1902.03.21
4,298 rows · 34,033 words · 233 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 38
τῆς 21 Μαρτίου 1902.
(Πέμπτη).
(Γενομένης ἀπαρτίας ὥρᾳ 5 καὶ 20′ μ. μ. ἀναγινώσκονται καὶ ἐγκριθέντα ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν ἠξεύρω ἂν προσήκει νὰ ζητήσω τὸν λόγον πρὸ τῆς ἐξακολουθήσεως τῆς συζητήσεως τῆς ἐκκρεμοῦς, διότι ἔχω νὰ ὑποβάλω τινὰς παρατηρήσεις, ἀλλὰ φοβοῦμαι μήπως δὲν πρέπει.
§2ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἂν ἦναι σύντομος ἡ ὁμιλία σας...
§3ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Δὲν πιστεύω νὰ διαρκέσῃ πέραν τῶν 10 λεπτῶν.
§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίσατε.
§5ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἔχω δύο ὑποθέσεις νὰ φέρω ἐνώπιον τῆς Βουλῆς συντομώτατα· τὴν μίαν μὲν σχετιζομένην πρὸς τὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ καὶ προπαρασκευάζουσαν τὰ κατ’ αὐτὸν, τὴν ἑτέραν ἐξ ἀφορμῆς ἐπιστολῆς, ἣν σήμερον ἔλαβον ἐκ νήσου, μεθ’ ἧς μέχρι τοῦδε εἰς οὐδεμίαν εὑρισκόμην συνάφειαν, ἐπιστολῆς, ἥτις μοὶ ἐνεποίησε μεγίστην ἐντύπωσιν. Ἔλαβον ἐπιστολὴν ἐκ Κιμώλου πολίτου, ὅστις γράφει ὅτι εἶναι παντοπώλης, παραπονεῖται δὲ διὰ πράγματα, ἀναγόμενα εἰς τὸν φόρον τῶν ἀμπέλων. Ἔλαβε δὲ ἀφορμὴν νὰ μοὶ γράψῃ ὅσα ἔγραψεν, ἀναγνοὺς, ὡς γράφει, εἰς τὰς ἐφημερίδας, ὅτι ἐνταῦθα ὡμίλησα περὶ τῶν κατὰ τὰς καταμετρήσεις γενομένων ἀταξιῶν, αἵτινες φαίνεται ὅτι γίνονται ἁπανταχοῦ τοῦ Κράτους. Ἐν τῇ ἐπιστολῇ ἐκτίθενται ἄριστα ὑπὸ τοῦ παντοπώλου τούτου ταῦτα τὰ ἄξια πολλῆς προσοχῆς (ἀναγινώσκει): «Λαβὼν ἀφορμὴν ἔκ τινος ἐφημερίδος, εἰς ἣν εἶδον νὰ κάμνητε λόγον ἐν τῇ Βουλῇ περὶ καταχρήσεων τῶν γεωμετρῶν εἰς τὴν καταμέτρησιν τῶν ἀμπέλων, γνωστοποιῶ ὑμῖν, ὅτι ἡ ἐν τῷ δήμῳ τούτῳ καταμέτρησις αὐτῶν ἐγένετο παρὰ μόνου τοῦ γεωμέτρου, ἄνευ δημοτικοῦ ὑπαλλήλου καὶ μὴ παρόντων τῶν ἀμπελοκτημόνων...» Παντοῦ τὸ αὐτό! Καὶ εἰς τὴν Ἀττικὴν τοῦτ’ αὐτὸ συμβαίνει. Γράφεται ἡ φράσις «δὲν παρεστάθη».
§6Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ τὴν ἡμέραν, καθ’ ἣν καλεῖται, δὲν ὑπάρχει γεωμέτρης!
§7ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Δὲν καλεῖται ποτέ. Ἀκούσατε (ἐξακολουθεῖ ἀναγινώσκων ἐκ τῆς ἐπιστολῆς): «... Ὡς δὲ μαρτυρεῖ ὁ μόνος παρακολουθῶν αὐτὸν καὶ ὑπηρέτης του καὶ δείκτης Γκιουζὲς Ἀνατάλης, τὰς πλείστας τῶν ἀμπέλων, δι’ ἃς συνέταξε πρωτόκολλα, τὰς κατεμέτρησε διὰ γυμνοῦ ὀφθαλμοῦ καὶ χωρὶς νὰ εἰσέλθῃ παντελῶς εἰς αὐτὰς, σχεδιάζων ἐν τῷ σημειωματαρίῳ του τὴν ἄμπελον, τὰ δὲ πρωτόκολλα μετέβη εἰς Μῆλον, εἰς τὴν Ἐφορείαν, καὶ τὰ συνέταξε μετὰ ἡμέρας, κατὰ τὸ δοκοῦν αὐτῷ καὶ πρὸς τὸ συμφέρον του, τὸ ὅλον 121. Μετὰ τὴν ἀνέλπιστον κοινοποίησιν αὐτῶν ἅπαντες οἱ ἀμπελοκτήμονες Κιμώλου συνέταξαν κοινὴν ἀναφορὰν, ἣν ὑπέβαλον εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, καταδεικνύοντες τὴν κατάχρησιν, καὶ ζητοῦντες τὴν ἀκύρωσιν τῶν πρωτοκόλλων τούτων, ἐκθέτοντες εἰς αὐτὸ, ὅτι δὲν δύνανται νὰ προβῶσιν εἰς τὴν ἀνακοπὴν τῶν πρωτοκόλλων, διότι αὕτη στοιχίζει πλειότερον τοῦ καταλογιζομένου φόρου, δι’ ἔξοδα μεταβάσεως αὐτῶν εἰς Μῆλον πρὸς ἐκδίκασιν καὶ ἐπάνοδόν των ἐνταῦθα, μὴ ἐπιτρέποντος τοῦ νόμου νὰ γείνῃ ἐκδίκασις εἰς τὸ Εἰρηνοδικεῖον Κιμώλου. Ἐπίσης διὰ τῆς ἀναφορᾶς ταύτης ἐγένετο γνωστὸν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, ὅτι εἰς ὅλα τὰ πρωτόκολλα, 121 τὸν ἀριθμὸν, δημαρχικὸς πάρεδρος δὲν παρεστάθη, ἀμπελοκτήμων δὲν παρεστάθη, φέρουν δὲ ὅλα χρονολογίαν, ὅτι συνετάχθησαν εἰς Μῆλον! Δυστυχῶς ὅμως τὸ Ὑπουργεῖον, εἰς ὃ ὑπεβλήθη ἡ ἀναφορὰ αὕτη, καθὼς καὶ δύο ἄλλαι τοῦ δημάρχου, ζητοῦντος ἐπίσης τὴν ἀκύρωσιν τῶν πρωτοκόλλων διὰ τοὺς αὐτοὺς, ὡς ἀνωτέρω, λόγους, ἀπήντησε διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 122633 π. ἔ. πρὸς τὸν νομάρχην Κυκλάδων ἐγγράφου του καὶ διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 124887 π. ἔ. ἑτέρου πρὸς τὸν ἔφορον Μήλου, ὅτι δὲν δύναται νὰ ἀκυρώσῃ, καὶ ὅτι δικαιοῦνται νὰ κάμωσιν ἀνακοπὴν οἱ ἀμπελοκτήμονες, ἢ προσφυγὴν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, ἐνῷ ἐγνώριζεν, ὅτι ἡ προθεσμία ἡ νόμιμος παρῆλθε, διότι, διὰ νὰ φθάσῃ ἡ ἀναφορὰ εἰς Ἀθήνας καὶ νὰ ἔλθῃ ἡ ἀπάντησις, παρῆλθε μὴν, καὶ οὕτως ὑπεχρεώθημεν εἰς τὴν πληρωμὴν τοῦ φόρου καὶ τῶν δαπανῶν, πρὸς ὄφελος τοῦ γεωμέτρου καὶ ζημίαν ὅλων τῶν ἀμπελοκτημόνων. Ἐσωκλείω ὅθεν τὰ εἰς ἐμὲ πρωτόκολλον τοῦ ῥηθέντος γεωμέτρου, μὲ τὸ διάγραμμα αὐτοῦ, ὡς καὶ τὰ προκληθέν παρ’ ἐμοῦ διάγραμμα τῆς αὐτῆς ἀμπέλου μου, συνταχθὲν παρὰ τοῦ ἐνταῦθα Ἰταλοῦ γεωμέτρου Πέτρου Πεσταρίνη, ὅπως βεβαιωθῆτε περὶ τῆς ἀνακριβείας αὐτοῦ (τοῦ διαγράμματος τοῦ γεωμέτρου). Τὰ διαγράμματα ταῦτα τὸ Ὑπουργεῖον, εἰς ὃ ὑπεβλήθησαν, μοῦ τὰ ἐπέστρεψεν ἄνευ οὐδεμιᾶς ἐνεργείας.» Ἔχω ἐνταῦθα ἓν τῶν διαγραμμάτων, ἐφ’ οὗ ὁ δήμαρχος βεβαιοῖ, ὅτι εἶναι ἀκριβὲς τὸ διάγραμμα τῆς μόνης ἀμπέλου, ἣν ἔχει ὁ γράφων ἐν Κιμώλῳ· ἄλλην δὲν ἔχει. Βεβαιοῦται λοιπὸν διὰ τῆς πιστοποιήσεως τοῦ δημάρχου, ὅτι τὸ διάγραμμα τοῦτο ἀφορᾷ τὴν ἄμπελον, περὶ ἧς τὸ πρωτόκολλον τοῦ γεωμέτρου...
§8Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὴν μόνην, τὴν ὁποίαν ἔχει.
§9ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. .. Βλέπω σχῆμα, ὅπερ μὲ πείθει, ὅτι εἶναι σχῆμα ἀμπέλου, διότι συνήθως αἱ ἄμπελοι δὲν ἔχουσι τέσσαρας ὀρθὰς γωνίας, ἀλλ’ ἀκολουθοῦσι τὴν διεύθυνσιν κατ’ ἀνάγκην τῶν γειτονικῶν ὁρίων, διότι δὲν ὑπερπηδῶσι τὰ ὅρια, ὅπως τετραγωνισθῶσιν. Ἀντιπαραβάλλω τὸ διάγραμμα τοῦτο μετὰ τοῦ ἐπὶ τοῦ πρωτοκόλλου, καὶ εὑρίσκω, ὅτι ἐδῶ ἔχομεν ἓν ὀρθογώνιον, οὗτινος ὅμοιον μέχρι τοῦδε ἐπὶ τοῦ ἐδάφους κανὲν δὲν ὑπάρχει.
§10Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅλα τὰ πρωτόκολλα ἔτσι εἶναι!
§11ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Μοὶ προὐξένησεν ἐντύπωσιν, ὅτε εἶδον αὐτὰ, ὅτι τὸ σχῆμα τοῦτο εἶδον πολλάκις, καὶ ἀναζητήσας εἰς τὰ ἀρχεῖά μου εὗρον ἀναφορὰς διαφόρους τῶν ἐνταῦθα ἀμπελοκτημόνων διαφόρων δήμων, καὶ εὗρον ἐν τοῖς πρωτοκόλλοις τὸ αὐτὸ σχῆμα σχεδὸν ἁπανταχοῦ, πλὴν μιᾶς ἢ δύο ἐξαιρέσεων, ὅπου πραγματικῶς φαίνεται, ὅτι ἐγένετο καταμέτρησις, παρετήρησα δὲ, ὅτι αἱ ἐξαιρέσεις αὗται συνήθως γίνονται ὑπὲρ τῶν ἰσχυρῶν, διότι φοβοῦνται ἐπὶ κτημάτων αὐτῶν νὰ ἐργασθῶσιν οὕτως ἁπλῶς. Ὅλα τὰ ἄλλα πρωτόκολλα ἔχουσιν ὅμοια σχήματα. Ἡ διαφορὰ συνίσταται μόνον εἰς τοῦτο· ἢ τὸ ὀρθογώνιον εἶναι λίαν ἐπίμηκες, ἢ εἶναι πεπιεσμένον, ἢ εἶναι ὅλως τετράγωνον τὸ σχῆμα. Καὶ προσεκόμισα ἐνταῦθα πλῆθος τοιούτων κατ’ ἐκλογὴν πρωτοκόλλων, ὅπου τὸ αὐτὸ σχῆμα ἐπαναλαμβάνεται ἐν μεγαλειτέρῳ ἢ ἐν μικροτέρῳ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἶναι εἰδικός, καὶ δύναται νὰ κρίνῃ, ἂν ταῦτα λέγωνται καταμετρήσεις.
§12ΜΥΚΩΝΙΟΣ. Ἔχουν τύπον.
§13ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐνόμισα, ὅτι εἶχον τοσούτῳ μεγαλείτερον καθῆκον νὰ ἀνέλθω τὸ βῆμα, ἵνα ὁμιλήσω, καθ’ ὅσον πρόκειται περὶ ἐπαρχίας, μεθ’ ἧς οὐδαμῶς συνδέομαι, καὶ δὴ περὶ πολίτου Ἕλληνος, τὸν ὁποῖον οὐδαμῶς γνωρίζω...
§14Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Παρεπλεύσατε ποτὲ τὴν Κίμωλον;
§15ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Δὲν ἀπεβιβάσθην ποτέ, γνωρίζω ὅμως τὴν Κίμωλον, διότι ὑπηρέτησα ἄλλοτε ὡς δικαστὴς εἰς τὰς νήσους, καὶ γνωρίζω, ὅτι λησμονεῖται ἡ Κίμωλος, ἕνεκα τῆς μὴ ἐνημερότητος εἰς τὰ συμβαίνοντα ἐν τῷ Κράτει τῶν κατοίκων αὐτῆς, οἵτινες σπανίως κατορθοῦσι νὰ συγκοινωνῶσι μετὰ τῆς λοιπῆς χώρας. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι ἐπιβάλλεται νὰ καταβληθῇ γενικὴ πρόνοια περὶ πάντων τῶν ἀναγομένων εἰς τὰ πρωτόκολλα. Ἐὰν θελήσῃ νὰ ἐπιδιώξῃ τὴν διόρθωσιν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν διὰ τοῦ ὑπάρχοντος νόμου, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπέλθῃ διόρθωσις. Διότι τὸ Ὑπουργεῖον λέγει: «ὑποβάλετε ἀνακοπὴν, καὶ θὰ δικαιωθῆτε»· ἀλλ’ εἶναι εὐλογωτάτη ἡ ἀπάντησις τῶν κατοίκων τῆς Κιμώλου: «πῶς θέλετε νὰ ὑποβάλωμεν ἀνακοπὴν, ἀφοῦ εἶναι ἀνάγκη νὰ ναυλώσωμεν πλοῖον, ἵνα μεταβῶμεν εἰς Μῆλον, ἔχοντες παρὰ τὸ πλευρὸν καὶ δικηγόρον, ἵνα ζητήσωμεν ν’ ἀναγνωρισθῇ τὸ δίκαιον ἡμῶν ἐπὶ ὑποθέσεως τοσοῦτον μικρᾶς ἀξίας;» Ἐπειδὴ ὁ κ. Ὑπουργὸς ὑπεσχέθη, ὅτι θὰ φροντίσῃ περὶ τοῦ ζητήματος τούτου, παρακαλῶ αὐτὸν, ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, ὅπερ ἔχει ὑποβεβλημένον, νὰ περιλάβῃ διάταξιν, ὁρίζουσαν τὴν ἀκύρωσιν ἁπασῶν τῶν καταμετρήσεων, νὰ λεχθῇ δ’ ἐν τῷ νόμῳ, ὅτι ἐν τῷ μέλλοντι αἱ καταμετρήσεις γενήσονται πραγματικαί, ὄχι εἰκονικαὶ καὶ κατὰ τὴν ἑκάστοτε διάθεσιν τοῦ γεωμέτρου. Ταῦτα εἶχον νὰ εἴπω περὶ τῆς μιᾶς τῶν ὑποθέσεων, δι’ ἃς ἀνῆλθον τὸ βῆμα. Ἡ ἑτέρα ὑπόθεσις ἀνάγεται εἰς τὰ τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων, εἰς τὰ τῶν πινάκων τῶν προσκομισθέντων ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν περὶ τῶν ταχυδρομικῶν εἰσπράξεων καὶ δαπανῶν, ἰδίως τῶν εἰσπράξεων. Οἱ πίνακες οὗτοι εἶναι ἀληθῶς λεπτομερεῖς, καὶ εὐχαριστῶ ἐπὶ τῇ καταρτίσει αὐτῶν· ἀλλ’ ἐπειδὴ ἐβράδυνεν ἡ κατάρτισις αὐτῶν, εἶχον ἐγὼ ἀσχοληθῆ περὶ τὴν σύνταξιν πίνακος ἐκ τῶν ὑπαρχόντων στοιχείων, καὶ ἐκ τῆς ἀντιπαραβολῆς τῶν πινάκων, οὓς συνέταξα, πρὸς τοὺς προσαχθέντας, ἰδίως δὲ ἐκ τῆς ἀντιπαραβολῆς τῶν προσαχθέντων πινάκων πρὸς πίνακας παλαιοὺς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, ἐπείσθην, ὅτι οἱ ἀριθμοὶ δὲν συμφωνοῦσιν ἐν παντί. Δὲν θὰ ἐπικαλεσθῶ τοὺς ἰδικούς μου πίνακας, ἀλλὰ θὰ προκαλέσω τὴν προσοχὴν τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν πινάκων, οὓς αὐτὴ ἡ ὑπηρεσία συνέταξεν. Ὁ πίναξ τοῦ 1901 περιλαμβάνει ποσά, ἅτινα παραβάλλων πρὸς τὰ ποσὰ τὰ ἐν τῇ προσωρινῇ καταστάσει τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων τοῦ Κράτους τοῦ ἔτους 1901, δὲν εὑρίσκω αὐτὰ συμφωνοῦντα. Ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς λάβῃ εἰς χεῖρας τὸν πίνακα καὶ τὴν προσωρινὴν κατάστασιν, θέλει ἰδεῖ, ὅτι τὰ μὲν ποσὰ τὰ ἀναγγεγραμμένα ἐν τῇ καταστάσει ἐν τῷ κεφαλαίῳ Δʹ, ἄρθρ. 1, 2, 3, 4 καὶ 5, εἶναι ἀκριβῶς ἐκεῖνα, ἅτινα ἀναγράφονται καὶ εἰς τὸν πίνακα, ὃν κατέθηκεν. Ἐπὶ τοῦ ἑπομένου ἄρθρου 6, «ἀντίτιμον ἐνσήμων δελτίων ἐσωτερικῶν ταχυδρομικῶν δεμάτων», ἡ προσωρινὴ κατάστασις περιλαμβάνει δραχ. 48,898.18, ὁ δὲ πίναξ δρ. 44,911.80. Ὑπάρχει διαφορὰ δραχ. 3,986.38 ἐπὶ πλέον.
§16Φ. ΝΕΓΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Δὲν εἶναι πλήρης ἡ κατάστασις· δὲν περιέχει ὅλας τὰς εἰσπράξεις.
§17Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν εἶναι δυνατόν. Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε.
§18ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τὸ πρῶτον τοῦτο ποσὸν εἶναι ἀσήμαντον· ἀλλὰ κατωτέρω εὑρίσκομεν ποσὸν σημαντικώτερον. Ἔρχεται τὸ ἄρθρον 8: «ἀντίτιμον πωλουμένου γραμματοσήμου μεταλλικῆς ἀξίας ἐξωτερικῶν ταχυδρομικῶν δεμάτων δραχ. 20,937»· ἐδῶ δὲ ἔχομεν 16,000. Ἔρχεται ἔπειτα τὸ ἄρθρον 9: «ἀντίτιμον διαφορᾶς τελῶν ἐκ διαμειβομένων μετὰ ἐξωτερικοῦ δεμάτων εἰς χρυσόν»· ἐν τῇ προσωρινῇ καταστάσει δρ. 6,150· ἐδῶ δέ, ἐν τῷ πίνακι, δὲν ὑπάρχει παντελῶς...
§19Φ. ΝΕΓΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Τὰ ἔσοδα ἐκ τῶν ταχυδρομείων καὶ τηλεγράφων δὲν εἰσάγονται πάντοτε ἐγκαίρως, ὥστε νὰ περιληφθῶσιν ἅπαντα εἰς τὴν ἀντίστοιχον κατάστασιν τὴν ταμιακήν. Καὶ ἐν παραδείγματι, ἡ κατάστασις τοῦ προηγουμένου ἔτους, τοῦ μηνὸς Δεκεμβρίου, παραβαλλομένη πρὸς τὴν κατάστασιν τῆς αὐτῆς χρήσεως, ἀλλὰ τοῦ μηνὸς Ἰανουαρίου, Φεβρουαρίου καὶ Μαρτίου, παρουσιάζει διαφοράς. Ἠναγκάσθην οὕτω, διὰ νὰ μὴ σᾶς δώσω καταστάσεις, αἱ ὁποῖαι ἤθελον μεταβληθῆ μετ’ ὀλίγον, νὰ ἀποταθῶ εἰς τὸν κύριον Διευθυντὴν τῶν ταχυδρομείων καὶ τηλεγράφων, ὅπως ἔχω τὴν ὁριστικὴν κατάστασιν, καὶ ἡ κατάστασις, τὴν ὁποίαν σᾶς παρουσιάζω, εἶναι ἡ κατάστασις τῆς Διευθύνσεως, ἐνῷ ἡ κατάστασις, τὴν ὁποίαν ἀναγινώσκετε, τοῦ μηνὸς Δεκεμβρίου, εἶναι ἡ ταμιακή, ἡ ὁποία εἶναι φυσικῶς ἐλλιπής, καὶ θὰ συμπληρωθῇ κατὰ τοὺς ἑπομένους μῆνας.
§20ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Περιέμενον τὴν ἀπάντησιν ταύτην καὶ βεβαίως τὴν βάσιν αὐτῆς νομίζω ἀκριβῆ, ἀλλὰ μοὶ φαίνεται παράδοξον, ὅτι, ὡς πρὸς τὰ τηλεγραφικὰ τέλη, ἡ μὲν ταμιακὴ κατάστασις περιλαμβάνει 722,000 δραχμὰς, ἡ δὲ τῆς Διευθύνσεως τῶν ταχυδρομείων καὶ τηλεγράφων δραχ. 1,026,000. Εἶναι διαφορὰ 300,000 περίπου δραχμῶν.
§21Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Ἡ κατάστασις τοῦ Δεκεμβρίου παρουσιάζει τὰς εἰσπράξεις τῆς ἐσωτερικῆς ὑπηρεσίας τῶν τηλεγράφων, ὡς δὲ γνωρίζετε, ἔχομεν εἰσπράξεις καὶ ἐκ τῶν ἐξωτερικῶν τηλεγραφημάτων, ἀλλὰ ταύτας δὲν δυνάμεθα νὰ εἰσαγάγωμεν εἰς τὸ ταμεῖον ἡμῶν ὁριστικῶς, εἰμὴ ὅταν καταρτισθῇ ὁ λογαριασμὸς μετὰ τῶν ξένων ἑταιρειῶν.
§22ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Αὐταὶ εἶναι εἰς χρυσόν.
§23Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Μετατρέπονται εἰς δραχμὰς μετὰ τὸν καταρτισμὸν τοῦ εἰρημένου λογαριασμοῦ.
§24ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Λοιπὸν ἡ κατάστασις, τὴν ὁποίαν μᾶς ἔδωκεν ἡ Διεύθυνσις τῶν ταχυδρομείων, ἀκριβῶς περιλαμβάνει καὶ αὐτά.
§25Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Μάλιστα· τὰ περισσεύματα τοῦ Δημοσίου.
§26ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐπραγματοποιήθησαν κατὰ τὸ 1901 δρ. 1,026,000· ἐξ αὐτῶν πληρώνονται μόνον 500,000, τὸ λοιπὸν μένει ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου. Ἀλλ’ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει παρατηρῶ, ὅτι εἶναι περίεργον, ὅτι ἀκριβῶς τοῦτο τὸ ποσὸν δὲν ἐδημοσιεύθη προηγουμένως εἰς τὴν στήλην τὴν ἐμπεριέχουσαν τὸν χρυσόν, καὶ ἀνήχθη ἔπειτα εἰς δραχμὰς, ἀλλὰ συνεχωνεύθη ἐν τῇ στήλῃ τῇ περιλαμβανούσῃ δραχμάς.
§27Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Εἶναι μία λεπτομέρεια, εἰς τὴν ὁποίαν ὁμολογῶ ὅτι δὲν ἔδωκα προσοχήν.
§28ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Πρέπει νὰ γνωρίζωμεν, πόσα εἰσεπράχθησαν εἰς χρυσὸν, καὶ ἐπὶ τίνι ποσοστῷ μετετράπησαν εἰς δραχμάς. Θέλω παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ μελετήσῃ τὸ ζήτημα τοῦτο καὶ δώσῃ τὰς προσηκούσας ἐξηγήσεις.
§29Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε, δύο λέξεις.
§30ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ δεξιῶν). Δὲν δυνάμεθα νὰ εἰσέλθωμεν εἰς ἑτέραν συζήτησιν.
§31ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι ἐκκρεμὴς, κύριε Βουλευτὰ, ἡ ἄλλη συζήτησις.
§32Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δύο λέξεις, κύριε Πρόεδρε, ἐπεθύμουν νὰ προσθέσω ἐπὶ τοῦ ζητήματος, ἐφ’ οὗ ὡμίλησεν ὁ ἀξιότιμος προαγορεύσας. Αἱ ἀντιφάσεις, αἱ ὁποῖαι παρουσιάζονται εἰς τὸ 1901, παρουσιάζονται ἐπίσης καὶ εἰς τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἔδωκε διὰ τὸ 1898, 1899 καὶ 1900. Εἰς τοὺς ἀπολογισμοὺς τῶν εἰσπραχθέντων τῶν ἐτῶν 1898, 1899 καὶ 1900, οἱ ὁποῖοι φυσικῶς περιλαμβάνουσι τὸ ποσὸν τὸ εἰσπραχθὲν ἐκ τῶν τηλεγραφικῶν καὶ ταχυδρομικῶν τελῶν, παρουσιάζονται ἀνάλογοι, ἂν ὄχι καὶ ἀνώτεραι, διαφοραὶ μεταξὺ τῶν ἀναγραφομένων ὡς εἰσπραχθέντων παρὰ τοῦ Δημοσίου ἐκ τηλεγραφικῶν καὶ ταχυδρομικῶν τελῶν καὶ τῶν ἀναγραφομένων εἰς τὴν κατάστασιν, τὴν ὁποίαν ὁ κ. Ὑπουργὸς ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλὴν· παρουσιάζονται διαφοραὶ 300,000 καὶ 400,000 δραχμῶν. Δὲν πρόκειται νὰ συζητήσωμεν. Ἐφιστῶ μόνον τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, διότι εἰς προσεχῆ συνεδρίασιν θ’ ἀναπτύξω περισσότερον τὸ θέμα.
§33ΑΡ. ΑΝΑΓΝΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸν λόγον, κ. Πρόεδρε.
§34ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εἶναι δυνατόν. Τὸν λόγον ἔχει ὁ κύριος Λιμπρίτης ἐπὶ τοῦ ἐκκρεμοῦς ζητήματος.
§35Α. ΡΙΚΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ζητῶ καὶ ἐγὼ τὸν λόγον.
§36ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κατόπιν. Ὁρίστε, κύριε Λιμπρίτη.
§37Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Εἶχον ζητήσει τὸν λόγον, κύριοι Βουλευταί, εὐθὺς μετὰ τὸν ἀξιότιμον ἐκ Ζακύνθου Βουλευτήν, ὃν διεδέχθη ἐπὶ τοῦ βήματος ὁ σεβαστὸς ἡγέτης τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ὁ ἐκ Γόρτυνος Βουλευτής. Λαμβάνω ὅθεν τὸν λόγον σήμερον μετὰ δύο ἀγορεύσαντας εὐφραδῶς καὶ πεφωτισμένως, ἑκατέρου τῶν ῥητόρων πραγματευθέντος θέμα, οὗτινός εἰσι τελείως κάτοχοι, καθόσον ὁ μὲν ἐκ Ζακύνθου Βουλευτὴς διεχειρίσθη τὰ ἀφορῶντα τὴν Ἐθνικὴν Ἑταιρείαν, ἧς πρωτουργὸν ὄργανον ὑπῆρξε, καὶ ἑπομένως ἁρμόδιος, ὡς οὐδεὶς ἄλλος, νὰ ἀναλάβῃ τὴν ἀπολογίαν ταύτης. Ἦλθεν ἐνταῦθα κομίζων, ὡς ἐπίστευε, στοιχεῖα ἀναμφισβήτητα, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὁποίων ἐλάλησε. Διεδέχθη αὐτὸν ὁ κ. ἐκ Γόρτυνος Βουλευτής, ὅστις βεβαίως διεχειρίσθη τὸ θέμα, ἐξετάσας τὰ κατ’ ἐκεῖνον τὸν χρόνον συμβάντα, κατέχων ἔγγραφα μεγίστης σπουδαιότητος· ἐλάλησε δὲ κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε προσείλκυσε τὴν ἡμετέραν προσοχὴν εἰς βαθμὸν τοιοῦτον, ὥστε αἰσθάνομαι πληρέστατα τὸ ἔδαφος κλονιζόμενον ὑπὸ τοὺς πόδας μου, λαμβάνων τὸν λόγον ταύτην τὴν στιγμήν· πράττω δὲ τοῦτο, μόνον ἵνα ἐκπληρώσω τὸ καθῆκόν μου, καὶ μὴ θεωρηθῶ ὡς λιποτάκτης τοῦ λόγου, ὃν ἐζήτησα. Διὰ τοῦτο δι’ ὀλίγων λέξεων θέλω σᾶς εἴπει τὸ πνεῦμα, ὅπερ ἐκράτει ἐν ἐμοί, ὅτε ἐζήτησα αὐτόν. Ἐξεταστικαὶ τῶν πραγμάτων ἐπιτροπαὶ ἐξελέγησαν δύο διαδοχικῶς καὶ εἰς δύο διαφόρους βουλευτικὰς Περιόδους. Εἶναι ἀπαραίτητον νὰ ἐξετάσωμεν, ποῖον πνεῦμα ἐκράτει παρὰ τοῖς Βουλευταῖς τῆς Περιόδου ἐκείνης, οἵτινες προέβησαν εἰς τὴν ἐκλογὴν ἐπιτροπῆς ἐξεταστικῆς τῶν πραγμάτων, καὶ νὰ ἴδωμεν, ἐὰν τὸ αὐτὸ πνεῦμα κρατεῖ καὶ παρὰ τῇ Βουλῇ τῆς παρούσης Περιόδου, ἥτις ἐπίσης ἐξέλεξεν ἑτέραν ἐπιτροπὴν τῶν πραγμάτων ἐξεταστικήν. Ἡ Βουλὴ ἐκείνη, ἡ τοῦ 1895, ἐξελέγη κατόπιν θυέλλης οἰκονομικῆς, ἥτις καὶ τὴν πίστιν τοῦ Κράτους εἶχε παρασύρει, καὶ τὰς οἰκονομίας τῶν εὐεργετικῶν ἱδρυμάτων καὶ τῶν ἰδιωτῶν κατασυνέτριψε, καὶ κατέρριψεν ὅ,τι ἂν ἀπὸ μακροῦ χρόνου δι’ ἀόκνου ἐργασίας καὶ οἰκονομίας εἶχον ἀποταμιεύσει. Δὲν ἦτο δυνατὸν λοιπὸν ἡ Βουλὴ ἐκείνη, ἐρχομένη ἐνταῦθα καὶ ἀντιπροσωπεύουσα γνησίως τὸ πνεῦμα τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, τὸ πνεῦμα τὸ συντηρητικὸν τῆς περισυλλογῆς, νὰ ἔχῃ ἄλλην γνώμην ἢ τίνι τρόπῳ ἤθελον ἐπανορθωθῇ τὰ τοῦ Κράτους, τίνι τρόπῳ ὁ λαὸς ἤθελεν ἀνακουφισθῆ ἀπὸ τῆς βαρείας φορολογίας. Καὶ δυστυχῶς, πρέπει νὰ τὸ εἴπωμεν, βάρη φορολογικά, ἐπιβαλλόμενα καθ’ ἑκάστην, δάνεια ἐπὶ δανείων συναπτόμενα, κατ’ οὐδὲν ἠδυνήθησαν νὰ συντελέσωσιν εἰς βελτίωσιν τῶν τῆς χώρας. Εἰς δισεκατομμύριον δύναται νὰ ὑπολογισθῇ τὸ ποσὸν, ὅπερ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς, εἴτε διὰ δανείων, εἴτε διὰ φορολογίας, ἐπιβαρυνούσης μᾶλλον καὶ μᾶλλον αὐτὸν, προσήνεγκεν εἰς τὸ Κράτος. Μετὰ τοιοῦτον πνεῦμα, ὅπερ ἐκράτει παρὰ τῷ λαῷ, μετὰ τὴν ἐντολὴν, ἣν ἐλάμβανον οἱ Βουλευταὶ οἱ ἀντιπροσωπεύοντες αὐτὸν κατὰ τὴν Περίοδον ἐκείνην, εἴπατέ μοι, σᾶς παρακαλῶ, πῶς ἄλλως ἠδύνατο νὰ ἑρμηνευθῇ ἡ ἐντολὴ, ἣν ἡ Βουλὴ ἔδιδεν εἰς τὴν ἐξεταστικὴν ἐκείνην ἐπιτροπὴν, παρὰ μόνον ὡς ἐντολὴ νὰ διαφωτισθῇ, πῶς καὶ διατὶ ἐκ τοῦ προγράμματος ἐκείνου, ὅπερ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἐπέβαλεν εἰς τοὺς ἀντιπροσώπους του, καὶ ὅπερ οἱ ἀντιπρόσωποι αὐτοῦ ἐζήτησαν νὰ ἐφαρμόσῃ ὁ ἡγούμενος τῆς πλειονοψηφίας, πῶς ἐξήλθομεν ἀπομακρυνθέντες ἐκείνου; Ἦτο ὑποχρέωσις τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ νὰ ζητήσῃ τὸν λόγον, ἦτο καθῆκον τῶν Βουλευτῶν ν’ ἀνταποκριθῶσιν εἰς τὴν ἀπαίτησιν ταύτην τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Οὕτω συγκροτηθείσης τῆς ἐξεταστικῆς ἐκείνης τῶν πραγμάτων ἐπιτροπῆς, ἑπόμενον ἦτο, ὅτι αὕτη ἤθελε κυρίως προσπαθήσει νὰ συγκεντρώσῃ τὰ στοιχεῖα, δι’ ὧν καὶ ἐκείνη πειθομένη, καὶ εἰς τὴν Βουλὴν εἰσηγουμένη τὸ πόρισμα τῆς ἐργασίας αὐτῆς, ἤθελε παράσχει βάσιν συζητήσεως, ἧς συμπέρασμα ἤθελεν εἶσθαι οὐ μόνον ἡ κατανομὴ τῶν εὐθυνῶν, οὐ μόνον ἡ ἀνεύρεσις τῶν ἐνόχων, ἀλλὰ συνάμα καὶ τὰ μέτρα, δι’ ὧν θὰ ἠδύνατο τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος ν’ ἀνταποκριθῇ εἰς τὰς ὑποχρεώσεις, αἵτινες ἐπεβάλλοντο αὐτῷ, ἵνα συνεχίσῃ τὴν οὕτως ἀποτόμως διακοπεῖσαν σώφρονα πολιτικὴν τῆς περισυλλογῆς μετὰ τὴν ἐπιδείνωσιν, ἣν ἐπέφερεν ὁ πόλεμος εἰς τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν τῆς χώρας. Ἀπὸ τοῦ 1896, πάντες ἐνθυμεῖσθε, κύριοι Βουλευταί, ὅτι τὸ θέμα, ὅπερ ἀπασχολεῖ ἡμᾶς, ἀπησχόλει τὸ Κοινοβούλιον. Τί ἆρά γε εἶχεν ἀναγκάσει τὸ Κοινοβούλιον νὰ εἰσέλθῃ ἐν τῇ ὁδῷ ταύτῃ τῶν συζητήσεων; Τῆς Κρήτης τὰ ἀλλεπάλληλα ἐπαναστατικὰ κινήματα δὲν ἦσάν τι νέον διὰ τὴν Ἑλλάδα. Ἀπὸ παλαιοτάτων χρόνων αἱ ἐξεγέρσεις τοῦ Κρητικοῦ λαοῦ συνετάρασσον τὴν Τουρκικὴν Αὐτοκρατορίαν καὶ τὴν Εὐρώπην. Κατὰ τὴν ἐξέγερσιν τοῦ 1866 ὁ Κρητικὸς λαὸς εἶχε προσεγγίσει εἰς ἀνεκτὴν λύσιν τοῦ ζητήματος, προσφερθείσης αὐτῷ πλήρους αὐτονομίας, ὁ δὲ Ἀαλῆ πασσᾶς, ὁ Μέγας Βεζύρης τῆς Ὀθωμανικῆς Αὐτοκρατορίας, δὲν ἀπώκνησε νὰ κατέλθῃ αὐτοπροσώπως εἰς τὴν Κρήτην, καὶ νὰ προσενέγκῃ εἰς τοὺς Κρῆτας τὴν αὐτονομίαν· ἀλλ’ ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἔκρινεν, ὅτι ἠδύνατο ἀκόμη νὰ ἐλπίζῃ ἐπὶ τῆς ἑνώσεως, καὶ ἀπέστειλεν οὓς ἀπέστειλε, παραγγέλλουσα εἰς τὸν Κρητικὸν λαὸν νὰ ἐμμείνῃ μαχόμενος ἐν τῇ σημαίᾳ τῆς ἑνώσεως, ὁ δὲ φιλόπατρις Κρητικὸς λαός, καίτοι εἶχον 14 μῆνες παρέλθει, ἀφ’ ἧς εὑρίσκετο ἐν ἐπαναστάσει, δὲν ἐδίστασε νὰ ἀκούσῃ τὴν φωνὴν τῆς μητρὸς Ἑλλάδος, ἐμμείνας μαχόμενος ὑπὲρ τῆς ἑνώσεως, καὶ ὁ Μέγας Βεζύρης τῆς Πύλης ἄπρακτος ἀπῆλθεν ἐκ Κρήτης, καίτοι ἕνα μόνον εἶχε θέσει περιορισμὸν, ὅτι πάσας τὰς αἰτήσεις τῶν Κρητῶν θέλει ἀποδεχθῆ, πλὴν τῆς ἑνώσεως. Ἡ Κρήτη ἐξηκολούθησεν αἱματοκυλιομένη καὶ πάλιν ἀπὸ τοῦ Σεπτεμβρίου τοῦ 1867 μέχρι τοῦ Ἰανουαρίου τοῦ 1869. Ὁ ἀγὼν ἐπεράνθη διὰ τῆς πλήρους ἐξαντλήσεως τοῦ Κρητικοῦ λαοῦ ὑπὸ τῶν δεινῶν τοῦ πολέμου, τῆς πείνης καὶ τῶν νόσων, μὲ ἑκατόμβας νέων μαρτύρων ὑπὲρ τῆς ἐθνικῆς ἰδέας, μὲ τὰς οἰκογενείας διεσκορπισμένας εἰς τὰ πέρατα τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου! Ἡ νῆσος ἦτο, σχεδὸν εἰπεῖν, ἔρημος ἀνθρώπων, αἱ οἰκίαι εἶχον ἀποτεφρωθῆ, ἡ γῆ αὐτῆς ἐγκαταλελειμμένη, μὲ παραγωγὴν διὰ πολὺν χρόνον κατεστραμμένην, ἀνίκανος νὰ διαθρέψῃ τὰ τέκνα αὐτῆς! Τοιαύτην εἰκόνα παρίστα, ὅτε καὶ πάλιν ἔκυψεν ὑπὸ τὸν βαρὺν ζυγὸν, ἄνευ οὐδεμιᾶς βελτιώσεως, ἄνευ οὐδεμιᾶς ἀνακουφίσεως ἀπὸ τῆς βαρείας καὶ τυραννικῆς διοικήσεως τῆς Πύλης. Πῶς, Κύριοι, συνέβη τοῦτο; Πρέπει νὰ ὦμεν εἰλικρινεῖς. Ἡ ἱστορία θὰ λαλήσῃ μίαν ἡμέραν. Τῆς φρικτῆς καταστροφῆς, ἧς εἰκόνα ἔδωκα ὑμῖν, καὶ ἥτις οὐδὲν ἔχει τὸ ὑπερβολικόν, ἀφορμὴ εἶναι, ὅτι οἱ Κρῆτες ἐνστερνισθέντες ἠκολούθησαν τὰς παραγγελίας τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, ἀπέρριψαν δὲ τὰς προσφορὰς τοῦ Μεγάλου Βεζύρου. Τίς δύναται νὰ ἀρνηθῇ τοῦτο; Βεβαίως οὔτε ἱστορικοῦ δικαίωμα ἀντιποιοῦμαι, οὔτε διπλωμάτου, ἀλλ’ ὅ,τι λέγω εἶναι ἀναμφισβήτητον, καὶ τὰ πράγματα ἀφ’ ἑαυτῶν λαλοῦσιν, ὅτι ἡ Κρήτη, συμμορφωθεῖσα, ὡς ἔδει νὰ πράξῃ, πρὸς τὰς συμβουλὰς τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, ἀπώλεσε πάσας τὰς ἐλπίδας, ἃς εἶχε περὶ βελτιώσεως. Κατὰ τὸ 1878, ἐποχὴν τοῦ Ρωσσοτουρκικοῦ πολέμου, ἡ Κρήτη, καὶ πάλιν δράξασα τὰ ὅπλα, ἐπέτυχε τὴν ἀπονομὴν δικαιωμάτων αὐτονομίας, καὶ μετὰ μακρὰς διαπραγματεύσεις κατέληξεν εἰς τὴν σύμβασιν τῆς Χαλέπας ἥτις ἐθεωρήθη ἔκτοτε ὡς ὁ πολιτικὸς χάρτης τῆς Κρήτης. Ὁ χάρτης οὗτος ὑπῆρξεν ἐπαρκὴς, ἵνα ἴδῃ ἑαυτὴν βελτιουμένην, ἀναλαμβάνουσαν ἐκ τῶν δεινῶν τοῦ παρελθόντος, ἵνα ἴδῃ τὰ τέκνα αὐτῆς προαγόμενα ἐν ἐπιστήμαις καὶ μορφώσει. Διότι δὲν σᾶς ἀποκρύπτω, Κύριοι, ὅτι κατὰ τὸ 1866, ὅτε καὶ ἐγὼ εἶχον τὴν τιμὴν νὰ εὑρεθῶ εἰς τὸ πλευρὸν τῶν ἀγωνιζομένων Κρητῶν, ἡ Κρήτη εἶχε σπάνιν ἀνδρῶν λογίων, δὲν εἶχε δὲ εἰς τὰς Συνελεύσεις της, εἰμὴ ἀνθρώπους ἐμπνεομένους ὑπὸ πατριωτισμοῦ ἀμέτρου καὶ ὑπὸ τῆς πείρας καὶ τῆς διδασκαλίας τοῦ παρελθόντος, ἀλλὰ βεβαίως οὔτε τοῦ λόγου χειριστὰς εἶχεν, οὔτε τοῦ καλάμου. Μόλις δύο ἢ τρεῖς λόγιοι, δύο ἢ τρεῖς διπλωματοῦχοι εὑρίσκοντο μεταξὺ τῶν ἀγωνιζομένων τότε Κρητῶν. Εἶδον λοιπὸν ἑαυτοὺς βελτιουμένους ἀφ’ ἧς στιγμῆς ὁ χάρτης καὶ ἡ σύμβασις τῆς Χαλέπας παρέσχεν αὐτοῖς τὴν εὐκαιρίαν, καὶ διὰ τοῦτο σήμερον ἐν Κρήτῃ οἱ λόγιοί εἰσιν ἐν ἐπαρκεῖ ἀναλογίᾳ πρὸς τὸν πληθυσμὸν τῆς χώρας, καὶ ἡ μόρφωσις τοῦ λαοῦ ἀξιοζήλευτος. Εὐχάριστον φαινόμενον, Κύριοι, κατ’ ἐμὲ, καὶ ὁμολογῶ, ὅτι δὲν ἐννοῶ ἐκείνους, οἵτινες λησμονοῦσιν, ὅτι, ἵνα ἡ Ἑλλὰς διασώσῃ τὰ ἐπὶ τῶν δούλων χωρῶν δικαιώματά της, ἀνάγκη ἀπαραίτητος εἶναι νὰ μὴ ἐξαντλῆται ἀφρόνως ὁ Ἑλληνικὸς πληθυσμὸς τῶν χωρῶν ἐκείνων καὶ μὴ καθίστανται αὗται εὐχερὲς θήραμα εἰς τοὺς συνοίκους ἀλλοφύλους λαούς. Ἐὰν, Κύριοι, — ἐπιτρέψατέ μοι τὴν παρέκβασιν — ἡ Μακεδονία καὶ ἡ Θρᾴκη ἐπελαμβάνοντο ἀγώνων, καθ’ ὃν τρόπον διεξήγαγεν αὐτοὺς ἡ Κρήτη ἐπανειλημμένως, ἐὰν ἤθελεν ἐρημωθῆ ἡ Θρᾴκη καὶ ἡ Μακεδονία, καθ’ ὃν τρόπον ἠρημώθη, ἔστω καὶ προσκαίρως, ἡ Κρήτη, τίς δύναται ν’ ἀμφισβητήσῃ, ὅτι τὰ γείτονα φῦλα ἤθελον ἐπιδράμει καὶ καταλάβει τὴν χώραν, καὶ ἤθελον ἐγκαταστῆ ἐν αὐτῇ ὡς ἐπήλυδες, ἐνῷ ἡμεῖς θὰ ἐβλέπομεν ἐλαττούμενον τὸ Ἑλληνικὸν στοιχεῖον ἐν ταῖς ἑλληνικωτάταις ἐκείναις χώραις; Τίς ἐξ ὑμῶν δὲν ἐνθυμεῖται, ὁποίας σφοδρᾶς βλάβης ἐγένετο πρόξενος ἡ ἐν Κρήτῃ λαβοῦσα χώραν ἐξέγερσις κατὰ τὸ 1889, ἐξέγερσις ἀφορμὴν ἔχουσα κομματικὰς διαμάχας, καὶ ἧς ἐπωφεληθεῖσα ἡ Ὑψηλὴ Πύλη κατήργησε τὰς πολιτικὰς τῆς χώρας προνομίας; Ἰδοὺ διατὶ καὶ τότε καὶ κατὰ τὸ 1896 ἤμην περιεσκεμμένος ἐπὶ πάσης πράξεως δυναμένης νὰ ἐκθέσῃ τοὺς δούλους Ἕλληνας εἰς ἀγῶνας ἀσκόπους καὶ ἀγόνους. Καὶ ὅτε κατὰ τὸ 1896 μερίς τις τῶν Κρητῶν ἐθεώρησεν, ὅτι ἠδύνατο νὰ ἐπιδιώξῃ ἡ Κρήτη τὴν ἀνάκτησιν τῶν δικαιωμάτων, ἅτινα ἀπώλεσε κατὰ τὸ 1889, ἔκρινα ὅτι τοῦτο ἔδει νὰ γείνῃ ὅσον οἷόν τε ἀπαλώτερον καὶ μετριώτερον, οὕτως ὥστε διὰ μικροτέρων θυσιῶν νὰ ἐπιτύχωμεν τοῦ ἐπιδιωκομένου σκοποῦ. Διεξήχθη λοιπὸν τότε ἀγὼν, μικρὸς μὲν καὶ σύντομος, ἀλλ’ ἐπιτυχὴς, ἐπίσης δοξάσας τὰ πεφημισμένα Κρητικὰ ὅπλα. Κατ’ Αὔγουστον τοῦ ἔτους ἐκείνου ἐβλέπομεν καταλῆξαν τὸ ζήτημα εἰς λύσιν, ἥτις, ἐὰν δὲν ἦτο ἡ ἱκανοποίησις τῶν ἐθνικῶν πόθων, ἦτο ἡ ἱκανοποίησις καὶ ἡ λύσις τῶν τοπικῶν ζητημάτων, τῶν γεννηθέντων ἐν Κρήτῃ...
§38Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Εἶχε γείνῃ ἀποδεκτὴ ἀπὸ τοὺς Κρῆτας;
§39Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Βεβαίως οἱ ἀντιπρόσωποι τῶν Κρητῶν εἶχον δεχθῆ τὴν λύσιν ταύτην καὶ διὰ ψηφισμάτων αὐτῶν...
§40Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἔχω ἔγγραφον τῆς Συνελεύσεως τῶν Κρητῶν. Ἐὰν μοὶ ἐπιτρέπητε, νὰ τὸ ἀναγνώσω (ἀναγινώσκει): «Ἡ ΑΝΤΙΠΡΟΣΩΠΕΙΑ ΤΟΥ ΚΡΗΤΙΚΟΥ ΛΑΟΥ Βουλὴ Χανίων. Κύριε Γενικὲ Πρόξενε. Ληγούσης σήμερον (τὸν Αὔγουστον) τῆς ἡμετέρας ἐντολῆς διὰ τῆς συνδρομῆς τοῦ νέου Ὀργανισμοῦ, αἰσθανόμεθα τὴν ἀνάγκην ν’ ἀφιερώσωμεν τὴν τελευταίαν πρᾶξιν ἡμῶν, ὡς ἀντιπροσώπων τοῦ Κρητικοῦ λαοῦ, εἰς ἐκτέλεσιν ἱερωτάτου καθήκοντος. Ἡ ἐπιτευχθεῖσα λύσις τοῦ ἡμετέρου ζητήματος δὲν εἶναι βεβαίως ἐκείνη, τὴν ὁποίαν ὠνειρεύθησαν οἱ πατέρες ἡμῶν, καὶ πρὸς ἣν οἱ σύγχρονοι δὲν παύομεν ἀποβλέποντες μετὰ πόθου, εἶναι ὅμως ὁπωσδήποτε ἔντιμος, φέρει δὲ ἡμᾶς, ἐλπίζομεν, ἐγγύτερον τοῦ ἐπιδιωκομένου σκοποῦ. Μαντεύομεν πόσαι δυσκολίαι ἐδέησε νὰ ἐξομαλυνθῶσι, πόσαι ἀντιστάσεις νὰ κατανικηθῶσι, καὶ πόσαι διαδιδόμεναι γνῶμαι νὰ συζευχθῶσι πρὸς ἐπιτυχίαν τοῦ τελικοῦ ἀποτελέσματος. Γνωρίζομεν πόσα τὸ ἐλεύθερον ἔθνος ἐδαπάνησεν ἐκ τοῦ ὑστερήματός του πρὸς ἐνίσχυσιν ἡμῶν ἀγωνιζομένων, καὶ πρὸς περίθαλψιν τῶν εἰς τὸ φιλόξενον ἔδαφος ζητησασῶν ἀσφάλειαν οἰκογενειῶν ἡμῶν, οὐδὲ θὰ λησμονήσωμεν, ὅτι καὶ εἰς κίνδυνον ἐξετέθη τὸ ἔθνος, ὅπως ἐξαγάγῃ ἡμᾶς τοῦ κινδύνου. Πάντα ταῦτα πληροῦσι τὴν καρδίαν ἡμῶν αἰσθημάτων βαθυτάτης εὐγνωμοσύνης πρὸς τὴν Α. Μεγαλειότητα τὸν Βασιλέα καὶ τὴν σεβαστὴν αὐτοῦ Κυβέρνησιν, τῶν ὁποίων εὐαρεστήθητε, κύριε Γενικὲ Πρόξενε, νὰ γίνητε διερμηνεύς. (Ὑπογ.) «Ι. Σφακιανάκης, Χ. Ἀσκούτσης, Ἱερ. Ἱερωνυμάκης, Γ. Γιαννουδοβαρδάκης, Β. Σπυριδάκης, Ἐμμ. Κονιωτάκης, Μ. Γιαμαλάκης, Σ. Θειακάκης, Γ. Παπαδοπετράκης, Ν. Ε. Χατζηδάκης, Ε. Φουντουλάκης, Ε. Παπαγιαννάκης, Ε. Ζωγράφος, Π. Κονδυλάκης, Μ. Κολυβάκης, Γ. Ἀνδρεαδάκης, Α. Σκουλίδης, Σ. Μακράκης, Ν. Δ. Κεφαλογιάννης, Α. Παπαδάκης, Α. Βλατάκης, Θ. Σαουνᾶτσος, Ν. Ε. Γραμματικάκης, Μιχ. Κ. Σφακιανάκης, Γ. Π. Σπανδαγάκης, Β. Τσουρούνης, Ι. Σκουλᾶς, Π. Πολιουδόβαρδος, Δ. Σαριδάκης, Ε. Παπαδάκης, Α. Σήφακας.» Ὁ κ. Πωλογεώργης ἀπουσίαζε τότε ἐν Σύρῳ, καὶ διὰ τοῦτο δὲν ὑπέγραψε.
§41Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Εὐχαριστῶ τὸν σεβαστὸν ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴν δι’ ὅ,τι ἀνέγνωσε, καθόσον, ἐπειδὴ ἔχω τὴν συνήθειαν νὰ μὴ ἔχω μετ’ ἐμοῦ, ὅταν ὁμιλῶ, ἐφόδιον, μοὶ παρέσχε τὴν εὐχαρίστησιν νὰ ἀκούσῃ ἡ Βουλὴ τοῦ ἐγγράφου τούτου, διὰ τοῦ ὁποίου ἡ Συνέλευσις τῶν Κρητῶν ἀπεδέχθη τὴν λύσιν, ἥτις τότε ἐπετεύχθη ὑπὲρ τῆς Κρήτης. Βεβαίως, Κύριοι, ἡ λύσις αὕτη δὲν ἦτο ἐκείνη, ἡ ὁποία ἀποτελεῖ τὸ ἰδανικὸν τοῦ Ἑλληνικοῦ ἔθνους, ἀλλ’ ἦτο λύσις, ἡ ὁποία ἐπέτρεπεν εἰς ἐκείνους μὲν νὰ ζήσωσιν ἐν σχετικῇ ἀνέσει, εἰς ἡμᾶς δὲ, τοὺς ἀποτελοῦντας τὸ ἐλεύθερον Κράτος, ἐπέτρεπε νὰ συνεχίσωμεν ἔργον περισυλλογῆς, νὰ συνεχίσωμεν ἔργον ἀνιδρύσεως οἰκονομικῆς καταστάσεως, δυναμένης νὰ παράσχῃ τὸ ἔδαφος πρὸς ἐκπλήρωσιν τῶν πόθων τοῦ Ἑλληνικοῦ ἔθνους. Τοιαύτη ἦτο κατὰ τὸν Αὔγουστον ἡ λύσις τοῦ ζητήματος αὐτοῦ. Ἐνθυμοῦμαι ὅτι, ἀπαλλαγεὶς μικρῶν φροντίδων, ἃς εἶχον καὶ ἐγὼ ἀναλάβει κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ὑπὲρ τῆς Κρήτης, φροντίδων, αἵτινες μὲ ἔφεραν ἐν ἐπαφῇ καὶ πάλιν μετὰ πολλῶν συμμαχητῶν μου, φίλων μου καὶ συγγενῶν μου, ἐπαφῇ, ἥτις μοὶ παρέσχε τὴν εὐκαιρίαν νὰ ἴδω, ἂν οὐχὶ τὸ ἐσωτερικὸν τῆς Κρήτης, ἀλλὰ τὰ παράλια αὐτῆς· ἀπαλλαγείς, λέγω, ἀπὸ τῶν κόπων ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι βεβαίως δὲν ἦσαν κόποι, οἱ ὁποῖοι δύνανται νὰ περιάψωσιν εἰς ἐμὲ δόξαν, ἀλλὰ πάντως μοὶ παρέσχον τὴν εὐχαρίστησιν νὰ συντρέξω ἐν ἐλαχίστῳ μέτρῳ καὶ ἐγὼ ὑπὲρ τῆς λύσεως τοῦ ζητήματος τούτου, καὶ θέλων νὰ ἀνακουφισθῶ ἀπὸ τῶν κόπων ἐκείνων, ἀπεφάσισα νὰ ἀπέλθω καὶ ἴδω τοὺς ἐν Τυρνάβῳ πολιτικούς μου φίλους, οὓς, ἕνεκα τῶν περιστάσεων ἐκείνων τοῦ Κρητικοῦ ζητήματος, πολὺν καιρὸν εἶχον νὰ ἴδω. Μετέβην ἐκεῖ, καὶ κατ’ ἀνάγκην βεβαίως παρέμεινα καὶ ἐν Λαρίσῃ, πόλει, ἥτις, ὡς γνωρίζετε, λόγῳ τοῦ παρελθόντος αὐτῆς, λόγῳ τῶν ὑπαρχουσῶν ἐκεῖ ἀνωτέρων ἀρχῶν, ἦτο καὶ ἐξακολουθεῖ νὰ ἦναι ἡ πρωτεύουσα πόλις τῆς Θεσσαλίας. Ἐὰν σήμερον ἀπώλεσε τὴν εὐημερίαν, τὴν ὁποίαν εἶχεν ἄλλοτε, ἡ ἱστορία ὅμως ἀφίνει εἰς αὐτὴν τὰ πρωτεῖα. Παρέμεινα λοιπὸν ἐν Λαρίσῃ ὀλίγας ἡμέρας. Ἀλλ’ ὁποῖον θέαμα, Κύριοι, ἐλεεινόν, ὁποῖον θέαμα λυπηρὸν παρουσιάσθη εἰς τὰ ὄμματά μου! Εἶπον, ὅτι ἀπῆλθον εἰς τὴν Θεσσαλίαν, ἵνα ἀνακουφισθῶ ἀπὸ τοὺς κόπους ἐκείνους, οὓς διὰ τὸν ἀγῶνα τῆς Κρήτης κατέβαλον, ἀλλ’ ἐπανῆλθον μὲ μαύρην τὴν ψυχὴν, μὲ τὴν ἀπελπισίαν, ἥτις ἐνεφώλευεν ἐν ἐμοί. Μόλις ἐπανῆλθον ἐκ Θεσσαλίας, προσῆλθον εἰς τὸν τότε Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, τὸν σεβαστὸν ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴν, καὶ παρέδωσα εἰς αὐτὸν σημείωσίν τινα, εἰπὼν πρὸς αὐτόν: «Λάβετε τὴν σημείωσιν ταύτην, κύριε Πρόεδρε, καὶ λάβετε ὑπ’ ὄψιν σας, ὅτι ἡ κατάστασις τοῦ στρατοῦ, τοῦ ἐν Θεσσαλίᾳ, εἶναι πᾶν ἄλλο ἢ κατάστασις στρατοῦ τακτικοῦ· οἱ ἡγούμενοι τοῦ στρατοῦ τούτου, οἱ διευθύνοντες αὐτὸν, εἶναι πάντες συνωμόται κατὰ τῶν καθεστώτων!» Ἔλαβε τὴν σημείωσιν ὁ τότε Πρωθυπουργός, καὶ ἤρχισεν ἀντιγράφων αὐτήν... Παρακαλῶ τὸν σεβαστὸν ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴν, ἐὰν ἡ μνήμη του τὸν βοηθῇ, νὰ ἐνθυμηθῇ τῆς περιστάσεως ταύτης.
§42Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐνθυμοῦμαι κάλλιστα.
§43Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Ἤρχισεν, εἶπον, νὰ τὴν ἀντιγράφῃ. Τότε τῷ εἶπον: «Παρακαλῶ. Ἡ σημείωσίς μου εἶναι γεγραμμένη διὰ τῆς χειρός μου· πέμψατέ την πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ὅπως εἶναι γεγραμμένη, διότι ἐπιθυμῶ, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν καὶ πᾶς τις ἄλλος νὰ γνωρίζῃ, ὅτι ἐγὼ καταγγέλλω τὰς πράξεις τῶν ἀξιωματικῶν τούτων, διότι νομίζω, ὅτι ἐκτελῶ ὑψηλὸν καθῆκον.
§44Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐν τῷ ἀρχείῳ μου φυλάσσεται ἡ ἐπιστολὴ τοῦ μακαρίτου Ἀλεξάνδρου, ταγματάρχου τῶν εὐζώνων, πρὸς ὑμᾶς, φίλε συνάδελφε, τὴν ὁποίαν ὑμεῖς μοὶ ἐνεχειρίσατε, καὶ διὰ τῆς ὁποίας ἀνήγγελλεν εἰς ὑμᾶς, πῶς ἀξιωματικοὶ τοῦ στρατοῦ εἶχον καταβῆ εἰς Τσάγεζι, ἐναύλωσαν πλοῖα καὶ ἐπρομήθευσαν αὐτοῖς τρόφιμα, ἵνα διαπορθμεύσωσιν ὁπλίτας εἰς τὴν τουρκικὴν χώραν.
