Ελένη
Ψηφιακή συλλογή των συζητήσεων του Ελληνικού Κοινοβουλίου
Ευρετήριο› Περίοδος ΙΕ · Σύνοδος Γ› Συνεδρίαση 36

1902.03.19

5.601 στίχοι · 42.941 λέξεις · 1 πίνακας · 276 παρεμβάσεις

Ημερομηνία
1902.03.19
Προεδρεία
Θ. ΡΕΤΣΙΝΑ
Περίοδος
ΙΕ
Σύνοδος
Γ
Πηγή
ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΩΝ ΣΥΖΗΤΗΣΕΩΝ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣ (1906)

§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 36

τῆς 19 Μαρτίου 1902.

(Τρίτη).

(Προεδρεύοντος τοῦ ἀντιπροέδρου κ. Ν. Λεωνίδα).

(Γενομένης ἀπαρτίας ὥρᾳ 5 καὶ 20′ μ. μ. ἀναγινώσκονται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως)

§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀντίρρησις ἐπὶ τῶν πρακτικῶν;

§2Γ. ΚΑΠΕΤΑΝΑΚΗΣ. Ἐν τοῖς πρακτικοῖς δὲν βλέπω κατακεχωρισμένην τὴν σύστασιν, ἣν ἐποιησάμην χθὲς πρὸς τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, καὶ παρακαλῶ νὰ καταχωρισθῇ αὕτη.

§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα. Θὰ προστεθῇ. Τὰ πρακτικὰ ἐπικυροῦνται. Ὁ βουλευτὴς Τρικκάλων κ. Γ. Ραδινὸς ὑποβάλλει τὴν ἑπομένην ἐπερώτησιν: «Ἐν τῷ δήμῳ Φαρκαδόνος τοῦ νομοῦ Τρικκάλων, ἐπὶ τῶν ὀχθῶν τοῦ Πηνειοῦ ποταμοῦ, ὑπάρχουσιν ἰχθυοτροφεῖα τοῦ Δημοσίου, ἐνοικιαζόμενα ὑπὸ τούτου εἰς διαφόρους ἐνοικιαστὰς διὰ δημοπρασίας. Ἑκατέρωθεν τῶν ἰχθυοτροφείων τούτων, εἰς ὡρισμένην ἀπόστασιν, ἀπαγορεύεται εἰς τοὺς κατοίκους τοῦ δήμου νὰ ἁλιεύωσιν. Ἐπειδὴ ὅμως τὴν ἀπόστασιν ταύτην οἱ ἐνοικιασταὶ τῶν ἰχθυοτροφείων μεταβάλλουσι κατὰ τὸ δοκοῦν αὐτοῖς, παρεμποδίζοντες τοὺς κατοίκους νὰ ἁλιεύωσι καὶ εἰς ἀκτῖνα μὴ ἀπαγορευομένην, καὶ ἑπομένως αὐτοὺς ἁλιεύοντας καταδιώκουσι δικαστικῶς διὰ πρωτοκόλλων καὶ λοιπῶν ἐκβιαστικῶν μέτρων, παρακαλῶ τὸν ἁρμόδιον κ. Ὑπουργὸν, ὅπως διατάξῃ τὸν ἔφορον καὶ τὸν μηχανικὸν Τρικκάλων νὰ μεταβῶσιν ἐπὶ τόπου καὶ νὰ καθορίσωσιν οἱ ἴδιοι διὰ διαρκῶν σημάτων τὴν ἑκατέρωθεν τῶν ἰχθυοτροφείων τούτων ἀπόστασιν, ἐντὸς τῆς ὁποίας δὲν θὰ ἐπιτρέπηται τοῦ λοιποῦ ἡ ἁλιεία, πρὸς πρόληψιν σκηνῶν μεταξὺ τῶν ἐνοικιαστῶν καὶ τῶν κατοίκων, αἵτινες δύνανται νὰ ἐπιφέρωσι σοβαρωτέρας ῥήξεις καὶ δυσάρεστα ἀποτελέσματα. Συγχρόνως παρακαλῶ τὸν κύριον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν ν’ ἀναγράψῃ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ πίστωσιν πρὸς κατασκευὴν ὁδοῦ ἀπὸ τοῦ χωρίου Τσιοτίου, ἕδρας τοῦ δήμου Φαρκαδόνος, μέχρι τοῦ χωρίου Κεραμιδίου, παρὰ τὴν γέφυραν Ἀλήφακα. Ἐνῷ ἡ ὁδὸς αὕτη ἀφ’ ἑνὸς θέλει ἀπαιτήσει ἐλαχίστας δαπάνας, ἀφ’ ἑτέρου θὰ ἐξυπηρετήσῃ πολυτίμως τὴν συγκοινωνίαν τοῦ δήμου Φαρκαδόνος, θέλει συνδέσει τὰ χωρία αὐτοῦ μετὰ τῆς μεγάλης δημοσίας ὁδοῦ Τρικκάλων–Λαρίσης, ἰδίως δὲ θέλει εὐεργετήσει τοὺς κατοίκους τοῦ μεγάλου χωρίου Γριζάνου, οἵτινες, ἔχοντες καλλιεργησίμους γαίας εἰς τὴν περιφέρειαν Κεραμιδίου, ἐκεῖθεν τουτέστι τοῦ Τσιοτίου, ὅπερ παρεμβάλλεται ἐν τῷ μέσῳ ὡς φραγμὸς, ἀδυνατοῦσι σήμερον, μὴ ὑπαρχούσης ὁδοῦ, ἀλλὰ μόνον τελμάτων ἀδιαβάτων, νὰ μεταβῶσιν ἐκεῖ πρὸς καλλιέργειαν τῶν κτημάτων των τούτων, ἐπὶ ζημίᾳ καὶ αὐτῶν καὶ τῆς ἐν γένει παραγωγῆς. Παρακαλῶ ὅθεν τὸν ἁρμόδιον Ὑπουργὸν νὰ λάβῃ πρόνοιαν πρὸς κατασκευὴν τῆς ἀναγκαιοτάτης ταύτης ὁδοῦ.» Ὁ βουλευτὴς Κραναίας κ. Θ. Μαρκέτος κατέθεσε τὴν ἑπομένην αἴτησιν: «Παρακαλῶ τὸν κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸν νὰ διατάξῃ τὸν Εἰσαγγελέα Κεφαλληνίας, ἵνα ἐπιληφθῇ ταχείας ἀνακρίσεως πρὸς ἀνακάλυψιν τῶν δραστῶν, τῶν καταστρεψάντων προχθὲς ἐν καιρῷ νυκτὸς ἐν τῷ χωρίῳ Μουσᾶτα τῆς Κεφαλληνίας ὁλόκληρον μελισσόκηπον τοῦ ἰδιοκτήτου Κοσμᾶ Γεωργοπούλου, ἀξίας πολλῶν χιλιάδων δραχμῶν, καὶ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν περὶ τῆς ἐνεργείας τοῦ Εἰσαγγελέως καὶ τῆς ἀνακρίσεως.» Πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως τὸν λόγον ἔχει ὁ κύριος Στεφάνου ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας.

§4Φ. ΝΕΓΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Κάμνω γνωστὸν εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι τὴν ἔκθεσιν τῆς ἐξελεγκτικῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῆς διαχειρίσεως τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας ἔχω καταθέσει εἰς τὸ Γραφεῖον τῆς Βουλῆς ἐπὶ ἀποδείξει.

§5Γ. ΚΑΠΕΤΑΝΑΚΗΣ. Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε πρὸ τῆς συζητήσεως.

§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Χθὲς ἡ Βουλὴ ἀπεφάσισε νὰ ἐπιληφθῇ ἀμέσως τῆς συζητήσεως περὶ τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας.

§7Γ. ΚΑΠΕΤΑΝΑΚΗΣ. Ἀκριβῶς ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου ἔχω νὰ ὑποβάλω πρότασιν ἐπὶ τῆς ἀρχῆς.

§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μήπως σκοπεῖτε νὰ ὑποβάλητε πρότασιν περὶ ἀναβολῆς;

§9Γ. ΚΑΠΕΤΑΝΑΚΗΣ. Μάλιστα.

§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁμιλήσατε.

§11Γ. ΚΑΠΕΤΑΝΑΚΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).

§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ὑπὸ τοῦ κυρίου Καπετανάκη ὑποβληθεῖσα πρότασις ἔχει ὡς ἑξῆς: «Ἡ Βουλὴ, φρονοῦσα, ὅτι ἡ ἐπὶ τῶν εὐθυνῶν τοῦ πολέμου συζήτησις οὔτε ἐπίκαιρος εἶναι, οὔτε ἐθνωφελὴς νῦν, οὐδὲ μέλλουσα νὰ ἔχῃ πρακτικόν τι ἀποτέλεσμα, διότι παρὰ μὲν τῆς τότε Κυβερνήσεως δὲν δύνανται πλέον οὔτε πολιτικαὶ, οὔτε ποινικαὶ εὐθῦναι νὰ ζητηθῶσιν, αἱ δὲ ἠθικαὶ ἀνήκουσιν εἰς τὴν ἱστορίαν, κατὰ δὲ τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας, ἂν ἑταῖροι ταύτης διέπραξάν τινα τυχὸν παράνομον πρᾶξιν, ἁρμοδία εἶναι, ἐλευθέρα ὅλως καὶ ἀνεξάρτητος ἐν τῇ δικαιοδοσίᾳ αὑτῆς, μόνη ἡ δικαστικὴ ἐξουσία, μεταβαίνει εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.»

§13Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε.

§14ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Κουντουριώτης ἔχει τὸν λόγον.

§15Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Μετὰ τὰ λεχθέντα χθὲς παρὰ τῶν κυρίων Βουλευτῶν, τῶν λαβόντων τὸν λόγον καὶ ζητησάντων νὰ ὁρισθῇ ἡμέρα πρὸς συζήτησιν τῶν ἀφορώντων τὴν Ἐθνικὴν Ἑταιρείαν καὶ τὰς εὐθύνας τοῦ πολέμου, προέβαλον εἰς ἐμαυτὸν τὸ ἐρώτημα: «τίνα ἆρά γε σκοπὸν θὰ ἔχῃ ἡ συζήτησις αὕτη;» Καὶ ὁμολογῶ, ὅτι δὲν ἠδυνήθην νὰ ἀνεύρω κανένα... (θόρυβος ἐκ τῆς δεξιᾶς). Ἡσυχάσατε, Κύριοι, καὶ ἀφήσατε νὰ ἐκφέρω τὴν γνώμην μου. Οὔτε τὰ ἐπιχειρήματα τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἠλείας, τοῦ ἀνακινήσαντος τὸ ζήτημα, οὐδὲ τὰ ἐπιχειρήματα τοῦ βουλευτοῦ Πατρῶν κ. Παπαγιαννακοπούλου, οὐδὲ οἱ λόγοι τῶν ἄλλων συλλήβδην Βουλευτῶν, οἱ ὁποῖοι ἐζήτησαν νὰ ἐξαναγκάσωσι τρόπον τινὰ τὴν Βουλὴν εἰς τὴν συζήτησιν ταύτην, μὲ πείθουσιν, ὅτι τ’ ἀποτελέσματα θ’ ἀποβῶσι πρὸς ἐθνικὸν ὄφελος, ἢ πρὸς ἀνύψωσιν τοῦ ἐθνικοῦ φρονήματος. Ἐὰν, κύριοι Βουλευταὶ, τὴν ἔρευναν, τὴν ὁποίαν ἐπιζητοῦμεν σήμερον μετὰ πείσματος, ἐπεχειροῦμεν κατὰ τὴν πρώτην Σύνοδον τῆς παρούσης Βουλευτικῆς Περιόδου, ἴσως ἤθελον καὶ ἐγὼ τὴν ἐννοήσει, ἴσως θὰ ἦτο τότε μᾶλλον δικαιολογημένη, ἀλλὰ σήμερον, κατὰ τὸ ψυχορράγημα τῆς παρούσης Βουλῆς, νομίζω, ὅτι εἶναι ὄχι μόνον ἄσκοπον, ἀλλὰ καὶ ἐθνικῶς ἀσύμφορον, νὰ συζητῶμεν ἐπὶ θεμάτων, τὰ ὁποῖα ἤδη ἀνήκουσιν εἰς τὸ παρελθὸν, ἀνήκουσιν εἰς τὴν ἱστορίαν... (Ψιθυρισμοὶ καὶ θόρυβος εἰς τι θεωρεῖον). Ἐὰν ἡ συζήτησις ἐγίνετο κατ’ ἐκείνην τὴν ἐποχὴν, ὅτε καὶ τὰ πρόσωπα εἶχον τὴν μνήμην πρόσφατον καὶ τὰ γεγονότα ἦσαν πρόσφατα, ἴσως ἤθελον προκύψει τὰ διδακτικὰ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα ὑπέδειξε χθὲς ὁ κύριος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτής, ἴσως ἤθελον ἐπέλθει ὠφέλειά τις. Ἀλλὰ σήμερον ἡ τοιαύτη συζήτησις, ἐπαναλαμβάνω, εἶναι τελείως ἄστοχος. Ἔχει ἡ Βουλὴ πρὸ ἑαυτῆς ἀντικείμενα καὶ ζητήματα νὰ ἐξετάσῃ καὶ νὰ μελετήσῃ, τὰ ὁποῖα βεβαίως ἔπρεπε νὰ προταχθῶσι συζητήσεως ματαίας, ἡ ὁποία ἄλλο ἀποτέλεσμα δὲν θὰ ἔχῃ, Κύριοι, παρὰ νὰ μεταβάλῃ τὴν αἴθουσαν ταύτην εἰς κονίστραν παλαιστῶν! (διαμαρτυρίαι ἐξ ἀριστερῶν), διότι τὰ ζητήματα, τὰ ὁποῖα πρόκειται νὰ θιχθῶσι κατὰ τὴν ἑσπέραν ταύτην, εἶναι ζητήματα θίγοντα πρόσωπα, καὶ ὅταν θίγωνται πρόσωπα, εἶναι ἀδύνατον, ὅσον ψύχραιμοι καὶ ἂν ἤμεθα, νὰ μὴ προέλθωμεν εἰς σφοδρὰς ἀντεγκλήσεις καὶ προπηλακισμούς, οἱ ὁποῖοι θὰ ἐπιφέρωσι καίριον πλῆγμα καὶ κατὰ τοῦ γοήτρου τῆς Βουλῆς καὶ ἐπὶ τοῦ ἔθνους ὁλοκλήρου. Φρονεῖτε λοιπὸν, Κύριοι, ὅτι συμφέρει νὰ προβῶμεν εἰς συζήτησιν τοιαύτην; φρονεῖτε, ὅτι συμφέρει νὰ ἀναβάλωμεν τὰ οὐσιώδη ἔργα τῆς Βουλῆς χάριν ἐλέγχου ἐντελῶς ἀκαδημαϊκοῦ, ὅστις κατ’ οὐδὲν δύναται νὰ προαγάγῃ τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα; Ἐγὼ τοὐλάχιστον νομίζω ὄχι· καὶ ἐν ὀλίγοις ποιοῦμαι ἔκκλησιν πρὸς τὰ φιλοπάτριδα αἰσθήματα τῆς Βουλῆς, καὶ δηλῶ, ὅτι οὔτε τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας ἡ δρᾶσις, οὔτε αἱ εὐθῦναι τοῦ πολέμου ἀποτελοῦσι θέματα πρὸς συζήτησιν ἐν τῇ Βουλῇ, καὶ ζητῶ τὸ ἀπαράδεκτον τῆς συζητήσεως, πράττω δὲ τοῦτο οὐχὶ ὑπείκων εἰς κελεύσματα τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς πλειονοψηφίας, ἢ ἄλλου τινὸς, ἀλλ’ ἐξ ἰδίας πρωτοβουλίας. Δὲν ἀρνοῦμαι, κύριοι Βουλευταὶ, ὅτι τὸ θέμα εἶναι σοβαρὸν, διότι καὶ ἡ δρᾶσις τῆς Ἑταιρείας τῆς Ἐθνικῆς καὶ αἱ εὐθῦναι τοῦ πολέμου εἰσὶ δύο πράγματα σπουδαιότατα, ἀλλ’ ἔπρεπε νὰ εἶχον μελετηθῆ καὶ ἐξετασθῆ πρὸ πολλοῦ· ἀλλὰ τούτου μὴ γενομένου, παρῆλθε πλέον ὁ κατάλληλος χρόνος, καὶ μετὰ παρέλευσιν τόσων ἐτῶν, παρεγράφη καὶ ἡ εὐθύνη ἐκείνων, τοὺς ὁποίους τυχὸν ἠθέλατε θεωρήσει ὡς ἐνόχους. Περὶ τούτου ἔχει ἐσχηματισμένην ἤδη πεποίθησιν ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς, περὶ τούτου ἂς ἀφήσωμεν τὴν ἱστορίαν νὰ ὁμιλήσῃ, καὶ θὰ τὸ πράξῃ ἀσφαλῶς καὶ μετὰ πάσης ἀμεροληψίας. Δὲν ἀπόκειται εἰς ἡμᾶς νὰ ἐκφέρωμεν γνώμην, διότι οὔτε ποινικὰς, οὔτε κοινοβουλευτικὰς εὐθύνας δυνάμεθα νὰ ζητήσωμεν παρ’ ἐκείνων, τοὺς ὁποίους νομίζομεν, ὅτι εἶναι οἱ αἴτιοι τῆς ἐπελθούσης συμφορᾶς. Ταύτην τὴν στιγμὴν ἔπρεπεν ἡ Βουλὴ νὰ προέβαινεν εἰς τὰ ζητήματα τὰ ἀφορῶντα τὴν Θεσσαλίαν, τὰ ὁποῖα μένουσι πάντοτε δυστυχῶς εἰς τὸ στάδιον τῶν μελετῶν, καὶ θὰ μένωσιν, ἐν ὅσῳ ἡ κατάστασις ἡ κοινοβουλευτικὴ ἡ ἔκρυθμος ἐξακολουθεῖ. Γνωρίζετε ὁποίαν σπουδαιότητα ἔχουσι τὰ ζητήματα τὰ Θεσσαλικά· ἐξ αὐτῶν ἐξαρτᾶται τὸ μέλλον τῆς Ἑλλάδος, δύναμαι νὰ εἴπω. Ἀλλ’ εἶναι τάχα μόνον ταῦτα; Ὑπάρχουσι καὶ ἄλλα ζητήματα ἐπίσης σπουδαῖα. Εἶναι φλέγον καὶ τὸ ζήτημα τῆς μεταρρυθμίσεως τῆς ἡμετέρας νομοθεσίας, περὶ τοῦ ὁποίου τὰ προσήκοντα νομοσχέδια εἶναι κατατεθειμένα ἀπὸ τῆς παρελθούσης Συνόδου. Καὶ τέλος πάντων ἡ Ἐθνικὴ Ἑταιρεία καὶ αἱ εὐθῦναι τοῦ πολέμου πρέπει νὰ κρατῶσιν ἡμᾶς εἰς τοιαύτην συγκίνησιν, ὥστε ν’ ἀπασχολῆται ἡ Βουλὴ ἐπὶ τούτου πλειότερον παντὸς ἄλλου ἀντικειμένου; Τοῦτο εἶναι ἀπελπιστικόν! Ἔχομεν τὸ ζήτημα τῆς ἀπαγορεύσεως τῆς σπογγαλιείας, τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ τὴν τύχην ὁλοκλήρων πληθυσμῶν, οἵτινες κινδυνεύουσι νὰ βυθισθῶσιν εἰς μαύρην δυστυχίαν, καὶ προχθές, ὅτε ὡμίλουν περὶ τοῦ θέματος αὐτοῦ ἐν τῇ Βουλῇ, δὲν εἶδον— καὶ τὸ λέγω μετὰ ψυχικοῦ ἄλγους — ἐνδιαφέρον οὔτε ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως, οὔτε ἐκ μέρους τῆς Βουλῆς (αἴσθησις). Εἶναι ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἀπειλεῖ νὰ καταστρέψῃ τέσσαρας ἐπαρχίας, αἱ ὁποῖαι διὰ τῆς ἐπιχειρήσεως ταύτης εἰσάγουσιν ἀφθονίαν χρυσοῦ· δὲν θέλω ν’ ἀναφέρω τὸ ποσὸν, ἀλλὰ βεβαίως ἀνέρχεται τοῦτο εἰς πολλὰ ἑκατομμύρια, ἡ δὲ στέρησις τοῦ ἀδήλου τούτου πόρου φοβερὸν θὰ ἔχῃ τὸν ἀντίκτυπον ἐπὶ τῶν οἰκονομικῶν τῆς χώρας. Αὐτὰ εἶναι τὰ ζητήματα, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἔδει νὰ ἦναι ἐστραμμένη ἡ προσοχὴ καὶ τὸ ζωηρὸν ἡμῶν ἐνδιαφέρον. Ἀλλ’ οἱ προκαλοῦντες τὴν συζήτησιν ταύτην εἶναι βέβαιοι περὶ τῶν ὠφελίμων ἀποτελεσμάτων αὐτῆς; Θέλομεν τάχα ἐπανακτήσει τὰ τέσσαρα ἑκατομμύρια λιρῶν, τὰς ὁποίας ἐπληρώσαμεν πρὸς ἀνάκτησιν τῆς Θεσσαλίας; Ἢ νομίζουσιν, ὅτι διὰ τῆς συζητήσεως θέλομεν ἀποτινάξει τὸν ἀτιμωτικὸν κλοιὸν τοῦ ἐλέγχου, τὸν ὁποῖον φέρομεν περὶ τὸν λαιμὸν ἡμῶν; Ἢ μήπως θ’ ἀνακτήσωμεν τὸ γόητρον, τὸ ὁποῖον ἀπωλέσαμεν ἐν τῇ δούλῃ Ἑλλάδι; Οὐδὲν θέλομεν ἀνακτήσει! Ὅτε ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς, κατὰ τὴν 7ην Φεβρουαρίου τοῦ 1899, μᾶς ἔστελλεν ἐνταῦθα, μίαν μᾶς ἔδιδεν, ἀλλ’ ἐπιτακτικὴν ἐντολὴν, νὰ περισυλλέξωμεν τὸ ἄφθονον ὑλικὸν, τὸ ὁποῖον ἀπέμεινεν ἐν τῷ τόπῳ μετὰ τὴν ἀτυχίαν, τὴν ὁποίαν ἐπάθαμεν καὶ ἥτις ὤφειλε νὰ χρησιμεύσῃ ὡς σταθμὸς τοῦ παρελθόντος καὶ ὡς ἀφετηρία νέας ζωῆς. Ὠφείλομεν λοιπὸν νὰ περισυλλέξωμεν τὸ ὑλικὸν, καὶ ἐξ αὐτοῦ νὰ οἰκοδομήσωμεν, καὶ ἐν τῷ νέῳ οἰκοδομήματι νὰ στεγάσωμεν ἡμᾶς αὐτοὺς, καὶ πρὸς αὐτὸ πεποιθότες νὰ ἀτενίζωσι καὶ νὰ ἔχωσι τὰς ἐλπίδας των οἱ ὑπὸ τὸν ζυγὸν Ἕλληνες. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἐντολὴ, τὴν ὁποίαν ἐλάβομεν, οὐχὶ δὲ ἡ ἀνασκάλευσις τοῦ παρελθόντος, οὐδὲ ἡ ἐξέτασις τοῦ τί ἔπραξεν ὁ ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς ἢ ἡ Ἐθνικὴ Ἑταιρεία, οὐδὲ νὰ ἐπιρρίπτωμεν εὐθύνας κατ’ ἀλλήλων. Οἱ πολιτικοὶ ἄνδρες δὲν ἐκπληροῦσι τὸν προορισμόν των, ὅταν καταγίνωνται εἰς μεμψιμοιρίας καὶ ἐπιρρίπτωσιν ὕβρεις ἐναντίον ἀλλήλων· οἱ πολιτικοὶ ἄνδρες πρέπει νὰ ἔχωσι τὸ θάρρος ν’ ἀντιμετωπίζωσι τὰς ἀτυχίας, πρέπει νὰ ἔχωσι τὸ θάρρος νὰ ἐργασθῶσι, πρέπει νὰ ἔχωσι τὴν πεποίθησιν, ὅτι δύνανται νὰ συντελέσωσιν εἰς τὴν ἀνόρθωσιν τοῦ τόπου καὶ εἰς τὴν ἀνάκτησιν τοῦ γοήτρου, τὸ ὁποῖον ἀπώλεσεν ἡ χώρα ἡμῶν ἕνεκα τοῦ τελευταίου ἀτυχοῦς πολέμου, καὶ μόνον διὰ τῆς ἐργασίας δυνάμεθα νὰ δώσωμεν νέαν ζωὴν εἰς τὸ ἔθνος, τὸ ὁποῖον περιέβαλεν ἡμᾶς διὰ τῆς ἐμπιστοσύνης του καὶ τὸ ὁποῖον ὀφείλομεν νὰ ὑπηρετῶμεν. Διὰ τοῦτο, Κύριοι, μολονότι βλέπω, ὅτι ἡ Βουλὴ εἶναι διατεθειμένη νὰ προβῇ εἰς τὴν συζήτησιν, προτείνω ἐν τούτοις, ὅπως ἡ συζήτησις αὕτη μὴ γένηται, προτείνω τὸ ἀπαράδεκτον αὐτῆς, καὶ τοῦτο πρὸς τὸ συμφέρον καὶ χάριν τοῦ γοήτρου τῆς Βουλῆς καὶ τοῦ ἔθνους.

§16Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Δὲν ὑπάρχει πρότασις ἀναβολῆς, ἀλλὰ πρότασις ἀπαραδέκτου. Οὕτω τοὐλάχιστον ἀντελήφθην τὴν πρότασιν, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐξ Οἰτύλου. Δὲν ἔχω ἀληθῶς, κύριοι Βουλευταὶ, μεγάλην κοινοβουλευτικὴν πεῖραν, ἀλλ’ οὐχ ἧττον ἀντιλαμβάνομαι, ἐκ τοῦ μικροῦ χρόνου, τὸν ὁποῖον διήνυσα ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ὅτι ἡ πρότασις, ὡς ὑπεβλήθη παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Οἰτύλου Βουλευτοῦ, εἶναι ὅλως ἀντικοινοβουλευτική, διότι δι’ αὐτῆς ἡ Βουλὴ θὰ ἐπανέλθῃ ἐπὶ ἐκείνου τοῦ ζητήματος, τὸ ὁποῖον χθὲς ἐγένετο δεκτόν. Ἡ Βουλὴ σύσσωμος ἀπεδέχθη χθὲς τὴν πρότασίν μου. Πῶς εἶναι δυνατὸν σήμερον νὰ εἴπῃ, ὅτι εἶναι ἀπαράδεκτος; Ἀλλ’ ἔχω πεποίθησιν, ὅτι οὐδεὶς ἐξ ὑμῶν δύναται νὰ εἴπῃ, ὅτι ἡ πρότασις τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου πρέπει νὰ γείνῃ δεκτή, καὶ περὶ τούτου δὲν ἔχω νὰ εἴπω τι πλειότερον. Θὰ εἴπω ὅμως ὀλίγα τινὰ περὶ τῶν σκέψεων καὶ τῶν ἰδεῶν, τὰς ὁποίας ἐξήνεγκον οἱ ἀξιότιμοι προαγορεύσαντες περὶ τοῦ σκοπίμου ἢ μὴ τῆς συζητήσεως ταύτης. Ἂς μοὶ ἐπιτρέψωσι νὰ ἐκφράσω τὴν λύπην μου, διότι νεαροὶ συνάδελφοι ὑποστηρίζουσιν, ὅτι δὲν δικαιοῦται ὁ λαὸς ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ νὰ ζητήσῃ νὰ μάθῃ, πῶς ἐπῆλθεν ἡ καταστροφή, καὶ τίνες εἶναι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι περιήγαγον τὸ ἔθνος, τοῦ ὁποίου ἡ εὔκλεια καὶ τὸ γόητρον ἐμεσουράνει, εἰς τοιαύτην κατάστασιν, τῆς ὁποίας τὰς συνεπείας ὑφίσταται καὶ θὰ ἐξακολουθῇ ὑφιστάμενον ἐπὶ μακρόν, ἐὰν δὲν ζητήσωμεν οὐχὶ εὐθύνας ποινικάς, διότι παρῆλθεν ὁ χρόνος αὐτῶν, ἀλλὰ τουλάχιστον ἠθικὰς διὰ τῆς ἀποκαλύψεως τῶν ὑπαιτίων καὶ διὰ τοῦ στιγματισμοῦ αὐτῶν, ὅπως παραδειγματιζόμενοι συνετισθῶσι διὰ τὸ μέλλον. Ἐκ τοῦ φωτός, τὸ ὁποῖον θὰ ἐπιχύσῃ μία εὐρεῖα συζήτησις, δὲν δύναται ἢ νὰ προκύψῃ ἀγαθὸν μέγιστον. Ὑπάρχουσι καὶ ἄλλα ἔθνη ἡττηθέντα, ἀλλὰ δὲν ἡττήθησαν κατὰ τοιοῦτον ἐπονείδιστον τρόπον. Τὸ ἡμέτερον ἔθνος ἡττήθη ἄνευ νικητοῦ, διότι ἐδεσμεύθησαν αἱ πολεμικαί του δυνάμεις, καὶ κατεδικάσθησαν ἐν ἀδρανείᾳ. Ἄλλα ἔθνη, ἡττώμενα πραγματικῶς ἐν ἐλευθέρῳ πολέμῳ, ζητοῦσι μετὰ τὴν ἧτταν νὰ μάθωσι τοὺς ὑπαιτίους, καὶ τιμωροῦσι τοὺς ὑπευθύνους δι’ αὐτήν, καὶ τὸ Ἑλληνικὸν ἔθνος δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ζητήσῃ νὰ μάθῃ διὰ συζητήσεως ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ τοὺς αἰτίους τῆς καταστροφῆς του; καὶ μᾶς λέγουσι νεαροὶ συνάδελφοι, ὅτι δὲν εἶναι τὸ βῆμα τοῦτο εἰσαγγελικόν! Ὑπῆρξα, κύριοι Βουλευταί, καὶ ἐγὼ εἷς τῶν μᾶλλον φιλοπολέμων, καὶ μάλιστα μέλος τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας, — καὶ ἔχω τὸ θάρρος νὰ εἴπω, ὅτι θεωρῶ τιμήν μου τοῦτο — κατὰ τῆς ὁποίας ἐξηγέρθησαν καὶ κραυγάζουσιν ἄλλοι μὲν ἐξ ὑστεροβουλίας, θέλοντες νὰ καλύψωσι τὰς ἰδίας εὐθύνας διὰ τῆς ἐπιρρίψεως αὐτῶν εἰς τὴν Ἐθνικὴν Ἑταιρείαν, ἄλλοι δὲ πλανώμενοι ὑπ’ αὐτῶν καὶ ἐπιπολαίως ἐξετάζοντες τὰ γεγονότα, ἐνῷ ἡ ἐργασία καὶ ἡ δρᾶσις αὐτῆς ὑπῆρξεν ἐθνική, καὶ ὡς τοιαύτη ἀνεγνωρίσθη καὶ ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως καὶ ὑπὸ τοῦ Βασιλέως, οἵτινες καὶ πρὸ τοῦ πολέμου καὶ κατὰ τὸν πόλεμον ἐπεκαλέσθησαν τὴν συνδρομὴν αὐτῆς· ὑπῆρξα δὲ φιλοπόλεμος ἐν τῇ πεποιθήσει, ὅτι ἡ πατρίς μου ἦτο εἰς κατάστασιν νὰ πολεμήσῃ κατὰ τοιούτου ἐχθροῦ μὲ τὰς δυνάμεις, τὰς ὁποίας εἶχε, καλῶς χειριζομένας καὶ διοικουμένας· ἀλλὰ καὶ ἐν περιπτώσει ἥττης προσεδόκων πάντοτε ἀγαθόν τι, τὸ ἀγαθὸν νὰ διδαχθῶμεν ἐξ αὐτῆς περὶ τῆς ἐν τῷ μέλλοντι πολιτείας ἡμῶν. Πάντες ἀνεγνωρίσαμεν, ὅτι μετὰ τὴν καταστροφὴν πρέπει νὰ μάθωμεν τὴν ἀληθῆ κατάστασιν τῆς χώρας, καὶ νὰ προσπαθήσωμεν νὰ ἐπουλώσωμεν τὰς πληγὰς ἡμῶν ὡς Κράτους. Ταῦτα εἶναι τὰ ζητήματα, τὰ ὁποῖα ἔπρεπεν ἐκ τῶν πρώτων νὰ συζητηθῶσιν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ. Ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ὕδρας συνάδελφος εἶπε πρὸ μικροῦ ἀγορεύων, ὅτι ἡ ἐντολή, τὴν ὁποίαν ἔλαβε παρὰ τοῦ λαοῦ, ἦτο νὰ περισώσῃ τὰ ὑλικά, τὰ ὁποῖα ἐναπέμειναν, πρὸς ἀνοικοδόμησιν τῆς καταστρεφομένης Πολιτείας. Ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ νὰ τῷ εἴπω, ὅτι κακῶς ἀντελήφθη τὴν ἐντολήν, τὴν ὁποίαν ἔλαβε παρὰ τοῦ λαοῦ, ἐὰν εἰς τοῦτο καὶ μόνον περιορίζῃ αὐτήν. Ἐν τῇ ἐντολῇ τῆς περισώσεως ἔγκειται ἡ ἐντολὴ τῆς διαγνώσεως τῆς κατατρυχούσης τὸ ἔθνος πολιτικῆς νόσου καὶ τῶν αἰτίων αὐτῆς, ὅπως ἐξευρεθῶσι τὰ μέσα τῆς ῥιζικῆς θεραπείας, ἄλλως οὐ μόνον οὐδὲν θὰ δυνηθῇ νὰ περισώσῃ ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, ἀλλὰ καὶ θὰ ὑποβοηθήσῃ τὴν ἐπιδείνωσιν τῆς νόσου αὐτῆς, τῆς ἐπενεγκούσης τὴν ἐθνικὴν καταστροφήν. Ἐγὼ οὕτως ἀντελήφθην τὴν ἐντολὴν τοῦ λαοῦ καὶ τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν καθηκόντων ἡμῶν ὡς μελῶν τῆς πρώτης μετὰ τὸν πόλεμον Βουλῆς, ὅτι ὠφείλομεν ἀπὸ τῆς πρώτης συνεδριάσεως τῆς πρώτης Συνόδου τῆς Περιόδου ταύτης, μετὰ τὸν καταρτισμὸν τοῦ Προεδρείου καὶ τῶν ἐπιτροπῶν, νὰ ἐξετάσωμεν τὰ τοῦ πολέμου, καὶ νὰ ζητήσωμεν εὐθύνας παρὰ τῶν ὑπαιτίων, μηδενὸς φειδόμενοι. Οὐδεὶς εἶναι ἀνεύθυνος ἀπέναντι τῆς κοινῆς γνώμης καὶ τῆς ἐθνικῆς συνειδήσεως, καὶ ἂν τυγχάνῃ νόμῳ τοιοῦτος. Ἐν τῇ συνειδήσει τοῦ ἔθνους, ἐν τῇ ἱστορίᾳ πάντες ὑπέχουσιν εὐθύνας, καὶ τὰς εὐθύνας ταύτας ὠφείλομεν, κηδόμενοι τῆς σωτηρίας τοῦ ἔθνους, εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς νὰ ἐξετάσωμεν, χάριν τῆς ἀνορθώσεως τῆς ἐν τῇ ἐθνικῇ συνειδήσει θέσεως καὶ αὐτοῦ τοῦ νόμῳ ἀνευθύνου ἀνωτάτου ἄρχοντος, καὶ τοῦ Διαδόχου τοῦ Θρόνου, τῶν ὁποίων ἡ θέσις αὕτη ἐκλονίσθη κατὰ πολὺ, ἐὰν πράγματι οὗτοι κατ’ οὐδὲν ἔπταισαν διὰ τὴν ἐπελθοῦσαν καταστροφήν. Μὴ νομίζετε λοιπὸν, ὅτι ἡ ἀποφυγὴ τῆς συζητήσεως τῶν τοῦ πολέμου σώζει ἐκείνους, τοὺς ὁποίους νομίζετε, ὅτι δύνασθε νὰ προφυλάξητε κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον· τοὐναντίον τοὺς ἀφίνετε ὑπὸ τὸ βάρος τῶν κατηγοριῶν ἐκείνων, τὰς ὁποίας πρότερον εἶπεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Οἰτύλου Βουλευτής. Σεῖς δὲν ἀνεγνωρίσατε, ὅτι καὶ ἐκεῖ ὑπάρχουσιν εὐθῦναι καὶ σφάλματα;...

§17Γ. ΚΑΠΕΤΑΝΑΚΗΣ. Ἐγὼ τοιαῦτα ζητήματα δὲν ἔθιξα.

§18Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Δὲν εἴπετε ἀκριβῶς αὐτὸ, ἀλλ’ αὐτὴ εἶναι ἡ ἔννοια τῶν λόγων σας, ὅτι δὲν συμφέρει εἰς τὸ ἔθνος μας ν’ ἀποδεικνύηται κατὰ πόσον ἐνέχονται εἰς τὴν ἐπελθοῦσαν καταστροφὴν οἱ ὑπόλογοι ἄνδρες, εἴτε ἄλλοι μὴ τοιοῦτοι. Χάριν λοιπὸν αὐτῶν, τοὺς ὁποίους νομίζετε, ὅτι διὰ τῆς ἀποφυγῆς τῆς συζητήσεως...

§19Γ. ΚΑΠΕΤΑΝΑΚΗΣ. Οὐδένα ἐγὼ νομίζω, κύριε συνάδελφε. Οὔτε ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος πολιτευτὴς ἔχει ἀνάγκην πιστοποιητικοῦ, οὔτε οἱ ἄλλοι.

§20Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Ἐγὼ φρονῶ, ὅτι πρὸς τιμὴν καὶ αὐτοῦ πρέπει νὰ ἐπιχυθῇ φῶς ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης, ἡ ὁποία εἶναι ἡ μόνη ἁρμοδία πρὸς τοῦτο. Ἐὰν ἔχετε τοιαύτην ἰδέαν περὶ αὐτῶν, — καὶ ἐπιθυμῶ καὶ εὔχομαι καὶ ἐγὼ νὰ ἦναι ἀληθὴς ἡ ἰδέα σας, ὅτι καθόλου δὲν ἐνέχονται εἰς τὴν περίστασιν ταύτην, διότι τοῦτο πρέπει νὰ ἦναι ὁ πόθος παντὸς Ἕλληνος, νὰ θέλῃ τοὺς ἄρχοντάς του, καὶ τὸν Βασιλέα του καὶ τοὺς κυβερνήτας του, ἀθώους καθ’ ὁλοκληρίαν πάσης μομφῆς — μὴ θέλετε νὰ τοὺς ἀφήσητε ὑπὸ τὸ βάρος τοιούτων κατηγοριῶν, τὰς ὁποίας δὲν πιστεύω ὅτι ἔχετε κλείσει τόσον τὰ ὦτά σας, ὥστε νὰ μὴ τὰς ἀκούητε. Σήμερον ἔτι, ἀφ’ ἧς στιγμῆς ἐγένετο γνωστὸν, ὅτι θὰ γείνῃ ἡ συζήτησις αὕτη ἐνταῦθα, πόσα δὲν ἠκούσατε εἰς βάρος αὐτῶν, καὶ πόσα δὲν θ’ ἀκούσητε ἀκόμη, ἐὰν ἐμποδισθῇ ἡ συζήτησις αὕτη, ὅπερ θὰ καταστήσῃ αὐτοὺς ἐνοχωτέρους; Ἐπιμένω, κύριοι Βουλευταὶ, — μὴ θέλων νὰ εἰσέλθω εἰς τὰ καθέκαστα τῆς ὑποθέσεως, — ἐπιμένω, ὅτι τοιαύτη πρότασις, ὁποία ἡ τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Οἰτύλου Βουλευτοῦ, πρέπει ν’ ἀπορριφθῇ καθ’ ὁλοκληρίαν, ὡς ἀπαράδεκτος καὶ γενομένη παρὰ τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς. Ἔχω δὲ ἀκράδαντον πεποίθησιν, ὅτι πάντες ὑμεῖς θέλετε συμφωνήσει μετ’ ἐμοῦ, καὶ θέλετε ἀπορρίψει τὴν τοιαύτην πρότασιν, καὶ ἐπὶ τῇ πεποιθήσει ταύτῃ ἐπιφυλάσσομαι νὰ λάβω τὸν λόγον κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ κυρίου ζητήματος, καὶ νὰ ἐξετάσω τὰ κατ’ αὐτὸ, βασιζόμενος ἐπὶ ἐπισήμων ἐγγράφων καὶ ἐπὶ πληροφοριῶν, μὴ ἀποδεικνυομένων μὲν δι’ ἐγγράφων, ἀλλὰ πάντοτε ἀσφαλῶν καὶ ἀκριβεστάτων.

§21Α. ΠΕΤΑΛΑΣ. Χθὲς τὴν ἑσπέραν, προκειμένου περὶ ὁρισμοῦ ἡμέρας πρὸς συζήτησιν τοῦ φλέγοντος τούτου ζητήματος, ἔφερα πρότασιν περὶ ἀναβολῆς. Ἡ πρότασίς μου ἐκείνη δυστυχῶς δὲν ἐψηφίσθη, οὔτε ὑπεβλήθη εἰς τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς, ἕνεκα τοῦ θορύβου, τοῦ πανδαιμονίου τοῦ χθεσινοῦ, τὸ ὁποῖον ὡμοίαζε μὲ πυρπολούμενον φρενοκομεῖον, ὡς ἅπαντες ἐνθυμοῦνται. Νομίζω, ὅτι ἐπιτρέπεται καὶ εἰς ἐμὲ, τὸν ἐλάχιστον τῶν Βουλευτῶν, νὰ ἐπικαλεσθῶ τοὺς θεσμοὺς, καὶ νὰ ζητήσω τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ Κανονισμοῦ, καὶ ὅτι ἔχω κατὰ τὸν Κανονισμὸν τὸ δικαίωμα νὰ ζητήσω ἀπὸ τὸν κ. Πρόεδρον νὰ ὑποβάλῃ εἰς ψηφοφορίαν δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως τὴν περὶ ἀναβολῆς τῆς συζητήσεως ταύτης πρότασίν μου, ἡ ὁποία εἶναι καὶ ἀπωτέρα. Ἀληθῶς σήμερον περὶ τοῦ αὐτοῦ ἀντικειμένου ὑπεβλήθη πρότασις περὶ ἀπαραδέκτου, ἀλλὰ πρὸ ταύτης δέον νὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλὴ περὶ τῆς ἐμῆς προτάσεως... (διακοπαί). Μὲ ἐρωτῶσιν, ἂν δεκαπέντε ὑποστηρίζουσι τὴν πρότασίν μου. Ἐλπίζω, ὅτι θὰ εὑρεθῶσι δεκαπέντε σωφρονοῦντες ἐν τῇ Βουλῇ, ἵνα μὲ ὑποστηρίξωσιν (ἱλαρότης).

§22ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Παπαγιαννακόπουλος ἔχει τὸν λόγον.

§23Γ. ΚΑΠΕΤΑΝΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, εἶναι προσωπικὸν τὸ ζήτημα, καὶ ἔχω ἐγὼ τὸν λόγον (ἀνέρχεται τὸ βῆμα).

§24ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οὐδόλως εἶναι προσωπικόν.

§25Γ. ΚΑΠΕΤΑΝΑΚΗΣ. Ὁ κύριος Παπαγιαννακόπουλος ὑποχωρεῖ.

§26Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν ὑποχωρῶ. Παρακαλῶ νὰ ἐφαρμόσητε τὸν Κανονισμὸν, καὶ νὰ δώσητε εἰς ἐμὲ τὸν λόγον.

§27Γ. ΚΑΠΕΤΑΝΑΚΗΣ. Τὸ ζήτημα εἶναι προσωπικὸν, καὶ πρέπει ν’ ἀπαντήσω.

§28ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν θὰ σᾶς ἐπιτρέψω, κύριε Καπετανάκη. Τὸ ζήτημα δὲν εἶναι προσωπικόν.

§29Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Δὲν εἶναι προσωπικόν.

§30ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καὶ ὁ κύριος Φικιώρης δηλοῖ, ὅτι δὲν εἶναι προσωπικόν. Ἀλλὰ θὰ ἐρωτήσω καὶ τὴν Βουλήν. Ἀντελήφθη ἡ Βουλὴ τὸ ζήτημα ἐν τῇ ἀγορεύσει τοῦ κυρίου Φικιώρη ὡς προσωπικὸν τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Οἰτύλου;

§31ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, ὄχι· δὲν εἶναι προσωπικόν.

§32Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἀφήσατε τὸ βῆμα, κύριε Καπετανάκη. Τὸ ζήτημα δὲν εἶναι προσωπικόν.

§33Α. ΣΤΡΑΤΟΣ. Δὲν εἶναι προσωπικὸν, κύριε Καπετανάκη.

§34ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παραχωρήσατε τὸ βῆμα, κύριε Καπετανάκη, εἰς τὸν κύριον Παπαγιαννακόπουλον. (Ὁ κ. Καπετανάκης κατέρχεται τοῦ βήματος).

§35Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).

§36Α. ΡΩΜΑΝΟΣ. Καὶ χθὲς καὶ σήμερον ὁ κ. ἐκ Πατρῶν Βουλευτὴς ἀνέφερε τὸ ὄνομά μου ἐν σχέσει πρὸς τὴν ἐνέργειαν τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας. Χθὲς ὁ κ. ἐξ Ἐπιδαύρου Λιμηρᾶς Βουλευτὴς ἔδωκεν ἐξηγήσεις ὡς πρὸς τὴν συμμετοχὴν αὐτοῦ εἰς τὰ τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας. Ἐπειδὴ δὲ καὶ ἐγὼ εὑρισκόμην, ὡς πρὸς τὴν Ἑταιρείαν, εἰς τὴν αὐτὴν θέσιν, εἰς ἣν εὑρίσκετο καὶ ὁ κ. ἐξ Ἐπιδαύρου Λιμηρᾶς Βουλευτὴς, ὑπῆρξα δηλ. μέλος φανερᾶς ἐπιτροπῆς, τοῦ φανεροῦ κέντρου τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας, ἐπειδὴ δὲ τὸ ὄνομά μου εἰς τὰς ἐφημερίδας ἀνεγράφη μετὰ τοῦ ὀνόματος τοῦ κυρίου Παπαμιχαλοπούλου ἢ ἄλλων μελῶν τοῦ αὐτοῦ κέντρου, ἐνόμισα περιττὸν νὰ λάβω χθὲς τὸν λόγον, ὅπως ἀπαντήσω εἰς τὰς ἐρωτήσεις τοῦ κυρίου ἐκ Πατρῶν Βουλευτοῦ, εἰς ποίας ἐνεργείας προέβησαν πρώην Ὑπουργοὶ, καὶ δὴ καὶ ἐγὼ, ὡς πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Ἑταιρείαν· δηλῶ δὲ κατηγορηματικῶς, ὅτι οὔτε τῶν ἀποφάσεων τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας ἔλαβον ποτὲ γνῶσιν, εἰμὴ ἐκ τῶν ἐφημερίδων, οὔτε εἰς τὴν διαχείρισιν τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας εἶμαι ἀναμεμιγμένος. Κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ἀπετέλουν μέλος ἄλλης ἑταιρείας, τῆς Κρητικῆς ἐπιτροπῆς, ἧς Πρόεδρος ἦτο ὁ ἀξιότιμος ἐκ Μεσολογγίου βουλευτὴς κ. Δεληγεώργης, καὶ ἧς μέλη ἦσαν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Ζακύνθου βουλευτὴς κ. Ἀλέξανδρος Ῥώμας καὶ ὁ ἀξιότιμος ἐκ Πατρῶν βουλευτὴς κ. Ρικάκης. Ἐν τῇ ἐπιτροπῇ ἐκείνῃ ἔλαβον ἐνεργὸν μέρος, ἐξετέλεσα δὲ τὸ ἐμὸν καθῆκον ὡς Ἕλλην, ὅπως τὸ ἐξετέλεσαν καὶ οἱ λοιποὶ ἀξιότιμοι συνάδελφοι, καὶ ὅπως ἤθελε τὸ ἐκτελέσει ὑπὸ τὰς αὐτὰς περιστάσεις οἱονδήποτε μέλος τοῦ Κοινοβουλίου.

§37ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Καπετανάκης ἔχει τὸν λόγον.

§38Γ. ΚΑΠΕΤΑΝΑΚΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).

§39Δ. ΛΥΜΠΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἐγὼ, Κύριοι, φρονῶ, ὅτι τὸ συμφέρον τοῦ Ἑλληνισμοῦ μᾶς ἐπιβάλλει τὴν ὑποχρέωσιν νὰ μὴ θίγωμεν ἐνταῦθα ἄνευ σκοποῦ, ἄνευ τελικοῦ ἀποτελέσματος, ζητήματα, τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ βλάψουν καὶ τὸν ἔσω καὶ τὸν ἔξω Ἑλληνισμόν. Παρῆλθον τόσα ἔτη, δύο ἢ τρία, καθ’ ἃ ἐνταῦθα συνεργαζόμεθα, καὶ δὲν ἠξιώθημεν νὰ φέρωμεν εἰς πέρας μίαν ἰδέαν, τὴν ὁποίαν τινὲς τῶν συναδέλφων ὑπεστήριζον. Ποῖον εἶναι ἤδη τὸ ἀποτέλεσμα τῆς συζητήσεως ταύτης; Εὐθύνας νὰ ζητήσωμεν; Δὲν δυνάμεθα νὰ τὰς ζητήσωμεν ἤδη. Τί θὰ γείνωμεν ἐδῶ; ἀνακριταὶ, νὰ ἐξετάσωμεν τίς πταίει ὀλιγώτερον καὶ τίς περισσότερον; Νομίζω λοιπὸν, ὅτι τὸ συμφέρον τῆς πατρίδος μᾶς ἐπιβάλλει, αὐτὴν τὴν ἄγονον, τὴν ὅλως διόλου ἀηδῆ συζήτησιν, ἡ ὁποία δὲν θὰ φέρῃ ἀποτέλεσμα πρακτικόν, νὰ τὴν ἀναβάλωμεν, καὶ ἂς φροντίσωμεν εἰς τὸ μέλλον νὰ τακτοποιήσωμεν τὰ καθ’ ἡμᾶς, καὶ νὰ σώσωμεν τὴν πατρίδα ἀπὸ τοὺς κινδύνους, οἱ ὁποῖοι τὴν περιστοιχίζουν. Ὅλα τὰ ἄλλα εἶναι λόγια, διὰ νὰ παρέρχηται ὁ χρόνος ἐπὶ ματαίῳ.

§40ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Ρικάκης.

§41Α. ΡΙΚΑΚΗΣ. Ἡ πρότασις τῆς ἀναβολῆς εἶναι ἄσκοπος, ἀφοῦ εἶναι ἀπαράδεκτος ἡ συζήτησις, καὶ εἶναι ἀπαράδεκτος, διότι ἡ Βουλὴ ἔχει κανόνας καὶ ἔθιμα κοινοβουλευτικὰ, τὰ ὁποῖα κανονίζουν τὰς ἐργασίας της. Ὡς πρὸς τὴν οὐσίαν τῆς ὑποθέσεως, δὲν δύναται νὰ δικαιολογήσῃ τὴν ἀρχὴν, ἂν ἡ Βουλὴ εἶναι ἁρμοδία νὰ ἐπιληφθῇ τῆς ἐξετάσεως τοῦ προκειμένου ζητήματος· δύναται νὰ ἔχῃ τὴν περιέργειαν τὸ ἔθνος νὰ μάθῃ, ἀλλ’ ὅταν ἡ Βουλὴ δὲν ἔχῃ δικαίωμα καὶ ἁρμοδιότητα, δὲν δύναται νὰ προβῇ εἰς συζήτησιν, ἡ ὁποία δὲν θ’ ἀπολήξῃ εἰς συμπέρασμα. Ποῖον θὰ ἦναι τὸ συμπέρασμα τῆς συζητήσεως; Ἐρωτᾶται ἡ Βουλὴ, τί ἔγεινε κατὰ τὸν πόλεμον· ποῦ θὰ ἀπολήξητε; Δύναται νὰ ἦναι τίποτε ἄλλο παρὰ ἀκαδημαϊκὴ συζήτησις; Ἀλλ’ ἡ Βουλὴ ἐκλήθη νὰ ἀσχολῆται εἰς ἀκαδημαϊκὰς συζητήσεις, διὰ νὰ ἱκανοποιῇ τὴν περιέργειαν τοῦ κοινοῦ καὶ τῶν περιέργων; Ποία θὰ ἦναι ἡ πρότασίς σας καὶ τὸ συμπέρασμα; — διότι πᾶσα πρότασις πρέπει νὰ ἔχῃ καὶ τὸ συμπέρασμά της. — Εὐθύνην ποινικὴν δὲν δυνάμεθα νὰ ζητήσωμεν, εὐθύνην πολιτικὴν ἐπίσης δὲν δυνάμεθα. Νὰ ζητήσωμεν ἠθικὴν εὐθύνην; Τί ἐγείναμεν; Συνέδριον Ἀκαδημαϊκῶν; ἢ Ἱερὰ Σύνοδος; Διὰ ταῦτα νομίζω, ὅτι πᾶσα ἐπασχόλησις τῆς Βουλῆς ἐπὶ τοῦ προκειμένου εἶναι ἀπαράδεκτος. Ἔρχομαι εἰς τὸ ζήτημα τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας. Αὐτὴ εἶναι ἓν ἰδιωτικὸν σωματεῖον, τὸ ὁποῖον συνεστήθη ὑπὸ τὸ κράτος τῶν νόμων, ὑπὸ τὴν ἐπίβλεψιν καὶ τὴν ἐξέτασιν τῶν ὁποίων ἐξακολουθεῖ νὰ διατελῇ. Λοιπὸν μὲ ποῖον δικαίωμα καὶ μὲ ποίαν ἁρμοδιότητα θὰ ἐξετάσῃ ἡ Βουλὴ τὰ τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας; Τὸ σωματεῖον αὐτὸ ἐνήργησε συνδρομὰς χρηματικὰς, τὸ σωματεῖον αὐτὸ ἔλαβε μέρος, πλαγίως ἢ ἐμμέσως, εἰς τὸν πόλεμον· ποῖοι εἶναι ἁρμόδιοι νὰ τὸ ἐξετάσουν; Ὑπάγεται εἰς τοὺς νόμους τοῦ Κράτους ἢ ὄχι; Ποία εἶναι ἡ ἀρχὴ, ἡ ὁποία μόνη ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἐξετάσῃ, ἂν παρέβη τοὺς νόμους, ἢ ὄχι; Τὰ Δικαστήρια. Τὰ ἄτομα θὰ ἐξετάσωμεν ἐδῶ μέσα; Μᾶς εἶπον, ὅτι μερικοὶ τῶν Βουλευτῶν ἔλαβον γνῶσιν ἢ μέρος· ἀλλ’ αὐτὰ εἶναι ἄτομα, τὰ ὁποῖα ὑπόκεινται, ὡς ἰδιῶται, εἰς τοὺς κοινοὺς νόμους. Ἔπειτα ἐπιτρέψατέ μοι, κύριε Πρόεδρε, νὰ παρατηρήσω καὶ ἓν ἄλλο. Νομίζω ὅτι, ἀφοῦ παρῆλθεν ἡ ἐποχὴ τοῦ πολέμου καὶ ἡ προθεσμία, κατὰ τὴν ὁποίαν ἠδυνάμεθα νὰ ζητήσωμεν λόγον καὶ εὐθύνας, δὲν πρέπει τώρα ν’ ἀνακινῶμεν ζητήματα, τὰ ὁποῖα θὰ βλάψουν, σήμερον ἐξεταζόμενα. Ὡς πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Ἑταιρείαν, λέγω, ὅτι ἡ ζημία δύναται νὰ ἦναι μεγαλειτέρα, διότι δὲν γνωρίζομεν εἰς ποίας ἡ Ἑταιρεία αὐτὴ συνεννοήσεις εὑρέθη μὲ πρόσωπα ἐκ τῶν ἔξω ὁμογενῶν, καὶ ἡ ἀνακοίνωσις αὕτη δύναται νὰ βλάψῃ τὸ μέλλον τοῦ ἐθνικοῦ ἀγῶνος, ὁ ὁποῖος δὲν ἐτελείωσε.

§42Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Ἐπὶ τῆς προτάσεως τῆς ἀναβολῆς ὁ ἀξιότιμος ἐξ Οἰτύλου συνάδελφος περιπίπτει εἰς ἀντίφασιν, διότι, ἐνῷ λέγει, ὅτι ἡ συζήτησις ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης δὲν ἔχει κανὲν πρακτικὸν ἀποτέλεσμα...

§43Γ. ΚΑΠΕΤΑΝΑΚΗΣ. Νῦν δὲν ἔχει πρακτικὸν ἀποτέλεσμα· μάλιστα θὰ ἦναι ἐπικίνδυνος νῦν, ὅτε οἱ Βούλγαροι ἐργάζονται εἰς τὴν Βουλὴν αὐτῶν, ὡς ἐργάζονται, ἐνῷ ἡμεῖς ἐδῶ συζητοῦμεν περὶ τοῦ τίς πταίει!

§44Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. .. ἐνῷ λέγει, ὅτι οὐδὲν πρακτικὸν ἀποτέλεσμα ἔχει ἡ συζήτησις ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης, — καὶ δὲν ἔχει πραγματικῶς ὡς πρὸς τὰς ποινικὰς καὶ πολιτικὰς εὐθύνας — δὲν προτείνει ἀμέσως νὰ μὴ γείνῃ ἀπολύτως ἡ συζήτησις, ἀλλὰ προτείνει ν’ ἀναβληθῇ εἰς τὰς ἑλληνικὰς καλένδας, ἵνα μὴ γείνῃ δηλαδὴ ποτὲ τοιαύτη συζήτησις! Καὶ αὐτὴ ἡ προσπάθεια καταβάλλεται ἀπὸ τῆς ἀρχῆς τῆς Περιόδου ταύτης!...

§45Γ. ΚΑΠΕΤΑΝΑΚΗΣ. Ἐγὼ τὴν ἀγνοῶ.

§46Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Μάθετέ την τώρα... Τοιαύτη προσπάθεια καταβάλλεται — καὶ ἀπόδειξις τούτου πάνθ’ ὅσα ἐλέχθησαν κατὰ τὴν ἑσπέραν ταύτην — διὰ τῶν ἀναβολῶν τῆς συζητήσεως αὐτῆς ἀπὸ τῆς πρώτης Συνόδου εἰς τὴν δευτέραν, καὶ ἀπὸ τῆς δευτέρας εἰς τὴν τρίτην, καὶ οὕτω καθεξῆς, ἵνα ἐπιβραδυνθῇ ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε νὰ μᾶς εἴπωσιν, ὅτι παρῆλθε πλέον ὁ καιρός! Αὐτὸς εἶναι ὁ σκοπὸς, τὸν ὁποῖον ἔχει καὶ ἡ πρότασις αὕτη, τὴν ὁποίαν εὐτυχῶς ἐπρότειναν ἄνδρες ἀνεξάρτητοι, ἐν καλῇ πίστει, χωρὶς νὰ ἐννοήσουν εἰς ποίαν ἐνέπεσαν παγίδα, στηθεῖσαν ὑπὸ τῶν ἐνδιαφερομένων. Τὴν ἀνάγκην τῆς συζητήσεως ταύτης καὶ τῆς ἐξετάσεως τῶν κατὰ τὸν πόλεμον γεγονότων ἔχει ἀναγνωρίσει ἡ Βουλὴ καὶ ἀμέσως μετὰ τὸν πόλεμον, ὅτε κατὰ τὴν τελευταίαν Σύνοδον τῆς παρελθούσης Περιόδου συνέστησεν ἐξεταστικὴν ἐπιτροπὴν, ἧς τὸ ἔργον ἐματαιώθη διαλυθείσης τῆς Βουλῆς, καὶ κατὰ τὴν πρώτην Σύνοδον τῆς Περιόδου ταύτης, καθ’ ἣν οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι κ. κ. Ποταμιᾶνος καὶ Παπαγιαννακόπουλος ἐπέμενον νὰ γείνῃ τοιαύτη συζήτησις, καὶ ἡ Βουλὴ συνέστησε καὶ πάλιν ἐξεταστικὴν ἐπιτροπήν. Ἐὰν δὲν αἰσθάνεσθε τὴν ἀνάγκην τῆς τοιαύτης συζητήσεως, διατὶ προέβητε εἰς τὴν σύστασιν τῆς ἐξεταστικῆς ἐπιτροπῆς; Παρακωλύοντες ὅμως τὸ ἔργον τῆς ἐπιτροπῆς, καὶ μὴ θέλοντες νὰ γείνῃ ἡ συζήτησις, ἀποδεικνύετε, ὅτι προέβητε εἰς τὴν σύστασιν τῆς ἐπιτροπῆς, οὐχὶ διότι ἠθέλετε νὰ ἐπιχυθῇ φῶς ἐπὶ τῶν θεμάτων τούτων, ἀλλ’ ὅπως ῥίψητε στάκτην εἰς τὰ μάτια τοῦ λαοῦ! Μὴ νομίζετε ὅμως, ὅτι ἐπὶ τοσοῦτον τυφλώττει ὁ Ἑλληνικὸς λαός. Γνωρίζει τὰ πάντα, ἀλλὰ θέλει νὰ ἐκτεθῶσι καὶ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, τοῦ ἐπισήμου, καὶ νὰ διαλευκανθῇ ἡ ἀλήθεια. Ἐὰν λοιπόν, κύριε Πρόεδρε, τοιαύτη πρότασις ἀναβολῆς, εἴτε ἀπαραδέκτου, ὡς θέλει ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Οἰτύλου, ψηφισθῇ, ἐγὼ ὑψώνω φωνὴν διαμαρτυρίας, ὅτι ἡ Βουλὴ θέλει νὰ φυγομαχήσῃ εἰς τὴν ὑπόθεσιν ταύτην.

§47Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἡ πρότασις, περὶ ἧς συζητοῦμεν, σκοπεῖ τὴν ἀπώθησιν ἀπὸ τῶν ἔργων τῆς Βουλῆς τῆς συζητήσεως, ἥτις ἐπρόκειτο νὰ γένηται εἴτε περὶ τῶν εὐθυνῶν τοῦ πολέμου, εἴτε περὶ τῆς χρηματικῆς διαχειρίσεως ἑνὸς σωματείου πολιτικοῦ, τὸ ὁποῖον ἐλειτούργησε κατὰ τὸ παρελθόν. Ἡ πρότασις αὕτη συναρμολογεῖται ἐντελῶς μὲ τὴν τακτικήν, τὴν ὁποίαν ἐπὶ πέντε ἤδη ἔτη μετέρχονται οἱ καθήμενοι ἐπὶ τῆς ἀντιθέτου πτέρυγος, καὶ ὅτε ἦσαν ἐν μειονοψηφίᾳ, ἐτύγχανον δ’ ἐγὼ ἐν τῇ Κυβερνήσει, καὶ ὅτε ἐκ τῶν ἐκλογῶν ἐλθόντες, ἀλλ’ ἐν πλειονοψηφίᾳ γενόμενοι μετὰ τὰς ἐκλογάς, ἐπὶ τριετίαν ἤδη ἐκυβέρνησαν τὴν χώραν. Ἠπόρησα μάλιστα χθές, ὅτε ἤκουσα, ὅτι ἀνακαλοῦσιν εἰς τὴν μνήμην τῆς Βουλῆς τὰ ἔργα τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας, καὶ ἔχουσι τὸ θάρρος νὰ πράττωσι τοῦτο ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι ἦσαν οἱ πρῶτοι δρᾶσται, οἱ πρῶτοι ἐργάται τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας, καὶ οἱ ὁποῖοι κατόπιν ἠξιώθησαν τῆς τιμῆς νὰ ἀνέλθωσι μέχρι τῶν Ἀνακτόρων καὶ νὰ γένωνται Σύμβουλοι τοῦ Στέμματος! Ἠπόρησα, λέγω, διότι δὲν ἐνόουν ὑπὸ τίνος ἐννοίας, ὑπὸ τίνος σκοποῦ ἀγόμενοι, ἀνακαλοῦσιν εἰς τὴν μνήμην ἡμῶν τὴν Ἐθνικὴν Ἑταιρείαν, καὶ μάλιστα ἐτόλμησαν νὰ ζητήσωσιν εὐθύνας παρ’ ἡμῶν! Ἐγὼ ἐνθυμοῦμαι, ὅτι ἐπὶ τέσσαρα ἤδη ἔτη ἐπανειλημμένως ἐζήτησα τὴν ἔρευναν τῶν περὶ τοῦ πολέμου καὶ τῶν προηγηθεισῶν αὐτοῦ περιπλοκῶν, καὶ ἐζήτησα αὐτὴν καὶ ἐπεθύμουν νὰ γένηται αὕτη ἐν πάσῃ εὐρύτητι, ὄχι διότι ἐσκόπουν νὰ πορισθῶ κέρδος τι, ἢ διότι ἐπεθύμουν διὰ τῶν πορισμάτων τῆς συζητήσεως ταύτης νὰ θέσω φίμωτρον ἐπὶ τῶν στομάτων, τὰ ὁποῖα πολλάκις ἠνεῴχθησαν, ἵνα συκοφαντήσωσι τὸ πολιτικὸν κόμμα, τοῦ ὁποίου διευθύνω τὰς ἐργασίας· ὄχι διότι ἐσυλλογίσθην ποτὲ τὰ ληρήματα καὶ τὰς ἐρεσχελίας, αἱ ὁποῖαι ἐλέχθησαν περὶ ἡμῶν, καὶ ὅτε αὗται διεχύνοντο εἰς τὰς ὁδοὺς καὶ τὰς στενωποὺς ὑπὸ τῶν οἰκείων ἢ φίλων ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐπὶ τρία ἤδη ἔτη ἐκυβέρνησαν τὴν χώραν, ἀλλὰ καὶ ὅτε ἐκ τῶν στομάτων αὐτῶν τούτων τοιαῦται διαδόσεις καὶ ἐξ ἐνέδρας πονηραὶ φῆμαι μετεδίδοντο, ὅπως ἀποπλανήσωσι τοὺς ἁπλουστέρους τῶν συμπολιτῶν ἡμῶν· ἀλλὰ καὶ ὅτε ἀκόμη ὄργανα τῆς δημοσιογραφίας, μεταξὺ τῶν ὁποίων ἦσάν τινα, τὰ ὁποῖα τὰ δύο τρίτα τῆς ἡμέρας διήνυον εἰς τοὺς προδόμους καὶ τὰ προαύλια τῶν Ἀνακτόρων, ὅτε, λέγω, κατὰ πᾶσαν πρωΐαν ταῦτα ἐξήρχοντο, ἐκτοξεύοντα ὕβρεις καὶ συκοφαντίας καθ’ ἡμῶν, ἀφίνοντα εἰς τὸν κόσμον νὰ ὑπολάβῃ, ὅτι ὅσα ἔγραφον ἦσαν γνῶμαι Ὑψηλῶν προσώπων. Οἱ πολιτικοὶ ἄνδρες ἔχουσι καθήκοντα ὑπέρτερα τῶν συμφερόντων τῶν ἀτομικῶν, πρὸ παντὸς δὲ πρέπει νὰ λησμονῶσιν ἑαυτούς· ὅτε δ’ ἡμεῖς διεχειρίσθημεν τὰ κοινὰ, εἴτε ὡς μέλη τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, εἴτε ὡς μέλη τοῦ Κοινοβουλίου, ἐλησμονήσαμεν πάντοτε τὰ συμφέροντα ἡμῶν, ἔχομεν δὲ τὸ σθένος καὶ νῦν ἔτι νὰ περιφρονῶμεν πάντας τοὺς τοιαῦτα καθ’ ἡμῶν εἰσηγουμένους. Ἀλλ’ ἐπιθυμοῦμεν τὴν συζήτησιν, ἐπιθυμοῦμεν νὰ ἐκτεθῶσι πάντα, ἵνα διαφωτισθῶσι θέματα, πρὸ τῆς ἀσαφείας τῶν ὁποίων πολλοὶ λαμβάνουσι τὸ θάρρος νὰ ζητῶσι λόγον παρ’ ἄλλων, καὶ νὰ ὁμιλῶσι, ν’ ἀποσιωπῶσι δὲ πράξεις ἑαυτῶν, τὰς ὁποίας ἐπίσημα ἔγγραφα βεβαιοῦσιν, ὅτι οὗτοι διέπραξαν. Ἡ ἀνάγνωσις τῶν ἐγγράφων καὶ ἡ συζήτησις τῆς ὑποθέσεως προσέτι ἤθελε χρησιμεύσει ὡς διδασκαλία πρὸς τοὺς πολιτευομένους, ὅτι πρὸ παντὸς πρέπει οὗτοι νὰ σέβωνται τὸ πολιτικὸν σύστημα, τὸ ὁποῖον κρατεῖ ἐν τῇ πατρίδι· τὸ πολιτικὸν δὲ σύστημα, τὸ ὁποῖον κρατεῖ ἐν τῇ πατρίδι ἡμῶν, δὲν ἐνδεικνύει, οὔτε ἐπιτρέπει εἰς τὰς Ἀντιπολιτεύσεις, οὐδὲ ἀνέχεται νὰ πράττωσιν αὗται ἄλλο τι, εἰμὴ νὰ ἐπιτηρῶσι καὶ νὰ ἐλέγχωσι τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν, καὶ νὰ μετέχωσι τῆς νομοθετικῆς ἐργασίας τοῦ Κοινοβουλίου. Δὲν ἐπιτρέπει ἀληθῶς τὸ πολίτευμα καὶ οἱ νόμοι ἡμῶν εἰς τὰς Ἀντιπολιτεύσεις νὰ συνιστῶσι σωματεῖα ἐκτὸς τοῦ Κοινοβουλίου, καὶ νὰ προσπαθῶσι δι’ αὐτῶν νὰ προσηλυτίζωνται τοὺς πολίτας, καὶ νὰ πλανῶσιν αὐτοὺς, καὶ νὰ ὑποβάλλωσιν αὐτοὺς εἰς ὅρκον, ἵνα τηρῶσι τὰ ἀπόρρητα· πολλῷ δὲ μᾶλλον δὲν ἐπιτρέπει νὰ διαφθείρωσιν ἀξιωματικοὺς τοῦ στρατοῦ,—καὶ νομίζετε ἀριθμὸν μικρόν; ἐὰν ἀναφέρω 300, λέγω ἴσως ὀλιγώτερον τοῦ πραγματικοῦ ἀριθμοῦ, — νὰ ἀποπλανῶσιν ὑπαξιωματικοὺς τοῦ στρατοῦ, νὰ εἰσάγωσιν εἰς τοὺς Συλλόγους των μέλη τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας, καὶ τοιουτοτρόπως νὰ ἀφαιρῶσιν ἀπὸ τὰς χεῖρας τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας τὴν ἐφαρμογὴν τῶν ποινικῶν νόμων καὶ τὴν νόμιμον συνδρομὴν τῶν στρατιωτικῶν δυνάμεων τοῦ Κράτους, ἤτοι τὰ δύο μόνα μέσα, διὰ τῶν ὁποίων ἡ Κυβέρνησις ἠδύνατο νὰ περιστείλῃ τὰς ἐργασίας τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας, καὶ νὰ καταστείλῃ πᾶν ὅ,τι αὕτη ἔπραττεν, εἴτε ἐπιζήμιον εἰς τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους, εἴτε προδοτικὸν τῶν ἐθνικῶν συμφερόντων. Δὲν ἐπιτρέπει δὲ πάντως εἰς αὐτὰς νὰ ἐπιδράμωσι καὶ ἐπὶ τὴν ἐξωτερικὴν πολιτικὴν τοῦ Κράτους, καὶ νὰ ἁρπάσωσιν ἀπὸ τῆς Κυβερνήσεως τὴν διεύθυνσιν καὶ διαχείρισιν τῆς ἐξωτερικῆς πολιτικῆς. Καὶ ὄντως ἡρπάγη ἀπὸ τὰς χεῖρας ἡμῶν ἡ ἐξωτερικὴ πολιτική, καὶ ἡρπάγη διότι δὲν εἴχομεν τὰ μέσα, τὰ ὁποῖα οἱ νόμοι ἔθηκαν εἰς τὴν διάθεσιν ἡμῶν, διότι ἀφήρπασε ταῦτα παρ’ ἡμῶν ὁ Σύλλογος οὗτος, ἡ Ἐθνικὴ Ἑταιρεία· καὶ τὰ ἥρπασεν ἐπὶ ζημίᾳ τῶν ἐθνικῶν συμφερόντων, κατὰ χρόνον δέ, καθ’ ὃν οὐδὲ νὰ παραιτηθῶμεν ἀπὸ τῆς ἀρχῆς ἠδυνάμεθα. Ἐὰν ἠδυνάμεθα νὰ παραιτηθῶμεν, ἠθέλομεν ἀφήσει τὴν εὐθύνην εἰς αὐτούς· ἀλλ’ ἤμεθα ὑπόχρεοι νὰ μείνωμεν, ἀγωνιζόμενοι, πῶς νὰ κατορθώσωμεν νὰ μὴ ἀνατραπῶσι τοὐλάχιστον αἱ βάσεις τῆς Πολιτείας, πῶς νὰ σώσωμεν τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα, καὶ πῶς νὰ μειώσωμεν τὰ δεινὰ καὶ τὰ δυστυχήματα, τὰ ὁποῖα οὗτοι παρεσκεύαζον, καὶ τὰ ὁποῖα πάντως ἤθελον ἐπισκήψει διὰ τῆς πρακτικῆς ταύτης, τὴν ὁποίαν ἡ Ἀντιπολίτευσις κατὰ τὰ ἔτη ἐκεῖνα ἠσπάσθη. Ἀλλὰ προσέτι ἦτο ἀναγκαία ἡ συζήτησις αὕτη, ἵνα διαφωτίσῃ τὴν Βουλὴν καὶ περὶ ἄλλων ἀναγκῶν τοῦ Κράτους, διότι αἱ συζητήσεις αὗται περὶ τῶν διαπραχθέντων καὶ περὶ τῶν ἐξ αὐτῶν ἐπισκηψάντων δυστυχημάτων πρέπει νὰ χρησιμεύωσιν ὡς διδασκαλία, ἡ δὲ διαφώτισις τῶν ζητημάτων, τὰ ὁποῖα προέκυψαν κατὰ τὴν τριετίαν ἐκείνην τοῦ 1896, τοῦ 1897 καὶ τοῦ 1898, ἔπρεπε νὰ μᾶς διδάξωσι νὰ σκεφθῶμεν, κατὰ τίνα τρόπον ἠθέλομεν ἐπὶ τὸ μέλλον κατορθώσει, ὅπως μὴ ἦναι ἐφικτὸν νὰ συνιστῶνται τοιαῦται ἑταιρεῖαι, δυνάμεναι νὰ εἰσέρχωνται εἰς τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ, νὰ παραπλανῶσιν ἀξιωματικοὺς ἐνθουσιώδεις ἢ εὐπλανήτους, καὶ νὰ παρασύρωσιν αὐτοὺς νὰ λησμονῶσιν ὃν ἔδωκαν ἐπὶ τῆς ἐθνικῆς σημαίας ὅρκον, καὶ νὰ δίδωσιν ἄλλον εἰς τὴν Ἐθνικὴν Ἑταιρείαν· ἔπρεπε νὰ μᾶς διδάξωσι νὰ σκεφθῶμεν, κατὰ τίνα τρόπον δὲν ἤθελε κατασταθῆ πλέον δυνατὸν, μέλη τοῦ δικαστικοῦ κλάδου, λειτουργοὶ τῆς Θέμιδος, νὰ θέτωσι τὴν χεῖρά των ἐπὶ τοῦ Εὐαγγελίου, καὶ νὰ λησμονῶσιν, ὅτι ἔδωκαν τὸν ὅρκον νὰ τηρῶσι τοὺς νόμους καὶ νὰ ἀπονέμωσι δικαιοσύνην, νὰ στέργωσι δὲ νὰ ἀναλάβωσι τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ὑπηρετήσωσι τὰς προαιρέσεις, τὰς ἀποφάσεις τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας. Δὲν συμφέρει τάχα, δὲν πρέπει νὰ ληφθῶσι μέτρα, ἵνα μὴ ἐπὶ τὸ μέλλον ἐπαναληφθῇ τοιοῦτον ἀπαίσιον δρᾶμα; Ἀλλὰ διηνύσαμεν ἀπὸ τῆς ἐποχῆς τοῦ πολέμου τέσσαρα ἤδη ἔτη, καθ’ ἃ ἐπὶ τριετίαν ἐκυβέρνησε τὸ Ὑπουργεῖον, τὸ ὁποῖον πρὸ μικροῦ ἀντικατεστάθη· ἀφοῦ δὲ δὲν ἠδυνήθημεν νὰ ἐπουλώσωμεν ἄλλας πληγὰς, ἀφοῦ δὲν ἠδυνήθημεν νὰ ἀνορθώσωμεν πρὸ παντὸς τὰ οἰκονομικὰ ἡμῶν, διότι τὰ οἰκονομικὰ ἡμῶν δὲν ἀνορθοῦνται, ἀλλὰ παραλύουσι καὶ καταστρέφονται δι’ ἀσπλάγχνων πιέσεων, αἵτινες σκοποῦσι νὰ εἰσπράττωνται ὅσῳ τὸ δυνατὸν περισσότερα χρήματα παρὰ τοῦ λαοῦ, ἵνα εἰσάγωνται ταῦτα εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον· ἀφοῦ, λέγω, δὲν κατωρθώσαμεν νὰ ἀνορθώσωμεν τὰ οἰκονομικὰ ἡμῶν, οὐδὲ νὰ προβλέψωμεν περὶ τῆς βελτιώσεως τῆς ποινικῆς καὶ πολιτικῆς δικαιοσύνης,—διότι γελοία ἦτο ἡ ἐλπὶς ἐκείνων, οἵτινες προσεδόκων, ὅτι τὰ νομοσχέδια τοῦ κ. Καραπαύλου ἤθελον χρησιμεύσει εἰς τὴν βελτίωσιν τοῦ κλάδου τούτου,— ἀφοῦ δὲν κατωρθώσαμεν νὰ λάβωμεν σπουδαίαν τινὰ μέριμναν, ὅπως δυνηθῶμεν μίαν ἡμέραν νὰ ἔχωμεν καὶ ἡμεῖς στρατὸν καὶ νὰ ἔχωμεν καὶ ἡμεῖς στόλον, καὶ νὰ πεισθῶμεν πλέον, ὅτι δὲν μᾶς ἐπιτρέπεται νὰ παραμυθῶμεν τὴν χώραν δι’ ἐλπίδων κενῶν καὶ ἀπραγματοποιήτων· ἀφοῦ δὲν ἠδυνήθημεν τὰς πληγὰς ταύτας τοῦ Κράτους νὰ ἐπανορθώσωμεν, δὲν πρέπει τοὐλάχιστον νὰ φροντίσωμεν πάντες, ὡς εἷς ἄνθρωπος, νὰ ληφθῶσι μέτρα, διὰ τῶν ὁποίων θέλει κατασταθῆ πλέον ἀδύνατον ἐν τῷ μέλλοντι νὰ συστηθῇ Ἐθνικὴ Ἑταιρεία, ἥτις καὶ τοὺς ἀξιωματικοὺς τοῦ στρατοῦ νὰ ἀποτρέπῃ ἀπὸ τῶν καθηκόντων αὐτῶν καὶ τοὺς δικαστὰς ἀπὸ τὰς μερίμνας των; Ἰδοὺ διατί ἐπιζητοῦμεν τὴν συζήτησιν τῶν περὶ τοῦ θέματος τούτου, καὶ τὴν ἀποκάλυψιν τῶν διαπραχθέντων, καὶ τὸν ἔλεγχον τῶν διαπραξάντων, ὅσα διεπράχθησαν καὶ ὅσα συνέβησαν. Ἐγὼ εἶχον πεισθῆ ἤδη, ὅτι δὲν ἤθελον ἀφεθῆ νὰ γένηταί ποτε συζήτησις. Ἀφοῦ διὰ μεγάλου ἀγῶνος καὶ δι’ ἀκαταπονήτων προσπαθειῶν μόλις κατωρθώθη νὰ συστηθῇ τὸ πρῶτον ἐξεταστικὴ τῶν πραγμάτων ἐπιτροπὴ, — καίτοι ἡ πλειονοψηφία τῆς Βουλῆς ἦτο εὐμενὴς πρὸς ἡμᾶς — διότι ἀντέπραττον οἱ κυβερνῶντες, καὶ ἀφοῦ ἡ ἐπιτροπὴ αὕτη δὲν ἔφθασεν εἰς τὸ πέρας τοῦ ἔργου αὐτῆς, διότι οἱ Ὑπουργοὶ δὲν ἐχορήγουν εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τὰς ζητουμένας πληροφορίας, ἀπέτυχον δὲ οὕτω πᾶσαι αἱ προσπάθειαι ἡμῶν, οὐδὲ ἐπετεύχθη ἀποτέλεσμά τι, καὶ ὅτε κατόπιν συνεστήθη δι’ ὁμοίων προσπαθειῶν ἡ δευτέρα τῶν πραγμάτων ἐξεταστικὴ ἐπιτροπὴ, συνεστήθη δὲ, ἵνα διαλυθῇ, ἵνα ῥιφθῇ στάχτη εἰς τοὺς ὀφθαλμοὺς τοῦ κοινοῦ, εἶχον πεισθῆ, λέγω, ὅτι δὲν ἠθέλομεν βεβαίως κατορθώσει νὰ γένηται ἡ περὶ τῶν θεμάτων τούτων συζήτησις. Διὰ τοῦτο ἠπόρησα, πῶς ὁ ἐξ Ἠλείας Βουλευτὴς παρέστη ἐν τῷ μέσῳ, προβάλλων εἰς τὴν Βουλὴν τοιαύτην συζήτησιν, καὶ πῶς ὁ ἐκ Κυθήρων ἐπέδραμε πάνοπλος, ἵνα ἐπιτεθῇ καθ’ ἡμῶν, φαινόμενος, ὅτι ζητεῖ ν’ ἀποκαλύψῃ τὴν ἀλήθειαν! Ἀλλ’ ἔχομεν τὴν πεῖραν τοῦ παρελθόντος, ἵνα κατανοήσωμεν, τί κρύπτουσι τὰ διανοήματα αὐτοῦ, καὶ ἔχομεν τὴν ἀλήθειαν ἐπίκουρον, ἵνα πατάξωμεν πᾶσαν κακοπιστίαν.

§48Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Μετὰ τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ ἐντίμου ἐκ Γόρτυνος Βουλευτοῦ ἡ παρέμβασις ἄλλου τινὸς θὰ ἦτο περιττὴ, ἐὰν δὲν ἦτο ἐρριζωμένη εἰς ἐμὲ ἡ γνώμη, ὅτι ἡ συζήτησις περὶ τῶν πεπραγμένων τοῦ πολέμου καὶ τῆς Ἑταιρείας τῆς Ἐθνικῆς πρέπει νὰ ἔλθῃ ἐπὶ τάπητος, καὶ νὰ ἐξελεγχθῶσι ταῦτα καθ’ ὅλην τὴν γραμμήν. Ἐγένοντο μεγάλα κακὰ εἰς τὴν πατρίδα, ὑπεδουλώθημεν οἰκονομικῶς, κατέστη ὁ στρατὸς ἡμῶν ἄχρηστος, δὲν ὑπάρχει μέριμνα περὶ αὐτοῦ, καὶ τὸ Κράτος δὲν ἐλπίζει ποτὲ νὰ ἴδῃ ἡμέραν ἐκπληρώσεως τῶν ἱερῶν αὐτοῦ πόθων. Πιστεύω λοιπόν, ὅτι ἐπιβάλλεται εἰς ἡμᾶς ἡ συζήτησις· πιστεύω, ὅτι καθῆκον ἱερὸν πρὸς τὴν πατρίδα ἡμῶν ἔχομεν, τὰ πάντα καὶ οἱ πάντες ν’ ἀποκαλυφθῶσι, διότι πιστεύω, ὅτι μετὰ τὴν ἀποκάλυψιν ταύτην καὶ οἱ πολιτικοὶ ἄνδρες καὶ οἱ στρατιῶται καὶ οἱ ἀξιωματικοὶ καὶ οἱ δικασταὶ καὶ οἱοσδήποτε συνετέλεσεν εἰς τὴν δυστυχίαν τῆς πατρίδος θὰ τεθῇ ἐκποδὼν, θὰ παραμερίσῃ, διὰ νὰ ἔλθωσιν ἐπὶ τὴν ἀρχὴν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι θὰ ἐσκέπτοντο ἄλλως, καὶ θὰ ἐνήργουν ἄλλως, καὶ θὰ εἶχον τὸ θάρρος νὰ ποδοπατήσωσιν ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι παρεμβαίνουσι, πρὸς ζημίαν τῆς πατρίδος ἡμῶν, εἰς τοιαῦτα ὑψηλὰ ζητήματα. Καὶ θὰ ἐπιμείνω, παρακαλῶν τὴν Βουλὴν σύμπασαν νὰ τεθῶσιν ἐπὶ τάπητος τὰ ζητήματα. Καὶ θὰ παρακαλέσω ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἔχουσιν εἰς χεῖράς των ἔγγραφα καὶ γνωρίζουσι πράγματα, νὰ μὴ φεισθῶσιν οὐδενός, ὁπουδήποτε καὶ ἂν ἵσταται, διότι μόνον τότε νομίζω, ὅτι θὰ ἐκπληρώσωμεν τὸ πρὸς τὴν πατρίδα μας καθῆκον. Ἡ συζήτησις τοῦ Προϋπολογισμοῦ καὶ τοῦ ζητήματος τῆς σπογγαλιείας καὶ τῶν τοιούτων εἶναι τόσον ποταπὴ καὶ μηδαμινὴ ἀπέναντι τῆς ὑποθέσεως ταύτης, ὥστε οὐδὲ κἂν ἔπρεπε νὰ ἐγερθῇ ἐν τῷ περιβόλῳ τούτῳ πρὸ τῆς ὑποθέσεως ταύτης.

§49Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Αὐτὰ εἶναι τὰ ζωτικώτερα ζητήματα.

§50Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἡ Ἀνατολὴ εἶναι τόπος ἀπροόπτων. Δὲν θὰ παρέλθῃ μακρὸν χρονικὸν διάστημα, καὶ θὰ ἴδωμεν ἐν τῇ Ἀνατολῇ γεγονότα μεγάλα, γεγονότα θίγοντα καιρίως τὰ συμφέροντα τῆς πατρίδος ἡμῶν, καὶ ἡμεῖς κατὰ τὴν στιγμὴν ἐκείνην ὄχι μόνον θὰ ἤμεθα ἀνέτοιμοι, ἀλλὰ καὶ θὰ ἔχωμεν χάσει τὴν πεποίθησιν πρὸς ὅλα τὰ πρόσωπα, τὰ λαμβάνοντα μέρος εἰς τὰ τῆς διοικήσεως τῆς πατρίδος ἡμῶν, καὶ ὅταν οἱ ἐχθροὶ τῆς πατρίδος θὰ ζητήσωσι τὴν λύσιν τῶν τοιούτων ζητημάτων, ἢ καὶ ὅταν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἔχουσι δικαιώματα ἐπὶ τῆς Ἀνατολῆς, θὰ ζητήσωσι νὰ διεκδικήσωσιν αὐτὰ, ἡμεῖς θὰ ἤμεθα νεκροὶ καὶ ἀνίκανοι νὰ πράξωμεν τὸ καθ’ ἡμᾶς, ἵνα σώσωμεν τὰ δίκαια ἡμῶν, ἵνα σώσωμεν τὴν τιμὴν ἡμῶν, ἵνα ἀναστηλώσωμεν τὸ γόητρον τῆς πατρίδος ἡμῶν! Οἱ λαοὶ πρὸ τοῦ μεγάλου κινδύνου δὲν λιποψυχοῦσιν, ἀλλ’ ἀποκόπτουσι τὸ δυνάμενον νὰ καταστρέψῃ ὅλον τὸ σῶμα βεβλαμμένον μέλος. Τοιαύτην ἔχομεν θέσιν καὶ τοιοῦτο καθῆκον σήμερον, καὶ τοῦτο πρέπει νὰ πράξωμεν. Ἀπορῶ, πῶς ἐτόλμησαν νέοι καὶ πρώτην φορὰν εἰσελθόντες εἰς τὴν Βουλὴν ἔντιμοι συνάδελφοι νὰ ὑποδείξωσιν ἀναβολὴν τῆς συζητήσεως ταύτης, φοβούμενοι παντοῖα δεινὰ, τὰ ὁποῖα τάχα θὰ προκύψωσιν ἐκ τῆς συζητήσεως. Ἀλλὰ τὸ αἷμα τὸ χυνόμενον διὰ τὰ δίκαια τοῦ λαοῦ καὶ τὴν ἐλευθερίαν δὲν ἔχει ἀποτέλεσμα ἄλλο παρὰ τὴν ἀναγέννησιν τῶν Κρατῶν καὶ τὴν ἑδραίωσιν αὐτῶν. Τοιοῦτο εἶναι τὸ ζήτημα, καὶ τοιαῦτα θὰ ἦναι τ’ ἀποτελέσματα. Θὰ πέσωσιν ἴσως πολιτευταί, θὰ συντριβῶσιν ἴσως ἄλλοι, ἀλλὰ θ’ ἀναγεννηθῇ τὸ Κράτος ἐκ τῆς ἐπαναστάσεως ταύτης. Μὴ διστάζετε νὰ προχωρήσητε εἰς τὴν ἐξέλεγξιν τῶν πραγμάτων· ἀπολογηθῆτε σεῖς οἱ κατηγορούμενοι, ἀποδείξατε τὴν ἀθῳότητα ὑμῶν, καταδείξατε τὸ σχέδιον ὑμῶν, ἢ ἀπομακρυνθῆτε ἐκ τῆς δράσεως τῆς πολιτικῆς. Ἡ πατρὶς μετὰ τὸν πόλεμον τοῦ 1897 συνετρίβη, τὸ δένδρον κατέπεσεν· ἔχει ἀνάγκην ν’ ἀναζήσῃ πάλιν. Θέλει θυσίας; θὰ τὰς δώσητε. Μὴ δειλιᾶτε! Τὰ ἔθνη ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα τολμῶσι νὰ φθάσωσι καὶ μέχρι τῶν Βασιλέων, αὐτὰ τὰ ἔθνη ἔζησαν καὶ ἐμεγαλούργησαν. Τὰ ἔθνη, τὰ ὁποῖα πρὸ τῶν μεγάλων γεγονότων ὑποχωροῦσιν, ἐκεῖνα κατασυντρίβονται καὶ ἀπόλλυνται.

§51ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Κρίτσας ἔχει τὸν λόγον.

§52Δ. ΚΡΙΤΣΑΣ. Ἂν δὲν ἦναι ἄλλος, κύριε Πρόεδρε.

§53ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εἶναι κανεὶς ἄλλος.

§54Δ. ΚΡΙΤΣΑΣ. Οὐδὲ προτίθεται;

§55Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Πολλάκις, Κύριοι, κατὰ τὴν περίοδον ταύτην τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἀπασχολεῖ τὴν Βουλὴν τὴν ἑσπέραν ταύτην, ἦλθεν ἐνώπιον αὐτῆς, καὶ κατὰ τὰς συζητήσεις ἐκείνας ἐξέφρασα ἀπεριφράστως τὴν γνώμην μου περὶ τῶν προτάσεων, αἱ ὁποῖαι τότε ὑπεβάλλοντο. Εἶπον, ὅτι κατὰ τὴν κρίσιν μου ἡ ἐξέτασις τῆς δράσεως τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας, ἡ ἐξέτασις τῶν εὐθυνῶν τοῦ πολέμου εἰς οὐδὲν ἠδύνατο νὰ ἀπολήξῃ πρακτικὸν ἀποτέλεσμα, ὅτι τὸ ἀποτέλεσμα τῆς συζητήσεως δὲν θὰ ἦτο ἄλλο παρὰ ἡ ἐκτύλιξις γεγονότων, τὰ ὁποῖα καιρίως θὰ βλάψωσι τὴν χώραν ἡμῶν. Ἐνόμιζον, Κύριοι, ὅτι τὰ ἔθνη, τὰ ὁποῖα ἔχουσι τὴν ἀτυχίαν νὰ ἡττῶνται ἐν πολέμῳ, ἔχουσι καθῆκον, ἵνα πάντα μετέλθωσι τρόπον, ὅπως βελτιώσωσι τὰ τῆς οἰκονομικῆς καὶ στρατιωτικῆς αὑτῶν καταστάσεως, καὶ νὰ μὴ καταγίνωνται, ὅπως δι’ ἀντεγκλήσεων ἐξετάζωσι τὸ παρελθόν. Τὸ παρελθὸν ἀνήκει εἰς τὴν ἱστορίαν, καὶ ἡ ἱστορία θὰ κρίνῃ περὶ αὐτοῦ. Δὲν εἴμεθα ἁρμόδιοι μὲ τὰ πάθη ἡμῶν νὰ κρίνωμεν τοῦτο. Τοιαύτην ἔχων γνώμην, βεβαίως οὐδέποτε ἤθελον συμβουλεύσει τὸν ἐξ Ἠλείας κ. Βουλευτὴν νὰ φέρῃ τὸ ζήτημα ἐντὸς τῆς Βουλῆς· ἀλλ’ ἀτυχῶς τὸ ζήτημα ἐτέθη, καὶ τεθὲν ἔδωκεν ἀφορμὴν εἰς τοσαύτην ἀνάπτυξιν τῆς συζητήσεως, ὥστε δὲν ἠξεύρω, ἂν ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ ἐπιμείνω, μετὰ τὴν ἀγόρευσιν τοῦ κ. ἐκ Γόρτυνος Βουλευτοῦ, εἰς τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ἐξέφρασα ἄλλοτε. Ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς τὴν ἱστορίαν ὅλην τοῦ πολέμου ἐν ὀλίγαις λέξεσι συνώψισε τὴν ἑσπέραν ταύτην. Ἐνόμισεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος, ὅτι τὸν πόλεμον διέπραξεν ἡ πτέρυξ ἐκείνη (δεικνύει τὴν δεξιὰν), ὅτι οἱ παρακαθήμενοι εἰς τὴν πτέρυγα ἐκείνην ὠργάνωσαν τὴν Ἐθνικὴν Ἑταιρείαν, καὶ ὅτι διὰ τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας ἐπεβλήθησαν εἰς αὐτὸν, καὶ ὅτι ἀποτέλεσμα τῆς ἐπιβολῆς ταύτης ὑπῆρξεν ὁ πόλεμος. Ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ νὰ τῷ εἴπω, ὅτι κυβερνήτης τῆς χώρας, ὁ ὁποῖος ὑπέστη τὸ ἀτύχημα, ἵνα ταύτην διοικήσῃ κατὰ τὰς φρικωδεστέρας περιστάσεις τῆς συγχρόνου ἱστορίας, δὲν ὤφειλε τόσον τὸ ζήτημα νὰ καταρρίψῃ. Ὤφειλε νὰ ἔχῃ τὸ θάρρος, ὑψούμενος ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου νὰ εἴπῃ: «φέρω τὰς εὐθύνας τοῦ πολέμου». Ἐὰν τὰ Ἑλληνικὰ ὅπλα ἤθελον εὐτυχήσει, κύριε Βουλευτὰ ἐκ Γόρτυνος, ὁ ἀνδριὰς ὑμῶν θὰ ἵστατο ἐπὶ τῶν πλατειῶν τῶν πόλεων τῶν ἑλληνικῶν. Ἠτυχήσατε; φέρετε τὴν εὐθύνην τῶν ἀτυχιῶν σας. Ὑπῆρξαν καὶ ἄλλοι Πρωθυπουργοὶ, Κύριοι, οἱ ὁποῖοι ὑπέστησαν τοιαῦτα ἀτυχήματα. Ἠτύχησεν ἡ Δανία, ἠτύχησε, δοξασθεῖσα, ἀλλ’ ὁ Πρωθυπουργὸς τοῦ πολέμου ἐκείνου μετέβη εἰς Μονὴν, καὶ ἐκεῖ ἐτελεύτησε τὸν βίον. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς δεξιᾶς). Ἠτύχησεν ἡ Γαλλία, ἀλλ’ ὁ Πρωθυπουργὸς τῆς ἐποχῆς ἐκείνης δὲν ἐνόμισεν ὅτι εἶχε τὸ δικαίωμα ν’ ἀναμιχθῇ πλέον εἰς τὰ πολιτικὰ τῆς πατρίδος του, καὶ ἐπὶ 30 ἤδη ἔτη ἡ μεγάλη ἐκείνη ἱκανότης, ἡ μεγάλη ἐκείνη ῥητορικὴ δεινότης παραμένει μακρὰν τῆς πολιτικῆς, ἀναλογιζομένη τὸ παρελθὸν, ἀναλογιζομένη τὰς ἀτυχίας τοῦ 1870. Ἠτύχησεν ἡ Ἰταλία· μίαν μόνον ἧτταν ὑπέστησαν τὰ ἰταλικὰ ὅπλα, καὶ αὕτη ἤρκεσεν, ὅπως ὁ πανίσχυρος ἐκεῖνος Πρωθυπουργὸς μὴ ἀναφανῇ πλέον ἐπὶ τῆς πολιτικῆς σκηνῆς. Ἰδοὺ τὰ διδάγματα τῶν μεγάλων Πρωθυπουργῶν τῆς Εὐρώπης. Οὐδεὶς ἐξ αὐτῶν κατεβίβασεν ἑαυτὸν, ὥστε νὰ εἴπῃ: «δὲν πταίω ἐγὼ διὰ τὸν πόλεμον, πταίετε σεῖς, πταίει ἡ Ἐθνικὴ Ἑταιρεία!» Ἀλλ’ ἐὰν πταίωμεν ἡμεῖς, ἀποδείξατέ το ἐπὶ τέλους. Ὡς ἀντιπολιτευόμενοι, ὑπεστηρίξαμεν ἰδέας, τὰς ὁποίας ἐνομίσαμεν ὀρθάς. Ἔχω τὴν συνείδησιν, ὅτι τὸ καθῆκόν μου ἐντὸς τῆς αἰθούσης ταύτης ἐπετέλεσα. Ἐκτὸς αὐτῆς οὐδέποτε κατῆλθον, ἵνα διὰ μηχανορραφιῶν, ἢ δι’ οἱασδήποτε ἄλλης ἐνεργείας βλάψω τὴν Κυβέρνησιν τῆς χώρας μου· διότι νομίζω, ὅτι αὕτη ἔπρεπε νὰ πρωτοστατήσῃ εἰς τὸν ἐθνικὸν ἀγῶνα. Ἀλλ’ ἐὰν ἔχητε ἀποδείξεις, ὅτι ἄλλην ἐτήρησα ὁδόν, ἔλθετε καὶ φέρετε τὴν ἀπόδειξιν ταύτην. Ἀλλ’ ἀφοῦ ταῦτα ἐλέχθησαν, Κύριοι, δὲν εἶναι δυνατὸν πλέον νὰ ἐμμείνω εἰς τὴν γνώμην, ἣν ἄλλοτε ἐξέφρασα, ἀλλὰ συντάσσομαι μετ’ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι νομίζουσιν, ὅτι ἡ συζήτησις αὕτη πρέπει νὰ γείνῃ. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς δεξιᾶς).

