1902.03.20
2,603 rows · 20,345 words · 55 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 37
Τῆς 20 Μαρτίου 1902.
(Τετάρτη).
(Γενομένης ἀπαρτίας ὥρᾳ 5 καὶ 30′ μ. μ. ἀναγινώσκονται καὶ ἐγκριθέντα ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὑποβάλλω ἐρώτησιν ἔγγραφον πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν (ἀναγινώσκει): «Παρακαλεῖται ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν: Αʹ) Ἐπὶ τίνος νόμου στηρίζονται αἱ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ ταμείου τῶν φάρων καὶ φανῶν ἀναγεγραμμέναι πιστώσεις δύο μηχανικῶν, ἑνὸς ὑπομηχανικοῦ, δύο βοηθῶν, τριῶν μαθητευομένων, ἑνὸς ἀρχιτέκτονος, ἑνὸς βοηθοῦ πρωτοκολλητοῦ, ἑνὸς βοηθοῦ τοῦ λογιστικοῦ γραφείου, ἑνὸς σχεδιαστοῦ, δύο ἀντιγραφέων. Βʹ) Ἂν ἐνεργεῖται τακτικῶς καὶ κατὰ νόμον ἐτησία ἐξέλεγξις τοῦ Ναυτικοῦ Ἀπομαχικοῦ Ταμείου, καὶ πότε ἐνηργήθη ἡ τελευταία.»
§2ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Δηλιγιάννης ἔχει τὸν λόγον.
§3ΔΙΟΝ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Μὲ συγχωρεῖτε νὰ κάμω μίαν παρατήρησιν.
§4Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μάλιστα.
§5ΔΙΟΝ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Κατὰ τὴν χθεσινὴν ἀγόρευσίν μου, κύριοι Βουλευταὶ, μοὶ ἐγένετο διακοπὴ παρὰ τοῦ ἐξ Ἀττικῆς βουλευτοῦ κ. Γουναράκη, ἀφορῶσα εἰς συλλαλητήριον, τὸ ὁποῖον εἶχε γείνῃ κατὰ τὴν 9 ἢ 10 Φεβρουαρίου τοῦ 1897. Ὁμολογῶ, ὅτι δὲν ἀντελήφθην, διότι ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος κάθεται εἰς τὰ ἀνώτερα ἑδώλια, δὲν μὲ ἐβοήθησε δὲ ἡ ἀκοὴ, ἵνα ἀντιληφθῶ τοὺς λόγους του, ὅτι δηλαδὴ ἐγὼ ἔλεγον ψευδῆ πράγματα, ἢ ὅτι ψεύδομαι· ἤκουσα ὅμως τὸν συνάδελφον ἐξ Εὐρυτανίας κ. Τσᾶτσον νὰ ἀπαντήσῃ εἰς τὸν κ. Γουναράκην, χωρὶς ν’ ἀντιληφθῶ ἀκριβῶς, τί εἶπεν· ἀπήντησα δὲ καὶ ἐγὼ εἰς τὴν διακοπὴν, ἀλλ’ ἀπήντησα μὴ ἔχων ὑπ’ ὄψιν τὴν βαρεῖαν φράσιν, τὴν ὁποίαν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς ἀπηύθυνε πρὸς ἐμέ. Ταύτην εἶδον ἀναγραφομένην εἰς τὰς σημερινὰς ἐφημερίδας, δὲν ἔλαβον δὲ καιρὸν νὰ ἐξετάσω τὰ ἐστενογραφημένα πρακτικὰ, ἵνα βεβαιωθῶ, ἐὰν πράγματι ἡ φράσις αὕτη περιέχεται. Ἠπόρησα δὲ μὲ τὸν ἀξιότιμον ἐξ Ἀττικῆς συνάδελφον, διότι δὲν ἐννοῶ, πῶς μετὰ τόσης ἀγανακτήσεως, ἣν διέγνωσα μακρόθεν εἰς τοὺς λόγους του, ἀπήντησε πρὸς ἐμὲ, ὅτι ψεύδομαι ἐπὶ γεγονότος ὅλως παρεμπίπτοντος καὶ οὐδεμίαν σπουδαιότητα, ὡς πρὸς ἐμὲ, ἔχοντος εἰς τὸ θέμα, τὸ ὁποῖον κατὰ τὴν στιγμὴν ἐκείνην ἀνέπτυσσον ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Ἐγὼ τὴν στιγμὴν ἐκείνην ἤθελον νέον νὰ ἀρυσθῶ ἐπιχείρημα περὶ τοῦ ὅτι πάντες πρὸς τὸν πόλεμον ἔτεινον, ἀπὸ τοῦ ἀνωτάτου ἄρχοντος μέχρι τοῦ τελευταίου πολίτου, καὶ ἐπεκαλέσθην τὴν ἀπάντησιν τοῦ Βασιλέως πρὸς τὴν ἐπιτροπὴν, ἡ ὁποία ἐπέδωκε πρὸς τὴν Α. Μ. τὸ ψήφισμα τοῦ λαοῦ τῶν Ἀθηνῶν. Κατὰ τὸ στάδιον τοῦτο τῆς ἀγορεύσεώς μου ὁ κ. Γουναράκης μὲ διέκοψεν, ἐρωτήσας περὶ συλλαλητηρίου, καὶ ὁμολογῶ, ὅτι τὴν στιγμὴν ἐκείνην δὲν ἐνεθυμούμην, πῶς εἶχε λάβει χώραν τὸ γεγονὸς, τὸ ἀναφερόμενον εἰς τὸ συλλαλητήριον τῆς Κυριακῆς τῆς 9 Φεβρουαρίου. Προχείρως ἐνεθυμήθην, ὅτι μοὶ ὑπεδείχθη ὅτι συνεδρίασις ἐγίνετο τὴν ἑσπέραν τοῦ Σαββάτου, παραμονὴν τοῦ συλλαλητηρίου, ἐν τῷ Δικηγορικῷ Συλλόγῳ, καθ’ ἣν βραδέως προσῆλθον καὶ ἐγὼ καὶ περὶ ὥραν προκεχωρηκυῖαν, διότι ἀκριβῶς τὴν ἑσπέραν ἐκείνην μὲ εἶχε προσκαλέσει εἰς τὴν οἰκίαν του ὁ μακαρίτης Μιχαὴλ Μελᾶς καὶ μοὶ ἀνεκοίνωσεν, ὅτι εἶχε κληθῆ παρὰ τῆς Α. Μ. τοῦ Βασιλέως, ὅστις ἀνεκοίνωσεν αὐτῷ ὁμιλίαν γενομένην μεταξὺ Αὐτοῦ καὶ ἑνὸς ἀντιπροσώπου Μεγάλης Δυνάμεως...
§6Κ. Ν. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀκριβῶς.
§7Δ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. .. Ἔδωκε δὲ τὴν ἐντολὴν ἡ Α. Μ. εἰς τὸν μακαρίτην Μελᾶν νὰ δημοσιεύσῃ τὸ ἀντικείμενον τῆς συνεντεύξεως ἐκείνης. Ἐγὼ δὲν ἐνδιέτριψα ἐν τῇ ἀγορεύσει μου εἰς τὸ ἀντικείμενον τῆς συνεντεύξεως, διότι ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἐπιδαύρου Λιμηρᾶς συνάδελφος προχθὲς ἀγορεύων ὡμίλησε περὶ τοῦ ἀγγέλματος ἐκείνου τοῦ Βασιλέως, ὡς ἐχαρακτήρισεν αὐτὸ, καὶ ὡς πράγματι ἦτο, ὁ δὲ μακαρίτης Μελᾶς μᾶς προσέθηκεν, ὅτι, συνεπείᾳ τῆς ἐντολῆς τοῦ Βασιλέως, ἐζήτει τὴν ἑσπέραν ἐκείνην νὰ εὕρῃ τυπογραφεῖον εὔκαιρον, ἵνα δημοσιεύσῃ τὰ περὶ τούτου, τὰ ὁποῖα εἶχεν ἤδη διατυπώσει ἐν χειρογράφῳ, τὸ ὁποῖον καὶ μᾶς ἐπέδειξε...
§8Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Τί ἔλεγε τὸ χειρόγραφον;
§9Κ. Ν. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐδημοσιεύθη εἰς παράρτημα τῆς «Ἀκροπόλεως».
§10Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἐπάνω κάτω τί ἔλεγε;
§11Δ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Βεβαίως θὰ τὸ ἀνεγνώσατε, διότι ἐδημοσιεύθη. Ἐζήτει λοιπὸν ὁ μακαρίτης Μελᾶς τυπογραφεῖον, ἵνα τυπώσῃ τὸ ταχύτερον ἐν παραρτήματι τὸ χειρόγραφον ἐκεῖνο, μετὰ κόπου δὲ κατώρθωσε νὰ εὕρῃ, διότι κατὰ τὴν ὥραν ἐκείνην, 10ην τῆς νυκτὸς, δὲν εὕρισκε τυπογραφεῖον ἀνοικτὸν, πλὴν τῶν τῶν ἐφημερίδων, τὰ ὁποῖα ἦσαν ἀπησχολημένα εἰς τὴν τύπωσιν τῶν φύλλων· καὶ ἐπὶ τέλους κατωρθώθη νὰ τυπωθῇ, δὲν ἐνθυμοῦμαι εἰς ποῖον τυπογραφεῖον· ἄλλως ὁ κ. Παπαμιχαλόπουλος λέγει, ὅτι ἐδημοσιεύθη ἐν παραρτήματι τῆς «Ἀκροπόλεως»· ἐγὼ ἐνόμιζον, ἐν παραρτήματι τοῦ «Ἄστεως». Ταῦτα μαθὼν, μετέβην εἰς τὸν Δικηγορικὸν Σύλλογον μετὰ τοῦ κυρίου Ἔσλιν, ἂν ἐνθυμοῦμαι καλῶς, ὅστις διετέλει πρόεδρος τοῦ Δικηγορικοῦ Συλλόγου, ἐγὼ δὲ ἤμην μέλος τοῦ Συμβουλίου, ἀκούσαντες δὲ, ὅτι ἐγένετο συζήτησις περὶ συμμετοχῆς τοῦ Δικηγορικοῦ Συλλόγου εἰς τὸ γενησόμενον συλλαλητήριον τὴν ἐπαύριον Κυριακὴν, σκοποῦν νὰ προκαλέσῃ ψήφισμα τοῦ λαοῦ τῶν Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς, τὸ ὁποῖον νὰ ἐπιδοθῇ εἰς τὸν Βασιλέα, καὶ διὰ τοῦ ὁποίου παρωρμᾶτο ὁ Βασιλεὺς νὰ ἐμμείνῃ ἐν τῇ πολεμικῇ πολιτικῇ, τὴν ὁποίαν εἶχεν ἤδη ἐκδηλώσει, παρετήρησα ἐγὼ, — δὲν ἐνθυμοῦμαι, ἂν ἔλαβον τὸν λόγον δημοσίᾳ ἀγορεύσας, ἢ κατ’ ἰδίαν πρὸς συναδέλφους, ἀλλὰ νομίζω κατ’ ἰδίαν, — παρετήρησα εἰς τὰ μέλη, ὅτι ἦτο περιττὸν τὸ συλλαλητήριον, διότι ὁ Βασιλεὺς δὲν ἔχει ἀνάγκην ἐνθαρρύνσεως, καὶ μετ’ ὀλίγον θὰ ἐκδοθῇ παράρτημα, τοῦ ὁποίου τὸ περιεχόμενον ἀνεκοίνωσα εἰς τοὺς συναδέλφους. Ἀλλὰ καὶ μετὰ τοῦτο δὲν ἤθελον νὰ μεταπεισθῶσι. Μετέβημεν δὲ κατόπιν, δὲν ἐνθυμοῦμαι μετὰ τίνων ἐξ αὐτῶν, εἰς τὸ κατάστημα τῆς Ἑταιρείας τοῦ «Ἑλληνισμοῦ», ὅπου συνεδρίαζον αἱ Συντεχνίαι, κατὰ πρόσκλησιν τῆς Ἑταιρείας τοῦ «Ἐλληνισμοῦ», καὶ ἐκεῖ, ἀφοῦ ἤκουσα τὰς ἀνταλλαγείσας σκέψεις, ἐποιησάμην τὴν αὐτὴν παρατήρησιν, ὅτι δηλαδὴ ἐφρόνουν, ὅτι τὸ συλλαλητήριον ἦτο περιττὸν, διότι ὁ Βασιλεὺς ἔχει τὰς αὐτὰς διαθέσεις, τὰς ὁποίας ἀκριβῶς τὸ συλλαλητήριον σκοπεῖ νὰ ὑπεκκαύσῃ. Δὲν ἤκουσαν οἱ συνελθόντες ἐκεῖ, καὶ ἐπέμενον εἰς τὴν συγκρότησιν τοῦ συλλαλητηρίου. Τὴν ἐπαύριον δὲ παρέστην θεατὴς, ὅτε τὸ πλῆθος ἤρχετο ἐκ τῶν στύλων τοῦ Ὀλυμπίου Διὸς μετ’ ἐπιτροπῆς, ἥτις ἀνέβη εἰς τὰ Ἀνάκτορα καὶ ἐπέδωκε τὸ δημοψήφισμα. Ἐγὼ εἰς τὴν ἀνάπτυξιν τοῦ θέματος δὲν εἶχον ἀνάγκην νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν τὰ περὶ τοῦ συλλαλητηρίου, διότι οὐδόλως συνετέλουν ταῦτα εἰς τὸ θέμα. Τὸ μόνον ἐπιχείρημα, τὸ ὁποῖον ἤθελον νὰ ἀντλήσω ἐκ τῶν ἱστορικῶν τῆς ἐποχῆς ἐκείνης γεγονότων, ἦτο ἡ ἀπάντησις τῆς Α. Μ. εἰς τὸ δημοψήφισμα. Ἐν τούτῳ τῷ σταδίῳ μοὶ ἐγένετο ἡ διακοπὴ μετὰ τόσης ἐπιθέσεως. Νομίζω, ὅτι ὁ συνάδελφος ἐξ Ἀττικῆς ἐζήτησε νὰ μὲ καταλάβῃ, οὕτως εἰπεῖν, ἀντιφάσκοντα, καὶ εἴτε διότι εἶχε τὴν ἰδέαν, ὅτι ἐγὼ κατ’ ἐντολὴν τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας συνηγόρησα διὰ τὸ συλλαλητήριον, ἢ ὅτι κατ’ ἐντολὴν τοῦ Βασιλέως μετέβην νὰ ἐμποδίσω αὐτὸ, (διότι εἶδον εἰς ἐφημερίδα καὶ τοῦτο) ἐπετέθη κατὰ τρόπον μὴ προσήκοντα καὶ μὴ ἁρμόζοντα ἐν τῷ περιβόλῳ τούτῳ, καὶ μὲ ἀπεκάλεσε ψευδόμενον. Τὴν φράσιν εἶδον, ἐπαναλαμβάνω, ἐν ταῖς ἐφημερίσιν...
§12ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Εἶπε μόνον, ὅτι «δὲν εἶναι ἀκριβές».
§13Δ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Δὲν εἶναι ἐδῶ ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς, ἀλλ’ ὑπάρχει διαφορὰ μεταξὺ τοῦ ψεύδους καὶ τῆς μὴ ἀκριβείας, διότι τὸ ψεῦδος εἶναι ἡ ἐκ προθέσεως ἀπόκρυψις τῆς ἀληθείας, οὐδεμίαν δὲ ἀνάγκην εἶχον νὰ προσφύγω εἰς ἀπόκρυψιν τῆς ἀληθείας, διότι οὐδεμίαν ὠφέλειαν θὰ ἐποριζόμην εἰς τὴν ἀνάπτυξιν τοῦ θέματος. Ὀφείλω ὅμως νὰ ἐκφράσω τὴν λύπην μου, διότι ἀναιτίως ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, διττῶς συνάδελφος καὶ φίλος προσωπικὸς, οὕτω πρὸς ἐμὲ προσηνέχθη.
§14ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Δηλιγιάννης ἔχει τὸν λόγον.
§15Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν πρέπει νὰ ἐπαναλάβω τὰ χθὲς λεχθέντα, ἀρχόμενος τοῦ λόγου ἀπὸ ἀναιρέσεων τῶν λεχθέντων πρὸ μικροῦ ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Ζακύνθου, τὰς ὁποίας ὀφείλω νὰ ἐπιφέρω. Οὐδὲ πρέπει νὰ μεταβάλω τὴν τάξιν τῶν ἐννοιῶν, τὰς ὁποίας μέλλω νὰ μεταδώσω εἰς τὴν Βουλὴν, τάξιν, ἣν εἶχον ἀποδεχθῆ ὅτε παρεσκευαζόμην νὰ ἀγορεύσω. Ὅθεν, ἀκολουθῶν τὴν τάξιν ταύτην, ἄρχομαι ἀπὸ τοῦ παραπόνου, τὸ ὁποῖον ὁ Βουλευτὴς ἐκ Ζακύνθου ἐδήλου χθὲς ἀγορεύων, τοῦ παραπόνου, ὅτι ἀδίκως παρέστησαν αὐτὸν ὡς ἀντιπρόσωπον τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας, τοῦτο δὲ, ἂν δὲν ἐζημίου τὸν Βουλευτὴν ἐκ Ζακύνθου, ἐνήσκει ὅμως δυσάρεστον ἐπιρροὴν ἐπὶ τῶν ἐργασιῶν αὐτοῦ ἐν Κωνσταντινουπόλει, τὰς ὁποίας εἶχον ἀναθέσει αὐτῷ νὰ διεξαγάγῃ. Ἐγὼ ὁμολογῶ, ὅτι ἐγνώριζον τὰς ἐργασίας τοῦ Βουλευτοῦ ἐκ Ζακύνθου ἐν τῇ Ἐθνικῇ Ἑταιρείᾳ ἀπὸ τῆς συστάσεως αὐτῆς, ἀπὸ τῆς ἐποχῆς, τὴν ὁποίαν καὶ ὁ Βουλευτὴς ἐκ Ζακύνθου προσδιώρισε χθὲς ἀγορεύων· ἐξεπλάγην δὲ ἀληθῶς, ὅτε ἔμαθον, ὅτι ἀπεστάλη ὡς ἐπίτροπος τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως εἰς Κωνσταντινούπολιν ὁ Βουλευτὴς ἐκ Ζακύνθου, ἵνα διαπραγματευθῇ συνθήκας καὶ συμβάσεις, τὰς ὁποίας εἴχομεν συμφέρον νὰ συνομολογήσωμεν μετὰ τοῦ Σουλτάνου, ἐνῷ ἦτο γνωστὸν ἐν Κωνσταντινουπόλει, ὅτι αὐτὸς ἦτο ἀντιπρόεδρος τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας, στέρξας ὁ φιλόπατρις ἀνὴρ νὰ προσθέσῃ εἰς τὰς τριακονταετεῖς ὑπηρεσίας του καὶ τὴν ὑπηρεσίαν, εἰς τὴν ὁποίαν ἐκαλεῖτο τότε. Ἀλλὰ δὲν ἐξεπλάγην μόνος ἐγώ, ἐξεπλάγη καὶ ἡ χώρα, διότι, προκειμένης συνεννοήσεως πρὸς συνομολόγησιν συμβάσεων καὶ συνθηκῶν, αἵτινες μέλλουσι νὰ ἐξασφαλίσωσιν ἐν τῷ μέλλοντι οὐ μόνον τὰ ἐθνικὰ, ἀλλὰ καὶ τὰ τοῦ Κράτους καὶ τὰ τῆς Ἑλληνικῆς κοινωνίας συμφέροντα ἐν τῇ Ὀθωμανικῇ Αὐτοκρατορίᾳ, δὲν ἔκρινε σύνηθες συμβεβηκὸς τὸ ν’ ἀποσταλῇ εἰς Κωνσταντινούπολιν, ὡς ἐπίτροπος τῆς Κυβερνήσεως, ἀνὴρ, τὸν ὁποῖον βεβαίως εἶχον μάθει ἐν Κωνσταντινουπόλει, ὅτι ἦτο ἀντιπρόεδρος τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας...
§16Δ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Ἀντιπρόεδρος δὲν ὑπῆρξα. Τὸ ἐδήλωσα ἐπανειλημμένως.
§17Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μέλος;
§18Δ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Μέλος, μάλιστα.
§19Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μέλος ἀσχολούμενον οὐχὶ εἰς τὰ οἰκονομικὰ τῆς Ἑταιρείας, ὡς ἠσχολεῖτο ὁ μακαρίτης Μελᾶς, ἀλλὰ καὶ εἰς πάντα τὰ ἄλλα ποικίλα ἔργα τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας. Μὴ ὑπολαβέτω δέ τις, ὅτι ἐν Κωνσταντινουπόλει εἶχον ἀνάγκην νὰ ἀναγνώσωσι τὰς ἐφημερίδας τῶν Ἀθηνῶν, διὰ νὰ μάθωσιν, ὅτι ὁ Βουλευτὴς ἐκ Ζακύνθου ἦτο μέλος τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας, οὐδὲ εἶχον ἀνάγκην νὰ πληροφορηθῶσιν ἐξ Ἀθηνῶν, ποῖα τὰ ἔργα τῆς εἰρημένης Ἑταιρείας, ποῖοι οἱ σκοποὶ αὐτῆς, ποῖα τὰ σχέδια, τὰ ὁποῖα ἐζήτησαν νὰ ἐκτελέσωσιν, εἰς ποίας δ’ ἀνάγκας ὑπέβαλον τὸ Κράτος. Ἐγὼ δὲν διέμεινα ἐν Κωνσταντινουπόλει, ἵνα λάβω τὴν τιμὴν νὰ ἴδω, εἴτε μακρόθεν εἴτε ἐγγύθεν, τὸν Αὐτοκράτορα τοῦ Ὀθωμανικοῦ Κράτους, ἀλλ’ αἱ πληροφορίαι, τὰς ὁποίας ἔχει ὅλος ὁ κόσμος, εἶναι, ὅτι ἡ νοημοσύνη τοῦ Ἡγεμόνος ἐκείνου εἶναι ἔκτακτος, ὅτι ἡ ἀντίληψις αὐτοῦ εἶναι ὀξυτάτη, ὅτι ἡ φιλοπονία αὐτοῦ εἶναι παραδειγματικὴ καὶ σπανία· ἀλλὰ πρὸς τοῖς προτερήμασι τούτοις ἀναφέρουσιν, ὅτι ἔχει καὶ ἐλάττωμά τι, τὸ φιλύποπτον· ἑπομένως τὸ φιλύποπτον αὐτοῦ ἤρκει διὰ νὰ λάβῃ τὴν περιέργειαν νὰ ἐρωτήσῃ καὶ μάθῃ, ποῖος ἦτο αὐτὸς ὁ ἐξ Ἀθηνῶν ἀποσταλεὶς ἐπίτροπος. Καὶ βεβαίως ἤθελε τὸ μάθει, διότι καὶ οἱ ἐν Ἀθήναις πρέσβεις τῆς Τουρκίας δὲν διέρχονται τὸν χρόνον ἀμέριμνοι καὶ ἀφρόντιδες, καὶ πολλαὶ ἄλλαι πηγαὶ δύνανται νὰ προσενεχθῶσιν εἰς τοὺς ἐν Κωνσταντινουπόλει, ἵνα καὶ οἱ ἐκεῖ πορίζωνται ἀκριβεῖς καὶ λεπτομερεῖς ἐξ Ἀθηνῶν πληροφορίας. Ὁ Βουλευτὴς ἐκ Ζακύνθου ἐλπίζω, ὅτι δὲν ἐζημιώθη ἐκ τοῦ ἔργου, τὸ ὁποῖον οἱ Ὑπουργοὶ τοῦ 1898 προσεκάλεσαν αὐτὸν νὰ ἀναλάβῃ. Δὲν δύναμαι νὰ ἰσχυρισθῶ, ὅτι αἱ ἀποζημιώσεις αὐτοῦ ἦσαν δαψιλεῖς, ἰσχυρίζομαι ὅμως, ὅτι δὲν ὑπεβλήθη καὶ εἰς ζημίας. Οὕτως, ἂν αἱ παρελθοῦσαι τριακονταετεῖς ὑπηρεσίαι αὐτοῦ πρὸς τὸ Κράτος ὑπέβαλον αὐτὸν εἰς ζημίας, ἡ ὑπηρεσία αὕτη τοὐλάχιστον δὲν ἐζημίωσε βεβαίως αὐτόν. Ἀλλ’ ἐπὶ τῶν συμφερόντων τῶν ἐθνικῶν ἡ ἀποστολή του εἰς Κωνσταντινούπολιν ἐνήσκησεν ἀναντιρρήτως ἐπιρροὴν δυσάρεστον, καὶ οὐχὶ μόνον ἐπὶ τῶν συμφερόντων, τὰ ὁποῖα ἦσαν ὑπὸ συζήτησιν καὶ ἐφ’ ὧν ἐγίγνοντο αἱ συνεννοήσεις τῶν ἐπιτρόπων τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως μετὰ τῶν ἀντιπροσώπων τῆς Πύλης, ἀλλὰ καὶ ἐπὶ τῶν ἐν γένει ἐθνικῶν συμφερόντων, διότι οὐδέποτε συνέβη νὰ ἐκλέγωνται ὑπὸ τῶν Κυβερνήσεων ἐν τῇ Εὐρώπῃ ἀπεσταλμένοι, εἴτε πρὸς τὴν Πύλην, εἴτε πρὸς πᾶν ἄλλο Κράτος, οἵτινες γνωστὸν ἦτο, ὅτι ἦσαν πρόσωπα μὴ εὐχάριστα εἰς τοὺς ἡγεμόνας τῶν Κρατῶν, πρὸς τὰ ὁποῖα ἐστέλλοντο, οὐδεὶς δὲ δύναται νὰ ἀξιώσῃ, ὅτι ὁ Βουλευτὴς ἐκ Ζακύνθου ἦτο δυνατὸν νὰ ἦναι πρόσωπον εὐχάριστον εἰς τὸν Σουλτᾶνον. Ἀλλ’ ἂν δὲν ἐζημιώθη ἐκ τῆς ἀποστολῆς του εἰς Κωνσταντινούπολιν ὁ Βουλευτὴς ἐκ Ζακύνθου, ἐχρησιμοποίησεν ὅμως τὴν εὐκαιρίαν, ἵνα τοὐλάχιστον, ἀφοῦ δὲν ἀπεζημιώθη ἐπαρκῶς, ἀνακουφίσῃ κατά τι τὴν φιλοτιμίαν αὐτοῦ, προσθέτων ἐπὶ τοῦ ἐπισκεπτηρίου του τίτλον, τὸν ὁποῖον δὲν εἶχε μὲν, δὲν ἐζημίου δέ τινα, ἂν προσέθετεν αὐτόν. Τὸ μικρόβιον δυστυχῶς εἶχεν ἄλλως εἰσδύσει ἐν τῷ μεγάρῳ τῆς ἐν Κωνσταντινουπόλει Πρεσβείας, ἑπομένως φυσικὸν ἦτο, ἀφοῦ ἦτο συνεργάτης τοῦ πρέσβεως τῆς Ἑλλάδος, νὰ εἰσπνεύσῃ καὶ αὐτὸς τὸ μικρόβιον τοῦτο. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Ζακύνθου ἰσχυρίζετο, ὅτι ἡ Ἐθνικὴ Ἑταιρεία ἦτο σχεδὸν ὄργανον τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, ἢ, ἂν δὲν ἦτο ἐντελῶς ὄργανον αὐτῆς, ἦτο ὅμως ἵδρυμα, τὸ ὁποῖον ᾠκοδομήθη διὰ νὰ ἀντλῇ ἐκεῖθεν ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἐπικουρίας καὶ χρηματικὰς καὶ πολιτικάς. Μοὶ ἔγραφον ἐκ Σύρου καὶ μὲ ἠρώτων, ἂν ἀληθῶς ἡ Ἐθνικὴ Ἑταιρεία μέχρι τῆς ἐποχῆς ἐκείνης εἶχε προσενέγκει 800 χιλιάδας περίπου δραχμὰς εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον, αἵτινες ἑπομένως εἶχον εἰσαχθῆ εἰς αὐτὸ, διὰ νὰ καταστήσωσιν εὔκολον εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἐπαρκῇ εἰς τὰς ἀνάγκας, τὰς ὁποίας αἱ ἔκτακτοι ἐκεῖναι περιστάσεις ἐπέβαλον εἰς αὐτήν. Ἐτηλεγράφησα πρὸς τοὺς ἐξ Ἑρμουπόλεως ἐρωτήσαντάς με φίλους, καὶ εἰς ἄλλους πολλοὺς, τῶν ὁποίων οἱ πλεῖστοι εἶναι ἔμποροι ἀξιότιμοι, ἐκ Πελοποννήσου καὶ ἐξ ἄλλων μερῶν καταγόμενοι, καὶ ἐδήλωσα, ὅτι δὲν ἐγνώριζον, ἂν εἶχε τόσον πλοῦτον ἡ Ἐθνικὴ Ἑταιρεία, ἀλλ’ ἐγνώριζον, ὅτι εἰς οὐδεμίαν διετέλουν σχέσιν μετ’ αὐτῆς, καὶ ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ὅ,τι δαπανᾷ εἶναι χρῆμα, τὸ ὁποῖον εἰσφέρουσιν οἱ πολῖται Ἕλληνες, οἱ φορολογούμενοι, ἀφαιροῦντες αὐτὸ ἐκ τοῦ προϊόντος τῆς ἐργασίας αὐτῶν. Ἀλλὰ πῶς ὁ Βουλευτὴς ἐκ Ζακύνθου ἰσχυρίσθη, ὅτι ἡ Ἐθνικὴ Ἑταιρεία ἦτο ὄργανον τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, ἢ ὅτι ἦτο ἵδρυμα ἐπίκουρον τῆς Κυβερνήσεως; Ἰσχυρίσθη τοῦτο, καὶ ἐπείσθη μάλιστα, διότι ὁ ἀρχηγὸς τοῦ ἐν Θεσσαλίᾳ στρατοῦ ἦτο ἐν διηνεκεῖ συναφείᾳ μὲ τὸν ἐπίτροπον τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας, τὸν τότε ἐφέτην κ. Ροϊλόν. Συνῆγεν αὐτὸ προσέτι καὶ ἐξ ἄλλων πράξεων τῆς Κυβερνήσεως, ἐκ τῆς διαταγῆς, τὴν ὁποίαν ὁ τότε Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ ἐγὼ ἐτηλεγραφήσαμεν τὴν 5 Μαρτίου 1897 πρὸς τὸν νομάρχην καὶ πρὸς τὸ Ἀρχηγεῖον τῆς Λαρίσης, ἐπιτρέψαντες εἰς αὐτοὺς νὰ μὴ ἐπιμείνωσι ν’ ἀπαγορεύσωσι τὴν ἔξοδον ὁπλιτῶν τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας εἰς τὴν ὅμορον χώραν· συνήγαγε δ’ αὐτὸ προσέτι καὶ διότι ἐγὼ ἐδέχθην ἐπίσκεψιν ἐν τῷ Ὑπουργείῳ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν τοῦ μακαρίτου Γουσίου, καὶ συνδιελέχθην μετ’ αὐτοῦ. Δὲν γνωρίζω ἐκ τίνων ἄλλων δεδομένων συνήγαγε τοῦτο ὁ Βουλευτὴς ἐκ Ζακύνθου, διότι ἔλεγε προσέτι, ὅτι ἡμεῖς ἐδώκαμεν καὶ ἓν ἑκατομμύριον φυσιγγίων εἰς τὴν Ἐθνικὴν Ἑταιρείαν, τοῦτο δὲ παρίστα ὡς ψηλαφητοτέραν ἀπόδειξιν, καὶ ἰσχυρίζετο ὅτι τὰ φυσίγγια ἐδίδομεν εἰς τὴν Ἐθνικὴν Ἑταιρείαν διὰ νὰ δράσῃ στρατιωτικῶς, ὡς εἰ διετίθετο νὰ συμπεράνῃ, ὅτι ἡ Ἐθνικὴ Ἑταιρεία, δρῶσα στρατιωτικῶς καὶ πέμπουσα ὁπλίτας εἰς τὴν ὅμορον χώραν, ἐξετέλει γνώμην τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, ἢ ἔπραττεν ὅ,τι ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἔστεργε καὶ ἐπεδοκίμαζε. Καὶ περὶ μὲν τῶν φυσιγγίων ἰδοὺ ποίαν γνώμην εἶχεν ἡ Ἐθνικὴ Ἑταιρεία, ἡ ὁποία ἐζήτει αὐτά. Ἡ γνώμη τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας ἦτο, ὅτι τὰ φυσίγγια ἦσαν ἀβολίδωτα, πεπληρωμένα διὰ πυρίτιδος ἀχρήστου, καὶ ὅτι ἀπῃτεῖτο χρόνος ἑνὸς μηνὸς καὶ ἡμίσεως, ἵνα πληρωθῶσι καὶ βολιδωθῶσιν, ὅπως