§45Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Πρέπει νὰ σᾶς εἴπω, Κύριοι, ὅτι, ἀφιχθεὶς εἰς τὴν Λάρισαν, ἔβλεπον τοὺς ἀξιωματικοὺς συνδεομένους οὐχὶ πλέον διὰ τῶν δεσμῶν τῆς πειθαρχίας· οἱ δεσμοὶ δὲ τῆς πειθαρχίας ἔχουν καὶ ἐξωτερίκευσιν· δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ πειθαρχία ἐν τῷ στρατεύματι ἄνευ τῆς ἐξωτερικεύσεως ταύτης, ἄνευ τοῦ σεβασμοῦ πρὸς τοὺς ἀνωτέρους, ἄνευ τῆς ἀποστάσεως, ἥτις χωρίζει τὸν κατώτερον ἀπὸ τὸν ἀνώτερον. Ἡ ἀπόστασις αὕτη εἶχεν ἐξαφανισθῆ· ἐβλέπετε ἀξιωματικοὺς τοῦ ἑλληνικοῦ στρατοῦ συνεδριάζοντας, ὑπὸ τὴν προεδρίαν ἑνὸς λοχαγοῦ, ἐν Συμβουλίῳ, εἰς τὸ ὁποῖον παρεκάθηντο ταγματάρχαι! Διατί; Διότι τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας τὸ ἔργον ἦτο ἄσχετον πρὸς τὴν πειθαρχίαν. Ἐβλέπατε, Κύριοι, ἀξιωματικούς, οἵτινες, λησμονήσαντες, ὅτι καὶ ἕνα μόνον ὅρκον εἶχον δώσει, τὸν ὅρκον τῆς πίστεως εἰς τὴν πατρίδα αὐτῶν, καὶ νὰ χύσωσι τὴν τελευταίαν ῥανίδα τοῦ αἵματός των ὑπὲρ αὐτῆς, ὑποτιμῶντες τὸν ὅρκον αὐτὸν, τὸν ὁποῖον εἶχον δώσει, ἔδωσαν καὶ δεύτερον ὅρκον! Τὸν δεύτερον τοῦτον ὅρκον, τὸν ὁποῖον ἔδωσαν, τὸν ἔδωσαν παίζοντες; Ἐὰν τὸν ἔδωσαν παίζοντες, τόσῳ τὸ χειρότερον δι’ αὐτούς· ἐὰν ὅμως δὲν τὸν ἔδωσαν παίζοντες, τότε τὸν ἔδωσαν πρὸς τὸν σκοπὸν νὰ καταπατήσωσιν ἐκεῖνον, τὸν ὁποῖον ἔδωσαν πρότερον πρὸς τὴν πατρίδα! Σᾶς βεβαιῶ, Κύριοι, — καὶ τὸ λέγω ἀπροκαλύπτως — ὅτι μετὰ τῶν ἀξιωματικῶν ἐκείνων διέκοψα σχεδὸν πᾶσαν σχέσιν, οὐχὶ λόγῳ τῆς ἀτομικότητός των, — διότι πλεῖστοι ἐξ αὐτῶν εἶναι καὶ συνάδελφοί μου καὶ φίλοι μου — ἀλλὰ διότι βαρέως ἔφερον ἐν ἐμοὶ τὴν ἰδέαν, ὅτι οἱ ἀξιωματικοὶ αὐτοὶ προέβησαν εἰς τοιαύτην πρᾶξιν!...
§46Α. ΡΙΚΑΚΗΣ. Ποῖον ὅρκον ἔδωσαν;
§47Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Τὸν ὅρκον τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας.
§48ΡΙΚΑΚΗΣ. Ποῖος ἦτο;
§49ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὤ! ὤ! ὤ!
§50Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Τὸν ἀνέγνωσεν ὁ κύριος Δηλιγιάννης χθές.
§51ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε, παρακαλῶ.
§52Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Εἶναι δημοσιευμένος· ἀναγνώσατέ τον. Λέγω λοιπὸν, Κύριοι, ὅτι ἡ σημείωσίς μου αὕτη ἐδόθη πρὸς τὸν σεβαστὸν ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴν καὶ τότε Πρωθυπουργὸν, ὁ ὁποῖος ἠκολούθησε τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν τοῦ ἔδωκα, καὶ ἔπεμψε ταύτην πρὸς τὸν τότε Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν κ. Ν. Σμόλενιτς. Δυστυχῶς — καὶ ἐπαναλαμβάνω δυστυχῶς — παρενέβη μεταξὺ τῶν ἀποφάσεων τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῶν πληροφοριῶν, τὰς ὁποίας ἔδωκα, ἐν τῷ δικαιώματί του, ὁ τότε ἀρχηγὸς τοῦ ἐν Θεσσαλίᾳ στρατοῦ. Δὲν μέμφομαι οὐδὲ τοῦ τότε Πρωθυπουργοῦ, οὐδὲ τοῦ τότε Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, διότι ἐπείσθησαν εἰς τὸν λόγον τῆς τιμῆς, τὸν ὁποῖον ἔδωκε τηλεγραφικῶς ὁ τότε ἀρχηγὸς καὶ νῦν ἀπόστρατος ὑποστράτηγος κ. Ν. Μακρῆς· ἐπείσθησαν, καὶ οὕτως ἔδει νὰ πράξωσι· διότι ἐγὼ ἤμην πολιτευτὴς, καὶ ὁ πολιτευόμενος θεωρεῖται πάντοτε ὡς κομίζων προτάσεις πρὸς τοὺς κυβερνήτας σκοπούσας τὴν προαγωγὴν τῶν ἰδίων αὐτοῦ πολιτικῶν συμφερόντων, καὶ ἡ ἰδιότης αὕτη ἀνῄρει τὴν πίστιν τῶν λόγων, τοὺς ὁποίους ἀνεκοίνωσα εἰς τὸν τότε Πρωθυπουργὸν, ἔστω καὶ ἂν ἤμην ὀπαδός του· ὁ ἀρχηγὸς ὅμως τοῦ στρατοῦ ἔδωκε τὸν λόγον του πρὸς τὸν τότε Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ὅτι οὐδόλως οἱ ἀξιωματικοὶ ἐκεῖνοι συμμετέσχον εἰς οὐδεμίαν ἐνέργειαν τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας, ὅτι ἐντελῶς αὐτοὶ ἦσαν ἄσχετοι πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Ἑταιρείαν. Ὅτε μοὶ ἀνεκοίνωσε τοῦτο ὁ τότε Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, — διότι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως μοὶ εἶπε: «ζητήσατε τοὺς λόγους τῆς ἀναστολῆς τῆς τοιαύτης μεταθέσεως ἀπὸ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν...» (ἐρωτᾷ τὸν κ. Θ. Π. Δηλιγιάννην). Εἶναι ἀληθές;
§53Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μάλιστα.
§54Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. .. Ὅτε, λέγω, ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν μοὶ ἀνεκοίνωσε τὴν βεβαίωσιν τοῦ κ. Μακρῆ, εἶπον πρὸς αὐτόν: «Βεβαίως ὁ ἀρχηγός σας ταῦτα εἶπεν, ἀλλ’ ὀφείλω νὰ σᾶς προσθέσω, ὅτι δὲν εἶναι μόνον ἀρχηγὸς τοῦ στρατοῦ, ἀλλ’ εἶναι καὶ ἀρχηγὸς τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας!»
§55Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἦτο ὁ Νικόλαος Σμόλεντς;
§56Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Μάλιστα. Ταῦτα λέγων, ὀφείλω νὰ φέρω ἓν συμπέρασμα. Φαντασθῆτε, Κύριοι, ἐξουσίαν, φαντασθῆτε ἀρχὴν, ἠναγκασμένην νὰ δράσῃ, νὰ ἐκτελέσῃ τὰ καθήκοντά της, νὰ προασπίσῃ τὰ συμφέροντα τῆς χώρας, μὲ τοιαύτην κατάστασιν τῶν διαφόρων ὀργάνων αὐτῆς! Διότι βεβαίως οὐδεὶς φαντάζεται, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἐκ τοῦ ἐδωλίου αὐτοῦ δύναται νὰ ὁδηγήσῃ τὰ στρατεύματα τὰ Ἑλληνικὰ εἰς τὴν Θεσσαλονίκην, οὐδεὶς φαντάζεται, ὅτι δύναται νὰ ἐπαναφέρῃ τὴν τάξιν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἐκ τοῦ γραφείου του, ἢ ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐκεῖθεν θὰ ἐπανορθώσῃ μόνος τὰ οἰκονομικὰ τῆς χώρας. Βεβαίως ἔχουσιν ἀνάγκην ὀργάνων, καὶ ἐκλέγουσι τὰ πρόσωπα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα καλοῦνται, ἵνα ἐκτελῶσι τὰς παραγγελία των καὶ προασπίζωσι τὰ συμφέροντα τοῦ τόπου. Ἀλλὰ φαντασθῆτε τοὺς ἀνθρώπους ἐκείνους, τοὺς πρὸς τοῦτο ἐκλεγέντας, ἐπιλήσμονας τῶν ὅρκων των, ἐπιλήσμονας τῶν καθηκόντων, τὰ ὁποῖα ἀνέλαβον, φαντασθῆτε, λέγω, αὐτοὺς οὐδὲν ἄλλο πράττοντας, ἢ μόνον συνωμοτοῦντας κατὰ τοῦ Κράτους! Ἐὰν τοὐλάχιστον εἶχον τὸ θάρρος νὰ ἀποθέσωσι τὰ ἀξιώματα, τὰ ὁποῖα κατεῖχον, καὶ νὰ ῥιφθῶσιν εἰς τὸν ἀγῶνα τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας, οὐδεὶς ἠδύνατο νὰ τοὺς μεμφθῇ· ἀλλὰ καὶ τὰς θέσεις καὶ τὰ ἀξιώματα καὶ τὰ πάντα συνετήρουν! Πῶς σᾶς φαίνεται, Κύριοι, ὅταν εἷς ἐφέτης ἐγκαταλείπῃ τὴν ἕδραν, ὅπου τὸ Ἐφετεῖόν του ἑδρεύει, καὶ μεταβαίνῃ νὰ παρασκευάσῃ στρατιωτικὰ σώματα, ἵνα ἐξέλθωσιν εἰς τὸ τουρκικὸν ἔδαφος; Τίς θ’ ἀναπληρώσῃ αὐτὸν εἰς τὸ Ἐφετεῖον; εἷς ταγματάρχης ἴσως, ἢ εἷς ἀντισυνταγματάρχης· διότι βεβαίως, ἀφοῦ ὁ ἐφέτης αὐτὸς κατέλαβε τὴν θέσιν τῶν ὁδηγούντων τὰ στρατεύματα, τὴν θέσιν αὐτοῦ ἔπρεπεν ἀντιστοίχως νὰ καταλάβῃ εἷς ταγματάρχης ἢ εἷς ἀντισυνταγματάρχης! Καὶ ὅτε φίλος μού τις, νομικὸς σύμβουλος, θρηνῶν διὰ τὴν κατάπτωσιν τοῦ Ἑλληνικοῦ ἔθνους, μοὶ ἔλεγεν, ὅτι εἶναι ἀπηλπισμένος, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀνακύψωμεν ἐκ τῆς ἀτιμίας καὶ τοῦ ὀλέθρου, ἀφῆκα αὐτὸν νὰ τελειώσῃ, καὶ τότε τῷ εἶπον: «φίλε μου, νὰ ἦσαι βέβαιος, ὅτι, καθ’ ἣν στιγμὴν οἱ νομικοὶ σύμβουλοι παύσωσι στρατηγοῦντες, καὶ οἱ στρατηγοὶ βουλευόμενοι, ἡ πατρὶς δύναται νὰ ἐπανέλθῃ εἰς τὴν θέσιν της.» Τοιαῦτα νομίζω, Κύριοι, ὅτι ἔδει νὰ σκεφθῶσιν ἐκεῖνοι, οἵτινες, παραλείποντες τὰ ἑαυτῶν καθήκοντα, ἀντιτάσσοντες εἰς τὰ ἑαυτῶν καθήκοντα τὰ νέα καθήκοντα, τὰ ὁποῖα ἀνέλαβον, κατέστησαν τὴν Κυβέρνησιν ἐκείνην ἀνίκανον νὰ κρατήσῃ τὰς ἡνίας· διότι δὲν δύναται ἡ Κυβέρνησις νὰ διοικῇ ἐκ τῶν ἑδωλίων τῶν Ὑπουργῶν, ἀλλ’ ἔχει ἀνάγκην ὀργάνων· ὅπου δὲ καὶ ἂν ἐστρέφεσθε τότε, δὲν εὑρίσκετε, παρὰ λειτουργοὺς τοῦ Κράτους, οἵτινες εἶχον δώσει τὸν δεύτερον ὅρκον, καὶ οἱ εὐόρκως τὸ ἔργον αὑτῶν ἐκτελοῦντες ἐχάνοντο ἐν τῷ πλήθει τῶν διόρκων. Ἤδη παρακαλῶ ὑμᾶς, κύριοι Βουλευταί, νὰ μὲ παρακολουθήσητε εἰς τὴν ἐπισκόπησιν τῶν πραγμάτων κατὰ τὴν στιγμὴν ἐκείνην, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ Βουλὴ ἔκρινε κατάλληλον νὰ προβῇ εἰς συγκρότησιν ἐξεταστικῆς τῶν πραγμάτων ἐπιτροπῆς. Ἐρευνήσωμεν τὸ παρ’ αὐτῇ κρατοῦν πνεῦμα. Πῶς θέλετε νὰ ἐσκέπτετο ἄλλως ἢ ὅτι, λαβοῦσα παρὰ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ τὴν ἐντολὴν τῆς περισυλλογῆς, τῆς σώφρονος διοικήσεως τῶν οἰκονομικῶν τῆς χώρας, βλέπουσα τὴν Κυβέρνησιν, ἥτις εἰργάζετο πρὸς πραγματοποίησιν τοῦ προγράμματός της, ἐξαναγκασθεῖσαν ν’ ἀπομακρυνθῇ τῆς ἐξουσίας, ἀφοῦ πρότερον εἶδεν ἑαυτὴν ὑποχρεωθεῖσαν νὰ προασπίσῃ τὴν χώραν ἀπὸ τῶν δεινῶν τοῦ πολέμου, ἅτινα ἀνθρωπίνως καθίστατο ἀδύνατον ν’ ἀποτρέψῃ, πῶς ἄλλως, λέγω, ἢ ὅτι ἐπεβάλλετο αὐτῇ νὰ διαφωτίσῃ καὶ ἀνεύρῃ τὰ αἴτια τῆς ἐκτροχιάσεως καὶ τῶν ἀτυχημάτων τοῦ πολέμου; Τοῦτο ἦτο τὸ ἔργον, ὅπερ ἀνετέθη τῇ ἐπιτροπῇ· οὕτως ἀντελήφθημεν, ὡς ἐπιτροπὴ ἐξεταστικὴ τῶν πραγμάτων, τοῦ ἔργου, ὅπερ ἀνέθετο ἡμῖν ἡ Βουλὴ τῆς Περιόδου ἐκείνης· ἐπιληφθέντες δὲ τοῦ καθήκοντος τούτου, βεβαιῶ ὑμᾶς, ὅτι ἐσπεύδομεν καὶ ἐπεθυμοῦμεν νὰ περατωθῇ τὸ ταχύτερον ἡ ἔρευνα αὕτη· ἐπεθυμοῦμεν δὲ τοῦτο, διότι ἐκρίνομεν, ὅτι δὲν ἦσαν μόνον αἱ λεπτομέρειαι, ὧν τὴν διαφώτισιν ἐζήτει παρ’ ἡμῶν ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς, ἀλλὰ συνάμα οὗτος ἤθελεν, ἵνα διὰ τῆς ἐρεύνης ταύτης χαραχθῇ εὐρεῖα ἡ ὁδὸς, ἣν ἐν τῷ μέλλοντι ὤφειλε ν’ ἀκολουθήσῃ, ἵνα μὴ περιέλθῃ καὶ πάλιν εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ θρηνήσῃ δι’ ὅ,τι ἐθρήνει τὴν στιγμὴν ἐκείνην, τὴν μείωσιν τῆς ἀνεξαρτησίας μας, τὴν μείωσιν τοῦ ἐλευθέρου ἐδάφους, τὴν ἀμαύρωσιν τῆς ἱστορίας τοῦ ἔθνους, καὶ νὰ πεισθῇ, ὅτι πᾶσα ἐλπὶς σωτηρίας δὲν ἐξέλιπεν. Ἐσπεύσαμεν λοιπὸν νὰ φθάσωμεν εἰς τὸ πέρας τῶν ἐργασιῶν μας· ἀλλ’ αὐταὶ προσέκοπτον, προσέκοπτον δὲ ποικιλοτρόπως. Καὶ βεβαίως, τίς ἐξ ἡμῶν, συμμετασχὼν Συμβουλίου, ἐπιτροπῆς, σωματείου πολυαρίθμου, δὲν γνωρίζει, πόσον εἶναι δύσκολος ἡ πρόοδος τῶν ἐργασιῶν, καὶ πόσον πρέπει ἕκαστος νὰ ὑποχωρῇ, ἵνα ἐναρμονίως βαίνωσιν εἰς τὴν διαφώτισιν τοῦ ζητήματος, τοῦ ὁποίου προτίθενται τὴν ἐξέτασιν; Ἔγγραφα ἐζητοῦμεν, καὶ ἔγγραφα δὲν ἠδύναντο νὰ μᾶς παρασχεθῶσιν, ὡς ἔκρινε τότε ἡ Κυβέρνησις τῆς χώρας· δὲν ἠδυνάμεθα νὰ ἐπιμείνωμεν εἰς τοῦτο· τὸ ζήτημα ἦτο ἐκκρεμὲς εἰσέτι, ἡ Κυβέρνησις ἐνόμισεν ὅτι δὲν ἠδύναντο νὰ μᾶς παράσχῃ τὰ φῶτα, ἡμεῖς δὲ ἤμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ δεχθῶμεν ὡς ἀκριβὲς τὸ λεγόμενον παρὰ τῆς Κυβερνήσεως. Οὐδ’ ἔρχομαι σήμερον νὰ ἐλέγξω τὴν Κυβέρνησιν ἐκείνην ἐπὶ τούτῳ, διότι εἶναι ζήτημα ἰδιαιτέρας ἐρεύνης, τὴν ὁποίαν δὲν ἔχω τὰ μέσα νὰ διεξαγάγω σήμερον. Ἦτο ἀνάγκη νὰ ἐξετασθῶσι πρόσωπα, καίτοι περὶ τούτου εἶχον ἀτομικὴν γνώμην, ὅτι ἠδύνατο νὰ ἦναι συντομωτέρα ἡ ἐξέλεγξις, ἐξέλεγξις ἡ ὁποία βραδύτερον καθίστατο περιττή, διότι τὸ φῶς διεχέετο πλῆρες. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ ζήτημα τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας, ἐκείνης ἡ ὁποία δὲν ὑπῆρξε παρὰ ἡ ἀφορμὴ τοῦ πολέμου, οὐχὶ ἡ κυρίως αἰτία τοῦ ὀλέθρου, ἥτις ὑπῆρξε τὸ ὄργανον, δι’ οὗ κατωρθώθη νὰ φθάσωσι τὰ πράγματα εἰς σημεῖον μὴ ἐπιτρέπον πλέον τὴν συγκράτησιν αὐτῶν, τὴν Ἐθνικὴν Ἑταιρείαν συνεκρότουν παντοειδεῖς ἄνθρωποι, πάσης τάξεως, παντὸς ἐπαγγέλματος, πάσης ἀποχρώσεως πολιτικῆς. Πάντες οὗτοι ἆρά γε ἐνεφοροῦντο ὑπὸ τῆς ἰδέας νὰ βλάψωσιν; ἐνεφοροῦντο ὑπὸ τοῦ σκοποῦ νὰ ἀνατρέψωσι τὴν Κυβέρνησιν; Ὄχι, βεβαίως ὄχι. Ἄλλως τε τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας ἡ ἵδρυσις ἤρξατο πρὸ ἀκόμη τῆς συγκροτήσεως τῆς Κυβερνήσεως τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Γόρτυνος Βουλευτοῦ· ἀλλὰ καὶ ἂν ὑφίστατο ἡ Ἑταιρεία αὕτη, καὶ ἂν ἐβάδιζεν, ἐβάδιζε κατά τινα τρόπον, ὁ ὁποῖος δὲν ἦτο ἐπικίνδυνος εἰς τὰ συμφέροντα τοῦ τόπου· χρηματικὰς εἰσφορὰς ἴσως ἐσκόπει, βοηθοῦσα τὸν ἔξω Ἑλληνισμόν, δὲν ἐσκόπει ὅμως νὰ ὑποκαταστήσῃ τὴν Κυβέρνησιν· τοὐλάχιστον μέχρι τινὸς καιροῦ δὲν ἔχομεν διδόμενα νὰ πιστεύσωμεν, ὅτι οἱ ἀποτελοῦντες τὴν Ἑταιρείαν ἐκείνην ἐσκόπουν νὰ γείνωσιν ὄχι πλέον κράτος ἐν κράτει, ἀλλὰ νὰ ὑποκαταστήσωσι τελείως τὴν Κυβέρνησιν. Ἀλλ’ ἐπῆλθον τὰ γεγονότα ἐκεῖνα τῆς Κρήτης. Πῶς τὸ ζήτημα τοῦτο ἐξεμεταλλεύθησαν ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι εἶχον συμφέρον νὰ τὸ ἐκμεταλλευθῶσι, περὶ τούτου ἔχω βεβαίως ἀπορίαν. Τοσοῦτον ὁ πατριωτισμὸς κατέλαβεν αὐτοὺς, ἢ τοὺς ἐτύφλωσεν, ὥστε δὲν ἔβλεπον ὅτι ἐνέβαλλον πῦρ εἰς τὴν χώραν; ὅτι ἐγίνοντο ἐμπρησταὶ τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους; ὅτι ἐγίνοντο ὀλετῆρες τοῦ Ἑλληνικοῦ ἔθνους; Καὶ πάντων τούτων τῶν ἀποτελεσμάτων κινοῦν αἴτιον ἦτο μόνον ὁ πατριωτισμὸς; Σᾶς βεβαιῶ, ὅτι, ὅσον καὶ ἂν θέλω νὰ πείσω ἐμαυτόν, ὅτι ὁ πατριωτισμὸς καὶ μόνον ὡδήγει αὐτοὺς εἰς τὴν πορείαν ἐκείνην, ἡ ὁποία εἶχε τοιαῦτα ἀποτελέσματα, δι’ ἐμέ εἶναι δύσκολον νὰ πεισθῶ. Δὲν δύναμαι παρὰ νὰ ἔχω ἀμφιβολίαν, καὶ ἡ ἀμφιβολία μὲ ἄγει εἰς τὴν ἔρευναν, καὶ ἡ ἔρευνα μὲ πείθει, ὅτι δὲν ἦτο ὁ πατριωτισμὸς, ὁ ὁποῖος ὤθει, ἀλλ’ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον συμβαίνει εἰς πάντας, ὅσοι ἐπιθυμοῦσι νὰ ἀνέλθωσιν εἰς τὴν ἐξουσίαν, οἵτινες, αἰσθανόμενοι καὶ πιστεύοντες, ὅτι δύνανται νὰ κυβερνήσωσι τὴν χώραν, ὅτι ἔχουσιν ἰδέας ὑπερτέρας ἐκείνων, αἱ ὁποῖαι κρατοῦσι παρὰ τῇ Κυβερνήσει, σπεύδουσι νὰ καταλάβωσι τὴν ἐξουσίαν. Καὶ πῶς ἠθέλατε, οἱ τοιοῦτοι νὰ ἀφήσωσι τὴν περίστασιν, ἥτις θὰ ἔφερεν αὐτοὺς ταχέως εἰς τὴν ἐξουσίαν; Βεβαίως δὲν σημαίνει τίποτε δι’ αὐτοὺς, ἐὰν, ἐγκαταλείποντες τὴν εὐθεῖαν ὁδὸν, τὴν λεωφόρον, ἀκολουθήσουν τὴν ἀτραπὸν ἐκείνην, ἥτις τοὺς ἄγει εἰς τὴν ἐξουσίαν. Τὴν ἀτραπὸν ταύτην ἠκολούθησαν οἱ Κύριοι αὐτοὶ, καὶ ἡ ἀτραπὸς αὕτη ὡδήγησεν αὐτοὺς εἰς τὴν αἰσχύνην! Θέλετε νὰ ἀκολουθήσω τὴν εἰκόνα; Τὸ θεωρῶ περιττόν. Προβαίνω ἀμέσως εἰς τὴν ἔρευναν τοῦ ζητήματος, ὡς ἐγὼ ἐνόμιζον, ὅτι ἔδει νὰ ἐξετασθῇ διὰ τῆς ἐξεταστικῆς τῶν πραγμάτων ἐπιτροπῆς, ἐκείνης, ἣν συνέστησεν ἡ Βουλή. Σκοπὸς προετίθετο νὰ ἐξετασθῶσι, πόθεν προῆλθον τὰ δυστυχήματα εἰς τὸ Κράτος. Προῆλθον ἆρά γε ἕνεκα ἀβουλίας τῆς τότε Κυβερνήσεως; προῆλθον ἐξ ἀνεπαρκείας τοῦ στρατοῦ; προῆλθον ἐκ προδοσίας; Ὅλα ἐλέχθησαν· δὲν ἔμεινέ τι, τὸ ὁποῖον δὲν ἐλέχθη. Ἡ προδοσία ἀπεδόθη καὶ ἄνω καὶ κάτω· διὰ τῆς ἀβουλίας ἐχρωματίσθησαν πάντες. Καὶ ὅμως δὲν ἐλέχθη ἡ ἀλήθεια, καὶ ὅμως δὲν ἐλέχθη τὸ ἀληθὲς αἴτιον, καὶ διὰ τοῦτο εἶπον πρὸ ὀλίγου, ὅτι ἡ ἀφορμὴ καὶ μόνον ἦτο ἡ Ἐθνικὴ Ἑταιρεία, ἥτις ὑπῆρξεν ὄργανον εἰς χεῖρας φιλάρχων ἀνδρῶν, ἀλλὰ τὰ αἴτια τῆς ἥττης δέον νὰ ζητηθῶσιν ἀλλαχοῦ. Εἴμεθα ἔθνος 70 ἐτῶν, ἐξήλθομεν μετὰ ἀγῶνα αἱματηρὸν ἐκ τῆς δουλείας, καὶ ἐξελθόντες ἐκ τῆς δουλείας εἴχομεν ἀνάγκην ἀναπαύσεως, εἴχομεν ἀνάγκην, τὰ τανυσθέντα νεῦρα ἡμῶν νὰ χαλαρωθῶσιν, εἴχομεν ἀνάγκην νὰ καλλιεργήσωμεν τὴν γῆν ἐκείνην, ἡ ὁποία θὰ ἠδύνατο καλλιεργουμένη νὰ θρέψῃ ἡμᾶς. Οὐδὲ ἠδύναντο οἱ κάτοικοι τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους νὰ περιμένωσι τὰς συνδρομὰς ἐκείνας, δι’ ὧν συνετηροῦντο ἕως τότε· ἦτο φυσικὸν, τὸ ἔθνος νὰ φροντίσῃ περὶ ὑλικῆς ἀποκαταστάσεως. Ἀλλ’ ὅσον καὶ ἂν ἐπεδόθησαν εἰς ὑλικὴν ἀποκατάστασιν οἱ κάτοικοι τοῦ Βασιλείου, ἔναυλοι ἦσαν εἰς τὰ ὦτα αὐτῶν αἱ πράξεις καὶ τὰ ἀνδραγαθήματα ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐδημιούργησαν τὴν ἐλευθέραν γῆν, ἐπὶ τῆς ὁποίας οὗτοι τὸν ἱδρῶτά των κατατιθέντες ἐκέρδιζον τὸν ἄρτον αὐτῶν. Ἦτο πολὺ φυσικὸν, νὰ ἤρχετο εἰς τὸν νοῦν ἑκάστου ἡ καλὴ πρᾶξις τῶν προγόνων αὐτοῦ, νὰ ἐφαίνετο αὐτῷ ἀκόμη μεγαλειτέρα, νὰ ἐφαίνετο ἐπαρκὴς, ὅπως ἀναπληρώσῃ πᾶσαν ἄλλην μέριμναν. Καὶ ἐνόμιζον, Κύριοι, ἐπὶ μακρὰν σειρὰν ἐτῶν οἱ διοικοῦντες τὰ τῆς χώρας, καὶ εὐθὺς ἀμέσως μετὰ τὴν ἀποκατάστασιν τοῦ Κράτους, ἐνόμιζον, Κύριοι, ὅτι ὁροφυλακὴ καὶ ἄλλα μέσα συντάξεως ὀρδῶν οἱονεὶ ὑπὸ τύπον τάξεώς τινος, ὅτι αὐτὰ ἠδύναντο ν’ ἀποτελέσωσι τὸν στρατὸν, τὴν δύναμιν, τὸ ὄργανον, δι’ οὗ οἱ διακοπέντες ἀγῶνες τοῦ Ἑλληνικοῦ ἔθνους ἤθελον συνεχισθῆ, ἤθελον ἐπὶ τέλους εὐτυχήσει καὶ εὐδοκιμήσει. Καὶ τὸν τρόπον αὐτὸν τοῦ σκέπτεσθαι τῶν πατέρων ἡμῶν, τῶν διαδεχθέντων τοὺς ἀγωνιστὰς, τὸν τρόπον τοῦτον συνεμερίσθη καὶ ὁ Ὄθων, ὁ ἀείμνηστος ἐκεῖνος Βασιλεὺς, ὁ ἔχων ἀληθῆ πατριωτισμὸν, τοῦ ὁποίου λυποῦμαι ὅτι δὲν βλέπω ἀκόμη στηθέντα τὸν ἀνδριάντα ἐν μέσαις Ἀθήναις...(εὖγε! εὖγε! ἐξ ὅλης τῆς ἀριστερᾶς). Ὁ ἀείμνηστος ἐκεῖνος Βασιλεὺς, ὁ ὁποῖος ἐξεπροσώπει τὴν εὐγένειαν ὅλης τῆς Εὐρώπης, ὁ υἱὸς τοῦ Λουδοβίκου τῆς Βαυαρίας, αὐτὸς, λέγω, συνεμερίσθη τὸν τρόπον τοῦ σκέπτεσθαι, τὸν τρόπον τὸν πεπλανημένον τῶν Ἑλλήνων, καὶ εἴδομεν αὐτὸν περιβαλλόμενον τὴν Ἑλληνικὴν φουστανέλλαν, ἀλλὰ συνάμα τὴν τετιμημένην φουστανέλλαν ἐκείνην περιεβλήθησαν καὶ τὰ σώματα τῶν ἀτάκτων ὁροφυλάκων, ὁ δὲ φοβερὸς φουστανελλᾶς ὁτὲ μὲν ἦτο φρουρὸς τῆς τάξεως, ὁτὲ δὲ λῃστὴς καὶ σύντροφος τῶν κακοποιῶν! Αἱ κρατήσασαι ἔριδες μεταξὺ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι, προσκεκολλημένοι εἰς πατραγαθίας ἢ ἀνδραγαθίας, δὲν ἤθελον ν’ ἀφήσωσιν οὐδὲν περιθώριον ἀναμίξεως ἐν τῇ διοικήσει τῆς χώρας εἰς τὸν ἀείμνηστον Βασιλέα Ὄθωνα, παντοῖα παρενέβαλλον προσκόμματα· ἀφ’ ἑτέρου ὁ ἀείμνηστος Ὄθων, περιστοιχούμενος ὑπὸ συμβούλων ξένων πρὸς τὰ Ἑλληνικὰ πράγματα, ἀγνοούντων αὐτὰ, παρεπείθετο, καὶ ἀπεμακρύνετο ὁλονὲν ἀπὸ πάσης μετὰ τοῦ φρονήματος τοῦ λαοῦ ἐπικοινωνίας. Ἡ τοιαύτη κατάστασις μετὰ σειρὰν ἀνταρσιῶν ἤγαγεν ἐν τέλει εἰς τὴν Μεταπολίτευσιν τοῦ 1843, ὅτε ἡ Ἑλλὰς ἀπέκτησε τὸ πρῶτον συνταγματικὸν πολίτευμα. Κρίνω περιττὸν νὰ ἐξακολουθήσω τὴν ἱστορίαν τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, καὶ ἐπανερχόμενος εἰς τὸ κυρίως ἐπασχολοῦν με θέμα, ὑπομιμνήσκω ὑμῖν, κύριοι Βουλευταὶ, ποῖον ἦτο τὸ κρατοῦν στρατιωτικὸν σύστημα ἐν Ἑλλάδι. Παρὰ τὰ ἄτακτα στρατεύματα τῆς ὁροφυλακῆς, πυρὴν τακτικοῦ στρατοῦ ὑφίστατο ἀπὸ τῆς ἐποχῆς τοῦ ἱεροῦ ἀγῶνος, ἐν ᾧ συνεμίχθησαν τὰ λείψανα τοῦ Βαυαρικοῦ στρατεύματος, ὅπερ ἠκολούθησε τὸν Βασιλέα Ὄθωνα, κατερχόμενον εἰς τὴν Ἑλλάδα, συνισταμένου ἐξ ἀνδρῶν γηρασκόντων ἐν αὐτῷ ἐπαγγελματικῶς, μετερχομένων τὰ ἔργα τοῦ στρατιώτου. Ἀπὸ τὸ στράτευμα τοῦτο ἦτο μεμακρυσμένος ὁ κυρίως ἑλληνικὸς πληθυσμὸς τοῦ ἐλευθέρου Κράτους. Καὶ ἐβλέπατε, Κύριοι, συνυπηρετοῦντας Βαυαροὺς, Ἕλληνας ἐκ Μικρᾶς Ἀσίας καὶ Κρήτης καὶ πάσης Ἑλληνικῆς ὑποδούλου χώρας, καὶ παραμένοντας, διότι δὲν ἠδύναντο νὰ τραπῶσιν εἰς ἕτερον ἐπάγγελμα, ἢ νὰ ἐπανέλθωσιν εἰς τὴν πατρῴαν γῆν. Ἦσαν δὲ πιστοὶ καὶ ἀφωσιωμένοι, καὶ δὲν δύναταί τις νὰ ὑποτιμήσῃ τὰς ὑπηρεσίας, ἃς προσέφερον οὗτοι, ἀλλ’ οὐδεὶς δύναται ἐπίσης νὰ ἀρνηθῇ, ὅτι τὸ σύστημα τοῦτο πᾶν ἄλλο ἠδύνατο ἢ νὰ ἀγάγῃ τὸ Κράτος εἰς στρατιωτικὴν ὀργάνωσιν. Ὁ δὲ ἀείμνηστος Βασιλεὺς ἦτο μὲν ἐμπεφορημένος ἐθνικωτάτων ἰδεῶν, ἀλλ’ ἀκατάρτιστος, ἐξ ἀνατροφῆς, πάσης στρατιωτικῆς μορφώσεως, ἀφῆκε τὰ πράγματα νὰ βαίνωσιν οὕτως, ὥστε νὰ συμβιβάζωνται καὶ αἱ ἐπιθυμίαι ἐκείνων, οἵτινες ἐπέμενον φρονοῦντες, ὅτι δι’ ἀτάκτων σωμάτων ἡ Ἑλλὰς θὰ ἠδύνατο νὰ ἐπιτελέσῃ τὸ καθῆκόν της ἐν δεδομένῃ στιγμῇ, καὶ τῶν ἄλλων, οἵτινες, συνεχίζοντες τὰς περὶ ὀργανώσεως τακτικοῦ στρατοῦ γνώμας, τὰς κατὰ τὸν ἱερὸν ἀγῶνα λαβούσας ἀρχὴν ἐκτελέσεως, καὶ τῶν συνακολουθησάντων τὸν Βασιλέα Ὄθωνα Βαυαρῶν, ἐφρόνουν ὅτι μόνον δι’ αὐτῶν ἠδύναντο νὰ ἐπιτύχωσι τοῦ σκοποῦ. Ἀλλὰ διὰ τοῦ τρόπου τούτου ἡ Ἑλλὰς ἐξηκολούθει νὰ εὑρίσκηται ἔρημος πάσης στρατιωτικῆς συντάξεως μέχρι τῆς στιγμῆς, καθ’ ἣν συμμετέσχε τοῦ Ὑπουργείου ὁ ἀείμνηστος ἀνὴρ, ὁ πολὺς Δημήτριος Βότσαρης, ὅστις εἶναι ὁ πρῶτος ἀντιληφθεὶς, κατὰ τίνα τρόπον ἠδύναντο νὰ ἐξυπηρετηθῶσι τὰ καθήκοντα τοῦ ἐλευθέρου Κράτους διὰ δημιουργίας ἀληθοῦς στρατοῦ. Ἀνὴρ εὐρείας μαθήσεως, μεγάλης καρδίας, ἐμφορουμένης ὑπὸ τοῦ αἰσθήματος τοῦ καθήκοντος, ὡς ἀντελαμβάνοντο τούτου οἱ σύγχρονοι τοῦ ἥρωος πατρός του, δὲν ἐβράδυνε νὰ ἐννοήσῃ, ὅτι τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος εἶναι ὑπόχρεων οὐ μόνον νὰ ἐκγυμνάσῃ τοὺς Ἑλληνόπαιδας, ἀλλὰ καὶ νὰ καταρτίσῃ ἐφεδρείαν τοῦ στρατοῦ πραγματικήν. Προέβη ὅθεν εἰς τὴν κατάργησιν τῶν ἀτάκτων σωμάτων, καὶ συνέστησε δέκα τάγματα ἐφεδρικὰ, κατὰ τρόπον τοιοῦτον, ὥστε εὑρίσκει τις ἐν τῇ διατάξει ταύτῃ τὴν ἔννοιαν τῆς περιφερικῆς στρατολογίας. Καὶ πάντα ταῦτα ἔπραττε διὰ δαπάνης ἀναλόγου πρὸς τὰς οἰκονομικὰς δυνάμεις τῆς χώρας. Λυποῦμαι, Κύριοι, διότι δὲν δύναμαι νὰ δώσω ὑμῖν εἰκόνα πιστὴν τοῦ ἀληθῶς πατριωτικοῦ ἔργου, ὃ ἐπεχείρησεν ὁ ἀνὴρ ἐκεῖνος καὶ χωρὶς νὰ θίξω τινὰ εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ βεβαιώσω, ὅτι, κατὰ μέρος τιθεμένης τῆς τε διαφορᾶς τῶν περιστάσεων καὶ τῆς προόδου, ἥτις γενικῶς ἐγένετο ἐν Εὐρώπῃ, ὅσον ἀφορᾷ τὴν ὀργάνωσιν καὶ μόρφωσιν τῶν στρατιωτικῶν δυνάμεων, ἡ εἰκὼν ἐκείνη τοῦ στρατοῦ, οὗτινος αἱ βάσεις ἐτέθησαν τότε, ἦτο πολὺ ὡραιοτέρα, πολὺ μᾶλλον ἱκανοποιοῦσα τοὺς πόθους τοῦ Ἑλληνισμοῦ, ἀπὸ τὴν εἰκόνα, τὴν ὁποίαν σήμερον ἔχομεν πρὸ ἡμῶν. Ἐνταῦθα εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ μεταπηδήσω εἰς ἐποχὴν μεταγενεστέραν, καὶ νὰ παρατρέξω τὴν πολιτικὴν ἱστορίαν τῆς χώρας ἀπὸ τῆς ἐποχῆς, καθ’ ἣν ἡ κατὰ τοῦ ἀειμνήστου Ὄθωνος ἐξέγερσις τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ ἐξεθρόνισεν ἐκεῖνον, ἀλλὰ σὺν αὐτῷ ἀνέτρεψε καὶ τὸ ἔργον τὸ στρατιωτικόν, οὗτινος τὰς βάσεις ἔθετο ὁ ἀείμνηστος Βότσαρης. Ἡ ἐπακολουθήσασα Μεσοβασιλεία εἶναι ἐποχὴ πάντη ἄγονος διὰ τὸ στράτευμα, ἵνα μὴ εἴπω τι λυπηρότερον· ἡ ἐποχὴ αὕτη συνεχίζεται διὰ τὸν στρατόν, καὶ κρατεῖ ἐν αὐτῷ ἡ αὐτὴ, οἵα καὶ εἰς τὴν πολιτείαν, κατάστασις, κατάστασις ἀδρανείας, ἐξ ἧς ἵνα ἐξέλθωμεν, ἀνάγκη ἦτο ἐξωτερικῆς τινος δυνάμεως, ἐπιδρώσης ἐφ’ ἡμῶν· καὶ ἡ ἐπίδρασις αὕτη δὲν ἐβράδυνε νὰ ἐπέλθῃ, ἵνα ἐξεγείρῃ ἡμᾶς ἐκ τοῦ ληθάργου καὶ ὑπομνήσῃ εἰς ἡμᾶς, ὅτι τὸ Κράτος τοῦτο ἐδημιουργήθη ὑπὸ τῆς Θείας Προνοίας, οὐχὶ διὰ νὰ καταστήσῃ ἁπλῶς εὐδαίμονας τοὺς κατοίκους τῆς χώρας ταύτης, τῆς περιωρισμένης, ἀλλ’ ἵνα ὑπάρξῃ τὸ ἔρεισμα καὶ ἡ ἀφετηρία, ἐξ ἧς θὰ βελτιωθῶσι τὰ τοῦ ἔθνους ἐν γένει καὶ πάσης χώρας κατοικουμένης ὑπὸ Ἑλλήνων, ὅπου μάλιστα τίθενται ἐν δοκιμασίᾳ ἡ ὕπαρξις αὐτῶν, ἡ γλῶσσα, ὁ ἐθνισμός, ἕνεκα τῆς συναφείας, ἣν ἔχουσι πρὸς ἄλλους λαοὺς ἀντιθέτων συμφερόντων. Νομίζω λοιπὸν, Κύριοι, ὅτι δὲν θὰ μοὶ ἀρνηθῆτε, ὅτι τὸ 1866 ἦτο ἡ πρώτη στιγμή, καθ’ ἣν τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος ἀνανῆψαν ἠσθάνθη ποῦ βαίνει, καὶ ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξακολουθήσῃ παρομοία κατάστασις· διότι οὐδέποτε ἐξέλιπεν ὁ πατριωτισμὸς ἀπὸ τὰ στήθη τῶν Ἑλλήνων· διότι οὐδέποτε δύναταί τις νὰ παραδεχθῇ, ὅτι ὑπῆρξαν Ἕλληνες, προδόσαντες τὰ ἑαυτῶν καθήκοντα. Καὶ θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε μίαν παρέκβασιν, ἵνα σᾶς εἴπω, ὅτι, ὅτε ἔλεγον πρὸ ὀλίγου, ὅτι ἀφῆκαν τὴν πεπατημένην ὁδὸν, τὴν εὐθεῖαν ὁδὸν, τραπέντες ἀτραπὸν, ἵνα φθάσωσιν εἰς τὴν ἐξουσίαν, ἐλησμόνησα νὰ προσθέσω, ὅτι, ἐὰν ἐπίστευον οἱ τοῦτο πράξαντες, ἐὰν ἐγνώριζον, ὅτι ἠδύνατο ἡ ἀτραπὸς αὕτη, ἣν ἠκολούθουν, ν’ ἀνοίξῃ λεωφόρον, διὰ τῆς ὁποίας ἤθελον κατέλθει τὰ τουρκικὰ στρατεύματα εἰς τὴν Ἑλλάδα, ὤ! βεβαίως μὲ τὰ σώματά των ἤθελον κλείσει τὴν ἀτραπὸν ἐκείνην, καὶ ἤθελον προτιμήσει, οὐδέποτε νὰ φθάσωσιν εἰς τὴν ἐξουσίαν, παρὰ νὰ ἴδωσι τὸ Ἑλληνικὸν ἔδαφος καταπατούμενον ὑπὸ τῶν ἐχθρῶν τοῦ ἔθνους! Δὲν δύναμαι ἐγὼ νὰ θεωρήσω οὐδένα, οὐδὲ ἐδῶ, οὐδ’ ἔξω τοῦ περιβόλου τούτου, οὐδὲ οὐδαμοῦ τοῦ ἐδάφους τοῦ κατοικουμένου ὑπὸ Ἑλλήνων, ἱκανὸν νὰ ἔχῃ ἐν τῇ ψυχῇ του ἄλλον σκοπὸν ἢ μόνον τὴν εὐόδωσιν καὶ τὴν ἐπιτυχίαν τῶν συμφερόντων τοῦ Ἑλληνικοῦ ἔθνους. Λέγω λοιπὸν, Κύριοι, ὅτι ἐξήγειρεν ἡμᾶς τοῦ ληθάργου ἡ κατὰ τὸ 1866 Κρητικὴ ἐπανάστασις, ἐξήγειρεν ἡμᾶς στιγμιαίως, καὶ ἐσπεύσαμεν νὰ ἀλλάξωμεν τὸν ὁπλισμόν μας. Ὅσοι εἶναι τῆς ἡλικίας τῆς ἰδικῆς μου, ἢ πρεσβύτεροι ὁπωσδήποτε τῶν νεωτέρων, ἐνθυμοῦνται, ὅτι διὰ πρώτην φορὰν ἀπεφασίσαμεν καὶ ἡμεῖς νὰ προμηθευθῶμεν ὀπισθογεμὲς ὅπλον, μὲ τὸ ὁποῖον ἤδη ἄλλα ἔθνη διεξήγαγον πολέμους, ὅπλον, τὸ ὁποῖον κατέστησε τελείως ἄχρηστον τὸν προηγούμενον ὁπλισμόν. Τότε καὶ μόνον ἡμεῖς ἐξεγερθέντες ἐπρομηθεύθημεν ὑλικὸν πολέμου ὁπωσδήποτε ἁρμοζόμενον πρὸς τὴν πρόοδον τῶν ἐπιστημῶν. Ἀλλὰ μήπως ἡ τοιαύτη ἐξέγερσις ἐκράτησεν ἐπὶ πολύ; Τοῦτο, Κύριοι, δυστυχῶς εἶναι τὸ μέγα ἀτύχημα τοῦ Ἑλληνικοῦ ἔθνους, τὸ ἀψίκορον! Δὲν παρῆλθον πολλὰ ἔτη, καὶ ἀμέσως ἐσκέφθημεν: «ποῦ ὑπάγομεν; τί προτιθέμεθα; Ἡμεῖς θὰ δημιουργήσωμεν στρατὸν ἱκανὸν νὰ ἀντιπαραταχθῇ κατὰ τῆς Αὐτοκρατορίας ἐκείνης; Δὲν εἶναι δυνατόν! Ἂς τραπῶμεν ἄλλην πορείαν, πορείαν εἰρηνικήν». Ἐὰν, Κύριοι, ἀποφασίσαντες νὰ τραπῶμεν πορείαν εἰρηνικὴν, ἐπράττομεν τοῦτο μετὰ πεποιθήσεως, μετὰ θελήσεως, θελήσεως τοιαύτης, ἥτις ἤθελε μᾶς ἀναγκάσει, ἀποκόπτοντες πᾶσαν περιττὴν δαπάνην, εἴτε ἐκ τοῦ στρατοῦ, εἴτε ὁπωσδήποτε ἐγίνετο ἡ δαπάνη αὕτη, ν’ ἀφοσιωθῶμεν εἰς τὴν πρόοδον τῆς χώρας, ἡ πρόοδος τῆς χώρας, ἡ εὐημερία τῆς χώρας, ὁ πλοῦτος τῆς χώρας ἤθελον ταχέως ἐξεγείρει ἡμᾶς καὶ μᾶς ἀναμνήσει, ὅτι, παρὰ τὸν πλοῦτον, παρὰ τὸν ἄρτον, ὑπάρχουσι καὶ ἄλλα καθήκοντα, ὅτι οὐκ ἐπ’ ἄρτῳ μόνον ζήσεται ἄνθρωπος. Ἀλλ’ οὐδὲ τὴν μίαν ὁδὸν ἐτράπημεν, οὐδὲ τὴν ἄλλην· καὶ ἐξακολουθοῦμεν δυστυχῶς ἐπαμφοτερίζοντες, ὅπως ἐπαμφοτερίζομεν καθ’ ὅλον τὸ ἑβδομηκονταετὲς διάστημα, ὁτὲ μὲν λαμβάνοντες εἰς χεῖρας τὸ ὅπλον καὶ κραδαίνοντες αὐτὸ, ἐλπίζοντες ὅτι ὁ προαιώνιος ἡμῶν ἐχθρὸς θὰ δειλιάσῃ, ὁτὲ δὲ αἰσθανόμενοι τοὺς βραχίονας ἡμῶν ἀσθενεῖς, καὶ καταθέτοντες αὐτὸ, διὰ νὰ ἀναλάβωμεν πάλιν τὸ ἄροτρον. Ἢ τὸ ἄροτρον, ἢ τὸ ὅπλον! Ἀλλὰ τὸ ζήτημα τοῦτο ἔλυσαν ἤδη τὰ εὐρωπαϊκὰ Κράτη καὶ εἶπον: ὄχι ἢ τὸ ἄροτρον ἢ τὸ ὅπλον, ἀλλὰ καὶ τὸ ἄροτρον καὶ τὸ ὅπλον. Τὸ ἔλυσαν τὰ εὐρωπαϊκὰ Κράτη διὰ τῆς γενικῆς στρατολογίας, τὸ ἔλυσεν ἡ Ἑλβετία διὰ τοῦ συστήματός της τοῦ θαυμασίου. Ἀλλ’ ἡμεῖς, παραδεχθέντες τὴν γενικὴν στρατολογίαν, ἐσπεύσαμεν τὴν ἄλλην ἡμέραν νὰ ὑπονομεύσωμεν, νὰ ἀφαιρέσωμεν τὰς βάσεις τοῦ συστήματος ἐκείνου, ὅπερ ἠδύνατο νὰ ἀγάγῃ ἓν μικρὸν Κράτος, ὡς ἡμεῖς, εἰς τὴν θέσιν, ὥστε καὶ τὸ ὅπλον νὰ δυνάμεθα νὰ κρατήσωμεν εἰς τὰς χεῖρας, καὶ τὴν γῆν νὰ καταστήσωμεν ἱκανὴν, ἵνα τρέφῃ ἡμᾶς. Ὁ νόμος περὶ στρατολογίας τελείως ἀνετράπη! Τί ἔμεινεν εἰς τὸν στρατὸν αὐτόν; Ἔμειναν στελέχη, μόνον στελέχη, καὶ πάλιν στελέχη, μὴ δυνάμενα νὰ ἀναθάλωσι, διότι τὰ στελέχη δὲν βλαστάνουσιν. Αὐτὰ ἔμειναν μόνον εἰς τὴν Ἑλλάδα! στελέχη, τὰ ὁποῖα ἁδρότατα συντηροῦμεν, στελέχη, τὰ ὁποῖα, ὅταν ἔλθῃ ἡ τελευταία στιγμὴ, σᾶς λέγουν: «τί θέλετε νὰ κάμωμεν!». Βεβαίως οὐδὲν δύνανται νὰ πράξωσιν, ὅταν εἰς τὸν στρατὸν, ἐν ὥρᾳ ἐπιστρατεύσεως, μὲ ἐλαφρὰν τὴν συνείδησιν δίδωμεν ἀνθρώπους τελείως ἀγυμνάστους, προσφέρομεν ὡς ἐθελοντὰς τοὺς μὴ γινώσκοντας τί ἐστὶν ὅπλον, καὶ τοιουτοτρόπως νομίζομεν ἡμεῖς, οἱ τῆς ἐσχάτης εὐρωπαϊκῆς χερσονήσου, ὅτι ἐγενόμεθα ὑπέρτεροι ὅλων τῶν εὐρωπαϊκῶν Κρατῶν! Καὶ ὅταν τὰ εὐρωπαϊκὰ Κράτη δαπανῶσιν ἀφειδῶς χρήματα, μὴ ἐπιτρέποντα εἰς οὐδένα νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὸ στράτευμα ἀμύητος τῶν καθηκόντων αὐτοῦ, ἡμεῖς θεωροῦμεν, ὅτι τὸ πρᾶγμα εἶναι εὔκολον. «Φορέματα ἔχετε, εἰς τὰς ἀποθήκας σας εὑρίσκονται ὅπλα, ἑνώσατε ἐπὶ τὸ αὐτὸ ἄνδρα, ὅπλον καὶ ἔνδυμα, καὶ τοῦτο ἀποτελεῖ τὸν στρατιώτην!» Ἀλλ’ ὁ τρόπος οὗτος τοῦ σκέπτεσθαι ἤγαγεν ἡμᾶς εἰς τὰ ἀτυχήματα, εἰς τὰ ὁποῖα κατελήξαμεν. Βεβαίως ὁ σεβαστὸς ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς, μόλις εἶδε τὴν θύελλαν ἐπερχομένην κατὰ τῆς κεφαλῆς του, μόλις εἶδε τὸ πρόγραμμα αὑτοῦ ἀνατρεπόμενον κατὰ τρόπον ἀκατάληπτον, ἀκατανόητον, τὸ πρόγραμμα τῆς περισυλλογῆς, τὸ πρόγραμμα, διὰ τοῦ ὁποίου ἠδυνήθη ἑκατομμύρια ὅλα ν’ ἀποταμιεύσῃ, ἠναγκάσθη νὰ προβῇ ἐν τάχει εἰς τὴν προμήθειαν ὑλικοῦ τινος, ὀλίγων κτηνῶν, ἐκείνων τὰ ὁποῖα ἠδυνάμεθα νὰ πορισθῶμεν, καὶ νὰ κλείσῃ ὀπάς τινας χαινούσας, διὰ τῶν ὁποίων ἠδύνατο ἀμέσως ὁ ὄλεθρος νὰ εἰσρεύσῃ εἰς τὸν τόπον. Ἀλλὰ τὰ τοιαῦτα προχώματα εἶναι πρόσκαιρα· εἶναι πρόσκαιρα εἰς τοιοῦτον βαθμόν, ὥστε ἡ πρώτη ἔντασις τῆς θυέλλης τὰ ἀνατρέπει· καὶ τὰ ἀνέτρεψεν. Ὅλα τὰ στίφη τῶν ἀνδρῶν, τὰ περισυλλεγέντα ἐξ ὅλων τῶν χωρῶν τῆς Ἑλλάδος, τὰ ἐμπνεόμενα ἄλλως ὑπὸ ἐνθουσιασμοῦ, διότι μετέβαινον εἰς τὴν Θεσσαλίαν, ἵνα θυσιάσωσι τὴν ζωήν των ὑπὲρ τῆς πατρίδος, ἐμφορούμενα βεβαίως ἀπὸ φιλοτιμίαν ἀκράτητον, μόλις ἔφθασαν ἐκεῖ, εὑρέθησαν ἀπέναντι καθηκόντων, τὰ ὁποῖα ἐντελῶς ἠγνόουν. Ἐὰν εἷς ὑπαξιωματικὸς ἢ ἀνώτερος ἀξιωματικὸς ἔδιδεν εἰς αὐτοὺς μίαν διαταγὴν, αὐτοί, μὴ ἔχοντες ἐκ μαθήσεως καὶ ἕξεως τὸ συναίσθημα τῆς σοβαρότητος τῆς ἐντολῆς, τὴν ὁποίαν ἐλάμβανον, δὲν τὴν ἐξετέλουν, καὶ ὡς Ἕλληνες μελετηταὶ καὶ ἐρευνηταὶ, ὡς καθ’ ἑκάστην δυστυχῶς βλέπομεν, εὕρισκον, ὅτι ἡ διαταγὴ ἠδύνατο νὰ ἦναι καὶ ἀλλοία, καὶ ἔλεγον ἴσως: «κρῖμα νὰ μὴ ἦμαι ἐγὼ ἀνώτερος!» οὕτω δὲ δὲν εἶχον τὸ αἴσθημα τῆς ὑποταγῆς καὶ τῆς πειθαρχίας, τὸ ὁποῖον εἶναι ἀπαραίτητον εἰς μίαν ὁμάδα. Ἀλλὰ πῶς θέλετε ἐκεῖ νὰ ἦναι ἀπαραίτητον, ἀφοῦ δὲν ἐρριζοβόλησεν εἰς τὸ ἔδαφος ἐν παντὶ κλάδῳ ὑπηρεσιακῷ καὶ ἐν πάσῃ τάξει; Νομίζετε, ὅτι εἶναι εὔκολον νὰ λάβητε ἕνα ἄνθρωπον ἀπὸ τὸ χωρίον του καὶ νὰ τοῦ εἴπητε ὅτι θὰ ὑποταχθῇ; Αὐτὸς ἐν ἀρχῇ, πιεζόμενος ἀπὸ τὰς στιβαρωτέρας χεῖρας τῶν ἀνωτέρων του, θὰ ὑποκύψῃ· ἀλλὰ μόλις ἴδῃ χαλαρωθείσας τὰς χεῖρας τῶν ἀνωτέρων του, θὰ παύσῃ πειθαρχῶν, καὶ θ’ ἀκολουθήσῃ τὸν ἐγωϊσμόν του! Μόνη ἡ ἕξις τῆς πειθαρχίας δύναται νὰ κάμῃ ὁμάδας νὰ μείνωσιν εἰς τὸ καθῆκον, εἰς ὃ ἐτάχθησαν. Ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς δὲν ἔχει πειθαρχίαν· ὑβρίζει καὶ τοὺς ἱερεῖς! Τίς δὲν γνωρίζει, ὁποίας βδελυγμίας πολλοὶ δὲν ἐκστομίζουσιν ἐπὶ τῇ θέᾳ ἑνὸς ἱερέως; Καὶ ἂν ἀσεβῶσι πρὸς τὸ θεῖον, περιμένετε νὰ πειθαρχήσωσι πρὸς ἕνα δεκανέα; Μὴ παιδαγωγηθεὶς ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς, εὑρέθη ὑπὸ τοιαύτας περιστάσεις ἀπέναντι ἐχθροῦ πολυαρίθμου, ἐχθροῦ παρασκευασθέντος μετὰ πάροδον πολλοῦ χρόνου, καὶ οὐχὶ τὴν τελευταίαν στιγμήν. Ἡμεῖς πολλάκις ὁμιλοῦντες, ὅταν ἀκούωμεν, ὅτι συνταγματάρχης τις Γερμανὸς μετέβη εἰς Κωνσταντινούπολιν, λέγομεν: «ἰδού! καὶ ἄλλος μεταβαίνει νὰ κερδίσῃ χρήματα!» καὶ σκεπτόμεθα, ὡς σκεπτόμεθα! Ἀλλ’ ἡ Τουρκία σκέπτεται ἄλλως· σκέπτεται, ὅτι θὰ δώσῃ μισθοὺς, ἀλλ’ ἀντ’ αὐτῶν θὰ λάβῃ τὰ φῶτα καὶ τὴν μάθησιν τῶν ξένων ὀργανωτῶν, καὶ τὰ φῶτα ἐκεῖνα ἔφεραν δυστυχῶς τὸν Ἐτὲμ πασσᾶν εἰς τὴν Λάρισαν. Καὶ αὐτὴ εἶναι ἡ ἀλήθεια. Καὶ θέλετε ν’ ἀναζητήσωμεν τὰ αἴτια; Ἐγὼ περιέμενον, τὴν στιγμὴν, καθ’ ἣν ἐτελείωσεν ὁ πόλεμος, ὅτι, θέτοντες τέφραν ἐπὶ τῆς κεφαλῆς καὶ ἐνδυόμενοι σάκκον, ἠθέλομεν περικόψει πᾶσαν δαπάνην, καὶ φροντίσει, ὅπως ἡ χώρα μὴ ὑποστῇ καὶ πάλιν νέον ἐξευτελισμόν. Ἀλλ’ ἀντὶ τούτου τί ἐπράξαμεν! Ἂν λάβητε εἰς χεῖρας τοὺς Προϋπολογισμοὺς τῶν ἐτῶν 1896 καὶ 1902, θέλετε ἰδεῖ διαφορὰν εἴκοσι περίπου ἑκατομμυρίων· καὶ ἂν δ’ ἀφαιρέσωμεν τὸ πλεόνασμα διὰ τὰς ὑποχρεώσεις, ἃς ἀνελάβομεν, ἡ διαφορὰ εἶναι καὶ πάλιν 10 ἢ 12 ἑκατομμύρια. Θέλετε νὰ πιστεύσω, ὅτι ἀπὸ τοῦ 1896 μέχρι σήμερον, ἤτοι μετὰ ἑξαετίαν μόλις αἱ ἀνάγκαι ἡμῶν, αἱ ἐπιβαλλόμεναι,— τῶν ὁποίων τὴν παράβλεψιν δὲν δύναμαι νὰ συστήσω — θέλετε, λέγω, νὰ παραδεχθῶ, ὅτι ηὔξησαν αἱ ἀνάγκαι πλέον τοῦ ἑνὸς ἢ δύο ἑκατομμυρίων; Ἔστω. Ἀλλὰ μένει περιθώριον δέκα ἑκατομμυρίων, ἐκ τῶν ὁποίων ἓν μέρος ἔδει ν’ ἀφιερώσωμεν εἰς τὸν στρατόν. Ἀκούω ὅμως, ὅτι αἱ διὰ τὸν στρατὸν δαπάναι ῥίπτονται εἰς τὸ βάραθρον· ἀλλὰ προσθέτω καὶ ἐγὼ, ὅτι, ἂν δὲν φροντίσωμεν περὶ καταρτισμοῦ ἀληθοῦς στρατοῦ, ὄντως ῥίπτονται εἰς τὸ βάραθρον, καὶ ἂν τὰ πράγματα πρόκειται νὰ μείνωσιν οὕτω, δὲν προτίθεμαι νὰ ζητήσω αὔξησιν δαπανῶν διὰ τὸν στρατόν. Ὅσοι αἰσθάνεσθε ἐν ὑμῖν αὐτοῖς τὴν δύναμιν, πράξατε τὸ καλὸν πρὸς καταρτισμὸν στρατεύματος· ἀλλὰ στρατὸς δὲν δύναται νὰ καταρτισθῇ διὰ μεθόδων χαριστικῶν, ἀλλὰ μόνον ἂν ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν πᾶσαι αἱ περιστάσεις, ὑφ’ ὧν τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος περιστοιχίζεται. Τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος ἔχει παράγοντας, οἱ ὁποῖοι βεβαίως μένουσιν ἀχρησιμοποίητοι. Ἡ νοημοσύνη τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ δὲν εἶναι ὡς ὁ βραδὺς νοῦς, ὁ ὁποῖος ἔχει ἀνάγκην κλονισμοῦ, ἵνα ἐξέλθῃ τῆς ἀδρανείας. Ὁ νόμος τῆς ἀδρανείας ἀφίνει ἕκαστον εἰς ὃ ἐτάχθη· τὸν ποιμένα, τὸν γεωργὸν, ἂν θέσητε εἰς ἕτερον ἔργον, δὲν δύνασθε νὰ μεταχειρισθῆτε ἄνευ διδασκαλίας· χρειάζεται μία δύναμις ὑπερτέρα, ἥτις νὰ ἐπιβληθῇ αὐτῷ, ἵνα οὗτος λάβῃ συναίσθησιν τῶν καθηκόντων του. Ἡ νοημοσύνη τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ εἶναι σπουδαῖος παράγων· διατὶ δὲν λαμβάνεται ὑπ’ ὄψιν; Ἀλλ’ ἀκούω καθ’ ἑκάστην, ὅτι «πρέπει νὰ ἔχωμεν διετῆ θητείαν». Ἀλλὰ διατὶ διετῆ θητείαν; Καὶ ἂν σᾶς ἀντιτάξω, ὅτι ποτὲ δὲν ἐγυμνάσθη ὁ στρατὸς οὔτε ἐπὶ διετίαν, οὔτε ἐπὶ ἓν ἔτος, οὔτε ἐπὶ ἕξ μῆνας, ἀλλ’ εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς ἁρπάζεται ἐκ τοῦ στρατῶνος, διὰ νὰ ἐκσφενδονισθῇ εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῆς δημοσίας ἀσφαλείας, ὅτι ἡ μικρὰ διδασκαλία, ἥτις παρέχεται αὐτῷ, εἶναι σχολαστικὴ, σχολαστικὴ διότι τὴν θερμουργὸν ζωὴν ταύτῃ ἤθελε παράσχει ἡ πεποίθησις, ἣν σήμερον καὶ ἐν τῷ παρελθόντι ἐστεροῦντο οἱ διδάσκοντες αὐτοὺς ἀξιωματικοί, οἱ ἀναμετροῦντες τὸ μέγα ἔργον, ὅπερ προτίθεται αὐτοῖς, οἱ σταθμίζοντες τὴν ἀνεπάρκειαν τῶν παρεχομένων μέσων, οἱ ὀρρωδοῦντες πρὸ τῶν κινδύνων, οὓς δύναται νὰ σωρεύσῃ ἐπὶ τῆς τύχης τοῦ ἔθνους σφαλερὰ ὑπερτίμησις τῶν πολεμικῶν δυνάμεων τοῦ Κράτους, οἱ σκεπτόμενοι ὅτι, ὅσον καὶ ἂν ἦναι ἀφειδεῖς ἑαυτῶν, δὲν δύνανται νὰ σώσωσιν ἐν τέλει τὴν τιμὴν τῆς πατρίδος καὶ τὰς τύχας αὐτῆς, ἃς ἐνεπιστεύθησαν αὐτοῖς, ἐὰν ταῦτα σᾶς ἀντιτάξω, τί θὰ εἴπητε; Εἶναι ἀναμφισβήτητον, ὅτι πρέπει ν’ ἀναζητηθῶσι τὰ αἴτια τῆς ἥττης ἡμῶν ἐν τῇ παραλείψει τῆς μορφώσεως στρατοῦ ἀφ’ ἧς ἐποχῆς συνεκροτήθη τὸ Κράτος. Ἐγένοντο βεβαίως καὶ ἕτερα σφάλματα ἐκ τῆς παραλείψεως τοῦ καθήκοντος τοῦ Α ἢ τοῦ Β, ἀλλὰ τὰ κατὰ μέρος σφάλματα δὲν ἐπηρεάζουσι τὴν ἔκβασιν τοῦ πολέμου. Ἠδύναντο οἱ ἰθύνοντες τὸ στράτευμα νὰ ἐπιβραδύνωσι τὴν στιγμὴν τῆς τελικῆς ἥττης, ἠδύνοντο νὰ περιορίσωσι τὰς φοβερὰς καταστροφὰς, ἃς ὑπέστησαν οἱ κάτοικοι τῆς Θεσσαλίας, ἠδύναντο, ἐπωφελούμενοι δεξιῶς παντὸς κωλύματος τοῦ ἐδάφους, φυσικοῦ ἢ τεχνητοῦ, νὰ παρακωλύσωσι τὴν ταχεῖαν πρόοδον τοῦ ἐχθροῦ, καὶ νὰ παράσχωσιν εἰς τὴν Κυβέρνησιν τῆς χώρας χρόνον ἐπαρκῆ, καθ’ ὃν ἡ διπλωματικὴ παρέμβασις, προκαλουμένη ὑπὸ ταύτης ἁρμοδίως, ἤθελε σώσει τὴν χώραν ἀπὸ τῆς δῃώσεως καὶ τῆς καταστροφῆς καὶ τοῦ στίγματος τῆς φοβερᾶς ἥττης. Πάντα ταῦτα δὲν ἐγένοντο, αἱ δὲ εὐθῦναι τῶν ὑπαιτίων ἀναζητητέαι ἐν ἄλλῳ ἐδάφει, οὐχὶ ἐν τῇ Βουλῇ. Ἀλλ’ ἐπαναλαμβάνω, τὰ κατὰ μέρος σφάλματα δὲν ἐπηρεάζουσι τὸ σύνολον. Εὔρωστος μηχανή, ἔχουσα τμῆμά τι ἢ τεμάχιον ἐλαττωματικόν, δύναται νὰ λειτουργήσῃ, ἀντικαθισταμένου τοῦ ἐλαττωματικοῦ τούτου· ἀλλ’ ὅταν ὁ μηχανισμὸς ἦναι ξεχαρβαλωμένος ὁλόκληρος, θὰ παύσῃ λειτουργοῦσα. Καὶ τὸ στράτευμα εἶναι ξεχαρβαλωμένον! Διὰ τοῦτο φροντίσατε νὰ δημιουργήσητε στράτευμα, αἱ δὲ ἀφορμαὶ τῆς ἥττης, ἡ Ἐθνικὴ Ἑταιρεία καὶ ἡ μέχρι φρενίτιδος ἐξέγερσις τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, θέλουσιν ἀποσοβηθῆ ἐν τῷ μέλλοντι διὰ τῆς παιδαγωγήσεως τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ὅστις θέλει μάθει νὰ προφυλάσσηται ἀπὸ τῶν ἀγυρτῶν, καὶ νὰ συγκρατῇ ἑαυτὸν ἐν τῷ καθήκοντι. Παρῆλθεν ἡ περίοδος ἐκείνη, καὶ ἦλθεν ἡ δευτέρα, καθ’ ἣν ἐξελέγημεν ἀντιπρόσωποι τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ἄλλοι μὲν ἐξ ἡμῶν μετασχόντες καὶ τῆς προηγηθείσης, ἄλλοι δὲ τὸ πρῶτον εἰσερχόμενοι εἰς τὴν Βουλὴν. Ἐσπεύσαμεν νὰ καταρτίσωμεν ἐπιτροπήν, ἀλλὰ τὰ πράγματα ὡρῶντο διαφόρως. Ἡ ἐντολή, ἣν ἔλαβεν ἡ ἐπιτροπή, ἦτο διάφορος, καὶ ἄλλως ἀντελήφθησαν τὰ μέλη αὐτῆς τοῦ ἔργου, ὅπερ ἐπεβάλλετο εἰς τὴν ἐξεταστικὴν τῶν πραγμάτων ἐπιτροπήν. Ἐνθυμοῦμαι ὅτι, ὅτε συνήλθομεν τὴν πρώτην φοράν, εἶπον ἡμῖν: «Τί ζητεῖτε ὑπεύθυνον; Ὑπεύθυνοι ἦσαν οἱ ἐν τῇ ἐξουσίᾳ τότε ὄντες». Ἀλλ’ ἐγὼ λέγω: ὁ ἀσθενὴς ἀπέθανε· ἀλλὰ πταίει ἆρά γε ὁ θεραπεύων ἰατρός; Ἂν τὸ νόσημα ἦτο τοιοῦτον, ὥστε τὸν ἔφερεν εἰς τὸν τάφον, ἂν αὐτὸς ἔσχε τὰ σπέρματα τοῦ θανάτου ἐν ἑαυτῷ, πταίει ὁ ἰατρός; Ὁ ἠθικὸς θάνατος, ὃν ὑπέστη τὸ Ἑλληνικὸν ἔθνος, δὲν ἔχει αἴτιον ἐκεῖνον, ὅστις εὑρέθη θεράπων ἰατρός· οὗτος ἐξετέλεσε τὸ ἑαυτοῦ καθῆκον. Δὲν θέλω νὰ εἰσέλθω εἰς τὴν συζήτησιν τῶν λεπτομερειῶν· ἀλλ’ ὁ θεράπων ἰατρός, ὁ κυβερνήτης τῆς χώρας κατὰ τὴν ὥραν ἐκείνην, τί ἠθέλετε, Κύριοι, νὰ πράξῃ, μετὰ τὴν εἰκόνα, τὴν ὁποίαν ἔδωκα ὑμῖν; Ἐγὼ λέγω, ὅτι μοιραίως τὸ Ἑλληνικὸν ἔθνος ὑπέστη τὴν ἐξουθένωσιν ταύτην, τὸν ἠθικὸν αὐτὸν θάνατον (φωναὶ: τραῦμα!), ἵνα ἀναστῇ, ὡς καὶ ἄλλοτε πάλιν ἀνέστη τὸ Ἑλληνικὸν ἔθνος, καὶ εἰς τοῦτο πρέπει, Κύριοι, πάντες νὰ συμπράξωμεν. (Εὖγε! εὖγε!).
