἀπελπιστικὸν φαινόμε-
2872νον, νὰ διορισθῶσιν ὑπὸ τοῦ Βασιλέως, ἐπί τε τῆς προκατό-
2873χου καὶ τῆς νῦν Κυβερνήσεως, Ὑπουργοὶ, οἵτινες ἐχρημάτι-
2874σαν μέλη τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας!
2875Αὐτὸ εἶναι τὸ σημεῖον, ἐπὶ τοῦ ὁποίου δυνάμεθα καὶ ὀφεί-
2876λομεν μετὰ λόγου νὰ κατακρίνωμεν τὴν σύστασιν καὶ τὴν
2877δρᾶσιν τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας· οὐδὲ πρέπει νὰ παρέλθωμεν
2878ἀδιαφόρως πρὸ τῆς διαχειρίσεως τῶν ἐράνων, οὓς αὕτη συν-
2879έλεξεν ἐντὸς καὶ ἐκτὸς τῆς Ἑλλάδος ὑπὲρ τοῦ ἐθνικοῦ ἀγῶ-
2880νος. Ἀλλὰ τὸ ζήτημα τοῦτο δύναται ν’ ἀποτελέσῃ ἰδιαι-
2881τέραν αὐτοτελῆ ἔρευναν, τὴν ὁποίαν ἐπιφυλάσσομαι νὰ κάμω
2882ἔν τινι τῶν προσεχῶν συνεδριάσεων, ἀφοῦ μάλιστα δὲν ἐγέ-
2883νετο δυνατὸν νὰ ἐξακριβωθῇ μέχρι τοῦδε, οὔτε πῶς διετέ-
2884θησαν αἱ διακόσιαι δέκα χιλιάδες δραχμῶν, αἱ ὁποῖαι εὑ-
2885ρέθησαν εἰς τὴν κατοχὴν τῆς Ἑταιρείας μετὰ τὸν πόλεμον,
2886οὔτε παρὰ τίνος ἐλήφθησαν καὶ πῶς διετέθησαν αἱ τρεῖς χι-
2887λιάδες λιρῶν, αἵτινες, ὡς εἶπεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Ζακύνθου
2888Βουλευτὴς, ἀπεστάλησαν μὲν ἐκ Καΐρου πρὸς τὴν Ἐθνικὴν
2889Ἑταιρείαν, δὲν παρελήφθησαν ὅμως ὑπ’ αὐτῆς.
2890Τοιαύτην σχηματίσας γνώμην περὶ τῆς Ἐθνικῆς Ἑται-
2891ρείας, περιορίζομαι εἰς ὅσα περὶ αὐτῆς εἶπον, πρὸς τὸν σκο-
2892πὸν τοῦ νὰ μὴ τὴν ἀναφέρω πλέον, εἰμὴ ἐφ’ ὅσον κατὰ τὴν
2893ἐξέτασιν τοῦ θεμελιώδους περὶ εὐθυνῶν τοῦ πολέμου ζητή-
2894ματος ἀναφαίνεται διατελοῦσα εἰς συνεννοήσεις μετὰ τοῦ
2895Βασιλέως, τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῶν ἐν Θεσσαλίᾳ καὶ Ἠπείρῳ
2896ἀρχηγῶν τοῦ στρατοῦ.
2897Ἐρρήθη, καὶ δὲν ἔπαυσε λεγόμενον καὶ ἐπαναλαμβανό-
2898μενον, ὅτι ἡ Κυβέρνησις τῶν τεσσάρων πρώτων μηνῶν τοῦ
2899ἀπαισίου διὰ τὸν Ἑλληνισμὸν ἔτους 1897 δὲν ἤθελε τὸν
2900πόλεμον, ἀλλ’ ὅτι τὸν ἐδέχθη, ἐπικηρυχθέντα ὑπὸ τῆς Τουρ-
2901κίας. Τοῦτο οὐδαμῶς κυροῦται ὑπὸ τῶν πραγμάτων. Ἐξ
2902ἐναντίας τὰ γεγονότα ἐκ θεμελίων ἀνατρέπουσι τὸν ἰσχυρι-
2903σμὸν τοῦτον.
2904Εὐθὺς μετὰ τὰς ἐν Κρήτῃ σφαγὰς τῶν χριστιανῶν, κατὰ
2905Ἰανουάριον τοῦ 1897, ἡ Κυβέρνησις τοῦ χρόνου ἐκείνου, ὑπο-
2906στηριζομένη ὑπὸ ἰσχυρᾶς ἐν τῇ Βουλῇ πλειονοψηφίας, ἔκρι-
2907νεν, ὅτι ἔπρεπε νὰ προβῇ μετὰ θάρρους καὶ ἀποφασιστικό-
2908τητος εἰς γενναῖα διαβήματα, τὰ ὁποῖα θὰ παρεῖχον βασί-
2909μους ὁπωσοῦν ἐλπίδας περὶ ἐκπληρώσεως τῶν προαιωνίων
2910καὶ ἱερῶν πόθων τῆς ἑνώσεως τῆς μεγαλομάρτυρος Κρήτης
2911μετὰ τῆς Ἑλλάδος· εἰς τοῦτο δὲ ἡ τότε Κυβέρνησις εἶχεν
2912ὁμόθυμον καὶ τὴν γνώμην τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Προέβη
2913ἑπομένως εἰς τὴν ἀποστολὴν τοῦ στόλου, μεθ’ ὃ ἐπηκολού-
2914θησεν ἡ ἀποστολὴ στρατιωτικοῦ σώματος, μὲ τὴν διαταγὴν
2915νὰ ἀποβῇ εἰς τὴν νῆσον, καὶ νὰ καταλάβῃ αὐτὴν ἐν ὀνόματι
2916τοῦ Βασιλέως τῶν Ἑλλήνων. Τῶν δύο τούτων γεγονότων
2917συντελεσθέντων, ἡ Ἑλλὰς εὑρέθη εἰς ἐμπόλεμον μετὰ τῆς
2918Τουρκίας κατάστασιν. Ἰδοὺ τί ἀναγινώσκω εἰς τὸ ὑπ’ ἀριθ.
2919798 τῆς 10 Φεβρουαρίου 1897 ἡμιεπίσημον δημοσιογραφι-
2920κὸν ὄργανον τῆς τότε Κυβερνήσεως (ἀναγινώσκει):
2921«Αἱ Βουκολιὲς ἐκυριεύθησαν τῇ 7 Φεβρουαρίου, περὶ ὥραν
29228ην π. μ. Εἷς ὑπολοχαγὸς ἐπληγώθη, ἑπτὰ στρατιῶται ἐφο-
2923νεύθησαν, καὶ 15 ἐπληγώθησαν Κρῆτες καὶ στρατιῶται. Τὸ
2924φρούριον ἀνετινάχθη εὐθὺς διὰ δυναμίτιδος εἰς τὸν ἀέρα. Ἡ
2925τουρκικὴ φρουρὰ, ἐξελθοῦσα τὴν νύκτα τῆς 6 πρὸς τὴν 7
2926Φεβρουαρίου, ἐπολιορκήθη καὶ κατεστράφη, μὴ θελήσασα
2927νὰ παραδοθῇ. Ὥρα 3ῃ μ. μ. τῆς αὐτῆς ἡμέρας μάχη συν-
2928ήφθη ἐν θέσει Λειβάδια μεταξὺ τοῦ ἑλληνικοῦ καὶ τοῦ ἐκ
2929τῶν Χανίων ἐξελθόντος τουρκικοῦ στρατοῦ μετὰ τριῶν τη-
2930λεβόλων. Τὰ σώματα τοῦ ἑλληνικοῦ στρατοῦ ἐπολέμησαν
2931γενναιότατα. Ἐντὸς μιᾶς καὶ ἡμισείας ὥρας ὁ ἑλληνικὸς
2932στρατὸς ἐξηνάγκασε τοὺς Τούρκους νὰ ὑποχωρήσωσιν εἰς
2933Χανία. Ἐκυρίευσαν οἱ Ἕλληνες τὸν μέγαν ὠχυρωμένον
2934στρατῶνα τῶν Λειβαδίων καὶ τὸν Πύργον τῆς Ἁγυιᾶς,
2935τοὺς ὁποίους καὶ ἀνετίναξαν κατόπιν διὰ δυναμίτιδος. Πολ-
2936λὰ λάφυρα καὶ τροφαὶ ἔπεσαν εἰς χεῖρας τοῦ ἑλληνικοῦ στρα-
2937τοῦ, ὡς καὶ πολλοὶ αἰχμάλωτοι πληγωμένοι. Ἀριθμὸς φο-
2938νευθέντων Τούρκων ἀγνοεῖται εἰσέτι. Ἐφονεύθησαν δύο ἀν-
2939θυπολοχαγοὶ ἐκ τοῦ ἑλληνικοῦ στρατοῦ, περὶ τοὺς εἴκοσι δὲ
2940ὑπαξιωματικοὶ καὶ στρατιῶται ἐφονεύθησαν καὶ ἐτραυμα-
2941τίσθησαν.»
2942Εἶναι λοιπὸν ἐπιτετραμμένον νὰ ὑποστηρίξῃ τις, κατόπιν
2943τοιούτων γεγονότων, ὅτι ἡ Ἑλλὰς δὲν ἤθελε τὸν πόλεμον;
2944Κατέλαβεν ὁ ἑλληνικὸς στρατὸς τὴν Κρήτην, ἥτις ἀπετέλει
2945μέρος τῆς Ὀθωμανικῆς Αὐτοκρατορίας, ἐν ὀνόματι τοῦ Βα-
2946σιλέως τῶν Ἑλλήνων, καὶ συνῆψε μάχας μετὰ τοῦ τουρκι-
2947κοῦ στρατοῦ. Δὲν εἶναι τοῦτο πόλεμος; Ἂν ἀπὸ τῆς ἐπο-
2948χῆς τῆς ἐνάρξεως τῶν ἐν Κρήτῃ πολεμικῶν ἐπιχειρήσεων μέ-
2949χρι τῆς ἐποχῆς, καθ’ ἣν ἡ Τουρκία διέταξε τὸν στρατόν της
2950νὰ εἰσβάλῃ εἰς τὸ ἑλληνικὸν ἔδαφος, ἐδημιουργήθη, ἕνεκα
2951τῆς παρεμβάσεως τῶν Δυνάμεων, μεταβατική τις κατάστα-
2952σις ἀποχῆς ἀπὸ τῆς ἐξακολουθήσεως τοῦ πολέμου, τοῦτο
2953δὲν μεταβάλλει τὴν θέσιν τῶν πραγμάτων, τὰ δὲ πράγματα
2954φωνάζουν, ὅτι ἡ Ἑλλὰς πρώτη ἐπεχείρησε τὸν πόλεμον κατὰ
2955τῆς Τουρκίας.
2956Βεβαίως, τὸ ν’ ἀποσταλῇ στρατὸς εἰς Κρήτην καὶ νὰ κατα-
2957λάβῃ ταύτην ἐν ὀνόματι τοῦ Βασιλέως τῶν Ἑλλήνων, ἐκ-
2958διώκων διὰ τῆς βίας τὸν τουρκικὸν στρατὸν, ἦτο διάβημα
2959ὑπερβαῖνον τὰ ὅρια τῆς τόλμης, καὶ προφανῶς παραβιάζον
2960τὸ δίκαιον τῶν ἐθνῶν καὶ πᾶσαν διεθνῆ ἀρχήν· ἀλλὰ τὰ
2961παραπλησίας φύσεως μεγάλα καὶ ὑψηλῆς ἐμπνεύσεως ἐθνικὰ
2962ἐγχειρήματα κρίνονται ἐκ τῶν ἀποτελεσμάτων. Ἀφοῦ λοι-
2963πὸν τὸ διάβημα ἐκεῖνο ἐστέφθη δι’ ἀδοκήτου καὶ περιφα-
2964νοῦς ἐπιτυχίας, ὀφείλομεν νὰ εἴπωμεν ἄνευ ἐρεύνης, ὅτι κάλ-
2965λιστα τοῦτο ἐγένετο.
2966Τί ὅμως ἐπηκολούθησε κατόπιν; Ἠδυνήθησαν οἱ διευθύ-
2967νοντες τὰς τύχας τοῦ ἔθνους νὰ ἐπωφεληθῶσι τῆς ἐπιτυχίας
2968ταύτης; Ἀπ’ ἐδῶ ἄρχονται αἱ εὐθῦναι, αἱ μεγάλαι καὶ φο-
2969βεραὶ εὐθῦναι ἐπὶ ταῖς ἐθνικαῖς ἐκ τοῦ πολέμου συμφοραῖς.
2970Τῇ 18 Φεβρουαρίου 1897 αἱ ἓξ Μεγάλαι Δυνάμεις διὰ
2971τῶν ἐνταῦθα ἀντιπροσώπων των ἐπέδωκαν πρὸς τὴν Ἑλλη-
2972νικὴν Κυβέρνησιν ταυτόσημον διακοίνωσιν, ἢ μᾶλλον τελεσί-
2973γραφον, διὰ τοῦ ὁποίου ἔκαμνον τὰς τέσσαρας γνωστὰς δηλώ-
2974σεις, ἤτοι: αʹ) ὅτι ἡ Κρήτη οὐδαμῶς ἠδύνατο νὰ προσαρ-
2975τηθῇ εἰς τὴν Ἑλλάδα· βʹ) ὅτι αἱ Δυνάμεις ἀπεφάσισαν νὰ
2976προικίσουν τὴν νῆσον διὰ πολιτεύματος αὐτονόμου, ἀπολύτως
2977πραγματικοῦ, ἐξασφαλίζοντος αὐτῇ διοίκησιν κεχωρισμένην
2978ὑπὸ τὴν ἐπικυριαρχίαν τοῦ Σουλτάνου· γʹ) ὅτι πρὸς πραγμα-
2979τοποίησιν τούτου αἱ Δυνάμεις ἐζήτουν τὴν ἀνάκλησιν τοῦ
2980στρατοῦ καὶ τοῦ στόλου· καὶ δʹ) ὅτι, ἂν ἡ ἀνάκλησις αὕτη
2981δὲν ἤθελε πραγματοποιηθῆ ἐντὸς ἓξ ἡμερῶν, θὰ μετήρχοντο
2982πᾶν μέσον ἐξαναγκασμοῦ.
2983Τί ἔπραξε τότε ἡ Κυβέρνησις, μετὰ τὸ τελεσίγραφον
2984τοῦτο; Διατὶ δὲν ὑπεχώρησεν ἀπέναντι ὄχι πλέον τῆς Τουρ-
2985κίας, ἀλλὰ τῶν ἓξ Μεγάλων καὶ συνησπισμένων Δυνάμεων,
2986αἱ ὁποῖαι ἠπείλουν, ὅτι θὰ μετήρχοντο πᾶν μέσον ἐξαναγ-
2987κασμοῦ, καὶ αἵτινες εἶχον ἤδη κάμει χρῆσιν τῆς βίας ἐν
2988Κρήτῃ διὰ τοῦ βομβαρδισμοῦ τῶν χριστιανῶν; Πῶς ἐτόλ-
2989μησαν οἱ τότε κρατοῦντες εἰς χεῖρας τὴν τύχην τοῦ Ἑλλη-
2990νισμοῦ ν’ ἀναλάβωσι τὴν φοβερὰν εὐθύνην τῶν συνεπειῶν
2991τῆς μὴ ὑποχωρήσεως; Ποῦ ἐστηρίζοντο, ἀρνούμενοι νὰ χρη-
2992σιμοποιήσωσι τὴν χρυσῆν ἀληθῶς γέφυραν, ἣν τοῖς προσή-
2993νεγκον αἱ ἓξ Εὐρωπαϊκαὶ Κυβερνήσεις;
2994Ἐδῶ εἴχομεν ἀνάγκην φωτός, καὶ ἐδῶ ἐναγωνίως καὶ
2995κρατοῦντες τὴν ἀναπνοήν μας ἐπεριμένομεν νὰ λάβωμεν αὐ-
2996θεντικὰς ἐξηγήσεις καὶ διασαφήσεις ἀπὸ τὸν ἀξιότιμον Πρό-
2997εδρον τῆς τότε Κυβερνήσεως. Ἀλλὰ ποῦ εἶναι αὗται; Οὐδὲ
2998νύξις κἄν ἐπὶ τοῦ σημείου τούτου ἐγένετο ὑπὸ τοῦ ἀξιο-
2999τίμου Προέδρου τῆς τότε Κυβερνήσεως, οὕτω δὲ ἐξακολου-
3000θοῦμεν μένοντες εἰς τὸ σκότος, ἐναντίον τῶν προσδοκιῶν, ἃς
3001πρὸς στιγμὴν ἐστηρίξαμεν ἐπὶ τῆς μετὰ κρότου καὶ θορύ-
3002βου προκληθείσης ταύτης συζητήσεως.
3003Διατί, ἐρωτῶ καὶ πάλιν, διατὶ ἡ τότε Κυβέρνησις ἠρ-
3004νήθη ν’ ἀποδεχθῇ τὴν περὶ αὐτονομίας τῆς Κρήτης πρότα-
3005σιν τῶν Δυνάμεων; Εἶχε σπουδαίους λόγους καὶ βασίμους
3006ἐλπίδας νὰ ἐπιμείνῃ εἰς τὴν λύσιν, ἣν προέβαλε διὰ τῆς
3007εἰς τὸ τελεσίγραφον ἀπαντήσεώς της; Δεχόμεθα τοῦτο πρὸς
3008στιγμήν· ἀλλὰ τότε προβάλλει ἐνώπιον ἡμῶν ἄλλο σκοτει-
3009νὸν σημεῖον, ἐπὶ τοῦ ὁποίου οὐδέποτε θὰ παύσῃ ἡ ἐθνικὴ
3010συνείδησις ζητοῦσα φῶς. Ἀφοῦ δηλ. δὲν ἀπεδέχθη ἡ τότε
3011Κυβέρνησις τὴν πρότασιν τῶν Δυνάμεων περὶ αὐτονομίας,
3012τότε πῶς συνεζητεῖτο μεταξὺ αὐτῶν τῶν Δυνάμεων πρό-
3013τασις ἢ μᾶλλον ἀντιπρότασις περὶ Ἡγεμονίας ὑπὸ τὸν πρίγ-
3014κηπα Γεώργιον καὶ ὑπὸ τὴν ἐπικυριαρχίαν τοῦ Σουλτάνου;
3015Ποῖος ἔκαμε τὴν πρότασιν ἢ ἀντιπρότασιν ταύτην;
3016Ἐὰν ἐγίνετο δεκτὴ ἡ πρότασις τῶν Δυνάμεων, ἡ Ἑλλὰς
3017θὰ ἐτήρει ὅλον ἐκεῖνο τὸ γόητρον, πρὸ τοῦ ὁποίου ἔκθαμβος
3018ἔστη ὁ κόσμος. «Ἐχειροκρότησεν ἡ γῆ ὅλη» εἰς τὸ ἄκουσμα,
3019ὅτι τὸ μικροσκοπικὸν Ἑλληνικὸν Βασίλειον διὰ τῶν κατὰ
3020γῆν καὶ θάλασσαν στρατιωτικῶν του δυνάμεων κατέλαβεν
3021εὐθὺς μετὰ τὰς ὑπὸ τῶν Τούρκων γενομένας σφαγὰς τῶν
3022χριστιανῶν τὴν Κρήτην, καὶ ἔφερεν εἰς τοὺς κατοίκους αὐτῆς,
3023ἄνευ διακρίσεως θρησκεύματος ἢ ἐθνικότητος, ἐλευθερίαν,
3024εἰρήνην καὶ ἰσοπολιτείαν. Τοῦτο ἀνωμολόγουν οὐ μόνον οἱ
3025λαοί, ἀλλὰ καὶ αἱ Κυβερνήσεις, αἱ ὁποῖαι μᾶς ἔλεγον: «Εἰς
3026σᾶς μένει ἡ ὑψίστη τιμή, ὅτι ἠλευθερώσατε τὴν Κρήτην.
3027Ἄφετε εἰς ἡμᾶς νὰ κανονίσωμεν τὰ τῆς διοικήσεώς της δι’
3028αὐτονόμου πολιτεύματος, καὶ μὴ ἐπιμένετε ἐπὶ τοῦ παρόν-
3029τος εἰς τὴν ἕνωσιν, ἥτις εἶναι ζήτημα χρόνου». Συγκρίνατε
3030τώρα τὴν θέσιν αὐτὴν τῆς Ἑλλάδος καὶ τοῦ Ἑλληνισμοῦ
3031ὁλοκλήρου πρὸς τὴν θέσιν, εἰς τὴν ὁποίαν ἐφθάσαμεν μετὰ
3032τὸν πόλεμον. Ὄχι μόνον δὲν διετηρήσαμεν τὸ ἀπροσπελάστου
3033ὕψους ἐθνικὸν μεγαλεῖον, εἰς ὃ πρὸς στιγμὴν ὑψώθημεν, ἀλλὰ
3034καὶ ἐχάσαμεν ὅ,τι πρὸ αὐτοῦ εἴχομεν. Καὶ ἐὰν ἠδυνάμεθα
3035νὰ εἴπωμεν, ὅτι ἐχάσαμεν τὰ πάντα, πλὴν τῆς τιμῆς, εἰς
3036οὐδὲν θὰ ἐλογιζόμεθα τὰς τόσας ὑλικὰς ζημίας καὶ κατα-
3037στροφάς. Ἀλλὰ μᾶς ἔσπρωξαν εἰς τὴν βλάβην τῆς τιμῆς διὰ
3038τῆς ἀμαυρώσεως τρισχιλιετοῦς ἱστορίας, καὶ τοῦτο εἶναι πρὸ
3039πάντων καὶ δὲν θὰ παύσῃ νὰ ἦναι τὸ ὑποκάρδιον τοῦ Ἑλ-
3040ληνικοῦ Γένους παράπονον κατὰ τῶν ὑπευθύνων ἐπὶ τῇ ἐθνι-
3041κῇ ταύτῃ συμφορᾷ.
3042Ἀπ’ ἐδῶ λοιπὸν ἄρχονται, ὡς εἶπον πρὸ ὀλίγων στιγμῶν,
3043αἱ εὐθῦναι, αἱ μεγάλαι καὶ φοβεραὶ εὐθῦναι τοῦ πολέμου,
3044καὶ ἐδῶ ζητοῦμεν φῶς. Ἀλλὰ ποῖος νὰ μᾶς φωτίσῃ; Κιν-
3045δυνεύει νὰ χάσῃ κανεὶς τὸν νοῦν του, ὅταν συλλογίζεται,
3046ὅτι ἡ τότε Κυβέρνησις δὲν ἔσπευσε ν’ ἁρπάσῃ, ὄχι ἁπλῶς
3047σανίδα σωτηρίας, ἀλλὰ στέφανον ἐθνικῆς δόξης καὶ μεγα-
3048λείου, τὸν ὁποῖον σύμπασα σχεδὸν ἡ Εὐρώπη ἐν ὁμοφωνίᾳ
3049τῇ παρεῖχε. Τίνες ἆρά γε νὰ ἦσαν οἱ μεγάλοι καὶ ὑψηλοί,
3050καὶ σοβαροὶ καὶ μυστηριώδεις ἐκεῖνοι λόγοι, οἵτινες ἐνεδεί-
3051κνυον ἢ ἐπέβαλλον τότε τὴν ἀπόκρουσιν τῆς προτάσεως τῶν
3052Δυνάμεων;
3053Θὰ μᾶς εἴπουν ἴσως, ὅτι ὑπῆρχον ἐνθαρρύνσεις καὶ ὑπο-
3054σχέσεις, αἱ ὁποῖαι δὲν ἐτηρήθησαν, καὶ περὶ τῶν ὁποίων δὲν
3055πρέπει νὰ γείνῃ λόγος χάριν τῶν ἐθνικῶν συμφερόντων. Πολὺ
3056καλά. Ἀλλὰ τότε κατ’ ἀνάγκην πρέπει νὰ ἐπανέλθωμεν εἰς
3057τὴν ἀνεξήγητον καὶ πάντως ὕποπτον ἐκείνην περὶ Ἡγεμο-
3058νίας πρότασιν, ἡ ὁποία ἐρρίφθη εἰς τὸ μέσον καὶ συνεζητήθη
3059μεταξὺ τῶν Δυνάμεων. Δὲν πρόκειται δ’ ἐνταῦθα οὔτε περὶ
3060εἰδήσεων ἐφημερίδων ἢ τηλεγραφικῶν πρακτορείων, οὔτε
3061περὶ δημοσιογραφικῶν συνεντεύξεων. Πρόκειται περὶ ἐπισή-
3062μων ἀνακοινώσεων, γενομένων ἐνώπιον τῆς Γαλλικῆς Βου-
3063λῆς ὑπ’ αὐτοῦ τοῦ κ. Ἁννοτὼ, ὅστις ἦτο τότε Ὑπουργὸς
3064τῶν Ἐξωτερικῶν. Μεταξὺ τῶν ἀνακοινώσεων τούτων, αἵτι-
3065νες ἐγένοντο τῇ 4 Μαρτίου 1897, καὶ αἵτινες ἀναφέρονται
3066εἰς τὴν ἀπάντησιν τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως εἰς τὸ τε-
3067λεσίγραφον, περιέχεται καὶ ἡ ἑξῆς:
3068«Ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις μετὰ τὴν ἀπάντησιν εἰς τὸ
3069τελεσίγραφον ἐφάνη διατεθειμένη διὰ διαφόρων ἡμιεπισήμων
3070διαβημάτων νὰ δεχθῇ καὶ ἄλλας λύσεις, ἐκτὸς τῶν διὰ τῆς
3071ἀπαντήσεώς της ὑποδειχθεισῶν. Ἐφάνη δηλ. διατεθειμένη
3072ν’ ἀναγνωρίσῃ καὶ αὐτὴν τὴν ἐπικυριαρχίαν τοῦ Σουλτάνου,
3073ἀλλ’ ἐξαιτουμένη ὑπὲρ τῆς νήσου εἴτε πολίτευμα ἀνάλογον
3074πρὸς τὸ τῆς Βοσνίας καὶ Ἐρζεγοβίνης εἴτε διοίκησιν ἐμπεπι-
3075στευμένην εἰς τὸν πρίγκηπα Γεώργιον.»
3076Ταῦτα ἀνεκοίνωσεν ἐνώπιον τῆς Γαλλικῆς Βουλῆς ὁ Ὑ-
3077πουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν κ. Ἁννοτὼ. Τί δ’ ἐκ τούτων ἀπο-
3078δεικνύεται; Ἀποδεικνύεται, ὅτι ἐκ μέρους τῆς Ἑλλάδος
3079ἐθεωρεῖτο μὲν εὐπρόσδεκτος καὶ συμφέρουσα ἡ αὐτονομία ὑπὸ
3080τὴν ἐπικυριαρχίαν τοῦ Σουλτάνου, ἀλλ’ ὑπὸ τὸν ὅρον νὰ διο-
3081ρισθῇ ὑπὸ τῶν Δυνάμεων ὁ πρίγκηψ Γεώργιος Ἡγεμών.
3082Ἀλλ’ ἀφοῦ ἐκρίνετο ὡς καλὴ καὶ ἐθνικὴ καὶ συμφέρουσα
3083ἡ διὰ τῆς Ἡγεμονίας λύσις, τότε διατὶ νὰ μὴ γείνῃ ἀμέ-
3084σως ἀποδεκτὴ ἡ ἀπείρως καλλιτέρα καὶ ἐθνικωτέρα καὶ συμ-
3085φερωτέρα διὰ τῆς αὐτονομίας λύσις, τὴν ὁποίαν ἐπρότειναν
3086αἱ Δυνάμεις; Ποῖος ἔκαμε τὴν περὶ Ἡγεμονίας πρότασιν;
3087§123Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Καὶ πρὸ μικροῦ ἐζήτησα τὸν
3088λόγον, ἵνα εἴπω, ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις οὔτε ἐπισή-
3089μως οὔτε ἡμιεπισήμως ἠρωτήθη, ἀλλὰ καὶ οὐδεμίαν ἔδωκε
3090γνώμην, ὅπως ἡ Κρήτη ἀποτελέσῃ Ἡγεμονίαν.
3091§124Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγνώριζον αὐτὸ, τὸ
3092ὁποῖον εἶπεν ὁ σεβαστὸς ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς, καὶ διὰ
3093τοῦτο δὲν διϊσχυρίσθην, ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἔδωκε
3094γνώμην περὶ Ἡγεμονίας, ἀλλὰ ἠρώτησα, ποῖος ἔκαμε τὴν
3095πρότασιν, καὶ ἐπὶ τοῦ ἐρωτήματος τούτου ἐπεθύμουν ν’ ἀπαν-
3096τήσῃ ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς τότε Κυβερνήσεως.
3097§125Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν γνωρίζω. Πῶς εἶναι δυ-
3098νατὸν νὰ γνωρίζω ἐγὼ, ποίας σχέσεις ἔχει ὁ Ὑπουργὸς τῶν
3099Ἐξωτερικῶν τῆς Γαλλίας;
3100§126Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. Ἁννοτὼ ὡμί-
3101λησε περὶ ἡμιεπισήμων διαβημάτων.
3102§127Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἡμεῖς, ὡς Κυβέρνησις, ἐφρο-
3103νοῦμεν ὅτι δὲν συμφέρει εἰς τὸν Ἑλληνισμὸν νὰ κατατμη-
3104θῶσιν οἱ ἐκτὸς τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου ἑλληνικοὶ πληθυ-
3105σμοὶ εἰς μικρὰς μονάδας, διότι εἶναι ἐκτεθειμένοι πάντοτε
3106εἰς τὸν κίνδυνον εἴτε τῆς ἀπληστίας τῶν ἰσχυρῶν, εἴτε τῆς
3107κακοπιστίας φιλοκτημόνων ἢ μεγαλομανῶν γειτόνων. Αὐτὰ,
3108τὰ ὁποῖα ἀνέφερα, εἶναι ἐπίσημος ἀνακοίνωσις τοῦ Ὑπουρ-
3109γείου τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Ἑλλάδος πρὸς τὸν κ. πρέσβυν
3110τῆς Γαλλίας ἐν Ἀθήναις.
3111§128Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Πάντα ταῦτα ἔχου-
3112σιν ἀκριβῶς, ὅπως ἐξετέθησαν ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου
3113τῆς τότε Κυβερνήσεως, ἀλλὰ δυστυχῶς δὲν ἀποτελοῦσιν
3114ἀπάντησιν εἰς τὸ ἐρώτημά μου. Ἐγὼ εἶπον: ἀφοῦ εἶναι βε-
3115βαιωμένον ἐπισήμως, ὅτι ἡ πρότασις περὶ Ἡγεμονίας ἐγέ-
3116νετο ἐξ Ἑλλάδος, καὶ ὅτι αἱ Δυνάμεις διεξήγαγον παρατε-
3117ταμένην ἐπ’ αὐτῆς συζήτησιν, καὶ ἀφοῦ εἶναι ἐπίσης βεβαιω-
3118μένον ἐπισήμως, ὅτι ἡ πρότασις αὕτη δὲν ἐγένετο ὑπὸ τῆς
3119Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, τότε παρὰ τίνος καὶ ὑπὸ ποίας
3120περιστάσεις ἐγένετο; Εἰς αὐτὴν τὴν ἐρώτησιν ἐπιμένω νὰ
3121λάβω ἀπόκρισιν. Καὶ ἀποτείνομαι ὄχι μόνον πρὸς τὸν ἀξιότι-
3122μον Πρόεδρον τῆς τότε Κυβερνήσεως, ἀλλὰ καὶ πρὸς ὅλους
3123τοὺς πολιτικοὺς ἄνδρας, οἵτινες εἶναι παρόντες, καὶ οἵτινες
3124θὰ ἠδύναντο νὰ λάβουν γνῶσιν πάσης ἐπὶ τοῦ προκειμένου
3125ἀναγκαίας λεπτομερείας. Δὲν εἶναι εἰς θέσιν νὰ γνωρίζῃ ὁ
3126τέως Πρωθυπουργός; Δὲν εἶναι εἰς θέσιν νὰ γνωρίζῃ ὁ νῦν
3127Πρωθυπουργὸς, τοῦ ὁποίου μάλιστα τὸ ὄνομα ἀνεμίχθη τότε
3128εἰς τὰ περὶ Ἡγεμονίας; Διατὶ δὲν ὁμιλοῦσι;
3129§129Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Μὴ ματαιοπονεῖτε! Δὲν θέλουν νὰ τὸ
3130εἴπουν.
3131§130Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ὅμως δὲν πρέπει
3132νὰ λησμονῶσιν, ὅτι, ἐνόσῳ δὲν αἴρεται ὁ περικαλύπτων τὸ
3133μυστήριον τοῦτο πέπλος, θὰ μένῃ ὁ τόπος εἰς τὴν φοβερὰν
3134ὑπόνοιαν, μήτοι τὸ ἔθνος ἔπαθεν ὅσα ἔπαθεν ἕνεκα καὶ χάριν
3135τῆς Ἡγεμονίας ὑπὸ τὸν πρίγκηπα Γεώργιον. Διὰ τοῦτο ἡ
3136σιωπὴ βλάπτει μᾶλλον ἢ ὠφελεῖ. Οὐδὲ εἴμεθα ὑποχρεωμέ-
3137νοι νὰ δώσωμεν πίστιν εἰς τὸ δημοσιευθὲν, ὅτι ἡ πρότασις
3138περὶ Ἡγεμονίας ἐγένετο ἀπὸ ἰδιώτην, ἐνεργοῦντα ἐξ ἰδίας
3139ἐμπνεύσεως καὶ πρωτοβουλίας...
3140§131Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Πόθεν ἐπληροφορήθητε περὶ ἰδιώ-
3141του; Τίς ὁ ἰδιώτης οὗτος;
3142§132Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶμαι ἐφωδιασμένος,
3143καὶ θὰ σᾶς ἀπαντήσω ἀμέσως. Ἔχω ἐδῶ φυλλάδιόν τι, ὅπερ
3144ἐδημοσίευσεν ἐνταῦθα ὁ κ. Σκουλούδης κατὰ Δεκέμβριον τοῦ
31451898, καὶ διὰ τοῦ ὁποίου λέγει μεταξὺ ἄλλων τὰ ἑξῆς
3146(ἀναγινώσκει):
3147«Τῇ 20 Φεβρουαρίου 1897, εὐμενῶς ἀναλαβόντος τοῦ
3148ἀξιοτίμου φίλου μου κ. Ἀντ. Ζ. Βούρου νὰ διερμηνεύσῃ τὰς
3149σκέψεις μου πρὸς τὸν κ. Egerton, τῷ ἐνεχείρισα τὸ ἑπό-
3150μενον σημείωμα, ἀγγλιστὶ συντεταγμένον, ὡς σχέδιον πρὸς
3151λύσιν τῶν ὑφισταμένων δυσχερειῶν.
3152» 1) Ν’ ἀναγνωρισθῇ ἐν Κρήτῃ Ἡγεμονία αὐτόνομος μετὰ
3153συνταγματικοῦ πολιτεύματος, ἄνευ οὐδενὸς συνεκτικοῦ δε-
3154σμοῦ πρὸς τὸ Ὀθωμανικὸν Κράτος.
3155» 2) Νὰ διορισθῇ ὑπὸ τῶν ἓξ Δυνάμεων ὁ πρίγκηψ Γε-
3156ώργιος Ἡγεμὼν τῆς Κρήτης, ὑπὸ τὴν ἐπικυριαρχίαν τοῦ Σουλ-
3157τάνου.
31583) Νὰ παραμείνῃ ὁ νῦν ἐν Κρήτῃ ἑλληνικὸς στρατὸς ὡς
3159ἐγχώριος δύναμις τῆς Ἡγεμονίας πρὸς τήρησιν τῆς τά-
3160ξεως κλπ.
31614) Νὰ ἦναι ἡ σημαία τῆς Ἡγεμονίας παρεμφερὴς πρὸς τὴν
3162τῆς Σάμου.
31635) Ν’ ἀναχωρήσωσι τὰ νῦν ἐν τοῖς Κρητικοῖς ὕδασιν ἑλ-
3164ληνικὰ πολεμικὰ πλοῖα.
31656) Ἀμφότερα τὰ Κράτη, Τουρκία καὶ Ἑλλὰς, νὰ θέσωσι
3166τέρμα εἰς τοὺς ἐξοπλισμοὺς αὐτῶν, καὶ νὰ σταματήσωσι πᾶ-
3167σαν κίνησιν στρατευμάτων πρὸς τὰ ἑλληνοτουρκικὰ σύνορα.»
3168Βλέπετε λοιπὸν, ὅτι ὁ κ. Σκουλούδης θέλει νὰ παραστή-
3169σῃ, ὅτι ἡ πρότασις περὶ Ἡγεμονίας ὀφείλεται ἀποκλειστι-
3170κῶς εἰς μόνην τὴν ἰδίαν αὐτοῦ πρωτοβουλίαν, καὶ προβάλλει
3171τὴν τολμηρὰν ἀξίωσιν νὰ πιστεύσωμεν, ὅτι αἱ ἓξ Μεγάλαι
3172Δυνάμεις κατῆλθον εἰς διαπραγματεύσεις μετ’ αὐτοῦ περὶ
3173τοῦ καταλληλοτέρου τρόπου τῆς λύσεως τοῦ συνταράξαντος
3174τὸν κόσμον Κρητικοῦ ζητήματος! Καὶ πότε λέγει ὅτι ὑπέ-
3175βαλε πρὸς τὸν πρέσβυν τῆς Ἀγγλίας τὸ σχέδιον τῆς ἰδίας
3176του ἐφευρέσεως; Τῇ 20 Φεβρουαρίου 1897, ἤτοι πρὶν ἢ ἀπαν-
3177τήσῃ ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις εἰς τὸ τελεσίγραφον τῶν Δυ-
3178νάμεων. Καὶ ποῖα τὰ μεγάλα πλεονεκτήματα τοῦ σχεδίου
3179του; Σᾶς ἀναφέρω ἓν μόνον, καὶ ἐξ αὐτοῦ δύνασθε νὰ κρίνη-
3180τε καὶ περὶ τῶν ἄλλων. Μὲ τὸ σχέδιον αὐτὸ, ἂν ἤθελε πραγ-
3181ματοποιηθῆ, θὰ ἐσώζετο ἡ φιλοτιμία τοῦ Σουλτάνου, διότι
3182θὰ διετήρει οὗτος τὴν ἐπικυριαρχίαν, καὶ ἑπομένως θὰ παρί-
3183στατο εἰς τὰ ὄμματα τοῦ μουσουλμανικοῦ πληθυσμοῦ ἔχων
3184ὑποτελῆ ἕνα ἡγεμονόπαιδα τῆς Βασιλικῆς οἰκογενείας τῆς
3185Ἑλλάδος! (ἱλαρότης).
3186Ταῦτα λέγει ὁ κ. Σκουλούδης· εἰς ὑμᾶς δὲ, κύριοι Βου-
3187λευταὶ, ἀπόκειται νὰ κρίνητε, ἂν τοιαῦτα πράγματα δύναν-
3188ται νὰ λέγωνται καὶ νὰ γράφωνται καὶ νὰ δημοσιεύωνται
3189σοβαρῶς. Οὐδὲ πιστεύω, ὅτι ὑπάρχει περίπτωσις νὰ ἐκπλα-
3190γῆτε, ἂν ἀκούσητε, ὅτι ὁ ἴδιος κ. Σκουλούδης διὰ τῆς γνω-
3191στῆς πρὸς τοὺς Κρῆτας ἐπιστολῆς του χαρακτηρίζει τὴν διὰ
3192τῆς Ἡγεμονίας ὑπὸ τὸν πρίγκηπα Γεώργιον λύσιν ὡς ἀπο-
3193κλείουσαν ἐπ’ ἀόριστον τὴν ποθητὴν ἕνωσιν, καὶ ἐξορκίζει τοὺς
3194Κρῆτας «νὰ μὴ δεχθῶσιν ἐπ’ οὐδενὶ λόγῳ τοιαύτην λύσιν,
3195καὶ ν’ ἀποκρούσουν ἀπολύτως καὶ ἀποφασιστικῶς πᾶσαν πίε-
3196σιν, ὅθεν δήποτε καὶ ἂν προέρχηται αὕτη, διότι οἱοσδήποτε
3197καὶ ἂν τοὺς συμβουλεύσῃ ἢ τοὺς προτρέψῃ ν’ ἀποδεχθοῦν τὴν
3198Ἡγεμονίαν δὲν εἶναι φίλος τῆς Κρήτης.» Καὶ διὰ νὰ ἐξη-
3199γήσῃ τὴν παράδοξον αὐτὴν ἀντίφασιν ὁ συγγραφεὺς τοῦ φυλ-
3200λαδίου, λέγει, ὅτι ἠναγκάσθη νὰ κηρυχθῇ κατόπιν κατὰ τῆς
3201Ἡγεμονίας, διότι ἐφοβήθη μήπως οἱ Κρῆτες ἤθελον σπεύσει
3202ν’ ἀνακηρύξουν Ἡγεμόνα τὸν πρίγκηπα Γεώργιον, ὁπότε ὁ
3203ὄχλος ἐνταῦθα καὶ οἱ ἀχαλίνωτοι ὀπαδοὶ τῆς Ἐθνικῆς Ἑται-
3204ρείας θ’ ἀπέδιδον τὸ διάβημα τοῦτο εἰς ἐνεργείας τοῦ ἀρχη-
3205γοῦ τῆς κατοχῆς, λαμβάνοντος διαταγὰς παρὰ τοῦ Βασιλέως!
3206Καὶ τί ἀπέγεινεν ἡ ἐπιστολὴ ἐκείνη, διὰ τῆς ὁποίας ὁ
3207κ. Σκουλούδης ἐξώρκιζε τοὺς Κρῆτας νὰ μὴ δεχθῶσι τὴν Ἡγε-
3208μονίαν ὡς ἀποκλείουσαν τὴν ἕνωσιν; Κατεσχέθη ὑπὸ τοῦ
3209ἀρχηγοῦ τῆς κατοχῆς κ. Βάσσου, ὡς ἐκθέτει ὁ ἴδιος κ. Σκου-
3210λούδης.