κατασταθῶσι χρήσιμα. Ἔγραφε μάλιστα ἡ Ἐθνικὴ Ἑταιρεία ταῦτα διὰ φράσεων, αἵτινες ἦσαν μᾶλλον εἰρωνικαί, διότι ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις δὲν ἔσπευδε νὰ ἀνοίξῃ εἰς αὐτὴν τὰς ἀποθήκας τοῦ ὑλικοῦ, καὶ νὰ ἀφήσῃ αὐτὴν νὰ ἐκλέξῃ οἱαδήποτε ὑλικὰ ἤθελεν. Ἀλλὰ τὰ ἀβολίδωτα φυσίγγια, ἅτινα ἐδώκαμεν εἰς τὴν Ἐθνικὴν Ἑταιρείαν κατ’ αἴτησιν αὐτῆς, ἦσαν ἐντελῶς ἄχρηστα, κατὰ τὴν γνώμην τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, ὅστις μάλιστα καὶ ἐγνωμοδότει, ὅτι ταῦτα οὐδεμίαν εἶχον ἀξίαν. Ἀλλ’ ἡ ἄρνησις τοῦ Ὑπουργοῦ, ἵνα δώσῃ εἰς τὴν Ἐθνικὴν Ἑταιρείαν τὰ ζητούμενα φυσίγγια, ἴσως ἤθελε θεωρηθῆ ὡς πρᾶξις, ἡ ὁποία ἔτεινε νὰ καταστήσῃ ἀχρήστους τὰς ὑπηρεσίας αὐτῆς, καὶ ἑπομένως ἄλλην νὰ κατευθύνῃ ἡμέραν τινὰ καταγγελίαν κατὰ τῆς Κυβερνήσεως, ὡς ἀντιπραξάσης εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τῶν πατριωτικῶν σχεδίων αὐτῆς. Διὰ νὰ ἀποδείξω δὲ, ὅτι ἡ Ἑταιρεία αὕτη οὐδέποτε ἐγένετο ὄργανον τῆς Κυβερνήσεως, ἀρκεῖ νὰ σᾶς ἀναγνώσω πληροφορίας, τὰς ὁποίας ἐλάμβανον ἐκ Λαρίσης καὶ Τρικκάλων, ἵνα κατανοήσητε, ὁποία ἦτο ἡ πολιτικὴ πορεία αὐτῆς. Τηλεγράφημα κρυπτογραφικὸν τοῦ νομάρχου Λαρίσης τῆς 11 Φεβρουαρίου πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν (ἀναγινώσκει): «Ἐργασία γίνεται ὑπὸ μελῶν Ἑταιρείας. Παρετήρησα, ὅτι ἐργασία των ἐναντίον Κυβερνήσεως εἶναι ἀντεθνική. Μοὶ ἀπήντησαν, ὅτι οὐδὲν θὰ πράξωσιν ἐναντίον Κυβερνήσεως. Δυσπιστῶ πρὸς τοῦτο. Τοῖς ἔστειλαν χρήματα ἑκατὸν χιλιάδας... Ἀρχηγὸν ἐλάλησα πρὸ ἡμερῶν τὰ δέοντα. Μοὶ ἐξεφράσθησαν, ὅτι φοβοῦνται κινήματα, μὲ ἐβεβαίωσε δὲ, ὅτι ἐργάζεται ἀποτρέψαι κινήματα... Μοὶ εἶπεν, ὅτι ἄνευ ἀδείας Κυβερνήσεως δὲν θὰ ἐξέλθουν.» Τὴν 18 Φεβρουαρίου ὁ νομάρχης Τρικκάλων ἐγνωμοδότει (ἀναγινώσκει): «... Μελετήσας ἄριστα τὰ σύνορα ἡμῶν καὶ τὰ περὶ ἀμύνης, ἐκεῖνο, ὅπερ ἀποτελεσματικῶς θὰ ναυαγήσῃ ὅλα τοῦ ἐχθροῦ τὰ σχέδια, ἔσται, ἐὰν ἀποφασίσῃ ἡ Κυβέρνησις νὰ καταρτίσῃ ἀποβατικὸν ἐξ ἑπτὰ ἕως ὀκτὼ χιλιάδων, τὸ ὁποῖον νὰ ἀποβιβάσῃ ἄνωθι τῆς Αἰκατερίνης... Οὕτως ὁ τουρκικὸς στρατὸς θὰ χάσῃ τὴν συγκοινωνίαν του, καὶ συνεπῶς διὰ τῆς ὑπερφαλαγγίσεως θ’ ἀναγκασθῇ νὰ ἐγκαταλείψῃ τὴν ὁροθετικὴν γραμμήν.» Κατὰ τὸ σχέδιον τοῦτο τοῦ εἰρημένου νομάρχου, ἐπειδὴ τὸ σῶμα τοῦτο δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ σχηματισθῇ ἐκ τοῦ ἐν Θεσσαλίᾳ τακτικοῦ στρατοῦ, διότι ἤθελεν ἐξασθενήσει αὐτὸν, ἀφοῦ ἡ δύναμις αὐτοῦ ἀνήρχετο τότε (κατὰ τὴν 25 Φεβρουαρίου 1897) εἰς 17,353 ἄνδρας, ὁ δὲ ἐπὶ τῆς ὁροθετικῆς γραμμῆς τουρκικὸς στρατὸς ἦτο διπλάσιος, τὸ σχέδιον ἔμελλε νὰ ἐκτελεσθῇ δι’ ἐθελοντῶν ἢ δι’ ὁπλιτῶν, τοὺς ὁποίους εἶχε στρατολογήσει ἡ Ἐθνικὴ Ἑταιρεία· ἐφάνη δὲ ἐκτελέσιμον καὶ εἰς τὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργὸν καὶ εἰς ἡμᾶς τοὺς ἄλλους, οἵτινες δὲν εἴχομεν στρατιωτικὴν παρασκευήν. Διὰ τοῦτο ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ ἐγὼ ἐτηλεγραφήσαμεν τὴν 5 Μαρτίου νὰ μὴ ἐπιμείνωσιν ὁ νομάρχης καὶ ὁ ἀρχηγός, ἵνα ἀπαγορεύωσι τὴν ἔξοδον τῶν ὁπλιτῶν, ὅπως ἐκτελεσθῇ τὸ εἰρημένον σχέδιον, ἂν οἱ ὁπλῖται οὗτοι δύνανται καὶ θέλωσι νὰ διαπεραιωθῶσιν εἰς Αἰκατερίνην, διὰ νὰ ἐκτελέσωσι τὸ σχέδιον, τὸ ὁποῖον ὁ νομάρχης Τρικκάλων ἔδιδεν. Οὕτω δὲ διὰ τοῦ τηλεγραφήματος τούτου ἐτροποποιοῦμεν τὴν διαταγὴν, ἣν εἴχομεν ἐκδώσει τὴν 28 Φεβρουαρίου 1897 διὰ τοῦ ἑπομένου τηλεγραφήματος: «Ὁ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸς πρὸς τοὺς νομάρχας Λαρίσης καὶ Τρικκάλων. Ἡ Ἐθνικὴ Ἑταιρεία παρασκευάζει ἀποστολὴν ἔνοπλον ὑπὲρ μεθόριον. Συνεννοηθῆτε, παρακαλῶ, ἀγρυπνοῦντες μετὰ ἀρχηγοῦ καὶ ἀστυνόμων, ὅπως προλαμβάνηται πᾶσα αὐτογνώμων τοιαύτη ἐνέργεια. Ἀναγγείλατε ἡμῖν ἐγκαίρως τοιαύτην προπαρασκευὴν, καὶ ἰδιαιτέρως μεριμνᾶτε ἐμποδίσαι ἐφέδρους παρασυρθῶσιν ἀπὸ ἐνεργείας ὀργάνων Ἐθνικῆς Ἑταιρείας.» Ὅτε δὲ ὁ ἀντιπρόσωπος τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας ἐν Λαρίσῃ ἠρνήθη νὰ παραχωρήσῃ ὁπλίτας, ἵνα ἐκτελεσθῇ τὸ σχέδιον τοῦτο, ἀμέσως ἐτηλεγραφήσαμεν τὴν 8 Μαρτίου πρὸς τὸν νομάρχην, ὅτι δὲν στέργομεν νὰ ἐκδράμωσιν εἰς τὸ τουρκικὸν οἱ ὁπλῖται τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας· ἐξ ἐναντίας, ἐπεθυμοῦμεν ν’ ἀποφύγωμεν πᾶσαν σύγκρουσιν, καὶ εἰς τοῦτο κατὰ πρῶτον λόγον νὰ τείνῃ καὶ ἡ προσοχὴ τοῦ νομάρχου. Ἀλλ’ ὅτε ἐλέγομεν νὰ εἰσβάλῃ τὸ εἰρημένον σῶμα εἰς τὴν Αἰκατερίνην, δὲν ἐνοοῦμεν νὰ δράμῃ πρὸς τὴν Μακεδονίαν καὶ νὰ προβῇ εἰς τὰ ἐνδότερα τῆς Μακεδονίας, δηλαδὴ δὲν ἐστέργομεν νὰ διαπραχθῇ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἔπραττεν ἡ Ἐθνικὴ Ἑταιρεία διὰ τοῦ Μπρούφα, Βαρβέρη καὶ τῶν ἄλλων. Ἠρώτα ὁ νομάρχης Λαρίσης δι’ ἡμιεπισήμου ἐπιστολῆς: «Ἐγκρίνετε νὰ εἰσβάλωσι τὰ ἀνταρτικὰ σώματα εἰς Μακεδονίαν καὶ νὰ προβῶσιν ἐκεῖ;» Εἰς τὴν ἐρώτησιν ταύτην ἀπεκρίθημεν: «Ὄχι. Τὰ ἀνταρτικὰ σώματα δὲν πρέπει νὰ εἰσβάλωσιν, οὐδὲ πολῖται, οὐδὲ στρατιῶται, οὐδὲ κανείς.» Σᾶς ἀναγινώσκω τὴν ἡμιεπίσημον ἐπιστολὴν, ἣν ἐπέστειλα πρὸς τὸν νομάρχην Λαρίσης τὴν 24 Φεβρουαρίου 1897 (ἀναγινώσκει): «Σήμερον ἀνέγνων τὴν ἀπὸ 20 λήγοντος ὑμετέραν ἐπιστολὴν, ἐν τέλει τῆς ὁποίας ὑπάρχει ἡ ἑξῆς ἐρώτησις ὑμῶν: «Ἐγκρίνετε νὰ εἰσβάλωσι τὰ ἀνταρτικὰ σώματα εἰς Μακεδονίαν;» Εἰς τὴν ἐρώτησιν ταύτην ἀποκρίνομαι, ὄχι. Τὰ ἀνταρτικὰ σώματα δὲν πρέπει νὰ εἰσβάλωσιν, οὐδὲ πολῖται, οὐδὲ στρατιῶται, οὐδὲ κανείς. Ἄν εἰσβάλωσιν ἐκ τοῦ Ὀθωμανικοῦ Κράτους, εἴτε ἄτακτα σώματα, εἴτε σποραδικῶς ἔνοπλοι, εἴτε τακτικὸς στρατὸς, οἱ ἡμέτεροι στρατιῶται, ἢ πολῖται, ἢ ἀνταρτικὰ σώματα, νὰ τοὺς ἀποκρούσωσιν ἐμμανῶς· ἀλλ’ ἀπὸ τὴν Ἑλλάδα φροντίσατε νὰ μὴ εἰσβάλῃ οὐδεὶς εἰς τὴν Τουρκίαν. Δότε εἰς πάντας νὰ ἐννοήσουν, ὅτι τὸ Μακεδονικὸν ζήτημα εἶναι ζήτημα ζωῆς καὶ θανάτου διὰ τὸ ἔθνος, χρειάζεται δὲ μεγάλη προσοχὴ καὶ ἀκρίβεια· πρέπει δὲ πάντες νὰ ἀφήσωσι τὴν Κυβέρνησιν νὰ διευθύνῃ, καὶ αὕτη θέλει πράξει ὅ,τι τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα ἀπαιτοῦσιν· ἂν ταῦτα ἀπαιτήσωσι νὰ κινηθῶμεν ὅπως δήποτε, εἴτε διὰ τοῦ τακτικοῦ, εἴτε δι’ ἀτάκτου στρατοῦ, ἡ Κυβέρνησις θέλει δώσει αὐτὴ παραγγελίας καὶ ὁδηγίας. Ἕνεκα τούτου σᾶς παρακαλῶ νὰ συνεννοηθῆτε μετὰ τῶν δημάρχων τοῦ ὑμετέρου νομοῦ, ἔνθα ἐδόθησαν εἰς πολίτας ὅπλα, νὰ ἐπιστήσωσιν ἄγρυπνον προσοχήν, ἵνα μὴ οἱ λαβόντες ὅπλα διαπράξωσιν ἀνοησίας. Ἐννοοῦμεν νὰ τὰ μεταχειρισθῶσι μόνον, ἐὰν Ἀλβανοὶ ἢ Γκέκιδες ἢ ἄλλοι ἄτακτοι εἰσβάλωσιν ἐκ τοῦ Τουρκικοῦ εἰς τὰ χωρία αὐτῶν (τῶν λαβόντων ὅπλα), ὅπως λεηλατήσωσιν αὐτά. Τοὺς οὕτως εἰσβαλόντας τυχὸν ἂς ἀποκρούσωσιν ἐρρωμένως, καὶ ἂς χρησιμοποιήσωσι τὰ δοθέντα αὐτοῖς ὅπλα· ἀλλ’ ἄλλην χρῆσιν νὰ μὴ ποιήσωνται τῶν ὅπλων, εἰμὴ ἐὰν καὶ ὅταν ἡ Κυβέρνησις ἀποφασίσῃ. Τότε θέλομεν δώσει εἰς ὑμᾶς ὁδηγίας λεπτομερεῖς, ὅπως συνεννοηθῆτε μετ’ αὐτῶν, καὶ διατάξητε τὰ περὶ τούτου.» Ἠκούσατε χθὲς τὸν ἐκ Ζακύνθου Βουλευτὴν καταγγέλλοντα ἡμᾶς, ὅτι ἐδώκαμεν ὅπλα εἰς τὸν λαόν. Εἴχομεν τάχα δώσει τὰ ὅπλα ταῦτα ἵνα πράξωσιν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἔμελλε νὰ πράξῃ ὁ ἥρως Μυλωνᾶς καὶ ὁ ἥρως Καψαλόπουλος, οἵτινες ὡδήγησαν τὰ ὑπ’ αὐτοὺς πλήθη εἰς τὴν Τουρκίαν; Καὶ ὁ νομάρχης Λαρίσης, καὶ ὁ νομάρχης Τρικκάλων εἶχον παραστήσει εἰς ἡμᾶς, ὅτι οἱ κάτοικοι τῶν χωρίων, τὰ ὁποῖα ἦσαν παρὰ τὴν ὁροθετικὴν γραμμήν, ὅτε διεδόθη ἡ φήμη, ὅτι δεκακισχίλιοι Ἀλβανοὶ ἢ Γκέκιδες ἐσκόπουν νὰ ἐπιδράμωσιν εἰς τὴν Ἑλλάδα, κατελήφθησαν ὑπὸ φόβου, πάντες δ’ ἐζήτουν ὅπλα, διὰ νὰ δυνηθῶσι νὰ ἀμυνθῶσι κατὰ τῶν ἐπιδρομέων, καὶ προστατεύσωσι τὰς οἰκίας των καὶ τὰς οἰκογενείας των· τοιαύτην δὲ πληροφορίαν εἴχομεν καὶ ἡμεῖς λάβει ἐκ Κωνσταντινουπόλεως καὶ ἐκ τῆς ἡμετέρας Πρεσβείας, τὴν πληροφορίαν δὲ ταύτην καὶ οἱ νομάρχαι τῶν μεθορίων νομῶν εἶχον πορισθῆ παρ’ ἀνθρώπων ἐρχομένων ἐκ Τουρκίας, οἵτινες εἶχον διαδώσει, ὅτι ἐστρατολογοῦντο τότε οἱ Ἀλβανοὶ καὶ οἱ Γκέκιδες, καὶ ἐπρόκειτο προσεχῶς νὰ εἰσβάλωσιν. Ἐν τῇ Κιτρίνῃ Γαλλικῇ Βίβλῳ εὕρηται ἔκθεσις τοῦ ἐν Κωνσταντινουπόλει πρέσβεως τῆς Γαλλίας πρὸς τὸν ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργὸν αὐτῆς, φέρουσα ἡμερομηνίαν τῆς 12)24 Φεβρουαρίου 1897, καθ’ ἣν «ἡ Ὀθωμανικὴ Κυβέρνησις ὁπλίζει τὸν Μουσουλμανικὸν πληθυσμόν, ὅπως χρησιμεύσῃ ὡς ἐπίκουρος εἰς τὸν τακτικὸν στρατὸν ἐπὶ διαφόρων μερῶν τῆς Αὐτοκρατορίας, ἰδίως δ’ ἐν Ἀλβανίᾳ». Ἀλλὰ καὶ ὁ ἐν Ἰωαννίνοις ἡμέτερος Γενικὸς Πρόξενος εἶχεν ἀναφέρει εἰς τὸ Ὑπουργεῖον ἀπὸ τῆς 7 Φεβρουαρίου 1897, ὅτι «ὁ ἐκεῖ Γεν. Διοικητὴς διένειμεν ὅπλα εἰς τὸ Μουσουλμανικὸν πλῆθος». Καὶ ὁ νομάρχης Λαρίσης ἀνέφερε τὴν 20 Φεβρουαρίου, ὅτι «ἐκτὸς τῶν ἐφέδρων, δι’ ὧν ἐνίσχυσαν τὸν ἐν Μακεδονίᾳ στρατὸν, οἱ Τοῦρκοι στρατολογοῦσι καὶ ἀτάκτους», καὶ ὅτι «οἱ πρόξενοι τῆς Τουρκίας ἐν Λαρίσῃ καὶ ἐν Βόλῳ ἀπέστειλαν ὅσους ἠδυνήθησαν Γκέκιδας καὶ Ἀθιγγάνους». Ἐγνωμοδότει δ’ ὁ νομάρχης, ὅτι «καλὸν νομίζω νὰ δοθῶσιν εἰς πολίτας ὅπλα...» Καὶ ὁ νομάρχης Τρικκάλων τὴν αὐτὴν εἶχε προβάλει πρότασιν ἀπὸ τῆς 8 Φεβρουαρίου, παριστῶν, ὅτι «ἀπόλυτος καὶ ἐπείγουσα ἀνάγκη ὁπλισθῶσιν ἀπὸ τοῦδε δῆμοι παραμεθόριοι, ἰδίως χάριν αὐτοῦ...» Τὴν δὲ 28 Φεβρουαρίου ἀνέφερεν, ὅτι «Ἀλβανοὶ ἐδήλωσαν εἰς Στρατολογικὸν Συμβούλιον Ἰωαννίνων, ὅτι, καὶ σήμερον ἂν δὲν ἐνεργήσωσι κατὰ τῆς Ἑλλάδος, αὐτοὶ θὰ εἰσβάλωσιν αὐτοβούλως....»: Διὰ τοῦτο ἐπετρέψαμεν τότε εἰς τοὺς νομάρχας τῶν νομῶν Λαρίσης καὶ Τρικκάλων νὰ ζητήσωσι παρὰ τοῦ Ἀρχηγείου ὅπλα, καὶ νὰ διανείμωσιν αὐτὰ εἰς τοὺς δημάρχους· διενεμήθησαν δὲ 1700 ὅπλα, ἂν καλῶς ἐνθυμοῦμαι, εἰς τοὺς δημάρχους Ὀλύμπου, Δωτίου, Ὀγχήστου, Εὐρυμενῶν, Φακίου, Συκουρίου, Ἀμπελακίων, Νέσσωνος, Πλατάνου, Ἁλμυροῦ καὶ Κρανῶνος τῆς Λαρίσης. Προὐνόησε δὲ ὁ ἐμὸς συνάδελφος καὶ φίλος κ. Μαυρομιχάλης, Ὑπουργὸς τότε τῶν Ἐσωτερικῶν, νὰ διατάξῃ νὰ μὴ παραδοθῶσιν ἀμέσως τότε τὰ ὅπλα εἰς τοὺς πολίτας, ἀλλὰ μόνον ὅταν ἡ Κυβέρνησις ἐγκρίνῃ· ἤθελε δὲ ἐγκρίνει ἡ Κυβέρνησις, ὅταν ἐπιστῇ ἡ ἀνάγκη, διὰ τὴν ὁποίαν ἀπεφάσισε νὰ δώσῃ τὰ ὅπλα. Συνέστησε δὲ νὰ καταρτισθῶσι κατάλογοι ἀνδρῶν μαχίμων, ἵνα εἰς τούτους δοθῶσι ταῦτα, τυγχάνῃ δὲ γνωστὸν, εἰς τίνας θέλουσι διανεμηθῆ. Κατὰ τὴν 26 Φεβρουαρίου ὁ νομάρχης Λαρίσης δι’ ἡμιεπισήμου ἐπιστολῆς μοὶ ἀνήγγελλε ταῦτα (ἀναγινώσκει): «Ἐνταῦθα διατρίβει, ἐκτάκτως ἀποσταλὲν, μέλος τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας, τὸ ὁποῖον μὲ ἐβεβαίωσεν, ὅτι ἔχει ἐντολὴν νὰ μὴ ἀποστείλῃ νὰ εἰσβάλωσιν ἐν Μακεδονίᾳ ἀνταρτικὰ σώματα ἐν ἀγνοίᾳ τῆς Κυβερνήσεως, μεθ’ ἧς, μοὶ προσέθηκεν, ἐργάζεται ἀπὸ κοινοῦ ἡ Ἑταιρεία. Γινώσκω δὲ, ὅτι ἀπεστάλησαν εἰς τὴν ἐδῶ Τράπεζαν Ἠπειροθεσσαλίας, πρὸς παραλαβὴν τοῦ μέλους αὐτοῦ, ἑκατὸν χιλιάδες δραχμῶν. Τὸ μέλος αὐτὸ τῆς Ἑταιρείας συνεννοεῖται μὲ τοὺς ἐδῶ διατρίβοντας ἀρχηγοὺς τῶν ἀνταρτῶν καὶ μὲ ἄλλους ἐν Φθιώτιδι, πρὸς δὲ καὶ μὲ ἐφέδρους... Πρὸς τὸ μέλος αὐτὸ τῆς Ἑταιρείας ἀπηύθυνα σήμερον παρατηρήσεις περὶ τοῦ ἀσυμφόρου εἰς τὸ ἔθνος ἀνταρτικῶν κινημάτων, καὶ μοὶ ἐπανέλαβεν, ὅτι οὐδὲν θὰ πράξῃ ἄνευ ῥητῆς διαταγῆς τῆς Ἑταιρείας...» Ἡ Ἐθνικὴ Ἑταιρεία εἶχε τῷ ὄντι ἀρχίσει παρασκευὰς, εἶχε παραγγείλει εἰς Λαμίαν 200 κάπας, ἐστρατολόγει δὲ ἐν Λαρίσῃ ἀντάρτας ἐκ τῶν μὴ προσελθόντων ἐφέδρων, καὶ κατήρτιζε σώματα ὑπὸ διαφόρους ἀρχηγούς· διὰ τοῦτο ὁ τότε Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν τὴν 28 Φεβρουαρίου ἐπέστελλεν εἰς τοὺς νομάρχας Λαρίσης καὶ Τρικκάλων ταῦτα: «Ἡ Ἐθνικὴ Ἑταιρεία παρασκευάζει ἀποστολὴν ἐνόπλων ὑπὲρ μεθόριον. Συνεννοηθῆτε, παρακαλῶ, ἀγρυπνοῦντες μετὰ ἀρχηγοῦ καὶ ἀστυνόμων, ὅπως προλαμβάνηται πᾶσα αὐτογνώμων τοιαύτη ἐνέργεια. Ἀναγγείλατε ἡμῖν ἐγκαίρως τοιαύτην παρασκευὴν, καὶ ἰδιαιτέρως μεριμνᾶτε ἐμποδίσαι ἐφέδρους παρασυρθῶσιν ἀπὸ ἐνεργείας ὀργάνων Ἐθνικῆς Ἑταιρείας». Τοιαύτας πληροφορίας εἴχομεν· τὴν 11 μάλιστα Φεβρουαρίου ὁ νομάρχης Λαρίσης ἐτηλεγράφει πρὸς τὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸν ταῦτα: «Ἐπὶ σημερινοῦ συμβολικοῦ ἡμετέρου τηλεγραφήματος, παρακαλῶ λάβετε γνῶσιν προχθεσινῆς ἐπισήμου ἀναφορᾶς μου εἰς κύριον Πρόεδρον. Ἐργασία γίγνεται ὑπὸ μέλους Ἑταιρείας. Παρετήρησα, ὅτι ἐργασία των ἐναντίον Κυβερνήσεως εἶναι ἀντεθνική. Μοὶ ἀπήντησεν, ὅτι Ἑταιρεία οὐδὲν θὰ πράξῃ ἐναντίον Κυβερνήσεως. Δυσπιστῶ πρὸς τοῦτο... Ἀρχηγὸν ἐλάλησα πρὸ ἡμερῶν τὰ δέοντα.» Κατὰ τὴν δευτέραν Μαρτίου ἡ Ἑταιρεία ἐπεφόρτισε βουλευτὰς τῆς περιόδου ἐκείνης, τοὺς κ. κ. Ἀλοΐσιον Τόμαν, Κ. Τοπάλην, Ἰω. Παπαδόπουλον καὶ Νικ. Δημητριάδην, νὰ ἔλθωσι πρός με καὶ μοὶ ζητήσωσι νὰ παραχωρήσω εἰς τὴν Ἑταιρείαν ἓν ἑκατομμύριον ἀβολιδώτων φυσιγγίων. Καὶ παρεχώρησα μὲν ταῦτα εἰς τὴν Ἑταιρείαν, αὕτη δ’ ἐν τῷ ἐγγράφῳ, ὅπερ μοὶ ἐπέστειλεν, ἵνα εὐχαριστήσῃ διὰ τὴν ἀποδοχὴν τῆς αἰτήσεώς της, περιέλαβε περίοδον, δι’ ἧς εἰρωνεύετο τὴν γενομένην αὐτῇ παραχώρησιν ἀχρήστου ὑλικοῦ, ἔχουσαν οὕτω: «Καίτοι πρόκειται περὶ ἀχρήστου ὑλικοῦ, παρεχωρήθη δὲ τοῦτο ἐπὶ ἀμέσῳ καταβολῇ τοῦ ἀντιτίμου, ἡ Ἐθνικὴ Ἑταιρεία θερμῶς εὐχαριστεῖ τὸν κύριον Πρόεδρον διὰ τὴν πρώτην ταύτην δι’ αὐτοῦ ἐκδηλωθεῖσαν ἀρωγὴν τῆς Πολιτείας πρὸς αὐτήν. Ἀλλ’ ἡ ἐκκένωσις, ὁ καθαρισμὸς καὶ ἡ πλήρωσις τῶν ἀχρήστου πυρίτιδος ἀβολιδώτων τούτων φυσιγγίων θέλει ἀπαιτήσει χρόνον μακρότερον τοῦ ἑνὸς καὶ ἡμίσεως μηνὸς, καθ’ ὅλας δὲ τὰς προβλέψεις, αἱ περιστάσεις εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ ἐπιβάλουν τὴν ἀνάγκην, ὅπως πολὺ ταχύτερον ἡ Ἐθνικὴ Ἑταιρεία παράσχῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὴν ἔνοπλον αὑτῆς ἀρωγὴν ὑπὲρ τοῦ ὑπερτάτου ἀγῶνος, ὅτε τὰ φυσίγγια αὐτὰ μόνον πρὸς ἀναχορηγίας δύνανται νὰ χρησιμεύσωσι...»
§20Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Τίνος ἐποχῆς ἦσαν τὰ φυσίγγια; ἐνθυμεῖσθε;
§21Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τοῦ 1877.
§22ΕΛ. ΜΥΚΩΝΙΟΣ. 20 ἐτῶν! ἐντελῶς ἄχρηστα.
§23Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἀλλ’ αὐτὴν τὴν παραχώρησιν τοῦ ἀχρήστου τούτου ὑλικοῦ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Ζακύνθου ἡρμήνευσε κατὰ τρόπον, ὁ ὁποῖος βεβαίως καθίστα ἡμᾶς κοινωνοὺς τῆς εὐθύνης τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας. Τὴν 8 Μαρτίου ἀπέστειλα τηλεγραφικῶς πρὸς τὸν νομάρχην Λαρίσης ταῦτα: «Παρακαλῶ νὰ συναντήσητε ὑποστράτηγον καὶ νὰ ἀναγνώσητε αὐτῷ τὸ τηλεγράφημα τοῦτο. Καθ’ ἃς ἐλάβομεν εἰδήσεις, φαίνεται πιθανὸν, ὅτι ἡ Ἀγγλία ἐζήτησε νὰ ἀναβληθῇ προσωρινῶς ὁ ἀποκλεισμὸς τῶν λιμένων τοῦ Βασιλείου, ἴσως ἵνα ἀποπειραθῇ συνεννόησιν πρὸς εἰρηνικὴν λύσιν τοῦ ζητήματος... Καὶ ἡ ἀναβολὴ μόνη τοῦ ἀποκλεισμοῦ τῶν λιμένων τοῦ Κράτους μᾶς δίδει καιρὸν νὰ προμηθευθῶμεν ὅσα λείπουσιν ἐν τῷ στρατῷ, καὶ νὰ συντάξωμεν αὐτὸν πληρέστερον. Διὰ τοῦτο παρακαλεῖσθε νὰ συγκρατήσητε στρατεύματα ἐπὶ ὁροθετικῆς γραμμῆς ἀπὸ συγκρούσεων, καὶ ἀναβληθῇ πᾶσα ἀφορμὴ ῥήξεως, διότι, ἂν τοιαύτη ἐκραγῇ τώρα, θέλει ματαιωθῆ ἡ ἀναβολὴ τοῦ ἀποκλεισμοῦ, καὶ θέλουσιν ἐφαρμόσει αὐτὸν εἰς τοὺς λιμένας τοῦ Κράτους, ὅπερ θέλει ἐμποδίσει ἡμᾶς ἀπὸ τοῦ νὰ συμπληρώσωμεν τὰς παρασκευὰς ἡμῶν.» Αὐτὴν δ’ ἐκείνην τὴν ἡμέραν τῆς 8 Μαρτίου τηλεγράφημα τοῦ νομάρχου Λαρίσης ἀνήγγειλεν ἡμῖν, ὅτι, «ἐὰν καλῶς ἀντιλαμβάνωμαι τῶν πραγμάτων, ἡ σύγκρουσις μοιραίως θὰ ἐπέλθῃ, καὶ δὲν ἰσχύομεν ἐπιβραδῦναι. Ἀναξία λόγου ἀφορμὴ μεταξὺ τῶν ἀνδρῶν ἐπὶ τῆς ὁροθετικῆς γραμμῆς ἀρκεῖ νὰ γενικευθῇ εἰς ὅλους. Ὑποπτεύομαι καὶ ὅτι θὰ δοθῇ ἀφορμὴ ἐκ τῶν ἀνταρτικῶν σωμάτων, τὰ ὁποῖα θὰ εἰσβάλωσιν εἰς Μακεδονίαν.» Αὐθημερὸν δέ, ἤτοι τὴν 8 Μαρτίου, ἐπέστειλα πρὸς τὸν κύριον Μπουκλᾶκον τὴν ἑξῆς ἀπάντησιν πρὸς τὸ τηλεγράφημα τοῦτο αὐτοῦ: «Ἀπαντῶ ἐπὶ τηλεγραφήματος ὑμετέρου. Φροντίσατε περὶ δύο πραγμάτων, συνεννοούμενος μετὰ τοῦ Ἀρχηγοῦ. Πρῶτον, ὅπως ἀναβληθῇ ὅσῳ τὸ δυνατὸν ἡ σύγκρουσις· δεύτερον, ὅπως, ἐὰν ἀναποφεύκτως ἐπέλθῃ, μὴ ἤμεθα ἡμεῖς οἱ προκαλέσαντες». Ἔλαβον δὲ παρὰ τοῦ νομάρχου τὴν πληροφορίαν, ὅτι τὸ τηλεγράφημά μου τοῦτο ἀνεκοινώθη εἰς τὸν ἀρχηγόν, εὐθὺς ὡς ἐλήφθη ὑπὸ τοῦ νομάρχου. Ὁ Βουλευτὴς ἐκ Ζακύνθου ἔλεγε προχθὲς περὶ μελέτης γενομένης πρὸς ἀνατροπὴν τῆς γεφύρας τοῦ Ἀλιάκμονος, καὶ ἐβεβαίου, ὅτι πρὸς τοῦτο ἡμεῖς ἐστείλαμεν ἄνδρας, καὶ ἐπληρώσαμεν χρήματα. Ἔλαβον ἀληθῶς ἐπιστολὴν τοῦ ἐμοῦ συναδέλφου ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργοῦ τότε, τῆς 12 Μαρτίου, δι’ ἧς οὗτος μοὶ ἀνεκοίνου, ὅτι εἷς τῶν στρατιωτικῶν Βουλευτῶν κατὰ τὸν χρόνον ἐκεῖνον, συμψηφοφορῶν ἐν τῇ Βουλῇ μεθ’ ἡμῶν, παρέστησεν αὐτῷ, ὅτι γνωρίζει τινὰ, ὅστις ἠδύνατο ν’ ἀνατινάξῃ τὴν γέφυραν ταύτην, ἐὰν ἐλάμβανε διὰ τὰ ἔξοδα μεταβάσεως καὶ ἐργασίας 30 λίρας, ἢ τὸ ἰσότιμον αὐτῶν· ἀπήντησα δὲ εἰς τὸν κ. συνάδελφόν μου, ὅτι, ἐπειδὴ δὲν μοὶ ἐφαίνετο σπουδαία ἡ ἐπιχείρησις, ἠδύνατο νὰ εὐχαριστήσῃ τὸν κ. Βουλευτήν, μηδεμίαν διδοὺς προσοχὴν εἰς τὴν σύστασιν αὐτοῦ. Τότε δὲ συγχρόνως ἐλάμβανε καὶ ἡ ἐφημερὶς «Ἄστυ» τηλεγράφημα, ὑπογραφὴν φέρον Γκορτσῆς, δι’ οὗ ἀνηγγέλλετο ἡ ἑπομένη εἴδησις: «Βεβαιοῦται ἐξ αὐθεντικῆς πηγῆς ἡ ὑπὸ ἀνταρτῶν ἀνατίναξις τῆς παρὰ Θεσσαλονίκην γεφύρας. Ἀνατίναξις ἐγένετο, καθ’ ἣν ὥραν ἀκριβῶς διήρχετο ἁμαξοστοιχία, κομίζουσα 3,000 στρατὸν ἑλληνοτουρκικὰ σύνορα. Βαγόνια ἀνετράπησαν πρὸς μέρος ποταμοῦ, πλεῖστοι στρατιωτῶν ἐν ποταμῷ εὗρον θάνατον οἰκτρόν. Γέφυρα, ἁμαξοστοιχία ὁλοσχερῶς κατεστράφησαν. Προβληματικὴ καθίσταται εἰς Τούρκους μεταφορὰ στρατευμάτων. Στρατιωτικοὶ ἀρνοῦνται εἰσέλθωσιν εἰς σιδηροδρόμους. Ἐπισκευὴ γεφύρας ἀπαιτήσει μακρὸν χρόνον.» Οὕτω δὲ, ἐνῷ ἡμεῖς ἀπεστέργομεν προτάσεις τοιαύτας, κρίνοντες αὐτὰς μὴ σπουδαίας, τὰ περὶ τὸν Βουλευτὴν ἐκ Ζακύνθου ὄργανα τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας τοιαύτας ἐξύφαινον ψευδολογίας, ἵνα θερμαίνωσι τὰ πλήθη! Ἐν τούτοις αἱ περὶ τῆς καταστάσεως τοῦ ἐν Θεσσαλίᾳ στρατοῦ ἡμέτεραι πληροφορίαι ἐνέβαλλον ἡμᾶς εἰς ἀνησυχίαν, διότι, κατ’ αὐτὰς, ἐμελέτων κατὰ τὴν προσεγγίζουσαν 25ην Μαρτίου εἴτε σώματα στρατοῦ, εἴτε ἀξιωματικοὶ διοικοῦντες στρατιωτικὰς μονάδας, νὰ ἐπιδράμωσιν εἰς τὴν ὅμορον χώραν, ἐνῷ ὁ ἀρχηγὸς τοῦ στρατοῦ ἥκιστα ἐμερίμνα περὶ τούτου, κίνδυνος δ’ ἕνεκα τούτου ἐπέκειτο. Ὁ ἐν Λαρίσῃ ἀντιπροσωπεύων τὴν Ἐθνικὴν Ἑταιρείαν ἀπέφευγε νὰ συναντήσῃ τὸν νομάρχην, διότι οὗτος εἶχεν ἀνακοινώσει αὐτῷ, ὅτι ἔκρινεν ὀλεθρίαν τὴν ἐκ τῶν ὁρίων ἔξοδον ὁπλιτῶν· ὁ δὲ ἀρχηγός, ὅστις διετέλει ἐν συνεννοήσει μετὰ τοῦ μέλους τούτου τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας καὶ μετὰ τῶν ὁπλαρχηγῶν αὐτῆς, αὐτὸς ἠσχολεῖτο νὰ ἐκλέξῃ τὸν ὑπολοχαγὸν Μυλωνᾶν, ἵνα ταχθῇ ἐπὶ κεφαλῆς τῶν ἀνταρτικῶν σωμάτων! Ὁ νομάρχης Λαρίσης δι’ ἡμιεπισήμου ἐπιστολῆς τῆς 18 Μαρτίου μοὶ ἀνήγγελλεν, ὅτι «ἑξακόσιοι ἐθελονταὶ, ὑπὸ τὴν ὁδηγίαν τοῦ ὑπολοχαγοῦ Καψαλοπούλου, ἀφίκοντο εἰς Βόλον, ἐκεῖθεν δὲ μετέβησαν εἰς Τρίκκαλα, καὶ εἰσι προωρισμένοι νὰ ἐξέλθωσιν εἰς Μακεδονίαν. Οἱ ἐδῶ ὁπλαρχηγοί, οὓς ἐξέλεξαν ὅ τε κ. Μακρῆς καὶ ὁ Ροϊλὸς, ἐφοδιασθέντες τὰ χρήσιμα καὶ ὁρκισθέντες, διηυθύνθησαν, ὡς ἔμαθον, εἰς τὴν περιφέρειαν τοῦ νομοῦ Τρικκάλων, ὅπως ἐκεῖθεν εἰσβάλωσιν εἰς τὴν Μακεδονίαν. Τὰ ἐφόδια παρέδωκεν αὐτοῖς ὁ ὑπολοχαγὸς Μυλωνᾶς, ὅστις, ἐπειδὴ δὲν φαίνεται, ὑποτίθεται, ὅτι ἐτέθη ἐπὶ κεφαλῆς τῶν ἀνταρτῶν. Εἰς τὸν κ. Μακρῆν ἐλάλησα προφορικῶς, καὶ τῷ ἐσύστησα νὰ προσπαθήσῃ νὰ ἐμποδίσῃ τὴν ἔξοδον τῶν ἀνταρτικῶν σωμάτων· δὲν ἔλειψα δὲ νὰ γράψω πρὸς αὐτὸν καὶ ἡμιεπισήμως, ὅπερ τὸν ἐθορύβησε, καὶ μοὶ παρεπονέθη, ὅτι θέλω νὰ τὸν ἐνοχοποιήσω· ἀλλ’ ἀμέσως παρετήρησα αὐτῷ, ὅτι, ἀφοῦ ὁ ἀντιπρόσωπος τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας μὲ ἀποφεύγει καὶ κρύπτεται διὰ νὰ μὴ τὸν συναντήσω, συνεννοεῖται δὲ μετ’ αὐτοῦ, οὐδεὶς ἄλλος, πλὴν αὐτοῦ, ἠδύνατο νὰ εἰσακουσθῇ, καὶ ἐν ἀνάγκῃ νὰ ἐπιβληθῇ.» Καὶ ἦτο καταφανὴς ὁ κίνδυνος. Μοὶ ἐφάνη, ὅτι ἡ μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας συνεννόησις τοῦ ἀρχηγοῦ, ἢ καὶ μόνη ἡ παράδοξος στάσις αὐτοῦ, προσῆκε νὰ διδάξῃ ἡμᾶς, ὅτι δὲν προσῆκε νὰ προσδοκῶμεν, ὅτι ἤθελεν οὗτος ἐπιβληθῆ εἰς τοὺς ἀξιωματικοὺς τοῦ στρατοῦ, πολλῷ δὲ ἧσσον εἰς τοὺς ἀντιπροσώπους καὶ τοὺς ὁπλαρχηγοὺς τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας, ἑπομένως, ὅτι εἴχομεν καθῆκον νὰ τάξωμεν ἐπὶ κεφαλῆς τοῦ στρατοῦ ἕτερον ἀρχηγόν. Ἡ Α. Β. Ὑψηλότης, ὁ ἀντιστράτηγος Διάδοχος, πάντως ἤθελε δυνηθῆ νὰ ἀποσοβήσῃ τὸν κίνδυνον, ἂν ἤθελε στέρξει ν’ ἀναδεχθῇ τὴν ἀρχηγίαν· ἀλλ’ ἀναγκαῖον ἦτο νὰ μάθω, ποίαν εἶχε γνώμην καὶ αὐτὸς ὁ ἀρχηγὸς Μακρῆς, καὶ αὐτοὶ οἱ νομάρχαι τῶν δύο νομῶν Λαρίσης καὶ Τρικκάλων. Τὸν ὑποστράτηγον κ. Μακρῆν εἶχον γνωρίσει πρὸ πολλῶν ἐτῶν, ὅτε ἐτύγχανε πληρεξούσιος ἐν τῇ Ἐθνικῇ Συνελεύσει τοῦ 1863 καὶ ἐγένετο Διευθυντὴς τῆς Διοικητικῆς Ἀστυνομίας Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς· ἀλλὰ κατὰ τὸ 1883 ὁ ὑποστράτηγος ἐσχετίσθη περισσότερον μετ’ ἐμοῦ, καὶ μοὶ ἐδήλωσε μάλιστα τότε, ὅτι ἀποδέχεται τὰς περὶ διοικήσεως τῆς χώρας γνώμας μου, καὶ ὅτι ἐπιθυμεῖ νὰ ἦναι πολιτικὸς φίλος μου. Οὕτως ἐθεώρουν αὐτὸν πολιτικὸν φίλον μου. Ὁ κύριος Μακρῆς ὑπηρέτει τότε ἐν ταῖς ἐπαρχίαις, ὡς διοικητὴς συντάγματος, δὲν ἐδόθη δὲ ἀφορμὴ, ἵνα ἐπικοινωνήσω μετ’ αὐτοῦ, καίτοι ἄλλως ἀπέφυγα πάντοτε νὰ εἰσάγω εἰς τὰς πολιτικὰς σκέψεις ἀξιωματικοὺς διοικοῦντας σώματα στρατοῦ. Συνήντων ὅμως τὸν κ. Μακρῆν, συνταγματάρχην τότε ὄντα, ἐν τῷ σιδηροδρομικῷ σταθμῷ τῆς Κορίνθου, ὁσάκις διηρχόμην ἐκεῖθεν, ταξειδεύων διὰ τὴν Πελοπόννησον, ἐκεῖ δὲ ἐτύγχανον τῆς δεξιώσεως αὐτοῦ. Κατὰ τὸ 1890 ὁ κ. Μακρῆς ἐξελέχθη βουλευτὴς, τότε δὲ περιῆλθον ἐν εὐρυτέραις σχέσεσι μετ’ αὐτοῦ, ἀφοῦ ἦτο ἀπὸ ἐτῶν φίλος μου πολιτικός. Ὁ κύριος Μακρῆς εὐλόγως εἶχε φιλοδοξίαν τινὰ, ἣν καὶ ἐνόουν, τὴν ὁποίαν ὅμως μετὰ λύπης μου δὲν ἠδυνάμην νὰ θεραπεύσω, οὐ μόνον διότι ἐγένετο τότε Ὑπουργὸς ἕτερος ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτὴς, ἀλλὰ καὶ διότι εἶχον ἀπόφασιν νὰ ἀναλάβω ἐγὼ τὴν διεύθυνσιν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν γενόμενος, ἐσχημάτισα δύο ἐπιτροπὰς, μίαν πρὸς σύνταξιν ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ, καὶ ἑτέραν πρὸς σύνταξιν στρατολογικοῦ νόμου. Ὁ συνταγματάρχης κύριος Θεόδ. Λιμπρίτης ἐτύγχανε τότε τμηματάρχης τοῦ τμήματος τοῦ προσωπικοῦ ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Στρατιωτικῶν, ἦτο δ’ ἀληθῶς ἡ δεξιὰ χείρ μου, διότι, μὴ ἔχων στρατιωτικὴν παρασκευὴν, ἐζήτουν τὰς γνώμας καὶ τὰς συμβουλάς του. Τῶν ἐπιτροπῶν ἐπὶ τοῦ στρατολογικοῦ νόμου καὶ ἐπὶ τοῦ στρατιωτικοῦ ὀργανισμοῦ παρεκάλεσα τὸν Διάδοχον νὰ εὐδοκήσῃ νὰ προεδρεύσῃ· ἦτο δὲ τότε ὁ Διάδοχος συνταγματάρχης, διοικητὴς τοῦ 1ου πεζικοῦ συντάγματος, εἶχον δὲ ταχθῆ μέλη τῆς ἐπὶ τοῦ στρατολογικοῦ νόμου ἐπιτροπῆς ὁ συνταγματάρχης κ. Ν. Μεταξᾶς, ὁ συνταγματάρχης κ. Ν. Μακρῆς, οἱ ἀντισυνταγματάρχαι μακαρίτης Βοτίλιας καὶ Θ. Δούκας, δὲν ἐνθυμοῦμαι δὲ, ἂν καὶ ἄλλοι εἶχον διορισθῆ μέλη αὐτῆς. Παρεκάλεσα τὸν Διάδοχον νὰ προεδρεύσῃ τῶν ἐπιτροπῶν τούτων, ἐν αἷς καὶ ἐγὼ ἐσκόπουν νὰ ἐργασθῶ, διότι οὕτω μοὶ ἐδίδετο εὐκαιρία νὰ γνωρίσω καλῶς τὰς ἰδιότητας καὶ τὰ προτερήματα τοῦ πρωτοτόκου υἱοῦ τοῦ Βασιλέως, ὅστις προωρίσθη νὰ βασιλεύσῃ, ὅταν ὁ Θεὸς ἀποφασίσῃ, τῆς πατρίδος ἡμῶν. Μοὶ ἐδίδετο εὐκαιρία νὰ ἐκτιμήσω καὶ γνωρίσω ὡσαύτως καὶ τοὺς ἄλλους ἀνωτέρους ἀξιωματικοὺς, οἵτινες μετεῖχον τῆς ἐπιτροπῆς ἐκείνης. Αἱ γενόμεναι ἐν τῇ ἐπιτροπῇ συζητήσεις μοὶ παρέσχον εὐκαιρίαν καὶ περὶ τῶν ἄλλων μελῶν αὐτῆς νὰ σχηματίσω γνώμην, καὶ περὶ τοῦ συνταγματάρχου κυρίου Μακρῆ, τὴν περὶ τοῦ ὁποίου γνώμην μου ἐμείωσαν κατά τι. Ὁ κ. Μακρῆς ἐξηκολούθει νὰ ἦναι φίλος μου μέχρι τοῦ 1892, ὅτε ὁ Βασιλεὺς ηὐδόκησε νὰ δηλώσῃ εἰς ἡμᾶς τὴν ἐπιθυμίαν του νὰ παραιτηθῶμεν. Εἶχον τὴν ἡμέραν ἐκείνην συγκαλέσει τοὺς τότε συναδέλφους μου Ὑπουργοὺς ἐν Συμβουλίῳ, ἵνα ἀνακοινώσω αὐτοῖς τὴν εἰρημένην ἐπιθυμίαν τοῦ Ἡγεμόνος, καὶ προκαλέσω τὴν γνώμην αὐτῶν· πάντες δὲ τότε ὁμοθύμως ἐκρίναμεν, ὅτι δὲν εἴχομεν ἀφορμὴν νὰ παραιτηθῶμεν, διότι τὸ παραιτεῖσθαι τυγχάνει δικαίωμα τῶν παραιτουμένων, ἐκδηλούντων τὴν πεποίθησιν, ἣν ἔχουσι περὶ τῆς χρησιμότητος αὐτῶν εἰς τὰ δημόσια πράγματα, ἡμεῖς δὲ δὲν εἴχομεν ἀφορμὴν νὰ ὑπολάβωμεν ἡμᾶς αὐτοὺς ἀνεπαρκεῖς πρὸς ἐκπλήρωσιν τῶν καθηκόντων μας, ἀλλ’ ὅτι ἡ τοιαύτη γνώμη ἡμῶν δὲν ἀναστέλλει τὰς γνώμας τοῦ Ἡγεμόνος, διότι ἡ Α. Μεγαλειότης εἶχεν ἀκέραιον τὸ δικαίωμα ἐκ τοῦ Συντάγματος ν’ ἀπολύσῃ ἡμᾶς τῆς ὑπηρεσίας, ὅπερ καὶ ἐγένετο. Ἀλλὰ τὸ ἑσπέρας, καθ’ ὃ ἤμεθα συνηγμένοι ἐν τῷ Ὑπουργικῷ Συμβουλίῳ, τοῦ ὁποίου τέσσαρα μέλη εὐχαρίστως βλέπω συνεδρεύοντα ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ὅτε ἔληξεν ἡ σύσκεψις καὶ ἠνεῴχθησαν αἱ θύραι τῆς αἰθούσης, ἐν ᾗ συνεσκεπτόμεθα, εἰσῆλθον δ’ ἐν αὐτῇ πολλοὶ τῶν φίλων Βουλευτῶν, ἐπιθυμοῦντες νὰ μάθωσιν, εἰς ποίας κατελήξαμεν σκέψεις, τότε ἀνηγγείλαμεν εἰς αὐτοὺς τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ὁμοφώνως πάντες οἱ Ὑπουργοὶ ἀπεδέχθημεν· ἀλλ’ ὁ συνταγματάρχης κ. Μακρῆς μετ’ ἀγανακτήσεως ἔκρινε τὴν ἀπόφασιν ἡμῶν ὡς χλιαρὰν, ἐπέκρινε δ’ ἡμᾶς, ὡς μὴ ἔχοντας τὸ σθένος ἐκεῖνο, ὅπερ προσῆκε νὰ ἀντιτάξωμεν εἰς τὰς ἀποφάσεις τοῦ Βασιλέως, ὅπως πεισθῇ ὁ Ἡγεμὼν νὰ μὴ ἐπιμένῃ εἰς τὴν ἀπόφασίν του. Ἐγὼ προσεπάθησα νὰ πείσω τὸν φίλον μου συνταγματάρχην, ὅτι δὲν εἴχομεν νόμιμον δικαίωμα νὰ πράξωμέν τι πλέον ἐκείνου, ὅπερ ἐπράξαμεν, ὁ δὲ κ. συνταγματάρχης κατεδήλου εἰς ἡμᾶς εἰλικρινῆ λύπην διὰ τὴν ἀπομάκρυνσιν ἡμῶν ἀπὸ τῆς ἀρχῆς. Τὴν ἐπιοῦσαν δὲ μοὶ ἐδόθη ἡ πληροφορία, ὅτι ὁ κ. Μακρῆς ἐπέβαινεν ὀχήματος, κατευθυνόμενος εἰς τὴν οἰκίαν τοῦ ἀποθανόντος ἤδη Βουλευτοῦ ἐκ Μεσολογγίου, ὅστις ἦτο ἀρχηγὸς τοῦ κόμματος τούτου, τὸ ὁποῖον σήμερον εἶναι ἐν τῇ ἀρχῇ. Ἐννοεῖται, ὅτι τὸ συμβεβηκὸς μὲ ἔθλιψε βεβαίως, διότι ἐχωρίσθη ἀπὸ ἡμᾶς φίλος, οἷος ὁ κ. συνταγματάρχης, ἀλλὰ μὲ ἔθλιψε καὶ δι’ ἄλλους λόγους, πολιτικοὺς, οὕς τινες ἐξ ἡμῶν, κρινόμενοι ἴσως ὡς σχολαστικοί, ἐξακολουθοῦμεν νὰ ἔχωμεν. Ἔκτοτε δὲν ἦλθον εἰς ἐπικοινωνίαν τινὰ μετὰ τοῦ συνταγματάρχου· ἀλλ’ ὅτε ἐπρόκειτο νὰ διορίσωμεν ἀρχηγὸν τοῦ ἐν Θεσσαλίᾳ στρατοῦ, εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ἦμαι παρὰ τῷ Βασιλεῖ· λόγου δὲ γενομένου περὶ τοῦ κ. Μακρῆ ὡς ἀρχηγοῦ, ἔκρινα νὰ μὴ προβάλω ἀντίρρησιν, ἵνα μὴ ὑποληφθῇ, ὅτι ἐκ μνησικακίας ὑποτιμῶ τὸν ἄνδρα, ἀντιλέγων εἰς τὸν διορισμὸν αὐτοῦ ὡς ἀρχηγοῦ τοῦ στρατοῦ ἐκ τοιούτου προσωπικοῦ λόγου. Οὕτως ὁ κύριος Μακρῆς διωρίσθη ἀρχηγὸς, καὶ μεταβὰς εἰς Λάρισαν ἀνέλαβε τὴν διοίκησιν τοῦ Ἀρχηγείου. Ἀλλὰ, κατὰ κακὴν τύχην, εἶχε πάθει ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶχον πάθει ἑκατοντάδες ἄλλων ἀξιωματικῶν, ἤτοι εἶχε γενῇ μέλος τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας· ὅτε δ’ ἀπεστάλη ἐκεῖ ὑπὸ τῶν διοικούντων τὰ τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας ἐπίτροπος αὐτῆς ἄλλος ἀνώτερος δικαστικὸς λειτουργὸς, καὶ ἐπρόκειτο νὰ διατεθῇ τὸ ποσὸν τῶν 100,000 δραχμῶν, ἅπερ εἶχεν ἀποσταλῆ εἰς τὸν ἐν Λαρίσῃ ἐπίτροπον τῆς Ἑταιρείας, ἵνα χρησιμεύσῃ εἰς τὰς πρὸς ἐκπλήρωσιν τῆς ἀποστολῆς αὐτῆς ἀνάγκας, ὁ κ. Μακρῆς ἐτύγχανεν ἐν συνεννοήσει μετὰ τοῦ ἐπιτρόπου τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας, καὶ διώρισε μάλιστα ἀρχηγὸν τῶν ἀνταρτικῶν σωμάτων αὐτῆς τὸν ὑπολοχαγὸν Μυλωνᾶν, ὅστις λέγεται ὅτι ἦτο ἀνεψιός του, καὶ ἐξέλεξε καὶ τὸν ἀξιωματικὸν Καψαλόπουλον ὡς συναρχηγὸν αὐτοῦ, ὑπὸ τὴν ἀρχηγίαν δὲ αὐτῶν ἐτάχθη τὸ περίφημον σῶμα, τὸ ἐκ 2400 ἀνδρῶν, ὅπερ ἔμελλε νὰ ἀνεγείρῃ τοῦ Ἑλληνισμοῦ τὸ ἀδιάσειστον μεγαλεῖον! Ὁ μετὰ ταῦτα χρόνος μὲ ἔπεισε περὶ πολλῶν πραγμάτων· ὅτε δ’ ἔληξεν ἡ ἀποστολὴ τῶν στρατηλατῶν τῆς Ἑταιρείας, καὶ ἐπανῆλθον οὗτοι εἰς τὸ ἑλληνικὸν ἔδαφος, —ἐζητοῦντο μάλιστα καὶ 1800 δραχμαὶ πρὸς ἐξόφλησιν τοῦ λογαριασμοῦ των —ἠρώτων ἐμαυτόν, ἂν φιλοδοξία ἢ λωποδυτικαὶ προαιρέσεις διωργάνωσαν καὶ ἐξετέλεσαν τὴν ἀξιοστιγμάτιστον ταύτην ἐκστρατείαν. Ταῦτα πάντα, ὅσα ἐξέθηκα εἰς ὑμᾶς, καθίστων ἀναποφεύκτως ἀναγκαῖον νὰ τροποποιηθῶσι τὰ τοῦ Ἀρχηγείου· ἐπειδὴ δὲ ἐκρίνετο βαρὺ τὸ φορτίον διὰ πάντα ἄλλον, ἀπεβλέψαμεν εἰς τὴν Α.Β. Ὑψηλότητα τὸν Διάδοχον Κωνσταντῖνον, περὶ τοῦ χαρακτῆρος καὶ τῆς φιλοπατρίας τοῦ ὁποίου δύναμαι νὰ μαρτυρήσω καὶ ἐγώ· διὰ τοῦτο μετὰ πλήρους πεποιθήσεως καὶ ἐμπιστοσύνης ἤμην διατεθειμένος νὰ ἱκετεύσω τὸν Διάδοχον νὰ δεχθῇ τὴν ὑπηρεσίαν ταύτην. Ἔσπευσα δὲ νὰ προκαλέσω ἐπὶ τούτου καὶ τὰς γνώμας τοῦ ἀρχηγοῦ Μακρῆ καὶ τῶν νομαρχῶν Λαρίσης καὶ Τρικκάλων, πάντες δ’ οὗτοι μοὶ παρέστησαν, ὅτι ἦτο ἀναποφεύκτως ἀναγκαῖον νὰ μεταβιβασθῇ τοῦ ἐν Θεσσαλίᾳ στρατοῦ ἡ ἀρχηγία εἰς τὰς χεῖρας τοῦ Διαδόχου, διότι μόνος ὁ Διάδοχος ἤθελε δυνηθῆ νὰ συγκρατήσῃ τὰ σώματα τοῦ στρατοῦ, ὅπως μὴ συμβῇ παράτολμόν τι κίνημα, τὸ ὁποῖον ἤθελε καιρίως ζημιώσει τὰ ἑλληνικὰ συμφέροντα. Ὁ Διάδοχος λοιπὸν ἀνέλαβε τὴν ἀρχηγίαν τοῦ ἐν Λαρίσῃ στρατοῦ, ὄχι δι’ οὓς λόγους ἐξέθηκε χθὲς ὁ ἐκ Ζακύνθου Βουλευτής, ἀλλὰ διὰ τοὺς λόγους, τοὺς ὁποίους πρὸ μικροῦ ἐξέθηκα εἰς ὑμᾶς. Ἐὰν συνέφερεν εἰς τὸν Βουλευτὴν ἐκ Ζακύνθου νὰ ἐξυφάνῃ σύστημα συλλογισμῶν, ὅπως καταλήξῃ εἰς τὸ ἀποτέλεσμα, εἰς τὸ ὁποῖον κατέληξεν, ἐγώ, ἀντὶ τῶν συλλογισμῶν τούτων, προσάγω ἐπίσημα ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα βεβαιοῦσι περὶ τῶν ἀληθῶν αἰτίων, τὰ ὁποῖα ἐπέφεραν τὴν ἀντικατάστασιν τοῦ ἀρχηγοῦ τοῦ ἐν Λαρίσῃ στρατοῦ. Ἐν τούτοις οἱ ὁπλῖται τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας κατέλιπον τὴν Λάρισαν, καὶ διεσπάρησαν πρὸς τὰ μέρη τοῦ νομοῦ Τρικκάλων. Ὁ δὲ νομάρχης Τρικκάλων κ. Πετρίτσης ἀνέφερε τὴν 11 Μαρτίου ἐκ Τρικκάλων (ἀναγινώσκει): «Διασπαρέντες ἀπὸ Κουβέλτσι εἰς τοὺς δήμους Τυμφαίων καὶ Παραληθαίων ὑπερτρισχίλιοι ἐπαναστάται ἤρχισαν νὰ διαρπάζωσιν οὐ μόνον τρόφιμα, ἀλλὰ καὶ κάπας καὶ λοιπὰ χρήσιμα ἀπὸ τὰ διάφορα χωρία, ἀνικάνων ὄντων τῶν διευθυνόντων αὐτοὺς νὰ τοῖς ἐπιβάλωσι περιστολήν. Διέταξα ὥστε οἱ ἀστυνόμοι καὶ δήμαρχοι νὰ συνάξωσι τοὺς κατοίκους ἐνόπλους, περιπολοῦντας πρὸς περιστολὴν τοῦ κακοῦ, συστήσας αὐτοῖς ἅμα δραστηριότητα, φρόνησιν καὶ μετριοπάθειαν. Ἀνάγκη ὅμως ληφθῶσι περὶ ἀνταρτῶν σύντονα μέτρα καὶ πρὸς χρησιμοποίησιν αὐτῶν ὑπὲρ τοῦ ἐθνικοῦ σκοποῦ, καὶ πρὸς πρόληψιν ἀτακτημάτων, ἅτινα δυνατὸν νὰ λάβωσι διαστάσεις.» Περὶ αὐτῶν δὲ τῶν σωμάτων, τὰ ὁποῖα διεσπάρησαν ἀπὸ τοῦ Κουβελτσίου εἰς τὸν δῆμον Τυμφαίων, μοὶ ἔγραψεν ἡμιεπισήμως καὶ ὁ νομάρχης Λαρίσης τὴν 14 Μαρτίου (ἀναγινώσκει): «... Τὰ ἀνταρτικὰ σώματα, σχηματισθέντα ὑπὸ τῶν ὁπλαρχηγῶν, οὓς ἐσημείωσα ἐν τῷ τηλεγραφήματί μου, συνεκεντρώθησαν εἰς χωρίον τι μακρὰν τῆς Λαρίσης, καὶ εἰσὶν ἕτοιμα πρὸς ἔξοδον. Τὰ χρειώδη παρεδόθησαν αὐτοῖς ὑπὸ τοῦ ὑπολοχαγοῦ κ. Μυλωνᾶ, ἐν τῷ Ἀρχηγείῳ ἐργαζομένου. Ἐπειδὴ δὲ ὁ ἀντιπρόσωπος τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας κ. Ροϊλὸς μὲ ἀποφεύγει, ἄλλως τε καὶ διότι δὲν θὰ εἰσηκουόμην παρ’ αὐτοῦ, δὲν ἔκρινα καλὸν νὰ τὸν καλέσω, δὲν ἔλειψα ὅμως δι’ ἄλλου προσώπου νὰ λάβῃ γνῶσιν τῶν σκέψεών μου· παρεκάλεσα δὲ καὶ τὸν ἀρχηγὸν καὶ προφορικῶς καὶ ἡμιεπισήμως, ὅπως εὐαρεστηθῇ νὰ συνεννοηθῇ μετὰ τῶν ὁπλαρχηγῶν, ἐπὶ τῷ τέλει νὰ ἐμποδισθῶσιν, ἔστω καὶ ἐπὶ τοῦ παρόντος, νὰ ἐξέλθωσι, καὶ τοῦτο διότι ὁ ἀρχηγὸς διετέλει ἐν συνεννοήσει μετ’ αὐτῶν καὶ μετὰ τοῦ κ. Ροϊλοῦ.» Τὴν αὐτὴν δ’ ἡμέραν ἀνέφερε τηλεγραφικῶς ὁ αὐτὸς κ. νομάρχης ταῦτα (ἀναγινώσκει): «Ἀντάρται, ὑπὸ τὰς ὁδηγίας τῶν ὁπλαρχηγῶν Νταβέλη, Ἀλαμάνου, Σαράντη, Ζέρμα, Βρακά, εἶναι ἕτοιμοι πρὸς ἔξοδον, δοθέντων αὐτοῖς χρειωδῶν. Ὁ ἀρχηγὸς, ὅστις συνεννοεῖται μετὰ τοῦ ἀπεσταλμένου τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας καὶ διατελεῖ ἐν γνώσει, εἰς ἀξιωματικὸν Μυλωνᾶν ἀνέθεσε, προκληθεὶς παρ’ ἐμοῦ, ἐμποδίσαι ἔξοδον, καθόσον ὁ ἀπεσταλμένος τῆς Ἑταιρείας δὲν συνεννοεῖται μετ’ ἐμοῦ. Ὑπεσχέθη νὰ ἐργασθῇ πρὸς παρακώλυσιν, ἀλλ’ ἀμφιβάλλω, ἂν θὰ τὸ κατορθώσῃ ἐπὶ πολύ. Ἐτηλεγράφησα πρὸς τὸν νομάρχην Τρικκάλων νὰ ἐμποδίσῃ ὁμοίως.» Ἡ 14 Μαρτίου εἶναι ἡμέρα ἀξιομνημόνευτος, διότι μετὰ τὸ ἔγγραφον, τὸ ὁποῖον ἡ Ἐθνικὴ Ἑταιρεία μοὶ ἀπέστειλε διὰ τῶν βουλευτῶν Ἀλοϊσίου Τόμαν, Κων. Τοπάλη, Ἰω. Παπαδοπούλου καὶ Ν. Δημητριάδου, καὶ διὰ τοῦ ὁποίου ἐζήτει νὰ παραχωρήσωμεν αὐτῇ τὸ ἑκατομμύριον τῶν ἀβολιδώτων φυσιγγίων τοῦ 1877, μετὰ τὸ ἔγγραφον ἐκεῖνο δὲν εἶχεν ἐκδώσει πλέον ἄγγελμα τι εἰς τὸ Ἑλληνικὸν κοινόν. Τὴν 14 Μαρτίου ὅμως ἐδημοσιεύθη τὸ ἄγγελμα αὐτῆς, τὸ ὁποῖον ἐπιτρέψατέ μοι νὰ σᾶς ἀναγνώσω, ἵνα μὴ διαφύγωσιν ὑμᾶς αἱ μεγάλαι ὑπηρεσίαι, τὰς ὁποίας τὸ σωματεῖον τοῦτο προσέφερεν εἰς τὴν πατρίδα, ὑπηρεσίαι, τὰς ὁποίας καὶ χθὲς ἔτι δὲν ἐδίστασε νὰ σᾶς ἐκθέσῃ ὁ Βουλευτὴς ἐκ Ζακύνθου (ἀναγινώσκει): «Ὁ Πρόεδρος τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας πρὸς τοὺς προέδρους τῶν ἁπανταχοῦ τοπικῶν Συμβουλίων καὶ μεμονωμένων τμημάτων αὐτῆς, ἐντελλομένους νὰ ἀναγνώσωσιν εἰς τὰ ὑπ’ αὐτοὺς τμήματα, συνεδριάζοντα, ταῦτα: Τὸ Διοικητικὸν Συμβούλιον δι’ ὅλης τῆς κρίσεως, ἣν ἀπὸ δύο μηνῶν διέρχεται ὁ ἐθνικὸς ἡμῶν βίος, ἀντεχόμενον τῆς ἀνατεθείσης αὐτῷ ὑψίστης ἐντολῆς, περὶ τὰ δύο ταῦτα κυρίως ἢ μᾶλλον ἀποκλειστικῶς ἠσχολήθη, νὰ ἀποτρέψῃ μὲν διὰ τῆς ἠθικῆς κολοσσιαίας δυνάμεως τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας, ἥν αὕτη ἔθηκεν εἰς χεῖρας αὐτοῦ, πᾶσαν ἡμιτελῆ λύσιν τοῦ φλέγοντος ζητήματος, βλάπτουσαν τὰ ἀληθινὰ τοῦ Ἑλληνισμοῦ συμφέροντα, νὰ ἐπιταχύνῃ δὲ τὴν ἔναρξιν τοῦ ἀγῶνος, ὃν πᾶσα Ἑλληνικὴ καρδία ὀνειρεύεται. Ὡς πρὸς τὸ πρῶτον, ἐὰν ἐπέτυχε, θὰ λαλήσῃ ἐν καιρῷ ἡ ἱστορία· καὶ ἂν ἀποτύχῃ, πάντως εἰς τὸ Διοικητικὸν Συμβούλιον δὲν θὰ ὀφείληται. Ὡς πρὸς τὸ δεύτερον, πέποιθε τὸ Διοικητικὸν Συμβούλιον, ὅτι ἓν μόνον μέσον ὑπάρχει, ὅπως πεισθῶσι τὰ τμήματα τῆς Ἑταιρείας, ὅτι δὲν ἠμέλησε τῶν ἐπιβεβλημένων αὐτῇ καθηκόντων, ὁ κρότος τῶν ὅπλων τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας, ὅστις προσεχέστατα θὰ ἀντιλαλήσῃ εἰς τοὺς στενάζοντας πληθυσμοὺς τῆς Ἠπείρου καὶ Μακεδονίας τῆς ἐλευθερίας τὸ ὑπερήφανον κήρυγμα. Ἄν καὶ αἱ περιστάσεις ἐπῆλθον πάσης προσδοκίας ῥαγδαιότεραι, τὸ Διοικητικὸν Συμβούλιον ἀντεπεξῆλθε κατ’ αὐτῶν εὔτολμον καὶ θαρραλέον, ἐκπροσωποῦν καὶ κατὰ τοῦτο τὴν πατριωτικὴν εὐψυχίαν οὐ μόνον τῶν ἁπανταχοῦ ἑταίρων, ἀλλὰ καὶ τοῦ ἔθνους ὅλου, καὶ εἰς βραχὺ χρόνου διάστημα, βραχύτερον τῶν δύο μηνῶν, κατώρθωσε δεκακισχίλια μὲν ὅπλα Γκρᾶ νὰ προμηθευθῇ, καὶ δύο ἑκατομμύρια φυσίγγια μετὰ τῶν ἄλλων σχετικῶν ἐφοδίων, νὰ ἀναμένῃ δὲ, καθ’ ὁδὸν εὑρισκόμενα, ἄλλας πέντε χιλιάδας, τρισχιλίους δὲ περίπου ἄνδρας νὰ ἔχῃ ἑτοίμους ὅπως ἀποστείλῃ καὶ θὰ τοὺς ἀποστείλῃ ἐκεῖ, ὅπου οἱ πάντες ἐλπίζομεν δι’ αἵματος ἡρώων νὰ θεμελιωθῇ τοῦ Ἑλληνικοῦ ἔθνους τὸ ἀδιάσειστον μεγαλεῖον. Ἐν τούτῳ δὲν δυνάμεθα ν’ ἀποκρύψωμεν, ὅτι, καίτοι μέχρι χθὲς ἔτι ἡ Κυβέρνησις ἐφαίνετο εὐνοοῦσα τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας τὴν ἐνέργειαν, αἰφνιδίως νῦν ἐστράφη κατὰ παντὸς κινήματος. Ἐπὶ τῇ μεταβολῇ ταύτῃ τὸ Διοικητικὸν Συμβούλιον δὲν εὐθύνεται βεβαίως, τοσούτῳ μᾶλλον, ὅσον τὴν διαγωγὴν αὐτοῦ θὰ τηρήσῃ καὶ παρὰ τοῦτο ἀπαρεγκλίτως σύμφωνον πρὸς τὰς ἀρχὰς τῆς Ἑταιρείας καὶ τὸ φρόνημα τῶν ἑταίρων· ἀρκεῖται ὅμως εἰς τὸ νὰ ἐπιρρίψῃ τὴν εὐθύνην τῶν συμβησομένων εἰς οὓς πράγματι ἀνήκει. Πέποιθε τελευταῖον τὸ Διοικητικὸν Συμβούλιον ἐπὶ τὸν λελογισμένον πατριωτισμὸν τῶν ἁπανταχοῦ ἑταίρων, ὅτι μετὰ τῆς αὐτῆς προθυμίας θέλουσι τοῦ λοιποῦ συνδράμει αὐτὸ, ἐνισχύοντες, ὅπου ἂν εὑρίσκηται, τὸ ἐθνικὸν φρόνημα κατὰ πάσης ἀντεθνικῆς λύσεως, καὶ καταβάλλοντες πᾶσαν προσπάθειαν πρὸς ὑλικὴν δυνάμωσιν τῆς Ἑταιρείας, ὅπως τὸ ὑποκείμενον ἔργον μὴ ἀνακοπῇ ἢ ἂν χαιρετίσωμεν πάντες ἐλευθέρας τὰς δεδουλωμένας ἐπαρχίας τῆς Ἑλλάδος.»