§57ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Βελλιανίτης ἔχει τὸν λόγον.
§58Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ἡ μακρὰ ἀγόρευσις, Κύριοι, τοῦ σεβαστοῦ ἐκ Γόρτυνος πολιτευτοῦ περὶ τῶν εὐθυνῶν τοῦ πολέμου, ἡ ἀντιτάξασα εἰς τὰ πτερόεντα ἔπη τοῦ κ. ἐκ Ζακύνθου Βουλευτοῦ τὰ ἐπίσημα ἔγγραφα τοῦ Κράτους, δι’ ὧν καταδεικνύονται αἱ ἀφορμαί, αἱ προκαλέσασαι τὸν πόλεμον, θέλει μὲ περιορίσει εἰς στενώτατα ὅρια· κατ’ ἀκολουθίαν ὀλίγα θὰ εἴπω, σχετικῶς πρὸς τὰ τεθέντα ὑπὸ συζήτησιν ζητήματα. Εἰς τοῦτο μάλιστα, Κύριοι, ἴσως ἐδικαιούμην ἐγὼ, ὅπως καί τινες εὐάριθμοι ἀκόμη συνάδελφοι, παρακαθήμενοι σήμερον ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ, νὰ μείνωμεν ἁπλοῖ ἀκροαταί, ἀκούοντες τὴν συζήτησιν ἐπὶ τῶν εὐθυνῶν τοῦ πολέμου, διότι, καθ’ ἣν ἐποχὴν οἰστρηλατοῦντο οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι καὶ ἐφθέγγοντο ἐντεῦθεν τὰ θούρια τοῦ Ρήγα τοῦ Φεραίου καὶ τοῦ χωλοῦ ποιητοῦ τῆς Σπάρτης, ἐγὼ μετὰ εὐαρίθμων τινῶν συναδέλφων ἤμεθα οἱ ἀντιτιθέμενοι κατὰ τῶν ἰδεῶν τούτων, προσπαθοῦντες νὰ μετριάσωμεν τὸν ἀκράτητον τῆς Βουλῆς ἐνθουσιασμόν. Ἀλλὰ δυστυχῶς οὔτε τὸ κῦρος ἐν τῇ Βουλῇ εἶχον, ἅτε ἄρτι εἰσελθὼν εἰς αὐτὴν, οὔτε ἐπίστευον, ὅτι ἡ γνώμη μου ἐκείνη θὰ ἠδύνατο ν’ ἀναχαιτίσῃ τὸν χείμαρρον, ὅστις ὁρμητικῶς ὠγκοῦτο, καὶ ὅστις ἔτεινε νὰ παρασύρῃ τὸ ἔθνος εἰς τὸν ὄλεθρον. Ἐὰν δὲ ἐκείνην τὴν ἐποχὴν ἔλαβον τὸν λόγον καὶ ὡμίλησα, τὸ ἔπραξα, καίτοι νεώτατος ἐν τῇ Βουλῇ, ὅπως διαμαρτυρηθῶ καὶ ὅπως ἀκουσθῇ ἐντεῦθεν μία διαμαρτυρία ἐναντίον τῶν λόγων ἐκείνων, οἵτινες ἐξώθουν τὸν Βασιλέα καὶ τὴν Κυβέρνησιν εἰς τὸν πόλεμον, τοῦ ὁποίου τοσοῦτον ἀμφίβολος ἦτο ἡ ἐπιτυχία. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε, Κύριοι, νὰ ἀναφέρω ὀλίγας περικοπὰς ἐκ τῆς ἀγορεύσεώς μου κατὰ τὴν 23 Νοεμβρίου 1896, ὅτε ἐντεῦθεν συνεζητεῖτο τὸ Κρητικὸν ζήτημα, καὶ κατηγγέλλετο ἡ Κυβέρνησις τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Γόρτυνος Βουλευτοῦ, διότι κατὰ τὰς γενομένας σφαγὰς ἐν Κρήτῃ δὲν ἔσπευδε νὰ ἀποστείλῃ ἀμέσως τὸν στόλον καί, καθὼς ἔλεγεν ὁ κ. ἐκ Κραναίας συνάδελφος, ὁ κ. Ρωμᾶνος, — δὲν ἐνθυμοῦμαι δέ, ἂν καὶ ὁ ἀξιότιμος ἐκ Κερκύρας Βουλευτὴς — δὲν ἔσπευσε νὰ ἁπλώσῃ τὴν χεῖρα καὶ καταστήσῃ τὴν Κρήτην ἀναφαίρετον κτῆμα τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου! Τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ἐπεκράτει ἡ ἰδέα, ὅτι ἤρκει μόνον μία λέμβος, φέρουσα τὴν ἑλληνικὴν σημαίαν, θὰ ἤρκει ἴσως καὶ μία μόνον κώπη ἑλληνικὴ καὶ εἷς Ἕλλην στρατιώτης, φέρων τὰ ἐθνόσημα τοῦ Βασιλείου, ὅπως κατακτήσῃ τὴν Κρήτην καὶ ὅπως τὴν καταστήσῃ ἀναφαίρετον κτῆμα τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου! Τοιαῦτα ἐλέγοντο ἐν τῇ Βουλῇ, καὶ ἐλέγοντο ἀκριβῶς παρ’ ἐκείνων, οἵτινες πρὸ ὀλίγου ἀκόμη διετέλουν Ὑπουργοὶ τοῦ Κράτους, οἱ ὁποῖοι ἐγνώριζον ποία ἦτο ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις τῆς χώρας, οἱ ὁποῖοι ἐγνώριζον ποία ἦτο ἡ κατάστασις τῆς χώρας, ὑπὸ ἔποψιν στρατιωτικὴν, οἱ ὁποῖοι ἴσως ἐγνώριζον ποία ἦτο ἡ κατάστασις τῆς χώρας καὶ ὑπὸ ἔποψιν διπλωματικήν! Ἐν τούτοις οὐδὲν ἐκ τούτων ἐλαμβάνετο ὑπ’ ὄψιν! Πάντες παρώτρυνον καὶ Βασιλέα καὶ Κυβέρνησιν, ὅπως καταλάβῃ τὴν Κρήτην, ὅπως καταστήσῃ τὴν Κρήτην χώραν Ἑλληνικὴν, καὶ παρώτρυνον τὴν Κυβέρνησιν, καίτοι εἶχον ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ἠδύνατο ὁ πόλεμος νὰ μεταπηδήσῃ ἀπὸ τῆς Κρήτης εἰς τὰ βόρεια σύνορα τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου. Τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, Κύριοι, ὀλίγοι ἐλάβομεν τὸν λόγον, ἴσως διότι τὸ πρᾶγμα ἦτο ὀλίγον τολμηρόν, διότι δὲν ἠδύνατό τις νὰ ἐκφράσῃ ἐλευθέρως τὴν γνώμην αὐτοῦ ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, χωρὶς νὰ παρεξηγηθῇ. Τοσοῦτος ἐνθουσιασμὸς εἶχεν ἐμπλήσει τὰ στήθη τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, τοιαῦται ἰδέαι ἐπεκράτουν περὶ τῆς καταστάσεως τῆς Τουρκίας καὶ περὶ τῆς ἀθλιότητος τοῦ τουρκικοῦ στρατοῦ, ὥστε πᾶς ὁ τολμῶν νὰ εἴπῃ τὴν ἀντίθετον γνώμην ἐθεωρεῖτο προδότης καὶ ἐντὸς καὶ ἐκτὸς τῆς Βουλῆς! Ἐνθυμοῦμαι μάλιστα τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, ὅτε ἐτόλμησα νὰ ὑποβάλω τὴν γνώμην μου εἰς τὴν Βουλὴν, μετ’ ὀλίγας ἡμέρας ἄπειρα ἔλαβον τηλεγραφήματα καὶ ἐπιστολὰς καὶ ἐκ τῆς ἰδιαιτέρας μου ἐπαρχίας καὶ ἐξ ἄλλων ἐπαρχιῶν, διὰ τῶν ὁποίων σχεδὸν ἀπεδοκιμαζόμην, ὡς ἀντιτιθέμενος μόνος εἰς τὴν γνώμην ὁλοκλήρου τοῦ Ἑλληνικοῦ ἔθνους. Ἔλεγον δὲ, Κύριοι, τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, ὅτι ἐν τῷ ζητήματι τῷ ἐξωτερικῷ ἔπρεπε νὰ ἀφήσωμεν πάντες ἐλευθέραν τὴν τότε Κυβέρνησιν νὰ ἐνεργήσῃ, ὅπως αὕτη ἐνόμιζεν ὅτι ὤφειλε νὰ ἐνεργήσῃ, «διότι ἡ Κυβέρνησις ἦτο αὐτὴ, ἥτις μόνη κατεῖχε τὰ στοιχεῖα, καὶ θὰ ἠδύνατο νὰ κρίνῃ, ἂν τὸ ἔθνος ὤφειλε νὰ ἐνεργήσῃ διὰ τῆς διπλωματικῆς ὁδοῦ, ἢ ὤφειλε νὰ ἐνεργήσῃ πολεμικῶς». Ἡ Ἀντιπολίτευσις τῆς ἐποχῆς ἐκείνης—ἡ διαφωνία ἡμῶν ἐνταῦθα ἐνέκειτο—ἐθεώρει, ὅτι ἦτο προδοσία, καὶ ἐπὶ στιγμὴν ἀκόμη ἂν τὸ Κράτος ἠδράνει. Εἰς τὰς παρακελεύσεις δὲ ταύτας ἐγὼ ἔλεγον: «Διὰ νὰ πράξῃ τοῦτο, ἂς ἐξετάσωμεν, ἠδύνατο ἡ Ἑλλὰς νὰ καταλάβῃ τὴν Κρήτην—ὅπως ἔλεγον οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι ἐντεῦθεν—χωρὶς νὰ διατρέξῃ τὸν κίνδυνον νὰ ἴδῃ μετατιθέμενον τὸν πόλεμον εἰς τὰ βόρεια σύνορα τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου;» Ἔλεγον λοιπὸν (ἀναγινώσκει ἐκ τῆς Ἐφημερίδος τῶν Συζητήσεων τῆς Βουλῆς): «Διὰ νὰ πεισθῶμεν, ἂν ἡ Κυβέρνησις καλῶς ἢ κακῶς ἔπραξε, μὴ ἀκολουθήσασα τὴν πολιτικὴν, ἣν ἀνέπτυξαν οἱ συνάδελφοι, ἂς ἐξετάσωμεν, ἐὰν πράγματι ἡ Ἑλλὰς εὑρίσκετο, ὑπὸ ἔποψιν διπλωματικὴν, οἰκονομικὴν καὶ στρατιωτικὴν, ἱκανὴ νὰ ἀναλάβῃ πόλεμον ἐναντίον τῆς ὁμόρου ἐπικρατείας. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως μᾶς εἶπεν, ὅτι παρ’ οὐδεμιᾶς Δυνάμεως ἐνεθαρρύνθη πρὸς τοῦτο· ἤμεθα ἄνευ συμμάχων, ἄνευ συνεννοήσεως πρὸς ἄλλους παράγοντας, ἄνευ ἰσχυρᾶς τινος ἔξωθεν ἐνισχύσεως, καὶ δὲν εἴχομεν ἄλλοθεν ἐλπίδας πιθανότητός τινος ἐπιτυχίας... Ἀλλὰ μόνη ἡ ἔλλειψις συμμάχων, μόνη ἡ ἔλλειψις ἐνισχύσεως ἐξωτερικῆς, ἦτο ἐκεῖνο, ὅπερ παρημπόδισε τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν νὰ ἐνεργήσῃ καθ’ ὃν τρόπον διέγραψαν οἱ ῥήτορες τῆς Ἀντιπολιτεύσεως; Τὸ σπουδαιότερον ἐξ ὅλων, ὅπερ ἐκανόνισε τὴν ἐνέργειαν τῆς Κυβερνήσεως τοιαύτην, οἵαν ἠκολούθησεν, ἐνέργειαν καθαρῶς διπλωματικὴν, ἐπιδιώκουσαν λύσιν συμφέρουσαν καὶ τῇ Ἑλλάδι, καὶ ἥτις ἐγένετο ἀσπαστὴ καὶ ἐν Κρήτῃ, ἦτο τὸ ἀπαράσκευον τοῦ ἔθνους καὶ τὸ ἀνέτοιμον αὐτοῦ. Εὑρισκόμενοι εἰς ἣν εὑρισκόμεθα σήμερον οἰκονομικὴν κατάστασιν, ἀπολέσαντες τὴν πίστιν ἡμῶν ἐν τῷ ἐξωτερικῷ, ἐξηντλημένοι ἐσωτερικῶς, πιεζόμενοι ὑπὸ τῆς χρεωκοπίας, δὲν λέγω τίποτε νέον, ἐὰν εἴπω, ὅτι αὐτὸ τὸ σπουδαιότερον ὅπλον τοῦ πολέμου, τὸ χρῆμα, μᾶς λείπει, αὐτὰ τὰ νεῦρα τοῦ πολέμου μᾶς ἔχουν προκαταβολικῶς ἀποκοπῆ. Ἐνῷ δὲ εἰς τοιαύτην εὑρισκόμεθα οἰκονομικὴν κατάστασιν, δὲν εἴμεθα εἰς εὐτυχεστέραν ὑπὸ ἔποψιν στρατιωτικήν. Δὲν εἶναι δὲ ἀναγκαῖον, οὔτε συμφέρον νὰ ἐπαναλάβω ὅ,τι πάντες γνωρίζετε περὶ τῆς ἀθλιότητος τοῦ στρατοῦ ἡμῶν. Ἀνέτοιμος δὲ οὖσα, ἐὰν ἐρρίπτετο εἰς τοιοῦτον ἀγῶνα ἡ Ἑλλὰς, ἠδύνατο ἡττωμένη νὰ ἀφαιρέσῃ πᾶσαν ἐλπίδα αἰσιωτέρου μέλλοντος τοῦ Ἑλληνισμοῦ.» Ταῦτα, Κύριοι, ἔλεγον τότε. Ἀλλὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ἀντίθετον γνώμην εἶχε καὶ ἡ Ἀντιπολίτευσις καὶ πλεῖστα μέλη τῆς τότε Συμπολιτεύσεως, δύναταί τις δὲ νὰ εἴπῃ, ὁλόκληρον τὸ ἔθνος. Εἶπον προηγουμένως, ὅτι ἐγὼ δὲν εἶχον οὔτε τὸ κῦρος ἐν τῇ Βουλῇ, οὔτε τὴν δύναμιν, ὅπως ἀναχαιτίσω διὰ τῶν λόγων τούτων τὸ ὠθούμενον εἰς τὸν ὀλέθριον πόλεμον ἔθνος. Διὰ τοῦτο ἔλεγον πρὸ μικροῦ, ὅτι, ἂν δὲν εἶχον λάβει μέρος εἰς τὴν ἐξεταστικὴν ἐπιτροπὴν, θὰ παρέμενον σιωπῶν ἐν τῇ θέσει μου, ὅπως ἀκούσω παρὰ τῶν ἄλλων, τῶν διαχειρισθέντων κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην τὴν ἐξουσίαν, καὶ παρὰ τῶν ἑτέρων, οἵτινες διὰ φλογερῶν ἀγορεύσεων ἐξώθουν τὴν Κυβέρνησιν εἰς πόλεμον, οἵτινες ἐγαλβάνιζον τὸ ἔθνος καὶ ἠλέκτριζον αὐτὸ διὰ διθυράμβων ἐξαγγελλομένων ἐντεῦθεν, νὰ ἀκούσω διὰ ποῖον λόγον αὐτοὶ ἐπολιτεύθησαν οὕτω, δυνηθῶ δὲ νὰ σχηματίσω πεποίθησιν ἀνεπηρέαστον ἐπὶ τῶν πεπραγμένων. Ἔλαβον ὅμως μέρος εἰς τὴν ἐξεταστικὴν τῶν πραγμάτων ἐπιτροπὴν, καὶ ἀφορμὴ, οὕτως εἰπεῖν, τῆς συζητήσεως ταύτης ἐγενόμην ἐγὼ, διά τινος ἐπερωτήσεως, τὴν ὁποίαν ἀπηύθυνα πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν περὶ τῆς διαχειρίσεως τῶν εἰσφορῶν, τῶν δοθεισῶν ὑπὸ τοῦ ἔθνους εἰς τὴν Ἐθνικὴν Ἑταιρείαν. Οὕτω, Κύριοι, ἐπειδὴ εἰργάσθημεν ἐν τῇ ἐπιτροπῇ ἐκείνῃ, τῆς ὁποίας πρόεδρος ἦτο ὁ ἀξιότιμος ἐκ Τυρνάβου συνάδελφος, καὶ διότι ὡς ἐκ τούτου ἐλάβομεν γνῶσιν πλείστων ἐγγράφων, καὶ προέβημεν εἰς τὴν ἐξέτασιν πλείστων προσώπων, καὶ ἠρευνήσαμεν πράξεις σχετιζομένας πρὸς τὸν πόλεμον, εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ λάβω τὸν λόγον καὶ, ὡς εἶπον, βραχύτατα ν’ ἀπασχολήσω τὴν Βουλὴν ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου. Ἐσχημάτισα καὶ ἐγὼ, Κύριοι, τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ἔχει καὶ ὁ ἀξιότιμος ἐκ Τυρνάβου Βουλευτὴς, ὅτι μία τῶν μεγαλειτέρων ἀφορμῶν τοῦ πολέμου ἂν μὴ ἡ μεγαλειτέρα ἀφορμὴ, ἦτο ἡ Ἐθνικὴ Ἑταιρεία. Τὴν Ἐθνικὴν Ἑταιρείαν δὲν πρέπει νὰ τὴν λάβητε καὶ νὰ τὴν ἐξετάσητε ὅπως ἀπεκαλύφθη αὕτη ἀμέσως μετὰ τὸν πόλεμον, ὅτε ὁλοκλήρου τοῦ ἔθνους ἡ κατακραυγὴ ἐστράφη ἐναντίον αὐτῆς. Πρέπει νὰ ἐξετάσητε, ποία ἦτο ἡ Ἐθνικὴ Ἑταιρεία, καὶ τί ἀντεπροσώπευεν ἐν τῇ ἐθνικῇ συνειδήσει πρὸ τοῦ πολέμου, κρυφίως ἐργαζομένη, ὑπούλως ἐνεργοῦσα, καὶ παγιδεύουσα εἰς τὰς πλεκτάνας αὐτῆς ὑπὲρ τοὺς 800 ἀξιωματικοὺς ἐκ τῶν νεωτέρων καὶ τῶν τολμηροτέρων τοῦ στρατοῦ, κληρικοὺς ἀνωτάτους, ἀρχιεπισκόπους καὶ ἐπισκόπους, ἥτις κατώρθωσε νὰ ἔχῃ εἰς τὰς τάξεις αὐτῆς πολιτευτὰς ἐκ τῆς πτέρυγος ταύτης καὶ ἐκ τῆς πτέρυγος ἐκείνης, ἀνωτέρους στρατιωτικοὺς, ἀνωτάτους δικαστικοὺς λειτουργοὺς καὶ σχεδὸν πάντας τῶν κατωτέρων βαθμῶν τοὺς δικαστικοὺς ὑπαλλήλους, εἶχε περιλάβει εἰς τὰς ἀγκάλας αὐτῆς σχεδὸν ὅλους τοὺς τηλεγραφικοὺς ὑπαλλήλους τοῦ Κράτους, καὶ ἦτο ἐν γνώσει πάντων τῶν τηλεγραφημάτων, τὰ ὁποῖα ἀπηύθυνεν ἡ Κυβέρνησις ὁπουδήποτε· εἶχε δικαστικοὺς ὑπαλλήλους, καθηγητὰς τοῦ Πανεπιστημίου καὶ τῶν Γυμνασίων, ἱερεῖς καὶ διδασκάλους εἰς τὰς τάξεις αὑτῆς, οἰκονομικοὺς ὑπαλλήλους, μυριάδας δὲ ἐκ τῶν εὐπορωτέρων πολιτῶν, καὶ τοσοῦτον εἶχε διακλαδωθῆ ἡ Ἑταιρεία καθ’ ἅπασαν τὴν Ἑλλάδα, ὥστε καὶ εἰς τὴν μικρὰν ἐπαρχίαν, τὴν ὁποίαν ἀντιπροσωπεύω, κατὰ πολλὰς δεκάδας εὗρον τὰ ἴχνη τῶν μυηθέντων ὑπὸ τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας· ἀνεκάλυψα δὲ κατόπιν, ὅτι τὰ τηλεγραφήματα τὰ ἀποδοκιμαστικά, τὰ ὁποῖα μοὶ ἐστέλλοντο, ἐγίνοντο παρὰ τῶν ἑταίρων τῆς Ἑταιρείας ταύτης, οἵτινες εἶχον ἐγκατασταθῆ καὶ ἐν τῇ ἐμῇ ἐπαρχίᾳ. Τοιαύτη λοιπὸν ἦτο ἡ Ἐθνικὴ Ἑταιρεία. Τὴν συνεκάλυπτε τὸ μυστήριον, καὶ τὸ μυστήριον ἔδιδεν εἰς αὐτὴν ἐξαιρετικόν τι γόητρον, ὅλως ἱερόν, καὶ ῥωμαντισμόν, ἀλλὰ τῆς ἔδιδε προσέτι φανταστικόν τι μεγαλεῖον καὶ ἀνερεύνητόν τινα δύναμιν, τὴν ὁποίαν ἡ μεσημβρινὴ φαντασία τοῦ ἡμετέρου λαοῦ ἀντελαμβάνετο πολὺ ὑπερτέραν παρ’ ὅ,τι πράγματι ἦτο· εἶναι φυσικόν, τὸ μυστήριον νὰ ἐξογκώνῃ τὰ πράγματα, καὶ νὰ φανατίζῃ πλειότερον. Διὰ τοῦτο τὰ περὶ τῶν ὑλικῶν μέσων διαθρυλούμενα τότε ἦσαν τοιαῦτα, ὥστε ἐνόμιζέ τις, ὅτι ἄγνωστος ἱερὰ πνοὴ ἐνεφύσησεν ὁλόκληρον τὸ ἔθνος, ἑρμηνεύτρια τῶν αἰσθημάτων τοῦ ὁποίου ἐγένετο ἡ ἀόρατος ἐκείνη δύναμις, τῆς ὁποίας ἡ μὲν δύναμις ἦτο τεραστία, ἡ δὲ θέλησις ἀδάμαστος. Γενικὴ ἦτο ἡ τοιαύτη πεποίθησις, καὶ πᾶς ὁ ἀντιλέγων ἐκινδύνευε νὰ χαρακτηρισθῇ ἢ ὡς κακόπιστος ἢ ὡς προδότης. Εἶχε κατορθώσει τοιαῦτα πράγματα ἡ Ἑταιρεία, ὥστε ἡ δύναμις τῆς Πολιτείας δὲν ἠδύνατο νὰ ἀσκηθῇ ἐπ’ αὐτῆς. Προσεκάλει ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος, τότε Πρωθυπουργός, τοὺς εἰσαγγελεῖς τοῦ Κράτους, ὅπως ἐνεργήσωσιν ἐναντίον τῆς Ἑταιρείας, ἀλλ’ ἔβλεπε τούτους μὴ δυναμένους νὰ πράξωσιν οὐδέν, ἢ ἀποφεύγοντας νὰ πράξωσι τοῦτο, γνωμοδοτοῦντας δέ, ὅτι οὐδὲν δικαίωμα εἶχε τὸ Κράτος νὰ ἐπεμβῇ εἰς τὰ ἀφορῶντα τὰ τῆς Ἑταιρείας ἐκείνης, οὐδὲ νὰ ἀναμιχθῇ παρεμποδίζον τὰς ἐνεργείας αὐτῆς. Εἶχε κατορθώσει ὅμως καὶ ἄλλο τι ἡ Ἐθνικὴ Ἑταιρεία· εἶχε κατορθώσει νὰ πιστευθῇ, ὅτι ἡ ἀόρατος ἐκείνη δύναμις, ἡ μυστηριώδης ἐκείνη δύναμις, ἡ ὁποία δὲν ἦτο δυνατὸν ν’ ἀποκαλυφθῇ καὶ ἡ ὁποία διηύθυνε τὰ πάντα ἀοράτως, ἦτο ἡ Α. Ὑψ. ὁ Διάδοχος! Καὶ ἐνθυμοῦμαι, ὅτι πολλάκις ἀφέθη νὰ λεχθῇ τοῦτο, καὶ πάντες ἐπίστευον, ὅτι ἡ Α. Ὑψ. ὁ Διάδοχος ἦτο ἡ ἀόρατος ἐκείνη δύναμις, ὁ πρόεδρος, οὕτως εἰπεῖν, τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας· ἐπιστεύετο δ’ ἔτι μᾶλλον τοῦτο, καθόσον ἔβλεπον τὸν ὑπαρχηγὸν τοῦ Ἀρχηγείου, οὗτινος προΐστατο ὁ Διάδοχος, τὸν τότε συνταγματάρχην τῶν γενικῶν ἐπετελῶν μακαρίτην Χρῆστον Σολιώτην, παριστάμενον ὡς ἀντιπρόσωπον τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας. Ἡ Ἐθνικὴ Ἑταιρεία εἶχε κατορθώσει, Κύριοι, πολλὰ νὰ πιστεύωσι περὶ αὐτῆς· ἐλέγετο ὅτι εὑρίσκετο εἰς ἄμεσον σχέσιν μετὰ τῆς Α. Μ. τοῦ Βασιλέως, καὶ ὅτι ἐπεκοινώνει μετὰ τοῦ Βασιλέως δι’ ἑνὸς ἐκ τῶν ἐπιφανεστάτων μελῶν αὑτῆς, δι’ ἑνὸς ἀληθῶς φιλοπάτριδος ἀνδρός, τοῦ Μιχαὴλ Μελᾶ, καὶ ἐνθυμοῦμαι, ὅτι ὁ κ. Βελλίνης ἐφέτης, διαταχθεὶς καὶ αὐτὸς παρὰ τοῦ πρώην Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ἢ τοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, νὰ ἐξετάσῃ τὰ τῆς διαχειρίσεως, ὡς μέλος τῆς ἐπιτροπῆς τῆς ἐξελεγξάσης τὴν διαχείρισιν τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας, ἐρωτώμενος ἐν τῇ ἐπιτροπῇ περὶ τῆς Ἑταιρείας ταύτης, τί ἠδυνήθη νὰ συναγάγῃ ἐκ τῆς ἐξετάσεως τῶν τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας καὶ ἐκ τῶν ἐρωτήσεων, τὰς ὁποίας ἀπηύθυνε πρὸς τὸν κύριον Στεφάνου, — τὸν ὁποῖον δὲν βλέπω ἐνταῦθα — συνεπέρανε τὰ ἀκόλουθα. «Ἠδύνατο — ἀπηυθύνθη ἡ ἐρώτησις πρὸς τὸν ἀξιότιμον νῦν νομικὸν σύμβουλον — ἡ Κυβέρνησις νὰ καταδιώξῃ τὴν Ἑταιρείαν;» Ἀπάντησις: «Κατὰ τὴν γνώμην μου, δύσκολον ἦτο, ἂν μὴ καὶ ἀδύνατον. Ἀσχέτως πρὸς τὴν ἀθρόαν παρουσίαν σημαινόντων ἀξιωματικῶν, ἡ Ἐθν. Ἑταιρεία ἐθεωρεῖτο ἔχουσα κολοσσιαίαν δύναμιν, συνενοεῖτο ἀπ’ εὐθείας μετὰ τοῦ Βασιλέως διὰ τοῦ κ. Μιχαὴλ Μελᾶ, ὡς ἔλεγον αὐτοὶ οἱ ἑταῖροί της, καὶ ἦτο ἱκανὴ νὰ διαταράξῃ τὴν δημοσίαν τάξιν. Ὁ Βασιλεὺς συνενοεῖτο μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας, διεδίδετο δὲ, ὅτι καὶ εἰς τὴν δούλην Ἑλλάδα μεγίστη εἶχε καταβληθῆ ἐργασία, οὐ μόνον πρὸς ἀνύψωσιν τοῦ φρονήματος, ἀλλὰ καὶ πρὸς παρασκευὴν ἀπέναντι ἐνδεχομένων κινδύνων διὰ παροχῆς ὅπλων, καὶ ὅτι, ἐν οἱᾳδήποτε περιστάσει, δὲν θὰ ἐσφάζοντο ἄοπλοι, ὡς οἱ Ἀρμένιοι, ὥς μοι εἶπόν τινα τῶν κυριωτέρων μελῶν τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας.» Ἀλλ’ ὅταν τοιαύτη ἐπεκράτει γνώμη, ὅτι ἡ Ἐθνικὴ αὕτη Ἑταιρεία εἶχεν εἰς τοὺς κόλπους αὑτῆς ἀρχηγὸν καὶ προστάτην τὸν Διάδοχον, ὅτι ἡ Ἐθνικὴ Ἑταιρεία συνενοεῖτο ἀπ’ εὐθείας μετὰ τῆς Α. Μ. τοῦ Βασιλέως, ἐπεθύμουν νὰ ἐρωτήσω: ποῖος θὰ ἦτο αὐτὸς ὁ Κύριος, ὅστις θὰ ἐτόλμα νὰ ἐπιβάλῃ χεῖρα ἐπ’ αὐτῆς; Ὅτι δὲ συνενοεῖτο μετὰ τῆς Α. Μ. τοῦ Βασιλέως ἡ Ἐθνικὴ Ἑταιρεία, τὸ ἠκούσατε χθὲς παρὰ τοῦ κ. Στεφάνου, ὅστις σᾶς ἀνέφερε, τί εἶπεν ὁ Βασιλεὺς εἰς τὸν κ. Μελᾶν. Ὅτι ὄντως δ’ ἐλέχθησαν πράγματα καὶ ἐδημοσιεύθησαν σκέψεις τοῦ Ἡγεμόνος, αἵτινες δὲν διεψεύσθησαν ὑπὸ τῆς Αὐλῆς, εἶναι ἀκριβέστατον καὶ ἀληθέστατον. Ὁ κ. Μελᾶς ἐδημοσίευσεν εἰς ὅλας τὰς ἐφημερίδας τῶν Ἀθηνῶν, ὅτι ἡ Α. Μ. ὁ Βασιλεὺς τῷ ἔλεγεν, ὅτι ἐβαρύνθη πλέον τὰς διπλωματικὰς ὁδοὺς πρὸς λύσιν τοῦ Κρητικοῦ ζητήματος, ὅτι δὲν ἐπεθύμει νὰ ἐπαιτῇ παρὰ τῶν συγγενῶν του τί ὑπὲρ τῆς Κρήτης, καὶ ὅτι ἀπεφάσισε νὰ τεθῇ ἐπὶ κεφαλῆς 300,000 Ἑλλήνων καὶ μεταβῇ εἰς τὰς πεδιάδας καὶ τὰς φάραγγας τῆς Μακεδονίας, ὅπου διὰ τοῦ ξίφους θὰ ἔλυε τὸ Κρητικὸν ζήτημα! Καὶ ἐπεθύμουν, Κύριοι, νὰ ἀκούσω, καὶ ἤκουσα βεβαίως χθὲς τὸν ἀξιότιμον ἐκ Γόρτυνος κ. Βουλευτὴν λέγοντα, ὅτι οὐδέποτε ὁ Βασιλεὺς τῷ ἀνεκοίνωσε τοιοῦτόν τι, ἀλλ’ οὐδ’ ἐπίστευεν ὅτι ἠδύνατο νὰ εἴπῃ τοιοῦτόν τι ὁ Βασιλεύς· ἀλλὰ καὶ ἂν τὸ ἐπεθύμει, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ πράξῃ τοῦτο, πρῶτον διότι δὲν ἠδύναντο νὰ εὑρεθῶσιν αἱ 300,000 Ἑλλήνων, ὅπως τεθῇ ἐπὶ κεφαλῆς αὐτῶν, καὶ δεύτερον διότι δὲν ὑπῆρχον οὔτε τὰ ὑλικὰ μέσα, ὅπως πράξῃ τὰ εὔτολμα ταῦτα κινήματα ὁ Βασιλεύς. Ἐπεθύμουν, λέγω, νὰ ἀκούσω: ἂν ταῦτα ἦσαν ψευδῆ, διατὶ δὲν ἔσπευδον ἀμέσως ἀπὸ τὴν Αὐλὴν νὰ ἐπιβληθῶσιν εἰς τὸν κ. Μελᾶν, ἵνα διαψεύσῃ ταῦτα, ἀλλ’ ἀφίνετο νὰ πιστεύηται, ὅτι ὁ Βασιλεὺς συνενοεῖτο μετὰ τῆς Ἑταιρείας ἐκείνης, καὶ ὅτι πράγματι μεγάλα καὶ τολμηρὰ ἐμελετῶντο σχέδια ὑπὲρ τοῦ ἔθνους; Ἑπόμενον ἦτο, Κύριοι, νὰ πλανᾶται ὁ λαὸς, νὰ ἐνθουσιᾷ παραφόρως, ἀπὸ τῆς Ἑλληνικῆς γῆς δὲ αἱ εἰδήσεις αὗται νὰ ἐπιδρῶσιν εἰς ὅλην τὴν Εὐρώπην. Καὶ εἴδομεν εἰς τὴν δύσιν τοῦ αἰῶνος τούτου ἀναπτυσσόμενον τὸν ἐνθουσιασμὸν ἐκεῖνον ἐν τῇ Δύσει, ἐκρηγνύμενον τὸν φιλελληνισμὸν ἐκεῖνον, ὃν εἶδον οἱ πατέρες μας, ὅτε διέσεισαν τὴν Ὀθωμανικὴν Αὐτοκρατορίαν. Καὶ ἐνθυμοῦμαι, Κύριοι, τὸ τηλεγράφημα τῶν 150 Ἄγγλων Βουλευτῶν, ὅπερ ἀπηύθυναν πρὸς τὴν Α. Μ. τὸν Βασιλέα, καὶ ὅπερ ἀνεγνώσθη ἐντεῦθεν μετὰ ἱερᾶς συγκινήσεως παρὰ τοῦ τότε Προέδρου τῆς Βουλῆς, ἐνθαρρῦνον τὸν Βασιλέα εἰς τολμηρὰν πολιτικὴν, καὶ τὰς συνεδριάσεις τῆς Ἰταλικῆς Βουλῆς, αἱ ὁποῖαι ἦσαν πολὺ ζωηρότεραι ἐκείνων, αἵτινες ἐγένοντο ἐν τῷ Ἑλληνικῷ Κοινοβουλίῳ, καὶ τὰ συλλαλητήρια τῶν Ἀγγλικῶν πόλεων, καὶ τὰς διαδηλώσεις τῶν Παρισίων, καὶ τὰ συγχαρητήρια τῶν Ἡνωμένων Πολιτειῶν τῆς Ἀμερικῆς, καὶ τὰ ἐνθουσιώδη ἄρθρα τῶν πρωτευόντων δημοσιογραφικῶν ὀργάνων τοῦ κόσμου, καὶ τὰ ἀπειράριθμα τηλεγραφήματα ἐξ ὅλων τῶν χωρῶν τῆς Εὐρώπης, τὰ ὁποῖα ἀπηυθύνοντο εἰς τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς, οὗτινος προΐστατο ὁ νῦν Πρωθυπουργός, καὶ τὰς ὡραιοτάτας ἀληθῶς ἀπαντήσεις τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Καλαβρύτων, αἵτινες μᾶς ἔκαμον νὰ αἰσθανθῶμεν ῥίγη συγκινήσεως, εὐήχως ἀναγινωσκόμεναι ἀπὸ τοῦ Προεδρείου, ὅτε ἀπὸ τοῦ βράχου τῆς Ἀκροπόλεως ἀπηυθύνοντο χαιρετισμοὶ εἰς τὴν αἰωνίαν πόλιν, εἰς τὴν Ῥώμην, καὶ ἐνθυμοῦμαι τὴν πλημμύραν τῶν φιλελλήνων, οἵτινες ἄφινον τὰς ἑστίας των καὶ ἤρχοντο νὰ ἀγωνισθῶσι μεθ’ ἡμῶν ὑπὲρ τῆς ἡρωϊκῆς νήσου. Καὶ ἡ εἰκὼν, τὴν ὁποίαν παρίστα τότε ἡ πρωτεύουσα τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου, ἦτο ἀληθῶς ἀπερίγραπτος καὶ ἀληθῶς θαυμασία. Ὅλα ταῦτα συνεκλόνουν ἐκ βάθους τὴν ἐθνικὴν ψυχὴν, ἐσχημάτιζον τόσον ἑδραίας πεποιθήσεις οὐ μόνον περὶ τῆς ἱερότητος τοῦ ἀγῶνος, ἀλλὰ καὶ περὶ τῆς ἐπιτυχίας αὐτοῦ, ὥστε ἐξώθουν ἡμᾶς μοιραίως πρὸς τὰ ἐμπρός, καὶ τοιουτοτρόπως, ὥστε νὰ μὴ δύναται οὐδεμία λογικὴ καὶ οὐδεμία δύναμις νὰ σταματήσῃ τὴν φορὰν τοῦ ἔθνους ἀπὸ τὸ σημεῖον ἐκεῖνο, πρὸς ὃ ἔλεγεν, ὅτι θὰ βαδίσῃ ὁ Βασιλεύς του, τιθέμενος ἐπὶ κεφαλῆς 300,000 ὁπλιτῶν, κατὰ τὴν κατάθεσιν, ἣν σᾶς ἀνέγνωσα, τοῦ κυρίου Βελλίνη, καὶ κατὰ τὴν ἀνακοίνωσιν, ἣν ἐποιήσατο ἐντεῦθεν ὁ κ. Στεφάνου...
§59Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Πιθανῶς ἐλάβετε ἀφορμὴν ἐν τῇ ἐξεταστικῇ ἐπιτροπῇ νὰ ἐξετάσητε τὸν κ. Βελλίνην καὶ ἑτέρους. Μήπως ἐνθυμεῖσθε, ἂν ἡ κατάθεσις τοῦ κ. Βελλίνη ἐδημοσιεύθη εἴς τινα τῶν ἐφημερίδων καὶ εἰς ποίαν;
§60Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ἡ ἐξεταστικὴ τῶν πραγμάτων ἐπιτροπὴ προσεκάλεσε τὸν κ. Βελλίνην, ὅπως ἐξετασθῇ, διότι ὁ κ. Βελλίνης ἦτο μέλος τῆς τριμελοῦς ἐξελεγκτικῆς ἐπιτροπῆς, τὴν ὁποίαν εἶχε διορίσει ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Παρνασσίδος, ὡς Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὅπως ἐξελέγξῃ τοὺς λογαριασμοὺς τῆς διαχειρίσεως τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας. Ὁ κ. Βελλίνης ἦλθεν εἰς ποικίλας καὶ πολλὰς ὁμιλίας μετὰ τῶν μελῶν ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἀνέλαβον νὰ ἐπιδείξωσι τὰ βιβλία εἰς τὴν τριμελῆ ἐπιτροπήν. Ὅτε ἐπληροφορήθημεν ἔκ τινος καταθέσεως, ἡ ὁποία ἐγένετο εἰς τὴν ἐξεταστικὴν ἐπιτροπὴν, ὅτι ὑπῆρχε τοιαύτη τις ἔκθεσις ἐξελέγξεως τῶν λογαριασμῶν τῆς Ἑταιρείας, ἐσπεύσαμεν νὰ καλέσωμεν τοὺς ἐνεργήσαντας τὴν ἐξέλεγξιν, εἷς δὲ τῶν πρώτων ἦτο ὁ κ. Βελλίνης, ὁ ὁποῖος εἶπεν αὐτά, τὰ ὁποῖα σᾶς ἀνέγνωσα πρὸ ὀλίγου, καὶ τὰ ὁποῖα ἤντλησεν ἐκ τῶν ἐξετάσεων καὶ τῶν ὁμιλιῶν, τὰς ὁποίας ἀντήλλαξε μετὰ τῶν μελῶν τῆς Ἑταιρείας, τὰ ὁποῖα ἦσαν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Ζακύνθου βουλευτὴς κ. Στεφάνου, ὁ κύριος Μαῦρος, ὁ κ. Μελᾶς. Ἀλλ’ ὁ κ. Μαῦρος μόλις παρουσιάσθη καὶ ἀπῆλθε, τὸ δρῶν δὲ πρόσωπον, μὲ τὸ ὁποῖον συνενοεῖτο ἡ ἐπιτροπὴ πρὸς τὴν ἀόρατον δύναμιν, ἦτο ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Ζακύνθου, ὁ ἀξιότιμος κ. Στεφάνου. Ἡ κατάθεσις τοῦ κ. Βελλίνη, ἐκείνη τὴν ὁποίαν ἔχω ἐνταῦθα, εἶναι δημοσιευμένη κατὰ τὴν 14 Σεπτεμβρίου τοῦ 1900, δηλαδὴ πρὸ τριῶν περίπου ἐτῶν. Εἶναι ἀληθές, ὅτι δὲν προσεκάλεσεν ἡ ἐξεταστικὴ τῶν πραγμάτων ἐπιτροπὴ τὸν ἀξιότιμον κ. Βουλευτὴν ἐκ Ζακύνθου, ἀλλὰ χθές, ὅτε παρεπονεῖτο διὰ τοῦτο ὁ κ. Βουλευτὴς, ἔσπευσα νὰ τῷ παρατηρήσω, ὅτι, καθ’ ἣν ἐποχὴν εἰργάζετο ἡ ἐπιτροπή, αὐτὸς εὑρίσκετο εἰς Κωνσταντινούπολιν, ὡς ἀντιπρόσωπος τῆς Ἑλλάδος, ἄλλα ἐκπληρῶν καθήκοντα, καὶ κατ’ ἀκολουθίαν δὲν ἠδύνατο νὰ προσκαλέσῃ αὐτὸν ἐκεῖθεν, ὅπως ἐξετασθῇ. Ἡ ἐξεταστικὴ τῶν πραγμάτων ἐπιτροπὴ οὐδένα ἀφῆκε χωρὶς νὰ ἐξετάσῃ· ἐξήτασε καὶ τὸν κ. Λάμπρον, τὸν κ. Πολίτην, καθηγητὰς τοῦ Πανεπιστημίου, τὸν κ. Λυκούδην, οἵτινες ἦσαν μέλη τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας, ἀλλ’ ἐξήτασε καὶ πολλοὺς ἄλλους· ἐξήτασε καὶ μέλη, τὰ ὁποῖα παρῃτήθησαν, διότι, καθὼς κατέθετον, παρέβη ἡ Ἐθνικὴ Ἑταιρεία ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα εἶχεν ὑποσχεθῆ εἰς τὰ μέλη αὑτῆς, διὰ τῶν παραβάσεων δ’ αὐτῆς τούτων ἐξεβίασε τὸν τόπον εἰς πόλεμον, ἐνῷ διεβεβαίου πάντοτε, ὅτι εἶχε ταχθῆ εἰς τὸ πλευρὸν τῆς Κυβερνήσεως. Ἔλεγον λοιπὸν προηγουμένως περὶ τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας, ὅτι ἡ Ἑταιρεία αὕτη εἶχε καταστῆ μία δύναμις, καὶ δύναμις ἀκαταγώνιστος εἰς τὴν Ἑλλάδα. Ἀλλ’ ἤκουον χθὲς τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Ζακύνθου ἐρωτῶντος, διατὶ δὲν συνελαμβάνετο ἡ Ἑταιρεία, καὶ διατὶ δὲν ἀπεστέλλοντο εἰς τὴν φυλακὴν τὰ μέλη αὐτῆς, τὰ ὁρατὰ καὶ τὰ ἀόρατα; Καὶ ἔλεγεν ὁ κ. Βουλευτής, ἀπευθυνόμενος πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ὅτι, ἐάν ποτε συμβῇ εἰς αὐτὸν νὰ ἀκούσῃ ἀπάντησίν τινα, ὁμοίαν πρὸς ἐκείνην, τὴν ὁποίαν ἔδωκε τότε ὁ ἐνταῦθα εἰσαγγελεὺς τῶν πλημμελειοδικῶν καὶ ὁ εἰσαγγελεὺς τῶν ἐφετῶν πρὸς τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Γόρτυνος, νὰ συλλάβῃ αὐτοὺς ἀπὸ τὰ αὐτιὰ καὶ νὰ τοὺς ὁδηγήσῃ εἰς τὰς φυλακάς. Ἀλλ’ ἤθελον ἐρωτήσει τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Κερκύρας: διατὶ τοὺς ὀλίγους φοιτητάς, οἱ ὁποῖοι εἶχον καταλάβει τὸ Πανεπιστήμιον πρὸ ὀλίγων μηνῶν, δὲν ἔσπευσε νὰ συλλάβῃ; Μήπως δὲν ἤρκει εἷς μόνον λόχος στρατιωτῶν, ὅπως ἐκτελέσῃ τοῦτο; Βεβαίως ἤρκει· ἀλλ’ ἐγνώριζεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κερκύρας, ὅτι, ἐὰν ἤθελε λάβει τοιαῦτα μέτρα κατὰ τῶν φοιτητῶν, ἐὰν ἤθελε συγκρουσθῆ πρὸς τοὺς φοιτητὰς τοῦ Ἐθνικοῦ Πανεπιστημίου, ἤθελεν ἴδει ἐξεγειρομένην τὴν κοινωνίαν πᾶσαν, καὶ ἤθελεν ἴδει ὄχι μόνον τὴν Κυβέρνησιν παρασυρομένην, ὅπως παρεσύρθη, ἀλλὰ θὰ ἔβλεπεν ἐκ βάθρου κλονιζόμενον καὶ αὐτὸν ἀκόμη τὸν Θρόνον. Καὶ ἐνῷ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κερκύρας δὲν ἠδυνήθη νὰ ἐπιβάλῃ χεῖρα κατὰ τῶν φοιτητῶν τοῦ Πανεπιστημίου, —καίτοι, ὡς εἶπον, εἷς ἢ τὸ πολὺ δύο λόχοι θὰ ἤρκουν, ὅπως καταστείλωσι τὸ κίνημα κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, —λέγετε σεῖς, ἀλλ’ οὐδεὶς δύναται νὰ ὑποστηρίξῃ, ὅτι ἠδύνατο νὰ ἐπιβληθῇ χεὶρ κατὰ τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας, τῆς ὁποίας 800 καὶ πλέον ἀξιωματικοὶ τοῦ ἑλληνικοῦ στρατοῦ, πλῆθος ἀξιωματικῶν ἐκ τῶν ἀνωτάτων, ἄπειροι ὑπαξιωματικοί, καὶ μετ’ αὐτῶν ἀνώτεροι λειτουργοὶ τῆς Θέμιδος, μέγας ἀριθμὸς διοικητικῶν ὑπαλλήλων, πρώην Ὑπουργοὶ καὶ τοσαῦτα ὄργανα τῆς δημοσίας τάξεως εἶχον γείνῃ μέλη φανατικώτατα καὶ τολμηρότατα! Καὶ ἦσαν μόνον οὗτοι; Εὑρίσκομεν τὰ μέλη τῆς Ἑταιρείας ταύτης πανταχοῦ, μεταξὺ τῶν στενωτάτων φίλων μας, μεταξὺ ἀγαπητῶν συμπολιτῶν μας, μεταξὺ τῶν μελῶν αὑτῶν τῆς οἰκογενείας μας! Καὶ δὲν εἴχομεν πεποίθησιν, ὅτι καὶ αὐτοὶ οἱ ἀδελφοί μας δὲν ἐτύγχανον μέλη αὐτῆς. Ποῖος ἤθελε τολμήσει νὰ θέσῃ χεῖρα κατὰ τοιαύτης Ἑταιρείας, διακλαδουμένης καθ’ ἅπασαν τὴν χώραν, χωρὶς νὰ ἴδῃ ἐξανισταμένην ὁλόκληρον τὴν Ἑλλάδα, χωρὶς νὰ ἴδῃ κλονιζομένην τὴν χώραν, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον ἡ κοινοτάτη λογικὴ ἀπῄτει ν’ ἀποφύγωμεν, μὴ θίγοντες τοὺς νέους αὐτοὺς Φιλικούς, ὡς τοὺς ἐπίστευεν ὁλόκληρον τὸ ἔθνος...
§61Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἕνα κουμπάρον μου διδάσκαλον εἶχον πείσει, ὅτι θὰ ἐγίνετο ἄλλος Τσακάλωφ!