3211Καὶ πάντα ταῦτα ἐτελοῦντο ἐν ἀγνοίᾳ τῆς τότε Κυβερ-
3212νήσεως, ὀλίγας ἡμέρας πρὸ τῆς ἐνάρξεως τοῦ πολέμου εἰς τὰ
3213σύνορα! Καὶ πάντα ταῦτα μᾶς δίδουν τὴν ἀπόδειξιν, ὅτι ἡ
3214Κυβέρνησις τῆς ἐποχῆς ἐκείνης εἶχε παραμερισθῆ, καὶ ὄχι
3215μόνον δὲν εἶχεν ἐλευθερίαν εἰς τὰς ἐνεργείας της, ἀλλὰ καὶ
3216προσέκρουεν ἐν πολλοῖς κατὰ ἐνεργειῶν σκοτίων καὶ ἀντι-
3217θέτων πρὸς τὰς ἰδικάς της. Ἅπασα ἡ διεύθυνσις καὶ ἡ διεξα-
3218γωγὴ τοῦ ἐθνικοῦ ζητήματος κατά τε τὴν διπλωματικὴν αὐ-
3219τοῦ ἐξέλιξιν καὶ κατὰ τὸ στάδιον τῶν πολεμικῶν ἐπιχειρήσεων
3220εἶχε συγκεντρωθῆ εἰς τὰ Ἀνάκτορα! Πολὺς ἐγένετο λόγος
3221περὶ τοῦ Βασιλικοῦ ἐκείνου κηρύγματος, ὅπερ εἶχε δημοσι-
3222εύσει τὴν 8 καὶ 9 Φεβρουαρίου 1897 ὁ τότε Πρόεδρος τοῦ
3223φανεροῦ κέντρου τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας Μιχ. Μελᾶς, κατ’
3224ἐντολὴν τοῦ Βασιλέως. Τὸ κήρυγμα ἐκεῖνο περιεῖχε πολιτι-
3225κὰς γνώμας καὶ σκέψεις, αἱ ὁποῖαι ἐν πολλοῖς ἦσαν ἐκ δια-
3226μέτρου ἀντίθετοι πρὸς τὰς τῆς τότε Κυβερνήσεως. Καὶ ὅμως
3227τὸ κήρυγμα ἐκεῖνο ἐδημοσιεύθη κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε
3228νὰ μὴ μένῃ οὐδ’ ὁ ἐλάχιστος ἐνδοιασμὸς, ὅτι προήρχετο ἐκ
3229τοῦ Βασιλέως!
3230Καὶ εἶναι μὲν ἀληθές, ὅτι ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς τότε
3231Κυβερνήσεως ἐξέφρασε προχθὲς ἀμφιβολίας περὶ τοῦ ἂν εἶχε
3232τῳόντι εἰπεῖ ὁ Βασιλεὺς τὰ ἐν τῷ κηρύγματι ἐκείνῳ ἐκτι-
3233θέμενα, ἀλλὰ φαίνεται ὅτι τὰς ἀμφιβολίας του περιώρισε
3234μόνον εἰς τὴν γνωστὴν φράσιν περὶ τῶν τριακοσίων χιλιάδων
3235Ἑλλήνων· ἂν δὲ περὶ τούτου μόνον πρόκηται, τότε δυνα-
3236τὸν νὰ προκύψουν ἐνδοιασμοί τινες, διότι ἐν τῷ κειμένῳ,
3237ὅπερ ἐδημοσιεύθη τῇ 8 Φεβρουαρίου δι’ ἐκτάκτου παραρτή-
3238ματος, ἡ φράσις περιείχετο, ἀλλ’ ἐν τῷ κειμένῳ, ὅπερ ἀνε-
3239δημοσιεύθη τὴν ἐπιοῦσαν εἰς ὅλας τὰς ἐφημερίδας δὲν περιε-
3240λήφθη. Κατὰ τὰ λοιπὰ ὅμως ἡ προέλευσις τοῦ κηρύγμα-
3241τος καὶ ἡ γνησιότης αὐτοῦ εἰς οὐδεμίαν ἀπολύτως ὑπόκει-
3242ται ἀμφισβήτησιν. Ἰδοὺ δὲ περικοπαί τινες αὐτοῦ (ἀναγινώ-
3243σκει):
3244«Ἀπὸ τῆς ἐν Κρήτῃ ἐπαναστάσεως τῆς 12 Μαΐου 1896
3245»παρῆλθον ὀκτὼ καὶ πλέον μῆνες, καθ’ ὅλον τὸ διάστημα
3246»τῶν ὁποίων ἡ δῆθεν ἀποτελεσματικὴ ἐπέμβασις τῶν Με-
3247»γάλων Δυνάμεων κατέληξεν εἰς οὐδὲν ἄλλο, εἰμὴ εἰς τὴν
3248»ἀρχὴν ἐφαρμογῆς συστήματος χωροφυλακῆς, ὅπερ εἶναι μω-
3249»σαϊκὸν ἐθνικοτήτων, ἀποτελοῦν τερατούργημα μεταρρυθ-
3250»μίσεως, καὶ τὸ ὁποῖον οὐδὲν πρακτικὸν ἀποτέλεσμα ἠδύ-
3251»νατο νὰ ἔχῃ, ἀφοῦ καὶ αὐτοὶ οἱ Μωαμεθανοὶ, μὴ ἀνεχθέν-
3252»τες τοῦτο, ἤρξαντο πρῶτοι τῶν ἐχθροπραξιῶν, καὶ κατέ-
3253»ληξαν εἰς τὴν ἐξέγερσιν ὁλοκλήρου τῆς νήσου........
3254»Οὐδὲν πλέον ζητῶ παρὰ τῆς Εὐρώπης, οὐδὲ ἀνεξαρτη-
3255»σίαν τῆς Κρήτης, οὐδὲ ἕνωσιν αὐτῆς μετὰ τῆς Ἑλλάδος,
3256»ἑπομένως ἀπεφάσισα νὰ προσαρτήσω ἐγὼ τὴν Κρήτην εἰς
3257»τὴν Ἑλλάδα. Ἡ ἀπόφασίς μου αὕτη εἶναι ἀμετάκλητος,
3258»καὶ δὲν ἐννοῶ οὐδὲ κατὰ κεραίαν νὰ ὑποχωρήσω. Ὁ ἑλ-
3259»νικὸς στρατὸς ἔχει διαταγὴν ἀμετάβλητον νὰ καταλάβῃ
3260»καὶ διοικήσῃ τὴν νῆσον ἐπ’ ὀνόματί μου. Ἐὰν ἡ Ἀγγλία
3261»κατέλαβεν ἄνευ οὐδενὸς δικαιώματος τὴν Κύπρον, ἐὰν ἡ
3262»Γερμανία κατέλαβε τὸ Σλέσβιγ καὶ Ὄλσταϊν, ἐὰν ἡ Αὐ-
3263»στρία κατέλαβε τὴν Βοσνίαν καὶ Ἐρζεγοβίνην, ἐνῷ οὐδ’ ὁ
3264»παραμικρὸς μεταξὺ αὐτῶν ὑπῆρχε δεσμός, πόσῳ μᾶλλον
3265»δικαιοῦται ἡ Ἑλλὰς νὰ σπεύσῃ νὰ καταλάβῃ τὴν Κρή-
3266»την, ἥτις ἀνήκει ὁλοψύχως αὐτῇ;
3267»Πιθανῶς ἡ τοιαύτη ἀμετάτρεπτος ἀπόφασίς μου νὰ δυσ-
3268»αρεστήσῃ τὰς Μεγάλας Δυνάμεις, καὶ ἴσως προβῶσιν αὗται
3269»εἰς καταθλιπτικὰ ἐναντίον μου μέτρα. Ἀλλ’ ἐν τοιαύτῃ
3270»περιπτώσει εἶμαι βέβαιος, ὅτι θὰ ἔχω ὑπὲρ ἐμοῦ ὁλόκλη-
3271»ρον τὸ Ἑλληνικὸν Γένος. Ἄν μὲ ἀποκλείσουν ἐν Κρήτῃ,
3272»θὰ τραπῶ πρὸς τὰ σύνορα, καὶ θὰ προχωρήσω εἰς τὴν Μα-
3273»κεδονίαν, ἄγων τριακοσίας χιλιάδας Ἑλλήνων.
3274» Ὁ ἑλληνικὸς στρατὸς δὲν θὰ ἐγκαταλείψῃ τὴν Κρή-
3275»την· σήμερον δὲ ἀκριβῶς ἔδωκα αὐστηροτάτας διαταγὰς
3276»πρὸς τοῦτο εἰς τὸν ἀρχηγὸν τῆς καταλήψεως. Μετ’ οὐ
3277»πολὺ δὲ θέλει διοργανωθῆ καὶ ἡ ἐπ’ ὀνόματί μου διοίκη-
3278»σις τῆς νήσου.»
3279Αὐτὸ εἶναι τοῦ Βασιλέως τὸ κήρυγμα, τὸ ὁποῖον ἀπο-
3280δεικνύει, ὅτι ἡ Κυβέρνησις τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, καθ’ ἣν ἐπαί-
3281ζετο εἰς τοὺς κύβους ἡ τύχη τοῦ ἔθνους, εἶχε πάθει εἶδός τι
3282ἐκλείψεως, διότι ἄλλως δὲν ἤθελεν ἐπ’ οὐδενὶ λόγῳ ἐπι-
3283τρέψει τὴν δημοσίευσίν του, ἀφοῦ αἱ δι’ αὐτοῦ ἐκτιθέμεναι
3284πολιτικαὶ ἰδέαι καὶ γνῶμαι, ἀνεξαρτήτως τοῦ αἰσθηματικοῦ
3285μέρους, ἦσαν ἐν καταδήλῳ ἀντιθέσει πρὸς τὰς ἰδικάς της.
3286Ὡς ἐκ περισσοῦ δὲ δύναμαι νὰ ἀναφέρω, ὅτι ὅλαι αἱ δημο-
3287σιεύσασαι τὸ κήρυγμα τοῦτο ἐφημερίδες προέταξαν αὐτο-
3288λεξεὶ τοὺς ἑξῆς στίχους (ἀναγινώσκει): «Πληροφορούμεθα ἐκ
3289θετικῆς πηγῆς, ὅτι ἡ Α. Μ. ὁ Βασιλεύς, ὁμιλῶν σήμερον
3290πρός τινα τῶν ἐνταῦθα διπλωματῶν, εἶπεν αὐτῷ τὰ ἑξῆς...»
3291(Ἕπεται κατόπιν τὸ ἀνωτέρω κείμενον, μεθ’ ὃ ὅλαι πάλιν
3292αἱ ἐφημερίδες προσθέτουν τὰς ἀκολούθους λέξεις): «Ταῦτα
3293πάντα, Κύριε, δύνασθε ν’ ἀνακοινώσητε εἰς τοὺς συναδέλ-
3294φους ὑμῶν.»
3295Δὲν πιστεύω, κατόπιν ὅλων τούτων, νὰ ἐξακολουθῇ ὁ
3296ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς τότε Κυβερνήσεως ἔχων ἐνδοιασμοὺς
3297περὶ τοῦ ὅτι κατ’ ἐντολὴν τοῦ Βασιλέως ἐδημοσιεύθη τὸ κή-
3298ρυγμα ἐκεῖνο...
3299§133Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δύναμαι καὶ περὶ τούτου νὰ
3300σᾶς ἀνακοινώσω τὰς γνώμας μου.
3301§134Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ.
3302§135Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐὰν ὁ Βασιλεὺς ἐδέχθη παρ’
3303ἑαυτῷ διπλωμάτην τινὰ ἐκ τῶν διαπεπιστευμένων παρὰ
3304τῇ Α. Μεγαλειότητι ὑπὸ τῶν Μεγάλων Δυνάμεων, καὶ διε-
3305λέχθη μετ’ αὐτοῦ περὶ τῶν πολιτικῶν ὑποθέσεων τοῦ Κρά-
3306τους, καὶ ἰδίως περὶ τῆς ὑποθέσεως τῆς Κρήτης, δὲν εἶναι
3307ἀπίθανον νὰ ἐγένετο τοῦτο. Ἀλλ’ ἐὰν ὁ Βασιλεὺς εἶπε ταῦτα,
3308ὅσα αἱ ἐφημερίδες ἐδημοσίευσαν, ὅτι εἶπε πρὸς αὐτὸν, ἐγὼ
3309δὲν γνωρίζω, διότι οὐδὲ διπλωμάτης τις ἐκ τῶν διαπεπι-
3310στευμένων παρὰ τῇ Αὐλῇ τῶν Ἀθηνῶν μοὶ ἐποιήσατο ἀνα-
3311κοίνωσιν τοιαύτην, οὐδὲ ὁ Βασιλεὺς μοὶ μετέδωκε τοιοῦ-
3312τόν τι.
3313Θέλω ὅμως ἐξετάσει, ἵνα αὐτὸς ἐγὼ εἰκάσω, ἂν ἦτο δυ-
3314νατὸν νὰ εἶπεν ὁ Βασιλεὺς τοιαῦτα, ὅσα τότε ἐδημοσιεύ-
3315θησαν.
3316Πρῶτον δὲν εἶναι ἀκριβὲς τὸ ἀναγραφὲν ἐν ταῖς ἐφημερί-
3317σιν, ὅτι δῆθεν ὁ Βασιλεὺς εἶπεν, ὅτι, ὡς ἡ Κύπρος κατελήφθη
3318ὑπὸ τῆς Ἀγγλίας, ἤθελε καταλάβει καὶ ὁ Βασιλεὺς τὴν
3319Κρήτην, οὐδὲ δύναμαι νὰ ἀποδεχθῶ, ὅτι ὁ Βασιλεὺς ἠδύ-
3320νατο νὰ εἴπῃ τοῦτο· διότι ἡ Κύπρος δὲν κατελήφθη αὐθαι-
3321ρέτως ὑπὸ τῆς Ἀγγλίας. Ἡ Ἀγγλία διεπραγματεύθη καὶ
3322συνωμολόγησε σύμβασιν μετὰ τῆς κυριάρχου τῆς Κύπρου Δυ-
3323νάμεως, καὶ ἑπομένως τῇ συναινέσει τῆς Τουρκίας κατέ-
3324λαβε τὴν Κύπρον, ἐνῷ ἡμεῖς ἐμέλλομεν νὰ καταλάβωμεν
3325τὴν Κρήτην—ἐὰν ἦσαν ἀληθῆ τὰ δημοσιευθέντα ὑπὸ τῶν
3326ἐφημερίδων—βιαίως καὶ ἄνευ τῆς συναινέσεως τῆς κυριάρ-
3327χου Δυνάμεως. Δεύτερον, αὐτό, τὸ ὁποῖον ἀνέφερον αἱ ἐφη-
3328μερίδες, ὅτι δῆθεν εἶπεν ὁ Βασιλεὺς, ὅτι, ὡς ἡ Αὐστρία κα-
3329τέλαβε τὴν Βοσνίαν καὶ Ἑρζεγοβίνην, οὕτω καὶ ἡμεῖς ἠθέ-
3330λομεν καταλάβει τὴν Κρήτην, οὐδὲ τοῦτο εἶναι πιθανὸν νὰ
3331εἶπεν ὁ Βασιλεύς· διότι ἡ Α. Μ. ἐγνώριζεν, ὅτι ἡ Βοσνία
3332καὶ ἡ Ἑρζεγοβίνη παρεχωρήθησαν διὰ τῆς συνθήκης τοῦ
3333Βερολίνου εἰς τὴν Αὐστρίαν, ἵνα διοικῇ αὐτάς. Ἡ Αὐστρία
3334ἐξέθηκεν ἐν τῷ Συνεδρίῳ πρὸς τὰς Δυνάμεις, ὅτι αἱ συνεχεῖς
3335ἀνωμαλίαι ἐν τῇ Βοσνίᾳ καὶ Ἑρζεγοβίνῃ ἐπέφερον εἰς τὴν
3336Αὐστρίαν ἀνησυχίαν, καὶ ἐπέβαλλον αὐτῇ προσθέτους δα-
3337πάνας πρὸς περίθαλψιν τῶν εἰς τὸ ἔδαφος τῆς Αὐτοκρατο-
3338ρίας προσφύγων οἰκογενειῶν· ἐπὶ λόγῳ δὲ τοιούτῳ αἱ ἓξ
3339Μεγάλαι Δυνάμεις, αἱ συνελθοῦσαι ἐν Βερολίνῳ καὶ ὑπογρά-
3340ψασαι γνωστὴν συνθήκην, ἐν αἷς περιελαμβάνετο καὶ ἡ Τουρ-
3341κία, ἐπέτρεψεν εἰς τὴν Αὐστρίαν νὰ καταλάβῃ τὰς ἐπαρ-
3342χίας ταύτας· ἑπομένως τὴν ἀπόφασιν ταύτην ὑπέγραψε καὶ
3343ἡ Τουρκία.
3344Διὰ τοῦτο πάντα ταῦτα, τὰ ἀναγραφόμενα ἐν ταῖς ἐφη-
3345μερίσι, δὲν δύνανται νὰ ὦσι πιθανά, κατὰ τὴν ἐμὴν γνώμην.
3346Παρατηρῶ δέ, ὅτι παραπλήσιόν τι συμβεβηκὸς καταλή-
3347ψεως χώρας ἄλλου Κράτους ἐναντίον τῶν συνθηκῶν δὲν ἐν-
3348θυμοῦμαι κατὰ τὴν σύγχρονον ἐποχήν, καθ’ ἣν κανονίζον-
3349ται αἱ σχέσεις τῶν ἐθνῶν πρὸς ἄλληλα κατὰ τὰς διατάξεις
3350τοῦ διεθνοῦς δικαίου. Μόνον ἐν τῇ Ἀνατολικῇ Ρωμυλίᾳ δι-
3351επράχθη τοιοῦτον, μόνον ἡ Βουλγαρία ἐπέδραμεν ἐπὶ τὴν
3352Ἀνατολικὴν Ρωμυλίαν, ἐπαρχίαν διατελοῦσαν ὑπὸ τὴν ἐπι-
3353κυριαρχίαν τοῦ Σουλτάνου καὶ αὐτονόμως διοικουμένην κατὰ
3354τὴν συνθήκην τοῦ Βερολίνου, καὶ παραβᾶσα τὴν συνθήκην
3355ταύτην τοῦ Βερολίνου, ἥρπασεν αὐτήν. Τοῦτο εἶναι τὸ μό-
3356νον παράδειγμα ἀθετήσεως συνθήκης ἐνώπιον ἓξ Μεγάλων
3357Δυνάμεων, αἱ ὁποῖαι εἶχον ὑπογράψει τὴν συνθήκην ταύτην.
3358Ἐγὼ ἤμην τότε Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου·
3359ἐγνώριζον, ὅτι ἡ Ἀνατολικὴ Ρωμυλία ἐπλάσθη ἐπαρχία αὐ-
3360τόνομος μέν, ἀλλ’ ὑπὸ τὴν κυριαρχίαν τοῦ Σουλτάνου, ἵνα
3361χρησιμεύῃ ὡς πρόχωμα κατὰ τῶν Σλαυϊκῶν ἐπιδρομῶν,
3362ἀφοῦ ἐσχηματίσθη ἡ Βουλγαρία εἰς Ἡγεμονίαν, συγκεντρώ-
3363σασα πάσας τὰς Βουλγαρικὰς δυνάμεις εἰς δύναμιν συντε-
3364ταγμένην, καὶ κίνδυνος ἠδύνατο νὰ ἐπιφανῇ, νὰ λάβῃ στά-
3365σιν ἀπειλητικὴν κατὰ τῆς μεσημβρινῆς Μακεδονίας. Διὰ
3366τοῦτο διεμαρτυρήθην πρὸς τὰς Δυνάμεις ἐν ὀνόματι τῆς Ἑλ-
3367ληνικῆς Κυβερνήσεως, συναινοῦντος τῆς Α. Μ. τοῦ Βασιλέως,
3368ὁ ὁποῖος μάλιστα ἐκ τοῦ ἐξώστου τῶν Ἀνακτόρων πρὸ συλ-
3369λαλητηρίου τῶν πολιτῶν ἐσύστησε πρὸς αὐτοὺς νὰ εἰσφέ-
3370ρωσι προθύμως διὰ τὰς ἀνάγκας, εἰς τὰς ὁποίας ἤθελεν ὑπο-
3371βληθῆ τὸ Κράτος. Κατόπιν ὅμως ἀνεκαλύφθη, ὅτι ἡ παρά-
3372βασις αὕτη τῶν συνθηκῶν ἐγένετο ἀνεκτὴ ὑπὸ τῶν ὑπογρα-
3373ψασῶν τὴν συνθήκην Δυνάμεων· ἠμνηστεύθη ἡ ἁρπαγή, ἵνα
3374εἴπω οὕτω, ὑπὸ τῶν Δυνάμεων ἐκείνων, αἵτινες ἐν τῷ Συν-
3375εδρίῳ τοῦ Βερολίνου εἶχον ἀποφασίσει νὰ δημιουργήσωσι τὴν
3376Ἀνατολικὴν Ρωμυλίαν ὡς προμαχῶνα ὑπὲρ τῆς μεσημ-
3377βρινῆς Μακεδονίας κατὰ τῶν βορείων κατοίκων αὐτῆς· διὰ
3378τοῦτο ἠνέχθησαν τὴν παράβασιν τῶν συνθηκῶν, καὶ εὗρον
3379ἕνα modus vivendi, ν’ ἀναθέσωσιν εἰς τὴν Βουλγαρίαν τὴν
3380διοίκησιν τῆς Ἀνατολικῆς Ρωμυλίας· ἔκτοτε δὲ τὸ ζήτημα
3381μένει ἐκρεμές. Οὕτως ἐπῆλθον καὶ αἱ ἀποτυχίαι ἡμῶν, δι-
3382ότι αἱ Δυνάμεις, αἱ ὁποῖαι ἐκαλοῦντο νὰ προστατεύσωσι τὴν
3383συνθήκην των καὶ νὰ φρουρήσωσι τὰ δυνάμει τῶν διατάξεων
3384αὐτῆς ἀποκατασταθέντα πολιτικὰ ἱδρύματα, νὰ ἀποκρού-
3385σωσι δὲ πᾶσαν παράβασιν τῆς συνθήκης ταύτης, ἠνέχθησαν
3386τὸ γεγονός, καὶ ἔστρεψαν τὰ νῶτα εἰς ἡμᾶς, ἐπῆλθον δὲ
3387τότε τὰ συμβεβηκότα τοῦ 1886.
3388Ταῦτα ὅσον ἀφορᾷ τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ Βασιλέως, ὅτι
3389εἶπε περὶ τούτου ἢ ἐκείνου.
3390Ὅσον ὅμως ἀφορᾷ τὰ τῆς ἱδρύσεως τῆς Ἁρμοστείας ἐν
3391Κρήτη, ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, ὅτι δὲν γνωρίζω, ἐὰν ἡ Α. Μ.
3392ἐγίνωσκέ τι. Ἐμὲ εἶχεν ὄντως ἐπισκεφθῆ ἑσπέραν τινὰ ἐν
3393τῇ οἰκίᾳ μου ἀντιπρόσωπος Μεγάλης Δυνάμεως, ἐπανερχό-
3394μενος ἐκ τῆς πρωτευούσης τοῦ Κράτους, τοῦ ὁποίου ἦτο ἀντι-
3395πρόσωπος, καὶ μοὶ ἀνεκοίνωσεν, ὅτι σκέψις γίνεται ἵνα ἡ
3396Κρήτη μεταβληθῇ εἰς Ἡγεμονίαν καὶ ἀνατεθῇ ἡ Ἁρμοστεία
3397αὐτῆς εἰς τὴν Α. Β. Ὑψηλότητα τὸν πρίγκηπα Γεώργιον· μοὶ
3398ἐδήλωσε δὲ τὴν ἐπιθυμίαν τῆς Κυβερνήσεώς του νὰ συντε-
3399λέσω, ἵνα ἡ ἀπόφασις αὐτῆς αὕτη ἐκτελεσθῇ. Ἐπιθυμῶ νὰ
3400ἦμαι εὐθὺς εἰς τὰς σχέσεις μου καὶ νὰ λέγω εἰλικρινῶς τὴν
3401ἀλήθειαν. Εἶπον λοιπὸν εἰς τὸν κύριον πρέσβυν, ὅτι εὐγνώ-
3402μων διατελῶ πρὸς τὴν Κυβέρνησιν αὐτοῦ, ἥτις πάντοτε ἐδεί-
3403χθη εὐμενῶς διατεθειμένη πρὸς τὴν Ἑλλάδα καὶ τὰ συμφέ-
3404ροντα αὐτῆς, ἀλλὰ τὴν γνώμην αὐτῆς ταύτην δυσκολεύομαι
3405ν’ ἀποδεχθῶ, οὐδὲ θέλω δυνηθῆ νὰ ἐργασθῶ πρὸς ἐκτέλεσιν
3406αὐτῆς. Διότι νομίζω, ὅτι αἱ ἐκτὸς τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου
3407ἐπαρχίαι πρέπει νὰ διατηρῶσι τὴν ἑλληνικὴν ὀντότητά των,
3408δὲν πρέπει δὲ νὰ κατατμηθῶσιν εἰς μονάδας μικράς, διότι,
3409ἐὰν τὰ κατὰ τὰς ὑπὸ τὴν γείτονα Αὐτοκρατορίαν ἑλληνι-
3410κὰς χώρας κεῖνται ὡς ἔχουσιν, οἱ ἐκτὸς τοῦ Ἑλληνικοῦ Βα-
3411σιλείου ἑλληνικοὶ πληθυσμοὶ μετὰ τοῦ ἐν τῷ Ἑλληνικῷ Βα-
3412σιλείῳ δύνανται νὰ ἀνταγωνίζωνται πρὸς τοὺς γείτονας ἢ
3413περιοίκους ἑτεροφύλους πληθυσμοὺς, καὶ αἱ προσπάθειαι αὐ-
3414τῶν ἐν τῷ κοινωνικῷ τούτῳ ἀνταγωνισμῷ νὰ στέφωνται ὑπὸ
3415ἐπιτυχίας· ἐνῷ, ἐὰν οἱ ἐκτὸς τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου πλη-
3416θυσμοὶ κατατμηθῶσιν εἰς πολιτικὰς μονάδας μικρὰς, αἵτι-
3417νες καὶ οἰκονομικῶς θέλουσιν εἶσθαι ἀσθενεῖς, καὶ στρατιω-
3418τικῶς ἀτελεῖς, καὶ διοικητικῶς πλημμελεῖς, τότε καὶ αὗται
3419κακῶς θέλουσι διοικεῖσθαι, καὶ ἐν τῷ κοινωνικῷ πρὸς τοὺς
3420ἑτεροφύλους ἀνταγωνισμῷ δὲν θέλουσι δυνηθῆ νὰ ἦναι ἐπαρ-
3421κεῖς, οὕτω δὲ θέλουσιν εἶσθαι ἐκτεθειμέναι ἐν ἀληθεῖ κινδύνῳ
3422κατὰ ἐνδεχομένων ἀπειλῶν εἴτε ὑπὸ τῆς ἀπληστίας τῶν
3423ἰσχυρῶν, εἴτε ὑπὸ τῆς φιλοκτημοσύνης γειτόνων ἢ περιοίκων
3424φιλοκτημόνων ἢ μεγαλομανῶν.
3425Δὲν γνωρίζω, ἐὰν εἰς τὸν ἀντιπρόσωπον τῆς Μεγάλης ἐκεί-
3426νης Δυνάμεως ἐνεποιήθη αἴσθημά τι δυσάρεστον ἕνεκα τῆς
3427γνώμης, ἣν ἀνεκοίνωσα αὐτῷ ὅτι εἶχον· ὑποθέτω ὅμως, ὅτι
3428δὲν ἐνεποιήθη κἄν αὐτῷ ἀμφιβολία τις, ὅτι ἦτο ἡ εἰλικρι-
3429νὴς γνώμη μου καὶ πεποίθησις, τὴν ὁποίαν καὶ ταύτην ἔτι
3430τὴν στιγμὴν ἐξακολουθῶ ἔχων.
3431Ἀλλ’ ὅτε ὁ πρέσβυς τῆς Ἑλλάδος ἐν Γαλλίᾳ μοὶ παρέ-
3432στησεν, ὅτι παρέχεται αὐτῷ ἀφορμὴ νὰ ὑπολαμβάνῃ, ὅτι
3433δὲν εἶναι πλήρης ἡ πρὸς αὐτὸν ἐμπιστοσύνη τῆς Κυβερνή-
3434σεως, διότι αὕτη προέβη εἰς ἀνακοινώσεις πρὸς τὴν Γαλλι-
3435κὴν Κυβέρνησιν δι’ ἑτέρας πλαγίας καὶ ἀνεπισήμου ὁδοῦ,
3436καὶ προεκάλει οὕτω ἐξήγησιν τοῦ πράγματος, ἵνα κρίνῃ τὰ
3437κατὰ τὰς περαιτέρω μετὰ τῆς Κυβερνήσεως σχέσεις του,
3438ᾐσθάνθην ἔκπληξιν, διότι πρώτην φορὰν ἐμάνθανον, ὅτι ὁ
3439Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Γαλλίας ἀνεκοίνωσεν εἰς τὴν
3440Βουλὴν εὐχὴν ἢ πρότασιν τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, τρο-
3441ποποιοῦσαν τὴν εὐχὴν ἢ παράκλησιν, ἣν εἶχε προβάλει διὰ
3442τῆς ἀπαντήσεως, ἣν εἶχεν ἐπιστείλει πρὸς τὴν Note colle-
3443ctive τῶν Μεγάλων Δυνάμεων. Διὰ τοῦτο ἔσπευσα νὰ παρα-
3444καλέσω τὸν πρέσβυν νὰ μοὶ στείλῃ τὰ πρακτικὰ τῆς Βου-
3445λῆς, ἐν οἷς ἀνεγράφετο ἡ πρὸς τὴν Γαλλικὴν Βουλὴν ἀνα-
3446κοίνωσις τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργοῦ τῆς Δημοκρα-
3447τίας. Ὁ κύριος πρέσβυς τῆς Ἑλλάδος μοὶ διεβίβασε τετυπω-
3448μένα τὰ ζητηθέντα πρακτικὰ, καὶ ἀνέγνων τὸν λόγον τοῦ
3449κ. Ἁννοτώ· ὅθεν παρεκάλεσα τὸν ἐν Παρισίοις πρέσβυν τῆς
3450Ἑλλάδος νὰ μεταβῇ εἰς τὸ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουρ-
3451γεῖον καὶ ζητήσῃ νὰ μάθῃ παρὰ τοῦ κ. Ἁννοτὼ, τίς ἀνε-
3452κοίνωσεν αὐτῷ τὴν ἐπιθυμίαν, ἢ τὴν εὐχὴν, ἢ τὴν παρά-
3453κλησιν, ἥτις, καθ’ ἃ εἶχεν εἰπεῖ εἰς τὴν Βουλὴν, εἶχεν ἀνα-
3454κοινωθῆ αὐτῷ ὑπὸ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, ἀφοῦ αὐτὸς,
3455ὡς πρέσβυς τῆς Ἑλλάδος, ὁ μόνος ἁρμόδιος, ἵνα μεταδίδῃ
3456εἰς τὴν Γαλλικὴν Κυβέρνησιν τὰς ὑπὸ τῆς Ἑλληνικῆς Κυ-
3457βερνήσεως κρινομένας ἀναγκαίας ἀνακοινώσεις, οὐδεμίαν τοι-
3458αύτην ἐποιήσατο πρὸς τὸν κ. Ἀννοτὼ ἀνακοίνωσιν. Ὁ ἐπὶ
3459τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργὸς τῆς Γαλλίας δὲν ἐδείχθη πρό-
3460θυμος νὰ δώσῃ εἰς τὸν ἡμέτερον κύριον πρέσβυν τὴν ζητη-
3461θεῖσαν πληροφορίαν. Ὅθεν ἠναγκάσθην νὰ παρακαλέσω τὸν
3462ἐμὸν συνάδελφον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ ἐπι-
3463στείλῃ τηλεγράφημα πρὸς τὸν πρέσβυν κύριον Ν. Δηλιγιάν-
3464νην, καὶ νὰ παρακαλέσῃ αὐτὸν νὰ ἀνακοινώσῃ εἰς τὸν ἐπὶ
3465τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργὸν τῆς Γαλλικῆς Δημοκρατίας, ὅτι
3466ἡ Κυβέρνησις τῆς Α. Μεγαλειότητος τοῦ Βασιλέως οὐδεμίαν
3467ἀπηύθυνε νεωτέραν αἴτησιν, ἢ εὐχὴν, ἢ παράκλησιν, τροπο-
3468ποιοῦσαν ἢ μεταβάλλουσαν τὴν εὐχὴν καὶ παράκλησιν, ἣν
3469εἶχεν ὑποβάλει εἰς τὰς Μεγάλας Δυνάμεις διὰ τῆς διακοι-
3470νώσεως, ἣν εἶχεν ἐπιστείλει εἰς ἀπάντησιν τῆς Note colle-
3471ctive τῶν ἐν Ἀθήναις κυρίων πρέσβεων τῶν Μεγάλων Δυ-
3472νάμεων. Παρεκάλεσα δὲ τὸν κ. Σκουζὲν, Ὑπουργὸν τότε ἐπὶ
3473τῶν Ἐξωτερικῶν, πρὶν ἢ ἀποστείλῃ τὸ τηλεγράφημα εἰς
3474Παρισίους, νὰ ἀνακοινώσῃ αὐτὸ εἰς τὴν Α. Μ. τὸν Βασιλέα,
3475καὶ ζητήσῃ τὴν Βασιλικὴν ἔγκρισιν αὐτοῦ. Ἡ Μεγαλειό-
3476της του ηὐδόκησε νὰ μὲ καλέσῃ τὴν πρωΐαν τῆς ἐπιούσης,
3477ὅτε καὶ ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ παρουσιασθῶ ἐνώπιον αὐτῆς,
3478καὶ νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Μεγαλειότητά του πάσας τὰς πλη-
3479ροφορίας, αἵτινες ἤθελον κριθῆ ἀναγκαῖαι, ὅπως δοθῇ ἐπὶ
3480τοῦ τηλεγραφήματος ἡ Βασιλικὴ συναίνεσις. Ἡ Α. Μεγα-
3481λειότης οὐδεμίαν προέβαλεν ἀντίρρησιν, οὕτω δὲ ἐπεστάλη
3482εἰς τὸν ἐν Παρισίοις κ. πρέσβυν τὸ εἰρημένον τηλεγράφημα,
3483ὅπως κοινοποιήσῃ τὸ περιεχόμενον αὐτοῦ εἰς τὸν κ. Ὑπουρ-
3484γὸν τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Γαλλίας.
3485Αὐτὰ γινώσκω καὶ οὐδὲν ἄλλο.
3486§136Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Λυποῦμαι διότι δὲν
3487δύναμαι νὰ συμφωνήσω μὲ τὸν ἀξιότιμον Πρόεδρον τοῦ τότε
3488Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. Τὸ δημοσίευμα ἐκεῖνο ἐγένετο ὑπὸ
3489τοιαύτας περιστάσεις, ὥστε, ἂν δὲν ἦτο ἀληθὴς ἡ προέλευ-
3490σίς του, ἔπρεπε παραχρῆμα νὰ διαψευσθῇ. Ἀλλὰ διάψευ-
3491σις οὐδεμία ἐγένετο οὔτε διὰ τοῦ Αὐλαρχείου, οὔτε διὰ τοῦ
3492ἡμιεπισήμου δημοσιογραφικοῦ ὀργάνου τῆς τότε Κυβερνή-
3493σεως. Ἄλλως δὲ, ῥητῶς, κατηγορηματικῶς καὶ ἐν ταῖς ἐσχά-
3494ταις αὐτοῦ λεπτομερείαις τὸ ἐπεβεβαίωσεν ὁ ἐκ Ζακύνθου
3495βουλευτὴς κ. Στεφάνου, ὅστις ἦτο μέλος τοῦ Διοικητικοῦ
3496Συμβουλίου τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας, καὶ ὅστις εἶχε λάβει
3497τότε παρὰ τοῦ Μιχ. Μελᾶ, προέδρου τῆς ἰδίας Ἑταιρείας, τὴν
3498πληροφορίαν, ὅτι ὁ Βασιλεὺς τῷ εἶχε δώσει ἐντολὴν νὰ δη-
3499μοσιεύσῃ τὸ κήρυγμα ἐκεῖνο τὴν ἑσπέραν τῆς 8 Φεβρουαρίου,
3500ὅπερ καὶ ἐγένετο. Τὸ ἐβεβαίωσαν ἐπίσης οἱ ἀξιότιμοι βου-
3501λευταὶ Παπαμιχαλόπουλος καὶ Γουναράκης μεθ’ ὅλων τῶν
3502λεπτομερειῶν, ὅσαι σχετίζονται πρὸς τὸ μέγα τῆς 9 Φε-
3503βρουαρίου συλλαλητήριον, ὅπερ ἐγένετο κατόπιν τοῦ Βασι-
3504λικοῦ κηρύγματος.
3505Ἀλλὰ μήπως τὸ ἐνυπόγραφον πρὸς τὸν Κρητικὸν λαὸν
3506κήρυγμα τοῦ ἀρχηγοῦ τοῦ στρατοῦ τῆς κατοχῆς δὲν ὁμοιά-
3507ζει ἐν πολλοῖς πρὸς τὸ κήρυγμα τὸ Βασιλικόν; Ἰδοὺ τί
3508λέγει ὁ ἀρχηγὸς τῆς κατοχῆς πρὸς τὸν Κρητικὸν λαόν:
3509«Ἡ Α. Μ. ὁ Βασιλεὺς τῶν Ἑλλήνων καὶ ὑψηλός μου
3510Κύριος ἀπεφάσισε νὰ θέσῃ τέρμα εἰς τὰ δεινά σας διὰ τῆς
3511στρατιωτικῆς καταλήψεως τῆς νήσου... Ἐν ὀνόματι τῆς Α.
3512Μ. τοῦ Βασιλέως τῶν Ἑλλήνων Γεωργίου τοῦ Αʹ, κατα-
3513λαμβάνω τὴν νῆσον Κρήτην κλπ.»
3514Βλέπετε, ὅτι καὶ ἐδῶ οὐδὲ λέξις ἀναφέρεται περὶ Κυ-
3515βερνήσεως τῆς Ἑλλάδος καὶ δὲν δύναμαι νὰ εἴπω, ὅτι πρό-
3516κειται περὶ ἁπλῶν συμπτώσεων ἢ ἀπροσεξίας.
3517Ἀλλὰ μήπως ἔχω ἀνάγκην νὰ περιορισθῶ εἰς μόνα τὰ
3518δύο ταῦτα κηρύγματα πρὸς ἀπόδειξιν τοῦ ὅτι εὐθὺς ἐξ ἀρ-
3519χῆς εἶχεν ἀφαιρεθῆ ἀπὸ τὴν τότε ὑπεύθυνον Κυβέρνησιν
3520πᾶσα ἐλευθερία ἐνεργείας; Τί μᾶς ἔλεγε προχθὲς ὁ ἀξιότι-
3521μος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης; Ὄτι ὄχι μόνον ἀπη-
3522ξίου νὰ ἔρχηται εἰς συνεννοήσεις μετὰ τῶν ἀτάκτων ἐπα-
3523ναστατικῶν σωμάτων καὶ μετὰ τῶν ἀρχηγῶν αὐτῶν, ἀλλ’
3524ὅτι δὲν ἤθελε οὔτε ν’ ἀκούσῃ περὶ αὐτῶν, καὶ ἀπεκάλει
3525τοὺς ἀποτελοῦντας αὐτὰ τὰ σώματα ἄνδρας, εἰρωνικῶς καὶ
3526περιφρονητικῶς, σταυραετούς, ἐνῷ ἄλλος συνάδελφος ὑπερθε-
3527ματίζων τοὺς ἀπεκάλει καθάρματα! Πῶς δ’ ἐχαρακτηρίσθη
3528ἡ ἔξοδος τῶν σωμάτων τούτων ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου
3529τῆς τότε Κυβερνήσεως; Ἐχαρακτηρίσθη ὡς ὀλεθρία καὶ
3530ἀντεθνική, διότι ἐπέσπευσεν, ἢ μᾶλλον προεκάλεσε τὴν
3531ἔναρξιν τῶν ἐν τοῖς συνόροις ἐχθροπραξιῶν, τὰς ὁποίας ἐπε-
3532ζήτει ν’ ἀποφύγῃ ἡ Κυβέρνησις.
3533Καὶ ἐνῷ τοιαύτην γνώμην εἶχεν ἡ Κυβέρνησις περὶ τῶν
3534ἐπαναστατικῶν σωμάτων, καὶ ἐνῷ εἶχε συγκεντρώσει ἁπά-
3535σας τὰς προσπαθείας της, ὅπως προλάβῃ τὴν ἐν τοῖς συνό-
3536ροις ἔκρηξιν τοῦ πολέμου, καὶ ἐνῷ ἔτρεμε πρὸ τῆς ἰδέας,
3537ὅτι τὰ ἐπαναστατικὰ σώματα θὰ προέβαινον εἰς τὴν ἔξο-
3538δον, ἐν τούτοις ἔχομεν ἐπισήμους ἀποδείξεις, ὅτι ὁ ἀρχη-
3539γὸς τοῦ ἐν Θεσσαλίᾳ στρατοῦ ὄχι μόνον δὲν ἀπέκρουε τὰ
3540ἐπαναστατικὰ σώματα, ἀλλὰ καὶ διετέλει εἰς συνεννοήσεις
3541μετὰ τῶν διοικούντων αὐτὰ ἀξιωματικῶν, καὶ—ὅπερ τὸ
3542παραδοξότερον—ἔδωκε τὴν πρὸς ἔξοδον διαταγήν. Θέλετε
3543δὲ τὰς ἀποδείξεις; Ἰδοὺ αὗται (ἀναγινώσκει):
3544«Νομάρχην Τρικκάλων.
3545»Εἰδοποιήσατε ταξίαρχον Ἀντωνιάδην ἀφήσῃ ἐλεύθερα,
3546»ὅπως ἐξέλθουν, ἀνταρτικὰ σώματα, ὑπὸ τὸν ὅρον νὰ μὴ
3547»συγκρουσθῶσιν εἰς τὴν γραμμήν.
3548»Κατὰ διαταγὴν, Σαπουντζάκης.»
3549§137Ν. ΓΟΥΛΙΜΗΣ. Αὐτὸ ἦτο μετὰ τὴν ἀνακωχήν.
3550§138Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Πλανᾶσθε. Ἡ διαταγὴ
3551αὕτη ἐδόθη ἑπτὰ ἢ ὀκτὼ ἡμέρας πρὸ τῆς ἐνάρξεως τῶν ἐχ-
3552θροπραξιῶν ἐν τοῖς συνόροις. Πρόκειται δηλαδὴ περὶ τῆς
3553διαβοήτου ἐκείνης ἐξόδου, ἥτις ἐθεωρήθη ὡς ἀφορμή, ὅπως
3554ἡ Ὀθωμανικὴ Κυβέρνησις διατάξῃ τὸν στρατόν της τῇ 5
3555Ἀπριλίου νὰ ἐπιχειρήσῃ παντὸς εἴδους ἐπιθετικὰς καὶ ἀμυν-
3556τικὰς ἐνεργείας.