§24Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχει καὶ τὴν κόκκινην σφραγῖδα;
§25Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μάλιστα. Τὴν 17 Μαρτίου ὁ νομάρχης Τρικκάλων ἀνέφερεν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν (ἀναγινώσκει): «Εἰς χωρίον Κουβέλτσι συνηθροίσθησαν πλέον τῶν δύο χιλιάδων ἐπαναστατῶν, ἀναμένονται δὲ καὶ ἄλλοι, πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦ νὰ ἐξέλθωσι τῶν συνόρων. Ἐκεῖ εὑρίσκονται καὶ ὁ Γούσιος καὶ ὁ ἐφέτης Ροϊλὸς, παρασκευάζοντες καὶ συντηροῦντες αὐτούς. Ἐγὼ εἰδοποίησα τὸν ἀστυνόμον καὶ φρούραρχον νὰ παρεμποδίσωσι πᾶσαν τοιαύτην ἔξοδον, κοινοποιήσας εἰς φρούραρχον καὶ σχετικὸν τηλεγράφημα ἀρχηγοῦ. Σήμερον μεταβαίνω εἰς Κουβέλτσι, διὰ νὰ ἴδω τοὺς ἄνω κυρίους καὶ ἐνεργήσω συμφώνως ταῖς διαταγαῖς ὑμῶν.» Τῇ δὲ 18 Μαρτίου ὁ νομάρχης Λαρίσης ἐτηλεγράφησε τάδε: «Ἐκ τοῦ νομοῦ Τρικκάλων ἑτοιμάζονται ἐξέλθωσι κατ’ αὐτὰς ὁμάδες ἀνταρτῶν τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας· μοὶ ἐτηλεγράφησαν, ὅτι ἐντὸς ὀλίγων ἡμερῶν θὰ ἐξέλθωσι καὶ ἐντεῦθεν ὁμάδες ἀνδρῶν. Χθὲς, ἀνταμώσας πολλοὺς ἀξιωματικοὺς ἐν τοῖς σταθμοῖς, ἐσύστησα αὐτοῖς αὐστηρὰν πειθαρχίαν, καὶ εἰς οὐδὲν νὰ προβῶσι κίνημα ἄνευ διαταγῆς· νὰ τηρήσωσι τὴν τάξιν. Κυβέρνησις ἐπιστήσει προσοχὴν ἐπὶ ὑπαξιωματικῶν ἐφέδρων νὰ μὴ σχηματίσωσιν ἀνταρτικὰ σώματα.» Ἐν τούτοις ὁ Διάδοχος ἀφίκετο εἰς τὴν Λάρισαν, ἐγκατεστάθη δὲ εἰς τὸ Ἀρχηγεῖον. Εἰς ἐπιστολὴν τοῦ ἀρχηγοῦ τοῦ Ἐπιτελείου, φέρουσαν ἡμερομηνίαν τῆς 20 Μαρτίου, ἔσπευσα νὰ ἀπαντήσω τὰ ἑπόμενα: «Ἡ πρὸς τὸν ἀρχηγὸν τοῦ ἐν Θεσσαλίᾳ στρατοῦ ἐπισταλεῖσα ὑπὸ τοῦ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργοῦ ἐντολὴ ἦτο ὁμοία πρὸς τὴν ἐπισταλεῖσαν πρὸς τὸν ἀρχηγὸν τοῦ ἐν Ἄρτῃ στρατοῦ. Ἐπέστειλε δὲ τὰς ἐντολὰς ταύτας ὁ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν ἐμὸς συνάδελφος κατ’ ἀπόφασιν τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ἡ δὲ ἀπόφασις αὕτη αὐτοῦ ἐγένετο τῇ ἐμῇ προτάσει. Ἐν τῇ κοινωνίᾳ εἰσὶ πολλοὶ οἱ ἀνυπόμονοι, πλεῖστοι οἱ μηδεμίαν ἔχοντες ἢ ζητοῦντες νὰ ἔχωσι γνῶσιν τῶν λεπτομερειῶν, οὐκ ὀλίγοι δὲ οἱ ἐπιθυμοῦντες νὰ πονηρεύωνται. Καὶ δὲν ὑπάρχουσι τοιοῦτοι μόνον ἐν τῇ κοινωνίᾳ, ἀλλὰ καὶ ἐν τῇ Βουλῇ καὶ ἐν τῇ διοικήσει καὶ ἐν αὐτοῖς τοῖς κυβερνητικοῖς κύκλοις. Ὁ πόλεμος βεβαίως δὲν εἶναι ὁ σκοπὸς, ἀλλὰ τὸ μέσον· ἐνίοτε ὅμως καὶ ὁ χαρακτηρισμὸς οὗτος παραγνωρίζεται ἢ λησμονεῖται. Πρέπει λοιπὸν εἴτε νὰ πείθωμεν αὐτοὺς, ὅτι δὲν ἐπέστη ἡ ὥρα, διότι δὲν συνεπληρώθησαν ἔτι πάντα τὰ τοῦ στρατοῦ, εἴτε νὰ δικαιολογῶμεν ἡμᾶς αὐτοὺς ἐπὶ τῇ ἀναβολῇ τῆς ἐνάρξεως τῶν ἐχθροπραξιῶν· φυσικὸν δὲ, ὅτι πρέπει, πρὶν ἢ ὁ Βασιλεὺς ἀποφασίσῃ, ἢ πρὶν ἡμεῖς ὑποβάλωμεν εἰς τὴν Μεγαλειότητά του γνώμην, νὰ δυνάμεθα νὰ ἀναφέρωμεν εἰς τὸν Ἡγεμόνα, πῶς ἔχουσι τὰ τοῦ στρατοῦ κατὰ τὴν σύνταξιν καὶ κατὰ τὴν οἰκονομίαν τῶν κατ’ αὐτόν. Διὰ τοῦτο ἐποιησάμην τοιαύτην εἰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον πρότασιν, ἀφοῦ μάλιστα ἤρχισαν ἐκ νέου αἱ περὶ ἀποκλεισμοῦ τῶν λιμένων τοῦ Κράτους εἰδήσεις. Αἱ εἰδήσεις μάλιστα αὗται ἐντείνονται, καὶ παρουσιάζουσι προσεχῆ τὰ καταναγκαστικὰ μέτρα, θέλει δὲ κατασταθῆ ἀναπόφευκτος ἡ προσεχὴς ἔναρξις τῶν ἐχθροπραξιῶν ἕνεκα τούτου, καὶ ἡ ἀνάγκη νὰ προβῶμεν, καὶ ἂν ἀτελῶς ἔτι ἔχωσι τὰ κατὰ τὸν στρατόν...» Κατὰ τὴν ἐντολήν, τὴν ὁποίαν ἔστειλεν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν εἰς τὰ δύο Ἀρχηγεῖα Λαρίσης καὶ Ἄρτης, ἔπρεπεν ἑκάτερος τῶν ἀρχηγῶν νὰ συγκαλέσῃ παρ’ ἑαυτῷ τοὺς μεράρχους καὶ ταξιάρχους, καὶ νὰ καταστήσῃ ἑκάτερος Συμβούλιον στρατιωτικὸν, διὰ τοῦ ὁποίου νὰ κανονίσωσι τὸν καταρτισμὸν τῶν στρατιωτικῶν μονάδων κατὰ τὴν ἐνέργειαν, εἰς τὴν ὁποίαν ἤθελον ἐπιδοθῆ τὰ στρατεύματα. Φαίνεται ὅτι ἡ ἐντολὴ αὕτη παρεξηγήθη ἐν Λαρίσῃ, διότι ὁ ἀρχηγὸς τοῦ Ἐπιτελείου μοὶ ἔγραψεν ἐπιστολὴν, ἡ ὁποία δὲν μοὶ ἐδείκνυε μὲν ῥητῶς, ὅτι παρεξηγήθη ἡ ἐντολὴ, ἀλλὰ μοὶ παρίστα, ὅτι τὸ μέτρον δὲν ἦτο σπουδαῖον. Πρὸς τὸν ἀρχηγὸν τοῦ Ἐπιτελείου ἔγραψα τὴν ἐπιστολὴν ταύτην, διὰ τῆς ὁποίας ἐξήγουν αὐτῷ, ὅτι εἶναι μέτρον, τὸ ὁποῖον δὲν ἔλαβεν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν μόνος, ἀλλ’ ἀπεφασίσθη ἐν Ὑπουργικῷ Συμβουλίῳ τῇ προτάσει μου, ὅπως μὴ ἐγερθῶσιν ἕνεκα τοῦ μέτρου τούτου μέριμναι περὶ προσωπικῶν ζητημάτων, ἀλλὰ νὰ πεισθῇ, ὅτι τὸ μέτρον ἦτο μέτρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, εἰς τὸ ὁποῖον ἐγὼ εἰσήγαγον τὴν πρότασιν ταύτην. «Μεταδίδωμι ὑμῖν πάσας τὰς ἐξηγήσεις ταύτας», (ἐξηκολούθουν ἐν τῇ πρὸς τὸν ἀρχηγὸν τοῦ Ἐπιτελείου ἐπιστολῇ μου) «διὰ νὰ προλάβω πᾶσαν ἐνδεχομένην παρεξήγησιν τῆς ἐντολῆς, ἣν ὁ κ. ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργὸς ἐπέστειλεν εἰς τὰ δύο Ἀρχηγεῖα. Ἀλλὰ καὶ δι’ ἄλλον λόγον ἔκρινα αὐτὰς χρησίμους, διότι ἡ ἐπικήρυξις τοῦ ἀποκλεισμοῦ τῶν παραλίων τοῦ Κράτους δέον νὰ λάβῃ χώραν μετὰ τὴν ἔναρξιν τῶν ἐχθροπραξιῶν, ἀλλὰ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ ἐπέλθῃ ἀμέσως μετὰ τὴν ἐπικήρυξιν, ἂν δὲν ἦναι δυνατὸν νὰ κατορθωθῇ νὰ προηγηθῇ τοῦ ἀποκλεισμοῦ. Ἀφοῦ δὲν ἐξευρέθη λύσις ἀπαλλάττουσα ἡμᾶς τῆς ἀνάγκης ταύτης, θέλομεν ὑποβληθῆ εἰς αὐτὴν, καὶ ἂν ἦναι ἀμφίβολα τ’ ἀποτελέσματα. Διὰ τοῦτο σᾶς παρακαλῶ, ὑμᾶς ἰδίως, νὰ συντελέσητε εἰς τὴν ὅσον τὸ δυνατὸν ταχυτέραν διάταξιν τῶν διαφόρων σωμάτων, καὶ τὴν πληρεστέραν ὀργάνωσιν ἑκάστου αὐτῶν. Ἡ ὑγειονομικὴ καὶ ἡ οἰκονομικὴ ὑπηρεσία δυσκόλως θέλουσι καταρτισθῆ ἐντελῶς· ἴσως δεήσει νὰ ἀρκεσθῶμεν εἰς τὴν ὀργάνωσιν μέσων μεταφορᾶς τροφῶν καὶ ἀναχορηγίας πολεμεφοδίων. Ἡ ἀσθένεια τοῦ συνταγματάρχου κ. Γ. Μαυρομιχάλη καὶ ἡ κακοδιαθεσία τοῦ ἑτέρου συνταγματάρχου κ. Δημοπούλου εἰσὶ βεβαίως συμπτώσεις λίαν δυσάρεστοι. Καὶ εὔχομαι μὲν νὰ ἀρθῶσιν, ἀναλαμβανόντων τῶν εἰρημένων τὰ ἑαυτῶν καθήκοντα, ἀλλ’ ἐὰν τοῦτο δὲν συμβῇ, ἀνάγκη νὰ πληρωθῶσι τὰ κενὰ ὅπως δήποτε. Περιμένεται ἡ προτελευταία ἀποστολὴ ἐξ Εὐρώπης, συνισταμένη εἰς 256 ἵππους, προωρισμένους διὰ τὴν Λευκάδα καὶ Ἄρταν. Ἀλλ’ ὑπολείπονται ἔτι 150 ἵπποι, οἵτινες θέλουσιν ἀποσταλῆ διὰ τοῦ ἀτμοπλοίου τοῦ κομίζοντος τοὺς 256, ἐπανερχομένου· ἑπομένως ἀμφιβάλλω, ἂν οἱ 150 οὗτοι ἵπποι θέλουσι φθάσει, ἀφοῦ ἐπίκειται ὁ ἀποκλεισμὸς τῶν λιμένων μας. Οἱ ἵπποι οὗτοι προωρίζοντο διὰ τὴν Θεσσαλίαν, ἑπομένως ἕνεκα τούτου πρέπει νὰ ἀναζῃτηθῇ τῶν ἀναγκαιούντων κτηνῶν ἡ ἀπόκτησις διὰ τῆς εἰσφορᾶς, ἢ κάλλιον διὰ τῆς ἑκουσίας συμφωνίας τῶν πολιτῶν, ὅσοι ἔχουσιν ἵππους ἢ ἡμιόνους, μετὰ τῆς στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας. Αὐτόθι καὶ ἵπποι καὶ ἡμίονοι δύνανται νὰ εὑρεθῶσιν. Ἐν Τρικκάλοις ἀνατρέφουσιν ἵππους· ἐνθυμοῦμαι, ὅτι, ὅτε κατὰ τὸ 1895 ἐπεσκέφθην τὸν τόπον, πολλαὶ ἑκατοντάδες ἱππέων μὲ ὑπεδέχθησαν καὶ μὲ συνώδευον. Οἱ ἀδελφοὶ Χατζηγάκη ἐν Τρικκάλοις καὶ οἱ ἀδελφοὶ Τάκη ἐν Καλαμπάκᾳ εἰσὶν εἰς θέσιν νὰ μᾶς συντρέξωσιν εἰς τοῦτο. Γνωρίζω τὰς ὑπαρχούσας κατ’ αὐτῶν προλήψεις... τὰς ὁποίας προλήψεις δὲν ἔλαβον ἐγὼ ἀφορμὴν ἵνα συλλάβω· ἀλλὰ καὶ ἂν αὗται ἔχωσι βάσιν, καλὸν νὰ ἀναβληθῶσιν αὗται, καὶ νὰ κληθῶσιν οὗτοι νὰ προσενέγκωσι τὰς ὑπηρεσίας των καὶ πρὸς προμήθειαν ἵππων καὶ ἡμιόνων, καὶ πρὸς ἄλλας ἀνάγκας, διότι πολλὰς χιλιάδας κατοίκων τῆς Πίνδου ἐπηρεάζουσιν. Ἡ Α. Μ. μοὶ ἐνεπιστεύθη χθὲς τὸ τηλεγράφημα, ὅπερ ἐπέστειλεν ἡ Α. Β. Ὑψηλότης πρὸς τὴν Μεγαλειότητά του περὶ τῶν ἐν Τρικκάλοις ἐθελοντῶν, ἢ μᾶλλον ἀνταρτῶν. Περὶ τούτων ὁ ἐκ Καλαμπάκας βουλευτὴς κ. Σιβιτανίδης μοὶ ἐτηλεγράφησε τὴν παρελθοῦσαν νύκτα, διαφόρους μεταδούς μοι σχετικὰς πληροφορίας. Τοῦ τηλεγραφήματος τούτου τοῦ κυρίου Σιβιτανίδου σᾶς διαβιβάζω ἐσώκλειστον ἀντίγραφον, ἵνα λάβητε γνῶσιν τῶν ἐν αὐτῷ, καὶ ἐνεργήσητε ὅ,τι κρίνετε προσῆκον. Σήμερον, ὅτε ἤμην παρὰ τῇ Α. Μεγαλειότητι, ἐγένετο αὖθις λόγος περὶ τῆς γνώμης τῆς Α. Β. Ὑψηλότητος, τῆς διὰ τοῦ τηλεγραφήματος Αὐτῆς ἀνακοινωθείσης χθὲς εἰς τὴν Μεγαλειότητά του... Οἱ ἀντάρται οὗτοι δὲν πρέπει νὰ διαβῶσι συσσωματωμένοι εἰς χιλιάδας, ὅσοι εἶναι οἱ εἰς τὸ χωρίον Κουβάλτσι συναθροισθέντες, οὐδὲ νὰ ἐκλέξωσι τὴν παρὰ τὸ Κούβελτσι θέσιν πρὸς διάβασιν, ἀλλὰ πρέπει νὰ διαιρεθῶσιν εἰς ὁμάδας 50, 80 ἢ 100 ἀνδρῶν, καὶ νὰ διαπορθμευθῶσι τὰς νύκτας διὰ πλοιαρίων ἀπὸ τῆς ἑλληνικῆς παραλίας εἰς τὴν τουρκικὴν ἀκτήν, πέραν τῆς Αἰκατερίνης, ἢ παρὰ τὰς ἐκβολὰς τοῦ Ἁλιάκμονος, διότι οὕτω θέλουσι φέρει ἀντιπερισπασμὸν εἰς τὰ παρὰ τὴν ὁροθετικὴν γραμμὴν τουρκικὰ σώματα, θέλουσι δὲ ἑλκύσει μέρος αὐτῶν εἰς τὰ ἐνδότερα. Τρισχίλιοι ἀντάρται παρὰ τὸν Ἁλιάκμονα, ἔχοντες καὶ πρόσθετα ὅπλα, ἵνα ὁπλίσωσι καὶ ἄλλους μαχίμους ἄνδρας τῶν μερῶν ἐκείνων, δύνανται ὄντως νὰ προσφέρωσιν ἀξιόλογον ὑπηρεσίαν εἰς τὸν ἡμέτερον στρατόν· ἐνῷ, ἐὰν πειραθῶσι νὰ ἐξέλθωσι συσσωματωμένοι εἰς Κουβάλτσι, θέλουσι συναντήσει ἀμέσως τάγματα στρατοῦ, καὶ θέλουσι πολεμήσει ἅμα ἐπὶ τὸ τουρκικὸν ἐπιδραμόντες, πιθανῶς δὲ ζημιωθῇ καὶ κατακερματισθῇ. Εἰς τὸν κύριον Σιβιτανίδην ἀπήντησα τηλεγραφικῶς, παρακαλέσας αὐτὸν νὰ μεταδώσῃ τὰς ἀνακοινώσεις, ἃς μοὶ ἐτηλεγράφησεν, εἰς τὸν ἀρχηγὸν τοῦ Ἐπιτελείου τοῦ ἀρχηγοῦ τοῦ κατὰ τὴν Θεσσαλίαν στρατοῦ, ἤτοι εἰς ὑμᾶς...» Ἀλλὰ καὶ ἐξ ἰδιωτικῶν πληροφοριῶν ἠναγκαζόμην νὰ ἐπιβλέπω τὰ τοῦ ἀρχηγοῦ Μακρῆ. Ἰδιαιτέρα ἐπιστολὴ Βουλευτοῦ, ὁ ὁποῖος ἔτυχε νὰ ἦναι ἐν Λαρίσῃ τὴν 21 Μαρτίου, μοὶ ἀνεκοίνου, ὅτι «ὁ ἀρχηγὸς Μακρῆς, εἶμαι βέβαιος, καὶ ἐν πεποιθήσει σᾶς γράφω, ὅτι δὲν ἐργάζεται εἰλικρινῶς, συμφώνως μὲ τὴν θέσιν τῆς Κυβερνήσεως· τοῦτο δὲ ἐξάγω καὶ ἐξ ἄλλων τινῶν ἀφορμῶν, ἰδίως δὲ, διότι παρακινεῖ, προτρέπει καὶ συντρέχει ἀξιωματικοὺς τοῦ ἐνεργοῦ στρατοῦ, ἵνα ἐξέλθωσι τῆς γραμμῆς μετ’ ἀνταρτικῶν σωμάτων, πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον, κατὰ τὴν πεποίθησίν μου, δὲν ἐγκρίνει ἡ Κυβέρνησις. Τοιοῦτοι ἀξιωματικοί, ὡς γνωρίζω, εἶναι ὁ Ἀλέξανδρος Μυλωνᾶς, ὑπολοχαγὸς πεζικοῦ, Ἰωάννης Χατζηπέτρου, ἀνθυπολοχαγὸς οἰκονομίας, καὶ ἄλλοι τινές. Ἐὰν, κ. Πρόεδρε, οἱ ἀξιωματικοὶ οὗτοι, εἴτε ὡς λιποτάκται, εἴτε ἐπ’ ἀδείᾳ, ἐξέλθωσι, θὰ κινήσωσι τὴν ἅμιλλαν καὶ τὸν πόθον καὶ εἰς ἄλλους πολλοὺς νεαροὺς ἀξιωματικούς, λόγῳ φιλοτιμίας, καὶ τοιουτοτρόπως προβλέπω ὀλέθρια ἀποτελέσματα διὰ τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ, καὶ κατὰ συνέπειαν καὶ διὰ τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα...» Εἰς τὸν ἀρχηγὸν τοῦ Ἐπιτελείου τοῦ ἀρχηγοῦ Λαρίσης ἔσπευσα ν’ ἀνακοινώσω εἴδησιν, τὴν ὁποίαν εἶχον συναγάγει ἐξ ἐπιστολῆς ἐκ Βόλου, ἐπισταλείσης μοι τὴν 25 Μαρτίου παρὰ Βουλευτοῦ, ὁ ὁποῖος εἶχεν ἐκλεχθῆ ὡς πολιτικὸς φίλος μου, τοιοῦτον δὲ ὑπέθετον αὐτόν. «Πληροφορία μοὶ ἐδόθη ἐκ Βόλου παρά τινος, ὅστις εἶναι μέλος γνωστῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας» (ἔγραφον τῇ 26 Μαρτίου πρὸν τὸν συνταγματάρχην κ. Σαπουντζάκην) «ὅτι σκοπὸς ἐξόδου ἐπὶ ὅμορον Κράτος τῶν ἐνόπλων λεγομένων ἀνταρτῶν δὲν εἶναι νὰ ἐπαναστατήσωσι κατοίκους τουρκικῶν χωρῶν, ἢ νὰ φέρωσιν ἀντιπερισπασμὸν εἰς τὰ τουρκικὰ στρατεύματα, ἀλλὰ νὰ προκαλέσωσι συμπλοκὴν μετὰ τῶν τουρκικῶν σωμάτων παρὰ τὴν ὁροθετικὴν γραμμὴν, ἵνα ἐκβιάσωσι τὸ Κράτος εἰς πόλεμον. Οὕτως εἰρημένη Ἑταιρεία, μὴ πειθομένη, ὅτι ὁ Βασιλεὺς θέλει κηρύξει τὸν πόλεμον, ἐπενόησε μέσον, ἵνα ἐκβιάσῃ τοῦ πολέμου τὴν κήρυξιν. Τὴν πληροφορίαν ταύτην ἔκρινα, ὅτι ὀφείλω νὰ μεταδώσω ὑμῖν, ὅπως εὐαρεστηθῆτε νὰ ὑποβάλητε αὐτὴν εἰς ἀρχηγὸν στρατοῦ Θεσσαλίας.» Ὁ κ. Τοπάλης, ὁ ὁποῖος ἔκρινεν ὅτι ἔπρεπε νὰ περιοδεύσῃ εἰς τὴν Θεσσαλίαν καὶ τὴν Ἤπειρον διὰ νὰ γνωρίσῃ ἐκ τοῦ σύνεγγυς τὴν κατάστασιν τῶν δύο στρατῶν, ἐκεῖθεν μοὶ μετεβίβασε τηλεγραφικῶς περὶ τοῦ ἐν Ἠπείρῳ στρατοῦ πληροφορίας, τὰς ὁποίας, ὡς ἀναγομένας εἰς τὴν στρατιωτικὴν ὑπηρεσίαν, μετέδωκα εἰς τὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργόν. Οὗτος δὲ μοὶ ἔγραψε τὴν 19 Μαρτίου ταῦτα: «Μετ’ ἀπορίας ἀνέγνων τὸ τηλεγράφημα τοῦ κυρίου Τοπάλη περὶ ἀτελοῦς ἐξοπλισμοῦ τοῦ ἐν Ἄρτῃ στρατοῦ, διότι ὁ ἀρχηγὸς οὐδὲν ἀνέφερε περὶ τούτου μέχρι τῆς στιγμῆς ταύτης· ἄλλως τε γνωρίζω ἐκ τῆς ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου, ὅτι ὑπῆρχον εἰς τὰς ἐφορείας Μεσολογγίου, Ἄρτης καὶ Κραβασαρᾶ πρὸς διανομὴν τριάκοντα χιλιάδες ὅπλων, δι’ ὧν ὁ ἀρχηγὸς ἠδύνατο νὰ ὁπλίσῃ τοὺς ἐφέδρους ἄνευ εἰδικῆς διαταγῆς τοῦ Ὑπουργείου. Ἐξάρτυσιν δὲ ἡ ἀποθήκη Μεσολογγίου τὴν 10 Μαρτίου εἶχε διὰ 10,000–12,000 ἄνδρας, ὥστε οὐδ’ ἐξαρτύσεως ἔλλειψις ὑπάρχει.» Ἀλλαχοῦ, ἐν παραπλησίαις περιπτώσεσιν, ἰδίως δ’ ὅταν ὁ στρατὸς τίθεται ἐν κινήσει, δὲν εἶναι εὔκολον εἰς τοὺς πολίτας, οἱοιδήποτε καὶ ἂν ὦσι, νὰ ἐπισκέπτωνται τὸν στρατὸν καὶ νὰ ἐξετάζωσι τὰ κατ’ αὐτόν. Δυστυχῶς οὐδ’ ἐν τῷ Ἀρχηγείῳ Θεσσαλίας, οὐδ’ ἐν τῷ τῆς Ἠπείρου παρεκωλύθησαν ὅσοι ἤθελον νὰ ἐπισκέπτωνται τὰ στρατεύματα, πολλοὶ δὲ πολῖται, διότι εἶχον τὴν ἰδιότητα τοῦ Βουλευτοῦ, ἐγίνοντο δεκτοὶ, καὶ εἰσήγοντο εἰς πάντας τοὺς κλάδους τῆς στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας. Τούτου δὲ τοσαύτη ἐγένετο κατάχρησις, ὥστε συνέβη καί τι ἄλλο, τὸ ὁποῖον ὁμολογῶ, ὅτι μὲ ἐνέβαλεν εἰς μεγίστην ἀνησυχίαν. Εἷς ἀνταποκριτὴς ἐφημερίδος ἠδυνήθη νὰ προμηθευθῇ τὰ ἔγγραφα, ἐν οἷς ἐκανονίζετο ἡ διάταξις τῶν στρατευμάτων τοῦ Ἀρχηγείου τῆς Θεσσαλίας, ὁ δὲ ἀρχηγὸς τοῦ Ἐπιτελείου ἐζήτει παρ’ ἐμοῦ νὰ φροντίσω νὰ μάθω, ποῦ εὑρίσκεται ὁ ἀνταποκριτὴς ἐκεῖνος, καὶ παραστήσω αὐτῷ, ὅτι ἤθελε πράξει πρᾶξιν μὴ πατριωτικὴν, ἐὰν ἐδημοσίευε δι’ ἐφημερίδος τὸ ἔγγραφον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον πάντως ἔδει νὰ τηρηθῇ ἀπόρρητον, ἀφοῦ κατὰ δυστυχίαν περιῆλθεν εἰς χεῖρας αὐτοῦ. Ἡ δρᾶσις τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας ἦτο τὰ μάλα ἐπαισθητὴ καὶ εὐρυτάτη· δὲν περιωρίζετο νὰ δράσῃ εἰς τὴν Κρήτην μόνον, ἢ καὶ εἰς τὰς Ἀθήνας, δὲν περιωρίζετο νὰ ζητῇ χρήματα ἐν Κωνσταντινουπόλει, ἔνθα ἀπέστειλε πρὸς τοῦτο καὶ ἕνα τῶν καθηγητῶν τοῦ Πανεπιστημίου, νὰ ζητῇ χρήματα ἐν Ἀλεξανδρείᾳ καὶ Καΐρῳ, νὰ ζητῇ χρήματα ἐν ταῖς ἐπαρχίαις τῆς Ρουμανίας, ἢ καὶ νὰ ἐκτείνῃ τὰς αἰτήσεις της ταύτας ἕως εἰς τὰ πέρατα τοῦ κόσμου, ἀλλὰ συνέλαβε τὴν ἰδέαν νὰ ἐπαναστατήσῃ καὶ τὴν Μιτυλήνην. Μοὶ ἀνήγγειλεν ὁ πρόξενος Ζουλούμης διὰ τηλεγραφήματος κατὰ τὴν 28 Μαρτίου, ὅτι «ἡ Ἐθνικὴ Ἑταιρεία ἐνεργεῖ εἴσπραξιν χρημάτων καὶ πρὸς ἐξέγερσιν νήσου», καὶ μοὶ ἐζήτει περὶ τούτων ὁδηγίας. Ἐν τούτοις πρὸ τῆς 29 Μαρτίου—δὲν ἐνθυμοῦμαι κατὰ ποίαν ἡμέραν—συνέβη συμπλοκή τις κατὰ τὴν μεθόριον γραμμήν, ἕνεκα ἐπιθέσεως τῶν ἐν τοῖς τουρκικοῖς σταθμοῖς φρουρῶν κατὰ τῶν ἡμετέρων· καὶ μοὶ ἀνηγγέλθη μὲν τότε ἡ συμπλοκή, ἀλλὰ δὲν εἶχον πληροφορίας περὶ τῶν λεπτομερειῶν αὐτῆς καὶ περὶ τῆς ἐκβάσεως αὐτῆς. Διὰ τοῦτο κατὰ τὴν 29 Μαρτίου ἐτηλεγράφησα πρὸς τὸν ἀρχηγὸν τοῦ κατὰ τὴν Θεσσαλίαν στρατοῦ ταῦτα (ἀναγινώσκει): «Στεροῦμαι νεωτέρων εἰδήσεων. Ἂν ἕνεκα τῆς ἀναγγελθείσης ἡμῖν ἐπιθέσεως τῶν ἐν τουρκικοῖς σταθμοῖς φρουρῶν κατὰ τῶν ἡμετέρων ἐξακολουθῶσιν αἱ συγκρούσεις, ἡ Κυβέρνησις ἐγκρίνει νὰ ἀνατεθῇ εἰς ὑμᾶς νὰ κρίνητε, ἂν συμφέρει εἴτε νὰ περιορισθῶσι καὶ καταπαύσωσιν αὗται, εἴτε νὰ ἐνισχυθῶσι καὶ ἐπιτραπῇ νὰ ἐπεκταθῶσι κατὰ τὴν γραμμήν, ἀναλόγως δὲ νὰ δώσητε τὰς ἀναγκαίας διαταγάς.» Καὶ ὄντως αὐτὴν εἶχον τὴν γνώμην, ὅτι, ὅταν ὑπάρχωσι σώματα στρατοῦ καὶ ἐπὶ κεφαλῆς αὐτοῦ ὑπάρχωσι νομίμως τεταγμένοι ἄνδρες, ἐκλεχθέντες ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως καὶ διορισθέντες διὰ Β. Διατάγματος, οἱ ἀρχηγοὶ οὗτοι πρέπει νὰ ἔχωσι πλήρη ἐλευθερίαν. Ἤθελεν εἶσθαι ἄτοπον, ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν νὰ δίδῃ ἐξ Ἀθηνῶν διαταγὰς, ἂν ὁ ἀρχηγὸς σώματος στρατοῦ πρέπει νὰ προβῇ ἢ νὰ ὑποχωρήσῃ, ἂν πρέπει νὰ τραπῇ δεξιᾷ ἢ ἀριστερᾷ. Αἱ στρατιωτικαὶ κινήσεις εἰσὶ πόρισμα ἐξετάσεως καὶ κρίσεως· ἑκάστη κίνησις γίγνεται κατὰ τὰς ἀνάγκας, αἵτινες προκύπτουσι κατὰ πᾶσαν στιγμήν, καὶ κατὰ τὰς περιστάσεις, καθ’ ἃς αἱ ἀνάγκαι αὗται προκύπτουσι. Ταῦτα δὲ πάντα οὐδεὶς ἄλλος δύναται νὰ γνωρίσῃ καὶ ἐκτιμήσῃ προσηκόντως ἢ ὁ ἀρχηγὸς τοῦ στρατιωτικοῦ σώματος, ὅστις εἶναι ἐπὶ τόπου καὶ ἐπὶ κεφαλῆς τοῦ σώματος. Διὰ τοῦτο τοιαύτην ἔδωκα, συναινέσει τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ἐντολὴν εἰς τὸν ἀρχηγὸν τοῦ στρατοῦ τῆς Θεσσαλίας, νὰ πράξῃ ὅ,τι οὗτος ἤθελεν ἐγκρίνει ἐπὶ τῆς συμβάσης συγκρούσεως μεταξὺ τῶν ἑκατέρωθεν σταθμῶν. Ἡ Ἐθνικὴ Ἑταιρεία τὴν πρώτην ἐμφάνισιν αὑτῆς εἰς τὸ κοινὸν ἐποιήσατο τὴν 5 Φεβρουαρίου, ὅτε ἐξέδοτο ἔγγραφον, ὅπερ δὲν ἐδίστασε νὰ ἀποστείλῃ καὶ πρὸς ἐμέ, φέρον σφραγῖδα ἐρυθράν, ἀντὶ ὑπογραφῆς τῶν διοικούντων τὴν Ἑταιρείαν (ἀναγινώσκει): «Ἡ Ἐθνικὴ Ἑταιρεία, προορισμὸν καὶ σκοπὸν ἀποκλειστικὸν ἐπιβαλομένη ἑαυτῇ τὴν ἀνένδοτον ἐργασίαν πρὸς τὴν ἐθνικὴν ἀποκατάστασιν τῶν ὑπὸ τὴν δουλείαν ἀδελφῶν ἡμῶν, καὶ πρὸς πραγμάτωσιν τοῦ μεγάλου τούτου σκοποῦ ἀκαταπονήτως ἐργαζομένη, ὑπέρτατον ἐκπληροῖ καθῆκον, περιβάλλουσα διὰ πάσης θερμῆς ἐνθαρρύνσεως καὶ ἐνισχύσεως τὸ φιλόπατρι ἔργον, εἰς ὃ μετὰ σθένους καὶ ἐνθουσιασμοῦ ἀπὸ τῆς 25 Ἰανουαρίου ἐχώρησεν ὁ Βασιλεύς, ἡ ἐθνικὴ ἀντιπροσωπεία καὶ ἡ Κυβέρνησις, εἰς ὃ ὀφείλεται τὸ ὅτι κατέστη σήμερον ἡ Κρήτη πράγματι μέρος ἀναπόσπαστον τοῦ ἐλευθέρου Κράτους. Ἐξ ἴσου ὑπέρτατον, ὅσον καὶ ἐπιβεβλημένον, ἐκπληροῖ καθῆκον ἡ Ἐθνικὴ Ἑταιρεία, γενομένη ἑρμηνεὺς τοῦ φρονήματος τῶν ἁπανταχοῦ τῆς γῆς τμημάτων αὐτῆς, διὰ τῆς ἐκφράσεως τῆς ἀκλονήτου πεποιθήσεως αὐτῆς, ὅτι μόνον, ἐὰν αἱ νόμιμοι τοῦ Κράτους ἐξουσίαι ἤθελόν ποτε λιποψυχήσει καὶ καμφθῇ ἀπέναντι οἵας δήποτε διπλωματικῆς πιέσεως ἢ ἀπειλῆς, ὑποχωροῦσαι τῆς γραμμῆς, ἣν εὐτόλμως καὶ μετὰ φιλοπατρίας ἐχάραξαν, τότε μόνον ἤθελεν εἶναι δυνατὴ ἡ ὑπὸ τὴν Ὀθωμανικὴν κυριαρχίαν ἐπαναγωγὴ τῆς ἀπελευθερωθείσης Κρήτης· διότι ἡ Ἐθνικὴ Ἑταιρεία τρέφει μετὰ τοῦ ἔθνους σύμπαντος τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἐκ μέρους τῆς Εὐρώπης ἡνωμένης ἔνοπλον ἐγχείρημα πρὸς καθυπόταξιν ἐκ νέου τοῦ Κρητικοῦ λαοῦ εἰς τὸν Σουλτᾶνον εἶναι ἐγχείρημα ἀδύνατον, καθόσον πρὸ τοιαύτης ἀποφάσεως ἡ Εὐρωπαϊκὴ ὁμοφωνία κατ’ ἀνάγκην ἤθελεν διασπασθῆ, ἐξ αὐτοῦ δὲ τούτου τοῦ μέτρου ἡ εἰρήνη τῆς Εὐρώπης ἤθελε πλέον ἢ ἀπὸ πάσης ἄλλης αἰτίας σοβαρῶς ἀπειληθῆ. Ἐκφράζει πρὸς τούτοις ἡ ἀνωτάτη τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας ἀρχὴ τὴν στερρὰν αὐτῆς πεποίθησιν, ὅτι ἡ εἰρήνη τοῦ κόσμου εἶναι σήμερον εἰς χεῖρας ἡμῶν τῶν ἀδυνάτων, καὶ ὅτι, ἐὰν ἡ Εὐρωπαϊκὴ διπλωματία ἤθελε προτάξει, ὅτι τὸ συμφέρον τῆς παγκοσμίου εἰρήνης ἐπιβάλλει τὴν ματαίωσιν τῆς πραγματοποιηθείσης ἤδη ὑπὸ τοῦ Κρητικοῦ λαοῦ καὶ τοῦ Ἑλληνικοῦ στρατοῦ ἐθνικῆς τῆς Κρήτης ἀποκαταστάσεως, ὀφείλουσιν αἱ νόμιμοι τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους ἐξουσίαι νὰ ἀντιτάξωσιν, ὅτι οὐχὶ ἐκ τῆς ἀναγνωρίσεως τῆς ἐλευθερίας τῆς Κρήτης, ἀλλ’ ἐκ πάσης πρασπαθείας πρὸς ἐπαναγωγὴν αὐτῆς εἰς τὴν δουλείαν, ἡ εἰρήνη τῆς Εὐρώπης θέλει περιέλθει εἰς ἀκροσφαλέστατον σημεῖον, διότι τὸ Ἑλληνικὸν ἔθνος θέλει τότε ἐξαναγκασθῆ νὰ προβῇ ἀλλαχοῦ τῶν ὑποδούλων χωρῶν εἰς μέτρα, ὧν ἡ ἔκβασις καὶ αἱ συνέπειαι διαφεύγουσι πᾶσαν πρόοψιν καὶ πάντα ὑπολογισμόν. Δηλοῖ δ’ ἐν τέλει ἡ Ἐθνικὴ Ἑταιρεία, ὅτι ἀπὸ τῆς συστάσεώς της πρὸς τὴν παρασκευὴν τοιαύτης ἐνεργείας ἀνενδότως χωρήσασα, σήμερον, ὅτε αἱ δημόσιαι ἐξουσίαι καὶ ἡ ψυχὴ τοῦ ἔθνους ὅλου ὁμαφώνως καὶ ἐν ἐπιβλητικῇ ἁρμονίᾳ χωροῦσι πρὸς τὸ μέγα ἔργον, ὅπερ ἀποτελεῖ τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας τὸ πρόγραμμα, ὑποτάσσει τὴν ἀπόφασιν αὐτῆς περὶ τοῦ πρακτέου ὑπὸ τὸ κέλευσμα τῆς Πολιτείας, εἶναι δὲ ἑτοίμη, εἰς τὸ πρῶτον ὑπ’ αὐτῆς δοθησόμενον σύνθημα κινδύνου μὴ ἀναγνωρίσεως ὑπὸ τῶν Μεγάλων Δυνάμεων τῆς πραγματοποιηθείσης ἤδη ἐθνικῆς ἀποκαταστάσεως τῆς Κρήτης, νὰ προβῇ ἀμέσως ἀλλαχοῦ τῶν ὑποδούλων χωρῶν εἰς ἔργα, ἐξ ὧν θέλει πεισθῆ ἡ Εὐρωπαϊκὴ διπλωματία, ὅτι ὁ σπουδαιότατος διὰ τὴν εἰρήνην τοῦ κόσμου κίνδυνος θέλει ἐξορμήσει μόνον ἐξ οἷας δήποτε τυχὸν ἀποπείρας πρὸς ματαίωσιν τῆς συντελεσθείσης ἑνώσεως τῆς Κρήτης μετὰ τοῦ ἐλευθέρου Ἑλληνικοῦ Βασιλείου.» Τὸ ἔγγραφον τοῦτο ἤρκει ν’ ἀποκαλύψῃ τὴν νοητικὴν τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας κατάστασιν. Δὲν βλέπετε ἐν αὐτῷ, ὅτι ὑπέλαβεν ὅτι ᾠκοδόμησεν ἀνάκτορον, οἷον ἐκεῖνο, ἐν ᾧ κατοικεῖ ὁ Βασιλεύς; — τί λέγω! — ὅτι ὑψώθη ἀπέναντι τῶν ἀνακτόρων τοῦ Βασιλέως, καὶ προέβαλε δι’ αὐτοῦ σύμβασιν μὲ τὸν Βασιλέα, μὲ τὸν ἀρχηγὸν τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, πρὸς τὸν ὁποῖον ἔδιδε πιστοποιητικόν, ὅτι ἔπραξε μὲν ὅ,τι ἔπρεπεν, ὅτε ἀπεστάλησαν τὰ πλοῖα εἰς τὴν Κρήτην, ὅτι ἐκίνουν καὶ τὰ στήθη ἡμῶν παλμοὶ ὑπὲρ τῶν ἐθνικῶν συμφερόντων, ἀλλ’ εἰδοποίει συγχρόνως τὰς νομίμους ἐξουσίας τοῦ Κράτους, ἤτοι τὸν Βασιλέα καὶ τὴν Βουλήν, ὅτι, ἂν δὲν ἐμμείνωσι, τότε θέλει λογαριασθῆ μὲ αὐτούς, διότι δὲν θὰ ἐνέκρινε τὴν διαγωγὴν αὐτῶν! Ἐννοεῖται, ὅτι παραπλήσια ἀπόδειξις ἤρκει διὰ νὰ ὁδηγηθῇ εἰς τὸ φρενοκομεῖον· μόνον δὲ τοιαύτην προσῆκε νὰ δώσῃ τις εἰς αὐτὴν ἀπάντησιν. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Ζακύνθου ἐβεβαίου μὲν ὑμᾶς, ὅτι ἡ δύναμις τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας ἦτο μεγίστη, ὅτι τὸ Ἑλληνικὸν ἔθνος ὅλον, καὶ ἑπομένως καὶ ὁ στρατός, εἶχεν ἀποδεχθῆ τὰς γνώμας αὐτῆς· ἀλλ’ ἐνῷ ταῦτα ἐβεβαίου, ἠρνεῖτο ὅτι ἀξιωματικοὶ ὑπάρχοντες ἐν Λαρίσῃ συνενοοῦντο μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας, καὶ ὅτι αὐτὴ εἰσηγεῖτο εἰς αὐτοὺς μέτρα, τὰ ὁποῖα ἡ Κυβέρνησις δὲν ἐνέκρινεν, οὐδ’ οἱ στρατιωτικοὶ ἀρχηγοὶ εἶχον διατάξει εἰς τοὺς ἀξιωματικοὺς τούτους. Ἀλλ’ ἀντὶ τούτων ὁ ἐκ Κραναίας βουλευτὴς κύριος Ρωμᾶνος ἐβεβαίου τὴν προτεραίαν, ὅτι αὐτὸς οὐδὲν ἐγνώριζε περὶ τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας, ὅτι δὲν εἰργάσθη παντάπασιν ἐν τῇ Κρήτῃ, ἀλλ’ ὅτι ἦτο μὲν μέλος τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας καὶ τῆς Κρητικῆς Ἐπιτροπῆς, ἀλλ’ οὗτος, ὡς μέλος τῆς Κρητικῆς Ἐπιτροπῆς, ἦτο ὅ,τι καὶ ὁ πρόεδρος αὐτῆς κύριος Δεληγεώργης, ὅ,τι καὶ ὁ ἔντιμος ἐκ Ζακύνθου φίλος μου κ. Ρώμας. Αἱ πληροφορίαι ἐν τούτοις, τὰς ὁποίας ἠδυνήθην νὰ πορισθῶ ἐκ Κρήτης, εἶναι ἀντίθετοι ὅλως τούτων, ὁ κ. Ρωμᾶνος δὲ πιθανῶς νὰ μὴ ἐδίσταζε νὰ παραστήσῃ αὐτὰς ὑποβολιμαίας, ἢ μεροληπτικάς. Διὰ τοῦτο προσάγω Βίβλους διπλωματικὰς Μεγάλων Δυνάμεων, ἐκθέσεις τῶν πρέσβεων πρὸς τὰς Κυβερνήσεις των, διὰ νὰ ἐπιβεβαιώσω δι’ αὐτῶν τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας ἐγὼ ἔδωκα περὶ αὐτοῦ πρὸς τὴν Βουλήν. Ἀκούσατε ποτά τινα ἀνέφερεν ὁ ἐν Κωνσταντινουπόλει πρέσβυς τῆς Γαλλίας πρὸς τὸν ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργὸν αὐτῆς τῇ 22 Ἰανουαρίου 1897 (ἀναγιγνώσκει): «Τὸ ἐνεστὼς κίνημα ὑπεκινήθη παρὰ τοῖς χριστιανοῖς ὑπὸ πρακτόρων τοῦ κομιτάτου Ἀθηνῶν, παρὰ τοῖς Τούρκοις δὲ ὑπὸ προτροπῶν ἐκ Κωνσταντινουπόλεως.» Ὡσαύτως τὴν 25 Ἰανουαρίου ἀνέφερε πρὸς τὸν ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργὸν τῆς Γαλλίας ὁ ἐν Ἀθήναις πρέσβυς αὐτῆς (ἀναγινώσκει): «Ὁ κ. Ρωμᾶνος, βουλευτὴς ἐκ Κεφαλληνίας, τὸν ὁποῖον θεωρῶ ὡς ἕνα τῶν δραστηριωτέρων πρακτόρων, ἂν ὄχι ὡς πρόεδρον ἑνὸς τῶν σημαντικωτέρων τμημάτων τοῦ Ἀθηναϊκοῦ κομιτάτου, μετέβη πρό τινων ἑβδομάδων εἰς Κρήτην, ἀποκρύπτων πεφροντισμένως τὸν σκοπὸν τοῦ ταξειδίου του. Ὑποθέτουσιν εὐλόγως, ὅτι ἡ ἐν τῇ νήσῳ παρουσία του σκοπεῖ νὰ ἐνισχύσῃ τὴν ἐπανάστασιν. Ὁ κ. Ρωμᾶνος διετέλεσεν ἐπιτετραμμένος τῆς Ἑλλάδος ἐν Λονδίνῳ, εἶναι δὲ πλουσιώτατος, καὶ ἀντιπροσωπεύει τὸ θορυβωδέστερον στοιχεῖον τῆς Τρικουπικῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Τὰ Ἑλληνικὰ κομιτᾶτα τῆς Μακεδονίας τηροῦσιν ἀπόρρητον πᾶν ὅ,τι ἀνάγεται εἰς τὸν ὀργανισμόν των καὶ τὰς ἐργασίας των.» Κατ’ αὐτὴν ταύτην τὴν ἡμέραν τῆς 25 Ἰανουαρίου ἀνέφερεν ὁ ἐν Κωνσταντινουπόλει πρέσβυς τῆς Γαλλίας πρὸς τὸν ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργὸν αὐτῆς ταῦτα: «Ὑπάρχει φόβος, ὅτι ὁ Μουσουλμανικὸς ἐρεθισμὸς ὑπεξεκαύθη, ὅπως παρακωλυθῇ ἡ ἐφαρμογὴ τῶν νέων θεσμῶν· ἀλλ’ οἱ χριστιανοὶ δεικνύουσι καὶ οὗτοι μεγάλην ἀσυνεσίαν, ἀφιέμενοι εἰς τὰς παρακελεύσεις τοῦ ἐν Ἀθήναις κομιτάτου.» Τὴν δὲ 29 Ἰανουαρίου ὁ κ. Καμπὼν ἐπληροφόρει τὸν ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργὸν τῆς Γαλλίας, ὅτι «ἐν Ἀθήναις τὰ κομιτᾶτα, μηδόλως παρακωλυόμενα ἀπὸ τὸ ἔργον τῆς εἰρηνοποιήσεως τῆς νήσου, τῆς ἐπιτευχθείσης διὰ τοῦ κατὰ τὴν 25 Αὐγούστου 1896 γενομένου συμβιβασμοῦ, ἀνήγγελλον εἰς τοὺς Κρῆτας ἀνταποκριτὰς αὐτῶν τὴν πιθανότητα ἐξεγέρσεως ἐν Μακεδονίᾳ κατὰ τὸ προσεχὲς ἔαρ, καὶ εἰδοποιοῦν αὐτοὺς νὰ ἦναι ἕτοιμοι διὰ τὸν προβλεπόμενον ἀγῶνα, διὰ τὸν ὁποῖον ἐνδιεφέρετο ἅπας ὁ Ἑλληνισμός... Τοιαῦτα τὰ γεγονότα. Τίνας δ’ ἐπιβαρύνει ἡ ἐπὶ τούτοις εὐθύνη; Δύναται νὰ βεβαιώσῃ τις, ὅτι οἱ μουσουλμᾶνοι προεκάλεσαν ταῦτα, καὶ εἰς τούτους πρέπει νὰ ἀποδοθῇ καὶ ἡ πυρκαϊὰ τῶν Χανίων καὶ αἱ ἀπώλειαι τῶν χριστιανῶν· ἀλλὰ προσήκει νὰ προσθέσῃ εἰς ταῦτα, ὅτι καὶ ἀπόστολοι ἐξ Ἀθηνῶν προσεπάθησαν νὰ διαθέσωσι τὴν κοινὴν γνώμην κατὰ τῶν νέων θεσμῶν. Ὁ κ. Γκαζαὶ, ἐπανελθὼν ἐκ Χανίων, συνδιελέχθη διὰ μακρῶν μετ’ ἐμοῦ περὶ τῆς καταστάσεως τῶν πνευμάτων τῶν τε μουσουλμάνων καὶ τῶν χριστιανῶν. Πιστεύει ὅτι αἱ ἐκ Κωνσταντινουπόλεως ἐπιρροαὶ εἰργάσθησαν μετὰ δραστηριότητος ἐπὶ τῶν πρώτων, βεβαιώνει δὲ, ὅτι οἱ χριστιανοὶ, ὀλίγων ἐξαιρουμένων, ἦσαν ἐντελῶς εὐχαριστημένοι ἀπὸ τοὺς κατὰ τὸν τελευταῖον Αὔγουστον παραχωρηθέντας αὐτοῖς θεσμοὺς, τῶν ὁποίων τινὲς εἶχον ἤδη ἐφαρμοσθῆ. Τὸ οἰκονομικὸν ζήτημα» (ἔλεγε πρὸς τὸν ἐν Κωνσταντινουπόλει πρέσβυν τῆς Γαλλίας ὁ κ. Γκαζαὶ) «εἶχε διαρρυθμισθῆ, καὶ τὸ πέρας τῶν ἐργασιῶν τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῆς ὀργανώσεως τῆς χωροφυλακῆς καὶ τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ δικαστικοῦ ὀργανισμοῦ παρεῖχε τὴν ἐλπίδα τῆς ταχείας ὀργανώσεως τῶν δύο τούτων ὑπηρεσιῶν. Οὐδὲν δὲ ἐπιτρέπει νὰ ὑποτεθῇ, ὅτι ὁ χριστιανικὸς πληθυσμὸς ἀπεπειράθη νὰ ζητήσῃ διὰ νέας ἐπαναστάσεως βελτίωσιν τῆς τύχης του· καὶ διὰ τοῦτο δὲν φαίνεται, ὅτι αἱ ἐξ Ἀθηνῶν προερχόμεναι παρορμήσεις εὗρον κατ’ ἀρχὰς ἐν Κρήτῃ ὑποδοχὴν εὐμενῆ, ἣν θὰ ἠδύνατό τις νὰ φαντασθῇ. Ἀνήγγειλα προσφάτως τὴν παρουσίαν ἐν Χανίοις τοῦ κ. Ἀθ. Ρωμάνου, βουλευτοῦ ἐν τῇ Ἑλληνικῇ Βουλῇ, συνοδευομένου ὑπὸ τοῦ κ. Βλαστοῦ· ἀμφότεροι δ’ ἐγένοντο μετὰ ψυχρότητος δεκτοί. Διὰ τοῦτο δὲν δύναταί τις νὰ ἀποδώσῃ κατ’ ἀρχὴν εἰς τὰς ἐνεργείας αὐτῶν τὴν ἔναρξιν τοῦ ἐνεστῶτος κινήματος. Ἂν οἱ χριστιανοὶ ἔλαβον τὰ ὅπλα, τὸ ἔπραξαν διὰ ν’ ἀποκριθῶσιν εἰς ἀπειλητικὰς ἐπιδείξεις, οἱ δὲ ἐξ Ἑλλάδος ἐλθόντες εἰς Κρήτην πράκτορες ὠφελήθησαν ἐκ τῆς εὐκαιρίας.» Ὁ φιλέλλην πρόξενος τῆς Γαλλίας προσεπάθησε νὰ περικαλύψῃ τὸ ἐπονείδιστον συμβεβηκός· ἀλλὰ τοῦτο εἶχε λάβει δυστυχῶς χώραν. Τὴν τελευταίαν ἐπανάστασιν ἐν Κρήτῃ προὐκάλεσαν Τοῦρκοι καὶ Ἕλληνες, ἐξ ἑκατέρας τῶν πλευρῶν συμπράττοντες. Ἀληθὲς ὄνειδος! Ἀλλ’ οὕτως ἐγένετο ἡ ἐπανάστασις· ἕνεκα αὐτῆς ἐπῆλθεν ὁ πόλεμος... ὅστις βεβαίως ἔμελλε νὰ ἀνατρέψῃ τὸ Ὑπουργεῖον ἡμῶν. Τί λέγετε, κύριοι Βουλευταὶ ἐκ Ζακύνθου καὶ ἐκ Κραναίας; Ὁ σκοπὸς ὑμῶν ἐπέτυχε!