§62Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Οὕτως ἡ Ἐθνικὴ Ἑταιρεία, μυστηριωδῶς ἐργαζομένη, τοιαῦτα λέγουσα καὶ τοιαῦτα πράττουσα, ἀλλὰ κυρίως τοιαῦτα ἀφίνουσα νὰ ὑπονοῶνται περὶ αὐτῆς, κατώρθωσε νὰ παραστήσῃ ἑαυτὴν ὡς Φιλικήν τινα Ἑταιρείαν, ἥτις ἐκράτει εἰς χεῖράς της τὰ ἱερὰ καὶ τὰ ὅσια τοῦ ἔθνους! Ὁ κ. Βουλευτὴς Ζακύνθου ἐγένετο ὁ Ἡρόδοτος τῆς Ἑταιρείας ταύτης χθές, ἀφηγηθεὶς ἐντεῦθεν τὴν ἱστορίαν της ἀπὸ τῆς στιγμῆς τῆς ἱδρύσεως αὐτῆς μέχρι τῆς στιγμῆς, καθ’ ἣν ἠναγκάσθη ὁ πρώην Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ σκεφθῇ, μήπως ἐκτὸς τῶν ἀθώων ἐκείνων ἀνθρώπων, οἵτινες ἐξ ἐνθουσιασμοῦ συνεδέθησαν μετὰ τῆς Ἑταιρείας ἐκείνης, ὑπῆρχον καὶ ἄλλοι, ἐναντίον τῶν ὁποίων θὰ ἦτο ἀνάγκη ὁ εἰσαγγελεὺς νὰ θέσῃ χεῖρα ἐπ’ αὐτῶν. Ἀλλ’ ὁ κ. Βουλευτὴς Ζακύνθου ἔσπευδε νὰ ἀποδείξῃ, ὅτι ἡ ἄσπιλος αὕτη παρθένος, ἡ Ἐθνικὴ Ἑταιρεία, δὲν ἀνεμίχθη παντάπασιν εἰς τὰ ζητήματα ταῦτα, ὅτι δὲν συνετέλεσεν εἰς τὴν ἐξέγερσιν τοῦ πολεμικοῦ φρονήματος, ὅτι δὲν συνετέλεσε νὰ ἑλκύσῃ εἰς ἑαυτὴν ἀξιωματικοὺς τοῦ στρατοῦ καὶ ὑποβάλῃ αὐτοὺς ὑπὸ τὸν ὅρκον αὐτῆς, τὸν ἐξουδενίζοντα τὸν πρῶτον ὅρκον τοῦ στρατιώτου, ὅτι δὲν μετέχει αὕτη τῶν εὐθυνῶν τοῦ πολέμου, καὶ ὅτι ὑπῆρξεν ἁπλῶς Ἑταιρεία ὀλίγων νέων στρατιωτικῶν φιλοτίμων, ἀνωτέρων τινῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων, οἵτινες βεβαίως θὰ συνεζήτουν νομικὰ ζητήματα, μερικῶν λογίων νέων, οἵτινες ἀνεγίνωσκον ἐν αὐτῇ τοὺς στίχους των, καὶ οἱ ὁποῖοι εἶχον πάντες ταχθῆ παρὰ τὸ πλευρὸν τῆς Κυβερνήσεως, ἐζήτουν ὅμως παρὰ τῆς Κυβερνήσεως καὶ ὀλίγα ἀβολίδωτα φυσίγγια, καὶ μερικὰ ἑκατομμύρια παρὰ τῆς κοινωνίας! Ἀλλ’ ἐν τῇ σπουδῇ του ὁ κ. Στεφάνου παρέλειψε νὰ ἀναφέρῃ σελίδας τινὰς τῆς ἱστορίας τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας. Αἱ σελίδες δ’ αὗται δὲν εἶναι ἀνάξιαι προσοχῆς. Ἀφ’ ἧς στιγμῆς ὁ προϋπολογισμὸς αὐτῆς ἀνήρχετο εἰς 68 δραχμὰς καὶ 40 λεπτὰ κατὰ τὰ τέλη τοῦ 1895, ὅτε οὐδεμίαν σημασίαν εἶχεν ἡ Ἐθνικὴ Ἑταιρεία, δι’ ἑνὸς πηδήματος εὑρέθη εἰς τὴν ἐποχὴν, καθ’ ἣν ἐφέτης τις—δὲν θέλω νὰ ἀναφέρω τὸ ὄνομά του τὴν στιγμὴν ταύτην—μετεβλήθη, ὡς ὀρθῶς εἶπεν ὁ κ. Βουλευτὴς Τυρνάβου, εἰς ἀρματωλὸν ὀργανίζοντα ὁπλοφόρα σώματα, καὶ ὡς Κατσαντώνης τις ἢ Λιακατᾶς προτιθέμενος νὰ εἰσβάλῃ εἰς τὴν Μακεδονίαν! Ὁ κ. Βουλευτὴς Ζακύνθου ἐλησμόνησεν, ὅτι ἐκτὸς τοῦ σταδίου τούτου ὑπῆρχε καὶ ἕτερον στάδιον, ὅπερ παρέτρεξε· δὲν ἐνεθυμήθη οὐδόλως, ὅτι ἡμέραν τινὰ ἐμανθάνομεν, ὅτι ἥρως τις, Μπρούφας καλούμενος, ὁδηγῶν περίεργον στράτευμα ὁπλοφόρων, φερόντων διπλώματα μὲ ἐρυθρὰς σφραγῖδας, εἰσῆλθεν εἰς τὴν ὅμορον ἐπικράτειαν, καὶ ἐκεῖ συνεπλέκετο καὶ ἐπολέμει κατὰ τοῦ τουρκικοῦ στρατοῦ, ἀνεγράφοντο δὲ εἰς τὰς ἐφημερίδας κατὰ τρόπον ῥωμαντικώτατον αἱ μάχαι ἐκεῖναι, καὶ ἐνόμιζέ τις, ὅτι μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας ἀνέζησε καὶ ἡ ἡρωϊκὴ ἐποχὴ τοῦ ἀρματωλισμοῦ τῆς Ἑλλάδος κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην! Πρὸς τὰ τέλη τοῦ 1895 ἡ Ἑταιρεία αὕτη συνεκροτήθη, ὡς σᾶς εἶπεν ὁ κ. Βουλευτὴς Ζακύνθου, ἐκ φιλοπατρίδων νεαρῶν ἀξιωματικῶν, οἵτινες, ἀπογοητευμένοι, ὡς φαίνεται, ἀπὸ τὸ στάδιόν των καὶ ἐκ τῆς ἐν γένει καταστάσεως τῆς χώρας, βλέποντες ὅτι τὸ μέλλον τοῦ στρατοῦ τῆς Ἑλλάδος δὲν ἦτο τόσον εὐρὺ, ὅσον ἐφαντάζοντο ὅτε κατετάχθησαν εἰς αὐτὸν, βλέποντες περικοπτόμενα τὰ ἐθνικὰ ἰδεώδη, ἅτινα ὠνειροπόλουν νὰ ἐξυπηρετήσωσι, συνεκρότησαν τὴν Ἐθνικὴν Ἑταιρείαν, ἥτις σκοπὸν εἶχε νὰ συγκεντρώσῃ τοὺς ἀξιωματικούς, καὶ διὰ τῆς συγκεντρώσεως αὐτῶν νὰ ὑποβάλῃ τὰς ἀπαιτήσεις της εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως βελτιώσῃ τὰ τῆς καταστάσεως τοῦ στρατοῦ. Φαίνεται ὅτι ἡ Ἑταιρεία αὕτη κατὰ τὴν σύστασίν της δὲν εὗρεν οὔτε πολλούς, οὔτε προθύμους ὀπαδούς· διότι, ἐὰν λάβῃ τις ὑπ’ ὄψιν τὸ μόνον ἐπίσημον ἔγγραφον, ὅπερ ἔχομεν, τὴν ἔκθεσιν τῆς ἐξελεγξάσης τὴν διαχείρισιν τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας ἐπιτροπῆς, θὰ ἴδῃ, ὅτι τὸ ἔτος ἐκεῖνο ὁ προϋπολογισμὸς τῆς Ἑταιρείας δὲν ὑπερέβη τὰς δρ. 68.40, ἐξ ὧν αἱ 55 εἶχον διατεθῆ εἰς ἐνοίκιον τοῦ γραφείου· καὶ καταλαμβάνετε, τί γραφεῖον θὰ ἦτο, ὅταν 55 δραχμαὶ ἐχρησίμευσαν δι’ ἐνοίκιον αὐτοῦ ἐπ’ ἀρκετὸν χρονικὸν διάστημα. Ἀλλ’ ἀμέσως μετὰ ταῦτα εὑρισκόμεθα πρὸ Ἑταιρείας, εἰς ἣν νέα εἰσῆλθον στοιχεῖα ἐκτὸς τοῦ στρατοῦ, ἥτις ἠρίθμει πλείστους μὲν ἀξιωματικοὺς τοῦ ἑλληνικοῦ στρατοῦ, ἀλλὰ κατηρίθμει καὶ πολλοὺς ἀνωτάτους ὑπαλλήλους, ἱερεῖς καὶ ἀρχιερεῖς, διοικητικοὺς ὑπαλλήλους, πολιτικοὺς ἄνδρας, Βουλευτὰς πασῶν τῶν ἀποχρώσεων, ἀπειραρίθμους πλουσίους, ὁλόκληρον τὴν δημοσιογραφίαν τῆς Ἑλλάδος, ὁ δὲ πρώην ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸς καὶ Βουλευτὴς ἐκ Ζακύνθου ἦτο ἓν τῶν ἐπιφανεστέρων μελῶν τῆς Ἑταιρείας ταύτης. Ὁ κ. Βουλευτὴς Ζακύνθου εὕρισκεν, ὅτι διὰ μυστικῶν Ἑταιρειῶν, ἦτο δυνατὸν ἡ Ἑλλὰς νὰ ἐνεργήσῃ σκοπιμώτερον, καὶ ὅτι ἠδύνατο ἡ Ἑταιρεία νὰ ὑποκαταστήσῃ εἴς τινας ἐνεργείας τὴν Κυβέρνησιν τῆς χώρας· δι’ ὃ ἔσπευσε νὰ καταταχθῇ εἰς αὐτὴν, καὶ νὰ θεωρῆται μεταξὺ τῶν σπουδαιοτέρων καὶ θερμοτέρων ὀπαδῶν τῆς Ἑταιρείας, καθὼς ἔγραφον καὶ ἔλεγον οἱ ἐξελέγξαντες τὴν διαχείρισιν τῆς Ἑταιρείας κ. κ. Βελλίνης, Ἀναγνωστόπουλος καὶ Παπαδόπουλος...
§63Δ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Τί ἐγνώριζον αὐτοί; καὶ τί ἠδύνατο νὰ μαρτυρήσῃ ὁ κύριος Βελλίνης;
§64ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Αὐτὰ ἐμαρτύρησαν· δὲν γνωρίζω δὲ, ἐὰν ἠδύναντο ἢ ἂν ἔπρεπε νὰ μαρτυρήσωσιν ἄλλα. Ἐγὼ βλέπω ἐκ τῶν ἐπισήμων καταθέσεων, τί ἐμαρτύρησαν. Ταῦτα πάντα, ὅσα εἶπον, ἀναφέρονται εἰς τὴν ἔκθεσιν, ἣν ὑπέβαλεν ὁ τότε Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν κ. ἐκ Παρνασσίδος Βουλευτὴς, ὅστις ἐφρόνει, ὅτι ἡ ἔκθεσις αὕτη δὲν ἦτο ἐπίσημον ἔγγραφον τοῦ Κράτους, καὶ ὅτε ἀπῆλθε τῆς ἀρχῆς παρέλαβεν αὐτὴν καὶ τὴν ἐνεχείρισεν εἰς τὸν Βασιλέα, ὅστις εὐτυχῶς ἐθεώρησεν αὐτὴν ὡς δημόσιον ἔγγραφον, καὶ ἔσπευσε νὰ τὴν παραδώσῃ εἰς τὸν τότε καὶ νῦν Πρωθυπουργὸν κ. Ζαΐμην, παρ’ οὗ ἔλαβεν ἡ ἐξεταστικὴ τῶν πραγμάτων ἐπιτροπὴ τὸ ἔγγραφον τοῦτο, ὅπερ εἰς πολλὰς ὡδήγησεν αὐτὴν ἐνεργείας καὶ πολὺ ἔχυσε φῶς εἰς τὴν θλιβερὰν ταύτην ὑπόθεσιν...
§65Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Διατὶ ἐδόθη ἡ ἔκθεσις αὕτη εἰς τὸν Βασιλέα;
§66Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Δὲν γνωρίζω, διότι δὲν ἦλθον ποτὲ εἰς συνάφειαν μετὰ τῆς Α. Μεγαλειότητος, ὅπως τῷ ὑποβάλω τοιαύτην ἐρώτησιν.
§67Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Πιστεύω ὅτι πολὺ ταχέως θὰ ἔλθητε.
§68Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ἴσως· τότε ὅμως θὰ ἦναι ὀλίγον ἀργὰ, ὅπως λύσω τὰς ἀπορίας τοῦ κυρίου Τσιτσάρα· ἂν ἔχητε ὅμως ὑμεῖς πληροφορίας, δόσατέ τας, παρακαλῶ, καὶ καθησυχάσατε τὸν ἀγαπητόν μοι φίλον.
§69ΑΛΕΞ. Θ. ΖΑΙΜΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ Βασιλεὺς ζητεῖ πολλάκις ἔγγραφα, καὶ ἀφοῦ λάβῃ γνῶσιν αὐτῶν, τὰ ἐπιστρέφει. Μεταξὺ τῶν ἐγγράφων, φαίνεται, τὰ ὁποῖα εἶχε ζητήσει, ἦσαν καὶ τὰ ἀφορῶντα τὴν Ἐθνικὴν Ἑταιρείαν.
§70Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Ἐδόθη εἰς αὐτὸν παρ’ ἰδιώτου;
§71Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἦτο ἀνάγκη τόσης ἀνησυχίας, διότι περιῆλθεν ἓν ἔγγραφον εἰς χεῖρας τοῦ Βασιλέως. Ἐκ περιεργείας ἐζήτησε νὰ ἴδῃ, ποῖον τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ἐργασίας τῆς ἐξελεγξάσης τὴν διαχείρισιν τῆς Ἑταιρείας ἐπιτροπῆς. Ἐκ συμπτώσεως δὲ ἐπῆλθεν ἡ παραίτησις τοῦ Ὑπουργείου 2 ἢ 3 ἡμέρας μετὰ τοῦτο.
§72ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Πρὸ πόσου χρόνου συνετάχθη ἡ ἔκθεσις;
§73Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Δύναμαι νὰ σᾶς εἴπω, πότε ἐδόθη εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ἀλλ’ οὐχὶ καὶ πότε ἐδόθη εἰς τὸν Βασιλέα.
§74ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Διατὶ τόσον καιρὸν δὲν ἐλάμβανε περιέργειαν ὁ Βασιλεύς;
§75Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ἀνέφερα τὸ ἀσήμαντον αὐτὸ περιστατικόν, ὄχι διότι ἔχει σημασίαν σπουδαίαν, ἀλλὰ διότι τὸ εὗρον ἀναγεγραμμένον εἰς τὴν κατάθεσιν ἑνὸς τῶν μελῶν τῆς ἐξελεγκτικῆς ἐκείνης ἐπιτροπῆς, εἰς τὴν κατάθεσιν τοῦ κυρίου Βελλίνη.
§76Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ τὸ εἶπε πλανώμενος, διότι δὲν ἦτο εἰς θέσιν νὰ τὸ γνωρίζῃ.
§77Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ἐγὼ, ἀφηγούμενος ἱστορικῶς τὰ πράγματα, δὲν ἠδυνάμην νὰ μὴ ἀναφέρω τὴν λεπτομέρειαν ταύτην. Ἐὰν ἀναφέρω λεπτομερείας τινὰς ἱστορικὰς, σχετιζομένας μὲ τὰς περιστάσεις ἐκείνας, τὸ πράττω, διότι φρονῶ, ὅτι αὗται ἴσως χρησιμεύσωσιν εἰς τὴν συζήτησιν, ἀλλὰ καὶ διότι μίαν ἡμέραν θὰ χρησιμεύσωσιν εἰς τὸν ἱστορικὸν, ὅστις θὰ ἐξετάσῃ τὰ πρόσωπα, τὰ πράγματα καὶ τὰς αἰτίας τὰς προκαλεσάσας τὸν πόλεμον, καὶ θὰ σύρῃ τὰ συμπεράσματά του. Διὰ τοῦτο δὲ θὰ ἐπεθύμουν νὰ ἤκουον ἀπὸ τὸν κ. Βουλευτὴν Ζακύνθου ἱστορικάς τινας λεπτομερείας· λόγου χάριν, ποῖος ἦτο ὁ ὀργανισμὸς τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας, κατὰ τίνα τρόπον κατώρθωσε νὰ περισυλλέξῃ μέγα χρηματικὸν ποσὸν, κατὰ τίνα εὐφυᾶ μέθοδον περιεπλέκοντο εἰς τὰς πλεκτάνας αὐτῆς οἱ ἀξιωματικοὶ τοῦ στρατοῦ, πῶς συνεβιβάζετο ἡ διορκία εἰς τὴν συνείδησιν δημοσίων λειτουργῶν καὶ ὑπηρετῶν, καὶ τόσα ἄλλα πράγματα, τὰ ὁποῖα ἠδύνατο νὰ μᾶς εἴπῃ, καὶ ἅτινα ἱστορικῶς θὰ εἶχον τὴν χρησιμότητα, ἐὰν μὴ διεφώτιζον τὸ ζήτημα κατὰ τὴν παροῦσαν συζήτησιν...
§78ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ διακόψωμεν, κύριε Πρόεδρε.
§79ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις μέχρι τῆς 9½ ὥρας. (Γίνεται διακοπὴ ὥρᾳ 8 μ. μ. Ἐπαναλαμβάνεται δὲ ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 10 καὶ 15′ μ. μ., προεδρεύοντος τοῦ ἀντιπροέδρου κ. Ν. Λεωνίδα).
§80ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ συνεδρίασις. Ὁ κύριος Βελλιανίτης παρακαλεῖται νὰ συνεχίσῃ τὴν ἀγόρευσίν του.
§81Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ἔλεγον, Κύριοι, προτοῦ διακόψω τὴν ἀγόρευσίν μου, ὅτι ἡ Ἐθνικὴ Ἑταιρεία εἶχε καταστῆ δύναμις, καὶ δύναμις ἀκαταγώνιστος ἐν τῷ τόπῳ, ἐξαναγκάζουσα πολλάκις καὶ αὐτὸν τὸν Βασιλέα νὰ λέγῃ, διὰ τοῦ κ. Μελᾶ, ἰδέας, αἵτινες μεγάλην ἐξήσκουν ἐπιρροὴν ἐπὶ τοῦ δημοσίου φρονήματος· ἐνθυμεῖσθε δὲ, ποίαν ἐξέγερσιν προεκάλεσαν αἱ δημοσιεύσεις τῶν σκέψεων τοῦ Ἡγεμόνος, αἵτινες, μὴ διαψευσθεῖσαι παρὰ τοῦ Αὐλαρχείου, προσέδιδον γόητρον καὶ δύναμιν εἰς τὴν Ἑταιρείαν, ἐξῆπτον δὲ εἰς τὸ ἔπακρον τὰ πνεύματα ἐν Ἑλλάδι, καὶ ἐδείκνυον, ὅτι ἡ Ἐθνικὴ Ἑταιρεία εὑρίσκετο εἰς ἐπαφὴν μετὰ τοῦ Βασιλέως. Τοιαύτην λοιπὸν ἔχουσα δύναμιν ἡ Ἐθνικὴ Ἑταιρεία, εἶχε καταστῆ ἐπικίνδυνος ἐν τῇ χώρᾳ, καὶ δὲν ἠδύνατό τις νὰ εἴπῃ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις θὰ ἠδύνατο νὰ πράξῃ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἔλεγεν ὁ κ. Βουλευτὴς Ζακύνθου, νὰ συλλάβῃ δηλαδὴ τὸ Συμβούλιον καὶ νὰ τὸ ῥίψῃ εἰς τὰς φυλακάς. Θὰ ἦτο εὔκολον εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Γόρτυνος, Πρόεδρον τότε τῆς Κυβερνήσεως, νὰ διατάξῃ τὴν σύλληψιν τοῦ κ. Στεφάνου καὶ νὰ τὸν κρατήσῃ εἰς τὰς φυλακὰς, ἀλλ’ εἰς ἣν κατάστασιν εὑρίσκετο ἡ χώρα τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, ἀναντιρρήτως ἤθελε προκαλέσει ἀπ’ ἄκρου εἰς ἄκρον τῆς Ἑλλάδος ἐξεγέρσεις, ἀναντιρρήτως ἠθέλομεν ἔχει αἱματοχυσίας, καὶ παρεμποδίζοντες ἐξωτερικὸν πόλεμον θὰ εὑρισκόμεθα ἀφεύκτως πρὸ ἐμφυλίου· διότι, καθὼς ἔλεγεν ὁ κ. Βελλίνης, ὡς ἔλεγον εἰς αὐτὸν οἱ ἑταῖροι τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας, οἱ ὀπαδοὶ τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας δὲν ἤθελον σφαγῆ ὡς ἐσφάγησαν ἄοπλοι οἱ Ἀρμένιοι ἐν ταῖς ὁδοῖς τῆς Κωνσταντινουπόλεως. Αὐτὰ ἐλέγοντο καὶ διεδίδοντο ὑπὸ τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας, ταῦτα δὲ πάντα ἠδύναντο καὶ νὰ συμβῶσι, διότι, ὡς εἶπον προηγουμένως, τὸ πλεῖστον τοῦ στρατοῦ ἦσαν ἑταῖροι τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας ἐκ τῶν φανατικωτάτων, καὶ ἀπεδέχοντο μετ’ ἐπαναστατικῆς τινος ἡδονῆς τὰς ἰδέας καὶ τὰς ἀρχὰς τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας. Ἀλλ’ ἔλεγον ἐπίσης, ὅτι ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Ζακύνθου, ἀναφέρων τὴν ἱστορίαν τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας, παρέτρεξε σελίδας τινὰς, αἱ ὁποῖαι ἦτο εὐκταῖον νὰ γνωσθῶσιν εἰς τὴν Βουλήν· διότι ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Ζακύνθου ἀπὸ τῆς εἰσόδου αὐτοῦ εἰς τὴν Ἐθνικὴν Ἑταιρείαν, τῆς ὁποίας δὲν δύναμαι ἐγὼ νὰ ὁρίσω τὴν ἐποχὴν, ἀλλ’ ὑποθέτω ὅτι ἦτο τὰ τέλη τοῦ 1895, μετεπήδησεν ἀμέσως εἰς τὴν ἐποχὴν, καθ’ ἣν ἐγένοντο αἱ σφαγαὶ τῶν Χανίων, καὶ προεκλήθη ὡς ἐκ τούτου ἡ ἀποστολὴ τοῦ ἑλληνικοῦ στόλου. Σᾶς ἠρώτα δέ: «δὲν ἤρκει ἡ ἀποστολὴ τοῦ Βάσσου, ὅπως ἐξεγείρῃ τὸν λαὸν καὶ τὸ φρόνημα τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ; δὲν ἤρκει ἡ ἀποστολὴ τοῦ στόλου, ὅπως συγκλονήσῃ τὴν ψυχὴν τοῦ Ἑλληνικοῦ ἔθνους; καὶ δὲν ἤρκουν οἱ λόγοι τῆς Α. Μ. τοῦ Βασιλέως, ὅστις διὰ τοῦ Μιχ. Μελᾶ ἔλεγεν, ὅτι θὰ τεθῇ ἐπὶ κεφαλῆς 300,000 Ἑλλήνων, ὅπως συγκλονήσῃ ἐπ’ ἄκρου εἰς ἄκρον τὴν Ἑλληνικὴν φυλήν;» Βεβαίως ἓν ἐξ αὐτῶν τῶν γεγονότων ἤρκει καὶ ὑπερήρκει· ἀλλ’ ἕως ὅτου φθάσῃ εἰς τὸ σημεῖον ἐκεῖνο, ἕως ὅτου ἀναγκασθῇ ἡ Κυβέρνησις νὰ ἀποστείλῃ εἰς Κρήτην τὸν στόλον καὶ τὸν Βάσσον, καὶ ἕως ὅτου ἀναγκασθῇ ὁ Βασιλεὺς νὰ προβῇ εἰς τοιαύτας δηλώσεις, τί εἶχε προκύψει ἆρά γε; Αὐθορμήτως ὁ ἐνθουσιασμὸς αὐτὸς εἶχεν ἀναπηδήσει ἀπὸ τοῦ ἑλληνικοῦ ἐδάφους; Δὲν εἶχε συμβῆ τίποτε προηγουμένως, καὶ μόνον τυχαίως ἀνέβλυσεν ἡ δήλωσις τῆς Α. Μ. τοῦ Βασιλέως καὶ προῆλθεν ἡ ἀποστολὴ τοῦ Βάσσου, ὅπως ἐξεγείρῃ τὸ Ἑλληνικὸν ἔθνος; Αὐτὰ παρέτρεξεν ὁ κύριος Βουλευτὴς Ζακύνθου. Ἐλησμόνησεν, ὅτι ἡ Ἐθνικὴ Ἑταιρεία, κατὰ τὴν ἐποχὴν, καθ’ ἣν ἤθελε νὰ μᾶς παρουσιάσῃ, ὅτι ἦσαν ὀλίγοι νέοι, ὀλίγαι εὐγενεῖς ψυχαὶ, συνερχόμενοι εἴς τι ἀπομεμονωμένον καὶ ἀπομεμακρυσμένον δωμάτιον τῆς συνοικίας Νεαπόλεως, τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ἐξωπλίζοντο εἰς τὴν Θεσσαλίαν ἑκατοντάδες ὁπλιτῶν, καὶ ἐξήρχετο ὁ Μπρούφας, καὶ ἐξήρχετο ὁ Βερβέρας, καὶ ἐξήρχετο ὁ Γρούτας, καὶ ἐξήρχοντο τόσοι ἄλλοι ὁπλαρχηγοὶ, καὶ μετέβαινον εἰς τὴν Μακεδονίαν, ὁ δὲ Ἑλληνικὸς τύπος, τὸν ὁποῖον εἶχε περιπλέξει εἰς τὰ δίκτυά της ἡ Ἐθνικὴ Ἑταιρεία, περιέγραφε πολὺ ἡρωϊκώτερον τὰ πράγματα παρ’ ὅ,τι πραγματικῶς εἶχον. Ἡ διπλωματικὴ περίνοια τῶν ἀνδρῶν τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας εὕρισκε πρόσφορον, ὅτι ἔπρεπε ν’ ἀποσταλῶσιν ὁμάδες ὁπλοφόρων εἰς τὴν Μακεδονίαν, ὅπως συνεχίσωσι τὸν ἀρματωλικὸν ἀγῶνα, ὅστις ἐπὶ δύο ὁλοκλήρους αἰῶνας διήρκει εἰς τὰ ὄρη τῆς Πίνδου καὶ τοῦ Ὀλύμπου!...
§82Α. ΡΙΚΑΚΗΣ. Μακάρι νὰ ἐξηκολούθει ἀκόμη!
§83Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ὑπάρχουν ἀκόμη 220,000 δραχμαὶ τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας, καὶ δύνανται νὰ διατεθῶσιν εἰς νέαν ἐξέγερσιν καὶ εἰς νέαν ἀρματωλικὴν ἐκστρατείαν.
§84Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Μία ἐφημερὶς εἶχε ζωγραφίσει καὶ τὰ τσαρούχια τοῦ Γιαγνῆ καὶ τοῦ Κοκορέτση!
§85Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Εἶναι ἀληθῶς περίεργον, καὶ εὐχαριστῶ, ὅτι μοὶ ἐνεθυμίσατε ὀνόματά τινα ἐκ τῶν δρασάντων τὴν ἐποχὴν ἐκείνην. Διότι ἐνθυμοῦμαι, ὅτι τὰ ὀνόματα αὐτὰ, τὰ ὁποῖα ἀνευρίσκει τις εἰς τοὺς καταλόγους τῶν ἑστιατορίων τῆς τελευταίας τάξεως τῶν Ἀθηνῶν, ἐνθυμοῦμαι ὄντως, ὅτι σπουδαῖον διεδραμάτιζον πρόσωπον. Οἱ κύριοι αὐτοί, περὶ τῶν ὁποίων ὡμίλησεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, ἐξ ὧν ὁ εἷς ἐτραυματίσθη, εἶναι πραγματικοί, καὶ συμπολῖται, νομίζω, τοῦ φίλου μου ἀξιοτίμου βουλευτοῦ ἐκ Λεβαδείας κυρίου Μπουφίδου...
§86Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Καὶ τοῦ κυρίου Λάππα (γέλως).
§87Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. .. Καὶ οἱ ἄνδρες αὐτοί, οἱ φέροντες τὰ περίεργα αὐτὰ ὀνόματα, παρουσιάζοντο εἰς τὴν φαντασίαν τοῦ πλήθους, περιγραφόμενοι ὑπὸ τῶν ἐφημερίδων ὡς μυθικοὶ ἥρωες, ἀπεικονιζόμενοι εἰς τὰ φύλλα τὰ πρωϊνά, καὶ τὰ ἑσπερινὰ ἰδίως, — διότι ὄργανον τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας ἦτο ἓν ἑσπερινὸν φύλλον — ἀπεικονιζόμενοι παρὰ τὰς εἰκόνας τοῦ Σκενδέρμπεη! Ἐνόμιζέ τις, ὅτι μετὰ πάροδον 70 ἢ 80 ἐτῶν, καθ’ ἃ εἶχεν ἐκλείψει ἡ γενεὰ τῶν μεγάλων ἁρματωλῶν, ἀνεπήδων αἴφνης εἰς τὰς πεδιάδας τῆς Θεσσαλίας καὶ εἰς τὰ ὄρη τῆς Ἠπείρου καὶ εἰς τὰς φάραγγας τῆς Μακεδονίας ἐδῶ μὲν ὁ Κατσαντώνης, ἐκεῖ δὲ ὁ Νικοτσάρας, καὶ ἀλλοῦ ὁ Ἀνδροῦτσος, καὶ οὕτω πως ἐθερμαίνετο τὸ αἴσθημα καὶ συνεπῶς ἐξηγείρετο τὸ φρόνημα ἀκράτητον, καὶ δὲν ὑπῆρχεν ἄνθρωπος, ὅστις θὰ ἐτόλμα νὰ εἴπῃ, ὅτι ὁ Γιαχνῆς ἦτο κατώτερος τῶν στρατηλατῶν, οἱ ὁποῖοι ὡδήγησαν τὴν μεγάλην στρατιὰν ὑπὸ τὰ τείχη τῆς Μόσχας τῷ 1812! Ποῦ νὰ τολμήσῃ τις νὰ εἴπῃ μίαν λέξιν κατὰ τοῦ Γιαχνῆ! ποῦ νὰ τολμήσῃ τις ν’ ἀμφισβητήσῃ τοὺς ἡρωϊσμοὺς τοῦ Πατσαβούρα! Καὶ μὲ τοιαῦτα ὀνόματα ἡρώων ἐδημοσιεύοντο καὶ τὰ τουρκοφάγα γιαταγάνια καὶ αἱ πάλαι καὶ τὰ σιλάχια, ἐδημοσιεύοντο δὲ καὶ ποιήματα, καὶ οἱ νέοι Τυρταῖοι, δὲν γνωρίζω ποῦ καὶ αὐτοὶ ὡς μήκυτες φυέντες ἀπὸ τοῦ ἑλληνικοῦ ἐδάφους, παρουσιάσθησαν καὶ ἔψαλλον τὰ κατορθώματα τῶν ἀδαμάστων αὐτῶν πολεμιστῶν! Καὶ πρωΐαν τινὰ προσεκλήθημεν πάντες εἰς τοὺς ναοὺς, ὅπως προσευχηθῶμεν ὑπὲρ τῶν πεσόντων καὶ ὑπὲρ τῶν ὑπὲρ πατρίδος πολεμησάντων κατὰ τὸ 1896 καὶ τὰς ἀρχὰς τοῦ ἔτους 1897. Ἐνθυμοῦμαι, ὅτι ἔλαβον καὶ ἐγὼ τοιοῦτον προσκλητήριον, καὶ μετέβην ἀνύποπτος εἰς τὸν Μητροπολιτικὸν ναόν, διότι πάντας ἡμᾶς εἶχον συγκινήσει αἱ περιγραφαὶ ἐκεῖναι, καὶ ὅλοι ἐνομίζομεν, ὅτι τέλος πάντων, ἂν ὑπερβολαὶ ἦσαν τὰ γραφόμενα, ἀναντιρρήτως κἄτι τι ἐξ αὐτῶν θὰ ἦτο ἀληθές, καὶ θὰ ὑπῆρχεν ὀλίγον πῦρ ἐκεῖ, ὅπου ἐφαίνετο τόσος καπνός. Μετέβημεν, ἐγένετο τὸ μνημόσυνον, καὶ αἴφνης εἴδομεν ὅλον ἐκεῖνο τὸ πλῆθος, τὸ ἀσφυκτικῶς συνηγμένον ἐν τῇ ἐκκλησίᾳ, νὰ γονυπετήσῃ καὶ νὰ προσεύχηται ὑπὲρ τῆς ψυχῆς τῶν φονευθέντων εἰς τὰς πεδιάδας τῆς Μακεδονίας! Συγκίνησις γενικὴ κατέλαβε τὸ πλῆθος! Ὅ,τι δ’ εἶχε συμβῆ εἰς τὰς Ἀθήνας, συνέβη κατὰ τὴν αὐτὴν ὥραν εἰς ὅλας τὰς πόλεις τῆς Ἑλλάδος, εἰς πᾶσαν κώμην καὶ πᾶν χωρίον, καὶ δύναταί τις νὰ ἀναμνησθῇ, ποία ἦτο ἡ ἐντύπωσις ἐκ τῶν μακεδονικῶν αὐτῶν μνημοσύνων!...
§88Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Αὐτὸ τὸ γονάτισμα δὲν ἐπιτρέπεται κατὰ τὴν ἡμετέραν ἐκκλησίαν. Αὐτὸ μόνον εἰς τὴν Ρωσσίαν συμβαίνει.
§89Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ἅπαξ μόνον ἐπιτρέπεται κατὰ τὴν Ἐκκλησίαν μας τὸ γονάτισμα.
§90Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Πρέπει νὰ καταργηθῇ καὶ αὐτό.
§91Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. .. Οἱ ἱερεῖς ἔφερον τὰ χρυσᾶ αὐτῶν ἄμφια, ἀπήστραπτον οἱ θόλοι τῶν ἐκκλησιῶν ἀπὸ τὰς λαμπάδας, τοῦ θυμιάματος ἡ εὐωδία ἀνήρχετο εἰς τοὺς θόλους τῶν ναῶν, καὶ γενικὴ ἐπεκράτει συγκίνησις, ὅτε ὁ ἀρχιεπίσκοπος ἀπὸ τῆς Ὡραίας Πύλης ηὐχήθη ὑπὲρ τῶν ἀγωνιστῶν ἐκείνων, καὶ ἐξέπεμπεν ἀπὸ τῆς Πύλης ἐκείνης τὰς εὐλογίας τῆς Ἐκκλησίας εἰς τὰ Ἑλληνικὰ ὅπλα, τὰ ὁποῖα ἐπανέφερον τὰς χρυσᾶς ἡμέρας τῆς ἀρματωλικῆς Ἑλλάδος! ἐσιώπα ὁ κόσμος, καὶ προσηύχετο ὑπὲρ τῶν ἀποθνησκόντων· ἐπάλλοντο αἱ καρδίαι, καὶ ἐδονοῦντο αἱ ψυχαὶ τὴν ὥραν ἐκείνην! Ἡ συγκίνησις, ἡ ὁποία μετεδόθη ἐκ τοῦ γεγονότος τούτου, ἦτο ὄντως καταπληκτική· καὶ τότε ἔβλεπον πλησίον μου ἀνθρώπους δακρύοντας, καὶ γυναῖκας ὀλολυζούσας, καὶ ἔτυχε νὰ ἴδω καὶ συναδέλφους τῆς παλαιᾶς περιόδου τῆς Βουλῆς, ἐναγκαλιζομένους ἀλλήλους καὶ ἀσπαζομένους, διότι τέλος πάντων εἶδον τὸ σωτήριόν των! Αἱ συγκινήσεις αὗται, Κύριοι, αἱ θεατρικαὶ αὐταὶ παραστάσεις, ἐγίνοντο ἐντὸς τῶν ναῶν ὑπὲρ ἀνυπάρκτων ἡρώων, ὑπὲρ ἀνθρώπων, ἐκ τῶν ὁποίων, πλὴν τοῦ Μπρούφα, οὐδεὶς ἄλλος εἰσῆλθεν εἰς τὴν Μακεδονίαν — καὶ ἔχω ἐνταῦθα τὴν κατάθεσιν τοῦ τότε Γενικοῦ Προξένου ἐν Θεσσαλονίκῃ, ὁ ὁποῖος κατέθετο, ὅτι πλὴν τοῦ ἡρωϊκοῦ Μπρούφα, ὁ ὁποῖος ἀπῆλθεν εἰς τὴν Θεσσαλίαν καὶ ἐκεῖθεν ἐξῆλθεν εἰς τὴν Μακεδονίαν, καὶ ὁ ὁποῖος ἔπεσεν ἀληθῶς μαχόμενος ὑπὲρ πίστεως καὶ πατρίδος, ὅλοι οἱ ἄλλοι, ὅπως δικαιολογήσωσι τὰ χρήματα, τὰ ὁποῖα ἐλάμβανον παρὰ τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας, μετέβαινον μέχρι τῶν συνόρων, καὶ ἐπέστρεφον πάλιν ἐπὶ τοῦ ἑλληνικοῦ ἐδάφους, καὶ οὕτως ἐπροικοδοτεῖτο ἡ Ἑλλὰς μὲ νέους λῃστοφυγοδίκους! Αὐτὴ ἦτο τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας ἡ ἐνέργεια καὶ ἡ δρᾶσις! Καὶ ἂν σᾶς ἀναγνώσω περικοπὰς τῆς καταθέσεως τοῦ κυρίου Παπαδιαμαντοπούλου, τοῦ τότε Γενικοῦ Προξένου ἐν Θεσσαλονίκῃ καὶ σήμερον ἰδιαιτέρου γραμματέως τῆς Α. Β. Ὑψηλότητος τοῦ Ὑπάτου Ἁρμοστοῦ τῆς Κρήτης, θέλετε φρίξει ἀληθῶς διὰ τὸ κακὸν, τὸ ὁποῖον ἐπέφεραν εἰς τὴν χώραν, ὑπὲρ τῆς ὁποίας ἐστάλησαν, οἱ ὅμιλοι ἐκεῖνοι, οἱ ὁπλοφόροι ἐκεῖνοι, ὅπως φέρωσιν ἀντιπερισπασμοὺς εἰς τὴν Τουρκίαν...
§92Γ. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Νὰ τὰ ἀναγνώσητε αὐτά.
§93Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Θὰ τὰ ἀναγνώσω βεβαίως, διότι πρέπει νὰ καταφανῇ, ὅτι οἱ κύριοι αὐτοὶ τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας ἐμερίμνων μόνον νὰ ὁπλίζωσιν ἄνδρας καὶ νὰ ἀποστέλλωσιν αὐτοὺς εἰς Μακεδονίαν, ἀλλ’ οὐδέποτε ἐμερίμνησαν νὰ πληροφορηθῶσι, ποῖαι θὰ ἦσαν αἱ συνέπειαι τῶν οὕτως ἀποστελλομένων ἀνδρῶν εἰς τοὺς κατοίκους τῆς περιμαχήτου χώρας. «Πᾶσα τοιαύτη εἰσβολὴ», λέγει ὁ κ. Παπαδιαμαντόπουλος, «ἐξήγειρε τὸν φανατισμὸν τῶν Τούρκων· καὶ ἐπειδὴ ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον οἱ ὁπλοφόροι ἐδραπέτευον, ὀλίγοι δὲ ἐκ τούτων καὶ ἐφονεύοντο, ὅλη ἡ ὀργὴ τοῦ τουρκικοῦ φανατισμοῦ ἐπέπιπτεν ἐναντίον τῶν κατοίκων τῆς Μακεδονίας, οἱ ὁποῖοι τὰ πάνδεινα ὑφίσταντο ὑπὸ τῶν τουρκικῶν ἀποσπασμάτων καὶ ὑπὸ τῶν ἀτάκτων τουρκικῶν σωμάτων, ἅτινα εἰσήρχοντο εἰς τὰ χωρία καὶ τὰ πάντα κατέστρεφον· 24 δὲ νέοι ἀπεστάλησαν εἰς τὰς φυλακὰς, καὶ ἐκεῖ ἐσάπισαν, πάντες δὲ οἱ Ἕλληνες ὑπάλληλοι τῶν σιδηροδρόμων τῆς Μακεδονίας καὶ τῆς Τουρκίας διὰ μιᾶς διαταγῆς ἀπελύθησαν ὅλοι, διότι κατέστησαν ὕποπτοι εἰς τὴν Ὑψηλὴν Πύλην». Καὶ αὐτὸ ἦτο τὸ κέρδος τὸ ἐκ τῶν ὁμάδων, τὰς ὁποίας ἀπέστελλεν ἡ Ἐθνικὴ Ἑταιρεία εἰς τὴν Μακεδονίαν! καὶ αὐτὰ ἦσαν τ’ ἀποτελέσματα τῆς διπλωματικῆς περινοίας ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἤθελον νὰ παρῳδήσουν τὸν Σκουφᾶν καὶ τὸν Τσακάλωφ!...
§94Δ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Κανεὶς δὲν ἤθελε νὰ μιμηθῇ τὸν Σκουφᾶν ἢ τὸν Τσακάλωφ.
§95Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Τοὺς παρῳδήσατε. Δὲν εἶπον ὅτι τοὺς ἐμιμήθητε. Οὐδὲ ἐννοῶ, Κύριοι, ποῖον λόγον τέλος πάντων ἐθνικὸν ἠδύνατο νὰ ἔχῃ ἡ ἵδρυσις μυστικῆς ἑταιρείας εἰς χώραν ἀνεξάρτητον, εἰς χώραν ἔχουσαν Κυβέρνησιν, εἰς χώραν ἔχουσαν Κοινοβούλιον, εἰς χώραν ἔχουσαν Βασιλέα, οἵα εἶναι ἡ Ἑλληνικὴ χώρα. Ποῖοι ἦσαν οἱ ἐθνικοὶ αὐτοὶ σκοποί; εἰς ποίας ἐνεργείας εἶχον προέλθει οἱ κύριοι οὗτοι; εἰς ποίας συνεννοήσεις εἶχον ἔλθει πρὸς τοὺς ἐν τῇ τουρκικῇ χώρᾳ κατοικοῦντας ὁμοφύλους καὶ μή; Διεδίδετο μὲν ἐνταῦθα καὶ ἐλέγετο καὶ ἐπιστεύετο, ὅτι καὶ ἐντὸς τῶν ἀνακτόρων τοῦ Γιλδὶζ εἶχον τοὺς ἀνθρώπους καὶ τοὺς μεμυημένους αὐτῶν, καὶ ἐλέγετο ὅτι ἐντὸς τῆς Κωνσταντινουπόλεως εἶχον 50,000 καὶ 60,000 ὀπλοφόρους, οἵτινες εἰς τὸ πρῶτον σάλπισμα θὰ ἐπανεστάτουν τὴν τουρκικὴν πρωτεύουσαν, διεδίδοντο ταῦτα πάντα, ἀλλὰ καὶ ταῦτα, ὡς τόσα ἄλλα, ἦσαν ψεύδη, ὅπως διαβουκολήσωσι τὸν λαόν, ὅπως προσελκύσωσι συνεταίρους καὶ ὅπως καταστῇ μᾶλλον ἰσχυρὰ, μᾶλλον ἐπιβλητικὴ εἰς τὴν συνείδησιν τοῦ λαοῦ ἡ Ἐθνικὴ Ἑταιρεία. Καὶ ὅτε, Κύριοι, αἱ πρῶται ὁμάδες τῶν ἐπαναστατῶν ἐκείνων,—οἱ ὁποῖοι καθὼς σᾶς εἶπον, ὅπως δικαιολογήσωσι τὰ χρήματα, τὰ ὁποῖα ἐλάμβανον παρὰ τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας, μετέβαινον μέχρι τῶν συνόρων καὶ ἐπέστρεφον, — ἐπέστρεψαν εἰς τὴν Λάρισαν καὶ εἰς τὰ Τρίκκαλα, διαταγαὶ ἐδόθησαν, ὅπως συλληφθῶσι καὶ κρατηθῶσιν, ἵνα μὴ δώσωσιν ἀφορμὰς εἰς τὴν ὅμορον χώραν καὶ γεννήσωσι ζητήματα διπλωματικά, εἰς ἐποχήν, καθ’ ἣν εἰς ἄλλα ἠσχολεῖτο ἡ Κυβέρνησις. Ἀλλ’ ἐκεῖ κυρίως κατεφάνη ἡ δύναμις, τὴν ὁποίαν εἶχεν ἀποκτήσει ἡ Ἐθνικὴ Ἑταιρεία, διότι τὰ Δικαστήρια ἀπέλυσαν πάντας αὐτοὺς διὰ βουλεύματος, καὶ τοὺς ἀφῆκαν ἐλευθέρους, πρὸς ἐμπαιγμὸν τῆς κεντρικῆς ἐξουσίας!...
§96Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Διὰ προβουλεύματος.
§97Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Διὰ προβουλεύματος. Ἔχετε δίκαιον. Ἀναγινώσκω ἐνταῦθα εἰς τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα κατέχω, ὅτι μεταξὺ τῶν συλληφθέντων αὐτῶν ἦσαν καὶ 12 φυγόδικοι, καὶ οἱ 12 φυγόδικοι οὗτοι, διότι ἴσως ἐγένοντο μαχηταὶ τοῦ Σταυροῦ καὶ τῆς ἐλευθερίας, ὡς ἐκαλοῦντο κατ’ ἀρχάς, — κατόπιν ὠνομάσθησαν σταυραετοὶ — ἀφέθησαν ἐλεύθεροι, καὶ δὲν γνωρίζω, ὅτε ἐπῆλθεν ὁ πόλεμος καὶ μετὰ τὴν ὑποχώρησιν τοῦ στρατοῦ, ἂν ἦσαν καὶ οὗτοι μεταξὺ ἐκείνων, οἵτινες ἐλεηλάτουν τὰς πόλεις καὶ τὰ χωρία τῆς Θεσσαλίας. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Ζακύνθου παρέτρεξε τὸ χρονικὸν αὐτὸ διάστημα, παρέτρεξε τὴν ἐντύπωσιν, τὴν ὁποίαν ἐγέννων εἰς τὰς ψυχὰς, καὶ τὰς σκέψεις, τὰς ὁποίας ἐπώαζον ταῦτα εἰς τὴν διάνοιαν τοῦ λαοῦ. Παρέτρεξε πάντα ταῦτα, καὶ ἦλθε νὰ μᾶς εἴπῃ, ὅτι ἡ ἀποστολὴ τοῦ Βάσσου, ἡ δήλωσις τοῦ Βασιλέως καὶ ἡ ἀποστολὴ τοῦ στόλου ἦσαν ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐξῆψαν τὸ κοινὸν φρόνημα. Ἀλλὰ δὲν ἐνεθυμήθη ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Ζακύνθου, οὔτε τί ἐλέγετο ἐντὸς τῆς Βουλῆς ταύτης, οὔτε τί ἐγίνετο ἐκτὸς τῆς Βουλῆς, ποῖαι ἦσαν αἱ δηλώσεις τῶν κυρίων Βουλευτῶν τῆς πτέρυγος ταύτης (δεικνύει τὴν δεξιὰν) κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, τί διετυποῦτο εἰς τὰς ποικίλας καὶ πολυαρίθμους συνεντεύξεις ἐν ταῖς ἐφημερίσι. Δὲν ἐνεθυμήθη, ὅτι καὶ ἐντὸς καὶ ἐκτὸς τῆς Βουλῆς μία κατεβάλλετο προσπάθεια, πῶς νὰ ἐξωθηθῇ ὁ τόπος, πῶς νὰ ἐξωθηθῶσι Κυβέρνησις καὶ Βασιλεὺς εἰς τὸν πόλεμον. Καὶ ποῖος προεβάλλετο σκοπὸς διὰ τὸν πόλεμον τοῦτον; Ἡ πλήρης ἕνωσις τῆς Κρήτης! Σκοπός, ὅστις ἀπὸ τοῦ ἱεροῦ ἀγῶνος τοσάκις ἐξήγειρε καὶ τὴν Κρήτην καὶ τὴν Ἑλλάδα ὁλόκληρον. Οὐδεμίαν ἄλλην λύσιν ἔστεργον οἱ Κύριοι, οὐδὲ τὸ σύστημα τῆς Βοσνίας καὶ Ἐρζεγοβίνης, τὸ ὁποῖον ἐλέγετο τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, ὅτι ἐπεδιώκετο καὶ ὅτι ἠδύνατο νὰ χορηγηθῇ εἰς τὴν Κρήτην, οὐδὲ τὴν Ἡγεμονίαν, διὰ τὴν ὁποίαν τόσα ἀκολούθως ἐγκώμια ἐψάλλοντο πότε ἀπὸ τὸν κ. Ρικάκην καὶ πότε ἀπὸ τοὺς ἄλλους Κυρίους...
§98Α. ΡΙΚΑΚΗΣ. Δὲν σᾶς ἀρέσκει ἡ σημερινὴ κατάστασις τῆς Κρήτης;
§99Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Εἶμαι κατενθουσιασμένος, ἀλλ’ εὐτυχῶς δὲν εἶναι Ἡγεμονία.
§100Α. ΡΙΚΑΚΗΣ. Δὲν εἶσθε εὐχαριστημένος;
§101Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Πολύ.
§102Α. ΡΙΚΑΚΗΣ. Ὑπὸ τὸν Σουλτᾶνον καὶ τὸν Σακὴρ–πασσᾶν σᾶς ἤρεσκε καλλίτερα ἡ Κρήτη; Σᾶς συγχαίρω!
§103Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Θὰ ἔλθῃ ἡ ὥρα τῆς συζητήσεως καὶ τῆς σημερινῆς καταστάσεως τῆς Κρήτης, καὶ θὰ σᾶς εἴπω πράγματα, τὰ ὁποῖα δὲν δικαιολογοῦσι τὸν ἐνθουσιασμὸν, τὸν ὁποῖον ἐπιδεικνύετε τὴν στιγμὴν ταύτην.
§104Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Πῶς ἀπεκτήθη ἡ κατάστασις αὕτη;
§105Α. ΡΙΚΑΚΗΣ. Ἐντίμως καὶ πατριωτικῶς. Ὅλη ἡ συζήτησις αὕτη ἀδικεῖ τὴν ἐθνικὴν ὑπόθεσιν. Ὅσα ἔκαμεν ἡ Ἑλλὰς κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, εἶναι ἄξια ἐπαίνου.
§106Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος ἀφηγήθη χθὲς εἰς τὴν Βουλήν, κατὰ τίνα τρόπον προσεπάθει νὰ ἐπιτύχῃ ὑπὲρ τῆς Κρήτης πλειοτέραν ἐλευθερίαν, νὰ ἐπιτύχῃ ὑπὲρ τῆς Κρήτης αὐτὴν τὴν πολιτείαν, τὴν ὁποίαν ἔχει σήμερον, καὶ προλάβῃ τὸν πόλεμον· ἀλλ’ ἐξηγέρθησαν οἱ θερμοὶ πατριῶται, καὶ αὐτὸ ἐθεωρεῖτο ὡς προδοσία! Δὲν γνωρίζω, ἐὰν ὁ κ. Ρικάκης εἶχε τότε τὴν ἰδέαν αὐτήν...
§107Α. ΡΙΚΑΚΗΣ. Ποίαν;
§108Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ὅτι ἡ Ἡγεμονία ἦτο προδοσία, καὶ ἔπρεπε νὰ κάμωμεν τὸν πόλεμον.
§109Α. ΡΙΚΑΚΗΣ. Ὅ,τι ἐφρόνουν, τὸ ἔχω δημοσιεύσει.
§110Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Θὰ τὸ ἀναγνώσω.
§111Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁ βουλευτὴς ἐκ Παξῶν καὶ φίλος μου κ. Βελλιανίτης εἶπεν, ὅτι αἱ προσπάθειαι ἐμοῦ ἔτεινον εἰς ἀποκατάστασιν τῆς Ἡγεμονίας ἐν Κρήτῃ. Τοῦτο δὲν εἶναι ἀκριβές. Τὸ ἀκριβὲς εἶναι, ὅτι προσεπάθουν νὰ βελτιωθῇ ἡ διοίκησις τῆς Κρήτης, εἴτε διὰ τῆς συμβάσεως τῆς Χαλέπας, ἀλλὰ βελτιουμένης, εἴτε διὰ παραχωρήσεως πλήρους αὐτονομίας, οὐχὶ δὲ διὰ Ἡγεμονίας.
§112Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ἀνὰ τὴν πόλιν διεδόθη, ὅτι ἡ Κρήτη ἐπρόκειτο νὰ ἡγεμονευθῇ, καὶ ν’ ἀποσταλῇ εἰς αὐτὴν ὁ νῦν Ὕπατος Ἁρμοστής, ἡ Α. Β. Ὑψηλότης ὁ βασιλόπαις Γεώργιος. Τοῦτο δὲ προήρχετο ἔκ τινος δηλώσεως τοῦ τότε Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Γαλλίας κ. Ἁννοτώ. Ἀλλὰ κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ἐξηγέρθησαν πάντες κατ’ αὐτῆς τῆς ἰδέας, καὶ ἐζήτουν ἀντὶ πάσης θυσίας τὸν πόλεμον, καὶ ἔλεγον ὅτι ἤθελον ἕνωσιν πλήρη, οὐδεμίαν δὲ ἄλλην λύσιν ἀπεδέχοντο. Ἐνθυμοῦμαι μάλιστα συνάδελφον, καθήμενον πλησίον τῆς θέσεως τοῦ κυρίου Ρικάκη, τὸν κ. Φιλάρετον, ὅτε μίαν ἡμέραν εἶπον, ὅτι δύνανται νὰ δοθῶσι νέαι ἐγγυήσεις ὑπὲρ τῆς ἐλευθερίας τῶν Κρητῶν, ἂν γείνῃ προσωρινή τις λύσις, καὶ κατόπιν ν’ ἀποβλέψωμεν εἰς αἰσιωτέραν λύσιν τοῦ Κρητικοῦ ζητήματος, ὁ κ. Φιλάρετος μὲ διέκοψε καὶ εἶπεν, ὅτι ἢ πρέπει νὰ ἐπιτελεσθῇ ἡ ἕνωσις, ἢ νὰ συντριβῇ καὶ ἡ Ἑλλὰς αὐτὴ μετὰ τῆς Κρήτης! Αὐτὴ δὲ ἦτο ἡ γενικὴ γνώμη, ἡ κρατοῦσα ἐν Ἀθήναις καὶ ἐν τῇ ἄλλῃ Ἑλλάδι, δὲν ἀφίνετο δὲ ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐνεργήσῃ, ὡς ἠδύνατο καὶ ὡς αἱ περιστάσεις ἐπέτρεπον, ἐλευθέρως...
§113Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μὴ λησμονεῖτε, τί εἶπεν ἐν τῇ Βουλῇ τῆς Γαλλίας ὁ Ἁννοτώ, ὅτι τὴν Ἡγεμονίαν δὲν ἤθελον οἱ Κρῆτες.
§114Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἡ εἴδησις, ἣν ὁ κ. Ἁννοτὼ ἔδιδεν εἰς τὴν Βουλὴν τῆς Γαλλίας, δὲν ἦτο ἀκριβής.
§115Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Καὶ ἐνθυμοῦμαι, ὅτι ἔγκριτον μέλος τῆς πτέρυγος ταύτης,—καὶ λυποῦμαι εἰλικρινῶς, διότι δὲν παρακάθηται ἐνταῦθα—ὁ κ. Στέφ. Σκουλούδης, ὅστις, ὡς γνωστὸν, μετὰ τὸν πόλεμον ἐγένετο Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, ἀπηύθυνεν ἐπιστολὴν εἰς χιλιάδας ἀντίτυπα πρὸς τοὺς Κρῆτας, τὴν ὁποίαν κατέσχε καὶ ἐκόμισεν εἰς τὴν ἐξεταστικὴν τῶν πραγμάτων ἐπιτροπὴν ὁ ὑποστράτηγος κ. Τιμολέων Βάσσος, μέρη τῆς ὁποίας θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς ἀναγνώσω. Ἡ ἐπιστολὴ αὕτη φέρει χρονολογίαν τῆς 14ης Μαρτίου 1897 (ἀναγινώσκει): «Αἱ Δυνάμεις, ἐνώπιον τῶν παντοίων δυσχερειῶν, καθ’ ὧν προσκρούουσιν, ὅσαι ἐξ αὐτῶν ἀποκρούουσι τὴν μετὰ τῆς Ἑλλάδος ἕνωσιν τῆς Κρήτης, δυσχερειῶν, τῶν ὁποίων πρωτίστη ἦτο ἡ εἰς τὴν ἕνωσιν ἀκράδαντος ἐπιμονὴ τῶν Κρητῶν καὶ ἡ αὐτόθι παρουσία τοῦ ἑλληνικοῦ στρατοῦ, κατέληξαν εἰς τὸ ἑπόμενον σχέδιον· νὰ κηρυχθῇ ἡ Κρήτη αὐτόνομος, ὑπὸ τὴν κυριαρχίαν τοῦ Σουλτάνου, νὰ διορισθῇ Ἡγεμὼν ὁ πρίγκηψ Γεώργιος, καὶ νὰ παραμείνῃ ὁ ἐν τῇ νήσῳ νῦν εὑρισκόμενος ἑλληνικὸς στρατὸς, οὐχὶ πλέον ὡς στρατὸς τῆς Ἑλλάδος, ἀλλ’ ὡς ἐγχώριος χωροφυλακὴ πρὸς ἐξάσκησιν ἀστυνομικῶν καθηκόντων. Αὐταὶ εἶναι αἱ οὐσιώδεις γραμμαὶ τοῦ σχεδίου. Τὸ σχέδιον τοῦτο, κατ’ ἐμὲ, καὶ κατὰ τὴν γνώμην τῶν ἐν Ἑλλάδι καὶ ἐν Εὐρώπῃ ἀγαπώντων τὴν Κρήτην, πρέπει νὰ ἀποκρουσθῇ διὰ παντὸς τρόπου. Τὸ σχέδιον τοῦτο ἀποκλείει ἐπ’ ἀόριστον πλέον τὴν ποθητὴν ἕνωσιν... Ἐπαναλαμβάνω,— καὶ παρακαλῶ νὰ σημειώσητε τοῦτο καλῶς — ὅτι πρέπει ν’ ἀποκρούσητε ἀπολύτως καὶ ἀποφασιστικῶς πᾶσαν περὶ Ἡγεμονίας πρότασιν, καὶ πᾶσαν πίεσιν γενησομένην ἐφ’ ὑμᾶς ὑπὲρ αὐτῆς, ὅθεν δήποτε καὶ ἂν προέλθῃ τοιαύτη πίεσις. Γνωρίσατε καλῶς, ὅτι ἡ ἕνωσις σήμερον ἐξαρτᾶται ἀπὸ σᾶς... Ὁ Σουλτᾶνος—γινώσκομεν ἀσφαλῶς— δὲν βλέπει τὴν ὥραν, πότε ν’ ἀπαλλαγῇ τῆς Κρήτης... Πρὸ παντὸς προσέξατε, μὴ ἐπηρεασθῆτε ἐκ τῆς ἰδέας τῆς Ἡγεμονίας. Οἷος δήποτε καὶ ἂν σᾶς συμβουλεύσῃ, οἷος δήποτε καὶ ἂν σᾶς προτρέψῃ νὰ τὴν δεχθῆτε, δὲν εἶναι φίλος τῆς Κρήτης.» Ὁ κύριος Σκουλούδης θεωρεῖται ὡς εἷς τῶν κάλλιστα γνωριζόντων τὰ Ἀνατολικὰ πράγματα· ἐλέχθη ἄλλοτε, ὅτι προσέφερεν ὑπηρεσίας ἐπὶ τοῦ ἀειμνήστου Κουμουνδούρου, ἢ τοῦ ἀειμνήστου Τρικούπη, ὅτε εἶχε σταλῆ εἰς τὴν Κωνσταντινούπολιν. Ὁ κύριος Σκουλούδης εἶναι Κρὴς τὴν καταγωγὴν, καὶ συνδέεται μετὰ πολλῶν Κρητῶν· φαίνεται δὲ, ὅτι ἐθεώρει, ὅτι εἶχε τὸ δικαίωμα καὶ τὸ καθῆκον ν’ ἀπευθύνῃ πρὸς τοὺς Κρῆτας συμβουλὰς, ἀφορώσας εἰς τοιαύτης σημασίας ζητήματα...
§116Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐπὶ Κουμουνδούρου ὁ κ. Σκουλούδης δὲν εἶχεν ἀναλάβει τοιαύτην ἐντολήν.
§117Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Φαίνεται ὅτι ἐπὶ τοῦ μακαρίτου Τρικούπη. Δὲν γνωρίζω, ἂν διαδιδομένη εἰς Κρήτην ἡ ὑπὸ τοῦ στρατηγοῦ Βάσσου κατασχεθεῖσα αὕτη ἐπιστολὴ θὰ ἠδύνατο νὰ μετατρέψῃ τὰς κρατούσας ἐν Κρήτῃ σκέψεις περὶ τοῦ πολιτεύματος, ὅπερ προσῆκεν εἰς τὴν ἡρωϊκὴν νῆσον, ἢ δὲν γνωρίζω, ἂν ὑπῆρχε τοιαύτη ἀνάγκη τῆς ἐπιστολῆς ταύτης. Ἀλλὰ δὲν γνωρίζω ἐπίσης, πόθεν ἀνέβλυσεν ἡ ἰδέα τῆς Ἡγεμονίας ὑπὸ τὸν βασιλόπαιδα Γεώργιον, ἥτις μετὰ καταπληκτικῆς ἐπιτάσεως ἐκυκλοφόρησε καθ’ ὅλην τὴν πόλιν καὶ καθ’ ἅπασαν τὴν Ἑλλάδα, οὐδὲ γνωρίζω τίνες ἦσαν οἱ γεννήτορες τῆς τοιαύτης φαεινῆς ἰδέας ἐν Εὐρώπῃ, καὶ τίνες οἱ ὑποθάλποντες αὐτὴν ἐνταῦθα, ὥστε ἐξήγειραν ὁλόκληρον τὸν τύπον, καὶ προεκάλεσαν τὴν ἐπιστολὴν πρὸς τοὺς Κρήτας τοῦ ἀξιοτίμου κ. Σκουλούδη, τὴν ὁποίαν πρὸ μικροῦ ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ἀναγνώσω...
§118ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Μήπως ἡμεῖς τότε εἴχετε διαφορετικὴν γνώμην;
§119Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Εἶχον καὶ τότε καὶ σήμερον ἔχω τὴν γνώμην, ὅτι οὐδέποτε πρέπει νὰ γείνῃ Ἡγεμονία ἡ Κρήτη.
§120Α. ΡΙΚΑΚΗΣ. Δὲν τὴν ἔχει κανεὶς αὐτὴν τὴν ἰδέαν.
§121Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν τὴν ἔχουν οὔτε οἱ Κρῆτες.