§56Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁ Βουλευτὴς ἐκ Κερκύρας, δὲν εἶναι πρώτη φορά, καθ’ ἣν ὁμιλεῖ περὶ ἀνδριάντων καὶ περὶ χρυσῶν στεφάνων καὶ περὶ ἀναγραφῶν χρυσοῖς γράμμασιν· αὐτὰ ταῦτα ἔλεγε καὶ κατὰ Νοέμβριον τοῦ 1896 ὁ αὐτὸς κ. Βουλευτὴς ἐκ Κερκύρας, προτρέπων τὴν τότε Κυβέρνησιν νὰ προβῇ καὶ κηρύξῃ τὸν πόλεμον, καὶ βεβαιῶν, ὅτι οὐδὲν ἔλειπεν ἀπὸ ἡμᾶς. Καὶ ἐνῷ ἔλεγε ταῦτα, ἀφ’ ἑτέρου προέτρεπε νὰ σχηματίσωμεν τάχιστα στρατόν, οἰκονομοῦντες 10 ἑκατομμύρια ἐκ τοῦ τακτικοῦ Προϋπολογισμοῦ, καὶ ναυτικὸν ἐντὸς δύο μόνον μηνῶν! Ἐλησμόνησε τάχα τοὺς λόγους αὐτοῦ, ἐλησμόνησεν ὅτι ὑπέσχετο, ὅτι χρυσοῖς γράμμασιν ἤθελον ἀναγραφῆ τὸ ὄνομα ἡμῶν, ἂν προεβαίνομεν εἰς τὰς πράξεις ἐκείνας, αἱ ὁποῖαι βεβαίως ἤθελον φέρει τὸν πόλεμον; Ἡμεῖς οὐδεμίαν εὐθύνην ἀποφεύγομεν, ἀλλ’ ὁμολογοῦμεν, ὅτι κατὰ τὸ 1895, ὅτε ἀνελάβομεν τὴν ἀρχήν, δὲν ὑπῆρχεν ἐν τῷ προγράμματι ἡμῶν ὁ σκοπὸς ἢ ἡ προαίρεσις νὰ προβῶμεν εἰς πράξεις, αἵτινες ἤθελον φέρει τὸν τόπον εἰς πόλεμον. Ἡ κλῆσις ἡμῶν ἐπὶ τὴν ἀρχὴν ἕνα εἶχε σκοπόν, τὴν περισυλλογὴν τῶν λειψάνων τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως μετὰ τὴν ἀτυχῆ περίοδον τῆς πτωχεύσεως· εἶχε σκοπὸν τὴν βελτίωσιν τῆς διοικήσεως καὶ τῶν οἰκονομικῶν, καὶ εἰς ταῦτα ἠσχολούμεθα· καὶ ἐνῷ ἠσχολούμεθα εἰς τὴν κατασκευὴν τοῦ ὑπολοίπου τμήματος τοῦ σιδηροδρόμου Μύλων–Καλαμῶν, τοῦ ὁποίου τὸ ἐκτεθειμένον εἰς τὰς ἀτμοσφαιρικὰς τροπὰς ὑλικὸν ἐφθείρετο· ἐνῷ ἠσχολούμεθα νὰ κατασκευασθῇ τὸ πρῶτον τμῆμα τῆς ὁδοῦ Πειραιῶς–Λαρίσης διὰ χρημάτων τοῦ δημοσίου ταμείου, τὰ ὁποῖα ἀπεταμιεύομεν δι’ οἰκονομικῶν· ἐνῷ ἠσχολούμεθα νὰ φέρωμεν τάξιν εἰς τὴν διοίκησιν τῆς χώρας, ἡ Ἐθνικὴ Ἑταιρεία εἰργάζετο, ἵνα ἐπηρεάζῃ τὴν ἐπιτροπὴν τῆς Μεταπολιτεύσεως, ἥτις εἶχε σχηματισθῆ ἐν Κρήτῃ, καὶ προέτρεπεν αὐτὴν εἰς ἐπανάστασιν· καὶ ὅτε κατώρθωσεν, ἐνισχυομένη ἀπὸ τὰς ἐντυπώσεις, τὰς ὁποίας εἶχον ἐμποιήσει εἰς τὸ κοινὸν αἱ δυσμενεῖς μετὰ τὴν πτώχευσιν περιπέτειαι καὶ διαθέσεις, νὰ ἐκμεταλλευθῇ τὸ οὕτω παρεσκευασμένον ἔδαφος, καὶ νὰ ἐξεγείρῃ τὸ πνεῦμα καὶ ἐξάψῃ τὸν πατριωτισμὸν τοῦ κοινοῦ, ἠσχολεῖτο νὰ ἀντιδράσῃ εἰς τὰς ἐπιτευχθείσας ὑπὲρ τῆς Κρήτης παραχωρήσεις, διότι οἱ δι’ αὐτῶν ἀποδιδόμενοι εἰς τὴν νῆσον νέοι θεσμοὶ ἤθελον καταπαύσει βεβαίως πᾶσαν ἐνέργειαν πρὸς διατάραξιν τῆς τάξεως. Αἱ παραχωρήσεις τῆς Τουρκίας, δι’ ὧν ἀνετρέπετο ὁλόκληρον τὸ σύστημα τὸ κυβερνητικόν, τὸ κατὰ τὸ 1889 κατασταθὲν διὰ τοῦ Σακὴρ ἐν Κρήτῃ, καὶ ἀποκαθίστατο αὖθις τὸ σύστημα τὸ κυβερνητικὸν τῆς Χαλέπας μετὰ αἰσθητῶν βελτιώσεων, ἐγένοντο ἐν Κρήτῃ ἀποδεκταί, ἡ δὲ ἀντιπροσωπεία τοῦ Κρητικοῦ λαοῦ ἐξεδήλου τὴν εὐγνωμοσύνην αὑτῆς πρὸς τὸν Βασιλέα καὶ πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τοῦ 1895, διὰ τῶν προσπαθειῶν τῶν ὁποίων εἶχον ἐπιτευχθῆ αἱ παραχωρήσεις αὗται. Ἀλλὰ τότε ὁ κ. Ρωμᾶνος, ὅστις χθὲς ἔλεγεν, ὅτι δὲν ἀνεμίχθη παντάπασιν εἰς τὰ τῆς Κρήτης, ἔτρεχεν εἰς Κρήτην, καὶ περιήρχετο τὰς κώμας καὶ τὰ χωρία, καὶ ἐζήτει νὰ πείσῃ τοὺς Κρῆτας, ὅτι δὲν πρέπει νὰ εὐχαριστηθῶσιν ἐκ τῶν νέων θεσμῶν. Καὶ ἐγὼ μὲν ἔχω ἐπιστολὰς ἐκ Κρήτης, βεβαιούσας τὰ περὶ τούτου, μνημονεύω δὲ ἰδίᾳ τοῦ κ. Βαλλὰκη, δόντος μοι πληροφορίας σχετικάς· ἀλλ’ ἠκούσατε κατὰ τὴν ἑσπέραν ταύτην τοῦ κ. Ρωμάνου βεβαιοῦντος, ὅτι εἶναι ἀθῶος, ὡσεὶ λευκὴ περιστερά! Ὡμολόγει ἁπλῶς, ὅτι ἦτο μὲν μέλος τῆς Κρητικῆς ἐπιτροπῆς, ἐβεβαίου δὲ, ὅτι δὲν διενοεῖτο ν’ ἀναμιχθῇ εἰς τὴν ἐσωτερικὴν πολιτικήν. Καὶ ἀνεγίνωσκε τότε ἐν τῇ Βουλῇ τὴν γνωστὴν ἐγκύκλιον τοῦ πρίγκηπος Γκορτζακὼφ, τὴν ἐκδοθεῖσαν κατὰ τὴν 16 Νοεμβρίου 1866, δι’ ἧς ἐδίδετο ἐντολὴ εἰς τὸν ἐν Παρισίοις πρέσβυν τοῦ Αὐτοκράτορος τῆς Ρωσσίας βαρῶνον De Budberg, ἵνα ποιήσηται τὴν ἀνακοίνωσιν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν τοῦ Αὐτοκράτορος τῶν Γάλλων Ναπολέοντος Γʹ, ὅτι ὁ Αὐτοκράτωρ Ἀλέξανδρος Βʹ ἐφρόνει, ὅτι πρέπει νὰ λυθῇ τὸ ζήτημα τῆς Κρήτης διὰ τῆς παραχωρήσεως αὐτῆς εἰς τὴν Ἑλλάδα. Ἔλεγε δὲ τότε πρὸς τὴν Βουλὴν ὁ κ. Ρωμᾶνος, ὅτι τοιαύτη πάντοτε εἶναι ἡ Ρωσσικὴ πολιτικὴ, καὶ ὅτι ἑπομένως ἔχομεν βεβαίαν τῆς Ρωσσίας τὴν εὐμενῆ ὑποστήριξιν. Ἐλησμόνησεν ὅμως τὴν ἑτέραν ἐγκύκλιον, τῆς 10 Ὀκτωβρίου τοῦ 1867, δι’ ἧς ὁ πρίγκηψ Γκορτζακὼφ ἀνεκοίνου εἰς τοὺς παρὰ ταῖς Μεγάλαις Αὐλαῖς ἀντιπροσώπους τῆς Ρωσσίας, ὅτι καὶ ἡ Ρωσσία μετὰ τῶν ἄλλων Μεγ. Δυνάμεων συνεφώνησε ν’ ἀνακοινώσωσιν εἰς τὴν Τουρκίαν, ὅτι «αἱ Δυνάμεις, ἀφοῦ μάτην προσεπάθησαν νὰ φωτίσωσι τὴν Τουρκίαν, ἔχουσι καθῆκον νὰ διακηρύξωσιν εἰς αὐτὴν, ὅτι τοῦ λοιποῦ δὲν πρέπει νὰ ἐλπίζῃ ὅτι ἤθελεν ἔχει τὴν ἠθικὴν ὑποστήριξίν των, ἐὰν ἡ Τουρκία ἤθελε ζητήσει αὐτὴν ἐν τῷ μέσῳ τῶν δυσκολιῶν, τὰς ὁποίας ἤθελε παραγάγει αὐτῇ ἡ τόσον ἀσθενὴς εὐλάβεια, ἣν ἔδειξε πρὸς τὰς συμβουλὰς των.» Τοιαύτην τότε ἔλαβε λύσιν τὸ τοσούτῳ παραταθὲν κατὰ τὸ 1866 δρᾶμα τῆς Κρήτης· μετὰ τοιαύτην δὲ λύσιν ἐκάλει ὁ κ. Ρωμᾶνος ἡμᾶς, μὲ τὴν ἐγκύκλιον τοῦ πρίγκηπος Γκορτζακὼφ εἰς χεῖρας, νὰ προβῶμεν, ἔστω καὶ ἂν ἐτρέχομεν τὸν κίνδυνον ν’ ἀναγκασθῶμεν νὰ πολεμήσωμεν. Διὰ τοῦτο μίαν προσπάθειαν κατεβάλομεν, νὰ κατευνάσωμεν τὰ πνεύματα ἐν τῇ Κρήτῃ, καὶ διὰ τῶν ἐπιτευχθέντων νέων θεσμῶν νὰ παρασχεθῇ εἰς τὴν Κρήτην ἡ κυβερνητικὴ εὐκολία τῆς νήσου ν’ ἀναπτυχθῇ καὶ βελτιωθῇ καὶ προπαρασκευασθῇ προσεχῶς, ὅπως ἀπολαύσῃ, ὅταν ἑνωθῇ μετὰ τῆς Ἑλλάδος, τῆς ἐλευθερίας τοῦ κοινοβουλευτικοῦ βίου. Καὶ ἐνῷ οὗτοι ὑπεκίνουν τοὺς Κρῆτας, ἵνα μὴ στέρξωσι τοὺς θεσμοὺς καὶ προβῶσιν εἰς ἐπανάστασιν, συγχρόνως καὶ ὁ Σουλτᾶνος δι’ ἀπεσταλμένων προσεπάθει νὰ ματαιώσῃ τοὺς θεσμοὺς, οὓς εἶχε τότε παραχωρήσει, οὕτω δὲ κατ’ αὐτὸν τὸν χρόνον προσήρχοντο καὶ οἱ Ἕλληνες τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας, ἐνεργοῦντες καὶ αὐτοὶ νὰ ματαιωθῶσιν οἱ θεσμοί. Πρὸς τίνα σκοπόν; Ἡ μὲν Ὑψηλὴ Πύλη, ἵνα σώσῃ τὸ κυβερνητικὸν ἐν Κρήτῃ σύστημα τοῦ Σακὴρ, ὁ δὲ κ. Ρωμᾶνος καὶ οἱ ἄλλοι Ἕλληνες τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας, ἵνα προκαλέσωσι τὴν ἐπανάστασιν, ὅπως ἀναγκασθῇ ἡ Κυβέρνησις νὰ ἀναμιχθῇ, ὅπως γεννηθῶσιν ἀνάλογοι περιπλοκαὶ, περιάχθη δ’ ἡ Κυβέρνησις εἰς τὸ δίλημμα, ἢ νὰ ἐγκαταλίπῃ τοὺς Κρῆτας εἰς τὴν τύχην των, ἢ νὰ συνδράμῃ αὐτοὺς, διαταράττουσα τὰς μετὰ τῆς Τουρκίας εἰρηνικὰς σχέσεις της, καὶ προκαλοῦσα τὴν διακοπὴν αὐτῶν. Ὁ ἀπώτερος, ἀλλ’ ὁ κύριος σκοπὸς τῶν ἐνεργειῶν τούτων ἦτο νὰ πέσῃ τὸ Ὑπουργεῖον· καὶ τοσοῦτον θερμὸς καθίστατο ὁ πόθος οὗτος, ὥστε ὁ κύριος Ἔσλιν ἔδιδεν εἰς τὴν Ἐθνικὴν Ἑταιρείαν τὴν γνώμην, νὰ παρασκευάσῃ στρατιωτικὴν διαδήλωσιν, ὅπως κατακρημνισθῇ τὸ Ὑπουργεῖον Δηλιγιάννη! Αὐτὸς ἦτο ὁ μέγας σκοπὸς τοῦ σωματείου, τὸ ὁποῖον ἥρπασε καὶ διεχειρίζετο τὴν ἐξωτερικὴν πολιτικὴν τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου! Ἡ ἐπανάστασις ἠγέρθη, καὶ αἱ σφαγαὶ ἐπῆλθον ἐν Χανίοις τῆς Κρήτης, πάντες δὲ τότε ἐφώναζον: «Στείλατε πλοῖα», ἵνα σώσητε τὰς γυναῖκας καὶ τὰ τέκνα! Καὶ αὐτὸς ὁ τότε Γενικὸς Πρόξενος τῆς Ἑλλάδος ἐν Χανίοις—ὅστις δὲν γνωρίζω, ἂν ἦτο μέλος καὶ αὐτὸς τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας—ἐζήτει παρὰ τοῦ Ὑπουργείου νὰ στείλωμεν πλοῖα, ἐπειδὴ δὲ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Ἑλλάδος, ὁ ἐμὸς φίλος κ. Σκουζὲς, ἀπεκρίνετο, ὅτι τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον δὲν ἔκρινεν ὅτι ἦτο τότε ἀναγκαῖον νὰ προβῇ εἰς τὸ μέτρον τοῦτο, οὗτος ἀπεκάλυπτεν εἰς τοὺς ἐν Κρήτῃ ῥεπόρτερ τῶν Ἀθηναϊκῶν ἐφημερίδων, οἵτινες ἐπεσκέπτοντο αὐτὸν εἰς τὸ Προξενεῖον, ὅτι αὐτὸς ἐπανειλημμένως ἐζήτει παρὰ τοῦ Ὑπουργείου νὰ στείλωσι πλοῖα, διότι προέβλεπε πάντα τὰ ἐπελθόντα δεινὰ, ἀλλ’ οἱ Ὑπουργοὶ δὲν ἤκουσαν τὰς προτάσεις του. Ἐγὼ ἠναγκάσθην τότε νὰ δώσω γνώμην εἰς τὸν συνάδελφόν μου Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅτι ἔπρεπε νὰ τιμωρήσῃ τὴν τοιαύτην κακοπιστίαν τοῦ Γενικοῦ Προξένου, καὶ νὰ προτείνῃ τὴν παῦσιν αὐτοῦ, ἀλλ’ ὁ συνάδελφος, ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, ἐπεθύμει νὰ ἀποφύγῃ τοιοῦτον ἔσχατον μέτρον, καὶ ἐκάλεσεν αὐτὸν εἰς ἀπολογίαν, οὗτος δ’ ἀπολογούμενος ἀνέφερεν, ὅτι ἐν στιγμῇ συγκινήσεως εἶπεν αὐτὰ εἰς τοὺς εἰρημένους ἀνταποκριτάς. Ἡμεῖς δὲν ἐστείλαμεν τότε τὰ πλοῖα, ἐστείλαμεν ὅμως αὐτὰ κατὰ τὸ 1897, καὶ ἡ ἀποστολὴ αὐτῶν ἐνεποίησεν ἀρίστην ἐντύπωσιν. Ἐστείλαμεν αὐτὰ, ὅτε ὁ Κρητικὸς λαὸς διὰ μυρίων πανταχόθεν ἐπικλήσεων ἐφώνει: «στείλατε πλοῖα», ὅτε ἐνεδεικνύετο εἰς ἡμᾶς, ὅτι, ἂν δὲν ἐστέλλομεν τὴν μικρὰν ἐκείνην βοήθειαν, ἤθελε πιστευθῆ ἐν Κρήτῃ, ὅτι ἡ Ἑλλὰς δὲν ἐνδιεφέρετο διὰ τὴν μεγαλόφρονα νῆσον, ὅτι ἡμεῖς ἐσμὲν λαὸς ἐγωϊστὴς, σκεπτόμενος περὶ ἑαυτοῦ μόνον, καὶ μηδεμίαν παρέχων βοήθειαν, ἵνα σώσῃ τὸν λαὸν τῆς Κρήτης. Ἀλλ’ ἡμεῖς τὰ πλοῖα ἐστείλαμεν μετὰ σκοποῦ φιλανθρωπικοῦ, δὲν ἐστείλαμεν αὐτὰ, ἵνα ἐνθαρρύνωμεν τὸ φρόνημα τῶν Κρητῶν, διότι οὐδέποτε εἶχεν ἀνάγκην ἐνθαρρύνσεως ὁ Κρητικὸς λαὸς, λαὸς φιλότιμος καὶ εὐγενὴς, προθύμως ὑποβαλλόμενος εἰς πᾶσαν θυσίαν, ὅπως σώσῃ τὰ ἐθνικὰ δικαιώματά του καὶ συμφέροντα· ὅτε δὲ μετ’ ὀλίγον ἡ ἐπανάστασις προέβη, καὶ οὐ μόνον οἱ Τουρκοκρῆτες, ἀλλὰ καὶ αὐτὴ ἡ τουρκικὴ φρουρὰ ἐξετράπη εἰς τὰς ἀτασθαλίας καὶ ἀγριότητας, ὅσας ἔπραττον οἱ Τουρκοκρῆτες· ὅτε ἐν Ἡρακλείῳ, πόλει πολυπληθεῖ, πόλει ἐκ τῶν πρωτευουσῶν τῆς Κρήτης, οἱ χριστιανοὶ, ἄνδρες, γυναῖκες καὶ παιδία, ἐζήτουν νὰ ἐπιβῶσιν ἐπὶ τῶν πλοίων, ἵνα σωθῶσιν, ὁ δὲ Μουτεσαρίφης ἐπὶ κεφαλῆς τῆς τουρκικῆς φρουρᾶς ἠμπόδιζεν αὐτοὺς νὰ ἐπιβιβασθῶσιν· ὅτε ὁ Μητροπολίτης τῆς Κρήτης, ὁ ἀοίδιμος ἐκεῖνος ἀνὴρ, ἐτηλεγράφει πρὸς τὴν Βασίλισσαν, τὴν Βασίλισσαν Κράτους ὀρθοδόξου χριστιανικοῦ, καὶ ἐπεκαλεῖτο τὴν φιλανθρωπίαν τῆς Μεγαλειότητός της, καὶ ἐζήτει νὰ σπεύσῃ ἡ Ἑλλὰς, ὅπως σώσῃ δέκα χιλιάδας χριστιανῶν, τοὺς ὁποίους ἠπείλει ἡ σπάθη τοῦ Μουτεσαρίφη καὶ τῶν Τούρκων, ἦτο δυνατὸν τότε νὰ μείνωμεν ἀδιάφοροι καὶ ἀπαθεῖς; ν’ ἀφήσωμεν αὐτοὺς ἐγκαταλελειμμένους, ἐνῷ ἐκινδύνευον νὰ σφαγῶσιν; Ἰδοὺ πῶς ἔγεινεν ὁ πόλεμος. Τότε ἐπέμψαμεν τὸν στρατὸν, ἐδηλώσαμεν δ’ ἐν τῷ ἐγγράφῳ ἡμῶν πρὸς τὸν ἀρχηγὸν αὐτοῦ τὸν σκοπὸν, δι’ ὃν ἐστέλλομεν αὐτόν. Ἐν τῷ ἐγγράφῳ διετάσσετο ἀληθῶς ὁ στρατὸς νὰ καταλάβῃ ἐν ὀνόματι τῆς Α. Μ. τοῦ Βασιλέως Γεωργίου τὸ μέρος, εἰς ὃ ἤθελεν ἀποβῆ, καὶ ἔμελλε νὰ ἐκτελέσῃ τὰ καθήκοντά του, καὶ ὤφειλε νὰ ἐκτελέσῃ αὐτὰ κατὰ τοὺς νόμους τοῦ Βασιλείου. Ἡ Ἀντιπολίτευσις καὶ ἡ Ἐθνικὴ Ἑταιρεία ἐφώνουν τότε, ὡς ἂν κατήγγελλον ἡμᾶς εἰς τὴν Τουρκίαν: «Ἰδού! τὸ Ὑπουργεῖον ἐζήτησε νὰ κατακτήσῃ τὴν Κρήτην!» Ἡμεῖς δὲν ἐζητοῦμεν τὸν πόλεμον· ἐὰν εἴχομεν τὸν πόλεμον κατὰ νοῦν, ἤμεθα ἱκανοὶ νὰ ἀναλάβωμεν τὴν εὐθύνην τοῦ πολέμου. Δὲν ἔλειπεν ἐν ἡμῖν τὸ σθένος τῆς ψυχῆς, κατὰ τοὺς Λατίνους δὲ «τὸ σθένος τῆς ψυχῆς εἶναι ἡ σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου». Ὅτε μετὰ ταῦτα αἱ Δυνάμεις διὰ τῆς κοινῆς διακοινώσεώς των ἀπέστειλαν πρὸς ἡμᾶς τελεσίγραφον, ζητοῦσαι νὰ ἀνακαλέσωμεν τὸν στρατὸν, ἀπηντήσαμεν μετ’ εὐλαβείας, ἀλλὰ καὶ μετὰ πάσης εἰλικρινείας πρὸς τὰς Δυνάμεις, ὅτι δὲν ἔχομεν ἀντίρρησιν νὰ ἀνακαλέσωμεν, ἀλλὰ δὲν δυνάμεθα ν’ ἀφήσωμεν τοὺς χριστιανοὺς ὑπὸ τὸ ξίφος τῶν ὀρδῶν τῶν τουρκικῶν· προετείνομεν δὲ ὡς λύσιν, εἴτε τὴν πρόκλησιν δημοψηφίσματος, ἵνα ἀποφανθῇ ὁ Κρητικὸς λαός, πῶς θέλει νὰ κυβερνᾶται, καὶ φωτισθῇ ἡ Εὐρώπη περὶ τῶν πόθων αὐτοῦ, εἴτε, ἂν δὲν ἐγκρίνῃ ἡ Εὐρώπη νὰ προκαλέσῃ τὸ δημοψήφισμα τοῦ Κρητικοῦ λαοῦ, νὰ ἐφαρμοσθῇ τουλάχιστον ἄλλο σύστημα, τὸ σύστημα, καθ’ ὃ ἡ Αὐστρία διοικεῖ τὴν Βοσνίαν καὶ Ἑρζεγοβίνην. Προεβάλομεν τὴν πρότασιν ταύτην ὡς ἐπιβοηθητικήν, ἀλλὰ ἡ πρότασις αὕτη δὲν εἶναι, ὥς τινες νομίζουσιν, ὅτι δύνανται νὰ τὴν ἑρμηνεύωσιν. Ἐνοοῦμεν, ὅτι, τηρουμένης τῆς ἐπικυριαρχίας τῆς Πύλης ἐπὶ τὴν Κρήτην, ἡ διοίκησις καὶ ἡ κυβέρνησις αὐτῆς ἤθελεν ἀνατεθῆ εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν, ἥτις ἤθελε κυβερνᾷ τὴν Κρήτην ὑπὸ τὴν εὐθύνην τῶν Ὑπουργῶν τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου καὶ κατὰ τοὺς θεσμοὺς καὶ τοὺς νόμους, οἵτινες ἰσχύουσιν ἐν τῷ ἐλευθέρῳ Κράτει. Δὲν ἐνοοῦμεν, ὅτι ἤθελε μεταβῆ τις ἐκεῖσε, ὁ ὁποῖος ἤθελεν ἀναλάβει τὴν κυβέρνησιν τῆς Κρήτης καὶ κυβερνᾷ αὐτὴν αὐτοβούλως καὶ ἰδιορρύθμως. Ἀλλὰ τοσοῦτον δὲν ἐπεθυμοῦμεν τὸν πόλεμον, τοσοῦτον ἀπεφεύγομεν τὸν πόλεμον, ὥστε, ὅτε τὴν 24 Μαρτίου ὁ ἐν Πετρουπόλει πρεσβευτὴς τῆς Γαλλίας ἀνεκοίνωσε πρὸς τὸν ἐπιτετραμμένον τῆς Ἑλλάδος, ὅτι ἔμαθε παρὰ τοῦ ἐν Πετρουπόλει πρεσβευτοῦ τῆς Δανιμαρκίας, ὅτι ὁ Αὐτοκράτωρ εἶχεν ἀνακοινώσει αὐτῷ, ὅτι ἐπεθύμει ἐκ παντὸς τρόπου νὰ λυθῇ ἡ Κρητικὴ ὑπόθεσις, καὶ ὅτι, ἂν ἡ Ἑλλάς, ἐπιθυμοῦσα νὰ συντελέσῃ εἰς τὴν διαρρύθμισιν ταύτην, στέρξῃ νὰ ἀνακαλέσῃ τὸν συνταγματάρχην Βάσσον καὶ τὸν στρατόν, ὁ Αὐτοκράτωρ τοσαύτην ἔχει ἐπιθυμίαν νὰ ἴδῃ τακτοποιουμένην τὴν ὑπόθεσιν, ὥστε ἤθελε στέρξει νὰ συντελέσῃ, ὅπως ἐκκαθάρῃ τὴν Κρήτην ἀπὸ τῆς ἐν αὐτῇ τουρκικῆς φρουρᾶς, καὶ ἀποδώσῃ εἰς τοὺς Κρῆτας τὸ δικαίωμα νὰ καταρτίσωσι τοὺς ἰδίους αὑτῶν νόμους, πάραυτα παρεκάλεσα τὸν τότε συνάδελφον καὶ φίλον μου Βουλευτὴν ἐξ Ἀττικῆς, Ὑπουργὸν τότε τῶν Ἐξωτερικῶν, νὰ σπεύσῃ νὰ ποιήσηται γνωστὸν εἰς τὸν τότε πρεσβευτὴν τῆς Ρωσσίας, τὸν μακαρίτην Ὀνού, ὅτι δεχόμεθα ν’ ἀνακαλέσωμεν τὸν Βάσσον καὶ τὸ ὑπ’ αὐτὸν στρατιωτικὸν σῶμα ἀπὸ τὴν Κρήτην, ἐὰν ἀληθῶς ὁ Αὐτοκράτωρ ἦναι διατεθειμένος νὰ συντελέσῃ, καθὼς ἔλεγεν ὁ πρεσβευτὴς τῆς Δανιμαρκίας πρὸς τὸν κόμητα Μοντεμπέλλο, ὅπως ἐκκενωθῇ ἡ Κρήτη ἀπὸ τὴν τουρκικὴν φρουράν, καὶ ἀνατεθῇ εἰς τοὺς Κρῆτας νὰ κατασκευάσωσι τοὺς ἰδίους αὑτῶν νόμους. Ὁ πρεσβευτὴς τῆς Ρωσσίας, ὁ μακαρίτης Ὀνού, ἀνὴρ τοῦ ὁποίου τὴν νοημοσύνην βεβαίως ἀνομολογοῦσι πάντες, ὅσοι ἐγνώρισαν αὐτὸν, ἐπεθύμησε νὰ μάθῃ, ἂν ὅσα ἀνεκοίνωσεν αὐτῷ ὁ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργὸς ἦσαν ἐν γνώσει καὶ ἐμοῦ, συναντήσας δὲ τὸν τότε Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, τὸν ἐξ Οἰτύλου βουλευτὴν καὶ φίλον μου κ. Κυριακούλην Π. Μαυρομιχάλην, μετὰ τοῦ ὁποίου συνεδέετο δι’ οἰκογενειακῶν σχέσεων, ἠρώτησεν αὐτὸν, ἂν τὴν πρότασιν, τὴν ὁποίαν ἐποιήσατο αὐτῷ ὁ κ. Σκουζὲς, ἐγνώριζεν οὗτος, ἢ καὶ ἐγώ. Ἦτο τάχα γνώμη, τὴν ὁποίαν ὁ κ. Σκουζὲς μόνος αὐτὸς ἐσχημάτισεν, ἢ ἦτο μελέτημα τῆς Κυβερνήσεως; Ὁ συνάδελφος καὶ φίλος μου Βουλευτὴς ἐξ Οἰτύλου, Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν τότε, δὲν ἐγνώριζε τὰ περὶ τούτου, προσῆλθε δὲ τὸ ἑσπέρας εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν καὶ μὲ ἠρώτησεν, ἂν ἐγνώριζον τὰ ὑπὸ τοῦ κ. Σκουζὲ ἀνακοινωθέντα τῷ κ. Ὀνοῦ, ἂν ταῦτα ἦσαν ἐν γνώσει μου καὶ μετὰ κοινὴν μελέτην προετάθησαν. Ἐβεβαίωσα τὸν ἐμὸν φίλον κ. Μαυρομιχάλην διὰ τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ κ. Σκουζέ, καὶ παρεκάλεσα αὐτὸν νὰ σπεύσῃ νὰ ἀνακοινώσῃ τὴν πληροφορίαν ταύτην εἰς τὸν κ. Ὀνοῦ. Ὅτε δὲ ταῦτα εἶπεν ὁ κ. Μαυρομιχάλης πρὸς τὸν κ. Ὀνοῦ, οὗτος ἐσημείωσε ταῦτα ἐν τῷ σημειωματαρίῳ του, εἰμὶ δὲ βέβαιος, ὅτι ἀνέφερε ταῦτα εἰς τὴν Πετρούπολιν, πρὸς τὴν Κυβέρνησιν αὐτοῦ. Ἀλλ’ ἐπειδὴ καὶ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν κ. Σκουζὲς μετεβίβασε τηλεγραφικῶς ταῦτα εἰς τὸν ἐκεῖ ἐπιτετραμμένον τῆς Ἑλλάδος, ὁ ἐπιτετραμμένος τῆς Ἑλλάδος ἔσπευσε νὰ ἀνακοινώσῃ ταῦτα πρὸς τὸν κόμητα Μουράβιεφ, ὅστις τότε ἦτο Καγκελάριος τῆς Αὐτοκρατορίας. Ὁ κόμης δὲν ἦτο τότε ἐν Πετρουπόλει, διότι διέτριβεν εἰς τὴν ἐξοχὴν, εἶχεν ὅμως γραμματέα, πρὸς ὃν ἐποιήσατο τὴν ἀνακοίνωσιν ταύτην ὁ κ. Τομπάζης, ὁ δὲ γραμματεὺς τοῦ κόμητος Μουράβιεφ ἀνέφερεν εἰς τὸν κόμητα τὰ ὑπὸ τοῦ κ. Τομπάζη λεχθέντα, ὁ δὲ Καγκελάριος ἔσπευσε νὰ ζητήσῃ ἐπ’ αὐτῶν τὰς διαταγὰς τοῦ Αὐτοκράτορος· ἀνεκοινώθη δὲ εἰς τὸν κ. Τομπάζην, ὅτι εὐχαρίστως ὁ Αὐτοκράτωρ ἤκουσε τὴν πρότασιν ταύτην, καὶ ὅτι ἔμελλε νὰ διαταχθῇ, ἵνα γένηται πάραυτα συνεννόησις μετὰ τῶν ἄλλων τριῶν Μεγάλων Δυνάμεων, ὅπως γένηται ἀποδεκτὴ ἡ πρότασις καὶ προληφθῇ ὁ πόλεμος. Καὶ πράγματι, ἐκ τῆς Κιτρίνης καὶ ἐκ τῆς Κυανῆς καὶ ἐκ τῆς Πρασίνης Βίβλου βεβαιοῦται, ὅτι ὁ κόμης Μουράβιεφ προέβη εἰς τοιαύτας ἀνακοινώσεις εἰς τοὺς Ὑπουργοὺς τῶν Ἐξωτερικῶν τῶν τριῶν ἄλλων Μεγάλων Δυνάμεων, καὶ ἐνῷ ἐπεριμένετο ἡ ἀπάντησις ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν τῆς Γερμανίας, μετὰ μίαν ἢ δύο ἡμέρας, καθ’ ἃς ἔμενεν ἐκκρεμὴς ἡ ὑπόθεσις, ἡ Ὑψηλὴ Πύλη ἐπεκήρυξε τὸν πόλεμον κατὰ τῆς Ἑλλάδος. Ἡμεῖς λοιπὸν προεκηρύττομεν πόλεμον καὶ ἐδειλιῶμεν νὰ ἀναλάβωμεν τὴν εὐθύνην, ἢ προσεπαθοῦμεν νὰ ἀποφύγωμεν τὸν πόλεμον, ὅστις ἐνομίζομεν, ὅτι δὲν ἦτο ἀδύνατον νὰ μὴ ἀποβῇ αἴσιος διὰ τὸν τόπον; Ἐπεθυμοῦμεν δὲ νὰ ἀποφύγωμεν τὸν πόλεμον, οὐχὶ μόνον διὰ τὸν λόγον τοῦτον, ἀλλὰ καὶ διότι, καθ’ ἃς εἴχομεν ἡμεῖς ἰδέας, καὶ καθ’ ἣν ἔχομεν ἀντίληψιν τῶν ἐθνικῶν συμφερόντων, φρονοῦμεν, ὅτι πάντοτε ὀφείλομεν νὰ στρέφωμεν τὰ βλέμματα ἡμῶν πρὸς τὸν Βορρᾶν, ν’ ἀποφεύγωμεν δὲ νὰ παρασκευάζωμεν ἄνευ ἀνάγκης πλοκὰς, αἵτινες ἐνδεχόμενον εἶναι νὰ παραγάγωσι δικαιώματα πρὸς ἀναζήτησιν ἀνταλλαγμάτων, ἤτοι πρὸς παρασκευὴν ἑτέρας συμφορᾶς, τῆς συμφορᾶς νὰ ἀπολέσωμεν ὅ,τι προσδοκῶμεν, προσβλέποντες πρὸς τὸν Βορρᾶν. Βεβαίως, ἂν ἐξηρτᾶτο ἀπὸ ἡμᾶς, ἂν εἴχομεν τὴν δύναμιν, τὴν ὁποίαν ἔχουσιν αἱ συνταγματικαὶ Κυβερνήσεις, ἂν τὴν δύναμιν δὲν μᾶς ἀφήρει ἡ Ἐθνικὴ Ἑταιρεία, ἂν ἐπαύομεν νὰ μανθάνωμεν, ὅτι ἐν ᾗ περιπτώσει δὲν ἤθελε πραγματοποιηθῆ ἡ μετὰ τῆς Ἑλλάδος ἕνωσις τῆς Κρήτης, οἱ ἐν τῷ στρατοπέδῳ τῆς Λαρίσης ἀξιωματικοὶ ἤθελον καταλίπει τὴν Λάρισαν διὰ νὰ ἐπανέλθωσιν εἰς τὰς Ἀθήνας μὲ τὸ ὅπλον οὐχὶ ἐπ’ ὤμου· ἐὰν τὰ ὄργανα τῆς διοικήσεως δὲν μᾶς ἐπληροφόρουν, ὅτι ἡ ἐσωτερικὴ δημοσία τάξις ἤθελε τεθῆ ἐν ἀμφιβόλῳ· ἐὰν ἡ Ποινικὴ Δικαιοσύνη ἐν Ἀθήναις ἐξετέλει τὸ καθῆκόν της, καθ’ ἣν ἡμεῖς ἔχομεν ἔννοιαν τῶν νόμων, καὶ κατεδίωκε τὴν Ἐθνικὴν Ἑταιρείαν, καθ’ ἃ διατάττουσι, κατὰ τὴν γνώμην ἡμῶν, οἱ ποινικοὶ νόμοι, καθ’ ἃ τὰ πρακτικὰ τῆς Ἐθνικῆς Συνελεύσεως τοῦ 1863 ἐκτιθέασι περὶ τῆς ἐννοίας τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου 11 τοῦ Συντάγματος· ἐὰν τὸ Πλημμελειοδικεῖον τῆς Λαρίσης δὲν ἀπέλυεν ἐκείνους, τοὺς ὁποίους συνελάμβανον οἱ ἀστυνόμοι καὶ ἡ διοικητικὴ ἀρχή, ὡς παρασκευαζομένους νὰ ἐκδράμωσιν ἐπὶ τὴν γείτονα χώραν, ἢ ὡς ἐκδραμόντας καὶ ἀναγκασθέντας νὰ ἐπανέλθωσι, βεβαίως ἠθέλομεν ἔχει δύναμιν καὶ διὰ νὰ διδάξωμεν τὸν κ. Ἔσλιν, ὅστις ἐμελέτα νὰ προκαλέσῃ στρατιωτικὴν διαδήλωσιν διὰ νὰ ἀνατρέψῃ ἡμᾶς, καὶ ἐκείνους, ὅσοι ἐλησμόνουν, ὅτι εἶναι πολῖται Ἕλληνες, καὶ εἶχον συγκεντρώσει τὴν προσοχὴν αὐτῶν καὶ τοὺς ὀφθαλμούς των μόνον εἰς τὸ μέγα ζήτημα, πῶς θὰ πέσῃ τὸ Ὑπουργεῖον ἡμῶν. Πολὺ ὀλίγον γνωρίζει τὴν ἱστορίαν τῆς Ἰταλικῆς ἀναγεννήσεως ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κερκύρας. Ἡ Ἰταλικὴ ἀναγέννησις βεβαίως ὀφείλεται εἰς τὰς ἀκαμάτους προσπαθείας τοῦ Καβούρ, ἀλλ’ ὀφείλεται πρὸ πάντων εἰς τὴν πολιτικὴν γνώμην καὶ εἰς τὴν ἐπίμονον προσπάθειαν τοῦ Ναπολέοντος Γʹ. Ἦτο πρεσβευτὴς ἐν Παρισίοις τῆς Ἰταλίας ὁ κύριος Νίγρα, ὅστις κατὰ τὸν Ἰταλικὸν πόλεμον ἦτο ἀκόλουθος τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ ἐχρησίμευεν ὡς ἰδιαίτερος γραμματεὺς τοῦ Καβούρ, οὗτος δὲ μοὶ ἔλεγεν, ὅτι τρεῖς φορὰς τὴν ἑβδομάδα ἀπεστέλλετο, ὡς ἔκτακτος ταχυδρόμος, ἐκ Τουρίνου εἰς τοὺς Παρισίους, μὲ ἐπιστολὰς τοῦ Καβοὺρ πρὸς τὸν Αὐτοκράτορα, διὰ νὰ δύνηται νὰ διαρρυθμίζῃ καὶ νὰ χειραγωγῇ τὸν Ἡγεμόνα τοῦ Πεδεμοντίου, τὸν ἥρωα τῷ ὄντι καὶ μέγαν πατριώτην, τὸν Βίκτωρα Ἐμμανουήλ, ὅστις ὅμως, ὅσον ἦτο ἥρως καὶ μέγας πατριώτης, ὅσον ἠδύνατο νὰ διαπρέπῃ ἐν τοῖς ἀγῶσι καὶ τοῖς πολέμοις, δὲν εἶχεν ἐν τούτοις διπλωματικὴν ἐμπειρίαν, καὶ πολλάκις παρενέβαλλεν ἐμπόδια εἰς τὸν Πρωθυπουργόν του Καβούρ. Ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἔχουσι τὸ πρόγραμμα, τὸ ὁποῖον πιστεύουσι, καὶ οἱ ὁποῖοι φρονοῦσιν, ὅτι τοῦ προγράμματος αὐτοῦ ἡ ἐφαρμογὴ θέλει ἐξυπηρετήσει τὰ συμφέροντα εἴτε τῆς κοινωνίας, εἴτε τοῦ Κράτους, κατὰ πλείονα δὲ λόγον τοῦ ἔθνους, ἐκεῖνοι δὲν φεύγουσι τὰς εὐθύνας· ἀλλὰ καὶ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἀναγκάζονται διὰ πλοκῶν τοσούτῳ δυσάρεστων, διὰ πλοκῶν τοσούτῳ ἀπαισίων, οἱ ὁποῖοι περιέρχονται εἰς τὸ δίλημμα, εἴτε νὰ παραιτηθῶσιν ἐν χρόνῳ, κατὰ τὸν ὁποῖον ἡ παραίτησις αὐτῶν ἤθελε βλάψει τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα, εἴτε νὰ μείνωσιν εἰς τὴν θέσιν των, διὰ νὰ προσπαθήσωσι νὰ ἐλαττώσωσι τὰ κακά, τὰ ὁποῖα τοιαύτη ἔκτροπος πολιτεία, τοιαύτη ἀσυνείδητος διαχείρισις τῶν συμφερόντων τοῦ Κράτους μέλλει νὰ παραγάγῃ, καὶ αὐτοὶ δὲν ζητοῦσι ν’ ἀποφύγωσι καὶ τότε τὰς εὐθύνας. Ὑπάρχουσι μάρτυρες, ἂν ὄχι ἡμεῖς, ἀλλὰ μάρτυρες ἀλλοδαποί, ἔχοντες ἐπίσημον ἐντολὴν ἐν Ἀθήναις, οἱ ὁποῖοι ἐπανειλημένως μὲ εἶδον, καὶ εἷς ἐξ αὐτῶν μάλιστα μοὶ ἐποιήσατο ἀνακοινώσεις, αἱ ὁποῖαι ἐξεπορεύοντο ἀπὸ τὸν Ἡγεμόνα, τὸν ὁποῖον ἀντεπροσώπευεν ἐν Ἀθήναις. Εἰς ἐμὲ δυστυχῶς δὲν ἦτο ἐπιτετραμμένον νὰ διαρρυθμίσω τὴν πολιτείαν μου συμφώνως πρὸς τὰς γενομένας μοι ἀνακοινώσεις· ἀλλ’ εἶχον τὴν παρρησίαν, τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ ἔχωσιν οἱ πολιτικοὶ ἄνδρες, νὰ δηλώσω μετ’ εὐλαβείας, ἀλλὰ καὶ μετ’ εἰλικρινείας, τὴν εἰρημένην γνώμην μου, ὡς προσήκει οὐ μόνον εἰς Ὑπουργόν, ἀλλὰ καὶ εἰς Ἕλληνα. (Ἐπευφημίαι καὶ χειροκροτήματα ἐκ τῆς ἀριστερᾶς καὶ τῶν ἀκροατηρίων).

§57ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις μέχρι τῆς 9½ μετὰ μεσημβρίαν. (Γίνεται διακοπὴ ὥρᾳ 8 μ. μ. Ἐπαναλαμβάνεται δὲ ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 10 καὶ 10′ μ. μ.)

§58ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ διακοπεῖσα συνεδρίασις. Οἱ κύριοι Πεταλᾶς, Καπετανάκης καὶ Κουντουριώτης ὑπέβαλον πρότασιν περὶ ἀναβολῆς τῆς συζητήσεως.

§59Α. ΡΙΚΑΚΗΣ. Ὑπεστήριξα τὸ ἀπαράδεκτον τῆς συζητήσεως ταύτης, καὶ παρεκάλεσα τὴν Βουλὴν ν’ ἀποδεχθῇ τὴν πρότασίν μου, προσθέσας, ὅτι τὴν συζήτησιν θεωρῶ ἀπειλοῦσαν νὰ βλάψῃ τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα. Ὁ ἔντιμος ἐκ Κερκύρας Βουλευτὴς ὡμολόγησεν, ὅτι ἡ συζήτησις ἠδύνατο νὰ παραβλάψῃ τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα, καὶ ὑπὸ τὸ κράτος τῆς ἰδέας ταύτης μέχρι τοῦδε ὑπεστήριζε τὴν γνώμην τῆς ἀναβολῆς καὶ τῆς ἀποφυγῆς πάσης συζητήσεως ἐν τῇ Βουλῇ. Ἀλλὰ κατὰ τὴν ἑσπέραν ταύτην ἐδήλωσεν, ὅτι, ἀφοῦ ἡ τότε Κυβέρνησις ἐπιρρίπτει εἰς βάρος τῆς τότε Ἀντιπολιτεύσεως τὴν κήρυξιν τοῦ πολέμου, μεταβάλλει γνώμην, καὶ ὑποστηρίζει τὴν πρόοδον τῆς συζητήσεως. Ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ κύριος ἀρχηγὸς τῆς πλειονοψηφίας νὰ παρατηρήσω, ὅτι ἡ δήλωσίς του αὕτη δὲν συμβιβάζεται πρὸς τὴν θέσιν, ἣν μέχρι τοῦδε ἐτήρησεν. Ἀφοῦ ἐπὶ τρία ἔτη ὑπεστήριζε τὴν γνώμην του ταύτην, ὅπως μὴ παραβλαβῶσι τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα, ἔρχεται εἰς τὸ τέλος τῆς Περιόδου, προκειμένου νὰ συζητηθῶσι σπουδαιότατα νομοσχέδια, καὶ μεταβάλλει γνώμην. Τοῦτο ὅμως δὲν ἐπιτρέπεται, διότι ἡ μεταβολὴ θέλει μεταβάλει τὴν ἀρχικήν του ἰδέαν, ὅτι ἐκ τῆς συζητήσεως δυνατὸν νὰ προκύψῃ βλάβη εἰς τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα. Θὰ λάβω τὸ θάρρος νὰ τὸν παρακαλέσω, ποιούμενος ἔκκλησιν εἰς τὸν πατριωτισμόν του, νὰ ἐπιμείνῃ εἰς τὴν ἀρχικήν του ἰδέαν, καὶ ν’ ἀφήσῃ εἰς τὴν ἱστορίαν νὰ εἴπῃ, τίς ὁ αἴτιος τοῦ πολέμου. Οἱ πολιτικοὶ ἄνδρες, οἱ ἐκπροσωποῦντες μεγάλας ἰδέας, οἱ ἀξιοῦντες νὰ κυβερνῶσι τὰ ἔθνη, ὑποτάσσουσι τὰ ἀτομικά των συμφέροντα, ὑποτάσσουσι τοὺς κινδύνους τοὺς προσωπικοὺς ἀπέναντι τῶν κινδύνων τῶν ἐθνικῶν συμφερόντων. Παρακαλῶ λοιπὸν αὐτόν, ἐπιμένων εἰς τὴν γνώμην μου, νὰ μὴ ἐπιμείνῃ εἰς τὴν δήλωσιν ταύτην, ὡς προερχομένην ἀπὸ ἀτομικοὺς λόγους, καὶ νὰ παραδεχθῇ τὴν πρότασιν τοῦ ἀπαραδέκτου τῆς συζητήσεως ταύτης. Ἔχω δὲ τὴν πεποίθησιν, ὅτι ὁ ἀξιότιμος ἐκ Κερκύρας Βουλευτὴς ἕνεκα τούτου θέλει λάβει τὸ θάρρος νὰ δηλώσῃ, ὅτι ἀφίνει τὴν Βουλὴν καὶ τὴν πλειονοψηφίαν ἐλευθέραν ν’ ἀποφασίσῃ ἐκεῖνο, ὅπερ ἐν συνειδήσει ἕκαστος τῶν Βουλευτῶν προτίθεται. Ὅσον ἀφορᾷ τὰς δηλώσεις, ἃς ὁ ἔντιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς ἔκαμε τὴν ἑσπέραν ταύτην, εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ δηλώσω, ὅτι ἡ ἐπανάστασις τῆς Κρήτης δὲν ἐπηρεάσθη οὐδὲ κατ’ ἐλάχιστον ἀπὸ τὴν Ἐθνικὴν Ἑταιρείαν. Ἀπ’ ἀρχῆς διετέλεσα μέλος τῆς Κρητικῆς ἐπιτροπῆς, καὶ παρηκολούθησα τὰς περιπετείας τῆς ἐπαναστάσεως ἐκείνης, γνωρίζω δὲ τὰ πρόσωπα καὶ τὰ πράγματα, καὶ εἶμαι εἰς θέσιν νὰ εἴπω πρὸς ὑμᾶς, ὅτι ἔγραψα ἐν ὁλοκλήρῳ φυλλαδίῳ, ὅτι οὐδέποτε ὁ Κρητικὸς ἀγὼν ἐπηρεάσθη ἀπὸ τὴν Ἐθνικὴν Ἑταιρείαν. Ὁ ἀγὼν οὗτος ἐπηρεάσθη ἀπὸ τὰ αἰσθήματα τοῦ Κρητικοῦ λαοῦ καὶ ἀπὸ τὴν ἰδέαν, ἥτις ἐπεκράτησεν, ὅπως ἐπιδιώξωσιν δι’ ὅλων τῶν μέσων τὴν ἕνωσιν μετὰ τῆς Ἑλλάδος. Ὅτε ἤρξατο ἡ ἐπανάστασις τοῦ 1896, εἶχον τὴν τιμήν, ὡς καὶ πρότερον πάντοτε, ν’ ἀποτελῶ μέλος τῆς Κρητικῆς ἐπιτροπῆς. Εἶναι ἀληθῆ ὅσα εἶπεν ὁ κ. ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐφρόνει κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, ὅτι ἡ ἐπανάστασις δὲν ἔπρεπε νὰ προοδεύσῃ, ἀλλ’ ὅτι ἡ Κρητικὴ Βουλὴ ἔπρεπε νὰ παραδεχθῇ τὰς προτάσεις τοῦ Σακὴρ πασσᾶ. Ἡ Κρητικὴ ἐπιτροπὴ ἠκολούθησε τὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως, συνέστησε δὲ τὴν γνώμην ταύτην εἰς τὴν Βουλὴν τῆς Κρήτης, τρεῖς δὲ Βουλευταὶ Κρῆτες, παραμένοντες ἐνταῦθα, καὶ ἐκ τῆς ἀπουσίας τῶν ὁποίων δὲν ἠδύνατο νὰ καταρτισθῇ ἀπαρτία τῆς Κρητικῆς Βουλῆς, ἐπείσθησαν, προτοῦ μεταβῶσιν εἰς τὴν Κρήτην, καὶ συνετάχθησαν μετὰ τῆς ἰδέας ταύτης. Διεμαρτυρήθην τότε, καὶ ἐτηλεγράφησα εἰς τὴν Κρητικὴν Βουλὴν καὶ ἔδωκα τὴν ἐναντίαν γνώμην, ὑποστηρίζων, ὅτι ἡ ὑποχώρησις εἰς μεταρρυθμίσεις θέλει βλάψει τὸν ἀγῶνα καὶ τὸ μέλλον τῆς Κρήτης, τὸ δὲ τηλεγράφημα μετεβίβασα δι’ ἐπιστολῆς μου εἰς τὸν τότε Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν κ. Σκουζὲν, παρακαλῶν αὐτὸν νὰ τὸ μεταβιβάσῃ κρυπτογραφικῶς εἰς τὴν Βουλὴν τῆς Κρήτης διὰ τοῦ προξένου. Ἡ Κυβέρνησις ὅμως, ἔχουσα ἐναντίαν πολιτικὴν, δὲν τὸ μετεβίβασεν, ἡ δὲ Κρητικὴ Βουλὴ παρεδέχθη τὰς προτάσεις τοῦ Σακὴρ πασσᾶ. Ἀλλὰ δὲν ὑπεχρέωσεν ἡ Ἐθνικὴ Ἑταιρεία τὴν ἐπαναστατικὴν ἐπιτροπὴν καὶ δὲν τὴν ἔπεισε νὰ μὴ παραδεχθῇ τὰς ἀποφάσεις τῆς Βουλῆς, ἀλλ’ ἡ θέλησις ὁλοκλήρου τοῦ Κρητικοῦ λαοῦ, ὅστις ἐξεγερθεὶς ἐπολιόρκησε τὴν εἰς τὰ Λευκὰ Ὄρη διαμένουσαν ἐπαναστατικὴν ἐπιτροπὴν, καὶ ἀπῄτησε νὰ μὴ ὑποταχθῇ εἰς τὰς ἀποφάσεις τῆς Βουλῆς, ἐπέφερε τὴν συνέχισιν τῆς ἐπαναστάσεως καὶ τὸ μετὰ ταῦτα ἀποτέλεσμα, τὸ ὁποῖον εἶναι ἡ ἀνεξαρτησία τῆς Κρήτης. Δὲν γνωρίζω, ἐὰν διπλωματικοὶ λόγοι ἢ ἄλλα συμφέροντα γενικὰ, ἐπέβαλλον νὰ ὑποταχθῇ ἡ Κρήτη εἰς τὰς προτάσεις τοῦ Σακὴρ–πασσᾶ, ἀλλὰ τὰ πράγματα ἀπέδειξαν, ὅτι ὁ Κρητικὸς λαὸς καὶ ἡ ἐπαναστατικὴ ἐπιτροπὴ, ἥτις δὲν συνετάχθη τῇ γνώμῃ τῆς Κρητικῆς Βουλῆς, ἐπέφεραν τὸ ἀποτέλεσμα, ὅπερ ὁ ἀγὼν ἐπεζήτει, καὶ ὅπερ ἠλευθέρωσε τὴν Κρήτην. Ἔκαμα τὴν δήλωσιν ταύτην, διότι νομίζω ἄτοπον, οἱαδήποτε καὶ ἂν ἦτο ἡ πολιτικὴ τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας, καὶ οἱοιδήποτε καὶ ἂν ἦσαν οἱ ἄνδρες ἐκεῖνοι, νὰ νομίζητε, ὅτι ἐπηρεάσθησαν, ἐνῷ οὐδὲν ἔλαβον ὑπ’ ὄψιν, ἐπηρεάζον τὰς ἀποφάσεις τοῦ Κρητικοῦ λαοῦ. Εἶμαι εὐχαριστημένος, διότι τ’ ἀποτελέσματα ἐδικαίωσαν τὴν ἰδέαν μου· ἐπιφυλάσσομαι δὲ, ἂν ἐξακολουθήσῃ ἡ συζήτησις, νὰ φέρω τὸ φυλλάδιον, ὅπερ ἐδημοσίευσα καὶ ἐν ᾧ ἐκτίθεται ἡ γνώμη τῆς Κρητικῆς ἐπιτροπῆς καὶ τῆς Βουλῆς τῆς Κρήτης καὶ τῆς ἐπαναστατικῆς ἐπιτροπῆς, καθὼς καὶ ἡ ἐμὴ γνώμη, ἣν ἠκολούθησα κατὰ τὸν ἀγῶνα ἐκεῖνον.

§60Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Νὰ μᾶς διανείμητε τὸ φυλλάδιον.

§61ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλὴν ἐπὶ τῆς προτάσεως τῆς ἀναβολῆς. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν περὶ ἀναβολῆς πρότασιν τῶν βουλευτῶν κ. κ. Πεταλᾶ, Κουντουριώτου καὶ Καπετανάκη λέγουσι Ναὶ, οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουσιν Ὄχι...

§62ΜΙΧ. ΛΑΜΠΡΥΝΙΔΗΣ. Περὶ τίνος ὁμιλεῖτε; Ὅταν καλῆται καὶ δὲν ὑπάρχῃ ὁ ἀγορεύων, λήγει ἡ συζήτησις.

§63ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι.

§64ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὁμολογῶ, ὅτι μεγάλην αἰσθάνομαι ἀπορίαν, ἀκούων ὅτι πρόκειται νὰ τεθῇ ζήτημα ἀναβολῆς...

§65Κ. ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Ἀφοῦ προετάθη...

§66ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. .. μετὰ τὴν ὑπὸ τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς πλειονοψηφίας δήλωσιν, ὅτι δὲν αἰσθάνεται, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ προταθῇ ἀναβολὴ, καὶ δὲν δύναται νὰ ὑποστηρίξῃ τὴν ἀναβολήν.

§67ΠΕΤΑΛΑΣ. Καὶ τί μὲ τοῦτο; Ἐγὼ ὑπέβαλον πρότασιν.

§68ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐγὼ προσωπικῶς ἤθελον εὐχηθῆ νὰ μὴ ἤρχετο τοιαύτη συζήτησις εἰς τὴν Βουλὴν, διότι φρονῶ, ὅτι ἐκ ταύτης οὐδὲν καλὸν δύναται νὰ προκύψῃ. Φρονῶ, ὅτι πέραν τῆς διαμοιβῆς ἐγκλήσεων ἑκατέρωθεν, ὧν τὸ βάσιμον, ἢ μὴ, δύσκολον εἶναι ν’ ἀποδειχθῇ ἄνευ μακρᾶς συζητήσεως καὶ πολλῆς ἐγκύψεως εἰς τὰ πράγματα καὶ ἐρωτήσεως μήπως ὑπάρχωσι καὶ ἄλλα, ἅτινα δὲν ἐξετέθησαν καὶ ὧν ἄνευ δὲν δύναται νὰ σχηματισθῇ γνώμη ἀρκοῦσα εἰς πάντας,— καὶ πάντας λέγων, ἐννοῶ τὸ ἔθνος ὁλόκληρον — οὐδὲν ἄλλο δύναται νὰ προκύψῃ. Ἐνῷ δὲ τοῦτο φρονῶ, ὅτι οὕτως ἔχει, ἐρωτῶ μετὰ τῶν ἄλλων, «ὁποῖον θέλει εἶναι τὸ πόρισμα τῆς συζητήσεως», καὶ οὐδὲν ἄλλο εὑρίσκω ἢ τὰ τρία, ἅτινα διετύπωσεν ὁ βουλευτὴς Πατρῶν κύριος Παπαγιαννακόπουλος. Τὸ πόρισμα, εἴτε σήμερον συζητεῖται ἡ ὑπόθεσις, εἴτε προηγήθη ἡ συζήτησις αὐτῆς, εἴτε ὁποτεδήποτε συζητηθῇ, εἶναι, ὅτι τὰ παθήματα ἔδει νὰ διδάξωσιν ἡμᾶς, καὶ ἀπὸ τῆς ἐπιούσης τοῦ πολέμου, ἀφ’ ἧς στιγμῆς ἡ Βουλὴ ἔθηκεν αὐτὴ χεῖρα ἐπὶ τῶν δημοσίων πραγμάτων, καὶ ἀνεβίβασεν ἐξ ἑαυτῆς κυβερνήτας εἰς τὰ πράγματα, ὠφείλομεν νὰ ἐπιληφθῶμεν ἔκτοτε τῆς διὰ τῆς Κυβερνήσεως ἐπανορθώσεως, ἵνα καρπωθῶμεν πόρισμα τῶν παθημάτων τὴν ἀληθῆ ἐπανόρθωσιν ἐν ὁδῷ ἐκτελέσεως. Ἄλλο πόρισμα οὐδὲν ἐγὼ δύναμαι ν’ ἀναγνωρίσω δυνατόν· δὲν εἶναι δὲ δυνατὸν νὰ ἀνεύρω ἄλλο πόρισμα, διότι οἱ ὑπεύθυνοι δὲν ὑπάρχουσι πλέον ἀπὸ πολλοῦ ἐνώπιον ἡμῶν. Ἀλλ’ ἐνῷ τοῦτο ἔχει οὕτω, καὶ ἐνῷ διὰ τοῦτον τὸν λόγον ἐφρόνουν, ὅτι δὲν εἶχε χώραν ἡ συζήτησις, ἥτις προεκλήθη ἐκ τῆς πτέρυγος ταύτης, τὰ πράγματα περιεπλάκησαν καὶ ἐξετυλίχθησαν εἰς τοιοῦτον τρόπον, ὥστε ἐκεῖνοι, οἵτινες, ὡς ὁ πρώην Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἐφρόνουν, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ ἐγερθῇ τοιαύτη συζήτησις ἐνταῦθα, ἠναγκάσθησαν νὰ δηλώσωσιν, ὅτι δὲν δύναται νὰ καταπαυθῇ ἡ συζήτησις. Καὶ ὅτε τοιαύτη ὑπῆρξεν ἡ κρίσις αὐτῶν μετὰ καὶ τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς πλειονοψηφίας, τοῦ ἔχοντος θέσιν πρωτεύουσαν ἐν τῇ συζητήσει, πῶς θέλετε νῦν νὰ τεθῇ τὸ ἐρώτημα, ἂν πρέπει ν’ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις; Ἐνῷ δὲ ἔχετε ὑπ’ ὄψιν, ὅτι καὶ ἡ ἄλλη πτέρυξ, ἐν τῷ προσώπῳ τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς Κυβερνήσεως τοῦ διευθύναντος τὰ τοῦ πολέμου, εὑρεθεῖσα ὑπὸ ἐπίθεσιν, ἔχει ἀνάγκην νὰ ἐκθέσῃ τοὺς λόγους τοὺς δικαιολογοῦντας αὐτὴν, πῶς ἀξιοῦτε νὰ ψηφίσωμεν ἡμεῖς ὑπὲρ τῆς ἀναβολῆς; Ἐπιτρέπεται, ἀφοῦ ἐτέθησαν ἤδη τὰ θέματα, ἀφοῦ κατὰ μέρος συνεζητήθη καὶ ἡ οὐσία, νὰ συζητῶμεν περὶ ἀναβολῆς; Καὶ ἐνῷ περιήγετε ἡμᾶς εἰς στενόχωρον θέσιν, καὶ ἐκείνους, οἵτινες ἐπεθύμουν νὰ μὴ προκληθῇ τοιαύτη συζήτησις, δὲν ἐσκέπτεσθε ὅτι καὶ ἀπὸ ἐκείνης καὶ ἀπὸ ταύτης τῆς πλευρᾶς ἠναγκαζόμεθα νὰ ψηφίσωμεν κατὰ τῆς ἀναβολῆς; Τί ἐπράξατε; Καὶ ἐκείνους οἵτινες πρὸ τῆς συζητήσεως ἦσαν ὑπὲρ πάσης ἀναβολῆς, ἀναγκάζετε νῦν νὰ ψηφίσωσι κατὰ τῆς ἀναβολῆς, καὶ ἐκείνους τοὺς ἐκ ταύτης τῆς πλευρᾶς καὶ ἐκείνους τοὺς ἐξ ἐκείνης ἀναγκάζετε νὰ δώσωσι ψῆφον κατὰ τῆς ἀναβολῆς, ἐκτὸς μόνον τῶν τεσσάρων Βουλευτῶν, τῶν ἐχόντων γνώμην ὑπὲρ ἀναβολῆς.

§69Α. ΠΕΤΑΛΑΣ. Ἀληθῶς περίεργος μοὶ ἐφάνη ἡ πρότασις τοῦ κυρίου Δραγούμη, ὅτι ἡ περὶ ἀναβολῆς πρότασίς μου δὲν δύναται νὰ ψηφισθῇ, ἀφοῦ ταύτην ἀποκρούουσιν ἀμφότεροι οἱ ἀρχηγοί. Ἐγὼ δὲν συνηθίζω νὰ ἐξετάζω πάντοτε, τί θέλει ὁ ἀρχηγός μου. Ἴσως εἶναι ἀρχηγός μου εἰς ἄλλας περιστάσεις, ἀλλ’ εἰς τὰς ἰδέας μου δὲν ἔχω ἀρχηγὸν, ἔχω ἀνεξαρτησίαν φρονήματος· δὲν ἐξετάζω, εἰμὴ τὸ συμφέρον τοῦ τόπου καὶ τὴν ἀξιοπρέπειαν τῆς Βουλῆς· καὶ ἐκεῖνο δὲ καὶ αὕτη μοὶ ὑπαγορεύει νὰ ἐπιμείνω εἰς τὴν ψήφισιν τῆς προτάσεώς μου. Οὐδεὶς, νομίζω, ὑπάρχει ὁ φρονῶν, ὅτι ἐγὼ ὑπέβαλον τὴν πρότασιν ἄλλως ἢ ἐξ ἰδίας πρωτοβουλίας καὶ πεποιθήσεως, ὅπως προληφθῶσι κακὰ ἀνυπολόγιστα. Ἐγὼ, δυνάμει τοῦ Κανονισμοῦ, ἐπιμένω εἰς τὴν ψήφισιν τῆς προτάσεως ταύτης δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως· ἐὰν δὲ δὲν εὑρεθῶσι 15, ἵνα ὑποστηρίξωσιν αὐτήν, τότε ἂς ἀπορριφθῇ δι’ ἀναστάσεως· ἀδιαφορῶ. Τὸ καθῆκόν μου ἐξετέλεσα.

§70Α. ΡΙΚΑΚΗΣ. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς συνετάχθη μὲ τὰς ἰδικάς μας ἰδέας· ἀνεγνώρισεν, ὅτι ἡ συζήτησις ὄχι μόνον δὲν θέλει ὠφελήσει, ἀλλὰ καὶ θέλει βλάψει. Οἱ δευτερεύοντες λόγοι, οἱ προσωπικοί, αἱ περιστάσεις αἱ κομματικαί, αἱ ὁποῖαι δύνανται νὰ ἐπηρεάσωσι τὴν συζήτησιν τοῦ ζητήματος τούτου, δὲν πρέπει νὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν, ὅταν προτάσσηται καὶ παρὰ πάντων ὁμολογῆται, ὅτι δύναται νὰ ᾖναι ἐπιβλαβὴς εἰς τὸν τόπον τοιαύτη συζήτησις. Καὶ μόνος ἂν μείνω, διαμαρτύρομαι τὴν στιγμὴν ταύτην, καὶ ἐπιμένω εἰς τὴν γνώμην μου. Ἀφίνω τοὺς κυρίους, τοὺς ἔχοντας τὴν δύναμιν, νὰ ἀναλάβωσι τὴν εὐθύνην τῶν πεπραγμένων.

§71ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Μελετόπουλος ἔχει τὸν λόγον.

§72Λ. ΜΕΛΕΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐνόμιζα, Κύριοι, ὅτι, ἀφοῦ εἰς τὸ παρελθόν, καίπερ προκληθεῖσα ἐπανειλημμένως, ἀνεβλήθη ἡ συζήτησις περὶ τῶν εὐθυνῶν τῆς συμφορᾶς τοῦ ἑλληνοτουρκικοῦ πολέμου, ὅτι, ἀφοῦ παρῆλθεν ἡ συνταγματικὴ προθεσμία περὶ τῆς ποινικῆς εὐθύνης τῶν κυβερνητῶν, τῶν διατελεσάντων δηλαδὴ ἐν τῇ Κυβερνήσει πολιτικῶν ἀνδρῶν, θὰ ἀνεβάλλετο ὁριστικῶς ἡ περὶ τούτου συζήτησις, καὶ τὸ κατ’ ἐμέ, δὲν θὰ ἐλυπούμην διὰ τοῦτο, διότι ἡ ὑπόθεσις ἀνήκει εἰς τὴν ἱστορίαν μᾶλλον ἢ εἰς τὴν πολιτικήν, δὲν θὰ ἐμανθάνομεν δὲ πράγματα ἀπόρρητα, καὶ οὕτως ἡ συζήτησις δὲν θὰ εἶχε πρακτικόν τι ἀποτέλεσμα, διότι ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ὑπάρχουν λόγοι νὰ κρατηθοῦν μυστικά, ἀπόρρητα, δὲν θὰ ἐλέγοντο εἰς τὴν συζήτησιν ταύτην, οὔτε ἀπὸ τὸ ἓν μέρος, οὔτε ἀπὸ τὸ ἄλλο. Ἀλλ’ ἀφοῦ καὶ ὁ ἀξιότιμος ἐκ Κερκύρας συνάδελφος, πρώην Πρωθυπουργός, τοῦ ὁποίου μετὰ πολλῆς προσοχῆς ἤκουσα τοὺς λόγους, ἐθεώρησεν ὅτι πρέπει νὰ γείνῃ αὐτὴ ἡ συζήτησις, νομίζω καὶ ἐγώ, ὅτι πρέπει νὰ γείνῃ, διὰ νὰ κλείσῃ αὐτὸ τὸ θέμα ἅπαξ διὰ παντός, νὰ μὴ προβάλληται ἑκάστοτε καὶ προξενῇ ἐρεθισμὸν ἔνθεν καὶ ἔνθεν. Ὁ ἑλληνοτουρκικὸς πόλεμος εἶναι λυπηρὰ σελὶς τῆς συγχρόνου ἱστορίας μας, καὶ διὰ τὴν διεξαγωγὴν αὐτοῦ καὶ διὰ τὸ τέρμα αὐτοῦ. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ζητηθοῦν οἱ ὑπεύθυνοι ἐκεῖ, ὅπου ἐζητήθησαν ἀποκλειστικῶς μέχρι τοῦδε. Ὁ κυρίως ὑπεύθυνος τοῦ ἑλληνοτουρκικοῦ πολέμου εἶναι ὁ φανατισμὸς τῶν ἐν Κρήτῃ Τούρκων καὶ ἡ τύφλωσις τῶν Ὑπουργῶν τοῦ Σουλτάνου, ἵνα μὴ εἴπω καὶ αὐτοῦ τοῦ Σουλτάνου. Ὅτε τὸ 1896 τὸ Συμβούλιον τῶν ἐν Κωνσταντινουπόλει πρέσβεων τῶν Μεγάλων Δυνάμεων κατήρτισε τὸ σχέδιον τοῦ νέου πολιτεύματος τῆς Κρήτης, οἱ Κρῆτες χριστιανοὶ ἔσπευσαν νὰ τὸ δεχθῶσιν, ἡ δὲ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἔσπευσε νὰ τὸ στέρξῃ, καὶ νὰ προτρέψῃ τοὺς Κρῆτας νὰ τὸ δεχθῶσι· καὶ ἂν τοῦτο ἐγίνετο, δὲν θὰ ἐπήρχοντο ἐκεῖναι αἱ συμφοραὶ καὶ εἰς τοὺς Τούρκους καὶ εἰς τοὺς Ἕλληνας. Ἀλλ’ οἱ Τοῦρκοι τὸ ἀπέκρουσαν· τοὺς δὲ Τούρκους τότε ἦγε καὶ ἔφερεν ὁ Μαχμοὺτ Τζελαλεδὶν πασσᾶς, ὁ πρώην Γενικὸς Διοικητὴς τῆς Κρήτης, καὶ ὁ Μαχμοὺτ αὐτὸς ἦτο πρόσωπον, τὸ ὁποῖον ἀπήλαυε μεγάλης ἐπιρροῆς παρὰ τῷ Σουλτάνῳ. Ἕνεκα τούτου οἱ Τοῦρκοι ἐν Κρήτῃ, ἀκολουθοῦντες τὰς ὁδηγίας τῶν ἐν Κωνσταντινουπόλει πασσάδων, τῆς Τουρκικῆς Κυβερνήσεως, ὄχι μόνον δὲν ἐδέχθησαν, ἀλλ’ ἐσχημάτισαν καὶ τὸ σχέδιον νὰ τὸ ματαιώσωσι. Καὶ τότε ἐπῆλθον αἱ γνωσταὶ ἐκεῖναι σκηναὶ τῆς ἀγριότητος καὶ τῆς θηριωδίας, αἱ σφαγαὶ τῶν χριστιανῶν, αἱ δῃώσεις τῶν περιουσιῶν των, αἱ πυρπολήσεις τῶν οἰκιῶν των, καὶ μάλιστα ἐν τῇ πόλει τῶν Χανίων. Αἱ σκηναὶ ἐκεῖναι ἐξήγειραν τὴν ἀγανάκτησιν τοῦ Ἑλληνικοῦ ἔθνους, καὶ δικαίως. Ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, ἡ τότε, ἐπροσπάθησε τὸ κατὰ δύναμιν νὰ κατευνάσῃ τὴν ὀργὴν ταύτην, ἀλλ’ ἐπῆλθεν ἡ λεγομένη Ἐθνικὴ Ἑταιρεία. Τώρα, ὁμιλῶν περὶ τῆς Ἑταιρείας ταύτης, ὑπὸ οὐδεμιᾶς ἄγομαι προσωπικῆς ἀπεχθείας, ἀπ’ ἐναντίας μεταξὺ τῶν μελῶν αὐτῆς ὑπάρχουν πρόσωπα λίαν προσφιλῆ εἰς ἐμὲ, ὁμολογῶ δὲ, ὅτι ἡ ἀφορμὴ τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας ἦτο λίαν πατριωτικὴ, ἀλλὰ, εἴτε ὑπὸ ἐνθουσιασμοῦ πατριωτικοῦ κινουμένη, εἴτε κατόπιν ὑπὸ ἄλλων αἰτίων ὠθουμένη εἰς τὴν πορείαν της, ἀντὶ νὰ ἀποβῇ χρήσιμος εἰς τὸ ἐθνικὸν ζήτημα, ἀπέβη τοὐναντίον ἐπιβλαβής. Μίαν ἄλλην φορὰν, ὁμιλῶν ἐνώπιόν σας, πρὸ δύο περίπου ἐτῶν, σᾶς εἶπον, ὅτι ὁ ἐνθουσιασμός εἶναι ἄριστον χρῆμα, ἀλλὰ πολλάκις κάκιστον. Σᾶς ἀνέφερα τότε τοὺς λόγους, τοὺς ὁποίους ὁ περιώνυμος στρατάρχης Σοὺλτ, ἐπὶ τῆς βασιλείας τοῦ Λουδοβίκου Φιλίππου τῆς Γαλλίας, εἶπεν, ὡς Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς, ἀπαντῶν εἰς τοὺς ῥήτορας ἐκείνους, τοὺς φιλελευθέρους, τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, οἱ ὁποῖοι ὤθουν τὴν Κυβέρνησιν εἰς πόλεμον ὑπὲρ τοῦ Μεχμὲτ Ἀλῆ τῆς Αἰγύπτου (εἰς τὸν ὁποῖον πόλεμον ὅμως θὰ εἶχεν ἀντιθέτους ἡ Γαλλία τρεῖς ἢ τέσσαρας εὐρωπαϊκὰς Δυνάμεις). Ἔλεγον οἱ ἀντιπολιτευόμενοι: «ἔχομεν ἓν ἑκατομμύριον λογχῶν ἐθνοφυλακῆς», καθὼς καὶ ἡμεῖς ἐλέγομεν ἄλλοτε περὶ ἐθνοφυλακῆς, νομίζοντες, ὅτι εἶναι στρατός. Καὶ εἶπε τότε ὁ Σοὺλτ τοὺς λόγους ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἔμειναν ἱστορικοί: «Δυσπιστῶ εἰς τὸν ἐνθουσιασμὸν, δὲν ἔχω δὲ πεποίθησιν ἢ μόνον εἰς τὸν πολυάριθμον καὶ καλῶς γεγυμνασμένον στρατόν». Τοιοῦτόν τι συνέβη εἰς τὰς ἀρχὰς καὶ μὲ τὴν ἰδικήν μας Ἐθνικὴν Ἑταιρείαν καὶ μὲ τὸν Ἑλληνικὸν λαόν. Κατελήφθη οὗτος ὑπὸ ἐνθουσιασμοῦ, συντελοῦντος εἰς τοῦτο καὶ τοῦ τύπου, ὅστις οὕτως ὑπέχει μεγάλην εὐθύνην τοῦ πολέμου εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο, διότι αὐτὸς, ἀγόμενος ὑπὸ ἀλογίστου ἐνθουσιασμοῦ ἐπίσης, ἐξῆπτε τὸ κοινὸν αἴσθημα καὶ ὤθει εἰς πόλεμον, χωρὶς νὰ ἐννοῇ, ποῖαι εἶναι αἱ ἀνάγκαι τοῦ πολέμου καὶ αἱ συνέπειαι τοῦ πολέμου, ἂν ἤμεθα παρεσκευασμένοι, ἢ ἂν δὲν ἤμεθα, ἂν ἦτο δυνατὸν, μὴ ὄντες παρεσκευασμένοι, νὰ διεξαγάγωμεν νικηφόρον πόλεμον κατὰ τῆς Ὀθωμανικῆς Αὐτοκρατορίας, ἄνευ τινὸς ὑλικῆς ἢ ἠθικῆς ἐπικουρίας Δυνάμεώς τινος ἔξωθεν. Εἰς τὴν περίστασιν ταύτην εὑρίσκω, ὅτι ὁ τύπος (καὶ τὸ ἀναφέρω μετὰ συμπαθείας ἅμα καὶ λύπης, διότι καὶ ἐγὼ διετέλεσα δημοσιογράφος καὶ ἐν Ἑλλάδι καὶ ἐν Γαλλίᾳ καὶ ἐν Ἰταλίᾳ), εἰς τὴν περίστασιν ταύτην, λέγω, ὁ τύπος τῆς πρωτευούσης εἶναι μέγας ἔνοχος, καὶ τοιοῦτόν τι συνέβη καὶ ἐν Γαλλίᾳ, οὐδέποτε δὲ ἐν Ἀγγλίᾳ. Ἐν Γαλλίᾳ εὑρισκόμενος κατὰ τὴν ἐποχὴν τοῦ γαλλογερμανικοῦ πολέμου, ἔμαθον ὅτι, ὅτε ὁ πρίγκηψ Φρειδερίκος Κάρολος, καταδιώκων τὸν στρατὸν τοῦ Μὰκ–Μαὼν, ἔφθασεν εἰς Châlons, καὶ μὴ συναντήσας αὐτὸν ἐκεῖ εὑρίσκετο ἀμηχανῶν, ὑπαξιωματικός τις παρουσιασθεὶς τῷ ἐπέδειξε μίαν γαλλικὴν ἐφημερίδα, τὴν ὁποίαν εὗρε κατὰ τύχην καὶ ἐν τῇ ὁποίᾳ ἀνεφέρετο ἡ διεύθυνσις τῆς πορείας τοῦ στρατοῦ τούτου. Καὶ τότε ὁ Πρῶσσος στρατάρχης ὥδευσε κατὰ τοῦ Μὰκ–Μαὼν ἀδιστάκτως, ταχυπορῶν, καὶ καταφθάσας αὐτὸν εἰς Σεδὰν, τὸν κατέθραυσε. Τοιοῦτόν τι συνέβη καὶ παρ’ ἡμῖν, ὅτε ὁ ἀτυχὴς Δημαρᾶς ἐξέδραμε μετά τινων ἐθελοντῶν εἰς Μακεδονίαν. Ἐρρήθη καὶ ἐβεβαιώθη τότε, ὅτι ὁ Τοῦρκος καϊμακάμης εἶχε λάβει γνῶσιν τῆς εἰσβολῆς ταύτης ἐξ Ἀθηναϊκῆς τινος ἐφημερίδος. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι αἱ εὐθῦναι δύνανται καὶ πρέπει νὰ ζητηθῶσι, διότι εἶναι πολλαπλαῖ. Ἀληθῶς δὲν εὐθύνεται μόνον ἡ Κυβέρνησις, ἥτις ἦτο τότε, εὐθύνεται καὶ ἡ τότε Ἀντιπολίτευσις (διότι καὶ αὐτὴ βεβαίως φέρει εὐθύνην), εὐθύνεται καὶ ὁ Ἑλληνικὸς τύπος, μεγάλως δὲ εὐθύνεται καὶ ἡ λεγομένη Ἐθνικὴ Ἑταιρεία, τῆς ὁποίας ἡ δρᾶσις ἀπέβη ὀλεθρία, ἀντὶ ἐθνωφελοῦς. Ἄλλο τὸ ζήτημα τῆς διεξαγωγῆς τοῦ πολέμου. Διὰ τοῦτο νομίζω, συμφωνῶν μετὰ τῆς γνώμης τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Κερκύρας συναδέλφου κυρίου Θεοτόκη — πρὸς τὸν ὁποῖον δὲν ἔπαυσα ποτὲ τρέφων πολλὴν προσωπικὴν συμπάθειαν — καὶ ἄλλων προλαλησάντων, ὅτι πρέπει νὰ γείνῃ ἡ συζήτησις, καὶ νὰ μὴ ἀναβληθῇ πλέον, καὶ τότε ἐπιφυλάσσομαι νὰ λάβω πάλιν τὸν λόγον.

§73ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οὐδεὶς ἄλλος ζητεῖ τὸν λόγον. Ὑπάρχουσι δύο προτάσεις, ἡ πρότασις τοῦ κυρίου Πεταλᾶ καὶ ἡ πρότασις τοῦ κ. Καπετανάκη. Αἱ προτάσεις αὗται εἶναι δεκτικαὶ συγχωνεύσεως, καὶ συγχωνεύονται ὡς ἑξῆς: «Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀναβολὴν τοῦ ὑπὸ συζήτησιν θέματος» — πρόκειται περὶ ψηφοφορίας δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως — «λέγουσι Ναὶ, οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουσιν Ὄχι.» (Γίνεται ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν τῶν βουλευτῶν Γ. Καπετανάκη καὶ Ἡρ. Καλαμπάκα, ὡς ψηφολεκτῶν, καὶ εἶτα ἡ διαλογὴ, κατὰ τὸ ἑπόμενον πρωτόκολλον ψηφοφορίας).

Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
Ἀνδρέας Πεταλᾶς ΝἘπαμ. Μαυρομμάτης
Γεώργιος Κυριαζῆς ΟΠερ. Ἀλεξάκης Ο
Ἀνδρ. Παναγιωτόπουλος Νικ. Σπυρακόπουλος Ο
Λεων. Μελετόπουλος ΟΘεόδ. Π. Δηλιγιάννης Ο
Κωνστ. Μωραϊτίνης Θεόδ. Β. Δηλιγιάννης
Εὐστάθ. Ρακόπουλος ΟΧαρίλαος Διγενόπουλος
Ἐπαμ. Ἐμπειρῖκος ΟἈρ. Πετροπουλάκης Ο
Εὐκλείδης Μπίστης ΟΓ. Λ. Πετροπουλάκης Ο
Δημοσθ. Καΐρης ΟΜιχαὴλ Φωτιάδης Ο
Ἀνδρέας Καρατζᾶς ΟΓεώργ. Λιδωρίκης Ο
Κωνστ. Πλατούτσας Γεώργ. Ἀνδρίτσος Ν
Μιχαὴλ Κωτσᾶκος Ἀρ. Ἀναγνωστόπουλος Ο
Κωνστ. Γ. Καραπᾶνος ΟΜιχαὴλ Στελλάκης Ο
Κωνστ. Κοττίκας Κ. Ν. Παπαμιχαλόπουλος Ο
Ἰωάννης Καραπᾶνος ΟΓεώργιος Λύρας Ο
Εὐάγγελος ΓαρουφαλιᾶςΝἘμμ. Ρέπουλης Ο
Στέφανος Δραγούμης ΟΔημήτριος Τσᾶτσος Ν
Νικόλαος Λεβίδης ΟΔημήτριος Τσιτσάρας Ο
Θεόδωρος Ρετσίνας Κωνστ. Ζῶτος Ο
Φωκίων Νέγρης ΟΓεώργιος Χατζόπουλος Ο
Νικ. Γιαννηκώστας ΟΔιονύσιος Στεφάνου Ο
Ἐπαμ. Μιλτ. Κανάρης ΟΚ. Ἀργασάρης Λομβάρδος Ο
Δημ. Μ. Καλλιφρονᾶς Ἀλέξ. Σπ. Κ. Ρώμας Ο
Θεόδωρ. Φλογαΐτης Γεώργ. Ρώμας Ο
Δημ. Γ. Ράλλης Ἀνδρ. Σπηλιάδης Ο
Γεώργιος Μ. ΒενιζέλοςΟΧρ. Στεφανόπουλος Ο
Νικ. Γουναράκης ΟΧαρίλ. Σπηλιώτης Ο
Κωνστ. Σταυρόπουλος Ἀνδρ. Στεφανόπουλος Ο
Ἀλέξ. Γ. Σκουζὲς ΟΠέτρος Αὐγερινὸς
Ἀνδρέας Στρᾶτος Χρῆστος Δαραλέξης Ο
Δημ. Καραγιάννης Ἄγγελος Πετραλιᾶς Ο
Ἀντώνιος Καρτάλης Ἀθαν. Ἀθανασιάδης Ο
Κωνστ. Τοπάλης ΟΝικόλαος Δαούτης Ο
Ἀλέξ. Κασσαβέτης Παναγ. Παπαχατζῆς
Ἀργύριος Φιλιππίδης Σπ. Ι. Μήλιος Ο
Νικόλαος Παπαϊωάννου Βασ. Μαρκεζίνης Ο
Δημήτριος Γίδας Νικήτας Συνοδινὸς
Χριστόφορος Ἀσιμῆς Ο
Νικόλαος Γουλιμῆς ΟΤηλέμαχος Δενδρινὸς Ο
Παναγ. Μαυροκέφαλος ΝΞενοφ. Κυριαζῆς Ν
Ἀλέξ. Θρ. Ζαΐμης ΟΒασ. Βασιλειάδης
Θεόδ. Ζαΐμης Ἀθαν. Εὐταξίας
Παναγ. Θρ. Ζαΐμης ΝΝ. Τριανταφυλλᾶκος Ο
Παν. Μανέτας Ο
Αὐγερινὸς Ἀβέρωφ ΝἸωάν. Μπακόπουλος Ο
Ἡρακλῆς Καλαμπάκας ΟἨλ. Ζέγγελης Ο
Γεώργ. Παπαθανασίου Φίλ. Βάρβογλης Ο
Περικλῆς Περρωτῆς Ἀθ. Κατριβᾶνος
Ἠλίας Μαυρομιχάλης ΟἨλίας Κοσσονᾶκος Ο
Γεώργ. ΟἰκονομόπουλοςΟΓ. Ἀναστασόπουλος
Δημ. Τερτίπης ΟΓ. Νικολαΐδης Ο
Τιμολέων Ἀδαμόπουλος Κ. Τρικούπης
Κωνστ. Ζωγλοπίτης ΟΛεων. Δεληγεώργης Ο
Γεώργ. Φραγκίδης Σπυρ. Α. Κουμουνδοῦρος Ο
Ἰωάν. Καζαμπάκας Δ. Λυμπερόπουλος Ν
Σπυρ. Παπαποστόλου Γ. Λυμπερόπουλος
Α. Βασιαρδάνης ΟΠερ. Μποῦτος Ο
Κωνστ. Σαραφιανὸς ΟἈριστομ. Προβελέγγιος
Γ. Χατζηνικολῆς ΟἈντ. Μάτσας
Παναγ. Λεβέντης ΟΝικ. Κρίσπης Ν
Κ. Δούνης ΟΙ. Ναυπλιώτης Ο
Γεώργ. Μέρμηγκας ΟἘλευθ. Μυκώνιος
Γεώργ. Κόρπας ΟΓεώργ. Σισμάνης
Τριαντάφ. Πατρίκιος ΟΔ. Φαρμάκης Ο
Γεώργ. Θεοτόκης ΟΓεώργ. Πλατανιώτης
Μιχαὴλ Θεοτόκης ΟἨλίας Ποταμιᾶνος
Ἀλκίνοος Ζερβὸς ΟΜιχ. Λαμπρυνίδης Ν
Γουλ. Σκάρπας ΟΙ. Βοῦρτσος Ο
Βασίλ. Σαμοΐλης ΟἈθ. Πετσάλης
Σπ. Ἀγάθος ΟΚ. Α. Κουμουνδοῦρος Ο
Ν. Τριβόλης Κυριακ. Π. ΜαυρομιχάληςΟ
Κ. Ἀλαμᾶνος ΟΓ. Καπετανάκης Ν
Κ. Χρηστόπουλος ΟΦώτιος Μοσχούλας
Παναγ. Δ. Πετρίδης ΟἈσημ. Χριστόπουλος
Σωτήρ. Κροκιδᾶς ΟΧαράλ. Κανελλόπουλος
Σπ. Νοταρᾶς Θᾶνος Μπασιᾶς
Περ. Μεντζελόπουλος ΟΠαναγῆς Τυπάλδος ἀρν.
Δημ. Δημητριάδης ΟΘεόδ. Βελλιανίτης Ο
Ἄθως Ρωμᾶνος ΟἈνάργ. Σιμόπουλος Ο
Ἀγαμ. Μεταξᾶς Ἀθ. Παπαθανασίου Ο
Ἀντ. Μομφερρᾶτος ΟΠέτρος Μόρης
Θεόδ. Μαρκέτος ΟἸωάν. Γ. Ροῦφος Ο
Σπ. Ε. Στάης ΟΑ. Παπαγιαννακόπουλος Ο
Διον. Καλούτσης ΟἈσημάκης Θρ. Ζαΐμης
Παν. Χοντζόπουλος ΟἈντ. Ρικάκης Ν
Νικ. Τσοῦχλος ΟἈχιλ. Χοϊδᾶς Ο
Χαρ. Κ. Βοζίκης Γ. Παπαδιαμαντόπουλος Ο
Θεόδ. Πέρρος ΟΘᾶνος Ροῦφος Κανακάρης
Στέφ. Κοπανίτσας ΟΝικ. Μισυρλῆς Ο
Γεώργ. Φικιώρης ΟΝ. Καράπαυλος
Μελέτιος Ρουσόπουλος ΝΓ. Ράλλης Ο
Βρασίδας Λεώπουλος ΟΣπ. Γκεντιλίνης Ο
Γεώργιος ΜαυρομιχάληςΟΓερ. Ζερβὸς Ο
Ἰωάννης Γιαννακίτσας Κοσμᾶς Δουμπιώτης Ο
Ν. Καραστέργιος Νικόλαος Λεωνίδας Ο
Δημ. Πιπινόπουλος Διομήδης Κυριακὸς Ο
Ἰωάν. Γ. Λάππας Α. Μαυρογορδᾶτος
Νικ. Μπουφίδης Α. Λαδόπουλος
Περ. Βαλαωρίτης ΟΝ. Βαφειαδάκης
Εὐάγγ. Τσαρλαμπᾶς Α. Βιτάλης Ο
Γεράσιμος Φίλιππας ΟΔ. Βοκοτόπουλος
Ι. Γκιὼν ΝΘεόδ. Λιμπρίτης Ο
Κάρολος Βιτάλης Ι. Κουντουριώτης Ν
Κωνστ. Ε. ΧατζηπέτροςΟΝικ. Τσαμαδὸς
Γ. Κανούτας ΟΠαντελῆς Γκίκας Ο
Νικ. Ταρμπάζης ΟἸωσὴφ Γρηγοριάδης Ο
Θεόδ. Κριεμάδης ΟΚ. Ἀγαθοκλῆς Ο
Γ. Ραδινὸς ΟΙ. Τσιριμῶκος
Ἀπ. Ζάππας ΟΔημ. Κρίτσας Ο
Θ. Σαρσέντης ΟΑ. Πλατῆς Ο
Α. Πονηρόπουλος ΝΝικ. Χατζῖσκος Ο
Δ. Ἀναστασόπουλος ΟΝ. Καλογερόπουλος Ο
Δ. Παπατσώρης ΟΒ. Βουδούρης Ο
Δ. Κατσᾶνος ΝΓ. Ἀβέρωφ.
Α. Σκαλτσοδῆμος ΟΔ. Κριεζώτης
Ν. Τζανετόπουλος ΝἈλέξ. Μιλτ. Κανάρης
Γ. Ροδόπουλος ΟΚ. Μιλτ. Κανάρης Ο

§74ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψήφισαν ἐν ὅλῳ 161. Ὑπὲρ τῆς προτάσεως 19, κατ’ αὐτῆς 141, καὶ εἷς ἠρνήθη ψῆφον. Ἑπομένως ἡ πρότασις περὶ ἀναβολῆς ἀπερρίφθη. Τὸν λόγον ἔχει ὁ κύριος Στεφάνου.

§75ΔΙΟΝ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Ἀληθῶς, κύριοι Βουλευταὶ, ἡ κρίσις περὶ τῶν εὐθυνῶν τοῦ πολέμου ἀνήκει πλέον εἰς τὴν ἱστορίαν, διότι, ἀφοῦ δὲν ἔχομεν ἐνώπιον ἡμῶν τὴν ὑπεύθυνον Κυβέρνησιν, ἵνα δώσῃ λόγον τῶν πράξεων αὐτῆς, πᾶσα συζήτησις ἀποβαίνει ματαία. Ἀλλ’ ἀφοῦ ἅπαξ συζήτησις προεκλήθη, διὰ τοῦτο καὶ ἐγὼ, λίαν ἐνδιαφερόμενος διὰ τὴν ἀνάπτυξιν τοῦ ζητήματος τούτου, (καθόσον ἀνεμίχθη καὶ τὸ ὄνομά μου, καὶ ἀνεμίχθη κατὰ τρόπον σκληρὸν, δύναμαι εἰπεῖν, διότι ἐζητεῖτο νὰ ὑπονομευθῇ ὑπόληψις καὶ ἐκτίμησις, τὴν ὁποίαν ἀπέκτησα διὰ μακρᾶς σειρᾶς ἐτῶν ἐργασίας) προθύμως ἔρχομαι νὰ μετάσχω τῆς συζητήσεως καὶ ἀποκρούσω ἀπὸ τοῦ βήματος τὰς κατ’ ἐμοῦ ἐκτοξευθείσας μομφάς· διότι ἐθεώρησα, ὅτι θὰ ἐταπεινούμην πολὺ, συγκαταβαίνων νὰ ἀπαντήσω διὰ τοῦ τύπου, διὰ τοῦ τύπου ἐκείνου, ὅστις τόσα ἐξετόξευσε κατ’ ἐμοῦ ἄδικα. Διὰ τοῦτο χθὲς ἔλεγον, ὅτι μετὰ χαρᾶς ἔβλεπον τὴν συζήτησιν αὐτὴν ἐρχομένην ἐνώπιον τῆς Βουλῆς· διότι μόνον ἀπὸ τοῦ βουλευτικοῦ βήματος ἠδυνάμην νὰ ὁμιλήσω, οὐχὶ ἐν ὀνόματι Ἑταιρείας, τὴν ὁποίαν δὲν ἀντιπροσωπεύω, ἀλλ’ ἀμυνόμενος ὑπὲρ τῆς ὑπολήψεώς μου, ἀμυνόμενος ὑπὲρ τῆς τιμῆς μου, τῆς ὁποίας ὑμᾶς καθιστῶ κριτάς. Καὶ ἡ ἐπίθεσις, Κύριοι, κατ’ ἐμοῦ παρ’ ἐκείνων, οἵτινες ὑπέθετον, ὅτι ἐγὼ μετέσχον τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας χάριν πολιτικῶν καὶ κομματικῶν σκοπῶν, ἔφθασε μέχρι καὶ τοῦ σημείου, ὥστε ἀπερχόμενον εἰς Κωνσταντινούπολιν, ἵνα ἀντιπροσωπεύσω τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν κατὰ τὰς διαπραγματεύσεις τῆς συνθήκης τῆς εἰρήνης, νὰ μὲ καταγγείλωσι πρὸς τὴν Τουρκικὴν Κυβέρνησιν, ὅτι ἐγὼ ὁ πρόεδρος — ὁ οὐδέποτε ὑπάρξας — τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας μετέβην, ἵνα πραγματευθῶ τὰς συνεπείας τοῦ πολέμου, ὡς καὶ σήμερον ἔτι ὁ κ. ἐξ Οἰτύλου Βουλευτὴς εὐηρεστήθη νὰ μοὶ εἴπῃ. Δὲν ἐνόησα δὲ ποτὲ, ὁποῖον ἦτο τοῦτο τὸ πατριωτικὸν ἔργον, τὸ ὁποῖον ἐπετέλουν οἱ κατ’ ἐμοῦ ἐπιτιθέμενοι· διότι εἰς Κωνσταντινούπολιν, Κύριοι, δὲν μετέβαινον ὑπὸ τὴν ἰδιότητά μου τὴν ἀτομικὴν, ἀλλὰ μετέβαινον ὑπὸ ἰδιότητα ἐπίσημον, συμφέρον δὲ ἐθνικὸν ἐπέβαλλε, καὶ ἐὰν τὰ πράγματα εἶχον ὅπως τὰ ἐφαντάζοντο, νὰ μὴ μὲ διαβάλωσιν, ἀλλὰ νὰ ὑποστηρίξωσι τὸν ἀντιπρόσωπον τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, μεταβαίνοντα ἵνα διαπραγματευθῇ ἐθνικὴν ὑπόθεσιν, τοσούτῳ μᾶλλον, Κύριοι, καθόσον ἐγὼ τὴν θέσιν ἐκείνην δὲν τὴν ἐξελιπάρησα, δὲν προσέφυγα νὰ παρακαλέσω, ἵνα μὲ ἀποστείλωσιν εἰς Κωνσταντινούπολιν· ἔτυχε νὰ εὑρίσκωμαι εἰς Ζάκυνθον, καὶ διὰ τηλεγραφήματός του ὁ κ. Πρωθυπουργός, ὁ τότε καὶ νῦν, μὲ παρεκάλεσε νὰ δεχθῶ τὴν θέσιν αὐτήν, καὶ προθύμως ἀπεδέχθην, διότι καὶ τιμή μου ἦτο καὶ καθῆκον εἶχον πρὸς τὴν πατρίδα μου νὰ προσφέρω τὰς ὑπηρεσίας μου, ἐφ’ ὅσον αὗται ἠδύναντο νὰ συντελέσωσιν εἰς εὐόδοσιν ἔργου ἐθνικοῦ. Δὲν θὰ εἰσέλθω, Κύριοι, ἐξετάζων τὰ κατὰ τὸ θέμα τοῦτο, διότι ἐλπίζω ἄλλοτε νὰ μοὶ δοθῇ εὐκαιρία, ἵνα ἀποκρούσω καὶ τὰς ἄλλας κατ’ ἐμοῦ ἐκτοξευθείσας μομφάς, σχετικῶς πρὸς τὰς ἐν Κωνσταντινουπόλει διαπραγματεύσεις· ἐλπίζω, λέγω, ὅτι θὰ μοὶ δοθῇ εὐκαιρία, ὅπως σήμερον μοὶ δίδεται ἡ παροῦσα εὐκαιρία, ἵνα ἀποκρούσω τὰς ἄλλας μομφὰς, τὰς σχετικὰς πρὸς τὴν ἐνέργειαν τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας. Δὲν συνήθισα, Κύριοι, ἐν τῷ βίῳ μου νὰ συνωμοτῶ, δὲν εἶμαι ἐξ ἤθους καὶ ἐξ ἀνατροφῆς ἐπαναστάτης, εἶμαι ὁ συντηρητικώτατος τῶν ἀνθρώπων, καὶ θεωρῶ, ὅτι ἔχω καθῆκον νὰ ὑποστηρίζω ἑκάστοτε τὸ καθεστὼς, οἱαδήποτε καὶ ἂν ἦναι ἡ Κυβέρνησις τῆς πατρίδος μου. Διὰ τοῦτο, Κύριοι, σᾶς διαβεβαιῶ, ὅτι, ἐὰν ἤθελον διαβλέψει, ὅτι εἰς τὴν ἐνέργειαν τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας ὑπῆρχε καὶ ἴχνος κἄν σχετιζόμενον πρὸς τὰ ἐσωτερικὰ ἡμῶν πράγματα, οὐδέποτε θὰ ἐλάμβανον μέρος. Καὶ ὅτε κατὰ πρῶτον μοὶ ἐγένετο ἡ εἰσήγησις παρ’ ἀξιωματικοῦ ἀνωτέρου, ἵνα μετάσχω τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας, πρώτην καὶ κυρίαν ἀντίρρησιν τῷ ἀντέταξα, ὅτι, «ἐὰν πρόκειται περὶ συνωμοσίας, ἔχε με παρῃτημένον· δὲν εἶναι ἡ δουλειά μου» — «Ἀλλὰ πρόκειται περὶ ἐθνικοῦ σκοποῦ». — «Τίνος καὶ διὰ τίνων μέσων;» Ποίαν δὲ ἰδέαν ἔχω, Κύριοι, περὶ τῶν μυστικῶν ἑταιρειῶν, τῶν ἀνεξαρτήτως τῆς κυβερνητικῆς ἐνεργείας δρωσῶν, τὸ ἐδήλωσα καὶ πρὶν ἢ γείνω μέλος τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας πρὸς συντάκτην ἐφημερίδος, ἐλθόντα νὰ ἐρωτήσῃ τὴν γνώμην μου περὶ τοῦ Μακεδονικοῦ κινήματος. Ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ ἡ Βουλὴ νὰ ἀναγνώσω τὸ μέρος ἐκεῖνο τῆς συνεντεύξεώς μου. «Πᾶν ἐξωτερικὸν κίνημα», ἔλεγον πρὸς τὸν ἐρωτῶντά με συντάκτην τῆς ἐφημερίδος, «δὲν δύναται νὰ ἔχῃ σοβαρότητα, ἐν ὅσῳ δὲν συμμερίζεται αὐτὸ καὶ ἡ πολιτικὴ τῆς Κυβερνήσεως τῆς χώρας, ἢ μᾶλλον ἐν ὅσῳ δὲν κανονίζει τοῦτο αὐτὴ ἡ Κυβέρνησις...»

§76Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ποίαν ἡμερομηνίαν, παρακαλῶ, φέρει;

§77Δ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. 22 Ὀκτωβρίου 1896. Καὶ ἐπεξηγῶν ἐν τῷ ἑπομένῳ φύλλῳ τῆς αὐτῆς ἐφημερίδος τὴν ἰδέαν μου ἐμφανέστερον καὶ καταδηλότερον, ἔλεγον (ἀναγινώσκει): «Κατ’ ἀρχὴν ἡ διεύθυνσις πάσης ἐξωτερικῆς ἐνεργείας πολιτικῆς πρέπει νὰ ἀνήκῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν τῆς χώρας, καθόσον αὕτη πλέον παντὸς ἄλλου εἶναι εἰς θέσιν νὰ κανονίζῃ καὶ τὸ πρόσφορον καὶ τὸν τρόπον τῆς ἐνεργείας. Ἀλλὰ παρ’ ἡμῖν ἡ στάσις τῆς ἡμετέρας Κυβερνήσεως ἐν τῷ Κρητικῷ ζητήματι καὶ ἡ παρὰ τῷ κοινῷ σχηματισθεῖσα ἀκράδαντος πεποίθησις, ὅτι ἀπωλέσαμεν ἀνεπιστρεπτὶ καταλληλοτάτην εὐκαιρίαν πρὸς ἀπόκτησιν τῆς μεγαλονήσου, ἔσχεν ὡς ἄμεσον ἀποτέλεσμα τὸ νὰ ἐκλείψῃ πᾶσα πρὸς τὴν Κυβέρνησιν ἐμπιστοσύνη περὶ προσφόρου καὶ ἀποτελεσματικῆς διαχειρίσεως καὶ διευθύνσεως τῆς ἐξωτερικῆς ἐνεργείας· ἐντεῦθεν δὲ προέκυψε καὶ τὸ ἀποτέλεσμα τοῦ νὰ μετατοπισθῇ, ἐξ ἐθνικῆς συναισθήσεως καὶ ἀνάγκης, ἡ διεύθυνσις αὕτη εἰς ἄλλας χεῖρας, ἀνεξαρτήτους πάσης κυβερνητικῆς ἐπηρείας καὶ σχέσεως. Οὕτω δὲ ἐδημιουργήθη τὸ Μακεδονικὸν κίνημα, ὅπερ ἐκ τῶν ὑστέρων ἀπεδείχθη ἐπωφελὲς εἰς τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα ὑπὸ διττὴν ἔποψιν, καὶ διότι ἀνέκοψε τὰς ἐκ τῆς Μακεδονίας Βουλγαρικὰς ἐπιδρομὰς, καὶ διότι ἀνεζωπύρησε καὶ ὑπεξέκαυσε τὸ Ἑλληνικὸν αἴσθημα ἐν Μακεδονίᾳ, ὅπερ ἀνεδείχθη ζωηρὸν καὶ ἀκμαῖον. Δισταγμοὺς ἔχω μόνον, ἐὰν ὁ διχασμὸς οὗτος τῆς ἐνεργείας θὰ δυνηθῇ ἐπὶ μακρὸν νὰ παραταθῇ, ὅπερ ἄλλοις δέδοται νὰ ἀποφασίσωσι, ποία ἐκ τῶν δύο τούτων ἀντιθέτων ἐνεργειῶν πρέπει νὰ ὑποχωρήσῃ εἰς τὴν ἑτέραν, ἢ καὶ νὰ συναντηθῶσιν ἢ συγχωνευθῶσιν ἐν ἑνιαίᾳ ἐνεργείᾳ, κατὰ τὸ ἑκάστοτε ἐθνικὸν συμφέρον.» Ἀλλ’ ὅτε, Κύριοι, κατὰ Δεκέμβριον τοῦ ἔτους ἐκείνου μοὶ ἐγένετο, ὡς ἔλεγον, παρ’ ἀξιωματικοῦ ἀνωτέρου εἰσήγησις, ἵνα καταταχθῶ εἰς τὰ μέλη τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας, πρώτην καὶ κυρίαν ἀντίρρησιν ἀντέταξα: «πρόκειται ἡ Ἐθνικὴ Ἑταιρία νὰ συνεργασθῇ μετὰ τῆς Κυβερνήσεως; ἢ πρόκειται ν’ ἀποτελέσῃ κράτος ἐν κράτει;» Καὶ ὁ ἀξιωματικὸς ἐκεῖνος μοὶ ἀπήντησε: «Βεβαίως ὄχι· θὰ παρασκευάσωμεν μόνον τὰ μέσα πρὸς ἐνέργειαν.»

§78Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Μοὶ ἐπιτρέπετε μίαν ἐρώτησιν;

§79Δ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Μάλιστα· ἀλλ’ ὄχι συζήτησιν.

§80Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Λέγετε, ὅτι ἐννοεῖτε νὰ ἦσθε πάντοτε σύμφωνος μὲ τὴν πολιτικὴν ἐνέργειαν τῆς Κυβερνήσεως. Ἡ Ἐθνικὴ Ἑταιρεία...

§81Δ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Προκαλεῖτε συζήτησιν πρωθυστέραν· ἐγὼ μὴ νομίζετε, ὅτι ἀνέβην εἰς τὸ βῆμα, ἵνα τσαμπουνίσω· ἀνέβην ἵνα εἴπω πᾶσαν τὴν ἀλήθειαν, ὁ δὲ θέλων νὰ ἀντιλέξῃ, ἂς ἀνέλθῃ ἐπὶ τοῦ βήματος ν’ ἀντιλέξῃ. Ὅτε εἰσήχθην εἰς τὴν Ἐθνικὴν Ἑταιρείαν, ἵνα μυηθῶ τὰ κατ’ αὐτὴν, εὑρέθην ἀπέναντι ἀνθρώπων, τοὺς ὁποίους εἶχον πάντα λόγον νὰ σέβωμαι, εὑρέθην πρὸ στρατιωτικῶν ἀνωτέρων, εὑρέθην πρὸ δημοσίων ὑπαλλήλων ἀνωτέρων, πρὸ πολιτῶν ἀξίων πάσης τιμῆς καὶ ἀνηκόντων εἰς εὐϋπολήπτους τάξεις τῆς κοινωνίας· καὶ τότε ἔθεσα εἰς ἐμαυτὸν τὸ ἐρώτημα, ἐὰν ἀληθῶς πάντες οὗτοι συνήρχοντο ἵνα συνωμόσωσιν, ὅπως ἀνατρέψωσι τὰ καθεστῶτα, ἵνα ἱδρύσωσι κράτος ἐν κράτει· ὁμολογῶ δὲ, ὅτι ἦλθον μετά τινος δισταγμοῦ καὶ ἐπιφυλακτικότητος, θέλων νὰ κατοπτεύσω τὰ διαβήματα καὶ τὰς ἐνεργείας, καὶ ἴδω, μέχρι τίνος σημείου ἠδυνάμην νὰ συμπράξω. Ἐσκεπτόμην, ὅτι δὲν εἶναι ἡ πρώτη φορὰ, ὅτε ἐν Ἑλλάδι ἀνεφάνη τοιαύτη μυστικὴ ἑταιρεία, μὲ ἀόρατον κέντρον καὶ σφραγῖδα, πρὸς πατριωτικὸν ἐργαζομένη σκοπόν. Ἐγνώριζον ἐκ τῆς ἱστορίας, ὅτι καὶ εἰς ἄλλα ἔθνη αἱ τοιαῦται ἑταιρεῖαι ὑπῆρξαν οἱ μοχλοὶ τῆς ἀναγεννήσεως αὐτῶν. Ἐγνώριζον, ὅτι μετὰ τὰς καταστροφὰς τῶν ἐκ τοῦ Ναπολέοντος πολέμων, τῆς Πρωσσίας περισυλλεχθείσης ἵνα συντάξῃ τὰς στρατιωτικὰς δυνάμεις της, ἑταιρεία τοιαύτη ἀνέλαβε τὴν πρώτην πρὸς τοῦτο ὤθησιν. Ἄλλο προσφατώτερον παράδειγμα παρέχει ἡμῖν ἡ Ἰταλία. Πῶς αὕτη ἐνήργησεν ἢ διὰ μυστικῶν ἑταιρειῶν; Ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος πολιτευτὴς εἶπεν, ὅτι ἡ Ἰταλία ὀφείλει τὴν ἰταλικὴν ἑνότητα εἰς τοῦ Ναπολέοντος Γʹ τὰς ἐνεργείας καὶ τὰς ἀποφάσεις· ἀλλ’ ἡ ἰταλικὴ ἑνότης δὲν ἐγένετο ἐκ τοῦ παραχρῆμα, ἐγένετο μικρὸν καὶ κατ’ ὀλίγον, παλαίσασα ἐπὶ ἔτη ἀπέναντι δυσχερειῶν ἀνυπερβλήτων, διότι ἀφ’ ἑνὸς ὑπῆρχεν ὁ Ναπολέων, ὑπερασπιζόμενος τὴν πολιτικὴν ἐξουσίαν τοῦ Πάπα, ἀφ’ ἑτέρου δὲ εἶχε τὸν Βίκτωρα Ἐμμανουὴλ καὶ τὸν Καβοὺρ, ζητοῦντας τὴν ἐντελῆ ἀπελευθέρωσιν τῆς Ἰταλίας διὰ πραξικοπημάτων· μόνον δὲ διὰ τῶν μυστικῶν ἑταιρειῶν προελειάνθη τὸ ἔδαφος καὶ ἐν Νεαπόλει καὶ ἐν ταῖς Παπικαῖς ἐπαρχίαις καὶ ἐν Τοσκάνῃ, καὶ εὑρέθη αὐτὸ παρεσκευασμένον, ὥστε δὲν ἠδύναντο πλέον αἱ ξέναι Δυνάμεις νὰ ἀντιπράξωσιν. Αἱ σκέψεις αὗται μὲ ἀπησχόλουν, καὶ ἔλεγον κατ’ ἐμαυτόν: ἆρά γε ἐδῶ, ἐν Ἑλλάδι, δὲν ἔχομεν ἀνάγκην τοιαύτης τινὸς ἐνεργείας;—ὑπὸ τὸν ὅρον νὰ χρησιμεύσῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἐὰν καὶ ἡ Κυβέρνησις θελήσῃ νὰ ἐπωφεληθῇ τῆς εὐκαιρίας τοιαύτης ἐνεργείας, διότι πολλάκις αἱ ἰδιωτικαὶ ἐνέργειαι ἔχουσι τοῦτο τὸ πλεονέκτημα, ὅτι καλύπτουσι τὴν εὐθύνην τῆς Κυβερνήσεως. Ἄλλως τε, Κύριοι, πῶς ἠδυνάμην νὰ διστάσω καὶ νὰ θέσω ἐν ὑπόπτῳ τὴν Ἑταιρείαν ταύτην, ἀφοῦ ἔμαθον τὴν ἱστορίαν τῆς γενέσεώς της, τὸν ζῆλον τὸν ὑπεκκαίοντα τὰ στήθη τῶν μελῶν αὐτῆς καὶ τὴν πρώτην δρᾶσίν της; Ἡ Ἐθνικὴ Ἑταιρεία, ὅ,τι καὶ ἂν εἴπωσιν, ὅ,τι καὶ ἂν θελήσωσι νὰ ὑποστηρίξωσιν, ἦτο ἔργον καὶ δημιούργημα στρατιωτικῶν...

§82Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Νὰ λέγητε καὶ τὰ ὀνόματα.