3557Καὶ δὲν ἔχομεν μόνον αὐτὴν τὴν διαταγὴν, ἥτις ἐδόθη τῇ
355827 Μαρτίου, ἤτοι πρὸ τῆς ἐνάρξεως τοῦ πολέμου, ἀλλ’ ἔ-
3559χομεν καὶ ἄλλας μετὰ τὴν ἔναρξιν, ἐξ ὧν ἔχω ὑπ’ ὄψιν τὰς
3560ἑξῆς (ἀναγινώσκει):
3561«Νομάρχην Τρικκάλων.
3562»Ἐξ ὀνόματος Διαδόχου διατάξατε τοὺς Μυλωνᾶν καὶ
3563»Καψαλόπουλον (εἶναι οἱ δύο ἀξιωματικοὶ τοῦ ἑλληνικοῦ
3564»στρατοῦ, οἱ ἀναλαβόντες τὴν διοίκησιν τῶν ἐπαναστατι-
3565»κῶν σωμάτων), ὅπως εἰσέλθωσιν εἰς Μακεδονίαν τὸ ταχύ-
3566»τερον διὰ καταλλήλου θέσεως Μαυρωλίου, ὅπως ἀπασχο-
3567»λήσωσι τουρκικὰς δυνάμεις καὶ διακόπτωσι συγκοινωνίας.
3568»Ἀρχηγὸς Ἐπιτελείου
3569»Σαπουντζάκης.»
3570«ΤΡΙΚΚΑΛΑ, 10 Ἀπριλίου 1891.
3571»Ἀριθ. 8605.
3572»Ὁ ἀντιστράτηγος ἡ Α. Β. Υ. ὁ Διάδοχος, ἀρχηγὸς τοῦ ἐν
3573»Θεσσαλίᾳ στρατοῦ, πρὸς τὸν ὑπολοχαγὸν Μυλωνᾶν, διοι-
3574»κοῦντα σῶμα ἐνόπλων ἀνδρῶν.
3575»Ἐντέλλομαι ὑμῖν, ὅπως ἅμα τῇ λήψει τῆς παρούσης
3576»προσέλθητε ἄνευ ἀναβολῆς.
3577»Κωνσταντῖνος Διάδοχος.»
3578§139Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Πότε ἐξεδόθη αὐτὴ ἡ διαταγή;
3579§140Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τῇ 3 Μαΐου ἐν Δο-
3580μοκῷ.
3581§141Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Πρόκειται περὶ ἀνακλήσεως.
3582§142Ν. ΓΟΥΛΙΜΗΣ. Ἦτο ὅτε ἐπρόκειτο ν’ ἀφοπλίσῃ τοὺς
3583ἄνδρας.
3584§143Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἴτε πρόκειται περὶ
3585προσκλήσεως, ὡς ἐκφράζεται ἡ διαταγὴ, εἴτε πρόκειται περὶ
3586ἀνακλήσεως τοῦ ὑπολοχαγοῦ εἰς τὰς τάξεις του, καὶ περὶ
3587ἀφοπλισμοῦ τῶν ὑπ’ αὐτὸν ἀνδρῶν, τοῦτο δι’ ἐμὲ εἶναι ἀδιά-
3588φορον. Ἠθέλησα ν’ ἀποδείξω, ὅτι ἄλλα ἐφρόνει καὶ ἄλλα
3589ἐνήργει ἡ τότε Κυβέρνησις εἰς τὰς παραμονὰς τῆς ἐνάρξεως
3590τῶν ἐχθροπραξιῶν, ὡς διϊσχυρίζεται ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος
3591αὐτῆς, καὶ ἄλλα ἐφρόνει καὶ ἄλλα ἐνήργει, ἀκριβῶς τὰ
3592ἀντίθετα, ὁ ἐν Θεσσαλίᾳ ἀρχηγὸς τοῦ στρατοῦ, προκειμένου
3593περὶ τῶν ἐπαναστατικῶν σωμάτων καὶ τῆς ἐξόδου αὐτῶν εἰς
3594τὴν ὅμορον ἐπικράτειαν.
3595Ἀλλὰ μήπως εἶναι τοῦτο μόνον; Τοῦτο ἀνάγεται εἰς τὸν
3596πρὸ τῆς ἐνάρξεως τοῦ ἐν τοῖς συνόροις πολέμου χρόνον. Τί δὲ
3597βλέπομεν μετὰ τὴν ἔναρξιν καὶ κατὰ τὴν διάρκειαν τοῦ ἀγῶ-
3598νος; Ἔχομεν σειρὰν γεγονότων, ἐξ ὧν ἀποδεικνύεται, ὅτι
3599καὶ ἐν αὐτῇ τῇ διεξαγωγῇ τοῦ ἀτυχοῦς πολέμου ἡ Κυβέρνη-
3600σις ἦτο διὰ τὸν τύπον. Ἐθεωρεῖτο ὡς μὴ ὑπάρχουσα, καὶ αἱ
3601διαταγαί της εἰς ἀμφότερα τὰ στρατιωτικὰ Ὑπουργεῖα ὄχι
3602μόνον δὲν ἐξετελοῦντο, ἀλλὰ καὶ μετὰ περιφρονήσεως ἐξε-
3603σχίζοντο ὑπὸ τῶν κατὰ γῆν καὶ θάλασσαν διοικητῶν τῶν
3604στρατιωτικῶν δυνάμεων. Καὶ ἐρωτῶ τὸν τότε Ὑπουργὸν
3605τῶν Ναυτικῶν, τὸν κ. Λεβίδην, νὰ μοὶ εἴπῃ, ἂν τοῦτο εἶναι
3606ἀκριβές, ἂν ἐξετελέσθη ἡ διαταγή του περὶ κανονιοβολισμοῦ
3607τῶν τουρκικῶν φρουρίων τῆς Πρεβέζης...
3608§144Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Κατὰ τὴν βεβαίωσιν τοῦ μηχανικοῦ ἑνὸς
3609τῶν πλοίων, ἀπὸ 6 καὶ 7 καὶ 8 χιλιάδων μέτρων ἔβαλλον
3610τὰς ὀβίδας κατὰ Πρεβέζης.
3611§145Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Σᾶς ἠρώτησα, ἂν ἐξε-
3612τελέσθη ἡ διαταγή σας περὶ κανονιοβολισμοῦ τῶν τουρκικῶν
3613φρουρίων.
3614§146Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Διετάχθη ὑπ’ ἐμοῦ ὁ κανονιοβολισμὸς ἐντὸς
3615τοῦ Ἀμβρακικοῦ κατὰ τῶν τουρκικῶν φρουρίων κατόπιν συν-
3616εννοήσεως μετὰ τοῦ Πρωθυπουργοῦ καὶ τοῦ Βασιλέως, ὡς
3617ἔδει, τὴν ἡμέραν, καθ’ ἣν ὑπὸ τῶν τουρκικῶν φρουρίων ἐπυ-
3618ροβολήθη τὸ ἐμπορικὸν πλοῖον ἡμῶν ἡ «Μακεδονία». Εἶναι
3619ἡ 6 Ἀπριλίου 1897. Κληθεὶς εἰς τὸ τηλεγραφεῖον τὴν ἡμέ-
3620ραν ἐκείνην, ἐλάμβανον ἐκ Λευκάδος παρὰ τοῦ μοιράρχου τῆς
3621Δυτικῆς Μοίρας πλοιάρχου τότε κ. Δ. Κριεζῆ, παρόντος ἐν
3622τῷ τηλεγραφείῳ Λευκάδος, τὴν εἴδησιν, ὅτι ἅπαντα τὰ φρού-
3623ρια Πρεβέζης ἤρξαντο σφοδροῦ πυρὸς κατὰ τοῦ ἡμετέρου σταθ-
3624μοῦ Ἀκτίου καὶ κατὰ τοῦ τηλεγραφείου. Ὁ μοίραρχος ἐζή-
3625τει τὰς διαταγὰς τοῦ Ὑπουργείου. Ἀμέσως διέταξα, νὰ
3626ἐπιβῇ μὲν τῆς Μοίρας πάραυτα ὁ μοίραρχος, νὰ παραμείνῃ
3627δ’ ἐν τῷ τηλεγραφείῳ ἀξιωματικός, καὶ παρέμεινεν ὁ ἀρχιε-
3628πιστολεὺς Ἰωάννης Γρίβας. Σπεύσας τότε, ὅπως συνεννοηθῶ
3629ἁρμοδίως, ἐπανῆλθον εἰς τὸ τηλεγραφεῖον, ὁπόθεν τῇ αὐτῇ
3630πρωΐᾳ, ὥρᾳ 9 καὶ 57′ (ἀριθ. διαταγῆς 8406), ἐξέδωκα τὴν
3631ἑξῆς διαταγήν: «Ἀρχίσατε πῦρ ἐντὸς Ἀμβρακικοῦ. Διατά-
3632ξατε νὰ βάλλωσι μετ’ ἀταραξίας κλπ.» Ἐνῷ δ’ ἐπίστευον,
3633ὅτι ὁ ἀρχιεπιστολεὺς ἤθελε σπεύσει ἀμέσως νὰ κομίσῃ τὴν
3634διαταγὴν τοῦ ὑπευθύνου Ὑπουργείου πρὸς τὸν μοίραρχον,
3635καὶ ἐνῷ ὁ βομβαρδισμὸς ἐκ μέρους τῶν Τούρκων ἐξηκολούθει,
3636ὁ ἀρχιεπιστολεὺς τῇ 10 ὥρᾳ π. μ., ἤτοι μετὰ 3 λεπτὰ, ἀπέ-
3637στελλε τὸ ἀκόλουθον τηλεγράφημα, προκαλῶν τὴν διατα-
3638γὴν τοῦ Βασιλέως, ἧς δὲν εἶχεν ἀνάγκην:
3639(Ἀριθ. 598 τηλεγραφήματος).
3640«1. Υ. Λίαν ἐπεῖγον.
3641»Παπαδιαμαντόπουλον, ὑπασπιστὴν Βασιλέως, Ἀνάκτορα.
3642»Ταύτην στιγμὴν, ὥρᾳ 10ῃ π. μ., ἐλάβομεν διαταγὰς
3643» Ὑπουργείου, ὅπως ἀρχίσωμεν πῦρ ἐναντίον φρουρίων.
3644» Ἀρχιεπιστολεὺς Δυτικῆς Μοίρας Γρίβας.»
3645Μετὰ μίαν ὥραν καὶ πέντε λεπτά, ἤτοι τῇ 11 καὶ 5′
3646π. μ., ἀπεστέλλετο ἐντεῦθεν τὸ ἑξῆς τηλεγράφημα:
3647«Ἀριθ. 3329. Λίαν ἐπεῖγον.
3648» Ἰωάννην Γρίβαν, ἀρχιεπιστολέα Δυτικῆς Μοίρας, Λευ-
3649»κάδα.
3650»Διαταγὴν, ὅπως ἀρχίσητε πῦρ κατὰ φρουρίων, ἔδωκε
3651»Βασιλεύς. Ἀρχίσατε λοιπὸν ἀμέσως.
3652»Παπαδιαμαντόπουλος.»
3653Ταῦτα δὲ, κύριε Βουλευτὰ, ἐδημοσίευσα ἐγὼ ἐν τῇ «Ἀκρο-
3654πόλει» τῇ 21 Ἀπριλίου 1897.
3655Παρέλειψα δὲ νὰ εἴπω ὑμῖν, ὅτι αὐθωρεὶ ἔθηκα εἰς δια-
3656θεσιμότητα τὸν ἀρχιεπιστολέα.
3657§147Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Θέλετε μεγαλειτέραν
3658ταύτης ἀπόδειξιν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐθεωρεῖτο ὡς μὴ ὑπάρ-
3659χουσα;
3660Γνωστὰ εἶναι τὰ μετὰ τοῦτο κωμικὰ ἐπεισόδια τοῦ βομ-
3661βαρδισμοῦ τῆς Πρεβέζης καὶ τῆς ἀδρανείας τῆς Ἀνατο-
3662λικῆς Μοίρας, ἡ ὁποία οὐδεμίαν ἀπολύτως διαταγὴν τοῦ
3663Ὑπουργείου ἐξετέλεσε. Τὸ δὲ φοβερώτερον εἶναι, ὅτι ἡ Μοῖρα
3664αὕτη δὲν ἠθέλησε οὔτε τὰς τροφὰς τοῦ τουρκικοῦ στρατοῦ
3665νὰ καταστρέψῃ, ὅτε τὰς εὗρεν ἀφρουρήτους καὶ ἐκτεθει-
3666μένας εἰς ὑπερμεγέθεις σωροὺς εἰς Λεπτοκαρυὰν τῆς Ἠπεί-
3667ρου! Καὶ ὅμως, ἂν αἱ τροφαὶ αὗται κατεστρέφοντο, ὁ τουρ-
3668κικὸς στρατὸς θὰ περιήρχετο ἀφεύκτως εἰς δεινὴν καὶ ἀπελ-
3669πιστικὴν ἀμηχανίαν, ζήτημα δὲ εἶναι, ἂν θὰ ἠδύνατο νὰ
3670κάμῃ ἓν βῆμα ἐπὶ τὰ πρόσω.
3671Καὶ ἐνῷ ἔχομεν ἐνώπιον ἡμῶν τοιαῦτα ζωντανὰ καὶ ψη-
3672λαφητὰ στοιχεῖα εὐθυνῶν, ζητοῦμεν νὰ εὕρωμεν τοὺς ὑπευ-
3673θύνους εἰς τὰς πρὸ τοῦ πολέμου ἐνεργείας τῆς Ἐθνικῆς Ἑται-
3674ρείας!
3675Τὸ ὄνειρον τῆς Ἑλλάδας ἦτο, νὰ δυνηθῇ μίαν ἡμέραν
3676δι’ ἐπαρκοῦς ναυτικῆς παρασκευῆς νὰ ἐξασφαλίσῃ ἐν ὥρᾳ
3677κινδύνου τὰ παράλιά της κατὰ τοῦ τουρκικοῦ στόλου. Καὶ
3678ὅμως, ἀφοῦ κατωρθώσαμεν διὰ μεγάλων θυσιῶν, καὶ ἕνεκα
3679τῆς παντελοῦς ἀμεριμνησίας τῆς Τουρκίας, ὄχι μόνον νὰ ἔχω-
3680μεν ἐξησφαλισμένα τὰ παράλιά μας, ἀλλὰ καὶ νὰ ἤμεθα
3681ἀπολύτως κύριοι τῆς θαλάσσης, κατεδικάσαμεν εἰς ἐγκλη-
3682ματικὴν ἀδράνειαν τὸν στόλον, καὶ δὲν τῷ ἐπετρέψαμεν οὔτε
3683τὰς τροφὰς τοῦ ἐχθροῦ νὰ καταστρέψῃ! Καὶ εὗρεν οὕτως εὐ-
3684καιρίαν ὁ ἐχθρὸς νὰ ἄρῃ θριάμβους, οὓς οὐδὲ ὁ ἴδιος ἐπερί-
3685μενεν, ἀφοῦ στόλον δὲν εἶχεν ἐντελῶς.
3686Ἀλλὰ μήπως ἡ κατὰ γῆν διεύθυνσις τῶν τοῦ στρατοῦ
3687ἐγένετο ὑπὸ καλλιτέρους ὅρους; Ἐγένετο καὶ αὕτη ἀνευ-
3688θύνως ὑπὸ ἀνευθύνων, οἵτινες εἶχον θέσει εἰς διαθεσιμότητα
3689τοὺς ὑπευθύνους Ὑπουργούς! Μᾶς τὸ λέγει αὐτὸς οὗτος ὁ
3690τότε Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ὁ κ. Ν. Μεταξᾶς. Θὰ
3691ἐνθυμεῖσθε ἴσως, τί σᾶς ἔλεγον κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ νό-
3692μου περὶ Γενικῆς Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ. Ἔλεγον, ἐπὶ ἐπι-
3693σήμων πληροφοριῶν στηριζόμενος, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρα-
3694τιωτικῶν ἐκεῖνος καὶ ἡ Κυβέρνησις ἐν γένει διετέλουν ἐν
3695ἀγνοίᾳ τῶν πολεμικῶν συμβεβηκότων, ὅσα ἐγένοντο ἀπὸ τῆς
3696ἐνάρξεως τῶν ἐχθροπραξιῶν ἐν τοῖς συνόροις μέχρι τῆς ὑπο-
3697χωρήσεως εἰς Φάρσαλα. Ὅτε δὲ τῇ 14 Ἀπριλίου διὰ τη-
3698λεγραφήματός του πρὸς τὸν ἀρχηγὸν τοῦ ἐν Θεσσαλίᾳ στρα-
3699τοῦ ὁ Ὑπουργὸς ἐζήτησε νὰ μάθῃ μεταξὺ ἄλλων καὶ τοὺς
3700λόγους, δι’ οὓς ἐγκατελείφθη ἡ Λάρισα, τὰ ἐν αὐτῇ πυρο-
3701βόλα, τὸ λοιπὸν ὑλικὸν πολέμου καὶ οἱ κάτοικοι εἰς τὴν διά-
3702κρισιν τοῦ ἐχθροῦ, οὐδεμιᾶς ἔτυχεν ἀπαντήσεως ἐπὶ εἴκοσι
3703τέσσαρας ὅλας ὥρας! Ποίαν δὲ γνώμην εἶχεν ὁ τότε Ὑπουρ-
3704γὸς περὶ ἐγκαταλείψεως τῆς Λαρίσης; Τὸ λέγει διὰ τοῦ γνω-
3705στοῦ τηλεγραφήματός του, ὅπερ ἀπηύθυνε τῇ 17 Ἀπριλίου
3706πρὸς τὸν ἐν Κρήτῃ ἀρχηγὸν τοῦ στρατοῦ τῆς κατοχῆς. Ἰδοὺ
3707δὲ τὸ κείμενον (ἀναγινώσκει):
3708«Ἐν Λαρίσῃ ὁ στρατὸς ἠδύνατο ν’ ἀνασυσταθῇ καὶ νὰ
3709ἀμυνθῇ ἐπὶ καιρὸν, ἀλλὰ δυστυχῶς διετάχθη ἐγκατάλειψις
3710Λαρίσης καὶ Βόλου καὶ ἡ ἄνευ διακοπῆς ἐξακολούθησις ὑπο-
3711χωρήσεως εἰς Φάρσαλα παντὸς τοῦ στρατοῦ Θεσσαλίας.»
3712Ταῦτα λέγει ὁ τότε Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ἐρει-
3713δόμενος βεβαίως καὶ ἐπὶ τῆς γνώμης τοῦ παρὰ τῷ Ὑπουρ-
3714γείῳ Ἐπιτελείου, τοῦθ’ ὅπερ σημαίνει, ὅτι, ἂν ἐζητεῖτο,
3715ὡς ὕψιστον τῆς πατρίδος συμφέρον ἐπιτακτικῶς ὑπηγόρευεν,
3716ἡ γνώμη του, δὲν θὰ ἐπέτρεπε νὰ ἐγκαταλειφθῇ ἄνευ λό-
3717γου ἡ Λάρισα, καὶ θὰ ἐσώζομεν ἐκτὸς τῶν ἑκατομμυρίων
3718καὶ τὴν τιμήν μας. Ἀλλὰ δὲν ἠρωτήθη ὁ Ὑπουργὸς τῶν
3719Στρατιωτικῶν, διότι ὑπεύθυνος Κυβέρνησις μόνον κατὰ τύ-
3720πους ὑφίστατο τότε. Ἢ μήπως δὲν ὑπῆρχε καιρός; Ἀπὸ
3721τοῦ μεσονυκτίου τῆς Μεγάλης Παρασκευῆς, ὅτε ὅλα τὰ στρα-
3722τιωτικὰ σώματα ἦσαν εἰς Λάρισαν, μετὰ τὴν ὀλεθρίαν ἀπὸ
3723τὸ Μάτι ὑποχώρησιν, μέχρι τῆς 10 π. μ. τοῦ Μεγάλου Σαβ-
3724βάτου, ὅτε ἤρξατο ἡ εἰς Φάρσαλα ὑποχώρησις, ἐμεσολά-
3725βησαν 10 ὅλαι ὧραι. Διατὶ κατὰ τὸ διάστημα τοῦτο δὲν
3726ἠρωτήθη ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν; Ἢ θέλετε νὰ χα-
3727ρακτηρίσωμεν ὡς σοβαρὰ τὰ λεγόμενα, ὅτι, ἐπειδὴ ἐκοι-
3728μᾶτο τότε ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ἠρωτήθη ὁ τότε
3729κ. Πρωθυπουργός;
3730Ἔλεγε πρὸ ὀλίγου ὁ ἀξιότιμος ἐκ Βονίτσης Βουλευτὴς
3731κ. Γουλιμῆς, ὅτι, κατὰ τὴν γνώμην τοῦ στρατηγοῦ Vos-
3732seur, ἦτο ἀδύνατος ἡ ἄμυνα ἐν Λαρίσῃ ἀπὸ στρατιωτικῆς
3733ἀπόψεως. Οὐδὲν τούτου ἀνακριβέστερον. Ὄχι μόνον δὲν ἐξ-
3734έφρασέ ποτε, οὔτε ἦτο δυνατὸν νὰ ἐκφράσῃ τοιαύτην γνώ-
3735μην ὁ κ. Vosseur, ἀλλ’ ἐξ ἐναντίας δι’ εἰδικῆς μελέτης
3736του, γενομένης κατὰ τὸ ἔτος 1886, καὶ διατυπωθείσης ἐν
3737ἐπισήμῳ τότε ἐκθέσει, ὑπέδειξεν, ὅτι διὰ συμπληρώσεως τῶν
3738ἀμυντικῶν ἔργων ἡ ἄμυνα ἐν Λαρίσῃ θὰ ἠδύνατο ν’ ἀποβῇ
3739τόσον ἀποτελεσματικὴ, ὥστε ὁ στρατὸς, ἐπωφελούμενος
3740ὅλων τῶν εὐνοϊκῶν συνθηκῶν, θὰ εἶχε τὴν εὐκολίαν νὰ τρέ-
3741πηται μετὰ πεποιθήσεως καὶ εἰς ἐπιθετικὴν ἐνέργειαν. Τὰ
3742περὶ τούτου ἐκτίθενται καὶ ἐν αὐτῇ τῇ ἐκθέσει τοῦ ἀρχη-
3743γοῦ τοῦ ἐν Θεσσαλίᾳ στρατοῦ, καὶ δικαιοῦμαι νὰ ἐκφράσω
3744τὴν εὔλογον ἀπορίαν, πῶς ὁ κ. ἐκ Βονίτσης Βουλευτὴς, ὅστις
3745ἦτο μέλος τοῦ ἐν Θεσσαλίᾳ Ἐπιτελείου, ἀνέλαβε νὰ δικαιο-
3746λογήσῃ τὴν ἐγκατάλειψιν τῆς Λαρίσης δι’ ἐπιχειρήματος
3747ὅλως ἀβασίμου καὶ ἐντελῶς ἀστηρίκτου. Ἄλλως δὲ, ὅπως
3748ἐκφράζεται καὶ ὁ τότε Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, δὲν
3749ἐπρόκειτο περὶ ἀμύνης ἐπὶ χρόνον μακρὸν, ἀλλὰ περὶ ἀμύ-
3750νης ἐπὶ καιρὸν, ἥτις καὶ δυνατὴ ἦτο, καὶ ἐπιτακτικῶς ἐπε-
3751βάλλετο, ἀφοῦ ἐπρόκειτο περὶ ὠχυρωμένης πόλεως, καὶ ἀφοῦ
3752αὐτὸ τοῦτο τὸ τότε Ἀρχηγεῖον ὀλίγας ἡμέρας πρὸ τῆς ἐνάρ-
3753ξεως τῶν ἐχθροπραξιῶν εἶχε συμπληρώσει τὸ προγεφύρωμα
3754καὶ εἶχε κατασκευάσει δύο πυροβολεῖα ἐπὶ τοῦ φρουρίου. Ἂν
3755ἀπὸ στρατηγικῆς ἀπόψεως ἐκρίνετο ἀπολύτως ἀδύνατος ἡ
3756ἄμυνα ἐν Λαρίσῃ, τότε πρὸς τί ἐγένοντο τὰ πρόσθετα ταῦτα
3757ἀμυντικὰ ἔργα; Πρὸς τί ἔμειναν τοποθετημένα τὰ 14 φρου-
3758ριακὰ πυροβόλα; Ἐπειράθησαν νὰ δικαιολογήσουν τὴν ἐγ-
3759κατάλειψιν διὰ τοῦ λεγομένου πανικοῦ, ἀλλὰ καὶ τοῦτο
3760εἶναι πρόφασις. Οὐδεὶς δύναται βεβαίως νὰ ἀρνηθῇ, ὅτι καὶ
3761ἀταξία πολλὴ, καὶ σύγχυσις μεγάλη, καὶ τελεία ἀποσύν-
3762θεσις παρετηρήθη ἐν τῇ ὀλεθρίᾳ ὑποχωρήσει τῆς 11 Ἀπρι-
3763λίου, ἀλλὰ καὶ οὐδεὶς ἀφ’ ἑτέρου δύναται νὰ μὴ ὁμολο-
3764γήσῃ, ὅτι ἡ ἀταξία καὶ ἡ σύγχυσις καὶ ἡ ἀποσύνθεσις περι-
3765ωρίσθη εἰς μέρος μόνον τοῦ ὑποχωρήσαντος στρατεύματος,
3766καὶ ἰδίως εἰς τὴν ταξιαρχίαν τοῦ κ. Ἀντωνιάδου. Τὰ λοιπὰ
3767στρατιωτικὰ σώματα εἰσῆλθον ἐν πλήρει τάξει εἰς Λάρισαν,
3768χωρὶς οὐδ’ ἐπὶ στιγμὴν ν’ ἀπολέσωσι τὸ ἠθικόν των· οὐ μόνον
3769δὲ τοῦτο, ἀλλὰ καὶ δύο τάγματα εὐζώνων, ὑπὸ τοὺς τότε
3770ταγματάρχας Ἀλεξάνδρου καὶ Μιμῖκον, κατέλαβον τὰς πρὸ
3771τῆς Λαρίσης δύο μεγάλας περιβολὰς, ἕτοιμα πρὸς ἄμυναν...
3772§148Ν. ΓΟΥΛΙΜΗΣ. Τοῦτο δὲν εἶναι ἀκριβές.
3773§149Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Πῶς δὲν εἶναι ἀκρι-
3774βές, ἀφοῦ τὸ γράφει ὁ τότε ταξίαρχος Μαστραπᾶς δι’ ἐπι-
3775στολῆς του, ἣν ἔγραψεν εἰς Φάρσαλα τὴν 22 Ἀπριλίου τοῦ
37761897, καὶ ἥτις ἐδημοσιεύθη τότε εἰς πολλὰς ἐφημερίδας;
3777Ἰδοὺ σχετικὴ περικοπὴ ἐκ τῆς ἐπιστολῆς ταύτης (ἀναγι-
3778νώσκει):
3779«Ἡ ὑποχώρησις τῆς ταξιαρχίας μου ἐγένετο ἐν τάξει.
3780Τόσον τοῦτο εἶναι βέβαιον, ὥστε ἡ ταξιαρχία, φθάσασα πρὸ
3781τῆς Λαρίσης, κατέλαβε τὰς δύο μεγάλας περιβολὰς διὰ τῶν
3782ταγμάτων τοῦ 4ου εὐζωνικοῦ ὑπὸ τὸν ταγματάρχην Ἀλε-
3783ξάνδρου, καὶ τοῦ ἑνὸς τοῦ 4ου συντάγματος ὑπὸ τὸν ταγμα-
3784τάρχην Μιμῆκον, ὑπὸ τὴν ἀτομικήν μου ἐπιτήρησιν. Μετὰ
3785τὴν κατάληψιν τῶν δύο τούτων περιβολῶν πρὸς τὸ προγε-
3786φύρωμα τῆς Λαρίσης μετέβην μετὰ τοῦ κ. Μακρῆ πρὸς τὸν
3787ἀρχηγὸν τῶν ἐν Θεσσαλίᾳ στρατευμάτων, ὅπως ἀναγγείλω
3788τὴν ἄφιξίν μας καὶ τὴν κατάληψιν τῶν προγεφυρωμάτων. Ὁ
3789Διάδοχος τότε διέταξε τὸν μέραρχον κ. Μακρῆν νὰ συγκεν-
3790τρώσῃ τὴν μεραρχίαν του εἰς τὸν μέγαν στρατῶνα καὶ νὰ
3791ὑποχωρήσωμεν εἰς Φάρσαλα.»
3792Ποῦ λοιπὸν εἶναι αὐτὸς ὁ μέγας καὶ πολὺς καὶ φοβερὸς
3793πανικός, ὃν ἐπικαλοῦνται πρὸς δικαιολογίαν τῆς ἐγκαταλεί-
3794ψεως τῆς Λαρίσης;
3795§150Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Ὁλόκληρος ἡ ταξιαρχία τοῦ Δημοπού-
3796λου ὑπεχώρησεν ἐν τάξει.
3797§151Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μήπως τὸ σύνταγμα
3798τοῦ ἱππικοῦ δὲν ὑπεχώρησεν ἐν πληρεστάτῃ τάξει; Οὐδὲ
3799ἴσχυσε νὰ ἐπηρεάσῃ τὴν τακτικὴν ὑποχώρησιν τοῦ συντάγ-
3800ματος τούτου δυσάρεστόν τι, ἀλλ’ ἀσήμαντον καθ’ ὁδὸν
3801ἐπεισόδιον. Παρ’ ὅλα δὲ ταῦτα, ἔμενεν ἐν Ρεβενίῳ ἡ ταξιαρ-
3802χία τοῦ τότε ταξιάρχου καὶ νῦν στρατηγοῦ Σμολένσκη, ἥτις
3803ὄχι μόνον ἦτο ἐντελῶς ξένη πρὸς τὰ γενόμενα κατὰ τὴν ἀπὸ
3804Καζακλὰρ ὑποχώρησιν, ἀλλ’ ἐτήρει ἀμείωτον τὸ ἠθικόν της
3805ἀπέναντι τοῦ ἐχθροῦ. Καὶ εἶναι περιττὸν ἴσως νὰ ὑπομνήσω,
3806ὅτι ἡ ταξιαρχία αὕτη ὑπεχώρησεν ἐν πληρεστάτῃ τάξει τὴν
3807ἐπιοῦσαν τῆς ἐγκαταλείψεως τῆς Λαρίσης, κατόπιν τριῶν
3808τηλεγραφικῶν διαταγῶν τοῦ ἀρχηγοῦ τοῦ ἐν Θεσσαλίᾳ στρα-
3809τοῦ. Ἀκόμη δὲ βραδύτερον, ἤτοι μετὰ δύο ἡμέρας, εἰσῆλθον
3810οἱ Τοῦρκοι εἰς τὴν ἐγκαταλειφθεῖσαν ὠχυρωμένην πόλιν, διότι
3811ἐδυσκολεύθησαν νὰ πιστεύσουν ἀμέσως εἰς τὴν περὶ ἐγκατα-
3812λείψεως εἴδησιν. Τὴν ἐθεώρουν ἀπίστευτον καὶ αὐτοί.
3813Ταῦτα εἶναι τ’ ἀνεπίδεκτα ἀμφισβητήσεως γεγονότα, πρὸ
3814τῶν ὁποίων οὐδεμία δικαιολογία δύναται νὰ εὕρῃ θέσιν. Θὰ
3815ἦτο δὲ ἴσως προτιμότερον νὰ ἐτήρει ἐπὶ τοῦ προκειμένου σι-
3816γὴν ὁ κ. ἐκ Βονίτσης Βουλευτὴς, ὅστις δὲν πρέπει νὰ λη-
3817σμονῇ καὶ τὴν πρόσθετον εὐθύνην ἐπὶ τῷ ὅτι δὲν ὑπεδείχθη
3818ἐγκαίρως εἰς τοὺς κατοίκους ν’ ἀπομακρυνθῶσι καὶ νὰ ἐξα-
3819σφαλίσωσιν, ὡς ἕκαστος ἠδύνατο, τὴν κινητὴν περιουσίαν των.
3820§152Δ. ΚΡΙΤΣΑΣ. Ὄχι μόνον δὲν τοὺς ὑπέδειξαν ν’ ἀπομα-
3821κρυνθῶσιν, ἀλλὰ καὶ τοὺς ἠμπόδισαν!
3822§153Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ αὐτὸ εἶναι ὄντως
3823τὸ φοβερώτερον. Μοὶ διηγοῦντο εἰς Λάρισαν κατὰ τὸ παρελ-
3824θὸν θέρος, ὅτι πολλοὶ οἰκογενειάρχαι εἶχον λάβει τὴν πρό-
3825νοιαν νὰ συσκευάσωσιν εἰς δέματα τὰ ἔπιπλα καὶ τὰ σκεύη
3826των, καὶ ὅ,τι εἶχον τιμαλφὲς καὶ νὰ τὰ μεταφέρωσιν εἰς τὸν
3827σταθμὸν τοῦ σιδηροδρόμου, ὅπως διὰ Βόλου τὰ ἐξασφαλίσω-
3828σιν, ἀλλὰ περιπολίαι τῆς χωροφυλακῆς κατὰ διαταγὴν τοῦ
3829Ἀρχηγείου, ἀπηγόρευσαν τὴν μεταφορὰν, καὶ τοὺς ἠνάγκασαν
3830τοὺς δυστυχεῖς νὰ τὰ ἐπαναφέρουν εἰς τὰς οἰκίας των, ὅπου
3831κατόπιν οἱ Τοῦρκοι τὰ εὗρον καὶ τὰ ἥρπασαν μπαλαρισμένα,
3832κατὰ τὴν φράσιν τῶν δυστυχῶν αὐτῶν οἰκογενειαρχῶν, οἱ
3833ὁποῖοι, γυμνοὶ καὶ ἀνυπόδητοι καὶ πεζοὶ, ἐν ἀλλοφροσύνῃ,
3834μετὰ τῶν γυναικῶν καὶ τῶν ἀνηλίκων τέκνων των ἐτράπη-
3835σαν τὴν εἰς Βόλον ἄγουσαν, ἢ παρηκολούθησαν τὸν στρατὸν
3836εἰς Φάρσαλα, μετὰ σπαρακτικῶν ἐπεισοδίων κατὰ τὴν ἀπο-
3837φράδα τῆς ἐγκαταλείψεως ἡμέραν, καθ’ ἣν πάσης περιγρα-
3838φῆς ἀνωτέρα φρίκη ἐβασίλευεν εἰς τὸν τόπον ἐκεῖνον τοῦ
3839ἀπελπισμοῦ, τῆς συμφορᾶς καὶ τῆς ἐρημώσεως!
3840Ἡ Λάρισα ἦτο εἰς τὴν γραμμὴν τῶν πολεμικῶν ἐπιχει-
3841ρήσεων, ἦτο δὲ καὶ ἡ πρώτη μετὰ τὸ Καζακλὰρ καὶ τὸν
3842Τύρναβον πόλις, ἣν θὰ κατελάμβανεν ὁ ἐχθρὸς, ἐν περιπτώ-
3843σει διασπάσεως τῆς ἐν τοῖς συνόροις ἀμυντικῆς γραμμῆς πρὸς
3844τὸ μέρος τῆς Μελούνας. Πῶς λοιπὸν δὲν ἔλαβον τὴν πρόνοιαν
3845νὰ ἐξασφαλίσωσι τοὺς κατοίκους καὶ τὴν κινητὴν περιου-
3846σίαν των; πῶς ἀφῆκαν τὸ πολεμικὸν ὑλικόν, ἀξίας ἑκατομ-
3847μυρίων; πῶς ἀφῆκαν τὸν ἱματισμὸν εἰς μεγάλας ποσότη-
3848τας; πῶς δὲν ἐφρόντισαν περὶ μεταφορᾶς τοῦ χειρουργείου;
3849Διατὶ ἐγκατέλειψαν τὰ 14 φρουριακὰ πυροβόλα; ἢ τοὐλά-
3850χιστον διατὶ δὲν τὰ κατέστησαν ἄχρηστα; Διατὶ οὐδεμίαν
3851ἔλαβον φροντίδα διὰ τὰ δημόσια γραφεῖα καὶ τὰ ἀρχεῖα αὐ-
3852τῶν, καὶ διὰ τὰ χρήματα τοῦ δημοσίου ταμείου καὶ τὸ
3853χαρτόσημον; Οὔτε πρὸς ἐξασφάλισιν αὐτῶν εἶχε ληφθῆ φρον-
3854τίς! Ἀπὸ τῆς 4 Ἀπριλίου, ὁπότε ἐγενικεύθη ὁ πόλεμος
3855καθ’ ὅλην τὴν γραμμὴν, μέχρι τῆς 13, ὅτε ἐγένετο ἡ ἐγ-
3856κατάλειψις, ἐμεσολάβησαν 10 περίπου ἡμέραι. Διατὶ κατὰ
3857τὸ χρονικὸν αὐτὸ διάστημα οὐδὲν μέτρον ἔλαβον πρὸς προσ-
3858τασίαν τῶν κατοίκων καὶ σωτηρίαν τῆς δημοσίας καὶ ἰδιω-
3859τικῆς κινητῆς περιουσίας;
3860Καὶ ἔπειτα ζητοῦμεν νὰ εὕρωμεν τοὺς ὑπευθύνους τῶν ἐκ
3861τοῦ πολέμου συμφορῶν μεταξὺ τῶν ὀπαδῶν τῆς Ἐθνικῆς
3862Ἑταιρείας!
3863Ἠθέλησε τότε ἡ Κυβέρνησις νὰ δείξῃ σημεῖα ζωῆς, μὴ
3864ἔχουσα δὲ ἀπέναντί της ὑπεύθυνον ἀρχηγὸν τοῦ στρατοῦ,
3865ἔσπευσε ν’ ἀντικαταστήσῃ διὰ Β. Διατάγματος τὸν ἀρχη-
3866γὸν τοῦ Ἐπιτελείου κ. Σαπουντζάκην διὰ τοῦ κ. Σμολέν-
3867σκη. Τί ἔπραξε τότε ὁ ἀρχηγὸς τοῦ στρατοῦ; Ὄχι μόνον
3868δὲν ἐκοινοποίησε τὸ Διάταγμα πρὸς τὸν ἀντικατασταθέντα,
3869ὄχι μόνον τὸν διετήρησεν ἐν τῇ θέσει του, ἀλλὰ καὶ ἀπήν-
3870τησεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι δὲν ἐνόει νὰ τοῦ ἐπιβάλουν
3871ἄτομα, τὰ ὁποῖα δὲν εἶχεν ὑποδείξει! Ἦτο λοιπὸν ἀγὼν
3872αὐτός; ἦτο ἀγὼν ἐθνικὸς ὑπὲρ τῶν ὅλων; Ἦτο πόλεμος
3873αὐτὸς, ἢ ἦτο παιγνίδιον ἀπαισίως παιχθὲν εἰς βάρος τοῦ
3874Ἑλληνισμοῦ ὁλοκλήρου;
3875Καὶ κολακευόμεθα ἔπειτα μὲ τὴν ἐλπίδα, ὅτι εἶναι δυνα-
3876τὸν ν’ ἀποκατασταθῇ πλήρης ψυχικὴ γαλήνη εἰς τὴν συν-
3877είδησιν καὶ τὸ πνεῦμα τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ καὶ ἐν γένει
3878τῆς Ἑλληνικῆς φυλῆς! Ματαία ἐλπίς!
3879Αὕτη, κύριοι Βουλευταὶ, εἶναι ἡ γνώμη μου ἐπὶ τοῦ ἐθνι-
3880κωτέρου τῶν ζητημάτων, τοῦ ζητήματος τῆς ἐρεύνης τῶν
3881εὐθυνῶν τοῦ πολέμου. Δὲν πρόκειται βεβαίως οὔτε περὶ πο-
3882λιτικῶν οὔτε περὶ ποινικῶν εὐθυνῶν. Ἀλλ’ ἂν ὁ καιρὸς τῶν
3883τοιούτων εὐθυνῶν παρῆλθε, δὲν παρῆλθε καὶ ὁ καιρὸς τῶν
3884μεγάλων ἠθικῶν εὐθυνῶν, ἡ δὲ ἔρευνα τῶν εὐθυνῶν αὐτῶν
3885ἔχει μεγίστην ἐθνικὴν ἀξίαν καὶ σημασίαν. Πρέπει νὰ μάθῃ
3886τὸ ἔθνος, καὶ ἔχει δικαίωμα ν’ ἀπαιτήσῃ νὰ μάθῃ, τὰ πραγ-
3887ματικὰ καὶ ἀληθῆ αἴτια τῶν ἠθικῶν καὶ ὑλικῶν ἀτυχημά-
3888των του, ὄχι πλέον ἵνα ζητήσῃ λόγον ἀπὸ τοὺς ὑπευθύνους,
3889ἀλλὰ διὰ νὰ ἠξεύρῃ νὰ προφυλάσσηται εἰς τὸ μέλλον.
3890Εἰς μάτην ἠγωνίσθησαν καὶ δὲν ἔπαυσαν ἀγωνιζόμενοι,
3891ὅπως παραστήσουν, ὅτι τὴν εὐθύνην ἐπὶ τοῖς ἀτυχήμασι τού-
3892τοις φέρει αὐτὸ τοῦτο τὸ ἔθνος. Ἂν οἱ ἀναλαβόντες τήν τε
3893διπλωματικὴν καὶ τὴν πολεμικὴν ἐν πᾶσι διεύθυνσιν τῆς
3894ἐθνικῆς ὑποθέσεως μὴ ἄφινον νὰ χαθῶσι πολύτιμοι εὐκαι-
3895ρίαι ἐντίμου καὶ ἐξόχως ἱκανοποιητικῆς ὑποχωρήσεως, ἢ ἂν
3896ἐβάδιζον, ὡς ὤφειλον, ἐπὶ τὰ πρόσω, καὶ μόνον ἐπὶ τὰ πρό-
3897σω, ἄνευ ὀλεθρίων ἐπιφυλάξεων καὶ λοξοδρομιῶν, τὸ ἔθνος
3898πιθανὸν μὲν νὰ μὴ ἀπέφευγε τὴν ἧτταν, πάντως ὅμως θὰ
3899ἀπέφευγε τὴν καταισχύνην.