§26ΑΘ. ΡΩΜΑΝΟΣ. Παρὰ τίνος ὁ ἐν Ἀθήναις πρεσθευτὴς ἠδύνατο νὰ λάβῃ πληροφορίας; Καὶ ἂν ἀναγνώσητε τὴν ἔκθεσιν τοῦ ἐν Κωνσταντινουπόλει Γάλλου πρεσβευτοῦ κυρίου Cambon ἐν τῇ Κιτρίνῃ Βίβλῳ τοῦ Φεβρουαρίου 1897 (σελὶς 24), θὰ ἴδητε, ὅτι διὰ τρόπου κατηγορηματικοῦ λέγει, ὅτι ἡ ἐπανάστασις ἐν Κρήτῃ ὑπεκινήθη ὑπὸ τῶν Τουρκοκρητῶν. Καὶ ἔχετε καὶ ἄλλας ἐκθέσεις ξένων πρεσθευτῶν, ἐκ τῶν ὁποίων ἐξάγεται, ὅτι εἶναι ἀδύνατον νὰ ὑποθέσῃ τις, ὅτι ταξείδιον Ἕλληνος Βουλευτοῦ εἰς Κρήτην ἠδύνατο νὰ ἔχῃ τοιαύτην ἐπιρροὴν ἐπὶ τῶν πραγμάτων τῆς νήσου. Ὑπάρχει δὲ καὶ τὸ τηλεγράφημα τοῦ κυρίου Σκουζὲ, ὅστις βεβαιοῖ, ὅτι οὐχὶ οἱ Ἕλληνες, ἀλλ’ οἱ Τουρκοκρῆτες ὑπεκίνησαν τὴν ἐπανάστασιν...
§27Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἔχει δίκαιον ὁ κ. Σκουζὲς, καὶ τῷ λέγω: «εὖγε!»
§28ΡΩΜΑΝΟΣ. .. Καὶ ἀνεφέρατε ἐπιστολὴν τοῦ κ. Βαλάκη, ὅπως πείσητε τὴν Βουλὴν, ὅτι ἐγὼ ὑπεκίνησα ἐπανάστασιν ἐν Κρήτῃ!
§29Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἡ Α. Μ. ὁ Βασιλεὺς ἦτο κατὰ Μάϊον τοῦ 1896 ἐν Κερκύρᾳ, ὅτε συνέβησαν αἱ ταραχαὶ ἐν Χανίοις καὶ αἱ ἄλλαι κινήσεις, τὰς ὁποίας ἡ Ἐπιτροπὴ τῆς Μεταπολιτεύσεως διέπραττεν ἐν τῇ νήσῳ· ὤφειλον δὲ νὰ ἀναφέρω εἰς τὴν Α. Μ. πάσας τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας ὑποθέτω ὅτι ἐπεθύμει νὰ ἔχῃ. Ἔγραφον δὲ εἰς τὴν Α. Μ. τὴν 13 Μαΐου ταῦτα: «Ἡμεῖς ἀναγκαζόμεθα νὰ ἀνησυχῶμεν ὀλιγώτερον περὶ τοῦ πῶς θέλει ἀποκατασταθῆ ἡ τάξις ἐν Χανίοις ἢ ὅσον περὶ τοῦ πῶς οἱ μουσουλμᾶνοι ἐν ταῖς ἐπαρχίαις θέλουσιν ἀποτραπῆ ἀπὸ σφαγῶν, καὶ δὲν θέλουσιν οὕτω καταστήσει ἀναπόφευκτον τὴν ἔναρξιν καθολικῆς ἐπαναστάσεως· διότι ἐπανάστασις, οὐχὶ ἕνεκα τῆς ἰδιορρυθμίας τῆς Ἐπιτροπῆς, ἀλλ’ ἕνεκα σφαγῶν, θέλει εἶσθαι δεινὸν διὰ τὴν ἐλευθέραν Ἑλλάδα, μέλλουσα πάντως νὰ συγκινήσῃ τοὺς πληθυσμοὺς, νὰ ἐξεγείρῃ τὸ φρόνημα, καὶ νὰ περιαγάγῃ εἰς ἀμηχανίαν πᾶσαν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν.» Ἡ διάγνωσις αὕτη τῆς τότε καταστάσεως τῶν πραγμάτων ἦτο καὶ ἡ προσήκουσα ἐκτίμησις τῶν συμβεβηκότων, ταῦτα δὲ ἐπελθόντα, ὡς προέβλεπον, ἐβεβαίωσαν τοῦτο. Τότε ἐζητεῖτο πανταχόθεν νὰ διατάξωμεν νὰ καταπλεύσωσι πλοῖα εἰς Κρήτην, ἐζητοῦντο παρὰ τῶν Κρητῶν, ἐζητοῦντο παρὰ τοῦ Γενικοῦ Προξένου τῆς Ἑλλάδος, ἐζητοῦντο καὶ παρὰ Βουλευτῶν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ· καὶ ἠκούομεν ἐνταῦθα λεγόμενα τάδε (ἡ ἀποστροφὴ ἐγίνετο πρὸς ἡμᾶς): «Πᾶν μέσον μετήλθετε, ἵνα ἐπιτύχητε τὴν διάλυσιν τῆς Ἐπιτροπῆς, καὶ τὴν διὰ ταύτης ματαίωσιν τοῦ ἀγῶνος... Εἰς οὐδὲν ἕτερον ἀπεβλέπετε ἢ εἰς τὸ ν’ ἀποφύγητε τὸν ἀγῶνα.... Ἅπαντες περιέμενον, ὅτι κατὰ τὴν στιγμὴν ἐκείνην (μετὰ τὴν πολιορκίαν τοῦ Βάμου) ἡ Κυβέρνησις ἤθελεν ἐκτελέσει τὸ ἑαυτῆς καθῆκον, ἤθελε τουτέστι δράμει εἰς βοήθειαν σφαζομένων ἀδελφῶν, ἤθελε σπεύσει εἰς προστασίαν τῶν ὑπηκόων αὐτῆς, ... ἀλλὰ δυστυχῶς περιωρίσθη εἰς τὸ κάπνισμα τῶν θωρηκτῶν... Παρῆλθεν ἡ στιγμὴ, τὴν ὁποίαν ἡ τύχη, εὔνους ὑμῖν, ἐδώρησεν, ὅπως χρυσοῖς γράμμασι τὰ ὀνόματα ὑμῶν ἀναγράψητε... ὅπως συντελέσητε διὰ γενναίων ἀποφάσεων εἰς τὴν ἐλευθερίαν τῆς Κρήτης.» Καὶ ταῦτα ἔλεγεν ὁ πρώην Πρωθυπουργὸς, ὁ Βουλευτὴς ἐκ Κερκύρας. Ἐὰν τότε, κατὰ Μάϊον τοῦ 1896, ἐκινούμεθα καὶ ἐστέλλομεν στρατὸν εἰς τὴν Κρήτην, τότε βεβαίως ἠθέλομεν ἀποκτήσει τὴν Κρήτην, καὶ ἠθέλομεν προσαρτήσει αὐτὴν εἰς τὴν Ἑλλάδα! Τότε ἔπρεπε νὰ μᾶς στεφανώσωσι μὲ χρυσοῦς στεφάνους! Δὲν τὸ ἐπράξαμεν. Καὶ ὁμιλεῖ αὐτὸς οὗτος περὶ τοῦ πολέμου, τοῦ γενομένου κατὰ Ἀπρίλιον τοῦ 1897, εἰς τὸν ὁποῖον ὤθει τὴν πατρίδα του, αὐτὸς οὗτος ὁ Βουλευτὴς ἐκ Κερκύρας, ἀπὸ τοῦ Μαΐου τοῦ 1896. Αὐτός, ὅστις ἀγορεύων πρὸ ἡμερῶν τινων ἔλεγεν, ὅτι αὐτὸς ἀνέλαβε καὶ κατώρθωσε νὰ ἑνωθῶσι μετ’ αὐτοῦ οὗτοι, οἵτινες ἐγένοντο καὶ σήμερόν εἰσιν Ὑπουργοὶ, ἵνα καταπολεμήσῃ ἡμᾶς, καὶ μὴ ἀφήσῃ νὰ κληθῶμεν ἐπὶ τὴν ἀρχὴν! Τὴν γνώμην αὐτοῦ, νὰ ὑπάγω εἰς Μονήν τινα, δὲν διατίθεμαι ν’ ἀκούσω. Ἴσως, ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ πηγαίνω εἰς ᾠδικὸν καφενεῖον, ἢ νὰ ἑορτάσω τὰς ἑορτὰς τῶν Ἀπόκρεω ἐν δημοσίοις μετημφιεσμένων χοροῖς, ἴσως ἠδυνάμην, ἂν ἤμην νεώτερος, νὰ τὸ πράξω κατ’ ἀπομίμησιν. Μᾶς ἔλεγε τότε ὁ ἐκ Κραναίας Βουλευτὴς, ἐπιτιμῶν ἡμᾶς, ὅτι «οὔτε Χαλέπαν, οὔτε αὐτονομίαν ἔδει νὰ ζητήσῃ ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, ἀλλὰ τὴν ἕνωσιν.» Καὶ ἄλλος Βουλευτὴς δὲ, ὅστις δὲν εἶναι διπλωμάτης, ὡς ὁ ἐκ Κραναίας συνάδελφος αὐτοῦ, ἀλλ’ ἐτύγχανεν ἐπὶ τὴν τριετίαν ταύτην νὰ ἦναι Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ αὐτὸς ἔκρινε τότε, ὅτι «ἐὰν ἡ Ἑλλὰς παρίστατο διὰ τοῦ στόλου αὑτῆς ἐν Κρήτῃ, ὁ αὐτὸς φόβος ἤθελεν ἐπιβάλει εἰς τὰς Εὐρωπαϊκὰς Δυνάμεις τὴν ὁριστικὴν λύσιν, ἤτοι τὴν ἕνωσιν τῆς Κρήτης μετὰ τῆς μητρὸς Ἑλλάδος.» Ὁ δὲ παρακαθήμενος συνάδελφος αὐτοῦ ἐκ Κυθήρων, ἰδοὺ πῶς ἐχαρακτήριζε τότε πᾶσαν ἄλλην λύσιν τοῦ Κρητικοῦ ζητήματος πλὴν τῆς ἑνώσεως: «Πᾶσα ἄλλη λύσις, πλὴν τῆς ἑνώσεως τῆς Κρήτης μετὰ τῆς ἐλευθέρας Ἑλλάδος, εἶναι ἀντεθνικὴ καὶ προδοτική.» Καὶ ὁ Βουλευτὴς ἐξ Ἐπιδαύρου Λιμηρᾶς ὑπὸ τοῦ αὐτοῦ ἐνεφορεῖτο ἐνθουσιασμοῦ. «Οἱ Κρῆτες, ἔλεγε τότε, εἶναι πάνοπλοι τὴν φορὰν ταύτην. Οὔτε τῆς Κεντρικῆς Ἐπιτροπῆς ἐντεῦθεν θὰ λάβωσιν ἀνάγκην, οὔτε ἐπαίτιδα χεῖρα θέλουσι τείνει, ἵνα λάβωσιν ὅπλα καὶ τροφάς. Τὴν φορὰν ταύτην ἡ Κρήτη θὰ προχωρήσῃ. Ἡ ἕνωσις τῆς Κρήτης μετὰ τῆς Ἑλλάδος εἶναι ἀπαραιτήτως ἐπιβεβλημένη εἰς τοὺς Κρῆτας νὰ κηρυχθῇ.» Καὶ φαίνεται, ὅτι πράγματι ἡ Κρήτη δὲν ἔλαβε τὴν ἀνάγκην τῆς Κεντρικῆς Κρητικῆς Ἐπιτροπῆς, διότι ὁ συνάδελφος αὐτοῦ ἐκ Γυθείου ἐξεστράτευσεν εἰς Κρήτην, λαβὼν ἄγνωστον πόσα ἐφόδια παρ’ ἄλλης ἐπιτροπῆς, ἥτις ἐσυστήθη τότε. Ἀλλὰ κατὰ τὴν εἰκοστὴν Ἰουνίου τοῦ 1896, πρὶν ἢ γνωσθῇ ὅτι ἡ Πύλη ἔστερξε ν’ ἀποκαταστήσῃ τὸ Κυβερνητικὸν σύστημα τῆς Χαλέπας, ὁ Γενικὸς Πρόξενος ἐν Χανίοις ἐτηλεγράφησεν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν: «Πλεῖστοι Βουλευταὶ ἐξ Ἀποκορώνων, Σφακίων, Κισάμου, Σελίνου διστάζουσι νὰ προσέλθωσιν, οὐχὶ ἐκ φόβου, ἀλλὰ διότι, ἐνθαρρυνθέντες ὑπὸ αὐτόθι Κεντρικῆς Ἐπιτροπῆς καὶ ἄλλων, θέλουσι νὰ κηρύξωσιν ἐπανάστασιν, ἀπορρίπτοντες παραχωρήσεις Ὑψηλῆς Πύλης». Τίνες δ’ ἦσαν οἱ ἄλλοι, οἵτινες ἐνεθάρρυνον αὐτοὺς εἰς ἐπανάστασιν, οὐδ’ ὁ Γενικὸς Πρόξενος ἔλεγεν εἰς ἡμᾶς, οὐδ’ ἄλλοθεν εἴχομεν πληροφορίαν τινά. Καὶ ὁ πρόξενος ἐξ Ἡρακλείου ἀνέφερε βραδύτερον, ἤτοι κατὰ τὴν 10 Ἰανουαρίου 1897, ὅτι «ἀφίκοντο ἐξ Ἀθηνῶν εἰς Ἡράκλειον ὁ κ. Ρωμᾶνος, μέλος τῆς Ἑλληνικῆς Βουλῆς, καὶ ἄλλοι, μετὰ τριήμερον δὲ διαμονὴν ἀπῆλθον εἰς Χανία»· ἀλλ’ οὐδεμία εἶχε δοθῆ ἡμῖν πληροφορία τότε, ποῦ αὐτοὶ μετέβησαν, οὐδὲ πότε κατέλιπον τὴν νῆσον. Τὰς περὶ τοῦ κ. Ρωμάνου ὅμως καὶ τῶν ἄλλων πληροφορίας ἐπορίσθημεν ἐκ τῆς Κιτρίνης Βίβλου, ἐξ ἧς εἴχομεν παραλάβει ὅσα ἀγορεύων πρὸ μικροῦ ἔλεγον ὅτι ἀνέφερεν ὁ κ. Καμπὼν πρὸς τὸ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργεῖον τῆς Γαλλίας, καὶ ὅσα ὁ Γάλλος πρόξενος κ. Γκαζαὶ ἔλεγε πρὸς τὸν ἐν Κωνσταντινουπόλει πρέσβυν τῆς Γαλλίας, ὅτε ἐπανῆλθεν ἐκ Κρήτης, ἔνθα εἶχεν ἀποσταλῆ...
§30ΡΩΜΑΝΟΣ. Μὲ συγχωρεῖτε. Ὁ κ. Γκαζαὶ λέγει πρὸς τὸν ἐν Κων)πόλει πρέσβυν τῆς Γαλλίας τὰ ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ἐὰν οἱ χριστιανοὶ ἔλαβον τὰ ὅπλα, τὸ ἔπραττον, ἵνα ἀπαντήσωσιν εἰς τὰς ἐπιθετικὰς κινήσεις τῶν μουσουλμάνων.»
§31Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μάλιστα. Ἀλλ’ ὁ ἐν Χανίοις πρόξενος τῆς Γαλλίας ἀνέφερε πρὸς τὸν ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργὸν αὐτῆς τὴν 29 Ἰανουαρίου 1897, ὅτι «οἱ Ἕλληνες πράκτορες προσπαθοῦσι νὰ ἐκμεταλλευθῶσι τὴν ἐνεστῶσαν κατάστασιν...» Ἀλλὰ καὶ ἐξ ἄλλων διπλωματικῶν Βίβλων θέλει πορισθῆ ὁ ἐκ Κραναίας κ. Βουλευτὴς πληροφορίας περὶ τῆς δράσεως τῶν ἐν Ἀθήναις πολιτικῶν ἀνδρῶν, τῶν ὁποίων ἀπεσταλμένος εἰς Κρήτην διετέλεσεν ὁ κ. Βουλευτής. Οὕτως ὁ ἐν Βιέννῃ πρέσβυς τῆς Γαλλίας ἐπέστελλε κατὰ τὴν 29 Ἰανουαρίου πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν αὐτῆς, ὅτι «ὁ κόμης Γολουχόβσκης, εὐθὺς ὡς ἔμαθε τὰς ἐνεργείας τῶν ἀοράτων κομιτάτων, τὰ ὁποῖα ἀπό τινος χρόνου κινοῦνται ἐν Ἑλλάδι πρὸς ἐνίσχυσιν τῆς Κρητικῆς ἐπαναστάσεως, ἀπηύθυνε πρὸς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν ἐγκύκλιον, προσκαλῶν αὐτὴν νὰ μὴ μεταβάλῃ τὴν στάσιν, τὴν ὁποίαν ἐτήρησε κατὰ τὸ λῆξαν ἔτος, ἀλλ’ ὅτι δυστυχῶς αὐτὰ τὰ μυστικὰ κομιτᾶτα δὲν διετέλουν ὑπὸ τὴν ἐπιρροὴν τῆς Κυβερνήσεως». Ἀλλ’ ἂν ὑπὸ τὴν ἐπιρροὴν τῶν ἀοράτων κομιτάτων διετέλει ὁ κ. Ρωμᾶνος, καὶ διὰ τοῦτο ἐταξείδευσεν εἰς Κρήτην κατὰ τὴν ὥραν ἐκείνην, βεβαίως δὲν ἀνέφερεν ὁ κόμης Γολουχόβσκης. Κατὰ δὲ τὴν 27 Ἰανουαρίου ἐτηλεγράφει ἐκ Σύρου ὁ κ. Φραντζεσκάκης, ὅστις ἴσως ἦτο μέλος τῆς Ἐπιτροπῆς τῆς Μεταπολιτεύσεως, πρὸς τὸν Βουλευτὴν ἐκ Κυθήρων, τὸν πρώην Ὑπουργὸν κ. Στάην, ὡσεὶ ἀπεκρίνετο εἰς ἐρώτησιν αὐτοῦ: «Ἀνακήρυξις γενήσεται· ἴσως γέγονε. Χρήματα κομιτάτου ἀνάγκη παραλαβεῖν ὑμᾶς καὶ ἀτμάκατον. Κάθοδος ἡμετέρων μετ’ ἐφοδίων ἐπείγουσα. Ἰταλία ἐποφθαλμιᾷ τὴν Κρήτην. Αὔριον ὀψόμεθα.». Ὁ κ. Στάης ἦτο συνάδελφος ἐν τῷ Ὑπουργείῳ μετὰ τοῦ κ. Ρωμάνου· μήπως καὶ αὐτὸς θέλει βεβαιώσει τὴν Βουλὴν, ὡς ἐβεβαίου πρὸ μικροῦ ὁ κ. Ρωμᾶνος, ὅτι καὶ αὐτὸς δὲν ἐτύγχανεν ὑπὸ τὴν ἐπιρροὴν τῶν ἀοράτων κομιτάτων, τὰ ὁποῖα ἀνέφερεν ὁ κόμης Γολουχόβσκης; Τάχα δὲν εἶναι ἄδικον νὰ ἐπιβαρυνθῇ ὁ κ. Στάης, μόνον καὶ μόνον διότι ὁ κ. Φραντζεσκάκης ἐτηλεγράφει εἰς αὐτὸν νὰ παραλάβῃ τὰ χρήματα ἀπὸ τὸ κομιτᾶτον; Ἀλλὰ μήπως πρὸς μόνον τὸν κ. Στάην ἐτηλεγράφει ἐκ Σύρου ὁ κ. Φραντζεσκάκης; Ἐτηλεγράφει συγχρόνως καὶ πρὸς τὸν κ. Ρωμᾶνον, ὅτι «κάθοδος Κρητῶν μετὰ ἐφοδίων ἐπείγουσα, καὶ ἀποτελεσματικὴ παρουσία μόνη τορπιλλικῶν ἐμποδίσει ἀποστολὴν τουρκικῶν ταγμάτων. Ἕνωσις κηρυχθήσεται· ἴσως ἐκηρύχθη. Ἐπικαλεσθῆτε Ἐθνικήν.» Μήπως τοῦτο ἀποδεικνύει, ὅτι ὁ κ. Κουσουλάκος — διότι καὶ πρὸς αὐτὸν ἀπηυθύνετο τὸ τηλεγράφημα — καὶ ὁ κ. Ρωμᾶνος εἶχον σχέσιν τινὰ μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας; Ὁ κ. Ρωμᾶνος ἐβεβαίωσεν, ὅτι οὐδεμίαν εἶχε σχέσιν μὲ τὴν Ἐθνικήν, ὅτι αὐτὸς δὲν εἶχε καμμίαν εἴδησιν διὰ τὴν ἐξέγερσιν τῆς ἐπαναστάσεως τοῦ Ἰανουαρίου 1897. Τί πταίει αὐτὸς, ἂν ἐτηλεγράφει πρὸς αὐτὸν ταῦτα ὁ κ. Φραντζεσκάκης, ὡς ἐπίσης, τί πταίει καὶ ὁ κ. Στάης, ὅστις καὶ αὐτὸς ἦτο ξένος τῶν πραγμάτων αὐτῶν, διότι ἐτηλεγράφει ὁ κ. Φραντζεσκάκης νὰ λάβῃ τὰ χρήματα ἀπὸ τὸ κομιτᾶτον; Ἐκεῖνος, περὶ οὗ δὲν ἐπιτρέπεται εἴς τινα νὰ διανοηθῇ κακόν τι, εἶναι ὁ κ. Ρικάκης, πρὸς ὃν ἀπηυθύνετο ὡσαύτως τὸ πρὸς τοὺς κυρίους Ρωμᾶνον καὶ Κουσουλάκον τηλεγράφημα. Ὁ κ. Ρικάκης εἶναι γνωστὸν, ὅτι ἀφιέρωσε τὸν βίον αὐτοῦ διὰ τὴν ἀπελευθέρωσιν τῆς Κρήτης, τῆς φιλτάτης πατρίδος του, καὶ διὰ τὴν ὑγείαν καὶ εὐδαιμονίαν τοῦ Βασιλέως καὶ τῆς Βασιλικῆς Οἰκογενείας. Φυσικὸν λοιπὸν νὰ τηλεγραφῶσιν αὐτῷ, ὅτε ἔμελλε νὰ κηρυχθῇ τῆς Κρήτης ἡ Ἕνωσις. Πάντα δὲ ταῦτα, ἀκατανόητον πῶς συνέδεσεν ὁ κ. Στάης μετὰ τῆς τύχης τοῦ τότε Ὑπουργείου, ἐνῷ ἐπρόκειτο περὶ τῆς ἑνώσεως τῆς Κρήτης, καὶ οὐχὶ περὶ τοῦ Ὑπουργείου. «Δέκα καὶ τέσσαρες Βουλευταὶ συμπολιτευόμενοι εἶχον καταψηφίσει τῆς Κυβερνήσεως ἐν τῇ κατὰ τὴν προτεραίαν συνεδριάσει τῆς Βουλῆς», ἐτηλεγράφει ὁ κ. Στάης πρὸς τὸν κ. Φραντζεσκάκην, εἰς ἀπάντησιν τῶν περὶ τῆς ἀποστολῆς ἐφοδίων καὶ χρημάτων τοῦ κομιτάτου τηλεγραφημάτων ἐκείνου. Λοιπὸν, ἀφοῦ δέκα καὶ τέσσαρες Βουλευταὶ φίλοι τοῦ Ὑπουργείου μετέστησαν εἰς τὰς τάξεις τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, τί ποιητέον; «Κινηθῆτε σεῖς», ἐτελείωνε τὸ τηλεγράφημα. Τάχα διὰ νὰ δοθῇ ἀφορμὴ νὰ μεταστῶσι καὶ ἄλλοι ἐκ τῶν τάξεων τῆς πλειονοψηφίας, ὥστε αὕτη νὰ μετατραπῇ εἰς μειονοψηφίαν; Ὄποιος δήποτε σκοπὸς καὶ ἂν ὑπηγόρευσε τὴν προτροπὴν ταύτην τοῦ κ. Στάη, τηλεγράφημα τῆς 31 Ἰανουαρίου 1897 τοῦ ἐν Χανίοις Γεν. Προξένου ἐβεβαίωσεν, ὅτι ἐκινήθησαν ἐν Κρήτῃ, κατὰ τὴν συμβουλὴν τοῦ κ. Στάη, ὅστις καὶ ἐν τῷ κόμματι καὶ ἐν τῷ Ὑπουργείῳ ἐτύγχανε συνάδελφος τοῦ κ. Ῥωμάνου, καὶ ἐκηρύχθη ἡ ἕνωσις ἐν ταῖς ἐπαρχίαις Ἀποκορώνου, Κυδωνίας, Σφακίων, Κισάμου καὶ Σελίνου, καὶ τὴν ἡμέραν ἐκείνην ἔμελλε νὰ σχηματισθῇ καὶ προσωρινὴ Κυβέρνησις...
§32Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Παρ’ ὅλα ταῦτα, παρέλαβε τὸν κύριον Φραντζεσκάκην ὁ κ. ἐκ Κραναίας Βουλευτὴς ἀπὸ τὸν οἶκόν μου, καὶ ὡδήγησεν αὐτὸν εἰς τὸ ἀτμόπλοιον, μὲ τὸ ὁποῖον ἀνεχώρησε καὶ αὐτός, καὶ τὸν ἀπεβίβασε...
§33Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Εἰς ποῖον μέρος;
§34Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Εἰς Χαλέπαν.
§35Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Καὶ ποῦ τὸν ὡδήγησε;
§36Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Ἐκεῖ.
§37ΑΣΗΜ. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀρνεῖται ὁ κ. Ῥωμᾶνος διὰ συμβολικῆς παραστάσεως.
§38Α. ΡΩΜΑΝΟΣ. Ὅτε μετέβαινον εἰς Κρήτην, νομίζω, ὅτι καὶ ὁ κ. Φραντζεσκάκης εὑρίσκετο ἐν τῷ ἀτμοπλοίῳ, ὡς καὶ ὁ κ. Βλαστὸς, τὸν ὁποῖον δὲν ἐγνώριζον, οὔτε εἶδον ποτέ.
§39Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Δὲν μὲ παρεκαλέσατε νὰ τὸν παραλάβητε εἰς τὸ ἀτμόπλοιον καὶ τὸν ὁδηγήσητε ἐκεῖ; Ἀρνεῖσθε, ὅτι ἤλθετε εἰς τὸν οἶκόν μου πρὸς τοῦτο;
§40Α. ΡΩΜΑΝΟΣ. Πιθανόν. Δὲν ἐνθυμοῦμαι.
§41Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Τοῦτο λέγω διὰ ν’ ἀποδείξω, ὅτι τὰ μέτρα σας ἦσαν μηδαμινά.