§83Δ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Δὲν εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ λέγω ὅσα σᾶς ἀρέσουν, ἀλλ’ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα κρίνω ἐγώ. Καὶ ὅτε ἡ ἐφημεριδογραφία καὶ ἡ κοινὴ γνώμη κατηγόρει τὸν στρατὸν, ὁ ὁποῖος καὶ σήμερον ἀπὸ τοὺς αὐτοὺς κατηγορεῖται, ὅτι δὲν ἦτο προωρισμένος εἰς ἄλλο ἢ νὰ καταδιώκῃ φυγοδίκους καὶ νὰ φυλάττῃ τὰς φυλακὰς, ἐννοεῖτε, Κύριοι, ὅτι ἡ φιλοτιμία τῶν στρατιωτικῶν ἐθίγετο, καὶ δικαίως, καὶ ἡ πρώτη ἰδέα περὶ ἐργασίας ἄλλης, παρὰ τὴν πεπατημένην, ἦλθεν εἰς τὸν νοῦν τῶν οὕτως ἀσπλάγχνως προσβαλλομένων, καὶ οὕτως ὀλίγοι ἀξιωματικοὶ κατωτέρου βαθμοῦ ἐσύστησαν τὴν Ἑταιρείαν κατὰ τὴν 11 Νοεμβρίου 1894, ὅτε ἤμεθα μακρὰν τῆς ἐποχῆς τοῦ πολέμου. Ἡ Ἑταιρεία αὕτη προήχθη καὶ ἔδρασεν ἐν τῷ ἀφανεῖ μέχρι τοῦ 1895 μεταξὺ στρατιωτικῶν, καὶ μόνον ὅτε τὰ ἐν Μακεδονίᾳ βουλγαρικὰ κινήματα προεκάλεσαν τὴν προσοχὴν τοῦ κοινοῦ, τῆς δημοσιογραφίας καὶ τῆς Κυβερνήσεως, τότε οἱ στρατιωτικοὶ ᾐσθάνθησαν τὴν ἀνάγκην νὰ προσλάβωσιν εἰς σύμπραξιν καὶ ἀστοὺς, καὶ τότε κατὰ πρῶτον εἰς τὴν Ἑταιρείαν προσῆλθον πολιτικοὶ ἄνδρες, τουτέστιν ἀστοί. Δὲν θ’ ἀπασχολήσω τὴν Βουλὴν, διαγράφων τὴν ἱστορίαν τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας· ἤθελα μόνον νὰ εἴπω ταῦτα, ἵνα φθάσω εἰς τὴν στιγμὴν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐγενόμην μέλος, κατ’ ἀρχὰς ἐπὶ ψιλῷ μᾶλλον ὀνόματι τῆς Ἑταιρείας, ἀλλὰ μετ’ οὐ πολὺ ἐκλεγεὶς μεταξὺ τῶν μελῶν τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου ἐν ἀγνοίᾳ μου. Ἐδίστασα ἐπὶ μακρὸν νὰ δεχθῶ, ἀλλ’ ὅτε συνήλθομεν οἱ ἐκλεχθέντες, καὶ εἶδον ἀπέναντί μου συνταγματάρχας, ταγματάρχας, λοχαγοὺς,—διότι τὰ στρατιωτικὰ μέλη ἦσαν 12, τὰ δὲ ἀστικὰ 6, μεταξὺ δὲ τῶν 6 καὶ ἐγὼ,—τότε δὲν ἐδίστασα νὰ συνεργασθῶ μετ’ αὐτῶν, ἀφοῦ ὁ σκοπὸς τῆς Ἑταιρείας ἦτο δεδηλωμένος ὅτι ἦτο ἐθνικός. Εἷς ὅρος δὲ ἀπαράβατος εἶχεν ἀπ’ ἀρχῆς τεθῆ, ὅτι ἡ Ἑταιρεία δὲν ὤφειλε νὰ ἀναμιχθῇ τὸ παράπαν εἰς τὴν ἐσωτερικὴν πολιτικήν. Προκαλῶ δὲ οἱονδήποτε νὰ μὲ διαψεύσῃ, ἄν ποτε ἡ Ἐθνικὴ Ἑταιρεία μετέσχε πολιτικῶν κινημάτων ἐν τῷ ἐσωτερικῷ, ἢ ἦλθεν εἰς συνεννόησιν ἢ σύμπραξιν πρὸς τὰ κόμματα τὰ διαιροῦντα τὴν χώραν. Γνωρίζετε, Κύριοι, ὅτι ἀπεδόθη εἰς τὴν Ἐθνικὴν Ἑταιρείαν ἡ παραίτησις ἐκ τῆς Στρατιωτικῆς Λέσχης τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ πεζικοῦ· ἀλλ’ ὅπως ἀποκρουσθῇ ἡ μομφὴ αὕτη, ἀρκεῖ νὰ σκεφθῆτε, ὅτι μόνοι οἱ ἀξιωματικοὶ τοῦ πεζικοῦ παρῃτήθησαν, καὶ παρῃτήθησαν ἕνεκα τοῦ ζητήματος τῶν γενικῶν θέσεων, τὸ δὲ Συμβούλιον τῆς Ἑταιρείας ἀπετελεῖτο ἐξ ἀξιωματικῶν ὅλων τῶν ὅπλων, τὰ παράπονα δὲ τῶν ἀξιωματικῶν τῶν παραιτηθέντων ἀπηυθύνοντο κατὰ τῶν ἑτέρων ὅπλων. Καὶ πῶς ἤθελον οἱ ἀξιωματικοί, οἱ διευθύνοντες τὰ τῆς Ἑταιρείας, νὰ ἐξωθήσωσι τοὺς ἀξιωματικοὺς τοῦ πεζικοῦ μόνους κατὰ ἀδικίας, ἐξ ἧς ὠφελοῦντο οἱ ἀξιωματικοὶ τῶν τεχνικῶν ὅπλων; Ἐλέχθη καὶ σήμερον ἀκόμη ἀπὸ τοῦ βήματος, ὅτι ἡ Ἐθνικὴ Ἑταιρεία προὐκάλεσε τὰς ἐν Κρήτῃ ταραχὰς καὶ ἐνεθάρρυνε τὸν Κρητικὸν ἀγῶνα. Ἀλλὰ οἱ ταῦτα ὑποστηρίζοντες ἀδικοῦσι τοὺς Κρῆτας καὶ τὴν Κρήτην. Ἡ ἱστορία τῶν ἐξεγέρσεων τῶν Κρητῶν δὲν εἶναι χθεσινὴ, οὐδὲ μόνον κατὰ τὸ 1897 διεμαρτυρήθησαν κατὰ τῶν ἁλύσεων, αἵτινες περιέσφιγγον αὐτούς. Τῆς Κρήτης ἡ ἱστορία εἶναι ἱστορία ὁλοκλήρου αἰῶνος. Ὅσοι δὲ διῆλθον διὰ τῆς Κυβερνήσεως τῆς χώρας γνωρίζουσι μετὰ πόσου κόπου καὶ πόσης προσπαθείας αἱ κατὰ καιρὸν Κυβερνήσεις προσεπάθουν νὰ συγκρατήσωσι τοὺς Κρῆτας ἀπὸ τοῦ νὰ ἐξεγερθῶσιν. Ἐκ τῆς μνήμης ἡμῶν δὲν ἐξηλείφθησαν βεβαίως τὰ ἐν ἔτει 1888 καὶ 1889 γεγονότα, ὅτε ἐπὶ τὴν Κυβέρνησιν τῆς χώρας ἦτο ὁ ἀοίδιμος Τρικούπης. Ἀλλ’ ὁ κυβερνήτης ἐκεῖνος διέγνωσε καλῶς τοὺς χρόνους καὶ τοὺς καιροὺς, καὶ ἔκαμε πᾶν ὅ,τι ἦτο δυνατὸν, ἵνα συγκρατήσῃ τοὺς Κρῆτας καὶ τοὺς πείσῃ νὰ μὴ ἐξεγερθῶσι· καὶ κατηγορήθη ὁ Τρικούπης, ὅτι ἐγένετο χωροφύλαξ τοῦ Μαχμοὺτ, καὶ ἐξηνέχθη κατ’ αὐτοῦ κατηγορία ἐπὶ προδοσίᾳ τῶν ἐθνικῶν συμφερόντων! Ἀλλ’ ὅτε, ἐλεγχόμενος ἐν τῇ Βουλῇ ὑπὸ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, παρῆλθεν εἰς τὸ βῆμα τοῦτο, εἶπε μετὰ παρρησίας πρὸς τὴν Βουλὴν καὶ τὸ ἔθνος: «Εὑρέθημεν πρὸ τοῦ διλήμματος, ἢ νὰ συγκαταστραφῇ ἡ Ἑλλὰς μετὰ τῆς Κρήτης, ἢ νὰ ζήσῃ ἡ Ἑλλὰς, ἵνα σώσῃ τὴν Κρήτην! Καὶ ἐπροτιμήσαμεν τὸ δεύτερον.» Αὐτὴ εἶναι ἡ γλῶσσα, Κύριοι, τὴν ὁποίαν μετέρχονται οἱ ἀληθῶς ἄξιοι τοῦ ὀνόματος πολιτικοὶ ἄνδρες. Ὅταν διαγινώσκωσι τὰ πράγματα καὶ τοὺς καιροὺς, καὶ ἀποκτῶσι τὴν πεποίθησιν, ὅτι τοιαύτην ἢ τοιαύτην πορείαν ὀφείλουσι νὰ χαράξωσιν, ὀφείλουσι νὰ ἐμμείνωσιν ἐν αὐτῇ, καὶ ἐπὶ ποινῇ νὰ συντριβῶσιν. Ἀδικοῦσιν, ἔλεγον, Κύριοι, τὴν Κρήτην οἱ ἀποδίδοντες εἰς τὴν Ἐθνικὴν Ἑταιρείαν τὴν ἐξέγερσιν τὴν ἐν Κρήτῃ. Ἄν ἡ Κυβέρνησις ἡ τότε, ὡς κατὰ τὴν ἑσπέραν ταύτην ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος πολιτευτὴς εἶπε, κατώρθωσεν, ὥστε νὰ ἀποδοθῇ εἰς τὴν Κρήτην τὸ Σύνταγμα τῆς Χαλέπας, μέ τινας τροποποιήσεις, καὶ ἂν οἱ Κρῆτες δὲν ἀπεδέχοντο τὸ Σύνταγμα τοῦτο, διότι ἐθεώρουν, ὅτι πᾶς συμβιβασμὸς πρὸς τὸν δυνάστην ἦτο ἀδύνατος, διότι ἐγνώριζον, ὅτι οὗτος τὰς ὑποσχέσεις δὲν θὰ τὰς ἐτήρει, εἶχον ἆρά γε ἀνάγκην τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας διὰ νὰ πεισθῶσι περὶ τοῦ ἰδίου ἑαυτῶν συμφέροντος; Ἐπικαλοῦμαι τὴν μαρτυρίαν τοῦ σεβαστοῦ καὶ πολιοῦ ἐκ Πατρῶν συναδέλφου, τοῦ παρακολουθήσαντος τὰ πράγματα... (Φωναὶ ἐξ ἀριστερῶν: ἆ! ἆ! ἆ!). Σᾶς συγχαίρω διὰ τὸ κομπλιμέντο, τὸ ὁποῖον κάμνετε εἰς τὸν γηραιὸν κ. Ρικάκην (γέλωτες). Καὶ εἶχον ἀνάγκην οἱ Κρῆτες τῆς καθόδου τοῦ κ. Ρωμάνου, διὰ νὰ πεισθῶσιν ἀπὸ τὸν νεαρὸν πολιτευτὴν, ὅτι δὲν συνέφερεν αὐτοῖς νὰ ἀποδεχθῶσι τὸ Σύνταγμα τῆς Χαλέπας; καὶ ἐχρειάζετο ὅλη αὐτὴ ἡ ἐνέργεια, διὰ νὰ ἐπέλθῃ τὸ ἀποτέλεσμα νὰ πέσῃ ἡ Κυβέρνησις τοῦ ἐκ Γόρτυνος πολιτευτοῦ, ὅπως ἀναβῇ εἰς τὴν ἀρχὴν τὸ κόμμα τὸ Τρικουπικόν; Ἀλλὰ τί θέλετε, Κύριοι, νὰ ἐνδιατρίβωμεν εἰς ἐπιχειρήματα ἀνάξια καὶ ἀνασκευῆς καὶ προσοχῆς, ὅταν ἔχωμεν αὐτὰ τὰ γεγονότα μαρτυροῦντα, ὅταν ἔχωμεν αὐτὰ τὰ πράγματα μονονουχὶ φωνὴν ἀφιέντα; Τίς προεκάλεσε τὰς σφαγὰς τοῦ Ἰανουαρίου; Καὶ αἱ σφαγαὶ ἐκεῖναι δὲν συνεκίνησαν ὅλον τὸν Ἑλληνισμόν; δὲν μετέδωκαν ὡς σπινθῆρα τῆς ἐξεγέρσεως τὸ αἴσθημα τῆς ἐκδικήσεως, τὸ αἴσθημα τοῦ καθήκοντος πρὸς ἀδελφοὺς, οἱ ὁποῖοι συνηγωνίσθησαν μετὰ τῆς ἐλευθέρας αὐτῆς γωνίας καὶ δὲν κατώρθωσαν ν’ ἀποσείσωσι τὸν ζυγὸν, τὸν ὁποῖον ἡμεῖς ἀπεσείσαμεν; Τοιαύτη, Κύριοι, ἦτο ἡ στάσις τῶν πραγμάτων κατὰ τὰ τέλη Ἰανουαρίου, ὅτε αἱ ἐν Κρήτῃ σφαγαὶ συνέβησαν· καὶ τότε μία ἠγέρθη φωνὴ ἀπ’ ἄκρου εἰς ἄκρον τῆς Ἑλλάδος· ὁ λαὸς, ἡ δημοσιογραφία, ἡ κοινὴ γνώμη, πᾶσα ψυχὴ πάλλουσα ἔλεγε: «τρέξατε! βοηθήσατε τοὺς Κρῆτας!» Ἐν τούτοις ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη ἐδίσταζεν, ἂν ἔπρεπε νὰ κινηθῇ, καὶ ἐχρειάσθη ἡ τρικυμιώδης ἐκείνη συνεδρίασις, ἡ γενομένη ἐν μιᾷ τῶν ἡμερῶν λήγοντος τοῦ Ἰανουαρίου, ἵνα ἀναγκάσῃ τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἀναγγείλῃ τὴν ἑσπέραν αὐτὴν ἐκείνην, ληγούσης τῆς συνεδριάσεως, ὅτι ἐπρόκειτο νὰ ἀναχωρήσῃ ἡ «Ὕδρα» πρὸς βοήθειαν τῶν γυναικοπαίδων τῶν ἐν Κρήτῃ. Ἀλλὰ τῶν γεγονότων τούτων, Κύριοι, προηγήθησαν καὶ ἄλλα ἐν τῷ ἐσωτερικῷ· τὰ γεγονότα δ’ ἐξετάζω ἐν σχέσει μόνον πρὸς τὸ ζήτημα, ἂν τουτέστιν ἡ Ἐθνικὴ Ἑταιρεία ἦτο ὁ δημιουργὸς ὅλης αὐτῆς τῆς καταστάσεως, ἡ προκαλέσασα τὸν πόλεμον, ἢ τοὐναντίον αὐτὰ τὰ γεγονότα καὶ ἡ ἀμφίρροπος πολιτικὴ τῆς Κυβερνήσεως. Ἔλεγον, ὅτι πρὸ τῶν γεγονότων τούτων, προηγήθησαν ἄλλα. Καὶ ὄντως προηγήθη Διάγγελμα τοῦ Βασιλέως, διὰ τοῦ ὁποίου συνιστᾶτο μόνιμον στρατόπεδον ἐν Θήβαις, καὶ ἅμα τῇ δημοσιεύσει τοῦ Διαγγέλματος τούτου, τοῦ φέροντος τὴν ὑπογραφὴν τοῦ τότε ὑπευθύνου Πρωθυπουργοῦ, ὀρθῶς πάντες ἠρωτῶμεν, τίνα ἄρά γε σκοπὸν εἶχεν ἡ Κυβέρνησις; Ἀλλ’ ὅτε ὁ Πρωθυπουργὸς τῆς ἐποχῆς ἐκείνης ἐπηρωτᾶτο ἐν τῇ Βουλῇ, ποῖαι θὰ ἦναι αἱ συνέπειαι καὶ τ’ ἀποτελέσματα τοῦ Διαγγέλματος ἐκείνου, ἀπέφευγε νὰ ἀπαντήσῃ, καὶ ἔλεγεν, ὅτι «θὰ ἴδωμεν κατὰ πόσον καὶ πότε θὰ ἐφαρμόσωμεν τὰ μέτρα, τὰ διὰ τοῦ Διαγγέλματος ὑποδεικνυόμενα»! Ἐν τούτοις ἡ κοινὴ γνώμη ἐξωγκοῦτο, ἐν τούτοις ἡ κοινὴ γνώμη ἐζήτει δρᾶσιν, ἐζήτει ἐνέργειαν καταφανῆ, ἵνα πεισθῇ, ὅτι ἠρχόμεθα ἀρωγοὶ εἰς σφαζομένους ἀδελφούς. Καὶ τότε, Κύριοι, μιᾷ τῶν ἡμερῶν, ἤτοι τὴν 1 Φεβρουαρίου 1897, ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως δημοσιεύεται ἡ ἑξῆς διαταγὴ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, φέρουσα μόνην τὴν ὑπογραφὴν τοῦ κ. Νικ. Σμόλενιτς, πρὸς τὸν ἀρχηγὸν τοῦ σώματος τῆς κατοχῆς τῆς Κρήτης συνταγματάρχην τοῦ πεζικοῦ Βάσσον Τιμολέοντα... Ὀφείλω, κύριοι Βουλευταὶ, νὰ ὁμολογήσω, ὅτι ἐθαύμασα τὴν ἑσπέραν ταύτην τὴν δεξιότητα τοῦ κ. ἐκ Γόρτυνος Βουλευτοῦ, διολισθήσαντος διὰ τῆς διαταγῆς ταύτης, καὶ ἑρμηνεύσαντος αὐτὴν εἰς τρόπον, ὥστε νὰ ἐννοηθῇ, ὅτι ἦτο τὸ ἁπλούστερον τῶν πραγμάτων, διότι ἐδίδετο ἡ διαταγὴ εἰς τὸν Βάσσον νὰ καταλάβῃ ἕνα χῶρον! ἐν ἄλλῃ χώρᾳ! ἐν Κρήτῃ! διὰ νὰ προσφύγωσιν ἴσως ἐκεῖ τὰ γυναικόπαιδα! Ἀλλ’ ἐν τούτοις τὰ γράμματα ἄλλα φθέγγονται...

§84Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Στέργετε μίαν διακοπήν; Δὲν ἐδίδετο διαταγὴ εἰς τὸν τότε συνταγματάρχην Βάσσον καὶ εἰς τὸ στρατιωτικὸν σῶμα, τὸ ὁποῖον ἐτάχθη ὑπ’ αὐτὸν, ἵνα καταλάβῃ ἕνα χῶρον, ἀλλ’ ἐστέλλετο ὁ συνταγματάρχης, ἵνα ὑπάγῃ εἰς τὸ Ἡράκλειον καὶ ἀλλαχοῦ, ὅπου ἦτο ἀνάγκη, διὰ νὰ δυνηθῇ νὰ προστατεύσῃ τὰ γυναικόπαιδα, τὰ ὁποῖα ἔμελλον νὰ διασφαγῶσιν· ἀλλ’ ὅτε ἔφθασεν εἰς τὴν παραλίαν, οἱ συμμαχικοὶ στόλοι δὲν ἀφῆκαν νὰ μεταβῇ εἰς τὸ Ἡράκλειον, ἔμεινε δ’ οὗτος ἐκεῖ, ὅπου ἀπεβιβάσθη.

§85Δ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Δὲν γνωρίζω ποῖαι ἦσαν αἱ διαταγαὶ αἱ προφορικῶς δοθεῖσαι εἰς τὸν Βάσσον.

§86Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἀναγνώσατε τὸ προοίμιον τῆς διαταγῆς.

§87ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Γνωρίζω, ὅτι ὁ Βάσσος δὲν κατώρθωσε νὰ ἀποβιβασθῇ, διότι εὗρε τοὺς στόλους τῶν Δυνάμεων, καὶ ἠναγκάσθη νὰ ὑπάγῃ εἰς τὸ Κολυμπάρι καὶ ν’ ἀποβιβασθῇ ἐκεῖ. Ἀλλ’ οὐχ ἧττον ἡ διαταγὴ ἡ ἔγγραφος καὶ δημοσιευθεῖσα ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως φέρει τὰ ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Τὰ ἐν Κρήτῃ διαπραχθέντα μέχρι τοῦδε ἐπήνεγκον εἰς τὴν δυστυχῆ νῆσον ἀληθῆ ἀναρχίαν, καθ’ ἣν αἱ οἰκογένειαι τῶν χριστιανῶν καὶ αἱ περιουσίαι αὐτῶν ἔμειναν ἐκτεθειμέναι εἰς τὴν διάθεσιν τοῦ ἀχαλινώτου φανατισμοῦ καὶ τὴν διαρπαγὴν τοῦ ὄχλου...» Τώρα ἀληθῶς, ἀναγινώσκων τις τὸ προοίμιον τοῦτο, νομίζει ὅτι θέλει καταλήξει εἰς ἄλλο συμπέρασμα, καὶ ὅτι τὸ «διὰ ταῦτα», οὕτως εἰπεῖν, τῆς διαταγῆς θὰ ἦναι ἄλλο. Ἐν τούτοις! (ἐξακολουθεῖ): «Ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις δὲν ἠδύνατο ἐπὶ πλέον νὰ ἀνεχθῇ τὴν ἀξιοθρήνητον κατάστασιν, εἰς ἣν περιήχθησαν οἱ ἐπὶ τῆς νήσου ὁμόφυλοι πληθυσμοὶ, μεθ’ ὧν συνδέεται διὰ τῆς θρησκείας καὶ διὰ δεσμῶν ἱερῶν...» Ἐξακολουθεῖ δηλαδὴ τῆς διαταγῆς τὸ σκεπτικόν. Καὶ τὸ συμπέρασμα, ἡ κατακλεὶς, ποία; Ὅπως σώσῃ ἴσως τὰ γυναικόπαιδα; ὅπως προστατεύσῃ τοὺς σφαζομένους; Διόλου! «... ὅπως καταλάβῃ τὴν νῆσον! ἀποκαταστήσῃ τὴν τάξιν καὶ τὴν εἰρήνην ἐν αὐτῇ· τοῦ στρατοῦ δὲ τούτου τὴν διοίκησιν ἐνεπιστεύθη εἰς ὑμᾶς.» Ὑπάρχει ἀκόμη καὶ ἄλλη παράγραφος: «Ἀποβιβαζόμενος μετὰ τοῦ ὑφ’ ὑμᾶς στρατοῦ εἰς Κρήτην καὶ ἐν καταλλήλῳ μέρει, θέλετε ἐν ὀνόματι τοῦ Βασιλέως τῶν Ἑλλήνων Γεωργίου τοῦ Αʹ καταλάβει τὴν νῆσον ταύτην, ἀποδιώκοντες τοὺς Τούρκους ἐκ τῶν φρουρίων!» (γέλως ἐκ δεξιῶν). Βεβαίως, πῶς ἄλλως ἤθελε καταλάβει τὴν Κρήτην; Τὸ ζήτημα εἶναι, ἂν ἠδύνατο καὶ ἐπετρέπετο νὰ καταλάβῃ τὴν Κρήτην καὶ νὰ ἐκδιώξῃ τοὺς Τούρκους!

§88Κ. ΔΟΥΝΗΣ ΚΑΙ ΑΛΛΟΙ. Κατὰ τίνα ἄλλον τρόπον ἠδύνατο;

§89Δ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. (ἐξακολουθεῖ). «Πᾶσαν ἐνέργειαν ὑμῶν θέλετε στηρίξει εἰς τοὺς κειμένους Ἑλληνικοὺς νόμους, ἐν ὀνόματι τοῦ Βασιλέως καὶ ὑπ’ εὐθύνην τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως»—τοῦτο δὲ σημαίνει, ὅτι καταλαμβάνει τὴν Κρήτην ἐν ὀνόματι τοῦ Βασιλέως—«καὶ ἀποδιώκοντες ἀπὸ τῶν φρουρίων τοὺς Τούρκους στρατιώτας»· δηλαδὴ ἐκδιώκοντες τὴν κυρίαρχον Δύναμιν...

§90Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὴν σφάζουσαν τοὺς Ἕλληνας!

§91Δ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Ἔλθετε νὰ ἀντικρούσητε. Μὴ λέγετε ὅμως, ὅτι ἡ Ἐθνικὴ Ἑταιρεία ἐκήρυξε τὸν πόλεμον κατὰ τῆς Τουρκίας... «Νὰ εἰσαγάγῃ καὶ τοὺς Ἑλληνικοὺς νόμους»· δηλαδὴ πλήρης κατοχὴ τῆς νήσου, καὶ ὑπαγωγὴ εἰς ἄλλην κυριαρχίαν, τουτέστι προσάρτησις εἰς τὸ Ἑλληνικὸν Βασίλειον!

§92Γ. ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Σεῖς ἐσπουδαιολογήσατε μάλιστα, νὰ κάμωμεν Ἐπαρχεῖα καὶ Νομαρχεῖα!

§93Δ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Δὲν συνεννοούμεθα, κύριε συνάδελφε. Ἐγὼ ἀλλοῦ βαρῶ, καὶ σεῖς ἀλλοῦ βαρεῖτε. Ἄλλον ταμπουρᾶ ἐγώ, καὶ ἄλλον ταμπουρᾶ σεῖς! (γέλωτες παρατεταμένοι). Καὶ ἐρωτῶ ὑμᾶς, Κύριοι, ὑπῆρξέ ποτε ἄλλη κατάφωρος παραβίασις τοῦ δικαίου τῶν ἐθνῶν; Τοιαύτας παραβάσεις μόνον ὁ Μεσαίων ἀναφέρει, οὐχὶ ὅμως καὶ ὁ 19ος αἰών! Καὶ ἐρωτῶμεν κατόπιν, πῶς ἡ Τουρκία ἐκήρυξε καθ’ ἡμῶν τὸν πόλεμον! ...

§94Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Ἡ Ἀνατολικὴ Ρωμυλία πῶς κατελήφθη; (διαμαρτυρίαι ἐκ δεξιῶν).

§95Δ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Δὲν δέχομαι διακοπάς.

§96Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Ὑποβοηθῶ τὴν μνήμην σας.

§97Δ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Καὶ ἐρωτῶμεν, Κύριοι, τίνος ἕνεκα λόγου ἡ Τουρκία ἐκήρυξε πρὸς ἡμᾶς τὸν πόλεμον! Καὶ ὅμως, Κύριοι, ἡ Τουρκία ἠνέχθη τὴν καταπάτησιν ταύτην τοῦ διεθνοῦς δικαίου, καὶ δὲν ἐκήρυξε τὸν πόλεμον· καὶ δὲν ἐκήρυξε τὸν πόλεμον καὶ ὅτε καὶ ἄλλη ἀκόμη παραβίασις ἐγένετο. Συγχρόνως πρὸς τὴν διαταγὴν ταύτην, μετὰ δύο ἡμέρας, ἐκδίδεται Διάταγμα, φέρον ἡμερομηνίαν 3 Φεβρουαρίου, διὰ τοῦ ὁποίου ὁ κατὰ γῆν καὶ κατὰ θάλασσαν στρατὸς τίθεται ἐν ἐπιστρατεύσει. Καὶ ἤρχισαν αἱ κλήσεις τῶν ἡλικιῶν βαθμηδὸν καὶ κατ’ ὀλίγον. Σᾶς ἐρωτῶ, Κύριοι, καὶ πάλιν: τί ἠδύνατο τὸ πολὺ κοινὸν, τὸ ἀγνοοῦν τί ἐν τῷ νῷ τῆς Κυβερνήσεως ἐμαιεύετο, τὸ ἀγνοοῦν τὰς σχέσεις τῆς Κυβερνήσεως πρὸς τὰς ἐξωτερικὰς Δυνάμεις, τὰς συνεννοήσεις, αἱ ὁποῖαι δυνατὸν νὰ ὑπῆρχον πρὸς τὴν Εὐρώπην; Σᾶς ἐρωτῶ καὶ πάλιν, Κύριοι, ἦτο δυνατὸν νὰ μὴ πεισθῇ τις, νὰ μὴ παραδεχθῇ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐν γνώσει, ἐν ἐπιγνώσει τῶν πραγμάτων ἔβαινεν, ἐκλέξασα τὴν ὁδὸν ἐκείνην τῆς προκλήσεως εἰς πόλεμον; Καὶ ἀληθῶς ἡ κοινὴ γνώμη ἐκ τῶν γεγονότων τούτων ἐξηγέρθη, ἡ κοινὴ γνώμη εἶχε πλέον ἀποκτήσει τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἐπρόκειτο νὰ πολεμήσωμεν πρὸς τὴν Τουρκίαν· οἱ ἔφεδροι ἤρχοντο ἀνὰ ἡλικίας, καὶ ἀπεστέλλοντο οἱ μὲν εἰς τὴν Θεσσαλίαν, οἱ δὲ εἰς τὴν Ἤπειρον, πολεμικαὶ παρασκευαὶ εἶχον ἀρχίσει, αἱ ἀποθῆκαι, ὁ στρατὸς, ὅλαι αἱ ὑπηρεσίαι, αἱ πρὸς τὸν στρατὸν συνδεόμεναι, εἶχον τεθῆ εἰς πλήρη ἐνέργειαν. Τίς ἠδύνατο νὰ ἀμφιβάλλῃ; Ὅτε δὲ ἡ Βουλὴ, ὅτε ἡ κοινὴ γνώμη διέγνωσε δισταγμοὺς παρὰ τῇ Κυβερνήσει, ἠθέλησε νὰ ζητήσῃ παρ’ αὐτῆς ἐξηγήσεις, καὶ ὅτε κατὰ τὴν συνεδρίασιν ἐκείνην (κατὰ τὴν ὁποίαν ἐγὼ δὲν παριστάμην, διότι δὲν εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ἦμαι μέλος τῆς Βουλῆς) ὅτε, λέγω, κατὰ τὴν συνεδρίασιν ἐκείνην ἐγένετο ἡ συζήτησις ἐκείνη, ἡ θυελλώδης, τῆς 24 Ἰανουαρίου, ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς, ἀποτεινόμενος πρὸς τὸν ἐκ Γόρτυνος πολιτευτὴν καὶ τότε Πρωθυπουργὸν,—διότι διέβλεπεν ἐν αὐτῷ δισταγμοὺς,—τῷ ἐφώνησε τρίς: «τολμήσατε! τολμήσατε! τολμήσατε!», καὶ τὸν προσεκάλει νὰ διορίσῃ νομάρχας ἐν Κρήτῃ, καὶ ἐπηρώτα αὐτὸν, πῶς ἀκόμη διατηροῦνται πρόξενοι ἐν Κρήτῃ. Ἀποτέλεσμα δὲ τῶν συζητήσεων ἐκείνων ἦτο, ὅτι τὴν ἑσπέραν ἐκείνην ἠγγέλθη, ὅτι διετάχθη ὁ ἀπόπλους τῆς «Ὕδρας» καὶ τῆς «Μυκάλης», αἵτινες ἐν τούτοις δὲν ἦσαν ἕτοιμοι πρὸς ἀπόπλουν. Ἀλλὰ δὲν περιορίζονται αἱ πολεμικαὶ αὗται ἐκφάνσεις ἐν τῷ κύκλῳ τῆς Κυβερνήσεως μόνον, ἀλλὰ καὶ εἰς ἀνώτερον ἀκόμη κύκλον· διότι ἡ Α. Μ. ὁ Βασιλεὺς, δεχόμενος ἐπιτροπὴν ἐπιδιδοῦσαν αὐτῷ δημοψήφισμα τῶν πολιτῶν Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς, συνελθόντων ἐν συλλαλητηρίῳ, ἀπήντα εἰς αὐτοὺς, ὅτι θὰ πράξῃ ὅ,τι τὸ καθῆκον τὸ ἐθνικὸν ἐπιβάλλει πρὸς ὑπεράσπισιν τῶν ἐθνικῶν συμφερόντων...

§98Γ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. Τί ἐζήτει τὸ συλλαλητήριον ἐκεῖνο;

§99Δ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Δὲν ἔλαβον μέρος εἰς τὸ συλλαλητήριον ἐκεῖνο· δὲν λαμβάνω ποτὲ μέρος εἰς τὰ συλλαλητήρια· τὰ ἀπεχθάνομαι.

§100Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Τὰ προεκαλέσατε ὑμεῖς.

§101ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Αὐτὰ, τὰ ὁποῖα λέγετε, νὰ τὰ ἀποδείξητε.

§102Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Τὰ προεκάλεσεν ὁ κύριος Στεφάνου, ἐλθὼν εἰς τὸν Δικηγορικὸν Σύλλογον μετὰ τοῦ κυρίου Ἔσλιν καὶ εἰπὼν, ὅτι ὁ Βασιλεὺς θέλει τὸ συλλαλητήριον.

§103Δ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Μὲ συγχωρεῖτε. Ὅ,τι λέγετε, σχετίζεται μὲ τὸ ἄγγελμα ἐκεῖνο, περὶ τοῦ ὁποίου ἔκαμε λόγον ὁ κ. Παπαμιχαλόπουλος. Τότε ἦλθον εἰς τὸν Δικηγορικὸν Σύλλογον.

§104Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Μάλιστα, μάλιστα.

§105ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Τότε ἦλθον εἰς τὸν Δικηγορικὸν Σύλλογον καὶ διατί; Διὰ νὰ ἐμποδίσω τὸ συλλαλητήριον.

§106Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Ὄχι διὰ νὰ ἐμποδίσητε... Τὸν λόγον, κ. Πρόεδρε.

§107ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Νὰ ἔλθητε ἐνταῦθα νὰ μὲ ἀντικρούσητε. Καθαρὸς οὐρανὸς ἀστραπὴ δὲν φοβᾶται, καὶ δι’ αὐτὸ ὁμιλῶ μετὰ τοσούτου θάρρους. Ἐὰν εἶχον τὴν οὐρὰν κομμένην, δὲν θὰ ἠρχόμην νὰ ὁμιλήσω...

§108ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Θρασύτης!

§109Δ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Δὲν εἶμαι θρασὺς, κύριε συνάδελφε, ἀλλὰ ὁμιλῶ τὴν γλῶσσαν τῆς εἰλικρινείας καὶ τῆς ἀληθείας. Εἰς τοιοῦτον σημεῖον, Κύριοι, εἶχον περιέλθει τὰ πράγματα, ὅτε ἡ Ἐθνικὴ Ἑταιρεία ἐθεώρησε καθῆκον αὑτῆς νὰ δηλώσῃ, ὅτι τίθεται ὑπὸ τὰς διαταγὰς τῆς Κυβερνήσεως καὶ παρὰ τὸ πλευρὸν αὐτῆς, ὑποτασσομένη εἰς τὰ κελεύσματά της. Τότε ἀκριβῶς, κατὰ τὰς ἡμέρας ἐκείνας, ἐγένετο καὶ τὸ ἄγγελμα ἐκεῖνο, περὶ τοῦ ὁποίου ὡμίλησεν ὁ συνάδελφος κύριος Παπαμιχαλόπουλος, τὸ ἄγγελμα ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐκλήθη, ἵνα διαδώσῃ καὶ διὰ τοῦ τύπου εἰς τὸ κοινόν, ὁ μακαρίτης Μιχαὴλ Μελᾶς, καὶ τότε κατ’ ἐντολὴν τοῦ μακαρίτου Μελᾶ ἦλθον εἰς τὸν Δικηγορικὸν Σύλλογον, ὅπου συνεζητεῖτο περὶ τοῦ συλλαλητηρίου τῆς ἑπομένης, καὶ εἶπον πρὸς τὰ μέλη τοῦ Συλλόγου: «περιττὸν νὰ γείνῃ τὸ συλλαλητήριον, διότι ἰδού, τί Ἀνώτατον πρόσωπον εἶπεν εἰς τὸν Μιχαὴλ Μελᾶν». Δὲν ἦλθον διὰ νὰ διοργανώσω τὸ συλλαλητήριον, ἦλθον διὰ νὰ ἐμποδίσω τὸ συλλαλητήριον.

§110Δ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Εἶναι ἀκριβέστατον αὐτό. Ἤμην καὶ ἐγὼ μέλος τοῦ Δικηγορικοῦ Συλλόγου, καὶ παριστάμην τότε ἐκεῖ.

§111Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Κύριε συνάδελφε, ἐπιτρέπετε διακοπάς;

§112ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἐπιτρέπονται διακοπαί.

§113Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Πρέπει ὅμως νὰ παρατηρήσω, ὅτι αὐτὸ δὲν εἶναι ἀληθές.

§114Δ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Ὄχι! εἶναι ἀληθέστατον. Ἐγὼ ἤμην μέλος τοῦ Δικηγορικοῦ Συλλόγου, καὶ μετέβαινον τακτικῶς· σεῖς ἤρχεσθε μίαν φορὰν τὸν χρόνον.

§115Δ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Αὐταὶ εἶναι λεπτομέρειαι, αἱ ὁποῖαι δὲν ἔχουσι σημασίαν καὶ ἐπιρροὴν εἰς τὸ συζητούμενον θέμα. Τὸ ἀληθὲς εἶναι, ὅτι τὸ πολεμικὸν μένος ἐνεπνεύσθη εἰς τὸν λαὸν ἐκ τῶν δηλώσεων καὶ τῶν πράξεων τῆς Κυβερνήσεως, ἐξ ἐκδηλώσεων καὶ ἀγγελμάτων ὑψηλοτέρων. Κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ἀρχηγὸς τοῦ ἐν Θεσσαλίᾳ στρατοῦ διετέλει ὁ στρατηγὸς Μακρῆς, ὁ δὲ ἀρχηγὸς οὗτος, παρασκευάζων κίνημα, ἀγνοῶ ἐκ τίνος διαταγῆς, ἦλθεν εἰς συνάφειαν πρὸς μέλη τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας, καὶ ἐπρότεινε τὸν ἐξοπλισμὸν ἀνταρτικῶν σωμάτων.

§116Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸν λόγον.

§117Δ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Τὸ γεγονὸς τοῦτο βεβαιοῦται καὶ παρ’ αὐτοῦ τοῦ κυρίου Μακρῆ, καθ’ ὅσα ἀνέγνωσα τοὐλάχιστον, διαμένων ἐν Κωνσταντινουπόλει, εἰς τὴν ἔκθεσιν αὐτοῦ. Καὶ δὲν ἐγένετο ἡ ὁμιλία αὕτη πρὸς τὰ ἐν Λαρίσῃ μέλη τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας ἁπλῶς καὶ παρεμπιπτόντως, ἐγένετο σπουδαίως καὶ σοβαρῶς· ἐδόθη μάλιστα ἡ ἐντολὴ εἰς τὰ μέλη ἐκεῖνα νὰ συνεννοηθῶσι μετὰ τοῦ κέντρου περὶ τῆς ἐκτελέσεως τοῦ σχεδίου τούτου. Τότε δὲ ἡ Ἐθνικὴ Ἑταιρεία ἀπεφάσισε, πρὸς καλλιτέραν καὶ εὐχερεστέραν συνεννόησιν πρὸς τὸν ἀρχηγὸν τοῦ ἐν Θεσσαλίᾳ στρατοῦ, νὰ ἀποστείλῃ ἴδιον ἀπεσταλμένον, καὶ ταύτην τὴν ἐντολὴν εἶχε, μεταβὰς εἰς Λάρισαν, ὁ κ. Ροϊλὸς, κατὰ τοῦ ὁποίου τοσαῦτα ἠκούσαμεν καταγγελθέντα!...

§118ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ἦτο δικαστικὸς ὑπάλληλος.

§119Δ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Δι’ ἐμὲ εἶναι ἀδιάφορον, τί ἦτο. Ὁ κ. Ροϊλὸς ἀνέλαβεν, ἐπὶ ἰδίᾳ εὐθύνῃ· ἐγὼ δὲν ἤμην γενικὸς ἐπιτηρητὴς τοῦ Κράτους, διὰ νὰ ἐπιτηρῶ τοὺς ὑπαλλήλους, οὐδὲ τῷ ἔδωκα μόνος καὶ ὡς ἄτομον τὴν ἐντολὴν αὐτὴν, ἐνέκρινα ὅμως τὴν ἐκλογήν του, διότι θεωρῶ αὐτὸν ἔντιμον, εὐθὺν καὶ ἱκανὸν, πρὸ παντὸς δὲ ἁγνὸν πατριώτην. Ὀνομάζω τὸν κ. Ροϊλὸν καὶ διότι τὸ ὄνομά του πολλάκις ἀνεφέρθη ἐνταῦθα, ὄχι εἰκότως βεβαίως, ἀλλὰ καὶ διότι ἡ ὑπογραφή του εἶναι τυπωμένη καὶ δημοσιευμένη ἐν ἐκθέσει μακροσκελεστάτη, περιλαμβανούσῃ ἐμπεριστατωμένας λεπτομερείας. Ὁ κ. Ροϊλὸς, μεταβὰς εἰς Λάρισαν, ἦλθεν εἰς συνάφειαν πρὸς τὸν κ. Μακρῆν καὶ διεπραγματεύθησαν τὰ τοῦ καταρτισμοῦ, ἐξοπλισμοῦ καὶ ἐξόδου τῶν σωμάτων. Ὁ κ. Μακρῆς ἐζήτησε νὰ παρασχεθῶσιν οὐχὶ εἰς αὐτὸν, ἀλλὰ νὰ συνεισφέρῃ ἡ Ἐθνικὴ Ἑταιρεία 100,000 δραχμὰς διὰ τὸν ἐξοπλισμὸν τῶν σωμάτων τούτων καὶ διὰ τὴν συντήρησιν αὐτῶν, ὅπερ καὶ ἡ Ἑταιρεία ἀπεδέχθη, καὶ διὰ τοῦτο πρὸς τὸν κύριον Ροϊλὸν ἀπεστάλησαν 100,000 δραχμαὶ, ἵνα διατεθῶσι πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον, καὶ εἶναι αὐταὶ αἱ 100 χιλιάδες, περὶ τῶν ὁποίων ἐγένετο τοσοῦτος λόγος, καὶ ἀπεδόθησαν πρὸς τὸν κ. Ροϊλὸν πράξεις, τὰς ὁποίας οὐδεὶς ἐξ ἐκείνων, οἵτινες γνωρίζουσι τὸν κ. Ροϊλὸν, δύναται νὰ παραδεχθῇ. Ἄλλως τε ἡ διάθεσις αὐτῆς τῆς δαπάνης τῶν δραχμῶν τούτων εἶναι ἐντελῶς δεδικαιολογημένη καὶ πλήρης. Ἀλλ’ ἕνεκα τῶν ἐπελθουσῶν ἀμφιρρεπειῶν, ἕνεκα τῶν φάσεων, τὰς ὁποίας διέτρεξεν ἡ ἀπόφασις τῆς Κυβερνήσεως τοῦ νὰ δράσῃ ἢ νὰ μὴ δράσῃ, καὶ πότε νὰ δράσῃ, ἡ διαμονὴ τοῦ κυρίου Ροϊλοῦ ἐν Λαρίσῃ παρετάθη, μέχρις οὗ ἔφθασεν εἰς Λάρισαν ἡ Α. Ὑψ. ὁ Διάδοχος, ἀναλαβὼν τὴν ἀρχηγίαν τοῦ ἐν Θεσσαλίᾳ στρατοῦ. Καὶ ἐνταῦθα παρεμπιπτόντως, ἐξ ἀφορμῆς τῆς μεταβάσεως τῆς Α. Ὑ. εἰς Λάρισαν, ὀφείλω νὰ προκαλέσω τὴν προσοχὴν ὑμῶν καὶ ἐπὶ τοῦ γεγονότος τούτου. Ἐὰν δὲν εἶχε σκοπὸν ἡ Κυβέρνησις νὰ πολεμήσῃ, πρὸς τί ἀπέστειλεν εἰς Λάρισαν τὴν Α. Β. Ὑψηλότητα τὸν Διάδοχον; Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ἡ Α. Ὑψ. ἀνεχώρησε νύκτωρ καὶ ἐν παραβύστῳ, ἀλλὰ πάντες ἐσκέφθημεν, ὅτι τοῦτο ἐγένετο πρὸς ἀποφυγὴν διαδηλώσεων, ἀλλὰ συγχρόνως ἐσκέφθημεν, ὅτι ἡ ἐν Λαρίσῃ παρουσία τοῦ Διαδόχου, τοῦ Διαδόχου τοῦ Ἑλληνικοῦ Θρόνου, τοῦ φέροντος τὸ ἔνδοξον τοῦ Κωνσταντίνου ὄνομα, δὲν ἠδύνατο ἢ νὰ ἠλεκτρίσῃ τὸν στρατὸν, νὰ ἐμπνεύσῃ ἔτι μᾶλλον πολεμικὸν μένος εἰς τὸν στρατὸν, καὶ νὰ καταστήσῃ αὐτὸν ἀχαλίνωτον. Ἐλέχθη πράγματι, καὶ ὁ κ. ἐκ Μαντινείας Βουλευτὴς ἐπαναλαμβάνει, ὅτι ἐστάλη ὁ Διάδοχος, ἵνα συγκρατήσῃ τὸν στρατὸν...

§120Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ ἴδητε τὰς διαταγάς.

§121Δ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Δὲν ἔχω ἀμφιβολίαν, ὅτι ὑπάρχουσιν, ἀλλ’ ἀμφισβητῶ τὴν ἀξίαν τῆς διαταγῆς, καὶ λέγω, καὶ πᾶς τις θὰ συμφωνήσῃ μετ’ ἐμοῦ, ὅστις θελήσῃ νὰ ἦναι ἀμερόληπτος, ὅτι ἡ παρουσία τοῦ Διαδόχου τοῦ Θρόνου ἐν μέσῳ 50,000 στρατοῦ ἑτοιμοπολέμου δὲν ἠδύνατο ἢ νὰ ἐξάψῃ τὸ πολεμικὸν μένος αὐτοῦ, εἰς περιστάσεις, καθ’ ἃς ἀφ’ ἑνὸς εἴχομεν τὴν Κρήτην στενάζουσαν καὶ ἀποκεκλεισμένην ὑπὸ τῶν στόλων τῶν Μεγάλων Δυνάμεων, τὰς ἀξιώσεις δὲ τὰς Ἑλληνικὰς ἀποκρουομένας, εὑρισκόμεθα δὲ ἀντιμέτωποι πρὸς τὸν τουρκικὸν στρατὸν, ὅστις ἐν τούτοις παρετάσσετο εἰς τὰ σύνορα. Ἄν καὶ μακρὰ ἡ ἔκθεσις τοῦ κ. Ροϊλοῦ, θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς ἀναγνώσω αὐτὴν, διότι παρέχει, ὡς ἐν φωτοτυπίᾳ, πάσας τὰς φάσεις τοῦ ζητήματος ἐν Θεσσαλίᾳ, ὡς διεχειρίσθη αὐτὸ ἡ Κυβέρνησις. Ὁ κ. Ροϊλὸς ἀπευθύνεται πρὸς τὸ Διοικητικὸν Συμβούλιον τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας...

§122Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Πρὸς τὴν ἄλλην ἀρχήν!

§123Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Ὑπὸ ποίων ἀπηρτίζετο αὐτό;

§124Δ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Πηγαίνετε νὰ τὸ μάθητε. Δὲν εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ ἱκανοποιῶ τὴν περιέργειάν σας.

§125ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ὁλόκληρος θ’ ἀναγνωσθῇ;

§126Δ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Ἠδυνάμην νὰ τὴν ἀποστηθίσω καὶ νὰ τὴν ἀπαγγείλω, καὶ θὰ ἦσθε ὑποχρεωμένοι νὰ τὴν ἀκούσητε, ἐλεύθεροι νὰ τὴν πιστεύσητε ἢ μή. Τὸ βῆμα εἶναι ἐλεύθερον, καὶ ὁ λόγος ἐλεύθερος, σεῖς δὲ ἀδιακόπως κόπτεσθε ὑπὲρ τῆς ἐλευθερίας τοῦ λόγου! Ἀφήσατέ με λοιπὸν νὰ τὰ εἴπω, ὡς τὰ γνωρίζω, καὶ ὅπως ἐγὼ θέλω, ἀφοῦ μάλιστα ἄλλοτε δὲν ἔλαβον τὸν λόγον. «Ἔλαβον τὴν ἐντολὴν (λέγει ὁ κ. Ροϊλὸς) διὰ τοῦ ἀπὸ 15 Φεβρουαρίου 1897 ἐγγράφου σας νὰ συνεννοηθῶ, ὡς ἀντιπρόσωπος τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας, μετὰ τοῦ στρατηγοῦ κ. Μακρῆ, ἀρχηγοῦ τοῦ ἐν Λαρίσῃ στρατοῦ, περὶ τῆς πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Ἑταιρείαν προτάσεώς του, διαβιβασθείσης ὑμῖν κατὰ τὸ ἀνωτέρω ἔγγραφον διὰ τοῦ ἀνθυπολοχαγοῦ κυρίου ..., ὅπως χορηγήσῃ αὕτη δραχμὰς 100,000 πρὸς καταρτισμὸν ἀνταρτικῶν σωμάτων, εἰς ἃ ὁ στρατηγὸς ἤθελε παρέξει καὶ τὸν ὁπλισμὸν...» (Καὶ διὰ νὰ ληφθῇ ὁ ὁπλισμὸς, δὲν ἠδύνατο ἢ νὰ ληφθῇ ἐκ τῶν δημοσίων ἀποθηκῶν καὶ τῇ συναινέσει τῆς Κυβερνήσεως). Συνῳδὰ τῇ ἐντολῇ ταύτῃ ἔφθασα εἰς Λάρισαν τὴν 17 Φεβρουαρίου 1897, καὶ ἔσπευσα ἀμέσως, ἅμα τῇ ἀφίξει μου, νὰ ἴδω τὸν στρατηγὸν, ὅστις ἐπὶ τῇ δηλώσει μου, ὅτι ἡ Ἐθνικὴ Ἑταιρεία ἀναμένει δι’ ἐμοῦ τὰς διαταγάς του, μοὶ εἶπε τὰ ἑξῆς σχετικὰ πρὸς τὴν ἐντολήν μου: «Ἐν πρώτοις, μοὶ εἶπεν ὁ στρατηγὸς, ὅ,τι ἐνεργηθῇ, ἐννοῶ νὰ τὸ ἐνεργήσω κατὰ τὰς ὁδηγίας τῆς Κυβερνήσεως». Τὸν διέκοψα ἀμέσως καὶ τὸν διεβεβαίωσα, ὅτι οὐδ’ ἡ Ἑταιρεία σκοπεῖ νὰ πράξῃ τι ἄνευ διαταγῆς τῆς Κυβερνήσεως· τῷ ὑπέμνησα μάλιστα τὴν γνωστὴν δήλωσιν τῆς Ἑταιρείας, ὅτι ἐτάχθη παρὰ τὸ πλευρὸν τοῦ Βασιλέως καὶ τῆς Κυβερνήσεως, τῷ ἐτόνισα δὲ πρὸ πάντων, ὅτι καὶ ἡ Ἑταιρεία, ἂν δὲν εἶχε τὴν πεποίθησιν, ὅτι κατὰ παραγγελίαν καὶ ἐν γνώσει τῆς Κυβερνήσεως προέβη ὁ στρατηγὸς εἰς τὴν ὑποβολὴν προτάσεως περὶ καταρτισμοῦ ἀνταρτικῶν σωμάτων, δὲν ἤθελεν ἐπιχειρήσει νὰ συνεννοηθῇ μετ’ αὐτοῦ περὶ τοιούτου ἀντικειμένου, ἀφοῦ ἡ ἰδιότης του, ὡς ἀρχηγοῦ τοῦ κατὰ τὴν Θεσσαλίαν στρατοῦ, εἶναι κατ’ ἐξοχὴν ἰδιότης ἀντιπροσώπου τῆς Κυβερνήσεως. Ὅσον δ’ ἀφορᾷ τὴν ὑπ’ αὐτοῦ χορηγίαν ὅπλων, πρὸς ἣν κατὰ τὸ ὑμέτερον ἔγγραφον τῆς πρός με ἐντολῆς εἶχε προσενεχθῆ ὁ στρατηγὸς, ἠρνήθη νὰ μοὶ χορηγήσῃ τοιαῦτα, εἰπών μοι, ὅτι «ἡ Ἑταιρεία ἔχει ὅπλα· τί θὰ τὰ κάμῃ, ἂν δὲν τὰ μεταχειρισθῇ τώρα;» Ἀπήντησα δὲ, ὅτι ἀληθῶς, ὡς καὶ ἐγὼ γνωρίζω, ἡ Ἑταιρεία ἔχει ὅπλα, ἀλλὰ φαίνεται, προσέθηκα, ὅτι εἶχεν ὑπ’ ὄψιν της τὴν πληροφορίαν, ὅτι ὁ στρατηγὸς προσφέρεται νὰ χορηγήσῃ τὰ διὰ τὸν ἐξοπλισμὸν τῶν ἀνταρτικῶν ὁμάδων, σκοπεῖ δὲ ἴσως ἕνεκα τούτου νὰ χρησιμοποιήσῃ τὰ ἰδικά της ἀλλαχοῦ, εἰς Κρήτην, εἴτε ἄλλως πως...» Καὶ ἐπειδὴ πρόκειται περὶ ἀποστολῆς ὅπλων εἰς Κρήτην, ζητῶ τὴν ἄδειαν, ἐν παρενθέσει, νὰ δώσω πληροφορίας τινάς. Εἶπον ἐν τῇ σειρᾷ τῆς ὁμιλίας μου, ὅτι ἡ Ἐθνικὴ Ἑταιρεία οὔτε προεκάλεσεν, οὔτε ἐξήγειρεν, οὔτε ἐνεψύχωσε τὴν ἐπανάστασιν ἐν Κρήτῃ, διότι δὲν ὑπῆρχε καὶ ἀνάγκη πρὸς τοῦτο, ἀλλ’ ὁσάκις ἐζητήθη ἡ ἀρωγὴ αὐτῆς, ἀπεστάλησαν καὶ ὅπλα, ἐν ὅλῳ 100, καὶ 15,000 φράγκα χρυσᾶ, τὰ ὁποῖα ἐμετρήθησαν εἰς τὴν Κρητικὴν ἐπιτροπὴν διὰ τοῦ προέδρου αὐτῆς κ. Δεληγεώργη. Αὐταὶ εἶναι αἱ μόναι εἰσφοραὶ τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας εἰς τὴν Κρήτην. Καὶ ἐπειδὴ περὶ Κρήτης ὁ λόγος...

§127Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἀπὸ τὴν Ἐθνικὴν Ἑταιρείαν ἢ τὸν Βασιλέα ἀπεστάλησαν;

§128Δ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Ἀπὸ τὴν Ἐθνικὴν Ἑταιρείαν· τὰ τουφέκια ἐζήτησεν ὁ κ. Χατζηδάκης.

§129Α. ΡΙΚΑΚΗΣ. Ἐδόθησαν 15,000 ἀπὸ τὴν Ἑταιρείαν, ἢ ἐπεστράφησαν εἰς αὐτὴν ἀπὸ τὴν ἐπιτροπὴν τὴν Κρητικήν;

§130Δ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Ἐγὼ γνωρίζω, ὅτι ἐδόθησαν 15,000 φράγκα χρυσᾶ.

§131ΑΛΕΞ. ΡΩΜΑΣ. Ἐπεστράφησαν, νομίζω.

§132Α. ΡΩΜΑΝΟΣ. Ποσὸν 40,000 φράγκων μοὶ ἀπεστάλη δι’ ἐθνικοὺς σκοπούς· ἐκ τούτων 20,000 ἔδει νὰ χρησιμοποιηθῶσιν ὑπὲρ τοῦ ἀγῶνος τῆς Κρήτης, καὶ ἄλλαι 20,000 ὑπὲρ τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας. Τὰς 20,000 εἰσήγαγον εἰς τὸ ταμεῖον τῆς Κρητικῆς ἐπιτροπῆς, τὰς ἄλλας δέ, ἐπειδὴ τοιαύτην εἶχον ἐντολὴν παρὰ τοῦ κ. Τοπάλη, γαμβροῦ τοῦ κ. Καλλιφρονᾶ, ἐκ Ρουμανίας, τὰς ἀπέστειλα εἰς τὸ ταμεῖον τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας. Βραδύτερον δέ, ὅτε καὶ πρὸς τὴν πριγκήπισσαν Σοφίαν ἀπεστάλη ποσὸν ἐκ μέρους τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας διὰ τὸ Ταμεῖον τῶν Ἀπομάχων, παρεκάλεσα, καθόσον εἴχομεν ἀνάγκην χρημάτων ὑπὲρ τῶν προσφύγων Κρητῶν, ὅπως μᾶς δώσωσιν ἐκ τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας 15,000 φράγκα. Ἡ ἀπόδειξις τῆς παραλαβῆς περιέχεται εἰς τὴν ἔκθεσιν τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας, καὶ εἶναι ὑπογεγραμμένη ὑπὸ τοῦ βουλευτοῦ κ. Δεληγεώργη.

§133Δ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Καὶ ἐπειδὴ, ἐπαναλαμβάνω, ὁ λόγος περὶ Κρήτης, ὀφείλω νὰ ἀποκρούσω καὶ ἄλλην μομφὴν, ἀποδοθεῖσαν εἰς τὴν Ἐθνικὴν Ἑταιρείαν διὰ τὴν κάθοδον τῶν ἀξιωματικῶν. Ἡ κάθοδος αὕτη ἐγένετο ἐντελῶς αὐτοβούλως ἐκ μέρους τῶν ἀξιωματικῶν ἐκείνων, οὐδεμίαν δὲ ἐντολὴν ἔλαβον οἱ καταβάντες εἰς Κρήτην ἀξιωματικοὶ παρὰ τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας, τοσούτῳ μᾶλλον, καθόσον πολλοὶ ἐξ αὐτῶν δὲν ἀνῆκον καὶ εἰς τὰς τάξεις τῆς Ἑταιρείας. (Ἐξακολουθεῖ τὴν ἀνάγνωσιν): «Μὲ ἠρώτησε τότε, πόσα ὅπλα ἔχει ἡ Ἑταιρεία. Ἐγὼ δέ, μὴ δυνάμενος ἀκριβῶς νὰ γνωρίζω τοῦτο, ἀπήντησα αὐτῷ, ὅτι ἔχει ἤδη ἴσως διαθέσιμα περὶ τὰς 10,000, διότι ἐσχάτως εἶχον μάθει, ὅτι κατὰ παραγγελίαν τῆς Ἑταιρείας εἶχε σταλῆ εἰς Πειραιᾶ τὸ ποσὸν τοῦτο τῶν ὅπλων. Ὁ στρατηγὸς μοὶ εἶπεν, ὅτι ἀρκοῦν μόνον 2,000 ὅπλα. Ἐτηλεγράφησα ἀμέσως, ὅπως ἀποστείλητε τὸ ποσὸν τοῦτο εἰς Βόλον. Ὡς πρὸς τὸν ἀριθμὸν τῶν ἀνδρῶν, ὁ στρατηγὸς φρονεῖ, ὅτι εἶναι ἀρκετοὶ 2,000 ἀντάρται. Καὶ μὲ 1500, μοὶ εἶπε, θὰ ἦναι πολὺ εὐχαριστημένος. Ἐπὶ δὲ τῆς προτάσεώς μου, ὅπως τεθῶσιν ἐπὶ κεφαλῆς τῶν σωμάτων ἀξιωματικοί, ἀπέκρουσεν ἀπολύτως καὶ κατηγορηματικῶς τὴν σύμπραξιν ἀξιωματικῶν μετὰ τῶν ἀνταρτικῶν σωμάτων. Καὶ τέλος, ἐρωτηθεὶς ὑπ’ ἐμοῦ περὶ τοῦ χρόνου τῆς ἐνεργείας, μοὶ εἶπεν, ὅτι πρέπει ἀμέσως ἀπὸ τοῦδε ν’ ἀρχίσωμεν τὴν ἑτοιμασίαν. Αὕτη ὑπῆρξεν ἡ μετὰ τοῦ στρατηγοῦ πρώτη μου συνδιάλεξις, τὴν ὁποίαν, φαίνεται, ἀνεκοίνωσεν οὗτος εἰς τὴν Α. Υ. τὸν πρίγκηπα Νικόλαον, διότι ἀμέσως τὴν ἑπομένην ἡμέραν ἐλθὼν ὁ κύριος... μοὶ εἶπεν, ἐκτὸς ἄλλων, ὅτι ἡ Α. Ὑψ. ὁ πρίγκηψ ἐπιθυμεῖ νὰ συντρέξῃ τὴν Ἑταιρείαν καὶ νὰ φανῇ χρήσιμος εἰς τὸ ἐθνικὸν αὐτῆς ἔργον, καὶ ὅτι εἰς τὰς 6 τὸ ἑσπέρας μὲ περιμένει νὰ μεταβῶ παρ’ αὐτῷ· πράγματι δὲ μετέβην τὸ ἑσπέρας, παρόντος δὲ καὶ τοῦ κυρίου ... ἡ Α. Ὑψ. μοὶ εἶπε περίπου τὰ ἑξῆς. Μοὶ ἐξήγησε πρῶτον διὰ μακρῶν, διατὶ παρ’ αὐτοῖς δὲν ἐπεκράτει ἐν ἀρχῇ σαφὴς ἰδέα περὶ τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας, προσθέσας μοι, ὅτι σήμερον ὅλοι θεωροῦν τὸ ἔργον τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας πατριωτικώτατον καὶ ἄξιον πάσης ὑποστηρίξεως· δὲν μοὶ ἀπέκρυψε δέ, ὅτι ὁ στρατηγὸς ἀνεκοίνωσεν αὐτῷ τὴν ἰδιότητά μου καὶ τὴν τῆς προτεραίας μετ’ αὐτοῦ ὁμιλίαν μου, οὐδὲ παρέλειψε νὰ μοὶ εἴπῃ, ὅτι εἶναι ἕτοιμος εἰς πᾶν ὅ,τι νομίσωμεν αὐτὸν χρήσιμον πρὸς ἐπιτυχῆ διεξαγωγὴν τῆς ἐντολῆς μου. Ἔσπευσα νὰ ἐρωτήσω αὐτὸν, ἂν θεωρεῖ πρόσφορον τὴν περίστασιν δι’ ἀνταρτικὰ κινήματα ἐν Μακεδονίᾳ· διὰ μακρῶν δὲ μοὶ ἀνέπτυξε τοὺς λόγους, ἕνεκα τῶν ὁποίων θεωρεῖ ἀπαραίτητον τὴν ἔξοδον τοιούτων σωμάτων, καὶ τὴν μεγίστην σημασίαν, ἣν πρέπει ν’ ἀποδίδωμεν εἰς τὴν ἐξ αὐτῶν ὑποστήριξιν. Τότε ὑπέδειξα, ὅτι πιθανὸν νὰ ἐλαμβάνετο ἀνάγκη συμπράξεως καί τινων ἀξιωματικῶν, ὡς ἀρχηγῶν τῶν ἀνταρτικῶν ὁμάδων, ὅπερ, προσέθηκα, μοὶ ἠρνήθη δυστυχῶς ὁ ἀρχηγός. Τότε ἀπήντησε, μετὰ μικρὰν σκέψιν, ὅτι, ἀφοῦ εἶναι ἀνάγκη, δύναται τὸ πρᾶγμα νὰ διευκολυνθῇ ὡς ἑξῆς. Ἐπειδὴ ἡ ἔξοδος τῶν ἀνταρτικῶν σωμάτων θὰ γείνῃ μίαν ἢ δύο ἡμέρας πρὸ τῆς ἐξόδου τοῦ στρατοῦ, εὔκολον θὰ ἦναι τότε εἰς τὸν στρατηγὸν νὰ παραγγείλῃ εἰς τινας τῶν ἀξιωματικῶν νὰ τεθῶσιν ἐπὶ κεφαλῆς...» Καὶ τοῦτο, νομίζω, ἀπαντᾷ εἰς τὴν διακοπὴν, τὴν ὁποίαν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος μοὶ ἔκαμεν, ὅτι ἡ Α. Ὑψηλότης ἐστέλλετο εἰς Θεσσαλίαν, ἵνα συγκρατήσῃ τὸν στρατόν. Ἀλλ’ ἐντεῦθεν προκύπτει, ὅτι μέλος τῆς Βασιλικῆς Οἰκογενείας εἶχε πεποίθησιν, ὅτι ὁ στρατὸς ἐπρόκειτο νὰ ἐξέλθῃ, ὅπως τοιαύτη ἦτο καὶ ἡ γενικὴ πεποίθησις...

§134Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἀκόμη δὲν εἶχε μεταβῆ ὁ Διάδοχος εἰς τὴν Λάρισαν.

§135Δ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Ἐν τούτοις τὰ πράγματα καὶ πρὸ τῆς μεταβάσεως αὐτοῦ ἐδήλουν τοῦτο. (Ἐξακολουθεῖ ἀναγινώσκων): «Ἠθέλησα νὰ μάθω κατὰ ποίαν ἐποχὴν περίπου σκοπεῖται τοιαύτη ἔξοδος τοῦ στρατοῦ μας, διὰ νὰ γνωρίζω πόσαι ἡμέραι ὑπολείπονται πρὸς ἑτοιμασίαν· ἂν δὲ καλῶς ἐνόησα, τοῦτο μοὶ παρέστησεν, ὅτι θὰ γείνῃ ἅμα συμπληρωθῇ ἡ συγκέντρωσις τοῦ στρατοῦ ἐνταῦθα. Τὴν ἑπομένην, μεταβὰς ὁ ὁπλαρχηγὸς ** παρὰ τῷ ἀρχηγῷ, ἀνεκοίνωσεν αὐτῷ, ὅτι ὑπάρχει ἄνθρωπος ἐνταῦθα, ὅστις δύναται νὰ μεταβῇ καὶ καταστρέψῃ τὴν γέφυραν τοῦ Ἁλιάκμονος, δι’ ἧς οἱ Τοῦρκοι μεταφέρουσι στρατὸν καὶ πυροβόλα, ἐπ’ ἀμοιβῇ 50 λιρῶν. Ὁ ἀρχηγὸς τὸν ἔστειλε νὰ συνεννοηθῇ μαζύ μου. Πράγματι δὲ ἦλθεν ὁ ** μετὰ τοῦ Ἀλαμάνου καὶ μοὶ εἶπον τὰ ἀνωτέρω· ἀλλ’ ἐγὼ ἀπήντησα, ὅτι δὲν δύναμαι ν’ ἀναλάβω τοιαύτην πρωτοβουλίαν, ἀναλογιζόμενος τὰς συνεπείας τῆς τοιαύτης πράξεως, μεταξὺ τῶν ὁποίων πιθανὸν νὰ ἦναι καὶ ἡ ἐν οὐ δέοντι χρόνῳ ἔναρξις τῶν ἐχθροπραξιῶν, ὅτι δὲ πρέπει νὰ συνεννοηθῶ πρῶτον μὲ τὸν ἀρχηγὸν, ὅστις εἶναι ὁ ἁρμόδιος νὰ ἐγκρίνῃ τὴν ἐπιχείρησιν τοιαύτης πράξεως...» Ὥστε βλέπετε, ὅτι ὁ κύριος Ροϊλός, ὡς ἀντιπρόσωπος τῆς Ἑταιρείας, ὑπέτασσεν ἐντελῶς τὴν ἐνέργειαν καὶ ἀπόφασιν αὐτοῦ εἰς τὰ νεύματα τοῦ ἀρχηγοῦ τοῦ στρατοῦ, καὶ οὐδὲν ἤθελε νὰ πράξῃ ἄνευ τῆς συναινέσεως καὶ τῆς ὁδηγίας αὐτοῦ. Ἡ τοιαύτη δὲ πορεία τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας ἐξηκολούθησε καὶ ἐν τῷ μέλλοντι. (Ἐξακολουθεῖ): «Ὅσον δ’ ἀφορᾷ τὴν ἀμοιβὴν, εἶπον ὅτι ἡ Ἑταιρεία θὰ ἦναι πρόθυμος νὰ δώσῃ καὶ διπλάσιον ποσὸν, ἀλλὰ μετὰ τὴν ἐκτέλεσιν· πρότερον δὲ, μόνον τὰ ἔξοδα τῆς μεταβάσεως θὰ χορηγήσῃ. Τὴν ἀπάντησιν ταύτην, μοὶ εἶπεν ὁ ἀρχηγὸς κατόπιν ὅτι εὑρίσκει ὀρθὴν, καὶ ὅτι ἀκόμη θὰ συνεννοηθῇ πρῶτον μὲ τὴν Κυβέρνησιν, ἂν ἐγκρίνει τὸ πρᾶγμα· νὰ κρατήσωμεν ὅμως, μοὶ εἶπε, μέχρι τῆς ἀπαντήσεως τὸν ἄνθρωπον ἐνταῦθα. Τὴν ἑπομένην ὁ ἀρχηγὸς μοὶ εἶπεν, ὅτι πρέπει νὰ ἐπισπεύσωμεν τὴν ἔξοδον τῶν ἀνταρτικῶν σωμάτων· πρέπει καὶ σήμερον, εἰ δυνατὸν, νὰ ἐξέλθουν· αὔριον ἴσως θὰ ἦναι ἀργά. Ἐτηλεγράφησα δὲ περὶ τούτου ὑμῖν ἀμέσως. «Ποῦ εἶναι τὰ ὅπλα σας;» μοὶ εἶπε δυσανασχετῶν, «ποῦ τὰ χρήματά σας; πρέπει νὰ φωνάξῃς ἀμέσως τοὺς καταλλήλους ὁπλαρχηγούς, διὰ νὰ τοὺς εἰπῇς νὰ ἑτοιμασθῶσι, καὶ νὰ χορηγήσῃς ἀμέσως ἀπὸ τοῦδε τὰ ἀναγκαῖα, διότι ἄλλως δὲν θὰ ἑτοιμασθοῦν. Πρέπει δὲ νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψιν, ὅτι αὐτὸ χρειάζεται καὶ μερικὰς ἡμέρας διὰ τὴν προετοιμασίαν των, τὰ δὲ πράγματα δὲν περιμένουν». Ἠρώτησα τὸν ἀρχηγὸν, τίνας ὁπλαρχηγοὺς θεωρεῖ καταλλήλους, μοὶ παρουσίασε δὲ κατάλογον, ἐν ᾧ ἐσημειοῦντο τὰ ἑξῆς ὀνόματα: Ζέρμας, Ἀλαμᾶνος, Νταβέλης, Λάζος, Νῖκος...» Ταῦτα εἰς ἀπάντησιν τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου ἐκ Παξῶν, ὁ ὁποῖος προχθὲς ἔπαιζε μὲ τὰ ὀνόματα τῶν ὁπλαρχηγῶν. Ὁ ἀρχηγὸς καὶ στρατηγὸς Μακρῆς ὑπέδειξε τοὺς ὁπλαρχηγούς, καὶ οὐχὶ ὁ Ροϊλός, ὡς ἐλέχθη. (Ἐξακολουθεῖ ἀναγινώσκων): «Σᾶς ἐτηλεγράφησα δὲ ἀμέσως ὡς ἑξῆς· ὅτι «πρέπει νὰ ἀποστείλητε ὅσον τὸ δυνατὸν ὅπλα περισσότερα, καὶ τὰ χρήματα μὲ ἄνθρωπον, ὅστις νὰ τὰ διαχειρισθῇ, διότι ἐγὼ ἀπολύτως ἀρνοῦμαι τοῦτο, οὐδ’ ἐπαρκῶ ἄλλως τε καὶ διὰ τὴν διαχείρισιν...» Καὶ τοῦτο εἰς ἀπάντησιν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι διέβαλον τὸν ἀξιότιμον κ. Ροϊλόν, ὡς καταχρασθέντα τὰ χρήματα τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας. (Ἐξακολουθεῖ): «Ἐκτὸς ὅμως τοῦ ἀρχηγοῦ, εἶδον καὶ τὸν νομάρχην, ὅστις ἀπεριφράστως ἐζήτησε τὴν συνδρομήν μου, ὡς ἀντιπροσώπου τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας, πρὸς ἔξοδον ἀνταρτῶν εἰς Μακεδονίαν ἀμέσως, προσθέσας, ὅτι «ἀπὸ τὴν Ἐθνικὴν Ἑταιρείαν περιμένομεν ὅλοι»· ἐζήτησα δὲ τότε τηλεγραφικῶς τὴν γνώμην σας, διότι διὰ τοῦ τῆς 24 Φεβρουαρίου ἐ. ἔ. ἐγγράφου σας μοὶ ἐγνωστοποιεῖτε, ὅτι, «ἐὰν ὁ στρατὸς ἡμῶν δὲν ἐνεργήσῃ εἰς Μακεδονίαν, ἐνέργεια ἡμῶν μόνον εἰς Μακεδονίαν ἔσεται ὀλεθρία, λαμβανομένου ὑπ’ ὄψιν τοῦ εἰς Μακεδονίαν συγκεντρωθέντος τουρκικοῦ στρατοῦ». Προτοῦ δὲ λάβω τὸ ἀπὸ 7 Μαρτίου ἔγγραφόν σας, ἐν τῷ ὁποίῳ μοὶ ἐγνωστοποιεῖτε, ὅτι «ἡ Κυβέρνησις ἀπεφάσισε τὴν ἔξοδον ἐπαναστατικῶν ὁμάδων εἰς Μακεδονίαν, ὅτι εἰς τὸν μετὰ προηγουμένην πρόσκλησίν της ἀποσταλέντα πρὸς τὸν κύριον Δηλιγιάννην ἀντιπρόσωπόν μας ἔδωκεν αὕτη τὴν ῥητὴν διαβεβαίωσιν, ὅτι σήμερον ἐν τῷ αὐτῷ ἀτμοπλοίῳ, τῷ φέροντι αὐτόσε λόχον τοῦ Αʹ συντάγματος, διέταξε νὰ φορτωθῶσι 500 χιλιάδες φυσιγγίων, προωρισμένων ad hoc (ἔκφρασίς του) διὰ τὰ ὑφ’ ὑμῶν μέλλοντα νὰ παρασκευασθῶσι πρὸς ἔξοδον εἰς Μακεδονίαν σώματα. Προσέτι δὲ ὁ κ. Δηλιγιάννης ἐπέτρεψεν, ὅπως ὁ Γ. Καψαλόπουλος, ὑπολοχαγὸς, ἐξέλθῃ τῶν συνόρων ἐπὶ κεφαλῆς τοιούτων σωμάτων», καλέσας με ὁ κ. νομάρχης, παρόντος καὶ τοῦ εἰσαγγελέως τῶν πρωτοδικῶν κυρίου Μανοπούλου, μοὶ ἐσύστησε νὰ προετοιμάσω τὴν ταχεῖαν ἔξοδον τῶν ἐπαναστατικῶν σωμάτων εἰς Μακεδονίαν. Εἰς ἀπόδειξιν δὲ τοῦ ὅτι ἔπρεπε νὰ σπεύσωμεν, μοὶ ἀνέγνωσε τηλεγράφημα τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὅπερ ἐν τούτοις ὁμολογῶ, ὅτι δὲν μὲ ἔπεισε, διότι ἐν αὐτῷ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὡμίλει περὶ ἐπιθυμιῶν, ἔλεγε δηλαδὴ ἐπὶ λέξει, ὡς μοὶ τὸ ἀνέγνωσεν ὁ κ. νομάρχης: «Μὴ παρεμποδίσητε τὴν ἔξοδον τῶν ἀνταρτικῶν σωμάτων εἰς Μακεδονίαν, ἂν ἡ Ἐθνικὴ Ἑταιρεία ἐπιθυμῇ τοῦτο». Ἐνῷ δὲ ἐγὼ ἀντέτεινον καὶ ὑπεστήριζον, ὅτι μὲ τοιοῦτο τηλεγράφημα ὅπερ ὁμιλεῖ περὶ ἐπιθυμιῶν, δὲν πρέπει ν’ ἀναλάβωμεν τοιαύτην εὐθύνην, προσεπάθουν δὲ ὅ τε κ. νομάρχης καὶ ὁ εἰσαγγελεὺς νὰ μὲ πείσωσι περὶ τοῦ ἐναντίου, προτείνοντες ὡς ἐπιχείρημα μεταξὺ ἄλλων, ὅτι τοιαύτη εἶναι ἡ φρασεολογία τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ἔφθασε κατ’ αὐτὴν τὴν στιγμὴν δεύτερον τηλεγράφημα τοῦ κυρίου Πρωθυπουργοῦ, ὅπερ μὲ ἀπήλλαξε παντὸς δισταγμοῦ περὶ τῶν διαθέσεων καὶ ἐπιθυμιῶν του, διότι αὗται διὰ τοῦ δευτέρου τηλεγραφήματος εἶχον μεταβληθῆ εἰς ῥητὰς παραγγελίας καὶ διαταγὰς περὶ ἐξόδου τῶν ἀνταρτικῶν σωμάτων...» Τώρα ἀφίνω εἰς ὑμᾶς νὰ κρίνητε, ἂν ὁ ἄνθρωπος ὁ γράφων ταῦτα, ὁ ἐπικαλούμενος τὴν μαρτυρίαν τοῦ εἰσαγγελέως καὶ τοῦ νομάρχου, ὁ ἀναφερόμενος εἰς τηλεγραφήματα τοῦ Πρωθυπουργοῦ, ἂν ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς ψεύδεται, ὡς ἴσως θελήσωσι νὰ τὸν παραστήσωσι, καὶ ἂν ὅλα αὐτὰ εἶναι κατασκευάσματα τῆς φαντασίας του, ἢ ὀνειροπολήματα! (Ἐξακολουθεῖ ἀναγινώσκων): «Ἔσπευσα καὶ πάλιν νὰ ἴδω τὸν ἀρχηγὸν, ὅστις μοὶ εἶπεν, ὅτι ἔχει τηλεγραφικὴν διαταγὴν τῆς Κυβερνήσεως νὰ παραδώσῃ εἰς ἐμὲ ἐπειγόντως 500,000 φυσίγγια ἐκ τῶν ἀποθηκῶν τοῦ Δημοσίου, πράγματι δὲ ἐξέδωκε διαταγὴν πρὸς τὰς Ἐφορείας ὑλικοῦ πολέμου Λαρίσης καὶ Τρικκάλων, ὅπως παραδώσωσιν εἰς ἐμὲ τὸ αὐτὸ ποσὸν τῶν φυσιγγίων, ὅπερ καὶ βραδύτερον παρέλαβον· προσέτι δὲ ἐκάλεσεν ὁ ἀρχηγὸς τοὺς ὁπλαρχηγοὺς Ζέρβαν, Ἀλαμᾶνον καὶ Λάζον (βραδύτερον ἐκάλεσε τὸν Νταβέλην) εἰς τὴν οἰκίαν τοῦ κ. Γαλάτη, παρόντος δὲ καὶ ἐμοῦ, συνεζήτησε μετ’ αὐτῶν τὰ τῶν ὅρων τῆς ἐξόδου των εἰς Μακεδονίαν, ἐσύστησε δὲ εἰς ἐμὲ νὰ ἐφοδιάσω αὐτοὺς μὲ τὰ ἀναγκαῖα χρήματα...» Ἀδύνατον, Κύριοι, νὰ παραδεχθῆτε, ὡς ἴσως θὰ ζητήσωσι νὰ παραστήσωσιν, ὅτι ὁ κ. Ροϊλὸς, παραλαμβάνων τὰς 500,000 φυσίγγια, ἔβλεπεν ὄνειρον κατὰ τὴν στιγμὴν ἐκείνην· διότι τὸ δῆθεν ὄνειρον διαλύει ἡ ὕπαρξις τῆς διαταγῆς. (Ἐξακολουθεῖ): «Ἀλλ’ οὗτοι, ἐνῷ ἐφαίνοντο σύμφωνοι μαζύ του, ἐξελθόντες ἐκεῖθεν, ἠξίωσαν παρ’ ἐμοῦ τὴν ἐκπλήρωσιν ἑτέρου ῥητοῦ ὅρου πρὸς ἔξοδόν των, δηλαδὴ τὴν σύμπραξιν ἀξιωματικῶν, ὡρισμένως δὲ ἀπῄτησαν, ὅπως τεθῇ ἐπὶ κεφαλῆς αὐτῶν ὁ ὑπολοχαγὸς Μυλωνᾶς· ἐπὶ τῇ παρατηρήσει μου δὲ, διατὶ δὲν εἶπον οἱ ἴδιοι τοῦτο εἰς τὸν ἀρχηγὸν, μοὶ ἀπήντησαν, ὅτι ἐκ σεβασμοῦ πρὸς αὐτὸν δὲν ἠθέλησαν νὰ τὸν δυσαρεστήσουν· ἀλλ’ ὁ κύριος ἀρχηγὸς, εἰς ὃν ἀνεκοίνωσα τὴν ἀξίωσιν τῶν ὁπλαρχηγῶν, ἀπεποιήθη καὶ πάλιν νὰ χορηγήσῃ ἀξιωματικόν...» Καὶ ἐν τούτοις τοὺς ἀξιωματικοὺς τούτους, ὡς βραδύτερον θὰ ἴδωμεν, ἐχορήγησεν ἡ Κυβέρνησις. (Ἐξακολουθεῖ): «Τότε μετέβην παρὰ τῷ πρίγκηπι Νικολάῳ, ὅπως παραστήσω αὐτῷ, ὅτι ἡ ἄρνησις τοῦ ἀρχηγοῦ ἤθελεν ἐπιφέρει τὴν ματαίωσιν τῆς ἐξόδου τῶν ἐν λόγῳ ὁπλαρχηγῶν, οἵτινες ἐθεωροῦντο οἱ καταλληλότεροι. Εὗρον τὸν πρίγκηπα λίαν δύσθυμον. «Τί νομίζετε», μοὶ εἶπεν, «ὅτι ἔχω ἐγὼ καμμίαν δύναμιν; Φαντασθῆτε, τί δύναμιν ἔχω ἐγὼ, ἀφοῦ ἡ Κυβέρνησις διέταξε νὰ μοὶ ἀφαιρεθῶσιν οἱ ἵπποι τῆς πυροβολαρχίας μου, μένω δὲ ἐνταῦθα πλέον διοικητὴς πυροβολαρχίας ἄνευ ἵππων, δηλαδὴ ἐντελῶς ἀχρήστου». (Σημειῶ τὴν λεπτομέρειαν ταύτην, διότι ἰσχυρὰν μοὶ ἐπροξένησεν ἐντύπωσιν, τὸ ὅτι δακρύων ὁ πρίγκηψ μοὶ εἶπε τὰ ἀνωτέρω)...» Καὶ ἐν τούτοις κατηγόρησαν τῆς Α. Ὑψηλότητος, ὅτι ἐπίτηδες παρέμεινεν ἐν Λαρίσῃ, διὰ νὰ μὴ πολεμήσῃ! (Ἐξακολουθεῖ): «Ὅσον ὅμως ἀφορᾷ τὴν ἄρνησιν τοῦ ἀρχηγοῦ διὰ τὴν χορήγησιν τοῦ ὑπὸ τῶν ὁπλαρχηγῶν αἰτηθέντος ἀξιωματικοῦ, μοὶ προσέθηκεν, ὅτι θὰ συνεννοηθῇ μετὰ τοῦ ἀρχηγοῦ, καὶ θὰ μοὶ ἀπαντήσῃ ἐγγράφως, ὅπερ καὶ ἔπραξε κατόπιν ἡ Α. Ὑψηλότης, ἐγγράφως γνωστοποιήσας μοι, ὅτι ὁ στρατηγὸς θ’ ἀποστείλῃ τὸν ζητηθέντα ὑπὸ τῶν ὁπλαρχηγῶν ἀξιωματικόν, ὑπὸ τὸν ὅρον νὰ τηρηθῇ ἄκρα μυστικότης περὶ τούτου. Οἱ ἀνωτέρω ὁπλαρχηγοί, οὓς ὑπέδειξεν, ὡς ἀνωτέρω ἐσημείωσα, αὐτὸς ὁ ἀρχηγός, ἐθεωρήθησαν παρὰ πάντων ἀνεξαιρέτως ὡς οἱ καταλληλότεροι διὰ νὰ ἐξέλθωσιν εἰς Μακεδονίαν. Ἐκτὸς ὅμως τῆς κοινῆς ὑπὲρ αὐτῶν γνώμης, ἐνόμισα ὅτι διὰ τῆς προτιμήσεως αὐτῶν, οὓς ὁ ἀρχηγὸς τοῦ στρατοῦ ὑπέδειξε, διετρανοῦτο ἡ εἰλικρινὴς συνεργασία μετὰ τῆς Κυβερνήσεως, ἀφίετο δὲ πλήρης ἡ εὐθύνη τῆς ἐπιλογῆς εἰς τοὺς ἐκλέξαντας αὐτοὺς, οἵτινες εἶναι καὶ οἱ ἁρμοδιώτεροι, ὅπως κρίνωσι περὶ τοῦ καταλλήλου ἢ μὴ αὐτῶν. Πράγματι δὲ οὐδ’ ἕνα ἁπλοῦν ὁπλοφόρον ὑπέδειξα ἐγὼ κατὰ τὸν καταρτισμὸν τοῦτον, ἀφῆκα δὲ, ὡς ὁ ἀρχηγὸς ἔκρινεν ὀρθὸν, ὅπως αὐτοὶ οἱ ἴδιοι ὁπλαρχηγοὶ ἐκλέξωσι τοὺς ἄνδρας, οἱ ὁποῖοι ἤθελον ἀποτελέσει τὰ ὑπ’ αὐτοὺς σώματα, διότι οὕτω θὰ ὑπῆρχεν ἡ ἐκ τῆς ἐπιρροῆς ἐπ’ αὐτῶν ἱεραρχία, ἡ ἀναπληροῦσα τὴν πειθαρχίαν τοῦ τακτικοῦ στρατοῦ...» Καὶ ταῦτα πρὸς ἀπάντησιν τῶν ἐκτοξευθεισῶν ὕβρεων κατὰ τῶν λεγομένων σταυραετῶν. (Ἐξακολουθεῖ): «Ἕν τι μόνον ἠξίωσα ἐγὼ παρὰ τοῦ στρατηγοῦ, νὰ ὁρκισθῶσιν οἱ ἄνδρες πρὸ τῆς ἐξόδου των τὸν γνωστὸν πατριωτικὸν ὅρκον τῆς Ἑταιρείας, ὅπερ, περιττὸν καὶ νὰ σημειώσω, ὅτι προθύμως ἐδέχθη ὁ στρατηγός. Ἐπὶ τῇ βάσει ταύτῃ καταρτισθέντων τῶν σωμάτων, διετάχθη, μετὰ προηγουμένην συνεννόησιν τοῦ ἀρχηγοῦ μετὰ τοῦ ὑπολοχαγοῦ Μυλωνᾶ, ἡ συγκέντρωσις αὐτῶν εἰς χωρίον Κουβέλτσι ἐκ διαφόρων σημείων κατὰ τὴν αὐτὴν ἡμέραν. Ἐνῷ δὲ εἶχεν ἀρχίσει ἡ συγκέντρωσις, καλέσας με ὁ στρατηγὸς μὲ ἠρώτησε, ποῦ εὑρίσκεται ὁ Μυλωνᾶς, διότι, ὡς μοὶ εἶπεν, ἤθελε νὰ συστήσῃ εἰς αὐτὸν τὴν ἀναβολὴν τῆς ἐξόδου τῶν ἀνταρτῶν, ἐπὶ τῷ λόγῳ, ὅτι αὔριον φθάνει ὁ Διάδοχος, ἀφοῦ δὲ αὐτὸς θὰ ἦναι πλέον ὁ ἀρχηγὸς τοῦ στρατοῦ, πρέπει νὰ περιμείνωμεν τὴν γνώμην του. Ἀνεχώρησα τότε μετὰ τοῦ κ. Γουσίου εἰς Κουβέλτσι, ἔνθα εἶχον συγκεντρωθῆ πάντες σχεδὸν τὴν 16 Μαρτίου. Ἡ ἀναβολὴ τῆς ἐξόδου ἦτο πλέον ἐπιβεβλημένη, ἕνεκα τῆς ἀνωτέρω ὁδηγίας τοῦ στρατηγοῦ. Ὀφείλω ἐνταῦθα νὰ σημειώσω, ὅτι, καθ’ ὃν χρόνον εὑρισκόμεθα εἰς Κουβέλτσι, ὁ κύριος Γούσιος ἔλαβε σύστασιν τοῦ κ. Λεβίδου, ὅπως βοηθήσῃ τὴν ἔξοδον εἰς Μακεδονίαν τοῦ Κρητὸς ὁπλαρχηγοῦ Βαγιανῆ μετὰ σώματος Κρητῶν, καὶ ἑτέραν τοιαύτην τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν κυρίου Μαυρομιχάλη, ὅπως προσληφθῇ εἰς τὸ σῶμα ὁ ἀνεψιὸς αὐτοῦ κ. Μαυρομιχάλης μετὰ τῶν ὑπ’ αὐτὸν Λακώνων...» Ἐπειδὴ ἐν τῇ ἐκθέσει ἀναφέρεται ἐπίσης τὸ ὄνομα τοῦ ἀειμνήστου καὶ ἀληθοῦς πατριώτου Γουσίου, ὀφείλω νὰ κάμω μίαν παρέκβασιν. Ὁ Γεώργιος Γούσιος ἦτο γνωστὸς ὡς ἔνθερμος καὶ ἐνθουσιώδης πατριώτης, λαβὼν μέρος κατὰ τὴν ἐξέγερσιν τὴν ἐν ἔτει 1878, καὶ κατὰ τὴν μάχην τῆς Μακρυνίτσης ἀπώλεσε τὸν ἕνα τῶν ὀφθαλμῶν, διότι μία βολὶς ἐνεπήχθη εἰς τὸν ὀφθαλμὸν αὐτοῦ, καὶ τὴν βολίδα ταύτην διετήρει πάντοτε ἐντὸς τοῦ θυλακίου του καὶ τὴν ἐπεδείκνυεν. Ὁ Γούσιος κατεῖχε θέσιν ἐπιφανῆ τραπεζίτου ἐν Ἀλεξανδρείᾳ, ἐγὼ δὲ, ὅτε μετέβην ἐκεῖ, ἐπὶ ἐκτάκτῳ ἀποστολῇ, τὸ 1883, τὸν ἐγνώρισα καὶ συνεσχετίσθην μαζύ του, καὶ διέγνωσα ἐν αὐτῷ πατριώτην ἔνθερμον, ἐνθουσιαζόμενον εἰς τὴν παραμικρὰν ἐθνικὴν ἰδέαν. Ὁ Γούσιος ἦτο Διευθυντὴς τῆς Ἀγγλοαιγυπτιακῆς Τραπέζης, ἅμα δὲ ἔμαθε τὰ ἐν τῇ ἐλευθέρᾳ Ἑλλάδι συμβάντα, καὶ ἰδίως τὰ ἐν Κρήτῃ, τὴν ἐπιστράτευσιν τοῦ στρατοῦ, τὴν συγκέντρωσιν τοῦ στρατοῦ ἐν Θεσσαλίᾳ, ἔσπευσε καὶ οὗτος, ἀφοῦ πρῶτον προεκάλεσε πλουσιώτατον ἔρανον ἐκ μέρους τῶν ἐν Αἰγύπτῳ ὁμογενῶν. Περὶ τοῦ ἐράνου τούτου ἐγένετο προχθὲς λόγος ἐκ μέρους τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐκ Παξῶν, καὶ εἶναι ἀληθὲς, ὅτι αἱ 3,000 λίραι, αἱ συλλεχθεῖσαι ἐν Καΐρῳ, ἀπεστέλλοντο μὲν πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Ἑταιρείαν, ἀλλὰ δι’ ἄλλης χειρός...

§136Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τίνος χειρός;

§137Δ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Τὴν ἐννοεῖτε, χωρὶς νὰ τὴν εἴπω.

§138Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ἀποσιωπᾶτε ἐπίτηδες, ἢ δὲν τὸ ἐνθυμεῖσθε;

§139Δ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Ἐνθυμοῦμαι πολὺ καλῶς... Τὸ δὲ ἄλλο ποσὸν ἐδόθη εἰς τὸν Γούσιον, μὲ τὴν ἐντολὴν νὰ δαπανήσῃ αὐτὸ πρὸς οἷον ἔκρινεν αὐτὸς ἐθνικὸν σκοπόν. Διὰ τοῦτο ὁ Γούσιος, καίτοι ἦλθεν εἰς ἄμεσον συνάφειαν πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Ἑταιρείαν, ἀλλὰ καὶ πρὸς τὴν Κυβέρνησιν συγχρόνως, μετέβη εἰς Θεσσαλίαν καὶ διέπραξε τὰ ἐκεῖ, συνεννοηθεὶς μετὰ τοῦ ἀρχηγοῦ, πρῶτον μὲν τοῦ στρατηγοῦ Μακρῆ, εἶτα δὲ μετὰ τῆς Α. Β. Ὑψηλότητος τοῦ Διαδόχου, διώρισε συγχρόνως καὶ ἀντιπρόσωπόν του, διότι δὲν ἠδύνατο παντοῦ νὰ παρίσταται, τὸν Ἰωάννην Καρτάλην, τὸν ἐκ Βόλου, λίαν στενὸν φίλον του, καθ’ ὃ ἐγκατεστημένον ἐν Αἰγύπτῳ· καὶ ὁ μὲν Καρτάλης μετέβη καὶ ἐγκαθιδρύθη ἐν Τρικκάλοις, ὁ δὲ Γούσιος ἐν Λαρίσῃ. Θὰ ἀναγνώσω βραδύτερον ἐπιστολὴν τοῦ Γουσίου, διότι εἶναι ἄξιον νὰ ἀναγνωσθῇ, ἐν σχέσει ὅμως πρὸς τὴν διαχείρισιν τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον οἱ ἐν Αἰγύπτῳ ἐνεπιστεύθησαν εἰς αὐτόν. Ἐξακολουθῶ τὴν ἀνάγνωσιν τῆς ἐκθέσεως: «Ἐνῷ εὑρισκόμεθα εἰς Κουβέλτσι ἀπρακτοῦντες, ἦλθεν ἐκεῖ ὁ κ. νομάρχης Τρικκάλων, ὅστις ἀνήγγειλε τῷ κυρίῳ Γουσίῳ, παρόντος καὶ ἐμοῦ, ὅτι ἐπῆλθον λόγοι, ἐξ ὧν ἦτο ἀνάγκη ν’ ἀναβληθῇ ἡ ἔξοδος τῶν ἀνταρτῶν. Νομίσας δὲ τότε ἐγώ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις μετέβαλε γνώμην, ἐπρότεινα εἰς τὸν κ. νομάρχην τὴν διάλυσιν τῶν σωμάτων, διότι θὰ ἦτο καὶ ἄσκοπον καὶ δεινὸν διὰ τὰ οἰκονομικὰ τῆς Ἑταιρείας ἡ ἄνευ σκοποῦ συντήρησις τόσου ἐκεῖ πολυαρίθμου σώματος. Ἡ ἀπάντησις ὅμως τοῦ κ. νομάρχου, ἣν καὶ ἄλλοι παρόντες ἐκεῖ ἤκουσαν, ἦτο αὐτολεξεί: «ὄχι! γιὰ ὄνομα τοῦ Θεοῦ!»— Νομάρχης δὲ Τρικκάλων διετέλει τότε ὁ Πετρίτσης, ἐπίσης πατριώτης ἔνθερμος, καὶ ἄλλοτε πολεμήσας ἐν Κρήτῃ. Τὴν ἑπομένην τῆς ἡμέρας, καθ’ ἣν συνέβησαν τὰ ἀνωτέρω, ἐκάλεσεν εἰς Λάρισαν τὸν κ. Γούσιον καὶ ἐμὲ ἡ Α. Υ. ὁ Διάδοχος, καὶ μᾶς ἀνεκοίνωσε περίπου τὰ ἑξῆς· ὅτι δὲν πρέπει ἐπὶ τοῦ παρόντος νὰ ἐξέλθωσιν οἱ ἐπαναστάται, διότι ἤδη ἤρξαντο μετακινήσεις τοῦ στρατοῦ μας, καὶ ὅτι δὲν πρέπει νὰ διαμείνωσιν εἰς ἣν θέσιν ἦσαν (τουτέστιν εἰς τὸ Κουβέλτσι), ἀλλὰ ν’ ἀποσυρθῶσιν εἰς μέρος, ὅπου νὰ μὴ φαίνωνται· ἀνέθηκε δὲ εἰς ἐμὲ νὰ μεταβιβάσω τὴν διαταγὴν ταύτην εἰς τοὺς ἀρχηγοὺς τῶν σωμάτων, τὴν αὐτὴν δὲ νύκτα διέταξεν ἡ Α. Υ. καὶ τὸν ἐπίλαρχον κ. Ε. Μεταξᾶν, ὅπως μεταβῇ ἀμέσως εἰς Κουβέλτσι καὶ μεταβιβάσῃ τὴν ὡς ἄνω διαταγήν. Πράγματι δὲ τὴν ἰδίαν νύκτα ἀνεχώρησεν ἔφιππος ἐκεῖσε ὁ κύριος Μεταξᾶς, ἐκπληρώσας τὴν ἀποστολήν του. Ἀκριβῶς δὲν δύναμαι νὰ γνωρίζω, τί ἀπήντησεν ὁ κ. Μεταξᾶς, νομίζω ὅμως, ὅτι τηλεγραφικῶς παρέστησε τήν τε ἀναβολὴν τῆς ἐξόδου τῶν σωμάτων καὶ τὴν διάλυσιν αὐτῶν ὡς ἐπικίνδυνον. Ἐγώ, φθάσας εἰς Κουβέλτσι, εὗρον, ὅτι ἓν μέρος τῆς διαταγῆς εἶχεν ἐκτελεσθῆ, τουτέστιν εἶχον ἀποσυρθῆ τὰ σώματα εἰς τὸ δάσος Βερέντζι, ὁπόθεν ἔπαυσαν πλέον νὰ ἦναι καταφανῆ, συνήντησα δὲ μόνον τὸν ἕνα τῶν στρατιωτικῶν ἀρχηγῶν, τὸν κ. Α. Μυλωνᾶν, ὅστις εὑρίσκετο ἐκεῖ ἐξετάζων τὸν πάρεδρον τοῦ χωρίου περὶ τῆς ζημίας, ἣν ὑπέστη τὸ χωρίον ἐκ τῆς διαμονῆς τῶν ἀνταρτῶν, ὅπως προβῇ εἰς ἀποζημιώσεις, καὶ ἀντελήφθην, ὅτι πολλοὶ τῶν ὁπλαρχηγῶν, δυσαρεστηθέντες διὰ τὴν ἐπὶ τόσας ἡμέρας ἀναβολὴν τῆς ἐξόδου, κατόπιν τόσων ἐσπευσμένων διαταγῶν περὶ ἀμέσου συγκεντρώσεως καὶ εἰσβολῆς, ἠπείλουν, ὅτι δὲν θὰ ἀκούσουν κανένα εἰς τὸ ἑξῆς. Οὕτω λ. χ. εἷς ἐξ αὐτῶν ἔλεγεν, ὅτι «κἀγὼ δὲν ἦλθον ἐδῶ διὰ νὰ τρώγω ἀρνιά· θὰ πάρω τοὺς ἰδικούς μου καὶ θὰ τραβήξω ἐμπρός. Ὅποιος θέλει ἂς μὲ ἀκολουθήσῃ». Κατόπιν τούτων ἐτηλεγράφησα τῷ κ. Σαπουντζάκῃ τὰ ἑξῆς: «Διευθύνοντες ὑποδεικνύουσιν ὀλεθρίας συνεπείας, ἐν περιπτώσει παρατεταμένης ἀναβολῆς, ἰδίως παρατόλμους, μονομερεῖς καὶ αὐτοβούλους προσβολὰς κατὰ μικρὰς ὁμάδας». Ἀνεχώρησα δὲ πάλιν διὰ Λάρισαν. Ἦτο (ἂν δὲν ἀπατῶμαι) τότε ἡ 23 Μαρτίου, ἀνεκοίνωσα δὲ προφορικῶς εἰς τὸν κ. Σαπουντζάκην, ὅτι, ἐφ’ ὅσον δύνανται, οἱ ἀρχηγοὶ θ’ ἀναβάλλωσι τὴν ἔξοδον, μοὶ ἀπήντησε δὲ, ὅτι «κανεὶς δὲν λέγει νὰ μὴ ἐξέλθουν οἱ ἐπαναστάται· τὸ ζήτημα εἶναι νὰ μὴ συγκρουσθῶσιν εἰς τὴν γραμμήν». Τὴν ἡμέραν τῆς 25 Μαρτίου συνήντησα τὸν κ. νομάρχην εἰς τὸ δημαρχικὸν κατάστημα, μοὶ εἶπε δὲ, παρόντος καὶ ἄλλου, ὅτι «αὐτὸς τώρα πάλιν ἤλλαξε γνώμην· θέλει νὰ βγάλωμεν καὶ αὐτοὺς καὶ ἄλλα σώματα». Ἐνόει δὲ τὸν κ. Πρωθυπουργόν. Τὸ δὲ ἑσπέρας τῆς 25 Μαρτίου ὁ κ. Σαπουντζάκης μετὰ τὸ γεῦμα, κρατήσας τὸν κ. νομάρχην καὶ ἐμέ, μοὶ εἶπε τὰ ἑξῆς: «Σᾶς ἐκράτησα διὰ νὰ σᾶς ἀναγνώσω τηλεγράφημα περὶ ἀδείας ἐξόδου τῶν ἀνταρτῶν, τὸ ὁποῖον ὁ κ. νομάρχης παρακαλεῖται νὰ μεταβιβάσῃ διὰ τοῦ κρυπτογραφικοῦ του λεξικοῦ εἰς τὸν νομάρχην Τρικκάλων, ὅπως λάβῃ καὶ οὗτος γνῶσιν.» Τὸ τηλεγράφημα εἶχεν ὡς ἑξῆς: «Νομάρχην Τρικκάλων. Εἰδοποιήσατε ταξίαρχον Ἀντωνιάδην ἀφήσῃ ἐλεύθερα, ὅπως ἐξέλθουν, ἀνταρτικὰ σώματα, ὑπὸ τὸν ὅρον νὰ μὴ συγκρουσθῶσιν εἰς τὴν γραμμήν. Κατὰ διαταγὴν, Σαπουντζάκης.» Ἡ τηλεγραφικὴ αὕτη διαταγὴ παρεδόθη ὑπὸ τοῦ κ. Σαπουντζάκη τὴν ἑπομένην εἰς ἐμὲ τὸν ἴδιον, ὅπως ἐγὼ τὴν ἐγχειρίσω εἰς τὸ τηλεγραφεῖον, ὅπερ καὶ ἔπραξα, ἤτοι τὴν 26 Μαρτίου. Ἐξῆλθον δὲ οἱ ἐπαναστάται τὴν 28 Μαρτίου...» Καὶ ἐδῶ, Κύριοι, ἐρωτῶ, καὶ ἐρωτῶ μετ’ ἀγανακτήσεως: ἡ Ἐθνικὴ Ἑταιρεία ἀπέλυσε τὰ σώματα εἰς τὴν Μακεδονίαν; ἢ ταῦτα διετέλουν ὑπὸ τὰς διαταγὰς τῶν τεταγμένων ἀρχῶν;

§140Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Θὰ τὰ ἴδητε μετ’ ὀλίγον, ἀφοῦ καταβῆτε ἀπὸ τὸ βῆμα.

§141Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅσα λέγει ὁ κύριος Ροϊλὸς εἶναι χρησμοί!

§142Δ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Εἶναι αὐτὴ ἡ ἀλήθεια! (Ἐξακολουθεῖ ἀναγινώσκων): «Μίαν δὲ ἢ δύο ἡμέρας πρὸ τῆς ἐξόδου των, οἱ ἀρχηγοὶ τῶν ἐπαναστατῶν ἐνόμισαν, ὅτι ἦτο ἀνάγκη νὰ παραλάβωσι μαζύ των καὶ ἄλλα φυσίγγια, πλὴν τῶν ὅσων εἶχον· ὁ Γούσιος τότε, μεταβὰς παρὰ τῷ ἐπιτελάρχῃ κ. Σαπουντζάκῃ, ἐζήτησε παρ’ αὐτοῦ 300,000 τοιούτων, ἀλλ’ ὁ κ. Σαπουντζάκης ἀπήντησεν, ὅτι πρέπει πρῶτον νὰ ἐρωτήσῃ τὴν Κυβέρνησιν περὶ τούτου (ὡς ἔπραττε, κατὰ τὴν ἀντίληψίν μου, καὶ διὰ πᾶν ὅ,τι ἀφεώρα τὰ ἀνταρτικὰ σώματα)· ἀνέγνωσε δὲ εἰς ἐμὲ τὴν ἑπομένην τηλεγράφημα τοῦ Πρωθυπουργοῦ, ἢ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, δι’ ὧν ἐτηλεγραφοῦντο τὰ ἑξῆς: «Δύνασθε νὰ χορηγήσητε τὰς 300,000 φυσιγγίων ἢ ἐπὶ τῇ ἀμέσῳ πληρωμῇ τοῦ τιμήματος, ὁριζομένου ἐπιεικῶς εἰς 30,000 δραχμάς, ἢ ἐπὶ τῇ ὑποσχέσει ἀποδόσεως». Πράγματι δὲ τότε ὁ κ. Σαπουντζάκης ἐτηλεγράφησεν εἰς τὴν ἐφορείαν ὑλικοῦ πολέμου Τρικκάλων, ὅπως παραδοθῶσιν εἰς τὸν κ. Καρτάλην αἱ 300,000 φυσιγγίων, αἱ ζητηθεῖσαι ὑπὸ τῶν ὁπλαρχηγῶν τοῦ εἰσβαλόντος σώματος, ὑπὸ τοὺς ὅρους, οὓς ἐτηλεγράφει ὁ κ. Πρωθυπουργός. Τὴν ἑπομένην τῆς ἐξόδου των οἱ ἀρχηγοὶ τῶν ἐπαναστατῶν ἐζήτησαν ἓν πυροβόλον διὰ τὴν πολιορκίαν τοῦ Βαλτίνου· γνωρίζων δὲ ἐγὼ, ὅτι ὑπῆρχον πολλὰ τοιαῦτα εἰς τὰς ἀποθήκας, μὴ χρησιμοποιηθέντα δι’ ἔλλειψιν ἵππων καὶ ἡμιόνων, μετεβίβασα τῷ κ. Σαπουντζάκῃ τὴν αἴτησιν ταύτην τῶν ἐπαναστατῶν· ἀλλ’ ὁ κ. Σαπουντζάκης μοὶ ἀπήντησε καὶ πάλιν, ὅτι, ὅπως δι’ ὅλα, οὕτω καὶ περὶ τοῦ πυροβόλου πρέπει νὰ ἐρωτηθῇ ἡ Κυβέρνησις, καὶ ν’ ἀναμείνωμεν τὴν ἀπάντησίν της. Δὲν γνωρίζω δὲ μέχρις ὥρας, τίς ἡ ἀπάντησις τῆς Κυβερνήσεως...» Καὶ ἔρχονται μετὰ τοῦτο νὰ σᾶς λέγωσιν, ὅτι ἡ Ἐθνικὴ Ἑταιρεία ἦτο μυστικὴ ἑταιρεία, ἐν παραβύστῳ ἐνεργοῦσα, ἀφοῦ ἐκ τούτου ἀποδεικνύεται καὶ ἐξ ἄλλων ἐπισήμων ἐγγράφων, ὅτι ἦτο εἰς ἄμεσον συνάφειαν καὶ ἐπαφὴν μὲ τὴν Κυβέρνησιν, ἀφοῦ πράξεις τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἀνεγνώρισαν τὴν Ἑταιρείαν ταύτην, καὶ παρέσχον εἰς αὐτὴν ἐκ τοῦ ὑλικοῦ τοῦ ἐναποταμιευμένου καὶ ἀνήκοντος εἰς τὸ Δημόσιον φυσίγγια ἀβολίδωτα καὶ βολιδωμένα, διατί; πρὸς ἰδίαν αὐτῆς χρῆσιν; ἢ διότι ἀνεγνώριζον, ὅτι ὁ σκοπὸς, διὰ τὸν ὁποῖον ἐπρόκειτο νὰ μεταχειρισθῇ τὰ φυσίγγια ταῦτα, ἦτο ἐθνικὸς, ἦτο σκοπὸς ὁ ὁποῖος συνέπιπτε πρὸς τὰς γνώμας καὶ τὰς ἐνεργείας τῆς Κυβερνήσεως; Διότι, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ἀπεδοκίμαζε τὴν ἔξοδον τῶν ἀνταρτικῶν σωμάτων, δὲν εἶχε παρὰ νὰ διατάξῃ τὴν διάλυσιν αὐτῶν, καὶ ἐὰν δὲν πιστεύσητε εἰς τοῦ Ροϊλοῦ τοὺς λόγους, ὁ ὁποῖος αὐτὸς οὗτος ἐπρότεινε τὴν διάλυσιν τῶν σωμάτων, ὅτε εἶδε τὴν Κυβέρνησιν ἐπαμφοτερίζουσαν καὶ μεταβάλλουσαν γνώμην, σκεφθῆτε, ὅτι ἡ Κυβέρνησις εἶχε 50,000 στρατὸν ἐν Θεσσαλίᾳ, καὶ δὲν ἠδύνατο νὰ διαλύσῃ 2,000 ἀντάρτας; Δὲν εἶχε, Κύριοι, παρὰ νὰ δώσῃ τὴν διαταγὴν περὶ διαλύσεως τῶν σωμάτων, καὶ τὰ σώματα, εἶναι βέβαιον, θὰ διελύοντο. (Ἐξακολουθεῖ ἀναγινώσκων): «Παρέλειψα ἀνωτέρω νὰ σημειώσω καὶ ἑτέραν ἐκδούλευσιν τοῦ κυρίου νομάρχου Λαρίσης πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Ἑταιρείαν. Ἡμέρας τινὰς πρὸ τῆς ἐξόδου τῶν ἐπαναστατῶν, καλέσας ὁ κύριος νομάρχης τὸν δήμαρχον, ἀνέθηκεν αὐτῷ νὰ καταρτίσῃ ἐπιτροπὴν πρὸς συλλογὴν ἐράνων ὑπὲρ τῶν ἀναγκῶν τῆς πατρίδος· ἐπὶ τῇ ὑποδείξει μου δὲ, ὅτι τοιοῦτοι ἔρανοι διενεργοῦνται ἤδη ἐν Λαρίσῃ δι’ ἐπιτροπῆς ὑπὸ τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας, ἔσπευσεν ἀμέσως ὁ κύριος νομάρχης νὰ παραγγείλῃ τῷ κ. δημάρχῳ νὰ μὴ συστήσῃ τὴν ἐπιτροπὴν, ἣν τῷ εἶχεν εἰπεῖ, ἀλλὰ τὴν τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας...» Δηλαδὴ ὁ νομάρχης καὶ διοικητὴς τοῦ νομοῦ ἐκείνου ἐπέτρεπεν εἰς τὴν Ἐθνικὴν Ἑταιρείαν νὰ συλλέξῃ ἐράνους, καταργήσας τὴν ἐπιτροπὴν, τὴν ὁποίαν αὐτὸς εἶχε συστήσει. Καὶ ὁμιλοῦσι περὶ παρανόμου συλλογῆς ἐράνων!...

§143Κ. ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Γνωρίζετε μάλιστα, ἐὰν ἐστάλησαν εἰς τοὺς νομάρχας Τρικκάλων καὶ Λαρίσης ἀνὰ 10,000 δραχμαὶ παρὰ τῆς Κυβερνήσεως πρὸς ἐξοπλισμὸν ἀνταρτικῶν σωμάτων διὰ τὴν Μακεδονίαν, καὶ ὅτι ὁ πρώην Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν κύριος Σιμόπουλος διέταξε τὴν ἐπιστροφὴν τῶν χρημάτων αὐτῶν παρὰ τῶν νομαρχῶν ἀμφοτέρων, τοῦ Πετρίτση καὶ τοῦ Μπουκλάκου, ὡς κακῶς ἀποσταλέντων τῶν χρημάτων εἰς τοὺς κυρίους αὐτούς;

§144Δ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Τὸ γνωρίζω· τὸ ἐφύλαττον, ἵνα τὸ ἀναφέρω, ὅταν θὰ ἔλθω εἰς τὸ ζήτημα τῆς οἰκονομικῆς διαχειρίσεως.

§145Κ. ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Καὶ 5,000 δραχμαὶ εἰς τὸν νομάρχην Φθιώτιδος κ. Παπασταθόπουλον.