3900Δὲν νομίζω λοιπὸν, ὅτι ἡ ἔρευνα τῶν εὐθυνῶν ἔπρεπε νὰ
3901περιορισθῇ ἐντὸς τῶν στενῶν ὁρίων τῆς δράσεως τῆς Ἐθνι-
3902κῆς Ἑταιρείας. Ἡ Ἐθνικὴ Ἑταιρεία ἔχει, ὡς εἶπον ἐν ἀρ-
3903χῇ, τὰ τρωτά της μέρη, ἀλλὰ δὲν ὑπῆρξεν ἡ ἀφορμὴ τοῦ
3904πολέμου, πολλῷ δὲ περισσότερον δὲν ὑπῆρξεν ἡ ἀφορμὴ τῆς
3905κακίστης διευθύνσεως καὶ διεξαγωγῆς τοῦ πολέμου κατὰ γῆν
3906καὶ κατὰ θάλασσαν.
3907Εὐκρινῶς καθώρισα τὰ ζητήματα, καὶ σαφῶς ὑπέδειξα τὰ
3908καίρια σημεῖα, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἔχει ἀνάγκην τὸ ἔθνος νὰ δια-
3909φωτισθῇ. Ἐν ὅσῳ ἐπὶ τῶν ζητημάτων αὐτῶν, ἐν ὅσῳ ἐπὶ τῶν
3910σημείων τούτων δὲν θέλουσι νὰ λύσωσι τὴν σιγὴν οἱ ἐκ τῆς
3911θέσεώς των τὰ πάντα γνωρίζοντες, ἂς μὴ λέγωσιν, ὅτι διεξ-
3912άγουσι σοβαρὰν συζήτησιν ἐπὶ τῶν εὐθυνῶν τοῦ πολέμου.
3913Σειρὰ ἐπισήμως μεμαρτυρημένων γεγονότων ἀπέδειξεν, ὅτι
3914ἡ τότε Κυβέρνησις εἶχεν ἀφήσει νὰ ἐκφύγῃ τῶν χειρῶν της
3915ἡ ἐξουσία, οὕτω δὲ μετετοπίσθη ἡ ἀπὸ τοῦ πολιτεύματος
3916ἀπορρέουσα εὐθύνη ἐκ τῶν ὑπευθύνων Ὑπουργῶν πρὸς τὸν
3917ἀνώτατον ἄρχοντα.
3918Πρὸ τῆς τοιαύτης ἀναστροφῆς τῶν κυβερνητικῶν ὅρων ἔχο-
3919μεν ἀνάγκην εὐρείας τῶν πραγμάτων ἐξετάσεως, ἵνα ἴδωμεν,
3920ἐὰν καὶ κατὰ πόσον φέρει εὐθύνην ἡ τότε Κυβέρνησις, μὴ πα-
3921ραιτήσασα ἐγκαίρως τὴν ἀρχὴν, πρὸς ἀποσόβησιν τῶν ἐθνι-
3922κῶν δοκιμασιῶν. Ἡ σιωπὴ ὑπὸ τοιαύτας συνθήκας μεγαλύ-
3923νει καὶ ὑποτρέφει ὁσημέραι τὴν μεταξὺ τῆς Ἑλληνικῆς φυ-
3924λῆς καὶ τῆς Δυναστείας δυσπιστίαν. Οἱ φρονοῦντες, ὅτι διὰ
3925τοῦ χρόνου τὰ πάντα θὰ λησμονηθῶσι, δὲν σκέπτονται ὀρ-
3926θῶς. Δὲν λησμονοῦνται εὐκόλως αἱ πλήξασαι τὸν Ἑλληνι-
3927σμὸν συμφοραὶ, οὐδὲ θὰ ζητῶνται οἱ ὑπεύθυνοι αὐτῶν ἐκεῖ,
3928ἔνθα προδήλως δὲν ὑπάρχουν. Διὰ τοῦτο τὸ φῶς ἔπρεπε νὰ
3929λάμψῃ, ἵνα μὴ ἀφίνηται ὁ λαὸς ἕρμαιον εἰς ὑποθέσεις καὶ
3930εἰκασίας, αἵτινες εἶναι ἥκιστα συντελεστικαὶ εἰς ἐποικοδό-
3931μησιν ἐθνικῆς διὰ τὸ μέλλον ἐργασίας. Ἀλλοίμονον εἰς τὴν
3932χώραν, ἂν δὲν κατορθωθῇ ἡ πλήρης ἀποκατάστασις τῆς με-
3933ταξὺ λαοῦ καὶ Βασιλέως ἀμοιβαίας ἐμπιστοσύνης! Τίς ἐγ-
3934γυᾶται, ὅτι δὲν θὰ εὑρεθῶμεν καὶ πάλιν, καὶ ἴσως λίαν προσε-
3935χῶς, πρὸ νέας διαταράξεως τοῦ ἐν τῇ Ἀνατολῇ καθεστῶ-
3936τος; Καὶ εἶσθε βέβαιοι τότε, ὅτι θὰ εὕρητε πρόθυμον εἰς θυ-
3937σίας τὸν λαὸν καὶ ἐνθουσιώδη, ἐν ὅσῳ ἐξακολουθεῖτε νὰ τὸν
3938ἀφίνητε εἰς τὸ σκότος; Τῆς ἀληθείας ἡ ἀποκάλυψις ὄχι μό-
3939νον δὲν θὰ παραβλάψῃ, ἀλλὰ καὶ θὰ ἐξυπηρετήσῃ τὰ ἐθνι-
3940κὰ συμφέροντα· ἐὰν δέ τινες ἔχωσιν ἐναντίαν γνώμην, λη-
3941σμονοῦσιν, ὅτι τοῦ παρελθόντος τὰ ἐθνικὰ παθήματα δὲν
3942δύνανται ν’ ἀποβῶσι σωτήρια διὰ τὸ μέλλον διδάγματα, ἐν
3943ὅσῳ ἀπαθῶς ἐν μοιρολατρείᾳ, καὶ ἀδιαφόρως ἐν ἀναισθησίᾳ
3944παρέρχονται πρὸ τῶν παθημάτων τούτων οἱ λαοὶ καὶ οἱ ἰθύ-
3945νοντες ἢ ἀξιοῦντες νὰ ἰθύνωσι τὰς τύχας αὐτῶν. (Χειροκρο-
3946τήματα ἐκ τῶν ἀκροατηρίων).
3947§154Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Ἀγορεύοντος τοῦ κ. ἐξ Ἀττικῆς Βου-
3948λευτοῦ, ὁ ἀξιότιμος ἐκ Βονίτσης συνάδελφος, διακόψας αὐ-
3949τὸν, εἶπεν, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἔλαβε γνῶ-
3950σιν τῆς ὑποχωρήσεως· ἀνέγνωσε δὲ ὁ κ. συνάδελφος τὸ περὶ
3951ταύτης τηλεγράφημα τοῦ Διαδόχου· ἀλλὰ κατὰ τὴν ἀνά-
3952γνωσιν τοῦ τηλεγραφήματος αὐτοῦ παρέλειψε νὰ γνωρίσῃ
3953εἰς τὴν Βουλὴν, πρὸς τίνας ἀπηυθύνετο τὸ τηλεγράφημα
3954τοῦτο, πρὸς τίνα διεβιβάσθη, καὶ μετὰ τίνων ἐγένετο ἡ συν-
3955εννόησις περὶ ὑποχωρήσεως. Ἐπειδὴ ἕνεκα τῆς παραλείψεως
3956ταύτης δύναται νὰ πιστευθῇ, ὅτι τοῦ τηλεγραφήματος αὐ-
3957τοῦ καὶ τῶν περὶ ὑποχωρήσεως συνεννοήσεων ἔλαβε γνῶ-
3958σιν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, θεωρῶ ἀναγκαῖον, χά-
3959ριν τῆς ἀκριβείας καὶ τῆς ἀληθείας, νὰ ἀναγνώσω τὰ σχε-
3960τικὰ μέρη τῆς ἐκθέσεως τοῦ Διαδόχου.
3961Τὴν πρωΐαν τῆς 12 Ἀπριλίου ἐτηλεγράφησεν ὁ Διάδοχος
3962πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν καὶ πρὸς τὸν Πρω-
3963θυπουργὸν, ἐκθέτων τὰ κατὰ τὴν περὶ τὸ Μάτι μάχην καὶ
3964τὴν κατάστασιν τοῦ ὑποχωρήσαντος ἐκεῖθεν στρατοῦ, καὶ
3965συμπεραίνων οὕτω: «Ἡ κατάστασις τοῦ στρατεύματος ὑπὸ
3966»πᾶσαν ἔποψιν εἶναι τοιαύτη, ὥστε ἡ μὲν ἄμυνα ἐν Λαρίσῃ
3967»ἀδύνατος, ἡ δὲ ὑποχώρησις πρὸς Φάρσαλον ἀμφίβολος, στρα-
3968»τιωτῶν οὐ μόνον τραπέντων εἰς φυγὴν, ἀλλὰ καὶ λιπο-
3969»τακτούντων εἰς Βόλον καὶ πρὸς ἄλλας διευθύνσεις.»
3970Τὸ τηλεγράφημα ὅμως τοῦτο ἀποδεικνύεται, ὅτι δὲν ἀνε-
3971κοινώθη εἰς τὸν τότε Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, διότι
3972οὗτος διὰ τῶν ἐν αὐτῇ τῇ ἐπισήμῳ ἐκθέσει τοῦ Διαδόχου
3973κατακεχωρημένων τηλεγραφημάτων του πρὸς τὴν Α. Ὑψη-
3974λότητα ἐτηλεγράφει μετὰ πολλῆς, ὡς φαίνεται ἐκ τῆς ἐκ-
3975φράσεως, ψυχικῆς ὀδύνης καὶ πικρίας τὴν 14 Ἀπριλίου, ὥρᾳ
39765½ μ. μ. (ἀριθ. τηλεγρ. 301):
3977«Ἐπιθυμῶν νὰ λάβω ἰδέαν τινὰ τῶν γενομένων ἐπὶ τῆς
3978»μεθορίου γραμμῆς μαχῶν, παρακαλῶ ὑμᾶς, Ὑψηλότατε,
3979»νὰ μοὶ χορηγήσητε, ἔστω καὶ κατόπιν, πληροφορίας ἐπὶ τῶν
3980»ἑξῆς ἐρωτήσεων...»
3981Τὴν δ’ 11¼ π. μ. τῆς αὐτῆς ἡμέρας, ἤτοι μετὰ 5
3982ὥρας καὶ ¾, ὁ αὐτὸς Ὑπουργὸς, μεταβὰς προσωπικῶς εἰς
3983τὸ τηλεγραφεῖον, ὡς ἀναφέρει ὁ Διάδοχος ἐν τῇ ἐπισήμῳ
3984ἐκθέσει του, ἐζήτησε παρὰ τούτου τὰς ἑπομένας πληροφορίας:
3985«Αʹ) Ἀπεστάλη ὑμῖν τηλεγρ. διαταγὴ μετὰ τὴν σύντο-
3986»μον δήλωσίν σας περὶ ὑποχωρήσεως τοῦ ὑφ’ ἡμᾶς στρατοῦ
3987»εἰς Φάρσαλον, δι’ ἧς ἐζητήσαμεν πληροφορίας καὶ ἐν γέ-
3988»νει ἔκθεσιν τῶν συμβάντων, ἐθίξαμεν δ’ ἐν αὐτῇ καὶ τὰ
3989»μέτρα, ἅτινα ἔδει νὰ ληφθῶσι παρ’ ὑμῶν κατὰ τὴν...
3990»διὰ Βόλον κλπ. Παρῆλθον 24 ὧραι ἔκτοτε, καὶ μ’ ὅλα
3991»ταῦτα οὐδεμίαν ἐλάβομεν ἀπάντησιν. Πόθεν προῆλθεν ἡ
3992»βραδύτης αὕτη;
3993»Βʹ) Εὐαρεστήθητε, Ὑψηλότατε, νὰ μοὶ ἐκθέσητε ἐν λε-
3994»πτομερείᾳ καὶ τηλεγραφικῶς πᾶν ὅ,τι συνέβη ἀπὸ πρωΐας
3995»τῆς 11 ἱσταμένου εἰς Μάτι μέχρι τῆς στιγμῆς, καθ’ ἣν ἀπε-
3996»φασίσατε νὰ ὑποχωρήσητε εἰς Φάρσαλον.
3997»Γʹ) Ὀφείλω ἐκ καθήκοντος νὰ ζητήσω παρ’ ὑμῶν τοὺς
3998»λόγους, ἐφ’ ὧν στηριζόμενοι διετάξατε τὴν ὑποχώρησιν τοῦ
3999»στρατοῦ, ἐγκαταλείψαντες τὴν Λάρισαν, τὰ ἐν αὐτῇ πυρο-
4000»βόλα καὶ λοιπὰ καὶ τοὺς κατοίκους εἰς τὴν διάκρισιν τοῦ
4001»ἐχθροῦ...»
4002Πλὴν τούτων, ἐν τῇ ἐπισήμῳ ἐκθέσει τοῦ Διαδόχου ἀνα-
4003γινώσκομεν, ὅτι, ἐνῷ ἠσχολεῖτο τὴν πρωΐαν τῆς 12 Ἀπρι-
4004λίου εἰς τὴν σύνταξιν τοῦ στρατοῦ, ὁ ἀρχηγὸς τοῦ Ἐπιτε-
4005λείου του μετέβη κατὰ διαταγήν, ὥρᾳ 6 π. μ., εἰς τὸ τη-
4006λεγραφεῖον, ὅπως λάβῃ τὰς ὁδηγίας τῆς Κυβερνήσεως κα-
4007τόπιν τοῦ ἀνωτέρω τηλεγραφήματός του. Τότε ὁ ὑπασπι-
4008στὴς τοῦ Βασιλέως Παπαδιαμαντόπουλος, συνομιλήσας ἐξ
4009Ἀθηνῶν τηλεγραφικῶς ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως, τοῦ Πρω-
4010θυπουργοῦ εὑρισκομένου παρὰ τῇ Α.Μ. ἐν τοῖς Ἀνακτόροις,
4011εἶπεν εἰς τὸν ἀρχηγὸν τοῦ Ἐπιτελείου νὰ στείλῃ ὁ Διάδο-
4012χος ἀπεσταλμένον πρὸς τὸν ἀρχηγὸν τοῦ τουρκικοῦ στρα-
4013τοῦ καὶ νὰ προτείνῃ ἀνακωχὴν, ἐὰν ἡ πρὸς Φάρσαλον ὑποχώ-
4014ρησις ἦτο ἀδύνατος, ὁ δὲ ἀρχηγὸς τοῦ Ἐπιτελείου ἀπήντη-
4015σεν, ὅτι θεωρεῖ ἀδύνατον τὴν ἀπ’ εὐθείας μεταξὺ τῶν δύο
4016ἀρχηγῶν συνεννόησιν περὶ ἀνακωχῆς, καὶ ὅτι ἔπρεπεν, ὡς εἶ-
4017χεν ἡ κατάστασις τοῦ στρατοῦ, νὰ διατάξῃ ἡ Κυβέρνησις εἰς
4018τὸν Διάδοχον τὴν ταχεῖαν ὑποχώρησιν εἰς Φάρσαλον, πρὸς
4019ἀποφυγὴν τῶν ἐκ τῆς χρονοτριβῆς κινδύνων, τοῦ ἐχθροῦ, κατὰ
4020τὸν ἀρχηγὸν τοῦ Ἐπιτελείου, εὑρισκομένου εἰς τὰς πύλας τῆς
4021Λαρίσης καὶ δυναμένου νὰ προελάσῃ ἀκωλύτως κατ’ αὐτῆς,
4022καὶ νὰ καταδιώξῃ τὸν ἡμέτερον στρατὸν ἐν ὑποχωρήσει, ἐὰν
4023ἀνεβάλλετο ἡ εἰς Φάρσαλον ὑποχώρησις.
4024Ἐκ τῆς τηλεγραφικῆς ταύτης συνεννοήσεως μεταξὺ τοῦ
4025ἀρχηγοῦ τοῦ Ἐπιτελείου τοῦ Διαδόχου, κατὰ διαταγὴν τού-
4026του, καὶ τοῦ ὑπασπιστοῦ τοῦ Βασιλέως κ. Παπαδιαμαν-
4027τοπούλου ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως, ὡς ἡ ἐπίσημος ἔκθε-
4028σις ἀναγράφει, καὶ ἐκ τῶν κατ’ αὐτὴν τὴν συνεννόησιν παρα-
4029στάσεων τοῦ ἀρχηγοῦ τοῦ Ἐπιτελείου παραπλανηθεὶς καὶ
4030φοβηθεὶς ὁ παρὰ τῷ Βασιλεῖ ἐν τοῖς ἀνακτόροις εὑρισκόμε-
4031νος κατὰ τὸν χρόνον τῆς συνεννοήσεως Πρωθυπουργὸς, ἀπηύ-
4032θυνε δειλῶς τὴν 7 π. μ. τῆς 12 Ἀπριλίου πρὸς τὸν ἀρχηγὸν
4033αὐτὸν τοῦ Ἐπιτελείου τὸ ἑξῆς τηλεγράφημα:
4034«Ἐὰν ὁ ἀρχηγὸς τοῦ ἐν Θεσσαλίᾳ στρατοῦ κρίνῃ, ὅτι ἡ
4035»κατάστασις τῶν στρατευμάτων εἶναι τοιαύτη, ὥστε δὲν
4036»εἶναι δυνατὸν νὰ μείνῃ ἐν Λαρίσῃ, παρακαλεῖται νὰ ὑπο-
4037»χωρήσῃ εἰς Φάρσαλον.»
4038Ἀμέσως ὅμως μετὰ τὸ τηλεγράφημα τοῦτο ἀναγινώσκο-
4039μεν ἐν τῇ ἐκθέσει τοῦ Διαδόχου τὰ ἑξῆς:
4040«Διὰ τοῦ τηλεγραφήματος τούτου ἡ Κυβέρνησις ἄφινεν
4041»εἰς ἐμὲ ν’ ἀποφασίσω περὶ τῆς εἰς Φάρσαλον ὑποχωρήσεως,
4042»ἀλλὰ ταύτην, μεριμνῶν περὶ τοῦ εἰς ἐμὲ ἐμπεπιστευμένου
4043»στρατοῦ, εἶχον ἤδη ἀποφασίσει ὁριστικῶς ἀπὸ τῆς νυκτός.»
4044Ἀλλ’ ἀφοῦ ἀπὸ τῆς νυκτὸς ἡ Α. Ὑψ. εἶχεν ἀποφασίσει
4045ὁριστικῶς τὴν ἐγκατάλειψιν τῆς Λαρίσης καὶ τὴν εἰς Φάρσα-
4046λον ὑποχώρησιν, ὡς δὲ εἶναι γνωστόν, καὶ εἶχε διατάξει αὐ-
4047τὴν, τότε πρὸς τί τὴν πρωΐαν ἐτηλεγράφει καὶ ἐζήτει ὁδη-
4048γίας δῆθεν καὶ διαταγὰς παρὰ τῆς Κυβερνήσεως περὶ ὑπο-
4049χωρήσεως;
4050§155Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐγὼ ἐτύγχανον Πρόεδρος τοῦ
4051Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομι-
4052κῶν, οὐδαμῶς δὲ ἠδυνάμην νὰ κρίνω περὶ τῶν στρατιωτι-
4053κῶν πραγμάτων τῆς Θεσσαλίας καὶ νὰ ἔχω γνώμην ἐπὶ
4054τῶν λαβόντων χώραν τότε. Ἐπειδὴ ὅμως ἡ Α. Μεγαλειό-
4055της μοὶ ἐδήλωσε τὴν ἐπιθυμίαν νὰ δώσω γνώμην τινὰ ἐπὶ
4056τοῦ πρὸς τὸν Βασιλέα τηλεγραφήματος τῆς Α. Β. Ὑψηλό-
4057τητος τοῦ Διαδόχου, ὅπως μεταδώσω εἰς τὸν Διάδοχον θάρ-
4058ρος τι, δὲν μοὶ ἐπετρέπετο νὰ στέρξω νὰ εἴπω τι, τὸ ὁποῖον
4059δὲν ἦτο ὀρθὸν, διότι ἐγὼ ἐφρόνουν, ὅτι οὐδεὶς ἕτερος ἠδύ-
4060νατο νὰ ἔχῃ γνώμην ἐπὶ τῶν στρατιωτικῶν πραγμάτων ἢ ὁ
4061ἀρχηγὸς τοῦ στρατοῦ, διότι αὐτὸς ἦτο ἐπὶ τοῦ τόπου τῶν
4062στρατιωτικῶν πράξεων, καὶ ἠδύνατο νὰ πληροφορηθῇ, ποῖον
4063τὸ θάρρος καὶ τὸ φρόνημα τοῦ ὑπ’ αὐτὸν στρατοῦ, ἐὰν ἔπρεπε
4064νὰ διατάξῃ αὐτὸν νὰ στραφῇ δεξιὰ ἢ ἀριστερὰ, νὰ προ-
4065χωρήσῃ, νὰ ὑποχωρήσῃ, ἢ νὰ μείνῃ ἐν ᾗ εἶχε θέσει. Ὅθεν,
4066συμφώνως πρὸς τὴν γνώμην ταύτην, ἔγραψα πρὸς τὸν ἐπι-
4067τελάρχην τῆς Α. Β. Ὑψηλότητος, ὅτι, ἐὰν ἡ Α. Β. Ὑψη-
4068λότης κρίνῃ, ὅτι δὲν δύναται νὰ μείνῃ ἐν Λαρίσῃ, τότε παρα-
4069καλεῖται νὰ ὑποχωρήσῃ.
4070§156Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ, ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ
4071Γόρτυνος νὰ τῷ εἴπω, ὅτι ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, καλού-
4072μενος νὰ εἴπῃ γνώμην πρὸς τὴν Α. Ὑ. τὸν Διάδοχον, ἔπρεπε
4073νὰ καλέσῃ παρ’ ἑαυτῷ τὸν Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Στρατιω-
4074τικῶν, ὁ ὁποῖος, ἔχων παρ’ ἑαυτῷ Ἐπιτελεῖον, ἦτο ὁ μόνος
4075ἁρμόδιος νὰ συνεννοηθῇ μετὰ τοῦ ἀρχηγοῦ τοῦ στρατοῦ, καὶ
4076νὰ κρίνῃ περὶ τῆς ἀνάγκης τῆς ἀμύνης ἐν Λαρίσῃ, ἢ τῆς
4077ἀμέσου ἐγκαταλείψεως αὐτῆς μετὰ πάντων τῶν ὑλικῶν καὶ
4078μετὰ τῶν κατοίκων εἰς τὴν διάκρισιν τοῦ ἐχθροῦ, καὶ περὶ
4079τῆς ὑποχωρήσεως εἰς Φάρσαλον. Ἀλλὰ δὲν ἔπραξε τοῦτο ὁ
4080τότε Πρωθυπουργὸς ἐνώπιον τοῦ Βασιλέως, καὶ παρέδωκε τὸ
4081τηλεγράφημα αὐτό, μὴ ὢν αὐτὸς Ὑπουργὸς τῶν Στρατιω-
4082τικῶν καὶ μὴ ἔχων ἁρμοδιότητα νὰ ἐκδίδῃ τοιαύτας δια-
4083ταγάς. Πιστεύω δ’ ὅτι καὶ ἐκ τοῦ τηλεγραφήματος τούτου
4084καὶ ἐκ πάντων τῶν ἄλλων τηλεγραφημάτων καὶ τηλεγρα-
4085φικῶν συνεννοήσεων, τὰ ὁποῖα ἐν τῇ ἐπισήμῳ ἐκθέσει τῆς
4086Α. Β. Ὑψ. τοῦ Διαδόχου, ὡς ἀρχηγοῦ τοῦ στρατοῦ, εἶναι
4087κατακεχωρημένα, καὶ ἐξ αὐτῆς ταῦτα ἀνέγνωσα, οὐδεμία
4088μένει ἀμφιβολία, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ὁ μό-
4089νος ἁρμόδιος, οὔτε διέταξε τὴν ὑποχώρησιν, οὔτε ἐνέκρινεν
4090αὐτήν, οὔτε κἄν ἔλαβε γνῶσιν, ὅτε ἀπεφασίσθη αὕτη.
4091Ὁποίαν ἔννοιαν ἔχει τὸ πρῶτον τηλεγράφημα τοῦ Ὑπουρ-
4092γοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, τὸ ὁποῖον ἀνέγνωσα ἐκ τῆς ἐπισή-
4093μου ἐκθέσεως τῆς Α. Β. Ὑψ. τοῦ Διαδόχου, ὡς ἀρχηγοῦ τοῦ
4094στρατοῦ, ἀφίνω εἰς ὑμᾶς νὰ κρίνητε, ὡς καὶ περὶ τῆς ἐν-
4095νοίας τοῦ ἀμέσως μετ’ αὐτό, τὴν αὐτὴν πρωΐαν τῆς 14
4096Ἀπριλίου, ἑτέρου τηλεγραφήματος, δι’ οὗ ὁ Ὑπουργὸς, μετα-
4097βὰς ὁ ἴδιος εἰς τὸ τηλεγραφεῖον, ἐζήτει παρὰ τοῦ ἀρχη-
4098γοῦ διαφόρους πληροφορίας, καὶ τοῦ ὁποίου μέρος ἀνέγνωσα
4099ἐκ τῆς αὐτῆς ἐκθέσεως, ἐν τῇ ὁποίᾳ ὅμως ἀτυχῶς παρατη-
4100ροῦνται παραλείψεις τινὲς, δι’ ἀποσιωπητικῶν σημειούμεναι...
4101§157Ν. ΓΟΥΛΙΜΗΣ. Διότι, φαίνεται, τὸ τηλεγράφημα δὲν
4102μετεβιβάσθη ὁλόκληρον.
4103§158Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Τὸ τηλεγράφημα μετεβιβάσθη ὁλόκλη-
4104ρον, καὶ ὁλόκληρον κατεχωρήθη ἐν τῇ ἐκθέσει, ἀλλὰ λέξεις
4105τινὲς καὶ μόνον μία ὁλόκληρος ἐρώτησις, ἡ ἕκτη, παραλεί-
4106πεται. Φαίνεται ὅμως, ὅτι δὲν ἔλαβε γνῶσιν τοῦ τηλεγρα-
4107φήματος, τὸ ὁποῖον σᾶς ἀνέγνωσα, ὁ ἀξιότιμος ἐκ Βονίτσης
4108συνάδελφος καὶ μέλος τοῦ Ἐπιτελείου ἐν τῷ πολέμῳ. Ἐκ
4109τῆς δευτέρας καὶ ἐκ τῆς τρίτης ἐρωτήσεως ἐν τῷ τηλεγρα-
4110φήματι αὐτῷ τοῦ Ὑπουργοῦ καταδεικνύεται τρανότατα,
4111ὅτι καὶ τὴν ἀπόφασιν περὶ ὑποχωρήσεως εἰς Φάρσαλον ἔλα-
4112βε καὶ τὴν διαταγὴν περὶ αὐτῆς ἔδωκε τὸ Ἀρχηγεῖον ἄνευ
4113γνώσεως τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργοῦ, ὁ ὁποῖος ἄλλως βεβαίως
4114δὲν θὰ ἠρώτα μετὰ τὴν ὑποχώρησιν, διατὶ ἀπεφάσισαν καὶ
4115διατὶ διέταξαν αὐτὴν, ἐγκαταλιπόντες τὴν Λάρισαν.
4116§159Ν. ΓΟΥΛΙΜΗΣ. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἀνέγνωσε τὰς ἐρωτή-
4117σεις, ἀλλὰ πρέπει νὰ ἀναγνώσῃ καὶ τὰς ἀπαντήσεις. Δὲν
4118πρέπει ἡ Βουλὴ νὰ μείνῃ ὑπὸ τὰς ἐντυπώσεις μόνων τῶν
4119ἐρωτήσεων.
4120§160ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Εἰς ὅλους ἡμᾶς διενεμήθη ἡ ἔκθε-
4121σις τοῦ Διαδόχου, καὶ τὰ γνωρίζομεν ὅλα.
4122§161Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Αὐτὰ, ἅπερ ἠκούσατε, δὲν εἶναι βεβαίως
4123ἀποκύημα τῆς φαντασίας ἐκείνων, οἵτινες ἀνέφεραν αὐτά.
4124Διὰ τοῦτο ἐγὼ εἶπον, ὅτι θεωρῶ εἰκονικὴν καὶ μὴ οὖσαν τὴν
4125συζήτησιν ταύτην, διὰ τοῦτο εἶπον, ὅτι θεωρῶ ἐκλογικὸν πυ-
4126ροτέχνημα τὴν ζητηθεῖσαν δῆθεν εὐθύνην κατὰ τοιαύτην
4127στιγμὴν τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς.
4128Ἡμεῖς προεβάλομεν ἐρωτήματα, καὶ ἐπὶ τῶν ἐρωτημά-
4129των αὐτῶν ζητοῦμεν ἀπάντησιν· καὶ ἵνα δοθῇ ἡ ἀπάντησις,
4130πρέπει νὰ ἔλθῃ ἀνακριτικὴ ἐπιτροπὴ τῆς Βουλῆς, ἵνα ἐξε-
4131τάσῃ τὰς παρ’ ἐμοῦ προβληθείσας ἀπορίας· διατὶ ὑπεχώρη-
4132σεν ὁ στρατὸς ἐκ τῆς Ἠπείρου ἄνευ ἀνάγκης, καὶ ἐνῷ ἡ
4133τῶν πραγμάτων κατάστασις ἐκεῖ ἦτο ὑπὲρ ἡμῶν, κατὰ τὴν
4134ἐπισημότατα ἐκδηλωθεῖσαν γνώμην τοῦ ἐκεῖ ἀρχηγοῦ τῶν
4135στρατιωτικῶν ἡμῶν δυνάμεων, διατὶ ἐτρέποντο εἰς φυγὴν
4136ἀδιάκοπον κατὰ τὴν Ἀνατολικὴν Ἑλλάδα, καὶ διατὶ ἐζή-
4137τουν καὶ ἐλάμβανον διὰ μολυβδοκονδύλου τὴν γνώμην τοῦ
4138ἡγέτου τῆς Κυβερνήσεως περὶ ἐγκαταλείψεως τῆς Λαρίσης,
4139ἐνῷ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ἔντιμος ἀξιωματικός,
4140ἐμπειρότατος, καὶ ἀνώτατος, κατέχων θέσιν περιφανῆ ἔν τε
4141τῇ κοινωνίᾳ καὶ τῇ Πολιτείᾳ, καὶ λόγῳ τοῦ ἀξιώματος αὑ-
4142τοῦ, καὶ λόγῳ τοῦ βαθμοῦ, καὶ λόγῳ τοῦ οἰκογενειακοῦ αὑ-
4143τοῦ ὀνόματος, οὐδόλως ἠρωτᾶτο περὶ τούτου, ὡσανεὶ ἀναρ-
4144μόδιος!
4145Ἡμεῖς ὑπεβάλομεν ἐρωτήματα, διατὶ ὁ στόλος ἠδράνει.
4146Ἐὰν ἡ ἀνακριτικὴ ἐπιτροπὴ τῆς Βουλῆς συνεκροτεῖτο, ἤθε-
4147λεν ἔλθει ὁ τηλεγραφητὴς Κωβαῖος, ὅστις δὲν ἐτόλμα νὰ
4148ὁμιλήσῃ ἐνώπιον τοῦ Ναυτοδικείου, καὶ ἤθελε καταθέσει
4149τηλεγραφήματα, δι’ ὧν ἤθελεν ἀποδειχθῆ, τίνες ἦσαν ἐκεῖ-
4150νοι, οἵτινες παρέλυον πᾶσαν ἐνέργειαν τοῦ στόλου καὶ πᾶ-
4151σαν ἐνέργειαν τοῦ στρατοῦ.
4152Ἀλλ’ ἠθέλησαν νὰ καταπνίξωσι τὰ πάντα! Συνεκρότη-
4153σαν, ἵνα ἐκδικάσωσι τὴν κατὰ Σαχτούρη κατηγορίαν, εἰ-
4154κονικὸν Ναυτοδικεῖον, ἐναντίον τῶν κειμένων νόμων περὶ
4155Ναυτοδικείου καὶ Στρατοδικείου. Καὶ ἐνῷ τὸ Ναυτοδικεῖον,
4156ὅπερ ἔδει νὰ δικάσῃ τὸν ἀξιωματικὸν τοῦ Ναυτικοῦ κ. Κόκ-
4157κορην, κατηγορούμενον ἐπὶ συκοφαντίᾳ δῆθεν τοῦ πλοιάρ-
4158χου καὶ μοιράρχου τῆς Ἀνατολικῆς Μοίρας τοῦ στόλου κ.
4159Σαχτούρη, ἐνῷ τὸ Ναυτοδικεῖον ἐκεῖνο, συγκεκροτημένον ἐξ
4160ἀξιωματικῶν τοῦ πολεμικοῦ ναυτικοῦ, ἐκ τῶν φυσικῶν δι-
4161καστῶν τοῦ κατηγορουμένου κ. Κόκκορη, ἐκήρυττεν αὐτὸν
4162ἀθῷον ἐπὶ τῇ κατ’ αὐτοῦ κατηγορίᾳ καὶ συκοφαντίᾳ, συνε-
4163κρότουν εἶτα ἕτερον Ναυτοδικεῖον, ἵνα δικάσῃ τὰς κατὰ τοῦ
4164κ. Σαχτούρη ὑπ’ ἐμοῦ ἐγερθείσας κατηγορίας! Καὶ τίς προ-
4165ήδρευε τοῦ Ναυτοδικείου τούτου; Ὁ Διευθυντὴς τοῦ Ναυ-
4166στάθμου κ. Κουτσοῦκος. Καὶ τίνες συνεκρότησαν τὸ Ναυτο-
4167δικεῖον ἐκεῖνο; Οἱ φυγάδες τῆς Λαρίσης! Ποῖος ἦτο μέλος
4168τοῦ Ναυτοδικείου; Ὁ κύριος Σαπουντζάκης! Ποῖος ἦτο ὁ
4169κύριος Σαπουντζάκης; Καθ’ ἣν ἐποχὴν, Κύριοι, ὁ Βόλος ἐγ-
4170κατελιμπάνετο, καθ’ ἣν ἐποχὴν πολύτιμον καὶ ἄφθονον ὑλι-
4171κὸν πολέμου ἔμελλε νὰ παραδοθῇ εἰς χεῖρας τοῦ ἐχθροῦ,
4172τοπομαχικὰ πυροβόλα, χιλιάδες στολῶν, χιλιάδες ὅπλων,
4173ἑκατοντάδες κιβωτίων πολεμεφοδίων, καθ’ ἣν ἐποχὴν συνέρ-
4174ρεον ἐκ τῆς ἐσωτέρας Θεσσαλίας εἰς τὸν Βόλον γυναῖκες καὶ
4175παιδία ἐγκαταλελειμμέναι καὶ τρέμουσαι, καὶ φεύγουσαι
4176τὴν ὀργὴν τοῦ τουρκικοῦ στρατοῦ καὶ τὴν μάχαιραν αὐτοῦ,
4177ὁ ἐπιτελάρχης τοῦ Ἐπιτελείου ἐκείνου κύριος Σαπουντζά-
4178κης ἐτηλεγράφει:
4179«Ἐκ Φαρσάλων (Ἀριθ. 131), Ἀπριλίου 13)25 1897,
4180»ὥρᾳ 10 π. μ.
4181»Τόμπλερ, φρούραρχον Βόλου, Βόλον.
4182»Συλλέξατε μαγείρους καὶ μαγειρικὰ σκεύη
4183»Διαδόχου, ὡς καὶ ἐμοῦ, καὶ ἀποστείλατε Φάρσαλα πάραυτα
4184»δι’ ἐκτάκτου ἁμαξοστοιχίας.
4185»Κ. Σαπουντζάκης.»
4186Καὶ δεύτερον:
4187»Ἀριθ. 132. Ἐκ Φαρσάλων, Ἀπριλίου 13)25 1897,
4188»ὥρᾳ 10 π. μ.
4189»Κηρῦκον, Διευθυντὴν Σιδηροδρόμου, Βόλον.
4190»Δι’ ἐκτάκτου ἁμαξοστοιχίας φροντίσατε ἀποστολὴν Φάρ-
4191»σαλα μαγείρων καὶ μαγειρικῶν σκευῶν Διαδό-
4192»χου καὶ ἐμοῦ.
4193Κ. Σαπουντζάκης.»
4194Τὰ περὶ τούτων ἐκτενῶς ἔγραψα ἐν τῷ «Σκρὶπ» τῆς 13
4195Αὐγούστου 1898 ἔτους.
4196§162Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Περὶ γυναικοπαίδων οὐδεμία πρόνοια!
4197§163Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Αὐτὰ, Κύριοι, ἦσαν τὰ μέλη τοῦ Ναυτο-
4198δικείου, ὅπερ συνεκροτήθη, ἵνα ἀπαλλάξῃ πάσης κατηγο-
4199ρίας τὸν μοίραρχον κ. Σαχτούρην! Ποῖοι ἄλλοι ἀπετέλουν
4200μέρος τοῦ Ναυτοδικείου ἐκείνου; Ἀξιωματικοί, οἵτινες, οὐχὶ
4201βεβαίως πάντες, ἀλλ’ οἱ πλεῖστοι, κατὰ τὰς κρισίμους τῆς
4202πατρίδος περιστάσεις δὲν ἐξετέλεσαν τὸ εἰς αὐτοὺς ἐπιβε-
4203βλημένον καθῆκον...
4204§164ΑΛΕΞ. Μ. ΚΑΝΑΡΗΣ. Ποῖοι εἶναι αὐτοί;
4205§165Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Τοὺς ἠξεύρετε.
4206Ἀλλ’ ἐὰν, Κύριοι, ἦναι ἀκριβῆ, ὡς βεβαίως εἰσὶ, τὰ κα-
4207ταγγελλόμενα κατὰ τὴν ἑσπέραν ταύτην παρ’ ἀντιπροσώ-
4208που τοῦ ἔθνους, δὲν ἔπρεπε νὰ εὑρεθῇ, διατὶ δὲν ἐξετελοῦντο
4209αἱ διαταγαὶ τῶν ὑπευθύνων Ὑπουργῶν; Δὲν ἔπρεπεν ἀνα-
4210κριτικὴ ἐπιτροπὴ τῆς Βουλῆς νὰ ἐρευνήσῃ καὶ νὰ μάθῃ, διὰ
4211ποίαν ἆρά γε αἰτίαν ὁ ἐπὶ τῆς Κυβερνήσεως Δηλιγιάννη
4212Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν κύριος Ν. Μεταξᾶς, ὅτε ἐν τῷ
4213Ὑπουργικῷ Συμβουλίῳ ἀνηγγέλθη αὐτῷ, ὅτι ἐγκατελεί-
4214φθη ἡ Λάρισα, ἔξαλλος ἐξ ὀργῆς, εἶπε τοὺς ἑξῆς ἀξιομνη-
4215μονεύτους λόγους; ὅτι «ἐφ’ ὅσον οἱ Βασιλόπαιδες ὑπηρε-
4216»τοῦσιν ἐν τῷ στρατῷ, στρατὸς δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑφί-
4217»σταται»,—ἕνεκα ἄλλως πολλῶν λόγων, οὓς ἀνεπτύξαμεν
4218κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ Γενικῆς Διοική-
4219σεως τοῦ στρατοῦ.
4220Ταῦτα πάντα μόνον ἀνακριτικὴ ἐπιτροπὴ τῆς Βουλῆς ἦτο
4221ἁρμοδία νὰ κρίνῃ, νὰ εὕρῃ καὶ ἐξετάσῃ. Ταῦτα πάντα ἔδει
4222τότε νὰ ἐξετασθῶσιν. Ἀλλ’ ἀντὶ τούτων, Κύριοι, τί ἔπρα-
4223ξαν; Ὁσάκις μὲν ἐξελέχθη ἐξεταστικὴ τῶν πραγμάτων ἐπι-
4224τροπὴ, διὰ παντὸς τρόπου κατώρθωσαν νὰ παραλύσωσι τὰς
4225ἐργασίας αὐτῆς, καθ’ ἣν δὲ στιγμὴν ἡ Βουλὴ πνέει τὰ λοί-
4226σθια, ἐφαντάσθησαν, ὅτι ἐδύναντο νὰ διασκεδάσωσι τοὺς ἐκ-
4227λογεῖς μου, συγκαλοῦντες αὐτοὺς εἰς τὰ ἀκροατήρια τῆς
4228Βουλῆς, ἵνα μάθωσι, τίνες εὐθύνονται διὰ τὸν οὕτω πως δι-
4229εξαχθέντα πόλεμον!
4230Ἀλλὰ, Κύριοι, παρακαλῶ καὶ τὸν ἐξ Ὕδρας κ. Βουλευ-
4231τὴν καὶ Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν εὐθὺς μετὰ τὴν
4232πτῶσιν τῆς Κυβερνήσεως τοῦ κυρίου ἐκ Γόρτυνος Βουλευτοῦ,
4233τὸν κύριον Τσαμαδὸν, νὰ δηλώσῃ, τί ἐνόει καὶ τίνας ἐνόει,
4234ὅτε ἐξέδιδε τὴν ἑξῆς διαταγήν; (ἀναγινώσκει):
4235«Ἀριθ. 32721
4236»Τηλεγράφημα. Ἀπαγόρευσις συνεννοήσεως μετ’ ἄλ-
4237λων Ἀρχῶν.
4238»Διεύθυνσις ἐπιτελικῆς ὑπηρεσίας, ἀνθυπασπιστὴν Ρεμ-
4239»πᾶκον, Κύθηρα.
4240»Διαβιβάσατε ἀρχηγῷ κατοχῆς Κρήτης κάτωθι τηλε-
4241»γράφημα:
4242«Πρὸς τὰ Ἀρχηγεῖα Θεσσαλίας, Ἠπείρου καὶ Κρήτης.
4243» Ἀπαγορεύομεν ὑμῖν αὐστηρῶς νὰ ζητῆτε ὁδηγίας παρ’
4244»ἄλλης, ἐκτὸς τοῦ ὑφ’ ἡμᾶς Ὑπουργείου, Ἀρχῆς, ἀλλ’ οὐδὲ
4245»νὰ κοινοποιῆτε εἰς ἄλλην Ἀρχὴν ὅσα πρὸς ἡμᾶς ἀναφέ-
4246»ρετε.
4247» Ἐν Ἀθήναις, 18 Ἀπριλίου 1897
4248» Ὑπουργὸς Στρατιωτικῶν
4249»Ν. Τσαμαδός.»