§122Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ἀλλὰ τοιαύτη ἐξέγερσις ἐγένετο ἐν Ἀθήναις καὶ πανταχοῦ τῆς Ἑλλάδος, μόλις ἐγνώσθη τὸ τοιοῦτον, ὥστε καθίστατο παντελῶς ἀδύνατον νὰ ἐνεργήσῃ ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἄλλην οἱανδήποτε λύσιν. Ἐθεωρεῖτο προδοσία παρὰ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ ἄλλη λύσις, ἐκτὸς τῆς ἑνώσεως, ἥτις, κατὰ τὸν κ. Σκουλούδην, ἐξηρτᾶτο ἐκ τῆς θελήσεως τῶν Κρητῶν καὶ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως. Μὴ δυνάμενοι οὕτως ἄλλως νὰ ἐνεργήσωμεν, ἐφερόμεθα μοιραίως εἰς τὴν κατωφέρειαν, καὶ ἐβαίνομεν τάχιστα εἰς σύγκρουσιν πρὸς τὴν Ὀθωμανικὴν Αὐτοκρατορίαν. Ἀνέγνωσα τὴν ἐπιστολὴν ταύτην τοῦ πρώην ἀξιοτίμου συναδέλφου, οὐχὶ ὅπως κατακρίνω αὐτὸν, ὡς ἐφαντάσθη ὁ κ. Στάης—διότι καὶ ἐγὼ τὰς αὐτὰς ἰδέας εἶχον περὶ Ἡγεμονίας, καὶ τὰς διετύπωσα τότε,—ἀλλ’ ὅπως δείξω, ποῖαι ἰδέαι ἐκράτουν ἐν Ἀθήναις, καὶ κατὰ πόσον ἦτο δυνατὸν νὰ λυθῇ ἄλλως τὸ ζήτημα ἢ ὅπως ἐλύθη, καὶ ἂν ἠδύνατο νὰ προληφθῇ ὁ πόλεμος, ἀφοῦ πᾶσα ἄλλη λύσις ἀντέκειτο εἰς τὸ ἐξημμένον δημόσιον φρόνημα. Ἐὰν ἐπῆλθεν ὁ Ἑλληνοτουρκικὸς πόλεμος καὶ ἐπηκολούθησεν ἡ καταστροφὴ, ὅπως ἀποκτήσῃ ἡ Κρήτη τὴν ἐλευθερίαν αὐτῆς, δὲν δυσανασχετῶ διὰ τοῦτο, οὐδὲ λυποῦμαι, οὐδὲ δύναμαι νὰ θεωρήσω, ὅτι δὲν ὤφειλε νὰ πράξῃ τοῦτο ἡ Ἑλλάς, ὅσον καὶ ἂν ἀντετιθέμην κατὰ τοῦ πολέμου τὴν ἐποχὴν ἐκείνην. Ἂν ὑπῆρξεν ἀτυχὴς ὁ πόλεμος, ἂς ἐξετασθῶσιν οἱ λόγοι τῆς ἀποτυχίας αὐτοῦ, ἂς γείνωσι δίδαγμα οὗτοι διὰ τὸ μέλλον. Ἀλλ’ ἀφοῦ τὰ πράγματα ἔφθασαν εἰς τοιοῦτο σημεῖον, ὥστε ἀντίθετος πολιτικὴ ἠδύνατο νὰ διασπάσῃ τοὺς δεσμοὺς τῆς Ἑλληνικῆς φυλῆς καὶ τὴν ἑνότητα αὐτῆς, ὁ πόλεμος ἐπεβάλλετο. Ἐκεῖνο δ’ ὅπερ ἔπραξε τότε ἡ Ἑλλάς, ἦτο πρᾶξις, δι’ ἧς ἐπιστοποίει εἰς τὸν κόσμον, ποῖα εἶχε καθήκοντα πρὸς τοὺς ὁμοφύλους τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος. Διότι τὸ Κράτος τοῦτο δὲν ἱδρύθη μόνον διὰ τῶν αἱμάτων τῶν κατοίκων τῶν ὀλίγων ἐλευθέρων διαμερισμάτων αὐτοῦ· μὲ τὰ αἵματα τῶν κατοίκων τῶν νῦν ἐλευθέρων ἐπαρχιῶν ἡνώθησαν οἱ ποταμοὶ τῶν αἱμάτων ὁλοκλήρου τοῦ Γένους, οὐχὶ ὅπως ἀπολαμβάνωμεν τὰ ἀγαθὰ τῆς ἐλευθερίας ἡμεῖς οἱ ὀλίγοι ἐλεύθεροι, ἀλλ’ ὡς εἶπον καὶ ἄλλοτε, ἵνα τὸ ἀνεξάρτητον τοῦτο ἔδαφος χρησιμεύσῃ ὡς σταθμὸς, ἀπὸ τοῦ ὁποίου λαμβάνουσα τὴν κίνησιν ἡ Ἑλληνικὴ φυλὴ, θὰ δυνηθῇ νὰ ἐκπληρώσῃ μίαν ἡμέραν τοὺς πόθους καὶ τὰς ἐλπίδας, μὲ τοὺς ὁποίους ἐνανουρίσθη ὁ Ἑλληνισμὸς ἐπὶ τετρακόσια ἔτη, καὶ τοὺς ὁποίους δὲν ἠδυνήθησαν νὰ πνίξωσιν οὔτε ἡ δουλεία, οὔτε αἱ σφαγαὶ καὶ αἱ δῃώσεις, αἱ ἀκολουθήσασαι μετὰ τὴν πτῶσιν τῆς Ἑλληνικῆς Αὐτοκρατορίας (χειροκροτήματα). Δὲν κατηγορῶ λοιπὸν, ὅτι ἀνεδέχθημεν πόλεμον ἐπικηρυχθέντα ἡμῖν, οὐδ’ ἀπελπίζομαι ἐκ τῆς ἐπελθούσης ἥττης— πολλὰς ὑπέστη καταστροφάς, ἀλλὰ δὲν ἀπέκαμεν ἡ Ἑλλάς;—ἐξετάζω μόνον, ἂν ἠδυνάμεθα νὰ ἐπιδιώξωμεν ἄλλην λύσιν, ἥτις θὰ ἦγεν εἰς τὸ αὐτὸ ἀποτέλεσμα ἀργότερον. Ὡς εἶχον ὅμως παρασκευασθῆ τὰ πνεύματα ἐν Ἑλλάδι, ὡς εἶχεν ἐξεγερθῇ τὸ ἐθνικὸν φρόνημα, φρονῶ, ὅτι ἄλλη λύσις δὲν ἠδύνατο νὰ ἐπέλθῃ, κατ’ ἀνάγκην. Λοιπὸν ἐφερόμεθα πρὸς τὸν πόλεμον· ἀλλ’ ἀκριβῶς τοῦτο πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν: ποῖοι ἦσαν ἐκεῖνοι, οἵτινες ὤθησαν τὸ ἔθνος, ὅπως φθάσῃ εἰς τὸ σημεῖον, εἰς ὃ ἔφθασε; ποῖοι παρεσκεύασαν τὴν κατάστασιν ταύτην, ὥστε νὰ μὴ καθίσταται δυνατὴ οὐδεμία ὑποχώρησις, καὶ νὰ θεωρῆται ὡς μόνη πρέπουσα λύσις ἡ ἕνωσις τῆς Κρήτης μετὰ τῆς Ἑλλάδος; Καὶ ἂν ἀναγνώσῃ τις τοὺς λόγους, οἵτινες ἐξεφωνοῦντο τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, καὶ ἂν ἀναγνώσῃ τὰ ἄρθρα τῶν ἐφημερίδων τῶν Ἀθηνῶν καὶ τῶν ἐπαρχιῶν, θέλει ἀναμνησθῆ ἐκείνου, τὸ ὁποῖον ἔλεγεν ὁ λόρδος Σώλσβαρυ, τὴν σκληρὰν ἐκείνην ἐπίπληξιν, ὅτι μίαν ὅλοι εἴχομεν ἀνάγκην τότε, τὴν ἀνάγκην σωφρονιστικοῦ μανδύου. Καὶ τὰ αἴτια ταῦτα παρεσκεύασεν ἡ Ἐθνικὴ Ἑταιρεία· αὐτὴ ἐξήγειρε διὰ τοῦ φανατισμοῦ τῶν ἀπειραρίθμων ἑταίρων αὐτῆς τὸ ἐθνικὸν φρόνημα· καὶ τὸ ἔθνος αὐτὸ, τὸ ὁποῖον ἔχει παραδόσεις μεγάλας, καὶ τὸ ὁποῖον, ὅσον καὶ ἂν φαίνηται ὅτι ἐχαλαρώθη τὸ αἴσθημα καὶ ἡ ἀγάπη καὶ ἡ μεγάλη ἰδέα τῆς ἀποστολῆς αὐτοῦ, μόλις ἐγράφοντο εἰς τὰς ἐφημερίδας καὶ ἠκούοντο ἀπὸ τοῦ βήματος αἱ ἀγορεύσεις τῶν Ἑλλήνων ῥητόρων, ἐξηγέρθη ἀμέσως, καὶ ἐπίστευσεν ἀληθῶς εἰς τὰ λεγόμενα καὶ τὰ γραφόμενα, ἐπίστευσε σὺν τοῖς ἄλλοις, ὅτι ὁ τουρκικὸς στρατὸς ἐζήλευε τὴν κουραμάναν τοῦ Ἕλληνος εὐζώνου, καὶ ἐθεωρεῖτο, ὅτι εἰς τοιαύτην ἀποσύνθεσιν εὑρίσκετο ἡ Τουρκία, ὥστε οἱ στρατοὶ αὐτῆς, μόλις ἤθελον ἀτενίσει τὴν φουστανέλλαν, περὶ ἧς ὡμίλησεν ὁ κύριος Λιμπρίτης, ἤθελον τραπῆ εἰς ἄτακτον φυγήν! Καὶ ἐπιστεύοντο δυστυχῶς ταῦτα οὐ μόνον παρὰ τῶν ἁπλοϊκῶν ἀνθρώπων, οἵτινες δὲν δύνανται νὰ σκεφθῶσι καὶ μελετήσωσιν ἐπὶ τοιούτων ζητημάτων, ἀλλὰ καταλαμβάνονται ὑπὸ ἐνθουσιασμοῦ ἀκρατήτου, ὅταν τοῦτον ὑπεκκαίῃ ἡ ἀγάπη πρὸς τὴν πατρίδα, ἀλλ’ ἐπιστεύοντο καὶ παρ’ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι πρὸ ἔτους εἶχον διατελέσει Ὑπουργοὶ, καὶ ἐγνώριζον τὴν κατάστασιν τοῦ Κράτους, οἱ ὁποῖοι ὤφειλον νὰ γνωρίζωσιν εἰς ποίαν κατάστασιν εὑρίσκετο ἡ Τουρκία καὶ ὁ στρατὸς αὐτῆς, ὁ ὁποῖος εἶχεν ἄριστα διοργανωθῆ ὑπὸ τοῦ Γκὸλτς–πασσᾶ. Δυστυχῶς ἐπιστεύοντο ταῦτα καὶ παρ’ ἐκείνων ἀκόμη, οἵτινες καθῆκον εἶχον, εὑρισκόμενοι ἐν Τουρκίᾳ ὡς ἀντιπρόσωποι τοῦ Βασιλέως, νὰ παρέχωσι πληροφορίας εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν περὶ ὅλων τῶν συμβαινόντων ἐν τῇ Ὀθωμανικῇ Αὐτοκρατορίᾳ. Καὶ ἤρχοντο ποικίλαι πληροφορίαι· παρουσιάζετο ὅτι ἤρκει νὰ κινηθῶμεν, ὅπως ἐν τῇ ὁρμῇ μας παρασύρωμεν τὸν τουρκικὸν στρατόν! Καὶ ὑπῆρχον πολλοὶ καὶ ἐντὸς τῆς Βουλῆς καὶ ἐκτὸς αὐτῆς, οἱ ὁποῖοι ἐπίστευον, ὅτι δὲν ἤθελον ἀναχαιτίσει τὴν ὁρμὴν ἡμῶν ἢ μόνον τὰ τείχη τῆς Κωνσταντινουπόλεως! Ταῦτα ἐλέγοντο, αἱ ἀπηχήσεις δ’ ἔφθανον μέχρι τῶν περάτων τῆς Ἑλλάδος, καὶ εἰς τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς ἐλαμβάνοντο ἑκατοντάδες τηλεγραφημάτων ἐξ ὅλων τῶν ἐπαρχιῶν, ἐκ Συλλόγων ἐμπορικῶν, ἐκ Συλλόγων πολιτικῶν, ἐκ Δημοτικῶν Συμβουλίων, ἐξ ἀτόμων ἁπλῶν, τὰ ὁποῖα συνέχαιρον τὴν Ἀντιπολίτευσιν καὶ τὴν Βουλὴν ὁλόκληρον διὰ τὴν στάσιν της, καὶ παρώτρυνον τὸ ἔθνος εἰς πόλεμον, διότι πάντες ἐπίστευον, ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν, παρὰ νὰ νικήσῃ ἡ Ἑλλὰς καὶ συμπληρώσῃ τοὺς μεγάλους σκοποὺς, οὓς ἤρχισεν ἡ ἐπανάστασις τοῦ 1821. Μετὰ τοῦ λαοῦ δὲ εἶχον ἐξεγερθῆ ὑπὲρ τοιούτου ἀγῶνος καὶ αὐτὰ τὰ συντηρητικὰ στοιχεῖα, τῶν ὁποίων τὸ συμφέρον ἀπαιτεῖ νὰ μὴ διασαλεύηται ἡ κανονικὴ λειτουργία τῆς Πολιτείας, καὶ αὐτοὶ δὲ οἱ ἑκατομμυριοῦχοι παρηκολούθουν τὰ πολεμικὰ συλλαλητήρια, καὶ ἔσπευδον νὰ γείνωσιν ἑταῖροι εἰς τὴν Ἐθνικὴν Ἑταιρείαν, προσδίδοντες αὐτῇ ὑλικὴν καὶ ἠθικὴν δύναμιν! Ἐπιστεύετο λοιπὸν, Κύριοι, ὅτι ἡ Ἐθνικὴ αὕτη Ἑταιρεία ἦτο ἡ τὰ πάντα ὀργανώσασα, καὶ ἡ Ἐθνικὴ Ἑταιρεία ἐφαίνετο ὡς πανταχοῦ παροῦσα· οὐδὲν ἠδύνατό τις νὰ πράξῃ, χωρὶς ἡ Ἐθνικὴ Ἑταιρεία νὰ τὸ γνωρίζῃ. Καὶ αὐτὸ ἦτο ἀληθές, διότι, ὡς ἔλεγον πρὸ μικροῦ, εἶχε παντοῦ τὰ ὄργανα αὑτῆς, εἶχε παντοῦ τοὺς ἑταίρους αὑτῆς, καὶ εἰς τὴν Βουλὴν καὶ εἰς τὸν στρατὸν, καὶ εἰς τὴν Διοίκησιν καὶ εἰς τὴν Δικαιοσύνην καὶ εἰς τὸν τηλεγραφικὸν κλάδον καὶ εἰς τὸν Κλῆρον καὶ εἰς τὴν ἐμπορικὴν κοινωνίαν καὶ παντοῦ! Ἀξιωματικοὶ κατώτεροι ἦσαν μέλη τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας, συνταγματάρχαι ἐπίσης, ὁ ἀρχηγὸς τοῦ στρατοῦ τῆς Θεσσαλίας—οὐχὶ ὁ Διάδοχος, ἀλλ’ ὁ πρὸ αὐτοῦ—ὅλοι μέλη τῆς Ἑταιρείας! παντοῦ ἀνεπήδων τὰ μέλη αὑτῆς! καὶ ὅτε, ἐνθυμοῦμαι, ἠκούσθη ἐντὸς τῆς Βουλῆς τὸ ὄνομα κατὰ πρῶτον τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας, πάντας κατέλαβεν ἱερὸν ῥῖγος! Καὶ ἐκεῖνος, ὅστις ἔφερε κατὰ πρῶτον τὸ ὄνομα αὐτὸ εἰς τὴν Βουλήν, ἦτο ὁ ἀγαπητὸς φίλος μου κύριος Στάης. Ὁ λόγος αὐτοῦ, Κύριοι, δίδει τὸν χαρακτηρισμὸν, καὶ εἰκονίζει παραστατικώτατα τὴν Ἐθνικὴν Ἑταιρείαν καὶ τὰς ἰδιότητας αὑτῆς· θὰ παρακαλέσω δὲ νὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ ἀναγνώσω τὸν χαρακτηρισμὸν ἐκεῖνον, τὸν ὁποῖον ὁ κ. Στάης ἀριστοτεχνικῶς ἔδωκε περὶ τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας ἐνταῦθα.
§123ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐξ ἀριστερῶν). Βεβαιότατα. Θὰ σᾶς παρακαλέσωμεν.
§124Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Θὰ τὸν ἀναγνώσω δὲ καὶ χάριν τῆς ἱστορίας, διότι ἦτο ἡ πρώτη φορά, κατὰ τὴν ὁποίαν ἠκούσθη τὸ ὄνομα τῆς Ἑταιρείας ταύτης ἐντὸς τῆς Ἑλληνικῆς Βουλῆς. Σᾶς ἔλεγε χθὲς ὁ σεβαστὸς ἐκ Γόρτυνος Βουλευτής, ὅτι ἅμα ὡς ἐπληροφορήθη, ὅτι ἡ Ἐθνικὴ Ἑταιρεία ἤρχισε ν’ ἁπλώνῃ τοὺς πλοκάμους αὑτῆς καὶ νὰ καθίσταται σωματεῖον, ὅπερ ἠδύνατο νὰ γεννήσῃ ζητήματα καὶ εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ εἰς τὸ ἔθνος, ἐσκέφθη νὰ θέσῃ ἀντίδρασιν ἐναντίον τῆς Ἑταιρείας ταύτης, καὶ εἶχε σχεδιάσει νὰ συστήσῃ ἄλλην Ἑταιρείαν ἀντιδρῶσαν, διὰ τῆς ὁποίας θὰ ἠδύνατο νὰ συλλέξῃ ἐράνους, ἀφοῦ ἔβλεπεν, ὅτι τοιοῦτος ὀργασμὸς πατριωτικὸς ὑπῆρχε κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, καὶ ἐσκέφθη ὅτι ὁ κ. ἐκ Καλαβρύτων Βουλευτὴς (ὁ νῦν Πρωθυπουργὸς), ὁ κ. Ἀλέξανδρος Ῥώμας καὶ ὁ κύριος Τοπάλης μετ’ ἄλλων τινῶν ἀκόμη θὰ ἠδύναντο ν’ ἀποτελέσωσι μέρος τῆς Ἑταιρείας ταύτης, ἢ τῆς Ἐπιτροπῆς ταύτης. Τὸ πρᾶγμα δὲν γνωρίζω πῶς ἐγνώσθη, οὐδὲ δύναμαι νὰ ἐρευνήσω αὐτό· ἀλλ’ εὐθὺς ὡς ἐγνώσθη, ἄρθρα ἐπὶ ἄρθρων ἐδημοσιεύοντο κατὰ τῆς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία ὑπενόμευε τὸ μέγα ἐκεῖνο ἔργον τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας, ἡ ὁποία προσεπάθει νὰ καταστρέψῃ τὸ ἔργον τῶν νέων αὐτῶν Τσακάλωφ καὶ τῶν νέων αὐτῶν Σκουφάδων, καὶ νὰ ἐπιφέρῃ κατ’ ἀκολουθίαν παράλυσιν εἰς τὰς ἐργασίας αὐτῶν! Τότε ἐθεώρησε σκόπιμον ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κυθήρων, τὰς ἰδέας, αἵτινες ἐκυκλοφόρουν ἐκτὸς τῆς Βουλῆς, νὰ μεταφέρῃ ἐντὸς αὐτῆς· καὶ ἰδοὺ τί ἔλεγεν (ἀναγινώσκει): «...Ἀλλ’ εὐθὺς ὡς ἡ Κυβέρνησις εἶδεν ἐξεγειρομένην τὴν κοινὴν γνώμην ὑπὲρ τῆς Ἐθνικῆς ἀοράτου Ἑταιρείας, ἅμα τῇ δημοσιεύσει τοῦ βαρυσημάντου αὐτῆς προγράμματος, ἤλλαξε σχέδιον...» Δὲν ἐνθυμοῦμαι ἀκριβῶς τὸ πρόγραμμα τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι ὁ κ. ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς ἀνέγνωσεν αὐτό.
§125Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐδημοσιεύθη εἰς τὴν «Ἀκρόπολιν».
§126Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Καὶ εἰς τὸ «Ἄστυ».
§127Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Τὸ ἀνέγνωσεν ἐντεῦθεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος χθὲς ἔκ τινος ἐφημερίδος. Τί ἔλεγε τὸ πρόγραμμα ἐκεῖνο, δὲν ἐνθυμοῦμαι ἀκριβῶς· ἀλλὰ νομίζω ὅτι προεκάλει τὸν λαόν, ὅπως συντελέσῃ, προσφέρων τὸ χρῆμα αὑτοῦ καὶ τὰς ἐργασίας αὑτοῦ, ὑπὲρ τοῦ ἐθνικοῦ ἰδεώδους. «Μὴ νομίσητε δέ, ἔλεγεν ὁ κ. Στάης, ὅτι ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ἦμαι μέλος τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας...» Ἀλλ’ ὅτι ἦτο μέλος, τὸ εἴδετε προχθὲς τὴν ἑσπέραν, ἐγὼ δι’ ἔχω πολλὰ στοιχεῖα, τὰ ὁποῖα καταδεικνύουσιν, ὅτι ὄντως ἦτο μέλος. Ἀλλ’ ἡ Ἐθνικὴ Ἑταιρεία μεταξὺ τῶν ὅρκων καὶ τῶν ὑποχρεώσεων, τὰς ὁποίας ἐπέβαλλεν εἰς τοὺς ἑταίρους αὑτῆς, εἶχε καὶ τὸν ὅρον νὰ μὴ φανερώνωνται ποτὲ ὅτι ἦσαν μέλη αὑτῆς, καὶ διὰ τοῦτο τὸ πρᾶγμα ἦτο κἄπως δύσκολον, νὰ ἀναγνωρίζῃ τις ἐν τῇ κοινωνίᾳ, τίνα ἦσαν τὰ μέλη τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας. «Μὴ νομίσητε (λοιπὸν ἔλεγεν), ὅτι ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ἦμαι μέλος τῆς Ἐθνικῆς ἀοράτου Ἑταιρείας, διότι ἀπαγορεύεται ἡ ἀνάμιξις τῶν μελῶν αὑτῆς εἰς τὰ τῆς πολιτικῆς, καὶ ἑπομένως οἱ ἐνεργὸν μέρος ἔχοντες εἰς τὰ τῆς πολιτικῆς δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γείνωσι μέλη αὑτῆς...»
§128Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Τὸν διέψευσε λοιπὸν ὁ κ. Στεφάνου.
§129Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Δὲν ἦτο κατὰ τὴν περίοδον ἐκείνην βουλευτὴς ὁ κ. Στεφάνου.
§130ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Πῶς δὲν ἦτο; Εἰς τὰ 1895 δὲν ἦτο;
§131Δ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Δὲν ἤμην.
§132ΚΥΡ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Ἐπολιτεύετο.
§133Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ἐπολιτεύετο βεβαίως, εἶχεν ἀποτύχει ὅμως, ὅπως οἱ πλεῖστοι τοῦ Τρικουπικοῦ κόμματος. Ἡ Ἐθνικὴ ὅμως Ἑταιρεία εἶχε πλεῖστα μέλη Βουλευτὰς, διότι καὶ ὁ κ. Τοπάλης καὶ ὁ κ. Παπαμιχαλόπουλος, καὶ πλῆθος ἄλλο Βουλευτῶν, τῶν ὁποίων δὲν ἐνθυμοῦμαι τὰ ὀνόματα, ἐν οἷς ὁ κ. Ῥωμᾶνος, ὁ κ. Τόμαν, ἦσαν μέλη τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας... Διὰ τοῦτο ὁ κ. Ῥάλλης, διακόπτων τὸν κ. Στάην, τὸν ἐρωτᾷ: «Πῶς γνωρίζετε λοιπὸν αὐτά, ἀφοῦ δὲν ἦσθε μέλος;» —«Τὰ ἤκουσα, ἀπαντᾷ, παρά τινος ἀοράτου μέλους τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας» (γέλως). Ἡ Ἐθνικὴ Ἑταιρεία, βλέπετε, εἶναι πανταχοῦ παροῦσα, χωρὶς νὰ ἦναι οὐδαμοῦ· ὁρᾷ τὰ πάντα, χωρὶς νὰ ὁρᾶται παρ’ οὐδενός, κατασκοπεύει τὰ πάντα, χωρὶς νὰ ἦναι δυνατὸν παρ’ οὐδενὸς νὰ κατασκοπευθῇ...» Καὶ εἶχε δίκαιον· διότι ὅλα τὰ ἔβλεπε, χωρὶς νὰ τὴν βλέπωσι, διότι παντοῦ εἶχεν ἀγνώστους ἑταίρους της.
§134Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Αὐτὸ εἶναι σἂν τὰ τραπεζάκια! (γέλως).
§135Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. (ἐξακολουθεῖ ἀναγινώσκων). «Εὐθύς, ὡς εἶδεν ἡ Κυβέρνησις, ὅτι συνεταράχθη ὁ Ἑλληνισμὸς ἐκ τῆς δημοσιεύσεως τοῦ προγράμματος τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας, εὐθὺς ὡς εἶδε τὴν ἐλευθέραν Ἑλλάδα γονυπετοῦσαν εἰς τὰ πανδήμως τελεσθέντα μνημόσυνα ὑπὲρ ἀναπαύσεως τῶν πεσόντων ἐν Μακεδονίᾳ, ἐφοβήθη, ἀπεσύρθη, ὡς κοχλίας εἰς τὸ περικάλυμμα αὑτοῦ, καὶ ἐκεῖθεν συνέλαβε τὸ σχέδιον καταδιώξεως κατὰ τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας, τὴν σύστασιν τουτέστιν ἄλλης Ἑταιρείας, τοῦ Ἐθνικοῦ Κέντρου, ἵνα διὰ τούτου καταπολεμήσῃ ἐκείνην, ἵνα διὰ τῆς αἴγλης τῶν ὀνομάτων λαϊκῶν καὶ κληρικῶν, τὰ ὁποῖα προσεπάθησε νὰ ἐγκαταστήσῃ ἐν αὑτῇ, πολεμήσῃ τὴν γιγαντιαίοις βήμασιν ἐπεκτεινομένην Ἐθνικὴν Ἑταιρείαν. Ἀλλ’ εὐτυχῶς ἀπέτυχε καὶ εἰς τοῦτο. Ἂς μοὶ ἐπιτρέψωσι δὲ οἱ ἁρμόδιοι νὰ συστήσω αὐτοῖς τὴν παῦσιν τοῦ πολέμου κατὰ τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας, παρὰ τῆς ὁποίας τὸ Ἑλληνικὸν ἔθνος πολλὰ προσδοκᾷ...» Καὶ εἴδετε τ’ ἀποτελέσματα τῶν ὅσων προσεδόκα τὸ Ἑλληνικὸν ἔθνος κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην τῆς ἐκστρατείας τῶν ὁπλοφόρων τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας, τὴν ὁποίαν ἀνέφερε χθὲς ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτής! «Ἡ ἐπανάστασις εἶχε γενικευθῆ (ἐπρόκειτο περὶ τῆς Κρήτης) καὶ εἰς τὰς ἀνατολικὰς ἐπαρχίας τῆς Κρήτης, τὰς ὁποίας τὸ Ἐθνικὸν Κομιτᾶτον ἐφρόνει, παρὰ τὴν γνώμην τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς Κεντρικῆς Ἐπιτροπῆς καὶ τῶν ἄλλων ἁρμοδίων ἐν Ἀθήναις, ὅτι ὤφειλε νὰ ἐπαναστατήσῃ, ἵνα ἐπέλθῃ ὡς τάχιστα ἡ ἀναμενομένη λύσις τοῦ Κρητικοῦ ζητήματος· πράγματι δὲ τὸ Ἐθνικὸν Κομιτᾶτον ἐπανεστάτησε τὰς ἀνατολικὰς ἐπαρχίας διὰ τῆς ἀποστολῆς τοῦ γνωστοῦ Ἰωάννου Νταφώτη μετὰ 100 περίπου ἐπιλέκτων ἀγωνιστῶν. Εἶναι γνωστὸν τοῖς πᾶσιν, ὁποίαν σύγχυσιν καὶ ὁποῖον τρόμον εἶχεν ἐνσπείρει τὸ σῶμα τοῦτο εἰς τὸν τουρκικὸν στρατόν, τὸν ὁποῖον κατετρόπωσε καὶ εἰς ἄτακτον ἔτρεπε φυγήν, ὅπου δήποτε συνήντα αὐτόν...» Ἐνοήσατε, Κύριοι; Οἱ 100 ἄνδρες τοῦ Νταφώτη ἔτρεπον εἰς ἄτακτον φυγὴν τὸν τουρκικὸν στρατὸν ἐν Κρήτῃ! Δὲν ἐνθυμοῦμαι τὰ περιστατικά, καὶ δὲν δύναμαι νὰ βεβαιώσω τὴν ἀκρίβειαν, ἀλλ’ ἡ κατάστασις ἦτο τοιαύτη, Κύριοι, ὥστε πάντες ἐπιστεύομεν,—ἐγὼ δηλαδὴ δὲν ἐπίστευον τίποτε, ὀφείλω νὰ τὸ ὁμολογήσω,—ὅτι ὅλα αὐτὰ τὰ ἀνδραγαθήματα ἦσαν καὶ πραγματικὰ, ὁ δὲ κ. Στάης, ὁ ὁποῖος εἶχε καὶ ἰδιαιτέρας πληροφορίας ἐκ Κρήτης, μετέφερεν εἰς τὴν Βουλὴν τὰς πληροφορίας ταύτας περὶ τῆς ἐκστρατείας τῶν 100 ἀνδρῶν τοῦ μυθολογικοῦ Νταφώτη, ὁ ὁποῖος κατετρόπωνε τὰς ἐχθρικὰς στρατιὰς ἅμα τῇ ἐμφανίσει αὑτοῦ! Καὶ οὕτω νομίζει τις, Κύριοι, ὅτι ἀναγινώσκει ἐποποιΐαν, ἀναγινώσκων τοὺς λόγους τοῦ κυρίου ἐκ Κυθήρων Βουλευτοῦ. Ἀλλά, λέγω, τοιαῦται ὑπῆρχον αἱ ἰδέαι, τοιαύτη εἶχε δημιουργηθῆ ἀτμόσφαιρα, τοιοῦτος ἐπεκράτει ἐνθουσιασμός, πληρῶν τὰ στήθη τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ὥστε ἕκαστος ἐφαντάζετο, ὅτι ἠδύνατο νὰ γείνῃ στρατηγός, ἕκαστος ἐπίστευεν, ὅτι ἐνέκλειεν ἐν ἑαυτῷ τὸν ὀνειροπολούμενον στρατηλάτην τοῦ Ἀγαθαγγέλου, ὁ δὲ ἀγαπητὸς φίλος μου κύριος Στάης ἐφαντάσθη, ὅτι ἠδύνατο νὰ μεταβληθῇ εἰς Κανάρην τινὰ ἢ Παπανικολῆν! (γέλωτες). Καὶ ὁ κύριος ἐκ Κυθήρων Βουλευτής, ἐπειδὴ πλέον τὰ πυρπολικὰ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ χρησιμοποιηθῶσιν, ὡς κατὰ τὴν παλαιὰν τοῦ ἀγῶνος ἐποχὴν, ἐχρησιμοποίει τὰς γνώσεις αὑτοῦ, τὰς ὁποίας κέκτηται ὡς ἐπιστήμων, καὶ ἐμηχανεύθη νέον τινὰ τύπον τορπιλλοβόλου· ἐπρομηθεύθη ἀτμάκατον, τὴν μετεσχημάτισεν εἰς τορπιλλικὸν, καὶ ἐπιβὰς αὐτῆς ἐξεστράτευσεν ἐναντίον τοῦ κεκλεισμένου εἰς Βόσπορον ἐχθρικοῦ στόλου! ἀλλὰ δυστυχῶς ὁ Ποσειδῶν, ὁ κακεντρεχὴς αὐτὸς θεός, δὲν ἐγένετο εὔνους αὐτῷ, καὶ ἀντὶ νὰ μεταβῇ εἰς Βόσπορον, εὗρεν οἰκτρὸν τέλος τὸ σκάφος, ναυαγῆσαν παρὰ τὰς ἀκτὰς τῶν Σπετσῶν ἢ τῆς Ὕδρας, νομίζω! (γέλωτες). Τοιοῦτον τέλος εἶχεν ἡ ἐκστρατεία ἐκείνη! Τοῦτο δέ, Κύριοι, λέγω, ἵνα καταδείξω, ποία πνευματικὴ ἀνωμαλία ἐπῆλθε, ποίαν ταραχὴν ἐπέφερεν εἰς τὰς διανοίας ὁ ἐνθουσιασμὸς καὶ ἡ πρὸς πόλεμον ἔφεσις, ὥστε ἕκαστος ἐφαντάζετο, ὡς εἶπον, ὅτι ἠδύνατο νὰ μεταποιηθῇ ἀμέσως εἰς στρατηγόν! Καὶ διὰ τοῦτο εἴδατε δικαστάς, ἐντεταλμένους καὶ ἀμειβομένους ἁδρῶς ὑπὸ τῆς Πολιτείας, ὅπως ἀπονέμωσιν εἰρηνικῶς τὴν δικαιοσύνην, κρατοῦντες τὴν ἐλαίαν διὰ τῆς μιᾶς χειρός, καὶ διὰ τῆς ἄλλης τὴν πλάστιγγα τῆς Δικαιοσύνης, εἴδετε αὐτοὺς νὰ ἐγκαταλείπωσι τὰς θέσεις των, νὰ μεταβαίνωσι—δὲν ἠξεύρω πῶς λέγεται τὸ χωρίον αὐτὸ—εἰς Κουβέλτσι, νομίζω, καὶ νὰ ἀναλαμβάνωσι τὸν ὀργανισμὸν τῆς στρατιᾶς ἐκείνης, τῆς παραδόξου καὶ ἀλλοκότου, εἰς τὴν ὁποίαν ἐτέθη ἐπὶ κεφαλῆς ὁ Καψαλόπουλος καὶ ὁ Μυλωνᾶς, θύματα καὶ οὗτοι τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας, τῶν ὁποίων ἐξεμεταλλεύθη τὸν ἀφελῆ πατριωτισμόν, καὶ τοὺς ἔθεσεν ἐπὶ κεφαλῆς στρατοῦ, τοῦ ὁποίου ὁ νομάρχης Τρικκάλων κ. Πετρίτσης γραφικώτατα παρέδωσεν εἰς τὴν ἀθανασίαν τὴν εἰκόνα, τὴν ἐνδυμασίαν, τὸν χαρακτῆρα καὶ τὰς τάσεις αὐτοῦ!...
§136Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Φουστανελλάδες ἦσαν.
§137Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ὄχι φουστανελλάδες· ἐφοροῦσαν οἱ ἀρχηγοί, ὄχι νομίζω τὴν στολὴν τοῦ στρατοῦ, ἀλλὰ χρυσοΰφαντα ἐνδύματα, πίλους χρυσοθυσάνους ἀπὸ βελοῦδον, καὶ τὴν ἀνάμικτον ἐκείνην στολήν, τὴν συνήθη εἰς τὰ ἐπαναστατικὰ σώματα, διὰ τῆς ὁποίας ἤθελον νὰ ἐπιβληθῶσιν εἰς τὰ πλήθη ἐκεῖνα τὰ ἀφελῆ, τὰ κατοικοῦντα τὴν Μακεδονίαν... Ἐκ τῆς ἐπιστολῆς, τὴν ὁποίαν ἔστειλεν ὁ εἷς ἐκ τῶν ἀρχηγῶν ἐκείνων, καὶ ἣν ἀνέγνωσε χθὲς ὁ κύριος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτής, κατεδείχθη, τίνα ἰδέαν εἶχον οἱ σταυροφόροι τοῦ Κουβελτσίου περὶ τοῦ καθήκοντος, τὸ ὁποῖον, ἔστω καὶ ὡς ἄτακτοι ἐπαναστάται, ὑπεχρεοῦντο νὰ ἐκπληρώσωσιν, ὅτε ἐξῆλθον εἰς τὸ Μπαλντῖνον. Ἐξῆλθον εἰς τὸ Μπαλντῖνον (πρέπει δὲ νὰ γνωρίζητε, ὅτι τὸ Μπαλντῖνον αὐτὸ εὑρίσκεται σχεδὸν παρὰ τὰ σύνορα) καὶ ἐπανῆλθον τὴν ἑπομένην, ἢ τὴν μεθεπομένην ἡμέραν· ἔγραφε δὲ ἡ ἀναγνωσθεῖσα χθὲς ἐπιστολὴ, ὅτι τὸ ἔκοψαν εἰς τὰ πόδια, ἐγκαταλείψαντες τοὺς ἀρχηγούς των, οἵτινες ἠναγκάσθησαν νὰ ὑποχωρήσωσιν, ὅπως ἀνασυσταθῶσι καὶ ἐνθαρρύνωσι τοὺς συστρατιώτας των. Δὲν γνωρίζω, ἂν εἰς τὰς ἐκστρατείας ὅλου τοῦ κόσμου ὑπάρχει περίστασις, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐνθαρρύνονται οἱ στρατιῶται, ὅταν βλέπωσι τοὺς συντρόφους των τρεπομένους εἰς φυγήν. Αὐτὴ ἡ ἐπιστολὴ βεβαίως πρέπει νὰ μείνῃ ὡς ἱστορικὸν μνημεῖον, καὶ ἴσως χρησιμεύσῃ εἰς τὸ μέλλον εἰς ἐκείνους, οἵτινες θ’ ἀσχοληθῶσι περὶ τῶν ζητημάτων τούτων...
§138Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Τί γράφει ὁ κ. νομάρχης;
§139Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Δὲν ἔχω μετ’ ἐμοῦ τὴν ἐπιστολὴν τοῦ κ. Πετρίτση, ἀλλὰ τὴν ἤκουσα χθὲς ἀναγινωσκομένην ἀπὸ τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Γόρτυνος, καὶ ἀνεμνήσθην ταύτην τὴν στιγμὴν τὰς περικοπὰς αὐτῆς, καθόσον ἦσαν πράγματι χαρακτηριστικαί. Ἀλλὰ πρέπει, Κύριοι, νὰ γνωρίζητε τὸ ποιὸν τῶν ἀνθρώπων ἐκείνων, τοὺς ὁποίους περιεμάζευσεν ἡ Ἐθνικὴ Ἑταιρεία, ὅπως τοὺς μετασχηματίσῃ εἰς στρατιώτας τοῦ Σταυροῦ καὶ τῆς ἐλευθερίας! Ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἡμῶν, ὁ κ. Δουμπιώτης, ὁ ὁποῖος τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ἐτύγχανεν εὑρισκόμενος εἰς Λάρισαν, προσῆλθεν ἐνώπιον τῆς ἐξεταστικῆς τῶν πραγμάτων ἐπιτροπῆς καὶ ἔδωσε τὴν εἰκόνα τῶν ὁπλοφόρων, ἐπὶ τῶν ὁποίων τοσαύτας ἐβάσιζεν ἐλπίδας ἡ Ἐθνικὴ Ἑταιρεία...
§140ΑΡ. ΑΝΑΓΝΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ ἦτο εὐτύχημα, ἐὰν ἦτο ἐπὶ κεφαλῆς αὐτῶν ὁ κ. Δουμπιώτης.
§141Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Οὐδεμίαν ἔχω ἀντίρρησιν περὶ τούτου, διότι ὁ ἔντιμος συνάδελφος ἔχει τὸ παρελθὸν αὐτοῦ, ὅπερ δικαιοῖ τὴν πεποίθησίν σας... Ὁ κ. Δουμπιώτης μᾶς εἶπεν, ὅτι οἱ ὁπλῖται ἐκεῖνοι ἦσαν μαζεύματα, ἄνευ οὐδεμιᾶς προσοχῆς προσλαμβανόμενα. Εἰς τὸν κ. Δουμπιώτην εἶχεν ἀναθέσει ὁ τότε Πρωθυπουργὸς κ. Δηλιγιάννης, ὅπως μεταβῇ εἰς Θεσσαλίαν καὶ σχηματίσῃ σῶμα, τὸ ὁποῖον θὰ ἐχρησιμοποιεῖτο εἰς τὴν Μακεδονίαν, ἐν ᾗ περιπτώσει ἐκηρύσσετο ὁ πόλεμος· ἀλλ’ οἱ τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας δὲν ἠθέλησαν νὰ ἔλθωσιν εἰς οὐδεμίαν συνεννόησιν πρὸς τὸν κ. Δουμπιώτην· ἀπέφευγον μάλιστα ἐπιμελῶς αὐτόν. Εἶδε τὸν ἀντιπρόσωπον τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας, εἶδε καὶ τὸν κ. Γούσιον, καὶ τοῖς ἀνεκοίνωσε ποίαν εἶχεν ἐντολήν. Σημειώσατε δέ, Κύριοι, ὅτι ὁ κ. Δουμπιώτης ἦτο ἐμπειρότατος εἰς τὸν καταρτισμὸν τοιαύτης φύσεως ὁπλιτῶν, διότι εἰς ἄλλην ἐποχήν, ὅτε ἡ πατρὶς ἐζήτησε τὴν χρησιμοποίησιν τῆς πείρας αὐτοῦ καὶ τῆς γνώσεως τοῦ Μακεδονικοῦ ἐδάφους, ἀνέθεσεν εἰς αὐτὸν τοιαύτην ἐπιχείρησιν, καὶ γνωρίζετε πάντες, ὅτι ἐπὶ πολλοὺς μῆνας παρέμεινεν εἰς τὴν Μακεδονίαν, — κατὰ τὸ 1878, νομίζω, — ἔχων μεθ’ ἑαυτοῦ 560 ὁπλοφόρους, καὶ μόλις δαπανήσας 50,000. Τὰς γνώσεις λοιπὸν τοῦ κ. Δουμπιώτου καὶ τὴν πεῖραν αὐτοῦ δὲν ἔκρινε σκόπιμον ἡ Ἐθνικὴ Ἑταιρεία νὰ χρησιμοποιήσῃ, ἀποφεύγουσα αὐτόν· ἀλλὰ καὶ ὁ κ. Δουμπιώτης, βλέπων τοὺς ἀνθρώπους, τοὺς ὁποίους ἡ Ἑταιρεία αὕτη περιεμάζευεν, ὅπως μεταβάλῃ αὐτοὺς εἰς πολεμιστὰς καὶ ἐνεργήσῃ δι’ αὐτῶν ἐπικίνδυνα τολμήματα, δὲν ἤθελεν ἐγκρίνει νὰ μεταβῇ, τιθέμενος ἐπὶ κεφαλῆς αὐτῶν. Καὶ μᾶς λέγει ἐν τῇ καταθέσει του, ὅτι ἀνεκοίνωσεν εἰς τὸν κ. Γούσιον καὶ τὸν ἄλλον κύριον, μεθ’ οὗ οὗτος ἐσχημάτιζε τὰ ἀνταρτικὰ σώματα, τὰ ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Προσέξατε πολύ, διότι αὐτοὶ δὲν εἶναι ἄνθρωποι τῆς προκοπῆς· μόλις ἀνοίξῃ τὸ τουφέκι, αὐτοὶ θὰ τὸ στρίψουν καὶ θὰ σᾶς ἀφήσουν.» Τὸ ποιὸν τῶν ἀνταρτῶν αὐτῶν ἦσαν περιμαζεύματα, ὑπηρέται ξενοδοχείων, ἀλῆται, φυγόδικοι, καὶ τοιοῦτοι, τοὺς ὁποίους ὁ μὲν κ. Δουμπιώτης ἀπεκάλει περιμαζεύματα, ὁ δὲ κ. Πετρίτσης καθάρματα, καὶ τοιαῦτα ἀπεδείχθησαν ἅμα τῇ πρώτῃ συγκρούσει μετὰ τοῦ ἐχθροῦ. Ἀλλ’ ὁ κ. Βουλευτὴς Ζακύνθου σᾶς ἔλεγε χθές: «Εἴχετε 50,000 ἄνδρας εἰς τὴν Θεσσαλίαν, εἴχετε τὸν Διάδοχον ἐκεῖ· διατὶ δὲν διετάσσετε αὐτὰ τὰ μαζεύματα, αὐτοὺς τοὺς ὁπλοφόρους ν’ ἀποσυρθῶσιν ἐκεῖθεν; καὶ διατὶ δὲν διελύσατε αὐτοὺς διὰ τῆς βίας;» Καὶ τί νὰ ἀπαντήσητε εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Ζακύνθου, ὅστις σήμερον εὑρίσκει τόσον φυσικὸν τὸ πρᾶγμα; Νὰ τῷ εἴπητε, ὅτι μόνον παράφρων Κυβέρνησις κατὰ τὴν ὥραν ἐκείνην, καθ’ ἣν ἐπέκειτο ὁ πόλεμος, θὰ ἔδιδε τοιαύτας διαταγάς, μεταβάλλουσα εἰς παλαίστραν ἐμφυλίου πολέμου τὴν Θεσσαλίαν; Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Ζακύνθου θὰ σᾶς εἴπῃ: «Μοὶ εἶναι ἀδιάφορον! ὠφείλατε νὰ πράξητε τοῦτο.» Δὲν γνωρίζω, ἂν θὰ ὑπῆρχέ τις, ὁ δυνάμενος τοιαύτας νὰ δώσῃ διαταγάς· δὲν γνωρίζω ὅμως, ἂν ὑπάρχει τις ὁ πιστεύων, ὅτι, καὶ ἂν ἐδίδοντο αἱ διαταγαί, θὰ ἐξετελοῦντο, ἀφοῦ οἱ μέλλοντες διὰ τῆς βίας νὰ σκορπίσωσι τοὺς ἐκεῖ ἐστρατοπεδευμένους ὁπλοφόρους ἦσαν ἠδελφωμένοι διὰ τοῦ κοινοῦ ὅρκου τῆς Ἑταιρείας. Ἐγὼ ἔχω ἀκράδαντον πεποίθησιν εἰς τοῦτο. Γνωρίζω δέ, ὅτι εἰς ἕτερον διαμέρισμα τῆς Ἑλλάδος, εἰς τὴν Ἤπειρον, ἡ παρουσία ἑτέρων σωμάτων τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας ἤρξατο ἀνησυχοῦσα τὸν τότε ἀρχηγὸν καὶ τὸν νομάρχην, φόβος δὲ ἐκράτει, ὅτι ἡ παραμονὴ τῶν σωμάτων αὐτῶν πλησίον τοῦ στρατοῦ ἤθελεν ἐξωθήσει τὸν στρατὸν εἰς ἄτακτον κίνημα. Ὁ κ. Κουμουνδοῦρος ἐζήτησε παρὰ τῆς ἡμετέρας Κυβερνήσεως, ὅπως αὐτὸς διὰ τοῦ τάγματός του τοὺς διαλύσῃ διὰ τῆς βίας· εὐθὺς ὅμως, ὡς ἐγνώσθη τοῦτο, καὶ ὁ ἀρχηγὸς τοῦ ἐν Ἠπείρῳ στρατοῦ καὶ ὁ νομάρχης—ὁ κ. Προβελέγγιος, νομίζω, —ἔσπευσαν ν’ ἀποτρέψωσι τὴν Κυβέρνησιν τοῦ νὰ δώσῃ τοιαύτην διαταγὴν πρὸς τὸν ἡμέτερον συνάδελφον, διότι ἐφοβοῦντο, ὅτι μία τοιαύτη ἐκτέλεσις διαταγῆς ἤθελε φέρει βεβαίως σύγκρουσιν μεταξὺ τῶν ἀτάκτων καὶ τοῦ τακτικοῦ στρατοῦ, οὐδεὶς δὲ ἠδύνατο νὰ ὑπολογίσῃ τὰς συνεπείας τοιαύτης τινὸς ἐνεργείας. Ἔχω ἐνταῦθα τὸ τηλεγράφημα τοῦ κυρίου Μάνου πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, καὶ ζητῶ τὴν ἄδειαν τῆς Βουλῆς, ὅπως μοὶ ἐπιτρέψῃ νὰ ἀναγνώσω μίαν περικοπὴν αὐτοῦ (ἀναγινώσκει): «Παρακαλῶ νὰ μὴ διατάξητε τοιαῦτα μέτρα, διότι οἱ κίνδυνοι ἐκ τούτων θὰ ἦσαν μεγαλείτεροι ἢ ὅσον δύναταί τις νὰ φαντασθῇ· ἀλλὰ δέον νὰ πεισθῶσιν οἱ ἐν Ἀθήναις διευθύνοντες τὰ τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας νὰ μὴ διατάξωσι τὸν πράκτορά των νὰ προβῇ εἰς οἱανδήποτε ἐχθρικὴν πρᾶξιν κατὰ τῆς Τουρκίας, διότι θὰ διεκινδύνευον ἐκ τούτου ὕπατα συμφέροντα.» Ἰδοὺ ποίαν γνώμην εἶχον οἱ δυνάμενοι ἐκ τοῦ πλησίον νὰ κρίνωσι περὶ τῶν συνεπειῶν ἐνεργείας, ἣν συνεβούλευε προχθὲς ὁ κύριος Βουλευτὴς ἐκ Ζακύνθου. Ἔβλεπον, ὅτι ἡ ἐκτέλεσις τοιούτων μέτρων ἤθελε προκαλέσει τὴν ἀνυπακοὴν τῶν ἀνδρῶν τοῦ στρατοῦ, τοῦ ὁποίου οἱ πλεῖστοι ἀξιωματικοὶ καὶ ὑπαξιωματικοὶ ἦσαν μέλη τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας, μόνον δὲ ὑπάτη ἀσυνεσία τῆς Κυβερνήσεως ἠδύνατο νὰ ὑπαγορεύσῃ τὰς ἀποφάσεις, ἃς θὰ ἐξετέλει ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Ζακύνθου, ὅστις ἐν τούτοις ἦτο ἓν τῶν μᾶλλον ἐπιφανῶν καὶ τὸ μᾶλλον ἐνεργητικὸν μέλος τῆς Ἑταιρείας ταύτης. Ὅτε δὲ τοιοῦτοι φόβοι ἐγεννῶντο εἰς τὴν κεφαλὴν τοῦ ἀρχηγοῦ τοῦ στρατοῦ, τὰ ἐκ τοῦ ἀσφαλοῦς ἀπευθυνόμενα σήμερον ἐρωτήματα τοῦ κυρίου Στεφάνου δύνανται μὲν νὰ θεωρηθῶσιν ὡς βεβιασμένα ἐπιχειρήματα, ἀλλὰ στεροῦνται πάσης εἰλικρινείας...
§142ΣΠ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἀλλ’ ὁ κύριος Κ. Κουμουνδοῦρος ἐγνώριζε καὶ τὰ πράγματα καὶ τοὺς ἀξιωματικοὺς αὑτοῦ, ἀποτεινόμενος οὕτω πρὸς τὸν τότε κ. Πρωθυπουργόν.
§143Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Ποῖος Κουμουνδοῦρος; ὁ ἀδελφός σας;
§144ΣΠ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν σᾶς ἀφορᾷ νὰ ἐρωτᾶτε. Σεῖς τί ἐκάματε; Ἐγὼ, ὅτε ἤμην ἐπίστρατος, ἐξετέλεσα τὸ καθῆκόν μου, ὡς ὀλίγοι ἄλλοι.
§145Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Ἐγὼ δὲν σᾶς εἶπον τίποτε. Ἠρώτησα, ἂν πρόκειται περὶ τοῦ ἀδελφοῦ σας.
§146ΣΠ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὁμιλῶ ἐν ὀνόματι τοῦ ἀδελφοῦ μου. Ὁ ἀδελφός μου ἐγνώριζε καλῶς καὶ τοὺς ἀξιωματικοὺς καὶ τὰ πράγματα, καὶ μὲ τοὺς ἀξιωματικούς του ἀνελάμβανε τὴν εὐθύνην.
§147Α. ΣΚΑΛΤΣΟΔΗΜΟΣ. Ἀξιότιμε κ. συνάδελφε, θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε μίαν διακοπήν. Ἐπειδὴ ἐκάματε λόγον περὶ τῆς Ἠπείρου διὰ τὴν δρᾶσιν τῶν σταυραετῶν, καὶ ἐπειδὴ καὶ ἐγὼ ὁμολογῶ, ὅτι εἶχον τὸ ἀτύχημα...
§148ΑΡ. ΑΝΑΓΝΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ εὐτύχημα.
§149Α. ΣΚΑΛΤΣΟΔΗΜΟΣ. .. τὸ ἀτύχημα νὰ παρακληθῶ, καὶ καταθέσας χρήματα, ἐσχημάτισα σῶμα καὶ μετέβην εἰς τὴν Ἤπειρον, θὰ σᾶς παρακαλέσω, ἐπειδὴ ὡμιλήσατε διὰ τοὺς σταυραετοὺς αὐτοὺς, νὰ ἐξιστορήσητε καὶ τὴν δρᾶσιν ἑνὸς ἑκάστου.
§150ΣΠ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἔχετε δίκαιον.
§151Α. ΣΚΑΛΤΣΟΔΗΜΟΣ. Ἔχω πολὺ δίκαιον, καὶ δὲν ἐπιθυμῶ νὰ παραβληθῶ μὲ τὸν κ. Στεφάνου, ὁ ὁποῖος εἶπεν, ὅτι «δὲν δυνάμεθα νὰ δώσωμεν λογοδοσίαν». Δι’ ἐμὲ οὐδεὶς δύναται νὰ εἴπῃ τοιοῦτόν τι· ἐγὼ δὲν ἐδέχθην παντελῶς νὰ λάβω χρήματα· παρεκάλεσα τὸν κ. Σωτηριάδην καὶ τὸν κ. Μπαϊρακτάρην νὰ μετρήσωσι τὰ χρήματα εἰς τοὺς ἄνδρας ἐκείνους· ἐγὼ δὲ δὲν ἔλαβον ἢ μόνον 3,000 δραχμάς.
§152ΑΡ. ΑΝΑΓΝΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Αἰσθάνομαι, ὅτι ἐκπληρῶ καθῆκον, ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ τοῦ ἀναφυέντος τούτου ζητήματος, νὰ δηλώσω ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης, ὅτι ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος κ. Σκαλτσοδῆμος εἰς τὸ πλευρὸν ἡμῶν ἐπολέμησε μὲ ἀνθρώπους, τοὺς ὁποίους εἶχεν ἐκλέξει ὁ ἴδιος, ἀγνοῶ δὲ, ἂν ἐκεῖνοι ἀνῆκον εἰς τὴν Ἑταιρείαν τὴν Ἐθνικὴν, ἢ ἀλλαχόθεν ἐστρατολογήθησαν· δύναμαι ὅμως νὰ βεβαιώσω, ὅτι ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἐπὶ κεφαλῆς τοῦ σώματος αὑτοῦ συνετέλεσε κατὰ μέγα μέρος, ὅπως καὶ τὴν πειθαρχίαν συγκρατήσῃ καὶ τοὺς ἄνδρας ἡμῶν ἐνθαρρύνῃ. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὰ τῆς διαχειρίσεως, εἶναι περιττὸν νὰ εἴπω τι, διότι εἶναι γνωστὴ ἡ ἐντιμότης τοῦ κ. συναδέλφου.
§153Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ἐὰν ὁ κ. συνάδελφος εἶπε ταῦτα διὰ νὰ πείσῃ ἐμέ, ἢ οἱονδήποτε ἄλλον ἐν τῇ Βουλῇ, περὶ τοῦ χαρακτῆρος τοῦ κ. Σκαλτσοδήμου καὶ τῆς ἐντιμότητος αὐτοῦ, τὸ πρᾶγμα ἦτο ἐντελῶς περιττόν, διότι ἀπὸ μακροῦ χρόνου γνωρίζω τὸν κ. Σκαλτσοδῆμον, καὶ ἔχω ἀρίστην γνώμην περί τε τῆς φιλοπατρίας καὶ τοῦ χαρακτῆρος αὐτοῦ. Ὥστε νομίζω, ὅτι ἐπερίττευεν ἡ διακοπὴ αὕτη. Ἐγὼ ἠθέλησα νὰ δείξω διὰ τοῦ τηλεγραφήματος τοῦ κυρίου Μάνου, ποία ἰδέα ἐπεκράτει εἰς τοὺς ἀρχηγοὺς τοῦ στρατοῦ περὶ τῶν ἀσυνέτων μέτρων, ἅτινα συνεβούλευον, ὅτι ὤφειλε νὰ λάβῃ ἡ Κυβέρνησις κατὰ τῶν ἀνταρτῶν τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας· ἂν δηλαδὴ εἰσηκούετο ὁ κ. Κουμουνδοῦρος, καὶ διὰ τῶν ὅπλων διελύοντο ὁπλῖται, οὓς πάντες ἐθεώρουν ὡς ἀποστόλους σκοποῦ εὐγενοῦς καὶ φιλοπάτριδος. Ὁ κ. Μᾶνος ἐτηλεγράφει ὅ,τι σᾶς εἶπον, ὅτι δὲν ἠδύνατο ἢ νὰ ἀποτρέψῃ τὴν Κυβέρνησιν ἀπὸ τοῦ νὰ δώσῃ τοιαύτας διαταγὰς πρὸς τὸν κ. Κ. Κουμουνδοῦρον, διότι ἐφοβεῖτο, ὅτι ἐμφύλιος ῥῆξις ἤθελεν ἐπακολουθήσει εἰς τὴν Ἤπειρον. Τότε παρεκλήθη παρὰ τοῦ κ. Μάνου ὁ Πρόεδρος τῆς τότε Κυβερνήσεως, ὅπως ζητήσῃ παρὰ τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας νὰ διατάξῃ αὕτη τὸν ἐν Ἠπείρῳ ἀντιπρόσωπον αὐτῆς, ἵνα συγκρατήσῃ τὴν τάξιν καὶ ἀπαγορεύσῃ εἰς τὰ σώματα ἐκεῖνα νὰ ἐξέλθωσιν εἰς τὴν Ἤπειρον προτοῦ κηρυχθῇ ὁ πόλεμος. Ἀλλ’ ἐζήτει εἰς μάτην ἡ τότε Κυβέρνησις νὰ εὕρῃ ποῖοι ἦσαν οἱ διοικοῦντες τὴν Ἑταιρείαν ταύτην, ποῖοι ἦσαν οἱ ὁρατοὶ καὶ οἱ ἀόρατοι τῆς Ἑταιρείας· δὲν ἦτο κατορθωτὸν τοῦτο. Ἀπετάθησαν πρὸς τὸν μακαρίτην Μελᾶν, ἀλλ’ οὗτος ἐδήλωσεν, ὅτι ἀγνοεῖ τίνες εἶναι οἱ διευθύνοντες τὰ τῆς Ἑταιρείας· ἀπετάθησαν πρὸς τὸν Πρόεδρον τοῦ «Ἑλληνισμοῦ» κ. Καζάζην, ὅστις ἔλεγεν, ὅτι οὐδέποτε καὶ εἰς οὐδεμίαν ἦλθε σχέσιν μετὰ τῆς Ἑταιρείας ἐκείνης. Ἐζητήθη τότε, μήπως ὁ ὑπασπιστὴς τοῦ Βασιλέως κ. Παπαδιαμαντόπουλος, ὡς στενῶς συνδεδεμένος μετὰ τοῦ κ. Ἀραβαντινοῦ, διότι ὑπηρέτησαν ἄλλοτε ὡς συνυπουργοὶ εἰς ἄχρουν τι Ὑπουργεῖον, μήπως ἐγνώριζεν οὗτος, ποῖοι ἦσαν οἱ ἀόρατοι, ὅπως ἀπευθύνωσι τηλεγράφημα πρὸς τὸν πράκτορα αὑτῶν, καὶ πείσῃ οὗτος τὰ ἀνταρτικὰ σώματα, ἵνα μὴ ἐπιτραπῇ ἡ ἔξοδος αὐτῶν ἐπὶ τοῦ ἐχθρικοῦ ἐδάφους προτοῦ κηρυχθῇ ὁ πόλεμος· ἀλλ’ ὁ κ. Παπαδιαμαντόπουλος δὲν ἐγνώριζέ τι, διότι ὁ κ. Ἀραβαντινὸς δὲν τοῦ ἀνεκοίνωσε ποτέ τι περὶ τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας. Τότε ἐζητήθη ὁ καθηγητὴς ἐκεῖνος, ὅστις εἶχε τὴν ἱκανότητα νὰ μεταδίδῃ φωνογραφικῶς, κατὰ τὴν ἔκφρασιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ Ζακύνθου, πάνθ’ ὅσα ἤκουε, καὶ πράγματι ἐγώ, ὅστις ἐγνώρισα τὸν κ. Λάμπρον καὶ ἤκουσα πολλάκις αὐτὸν εἰς ἀναγνώσματα ἐν τῷ «Παρνασσῷ», ἢ ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ, ἐθαύμασα τὴν ἰσχὺν τῆς μνήμης αὐτοῦ· ἀλλ’ ὁ κ. Λάμπρος, ὅστις, ὡς μᾶς εἶπεν ὁ κ. Στεφάνου, εὑρίσκετο εἰς τόσον ἄμεσον σχέσιν μετὰ τῆς Κυβερνήσεως καὶ διεξήγαγε μάλιστα διαπραγματεύσεις, ἃς φωνογραφικῶς ἀπεικόνισεν εἰς τὸ ἔγγραφον, ὅπερ ἀνέγνωσεν ὁ κ. Βουλευτὴς Ζακύνθου, ἔχασε μετὰ τῆς μνήμης του καὶ τὴν περιέργειάν του, καὶ ἀπήντησεν, ὅτι ποτὲ δὲν ἐφρόντισε νὰ μάθῃ τὰ τῆς Ἑταιρείας, ἀλλὰ θὰ ἐφρόντιζε νὰ πληροφορηθῇ, τίνες ἦσαν οἱ ἁρμόδιοι, καὶ θὰ μετεβίβαζε τὴν παράκλησιν τῆς Κυβερνήσεως. Ὥστε βλέπετε ἐξ ὅλων αὐτῶν, ποῖαι ἰδέαι ἐκράτουν καὶ εἰς τὸ στρατόπεδον τῆς Ἠπείρου καὶ τῆς Θεσσαλίας. Ἀλλὰ πρὸ πάντων βλέπετε, ποῖαι ἦσαν αἱ σχέσεις τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, εἰς τὸ πλευρὸν τῆς ὁποίας ἔλεγεν ὁ κύριος Βουλευτὴς ἐκ Ζακύνθου, ὅτι εὑρίσκετο πάντοτε, ὅπως ἐνεργήσῃ κατὰ τὸν πόλεμον, καὶ ὅτι εἰς ἄμεσον εὑρίσκετο πάντοτε συνεννόησιν. Κατὰ τὴν τελευταίαν στιγμὴν ἠγνοοῦντο ἀκόμη τὰ πρόσωπα τὰ διευθύνοντα τὴν Ἑταιρείαν!