§146Δ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. (ἀναγινώσκει). «Παρέλιπον ἐπίσης νὰ σημειώσω, ὅτι, καθ’ ὃν χρόνον εἶχε τελειώσει πᾶσα συνεννόησις τοῦ ἀρχηγοῦ κ. Μακρῆ μετὰ τῶν ὁπλαρχηγῶν, εἶχε δὲ ἀρχίσει ἡ συγκέντρωσις τῶν ἐπαναστατῶν, ἀφίκετο ὁ συνταγματάρχης κ. Δουμπιώτης, ὃν δὲν ἔσπευσα νὰ ἴδω ἀμέσως, διότι οὐδεμίαν σχετικὴν ὁδηγίαν εἶχον· ἐπειδὴ ὅμως βραδύτερον ὁ κ. Γούσιος μὲ ἐβεβαίωσεν, ὅτι ἐκ μέρους τῆς Ἑταιρείας ἔρχεται ἐνταῦθα, ἔσπευσα ἀμέσως νὰ τὸν ἐπισκεφθῶ μετὰ τοῦ κ. Γουσίου, καὶ δηλώσω αὐτῷ, ὅτι εἴμεθα εἰς τὰς διαταγάς του· τὸν παρεκάλεσα δὲ νὰ μᾶς εἴπῃ, τί ἐπιθυμεῖ νὰ κάμωμεν· μοὶ ἀπήντησεν ὅμως ὁ σεβαστὸς συνταγματάρχης, ὅτι δὲν ἐννοεῖ νὰ ἐξέλθῃ εἰς Μακεδονίαν ἢ μετὰ τὴν κήρυξιν τοῦ πολέμου καὶ μετὰ τὴν ἔξοδον τοῦ στρατοῦ, μοὶ ὑπέδειξε δ’ ὅτι θὰ λάβῃ ἀνάγκην καὶ 100 ἡμιόνων πρὸς μεταφορὰν πολεμεφοδίων καὶ τροφίμων· σᾶς ἐτηλεγράφησα δὲ ἀμέσως περὶ τῶν γνωμῶν του, αἵτινες ἀντέκειντο πρὸς τὰ ὑπὸ τοῦ στρατηγοῦ παραγγελλόμενα περὶ ἐξόδου τῶν ἀνταρτῶν πρὸ τοῦ στρατοῦ. Ἐγὼ πολὺ ἐλυπήθην, διότι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ τεθῇ ἐπὶ κεφαλῆς ὅλων τῶν ἐπαναστατῶν ὁ συνταγματάρχης κ. Δουμπιώτης, ὡς ἐνόμιζον, καὶ περὶ οὗ πολλάκις ἔγραψα ὑμῖν, ὅτι εἶναι ὁ καταλληλότερος πάντων, ἰδίως ἕνεκα τοῦ γοήτρου, ὅπερ ἀσκεῖ τὸ ὄνομά του ἐν Μακεδονίᾳ...»

§147Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ἄλλα λέγει ὁ κ. Δουμπιώτης εἰς τὴν κατάθεσίν του· ἀλλ’ ἀδιάφορον.

§148Δ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Ἀλλ’ ὁ κ. Δουμπιώτης, ὡς γνωρίζετε, εἶχεν ἀποσταλῆ εἰς τὴν Θεσσαλίαν παρὰ τῆς Κυβερνήσεως, ἵνα καταρτίσῃ καὶ αὐτὸς ἀνταρτικὰ σώματα. (Ἐξακολουθεῖ ἀναγινώσκων): «Ἤδη, θεωρῶν λήξασαν τὴν ἐντολήν μου, καὶ ἀναχωρῶν ἐντεῦθεν, ὑποβάλλω ὑμῖν τὴν παροῦσάν μου ἔκθεσιν περὶ τῶν ἐνταῦθα δι’ ἐμοῦ διενεργηθέντων, ὡς ἀντιπροσώπου τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας.» «Λάρισσα, 2 Ἀπριλίου 1897. (Ὑπογρ.) «Λάμπρος Ροϊλός.» Ἀλλὰ δὲν περιωρίσθησαν, Κύριοι, εἰς τὰ ἐν Θεσσαλίᾳ καὶ μόνον αἱ σχέσεις τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, διότι ἡ Ἐθνικὴ Ἑταιρεία ἦλθεν εἰς ἄμεσον σχέσιν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν τὴν τότε, καὶ κατὰ πρόσκλησιν καὶ κατ’ ἀπαίτησιν τῆς Κυβερνήσεως. Καὶ οὐ μόνον τοῦτο, ἀλλὰ καὶ ἐξ ἄλλων ὑψηλοτέρων κύκλων μετεπέμφθησαν μέλη τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας, πρὸς τὰ ὁποῖα ὑπεδείχθη, ὅτι ἔδει νὰ γείνῃ ἐνέργεια συντόμως, καὶ ἠρωτῶντο οἱ μετὰ τῆς Κυβερνήσεως ἐλθόντες εἰς ἐπαφήν, ἐντὸς πόσων ἡμερῶν καὶ πόσους ἄνδρας δύνανται νὰ διαθέσωσι. Τί ἄλλο ἠδυνάμεθα νὰ πιστεύσωμεν ἐκ τούτων ἢ ὅτι ἡ Κυβέρνησις σπουδαίως ἐσκόπει νὰ δράσῃ πολεμικῶς; Γνωρίζω, ὅτι θὰ διαψευσθῶ, ἀναφέρων εἰς τὴν Βουλὴν λεπτομερέστερον τὰ περὶ τοῦ γεγονότος τούτου. Ἀλλ’ ὅπως ἀνέγνωσα τὴν ἔκθεσιν τοῦ κ. Ροϊλοῦ, θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ἡ Βουλὴ ν’ ἀναγνώσω ἑτέραν ἔκθεσιν, περιγράφουσαν καὶ συνέντευξιν ἑνὸς μέλους τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας μετὰ τοῦ τότε κ. Πρωθυπουργοῦ. Ἡ ἔκθεσις αὕτη εἶναι ἔντυπος ἐν τῷ φυλλαδίῳ τούτῳ, ἀλλ’ ἐγὼ θ’ ἀναγνώσω ὑμῖν τὸ πρωτότυπον, τὸ φέρον τὴν ὑπογραφὴν τοῦ κ. Σπυρίδωνος Λάμπρου... (Φωναὶ ἐξ ἀριστερῶν: ἆ! ἆ!). Διατί ἐπιφωνεῖτε ἆ! ἆ! Μήπως σᾶς ἀνέφερα τὸν Σακκουλὲν; (γέλωτες). Ἀπορία ψάλτου βήξ! Ὁ κ. Λάμπρος εἶναι ἄξιος πάσης τιμῆς.

§149Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Καὶ διὰ τὰς ῥεβερέντσαις γελῶμεν.

§150Δ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Μάλιστα. Τὰς ἔμαθον ἀπὸ τῆς μικρᾶς μου ἡλικίας. Ἡ ἔκθεσις ἔχει ἡμερομηνίαν 8 Μαρτίου 1897, ἀπευθύνεται δὲ πρὸς τὸν Πρόεδρον τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου τῆς Ἑταιρείας. Ἀλλὰ πρὶν ἢ προβῶ εἰς τὴν ἀνάγνωσιν, ὀφείλω νὰ εἰσαγάγω τὴν Βουλὴν εἰς τὴν ὑπόθεσιν, ἀφηγούμενος πῶς ἐδόθη ἀφορμὴ εἰς τὴν συνέντευξιν ταύτην. Ὁ τότε κ. Πρωθυπουργὸς ἐμήνυσεν εἰς τὸν μακαρίτην Μιχαὴλ Μελᾶν, —τὸν ὁποῖον ἐθεώρει διατελοῦντα εἰς ἄμεσον ἐπαφὴν καὶ σχέσιν πρὸς τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας, ἂν μὴ καὶ πρόεδρον αὐτῆς τῆς Ἑταιρείας, διότι καὶ παρὰ πολλῶν ἐχαρακτηρίζετο ὁ μακαρίτης Μελᾶς ὡς πρόεδρος τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας, — κατὰ τίνα τρόπον ἠδύνατο νὰ ἔλθῃ εἰς ἐπαφὴν καὶ νὰ συνεννοηθῇ μετὰ τῶν ἁρμοδίων προσώπων τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας. Ἡ Ἐθνικὴ Ἑταιρεία ὑπέδειξεν εἰς τὸν τότε κ. Πρωθυπουργὸν δύο πρόσωπα, ἵνα ἐκλέξῃ οἷον ἐξ αὐτῶν κρίνῃ, ἢ καὶ ἀμφοτέρους, τουτέστι δύο καθηγητὰς τοῦ Πανεπιστημίου, τὸν κ. Ν. Πολίτην καὶ τὸν κ. Σπ. Λάμπρον. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀπήντησεν, ὅτι τῷ ἦτο ἀδιάφορον, οἱοσδήποτε ἐκ τῶν δύο ἤθελε παρουσιασθῆ, καὶ παρουσιάσθη ὁ κ. Λάμπρος. Ὁ κύριος Λάμπρος, μετὰ τὴν συνέντευξιν, τὴν ὁποίαν ἔλαβε μετὰ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, τοῦ τότε, εὐθὺς ἀμέσως συνέταξε τὴν ἔκθεσιν ταύτην, τὴν ὁποίαν καὶ ὑπέγραψεν. Ὁ κ. Λάμπρος διεβεβαίου, ὅτι ἡ ἔκθεσις αὕτη εἶναι αὐτὸ τοῦτο φωτοτυπία. Γνωρίζετε ὅλοι, ὅσοι ἐλάβετε ἀφορμὴν ν’ ἀκροασθῆτε τῶν παραδόσεων τοῦ κ. Λάμπρου ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ, ἢ τῶν διαλέξεων αὐτοῦ εἰς τὸν «Παρνασσὸν», πόσον τεραστίαν μνήμην ἔχει, πολλάκις ἀπὸ μνήμης ἀπαγγέλλων ὁλόκληρα χωρία συγγραφέων καὶ ποιήματα. Λέγει λοιπὸν ὁ κ. Λάμπρος (ἀναγινώσκει): «Διαταχθεὶς ὑπὸ τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου νὰ παρουσιασθῶ πρὸς τὸν Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως κ. Δηλιγιάννην, ζητήσαντα διὰ τοῦ κ. Γουσίου συνεννόησιν πρός τινα ἀντιπρόσωπον τῆς Ἑταιρείας, παρέστην πρὸ αὐτοῦ, κατὰ τὴν εἰδοποίησίν του, καὶ ἐγενόμην δεκτὸς ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Οἰκονομικῶν τὴν 9 μ. μ. τῆς 6 Μαρτίου. Ἅμα παρουσιασθέντα, λίαν προσηνῶς δεχθείς με ὁ κ. Δηλιγιάννης, παρεκάλεσε νὰ καθήσω, καὶ μοὶ εἶπεν ἀμέσως: «Ὅ,τι θέλετε θὰ σᾶς κάμωμεν. Τί χρειάζεσθε; πόσους ἄνδρας δύνασθε νὰ ἐξαγάγητε εἰς Μακεδονίαν; πόσους ἔχετε;» Παρέστησα εἰς αὐτὸν, ὅτι ἡ Ἑταιρεία δὲν ἔχει ἄνδρας ἐστρατωνισμένους. —Πόσους ἄνδρας ἔχετε εἰς τοὺς καταλόγους σας; πῶς στρατολογεῖτε; — Ἄνδρας ἔχομεν τοὺς ἀποδεχομένους τὰς ἀρχὰς καὶ τοὺς ὅρους τῆς Ἑταιρείας.— Πόσοι δύνανται νὰ ἦναι οὗτοι; — Καὶ 1000 καὶ 2,000 καὶ 5,000 καὶ 20,000 παρουσιάζονται πρόθυμοι, ἂν ἀποβλέψωμεν εἰς τοὺς προσφερομένους ἐξ ἁπάσης τῆς Ἑλλάδος. Ἀλλ’ ὁ ἀριθμὸς ἐξαρτᾶται ἐκ τῆς ἀνάγκης καὶ τῶν ὑπαρχόντων μέσων. Μᾶς ἀρκοῦσι 1000 ἐπὶ τοῦ παρόντος.—Εἰς πόσας ἡμέρας δύνασθε νὰ τοὺς ἑτοιμάσητε; Εἶναι ἀνάγκη ταχείας εἰσβολῆς εἰς Μακεδονίαν. Τί σᾶς χρειάζεται; τί σᾶς λείπει πρὸς τοῦτο; Δύνασθε νὰ διατάξητε τὸν ἐν Λαρίσῃ ἀντιπρόσωπον τῆς Ἑταιρείας;». Τότε εἶπον πρὸς τὸν κύριον Πρόεδρον: «Πρὸ πάσης ἄλλης ἐνεργείας ἐπιθυμοῦμεν, κύριε Πρόεδρε, νὰ μάθωμεν, ἂν οἱ ἄνδρες, ὧν ζητεῖτε τὴν εἰς Μακεδονίαν ἐξόρμησιν, θὰ δράσωσι μετὰ τοῦ στρατοῦ, πρὸ τοῦ στρατοῦ, ἢ πῶς; Οἱ ὅροι οἱ ἐφετεινοὶ δὲν εἶναι οἷοι οἱ περυσινοὶ, ὅτε ἡ Ἐθνικὴ Ἑταιρεία κατώρθωσεν εὐκόλως νὰ ἐνεργήσῃ ἐν Μακεδονίᾳ δι’ εἰσβολῆς μικρῶν ἀνταρτικῶν ὁμάδων, ἕνεκα τοῦ ἀναλόγως μικροῦ ἀριθμοῦ τοῦ τουρκικοῦ στρατοῦ. Σήμερον ἡ τουρκικὴ στρατιὰ εἶναι παμπληθὴς, καὶ δὲν πρέπει ἄνευ συμπράξεως τοῦ στρατοῦ νὰ στείλωμεν βέβαια σφάγια.»—«Νὰ σᾶς εἴπω», ὑπῆρξεν ἡ ἀπάντησις τοῦ κ. Προέδρου· «δὲν θὰ κηρύξω τὸν πόλεμον, θὰ δεχθῶ τὸν πόλεμον προσφερόμενον. Πρὸς τοῦτο εἶναι ἀνάγκη τῆς εἰσβολῆς, ὅπως περισπάσωμεν τὰς δυνάμεις τοῦ ἐχθροῦ. Συμφέρει ἡ διακοπὴ τῶν συγκοινωνιῶν, ἡ ἐκ τῶν νώτων ἀπασχόλησις τοῦ τουρκικοῦ στρατοῦ, καὶ δὴ κατὰ μικρὰς ὁμάδας».—«Ἀφοῦ τοιοῦτό τι χρειάζεται, δὲν πιστεύω νὰ εὕρητε ἀσύμφωνον τὴν Ἑταιρείαν, ἐπισήμως δηλώσασαν, ὅτι ὑποτάσσεται εἰς τὰ κελεύσματα τῆς Πολιτείας. Μόνον ὁ τρόπος τῆς εἰσβολῆς πρέπει νὰ κανονισθῇ ἐκ τοῦ πλησίον, ἐν γνώσει τῶν πραγμάτων, ὑπὸ τῶν πρὸς τοῦτο τεταγμένων». — «Σπεύσατε! Ταῦτα ὡς πρὸς τὴν Μακεδονίαν. Ὡς πρὸς τὴν Ἤπειρον, δὲν ὑπάρχει ἀνάγκη. Ἡ θέσις ἡμῶν ἐν Ἠπείρῳ εἶναι διαφορετική. Ὁ στρατὸς ἡμῶν δὲν εἶναι ἀκόμη δεόντως συντεταγμένος, ὡς ὁ τῆς Θεσσαλίας. Ἔπειτα δὲν πρέπει νὰ ἐνοχλήσωμεν τοὺς Ἀλβανοὺς, μεθ’ ὧν εἶναι χρεία συνεννοήσεων, καὶ ἐν γένει τὰ πράγματα ἐν Ἠπείρῳ ἔχουσιν ἄλλως. Τί χρειάζεσθε λοιπὸν, ὅπως γείνῃ ταχυτάτη ἡ εἰσβολή; τί σᾶς λείπει; — Πρῶτον μᾶς λείπουσι φυσίγγια, διότι, προκαταλαβόντων ἡμᾶς τῶν πραγμάτων, δὲν ἔχομεν ἀκόμη ἱκανὸν ἀριθμὸν βολιδωμένων φυσιγγίων, ἅτε ἄλλως ἀποστείλαντες πολλὰ εἰς Κρήτην. — Πόσων εἶναι ἀνάγκη διὰ χιλίους ἄνδρας; — 300 μέχρι 400 χιλιάδων. — Νὰ σᾶς δώσωμεν 500 χιλιάδας. Θὰ συνεννοηθῶ μετὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, ὅπως τὸ ποσὸν τοῦτο σταλῇ ἐντεῦθεν ad hoc. — Δὲν εἶναι δυνατόν, ἀφοῦ παρίσταται, ὡς λέγετε, ἀνάγκη σπουδῆς, νὰ διαταχθῇ τὸ Ἀρχηγεῖον νὰ τὰ παραχωρήσῃ ἐν Λαρίσῃ κατ’ εὐθεῖαν εἰς τὸν ἀντιπρόσωπον τῆς Ἑταιρείας; — Προτιμῶ νὰ σταλῶσιν ἐντεῦθεν, ἀλλὰ θὰ σκεφθῶ καὶ περὶ τοῦ τρόπου, ὃν προτείνετε». (Ὡς γνωρίζετε, κύριε Πρόεδρε, τὸ δεύτερον τοῦτο ἔγεινε τὴν ὑστεραίαν, διαταχθέντος τοῦ ἐν Λαρίσῃ Ἀρχηγείου νὰ παραχωρήσῃ φυσίγγια κατ’ εὐθεῖαν εἰς τὸν ἀντιπρόσωπον τῆς Ἑταιρείας κ. Λάμπρον Ροϊλόν). — Ἀλλὰ τοῦτο, προσέθηκα, δὲν ἀρκεῖ. Ἡ εἰσβολὴ πρέπει νὰ συνοδεύηται καὶ ὑπὸ χορηγίας ὅπλων πρὸς διανομὴν εἰς τοὺς Μακεδονικοὺς πληθυσμοὺς, ἐπειδὴ ἡμεῖς δὲν ἔχομεν ἀκόμη ἐπαρκῆ ἀριθμόν. — Τοῦτο δὲν δύναται νὰ γείνῃ ἀκόμη, καὶ δὲν εἶναι ἀναγκαῖον ἐπὶ τοῦ παρόντος. Τὰ ἐν ταῖς ἀποθήκαις τοῦ Δημοσίου ὅπλα ἀρκοῦσι μόνον ἀνὰ δύο διὰ τὸν εἰς τὰ ὅπλα κληθέντα στρατόν. Ἀλλὰ ἀργότερον θὰ ἐξοικονομηθῇ καὶ αὕτη ἡ ἀνάγκη, διότι σήμερον ὑπέγραψα τὸ συμβόλαιον τῆς ἀγορᾶς 100,000 ὅπλων. — Τώρα μόνον, κύριε Πρόεδρε; Μοὶ ἐπιτρέπετε δὲ καὶ μίαν παρατήρησιν; Γίνεται λόγος περὶ σπατάλης ὅπλων, διανεμομένων ἀπὸ τοῦδε εἰς τοὺς Θεσσαλικοὺς πληθυσμοὺς ὑπὸ τῶν νομαρχῶν. Δὲν νομίζετε, ὅτι τοῦτο δὲν πρέπει νὰ γίνηται; — Μόνον ἀπογράφονται οἱ δυνάμενοι φέρειν ὅπλα, ἀλλὰ τὰ ὅπλα αὐτὰ δὲν διανέμονται. Ἀλλὰ θὰ ἐξετάσω, ἀφοῦ μὲ ἐρωτᾶτε. Τίνος ἄλλου ἔχετε ἀνάγκην; — Ἐπιθυμοῦμεν νὰ ἐπιτραπῇ εἴς τινας ἀξιωματικοὺς νὰ συστρατεύσωσι μετὰ τῶν ἀνταρτῶν καὶ τεθῶσιν ἐπὶ κεφαλῆς αὐτῶν. — Τοῦτο εἶναι δύσκολον, διότι ἔχομεν ἀνεπάρκειαν ἀξιωματικῶν. — Ἀλλ’ εἶναι πολὺ ἀναγκαῖον, διὰ νὰ συγκρατῶνται πλειότερον οἱ ἀντάρται καὶ παρέχηται μείζων ἑνότης, ἐπισημότης καὶ πειθαρχία εἰς τὴν ἐνέργειαν· ἄλλως τὴν χρησιμότητα ἀνεγνωρίσατε καὶ ὑμεῖς διὰ τῆς ἀποφασισθείσης πρὸς καταρτισμὸν ἀνταρτικῶν ὁμάδων ἀποστολῆς τοῦ κ. Δουμπιώτου εἰς Θεσσαλίαν. Ἔπειτα δὲν θὰ χρειασθῶσι πολλοί. — Δύνασθε νὰ μᾶς ὑποδείξητέ τινας; — Τὸν ὑπολοχαγὸν τοῦ οἰκονομικοῦ Καψαλόπουλον, ἐνθουσιώδη Μακεδόνα. — Ἀφοῦ εἶναι τοῦ οἰκονομικοῦ κλάδου, δύναται ν’ ἀποσπασθῇ· θὰ φροντίσω περὶ τούτου. — Καὶ τὸν ὑπολοχαγὸν τοῦ πεζικοῦ Μυλωνᾶν. — Περὶ τούτου θὰ συνεννοηθῶ μετὰ τοῦ Ἀρχηγείου Λαρίσης, καὶ ἂν δύναται ν’ ἀποσπασθῇ, δύνασθε νὰ χρησιμοποιήσητε καὶ τοῦτον.» Μεθ’ ὃ ἀπεχωρίσθην τοῦ κ. Προέδρου, ἀνακεφαλαιώσας τὰς ὑποσχέσεις αὐτοῦ, καὶ εἰδοποιηθεὶς περὶ τῶν ὡρῶν, καθ’ ἃς ἠδυνάμην νὰ τὸν βλέπω, ἂν ἤθελε τυχὸν χρειασθῇ.» Μὲ συγχωρεῖτε· ἔκαμα λάθος. Τὸ πρόσωπον τὸ μεσολαβῆσαν μεταξὺ τοῦ τότε Πρωθυπουργοῦ εἰς τὸ Διοικητικὸν Συμβούλιον τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας εἶναι ὁ Γούσιος, καὶ ὄχι ὁ μακαρίτης Μελᾶς, ὡς ἐν ἀρχῇ εἶπον...

§151Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Εἶναι ἐστενογραφημένη ἡ ἔκθεσις;

§152Δ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Ὄχι, κύριε συνάδελφε. Δὲν παρίσταντο στενογράφοι ἐκεῖ. Δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι θ’ ἀμφισβητηθῇ ἡ γνησιότης τοῦ περιεχομένου τῆς ἐκθέσεως ταύτης· ἀλλ’ ὑπὲρ τῆς γνησιότητος αὐτῆς συνηγορεῖ αὐτὴ ἡ ἐκτέλεσις τῶν συμφωνηθέντων, καὶ ἰδίως ἡ ἀπόσπασις τῶν δύο ἀξιωματικῶν, Καψαλοπούλου καὶ Μυλωνᾶ, διότι πράγματι διὰ διαταγῆς τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν ὁ ὑπολοχαγὸς τῆς οἰκονομίας Καψαλόπουλος, ὁ τοποθετημένος ἐνταῦθα ἐν τῇ ἀποθήκῃ τοῦ ὑλικοῦ, ἀπεσπάσθη εἰς τὸ Ἀρχηγεῖον Λαρίσης. Ἐπίσης ἐκ τοῦ Ἀρχηγείου ἀπεσπάσθη καὶ ὁ Μυλωνᾶς, ἀμφότεροι δὲ ἐτέθησαν ἐπὶ κεφαλῆς τῶν ἀνταρτικῶν σωμάτων, ὡς ἐξ ἀρχῆς ἐζήτει ἡ Ἑταιρεία.

§153Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Γνωρίζετε, ἂν ὁ κ. Μυλωνᾶς ἔχει συγγενικόν τινα δεσμόν μὲ τὸν κ. Μακρῆν;

§154Δ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Δὲν γνωρίζω. Γνωρίζω μόνον, ὅτι ὁ κ. Καψαλόπουλος κατάγεται ἐκ Μακεδονίας. Ἡ μετὰ τοῦ κ. Μακρῆ δὲ τυχὸν συγγένεια τοῦ Μυλωνᾶ οὐδὲν ἀποδεικνύει, διότι ὁ Μακρῆς ἀπ’ ἀρχῆς ἀντετίθετο εἰς τὴν ἀπόσπασιν ἀξιωματικῶν τοῦ στρατοῦ ἐπὶ κεφαλῆς τῶν ἀνταρτικῶν σωμάτων.

§155Ν. ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ οἰκογένεια τοῦ Καψαλοπούλου εὑρίσκεται εἰς Λίμνην τῆς Εὐβοίας, καὶ δὲν ἔχει καμμίαν σχέσιν μὲ τὸ Μεσολόγγιον.

§156Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁ κ. Μυλωνᾶς εἶναι ἀνεψιὸς τοῦ κ. Μακρῆ.

§157Δ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Εἶπον, ὅτι δὲν γνωρίζω περὶ Μυλωνᾶ.

§158Κ. ΖΩΤΟΣ. Ὁ κ. Μυλωνᾶς δὲν ἔχει καμμίαν συγγένειαν μετὰ τοῦ κ. Μακρῆ.

§159Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Εἶχον πληροφορίας παρὰ τοῦ νομάρχου Λαρίσης.

§160Δ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Ὁ Μυλωνᾶς δὲν ἀπεσπάσθη διὰ διαταγῆς τοῦ ἀρχηγοῦ Μακρῆ, ἀλλὰ διὰ διαταγῆς τοῦ Γενικοῦ ἀρχηγοῦ, ὅστις ἦτο τότε ὁ Διάδοχος· ὥστε τὸ περὶ συγγενείας ζήτημα εἶναι ἐντελῶς ἀδιάφορον. Ἐκ τῆς ἐκθέσεως τοῦ Ροϊλοῦ ἴδετε, ὅτι ὁ Μακρῆς εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς ἀντέστη εἰς τὴν ἀπόσπασιν, καὶ ἀνθίστατο κατ’ ἀρχὴν εἰς τὴν τοποθέτησιν ἀξιωματικῶν τοῦ στρατοῦ ἐπὶ κεφαλῆς τῶν ἀνταρτικῶν σωμάτων. Ἡ ἀπόσπασις τοῦ Μυλωνᾶ ἐγένετο μετὰ τὴν παράδοσιν τῆς ἀρχηγίας ὑπὸ τοῦ Μακρῆ εἰς τὴν Α. Ὑψηλ. τὸν Διάδοχον... Λέγετε, ὅτι ὁ Μυλωνᾶς ἦτο συγγενὴς τοῦ Μακρῆ· ἀλλ’ ὁ Καψαλόπουλος διατὶ ἀπεσπάσθη; Σημειώσατε δὲ, ὅτι, διαρκούσης τῆς ἀποσπάσεως, ἀπὸ τῆς ἐξόδου μέχρι τῆς ἐπανόδου των εἰς τὰ σώματά των, οἱ ἀξιωματικοὶ οὗτοι ἐλάμβανον πλήρεις τὰς ἀποδοχάς των, ὡς ἐὰν ἦσαν εἰς ὑπηρεσίαν, οὐδ’ ἐκηρύχθησαν λιποτάκται. Ὁ Μυλωνᾶς ἔλαβε φύλλον πορείας διὰ τὸ Κουβέλτσι, ὅτε δὲ ἀνεκλήθησαν οἱ δύο οὗτοι ἀξιωματικοί, ἀπεστάλησαν διὰ διαταγῆς τῆς 24 Μαΐου 1897 τοῦ Διαδόχου πρὸς τὸν τότε διοικητὴν ἀνεξαρτήτου τμήματος, τὸν συνάδελφον κύριον Τερτίπην. Ἰδοὺ ἡ διαταγὴ, φέρουσα ἀριθμὸν 9578. Ἡ ἔξοδος τῶν σωμάτων ἐγένετο τὴν 28 Μαρτίου, μετὰ δύο δὲ μῆνας ἐκαλοῦντο ὁ Καψαλόπουλος καὶ ὁ Μυλωνᾶς ν’ ἀναλάβωσιν ὑπηρεσίαν, ληγούσης τῆς ἀποστολῆς των. Σημειώσατε, Κύριοι, καλῶς τοῦτο: «ληγούσης τῆς ἀποστολῆς των»· καὶ λέγει τοῦτο ἡ Α. Β. Υ. ὁ Διάδοχος, καὶ ὀφείλετε νὰ τὸ πιστεύσητε. Ἰδοὺ ἡ διαταγὴ (ἀναγινώσκει): «Ἀριθ. 9578. Λίαν ἐπεῖγον. Ὁ ἀντιστράτηγος, ἡ Α. Β. Υ. ὁ Διάδοχος, ἀρχηγὸς τοῦ ἐν Θεσσαλίᾳ στρατοῦ Πρὸς τὸν Διοικητὴν ἀνεξαρτήτου τμήματος ταγματάρχην Τερτίπην Δύο Βουνά. Ἅμα τῇ λήψει τῆς παρούσης, θέλετε προσκαλέσει ὑπολοχαγοὺς Καψαλόπουλον καὶ Μυλωνᾶν, διοικοῦντας σώματα ἀνταρτῶν, καὶ θέλετε κοινοποιήσει αὐτοῖς ἐγγράφως, ὅτι αὐθωρεὶ, ἅμα τῇ κοινοποιήσει αὐτοῖς τῆς παρούσης, θέλουσι παρουσιασθῆ εἰς τὸ Ἀρχηγεῖον καὶ ἀναλάβει ὑπηρεσίαν, ληγούσης τῆς ἀποστολῆς των, ἄλλως ἀπὸ τῆς στιγμῆς ἐκείνης θέλουσι θεωρηθῆ ὡς λιποτάκται. Συνάμα δὲ ὀφείλετε νὰ ἀφοπλίσητε τοὺς ἄνδρας των καὶ παραλάβητε τὰ ὅπλα των, ἀποστέλλοντες αὐτοὺς εἰς τὰς ἑστίας των. Ἐν ἐναντίᾳ περιπτώσει, θέλετε ἀμέσως λάβει τὰ κατάλληλα μέτρα, ὅπως ἐκτελεσθῇ ἡ παροῦσά μου διαταγὴ διὰ τῆς βίας, καὶ θέλετε μοὶ ἀναφέρει τὴν ἐκτέλεσιν. Ἐμὶρ Μπέη, τῇ 24 Μαΐου 1897. Κωνσταντῖνος Διάδοχος.» Ἀλλ’ ἐνταῦθα, Κύριοι, θὰ σταματήσω ἐπ’ ὀλίγον, ἵνα ἐκφέρω μίαν σκέψιν. Ἐλέχθη καὶ ἐπανελέχθη, καὶ κατὰ καιρὸν μάλιστα ἐπανελήφθη, ὅτι ἀφορμὴ τῆς κηρύξεως τοῦ πολέμου ἦτο ἡ ἔξοδος τῶν ἀνταρτικῶν σωμάτων, καὶ ὅτι ἡ Ἐθνικὴ Ἑταιρεία προεκάλεσε τὸν πόλεμον, ὁ ὁποῖος, ἐὰν δὲν ἦτο αὕτη, δὲν θὰ προεκαλεῖτο, καὶ διὰ τοῦτο ἠκούσατε τοὺς μύδρους, τοὺς ὁποίους ὁ ἐκ Πατρῶν Βουλευτὴς ἐξήνεγκε, στιγματίσας τὸ σωματεῖον ὡς ἐπικατάρατον καὶ ἀπαίσιον!...

§161Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ εἶπον, ὅτι, ἀφοῦ τόσα ἐλέχθησαν κατὰ τῆς Ἑταιρείας, πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν τὸ ζήτημα, ἐὰν εἶναι ἀξία τῆς κατηγορίας ἢ τῶν εὐλογιῶν τοῦ ἔθνος.

§162Δ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Σεῖς μέχρι τοῦδε ἐπανελάβατε ὅ,τι ἠκούσατε, καὶ ἐγὼ ἐπαναλαμβάνω ὅ,τι ἐκ τοῦ στόματος ὑμῶν ἤκουσα, ἐκεῖνα δηλαδή, τὰ ὁποῖα εἴπετε, ὅτι ἐθεωρούσατε τὴν Ἑταιρείαν ἐπικατάρατον καὶ ἀξιοκατάκριτον. Ἐν τούτοις, ἐξ ὅσων μέχρι τοῦδε ὑπέβαλον ὑμῖν, βλέπετε, ὅτι ἡ ἐνέργεια τῆς Ἑταιρείας δὲν ἦτο αὐτόβουλος, δὲν ἀπετόλμησε νὰ διακινδυνεύσῃ τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα, καὶ προκαλέσῃ τὸν πόλεμον μεταξὺ Ἑλλήνων καὶ Τούρκων, διότι ἐνήργει ὑπὸ τὰς διαταγὰς τῆς Κυβερνήσεως, οὐδὲ ἐν τῷ κηρύγματι τοῦ πολέμου φέρει ὁ Σουλτᾶνος τὴν εἰσβολὴν τῶν ἀνταρτικῶν σωμάτων ὡς λόγον πολέμου. Ἠκούσατε δὲ καὶ τὴν ἑσπέραν ταύτην τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Γόρτυνος Βουλευτοῦ ἀγορεύοντος, καὶ παρακαλῶ εἰπῆτε: ἠκούσατέ τι ἐνδεικνῦον ἢ ἀποδεικνῦον τὸ ἐναντίον τῶν ὅσα εἶπον ὑμῖν; Τί ἐζήτησε νὰ παραστήσῃ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος, ὁμιλῶν περὶ τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας, τοῦ ἐπαράτου Σωματείου; ὅτι εἶχε πολιτικὸν σκοπόν, καὶ τοῦτον συνήγαγε, διότι ὁ κ. Ἔσλιν ἤθελε νὰ κάμῃ στρατιωτικὴν διαδήλωσιν κατὰ τῆς τότε Κυβερνήσεως, καὶ ὅτι οὗτος δὲν ἠδύνατο νὰ ἐνεργήσῃ αὐτοβούλως· διὰ νὰ πράξῃ δὲ τοῦτο, ἔπρεπε νὰ ἦτο μέλος τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας· ἄρα παρ’ αὐτῆς ἔλαβε τὴν διαταγήν. Ἀλλὰ πρῶτον, πῶς δύναται νὰ ἐπιρριφθῇ εἰς τὴν Ἑταιρείαν εὐθύνη διὰ τὰς γνώμας, ἔστω καὶ ἑνὸς μέλους αὐτῆς; Πλὴν δὲ τούτου εἶναι γνωστὸν, ποῖος μέγας ἐνθουσιασμὸς ἐπεκράτει τότε ἐν Ἀθήναις, καὶ πῶς τὸν κόσμον εἶχε καταλάβει φρενῖτις, ὥστε οὐδεὶς ἐτόλμα νὰ ὁμιλήσῃ κατὰ τοῦ πολέμου· καὶ ἐπικαλοῦμαι, Κύριοι, τὴν μνήμην σας· τίς δὲν ἐφώναζε «ζήτω ὁ πόλεμος»;

§163Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Σεῖς προεκαλέσατε τὴν φρενίτιδα.

§164Δ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Ὄχι βεβαίως. Ἄλλως τε ἡ Ἐθνικὴ Ἑταιρεία δὲν εἶχε καὶ ἀνάγκην νὰ ἐξάψῃ τὸ αἴσθημα τοῦτο, διότι θὰ ἔπραττεν, ὅπως λέγουν οἱ Γάλλοι, λακτίζουσα θύραν ἀνοικτήν. Δὲν ἦτο ἆρά γε ἀρκοῦσα ἡ ἐν Κρήτῃ κατάστασις; δὲν ἦτο ἀρκοῦσα ἡ ἀποστολὴ τοῦ στόλου; δὲν ἦτο ἀρκοῦσα ἡ ἀποστολὴ τοῦ Βάσσου; ἡ ἀποστολὴ τοῦ Διαδόχου εἰς τὴν Θεσσαλίαν; δὲν ἦσαν ἀρκοῦσαι αἱ καλούμεναι ἀλληλοδιαδόχως ἡλικίαι, αἱ ἀναχωροῦσαι καθ’ ἑσπέραν ἀπὸ τὰς Ἀθήνας ἐν μέσῳ ἐνθουσιασμοῦ ἀκρατήτου καὶ ζητωκραυγῶν οὐρανομήκων; καὶ εἶχεν ἀνάγκην ἡ Ἐθνικὴ Ἑταιρεία νὰ ἐξάψῃ τὸ αἴσθημα τὸ ἐθνικὸν, τὸ ἐμφωλεῦον εἰς πᾶσαν ψυχὴν ἑλληνικήν; Καὶ δὲν ἦτο ὁ τύπος, ὁ ὁποῖος ἔκρουε τὸ πολεμιστήριον; Ἀλλὰ καὶ ποῖον τὸ ὄφελος; ἐρωτῶ. Παραδέχομαι πρὸς στιγμὴν, ὅτι ἡ Ἐθνικὴ Ἑταιρεία ἔκαμεν ὅλα ταῦτα, πρὸς τίνα σκοπόν; τί εἶχε νὰ ὠφεληθῇ; Κατὰ τὸν κύριον ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴν, εἶχε νὰ ὠφεληθῇ, ὅτι θὰ τὸν ἔρριπτεν ἀπὸ τὴν ἀρχήν· ἀλλὰ κατὰ τί ἤθελον ὠφεληθῆ οἱ ἀξιωματικοί, οἱ ἀποτελοῦντες τὴν Ἑταιρείαν, (καὶ ἦσαν ἐν πλειονοψηφίᾳ) ἐκ τῆς μεταβολῆς τῆς Κυβερνήσεως τοῦ κυρίου Δηλιγιάννη; διὰ νὰ πάρουν περισσότερα γαλόνια; ἢ ἵνα λυθῇ τὸ ζήτημα τῶν γενικῶν θέσεων; ἀλλὰ τὸ ζήτημα τοῦτο εὗρεν ἀκέραιον ἀκόμη τὸ 1899 ὁ ἀξιότιμος ἐξ Οἰτύλου Βουλευτής, γενόμενος Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, καὶ ὑφίσταται ἔτι, καὶ διαιρεῖ τὸν στρατόν· ἢ διὰ νὰ ὠφεληθῶσιν οἱ ἐν μειονοψηφίᾳ ἐν τῇ πτέρυγι ταύτῃ καθήμενοι δεκαπέντε Τρικουπικοὶ Βουλευταί, ἐκ τῶν ὁποίων ἀμφιβάλλω ἐὰν ἀνῆκον δύο ἢ τρεῖς εἰς τὴν Ἐθνικὴν Ἑταιρίαν; —διότι βεβαίως οὔτε ὁ κ. Θεοτόκης, οὔτε ὁ κ. Σκουλούδης, οὔτε ὁ κ. Τσαμαδὸς, οὔτε ὁ κ. Σιμόπουλος ἀνῆκον εἰς τὴν Ἐθνικὴν Ἑταιρείαν· προκαλῶ δὲ τοὺς ἀξιοτίμους συναδέλφους νὰ εἴπωσιν, ἄν ἐγὼ ὡμίλησά ποτε εἴς τινα περὶ Ἐθνικῆς Ἑταιρείας, ἢ περὶ σχεδίων ἀνατροπῆς, ἢ ἂν ἐγνώριζον παρ’ ἐμοῦ, ὅτι ἐγὼ ἀνῆκον εἰς τὴν Ἐθνικὴν Ἑταιρείαν. Δὲν ἤμην τόσον μωρὸς, Κύριοι, οὔτε μοὶ ἔλειπεν ὁ πατριωτισμὸς ὁ ἁπλοῦς, ὁ ὁποῖος δὲν εἶναι μονοπώλιον, ἵνα προτιμήσω, χάριν κομματικοῦ συμφέροντος ταπεινοῦ, νὰ ἐπέλθῃ κλονισμὸς εἰς τὸ Κράτος, ἵνα πέσῃ μία Κυβέρνησις, Κυβέρνησις, τὴν ὁποίαν, ὅπως πάντοτε συμβαίνει, εἷς ἄνεμος δύναται νὰ σαρώσῃ, καὶ νὰ φέρῃ ἄλλην. Ἀλλὰ δὲν περιορίζονται μόνον εἰς τὰ γεγονότα, τὰ ὁποῖα ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ἐκθέσω ὑμῖν, αἱ ἐνέργειαι τῆς Κυβερνήσεως ἐν σχέσει πρὸς τὰ ἀνταρτικὰ σώματα τὰ ἐν Θεσσαλίᾳ· ἔχομεν ὑπὸ ἡμερομηνίαν 6 Μαρτίου διαταγὴν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν κ. Μαυρομιχάλη πρὸς τοὺς νομάρχας Λαρίσης καὶ Τρικκάλων, διατάσσοντος τὰ ἑξῆς: «Δ. Υ. Νομάρχας Λαρίσης, Τρικκάλων. Αἱ δειναὶ περιστάσεις, ὑφ’ ἃς διατελοῦμεν, ἐπιβάλλουσιν ἡμῖν, ὅπως μεταβάλωμεν προηγουμένας ἡμῶν ὁδηγίας καὶ διαταγὰς, ὅσον ἀφορᾷ τὰς ἐνόπλους ὁμάδας πρὸς ὑπεράσπισιν τῶν ἐν τῇ γείτονι ἐπικρατείᾳ δεινοπαθούντων ἀδελφῶν ἡμῶν. Ἐντελλόμεθα ὑμῖν, ὅπως τοῦ λοιποῦ μὴ παρακωλύητε τὴν ἔξοδον τῶν ἀτάκτων τούτων σωμάτων, ἀλλὰ ὀφείλετε καὶ νὰ συντρέχητε αὐτὰ πάσῃ δυνάμει καὶ ἐν μεγίστῃ ταχύτητι, ἵνα διέρχωνται σύνορα. Ἐννοεῖται ὅμως, ὅτι ἡ ἐνέργεια αὕτη δέον νὰ περιβάλληται δι’ ἄκρας ἐχεμυθίας, ὀφείλετε δὲ πάντως νὰ συνεννοηθῆτε μετ’ ἀρχηγοῦ. Ἐν πάσῃ ὅμως περιπτώσει, ὁ ἡμέτερος στρατὸς ὀφείλει νὰ ἐξακολουθῇ νὰ μένῃ ἀμέτοχος τῶν ἀτάκτων τούτων κινημάτων, ἀποφεύγων ἐπιμελῶς πᾶσαν μετὰ τῶν Τούρκων σύγκρουσιν. Βεβαίως οἱ Τοῦρκοι δύνανται, ἐὰν ἐπιθυμῶσι, νὰ μᾶς κηρύξωσι τὸν πόλεμον· οὐδ’ ἀποστέργομεν τὴν ἐνδεχομένην ταύτην περίπτωσιν. Ἡμεῖς ὅμως δέον νὰ ῥυθμίζωμεν τὴν πορείαν ἡμῶν μετ’ ἄκρας προσοχῆς. 6 Μαρτίου. Ὁ Ὑπουργὸς Κ. Π. Μαυρομιχάλης.» Καὶ οἱ λόγοι τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν συμπίπτουσι πρὸς τοὺς τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. «Ἡμεῖς ὅμως δέον νὰ ῥυθμίζωμεν τὴν πορείαν ἡμῶν μετ’ ἄκρας προσοχῆς.» Καὶ ἀληθῶς. Διότι πλὴν τῶν ἀνταρτικῶν σωμάτων τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας, καὶ ἄλλοι ἐντεῦθεν ἔλαβον τὴν ἐντολὴν, ὄχι παρὰ τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας, ἀλλὰ παρ’ αὐτῆς τῆς Κυβερνήσεως, νὰ ἐξέλθωσιν εἰς τὸ τουρκικόν. Ὁ Ἀλέξιος Τάκης, ὁ ἀδελφὸς τοῦ τότε βουλευτοῦ Γιαννουσίου Τάκη καὶ νῦν δήμαρχος Καστανέας, ἔλαβε τὴν ἐντολὴν νὰ ἐξέλθῃ, καὶ ἐξῆλθε...

§165Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Παρὰ τίνος ἔλαβεν ἐντολήν;

§166Δ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Τὰ χρήματα ποῦ τὰ εὗρε, θ’ ἀκούσητε. Ἔλαβε λοιπὸν ἐντολὴν ὁ Ἀλέξιος Τάκης, ἵνα ἐξέλθῃ μετ’ ἀνταρτικοῦ σώματος. Καὶ αὐτὸς, διὰ νὰ δικαιολογήσῃ τὴν δαπάνην, ἐξῆλθεν, ἔσφαξε 2 ἢ 3 Τούρκους, καὶ ἐγύρισε μετὰ 2 ἢ 3 ἡμέρας!...

§167ΑΥΓ. ΑΒΕΡΩΦ. Καὶ ἄλλοι ἔσφαξαν ἀρνιὰ μόνον!

§168Δ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Πιθανὸν τὰ ἀρνιὰ νὰ ἐξελήφθησαν ὡς Τοῦρκοι. Ἐπειδὴ δὲ ὁ κ. ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς μὲ ἐρωτᾷ, παρὰ τίνος ἔλαβε τὰ χρήματα, ἔχω ἐνταῦθα σημείωμα, κατὰ τὸ ὁποῖον ἐκ τῶν κατατεθέντων ἐν τῷ Κεντρικῷ Ταμείῳ χρημάτων, τῶν ἐξ ἐράνων τῶν ὁμογενῶν προερχομένων, διετέθη ἓν ποσὸν, τὸ ὁποῖον δὲν ἀναγράφεται ἐν τοῖς καταλόγοις τοῖς ὑπὸ τοῦ ταμίου δοθεῖσι καὶ κατατεθεῖσι χθὲς εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ τὸ ποσὸν τοῦτο συνίσταται εἰς τὰ ἑξῆς κατὰ μέρος ποσὰ, τὰ δοθέντα ὑπὸ τοῦ κ. Δηλιγιάννη εἰς διαφόρους πρὸς ἐθνικοὺς σκοπούς. Διὰ τῆς πληροφορίας ταύτης, Κύριοι, δηλῶ πρῶτον, ὅτι δὲν ἐννοῶ νὰ θέσω ἐν ἀμφιβολίᾳ τὴν τιμιότητα οὐδενὸς ἐκ τῶν λαβόντων, θέλω ὅμως νὰ ἐξάρω τὸ γεγονὸς, ὅτι ἐδίδοντο χρήματα, ἐκ τῶν ὑπὸ τῶν ὁμογενῶν ἀποσταλέντων, πρὸς ἰδιώτας ἁπλοῦς· διότι ἐδόθησαν 25,000 εἰς τὸν κ. Μανουσογιαννάκην πρὸς σκοποὺς ἐθνικοὺς ἐν Κρήτῃ, ἐκ τῶν ὁποίων ἐπέστρεψε τὰ μὴ δαπανηθέντα, μετὰ λογοδοσίας, ἐδόθησαν εἰς τὸν συνάδελφον κ. Λιμπρίτην 9,000, ἐκ τῶν ὁποίων ἐπέστρεψε μετὰ λογαριασμοῦ τὰ μὴ δαπανηθέντα. Ἀλλ’ ἐδόθησαν καὶ εἰς τὸν νομάρχην Λαρίσης, τὸν νομάρχην ἐκεῖνον τὸν ἀναφερόμενον ἐν τῇ ἐκθέσει τοῦ Ροϊλοῦ, κ. Μπουκλᾶκον, 10,000, ἐδόθησαν εἰς τὸν νομάρχην Τρικκάλων κ. Πετρίτσην δρ. 10,000...

§169Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Εἶναι ἔντιμοι ἄνθρωποι καὶ οἱ δύο.

§170Δ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Καμμίαν ἀμφιβολίαν δὲν ἔχω· καὶ τὸ ἐδήλωσα. Δὲν συνηθίζω ἐγὼ νὰ θέτω ἐν ἀμφιβόλῳ τὴν τιμὴν τοῦ ἄλλου, ἐκτὸς ἐὰν ὑπάρχωσιν ἀποδείξεις... Ἐδόθησαν ἄλλαι 5,000 εἰς τὸν Παπασταθόπουλον, νομάρχην Φθιώτιδος, ὡσαύτως μὴ λογοδοτήσαντα. Ἀλλὰ καὶ ἐκτὸς τούτων ἐδόθησαν 6,000 εἰς τὸν Ἀλέξιον Τάκην, περὶ οὗ πρὸ μικροῦ ἔκαμα λόγον, ἐδόθησαν δὲ 50,000 συλλήβδην εἰς τὸν συνάδελφον κ. Εὐταξίαν, εἰς τὸν κ. Κοντογιάννην, εἰς τὸν συνάδελφον κ. Σκαλτσοδῆμον καὶ εἰς τὸν κ. Ζουλούμην...

§171Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Οὐχὶ εἰς τὸν Σκαλτσοδῆμον.

§172Δ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Συγγνώμην. Ἴσως ἡ πληροφορία μου νὰ ἦναι ἐσφαλμένη.

§173Α. ΣΚΑΛΤΣΟΔΗΜΟΣ. Θὰ σᾶς παρακαλέσω μίαν στιγμὴν, διότι εἶναι προσωπικὸν, νὰ σᾶς δώσω μίαν πληροφορίαν.

§174ΠΟΛΛΟΙ (ἐκ δεξιῶν). Δὲν εἶπε τίποτε, Κύριε.

§175Α. ΣΚΑΛΤΣΟΔΗΜΟΣ. Παρακαλῶ. Διότι δὲν ἔλαβον ἐγὼ χρήματα.

§176Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν ἐδόθησαν χρήματα εἰς τὸν Σκαλτσοδῆμον. Πρόκειται περὶ τῶν χρημάτων, τὰ ὁποῖα ἔδωκεν ὁ κεντρικὸς ταμίας. Ἔδωκεν εἰς τρεῖς· εἰς τὸν κ. Ἀθανάσιον Εὐταξίαν, εἰς τὸν κ. Νικόλαον Κοντογιάννην καὶ εἰς τὸν κ. Ζουλούμην. Οὐχὶ εἰς τὸν κ. Σκαλτσοδῆμον.

§177Α. ΣΚΑΛΤΣΟΔΗΜΟΣ. Μάλιστα. Καὶ τὸ σῶμα, τὸ ὁποῖον ἐγὼ κατήρτισα, ἐπλήρωσεν ἡ ἰδία ἐπιτροπή, διότι δὲν ἀνέμιξα τὰς χεῖράς μου.

§178Δ. ΚΡΙΤΣΑΣ. Ἐξ αὐτῶν ὁ κ. Εὐταξίας μόνον τὰ ἐπέστρεψε;

§179Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁ κ. Εὐταξίας τὴν ἡμέραν, κατὰ τὴν ὁποίαν διωρίσθη Ὑπουργὸς καὶ ἔδωκε τὸν ὅρκον, μετέβη εἰς τὸν κεντρικὸν ταμίαν, κατὰ τὴν ἀνακοίνωσιν, τὴν ὁποίαν μοὶ ἔκαμεν ὁ εἰρημένος ταμίας, καὶ ἐπέστρεψε τὸ τρίτον τοῦ ποσοῦ τῶν 50 χιλιάδων. Θέλω δὲ σᾶς ἐκθέσει, διατὶ ἐδόθησαν τὰ χρήματα, καὶ θὰ σᾶς ἀνακοινώσω λεπτομερῶς πάντα.

§180Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐπέστρεψε τὸ τρίτον τῶν 50,000;

§181Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μάλιστα.

§182Κ. ΖΩΤΟΣ. Τὸ ὁποῖον ἀναλογεῖ εἰς τὸν κ. Εὐταξίαν.

§183Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐνθυμοῦμαι, ὅτι ἡ πληρωμὴ ἦτο καὶ εἰς τοὺς τρεῖς, διότι καὶ οἱ τρεῖς ἔμελλον νὰ ἐπιχειρήσωσιν αὐτὴν τὴν ἐργασίαν. Ἑπομένως σχεδὸν ἦσαν ἀλληλεγγύως ὑπεύθυνοι. Ἀλλ’ ὁ κ. Εὐταξίας ἔδωκε μόνον τὸ τρίτον, τὸ ἀναλογοῦν εἰς αὐτόν.

§184Κ. ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Διότι αὐτὰ εἶχε λάβει.

§185Δ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Ἀλλὰ δὲν περιωρίζοντο, κύριοι Βουλευταί, μέχρι τούτου αἱ ἐνέργειαι τῆς Κυβερνήσεως, οὐχὶ αἱ διὰ τοῦ στρατοῦ τοῦ τακτικοῦ, ἀλλ’ αἱ διὰ τῆς καταρτίσεως ἀνταρτικῶν σωμάτων, διότι ἡ Κυβέρνησις ἦλθεν ἀπ’ εὐθείας εἰς συνεννόησιν μὲ τὸν μακαρίτην Δημαρᾶν, τὸν ἐκ πατριωτικοῦ ἐνθουσιασμοῦ ἐλθόντα ἐκ Καυκάσου, καὶ πωλήσαντα τὴν περιουσίαν του, ἵνα ἔλθῃ ἐδῶ καὶ ἀγωνισθῇ ὑπὲρ τῆς πατρίδος. Ὁ Δημαρᾶς δὲ προσεφέρετο, καθ’ ἃ ἠκούσατε ἐκ τῆς ἐκθέσεως τοῦ κ. Ροϊλοῦ, νὰ μεταβῇ εἰς ὡρισμένα σημεῖα τῆς Μακεδονίας καὶ νὰ διακόψῃ τὴν συγκοινωνίαν, καταστρέφων γεφύρας ἢ σιδηροδρόμους· τὸν μακαρίτην δὲ Δημαρᾶν ἐξώπλισεν ἀπ’ εὐθείας ἡ Κυβέρνησις, καὶ ἐξώπλισε τὸ σῶμα αὐτοῦ ἐξ 150 ἀνδρῶν, καὶ τὸ ἐφωδίασε καὶ διὰ χρημάτων καὶ δι’ ὅπλων καὶ διὰ φυσιγγίων, διότι εἰς αὐτὸν παρεδόθησαν 45,000 βολιδωτὰ φυσίγγια καὶ 150 τουφέκια.

§186Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Πόσαι δραχμαὶ ἐδόθησαν εἰς τὸν Δημαρᾶν; Γνωρίζετε τὸν ποσὸν τῶν δραχμῶν, τὸ ὁποῖον ἐδόθη;

§187Δ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Δὲν τὸ ἔχω σημειωμένον.

§188Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Διότι χρήματα δὲν ἐδόθησαν εἰς τὸν Δημαρᾶν διὰ νὰ ἐκστρατεύσῃ. Ὅτε ὁ μακαρίτης Δημαρᾶς ἔμενεν ἐδῶ ἐπὶ πολὺν χρόνον, καὶ ἐξήντλησε τὸ ἀργύριόν του, δὲν εἶχε δὲ πῶς νὰ ζήσῃ, ἐζήτησε συνδρομὴν, καὶ ἐδόθησαν αὐτῷ 400 δραχμαὶ, ὅπως ἐξακολουθήσῃ νὰ συντηρῆται, διότι δὲν εἶχε χρήματα. Χρήματα διὰ νὰ ἐκστρατεύσῃ δὲν ἐδόθησαν εἰς αὐτόν.

§189Δ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Βεβαίως ὅμως εἰς τὸν μακαρίτην Δημαρᾶν ἡ Ἐθνικὴ Ἑταιρεία δὲν παρέδωκεν αὐτὰ τὰ ἐφόδια, οὔτε τὰ χρήματα. Γνωρίζω μόνον, ἀκούσας παρ’ ἄλλων, — διότι ἐγὼ δὲν ἦλθον εἰς συνάφειαν μὲ τὸν Δημαρᾶν — ὅτι ὁ Δημαρᾶς, μένων ἐδῶ καὶ ἀνεβοκαταβαίνων τὰς κλίμακας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ παραπεμπόμενος ἀπὸ ἀναβολῆς εἰς ἀναβολήν, περιῆλθεν εἰς ἀπελπισίαν, καὶ ἤκουσα λεγόμενον, — δὲν τὸ βεβαιῶ ὅμως, ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος δύναται νὰ τὸ βεβαιώσῃ—ὅτι μετὰ πιέσεως ἀπετάθη πρὸς ὑμᾶς, ἐπιμένων νὰ κάμῃ τὴν ἀπόβασιν εἰς τὴν Μακεδονίαν.

§190Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Καὶ ἐγὼ τί ἔκαμον;

§191Δ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Καὶ τότε τοῦ ἐχορηγήσατε τὸν ὁπλισμὸν καὶ τὰ φυσίγγια. Περὶ τῶν χρημάτων δὲν γνωρίζω.

§192Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Θὰ ὁμιλήσω περὶ τοῦ Δημαρᾶ.

§193Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Μήπως ἐχορήγησεν ἡ Ἐθνικὴ Ἑταιρεία;

§194Δ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Ὄχι βεβαίως· οὐδαμοῦ τῆς λογοδοσίας ἀναφέρεται.

§195Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ἐχορήγησε· καὶ εἶναι εἰς τὸν κατάλογον.

§196Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐγὼ δὲ δὲν ἐνέκρινα τὴν ἐκδρομὴν τοῦ Δημαρᾶ, διότι ἐγνώριζον, ὅτι ἤθελε καταστραφῇ.

§197Δ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Ἀλλὰ τὸ σῶμα τοῦ Δημαρᾶ, Κύριοι, ἀπέπλευσε δι’ ἀτμοπλοίου μισθωθέντος ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, τῆς «Ἠπείρου» τῆς Πανελληνίου, ἣν παρηκολούθησαν διαταγαὶ τηλεγραφικαὶ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν εἰς τὸν λιμενάρχην Βόλου, καὶ ἀπὸ τὸν λιμενάρχην Βόλου εἰς Τρίκκερι, ὁπόθεν ἐπεβιβάσθησαν ἢ ἔμελλον νὰ ἐπιβιβασθῶσιν οἱ συμπληρώσαντες τὸ σῶμα τοῦ Δημαρᾶ ἀντάρται ὑπὸ τοὺς Βελέντζαν καὶ Καραβαγγέλην, καὶ ἐκεῖθεν πάλιν εἰς Ὠρεοὺς καὶ περαιτέρω. Καὶ ἐν συμπεράσματι, Κύριοι, τί ἐσήμαινον πάντα ταῦτα; Ὁ μελετῶν τὴν ἀνέλιξιν τῶν γεγονότων, ὅπως συνέβησαν,— καὶ ὅλοι εἶσθε μάρτυρες αὐτόπται τῶν γεγονότων τούτων—ἠδύνατό ποτε νὰ ὑποθέσῃ, ἢ νὰ συμπεράνῃ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν ἤθελε τὸν πόλεμον; Παραδέχομαι ὅτι οὗτος ἦτο ὁ εὐσεβὴς αὐτῆς πόθος, ἀλλὰ τὰ ἔγγραφα, αἱ πράξεις, οἱ λόγοι ἐντελῶς τὸ ἐναντίον ἐνεδείκνυον. Οὔτε δικαιολογεῖται ἡ Κυβέρνησις, φρονῶ, λέγουσα, ὅτι εἴτε αἱ ἐνέργειαι τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας, εἴτε τῆς κοινῆς γνώμης ὁ συναγερμὸς, εἴτε τῶν ἀντιπολιτευομένων αἱ ἐν τῇ Βουλῇ ἀγορεύσεις, ἐξηνάγκασαν αὐτὴν εἰς τὸ νὰ ἀσπασθῇ πολεμικὴν πολιτικὴν, καίτοι δὲν ἐπεθύμει τὸν πόλεμον. Καὶ ἐπιτρέπονται ταῦτα, Κύριοι, εἰς Κυβέρνησιν τοῦ Κράτους; Ἐπιτρέπεται εἰς Κυβέρνησιν νὰ μὴ ἔχῃ πεποιθήσεις, καὶ νὰ μὴ δύναται νὰ τὰς ἐπιβάλλῃ; Διότι, ἂν ἡ Κυβέρνησις δὲν δύναται νὰ ἐπιβάλλῃ τὰς ἀποφάσεις αὑτῆς καὶ τὰς γνώμας, τὰς ὑπὸ ἰδίαν της εὐθύνην εἰλημμένας, τότε δὲν εἶναι ἀξία τοῦ ὀνόματος Κυβερνήσεως, εἶναι σκιὰ Κυβερνήσεως. Καὶ τὸ Κράτος ὑπὸ τοιαύτην Κυβέρνησιν δὲν δύναται ἢ νὰ κυλινδῆται, ὅπως τὸ σκάφος τὸ ἄνευ πηδαλίου εἰς τὰ κύματα τῆς θαλάσσης! Καὶ νομίζει ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη, ὅτι δικαιολογεῖται λέγουσα: «ἐγὼ τὸν πόλεμον δὲν τὸν ἤθελον»; Τί παρέμενες λοιπὸν εἰς τὴν ἀρχὴν, ὅταν τὸν πόλεμον δὲν τὸν ἤθελες; καὶ πῶς τὸν πόλεμον αὐτὸν ἔκαμνες; —διότι ὁ πόλεμος εἶναι ἔργον σου. Αὐτὸ λέγει τὸ κήρυγμα. Ἀλλ’ ὁ κ. ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς σᾶς παρέστησεν ὡς δικαιολογίαν, ὅτι παρέμεινεν εἰς τὴν ἀρχὴν διὰ νὰ ἐμποδίσῃ τὸ κακὸν, διὰ νὰ σώσῃ ὅ,τι ἦτο δυνατὸν νὰ περισωθῇ. Καὶ μήπως οἱ κυβερνῆται, Κύριοι, εἶναι κηδεμόνες τοῦ Κράτους; Αὐτοὶ εἶναι οἱ ὁδηγοὶ καὶ ποδηγέται τοῦ Κράτους· οὐδεὶς ἔταξε τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Γόρτυνος κηδεμόνα τοῦ Κράτους· ἡ πλειονοψηφία τῆς Βουλῆς, ἡ ἐμπιστοσύνη τοῦ Βασιλέως τὸν ἔφερεν ἐπὶ τὰ κοινὰ, ἵνα κυβερνήσῃ, ὄχι ἵνα κηδεμονεύσῃ· τὸν ἔφεραν διὰ νὰ κρατήσῃ τὸ πηδάλιον στερρῶς, καὶ ὄχι μὲ τρέμουσαν χεῖρα, παρ’ ἄλλων κινουμένην, ἀλλ’ ἵνα φέρῃ τὸ σκάφος τῆς Πολιτείας ἐκεῖ, ὅπου αἱ πεποιθήσεις αὐτοῦ, αἱ ἀποφάσεις, αἱ ἐν ἐπιγνώσει τῶν πραγμάτων καὶ τῶν προσώπων σχηματισθεῖσαι, ἔπρεπε νὰ τὸν ὁδηγήσωσι. Δὲν εὑρίσκω λοιπὸν δικαιολογημένους τοὺς περὶ τὸν ἀξιότιμον Βουλευτὴν ἐκ Γόρτυνος, ὅταν ἐπιρρίπτωσιν εἰς τὴν Ἐθνικὴν Ἑταιρείαν, τὴν ὁποίαν χαρακτηρίζουσιν ὡς ἐπάρατον σωματεῖον, τὰς εὐθύνας, καὶ ἀπεκδύονται τούτων αὐτοί, διότι αὐτὴ ἡ Ἐρινὺς ἡ ὁποία ἐκ τοῦ Ἐρέβου ἀνέδυσε, παρέσυρε τὴν Κυβέρνησιν καὶ αὐτοὺς ὅλους! Αὐτὴ ἡ Ἐρινὺς, κατὰ τοὺς φίλους τοῦ ἐκ Γόρτυνος Βουλευτοῦ, ἦσαν αἱ στρίγγλαι τοῦ Μάκβεθ, καὶ δὲν ἠδύνατο νὰ τὰς κλείσῃ εἰς τὴν φυλακήν! Ἀλλ’ ἂν συνελαμβάνοντο οἱ περὶ τὴν Ἐθνικὴν Ἑταιρείαν, ἐγὼ πρῶτος ἤθελον προβάλει τὸ στῆθός μου, δεχόμενος τὰς εὐθύνας, ἐὰν τοιαῦται ὑπῆρχον, καὶ διὰ τοῦτο, ἀποκαλυφθεὶς ἐνώπιον τῆς ἐξελεγκτικῆς ἐπιτροπῆς, ὑπέστην καὶ ὑπεβάστασα, ὡς μόνος σκοπὸς, πάσας τὰς κατηγορίας. Ἀλλ’ ἰσχυρίζονται, ὅτι ἡ εἰσαγγελικὴ ἐξουσία μετεῖχε τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας, καὶ ἐματαίωνε πᾶσαν κατ’ αὐτῆς ἐκτέλεσιν. Καὶ ἀπέναντι τοῦ εἰσαγγελέως ὑπεχώρει ὁ κ. κυβερνήτης τῆς χώρας! καὶ δὲν ἐπέτα τὸν εἰσαγγελέα! Καὶ δικαιολογεῖται ὁ Πρωθυπουργὸς λέγων, ὅτι ὁ εἰσαγγελεὺς δὲν ἤθελε νὰ ἐκτελέσῃ τὰς διαταγάς του! Κύριε Ὑπουργὲ τῆς Δικαιοσύνης, σᾶς συμβουλεύω, τὴν πρώτην φορὰν, κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ εὑρεθῆτε ἀπέναντι τοιούτου εἰσαγγελέως, νὰ τὸν πετάξητε, ὑποβάλλοντες εἰς τὴν Α. Μ. Διάταγμα περὶ παύσεώς του.

§198ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Δὲν πετᾷ τὸν Θεοδώρου ἀκόμη! (ἱλαρότης).

§199Δ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Ἀλλὰ ἐγνώριζε, Κύριοι, καλῶς ὁ κύριος Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος, ὅτι δὲν ἠδύνατο νὰ καταδιώξῃ τὴν Ἐθνικὴν Ἑταιρείαν, ἀφοῦ ἤδη τὴν εἶχεν ἀναγνωρίσει καὶ εἶχεν ἔλθει εἰς ἄμεσον συνάφειαν πρὸς αὐτήν. Καὶ πῶς ἠδύνατο νὰ καταδιώξῃ ὁ εἰσαγγελεὺς τὴν Ἐθνικὴν Ἑταιρείαν ἀπέναντι πράξεως τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, διὰ τῆς ὁποίας διετάσσοντο κατεπειγόντως αἱ ἁρμόδιαι στρατιωτικαὶ ἀρχαὶ νὰ δώσωσι τρία ἑκατομμύρια φυσιγγίων εἰς τὴν Ἐθνικὴν Ἑταιρείαν, ὡς σκοποῦσαν ἐθνικὸν σκοπόν; Καὶ ἦτο ἀνάγκη Διατάγματος Βασιλικοῦ, ὅπως ἀναγνωρισθῇ κατὰ τὴν ἡμετέραν νομοθεσίαν ἡ Ἐθνικὴ Ἑταιρεία; Πλανῶνται πλάνην νομικὴν οἱ πιστεύοντες ὅτι ἦτο ἀνάγκη Διατάγματος. Ἔθος ἐπεκράτησε νὰ ἐκδίδηται Διάταγμα, ἵνα ἀναγνωρίζωνται Σύλλογοι, ἀλλὰ μόνον ἐπὶ ἀνωνύμων ἐμπορικῶν ἑταιρειῶν ἀπαιτεῖται, ὁ δὲ μακαρίτης Οἰκονομίδης λέγει, ὅτι δυνάμει τοῦ ἄρθρου 11 τοῦ Συντάγματος πρέπει νὰ τεθῇ ὁ κανὼν, ὅτι πρὸς σύστασιν Συλλόγου δὲν ἀπαιτεῖται εἰδικὴ ἔγκρισις τῆς Κυβερνήσεως. Ἡ Κυβέρνησις ἠδύνατο νὰ καταδιώξῃ τὴν Ἐθνικὴν Ἑταιρείαν δι’ ἀσυγχώρητον συλλογὴν ἐράνων, κατὰ τὸν ποινικὸν νόμον· ἀλλὰ ἡ Ἐθνικὴ Ἑταιρεία δὲν συνέλεγε χρήματα ἐν τῷ κρυπτῷ· μάρτυς ὁ νομάρχης Λαρίσης, ὡς ἠκούσατε πρὸ μικροῦ. Ἡ Ἐθνικὴ Ἑταιρεία, ἀκριβῶς καθ’ ἣν στιγμὴν εἶχεν ἀνάγκην κεφαλαίων πρὸς ἐκπλήρωσιν τῶν πατριωτικῶν σκοπῶν, τοὺς ὁποίους ἐσκόπει, συνέστησε κέντρον φανερόν· διότι, Κύριοι, τὸν Ἰανουάριον τοῦ 1897 ἡ ὅλη περιουσία τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας συνίστατο εἰς 13 χιλιάδας δραχμάς...

§200ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Καὶ διέδιδεν ὅτι εἶχεν ἑκατομμύρια!

§201Δ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Βεβαίως ἡ Ἐθνικὴ Ἑταιρεία δὲν τὸ διέδιδεν· ἦσαν μωροὶ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἐπίστευον, ὅτι τὰ ἑκατομμύρια κατέβαινον ἀπὸ τὸν οὐρανόν.

§202Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Ἐκτίσθησαν ὅμως σπίτια ἀπὸ αὐτά!

§203Δ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Νὰ μοὶ ἐπιτρέψητε, κύριε Βιτάλη, νὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ μὴ σᾶς ἀπαντήσω εἰς αὐτὰ, τὰ ὁποῖα λέγετε· αὐτὰ ἐλέχθησαν καὶ ἄλλοτε, τὸ περίεργον δὲ εἶναι, ὅτι καὶ τότε καὶ τώρα ἐλέχθησαν ὑπὸ ἀξιωματικοῦ. Φαίνεται, ὅτι οἱ ἀξιωματικοὶ ἔχετε ἰδέαν τοιαύτην.

§204Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, σᾶς παρακαλῶ νὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ παρατηρήσω εἰς τὸν ἀγορεύοντα, ὅτι ὀφείλει νὰ ἀπαντᾷ εἰς τὸν ἐρωτῶντα, καὶ νὰ περιορισθῇ εἰς τὸ θέμα, καὶ νὰ μὴ ἀναφέρηται εἰς περιστάσεις παρελθούσας. Καὶ ἀπορῶ, πῶς ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος ἐπαγγέλλεται τὸν καλῶς ἀνατεθραμμένον, καὶ ὁ ὁποῖος ἀπήντησε πρὸς τὸν ἐξ Ἀττικῆς βουλευτὴν κ. Λεβίδην, ὅτι γνωρίζει τῆς ῥεβερέντσαις ἀπὸ μικρός, ἀπορῶ, πῶς τὰς ἐλησμόνησεν, ὅταν ἐμεγάλωσε!

§205Δ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Σᾶς διαβεβαιῶ ἐν τιμῇ, ὅτι, ὅτε ἀπήντων εἰς τὸν κ. Βιτάλην, ἐντελῶς εἶχον λησμονήσει ὑμᾶς· δὲν ἐνόουν ὑμᾶς, ἐνόουν τὸν κ. Παπαδιαμαντόπουλον.

§206Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Μὲ συγχωρεῖτε.

§207Δ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Καὶ τότε, ὡς ἔλεγον, Κύριοι, ἐκρίθη ἀναγκαία ἡ σύστασις φανεροῦ κέντρου, διότι φυσικῷ τῷ λόγῳ οἱ θέλοντες νὰ συνεισφέρωσιν, ἔστω καὶ ὑπὲρ ἐθνικοῦ σκοποῦ, δὲν θὰ ἠδύναντο νὰ ἐμπιστευθῶσι τὸ χρῆμά των εἰς ἀρχὴν ἀόρατον καὶ ἄγνωστον, ἐξ ὁσωνδήποτε ἀξιοτίμων καὶ ἐντίμων ἀνθρώπων καὶ ἂν συνέκειτο αὕτη, ἂν μὴ ἔβλεπον πρόσωπα φανερά. Οὕτω δὲ τὴν 28 Ἰανουαρίου συνεστήθη φανερὰ ἐπιτροπή, συγκειμένη ἐκ τῶν κυρίων Ε. Π. Ἀραβαντινοῦ, πρώην Ὑπουργοῦ καὶ ἀρεοπαγίτου, Δημ. Βικέλα, Κ. Ἔσλιν, Σ. Εὐλαμπίου, Ἀντων. Καλλέργη, τοῦ τραπεζίτου, Πέτρου Καλλιγᾶ, Παντελῆ Καρυδιᾶ, Ἀλεξ. Μαύρου, Μιχ. Μελᾶ, Κ. Παπαμιχαλοπούλου, Παντιᾶ Ράλλη, Ἄθωνος Ρωμάνου, Διον. Στεφάνου καὶ Κ. Τοπάλη. Ἀλλ’ ἐνταῦθα ὀφείλω νὰ κάμω μίαν παρέκβασιν.

§208Δ. ΚΡΙΤΣΑΣ. Αὐτοὶ μέχρι τῆς ἐποχῆς ἐκείνης δὲν ἦσαν μέλη;

§209Δ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Ἅπαντες· ἄλλως δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ γείνωσι μέλη τῆς ἐπιτροπῆς.

§210Κ. ΤΟΠΑΛΗΣ. Πλὴν ἐμοῦ, ὁ ὁποῖος τὴν 1 Φεβρουαρίου ἐγενόμην μέλος.

§211Δ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Ἡ παρέκβασίς μου λοιπὸν ἀφεώρα εἰς τοῦτο, ἐν σχέσει πρὸς τὸν ἰσχυρισμόν, τὸν ὁποῖον ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος κ. Βουλευτὴς προέβαλεν, ὅτι ἡ Ἐθνικὴ Ἑταιρεία εἶχε σκοπὸν πολιτικὸν καὶ ἦτο εἰς συνάφειαν μὲ τὰ ἐσωτερικὰ κόμματα, ὅτι μέλη τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας δὲν ἦσαν μόνον πρόσωπα ἀνήκοντα εἰς τὴν πτέρυγα ταύτην (δεικνύει τὴν δεξιάν), ἀλλ’ ἦσαν καὶ πρόσωπα ἀνήκοντα εἰς τὴν πτέρυγα ἐκείνην (δεικνύει τὴν ἀριστεράν)· μεταξὺ δὲ αὐτῶν τῶν ἀντιπολιτευομένων, τῶν ἀναμεμιγμένων εἰς τὴν Ἐθνικὴν Ἑταιρείαν, εὑρίσκοντο πρόσωπα, τὰ ὁποῖα δὲν ἀνῆκον εἰς τὸ κόμμα τοῦ μακαρίτου Τρικούπη. Ὥστε, ἐὰν τοιοῦτος ἦτο ὁ σκοπός, πολιτικός, δὲν θὰ ἦτο ὁ κ. Τοπάλης, ὁ τότε πολιτικὸς φίλος τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Γόρτυνος.

§212Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Αὐτὸ εἶναι ἀκριβές· ὁ κ. Τοπάλης ἦτο πολιτικὸς φίλος μου.

§213Δ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Καὶ ὁ κ. Τόμαν.

§214Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Καὶ ὁ κ. Τόμαν. Ἀλλ’ ἐγένοντο μέλη τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας ἐν ἀγνοίᾳ μου· οὐδὲ μοὶ ἀνεκοίνωσάν ποτε τοῦτο.

§215Κ. ΤΟΠΑΛΗΣ. Ἀλλὰ τοῦ φανεροῦ κέντρου τὰ ὀνόματα ἐδημοσιεύθησαν δι’ ὅλων τῶν ἐφημερίδων.

§216Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἀλλὰ ἡ δρᾶσις ὁλόκληρος ἀνήκει εἰς τὸ κρύφιον κέντρον.

§217Δ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Ἐγὼ δὲν ἠθέλησα διὰ τούτων νὰ εἴπω, ὅτι οἱ ἀνήκοντες εἰς τὸ ὑμέτερον κόμμα ἐγένοντο μέλη τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας ἐν ἀγνοίᾳ ὑμῶν ἢ ἐν γνώσει, ὅπως καὶ οἱ ἀνήκοντες εἰς τὸ κόμμα τὸ διευθυνόμενον ὑπὸ τῶν ἐν τῇ Βουλῇ 15 Βουλευτῶν τοῦ κόμματος τοῦ μακαρίτου Τρικούπη, ὅτι ἐν γνώσει αὐτοῦ ἢ ἐν ἀγνοίᾳ μετεῖχον τῶν ἐργασιῶν τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας· τὸ ἐπιχείρημά μου ἀφεώρα εἰς τὸ ὅτι εἰς τὴν Ἐθνικὴν Ἑταιρείαν ὑπῆρχον πρόσωπα ἀδιακρίτως κόμματος καὶ ἐσωτερικῆς πολιτικῆς ἀποχρώσεως, διότι ὁ σκοπὸς τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας δὲν ἦτο ἐσωτερικός· τοῦτο δὲ ἀποδεικνύει καὶ ἡ ὕπαρξις ἀκριβῶς ἀνθρώπων εἰς διάφορα κόμματα πολιτικὰ ἀνηκόντων καὶ συνεργαζομένων. Κατὰ τὴν 28 λοιπὸν Ἰανουαρίου 1897 συνέστη τὸ φανερὸν κέντρον ἐκ 14 μελῶν, τὸ ὁποῖον πρόεδρον ἐξέλεξε τὸν μακαρίτην Μιχαὴλ Μελᾶν, γραμματέα δὲ τὸν ἀξιότιμον ἐξ Ἐπιδαύρου Λιμηρᾶς συνάδελφον. Ἡ ἐπιτροπὴ αὕτη ἐποιήσατο διὰ τοῦ τύπου ἔκκλησιν πρὸς πάντας τοὺς ὁμογενεῖς, ἵνα συνεισφέρωσι τὸν ὀβολὸν αὐτῶν ὑπὲρ τοῦ ἐθνικοῦ σκοποῦ· καὶ οὐ μόνον τοῦτο, ἀλλὰ καὶ διῃρέθη εἰς τμήματα, διαιρέσασα τὴν πόλιν τῶν Ἀθηνῶν εἰς ἀντίστοιχα τμήματα, ὅσαι ἀπετελέσθησαν ἐκ τῶν μελῶν αὐτῆς ὑποεπιτροπαί, καὶ ἐξῆλθον αἱ ὑποεπιτροπαὶ αὗται εἰς τὸ φανερόν, ζητοῦσαι τὸν ὀβολὸν τῶν πολιτῶν ὑπὲρ τοῦ σκοποῦ τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας. Ἐγώ, Κύριοι, μετὰ τοῦ κ. Βικέλα καὶ τοῦ μακαρίτου Μελᾶ (ἀλλὰ τούτου μὴ δυναμένου νὰ ὑποβληθῇ εἰς τοὺς κόπους τῆς περιοδείας ἀντικατασταθέντος διὰ τοῦ υἱοῦ του κ. Λ. Μελᾶ) ἐξήλθομεν εἰς τὸ τμῆμα τὸ λαχὸν ἡμῖν, καὶ ἐζητήσαμεν τὸν ὀβολὸν τῶν πολιτῶν, καὶ συνελέξαμεν οὐχὶ εὐκαταφρόνητον ποσόν· ἐνθυμοῦμαι μάλιστα, ὅτι ὁ μακαρίτης Α. Συγγρὸς μᾶς ἔδωκε 10,000 δραχμάς...

§218Κ. Ν. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἐγὼ ἐξῆλθον μετὰ δύο ἄλλων.

§219Κ. ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Καὶ εἰς τὰς ἐπαρχίας ἐξήλθομεν.

§220Δ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Τί ἐγένετο τὸ ποσὸν ἐκεῖνο; Τὸ ποσὸν συνεκεντροῦτο εἰς χεῖρας τοῦ μακαρίτου Μελᾶ, ὁ ὁποῖος ἐτήρει βιβλίον τακτικώτατον, περὶ τοῦ ποσοῦ δ’ ἐκείνου ἔδωκεν ἀκριβεστάτην λογοδοσίαν εἰς τὴν ἐξελεγκτικὴν ἐπιτροπήν. Ἀλλὰ μετὰ τὰς ἀποτυχίας μας, καὶ ὅπως συνήθως ἐν τῷ κόσμῳ συμβαίνει, ἐζητοῦμεν τὸν ὑπεύθυνον, ποῖος ἔπταιεν, εὑρέθη δὲ πρόχειρος ἡ ἀόρατος Ἐθνικὴ Ἑταιρεία, διότι ἦτο εὐκολωτέρα ἡ ἐπίθεσις κατ’ αὐτῆς, διότι ἦτο ἀόρατος. Ἀλλὰ τὸ ἀόρατον δὲν ἠδύνατο νὰ ἐπαρκέσῃ εἰς τοὺς διαβολεῖς, καὶ ἤρχισαν ζητοῦντες τοὺς ὁρατοὺς, καὶ οὕτω περιήρχοντο ἀνὰ τὰ στόματα τῶν ἀνθρώπων καὶ τῆς δημοσιογραφίας διάφορα ὀνόματα. Καὶ σὺν τούτοις ἐπῆλθε καὶ ἡ ἰδέα τῆς καταχρήσεως! Τὰ ἑκατομμύρια ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ὠνειρεύοντο ὅτι ἡ Ἐθνικὴ Ἑταιρεία εἰσέπραξε, τί ἐγένοντο; πῶς ἐξητμίσθησαν; Ἄρα ἐγένετο κατάχρησις! Δὲν ἠδύνατο νὰ πιστευθῇ, ὅτι ἠδύναντο νὰ ὑπάρξωσιν ἄνθρωποι διαχειριζόμενοι χρήματα, χωρὶς νὰ βάλωσι καὶ εἰς τὰ θυλάκιά των ἐξ αὐτῶν. Καὶ ἐὰν ἔχῃ τις μίαν καλύβην, ἐρωτῶσι, ποῦ εὑρῆκε τὸ χρῆμα διὰ νὰ τὴν οἰκοδομήσῃ; Ἐκ τούτου καὶ ἡ ἐρώτησις τοῦ βουλευτοῦ κ. Βιτάλη. Ὅτε ἤρξαντο διαδιδόμεναι τοιαῦται φῆμαι περὶ καταχρήσεως ἐν τῇ Ἐθνικῇ Ἑταιρείᾳ καὶ ἀνεφέροντο καὶ ὀνόματα διαχειρισθέντα τὰ τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας χρήματα, τὰ πρόσωπα ταῦτα ἐθεώρησαν, ὅτι ἐπεβάλλετο εἰς αὐτά, χάριν τῆς ἰδίας αὐτῶν ὑπολήψεως, νὰ προκαλέσωσιν ἐξέλεγξιν τῆς διαχειρίσεως τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας. Καὶ τότε, Κύριοι, ἐδημοσιεύθη εἰς τὰς ἐφημερίδας ἡ ἑξῆς δήλωσις: «Ὁ κ. Γεώργιος Γούσιος, τῇ ἐντολῇ τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας, παρουσιασθεὶς ἐνώπιον τοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ἐδήλωσεν ἐξ ὀνόματος αὐτῆς, ὅτι ἡ διοίκησις τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας τάσσει τὴν διαχείρισιν αὐτῆς ὑπὸ τὸν ἔλεγχον τῆς Πολιτείας. Παρακαλεῖ δὲ τὴν Κυβέρνησιν...

§221Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ποίαν ἡμερομηνίαν ἔχει ἡ δήλωσις αὕτη;

§222Δ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Εἶναι ἀπόσπασμα ἐφημερίδος τῆς Ἀπριλίου τοῦ 1897. Συνεπείᾳ τοῦ διαβήματος τούτου τῶν μελῶν τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἑταιρείας, ἡ τότε Κυβέρνησις, ἢ μᾶλλον ὁ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς κ. Σιμόπουλος, ἀποτελῶν μέρος τῆς ὑπὸ τὸν κ. Ράλλην Κυβερνήσεως, διώρισε τρεῖς ἐλεγκτάς, τοὺς κ. κ. Γεώργιον Ἀναγνωστόπουλον, ἐλεγκτὴν τοῦ Συνεδρίου, Γ. Βελλίνην, τότε ἐφέτην καὶ ἤδη νομικὸν σύμβουλον, καὶ Γεώργιον Παππαδόπουλον, τότε ὑπάλληλον τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου καὶ νῦν τοῦ Ἐλέγχου, τρεῖς ἀξιοτίμους καὶ πεπειραμένους ἄνδρας, μὴ ἀνήκοντας δὲ εἰς τὴν Ἐθνικὴν Ἑταιρείαν, καὶ ἔταξεν αὐτοῖς, ὅπως ἐξελέγξωσι τὴν διαχείρισιν ἐν γένει τῆς Ἑταιρείας. Ἀλλ’ ἐνταῦθα ὀφείλω νὰ κάμω ἄλλην παρέκβασιν. Καὶ διὰ τῶν ἐφημερίδων ἐδήλωσα καὶ ἤδη ἐπαναλαμβάνω, ὅτι οὔτε ταμίας ὑπῆρξα τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας, οὔτε χρήματα διεχειρίσθην· καὶ δὲν ἠδυνάμην νὰ διαχειρισθῶ, καθόσον οὐδὲν τῶν μελῶν τοῦ Συμβουλίου ἠδύνατο νὰ διαχειρισθῇ, διότι ἀπ’ ἀρχῆς εἰς τὰ τῆς διαχειρίσεως τῆς Ἑταιρείας, ἐπειδὴ αὕτη συνέστη ὑπὸ ἀξιωματικῶν, εἰσήχθη τὸ οἰκονομικὸν σύστημα τοῦ στρατοῦ, ἤτοι τὰ οἰκονομικὰ τῆς Ἑταιρείας διεχειρίζετο ἐπιτροπὴ ἐκ δύο ἀξιωματικῶν καὶ ἑνὸς πολίτου. Τοιοῦτος δὲ κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ἦτο ἀνήρ...

§223Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Εἶναι γνωστὴ ἡ διαχείρισις.

§224ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ποῖα ἦσαν τὰ μέλη τῆς ἐπιτροπῆς αὐτῆς;

§225Δ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Πηγαίνετε νὰ τὰ μάθητε. Δὲν ἦλθον ἐδῶ διὰ νὰ καταγγείλω ὀνόματα.

§226Δ. ΚΡΙΤΣΑΣ. Καταγγέλλονται κατονομαζόμενα;

§227Δ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Ἐγὼ ἦλθον ἐδῶ ἀμυνόμενος ὑπὲρ τῆς ἰδίας τιμῆς καὶ ὑπολήψεως· τοῦτο καὶ μόνον ἦλθον νὰ κάμω· οὔτε ἐντολὴν ἔλαβον παρ’ οὐδενός, οὔτε ἔχω ἐδῶ ἰδιότητα ἄλλην ἀπὸ τὴν τοῦ Βουλευτοῦ· ὡς Βουλευτὴς ὁμιλῶ, ὡς ἀντιπρόσωπος τῆς ἐπαρχίας μου καὶ τοῦ ἔθνους, ἀσκῶν δικαίωμα ἀπὸ τοῦ βήματος, ὅπερ μοὶ παρέχει τὸ Σύνταγμα καὶ ὁ Κανονισμὸς τῆς Βουλῆς, τὸ τῆς ἐλευθερίας τοῦ λόγου. Μὴ μοῦ ζητεῖτε νὰ ἐξέλθω τῆς σφαίρας τῶν καθηκόντων, τῶν ἐπιβεβλημένων ὑπὸ τῆς τιμῆς!

§228ΑΣΗΜ. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸ εἶναι τὸ σπουδαιότερον μέρος τῆς δράσεως.

§229Δ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Ἐπανέρχομαι εἰς τὴν παρέκβασίν μου. Ἔλεγον λοιπόν, ὅτι ἡ ταμιακὴ ἐπιτροπὴ τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας, ἡ διαχειριζομένη τὰ οἰκονομικά, συνέκειτο ἀπὸ δύο ἀξιωματικοὺς καὶ ἕνα πολίτην, ὅστις ἀνῆκεν εἰς ἐντιμοτάτην οἰκογένειαν, πολλὰς παρασχοῦσαν ὑπηρεσίας εἰς τὸ ἔθνος, καὶ συγχρόνως ἄριστον λογιστήν. Καὶ ὅτε ἐπῆλθεν ὁ κατακλυσμός, ὅτε οἱ πρώην πολεμικοὶ καὶ οἱ πρώην φρενιτιῶντες ὑπὲρ τοῦ πολέμου ἤθελον ν’ ἀποτινάξωσι τὴν εὐθύνην καὶ ἔλεγον, ὅτι δὲν ἤθελον τὸν πόλεμον, οὔτε ἐφώναζον ὑπὲρ αὐτοῦ, τότε συνέβη — ἀνθρώπινον τὸ πάθημα — ὅλοι νὰ λέγωμεν, ὅτι οὐδεὶς οἶδε τὸν ἄνθρωπον, ὅπως ὁ Πέτρος! Διὰ τοῦτο καὶ ὁ διαχειριζόμενος τὰ τῆς Ἑταιρείας κατέθηκε τὰ βιβλία, καὶ δοὺς ἀκριβῆ λογοδοσίαν, παρῃτήθη. Τὸ Συμβούλιον εὑρέθη εἰς δυσχερεστάτην θέσιν, διότι οὐδεὶς ἐγίνωσκεν ἀκριβῶς νὰ δώσῃ πληροφορίας περὶ τῆς διαχειρίσεως τοῦ χρήματος ἢ κατὰ τὸ μᾶλλον καὶ ἧττον ἠδύναντο νὰ γνωρίζωσι μέλη τινὰ περισσότερα, ἀλλ’ ὑπῆρχε καὶ ἄλλο κώλυμα, τὸ κώλυμα, ὅτι δὲν ἠδύναντο ν’ ἀποκαλυφθῶσι, διότι μεταξὺ τῶν μελῶν τοῦ Συμβουλίου ὑπῆρχον καὶ στρατιωτικοὶ καὶ δημόσιοι ὑπάλληλοι. Προσέτρεξαν εἰς ἐμέ, καὶ μὲ παρεκάλεσαν ἐπιμόνως, ἵνα ἀναλάβω, ἀφοῦ ἀπετέλουν μέρος τοῦ φανεροῦ κέντρου, ν’ ἀντιπροσωπεύσω τὴν Ἑταιρείαν κατὰ τὴν ἐξέλεγξιν, καὶ νὰ παραστήσω τὰ περὶ τῆς διαχειρίσεως εἰς τοὺς ἐλεγκτὰς, καὶ δώσω ὅσας ἠδυνάμην ἐξηγήσεις, ὅπου δὲ δὲν θὰ ἠδυνάμην νὰ παράσχω τὰς δεούσας ἐξηγήσεις, νὰ ἀναφέρωμαι καὶ ζητῶ, ὅπως διαλευκανθῶσι τὰ σκοτεινὰ σημεῖα. Ἐνόμισα ὅτι εἶχον καθῆκον, ὡς τίμιος ἄνθρωπος, νὰ μὴ γείνω ῥίψασπις κατὰ τὴν τελευταίαν ὥραν, καὶ ἀφοῦ, καλῶς ἢ κακῶς, μετέσχον τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας, ὤφειλον μέχρι τέλους νὰ ἀναλάβω τὴν εὐθύνην τῶν πράξεών μου, καίτοι, ἐν παρόδῳ εἰρήσθω, δὲν συνεφώνουν ἐν πολλοῖς μετὰ τῶν ἄλλων μελῶν τοῦ Συμβουλίου. Καὶ οὕτω παρέστην ἐνώπιον τῆς ἐπιτροπῆς. Ἤμην ἐντεταλμένος νὰ παρίσταμαι μετὰ τριῶν ἄλλων μελῶν, μετὰ τοῦ κ. Ἀλεξάνδρου Μαύρου καὶ τοῦ κ. Σπυρίδωνος Εὐλαμπίου ἐκ τοῦ φανεροῦ κέντρου, πλὴν τοῦ Μελᾶ, ἔχοντος νὰ δώσῃ λόγον περὶ εἰδικῆς διαχειρίσεως, καὶ τηροῦντος καὶ ἰδιαίτερον βιβλίον εἰσπράξεων καὶ πληρωμῶν, ὅστις συμπαρίστατο μετ’ ἐμοῦ διαρκῶς. Ἀλλ’ ὁ κ. Εὐλάμπιος, κατὰ τὴν τελευταίαν ὥραν, δικαιολογούμενος κατὰ τὸ μᾶλλον καὶ ἧττον καὶ αὐτὸς, ἀπέστη, ὁ δὲ κ. Μαῦρος, ἔχων καὶ ἄλλας ἐργασίας, δὲν παρίστατο τακτικῶς· ἄλλως τε, ὡς μὴ ἀποτελῶν μέλος τοῦ Συμβουλίου, δὲν ἦτο καὶ εἰς κατάστασιν νὰ δίδῃ τὰς δεούσας πληροφορίας. Ὁ κλῆρος λοιπὸν ἔπεσεν ἐπὶ Ματθίαν, ἤτοι ἐπ’ ἐμέ, καὶ τὸν κλῆρον αὐτὸν, ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, ὅτι ἐπλήρωσα μὲ καλὸν νόμισμα! Εἰς τοὺς ἐλεγκτὰς λοιπὸν παρέστην, ὅπως δώσω λόγον ἐγὼ, ἀπολογούμενος οὑτωσὶ διὰ τὴν διαχείρισιν τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας, καὶ ἐν τῇ ἐκθέσει των οἱ ἐλεγκταὶ ἀναφέρουσιν, ὅτι τὰς πληροφορίας ὁτὲ μὲν ἔδιδον εὐθὺς, ὁτὲ δὲ ἀνέβαλλον, διότι εἶχον ἀνάγκην νὰ διαφωτισθῶ παρ’ ἄλλων. Ἀλλ’ ὅτε συνέστη ἡ πρώτη ἐξεταστικὴ τῶν πραγμάτων ἐπιτροπὴ, καὶ αὐτὴ κατέγεινεν ἵνα ἀνακαλύψῃ τὰ πρόσωπα τὰ διαχειρισθέντα τὰ χρήματα τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας καὶ ἀνεύρῃ τὰς καταχρήσεις καὶ λωποδυσίας, αἱ ὁποῖαι διεφημίζοντο, ἐκάλεσε, φυσικῷ τῷ λόγῳ, καὶ τοὺς ἐλεγκτὰς, οἵτινες, ἐννοεῖται, ἐκτὸς τῶν ὅσων ἀντελήφθησαν, πιεζόμενοι ὑπὸ τῆς ἐξεταστικῆς ἐπιτροπῆς δι’ ἐρωτήσεων.

§230Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Ὅσα λέγετε, εἶναι ἀνακριβῆ. Οὐδεὶς ἐπιέσθη.

§231Δ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Σᾶς παρακαλῶ, σᾶς ἐξορκίζω, μὴ παρακούετε καὶ μὴ παρερμηνεύετε. Ἐγὼ εἶπον, ὅτι ἐπιέσθησαν δι’ ἐρωτήσεων.

§232Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Ἡ Ἑλληνικὴ γλῶσσα ἔχει σαφεῖς τὰς ἐννοίας.

§233Δ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Ἀνακαλῶ τὴν λέξιν ἐπιέσθησαν.

§234Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Ἔχετε ὥρας, καθ’ ἃς ἐξυμνεῖτε τὰ ἔργά σας. Προτιμότερον θὰ ἦτο νὰ ἠκολουθῆτε ἄλλην τακτικήν.

§235Δ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Καὶ ὅτε λοιπὸν ἐξητάσθησαν τὰ μέλη τῆς ἐξελεγκτικῆς ἐπιτροπῆς περὶ τῶν ἔργων ἑαυτῶν, καὶ ἐξέθηκαν τὰ πράγματα ὡς τὰ ἀντελήφθησαν, ἀπετάθη ἡ ἐρώτησις εἰς τὸν κ. Βελλίνην: «καὶ ποία ἡ ἐντύπωσίς σας ἐκ τῶν λόγων, τῆς στάσεως καὶ τῆς ἐν γένει συμπεριφορᾶς τοῦ κ. Στεφάνου;» Καὶ ὁ κ. Βελλίνης, κρίνων πλέον ὡς μάρτυς, εἶπεν, ὅτι εἶχον στάσιν ἀρχηγοῦ, διευθυντοῦ τῆς Ἑταιρείας. Καὶ αἱ ἐρωτήσεις ἐγίνοντο βαθμηδὸν καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν κρίσεων ἐκείνων. Ἀλλ’ ἂν ἡ ἐπιτροπὴ ἤθελε νὰ προβῇ εἰς ἐξέτασιν, διατὶ δὲν ἐξήταζεν ἐμὲ τὸν ἴδιον; διατὶ δὲν μὲ ἐκάλεσε νὰ μὲ ἐρωτήσῃ; Καὶ θὰ ἐξέθετον τὰ πράγματα ὡς ἐγένοντο. Οὐδὲν συμφέρον εἶχον περὶ τοῦ ἐναντίου. Ἀλλὰ τοὐναντίον ἐκάλεσε καὶ ἐξήτασε τὰ πρόσωπα, ἐκ τῶν ὁποίων ἠδύνατο μόνον νὰ ἀρυσθῇ μομφὰς κατ’ ἐμοῦ. Ἀλλὰ διατὶ δὲν ἐκάλει ἐμέ, ἔστω καὶ πρὸς ἀπολογίαν, ἂν καὶ δὲν ἦτο ἡ θέσις μου τοιαύτη; Δὲν ἦτο ὀρθὴ ἡ πορεία, ἣν ἠκολούθησαν...

§236Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Διότι κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ἀπουσιάζετε ἐν Κωνσταντινουπόλει.

§237Δ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Ἦλθον πολλάκις ἐν τῷ μεταξύ.

§238Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Τότε δὲν ὑπῆρχεν ἐπιτροπή.

§239Δ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Ἀφοῦ δὲ δὲν μὲ ἐκαλέσατε, δὲν ἐπετρέπετο νὰ δώσητε τὴν ἔκθεσιν αὐτὴν τῆς ἐπιτροπῆς νὰ δημοσιευθῇ, καὶ νὰ προπηλακίζωμαι ἀδιακόπως, χωρὶς νὰ δύναμαι νὰ ὑπερασπισθῶ, διότι περιεφρόνουν τὰς ὕβρεις.

§240Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Διατὶ δὲν ἀπηντήσατε;

§241Δ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Ἐγὼ νὰ κατέλθω ν’ ἀπαντήσω; Ὠφείλατε σεῖς νὰ μὴ μὲ θέσητε εἰς θέσιν τοιαύτην. Οὕτω πως πράττουσιν οἱ ἄνδρες, ὅταν βλέπωσιν, ὅτι ἀποδίδονται κατηγορίαι καὶ μομφαί, καὶ οὐχὶ κατὰ τυχόντος ἀνθρώπου; — διότι ἔχω τὴν ἀξίωσιν, ὅτι ἐπὶ 30 ἔτη ὑπηρέτησα τὸ Κράτος εὐόρκως, καὶ ἐὰν ἔχω μικράν τινα ὑπόληψιν, τὴν ἀπέκτησα ἐκ τῆς ὑπηρεσίας μου ταύτης.

§242Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Οὐδεὶς προεπηλάκισεν ὑμᾶς διὰ τῶν καταθέσεων αὐτοῦ.

§243Δ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Δὲν πρόκειται περὶ τῶν καταθέσεων, ἀλλὰ περὶ τῶν φυλλαρίων ἐκείνων, εἰς τὰ ὁποῖα ἄνευ δικαιώματος καὶ ἐξ ὑπεξαγωγῆς ἐδόθησαν αἱ καταθέσεις τῆς ἐξεταστικῆς τῶν πραγμάτων ἐπιτροπῆς, καὶ τὰ ὁποῖα, ἐπωφελούμενα ἐκ τῶν καταθέσεων ἐκείνων, μὲ κατεπροπηλάκιζον· συνεδέθη δὲ ἐν τῷ προπηλακισμῷ ἐκείνῳ καὶ πολιτικὸν ἐπαρχιακὸν συμφέρον, καὶ ἐφαντάσθησαν πρὸς στιγμήν, ὅτι θὰ κλονίσωσι τὴν πολιτικήν μου ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ μου. Θέσιν, ἀλλ’ αὕτη ἔδωκε τὴν ἀπάντησιν· αἱ ἐκλογαὶ αὐτῆς μὲ ἀνέδειξαν πρῶτον ἐπιτυχόντα, καὶ ἀπόντα ἀκόμη ἐν Κωνσταντινουπόλει, καὶ ὑπερτερήσαντα 600 ψήφους τὸν ἀμέσως μετ’ ἐμέ. Πρὸς τοὺς συντάκτας ὅμως τῶν φυλλαρίων ἐκείνων ἀντέταξα διαρκῆ περιφρόνησιν...

§244ΑΛΕΞ. ΣΠ. Κ. ΡΩΜΑΣ. Ἐννοεῖτε ἐμέ;

§245Δ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Οὐχί! λόγῳ τιμῆς. Δὲν ὑπάρχει οὐδεὶς λόγος.

§246Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁμιλεῖτε περὶ τῶν ἐκθέσεων, καὶ δυνατὴ ἡ παρεξήγησις.

§247Δ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. ... Διότι τὴν περιφρόνησιν ὀφείλει νὰ ἀντιτάξῃ εἰς τὰ φύλλα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα καταβαίνουσι μέχρι τοῦ βορβόρου τῆς κομματικῆς ἐμπαθείας, πᾶς ὅστις σέβεται ἑαυτὸν, καὶ διὰ τοῦτο μέχρι τοῦδε ἐσιώπησα, καὶ διὰ τοῦτο προθύμως ἀνῆλθον τὸ βῆμα, ἵνα ἅπαξ διὰ παντὸς φιμώσω τὰ στόματα ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἀσέμνως ἐφωνάσκουν.

§248Π. Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Δὲν ἐφιμώσατε τίποτε.

§249Δ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Αὐτὸς εἶναι ἰδικός σας λογαριασμός, ὁ ἄλλος εἶναι ἰδικός μου. Ἐκ τῆς ἐκθέσεως τῆς ἐξελεγκτικῆς ἐπιτροπῆς προκύπτει, ὅτι παρετηρήθη ἀταξία εἰς τὰ δικαιολογητικά· καὶ βεβαίως, πῶς εἶναι δυνατόν, ἐν τῇ καταιγιδώδει, οὕτως εἰπεῖν, ἐκείνῃ καταστάσει, ὅτε τὰ γεγονότα ἐπήρχοντο ἀλλεπάλληλα, ὅτε ἡ Ἐθνικὴ Ἑταιρεία παρωρμᾶτο νὰ ἐκπέμψῃ δρομαίως εἰς τὰ σύνορα ἀνταρτικὰ σώματα, πῶς ἦτο δυνατὸν νὰ συγκεντρώσῃ δικαιολογητικά, ὅπως συγκεντρώνονται τὰ δικαιολογητικὰ τῶν ὑπολόγων; Αἱ πληρωμαὶ ἐγίνοντο κατὰ ποσὰ μεγάλα, ἐπὶ ἀποδόσει λογαριασμοῦ, ἀλλὰ ἡ ἀπόδοσις λογαριασμοῦ κατ’ ἀνάγκην ἔδει νὰ βραδύνῃ, καὶ ἀπεδόθησαν λογαριασμοὶ κατόπιν, ὡς ἔμαθον, διότι ἐγὼ δὲν ἀνεμίχθην εἰς αὐτά. Ἀλλὰ ποῦ ἀνεκαλύφθη ἡ κατάχρησις; ποῦ εὑρέθη ποσὸν ἀδικαιολογήτως διατεθὲν κατὰ ποσότητα μεγάλην; Ἐκ τῆς ἐκθέσεως τῶν ἐλεγκτῶν εὗρον, ὅτι θὰ εἰσεπράχθησαν καὶ ἄλλα ποσὰ, μὴ ἀναγραφόμενα ἐν τοῖς βιβλίοις. Ἰδοὺ λοιπὸν ἡ κατάχρησις! Ἀλλ’ ὁ κατηγορῶν ὀφείλει καὶ ν’ ἀποδεικνύῃ· διότι δὲν ἀρκεῖ μία ἀόριστος κατηγορία, ὅτι εἰσεπράχθησαν καὶ ἄλλα ποσὰ. Ἄς εὑρεθῶσι τὰ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα εἰσέπραξαν τὰ ποσὰ, ἂς εὑρεθῶσι τὰ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα ἔστειλαν ποσά! ἀλλὰ δὲν ὑπάρχουν. Ποῖον πρόσωπον παρεπονέθη κἄν, ὅτι δὲν βλέπει ἀναγεγραμμένην τὴν εἰσφοράν του; Διότι, Κύριοι, εἰρήσθω καλῶς, ὅτι πάντες οἱ συνεισενεγκόντες ἐξ ὁμογενῶν, οὐδεὶς ἐδίστασε νὰ ἀποστείλῃ, ἐν πλήρει πεποιθήσει, ὅτι καὶ τὰ πρόσωπα, πρὸς τὰ ὁποῖα ἀπέστελλον, ἦσαν ἔντιμα καὶ ἀνάξια μομφῆς, καὶ τοῦ χρήματος, τὸ ὁποῖον ἀπέστελλον, θὰ ἐγίνετο ἡ δέουσα χρῆσις, πρὸς τὸν σκοπὸν πάντοτε τὸν ἐθνικόν. Προκειμένου δὲ, Κύριοι, περὶ τῶν ἀνταρτικῶν σωμάτων, τὰ ὁποῖα ἐξωπλίσθησαν καὶ συνετηροῦντο ὑπὸ τῶν ἀρχηγῶν αὐτῶν, — καὶ ἐπικαλοῦμαι τὴν μαρτυρίαν τοῦ συναδέλφου κ. Σκαλτσοδήμου, ὁ ὁποῖος καὶ οὗτος ἦτο ἐπὶ κεφαλῆς σώματος καὶ διεχειρίσθη χρήματα, — ἦσαν ταῦτα εἰς κατάστασιν νὰ δώσωσι λογοδοσίαν ἐν πάσῃ λεπτομερείᾳ;

§250ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἐδήλωσεν, ὅτι δὲν διεχειρίσθη χρήματα αὐτός.

§251Δ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Ἀδιάφορον. Πρὸς τὸν κ. Σκαλτσοδῆμον ἐδόθησαν χρήματα· ὑπάρχει ἡ λογοδοσία τοῦ Σωτηριάδου. Ἀλλ’ ἦτο εἰς κατάστασιν ὁ κύριος Σκαλτσοδῆμος νὰ δώσῃ λογαριασμὸν διὰ τὴς σαρδέλαις, ὅπου ἠγόρασεν, ἢ τὸ τυρί; Ἔκαμεν ἀγορὰς 20 ἢ 30 δραχμῶν· νὰ ζητᾷ ἀποδείξεις ἀπὸ τὸν μπακάλη, καὶ νὰ τὰς βάζῃ εἰς τὸ σελάχι του, καθ’ ἣν στιγμὴν ἐξήρχετο νὰ πολεμήσῃ; Λοιπὸν κατ’ ἀνάγκην τὰ δικαιολογητικὰ δὲν ἠδύναντο νὰ ὑπάρξουν ἐν τάξει. Ἐπίσης μέγας πάταγος ἔγεινε περὶ τοῦ ὑπολοίπου. Τί ἔγεινε τὸ ὑπόλοιπον τῶν 215,000 δραχμῶν, τὸ ὁποῖον εἰς τὴν ἔκθεσιν τῆς ἐξελεγκτικῆς ἐπιτροπῆς φαίνεται ὡς κατατεθὲν εἰς τὴν Τράπεζαν Βαλαωρίτου καὶ Μαύρου, εἴτε εἰς τὸ Crédit Lyonnais, εἴτε εἰς τὴν Anglo-Foreing Bank; Δὲν γνωρίζω ἐν λεπτομερείᾳ τὰ πράγματα, διότι ἐγὼ ἀπὸ πολλοῦ ἀπέστην πάσης ἀναμίξεως εἰς τὰ τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας· ἀλλ’ ἀφοῦ ἔγεινε λόγος περὶ τούτου, καὶ ἐπειδὴ διὰ συγγενείας συνδέομαι πρὸς τὰ μέλη τῆς ἐν λόγῳ Τραπέζης, ἠθέλησα νὰ ζητήσω πληροφορίας, χάριν περιεργείας, καὶ ἔλαβον πληροφορίας, ὅτι ἕν μέρος τοῦ ποσοῦ τούτου, τῇ συναινέσει τῆς Κυβερνήσεως τῆς τότε, ἐδόθη εἰς τὴν Ἑταιρείαν τῆς Σκοποβολῆς, ἕτερον ποσὸν, περὶ τὰς 30,000, ἐδόθη εἰς τὸν Α. Β. Ὑψηλότητα τὸν Διάδοχον, ὡς εἰσφορὰ διὰ τὴν σύστασιν Ἱπποφορβείου. Ἀλλ’ ὑπάρχουν καὶ ἄλλα ποσά. Περὶ τῶν ποσῶν ἐκείνων δὲν μοὶ εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ κάμω λόγον, ποῦ διετέθησαν, διότι, καθ’ ἃ μοὶ εἶπον, κρίνω δὲ καὶ ἐγὼ, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γείνῃ δημοσίᾳ λόγος περὶ τούτων. Ἀλλ’ ἐπειδὴ ἡ δυσπιστία παντοῦ χωρεῖ, ἔλαβον τὴν ἐντολὴν νὰ δηλώσω εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι οἱ διαθέσαντες τὰ χρήματα ἐκεῖνα εἶναι πρόθυμοι νὰ ἀνακοινώσωσι, ποῦ διετέθησαν, εἰς ἐπιτροπὴν ἐκ τῆς Βουλῆς, ἡ ὁποία νὰ δύναται νὰ βεβαιώσῃ τὴν Βουλὴν, ὅτι καλῶς διετέθησαν, ἀλλὰ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γνωσθῇ ὁ σκοπὸς, εἰς ὃν διετέθησαν· ἐὰν δὲ εὐαρεστῶνται ὁ ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς, ὁ ἐκ Μεσολογγίου, οἱ ἐξ Ἀττικῆς κ. κ. Δραγούμης καὶ Ράλλης καὶ ὁ ἐξ Ἄρτης νὰ δεχθῶσι τὴν ἀνακοίνωσιν ταύτην, προθύμως τὸ πρόσωπον ἐκεῖνο θέλει ποιήσει εἰς αὐτοὺς τὴν ἀνακοίνωσιν, ὅπως διαβεβαιώσωσι τὴν Βουλὴν περὶ τοῦ χρησίμου καὶ ὀρθοῦ τῆς διαθέσεως τῶν χρημάτων τούτων.