4250Ἐπεθύμουν ν’ ἀπαντήσῃ ὁ κύριος ἐξ Ὕδρας συνάδελφος,
4251τίνα τάχα ἀφεώρα ἡ διαταγὴ αὕτη;
4252§166ΑΣΗΜ. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τοὺς οἰκονομικοὺς ἐφόρους!
4253§167ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει ἄλλος τις τὸν λόγον;
4254§168Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν φρονεῖ ὁ κ. Πρόεδρος
4255τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως μὴ εὑρεθῶμεν πάλιν ἀπέναντι Ὑ-
4256πουργοῦ, ὅστις ἐκοιμᾶτο κατὰ τὴν ὥραν τοῦ κινδύνου, ὡς
4257ἐκοιμᾶτο ἐκεῖνος, ὅστις ἐξηνάγκασε τὸν πρώην Πρωθυπουρ-
4258γὸν κ. Δηλιγιάννην νὰ ἐπιληφθῇ τῶν καθηκόντων αὐτοῦ, δὲν
4259φρονεῖ, λέγω, ὅτι, ὡς Κυβέρνησις διαδεξαμένη τὴν περατώ-
4260σασαν τὸν πόλεμον, ὀφείλει νὰ λάβῃ τὸν λόγον, καὶ νὰ ἐξη-
4261γήσῃ, πῶς οὐδεμία ἐλήφθη πρόνοια, ὅπως διευκρινηθῶσιν
4262ὅλα ἐκεῖνα τὰ σημεῖα, τὰ πρὸ ὀλίγου διατυπωθέντα, καὶ ἕ-
4263νεκα τῶν ὁποίων διασύρονται καὶ ἀνεύθυνοι; Ἐπεθύμουν νὰ
4264ἐρωτηθῇ ὁ κ. Πρωθυπουργός, ἐὰν θέλῃ νὰ λάβῃ τὸν λόγον.
4265§169Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν μεταβαίνει μία ἐπιτροπὴ νὰ
4266ἐρωτήσῃ τὸν κ. Πρωθυπουργόν;
4267§170Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Ἄλλως θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν νὰ
4268εὐαρεστηθῇ νὰ ἀναβάλῃ τὴν συνεδρίασιν δι’ αὔριον, ἵνα δυ-
4269νηθῇ νὰ παραστῇ καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως.
4270§171ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑποβάλλετε πρότασιν περὶ ἀναβολῆς;
4271(Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἀπὼν ἀπό τινος τῆς αἰθούσης, εἰσ-
4272έρχεται εἰς τὴν αἴθουσαν τὴν στιγμὴν ταύτην)
4273§172Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Ἐὰν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐννοῇ
4274νὰ λάβῃ τὸν λόγον, δὲν ἐπιμένω εἰς τὴν ἀναβολήν.
4275§173ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Αὔριον, κύριε Πρόεδρε.
4276(Ὁ κ. Ράλλης διευθύνεται πρὸς τὸ βῆμα).
4277§174ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ὁμιλήσῃ ὁ κύριος Ράλλης.
4278§175Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Ἐφρόνουν, Κύριοι, ὅτι κατὰ τοιαύτην συ-
4279ζήτησιν, ἥτις δύναται νὰ θίξῃ καὶ τὰς εὐθύνας ἀνευθύνων,
4280ἡ θέσις τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ἦτο ἐδῶ, καὶ οὐχὶ
4281εἰς τὸ δωμάτιον τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς, ἐφρόνουν ὅτι
4282εἶχε καθῆκον νὰ ἐξηγήσῃ, πῶς ἡ Κυβέρνησις, οὐχὶ ἡ νῦν,
4283ἀλλ’ ἡ πρώτη, ἡ ὑπ’ αὐτὸν σχηματισθεῖσα, δὲν ἐφρόντισε
4284νὰ πράξῃ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον οἱαδήποτε Κυβέρνησις ἐξερχο-
4285μένη ἐκ πολέμου ἔπραξεν. Ἐὰν ἠθέλετε ν’ ἀνατρέξητε εἰς
4286τὰ πρακτικὰ τῆς Γαλλικῆς Συνελεύσεως μετὰ τὸν πόλεμον
4287τοῦ 1870, ἠθέλετε εὕρει, ὅτι τότε συνεκροτήθησαν Στρα-
4288τοδικεῖα καὶ Ναυτοδικεῖα διὰ πᾶσαν τὴν δρᾶσιν τοῦ στρα-
4289τοῦ καὶ τοῦ ναυτικοῦ, ἠθέλετε εὕρει αὐτὸν τὸν ἔξοχον ἥρωα,
4290τὸν ὑπερασπιστὴν τοῦ Βελφόρ, προσερχόμενον ἐνώπιον τοῦ
4291Στρατοδικείου, ἵνα δώσῃ λόγον, πῶς ὑπερησπίσθη τὸ Βελ-
4292φόρ, τὸ ὁποῖον χάριν τῆς ἀνδρείας του καὶ διὰ τῆς ἀνδρείας
4293του ἐσώθη ὑπὲρ τῆς Γαλλίας.
4294Ἀλλ’ ἡμεῖς παρεδώκαμεν εἰς τὸν ἐχθρὸν πλέον τοῦ ἡμί-
4295σεος τῆς Ἑλλάδος, παρεδώκαμεν εἰς τὸν ἐχθρὸν ὁλόκληρον
4296τὴν ὁροθετικὴν γραμμήν, παρεδώκαμεν εἰς τὸν ἐχθρὸν τὴν Λά-
4297ρισαν μεθ’ ὅλου τοῦ ὁπλισμοῦ της, μετὰ χιλιάδων ὅπλων,
4298μεθ’ ὅλων τῶν ἀποσκευῶν τοῦ στρατοῦ, παρεδώκαμεν εἰς
4299τὸν ἐχθρὸν καὶ τὴν γραμμὴν τῆς Ὄθρυος, τὴν ἀπόρθητον κατὰ
4300τὸν Βοσσὲρ, καὶ ἐν τούτοις δὲν εἴδομεν μήτε ἓν Στρατοδικεῖον
4301νὰ συνέλθῃ, ἵνα ἐξετάσῃ, ἵνα ἀνακρίνῃ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι εἶχον
4302τὴν εὐθύνην τῆς διευθύνσεως τοῦ πολέμου! Καὶ ἡ παράλει-
4303ψις αὕτη ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως, ἥτις συνέστη ἀμέσως
4304μετὰ τὴν ἐπιβολὴν τῶν προκαταρκτικῶν ὅρων τῆς εἰρήνης,
4305ἤγαγεν εἰς τὴν σύγχυσιν, εἰς ἣν παριστάμεθα σήμερον, ἤγαγε
4306δὲ εἰς τοιαύτην σύγχυσιν, ὥστε παραδόξως σήμερον ὁ ἀξιό-
4307τιμος Βουλευτὴς Λακεδαίμονος καὶ ὁ ἀξιότιμος συμπολίτης
4308μου ἦλθον νὰ ἐξετάσωσιν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς τὴν δρᾶσιν
4309τοῦ στρατοῦ καὶ τὴν δρᾶσιν τοῦ ναυτικοῦ. Ἐπιτρέψατέ μοι.
4310Κύριοι, νὰ νὰ μὴ ἀκολουθήσω αὐτοὺς εἰς τὴν τοιαύτην τα-
4311κτικὴν, διότι κηρύσσω ἐμαυτὸν ἐντελῶς ἀναρμόδιον ἐπὶ τῶν
4312τοιούτων ζητημάτων· αἱ γνῶμαί μου ἐπὶ τοιούτων θεμάτων
4313εἰς οὐδὲν ἤθελον ἐπὶ πλέον συντελέσει ἢ εἰς τὴν τελειοτέ-
4314ραν σύγχυσιν τῆς Βουλῆς.
4315Ὁ καταλογισμὸς, Κύριοι, τῶν εὐθυνῶν τοῦ πολέμου συν-
4316επάγεται τὴν ἔρευναν τριῶν κεχωρισμένων καὶ διαφόρων στα-
4317δίων, καὶ ἀπὸ τριῶν διαφόρων ἀπόψεων. Τὸ πρῶτον στάδιον
4318περιλαμβάνει τὴν ἐξέτασιν τῶν λόγων τῶν ἐπενεγκόντων τὸν
4319πόλεμον, τὸ δεύτερον περιλαμβάνει τὸν τρόπον τῆς διεξα-
4320γωγῆς τοῦ πολέμου, καὶ τὸ τρίτον τὸν τρόπον τῆς συνομο-
4321λογήσεως τῆς εἰρήνης καὶ τοὺς ὅρους αὐτῆς. Τὸ πρῶτον καὶ
4322τὸ τρίτον εἶναι βεβαίως τῆς ἁρμοδιότητος τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ
4323τὸ δεύτερον, τὸ περὶ τοῦ τρόπου τῆς διεξαγωγῆς τοῦ πολέ-
4324μου, φρονῶ ὅτι ἐκφεύγει τῆς ἁρμοδιότητος τῆς Βουλῆς, ἐκ-
4325τὸς ἐὰν ἡ Βουλὴ πρόκηται νὰ καταναλώσῃ χρόνον, δημι-
4326ουργοῦσα σύγχυσιν ἐν τῇ γνώμῃ αὐτῆς, ἀλλὰ σύγχυσιν καὶ
4327ἐν τῷ τόπῳ. Εἰς τίνα τῷ ὄντι ἐκ τοιαύτης ἐρεύνης ἀποτε-
4328λέσματα δύναται νὰ φθάσῃ ἡ Βουλή; Ὁ ἀξιότιμος συμπο-
4329λίτης μου παραδόξως πρὸ ὀλίγου ἔλεγεν, ὅτι ἔπρεπε νὰ σχη-
4330ματισθῇ ἀνακριτικὴ ἐπιτροπή, διὰ νὰ ἐξετάσωμεν τὸν τρό-
4331πον τῆς διεξαγωγῆς τοῦ πολέμου, τὴν κατ’ αὐτὸν δρᾶσιν
4332τοῦ στρατοῦ καὶ τὴν δρᾶσιν τοῦ ναυτικοῦ. Ἀλλὰ ποῦ εὗρε
4333τὸ τοιοῦτον δικαίωμα τῆς Βουλῆς; Ἡ Βουλὴ ἔχει δικαίωμα
4334ἐκ τοῦ Συντάγματος, ἡ Βουλὴ ἔχει δικαίωμα ἐκ τοῦ Κανο-
4335νισμοῦ της νὰ διορίζῃ ἐξεταστικὰς τῶν πραγμάτων ἐπιτρο-
4336πάς, ἀλλ’ ἀνακριτικὴν ἐπιτροπὴν οὐδαμοῦ τοῦ Συντάγμα-
4337τος καὶ οὐδαμοῦ τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς εὑρίσκω, εἰμὴ
4338ἐν μιᾷ μόνον περιπτώσει, ὅταν πρόκηται περὶ κατηγορίας
4339κατὰ Ὑπουργῶν...
4340§176Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Αὐτὸ εἶπον.
4341§177Δ. ΡΑΛΛΗΣ... Ἀλλὰ διὰ νὰ διορισθῇ ἀνακριτικὴ ἐπι-
4342τροπή, ἔπρεπε νὰ ὑπάρξῃ κατηγορία, κατηγορία καθ’ ὡρι-
4343σμένων Ὑπουργῶν, κατηγορία κατὰ τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευ-
4344τοῦ ἐκ Γόρτυνος καὶ τῶν συναδέλφων του...
4345§178Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Καὶ δι’ ὡρισμένας πράξεις καὶ
4346παραλείψεις.
4347§179Δ. ΡΑΛΛΗΣ... κατηγορία κατ’ ἐμοῦ καὶ τῶν τότε συν-
4348αδέλφων μου· καὶ ἡ κατηγορία αὕτη ἔπρεπε νὰ διατυπωθῇ
4349δι’ ὡρισμένας πράξεις καὶ παραλείψεις, ὡς παρατηρεῖ ὁ ἀξιό-
4350τιμος Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος, καὶ νὰ ὑπογραφῇ ὑπὸ ὡρισμέ-
4351νου ἀριθμοῦ Βουλευτῶν. Καὶ ὅταν εὑρισκώμεθα πρὸ τοιού-
4352των διατάξεων τοῦ Συντάγματος, κανονιζουσῶν τὰ δικαιώ-
4353ματα τῆς Βουλῆς, ποῦ ἠδυνάμεθα νὰ στηρίξωμεν τὴν ἀνα-
4354κριτικὴν ἐπιτροπήν; πόθεν ἠδύνατο νὰ προκύψῃ αὕτη; Ἀν-
4355αμφισβητήτως, Κύριοι, πρόκειται περὶ τρόπου ἐκφράσεως ἐκ
4356μέρους τοῦ ἀξιοτίμου συμπολίτου μου — διότι βεβαίως δὲν
4357παρεῖδε ταῦτα. — Ἤθελε νὰ παραστήσῃ ἴσως, ὅτι, ἐὰν ὅτε τὰ
4358πράγματα ἦσαν πρόσφατα ἐπελαμβάνετο ἡ Βουλὴ τῆς ἐξε-
4359τάσεως τῶν πραγμάτων, ἠδύνατο νὰ καταλήξῃ εἰς μίαν κατη-
4360γορίαν κατὰ τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐκ Γόρτυνος, εἰς μίαν
4361κατηγορίαν κατ’ ἐμοῦ...
4362§180Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἀλλὰ πρὸς τοιοῦτον σκοπὸν συν-
4363εστήθησαν αἱ ἐξεταστικαὶ ἐπιτροπαί, διὰ ν’ ἀνακαλύψωσιν,
4364ἐὰν ὑπῆρχον πράξεις ἐπιλήψιμοι.
4365§181Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Βεβαίως μία ἐξεταστικὴ ἐπιτροπὴ ἠδύνατο
4366κατόπιν τῶν συμπερασμάτων της νὰ φέρῃ εἰς μίαν κατηγο-
4367ρίαν κατὰ Ὑπουργῶν, οὐχὶ κατὰ τῶν ὁδηγησάντων τὸ στρά-
4368τευμά μας· ἀλλ’ ἡ ἐπιτροπὴ αὕτη δὲν ἐλειτούργησε, κατη-
4369γορία δὲν διετυπώθη, ἀνακριτικὴ ἐπιτροπὴ δὲν εἶναι δυνα-
4370τὸν νὰ συστηθῇ, εἰμὴ κατόπιν κατηγορίας κατὰ Ὑπουργῶν,
4371καὶ μένει πάλιν ἀκεραία διὰ τὴν παράλειψιν ἐπιτακτικοῦ
4372καθήκοντος ἡ εὐθύνη τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης, ἥτις συνέστη
4373ἀμέσως μετὰ τὴν προκαταρκτικὴν εἰρήνην, τῆς Κυβερνήσεως
4374ἐκείνης, ἥτις εἰς οὐδὲν κατέγεινε, παρὰ μόνον, πῶς τὰ βάρη
4375τὰ ἐκ τῶν ἀτυχιῶν ἡμῶν, ἐκ τῶν συμφορῶν τοῦ πολέμου,
4376τὰ ἐπιβληθέντα εἰς τὸ Κράτος, νὰ τὰ καταστήσῃ ἀκόμη
4377ἐπαχθέστερα. Ἐνόμισεν, ὅτι ἡ θέσις τῆς Κυβερνήσεως κατὰ
4378κατὰ τοιαύτας περιστάσεις εἶναι θέσις ἀμεριμνομερίμνης, ἀλλ’
4379ἰδοὺ εἰς τίνα ἀποτελέσματα ἤγαγεν ἡ ἀμεριμνομέριμνα τῆς
4380τότε Κυβερνήσεως! Σήμερον ἔχομεν τελείαν τὴν σύγχυσιν
4381τῶν εὐθυνῶν, καὶ σύρομεν πρὸς ταύτας καὶ αὐτὰ τὰ ἀνεύ-
4382θυνα πρόσωπα!
4383Οὕτω, Κύριοι, οὐδὲν ἔχω νὰ προσθέσω ἐπὶ πλέον, σχετι-
4384κῶς πρὸς τὸ δεύτερον στάδιον τῶν εὐθυνῶν τοῦ πολέμου,
4385σχετικῶς πρὸς τὸν τρόπον τῆς διεξαγωγῆς αὐτοῦ, τῆς περὶ
4386ταύτην ἐρεύνης διαφευγούσης τὴν ἁρμοδιότητά μου. Μένουσι
4387τὰ ἕτερα δύο στάδια, ἅτινα καὶ ταῦτα οὐχ ἧττον εἶναι πλού-
4388σια εἰς εὐθύνας. Καὶ ὁ κύριος Βουλευτὴς ἐκ Καρυστίας ἐν τῇ
4389ῥύμῃ τοῦ λόγου του ὡμίλησε περὶ τῶν διαπραγματεύσεων,
4390αἱ ὁποῖαι διεξήχθησαν παρὰ τῆς Κυβερνήσεως, ἥτις διεδέ-
4391χθη τὸν ἀξιότιμον Βουλευτὴν ἐκ Γόρτυνος, διαπραγματεύ-
4392σεων ἀφορωσῶν εἰς τὸν ἐπιβληθέντα ἡμῖν ἔλεγχον, καὶ ἀνέ-
4393γνωσεν ἔγγραφον τῆς 24 Ἰουλίου τοῦ 1897, τὸ ὁποῖον ἐφά-
4394νη καὶ εἰς αὐτὸν καὶ εἰς τὴν Βουλὴν ὡς κἄτι τι καινόν...
4395§182ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Εἰς τὴν Βουλὴν δὲν ἐφάνη.
4396§183Δ. ΡΑΛΛΗΣ... καὶ δι’ οὗ ἠθέλησε ν’ ἀποδείξῃ, ὅτι πάντα
4397τὰ φοβερὰ ἀποτελέσματα, εἰς ἃ προήλθομεν, ἀπορρέουσιν ἐκ
4398τῆς ἐν τῷ ἐγγράφῳ ἐκείνῳ προτάσεως. Κατηγόρησε δὲ ὁ ἀξιό-
4399τιμος συνάδελφος ἐκ Καρυστίας, ὅτι ἡμεῖς, οἱ ἀτυχήσαντες
4400νὰ κυβερνήσωμεν τότε τὴν χώραν, παρείδομεν ἐπὶ τοσοῦτον
4401τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα, ὥστε πρῶτοι ἐσπεύσαμεν νὰ προσφέ-
4402ρωμεν τὸν ἔλεγχον εἰς τοὺς δανειστὰς, καὶ μάλιστα ὑπὲρ τῶν
4403παλαιῶν χρεῶν· καὶ νομίζω ὅτι ὡς τοιαῦτα ὑπελάμβανεν ὁ
4404κ. Βουλευτὴς τὰ ἀπὸ τοῦ 1821 συνομολογηθέντα. Οὐδὲν και-
4405νόν, Κύριοι, ἀπεκάλυψεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Καρυστίας· ἂν
4406δ’ ἐφάνη σκληρὰ ἡ διακοπὴ, τὴν ὁποίαν ἔκαμα πρὸς αὐτὸν,
4407τοῦτο ὀφείλεται εἰς τὸ ὅτι δὲν διετύπωσα ὁλόκληρον τὴν
4408ἰδέαν μου. Ἂν ἀποσπάσῃ τις ἓν μόνον ἔγγραφον ἐκ σειρᾶς
4409τοιούτων, δύναται νὰ φθάσῃ εἰς πεπλανημένα συμπεράσμα-
4410τα. Διὰ τοῦτο εἶπον, ὅτι ὁ κ. Βουλευτὴς δὲν ἠδυνήθη νὰ
4411ἐννοήσῃ τὴν ἔννοιαν τοῦ ἐγγράφου, οὐχὶ διότι ἀμφέβαλλον
4412περὶ τῆς εἰλικρινείας αὐτοῦ, περὶ τῆς καλῆς του πίστεως,
4413περὶ τῆς ἀγχινοίας του, ἀλλὰ διότι δὲν ἠδύνατο νὰ κατα-
4414νοήσῃ τὴν ἔννοιαν τοῦ ἐγγράφου, ἀποσπῶν αὐτὸ ἀπὸ τῆς
4415σειρᾶς, εἰς ἣν ἀνήκει. Ἰδοὺ τί λέγει τὸ ἔγγραφον τῆς 24
4416Ἰουλίου, ὅπερ ἐπεκαλέσθην ἐγὼ αὐτὸς κατὰ τὴν συνεδρία-
4417σιν τῆς 18 Σεπτεμβρίου 1897, ὅτε ἀπελογούμην ἐνώπιον τῆς
4418Βουλῆς ὑπὲρ τῆς Κυβερνήσεως, ἥτις εἶχεν ὑποστῆ τοὺς προ-
4419καταρκτικοὺς ὅρους τῆς εἰρήνης, μόνην δικαιολογίαν ἔχων
4420ὑπὲρ ἐμοῦ καὶ τῶν συναδέλφων μου τὸ ἔγγραφον τοῦτο. Διατί;
4421Διότι περιελάμβανε πρότασιν, ἥτις διετυποῦτο πρὸς τὸν σκο-
4422πὸν τῆς ἀποτροπῆς τοῦ διεθνοῦς ἐλέγχου, τοῦ τόσον σκαιῶς
4423ἐπιβληθέντος κατόπιν ἡμῖν. Ἀλλ’ ὁ κύριος Βουλευτὴς ἐκ Κα-
4424ρυστίας, μὴ γνωρίζων τὴν σειρὰν τῶν διαπραγματεύσεων,
4425καὶ τὰς περιστάσεις, τίς ἐπρότεινε τὸν ἔλεγχον ἐπὶ τῶν πα-
4426λαιῶν χρεῶν, ἠγνόει περιπλέον, ὅτι ἡ κλεὶς τῆς εἰρήνης, ἡ
4427κλεὶς τῆς ἐκκενώσεως τῆς Θεσσαλίας ἦσαν τὰ παλαιὰ χρέη·
4428διότι ἀπέναντι ἡμῶν εἴχομεν τὴν Γερμανίαν, ἥτις ὡς ὅρον
4429τῆς συνομολογήσεως τῆς εἰρήνης ἔθετο ἕνα καὶ μόνον, τὴν
4430ἀναγνώρισιν τῶν παλαιῶν χρεῶν καὶ τὴν ἐπιβολὴν τοῦ ἐλέγ-
4431χου εἰς τὸ Κράτος ὑπὲρ τῶν παλαιῶν δανειστῶν. Τοῦτο προ-
4432κύπτει ἐκ σειρᾶς ἐγγράφων, ἅτινα εὑρίσκονται καὶ πρὸ καὶ
4433μετὰ τὸ ἔγγραφον τῆς 24 Ἰουλίου 1897. Λόγου χάριν, ὑπὸ
4434χρονολογίαν τῆς 19 Αὐγούστου θέλετε εὕρει τὸ ἑξῆς ἔγγρα-
4435φον τοῦ τότε Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν πρὸς τοὺς παρὰ ταῖς
4436ξέναις Αὐλαῖς ἀντιπροσώπους ἡμῶν:
4437«Ἵνα τηρῶ ὑμᾶς ἐνημέρους τῆς καταστάσεως, κρίνω χρή-
4438σιμον ν’ ἀνακοινώσω ὑμῖν περίληψιν τηλεγραφήματος τοῦ
4439ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργοῦ τοῦ Βερολίνου, ὅπερ σή-
4440μερον ἀνέγνω μοι ὁ πρεσβευτὴς τῆς Γερμανίας. Ἰδοὺ ἡ περί-
4441ληψις:
4442«Παρακαλῶ νὰ εἴπητε τῷ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουρ-
4443γῷ, ὅτι δὲν ἠθέλομεν ἀποβλέψει εἰς τὸ ζήτημα νὰ μάθωμεν,
4444τίνες πρόσοδοι προορισθήσονται εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῶν πα-
4445λαιῶν χρεῶν, καὶ τίνα ἐνέχυρα δύνανται νὰ κατασταθῶσιν
4446ἐλεύθερα διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ νέου δανείου, εἰμὴ ὅταν ἡ
4447ἐγκατάστασις τοῦ ἐλέγχου τῶν παλαιῶν καὶ νέων χρεῶν, τοῦ
4448ἀποφασισθέντος ἐν Κωνσταντινουπόλει, ἐξασφαλισθῇ κατὰ
4449τρόπον πραγματικόν.»
4450Αὕτη ἦτο ἡ ἀπαίτησις τῆς Γερμανικῆς Κυβερνήσεως, ἣν
4451ἠναγκάσθημεν οὐ μόνον ἡμεῖς νὰ ὑποστῶμεν, ἀλλὰ νὰ παρα-
4452δεχθῶσι καὶ αἱ Δυνάμεις, αἵτινες διετέλουν εὐνούστεραι πρὸς
4453ἡμᾶς.
4454Ἀλλὰ τὸ ἔγγραφον τοῦτο τῆς 24 Ἰουλίου, τὸ ὁποῖον τό-
4455σον κατέπληξε τὸν κύριον Βουλευτὴν ἐκ Καρυστίας, μετὰ
4456τὴν παράγραφον, ἣν ἀνέγνωσα, προσθέτει τὰ ἑξῆς, —καὶ
4457θαυμάζω, πῶς τὰ παρεῖδεν ὁ κύριος Βουλευτὴς ἐκ Καρυ-
4458στίας, καὶ μάλιστα παράπλευρος τοῦ κυρίου Βουλευτοῦ ἐξ
4459Ἄρτης, ὅστις καλῶς γνωρίζει τὰ πράγματα.
4460Ἐπιλέγει τὸ ἔγγραφον: «Ἐὰν ἠξίου τις νὰ προβῇ πε-
4461ραιτέρω, καὶ νὰ ἐπιβάλῃ διεθνῆ ἔλεγχον, τοῦτο ἤθελεν ἀπο-
4462τελέσει τὴν λῆψιν μέτρων, ἅτινα, οὐδὲν προστιθέμενα εἰς
4463τὴν τῶν δανειστῶν ἐξασφάλισιν, ἤθελον προσβάλει τὴν ἀξιο-
4464πρέπειαν τῆς χώρας, παραβλάψει τὸ νόμιμον τῆς ἀνεξαρτη-
4465σίας δικαίωμα αὐτῆς, καὶ ἐνσπείρει σπέρματα ταραχῶν καὶ
4466μνησικακιῶν, αἵτινες ἤθελον ἀπειλήσει τὴν δημοσίαν τάξιν
4467καὶ βάλει ἐν κινδύνῳ καὶ αὐτὰ τῶν δανειστῶν τὰ συμφέρον-
4468τα, περὶ ὧν φαίνονταί τινες δικαίῳ τῷ λόγῳ μεριμνῶντες.»
4469Καὶ ἐξ αὐτῆς τῆς περικοπῆς ἔπρεπε νὰ ἐννοήσῃ ὁ κύριος
4470Βουλευτής, ὅτι δὲν ἐγένετο ἡ πρότασις ἐκείνη περὶ συγκεν-
4471τρώσεως εἰς τὴν Ἑταιρείαν τῶν Μονοπωλίων τῶν πρὸς τὴν
4472ὑπηρεσίαν τοῦ νέου δανείου καὶ τῶν παλαιῶν χρεῶν ὁρισθησο-
4473μένων προσόδων, ἐγένετο πρὸς ἀποφυγὴν τοῦ διεθνοῦς ἐλέγ-
4474χου· καὶ δὲν ἔπρεπε νὰ παρίδῃ τοῦτο, ὥστε νὰ κατηγορήσῃ
4475ἡμᾶς, ὅτι προεκαλέσαμεν τὸν ἔλεγχον, ὃν ἡμεῖς ἀπεκρούσα-
4476μεν δι’ ὅλων τῶν δυνάμεων ἡμῶν, διότι ἐθεωροῦμεν αὐτὸν
4477τὸν ἐπαχθέστατον τῶν ὅρων τῆς εἰρήνης, ὡς συντρίβοντα τὴν
4478ἀνεξαρτησίαν τοῦ Κράτους, καθιστῶντα ἡμᾶς δεσμίους ἐν τῇ
4479διαχειρίσει τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν καὶ ὑποτελεῖς ἐν τῷ ἰδίῳ
4480ἡμῶν οἴκῳ. Καὶ τοῦτο ἀποδεικνύει ἐναργῶς τὸ ὑπ’ ἀριθ.
4481166 ἔγγραφον τῆς 21 Ἰουλίου, τὸ ὁποῖον πρόκειται κατὰ
4482σειρὰν τοῦ ἐγγράφου, ὅπερ ἀνέγνωσεν ὁ κύριος Βουλευτὴς
4483ἐκ Καρυστίας, ἔγγραφον τοῦ τότε Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτε-
4484ρικῶν πρὸς τὸν ἐπιτετραμμένον τῆς Ἑλλάδος ἐν Λονδίνῳ
4485(ἀναγινώσκει):
4486«Κατὰ σημερινὴν πρός με ἀνακοίνωσιν τοῦ πρεσβευτοῦ τῆς
4487Ἀγγλίας, τὸ ἀφορῶν τὰς ἐγγυήσεις τῶν Ἑλληνικῶν χρεῶν
4488μέρος πρόκειται, ὡς εἰκάζεται, νὰ διατυπωθῇ περίπου ὡς
4489ἑξῆς: «Ἐπὶ τῷ σκοπῷ τούτῳ ἡ διοίκησις τῶν εἰς ἐγγύησιν
4490τοῦ παλαιοῦ καὶ νέου χρέους παραχωρηθεισῶν προσόδων θέλει
4491τεθῇ ὑπὸ τὴν ἐποπτείαν τῶν Δυνάμεων». Παρετήρησα, ὅτι
4492ἡ φράσις «διοίκησις ὑπὸ τὴν ἐποπτείαν» ἤθελεν ἐνέχει τὴν ἐν
4493τῇ διοικήσει τῶν προσόδων τούτων ἀνάμιξιν, καὶ συνεπῶς
4494τὴν ἐν τῇ διοικήσει τοῦ Κράτους τοιαύτην, τοῦθ’ ὅπερ ἤθελεν
4495εἶναι ἀσυμβίβαστον πρός τε τὴν ἀνεξαρτησίαν τῆς χώρας, τὴν
4496κυριαρχίαν αὐτῆς καὶ τὴν ἡμετέραν νομοθεσίαν, καὶ ὅπερ βε-
4497βαίως καὶ εὐλόγως ἤθελε καταθορυβήσει τὴν χώραν.»
4498Κύριοι, βεβαίως ὑπῆρξεν ἀτυχὴς ἡ διαδεχθεῖσα τὸν ἀξιό-
4499τιμον Βουλευτὴν ἐκ Γόρτυνος Κυβέρνησις, διότι οἱ ὅροι οἱ
4500προκαταρκτικοὶ τῆς εἰρήνης ὑπῆρξαν ἐπαχθέστατοι, ἐπα-
4501χθέστατος δὲ πάντων ὑπῆρξεν ὁ τοῦ διεθνοῦς ἐλέγχου. Τὸν
4502ὅρον τοῦτον ἐπολεμήσαμεν παντὶ σθένει, προσπαθήσαντες
4503εἰς μάτην ν’ ἀποφύγωμεν τὸν ἐξ αὐτοῦ κλοιόν. Καὶ ὅσοι θε-
4504λήσωσι νὰ ἐγκύψωσιν εἰς τὴν μελέτην τῶν ἐγγράφων ἐκείνων,
4505θέλουσιν ἀπονείμει δίκαιον ἔπαινον πρὸς τὸν τότε Ὑπουργὸν
4506τῶν Ἐξωτερικῶν διὰ τὴν ἐπιμονὴν, ἣν ἐπέδειξε, πολεμῶν
4507βῆμα πρὸς βῆμα πρὸς ἀποτροπὴν τῆς συμφορᾶς, ἥτις ἐπρό-
4508κειτο τελικῶς νὰ μᾶς πλήξῃ.
4509Κύριοι, δὲν ἤκουσα ἄλλο τι ἐπὶ τοῦ τρίτου τούτου στα-
4510δίου τῶν εὐθυνῶν τοῦ πολέμου, καὶ ἐντεῦθεν, καταλείπων
4511αὐτό, ἔρχομαι εἰς τὸ πρῶτον, τὸ στάδιον τὸ σχέσιν ἔχον πρὸς
4512τοὺς λόγους τοὺς ἐπενεγκόντας τὸν πόλεμον. Τὴν εὐθύνην
4513τοῦ πολέμου οἱ ἀξιότιμοι ἐκ τῆς δεξιᾶς ἐπέρριψαν ἐπὶ τὸν
4514ἀξιότιμον ἐκ Γόρτυνος Βουλευτήν, διότι ἀπέδωκαν εἰς αὐτὸν
4515τὴν πρᾶξιν ἐκείνην, ἐκ τῆς ὁποίας εἶπον, ὅτι μοιραίως ἔπρεπε
4516νὰ ἐπέλθῃ ὁ πόλεμος. Τὸν πόλεμον ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυ-
4517νος Βουλευτὴς ἀπέδωκεν εἰς τὴν Ἐθνικὴν Ἑταιρείαν καὶ εἰς
4518ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι μετ’ αὐτῆς συνέπραττον. Φρονῶ, Κύριοι,
4519ὅτι ἡ εὐθύνη εἶναι κοινή. Καὶ θέλω ἀποδείξει ὑμῖν τοῦτο,
4520ἀναμιμνήσκων τὰ γεγονότα τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, ὡς προκύ-
4521πτουσιν ἐκ τῶν ἐπισήμων πρακτικῶν. Τὴν εὐθύνην δὲ διεκ-
4522δικῶ πρῶτος ἐγώ, διότι τὴν ἀνέλαβον ἀφ’ ἧς στιγμῆς ἀπε-
4523φασίζετο τὸ πρῶτον ἐκεῖνο βῆμα, τὸ ὁποῖον ἤγαγε μοιραίως
4524εἰς τὸν πόλεμον.
4525Ἐμνήσθη ἤδη ὁ ἀξιότιμος ἐκ Ζακύνθου Βουλευτὴς μιᾶς
4526φράσεώς μου, ἐξενεχθείσης κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς 24
4527Ἰανουαρίου 1897, ἣν ἐχαρακτήρισεν ὡς θορυβώδη Εἶναι ἡ
4528φράσις: «τολμήσατε! τολμήσατε! τολμήσατε, ἐν ὅσῳ εἶναι
4529ἀκόμη καιρός!» Καὶ θέλω νὰ ἐξηγήσω τὴν φράσιν ταύ-
4530την πρὸς τὴν Βουλήν, ὅπως δυνηθῇ νὰ μοὶ καταλογίσῃ τὰς
4531εὐθύνας, τὰς ὁποίας ὑπέχω δι’ αὐτήν. Ἀλλά, ὡς ἔλεγον πρὸ
4532ὀλίγου, τὴν εὐθύνην δὲν διεκδικῶ μόνον σήμερον· τὴν εὐθύ-
4533νην ἀνέλαβον ἀπὸ τῆς συνεδριάσεως ἐκείνης τῆς 24 Ἰανουα-
4534ρίου. Οὔτε μὲ ἐνδιαφέρει, ἂν παρῆλθε τοσοῦτος χρόνος, οὔτε
4535ἔχει δι’ ἐμὲ σημασίαν τὸ ὅτι δὲν εὑρίσκομαι ἐν τῇ ἀρχῇ,
4536οὔτε ἔχει δι’ ἐμὲ σημασίαν, ἂν ὑφίσταται ἢ δὲν ὑφίσταται
4537ἢ δύναται νὰ ὑπάρξῃ ποινικὴ καταδίωξις. Διότι διὰ τὸν πο-
4538λιτευτήν, Κύριοι, ἡ ἠθικὴ εὐθύνη εἶναι ἡ ὑπερτάτη, εἶναι ἡ
4539βαρυτάτη πασῶν. Καὶ τίνα σημασίαν ἔχει πέντε καὶ δέκα
4540ἐτῶν φυλάκισις καὶ εἱρκτὴ διὰ τὸν πολιτευτήν; Καὶ τίνα
4541σημασίαν ἔχει ἡ ἔκπτωσις αὐτοῦ ἐκ τῆς ἀρχῆς, ἀπέναντι τῆς
4542ἠθικῆς εὐθύνης, ὅτι ἐπήνεγκε συμφορὰς εἰς τὸν τόπον αὑ-
4543τοῦ; Διὰ τοῦτο τὴν εὐθύνην, τὴν ὁποίαν ἀποτίω σήμερον
4544ἐνώπιον ὑμῶν, τὴν θεωρῶ ὑπερτέραν ἐκείνης, ἣν ἤθελον ἀπο-
4545τίσει ἐνώπιον τοῦ εἰδικοῦ Δικαστηρίου, ὡς Ὑπουργὸς, ἢ ἐνώ-
4546πιον ὑμῶν διὰ τῆς ψήφου ὑμῶν, ἐὰν κατεῖχον τὴν ἀρχήν.
4547Κύριοι, μετὰ μακρὰν συζήτησιν καὶ μετὰ τὴν φράσιν ἐκεί-
4548νην, τῆς ὁποίας ἐμνήσθη ὁ ἀξιότιμος ἐκ Ζακύνθου Βουλευ-
4549τής, ἀνῆλθον τὸ βῆμα τὴν 24 Ἰανουαρίου 1897, καὶ ἔλε-
4550γον τότε πρὸς τὴν Βουλήν (ἀναγινώσκει):
4551«Ἡ πολιτεία, τὴν ὁποίαν ὑπέδειξαν οἱ μέχρι τῆς στιγμῆς
4552ταύτης ἐκ τῆς ἀριστερᾶς ἀγορεύσαντες, συνεπάγεται εὐθύ-
4553νας, συνεπάγεται κινδύνους· συμβουλεύσασα δὲ ἡ Ἀντιπο-
4554λίτευσις τοιαύτην πολιτείαν, ἐννοεῖ νὰ καταστήσῃ τελείαν
4555τὴν πρὸς αὐτὴν ἀλληλεγγύην της, καὶ νὰ συγκομίσῃ ὁλό-
4556κληρον τὴν εὐθύνην, τὴν ὁποίαν ἤθελεν ἀναλάβει ἡ Κυβέρ-
4557νησις, ἡ ὁποία ἤθελεν ἐπιτελέσει τὸ πρὸς τὸν Κρητικὸν λαὸν
4558καθῆκον. Ἀκριβῶς πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον, ὅπως διὰ τῆς
4559ψήφου αὐτῆς ἡ Βουλὴ βεβαιώσῃ, ὅτι ἀναλαμβάνει τὴν εὐθύ-
4560νην τῆς πολιτείας, ἡ ὁποία ὑπεδείχθη πρὸ ὀλίγου ἐντεῦθεν,
4561προβάλλω τὴν ἑξῆς πρότασιν εἰς τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς:
4562«Ἡ Βουλή, κατόπιν τῶν ἀνακοινωθεισῶν παρὰ τοῦ κ.
4563Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν πληροφοριῶν περὶ τῶν ἐν Κρή-
4564τῃ συμβάντων, καλεῖ τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως ἐπιτελέσῃ τὸ
4565πρὸς τὸν Κρητικὸν λαὸν ἐπιβαλλόμενον τῷ Ἑλληνικῷ Βα-
4566σιλείῳ καθῆκον.»
4567Διὰ τῆς προτάσεως ἐκείνης ἀνέλαβον ἀκεραίαν καὶ πλήρη
4568τὴν εὐθύνην τῶν κατόπιν τελεσθέντων, καὶ τὴν ἀνελάβετε
4569καὶ ὑμεῖς μετ’ ἐμοῦ. Οὔτε δυνάμεθα νὰ ἐπιρρίψωμεν ἐπὶ τὸν
4570ἀξιότιμον ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴν τὴν εὐθύνην τῆς καταλή-
4571ψεως τῆς Κρήτης, τῆς ἀποστολῆς τῶν πλοίων, τῆς ἀποστο-
4572λῆς τοῦ σώματος τοῦ κ. Βάσσου, διότι, ἐὰν ἔπραξε τοῦτο εἴτε
4573πρὸ εἴτε μετὰ τὴν πρότασιν ἐκείνην, τὸ ἔπραξε βεβαίως ὑπὸ
4574κοινὴν ἡμῶν εὐθύνην καὶ κατὰ σύμφωνον ἡμῶν γνώμην.
4575Ἀλλὰ διὰ νὰ ἐκτιμήσητε, Κύριοι, κατὰ πόσον ὑφίσταται
4576εὐθύνη, καὶ κατὰ πόσον ἡ πολιτεία ἐκείνη ἐπεβάλλετο ἐκ
4577τῶν περιστάσεων καὶ ἐκ τῶν κινδύνων, οὓς διέτρεχε πολύ-
4578τιμον τμῆμα τοῦ Ἑλληνισμοῦ, ἀναγκαίως πρέπει νὰ παρα-
4579στήσω ὑμῖν αὐτὰς τὰς τότε περιστάσεις, καὶ θὰ σᾶς τὰς
4580ἀναπαραστήσω ἐκ τῶν ἐπισήμων κειμένων.
4581Τὴν 23 Ἰανουαρίου, δηλ. τὴν παραμονὴν, ὁ τότε Ὑπουρ-
4582γὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, ὁ ἀξιότιμος συμπολίτης μου κ. Σκου-
4583ζὲς, ἀνελθὼν τὸ βῆμα, ἀνήγγειλε πρὸς τὴν Βουλὴν τὰ ἑξῆς
4584(ἀναγινώσκει):
4585«Αἱ εἰδήσεις, τὰς ὁποίας ἔχομεν μέχρι τῆς στιγμῆς ταύ-
4586της ἐκ Κρήτης, δὲν εἶναι βεβαίως εὐχάριστοι. Πρό τινων ἡμε-
4587ρῶν, ὡς ἐγένετο γνωστὸν, ἤρξατο ἐν Ἡρακλείῳ ἀντίδρασις
4588ἐκ μέρους τῶν Μωαμεθανῶν, οἵτινες προεκάλεσαν ῥήξεις καὶ
4589συγκρούσεις, ὧν ὁ προφανὴς σκοπὸς ἦτο ἡ ματαίωσις τῶν
4590μεταρρυθμίσεων. Αἱ ταραχαὶ ἐπεξετάθησαν ἀπὸ τὸ Ἡρά-
4591κλειον καὶ εὐρύτερον εἰς Χανία καὶ Ρέθυμνον. Τὸ προξενι-
4592κὸν σῶμα προεκλήθη νὰ μεσολαβήσῃ μεταξὺ Χριστιανῶν καὶ
4593Μωαμεθανῶν... Οἱ πρόξενοι τῆς Ἑλλάδος, τῆς Ἰταλίας,
4594τῆς Ἀγγλίας καὶ τῆς Αὐστρίας μετέβησαν χθὲς, ὅπως δυ-
4595νηθῶσι νὰ ἐπιφέρωσι συνεννόησιν μεταξὺ τῶν διαμαχομέ-
4596νων, ἀλλ’ εὑρεθέντες μεταξὺ τῶν πυρῶν τῶν συγκρουομένων,
4597δὲν ἠδυνήθησαν νὰ προχωρήσωσι, καὶ ἐπέστρεψαν εἰς Χανία,
4598σήμερον δὲ μεταβαίνουσι διὰ θαλάσσης, ὅπως δυνηθῶσι νὰ
4599πλησιάσωσιν ἀμφότερα τὰ διαμαχόμενα μέρη...»