§42Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δυστυχῶς ἡ ἀποτυχία τοῦ συμπεράσματος, εἰς τὸ ὁποῖον κατέληξαν πᾶσαι αἱ προσπάθειαι τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως κατὰ τὸ 1896, ἐμείωσεν ἐπαισθητῶς ἐν Κρήτῃ τὸ κῦρος τῶν λόγων τῆς Κυβερνήσεως. Συνεβουλεύομεν καὶ συνιστῶμεν εἰς τοὺς Κρῆτας κατὰ τὸ 1896 νὰ ὑπομείνωσι, «διότι, ἀφοῦ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιτύχωμεν ἐπὶ τοῦ παρόντος τὴν ἕνωσιν, τὴν ὁποίαν καὶ ἡμεῖς ποθοῦμεν, ὡς σεῖς ποθεῖτε, ἀφοῦ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποκτήσωμεν ὑπὲρ ἡμῶν τι περισσότερον, ἠσχολήθημεν ὅμως καὶ ἐπετύχομεν νὰ σᾶς παραχωρηθῶσι θεσμοὶ νέοι, ν’ ἀπαλλαγῆτε ἀπὸ τὸ κυβερνητικὸν σύστημα τοῦ Σακὴρ–πασσᾶ, νὰ ἐπαναχθῇ ἐν Κρήτῃ τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον εἶχε καθιερώσει ἡ σύμβασις τῆς Χαλέπας, κατωρθώσαμεν μάλιστα, τὸ σύστημα τοῦτο τὸ διοικητικὸν νὰ βελτιωθῇ ὅσον ἦτο δυνατόν»· συνεβουλεύομεν καὶ συνιστῶμεν εἰς αὐτοὺς κατὰ τὸ 1896 νὰ ἀναβάλωσι τὰς ἀξιώσεις αὐτῶν, καὶ νὰ ἐπανέλθωσιν εἰς τὰ ἔργα των· λέγοντες δὲ ταῦτα, ἐδίδομεν εἰς αὐτοὺς τὴν ἐλπίδα, ὅτι βεβαίως ἤθελον ἀποκατασταθῇ οἱ νέοι θεσμοὶ ἐν Κρήτῃ. Παρῆλθον ὅμως μῆνες, καὶ δὲν ἐγένετο δυνατὸν νὰ ἀποκατασταθῶσιν οἱ νέοι θεσμοί. Οἱ ἐν Κωνσταντινουπόλει μίαν εἶχον ἐπιθυμίαν, νὰ ματαιώσωσιν ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα διὰ τοῦ Σουλτανικοῦ ἰραδὲ εἶχον παραχωρηθῆ εἰς τὴν Κρήτην. Διὰ τοῦ Σουλτανικοῦ ἰραδὲ εἶχε διαταχθῆ ν’ ἀπονεμηθῶσιν αἱ παραχωρήσεις ἐκεῖναι εἰς τοὺς Κρῆτας, περὶ ὧν πρὸ μικροῦ ἔλεγον ὑμῖν, ἀλλὰ συγχρόνως ἐζητεῖτο ὑπὸ τῶν ἐν Κωνσταντινουπόλει νὰ ματαιωθῇ ὁ Σουλτανικὸς ἰραδὲς καὶ νὰ μὴ κατασταθῇ δυνατὸν νὰ ἐπανορθωθῶσιν οἱ θεσμοί. Καὶ ἐγὼ, ἂν ἐκαλούμην νὰ ὁμιλήσω τότε δημοσίᾳ, ἤθελον τηρήσει τὴν αὐτὴν γλῶσσαν, ἣν ἐτήρησεν ὁ τότε Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, ὁ συνάδελφος καὶ φίλος μου· ἤθελον εἰπεῖ μόνον, ὅτι αἱ διαταγαὶ αἱ ἀναρχικαὶ, αἱ ἐκ Κωνσταντινουπόλεως προερχόμεναι, ἐματαίωσαν τὸ ἀποτέλεσμα, ἤθελον δὲ κλείσει τὸ στόμα μου καὶ σφραγίσει αὐτὸ, ὁμιλῶν πρὸς ἀλλοδαποὺς, οὐδ’ ἤθελόν ποτε εἰπεῖ, ὅτι συνετέλεσαν καὶ αἱ ἐνέργειαι Ἑλλήνων, αἱ ἐντεῦθεν μεταδιδόμεναι. Ἀλλ’ ὅμως, ὅτε ἐματαιώθησαν οἱ θεσμοὶ, ποίας ἐλπίδας ἠδυνάμεθα νὰ δώσωμεν εἰς τοὺς Κρῆτας; Ἡ γνώμη ἡμῶν ἦτο ἀσθενὴς, καὶ διὰ τοῦτο ἐπεκράτησαν αἱ εἰσηγήσεις, αἱ ἐξ Ἀθηνῶν προερχόμεναι καὶ ἐκεῖ γινόμεναι, εἰσηγήσεις προερχόμεναι οὐχὶ ἐκ τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ μεταδιδόμεναι εἰς τοὺς Κρῆτας ὑπὸ τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας, ἢ ὑπό τινων ἄλλων, οἵτινες εἴτε συνειργάζοντο μετ’ ἐκείνης, εἴτε ἦσαν μέλη αὐτῆς. Καὶ ἐκηρύχθη ἡ ἐπανάστασις, καὶ ἐκηρύχθη ἡ ἕνωσις. Τίς δὲν ἐπιθυμεῖ τὴν ἕνωσιν; Ἀλλ’ ἡμεῖς μὲν, οἱ ἐν τῇ Κυβερνήσει, εἴχομεν λεπτομερεῖς πληροφορίας περὶ τῶν διαθέσεων ἑκάστης τῶν Μεγάλων Δυνάμεων. Ἀλλὰ μήπως οἱ ἐκτὸς τῆς Κυβερνήσεως δὲν ἠδύναντο νὰ πληροφορῶνται, ποῖαι ἦσαν αἱ διαθέσεις τῆς Εὐρώπης; Ἀφοῦ δὲν ἠδυνήθη ἡ Εὐρώπη ὄχι μόνον νὰ σώσῃ τοὺς Ἀρμενίους, καὶ νὰ ἐξασφαλίσῃ τὸ μέλλον αὐτῶν, διότι ἦτο δυσκατόρθωτον νὰ ὁμοφωνήσωσι πᾶσαι αἱ Δυνάμεις, ἢ νὰ λάβωσι μετὰ τὰς σφαγὰς μέτρα ὁριστικὰ καὶ βέβαια ἐκ συμφώνου πᾶσαι αἱ Δυνάμεις, βεβαίως δὲν ἦτο δυνατὸν ἡ ὁμοφωνία, ἡ ὁμοθυμία τῶν Δυνάμεων νὰ ἐπιτευχθῇ, ἵνα πείσῃ τὸν Σουλτᾶνον νὰ ἀφήσῃ τὴν κυριαρχίαν ἐπὶ τῆς νήσου Κρήτης.
§43ΑΛΕΞ. Θ. ΖΑΙΜΗΣ (Πρωθυπουργός). Νὰ διακόψωμεν.
§44ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ διακόψωμεν.
§45ΠΡΟΕΔΡΟΣ (πρὸς τὸν ἀγορεύοντα). Θέλετε;
§46Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὅπως θέλετε.
§47ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις μέχρι τῆς 9½ ὥρας. (Γίνεται διακοπὴ ὥρᾳ 8 μ.μ. Ἐπαναλαμβάνεται δὲ ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 10 καὶ 10′ μ. μ.).
§48ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ συνεδρίασις.
§49Γ. ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ, κ. Πρόεδρε, νὰ διατάξητε νὰ ἦναι ἀνοικτὴ καὶ ἡ ὀπισθία θύρα, διὰ νὰ διευκολύνηται ἡ ἔξοδος τῶν κυρίων Βουλευτῶν.
§50ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὅταν τὰ θεωρεῖα πληρωθῶσι, κλείεται ἐκείνη ἡ θύρα. Ὁ κύριος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν κατέθεσε πίνακα περὶ τῶν δαπανῶν τῆς τηλεγραφικῆς καὶ ταχυδρομικῆς ὑπηρεσίας ἀπὸ τοῦ 1898 μέχρι τοῦ 1900, ζητηθέντα παρὰ τοῦ κυρίου Δραγούμη. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 174). Ὁ κύριος Δηλιγιάννης ἔχει τὸν λόγον.
§51Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἡμέρας τινὰς πρὸ τῆς ἐπιδρομῆς τῶν ὁπλιτῶν τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας ἐπὶ τὴν ὅμορον χώραν, ἤτοι τὴν 21 Μαρτίου 1897, ταῦτα ἔγραφεν ὁ ἐν Πετρουπόλει πρεσβευτὴς τῆς Γαλλίας πρὸς τὸν ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργὸν αὐτῆς: «Διὰ τὸν διορισμὸν προσωρινοῦ Γενικοῦ Διοικητοῦ ἐν Κρήτῃ, ὁ κόμης Μουράβιεφ θέλει προστεθῆ εἰς τὴν ἐκλογὴν τὴν γενησομένην ὑπὸ τῶν ναυάρχων, καὶ φρονεῖ ὅτι, ἐλλείψει διορισμοῦ ἀξιωματικοῦ τινος, ἡ Διοίκησις δύναται νὰ ἀφεθῇ εἰς τὸ Συμβούλιον τῶν ναυάρχων. Ἐπίσης φρονεῖ, ὅτι θὰ ἠδύνατο, πρὸς ἀποφυγὴν πάσης παρεξηγήσεως, νὰ ἀφήσωσι νὰ ἐννοηθῇ ἐν τῇ Ἑλλάδι, ὅτι ἡ παρουσία τοῦ συνταγματάρχου Βάσσου εἶναι ἡ μόνη αἰτία τῆς στάσεως τῶν Δυνάμεων, καὶ ὅτι, ἂν ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις συναινέσῃ νὰ ἀνακαλέσῃ τὰ στρατεύματά της ἐκ Κρήτης, εὐθὺς κατόπιν αἱ Δυνάμεις θ’ ἀπομακρύνωσι τὰ τουρκικὰ στρατεύματα, καὶ θὰ ἐρωτηθῶσιν ἐλευθέρως οἱ πληθυσμοί. Δὲν φαίνεται αὐτῷ ἀποδεκτὸν νὰ ἐξαρτηθῇ ἡ ἀποχώρησις τῶν ἑλληνικῶν στρατευμάτων ἐκ τῆς πρότερον ἀπομακρύνσεως τῶν τουρκικῶν.» Καὶ μετ’ ὀλίγον, τὴν 24 Μαρτίου 1897, ἔγραφεν ὡσαύτως ὁ κόμης τοῦ Μοντεμπέλλο, πρέσβυς ἐν Πετρουπόλει τῆς Γαλλίας, πρὸς τὸν ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργὸν τῆς Γαλλίας: «Τὸ νέον ῥωσσικὸν ἀπόσπασμα ἐξ 600 ἀνδρῶν ἀνεχώρησεν εἰς Κρήτην, σήμερον δὲ θέλει διέλθει πρὸ τῆς Κωνσταντινουπόλεως... Κατ’ ἀνακοίνωσιν τοῦ σὶρ Νικολάου Ὀκόνωρ, ἡ Ἀγγλία προτείνει πρῶτον νὰ δηλωθῇ τῇ Ἑλλάδι, οὐ μόνον, ὅτι ὀργανισμὸς ὅμοιος πρὸς τὸν τῆς Βουλγαρίας, ἰδίως ὡς πρὸς τὴν ἐκλογὴν Ἡγεμόνος, θέλει δοθῆ τῇ Κρήτῃ, ἀλλὰ καὶ ὅτι δὲν θέλομεν ἐπιμείνει νὰ ἀνακληθῇ ὁ Βάσσος, ὡς ἐγγύησις τῆς ἐλευθερίας τῶν ἐκλογῶν. Ὁ κόμης Μουράβιεφ ἐξεδήλωσεν, ὅτι εἶναι ἀδύνατον νὰ δεχθῇ τὸν συνδυασμὸν τοῦτον. Ἀπῃτήσαμεν, λέγει, ἀπὸ τὴν Ἑλλάδα τὴν ἀπομάκρυνσιν τῶν στρατευμάτων της· ἐπειδὴ ἠρνήθη, ἀπεφασίσθη ὁ ἀποκλεισμὸς τῆς Κρήτης, ἡ δὲ Εὐρώπη δὲν δύναται νὰ συναινέσῃ εἰς δημοψήφισμα τῶν Κρητῶν, γινόμενον ὑπὸ στρατιωτικὴν πίεσιν. Δύναταί τις τὸ πολὺ νὰ δεχθῇ, ὅπως ἡ ψηφοφορία γένηται ἐλευθέρα πάσης ἐπηρείας καὶ εἰσακουσθῇ ὑπὸ τῶν Δυνάμεων, ἂν μὴ ἡ Πύλη ἀντείπῃ. Δὲν φαίνεται πιθανὸν, ὅτι ἡ Γερμανία θέλει συναινέσει νὰ συγκατατεθῇ εἰς παρομοίας σκέψεις. Ἠρώτησα τὸν κόμητα Μουράβιεφ, ἂν ἀληθῶς ἐξέφρασε τὴν γνώμην, ὅτι ἡ Εὐρώπη δύναται νὰ εἰσακούσηται τῶν Κρητῶν τὰς εὐχάς· ἡ Γερμανικὴ Κυβέρνησις ἐδήλωσεν, ὅτι θέλει ἀντισταθῆ εἰς τοῦτο.» Ἐκ τῆς Κυανῆς δὲ Βίβλου συνάγεται, ὡς καὶ ἐκ τῆς Πρασίνης Ἰταλικῆς Βίβλου, ὅτι καὶ ἡ Ἀγγλία, καὶ ἡ Γαλλία, καὶ ἡ Ἰταλία ἦσαν διατεθειμέναι νὰ στέρξωσιν εἰς τὰ ἐν τοῖς παρατιθεμένοις ἐγγράφοις ἐκτιθέμενα, ὅπως ἀποσοβηθῇ ἡ ἐπικειμένη μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Τουρκίας ῥῆξις, ἀλλ’ ὅτι ἡ πρόοδος τῶν περὶ τούτου συνεννοήσεων προσέκοψεν ἀλλαχοῦ, ἔνθα δὲν ὑπῆρχε πάντως ἡ αὐτὴ πρὸς ἀποσόβησιν τῆς ῥήξεως ἐπιθυμία. Κατὰ τὸν χρόνον ἐκεῖνον ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἦτο ἐν ἀγνοίᾳ πασῶν τούτων τῶν συνεννοήσεων, τὰς ὁποίας ἐμάθομεν μετὰ τὸν πόλεμον ἐκ τῶν διπλωματικῶν Βίβλων, τῆς Κιτρίνης τῆς Ἀγγλίας, τῆς Κυανῆς τῆς Γαλλίας, καὶ τῆς Πρασίνης τῆς Ἰταλίας. Ἀλλ’ ὅτε ἀνεκοινώθησαν εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἀπὸ τὸν ἐν Πετρουπόλει ἐπιτετραμμένον τῆς Ἑλλάδος τὰ ὑπὸ τοῦ ἐν Πετρουπόλει πρέσβεως τῆς Δανίας λεχθέντα πρὸς τὸν κόμητα Μοντεμπέλλο, πρέσβυν τῆς Γαλλίας, περὶ τῶν διαθέσεων τοῦ Αὐτοκράτορος τῆς Ῥωσσίας, ὡς εἶπον ἤδη ὑμῖν, ὅτε εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ἀπευθύνω τὸν λόγον πρὸς ὑμᾶς, ὁ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργὸς τῆς Ἑλλάδος ἀνεκοίνωσεν εἰς τὸν κ. Ὀνοῦ, ὅτι ἡμεῖς διετιθέμεθα ν’ ἀνακαλέσωμεν τὸν συνταγματάρχην κ. Βάσσον καὶ τὸ ὑπ’ αὐτὸν στρατιωτικὸν σῶμα ἐκ τῆς Κρήτης, ἐὰν αἱ Δυνάμεις ἐβεβαίουν ἡμᾶς, ὅτι μετὰ τοῦτο, τῇ ἐνεργείᾳ αὐτῶν, ἤθελον ἀνακληθῆ ἐκ Κρήτης καὶ τὰ τουρκικὰ στρατεύματα, καὶ ὅτι προσέτι θέλει ἀφεθῆ εἰς τοὺς Κρῆτας νὰ κανονίσωσι τὰ τῆς τύχης των ἐλευθέρως. Ὁ κ. Ὀνοῦ τὰ ὑπὸ τοῦ κ. Σκουζὲ ἀνακοινωθέντα αὐτῷ διεβίβασε πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Ῥωσσίας· ἀλλὰ ταῦτα ὁ κ. Σκουζὲς ἀνεκοίνωσε καὶ πρὸς τὸν ἐν Πετρουπόλει ἐπιτετραμμένον τῆς Ἑλλάδος, ἐντειλάμενος αὐτῷ νὰ ποιήσηται τὴν αὐτὴν ἀνακοίνωσιν εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν. Ὁ κ. Τομπάζης δὲν παρέλιπε νὰ ἐκτελέσῃ πάραυτα τὰς ὁδηγίας τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν, μεταβὰς εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Ῥωσσίας καὶ ζητήσας τὸν κόμητα Μουράβιεφ. Ὁ κόμης Μουράβιεφ ἦτο τότε ἐν τῇ ἐξοχῇ, ἀλλ’ ὁ ἰδιαίτερος γραμματεὺς αὐτοῦ ἐδέχθη τὸν κύριον Τομπάζην καὶ τῷ ἀνακοινώσεις, τὰς ὁποίας οὗτος ἐποιήσατο πρὸς αὐτὸν, μετεβίβασε δὲ ταύτας εἰς τὸν κόμητα, διαμένοντα ἐν τῇ ἐξοχῇ, ὅστις ἔδωκεν ἐντολὴν εἰς τὸν γραμματέα του νὰ ἀνακοινώσῃ εἰς τὸν κ. Τομπάζην, ὅτι ἡ Κυβέρνησις τοῦ Αὐτοκράτορος διατίθεται νὰ ὑποστηρίξῃ τὰς προτάσεις ἡμῶν ταύτας, καὶ ὅτι ἔμελλε νὰ συνεννοηθῇ πρὸς τοῦτο μετὰ τῶν ἄλλων Μεγάλων Δυνάμεων. Αἱ συνεννοήσεις ἐγένοντο, καὶ, ὡς τὰ διπλωματικὰ ἔγγραφα, ἅπερ πρὸ μικροῦ ἀνέγνων ὑμῖν, βεβαιοῦσι, καὶ ἡ Γαλλία καὶ ἡ Ἰταλία καὶ ἡ Ρωσσία συνεφώνησαν νὰ ἀποδεχθῶσιν αὐτὰς, μόνη δὲ ὑπελείπετο ἡ συναίνεσις τοῦ Αὐτοκράτορος τῆς Γερμανίας, ὅτε ἡ Τουρκία ἐκήρυξε καθ’ ἡμῶν τὸν πόλεμον. Δὲν ἠδυνήθημεν τότε νὰ προβῶμεν ἀμέσως εἰς τὰς ἀνακοινώσεις ταύτας, εὐθὺς ὡς περιῆλθον εἰς γνῶσιν ἡμῶν τὰ περὶ τῶν διαθέσεων τοῦ Αὐτοκράτορος τῆς Ρωσσίας μεταδοθέντα ἡμῖν, διότι ἠναγκάσθημεν νὰ ἀναβάλωμεν ἐπὶ μικρὸν αὐτὰς ἕνεκα τῆς τότε γενομένης ἐπιδρομῆς τῶν ὁπλιτῶν τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας εἰς τὴν ὅμορον χώραν, περιμένοντες ἡμέρας τινὰς, ἕως ἂν μάθωμεν τὰς ἐντυπώσεις, ἃς ἐνεποίησεν εἰς τὰς Μεγάλας Δυνάμεις ἡ ἐπιδρομὴ αὕτη, καὶ ἰδίως ἐν Κωνσταντινουπόλει. Ἀλλὰ καὶ οἱ πρέσβεις τῶν Μεγάλων Δυνάμεων, ὡσαύτως καὶ αὐτοί, ἐπερίμενον νὰ πληροφορηθῶσιν, ἐὰν ἡ εἰσβολὴ τῶν ὁπλιτῶν τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας εἰς τὴν ὅμορον χώραν ἐγένετο τῇ συναινέσει τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, ἢ ἂν αὕτη ἦτο ἐναντία τῆς ἐπιδρομῆς, καὶ ἐναντίον τῆς θελήσεως αὐτῆς ἐπέδραμον ἐπὶ τὸ τουρκικὸν ἔδαφος οἱ ὁπλῖται ἐκεῖνοι. Ὅτε δὲ ἐπληροφορήθησαν, ὅτι δὲν ἐνέχεται εἰς τὴν πρᾶξιν ταύτην ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, ὤθησαν τὰς συνεννοήσεις, περὶ τῶν ὁποίων ἔλεγον ὑμῖν πρὸ μικροῦ, καὶ ἐγένοντο αἱ συνεννοήσεις αὗται συνεπείᾳ τῆς ἀνακοινώσεως τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Ἑλλάδος, ἥτις ἕνεκα τῶν εἰρημένων λόγων ἐγένετο τὴν 31 Μαρτίου. Ἡ Ὀθωμανικὴ Κυβέρνησις τὴν 5 Ἀπριλίου ἐπεκήρυξε τὸν πόλεμον, πρὶν ἢ ἀπαντήσῃ ἡ Γερμανία εἰς τὴν Ρωσσίαν καὶ δηλώσῃ τὴν ἐπὶ τῶν γενομένων προτάσεων γνώμην αὑτῆς. Διὰ τοῦτο ὁ ἐν Κωνσταντινουπόλει πρέσβυς τῆς Γαλλίας συνεβούλευσε τὸν κ. Μαυροκορδᾶτον, ὅτι, ἀφοῦ ἤρξαντο αἱ συνεννοήσεις αὗται καὶ πρόκειται μετ’ ὀλίγον νὰ γένηται γνωστὴ ἡ ἀπόφασις τῶν Μεγάλων Δυνάμεων, ἔπρεπεν ἡ Ἑλλὰς νὰ μείνῃ ἐν ἐπιφυλάξει, ἢ, ὡς ἔλεγεν, ἵνα παραστήσῃ εἰκονικώτερον τὴν συμβουλὴν αὑτοῦ, νὰ μείνῃ μὲ τὸ ὅπλον ἐπὶ βραχίονος, εἰς οὐδεμίαν προβαίνουσα πρᾶξιν στρατιωτικήν. Ὁ Βουλευτὴς ἐκ Ζακύνθου ἠρώτα χθὲς, διατὶ μετὰ τὴν ἐπιδρομὴν τῶν ὁπλιτῶν τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας εἰς τὴν ὅμορον χώραν, διατὶ δὲν ἐπεκηρύχθη ἀμέσως ὁ πόλεμος. Ἐσκόπει δὲ διὰ τῆς ἐρωτήσεως ταύτης νὰ χωρίσῃ τὸ συμβεβηκὸς τῆς ἐπιδρομῆς τῶν ὁπλιτῶν τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας εἰς τὴν ὅμορον χώραν ἀπὸ τῆς ἐπικηρύξεως τοῦ πολέμου, καὶ παραστήσῃ, ὅτι ἡ ἐπικήρυξις τοῦ πολέμου δὲν ἦτο συνέπεια τῆς ἐπιδρομῆς τῶν ὁπλιτῶν τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας. Δὲν γνωρίζω, ἐὰν ὁ Βουλευτὴς ἐκ Ζακύνθου εἶχεν ἀναγνώσει τότε, ἤτοι κατὰ τὴν 31 Μαρτίου, ἢ κατὰ τὰς ἀρχὰς Ἀπριλίου, εἴτε καὶ μετέπειτα, τὰ δημοσιεύματα τῶν διπλωματικῶν Βίβλων, διότι, ἐὰν ἐλάμβανε γνῶσιν τῶν ἐγγράφων, τῶν ὁποίων ἐμνημόνευσα πρὸ μικροῦ, δὲν ἤθελε ζητήσει νὰ συναγάγῃ συμπέρασμα τοσοῦτον ψευδὲς, ὅπερ ἐξέθηκεν εἰς τὴν Βουλὴν, τὸ συμπέρασμα, ὅτι ἡ ἐπικήρυξις τοῦ πολέμου ἦτο ξένη καὶ ἀλλοτρία τῆς ἐπιδρομῆς τῶν ὁπλιτῶν τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας εἰς τὴν ὅμορον χώραν. Ὁ Βουλευτὴς ἐκ Ζακύνθου, μετὰ τὴν ἐπιθεώρησιν, ἣν ἐποιήσατο, ἀγορεύων πρὸς τὴν Βουλήν, περιέπεσεν εἰς συγκίνησίν τινα, ἐκδηλοῦσαν τὰ ψυχικὰ αὐτοῦ αἰσθήματα, διότι τὸ μὲν πρόσωπον εἶχεν ὁλοπόρφυρον, ἡ δὲ ἀγανάκτησις αὐτοῦ ἐξεδηλοῦτο ζωηρῶς καὶ ἀπροκαλύπτως. Ὄτε ἠρώτα ἡμᾶς, διατὶ δὲν συνελαμβάνομεν ἀπὸ τὸ οὖς τὴν Ἐθνικὴν Ἑταιρείαν καὶ δὲν παρεπέμπομεν αὐτὴν εἰς τὴν Ποινικὴν Δικαιοσύνην, ἵνα τιμωρηθῇ, ἤλπιζεν ὅτι ἠδύνατο ν’ ἀποπλανήσῃ τινὰ τῶν ἀκουόντων, οἵτινες ἐγνώριζον, οὐδ’ εἶχον λησμονήσει τὰ τότε γενόμενα, καὶ μάλιστα ὅτε ἔβλεπον τὸν ἐρωτῶντα τοσοῦτον συγκεκινημένον; Ἡ Ἐθνικὴ Ἑταιρεία κατὰ τὸ πρῶτον στάδιον, δηλαδὴ ἀπὸ τῆς συστάσεώς της μέχρι τῆς 5 Φεβρουαρίου 1897, ἦτο ἀφανὴς, οὐδὲ ἕδρα δημοσίᾳ, οὐδὲ πολλοὶ ἐγνώριζον τὴν ὕπαρξιν αὐτῆς. Ἐγὼ ὁμολογῶ, ὅτι λίαν βραδέως ἐνόησα ὅτι ὑπῆρχε σωματεῖον, ὅπερ εἶχε διαλογισμοὺς καὶ σκοποὺς, ἐκείνους τοὺς ὁποίους ἀπεκαλύπτετο ὅτι εἶχεν ἡ Ἐθνικὴ Ἑταιρεία. Ὁ Βουλευτὴς ἐκ Ζακύνθου σας ὡμολόγησεν, ὅτι τὰ θεμέλια αὐτῆς ἡ Ἐθν. Ἑταιρεία ἔθηκε τὸν Νοέμβριον τοῦ 1894. Καὶ ἠδύνατο ἡ χρονολογία αὕτη νὰ ἀγάγῃ ἡμᾶς εἰς σκέψεις, αἵτινες ἠδύναντο νὰ ὁδηγήσωσιν ἡμᾶς πρὸς ἀνακάλυψιν τοῦ σκοποῦ, ὅστις ὡδήγησε τὰ μέλη τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας, ἵνα καταρτίσωσι τὸν σύλλογον αὐτόν. Κατὰ τὸν Νοέμβριον τοῦ 1894, ἦτο πλέον γνωστὸν, ποῖον ἔμελλε νὰ ᾖναι τὸ ἀποτέλεσμα τῶν ἐκλογῶν, καὶ ἂν δὲν ἦτο ἔτι ὁρατὸν, ὑπεφαίνετο μακρόθεν ἡ σκιὰ ἐκείνων, οἵτινες ἔμελλον νὰ ὑποδειχθῶσιν ὑπὸ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ εἰς τὸ Στέμμα, ἵνα κληθῶσι σύμβουλοι αὐτοῦ. Ἡ πρόβλεψις ὑπηγόρευε τὴν προπαρασκευὴν τῆς ἀμύνης, ὁ δὲ Βουλευτὴς ἐκ Ζακύνθου, ἐὰν μάλιστα εἶχε συντρόφους ἴσης συνέσεως μὲ ἐκείνην, ἣν αὐτὸς ἔχει βεβαίως, ἔπραξαν προβλεπτικὸν ἔργον, ἀρξάμενοι νὰ μεριμνῶσιν ἔκτοτε, πῶς ἤθελε γενῇ δυνατὸν νὰ παραλύσωσιν, ἀφοῦ δὲν ἐγένετο δυνατὸν ν’ ἀποσοβήσωσι τὴν ἐμφάνισιν τοῦ Ὑπουργείου τοῦ 1895. Κατὰ τὴν ἐνέργειαν τῶν ἐκλογῶν ἠκούετο ἐν Ἀθήναις, ὅτι συνέστη Σύλλογος ὑπὸ τὴν ἐπωνυμίαν «τὸ Κέντρον», καὶ ὡς σύμβολον αὐτοῦ ἀνεκηρύχθη ἄγκυρα ναυτικὴ, διὰ τούτου δ’ ἐκαλοῦντο οἱ πολῖται, ἵνα ἐκδηλώσωσι διὰ τῶν ψήφων των τὴν ἐμπιστοσύνην αὑτῶν πρὸς ἀπόγονον μεγάλου ἥρωος τῆς ἐπαναστάσεως. Πλὴν καὶ ταῦτα ἀπέβησαν μάταια. Τὸ Ὑπουργεῖον συνέστη· ἐπέστη ὅθεν ἡ ὥρα τῆς ὀλεθρίας μὲν, ἀλλ’ οὐσιώδους δράσεως τῶν μελῶν τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας. Ἐλησμονήσατε τὰς γενομένας προτροπὰς πρὸς τοὺς φοιτητὰς τοῦ Πανεπιστημίου, ὅπως λάβωσι τὴν στάσιν, ἣν ἐνθυμεῖσθε ὅτι ἔλαβον, ἐνθουσιῶντες μὲν τότε ἐξ ἐνθουσιαστικῶν λόγων τοῦ καθηγητοῦ τῆς Ἱστορίας, ὅστις ἀνέλαβε νὰ ἐκτραπῇ εἰς πολιτικὰς περὶ φλεγόντων ἐθνικῶν θεμάτων μελέτας, παρασυρθέντες δ’ ἔπειτα εἰς αἴσθημα ἀγανακτήσεως, διότι εἶχον παραστήσει εἰς αὐτοὺς, ὅτι ὁ ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ καθηγητὴς τῆς χειρουργίας, ὁ ἀποθανὼν ἤδη, εἶχεν ἐξυβρίσει αὐτούς; Ἀφοῦ διεξήχθησαν οὕτω καὶ ἀπέτυχον τὰ ἐπιχειρήματα ταῦτα, ἡ Ἐθνικὴ Ἑταιρεία ἠσχολήθη, πῶς νὰ παρασταθῇ ὡς ὁ ἀντιπρόσωπος τοῦ Ἑλληνισμοῦ, ὡς ὁ μέγας ἐπιμελητὴς τῶν συμφερόντων τοῦ ἔθνους, ὡς ὁ ἄγρυπνος προστάτης τῶν ὑποδούλων ἐπαρχιῶν, ὡς ἡ μεγάλη κεφαλὴ, ἥτις ἠσχολεῖτο καὶ ἐπληροῦτο ὑπὸ σχεδίων καὶ μελετῶν, ἅτινα προωρίζοντο ὡς μέλλοντα ν’ ἀγάγωσιν εἰς τὴν ἐλευθέραν Ἑλλάδα τοὺς πληθυσμοὺς τῶν δουλευόντων ὑπὸ τὴν Ὀθωμανικὴν Αὐτοκρατορίαν ἀδελφῶν! Τὰ σύμβολα ταῦτα, τὰ προγράμματα ταῦτα ἦσαν τοσοῦτον ἐπαγωγά, ὥστε ἤθελον πάντως ἀποπλανήσει πολλοὺς τῶν συμπολιτῶν ἡμῶν, καὶ συναθροίσει ὑπὸ τὰς σημαίας τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας τοὺς μᾶλλον ἐνθουσιώδεις καὶ τοὺς μᾶλλον εὐπλανήτους. Τότε, κατὰ τὸ στάδιον τοῦτο, βεβαίως ἤθελε πράξει πρᾶξιν ἄφρονα τὸ Ὑπουργεῖον, ἐὰν ἐπελαμβάνετο τῆς καταδιώξεως ἐνώπιον τῆς Ποινικῆς Δικαιοσύνης τῶν μελῶν τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας. Εἶπον πρᾶξιν ἄφρονα, διότι πάντες ἤθελον ἐκπλαγῆ, πῶς καταδιώκεται ἡ εἰρημένη Ἑταιρεία, ἐνῷ δὲν ἦτο πρωτοφανὲς τὸ συμβεβηκὸς τῆς συστάσεως Ἑταιρείας ἢ Συλλόγου, ὅστις μάλιστα ἐπηγγέλλετο εἰς τοὺς πολίτας τοῦ Βασιλείου σκοποὺς τοσοῦτον εὐγενεῖς, τοσοῦτον ἐθνωφελεῖς, οἵτινες διὰ τοῦτο θερμαίνουσι πάντοτε τὰ στήθη τῶν πολιτῶν τῆς Ἑλλάδος. Δὲν ἤθελον ἐπικαλεσθῆ τότε καθ’ ἡμῶν μόνον τὸ παράδειγμα τῆς Φιλικῆς Ἑταιρείας, ἥτις εἰργάσθη ὑπὲρ τῆς ἀπελευθερώσεως τοῦ Ἑλληνισμοῦ, ἀλλ’ ἤθελον φέρει καὶ παραδείγματα πρόσφατα, ἤθελον ἀνακαλέσει εἰς τὴν μνήμην παντὸς, τί ἔπραξεν ἡ Ἑταιρεία τῆς ἐθνικῆς ἀμύνης, ἥτις συνέστη κατὰ τὸ 1876, ὅτε ἐν Κωνσταντινουπόλει συνεκαλεῖτο Σύνοδος διπλωματῶν, ἵνα ἐξεύρῃ τρόπον νὰ προλάβῃ τὸν Ρωσσοτουρκικὸν πόλεμον, ὅστις μετ’ ὀλίγον ἐξερράγη. Ἤθελον ἀνακαλέσει εἰς τὴν μνήμην ἡμῶν, πῶς εἰργάσθη ἡ εἰρημένη Ἑταιρεία τῆς ἐθνικῆς ἀμύνης, πῶς ἐλειτούργησε κατὰ τὸ 1876 μέχρι τοῦ 1879, καὶ πόσον ἡ σκόπιμος ἐργασία αὐτῆς ἀπέβη ἀληθὴς ἐπίκουρος τῶν ἐργασιῶν τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ἐχρησίμευεν οὐχὶ μόνον ἵνα περικαλύπτῃ ὅ,τι δὲν ἔπρεπε νὰ ἦναι ἀποκεκαλυμμένον, ἀλλὰ καὶ νὰ συναρμολογῇ τὰς ἐργασίας αὐτῆς οὕτως, ὥστε νὰ συμβιβάζῃ πάντα τὰ προσωπικὰ συμφέροντα, καὶ προλειαίνῃ τὴν ὁδὸν, ἣν ἡ Κυβέρνησις ἔπρεπε νὰ ἀκολουθήσῃ, ἐξυπηρετοῦσα οὕτω τὰ συμφέροντα τοῦ ἔθνους. Μήπως ἡ μεγάλη Κρητικὴ Ἐπιτροπὴ, ἥτις συνέστη κατὰ τὸ 1866, δὲν μετῆλθε παραπλησίαν πολιτικὴν μέχρι τοῦ χρόνου, καθ’ ὃν διελύθη, ἐπὶ τοῦ Ὑπουργείου, ὅπερ συνέστη κατὰ τὸν Ἀπρίλιον τοῦ 1897; Καὶ ὁ πρόεδρος τῆς ἐπιτροπῆς ἐκείνης, ὁ μακαρίτης Ρενιέρης, καὶ πάντα τὰ μέλη αὐτῆς εἰργάζοντο ὑπὲρ τῆς ἑνώσεως τῆς Κρήτης μετὰ τῆς Ἑλλάδος μετ’ εὐσυνειδησίας καὶ εἰλικρινείας· ἀλλ’ εἰργάζοντο βοηθοῦντες καὶ οὐχὶ ὑπονομεύοντες τὴν Κυβέρνησιν τῆς πατρίδος των, διότι ἦσαν πεπεισμένοι καὶ ἐγνώριζον, ὅτι, ἂν ὑπῆρχεν ἑστία τις, εἰς ἣν ἠδύναντο οἱ ὑπόδουλοι πληθυσμοὶ νὰ εὕρωσιν ὀλίγον πῦρ διὰ νὰ θερμανθῶσι κατὰ τὰς ὥρας τοῦ πολιτικοῦ χειμῶνος, ὃν διέρχονται, ἡ ἑστία αὕτη ἦτο μόνον τὸ Ἑλληνικὸν Βασίλειον, καὶ μόνον ἐν αὐτῷ ἠδύναντο ἐν ταῖς χειμερίαις ἡμέραις καὶ νυξὶ νὰ θερμαίνωνται οἱ προσερχόμενοι ὁμόφυλοι ἡμῶν, οἵτινες δὲν εἶχον τὴν εὐτυχίαν, ἣν ἡμεῖς ἀπεκτήσαμεν κατὰ τὸν μέγαν ἀγῶνα τοῦ 1821. Ἡ Κρητικὴ Ἐπιτροπὴ εἶχεν ὑποτάξει καὶ τὰς μελέτας καὶ τὰς ἐνεργείας αὐτῆς εἰς τὴν Κυβέρνησιν τῆς πατρίδος. Ἀλλὰ μήπως μόνον ἡ Κρητικὴ Ἐπιτροπὴ; Πᾶσαι αἱ ἐπιτροπαὶ, αἱ συστᾶσαι πρὸς σκοπὸν εὐγενῆ, τὴν αὐτὴν