§252Κ. ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Ἡμεῖς εἴμεθα σύμφωνοι.

§253Δ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Κύριοι συνάδελφοι, βεβαίως σᾶς ἐκούρασα πολύ...

§254ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, ὄχι.

§255Δ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. .. διότι ὑπὲρ τὸ δέον ἐμακρηγόρησα ἀλλ’ ὤφειλον νὰ ἐκπληρώσω τὸ καθῆκον τοῦτο πρὸς ἐμαυτὸν καὶ πρὸς τὴν Βουλήν, τῆς ὁποίας ἀποτελῶ μέλος. Σᾶς βεβαιῶ, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι μετὰ συντετριμμένης καρδίας ἀνεκίνησα σιγῆς πέπλον, ὅστις ἔδει νὰ μείνῃ κλειστὸς, ἐπὶ σελίδος λυπηρᾶς τῆς ἱστορίας τῆς πατρίδος μας. Καὶ τοσοῦτο περισσότερον λυποῦμαι, ὅσον θὰ προυτίμων, χάριν γενικωτέρου συμφέροντος, νὰ μὴ προεκαλεῖτο ἡ συζήτησις αὕτη, διότι τὸ ἀτομικόν μου συμφέρον εἶναι κατώτερον τοῦ γενικοῦ τοῦ ἔθνους. Προσεπάθησα, κύριοι συνάδελφοι, νὰ ἐκθέσω τὰ πράγματα, ὡς ἀντελήφθην αὐτὰ, ἐν πάσῃ εἰλικρινείᾳ καὶ ἐν πάσῃ τῇ ἀληθείᾳ, ἔχω δὲ τὸ σθένος, ὅπως καὶ διὰ τοῦ τύπου, καὶ νῦν ἀπὸ τοῦ βήματος νὰ προκαλέσω τὸν δυνάμενον νὰ μὲ διαψεύσῃ, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἰδικήν μου ἐνέργειαν. Ὀφείλω προσέτι νὰ δηλώσω καὶ νὰ ἐπαναλάβω, ὅτι ἀποκρούω τὴν συκοφαντίαν, ὅτι ἀνεμίχθην ποτὲ εἰς ἐνέργειαν οἱανδήποτε ἐκτὸς τοῦ περιβόλου τούτου, σκοποῦσαν ἀνατροπὴν Κυβερνήσεως ἢ καθεστῶτος, — τὸ ἐπαναλαμβάνω μεθ’ ὅλης τῆς δυνάμεως τῶν πνευμόνων μου, — διότι ἀποκρούω τὴν συκοφαντίαν ταύτην, ὡς ἀνάρμοστον πρὸς τὸν χαρακτῆρά μου, πρὸς τὰς ἰδέας μου, πρὸς τὴν ἀνατροφήν μου, πρὸς τὰς παραδόσεις τῆς οἰκογενείας μου. Καὶ διὰ τοῦτο, Κύριοι, καταβαίνω ἀπὸ τοῦ βήματος μὲ τὴν συνείδησιν ἤρεμον, διότι οὐδέποτε ᾐσθάνθην τοὺς νυγμοὺς αὐτῆς, εἴτε ἰδιωτεύων, εἴτε τὰ δημόσια πράττων. (Εὖγε! εὖγε! καὶ χειροκροτήματα ἐκ τῆς δεξιᾶς).

§256Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἡ μακρὰ ἀγόρευσις τοῦ Βουλευτοῦ ἐκ Ζακύνθου θὰ ἐνεποίησε βεβαίως εἰς ὑμᾶς τὴν ἐπιθυμίαν νὰ μεταβῆτε ἀπὸ τῆς μεγάλης σοβαρότητος τῶν λόγων τοῦ φιλοπάτριδος ἀντιπροέδρου τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας εἰς ἱλαράν τινα περιγραφὴν τῶν κατορθωμάτων τῶν ἀτρομήτων στρατιῶν, ἃς αὐτὴ εἶχε παρασκευάσει· σπεύδω ἑπομένως νὰ σᾶς εὐχαριστήσω εἰς τοῦτο, καὶ ἀναγινώσκω ἡμιεπίσημον ἐπιστολὴν τοῦ νομάρχου Τρικκάλων, τοῦ ὁποίου τὸν πατριωτισμὸν ἀνωμολόγησεν ὁ κύριος Βουλευτὴς ἐκ Ζακύνθου, περιγράφοντος τὰ κατὰ τὴν ἔξοδον τῶν ἐν Κουβελτσίῳ συνηγμένων σταυραετῶν, τὰ κατὰ τὴν ἐκδρομὴν αὐτῶν ἐπὶ τοῦ τουρκικοῦ ἐδάφους καὶ τὰ κατὰ τὴν ἐπάνοδον αὐτῶν. Ἐγὼ δὲν ἐγνώριζον τὴν ἡμέραν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἔμελλον νὰ ἐξέλθωσι τῶν ἑλληνικῶν ὁρίων οἱ ὑπὸ τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας στρατολογηθέντες πολῖται, ἐπληροφορήθην δὲ περὶ τῆς ἡμέρας τῆς ἐξόδου αὐτῶν ἐκ τοῦ ἑπομένου τηλεγραφήματος, τὸ ὁποῖον ἀπεστάλη ἐκ Καλαμπάκας τὴν 23 Μαρτίου πρὸς τὸν κύριον Ἄδωνιν Κύρου, τὸν ὁποῖον δὲν γνωρίζω (ἀναγινώσκει): «Πρὸς τὸν Ἄδωνιν Κύρου. Ἀναβολὴ δικαιολογημένη. Περιμένετε μέχρι πρωΐας Πέμπτης τὸ ἔμβασμα, διότι τὴν Τρίτην ἡμέραν δὲν συνηθίζω πληρωμήν. Ἠδυνάμην ἐμβάσω χρήματα καὶ σήμερον, ἀλλ’ ἠμποδίσθην, μὴ ἔχων χρήματα ἕτοιμα. Τὴν Πέμπτην ὅμως πρωΐ ἐξ ἅπαντος ἐλπίζω. Λάμπρος Ἀστέρης.» Ὅτε ἐκ τοῦ τηλεγραφείου μοὶ ἀνεκοινώθη τὸ τηλεγράφημα τοῦτο, ἐνόησα ὅτι τὴν Πέμπτην ἐκείνην ἔμελλον νὰ ἐξέλθωσι. Καὶ τὴν νύκτα ὄντως τῆς Πέμπτης ἐξέδραμον, καθ’ ἃ ἐτηλεγράφει πρὸς τὸ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργεῖον ὁ ἀρχηγὸς τοῦ ἐν Λαρίσῃ Ἀρχηγείου (ἀναγινώσκει): «Δύο τμήματα ἐπαναστατῶν, ὡς ἀναφέρει ὁ διοικητὴς τοῦ 8ου τῶν εὐζώνων, εἰσέβαλον ὅμορον χώραν διὰ θέσεως Προφήτου Ἠλιοῦ. Δύο ἕτερα διῆλθον παρὰ σταθμὸν Μπερλιάντσης ἐξ ἑτέρων θέσεων, ἀγνώστων εἰσέτι. Περὶ πορείας ἐπαναστατῶν οὐδὲν θετικόν. Ἀκούονται πυροβολισμοὶ εἰς τὴν ὁροθετικὴν γραμμὴν, ἐκ χωρίου Μπαλντίνου προερχόμενοι. Εἰς Μπαλντῖνον ἑδρεύει διλοχία τουρκικοῦ στρατοῦ, πολιορκουμένη ἤδη παρὰ ἐπαναστατῶν. Εἰσβολὴ ἤρξατο ἀπὸ τῆς 3ης ὥρας π. μ. τῆς Πέμπτης πρὸς Παρασκευὴν, ὡς λέγεται, διὰ τεσσάρων σημείων, τῶν μὲν διευθυνθέντων εἰς τὸ χωρίον Μπαλντῖνον, τῶν δὲ εἰς χωρία Κύπριον καὶ Σπήλαιον ὀθωμανικοῦ. Πληροφορίαι αὗται μὴ ἐπίσημοι, ἀλλὰ κατὰ πληροφορίας δοθείσας εἰς 8ον εὐζώνων ἐκ σταθμοῦ δικαιοδοσίας αὐτοῦ διὰ διοικητῶν λόχων Μαλακασίου καὶ Βελεμιστίου. Ἰταλὸς Κυπριάνης εὑρίσκεται Μπαλντῖνον μετὰ ἐπαναστατῶν. Ἀρχηγοὶ ἐπαναστατῶν λέγονται Μακρῆς, Ἀλαμᾶνος, Μπάλτσας, Νταβέλης, Κυπριάνης, Ζέρμας. Ἀριθμὸς ἐπαναστατῶν 2,600 περίπου. Τελευταῖαι εἰδήσεις, πολιορκία τουρκικῆς διλοχίας ἐξακολουθεῖ, ὡς λέγεται. Ἀρχηγὸς Κωνσταντῖνος Διάδοχος.» Ἐὰν εἰσέβαλον τὴν νύκτα τῆς 27 πρὸς τὴν 28 Μαρτίου, δὲν ἠδυνήθησαν δυστυχῶς οὐ μόνον «νὰ θεμελιώσωσι τοῦ Ἑλληνικοῦ ἔθνους τὸ ἀδιάσειστον μεγαλεῖον», ἀλλ’ οὐδὲ νὰ μείνωσιν ἐπὶ τοῦ τουρκικοῦ ἐδάφους πλέον τῶν τεσσάρων ἡμερῶν, καθ’ ἃ ἐτηλεγράφει πρός με ὁ δήμαρχος Αἰγινίου διὰ τηλεγραφήματος ὑπ’ ἀριθ. 286 (ἀναγινώσκει): «Σήμερον, ὥραν 5 μ.μ., ἔλαβον ἐπιστολὴν δημάρχου Μαλακασίου σημερινῆς χρονολογίας, ὅτι χθὲς εἰς θέσιν Μπουγάζι Κρανιᾶς πολυάριθμος τουρκικὸς στρατὸς ἐξεδίωξε τοὺς ἐν τουρκικῷ ἐδάφει εἰσβαλόντας ἐπαναστάτας, καὶ ἐξηνάγκασεν αὐτοὺς ἐπανελθεῖν ἑλληνικὸν ἔδαφος, χωρίον Κουτσούφλιανη. Ἀπώλειαι ἐπαναστατῶν ἄγνωστοι· καὶ ὅτι τουρκικὸς στρατὸς, συγκεντρωθεὶς ἐπὶ μεθορίου γραμμῆς, θέσιν Περλιάντσαν, ἀπειλεῖ εἰσβάλῃ ἑλληνικὸν ἔδαφος. Ἐκ τούτου πανικὸς κατέλαβε κατοίκους μεθορίου, ἕνεκα ἀνεπαρκείας δυνάμεως παραμεθορίων σταθμῶν.» Ἐπεσπεύδετο δὲ παρὰ τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας ἡ ἔξοδος τῶν ὁπλιτῶν, οὓς αὕτη εἶχε στρατολογήσει, εἰς τὴν ὀθωμανικὴν χώραν, κατὰ τὴν ὁμολογίαν μέλους αὐτῆς, τοῦ κ. Τοπάλη, ὡς ἔσπευσα ἀπὸ τῆς 26 Μαρτίου νὰ τηλεγραφήσω πρὸς τὸ Ἀρχηγεῖον Θεσσαλίας (ἀναγινώσκει): «Πρὸς τὸν ἀρχηγὸν Ἐπιτελείου Διαδόχου εἰς Λάρισαν. Σκοπὸς ἐξόδου εἰς ὅμορον Κράτος τῶν ἐνόπλων λεγομένων ἀνταρτῶν δὲν εἶναι νὰ ἐπαναστήσωσι κατοίκους τουρκικῶν χωρῶν, ἢ νὰ φέρωσιν ἀντιπερισπασμὸν εἰς τὰ τουρκικὰ στρατεύματα, ἀλλὰ νὰ προκαλέσωσι συμπλοκὰς μετὰ τῶν τουρκικῶν σωμάτων παρὰ τὴν ὁροθετικὴν γραμμὴν, ἵνα ἐκβιάσωσι τὸ Κράτος εἰς πόλεμον. Οὕτως ἡ εἰρημένη Ἑταιρεία, μὴ πειθομένη ὅτι ὁ Βασιλεὺς θέλει κηρύξει τὸν πόλεμον, ἐπενόησε μέσον, ἵνα ἐκβιάσῃ τοῦ πολέμου τὴν κήρυξιν.» Ἀλλ’ ἐπανῆλθον οἱ ὁπλῖται τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας πλήρεις ἀγανακτήσεως. Φαντάζεσθε διατί; Διότι, ὅτε οὗτοι ἐξῆλθον τῶν ὁρίων, δὲν ἠκολούθησεν αὐτοὺς καὶ ὁ στρατὸς, ὁ παρατεταγμένος παρὰ τὴν μεθόριον γραμμήν. Ταῦτα μοὶ ἀνήγγειλε τότε, τῇ 2 Ἀπριλίου, ὁ νομάρχης Τρικκάλων κ. Πετρίτσης (ἀναγινώσκει): «Ἀνέγνωσα σήμερον ἐπιστολὴν, ἐν εἴδει ἐκθέσεως, τοῦ ἀρχηγοῦ Μυλωνᾶ καὶ ἄλλου τινὸς, οἵτινές εἰσι κατηγανακτημένοι διὰ τὴν ἀναλγησίαν καὶ ἀδιαφορίαν τοῦ τακτικοῦ στρατοῦ, μὴ θέλοντος νὰ συμμετάσχῃ τοῦ ἀγῶνος τῶν ἐπαναστατῶν.» Καὶ ὁ ἀρχηγὸς Μυλωνᾶς ἦτο ὑπολοχαγὸς τοῦ βασιλικοῦ στρατοῦ, ἀλλ’ ἀνεψιὸς τοῦ πρὸ τῆς μεταβάσεως εἰς Λάρισαν τοῦ Βασ. Διαδόχου ἀρχηγοῦ τοῦ στρατοῦ τῆς Θεσσαλίας κ. Μακρῆ. Ἀκούσατε δὲ, πῶς δι’ ἡμιεπισήμου ἐπιστολῆς ἀπὸ 5 Ἀπριλίου περιέγραψε πρός με ὁ νομάρχης Τρικκάλων κ. Πετρίτσης τὰ κατὰ τὴν ἔξοδον ἐπὶ τὸ τουρκικὸν ἔδαφος καὶ τὴν ἐκεῖθεν ἐπάνοδον τῶν ἐνδόξων τούτων σταυραετῶν τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας, οἵτινες εἶχον ἐκδράμει ἐκεῖσε, ἵνα θεμελιώσωσι τοῦ Ἑλληνικοῦ ἔθνους τὸ ἀδιάσειστον μεγαλεῖον! (ἀναγινώσκει): «Σεβαστέ μοι κύριε Πρόεδρε. Ἤκουον πάντοτε, ὅτι τὴν δεῖνα λωποδυσίαν, τὴν δεῖνα κλοπὴν διέπραξαν ἄγνωστοι, μοναδικὴ δὲ γνώμη ἐσχηματίσθη περὶ τοῦ ποιοῦ τῶν ἀγνώστων· ποτὲ ὅμως δὲν ἐφαντάσθην, ὅτι ἄγνωστος, ὑπὸ τὸ ὄνομα ἀρχὴ, ἢ Ἐθνικὴ Ἑταιρεία, θ’ ἀνελάμβανε νὰ διαχειρίζηται ἐθνικὰ ζητήματα ὑπάτης σημασίας. Ὡς γνωστὸν, εἰς τὰς παρούσας περιστάσεις ἐπρόκειτο νὰ χρησιμοποιηθῶσι καὶ ἄτακτα σώματα· οἱ ὡς ἄνω ἄγνωστοι ἔσπευσαν διὰ προσώπων ἀκαταλλήλων νὰ διανέμωσι τροφὴν καὶ ἱματισμὸν εἰς τοὺς τυχόντας, καὶ οὕτως ἐπροκάλεσαν μεγάλην συγκέντρωσιν ἀνθρώπων, ἀχρήστων καὶ ἐν μέρει χρησίμων, ὁπλίσαντες δὲ αὐτοὺς, καὶ θέσαντες ἐπὶ κεφαλῆς ἕνα ὑπολοχαγὸν, τοὺς ὤθησαν πέραν τῶν συνόρων, ἐναντίον τῶν προτροπῶν καὶ ἐμοῦ καὶ τῶν ἐχόντων πεῖραν τῶν τοιούτων πραγμάτων· δώσαντες δὲ καὶ τὸ ταμεῖον εἰς τὸν αὐτὸν ὑπολοχαγὸν, ἠνάγκαζον τοὺς πάντας ἄκοντας νὰ παρακολουθῶσιν αὐτὸν, ὡς καὶ τοὺς πρώην ἁρματωλοὺς Μακεδόνας, οἵτινες, γνωρίζοντες τὸν τόπον, ἠδύναντο νὰ χρησιμοποιήσωσι τὴν πεῖραν καὶ τὴν ἱκανότητά των, διευθυνόμενοι εἰς τὸ ἐσωτερικὸν τῆς Μακεδονίας, καὶ ἐνεργοῦντες ὅπως αὐτοὶ ἐγνώριζον. Πλὴν τὰ μέσα τῆς συντηρήσεως ἐκράτει ὁ ἐκλεκτὸς τῶν ἀγνώστων, ὅστις μάλιστα πρὸ τῆς ἐξόδου του, ἀποδυθεὶς τῆς στρατιωτικῆς στολῆς, ἐνεδύθη βαρύτιμον χρυσοΰφαντον ντουλαμᾶν καὶ σκοῦφον ἐξ ἐρυθροῦ χρώματος βελούδου, χρυσοΰφαντον καὶ αὐτόν. Ἐξ ὅλων αὐτῶν καταδεικνύεται, ὅτι πλοῦτον πολὺν διαχειρίζεται καὶ οὐδενὸς στερεῖται ἡ Ἑταιρεία αὕτη τῶν ἀγνώστων, ἐκτὸς ὅμως τοῦ νοῦ· αὐτοῦ βεβαίως στερεῖται, ἐκ δὲ τῆς ὅλης ἐνεργείας των οἱ ἄγνωστοι αὐτοὶ ζητοῦν νὰ ἐγκαταστήσωσι κράτος ἐν κράτει. Ἐπὶ τέλους τρισχίλιοι ἐξῆλθον τῶν συνόρων, μὲ τὸν ἐπιβεβλημένον χρυσοΰφαντον ἀρχηγὸν, καὶ ἐκτὸς τῶν πρώτων ἐξ ἀπίνης συγκρούσεων, ἅμα εἶδον συγκεντρωθέντας Ὀθωμανοὺς στρατιώτας, τί ἔπραξαν; Σᾶς παραθέτω περικοπὴν ἐπιστολῆς τοῦ χρυσοϋφάντου ἀρχηγοῦ, τὴν ὁποίαν αὐτὸς ἔπεμψε καὶ ἐγὼ αὐτὸς ἀνέγνωσα: «... Ἐπειδὴ δὲ τὰ ἐν τῇ ὁροθετικῇ γραμμῇ ἑλληνικὰ στρατεύματα ὄχι μόνον ἀδιαφοροῦσιν, ἀλλὰ καὶ διηνεκῶς ἀνάλγητα μένουσι, δι’ ἐπίδειξιν μόνον τὰ τουρκικὰ στρατεύματα ἐπέπεσαν κατ’ ἐμοῦ, καὶ πάσῃ δυνάμει, πρὸς ἐνθάρρυνσιν τῶν στρατιωτῶν μας, ἠναγκάσθημεν νὰ ὑποχωρήσωμεν, καὶ ἀναγκαζόμεθα νὰ μεταβάλωμεν τὸ ἀρχικὸν σχέδιόν μας μέχρι τῆς εὑρέσεως καταλλήλου εὐκαιρίας καὶ προμηθείας τῶν ἀναγκαίων, καὶ τῆς ἀποστολῆς τοῦ πυροβόλου, ὅπερ τρεῖς ἤδη φορὰς ἐζήτησα νὰ μοῦ πέμψῃ ἡ Ἑταιρεία. Σήμερον ἐξέδωκα συναλλαγματικὴν 1800 δραχμῶν. Ἡ παροῦσα εἶναι ἔκθεσις καὶ πρὸς τὸ Συμβούλιον, καὶ παρακαλῶ νὰ ὑποβληθῇ εἰς αὐτό. Α. Β. Μυλωνᾶς, Καψαλόπουλος.» Ὁ κύριος Βουλευτὴς ἐκ Ζακύνθου, ἀρχόμενος τοῦ λόγου, ἐβεβαίωσε τὴν Βουλὴν, ὅτι ἡ Ἐθνικὴ Ἑταιρεία δὲν εἶχέ τι μυστικὸν, καὶ ὅτι αὐτὸς εἰσήχθη εἰς αὐτὴν παρακληθείς· ἀλλ’ οὐδεὶς ἀπῄτησε παρ’ αὐτοῦ νὰ φυλάξῃ μυστικόν. Ἀλλὰ ταῦτα πάντα εἰσὶν ἀνάρμοστοι εἰς χρηστοὺς ἄνδρας ψευδολογίαι, διότι ὁ ὑπὸ τῶν εἰσαγομένων εἰς τὴν Ἑταιρείαν διδόμενος ὅρκος ῥητῶς ὑπεχρέου αὐτοὺς νὰ τηρῶσι πάντα μυστικά. Ὁ ὅρκος οὗτος ἐδημοσιεύθη διὰ τοῦ κατὰ τὴν 28 Μαΐου 1897 φύλλου τῆς «Ἐφημερίδος», φέροντος ἀριθ. 149, τῆς ἄλλοτε ἐκδιδομένης ὑπ’ ἐκείνου, ὅστις διωρίσθη καὶ διατελεῖ Γενικὸς Διευθυντὴς τῶν ταχυδρομείων καὶ τηλεγράφων (ἀναγινώσκει): «Ὁρκίζομαι ἐπὶ τοῦ ἱεροῦ Εὐαγγελίου, εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Θεοῦ καὶ τῆς πατρίδος, ὅτι ἀφιερώνομαι ὁλοψύχως εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ σκοποῦ τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας, καὶ ὅτι οὐδέποτε, ἐν ὅσῳ ζῶ, θέλω παραβιάσει τὴν ἀπόλυτον περὶ τοῦ ὀργανισμοῦ καὶ τῶν ἐργασιῶν αὐτῆς ἐχεμυθίαν ἀπέναντι οἱουδήποτε. Ὁρκίζομαι, ὅτι οὐδέποτε θέλω παραβλάψει τὰ συμφέροντα τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας, ἀλλ’ ὅτι τοὐναντίον θέλω τηρεῖ πάντοτε τὰς διατάξεις, τὰς διεπούσας αὐτήν, καὶ θέλω ἐργασθῆ μετὰ ζήλου πρὸς εὐόδωσιν τοῦ σκοποῦ αὐτῆς. Ἐὰν παραβιάσω τὸν ὅρκον μου τοῦτον, ἐθνικὴ κατάρα καὶ τὸ στίγμα τοῦ προδότου τῆς πατρίδος ἐπ’ ἐμέ!» Ἐξέδιδε δὲ καὶ διπλώματα ἡ Ἐθνικὴ Ἑταιρεία, δύο τῶν ὁποίων ἔχω εἰς χεῖράς μου. Τὸ ἓν ἐπεγράφετο «δίπλωμα ἀναγνωρίσεως» (ἀναγινώσκει): «Ἀριθμὸς Μητρώου 645. Δίπλωμα ἀναγνωρίσεως τοῦ ἀδελφοῦ Ἰωάννου Μάνθου. Ἡμεῖς, ἐθνικὸν Ἑλληνικὸν Κομιτᾶτον, ὁρκιζόμεθα ἐν ὀνόματι τῆς Ἁγίας Τριάδος νὰ πολεμήσωμεν ὑπὲρ πίστεως καὶ πατρίδος καὶ ὑπὲρ τῶν ἐν Μακεδονίᾳ δικαιωμάτων μας καὶ ἀδελφῶν μας μέχρι τῆς τελευταίας ῥανίδος τοῦ αἵματός μας.» Τὸ ἕτερον ἐπεγράφετο «ἔγγραφον ἀναγνωρίσεως», ἔχει δὲ οὕτως (ἀναγινώσκει): «Ἐθνικὴ τῶν Ἑλλήνων Ἑταιρεία. Ἀριθμὸς Μητρώου 956. Ἔγγραφον ἀναγνωρίσεως. Ἡ μεγάλη πατριωτικὴ Ἑταιρεία τῶν Ἑλλήνων, ἡ ὑπὸ τὴν σκέπην τῆς Ἁγίας καὶ ὁμοουσίου Τριάδος, περὶ τῶν ἁπανταχοῦ μὲν γῆς ἐθνικῶν συμφερόντων μεριμνῶσα, ἰδίᾳ δὲ ὑπὲρ τῶν ἐν Μακεδονίᾳ καὶ Θράκῃ προσβαλλομένων ἐθνικῶν δικαίων ἀμυνομένη, ἐξαιτεῖται πᾶσαν ἀρωγὴν καὶ ὑποστήριξιν παντὸς πατριώτου ὑπὲρ τοῦ κομιστοῦ τοῦ παρόντος γράμματος Γεωργίου Μπετούλη, γενναιοψύχως καὶ μετὰ φρικτὸν ἐπὶ τοῦ Σταυροῦ ὅρκον ἀναλαβόντος τὸν ἅγιον ὑπὲρ πίστεως καὶ πατρίδος ἀγῶνα. Ἐξεδόθη ἐν ἔτει σωτηρίῳ 1896 ἐνενηκοστῷ ἕκτῳ.» Ἐν ἐγγράφοις οἰκογενειακοῖς εὗρον τύπους διπλωμάτων, τὰ ὁποῖα ἐξέδιδεν ἡ Φιλικὴ Ἑταιρεία. Δὲν γνωρίζω, ἐὰν τοιοῦτον δίπλωμα περιέπεσεν εἰς χεῖράς τινος τῶν ἀποτελούντων τὴν Ἐθνικὴν Ἑταιρείαν, αὕτη δὲ ἀντέγραψεν αὐτὸ, ἵνα παραστήσῃ τὴν Ἐθνικὴν Ἑταιρείαν τοῦ Ροϊλοῦ καὶ τοῦ Μυλωνᾶ ὡς Φιλικὴν Ἑταιρείαν. Ἀλλὰ τὸ ἑλληνικώτατον καὶ εὐεργετικώτατον αὐτὸ ἵδρυμα, τὸ ὁποῖον συνεστήθη διὰ νὰ σώσῃ τὸν Ἑλληνισμὸν τῆς Μακεδονίας καὶ τῆς Θράκης, ποῖα ἔργα τέλος πάντων διέπραξε; Διέπραξε τὴν ἀποστολὴν τοῦ σώματος τῶν δισχιλίων εἰς Κουβάλτσι, τῶν ταχθέντων ὑπὸ τὴν ἀρχηγίαν τοῦ Μυλωνᾶ καὶ τοῦ Καψαλοπούλου; Εἴδετε τὸ ἔργον αὐτῶν! Ἐφόρεσαν ντουλαμάδες καὶ σκούφους χρυσοῦς ἐκ βελούδου, εἰσῆλθον εἰς τὸ τουρκικὸν ἔδαφος, διέμειναν ἐπ’ αὐτοῦ ἐπὶ δύο ἡμέρας, καὶ ἐπανῆλθον! Καὶ δὲν ἐντράπησαν νὰ γράφωσιν, ὅτι ἀπῆλθον τοῦ τουρκικοῦ ἐδάφους καὶ ἐπανῆλθον διὰ νὰ ἐνθαρρύνωσι τοὺς ὀπαδούς των! Εἶχον δὲ καὶ ἄλλα διαπράξει κατορθώματα. Εἶχον πρὸ τούτου στείλει ὁπλοφόρους τινὰς εἰς τὴν Μακεδονίαν, οἱ ὁποῖοι ὡσαύτως ἐποιήσαντο ἐκδρομὴν μέχρι τινὸς ὁρίου, καί τινες μὲν ἐσώθησαν ἐπανελθόντες, πολλοὶ δὲ κατεστράφησαν ὑπὸ τῶν τουρκικῶν στρατευμάτων. Ἐγὼ οὐδεμίαν εἶχον γνῶσιν τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας. Ἡμέραν τινὰ ἀξιότιμος φίλος, ὁ ὁποῖος δυστυχῶς δὲν ζῇ πλέον, ἀνὴρ φιλόπατρις, τὸν ὁποῖον ὄντως ἐτίμων, ἐγνώρισα δὲ ὡς μέλος τῆς Κρητικῆς Ἐπιτροπῆς, τῆς ἐπὶ τριάκοντα καὶ τρία ἔτη διαρκῶς καὶ μονίμως ἐργασθείσης ὑπὲρ τῆς Κρήτης, ὁ Ἰωάννης Λιμπρίτης, ἰατρός, ἦλθε πρός με, καὶ μοὶ ἀνεκοίνωσεν ἀπόρρητον, τὸ ὁποῖον εἶχε μεταδοθῆ αὐτῷ. Τὸ ἀπόρρητον δὲ τοῦτο ἦτο, ὅτι ὑπῆρχεν ὁμὰς ἀνθρώπων πατριωτῶν, οἱ ὁποῖοι ἐπεθύμουν ν’ ἀντιμετωπίσωσι τοὺς Βουλγάρους, νὰ περιστείλωσι τὰς ἐπιδρομὰς αὐτῶν ἐπὶ τὴν Μακεδονίαν, καὶ νὰ τιμωρήσωσι τὴν μεγαλομανῆ φιλοκτημοσύνην αὐτῶν. Οὗτοι ἐσκέφθησαν νὰ σχηματίσωσιν ἐλευθέρας ἀρματωλικὰς ὁμάδας ὑπὲρ τῆς Μακεδονίας, ὡς ἔγραφον ἔν τινι χειρογράφῳ κανονισμῷ, ὃν μοὶ ἐπέδειξεν ὁ μακαρίτης Λιμπρίτης, «ἐξ ἀνδρῶν προσφύγων ἢ μή, καταγομένων ὅμως ἐκ Μακεδονίας καὶ τῶν ὁμόρων αὐτῇ ὑποδούλων ἑλληνικῶν χωρῶν, μέχρι τοῦ ἀριθμοῦ τῶν 250–300, νὰ διατυπωθῶσι ῥητῶς ὁ σκοπὸς καὶ οἱ ὅροι, ὑπὸ τοὺς ὁποίους θὰ δράσωσιν οὗτοι ἐν Μακεδονίᾳ, καὶ αἱ ὑποχρεώσεις, τὰς ὁποίας ἀναλαμβάνουσι, μεταβαίνοντες ἐκεῖ, καὶ αἱ συνέπειαι τῶν τυχὸν παρεκτροπῶν των. Νὰ διαιρεθῇ δὲ τὸ σῶμα τοῦτο εἰς ὁμάδας ἐκ 15 ἕως 20 ἢ καὶ 25 ὁπλιτῶν, ἐπὶ κεφαλῆς τῶν ὁποίων νὰ τεθῶσιν ἄνδρες ἐγνωσμένης πείρας καὶ ἱκανότητος, καὶ παρέχοντες ἐκ τῶν προτέρων δυνατὰς ἐγγυήσεις, ὅτι καὶ αὐτοὶ θὰ συγκρατηθῶσιν ἐκ παρεκτροπῶν καὶ τοὺς ἄλλους θὰ συγκρατήσωσιν. Αἱ ὁμάδες αὗται νὰ διατελῶσιν ὑπὸ τὴν διεύθυνσιν ἑνὸς σωματάρχου, καὶ ἐν συνεννοήσει πάντοτε πρὸς ἀλλήλας. Κύριον σκοπὸν νὰ ἔχωσι τὴν καταδίωξιν καὶ ἐξόντωσιν τῶν βουλγαρικῶν συμμοριῶν καὶ τῶν κακοποιῶν ἐκείνων στοιχείων, τὰ ὁποῖα λυμαίνονται τὴν χώραν καὶ καταπιέζουσι τοὺς ἑλληνικοὺς καὶ καθόλου τοὺς μὴ σχισματικοὺς πληθυσμούς· ἐπιμελῶς δὲ νὰ ἀποφεύγωσι τὰς συγκρούσεις πρὸς τὰς τουρκικὰς ἀρχὰς, φροντίζουσαι νὰ διαδοθῇ, ὅτι ὁ σκοπός των δὲν εἶναι πρὸς αὐτὰς ἐχθρικός· πεδίον δὲ τῆς δράσεως αὐτῶν νὰ ἦναι ἡ ἀμφισβητουμένη μεταξὺ ἡμῶν καὶ τῶν ἀντιπάλων χώρα, καὶ ἰδίᾳ τὰ πρὸς βορρᾶν καὶ ἀνατολὰς τοῦ Μοναστηρίου μέρη, ἀνὰ τὸ Μορίχοβον, τὰ περὶ τὸν Περλεπὲν, τὰ πρὸς βορρᾶν τῆς Στρωμνίτσης καὶ τοῦ Μελενίκου πρὸς τὸ Νευροκόπιον. Πρὸς ἐκτέλεσιν τῶν ἀνωτέρω ἀπαιτοῦνται: αʹ) 250–300 ἄνδρες ἐκ τῶν χωρῶν ἐκείνων. Τοιοῦτοι ὑπάρχουσι καὶ πλειότεροι, εὑρίσκονται δὲ καὶ οἱ μέλλοντες νὰ διοικήσωσιν αὐτούς. βʹ) Ἰσάριθμα ὅπλα καὶ ἀνὰ 300 φυσίγγια δι’ ἕκαστον. Ὅπλα εἶναι προτιμότερα τὰ Μαρτίνι, διότι τούτων φυσίγγια δύνανται νὰ προμηθεύωνται οἱ ὁπλῖται εὐκόλως καὶ ἐπὶ τόπου. γʹ) Ἡ μετάβασις τῶν ἀνδρῶν δέον νὰ γίνεται τμηματικῶς καὶ διὰ θαλάσσης, οὕτως ὥστε νὰ μὴ γείνῃ γνωστόν, ὅτι ἐξέρχονται τῆς ἐλευθέρας Ἑλλάδος. δʹ) Δέον νὰ ἐφοδιάζωνται οἱ ὁπλῖται διὰ διπυρίτου ἐπὶ ἓξ ἡμέρας τοὐλάχιστον, ἵνα μὴ ἀναγκασθῶσι νὰ ζητήσωσι τροφὰς καὶ γείνωσι γνωστοὶ πρὶν προχωρήσωσιν ἀρκούντως εἰς τὸ ἐσωτερικόν... εʹ) Θὰ χρειασθῇ καὶ μικρόν τι χρηματικὸν ποσὸν διὰ τὴν συμπλήρωσιν τοῦ ὁπλισμοῦ, ὡς λόγου χάριν διὰ 12–14 τηλεσκόπια, ὅσαι θὰ ἦναι αἱ ὁμάδες, 12–15 περίστροφα διὰ τοὺς διοικητὰς τῶν ὁμάδων, ἀνάλογα σακκίδια καὶ ἀσκοὺς ὕδατος κλπ.» Τὸ σχέδιον ἔχει καὶ ἄλλας τινὰς λεπτομερείας· μοὶ ἐφάνη ὅμως, ἂν ὄχι μωρὸν, ἀλλ’ ἀνεκτέλεστον, διασκευασθὲν ἴσως οὕτω διὰ νὰ ἀποπλανήσῃ τοὺς ἁπλουστέρους, ἢ τοὺς ἐνθουσιώδεις. Ὁ μακαρίτης Λιμπρίτης μοὶ εἶπεν, ὅτι ἔκρινε τὸ μέτρον λυσιτελέστατον, μὲ παρεκάλεσε δὲ νὰ διατάξω νὰ δοθῶσιν ἐκ τῶν ἀποθηκῶν τοῦ πολέμου 300–500 ὅπλα Μαρτίνι ἐκ τῶν ὑπαρχόντων τότε ἐν ταῖς ἀποθήκαις ὀκτακισχιλίων. Παρέστησα εἰς τὸν φίλον μου, ὅτι ταῦτα δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐκτελεσθῶσι, καὶ συνέστησα αὐτῷ νὰ μὴ δώσῃ εἰς ταῦτα προσοχὴν, «διότι εἰμὶ βέβαιος, ὅτι δὲν θέλεις νὰ συντελέσῃς εἰς πράξεις, αἱ ὁποῖαι θὰ ἐπέφερον ζημίας. Διὰ τοῦτο, σὲ παρακαλῶ, παῦσον πᾶσαν συνεννόησιν μετ’ αὐτῶν». Ἀλλ’ ὁ μακαρίτης Λιμπρίτης δὲν μοὶ εἶπεν, ὅτι ταῦτα προεβάλλοντο ὡς σχέδια, καὶ ἐπεδεικνύοντο εἰς τοὺς ἁπλουστέρους ὑπὸ τῶν διοικούντων τὰ τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας διὰ νὰ δελεάσωσιν αὐτούς. Περὶ τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας, ὡς εἶπον, ἐγὼ οὐδὲν ἐγνώριζον. Μικρὸν μετὰ τὴν κλῆσιν ἡμῶν εἰς τὴν ἀρχὴν, πρὸ τοῦ χρόνου δὲ, καθ’ ὃν οἱ φοιτηταὶ τῆς Ἰατρικῆς Σχολῆς, ἐπὶ τῷ λόγῳ, ὅτι ἐξυβρίσθησαν ὑπό τινος τῶν καθηγητῶν, κατέλαβον τὸ Πανεπιστήμιον καὶ ὠχυρώθησαν ἐν αὐτῷ, εἶχε καταδηλωθῆ ἐρεθισμός τις ἐν ταῖς τάξεσι τῶν φοιτητῶν, εἶχον δὲ προβῆ οὗτοι εἰς ἐνθουσιώδεις διαδηλώσεις ἐπὶ θεμάτων ἀναγομένων εἰς τὴν ἐξωτερικὴν πολιτικήν. Πρύτανις ἐτύγχανε τότε ὁ κ. Ἀναστάσιος Διομήδης, τοῦτον δὲ παρεκάλεσα νὰ μὲ πληροφορήσῃ περὶ τῶν αἰτιῶν καθ’ ἃ δὲ μοὶ ἀνεκοίνωσεν, οἱ φοιτηταὶ εἶχον προτραπῆ εἰς τὰ διαβήματα ἐκεῖνα ὑπὸ ἐνθουσιώδους καὶ φλογεροῦ λόγου, ὃν εἶχεν ἀπαγγείλει ὁ καθηγητὴς τῆς Ἱστορίας κ. Σπ. Λάμπρος, ἀγνοῶ ἐπὶ τίνι εὐκαιρίᾳ. Καὶ ὁ καθηγητὴς οὗτος, ἀπεδείχθη κατόπιν, ὅτι ἐτύγχανε μέλος τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας, καὶ μάλιστα ἐκ τῶν ἀοράτων. Ἀλλὰ τότε δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ὑποθέσω, ὅτι ὁ εἰρημένος καθηγητὴς ἐποιεῖτο ἔναρξιν ἐργασίας, ἣν εἶχεν ἤδη ἀναλάβει ὡς μέλος τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας, παρεκάλεσα ὅμως τὸν κ. πρύτανιν νὰ ὑπομνήσῃ εἰς τοὺς κυρίους καθηγητὰς, ὅτι δὲν εἶχεν ἀνατεθῆ εἰς αὐτοὺς τῆς ἐξωτερικῆς πολιτικῆς ἡ διαχείρισις, ἀλλὰ μαθημάτων ὡρισμένων ἡ διδασκαλία, καὶ νὰ δηλώσῃ εἰς πάντας, ὅτι, ἂν ὁ κ. Λάμπρος ἢ ἕτερος τῶν καθηγητῶν ἤθελεν ἐξακολουθήσει τοιοῦτον ἔργον, ἤθελον ἀναγκασθῆ νὰ φροντίσω, ἵνα προταθῇ εἰς τὸν Βασιλέα ἡ παῦσις τῶν οὕτως ἐκτρεπομένων ἀπὸ τῶν κυρίως καθηκόντων αὐτῶν εἰς θέματα ἐξωτερικῆς πολιτικῆς. Καὶ ἡμεῖς μὲν τότε εἴχομεν κληθῆ εἰς τὴν ἀρχὴν πρὸ τεσσάρων ἢ πρὸ πέντε μηνῶν, ἀλλὰ κατὰ τὴν ἔννοιαν τῶν λεχθέντων ὑπὸ τοῦ κ. καθηγητοῦ τῆς Ἱστορίας δὲν παρείχομεν αὐτῷ ἐγγύησιν, ὅτι ἠθέλομεν μεριμνήσει περὶ τοῦ μέλλοντος τοῦ Ἑλληνισμοῦ, διότι ἐκρινόμεθα, ὅτι ἠσχολούμεθα εἰς ταπεινὰς πολιτικὰς ἔριδας, ὡς μικροὶ καὶ ταπεινοί! Ἦτο δὲ καὶ ἄλλως ἔκτροπον τὰ γενόμενον, καθηγητὴς, ταχθεὶς νὰ διδάσκῃ τὴν Ἱστορίαν, νὰ ἐπιτρέπῃ ἑαυτῷ ἐκδρομὰς πολιτικὰς καὶ νὰ ἐγείρῃ τὰ φρονήματα τῶν φοιτητῶν τοῦ Πανεπιστημίου δυσμενῆ πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, τὴν ὁποίαν ὁ Βασιλεὺς τῇ ἐνδείξει τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ πρὸ μικροῦ εἶχε συστήσει. Ἀλλὰ μετ’ ὀλίγον παρεστάθη, ὅτι ὁ μακαρίτης καθηγητὴς τῆς χειρουργικῆς Γαλβάνης εἶχεν εἰπεῖ λέξεις, ἐγγιζούσας τὴν φιλοτιμίαν τῶν φοιτητῶν, τοῦτο δὲ ἠρέθισε καὶ ἐξηγρίωσε τοὺς φοιτητὰς, ὧν τινες προσῆλθον πρός με, ἀξιοῦντες νὰ προκαλέσω τὴν παῦσιν τοῦ καθηγητοῦ. Συνεβούλευσα αὐτοὺς νὰ μὴ προβάλλωσιν ἀξιώσεις τοιαύτας πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ἀλλ’ οὗτοι ἐπέμενον, καὶ ἐπὶ τέλους ἐκλείσθησαν ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ, μεταποιήσαντες αὐτὸ εἰς ὀχύρωμα! Εἶχον δὲ καί τινα κληρικὸν, ὃν ἀνεβίβασαν ἐπὶ τῆς στέγης τοῦ Πανεπιστημίου καὶ ἐπεδείκνυον, ὡς τὸν κατὰ τὸν Ἀγῶνα Ἀρχιεπίσκοπον Παλαιῶν Πατρῶν Γερμανὸν, ὁ ὁποῖος ἠγωνίζετο ὑπὲρ τῆς ἀπελευθερώσεως τοῦ Ἑλληνικοῦ! (ἱλαρότης). Ἐφημερὶς, ἡ ὁποία ἐνδιεφέρετο τὰ μάλιστα περὶ τῆς προόδου τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας, καὶ τῆς ὁποίας τὸν Διευθυντὴν μοὶ εἶχε συστήσει κατὰ τὰ τέλη τοῦ ἔτους 1894 ὁ κ. Κ. Τοπάλης, ὅστις εἶχε καταβάλει καὶ τὰ πρὸς σύστασιν τῆς ἐφημερίδος κεφάλαια, ἡ ἐφημερίς, λέγω, αὕτη περιέγραφε τὰ τοῦ κινήματος τούτου τῶν φοιτητῶν κατὰ τρόπον ὄντως συγκινοῦντα τὸ κοινόν, καὶ μετὰ ποιητικῆς ὄντως χάριτος. Ἡ «Ἑστία» τῆς 19 Ἰανουαρίου ἀφηγεῖτο, πῶς οἱ πολῖται μετέφερον ἔξωθεν ἄρτους εἰς τοὺς ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ κεκλεισμένους, πῶς τοὺς ἄρτους αὐτοὺς μετέφερεν εἰς τὸ Πανεπιστήμιον, εἰσκομίσας αὐτοὺς διά τινος ὑπονόμου, ὁ κ. Σπυρίδων Δάσιος, ὁ ὁποῖος ἴσως διὰ τοῦτο ἐβραβεύθη, διορισθεὶς πρὸ μικροῦ νομάρχης Τριφυλίας, πῶς δὲ περιεφρούρουν περὶ τὴν ὀπὴν τῆς ὑπονόμου καὶ πέριξ τοῦ Πανεπιστημίου ὁ ἰατρὸς κ. Ἀγγελόπουλος καὶ οἱ δημοσιογράφοι κ. κ. Λάσκαρης καὶ Πάτσης Συμπάθεια τάχα πρὸς τὴν νεολαίαν τοῦ Πανεπιστημίου, ἐνδιαφέρον ὑπὲρ νέων, οἵτινες ἐγένοντο θύματα ἐξ ἀπειρίας τῶν πραγμάτων, ἐν ἀγνοίᾳ ὄντες τῶν περιστάσεων τῆς χώρας, οἵτινες ὅμως ὠλίσθησαν εἰς παρεκτροπὰς, ἐχούσας χαρακτῆρα ἐγκληματικόν, τοιαῦτα αἰσθήματα ὑπηγόρευον τὰς συγκινητικὰς περιγραφὰς τῆς «Ἑστίας»; Τίς δ’ ἐπρομήθευσε τότε εἰς αὐτοὺς τὰ ὅπλα, τὰ ῥεβόλβερ, τὰ φυσίγγια τῆς δυναμίτιδος, δι’ ὧν, κατὰ τὰ ἀγγέλματα καὶ τὰς περιγραφὰς τῆς ἐφημερίδος τοῦ κ. Τοπάλη, εἶχον ἐφοδιάσει τὸ Πανεπιστήμιον, Κράτος τὸ ὁποῖον ἀνεκήρυσσον ὡς κεχωρισμένον ἀπὸ τοῦ ἄλλου Κράτους; Ὅτε δὲ μετά τινας ἡμέρας τότε ἐγένετο διαδήλωσις τῶν φοιτητῶν, οὗτοι, ἐξελθόντες τοῦ Πανεπιστημίου καὶ βαδίζοντες ἐν διαδηλώσει, ἕνεκα τίνων λόγων ἐδείχθησαν εὐμενεῖς πρὸς τὸν καθηγητὴν κ. Σπ. Λάμπρον, τὸν ὁποῖον συνήντησαν, ἐπευφημήσαντες, πρὸς ἄλλον δὲ καθηγητὴν, καὶ τοῦτον τοῦ Πανεπιστημίου, τὸν ὁποῖον συνήντησαν, κατεδήλωσαν τοιαύτην ψυχρότητα, δηλωτικὴν ἀποδοκιμασίας; Πῶς οἱ ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ κεκλεισμένοι φοιτηταὶ ἐπείσθησαν, ὅτι ὁ προσελθὼν εἰς αὐτοὺς καὶ προτρέπων, κατὰ παραγγελίαν τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας, ὡς ἐκεῖνος ἔλεγεν αὐτοῖς, νὰ ἀποσυρθῶσι τοῦ Πανεπιστημίου καὶ καταλίπωσιν αὐτὸ, πῶς, λέγω, ἐπείσθησαν, ὅτι ἐκεῖνος πᾶν ἄλλο ἀντεπροσώπευεν ἢ τὴν Ἐθνικὴν Ἑταιρείαν; Ἡμεῖς δὲν μετήλθομεν τότε τὴν τακτικὴν, τὴν ὁποίαν μετῆλθον οἱ κατὰ τὴν 8ην Νοεμβρίου κυβερνῶντες, οὐδὲ ἐτάξαμεν ἀστυφύλακας ἢ μπράβους, διὰ νὰ φονεύσωσι τοὺς φοιτητάς· ἠδυνήθημεν δὲ ἄνευ φόνων καὶ ἄνευ αἱματοχυσίας νὰ ἐκκενώσωμεν τὸ φρούριον, ἐν τῷ ὁποίῳ εἶχον ἀποταμιευθῆ, κατὰ τὴν «Ἑστίαν», καὶ ὅπλα καὶ περίστροφα καὶ δυναμῖτις προσέτι! Ἀλλὰ κατὰ τὸν Ἰούλιον τοῦ 1895 ὁ τότε νομάρχης Λαρίσης, ὁ μακαρίτης Κωνστ. Ἀναγνωστόπουλος, μοὶ ἀνήγγειλεν, ὅτι «ἐκ διαφόρων μερῶν τοῦ Κράτους Μακεδόνες συναθροισθέντες περὶ τοὺς ἑκατὸν, ἑτοιμάζονται νὰ ἐκδράμωσιν αὔριον ἢ μεθαύριον ἐπὶ τὴν Μακεδονίαν ἔνοπλοι, πρὸς ἐξέγερσιν τοῦ τόπου εἰς ἐπανάστασιν». Παρεκάλεσα αὐτὸν τότε νὰ συνεννοηθῇ μετὰ τοῦ εἰσαγγελέως τῶν ἐφετῶν καὶ τοῦ ἀρχηγοῦ, καὶ νὰ φροντίσῃ μετ’ αὐτῶν, οὐ μόνον νὰ ἐμποδισθῇ ἡ εἰς Μακεδονίαν ἔξοδος αὐτῶν, ἀλλὰ καὶ νὰ συλληφθῶσιν οὗτοι, καὶ καταδιωχθῶσι ποινικῶς, ἂν αἱ πράξεις αὐτῶν ἐκρίνοντο ποινικῶς καταδιωκτέαι. Κατὰ τὴν 4ην Ἰουλίου 1895 ἐν τούτοις ἔλαβον ἡμιεπίσημον ἐπιστολὴν τοῦ αὐτοῦ νομάρχου, δι’ ἧς μὲ ἐπληροφόρει, ὅτι «μετὰ δραστήρια μέτρα, τὰ ὁποῖα ἐλάβομεν μετὰ τοῦ ἀρχηγοῦ τοῦ στρατοῦ καὶ τοῦ εἰσαγγελέως τῶν ἐφετῶν πρὸς παρεμπόδισιν τῶν καθ’ ὁμάδας ἀπερχομένων εἰς Μακεδονίαν, φαίνεται, ὅτι τὸ κακὸν περιεστάλη κατά τι, ἀλλὰ δὲν ἐξηλείφθη ἐντελῶς, διότι οἱ ὑποκινήσαντες τὸ ἔργον, ἐκ πνεύματος ἀντικυβερνητικοῦ, κατὰ τὴν κρίσιν μου, δὲν ἔπαυσαν ἐργαζόμενοι, οὐδὲ παύουν. Εὑρίσκονται δὲ ἤδη εἰς τὰ μεθόρια, κατὰ τὰς πληροφορίας μου, ἐκ διαλειμμάτων φθάσαντες ἐκεῖ, περὶ τοὺς 250 — ὁ ἀριθμὸς ἴσως ἐξωγκωμένος — ἔνοπλοι, διελθόντες διὰ Ραψάνης, ὡς ἔμαθον, καὶ κατά τινα πληροφορίαν, ἣν ἔχω, οὐχὶ ἐπίσημον, —ἀναφέρω δὲ ταύτην μετ’ ἐπιφυλάξεως—συνεπλάκησαν μετὰ τῶν Τούρκων στρατιωτῶν. Ἐλπίζω ὅμως, τὸ κακὸν νὰ ἐκλείψῃ παντελῶς, ἐὰν ἐπεσπεύδετο ἐντεῦθεν καὶ ἐξ ὅλης τῆς Θεσσαλίας ἡ ἀπομάκρυνσις τῶν ἀξιωματικῶν Λαπαθιώτου, ταγματάρχου τοῦ πυροβολικοῦ, Φωτοπούλου λοχαγοῦ καὶ Πιερράκου ὑπολοχαγοῦ τοῦ πυροβολικοῦ, καὶ Μομφερράτου, ἀνθυπολοχαγοῦ τοῦ μηχανικοῦ...» (Ἐν τῇ ἡμιεπισήμῳ ταύτῃ ἐπιστολῇ τοῦ μακαρίτου Ἀναγνωστοπούλου, νομάρχου τότε Λαρίσης, ἀνεφέροντο προσέτι τρεῖς λοχαγοὶ, ὧν οἱ δύο τοῦ πεζικοῦ καὶ ὁ εἷς τοῦ μηχανικοῦ, δύο ὑπολοχαγοὶ τοῦ πεζικοῦ καὶ τοῦ πυροβολικοῦ, ὁ ἀστυνόμος Ραψάνης καὶ εἷς ἀνθυπολοχαγὸς, προσετίθεντο δὲ καὶ ἐκ Βόλου εἷς ὑπολοχαγός, καὶ ἐκ Τρικκάλων εἷς ἀνθυπολοχαγός). «Μετὰ τὴν μετάθεσιν δ’ ὅλων τούτων ἐκ Θεσσαλίας», ἔγραφεν ὁ εἰρημένος νομάρχης, «δύναμαι νὰ ἐγγυηθῶ τὴν πλήρη ἀποκατάστασιν τῆς τάξεως· ἄλλως δὲν θὰ μᾶς λείψουν αἱ καθημεριναὶ ἐνοχλήσεις καὶ ἀνησυχίαι, αἵτινες ἐνδεχόμενον νὰ καταλήξωσι καὶ εἰς λίαν δυσάρεστα ἀποτελέσματα. Λέγω δὲ τοῦτο, διότι δὲν μὲ εὐχαριστεῖ ἐντελῶς ἡ ἐν γένει ἐργασία τῶν στρατιωτικῶν ἐνταῦθα ἀρχῶν...» Τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, εἰς τὸ ὁποῖον ἐκοινοποίησα τὰ ὑπὸ τοῦ νομάρχου ἀναφερόμενα, διέταξε τὴν μετάθεσίν τινων ἐξ αὐτῶν, ἀλλὰ καὶ ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Στρατιωτικῶν ὑπῆρχον ἀξιωματικοί, οἵτινες εἶχον ἀποπλανηθῆ καὶ εἰσαχθῆ εἰς τὴν Ἐθνικὴν Ἑταιρείαν, καὶ ἐν αὐτῷ ἔτι τῷ τμήματι τοῦ προσωπικοῦ· διὰ τοῦτο οὐδὲ πάντες μετετέθησαν ἐκεῖθεν, καὶ οἱ μετατεθέντες δὲ ἐπανήχθησαν εἰς Θεσσαλίαν. Ἐπειδὴ δὲ ἔν τινι συνεδριάσει τῆς Ἑταιρείας τοῦ «Ἑλληνισμοῦ» ἀξιωματικός τις, καθ’ ἃ εἶχον τότε ἀκούσει, ἐξεδήλου δημοσίᾳ δυσμενεῖς περὶ τῆς Κυβερνήσεως κρίσεις, ὁ ἐμὸς συνάδελφος καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, τῇ ἐμῇ παρακλήσει, ἐξεδότο ἐγκύκλιον, ἣν μάλιστα ἐγὼ ἔγραψα, δι’ ἧς ἀπηγορεύετο εἰς τοὺς ἀξιωματικοὺς νὰ γίγνωνται μέλη Συλλόγων. Ὁ ἀποθανὼν ταγματάρχης Ἀλέξανδρος Ἀλεξάνδρου ἀνεκοίνωσε δι’ ἐπιστολῆς ἰδιαιτέρας πρὸς τὸν κ. Θεόδωρον Λιμπρίτην, ὅτι 80 ἢ 90, συγκεντρωθέντες εἰς τὴν ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Ἁγυιᾶς διαλελυμένην Μονὴν τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Θεολόγου, ἐπεβιβάσθησαν ἐπὶ πλοιαρίου εἰς Τσάγεζι, διὰ νὰ διαπορθμευθῶσιν εἰς τὰ παράλια τῆς Μακεδονίας· ὑπῆρχον δ’ ἐν τῷ πλοιαρίῳ, ἐφ’ οὗ ἔμελλον νὰ ἐπιβιβασθῶσι, καὶ ὅπλα καὶ πολεμεφόδια καὶ ἐνδύματα. Ὁ μακαρίτης Ἀλεξάνδρου, εἰλικρινὴς καὶ ἔντιμος ἀξιωματικὸς, ἐπληροφόρει διὰ τῆς ἐπιστολῆς του τὸν κ. Λιμπρίτην ἐμπιστευτικῶς, ὅτι καὶ τὴν συγκέντρωσιν τῶν ὁπλιτῶν καὶ τὴν πρὸς ἀπόπλουν παρασκευήν τῶν διηύθυνον ἀξιωματικοὶ τοῦ στρατοῦ, ὧν ὠνόμαζεν ἕνα τοῦ πυροβολικοῦ καὶ δύο τοῦ πεζικοῦ, ἐπληροφόρει δ’ ὅτι καὶ ἄλλοι ἐν Λαρίσῃ ἀξιωματικοὶ συμπράττουσιν. Ἀμέσως τότε παρήγγειλα εἰς τὸν νομάρχην νὰ προβῇ μετὰ τοῦ εἰσαγγελέως τῶν ἐφετῶν εἰς καταδίωξιν· ἀλλ’ ὅτε μετ’ ὀλίγον συνέλαβέ τινας, ἑτοιμαζομένους νὰ διέλθωσι τὴν ὁροθετικὴν γραμμὴν, καὶ παρέδωκεν εἰς τὸν εἰσαγγελέα, οὗτοι ἀπελύθησαν, τὸ δὲ Δικαστήριον τῶν ἐν Λαρίσῃ Πλημμελειοδικῶν οὐδέποτε ἔστερξε νὰ καταδιώξῃ τινά· οὐδ’ ὅτε ἡ Τουρκικὴ Πρεσβεία μοὶ ἀπηύθυνε περὶ τούτου παραστάσεις, τὰς ὁποίας ἀνεκοίνωσα εἰς τὸν νομάρχην καὶ τὸν ἁρμόδιον εἰσαγγελέα, οὐδὲ τότε ἐγένετό τι, οὐδ’ ὅτε οἱ ἐκδραμόντες ἐπὶ τὴν ὅμορον χώραν εἶχον ἐπανέλθει, διωχθέντες ἐκεῖθεν. Δύο εἰσὶν αἱ στρατιωτικαὶ ἐπιχειρήσεις τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας, δι’ ὧν, κατὰ τὴν ἀλησμόνητον φράσιν τῶν προκηρύξεων τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας, αὕτη ἐθεμελίωσε τοῦ Ἑλληνικοῦ ἔθνους τὸ ἀδιάσειστον μεγαλεῖον, ἡ ἐκστρατεία τοῦ Μυλωνᾶ καὶ Καψαλοπούλου, καὶ ὁ σχηματισμὸς τῶν ὁμάδων τοῦ Μπρούφα καὶ τοῦ Βαρβέρη καὶ τῶν ἄλλων, ὅσοι εἶχον πρὸ τοῦ Μυλωνᾶ καὶ τοῦ Καψαλοπούλου ἐπιδράμει ἐπὶ τὴν ὅμορον ἐπικράτειαν...

§257Α. ΣΚΑΛΤΣΟΔΗΜΟΣ. Ἐκουράσθη ἡ Βουλή. Ἀνάγκη νὰ διακόψωμεν.

§258Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τὸ ζήτημα εἶναι σπουδαῖον, καὶ πρέπει ἐν ἀνέσει νὰ τὸ συζητήσωμεν.

§259Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἀναγκαῖον νὰ ἐξακολουθήσω, ἵνα διαψεύσω τὰ ὑπὸ τοῦ Βουλευτοῦ ἐκ Ζακύνθου λεχθέντα, διότι ἐπειράθη ν’ ἀποπλανήσῃ τὴν Βουλὴν διὰ ψευδῶν εἰσηγήσεων. Ὑπῆρξε καὶ ἑτέρα ἐπιχείρησις, ἥτις ἐφείλκυσε τὴν προσοχὴν τῶν κατοίκων τῆς πόλεως Ἀθηνῶν, ἡ προπαρασκευή, ὅπως λιποτακκτήσωσιν ἀξιωματικοί τινες, τέκνα γνωστῶν οἰκογενειῶν, ὧν τὰ ὀνόματα καὶ ἡ καταγωγὴ ἐφείλκυον πρὸ πάντων τὴν ἔκπληξιν τοῦ κοινοῦ, προσπαθοῦντος νὰ ἐννοήσῃ, ἂν πράγματι οὗτοι ἐλιποτάκτησαν τῇ εἰσηγήσει ἄλλων. Ἀλλ’ ἰδίως ἐνεποίησεν ἐντύπωσιν εἰς τὸν Βασιλέα, ὅστις μοὶ ἐδήλωσε, πόσον δυσηρέστει τὴν Μεγαλειότητά του τὸ πρᾶγμα, καὶ μοὶ ἐσύστησε νὰ μετέλθω πᾶν μέσον, ὅπως παρακωλυθῇ ἡ λιποταξία τῶν ἀξιωματικῶν. Καὶ εὐλόγως ὁ Βασιλεὺς ἐπεθύμει νὰ μὴ λάβῃ χώραν τοιαύτη λιποταξία, ἀφοῦ μάλιστα οἱ λιποτακτήσοντες δὲν ἔμελλον νὰ ἦναι χρήσιμοι ἐν Κρήτῃ, ἔνθα δὲν ὑπῆρχε σπάνις πολεμιστῶν, διότι τινὲς τῶν ἀναφερομένων ὡς σκοπούντων νὰ λιποτακτήσωσιν ἦσαν υἱοὶ ἢ συγγενεῖς αὐλικῶν. Προσεπάθησα ἀληθῶς νὰ ἐκτελέσω τὸ καθῆκόν μου μετὰ πάσης φροντίδος, ἀφοῦ μάλιστα τοιαύτη ἦτο καὶ ἡ ἐπιθυμία τοῦ Βασιλέως. Καὶ οὐ μόνον ἐσύστησα τοιαύτην φροντίδα καὶ εἰς τοὺς σωματάρχας, τοὺς ὁποίους τῇ παρακλήσει μου εἶχε συγκαλέσει εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν ὁ τότε ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργὸς, καὶ πρὸς οὓς ὡμίλησα μετὰ θερμότητος καὶ ἐπιμονῆς, καίτοι οὗτοι μοὶ παρέστησαν, ὅτι εἶχεν ἐξασθενίσει ἡ ἐπιρροὴ τῶν σωματαρχῶν ἐπὶ τῶν ἀξιωματικῶν, ἀλλὰ καὶ τὸν τότε ἀρχηγὸν Ἰωάννην Ζυμβρακάκην ἐκάλεσα εἰς τὸ Ὑπουργεῖον καὶ τῷ ἐπέστησα τὴν προσοχὴν αὐτοῦ ἐπὶ τοῦ υἱοῦ του, καίτοι οὗτος μοὶ εἶπεν, ὅτι δὲν ἠδύνατο νὰ ἐπηρεάσῃ τὸν ἑτοιμαζόμενον νὰ ἀπέλθῃ υἱόν του, διότι ἡ ἐπ’ αὐτοῦ πατρική του ἐξουσία εἶχε χαλαρωθῆ πρὸ καιροῦ. Καὶ εἰς τὸν Διευθυντὴν δὲ τῆς Ἀστυνομίας συνταγματάρχην κ. Μπαϊρακτάρην παρήγγειλα ἐπανειλημμένως νὰ ἐπιτηρῇ ἀγρύπνως, ἵνα ἐμποδίσῃ αὐτοὺς, ὅταν ἤθελον κατέλθει εἰς Πειραιᾶ διὰ νὰ ἐπιβιβασθῶσιν· ἀλλ’ οὗτοι διὰ τοῦ σιδηροδρόμου Πειραιῶς–Πελοποννήσου μετέβησαν εἰς τὸν σταθμὸν τῶν Ἁγίων Θεοδώρων, παρὰ τὴν Κινέταν, καὶ ἐκεῖθεν ἀπέπλευσαν διὰ πλοίου εἰς Κρήτην, εἰ καὶ ἐν Κρήτῃ οὐδεμία, ὡς εἶπον, ὑπῆρχεν ἀνάγκη ἀξιωματικῶν, λοχαγῶν ἢ ἀνθυπολοχαγῶν, διότι καὶ βραχίονες ἰσχυροὶ, καὶ πληθυσμοὶ ἔχοντες σθένος ψυχῆς καὶ φιλοτιμίαν, καὶ ἀρχηγοὶ ὑπῆρχον, ἵνα διοικῶσιν αὐτούς, οὐδὲν δ’ ἔμελλον νὰ προσθέσωσιν οἱ λιποτακτοῦντες ἀξιωματικοί. Οὐδὲ κατὰ τὴν Κρητικὴν ἐπανάστασιν τοῦ 1866 ἐχρησίμευσαν οἱ ἀξιωματικοί, οἵτινες μετέβησαν ἐκεῖσε, καίτοι ἦσαν ἄνδρες καὶ ὥριμοι καὶ ἐκλεκτοί. Οἱ ἀξιωματικοὶ ἐν τούτοις ἀπῆλθον, καὶ μετά τινα καιρὸν ἐπανῆλθον. Ὁ Βασιλεὺς δὲν παρέλιπε νὰ μοὶ δηλώσῃ τὸ ἐνδιαφέρον, ὅπερ ᾐσθάνετο, χάριν τῆς πειθαρχίας τοῦ στρατοῦ, ὅπως μὴ κηλιδωθῇ τὸ γόητρον αὐτοῦ διὰ τοιαύτης λιποταξίας· μοὶ ἐσύστησε δὲ νὰ φροντίσω, ἵνα καταδιωχθῶσι ποινικῶς μετὰ πάσης αὐστηρότητος. Καὶ ἀξιωματικὸς δὲ τοῦ ναυτικοῦ, τοῦ ναυπηγικοῦ κλάδου, εἶχε συγχρόνως λιποτακτήσει, ἀφαιρέσας μάλιστα ἀπὸ τοῦ πλοίου καὶ ὑλικὸν τοῦ πολέμου, παραλαβὼν δὲ καὶ ἕνα ναύκληρον. Καὶ αὐτὸν εἴχομεν προσπαθήσει νὰ ἐμποδίσωμεν, ἀλλὰ καὶ οὗτος εἶχε λιποτακτήσει. Μετέβη ἑπομένως καὶ οὗτος εἰς Κρήτην, μετά τινα δὲ καιρὸν ἐπανῆλθε καὶ οὗτος καὶ συνελήφθη. Ἐπέστησα τὴν προσοχὴν τοῦ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργοῦ εἰς τὸν σχηματισμὸν τῶν Στρατοδικείων, οὐχὶ ὅπως δηλώσω ἐπιθυμίαν, ἢ ἀναμιχθῶ τὸ παράπαν, ἀλλ’ ἵνα καταδείξω τὸ συμφέρον τοῦ στρατοῦ, ὅπως μὴ μείνωσιν ἀτιμώρητα τοιαῦτα ἐγκλήματα. Ἀλλὰ τὰ Στρατοδικεῖα ἠθώωσαν πάντας αὐτούς! Ἐπειδὴ δὲ ὁ τότε Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν ἐτιμώρησέ τινας τούτων πειθαρχικῶς, ἄλλος πρώην Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν τότε, ἐπαναχθεὶς δὲ καὶ μετὰ ταῦτα ὡς Ὑπουργὸς ἐπὶ τοῦ Ὑπουργείου ἐκείνου, πεφημισμένος διὰ τὴν διοίκησιν τοῦ στρατοῦ, Βουλευτὴς ἐνταῦθα, ὁ ὁποῖος μάλιστα καὶ τελευταῖον προήχθη εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ ὑποστρατήγου, πρὸς βράβευσιν, ὁ πρὸ μικροῦ παραιτηθεὶς ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον, ὁ κ. Τσαμαδὸς, ἐπηρώτησεν ἐν τῇ Βουλῇ τὸν τότε Ὑπουργὸν διὰ τὴν πειθαρχικὴν τιμωρίαν τῶν ἀξιωματικῶν, θαυμάζων τὸ εὐγενὲς παράδειγμα τῶν ἀξιωματικῶν, καὶ κρίνων, ὅτι οὗτοι ἔπρεπε νὰ βραβευθῶσιν, ἀντὶ νὰ τιμωρηθῶσι! Τοιαύτη ἦτο ἡ διδασκαλία, ἡ ὁποία ἐκ τοῦ Βουλευτηρίου ἐδίδετο εἰς τοὺς νέους ἀξιωματικούς, ἀλλὰ τοιαῦται ἦσαν καὶ αἱ συνδρομαί, αἵτινες παρείχοντο εἰς τὴν Ἐθνικὴν Ἑταιρείαν, ἥτις καὶ κατὰ τὸν τρόπον τοῦτον ἐδήλου ἐν Κρήτῃ, ὅτι πρέπει νὰ ἐμμείνωσι μὴ παραδεχόμενοι τοὺς θεσμοὺς, οἱ ὁποῖοι ἐχορηγήθησαν εἰς αὐτοὺς, καὶ τρεπόμενοι εἰς τὴν ἐπανάστασιν καὶ εἰς τὴν ἀνακήρυξιν τῆς ἑνώσεως τῆς Κρήτης μετὰ τῆς Ἑλλάδος. Ὁ κ. ἐκ Ζακύνθου Βουλευτὴς, ὁμιλῶν περὶ τῆς ἀποστολῆς τῶν πλοίων, ἔλεγεν, ὅτι αἱ προτροπαὶ τοῦ βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς κ. Ράλλη, αἱ παρακελεύσεις αὐτοῦ ἠνάγκασαν ἡμᾶς, τοὺς διστάζοντας, τοὺς ἀμφιρρέποντας, νὰ προβῶμεν εἰς τὴν ἀποστολὴν τῶν πλοίων εἰς τὴν Κρήτην. Ὁ κ. ἐκ Ζακύνθου Βουλευτὴς σφάλλεται, ἢ διαστρέφει τὴν ἀλήθειαν. Ἀπεφασίσαμεν νὰ ἀποστείλωμεν τὰ πλοῖα εἰς τὴν Κρήτην, διότι εἴχομεν λάβει τηλεγραφικὰς εἰδήσεις τὰ μάλιστα ἀνησυχητικὰς καὶ ἐπισπευδούσας. Εἴχομεν ἀληθῶς λάβει καὶ κατὰ Μάϊον τοῦ 1896 τηλεγραφήματα τοῦ Γενικοῦ Προξένου ἐν Χανίοις, δι’ ὧν παρίστα πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν τὴν ἀνάγκην τῆς ἀποστολῆς πλοίων. Οὕτω τὴν 12 Μαΐου 1896 ἐτηλεγράφει: «Ρῆξις σήμερον μεταξὺ Τούρκων καὶ χριστιανῶν ἐν Χανίοις. Ὀκτὼ χριστιανοὶ ἐφονεύθησαν, ἐν οἷς ὁ ἡμέτερος καβάσης καὶ ὁ τοῦ Ρωσσικοῦ Προξενείου καὶ εἷς Τοῦρκος. Στρατὸς πυροβολεῖ ἐκ τῶν ὁδῶν κατὰ τῶν οἰκιῶν. Πόλις ἐν κινδύνῳ! Σήμερον ἐγὼ καὶ συνάδελφοί μου μετέβημεν ἀμέσως ἐκ Χαλέπας εἰς πόλιν, ὄχι ἄνευ δυσκολίας. Γενικὸς Διοικητὴς ἀδυνατεῖ ν’ ἀποκαταστήσῃ τάξιν. Πρόξενοι πάντες τηλεγραφοῦσι κατάστασιν ζητοῦντες ἀποστολὴν πλοίων ὡς τάχιστα. Ἀνάγκη ἀπόλυτος ἀποστολῆς καὶ ἡμετέρου. Ρεθύμνῃ κατάστασις ἐπίσης λίαν σοβαρὰ, Τούρκων ἐνόπλων εἰσερχομένων βίᾳ ἐν οἰκίαις χριστιανικαῖς.»

§260Α. ΡΩΜΑΝΟΣ. Ποίαν ἡμερομηνίαν φέρει;

§261Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. 12 Μαΐου.

§262Α. ΡΩΜΑΝΟΣ. Ποίου ἔτους;

§263Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. 1896, ὥρᾳ 6½ μ. μ. Καὶ ἕτερον τηλεγράφημα πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν τοῦ ἐν Χανίοις Γενικοῦ Προξένου τῆς 13 Μαΐου: «Συμπλοκὴ ἤρχισε πάλιν σήμερον ἐν ὁδοῖς, στρατοῦ ἐπιτιθεμένου. Πόλις ἔρημος. Διοικητὴς ὅλως ἀνίσχυρος, ἕνεκα διαστάσεως πλήρους μεταξὺ στρατιωτικοῦ Διοικητοῦ καὶ τοῦ Διοικητοῦ. Χωρικοὶ πέριξ ἔνοπλοι. Κίνδυνος μέγας. Ἀποστολὴ πολεμικῶν πλοίων καὶ ἡμετέρων ἐπείγει· ἄλλως καταστροφὴ ἄφευκτος.» Καὶ ἕτερον τηλεγράφημα ἐπέστειλεν ὁ ἐν Χανίοις ἡμέτερος Γενικὸς Πρόξενος πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν τὴν 14 Μαΐου, τόδε: «Εἴδησις τηλεγραφικὴ ἀφίξεως πολεμικῶν πλοίων Μεγάλων Δυνάμεων ἐνθαρρύνει χριστιανούς, ἀλλ’ ἔλλειψις εἰδήσεως ἀποστολῆς καὶ ἑλληνικοῦ κινεῖ ἀγανάκτησιν χριστιανῶν καθ’ ἡμῶν. Ἀναφορὰ ἐπεδόθη πρὸς ἐμέ, ἧς περιεχόμενον ἀπαιτοῦσι διαβιβάσω ὑμῖν, κρίνων ἀποστολὴν πλοίων οὐχὶ μόνον λίαν δικαιολογημένην, ἀλλ’ ἐπιτακτικῶς ἐπιβαλλομένην ἡμῖν. Παριστῶσι ταῦτα καθ’ ἡμῶν, ἀπειλοῦντες ῥῆξιν δεσμῶν χριστιανικοῦ πληθυσμοῦ πρὸς Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν. Ἂν λόγοι σπουδαῖοι δὲν κωλύωσιν, ἀπόλυτος ἀνάγκη ἀποστολῆς ὅσον τάχιστα καὶ ἡμετέρου πλοίου. Κατὰ πληροφορίας ἀκριβεῖς, χθὲς καὶ προχθὲς ἐφονεύθησαν ἐν πόλει 25 χριστιανοί, τέσσαρες Τοῦρκοι καὶ τρεῖς ἐτραυματίσθησαν. Ἀγορὰ καθ’ ὁλοκληρίαν κλειστή· κίνδυνος πάντοτε μέγας. Ἐν περιχώροις συμπλοκαὶ ἀδιάλειπτοι. Ἐν Ρεθύμνῃ κατάστασις ἀγγέλλεται λίαν κρίσιμος. Φόνοι καθημερινοί. Τοῦρκοι ἐξέρχονται πόλεως ἔνοπλοι. Χωρία χριστιανικὰ πολιορκοῦνται ὑπ’ αὐτῶν. Σήμερον ἐπανελήφθη ἐπίθεσις κατὰ χριστιανῶν ὑπὸ στρατοῦ καὶ ἐντοπίων. Πολεμικὰ πλοῖα φαίνονται ὁρίζοντα. Ἀποστείλατε ἀφεύκτως ἡμέτερα.»

§264Α. ΡΩΜΑΝΟΣ. Μοὶ ἐπιτρέπετε; Τὰ τηλεγραφήματα, τὰ ὁποῖα ἀναφέρετε, εἶναι τοῦ 1896. Ἂν δὲν ἀπατῶμαι δέ, τὰ ἀναφέρετε, ὅπως ἀποδείξητε, ὅτι ἠναγκάσθητε νὰ ἀποστείλητε τὴν «Ὕδραν» εἰς τὰ Κρητικὰ ὕδατα. Ἀλλὰ τὴν «Ὕδραν» ἀπεστείλατε εἰς τὰ 1897.

§265Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Περιμένετε, παρακαλῶ, περιμένετε. Ἀφηγοῦμαι τὰ κατὰ τὴν πρώτην περίοδον διατρέξαντα, καθ’ ἣν ἡ Κυβέρνησις ἐλάμβανε καὶ ἐξ Ἀθηνῶν καὶ παρὰ τῶν ἐν Κρήτῃ Προξενικῶν ἀρχῶν, ἰδίως δὲ παρὰ τοῦ ἐν Χανίοις Γενικοῦ Προξένου, παροτρύνσεις, παρακελεύσεις, προτροπάς, διὰ νὰ στείλῃ πλοῖα. Καὶ δὲν ἐστείλαμεν τὰ πλοῖα, ὅτε ὁ ἐκ Κερκύρας τέως Πρωθυπουργὸς μᾶς ἐπετίμα, λέγων, ὅτι τὰ πλοῖα ἀφίναμεν νὰ καπνίζωσιν ἐν Φαλήρῳ. Βεβαίως εἴχομεν τὰ πλοῖα ἐν Φαλήρῳ, διὰ νὰ ἔχωμεν αὐτὰ ἕτοιμα, διότι τότε ἐκρίνομεν, ὅτι δὲν ὑπῆρχεν ἔτι ἀπόλυτος ἀνάγκη, ἐπιβάλλουσα τὴν ἀποστολὴν πλοίων, καὶ ἐφρονοῦμεν, ὅτι δὲν ἦτο ἔτι ἀναγκαῖον ν’ ἀποστείλωμεν πλοῖα. Τὴν 16 Μαΐου ἕτερον τηλεγράφημα ἐλήφθη ὑπὸ τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργείου, καὶ τοῦτο τοῦ ἐν Χανίοις ἡμετέρου Γενικοῦ Προξένου, εἶχε δὲ καὶ τοῦτο οὕτως (ἀναγινώσκει): «Βουλευταὶ Μητσοτάκης, Πρόεδρος Χριστιανικῆς Συνελεύσεως, Σήφακας, Παπαγιαννάκης, Παπαδοπετράκης, καὶ ἀντιπρόσωποι Συνελεύσεως, μεταβάντες τὴν ἑσπέραν ταύτην εἰς Βάμον, καὶ Πωλογεωργάκης, δι’ ἐπιστολῆς παρακαλοῦσιν ἀνακοινώσω Α. Μ. Βασιλεῖ, ὅτι Κρήτη, σφαζομένη καὶ ἀπειλουμένη καταστροφῇ παντελεῖ ὑπὸ στρατοῦ, ἂν φρουρὰ Βάμου δὲν ἐλευθερωθῇ, ζητεῖ προστασίαν δι’ ἀμέσου ἀποστολῆς πολεμικῶν πλοίων Ἑλληνικῶν, καὶ διὰ παντὸς μέσου, καὶ ὅτι ἀναβολὴ ἐλαχίστη, ὡς ἀδιαφορία κρινομένη, ἀποξενώσει Ἑλλάδα συμπαθειῶν Κρητῶν, καὶ θέλει ἀπελπίσει δοῦλον Ἑλληνισμόν. Ὀφείλω αὖθις νὰ ἀναφέρω, ὅτι μέγιστος ἐπίκειται κίνδυνος, καὶ ὅτι χριστιανῶν ἀγανάκτησις καθ’ ἡμῶν ἐκορυφώθη.» Καὶ δι’ ἑτέρου τηλεγραφήματος τῆς αὐτῆς ἡμέρας ἀνέφερεν ὁ ἐν Χανίοις ἡμέτερος Γεν. Πρόξενος πρὸς τὸ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργεῖον ταῦτα: «Πάντες πρόξενοι ἐδήλωσαν, ὅτι ἀποστολὴ αὐτῶν (τῶν καταπλευσάντων εἰς τὰ Χανία ξένων πλοίων) προστατεύσουσι προξένους καὶ ὑπηκόους ξένους. Ἐρωτηθέντες, ἂν ἐν περιπτώσει σφαγῶν θέλουσιν ἐνεργήσει πρὸς προστασίαν χριστιανῶν, ἀπήντησαν ἀρνητικῶς, εἰπόντες, ὅτι τοῦτο ἰσοδυναμεῖ πρὸς κήρυξιν πολέμου. Δηλώσεις αὗται, γνωσθεῖσαι ἐν μέρει ὑπὸ χριστιανῶν, περιάγουσιν αὐτοὺς εἰς ἀπόγνωσιν. Προχθὲς Ἐπίσκοπος καὶ πρόκριτοι, συνεδριάζοντος Προξενικοῦ Δικαστηρίου, προσελθόντες ἐδήλωσάν μοι, διερμηνεύοντες χαρὰν ἐπὶ ἀφίξει πολεμικῶν πλοίων, καὶ παρεκάλεσαν λάβωσι μέτρα πρὸς προστασίαν χριστιανῶν. Πρόξενοι Ἀγγλίας, Γαλλίας, Ρωσσίας ἐπανέλαβον Ἐπισκόπῳ μόνῳ ἰδιαιτέρως τὰς ἀνωτέρω δηλώσεις κυβερνητῶν, προσθέσαντες, ὅτι παρουσία πολεμικῶν πλοίων καὶ στρατὸν καὶ Τούρκους θέλει περιστείλει, καὶ Κυβέρνησιν θέλει ἐπαναφέρει εἰς ὁδὸν καθήκοντος. Συνέστησαν δ’ Ἐπισκόπῳ νὰ μὴ μάθωσι, τίς ἡ ἀποστολὴ πολεμικῶν πλοίων, διότι θέλουσι κατασταθῆ θρασύτεροι...» Σταματῶ ἐπὶ τούτου, διὰ νὰ βεβαιώσω, ὅτι τὸ ἄγγελμα τοῦτο τοῦ ἡμετέρου Γενικοῦ Προξένου δὲν ἦτο ἀκριβές, διότι οἱ πρόξενοι ἰσχυρίσθησαν καὶ ἐπέμειναν βεβαιοῦντες, ὅτι δὲν ἀπήντησαν εἰς αὐτὸν ἀρνητικῶς, ὅτι «δὲν θέλουσιν ἐνεργήσει πρὸς προστασίαν χριστιανῶν, καὶ ἑπομένως δὲν θέλουσι δεχθῆ ἐπὶ τῶν πλοίων των καὶ χριστιανοὺς καὶ Ἕλληνας». Τοῦτο ἐξηκριβώθη κατόπιν. Ὁ Γενικὸς Πρόξενος τῆς Ἑλλάδος, διὰ τῶν ἐπανειλημμένων τηλεγραφημάτων αὐτοῦ, ἀληθῶς ἐπίεζεν ἡμᾶς, ἵνα ἀποστείλωμεν πλοῖα, καὶ ἐκ τοιούτου ζήλου περιέπεσεν εἰς τὴν ἀνακρίβειαν ταύτην, ἵνα παροτρύνῃ καὶ ὠθήσῃ ἡμᾶς νὰ σπεύσωμεν ν’ ἀποστείλωμεν πλοῖα. Καὶ ὅμως ἡμεῖς ἀπέσχομεν νὰ προβῶμεν εἰς τὴν ἀποστολὴν τῶν πλοίων, μεθ’ ὅλας ταύτας τὰς προτροπάς, προσεπαθοῦμεν δέ, προκαλοῦντες καὶ ἐπικαλούμενοι τὴν συνδρομὴν τῶν Μεγάλων Δυνάμεων, ἵνα ἐνασκηθῇ ἡ προσήκουσα πίεσις ἐν Κωνσταντινουπόλει, ὅπως ἡ Ὑψηλὴ Πύλη σπεύσῃ νὰ βελτιώσῃ τὴν κατάστασιν τῆς Κρήτης. Τότε ἡ Κρήτη ἐκυβερνᾶτο κατὰ τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον ἀποκατεστάθη κατὰ τὸ 1889, ὅτε ὁ Σακὴρ–πασσᾶς κατέλαβε τὴν Κρήτην, συνδραμούσης αὐτὸν εἰς τοῦτο καὶ τῆς τότε Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως· ἐνθυμοῦμαι δέ, ὅτι ὁ τότε Πρωθυπουργός, ὅστις δὲν ζῇ πλέον, ὡμολόγησεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅτι ἡ Ὑψηλὴ Πύλη ἠπάτησεν αὐτόν. Τὸ βέβαιον ὅμως εἶναι, ὅτι ἡ συνδρομή, τὴν ὁποίαν ἔδωκεν ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις εἰς τὸν Σακὴρ–πασσᾶν, ἐπὶ τῇ ἐλπίδι, ὅτι δὲν ἤθελε καταργήσει τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον ἕως τότε ἐκράτει, ἡ συνδρομὴ αὕτη ηὐκόλυνε τὴν εἴσοδον τοῦ Σακὴρ πασσᾶ εἰς τὸ ἐσωτερικὸν τῆς νήσου, ὅστις, ἀφοῦ κατέλαβεν οὕτως αὐτήν, ἔλαβε τὴν τόλμην νὰ καταργήσῃ τὸ κρατοῦν τότε ἐν τῇ νήσῳ Κυβερνητικὸν σύστημα, τὸ ὁποῖον εἶχε κατασταθῆ διὰ τῆς συμβάσεως τῆς Χαλέπας· ἀντὶ τούτου δὲ ἐγκατέστησεν αὐθαιρεσίαν, διοίκησιν ἀπολυταρχικὴν, διοίκησιν κτηνώδη, τὴν ὁποίαν ἐχειραγώγουν οἱ Τουρκοκρῆτες, τῶν ὁποίων αἱ κτηνώδεις ἕξεις εἶναι γνωσταί. Ἐζητοῦμεν λοιπὸν νὰ καταργηθῇ τὸ σύστημα τοῦτο, τὸ ἐγκατασταθὲν κατὰ τὸ 1889, καὶ προσεπαθοῦμεν ν’ ἀποκαταστήσωσιν αὖθις τὸ σύστημα, τὸ διὰ τῆς συμβάσεως τῆς Χαλέπας συνομολογηθέν, ἀλλὰ βελτιούμενον οὕτως, ὥστε νὰ παρασχεθῶσιν εἰς τὸν Κρητικὸν λαὸν περισσότεραι εὐκολίαι καὶ ἐν τῇ διοικήσει καὶ ἐν τῇ ἄλλῃ οἰκονομίᾳ αὐτοῦ. Εἰς τοιαύτην εἶχε περιαχθῆ ἡ νῆσος κατάστασιν, ὅτε τέλος πάντων ἡ Πύλη ἀπεφάσισε νὰ παραχωρήσῃ νέους θεσμοὺς εἰς τὴν Κρήτην. Ἀλλ’ ἐξέδωκε μὲν τὸ περὶ τούτου Αὐτοκρατορικὸν Διάταγμα, διὰ τοῦ ὁποίου παρεχωροῦντο οἱ τοιοῦτοι θεσμοί, ἐφρόντιζεν ὅμως ἐν Κρήτῃ καὶ ἐν Χανίοις νὰ μὴ γένηται δυνατόν, ἵνα τοῦτο ἐφαρμοσθῇ. Καθ’ ὃν δὲ χρόνον συνεζητεῖτο καὶ παρασκευάζετο ὁ δικαστικὸς ὀργανισμός, ὅστις ἔμελλε, κατὰ τοὺς νέους θεσμούς, νὰ ἐγκατασταθῇ, καὶ ὁ ὀργανισμὸς τῆς χωροφυλακῆς, ἡ Ὑψ. Πύλη καὶ οἱ ἀντιπρόσωποι αὐτῆς ἐν Κρήτῃ παρενέβαλλον πάντα τὰ προσκόμματα, ὅπως παρακωλυθῇ ὁ καταρτισμὸς τοῦ δικαστικοῦ ὀργανισμοῦ, ὡς καὶ τοῦ ὀργανισμοῦ τῆς χωροφυλακῆς. Πρὸς τοῦτο περιήχθησαν εἰς διαφωνίαν ὁ στρατιωτικὸς Διοικητὴς μὲ τὸν πολιτικόν, ἕνεκα δὲ τῆς διαιρέσεως ταύτης αὐτῶν παρετείνετο ἡ ἐκκρεμότης τῆς ἐφαρμογῆς τῶν νέων θεσμῶν. Ἀλλ’ ἐνῷ οὕτως εἰργάζετο ἡ Πύλη, δὲν ἤρεσκον καὶ ἐν Ἀθήναις οἱ θεσμοί, οἱ ὁποῖοι εἶχον ἀπονεμηθῆ εἰς τὴν νῆσον, διότι ἐν Ἀθήναις οὐδὲν ἄλλο σύστημα ἔστεργον, πλὴν τῆς ἑνώσεως τῆς Κρήτης μετὰ τῆς Ἑλλάδος. Καὶ ἐμάνθανον, ὅτι καὶ ὁ κ. Βλαστὸς,—ὅστις τελευταῖον διωρίσθη εἰσαγγελεύς, ὅπως βραβευθῶσιν ἴσως οἱ κόποι του ἐκεῖνοι κατὰ τὴν εἰς Κρήτην ἐκδρομὴν, ἣν τότε ἐπεχείρησε, —καὶ ὁ κ. Ρωμᾶνος μετέβησαν εἰς Κρήτην, πείθοντες τοὺς Κρῆτας νὰ μὴ ἐμπιστευθῶσι πλέον τὴν Τουρκίαν, καὶ παριστῶντες εἰς αὐτοὺς, ὅτι οἱ θεσμοὶ αὐτοὶ εἶναι εἰκονικοί, θέλουσι δὲ συμβῆ ὅσα καὶ πρότερον συνέβησαν, ὅτε ἡ Τουρκία καὶ ὁ Γενικὸς Διοικητὴς ἐπίεζον αὐτοὺς, περιϋβρίζοντες τὴν προσωπικὴν ἐλευθερίαν αὐτῶν, καὶ διαρπάζοντες τὰς κτήσεις αὐτῶν. Οὕτως ἡ Κρήτη προετρέπετο εἰς ἐπανάστασιν, καὶ εἰς τοῦτο κατεβάλλοντο πᾶσαι αἱ δυναταὶ προσπάθειαι ἐξ Ἀθηνῶν, μὴ ὑστερήσαντος κατὰ τοῦτο καὶ τοῦ κ. ἐκ Κυθήρων Βουλευτοῦ. Ἀλλ’ ἡ ἐπὶ τῶν Κρητῶν γιγνομένη ἐξ Ἀθηνῶν ἐργασία ἔτεινε πρὸς αὐτὸ τοῦτο, πρὸς τὸ ὁποῖον ἔτεινον καὶ αἱ ἐκ Κωνσταντινουπόλεως διδόμεναι εἰς τὸν στρατιωτικὸν Διοικητὴν Κρήτης καὶ εἰς τοὺς Τουρκοκρῆτας ὁδηγίαι καὶ προτροπαί. Ἐντεῦθεν αἱ σφαγαὶ καὶ αἱ πυρκαϊαὶ ἐν Χανίοις, καὶ αἱ ἄλλαι προκληθεῖσαι τότε ἐν Κρήτῃ καταστροφαί. Κατὰ τὴν 24 Ἰανουαρίου 1897 ἐτηλεγράφει πρὸς τὸ ἐπὶ τὸ Ἐξωτερικῶν Ὑπουργεῖον ὁ ἐν Χανίοις Γεν. Πρόξενος τῆς Ἑλλάδος ταῦτα: «Σφαγὴ ἐν Χανίοις! τὰ ὁποῖα καίονται! Τὸ πλεῖστον τῶν χριστιανικῶν οἰκογενειῶν τῆς Χαλέπας ἐπεβιβάσθησαν ἐπὶ εὐρωπαϊκῶν πολεμικῶν, ὑπολείπονται δὲ περὶ τοὺς πεντακοσίους, προσφυγόντες παρ’ ἐμοί. Ἐζήτησαν παρὰ τῶν προξένων νὰ φροντίσωσι ν’ ἀποβιβασθῶσι ναῦται πρὸς διάσωσιν τῶν ἐπὶ τῆς ξηρᾶς ἔτι ὑπαρχόντων, ἀλλ’ οἱ πρόξενοι ἀρνοῦνται. Οὐδεμία ἐλπίς! Οἱ ἐν ταῖς πόλεσι χριστιανοὶ θέλουσι σφαγῆ ἢ καῆ. Ἀποστείλατε ἀμέσως πολεμικὰ πλοῖα μετὰ στρατοῦ πρὸς κατάληψιν τῆς νήσου. Ἡ Εὐρώπη δὲν δύναται πλέον ν’ ἀντιταχθῇ. Ἡ ἕνωσις θέλει ἀνακηρυχθῆ.» Καὶ τὴν αὐτὴν ἡμέραν ὁ ἐν Χανίοις Γεν. Πρόξενος ἔπεμπε καὶ δεύτερον τηλεγράφημα πρὸς τὸ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργεῖον, τόδε: «Χθὲς οἱ στρατιῶται ἤρξαντο πυροβολοῦντες ἐκ τῶν ἐπάλξεων, ἄγνωστος δὲ τῶν θυμάτων ὁ ἀριθμός. Τὴν πρωΐαν ταύτην ἤρξατο αὖθις τὸ πῦρ. Κατῆλθον εἰς τὴν πόλιν μετὰ τῶν προξένων διὰ θαλάσσης. Τὸ ἥμισυ τῶν χριστιανικῶν οἰκιῶν ἐπυρπολήθη, τὴν στιγμὴν δὲ ταύτην τὸ πῦρ πλησιάζει πρὸς τὴν κατοικίαν τοῦ Ἐπισκόπου καὶ τὰ Ἑλληνικὰ σχολεῖα. Αἱ χριστιανικαὶ οἰκογένειαι ἐπιβιβάζονται ὁλοὲν ἐπὶ τῶν εὐρωπαϊκῶν πλοίων. Ἡ κατάστασις τρομερά! Πᾶς συμβιβασμὸς ἀδύνατος. Ἀπαιτεῖται ἐνέργεια ἄνευ τῆς ἐλαχίστης βραδύτητος.» Ἀλλὰ καὶ μετὰ μεσημβρίαν ἕτερον τηλεγράφημα τοῦ εἰρημένου Γεν. Προξένου ἐλήφθη ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐξωτερικῶν, λέγον: «Τὸ ἰταλικὸν ἀτμόπλοιον «Αἴτνα» ἐπληρώθη ἐκ προσφύγων τῶν Χανίων. Ἐπειδὴ εἶναι τὸ μόνον ἰταλικόν, δὲν δύναται νὰ καταλίπῃ τὸν λιμένα. Εὐαρεστηθῆτε νὰ στείλητε ἀμέσως μεταγωγικά, πολλῶν προσφύγων ὑπαρχόντων ἐν τῷ Προξενείῳ.» Καὶ τὴν 25 Ἰανουαρίου ἕτερον τηλεγράφημα τοῦ ἐν Ρεθύμνῃ ἡμετέρου προξένου ἀνήγγελλε πρὸς τὸ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργεῖον ταῦτα: «Ἐπαρχικῶν Ρεθύμνης, Ἁγίου Βασιλείου καὶ Μυλοποτάμου Τοῦρκοι εἰσῆλθον ἤδη πόλιν. Ἐνεργοῦνται ἀπολύσεις Τούρκων Ἀμαρίου καὶ χριστιανῶν πολιορκουμένων χωρίων Ρεθύμνης. Κίνδυνοι μεγάλοι τῆς πόλεως. Διοικητὴς ἀνίκανος περιορίσῃ Τούρκους, παραβιάζοντας χριστιανικὰς οἰκίας καὶ διαρπάζοντας πράγματα χριστιανῶν. Μόνον ἀποβιβάσεις ἀγημάτων δύνανται σώσωσι χριστιανοὺς πόλεως.» Καὶ τὴν 26 Ἰανουαρίου ὁ αὐτὸς ἐν Ρεθύμνῃ πρόξενος κ. Πετυχάκης ἐτηλεγράφει πρὸς τὸ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργεῖον ταῦτα: «Κατάστασις σήμερον μᾶλλον δεινή. Τοῦρκοι, συμπραττούσης ἐξουσίας, κατέλαβον διὰ τῆς βίας πλείστας χριστιανικὰς οἰκίας χριστιανικῶν συνοικιῶν. Χριστιανοὶ ἐν ἀπογνώσει, εἰσερχομένων Τούρκων Ἀμαρίου. Κίνδυνοι σφαγῶν καὶ πυρκαϊῶν. Ἕλληνες ὑπήκοοι δι’ ἀναφορᾶς ἐπικαλοῦνται μέριμναν Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως πρὸς ἐξασφάλισιν αὐτῶν.» Ἀλλὰ καὶ ἐξ Ἡρακλείου ἡ ἐκεῖ Προξενικὴ ἀρχὴ ἀνήγγελλε διὰ τηλεγραφήματος πρὸς τὸ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργεῖον τὴν 26 Ἰανουαρίου, ὅτι «Ὀθωμανοὶ ἐν μεγάλῃ συναθροίσει προσκαλέσαντες Μουτεσαρίφην ἐδήλωσαν, ὅτι, ἂν οἱ ὁμόθρησκοί των, οἵτινες κρατοῦνται ὡς ὅμηροι ἐν τῷ ἐσωτερικῷ, δὲν ἐλευθερωθῶσιν ἐντὸς δύο ἡμερῶν, θὰ προσπαθήσωσιν οὗτοι νὰ τοὺς ἐλευθερώσωσι, καὶ θὰ πράξωσιν ὅ,τι δυνηθῶσι καὶ ἐντὸς τῆς πόλεως. Μουτεσαρίφης, προσκαλέσας προξένους, ἀνεκοίνωσε ταῦτα, ὁμολογήσας, ὅτι δὲν εἶναι κύριος καταστάσεως, καὶ ἀπειλὴ ἀποστολῆς πολλῶν εὐρωπαϊκῶν πολεμικῶν πλοίων δύναται νὰ ἀναβάλῃ μεγίστους κινδύνους πόλεως.» Τοιαύτη ἦτο ἡ κατάστασις ἐν Κρήτῃ, ἥτις ἠνάγκασε τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἀποστείλῃ πλοῖα εἰς τὴν Κρήτην· τὸν σκοπὸν δὲ, δι’ ὃν ἀπέστειλε ταῦτα, ἐδήλωσεν εἰς τὴν Βουλὴν ἐν τῇ συνεδριάσει τῆς 3 Φεβρουαρίου 1897, καθ’ ἣν εἶπον: «Ἡ Κυβέρνησις, ὅτε συνέβησαν αἱ σφαγαὶ καὶ οἱ ἐμπρησμοὶ τῶν Χανίων, καὶ ἡ ἀσφάλεια τῶν προσώπων κατεστάθη ἐκεῖ ἐν ἀμφιβόλῳ, ἔκρινεν, ὅτι εἶχε καθῆκον νὰ διατάξῃ δύο πλοῖα τοῦ στόλου νὰ καταπλεύσωσιν εἰς Κρήτην, ἵνα συντελέσωσιν εἰς τὴν διάσωσιν οὐ μόνον τῶν ἐκεῖ διαμενόντων πολιτῶν Ἑλλήνων, ἀλλὰ πάντων τῶν ἐπὶ τῆς νήσου χριστιανῶν, ἐφ’ ὅσον κίνδυνοι ἤθελον ἀπειλήσει αὐτούς.» Τὰ πλοῖα κατέπλευσαν εἰς τὸν λιμένα Χανίων. Τῶν πλοίων ἐπέβαινε καὶ ἡ Α. Β. Ὑψηλότης ὁ ἀντιναύαρχος Γεώργιος. Αἱ ἀνακοινώσεις, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο πρὸς τὴν Α. Ὑψηλότητα, ἔπεισαν αὐτὸν νὰ ἀπέλθῃ εἰς Μῆλον. Ἐν τῇ Βουλῇ ἠρωτήθημεν, διὰ ποῖον λόγον ἐστάλησαν τὰ πλοῖα· ἐὰν ἀπεστάλησαν τὰ πλοῖα, ἵνα ἀποβιβάσωσιν ἀγήματα, ἢ ἁπλῶς διὰ νὰ ἐμφανισθῶσιν ἐκεῖ. Βεβαίως, ἂν ἐστέλλοντο τὰ πλοῖα διὰ ν’ ἀποβιβάσωσιν ἀγήματα, νὰ μὴ δυνηθῶσι δὲ νὰ ἐξέλθωσι τὰ ἀγήματα εἰς τὴν πόλιν, ἡ ἀποστολὴ τῶν πλοίων ἀπέβαινε ματαία. Ὅτε τὰ πλοῖα ἐστέλλομεν, ὁ βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς κ. Ράλλης ἐβροντοφώνει, προτρέπων ἡμᾶς νὰ τολμήσωμεν. Τοὺς λόγους τούτους τοῦ κ. Ράλλη ἐπανελάμβανεν ὁ ἐκ. Βουλευτὴς Ζακύνθου πρὸ μικροῦ, ὑπομιμνήσκων αὐτοὺς εἰς ἡμᾶς, ἀγνοῶ διὰ ποῖον λόγον. Ἀλλ’ ὅτε ὁ ἐμὸς τότε συνάδελφος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν ἠρωτήθη ἐν τῇ Βουλῇ ὑπό τινος τῶν ἐκ Βόλου Βουλευτῶν, ποῖον μέρος ἔλαβον τὰ εἰς Κρήτην ἀποσταλέντα πλοῖα τοῦ στόλου, ἀπεκρίθη κατὰ τὴν συνεδρίαν τῆς 28 Ἰανουαρίου ταῦτα: «Ὡς πρὸς τὴν προστασίαν τῶν σφαζομένων, δύναμαι νὰ ἀναφέρω τεμάχιά τινα ἐκθέσεως τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς Θωρηκτῆς Μοίρας, ἥτις ἐλήφθη σήμερον ἐκ Χανίων (ἀναγινώσκει): Ὁ Ἄγγλος πλοίαρχος Barfleur μοὶ ἀπέστειλε τριακοσίους πρόσφυγας, οἵτινες εὑρίσκοντο ἐπὶ τοῦ πλοίου του, οὓς ἐπεβίβασα, συμπράττων μετὰ τοῦ κ. Γενικοῦ Προξένου, ἐπὶ ἑλληνικοῦ ἀτμοπλοίου, κατευθυνομένου εἰς Πειραιᾶ. Ἐπίσης προέβημεν εἰς τὴν διὰ τῶν ἡμετέρων λέμβων παραλαβὴν, τῇ ἐνεργείᾳ τοῦ κ. προξένου, ἑκατὸν ἑτέρων προσφύγων ἐκ τῆς Χαλέπας, ὅπου εἶχον προσφύγει ἐν τῇ οἰκίᾳ τοῦ κ. Τούτση, οὓς ἀπέστειλα διὰ τῶν λέμβων ἡμῶν μετὰ τῶν ἑτέρων τριακοσίων, δοθέντων ἡμῖν ἐκ τῶν εὐρωπαϊκῶν πλοίων, ἐπὶ τοῦ ἀναχωροῦντος ἐμπορικοῦ. Ὁ Ρῶσσος πλοίαρχος εἰδοποίησεν ἡμᾶς νὰ ἀποστείλωμεν λέμβους εἰς τὴν πόλιν τῶν Χανίων, ἵνα προσπαθήσωμεν νὰ παραλάβωμεν περὶ τὰς 90 οἰκογενείας, διαμενούσας ἔτι ἐν αὐτῇ καὶ διατρεχούσας κίνδυνον. Τούτους θέλω ἐπιβιβάσει τῆς «Μυκάλης», ἐν ᾗ διαμένουσι καὶ 50 ἄλλοι, μὴ δυνηθέντες νὰ ἀναχωρήσωσιν ἔτι, οὓς θέλω ἀποστείλει διὰ τῆς «Μυκάλης», ἐν ᾗ περιπτώσει δὲν μοὶ παρουσιασθῇ ἄλλη εὐκαιρία.» Αὗται εἶναι αἱ ἐπίσημοι πληροφορίαι τοῦ Μοιράρχου τῆς Θωρηκτῆς Μοίρας...» Ὁ ἐν Κωνσταντινουπόλει πρέσβυς τῆς Ἑλλάδος, μαθὼν τὸν κατάπλουν τῶν πλοίων εἰς τὴν Κρήτην, ἐτέθη εἴς τινα μείζονα κίνησιν, καὶ ἀνεστράφη μετὰ τῶν ἐκεῖ Ἑλλήνων, καὶ ἀπέστειλε τὴν 26 Ἰανουαρίου τὸ ἑξῆς τηλεγράφημα: «Ἡ εἴδησις τῆς ἀποστολῆς εἰς Κρήτην πλοίων τοῦ ἡμετέρου στόλου ἐνεποίησε μεγίστην χαρὰν εἰς τὸν Ἑλληνικὸν πληθυσμόν. Ὁ πρέσβυς ὅμως τῆς Ρωσσίας ἦτο ἐπὶ τούτου ἐπιφυλακτικός, ὑποπτεύων, ὅτι τὸ διάβημα θέλει ἐπιφέρει περιπλοκάς, οἱ ἄλλοι δὲ πρέσβεις ἐφάνησαν κατανοῦντες τὴν ὑπαγορεύσασαν τὸ μέτρον ἀνάγκην, ἐνῷ οἱ Ὀθωμανοὶ οὐδεμίαν εἶχον προβάλει ἕως τότε παρατήρησιν.» Καὶ ἕτερον δὲ τηλεγράφημα τοῦ ἡμετέρου πρέσβεως, ἐπισταλὲν τὴν ἑπομένην ἡμέραν, ἔλεγεν: «...Ὁ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργὸς τῆς Τουρκίας, ὃν εἶχον ἰδεῖ τὴν ἡμέραν ἐκείνην, ἐφάνη κατανοῶν καλῶς τοὺς λόγους, οἵτινες εἶχον ἐπιβάλει τὸν εἰς τὰ Κρητικὰ ὕδατα κατάπλουν τῶν ἡμετέρων πλοίων· ἡ μετριοπαθὴς δὲ καὶ φιλικὴ γλῶσσα αὐτοῦ ἐνεδείκνυεν ἐπιθυμίαν νὰ μὴ μεταβληθῶσιν αἱ μεταξὺ τῶν δύο Κρατῶν σχέσεις.» Κατὰ ἕτερον δὲ τηλεγράφημα αὐτοῦ τῆς αὐτῆς ἡμέρας, «ἡ εἴδησις τοῦ προσεχοῦς ἀπόπλου τῆς τορπιλλικῆς μοίρας ἐνεποίησε ζωηρὰν καὶ εὐνοϊκωτάτην ἐντύπωσιν εἰς τοὺς ἐκεῖ Ἕλληνας.» Ἐν Πετρουπόλει ὅμως, κατὰ τὰ ὑπὸ τοῦ ὑφυπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν λεχθέντα πρὸς τὸν ἡμέτερον ἐπιτετραμμένον, «οἱ ἐν Κωνσταντινουπόλει πρέσβεις τῶν Μεγάλων Δυνάμεων ἀπέδιδον τὰ ἐν Κρήτῃ συμβάντα οὐ μόνον εἰς τοὺς Τούρκους, οἵτινες ἐσκόπουν δι’ αὐτῶν νὰ παρακωλύσωσι τὴν ἐφαρμογὴν τῶν νέων θεσμῶν, ἀλλὰ καὶ εἰς τοὺς ἐν Ἑλλάδι ἄκρους, οἵτινες δὲν εὐχαριστήθησαν ἐκ τῶν θεσμῶν τούτων· διὰ τοῦτο ὁ ἐν Κωνσταντινουπόλει πρέσβυς τῆς Ρωσσίας συνίστα εἰς τὴν Κυβέρνησίν του νὰ ἀποτρέψῃ τὴν Ἑλλάδα ἀπὸ τῆς ἀποστολῆς πλοίων, πρὸς ἀποφυγὴν περιπλοκῶν, τοὺς φόβους δὲ τούτους συνεμερίζετο καὶ ὁ ὑφυπουργός, ἀναγνωρίζων τὴν σοβαρότητα τῆς καταστάσεως.» Ὁ ἡμέτερος ἐπιτετραμμένος, κατὰ ἕτερον τηλεγράφημα αὑτοῦ τῆς 28 Ἰανουαρίου, παρέστησεν εἰς τὸν ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργὸν τῆς Ρωσσίας, ὅτι «ἡ Κυβέρνησις, ἂν εἶχε δυνηθῆ ἕως τότε νὰ συντελέσῃ εἰς τὴν κατάπαυσιν τῆς ἐπαναστάσεως τοῦ 1896, ἤθελε πάντως προσκόψει εἰς ἀνυπερβλήτους δυσκολίας, ἐὰν ἐξηκολούθει ἡ ἀναρχία ἐν τῇ νήσῳ. Ἀλλ’ ὁ Ὑπουργὸς πρὸς ταῦτα μὲν οὐδὲν εἶπε, παρετήρησεν ὅμως, ὅτι ἤρκει πρὸς διάσωσιν τῶν χριστιανῶν ἡ παρουσία τοσούτων ξένων πλοίων, καὶ ὅτι τὰ ἐν Κρήτῃ ἐπελθόντα συμβεβηκότα προεκλήθησαν ὑπὸ Κομιτάτου, προσπαθοῦντας νὰ ματαιώσῃ ἐν Κρήτῃ τοὺς νέους θεσμούς.» Τὴν ἑπομένην δὲ ἡμέραν εἶπεν ὁ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργὸς πρὸς τὸν κύριον Τομπάζην, ὅτι «αἱ Μεγάλαι Δυνάμεις ἀπεφάσισαν ὁμοφώνως νὰ πιέσωσι τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν ν’ ἀνακαλέσῃ τὰ ἐν Κρήτῃ πλοῖα αὑτῆς, καὶ νὰ παύσῃ ὑποδαυλίζουσα τὴν ἐπανάστασιν, διότι ἡ Εὐρώπη δὲν στέργει τὴν ἕνωσιν τῆς Κρήτης μετὰ τῆς Ἑλλάδος, ἐκ φόβου μὴ αὕτη ἐπιφέρῃ ἐπανάστασιν ἐν Μακεδονίᾳ, καὶ προκαλέσῃ τὸ ζήτημα τοῦ διαμελισμοῦ τῆς Τουρκίας.» Κατὰ τηλεγράφημα δὲ τοῦ ἐν Πετρουπόλει ἐπιτετραμμένου τῆς Ἑλλάδος τῆς 31 Ἰανουαρίου, ὁ ἐκεῖ πρέσβυς τῆς Ἀγγλίας ἀνεκοίνωσεν αὐτῷ, ὅτι ὁ ἐν Ἀθήναις πρέσβυς τῆς Ἀγγλίας ἐτηλεγράφει τάδε: «Ἡ ἐν Ἀθήναις ἔξαψις τοῦ δημοσίου φρονήματος καὶ τοῦ Ἀθηναϊκοῦ τύπου ἡ γλῶσσα ἐνδέχεται νὰ ἐπιφέρωσιν ἐν τῇ χώρᾳ μεγάλας ταραχάς.» Ἐν Βιέννῃ ἐν τούτοις, κατὰ τηλεγράφημα τῆς ἐκεῖ Ἑλληνικῆς Πρεσβείας τῆς 27 Ἰανουαρίου, ἡ αὐτὴ ἐπεκράτει γνώμη, διότι καὶ ἐκεῖ ὁ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργὸς «ἀπέδιδε τὰ ἐν Κρήτῃ οὐ μόνον εἰς τὴν κακὴν πίστιν τῆς Ὑψ. Πύλης, ἀλλὰ καὶ εἰς ἐνεργείας μυστικοῦ Κομιτάτου ἐν Ἑλλάδι, ἀντιδρῶντος εἰς τὴν φιλειρηνικὴν πολιτικὴν τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως. Καὶ δὲν ἀπεφήνατο μὲν γνώμην ἐπὶ τῆς ἀποστολῆς τῶν πλοίων, ἐσύστησεν ὅμως φρόνησιν.» Κατὰ τηλεγράφημα δ’ ἕτερον αὐτῆς, τῆς 30 Ἰανουαρίου, ὁ Αὐτοκράτωρ εἶπε τῷ ἐπιτετραμμένῳ τῆς ἡμετέρας Πρεσβείας τὴν ἑσπέραν ἐκείνην, ὅτι «μετὰ λύπης ἔβλεπεν ἡμᾶς ἐγκαταλείποντας τὴν εἰρηνικὴν πολιτικήν, τὴν ὑπὸ τῶν Δυνάμεων συστηθεῖσαν καὶ ὑπὸ τῆς ἐλλείψεως πάσης παρασκευῆς ἐνδεικνυομένην, συνεβούλευσε δὲ νὰ μὴ παρασυρθῶμεν εἰς ὁδὸν, εἰς ἣν οὐδεμία τῶν Δυνάμεων ἤθελε μᾶς δικαιολογήσει, καὶ ἥτις ἤθελεν ἀγάγει εἰς καταστροφήν.» Ὁ ἐν Παρισίοις δὲ ἡμέτερος πρέσβυς ἀνέφερεν εἰς τὸ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργεῖον, ὅτι ὁ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργὸς οὐδεμίαν ἐποιήσατο παρατήρησιν περὶ τοῦ εἰς τὰ Κρητικὰ ὕδατα κατάπλου τῶν πλοίων τοῦ ἡμετέρου στόλου, οὔτε ὁ ἡμέτερος πρέσβυς, συνδιαλεγόμενος μετ’ αὐτοῦ, παρίστα τὸ μέτρον ὡς φιλανθρωπικόν· ἀλλ’ ὅτε ὁ κ. Ν. Δηλιγιάννης ἀνεκοίνωσεν αὐτῷ, ὡς ἰδίαν ἑαυτοῦ γνώμην, ὅτι ἤθελεν εἶσθαι λυσιτελές, ἂν ἐδίδετο εἰς τὴν Ἑλλάδα ἐντολὴ νὰ ἀποκαταστήσῃ ἐν τῇ νήσῳ τὴν τάξιν, ὁ κ. Hannotaux δὲν ἀπεδοκίμασε τὴν γνώμην, οὐδ’ ἐδήλωσεν ἔκπληξίν τινα, ἀλλὰ συνεπλήρωσεν αὐτὴν εἰπών, ὅτι ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἀναγκαῖον θὰ ἦτο νὰ ἐμποδίσωσιν αἱ Μεγάλαι Δυνάμεις τὴν Τουρκίαν διὰ τῶν στόλων των ἀπὸ τοῦ νὰ ἐπέμβῃ. Κατόπιν ὅμως, κατὰ τηλεγράφημα τοῦ ἡμετέρου πρέσβεως τῆς 30 Ἰανουαρίου, ὁ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργὸς τῆς Γαλλίας ἔλεγε πρὸς τὸν κ. Ν. Δηλιγιάννην, εἰ καὶ οὐδεμίαν ἐπήνεγκε παρατήρησιν ἐπὶ τῆς ἀποστολῆς τῶν πλοίων, ὅτι «αἱ ἄλλαι Δυνάμεις δὲν εἶδον τὸ γενόμενον ἄνευ ἀνησυχίας», καὶ ἐζήτει παρ’ αὐτοῦ «νὰ ἑλκύσῃ τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τῶν κινδύνων, ἐὰν ἀφίνετο νὰ παρασυρθῇ ὑπὸ τοῦ ὑπερερεθισμοῦ τῆς κοινῆς γνώμης εἰς ἐχθροπραξίας κατὰ τῆς Τουρκίας.» Κατὰ τηλεγράφημα δὲ τοῦ ἡμετέρου πρέσβεως ἐν Κωνσταντινουπόλει τῆς 30 Ἰανουαρίου, «οὐδεμία ἐγένετο αὐτόθι παρασκευὴ κατὰ ξηρὰν ἢ κατὰ θάλασσαν· ἀλλ’ ἐν μὲν τοῖς γραφείοις τῆς Πύλης περὶ τῆς ἀποστολῆς τῶν πλοίων ἐγίγνετο λόγος ὡς περὶ δευτερεύοντος ζητήματος, ἐν δὲ τοῖς Ἀνακτόροις ἐπὶ τοὺς πρέσβεις τῶν Μεγάλων Δυνάμεων καὶ ἐπὶ τὰς ἀποφασισθείσας μεταρρυθμίσεις ἐπέρριπτον τὴν εὐθύνην τῶν γενομένων ἐν Κρήτῃ.» Ὁ κ. Μαυροκορδᾶτος ἀνήγγελλε προσέτι, ὅτι σπουδαῖοι ἄνδρες οὐκ ὀλίγοι φρονοῦσιν, ὅτι οὐδέποτε ὑπῆρξεν, οὐδ’ ἐν τῷ μέλλοντι θέλει ὑπάρξει εὐκαιρία τοσοῦτον εὔνους πρὸς τοὺς ἐπὶ τῆς Κρήτης πόθους τοῦ ἔθνους, καὶ ὅτι ἡ κρατοῦσα κατάστασις ἀναμιμνήσκει τὸ κατὰ τὸ 1885 κίνημα τῆς Ἀνατολικῆς Ῥωμυλίας». Σχετικῶς δὲ πρὸς τὰ τηλεγραφικὰ ἀγγέλματα, ὅτι οἱ Κρῆτες ἐτηλεγράφησαν πρὸς τὸν Βασιλέα, ὅτι ἐκήρυσσον ἑαυτοὺς ὑπηκόους τῆς Μεγαλειότητός του, ὁ κ. Μαυροκορδᾶτος ἐγνωμοδότει, ὅτι «τοιοῦτον διάβημα προσῆκε νὰ προέλθῃ ἐκ προσωρινῆς Κυβερνήσεως, ἢ ἐκ πάντων τῶν χριστιανῶν ἀντιπροσώπων τῆς νήσου, καὶ ὅτι ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἠδύνατο ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις νὰ λάβῃ κατοχὴν τῆς νήσου, ὅπως ἀποκαταστήσῃ τὴν τάξιν καὶ ἀσφαλίσῃ τὴν ζωὴν καὶ τὰ ἀγαθὰ τῶν Κρητῶν, χριστιανῶν τε καὶ μουσουλμάνων.» Αἱ παραστάσεις τοῦ πρέσβεως τῆς Ἑλλάδος ἐν Κωνσταντινουπόλει βεβαίως δὲν μοὶ ἐφάνησαν οὐδὲ τότε σοβαραί, ὁμολογῶ δὲ, ὅτι μοὶ ἐνεποίησαν καί τινα ἔκπληξιν. Ὑπελάμβανον, ὅτι ὁ παρὰ τῇ Αὐλῇ τοῦ Κράτους ἐκείνου, πρὸς νῆσον τοῦ ὁποίου κατέπλευσαν ἑλληνικὰ πλοῖα, πρέσβυς τοῦ Κράτους τοῦ ἀποστείλαντος τὰ πλοῖα ἤθελε λάβει ἐκ τοῦ κινήματος τούτου ἐντυπώσεις ζωηροτέρας, ἤθελε δὲ διαρρυθμίσει αὐτὰς διὰ τῶν γνωμῶν καὶ τῶν κρίσεων τῶν ἐν Κωνσταντινουπόλει ἐπισήμων τάξεων, ὅτε βεβαίως δὲν ἤθελεν ἀρυσθῆ τὸ θάρρος, μεθ’ οὗ προέβη, διὰ τῶν πρὸς τὴν ἰδίαν Κυβέρνησιν αὐτοῦ ἐκθέσεών του, εἰς τὰς ἐνδείξεις, ἃς ἐν αὐταῖς περιέλαβε, καὶ μάλιστα εἰς τὴν προτρεπτικὴν ἀνάμνησιν τοῦ κινήματος τοῦ Καραβέλωφ. Ὅτε ὁ Καραβέλωφ ἐπέδραμεν ἐπὶ τὴν Φιλιππούπολιν, καὶ ἀνῄρεσε τὴν ἐκεῖ καθεστηκυῖαν τάξιν, ἣν εἶχε καταστήσει ἡ συνθήκη τοῦ Βερολίνου, ἡ φέρουσα τὰς ὑπογραφὰς τῶν ἓξ Μεγάλων Δυνάμεων, βεβαίως δὲν ἦτο ἐστερημένος τῆς πεποιθήσεως, ὅτι μεταξὺ τῶν ἓξ Μεγάλων Δυνάμεων ἤθελον αἱ πλεῖσται ἰδεῖ τὸ κίνημα αὐτοῦ μετ’ εὐμενείας, ἢ τοὐλάχιστον μετ’ ἀνοχῆς, ἡ περὶ τῶν τοιούτων δὲ διαθέσεων τῶν Μεγάλων ἐκείνων Δυνάμεων πεποίθησις ἐνεποίει αὐτῷ τὸ θάρρος, τὸ ὁποῖον τὸν ὡδήγησεν εἰς Φιλιππούπολιν. Καὶ ἀπεδείχθη ὄντως, ὅτι ὁ κ. Καραβέλωφ ἐγίνωσκε πρὶν ἢ ἐπιχειρήσῃ τὸ τόλμημα, ὅτι αἱ Αὐλαὶ τῆς Πετρουπόλεως, τοῦ Λονδίνου καὶ τῆς Βιέννης δὲν ἤθελον ἀποδοκιμάσει τὸ κίνημα, ἢ ἤλπιζεν, ὅτι ἤθελε συμβῆ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον συνέβη. Οὕτω δὲ, ἐνῷ ἡ Ἀγγλία διὰ τῶν ἐν τῷ Συνεδρίῳ τοῦ Βερολίνου ἀντιπροσώπων αὑτῆς λόρδων Βήκονσφηλδ καὶ Σώλσβαρυ ἐδημιούργει τὴν Ἀνατολικὴν Ρωμυλίαν, ἀφαιροῦσα αὐτὴν ἀπὸ τὴν Βουλγαρίαν, καὶ παρεσκεύαζεν αὐτὴν ὡς πρόχωμα κατὰ πάσης ἐπιδρομῆς Σλαυϊκῆς ἐπὶ τὴν μεσημβρινὴν Μακεδονίαν, ἐνῷ ὁ τότε Πρωθυπουργὸς τῆς Ἀγγλίας, ὅτε ὡμίλει περὶ τῆς Ἀνατολικῆς Ρωμυλίας, παρίστα τὸ κατασκεύασμα τοῦτο ὡς ἐπινόημα ἄξιον θαυμασμοῦ, μετὰ ἑπτὰ ἔτη αὐτὸς ὁ Πρωθυπουργὸς τῆς Ἀγγλίας ἀνείχετο τὴν ὑπὸ τῆς Βουλγαρίας κατεδάφισιν τοῦ προχώματος, ὅπερ ἰδίως κατὰ τῶν ἐπιδρομῶν αὐτῆς εἶχεν ἀνεγείρει! Τὰς σκέψεις καὶ τοὺς πολιτικοὺς συνδυασμοὺς, οἵτινες ὑπηγόρευσαν τὴν μεταβολὴν τῶν γνωμῶν τῶν εὐγενῶν λόρδων, δυστυχῶς ἀπέδειξαν τὰ πράγματα ὡς μὴ βασίμους. Ἀλλ’ ἡμεῖς ποίαν εἴχομεν ἔνδειξιν εἴτε εὐμενείας, εἴτε συμπαθείας, εἴτε διαθέσεως πρὸς ἀνοχὴν, ἵνα μιμηθῶμεν τὸ κίνημα τῶν Βουλγάρων, τὸ ὁποῖον ὁ ἡμέτερος πρέσβυς ἐν Κωνσταντινουπόλει μᾶς ἐνεδείκνυεν ὡς ἀντικείμενον μερίμνης τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως; Ἡμεῖς εἴχομεν τὴν εὐμένειαν τῶν Δυνάμεων ὑπὲρ τοῦ Κρητικοῦ λαοῦ, ἀλλὰ περιωρισμένην πάντοτε ὑπὸ τῆς διατηρήσεως τῆς κυριαρχίας τῆς Τουρκίας ἐπὶ τὴν Κρήτην, προβαίνουσαν δὲ μόνον μέχρι μέτρου τινὸς, τὸ ὁποῖον ἀφεώρα εἰς τὴν διοίκησιν τῆς Κρήτης, ἀλλ’ οὐδέποτε ἐπεκτεινομένην μέχρι τῆς ἄρσεως τῆς Τουρκικῆς κυριαρχίας. Καὶ ἂν εἶχον μέτρον τι, ὅπερ ἐν τῇ διανοίᾳ αὑτῶν ἐβασάνιζον καὶ παρεσκεύαζον, ἵνα ἐγκαταστήσωσιν ἐν τῇ Κρήτῃ σύστημα διοικήσεως ἄλλο, κατὰ τὸν χρόνον ἐκεῖνον οὐδεμία ὑπῆρχεν ἔνδειξις τοιαύτης σκέψεως τῶν Μεγάλων Δυνάμεων. Κατὰ τὸν Σεπτέμβριον τοῦ 1885 ἐπανήρχετο ἐνταῦθα, ἐξ ἀδείας ἀπουσίας, ἐν ᾗ διετέλει, ὁ τότε πρέσβυς τῆς Αὐστρίας κ. Τραούτεμβεργ, ὅτε δὲ μὲ ἐπεσκέφθη, μοὶ ἔλεγεν, ὅτι ὁ κόμης Καλνόκυ ἐπεφόρτισεν αὐτὸν νὰ μοὶ εἴπῃ, ὅτι ἐπεδοκίμαζε πληρέστατα τὸ πρόγραμμα, τὸ ὁποῖον ἐφήρμοζον κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, ἀφ’ ἧς ἀνέλαβον τὴν Κυβέρνησιν, τὸ πρόγραμα τῆς βελτιώσεως τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους, καὶ μοὶ μετέδιδε, κατ’ ἐντολὴν τοῦ κόμητος, ὅτι ἄκρα ἠρεμία ἐκράτει καὶ ἤθελε κρατήσει ἐπὶ τῆς Ἑλληνικῆς χερσονήσου. Ἐνῷ δὲ τοιαύτας ἐποριζόμην πληροφορίας, ἐπῆλθεν αἴφνης ἡ εἴδησις, ὅτι ὁ κ. Καραβέλωφ, ὁ Πρωθυπουργὸς τῆς Βουλγαρίας, ἐξετέλεσεν ἀληθὲς πραξικόπημα, διὰ τοῦ ὁποίου ἀνέτρεπε τὰς διατάξεις τῆς συνθήκης τοῦ Βερολίνου! Ἐκ Βερολίνου δὲ αἱ πληροφορίαι, αἱ ὑπὸ τοῦ πρέσβεως μεταδοθεῖσαι εἰς τὴν Κυβέρνησιν κατὰ τὴν 31 Ἰανουαρίου τοῦ 1897, ἦσαν ῥηταὶ, ἡ ἡμετέρα δ’ ἐνέργεια ἐκρίνετο ὡς «ἄμεσος προσβολὴ κατὰ τῆς Εὐρωπαϊκῆς ἰσορροπίας»· ὁ δὲ ἡμέτερος ἐν τῇ πρωτευούσῃ ἐκείνῃ πρέσβυς ἐγνωμοδότει, ὅτι «πᾶσα ὑπέρβασις τοῦ σκοποῦ τῆς φιλανθρωπίας ὑπὸ τῶν ἐν Κρήτῃ ἡμετέρων πλοίων δύναται νὰ δημιουργήσῃ μεγάλους κινδύνους ἐπὶ τῆς Εὐρώπης, καὶ θέλει ἐκθέσει τὴν Ἑλλάδα εἰς κοινὴν πασῶν τῶν Δυνάμεων κατ’ αὐτῆς δρᾶσιν· ἐπειδὴ δὲ αἱ Δυνάμεις ἀποκρούουσι σταθερῶς τὴν ἕνωσιν τῆς Κρήτης μετὰ τῆς Ἑλλάδος, ὡς μέλλουσαν νὰ ἀγάγῃ εἰς τὸν διαμελισμὸν τῆς Τουρκίας, ἡ ἐχθρότης αὐτῶν θέλει πάντως ἐκδηλωθῆ πρὸς ἡμᾶς.» Ἡ στάσις, τὴν ὁποίαν ἡ Γερμανία ἐφαίνετο λαμβάνουσα ἐπὶ τῶν Ἑλληνικῶν ὑποθέσεων, μοὶ ἐφάνη ὡς διαφέρουσα αἰσθητῶς ἀπὸ τὴν στάσιν τῶν ἄλλων Μ. Δυνάμεων. Καὶ οὐδεμία μὲν τῶν Δυνάμεων ἔδιδεν εἰς ἡμᾶς ἐλπίδα τῆς ἑνώσεως τῆς Κρήτης μετὰ τῆς Ἑλλάδος, ἀλλὰ τὴν ἄρνησιν αὑτῶν ἐξεδήλουν διὰ τρόπου ὀλιγώτερον αὐστηροῦ καὶ ἀσθενεστέρου. Ἀλλὰ καὶ ἐπὶ τῶν ἄλλων θεμάτων, τὰ ὁποῖα ἦσαν ὑποδεέστερα τῆς ἑνώσεως τῆς Κρήτης μετὰ τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου, καὶ ἐπ’ αὐτῶν ἀδυσώπητος ἦτο ἡ γλῶσσα τῆς Γερμανικῆς Κυβερνήσεως. Καὶ κατὰ τὸ τελευταῖον δὲ στάδιον, τὸ πρὸ τοῦ πολέμου, ὅτε ἡ Κυβέρνησις τοῦ Αὐτοκράτορος τῆς Ρωσσίας ἐνέκρινε τὴν πρότασιν, ἣν ὑπεβάλομεν πρὸς αὐτήν, καὶ προέβη εἰς συνεννοήσεις πρὸς τὰς ἄλλας Δυνάμεις, ἵνα ἐπιτύχῃ τῆς συναινέσεως καὶ τούτων, ὅπως ἡμεῖς ἀνακαλέσωμεν τὸ ἐν Κρήτῃ ὑπὸ τὸν κ. Βάσσον στρατιωτικὸν σῶμα, αἱ δὲ Δυνάμεις φροντίσωσι νὰ ἀνακληθῶσιν ἀμέσως αἱ ἐν τῇ νήσῳ τουρκικαὶ φρουραί, νὰ μείνῃ δ’ αὕτη ἄνευ φρουρῶν, νὰ ἐγκατασταθῇ δὲ ἐν αὐτῇ αὐτονομία, τῶν Κρητῶν κατασκευαζόντων τοὺς ἰδίους αὑτῶν νόμους, ὑφ’ οὓς ἤθελον νὰ διοικηθῶσι, καὶ κατ’ ἐκεῖνο, λέγω, τὸ στάδιον ἡ Γερμανικὴ Κυβέρνησις ἐπέδειξε πρὸς ἡμᾶς μείζονα δυσμένειαν· διότι, εὐθὺς ὡς ἐγένετο γνωστὴ ἡ πρὸς τὴν Ρωσσίαν ὑποβληθεῖσα παρ’ ἡμῶν παράκλησις, καὶ ἡ ὑπὸ τοῦ Αὐτοκράτορος τῆς Ρωσσίας ἀποδοχὴ αὐτῆς, ἐπεκηρύχθη ἄνευ ἀναβολῆς ἐκ Κωνσταντινουπόλεως ὁ πόλεμος. Πολλάκις ἤκουσα νὰ γίνεται λόγος περὶ τῶν δυσμενῶν διαθέσεων τοῦ Αὐτοκράτορος τῆς Γερμανίας πρὸς τὴν Ἑλλάδα, ἀλλὰ δὲν γνωρίζω, ἐὰν ὑπῆρξαν εἰδικοὶ λόγοι, οἵτινες προεκάλεσαν τοιοῦτον αἴσθημα ἐν τῇ ψυχῇ τοῦ Αὐτοκράτορος· οὐδὲ κατὰ τὸ διάστημα, καθ’ ὃ διετελέσαμεν ἐν τῇ Κυβερνήσει, κατὰ τὴν περίοδον τοῦ 1885–1886 καὶ κατὰ τὴν περίοδον τοῦ 1890–1891, καὶ κατ’ αὐτὴν τὴν τελευταίαν περίοδον τοῦ 1895–1896 ἡ Κυβέρνησις ἔπραξέ τι, δυνάμενον τοιοῦτον νὰ ἐγείρῃ αἴσθημα εἰς τὸν κραταιὸν μονάρχην. Ἐνθυμοῦμαι δὲ εὐγνωμόνως, ὅτι κατὰ τὸ 1878, καθ’ ὃ ἀντεπροσώπευον τὴν Ἑλλάδα ἐν Βερολίνῳ, ἔτυχον εὐμενοῦς δεξιώσεως καὶ ὑπὸ τοῦ πρίγκηπος Βίσμαρκ, ὅστις μὲ εἰσήγαγεν εἰς τὸ Συνέδριον, καὶ παρὰ τῆς Α. Μ. τοῦ Αὐτοκράτορος Γουλιέλμου καὶ παρὰ τῆς Α. Α. Ὑψηλότητος τοῦ πρίγκηπος Διαδόχου Φρειδερίκου, πατρὸς τῆς Α. Β. Υ. τῆς πριγκηπίσσης Σοφίας. Ἐὰν μεταγενέστερα αἴτια διέθεσαν δυσμενῶς τὸν Αὐτοκράτορα, ἐλπίζω νὰ μὴ ἦναι μεταξὺ αὐτῶν ἡ πτώχευσις· καὶ ἐὰν ἐκ τῆς πτωχεύσεως ἐπῆλθον ζημίαι εἰς Γερμανικὰ κεφάλαια, ἐν οὐδενὶ ἡμῶν ὑπῆρχεν ἡ προαίρεσις, ἀφοῦ ἡμῶν αἱ ζημίαι ἦσαν ὑπέρτεραι πασῶν τῶν εἰς ἄλλους ἐπισκηψασῶν ζημιῶν. Ἡ Γερμανικὴ δὲ Κυβέρνησις πολλάκις κατὰ τὸ παρελθὸν ἐκτήσατο δικαιώματα ἐπὶ τὴν εὐγνωμοσύνην ἡμῶν, τὰ ὁποῖα οὐδέποτε παρεγνώρισεν ἡ Ἑλλάς. Μετὰ τὴν ἀποστολὴν εἰς Κρήτην τῶν ἡμετέρων πλοίων, ἐπῆλθον ἐν τῇ νήσῳ μεγάλαι ταραχαί. Οἱ Τουρκοκρῆτες ἦσαν ἀκατάσχετοι· οὐδεμία διοίκησις ἠδύνατο νὰ ἀναστείλῃ αὐτούς. Οἱ χριστιανοὶ Κρῆτες καὶ οἱ ἄλλοι, ὅσοι ἦσαν πολῖται τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου, ἦσαν ἐκτεθειμένοι εἰς τὴν διάκρισιν ἀγρίου καὶ φανατικοῦ πλήθους, ὅπερ τοσοῦτον δὲν ἐφείδετο οὐδενός, οὔτε τῆς ζωῆς αὐτῶν, οὔτε τῶν ἄλλων ἀγαθῶν των, ὥστε ὁ Μουτεσαρίφης Ἡρακλείου ἔλεγε πρὸς τοὺς προξένους ἀπροκαλύπτως τὴν 26 Ἰανουαρίου 1897, ὅτι δὲν ἦτο πλέον κύριος τῆς καταστάσεως τοῦ τόπου. Οὕτως ἀμηχανία καὶ ἀληθὴς ἀπελπισία κατέλαβε πάντας τοὺς χριστιανούς, κατὰ τηλεγράφημα τῶν ἐν Ἡρακλείῳ προκρίτων χριστιανῶν, διαβιβασθὲν αὐθημερὸν ὑπὸ τῆς ἐν Ἡρακλείῳ Προξενικῆς ἀρχῆς πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν, καὶ ἔχον οὕτω. «Πρόκριτοι χριστιανοὶ ζητοῦσι νὰ διαβιβάσω Βασιλικῇ Κυβερνήσει ἑπόμενον τηλεγράφημα: Κυβέρνησις δημοσίᾳ ὥπλισεν ὄχλον ὀθωμανικὸν ἐκ δημοσίων ἀποθηκῶν. Θέσις χριστιανῶν πόλεως ἀπελπιστική! Καταστροφὴ ἄφευκτος! Ἀνάγκη πλοίων, ὅπως παραλάβωσιν οἰκογενείας. Ἐπιβίβασις ἀδύνατος ἄνευ συνδρομῆς πολεμικῶν πλοίων εὐρωπαϊκῶν.» Τὴν ἐπιοῦσαν δὲ, ἤτοι τὴν 27 Ἰανουαρίου, ὁ ἐν Ἡρακλείῳ πρόξενος κ. Σάρρος ἐτηλεγράφει πρὸς τὸ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργεῖον τὰ ἑξῆς...