4600Τοιαύτη ἦτο ἡ κατάστασις ἐν Κρήτῃ τὴν 23 Ἰανουαρίου
4601Τὴν ἐπιοῦσαν, τὴν 24, κατὰ τὴν ἀξιομνημόνευτον ἐκείνην
4602συνεδρίασιν, τὴν θορυβώδη κατὰ τὸν ἀξιότιμον Βουλευτὴν
4603Ζακύνθου, ὁ συμπολίτης μου καὶ τότε Ὑπουργὸς τῶν Ἐξω-
4604τερικῶν ἀναγγέλλει τὰ ἑξῆς πρὸς τὴν Βουλὴν (ἀναγινώσκει):
4605«Μετὰ τὰς χθεσινὰς εἰδήσεις, τὰς ὁποίας ἀμέσως ἀνεκοί-
4606νωσα πρὸς τὴν Βουλὴν, ἔσχομεν μετὰ τὸ μεσονύκτιον καὶ
4607σήμερον τὸ πρωῒ εἰδήσεις χθεσινὰς καὶ μέχρι τῆς 10 τῆς
4608πρωΐας. Αἱ χθεσιναὶ εἰδήσεις ἀναγγέλλουσιν, ὅτι μετὰ με-
4609σημβρίαν ἤρξατο καὶ ἐν τῇ πόλει Χανίων πυροβολισμὸς πυ-
4610κνὸς ἐναντίον τῶν ἐν τῇ πόλει Χριστιανῶν. Τὰ ἀποτελέσμα-
4611τα εἶναι ἄγνωστα, διότι, ὡς σᾶς εἶπον, μετὰ μεσημβρίαν,
4612ὅτε εἶχεν ἀρχίσει, οἱ πρόξενοι εὑρίσκοντο ὅπου ὅλοι κατοι-
4613κοῦσιν, εἰς Χαλέπαν, ἡ συγκοινωνία εἶχε διακοπῆ, καὶ ἑπο-
4614μένως δὲν ἦσαν ἐν Χανίοις, διὰ νὰ ἔχωμεν τὰς λεπτομερείας.
4615Τὰ τηλεγραφήματα τὰ πρωϊνὰ ἀναγγέλλουσιν, ὅτι τὸ πῦρ
4616ἐξηκολούθησε καὶ σήμερον, πυροβολισμοὶ δηλαδὴ, ὅτι ἐτέθη
4617πῦρ εἰς διάφορα μέρη τῆς πόλεως, ὅτι μερικαὶ συνοικίαι ἐκαί-
4618οντο, ὅτι ἐν Χαλέπᾳ καὶ Χανίοις οἰκογένειαι ἐσώζοντο ἐπὶ
4619τῶν πολεμικῶν ξένων πλοίων, καὶ ὅτι δὲν ἠδύναντο ἀκόμη
4620νὰ γνωρίζουν, ποῖος ὁ ἀριθμὸς τῶν θυμάτων.»
4621Πρὸ τοιούτων εἰδήσεων εὑρίσκετο ἡ Βουλὴ τὸ 1897, τὴν
462224 Ἰανουαρίου τοῦ ἔτους ἐκείνου. Καὶ ἐρωτῶ ὑμᾶς, ἂν ὑπῆρχέ
4623τις, ὅστις δὲν ἤθελε συστήσει ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον σύσσωμος τότε
4624ἡ Ἀντιπολίτευσις συνίστα, καὶ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον, εἴτε ἐξ ἰδίας
4625πρωτοβουλίας, εἴτε ἐκ συστάσεων τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἐπε-
4626χείρησεν ἡ τότε Κυβέρνησις.
4627Ἐπρόκειτο περὶ τῆς ἐξοντώσεως τοῦ ἑλληνικοῦ πληθυ-
4628σμοῦ τῆς Κρήτης! Τὰ προηγούμενα στάδια τοῦ Κρητικοῦ
4629ζητήματος οὐδεμίαν ἔχουσι σημασίαν ὡς πρὸς τὴν κήρυξιν
4630τοῦ πολέμου, καὶ διὰ τοῦτο τὰ παρατρέχω· εἶναι στάδια ἐν-
4631τελῶς ξένα. Ἐπεχείρησαν αἱ Δυνάμεις διὰ τῶν προξένων των
4632νὰ καταστήσωσιν ἕν μέσον πολίτευμα, μίαν ἡμιαυτονομίαν,
4633ἀλλ’ ὅλα ἐκεῖνα τὰ ἐγχειρήματα ἀπέτυχον. Καὶ πῶς; Ἀπέ-
4634τυχον ἐκ τοῦ φανατισμοῦ τῶν Μωαμεθανῶν, οἱ ὁποῖοι ἦσαν
4635ἐν ἀδυναμίᾳ νὰ ἐννοήσωσι καὶ νὰ παραδεχθῶσι τὴν ἰσοπολι-
4636τείαν. Καὶ ὅτε οἱ ξένοι πρόξενοι ἐφρόνουν, ὅτι ἦτο δυνατὸν
4637νὰ ἐπιβληθῇ τὸ ἡμιαυτόνομον ἐκεῖνο πολίτευμα εἰς τοὺς
4638Κρῆτας, οἱ Μωαμεθανοὶ ἔθηκαν τὸ πῦρ ἀπ’ ἄκρου εἰς ἄκρον
4639τῶν Χανίων, ἐὰν δὲ δὲν ἐλαμβάνοντο ἄμεσα μέτρα πρὸς ἐκ-
4640φόβισιν ἐκείνων, οἵτινες ἐπεχείρησαν τὴν ἐξόντωσιν τοῦ χρι-
4641στιανικοῦ πληθυσμοῦ, ὁλόκληρος ἡ Κρήτη ἀπ’ ἄκρου εἰς ἄκρον
4642ἤθελεν αἱματοκυλισθῆ. Καὶ τότε τί συνεστήσαμεν εἰς τὴν
4643Κυβέρνησιν καὶ τί ἔπραξεν ἡ Κυβέρνησις; Νὰ σπεύσῃ νὰ συν-
4644τρέξῃ τοὺς ἑλληνικοὺς ἐκείνους πληθυσμούς.
4645Μεταξὺ ἡμῶν καὶ τοῦ τότε Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως
4646ἐφαίνετο διαφορά τις γνώμης κατὰ τὴν ἔναρξιν τῆς συνε-
4647δριάσεως ἐκείνης, καὶ κοινὴ ἦτο ἡ γνώμη τοῦ τότε Προέδρου
4648τῆς Κυβερνήσεως πρὸς τὴν τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἄρτης Βουλευ-
4649τοῦ, διότι καὶ ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς τότε Πρόε-
4650δρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης ἐφρό-
4651νουν, ὅτι ἔπρεπε ν’ ἀναμείνωμεν τὴν ἀπόφασιν τῶν Δυνά-
4652μεων, καὶ τότε νὰ ἐπιχειρήσωμεν, κατὰ τὰς περιστάσεις, ἢ
4653κατὰ τὰ κελεύσματα αὐτῶν. Εἰς τὴν σκέψιν ταύτην τοῦ
4654ἀξιοτίμου ἐκ Γόρτυνος Βουλευτοῦ — ἥτις δὲν ἦτο ὅμως καὶ
4655ἡ πραγματική του σκέψις, ὡς θέλω σᾶς ἀποδείξει ἐκ τῶν
4656ἐπισήμων πρακτικῶν, — ἀντετάχθην μεθ’ ὅλης τῆς δυνάμεως
4657τῶν πνευμόνων μου, καὶ τότε εἶπον: «τολμήσατε! τολμή-
4658σατε! τολμήσατε, ἐν ὅσῳ εἶναι ἀκόμη καιρός!» Καὶ σᾶς ἀνα-
4659γινώσκω τὰ σχετικὰ μέρη τῆς ἀγορεύσεώς μου, παραλείπων,
4660ἐννοεῖται, ἐκεῖνα, ἅτινα τότε μόνον ἐν τῇ ἐξάψει τῆς συζη-
4661τήσεως ἐδικαιολογοῦντο.
4662Ἔλεγον: «Ἐὰν ἀναμείνητε τὰς ἀποφάσεις τῶν Μεγά-
4663λων Δυνάμεων, μὴ ἔχετε καμμίαν ἀμφιβολίαν, ὅτι νέαν θὰ
4664ὑποστῇ καταστροφὴν ὁ Ἑλληνισμός. Ἀκριβῶς πρόκειται νὰ
4665προλάβωμεν τὰς ἀποφάσεις τῶν Μεγάλων Δυνάμεων...»
4666Μὲ διέκοψέ τις τότε, ἐρωτῶν: «Τί πρέπει νὰ κάμωμεν;»
4667«Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Τίς μ’ ἐρωτᾷ;
4668»ΣΑΛΜΑΣ. Ἐγώ, κύριε Ράλλη...»
4669§184Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Καὶ τότε, χωρὶς νὰ διστάσω, διότι εἶχον
4670τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἐξεπροσώπουν τὴν γνώμην ὁλοκλήρου
4671τοῦ ἔθνους, ἔλεγον: «Νὰ μὲ θέσητε ἐκεῖ (δεικνύει τὰ ὑπουρ-
4672»γικὰ ἑδώλια), καὶ τότε θὰ σᾶς τὸ εἴπω (ἆ! ἆ! ἐκ δεξιῶν).
4673»Δὲν σᾶς ἀρέσκει αὐτὴ ἡ λύσις καὶ καγχάζετε! Ἀλλ’ ὅπως
4674»δυνηθῶ νὰ σᾶς εἴπω, τί ὀφείλομεν νὰ πράξωμεν, ἔπρεπε
4675»νὰ μὲ εἴχετε θέσει ἐκεῖ, καὶ τότε θὰ τὸ εἶχον ἤδη πράξει.»
4676»ΣΑΛΜΑΣ. Νομίζω, ὅτι ἔχετε ὑποχρέωσιν, ὡς κοινο-
4677»βουλευτικὸς ἀνὴρ, νὰ τὸ εἴπητε ἀπὸ τοῦδε.
4678»Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Σᾶς τὸ λέγω, ἀλλὰ δὲν θέλετε νὰ μὲ
4679»ἀκούσητε... Σᾶς τὸ λέγω δ’ ἀκριβῶς, καὶ ἂν ἔχετε ὦτα,
4680»ἀκούσατέ το, ὅτι πρέπει νὰ προλάβητε τὰς ἀποφάσεις τῆς
4681»Εὐρώπης. Τὴν 12 Μαΐου συνετελέσθη μία καταστροφή, τῆς
4682»ὁποίας τ’ ἀποτελέσματα δύνανται εὐτυχῶς σήμερον νὰ ἐξ-
4683»ουδετερωθῶσιν, ἐὰν προλάβητε τὰς νέας ἀποφάσεις τῆς Εὐ-
4684»ρώπης. Ἐὰν ὅμως ἀφήσητε νὰ ἐπέλθουν αἱ ἀποφάσεις αὗ-
4685»ται, ἐὰν δώσητε καιρὸν νὰ συνεννοηθῶσι διὰ τὰς ἀποφάσεις
4686»ταύτας, ἡ καταστροφὴ τοῦ ἐν Κρήτῃ Ἑλληνισμοῦ θὰ ᾖ
4687»τελεία, καί, ὡς δύνασθε ν’ ἀποχαιρετίσητε ἐπὶ αἰῶνας τὴν
4688»Κύπρον, ὀφείλετε ν’ ἀποχαιρετίσητε ἐπὶ αἰῶνας καὶ τὴν
4689»Κρήτην. Ἔχετε ἀνάγκην νὰ μάθητε τὰς ἀποφάσεις τῆς
4690»Εὐρώπης! Καὶ δὲν τὰς ἐννοεῖτε; Καὶ δὲν ἐξεδηλώθησαν
4691»αἱ προθέσεις αὐτῆς; Καὶ δὲν γνωρίζετε τίνες αἱ ἀποφάσεις
4692»τῆς Εὐρώπης μέχρι τοῦδε;...
4693»Τὰ Ἑλληνικὰ συμφέροντα ἐν Κρήτῃ εἶναι ἐντελῶς ἀντί-
4694»θετα πρὸς τὰ συμφέροντα τῶν Εὐρωπαϊκῶν Δυνάμεων...
4695»Ζητεῖτε τὰς ἀποφάσεις τῆς Εὐρώπης! Αἱ ἀποφάσεις τῆς Εὐ-
4696»ρώπης εἶναι ἡ ἐφαρμογὴ τῶν μεταρρυθμίσεων, εἶναι ἡ δι-
4697»εκδίκησις ἐπὶ τῆς Κρήτης ἐκ μέρους καὶ τῆς Ἀγγλίας καὶ
4698»τῆς Ρωσσίας καὶ τῆς Γαλλίας καὶ τῆς Αὐστρίας καὶ τῆς
4699»Ἰταλίας ἐπιρροῆς, εἶναι ἡ ἀποστολὴ τῶν Μαυροβουνίων,
4700»ὡς ἐντολοδόχων τῆς Ρωσσίας καὶ τῶν Βουλγάρων, εἶναι ἡ
4701»ἀποστολὴ τῶν καραβινιέρων τῆς Ρώμης, ἵνα ἀναγεννηθῶσι
4702»τὰ ἐκ τῆς ἑνετικῆς κληρονομίας δικαιώματα τῆς Ἰταλίας,
4703»εἶναι τέλος ἡ ἐμπέδωσις τῆς νέας τάξεως, τὴν ὁποίαν ὑπι-
4704»σχνεῖται τὸ πολίτευμα, τὸ ὁποῖον κατηρτίσθη ἐν ἀγνοίᾳ
4705»ὑμῶν, καὶ διὰ τὸ ὁποῖον ἐκαυχήθητε, ἡ ἐμπέδωσις, λέγω,
4706»τῆς τάξεως, ἡ ὁποία καταστρέφει διὰ παντὸς πᾶσαν ἐλ-
4707»πίδα περὶ ἀποδόσεως τῆς Κρήτης εἰς τὴν Ἑλλάδα...»
4708Κατὰ τοῦτο διέφερεν ἡ γνώμη μου τότε πρὸς τὴν φαινο-
4709μένην γνώμην τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Γόρτυνος. Ἐὰν δὲ ἦτο
4710πραγματικῶς ἡ γνώμη αὐτοῦ ἐκείνη, τὴν ὁποίαν δημοσίᾳ
4711ἐκήρυττεν, ἢ ἐσκόπει νὰ καταστήσῃ ἐκ τῶν προτέρων κοι-
4712νὰς τὰς σκέψεις του πρὸς τὴν Βουλὴν καὶ τὰς ἐνεργείας τῆς
4713Κυβερνήσεώς του, θὰ ἴδωμεν μετ’ ὀλίγον.
4714Ἡ γνώμη δὲ αὕτη, τὴν ὁποίαν ἀνέπτυξα τότε, ἦτο καὶ
4715ἡ γνώμη τοῦ κ. Βουλευτοῦ Μεσολογγίου, ἦτο καὶ ἡ γνώμη
4716τοῦ κ. Βουλευτοῦ Κερκύρας. Ὁ κ. Δεληγεώργης ἔλεγεν
4717(ἀναγινώσκει):
4718«ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὅσον καὶ ἂν ἦναι φοβεραὶ αἱ εἰδή-
4719»σεις, τὰς ὁποίας ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ ὁ
4720»τηλέγραφος ἀνήγγειλεν, ὅσον καὶ ἂν ἐχύθη αἷμα ἐν Κρήτῃ,
4721»ὁμολογῶ, ὅτι δὲν μοὶ φαίνονται δυσάρεστα. Δυσάρεστον
4722»θὰ ἦτο, ἂν μετὰ τὴν χορήγησιν πολιτεύματος, οἷον ἐχο-
4723»ρηγήθη πρό τινων μηνῶν, ἐμανθάνομεν, ὅτι Κρῆτες καὶ
4724»Τοῦρκοι συνεβιβάσθησαν, συμπράττουσι, συνεργάζονται.
4725»Ἀποβλέπων πάντοτε εἰς τοῦτο, ὅτι ὁ Κρητικὸς λαὸς μόνην
4726»σωτηρίαν θεωρεῖ τὴν ἕνωσιν, ἐπιθυμῶ, ὅπως τὸ ταχύτερον
4727»δοθῶσιν ἀφορμαὶ, ἵνα πεισθῶσι πάντες, ὅτι οὐδὲν ἄλλο δύ-
4728»ναται νὰ καθησυχάσῃ τὴν Κρήτην, καὶ νὰ καταπαύσῃ τὰς
4729»μερίμνας καὶ τὰς εὐθύνας τῆς Εὐρώπης, πλὴν τῆς ἑνώσεως
4730»τῆς Κρήτης μετὰ τῆς Ἑλλάδος.»
4731Καὶ ὁ κύριος Θεοτόκης ἔλεγε, προτρέπων τὸν κύριον Βου-
4732λευτὴν ἐκ Γόρτυνος (ἀναγινώσκει):
4733«...Ὑψωθῆτε εἰς τὸ ὕψος, τὸ ὁποῖον αἱ περιστάσεις ἀπαι-
4734»τοῦσι. Μετέλθετε πολιτικὴν ἐθνικήν. Εἴπατε εἰς τοὺς Εὐ-
4735»ρωπαίους, ὅτι, ἀφοῦ ὑπεκύψατε εἰς τὴν θέλησιν αὐτῶν,
4736»εἶναι καιρὸς νὰ ἐνθυμηθῆτε, ὅτι ἡ Κρήτη εἶναι Ἑλληνικὴ,
4737»καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν ἡ Ἑλλὰς νὰ ἀνεχθῇ, ὅπως ὁ Κρητι-
4738»κὸς λαὸς σφαγιάζηται. Δράμετε εἰς ἐπικουρίαν τοῦ Κρητι-
4739»κοῦ λαοῦ, μὴ παρεμβάλλετε προσκόμματα εἰς τὰς ἐθνικὰς
4740»αὐτοῦ διαθέσεις, ἀφήσατε αὐτὸν ἐλεύθερον εἰς τὴν ἐκδήλω-
4741»σιν τῶν αἰσθημάτων του, εἰ δυνατὸν, δόσατε ἀρωγὴν, ἵνα
4742»ἐπέλθῃ ἡ ἕνωσις τῆς Κρήτης μετὰ τῆς Ἑλλάδος (Εὖγε!
4743»εὖγε!).»
4744Καὶ σᾶς βεβαιῶ, Κύριοι, ὅπου γῆς ὑπῆρχεν Ἑλληνικὴ
4745καρδία, ἔπαλλεν εἰς τοὺς λόγους, οἱ ὁποῖοι ἐξεφέροντο
4746παρὰ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως τῆς τότε ἐντεῦθεν. Ἀλλὰ, ὡς
4747ἔλεγον, αἱ γνῶμαι ἡμῶν ἐκεῖναι, ἐκ τῶν δηλώσεων, ἃς εἶχε
4748κάμει ὁ κύριος Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος, ἐφαίνοντο κάπως δια-
4749φέρουσαι πρὸς τὰς γνώμας αὐτοῦ, ἀλλὰ κατὰ τὸ πέρας τῆς
4750συνεδριάσεως ἐκείνης ἀπεδείχθη, ὅτι ἦσαν ἐντελῶς σύμφω-
4751νοι...
4752§185Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Πρόκειται περὶ τῆς ἀποστολῆς
4753τῶν πλοίων.
4754§186Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Μάλιστα.
4755§187Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μοὶ ἐπιτρέπετε;
4756§188Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Μάλιστα.
4757§189Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τὴν ἀποστολὴν τῶν πλοίων ἐνε-
4758δείκνυον εἰς ἡμᾶς ὡς ἀναπόφευκτον αἱ περιστάσεις αἱ ἔκτα-
4759κτοι, αἱ ὁποῖαι ἐξετυλίσσοντο ἐν τῇ Κρήτῃ. Ἦτο ἀδύνατον
4760ν’ ἀναβληθῇ ἡ ἐκτέλεσις τοῦ μέτρου τούτου, ἐὰν ἠθέλομεν νὰ
4761συντηρήσωμεν τοὺς δεσμοὺς, οἱ ὁποῖοι συνδέουσι τοὺς πλη-
4762θυσμοὺς τῆς Κρήτης μετὰ τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου. Ἐν
4763τῷ Ὑπουργικῷ Συμβουλίῳ εἶχεν ἤδη ἀποφασισθῆ τὸ μέ-
4764τρον, ἀλλ’ ἐνομίσαμεν ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ ἐπηρεάσωμεν κατά
4765τι τὴν Βουλὴν, καὶ ἀπεφύγομεν νὰ δηλώσωμεν εἰς τὴν Βου-
4766λὴν τὴν ἀπόφασιν, ἣν εἴχομεν λάβει ἐν τῷ Ὑπουργικῷ Συμ-
4767βουλίῳ, περιμένοντες ν’ ἀκούσωμεν, ποῖαι ἦσαν αἱ γνῶμαι
4768τῆς Βουλῆς. Ὅτε δὲ ἡ Βουλὴ ὄχι μόνον ἐγνωμοδότει, ἀλλὰ
4769καὶ προέτρεπε καὶ ἤλεγχεν ἡμᾶς, ὡς μὴ λαβόντας τὸ μέτρον
4770τοῦτο, ἡμεῖς εἴχομεν ἀποφασίσει αὐτὸ, καὶ εἴχομεν διατάξει
4771νὰ ᾖναι ἕτοιμα τὰ πλοῖα, ὅπως ἀναχωρήσωσι.
4772§190Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Αὐτὸ θέλω νὰ βεβαιώσω.
4773Ἀμέσως μετὰ τὴν πρότασιν, τὴν ὁποίαν ἀνέγνωσα ὑμῖν
4774πρὸ ὀλίγου, τὴν ὑποβληθεῖσαν πρὸς τὴν Βουλὴν, ὅπως κατα-
4775στήσω κοινὴν τὴν εὐθύνην μεταξὺ πάντων ἡμῶν, ἄνευ δια-
4776φορᾶς χροιᾶς, ἀδιάφορον ἐὰν ἀνήκωμεν ἐκεῖ (δεικνύει τὴν ἀρι-
4777στερὰν), ἢ ἀνήκετε ἐδῶ (δεικνύει τὴν δεξιὰν), ἔλεγον (ἀνα-
4778γινώσκει):
4779«Οἵαν ἔννοιαν ἀποδίδομεν ἡμεῖς εἰς τὸ καθῆκον τοῦ Ἑλ-
4780»ληνικοῦ Βασιλείου ἀπέναντι τοῦ σφαζομένου Κρητικοῦ
4781»λαοῦ, ἤδη οἱ λαλήσαντες ἐκ τῆς πτέρυγος ἐκείνης (δεικνύει
4782»τὴν ἀριστερὰν) ὑπέδειξαν. Καὶ τὸ καθῆκον τοῦτο τοῦ Ἑλ-
4783»ληνικοῦ Βασιλείου καλοῦμεν τὴν Κυβέρνησιν διὰ τῆς προ-
4784»τάσεως ἡμῶν, ὅπως ἐπιτελέσῃ.»
4785Καὶ τότε ἠγέρθη πάλιν ὁ τότε Πρωθυπουργὸς, ἀξιότιμος
4786ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς, καὶ εἶπεν (ἀναγινώσκει):
4787«Πρὸ τῆς ψηφοφορίας νομίζω ὅτι πρέπει οὐχὶ νὰ δηλώσω
4788»ἁπλῶς ὅσα ἡ Κυβέρνησις πρὸ μεσημβρίας ἔλαβε μέτρα, ἐκ-
4789»δοῦσα διαταγὰς πρὸς ἐκτέλεσιν αὐτῶν, ἀλλὰ νὰ ἀναφέρω,
4790»ὅτι ἡ φράσις, τὴν ὁποίαν ἀπήγγειλα πρὸς τὴν Βουλὴν,
4791»περιεῖχε τοιαύτην ἔννοιαν, ἀλλ’ ὅτι νομίζω, ὅτι δὲν προσ-
4792»ήκει νὰ προσδιορίσω τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα ἡ Κυβέρνησις
4793»διέταξε.»
4794Καὶ ἐγὼ ἀπαντῶ (ἀναγινώσκει): «Ἡμεῖς, κύριε Πρόεδρε,
4795»ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ἀποδειχθῇ ἀξία τῶν ἀξιώσεων τοῦ Ἑλ-
4796»ληνισμοῦ, ἀξία τῶν ἀξιώσεων τῆς πατρίδος ἡμῶν, ἂς μὴ
4797»ἔχῃ καμμίαν ἀμφιβολίαν, ὅτι τὴν εὐθύνην, τὴν ὁποίαν θὰ
4798»ἀναλάβῃ, οἱασδήποτε πολιτείας θέλομεν τὴν μερισθῆ πάν-
4799»τες. (Ἐπιδοκιμασίαι ἐξ ἀμφοτέρων τῶν πτερύγων τῆς Βου-
4800»λῆς).»
4801«Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. (Πρωθυπουργός). Πρὸ μεσημ-
4802»βρίας διετάχθη ὁ ἀπόπλους εἰς Κρήτην δύο πλοίων τοῦ
4803»στόλου! (Χειροκροτήματα καὶ παταγώδεις ἐπευφημίαι ἐξ
4804»ἀμφοτέρων τῶν πτερύγων καὶ ἐκ τῶν ἀκροατηρίων τῆς
4805»Βουλῆς).»
4806Καὶ τότε, ὅσοι δὲν παρευρέθητε, ἐννοεῖτε τί ἐγένετο ἐν
4807τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, διότι δὲν ὑπῆρχε παρὰ μία κοινὴ γνώμη,
4808ἐκτὸς μιᾶς καὶ μόνης ψήφου, τῆς τοῦ βουλευτοῦ ἐκ Μαντι-
4809νείας κ. Μπακοπούλου.
4810§191Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα, ἤμην κατὰ τοῦ πολέμου.
4811§192Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Ὑπῆρχε καὶ ἄλλη παρεμφερὴς, ἀλλ’ ἡ
4812ὁποία δὲν ἐξεδηλώθη τότε· ἦτο ἡ γνώμη τοῦ πρώην συνα-
4813δέλφου μου, τοῦ βουλευτοῦ ἐκ Παρνασσίδος κ. Σιμοπούλου.
4814Μεταξὺ ὅλων τῶν Βουλευτῶν τῶν τότε, μεταξὺ ὅλων τῶν
4815συμπολιτῶν μου, μεταξὺ ὅλων τῶν Ἑλλήνων, τοὺς ὁποίους
4816ἐγνώρισα, μόνους αὐτοὺς τοὺς δύο γνωρίζω ἀντιφρονήσαντας.
4817Χαρακτηρίζω δὲ ἐντεῦθεν ἄνανδρον πάντα ἐκεῖνον, ὅστις ἐκ
4818τῶν ὑστέρων ἤθελε τολμήσει νὰ εἴπῃ, ὅτι ἀπεδοκίμασε τὴν
4819πολιτικὴν ἐκείνην (εὖγε! εὖγε!), διότι ἦτο πολιτικὴ ἐπι-
4820βαλλομένη ἐκ τῶν ὑποχρεώσεων τοῦ ἐλευθέρου Κράτους πρὸς
4821τὸν ὅλον Ἑλληνισμὸν, ἐκ τῶν αἱμάτων τῆς Κρήτης, τὰ ὁποῖα
4822ἐπὶ ἑξήκοντα ἔτη δὲν ἔπαυσε χύνουσα, ἐκ τῆς ἰδέας τῆς ἑνό-
4823τητος τοῦ Ἑλληνισμοῦ.
4824Ὅτε δ’ ἐσφάζοντο τὰ γυναικόπαιδα ἐν Χανίοις, ὅτε ἐνε-
4825πρήσετο ἀπ’ ἄκρου εἰς ἄκρον ἡ πόλις τῶν Χανίων, ἐπέκειτο
4826δὲ κοινὴ ἡ τύχη εἰς ὅλην τὴν Κρήτην, ἐθεώρουν ὅτι εἴχομεν
4827καθῆκον νὰ ῥίψωμεν τὸν ὑπὲρ τῶν ὅλων κύβον πρὸς διάσω-
4828σιν τοῦ Ἑλληνικοῦ ἐκείνου τμήματος. Ἀλλ’ ἀνεξαρτήτως
4829τοῦ καθήκοντος αὐτοῦ, ἐθεώρουν, ὅτι ἡ περίστασις ἐκείνη
4830ἦτο λίαν ἐπίκαιρος καὶ ὅτι ἤθελε ταχέως φέρει ἡμᾶς εἰς πραγ-
4831ματοποίησιν ὀνείρου, ἀπὸ μακρῶν ἐτῶν, ἀπὸ δεκάδων ἐτῶν
4832βαυκαλίζοντος ἡμᾶς. Ἡ Κρήτη, ὑπὸ τὸ πολίτευμα τὸ ση-
4833μερινόν, ἡ Κρήτη ἡμιανεξάρτητος, ἡ Κρήτη αὐτόνομος δύ-
4834ναται ν’ ἀποζήσῃ, δύναται ἴσως καὶ νὰ εὐτυχήσῃ ἰδιωτικῶς,
4835ἀλλ’ ἡ Κρήτη ἔχει κοινὰ μεθ’ ἡμῶν αἰσθήματα, κοινοὺς
4836τοὺς πόθους, ἀποβλέπει εἰς τὸν κοινὸν προορισμὸν τοῦ Γέ-
4837νους, ἡ Κρήτη δὲ, ἑνουμένη πρὸς τὴν Ἑλλάδα, θὰ προσδώσῃ
4838νέαν δύναμιν εἰς τὸ Κράτος αὐτὸ, θὰ καταστήσῃ τὴν Ἑλ-
4839λάδα δευτέρας τάξεως ναυτικὴν δύναμιν ἐν τῇ Μεσογείῳ.
4840(Εὖγε! εὖγε!)
4841Ἀπέναντι δὲ τοιούτων ἐλπίδων, ἀπέναντι τοιούτων σκο-
4842πῶν, καὶ ἀπέναντι τοῦ καθήκοντος, τὸ ὁποῖον εἴχομεν πρὸς
4843τοὺς σφαζομένους Κρῆτας, τοὺς πολεμήσαντας παρὰ τὸ πλευ-
4844ρὸν τῶν πατέρων μας, ὅτε διεξήγετο ὁ ὑπὲρ ἀνεξαρτησίας
4845ἀγὼν, ἐθεώρουν ἄνανδρον νὰ σκεφθῶμεν καὶ ἐπὶ στιγμὴν
4846περὶ τῶν κινδύνων, τοὺς ὁποίους εἴχομεν ν’ ἀντιμετωπίσω-
4847μεν, καὶ τοὺς κινδύνους ἐκείνους τοὺς ἀντεμετωπίζομεν ἐν
4848γνώσει καὶ τῆς ἀδυναμίας ἡμῶν καὶ τοῦ ἀκαταρτίστου ἡμῶν.
4849Κύριοι, φρονῶ, ὅτι ἀπέδειξα ὑμῖν, ὅτι κοινὴ εἶναι ἡ εὐθύνη
4850μεταξὺ τῆς τότε Ἀντιπολιτεύσεως καὶ τῆς τότε Κυβερνή-
4851σεως διὰ τὴν δρᾶσιν ἐκείνην, ἡ ὁποία δὲν ἠδύνατο παρὰ μοι-
4852ραίως νὰ ἀγάγῃ εἰς τὸν πόλεμον.
4853Τὰ κατόπιν ἠδύναντο, δι’ ἐκεῖνον ὅστις θὰ ἤθελε νὰ λε-
4854πτολογήσῃ, νὰ διεξαχθῶσιν οὕτως ἢ ἄλλως, ἀλλὰ δι’ ἐμὲ
4855δὲν ἔχουν καμμίαν σημασίαν τὰ κατόπιν· οὐδὲ διστάζω νὰ
4856ὁμολογήσω ὅτι ἐσφάλαμεν, καὶ ἐσφάλαμεν πάντες, ὡς πρὸς
4857τὴν ἐκτίμησιν τῆς διεθνοῦς ἡμῶν θέσεως κατὰ τὴν ἐποχὴν
4858ἐκείνην. Δὲν εἶχεν ἔτι ἀποκαλυφθῆ ἡ στάσις τῆς Γερμανίας,
4859δὲν εἶχεν ἐκδηλωθῆ ἡ ὅλη δυσμένεια αὐτῆς, δὲν εἶχε γνωσθῆ,
4860μέχρι τίνος σημείου ἦσαν στενοὶ οἱ δεσμοὶ μεταξὺ τῆς Τουρ-
4861κίας καὶ τῆς Γερμανίας· ἅμα δὲ ὡς ἀπεκαλύφθησαν οἱ δεσμοὶ
4862ἐκεῖνοι, τὸ ἐγχείρημα ἡμῶν, αἱ ἐλπίδες ἡμῶν, καὶ διὰ δε-
4863καπλασίων καὶ δι’ ἑκατονταπλασίων παρασκευῶν, δὲν ἠδύ-
4864ναντο παρὰ ν’ ἀποτύχωσιν. Εἴχομεν ἀπέναντι ἡμῶν τὴν με-
4865γάλην ἠπειρωτικὴν Δύναμιν. Ἡ Ἀγγλία, ὅτε ἐπρόκειτο νὰ
4866ζητηθῇ ἡ συνδρομή της, ἀπήντα: «παρῆλθεν ὁ χρόνος τῶν
4867μεγάλων στόλων». Ἔχετε ἀνάγκην νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι ἡ Γαλ-
4868λία δὲν ἠδύνατο νὰ ἔχῃ ἰδίαν πολιτικὴν εἰς τὸ ζήτημα ἐκεῖνο,
4869καὶ ὅτι ὁ τότε Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν Hannotau ἐνε-
4870πνέετο ἀπὸ τὸ Χρηματιστήριον τοῦ Βερολίνου; Ἡ Ρωσσία
4871δὲ, εἴτε ὀρθῶς, εἴτε ἐσφαλμένως, μᾶς ἐχαρακτήριζεν ὡς κέν-
4872τρον ἀναρχικόν· καὶ αὐτὸς ὁ αὐτοκράτωρ τῆς Ρωσσίας κατὰ
4873τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, συμβουλεύων ἡμῖν τὴν ἀνάκλησιν τοῦ
4874στρατοῦ μας ἀπὸ τὴν Κρήτην, ἐξήνεγκε τοὺς ἑξῆς λόγους:
4875«Ἂς ἀποδείξῃ ὁ Βασιλεὺς Γεώργιος, ὅτι δὲν κατέστησε τὴν
4876»Ἑλλάδα κέντρον ἀναρχισμοῦ, καὶ ἐγὼ πρῶτος θέλω συν-
4877»ηγορήσει ὑπὲρ τῆς ἑνώσεως τῆς Κρήτης μετὰ τῆς Ἑλλά-
4878»δος...» Καὶ ἐπειδὴ ἐκεῖνος, πρὸς ὃν ταῦτα ἐλέγοντο, ἐξε-
4879πλήσσετο, ὁ Αὐτοκράτωρ ἐπανέλαβε: «Ναὶ, θὰ συνηγορή-
4880»σω ὑπὲρ τῆς ἑνώσεως τῆς Κρήτης μετὰ τῆς Ἑλλάδος.»
4881Αἱ ἐπαγγελίαι ἐκεῖναι, αἱ ἤδη ἐν μέρει πραγματοποιη-
4882θεῖσαι, μᾶς ἔπεισαν τότε, νὰ σπεύσωμεν νὰ ἱκανοποιήσω-
4883μεν τὰς ἀξιώσεις τοῦ μεγάλου Αὐτοκράτορος. Ἐκ τούτου διὰ
4884παντὸς τρόπου προσεπαθήσαμεν νὰ διαλύσωμεν τὰ ξένα σώ-
4885ματα τῶν ἐθελοντῶν, τὰ ὁποῖα μᾶς παρέσχον περιφανεῖς ὑπη-
4886ρεσίας κατὰ τὴν κρίσιμον ἐκείνην ὥραν, ἀλλὰ διὰ τὰ ὁποῖα
4887μᾶς κατήγγελλον, εἴτε ὀρθῶς, εἴτε ἐσφαλμένως, ὡς κέντρον
4888ἀναρχικὸν· διὰ νὰ ἱκανοποιήσωμεν δὲ καὶ τὴν ἑτέραν ἀξίω-
4889σιν, ἀνεκαλέσαμεν τὸν στρατὸν ἡμῶν ἐκ Κρήτης.
4890Ἐὰν κατόπιν ἐπῆλθον τὰ γεγονότα, ἅτινα γνωρίζετε, ἐὰν
4891ἀληθῶς ἡ Κρήτη εἶναι μόνον αὐτόνομος, ὑπὸ Ἕλληνα Βασι-
4892λόπαιδα, τοῦτο ὀφείλεται πάλιν εἰς τὴν πολιτείαν ἐκείνην,
4893ἥτις ἀπ’ ἀρχῆς ἀπεδείχθη ἐχθρὰ πρὸς τὴν Ἑλλάδα, εἴτε ἐξ
4894ἑνὸς εἴτε ἐξ ἄλλου λόγου. Ἀλλ’ ἔχω τελείαν τὴν πεποίθη-
4895σιν, ὅτι τὸ ὄνειρον ἡμῶν δὲν θὰ ἀργήσῃ νὰ πραγματοποιηθῇ,
4896ἀρκεῖ νὰ σωφρονῶμεν,—διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γείνῃ
4897ἄλλως—ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἐκεῖνος, ὅστις ἐπηγγέλθη
4898τὴν πραγματοποίησιν αὐτοῦ, θὰ θελήσῃ καὶ ἔχει τὴν δύνα-
4899μιν καὶ νὰ τὴν ἐπιτελέσῃ. (Χειροκροτήματα ἐξ ἀμφοτέρων
4900τῶν πτερύγων).
4901§193Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
4902§194Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Χρησιμωτάτην παρέσχεν εὐκαι-
4903ρίαν εἰς τὸν Βουλευτὴν ἐκ Κερκύρας ἡ εἰλικρινὴς παράστα-
4904σις τῶν γνωμῶν τοῦ ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτοῦ, τὰς ὁποίας οὗ-
4905τος μετὰ παρρησίας ἐξέθηκεν εἰς τὴν Βουλήν. Ἐνῷ ὁ Βου-
4906λευτὴς ἐκ Κερκύρας ἔλεγεν, ὅτι διὰ τὰ συμβεβηκότα ἐκεῖνα,
4907τὰ ὁποῖα ὑπελήφθησαν ὡς ἀφορμὴ διὰ τὴν ἐπικήρυξιν τοῦ
4908πολέμου, εἰσὶ πάντες ὑπαίτιοι, ἀνέμιξε τὸ συμβεβηκὸς τοῦτο,
4909καὶ ἐπεξέτεινεν αὐτὸ μέχρι τῆς κοινότητος τῆς εὐθύνης καὶ
4910δι’ ἐκεῖνα τὰ γεγονότα, τὰ ὁποῖα ἐχρησίμευσαν ὡς αἰτίαι
4911δημιουργήσασαι τὰς ἀφορμὰς, αἵτινες ἐπήνεγκον τὴν ἐπι-
4912κήρυξιν τοῦ πολέμου. Ἀποστολὴ στρατιωτικοῦ σώματος εἰς
4913Κρήτην βεβαίως ἔδιδε δικαίωμα εἰς τὴν ὅμορον Ἐπικρά-
4914τειαν νὰ ἐπικηρύξῃ τὸν πόλεμον. Πότε ἀπεστάλη ὁ στρα-
4915τὸς εἰς Κρήτην, καὶ πότε ἐκηρύχθη ὁ πόλεμος; θέλω ἐξε-
4916τάσει τοῦτο. Ἀλλὰ διατὶ ἐπῆλθον τὰ γεγονότα, τὰ ὁποῖα
4917μᾶς ἠνάγκασαν νὰ στείλωμεν εἰς Κρήτην στρατόν; Ποῖοι
4918παρεσκεύασαν τὰ γεγονότα ἐκεῖνα, ἕνεκα τῶν ὁποίων ἠναγ-
4919κάσθημεν νὰ στείλωμεν τὸν στρατόν; Ἡμεῖς, κληθέντες ὡς
4920Ὑπουργοὶ τοῦ Βασιλέως τὸ 1895, δὲν ἤλθομεν μετὰ προ-
4921αιρέσεως νὰ κηρύξωμεν πολέμους, οὐδὲ νὰ παράσχωμεν εἰς
4922ἄλλους δικαιώματα, ἵνα κηρύξωσι πόλεμον κατὰ τῆς Ἑλ-
4923λάδος; ἤλθομεν ἵνα περισυλλέξωμεν τὰ οἰκονομικὰ καὶ τὰ
4924τῆς διοικήσεως, ν’ ἀποκαταστήσωμεν ὁμαλὴν τὴν πορείαν
4925αὐτῆς, νὰ συμπληρώσωμεν ἀτελείας ἐν τῷ στρατῷ τῆς ξη-
4926ρᾶς καὶ ἐν τῷ στρατῷ τῆς θαλάσσης, ν’ ἀποκαταστήσω-
4927μεν ἐν τῇ χώρᾳ τὴν ἀσφάλειαν τῶν προσώπων καὶ τῶν
4928κτήσεων, νὰ καταδιώξωμεν τὸ ἔγκλημα, καὶ νὰ ἐνισχύσω-
4929μεν τὴν παραγωγὴν, νὰ συμπληρώσωμεν δὲ τὰ ἐν τῇ συγ-
4930κοινωνίᾳ ὑπάρχοντα κενά. Διατὶ καὶ πῶς ἠναγκάσθημεν νὰ
4931ἀποστείλωμεν πλοῖα καὶ στρατὸν εἰς Κρήτην, ἤτοι νὰ προ-
4932βῶμεν εἰς πράξεις ἀντιθέτους πρὸς τὸ πρόγραμμα ἡμῶν; Ὁ
4933κ. Ράλλης βεβαίως μετ’ ἀκριβείας παρέστησε τὰ συμβεβη-
4934κότα, τὰ ἐπισκήψαντα ἐν Κρήτῃ, καὶ ἀπέδειξεν, ὅτι ὠφεί-
4935λομεν, ὅτι εἴχομεν καθῆκον νὰ στείλωμεν καὶ πλοῖα καὶ στρα-
4936τὸν εἰς τὴν Κρήτην. Ὅσα ἐλέχθησαν περὶ τῆς ἀποστολῆς
4937τοῦ στρατοῦ εἰς Κρήτην, δὲν ἦσαν ἀκριβῆ, διότι ἡμεῖς αὐτο-
4938βούλως ἐσκέφθημεν καὶ ἀπεφασίσαμεν νὰ στείλωμεν εἰς τὴν
4939Κρήτην τὸν στρατὸν καὶ τὰ πλοῖα. Ἀλλὰ διατὶ τὰ ἐστεί-
4940λαμεν; Ἠγωνίσθημεν νὰ πείσωμεν τὰς Μεγάλας Δυνάμεις
4941νὰ ἀναμιχθῶσιν ὑπὲρ τῆς Κρήτης, καὶ ν’ ἀπαλλάξωσιν αὐ-
4942τὴν καὶ ἡμᾶς ἀπὸ τῶν ταραχῶν καὶ τῶν ἀνωμαλιῶν καὶ τῶν
4943καταστροφῶν, τὰς ὁποίας ἡ Τουρκικὴ διοίκησις προεκάλει,
4944ἀλλ’ οὐδὲν ἐπετύχομεν, διότι τοιαῦται ἦσαν αἱ σκέψεις, αἱ
4945ὁποῖαι διεῖπον τὰς σχέσεις τῶν Δυνάμεων πρὸς τὴν Τουρκίαν.