ἠκολούθησαν πορείαν. Μόνη ἐξαίρεσις ὑπῆρξεν ἡ τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας. Ἐὰν λοιπὸν κατὰ τὸ στάδιον ἐκεῖνο κατεδιώκομεν ἡμεῖς ἐνώπιον τῶν ποινικῶν Δικαστηρίων τὴν οὕτως ἀφανῶς ἐργαζομένην Ἐθνικὴν Ἑταιρείαν, ἤθελε βεβαίως ἐξεγερθῆ τὸ δημόσιον φρόνημα καθ’ ἡμῶν, διότι ἠθέλομεν παρασταθῆ ὡς ζητοῦντες νὰ καταστείλωμεν προαιρέσεις τοσοῦτον εὐγενεῖς, ὅσον ἐφαίνοντο αἱ κεκαλυμμέναι ἐξηγήσεις καὶ ἐνέργειαι τῶν μελῶν τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας. Ἀλλ’ ὅτε κατὰ τὴν 6 Φεβρουαρίου αὐτὸ τὸ ἀπὸ τοῦ Νοεμβρίου τοῦ 1894 θεμελιωθὲν οἰκοδόμημα ἠγέρθη ὑπὲρ τὴν ἐπιφάνειαν τοῦ ἐδάφους καὶ ἐπεφάνη, ὅτε κατενοήθη ἡ ἀποστολὴ αὐτοῦ, ὅτε ἐγένοντο γνωσταὶ αἱ διακοσμήσεις καὶ διασκευαὶ αὐτοῦ, τότε ἡ Ἐθνικὴ Ἑταιρεία εἶχεν ἐγκατασταθῆ, διότι εἶχεν ἤδη ὑποτάξει ὑπὸ τοὺς ὅρκους αὐτῆς καὶ τὰς σημαίας της πολλὰ μέλη τοῦ στρατοῦ τῆς Ἑλλάδος, τῶν ὁποίων τὰ πλεῖστα ἐξ ἀγαθῆς προαιρέσεως καὶ φιλοπατρίας, ἀλλ’ εὐπλανήτως, περιετυλίχθησαν εἰς τὰς παγίδας, ἃς ἡ Ἐθνικὴ Ἑταιρεία εἶχε κατ’ αὐτῶν στήσει. Ἀλλ’ εἶχεν ὡσαύτως προσεταιρισθῆ καὶ πολλοὺς λειτουργοὺς τῆς Θέμιδος, καὶ διὰ τοῦτο ἡ Κυβέρνησις δὲν ἠδύνατο πλέον νὰ καταγγείλῃ τὰ μέλη τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας εἰς τὴν Ποινικὴν Δικαιοσύνην, διότι καὶ αὐτὴ ἔκλειε τὰ ὦτά της, ὡς καὶ ἡ δημοσία δύναμις, ἥτις ἔμελλε νὰ χρησιμεύσῃ πρὸς ἐκτέλεσιν τῶν νόμων. Οὐδεμία τούτων ἦτο διατεθειμένη πλέον νὰ προσενέγκῃ τὰς ὑπηρεσίας της! Ἐγὼ εἶχον συνεννοηθῆ μετὰ τοῦ συναδέλφου μου Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, Βουλευτοῦ ἐκ Μαντινείας, καὶ ἐζήτησα παρ’ αὐτοῦ νὰ καλέσῃ τὸν εἰσαγγελέα τῶν ἐν Ἀθήναις ἐφετῶν, καὶ νὰ καταδείξῃ αὐτῷ τὰς παραβάσεις τοῦ νόμου, τὰς συντελουμένας ὑπὸ τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας, καὶ νὰ ζητήσῃ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου. Ἀλλ’ ὁ εἰσαγγελεὺς τῶν ἐφετῶν ἐγνωμοδότει, ὅτι δὲν ἠδύνατο νομίμως νὰ καταδιωχθῇ ἡ Ἐθνικὴ Ἑταιρεία· ἰσχυρίζετο δὲ, ὅτι διὰ τοῦ ἄρθρου 11 τοῦ ἰσχύοντος Συντάγματος τοῦ 1864 δὲν κατηργήθη μόνη ἡ κατὰ τὸ ἄρθρον 212 τοῦ Ποινικοῦ Νόμου ἀπαιτουμένη ἄδεια τῆς Κυβερνήσεως πρὸς σύστασιν Ἑταιρείας ἢ Συλλόγου, ἀλλὰ κατηργήθησαν πᾶσαι αἱ διατάξεις τοῦ ἄρθρου 212 καὶ ἑπομένων τοῦ Ποινικοῦ Νόμου, ἐνῷ τὸ ἄρθρον 11 τοῦ Συντάγματος δὲν κατήργησεν αὐτὰς, ἀλλὰ μόνην τὴν πρὸς σύστασιν τῶν τοιούτων Ἑταιρειῶν ἢ Συλλόγων προηγουμένην ἄδειαν τῆς Κυβερνήσεως. Κατὰ τὸ ἄρθρον 11 τοῦ Συντάγματος, «οἱ Ἕλληνες ἔχουσι τὸ δικαίωμα τοῦ συνεταιρίζεσθαι, τηροῦντες τοὺς νόμους τοῦ Κράτους, οἵτινες ὅμως οὐδέποτε δύνανται νὰ ὑπαγάγωσι τὸ δικαίωμα τοῦτο εἰς προηγουμένην τῆς Κυβερνήσεως ἄδειαν». Οἱ περὶ Ἑταιρειῶν λοιπὸν καὶ ἑνώσεων νόμοι τοῦ Κράτους, ἤτοι τὰ ἄρθρα 212, 213, 214, 215, 216,217, 218, 219, 220 καὶ 221 τοῦ Ποινικοῦ Νόμου ἰσχύουσι, καὶ μόνη ἐκ τῶν ἐν αὐτοῖς διατάξεων ἡ προηγουμένη ἄδεια τῆς Κυβερνήσεως κατηργήθη, συγκροτουμένων πλέον τῶν Ἑταιρειῶν καὶ Συλλόγων ἄνευ ἀδείας τινός. Ἠρνήθη λοιπὸν ὁ κ. εἰσαγγελεὺς νὰ προβῇ εἰς καταδίωξιν τῶν μελῶν τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας. Καὶ δὲν εἶχον μὲν ἀφορμὴν νὰ ὑποθέσω, ὅτι ἡ ἐκτεθεῖσα γνώμη τοῦ εἰσαγγελέως τῶν ἐν Ἀθήναις ἐφετῶν δὲν ἦτο γνώμη, τὴν ὁποίαν οὗτος μετὰ μελέτην ἐσχημάτισε καὶ ἐκ πεποιθήσεως εἶχεν· ἐγὼ ὅμως ἐφρόνουν, ὅτι οἱ λόγοι του δὲν ἦσαν βάσιμοι, διότι ἡ ἀναγνωρίζουσα τὸ δικαίωμα τοῦ συνέρχεσθαι ἀπηλλαγμένον πάσης ἀδείας διάταξις τοῦ Συντάγματος δὲν ἔθιξε τὸ κῦρος τῶν ὑπολοίπων διατάξεων τοῦ Ποινικοῦ Νόμου. Κατὰ τὴν ἐμὴν γνώμην, καὶ Ἑταιρεῖαι καὶ Σύλλογοι δύνανται νὰ σχηματίζωνται ἄνευ ἀδείας τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλ’ ὀφείλουσι νὰ τηρῶσι τοὺς νόμους τοῦ Κράτους, οἱ νόμοι δὲ τοῦ Κράτους εἰσὶ τὰ ἄρθρα 212–220 τοῦ Ποινικοῦ Νόμου, ἔχοντα οὕτω: Ἄρθρον 212. «Ἐὰν πολλοὶ ἑνωθῶσιν ἄνευ ἀδείας τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ σκοπῷ τοῦ νὰ συνέρχωνται ἐκ διαλειμμάτων, τοῦ νὰ ἔχωσι διὰ γραφῆς ἢ ἄλλων σημείων ἀνταπόκρισιν μετ’ ἀλλήλων, ὑπὸ ῥητοὺς τύπους καὶ θεσμούς, ἀποκλείοντες τοὺς μὴ ἰδιαιτέρως παρεισηγμένους, διὰ νὰ ἀσχολῶνται πρὸς ἀντικείμενα, τὰ ὁποῖα ἀνάγονται εἰς ἐξωτερικὰς ἢ ἐσωτερικὰς σχέσεις τῆς ἐπικρατείας, εἰς θρησκείαν, ἢ ἄλλους δημοσίους σκοποὺς, οἱ μὲν καθιδρυταὶ καὶ οἱ προϊστάμενοι τοιαύτης Ἑταιρείας τιμωροῦνται μὲ φυλάκισιν τριῶν μηνῶν μέχρι δύο ἐτῶν, καὶ μὲ χρηματικὴν ποινὴν πεντήκοντα ἕως διακοσίων δραχμῶν, οἱ δὲ λοιποὶ συνεταῖροι μὲ φυλάκισιν τὸ πολὺ ἑνὸς ἔτους, μὲ χρηματικὴν δὲ ποινὴν τὸ πολὺ ἑκατὸν δραχμῶν.» Ἄρθρον 213. «Αἱ ποιναὶ, φυλαττομένης τῆς αὐτῆς διαστολῆς, καταγινώσκονται, καὶ ἐὰν τοιαύτη Ἑταιρεία ἔλαβε μὲν τὴν συγκατάθεσιν τῆς ἀρχῆς, ἀλλ’ αὐτογνωμόνως παρεκτρέπεται κατὰ τὸν σχηματισμὸν καὶ τὰς σχέσεις τῆς ἑνώσεώς της ἐκ τῶν τεταγμένων ὅρων, ἢ μεταβάλλει τὸν ὀργανισμόν της.» Ἄρθρον 214. «Ἐὰν ἡ ὕπαρξις ὁποίας δήποτε συστηθείσης Ἑταιρείας, οἱ σκοποὶ αὐτῆς, οἱ θεσμοὶ, τὰ μέλη, αἱ συναθροίσεις, αἱ ἀποφάσεις ἢ ἀσχολίαι ἀποσιωπῶνται κατ’ ἀμοιβαίαν ὑποχρέωσιν, ἢ ἄλλως ἀποκρύπτωνται ἐκ τῆς ἀρχῆς, ἢ ἀναγγέλλωνται ψευδῶς, εἰς μὲν τοὺς καθιδρυτὰς καὶ προϊσταμένους ἐπιβάλλεται φυλάκισις τοὐλάχιστον δύο ἐτῶν, καὶ χρηματικὴ ποινὴ ἑκατὸν μέχρι πεντακοσίων δραχμῶν, εἰς δὲ τοὺς λοιποὺς συνεταίρους φυλάκισις ἑνὸς ἔτους μέχρι τριῶν ἐτῶν, καὶ χρηματικὴ ποινὴ πεντήκοντα μέχρι τριακοσίων δραχμῶν.» Ἄρθρον 215. «Ἐὰν ἡ εἰς παρασιώπησιν καὶ τήρησιν τῆς μυστικότητος ὑποχρέωσις ἐνισχύηται ἐνόρκως ἢ ἄλλως γίνηται ὅρκος τις ἐκ μέρους τῶν εἰσαγομένων εἰς τὴν μυστικὴν Ἑταιρείαν, οἱ μὲν συνεταῖροι τιμωροῦνται μὲ εἱρκτὴν, οἱ καθιδρυταὶ δὲ καὶ προϊστάμενοι καταδικάζονται εἰς πρόσκαιρα δεσμά.» Παραλείπω τὴν ἀνάγνωσιν τῶν ὑπολοίπων ἄρθρων 216 ἕως 222. Ἀρκεῖ νὰ ἀναγνώσητε τὰ κείμενα τῶν ἄρθρων, ἅπερ ἀνέγνων ὑμῖν πρὸ μικροῦ, ἵνα κρίνητε οὐ μόνον, ὅτι ἡ περὶ τοῦ ἀξιοποίνου τῶν μελῶν τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας γνώμη ἡμῶν τυγχάνει ὀρθὴ, ἀλλὰ καὶ ὅτι ὁ Βουλευτὴς ἐκ Ζακύνθου, τοῦ ὁποίου ἠκούετε προχθὲς μετὰ τίνος θράσους ἀπελογεῖτο, καὶ αὐτὸς ὁ πρώην ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργὸς, καὶ αὐτὸς ὁ πρώην ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως εἶχον πράξει πράξεις, τὰς ὁποίας ὁ Ποινικὸς Νόμος τῆς πατρίδος τιμωρεῖ μὲ πρόσκαιρα δεσμά. Δὲν ἀναγράφει ὁ ὅρκος τῶν μελῶν τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας, τὸν ὁποῖον χθὲς ἀνεγίνωσκον ὑμῖν, ὅτι ὀφείλουσι νὰ τηρῶσιν ἀπόρρητα πάντα τὰ διανοήματα, πάσας τὰς προτάσεις, πάσας τὰς συζητήσεις τῶν μελῶν αὐτῆς; Ὅτι δὲ ὀρθὴ καὶ σύμφωνος πρὸς τὴν ἔννοιαν τοῦ 11 ἄρθρου τοῦ Συντάγματος τυγχάνει ἡ ἐμὴ γνώμη, ἐπικαλοῦμαι καὶ τὴν γνώμην τοῦ Ἐμμανουὴλ Κοκκίνου, πληρεξουσίου ἐν τῇ Ἐθνικῇ Συνελεύσει, ὅστις, ὅτε ἐν τῇ Ἐθνικῇ Συνελεύσει συνεζητεῖτο τὸ ἄρθρον 11 τοῦ Συντάγματος, ἔλεγε ταῦτα (ἀναγινώσκει): «Τὸ δικαίωμα τοῦ συνεταιρίζεσθαι ἀπολήγει ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ, καθὼς ἡ ἱστορία μᾶς διδάσκει, εἰς τὴν ἀναίρεσιν, εἰς τὴν σύγχυσιν, εἰς τὴν διαστροφὴν τῶν δημοσίων ἠθῶν. Θέτει τοὺς πολιτικοὺς συνεταιρισμοὺς ἀπέναντι ὅλων τῶν λοιπῶν δικαιωμάτων, τῶν ὁποίων ἡ ἐνάσκησις εἶναι ἐν πάσῃ ἐλευθέρᾳ καὶ ἐννόμῳ Πολιτείᾳ τὸ προσὸν τοῦ πολίτου. Τὸ δικαίωμα τοῦ συνεταιρίζεσθαι δὲν ἔχει μόνον τὸν σκοπὸν τὴν ἐπὶ τῆς Κυβερνήσεως ἐπίδρασιν τῆς γνώμης τῶν συνεταιριζομένων, ἥτις ἐξ ἀνάγκης εἶναι περιωρισμένη ἐν στενωτέρῳ κύκλῳ παρὰ τῆς κοινῆς γνώμης, ἀλλὰ σκοπὸν ἔχει πολλάκις τὴν ἐπίδρασιν ἐπὶ τοῦ τύπου καὶ ἐπὶ τῆς ἐλευθέρας ἐκφράσεως τῆς ἀτομικῆς γνώμης καὶ τῆς θελήσεως τοῦ πολίτου. Φοβοῦμαι τὰς ἀποκρύφους, τὰς ἀφανεῖς, τὰς παρατόλμους, πλὴν ἄνευ παρρησίας ἐνεργείας ἐναντίον ὅλων τῶν στοιχείων ἐκείνων, τὰ ὁποῖα συνιστῶσι τὸν ἠθικὸν δημόσιον βίον ἑνὸς ἔθνους. Τὰς ἀποκρύφους ταύτας ἐνεργείας οὔτε ἡ Πνὺξ τῶν ἀρχαίων, οὔτε τὰ Βουλευτήρια τῶν νεωτέρων παρεσκεύασαν... Τὸ δικαίωμα τοῦ συνέρχεσθαι, τοῦ βουλεύεσθαι περὶ τῶν κοινῶν πραγμάτων ἐχρησίμευσε πολλάκις ἐπὶ σωτηρίᾳ τῆς πατρίδος· τὸ συνεταιρίζεσθαι ὅμως, ὁσάκις καὶ ὅπου ἐνησκήθη, ἀπέβη πάντοτε πρὸς ὄλεθρον τῶν δημοσίων ἐλευθεριῶν, ἐχρησίμευσεν ὡς ἀσπὶς καὶ δορυφόρος τῆς ὀλιγαρχίας καὶ τῆς τυραννίας, ἐναντίον τῆς κοινωνικῆς ἀναπτύξεως τῶν ἐλευθέρων θεσμῶν, ἐναντίον τῶν διαδηλώσεων τῆς ἀληθοῦς ἐλευθερίας.» Ἡ γνώμη τοῦ εἰσαγγελέως τῶν ἐφετῶν βεβαίως ἐπικρατεῖ κατὰ τὴν ἀπονομὴν τῆς ποινικῆς δικαιοσύνης ἐν τῇ περιφερείᾳ τοῦ Ἐφετείου Ἀθηνῶν. Ἀλλὰ μήπως ἐν τῇ περιφερείᾳ τοῦ Ἐφετείου Λαρίσης κατεδηλώθη προαίρεσις ἢ ἀπόφασις τῶν λειτουργῶν τῆς Θέμιδος, ἵνα τιμωρήσωσι καὶ τὰς ἐκεῖ γενομένας τοιαύτας παραβάσεις; Ὁσάκις κατήγγειλεν ἡ Διοίκησις παραβάσεις τοιαύτας, οἱ ποινικοὶ δικασταὶ ἀφῆκαν αὐτὰς ἐντελῶς ἀκαταδιώκτους, οὐδὲ ἔδωκαν τὴν ἐλαχίστην προσοχὴν εἰς τὰς καταγγελίας ταύτας. Λοιπόν, ὅσην καὶ ἂν εἴχομεν προαίρεσιν, ἵνα συλλάβωμεν ἀπὸ τὸ οὖς τὰ μέλη τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας, καὶ παραπέμψωμεν αὐτὰ εἰς τὴν Δικαιοσύνην, δὲν εἴχομεν ὅμως τὴν δύναμιν νὰ πραγματοποιήσωμεν τὰς προαιρέσεις ἡμῶν, καὶ νὰ ἐκπληρώσωμεν κατὰ τοῦτο τὰ καθήκοντα ἡμῶν, διότι καὶ οἱ λειτουργοὶ τῆς Ποινικῆς Δικαιοσύνης δὲν παρεῖχον εἰς ἡμᾶς τὴν συνδρομήν των, καὶ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἔμελλον νὰ ἐκτελέσωσι τὰς ἀποφάσεις τῶν Δικαστηρίων, καὶ αὐτοὶ εἶχον ταχθῆ μετὰ τῶν μελῶν τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας. Ἰδοὺ διατὶ δὲν ἠδυνήθημεν νὰ ἐκτελέσωμεν ἐκεῖνο, διὰ τὸ ὁποῖον ὁ ἐκ Ζακύνθου Βουλευτὴς μετὰ προσπεποιημένης ἀγανακτήσεως μᾶς ἐνεκάλει ἐρωτῶν. Ὁ νομάρχης Λαρίσης εἶχε παραγγελθῆ κατὰ τὴν 2 Ἰουλίου 1896 (ἀναγινώσκει): «Παρακαλῶ νὰ συνεννοηθῆτε μετὰ τοῦ εἰσαγγελέως τῶν ἐφετῶν καὶ ἀρχηγοῦ, καὶ φροντίσητε οὐ μόνον νὰ ἐμποδισθῇ ἡ εἰς Μακεδονίαν ἔξοδος συναθροισθέντων, κατὰ τὸ ὑμέτερον τηλεγράφημα, ἀλλὰ καὶ νὰ συλληφθῶσι καὶ νὰ καταδιωχθῶσιν οὗτοι ποινικῶς, ἂν πρᾶξις αὐτῶν ᾖναι ποινικῶς καταδιωκτέα». Ἀλλ’ οὐδεμία καταδίωξις ἐγένετο κατ’ αὐτῶν, ἂν καὶ εἶχε παραπονεθῆ διὰ τοῦτο καὶ ἡ Πρεσβεία ἡ Ὀθωμανικὴ ἐν Ἀθήναις. Βεβαίως ἡ στάσις τῶν ἐν τῇ περιφερείᾳ τοῦ Ἀρχηγείου Λαρίσης ἀξιωματικῶν, βεβαίως ὄχι πάντων, τῶν πλείστων ὅμως, καὶ καθ’ ἃ ἀνέφερεν ὁ τότε νομάρχης Λαρίσης μακαρίτης Κωνσταντῖνος Ἀναγνωστόπουλος, καὶ καθ’ ἃς ἔδιδεν ἡμῖν πληροφορίας ὁ διάδοχος αὐτοῦ κύριος Μπουκλᾶκος, ἀνὴρ ἔντιμος καὶ φιλόπατρις, ἡ στάσις, λέγω, τοῦ πλείστου ἀριθμοῦ τῶν ἀξιωματικῶν δὲν ἦτο ἐντελῶς ἀνεπηρέαστος ὑπὸ τῆς ἐπιδράσεως τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας. Ἀνταποκριτὴς ἐφημερίδος, ἥτις ἔπαυσε πρὸ πολλοῦ ἐκδιδομένη, ἐτηλεγράφει πρὸς αὐτὴν (ἀναγινώσκει): «Διακοπὴ τηλεγραφικῆς συγκοινωνίας, θεωρηθεῖσα παρὰ πολλῶν ὡς δῆθεν φόβῳ γενομένη, θὰ ἐκράτει Λάρισαν ἐν σκότει περὶ Βασ. Διαγγέλματος, ἂν μὴ προελάμβανε τηλεγραφικὴ ἐρώτησις «Ἀκροπόλεως» περὶ ἐντυπώσεων τούτου παρὰ στρατῷ. Πνεύματα ἀξιωματικῶν ἐξημμένα. Ἀναμένουσι κείμενον Διαγγέλματος πρὸς ῥύθμισιν πορείας προδιαγεγραμμένης, καὶ σκοπούσης ἀνύψωσιν γοήτρου ἀξιωματικῶν, ἀσχολουμένων εἰς ὑπηρεσίας ὅλως ἀλλοτρίας προορισμοῦ των. Ἀκαριαίως πάντες ἀξιωματικοὶ συνδρομηταὶ Λέσχης παρῃτήθησαν. Αἴτια δυσαρεσκείας βεβαίως ἔχουσι βαθείας ῥίζας, ἀλλ’ οἱ ἐσχάτως γενόμενοι προβιβασμοί, χαρακτηριζόμενοι ὡς ἐξ εὐνοίας ὑπαγορευθέντες, συνετέλεσαν εἰς ἐκδήλωσιν πανηγυρικὴν δυσαρεσκείας. Θεὸς γενέσθω ἵλεως!» Ὡς εἴδετε, τοῦ Βουλευτοῦ ἐκ Ζακύνθου καὶ τοῦ ἐκ Λαρίσης ἀνταποκριτοῦ τῆς ἐφημερίδος συνεβάδιζον αἱ συνταγματικαὶ γνώσεις. Ἴσως ἐδιδάχθησαν αὐτὰς ἐν τῷ αὐτῷ διδακτηρίῳ. Καὶ ἐκεῖνος, ὁ ἀνταποκριτὴς, καὶ οὗτος, ὁ Βουλευτὴς, τὴν πρός με ἐπιστολὴν τοῦ Βασιλέως ἐχαρακτήριζον Διάγγελμα. Ὁ Βουλευτὴς ἐκ Ζακύνθου, ἀγορεύων χθές, ὡμίλει περὶ Διαγγέλματος τοῦ Βασιλέως, ἐνῷ οὐδὲν Β. Διάγγελμα ἐξεδόθη. Ὅτε εἰσῆγον εἰς τὴν Βουλὴν τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1897, ἤτοι κατὰ τὴν 11 Νοεμβρίου 1896, ἀναγκαίως ἐποιησάμην λόγον περὶ τῶν μεταβολῶν, αἱ ὁποῖαι διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἐπεγίγνοντο, καὶ περὶ τῶν πολιτικῶν ἐννοιῶν καὶ σκοπῶν, τοὺς ὁποίους ὁ εἰσαγόμενος Προϋπολογισμὸς ἔμελλε νὰ ἐξυπηρετήσῃ. Οὔτε ἐδυνάμην νὰ παραλίπω τὴν μνείαν, ἣν ὤφειλον νὰ ποιήσωμαι περὶ τῶν ἐν Κρήτῃ πραγμάτων. Ἀγορεύων λοιπὸν πρὸς τὴν Βουλὴν, ἔλεγον: «... Εὐτυχῶς δὲ, ὁ πόθος τῶν Μεγάλων Δυνάμεων, ἵνα συγκρατήσωσι τὴν εἰρήνην, δὲν ἐμειώθη, αἱ δὲ προσπάθειαι αὐτῶν ἐξηκολούθησαν πρὸς τὸν αὐτὸν σκοπόν. Ἐγὼ, καὶ ὡς πολίτης καὶ ὡς διερμηνεύων τὰ φρονήματα τῆς Κυβερνήσεως, εὔχομαι νὰ στεφθῶσι δι’ ἐπιτυχίας αἱ προσπάθειαι αὗται τῶν Μεγάλων Δυνάμεων, ἀλλ’ ἡ εὐχὴ αὕτη δὲν πρέπει νὰ ἀναστείλῃ οὔτε τὴν Βουλὴν, οὔτε τὴν Κυβέρνησιν, ἐν ὅσῳ τυγχάνει τῶν πραγμάτων ἡ κατάστασις ἀβεβαία, ἀπὸ τῶν καθηκόντων τῆς ὑπὲρ τῶν ἐθνικῶν συμφερόντων ἀμύνης κατὰ παντὸς ἐπιφαινομένου κινδύνου. Τὰ καθήκοντα ταῦτα τῆς ἀμύνης οὐδέποτε θέλομεν παραλείψει· ἂν δ’ ἤθελον ἀποτύχει αἱ προσπάθειαι τῶν Μεγάλων Δυνάμεων, ἡμεῖς θέλομεν εὑρεθῆ εἰς τὰς θέσεις ἡμῶν, ἕτοιμοι πρὸς τὸ ἔργον, ἀλλὰ κατὰ τὸ μεσολαβοῦν διάστημα προσπαθοῦντες, ἐφ’ ὅσον αἱ περιστάσεις τοῦ Κράτους μᾶς ἐπιτρέπουσι, νὰ καταστήσωμεν ἡμᾶς ἐπαρκεστέρους πρὸς τὴν τοιαύτην ἄμυναν.» Ὅτε ἐκλήθημεν εἰς τὴν ἀρχὴν, κατὰ τὴν τελευταίαν ἡμέραν τοῦ Μαΐου τοῦ 1895, ὑπῆρχον ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ τοῦ στρατοῦ 739 ἵπποι καὶ 167 ἡμίονοι, πλὴν, ἐννοεῖται, τῶν ἵππων τῶν ἀξιωματικῶν, οἵτινες ἀνήρχοντο εἰς 226, διότι ἀπὸ τοῦ 1886 οὐδὲν εἶχε δαπανηθῆ πρὸς ἀγορὰν κτηνῶν, πλὴν μικρᾶς τινος δαπάνης ἐκ δρ. 191,090, ἥτις εἶχε γενῆ κατὰ τὸ 1890. Τοσαῦτα μόνον κτήνη ἐσῴζοντο ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ τοῦ στρατοῦ ἐκ τῶν κατὰ τὸ 1885 καὶ 1886 γενομένων προμηθειῶν, ὅτε εἶχον ἀγορασθῆ τρισχίλιοι ἵπποι καὶ 2403 ἡμίονοι. Ἅμα ἀναλαβόντες τὴν ἀρχὴν, εἴχομεν σπεύσει νὰ παραγγείλωμεν ἀγορὰν κτηνῶν, καὶ εἶχον ἀγορασθῆ 460 ἵπποι καὶ 150 ἡμίονοι. Εἴχομεν δὲ μέχρι τοῦ Νοεμβρίου δαπανήσει δρ. 322,560 δι’ ἀγορὰν ὀθόνης, καὶ δραχ. 253,471 διὰ στολὰς εὐζώνων, καὶ δρ. 81,000 διὰ κλινοσκεπάσματα, καὶ δρ. 755,910 δι’ ἀγορὰν ἐρέας, καὶ δραχ. 153,400 διὰ πηλήκια, καὶ δι’ ὑπόδησιν τοῦ στρατοῦ δραχ. 1,196,976. Ἀλλ’ ὅσον καὶ ἂν ἐφαίνοντο ἄφθονοι αἱ ἀνωτέρω παρασκευαὶ ἐν καιρῷ εἰρήνης, ἐπεβάλλοντο ἡμῖν μείζονες, διὰ τὰς ὁποίας ἀπῃτοῦντο πιστώσεις ὑπέρτεραι, τοῦτο δὲ, κατὰ τὰ ἀνωτέρω, προήγγελλον εἰς τὴν Βουλὴν· αὗται δ’ ἐπέβαλλον ἰδίως τὴν σύγκλησιν ἡλικιῶν τινῶν ἐφέδρων, ὅπως ἐκτελεσθῶσιν ἀσκήσεις γενικώτεραι, τοῦθ’ ὅπερ κατ’ ἄλλην μεταγενεστέραν συνεδρίασιν τῆς Βουλῆς δὲν παρέλιπον νὰ παραστήσω ἀναλυτικώτερον. Δὲν εἶναι ὄντως ἐπιτετραμμένον εἰς τοὺς πολιτικοὺς ἄνδρας, ὅταν ὁμιλῶσι περὶ ἀναγκῶν τοῦ Κράτους εἰς τοὺς ἀντιπροσώπους τοῦ ἔθνους, νὰ δίδωσιν εἰς αὐτοὺς ὑποσχέσεις καὶ ἐλπίδας, νὰ λησμονῶσι δὲ αὐτὰς μετ’ ὀλίγον. Ὤφειλον λοιπὸν νὰ ἐγκύψω εἰς τὰς ἀνάγκας ἐκείνας, τῶν ὁποίων ἡ θεραπεία ἤθελε καταστήσει ἡμᾶς ἐπαρκεστέρους πρὸς ἐκπλήρωσιν τῶν ὑποχρεώσεων ἡμῶν. Λοιπὸν ἀνέφερα εἰς τὴν Α. Μεγαλειότητα, ὅτι ἔμελλον νὰ προβάλω εἰς τὴν Βουλὴν διάφορα μέτρα, διὰ τῶν ὁποίων ἐδυνάμην, ἂν ὄχι νὰ ἐπιφέρω πλήρεις καὶ ἀκεραίας τὰς συμπληρώσεις τῶν ἀναγκῶν τοῦ στρατοῦ, τῶν ὁποίων συμπληρώσεων ἡ στρατιωτικὴ ὑπηρεσία εἶχεν ἀνάγκην, ἀλλὰ τοὐλάχιστον νὰ μειώσω τὰς ὑπαρχούσας ἐν ταῖς ἀποθήκαις τοῦ στρατοῦ ἐλλείψεις. Ἐπειδὴ δὲ ὁ Βασιλεὺς μὲ ἠρώτησε, ποῖα σκοπῶ νὰ προβάλω μέτρα, ἀνέφερα εἰς τὴν Α. Μεγαλειότητα, ὅτι πρὸ παντὸς νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ καταστήσωμεν ἄρτια τὰ ἔφιππα σώματα τοῦ στρατοῦ, διότι καὶ τὰ συντάγματα τοῦ ἱππικοῦ καὶ τὰ συντάγματα τοῦ πυροβολικοῦ δὲν εἶχαν τὸν ἀναγκαῖον ἀριθμὸν τῶν κτηνῶν· ἐὰν δὲ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ προσπορίσωμεν εἰς τὰ ἔφιππα σώματα ὅλον τὸν ἀριθμὸν τῶν κτηνῶν, οὗτινος εἶχον ταῦτα ἀνάγκην, ὠφείλομεν ὅμως νὰ προμηθεύσωμεν εἰς αὐτὰ, ἐφ’ ὅσον τὰ μέσα τοῦ Κράτους ἐπέτρεπον, ἑκατοντάδας τινὰς κτηνῶν, ὅπως πληρωθῶσι κατὰ μέγα τι ποσὸν αἱ ἀνάγκαι τοῦ στρατοῦ. Ἀνέφερα πρὸς τὴν Α. Μεγαλειότητα, ὅτι πρὸ παντὸς ἔπρεπε νὰ βελτιώσωμεν τὰ σκάφη τοῦ στόλου, διότι τὰ μὲν συνήθη σκάφη ἔχρηζον καθαρισμοῦ, ἀφοῦ πρὸ πολλοῦ δὲν εἶχον καθαρισθῆ, εἶχον δὲ κατασταθῆ δυσκίνητα, τὰ δὲ ἄλλα σκάφη τοῦ στόλου εἶχον ἀνάγκην νὰ ἀνακαινισθῶσιν οἱ λέβητες αὐτῶν, καὶ νὰ βελτιωθῶσιν αἱ ἄλλαι μηχαναὶ αὐτῶν, νὰ προμηθευθῇ δὲ εἰς αὐτὰ ὑλικὸν, ὄχι μόνον τὸ ὑλικὸν τῆς εἰρήνης, ἀλλὰ καὶ μέρος τι τοῦ ὑλικοῦ τοῦ πολέμου· ὅτι πρὸ πάντων ἐπὶ τῶν ναυτικῶν πραγμάτων εἴχομεν ἀνάγκην νὰ ἐργασθῶμεν πρὸς συμπλήρωσιν τοῦ ὁπλισμοῦ καὶ πρὸς κατάλληλον μεταβολὴν τῆς ἐσωτερικῆς διασκευῆς τῶν θωρηκτῶν, τοῦτο δὲ ἀπῄτει καὶ χρόνον καὶ δαπάνας· ὅτι δὲ πρὸ παντὸς εἴχομεν ἀνάγκην νὰ καταστήσωμεν τὸν θωρηκτὸν στόλον ἐπιτήδειον ὄχι μόνον πρὸς ἐπίθεσιν, ἀλλὰ καὶ πρὸς ἄμυναν, ταῦτα δὲ πάντα ἀπῄτουν δαπάνας οὐ σμικράς. Ἀνέφερα προσέτι εἰς τὴν Μεγαλειότητά του, ὅτι ἡ ἐκπαίδευσις τοῦ στρατοῦ ἔπρεπε νὰ ἄρξηται, ἂν ὄχι πλήρως καὶ ὁλοσχερῶς, ἀλλ’ ἐφ’ ὅσον τὸ Κράτος ἠδύνατο, διότι, ἂν καὶ ἔχομεν τὴν καθολικὴν στρατολογίαν, αἱ διατάξεις τοῦ νόμου περὶ καθολικῆς στρατολογίας δὲν ἐκτελοῦνται πᾶσαι, ἰδίως δὲ παραλείπεται ἡ ἐκτέλεσις τῶν διατάξεων ἐκείνων, αἵτινες ἀνάγονται εἰς τὴν ἀληθῆ ἐκπαίδευσιν τοῦ στρατοῦ, τῶν τε ἀξιωματικῶν καὶ τῶν ἀνδρῶν. Δεκαπέντε ἤδη ἔτη λειτουργεῖ ἡ καθολικὴ στρατολογία παρ’ ἡμῖν, δὲν ἐνθυμοῦμαι δὲ, ἄν ποτε συνεκλήθησαν μεγάλαι μονάδες, πολυάριθμοι, ἵνα γένωνται παρ’ αὐτῶν αἱ προσήκουσαι ἀσκήσεις· ἀπέβαινε λοιπὸν ἀναπόφευκτον νὰ δυνηθῶμεν νὰ καταστήσωμεν εὐχερεῖς ἀσκήσεις τοιαύτας ἔν τινι ἀριθμῷ μονάδων στρατοῦ ὄχι εὐαρίθμῳ. Ἡ Μεγαλειότης του ὑπέλαβεν, ὅτι εἰς τὰς προτάσεις ταύτας, τὰς ὁποίας ἔμελλον νὰ προβάλω πρὸς ἐκπλήρωσιν τούτων εἰς τὴν Βουλὴν, ἤθελε δοθῆ μεγαλείτερον κῦρος, ἐὰν ὁ Βασιλεὺς παρεισήγετο, συνιστῶν εἰς τὸ Ὑπουργεῖόν του νὰ προβῇ εἰς τὴν πραγματοποίησιν τῶν μέτρων τούτων. Οὐδεμίαν ἔκρινα ὅτι προσῆκε νὰ προβάλω ἀντίρρησιν εἰς τὴν ἐπιθυμίαν ταύτην τοῦ Βασιλέως· ἐξ ἐναντίας αὕτη μοὶ ἦτο εὐχάριστος, διότι ἡ αἴγλη τοῦ Στέμματος μοὶ ἐδανείζετο, ὅπως ἐνισχύσω τὰς προτάσεις μου ταύτας. Τότε ὁ Βασιλεὺς μοὶ ἔγραψεν ἐπιστολὴν, τῆς ὁποίας τὸ κείμενον μοὶ εἶχεν ἀνακοινωθῆ πρὶν ἢ αὕτη μοὶ ἐπισταλῆ, καὶ τὴν ἐπιστολὴν ταύτην ἐδημοσίευσα διὰ τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως· τὴν ἐπιστολὴν ταύτην ὠνόμαζον ἐν τῇ Βουλῇ Διάγγελμα, οἱ δὲ ἁπλούστεροι οὕτως ἐχαρακτήριζον αὐτήν. Διαγγέλματα λέγονται ἐν τοῖς κοινοβουλευτικῶς πολιτευομένοις Κράτεσιν αἱ ἀνακοινώσεις τῶν Ἡγεμόνων, αἵτινες ἀπευθύνονται πρὸς τὸν λαόν. Διαγγέλματα ὡσαύτως ὀνομάζονται αἱ ἀνακοινώσεις τοῦ Βασιλέως, αἵτινες γίνονται πρὸς τὴν ἑτέραν πολιτειακὴν ἐξουσίαν, τὴν Βουλὴν, ὅταν ἡ Βασιλικὴ ἀρχὴ ἐπιθυμῇ νὰ ἀνακοινώσῃ παρατηρήσεις πρὸς τὴν Βουλὴν, ἀνεξαρτήτως τῆς νομοθετικῆς λειτουργίας αὐτῆς, καὶ ἀνεξαρτήτως τοῦ δικιώματος, τὸ ὁποῖον ἔχει, ἵνα ἐπιτηρῇ τὴν διοίκησιν, καὶ ἐλέγχῃ αὐτὴν παραπαίουσαν. Ποῖον τοιοῦτον ἐπρόκειτο ν’ ἀνακοινωθῇ εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν ἢ εἰς τὴν Βουλήν; Ἐν πρώτοις τὰ Διαγγέλματα πρὸς τὸν λαὸν συνήθως ἔχουσιν ἀντικείμενον θέματα συναφῆ μετὰ τῆς συντάξεως τῆς Πολιτείας, ὡς, φέρ’ εἰπεῖν, πρὸς ἐκπλήρωσιν ἐπιθυμίας μεταβολῆς τοῦ πολιτεύματος· ἀλλὰ κατὰ τὸ 1897 οὐδὲν τοιοῦτον ἐπρόκειτο, οὐδὲ γνώμη τοῦ Στέμματος περὶ μεταβολῆς τοῦ πολιτεύματος, οὐδὲ τοιαύτη περὶ ἄλλου συναφοῦς πρὸς