§266Α. ΡΩΜΑΝΟΣ. Ποίαν ἡμερομηνίαν ἔχει;

§267Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τῆς 27 Ἰανουαρίου 1897. Τὸ τηλεγράφημα τοῦ ἐν Ἡρακλείῳ προξένου εἶχεν οὕτω: «Δέκα χιλιάδες χριστιανοὶ ἐντὸς Ἡρακλείου εὑρίσκονται εἰς τὸ ἔλεος τοῦ ὄχλου τῶν Τούρκων, οἵτινες χθὲς διήρπασαν χιλιάδας ὅπλων. Ἀπεπειράθησαν νὰ διαρρήξωσι φυλακάς. Σήμερον συνηθροισμένοι ἀποπειρῶνται νὰ διαρρήξωσιν ἀποθήκας πολεμεφοδίων. Σκηναὶ σφαγῆς καὶ ὀλέθρου ἄφευκτοι! Παρουσία μόνον στόλου εὐρωπαϊκοῦ δύναται νὰ μετριάσῃ καταστροφήν. Καταστροφὴ ἐπίκειται ἀπὸ στιγμῆς εἰς στιγμήν. Πρὸ πάσης ἐνεργείας ἀνάγκη κατεπείγουσα ἀναχωρήσωσι χριστιανοί. Ἀπαγορεύεται ἀναχώρησις Ἑλλήνων ὑπηκόων. Ὁ λιμὴν εὑρίσκεται εἰς τὴν διάθεσιν τριῶν χιλιάδων ὄχλου. Προξενεῖον καὶ ἐγὼ εὑρισκόμεθα ἐν κινδύνῳ. Εὐαρεστηθῆτε νὰ μοὶ δώσητε ὁδηγίας.» Τὴν αὐτὴν δὲ ἡμέραν ὁ ἐν Ἡρακλείῳ πρόξενος διεβίβαζε πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν τηλεγράφημα τοῦ Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Κρήτης, τοῦ ἀειμνήστου Τιμοθέου, ἔχον ὡς ἑξῆς: «Εὐαρεστηθῆτε διαβιβάσητε τὸ παρὸν τηλεγράφημά μου Μεγαλειοτάτῃ Βασιλίσσῃ Ὄλγᾳ. «Δέκα χιλιάδες χριστιανοὶ, κινδυνεύοντες ἐντὸς Ἡρακλείου, ἐπικαλοῦνται φιλάνθρωπον μεσολάβησιν τῆς Ὑμετέρας Μεγαλειότητος.» Ἀγήματα τῶν ναυλοχούντων ἐν Κρήτῃ πλοίων τῶν Μεγάλων Δυνάμεων οὐδαμοῦ τῆς νήσου εἶχον ἕως τότε ἀποβιβασθῆ, πιθανώτατον δὲ ἦτο, ὅτι οὐδὲ τότε ἤθελε διαταχθῆ τοιοῦτον μέτρον ὑπὸ τῶν ναυάρχων· ἡλίκη δὲ ἡ εὐθύνη τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, ἂν ἠρνεῖτο καὶ πρὸ τοιούτου κινδύνου νὰ σπεύσῃ πρὸς σωτηρίαν τῶν ὁμοφύλων καὶ ὁμοθρήσκων, ἂν ἐσφάζοντο ὑπὸ τῶν Τούρκων τόσαι χιλιάδες χριστιανῶν! δὲν ἦτο δὲ ἀπίθανον τοιοῦτον φονικὸν δρᾶμα ἐν πόλει, ἐν ᾗ οἱ Ὀθωμανοὶ ἐκράτουν καὶ κατ’ ἀριθμόν. Τὸ τηλεγράφημα μοὶ ἐνεχειρίσθη ἐν τῇ Βουλῇ, διαρκούσης τῆς συνεδριάσεως αὐτῆς. Ἀναγνοὺς δ’ αὐτὸ, παρεκάλεσα τοὺς ἐμοὺς συναδέλφους νὰ συνέλθωμεν ἐν Συμβουλίῳ, ὅταν ἡ συνεδρίασις ἤθελε λυθῆ. Τότε συσκεφθέντες ἀπεφασίσαμεν νὰ ἀποστείλωμεν σῶμα στρατοῦ, ἵνα προστατεύσῃ ἐπὶ τῆς ξηρᾶς τοὺς θέλοντας νὰ ἐπιβῶσι τῶν πλοίων, ὅπως διαπορθμευθῶσιν εἰς τὴν Ἑλλάδα, ἐσχηματίσαμεν δὲ τὸ ἐκ διαφόρων ὅπλων ταχθὲν ὑπὸ τὸν τότε συνταγματάρχην Βάσσον στρατιωτικὸν σῶμα. Ἀλλὰ καὶ ἐν Ρεθύμνῃ τὰ πράγματα εἶχον περιαχθῆ ἐν κινδύνῳ, καθ’ ἃ ἀνήνεγκε πρὸς τὸ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργεῖον τηλεγράφημα τῆς 27 Ἰανουαρίου τοῦ ἐν Ρεθύμνῃ προξένου, τὸ ὁποῖον εἶχεν οὕτω: «Τοῦρκοι διήρπασαν κατάστημα Ἑλληνικὸν καὶ ἀποσκευὰς χριστιανῶν, ἀποπειραθέντων νὰ ἐπιβιβασθῶσιν ἀτμοπλοίου Κουρτζῆ. Ὄχλος ἐμποδίζει ἀναχώρησιν. Τοῦρκοι Ἀμαρίου ἤρξαντο εἰσερχόμενοι. Κατάστασις δεινή! Εὑρισκόμεθα διάκρισιν λύσσης ὄχλου. Χριστιανοὶ ἐν ἀπελπισίᾳ, ζητοῦσι δὲ πολεμικὰ πλοῖα, ὅπως διασωθῶσι». Καὶ ὁ ἐν Χανίοις δὲ Γενικὸς Πρόξενος, διὰ τηλεγραφήματος τῆς αὐτῆς ἡμέρας, ἐβεβαίου τὰ διὰ τοῦ ἀνωτέρω τηλεγραφήματος ἀγγελλόμενα· ἐτηλεγράφει δ’ ὁ Γενικὸς Πρόξενος: «Ἐν Ρεθύμνῃ κατάστασις δεινοῦται· ἀποστέλλομεν ἐκεῖ νύκτα. Ἀποστείλατε ἀμέσως καταδρομικὸν «Μιαούλην», διότι ὑπάρχοντα πλοῖα ἀνεπαρκῆ πρὸς ἐξασφάλισιν χριστιανῶν τριῶν πόλεων. Ἐπὶ καταδρομικοῦ δέον νὰ ἐπιβῇ ἀφεύκτως καὶ λόχος σκαπανέων, ὡς ἐν εὐρωπαϊκοῖς πλοίοις ἐπιβαίνουσι πεζοναῦται πρὸς φρούρησιν Προξενείων, ἀπόσβεσιν πυρκαϊῶν κτλ.» Τὴν δὲ 29 Ἰανουαρίου ὁ ἐν Ρεθύμνῃ πρόξενος ἐτηλεγράφει πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τάδε: «Εὐαρεστηθῆτε νὰ διαβιβάσητε τηλεγραφικῶς πρὸς τὸν ἐν Χανίοις Γενικὸν Πρόξενον, ὅτι μόνον δι’ ἀποβάσεως ἀγημάτων δύνανται νὰ προληφθῶσι συμφοραὶ καὶ εὐκολυνθῇ ἀναχώρησις οἰκογενειῶν.» Καὶ τὴν αὐτὴν ἡμέραν, ἤτοι τὴν 29 Ἰανουαρίου, ὁ διευθύνων τὸ ἐν Ρεθύμνῃ Ὑποπροξενεῖον ἐτηλεγράφει πρὸς τὸ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργεῖον: «Χθὲς κατέπλευσαν «Ὕδρα» καὶ «Ἀλφειός», συγχρόνως πολεμικὰ πλοῖα αὐστριακὸν, ἀγγλικὸν, ῥωσσικὸν, γαλλικόν. Οἰκογένειαι θέλουσαι ἐπιβιβασθῶσιν ἐκωλύθησαν διὰ τῆς βίας ὑπὸ ὄχλου τουρκικοῦ. Διοικητὴς ἐδήλωσεν, ὅτι, ἂν μὴ ἀπολυθῶσιν οἱ εἰς ἐπαρχίαν Ἀμαρίου κρατούμενοι ἔτι Τοῦρκοι καὶ στρατὸς, δὲν δύναται συγκρατήσῃ ὄχλον. Συνιστῶμεν ἀπόλυσιν, ἀλλὰ χριστιανοὶ ἐπιμένουσιν ἀφοπλίσαι στρατιώτας. Χθὲς ἑσπέρας ἐξερχόμενος «Ὕδρας» ἐκωλύθην ἀποβιβασθῶ ὑπὸ ὄχλου τουρκικοῦ ἐνόπλου. Ἀποπειραθεὶς εἶτα ἀποβίβασιν διὰ λέμβου ἀγγλικῆς, ἐκινδύνευσα πυροβοληθῶ ὑπ’ αὐτῶν. Ἐπανελθὼν θωρηκτῷ, ἀπεβιβάσθην σήμερον διὰ λέμβου ἀγγλικῆς, συνοδευόμενος ὑπὸ προξένων Αὐστριακοῦ καὶ Ἄγγλου.» Καὶ ὁ ἐν Χανίοις δὲ Γενικὸς Πρόξενος ἐτηλεγράφει τὴν 30 Ἰανουαρίου πρὸς τὸ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργεῖον τάδε: «Κυβερνήτης «Ἀλφειοῦ», ἐπανελθὼν ἐκ Ρεθύμνης τὴν ἑσπέραν ταύτην, μοὶ ἀνήγγειλεν, ὅτι Διοικητὴς οὐ μόνον ἀπαγορεύει ἀναχώρησιν χριστιανῶν, ἀλλὰ καὶ προσέγγισιν εἰς ξηρὰν λέμβων ἡμετέρων πολεμικῶν πλοίων, ἀπειλῶν ἐπίθεσιν κατὰ λέμβων· πρὸς τούτοις, ὅτι ὁ διευθύνων Ὑποπροξενεῖον, μεταβὰς εἰς «Ὕδραν» καὶ ἐπανερχόμενος διὰ λέμβου αὐτῆς εἰς ξηρὰν, ἠναγκάσθη νὰ ὀπισθοδρομήσῃ, ὄχλου δι’ ὅπλων ἀπαγορεύοντος ἀπόβασιν· ὅπως κατορθώσῃ δὲ διευθυντὴς Ὑποπροξενείου ν’ ἀποβιβασθῇ, ἠναγκάσθη νὰ ἐπικαλεσθῇ συνδρομὴν ὑποπροξένου Αὐστρίας, συνοδείᾳ τοῦ ὁποίου διὰ λέμβου Αὐστριακῆς ἀπεβιβάσθη τὴν ἐπιοῦσαν. Ταῦτα πάντα βεβαιοῦσιν ὑποπρόξενοι ἐν Ρεθύμνῃ Ρωσσίας, Αὐστρίας διὰ τηλεγραφημάτων ἀνακοινωθέντων μοι, προσθέτοντες, ὅτι διευθυντὴς Ὑποπροξενείου Α. Μεγαλειότης μικροῦ δεῖν ἐφονεύετο ὑπὸ τοῦ ὁρμήσαντος πρὸς τὸ μέρος τῆς ἀποβάθρας μαινομένου τουρκικοῦ ὄχλου. Φρονῶ ἀδιστάκτως, ὅτι εἰς τοιαύτας θρασυτάτας ὕβρεις καὶ προσβολὰς κατὰ τῆς Ἑλληνικῆς σημαίας Μοίραρχος, ἐπωφελούμενος εὐκαιρίας, ὤφειλε νὰ ἀπαντήσῃ ἀμέσως διὰ τῶν τηλεβόλων, τοῦτο δ’ εἶμαι βέβαιος θὰ ἐπέφερεν ἀποτελέσματα. Ὡς ἐτηλεγράφησα σήμερον, κυβερνῆται εὐρωπαϊκῶν πολεμικῶν πλοίων ἐνταῦθα ἀναμένουσιν, ὡς συνέπειαν φυσικὴν τῆς καταστάσεως, τὴν διὰ τῶν ἡμετέρων πυροβόλων ἅλωσιν τῶν Χανίων, διότι ἀπραξία καὶ ὑποχώρησις εἰς τὰς ἀπειλὰς καὶ τὰς ὕβρεις ἑνὸς Τούρκου ἐπάρχου μᾶς καταστρέφει. Σπεύσατε ἑπομένως αὐθωρεὶ νὰ δώσητε τὰς δεούσας διαταγὰς ἀρχηγῷ Μοίρας, εὑρισκομένῳ εἰσέτι ἐν Ρεθύμνῃ, διότι ἄλλως εὐκαιρία πρὸς λύσιν Κρητικοῦ ζητήματος ἀπόλλυται» Τοιαύτη ἦτο ἡ κατάστασις ἐν Κρήτῃ καὶ ἐν Χανίοις, καὶ ἐν Ρεθύμνῃ καὶ ἐν Ἡρακλείῳ, ἥτις κατέστησεν ἀναπόφευκτον τὸ μέτρον τῆς ἀποστολῆς τοῦ ὑπὸ τὸν τότε συνταγματάρχην κ. Βάσσον στρατιωτικοῦ σώματος. Ὁ Βουλευτὴς ἐκ Ζακύνθου ἠσχολήθη νὰ ἑρμηνεύσῃ τὴν διαταγὴν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, διὰ τῆς ὁποίας παρήγγειλε τὸν συνταγματάρχην κ. Βάσσον νὰ μεταβῇ εἰς Κρήτην, ἐφάνη δὲ, ὅτι τάχα ἐξεπλάγη ἐκ τοῦ κειμένου αὐτῆς, ἐνῷ αἱ δύο πρῶται παράγραφοι τοῦ ἐγγράφου τούτου ἐδήλουν εὐκρινῶς καὶ μετὰ εἰλικρινοῦς σαφηνείας τὰς αἰτίας, αἵτινες ὑπηγόρευσαν τὸ μέτρον καὶ τὸν σκοπὸν αὐτοῦ (ἀναγινώσκει): «Τὰ ἐν Κρήτῃ διαπραχθέντα μέχρι τοῦδε ἐπήνεγκον εἰς τὴν δυστυχῆ νῆσον ἀληθῆ ἀναρχίαν, καθ’ ἣν αἱ οἰκογένειαι τῶν χριστιανῶν καὶ αἱ περιουσίαι αὐτῶν ἔμειναν ἐκτεθειμέναι εἰς τὴν διάθεσιν τοῦ ἀχαλινώτου φανατισμοῦ καὶ εἰς τὴν διαρπαγὴν τοῦ ὄχλου. Ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις δὲν ἠδύνατο ἐπὶ πλέον νὰ ἀνεχθῇ τὴν ἀξιοθρήνητον κατάστασιν, εἰς ἣν περιήχθησαν οἱ ἐπὶ τῆς νήσου ὁμόφυλοι πληθυσμοὶ, μεθ’ ὧν συνδέεται διὰ τῆς θρησκείας καὶ διὰ δεσμῶν ἱερῶν. Διὰ τοῦτο ἀπεφάσισε νὰ στείλῃ στρατὸν, ὅπως καταλάβῃ τὴν νῆσον, ἀποκαταστήσῃ τὴν τάξιν καὶ τὴν εἰρήνην ἐν αὐτῇ· τοῦ στρατοῦ δὲ τούτου τὴν διοίκησιν ἐνεπιστεύθη εἰς ὑμᾶς.» Πόθεν ἐκ τοῦ ἐγγράφου τούτου συνήγαγεν ὁ κύριος Βουλευτὴς ἐκ Ζακύνθου, ὅτι ἡμεῖς ἐστείλαμεν τὸ στρατιωτικὸν σῶμα εἰς Κρήτην, διὰ νὰ κατακτήσωμεν αὐτὴν, ἀφοῦ ῥητῶς ἀναγράφεται ἐν τῷ ἐγγράφῳ, ὅτι ὁ στρατὸς ἐστέλλετο, ἵνα ἀποκαταστήσῃ τὴν τάξιν καὶ τὴν εἰρήνην, ὅπως σωθῶσιν ἀπὸ τοῦ κινδύνου νὰ σφαγῶσιν οἱ ὁμόφυλοι καὶ ὁμόθρησκοι ἡμῶν, οἵτινες ἐγκατελείφθησαν εἰς τὴν διάθεσιν ἀχαλινώτου φανατισμοῦ καὶ εἰς τὴν διαρπαγὴν τοῦ ὄχλου; Ἀλλ’ ἔλεγεν ὁ ἐκ Ζακύνθου Βουλευτὴς, ὡς ἂν ἦτο συνήγορος τῶν κυριαρχικῶν δικαιωμάτων τῆς Τουρκίας, ὅτι ὁ ἀρχηγὸς τοῦ στρατιωτικοῦ σώματος διετάσσετο νὰ καταλάβῃ τὴν νῆσον ἐν ὀνόματι τοῦ Βασιλέως. Ἠξίου τάχα νὰ μεταβῇ εἰς Κρήτην καὶ καταλάβῃ αὐτὴν οὐχὶ ὡς ἀξιωματικὸς τοῦ βασιλικοῦ στρατοῦ, οὐχὶ κατὰ διαταγὴν τοῦ Βασιλέως; ὡς πειρατὴς ἢ ὡς λῃστής; Ἡ διαταγὴ πρὸς τὸν Βάσσον ἐδήλου, ὅτι ἡ ἀποστολὴ αὐτοῦ καὶ τοῦ ὑπ’ αὐτὸν σώματος ἦτο μέτρον, τὸ ὁποῖον ἐπέβαλλεν ἡ φιλανθρωπία, κατέστησε δ’ ἀναπόφευκτον ἡ ἀνικανότης τῶν ἀρχῶν τοῦ Κράτους, εἰς ὃ ὑπήγετο ἡ χώρα ἐκείνη, μέτρον, τὸ ὁποῖον ἐσκόπει νὰ σώσῃ τοὺς ἡμεδαποὺς καὶ ἀλλοδαποὺς χριστιανούς. Τίς ἀρνεῖται, ὅτι τοιοῦτον μέτρον παρεῖχε τὸ δικαίωμα πρὸς κήρυξιν πολέμου εἰς τὸ Κράτος, ἐπὶ τῆς χώρας τοῦ ὁποίου ἀπεβιβάσθη ὁ συνταγματάρχης Βάσσος; Τίς ἀρνεῖται, ὅτι μέτρον τοιοῦτον κατεδήλου, ὅτι ἡ Κυβέρνησις τοῦ κυριάρχου Κράτους εἶχε κατασταθῆ ἀνίκανος νὰ διατηρήσῃ τὴν τάξιν καὶ ν’ ἀσφαλίσῃ τὴν ζωὴν καὶ τὴν περιουσίαν τῶν ἐν Κρήτῃ ὁμοφύλων καὶ ὁμοθρήσκων, καὶ ὅτι στρατὸς ἀλλότριος τοῦ Κράτους μετέβαινεν ἐκεῖσε, ἵνα ἐκπληρώσῃ καθήκοντα, τὰ ὁποῖα ὤφειλε νὰ ἐκπληροῖ ἡ κυρίαρχος Δύναμις; Ἀλλὰ ποία εὐθύνη ἤθελεν ἐπιβαρύνει τὴν Κυβέρνησιν τότε, ἂν δὲν προέβαινεν εἰς τοιοῦτον μέτρον, ἐν ᾗ περιπτώσει ἤθελον σφαγῆ δεκακισχίλιοι ἄνθρωποι ἐν Ἡρακλείῳ, ἢ λεηλατηθῆ ἡ Ρεθύμνη καὶ οἱ ἐν αὐτῇ οἰκοῦντες; Διὰ τοῦτο, ὅτε ἠναγκάσθημεν νὰ προβῶμεν εἰς τοιοῦτον μέτρον, ἐπιστεύομεν, ὅτι ἤθελεν ἐκτιμηθῆ ὑπὸ τῆς Εὐρώπης ἡ ἀνάγκη, ἥτις ὑπηγόρευσε τὸ μέτρον, καὶ ὅτι ἤθελεν ἀποτρέψει αὕτη διὰ τοῦτο τὴν Τουρκίαν ἀπὸ τοῦ νὰ ποιήσηται χρῆσιν τοῦ δικαιώματος τῆς ἐπικηρύξεως τοῦ πολέμου, τὸ ὁποῖον παρεῖχεν αὐτῇ ἡ ἀποστολὴ τοῦ στρατοῦ. Ἀλλ’ ἐπέκρινεν ἡμᾶς ὁ αὐστηρότατος ἐκ Ζακύνθου Βουλευτὴς, ὅστις ἐκ πατριωτισμοῦ ἐξύφαινε συνωμοσίας ἐν Ἀθήναις κατὰ τῆς Κυβερνήσεως τῆς πατρίδος του, προσπαθῶν νὰ ἀναγκάσῃ αὐτὴν νὰ πράξῃ ὅ,τι ἔπραξε, πρόθυμος δὲ νὰ ὑπάγῃ μετὰ ταῦτα εἰς Κωνσταντινούπολιν, ὡς ἀντιπρόσωπος τῆς Ἑλλάδος, ἵνα πείσῃ τὸν Σουλτᾶνον νὰ ἀναγνωρίσῃ τὰ δικαιώματα τῆς Ἑλλάδος, καὶ μετὰ τοῦτο ἕτοιμος νὰ καταγγείλῃ ἡμᾶς, διότι ἠναγκάσθημεν διὰ τῶν μηχανορραφιῶν αὐτοῦ νὰ πράξωμεν ὅ,τι ἐπράξαμεν! Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Ζακύνθου ἠπόρει, ὅτι ἡ Κυβέρνησις συνεκάλει δύο ἡλικίας ἐφέδρων, καὶ ὅτι τοῦτο ἤρκει νὰ ἐνδείξῃ, ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις διετίθετο εἰς πόλεμον, ἑπομένως νὰ προκαλέσῃ τὴν ἐπιδρομὴν τῆς Τουρκίας. Ὅτε ἡ Κυβέρνησις ἀπεφάσισε νὰ στείλῃ στρατὸν εἰς Κρήτην, εἶχε καθῆκον νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν ὅλας τὰς ἐνδεχομένας συνεπείας τοιούτου μέτρου, οὐδ’ ἔκρινεν ἀπίθανον νὰ κινητοποιήσῃ ἡ Τουρκία τὸν στρατόν της καὶ νὰ προβῇ εἰς τὰ σύνορα, εἴτε διὰ νὰ ἀπειλήσῃ, εἴτε διὰ νὰ εἰσβάλῃ, ἐπὶ τῇ ἐλπίδι, ὅτι, ἂν εἰσέβαλλεν εἰς τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος καὶ κατελάμβανε τὴν Θεσσαλίαν, ἤθελεν ἀναγκάσει ἡμᾶς διὰ τούτου νὰ ἀνακαλέσωμεν καὶ ἡμεῖς ἀπὸ τὴν Κρήτην τὸν στρατόν. Οἱ παρὰ ταῖς Μεγάλαις Δυνάμεσι πρέσβεις τῆς Ἑλλάδος μετέδιδον ἀλληλοδιαδόχως εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὴν αὐτὴν εἴδησιν, ὅτι αἱ Κυβερνήσεις, παρ’ αἷς διετέλουν διαπεπιστευμένοι, ἠρνοῦντο ῥητῶς νὰ στέρξωσι τὴν ἕνωσιν τῆς Κρήτης, τὴν ἀπόφασιν δὲ ταύτην ἠτιολόγουν διὰ διαφόρων ἐπιχειρημάτων. Ἐν Αὐστρίᾳ, ἐπερωτώμενος τὴν 10 Φεβρουαρίου ὁ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργός, ἔλεγεν, ὅτι ἡ ἔκνομος ἐνέργεια τῆς Ἑλλάδος προεκάλεσε καὶ ἐπέτεινε τὴν ἀναρχίαν ἐν τῇ νήσῳ, πρέπει δὲ πρὸ παντὸς ν’ ἀποτραπῇ ὁ κίνδυνος τῆς ἀπηχήσεως τοῦ συμβεβηκότος παρ’ ἄλλοις λαοῖς. Ἐν Ἰταλίᾳ ὁ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργὸς ἔλεγεν, ὅτι, ἀφοῦ ἡ ἕνωσις εἶναι ἀδύνατος, συνεννόησις ἤρξατο περὶ αὐτονομίας. Ἐν Ἀγγλίᾳ τὰς αὐτὰς ἔδιδε κατὰ τὴν 19 Φεβρουαρίου πληροφορίας ὁ Πρωθυπουργὸς ἐν τῇ Βουλῇ τῶν Λόρδων, διδοὺς ὅμως τὴν ἐλπίδα, ὅτι, ἂν μετά τινά ἔτη ἡ Κρήτη ἤθελε ζητήσει τὴν ἕνωσιν, αἱ Δυνάμεις δὲν ἤθελον τότε ἀντιταχθῆ. Ἐν Γερμανίᾳ ἔλεγεν ὁ Αὐτοκράτωρ τὴν 18 Φεβρουαρίου πρὸς τὸν κ. Ραγκαβῆν, ὅτι εἶναι ἀδύνατον αἱ Δυνάμεις νὰ στέρξωσι τὴν ἕνωσιν, θέλουσι δὲ στέρξει τὴν αὐτονομίαν. Καὶ ἐν Γαλλίᾳ ὁ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργὸς προήγγελλεν, ὅτι, ἂν δὲν ὑποχωρήσωμεν, δὲν θέλομεν ἀποφύγει τὴν σύγκρουσιν μετὰ τῶν Δυνάμεων. Τὴν 19 Φεβρουαρίου ἐπεδόθη εἰς τὸν κ. Σκουζὲν ἡ ταυτόσημος διακοίνωσις τῶν τεσσάρων Μεγάλων Δυνάμεων, πρὸς ταύτην δ’ ἀπήντησεν ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, δηλώσασα τὴν εὐχὴν, αἱ Δυνάμεις νὰ στέρξωσιν, ἵνα προκληθῇ ὁ Κρητικὸς λαὸς νὰ ἀποφήνηται γνώμην περὶ τῆς τύχης αὑτοῦ· ἐν ᾗ δὲ περιπτώσει αἱ Δυνάμεις δὲν ἐγκρίνωσι τὴν εὐχὴν ταύτην, ἐπρότεινεν ἡ Κυβέρνησις, διὰ τῆς ἀπαντήσεώς της πρὸς τὴν ταυτόσημον διακοίνωσιν, νὰ ἐφαρμοσθῇ εἰς τὴν Κρήτην τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον ἐφηρμόσθη ἐν Βοσνίᾳ καὶ Ἑρζεγοβίνῃ, ἤτοι τῆς ἐγκαταστάσεως ἐν τῇ νήσῳ διοικήσεως ὑπὸ τὴν εὐθύνην τοῦ Ὑπουργείου. Ἡ ἀπάντησις αὕτη τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως ἐκρίθη ἐν Ρωσσίᾳ ὡς συντεταγμένη ὑπὸ ὅρους συνδιαλλακτικοὺς, δυναμένους νὰ ἐξομαλύνωσι τὰς ἐπικειμένας περιπλοκὰς, ὁ δὲ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργὸς τοῦ Αὐτοκράτορος ἐδήλωσε πρὸς τὸν ἡμέτερον ἐπιτετραμμένον τὴν εὐχαρίστησίν του· ἔκρινεν ὅμως, ὅτι ἡ περὶ προκλήσεως δημοψηφίσματος ἐν Κρήτῃ εὐχὴ ἡμῶν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γένηται δεκτή, διότι τοιαύτης ἀρχῆς ἡ ἀποδοχὴ δύναται νὰ παραγάγῃ δυσχερείας ἐν τῇ Ἀνατολῇ. Ἔκρινεν ἐν τούτοις δυνατὴν τὴν αὐτονομίαν. Καὶ εὐλόγως τοιαύτη ἐντύπωσις προσῆκε νὰ ἐμποιηθῇ εἰς τὰς Μεγάλας Δυνάμεις ἐκ τῆς ἀπαντήσεως, ἣν ἐπεστείλαμεν πρὸς τὴν ἀγέρωχον καὶ ἐπιτακτικὴν ταυτόσημον διακοίνωσιν αὐτῶν, ἀφοῦ ἡ Ἑλλὰς προσέθηκεν ἐν τῇ ἀπαντήσει αὐτῆς καὶ ἐπιβοηθητικὴν πρότασιν, ἂν ἡ τοῦ δημοψηφίσματος ἐκρίνετο ἀδύνατος, καὶ ἔστεργε τὴν ἐπὶ τῆς Κρήτης κυριαρχίαν τοῦ Σουλτάνου, ἂν τῆς νήσου ἡ διοίκησις ἀνετίθετο εἰς τὴν Ἑλλάδα, εἶχε καταστήσει δὲ κατάδηλον τὴν ἑαυτῆς ὑποχώρησιν διὰ τῆς προσθέτου διακοινώσεως, ἣν διὰ τῶν παρὰ ταῖς Μεγάλαις Δυνάμεσιν ἀντιπροσώπων της ἀπηύθυνεν, δηλώσασα δι’ αὐτῆς, ὅτι καὶ τὰ πλοῖά της ἔστεργε νὰ ἀνακαλέσῃ, καὶ τὸ ἐπὶ τῆς Κρήτης σῶμα τοῦ στρατοῦ αὐτῆς προθύμως ἔτασσεν ὑπὸ τὰς διαταγὰς τῶν ἐν Κρήτῃ ναυάρχων τῶν Μεγάλων Δυνάμεων, ἂν εἰς τούτους ἀνετίθετο τῆς νήσου ἡ εἰρηνοποίησις. Μετὰ τὴν συνάντησιν ὅμως ἐν Παρισίοις τοῦ Πρωθυπουργοῦ τῆς Ἀγγλίας μετὰ τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργοῦ τῆς Γαλλίας, διεδόθη ἡ εἴδησις, ὅτι Δυνάμεις τινὲς παρώθουν τὴν Τουρκίαν νὰ διατάξῃ τὰ παρὰ τὰ Θεσσαλικὰ σύνορα στρατεύματά της νὰ εἰσβάλωσιν εἰς τὴν Θεσσαλίαν· κατὰ τηλεγράφημα δὲ τῆς 20 Μαρτίου τοῦ ἐν Κωνσταντινουπόλει ἡμετέρου πρέσβεως, τὰ ὀθωμανικὰ στρατεύματα ἀνεπτύσσοντο καὶ διηυθύνοντο πρὸς τὴν Λάρισαν. Εἶχε δὲ κινητοποιήσει ἡ Τουρκία, καθ’ ἃς εἴχομεν εἰδήσεις, 80 χιλιάδας στρατοῦ πρὸς τὰ μεσημβρινὰ σύνορα τῆς Αὐτοκρατορίας, παρεσκεύαζε δὲ καὶ σῶμα ἐκ δεκακισχιλίων Ἀλβανῶν, τὸ ὁποῖον προώριζε νὰ ἐπιδράμῃ εἰς τὴν Ἑλληνικὴν ἐπικρατείαν· κατὰ τηλεγράφημα μάλιστα τοῦ νομάρχου Τρικκάλων, ὑπ’ ἀριθ. 52, τῆς 28 Φεβρουαρίου 1897, «Ἀλβανοὶ ἐδήλωσαν εἰς τὸ Στρατολογικὸν Γραφεῖον Ἰωαννίνων, ὅτι σήμερον ἐὰν δὲν ἐνεργήσωσι κατὰ τῆς Ἑλλάδος, αὐτοὶ θὰ εἰσβάλωσιν αὐτοβούλως.» Ἡ εἴδησις τῆς ἐπιδρομῆς τῶν Ἀλβανῶν ἔμελλε πάντως νὰ ἀναγκάσῃ τὴν Κυβέρνησιν νὰ προνοήσῃ περὶ τῆς ἀμύνης τοῦ Κράτους, καὶ οἱ κατὰ τὴν μεθόριον δὲ γραμμὴν πληθυσμοί, μαθόντες τὴν εἴδησιν, ἐζήτουν παρ’ ἡμῶν νὰ χορηγήσωμεν αὐτοῖς ὅπλα, ἵνα ἀμυνθῶσι κατὰ τῶν παρασκευαζομένων τούτων ἐπιδρομῶν. Τὴν αἴτησιν ταύτην αὐτῶν δὲν ἠδύνατο νὰ μὴ ἀκούσῃ ἡ Κυβέρνησις, διέταξε δὲ τοὺς νομάρχας Λαρίσσης καὶ Τρικκάλων νὰ ποιήσωνται γνωστὸν εἰς τοὺς παρὰ τὴν μεθόριον γραμμὴν κατοικοῦντας συμπολίτας, ὅτι θέλουσι δοθῇ εἰς αὐτοὺς ὅπλα, ἀλλ’ ὅταν ἐπιστῇ ὁ καιρός· καὶ ὄντως τὰ ὅπλα ταῦτα διετέθησαν ἐν ταῖς ἀποθήκαις, ἵνα δοθῶσιν εἰς αὐτοὺς, τῇ προηγουμένῃ διαταγῇ τῆς Κυβερνήσεως, ὅταν ἤθελεν ἐπιστῆ ἡ ἀνάγκη. Ἐπειδὴ ὅμως αἱ στρατιαί, αἱ ὁποῖαι κατήρχοντο εἰς τὰ μεσημβρινὰ μέρη τῆς Τουρκίας, παρηκολουθοῦντο ἀπὸ σιτοπομπὰς, προὐτάθη εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ σχηματισθῇ σῶμα ἄτακτον ὁπλιτῶν, τὸ ὁποῖον νὰ διαπορθμευθῇ παρὰ τὸν ὅρμον τῆς Αἰκατερίνης, καὶ ἐκεῖθεν νὰ προβῇ, οὐ μόνον ἵνα παρακωλύῃ τὰς σιτοπομπὰς ταύτας, ἀλλὰ καὶ ἵνα φέρῃ ἀντιπερισπασμὸν εἰς ἐνδεχομένας ἐπιδρομὰς Γκέκιδων ἢ Ἀλβανῶν. Διὰ τοῦτο κατὰ τὴν 5 Μαρτίου 1897, γνωρίζοντες ὅτι ἡ Ἐθνικὴ Ἑταιρεία εἶχε συλλέξει ὁπλίτας ἐν Λαρίσῃ, ἐτηλεγραφήσαμεν εἰς τὸν νομάρχην Λαρίσης τὰ ἑξῆς: «Δὲν ἐπιμένομεν πλέον εἰς ὁδηγίας, ἃς εἴχομεν δώσει ὑμῖν, περὶ τῶν ὁμάδων ἢ τῶν σωμάτων, τὰ ὁποῖα εἶχε παρασκευάσει ἡ Ἐθνική. Ἑπομένως, ἐὰν ὑπάρχωσι τοιαῦτα, μὴ ἀποτρέπετε, μηδὲ παρακωλύετε αὐτὰ ἀπὸ τοῦ νὰ ἐξέλθωσιν, ἂν τοῦτο ἐπιθυμῶσι.» Τοῦτο εἶναι τὸ μόνον ἔγγραφον, ἡ μόνη ἐντολὴ, τὴν ὁποίαν ἡ Κυβέρνησις ἔδωκεν εἰς τὸν νομάρχην Λαρίσης, ὅπως πρὸς τοιοῦτον εἰδικὸν σκοπὸν χρησιμοποιήσῃ ὁπλίτας τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας· τοῦτο δὲ τὸ ἔγγραφον ἡμῶν ἐπικαλοῦνται τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας οἱ ὁρατοὶ καὶ ἀόρατοι διοικηταί, ἵνα ἀποδείξωσιν, ὅτι ἡ Ἐθνικὴ Ἑταιρεία ἐτύγχανε τεταγμένη παρὰ τὸ πλευρὸν ἡμῶν, καὶ ἦτο ὄργανον ἡμῶν καὶ ἐκτελεστὴς τῶν παραγγελμάτων μας! Τὴν διαταγὴν ὅμως ταύτην τῆς 5 Μαρτίου ἀνεκαλέσαμεν πάραυτα, οὐ μόνον διότι οἱ ἐν Λαρίσῃ ἀντιπροσωπεύοντες τὴν Ἐθνικὴν Ἑταιρείαν δὲν ἔστερξαν, ἵνα οἱ ἄνδρες αὐτῶν διαπορθμευθῶσιν εἰς Αἰκατερίνην, ἀλλ’ ἐζήτουν νὰ στείλωσιν αὐτοὺς πρὸς τὰ ἐνδότερα παρὰ τὴν Ἐλασσῶνα ἢ τὴν Πίνδον μέρη, ἀλλὰ καὶ διότι ὁ νομάρχης Λαρίσης ἐτηλεγράφει πρός με καὶ πρὸς τὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸν τὴν πρώτην μετὰ τὸ μεσονύκτιον τῆς 7 πρὸς τὴν 8 Μαρτίου ὥραν, ὅτι, «ἐὰν καλῶς ἀντιλαμβάνωμαι τῶν πραγμάτων, ἡ σύγκρουσις μοιραίως θὰ ἐπέλθῃ, καὶ δὲν ἰσχύομεν ἐπιβραδῦναι. Ἀναξία λόγου ἀφορμὴ μεταξὺ τῶν ἀνδρῶν ἐπὶ τῆς ὁροθετικῆς γραμμῆς ἀρκεῖ νὰ γενικευθῇ εἰς ὅλους.... Ὑποπτεύομαι καὶ ὅτι θὰ δοθῇ ἀφορμὴ ἐκ τῶν ἀνταρτικῶν σωμάτων, τὰ ὁποῖα θὰ εἰσβάλωσιν εἰς Μακεδονίαν.» Πρὸς τὸν νομάρχην Λαρίσης ἀπεκρίθην ἀμέσως διὰ τηλεγραφήματος, σταλέντος τὴν ἑνδεκάτην ὥραν πρὸ μεσημβρίας τῆς 8 Μαρτίου, ἐντειλάμενος αὐτῷ νὰ ἀσχοληθῇ, ὅσον δύναται, «ὅπως ἀναβληθῇ ἡ σύγκρουσις· ἐὰν δ’ αὕτη ἀναποφεύκτως ἐπέλθῃ, νὰ μὴ ἤμεθα ἡμεῖς οἱ προκαλέσαντες αὐτήν». Καὶ δὲν ἐφαίνοντο μὲν ἡμῖν εὔλογοι οἱ φόβοι οὗτοι τοῦ κ. νομάρχου, ἀφοῦ ἡ εἰσβολὴ τῶν ὁπλιτῶν τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας, τὴν ὁποίαν ἐπετρέψαμεν, ἔμελλε νὰ γένηται διὰ θαλάσσης, ἀπὸ τοῦ ὅρμου τῆς Αἰκατερίνης, διετάξαμεν ὅμως οὐχ ἧττον νὰ μὴ γένηται οὔτε αὕτη, ὅπως ἀποφύγωμεν νὰ δώσωμεν καὶ τὴν ἀφορμὴν ταύτην πρὸς σύγκρουσιν...

§268ΑΛΕΞ. ΣΠ. Κ. ΡΩΜΑΣ (πρὸς τὸν ἀγορεύοντα). Δὲν νομίζετε, κύριε Πρόεδρε, ὅτι πρέπει νὰ διακόψωμεν;

§269Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Νὰ τελειώσω τὸ μέρος τοῦτο. Ὁ νομάρχης κ. Γεώργιος Μπουκλᾶκος καὶ ὁ ἀρχηγὸς κ. Ν. Μακρῆς ἀπήντησαν πρὸς τὸ περὶ ἀποφυγῆς συγκρούσεων τηλεγράφημα ἡμῶν ἀμέσως, τὴν 9 Μαρτίου (ἀναγινώσκει): «Πρόεδρον Κυβερνήσεως. Ἐπὶ χθεσινοῦ ὑμετέρου τηλεγραφήματος, λαμβάνομεν τὴν τιμὴν νὰ ἀπαντήσωμεν. Στρατὸς ὀργᾷ πρὸς δρᾶσιν. Πειθαρχεῖ ἐν τούτοις, ἀλλὰ ἐνδέχεται, δοθησομένης ἀφορμῆς, νὰ συμβῇ σύγκρουσις μεταξὺ προφυλακῶν. Ὡς ἐκ τοῦ γοήτρου, οὗτινος ἀπολαύει Βασιλεία παρὰ λαῷ καὶ στρατῷ, ἄφιξις Διαδόχου πολὺ θὰ συντελέσῃ πρὸς πρόληψιν ἐνδεχομένων συγκρούσεων. Καὶ πρὸ αὐτῆς καὶ μετ’ αὐτὴν ἀρχηγὸς θὰ λάβῃ ἀφορμὴν νὰ ἐπαναλάβῃ διαταγάς του περὶ ἀποχῆς ἀπὸ πάσης οἱασδήποτε ἐνεργείας, δυναμένης νὰ φέρῃ διατάραξιν εἰρήνης ἢ σύγκρουσιν ἐν μεθορίοις σταθμοῖς. Ὅθεν ὑποστηρίζομεν ἄφιξιν ἐνταῦθα Διαδόχου, καὶ παρακαλοῦμεν εἰδοποιηθῶμεν ἐγκαίρως περὶ τούτου. Ἀρχηγὸς Μακρῆς, Νομάρχης Γ. Μπουκλᾶκος.» Ἀλλὰ καὶ ὁ νομάρχης Τρικκάλων τὴν 9 Μαρτίου ἐτηλεγράφει ὡσαύτως (ἀναγινώσκει): «Τὰς κρυπτογραφικὰς διαταγὰς ἔλαβον, ἀπαρεγκλίτως δὲ συμμορφοῦμαι, καὶ πέποιθα, ὅτι αἱ ὁδηγίαι καὶ προτροπαὶ ὑμῶν ἐπικρατήσουσι τελεσφόρως. Οἱ πάντες ἀνυπομόνως ἀναμένουσιν ἔλευσιν Διαδόχου, ἰδίως οἱ στρατιωτικοὶ, ἐμβαθύνοντες εἰς τὰ τοῦ στρατοῦ, ἥτις ἔλευσις θὰ παγιώσῃ τὴν πειθαρχίαν.» Τὴν μετάβασιν τοῦ Διαδόχου εἰς τὴν Λάρισαν, ὅπως ἀναλάβῃ τὴν διοίκησιν τοῦ στρατοῦ, καθίστων ἀναπόφευκτον καὶ αἱ διαθέσεις, τὰς ὁποίας ἐδείκνυεν ὁ ἀρχηγὸς τότε συνταγματάρχης Μακρῆς, ἀλλὰ καὶ ἡ στάσις ἀξιωματικῶν τοῦ στρατοῦ, οἵτινες ἔλεγον ἀπροκαλύπτως, ὅτι τὴν 25 Μαρτίου ἦσαν διατεθειμένοι νὰ ἐπιδράμωσιν εἰς τὸ τουρκικόν. Ἡ στάσις δὲ αὕτη τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ Ἀρχηγείου Λαρίσης ἦν ὄντως λίαν ἀνησυχητική. Ἐν τούτοις ἐκ τηλεγραφήματος τοῦ νομάρχου Λαρίσης ἀπὸ 12 Μαρτίου ἐμάνθανον, ὅτι (ἀναγινώσκει) «ὁ ἐντολοδόχος τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας Ροϊλὸς κατήρτισε σώματα ἐπαναστατικά, τὰ ὁποῖα μετὰ δύο ἡμέρας θὰ ἐξέλθωσι, καθ’ ἃ μὲ ἐβεβαίωσαν, ὁ δὲ ἀρχηγὸς φρονεῖ, ὅτι, μόλις τὰ σώματα ταῦτα ἐξέλθουν, θέλουσι συγκρουσθῆ, καὶ σύγκρουσις θὰ ἐπέλθῃ τότε γενικὴ καὶ τῶν δύο ἀντιμετώπων στρατῶν. Ὑποπτεύομαι καὶ ἐγὼ τοῦτο. Προσέτι δ’ ὅτι πρὸς πόλεμον εἴμεθα ἀνέτοιμοι. Ὁ Δουμπιώτης, θερμῶς συστηθεὶς παρ’ ἐμοῦ, παρὰ τοῦ ἐντολοδόχου τῆς Ἑταιρείας δὲν ἐκρίθη χρήσιμος.» Ἔλεγον πρὸ μικροῦ ὑμῖν, ὅτι κατ’ ἐντολὴν ἡμῶν εἶχε ζητήσει ὁ νομάρχης Λαρίσης παρὰ τοῦ ἐν Λαρίσῃ ἐντολοδόχου τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας νὰ διαθέσῃ τινὰς τῶν ὁπλιτῶν, οὓς εἶχε στρατολογήσει καὶ διετήρει ἐν Λαρίσῃ, ὅπως σχηματισθῇ ἐξ αὐτῶν σῶμά τι καὶ διαπορθμευθῇ εἰς Αἰκατερίνην, ἵνα ἐκεῖθεν διακόψῃ τὰς σιτοπομπὰς τοῦ τουρκικοῦ στρατοῦ, φέρῃ δὲ καί τινα περισπασμὸν εἰς σώματα Γκέκιδων ἢ Ἀλβανῶν, ἂν ταῦτα ἔμελλον νὰ ἐπιδράμωσιν ἐπὶ τὴν ἡμετέραν ἐπικράτειαν, ὅτε διὰ τοῦ ἀπὸ 5 Μαρτίου τηλεγραφήματος ἐπετρέψαμεν τὴν ἔξοδον τοιούτου σώματος. Ἀλλ’ ἀφοῦ ὁ ἐντολοδόχος τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας δὲν ἔστερξε τὴν πρότασιν ταύτην τοῦ νομάρχου, παρεκαλέσαμεν τὸν κ. Δουμπιώτην, γνωρίζοντα καλῶς τὰ Μακεδονικὰ ἐδάφη, νὰ μεταβῇ εἰς Λάρισαν καὶ συνεννοηθῇ μὲ τὸν ἐντολοδόχον τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας, ὅπως ἀναλάβῃ τὴν συγκρότησιν τοιούτου σώματος ἐκ τῶν ὁπλιτῶν, οἵτινες εἶχον στρατολογηθῆ. Ἦτο δὲ καταφανὴς τοιούτου σώματος ἡ χρησιμότης, ὁ δὲ συνταγματάρχης Δουμπιώτης ἦτο Μακεδών, καὶ κατὰ τὸ 1878 ἐχρησίμευσεν εἰς τοιαύτην ἀποστολήν.

§270ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἔδειξεν ἀληθῶς ἀρίστην διαγωγήν.

§271Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Παρεκάλεσα λοιπὸν αὐτὸν καὶ συνενοήθην, καὶ ἐσύστησα αὐτῷ νὰ μεταβῇ εἰς Λάρισαν, ἵνα συνεννοηθῇ μετὰ τοῦ ἀρχηγοῦ, καὶ σχηματίσῃ σῶμα· ἀλλὰ τὸν τοιοῦτον κ. Δουμπιώτην δὲν ἔστερξεν οὔτε ὁ ἀρχηγὸς Μακρῆς οὔτε ἡ Ἐθνικὴ Ἑταιρεία, οὕτω δ’ ἠναγκάσθη οὗτος νὰ ἐπανέλθῃ ἐνταῦθα. Τὴν 12 Μαρτίου ὅμως δι’ ἡμιεπισήμου ἐπιστολῆς μοι ἀνήγγελλεν ὁ νομάρχης Λαρίσης, ὅτι «ὡς ἔμαθον παρὰ τοῦ κ. Γουσίου, ἐντὸς δύο ἢ τριῶν ἡμερῶν θὰ ἐξέλθωσι τὰ ἀνταρτικὰ σώματα, καὶ ἐπὶ κεφαλῆς αὐτῶν θὰ τεθῇ ἀξιωματικός τις, ὃν ἤθελεν ὑποδείξει ὁ ἀρχηγός. Δὲν δύναταί τις νὰ μαντεύσῃ ἀπὸ τοῦδε τὴν ἐπιτυχίαν ἢ μὴ τῆς δράσεως τῶν ἀνταρτικῶν σωμάτων, φοβοῦμαι ὅμως, ὅτι τινὲς ἐξ αὐτῶν (ἐὰν δυνηθῶσι νὰ εἰσβάλωσι) θὰ ἐπανέλθωσι τάχιστα...» Καὶ τὴν 13 Μαρτίου ἐτηλεγράφει ὁ κ. νομάρχης Λαρίσης πρὸς ἐμὲ καὶ πρὸς τὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργόν, ὅτι, «ἂν καὶ αὐστηραὶ κατ’ ἐπανάληψιν διαταγαὶ ἐδόθησαν περὶ ἀποφυγῆς πάσης ἀφορμῆς ῥήξεων τῶν προφυλακῶν ἡμῶν πρὸς τὰς τῶν Τούρκων, ἐν τούτοις ἀβέβαιον, ἂν θ’ ἀποφύγωμεν τοιαύτας, ἐν περιπτώσει καθ’ ἣν θὰ ἐξέλθωσιν ἄτακτα σώματα, ἅτινα ὁλοὲν ἑτοιμάζονται καὶ ἐντὸς ὀλίγων ἡμερῶν θὰ ἐξέλθωσιν». Ἕνεκα τῶν εἰδήσεων τούτων ἠναγκάσθην νὰ ἐπιθυμήσω νὰ συνεννοηθῶ μετὰ τῶν διοικούντων ἐν Ἀθήναις τὴν Ἐθνικὴν Ἑταιρείαν· διὰ τοῦτο παρεκάλεσα τὸν μακαρίτην Μελᾶν νὰ μὲ συναντήσῃ ἐν τῷ Ὑπουργείῳ, προσῆλθε δ’ οὗτος· ἀλλ’ ὅτε εἶπον αὐτῷ, ὅτι πρόκειται νὰ στείλωσι σώματα εἰς τὴν Ἤπειρον καὶ τὴν Θεσσαλίαν διὰ νὰ εἰσβάλωσιν εἰς τὴν τουρκικὴν χώραν, μοὶ ἀπεκρίθη, ὅτι δὲν γνωρίζει τι, διότι ἀσχολεῖται εἰς μόνα τὰ οἰκονομικὰ τῆς Ἑταιρείας. Ἠρώτησα τότε αὐτόν, εἰς ποῖον ν’ ἀποταθῶ, ἀλλὰ μοὶ ἀπεκρίθη, ὅτι δὲν γνωρίζει. Ἐσκέφθην τότε ν’ ἀποταθῶ πρὸς τὸν κ. Καζάζην, τὸν Πρόεδρον τῆς Ἑταιρείας τοῦ «Ἑλληνισμοῦ», ἵνα μὲ ὁδηγήσῃ, ἂν γνωρίζῃ, εἰς τίνα νὰ ἀποταθῶ· ἀλλὰ καὶ ὁ κ. Καζάζης μοὶ εἶπεν, ὅτι οὐδ’ ἀνήκει εἰς τὴν Ἐθνικὴν Ἑταιρείαν, οὐδ’ ἐπιδοκιμάζει τὴν πολιτείαν αὐτῆς, οὐδ’ ἀναλαμβάνει εὐθύνην τινὰ δι’ αὐτήν. Ἠρώτησα τότε αὐτὸν, εἰς τίνα ν’ ἀποταθῶ· ὁ κ. Καζάζης δὲ μὲ συνεβούλευσε νὰ ἀποταθῶ πρὸς τὸν κ. Σπ. Λάμπρον. Ἦτο μεσονύκτιον, καθ’ ἣν ὥραν ἔπεμψα καὶ ἔκρουσαν τὴν θύραν τοῦ κ. Σπ. Λάμπρου, ὅστις πιθανῶς ἀνεπαύετο, διότι προσῆλθεν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον δύσθυμος. Ἐξέθηκα αὐτῷ τὴν ἀνάγκην, δι’ ἣν ἐκάλεσα αὐτόν, καὶ εἶπον αὐτῷ, ὅτι, ἵνα μὴ ἀντιστρατεύωνται πρὸς τὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως, πρέπει νὰ συντελῶσι πρὸς τοὺς σκοποὺς καὶ τὴν τακτικὴν αὐτῆς. «Μὴ στέλλετε λοιπὸν ὁπλίτας πρὸς τὴν Τουρκικὴν ἐπικράτειαν, εἰς τὴν Ἤπειρον, ἢ πρὸς τὴν Θεσσαλίαν.» Ὁ κ. Λάμπρος ἔμεινε σιωπηλὸς, ἀπερχόμενος δὲ μοὶ εἶπεν, ὅτι δὲν ἠδύνατο νὰ μοὶ ὑποσχεθῇ, ἀλλ’ ὅτι θέλει ἀνεύρει τοὺς ἁρμοδίους καὶ συνεννοηθῆ μετ’ αὐτῶν. Οὕτως ἔμειναν τὰ πράγματα ἐξηρτημένα ἀπὸ τὴν διάθεσιν τοῦ κ. Λάμπρου, ἐὰν αὐτὸς ἦτο ὁ διευθύνων τὰ στρατιωτικὰ τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας, καὶ εἰς αὐτὸν ἀπέκειτο ν’ ἀπαγορεύσῃ ἢ νὰ ἐπιτρέψῃ τὴν εἰς τὴν τουρκικὴν χώραν ἔξοδον τῶν ὁπλιτῶν, τῶν συσσωρευμένων ἐν Λαρίσῃ, ὅτε βεβαίως ἔμελλε νὰ ἐπέλθῃ ἡ σύγκρουσις. Ἀλλὰ ποῖα ἔλεγε πρὸς τὴν Βουλὴν ὁ κύριος Βουλευτὴς ἐκ Ζακύνθου; Οὗτος παρίστα, ὅτι ἡ Ἐθνικὴ Ἑταιρεία ἦτο εἰς διηνεκῆ συνεννόησιν μετ’ ἐμοῦ, ἐνῷ ἐγὼ οὐδὲ ἐγνώριζον ποῖος διώκει αὐτὴν, οὐδὲ ποῖος διεχειρίζετο εἴτε τὰ οἰκονομικὰ, εἴτε τὰ στρατιωτικὰ αὐτῆς, μόλις δ’ ἔμαθον κατὰ τὴν 7 Μαρτίου, ὅτι πρόκειται νὰ εἰσβάλωσιν εἰς τὴν Τουρκικὴν χώραν, ὅτε ἔκρουον τὰς θύρας τούτου ἢ ἐκείνου, διὰ νὰ μάθω πρὸς τίνα πρέπει νὰ στραφῶ διὰ ν’ ἀναστείλω τὴν ἔξοδον τῶν ὁπλιτῶν αὐτῆς. Μοὶ εἶχε στείλει ἀληθῶς ἐπιτροπὴν ἡ Ἐθνικὴ Ἑταιρεία ἐκ Βουλευτῶν, μεταξὺ τῶν ὁποίων ἦτο καὶ ὁ μετὰ μικρὸν τότε διορισθεὶς Ὑπουργὸς κύριος Τόμαν, ζητοῦσαν νὰ διατάξω νὰ δοθῇ αὐτῇ ἓν ἑκατομμύριον φυσιγγίων ἀβολιδώτων, καὶ ἠρώτησα τότε τὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν ἐμὸν συνάδελφον, ὅστις μὲ ἐπληροφόρησεν, ὅτι τὰ ζητούμενα φυσίγγια εἶναι ἐντελῶς ἄχρηστα, οὐδὲ ἦτο δυνατὸν νὰ χρησιμοποιηθῶσιν ἢ μετὰ δύο ἢ τρεῖς μῆνας, καὶ ὅτι καὶ ἡ πυρῖτις, τὴν ὁποίαν εἶχον, ἦτο ἐντελῶς ἄχρηστος, ἀνήκουσα εἰς τὰς κατὰ τὸ 1885 γενομένας προμηθείας, καὶ αὐτὸς δὲ ὁ μακαρίτης Γούσιος μοὶ εἶχεν εἰπεῖ, ὅτι εἶχον ἐλαχίστην χρησιμότητα. Τότε δὲ παρήγγειλα νὰ χορηγήσωσιν εἰς τὴν Ἑταιρείαν τὸ ζητούμενον ἑκατομμύριον τῶν τοιούτων ἀβολιδώτων φυσιγγίων...

§272Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Τοῦ 1877 ἦσαν τὰ φυσίγγια.

§273Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Λοιπὸν δὲν ἦσαν τῶν προμηθειῶν τοῦ 1885, ἀλλὰ τῶν προμηθειῶν τοῦ 1877. Τοιαῦται δ’ ἦσαν αἱ πληροφορίαι, τὰς ὁποίας ἐγὼ εἶχον ἀπὸ στρατιωτικούς, ἤτοι ὅτι δὲν εἶχον καμμίαν χρησιμότητα...Καὶ ὁ κ. Ν. Μεταξᾶς, ὁ τότε Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, μοὶ παρέστησεν, ὅτι τὰ φυσίγγια αὐτὰ ἦσαν ἐντελῶς ἄχρηστα, ἠπόρει δὲ, πῶς ἡ Ἐθνικὴ Ἑταιρεία ἦτο πρόθυμος καὶ νὰ ἀγοράσῃ αὐτά. Ἀλλ’ ὅτε ἐνέδωκα εἰς τὴν περὶ φυσιγγίων αἴτησιν αὐτῆς καὶ τῇ ἐχορήγησα αὐτὰ, δὲν τὸ ἔπραξα διὰ νὰ ἐκπέμψῃ σώματα εἰς τὴν ὅμορον χώραν. Ἰδοὺ ποῖαι ἦσαν αἱ μόναι σχέσεις, ἃς εἶχον συνδέσει μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας, ἡ παραχώρησις ἑκατομμυρίου φυσιγγίων ἀβολιδώτων τῆς προμηθείας τοῦ 1876 καὶ 1877 καὶ ἡ πρὸς τὸν νομάρχην Λαρίσης παραγγελία τῆς 5 Μαρτίου, νὰ μὴ ἐπιμείνῃ ἀποτρέπων ὁπλίτας τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας νὰ ἐξέλθωσιν, ὅπως διευκολύνω τὸν σχηματισμὸν σώματος, προοριζομένου ν’ ἀποβιβασθῇ εἰς Αἰκατερίνην πρὸς παρακώλυσιν τῶν σιτοπομπῶν τοῦ ὀθωμανικοῦ στρατοῦ, τὸν ὁποῖον σχηματισμὸν τοιούτου σώματος δὲν ἔστερξεν ὁ ἀντιπρόσωπος τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας ἐγὼ δ’ ἀνεκάλεσα τὴν 8 Μαρτίου τὴν εἰρημένην παραγγελίαν πρὸς τὸν νομάρχην Λαρίσης, καλέσας αὐτὸν νὰ φροντίσῃ, ἵνα μὴ ἐπιτραπῇ ποτὲ ἡ ἐπὶ τὴν ὅμορον χώραν ἔξοδος ἀτάκτων σωμάτων. Τοιαῦται μὲν αἱ σχέσεις ἐμοῦ πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Ἑταιρείαν· ποῖαι δὲ αἱ ὑποχρεώσεις τῶν πολιτικῶν ἀνδρῶν, οἱ ὁποῖοι ἀνήκουσιν εἰς πολιτικὰ κόμματα, δὲν εἶναι καιρὸς νὰ ἐξετάσω. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Ζακύνθου ὅμως ἔχει γνώμας, αἱ ὁποῖαι βεβαίως ἁρμόζουσιν εἰς αὐτόν, διότι ἐγὼ φρονῶ, ὅτι οἱ πολιτικοὶ ἄνδρες, ἐὰν μὲν ἔχωσιν ἴδιον σύστημα πολιτικῶν ἰδεῶν καὶ γνωμῶν, τὰς ὁποίας οὐδεὶς ἄλλος ἔχει, καὶ διὰ τοῦτο ἀκολουθοῦσι μὲν αὐτὰς, ἀλλ’ εἰσὶ μονάδες, ὀφείλεται μὲν εὐλάβεια πρὸς τὰς γνώμας ταύτας αὐτῶν· ἐὰν ὅμως εἰσαγάγωσιν ἑαυτοὺς εἰς κόμματα, πράττουσι τοῦτο, διότι πείθονται νὰ ἐγκαταλίπωσι τὰς ἰδίας αὑτῶν γνώμας, καὶ ἀποδέχονται τὸ πολιτικὸν φρόνημα, τὰς περὶ τῶν πολιτικῶν πραγμάτων τῆς πατρίδος των γνώμας, τὰς ὁποίας ἔχει τὸ κόμμα, εἰς τὸ ὁποῖον εἰσάγονται. Ἐκεῖνοι ἑπομένως οἱ πολιτικοὶ ἄνδρες, οἵτινες εἶχον δηλώσει, ὅτι ἀνῆκον εἰς τὸ κόμμα τὸ ὑπ’ ἐμοῦ διευθυνόμενον, οἷος ὁ κ. Τόμαν ἢ ὁ κ. Τοπάλης, καὶ ἐπὶ τῆς ἐξωτερικῆς πολιτικῆς καὶ ἐπὶ τῆς ἐσωτερικῆς πολιτικῆς εἶχον τὸ καθῆκον, ὡς μέλη κόμματος, νὰ μὴ ἔχωσιν ἄλλας γνώμας, εἰμὴ τὰς γνώμας τοῦ κόμματος. Ἐὰν δ’ οὗτοι ἔκρινον, ὅτι δὲν εἶχον τὰς αὐτὰς περὶ τῆς ἐξωτερικῆς πολιτικῆς ἢ περὶ τῶν ἐσωτερικῶν πραγμάτων τῆς πατρίδος γνώμας, ἃς εἶχε τὸ πολιτικὸν κόμμα, εἰς τὸ ὁποῖον ἀνῆκον, πρώτιστον εἶχον καθῆκον, ὑπὸ τῆς τιμῆς ἐπιβαλλόμενον, νὰ διαρρήξωσι τοὺς μετὰ τοῦ κόμματος δεσμούς των, καὶ εἶτα νὰ μετέλθωσιν οἵαν ἂν ἐνέκρινον πολιτικήν. Τὸ ἡμέτερον δὲ κόμμα καὶ ἐγὼ ἐφρονοῦμεν, ὅτι οὐχὶ πόλεμος πρὸς τὴν Τουρκίαν ἐνεδείκνυτο τότε εἰς τὴν Ἑλλάδα, ἀλλ’ ἡ περισυλλογὴ τῶν μετὰ τὴν πτώχευσιν γενομένων ἐρειπίων, ἡ φειδὼ εἰς τὰ ἔξοδα τῆς διοικήσεως· οὐδ’ ἐκρίνομεν ὅτι τὸ Κράτος εὑρίσκετο τότε ἐν τοσαύτῃ οἰκονομικῇ ἀνέσει, ὥστε νὰ διαθέτῃ ἑκατομμύρια πρὸς βελτίωσιν τοῦ στρατοῦ, ἢ πρὸς βελτίωσιν τοῦ ὑλικοῦ τοῦ πολέμου· ἐπειδὴ δ’ ἔβλεπον, ποῖος εἶχε καταλάβει τοὺς πάντας ἐνθουσιασμὸς, διενοήθην νὰ συστήσω ἐπιτροπὴν ἀμύνης ἐθνικῆς, ἥτις νὰ προκηρύξῃ τὴν σύστασίν της καὶ ζητήσῃ παρὰ τῶν πολιτῶν εἰσφορὰς, ὅπως χρησιμεύσωσιν αὗται ὑπὲρ τοῦ ναυτικοῦ καὶ ὑπὲρ τοῦ στρατοῦ, ἐσκέφθην δὲ νὰ σχηματισθῇ ἡ ἐπιτροπὴ αὕτη ἐκ τῶν διαφόρων τμημάτων τῆς Ἐπικρατείας. Διενοήθην νὰ ζητήσω ἀπὸ τὸν τότε Πρόεδρον τῆς Βουλῆς νὰ μετάσχῃ τῆς ἐπιτροπῆς ταύτης· διενοήθην ἐκ τοῦ Ἰονίου πελάγους νὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ἀλέξανδρον Ρώμαν νὰ λάβῃ μέρος εἰς αὐτήν· προκειμένου δὲ περὶ Θεσσαλίας, ἀνεζήτησα μεταξὺ τῶν ἐμῶν φίλων, ἐπειδὴ δὲ ὁ συνταγματάρχης τοῦ μηχανικοῦ κ. Θεόδωρος Λιμπρίτης, ὁ βουλευτὴς ἐκ Τυρνάβου, ἐκωλύετο ἴσως ἐκ τῆς στρατιωτικῆς ἰδιότητος αὐτοῦ, ἔκρινα ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ ἀπαιτήσω παρ’ αὐτοῦ τὴν θυσίαν ταύτην, καὶ ἀπετάθην εἰς τὸν κ. Κωνσταντῖνον Τοπάλην. Ἦτο τότε ἡ παραμονὴ τῆς πρώτης τοῦ ἔτους 1897, ὅτε ἀνεκοίνωσα τοῦτο εἰς τὸν κ. Τοπάλην, ὃν ὑπελάμβανον φίλον, ἀνήκοντα εἰς τὸ πολιτικόν μου κόμμα, διότι δὲν μοὶ εἶχεν ἀναγγείλει, ὅτι εἶχεν ἀποσπασθῆ αὐτοῦ. Ὁ κ. Τοπάλης ἀπεκρίθη, ὅτι θέλει σκεφθῆ· ἀλλὰ τὴν ἐπιοῦσαν ἡ ἐφημερὶς «Ἑστία» ἐδημοσίευεν ἀληθὲς κατ’ ἐμοῦ κατηγορητήριον, θερμότατον καὶ φλογερὸν, καὶ μὲ κατήγγελλεν εἰς τὸν Ἑλληνισμόν, ὅτι ἐσκόπουν νὰ συστήσω τὴν τοιαύτην ὑπὲρ τῆς ἐθνικῆς ἀμύνης ἐπιτροπὴν, ἵνα ὑπονομεύσω τὴν Ἐθνικὴν Ἑταιρείαν, ἥτις συνεκέντρου ἐν ἑαυτῇ οὐ μόνον πλοῦτον, ἀλλὰ καὶ δύναμιν πολιτικὴν καὶ στρατιωτικὴν, καὶ ὅτι συνιστῶν οὕτως ἀνταγωνισμὸν μεταξὺ τῶν δύο τούτων Ἑταιρειῶν, προετιθέμην νὰ ἀφαιρέσω ἀπὸ τὴν Ἐθνικὴν Ἑταιρείαν τὰς πηγὰς τοῦ πλούτου, ὃν συνήθροιζεν, ἢ τὴν δύναμιν, δι’ ἧς εἶχε περιβληθῆ. Διὰ τοῦτο παρῄτησα τὸν σκοπὸν ἐκεῖνον, ὅμοιον πρὸς τὸν σκοπὸν, ὃν ἐδήλωσα πρὸς τὴν Βουλὴν τὸ 1896, κατὰ τὴν συζήτησιν νομοσχεδίου περὶ καθυστερούντων ὑπηρεσίαν ἐπιστράτων εἰς τὸν στρατὸν, ὅτε τῇ ἐμῇ προτάσει ἡ Βουλὴ ἐνέκρινεν, ἵνα τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ἤθελεν εἰσπραχθῆ ἐκ τῶν ἀντισηκωμάτων αὐτῶν, προσδιορισθῇ ἀποκλειστικῶς διὰ τὰς ἀνάγκας τοῦ στρατοῦ· ἔκτοτε δ’ ἀπετέλεσεν εἰδικὸν ἔσοδον καὶ κεφάλαιον τοκοφόρον, τὸ ὁποῖον εἶναι κατατεθειμένον ἐν τῇ Ἐθνικῇ Τραπέζῃ. Εἰς τὸν σκοπὸν τοῦτον ἐσκόπουν νὰ δώσω διὰ τῆς συστάσεως τῆς ὑπὲρ τῆς ἐθνικῆς ἀμύνης ἐπιτροπῆς περισσοτέραν εὐρύτητα· ἀλλὰ μετὰ τὰ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα ἐπήνεγκεν ἀδοκήτως ἡ μετὰ τοῦ κ. Τοπάλη συνεννόησίς μου, παρῃτήθην τοῦ ἔργου τούτου...

§274ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Ἀρκετά, κύριε Πρόεδρε.

§275Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μάλιστα. Αὔριον,

§276ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρᾳ 4 καὶ 30′ τῆς πρώτας τῆς ἐπιούσης).