4946Ἐνομίσαμεν λοιπὸν, ὅτι εἴχομεν καθῆκον νὰ ἀρκεσθῶμεν εἰς
4947τὴν προτεινομένην βελτίωσιν τῆς διοικήσεως τῆς Κρήτης
4948ὑπὸ τὴν κυριαρχίαν τῆς Πύλης, εἰς τοὺς νέους θεσμοὺς, τοὺς
4949ὁποίους διὰ τῶν συμβουλῶν τῶν Μεγάλων Δυνάμεων καὶ
4950τῶν πιέσεων αὐτῶν κατωρθώθη νὰ παραχωρήσῃ ἡ Πύλη εἰς
4951τὴν Κρήτην. Καὶ ἦσαν κρείττονες οἱ παραχωρηθέντες θεσμοὶ
4952τῶν μέχρι τοῦ 1889 ἰσχυόντων καὶ ἀπὸ τοῦ 1878 παρακε-
4953χωρημένων διότι οἱ νέοι θεσμοὶ ἐβελτίουν τοὺς ὅρους τῆς συμ-
4954βάσεως τῆς Χαλέπας. Οἱ θεσμοὶ ἐνεκρίθησαν ὑπὸ τῆς Πύ-
4955λης, καὶ τὸ Διάταγμα τῆς ἀπονομῆς αὐτῶν ἐξεδόθη, ἐξεδό-
4956θησαν δὲ καὶ διαταγαὶ πρὸς ἐφαρμογὴν αὐτῶν, καὶ ἤρξατο
4957ἐργασία πρὸς ὀργάνωσιν χωροφυλακῆς καὶ πρὸς ἀποκατά-
4958στασιν ἀπονομῆς δικαιοσύνης. Ἀλλὰ ποῖοι παρεκίνησαν τοὺς
4959Κρῆτας νὰ μὴ δεχθῶσι τοὺς θεσμοὺς αὐτοὺς, νὰ μὴ δεχθῶσι
4960τὰς διαταχθείσας βελτιώσεις; Ἡ Ἐθνικὴ Ἑταιρεία. Ἰδοὺ
4961διατὶ κατηγοροῦμεν τὴν Ἐθνικὴν Ἑταιρείαν. Ἡ ἄρνησις
4962τῶν Κρητῶν νὰ ἀποδεχθῶσι τοὺς νέους θεσμοὺς, ἡ ἐπανά-
4963στασις αὐτῶν, ἐπήνεγκε τὰς ὠμότητας τῶν Τουρκοκρητῶν,
4964αἱ δὲ ὠμότητες τῶν Τουρκοκρητῶν παρεσκεύασαν τὴν ἀνάγ-
4965κην, κατέστησαν εἰς ἡμᾶς ἀναπόφευκτον νὰ στείλωμεν τὸν
4966στρατὸν καὶ τὸν στόλον. Οἱ κατορθώσαντες λοιπὸν νὰ πεί-
4967σωσι τοὺς Κρῆτας νὰ μὴ δεχθῶσι τοὺς θεσμοὺς, καὶ νὰ προ-
4968καλέσωσιν οὕτω τὰς ὠμότητας καὶ τὰς βιαιότητας, τὰς
4969ὁποίας οἱ Τουρκοκρῆτες καὶ αἱ τουρκικαὶ φρουραὶ καὶ οἱ ἐπί-
4970σημοι Τοῦρκοι διέπραξαν, αὐτοὶ εἶναι οἱ ὑπεύθυνοι.
4971Ὁ Βουλευτὴς ἐκ Κερκύρας μετὰ τοῦτο ἐξέτεινε τὸν λό-
4972γον ἐπὶ ἄλλων θεμάτων, εἰπὼν, ὅτι ἡμεῖς ἠδικήσαμεν τοὺς
4973Ὑπουργοὺς τοὺς κυβερνήσαντας κατὰ τὴν τριετίαν, καὶ ὅτι
4974ἠπειλήσαμεν αὐτοὺς διὰ τῶν προσεχῶν ἐκλογῶν. Ἡ διεξ-
4975αγωγὴ τῶν βουλευτικῶν ἐκλογῶν εἶναι ἐργασία, ἡ ὁποία
4976συμπληροῖ τὴν νομοθετικὴν λειτουργίαν, ἡ ὁποία διαπράτ-
4977τει τὴν ἀνακαίνισιν τοῦ προσωπικοῦ τῶν Βουλῶν. Τοῦτο
4978εἶναι συνταγματικὴ ἀνάγκη, καὶ πανταχοῦ οἱ Ἡγεμόνες
4979σπεύδουσι νὰ ἐντέλλωνται τὴν ἀνακαίνισιν τῶν Κοινοβουλίων
4980πρὸ τῆς λήξεως τῆς νομίμου συνταγματικῆς προθεσμίας αὐ-
4981τῶν, διὰ νὰ ἐκδηλῶται νωπότερον καὶ ἔγκαιρον τὸ φρόνημα
4982τοῦ λαοῦ. Ἂν λοιπὸν ἡμεῖς ζητῶμεν τὴν ἐνέργειαν νέων ἐκ-
4983λογῶν, ζητοῦμεν πρᾶξιν συνταγματικὴν, πρῶτον διότι εἴμεθα
4984πεπεισμένοι, ὅτι ἡ Βουλὴ αὕτη δὲν ἑρμηνεύει πλέον τὸ φρό-
4985νημα τοῦ ἔθνους,—καὶ ἔχομεν ἀποδείξεις ψηλαφητὰς, ὅτι
4986δὲν ἑρμηνεύεται αὐτὸ,—δεύτερον δὲ διότι μετὰ τοὺς δισταγ-
4987μοὺς τούτους δὲν ἐπιτρέπεται νὰ διατηρῆται ἡ τοιαύτη
4988Βουλή. Δὲν εἶναι δυνατὸν, οὔτε ἐπιτρέπεται ἀπὸ τὰς συν-
4989ταγματικὰς παραδόσεις, νὰ γίγνηται προσπάθεια, ἵνα ἀπο-
4990φύγωμεν τὴν ἀνακαίνισιν τῆς Βουλῆς. Ὅταν δὲ σταλῶσι
4991νέοι ἀντιπρόσωποι, εἶμαι βέβαιος, ὅτι οὗτοι θέλουσι πρά-
4992ξει αὐτὸ, τὸ ὁποῖον ἡμεῖς εἴπομεν. Διότι ποῖον ἦτο τὸ πρό-
4993γραμμα ὑμῶν, Κύριοι; Ποῖα μέρη τοῦ προγράμματος ὑμῶν
4994ἐξετελέσατε; Προεκαλέσατε νόμον περὶ Νομαρχιακῶν Συμ-
4995βουλίων, ἀλλὰ δὲν ἐξετελέσατε αὐτόν· προεκκαλέσατε νόμον
4996περὶ ὀργανισμοῦ τῆς χωροφυλακῆς, ἀλλὰ δὲν ἐξετελέσατε
4997αὐτόν· προεκκαλέσατε νόμον περὶ διοικητικῆς ἀστυνομίας,
4998ἀλλὰ δὲν ἐξετελέσατε αὐτόν. Ἀπὸ τὸν νέον νόμον περὶ ὀρ-
4999γανισμοῦ τῆς χωροφυλακῆς ἀπεσπάσατε μίαν διάταξιν, τὴν
5000περὶ τοῦ Ἀρχηγείου τῆς Χωροφυλακῆς, καὶ ταύτην ἐξετε-
5001λέσατε μόνον διὰ νὰ συστήσητε Ἀρχηγεῖον τῆς Χωροφυλα-
5002κῆς. Ὑπελάβετε ὅτι ἐγίνεσθε εὐχάριστοι πρὸς τοὺς νομί-
5003ζοντας, ὅτι ἐνισχύεται οὕτως ἡ ἀστυνομία.
5004Ἢ μήπως ἐβελτιώσατε τὰ οἰκονομικὰ τῆς χώρας; Ὑμεῖς
5005ὑπελάβετε, ὅτι, ὅσον περισσότερα χρήματα ἠθέλετε εἰσ-
5006πράξει παρὰ τοῦ λαοῦ, τόσον μείζονα συντελεῖτε τὴν βελ-
5007τίωσιν τῶν οἰκονομικῶν. Ἐνετείνατε τὰ μέτρα τῆς κατα-
5008διώξεως μέχρι τοῦ ἀπηνοῦς καὶ τοῦ ἀσπλάγχνου! Βεβαίως ὁ
5009λαὸς θέλει κρίνει ὑμᾶς καὶ ἡμᾶς· ἐσμὲν δὲ βέβαιοι, ὅτι ἡ
5010ψῆφος αὐτοῦ θέλει σᾶς ἀποδοκιμάσει. Ἡμεῖς παρεβάλομεν
5011ἀληθῶς τὰς ἀποδοκιμαστικὰς φωνὰς τοῦ λαοῦ καθ’ ὑμῶν
5012πρὸς χειμάρρους, ἵνα διδάξωμεν ὑμᾶς τὴν εὐπρέπειαν περὶ
5013τοὺς λόγους. Ἠξιοῦτε ἴσως νὰ σᾶς μιμηθῶμεν, καὶ νὰ σᾶς
5014παραπέμψωμεν καὶ ἡμεῖς εἰς Μοναστήριον μετὰ τὴν ἔκβασιν
5015τῶν ἐκλογῶν καὶ τὴν δι’ αὐτῶν ἐκδηλωθησομένην ἀποδο-
5016κιμασίαν καθ’ ὑμῶν. Ἤκουσα ὑμᾶς τότε, ἀλλὰ δὲν κατε-
5017δέχθην νὰ σᾶς ἀπαντήσω...
5018§195Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἐγὼ δὲν ἔκαμα ἄλλο, παρὰ νὰ ἀνα-
5019φέρω τρία ἱστορικὰ γεγονότα, τὰ ὁποῖα εἶναι ἀναμφισβή-
5020τητα. Δὲν ἠξεύρω ποίαν ἔννοιαν ἐδώσατε σεῖς εἰς αὐτά. Ἐν
5021σχέσει πρὸς ταῦτα ἐλέχθη ἢ ἐγράφη, ὅτι ἐδόθη εἰς ἐμὲ καὶ
5022ἓν μάθημα ἱστορικόν. Ἀνέδραμον εἰς τὸν Καβούρ· ἀλλ’ ἐγὼ
5023περὶ Κρίσπη ἔκαμα λόγον· γνωστὸν δὲ εἶναι, ὅτι ὁ πανίσχυ-
5024ρος Πρωθυπουργὸς δὲν ἐπανῆλθεν εἰς τὴν ἐξουσίαν μετὰ τὴν
5025ἧτταν τῶν Ἰταλῶν ἐν Ἀφρικῇ.
5026§196Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἀλλὰ μήπως ὅσα εἴπατε ἦσαν
5027ἀκριβῆ; Ὁ Ὀλιβιέ...
5028§197Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Περὶ τοῦ Ὀλιβιὲ εἶπον, ὅτι μετὰ τὸν
5029γαλλογερμανικὸν πόλεμον οὐδέποτε πλέον ἐπολιτεύθη.
5030§198Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁ Ὀλιβιέ, ὅστις ἦτο ὁ τελευ-
5031ταῖος Πρωθυπουργὸς, οὐχὶ μόνον Δυναστείας ἀνατραπείσης
5032ὑπὸ ἐπαναστάσεως, ἀλλὰ καὶ πολιτεύματος αὐτοκρατορικοῦ,
5033μετατραπέντος εἰς δημοκρατικόν, ἂν δὲν πολιτεύηται, συγ-
5034γράφει.
5035Ἐστὲ βέβαιοι, ὅτι, ἐν ὅσῳ ἡ διάνοιά μου λειτουργεῖ καὶ
5036τὸ σῶμά μου ἀντέχει, δὲν θέλω παύσει ἀγωνιζόμενος, ἵνα
5037κατασταθῇ ὁ πολιτικὸς βίος ἡμῶν χρηστότερος, ἡ πρὸς τὸ
5038πολίτευμα πίστις καὶ εὐλάβεια ἀναμφίβολος, καὶ ἀποτρα-
5039πῶσιν οἱ κίνδυνοι, τοὺς ὁποίους ἡ ἀφροσύνη παρασκευάζει
5040κατὰ τῆς πατρίδος μου.
5041Ἐπανέρχομαι εἰς τὸ κύριον θέμα. Τὸ κύριον θέμα εἶναι,
5042ὅτι, ἐὰν ὑπῆρχε κοινὴ εὐθύνη ἡμῶν καὶ ὑμῶν διὰ τὰς αἰτίας,
5043αἱ ὁποῖαι παρεσχέθησαν εἰς τὴν Τουρκίαν, ὅπως αὕτη ἀπο-
5044κτήσῃ τὸ δικαίωμα τῆς ἐπικηρύξεως πολέμου, εὐθύνη ὅμως
5045κοινὴ δὲν ὑπάρχει διὰ τὰ συμβεβηκότα, τὰ ὁποῖα ἠνάγκα-
5046σαν ἡμᾶς νὰ παράσχωμεν τὴν ἀφορμὴν, ἐξ ἧς παρήχθη εἰς
5047τὴν Τουρκίαν τὸ δικαίωμα νὰ κηρύξῃ τὸν πόλεμον. Τὰ συμ-
5048βεβηκότα δὲ ταῦτά εἰσι πράξεις ὡρισμένων προσώπων, τῶν
5049ἐργατῶν τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας. Ἄν μεταξὺ τῶν δρασάν-
5050των ἐν τῇ Ἐθνικῇ Ἑταιρείᾳ ἦσαν ἄνδρες ἀνήκοντες εἰς τὸ
5051Κοινοβούλιον καὶ ἀνήκοντες εἰς τὸ κόμμα τοῦ κ. ἐκ Κερκύ-
5052ρας Βουλευτοῦ, αὐτοὺς δὲν δυνάμεθα νὰ ἐξαιρέσωμεν· ἡμεῖς
5053ηὐχόμεθα νὰ ἐρευνηθῶσι τὰ τοῦ πολέμου, καὶ νὰ ἐξελεγ-
5054χθῶσι τὰ τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας. Ρητῶς εἶπον, ὅτε ἀπέ-
5055κρουσα τὴν πρότασιν περὶ ἀναβολῆς, ὅτι ἡ συζήτησις τῶν
5056περὶ τούτων ἤθελε παραγάγει χρήσιμα ἀποτελέσματα, καὶ
5057ἠδύνατο νὰ παραγάγῃ τοιαῦτα, διότι ἡ συζήτησις αὕτη
5058ἤθελε διδάξει ἡμᾶς, κατὰ τίνα τρόπον δὲν θέλει καταστα-
5059θῆ πλέον δυνατὸν νὰ συνιστῶνται μυστικαὶ ἑταιρεῖαι, αἱ
5060ὁποῖαι νὰ ἐκτρέπωνται εἰς πράξεις τιμωρουμένας ὑπὸ τοῦ
5061Ποινικοῦ Νόμου, καὶ ὑποβάλλωσιν εἰς ὁρκωμοσίαν τὰ μέλη
5062αὐτῶν. Εἶπον, ὅτι ἴσως ἠθέλομεν κατορθώσει νὰ εὕρωμεν
5063κατὰ τίνα τρόπον δὲν ἤθελε συμβῆ πλέον, ἄνδρες τοῦ
5064στρατοῦ, φιλοπάτριδες, ὑποκείμενοι δὲ εἰς ἐνθουσιασμόν,
5065νὰ περιπίπτωσιν εἰς τὰς παγίδας καὶ νὰ περιπλέκωνται
5066εἰς τὰς πονηρίας τοιούτων μυστικῶν ἑταιρειῶν, νὰ λησμο-
5067νῶσι τὸν ὅρκον, τὸν ὁποῖον ἔδωσαν, καὶ νὰ δίδωσι νέον ὅρ-
5068κον, μεταποιούμενοι ἀπὸ ὀργάνων τοῦ Κράτους καὶ τῆς δη-
5069μοσίας διοικήσεως εἰς ὄργανα ἑταιρειῶν. Ἀλλ’ ἠθέλομεν
5070ἀποκτήσει καὶ ἕτερον ἀγαθὸν, ὅτι ἠθέλομεν ἀνακαλύψει, τέ-
5071λος πάντων, ἂν ὑπάρχει εὐθύνη τις, εἴτε ἠθικὴ, εἴτε ποι-
5072νικὴ, ποῦ δὲ κεῖται ἡ εὐθύνη αὕτη. Βεβαίως δὲν βαρύνει εὐ-
5073θύνη ἐκείνους, οἵτινες προέτρεπον ἡμᾶς νὰ τολμήσωμεν· βε-
5074βαίως δὲν ὑπάρχει εὐθύνη οὐδ’ εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι μᾶς
5075ἔλεγον, ὅτι δυνάμεθα μὲ τὰ μέσα τοῦ τακτικοῦ Προϋπολο-
5076γισμοῦ νὰ παρασκευάσωμεν στρατὸν καὶ πολεμικὸν ναυτι-
5077κόν· ἀλλ’ ὑπάρχει εὐθύνη ἐκεῖ, ὅπου δὲν λειτουργοῦσιν οἱ
5078νόμοι, ἐκεῖ ὅπου λησμονοῦνται τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους,
5079ἐκεῖ ὅπου τὸ πολιτικὸν συμφέρον ἢ ταπεινὴ καὶ χυδαία ἰδιο-
5080τέλεια προάγουσι τοὺς ἀνθρώπους νὰ λησμονῶσιν ὅτι εἶναι
5081Ἕλληνες.
5082Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ἡ συζήτησις ἐξετάθη ὑπὲρ τὸ δέον, ὅτι
5083πολλὰ ἐλέχθησαν. Δὲν ἦτο ἀναγκαῖον κατὰ τὰς συζητήσεις
5084τῆς Βουλῆς νὰ διαφωτίζῃ τὰ θέματα καὶ νὰ χειραγωγῇ τὰς
5085συζητήσεις ἡ Κυβέρνησις; Ἴσως δὲν ἤθελεν ἐκταθῆ τότε ἐπὶ
5086τοσοῦτον ἡ συζήτησις· ἴσως, καὶ ἂν ἦτό τι ἄξιον ἐρεύνης, ἤ-
5087θελε τοῦτο ἐξετασθῆ μετὰ περισσοτέρας φροντίδος καὶ προσο-
5088χῆς. Ἀλλὰ δυστυχῶς ἡ συζήτησις ἔμεινεν ἀχαλίνωτος,
5089καὶ ὁ νῦν προϊστάμενος τῆς πλειονοψηφίας, ἀφοῦ ἐξέθηκε τὸ
5090πρῶτον τὸν λόγον, δι’ ὃν ἦτο ἐναντίος τῆς ἀναβολῆς, ἔμεινε
5091πλέον ἐκτὸς τῆς συζητήσεως· τὸ δὲ Ὑπουργεῖον ἔμεινεν ἐν
5092διαρκεῖ ἀπουσίᾳ! Ἐφάνη που Ὑπουργεῖον, καὶ ὅτε ὤφειλε
5093νὰ ἀναμιχθῇ εἰς τὴν συζήτησιν;
5094Τέλος πάντων ἐφθάσαμεν εἰς τὸ πέρας, ἐλπίζω δὲ, ὅτι τὰ
5095λεχθέντα δὲν θὰ παρέλθωσιν ἐπὶ ματαίῳ· ἐλπίζω, ὅτι πᾶν
5096ὅ,τι χρήσιμον καὶ λυσιτελὲς ἐλέχθη ὑπὸ τῶν λαβόντων μέ-
5097ρος εἰς τὴν συζήτησιν, θέλει δὲ ληφθῆ ὑπ’ ὄψιν ὑπὸ τῶν κυβερ-
5098νώντων· ἀλλὰ, καὶ ἂν δὲν ληφθῶσι ταῦτα ὑπ’ ὄψιν ὑπὸ τῶν
5099κυβερνώντων, βεβαίως θέλουσιν ἔλθει ταχύτατα ἡμέραι, κατὰ
5100τὰς ὁποίας θέλουσιν ἐκτελεσθῆ πάνθ’ ὅσα πρέπει νὰ ἐκτελε-
5101σθῶσι πρὸς σωτηρίαν καὶ ὠφέλειαν τοῦ Κράτους. (Εὖγε!
5102εὖγε! ἐξ ἀριστερῶν).
5103§199ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει ἄλλος τις τὸν λόγον;
5104§200ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Οὐδεὶς, κύριε Πρόεδρε.
5105§201Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐγὼ θὰ ὁμιλήσω, κύριε Πρόεδρε.
5106§202Γ. ΚΑΠΕΤΑΝΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, νὰ λήξῃ ἡ συν-
5107εδρίασις ἤδη.
5108§203ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, ὄχι.
5109§204Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Εὐγενὲς καὶ γεναῖον εἶναι τὸ ὁμο-
5110λογεῖν τὴν ἰδίαν εὐθύνην, καὶ καλῶς ἔπραξεν ὁ ἔντιμος Βου-
5111λευτὴς Ἀττικῆς, ὁμολογήσας πρὶν, ὅτι πάντες ἡμεῖς, οἱ
5112ὁποῖοι ἄλλοτε ἀπετελοῦμεν τὴν Ἀντιπολίτευσιν κατὰ τὰς
5113παραμονὰς τοῦ πολέμου, ὑπέχομεν εὐθύνας, καθόσον συνε-
5114βουλεύσαμεν, παρεκινήσαμεν τὴν τότε Κυβέρνησιν, ὅπως με-
5115τέλθῃ πολιτικὴν τολμηροτέραν ἐκείνης, ἣν ἐφαίνετο ἀκο-
5116λουθοῦσα ἐν τῷ Κρητικῷ ζητήματι. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι, ἀνα-
5117γνωρίζοντες τὰς ἡμετέρας εὐθύνας κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκεί-
5118νην, δὲν λέγομεν πᾶσαν τὴν ἀλήθειαν, ἐὰν μόνον εἰς αὐτὸ
5119περιορισθῶμεν συζητοῦντες σήμερον· διότι ἐγὼ τουλάχιστον,
5120καὶ νομίζω, ὅτι πάντες οἱ ἀποτελοῦντες τότε τὴν Ἀντιπο-
5121λίτευσιν, συμβουλεύοντες πολιτικὴν τολμηρὰν ἐν τῷ Κρη-
5122τικῷ ζητήματι, οὐδόλως ἐννοοῦμεν νὰ συμβουλεύσωμεν καὶ τὰ
5123μετὰ ταῦτα γενόμενα, οὐδόλως ἐννοοῦμεν, ὅτι ἐν τῷ στα-
5124δίῳ, ἐν ᾧ εὑρισκόμεθα τότε, ἔπρεπεν ἡ Κυβέρνησις νὰ θέση
5125τὸ ἔθνος εἰς τὸ δίλημμα, εἰς ὃ τὸ ἔθεσεν: ἢ ἕνωσιν, ἢ πό-
5126λεμον μετὰ τῆς Τουρκίας. Οὐδὲ ἐρρήθη τοιοῦτόν τι τότε.
5127Ἐνεθαρρύναμεν μὲν τὴν Κυβέρνησιν καὶ περισσότερον ἀφ’ ὅ,τι
5128ἐπιστεύομεν ἐνδομύχως ὅτι ἔπρεπε, διότι οὕτως ἐνομίζομεν
5129ὅτι ἔπρεπε νὰ φαίνηται εἰς τὸν κόσμον τὸ Κοινοβούλιον τότε,
5130ἀλλ’ ἔσχατα μέτρα οὐδέποτε ὑπηνίχθημεν κἄν. Ἐνεφορού-
5131μεθα τότε πάντες ὑπὸ τῆς ἰδέας, ὅτι ἦτο ἀδύνατον ἡ Κρήτη
5132νὰ εὐημερήσῃ ὑπὸ πολίτευμα οἱονδήποτε, ἂν θὰ ἦτο ὑπὸ τὴν
5133ἐξουσίαν τὴν τουρκικήν. Ὅλαι αἱ ἀπόπειραι ἀπὸ μακροῦ
5134χρόνου, εἴχομεν τὴν ἀπόδειξιν, ὅτι ἀπετύγχανον ἕνεκα τῆς
5135κακῆς διοικήσεως τῆς Τουρκίας, ἥτις δὲν ἄφινεν ὅλους αὐ-
5136τοὺς τοὺς φιλελευθέρους θεσμοὺς νὰ λειτουργήσουν ἀπροσκό-
5137πτως. Ἀπόδειξις εἶναι τὰ γενόμενα μὲ τὰς τελευταίας μεταρ-
5138ρυθμίσεις, διότι αὐτὰ, τὰ ὁποῖα εἶχε ψηφίσει ἡ Κρητικὴ Βου-
5139λή, ὁ Σουλτᾶνος ἠρνήθη νὰ κυρώσῃ. Τίνα μεγαλειτέραν ἠθέ-
5140λομεν ἀπόδειξιν, ὅτι οὐδεμία ὑπῆρχεν εἰλικρινὴς διάθεσις ἐκ
5141μέρους τῆς κυριάρχου Δυνάμεως, ὅπως ἐφαρμοσθῶσιν ἐλεύθεροι
5142θεσμοὶ ἐν Κρήτῃ, ἢ τὴν ἄρνησιν αὐτοῦ ἐπὶ μακρὸν χρόνον νὰ
5143κυρώσῃ τοὺς νόμους, τοὺς ψηφισθέντας ὑπὸ τῆς Βουλῆς; Ἐκ
5144τῆς πεποιθήσεως αὐτῆς ἀγόμενοι ὑπεστηρίζομεν, ὅτι ἔπρεπε
5145τὸ ζήτημα τῆς Κρήτης νὰ λυθῇ, μετὰ τὰς σφαγὰς μάλιστα
5146τὰς τελευταίας, ἢ διὰ τῆς ἑνώσεως, ἢ διὰ τῆς αὐτονομίας,
5147τὴν ὁποίαν δὲν ἀνεφέρομεν μὲν ἡμεῖς, διότι συνηγοροῦμεν ὑπὲρ
5148τῆς ἑνώσεως, ἀλλ’ ἥτις θὰ εὕρισκεν ἐν ἐσχάτῃ ἀνάγκῃ, καὶ
5149μὲ τὴν πίεσιν τῶν Δυνάμεων, πρόθυμον καὶ τὴν Ἑλληνικὴν
5150Κυβέρνησιν καὶ τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν.
5151Ἀλλ’ ἐνῷ τὰ πράγματα οὕτως εἶχον, καὶ ἡμεῖς ἐνεθαρ-
5152ρύνομεν τὴν Κυβέρνησιν, ἐλευθέραν μένουσαν νὰ μετέλθῃ τὴν
5153πολιτικὴν αὐτὴν, τὴν τολμηρὰν, κατὰ τῆς Τουρκίας καὶ
5154τῶν Δυνάμεων, ἐβλέπομεν ἐξαγριούμενον καθ’ ἡμέραν ῥεῦμα
5155δυνάμεως ἀκατάσχετον, παρασῦρον τὰ πάντα καὶ ἀπογυ-
5156μνῶσαν καὶ τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὸ Στέμμα πάσης ἐξουσίας.
5157Λησμονοῦμεν τὴν κατάστασιν, ἣν εἶχον δημιουργήσει τότε
5158οἱ διεξάγοντες τὸν μυστικὸν ἀγῶνα, λησμονοῦμεν τὴν ἀδυ-
5159ναμίαν, εἰς ἣν εἴχομεν περιαγάγει καὶ τὸ Κράτος καὶ τὴν
5160Κυβέρνησιν καὶ τὴν Βασιλείαν, καὶ τολμῶμεν σήμερον νὰ
5161λέγωμεν, διατὶ ἡ Κυβέρνησις δὲν ἐπολιτεύθη ἀντιθέτως αὐ-
5162τοῦ! Λησμονοῦμεν, ὅτι, ὁσάκις τοιαύτας ἐνεργείας ἀντιμε-
5163τωπίζωσιν αἱ Κυβερνήσεις καὶ πολιτεύωνται ἐναντίον τῶν
5164πόθων τοῦ ἔθνους, βλέπομεν ἐπερχόμενα ἢ ἀνατροπὴν ἐσω-
5165τερικὴν, ἢ ἕτερα μεγαλείτερα κακά. Καὶ τί ἠθέλετε νὰ πρά-
5166ξῃ ἡ Κυβέρνησις, ὅτε τότε οὔτε ὁ στρατὸς πλέον ὑπήκουεν
5167εἰς αὐτὴν, οὔτε οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι, ὅταν μάλιστα λά-
5168βητε ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ἡ ἐνέργεια ἐκείνη ἡ μυστηριώδης, ἡ ὁ-
5169ποία ἀπεκαλύφθη ἔπειτα ὅτι ἦτο ἡ Ἐθνικὴ Ἑταιρεία, πρώ-
5170την ἀφορμὴν καὶ αἰτίαν ἔσχεν, ὅτι αἱ ἐξουσίαι τοῦ Κράτους
5171ἐπὶ μακρὰ ἔτη δὲν ἐφρόντισαν περὶ πολεμικῆς παρασκευῆς
5172τοῦ ἔθνους, ὅπως διεκδικήσῃ τὰ δικαιώματα αὐτοῦ ἐκτὸς
5173τῆς Ἑλλάδος, ἐπὶ τῶν ἑλληνικῶν ἐπαρχιῶν, ὅτι, ἀμελή-
5174σασαι τὴν παρασκευὴν, ἡτοίμαζον εἰς τοὺς ἀντιπάλους λαοὺς
5175τὴν ἀφαίρεσιν χωρῶν, αἵτινες, κατὰ γενικὴν πεποίθησιν τοῦ
5176ἔθνους, ἀνήκουσιν εἰς ἡμᾶς; Φαντάζεσθε ὁποίαν δύναμιν ἀπέ-
5177κτησεν αὐτὴ ἰδίως ἀπέναντι τῶν ἐξουσιῶν τοῦ Κράτους, κα-
5178τορθώσασα ἵνα περιλάβῃ ἐν ἑαυτῇ οὐ μόνον ἅπαντα τὸν
5179στρατὸν, οὐ μόνον τοὺς ὑπαλλήλους καὶ τὸν τύπον, ἀλλ’ ὁλό-
5180κληρον σχεδὸν τὸ ἔθνος! Αὐτὴ ἠθέλησε καὶ ἐπέβαλε τὸν πό-
5181λεμον. Διότι τίς θ’ ἀμφισβητήσῃ, ὅτι ὁ σκοπὸς καὶ ἡ ἐνέρ-
5182γεια τῆς Ἑταιρείας ἐκείνης ἦτο, ὅπως ἐκβιάσῃ τὴν Κυβέρ-
5183νησιν νὰ προβῇ μέχρι πολέμου, ἐξ ἀφορμῆς μὲν τῆς Κρήτης,
5184ἀλλ’ εἰς πόλεμον περὶ τῶν ὅλων; Αὐτὴ ἡ ἰδία ἐν ταῖς ἐκ-
5185θέσεσι, τὰς ὁποίας ἐδημοσίευσεν, ὁμολογεῖ, ὅτι αὐτὸ ὑπῆρ-
5186ξεν ἡ ἀπόφασις, καὶ ὁ σκοπὸς αὐτῆς, ὅτε δὲ ἔλεγεν, ὅτι ἐτί-
5187θετο ὑπὸ τὰς διαταγὰς τῆς Κυβερνήσεως καὶ παρὰ τὸ πλευ-
5188ρὸν τῆς Κυβερνήσεως, βεβαίως εἰρωνείαν μετήρχετο, καὶ ἁπλό-
5189τητα προσεποιεῖτο· διότι πῶς ἦτο δυνατὸν νὰ μετέλθῃ τοι-
5190αύτην βίαν ἐναντίον μιᾶς Κυβερνήσεως, καὶ νὰ λέγῃ ἔπειτα
5191εἰς αὐτήν: «εἶσαι ἐλευθέρα νὰ κάμῃς ὅ,τι θέλεις»; Ἡ Κυ-
5192βέρνησις ἐκείνη δὲν ἦτο ἐλευθέρα· καὶ ἂν ὁ τότε Πρόεδρος
5193τῆς Κυβερνήσεως δὲν θέλῃ νὰ ὁμολογήσῃ αὐτὸ σήμερον,
5194ἡμεῖς ἀντελήφθημεν καλῶς κατ’ ἐκείνην τὴν ἐποχήν, ὅτι ἡ
5195Κυβέρνησις ἐκείνη εὑρίσκετο ἀπέναντι ἐξογκωθέντος ῥεύμα-
5196τος, καθ’ οὗ οὔτε ἐτόλμα, οὔτε ἠδύνατο ν’ ἀντιταχθῇ. Πι-
5197θανὸν νὰ ἐνέπεσε καὶ ὑπὸ τὴν ἐπήρειαν τῆς μυστηριώδους
5198ἐκείνης δυνάμεως, καὶ ἐφαντάζετο τὰ πάντα διατεθειμένα
5199ἐκτὸς τῆς Ἑλλάδος οὕτως εὐνοϊκῶς, ὥστε νὰ ἐξυπηρετήσωσι
5200τὸν ἀγῶνα τοῦ ἔθνους. Ἀλλὰ καὶ ἂν δὲν ἐφαντάζετο παρε-
5201σκευασμένα ἐν ταῖς ἑλληνικαῖς ἐπαρχίαις τελείως τὰ ἐπανα-
5202στατικὰ ἔργα, οὐχ ἧττον ἔβλεπεν, ὅτι, ἀνθισταμένη εἰς τῆς
5203Ἑταιρείας ἐκείνης τὴν βίαν καὶ τὰς ἀπειλὰς, θ’ ἀντιμετώ-
5204πιζεν ἐσωτερικοὺς κινδύνους. Ἰδοὺ διατὶ δὲν συμφωνῶ, ὅταν
5205λέγητε, ὅτι ἡμεῖς, ὡς Ἀντιπολίτευσις, ἀνελάβομεν τότε τὴν
5206εὐθύνην καὶ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα μετὰ ταῦτα ἐγένοντο. Ἀνελά-
5207βομεν βεβαίως τὴν εὐθύνην τῆς διεξαγωγῆς τοῦ ζητήματος τοῦ
5208Κρητικοῦ, ὡς τότε διεξήχθη, μετὰ ἢ ἄνευ ἴσως τῆς κατοχῆς,
5209βεβαίως ὅμως μετὰ τῆς ἀποστολῆς τοῦ στόλου καὶ τοῦ τορ-
5210πιλλικοῦ πρὸς ἐπιδίωξιν τοῦ φιλανθρωπικοῦ σκοποῦ. Ὅπως
5211δήποτε ἐννοοῦμεν πολιτικὴν τολμηρὰν τῆς Κυβερνήσεως ἐν
5212τῷ Κρητικῷ ζητήματι, ἀλλ’ οὐδέποτε ἐννοοῦμεν, ὅτι ἔπρε-
5213πεν ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, ἡ ἔχουσα τότε τὴν πεποίθη-
5214σιν, ὅτι δὲν ἦτο ὁ τόπος παρεσκευασμένος στρατιωτικῶς,
5215ὅπως ἀναλάβῃ πόλεμον κατὰ τῆς Τουρκίας, οὐδ’ οἰκονομι-
5216κῶς παρασκευασμένος πρὸς τοῦτο μὲ Ἡγεμόνα μάλιστα,
5217ὅπως ἐλέγετο, ἀντιλαμβανόμενον ἐπίσης κατὰ τὸν αὐτὸν
5218τρόπον τὴν ἀδυναμίαν τοῦ Κράτους, ὅπως ἐπιχειρήσῃ τοι-
5219οῦτον ἔργον, μὲ Ἡγεμόνα, ὅστις οὐδεμίαν ὡμολόγει, ὅτι
5220εἶχεν ἐκ μέρους τῆς Εὐρώπης ἐνθάρρυνσιν πρὸς τοιαῦτα τολ-
5221μήματα, οὐδέποτε, λέγω, ἐννοοῦμεν, ὅτι ἔπρεπεν ἡ Κυβέρ-
5222νησις ὑπὸ τοιούτους ὅρους νὰ ἀναλάβῃ πόλεμον κατὰ τῆς
5223Τουρκίας, καὶ ἡμεῖς νὰ ἀναλάβωμεν τὴν εὐθύνην ὅλων αὐ-
5224τῶν τῶν ἀποτελεσμάτων, ἐνῷ δὲν ἠθέλομεν ἄλλο ἢ ἁπλῶς
5225πολιτείαν αὐτῆς τολμηροτέραν καὶ ἐνεργητικωτέραν ἀπέ-
5226ναντι τῆς Τουρκίας ἐν τῷ Κρητικῷ ζητήματι.
5227Λοιπὸν δὲν θὰ εἴπωμεν τὴν ἀλήθειαν ἱστορικῶς, ἐὰν σή-
5228μερον ἐξέλθωμεν τοῦ Κοινοβουλίου βεβαιώσαντες ὅτι ἡ Ἀντι-
5229πολίτευσις τῆς ἐποχῆς ἐκείνης φέρομεν τὴν εὐθύνην τῶν συμ-
5230φορῶν, αἱ ὁποῖαι μετὰ ταῦτα ἐπῆλθον· καὶ δὲν λέγω τῶν
5231συμφορῶν, ἀλλὰ τῆς ἐπιχειρήσεως τοῦ πολέμου, ὑπὸ τὰς
5232περιστάσεις, ὑπὸ τὰς ὁποίας εὑρίσκετο τὸ Κράτος. Ἡ ἀλή-
5233θεια εἶναι, ὅτι ὑπῆρξε τότε ἐν μέσῳ τῶν συγκινήσεων καὶ τοῦ
5234ἐνθουσιασμοῦ, ὁ ὁποῖος κατέλαβε τὸ Ἑλληνικὸν ἔθνος ἐπὶ τοῦ
5235Κρητικοῦ ζητήματος, ὑπῆρξεν Ἑταιρεία, ἥτις, δὲν θέλω νὰ
5236εἴπω ὅτι εἰργάσθη ὑποκινουμένη παρὰ πολιτικῶν προσώ-
5237πων, ἀποβλεπόντων εἰς χαρτοφυλάκια, ἀλλ’ Ἑταιρεία, ἥτις
5238πρὸς ἄλλους σκοποὺς φιλοδοξίας ὀλίγων τινῶν ἠθέλησε νὰ
5239παρασύρῃ τὸ Κράτος εἰς πόλεμον παρακεκινδυνευμένον. Ἀλλ’
5240ὀφείλομεν πάντες ν’ ἀναγνωρίσωμεν, ὅτι δι’ ἐπιτηδείας ἐκ-
5241μεταλλεύσεως τῶν αἰσθημάτων τοῦ λαοῦ ἐσχηματίσθη κατα-
5242πληκτικὴ ἐθνικὴ δύναμις, περιλαβοῦσα ὅλας τὰς δυνάμεις,
5243τὰς ὁποίας ἠδύνατο νὰ διαθέσῃ μία Κυβέρνησις, ὅπως ἀμυνθῇ
5244ὑπὲρ τοῦ Κράτους, καὶ κατὰ τῆς ἐπιβολῆς τῆς ὁποίας δύσ-
5245κολον θὰ ἦτο καὶ εἰς πᾶσαν ἄλλην Κυβέρνησιν ν’ ἀντισταθῇ.
5246Δὲν εἰσέρχομαι εἰς τὴν ἐξέτασιν λεπτομερειῶν, εἴτε αὗ-
5247ται ἀνάγονται εἰς τὴν δρᾶσιν τῆς Κυβερνήσεως, εἴτε εἰς τὴν
5248δρᾶσιν τὴν στρατιωτικὴν, δηλαδὴ τὴν διεξαγωγὴν τοῦ πο-
5249λέμου ἐν Ἠπείρῳ καὶ Θεσσαλίᾳ. Νομίζω ὅτι οὔτε ἁρμόδιοι
5250εἰς τοῦτο εἴμεθα, οὔτε τὸν καιρὸν ἔχομεν, οὔτε ὑπεβλήθη-
5251σαν ὅλα τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ ὑποβληθῶσιν, ὅπως
5252φθάσωμεν εἰς συμπεράσματα θετικὰ καὶ ἀκριβῆ. Ἐπανα-
5253λαμβάνω μόνον, ὅτι τὸ μεγαλείτερον κακὸν διεπράχθη τότε
5254ὑπὸ τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας. Ἡ Ἐθνικὴ Ἑταιρεία, ἂν ἤθελε
5255νὰ δώσῃ μαθήματα εἰς τὰς καθεστηκυίας ἐν Ἑλλάδι ἀρχὰς,
5256ὅτι καθῆκον εἶχον, περισσότερον νὰ φροντίζωσι καὶ ἐπιμελέ-
5257στερον νὰ ἀσχολῶνται εἰς παρασκευὴν τοῦ ἔθνους πρὸς πό-
5258λεμον, δὲν ἔπρεπε τοῦτο νὰ διδάξωσιν, ὠθοῦντες τὸ ἔθνος
5259εἰς πόλεμον. Ἔπρεπεν, ἂν ἤθελον νὰ ὀργανωθῶσιν, ὡς ὠρ-
5260γανώθησαν, εἰς πανίσχυρον Ἑταιρείαν, νὰ μεταχειρισθῶσι πᾶ-
5261σαν αὑτῶν τὴν δύναμιν, ἣν διέθετον, ἵνα ἐξαναγκάσωσι τὸ
5262Κράτος, ὅπως σπουδαίως ἀσχοληθῇ, καὶ διεξαγάγωσι τὸ ἔρ-
5263γον τῆς παρασκευῆς, οὐχὶ δὲ νὰ ῥίψωσιν αὐτὸ πρὶν τῆς παρα-
5264σκευῆς εἰς πόλεμον. Ἀφοῦ ἀνεγνώριζεν ἡ Ἑταιρεία, ὅτι τὸ
5265ἔθνος ἦτο ἀπαράσκευον, τὸ νὰ ἐξωθήσῃ τὸ Κράτος εἰς πόλε-
5266μον, ὅπως διδάξῃ τὰς ἐξουσίας τὰς ὑπευθύνους, ὅτι πρέπει
5267νὰ ἐργάζωνται ὑπὲρ στρατιωτικῆς παρασκευῆς τοῦ ἔθνους,
5268τοῦτο ἦτο παραλογισμὸς καὶ δύναμαι νὰ εἴπω αὐτόχρημα
5269κακούργημα. Δὲν τιμωροῦνται διὰ τοιούτων ἐθνικῶν κινδύ-
5270νων, οὐδὲ διδάσκονται τὸ καθῆκον των αἱ Κυβερνήσεις δι’ ἐ-
5271θνικῶν καταστροφῶν. Κακούργημα θεωρῶ καὶ τὸ νὰ ῥίπτω-
5272μεν τὸ ἔθνος ἡμῶν εἰς πόλεμον, διὰ νὰ δοκιμάσωμεν δι’ αὐ-
5273τοῦ τὴν τύχην μας, διότι ἀποφασίζομεν χάριν τοῦ ἀλυτρώ-
5274του μέρους τοῦ ἔθνους νὰ θυσιάσωμεν τὸ ἐλευθερωθέν. Καθ’
5275ἑκατέραν περίπτωσιν ἡ ἐργασία τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας ἀπε-
5276δείχθη μωρὰ, ἢ ἀπερίσκεπτος μέχρι κακουργίας.