§154Δ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Ὁ κύριος Λάμπρος εἶπε ταῦτα κατὰ τὴν δευτέραν συνέντευξιν. Ἐπειδὴ δὲν ἔθιξα τὰ τῆς Ἠπείρου, ἐπειδὴ ἐκεῖ ἐνέργεια δὲν ἐγένετο, δὲν ἀνέγνωσα τὴν ἔκθεσιν τοῦ κυρίου Λάμπρου. Ἀλλ’ οὗτος μετὰ τὴν συνέντευξιν, ἣν ἔλαβε μετὰ τοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, τῆς τότε, μετέδωκε τὴν ἐπιθυμίαν τῆς Κυβερνήσεως περὶ μὴ ἐξόδου τῶν σωμάτων, καὶ πράγματι τὰ σώματα δὲν ἐξῆλθον εἰς τὴν Ἤπειρον. Ὥστε ἡ ἐπιθυμία τῆς Κυβερνήσεως, ἡ μεταδοθεῖσα εἰς τὴν Ἐθνικὴν Ἑταιρείαν, τὴν τελοῦσαν ὑπὸ τὰ κελεύσματα τῆς Κυβερνήσεως, ἐξετελέσθη. Ἐγὼ δὲ ἔλεγον προχθές, ὅτι ὁ τότε κύριος Πρωθυπουργὸς συνεκοινώνει πρὸς τὴν Ἑταιρείαν διὰ τοῦ κυρίου Γουσίου.
§155Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ἀλλ’ ὁ κ. Γούσιος εὑρίσκετο εἰς τὴν Θεσσαλίαν, καὶ δὲν ἠδύνατο νὰ τὸν καλέσῃ ἡ Κυβέρνησις.
§156Δ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Τὴν 8 Μαρτίου ὁ κύριος Γούσιος εὑρίσκετο ἐδῶ.
§157Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐὰν ὁ κύριος Γούσιος ἔζη,— ὅπερ θὰ ηὐχόμην ἐγκαρδίως, διότι ἦτο φιλόπατρις ἀνὴρ καὶ ἀφελὴς πολίτης—ἐὰν ἔζη, ἤθελε βεβαιώσει, ὅτι, ὅτε ἦλθεν ἐξ Αἰγύπτου, ἐζήτησε νὰ ἐμφανισθῇ ἐνώπιόν μου. Εἶχον γνωρίσει αὐτὸν ὡς φιλόπατριν ἄνδρα, καὶ τὸν ἐδέχθην ἐν τῇ αἰθούσῃ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, συνδιελέχθην δὲ μετ’ αὐτοῦ ἐπὶ μίαν σχεδὸν ὥραν. Ἀλλ’ οὔτε ὁ κύριος Γούσιος ἐζήτησε παρ’ ἐμοῦ νὰ ἔλθω εἰς συνάφειαν μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας, οὔτε ἐγὼ ἐζήτησα παρ’ αὐτοῦ νὰ τεθῇ ἡ Ἑταιρεία αὕτη ὑπὸ τὰ κελεύσματα τῆς Κυβερνήσεως.
§158Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ἀλλά...
§159ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Μοὶ ἐπιτρέπετε ν’ ἀναγνώσω μίαν ἐπιστολήν;
§160Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Μὲ διαδέχεσθε, παρακαλῶ, καὶ τὴν ἀναγινώσκετε κατόπιν, διότι παρεμβάλλονται πολλαὶ διακοπαὶ ἐν τῇ ἀγορεύσει μου. Ἀλλὰ καὶ ἡ Α. Β. Ὑψηλότης εἰς τὴν αὐτὴν δυσχέρειαν εὑρίσκετο, καὶ λυποῦμαι, Κύριοι, διότι, ἐνῷ γνωρίζω κάλλιστα, ὅτι εἰς τὰς χεῖρας τῆς Α. Β. Ὑψηλότητος ὑπάρχει φάκελος, περιέχων ἔγγραφα καὶ ἐκθέσεις περιεχούσας ἐν λεπτομερείᾳ ὅλην τὴν δρᾶσιν τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας ἐν Θεσσαλίᾳ, δὲν δύναμαι νὰ ἐπικαλεσθῶ αὐτόν. Διότι δὲν δύναταί τις ν’ ἀπευθυνθῇ πρὸς τὴν Α. Β. Ὑψηλότητα, ὅπως ζητήσῃ τὸν φάκελον τοῦτον· δυστυχῶς δὲ, οὔτε αἱ ἐκθέσεις, ἃς κατέχει, ἐδημοσιεύθησάν ποτε. Καὶ ἡ Α. Β. Ὑψηλότης, λέγω, εἰς τὴν αὐτὴν περιέστη θέσιν, εἰς ἣν καὶ ὁ κ. Μᾶνος καὶ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος. Ἐγνώσθη, ὅτι ἐπρόκειτο οἱ ὁπλοφόροι τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας νὰ ἐξέλθωσι τῶν ἑλληνικῶν συνόρων κατὰ τὴν ἐθνικὴν ἑορτὴν τῆς 25 Μαρτίου· ἡ Κυβέρνησις εἰδοποίει τὸν Διάδοχον νὰ προλάβῃ πᾶσαν σύγκρουσιν, διότι ἐπεδιώκετο συμβιβαστικὴ λύσις. Τὰ πράγματα βεβαίως ἐφέροντο ῥαγδαίως πρὸς τὸν πόλεμον, ἀλλὰ καὶ ἡ Κυβέρνησις ἐν Ἀθήναις προσεπάθει ἀντὶ πάσης θυσίας νὰ προλάβῃ τοῦτον, καὶ ἐνήργει καθ’ ὃν τρόπον σᾶς ἀνέφερεν ὁ κ. Βουλευτὴς Γόρτυνος, ἐπιζητοῦσα ν’ ἀποκτήσῃ ὑπὲρ τῆς Κρήτης ἐλεύθερον πολίτευμα. Ἡ Α. Β. Ὑψηλότης ἔσπευσε νὰ καλέσῃ τοὺς ἀντιπροσώπους τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας, καὶ ἐζήτησε παρ’ αὐτῶν, ὡς προσωπικὴν χάριν, νὰ μὴ ἐξέλθωσιν οἱ ὁπλοφόροι των καὶ δώσωσιν ἀφορμὴν πολέμου. Ἀλλὰ τί ἀπήντων οἱ κύριοι οὗτοι; Ὅτι χάριν προσωπικὴν ἐποιοῦντο εἰς τὴν Α. Β. Ὑψηλότητα, ἀναβάλλοντες τὴν ἔξοδον τῶν σταυραετῶν των ἐπὶ ὀλίγας ἀκόμη ἡμέρας. Καὶ οὕτως ἀπεσοβήθη πρὸς στιγμὴν ὁ κίνδυνος. Τώρα θὰ εἴπῃ ὁ κ. ἐκ Ζακύνθου Βουλευτής: «διατὶ δὲν ἐνήργει ἡ Α. Β. Ὑψηλότης κατ’ αὐτῶν; διατὶ δὲν τοὺς διέλυε διὰ τῶν ὅπλων; διατὶ δὲν τοὺς ἐπάτασσε κατακέφαλα;» Ἀλλ’ ἡ αὐτὴ ἀπάντησις θέλει δοθῆ, ἡ ὁποία ἐδόθη καὶ διὰ τὴν Ἤπειρον. Διότι διέτρεχε τὸν κίνδυνον νὰ ἴδῃ ἐμφυλίους σπαραγμούς, καθ’ ἣν στιγμὴν πάνοπλος ὁ τουρκικὸς στρατὸς ἡτοιμάζετο νὰ διαβῇ τὰ σύνορα. Ἰδοὺ ὁ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον οὔτε ἡ Κυβέρνησις ἠδύνατο νὰ ἐπιθέσῃ χεῖρα ἐπὶ τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας, οὔτε ὁ Διάδοχος ἠδύνατο νὰ μεταχειρισθῇ τὰ ὅπλα τῶν Ἑλλήνων στρατιωτῶν κατὰ τῶν ὁπλοφόρων τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας...
§161Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Ἐπεθύμουν νὰ μάθω τὸ ἑξῆς. Ἀφοῦ ὑπῆρξε πόλεμος διαρκέσας ἐπί τινα καιρὸν, μῆνάς τινας, παρακαλῶ νὰ μοὶ εἴπητε, ὅλον αὐτὸ τὸ πολεμικὸν μένος, καὶ ὅλαι αὐταὶ αἱ παρασκευαὶ καὶ τὸ μέγα χρηματικὸν ποσὸν, τὸ συγκεντρωθὲν, εἰς ποῖα πολεμικὰ ἔργα ἐχρησιμοποιήθη, καὶ ποία εἶναι ἡ σύμπραξις μετὰ τοῦ στρατοῦ, ἢ καὶ ἡ αὐτόβουλος ἐνέργεια τῶν σωμάτων, τὰ ὁποῖα κατώρθωσε νὰ δημιουργήσῃ ἡ Ἐθνικὴ Ἑταιρεία; Διότι ἐγὼ ἀπουσίαζον ἐξ Ἑλλάδος τότε, καὶ συνεπῶς δὲν γνωρίζω ἀκριβῶς, τί συνέβη.
§162Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ἡ ὅλη πολεμικὴ ἐνέργεια τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας καὶ ὅλον τὸ δαπανηθὲν χρῆμα, τὸ ὁποῖον ὑπερέβη, κατὰ τοὺς λογαριασμοὺς, τοὺς ὁποίους ἔδωσαν, τὸ ἑκατομμύριον, περιωρίζετο εἰς τὸν ἐξοπλισμὸν τῶν ὀλίγων αὐτῶν ὁπλοφόρων, τοὺς ὁποίους εἶχον στρατοπεδεύσει εἰς τὸ Κουβέλτσι, ἡ ὅλη δὲ πολεμικὴ ἐκείνη ἐνέργεια περιωρίζετο εἰς τὸ περίφημον αὐτὸ ἐγχείρημα τῆς ἐξόδου μέχρι τοῦ Μπαλντίνου καὶ τῆς ἐκεῖθεν ἐπιστροφῆς, καθ’ ὃν τρόπον σᾶς εἰκόνισεν ὁ κ. Δηλιγιάννης. Δι’ αὐτὰ δὲ ἐδαπανήθη πλέον τοῦ ἑκατομμυρίου! Οὕτως ἡ ἐκστρατεία αὕτη ἐστοίχισε διπλάσιον ἢ ὅ,τι εἰς τὸ Κράτος ἡ εἰς Κρήτην ἀποστολὴ τοῦ ἡμετέρου στρατοῦ. Ἄλλας πληροφορίας ἐὰν θέλητε νὰ σᾶς εἴπω περὶ τῶν μετὰ ταῦτα γενομένων ὑπὸ τῶν σταυραετῶν, νομίζω ὅτι εἶναι περιττὸν, διότι, ὡς Βουλευτὴς Θεσσαλίας, τὰ γνωρίζετε κάλλιον ἐμοῦ. Ἀλλὰ καὶ ἡ Κυβέρνησις τότε εἰς δυσχερεστάτην εὑρέθη θέσιν, διότι πλεῖστοι ἐκ τῶν ὁπλοφόρων τούτων τοῦ Σταυροῦ καὶ τῆς ἐλευθερίας, διασκορπισθέντες μετὰ τὴν ὑποχώρησιν, μετεβλήθησαν εἰς λῃστὰς, καὶ διήρπασαν τὰς ἐρημωθείσας πόλεις τῆς Θεσσαλίας, οἱ δὲ κύριοι συνάδελφοι ἐκ Θεσσαλίας θὰ εἶναι εἰς θέσιν νὰ γνωρίσωσιν ἡμῖν, τί ἔπραξαν κατὰ τὴν ἐποχὴν τῆς ἀνακωχῆς εἰς Θεσσαλίαν.
§163ΑΡ. ΑΝΑΓΝΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶμαι καὶ ἐγὼ εἰς θέσιν νὰ σᾶς δηλώσω.
§164Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Γνωρίζει καὶ ὁ κ. Βουλευτὴς Κερκύρας, εἰς ποίαν στενόχωρον θέσιν εὑρέθη κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, διότι ἦτο Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, καὶ ὑπέστη πολλὰς πικρίας ἐκ τῆς νέας δράσεως τῶν σταυροφόρων τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας. Ἀλλ’ ἡ Ἐθνικὴ Ἑταιρεία — διὰ νὰ ἐπανέλθω εἰς αὐτὴν —διέδιδεν, ὅτι πάντα κατ’ αὐτῆς ἐνεργοῦντα ἤθελεν ἐξοντώσει, καὶ μάλιστα ἐλέγετο κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, ὅτι ἐξεδίδοντο ἀποφάσεις καταδικαστικαὶ εἰς θάνατον κατὰ προσώπων, ἅτινα δὲν ἐφρόνουν φίλα πρὸς τὴν Ἑταιρείαν, καὶ τὰ ὁποῖα ἐθεώρουν αὐτὴν ὡς κακοποιὸν καμόραν, ἥτις δεινὰ ἤθελεν ἀπεργασθῆ κατὰ τοῦ ἔθνους. Καὶ ἐνθυμοῦμαι, ὅτι καὶ ὁ κ. Καζάζης, ἐλθὼν καὶ ἐξετασθεὶς ἐνώπιον τῆς ἐπιτροπῆς, εἶπεν, ὅτι εἶχε καὶ κατ’ αὐτοῦ ἐκδοθῆ καταδικαστικὴ ἀπόφασις εἰς θάνατον, ἀλλ’ ἀντέταξεν εἰς αὐτὴν πλήρη καὶ ἀκεραίαν τὴν περιφρόνησίν του.
§165Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κατεδικάζετο ὁ κ. Καζάζης εἰς θάνατον!
§166Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Μάλιστα ἐλέγετο, ὅτι κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ἐπὶ τοῦ γραφείου τῆς Α. Μεγαλειότητος ἀνευρίσκοντο ἔγγραφα τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας, ἄλλοτε παρακελευστικὰ πρὸς δρᾶσιν, καὶ ἄλλοτε ἀπειλητικά. Ἀλλὰ περὶ αὐτῶν δὲν εἶμαι εἰς θέσιν νὰ γνωρίζω, ἂν ὄντως συνέβαινον ταῦτα. Αἱ γωνίαι τῶν Ἀθηναϊκῶν ὁδῶν εἶχον πληρωθῆ μὲ ἐπιγραφὰς «ζήτω ὁ πόλεμος!» καὶ δὲν γνωρίζω μὲν, ποῖος ἦτο ὁ φιλοπόλεμος ἐκεῖνος πολίτης, ὁ Ἰωάννης Ζηρὸς, ἀλλ’ ἐλέγετο, ὅτι τὸ ὄνομα αὐτὸ ἐσυμβόλιζε τὴν ἰδέαν τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας...
§167Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Ἦτο ἕνα παιδάκι!
§168Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Τὸ ἐγνωρίσατε; Χαίρω πολὺ, ὅτι μοῦ δίδετε τὴν πληροφορίαν!... Τὰς ἐπιγραφὰς δὲ ταύτας ἐβλέπατε καὶ εἰς τὰς ἀπωτάτας συνοικίας τῶν Ἀθηνῶν. Παντοῦ ἀνεμιγνύετο τὸ ὄνομα τῆς Κρήτης καὶ τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας! Ἀλλ’ ὁ κ. Βουλευτὴς Κυθήρων εἶπεν, ὅτι ἡ πολιτικὴ δὲν ἀνεμίχθη παντάπασιν εἰς τὴν Ἐθνικὴν Ἑταιρείαν, διεβεβαίου δὲ τοῦτο καὶ ὁ κ. Βουλευτὴς Ζακύνθου. Ἔλεγε μάλιστα ὁ δεύτερος, ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὸν Κρητικὸν ἀγῶνα, ὅτι οὐδέποτε ἡ Ἐθνικὴ Ἑταιρεία ἀνεμίχθη εἰς αὐτόν· ἀλλ’ ἀντίθετοι ἦσαν αἱ πληροφορίαι, τὰς ὁποίας ἐλάμβανεν ἡ ἐξεταστικὴ τῶν πραγμάτων ἐπιτροπὴ, πανταχοῦ δὲ φαίνεται χωμένη ἡ μύτη τῆς Ἑταιρείας ταύτης. Καὶ ἐνθυμοῦμαι μάλιστα, ὅτι ἐγὼ ἀπηύθυνα ἐρώτησιν πρὸς τὸν Γ. Ἀναγνωστόπουλον, ὅστις ἦτο μέλος τῆς ἐξελεγκτικῆς ἐπιτροπῆς, ἂν ἡ Ἑταιρεία διέθεσε ποσὰ τοιαῦτα ὑπὲρ τῆς Κρήτης· ἰδοὺ δὲ τί μοῦ ἀπαντᾷ ὁ ἐλεγκτὴς αὐτὸς — διότι συμβαίνει κἄτι τι περίεργον εἰς τὰ βιβλία τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας, καὶ ἐνῷ παρουσιάζετο, ὅτι δὲν εἶχεν εἰσπράξεις ἱκανὰς κατὰ τὸ 1895, ἐφαίνετο ἀφ’ ἑτέρου, ὅτι 71,000 δραχμὰς εἶχε δαπανήσει κατὰ τὸ ἔτος ἐκεῖνο δι’ ἔξοδα τῶν ἀνταρτικῶν σωμάτων. — Λοιπὸν ἐζήτησα διασάφησιν τούτων, καὶ ὁ κύριος Ἀναγνωστόπουλος ἀπήντησεν, ὅτι πᾶσαι αἱ δαπάναι αὗται ἐγένοντο παρὰ τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας, διότι δὲν εἶχεν ἑτέρους πόρους, πλὴν τῶν ἰδίων αὐτῆς κεφαλαίων, ἀλλ’ αἱ εἰσπράξεις δὲν ἐτακτοποιοῦντο ἀμέσως, ἀλλ’ ἐγράφοντο κατόπιν τὰ ἔσοδα, ῥητῶς δὲ ἐνεθυμεῖτο, — καὶ ἀναγινώσκω ἐκ τῆς καταθέσεώς του—ὅτι «ἡ Ἐθνικὴ Ἑταιρεία εἰσέπραξε χρήματα ὑπὲρ τοῦ Κρητικοῦ ἀγῶνος, καὶ διέθεσεν αὐτά». Ὥστε βλέπετε, ὅτι ἡ Ἐθνικὴ Ἑταιρεία εἶχε λάβει μέρος ὑπὲρ τοῦ Κρητικοῦ ἀγῶνος, καὶ διέθεσε καὶ ἐκεῖ ἱκανὰ χρηματικὰ ποσά...
§169Δ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Πῶς τὸ γνωρίζει ὁ Ἀναγνωστόπουλος αὐτό; Δὲν ἦτο μέλος.
§170Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Πῶς τὸ γνωρίζετε σεῖς, ὅτι δὲν ἐξωδεύθησαν;
§171Δ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Ἐγὼ ἔχω τὴν εἰλικρίνειαν καὶ τὴν παρρησίαν νὰ λέγω τὰ σῦκα σῦκα καὶ τὴν σκάφην σκάφην. Δὲν ἠρνήθην ὅτι ἤμην μέλος τῆς Ἑταιρείας, ὅτι ἀπετέλεσα μέλος τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου, τοῦ φανεροῦ καὶ τοῦ ἀοράτου. Δὲν τὸ ἠρνήθην· τὸ εἶπον εἰς τὴν ἀγόρευσίν μου.
§172Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τοῦ «ἀοράτου», τώρα τὸ λέγετε.
§173Δ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Τὸ εἶπον. Εἶπον ὅτι, ὅτε συνήλθομεν οἱ ἐκλεχθέντες, εὑρέθημεν ἀπέναντι στρατιωτικῶν ἀνωτέρων καὶ πολιτῶν εὐϋπολήπτων πάσης τιμῆς ἀξίων.
§174Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλ’ εἴπετε, ὅτι ἐπὶ τοσοῦτον μόνον ἐλάβετε μέρος, ἐφ’ ὅσον καὶ ὁ κ. Παπαμιχαλόπουλος ἀπετελεῖτε μέρος διὰ τὴν εἴσπραξιν τῶν χρημάτων, ἑπομένως τοῦ φανεροῦ.
§175Δ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Καὶ τοῦ φανεροῦ καὶ τοῦ μὴ φανεροῦ. Ἀναλαμβάνω ὅλην τὴν εὐθύνην τῶν πράξεών μου.
§176Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ὁ βουλευτὴς ἐκ Κυνουρίας κ. Πέρρος μοὶ λέγει, ὅτι ἄλλως ἐξετίθεντο τὰ πράγματα, ὅτε ἦτο μέλος καὶ αὐτὸς τῆς ἐξεταστικῆς ἐπιτροπῆς. Ὁ κύριος βασίζεται, φαίνεται, εἰς τὰς σημειώσεις, τὰς ὁποίας ἐκράτει αὐτός.
§177Θ. ΠΕΡΡΟΣ. Ἔχω ἀκριβεῖς, ἀκριβεστάτας σημειώσεις.
§178Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ἀλλ’ ἐγὼ ἔχω τὴν κατάθεσιν τοῦ κ. Ἀναγνωστοπούλου, οὐ μόνον ὑπογεγραμμένην, ἀλλὰ καὶ δημοσιευμένην εἰς τέσσαρας ἐφημερίδας πρὸ τριῶν ἐτῶν.
§179Θ. ΠΕΡΡΟΣ. Φέρετέ την λοιπὸν ἐδῶ· διότι σεῖς λέγετε, ὅτι αἱ καταθέσεις ἐκλάπησαν!
§180Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Αὐτά, τὰ ὁποῖα ἀναγινώσκω ἐγώ, εἶναι αἱ ἐπίσημοι καταθέσεις, φέρουσαι τὰς ὑπογραφὰς τῶν ἐξετασθέντων. Ἀπωλέσθησαν ἀληθῶς τινες, ἀλλ’ ὑπάρχουσι καὶ πολλαὶ, αἱ ὁποῖαι ἐσώθησαν.
§181Θ. ΠΕΡΡΟΣ. Ποῖαι εἶναι αὐταί; νὰ τὰς ἴδωμεν.
§182Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Εἶναι αὐταὶ, τὰς ὁποίας σᾶς ἀναγινώσκω. Δυσανασχετοῦν οἱ Κύριοι, διότι ἀναγινώσκονται ταῦτα καὶ εἶδον τὸ φῶς· ἐνόμιζον ἴσως, ὅτι δὲν θὰ ἤρχετο ἡ ὥρα νὰ συζητηθῶσιν ἐνταῦθα. Τί ταράττεσθε, Κύριοι;
§183Δ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Δὲν ταρασσόμεθα, ἀλλὰ λέγομεν, ὅτι λέγετε πράγματα μὴ ἀκριβῆ.
§184ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἐπιτρέπω διακοπὰς μήτε ἀπὸ ἐδῶ, μήτε ἀπὸ ἐκεῖ.
§185Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Εἶναι καταθέσεις ὑπογεγραμμέναι;
§186Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Μάλιστα· εἶναι ὄχι μόνον ὑπογεγραμμέναι, ἀλλὰ καὶ δημοσιευμέναι πρὸ πολλοῦ. Ὅτε ἡ ἐξελεγκτικὴ ἐπιτροπὴ διετάχθη παρὰ τοῦ κ. Βουλευτοῦ Παρνασσίδος, ὡς Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, νὰ μεταβῇ καὶ ἐνεργήσῃ τὴν ἐξέλεγξιν τῆς διαχειρίσεως τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας, ὁ κ. Γ. Ἀναγνωστόπουλος, ἐλεγκτὴς παρὰ τῷ Ἐλεγκτικῷ Συνεδρίῳ, ὡς κατέθετο, μὲ τὸν κύριον Στεφάνου ἦλθεν εἰς ἐπικοινωνίαν, καὶ αὐτὸς προσεκόμισε τὰ βιβλία τῆς Ἑταιρείας πρὸς ἐξέλεγξιν, καὶ μάλιστα ἔθεσε ταινίαν χάρτου, ὅπως καλύψῃ τὰ ὀνόματα τῶν μελῶν τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας, ἢ ἐκείνων, οἵτινες εἶχον προσφέρει δωρεὰς ὑπὲρ τῆς Ἑταιρείας καὶ ἐράνους. Αὐτὰ δὲ δὲν τὰ λέγει μόνον ἐξεταζόμενος ὁ κ. Ἀναγνωστόπουλος, ἀλλὰ τὰ ἀναγράφει καὶ εἰς τὴν ἐπίσημον πρὸς τὸν Ὑπουργὸν ἔκθεσίν του. Ἐζήτησε μάλιστα ὁ κ. Στεφάνου ἀκόμη καὶ ἄλλο τι, νὰ δώσουν οἱ ἐλεγκταὶ λόγον τιμῆς, ὅτι δὲν θὰ κοινολογήσουν τὰ ὀνόματα, τὰ ὁποῖα ἤθελον ἰδεῖ. Τότε ὁ κ. Ἀναγνωστόπουλος τοῦ εἶπεν — ἀναγινώσκω ἐκ τῆς καταθέσεως —: «Ἡμεῖς εἴμεθα δημόσιοι ὑπάλληλοι, οἱ ὁποῖοι ἐδώσαμεν τὸν νενομισμένον ὅρκον, συνεπῶς θὰ ἐκτελέσωμεν τὴν ὑπηρεσίαν, ἡ ὁποία μᾶς ἀνετέθη, καὶ οὔτε ἄλλον ὅρκον, οὔτε διαβεβαίωσιν θὰ δώσωμεν.» Οὕτω δὲ ἐνηργήθη ἡ ἐξέλεγξις τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας. Ὁ κ. Βελλίνης, μέλος καὶ αὐτὸς τῆς ἐξελεγκτικῆς ἐπιτροπῆς, λέγει (ἀναγινώσκει): «Ὅτε ὁ κ. Σιμόπουλος μᾶς ἔδωκε τὴν περὶ ἐξελέγξεως ἐντολὴν, ἠρώτησα αὐτὸν, ἂν ἡ ἐξέλεγξις θὰ περιορισθῇ εἰς ὅσα στοιχεῖα θὰ παρουσιάσωσιν ἡμῖν οἱ τὰ τῆς Ἑταιρείας διευθύνοντες, ἢ μήπως θὰ ζητήσωμεν ἄλλοθεν φῶς καὶ πληροφορίας. Ὁ κ. Σιμόπουλος μοὶ ἀπήντησεν, ὅτι θὰ περιορισθῇ μόνον εἰς ὅσα μᾶς παρουσιάσῃ ἡ Ἑταιρεία ἔγγραφα. Μᾶς παρέπεμψε δὲ ὁ κ. Σιμόπουλος εἰς τὸν κ. Στεφάνου, πρώην Βουλευτὴν καὶ Ὑπουργόν. Ἐν τῇ δικαιοδοσίᾳ τῆς Κυβερνήσεως δὲν ἀπέκειτο νὰ προβῇ εἰς δικαστικὸν ἔλεγχον, οὔτε εἰς ἡμᾶς νὰ δεχθῶμεν τοιαύτην ἐντολήν. Καθ’ ὅσον ἀφορᾶ τὰ κενὰ, τινὰ τῶν ὁποίων σοβαρώτατα, ἐζητήσαμεν διασαφήσεις, ἀλλὰ δὲν μᾶς ἐδόθησαν, διότι δὲν ὑπῆρχον καὶ στοιχεῖα πλείονα, ὡς μᾶς διεβεβαίου ὁ κ. Στεφάνου, καὶ μᾶς ἐξήγησε, πῶς συνέστη ἡ Ἑταιρεία, καὶ πῶς ἐνήργησεν ἐσπευσμένως καὶ κατ’ ἀνάγκην. Ἡ Ἑταιρεία, κατὰ τὸν κ. Στεφάνου, συνέστη, ὅπως παρασκευάσῃ τὰ πνεύματα πρὸς ἀπελευθέρωσιν τοῦ δούλου Γένους· ἀλλὰ τὰ πράγματα προκατέλαβον τὴν Ἑταιρείαν, ἀναγκασθεῖσαν νὰ ἐνεργήσῃ ἐσπευσμένως.» Ἐρώτησις. «Εἰς τοιαύτας δικαιολογίας δὲν ἐφέρατε οὐδεμίαν παρατήρησιν;» Ἀπόκρισις. «Πολλὰς, καὶ πολλάκις ἀπροκαλύπτως, ὅτι ἡ Ἑταιρεία ἐξήγειρε τὴν κοινὴν γνώμην διὰ τῶν ποικίλων διαφημήσεων, καὶ διὰ τῆς στρατολογίας τῶν περιτριμμάτων, ἅτινα ὑπὸ τὸ ὄνομα τῶν σταυραετῶν ἐλεηλάτουν τὰς περιουσίας τῶν χριστιανῶν. Ὁ κύριος Στεφάνου ἐδικαιολογεῖτο εἰς ταῦτα, ὅτι ὁ σκοπὸς τῆς Ἑταιρείας ἦτο ἡ ἔξαρσις τοῦ φρονήματος καὶ τοῦ Κράτους καὶ τῆς Ἑλληνικῆς φυλῆς.» Ἐξακολουθῶ ἀναγινώσκων ὀλίγας περικοπὰς ἀκόμη, διδούσας πλείστας πληροφορίας περὶ τῆς Ἑταιρείας ταύτης. Ἐρώτησις. «Ἐπορίσθητε ἐκ τῶν λόγων τοῦ κ. Στεφάνου, ὅτι ἡ διεύθυνσις τῆς Ἑταιρείας, ὅτε ἠνδρώθη αὕτη, ἤλλαξε σκοπόν;» Ἀπόκρισις «Διετήρησε τὸν ἀρχικὸν τύπον, κατὰ τὴν ἰδέαν μου Βεβαίως ἑκάστοτε καὶ κατὰ τὸν λόγον τῶν ἀναγκῶν της προσεταιρίζετο ἡ Ἑταιρεία διάφορα στοιχεῖα. Ἂν εἶχον ἀνάγκην χρημάτων, κατέφευγον εἰς κεφαλαιούχους καὶ τραπεζίτας· ἂν εἶχον ἀνάγκην διαφημήσεως, κατέφευγον εἰς δημοσιογράφους—ὡς ἤκουσα μάλιστα, πάντες σχεδὸν οἱ δημοσιογράφοι εἶχον μυηθῆ·—ἂν εἶχον ἀνάγκην ἀνωτέρων ἀξιωματικῶν, κατέφευγον εἰς αὐτούς. Ἡ Ἑταιρεία φυσιολογικῶς ἐξειλίσσετο μὲ πολλοὺς ζωτικοὺς χυμοὺς, καὶ ἔφθασεν ἀσυναισθήτως εἰς τὴν περιωπὴν, ὅπου τὴν συνηντήσαμεν.» Ἐρώτησις. «Τίς ἦτο ἡ διεύθυνσις τῆς Ἑταιρείας;» Ἀπόκρισις. «Δὲν γνωρίζω ἀκριβῶς· ἀλλὰ ἀνάμικτος, στρατιωτικὴ καὶ πολιτικὴ, διότι ἐν τῇ Ἑταιρείᾳ ἕδρων καὶ πολιτικοὶ καὶ στρατιωτικοὶ ἐπιφανεῖς. Διὰ δικτύου εἶχε περιβάλει τὴν Ἑλλάδα πᾶσαν, καὶ κατώρθωσε νὰ κανονίζῃ τὸν σφυγμὸν τοῦ ἔθνους. Ἤκουσα, ὅτι οἱ δικασταὶ Λυκούδης καὶ Ῥοϊλὸς, οἱ καθηγηταὶ Λάμπρος καὶ Πολίτης ἦσαν ἐκ τῶν προεχόντων μελῶν· ἤκουσα ἀναφερόμενον καί τινα Ἐπίσκοπον, καὶ ἐκ τῶν ἀξιωματικῶν ἤκουσα πολλούς. Ὁ κ. Διονύσιος Στεφάνου ἦτο τὸ κυριώτερον πρόσωπον, μετ’ αὐτοῦ δὲ καὶ συνενοούμεθα, καὶ ἐξ αὐτοῦ ἐλαμβάνομεν πᾶσαν διασάφησιν. Ἐνθυμοῦμαι μάλιστα εἴς τι ἐρώτημά μου: «πῶς, ἀφοῦ ὑπῆρχε δύναμις παρατεταγμένη τακτικοῦ στρατοῦ, ἐνόμισαν οἱ τὰ τῆς Ἑταιρείας ἰθύνοντες, ὅτι ἠδύναντο δι’ ἀτάκτων νὰ συνδράμωσιν;» ὁ κ. Διον. Στεφάνου μᾶς ἀπήντησεν, ὅτι «ὅλα ταῦτα θὰ διασαφηνισθῶσι βραδύτερον». Ἐπέμενεν ὅμως πάντοτε ὁ κ. Διον. Στεφάνου, ἰσχυριζόμενος ἐπιμόνως, ἀλλὰ χωρὶς νὰ προσαγάγῃ ποτὲ καὶ ἔνδειξίν τινα περὶ τούτου, ὅτι ἡ Ἑταιρεία εἶχε ταχθῆ παραπλεύρως τῆς Κυβερνήσεως. Ἐγὼ εἰς ταῦτα ἐξέφρασα ἀπορίαν, διότι εἶχον ἀκούσει τὸν κ. Πεταλᾶν, ταγματάρχην, βεβαιοῦντα, ὅτι ὁ Διάδοχος παρεκάλεσε τὸν κύριον Γούσιον ν’ ἀναβληθῇ ἡ εἴσοδος τῶν ἀτάκτων, καὶ ἐκ πολλῶν δεδομένων εἶχον σχηματίσει γνώμην, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐδυσφόρει διὰ τὰς ἐνεργείας τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας. Εἰς ταῦτα ὁ κ. Δ. Στεφάνου μᾶς παρετήρει, ὅτι, τῆς Κυβερνήσεως ἐπιτρεψάσης τὴν συγκέντρωσιν τῶν ἀτάκτων, δύσκολον ἦτο εἰς τὴν Ἑταιρείαν νὰ τοὺς συντηρῇ, διότι καθ’ ἑκάστην ἔδει νὰ δαπανᾷ 300 ἀρνιὰ εἰς διατροφήν των. Ἀλλ’ ἐκ τῆς ἐξελέγξεως, ἣν ἐπεχειρήσαμεν, ἐπείσθημεν, ὅτι τὰ λεγόμενα ὑπὸ τοῦ κ. Στεφάνου δὲν ἦσαν ἐντελῶς ἀκριβῆ, καὶ ὅτι τὰ ἔργα τῆς Ἑταιρείας δύνανται νὰ χαρακτηρισθῶσιν ὡς ἀντιποίησις τῶν ἐξουσιῶν τοῦ Κράτους.» Ἐρώτησις. Περὶ τοῦ καταστατικοῦ τῆς Ἑταιρείας τί γνωρίζετε;» Ἀπόκρισις. «Ὅτι πρὸ παντὸς ἀπῄτει φανατισμὸν καὶ τυφλὴν ὑπακοήν. Πρὸς τὸν κ. Μελᾶν μάλιστα εἶπον, ὅτι τοιοῦτος ὅρκος μόνον εἰς συνωμότας ἥρμοζε, καὶ ἐξέφρασα τὴν ἔκπληξίν μου. Ἀλλ’ ὁ Μελᾶς μᾶς ἐδικαιολογεῖτο, ὅτι εἰς τὴν Ἑταιρείαν περιελήφθη κάθε καρυδιᾶς καρύδι. Καὶ ὁ κ. Δ. Στεφάνου, ὅστις ἦτο εἷς τῶν κυριωτέρων ὀργάνων, καὶ ὁ κ. Μιχ. Μελᾶς κατεδίκαζον ἐκ τῶν ὑστέρων τὰς ἐνεργείας τῆς Ἑταιρείας, δικαιολογούμενοι μόνον, ὅτι κατελήφθησαν ὑπὸ τῶν ῥαγδαίως ἐπελθόντων γεγονότων.» Ὥστε ὁ κ. Στεφάνου, μετὰ τὴν ἀποτυχίαν τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας, πρῶτος ἦτο ὁ βαλὼν τὸν λίθον κατ’ αὐτῆς.
§187Δ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Ὅταν ἦμαι παρὼν, κ. Βουλευτὰ, περιττὸν νὰ μοὶ ἀποδίδητε ὅ,τι ἀναγινώσκετε ὅτι λέγουσι τρίτοι. Ὁ κ. Βελλίνης ψεύδεται ἐν τῇ ἀναγνωσθείσῃ καταθέσει, ἀπ’ ἀρχῆς μέχρι τέλους! (αἴσθησις).
§188Θ. ΠΕΡΡΟΣ. Γνωρίζων καὶ ἐγὼ τὰ τῆς ἐξεταστικῆς τῶν πραγμάτων ἐπιτροπῆς, καὶ παρακολουθήσας, ὡς μέλος αὐτῆς, τὰς ἐργασίας αὐτῆς, ὀφείλω νὰ παρατηρήσω, ὅτι ἡ ἐξελεγκτικὴ ἐπιτροπὴ δὲν εἶχε τὴν ἀποστολὴν νὰ ἀνακρίνῃ τὸν κ. Στεφάνου. Ὥστε δὲν βλέπω, πῶς ὁ κ. Βελλίνης ἦτο δυνατὸν νὰ ἀνακρίνῃ τὸν κ. Στεφάνου, τί ἔκαμεν εἰς τὴν Ἐθνικὴν Ἑταιρείαν. Ὁ κύριος Βελλίνης βεβαίως δὲν εἶπε ταῦτα. Φέρετε ἐνταῦθα τὸ πρωτότυπον, ἵνα ἴδωμεν, ἐὰν περιέχωνται ταῦτα.
§189Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Ἡ κατάθεσις αὕτη ἐδημοσιεύθη πρὸ πολλοῦ εἰς τὰς ἐφημερίδας.
§190Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Αὐτὰ, τὰ ὁποῖα λέγει ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κυνουρίας, γνωρίζει, ὅτι οὐδεμίαν ἀξίαν ἔχουσιν, ἀφοῦ τῷ εἶπον ἤδη, ὅτι ἡ κατάθεσις αὕτη ἐδημοσιεύθη πρὸ τριῶν ἐτῶν εἰς τέσσαρας ἐφημερίδας, φέρουσα τὴν ὑπογραφὴν τοῦ κ. Βελλίνη.
§191Θ. ΠΕΡΡΟΣ. Αὐτὴ εἶναι κατάθεσις, ἀλλ’ ἐν ἀντιγράφῳ· ἂς εἶναι δημοσιευμένη.
§192Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Μία ἐφημερὶς ἔγραψεν, ὅτι ὁ κ. Στεφάνου εἶπεν, ὅτι ὑπῆρξαν ἄνθρωποι γνωστοὶ, οἱ ὁποῖοι ἔλαβον χρήματα ἀπὸ τὸν κ. Δηλιγιάννην, ὅπως ἐκστρατεύσωσιν. Εἶναι ἀληθῆ ταῦτα, ἐπειδὴ τὰ ἔγραψαν αἱ ἐφημερίδες;
§193Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Γνωρίζω ὅτι ἐγράφη, ὅτι ἔλαβόν τινες χρήματα παρὰ τοῦ κ. Δηλιγιάννη· ἀλλ’ ὅ,τι ἐγὼ ἀναγινώσκω εἶναι ἡ ἐπίσημος κατάθεσις τοῦ κ. Βελλίνη, ἐφέτου, ἐνεργήσαντος μετὰ τῶν συναδέλφων του τὴν ἐξέλεγξιν τῆς διαχειρίσεως τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας.
§194Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Ὁ κ. Βουλευτὴς Παξῶν ὑπῆρξεν ὁ γραμματεὺς τῆς ἐξεταστικῆς τῶν πραγμάτων ἐπιτροπῆς, εἰς χεῖρας αὐτοῦ ἐκράτησε πάσας τὰς καταθέσεις, συνέταξεν αὐτὰς, προσῆγε πρὸς τοὺς ἐξεταζομένους, καὶ οὗτοι ὑπέγραφον τὰς καταθέσεις. Καί τινες μὲν τῶν ἐκθέσεων δὲν συνεπληρώθησαν, καὶ ἔμειναν ἀνυπόγραφοι, ὡς εἶναι ἡ κατάθεσις τοῦ Παπαγιαννάκη καὶ ἄλλων τινῶν· εἶναι ὅμως ἄλλαι ἐκθέσεις, αἱ ὁποῖαι εἶναι βεβαιωμέναι δι’ ὑπογραφῆς. Μία τῶν ἐκθέσεων τῶν ὑπογραφεισῶν εἶναι ἡ τοῦ κ. Βελλίνη, ὡς καὶ ἡ τοῦ κ. Παπαδοπούλου, ὁ ὁποῖος ἐπανειλημμένως ἐζήτησε νὰ τὴν ὑπογράψῃ, καθὼς καὶ ἡ τοῦ κ. Ἀναγνωστοπούλου. Δὲν ἐξετάζω, ἐὰν καλῶς ἢ κακῶς ἔπραξεν ὁ κ. Βουλευτὴς, παρασχὼν τὰ κείμενα πρὸς δημοσίευσιν· ἀναμφισβήτητον ὅμως εἶναι, ὅτι παρεσχέθησαν αἱ ἐκθέσεις αὗται πρὸς τύπωσιν, καὶ δημοσιευθεῖσαι ἀναμφισβητήτως περιῆλθον εἰς γνῶσιν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι κατέθεσαν καὶ ὑπέγραψαν. Ἐὰν ὁ κ. Ἀναγνωστόπουλος ἢ ὁ κ. Βελλίνης εἶχον ἀντιρρήσεις ἐπὶ τῶν δημοσιευθεισῶν καταθέσεων, βεβαίως θὰ εἶχον φέρει ταύτας. Πῶς θέλετε, κύριε Βουλευτὰ ἐκ Κυνουρίας, σεῖς, ὁ ὁποῖος συνειργάσθητε μεθ’ ἡμῶν, πῶς θέλετε νὰ παραδεχθῶμεν, ὅτι οἱ κύριοι οὗτοι, λαβόντες γνῶσιν τῶν δημοσιευμάτων ἐκείνων, δὲν ἤθελον ἐξαναστῆ, ἐὰν ταῦτα δὲν ἦσαν ἀκριβῆ; Διὰ τοῦτο, ἐφ’ ὅσον οὗτοι δὲν διαμαρτύρονται, αἱ σημειώσεις ὑμῶν δὲν δύνανται ν’ ἀποτελέσωσι τὸ κείμενον.
§195Θ. ΠΕΡΡΟΣ. Τὸ κείμενον ὄχι, ἀλλ’ εἶναι σημειώσεις, τὰς ὁποίας ἔλαβον καθ’ ἣν στιγμὴν ἐξητάζετο εἷς ἕκαστος τῶν προσερχομένων· τὰ πρωτότυπα, κύριε Βουλευτά, ὑπεξηρέθησαν, καὶ τοῦτο μοὶ παρέχει ἀφορμὴν νὰ ἀμφιβάλλω εἰς τὰ ἀντίγραφα, ἅτινα ἐπεκαλέσθητε.
§196Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Τὰ πρωτότυπα ἔχει ὁ τότε εἰσηγητὴς τῆς ἐπιτροπῆς, ὁ κ. Κ. Ἀγγελόπουλος, ὅστις ἔλαβε ταῦτα, ἵνα ἐπ’ αὐτῶν συντάξῃ τὴν ἔκθεσίν του· ἀλλ’ ὡς πολλάκις εἶπον, αἱ καταθέσεις αὗται ἐδημοσιεύθησαν, καὶ τὰς ἀνέγνωσεν ὅλος ὁ κόσμος, πρὸ παντὸς δὲ τὰς ἀνέγνωσαν οἱ ἐξετασθέντες, ὧν ἔφερον τὰς ὑπογραφὰς, ὥστε ἔχουσι πολὺ μεγαλειτέραν σημασίαν τῶν πρωτοτύπων. Ἂν ὁ κ. Πέρρος ἐκ δικηγορικῆς ἕξεως δὲν θέλῃ νὰ τὰ ἀναγνωρίσῃ, εἶναι ἐλεύθερος· ἀλλὰ νὰ λέγῃ, ὅτι δὲν εἶναι ἀκριβῆ ταῦτα, καὶ εἶναι ἀκριβεῖς αἱ φυλλάδες, τὰς ὁποίας ἐπισείει ἐκεῖ!... Ἀλλοίμονον δὲ, ἂν λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν τὰς φυλλάδας τοῦ κ. Πέρρου, καὶ ὄχι τὰ δημοσιευθέντα ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα φέρουσιν ὑπογραφὰς ἀνωτάτων ὑπαλλήλων!
§197ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ δεξιῶν). Ποίας ὑπογραφάς; Ποῦ εἶναι τὰ ἔγγραφα αὐτά;
§198Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ἐγὼ ὅ,τι ἀνέφερα, εἶναι πάντα ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα φέρουσιν ὑπογραφὴν, ὡς τὴν τοῦ κ. Βελλίνη, ὁ ὁποῖος εἶναι νομικὸς σύμβουλος, κατοικεῖ ἐν Ἀθήναις, καὶ δύνασθε πάντες νὰ πληροφορηθῆτε παρ’ αὐτοῦ, ἴσως δὲ μάθητε καὶ μερικὰ πράγματα, τὰ ὁποῖα δὲν ἠθέλησε νὰ ἀναγράψῃ εἰς τὴν κατάθεσίν του. Ἐδημοσιεύθησαν πρὸ τριῶν ἐτῶν ταῦτα, περιέπεσαν εἰς τὰ ὄμματα πάντων, καὶ οὐδεὶς διεμαρτυρήθη κατ’ αὐτῶν. Καὶ ἔρχεται σήμερον ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κυνουρίας, μὲ ὀλίγα φύλλα χάρτου εἰς χεῖρας, καὶ μᾶς λέγει: αὐτὰ εἶναι τὰ ἐπίσημα κείμενα!
§199Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Ὅταν δὲν παρουσιάζητε τὰ πρωτότυπα, ἀλλὰ λέγετε, ὅτι τὰ ἔχει ὁ κ. Ἀγγελόπουλος!... Ποῖος ἔδωκε τὴν ἄδειαν νὰ δημοσιευθῶσι ταῦτα; Ἐπέτρεψεν ἡ ἐπιτροπὴ νὰ δημοσιευθῶσι ταῦτα;
§200Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Ἐν τίνι δικαιώματι κρατοῦνται τὰ πρωτότυπα ἀπὸ τὸν κύριον εἰσηγητὴν τῆς ἐπιτροπῆς; Εἶναι πολὺ περίεργον αὐτό! εἶναι καὶ σκανδαλῶδες μάλιστα!
§201Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Ἄλλως τε ἐνεργήθη νέα ἐκλογή. Ὁ κύριος αὐτὸς δὲν εἶναι πλέον Βουλευτής. Πῶς παρακρατεῖ τὰ ἔγγραφα τὰ ἐπίσημα;
§202Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Ἐγὼ μάλιστα θὰ προτείνω, ὅπως ὁ κ. Πρόεδρος ζητήσῃ ἐπισήμως ἀπὸ τὸν κύριον αὐτὸν νὰ ἐπιστρέψῃ τὰ ἔγγραφα ταῦτα, διότι ἄλλως εἶναι βεβαίως ἐγκληματίας, κατακρατῶν παρανόμως δημόσια ἔγγραφα, ἅτινα δυνατὸν καὶ νὰ ἐξαφανισθῶσι. Διὰ τοῦτο συζητοῦμεν ἐπὶ τῇ βάσει ἀντιγράφων, καὶ ἔχομεν αὐτὰς τὰς ἀμφισβητήσεις.
§203Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Διατὶ ἐδημοσιεύθησαν αἱ καταθέσεις αὗται, διατὶ κρατεῖ αὐτὰς ὁ εἰσηγητὴς τῆς τότε ἐπιτροπῆς κύριος Ἀγγελόπουλος, ἐγὼ δὲν εἶμαι ἁρμόδιος νὰ ἀπαντήσω. Εἶναι ζητήματα, τὰ ὁποῖα μόνον ὁ κύριος Πρόεδρος τῆς Βουλῆς δύναται νὰ θίξῃ. Καὶ αὐτὰ μὲν, Κύριοι, προέρχονται ἐκ τῶν καταθέσεων τῶν ἐξελεγξάντων τὴν διαχείρισιν τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας. Ἀλλ’ ὑπάρχουσι καὶ ἄλλαι καταθέσεις μαρτύρων, οἵτινες προσήρχοντο, ἵνα δώσωσι πληροφορίας περὶ τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας καὶ τῆς δράσεως αὐτῆς. Τοιοῦτοι ἦσαν ὁ κύριος Ρούκης, νῦν Γενικὸς Διευθυντὴς τῶν ταχυδρομείων καὶ τηλεγράφων, ὁ κύριος Ν. Στρᾶτος, υἱὸς τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου, εὐφυέστατος δὲ δικηγόρος, ὅστις διετέλεσε μέλος τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας, καὶ πλεῖστοι ἄλλοι, τῶν ὁποίων δὲν ἐνθυμοῦμαι τὰ ὀνόματα, καὶ κατ’ ἀκολουθίαν δὲν δύναμαι ν’ ἀναφέρω τὰς καταθέσεις αὐτῶν. Πάντες δὲ οἱ κύριοι συνάδελφοι, οἱ ὁποῖοι κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην παρίσταντο ὡς μέλη τῆς ἐπιτροπῆς, ἐνθυμοῦνται, ποῖαι ἦσαν αἱ καταθέσεις, καὶ ἐνθυμοῦνται τὴν περιγραφὴν τῶν κωμικῶν σκηνῶν, ὅτε ὡρκίζοντο τὰ μέλη, ὅτι προσήρχοντο οἱ ἀξιωματικοί, φέροντες τὰς μεγάλας αὐτῶν στολὰς, προήδρευον δὲ εἰς τὰ τμήματα τὰ ἐπιφανέστερα τῶν μελῶν, οἱ ἀξιωματικοὶ ἐξῆγον τὰς σπάθας, καὶ ἐν μέσῳ νεκρικῆς σιγῆς προσεκαλεῖτο ὁ μυούμενος νὰ ὁρκισθῇ, ἀνεγινώσκετο δὲ ὁ ὅρκος, τὸν ὁποῖον δὲν ἔχω δυστυχῶς αὐτὴν τὴν στιγμὴν ἐνταῦθα, ὅπως σᾶς ἀναγνώσω, ὁ ὁποῖος ὅμως ἐδημοσιεύθη εἰς τὴν «Ἐφημερίδα» τοῦ Κορομηλᾶ, ἢ μᾶλλον τοῦ κ. Ρούκη, τὴν ὁποίαν ἂν εἶχον αὐτὴν τὴν στιγμὴν καὶ τὴν ἀνεγίνωσκον, θὰ ἠγείρετο ὁ κύριος Βουλευτὴς ἐκ Ζακύνθου, ἢ ὁ κύριος Βουλευτὴς ἐκ Κυνουρίας, καὶ θὰ μοὶ ἔλεγον, ὅτι δὲν εἶναι πιστὴ ἀντιγραφὴ, καὶ ὅτι δὲν ἔχω τὸ δικαίωμα ν’ ἀναγνώσω αὐτόν, ἢ νὰ ποιήσωμαι χρῆσιν. Ἀλλὰ τὸν ὅρκον τοῦτον ἠκούσατε χθὲς ἀναγινωσκόμενον ἐνταῦθα. Μετὰ δὲ τὴν ὁρκωμοσίαν προσεκαλοῦντο οἱ νεωστὶ μεμυημένοι νὰ καταβάλωσιν ἀναλόγως τῆς περιουσίας αὑτῶν, οὗτοι δὲ κατέθετον χρηματικὸν ποσόν· καὶ δὲν θέλω νὰ εἴπω, τί μοὶ εἶπε γηραιὸς συμπολίτης τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Παιδείας, ἀπὸ τὸ βαλάντιον τοῦ ὁποίου ἐξάφρισαν 2,000 δραχμὰς, καὶ πῶς ἐχαρακτήριζεν ἰταλιστὶ τὴν Ἐθνικὴν Ἑταιρείαν, πολὺ κατόπιν, ἀφοῦ ἤρχισαν καὶ αὐτὰ τὰ ἐπιφανέστερα μέλη αὐτῆς, ὅπως ὁ κ. Στεφάνου, νὰ βάλλωσι λίθον κατ’ αὐτῆς καὶ ἀνάθεμα. Ὁ κ. Ρούκης μάλιστα εἶχε διαιρέσει τὰ μέλη εἰς θύματα, εἰς μωροφιλοδόξους, εἰς κλέπτας, καὶ εἰς πολιτικοὺς ταραξίας, ὅλοι δὲ αὐτοὶ ὁμοῦ, ἄλλοι μὲν ἐκ κουφότητος, ἄλλοι ἐκ φιλοδοξίας, ἄλλοι ἐκ φιλοπατρίας καὶ ἄλλοι ἐξ αἰσχροκερδείας, παρεσκεύασαν τὴν συμφορὰν τοῦ πολέμου εἰς τὸ ἔθνος — καθόσον ἐγὼ φρονῶ, ὅτι ἡ λύσις τοῦ Κρητικοῦ ζητήματος κατὰ τὸν σημερινὸν τύπον τῆς πολιτείας αὐτοῦ θὰ ἠδύνατο νὰ ἐπέλθῃ καὶ ἄνευ τοῦ πολέμου. Αἱ καταθέσεις τῶν ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς ἐξετασθέντων παλαιῶν μελῶν τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας, παραιτηθέντων ἕνεκα τῆς ἀναμίξεως τῆς Ἑταιρείας εἰς σκοποὺς ἐσωτερικῆς πολικῆς, ἔβριθον ἐν τῇ ἐπιτροπῇ, ἐκ τῶν ὀνομάτων δὲ, τὰ ὁποῖα σᾶς ἀνέφερα, βλέπετε, Κύριοι, καὶ πρόσωπα ἀνήκοντα εἰς τὴν καλλιτέραν ἡμῶν κοινωνίαν, διακεκριμένην κατέχοντα θέσιν. Οἱ κύριοι οὗτοι κατέθετον, ὅτι εἰς τὰ ὁρκιζόμενα νέα μέλη, εἰς τοὺς νέους ἑταίρους τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας, ἀμέσως ἐπεδεικνύετο τὸ Βασιλικὸν λεγόμενον Διάγγελμα, ὅπερ παρίστατο ὡς ἔργον τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας, καὶ δι’ ὅπερ ἔλεγον, ὅτι αὐτὴ ἐξεβίασε τὸν Βασιλέα καὶ ἀπέστειλε τὴν ἐπιστολὴν ἐκείνην πρὸς τὸν Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως. Κάποτε δὲ εἰς ἓν ἐκ τῶν πολλῶν τμημάτων τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας συνεκεντρώθησαν τὰ μέλη αὐτοῦ, καὶ ἓν ἐκ τῶν μελῶν αὐτῆς, διακεκριμένον καὶ αὐτὸ πρόσωπον τῆς ἡμετέρας κοινωνίας, ἐμπεπλησμένον καὶ αὐτὸ ἐκ τοῦ φανατισμοῦ, ὁ ὁποῖος κατεῖχε πάντα τὰ μέλη τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας, καὶ πιστεῦον, ὅτι ἡ κήρυξις τοῦ πολέμου μεγάλα ἀγαθὰ ἤθελε φέρει εἰς τὸ ἔθνος, ὁ δικηγόρος κ. Ἔσλιν, ἐπρότεινε νὰ ἐνεργηθῇ ἐν Ἀθήναις ἔνοπλος διαδήλωσις, καὶ ἔλεγε μάλιστα, καθ’ ἃ καταθέτει ὁ κ. Ρούκης,— αὐτὰ ἐδημοσιεύθησαν ἄλλοτε εἰς τὴν ἐφημερίδα του, διότι μετὰ τὴν καταστροφὴν, ἡ ὁποία ἐπῆλθε, πλεῖστα μέλη τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας κατέφυγον εἰς τὸ φύλλον τοῦ κ. Ρούκη, καὶ ἐκεῖ ἐδημοσίευσαν ἐνυπογράφως διατριβὰς κατὰ τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας, καὶ ἀπεκάλυπτον πολλὰ ἐκ τῶν μυστηρίων αὐτῆς, — ἔλεγε λοιπὸν ὁ κύριος Ἔσλιν, ὅτε ἐπρότεινε τὴν ἔνοπλον διαδήλωσιν, ὅτι αὐτὴ ἦτο ἡ ἐπιθυμία τοῦ Βασιλέως, καθόσον ὁ Βασιλεὺς ἦτο μὲν ὑπὲρ τοῦ πολέμου, ἀλλ’ ἐπιέζετο ὑπὸ τῶν Δυνάμεων, ὅπως τηρῇ εἰρηνικὴν στάσιν· ἤθελε λοιπὸν μίαν τοιαύτην διαδήλωσιν, νὰ παρασταθῇ ὁ Ἀθηναϊκὸς λαὸς ἔνοπλος καὶ, οὕτως εἰπεῖν, ἐκβιάζων τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὸν Ἄνακτα, ὅπως ἐνεργήσῃ ἐνόπλως εἰς τὰ σύνορα. Διεμαρτύροντο τότε τὰ σωφρονοῦντα μέλη τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας, καὶ ἔλεγον, ὅτι, ὅτε κατετάσσοντο ὡς μέλη τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας, δὲν ἔλεγον εἰς αὐτοὺς ὅτι τοιαῦτα ἤθελον ἐπιδιώξει, καὶ ἠπείλουν ὅτι ἤθελον παραιτηθῆ, καὶ ὅτι θὰ καταγγείλωσι ταῦτα εἰς τὸ δημόσιον· καθυσύχασεν ὅμως τοὺς διϊσταμένους καὶ τοῖς εἶπε νὰ μὴ ἀνησυχῶσι, καὶ ὅτι ἤθελον προβῆ εἰς μίαν ἁπλῆν μόνον διαδήλωσιν, θὰ προεκάλουν τὸ κλείσιμον τῶν καταστημάτων, καὶ θὰ μετέβαινεν ὁ λαὸς εἰς τὰ Ἀνάκτορα, ἐνισχύων τὸν Ἄνακτα. Ἔκλεισαν πράγματι τότε τὰ καταστήματα, καὶ μετέβη ὁ λαὸς εἰς τὰ Ἀνάκτορα. Ὁ Βασιλεὺς δὲν ἦτο παρών· ἐφώναζον, ἐκραύγαζον, ἐγὼ δὲ, ὁ ὁποῖος τὴν στιγμὴν ἐκείνην εὑρισκόμην ἐκεῖ μετὰ τοῦ τότε Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης κ. Βάρβογλη, εἴδομεν, ὅτι καὶ λίθοι ἐβάλλοντο κατὰ τοῦ ὑπασπιστοῦ τοῦ Βασιλέως κ. Βότσαρη, ὅστις ἐξῆλθε νὰ τοῖς εἴπῃ, ὅτι ὁ Βασιλεὺς δὲν παρίστατο ἐκεῖ. Τότε τὰ μέλη ἐκεῖνα τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας παρῃτήθησαν· ἐνῷ δὲ εἶχον τὴν διαβεβαίωσιν τοῦ Συμβουλίου, ὅτι οὐδὲν θὰ ἐπράττετο τόλμημα, καὶ ἔφυγον ἀπὸ τὸ τμῆμα, εἰς τὸ ὁποῖον συνεδρίαζον, μὲ τὴν πεποίθησιν, ὅτι δὲν θὰ ἐξήρχοντο τῶν συνόρων οἱ ὁπλοφόροι τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας, ἀφοῦ ἡ Κυβέρνησις ἀπέκρουε τοῦτο, μόλις ἐξῆλθον ἥσυχοι τοῦ τμήματος καὶ διεχύθησαν εἰς τὰς ὁδοὺς, εἶδον τὸ φύλλον τῆς «Ἑστίας», ἡ ὁποία ἦτο τὸ ἡμιεπίσημον ὄργανον τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας, περιγράφον ὅλην τὴν ἐκστρατείαν τῶν σταυραετῶν τοῦ Κουβελτσίου, μὲ περιγραφὰς, τὰς ὁποίας θὰ ἐζήλευε καὶ ὁ Τουρκουάτος Τάσσος! Ἐνόμιζέ τις, ὅτι ἀνεστήθησαν οἱ ἀρχαῖοι γίγαντες, καὶ ὅτι οἱ σταυραετοὶ ὡς ἄλλοι Αἴαντες προέβαινον κατὰ τοῦ ἐχθροῦ· ἀλλὰ τὴν ἑπομένην διεκόπη ἡ ἐκστρατεία αὕτη, καὶ ἱλαρότητα ἔχυσεν ἐπὶ τῶν θλιβερῶν αὐτῶν γεγονότων ἡ περίφημος ἐπιστολὴ τοῦ κ. Πετρίτση, τὴν ὁποίαν ἀνέγνωσε χθὲς ὁ σεβαστὸς Βουλευτὴς ἐκ Γόρτινος, καὶ ἥτις δεικνύει, ὅτι παρῆλθε πλέον ἡ ἐποχὴ τῆς χρησιμοποιήσεως ἀτάκτων στιφῶν, καὶ ὅτι οὐδεμίαν δέον νὰ τρέφῃ τις πεποίθησιν εἰς τὰ περιμαζεύματα ταῦτα, καὶ ὅτι εἰς ἄλλην ἐργασίαν δέον ν’ ἀποβλέψῃ τὸ Κράτος, προκειμένου περὶ Μακεδονίας. Τοιαύτη, Κύριοι, ἦτο ἡ κατάστασις τῶν πραγμάτων, ἣν ἐδημιούργησεν ἡ Ἐθνικὴ Ἑταιρεία. Ἀναντιρρήτως ὑπῆρχον πολλὰ τὰ θύματα αὐτῆς· πλῆθος φιλοπατρίδων ἀνδρῶν, οἱ ὁποῖοι ἀπεγοητεύοντο ἐκ τῆς καταστάσεως, εἰς τὴν ὁποίαν εἶχε περιέλθει τὸ ἔθνος ἕνεκα τῆς χρεωκοπίας, καὶ οἱ ὁποῖοι ἐν τῷ σκότει τῆς ἀπογοητεύσεως ἐνόμισαν, ὅτι εἶδον φάρον τηλαυγῆ τὴν Ἐθνικὴν Ἑταιρείαν, ζητοῦσαν νὰ ὑποθάλψῃ τὰ ἐθνικὰ ἰδεώδη, καὶ σκοποῦσαν τὸν σχηματισμὸν κέντρου, εἰς ὃ νὰ περιλάβῃ εἰς κοινὴν ἐργασίαν πάσας τὰς δυνάμεις τῆς Ἑλληνικῆς χώρας, τῆς στεναζούσης ὑπὸ τὴν δουλείαν. Μὲ τοιαύτας ἐλπίδας πλῆθος εἶχε προσέλθει καὶ εἶχεν ἐν φανατισμῷ καταταχθῇ εἰς τὴν Ἑταιρείαν ἐκείνην· καὶ ἐβλέπατε ἀπὸ ἄκρου εἰς ἄκρον τῆς Ἑλλάδος, καὶ ἐκτὸς αὐτῆς, εἰς κέντρα μεγάλα, διαπρέποντα πρόσωπα ὑπὲρ τῶν σκοπῶν αὐτῆς· καὶ ἐβλέπατε συρρέον τὸ χρυσίον ἐν ἀφθονίᾳ ὑπὲρ τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας· καὶ ἐβλέπατε οὐ μόνον εἰς τὰς Ἀθήνας κέντρα, ἀλλὰ καὶ ἀλλαχοῦ, ἰδίως δὲ εἰς τὴν Ἀλεξάνδρειαν, ὅπου ἕτερον κέντρον ὑπῆρχε, καὶ πολλὰ συνεκομίζοντο καὶ εἰς τὸ κέντρον ἐκεῖνο χρήματα, τῶν ὁποίων ὅμως, Κύριοι, οὐδεμία ἐδόθη λογοδοσία ποτέ. Οὐδεὶς γνωρίζει, τί ἐγένοντο τὰ χρήματα τὰ συναχθέντα εἰς τὴν Ἀλεξάνδρειαν, οὔτε πόσα συνελέχθησαν, οὔτε πῶς διετέθησαν...