1§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 36
2τῆς 19 Μαρτίου 1902.
3(Τρίτη).
4(Προεδρεύοντος τοῦ ἀντιπροέδρου κ. Ν. Λεωνίδα).
5(Γενομένης ἀπαρτίας ὥρᾳ 5 καὶ 20′ μ. μ. ἀναγινώσκονται
6τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως)
7§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀντίρρησις ἐπὶ τῶν πρακτικῶν;
8§2Γ. ΚΑΠΕΤΑΝΑΚΗΣ. Ἐν τοῖς πρακτικοῖς δὲν βλέπω
9κατακεχωρισμένην τὴν σύστασιν, ἣν ἐποιησάμην χθὲς πρὸς
10τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, καὶ παρακαλῶ νὰ
11καταχωρισθῇ αὕτη.
12§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα. Θὰ προστεθῇ.
13Τὰ πρακτικὰ ἐπικυροῦνται.
14Ὁ βουλευτὴς Τρικκάλων κ. Γ. Ραδινὸς ὑποβάλλει τὴν
15ἑπομένην ἐπερώτησιν:
16«Ἐν τῷ δήμῳ Φαρκαδόνος τοῦ νομοῦ Τρικκάλων, ἐπὶ τῶν
17ὀχθῶν τοῦ Πηνειοῦ ποταμοῦ, ὑπάρχουσιν ἰχθυοτροφεῖα τοῦ
18Δημοσίου, ἐνοικιαζόμενα ὑπὸ τούτου εἰς διαφόρους ἐνοικια-
19στὰς διὰ δημοπρασίας. Ἑκατέρωθεν τῶν ἰχθυοτροφείων τού-
20των, εἰς ὡρισμένην ἀπόστασιν, ἀπαγορεύεται εἰς τοὺς κατοί-
21κους τοῦ δήμου νὰ ἁλιεύωσιν. Ἐπειδὴ ὅμως τὴν ἀπόστα-
22σιν ταύτην οἱ ἐνοικιασταὶ τῶν ἰχθυοτροφείων μεταβάλλουσι
23κατὰ τὸ δοκοῦν αὐτοῖς, παρεμποδίζοντες τοὺς κατοίκους νὰ
24ἁλιεύωσι καὶ εἰς ἀκτῖνα μὴ ἀπαγορευομένην, καὶ ἑπομένως
25αὐτοὺς ἁλιεύοντας καταδιώκουσι δικαστικῶς διὰ πρωτοκόλ-
26λων καὶ λοιπῶν ἐκβιαστικῶν μέτρων, παρακαλῶ τὸν ἁρμό-
27διον κ. Ὑπουργὸν, ὅπως διατάξῃ τὸν ἔφορον καὶ τὸν μηχα-
28νικὸν Τρικκάλων νὰ μεταβῶσιν ἐπὶ τόπου καὶ νὰ καθορίσω-
29σιν οἱ ἴδιοι διὰ διαρκῶν σημάτων τὴν ἑκατέρωθεν τῶν ἰχθυο-
30τροφείων τούτων ἀπόστασιν, ἐντὸς τῆς ὁποίας δὲν θὰ ἐπι-
31τρέπηται τοῦ λοιποῦ ἡ ἁλιεία, πρὸς πρόληψιν σκηνῶν με-
32ταξὺ τῶν ἐνοικιαστῶν καὶ τῶν κατοίκων, αἵτινες δύνανται
33νὰ ἐπιφέρωσι σοβαρωτέρας ῥήξεις καὶ δυσάρεστα ἀποτελέ-
34σματα.
35»Συγχρόνως παρακαλῶ τὸν κύριον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν
36Ἐσωτερικῶν ν’ ἀναγράψῃ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ πίστωσιν
37πρὸς κατασκευὴν ὁδοῦ ἀπὸ τοῦ χωρίου Τσιοτίου, ἕδρας τοῦ
38δήμου Φαρκαδόνος, μέχρι τοῦ χωρίου Κεραμιδίου, παρὰ τὴν
39γέφυραν Ἀλήφακα. Ἐνῷ ἡ ὁδὸς αὕτη ἀφ’ ἑνὸς θέλει ἀπαι-
40τήσει ἐλαχίστας δαπάνας, ἀφ’ ἑτέρου θὰ ἐξυπηρετήσῃ πολυ-
41τίμως τὴν συγκοινωνίαν τοῦ δήμου Φαρκαδόνος, θέλει συν-
42δέσει τὰ χωρία αὐτοῦ μετὰ τῆς μεγάλης δημοσίας ὁδοῦ
43Τρικκάλων–Λαρίσης, ἰδίως δὲ θέλει εὐεργετήσει τοὺς κα-
44τοίκους τοῦ μεγάλου χωρίου Γριζάνου, οἵτινες, ἔχοντες καλ-
45λιεργησίμους γαίας εἰς τὴν περιφέρειαν Κεραμιδίου, ἐκεῖθεν
46τουτέστι τοῦ Τσιοτίου, ὅπερ παρεμβάλλεται ἐν τῷ μέσῳ
47ὡς φραγμὸς, ἀδυνατοῦσι σήμερον, μὴ ὑπαρχούσης ὁδοῦ, ἀλλὰ
48μόνον τελμάτων ἀδιαβάτων, νὰ μεταβῶσιν ἐκεῖ πρὸς καλ-
49λιέργειαν τῶν κτημάτων των τούτων, ἐπὶ ζημίᾳ καὶ αὐτῶν
50καὶ τῆς ἐν γένει παραγωγῆς. Παρακαλῶ ὅθεν τὸν ἁρμόδιον
51Ὑπουργὸν νὰ λάβῃ πρόνοιαν πρὸς κατασκευὴν τῆς ἀναγ-
52καιοτάτης ταύτης ὁδοῦ.»
53Ὁ βουλευτὴς Κραναίας κ. Θ. Μαρκέτος κατέθεσε τὴν
54ἑπομένην αἴτησιν:
55«Παρακαλῶ τὸν κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸν νὰ
56διατάξῃ τὸν Εἰσαγγελέα Κεφαλληνίας, ἵνα ἐπιληφθῇ τα-
57χείας ἀνακρίσεως πρὸς ἀνακάλυψιν τῶν δραστῶν, τῶν κατα-
58στρεψάντων προχθὲς ἐν καιρῷ νυκτὸς ἐν τῷ χωρίῳ Μουσᾶτα
59τῆς Κεφαλληνίας ὁλόκληρον μελισσόκηπον τοῦ ἰδιοκτήτου
60Κοσμᾶ Γεωργοπούλου, ἀξίας πολλῶν χιλιάδων δραχμῶν,
61καὶ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν περὶ τῆς ἐνεργείας τοῦ Εἰσαγ-
62γελέως καὶ τῆς ἀνακρίσεως.»
63Πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως τὸν λόγον ἔχει ὁ κύριος
64Στεφάνου ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας.
65§4Φ. ΝΕΓΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Κάμνω
66γνωστὸν εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι τὴν ἔκθεσιν τῆς ἐξελεγκτικῆς
67ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῆς διαχειρίσεως τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας ἔχω
68καταθέσει εἰς τὸ Γραφεῖον τῆς Βουλῆς ἐπὶ ἀποδείξει.
69§5Γ. ΚΑΠΕΤΑΝΑΚΗΣ. Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε πρὸ
70τῆς συζητήσεως.
71§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Χθὲς ἡ Βουλὴ ἀπεφάσισε νὰ ἐπιληφθῇ ἀμέ-
72σως τῆς συζητήσεως περὶ τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας.
73§7Γ. ΚΑΠΕΤΑΝΑΚΗΣ. Ἀκριβῶς ἐπὶ τοῦ ζητήματος τού-
74του ἔχω νὰ ὑποβάλω πρότασιν ἐπὶ τῆς ἀρχῆς.
75§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μήπως σκοπεῖτε νὰ ὑποβάλητε πρότασιν
76περὶ ἀναβολῆς;
77§9Γ. ΚΑΠΕΤΑΝΑΚΗΣ. Μάλιστα.
78§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁμιλήσατε.
79§11Γ. ΚΑΠΕΤΑΝΑΚΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
80§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ὑπὸ τοῦ κυρίου Καπετανάκη ὑποβλη-
81θεῖσα πρότασις ἔχει ὡς ἑξῆς:
82«Ἡ Βουλὴ, φρονοῦσα, ὅτι ἡ ἐπὶ τῶν εὐθυνῶν τοῦ πολέ-
83μου συζήτησις οὔτε ἐπίκαιρος εἶναι, οὔτε ἐθνωφελὴς νῦν,
84οὐδὲ μέλλουσα νὰ ἔχῃ πρακτικόν τι ἀποτέλεσμα, διότι παρὰ
85μὲν τῆς τότε Κυβερνήσεως δὲν δύνανται πλέον οὔτε πολι-
86τικαὶ, οὔτε ποινικαὶ εὐθῦναι νὰ ζητηθῶσιν, αἱ δὲ ἠθικαὶ
87ἀνήκουσιν εἰς τὴν ἱστορίαν, κατὰ δὲ τῆς Ἐθνικῆς Ἑται-
88ρείας, ἂν ἑταῖροι ταύτης διέπραξάν τινα τυχὸν παράνομον
89πρᾶξιν, ἁρμοδία εἶναι, ἐλευθέρα ὅλως καὶ ἀνεξάρτητος ἐν
90τῇ δικαιοδοσίᾳ αὑτῆς, μόνη ἡ δικαστικὴ ἐξουσία, μεταβαί-
91νει εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.»
92§13Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε.
93§14ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Κουντουριώτης ἔχει τὸν λόγον.
94§15Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Μετὰ τὰ λεχθέντα χθὲς παρὰ
95τῶν κυρίων Βουλευτῶν, τῶν λαβόντων τὸν λόγον καὶ ζητη-
96σάντων νὰ ὁρισθῇ ἡμέρα πρὸς συζήτησιν τῶν ἀφορώντων τὴν
97Ἐθνικὴν Ἑταιρείαν καὶ τὰς εὐθύνας τοῦ πολέμου, προέβα-
98λον εἰς ἐμαυτὸν τὸ ἐρώτημα: «τίνα ἆρά γε σκοπὸν θὰ ἔχῃ
99ἡ συζήτησις αὕτη;» Καὶ ὁμολογῶ, ὅτι δὲν ἠδυνήθην νὰ ἀν-
100εύρω κανένα... (θόρυβος ἐκ τῆς δεξιᾶς). Ἡσυχάσατε, Κύ-
101ριοι, καὶ ἀφήσατε νὰ ἐκφέρω τὴν γνώμην μου.
102Οὔτε τὰ ἐπιχειρήματα τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἠλείας, τοῦ
103ἀνακινήσαντος τὸ ζήτημα, οὐδὲ τὰ ἐπιχειρήματα τοῦ βου-
104λευτοῦ Πατρῶν κ. Παπαγιαννακοπούλου, οὐδὲ οἱ λόγοι τῶν
105ἄλλων συλλήβδην Βουλευτῶν, οἱ ὁποῖοι ἐζήτησαν νὰ ἐξα-
106ναγκάσωσι τρόπον τινὰ τὴν Βουλὴν εἰς τὴν συζήτησιν ταύ-
107την, μὲ πείθουσιν, ὅτι τ’ ἀποτελέσματα θ’ ἀποβῶσι πρὸς ἐθνι-
108κὸν ὄφελος, ἢ πρὸς ἀνύψωσιν τοῦ ἐθνικοῦ φρονήματος.
109Ἐὰν, κύριοι Βουλευταὶ, τὴν ἔρευναν, τὴν ὁποίαν ἐπιζη-
110τοῦμεν σήμερον μετὰ πείσματος, ἐπεχειροῦμεν κατὰ τὴν
111πρώτην Σύνοδον τῆς παρούσης Βουλευτικῆς Περιόδου, ἴσως
112ἤθελον καὶ ἐγὼ τὴν ἐννοήσει, ἴσως θὰ ἦτο τότε μᾶλλον δι-
113καιολογημένη, ἀλλὰ σήμερον, κατὰ τὸ ψυχορράγημα τῆς πα-
114ρούσης Βουλῆς, νομίζω, ὅτι εἶναι ὄχι μόνον ἄσκοπον, ἀλλὰ
115καὶ ἐθνικῶς ἀσύμφορον, νὰ συζητῶμεν ἐπὶ θεμάτων, τὰ ὁποῖα
116ἤδη ἀνήκουσιν εἰς τὸ παρελθὸν, ἀνήκουσιν εἰς τὴν ἱστορίαν...
117(Ψιθυρισμοὶ καὶ θόρυβος εἰς τι θεωρεῖον). Ἐὰν ἡ συζήτησις
118ἐγίνετο κατ’ ἐκείνην τὴν ἐποχὴν, ὅτε καὶ τὰ πρόσωπα εἶ-
119χον τὴν μνήμην πρόσφατον καὶ τὰ γεγονότα ἦσαν πρόσ-
120φατα, ἴσως ἤθελον προκύψει τὰ διδακτικὰ ἀποτελέσματα,
121τὰ ὁποῖα ὑπέδειξε χθὲς ὁ κύριος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτής,
122ἴσως ἤθελον ἐπέλθει ὠφέλειά τις. Ἀλλὰ σήμερον ἡ τοιαύτη
123συζήτησις, ἐπαναλαμβάνω, εἶναι τελείως ἄστοχος.
124Ἔχει ἡ Βουλὴ πρὸ ἑαυτῆς ἀντικείμενα καὶ ζητήματα νὰ
125ἐξετάσῃ καὶ νὰ μελετήσῃ, τὰ ὁποῖα βεβαίως ἔπρεπε νὰ προ-
126ταχθῶσι συζητήσεως ματαίας, ἡ ὁποία ἄλλο ἀποτέλεσμα
127δὲν θὰ ἔχῃ, Κύριοι, παρὰ νὰ μεταβάλῃ τὴν αἴθουσαν ταύ-
128την εἰς κονίστραν παλαιστῶν! (διαμαρτυρίαι ἐξ ἀριστερῶν),
129διότι τὰ ζητήματα, τὰ ὁποῖα πρόκειται νὰ θιχθῶσι κατὰ τὴν
130ἑσπέραν ταύτην, εἶναι ζητήματα θίγοντα πρόσωπα, καὶ
131ὅταν θίγωνται πρόσωπα, εἶναι ἀδύνατον, ὅσον ψύχραιμοι καὶ
132ἂν ἤμεθα, νὰ μὴ προέλθωμεν εἰς σφοδρὰς ἀντεγκλήσεις καὶ
133προπηλακισμούς, οἱ ὁποῖοι θὰ ἐπιφέρωσι καίριον πλῆγμα
134καὶ κατὰ τοῦ γοήτρου τῆς Βουλῆς καὶ ἐπὶ τοῦ ἔθνους ὁλο-
135κλήρου.
136Φρονεῖτε λοιπὸν, Κύριοι, ὅτι συμφέρει νὰ προβῶμεν εἰς
137συζήτησιν τοιαύτην; φρονεῖτε, ὅτι συμφέρει νὰ ἀναβάλω-
138μεν τὰ οὐσιώδη ἔργα τῆς Βουλῆς χάριν ἐλέγχου ἐντελῶς
139ἀκαδημαϊκοῦ, ὅστις κατ’ οὐδὲν δύναται νὰ προαγάγῃ τὰ
140ἐθνικὰ συμφέροντα; Ἐγὼ τοὐλάχιστον νομίζω ὄχι· καὶ ἐν
141ὀλίγοις ποιοῦμαι ἔκκλησιν πρὸς τὰ φιλοπάτριδα αἰσθήματα
142τῆς Βουλῆς, καὶ δηλῶ, ὅτι οὔτε τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας ἡ
143δρᾶσις, οὔτε αἱ εὐθῦναι τοῦ πολέμου ἀποτελοῦσι θέματα πρὸς
144συζήτησιν ἐν τῇ Βουλῇ, καὶ ζητῶ τὸ ἀπαράδεκτον τῆς συ-
145ζητήσεως, πράττω δὲ τοῦτο οὐχὶ ὑπείκων εἰς κελεύσματα
146τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς πλειονοψηφίας, ἢ ἄλλου τινὸς, ἀλλ’ ἐξ ἰδίας
147πρωτοβουλίας.
148Δὲν ἀρνοῦμαι, κύριοι Βουλευταὶ, ὅτι τὸ θέμα εἶναι σο-
149βαρὸν, διότι καὶ ἡ δρᾶσις τῆς Ἑταιρείας τῆς Ἐθνικῆς καὶ
150αἱ εὐθῦναι τοῦ πολέμου εἰσὶ δύο πράγματα σπουδαιότατα,
151ἀλλ’ ἔπρεπε νὰ εἶχον μελετηθῆ καὶ ἐξετασθῆ πρὸ πολλοῦ·
152ἀλλὰ τούτου μὴ γενομένου, παρῆλθε πλέον ὁ κατάλληλος
153χρόνος, καὶ μετὰ παρέλευσιν τόσων ἐτῶν, παρεγράφη καὶ ἡ
154εὐθύνη ἐκείνων, τοὺς ὁποίους τυχὸν ἠθέλατε θεωρήσει ὡς
155ἐνόχους. Περὶ τούτου ἔχει ἐσχηματισμένην ἤδη πεποίθησιν
156ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς, περὶ τούτου ἂς ἀφήσωμεν τὴν ἱστορίαν
157νὰ ὁμιλήσῃ, καὶ θὰ τὸ πράξῃ ἀσφαλῶς καὶ μετὰ πάσης ἀμε-
158ροληψίας. Δὲν ἀπόκειται εἰς ἡμᾶς νὰ ἐκφέρωμεν γνώμην,
159διότι οὔτε ποινικὰς, οὔτε κοινοβουλευτικὰς εὐθύνας δυνάμε-
160θα νὰ ζητήσωμεν παρ’ ἐκείνων, τοὺς ὁποίους νομίζομεν, ὅτι
161εἶναι οἱ αἴτιοι τῆς ἐπελθούσης συμφορᾶς.
162Ταύτην τὴν στιγμὴν ἔπρεπεν ἡ Βουλὴ νὰ προέβαινεν εἰς
163τὰ ζητήματα τὰ ἀφορῶντα τὴν Θεσσαλίαν, τὰ ὁποῖα μέ-
164νουσι πάντοτε δυστυχῶς εἰς τὸ στάδιον τῶν μελετῶν, καὶ
165θὰ μένωσιν, ἐν ὅσῳ ἡ κατάστασις ἡ κοινοβουλευτικὴ ἡ ἔκ-
166ρυθμος ἐξακολουθεῖ. Γνωρίζετε ὁποίαν σπουδαιότητα ἔχουσι
167τὰ ζητήματα τὰ Θεσσαλικά· ἐξ αὐτῶν ἐξαρτᾶται τὸ μέλ-
168λον τῆς Ἑλλάδος, δύναμαι νὰ εἴπω. Ἀλλ’ εἶναι τάχα μόνον
169ταῦτα; Ὑπάρχουσι καὶ ἄλλα ζητήματα ἐπίσης σπουδαῖα.
170Εἶναι φλέγον καὶ τὸ ζήτημα τῆς μεταρρυθμίσεως τῆς ἡμε-
171τέρας νομοθεσίας, περὶ τοῦ ὁποίου τὰ προσήκοντα νομοσχέ-
172δια εἶναι κατατεθειμένα ἀπὸ τῆς παρελθούσης Συνόδου. Καὶ
173τέλος πάντων ἡ Ἐθνικὴ Ἑταιρεία καὶ αἱ εὐθῦναι τοῦ πολέ-
174μου πρέπει νὰ κρατῶσιν ἡμᾶς εἰς τοιαύτην συγκίνησιν, ὥστε
175ν’ ἀπασχολῆται ἡ Βουλὴ ἐπὶ τούτου πλειότερον παντὸς ἄλ-
176λου ἀντικειμένου; Τοῦτο εἶναι ἀπελπιστικόν!
177Ἔχομεν τὸ ζήτημα τῆς ἀπαγορεύσεως τῆς σπογγαλιείας,
178τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ τὴν τύχην ὁλοκλήρων πληθυσμῶν, οἵτινες
179κινδυνεύουσι νὰ βυθισθῶσιν εἰς μαύρην δυστυχίαν, καὶ προχθές,
180ὅτε ὡμίλουν περὶ τοῦ θέματος αὐτοῦ ἐν τῇ Βουλῇ, δὲν εἶδον—
181καὶ τὸ λέγω μετὰ ψυχικοῦ ἄλγους — ἐνδιαφέρον οὔτε ἐκ μέ-
182ρους τῆς Κυβερνήσεως, οὔτε ἐκ μέρους τῆς Βουλῆς (αἴσθησις).
183Εἶναι ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἀπειλεῖ νὰ καταστρέψῃ τέσσαρας
184ἐπαρχίας, αἱ ὁποῖαι διὰ τῆς ἐπιχειρήσεως ταύτης εἰσάγουσιν
185ἀφθονίαν χρυσοῦ· δὲν θέλω ν’ ἀναφέρω τὸ ποσὸν, ἀλλὰ βε-
186βαίως ἀνέρχεται τοῦτο εἰς πολλὰ ἑκατομμύρια, ἡ δὲ στέ-
187ρησις τοῦ ἀδήλου τούτου πόρου φοβερὸν θὰ ἔχῃ τὸν ἀντίκτυ-
188πον ἐπὶ τῶν οἰκονομικῶν τῆς χώρας.
189Αὐτὰ εἶναι τὰ ζητήματα, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἔδει νὰ ἦναι
190ἐστραμμένη ἡ προσοχὴ καὶ τὸ ζωηρὸν ἡμῶν ἐνδιαφέρον.
191Ἀλλ’ οἱ προκαλοῦντες τὴν συζήτησιν ταύτην εἶναι βέ-
192βαιοι περὶ τῶν ὠφελίμων ἀποτελεσμάτων αὐτῆς; Θέλομεν
193τάχα ἐπανακτήσει τὰ τέσσαρα ἑκατομμύρια λιρῶν, τὰς ὁποίας
194ἐπληρώσαμεν πρὸς ἀνάκτησιν τῆς Θεσσαλίας; Ἢ νομίζου-
195σιν, ὅτι διὰ τῆς συζητήσεως θέλομεν ἀποτινάξει τὸν ἀτιμω-
196τικὸν κλοιὸν τοῦ ἐλέγχου, τὸν ὁποῖον φέρομεν περὶ τὸν λαι-
197μὸν ἡμῶν; Ἢ μήπως θ’ ἀνακτήσωμεν τὸ γόητρον, τὸ ὁποῖον
198ἀπωλέσαμεν ἐν τῇ δούλῃ Ἑλλάδι; Οὐδὲν θέλομεν ἀνα-
199κτήσει!
200Ὅτε ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς, κατὰ τὴν 7ην Φεβρουαρίου τοῦ
2011899, μᾶς ἔστελλεν ἐνταῦθα, μίαν μᾶς ἔδιδεν, ἀλλ’ ἐπιτα-
202κτικὴν ἐντολὴν, νὰ περισυλλέξωμεν τὸ ἄφθονον ὑλικὸν, τὸ
203ὁποῖον ἀπέμεινεν ἐν τῷ τόπῳ μετὰ τὴν ἀτυχίαν, τὴν ὁποίαν
204ἐπάθαμεν καὶ ἥτις ὤφειλε νὰ χρησιμεύσῃ ὡς σταθμὸς τοῦ
205παρελθόντος καὶ ὡς ἀφετηρία νέας ζωῆς. Ὠφείλομεν λοιπὸν
206νὰ περισυλλέξωμεν τὸ ὑλικὸν, καὶ ἐξ αὐτοῦ νὰ οἰκοδομήσω-
207μεν, καὶ ἐν τῷ νέῳ οἰκοδομήματι νὰ στεγάσωμεν ἡμᾶς αὐ-
208τοὺς, καὶ πρὸς αὐτὸ πεποιθότες νὰ ἀτενίζωσι καὶ νὰ ἔχωσι
209τὰς ἐλπίδας των οἱ ὑπὸ τὸν ζυγὸν Ἕλληνες. Αὐτὴ εἶναι ἡ
210ἐντολὴ, τὴν ὁποίαν ἐλάβομεν, οὐχὶ δὲ ἡ ἀνασκάλευσις τοῦ
211παρελθόντος, οὐδὲ ἡ ἐξέτασις τοῦ τί ἔπραξεν ὁ ἐκ Γόρτυνος
212Βουλευτὴς ἢ ἡ Ἐθνικὴ Ἑταιρεία, οὐδὲ νὰ ἐπιρρίπτωμεν εὐ-
213θύνας κατ’ ἀλλήλων.
214Οἱ πολιτικοὶ ἄνδρες δὲν ἐκπληροῦσι τὸν προορισμόν των,
215ὅταν καταγίνωνται εἰς μεμψιμοιρίας καὶ ἐπιρρίπτωσιν ὕβρεις
216ἐναντίον ἀλλήλων· οἱ πολιτικοὶ ἄνδρες πρέπει νὰ ἔχωσι τὸ
217θάρρος ν’ ἀντιμετωπίζωσι τὰς ἀτυχίας, πρέπει νὰ ἔχωσι τὸ
218θάρρος νὰ ἐργασθῶσι, πρέπει νὰ ἔχωσι τὴν πεποίθησιν, ὅτι
219δύνανται νὰ συντελέσωσιν εἰς τὴν ἀνόρθωσιν τοῦ τόπου καὶ
220εἰς τὴν ἀνάκτησιν τοῦ γοήτρου, τὸ ὁποῖον ἀπώλεσεν ἡ χώρα
221ἡμῶν ἕνεκα τοῦ τελευταίου ἀτυχοῦς πολέμου, καὶ μόνον διὰ
222τῆς ἐργασίας δυνάμεθα νὰ δώσωμεν νέαν ζωὴν εἰς τὸ ἔθνος,
223τὸ ὁποῖον περιέβαλεν ἡμᾶς διὰ τῆς ἐμπιστοσύνης του καὶ
224τὸ ὁποῖον ὀφείλομεν νὰ ὑπηρετῶμεν.
225Διὰ τοῦτο, Κύριοι, μολονότι βλέπω, ὅτι ἡ Βουλὴ εἶναι
226διατεθειμένη νὰ προβῇ εἰς τὴν συζήτησιν, προτείνω ἐν τού-
227τοις, ὅπως ἡ συζήτησις αὕτη μὴ γένηται, προτείνω τὸ ἀπαρά-
228δεκτον αὐτῆς, καὶ τοῦτο πρὸς τὸ συμφέρον καὶ χάριν τοῦ
229γοήτρου τῆς Βουλῆς καὶ τοῦ ἔθνους.
230§16Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Δὲν ὑπάρχει πρότασις ἀναβολῆς, ἀλλὰ
231πρότασις ἀπαραδέκτου. Οὕτω τοὐλάχιστον ἀντελήφθην τὴν
232πρότασιν, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐξ
233Οἰτύλου.
234Δὲν ἔχω ἀληθῶς, κύριοι Βουλευταὶ, μεγάλην κοινοβου-
235λευτικὴν πεῖραν, ἀλλ’ οὐχ ἧττον ἀντιλαμβάνομαι, ἐκ τοῦ
236μικροῦ χρόνου, τὸν ὁποῖον διήνυσα ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ὅτι
237ἡ πρότασις, ὡς ὑπεβλήθη παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Οἰτύλου
238Βουλευτοῦ, εἶναι ὅλως ἀντικοινοβουλευτική, διότι δι’ αὐτῆς ἡ
239Βουλὴ θὰ ἐπανέλθῃ ἐπὶ ἐκείνου τοῦ ζητήματος, τὸ ὁποῖον
240χθὲς ἐγένετο δεκτόν. Ἡ Βουλὴ σύσσωμος ἀπεδέχθη χθὲς
241τὴν πρότασίν μου. Πῶς εἶναι δυνατὸν σήμερον νὰ εἴπῃ, ὅτι
242εἶναι ἀπαράδεκτος; Ἀλλ’ ἔχω πεποίθησιν, ὅτι οὐδεὶς ἐξ
243ὑμῶν δύναται νὰ εἴπῃ, ὅτι ἡ πρότασις τοῦ ἀξιοτίμου συν-
244αδέλφου πρέπει νὰ γείνῃ δεκτή, καὶ περὶ τούτου δὲν ἔχω νὰ
245εἴπω τι πλειότερον.
246Θὰ εἴπω ὅμως ὀλίγα τινὰ περὶ τῶν σκέψεων καὶ τῶν ἰδεῶν,
247τὰς ὁποίας ἐξήνεγκον οἱ ἀξιότιμοι προαγορεύσαντες περὶ τοῦ
248σκοπίμου ἢ μὴ τῆς συζητήσεως ταύτης. Ἂς μοὶ ἐπιτρέψωσι
249νὰ ἐκφράσω τὴν λύπην μου, διότι νεαροὶ συνάδελφοι ὑποστη-
250ρίζουσιν, ὅτι δὲν δικαιοῦται ὁ λαὸς ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ νὰ
251ζητήσῃ νὰ μάθῃ, πῶς ἐπῆλθεν ἡ καταστροφή, καὶ τίνες εἶναι
252ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι περιήγαγον τὸ ἔθνος, τοῦ ὁποίου ἡ εὔκλεια
253καὶ τὸ γόητρον ἐμεσουράνει, εἰς τοιαύτην κατάστασιν, τῆς
254ὁποίας τὰς συνεπείας ὑφίσταται καὶ θὰ ἐξακολουθῇ ὑφιστάμε-
255νον ἐπὶ μακρόν, ἐὰν δὲν ζητήσωμεν οὐχὶ εὐθύνας ποινικάς,
256διότι παρῆλθεν ὁ χρόνος αὐτῶν, ἀλλὰ τουλάχιστον ἠθικὰς
257διὰ τῆς ἀποκαλύψεως τῶν ὑπαιτίων καὶ διὰ τοῦ στιγματι-
258σμοῦ αὐτῶν, ὅπως παραδειγματιζόμενοι συνετισθῶσι διὰ τὸ
259μέλλον. Ἐκ τοῦ φωτός, τὸ ὁποῖον θὰ ἐπιχύσῃ μία εὐρεῖα
260συζήτησις, δὲν δύναται ἢ νὰ προκύψῃ ἀγαθὸν μέγιστον.
261Ὑπάρχουσι καὶ ἄλλα ἔθνη ἡττηθέντα, ἀλλὰ δὲν ἡττήθη-
262σαν κατὰ τοιοῦτον ἐπονείδιστον τρόπον. Τὸ ἡμέτερον ἔθνος
263ἡττήθη ἄνευ νικητοῦ, διότι ἐδεσμεύθησαν αἱ πολεμικαί του
264δυνάμεις, καὶ κατεδικάσθησαν ἐν ἀδρανείᾳ. Ἄλλα ἔθνη, ἡτ-
265τώμενα πραγματικῶς ἐν ἐλευθέρῳ πολέμῳ, ζητοῦσι μετὰ
266τὴν ἧτταν νὰ μάθωσι τοὺς ὑπαιτίους, καὶ τιμωροῦσι τοὺς
267ὑπευθύνους δι’ αὐτήν, καὶ τὸ Ἑλληνικὸν ἔθνος δὲν ἔχει τὸ
268δικαίωμα νὰ ζητήσῃ νὰ μάθῃ διὰ συζητήσεως ἐν τῇ αἰθούσῃ
269ταύτῃ τοὺς αἰτίους τῆς καταστροφῆς του; καὶ μᾶς λέγουσι
270νεαροὶ συνάδελφοι, ὅτι δὲν εἶναι τὸ βῆμα τοῦτο εἰσαγγελι-
271κόν!
272Ὑπῆρξα, κύριοι Βουλευταί, καὶ ἐγὼ εἷς τῶν μᾶλλον φι-
273λοπολέμων, καὶ μάλιστα μέλος τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας,
274— καὶ ἔχω τὸ θάρρος νὰ εἴπω, ὅτι θεωρῶ τιμήν μου τοῦτο —
275κατὰ τῆς ὁποίας ἐξηγέρθησαν καὶ κραυγάζουσιν ἄλλοι μὲν
276ἐξ ὑστεροβουλίας, θέλοντες νὰ καλύψωσι τὰς ἰδίας εὐθύνας
277διὰ τῆς ἐπιρρίψεως αὐτῶν εἰς τὴν Ἐθνικὴν Ἑταιρείαν, ἄλλοι
278δὲ πλανώμενοι ὑπ’ αὐτῶν καὶ ἐπιπολαίως ἐξετάζοντες τὰ
279γεγονότα, ἐνῷ ἡ ἐργασία καὶ ἡ δρᾶσις αὐτῆς ὑπῆρξεν ἐθνική,
280καὶ ὡς τοιαύτη ἀνεγνωρίσθη καὶ ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως καὶ
281ὑπὸ τοῦ Βασιλέως, οἵτινες καὶ πρὸ τοῦ πολέμου καὶ κατὰ
282τὸν πόλεμον ἐπεκαλέσθησαν τὴν συνδρομὴν αὐτῆς· ὑπῆρξα
283δὲ φιλοπόλεμος ἐν τῇ πεποιθήσει, ὅτι ἡ πατρίς μου ἦτο εἰς
284κατάστασιν νὰ πολεμήσῃ κατὰ τοιούτου ἐχθροῦ μὲ τὰς δυ-
285νάμεις, τὰς ὁποίας εἶχε, καλῶς χειριζομένας καὶ διοικουμέ-
286νας· ἀλλὰ καὶ ἐν περιπτώσει ἥττης προσεδόκων πάντοτε
287ἀγαθόν τι, τὸ ἀγαθὸν νὰ διδαχθῶμεν ἐξ αὐτῆς περὶ τῆς ἐν
288τῷ μέλλοντι πολιτείας ἡμῶν. Πάντες ἀνεγνωρίσαμεν, ὅτι
289μετὰ τὴν καταστροφὴν πρέπει νὰ μάθωμεν τὴν ἀληθῆ κατά-
290στασιν τῆς χώρας, καὶ νὰ προσπαθήσωμεν νὰ ἐπουλώσωμεν
291τὰς πληγὰς ἡμῶν ὡς Κράτους. Ταῦτα εἶναι τὰ ζητήματα,
292τὰ ὁποῖα ἔπρεπεν ἐκ τῶν πρώτων νὰ συζητηθῶσιν ἐν τῇ αἰ-
293θούσῃ ταύτῃ.
294Ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ὕδρας συνάδελφος εἶπε πρὸ μικροῦ ἀγο-
295ρεύων, ὅτι ἡ ἐντολή, τὴν ὁποίαν ἔλαβε παρὰ τοῦ λαοῦ, ἦτο
296νὰ περισώσῃ τὰ ὑλικά, τὰ ὁποῖα ἐναπέμειναν, πρὸς ἀνοικο-
297δόμησιν τῆς καταστρεφομένης Πολιτείας. Ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ
298νὰ τῷ εἴπω, ὅτι κακῶς ἀντελήφθη τὴν ἐντολήν, τὴν ὁποίαν
299ἔλαβε παρὰ τοῦ λαοῦ, ἐὰν εἰς τοῦτο καὶ μόνον περιορίζῃ
300αὐτήν. Ἐν τῇ ἐντολῇ τῆς περισώσεως ἔγκειται ἡ ἐντολὴ
301τῆς διαγνώσεως τῆς κατατρυχούσης τὸ ἔθνος πολιτικῆς νό-
302σου καὶ τῶν αἰτίων αὐτῆς, ὅπως ἐξευρεθῶσι τὰ μέσα τῆς ῥι-
303ζικῆς θεραπείας, ἄλλως οὐ μόνον οὐδὲν θὰ δυνηθῇ νὰ περι-
304σώσῃ ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, ἀλλὰ καὶ θὰ ὑποβοηθήσῃ τὴν
305ἐπιδείνωσιν τῆς νόσου αὐτῆς, τῆς ἐπενεγκούσης τὴν ἐθνι-
306κὴν καταστροφήν. Ἐγὼ οὕτως ἀντελήφθην τὴν ἐντολὴν τοῦ
307λαοῦ καὶ τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν καθηκόντων ἡμῶν ὡς μελῶν
308τῆς πρώτης μετὰ τὸν πόλεμον Βουλῆς, ὅτι ὠφείλομεν ἀπὸ
309τῆς πρώτης συνεδριάσεως τῆς πρώτης Συνόδου τῆς Περιό-
310δου ταύτης, μετὰ τὸν καταρτισμὸν τοῦ Προεδρείου καὶ τῶν
311ἐπιτροπῶν, νὰ ἐξετάσωμεν τὰ τοῦ πολέμου, καὶ νὰ ζητήσω-
312μεν εὐθύνας παρὰ τῶν ὑπαιτίων, μηδενὸς φειδόμενοι. Οὐδεὶς
313εἶναι ἀνεύθυνος ἀπέναντι τῆς κοινῆς γνώμης καὶ τῆς ἐθνι-
314κῆς συνειδήσεως, καὶ ἂν τυγχάνῃ νόμῳ τοιοῦτος. Ἐν τῇ
315συνειδήσει τοῦ ἔθνους, ἐν τῇ ἱστορίᾳ πάντες ὑπέχουσιν εὐ-
316θύνας, καὶ τὰς εὐθύνας ταύτας ὠφείλομεν, κηδόμενοι τῆς σω-
317τηρίας τοῦ ἔθνους, εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς νὰ ἐξετάσωμεν, χάριν
318τῆς ἀνορθώσεως τῆς ἐν τῇ ἐθνικῇ συνειδήσει θέσεως καὶ αὐ-
319τοῦ τοῦ νόμῳ ἀνευθύνου ἀνωτάτου ἄρχοντος, καὶ τοῦ Δια-
320δόχου τοῦ Θρόνου, τῶν ὁποίων ἡ θέσις αὕτη ἐκλονίσθη κατὰ
321πολὺ, ἐὰν πράγματι οὗτοι κατ’ οὐδὲν ἔπταισαν διὰ τὴν
322ἐπελθοῦσαν καταστροφήν.
323Μὴ νομίζετε λοιπὸν, ὅτι ἡ ἀποφυγὴ τῆς συζητήσεως τῶν
324τοῦ πολέμου σώζει ἐκείνους, τοὺς ὁποίους νομίζετε, ὅτι δύ-
325νασθε νὰ προφυλάξητε κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον· τοὐναντίον
326τοὺς ἀφίνετε ὑπὸ τὸ βάρος τῶν κατηγοριῶν ἐκείνων, τὰς
327ὁποίας πρότερον εἶπεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Οἰτύλου Βουλευτής.
328Σεῖς δὲν ἀνεγνωρίσατε, ὅτι καὶ ἐκεῖ ὑπάρχουσιν εὐθῦναι καὶ
329σφάλματα;...
330§17Γ. ΚΑΠΕΤΑΝΑΚΗΣ. Ἐγὼ τοιαῦτα ζητήματα δὲν ἔθιξα.
331§18Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Δὲν εἴπετε ἀκριβῶς αὐτὸ, ἀλλ’ αὐτὴ εἶναι
332ἡ ἔννοια τῶν λόγων σας, ὅτι δὲν συμφέρει εἰς τὸ ἔθνος μας
333ν’ ἀποδεικνύηται κατὰ πόσον ἐνέχονται εἰς τὴν ἐπελθοῦσαν
334καταστροφὴν οἱ ὑπόλογοι ἄνδρες, εἴτε ἄλλοι μὴ τοιοῦτοι.
335Χάριν λοιπὸν αὐτῶν, τοὺς ὁποίους νομίζετε, ὅτι διὰ τῆς ἀπο-
336φυγῆς τῆς συζητήσεως...
337§19Γ. ΚΑΠΕΤΑΝΑΚΗΣ. Οὐδένα ἐγὼ νομίζω, κύριε συνά-
338δελφε. Οὔτε ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος πολιτευτὴς ἔχει ἀνάγ-
339κην πιστοποιητικοῦ, οὔτε οἱ ἄλλοι.
340§20Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Ἐγὼ φρονῶ, ὅτι πρὸς τιμὴν καὶ αὐτοῦ
341πρέπει νὰ ἐπιχυθῇ φῶς ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως ἀπὸ τῆς θέσεως
342ταύτης, ἡ ὁποία εἶναι ἡ μόνη ἁρμοδία πρὸς τοῦτο. Ἐὰν ἔχετε
343τοιαύτην ἰδέαν περὶ αὐτῶν, — καὶ ἐπιθυμῶ καὶ εὔχομαι καὶ
344ἐγὼ νὰ ἦναι ἀληθὴς ἡ ἰδέα σας, ὅτι καθόλου δὲν ἐνέχονται
345εἰς τὴν περίστασιν ταύτην, διότι τοῦτο πρέπει νὰ ἦναι ὁ
346πόθος παντὸς Ἕλληνος, νὰ θέλῃ τοὺς ἄρχοντάς του, καὶ τὸν
347Βασιλέα του καὶ τοὺς κυβερνήτας του, ἀθώους καθ’ ὁλοκλη-
348ρίαν πάσης μομφῆς — μὴ θέλετε νὰ τοὺς ἀφήσητε ὑπὸ τὸ βά-
349ρος τοιούτων κατηγοριῶν, τὰς ὁποίας δὲν πιστεύω ὅτι ἔχετε
350κλείσει τόσον τὰ ὦτά σας, ὥστε νὰ μὴ τὰς ἀκούητε. Σή-
351μερον ἔτι, ἀφ’ ἧς στιγμῆς ἐγένετο γνωστὸν, ὅτι θὰ γείνῃ ἡ
352συζήτησις αὕτη ἐνταῦθα, πόσα δὲν ἠκούσατε εἰς βάρος αὐτῶν,
353καὶ πόσα δὲν θ’ ἀκούσητε ἀκόμη, ἐὰν ἐμποδισθῇ ἡ συζήτησις
354αὕτη, ὅπερ θὰ καταστήσῃ αὐτοὺς ἐνοχωτέρους;
355Ἐπιμένω, κύριοι Βουλευταὶ, — μὴ θέλων νὰ εἰσέλθω εἰς
356τὰ καθέκαστα τῆς ὑποθέσεως, — ἐπιμένω, ὅτι τοιαύτη πρό-
357τασις, ὁποία ἡ τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Οἰτύλου Βουλευτοῦ, πρέ-
358πει ν’ ἀπορριφθῇ καθ’ ὁλοκληρίαν, ὡς ἀπαράδεκτος καὶ
359γενομένη παρὰ τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς. Ἔχω δὲ ἀκρά-
360δαντον πεποίθησιν, ὅτι πάντες ὑμεῖς θέλετε συμφωνήσει
361μετ’ ἐμοῦ, καὶ θέλετε ἀπορρίψει τὴν τοιαύτην πρότασιν, καὶ
362ἐπὶ τῇ πεποιθήσει ταύτῃ ἐπιφυλάσσομαι νὰ λάβω τὸν λό-
363γον κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ κυρίου ζητήματος, καὶ νὰ ἐξε-
364τάσω τὰ κατ’ αὐτὸ, βασιζόμενος ἐπὶ ἐπισήμων ἐγγράφων
365καὶ ἐπὶ πληροφοριῶν, μὴ ἀποδεικνυομένων μὲν δι’ ἐγγρά-
366φων, ἀλλὰ πάντοτε ἀσφαλῶν καὶ ἀκριβεστάτων.
367§21Α. ΠΕΤΑΛΑΣ. Χθὲς τὴν ἑσπέραν, προκειμένου περὶ ὁρι-
368σμοῦ ἡμέρας πρὸς συζήτησιν τοῦ φλέγοντος τούτου ζητήμα-
369τος, ἔφερα πρότασιν περὶ ἀναβολῆς. Ἡ πρότασίς μου ἐκείνη
370δυστυχῶς δὲν ἐψηφίσθη, οὔτε ὑπεβλήθη εἰς τὴν κρίσιν τῆς
371Βουλῆς, ἕνεκα τοῦ θορύβου, τοῦ πανδαιμονίου τοῦ χθεσινοῦ,
372τὸ ὁποῖον ὡμοίαζε μὲ πυρπολούμενον φρενοκομεῖον, ὡς ἅπαν-
373τες ἐνθυμοῦνται. Νομίζω, ὅτι ἐπιτρέπεται καὶ εἰς ἐμὲ, τὸν
374ἐλάχιστον τῶν Βουλευτῶν, νὰ ἐπικαλεσθῶ τοὺς θεσμοὺς, καὶ
375νὰ ζητήσω τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ Κανονισμοῦ, καὶ ὅτι ἔχω κατὰ
376τὸν Κανονισμὸν τὸ δικαίωμα νὰ ζητήσω ἀπὸ τὸν κ. Πρόε-
377δρον νὰ ὑποβάλῃ εἰς ψηφοφορίαν δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως
378τὴν περὶ ἀναβολῆς τῆς συζητήσεως ταύτης πρότασίν μου, ἡ
379ὁποία εἶναι καὶ ἀπωτέρα.
380Ἀληθῶς σήμερον περὶ τοῦ αὐτοῦ ἀντικειμένου ὑπεβλήθη
381πρότασις περὶ ἀπαραδέκτου, ἀλλὰ πρὸ ταύτης δέον νὰ ἐρω-
382τηθῇ ἡ Βουλὴ περὶ τῆς ἐμῆς προτάσεως... (διακοπαί).
383Μὲ ἐρωτῶσιν, ἂν δεκαπέντε ὑποστηρίζουσι τὴν πρότασίν
384μου. Ἐλπίζω, ὅτι θὰ εὑρεθῶσι δεκαπέντε σωφρονοῦντες ἐν
385τῇ Βουλῇ, ἵνα μὲ ὑποστηρίξωσιν (ἱλαρότης).
386§22ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Παπαγιαννακόπουλος ἔχει τὸν
387λόγον.
388§23Γ. ΚΑΠΕΤΑΝΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, εἶναι προσωπικὸν
389τὸ ζήτημα, καὶ ἔχω ἐγὼ τὸν λόγον (ἀνέρχεται τὸ βῆμα).
390§24ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οὐδόλως εἶναι προσωπικόν.
391§25Γ. ΚΑΠΕΤΑΝΑΚΗΣ. Ὁ κύριος Παπαγιαννακόπουλος
392ὑποχωρεῖ.
393§26Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν
394ὑποχωρῶ. Παρακαλῶ νὰ ἐφαρμόσητε τὸν Κανονισμὸν, καὶ
395νὰ δώσητε εἰς ἐμὲ τὸν λόγον.
396§27Γ. ΚΑΠΕΤΑΝΑΚΗΣ. Τὸ ζήτημα εἶναι προσωπικὸν, καὶ
397πρέπει ν’ ἀπαντήσω.
398§28ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν θὰ σᾶς ἐπιτρέψω, κύριε Καπετανάκη.
399Τὸ ζήτημα δὲν εἶναι προσωπικόν.
400§29Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Δὲν εἶναι προσωπικόν.
401§30ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καὶ ὁ κύριος Φικιώρης δηλοῖ, ὅτι δὲν εἶναι
402προσωπικόν. Ἀλλὰ θὰ ἐρωτήσω καὶ τὴν Βουλήν. Ἀντελή-
403φθη ἡ Βουλὴ τὸ ζήτημα ἐν τῇ ἀγορεύσει τοῦ κυρίου Φικιώ-
404ρη ὡς προσωπικὸν τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Οἰτύλου;
405§31ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, ὄχι· δὲν εἶναι προσωπικόν.
406§32Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἀφήσατε τὸ βῆμα, κύριε
407Καπετανάκη. Τὸ ζήτημα δὲν εἶναι προσωπικόν.
408§33Α. ΣΤΡΑΤΟΣ. Δὲν εἶναι προσωπικὸν, κύριε Καπετανάκη.
409§34ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παραχωρήσατε τὸ βῆμα, κύριε Καπετα-
410νάκη, εἰς τὸν κύριον Παπαγιαννακόπουλον.
411(Ὁ κ. Καπετανάκης κατέρχεται τοῦ βήματος).
412§35Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὅρα Παράρτη-
413μα).
414§36Α. ΡΩΜΑΝΟΣ. Καὶ χθὲς καὶ σήμερον ὁ κ. ἐκ Πατρῶν
415Βουλευτὴς ἀνέφερε τὸ ὄνομά μου ἐν σχέσει πρὸς τὴν ἐνέρ-
416γειαν τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας. Χθὲς ὁ κ. ἐξ Ἐπιδαύρου Λι-
417μηρᾶς Βουλευτὴς ἔδωκεν ἐξηγήσεις ὡς πρὸς τὴν συμμετο-
418χὴν αὐτοῦ εἰς τὰ τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας. Ἐπειδὴ δὲ καὶ ἐγὼ
419εὑρισκόμην, ὡς πρὸς τὴν Ἑταιρείαν, εἰς τὴν αὐτὴν θέσιν, εἰς
420ἣν εὑρίσκετο καὶ ὁ κ. ἐξ Ἐπιδαύρου Λιμηρᾶς Βουλευτὴς,
421ὑπῆρξα δηλ. μέλος φανερᾶς ἐπιτροπῆς, τοῦ φανεροῦ κέντρου
422τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας, ἐπειδὴ δὲ τὸ ὄνομά μου εἰς τὰς
423ἐφημερίδας ἀνεγράφη μετὰ τοῦ ὀνόματος τοῦ κυρίου Παπα-
424μιχαλοπούλου ἢ ἄλλων μελῶν τοῦ αὐτοῦ κέντρου, ἐνόμισα
425περιττὸν νὰ λάβω χθὲς τὸν λόγον, ὅπως ἀπαντήσω εἰς τὰς
426ἐρωτήσεις τοῦ κυρίου ἐκ Πατρῶν Βουλευτοῦ, εἰς ποίας ἐνερ-
427γείας προέβησαν πρώην Ὑπουργοὶ, καὶ δὴ καὶ ἐγὼ, ὡς πρὸς
428τὴν Ἐθνικὴν Ἑταιρείαν· δηλῶ δὲ κατηγορηματικῶς, ὅτι
429οὔτε τῶν ἀποφάσεων τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας ἔλαβον ποτὲ
430γνῶσιν, εἰμὴ ἐκ τῶν ἐφημερίδων, οὔτε εἰς τὴν διαχείρισιν
431τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας εἶμαι ἀναμεμιγμένος. Κατὰ τὴν ἐπο-
432χὴν ἐκείνην ἀπετέλουν μέλος ἄλλης ἑταιρείας, τῆς Κρητι-
433κῆς ἐπιτροπῆς, ἧς Πρόεδρος ἦτο ὁ ἀξιότιμος ἐκ Μεσολογ-
434γίου βουλευτὴς κ. Δεληγεώργης, καὶ ἧς μέλη ἦσαν ὁ ἀξιό-
435τιμος ἐκ Ζακύνθου βουλευτὴς κ. Ἀλέξανδρος Ῥώμας καὶ ὁ
436ἀξιότιμος ἐκ Πατρῶν βουλευτὴς κ. Ρικάκης. Ἐν τῇ ἐπι-
437τροπῇ ἐκείνῃ ἔλαβον ἐνεργὸν μέρος, ἐξετέλεσα δὲ τὸ ἐμὸν
438καθῆκον ὡς Ἕλλην, ὅπως τὸ ἐξετέλεσαν καὶ οἱ λοιποὶ ἀξιό-
439τιμοι συνάδελφοι, καὶ ὅπως ἤθελε τὸ ἐκτελέσει ὑπὸ τὰς αὐ-
440τὰς περιστάσεις οἱονδήποτε μέλος τοῦ Κοινοβουλίου.
441§37ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Καπετανάκης ἔχει τὸν λόγον.
442§38Γ. ΚΑΠΕΤΑΝΑΚΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
443§39Δ. ΛΥΜΠΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἐγὼ, Κύριοι, φρονῶ, ὅτι τὸ
444συμφέρον τοῦ Ἑλληνισμοῦ μᾶς ἐπιβάλλει τὴν ὑποχρέωσιν
445νὰ μὴ θίγωμεν ἐνταῦθα ἄνευ σκοποῦ, ἄνευ τελικοῦ ἀποτε-
446λέσματος, ζητήματα, τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ βλάψουν καὶ
447τὸν ἔσω καὶ τὸν ἔξω Ἑλληνισμόν. Παρῆλθον τόσα ἔτη, δύο
448ἢ τρία, καθ’ ἃ ἐνταῦθα συνεργαζόμεθα, καὶ δὲν ἠξιώθημεν νὰ
449φέρωμεν εἰς πέρας μίαν ἰδέαν, τὴν ὁποίαν τινὲς τῶν συνα-
450δέλφων ὑπεστήριζον. Ποῖον εἶναι ἤδη τὸ ἀποτέλεσμα τῆς
451συζητήσεως ταύτης; Εὐθύνας νὰ ζητήσωμεν; Δὲν δυνάμεθα
452νὰ τὰς ζητήσωμεν ἤδη. Τί θὰ γείνωμεν ἐδῶ; ἀνακριταὶ, νὰ
453ἐξετάσωμεν τίς πταίει ὀλιγώτερον καὶ τίς περισσότερον; Νο-
454μίζω λοιπὸν, ὅτι τὸ συμφέρον τῆς πατρίδος μᾶς ἐπιβάλλει,
455αὐτὴν τὴν ἄγονον, τὴν ὅλως διόλου ἀηδῆ συζήτησιν, ἡ ὁποία
456δὲν θὰ φέρῃ ἀποτέλεσμα πρακτικόν, νὰ τὴν ἀναβάλωμεν,
457καὶ ἂς φροντίσωμεν εἰς τὸ μέλλον νὰ τακτοποιήσωμεν τὰ
458καθ’ ἡμᾶς, καὶ νὰ σώσωμεν τὴν πατρίδα ἀπὸ τοὺς κινδύνους,
459οἱ ὁποῖοι τὴν περιστοιχίζουν. Ὅλα τὰ ἄλλα εἶναι λόγια, διὰ
460νὰ παρέρχηται ὁ χρόνος ἐπὶ ματαίῳ.
461§40ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Ρικάκης.
462§41Α. ΡΙΚΑΚΗΣ. Ἡ πρότασις τῆς ἀναβολῆς εἶναι ἄσκοπος,
463ἀφοῦ εἶναι ἀπαράδεκτος ἡ συζήτησις, καὶ εἶναι ἀπαράδεκτος,
464διότι ἡ Βουλὴ ἔχει κανόνας καὶ ἔθιμα κοινοβουλευτικὰ, τὰ
465ὁποῖα κανονίζουν τὰς ἐργασίας της. Ὡς πρὸς τὴν οὐσίαν τῆς
466ὑποθέσεως, δὲν δύναται νὰ δικαιολογήσῃ τὴν ἀρχὴν, ἂν ἡ
467Βουλὴ εἶναι ἁρμοδία νὰ ἐπιληφθῇ τῆς ἐξετάσεως τοῦ προ-
468κειμένου ζητήματος· δύναται νὰ ἔχῃ τὴν περιέργειαν τὸ
469ἔθνος νὰ μάθῃ, ἀλλ’ ὅταν ἡ Βουλὴ δὲν ἔχῃ δικαίωμα καὶ
470ἁρμοδιότητα, δὲν δύναται νὰ προβῇ εἰς συζήτησιν, ἡ ὁποία
471δὲν θ’ ἀπολήξῃ εἰς συμπέρασμα. Ποῖον θὰ ἦναι τὸ συμπέ-
472ρασμα τῆς συζητήσεως; Ἐρωτᾶται ἡ Βουλὴ, τί ἔγεινε κατὰ
473τὸν πόλεμον· ποῦ θὰ ἀπολήξητε; Δύναται νὰ ἦναι τίποτε
474ἄλλο παρὰ ἀκαδημαϊκὴ συζήτησις; Ἀλλ’ ἡ Βουλὴ ἐκλήθη
475νὰ ἀσχολῆται εἰς ἀκαδημαϊκὰς συζητήσεις, διὰ νὰ ἱκανο-
476ποιῇ τὴν περιέργειαν τοῦ κοινοῦ καὶ τῶν περιέργων; Ποία
477θὰ ἦναι ἡ πρότασίς σας καὶ τὸ συμπέρασμα; — διότι πᾶσα
478πρότασις πρέπει νὰ ἔχῃ καὶ τὸ συμπέρασμά της. — Εὐθύνην
479ποινικὴν δὲν δυνάμεθα νὰ ζητήσωμεν, εὐθύνην πολιτικὴν
480ἐπίσης δὲν δυνάμεθα. Νὰ ζητήσωμεν ἠθικὴν εὐθύνην; Τί
481ἐγείναμεν; Συνέδριον Ἀκαδημαϊκῶν; ἢ Ἱερὰ Σύνοδος; Διὰ
482ταῦτα νομίζω, ὅτι πᾶσα ἐπασχόλησις τῆς Βουλῆς ἐπὶ τοῦ
483προκειμένου εἶναι ἀπαράδεκτος.
484Ἔρχομαι εἰς τὸ ζήτημα τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας. Αὐτὴ
485εἶναι ἓν ἰδιωτικὸν σωματεῖον, τὸ ὁποῖον συνεστήθη ὑπὸ τὸ
486κράτος τῶν νόμων, ὑπὸ τὴν ἐπίβλεψιν καὶ τὴν ἐξέτασιν τῶν
487ὁποίων ἐξακολουθεῖ νὰ διατελῇ. Λοιπὸν μὲ ποῖον δικαίωμα
488καὶ μὲ ποίαν ἁρμοδιότητα θὰ ἐξετάσῃ ἡ Βουλὴ τὰ τῆς Ἐθνι-
489κῆς Ἑταιρείας; Τὸ σωματεῖον αὐτὸ ἐνήργησε συνδρομὰς
490χρηματικὰς, τὸ σωματεῖον αὐτὸ ἔλαβε μέρος, πλαγίως ἢ
491ἐμμέσως, εἰς τὸν πόλεμον· ποῖοι εἶναι ἁρμόδιοι νὰ τὸ ἐξε-
492τάσουν; Ὑπάγεται εἰς τοὺς νόμους τοῦ Κράτους ἢ ὄχι;
493Ποία εἶναι ἡ ἀρχὴ, ἡ ὁποία μόνη ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἐξ-
494ετάσῃ, ἂν παρέβη τοὺς νόμους, ἢ ὄχι; Τὰ Δικαστήρια. Τὰ
495ἄτομα θὰ ἐξετάσωμεν ἐδῶ μέσα; Μᾶς εἶπον, ὅτι μερικοὶ
496τῶν Βουλευτῶν ἔλαβον γνῶσιν ἢ μέρος· ἀλλ’ αὐτὰ εἶναι ἄτο-
497μα, τὰ ὁποῖα ὑπόκεινται, ὡς ἰδιῶται, εἰς τοὺς κοινοὺς νόμους.
498Ἔπειτα ἐπιτρέψατέ μοι, κύριε Πρόεδρε, νὰ παρατηρήσω
499καὶ ἓν ἄλλο. Νομίζω ὅτι, ἀφοῦ παρῆλθεν ἡ ἐποχὴ τοῦ πο-
500λέμου καὶ ἡ προθεσμία, κατὰ τὴν ὁποίαν ἠδυνάμεθα νὰ
501ζητήσωμεν λόγον καὶ εὐθύνας, δὲν πρέπει τώρα ν’ ἀνακι-
502νῶμεν ζητήματα, τὰ ὁποῖα θὰ βλάψουν, σήμερον ἐξεταζό-
503μενα. Ὡς πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Ἑταιρείαν, λέγω, ὅτι ἡ ζημία
504δύναται νὰ ἦναι μεγαλειτέρα, διότι δὲν γνωρίζομεν εἰς ποίας
505ἡ Ἑταιρεία αὐτὴ συνεννοήσεις εὑρέθη μὲ πρόσωπα ἐκ τῶν
506ἔξω ὁμογενῶν, καὶ ἡ ἀνακοίνωσις αὕτη δύναται νὰ βλάψῃ
507τὸ μέλλον τοῦ ἐθνικοῦ ἀγῶνος, ὁ ὁποῖος δὲν ἐτελείωσε.
508§42Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Ἐπὶ τῆς προτάσεως τῆς ἀναβολῆς ὁ
509ἀξιότιμος ἐξ Οἰτύλου συνάδελφος περιπίπτει εἰς ἀντίφασιν,
510διότι, ἐνῷ λέγει, ὅτι ἡ συζήτησις ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως ταύ-
511της δὲν ἔχει κανὲν πρακτικὸν ἀποτέλεσμα...
512§43Γ. ΚΑΠΕΤΑΝΑΚΗΣ. Νῦν δὲν ἔχει πρακτικὸν ἀποτέ-
513λεσμα· μάλιστα θὰ ἦναι ἐπικίνδυνος νῦν, ὅτε οἱ Βούλγαροι
514ἐργάζονται εἰς τὴν Βουλὴν αὐτῶν, ὡς ἐργάζονται, ἐνῷ ἡμεῖς
515ἐδῶ συζητοῦμεν περὶ τοῦ τίς πταίει!
516§44Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ... ἐνῷ λέγει, ὅτι οὐδὲν πρακτικὸν ἀπο-
517τέλεσμα ἔχει ἡ συζήτησις ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης, — καὶ
518δὲν ἔχει πραγματικῶς ὡς πρὸς τὰς ποινικὰς καὶ πολιτικὰς
519εὐθύνας — δὲν προτείνει ἀμέσως νὰ μὴ γείνῃ ἀπολύτως ἡ συ-
520ζήτησις, ἀλλὰ προτείνει ν’ ἀναβληθῇ εἰς τὰς ἑλληνικὰς κα-
521λένδας, ἵνα μὴ γείνῃ δηλαδὴ ποτὲ τοιαύτη συζήτησις! Καὶ
522αὐτὴ ἡ προσπάθεια καταβάλλεται ἀπὸ τῆς ἀρχῆς τῆς Περιό-
523δου ταύτης!...
524§45Γ. ΚΑΠΕΤΑΝΑΚΗΣ. Ἐγὼ τὴν ἀγνοῶ.
525§46Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Μάθετέ την τώρα... Τοιαύτη προσ-
526πάθεια καταβάλλεται — καὶ ἀπόδειξις τούτου πάνθ’ ὅσα
527ἐλέχθησαν κατὰ τὴν ἑσπέραν ταύτην — διὰ τῶν ἀναβολῶν
528τῆς συζητήσεως αὐτῆς ἀπὸ τῆς πρώτης Συνόδου εἰς τὴν δευ-
529τέραν, καὶ ἀπὸ τῆς δευτέρας εἰς τὴν τρίτην, καὶ οὕτω καθε-
530ξῆς, ἵνα ἐπιβραδυνθῇ ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε νὰ μᾶς εἴπωσιν,
531ὅτι παρῆλθε πλέον ὁ καιρός! Αὐτὸς εἶναι ὁ σκοπὸς, τὸν ὁποῖον
532ἔχει καὶ ἡ πρότασις αὕτη, τὴν ὁποίαν εὐτυχῶς ἐπρότειναν
533ἄνδρες ἀνεξάρτητοι, ἐν καλῇ πίστει, χωρὶς νὰ ἐννοήσουν εἰς
534ποίαν ἐνέπεσαν παγίδα, στηθεῖσαν ὑπὸ τῶν ἐνδιαφερομένων.
535Τὴν ἀνάγκην τῆς συζητήσεως ταύτης καὶ τῆς ἐξετάσεως
536τῶν κατὰ τὸν πόλεμον γεγονότων ἔχει ἀναγνωρίσει ἡ Βουλὴ
537καὶ ἀμέσως μετὰ τὸν πόλεμον, ὅτε κατὰ τὴν τελευταίαν
538Σύνοδον τῆς παρελθούσης Περιόδου συνέστησεν ἐξεταστικὴν
539ἐπιτροπὴν, ἧς τὸ ἔργον ἐματαιώθη διαλυθείσης τῆς Βουλῆς,
540καὶ κατὰ τὴν πρώτην Σύνοδον τῆς Περιόδου ταύτης, καθ’
541ἣν οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι κ. κ. Ποταμιᾶνος καὶ Παπαγιαν-
542νακόπουλος ἐπέμενον νὰ γείνῃ τοιαύτη συζήτησις, καὶ ἡ
543Βουλὴ συνέστησε καὶ πάλιν ἐξεταστικὴν ἐπιτροπήν.
544Ἐὰν δὲν αἰσθάνεσθε τὴν ἀνάγκην τῆς τοιαύτης συζητή-
545σεως, διατὶ προέβητε εἰς τὴν σύστασιν τῆς ἐξεταστικῆς ἐπι-
546τροπῆς; Παρακωλύοντες ὅμως τὸ ἔργον τῆς ἐπιτροπῆς, καὶ
547μὴ θέλοντες νὰ γείνῃ ἡ συζήτησις, ἀποδεικνύετε, ὅτι προέ-
548βητε εἰς τὴν σύστασιν τῆς ἐπιτροπῆς, οὐχὶ διότι ἠθέλετε
549νὰ ἐπιχυθῇ φῶς ἐπὶ τῶν θεμάτων τούτων, ἀλλ’ ὅπως ῥίψητε
550στάκτην εἰς τὰ μάτια τοῦ λαοῦ! Μὴ νομίζετε ὅμως, ὅτι ἐπὶ
551τοσοῦτον τυφλώττει ὁ Ἑλληνικὸς λαός. Γνωρίζει τὰ πάντα,
552ἀλλὰ θέλει νὰ ἐκτεθῶσι καὶ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, τοῦ
553ἐπισήμου, καὶ νὰ διαλευκανθῇ ἡ ἀλήθεια.
554Ἐὰν λοιπόν, κύριε Πρόεδρε, τοιαύτη πρότασις ἀναβολῆς,
555εἴτε ἀπαραδέκτου, ὡς θέλει ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Οἰτύλου, ψη-
556φισθῇ, ἐγὼ ὑψώνω φωνὴν διαμαρτυρίας, ὅτι ἡ Βουλὴ θέλει
557νὰ φυγομαχήσῃ εἰς τὴν ὑπόθεσιν ταύτην.
558§47Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἡ πρότασις, περὶ ἧς συζητοῦ-
559μεν, σκοπεῖ τὴν ἀπώθησιν ἀπὸ τῶν ἔργων τῆς Βουλῆς τῆς
560συζητήσεως, ἥτις ἐπρόκειτο νὰ γένηται εἴτε περὶ τῶν εὐθυ-
561νῶν τοῦ πολέμου, εἴτε περὶ τῆς χρηματικῆς διαχειρίσεως
562ἑνὸς σωματείου πολιτικοῦ, τὸ ὁποῖον ἐλειτούργησε κατὰ τὸ
563παρελθόν. Ἡ πρότασις αὕτη συναρμολογεῖται ἐντελῶς μὲ
564τὴν τακτικήν, τὴν ὁποίαν ἐπὶ πέντε ἤδη ἔτη μετέρχονται
565οἱ καθήμενοι ἐπὶ τῆς ἀντιθέτου πτέρυγος, καὶ ὅτε ἦσαν ἐν
566μειονοψηφίᾳ, ἐτύγχανον δ’ ἐγὼ ἐν τῇ Κυβερνήσει, καὶ ὅτε
567ἐκ τῶν ἐκλογῶν ἐλθόντες, ἀλλ’ ἐν πλειονοψηφίᾳ γενόμενοι
568μετὰ τὰς ἐκλογάς, ἐπὶ τριετίαν ἤδη ἐκυβέρνησαν τὴν χώραν.
569Ἠπόρησα μάλιστα χθές, ὅτε ἤκουσα, ὅτι ἀνακαλοῦσιν εἰς
570τὴν μνήμην τῆς Βουλῆς τὰ ἔργα τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας,
571καὶ ἔχουσι τὸ θάρρος νὰ πράττωσι τοῦτο ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι
572ἦσαν οἱ πρῶτοι δρᾶσται, οἱ πρῶτοι ἐργάται τῆς Ἐθνικῆς
573Ἑταιρείας, καὶ οἱ ὁποῖοι κατόπιν ἠξιώθησαν τῆς τιμῆς νὰ
574ἀνέλθωσι μέχρι τῶν Ἀνακτόρων καὶ νὰ γένωνται Σύμβουλοι
575τοῦ Στέμματος! Ἠπόρησα, λέγω, διότι δὲν ἐνόουν ὑπὸ τίνος
576ἐννοίας, ὑπὸ τίνος σκοποῦ ἀγόμενοι, ἀνακαλοῦσιν εἰς τὴν
577μνήμην ἡμῶν τὴν Ἐθνικὴν Ἑταιρείαν, καὶ μάλιστα ἐτόλμη-
578σαν νὰ ζητήσωσιν εὐθύνας παρ’ ἡμῶν!
579Ἐγὼ ἐνθυμοῦμαι, ὅτι ἐπὶ τέσσαρα ἤδη ἔτη ἐπανειλημμέ-
580νως ἐζήτησα τὴν ἔρευναν τῶν περὶ τοῦ πολέμου καὶ τῶν
581προηγηθεισῶν αὐτοῦ περιπλοκῶν, καὶ ἐζήτησα αὐτὴν καὶ
582ἐπεθύμουν νὰ γένηται αὕτη ἐν πάσῃ εὐρύτητι, ὄχι διότι
583ἐσκόπουν νὰ πορισθῶ κέρδος τι, ἢ διότι ἐπεθύμουν διὰ τῶν
584πορισμάτων τῆς συζητήσεως ταύτης νὰ θέσω φίμωτρον ἐπὶ
585τῶν στομάτων, τὰ ὁποῖα πολλάκις ἠνεῴχθησαν, ἵνα συκοφαν-
586τήσωσι τὸ πολιτικὸν κόμμα, τοῦ ὁποίου διευθύνω τὰς ἐργα-
587σίας· ὄχι διότι ἐσυλλογίσθην ποτὲ τὰ ληρήματα καὶ τὰς
588ἐρεσχελίας, αἱ ὁποῖαι ἐλέχθησαν περὶ ἡμῶν, καὶ ὅτε αὗται
589διεχύνοντο εἰς τὰς ὁδοὺς καὶ τὰς στενωποὺς ὑπὸ τῶν οἰκείων
590ἢ φίλων ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐπὶ τρία ἤδη ἔτη ἐκυβέρνησαν
591τὴν χώραν, ἀλλὰ καὶ ὅτε ἐκ τῶν στομάτων αὐτῶν τούτων
592τοιαῦται διαδόσεις καὶ ἐξ ἐνέδρας πονηραὶ φῆμαι μετεδίδον-
593το, ὅπως ἀποπλανήσωσι τοὺς ἁπλουστέρους τῶν συμπολι-
594τῶν ἡμῶν· ἀλλὰ καὶ ὅτε ἀκόμη ὄργανα τῆς δημοσιογραφίας,
595μεταξὺ τῶν ὁποίων ἦσάν τινα, τὰ ὁποῖα τὰ δύο τρίτα τῆς
596ἡμέρας διήνυον εἰς τοὺς προδόμους καὶ τὰ προαύλια τῶν
597Ἀνακτόρων, ὅτε, λέγω, κατὰ πᾶσαν πρωΐαν ταῦτα ἐξήρ-
598χοντο, ἐκτοξεύοντα ὕβρεις καὶ συκοφαντίας καθ’ ἡμῶν, ἀφί-
599νοντα εἰς τὸν κόσμον νὰ ὑπολάβῃ, ὅτι ὅσα ἔγραφον ἦσαν
600γνῶμαι Ὑψηλῶν προσώπων.
601Οἱ πολιτικοὶ ἄνδρες ἔχουσι καθήκοντα ὑπέρτερα τῶν συμ-
602φερόντων τῶν ἀτομικῶν, πρὸ παντὸς δὲ πρέπει νὰ λησμο-
603νῶσιν ἑαυτούς· ὅτε δ’ ἡμεῖς διεχειρίσθημεν τὰ κοινὰ, εἴτε
604ὡς μέλη τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, εἴτε ὡς μέλη τοῦ Κοι-
605νοβουλίου, ἐλησμονήσαμεν πάντοτε τὰ συμφέροντα ἡμῶν,
606ἔχομεν δὲ τὸ σθένος καὶ νῦν ἔτι νὰ περιφρονῶμεν πάντας
607τοὺς τοιαῦτα καθ’ ἡμῶν εἰσηγουμένους. Ἀλλ’ ἐπιθυμοῦ-
608μεν τὴν συζήτησιν, ἐπιθυμοῦμεν νὰ ἐκτεθῶσι πάντα, ἵνα
609διαφωτισθῶσι θέματα, πρὸ τῆς ἀσαφείας τῶν ὁποίων πολλοὶ
610λαμβάνουσι τὸ θάρρος νὰ ζητῶσι λόγον παρ’ ἄλλων, καὶ
611νὰ ὁμιλῶσι, ν’ ἀποσιωπῶσι δὲ πράξεις ἑαυτῶν, τὰς ὁποίας
612ἐπίσημα ἔγγραφα βεβαιοῦσιν, ὅτι οὗτοι διέπραξαν. Ἡ ἀνά-
613γνωσις τῶν ἐγγράφων καὶ ἡ συζήτησις τῆς ὑποθέσεως προσ-
614έτι ἤθελε χρησιμεύσει ὡς διδασκαλία πρὸς τοὺς πολιτευο-
615μένους, ὅτι πρὸ παντὸς πρέπει οὗτοι νὰ σέβωνται τὸ πολιτι-
616κὸν σύστημα, τὸ ὁποῖον κρατεῖ ἐν τῇ πατρίδι· τὸ πολιτι-
617κὸν δὲ σύστημα, τὸ ὁποῖον κρατεῖ ἐν τῇ πατρίδι ἡμῶν, δὲν
618ἐνδεικνύει, οὔτε ἐπιτρέπει εἰς τὰς Ἀντιπολιτεύσεις, οὐδὲ
619ἀνέχεται νὰ πράττωσιν αὗται ἄλλο τι, εἰμὴ νὰ ἐπιτηρῶσι
620καὶ νὰ ἐλέγχωσι τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν, καὶ νὰ μετέ-
621χωσι τῆς νομοθετικῆς ἐργασίας τοῦ Κοινοβουλίου. Δὲν ἐπι-
622τρέπει ἀληθῶς τὸ πολίτευμα καὶ οἱ νόμοι ἡμῶν εἰς τὰς
623Ἀντιπολιτεύσεις νὰ συνιστῶσι σωματεῖα ἐκτὸς τοῦ Κοινο-
624βουλίου, καὶ νὰ προσπαθῶσι δι’ αὐτῶν νὰ προσηλυτίζωνται
625τοὺς πολίτας, καὶ νὰ πλανῶσιν αὐτοὺς, καὶ νὰ ὑποβάλλωσιν
626αὐτοὺς εἰς ὅρκον, ἵνα τηρῶσι τὰ ἀπόρρητα· πολλῷ δὲ μᾶλ-
627λον δὲν ἐπιτρέπει νὰ διαφθείρωσιν ἀξιωματικοὺς τοῦ στρα-
628τοῦ,—καὶ νομίζετε ἀριθμὸν μικρόν; ἐὰν ἀναφέρω 300, λέγω
629ἴσως ὀλιγώτερον τοῦ πραγματικοῦ ἀριθμοῦ, — νὰ ἀποπλα-
630νῶσιν ὑπαξιωματικοὺς τοῦ στρατοῦ, νὰ εἰσάγωσιν εἰς τοὺς
631Συλλόγους των μέλη τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας, καὶ τοιουτο-
632τρόπως νὰ ἀφαιρῶσιν ἀπὸ τὰς χεῖρας τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξου-
633σίας τὴν ἐφαρμογὴν τῶν ποινικῶν νόμων καὶ τὴν νόμιμον
634συνδρομὴν τῶν στρατιωτικῶν δυνάμεων τοῦ Κράτους, ἤτοι
635τὰ δύο μόνα μέσα, διὰ τῶν ὁποίων ἡ Κυβέρνησις ἠδύνατο
636νὰ περιστείλῃ τὰς ἐργασίας τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας, καὶ νὰ
637καταστείλῃ πᾶν ὅ,τι αὕτη ἔπραττεν, εἴτε ἐπιζήμιον εἰς τὰ
638συμφέροντα τοῦ Κράτους, εἴτε προδοτικὸν τῶν ἐθνικῶν συμ-
639φερόντων. Δὲν ἐπιτρέπει δὲ πάντως εἰς αὐτὰς νὰ ἐπιδρά-
640μωσι καὶ ἐπὶ τὴν ἐξωτερικὴν πολιτικὴν τοῦ Κράτους, καὶ νὰ
641ἁρπάσωσιν ἀπὸ τῆς Κυβερνήσεως τὴν διεύθυνσιν καὶ διαχεί-
642ρισιν τῆς ἐξωτερικῆς πολιτικῆς. Καὶ ὄντως ἡρπάγη ἀπὸ τὰς
643χεῖρας ἡμῶν ἡ ἐξωτερικὴ πολιτική, καὶ ἡρπάγη διότι δὲν
644εἴχομεν τὰ μέσα, τὰ ὁποῖα οἱ νόμοι ἔθηκαν εἰς τὴν διάθε-
645σιν ἡμῶν, διότι ἀφήρπασε ταῦτα παρ’ ἡμῶν ὁ Σύλλογος οὗ-
646τος, ἡ Ἐθνικὴ Ἑταιρεία· καὶ τὰ ἥρπασεν ἐπὶ ζημίᾳ τῶν
647ἐθνικῶν συμφερόντων, κατὰ χρόνον δέ, καθ’ ὃν οὐδὲ νὰ παραι-
648τηθῶμεν ἀπὸ τῆς ἀρχῆς ἠδυνάμεθα. Ἐὰν ἠδυνάμεθα νὰ πα-
649ραιτηθῶμεν, ἠθέλομεν ἀφήσει τὴν εὐθύνην εἰς αὐτούς· ἀλλ’
650ἤμεθα ὑπόχρεοι νὰ μείνωμεν, ἀγωνιζόμενοι, πῶς νὰ κατορ-
651θώσωμεν νὰ μὴ ἀνατραπῶσι τοὐλάχιστον αἱ βάσεις τῆς Πο-
652λιτείας, πῶς νὰ σώσωμεν τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα, καὶ πῶς νὰ
653μειώσωμεν τὰ δεινὰ καὶ τὰ δυστυχήματα, τὰ ὁποῖα οὗτοι
654παρεσκεύαζον, καὶ τὰ ὁποῖα πάντως ἤθελον ἐπισκήψει διὰ
655τῆς πρακτικῆς ταύτης, τὴν ὁποίαν ἡ Ἀντιπολίτευσις κατὰ
656τὰ ἔτη ἐκεῖνα ἠσπάσθη.
657Ἀλλὰ προσέτι ἦτο ἀναγκαία ἡ συζήτησις αὕτη, ἵνα δια-
658φωτίσῃ τὴν Βουλὴν καὶ περὶ ἄλλων ἀναγκῶν τοῦ Κράτους,
659διότι αἱ συζητήσεις αὗται περὶ τῶν διαπραχθέντων καὶ περὶ
660τῶν ἐξ αὐτῶν ἐπισκηψάντων δυστυχημάτων πρέπει νὰ χρη-
661σιμεύωσιν ὡς διδασκαλία, ἡ δὲ διαφώτισις τῶν ζητημάτων,
662τὰ ὁποῖα προέκυψαν κατὰ τὴν τριετίαν ἐκείνην τοῦ 1896,
663τοῦ 1897 καὶ τοῦ 1898, ἔπρεπε νὰ μᾶς διδάξωσι νὰ σκε-
664φθῶμεν, κατὰ τίνα τρόπον ἠθέλομεν ἐπὶ τὸ μέλλον κατορ-
665θώσει, ὅπως μὴ ἦναι ἐφικτὸν νὰ συνιστῶνται τοιαῦται ἑται-
666ρεῖαι, δυνάμεναι νὰ εἰσέρχωνται εἰς τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ,
667νὰ παραπλανῶσιν ἀξιωματικοὺς ἐνθουσιώδεις ἢ εὐπλανήτους,
668καὶ νὰ παρασύρωσιν αὐτοὺς νὰ λησμονῶσιν ὃν ἔδωκαν ἐπὶ
669τῆς ἐθνικῆς σημαίας ὅρκον, καὶ νὰ δίδωσιν ἄλλον εἰς τὴν
670Ἐθνικὴν Ἑταιρείαν· ἔπρεπε νὰ μᾶς διδάξωσι νὰ σκεφθῶ-
671μεν, κατὰ τίνα τρόπον δὲν ἤθελε κατασταθῆ πλέον δυνα-
672τὸν, μέλη τοῦ δικαστικοῦ κλάδου, λειτουργοὶ τῆς Θέμιδος,
673νὰ θέτωσι τὴν χεῖρά των ἐπὶ τοῦ Εὐαγγελίου, καὶ νὰ λη-
674σμονῶσιν, ὅτι ἔδωκαν τὸν ὅρκον νὰ τηρῶσι τοὺς νόμους καὶ
675νὰ ἀπονέμωσι δικαιοσύνην, νὰ στέργωσι δὲ νὰ ἀναλάβωσι
676τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ὑπηρετήσωσι τὰς προαιρέσεις, τὰς ἀπο-
677φάσεις τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας. Δὲν συμφέρει τάχα, δὲν πρέ-
678πει νὰ ληφθῶσι μέτρα, ἵνα μὴ ἐπὶ τὸ μέλλον ἐπαναληφθῇ
679τοιοῦτον ἀπαίσιον δρᾶμα;
680Ἀλλὰ διηνύσαμεν ἀπὸ τῆς ἐποχῆς τοῦ πολέμου τέσσαρα
681ἤδη ἔτη, καθ’ ἃ ἐπὶ τριετίαν ἐκυβέρνησε τὸ Ὑπουργεῖον, τὸ
682ὁποῖον πρὸ μικροῦ ἀντικατεστάθη· ἀφοῦ δὲ δὲν ἠδυνήθημεν
683νὰ ἐπουλώσωμεν ἄλλας πληγὰς, ἀφοῦ δὲν ἠδυνήθημεν νὰ
684ἀνορθώσωμεν πρὸ παντὸς τὰ οἰκονομικὰ ἡμῶν, διότι τὰ οἰκο-
685νομικὰ ἡμῶν δὲν ἀνορθοῦνται, ἀλλὰ παραλύουσι καὶ κατα-
686στρέφονται δι’ ἀσπλάγχνων πιέσεων, αἵτινες σκοποῦσι νὰ εἰσ-
687πράττωνται ὅσῳ τὸ δυνατὸν περισσότερα χρήματα παρὰ τοῦ
688λαοῦ, ἵνα εἰσάγωνται ταῦτα εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον· ἀφοῦ,
689λέγω, δὲν κατωρθώσαμεν νὰ ἀνορθώσωμεν τὰ οἰκονομικὰ ἡ-
690μῶν, οὐδὲ νὰ προβλέψωμεν περὶ τῆς βελτιώσεως τῆς ποινικῆς
691καὶ πολιτικῆς δικαιοσύνης,—διότι γελοία ἦτο ἡ ἐλπὶς ἐκείνων,
692οἵτινες προσεδόκων, ὅτι τὰ νομοσχέδια τοῦ κ. Καραπαύλου
693ἤθελον χρησιμεύσει εἰς τὴν βελτίωσιν τοῦ κλάδου τούτου,—
694ἀφοῦ δὲν κατωρθώσαμεν νὰ λάβωμεν σπουδαίαν τινὰ μέρι-
695μναν, ὅπως δυνηθῶμεν μίαν ἡμέραν νὰ ἔχωμεν καὶ ἡμεῖς στρα-
696τὸν καὶ νὰ ἔχωμεν καὶ ἡμεῖς στόλον, καὶ νὰ πεισθῶμεν πλέον,
697ὅτι δὲν μᾶς ἐπιτρέπεται νὰ παραμυθῶμεν τὴν χώραν δι’ ἐλ-
698πίδων κενῶν καὶ ἀπραγματοποιήτων· ἀφοῦ δὲν ἠδυνήθημεν
699τὰς πληγὰς ταύτας τοῦ Κράτους νὰ ἐπανορθώσωμεν, δὲν πρέ-
700πει τοὐλάχιστον νὰ φροντίσωμεν πάντες, ὡς εἷς ἄνθρωπος,
701νὰ ληφθῶσι μέτρα, διὰ τῶν ὁποίων θέλει κατασταθῆ πλέον
702ἀδύνατον ἐν τῷ μέλλοντι νὰ συστηθῇ Ἐθνικὴ Ἑταιρεία, ἥτις
703καὶ τοὺς ἀξιωματικοὺς τοῦ στρατοῦ νὰ ἀποτρέπῃ ἀπὸ τῶν
704καθηκόντων αὐτῶν καὶ τοὺς δικαστὰς ἀπὸ τὰς μερίμνας των;
705Ἰδοὺ διατί ἐπιζητοῦμεν τὴν συζήτησιν τῶν περὶ τοῦ θέμα-
706τος τούτου, καὶ τὴν ἀποκάλυψιν τῶν διαπραχθέντων, καὶ
707τὸν ἔλεγχον τῶν διαπραξάντων, ὅσα διεπράχθησαν καὶ ὅσα
708συνέβησαν.
709Ἐγὼ εἶχον πεισθῆ ἤδη, ὅτι δὲν ἤθελον ἀφεθῆ νὰ γένη-
710ταί ποτε συζήτησις. Ἀφοῦ διὰ μεγάλου ἀγῶνος καὶ δι’ ἀ-
711καταπονήτων προσπαθειῶν μόλις κατωρθώθη νὰ συστηθῇ
712τὸ πρῶτον ἐξεταστικὴ τῶν πραγμάτων ἐπιτροπὴ, — καίτοι
713ἡ πλειονοψηφία τῆς Βουλῆς ἦτο εὐμενὴς πρὸς ἡμᾶς — διότι
714ἀντέπραττον οἱ κυβερνῶντες, καὶ ἀφοῦ ἡ ἐπιτροπὴ αὕτη δὲν
715ἔφθασεν εἰς τὸ πέρας τοῦ ἔργου αὐτῆς, διότι οἱ Ὑπουργοὶ
716δὲν ἐχορήγουν εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τὰς ζητουμένας πληροφο-
717ρίας, ἀπέτυχον δὲ οὕτω πᾶσαι αἱ προσπάθειαι ἡμῶν, οὐδὲ
718ἐπετεύχθη ἀποτέλεσμά τι, καὶ ὅτε κατόπιν συνεστήθη δι’
719ὁμοίων προσπαθειῶν ἡ δευτέρα τῶν πραγμάτων ἐξεταστικὴ
720ἐπιτροπὴ, συνεστήθη δὲ, ἵνα διαλυθῇ, ἵνα ῥιφθῇ στάχτη εἰς
721τοὺς ὀφθαλμοὺς τοῦ κοινοῦ, εἶχον πεισθῆ, λέγω, ὅτι δὲν ἠ-
722θέλομεν βεβαίως κατορθώσει νὰ γένηται ἡ περὶ τῶν θεμά-
723των τούτων συζήτησις. Διὰ τοῦτο ἠπόρησα, πῶς ὁ ἐξ Ἠ-
724λείας Βουλευτὴς παρέστη ἐν τῷ μέσῳ, προβάλλων εἰς τὴν
725Βουλὴν τοιαύτην συζήτησιν, καὶ πῶς ὁ ἐκ Κυθήρων ἐπέ-
726δραμε πάνοπλος, ἵνα ἐπιτεθῇ καθ’ ἡμῶν, φαινόμενος, ὅτι
727ζητεῖ ν’ ἀποκαλύψῃ τὴν ἀλήθειαν! Ἀλλ’ ἔχομεν τὴν πεῖ-
728ραν τοῦ παρελθόντος, ἵνα κατανοήσωμεν, τί κρύπτουσι τὰ
729διανοήματα αὐτοῦ, καὶ ἔχομεν τὴν ἀλήθειαν ἐπίκουρον, ἵνα
730πατάξωμεν πᾶσαν κακοπιστίαν.
731§48Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Μετὰ τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ
732ἐντίμου ἐκ Γόρτυνος Βουλευτοῦ ἡ παρέμβασις ἄλλου τινὸς
733θὰ ἦτο περιττὴ, ἐὰν δὲν ἦτο ἐρριζωμένη εἰς ἐμὲ ἡ γνώμη,
734ὅτι ἡ συζήτησις περὶ τῶν πεπραγμένων τοῦ πολέμου καὶ τῆς
735Ἑταιρείας τῆς Ἐθνικῆς πρέπει νὰ ἔλθῃ ἐπὶ τάπητος, καὶ νὰ
736ἐξελεγχθῶσι ταῦτα καθ’ ὅλην τὴν γραμμήν. Ἐγένοντο με-
737γάλα κακὰ εἰς τὴν πατρίδα, ὑπεδουλώθημεν οἰκονομικῶς,
738κατέστη ὁ στρατὸς ἡμῶν ἄχρηστος, δὲν ὑπάρχει μέριμνα περὶ
739αὐτοῦ, καὶ τὸ Κράτος δὲν ἐλπίζει ποτὲ νὰ ἴδῃ ἡμέραν ἐκ-
740πληρώσεως τῶν ἱερῶν αὐτοῦ πόθων. Πιστεύω λοιπόν, ὅτι
741ἐπιβάλλεται εἰς ἡμᾶς ἡ συζήτησις· πιστεύω, ὅτι καθῆκον ἱε-
742ρὸν πρὸς τὴν πατρίδα ἡμῶν ἔχομεν, τὰ πάντα καὶ οἱ πάν-
743τες ν’ ἀποκαλυφθῶσι, διότι πιστεύω, ὅτι μετὰ τὴν ἀποκάλυ-
744ψιν ταύτην καὶ οἱ πολιτικοὶ ἄνδρες καὶ οἱ στρατιῶται καὶ
745οἱ ἀξιωματικοὶ καὶ οἱ δικασταὶ καὶ οἱοσδήποτε συνετέλε-
746σεν εἰς τὴν δυστυχίαν τῆς πατρίδος θὰ τεθῇ ἐκποδὼν, θὰ
747παραμερίσῃ, διὰ νὰ ἔλθωσιν ἐπὶ τὴν ἀρχὴν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι
748θὰ ἐσκέπτοντο ἄλλως, καὶ θὰ ἐνήργουν ἄλλως, καὶ θὰ εἶχον
749τὸ θάρρος νὰ ποδοπατήσωσιν ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι παρεμβαί-
750νουσι, πρὸς ζημίαν τῆς πατρίδος ἡμῶν, εἰς τοιαῦτα ὑψηλὰ
751ζητήματα. Καὶ θὰ ἐπιμείνω, παρακαλῶν τὴν Βουλὴν σύμ-
752πασαν νὰ τεθῶσιν ἐπὶ τάπητος τὰ ζητήματα. Καὶ θὰ παρα-
753καλέσω ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἔχουσιν εἰς χεῖράς των ἔγγραφα
754καὶ γνωρίζουσι πράγματα, νὰ μὴ φεισθῶσιν οὐδενός, ὁπου-
755δήποτε καὶ ἂν ἵσταται, διότι μόνον τότε νομίζω, ὅτι θὰ
756ἐκπληρώσωμεν τὸ πρὸς τὴν πατρίδα μας καθῆκον.
757Ἡ συζήτησις τοῦ Προϋπολογισμοῦ καὶ τοῦ ζητήματος τῆς
758σπογγαλιείας καὶ τῶν τοιούτων εἶναι τόσον ποταπὴ καὶ μη-
759δαμινὴ ἀπέναντι τῆς ὑποθέσεως ταύτης, ὥστε οὐδὲ κἂν
760ἔπρεπε νὰ ἐγερθῇ ἐν τῷ περιβόλῳ τούτῳ πρὸ τῆς ὑποθέσεως
761ταύτης.
762§49Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Αὐτὰ εἶναι τὰ ζωτικώτερα ζη-
763τήματα.
764§50Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἡ Ἀνατολὴ εἶναι τόπος
765ἀπροόπτων. Δὲν θὰ παρέλθῃ μακρὸν χρονικὸν διάστημα, καὶ
766θὰ ἴδωμεν ἐν τῇ Ἀνατολῇ γεγονότα μεγάλα, γεγονότα θί-
767γοντα καιρίως τὰ συμφέροντα τῆς πατρίδος ἡμῶν, καὶ ἡμεῖς
768κατὰ τὴν στιγμὴν ἐκείνην ὄχι μόνον θὰ ἤμεθα ἀνέτοιμοι,
769ἀλλὰ καὶ θὰ ἔχωμεν χάσει τὴν πεποίθησιν πρὸς ὅλα τὰ πρόσω-
770πα, τὰ λαμβάνοντα μέρος εἰς τὰ τῆς διοικήσεως τῆς πα-
771τρίδος ἡμῶν, καὶ ὅταν οἱ ἐχθροὶ τῆς πατρίδος θὰ ζητήσωσι
772τὴν λύσιν τῶν τοιούτων ζητημάτων, ἢ καὶ ὅταν ἐκεῖνοι, οἱ
773ὁποῖοι ἔχουσι δικαιώματα ἐπὶ τῆς Ἀνατολῆς, θὰ ζητήσωσι
774νὰ διεκδικήσωσιν αὐτὰ, ἡμεῖς θὰ ἤμεθα νεκροὶ καὶ ἀνίκανοι
775νὰ πράξωμεν τὸ καθ’ ἡμᾶς, ἵνα σώσωμεν τὰ δίκαια ἡμῶν,
776ἵνα σώσωμεν τὴν τιμὴν ἡμῶν, ἵνα ἀναστηλώσωμεν τὸ γόη-
777τρον τῆς πατρίδος ἡμῶν! Οἱ λαοὶ πρὸ τοῦ μεγάλου κινδύνου
778δὲν λιποψυχοῦσιν, ἀλλ’ ἀποκόπτουσι τὸ δυνάμενον νὰ κατα-
779στρέψῃ ὅλον τὸ σῶμα βεβλαμμένον μέλος. Τοιαύτην ἔχομεν
780θέσιν καὶ τοιοῦτο καθῆκον σήμερον, καὶ τοῦτο πρέπει νὰ
781πράξωμεν.
782Ἀπορῶ, πῶς ἐτόλμησαν νέοι καὶ πρώτην φορὰν εἰσελθόν-
783τες εἰς τὴν Βουλὴν ἔντιμοι συνάδελφοι νὰ ὑποδείξωσιν ἀνα-
784βολὴν τῆς συζητήσεως ταύτης, φοβούμενοι παντοῖα δεινὰ, τὰ
785ὁποῖα τάχα θὰ προκύψωσιν ἐκ τῆς συζητήσεως. Ἀλλὰ τὸ
786αἷμα τὸ χυνόμενον διὰ τὰ δίκαια τοῦ λαοῦ καὶ τὴν ἐλευθε-
787ρίαν δὲν ἔχει ἀποτέλεσμα ἄλλο παρὰ τὴν ἀναγέννησιν τῶν
788Κρατῶν καὶ τὴν ἑδραίωσιν αὐτῶν. Τοιοῦτο εἶναι τὸ ζήτημα,
789καὶ τοιαῦτα θὰ ἦναι τ’ ἀποτελέσματα. Θὰ πέσωσιν ἴσως πο-
790λιτευταί, θὰ συντριβῶσιν ἴσως ἄλλοι, ἀλλὰ θ’ ἀναγεννηθῇ
791τὸ Κράτος ἐκ τῆς ἐπαναστάσεως ταύτης.
792Μὴ διστάζετε νὰ προχωρήσητε εἰς τὴν ἐξέλεγξιν τῶν πραγ-
793μάτων· ἀπολογηθῆτε σεῖς οἱ κατηγορούμενοι, ἀποδείξατε
794τὴν ἀθῳότητα ὑμῶν, καταδείξατε τὸ σχέδιον ὑμῶν, ἢ ἀπο-
795μακρυνθῆτε ἐκ τῆς δράσεως τῆς πολιτικῆς. Ἡ πατρὶς μετὰ
796τὸν πόλεμον τοῦ 1897 συνετρίβη, τὸ δένδρον κατέπεσεν·
797ἔχει ἀνάγκην ν’ ἀναζήσῃ πάλιν. Θέλει θυσίας; θὰ τὰς δώ-
798σητε. Μὴ δειλιᾶτε! Τὰ ἔθνη ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα τολμῶσι νὰ
799φθάσωσι καὶ μέχρι τῶν Βασιλέων, αὐτὰ τὰ ἔθνη ἔζησαν καὶ
800ἐμεγαλούργησαν. Τὰ ἔθνη, τὰ ὁποῖα πρὸ τῶν μεγάλων γε-
801γονότων ὑποχωροῦσιν, ἐκεῖνα κατασυντρίβονται καὶ ἀπόλ-
802λυνται.
803§51ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Κρίτσας ἔχει τὸν λόγον.
804§52Δ. ΚΡΙΤΣΑΣ. Ἂν δὲν ἦναι ἄλλος, κύριε Πρόεδρε.
805§53ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εἶναι κανεὶς ἄλλος.
806§54Δ. ΚΡΙΤΣΑΣ. Οὐδὲ προτίθεται;
807§55Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Πολλάκις, Κύριοι, κατὰ τὴν περίοδον
808ταύτην τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἀπασχολεῖ τὴν Βουλὴν τὴν
809ἑσπέραν ταύτην, ἦλθεν ἐνώπιον αὐτῆς, καὶ κατὰ τὰς συζη-
810τήσεις ἐκείνας ἐξέφρασα ἀπεριφράστως τὴν γνώμην μου περὶ
811τῶν προτάσεων, αἱ ὁποῖαι τότε ὑπεβάλλοντο. Εἶπον, ὅτι
812κατὰ τὴν κρίσιν μου ἡ ἐξέτασις τῆς δράσεως τῆς Ἐθνικῆς
813Ἑταιρείας, ἡ ἐξέτασις τῶν εὐθυνῶν τοῦ πολέμου εἰς οὐδὲν
814ἠδύνατο νὰ ἀπολήξῃ πρακτικὸν ἀποτέλεσμα, ὅτι τὸ ἀπο-
815τέλεσμα τῆς συζητήσεως δὲν θὰ ἦτο ἄλλο παρὰ ἡ ἐκτύλιξις
816γεγονότων, τὰ ὁποῖα καιρίως θὰ βλάψωσι τὴν χώραν ἡμῶν.
817Ἐνόμιζον, Κύριοι, ὅτι τὰ ἔθνη, τὰ ὁποῖα ἔχουσι τὴν ἀτυ-
818χίαν νὰ ἡττῶνται ἐν πολέμῳ, ἔχουσι καθῆκον, ἵνα πάντα
819μετέλθωσι τρόπον, ὅπως βελτιώσωσι τὰ τῆς οἰκονομικῆς καὶ
820στρατιωτικῆς αὑτῶν καταστάσεως, καὶ νὰ μὴ καταγίνωνται,
821ὅπως δι’ ἀντεγκλήσεων ἐξετάζωσι τὸ παρελθόν. Τὸ παρελθὸν
822ἀνήκει εἰς τὴν ἱστορίαν, καὶ ἡ ἱστορία θὰ κρίνῃ περὶ αὐτοῦ.
823Δὲν εἴμεθα ἁρμόδιοι μὲ τὰ πάθη ἡμῶν νὰ κρίνωμεν τοῦτο.
824Τοιαύτην ἔχων γνώμην, βεβαίως οὐδέποτε ἤθελον συμ-
825βουλεύσει τὸν ἐξ Ἠλείας κ. Βουλευτὴν νὰ φέρῃ τὸ ζήτημα
826ἐντὸς τῆς Βουλῆς· ἀλλ’ ἀτυχῶς τὸ ζήτημα ἐτέθη, καὶ τε-
827θὲν ἔδωκεν ἀφορμὴν εἰς τοσαύτην ἀνάπτυξιν τῆς συζητήσεως,
828ὥστε δὲν ἠξεύρω, ἂν ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ ἐπιμείνω, μετὰ
829τὴν ἀγόρευσιν τοῦ κ. ἐκ Γόρτυνος Βουλευτοῦ, εἰς τὴν γνώ-
830μην, τὴν ὁποίαν ἐξέφρασα ἄλλοτε.
831Ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς τὴν ἱστορίαν ὅλην
832τοῦ πολέμου ἐν ὀλίγαις λέξεσι συνώψισε τὴν ἑσπέραν ταύ-
833την. Ἐνόμισεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος, ὅτι τὸν πόλε-
834μον διέπραξεν ἡ πτέρυξ ἐκείνη (δεικνύει τὴν δεξιὰν), ὅτι οἱ
835παρακαθήμενοι εἰς τὴν πτέρυγα ἐκείνην ὠργάνωσαν τὴν
836Ἐθνικὴν Ἑταιρείαν, καὶ ὅτι διὰ τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας ἐπε-
837βλήθησαν εἰς αὐτὸν, καὶ ὅτι ἀποτέλεσμα τῆς ἐπιβολῆς ταύ-
838της ὑπῆρξεν ὁ πόλεμος. Ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ νὰ τῷ εἴπω, ὅτι
839κυβερνήτης τῆς χώρας, ὁ ὁποῖος ὑπέστη τὸ ἀτύχημα, ἵνα
840ταύτην διοικήσῃ κατὰ τὰς φρικωδεστέρας περιστάσεις τῆς
841συγχρόνου ἱστορίας, δὲν ὤφειλε τόσον τὸ ζήτημα νὰ καταρ-
842ρίψῃ. Ὤφειλε νὰ ἔχῃ τὸ θάρρος, ὑψούμενος ἀπὸ τοῦ βήματος
843τούτου νὰ εἴπῃ: «φέρω τὰς εὐθύνας τοῦ πολέμου».
844Ἐὰν τὰ Ἑλληνικὰ ὅπλα ἤθελον εὐτυχήσει, κύριε Βου-
845λευτὰ ἐκ Γόρτυνος, ὁ ἀνδριὰς ὑμῶν θὰ ἵστατο ἐπὶ τῶν πλα-
846τειῶν τῶν πόλεων τῶν ἑλληνικῶν. Ἠτυχήσατε; φέρετε τὴν
847εὐθύνην τῶν ἀτυχιῶν σας.
848Ὑπῆρξαν καὶ ἄλλοι Πρωθυπουργοὶ, Κύριοι, οἱ ὁποῖοι ὑπέ-
849στησαν τοιαῦτα ἀτυχήματα. Ἠτύχησεν ἡ Δανία, ἠτύχησε,
850δοξασθεῖσα, ἀλλ’ ὁ Πρωθυπουργὸς τοῦ πολέμου ἐκείνου με-
851τέβη εἰς Μονὴν, καὶ ἐκεῖ ἐτελεύτησε τὸν βίον. (Χειροκροτή-
852ματα ἐκ τῆς δεξιᾶς). Ἠτύχησεν ἡ Γαλλία, ἀλλ’ ὁ Πρωθυ-
853πουργὸς τῆς ἐποχῆς ἐκείνης δὲν ἐνόμισεν ὅτι εἶχε τὸ δικαίω-
854μα ν’ ἀναμιχθῇ πλέον εἰς τὰ πολιτικὰ τῆς πατρίδος του,
855καὶ ἐπὶ 30 ἤδη ἔτη ἡ μεγάλη ἐκείνη ἱκανότης, ἡ μεγάλη
856ἐκείνη ῥητορικὴ δεινότης παραμένει μακρὰν τῆς πολιτικῆς,
857ἀναλογιζομένη τὸ παρελθὸν, ἀναλογιζομένη τὰς ἀτυχίας τοῦ
8581870. Ἠτύχησεν ἡ Ἰταλία· μίαν μόνον ἧτταν ὑπέστησαν
859τὰ ἰταλικὰ ὅπλα, καὶ αὕτη ἤρκεσεν, ὅπως ὁ πανίσχυρος
860ἐκεῖνος Πρωθυπουργὸς μὴ ἀναφανῇ πλέον ἐπὶ τῆς πολιτι-
861κῆς σκηνῆς. Ἰδοὺ τὰ διδάγματα τῶν μεγάλων Πρωθυπουρ-
862γῶν τῆς Εὐρώπης. Οὐδεὶς ἐξ αὐτῶν κατεβίβασεν ἑαυτὸν,
863ὥστε νὰ εἴπῃ: «δὲν πταίω ἐγὼ διὰ τὸν πόλεμον, πταίετε
864σεῖς, πταίει ἡ Ἐθνικὴ Ἑταιρεία!» Ἀλλ’ ἐὰν πταίωμεν ἡ-
865μεῖς, ἀποδείξατέ το ἐπὶ τέλους. Ὡς ἀντιπολιτευόμενοι, ὑπε-
866στηρίξαμεν ἰδέας, τὰς ὁποίας ἐνομίσαμεν ὀρθάς. Ἔχω τὴν
867συνείδησιν, ὅτι τὸ καθῆκόν μου ἐντὸς τῆς αἰθούσης ταύτης
868ἐπετέλεσα. Ἐκτὸς αὐτῆς οὐδέποτε κατῆλθον, ἵνα διὰ μηχα-
869νορραφιῶν, ἢ δι’ οἱασδήποτε ἄλλης ἐνεργείας βλάψω τὴν
870Κυβέρνησιν τῆς χώρας μου· διότι νομίζω, ὅτι αὕτη ἔπρεπε
871νὰ πρωτοστατήσῃ εἰς τὸν ἐθνικὸν ἀγῶνα. Ἀλλ’ ἐὰν ἔχητε
872ἀποδείξεις, ὅτι ἄλλην ἐτήρησα ὁδόν, ἔλθετε καὶ φέρετε τὴν
873ἀπόδειξιν ταύτην.
874Ἀλλ’ ἀφοῦ ταῦτα ἐλέχθησαν, Κύριοι, δὲν εἶναι δυνατὸν
875πλέον νὰ ἐμμείνω εἰς τὴν γνώμην, ἣν ἄλλοτε ἐξέφρασα, ἀλλὰ
876συντάσσομαι μετ’ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι νομίζουσιν, ὅτι ἡ συζή-
877τησις αὕτη πρέπει νὰ γείνῃ. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς δεξιᾶς).
878§56Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁ Βουλευτὴς ἐκ Κερκύρας, δὲν
879εἶναι πρώτη φορά, καθ’ ἣν ὁμιλεῖ περὶ ἀνδριάντων καὶ περὶ
880χρυσῶν στεφάνων καὶ περὶ ἀναγραφῶν χρυσοῖς γράμμασιν·
881αὐτὰ ταῦτα ἔλεγε καὶ κατὰ Νοέμβριον τοῦ 1896 ὁ αὐτὸς
882κ. Βουλευτὴς ἐκ Κερκύρας, προτρέπων τὴν τότε Κυβέρνησιν
883νὰ προβῇ καὶ κηρύξῃ τὸν πόλεμον, καὶ βεβαιῶν, ὅτι οὐδὲν
884ἔλειπεν ἀπὸ ἡμᾶς. Καὶ ἐνῷ ἔλεγε ταῦτα, ἀφ’ ἑτέρου προ-
885έτρεπε νὰ σχηματίσωμεν τάχιστα στρατόν, οἰκονομοῦντες
88610 ἑκατομμύρια ἐκ τοῦ τακτικοῦ Προϋπολογισμοῦ, καὶ ναυ-
887τικὸν ἐντὸς δύο μόνον μηνῶν!
888Ἐλησμόνησε τάχα τοὺς λόγους αὐτοῦ, ἐλησμόνησεν ὅτι
889ὑπέσχετο, ὅτι χρυσοῖς γράμμασιν ἤθελον ἀναγραφῆ τὸ ὄνομα
890ἡμῶν, ἂν προεβαίνομεν εἰς τὰς πράξεις ἐκείνας, αἱ ὁποῖαι βε-
891βαίως ἤθελον φέρει τὸν πόλεμον; Ἡμεῖς οὐδεμίαν εὐθύνην
892ἀποφεύγομεν, ἀλλ’ ὁμολογοῦμεν, ὅτι κατὰ τὸ 1895, ὅτε
893ἀνελάβομεν τὴν ἀρχήν, δὲν ὑπῆρχεν ἐν τῷ προγράμματι ἡμῶν
894ὁ σκοπὸς ἢ ἡ προαίρεσις νὰ προβῶμεν εἰς πράξεις, αἵτινες ἤθε-
895λον φέρει τὸν τόπον εἰς πόλεμον. Ἡ κλῆσις ἡμῶν ἐπὶ τὴν ἀρχὴν
896ἕνα εἶχε σκοπόν, τὴν περισυλλογὴν τῶν λειψάνων τῆς οἰκονο-
897μικῆς καταστάσεως μετὰ τὴν ἀτυχῆ περίοδον τῆς πτωχεύ-
898σεως· εἶχε σκοπὸν τὴν βελτίωσιν τῆς διοικήσεως καὶ τῶν οἰκο-
899νομικῶν, καὶ εἰς ταῦτα ἠσχολούμεθα· καὶ ἐνῷ ἠσχολούμεθα εἰς
900τὴν κατασκευὴν τοῦ ὑπολοίπου τμήματος τοῦ σιδηροδρόμου
901Μύλων–Καλαμῶν, τοῦ ὁποίου τὸ ἐκτεθειμένον εἰς τὰς ἀτμο-
902σφαιρικὰς τροπὰς ὑλικὸν ἐφθείρετο· ἐνῷ ἠσχολούμεθα νὰ κατα-
903σκευασθῇ τὸ πρῶτον τμῆμα τῆς ὁδοῦ Πειραιῶς–Λαρίσης διὰ
904χρημάτων τοῦ δημοσίου ταμείου, τὰ ὁποῖα ἀπεταμιεύομεν
905δι’ οἰκονομικῶν· ἐνῷ ἠσχολούμεθα νὰ φέρωμεν τάξιν εἰς τὴν
906διοίκησιν τῆς χώρας, ἡ Ἐθνικὴ Ἑταιρεία εἰργάζετο, ἵνα ἐπη-
907ρεάζῃ τὴν ἐπιτροπὴν τῆς Μεταπολιτεύσεως, ἥτις εἶχε σχη-
908ματισθῆ ἐν Κρήτῃ, καὶ προέτρεπεν αὐτὴν εἰς ἐπανάστασιν·
909καὶ ὅτε κατώρθωσεν, ἐνισχυομένη ἀπὸ τὰς ἐντυπώσεις, τὰς
910ὁποίας εἶχον ἐμποιήσει εἰς τὸ κοινὸν αἱ δυσμενεῖς μετὰ τὴν
911πτώχευσιν περιπέτειαι καὶ διαθέσεις, νὰ ἐκμεταλλευθῇ τὸ
912οὕτω παρεσκευασμένον ἔδαφος, καὶ νὰ ἐξεγείρῃ τὸ πνεῦμα
913καὶ ἐξάψῃ τὸν πατριωτισμὸν τοῦ κοινοῦ, ἠσχολεῖτο νὰ ἀντι-
914δράσῃ εἰς τὰς ἐπιτευχθείσας ὑπὲρ τῆς Κρήτης παραχωρή-
915σεις, διότι οἱ δι’ αὐτῶν ἀποδιδόμενοι εἰς τὴν νῆσον νέοι
916θεσμοὶ ἤθελον καταπαύσει βεβαίως πᾶσαν ἐνέργειαν πρὸς
917διατάραξιν τῆς τάξεως.
918Αἱ παραχωρήσεις τῆς Τουρκίας, δι’ ὧν ἀνετρέπετο ὁλόκλη-
919ρον τὸ σύστημα τὸ κυβερνητικόν, τὸ κατὰ τὸ 1889 κατα-
920σταθὲν διὰ τοῦ Σακὴρ ἐν Κρήτῃ, καὶ ἀποκαθίστατο αὖθις
921τὸ σύστημα τὸ κυβερνητικὸν τῆς Χαλέπας μετὰ αἰσθητῶν