τὴν σύνταξιν τῆς Πολιτείας θέματος. Τὸ καθεστὼς πολίτευμα προῆλθεν ἐκ συμβάσεως τοῦ λαοῦ καὶ τοῦ Βασιλέως ὡς συμβόλαιον, τοῦτο ἀπεδέχθη τὸ Στέμμα, ὅτε δὲ ὁ Βασιλεὺς ὡρκίσθη ἐπὶ τοῦ Συντάγματος, οὐδὲν ἀπηύθυνε πρὸς τὴν Συντακτικὴν Συνέλευσιν Διάγγελμα, τοιαύτην ἐκδηλοῦν ἐπιθυμίαν. Ἐὰν ὁ Βασιλεὺς ἐσκόπει νὰ ποιήσηται ἀνακοίνωσιν εἰς τὴν Βουλήν, μὴ ἀναγομένην εἰς τὴν νομοθετικὴν λειτουργίαν αὐτῆς, μὴ ἀναγομένην εἰς τὴν ἐπιτηρητικὴν ἐξουσίαν αὐτῆς, ἠδύνατο νὰ ἀπευθύνῃ Διάγγελμα πρὸς τὴν Βουλήν. Ποῖον τοιοῦτον ἐπρόκειτο ἐν τῇ ἐπιστολῇ, περὶ ἧς ὁ λόγος, ἵνα αὕτη χαρακτηρισθῇ ὡς Διάγγελμα; – Ὁ Βασιλεὺς δὲν στέλλει Διαγγέλματα πρὸς τοὺς Ὑπουργοὺς, διότι οὗτοι δὲν ἀποτελοῦσιν ἰδίαν αὐτοτελῆ ἐξουσίαν, εἰσὶ δ’ ὄργανα τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, ἧς ἀρχηγὸς τυγχάνει ὁ Βασιλεὺς. Ὅθεν πρὸς τοὺς Ὑπουργοὺς ἐκφράζει γνώμας ὁ Βασιλεὺς, ἀνακοινώνει ἐπιθυμίας, ἢ δίδωσι διαταγὰς, ὡς ἀρχηγὸς τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, ἑπομένως γράφει ἐπιστολάς. Τὰς συνεννοήσεις του ὁ Βασιλεὺς μετὰ τῶν Ὑπουργῶν, μετὰ τῶν Συμβούλων τοῦ Στέμματος, μετὰ τῶν πρώτων ὀργάνων, δι’ ὧν ἐνασκεῖται ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία, διεξάγει ὁ Βασιλεὺς εἴτε διὰ προφορικῆς συνεννοήσεως, εἴτε δι’ ἐπιστολῆς. Ἡ ἐπιστολὴ, διὰ τῆς ὁποίας ἀνεκοίνωσεν εἰς ἡμᾶς τὴν ἐπιθυμίαν του, δὲν ἦτο ἀπόρρητος, ἔπρεπε νὰ γείνῃ γνωστὴ εἰς τὸ κοινὸν, καὶ ἐδημοσιεύθη ἐν τῇ «Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως». Ἡ ἐπιστολὴ ἐκείνη οὐδὲν εἶχε κοινὸν μὲ τὸ Διάγγελμα, οὐδὲ προσῆκε νὰ χαρακτηρισθῇ τότε ὑπὸ τῶν Βουλευτῶν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως τοῦ χρόνου ἐκείνου ὡς Διάγγελμα, καὶ νῦν ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Ζακύνθου. Περὶ Διαγγέλματος λοιπὸν γράφει καὶ ὁ ἀνταποκριτὴς τῆς ἐφημερίδος, διότι καὶ αὐτὸς εἶχε περὶ συνταγματικοῦ πολιτεύματος τὰς γνώσεις, ἃς ἔχει ὁ ἐκ Ζακύνθου Βουλευτὴς, καίτοι δὲν ἐπιτρέπεται τοῦτο εἰς ἄνδρας πολιτικούς. Ἐπειδὴ δὲ πολλὰ εἶπον περὶ ἀξιωματικῶν, πρέπει νὰ σᾶς μεταδώσω ὅσας εἶχον πληροφορίας κατὰ τὸν χρόνον ἐκεῖνον. Κατὰ τὴν 2 Ἰανουαρίου τοῦ 1897 ὁ εἰσαγγελεὺς τῶν ἐν Τρικκάλοις πρωτοδικῶν μοὶ ἔγραφεν (ἀναγινώσκει): «Τὸ κομιτᾶτον τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας, ἀπαρτιζόμενον ἐκ δικηγόρων, ἰατρῶν καὶ ἄλλων, ἀνενδότως ἐργαζόμενον, ὁλοὲν αὐξάνει τὸν ἀριθμὸν τῶν μελῶν του, γιγνομένων ἑταίρων δι’ ὁρκωμοσίας καὶ τῆς ὑποχρεώσεως χρηματικῆς καταβολῆς κατὰ μῆνα, ἀναλόγως τῆς περιουσίας ἑκάστου· αἱ δὲ ἐνέργειαί του δὲν φαίνονται ἀποτυγχάνουσαι, διότι καὶ ὁ ἀριθμὸς αὐξάνει, καὶ ἐν αὐτῷ συγκαταριθμοῦνται πολλοὶ ἀξιωματικοὶ καὶ ὑπάλληλοι.» Ἡ ἐπιστολὴ τοῦ εἰσαγγελέως μοὶ ἐποίει γνωστὸν, ὅτι ἡ Ἐθνικὴ Ἑταιρεία κατέτασσε μεταξὺ τῶν μελῶν αὑτῆς καὶ ἀξιωματικοὺς τοῦ στρατοῦ. Ἀλλὰ καὶ ὁ νομάρχης Λαρίσης τὴν 26 Φεβρουαρίου 1897 μοὶ ἔγραφεν (ἀναγινώσκει): «... Καὶ εἰς τὸν ἀρχηγὸν θὰ ὁμιλήσω σήμερον τὰ δέοντα περὶ τούτου, καὶ ὅπως ἐπιστήσῃ τὴν προσοχήν του ἐπὶ ἀξιωματικῶν τινῶν Τρικουπικῶν, οἵτινες μετὰ τὴν λύσιν τοῦ Κρητικοῦ ζητήματος ἐνδέχεται νὰ παραλάβωσι στρατιώτας καὶ νὰ εἰσβάλωσιν εἰς Μακεδονίαν.» Ἐξ ἐπιστολῆς τοῦ νομάρχου Λαρίσης ἀπὸ 11 Μαρτίου ἐμάνθανον, ὅτι (ἀναγινώσκει): «...ἂν ὅμως, ὅπερ ἀπεύχομαι, εἴτε ὑποχωρήσῃ ἡ Κυβέρνησις εἰς τὰ τῆς Κρήτης, εἴτε συμβῇ συμφορά τις, φοβοῦμαι, ὅτι ἀξιωματικοί τινες θὰ γεννήσωσιν, ἂν δυνηθῶσι, πράγματα εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἣν κατὰ βάθος κακίζουσι, διότι δὲν ἐλησμόνησαν τὸν Τρικουπισμόν των.» Ἀλλὰ καὶ διὰ προγενεστέρας ἐπιστολῆς του, ἀπὸ 3 Μαρτίου, ὁ νομάρχης Λαρίσης μοὶ εἶχεν ἀναγγείλει, ὅτι (ἀναγινώσκει): «ὅλοι οἱ ἀξιωματικοὶ λέγουσιν, ὅτι, ἂν τὸ Κρητικὸν ζήτημα δὲν λυθῇ αἰσίως, εἶναι ἀποφασισμένοι νὰ προσβάλωσι τὸν τουρκικὸν στρατόν.» Δι’ ἡμιεπισήμου δὲ ἐπιστολῆς ἀπὸ 12 Μαρτίου ὁ εἰρημένος νομάρχης μοὶ ἔγραφεν (ἀναγινώσκει): «Πληροφοροῦμαι θετικῶς, ὅτι πολλοὶ τῶν ἀξιωματικῶν συνενοήθησαν καὶ ἀπεφάσισαν, ὅπως ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν ὁ Βασιλεὺς καὶ ἡ Κυβέρνησις δὲν κηρύξωσι τὸν πόλεμον, τὸν κηρύξωσιν αὐτοὶ, ἐπιπίπτοντες κατὰ τῶν τουρκικῶν προφυλακῶν». Προσέθετε δὲ (ἀναγινώσκει): «Οἱ ὑπαξιωματικοὶ, οἵτινες εὑρίσκονται ἐν τῇ γραμμῇ, ἔχοντες ὑπ’ ὄψιν των τοὺς προβιβασθέντας, κατὰ διαφόρους ἐποχὰς ὡς ἀνδραγαθήσαντας, μὴ ἔχοντες δὲ οὐδεμίαν πειθαρχίαν, ἔχουσιν ἀποφασίσει ν’ ἀνοίξωσι τουφέκι, ὡς λέγουσι, μὴ ὑπακούοντες εἰς οὐδένα τῶν ἀνωτέρων των.» Καὶ τὴν 18 Μαρτίου ὁ ἀκάματος οὗτος λειτουργὸς τῆς Διοικήσεως μοὶ ἀνέφερεν (ἀναγινώσκει): «Ἡ σύγκρουσις μεταξὺ τῶν δύο στρατῶν ἐστὶν ἄφευκτος, καὶ ταχέως μάλιστα· τότε δὲ καὶ μόνον δύναται νὰ προληφθῇ, ἐὰν ἐπιτευχθῇ ἡ ἕνωσις τῆς Κρήτης μετὰ τῆς Ἑλλάδος, οὐδεμία δὲ ἄλλη λύσις θὰ ἐμποδίσῃ αὐτήν. Εἴθε νὰ πλανῶμαι εἰς τὰς σκέψεις μου ταύτας, ἀλλὰ δὲν νομίζω νὰ σφάλλω, διότι αὗται στηρίζονται εἰς τὴν ἀπόφασιν τῶν ἀξιωματικῶν νὰ μὴ ἐπιστρέψωσιν ἄπρακτοι, ἔστω καὶ ἂν ἤθελον ἀνακληθῆ, νὰ μὴ ὑπακούσωσι». Καὶ κατωτέρω: «Ἡ κυκλοφορήσασα φήμη περὶ Ἡγεμονίας ἐξηρέθισε τοὺς ἀξιωματικούς, καὶ ἤρχισαν ἤδη νὰ δυσπιστῶσι καὶ πρὸς τὴν Βασιλείαν, ὅτι δῆθεν αὕτη ἐπιδιώκει νὰ δοθῇ ἡ Κρήτη ὡς προὶξ εἰς μέλος τῆς οἰκογενείας της. Δὲν λείπουν δὲ καὶ αἱ ἐξ Ἀθηνῶν ῥαδιουργίαι.» Καὶ τὴν 30 Μαρτίου ἔγραφε πρός με καὶ πρὸς τὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸν (ἀναγινώσκει): «Καθ’ ἃς ἔχω πληροφορίας παρὰ δημάρχου Τυρνάβου καὶ ἀξιωματικῶν.... ἐὰν δὲν γείνῃ ἡ ἕνωσις τῆς Κρήτης, ἡ σύγκρουσις μεταξὺ τῶν δύο στρατῶν ἔσεται βεβαία· ἐὰν δὲ αὕτη ἤθελε τυχὸν ματαιωθῆ, θὰ προκληθῶσιν ἐσωτερικαὶ ταραχαί.» Τὴν 20 Μαρτίου ἔγραφεν (ἀναγινώσκει): «Δὲν θὰ παύσω ἐνοχλῶν ὑμᾶς διὰ τῶν συχνῶν ἐπιστολῶν μου, διότι θεωρῶ καθῆκόν μου, κατὰ τὴν κρίσιμον ταύτην διὰ τὸ ἔθνος περίστασιν, νὰ μεταδίδω ὑμῖν πᾶν ὅ,τι ἀντιλαμβάνομαι καὶ πληροφοροῦμαι. Κατὰ διαταγὴν τοῦ Διαδόχου, ἐτηλεγράφησα εἰς Τρίκκαλα, καὶ ἀφίκοντο ἐνταῦθα οἱ κύριοι Γούσιος καὶ Ῥοϊλὸς, οἵτινες ἔσπευσαν καὶ εἶδον τὸν Διάδοχον τὴν χθεσινὴν ἑσπέραν. Σήμερον δὲ μοὶ εἶπεν ὁ κ. Ῥοϊλός, ὅτι ὁ Διάδοχος τῷ ἐσύστησε νὰ μὴ διαλυθῶσι μὲν τὰ ἀνταρτικὰ σώματα, νὰ μὴ ἐξέλθωσι δὲ μέχρι νεωτέρας διαταγῆς. Ὁ κ. Ῥοϊλὸς ἀναχωρεῖ σήμερον πρὸς συνάντησιν τῶν ἀνταρτῶν· καὶ πιστεύει μὲν, ὅτι θὰ δυνηθῇ νὰ ἐμποδίσῃ αὐτοὺς, ἀλλὰ διὰ ὀλίγας ἡμέρας. Ὁ ἀριθμὸς τῶν ἀνταρτῶν ἀνέρχεται εἰς τρισχιλίους, εἶναι δὲ στρατιωτικῶς συντεταγμένοι, καὶ ἔχουσιν ἐξασφαλίσει τὰ μέσα τῆς συντηρήσεως. Διεδόθη καὶ ἐπιστεύθη, ὅτι παρασκευάζεται ἡ λύσις τοῦ Κρητικοῦ ζητήματος παρὰ τὴν ἐθνικὴν ἐπιθυμίαν· ἡ διάδοσις δ’ αὕτη ἐθορύβησε τοὺς ἀξιωματικούς, οἵτινες, ὡς αὐτοὶ οὗτοι ἐκφράζονται, μόνον τὴν ἕνωσιν ἐννοοῦν, οὐδεμίαν δὲ ἄλλην λύσιν θὰ στέρξωσι, καὶ ἀπειλοῦν, ὅτι θὰ δώσωσιν ἀφορμὴν συγκρούσεως μεταξὺ τῶν δύο στρατῶν, ἢ ὅτι θὰ ἔχωμεν ἐσωτερικὰς ταραχάς. Κατὰ τῶν σκέψεων τούτων ἀντεπεξῆλθον καὶ ἐγὼ καὶ ὁ δήμαρχος, παρατηρήσαντες αὐτοῖς, ὅτι εἶναι προδοσία κατὰ τῆς πατρίδος καὶ τῶν καθεστώτων ν’ ἀποφασίζωσι τὸν πόλεμον τὰ ἄτομα, καὶ οὐχὶ ἐκεῖνος, ὃν τὸ πολίτευμα ἐξουσιοδότησε πρὸς τοῦτο. Εἴθε αἱ παρατηρήσεις ἡμῶν αὗται νὰ εἰσακουσθῶσι· δυστυχῶς ὅμως εὑρίσκονται καί τινες, οἵτινες ἄλλως κρίνουσι τὰ πράγματα.» Μετὰ τὰς τοιαύτας πληροφορίας ὁ συνάδελφος καὶ φίλος μου κ. Μαυρομιχάλης, Ὑπουργὸς τότε ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, ἐξέδωκε τὴν ἑξῆς ἐγκύκλιον (ἀναγινώσκει): «Καὶ αὖθις ἐντελλόμεθα ὑμῖν, ὅπως, ἐν συνεργασίᾳ στενῇ μετὰ τοῦ ἀρχηγοῦ, οὐδεμίαν παραλείψητε ἐνέργειαν, οὐδενὸς φεισθῆτε κόπου, ἵνα ὁ στρατὸς ἡμῶν ἀποφύγῃ πᾶσαν μετὰ τῶν Τούρκων σύγκρουσιν. Γνώρισμα οἵου δήποτε στρατοῦ, ἀληθῶς ἀξίου τοῦ ὀνόματος τούτου, εἶναι ἡ πειθαρχία. Ἡ πειθαρχία εἶναι καὶ τὸ ἀληθὲς αὐτοῦ κόσμημα. Θέλομεν δὲ σπουδαίως μειωθῆ ἐν τῇ συνειδήσει τοῦ πεπολιτισμένου κόσμου, τοῦ μετὰ προσοχῆς παρακολουθοῦντος ἡμᾶς, ἐὰν καταδειχθῇ, ὅτι ὁ ἡμέτερος στρατὸς δὲν εἶναι στρατός, ἀλλὰ συρφετός. Πρέπει οἱ πάντες νὰ πεισθῶσιν, ὅτι ἀληθῆ ὑπηρεσίαν προσφέρει ὁ στρατὸς ἐκεῖνος, ὅστις μένει ἀκλόνητος εἰς τὰς τάξεις αὐτοῦ, ἔχων τὸ ὄμμα του προσηλωμένον εἰς τὴν σημαίαν, καὶ κινούμενος μόνον ὅταν ἐκείνη κινῆται...» Τοιαύτη ἦτο ἡ κατάστασις τῶν πραγμάτων, ὅτε ἐκρίναμεν, ὅτι ἦτο ἀπόλυτος ἀνάγκη νὰ ἀναλάβῃ τὴν ἀρχηγίαν τοῦ στρατοῦ ὁ Διάδοχος. Αἱ ἐλπίδες, τὰς ὁποίας ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς συνδέει μετὰ τῆς Α. Β. Ὑψηλότητος, καὶ ἡ ἐπιβολή, δι’ ἧς περιβάλλει αὐτὸν ἡ συνταγματικὴ θέσις αὐτοῦ, καὶ τὰ προσωπικὰ αὐτοῦ προτερήματα, μᾶς παρεῖχον τὴν ἐλπίδα, ὅτι ἤθελον προληφθῆ τὰ τότε δυσάρεστα καὶ τὰ μετὰ ταῦτα ἐπελθόντα δυστυχῆ συμβεβηκότα, καὶ ἠθέλομεν διέλθει τὴν τότε δημιουργηθεῖσαν κρίσιν ὅσον οἷόν τε ἧττον ἐπωδύνως. Καὶ χθὲς ἐλέχθη ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἐπιδαύρου τῆς Λιμηρᾶς, καὶ ἐπανελήφθη σήμερον ὑπὸ τοῦ Βουλευτοῦ ἐκ Ζακύνθου, μία ἐκ τῶν πολλῶν διαδόσεων καὶ φημῶν, αἵτινες κατὰ τὸ 1896 καὶ 1897 ἐπλήρουν τὴν πόλιν τῶν Ἀθηνῶν, καὶ διεδίδοντο εἰς τὰς ἐπαρχίας. Ἡμεῖς ἐτυγχάνομεν ἐν τῇ Κυβερνήσει καὶ κατὰ πᾶσαν πρωΐαν ἀνεγινώσκομεν τὰς ἐφημερίδας, καὶ ἐξεπλησσόμεθα ἀναγινώσκοντες αὐτάς, καὶ μάλιστα ἐκείνας, αἵτινες ἠσχολοῦντο μὲ τὸ πρόσωπον τοῦ Ἡγεμόνος, καὶ διέδιδον ποικίλας ψευδολογίας. Τί ἄλλο, εἰμὴ ψευδολογίαι ἦσαν ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ὁ Βουλευτὴς ἐκ Ζακύνθου ἔλεγε προχθὲς καὶ ἐπανέλαβε σήμερον, ἤτοι ὅτι ὁ Βασιλεὺς εἶπε πρός τινα, ὅτι θέλει τεθῆ ἐπὶ κεφαλῆς τριακοσίων χιλιάδων Ἑλλήνων; Καὶ ἐγὼ ἀνεγίνωσκον τότε ἐν ταῖς ἐφημερίσι τὰς ψευδολογίας ταύτας, τὰς ὁποίας, δημοσίᾳ ὁμολογῶ, ὅτι οὐδέποτε ἐπίστευσα, οὐδὲ ἦτο δυνατὸν νὰ πιστεύσω διάδοσιν τοιαύτην· ὑποθέτω δέ, ὅτι οἱ ταῦτα διαδίδοντες τότε ἤλπιζον, ὅτι, ἀναμιγνύοντες εἰς τὰς μελέτας καὶ εἰς τὰ σχέδια αὑτῶν τὸ ὄνομα τοῦ Βασιλέως, ἤθελον ἐντεῦθεν περιβάλει διὰ μείζονος κύρους τὰς γνώμας καὶ τὰς μελέτας αὑτῶν. Ἐξακολουθῶ δὲ νὰ φρονῶ, ὅτι αὐτοὶ ἐδημιούργησαν τὰς τοιαύτας διαδόσεις, διότι δὲν ἦτο δυνατὸν ὁ Ἡγεμὼν νὰ εἴπῃ τοιούτους λόγους, ὄχι μόνον διότι δὲν εἶχεν ἀνακοινώσει αὐτοὺς πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον, οὐδ’ ἠκούσαμεν ἡμεῖς ποτε τοῦ Ἡγεμόνος τοιαῦτα εἰπόντος πρὸς ἡμᾶς, ἐνῷ ἀνακοινώσεις τοιαῦται γίνονται πρὸ πάντων εἰς τοὺς Ὑπουργοὺς, ἀλλὰ καὶ διότι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐκστρατεύσωσι τριακόσιαι χιλιάδες Ἑλλήνων, ὅπως ἐπὶ κεφαλῆς αὐτῶν τεθῇ ὁ Βασιλεύς. Ἐὰν μὲν ἐπρόκειτο περὶ πληθυσμῶν εὑρισκομένων ἔτι ὑπὸ τὴν Ὀθωμανικὴν Αὐτοκρατορίαν, οἱ πληθυσμοὶ αὐτοὶ βεβαίως καὶ ὅπλων καὶ πολεμικῶν ὀργάνων στεροῦνται, καὶ τὰ ἄλλα πρὸς πόλεμον μέσα δὲν ἔχουσιν· ἐὰν δ’ ἐπρόκειτο περὶ τῶν πολιτῶν τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου, αἱ ἀποθῆκαι τοῦ Κράτους οὐδέποτε εἶχον τριακοσίας χιλιάδας ὅπλων, ἀφοῦ τὰ ἐν ταῖς ἀποθήκαις ὑπάρχοντα πρὸ τοῦ πολέμου ὅπλα Γκρᾶ ἀνήρχοντο εἰς 145 χιλιάδας περίπου, ταῦτα δὲ εἶχον διατεθῆ ἤδη εἰς τὰς ἀνάγκας τοῦ στρατοῦ κατὰ τὰς παραμονὰς τοῦ πολέμου. Ἀλλὰ δύναταί τις νὰ ἀναλογισθῇ, πόσαι παρουσιάζονται καὶ ἀναπτύσσονται ἀνάγκαι, ὅταν πρόκηται νὰ κινηθῶσι σώματα τόσον πολυάριθμα καὶ ὀγκώδη; Καὶ μετὰ τὸν πόλεμον, καὶ μάλιστα καθ’ ὃν χρόνον ἡ Α. Μ. περιώδευε τὰς ἐπαρχίας τῆς Πελοποννήσου, αἱ ἐφημερίδες κατὰ δυστυχίαν ἐπληροῦντο ὡσαύτως καθ’ ἑκάστην παραπλησίων εἰδήσεων· ἀνέγραφον ὡς λεγόμενα ἀπὸ τὸ στόμα τοῦ Ἡγεμόνος ὅσα ἤρεσκον εἰς ἐκείνους, τοὺς ὁποίους αἱ ἐφημερίδες αὗται ἐπεθύμουν νὰ ὑπηρετήσωσι καὶ νὰ συνδράμωσι κατὰ τὰς προπαρασκευαζομένας τότε βουλευτικὰς ἐκλογὰς, καὶ νὰ ἐνισχύσωσιν αὐτοὺς κατὰ τὸν πολιτικὸν ἀνταγωνισμὸν κατὰ τῶν ἀντιθέτων αὐτῶν. Ἀνεγίνωσκον τὰ τότε περὶ Βασιλέως λεγόμενα, καὶ ἐξεπλησσόμην καὶ ἠπόρουν, πῶς οἱ Ὑπουργοὶ τοῦ Βασιλέως ἀνέχονται νὰ παριστῶσι τὸν Βασιλέα διὰ τῆς δημοσιογραφίας καθ’ ἡμέραν ἀγορεύοντα εἰς τὸν λαόν, καὶ λέγοντα πράγματα, τὰ ὁποῖα δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ εἶπεν ὁ Βασιλεὺς, διότι οἱ λόγοι τῶν Ἡγεμόνων εἰσὶ πάντοτε μεμετρημένοι, οὐδέποτε δὲ εἶναι μὴ ὀρθοὶ ἢ μὴ ἀληθεῖς. Ἡμέραν τινὰ ἠναγκάσθην καὶ ἐγὼ αὐτὸς νὰ διαψεύσω ὅσα ἔγραφον αἱ ἐφημερίδες, ὅτι εἶχε δῆθεν εἰπεῖ ὁ Βασιλεὺς περὶ τῶν ἀναγομένων εἰς τὰς συνεννοήσεις τῆς Ἑλλάδος μετὰ τῆς Ρωσσίας διὰ τὴν συνομολόγησιν συμβάσεως πρὸς κανονισμὸν τῶν ἐπιβαλλομένων ἐπὶ τῆς εἰσαγομένης σταφίδος τελωνιακῶν τελῶν, καὶ ἐδημοσίευσα ἐπίσημον ἔκθεσιν τοῦ ἐν Πετρουπόλει ἐπιτετραμμένου τῆς Ἑλλάδος, ὅπως ἀποδειχθῇ, ὅτι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐτέθη εἰς τὸ στόμα τοῦ Βασιλέως ὡς λεχθέν, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ εἶπεν ἡ Μεγαλειότης του, διότι ἡ ἀποτυχία τῶν διαπραγματεύσεων μεταξὺ Ρωσσίας καὶ Ἑλλάδος πρὸς κανονισμὸν τῶν εἰσαγωγικῶν τελῶν ἐπὶ τῆς σταφίδος εἶχε συμβῆ πρὶν ἢ ἡμεῖς ἀνέλθωμεν εἰς τὴν ἀρχὴν, ἐνῷ ἐκεῖνα τὰ ῥήματα, τὰ ὁποῖα ἔγραφον αἱ ἐφημερίδες, ὅτι εἶπεν ὁ Βασιλεὺς, παρίστων ὑπαιτίους τῆς ἀποτυχίας ἐμὲ καὶ τοὺς ἀποτελοῦντας τὸ ὑπ’ ἐμὲ Ὑπουργεῖον! Δυστυχῶς τοιαύτη εἰσήχθη συνήθεια, καὶ δὲν ὑπάρχει χείρ, ἥτις νὰ σταματήσῃ τὸν χείμαρρον τοῦτον τῆς ψευδολογίας, τὰ μάλιστα ἐπιζημίου, διότι ἐλαττώνει τὸ γόητρον τῆς Βασιλείας, κλονίζει τὰς ἐπ’ αὐτῆς πεποιθήσεις τοῦ λαοῦ, καὶ ἐμποιεῖ εἰς τὸν λαὸν δισταγμοὺς περὶ τῆς Βασιλείας, περὶ τοῦ Στέμματος τῆς πατρίδος. Ἀληθῶς, ἂν ἤθελε προταθῆ σχέδιον ἐπιστρατεύσεως τριακοσίων χιλιάδων ἀνδρῶν, ἐπὶ κεφαλῆς τῶν ὁποίων ἤθελε τεθῆ ὁ Βασιλεὺς, δὲν ἤθελον ὁ Βασιλεὺς ἀνακοινώσει τοῦτο πρὸς ἡμᾶς τοὺς Ὑπουργοὺς, τοὺς ὀφείλοντας νὰ παρασκευάσωμεν τὰ τῆς ἐκστρατείας ταύτης, ἥτις δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ γένηται ἀμέσως, διότι ἤθελεν ἀπαιτήσει μεγάλην προπαρασκευὴν καὶ μεγάλας προμηθείας; Ὁμολογῶ, ὅτι ὁ Βασιλεὺς οὐδέποτε μοὶ ἀνεκοίνωσε τοιοῦτον σχέδιον· ἂν δὲ ἤθελε μοὶ ἐμπιστευθῆ τοιοῦτόν τι, ἤθελον παρακαλέσει τὴν Μεγαλειότητά του νὰ ἀναβάλῃ τὴν ἐκτέλεσιν αὐτοῦ, καὶ ἂν τυχὸν ἤθελεν ἐπιμείνει, ἤθελον ἀρνηθῆ νὰ προσυπογράψω Διάταγμα περὶ τούτου, ὅπως ἀποτρέψω τὸν Ἡγεμόνα ἀπὸ τοιαύτης εὐθύνης. Τῷ ὄντι, ἂν ἀναγνώσῃ τις τὰς ἐφημερίδας τοῦ 1897 καὶ 1898, κατὰ τὸν χρόνον τῆς περιοδείας τοῦ Βασιλέως, θέλει ἐκπλαγῆ δι’ ὅσα τότε ἐδημοσιεύοντο, ἀφοῦ ταῦτα δὲν ἦσαν, εἰμὴ κατηγορητήριον καθ’ ἡμῶν καὶ τῶν ἄλλων πολιτικῶν ἀνδρῶν. Ἡ δημοσιογραφία εἶναι φύλαξ τῶν νόμων τοῦ Κράτους, ἀλλ’ εἶναι καὶ παιδαγωγὸς τοῦ λαοῦ, καθηγητὴς διδάσκων τὰ καθήκοντα τοῦ πολίτου· ἀλλ’ ὅταν ἡ δημοσιογραφία παραπαίῃ, οὐ μόνον δὲν χρησιμεύει εἰς τὸν τόπον, ἀλλ’ ἀποβαίνει καὶ ἐπιζήμιος, οὐδ’ ἐκπληροῖ τὸ καθῆκόν της, τείνουσα τὴν χεῖρα αὐτῆς, ἵνα ὑπηρετήσῃ ταπεινὰ πάθη, ἢ ζητήσῃ χρηματικὰ συμφέροντα. Εἰς ἡμᾶς οὐ μόνον ἡ συνείδησις, ἣν εἴχομεν, τῶν καθηκόντων ἡμῶν, ἀλλὰ καὶ αἱ ἀνάγκαι τοῦ τόπου καὶ αἱ περιστάσεις τῆς πατρίδος ἐπέβαλλον δυσάρεστον καθῆκον, τὸ καθῆκον νὰ μεταβάλωμεν ἡμᾶς αὐτοὺς εἰς χωροφύλακας, εἰς ἐπιτηρητὰς καὶ ἀκαμάτους φύλακας τῶν θεσμῶν, ἀμυνομένους ὑπὲρ αὐτῶν. Οἱ θεσμοὶ ἐγκαθίδρυσαν Βασιλείαν, καὶ ἀνεβίβασαν ἐπὶ τὸν θρόνον τῆς Ἑλλάδος τὸν Ἡγεμόνα, καθῆκον δ’ εἴχομεν νὰ ἀμυνθῶμεν καὶ ὑπὲρ αὐτοῦ κατὰ τῶν διαλογιζομένων ἢ διαδιδόντων νοήματα ἀσυμβίβαστα πρὸς τοὺς θεσμούς. Ὅταν διαχειριζώμεθα τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν, ὀφείλομεν νὰ φωτίζωμεν τὸν ἀνώτατον ἄρχοντα, καὶ νὰ ἐνδεικνύωμεν αὐτῷ μετὰ παρρησίας τὴν ἀλήθειαν καὶ τὸ ὀρθόν. Ἐὰν ἡμεῖς διετελοῦμεν ἐν τῇ ἀρχῇ, οὐδέποτε ἠθέλομεν συμβουλεύσει τὸν Ἡγεμόνα νὰ ὑποβάλῃ, ὅτι προσῆκε νὰ βραβεύσῃ τὰ μέλη τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας· τί δ’ ἄλλο γίνεται ἀπὸ τοῦ 1898, εἰμὴ βραβεῖα καὶ χάριτες ἀπονέμονται εἰς ἐκείνους, οἵτινες, ὡς μέλη τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας, διέπραξαν ὅσα διὰ μακρῶν περιέγραψα; Δὲν εὑρίσκετε ἀναβιβασθέντας εἰς τὰ ὑπουργικὰ ἑδώλια ἐργάτας τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας κατὰ τὸ 1898 καὶ 1899; Δὲν εὑρίσκετε ἐργάτας τῆς Ἑταιρείας αὐτῆς ἀναβιβασθέντας εἰς ὕψιστα ἀξιώματα, οἷον ἡ ὑπηρεσία τῶν νομικῶν συμβούλων, εἰς οὓς ἀνατίθεται ἡ ἀκριβὴς ἑρμηνεία τῶν θεσμῶν καὶ τὸ ἀμφισβητούμενον διοικητικόν; Δὲν καταπλήττεσθε, βλέποντες τὴν θέσιν τοῦ νομάρχου ἀποδιδομένην εἰς μέλη τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας, τὴν θέσιν αὐτὴν τῶν εἰσαγγελέων, εἰς οὓς ἡ Πολιτεία ἐνεπιστεύθη τὴν διεύθυνσιν τῶν ἀνακρίσεων καὶ τὴν φροντίδα τῆς δικαστικῆς ἀστυνομίας; Εἰς πάσας τὰς ὑπηρεσίας συναντᾶτε ἕνα ἐξ ἐκείνων, τοὺς ὁποίους αἱ πράξεις των ἤθελον πάντως ὁδηγήσει εἰς τὰς εἱρκτὰς, τοὺς ὁποίους δ’ ἐστιγμάτισεν ἡ ἱστορία τοῦ 1896 καὶ 1897, ἱστορία κατ’ ἐμὲ ἀπαισία. Κατὰ τὰ ἔτη ἐκεῖνα τὰ πολιτικὰ πάθη ἐπελάθοντο τῶν καθηκόντων, τὰ ὁποῖα οἱ πολῖται ἔχουσι πρὸς τὴν πατρίδα, τῶν καθηκόντων, τὰ ὁποῖα ἔχουσι πρὸς τὴν ἀλήθειαν, καὶ αὐτοῦ τοῦ σεβασμοῦ, τὸν ὁποῖον ὀφείλουσι πρὸς ἐκείνους, πρὸς οὓς διαφωνοῦσι κατὰ τὰς πολιτικὰς γνώμας. Δὲν ὑπάρχει παράδειγμα ἐν κοινοβουλευτικῇ Πολιτείᾳ Ἀντιπολιτεύσεως, ἐχούσης βοηθὸν ἵδρυμα, οἷον ἡ Ἐθνικὴ Ἑταιρεία, οὐδὲ Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία, ὀλιγωροῦσα τῶν ἀναγκῶν τοῦ τόπου, καὶ λησμονοῦσα τὰ καθήκοντα πρὸς τὴν κοινωνίαν, ἠθέτησε τὰς ὑποσχέσεις, τὰς ὁποίας ἔδωκε πρὸς τὸν τόπον, καὶ τὰς ὁποίας οὗτος ἐπίστευσεν, ἐκδηλώσας ἐμπιστοσύνην πρὸς αὐτούς. Πρό τινων μηνῶν εἴχομεν καθῆκον νὰ ῥήξωμεν τὴν φωνὴν ἡμῶν κατὰ καταφανοῦς παραποιήσεως τοῦ Συντάγματος, ἥτις, τῷ ὄντι ἀποροῦμεν, πῶς ἐτολμήθη καὶ πῶς ἐπετράπη. Ἡ αἰτιολογία, ἣν ἐπρότεινεν ὁ πρώην Πρωθυπουργὸς, ὅτι σκοπὸν εἶχε νὰ παρακωλύσῃ ἡμᾶς, τοὺς καθημένους ἐν τῇ πτέρυγι ταύτῃ (δεικνύει τὴν ἀριστερὰν) ἐν τῷ πολιτικῷ ἀνταγωνισμῷ, ὅπως μὴ κληθῶμεν ὡς σύμβουλοι τοῦ Στέμματος, δὲν ἁρμόζει εἰς πολιτικὸν ἄνδρα, διότι οἱ πολιτικοὶ ἀνταγωνισμοὶ γίνονται διὰ τῆς ἁμίλλης καὶ τοῦ συναγωνισμοῦ πρὸς εἰλικρινῆ ἔρευναν τῶν ἀναγκῶν τοῦ τόπου καὶ πρὸς ἀληθῆ καὶ πλήρη θεραπείαν αὐτῶν. Οἱ πολιτικοὶ ἀνταγωνισμοὶ δὲν γίνονται διὰ τῆς βίας τῶν πλειονοψηφιῶν. Ἡ πλειονοψηφία ὀφείλει νὰ ἀσχολῆται, ἵνα ἐξυπηρετῇ τὰ συμφέροντα τοῦ τόπου, ἵνα συντελῇ νὰ ψηφίζωνται νομοθετήματα ἐπωφελῆ, ἵνα διαφωτίζῃ τὸν λαὸν περὶ τῶν ἀληθῶν προθέσεων τῆς Κυβερνήσεως· ἀλλὰ δὲν ἠκούσθη ποτέ, ὅτι αὕτη ἕνα ἔχει σκοπόν, νὰ χρησιμεύσῃ ὡς φραγμὸς, ὅπως παρακωλύσῃ ἐκείνους, οὓς ὁ λαὸς ἤθελεν ἐνδείξει ὡς ἁρμόζοντας εἰς αὐτὸν κυβερνήτας, καὶ πρὸς τοὺς ὁποίους εἶναι διατεθειμένος νὰ καταδηλώσῃ τὴν ἐμπιστοσύνην αὑτοῦ. Ἂν ἐναντίον τοῦ Συντάγματος, ἂν παρὰ πᾶσαν κοινοβουλευτικὴν παράδοσιν, ὁ Βουλευτὴς ἐκ Κερκύρας συνήντησε τὸν ἐκ Καλαβρύτων, ὅπως συμπράξωσι πρὸς τοιοῦτον ἔργον, θέλει ἔλθει ἡ ὥρα, καθ’ ἣν ὁ χείμαρρος τῆς ἐθνικῆς βουλήσεως θέλει διασπάσει τὴν σύμπραξιν αὐτῶν, οὐδὲ θέλουσι δυνηθῆ ν’ ἀναχαιτίσωσι τὸ ῥεῦμα αὐτοῦ, ἀλλὰ θέλουσι παρασυρθῆ παρ’ αὐτοῦ καὶ κατασυντριβῆ. Ἐλπίζω, ὅτι τὸ πολίτευμα θέλει ἐπικρατήσει τοιούτων διανοημάτων, διότι οὐδὲ ὁ Βασιλεὺς θέλει λησμονήσει τὸν ὅρκον του, οὐδ’ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς θέλει ποτὲ ἐπιτρέψει τοῦτο, λησμονῶν τὴν καταγωγήν του καὶ τὴν ἱστορίαν του. (Ἐπευφημίαι ἐκ τῆς ἀριστερᾶς).
§52ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Λιμπρίτης ἔχει τὸν λόγον.
§53Α. ΣΚΑΛΤΣΟΔΗΜΟΣ. Καλὸν εἶναι νὰ λύσωμεν τὴν συνεδρίασιν, ἀναβάλλοντες δι’ αὔριον.
§54ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Αὔριον, αὔριον.
§55ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρᾳ 11 καὶ 45′ μετὰ μεσημβρίαν).