§204Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Εἰς τὴν Ἀλεξάνδρειαν οὐδεμία λογοδοσία ἐδόθη· καὶ ἦσαν πλέον τοῦ ἑκατομμυρίου τὰ χρήματα τὰ συναχθέντα ἐκεῖ.
§205Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ἡ ἐπιτροπὴ, ἡ ἐξελέγξασα τὴν διαχείρισιν τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας, εὗρε μὲν στοιχεῖά τινα τὰ ὁποῖα προσεκόμισεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Ζακύνθου, εὗρε τὰ βιβλία καὶ τοὺς λογαριασμοὺς, ἄνευ ὅμως ἀποδείξεων, ὑπομνήματα μόνον διαχειρίσεως ἑνὸς ἑκατομμυρίου καὶ ἑκατὸν χιλιάδων δραχμῶν ὅλων, ἀλλ’ οὐδεμίαν εὗρε σημείωσιν, οὐδὲν εὗρε βιβλίον, ἀναφέρον πόσα χρήματα εἰσεπράχθησαν ἐν Ἀλεξανδρείᾳ, ὅπου ἦτο ἓν τῶν μεγαλειτέρων κέντρων, ποῦ ἐδαπανήθησαν ταῦτα, ἢ ποῖος μέχρι τῆς σήμερον κατέχει τὰ χρήματα ἐκεῖνα. Καὶ διὰ νὰ ἔλθωμεν, Κύριοι, εἰς τὴν διαχείρισιν τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας, εἶχον ζητήσει παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅπως προσαγάγῃ πρὸ τῆς συζητήσεως τὴν ἔκθεσιν τῆς ἐξελεγκτικῆς ἐπιτροπῆς, ἀλλὰ μέχρι τῆς σήμερον δὲν τὴν προσήγαγε...
§206Φ. ΝΕΓΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἔχω δηλώσει πρὸ δύο συνεδριάσεων, ὅτι εἶναι κατατεθειμένη.
§207Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Δὲν τὴν ἔχω, ἀλλ’ εἶναι ἀδιάφορον· ἀφοῦ ὑπάρχει εἰς τὴν Βουλὴν τὸ κείμενον τῆς ἐκθέσεως, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εὑρεθῇ τις διαψεύδων τὴν δημοσιευθεῖσαν ἔκθεσιν, ἡ ὁποία φέρει τὰς ὑπογραφὰς τῶν κυρίων ἐκείνων, οἵτινες διετέλεσαν μέλη τῆς ἐξελεγκτικῆς ἐπιτροπῆς. Ἡ ἐξελεγκτικὴ αὕτη ἐπιτροπὴ διωρίσθη τῇ προκλήσει τοῦ κ. Διονυσίου Στεφάνου, ὁ ὁποῖος, βλέπων διασυρόμενον τὸ ὄνομά του ἐν ταῖς ἐφημερίσι, βλέπων τὰ δημοσιευόμενα εἰς τὴν «Ἐφημερίδα» παρὰ διαφόρων ἑταίρων τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας, παρεκάλεσε τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Παρνασσίδος, ὅπως διορίσῃ ἐξελεγκτικὴν ἐπιτροπὴν, καὶ προβῇ εἰς τὸν ἔλεγχον τῆς διαχειρίσεως τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας. Λοιπὸν ἡ ἐπιτροπὴ αὕτη μετέβη εἰς τὸν οἶκον τοῦ κ. Μελᾶ, ὅπου ἦσαν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Ζακύνθου, ὁ κ. Ἀλέξ. Μαῦρος καὶ ὁ κ. Εὐλάμπιος. Ἀλλ’ ὁ κ. Μαῦρος καὶ ὁ κ. Εὐλάμπιος, μὴ ἔχοντες ὥρας νὰ χάνωσιν εἰς τοιαύτην ἐξελεγκτικὴν ἐργασίαν, μὴ ὄντες ἴσως καὶ δρῶντα μέλη, ἀλλὰ παρακληθέντες ἁπλῶς ὅπως παραστῶσιν, ἀφῆκαν τὸ βάρος ὅλον εἰς τὴν ῥάχιν τοῦ κ. Στεφάνου, καὶ μετ’ αὐτοῦ συνενοήθη ἡ ἐπιτροπή, οὗτος δὲ παρουσίαζε τὰ βιβλία καὶ τοὺς λογαριασμοὺς, ὅπως γείνῃ ἡ ἐξέλεγξις. Ἡ ἐπιτροπὴ, Κύριοι, λεπτομερῶς κατέγραφε τὰς γενομένας εἰσπράξεις, — ὅσας παρουσίασαν δηλαδὴ αὐτῇ, — δὲν δύναται ὅμως νὰ βεβαιώσῃ αὐτάς, διότι τὰ στοιχεῖα, τὰ ὁποῖα προσεκόμισεν ὁ κ. Βουλευτὴς Ζακύνθου, δὲν ἦσαν τοιαῦτα, ὥστε νὰ παρέχωσι πίστιν, ὅτι πᾶν ὅ,τι ἐδόθη εἰς τὴν Ἐθνικὴν Ἑταιρείαν, αὐτὸ ἦτο καὶ τὸ εἰσαχθέν· διότι ἀνεγράφοντο μὲν ποσὰ, δὲν ἀνεγράφοντο δὲ πρόσωπα, οὐδὲ ὑπῆρχον ἐπιστολαὶ, ἢ ἀποδείξεις, ἢ διπλότυπα τῆς εἰσπράξεως τῶν χρημάτων αὐτῶν, καὶ ὡς ἐκ τούτου μεγάλη ἦτο ἡ δυσκολία εἰς τὸ νὰ ἐξευρεθῇ τὸ πραγματικὸν ποσὸν, τὸ ὁποῖον εἰσεπράχθη ὑπὸ τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας. Ὑπῆρξαν ὅμως πολλοὶ καταθέσαντες εἰς τὴν ἐπιτροπὴν, ὅτι χρήματα δοθέντα δὲν φαίνονται εἰσαχθέντα. Ἐν τούτοις τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον εὗρεν ἡ ἐπιτροπὴ, ἀνέρχεται εἰς 1,038,000, νομίζω· ἐξ αὐτῶν ἐδαπανήθησαν δραχ. 71,000 μὲν διὰ τὰς πρώτας ἐκστρατείας, τὰς γενομένας ἐπὶ τῆς ἐποχῆς τοῦ Μπρούφα, τὰ δὲ ὑπόλοιπα ἐδαπανήθησαν εἰς τὸν καταρτισμὸν τῶν ἀνταρτικῶν σωμάτων, τὰ ὁποῖα ἐστάλησαν εἰς Θεσσαλίαν καὶ Ἤπειρον· ἀνέρχονται δὲ ταῦτα: ἀπὸ 27 Μαρτίου μέχρι 4 Ἀπριλίου εἰς 210,000 δραχμὰς, ἀπὸ 4 Ἀπριλίου μέχρι 2 Μαΐου εἰς 253,000, καὶ ἀπὸ 2 Μαΐου μέχρις 26 ἰδίου εἰς δρ. 23,033, καὶ εἰς ἀγορὰν πολεμεφοδίων δρ. 481,000. Ἤτοι ἐν ὅλῳ δρ. 1,038,033. Πῶς ἐδόθησαν τὰ χρήματα, κατὰ τίνα τρόπον διεχειρίσθησαν, ἡ ἔκθεσις τὰ διαλαμβάνει πάντα. Τὰ χρήματα ταῦτα ἐδόθησαν εἰς ἄλλους μὲν ἐπὶ ἀποδόσει λογαριασμοῦ· ἀλλὰ πολλοὶ τούτων δὲν ἠδυνήθησαν νὰ λογοδοτήσωσιν ἐνώπιον τῆς ἐξελεγκτικῆς αὐτῆς ἐπιτροπῆς, διότι δὲν προσήγαγον τὰ στοιχεῖα πρὸς τοῦτο· ἐλλείπουσιν αὐταὶ αἱ ἀποδείξεις, ἤτοι ποῦ ἐδόθησαν τὰ χρήματα· ἐλλείπουσιν αἱ ἀποδείξεις τῆς ἀγορᾶς τῶν πολεμεφοδίων, τῆς ἀγορᾶς τοῦ ὑλικοῦ, τὸ ὁποῖον ἐχρησιμοποιήθη εἰς τὴν ἐκστρατείαν ἐκείνην· ἐνῷ δ’ ἐγένετο δαπάνη 481,000 δραχμῶν δι’ ἀγορὰν πολεμεφοδίων, δὲν ὑπῆρχε βιβλίον ἀποθήκης, καὶ δὲν ἠδύνατο ἡ ἐπιτροπὴ νὰ εὕρῃ στοιχεῖα, ὥστε νὰ ἐξακριβώσῃ τὴν ποσότητα τῶν ἐν ταῖς ἀποθήκαις τῆς Ἑταιρείας πολεμεφοδίων. Τὸν τρόπον δὲ τοῦτον τῆς διαχειρίσεως ἡ ἐπιτροπὴ χαρακτηρίζει ὡς πλημμελέστατον· δὲν γνωρίζει δ’ ἐπίσης ἀκριβῶς καὶ τί ἐγένοντο ἢ ποῦ διετέθησαν αἱ 220,000 δραχμαὶ, αἵτινες ἀπέμειναν, καὶ ἐν τίνι δικαιώματι διετέθησαν, ὡς διετέθησαν. Εἶναι μάταιον, νομίζω, νὰ ἀναγνώσω εἰς ὑμᾶς — διότι εἶναι κουραστικὸν καὶ ἀνιαρὸν — κονδύλιον πρὸς κονδύλιον τὰς εἰσπράξεις καὶ τὰς δαπάνας τῆς Ἑταιρείας· ἀλλ’ ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς νὰ διατάξῃ τὴν τύπωσιν τῆς ἐκθέσεως ταύτης καὶ τὴν διανομὴν πρὸς ὑμᾶς, Κύριοι, ὅπως πάντες λάβητε γνῶσιν τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν ἡ διοίκησις τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας διεχειρίσθη ποσὰ ὑπερβαίνοντα τὸ ἑκατομμύριον. Μάλιστα εὑρίσκονται ἐν τῇ ἐκθέσει πολλοὶ, εἰς οὓς καταλογίζονται μεγάλα ποσά· κατ’ ἀκολουθίαν ὑποχρεοῦνται, ὅπως ἢ ἐπιστρέψωσιν εἰς τὴν Ἐθνικὴν Ἑταιρείαν τὰ καταλογιζόμενα ποσὰ, ἢ ἀναγκασθῶσι ν’ ἀπολογηθῶσι, δικαιολογοῦντες ποῦ ἐδαπάνησαν ταῦτα...
§208ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ποῖοι εἶναι οὗτοι;
§209Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Δὲν θέλω νὰ ἀναφέρω πρόσωπα. Ὅταν αὔριον δημοσιευθῇ ἡ ἔκθεσις, θὰ δυνηθῆτε νὰ κρίνητε καὶ ἀναγνώσητε τὰ ὀνόματα τῶν ὀφειλετῶν τῆς Ἐθνικῆς λεγομένης Ἑταιρείας, ἢ τῶν μὴ λογοδοτησάντων. Ἐκεῖ θὰ ἴδητε, ὅτι ἡ Ἑταιρεία ἐδαπάνησε μέγα ποσὸν ἀνερχόμενον εἰς 481,000 δραχμὰς, δι’ ἀγορὰν ὑλικοῦ, ὅπλων, πολεμεφοδίων, καππῶν κλπ., καὶ ὅμως δὲν ὑπάρχει οὔτε ἓν βιβλίον, οὔτε μία ἀπόδειξις, πόθεν ἐπρομηθεύθησαν τὰ εἴδη ταῦτα, καὶ εἰς ποίους ἐχορηγήθησαν αὐτά! Τὸ συμπέρασμα δὲ τῆς ἐπιτροπῆς ἐκείνης εἶναι, ὅτι οὐδέποτε παρουσιάσθη ἄλλη ἑταιρεία οἱασδήποτε φύσεως μᾶλλον ἄτακτος, μᾶλλον ἀνώμαλος εἰς τοὺς λογαριασμοὺς, ἢ ἡ Ἑταιρεία αὕτη. Ὅταν ἔχητε ἐξελεγκτικὴν ἐπιτροπὴν, ἥτις σᾶς λέγει, ὅτι δὲν δύναται νὰ βεβαιώσῃ, ὅτι τὰ ποσὰ, τὰ ὁποῖα ἀνέφερον τὰ βιβλία τῆς Ἑταιρείας, ἦσαν τὰ πραγματικὰ, τὰ ὁποῖα εἰσήχθησαν εἰς τὸ ταμεῖον αὐτῆς, ὅταν ἡ ἐπιτροπὴ λέγῃ, ὅτι δὲν δύναται νὰ βεβαιώσῃ οὔτε πόσα ἡ Ἑταιρεία ἐκείνη ἐδαπάνησεν, οὔτε ποῦ ἐδαπάνησεν, οὔτε ποῖοι ἐχορήγησαν τὰ ὑλικὰ, βεβαίως ἐγείρονται ὑπόνοιαι καὶ δυσπιστία! Ἀλλὰ συνηθίσαμεν νὰ θεωρῶμεν, ὅτι ἡ κοινωνικὴ θέσις τῶν προσώπων, τῶν ἀναφερομένων εἰς τὴν ὑπόθεσιν ταύτην, ἀποκρούει τὴν σκέψιν καταχρήσεως. Ἐγὼ, Κύριοι, ἔχω διάφορον γνώμην περὶ τῶν κρατουσῶν ἰδεῶν καὶ τῆς δειλίας μεθ’ ἧς θίγονται τὰ ζητήματα, ὅταν ἀναμιγνύωνται πρόσωπα, καὶ δυσανασχετῶ, ὁσάκις ἀκούηται τὸ ἐρώτημα: «δυσπιστεῖτε εἰς τὰ πρόσωπα ταῦτα;» Μάλιστα, Κύριοι, ἔχω δυσπιστίαν πρὸς πάντα, ὅστις δὲν παρουσιάζει καθαρὰ καὶ πλήρη τὰ ἔγγραφα τῆς διαχειρίσεώς του. Πιθανὸν νὰ μὴ ἦναι καταχρασταὶ, ἀλλ’ εἶναι ὑπόχρεοι εἰς λογοδοσίαν. Εἰς τὴν ἀρχαίαν ἐποχὴν ἀπεδόθησαν κατηγορίαι τοιαύτης φύσεως εἰς ἄνδρας μεγάλους, οὓς ἀπηθανάτισε μὲν ἡ Ἑλληνικὴ ἱστορία, ἐν τοσούτῳ παρῆλθον αἰῶνες, καὶ βιβλιοθῆκαι ἐγράφησαν διὰ τὰ πρόσωπα ἐκεῖνα, καὶ ὅμως ἀκόμη δὲν ἐξεκαθαρίσθη ἡ θέσις αὐτῶν ἐν τοῖς ζητήμασι τούτοις ἐν τῇ ἱστορίᾳ. Ἐν ᾧ δὲ τοιαῦται ἐγείρονται ἀπορίαι διὰ πρόσωπα μεγάλης ἱστορικῆς σημασίας, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἀφιέμεθα εἰς τὴν πεποίθησιν, ἣν κοινῶς τρέφομεν εἰς τὰ πρόσωπα, τὰ διαχειρισθέντα 1,038,000 δραχμάς, ἀφοῦ τὰ χρήματα ταῦτα ἐδαπανήθησαν, χωρὶς νὰ ὑπάρχῃ δυνατὸς ὁ ἔλεγχος τῆς διαχειρίσεως αὐτῶν; Ἡ ἐξελεγκτικὴ ἐπιτροπὴ λέγει, ὅτι εἰς τὴν Αἴγυπτον εἰσεπράχθησαν ἄπειρα χρήματα· εἰς τὴν ἐπιτροπὴν κατετέθη, ὅτι πολλοὶ ἐξ Ἀλεξανδρείας καὶ Καΐρου βεβαιοῦσιν, ὅτι σημαντικὰ ποσὰ χρημάτων ἐστέλλοντο πρὸς τὴν Ἑταιρείαν, καὶ τὰ χρήματα ταῦτα οὐδαμοῦ παρουσιάσθησαν. Τί θέλετε νὰ συμπεράνωμεν ἐξ ὅλων τούτων; ὅτι ἐξακολουθεῖ ὑφισταμένη ἡ Ἐθνικὴ Ἑταιρεία, καὶ ὅτι, παρ’ ὅσα λέγονται καὶ γράφονται, παρὰ τὰ ἀναθέματα, τὰ ὁποῖα ἐπηκολούθησαν μετὰ τὸν πόλεμον κατ’ αὐτῆς, ἐξακολουθεῖ ὑπάρχουσα αὕτη, ἔχουσα ἱκανὰ ἀκόμη χρήματα, καὶ παρασκευάζουσα εἰς τὸ μέλλον ἴσως νέον δυστύχημα εἰς τὸν τόπον; Δὲν γνωρίζω, Κύριοι, τί ἐγένοντο τὰ χρήματα ταῦτα. Ἀλλ’ ἐκ τῆς διαιρέσεως τῶν μελῶν, ἣν ἐποιήσατο ὁ κύριος Ρούκης, ἐξεταζόμενος, ἀναφέρεται, ὅτι ὑπῆρχον ἐν τῇ Ἑταιρείᾳ ταύτῃ καὶ οἱ πολιτικοὶ ταραξίαι. Ποῖοι ἦσαν οὗτοι; Ἐλέχθη ἐντεῦθεν, ὅτι μία ἀρχὴ ἐπεκράτει εἰς τὴν Ἑταιρείαν, ὁ ἀποκλεισμὸς τῶν πολιτευομένων. Τοῦτο κατεδείχθη ἀναληθὲς, διότι πλεῖστοι ἐφάνησαν πολιτευόμενοι, ἀνήκοντες εἰς διαφόρους πολιτικὰς ἀποχρώσεις. Ἀλλ’ οἱ γνωρίζοντες τὰ πρόσωπα, παρατηροῦσιν, ὅτι μεταξὺ τῶν ἀποκαλυπτομένων ὡς δρώντων, μεταξὺ τῶν ἀναφαινομένων ὡς ἀοράτως διευθυνόντων, παρουσιάζονται διαρκῶς αἱ μορφαὶ τῶν πολιτευομένων ἐκείνων, οἵτινες ἀνήκουσιν εἰς τὸ πολιτικὸν κόμμα, εἰς ὃ ἀνήκει καὶ ὁ κύριος Στεφάνου. Τὰ μᾶλλον δρῶντα πρόσωπα προέρχονται ἐκ τῆς πτέρυγος ταύτης, καὶ ἐκεῖ πρέπει νὰ ζητήσῃ τις τοὺς πολιτικοὺς ταραξίας, τοὺς ἐπιδιώκοντας διὰ τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας κομματικὰ κέρδη, τοὺς ἐπιζητοῦντας νὰ καταρρίψωσι τὴν Κυβέρνησιν ἐκείνην, ἐκμεταλλευόμενοι τὴν παρὰ τῆς Ἑταιρείας δημιουργηθεῖσαν κατάστασιν. Ὁ παρακολουθῶν τὴν ἱστορίαν τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, μίαν τοιαύτην ἀνησυχίαν διακρίνει, μίαν προσπάθειαν βλέπει· μοὶ ἐνεποίησε δὲ ἐντύπωσιν, ὅτε χθὲς ἀνέγνωσεν ὁ κύριος Δηλιγιάννης τηλεγραφήματα τοῦ κυρίου Στάη πρὸς τὸν κύριον Φραντζεσκάκην. Ἐνῷ ὁ κ. Φραντζεσκάκης ἐκραύγαζε: «σπεύσατε εἰς τὴν Κρήτην! σώσατε τὴν Κρήτην!» ὁ κύριος Βουλευτὴς ἐκ Κυθήρων ἐτηλεγράφει εἰς ἀπάντησιν, ὅτι «14 Βουλευταὶ τῆς Συμπολιτεύσεως κατεψήφισαν τὴν Κυβέρνησιν!» Ἰδοὺ ὁ μέγας σκοπός! Ἐὰν αἴφνης, ἀντὶ δεκατεσσάρων, κατεψήφιζον τὴν τότε Κυβέρνησιν 114 ἐκ τῶν φίλων αὐτῆς, νὰ μὴ ἔχητε οὐδεμίαν ἀμφιβολίαν, ὅτι οὔτε ἡ Ἐθνικὴ Ἑταιρεία ἤθελεν ἐξοπλίσει τὰ καθάρματα ἐκεῖνα, οὔτε θὰ εἴχομεν τὰς προτάσεις ἐνόπλων διαδηλώσεων, οὔτε τὰς φλογερὰς ἀγορεύσεις ἐντεῦθεν, οὔτε τὰς περιπετειώδεις ἐκστρατείας εἰς τὰ ὕδατα τῆς Ὕδρας. Ὁ παροξυσμὸς τῆς φιλοπατρίας θὰ κατεπραΰνετο, ζήτημα ὅμως εἶναι, ἂν θὰ ἦτο δυνατὴ πλέον ἡ ἀποτροπὴ τοῦ πολέμου. Εἶναι εὐεργετικὴ ἡ ἅμιλλα τῶν πολιτικῶν κομμάτων, καὶ εὐγενὴς ὁ πόθος τῆς καταλήψεως τῆς ἀρχῆς, ὃν ἀναπτύσσει ὁ πολιτικὸς ἀνταγωνισμός. Ἀλλ’ ἡ τυφλὴ φιλαρχία, ἡ διὰ παντὸς τρόπου προσπαθοῦσα νὰ πληρώσῃ τὸ πάθος τοῦτο, μεγάλα ἀπεργάζεται εἰς τὴν χώραν κακά. Καὶ εἴδομεν πρὸ πενταετίας, ὅτι οἱ διὰ τοιούτων μέσων ζητήσαντες νὰ ἐκτοπίσωσι τὴν Κυβέρνησιν ἐδέησε νὰ πατήσωσιν ἐπὶ τῶν ἐρειπίων τῆς πατρίδος, ὅπως ἀναρριχηθῶσιν ἐπὶ τῆς ἀρχῆς! (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς ἀριστερᾶς).
§210Α. ΡΙΚΑΚΗΣ. Τὸ τέλος τῆς ὁμιλίας τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου ἔτι μᾶλλον ἐνίσχυσε τὴν ἰδέαν, τὴν ὁποίαν εἶχον, ὅτι ἡ Βουλὴ ἔπρεπε ν’ ἀποφύγῃ τὴν συζήτησιν ταύτην, καὶ νὰ περιορισθῇ εἰς τὴν συζήτησιν καὶ ἐξέτασιν τοῦ πολεμικοῦ ζητήματος. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι δὲν δύναται ἡ Βουλὴ νὰ ἦναι δικαιολογημένη, ἀναμιγνυομένη εἰς τὰς ἐνεργείας ἑνὸς ἰδιωτικοῦ σωματείου, τὸ ὁποῖον, ἐξ οἱωνδήποτε καὶ ἂν συνέκειτο, ἐντελῶς διαφεύγει τὴν ἁρμοδιότητα τῆς ἐξετάσεως τῆς Βουλῆς. Ἡ Βουλὴ, εἰσερχομένη εἰς τοιαύτην συζήτησιν, καταπίπτει ἀπὸ τὸ ὕψος τῆς θέσεώς της. Ὅσα ἠκούσατε ἀνάγονται εἰς τὴν ἁρμοδιότητα τῶν δικαστικῶν ἀρχῶν, καὶ ἀντὶ νὰ ἐξετάσῃ ἡ ἐπιτροπὴ τοιαύτας πράξεις, ἔπρεπε νὰ τὰς παραπέμψῃ εἰς τὸν ἁρμόδιον εἰσαγγελέα, καὶ ἀντὶ νὰ ἀκούωμεν παραβάσεις τοῦ Ποινικοῦ Νόμου, εἴτε ἀληθεῖς, εἴτε ψευδεῖς, ἔπρεπε νὰ εὑρίσκετο ἡ ἱστορία αὕτη ἐνώπιον τῶν δικαστικῶν ἀρχῶν. Ὥστε ἡ τοιαύτη συζήτησις δὲν ὠφέλησεν, ἑνωθεῖσα μὲ τὸ κύριον ζήτημα τοῦ πολέμου, ἀλλ’ ἔβλαψε τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον οἱ ἀγορεύσαντες ὑπεβίβασαν, θελήσαντες νὰ ὑποδείξωσιν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις παρεσύρθη ὑπὸ τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας εἰς τὸν πόλεμον, ἐνῷ ἐπεθύμουν νὰ ἀκούσω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ὤθησε πρὸς τὸν πόλεμον, διότι ἐθνικὰ συμφέροντα ἐπέβαλλον τὴν ὑποχρέωσιν ταύτην. Ἡ Ἑλλὰς ποῖον προορισμὸν ἔχει; Νὰ ἐξακολουθήσῃ τὸν ἀγῶνα τοῦ 1821, νὰ παρακολουθῇ τὴν τύχην τῶν ὑποδούλων ἐπαρχιῶν. Μία ἑλληνικὴ ὑπόδουλος ἐπαρχία ἐπανεστάτησεν, ἐζήτησε ν’ ἀποτινάξῃ τὸν ζυγὸν, καὶ λίαν δεδικαιολογημένως προεκάλεσε τὴν συνδρομὴν τῆς μητρὸς Ἑλλάδος, ἥτις προσεπάθησεν ὁπωσδήποτε νὰ ἱκανοποιήσῃ τὰς ἀξιώσεις τῆς θυγατρὸς ἐκείνης· καὶ ὅτε ἀπέτυχεν, ὤθησεν εἰς τὸν πόλεμον, καὶ καλῶς ἔπραξε, καίτοι μὴ παρεσκευασμένη, διότι αὐταὶ αἱ παρασκευαὶ ἔκαμαν αἰωνίως νὰ μὴ πράττωμεν τίποτε, καὶ ἡ Μακεδονία κινδυνεύει νὰ διαφύγῃ τῶν ἑλληνικῶν χειρῶν. Ἐπολεμήσαμεν, καὶ ἐνικήθημεν· τίποτε τὸ ἐπίψογον. Θέλομεν ἤδη νὰ ἐξετάσωμεν, ἐὰν ὁ λόγος, ὅστις ἐπροκάλεσε τὸν πόλεμον, ἦτο δεδικαιολογημένος· ἀλλ’ εἶναι λυπηρὸν νὰ καταγγέλληται ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὁ στρατός. Ἂς λάβωμεν παράδειγμα τὴν Ἀγγλίαν, ἥτις ἐπὶ δύο ἔτη ὑπέστη τόσας μεταβολὰς τῆς τύχης εἰς τὰ στρατιωτικὰ αὐτῆς πράγματα, καὶ ὅμως οὐδέποτε ἠκούσθη τι κατὰ τοῦ στρατοῦ αὐτῆς· τοὐναντίον ἐνθαρρύνεται ὁ στρατὸς διὰ τῶν πανηγυρικῶν ἀγορεύσεων. Πῶς θέλετε νὰ ἐμπνεύσωμεν θάρρος εἰς τοὺς ἔξω ὁμογενεῖς, καὶ νὰ κάμωμεν αὐτοὺς νὰ πιστεύσωσιν, ὅτι εἴμεθα ἄγρυπνοι φρουροὶ τῶν δικαιωμάτων τῶν ἐθνικῶν; Ἡ Κρήτη ἐξηγέρθη, καὶ κατὰ τὴν ἀρχὴν τῆς ἐξεγέρσεως διεφώνησα πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, καὶ ἤκουσα τὸν Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως λέγοντα, ὅτι ἔπρεπεν αἱ ἀπαιτήσεις τῆς Κρήτης νὰ περιορισθῶσιν εἰς τὴν ἀνασύστασιν τοῦ πολιτεύματος τῆς Χαλέπας· ἀλλ’ ὡς φυσικὸς καὶ νόμιμος ἀντιπρόσωπος τῆς Κρήτης καὶ ὡς Κρὴς εἶχον τὸ δικαίωμα νὰ ἐκφέρω τὴν γνώμην, καὶ τὴν ἐξέφερα, καὶ τὴν ὑπεστήριξα ἀπέναντι καὶ τῆς Κυβερνήσεως, ἀπέναντι καὶ τῆς Κρήτης, ἀπέναντι καὶ τῆς Εὐρώπης, δημοσιογραφήσας τότε. Εἶχον ὑπ’ ὄψιν μου, κύριε Πρόεδρε, ὅτι ἡ Κρήτη μετὰ πολλοὺς ἀγῶνας κατώρθωσε νὰ κλείσῃ τὴν συνθήκην τῆς Χαλέπας. Ἡ Τουρκία, ἡ ὁποία ἐδέχθη τὴν συνθήκην ἐκείνην, τὴν ἐπιβληθεῖσαν ὑπὸ τῶν Δυνάμεων, μετεχειρίσθη πάντα τὰ μέσα, ἵνα τὴν δολιευθῇ. Οὐδέποτε ἐτήρησε τοὺς ὅρους τῆς συνθήκης ἐκείνης, καὶ διὰ διαφόρων μέσων κατώρθωσε νὰ προκαλέσῃ τὴν ἐπανάστασιν τοῦ 1889, καθ’ ἣν κατηργήθη ἡ σύμβασις τῆς Χαλέπας. Ἀπὸ τοῦ 1889 μέχρι τοῦ 1896 ἐκυβέρνα τὴν Κρήτην λίαν βαρβάρως καὶ αὐθαιρέτως. Αἱ ἐκλογαί, τὰς ὁποίας ἔκαμεν, ἦσαν ψευδεῖς καὶ πλασταί, διότι ἀφῄρεσε τὸ ἐκλεκτικὸν δικαίωμα καὶ τὴν ἐλευθερίαν τῶν ἐκλογῶν, τὴν ὁποίαν καθιέρωσεν ἡ συνθήκη τῆς Χαλέπας. Διὰ τοῦτο εἰς τὴν Βουλὴν ἐκείνην, ἡ ὁποία προσεκλήθη νὰ παραδεχθῇ τὰς νέας προτάσεις, δὲν ἔδωκα καμμίαν ἐμπιστοσύνην, καὶ ἐκήρυξα, ὅτι θεωρῶ ἀνίκανον αὐτὴν νὰ ἐκδώσῃ τοιαύτην ἀπόφασιν, συνεβούλευσα δὲ τὴν Βουλὴν ὁλόκληρον, διὰ τηλεγραφήματος, τὸ ὁποῖον παρεκάλεσα τὸν τότε Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ διαβιβάσῃ, ἀλλ’ ἐννοεῖται, δὲν τὸ διεβίβασε, διότι εἶχεν ἄλλην πολιτικήν, συνεβούλευσα, ὅτι δὲν πρέπει νὰ συνέλθῃ ἡ Βουλὴ καὶ ν’ ἀποφασίσῃ ἐπὶ τῶν προτάσεων ἐκείνων. Καὶ ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ ἀναγνώσω τὰς ὀλίγας λέξεις τῆς ἐπιστολῆς, τὴν ὁποίαν ἔστειλα πρὸς τὸν ἔντιμον τότε Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν κ. Ἀλέξανδρον Σκουζὲν (ἀναγινώσκει): «16 Ἰουνίου 1896. Κύριε Ὑπουργέ. Κατὰ σημερινὸν ἐκ Χανίων τηλεγράφημα, ἐπίκειται ἡ προσέλευσις τῶν χριστιανῶν Βουλευτῶν, κατὰ τὴν πρόσκλησιν τοῦ Γεν. Διοικητοῦ, ἐὰν οἱ πρόξενοι ἐκ μέρους τῶν Κυβερνήσεών των τοῖς ἐγγυηθῶσιν ἀσφάλειαν. Ἀποτελῶν μέρος τῆς Κεντρικῆς Ἐπιτροπῆς, ἥτις ἔχει τὸ καθῆκον νὰ συμβουλεύῃ εἰς τοὺς ἐν Κρήτῃ ὅ,τι νομίζει συμφέρον εἰς τὴν διεξαγομένην ἐθνικὴν ὑπόθεσιν, καὶ φρονῶν, ὅτι ἡ Σύνοδος τῶν Βουλευτῶν θέλει βλάψει ὑπὸ τὰς σημερινὰς περιστάσεις, καὶ ἰδίως θέλει ἀναγνωρίσει τὸ νόμιμον τῆς σημερινῆς Βουλῆς, ἥτις καὶ λόγῳ τοῦ ἀριθμοῦ καὶ λόγῳ τοῦ τρόπου τῆς ἐκλογῆς ἀντίκειται εἰς τὴν σύμβασιν τῆς Χαλέπας, θεωρῶ ἀναγκαῖον νὰ γείνῃ γνωστὸν εἰς τοὺς ἐν Χανίοις Βουλευτάς, ὅτι τὸ ἐθνικὸν συμφέρον ἐπιβάλλει νὰ μὴ συνέλθωσιν, ὑφ’ οἵους δήποτε ὅρους. Ἑπομένως σᾶς παρακαλῶ νὰ διαβιβάσητε εἰς τὸν ἐν Χανίοις πρόξενον τὸ ἑξῆς τηλεγράφημα: «Παρακαλῶ νὰ κάμητε γνωστὸν εἰς τοὺς αὐτόθι Βουλευτὰς, ὅτι πρὸς τὸ συμφέρον τοῦ διεξαγομένου ἀγῶνος δὲν πρέπει νὰ εἰσακούσωσι τὴν πρόσκλησιν τοῦ Γεν. Διοικητοῦ, καὶ νὰ μὴ συνέλθωσι, διότι ἄλλως θέλουσιν ἀναγνωρίσει ἐν ἰσχύϊ τὸ φιρμάνιον τοῦ 1889.» Τὸ τηλεγράφημα δὲν διεβιβάσθη· ἀλλὰ καὶ ἂν διεβιβάζετο, δὲν ἤθελε φέρει κανὲν ἀποτέλεσμα, διότι οἱ Βουλευταὶ ὑπὸ τὴν ἐπιρροὴν τῶν προξένων καὶ ὑπὸ τὴν πίεσιν τῆς τουρκικῆς ἀρχῆς ἤθελον προβῆ νὰ πράξωσιν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἔπραξαν. Ἀλλ’ εὐτυχῶς τί συνέβη; Ἡ μὲν ἐπαναστατικὴ ἐπιτροπὴ δὲν ὑπήκουσε, καὶ ἐπέμεινεν εἰς τὴν ἐπανάστασιν, οἱ δὲ Ὀθωμανοὶ, φοβηθέντες ὅτι διὰ τῆς ἀποφάσεως ταύτης ἤθελεν ἐπανέλθει ἡ συνθήκη τῆς Χαλέπας, προέβησαν εἰς τὰς σφαγὰς τῶν Χανίων, καὶ τοιουτοτρόπως ἐματαιώθη ἡ ἀπόφασις αὕτη. Ἀπὸ τῆς στιγμῆς τῶν σφαγῶν τῶν Χανίων συνεφώνησα πληρέστατα μὲ τὴν ἐνέργειαν τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, διότι ἀπὸ τῆς στιγμῆς ἐκείνης ἡ Κυβέρνησις ἡ Ἑλληνικὴ ἀνεγνώριζεν, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν πλέον νὰ πραγματοποιηθῇ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἡ Τουρκία ἐζήτει καὶ αἱ Δυνάμεις ὑπεστήριζον, καὶ τοιουτοτρόπως προέβη εἰς τὴν ἐνέργειαν, τὴν ὁποίαν γνωρίζομεν, εἰς τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα ἔλαβε κατὰ γῆν καὶ κατὰ θάλασσαν, καὶ διὰ τῆς πολιτικῆς ἐκείνης ἐπετύχομεν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον σήμερον ἔχομεν καὶ διὰ τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι εὐχαριστημένος ὁ ἐκ Παξῶν βουλευτὴς κ. Βελλιανίτης· ἐπετύχομεν τὴν ἐλευθερίαν τῆς Κρήτης· καὶ ἂν ἡ Κρήτη δὲν ἦναι ἐντελῶς ἡνωμένη μὲ τὴν Ἑλλάδα, πράγματι ὅμως εἶναι ἡνωμένη μὲ τὴν Ἑλλάδα, ἔχει ἀρχηγὸν Ἕλληνα, μέλος τῆς Βασιλικῆς Οἰκογενείας, ἔχει νομοθεσίαν Ἑλληνικὴν, ἔχει χωροφυλακὴν ἐπιτόπιον, ὅλοι οἱ νόμοι τοῦ πεπολιτισμένου κόσμου καὶ ὅλαι αἱ συνταγματικαὶ ἐλευθερίαι καθιερώθησαν ἐν τῷ τόπῳ ἐκείνῳ...
§211Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ὄχι δά!
§212Α. ΡΙΚΑΚΗΣ. Ὀλίγα λείπουσι.
§213Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Πολλὰ δυστυχῶς.
§214Α. ΡΙΚΑΚΗΣ. Λοιπὸν μὲ τὴν Κυβέρνησιν ἐκείνην πληρέστατα συνεφώνησα, καὶ διὰ τοῦτο κατὰ μίαν τῶν προλαβουσῶν συνεδριάσεων, καθ’ ἣν ὁ ἔντιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτής, ὁ ὁποῖος μὲ διέκοψεν, ἠθέλησε νὰ φέρῃ τὸ ζήτημα τῆς Κρήτης ὀπωσδήποτε καὶ νὰ κάμῃ λόγον, τῷ ὑπενθύμισα, ὅτι ὡς Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν ὑπηρέτησε τὴν Κρήτην. Δὲν ἀρνοῦμαι τὰς ὑπηρεσίας οὔτε ἐκείνου, οὔτε τῶν λοιπῶν μελῶν τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης, καὶ ἀποδίδω, ὅτι ἐνήργησαν πραγματικῶς μεθ’ ὅλης τῆς εἰλικρινείας, ὑπεστήριξαν τὸν Ἑλληνικὸν ἀγῶνα, ἀνεγνώρισαν τὸ λάθος ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἤθελον διὰ συμβιβαστικῶν συνεννοήσεων καὶ ἀποφάσεων νὰ διατηρήσωσι τὸ καθεστὼς, καὶ ἐπέφεραν τὸ ἀποτέλεσμα, τὸ ὁποῖον ἐπέφεραν. Ἀλλὰ δι’ αὐτὸ ἠναγκάσθημεν νὰ πολεμήσωμεν. Καὶ μὲ τοῦτο τί; Δὲν εἶναι προωρισμένα τὰ ἔθνη, ὅταν ἐπιδιώκωσι πολιτικὴν ἐξωτερικὴν, ὅταν διεκδικῶσιν ἐθνικὰ δικαιώματα, νὰ ὑποβληθῶσιν εἰς τὴν ἀνάγκην καὶ εἰς τοὺς κινδύνους τοῦ πολέμου; Διατὶ σήμερον νὰ αἰτιώμεθα ἄλλους, καὶ νὰ καταβιβάζωμεν τὴν ἀξίαν μας, ἀποδίδοντες ὅτι μᾶς ὤθησαν οἱ σταυραετοὶ τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας; Διατί σήμερον νὰ αἰτιώμεθα τὴν θέσιν τῆς Ἑλλάδος, μὴ ἀναγνωρίζοντες, ὅτι ἐξεπλήρωσε τὴν ἐθνικὴν ἀποστολὴν, τὴν ὁποίαν ἀνέλαβεν ἀπὸ τῆς στιγμῆς τῆς συστάσεώς της; Καὶ ὁ Βασιλεὺς ἂν ἐνήργησε κατὰ τὸ διάστημα ἐκεῖνο, καὶ ἡ Κυβέρνησις ἂν ἐνήργησεν, ἐνήργησαν πρᾶξιν ἐθνικὴν καὶ πατριωτικήν. Δὲν πρέπει λοιπὸν νὰ κατατρίβωμεν τὸν χρόνον, ἀποχωρίζοντες καὶ ἑνοῦντες τὸ ζήτημα τοῦτο μὲ ζητήματα ξένα ὅλως καὶ ἀλλότρια, καὶ νὰ ὑποβιβάζωμεν τὴν συζήτησιν, ἡ ὁποία ὀπωσδήποτε παρουσιάσθη ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, καὶ νὰ τὴν χαρακτηρίζωμεν μὲ χαρακτῆρα ὄχι ἐθνικόν, ἐνῷ ἐθνικὸς χαρακτὴρ ὤφειλε ν’ ἀποδοθῇ εἰς αὐτήν. Δὲν θέλω, κύριε Πρόεδρε, νὰ παρατείνω ἐπὶ πλέον τὸν λόγον. Νομίζω, ὅτι, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, ὁλόκληρος ἡ Βουλὴ εἶναι σύμφωνος μὲ τὴν γνώμην μου· καὶ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι προχθὲς ἐψήφισαν ἀσυζητητὶ τὸ ζήτημα, καὶ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἀνέμιξαν κακῶς τὸ ζήτημα τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας, καὶ ἐκεῖνοι ὀπωσδήποτε, οἱ ὁποῖοι νομίζουσιν, ὅτι ὅ,τι ἐγένετο ἐγένετο μὲ σκοπὸν πολιτικὸν κατὰ τῆς τότε Κυβερνήσεως, ἔχουσιν ἄδικον. Ἡ Βουλὴ πρέπει μὲ μίαν καὶ μόνην γνώμην καὶ ψῆφον ν’ ἀποφανθῇ, ὅτι ἡ Ἑλλὰς ἐνήργησε καταλλήλως καὶ ὀρθῶς καὶ δικαίως, καὶ ὅτι λυπεῖται διὰ τὸ ἀποτέλεσμα, τὸ ὁποῖον ἐπῆλθε, τοῦ πολέμου, ἀλλὰ χαίρει διὰ τὴν ἀπελευθέρωσιν τῆς νήσου καὶ τὴν ἕνωσιν αὐτῆς μετὰ τῆς Ἑλλάδος.