5277Διὰ τοῦτο, κύριε Πρόεδρε, ἐπαναλαμβάνω, ὅτι, καίτοι
5278ὁμολογῶ ὅτι συμμετέχω καὶ ἐγὼ τῆς εὐθύνης, τὴν ὁποίαν
5279τότε ἀνέλαβεν ἡ Ἀντιπολίτευσις διὰ τῆς γλώσσης ὑπὲρ τολ-
5280μηρᾶς πολιτικῆς, ἣν μετῆλθεν ἐν τῇ Βουλῇ ἐν τῷ Κρητικῷ
5281ζητήματι ἀπέναντι τῆς τότε Κυβερνήσεως, δὲν ἐνόησαμεν
5282οὐδὲ ἐγὼ, οὐδὲ, ὑποθέτω, οἱ ἄλλοι συνάδελφοί μου τότε, νὰ
5283ὠθήσωμεν τὴν Κυβέρνησιν εἰς ὅλα ἐκεῖνα τὰ τολμήματα, εἰς
5284ἃ βραδύτερον περιεπλέχθη, ἤτοι τὸν πόλεμον κατὰ τῆς Τουρ-
5285κίας, ἐν πλήρει γνώσει, — διότι οὐδεὶς τὸ ἠγνόει — ὅτι οὐδὲ
5286στρατιωτικῶς, οὐδὲ ναυτικῶς, οὐδὲ οἰκονομικῶς, οὐδὲ δι-
5287πλωματικῶς εἴμεθα παρεσκευασμένοι, ὅπως ἀναλάβωμεν
5288τοιοῦτον ἀγῶνα. Ἑπομένως, καίτοι συμμετέχω τῆς εὐθύνης
5289ἐκείνης, ἀρνοῦμαι ὅμως πᾶσαν ἠθικὴν συμμετοχὴν εἰς τὰ
5290μετὰ ταῦτα, διότι οὐδόλως ἐνόησαμεν, ὅτι ἔπρεπε νὰ τολ-
5291μηθῶσιν ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐτολμήθησαν καὶ τὰ ὁποῖα ἐστοί-
5292χισαν ἡμῖν καὶ ἠθικῶς καὶ ὑλικῶς μεγάλας συμφορὰς, ὧν τὰ
5293ἀποτελέσματα Κύριος οἶδε πόσας ἄλλας μεγάλας ἐθνικὰς
5294ζημίας ἐγκλείουσιν ἀκόμη.
5295§205ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Δραγούμης.
5296§206ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὁμολογῶ, κ. Πρόεδρε, ὅτι μετ’ ἐν-
5297δοιασμοῦ τινος ἔρχομαι τελευταῖος ἵνα λάβω τὸν λόγον, συν-
5298αισθανόμενος, ὅτι μόνος μεταξὺ πάντων τῶν προαγορευσάν-
5299των κατὰ τύχην εὑρίσκομαι ἀνεύθυνος...
5300§207Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Καὶ ἐγὼ μαζύ σας.
5301§208ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ... ἀπολαύων ἀνευθύνου, ὅπερ βεβαίως κατ’
5302οὐδὲν ὁμοιάζει μετὰ τοῦ ἀνευθύνου τοῦ ἄλλου, τοῦ περι-
5303βαλλομένου δι’ ἄλλων πλεονεκτημάτων. Συνέπεσε νὰ εὑ-
5304ρίσκωμαι ἔξω τῆς Βουλῆς κατὰ τὴν περίοδον ἐκείνην τοῦ
5305χρόνου, καθ’ ἣν ἐνεφανίσθησαν τὰ γεγονότα, τὰ ἀγαγόντα
5306εἰς πολεμικὴν κατάστασιν, καὶ ἔπειτα εἰς καταστροφὴν, καὶ
5307ὡς ἐκ τῆς συστηματικῆς ἀποχῆς μου ἀπὸ πάσης ἐνεργείας
5308κειμένης ἔξω τοῦ κύκλου τῆς πορείας τῆς κεχαραγμένης ὑπὸ
5309τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ἔξω τῆς Βουλῆς, οὐδεμιᾶς μετέσχον
5310εὐθύνης. Εἶναι δὲ δυσάρεστος ἡ θέσις τοῦ οὕτως ἀνευθύνου,
5311ὅτε πρόκειται νὰ ὁμιλήσῃ αὐτὸς ἀπὸ τοῦ ἀσφαλοῦς περὶ
5312πράξεων, αἵτινες βεβαίως γεννῶσιν εὐθύνας εἰς βάρος ἄλ-
5313λων, — καὶ πάντοτε πρόκειται περὶ ἠθικῶν εὐθυνῶν.
5314Ἀλλ’ ἀκριβῶς διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι δὲν πρέπει νὰ κρύ-
5315ψω τὴν γνώμην, ἣν ἐσχημάτισα καθ’ ὃν χρόνον ἐτελοῦντο
5316τὰ γεγονότα, ὧν παριστάμην ἁπλοῦς θεατής. Τὴν γνώμην
5317ταύτην μὴ κρύπτων, νομίζω ὅτι εἰσέρχομαι καὶ ἐγὼ εἰς τῶν
5318ἄλλων τὸν κύκλον, καὶ μετέχω τρόπον τινὰ τῆς παρὰ τοῖς
5319ἄλλοις διαμεμερισμένης εὐθύνης, ἐφ’ ὅσον θέλω δηλώσει, ὅτι
5320ἦτο δυνατὸν καὶ ἐγώ, ἂν ἐπολιτευόμην τότε ἐν τῇ Βουλῇ,
5321νὰ εὑρίσκωμαι παράπλευρος αὐτῶν ἐπὶ τοῦ θέματος τοῦ κυ-
5322ρίου, ὅπερ ἐπήγαγε τ’ ἀποτελέσματα τὰ ἐπακολουθήσαντα.
5323Φρονῶ δὲ, κύριε Πρόεδρε, ὅτι καὶ ἐγὼ, ἂν ἐπολιτευόμην
5324τότε ἐν τῇ Βουλῇ, ἤθελον ἔχει ἐκπεφρασμένην τὴν αὐτὴν
5325πεποίθησιν, ὅτι ἀπέναντι τῶν διαπραττομένων ἐν Κρήτῃ δὲν
5326ἦτο δυνατὸν ἡ Ἑλλὰς, δὲν ἦτο δυνατὸν ἡ Ἑλληνικὴ Βου-
5327λὴ, δὲν ἦτο δυνατὸν ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις νὰ μὴ ἀποφα-
5328σίσῃ νὰ πράξῃ τι τὸ ἐξερχόμενον τῆς συνήθους διεθνοῦς πο-
5329λιτείας τῶν Κρατῶν. Ἐνεδεικνύετο, —ἐνεδεικνύετο δὲ ταύ-
5330την τὴν φορὰν εἰς τὴν Ἑλλάδα, κυρίαν τῆς θαλάσσης, —
5331ἐνεδεικνύετο παρέμβασις, ὅπως προστατεύσῃ τὴν ὁμογενῆ
5332καὶ ὁμόθρησκον καὶ συναγωνισθεῖσαν μετὰ τοῦ ἄλλου Ἑλ-
5333ληνικοῦ Κρητικὴν φυλὴν, ἐναντίον νέων ἐπιθέσεων, αἵτινες
5334ἐκινδύνευον ταύτην τὴν φορὰν νὰ φέρωσιν ἀληθῆ ἐρήμωσιν
5335εἰς τὴν νῆσον. Καὶ ὅτε ἐν ἔτει 1889 ἡ Ἑλλὰς εὑρέθη ἀπέ-
5336ναντι παρομοίας καταστάσεως, πολλῷ ἧττον σπουδαίας,
5337συνῃσθάνθησαν οἱ τότε κυβερνῶντες τὸ μέγεθος τῆς ἐλλεί-
5338ψεως ἐκείνης τῆς κατὰ θάλασσαν δυνάμεως, ἥτις ἤθελε παρα-
5339δώσει εἰς τὰς ἀξιώσεις τῆς Ἑλλάδος κῦρος τοιοῦτον, ὥστε
5340νὰ ἐλπίζῃ ἀποτελέσματα ἀλλοῖα ἐκείνων τῶν λυπηρῶν, ἅ-
5341τινα ἐπῆλθον ἐν ἔτει 1889. Πολλῷ μᾶλλον ἐν ἔτει 1897, ὅτε
5342ἡ Ἑλλὰς ἦτο ἤδη θετικῶς ἀπέναντι τῆς Πύλης κυρία τῆς
5343θαλάσσης, ὑποχρέωσις ἐπεβάλλετο εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Κυ-
5344βέρνησιν νὰ μὴ μείνῃ ἀδρανὴς ἀπέναντι τῶν τελουμένων ἐν
5345Κρήτῃ. Ἦτο ἄρα ἐνδεδειγμένον καθῆκον τῆς Κυβερνήσεως
5346νὰ ἐπεμβῇ εἰς τὰ τῆς Κρήτης, μεταχειριζομένη πρὸς τοῦτο
5347τὸν στόλον, ἀφοῦ ἄλλος τρόπος διορθώσεως τῶν πραγμάτων
5348δὲν ὑπῆρχε, μετὰ τὰ τελεσθέντα ἰδίως κατὰ Μάϊον τοῦ προ-
5349ηγουμένου ἔτους, ἦτο ἐνδεδειγμένον νὰ ἐπεμβῇ διὰ τοῦ στό-
5350λου, καὶ καλῶς ἀπεφάσισε τοῦτο ἐξ οἰκείας πρωτοβουλίας,
5351καλῶς προετράπη εἰς τοῦτο ὑπὸ τῆς Βουλῆς συσσώμου.
5352Ὅ,τι ἔμελλε νὰ πράξῃ ἔπειτα ἡ Κυβέρνησις, ἡ παρορ-
5353μωμένη εἰς τὴν τοιαύτην ἐνέργειαν ὑπὸ τῆς σύμφωνον γνώ-
5354μην ἐχούσης Βουλῆς, τοῦτο ἀνῆκεν εἰς μόνην τὴν πρωτο-
5355βουλίαν αὐτῆς. Καὶ βεβαίως οἱ τότε ἀντιπολιτευόμενοι, συμ-
5356βουλεύσαντες ὅσα συνεβούλευσαν γενικῶς, δὲν ἠθέλησαν νὰ
5357διαγράψωσιν αὐτοὶ καὶ τὴν πορείαν, ἣν ὤφειλε νὰ τηρήσῃ ἡ
5358Κυβέρνησις, ὁδηγουμένη ὑπὸ τῶν πραγμάτων, ὁδηγουμένη
5359ὑπὸ τῶν φώτων, ἅτινα μόνον αὕτη εἶχε καὶ ἠδύνατο νὰ ἔχῃ,
5360ὡς διατελοῦσα ἐν σχέσει πρὸς τὰς Εὐρωπαϊκὰς Δυνάμεις,
5361γνωρίζουσα τὰ τῆς διεθνοῦς καταστάσεως καὶ ἐν γένει τὰ
5362πράγματα τά τε ἡμέτερα καὶ τὰ ἐν Τουρκίᾳ. Ἂν ἄρα ἐν τῇ
5363ἐνεργείᾳ, τῇ ὁμοφώνως ἀποφασισθείσῃ ὑφ’ ὁλοκλήρου τῆς
5364Ἑλλάδος ὑπῆρξέ τι εἴτε γενικώτερον, εἴτε ἐν ταῖς λεπτο-
5365μερείαις, ὅπερ δύναταί τις ἴσως νὰ ἐπικρίνῃ ὡς κακῶς πρα-
5366χθὲν, τοῦτο βεβαίως οὐδὲ ἡ Κυβέρνησις ἡ τότε δύναται νὰ
5367ἀξιώσῃ, οὐδὲ ἐσκέφθη βεβαίως νὰ ἀξιώσῃ, ὅτι δὲν βαρύνει
5368αὐτῆς καὶ μόνης τὴν εὐθύνην, τὴν ἠθικὴν εὐθύνην, ἀλλ’ ὅτι
5369ἡ εὐθύνη ἐπιπίπτει εἰς πάντας τοὺς παρορμήσαντας τὴν Κυ-
5370βέρνησιν εἰς ἐπέμβασιν.
5371Κατὰ τίνα τρόπον ἐνήργησεν ἡ τότε Κυβέρνησις, ἐξητά-
5372σθη ἐν σχέσει πρὸς τὰς εὐθύνας καθ’ ὅλην ταύτην τὴν ἑσπέ-
5373ραν. Ἀλλὰ δὲν πρόκειται νὰ ὁμιλήσω περὶ τούτου. Ἐλέ-
5374χθη, ὅτι ὁ τρόπος, καθ’ ὃν ἡ Κυβέρνησις παρενέβη εἰς τὴν
5375νῆσον Κρήτην, καταλαβοῦσα τὴν νῆσον ἐπὶ ῥητῇ δηλώσει,
5376ὅτι θέλει κατέχει καὶ διοικεῖ αὐτὴν ἐπ’ ὀνόματι τοῦ Βα-
5377σιλέως Γεωργίου, ἀποτελεῖ κήρυξιν πολέμου. Ὀφείλω νὰ
5378προλάβω καὶ δηλώσω, ὅτι ἴσως δὲν εἶμαι κατὰ γνώμην ἐν-
5379τελῶς σύμφωνος πρὸς τὸν τρόπον τῆς γενομένης ἐνεργείας ἐν
5380Κρήτῃ· ἴσως, ἂν προέκειτο ἐγὼ νὰ ἐνεργήσω, δὲν ἤθελον
5381ἐνεργήσει ἀκριβῶς οὕτως· ἀλλὰ δὲν δύναμαι νὰ βεβαιώσω,
5382ὅτι, διότι τοιαύτην πορείαν ἠκολούθησεν ἡ τότε Κυβέρνησις
5383ἐν τῇ ἐπεμβάσει, ἐκ τούτου καὶ προέκυψεν εἰς βάρος αὐτῆς
5384ἡ εὐθύνη τῆς κηρύξεως τοῦ πολέμου. Ἂν ἡ τοιαύτη πρᾶξις
5385ἀποτελεῖ κήρυξιν πολέμου, ὡς ἐπέμβασις ἐν ξένῃ χώρᾳ, καὶ
5386πᾶσα ἄλλη ἐπέμβασις εἰς ξένον Κράτος, πρὸς ἁπλῆν ἐπανα-
5387φορὰν τῆς τάξεως, ἔστω καὶ πρὸς προστασίαν κινδυνευόν-
5388των ὁμοθρήσκων, φέρει χαρακτῆρα κηρύξεως πολέμου, μέ-
5389νει δὲ μόνον εἰς τὸ Κράτος, καθ’ οὗ ἐγένετο ἡ ἐπέμβασις,
5390ἡ ἐκλογὴ τοῦ χρόνου τῆς δράσεως, τῆς ἀμέσου ἐνεργείας, ἢ
5391τῆς ἀναβολῆς, ὅπως τελεσφόρως παρασκευασθῇ. Ὁπωσδή-
5392ποτε καὶ ἂν ἐγένετο ἡ ἐπέμβασις, ἤθελε σημαίνει κήρυξιν
5393πολέμου, καὶ ἀπ’ ἐκείνης τῆς ὥρας ὤφειλεν ἡ Ἑλλὰς νὰ
5394θεωρῇ ὅτι εὑρίσκεται εἰς ἐμπόλεμον κατάστασιν, καὶ νὰ παρα-
5395σκευασθῇ, ὅπως ἀντιμετωπίσῃ τὰ ἐνδεχόμενα. Ἀλλὰ τὰ
5396περὶ τούτου θέλουσιν ἴσως βραδύτερον ἐξετασθῆ, διότι δὲν
5397ὑπάρχουσι σήμερον ἐνώπιον ἡμῶν ὅλα τὰ στοιχεῖα, ἅτινα
5398ἐπιτρέπουσι τελείαν τὴν ἐξέτασιν τοῦ ζητήματος, ὅπως δυ-
5399νηθῶμεν νὰ ἐκφέρωμεν γνώμην.
5400Ἀλλ’ ἐνταῦθα νῦν νομίζω, ὅτι ἐνώπιον ἡμῶν καλῶς κεῖ-
5401ται ἡ διαίρεσις, ἣν ὁ πρὸ μικροῦ ἀγορεύσας Βουλευτὴς ἐξ
5402Ἀττικῆς ἐποιήσατο, τῆς ὅλης ὑποθέσεως· εἰς τὸ πρὸ τοῦ πο-
5403λέμου στάδιον, εἰς τὸ κατὰ τὸν πόλεμον, εἰς τὸ μετὰ τὸν
5404πόλεμον. Καὶ περὶ τούτου τοῦ τρίτου σταδίου οὐδὲν ἔχω
5405νὰ εἴπω, μεθ’ ὅσα ἐξέθηκεν ὁ ἔντιμος συνάδελφος, ὅστις ἴσως
5406εἶπε καὶ πλείονα τῶν ἀπαιτουμένων, ὅπως ἀπολογηθῇ ὑπὲρ
5407κυβερνητικῆς ἐνεργείας, ἥτις δὲν εἶχεν ἀνάγκην ἀπολογίας,
5408διότι ἡ ἐπιβολὴ τοῦ ἐλέγχου ἦτο ἐνδεδειγμένη ἀφ’ ἧς ἡμέ-
5409ρας ἡττήθημεν, καὶ ἐνῷ ἦτο ἐνδεδειγμένη καὶ καταφανὴς εἰς
5410πάντα, ὅστις παρηκολούθει τὰ πράγματα, ἔχομεν βεβαιω-
5411μένον καὶ δεδημοσιευμένον καὶ ἐν τῇ Κυανῇ Βίβλῳ καὶ ἐν
5412αὐτῇ τῇ Ἑλληνικῇ, ὅτι ἀπὸ Μαΐου ἀρχομένου ἐξηνέχθη καὶ
5413ἐπισήμως ἡ ἰδέα τῆς ἐπιβολῆς ἐλέγχου. Τὰς περὶ ἐλέγχου
5414προθέσεις αὐτῆς ἡ Γερμανία ἀνήγγειλε καὶ πρὸς τὸν Ἕλ-
5415ληνα πρεσβευτὴν κατὰ Μάϊον. Ἀλλὰ πρὸ τούτου εἰς τὸν
5416ἐν Βερολίνῳ Ἄγγλον πρεσβευτὴν ἐλέχθη, ὅτι ἡ Ἑλλὰς βε-
5417βαίως, ὡς ἡττηθεῖσα, ὀφείλει ν’ ἀποζημιώσῃ τὴν νικήτριαν,
5418ἀλλ’ ἵνα εὕρῃ τὰ πρὸς ἀποζημίωσιν, ἐν ᾗ καταστάσει οἰκονο-
5419μικῇ εὑρίσκεται, εἶναι ἀδύνατον νὰ δανεισθῇ ἄνευ ἐγγυή-
5420σεων ὑπέρ τε τοῦ παλαιοῦ καὶ ὑπὲρ τοῦ νέου χρέους. Ταῦτα
5421ὁ Ὑπουργὸς τῆς Γερμανίας ἀνεκοίνωσε τῇ 6)18 Μαΐου εἰς
5422τὸν πρεσβευτὴν τῆς Ἀγγλίας, οὗτος δὲ ἀμέσως εἰς τὴν Κυ-
5423βέρνησιν αὐτοῦ· καὶ ἔκτοτε βλέπομεν ἀρξαμένας τὰς συνεν-
5424νοήσεις περὶ τοῦ θέματος, αἵτινες καὶ δὲν ἀπῄτησαν πολὺν
5425χρόνον, ἵνα συμφωνήσωσιν αἱ Δυνάμεις κατ’ ἀρχήν.
5426Τοῦ θέματος τούτου ἀφιεμένου κατὰ μέρος, μένει τὸ πρὸ
5427τοῦ πολέμου καὶ τὸ μετὰ τὸν πόλεμον στάδιον.
5428Δὲν φρονῶ ὅτι εἶναι ὀρθὸν τὸ λεχθὲν, ὅτι τὰ κατὰ τὸν
5429πόλεμον δὲν εἶναι ὑποκείμενον συζητήσεως τῆς Βουλῆς. Θὰ
5430ἦτο βεβαίως παρακεκινδυνευμένον νὰ ἀναμιχθῶμεν ἐνταῦθα,
5431νὰ ἀναμιχθῇ ἡ Βουλὴ εἰς τὴν ἐξέτασιν τῆς καθαρῶς στρα-
5432τιωτικῆς ἐνεργείας κατὰ τὸν πόλεμον, διότι οὔτε ἁρμόδιοι
5433εἴμεθα ἡμεῖς, οὔτε κατάλληλος ἡ ὥρα. Ἀλλ’ εἴμεθα ἁρμό-
5434διοι νὰ ἐξετάσωμεν ὑπὸ τὴν πολιτικὴν ὄψιν τὰ κατὰ τὴν
5435διάρκειαν τοῦ πολέμου τελεσθέντα, καὶ ἂν εἰς ταῦτα, ἅτινα
5436ἀδύνατον νὰ μὴ ἔχωσιν ἐπίδρασίν τινα ἐπὶ τῆς στρατιωτι-
5437κῆς διοικήσεως τοῦ πολέμου, εὕρωμέν τι τὸ παράγον εὐθύ-
5438νας, δικαιούμεθα νὰ ἐξετάσωμεν τὰ κατ’ αὐτάς. Ἐνταῦθα
5439δὲ πρὸ παντὸς ὀφείλομεν ν’ ἀναγνωρίσωμεν καὶ ἀνακηρύ-
5440ξωμεν, ὅτι, ὅπως κατὰ τὸ στάδιον τὸ πρὸ τοῦ πολέμου, οὕτω
5441καὶ κατὰ τὸ στάδιον τὸ τοῦ πολέμου, τὸ πολίτευμα οὐδε-
5442μίαν ἐπιτρέπει ἔξωθεν, ὁποθενδήποτε, ἀνάμιξιν εἰς τὴν πο-
5443λιτικὴν ἐνέργειαν, τὴν διαγεγραμμένην ὑπὸ τῆς Κυβερνή-
5444σεως· μόνον ἡ Κυβέρνησις ἔχει δικαίωμα νὰ μεριμνᾷ περὶ τοῦ
5445πρακτέου, νὰ πρυτανεύῃ ἐν τῇ διεξαγωγῇ τοῦ ἔργου, καὶ νὰ
5446προστάττῃ, καὶ εἰς ταύτην ἔχουσι καθῆκον πάντες νὰ ὑπα-
5447κούωσι, καὶ μάλιστα ὅτε πρόκειται περὶ διεξαγωγῆς πολέ-
5448μου. Καὶ κατὰ ταύτην τὴν περίοδον καταλαμβάνομεν ἐπ’ αὐ-
5449τοφώρῳ τὰς ἀναμίξεις τὰς ἀθεμίτους, εἰς τὸ κυβερνητικὸν
5450ἔργον, αἵτινες, ὅσον καὶ ἂν θελήσῃ τις νὰ θεωρήσῃ αὐτὰς
5451μεμετριασμένας, ἐγένοντο πρὸς ζημίαν τοῦ ἔργου καὶ ἐπὶ
5452βλάβῃ τοῦ τόπου. Ἀνάλογα ἀνευρίσκω καὶ εἰς τὸ στάδιον
5453τὸ πρὸ τοῦ πολέμου, καὶ πολὺ περισσότερα ἢ ἐν τῷ στα-
5454δίῳ τῷ κατὰ τὸν πόλεμον, διότι ἐν τῷ σταδίῳ τῷ διαρ-
5455κοῦντος τοῦ πολέμου ἡ ἀνάμιξις ἤρχετο ἀπὸ μιᾶς πλευρᾶς
5456μόνον, κατὰ δὲ τὸ δεύτερον στάδιον ἤρχετο ἐκ δύο πλευ-
5457ρῶν· καὶ εὑρέθη ἐν αὐτῷ ἡ Κυβέρνησις μεταξὺ δύο πυρῶν,
5458εὑρέθη ὠθουμένη ἐντεῦθεν καὶ ἐκεῖθεν, παρακουομένη καὶ
5459παραβλεπομένη· ᾐσθάνετο μὲν τὰ ὑπεράνω τῆς κεφαλῆς αὑ-
5460τῆς τελούμενα, ἀλλὰ καὶ δὲν εἶχεν ἀκριβῆ γνῶσιν αὐτῶν.
5461Ταῦτα ὀφείλομεν ν’ ἀναγνωρίσωμεν ἐν τῷ ἐνεργητικῷ τῆς
5462Κυβερνήσεως ἐκείνης, διότι τὸ ἐνεργητικὸν αὐτῆς αὐξάνου-
5463σιν ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς ἐλαττώσεως τῶν εὐθυνῶν.
5464Διὰ τ’ ἀποτελέσματα τὰ ἐπελθόντα γινώσκει ἡ Βουλή,
5465ὅτι ἔχω ἐπιφυλάξεις τινὰς ἐκ παλαιοῦ. Ἀνωμολόγησα καὶ
5466πρό τινων ἡμερῶν, καὶ κατ’ ἄλλην Σύνοδον εἶπον, ὅτι ἔχω
5467λόγους νὰ φρονῶ, ὅτι ἴσως ἦτο δυνατὸν νὰ ἀναστείλῃ τὸ κα-
5468κὸν, ἀντιτάττουσα μεῖζον σθένος, ἢ ἔντονον ἀντίδρασιν, εἰς
5469τὴν ἔκτροπον καὶ ἀθέμιτον ἀνάμιξιν, ἀλλ’ ὁμολογῶ καὶ ὅτι
5470δὲν κατέχω τὰ στοιχεῖα, ἅτινα ἐπιτρέπουσι νὰ βεβαιώσω
5471ταῦτα, ἀγνοῶ δὲ καὶ ἂν ἄλλος τις ὑπῆρχεν ὁ δυνάμενος νὰ
5472ἀντιδράσῃ σθεναρώτερον, καὶ διὰ τοῦτο, ἀφοῦ καὶ ἡ κατὰ
5473τὰς ἡμέρας ταύτας γενομένη συζήτησις δὲν ἐπέχυσε φῶς εἰς
5474τὰς λεπτομερείας, δὲν θὰ εἴπω τι περισσότερον.
5475Ἀλλ’ ἐκ τῆς ἐπισκοπήσεως τῆς ὑποθέσεως, καὶ ὅπως ἀτε-
5476λῶς συνεζητήθη ἐνταῦθα, προκύπτουσι βεβαίως διδάγματα,
5477ἅτινα πρέπει ὡς συμπέρασμα τῆς συζητήσεως ταύτης νὰ
5478συγκομίσῃ ἡ Βουλὴ ὑπὲρ τῆς Ἑλλάδος, διότι εἰς τὴν συ-
5479ζήτησιν ταύτην ὁμολογῶ ὅτι δὲν βλέπω ποία εἶναι ἡ πρότα-
5480σις, ἥτις εἶναι δυνατὸν νὰ προταθῇ πρὸς ψήφισιν ὑπὸ τῆς
5481Βουλῆς, πρότασις δὲ μεταβάσεως ἁπλῆς εἰς τὴν ἡμερησίαν
5482διάταξιν—ἡ μόνη δυνατὴ—μοὶ φαίνεται τοσοῦτον ὠχρὰ καὶ
5483ἀχρωμάτιστος, ὥστε τῆς ὑποθέσεως ἄξιον εἶναι μᾶλλον σιω-
5484πηρῶς νὰ μεταβῶμεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν ἢ ψηφίζον-
5485τες τοιαύτην πρότασιν, ἂν δὲν πλανῶμαι περὶ τὴν ἐκτίμησιν
5486τῶν πραγμάτων. Ἀλλὰ συγκομίζομεν ἐκ τῆς συζητήσεως ταύ-
5487της συμπέρασμα, ὅπερ λέγοντες ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, πρέπει
5488νὰ φροντίσωμεν, ὥστε νὰ δοθῇ εἰς αὐτὸ σὰρξ καὶ ὀστᾶ, εὐθὺς
5489ἀπὸ τῆς ἐπιούσης τῆς ἡμέρας, καθ’ ἣν ἤθελε λήξει αὕτη ἡ
5490συζήτησις· συγκομίζομεν τὸ συμπέρασμα, ὅτι τὰ παθήματα
5491τοῦ πολέμου πρέπει νὰ γείνωσιν εἰς ἡμᾶς πραγματικῶς μα-
5492θήματα. Διότι δὲν ἐγένοντο μέχρι ταύτης τῆς ὥρας· τὴν ἐπι-
5493ούσαν τοῦ πολέμου ἐνυστάξαμεν πάλιν· τὴν ἐπιοῦσαν τοῦ
5494πολέμου ἐβαρύνθημεν νὰ ὁμιλῶμεν περὶ τῶν διδαγμάτων,
5495παρ’ ὀλίγον δὲ καὶ νὰ φθάσωμεν νὰ εἴπωμεν, ὅτι ἐξήλθο-
5496μεν καὶ τετιμημένοι ἀπὸ τῆς δοκιμασίας· τὴν ἐπιοῦσαν τοῦ
5497πολέμου, ἀντὶ νὰ μεριμνήσωμεν περὶ οἰκονομιῶν ἀφ’ ἑνὸς
5498καὶ ἀποταμιεύσεως, περὶ ἀποκοπῆς μέρους τινὸς τῶν προσό-
5499δων τῶν ἐπιπροσθέτων, ἃς εὐτυχῶς ἀπεκτήσαμεν, ἀκριβῶς
5500ὑπὲρ τοῦ ἱδρύματος ἐκείνου, ὅπερ εἶναι εἰς ἡμᾶς ἀναγκαῖον
5501ἀπαραιτήτως, ὅπως ἐξακολουθήσωμεν ἀμυνόμενοι ὑπὲρ τῆς
5502πατρικῆς ἡμῶν κληρονομίας, ὑπὲρ τοῦ βάρους τῆς παρα-
5503δόσεως καὶ τῆς ἐντολῆς τῆς πατρογονικῆς, ἣν ἔχομεν, ἀντὶ
5504νὰ πράξωμεν πάντα ταῦτα, ἡμεῖς, εὐτυχεῖς ὅτι εὑρισκόμεθα
5505ἀπέναντι τοσούτων προσόδων, ἐφροντίσαμεν πάσας ταύτας
5506νὰ διασπαθήσωμεν δεξιᾷ καὶ ἀριστερᾷ, οὐδὲν φροντίσαντες
5507περὶ ἐκείνων ἀκριβῶς, ἅτινα εἶναι τὰ ἀπαραίτητα.
5508Ἡ Ἑλλὰς σήμερον δὲν εἶναι αὐτοτελής· ἡ Ἑλλὰς, παρὰ
5509τὴν Κρήτην μὴ αὐτοτελῆ, μὴ ἀνεξάρτητον, μὴ ἡνωμένην
5510μετὰ τῆς Ἑλλάδος, εἶναι καὶ αὐτὴ δεδεσμευμένη· — καὶ μὴ
5511πλανᾶσθε, — ὁ οἰκονομικὸς ἔλεγχος εἶναι πολιτικὸς ἔλεγχος·
5512ἡ παραμικρὰ περιπλοκὴ ἐν τῇ Ἀνατολῇ θέλει σᾶς τὸ ἀπο-
5513δείξει· ὅστις ἔχει τὰς πέδας εἰς τοὺς πόδας, δὲν δύναται νὰ
5514κινηθῇ, ὅταν ἔλθῃ ἡ ὥρα· καὶ ἡμεῖς τὰς ἔχομεν τὰς πέδας.
5515Καὶ ὅμως τί ἐπράξαμεν μετὰ τὸν πόλεμον; Ἐσκέφθημεν
5516κἂν περὶ τῶν πεδῶν τούτων; Ἢ ἐνομίσκαμεν ἁπλῶς, ὅτι
5517ἐπλάσθη νέα συνταγματικὴ κατάστασις ἄλλου εἴδους, παρὰ
5518τὴν συνταγματικὴν κατάστασιν, τὴν ἀπὸ τῆς ἐλευθέρας
5519ἡμῶν θελήσεως πηγάσασαν, κατάστασις λίαν ἀνεκτὴ, ἥτις
5520μάλιστα παρέχει ἡμῖν καί τινα εὐχαρίστησιν, ὅτι τοποθετοῦ-
5521μεν καλλίτερον τὰ ἡμέτερα χρήματα εἰς τὰ ἑλληνικὰ χρεώ-
5522γραφα, καὶ ἐνθαρρύνει ἡμᾶς κατὰ πᾶσαν νέαν ἐνέργειαν ὑπὲρ
5523δημοσίας τινὸς ὑποθέσεως νὰ προσφεύγωμεν εἰς τοὺς ξένους
5524ἱδρυτὰς τοῦ ἐλέγχου; Δὶς μέχρι τοῦδε προσηνέγκομεν ἐπέκ-
5525τασιν τοῦ ἐλέγχου εἰς τοὺς ξένους, διὰ ξένον δάνειον, δι’ ἐγ-
5526χώριον δάνειον· καὶ ἐπὶ τοῦ ἐγχωρίου δανείου μετὰ μεγί-
5527στης προθυμίας ἡ Κυβέρνησις ἡ τότε καὶ μετὰ μεγαλειτέρου
5528νυσταγμοῦ ἡ Βουλὴ ἐφρόντισαν νὰ παραχωρήσωσι τὸ ποθού-
5529μενον εἰς τὸ Ἑλληνικὸν ἵδρυμα, τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν. Δὲν
5530ὁμιλῶ περὶ τοῦ ξένου δανείου, τοῦ διὰ τὸν σιδηρόδρομον Πει-
5531ραιῶς–Συνόρων. Τὸ μέλλον θέλει ἀποδείξει ὁποία ὑπῆρξεν ἡ
5532ἐργασία, ἥτις ταύτας τὰς ἡμέρας ἐξεδηλώθη δι’ ἀποτυχόν-
5533τος δανείου.
5534Καὶ ταῦτα μὲν ὡς πρὸς τοῦτο τὸ μέρος τῆς διπλῆς ὑπο-
5535χρεώσεως, ἥτις ἐπεβλήθη ἡμῖν μετὰ τὸν πόλεμον, ὡς ἱερὰ
5536ὑποχρέωσις, ὑπαγορεύουσα φροντίδας περὶ ταχυτέρας λύ-
5537σεως τῶν δεσμῶν, ὑπαγορεύουσα φροντίδας περὶ ταχυτέρας
5538ἀνοργανώσεως τῆς δυνάμεως ἐκείνης, ἥτις ἢ πρέπει νὰ ἀνορ-
5539γανωθῇ, ἢ πρέπει νὰ καταλυθῇ· — μέσος ὅρος δὲν ὑπάρχει. —
5540Καὶ περὶ τῆς δυνάμεως ἐκείνης ποῖα εἶναι τὰ πορίσματα,
5541ἅτινα παρέχουσιν εἰς ἡμᾶς οἱ Προϋπολογισμοὶ τῆς τελευ-
5542ταίας τριετίας, ἔτι δὲ καὶ ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1902; —
5543διότι τὸ κατασκεύασμα τὸ σημερινὸν εἶναι τὸ πόρισμα τῆς
5544πολιτικῆς τῆς οἰκονομικῆς τῶν τριῶν τελευταίων ἐτῶν. —
5545Ποῖον, λέγω, εἶναι τὸ ἀποδεικνυόμενον ἐκ τῶν Προϋπολο-
5546γισμῶν τούτων, καὶ τοῦ 1899 καὶ τοῦ 1900 καὶ τοῦ 1901,
5547καὶ τοῦ 1902, ὃν θέλομεν ψηφίσει ταύτας τὰς ἡμέρας; Τὸ
5548πόρισμα εἶναι, ὅτι, ἐνῷ ἔχομεν ὀλιγωτέρους ἄνδρας εἰς τὸν
5549στρατὸν κατὰ τρεῖς καὶ τέσσαρας χιλιάδας, δαπανῶμεν δύο
5550ἑκατομμύρια περισσότερα εἰς αὐτὸν, δαπανῶμεν ἐπὶ πλέον
5551δύο ἑκατομμύρια εἰς τὸν στρατὸν, ἔχοντες μὲν ὀλιγωτέρους
5552στρατιώτας, οὐδὲν δὲ καταβάλλοντες εἰς ἐκεῖνα, ἅτινα, ἂν
5553δὲν δαπανηθῶσιν ὑπὲρ τοῦ στρατοῦ, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ
5554ὑπάρξῃ ἀληθῶς στρατός. Τὸ ὅλον σχεδὸν εἶναι μισθολόγιον,
5555μισθολόγιον βαθμοφόρων πρὸ παντός, ἐν μικρᾷ μερίδι μισθο-
5556λόγιον στρατιωτῶν, καὶ δαπάνη διὰ τὰ παρακολουθήματα,
5557δαπάνη εἰς ἱματισμὸν, δαπάνη εἰς τροφὴν, παρακολουθήμα-
5558τα τοῦ μισθολογίου, δαπάνη νοσηλείας, δηλαδὴ δαπάνη εἰς
5559πορισμὸν ἐκείνων, ἅτινα, ἂν δὲν παρεῖχε τὸ Κράτος εἰς τοὺς
5560στρατιώτας, ἤθελον οὗτοι ἀγοράζει διὰ τοῦ μισθοῦ, ὃν ἤθε-
5561λεν ἐπὶ πλέον δίδει εἰς αὐτοὺς ἡ Πολιτεία. Τοιαύτη ὑπῆρ-
5562ξεν ἡ μέριμνα ἡμῶν περὶ τοῦ θέματος τούτου, ὅπερ πρῶτον
5563κατ’ ἀνάγκην ἔπρεπε νὰ θίξωμεν εὐθὺς μετὰ τὸν πόλεμον,
5564ἂν ὁ ἔλεγχος δὲν ὑπεχρέου ἡμᾶς, πρὸ παντὸς καὶ κατὰ πρῶ-
5565τον λόγον νὰ φροντίσωμεν περὶ τῆς ἀνορθώσεως τῆς οἰκονο-
5566μικῆς, διότι ἡ ἀνόρθωσις ἡ οἰκονομικὴ εἶναι καὶ ἡ βάσις τῆς
5567ἐργασίας τῆς στρατιωτικῆς.
5568Θὰ ἔχωμεν κεκτημένον μέγα ἀγαθὸν ἐκ τῆς συζητήσεως
5569ταύτης, ἥτις βεβαίως κατ’ ἀρχὴν προετίμων μᾶλλον νὰ μὴ
5570ἐγίνετο, θὰ ἔχωμεν κεκτημένον μέγα ἀγαθὸν, ἂν ἐκ ταύτης
5571φωτισθέντες καὶ ἀνανήψαντες φροντίσωμεν νὰ ἐμπνεύσωμεν
5572εἰς τὰς Κυβερνήσεις—δὲν λέγω τὴν παροῦσαν, ἥτις εἶναι
5573κατασκεύασμα προσωρινὸν, ἀλλὰ τὰς Κυβερνήσεις τὰς τῆς
5574ἐπιούσης, τὰς Κυβερνήσεις τὰς μελλούσας νὰ προκύψωσιν
5575ἐκ τῆς μελλούσης Βουλῆς, —νὰ ἐμπνεύσωμεν εἰς αὐτὰς τὸ
5576αἴσθημα τῆς ὑποχρεώσεως νὰ μεριμνήσωσι σπουδαιότατα
5577περὶ τῶν δύο τούτων κεφαλαίων, φροντίζουσαι οὐχὶ μόνον τὰ
5578ἐπὶ πλέον εἰσπραττόμενα νὰ κατανείμωσιν εἰς τὰ δύο ταῦτα
5579κεφάλαια, ἐν τῷ μέτρῳ τοῦ προσήκοντος, ἀλλὰ καὶ νὰ περι-
5580κόψωσιν ἀπὸ τῶν περιττῶς δαπανωμένων, δυνάμει πολιτι-
5581κῆς συστηματικῶς σπατάλου, καὶ ἐκ τούτων νὰ δαπανή-
5582σωσιν εἰς αὐτά. Ἐὰν τοῦτο προκύψῃ ἐκ τῆς συζητήσεως,
5583θέλω ὁμολογήσει χάριτας εἰς τοὺς Βουλευτὰς τῆς πτέρυγος
5584ἐκείνης, οἵτινες ἐγέννησαν τὸ ζήτημα, καὶ παρ’ ὀλίγον νὰ
5585γεννήσωσιν σὺν τῷ ζητήματι καὶ θυέλλας ἐν τῇ αἰθούσῃ
5586ταύτῃ.
5587§209ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει ἄλλος τις τὸν λόγον;
5588Κηρύσσεται περατωμένη ἡ συζήτησις.
5589§210Π. ΜΑΥΡΟΚΕΦΑΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸν λόγον (θό-
5590ρυβος).
5591§211ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐξ ἀριστερῶν). Αὔριον, αὔριον.
5592§212ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
5593Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρᾳ 5 π. μ. τῆς ἐπιούσης).