§215ΕΜΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Ἀμφιβάλλω, Κύριοι, ἄν ποτε οἱαδήποτε ἄλλη Βουλὴ παρουσίασε τὸ κατὰ τὰς ἡμέρας ταύτας φαινόμενον τῆς ἡμετέρας. Διότι βεβαίως οὐδεμία ποτὲ Βουλὴ ἐζήτησεν εὐθύνας πέραν τῶν κυβερνητικῶν κύκλων, διότι βεβαίως οὐδεμία οὐδέποτε Βουλὴ ἠσχολήθη εἰς ἔρευναν εὐθυνῶν ἰδιωτῶν, τελούντων ἐκτὸς αὐτῆς, διότι βεβαίως οὐδεμία ποτὲ Βουλὴ κατέγεινεν εἰς τὸ νὰ σταθμίσῃ τὸ βάρος εὐθυνῶν κυβερνητικῶν πράξεων, ἵνα ἀφαιρέσῃ ἀπ’ αὐτῶν μερίδα ἀναλογοῦσαν εἰς ἰδιώτας, νὰ ἀφαιρέσῃ αὐτὴν, ὡς ἀφαιρεῖται τὸ ἀπόβαρον, ἡ ἐμπορικῶς καλουμένη ντάρα, ἵνα ἐλαφρύνῃ τὰς κυβερνητικὰς εὐθύνας! Τοῦτο δὲ πράττομεν ἡμεῖς ἀπὸ τριῶν ἢ τεσσάρων ἡμερῶν, τοῦτο ἔπραξαν οἱ στήσαντες ἐπὶ τοῦ βήματος τούτου πλάστιγγα, ἵνα σταθμίσωσι τὸ ποσὸν τῶν εὐθυνῶν, ὅσαι προκύπτουσιν ἐκ τῶν ἐγγράφων Ἐθνικῆς τινος Ἑταιρείας εἰς βάρος αὐτῆς, καὶ ἀντισταθμίσωσι τὸ βάρος τῶν ὑπολειπομένων κυβερνητικῶν εὐθυνῶν. Διὰ τοῦτο ὁμολογῶ, ὅτι, προβλέπων καὶ ἐγὼ, ὅτι τοιαύτην τροπὴν ἤθελε λάβει ἡ συζήτησις, ἐθεώρησα εὔλογον τὴν πρότασιν, ὅπως μὴ γένηται αὕτη, καὶ ἐὰν ἐψήφισα κατὰ τῆς ἀναβολῆς, καὶ ἐὰν ἐψήφισα κατὰ τοῦ ἀπαραδέκτου τοιαύτης προτάσεως, ἔπραξα τοῦτο, ὅπως μὴ θεωρηθῶ, ὅτι δὲν ἤθελον καὶ ἐγὼ νὰ συντελέσω διὰ τῆς ψήφου μου εἰς συζήτησιν, ἐκ τῆς ὁποίας οἱ προκαλέσαντες αὐτὴν διεκήρυττον, ὅτι ἤθελε προέλθει πλήρης καὶ τελεία ἀπαλλαγὴ τῆς τότε Κυβερνήσεως ἀπὸ πάσης εὐθύνης τοῦ πολέμου. Καὶ εἰς τοῦτο ἀληθῶς δὲν ἠστόχησαν οἱ προκαλέσαντες τὴν συζήτησιν. Πρέπει νὰ ὁμολογήσωμεν, Κύριοι, ὅτι οὐδεμία ἀληθῶς εὐθύνη κυβερνητικὴ βαρύνει τὴν Κυβέρνησιν τοῦ 1897. Διότι οἱ πάντες καὶ τὰ πάντα ἐκυβέρνων τότε, καὶ δὲν ἐκυβέρνα μόνον ἡ Κυβέρνησις, πρωτίστως αὐτὴ ἐκείνη κυβερνωμένη! Ὑπῆρχον Ὑπουργοί, ἀλλ’ Ὑπουργοί, ἐκ τῶν χειρῶν τῶν ὁποίων εἶχεν ἐκφύγει πᾶσα ἡ διεύθυνσις τῶν δημοσίων πραγμάτων, Ὑπουργοί, ἐκ τῶν χειρῶν τῶν ὁποίων, καθ’ ἃ ἠκούσαμεν παρ’ αὐτῶν τούτων ὁμολογηθὲν ἐνταῦθα, εἶχεν ἐκφύγει ἡ διεύθυνσις τῆς ἐξωτερικῆς πολιτικῆς, εἶχεν ἐκφύγει καὶ ἡ διεύθυνσις τῆς ἐσωτερικῆς πολιτικῆς, μήτε τῆς ἀστυνομίας τῆς χώρας, μήτε τῶν δικαστικῶν ἀρχῶν ὑπακουουσῶν εἰς τὰς διαταγὰς αὐτῶν! Ἀλλ’ ἀπὸ τίνος χρόνου ἡρπάγη πᾶσα ἡ ἐξουσία ἀπὸ τῶν χειρῶν τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης; Τοῦτο δὲν καθωρίσθη σαφῶς κατὰ τὴν συζήτησιν ταύτην, καὶ τοῦτο καθῆκον ἔχομεν καὶ δυνάμεθα νὰ ἀνεύρωμεν, ἐρευνῶντες τὰ πράγματα. Τὸ ἐπ’ ἐμοί, δὲν θὰ καταγείνω εἰς ἔγγραφα ἑταιρειῶν ἐθνικῶν, ἢ οἱωνδήποτε ἄλλων ἰδιωτικῶν. Τὴν Ἐθνικὴν Ἑταιρείαν, ὑπῆρξα καὶ ἐγὼ εἷς, ὅστις ἐν τῷ μέτρῳ τῶν ἀσθενῶν δυνάμεών μου ἐπολέμησα πάσῃ δυνάμει. Οὐδὲν πρὸς αὐτὴν μὲ συνέδεε, καὶ ἴσως πάντων ἔσχατος ἔμαθον τὰ ὀνόματα τῶν ἐν αὐτῇ ἀναμεμιγμένων. Ἀλλ’ οὐδέποτε ἠδυνήθην νὰ ἐννοήσω, πῶς δύνανται νὰ σταθῶσιν Ὑπουργοὶ εἰς τὰς θέσεις των, ὁμολογοῦντες ὅτι μία ὁμάς, ἀποτελουμένη δὲν γνωρίζω παρὰ τίνων, εἶχεν ἁρπάσει ἐκ τῶν χειρῶν αὐτῶν πᾶσαν τὴν ἐξουσίαν! Ἑταιρεῖαι ἐθνικαὶ καὶ ἐν Ἑλλάδι ἄλλοτε ἀνεφάνησαν, καὶ πανταχοῦ ἀναφαίνονται καὶ θ’ ἀναφαίνωνται. Καὶ ὁ σεβαστὸς ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς ἀνέφερε χθὲς τὴν ὕπαρξιν τοιούτων ἑταιρειῶν ἐν Ἑλλάδι καὶ ἄλλοτε, ἀλλ’ ἐκεῖναι, ὡς εἶπεν, ὑπήκουον καὶ συνειργάζοντο μετὰ τῆς Κυβερνήσεως. Ὑπήκουον, διότι ἠδύνατο ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐπιβάλλῃ τὴν ὑπακοὴν, ὑπετάσσοντο, διότι ἠδύνατο ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐπιβάλλῃ τὴν ὑποταγήν, συνειργάζοντο, διότι δὲν ἠδύναντο νὰ ἀντεργάζωνται. Διότι αἱ ἑταιρεῖαι ἐκεῖναι ὡδηγοῦντο, ἀντὶ νὰ ὁδηγῶσι, καὶ ἐξηναγκάζοντο εἰς ὑπακοὴν, ἀντὶ νὰ διατάττωσι. Καὶ εἶναι ἀληθῶς ἄπορον, πῶς δύνανται νὰ ἀξιῶσι Κυβέρνησιν τόπου τινὸς πολιτικοὶ ἄνδρες, ὁμολογοῦντες ὅτι ἐν τῇ πρώτῃ ἀνωμάλῳ περιστάσει ἡρπάγη ἡ ἐξουσία ἀπὸ τῶν χειρῶν αὐτῶν ὑπὸ μιᾶς ἑταιρείας! Ἀλλ’ εἶναι ἆρά γε ἀληθὲς, ὅτι πᾶν ἄλλο ἤθελεν ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη ἢ ὅ,τι ἐγένετο; Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ὅλως ἐναντίαν πορείαν ἤθελε χαράξει καὶ ἀκολουθήσει ἢ ἐκείνην, εἰς ἣν, ὡς λέγει, ἐξηναγκάσθη ὑπὸ τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας; Εἰς ταύτην τὴν ἔρευναν ἔρχομαι· καὶ δὲν ἔχω ἀνάγκην νὰ προσφύγω εἰς ἔγγραφα τῆς Ἑταιρείας ταύτης ἢ ἀντίγραφα. Θὰ ὁδηγηθῶ ὑπὸ τῶν πράξεων καὶ τῆς πορείας αὐτῆς ταύτης τῆς Κυβερνήσεως, θὰ ὁδηγηθῶ ἐξ ὅσων αὐτὴ αὕτη ἡ Κυβέρνησις καὶ ἔλεγε καὶ ἔπραττε τὴν ἐποχὴν ἐκείνην. Ὅτε ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη προῆλθεν εἰς τὸ μέτρον τῆς ἀποστολῆς στρατοῦ εἰς Κρήτην, καὶ ἠλέγχθη ἡ τοιαύτη αὐτῆς ἐνέργεια, ὡς μὴ προερχομένη ἐκ τῆς ἰδίας αὐτῆς γνώμης, ὡς ἐπιβληθεῖσα ὑπὸ τῆς γενικῆς βοῆς, αὐτὴ αὕτη ἡ Κυβέρνησις ἔσπευσεν ἐντονώτατα νὰ διαψεύσῃ τοῦτο. Ὅτε δὲ ἐστάλη ὁ στρατὸς εἰς Κρήτην, ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη, λίαν ἀξιεπαίνως καὶ ὡς ὤφειλε νὰ πράξῃ, ἐδήλου, ὅτι πάντα τὰ μέτρα, τὰ παρ’ αὐτῆς λαμβανόμενα, εἶναι μέτρα τῆς ἰδίας αὑτῆς γνώμης καὶ πεποιθήσεως, οὐχὶ ὑπαγορεύσεις ξέναι πρὸς τὰς ἰδέας της, ξέναι πρὸς τὴν πολιτικήν της. «Τὰ συμφέροντα τοῦ ἔθνους», ἔγραφε τότε τὸ ἡμιεπίσημον ἐν τῇ δημοσιογραφίᾳ ὄργανον τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης, «ἔχει ὑπ’ ὄψιν καὶ σήμερον ἡ Κυβέρνησις, καὶ πράττει ὅσα ὑπὸ τούτων ἐνδεικνύονται καὶ ἐπιβάλλονται, οὐχὶ ὅσα οὗτος ἢ ἐκεῖνος ποθεῖ καὶ γνωματεύει... Δὲν ἠξεύρομεν ἐὰν θὰ ὑπῆρχεν ἢ μὴ ἡ Κυβέρνησις, ἐὰν ἄλλην σήμερον εἶχε γνώμην καὶ πολιτικήν. Γινώσκομεν μόνον... ὅτι θὰ διετηρεῖτο ἡ πρὸς αὐτὴν ἐμπιστοσύνη, ἐὰν τὸ καθῆκον καὶ τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα ὑπηγόρευον εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἄλλην πολιτικήν.» Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι οὐδέποτε τὰ μέλη τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης ἠμφισβήτησαν, ὅτι αὐτοβούλως προῆλθον εἰς τὴν ἀποστολὴν στρατοῦ εἰς Κρήτην. Ἀλλὰ μὴ τάχα εἰς τὴν ἐνέργειαν τὴν μετέπειτα ὡμολόγησεν, ἢ ἐνδείκνυνται κἄν δισταγμοὶ ἐν τῇ στάσει αὐτῆς καθ’ ὅλην τὴν σειρὰν τῶν τότε λεγομένων καὶ πραττομένων ὑπ’ αὐτῆς, μὴ ἐνδείκνυνται δισταγμοὶ, ὅτι ἐνέδιδεν εἰς πιέσεις ξένας, εἰς πιέσεις προσκρουούσας εἰς τὴν ἰδίαν αὐτῆς γνώμην, οὕτω πράττουσα; Ὅτε κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς Βουλῆς τῆς 3 Φεβρουαρίου ὡμίλει ὁ τότε Πρωθυπουργὸς περὶ τῶν πραγμάτων τῆς Κρήτης, ἔλεγε πρὸς αὐτὴν, ἐρωτώμενος ἐὰν ἦτο ἀληθὴς ἡ εἴδησις, ὅτι ἐπίκειται ἀποστολὴ τουρκικοῦ στρατοῦ εἰς Κρήτην (ἀναγινώσκει): «Γνωρίζω ὅτι τουρκικὸς στρατὸς ἔξωθεν καταπλέων ἐν Κρήτῃ δὲν ἐπεφάνη, ἀλλὰ κινήσεις ἐπὶ τῆς νήσου στρατιωτικαὶ ἐγένοντο. Πλοῖον τουρκικὸν, φέρον ὄχι στρατὸν τακτικὸν, ἀλλὰ βασιβουζούκους καὶ Τουρκοκρῆτας, κατέπλεεν ἀπὸ τὸ Ἡράκλειον, τοῦ ὁποίου ἡ κατάστασις ἦτο οἵαν περιέγραψα αὐτὴν πρότερον. Ὁ «Ναύαρχος Μιαούλης», παραπλέων ἐκεῖ, εἶδεν, ὅτι τὸ πλοῖον μετέφερεν ἀπὸ τὸ Ἡράκλειον βασιβουζούκους καὶ ἄλλους, εἰδοποίησε δὲ νὰ μὴ προχωρήσῃ. Ἡ εἰδοποίησις ἐγένετο καθ’ ὃν τρόπον γίνονται συνήθως αἱ τοιαῦται εἰδοποιήσεις, διὰ τριῶν βολῶν κανονίου, τὸ δὲ πλοῖον ἠναγκάσθη νὰ ὀπισθοχωρήσῃ εἰς τὸ Ἡράκλειον.» Καὶ ἀκούομεν, ὅτι πόλεμος ἀκόμη δὲν εἶχεν ἀποφασισθῆ οὔτε τὸν Ἀπρίλιον, ἐνῷ ἀπὸ τῶν ἀρχῶν Φεβρουαρίου ἔχομεν ἐπισήμους διαταγὰς πολεμικὰς πρὸς τὰ πολεμικὰ πλοῖα! Ἐὰν δὲν εἶχον ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ἤθελον κουράσει τὴν Βουλὴν, ἠδυνάμην νὰ ἀναγνώσω σειρὰν ἄρθρων τῆς «Πρωΐας» τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, ὅλων τῶν ἡμερῶν, μέχρι τῆς 18 Φεβρουαρίου, ὁπότε συνέβη σημαντικόν τι γεγονὸς, καὶ ἤθελεν ἰδεῖ ἡ Βουλή, ὅτι αὐτὸ τοῦτο τὸ πνεῦμα διέπνεε πάντα τὰ ἄρθρα ἐκεῖνα. Ὁ ἐνθουσιασμὸς, ὁ ὁποῖος ἦγε καὶ ἔφερε τὸν χρόνον ἐκεῖνον τὴν πατρίδα ἡμῶν ἀπ’ ἄκρου εἰς ἄκρον, ὁ ἐνθουσιασμὸς ἐκεῖνος δὲν ἦτο ξένος οὔτε πρὸς τὰς σκέψεις, οὔτε πρὸς τὰς πράξεις τῆς τότε Κυβερνήσεως· ὁ ἐνθουσιασμὸς ἐκεῖνος ἐνέπνευσε καὶ τὸν τότε Πρωθυπουργὸν, ἵνα ἀνακοινώσῃ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτε ἐζητήθησαν πληροφορίαι περὶ τοῦ γνωστοῦ βομβαρδισμοῦ τῶν εὐρωπαϊκῶν στόλων κατὰ τῶν χριστιανῶν ἐν Κρήτῃ, ὅτι «δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ λησμονήσωμεν, ὅτι τὴν στιγμὴν ἐκείνην ὠφείλομεν νὰ ὁμιλήσωμεν καὶ ὡς Κράτος ἐλεύθερον καὶ ὡς ἀντιπρόσωποι τοῦ Ἑλληνισμοῦ... Διὰ τοῦτο ἐσπεύσαμεν νὰ παρακαλέσωμεν τοὺς ἀντιπροσώπους τοῦ Βασιλέως ἐν ταῖς πρωτευούσαις τῶν μεγάλων Κρατῶν νὰ δηλώσωσι τὸ ἀληθὲς φρόνημα ἡμῶν, καὶ τὸ ἀληθὲς φρόνημα ἡμῶν ἦτο, ὅτι ᾐσθανόμεθα καὶ θλῖψιν, διότι τὸ Κράτος τὸ Ἑλληνικὸν ἦτο μικρόν!» Βλέπετε ὁποῖον ἦτο τότε τὸ πολεμικὸν μένος τῆς Κυβερνήσεως! Ἐλυπεῖτο, ὅτι δὲν ἠδύνατο ἡ Ἑλλὰς ν’ ἀντεπεξέλθῃ καθ’ ὅλων! Τὴν 18 Φεβρουαρίου ἐπῆλθεν ἡ διακοίνωσις τῶν Δυνάμεων, καὶ τὸ ἔθνος ὅλον ἀνέμενε νὰ ἴδῃ, ποίαν πορείαν ἤθελεν ἀκολουθήσει ἡ Κυβέρνησις μετὰ τὴν διακοίνωσιν. Ὡς ἐνθυμεῖται ἴσως ἡ Βουλή, διὰ τῆς διακοινώσεως ἐκείνης ἐκαλεῖτο ἡ Ἑλλὰς, ἐντὸς ὡρισμένης προθεσμίας, ἓξ ἡμερῶν, ἂν ἀκριβῶς ἐνθυμοῦμαι, νὰ ἀποσύρῃ τὸν στρατὸν αὐτῆς ἐκ Κρήτης, μὲ τὴν διαβεβαίωσιν, ὅτι ἤθελε καὶ ἡ Τουρκία ἀποσύρει τὸν ἴδιον αὐτῆς στρατὸν, καὶ αἱ Δυνάμεις ἤθελον ἐξασφαλίσει τὴν τύχην τῆς Κρήτης. Μὴ λησμονῶμεν, ὅτι ἡ 18 Φεβρουαρίου δὲν ἀπέχει ἀπὸ τῆς 5 Φεβρουαρίου, καθ’ ἣν, ὡς εἶπεν ὁ ἀξιότιμος τότε Πρωθυπουργὸς, ἀνεφάνη ἡ Ἐθνικὴ Ἑταιρεία, ἢ δεκατρεῖς μόνον ἡμέρας. Καὶ βεβαίως δὲν ἦτο ἡ πολιτικὴ τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας ἐκείνη, ἥτις ὑπηγόρευσεν εἰς τὴν τότε Κυβέρνησιν νὰ μὴ ἐνδώσῃ εἰς τὴν διακοίνωσιν τῶν Δυνάμεων. Παραδόξως ὅμως, αἱ φῆμαι, αἱ κυκλοφοροῦσαι τότε, συνετέλεσαν νὰ πιστευθῇ, ὅτι, τῆς Ἑλλάδος μὴ ὑπακουούσης εἰς τὴν ἀπαίτησιν τῶν Δυνάμεων, ἐπέκειτο ἴσως ἀποκλεισμός. Καὶ ὁμολογῶ, Κύριοι, ὅτι, ἐρευνῶν τὴν ἱστορίαν τῶν πραγμάτων τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, ἐξεπλάγην, ἰδὼν διαφαινομένην τὴν ἐλπίδα τοιούτου γεγονότος εἰς τὰς σκέψεις τῆς τότε Κυβερνήσεως! Κατηγορεῖτο τότε ἡ Ἀντιπολίτευσις, ὅτι ὑπὸ τοῦ πάθους τῆς φιλαρχίας φερομένη ἀντέπραττε κατὰ τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἐξώθει τὸν λαὸν ἐναντίον αὐτῆς. Καὶ ἀπαντῶσα ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη εἰς τὴν Ἀντιπολίτευσιν, γνωρίζετε τί ἔλεγεν; Ἀκούσατε (ἀναγινώσκει): «Ἀνέκφραστος ἀγαλλίασις ἦτο διακεχυμένη ἐπὶ τοῦ προσώπου τῶν καλοθελητῶν τούτων, ὅταν περιφερόμενοι ἀνεζήτουν φίλους καὶ γνωρίμους, καὶ προεκάλουν ἐρωτήσεις, ὅπως ἀνακοινώσωσιν αὐτοῖς τὰς χρηστὰς προσδοκίας των, αἵτινες τὴν φορὰν ταύτην ἐλπίζουσιν, ὅτι θὰ πραγματοποιηθῶσιν. Ὑπῆρχον ὅμως καὶ οἱ ἐκπληττόμενοι πρὸ τοῦ τοιούτου θράσους τῶν ἀντιπολιτευομένων ἐκείνων πατριωτῶν καὶ τῆς ἐπιδεικτικῆς ταύτης διαπομπεύσεως οὕτως ἀνοσίων πόθων καὶ εὐχῶν. Ἔχουσι πολὺ ἄδικον, λησμονοῦντες τὴν ἱστορίαν. Μετ’ ὀλιγίστας ἡμέρας, ἐὰν ἤθελον πορευθῇ πρὸς τὸ μέρος τῶν στύλων τοῦ Ὀλυμπίου Διὸς, θὰ συναντήσωσι πιθανῶς καὶ πάλιν τὰς γνωστὰς μορφὰς, αἱ ὁποῖαι κατ’ ἄλλην κρίσιμον ἐποχὴν τῆς πατρίδος εἶχον ἐμφανισθῇ εἰς τὸ αὐτὸ μέρος, ἐπισκοποῦσαι ἀνυπομόνως τὴν πρὸ τοῦ Φαλήρου θάλασσαν, εἰς τὰ τεταραγμένα ὕδατα τῆς ὁποίας ἐζήτουν νὰ ἁλιεύσωσι τὴν ἀρχήν. Ἐὰν τοῦτο συμβῇ καὶ σήμερον, ἡ ἔκπληξις δὲν θὰ ἦναι εὔλογος. Θὰ ἐπαναληφθῇ ἡ αὐτὴ ἡ ἱστορία, ἤτοι οἱ καλοὶ πατριῶται θ’ ἀτενίσωσι πάλιν πρὸς τὰ ὕδατα τοῦ Φαλήρου...» Ταῦτα ἔγραφε τὸ ἡμιεπίσημον ὄργανον τῆς Κυβερνήσεως. Ἀνέμενε λοιπὸν ἡ Κυβέρνησις μετὰ τὴν διακοίνωσιν τῶν Δυνάμεων τὸν ἀποκλεισμόν, ἵνα τὴν σώσῃ! Ἀτυχῶς δὲν ἐπανελήφθη ἡ ἱστορία τοῦ 1886! Ἀτυχῶς, ναὶ, ἀτυχῶς· διότι ὁ ἀποκλεισμὸς ἤθελε προλάβει τὴν ἐπελθοῦσαν καταστροφήν. Ὅ,τι τὸ 1886 ἐθεωρήθη ἐν Ἀγγλίᾳ, ὅτι ἐπεβάλλετο πρὸς σωτηρίαν τῆς Ἑλλάδος, εἴδομεν δὲ τότε τὴν Ἀγγλικὴν Κυβέρνησιν πρωτοστατοῦσαν εἰς τὴν ἰδέαν τοῦ ἀποκλεισμοῦ, καὶ αὐτὸς ὁ τοσοῦτον φιλέλλην μέγας Γλάδστων, ἀγόμενος ὑπὸ στοργῆς πρὸς τὴν Ἑλλάδα, ἐνόμισεν, ὅτι ὤφειλε νὰ σπεύσῃ καὶ νὰ πραγματοποιήσῃ τὴν ἰδέαν τοῦ ἀποκλεισμοῦ, αὐτὸ τοῦτο ἐνομίσθη κατὰ τὸ 1897, ὅτι προσέκρουεν εἰς τὰ φιλελληνικὰ αἰσθήματα τῶν Ἄγγλων, ἅτινα γνωρίζομεν πόσον ἦσαν ζωηρὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ἐν Ἀγγλίᾳ. Καὶ ἡ Ἀγγλία δὲν ἔστερξε τὸν ἀποκλεισμόν, καὶ ἡ ἱστορία δὲν ἐπανελήφθη. Ἰδοὺ τὸ σημεῖον, ἀπὸ τοῦ ὁποίου ἤρχισεν ἐκφεύγουσα ἡ διεύθυνσις τῶν πραγμάτων ἐκ τῶν χειρῶν τῆς Κυβερνήσεως. Διότι διαψευσθείσης πλέον τῆς προσδοκίας ἐκείνης, διότι ματαιωθείσης πλέον πάσης ἰδέας περὶ ἀποκλεισμοῦ, ὁ ὁποῖος ἐθεωρεῖτο, ὅτι ἤθελε θέσει τέρμα εἰς τὴν πολιτικὴν ἐκείνην, ἡ Κυβέρνησις ἡ Ἑλληνικὴ ἀνελάμβανεν εὐθύνας μεγάλας, εὐθύνας, εἴτε ἤθελεν ὑποχωρήσει εἰς τὴν ἀπαίτησιν τῶν Δυνάμεων, εἴτε ἤθελεν ἀκολουθήσει τὴν πολιτικήν, ἣν τὸ ἔθνος σύμπαν ἠσπάσθη. Ἔκτοτε προσδένεται πλέον τὸ ἅρμα τὸ Κυβερνητικὸν εἰς τὸ ἅρμα τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας, καὶ βλέπομεν τοὺς Ὑπουργοὺς τῆς ἐποχῆς ἐκείνης προσπαθοῦντας μόνον, πῶς νὰ συγκρατηθῶσιν ἐπ’ αὐτοῦ, ἵνα μὴ ἐκπέσωσιν ἐν τῇ ὁρμῇ, μεθ’ ἧς ἐσύροντο, σύροντες καὶ αὐτοὶ τὸ ἔθνος ὅλον ἔνθα κατεκρημνίσθη! (Εὖγε! ἐκ τῆς δεξιᾶς). Ἀλλ’ εἶναι ἆρά γε ἀληθές, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη καὶ μετὰ τὴν 18 καὶ μετὰ τὴν 20 Φεβρουαρίου ἐξηκολούθει τὴν πολεμικὴν πολιτικήν, παρὰ τὴν ἰδίαν αὐτῆς γνώμην, παρὰ τὴν ἰδίαν αὐτῆς θέλησιν; Εἶναι ἀληθές, ὅτι μᾶλλον ἐνδίδουσα εἰς πιέσεις τῆς ἐπαράτου ἐκείνης Ἑταιρείας ἠναγκάζετο καὶ σειρὰς ἐφεδρειῶν νὰ καλῇ καὶ τὴν ἄλλην πολεμικὴν παρασκευὴν νὰ συμπληροῖ; Ὡμίλησεν ὀλίγον μετὰ τὸν πόλεμον εἷς τῶν Ὑπουργῶν τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης, ὡμίλησε καὶ ἐδίδαξεν ἡμᾶς πολλά, ἅτινα ἄλλως δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ μάθωμεν. Ὡμίλησε, καὶ ἐν τῇ ἐπισημότητι τῆς ἰδιότητος, τὴν ὁποίαν εἶχεν, ἐδήλωσεν ἀπεριφράστως, ὅτι ὁ πόλεμος εἶχεν ἀποφασισθῆ ἀπὸ τῆς 3 Μαρτίου τοῦ 1897! Οὔτε μὴν εἶχε παρέλθει ἀπὸ τῆς ἐμφανίσεως τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας· μέχρι τοῦ χρόνου ἐκείνου δὲν εἶχε κἄν σχηματισθῆ τὸ ἀκράτητον ἐκεῖνον ῥεῦμα, τὸ ὁποῖον εἴδομεν μετέπειτα, καὶ ἡ Κυβέρνησις ἀπεφάσισεν ἐν Ὑπουργικῷ Συμβουλίῳ τὸν πόλεμον κατὰ τῆς Τουρκίας. Ἴσως δὲν εἶναι ὀρθὴ ἡ ἔκφρασις αὕτη, διότι ὁ πόλεμος εἶχεν ἀποφασισθῆ ἀφ’ ἧς ἐστάλη ὁ ἑλληνικὸς στρατός, ἵνα καταλάβῃ τὴν Κρήτην, καὶ ὁ πόλεμος ἠδύνατο νὰ προληφθῇ, ἀφ’ ἧς στιγμῆς αἱ Δυνάμεις ἀπῄτησαν τὴν ἀνάκλησιν τοῦ ἑλληνικοῦ στρατοῦ ἐκ Κρήτης. Ἐὰν περὶ ἄλλων εὐθυνῶν ἐγίνετο λόγος, ὡς ἔδει νὰ γείνῃ, ἂν τουτέστι καλῶς ἢ κακῶς ἔπραξεν ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη, ἀρνηθεῖσα ὑπακοὴν εἰς τὰς Δυνάμεις, τοῦτο δὲν συζητεῖται σήμερον. Τότε θὰ ἠδυνάμεθα νὰ ἴδωμεν καὶ ἂν καὶ τίνες ἄλλοι ὑπέχουσιν ἠθικὴν εὐθύνην, καὶ ποίαν. Βεβαίως ἕκαστος ἐξ ἡμῶν ἔχει τὴν γνώμην του ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου· τὸ ἐπ’ ἐμοὶ δὲ, δὲν διστάζω νὰ δηλώσω τὴν γνώμην μου ἀπεριφράστως — καίτοι ἴσως θεωρηθῇ ὅτι λέγεται τοιαύτη ἐκ τῶν ὑστέρων, — ὅτι βεβαίως κακῶς ἔπραξεν ἡ Κυβέρνησις, μὴ ἐνδώσασα εἰς τὰς ἀπαιτήσεις καὶ τὰς διαβεβαιώσεις τῶν Δυνάμεων, ἀναλαβουσῶν αὐτῶν πλέον τὴν τύχην τῆς Κρήτης· αὐτὰς δὲ τότε ἀντεμετωπίζομεν. Ἐὰν οὕτως ἐτίθετο τὸ ζήτημα, δὲν γνωρίζω πόσοι καὶ ἐκ τῶν τότε εὑρισκομένων ἐν τῇ Βουλῇ, πόσοι καὶ ἐκ τῶν νῦν, οἵτινες δὲν εὑρίσκοντο τότε, δὲν γνωρίζω πόσοι ἤθελον εἰπεῖ, ὅτι ἔπραξε κακῶς ἡ Κυβέρνησις, καὶ πόσοι, ὅτι ἔπραξε καλῶς, πολιτευθεῖσα ὡς ἐπολιτεύθη. Τὸ ζήτημα ὅμως δὲν τίθεται οὕτως. Ὁμολογῶ δὲ, ὅτι συγχαίρω τὸν τότε Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν ἀξιότιμον Βουλευτὴν ἐξ Ἀττικῆς, διότι οὔτε ἔθηκε κἂν ὑπὸ συζήτησιν τὸ ζήτημα, ἂν ἤθελεν ἢ ὄχι ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη τὸν πόλεμον, ἀλλὰ προῆλθεν εἰς ἐκθέσεις ἐνεργειῶν καὶ πραγμάτων, ἵνα δικαιολογήσῃ ὅσα ἐνόμιζεν ὅτι ἔδει νὰ δικαιολογήσῃ, ὡς Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, διὰ τὴν κατὰ τὸν πόλεμον πολιτείαν αὑτοῦ. Εἶναι δὲ ἀληθῶς παράδοξον τὸ θέαμα, εἶναι βεβαίως πρωτοφανές, νὰ πταίωσι πάντες δι’ ἕνα πόλεμον, καὶ νὰ μὴ πταίῃ μόνον ἡ Κυβέρνησις, ἐπὶ τῶν ἡμερῶν τῆς ὁποίας ἐπῆλθεν ὁ πόλεμος! Τί δὲ λέγει ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς, ἐρωτώμενος εὐθὺς μετὰ τὸν πόλεμον, ὁποῖα μέτρα εἶχε λάβει ἡ τότε Κυβέρνησις, ἵνα ἐνεργήσῃ ἐν Ἠπείρῳ; Ἐδήλου σαφῶς καὶ κατηγορηματικῶς — καὶ αἱ δηλώσεις αὐτοῦ δὲν διεψεύθησαν, οὔτε διαψεύδονται — ταῦτα. Ἐρωτᾷ ὁ συντάκτης ἐφημερίδος: «Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μοὶ εἴπητε λεπτομερῶς τὰ κατὰ τὴν ὑπόθεσιν ἐκείνην, ἥτις μένει σκοτεινή;» — ἐννοεῖ τὴν κατὰ τῆς Πρεβέζης μελετηθεῖσαν ἐπίθεσιν. — Καὶ ἀπαντᾷ ὁ κ. Λεβίδης: «Βεβαίως, καὶ ταῦτα πρέπει νὰ γνωσθῶσι τώρα, ἵνα καθορισθῇ ἡ εὐθύνη ἑκάστου ἐγκαίρως... Ἡ ἀποστολὴ τοῦ συνταγματάρχου Τιμ. Βάσσου εἰς Κρήτην ἔπρεπεν ἀναμφισβητήτως νὰ πείθῃ πάντας, ὅτι ἡ Τουρκία δὲν θὰ ἦτο ποτὲ δυνατὸν νὰ ἀνεχθῇ γεγονὸς τοσοῦτον σημαντικόν, καὶ νὰ ἐφησυχάζῃ. Καὶ τῷ ὄντι ἡ ὅμορος ἐπικράτεια ἤρξατο ἀμέσως καὶ συντόνως πρὸς πόλεμον παρασκευαζομένη, καὶ δὴ κατὰ τὰ μέρη τῆς Πρεβέζης. Ἐκεῖ δὲ δὲν περιωρίζετο ἐπισκευάζουσα καὶ ἐξοπλίζουσα τὰ ὑπάρχοντα τότε ὀχυρώματα, ἀλλ’ ἐσχεδίαζε καὶ τὴν ἀνέγερσιν νέων. Ἐνόμισα τότε, ὅτι δὲν ἔπρεπε ν’ ἀφήσωμεν ἀπαρατήρητον τὸ γεγονὸς τοῦτο...» Πρόκειται, Κύριοι, περὶ τῶν ὀχυρωματικῶν ἔργων τῶν Τούρκων, ἔργων ἐγειρομένων ἐν τῷ κόλπῳ τῆς Πρεβέζης, παρὰ τὰς διατάξεις τῆς συνθήκης τοῦ 1881. Ἐγένετο τότε λόγος, τῇ εἰσηγήσει τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν, ἐν τῷ Ὑπουργικῷ Συμβουλίῳ, καὶ κατόπιν ἀποφάσεως τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου διετάσσετο ὁ ἀρχηγὸς τῆς ἐκεῖ μοίρας κ. Τομπάζης, ἐὰν μὴ ἅμα τῇ προσκλήσει του οἱ Τοῦρκοι συμμορφωθῶσι πρὸς τὴν συνθήκην ταύτην, νὰ κατεδαφίσῃ τὰ ὀχυρώματα τοῦ Ἀκτίου. «Καὶ ἐὰν δὲν ἄρξωνται ἀμέσως τοῦ ἀφοπλισμοῦ τῶν ὀχυρωμάτων, — ἔλεγεν ἡ ὑπ’ ἀριθ. 77 διαταγὴ τῆς 4 Μαρτίου τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν — ἅμα φθάσῃ πρὸς ὑμᾶς ὁ ἀνθυποπλοίαρχος Ἀνδρεάδης, ἐκτελέσατε πιστῶς τὰς παρ’ αὐτοῦ κομιζομένας διαταγάς». Καὶ αἱ διαταγαί, ἃς ἐκόμιζεν ὁ κ. Ἀνδρεάδης, συνωψίζοντο «εἰς τὴν διὰ τοῦ στόλου κατεδάφισιν τῶν ὀχυρωματικῶν ἐκείνων ἔργων». Ἐρωτᾶται τότε ὁ κ. Λεβίδης: «Μὰ αὐτὸ δὲν θὰ ἐθεωρεῖτο ὡς κήρυξις πολέμου;» — «Ὄχι», ἀπαντᾷ, ἀλλὰ δὲν ἀπαντᾷ δι’ ἰδίας φράσεως, ἀλλὰ διὰ τῶν δικαιολογητικῶν τῆς διαταγῆς ὡς ἑξῆς: «Δὲν ἦτο κήρυξις πολέμου, ἀλλ’ ἁπλῆ ἄμυνα ὑπὲρ τῆς τιμῆς καὶ τῆς ἀσφαλείας ἡμῶν, ἣν ἄμυναν ἂν καὶ τώρα παρελείπομεν, ἠθέλομεν εἶσθαι πλέον ἐπονείδιστοι». Καὶ ἐστέλλετο καὶ ἄλλη διαταγὴ πρὸς τοὺς κυβερνήτας τῶν ἐκεῖ πλοίων, λέγουσα: «Δόσατε τοῖς Τούρκοις ὡρῶν τινων, δύο ἢ τριῶν, προθεσμίαν, ὅπως ἄρξωνται τῆς καταστροφῆς τῶν ἔργων, ἅτινα ἐπιχειροῦσιν, ἐναντίον τῶν συνθηκῶν. Μετὰ δὲ τοῦτο ὁπωσδήποτε ἀρχίσατε τὸ πῦρ!» Εἶχε πράγματι τὴν ἰδέαν ὁ κύριος Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς καὶ τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, ὅτι δὲν ἦτο τοῦτο κήρυξις πολέμου, ὅτι δὲν ἦτο τοῦτο ἄμεσος εἰς πόλεμον πρόκλησις; Βεβαίως ὄχι. Διότι, ὅτε ἠρωτήθη ὁ κ. Λεβίδης, ἐὰν ἡ τοιαύτη καθαρῶς πολεμικὴ ἐνέργεια κατὰ θάλασσαν συνεδυάζετο πρὸς ἐνέργειαν τῶν κατὰ ξηρὰν δυνάμεων, καὶ ἐὰν ἐκ τούτου δὲν ἐφοβεῖτο συνεπείας γενικοῦ πολέμου ἡ Κυβέρνησις, ἀπήντησεν: «Ὁ κ. Μεταξᾶς—ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν— ἀπὸ τῆς 2 καὶ 3 Μαρτίου ἦτο ἤδη τῆς γνώμης, ὅτι ἐδυνάμεθα νὰ ὑποστῶμεν τὸν πόλεμον, ἀφοῦ εἶναι ὑπογεγραμμένος εἰς τὸ πρακτικὸν τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου τῆς 7 Μαρτίου, διὰ τοῦ ὁποίου ῥητῶς ὁμολογεῖται, ὅτι κατὰ τὴν 3 καὶ τὴν 4 Μαρτίου εἶχεν ὡρισμένως ἀποφασισθῆ ἡ δρᾶσις...»
§216Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Σᾶς παρακαλῶ νὰ ἐξηγήσητε σαφέστερον τὸ πρᾶγμα· καὶ πρὸς τοῦτο θὰ σᾶς ὁδηγήσῃ τὸ φυλλάδιον, τὸ ὁποῖον ἔχετε, ἐν ἀρχῇ τῆς 53 σελίδος.
§217ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Τὸ εἶπον, ὅτι ἐπρόκειτο περὶ κατεδαφίσεως τῶν κατὰ παράβασιν τῆς συνθήκης τοῦ 1881 ἐγειρομένων ὀχυρωμάτων. Ἀπὸ τῆς 3 καὶ 4 Μαρτίου λοιπὸν εἶχεν ἀποφασισθῆ ὡρισμένως ἡ δρᾶσις! Καὶ ζητοῦμεν νὰ ἐπιρρίπτωμεν τὰς εὐθύνας τῆς Κυβερνήσεως διὰ τὸν πόλεμον πάσας εἰς τὴν Ἐθνικὴν Ἑταιρείαν καὶ ἀλλαχοῦ! Ἀλλ’ ἐὰν δὲν εἶχε τότε ἡ δρᾶσις ἀποφασισθῆ, τί εἶχε λοιπὸν ἀποφασισθῆ; Καὶ ἐὰν ἡ Κυβέρνησις οὔτε ἤθελεν, οὔτε προεκάλει τὸν πόλεμον, πρὸς τί αἱ ἐπιστρατεύσεις; πρὸς τί αἱ ἀλλεπάλληλοι προσκλήσεις ἡλικιῶν; Καὶ τίνα ἄλλην δικαιολογίαν εἶχον αἱ προσκλήσεις αὗται ἢ τὸν φόβον ἐπικηρύξεως πολέμου ὑπὸ τῆς Τουρκίας ἐναντίον τῆς Ἑλλάδος; Καὶ ὅταν ἐπιστρατεύηταί τις πρὸς ἄμυναν, στρατεύηται δηλῶν, ὅτι ἀναμένει κήρυξιν πολέμου, καὶ προκαλῇ καὶ τὸν ἀντίπαλον εἰς παρασκευήν, δὲν εἶναι ὑπεύθυνος, ἐὰν ὁ πόλεμος οὗτος κηρυχθῇ ἐξ οἱασδήποτε ἀφορμῆς; Καὶ ὅταν τις τόσας δίδῃ ἀφορμὰς πολέμου, ὅταν καὶ διαταγὰς πυρπολήσεως φρουρίων ἐχθρικῶν δίδῃ, εἶναι δυνατὸν νὰ πιστεύσωμεν, ὅτι οὐδεμίαν φέρει εὐθύνην διὰ τὸν πόλεμον, ὅτι οὐδέποτε διενοήθη πόλεμον; Διὰ τοῦτο εἶπον, ὅτι ἄλλη θὰ ἦτο ἡ συζήτησις, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη, προσερχομένη ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ἔλεγεν: «Αἱ πρὸς τὴν Κρήτην ὑποχρεώσεις μοὶ ἐπέβαλλον ν’ ἀκολουθήσω τὴν πολιτικὴν, ἣν ἠκολούθησα· ἐμμένων εἰς τὰς ἰδέας ἐκείνας, — ἐὰν ἔλεγεν ὁ Πρόεδρος τῆς τότε Κυβερνήσεως — καὶ μὴ νομίζων ὅτι ἔδει νὰ ὑποχωρήσω, προετίμησα νὰ προκαλέσω τὸν πόλεμον, παρασκευαζόμενος πρὸς τοῦτο κατὰ τὸ δυνατόν». Καὶ τότε, ἐὰν οὕτως ὡμίλει ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη, δὲν γνωρίζω πόσοι δὲν θὰ ὠπισθοχώρουν ὁπωσδήποτε πρὸ τῆς τοιαύτης εὐτόλμου γλώσσης, καὶ τότε θὰ ἐτίθετο ἄλλως τὸ ζήτημα, τότε θὰ ἐτίθετο τὸ ζήτημα, ἂν καλῶς ἢ κακῶς ἔπραξε, μὴ ὑποχωρήσασα ἡ Κυβέρνησις, καὶ ἂν καλῶς ἢ κακῶς παρεσκευάσθη, ἔχουσα ὑπ’ ὄψιν τὰς συνεπείας τῆς μὴ ὑποχωρήσεως. Εἶναι λυπηρὸν, ὅτι ἀπὸ τοῦ ὕψους αὐτοῦ τὸ ζήτημα ἔφθασε μέχρι τῶν ἰλαροτήτων, ἃς ὁ κ. ἐκ Παξῶν Βουλευτὴς πρὸ μικροῦ προὐκάλεσεν. Ἀλλ’ ἂν ἔφθασε μέχρι τῶν ἰλαροτήτων τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Παξῶν, ἔπρεπε νὰ νοηθῇ καλῶς, ὅτι, ὅσον ἱλαρώτερα παρέστησεν ὁ ἀξιότιμος φίλος μου τὰ πράγματα, τόσον δυσχερεστέρα καθίσταται ἡ θέσις τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης, ὅτι ἐπτοήθη πρὸ τοιούτων ἱλαροτήτων! (Εὖγε! ἐκ τῆς δεξιᾶς). Ἀλλὰ διατὶ δὲν ἐξετελέσθη ἡ πρὸς τὸν στόλον τῆς Πρεβέζης διαταγὴ, ἣν προανέφερα; Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς ἐξηγεῖ τὸν λόγον τῆς ἀναβολῆς. «Διότι» — λέγει ὁ κ. Λεβίδης — «αἰφνιδίως τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, ἐμοῦ μειονοψηφήσαντος καὶ διαμαρτυρηθέντος, μετέβαλε γνώμην! Ἐν ᾧ ὁ στόλος κατὰ πάντα ἐκεῖ ἦτο ἕτοιμος, ὁ δὲ κ. Ζῶτος, καταπλέων μετὰ τοῦ «Ναυάρχου Μιαούλη» εἰς Λευκάδα, ἐζήτει μίαν ὥραν προτήτερα νὰ ἀρχίσῃ τὸν βομβαρδισμὸν τῆς Πρεβέζης, τηλεγραφῶν μοι τὴν 7 Μαρτίου διὰ τοῦ ἀρχιεπιστολέως αὐτοῦ κ. Λ. Τσουκαλᾶ, ἀνθυποπλοιάρχου, ὅτι ἀντὶ τῆς 9 Μαρτίου, ἡμέρας Κυριακῆς, ἡ ἔναρξις τῆς ἐπιχειρήσεως ἔπρεπε νὰ γείνῃ τὴν 8 Μαρτίου (ἀριθ. 85 ἐμπιστευτικοῦ πρωτοκόλλου), ὁ τότε Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως κ. Δηλιγιάννης συνεκάλει τοὺς Ὑπουργοὺς εἰς Συμβούλιον...» — «Καὶ ἕνεκα τίνος λόγου ἡ ἀναβολή;» Καὶ ἀπαντᾷ ὁ κ. Λεβίδης· ἀκούσατε: «Ἔλεγεν (ὁ κ. Δηλιγιάννης δηλαδὴ) ὅτι δὲν ἐκοιμήθη καθ’ ὅλην τὴν νύκτα, καθόσον, ὡς ἰσχυρίζετο, προκειμένου περὶ τόσον σπουδαίας ἀποφάσεως, εἶχε λησμονήσει νὰ ζητήσῃ τὴν γνώμην καὶ τὴν συναίνεσιν τοῦ Βασιλέως!!! Καὶ τότε ἐπηκολούθησεν ἐν τῷ Ὑπουργικῷ Συμβουλίῳ σφοδροτάτη συζήτησις.» Τὸ πόρισμα δὲ ἐν τῇ συνεντεύξει ταύτῃ τοῦ Βουλευτοῦ Ἀττικῆς ἦτο, ὅτι ἡ ἀναβολὴ τῆς ἐκτελέσεως ἐκείνης δὲν ἦτο ὁριστικὴ, ἀλλὰ προσωρινὴ, διά τινας μόνον ἡμέρας, καὶ ὅτι τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, ἀποφασίσαν τὴν ἀναβολὴν, ὥρισεν, ὅτι μετὰ 2 ἢ 3 ἡμέρας ἤθελε συνέλθει πάλιν, ἵνα ἀποφασίσῃ ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου. Ἀναφέρεται δ’ ἐνταῦθα καὶ μέρος τοῦ πρακτικοῦ τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, τοῦτο: «Ἐπὶ τῇ εἰσηγήσει τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν πάντες οἱ κ. κ. Ὑπουργοὶ συνεφώνησαν καὶ πάλιν κατ’ ἀρχὴν ὡς πρὸς τὸ ἐν προηγουμένῃ συνεδριάσει ἀποφασισθὲν παρ’ αὐτῶν μέτρον ἐνεργείας ἔν τε τῷ Ἀμβρακικῷ κόλπῳ καὶ ἐκτὸς αὐτοῦ... Τοῦ μὲν Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν ἐπιμένοντος, ἵνα ἡ διὰ τοῦ στόλου κατεδάφισις τῶν ὀχυρωμάτων ἐκτελεσθῇ τῇ πρωΐᾳ τῆς Κυριακῆς, 9 ἱσταμένου, ὡς εἶχεν ἤδη κατὰ προτέραν συνεδρίασιν ὁρισθῆ ὑπὸ τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου...» (ἔπειτα προβάλλονται αἱ δικαιολογίαι τῶν Ὑπουργῶν μετὰ τῶν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, σημειουμένου: νὰ ἀναβληθῇ ἐπ’ ὀλίγας ἡμέρας ἡ ἐκτέλεσις τῶν προαποφασισθέντων»). Τοιαῦτα εἶχον ἀποφασισθῆ ἀπὸ τῆς 3 Μαρτίου. Ἡ τυπικὴ δικαιολογία τῆς ἀποφάσεως ἦτο ἐκείνη, ἣν προανέφερα, ὅτι ἐθεωρήθη, ὅτι εἶχε νόμιμον δικαίωμα ἡ Ἑλλὰς νὰ ἐνεργήσῃ οὕτως, οὕτω δὲ ἐνεργοῦσα, δὲν προέβαινεν εἰς κήρυξιν πολέμου. Ἀλλ’ ὅτε ἠρωτήθη ὁ τότε Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, ποίας συνεννοήσεις εἶχεν ἀνταλλάξει μετὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν πρὸς τοιαύτην ἐνέργειαν, ἵνα ἀντιμετωπίσωσι τὰς πιθανὰς συνεπείας, ἀπαντᾷ: «Ἀπὸ τῆς 25 Φεβρουαρίου ἐ. ἔ. (ἤτοι 40 ὅλας ἡμέρας πρὸ τῆς ἐνάρξεως τοῦ πολέμου) διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 4223 ἐγγράφου μου διεβίβασα πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν τηλεγράφημα τοῦ ἐν Βονίτσῃ κυβερνήτου τοῦ «Ἀκτίου», ζητοῦντος ὅπλα πρὸς διανομὴν εἰς τοὺς κατοίκους. Τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν ὑπεσχέθη καὶ ὅπλα καὶ ἄνδρας πρὸς ἐνίσχυσιν τῆς φρουρᾶς τοῦ Ἀκτίου. Καὶ ἐνῷ ἐγὼ αὐθημερὸν διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθμὸν 4312 τηλεγραφήματος ἀνήγγελλον τῷ κυβερνήτῃ τοῦ «Ἀκτίου» τὰ ὑποσχεθέντα, ἰδοὺ τί μετὰ 10 ὅλας ἡμέρας μοὶ ἐτηλεγράφει οὗτος ἐκ Βονίτσης: ΒΟΝΙΤΣΑ, 7 Μαρτίου 1897. Ὑπουργεῖον Ναυτικῶν, Ἀθήνας. Ἀριθ. 5567. Πολλάκις ἀνεφέραμεν ὑμῖν, ἀλλὰ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν δὲν ἐνήργησεν εἰσέτι τι ἀποτελεσματικῶς, μὴ ἐννοῆσαν, φαίνεται, ἀναφοράν μας. Ἀνάγκη ἀπόλυτος νὰ διαταχθῇ πλοίαρχος «Ἀκτίου» νὰ ἔχῃ ὅπλα ἕτοιμα πρὸς διανομὴν κατοίκοις Πρεβέζης, ὅπως ἐν περιπτώσει πολέμου μὴ σφαγῶσιν ἅπαντες, ὄντες ἄοπλοι.» Καὶ ὅτε τὴν 20 Φεβρουαρίου διεξήγοντο τοιαῦται συνεννοήσεις, σπουδαιολογοῦμεν λέγοντες, ὅτι δὲν προεκαλοῦμεν ἡμεῖς τὸν πόλεμον, ἀλλὰ προεκάλεσαν αὐτὸν οἱ ὀλίγοι ἁρματωλοί, τοὺς ὁποίους τοσοῦτον κωμικοὺς ἀπεικόνισεν ὁ ἔντιμος ἐκ Παξῶν φίλος μου; Καὶ ποῖαι αἱ πράξεις αἱ πολεμικαὶ, καὶ ποῖαι αἱ ἐνέργειαι, αἱ προκαλοῦσαι πόλεμον, ἂν δὲν ἦναι ἡ κατάληψις ἐδάφους, ἀνήκοντος εἰς ξένον Κράτος, ἂν δὲν ἦναι ἡ ἀπειλὴ πυρπολήσεως φρουρίων τοῦ Κράτους αὐτοῦ, ἂν δὲν ἦναι ὁ ἐξοπλισμὸς ὑφ’ ἡμῶν ὑπηκόων αὐτοῦ, ἂν δὲν ἦναι αἱ τοιαῦται προπαρασκευαὶ καὶ ἐξοπλισμοί; Καὶ τί ἄλλο ἀπαιτεῖται, ἵνα πεισθῶμεν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη παρεσκευάζετο πρὸς πόλεμον καὶ ἀνέμενε πόλεμον; Ἀλλὰ μήπως ὑπάρχει μείζων καταδίκη ἢ αὐτὴ ἡ αὐτοκαταδίκη, ἡ ἄρνησις, ὅτι προπαρεσκευάζοντο εἰς πόλεμον; Διότι, ἐὰν μὴ προπαρεσκευάζοντο εἰς πόλεμον, ἂν μὴ εἶχον ὑπ’ ὄψιν ἐπικείμενον πόλεμον, πρὸς τί ἡ τόση ταραχὴ καὶ ἐξάντλησις διὰ τὴν προπαρασκευὴν αὐτὴν τοῦ ὀλέθρου, ὃν ὑπέστημεν, ἂν δὲν εἶχον σκοπὸν νὰ πολεμήσωσι; Δὲν εἶχον ὅμως σκοπὸν νὰ πολεμήσωσι! Καὶ περὶ τὰ μέσα Μαρτίου, ἐπειδὴ εἶχεν ἐκφύγει ἀπὸ τῶν χειρῶν αὐτῶν ἡ διεύθυνσις πάσης ἀρχῆς, πάσης ἐξουσίας, ἀπεστέλλετο ὁ Διάδοχος εἰς Θεσσαλίαν, οὐχὶ ἵνα ἐνθουσιάσῃ τὸν στρατὸν καὶ τὸ ἔθνος, ἀλλ’ ἵνα περισυλλέξῃ ἐκ τῶν κάμπων τῆς Θεσσαλίας τὴν κυβερνητικὴν ἐξουσίαν, τὴν ὁποίαν διέσυρον ἐκεῖ οἱ φέροντες τὸν βελούδινον σκοῦφον ἀντάρται, κατὰ τὴν τόσον γραφικὴν ἀπεικόνισιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Παξῶν. Πῶς λοιπὸν ἐπῆλθεν ὁ πόλεμος; Διότι, λέγουσιν, ἐξηγέρθη σύσσωμον τὸ ἔθνος καὶ ἐζήτει αὐτόν. Ἀλλὰ τίνα λοιπὸν θέσιν εἶχε πλέον ἡ Κυβέρνησις, ἡ ἔχουσα ἐναντίαν γνώμην πρὸς ὅλον τὸ ἔθνος; Τίνα ὑπόστασιν ἔχει Κυβέρνησις κοινοβουλευτικὴ, καθ’ οὓς κανόνας μάλιστα, τοσοῦτον ἀκράτως φιλελευθέρους καὶ ἀκράτως λαϊκοὺς, ἀκούομεν ἀναπτυσσομένους ἐνταῦθα ἀπό τινος; Τίνα θέσιν ἔχει ἡ Κυβέρνησις, τῆς ὁποίας ἡ γνώμη, ἡ θέλησις, αἱ σκέψεις, οἱ φόβοι, αἱ ἐλπίδες συγκρούονται πρὸς τὰς ἐλπίδας καὶ τοὺς φόβους καὶ τὰς ἰδέας καὶ τὴν θέλησιν σύμπαντος τοῦ ἔθνους; Καὶ τί ἄλλο ὑπελείπετο εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἐκείνην, μὴ δυναμένην πλέον νὰ ἐπιβάλῃ τὴν ἰδίαν αὐτῆς θέλησιν, ἢ νὰ παραδώσῃ τὸ πηδάλιον εἰς χεῖρας ἄλλων, ἀφοῦ ἐνόμιζεν, ὅτι αὐτὴ δὲν ἔπρεπε νὰ κυβερνήσῃ κατὰ τὰ προστάγματα τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας, ἵνα ἔλθωσιν ἐκεῖνοι, οἵτινες τυχὸν ὑπισχνοῦντο, ὅτι ἤθελον κυβερνήσει ὑπείκοντες εἰς τὰς τοιαύτας ἰδέας; Καὶ τίνα δικαιολογίαν δύναται νὰ ἔχῃ ἡ παραμονὴ τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης, Κυβερνήσεως ὁμολογούσης, ὅτι ἔβλεπεν ἐπερχόμενον τὸν πόλεμον, ὁμολογούσης, ὅτι δὲν εἶχε τὴν δύναμιν νὰ τὸν ἀποτρέψῃ, ὅτι δὲν εἶχε τὴν δύναμιν νὰ συγκρατήσῃ τὰ ἡνία, τὴν δύναμιν νὰ συγκρατήσῃ οὔτε κἂν ἑκατὸν ἢ διακοσίους ἀντάρτας, ἀπὸ ἐκείνους τοὺς τόσον κωμικοὺς παριστανομένους; Τὰ ἀνταρτικὰ σώματα, Κύριοι, δὲν προκαλοῦσιν εὐκόλως πολέμους. Οὔτε πόλεμον κατὰ τῆς Βουλγαρίας προεκάλεσαν ἐπὶ τοσαῦτα ἔτη οἱ ἐπαναστάται καὶ λησταντάρται τοῦ κομιτάτου αὐτῆς, οὔτε πόλεμον κατὰ τῆς Ἑλλάδος προεκάλεσαν οἱ εἰς Μακεδονίαν εἰσβαλόντες ἀντάρται τοῦ 1896. Πρέπει νὰ θέλωμεν νὰ κάμψωμεν τὴν ὀρθοφροσύνην ἡμῶν, νὰ καταδικάσωμεν τὴν εὐθυκρισίαν ἡμῶν, νὰ πνίξωμεν καὶ τοῦ κοινοτάτου ἔτι τῶν ἀνθρώπων τὴν λογικὴν, ἵνα πιστεύσωμεν, ὅτι προεκάλεσαν τὸν πόλεμον τῆς Ἑλλάδος αἱ πράξεις, αἱ σχέσεις καὶ ἡ στάσις καὶ αἱ ἐνέργειαι αὐτῶν τῶν ἑκατὸν κωμικῶν, τῶν τραπέντων εἰς φυγὴν τὴν ἑπομένην τῆς ἐκ τῶν συνόρων ἐξόδου, ἀφοῦ δὲν προεκάλεσαν πόλεμον οἱ μὴ κωμικοὶ, οἵτινες ἀληθῶς ἐπολέμησαν καὶ ἔπεσαν ἐν τῇ δούλῃ Ἑλλάδι τὸ 1896. Ἑταιρεῖαι, ὡς εἶπον, πάντοτε ἀναφαίνονται· προκειμένου δὲ περὶ ἐξωτερικῆς πολιτικῆς, προκειμένου περὶ ἐνθουσιασμοῦ τοῦ λαοῦ ἕνεκα κινδύνου ἐθνικοῦ, εἶναι παρήγορον τὸ φαινόμενον λαοῦ συγκινουμένου, συνταρασσομένου καὶ ἐξεγειρομένου ἐν τοιαύτῃ περιστάσει. Κατὰ τινα παρομοίωσιν, οἱ λαοὶ ὁμοιάζουσι τὰς κυψέλας τῶν μελισσῶν· ὅσον περισσότερον βομβοῦσιν αὗται, τόσον ὑγιέστεραι εἶναι, καὶ ὅσῳ περισσότερον οἱ λαοὶ βομβοῦσιν ὑπὸ ἐνθουσιασμοῦ ὑπὲρ τῆς πατρίδος, τοσούτῳ ὑγιέστερον πατριωτισμὸν, τοσούτῳ κραταιότερον φρόνημα ἔχουσιν. Εἰς τὰς Κυβερνήσεις ἀπόκειται νὰ ἐπωφελῶνται τὸν ἐνθουσιασμὸν αὐτῶν, εἰς τὰς Κυβερνήσεις ἀπόκειται νὰ διευθύνωσι τὸν ἐνθουσιασμὸν ἐπ’ ἀγαθῷ τῶν ἐθνικῶν συμφερόντων, ὑποτάσσουσαι αὐτὸν ὑπὸ τὰ ἴδια αὑτῶν προστάγματα. Καὶ δὲν εἶχεν ἄλλοτε ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς φλέγοντα ζητήματα ἐξωτερικά; καὶ δὲν εἶχεν ἐξεγερθῆ, ὅτε ἐπέβαλε τὴν Οἰκουμενικὴν Κυβέρνησιν; καὶ δὲν εἶχεν ἐξεγερθῆ, ὅτε ἔπιπτον θύματα ἐν τῇ πλατείᾳ τοῦ Συντάγματος; καὶ δὲν εἶχε σύσσωμος ἐξεγερθῆ, ὅτε ὁ ἀείμνηστος Κουμουνδοῦρος δὲν ἐκήρυξε τὸν πόλεμον κατὰ τὴν ἐποχὴν τοῦ Ρωσσοτουρκικοῦ πολέμου; καὶ δὲν εἶχεν ἐπιφόβως ἐξεγερθῆ, ὅτε τὸ 1881 ὁ ἀείμνηστος καὶ μέγας ἀληθῶς ἀνὴρ ἐκεῖνος ἔστερξε τὴν προσάρτησιν τῆς Θεσσαλίας, παρὰ τὴν γνώμην τοῦ πλείστου τοῦ ἔθνους, φρονοῦντος ὅτι μείζων ἐπιμονὴ ἤθελεν ἐπιτύχει πλείονα; Καὶ εἴδομεν αὐτὸν, καὶ ὅσοι δὲν ὑπήρχομεν τότε, ἵνα τὸν ἴδωμεν, βλέπομεν τὴν εἰκόνα αὐτοῦ ὁμιλοῦντος, ὅταν συμβουλευώμεθα τὴν ἱστορίαν, καὶ εἴδομεν αὐτὸν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὑψούμενον εἰς ἀληθῆ γίγαντα πολιτικὸν, ὅτε, αἴρων τὴν εὐθύνην τῆς τοιαύτης λύσεως τοῦ ζητήματος, αἴρων αὐτὸς τὴν κατακραυγὴν, ἐκήρυττεν ἐν μεγαλοφροσύνῃ ψυχῆς, ὅτι, καὶ ἂν προσηρτήθη ἡ Θεσσαλία, ἡ Ἑλλὰς ὀφείλει νὰ εὐγνωμονῇ τὸν Βασιλέα αὑτῆς! Ὅταν τοιοῦτοι πολιτικοὶ ἄνδρες κυβερνῶσι, ὅταν τοιαῦται στιβαραὶ χεῖρες κρατῶσι τὰ ἡνία, δὲν τολμᾷ, οὔτε δύναται εἷς λαὸς νὰ μὴ πείθηται εἰς τὰ κελεύσματα αὐτῶν! Ἀλλὰ μὴ δὲν εἴχομεν ἐξέγερσιν τοῦ λαοῦ κατὰ τὸ 1885; Ἀλλὰ μὴ δὲν ἤκουσεν ἄπειρα τότε ἀναθέματα καὶ ὕβρεις καὶ συκοφαντίας ὁ ἀείμνηστος Τρικούπης, δηλώσας ὅτι ἡ Ἑλλὰς δὲν δύναται νὰ πολεμήσῃ; Ἀλλ’ οὔτε πρὸ τῶν ὕβρεων, οὔτε πρὸ τῶν συκοφαντιῶν καὶ τῆς ἐξεγέρσεως ὑπεχώρησεν, ἀλλ’ ἐκήρυξε στεντορείως, μὲ σθένος ἀληθοῦς κυβερνήτου ἀνδρὸς, τὸ γνωστὸν ἐκεῖνο σθένος, ὅτι ἡ Ἑλλὰς δὲν ἔπρεπε νὰ πολεμήσῃ, ἀδιαφορῶν, ὡς πρέπει ν’ ἀδιαφορῇ πᾶς πολιτικὸς ἀνὴρ, πρὸς τὴν γνώμην τοῦ λαοῦ τὴν ἐφήμερον, τὴν εὐμετάβολον, βλέπων μόνον, πῶς νὰ πράξῃ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἡ συνείδησις αὐτοῦ ἔλεγεν, ὅτι ὑπηγόρευεν εἰς αὐτὸν τὸ ἐθνικὸν συμφέρον. Καὶ ὅταν τὰ ἔθνη, καὶ ὅταν οἱ λαοὶ βλέπωσιν ἡγέτας περιβαλλομένους διὰ τόσης ἐκτιμήσεως, διὰ τόσης κύρους γνώμης, προερχομένους ἀνὰ μέσον αὐτῶν καὶ κηρύττοντας ἐναντίαν γνώμην, καὶ προσπαθοῦντας νὰ χαλιναγωγήσωσι, δὲν ἐξεγείρονται κατ’ αὐτῶν· ὑπείκουσιν εἰς αὐτούς. Μὴ μᾶς δεικνύωσι λοιπὸν, Κύριοι, φάσματα καὶ σκιὰς Ἐθνικῶν Ἑταιρειῶν, ἢ σκιὰς ἀρματωλῶν, ἀλλὰ καὶ σκιὰς δὲν γνωρίζω τίνων ἄλλων προσώπων. Πάντα ἐκεῖνα τὰ φάσματα θὰ διελύοντο, ἂν μὴ εἶχε καταντήσει φασματώδης ἡ ὕπαρξις αὐτῆς ταύτης τῆς Κυβερνήσεως! Καὶ ἠκούσατε, ἠκούσατε πόσον κωμικῶς παρέστησε τὸν μπαμπούλαν ἐκεῖνον τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας ὁ ἐκ Παξῶν Βουλευτὴς! Καὶ ὅμως αὐτὸς ὁ κωμικὸς μπαμπούλας ἦτο ὁ ἐπιβαλὼν εἰς ὑμᾶς νὰ στέρξητε, ὡς λέγετε, τὸν πόλεμον! Δὲν νομίζω, Κύριοι, διότι δὲν ὑποτιμῶ τὴν ὑπέροχον νοημοσύνην ἰδίᾳ τοῦ προϊσταμένου τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης, δὲν νομίζω, ὅτι δύναταί τις νὰ πείσῃ οὐδ’ ἐμὲ, οὐδ’ ἄλλον τινὰ ἐνταῦθα, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη δὲν ἀνέμενε τὸν πόλεμον. Τοῦτο δὲ μὲ ἐκπλήττει, πῶς δὲν ὁμολογεῖ, ὅτι καὶ τὸν ἀνέμενε καὶ δὲν ἠδύνατο νὰ τὸν ἀποφύγῃ, καὶ ἂν ἀπαιτοῦνται εὐθῦναι παρ’ αὐτῆς, εὐτόλμως καὶ μετὰ θάρρους καὶ παρρησίας νὰ τὰς δώσῃ διὰ τὴν ἐνέργειάν της. Ὁ πόλεμος εἶχεν ἀποφασισθῆ ἀφ’ ἧς ἀπέβη ὁ στρατὸς εἰς Κρήτην, ἀπεφασίσθη τὸ δεύτερον, ὅτε ἐστάλησαν διαταγαὶ βομβαρδισμοῦ τῆς Πρεβέζης· εἶχε καὶ πρὸ αὐτοῦ ἀποφασισθῆ, ὅτε ἐκαλοῦντο σειραὶ ἡλικιῶν — διότι βεβαίως αἱ σειραὶ αὐταὶ δὲν ἐκαλοῦντο διὰ νὰ ἐμπαιχθῇ τὸ ἔθνος· — ἀπεφασίσθη δὲ μᾶλλον ὡρισμένως, ὅτε δὲν ὑπεχωρήσαμεν εἰς τὰς προτάσεις τῶν Δυνάμεων. Δι’ ὅλων τῶν πράξεων καὶ ἐνεργειῶν τῆς Κυβερνήσεως πρὸς τὸν πόλεμον ἐβαίνομεν. Ἀλλ’ εἶχεν ἀποφασισθῆ ἄνευ θελήσεως ἰδίας, δυναμένης νὰ ἐπιβάλληται. Ἡ θέλησις ἔλειπεν ἐκ τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης. Οὐδὲν τὸ παράδοξον, ὅτι αὐτὸ τὸ κενὸν, τὸ σχηματιζόμενον ἐν τῇ Κυβερνήσει, κενὸν θελήσεως, ἔσπευδε νὰ τὸ πληρώσῃ ὁ λαὸς, ὅπως πᾶν κενὸν δὲν δύναται παρὰ νὰ πληρωθῇ, κατὰ φυσικὸν νόμον. Ἐὰν ὑπῆρχε θέλησις κυβερνώντων, καὶ ἂν αὕτη ἤθελεν εἶναι ἐναντία πρὸς τὴν θέλησιν τῶν κυβερνωμένων, δὲν θὰ ἐπεβάλλετο τῶν κυβερνωμένων ἡ θέλησις. Οἱ κυβερνώμενοι ἐπιβάλλονται, ὅταν δὲν αἰσθάνωνται τοὺς κυβερνῶντας. Καὶ εἶναι ἀληθῶς λίαν παράδοξον τὸ πόρισμα τῆς συζητήσεως, εἰς ὃ φθάνουσιν οἱ ἀξιότιμοι ἐκ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως συνήγοροι τῆς πολιτικῆς ἐκείνης· διότι δὲν μένει ἢ, ἐνῷ ὁ λαὸς ζητεῖ παρὰ πάντων ἡμῶν εὐθύνας, ἡμεῖς νὰ διακηρύττωμεν, ὅτι πταίουσι πάντες, πλὴν τῶν ἀντιπροσώπων αὐτοῦ καὶ τῆς Κυβερνήσεως τῆς ἐποχῆς ἐκείνης. Τοῦτο δὲ εἶναι τὸ πόρισμα. «Σὺ πταίεις, ὁ ζητῶν παρ’ ἡμῶν εὐθύνας, — λέγουσι πρὸς τὸν λαὸν, — σὺ καὶ δι’ ὅσα ἠθέλομεν, καὶ δι’ ὅσα δὲν ἠθέλομεν!» Βεβαίως οὐδαμοῦ οὐδεμία ποτὲ Βουλὴ ἔφθασεν εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι εὐθῦναι πράξεων κυβερνητικῶν ἀνήκουσιν εἰς τοὺς κυβερνωμένους. Ἀλλ’ οἱ μὴ δυνάμενοι νὰ κυβερνῶσι, καὶ μάλιστα ἐν περιστάσεσι κρισίμοις, καθῆκον ἔχουσι νὰ προσφέρωσιν ὁποίαν τουλάχιστον δύνανται ὑπηρεσίαν εἰς τὴν πατρίδα, τὴν διεύθυνσιν τῶν δημοσίων πραγμάτων εἰς ἄλλους, δυναμένους νὰ κυβερνῶσιν, ἀντὶ νὰ κυβερνῶνται. Καὶ ἰδοὺ ἡ μεγάλη εὐθύνη τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης. Τὴν εὐθύνην ταύτην οὐδὲν ἔγγραφον καὶ οὐδεμία ἀπολογία καὶ οὐδεμία δικαιολογία δύναται νὰ ἀναιρέσῃ. Ὁσονδήποτε καὶ ἂν πταίῃ ἡ Ἐθνικὴ Ἑταιρεία, ὁσονδήποτε καὶ ἂν ἦναι ἔνοχος οἱοσδήποτε καὶ ἐν αὐτῇ καὶ ἐκτὸς αὐτῆς, καὶ ἐν Ἑλλάδι καὶ ἐκτὸς τῆς Ἑλλάδος, τῶν πάντων ἡ εὐθύνη οὐδέποτε δύναται ν’ ἀναιρέσῃ τὴν εὐθύνην τῶν κυβερνώντων. Καὶ ὡδηγήθημεν ὅπου ὡδηγήθημεν! Ἔλεγε δὲ ἐν τῇ ἀληθῶς εὐγλώττῳ καὶ διδακτικωτάτῃ ἀγορεύσει αὑτοῦ ὁ ἐκ Τυρνάβου ἀξιότιμος συνάδελφος τὴν ἑσπέραν ταύτην: «Τί πταίει ὁ τελευταῖος θεράπων ἰατρὸς, ἐὰν ὁ ἀσθενὴς ἀπέθανε; διατὶ δὲν ἐρευνᾶτε, μὴ τυχὸν ὁ ἀσθενὴς ἐκεῖνος ἔπασχεν ὀργανικήν τινα πάθησιν ἀνίατον;» Ἐγὼ βεβαίως δὲν θὰ ὁμιλήσω περὶ τῶν αἰτίων τῆς ἥττης, οὔτε πρόκειται περὶ τούτου. Ἀλλ’ ὅταν ὁ οὕτω πάσχων, κατὰ τὴν γνώμην τοῦ τελευταίου θεράποντος ἰατροῦ, ἀσθενὴς διατάσσηται νὰ κάμῃ ἕνα περίπατον μέχρις Ὀλύμπου, καὶ πέραν ἔτι, εἰς τόσον ἀκατάλληλον, κατὰ τὴν γνώμην αὐτοῦ τούτου τοῦ ἰατροῦ, ὥραν, βεβαίως πταίει ὁ ἰατρὸς διὰ τὸν θάνατον τοῦ ἀσθενοῦς! Καὶ ἡμεῖς μὲν, Κύριοι, οὐδεμίαν ἔχομεν νὰ ζητήσωμεν εὐθύνην. Αἱ εὐθῦναι αἱ πολιτικαὶ ἐξωφλήθησαν. Εὐθύνας δὲ ποινικὰς ἐγὼ δὲν διενοήθην ὅτι ἦτο δυνατὸν, ἢ ὅτι ἔπρεπε νὰ ζητήσῃ ὅθεν δήποτε ἡ Βουλὴ, καὶ ἐφ’ ὅσον κατὰ νόμον εἶχε τὸ δικαίωμα τοῦτο. Ἡμεῖς οὐδεμίαν ἔχομεν νὰ δώσωμεν ψῆφον ἐπὶ τῶν πραγμάτων τούτων. Μᾶς παραπέμπουσιν ὅμως ἐνώπιον τῶν ἐκλογέων, οἵτινες θὰ κληθῶσι μίαν ἡμέραν νὰ κρίνωσιν ἡμᾶς, καὶ παριστάνεται μετὰ πολλῶν ἐλπίδων ὁ ἄγριος ἐκεῖνος καὶ ὁρμητικὸς χείμαρρος, ὅστις θὰ παρασύρῃ πάντας τοὺς ἐν τῇ πτέρυγι ταύτῃ παρακαθημένους! (δεικνύει τὴν δεξιάν). Δὲν γνωρίζω, ὁποῖαι ἰδέαι θὰ ἐπικρατήσωσιν ἐν τῇ γνώμῃ καὶ τῇ συνειδήσει τοῦ λαοῦ τὴν ἡμέραν ἐκείνην, δὲν γνωρίζω πῶς θὰ κρίνῃ περὶ τῶν ἀρχῶν καὶ τῶν προσώπων, τῶν τε ἐνταῦθα, τῶν τε ἐκεῖ παρακαθημένων. Γνωρίζω ὅμως, ὅτι καὶ οἱ λαοὶ θέλουσι νὰ ἄρχωνται, καὶ ὁ λαὸς οὗτος οὐδέποτε βεβαίως θὰ θελήσῃ νὰ κυβερνηθῇ καὶ πάλιν κατὰ τὸν ἀκυβέρνητον τρόπον τοῦ 1897, καὶ ὁ λαὸς οὗτος θὰ θελήσῃ ὁπωσδήποτε, τὸ πηδάλιον τοῦ κυβερνητικοῦ σκάφους νὰ κρατῆται στιβαρᾷ τῇ χειρὶ, ἵνα μήτε ὑπὸ τῆς πρώτης πνοῆς ἐναντίου ἀνέμου ἁρπάζηται ἀπὸ τῶν χειρῶν τοῦ κυβερνήτου, μήτε εἰς τὴν πρώτην ὁρμὴν τοῦ πληρώματος σπεύσῃ καὶ παραδώσῃ αὐτὸς ὁ κυβερνήτης τὸ πηδάλιον αὐτὸ, μόνον καὶ μόνον ἵνα ἀπαλλάξῃ ἑαυτὸν πάσης εὐθύνης! (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς δεξιᾶς).
§218Α. ΣΚΑΛΤΣΟΔΗΜΟΣ. Χειροκροτεῖτε, ἀλλὰ τὴν διάλυσιν τὴν φοβεῖσθε.
§219ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Δούνης ἔχει τὸν λόγον.
§220ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Εἶναι δύο ἡ ὥρα, κύριε Πρόεδρε!
§221ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ἠμπορεῖτε νὰ ὁμιλήσητε, κύριε Δούνη;
§222Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Νομίζω καὶ ἐγὼ, ὅτι εἶναι ἀνάρμοστον, προκειμένου περὶ τοιούτου ζητήματος, νὰ ὁμιλήσω τοιαύτην ὥραν. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις δι’ αὔριον.
§223ΠΟΛΛΟΙ (ἐκ τῆς δεξιᾶς). Ὄχι, ὄχι.
§224Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Ἐγὼ θὰ ὁμιλήσω ἐν λεπτομερείᾳ.
§225ΠΟΛΛΟΙ (ἐκ τῆς δεξιᾶς). Ὅσον θέλετε.
§226ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίστε, κύριε Δούνη.
§227Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἠμποροῦμεν νὰ καθήμεθα ἕως τὸ πρωΐ!
§228Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Ὅτε κατὰ τὴν προχθεσινὴν συνεδρίασιν, κύριοι Βουλευταὶ, παρῆλθε τὸ βῆμα ὁ ἀξιότιμος ἐκ Κερκύρας Βουλευτὴς καὶ τέως Πρωθυπουργὸς, ἐπίστευον, ὅτι ἤθελε διατυπώσει τὰς εὐθύνας, τὰς ὁποίας ἐζήτει ἀπὸ τὸν Πρωθυπουργὸν τοῦ 1897...
§229Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Δὲν ἐζήτησα τίποτε.
§230Κ. ΔΟΥΝΗΣ. .. Ἐπίστευον, λέγω, ὅτι ὁ κ. τέως Πρωθυπουργὸς καὶ ἡ πτέρυξ αὕτη (δεικνύει τὴν δεξιὰν), ἡ ὁποία καθ’ ὅλην τὴν διάρκειαν τῆς Περιόδου τῆς παρούσης Βουλῆς βεβαίως οὐδὲν ἄλλο ἔπραττεν ἢ νὰ ῥίπτῃ κατὰ πρόσωπον τῆς πτέρυγος ἐκείνης (δεικνύει τὴν ἀριστερὰν) τὰς εὐθύνας τοῦ πολέμου, ἐπίστευον ὅτι ἤθελε διατυπώσει τὰς εὐθύνας ἐκείνας... Ἀλλὰ ὁμιλῶ, κύριε Πρόεδρε, ἐνώπιον Βουλῆς μὴ οὔσης ἐν ἀπαρτίᾳ.
§231ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑποβάλλετε ἔνστασιν περὶ μὴ ἀπαρτίας, κύριε Δούνη;
§232Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Μάλιστα.
§233ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλά. Θ’ ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος. (Ἀναγνωσθέντος τοῦ ὀνομαστικοῦ τῶν Βουλευτῶν καταλόγου, καὶ μὴ εὑρεθείσης τῆς Βουλῆς ἐν ἀπαρτίᾳ, λύεται ἡ συνεδρίασις, ὥρᾳ 2 καὶ 10′ τῆς πρωΐας τῆς ἐπιούσης).