922βελτιώσεων, ἐγένοντο ἐν Κρήτῃ ἀποδεκταί, ἡ δὲ ἀντιπροσω-
923πεία τοῦ Κρητικοῦ λαοῦ ἐξεδήλου τὴν εὐγνωμοσύνην αὑ-
924τῆς πρὸς τὸν Βασιλέα καὶ πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τοῦ 1895,
925διὰ τῶν προσπαθειῶν τῶν ὁποίων εἶχον ἐπιτευχθῆ αἱ παρα-
926χωρήσεις αὗται. Ἀλλὰ τότε ὁ κ. Ρωμᾶνος, ὅστις χθὲς ἔλε-
927γεν, ὅτι δὲν ἀνεμίχθη παντάπασιν εἰς τὰ τῆς Κρήτης, ἔτρε-
928χεν εἰς Κρήτην, καὶ περιήρχετο τὰς κώμας καὶ τὰ χωρία, καὶ
929ἐζήτει νὰ πείσῃ τοὺς Κρῆτας, ὅτι δὲν πρέπει νὰ εὐχαρι-
930στηθῶσιν ἐκ τῶν νέων θεσμῶν. Καὶ ἐγὼ μὲν ἔχω ἐπιστολὰς
931ἐκ Κρήτης, βεβαιούσας τὰ περὶ τούτου, μνημονεύω δὲ ἰδίᾳ
932τοῦ κ. Βαλλὰκη, δόντος μοι πληροφορίας σχετικάς· ἀλλ’ ἠκού-
933σατε κατὰ τὴν ἑσπέραν ταύτην τοῦ κ. Ρωμάνου βεβαιοῦν-
934τος, ὅτι εἶναι ἀθῶος, ὡσεὶ λευκὴ περιστερά! Ὡμολόγει ἁπλῶς,
935ὅτι ἦτο μὲν μέλος τῆς Κρητικῆς ἐπιτροπῆς, ἐβεβαίου δὲ, ὅτι
936δὲν διενοεῖτο ν’ ἀναμιχθῇ εἰς τὴν ἐσωτερικὴν πολιτικήν. Καὶ
937ἀνεγίνωσκε τότε ἐν τῇ Βουλῇ τὴν γνωστὴν ἐγκύκλιον τοῦ
938πρίγκηπος Γκορτζακὼφ, τὴν ἐκδοθεῖσαν κατὰ τὴν 16 Νοεμ-
939βρίου 1866, δι’ ἧς ἐδίδετο ἐντολὴ εἰς τὸν ἐν Παρισίοις πρέσβυν
940τοῦ Αὐτοκράτορος τῆς Ρωσσίας βαρῶνον De Budberg, ἵνα
941ποιήσηται τὴν ἀνακοίνωσιν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερι-
942κῶν τοῦ Αὐτοκράτορος τῶν Γάλλων Ναπολέοντος Γʹ, ὅτι ὁ
943Αὐτοκράτωρ Ἀλέξανδρος Βʹ ἐφρόνει, ὅτι πρέπει νὰ λυθῇ τὸ ζή-
944τημα τῆς Κρήτης διὰ τῆς παραχωρήσεως αὐτῆς εἰς τὴν Ἑλ-
945λάδα. Ἔλεγε δὲ τότε πρὸς τὴν Βουλὴν ὁ κ. Ρωμᾶνος, ὅτι τοι-
946αύτη πάντοτε εἶναι ἡ Ρωσσικὴ πολιτικὴ, καὶ ὅτι ἑπομένως ἔ-
947χομεν βεβαίαν τῆς Ρωσσίας τὴν εὐμενῆ ὑποστήριξιν. Ἐλησμό-
948νησεν ὅμως τὴν ἑτέραν ἐγκύκλιον, τῆς 10 Ὀκτωβρίου τοῦ
9491867, δι’ ἧς ὁ πρίγκηψ Γκορτζακὼφ ἀνεκοίνου εἰς τοὺς παρὰ
950ταῖς Μεγάλαις Αὐλαῖς ἀντιπροσώπους τῆς Ρωσσίας, ὅτι καὶ ἡ
951Ρωσσία μετὰ τῶν ἄλλων Μεγ. Δυνάμεων συνεφώνησε ν’ ἀνα-
952κοινώσωσιν εἰς τὴν Τουρκίαν, ὅτι «αἱ Δυνάμεις, ἀφοῦ μάτην
953»προσεπάθησαν νὰ φωτίσωσι τὴν Τουρκίαν, ἔχουσι καθῆκον νὰ
954»διακηρύξωσιν εἰς αὐτὴν, ὅτι τοῦ λοιποῦ δὲν πρέπει νὰ ἐλ-
955»πίζῃ ὅτι ἤθελεν ἔχει τὴν ἠθικὴν ὑποστήριξίν των, ἐὰν ἡ
956»Τουρκία ἤθελε ζητήσει αὐτὴν ἐν τῷ μέσῳ τῶν δυσκολιῶν,
957»τὰς ὁποίας ἤθελε παραγάγει αὐτῇ ἡ τόσον ἀσθενὴς εὐλά-
958»βεια, ἣν ἔδειξε πρὸς τὰς συμβουλὰς των.»
959Τοιαύτην τότε ἔλαβε λύσιν τὸ τοσούτῳ παραταθὲν κατὰ
960τὸ 1866 δρᾶμα τῆς Κρήτης· μετὰ τοιαύτην δὲ λύσιν ἐκά-
961λει ὁ κ. Ρωμᾶνος ἡμᾶς, μὲ τὴν ἐγκύκλιον τοῦ πρίγκηπος
962Γκορτζακὼφ εἰς χεῖρας, νὰ προβῶμεν, ἔστω καὶ ἂν ἐτρέχο-
963μεν τὸν κίνδυνον ν’ ἀναγκασθῶμεν νὰ πολεμήσωμεν. Διὰ
964τοῦτο μίαν προσπάθειαν κατεβάλομεν, νὰ κατευνάσωμεν τὰ
965πνεύματα ἐν τῇ Κρήτῃ, καὶ διὰ τῶν ἐπιτευχθέντων νέων θε-
966σμῶν νὰ παρασχεθῇ εἰς τὴν Κρήτην ἡ κυβερνητικὴ εὐκολία
967τῆς νήσου ν’ ἀναπτυχθῇ καὶ βελτιωθῇ καὶ προπαρασκευα-
968σθῇ προσεχῶς, ὅπως ἀπολαύσῃ, ὅταν ἑνωθῇ μετὰ τῆς Ἑλ-
969λάδος, τῆς ἐλευθερίας τοῦ κοινοβουλευτικοῦ βίου. Καὶ ἐνῷ
970οὗτοι ὑπεκίνουν τοὺς Κρῆτας, ἵνα μὴ στέρξωσι τοὺς θεσμοὺς
971καὶ προβῶσιν εἰς ἐπανάστασιν, συγχρόνως καὶ ὁ Σουλτᾶνος
972δι’ ἀπεσταλμένων προσεπάθει νὰ ματαιώσῃ τοὺς θεσμοὺς,
973οὓς εἶχε τότε παραχωρήσει, οὕτω δὲ κατ’ αὐτὸν τὸν χρόνον
974προσήρχοντο καὶ οἱ Ἕλληνες τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας, ἐνερ-
975γοῦντες καὶ αὐτοὶ νὰ ματαιωθῶσιν οἱ θεσμοί. Πρὸς τίνα σκο-
976πόν; Ἡ μὲν Ὑψηλὴ Πύλη, ἵνα σώσῃ τὸ κυβερνητικὸν ἐν
977Κρήτῃ σύστημα τοῦ Σακὴρ, ὁ δὲ κ. Ρωμᾶνος καὶ οἱ ἄλλοι
978Ἕλληνες τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας, ἵνα προκαλέσωσι τὴν ἐπα-
979νάστασιν, ὅπως ἀναγκασθῇ ἡ Κυβέρνησις νὰ ἀναμιχθῇ, ὅπως
980γεννηθῶσιν ἀνάλογοι περιπλοκαὶ, περιάχθη δ’ ἡ Κυβέρνη-
981σις εἰς τὸ δίλημμα, ἢ νὰ ἐγκαταλίπῃ τοὺς Κρῆτας εἰς τὴν
982τύχην των, ἢ νὰ συνδράμῃ αὐτοὺς, διαταράττουσα τὰς μετὰ
983τῆς Τουρκίας εἰρηνικὰς σχέσεις της, καὶ προκαλοῦσα τὴν
984διακοπὴν αὐτῶν. Ὁ ἀπώτερος, ἀλλ’ ὁ κύριος σκοπὸς τῶν
985ἐνεργειῶν τούτων ἦτο νὰ πέσῃ τὸ Ὑπουργεῖον· καὶ τοσοῦτον
986θερμὸς καθίστατο ὁ πόθος οὗτος, ὥστε ὁ κύριος Ἔσλιν ἔδι-
987δεν εἰς τὴν Ἐθνικὴν Ἑταιρείαν τὴν γνώμην, νὰ παρασκευάσῃ
988στρατιωτικὴν διαδήλωσιν, ὅπως κατακρημνισθῇ τὸ Ὑπουρ-
989γεῖον Δηλιγιάννη! Αὐτὸς ἦτο ὁ μέγας σκοπὸς τοῦ σωμα-
990τείου, τὸ ὁποῖον ἥρπασε καὶ διεχειρίζετο τὴν ἐξωτερικὴν
991πολιτικὴν τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου!
992Ἡ ἐπανάστασις ἠγέρθη, καὶ αἱ σφαγαὶ ἐπῆλθον ἐν Χα-
993νίοις τῆς Κρήτης, πάντες δὲ τότε ἐφώναζον: «Στείλατε
994πλοῖα», ἵνα σώσητε τὰς γυναῖκας καὶ τὰ τέκνα! Καὶ αὐτὸς
995ὁ τότε Γενικὸς Πρόξενος τῆς Ἑλλάδος ἐν Χανίοις—ὅστις
996δὲν γνωρίζω, ἂν ἦτο μέλος καὶ αὐτὸς τῆς Ἐθνικῆς Ἑται-
997ρείας—ἐζήτει παρὰ τοῦ Ὑπουργείου νὰ στείλωμεν πλοῖα,
998ἐπειδὴ δὲ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Ἑλλάδος, ὁ
999ἐμὸς φίλος κ. Σκουζὲς, ἀπεκρίνετο, ὅτι τὸ Ὑπουργικὸν Συμ-
1000βούλιον δὲν ἔκρινεν ὅτι ἦτο τότε ἀναγκαῖον νὰ προβῇ εἰς τὸ
1001μέτρον τοῦτο, οὗτος ἀπεκάλυπτεν εἰς τοὺς ἐν Κρήτῃ ῥεπόρ-
1002τερ τῶν Ἀθηναϊκῶν ἐφημερίδων, οἵτινες ἐπεσκέπτοντο αὐτὸν
1003εἰς τὸ Προξενεῖον, ὅτι αὐτὸς ἐπανειλημμένως ἐζήτει παρὰ
1004τοῦ Ὑπουργείου νὰ στείλωσι πλοῖα, διότι προέβλεπε πάντα
1005τὰ ἐπελθόντα δεινὰ, ἀλλ’ οἱ Ὑπουργοὶ δὲν ἤκουσαν τὰς
1006προτάσεις του. Ἐγὼ ἠναγκάσθην τότε νὰ δώσω γνώμην εἰς
1007τὸν συνάδελφόν μου Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅτι ἔπρε-
1008πε νὰ τιμωρήσῃ τὴν τοιαύτην κακοπιστίαν τοῦ Γενικοῦ
1009Προξένου, καὶ νὰ προτείνῃ τὴν παῦσιν αὐτοῦ, ἀλλ’ ὁ συν-
1010άδελφος, ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, ἐπεθύμει νὰ ἀπο-
1011φύγῃ τοιοῦτον ἔσχατον μέτρον, καὶ ἐκάλεσεν αὐτὸν εἰς ἀπο-
1012λογίαν, οὗτος δ’ ἀπολογούμενος ἀνέφερεν, ὅτι ἐν στιγμῇ
1013συγκινήσεως εἶπεν αὐτὰ εἰς τοὺς εἰρημένους ἀνταποκριτάς.
1014Ἡμεῖς δὲν ἐστείλαμεν τότε τὰ πλοῖα, ἐστείλαμεν ὅμως
1015αὐτὰ κατὰ τὸ 1897, καὶ ἡ ἀποστολὴ αὐτῶν ἐνεποίησεν ἀρί-
1016στην ἐντύπωσιν. Ἐστείλαμεν αὐτὰ, ὅτε ὁ Κρητικὸς λαὸς
1017διὰ μυρίων πανταχόθεν ἐπικλήσεων ἐφώνει: «στείλατε
1018πλοῖα», ὅτε ἐνεδεικνύετο εἰς ἡμᾶς, ὅτι, ἂν δὲν ἐστέλλομεν
1019τὴν μικρὰν ἐκείνην βοήθειαν, ἤθελε πιστευθῆ ἐν Κρήτῃ,
1020ὅτι ἡ Ἑλλὰς δὲν ἐνδιεφέρετο διὰ τὴν μεγαλόφρονα νῆσον,
1021ὅτι ἡμεῖς ἐσμὲν λαὸς ἐγωϊστὴς, σκεπτόμενος περὶ ἑαυτοῦ
1022μόνον, καὶ μηδεμίαν παρέχων βοήθειαν, ἵνα σώσῃ τὸν λαὸν
1023τῆς Κρήτης. Ἀλλ’ ἡμεῖς τὰ πλοῖα ἐστείλαμεν μετὰ σκο-
1024ποῦ φιλανθρωπικοῦ, δὲν ἐστείλαμεν αὐτὰ, ἵνα ἐνθαρρύνω-
1025μεν τὸ φρόνημα τῶν Κρητῶν, διότι οὐδέποτε εἶχεν ἀνάγκην
1026ἐνθαρρύνσεως ὁ Κρητικὸς λαὸς, λαὸς φιλότιμος καὶ εὐγε-
1027νὴς, προθύμως ὑποβαλλόμενος εἰς πᾶσαν θυσίαν, ὅπως σώσῃ
1028τὰ ἐθνικὰ δικαιώματά του καὶ συμφέροντα· ὅτε δὲ μετ’ ὀλί-
1029γον ἡ ἐπανάστασις προέβη, καὶ οὐ μόνον οἱ Τουρκοκρῆτες,
1030ἀλλὰ καὶ αὐτὴ ἡ τουρκικὴ φρουρὰ ἐξετράπη εἰς τὰς ἀτα-
1031σθαλίας καὶ ἀγριότητας, ὅσας ἔπραττον οἱ Τουρκοκρῆτες·
1032ὅτε ἐν Ἡρακλείῳ, πόλει πολυπληθεῖ, πόλει ἐκ τῶν πρω-
1033τευουσῶν τῆς Κρήτης, οἱ χριστιανοὶ, ἄνδρες, γυναῖκες καὶ
1034παιδία, ἐζήτουν νὰ ἐπιβῶσιν ἐπὶ τῶν πλοίων, ἵνα σωθῶ-
1035σιν, ὁ δὲ Μουτεσαρίφης ἐπὶ κεφαλῆς τῆς τουρκικῆς φρου-
1036ρᾶς ἠμπόδιζεν αὐτοὺς νὰ ἐπιβιβασθῶσιν· ὅτε ὁ Μητροπολί-
1037της τῆς Κρήτης, ὁ ἀοίδιμος ἐκεῖνος ἀνὴρ, ἐτηλεγράφει πρὸς
1038τὴν Βασίλισσαν, τὴν Βασίλισσαν Κράτους ὀρθοδόξου χρι-
1039στιανικοῦ, καὶ ἐπεκαλεῖτο τὴν φιλανθρωπίαν τῆς Μεγα-
1040λειότητός της, καὶ ἐζήτει νὰ σπεύσῃ ἡ Ἑλλὰς, ὅπως σώσῃ
1041δέκα χιλιάδας χριστιανῶν, τοὺς ὁποίους ἠπείλει ἡ σπάθη
1042τοῦ Μουτεσαρίφη καὶ τῶν Τούρκων, ἦτο δυνατὸν τότε νὰ
1043μείνωμεν ἀδιάφοροι καὶ ἀπαθεῖς; ν’ ἀφήσωμεν αὐτοὺς ἐγ-
1044καταλελειμμένους, ἐνῷ ἐκινδύνευον νὰ σφαγῶσιν; Ἰδοὺ πῶς
1045ἔγεινεν ὁ πόλεμος. Τότε ἐπέμψαμεν τὸν στρατὸν, ἐδηλώσα-
1046μεν δ’ ἐν τῷ ἐγγράφῳ ἡμῶν πρὸς τὸν ἀρχηγὸν αὐτοῦ τὸν
1047σκοπὸν, δι’ ὃν ἐστέλλομεν αὐτόν. Ἐν τῷ ἐγγράφῳ διετάσ-
1048σετο ἀληθῶς ὁ στρατὸς νὰ καταλάβῃ ἐν ὀνόματι τῆς Α. Μ.
1049τοῦ Βασιλέως Γεωργίου τὸ μέρος, εἰς ὃ ἤθελεν ἀποβῆ, καὶ
1050ἔμελλε νὰ ἐκτελέσῃ τὰ καθήκοντά του, καὶ ὤφειλε νὰ ἐκ-
1051τελέσῃ αὐτὰ κατὰ τοὺς νόμους τοῦ Βασιλείου. Ἡ Ἀντι-
1052πολίτευσις καὶ ἡ Ἐθνικὴ Ἑταιρεία ἐφώνουν τότε, ὡς ἂν
1053κατήγγελλον ἡμᾶς εἰς τὴν Τουρκίαν: «Ἰδού! τὸ Ὑπουρ-
1054γεῖον ἐζήτησε νὰ κατακτήσῃ τὴν Κρήτην!»
1055Ἡμεῖς δὲν ἐζητοῦμεν τὸν πόλεμον· ἐὰν εἴχομεν τὸν πό-
1056λεμον κατὰ νοῦν, ἤμεθα ἱκανοὶ νὰ ἀναλάβωμεν τὴν εὐθύνην
1057τοῦ πολέμου. Δὲν ἔλειπεν ἐν ἡμῖν τὸ σθένος τῆς ψυχῆς,
1058κατὰ τοὺς Λατίνους δὲ «τὸ σθένος τῆς ψυχῆς εἶναι ἡ σωτη-
1059ρία τοῦ ἀνθρώπου».
1060Ὅτε μετὰ ταῦτα αἱ Δυνάμεις διὰ τῆς κοινῆς διακοινώ-
1061σεώς των ἀπέστειλαν πρὸς ἡμᾶς τελεσίγραφον, ζητοῦσαι νὰ
1062ἀνακαλέσωμεν τὸν στρατὸν, ἀπηντήσαμεν μετ’ εὐλαβείας,
1063ἀλλὰ καὶ μετὰ πάσης εἰλικρινείας πρὸς τὰς Δυνάμεις, ὅτι
1064δὲν ἔχομεν ἀντίρρησιν νὰ ἀνακαλέσωμεν, ἀλλὰ δὲν δυνά-
1065μεθα ν’ ἀφήσωμεν τοὺς χριστιανοὺς ὑπὸ τὸ ξίφος τῶν ὀρ-
1066δῶν τῶν τουρκικῶν· προετείνομεν δὲ ὡς λύσιν, εἴτε τὴν
1067πρόκλησιν δημοψηφίσματος, ἵνα ἀποφανθῇ ὁ Κρητικὸς λαός,
1068πῶς θέλει νὰ κυβερνᾶται, καὶ φωτισθῇ ἡ Εὐρώπη περὶ τῶν
1069πόθων αὐτοῦ, εἴτε, ἂν δὲν ἐγκρίνῃ ἡ Εὐρώπη νὰ προκαλέσῃ
1070τὸ δημοψήφισμα τοῦ Κρητικοῦ λαοῦ, νὰ ἐφαρμοσθῇ τουλά-
1071χιστον ἄλλο σύστημα, τὸ σύστημα, καθ’ ὃ ἡ Αὐστρία διοι-
1072κεῖ τὴν Βοσνίαν καὶ Ἑρζεγοβίνην. Προεβάλομεν τὴν πρότα-
1073σιν ταύτην ὡς ἐπιβοηθητικήν, ἀλλὰ ἡ πρότασις αὕτη δὲν
1074εἶναι, ὥς τινες νομίζουσιν, ὅτι δύνανται νὰ τὴν ἑρμηνεύωσιν.
1075Ἐνοοῦμεν, ὅτι, τηρουμένης τῆς ἐπικυριαρχίας τῆς Πύλης ἐπὶ
1076τὴν Κρήτην, ἡ διοίκησις καὶ ἡ κυβέρνησις αὐτῆς ἤθελεν ἀνα-
1077τεθῆ εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν, ἥτις ἤθελε κυβερνᾷ
1078τὴν Κρήτην ὑπὸ τὴν εὐθύνην τῶν Ὑπουργῶν τοῦ Ἑλληνι-
1079κοῦ Βασιλείου καὶ κατὰ τοὺς θεσμοὺς καὶ τοὺς νόμους, οἵτι-
1080νες ἰσχύουσιν ἐν τῷ ἐλευθέρῳ Κράτει. Δὲν ἐνοοῦμεν, ὅτι
1081ἤθελε μεταβῆ τις ἐκεῖσε, ὁ ὁποῖος ἤθελεν ἀναλάβει τὴν κυ-
1082βέρνησιν τῆς Κρήτης καὶ κυβερνᾷ αὐτὴν αὐτοβούλως καὶ
1083ἰδιορρύθμως.
1084Ἀλλὰ τοσοῦτον δὲν ἐπεθυμοῦμεν τὸν πόλεμον, τοσοῦτον
1085ἀπεφεύγομεν τὸν πόλεμον, ὥστε, ὅτε τὴν 24 Μαρτίου ὁ ἐν
1086Πετρουπόλει πρεσβευτὴς τῆς Γαλλίας ἀνεκοίνωσε πρὸς τὸν
1087ἐπιτετραμμένον τῆς Ἑλλάδος, ὅτι ἔμαθε παρὰ τοῦ ἐν Πε-
1088τρουπόλει πρεσβευτοῦ τῆς Δανιμαρκίας, ὅτι ὁ Αὐτοκράτωρ
1089εἶχεν ἀνακοινώσει αὐτῷ, ὅτι ἐπεθύμει ἐκ παντὸς τρόπου νὰ
1090λυθῇ ἡ Κρητικὴ ὑπόθεσις, καὶ ὅτι, ἂν ἡ Ἑλλάς, ἐπιθυ-
1091μοῦσα νὰ συντελέσῃ εἰς τὴν διαρρύθμισιν ταύτην, στέρξῃ νὰ
1092ἀνακαλέσῃ τὸν συνταγματάρχην Βάσσον καὶ τὸν στρατόν,
1093ὁ Αὐτοκράτωρ τοσαύτην ἔχει ἐπιθυμίαν νὰ ἴδῃ τακτοποιου-
1094μένην τὴν ὑπόθεσιν, ὥστε ἤθελε στέρξει νὰ συντελέσῃ, ὅπως
1095ἐκκαθάρῃ τὴν Κρήτην ἀπὸ τῆς ἐν αὐτῇ τουρκικῆς φρουρᾶς,
1096καὶ ἀποδώσῃ εἰς τοὺς Κρῆτας τὸ δικαίωμα νὰ καταρτίσωσι
1097τοὺς ἰδίους αὑτῶν νόμους, πάραυτα παρεκάλεσα τὸν τότε
1098συνάδελφον καὶ φίλον μου Βουλευτὴν ἐξ Ἀττικῆς, Ὑπουρ-
1099γὸν τότε τῶν Ἐξωτερικῶν, νὰ σπεύσῃ νὰ ποιήσηται γνωστὸν
1100εἰς τὸν τότε πρεσβευτὴν τῆς Ρωσσίας, τὸν μακαρίτην Ὀνού,
1101ὅτι δεχόμεθα ν’ ἀνακαλέσωμεν τὸν Βάσσον καὶ τὸ ὑπ’ αὐ-
1102τὸν στρατιωτικὸν σῶμα ἀπὸ τὴν Κρήτην, ἐὰν ἀληθῶς ὁ Αὐ-
1103τοκράτωρ ἦναι διατεθειμένος νὰ συντελέσῃ, καθὼς ἔλεγεν ὁ
1104πρεσβευτὴς τῆς Δανιμαρκίας πρὸς τὸν κόμητα Μοντεμπέλλο,
1105ὅπως ἐκκενωθῇ ἡ Κρήτη ἀπὸ τὴν τουρκικὴν φρουράν, καὶ
1106ἀνατεθῇ εἰς τοὺς Κρῆτας νὰ κατασκευάσωσι τοὺς ἰδίους αὑ-
1107τῶν νόμους. Ὁ πρεσβευτὴς τῆς Ρωσσίας, ὁ μακαρίτης Ὀνού,
1108ἀνὴρ τοῦ ὁποίου τὴν νοημοσύνην βεβαίως ἀνομολογοῦσι πάν-
1109τες, ὅσοι ἐγνώρισαν αὐτὸν, ἐπεθύμησε νὰ μάθῃ, ἂν ὅσα ἀνε-
1110κοίνωσεν αὐτῷ ὁ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργὸς ἦσαν ἐν
1111γνώσει καὶ ἐμοῦ, συναντήσας δὲ τὸν τότε Ὑπουργὸν τῶν
1112Ἐσωτερικῶν, τὸν ἐξ Οἰτύλου βουλευτὴν καὶ φίλον μου κ.
1113Κυριακούλην Π. Μαυρομιχάλην, μετὰ τοῦ ὁποίου συνεδέετο
1114δι’ οἰκογενειακῶν σχέσεων, ἠρώτησεν αὐτὸν, ἂν τὴν πρότα-
1115σιν, τὴν ὁποίαν ἐποιήσατο αὐτῷ ὁ κ. Σκουζὲς, ἐγνώριζεν οὗ-
1116τος, ἢ καὶ ἐγώ. Ἦτο τάχα γνώμη, τὴν ὁποίαν ὁ κ. Σκουζὲς
1117μόνος αὐτὸς ἐσχημάτισεν, ἢ ἦτο μελέτημα τῆς Κυβερνή-
1118σεως; Ὁ συνάδελφος καὶ φίλος μου Βουλευτὴς ἐξ Οἰτύλου,
1119Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν τότε, δὲν ἐγνώριζε τὰ περὶ τού-
1120του, προσῆλθε δὲ τὸ ἑσπέρας εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκο-
1121νομικῶν καὶ μὲ ἠρώτησεν, ἂν ἐγνώριζον τὰ ὑπὸ τοῦ κ. Σκουζὲ
1122ἀνακοινωθέντα τῷ κ. Ὀνοῦ, ἂν ταῦτα ἦσαν ἐν γνώσει μου
1123καὶ μετὰ κοινὴν μελέτην προετάθησαν. Ἐβεβαίωσα τὸν ἐμὸν
1124φίλον κ. Μαυρομιχάλην διὰ τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ κ. Σκουζέ,
1125καὶ παρεκάλεσα αὐτὸν νὰ σπεύσῃ νὰ ἀνακοινώσῃ τὴν πλη-
1126ροφορίαν ταύτην εἰς τὸν κ. Ὀνοῦ. Ὅτε δὲ ταῦτα εἶπεν ὁ
1127κ. Μαυρομιχάλης πρὸς τὸν κ. Ὀνοῦ, οὗτος ἐσημείωσε ταῦτα
1128ἐν τῷ σημειωματαρίῳ του, εἰμὶ δὲ βέβαιος, ὅτι ἀνέφερε ταῦτα
1129εἰς τὴν Πετρούπολιν, πρὸς τὴν Κυβέρνησιν αὐτοῦ. Ἀλλ’
1130ἐπειδὴ καὶ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν κ. Σκουζὲς μετε-
1131βίβασε τηλεγραφικῶς ταῦτα εἰς τὸν ἐκεῖ ἐπιτετραμμένον
1132τῆς Ἑλλάδος, ὁ ἐπιτετραμμένος τῆς Ἑλλάδος ἔσπευσε νὰ
1133ἀνακοινώσῃ ταῦτα πρὸς τὸν κόμητα Μουράβιεφ, ὅστις τότε
1134ἦτο Καγκελάριος τῆς Αὐτοκρατορίας. Ὁ κόμης δὲν ἦτο
1135τότε ἐν Πετρουπόλει, διότι διέτριβεν εἰς τὴν ἐξοχὴν, εἶχεν
1136ὅμως γραμματέα, πρὸς ὃν ἐποιήσατο τὴν ἀνακοίνωσιν ταύ-
1137την ὁ κ. Τομπάζης, ὁ δὲ γραμματεὺς τοῦ κόμητος Μουρά-
1138βιεφ ἀνέφερεν εἰς τὸν κόμητα τὰ ὑπὸ τοῦ κ. Τομπάζη λε-
1139χθέντα, ὁ δὲ Καγκελάριος ἔσπευσε νὰ ζητήσῃ ἐπ’ αὐτῶν τὰς
1140διαταγὰς τοῦ Αὐτοκράτορος· ἀνεκοινώθη δὲ εἰς τὸν κ. Τομ-
1141πάζην, ὅτι εὐχαρίστως ὁ Αὐτοκράτωρ ἤκουσε τὴν πρότασιν
1142ταύτην, καὶ ὅτι ἔμελλε νὰ διαταχθῇ, ἵνα γένηται πάραυτα
1143συνεννόησις μετὰ τῶν ἄλλων τριῶν Μεγάλων Δυνάμεων, ὅπως
1144γένηται ἀποδεκτὴ ἡ πρότασις καὶ προληφθῇ ὁ πόλεμος.
1145Καὶ πράγματι, ἐκ τῆς Κιτρίνης καὶ ἐκ τῆς Κυανῆς καὶ ἐκ
1146τῆς Πρασίνης Βίβλου βεβαιοῦται, ὅτι ὁ κόμης Μουράβιεφ
1147προέβη εἰς τοιαύτας ἀνακοινώσεις εἰς τοὺς Ὑπουργοὺς τῶν
1148Ἐξωτερικῶν τῶν τριῶν ἄλλων Μεγάλων Δυνάμεων, καὶ ἐνῷ
1149ἐπεριμένετο ἡ ἀπάντησις ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν τῆς Γερμανίας,
1150μετὰ μίαν ἢ δύο ἡμέρας, καθ’ ἃς ἔμενεν ἐκκρεμὴς ἡ ὑπόθε-
1151σις, ἡ Ὑψηλὴ Πύλη ἐπεκήρυξε τὸν πόλεμον κατὰ τῆς Ἑλ-
1152λάδος.
1153Ἡμεῖς λοιπὸν προεκηρύττομεν πόλεμον καὶ ἐδειλιῶμεν
1154νὰ ἀναλάβωμεν τὴν εὐθύνην, ἢ προσεπαθοῦμεν νὰ ἀποφύγω-
1155μεν τὸν πόλεμον, ὅστις ἐνομίζομεν, ὅτι δὲν ἦτο ἀδύνατον νὰ
1156μὴ ἀποβῇ αἴσιος διὰ τὸν τόπον; Ἐπεθυμοῦμεν δὲ νὰ ἀπο-
1157φύγωμεν τὸν πόλεμον, οὐχὶ μόνον διὰ τὸν λόγον τοῦτον,
1158ἀλλὰ καὶ διότι, καθ’ ἃς εἴχομεν ἡμεῖς ἰδέας, καὶ καθ’ ἣν
1159ἔχομεν ἀντίληψιν τῶν ἐθνικῶν συμφερόντων, φρονοῦμεν, ὅτι
1160πάντοτε ὀφείλομεν νὰ στρέφωμεν τὰ βλέμματα ἡμῶν πρὸς
1161τὸν Βορρᾶν, ν’ ἀποφεύγωμεν δὲ νὰ παρασκευάζωμεν ἄνευ
1162ἀνάγκης πλοκὰς, αἵτινες ἐνδεχόμενον εἶναι νὰ παραγάγωσι
1163δικαιώματα πρὸς ἀναζήτησιν ἀνταλλαγμάτων, ἤτοι πρὸς
1164παρασκευὴν ἑτέρας συμφορᾶς, τῆς συμφορᾶς νὰ ἀπολέσωμεν
1165ὅ,τι προσδοκῶμεν, προσβλέποντες πρὸς τὸν Βορρᾶν.
1166Βεβαίως, ἂν ἐξηρτᾶτο ἀπὸ ἡμᾶς, ἂν εἴχομεν τὴν δύναμιν,
1167τὴν ὁποίαν ἔχουσιν αἱ συνταγματικαὶ Κυβερνήσεις, ἂν τὴν
1168δύναμιν δὲν μᾶς ἀφήρει ἡ Ἐθνικὴ Ἑταιρεία, ἂν ἐπαύομεν
1169νὰ μανθάνωμεν, ὅτι ἐν ᾗ περιπτώσει δὲν ἤθελε πραγματο-
1170ποιηθῆ ἡ μετὰ τῆς Ἑλλάδος ἕνωσις τῆς Κρήτης, οἱ ἐν τῷ
1171στρατοπέδῳ τῆς Λαρίσης ἀξιωματικοὶ ἤθελον καταλίπει τὴν
1172Λάρισαν διὰ νὰ ἐπανέλθωσιν εἰς τὰς Ἀθήνας μὲ τὸ ὅπλον
1173οὐχὶ ἐπ’ ὤμου· ἐὰν τὰ ὄργανα τῆς διοικήσεως δὲν μᾶς ἐπληρο-
1174φόρουν, ὅτι ἡ ἐσωτερικὴ δημοσία τάξις ἤθελε τεθῆ ἐν ἀμφι-
1175βόλῳ· ἐὰν ἡ Ποινικὴ Δικαιοσύνη ἐν Ἀθήναις ἐξετέλει τὸ
1176καθῆκόν της, καθ’ ἣν ἡμεῖς ἔχομεν ἔννοιαν τῶν νόμων, καὶ
1177κατεδίωκε τὴν Ἐθνικὴν Ἑταιρείαν, καθ’ ἃ διατάττουσι, κατὰ
1178τὴν γνώμην ἡμῶν, οἱ ποινικοὶ νόμοι, καθ’ ἃ τὰ πρακτικὰ
1179τῆς Ἐθνικῆς Συνελεύσεως τοῦ 1863 ἐκτιθέασι περὶ τῆς ἐν-
1180νοίας τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου 11 τοῦ Συντάγματος· ἐὰν
1181τὸ Πλημμελειοδικεῖον τῆς Λαρίσης δὲν ἀπέλυεν ἐκείνους,
1182τοὺς ὁποίους συνελάμβανον οἱ ἀστυνόμοι καὶ ἡ διοικητικὴ
1183ἀρχή, ὡς παρασκευαζομένους νὰ ἐκδράμωσιν ἐπὶ τὴν γείτονα
1184χώραν, ἢ ὡς ἐκδραμόντας καὶ ἀναγκασθέντας νὰ ἐπανέλθωσι,
1185βεβαίως ἠθέλομεν ἔχει δύναμιν καὶ διὰ νὰ διδάξωμεν τὸν
1186κ. Ἔσλιν, ὅστις ἐμελέτα νὰ προκαλέσῃ στρατιωτικὴν δια-
1187δήλωσιν διὰ νὰ ἀνατρέψῃ ἡμᾶς, καὶ ἐκείνους, ὅσοι ἐλησμό-
1188νουν, ὅτι εἶναι πολῖται Ἕλληνες, καὶ εἶχον συγκεντρώσει
1189τὴν προσοχὴν αὐτῶν καὶ τοὺς ὀφθαλμούς των μόνον εἰς τὸ
1190μέγα ζήτημα, πῶς θὰ πέσῃ τὸ Ὑπουργεῖον ἡμῶν.
1191Πολὺ ὀλίγον γνωρίζει τὴν ἱστορίαν τῆς Ἰταλικῆς ἀνα-
1192γεννήσεως ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κερκύρας. Ἡ Ἰταλικὴ ἀνα-
1193γέννησις βεβαίως ὀφείλεται εἰς τὰς ἀκαμάτους προσπαθείας
1194τοῦ Καβούρ, ἀλλ’ ὀφείλεται πρὸ πάντων εἰς τὴν πολιτικὴν
1195γνώμην καὶ εἰς τὴν ἐπίμονον προσπάθειαν τοῦ Ναπολέοντος
1196Γʹ. Ἦτο πρεσβευτὴς ἐν Παρισίοις τῆς Ἰταλίας ὁ κύριος Νί-
1197γρα, ὅστις κατὰ τὸν Ἰταλικὸν πόλεμον ἦτο ἀκόλουθος τοῦ
1198Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ ἐχρησίμευεν ὡς ἰδιαίτε-
1199ρος γραμματεὺς τοῦ Καβούρ, οὗτος δὲ μοὶ ἔλεγεν, ὅτι τρεῖς
1200φορὰς τὴν ἑβδομάδα ἀπεστέλλετο, ὡς ἔκτακτος ταχυδρόμος,
1201ἐκ Τουρίνου εἰς τοὺς Παρισίους, μὲ ἐπιστολὰς τοῦ Καβοὺρ
1202πρὸς τὸν Αὐτοκράτορα, διὰ νὰ δύνηται νὰ διαρρυθμίζῃ καὶ
1203νὰ χειραγωγῇ τὸν Ἡγεμόνα τοῦ Πεδεμοντίου, τὸν ἥρωα τῷ
1204ὄντι καὶ μέγαν πατριώτην, τὸν Βίκτωρα Ἐμμανουήλ, ὅστις
1205ὅμως, ὅσον ἦτο ἥρως καὶ μέγας πατριώτης, ὅσον ἠδύνατο νὰ
1206διαπρέπῃ ἐν τοῖς ἀγῶσι καὶ τοῖς πολέμοις, δὲν εἶχεν ἐν τού-
1207τοις διπλωματικὴν ἐμπειρίαν, καὶ πολλάκις παρενέβαλλεν
1208ἐμπόδια εἰς τὸν Πρωθυπουργόν του Καβούρ. Ἐκεῖνοι, οἱ
1209ὁποῖοι ἔχουσι τὸ πρόγραμμα, τὸ ὁποῖον πιστεύουσι, καὶ οἱ
1210ὁποῖοι φρονοῦσιν, ὅτι τοῦ προγράμματος αὐτοῦ ἡ ἐφαρμογὴ
1211θέλει ἐξυπηρετήσει τὰ συμφέροντα εἴτε τῆς κοινωνίας, εἴτε
1212τοῦ Κράτους, κατὰ πλείονα δὲ λόγον τοῦ ἔθνους, ἐκεῖνοι δὲν
1213φεύγουσι τὰς εὐθύνας· ἀλλὰ καὶ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἀναγκά-
1214ζονται διὰ πλοκῶν τοσούτῳ δυσάρεστων, διὰ πλοκῶν το-
1215σούτῳ ἀπαισίων, οἱ ὁποῖοι περιέρχονται εἰς τὸ δίλημμα, εἴτε
1216νὰ παραιτηθῶσιν ἐν χρόνῳ, κατὰ τὸν ὁποῖον ἡ παραίτησις
1217αὐτῶν ἤθελε βλάψει τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα, εἴτε νὰ μείνω-
1218σιν εἰς τὴν θέσιν των, διὰ νὰ προσπαθήσωσι νὰ ἐλαττώσωσι
1219τὰ κακά, τὰ ὁποῖα τοιαύτη ἔκτροπος πολιτεία, τοιαύτη
1220ἀσυνείδητος διαχείρισις τῶν συμφερόντων τοῦ Κράτους μέλ-
1221λει νὰ παραγάγῃ, καὶ αὐτοὶ δὲν ζητοῦσι ν’ ἀποφύγωσι καὶ
1222τότε τὰς εὐθύνας.
1223Ὑπάρχουσι μάρτυρες, ἂν ὄχι ἡμεῖς, ἀλλὰ μάρτυρες ἀλ-
1224λοδαποί, ἔχοντες ἐπίσημον ἐντολὴν ἐν Ἀθήναις, οἱ ὁποῖοι
1225ἐπανειλημένως μὲ εἶδον, καὶ εἷς ἐξ αὐτῶν μάλιστα μοὶ
1226ἐποιήσατο ἀνακοινώσεις, αἱ ὁποῖαι ἐξεπορεύοντο ἀπὸ τὸν
1227Ἡγεμόνα, τὸν ὁποῖον ἀντεπροσώπευεν ἐν Ἀθήναις. Εἰς ἐμὲ
1228δυστυχῶς δὲν ἦτο ἐπιτετραμμένον νὰ διαρρυθμίσω τὴν πο-
1229λιτείαν μου συμφώνως πρὸς τὰς γενομένας μοι ἀνακοινώσεις·
1230ἀλλ’ εἶχον τὴν παρρησίαν, τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ ἔχωσιν
1231οἱ πολιτικοὶ ἄνδρες, νὰ δηλώσω μετ’ εὐλαβείας, ἀλλὰ καὶ
1232μετ’ εἰλικρινείας, τὴν εἰρημένην γνώμην μου, ὡς προσήκει
1233οὐ μόνον εἰς Ὑπουργόν, ἀλλὰ καὶ εἰς Ἕλληνα. (Ἐπευφημίαι
1234καὶ χειροκροτήματα ἐκ τῆς ἀριστερᾶς καὶ τῶν ἀκροατηρίων).
1235§57ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις μέχρι τῆς 9½
1236μετὰ μεσημβρίαν.
1237(Γίνεται διακοπὴ ὥρᾳ 8 μ. μ. Ἐπαναλαμβάνεται δὲ ἡ
1238συνεδρίασις ὥρᾳ 10 καὶ 10′ μ. μ.)
1239§58ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ διακοπεῖσα συνεδρία-
1240σις.
1241Οἱ κύριοι Πεταλᾶς, Καπετανάκης καὶ Κουντουριώτης ὑπέ-
1242βαλον πρότασιν περὶ ἀναβολῆς τῆς συζητήσεως.
1243§59Α. ΡΙΚΑΚΗΣ. Ὑπεστήριξα τὸ ἀπαράδεκτον τῆς συζη-
1244τήσεως ταύτης, καὶ παρεκάλεσα τὴν Βουλὴν ν’ ἀποδεχθῇ
1245τὴν πρότασίν μου, προσθέσας, ὅτι τὴν συζήτησιν θεωρῶ ἀπει-
1246λοῦσαν νὰ βλάψῃ τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα. Ὁ ἔντιμος ἐκ Κερ-
1247κύρας Βουλευτὴς ὡμολόγησεν, ὅτι ἡ συζήτησις ἠδύνατο νὰ
1248παραβλάψῃ τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα, καὶ ὑπὸ τὸ κράτος τῆς
1249ἰδέας ταύτης μέχρι τοῦδε ὑπεστήριζε τὴν γνώμην τῆς ἀνα-
1250βολῆς καὶ τῆς ἀποφυγῆς πάσης συζητήσεως ἐν τῇ Βουλῇ.
1251Ἀλλὰ κατὰ τὴν ἑσπέραν ταύτην ἐδήλωσεν, ὅτι, ἀφοῦ ἡ
1252τότε Κυβέρνησις ἐπιρρίπτει εἰς βάρος τῆς τότε Ἀντιπολι-
1253τεύσεως τὴν κήρυξιν τοῦ πολέμου, μεταβάλλει γνώμην, καὶ
1254ὑποστηρίζει τὴν πρόοδον τῆς συζητήσεως. Ἂς μοὶ ἐπι-
1255τρέψῃ ὁ κύριος ἀρχηγὸς τῆς πλειονοψηφίας νὰ παρατηρήσω,
1256ὅτι ἡ δήλωσίς του αὕτη δὲν συμβιβάζεται πρὸς τὴν θέσιν,
1257ἣν μέχρι τοῦδε ἐτήρησεν. Ἀφοῦ ἐπὶ τρία ἔτη ὑπεστήριζε
1258τὴν γνώμην του ταύτην, ὅπως μὴ παραβλαβῶσι τὰ ἐθνικὰ
1259συμφέροντα, ἔρχεται εἰς τὸ τέλος τῆς Περιόδου, προκειμένου
1260νὰ συζητηθῶσι σπουδαιότατα νομοσχέδια, καὶ μεταβάλλει
1261γνώμην. Τοῦτο ὅμως δὲν ἐπιτρέπεται, διότι ἡ μεταβολὴ θέ-
1262λει μεταβάλει τὴν ἀρχικήν του ἰδέαν, ὅτι ἐκ τῆς συζητή-
1263σεως δυνατὸν νὰ προκύψῃ βλάβη εἰς τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα.
1264Θὰ λάβω τὸ θάρρος νὰ τὸν παρακαλέσω, ποιούμενος ἔκκλησιν
1265εἰς τὸν πατριωτισμόν του, νὰ ἐπιμείνῃ εἰς τὴν ἀρχικήν του
1266ἰδέαν, καὶ ν’ ἀφήσῃ εἰς τὴν ἱστορίαν νὰ εἴπῃ, τίς ὁ αἴτιος
1267τοῦ πολέμου. Οἱ πολιτικοὶ ἄνδρες, οἱ ἐκπροσωποῦντες με-
1268γάλας ἰδέας, οἱ ἀξιοῦντες νὰ κυβερνῶσι τὰ ἔθνη, ὑποτάσ-
1269σουσι τὰ ἀτομικά των συμφέροντα, ὑποτάσσουσι τοὺς κιν-
1270δύνους τοὺς προσωπικοὺς ἀπέναντι τῶν κινδύνων τῶν ἐθνι-
1271κῶν συμφερόντων. Παρακαλῶ λοιπὸν αὐτόν, ἐπιμένων εἰς
1272τὴν γνώμην μου, νὰ μὴ ἐπιμείνῃ εἰς τὴν δήλωσιν ταύτην,
1273ὡς προερχομένην ἀπὸ ἀτομικοὺς λόγους, καὶ νὰ παραδεχθῇ
1274τὴν πρότασιν τοῦ ἀπαραδέκτου τῆς συζητήσεως ταύτης. Ἔχω
1275δὲ τὴν πεποίθησιν, ὅτι ὁ ἀξιότιμος ἐκ Κερκύρας Βουλευτὴς
1276ἕνεκα τούτου θέλει λάβει τὸ θάρρος νὰ δηλώσῃ, ὅτι ἀφίνει
1277τὴν Βουλὴν καὶ τὴν πλειονοψηφίαν ἐλευθέραν ν’ ἀποφασίσῃ
1278ἐκεῖνο, ὅπερ ἐν συνειδήσει ἕκαστος τῶν Βουλευτῶν προ-
1279τίθεται.
1280Ὅσον ἀφορᾷ τὰς δηλώσεις, ἃς ὁ ἔντιμος ἐκ Γόρτυνος Βου-
1281λευτὴς ἔκαμε τὴν ἑσπέραν ταύτην, εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ
1282δηλώσω, ὅτι ἡ ἐπανάστασις τῆς Κρήτης δὲν ἐπηρεάσθη οὐδὲ
1283κατ’ ἐλάχιστον ἀπὸ τὴν Ἐθνικὴν Ἑταιρείαν. Ἀπ’ ἀρχῆς
1284διετέλεσα μέλος τῆς Κρητικῆς ἐπιτροπῆς, καὶ παρηκολού-
1285θησα τὰς περιπετείας τῆς ἐπαναστάσεως ἐκείνης, γνωρίζω
1286δὲ τὰ πρόσωπα καὶ τὰ πράγματα, καὶ εἶμαι εἰς θέσιν νὰ
1287εἴπω πρὸς ὑμᾶς, ὅτι ἔγραψα ἐν ὁλοκλήρῳ φυλλαδίῳ, ὅτι οὐ-
1288δέποτε ὁ Κρητικὸς ἀγὼν ἐπηρεάσθη ἀπὸ τὴν Ἐθνικὴν Ἑται-
1289ρείαν. Ὁ ἀγὼν οὗτος ἐπηρεάσθη ἀπὸ τὰ αἰσθήματα τοῦ
1290Κρητικοῦ λαοῦ καὶ ἀπὸ τὴν ἰδέαν, ἥτις ἐπεκράτησεν, ὅπως
1291ἐπιδιώξωσιν δι’ ὅλων τῶν μέσων τὴν ἕνωσιν μετὰ τῆς Ἑλ-
1292λάδος. Ὅτε ἤρξατο ἡ ἐπανάστασις τοῦ 1896, εἶχον τὴν
1293τιμήν, ὡς καὶ πρότερον πάντοτε, ν’ ἀποτελῶ μέλος τῆς
1294Κρητικῆς ἐπιτροπῆς. Εἶναι ἀληθῆ ὅσα εἶπεν ὁ κ. ἀρχηγὸς
1295τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐφρόνει κατὰ τὴν
1296ἐποχὴν ἐκείνην, ὅτι ἡ ἐπανάστασις δὲν ἔπρεπε νὰ προοδεύ-
1297σῃ, ἀλλ’ ὅτι ἡ Κρητικὴ Βουλὴ ἔπρεπε νὰ παραδεχθῇ τὰς
1298προτάσεις τοῦ Σακὴρ πασσᾶ. Ἡ Κρητικὴ ἐπιτροπὴ ἠκολού-
1299θησε τὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως, συνέστησε δὲ τὴν
1300γνώμην ταύτην εἰς τὴν Βουλὴν τῆς Κρήτης, τρεῖς δὲ Βου-
1301λευταὶ Κρῆτες, παραμένοντες ἐνταῦθα, καὶ ἐκ τῆς ἀπουσίας
1302τῶν ὁποίων δὲν ἠδύνατο νὰ καταρτισθῇ ἀπαρτία τῆς Κρη-
1303τικῆς Βουλῆς, ἐπείσθησαν, προτοῦ μεταβῶσιν εἰς τὴν Κρή-
1304την, καὶ συνετάχθησαν μετὰ τῆς ἰδέας ταύτης. Διεμαρτυ-
1305ρήθην τότε, καὶ ἐτηλεγράφησα εἰς τὴν Κρητικὴν Βουλὴν καὶ
1306ἔδωκα τὴν ἐναντίαν γνώμην, ὑποστηρίζων, ὅτι ἡ ὑποχώρησις
1307εἰς μεταρρυθμίσεις θέλει βλάψει τὸν ἀγῶνα καὶ τὸ μέλλον τῆς
1308Κρήτης, τὸ δὲ τηλεγράφημα μετεβίβασα δι’ ἐπιστολῆς μου
1309εἰς τὸν τότε Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν κ. Σκουζὲν, παρα-
1310καλῶν αὐτὸν νὰ τὸ μεταβιβάσῃ κρυπτογραφικῶς εἰς τὴν Βου-
1311λὴν τῆς Κρήτης διὰ τοῦ προξένου. Ἡ Κυβέρνησις ὅμως, ἔχουσα
1312ἐναντίαν πολιτικὴν, δὲν τὸ μετεβίβασεν, ἡ δὲ Κρητικὴ Βουλὴ
1313παρεδέχθη τὰς προτάσεις τοῦ Σακὴρ πασσᾶ. Ἀλλὰ δὲν ὑπε-
1314χρέωσεν ἡ Ἐθνικὴ Ἑταιρεία τὴν ἐπαναστατικὴν ἐπιτροπὴν
1315καὶ δὲν τὴν ἔπεισε νὰ μὴ παραδεχθῇ τὰς ἀποφάσεις τῆς
1316Βουλῆς, ἀλλ’ ἡ θέλησις ὁλοκλήρου τοῦ Κρητικοῦ λαοῦ, ὅστις
1317ἐξεγερθεὶς ἐπολιόρκησε τὴν εἰς τὰ Λευκὰ Ὄρη διαμένουσαν
1318ἐπαναστατικὴν ἐπιτροπὴν, καὶ ἀπῄτησε νὰ μὴ ὑποταχθῇ
1319εἰς τὰς ἀποφάσεις τῆς Βουλῆς, ἐπέφερε τὴν συνέχισιν τῆς
1320ἐπαναστάσεως καὶ τὸ μετὰ ταῦτα ἀποτέλεσμα, τὸ ὁποῖον
1321εἶναι ἡ ἀνεξαρτησία τῆς Κρήτης.
1322Δὲν γνωρίζω, ἐὰν διπλωματικοὶ λόγοι ἢ ἄλλα συμφέ-
1323ροντα γενικὰ, ἐπέβαλλον νὰ ὑποταχθῇ ἡ Κρήτη εἰς τὰς προ-
1324τάσεις τοῦ Σακὴρ–πασσᾶ, ἀλλὰ τὰ πράγματα ἀπέδειξαν,
1325ὅτι ὁ Κρητικὸς λαὸς καὶ ἡ ἐπαναστατικὴ ἐπιτροπὴ, ἥτις δὲν
1326συνετάχθη τῇ γνώμῃ τῆς Κρητικῆς Βουλῆς, ἐπέφεραν τὸ
1327ἀποτέλεσμα, ὅπερ ὁ ἀγὼν ἐπεζήτει, καὶ ὅπερ ἠλευθέρωσε τὴν
1328Κρήτην.
1329Ἔκαμα τὴν δήλωσιν ταύτην, διότι νομίζω ἄτοπον, οἱαδή-
1330ποτε καὶ ἂν ἦτο ἡ πολιτικὴ τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας, καὶ οἱ-
1331οιδήποτε καὶ ἂν ἦσαν οἱ ἄνδρες ἐκεῖνοι, νὰ νομίζητε, ὅτι
1332ἐπηρεάσθησαν, ἐνῷ οὐδὲν ἔλαβον ὑπ’ ὄψιν, ἐπηρεάζον τὰς
1333ἀποφάσεις τοῦ Κρητικοῦ λαοῦ.
1334Εἶμαι εὐχαριστημένος, διότι τ’ ἀποτελέσματα ἐδικαίωσαν
1335τὴν ἰδέαν μου· ἐπιφυλάσσομαι δὲ, ἂν ἐξακολουθήσῃ ἡ συζή-
1336τησις, νὰ φέρω τὸ φυλλάδιον, ὅπερ ἐδημοσίευσα καὶ ἐν ᾧ
1337ἐκτίθεται ἡ γνώμη τῆς Κρητικῆς ἐπιτροπῆς καὶ τῆς Βουλῆς
1338τῆς Κρήτης καὶ τῆς ἐπαναστατικῆς ἐπιτροπῆς, καθὼς καὶ
1339ἡ ἐμὴ γνώμη, ἣν ἠκολούθησα κατὰ τὸν ἀγῶνα ἐκεῖνον.
1340§60Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Νὰ μᾶς διανείμητε τὸ φυλλάδιον.
1341§61ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλὴν ἐπὶ τῆς προτά-
1342σεως τῆς ἀναβολῆς.
1343Οἱ παραδεχόμενοι τὴν περὶ ἀναβολῆς πρότασιν τῶν βου-
1344λευτῶν κ. κ. Πεταλᾶ, Κουντουριώτου καὶ Καπετανάκη λέ-
1345γουσι Ναὶ, οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουσιν Ὄχι...
1346§62ΜΙΧ. ΛΑΜΠΡΥΝΙΔΗΣ. Περὶ τίνος ὁμιλεῖτε; Ὅταν κα-
1347λῆται καὶ δὲν ὑπάρχῃ ὁ ἀγορεύων, λήγει ἡ συζήτησις.
1348§63ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι.
1349§64ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὁμολογῶ, ὅτι μεγάλην αἰσθάνομαι
1350ἀπορίαν, ἀκούων ὅτι πρόκειται νὰ τεθῇ ζήτημα ἀναβολῆς...
1351§65Κ. ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Ἀφοῦ προετάθη...
1352§66ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ... μετὰ τὴν ὑπὸ τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς πλειο-
1353νοψηφίας δήλωσιν, ὅτι δὲν αἰσθάνεται, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ
1354προταθῇ ἀναβολὴ, καὶ δὲν δύναται νὰ ὑποστηρίξῃ τὴν ἀνα-
1355βολήν.
1356§67ΠΕΤΑΛΑΣ. Καὶ τί μὲ τοῦτο; Ἐγὼ ὑπέβαλον πρότασιν.
1357§68ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐγὼ προσωπικῶς ἤθελον εὐχηθῆ νὰ μὴ
1358ἤρχετο τοιαύτη συζήτησις εἰς τὴν Βουλὴν, διότι φρονῶ, ὅτι
1359ἐκ ταύτης οὐδὲν καλὸν δύναται νὰ προκύψῃ. Φρονῶ, ὅτι πέ-
1360ραν τῆς διαμοιβῆς ἐγκλήσεων ἑκατέρωθεν, ὧν τὸ βάσιμον, ἢ
1361μὴ, δύσκολον εἶναι ν’ ἀποδειχθῇ ἄνευ μακρᾶς συζητήσεως
1362καὶ πολλῆς ἐγκύψεως εἰς τὰ πράγματα καὶ ἐρωτήσεως μή-
1363πως ὑπάρχωσι καὶ ἄλλα, ἅτινα δὲν ἐξετέθησαν καὶ ὧν ἄνευ
1364δὲν δύναται νὰ σχηματισθῇ γνώμη ἀρκοῦσα εἰς πάντας,—
1365καὶ πάντας λέγων, ἐννοῶ τὸ ἔθνος ὁλόκληρον — οὐδὲν ἄλλο
1366δύναται νὰ προκύψῃ. Ἐνῷ δὲ τοῦτο φρονῶ, ὅτι οὕτως ἔχει,
1367ἐρωτῶ μετὰ τῶν ἄλλων, «ὁποῖον θέλει εἶναι τὸ πόρισμα
1368τῆς συζητήσεως», καὶ οὐδὲν ἄλλο εὑρίσκω ἢ τὰ τρία, ἅτινα
1369διετύπωσεν ὁ βουλευτὴς Πατρῶν κύριος Παπαγιαννακόπου-
1370λος. Τὸ πόρισμα, εἴτε σήμερον συζητεῖται ἡ ὑπόθεσις, εἴτε
1371προηγήθη ἡ συζήτησις αὐτῆς, εἴτε ὁποτεδήποτε συζητηθῇ,
1372εἶναι, ὅτι τὰ παθήματα ἔδει νὰ διδάξωσιν ἡμᾶς, καὶ ἀπὸ τῆς
1373ἐπιούσης τοῦ πολέμου, ἀφ’ ἧς στιγμῆς ἡ Βουλὴ ἔθηκεν αὐτὴ
1374χεῖρα ἐπὶ τῶν δημοσίων πραγμάτων, καὶ ἀνεβίβασεν ἐξ ἑαυ-
1375τῆς κυβερνήτας εἰς τὰ πράγματα, ὠφείλομεν νὰ ἐπιληφθῶ-
1376μεν ἔκτοτε τῆς διὰ τῆς Κυβερνήσεως ἐπανορθώσεως, ἵνα
1377καρπωθῶμεν πόρισμα τῶν παθημάτων τὴν ἀληθῆ ἐπανόρ-
1378θωσιν ἐν ὁδῷ ἐκτελέσεως. Ἄλλο πόρισμα οὐδὲν ἐγὼ δύνα-
1379μαι ν’ ἀναγνωρίσω δυνατόν· δὲν εἶναι δὲ δυνατὸν νὰ ἀνεύρω
1380ἄλλο πόρισμα, διότι οἱ ὑπεύθυνοι δὲν ὑπάρχουσι πλέον ἀπὸ
1381πολλοῦ ἐνώπιον ἡμῶν. Ἀλλ’ ἐνῷ τοῦτο ἔχει οὕτω, καὶ ἐνῷ
1382διὰ τοῦτον τὸν λόγον ἐφρόνουν, ὅτι δὲν εἶχε χώραν ἡ συζή-
1383τησις, ἥτις προεκλήθη ἐκ τῆς πτέρυγος ταύτης, τὰ πράγ-
1384ματα περιεπλάκησαν καὶ ἐξετυλίχθησαν εἰς τοιοῦτον τρό-
1385πον, ὥστε ἐκεῖνοι, οἵτινες, ὡς ὁ πρώην Πρόεδρος τῆς Κυβερ-
1386νήσεως, ἐφρόνουν, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ ἐγερθῇ τοιαύτη συζήτη-
1387σις ἐνταῦθα, ἠναγκάσθησαν νὰ δηλώσωσιν, ὅτι δὲν δύναται
1388νὰ καταπαυθῇ ἡ συζήτησις. Καὶ ὅτε τοιαύτη ὑπῆρξεν ἡ κρίσις
1389αὐτῶν μετὰ καὶ τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς πλειονοψηφίας, τοῦ ἔχοντος
1390θέσιν πρωτεύουσαν ἐν τῇ συζητήσει, πῶς θέλετε νῦν νὰ τεθῇ
1391τὸ ἐρώτημα, ἂν πρέπει ν’ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις; Ἐνῷ δὲ
1392ἔχετε ὑπ’ ὄψιν, ὅτι καὶ ἡ ἄλλη πτέρυξ, ἐν τῷ προσώπῳ
1393τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς Κυβερνήσεως τοῦ διευθύναντος τὰ τοῦ πο-
1394λέμου, εὑρεθεῖσα ὑπὸ ἐπίθεσιν, ἔχει ἀνάγκην νὰ ἐκθέσῃ τοὺς
1395λόγους τοὺς δικαιολογοῦντας αὐτὴν, πῶς ἀξιοῦτε νὰ ψηφί-
1396σωμεν ἡμεῖς ὑπὲρ τῆς ἀναβολῆς; Ἐπιτρέπεται, ἀφοῦ ἐτέ-
1397θησαν ἤδη τὰ θέματα, ἀφοῦ κατὰ μέρος συνεζητήθη καὶ ἡ
1398οὐσία, νὰ συζητῶμεν περὶ ἀναβολῆς; Καὶ ἐνῷ περιήγετε
1399ἡμᾶς εἰς στενόχωρον θέσιν, καὶ ἐκείνους, οἵτινες ἐπεθύμουν
1400νὰ μὴ προκληθῇ τοιαύτη συζήτησις, δὲν ἐσκέπτεσθε ὅτι καὶ
1401ἀπὸ ἐκείνης καὶ ἀπὸ ταύτης τῆς πλευρᾶς ἠναγκαζόμεθα νὰ
1402ψηφίσωμεν κατὰ τῆς ἀναβολῆς; Τί ἐπράξατε; Καὶ ἐκείνους
1403οἵτινες πρὸ τῆς συζητήσεως ἦσαν ὑπὲρ πάσης ἀναβολῆς, ἀναγ-
1404κάζετε νῦν νὰ ψηφίσωσι κατὰ τῆς ἀναβολῆς, καὶ ἐκείνους
1405τοὺς ἐκ ταύτης τῆς πλευρᾶς καὶ ἐκείνους τοὺς ἐξ ἐκείνης
1406ἀναγκάζετε νὰ δώσωσι ψῆφον κατὰ τῆς ἀναβολῆς, ἐκτὸς
1407μόνον τῶν τεσσάρων Βουλευτῶν, τῶν ἐχόντων γνώμην ὑπὲρ
1408ἀναβολῆς.
1409§69Α. ΠΕΤΑΛΑΣ. Ἀληθῶς περίεργος μοὶ ἐφάνη ἡ πρότα-
1410σις τοῦ κυρίου Δραγούμη, ὅτι ἡ περὶ ἀναβολῆς πρότασίς μου
1411δὲν δύναται νὰ ψηφισθῇ, ἀφοῦ ταύτην ἀποκρούουσιν ἀμφότε-
1412ροι οἱ ἀρχηγοί. Ἐγὼ δὲν συνηθίζω νὰ ἐξετάζω πάντοτε, τί
1413θέλει ὁ ἀρχηγός μου. Ἴσως εἶναι ἀρχηγός μου εἰς ἄλλας περι-
1414στάσεις, ἀλλ’ εἰς τὰς ἰδέας μου δὲν ἔχω ἀρχηγὸν, ἔχω ἀνεξ-
1415αρτησίαν φρονήματος· δὲν ἐξετάζω, εἰμὴ τὸ συμφέρον τοῦ
1416τόπου καὶ τὴν ἀξιοπρέπειαν τῆς Βουλῆς· καὶ ἐκεῖνο δὲ καὶ
1417αὕτη μοὶ ὑπαγορεύει νὰ ἐπιμείνω εἰς τὴν ψήφισιν τῆς προ-
1418τάσεώς μου. Οὐδεὶς, νομίζω, ὑπάρχει ὁ φρονῶν, ὅτι ἐγὼ ὑπέ-
1419βαλον τὴν πρότασιν ἄλλως ἢ ἐξ ἰδίας πρωτοβουλίας καὶ πε-
1420ποιθήσεως, ὅπως προληφθῶσι κακὰ ἀνυπολόγιστα. Ἐγὼ, δυ-
1421νάμει τοῦ Κανονισμοῦ, ἐπιμένω εἰς τὴν ψήφισιν τῆς προτά-
1422σεως ταύτης δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως· ἐὰν δὲ δὲν εὑρεθῶσι
142315, ἵνα ὑποστηρίξωσιν αὐτήν, τότε ἂς ἀπορριφθῇ δι’ ἀνα-
1424στάσεως· ἀδιαφορῶ. Τὸ καθῆκόν μου ἐξετέλεσα.
1425§70Α. ΡΙΚΑΚΗΣ. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς συνετάχθη
1426μὲ τὰς ἰδικάς μας ἰδέας· ἀνεγνώρισεν, ὅτι ἡ συζήτησις ὄχι
1427μόνον δὲν θέλει ὠφελήσει, ἀλλὰ καὶ θέλει βλάψει. Οἱ δευ-
1428τερεύοντες λόγοι, οἱ προσωπικοί, αἱ περιστάσεις αἱ κομμα-
1429τικαί, αἱ ὁποῖαι δύνανται νὰ ἐπηρεάσωσι τὴν συζήτησιν τοῦ
1430ζητήματος τούτου, δὲν πρέπει νὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν, ὅταν
1431προτάσσηται καὶ παρὰ πάντων ὁμολογῆται, ὅτι δύναται νὰ
1432ᾖναι ἐπιβλαβὴς εἰς τὸν τόπον τοιαύτη συζήτησις. Καὶ μό-
1433νος ἂν μείνω, διαμαρτύρομαι τὴν στιγμὴν ταύτην, καὶ ἐπι-
1434μένω εἰς τὴν γνώμην μου. Ἀφίνω τοὺς κυρίους, τοὺς ἔχοντας
1435τὴν δύναμιν, νὰ ἀναλάβωσι τὴν εὐθύνην τῶν πεπραγμένων.
1436§71ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Μελετόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
1437§72Λ. ΜΕΛΕΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐνόμιζα, Κύριοι, ὅτι, ἀφοῦ εἰς
1438τὸ παρελθόν, καίπερ προκληθεῖσα ἐπανειλημμένως, ἀνεβλήθη
1439ἡ συζήτησις περὶ τῶν εὐθυνῶν τῆς συμφορᾶς τοῦ ἑλληνο-
1440τουρκικοῦ πολέμου, ὅτι, ἀφοῦ παρῆλθεν ἡ συνταγματικὴ προ-
1441θεσμία περὶ τῆς ποινικῆς εὐθύνης τῶν κυβερνητῶν, τῶν διατε-
1442λεσάντων δηλαδὴ ἐν τῇ Κυβερνήσει πολιτικῶν ἀνδρῶν, θὰ
1443ἀνεβάλλετο ὁριστικῶς ἡ περὶ τούτου συζήτησις, καὶ τὸ κατ’
1444ἐμέ, δὲν θὰ ἐλυπούμην διὰ τοῦτο, διότι ἡ ὑπόθεσις ἀνήκει
1445εἰς τὴν ἱστορίαν μᾶλλον ἢ εἰς τὴν πολιτικήν, δὲν θὰ ἐμαν-
1446θάνομεν δὲ πράγματα ἀπόρρητα, καὶ οὕτως ἡ συζήτησις δὲν
1447θὰ εἶχε πρακτικόν τι ἀποτέλεσμα, διότι ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα
1448ὑπάρχουν λόγοι νὰ κρατηθοῦν μυστικά, ἀπόρρητα, δὲν θὰ
1449ἐλέγοντο εἰς τὴν συζήτησιν ταύτην, οὔτε ἀπὸ τὸ ἓν μέρος,
1450οὔτε ἀπὸ τὸ ἄλλο. Ἀλλ’ ἀφοῦ καὶ ὁ ἀξιότιμος ἐκ Κερκύ-
1451ρας συνάδελφος, πρώην Πρωθυπουργός, τοῦ ὁποίου μετὰ πολ-
1452λῆς προσοχῆς ἤκουσα τοὺς λόγους, ἐθεώρησεν ὅτι πρέπει νὰ
1453γείνῃ αὐτὴ ἡ συζήτησις, νομίζω καὶ ἐγώ, ὅτι πρέπει νὰ
1454γείνῃ, διὰ νὰ κλείσῃ αὐτὸ τὸ θέμα ἅπαξ διὰ παντός, νὰ μὴ
1455προβάλληται ἑκάστοτε καὶ προξενῇ ἐρεθισμὸν ἔνθεν καὶ ἔνθεν.
1456Ὁ ἑλληνοτουρκικὸς πόλεμος εἶναι λυπηρὰ σελὶς τῆς συγ-
1457χρόνου ἱστορίας μας, καὶ διὰ τὴν διεξαγωγὴν αὐτοῦ καὶ διὰ
1458τὸ τέρμα αὐτοῦ. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ζητηθοῦν
1459οἱ ὑπεύθυνοι ἐκεῖ, ὅπου ἐζητήθησαν ἀποκλειστικῶς μέχρι
1460τοῦδε. Ὁ κυρίως ὑπεύθυνος τοῦ ἑλληνοτουρκικοῦ πολέμου
1461εἶναι ὁ φανατισμὸς τῶν ἐν Κρήτῃ Τούρκων καὶ ἡ τύφλωσις
1462τῶν Ὑπουργῶν τοῦ Σουλτάνου, ἵνα μὴ εἴπω καὶ αὐτοῦ τοῦ
1463Σουλτάνου. Ὅτε τὸ 1896 τὸ Συμβούλιον τῶν ἐν Κωνσταν-
1464τινουπόλει πρέσβεων τῶν Μεγάλων Δυνάμεων κατήρτισε τὸ
1465σχέδιον τοῦ νέου πολιτεύματος τῆς Κρήτης, οἱ Κρῆτες χρι-
1466στιανοὶ ἔσπευσαν νὰ τὸ δεχθῶσιν, ἡ δὲ Ἑλληνικὴ Κυβέρ-
1467νησις ἔσπευσε νὰ τὸ στέρξῃ, καὶ νὰ προτρέψῃ τοὺς Κρῆτας
1468νὰ τὸ δεχθῶσι· καὶ ἂν τοῦτο ἐγίνετο, δὲν θὰ ἐπήρχοντο
1469ἐκεῖναι αἱ συμφοραὶ καὶ εἰς τοὺς Τούρκους καὶ εἰς τοὺς Ἕλ-
1470ληνας. Ἀλλ’ οἱ Τοῦρκοι τὸ ἀπέκρουσαν· τοὺς δὲ Τούρκους
1471τότε ἦγε καὶ ἔφερεν ὁ Μαχμοὺτ Τζελαλεδὶν πασσᾶς, ὁ πρώην
1472Γενικὸς Διοικητὴς τῆς Κρήτης, καὶ ὁ Μαχμοὺτ αὐτὸς ἦτο
1473πρόσωπον, τὸ ὁποῖον ἀπήλαυε μεγάλης ἐπιρροῆς παρὰ τῷ
1474Σουλτάνῳ. Ἕνεκα τούτου οἱ Τοῦρκοι ἐν Κρήτῃ, ἀκολουθοῦν-
1475τες τὰς ὁδηγίας τῶν ἐν Κωνσταντινουπόλει πασσάδων, τῆς
1476Τουρκικῆς Κυβερνήσεως, ὄχι μόνον δὲν ἐδέχθησαν, ἀλλ’ ἐσχη-
1477μάτισαν καὶ τὸ σχέδιον νὰ τὸ ματαιώσωσι. Καὶ τότε ἐπῆλ-
1478θον αἱ γνωσταὶ ἐκεῖναι σκηναὶ τῆς ἀγριότητος καὶ τῆς θη-
1479ριωδίας, αἱ σφαγαὶ τῶν χριστιανῶν, αἱ δῃώσεις τῶν περι-
1480ουσιῶν των, αἱ πυρπολήσεις τῶν οἰκιῶν των, καὶ μάλιστα ἐν
1481τῇ πόλει τῶν Χανίων. Αἱ σκηναὶ ἐκεῖναι ἐξήγειραν τὴν ἀγα-
1482νάκτησιν τοῦ Ἑλληνικοῦ ἔθνους, καὶ δικαίως.
1483Ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, ἡ τότε, ἐπροσπάθησε τὸ κατὰ
1484δύναμιν νὰ κατευνάσῃ τὴν ὀργὴν ταύτην, ἀλλ’ ἐπῆλθεν ἡ
1485λεγομένη Ἐθνικὴ Ἑταιρεία. Τώρα, ὁμιλῶν περὶ τῆς Ἑται-
1486ρείας ταύτης, ὑπὸ οὐδεμιᾶς ἄγομαι προσωπικῆς ἀπεχθείας,
1487ἀπ’ ἐναντίας μεταξὺ τῶν μελῶν αὐτῆς ὑπάρχουν πρόσωπα
1488λίαν προσφιλῆ εἰς ἐμὲ, ὁμολογῶ δὲ, ὅτι ἡ ἀφορμὴ τῆς Ἐθνι-
1489κῆς Ἑταιρείας ἦτο λίαν πατριωτικὴ, ἀλλὰ, εἴτε ὑπὸ ἐν-
1490θουσιασμοῦ πατριωτικοῦ κινουμένη, εἴτε κατόπιν ὑπὸ ἄλλων
1491αἰτίων ὠθουμένη εἰς τὴν πορείαν της, ἀντὶ νὰ ἀποβῇ χρή-
1492σιμος εἰς τὸ ἐθνικὸν ζήτημα, ἀπέβη τοὐναντίον ἐπιβλαβής.
1493Μίαν ἄλλην φορὰν, ὁμιλῶν ἐνώπιόν σας, πρὸ δύο περίπου
1494ἐτῶν, σᾶς εἶπον, ὅτι ὁ ἐνθουσιασμός εἶναι ἄριστον χρῆμα,
1495ἀλλὰ πολλάκις κάκιστον. Σᾶς ἀνέφερα τότε τοὺς λόγους,
1496τοὺς ὁποίους ὁ περιώνυμος στρατάρχης Σοὺλτ, ἐπὶ τῆς βασι-
1497λείας τοῦ Λουδοβίκου Φιλίππου τῆς Γαλλίας, εἶπεν, ὡς Ὑ-
1498πουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς,
1499ἀπαντῶν εἰς τοὺς ῥήτορας ἐκείνους, τοὺς φιλελευθέρους, τῆς
1500Ἀντιπολιτεύσεως, οἱ ὁποῖοι ὤθουν τὴν Κυβέρνησιν εἰς πό-
1501λεμον ὑπὲρ τοῦ Μεχμὲτ Ἀλῆ τῆς Αἰγύπτου (εἰς τὸν ὁποῖον
1502πόλεμον ὅμως θὰ εἶχεν ἀντιθέτους ἡ Γαλλία τρεῖς ἢ τέσ-
1503σαρας εὐρωπαϊκὰς Δυνάμεις). Ἔλεγον οἱ ἀντιπολιτευόμενοι:
1504«ἔχομεν ἓν ἑκατομμύριον λογχῶν ἐθνοφυλακῆς», καθὼς καὶ
1505ἡμεῖς ἐλέγομεν ἄλλοτε περὶ ἐθνοφυλακῆς, νομίζοντες, ὅτι εἶ-
1506ναι στρατός. Καὶ εἶπε τότε ὁ Σοὺλτ τοὺς λόγους ἐκείνους,
1507οἱ ὁποῖοι ἔμειναν ἱστορικοί: «Δυσπιστῶ εἰς τὸν ἐνθουσια-
1508σμὸν, δὲν ἔχω δὲ πεποίθησιν ἢ μόνον εἰς τὸν πολυάριθμον
1509καὶ καλῶς γεγυμνασμένον στρατόν». Τοιοῦτόν τι συνέβη εἰς
1510τὰς ἀρχὰς καὶ μὲ τὴν ἰδικήν μας Ἐθνικὴν Ἑταιρείαν καὶ μὲ
1511τὸν Ἑλληνικὸν λαόν. Κατελήφθη οὗτος ὑπὸ ἐνθουσιασμοῦ,
1512συντελοῦντος εἰς τοῦτο καὶ τοῦ τύπου, ὅστις οὕτως ὑπέχει
1513μεγάλην εὐθύνην τοῦ πολέμου εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο, διότι
1514αὐτὸς, ἀγόμενος ὑπὸ ἀλογίστου ἐνθουσιασμοῦ ἐπίσης, ἐξῆπτε
1515τὸ κοινὸν αἴσθημα καὶ ὤθει εἰς πόλεμον, χωρὶς νὰ ἐννοῇ,
1516ποῖαι εἶναι αἱ ἀνάγκαι τοῦ πολέμου καὶ αἱ συνέπειαι τοῦ πο-
1517λέμου, ἂν ἤμεθα παρεσκευασμένοι, ἢ ἂν δὲν ἤμεθα, ἂν ἦτο
1518δυνατὸν, μὴ ὄντες παρεσκευασμένοι, νὰ διεξαγάγωμεν νικη-
1519φόρον πόλεμον κατὰ τῆς Ὀθωμανικῆς Αὐτοκρατορίας, ἄνευ
1520τινὸς ὑλικῆς ἢ ἠθικῆς ἐπικουρίας Δυνάμεώς τινος ἔξωθεν.
1521Εἰς τὴν περίστασιν ταύτην εὑρίσκω, ὅτι ὁ τύπος (καὶ τὸ
1522ἀναφέρω μετὰ συμπαθείας ἅμα καὶ λύπης, διότι καὶ ἐγὼ
1523διετέλεσα δημοσιογράφος καὶ ἐν Ἑλλάδι καὶ ἐν Γαλλίᾳ
1524καὶ ἐν Ἰταλίᾳ), εἰς τὴν περίστασιν ταύτην, λέγω, ὁ τύπος
1525τῆς πρωτευούσης εἶναι μέγας ἔνοχος, καὶ τοιοῦτόν τι συνέβη
1526καὶ ἐν Γαλλίᾳ, οὐδέποτε δὲ ἐν Ἀγγλίᾳ. Ἐν Γαλλίᾳ εὑρι-
1527σκόμενος κατὰ τὴν ἐποχὴν τοῦ γαλλογερμανικοῦ πολέμου,
1528ἔμαθον ὅτι, ὅτε ὁ πρίγκηψ Φρειδερίκος Κάρολος, καταδιώ-
1529κων τὸν στρατὸν τοῦ Μὰκ–Μαὼν, ἔφθασεν εἰς Châlons, καὶ
1530μὴ συναντήσας αὐτὸν ἐκεῖ εὑρίσκετο ἀμηχανῶν, ὑπαξιωμα-
1531τικός τις παρουσιασθεὶς τῷ ἐπέδειξε μίαν γαλλικὴν ἐφη-
1532μερίδα, τὴν ὁποίαν εὗρε κατὰ τύχην καὶ ἐν τῇ ὁποίᾳ ἀνε-
1533φέρετο ἡ διεύθυνσις τῆς πορείας τοῦ στρατοῦ τούτου. Καὶ
1534τότε ὁ Πρῶσσος στρατάρχης ὥδευσε κατὰ τοῦ Μὰκ–Μαὼν
1535ἀδιστάκτως, ταχυπορῶν, καὶ καταφθάσας αὐτὸν εἰς Σεδὰν,
1536τὸν κατέθραυσε.
1537Τοιοῦτόν τι συνέβη καὶ παρ’ ἡμῖν, ὅτε ὁ ἀτυχὴς Δημα-
1538ρᾶς ἐξέδραμε μετά τινων ἐθελοντῶν εἰς Μακεδονίαν. Ἐρ-
1539ρήθη καὶ ἐβεβαιώθη τότε, ὅτι ὁ Τοῦρκος καϊμακάμης εἶχε
1540λάβει γνῶσιν τῆς εἰσβολῆς ταύτης ἐξ Ἀθηναϊκῆς τινος ἐφη-
1541μερίδος.
1542Ἐγὼ νομίζω, ὅτι αἱ εὐθῦναι δύνανται καὶ πρέπει νὰ ζη-
1543τηθῶσι, διότι εἶναι πολλαπλαῖ. Ἀληθῶς δὲν εὐθύνεται μό-
1544νον ἡ Κυβέρνησις, ἥτις ἦτο τότε, εὐθύνεται καὶ ἡ τότε Ἀντι-
1545πολίτευσις (διότι καὶ αὐτὴ βεβαίως φέρει εὐθύνην), εὐθύνε-
1546ται καὶ ὁ Ἑλληνικὸς τύπος, μεγάλως δὲ εὐθύνεται καὶ ἡ
1547λεγομένη Ἐθνικὴ Ἑταιρεία, τῆς ὁποίας ἡ δρᾶσις ἀπέβη ὀλε-
1548θρία, ἀντὶ ἐθνωφελοῦς. Ἄλλο τὸ ζήτημα τῆς διεξαγωγῆς
1549τοῦ πολέμου.
1550Διὰ τοῦτο νομίζω, συμφωνῶν μετὰ τῆς γνώμης τοῦ ἀξιο-
1551τίμου ἐκ Κερκύρας συναδέλφου κυρίου Θεοτόκη — πρὸς τὸν
1552ὁποῖον δὲν ἔπαυσα ποτὲ τρέφων πολλὴν προσωπικὴν συμπά-
1553θειαν — καὶ ἄλλων προλαλησάντων, ὅτι πρέπει νὰ γείνῃ ἡ
1554συζήτησις, καὶ νὰ μὴ ἀναβληθῇ πλέον, καὶ τότε ἐπιφυλάσ-
1555σομαι νὰ λάβω πάλιν τὸν λόγον.
1556§73ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οὐδεὶς ἄλλος ζητεῖ τὸν λόγον.
1557Ὑπάρχουσι δύο προτάσεις, ἡ πρότασις τοῦ κυρίου Πεταλᾶ
1558καὶ ἡ πρότασις τοῦ κ. Καπετανάκη. Αἱ προτάσεις αὗται
1559εἶναι δεκτικαὶ συγχωνεύσεως, καὶ συγχωνεύονται ὡς ἑξῆς:
1560«Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀναβολὴν τοῦ ὑπὸ συζήτησιν θέ-
1561ματος» — πρόκειται περὶ ψηφοφορίας δι’ ὀνομαστικῆς κλή-
1562σεως — «λέγουσι Ναὶ, οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουσιν Ὄχι.»
1563(Γίνεται ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως ὑπὸ τὴν ἐπι-
1564τήρησιν τῶν βουλευτῶν Γ. Καπετανάκη καὶ Ἡρ. Καλαμπάκα,
1565ὡς ψηφολεκτῶν, καὶ εἶτα ἡ διαλογὴ, κατὰ τὸ ἑπόμενον πρω-
1566τόκολλον ψηφοφορίας).
Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
1567Ἀνδρέας Πεταλᾶς ΝἘπαμ. Μαυρομμάτης
1568Γεώργιος Κυριαζῆς ΟΠερ. Ἀλεξάκης Ο
1569Ἀνδρ. Παναγιωτόπουλος Νικ. Σπυρακόπουλος Ο
1570Λεων. Μελετόπουλος ΟΘεόδ. Π. Δηλιγιάννης Ο
1571Κωνστ. Μωραϊτίνης Θεόδ. Β. Δηλιγιάννης
1572Εὐστάθ. Ρακόπουλος ΟΧαρίλαος Διγενόπουλος
1573Ἐπαμ. Ἐμπειρῖκος ΟἈρ. Πετροπουλάκης Ο
1574Εὐκλείδης Μπίστης ΟΓ. Λ. Πετροπουλάκης Ο
1575Δημοσθ. Καΐρης ΟΜιχαὴλ Φωτιάδης Ο
1576Ἀνδρέας Καρατζᾶς ΟΓεώργ. Λιδωρίκης Ο
1577Κωνστ. Πλατούτσας Γεώργ. Ἀνδρίτσος Ν
1578Μιχαὴλ Κωτσᾶκος Ἀρ. Ἀναγνωστόπουλος Ο
1579Κωνστ. Γ. Καραπᾶνος ΟΜιχαὴλ Στελλάκης Ο
1580Κωνστ. Κοττίκας Κ. Ν. Παπαμιχαλόπουλος Ο
1581Ἰωάννης Καραπᾶνος ΟΓεώργιος Λύρας Ο
1582Εὐάγγελος ΓαρουφαλιᾶςΝἘμμ. Ρέπουλης Ο
1583Στέφανος Δραγούμης ΟΔημήτριος Τσᾶτσος Ν
1584Νικόλαος Λεβίδης ΟΔημήτριος Τσιτσάρας Ο
1585Θεόδωρος Ρετσίνας Κωνστ. Ζῶτος Ο
1586Φωκίων Νέγρης ΟΓεώργιος Χατζόπουλος Ο
1587Νικ. Γιαννηκώστας ΟΔιονύσιος Στεφάνου Ο
1588Ἐπαμ. Μιλτ. Κανάρης ΟΚ. Ἀργασάρης Λομβάρδος Ο
1589Δημ. Μ. Καλλιφρονᾶς Ἀλέξ. Σπ. Κ. Ρώμας Ο
1590Θεόδωρ. Φλογαΐτης Γεώργ. Ρώμας Ο
1591Δημ. Γ. Ράλλης Ἀνδρ. Σπηλιάδης Ο
1592Γεώργιος Μ. ΒενιζέλοςΟΧρ. Στεφανόπουλος Ο
1593Νικ. Γουναράκης ΟΧαρίλ. Σπηλιώτης Ο
1594Κωνστ. Σταυρόπουλος Ἀνδρ. Στεφανόπουλος Ο
1595Ἀλέξ. Γ. Σκουζὲς ΟΠέτρος Αὐγερινὸς
1596Ἀνδρέας Στρᾶτος Χρῆστος Δαραλέξης Ο
1597Δημ. Καραγιάννης Ἄγγελος Πετραλιᾶς Ο
1598Ἀντώνιος Καρτάλης Ἀθαν. Ἀθανασιάδης Ο
1599Κωνστ. Τοπάλης ΟΝικόλαος Δαούτης Ο
1600Ἀλέξ. Κασσαβέτης Παναγ. Παπαχατζῆς
1601Ἀργύριος Φιλιππίδης Σπ. Ι. Μήλιος Ο
1602Νικόλαος Παπαϊωάννου Βασ. Μαρκεζίνης Ο
1603Δημήτριος Γίδας Νικήτας Συνοδινὸς
1604 Χριστόφορος Ἀσιμῆς Ο
1605Νικόλαος Γουλιμῆς ΟΤηλέμαχος Δενδρινὸς Ο
1606Παναγ. Μαυροκέφαλος ΝΞενοφ. Κυριαζῆς Ν
1607Ἀλέξ. Θρ. Ζαΐμης ΟΒασ. Βασιλειάδης
1608Θεόδ. Ζαΐμης Ἀθαν. Εὐταξίας
1609Παναγ. Θρ. Ζαΐμης ΝΝ. Τριανταφυλλᾶκος Ο
1610 Παν. Μανέτας Ο
1611Αὐγερινὸς Ἀβέρωφ ΝἸωάν. Μπακόπουλος Ο
1612Ἡρακλῆς Καλαμπάκας ΟἨλ. Ζέγγελης Ο
1613Γεώργ. Παπαθανασίου Φίλ. Βάρβογλης Ο
1614Περικλῆς Περρωτῆς Ἀθ. Κατριβᾶνος
1615Ἠλίας Μαυρομιχάλης ΟἨλίας Κοσσονᾶκος Ο
1616Γεώργ. ΟἰκονομόπουλοςΟΓ. Ἀναστασόπουλος
1617Δημ. Τερτίπης ΟΓ. Νικολαΐδης Ο
1618Τιμολέων Ἀδαμόπουλος Κ. Τρικούπης
1619Κωνστ. Ζωγλοπίτης ΟΛεων. Δεληγεώργης Ο
1620Γεώργ. Φραγκίδης Σπυρ. Α. Κουμουνδοῦρος Ο
1621Ἰωάν. Καζαμπάκας Δ. Λυμπερόπουλος Ν
1622Σπυρ. Παπαποστόλου Γ. Λυμπερόπουλος
1623Α. Βασιαρδάνης ΟΠερ. Μποῦτος Ο
1624Κωνστ. Σαραφιανὸς ΟἈριστομ. Προβελέγγιος
1625Γ. Χατζηνικολῆς ΟἈντ. Μάτσας
1626Παναγ. Λεβέντης ΟΝικ. Κρίσπης Ν
1627Κ. Δούνης ΟΙ. Ναυπλιώτης Ο
1628Γεώργ. Μέρμηγκας ΟἘλευθ. Μυκώνιος
1629Γεώργ. Κόρπας ΟΓεώργ. Σισμάνης
1630Τριαντάφ. Πατρίκιος ΟΔ. Φαρμάκης Ο
1631Γεώργ. Θεοτόκης ΟΓεώργ. Πλατανιώτης
1632Μιχαὴλ Θεοτόκης ΟἨλίας Ποταμιᾶνος
1633Ἀλκίνοος Ζερβὸς ΟΜιχ. Λαμπρυνίδης Ν
1634Γουλ. Σκάρπας ΟΙ. Βοῦρτσος Ο
1635Βασίλ. Σαμοΐλης ΟἈθ. Πετσάλης
1636Σπ. Ἀγάθος ΟΚ. Α. Κουμουνδοῦρος Ο
1637Ν. Τριβόλης Κυριακ. Π. ΜαυρομιχάληςΟ
1638Κ. Ἀλαμᾶνος ΟΓ. Καπετανάκης Ν
1639Κ. Χρηστόπουλος ΟΦώτιος Μοσχούλας
1640Παναγ. Δ. Πετρίδης ΟἈσημ. Χριστόπουλος
1641Σωτήρ. Κροκιδᾶς ΟΧαράλ. Κανελλόπουλος
1642Σπ. Νοταρᾶς Θᾶνος Μπασιᾶς
1643Περ. Μεντζελόπουλος ΟΠαναγῆς Τυπάλδος ἀρν.
1644Δημ. Δημητριάδης ΟΘεόδ. Βελλιανίτης Ο
1645Ἄθως Ρωμᾶνος ΟἈνάργ. Σιμόπουλος Ο
1646Ἀγαμ. Μεταξᾶς Ἀθ. Παπαθανασίου Ο
1647Ἀντ. Μομφερρᾶτος ΟΠέτρος Μόρης
1648Θεόδ. Μαρκέτος ΟἸωάν. Γ. Ροῦφος Ο
1649Σπ. Ε. Στάης ΟΑ. Παπαγιαννακόπουλος Ο
1650Διον. Καλούτσης ΟἈσημάκης Θρ. Ζαΐμης
1651Παν. Χοντζόπουλος ΟἈντ. Ρικάκης Ν
1652Νικ. Τσοῦχλος ΟἈχιλ. Χοϊδᾶς Ο
1653Χαρ. Κ. Βοζίκης Γ. Παπαδιαμαντόπουλος Ο
1654Θεόδ. Πέρρος ΟΘᾶνος Ροῦφος Κανακάρης
1655Στέφ. Κοπανίτσας ΟΝικ. Μισυρλῆς Ο
1656Γεώργ. Φικιώρης ΟΝ. Καράπαυλος
1657Μελέτιος Ρουσόπουλος ΝΓ. Ράλλης Ο
1658Βρασίδας Λεώπουλος ΟΣπ. Γκεντιλίνης Ο
1659Γεώργιος ΜαυρομιχάληςΟΓερ. Ζερβὸς Ο
1660Ἰωάννης Γιαννακίτσας Κοσμᾶς Δουμπιώτης Ο
1661Ν. Καραστέργιος Νικόλαος Λεωνίδας Ο
1662Δημ. Πιπινόπουλος Διομήδης Κυριακὸς Ο
1663Ἰωάν. Γ. Λάππας Α. Μαυρογορδᾶτος
1664Νικ. Μπουφίδης Α. Λαδόπουλος
1665Περ. Βαλαωρίτης ΟΝ. Βαφειαδάκης
1666Εὐάγγ. Τσαρλαμπᾶς Α. Βιτάλης Ο
1667Γεράσιμος Φίλιππας ΟΔ. Βοκοτόπουλος
1668Ι. Γκιὼν ΝΘεόδ. Λιμπρίτης Ο
1669Κάρολος Βιτάλης Ι. Κουντουριώτης Ν
1670Κωνστ. Ε. ΧατζηπέτροςΟΝικ. Τσαμαδὸς
1671Γ. Κανούτας ΟΠαντελῆς Γκίκας Ο
1672Νικ. Ταρμπάζης ΟἸωσὴφ Γρηγοριάδης Ο
1673Θεόδ. Κριεμάδης ΟΚ. Ἀγαθοκλῆς Ο
1674Γ. Ραδινὸς ΟΙ. Τσιριμῶκος
1675Ἀπ. Ζάππας ΟΔημ. Κρίτσας Ο
1676Θ. Σαρσέντης ΟΑ. Πλατῆς Ο
1677Α. Πονηρόπουλος ΝΝικ. Χατζῖσκος Ο
1678Δ. Ἀναστασόπουλος ΟΝ. Καλογερόπουλος Ο
1679Δ. Παπατσώρης ΟΒ. Βουδούρης Ο
1680Δ. Κατσᾶνος ΝΓ. Ἀβέρωφ.
1681Α. Σκαλτσοδῆμος ΟΔ. Κριεζώτης
1682Ν. Τζανετόπουλος ΝἈλέξ. Μιλτ. Κανάρης
1683Γ. Ροδόπουλος ΟΚ. Μιλτ. Κανάρης Ο
1684§74ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψήφισαν ἐν ὅλῳ 161. Ὑπὲρ τῆς προτά-
1685σεως 19, κατ’ αὐτῆς 141, καὶ εἷς ἠρνήθη ψῆφον. Ἑπομένως
1686ἡ πρότασις περὶ ἀναβολῆς ἀπερρίφθη.
1687Τὸν λόγον ἔχει ὁ κύριος Στεφάνου.
1688§75ΔΙΟΝ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Ἀληθῶς, κύριοι Βουλευταὶ, ἡ κρί-
1689σις περὶ τῶν εὐθυνῶν τοῦ πολέμου ἀνήκει πλέον εἰς τὴν ἱστο-
1690ρίαν, διότι, ἀφοῦ δὲν ἔχομεν ἐνώπιον ἡμῶν τὴν ὑπεύθυνον
1691Κυβέρνησιν, ἵνα δώσῃ λόγον τῶν πράξεων αὐτῆς, πᾶσα συ-
1692ζήτησις ἀποβαίνει ματαία. Ἀλλ’ ἀφοῦ ἅπαξ συζήτησις προ-
1693εκλήθη, διὰ τοῦτο καὶ ἐγὼ, λίαν ἐνδιαφερόμενος διὰ τὴν
1694ἀνάπτυξιν τοῦ ζητήματος τούτου, (καθόσον ἀνεμίχθη καὶ τὸ
1695ὄνομά μου, καὶ ἀνεμίχθη κατὰ τρόπον σκληρὸν, δύναμαι εἰ-
1696πεῖν, διότι ἐζητεῖτο νὰ ὑπονομευθῇ ὑπόληψις καὶ ἐκτίμησις,
1697τὴν ὁποίαν ἀπέκτησα διὰ μακρᾶς σειρᾶς ἐτῶν ἐργασίας) προ-
1698θύμως ἔρχομαι νὰ μετάσχω τῆς συζητήσεως καὶ ἀποκρούσω
1699ἀπὸ τοῦ βήματος τὰς κατ’ ἐμοῦ ἐκτοξευθείσας μομφάς· διότι
1700ἐθεώρησα, ὅτι θὰ ἐταπεινούμην πολὺ, συγκαταβαίνων νὰ
1701ἀπαντήσω διὰ τοῦ τύπου, διὰ τοῦ τύπου ἐκείνου, ὅστις τόσα
1702ἐξετόξευσε κατ’ ἐμοῦ ἄδικα.
1703Διὰ τοῦτο χθὲς ἔλεγον, ὅτι μετὰ χαρᾶς ἔβλεπον τὴν συ-
1704ζήτησιν αὐτὴν ἐρχομένην ἐνώπιον τῆς Βουλῆς· διότι μόνον
1705ἀπὸ τοῦ βουλευτικοῦ βήματος ἠδυνάμην νὰ ὁμιλήσω, οὐχὶ
1706ἐν ὀνόματι Ἑταιρείας, τὴν ὁποίαν δὲν ἀντιπροσωπεύω, ἀλλ’
1707ἀμυνόμενος ὑπὲρ τῆς ὑπολήψεώς μου, ἀμυνόμενος ὑπὲρ τῆς
1708τιμῆς μου, τῆς ὁποίας ὑμᾶς καθιστῶ κριτάς.
1709Καὶ ἡ ἐπίθεσις, Κύριοι, κατ’ ἐμοῦ παρ’ ἐκείνων, οἵτινες
1710ὑπέθετον, ὅτι ἐγὼ μετέσχον τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας χάριν
1711πολιτικῶν καὶ κομματικῶν σκοπῶν, ἔφθασε μέχρι καὶ τοῦ
1712σημείου, ὥστε ἀπερχόμενον εἰς Κωνσταντινούπολιν, ἵνα ἀντι-
1713προσωπεύσω τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν κατὰ τὰς διαπραγ-
1714ματεύσεις τῆς συνθήκης τῆς εἰρήνης, νὰ μὲ καταγγείλωσι
1715πρὸς τὴν Τουρκικὴν Κυβέρνησιν, ὅτι ἐγὼ ὁ πρόεδρος — ὁ οὐ-
1716δέποτε ὑπάρξας — τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας μετέβην, ἵνα πραγ-
1717ματευθῶ τὰς συνεπείας τοῦ πολέμου, ὡς καὶ σήμερον ἔτι ὁ κ.
1718ἐξ Οἰτύλου Βουλευτὴς εὐηρεστήθη νὰ μοὶ εἴπῃ. Δὲν ἐνόησα
1719δὲ ποτὲ, ὁποῖον ἦτο τοῦτο τὸ πατριωτικὸν ἔργον, τὸ ὁποῖον
1720ἐπετέλουν οἱ κατ’ ἐμοῦ ἐπιτιθέμενοι· διότι εἰς Κωνσταντι-
1721νούπολιν, Κύριοι, δὲν μετέβαινον ὑπὸ τὴν ἰδιότητά μου τὴν
1722ἀτομικὴν, ἀλλὰ μετέβαινον ὑπὸ ἰδιότητα ἐπίσημον, συμφέ-
1723ρον δὲ ἐθνικὸν ἐπέβαλλε, καὶ ἐὰν τὰ πράγματα εἶχον ὅπως
1724τὰ ἐφαντάζοντο, νὰ μὴ μὲ διαβάλωσιν, ἀλλὰ νὰ ὑποστηρί-
1725ξωσι τὸν ἀντιπρόσωπον τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, μετα-
1726βαίνοντα ἵνα διαπραγματευθῇ ἐθνικὴν ὑπόθεσιν, τοσούτῳ
1727μᾶλλον, Κύριοι, καθόσον ἐγὼ τὴν θέσιν ἐκείνην δὲν τὴν ἐξε-
1728λιπάρησα, δὲν προσέφυγα νὰ παρακαλέσω, ἵνα μὲ ἀποστεί-
1729λωσιν εἰς Κωνσταντινούπολιν· ἔτυχε νὰ εὑρίσκωμαι εἰς Ζά-
1730κυνθον, καὶ διὰ τηλεγραφήματός του ὁ κ. Πρωθυπουργός, ὁ
1731τότε καὶ νῦν, μὲ παρεκάλεσε νὰ δεχθῶ τὴν θέσιν αὐτήν, καὶ
1732προθύμως ἀπεδέχθην, διότι καὶ τιμή μου ἦτο καὶ καθῆκον
1733εἶχον πρὸς τὴν πατρίδα μου νὰ προσφέρω τὰς ὑπηρεσίας μου,
1734ἐφ’ ὅσον αὗται ἠδύναντο νὰ συντελέσωσιν εἰς εὐόδοσιν ἔργου
1735ἐθνικοῦ.
1736Δὲν θὰ εἰσέλθω, Κύριοι, ἐξετάζων τὰ κατὰ τὸ θέμα τοῦτο,
1737διότι ἐλπίζω ἄλλοτε νὰ μοὶ δοθῇ εὐκαιρία, ἵνα ἀποκρούσω
1738καὶ τὰς ἄλλας κατ’ ἐμοῦ ἐκτοξευθείσας μομφάς, σχετικῶς
1739πρὸς τὰς ἐν Κωνσταντινουπόλει διαπραγματεύσεις· ἐλπίζω,
1740λέγω, ὅτι θὰ μοὶ δοθῇ εὐκαιρία, ὅπως σήμερον μοὶ δίδεται
1741ἡ παροῦσα εὐκαιρία, ἵνα ἀποκρούσω τὰς ἄλλας μομφὰς, τὰς
1742σχετικὰς πρὸς τὴν ἐνέργειαν τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας. Δὲν
1743συνήθισα, Κύριοι, ἐν τῷ βίῳ μου νὰ συνωμοτῶ, δὲν εἶμαι ἐξ
1744ἤθους καὶ ἐξ ἀνατροφῆς ἐπαναστάτης, εἶμαι ὁ συντηρητικώ-
1745τατος τῶν ἀνθρώπων, καὶ θεωρῶ, ὅτι ἔχω καθῆκον νὰ ὑπο-
1746στηρίζω ἑκάστοτε τὸ καθεστὼς, οἱαδήποτε καὶ ἂν ἦναι ἡ
1747Κυβέρνησις τῆς πατρίδος μου. Διὰ τοῦτο, Κύριοι, σᾶς δια-
1748βεβαιῶ, ὅτι, ἐὰν ἤθελον διαβλέψει, ὅτι εἰς τὴν ἐνέργειαν τῆς
1749Ἐθνικῆς Ἑταιρείας ὑπῆρχε καὶ ἴχνος κἄν σχετιζόμενον πρὸς
1750τὰ ἐσωτερικὰ ἡμῶν πράγματα, οὐδέποτε θὰ ἐλάμβανον μέ-
1751ρος. Καὶ ὅτε κατὰ πρῶτον μοὶ ἐγένετο ἡ εἰσήγησις παρ’ ἀξιω-
1752ματικοῦ ἀνωτέρου, ἵνα μετάσχω τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας,
1753πρώτην καὶ κυρίαν ἀντίρρησιν τῷ ἀντέταξα, ὅτι, «ἐὰν πρό-
1754κειται περὶ συνωμοσίας, ἔχε με παρῃτημένον· δὲν εἶναι ἡ
1755δουλειά μου» — «Ἀλλὰ πρόκειται περὶ ἐθνικοῦ σκοποῦ». —
1756«Τίνος καὶ διὰ τίνων μέσων;»
1757Ποίαν δὲ ἰδέαν ἔχω, Κύριοι, περὶ τῶν μυστικῶν ἑται-
1758ρειῶν, τῶν ἀνεξαρτήτως τῆς κυβερνητικῆς ἐνεργείας δρωσῶν,
1759τὸ ἐδήλωσα καὶ πρὶν ἢ γείνω μέλος τῆς Ἐθνικῆς Ἑται-
1760ρείας πρὸς συντάκτην ἐφημερίδος, ἐλθόντα νὰ ἐρωτήσῃ τὴν
1761γνώμην μου περὶ τοῦ Μακεδονικοῦ κινήματος. Ἂς μοὶ ἐπι-
1762τρέψῃ ἡ Βουλὴ νὰ ἀναγνώσω τὸ μέρος ἐκεῖνο τῆς συνεντεύ-
1763ξεώς μου.
1764«Πᾶν ἐξωτερικὸν κίνημα», ἔλεγον πρὸς τὸν ἐρωτῶντά με
1765συντάκτην τῆς ἐφημερίδος, «δὲν δύναται νὰ ἔχῃ σοβαρότη-
1766»τα, ἐν ὅσῳ δὲν συμμερίζεται αὐτὸ καὶ ἡ πολιτικὴ τῆς Κυ-
1767»βερνήσεως τῆς χώρας, ἢ μᾶλλον ἐν ὅσῳ δὲν κανονίζει τοῦτο
1768»αὐτὴ ἡ Κυβέρνησις...»
1769§76Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ποίαν ἡμερομηνίαν, παρακαλῶ, φέρει;
1770§77Δ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. 22 Ὀκτωβρίου 1896.
1771Καὶ ἐπεξηγῶν ἐν τῷ ἑπομένῳ φύλλῳ τῆς αὐτῆς ἐφημε-
1772ρίδος τὴν ἰδέαν μου ἐμφανέστερον καὶ καταδηλότερον, ἔλε-
1773γον (ἀναγινώσκει): «Κατ’ ἀρχὴν ἡ διεύθυνσις πάσης ἐξωτε-
1774ρικῆς ἐνεργείας πολιτικῆς πρέπει νὰ ἀνήκῃ εἰς τὴν Κυβέρ-
1775νησιν τῆς χώρας, καθόσον αὕτη πλέον παντὸς ἄλλου εἶναι
1776εἰς θέσιν νὰ κανονίζῃ καὶ τὸ πρόσφορον καὶ τὸν τρόπον τῆς
1777ἐνεργείας. Ἀλλὰ παρ’ ἡμῖν ἡ στάσις τῆς ἡμετέρας Κυβερ-
1778νήσεως ἐν τῷ Κρητικῷ ζητήματι καὶ ἡ παρὰ τῷ κοινῷ σχη-
1779ματισθεῖσα ἀκράδαντος πεποίθησις, ὅτι ἀπωλέσαμεν ἀνεπι-
1780στρεπτὶ καταλληλοτάτην εὐκαιρίαν πρὸς ἀπόκτησιν τῆς
1781μεγαλονήσου, ἔσχεν ὡς ἄμεσον ἀποτέλεσμα τὸ νὰ ἐκλείψῃ
1782πᾶσα πρὸς τὴν Κυβέρνησιν ἐμπιστοσύνη περὶ προσφόρου καὶ
1783ἀποτελεσματικῆς διαχειρίσεως καὶ διευθύνσεως τῆς ἐξωτε-
1784ρικῆς ἐνεργείας· ἐντεῦθεν δὲ προέκυψε καὶ τὸ ἀποτέλεσμα
1785τοῦ νὰ μετατοπισθῇ, ἐξ ἐθνικῆς συναισθήσεως καὶ ἀνάγκης,
1786ἡ διεύθυνσις αὕτη εἰς ἄλλας χεῖρας, ἀνεξαρτήτους πάσης κυ-
1787βερνητικῆς ἐπηρείας καὶ σχέσεως. Οὕτω δὲ ἐδημιουργήθη
1788τὸ Μακεδονικὸν κίνημα, ὅπερ ἐκ τῶν ὑστέρων ἀπεδείχθη
1789ἐπωφελὲς εἰς τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα ὑπὸ διττὴν ἔποψιν, καὶ
1790διότι ἀνέκοψε τὰς ἐκ τῆς Μακεδονίας Βουλγαρικὰς ἐπιδρο-
1791μὰς, καὶ διότι ἀνεζωπύρησε καὶ ὑπεξέκαυσε τὸ Ἑλληνικὸν
1792αἴσθημα ἐν Μακεδονίᾳ, ὅπερ ἀνεδείχθη ζωηρὸν καὶ ἀκμαῖον.
1793Δισταγμοὺς ἔχω μόνον, ἐὰν ὁ διχασμὸς οὗτος τῆς ἐνεργείας
1794θὰ δυνηθῇ ἐπὶ μακρὸν νὰ παραταθῇ, ὅπερ ἄλλοις δέδοται νὰ
1795ἀποφασίσωσι, ποία ἐκ τῶν δύο τούτων ἀντιθέτων ἐνεργειῶν
1796πρέπει νὰ ὑποχωρήσῃ εἰς τὴν ἑτέραν, ἢ καὶ νὰ συναντηθῶ-
1797σιν ἢ συγχωνευθῶσιν ἐν ἑνιαίᾳ ἐνεργείᾳ, κατὰ τὸ ἑκάστοτε
1798ἐθνικὸν συμφέρον.»
1799Ἀλλ’ ὅτε, Κύριοι, κατὰ Δεκέμβριον τοῦ ἔτους ἐκείνου μοὶ
1800ἐγένετο, ὡς ἔλεγον, παρ’ ἀξιωματικοῦ ἀνωτέρου εἰσήγησις,
1801ἵνα καταταχθῶ εἰς τὰ μέλη τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας, πρώ-
1802την καὶ κυρίαν ἀντίρρησιν ἀντέταξα: «πρόκειται ἡ Ἐθνικὴ
1803Ἑταιρία νὰ συνεργασθῇ μετὰ τῆς Κυβερνήσεως; ἢ πρόκει-
1804ται ν’ ἀποτελέσῃ κράτος ἐν κράτει;» Καὶ ὁ ἀξιωματικὸς
1805ἐκεῖνος μοὶ ἀπήντησε: «Βεβαίως ὄχι· θὰ παρασκευάσωμεν
1806μόνον τὰ μέσα πρὸς ἐνέργειαν.»
1807§78Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Μοὶ ἐπιτρέπετε μίαν ἐρώτησιν;
1808§79Δ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Μάλιστα· ἀλλ’ ὄχι συζήτησιν.
1809§80Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Λέγετε, ὅτι ἐννοεῖτε νὰ ἦσθε πάντοτε σύμ-
1810φωνος μὲ τὴν πολιτικὴν ἐνέργειαν τῆς Κυβερνήσεως. Ἡ Ἐ-
1811θνικὴ Ἑταιρεία...
1812§81Δ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Προκαλεῖτε συζήτησιν πρωθυστέραν·
1813ἐγὼ μὴ νομίζετε, ὅτι ἀνέβην εἰς τὸ βῆμα, ἵνα τσαμπουνίσω·
1814ἀνέβην ἵνα εἴπω πᾶσαν τὴν ἀλήθειαν, ὁ δὲ θέλων νὰ ἀντι-
1815λέξῃ, ἂς ἀνέλθῃ ἐπὶ τοῦ βήματος ν’ ἀντιλέξῃ.
1816Ὅτε εἰσήχθην εἰς τὴν Ἐθνικὴν Ἑταιρείαν, ἵνα μυηθῶ τὰ
1817κατ’ αὐτὴν, εὑρέθην ἀπέναντι ἀνθρώπων, τοὺς ὁποίους εἶ-
1818χον πάντα λόγον νὰ σέβωμαι, εὑρέθην πρὸ στρατιωτικῶν
1819ἀνωτέρων, εὑρέθην πρὸ δημοσίων ὑπαλλήλων ἀνωτέρων, πρὸ
1820πολιτῶν ἀξίων πάσης τιμῆς καὶ ἀνηκόντων εἰς εὐϋπολή-
1821πτους τάξεις τῆς κοινωνίας· καὶ τότε ἔθεσα εἰς ἐμαυτὸν τὸ
1822ἐρώτημα, ἐὰν ἀληθῶς πάντες οὗτοι συνήρχοντο ἵνα συνωμό-
1823σωσιν, ὅπως ἀνατρέψωσι τὰ καθεστῶτα, ἵνα ἱδρύσωσι κρά-
1824τος ἐν κράτει· ὁμολογῶ δὲ, ὅτι ἦλθον μετά τινος δισταγμοῦ
1825καὶ ἐπιφυλακτικότητος, θέλων νὰ κατοπτεύσω τὰ διαβήματα
1826καὶ τὰς ἐνεργείας, καὶ ἴδω, μέχρι τίνος σημείου ἠδυνάμην νὰ
1827συμπράξω.
1828Ἐσκεπτόμην, ὅτι δὲν εἶναι ἡ πρώτη φορὰ, ὅτε ἐν Ἑλ-
1829λάδι ἀνεφάνη τοιαύτη μυστικὴ ἑταιρεία, μὲ ἀόρατον κέν-
1830τρον καὶ σφραγῖδα, πρὸς πατριωτικὸν ἐργαζομένη σκοπόν.
1831Ἐγνώριζον ἐκ τῆς ἱστορίας, ὅτι καὶ εἰς ἄλλα ἔθνη αἱ τοι-
1832αῦται ἑταιρεῖαι ὑπῆρξαν οἱ μοχλοὶ τῆς ἀναγεννήσεως αὐ-
1833τῶν. Ἐγνώριζον, ὅτι μετὰ τὰς καταστροφὰς τῶν ἐκ τοῦ Να-
1834πολέοντος πολέμων, τῆς Πρωσσίας περισυλλεχθείσης ἵνα
1835συντάξῃ τὰς στρατιωτικὰς δυνάμεις της, ἑταιρεία τοιαύτη
1836ἀνέλαβε τὴν πρώτην πρὸς τοῦτο ὤθησιν. Ἄλλο προσφατώ-
1837τερον παράδειγμα παρέχει ἡμῖν ἡ Ἰταλία. Πῶς αὕτη ἐνήρ-
1838γησεν ἢ διὰ μυστικῶν ἑταιρειῶν; Ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος
1839πολιτευτὴς εἶπεν, ὅτι ἡ Ἰταλία ὀφείλει τὴν ἰταλικὴν ἑνό-
1840τητα εἰς τοῦ Ναπολέοντος Γʹ τὰς ἐνεργείας καὶ τὰς ἀποφά-
1841σεις· ἀλλ’ ἡ ἰταλικὴ ἑνότης δὲν ἐγένετο ἐκ τοῦ παραχρῆμα,
1842ἐγένετο μικρὸν καὶ κατ’ ὀλίγον, παλαίσασα ἐπὶ ἔτη ἀπέ-
1843ναντι δυσχερειῶν ἀνυπερβλήτων, διότι ἀφ’ ἑνὸς ὑπῆρχεν ὁ
1844Ναπολέων, ὑπερασπιζόμενος τὴν πολιτικὴν ἐξουσίαν τοῦ
1845Πάπα, ἀφ’ ἑτέρου δὲ εἶχε τὸν Βίκτωρα Ἐμμανουὴλ καὶ τὸν
1846Καβοὺρ, ζητοῦντας τὴν ἐντελῆ ἀπελευθέρωσιν τῆς Ἰταλίας
1847διὰ πραξικοπημάτων· μόνον δὲ διὰ τῶν μυστικῶν ἑταιρειῶν
1848προελειάνθη τὸ ἔδαφος καὶ ἐν Νεαπόλει καὶ ἐν ταῖς Παπι-
1849καῖς ἐπαρχίαις καὶ ἐν Τοσκάνῃ, καὶ εὑρέθη αὐτὸ παρεσκευα-
1850σμένον, ὥστε δὲν ἠδύναντο πλέον αἱ ξέναι Δυνάμεις νὰ ἀντι-
1851πράξωσιν.
1852Αἱ σκέψεις αὗται μὲ ἀπησχόλουν, καὶ ἔλεγον κατ’ ἐμαυ-
1853τόν: ἆρά γε ἐδῶ, ἐν Ἑλλάδι, δὲν ἔχομεν ἀνάγκην τοιαύτης
1854τινὸς ἐνεργείας;—ὑπὸ τὸν ὅρον νὰ χρησιμεύσῃ εἰς τὴν Κυβέρ-
1855νησιν, ἐὰν καὶ ἡ Κυβέρνησις θελήσῃ νὰ ἐπωφεληθῇ τῆς εὐκαι-
1856ρίας τοιαύτης ἐνεργείας, διότι πολλάκις αἱ ἰδιωτικαὶ ἐνέρ-
1857γειαι ἔχουσι τοῦτο τὸ πλεονέκτημα, ὅτι καλύπτουσι τὴν
1858εὐθύνην τῆς Κυβερνήσεως.
1859Ἄλλως τε, Κύριοι, πῶς ἠδυνάμην νὰ διστάσω καὶ νὰ
1860θέσω ἐν ὑπόπτῳ τὴν Ἑταιρείαν ταύτην, ἀφοῦ ἔμαθον τὴν
1861ἱστορίαν τῆς γενέσεώς της, τὸν ζῆλον τὸν ὑπεκκαίοντα τὰ
1862στήθη τῶν μελῶν αὐτῆς καὶ τὴν πρώτην δρᾶσίν της; Ἡ
1863Ἐθνικὴ Ἑταιρεία, ὅ,τι καὶ ἂν εἴπωσιν, ὅ,τι καὶ ἂν θελήσω-
1864σι νὰ ὑποστηρίξωσιν, ἦτο ἔργον καὶ δημιούργημα στρατιω-
1865τικῶν...
1866§82Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Νὰ λέγητε καὶ τὰ ὀνόματα.
1867§83Δ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Δὲν εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ λέγω ὅσα
1868σᾶς ἀρέσουν, ἀλλ’ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα κρίνω ἐγώ.
1869Καὶ ὅτε ἡ ἐφημεριδογραφία καὶ ἡ κοινὴ γνώμη κατηγό-
1870ρει τὸν στρατὸν, ὁ ὁποῖος καὶ σήμερον ἀπὸ τοὺς αὐτοὺς κα-
1871τηγορεῖται, ὅτι δὲν ἦτο προωρισμένος εἰς ἄλλο ἢ νὰ κατα-
1872διώκῃ φυγοδίκους καὶ νὰ φυλάττῃ τὰς φυλακὰς, ἐννοεῖτε,
1873Κύριοι, ὅτι ἡ φιλοτιμία τῶν στρατιωτικῶν ἐθίγετο, καὶ δι-
1874καίως, καὶ ἡ πρώτη ἰδέα περὶ ἐργασίας ἄλλης, παρὰ τὴν πε-
1875πατημένην, ἦλθεν εἰς τὸν νοῦν τῶν οὕτως ἀσπλάγχνως προσ-
1876βαλλομένων, καὶ οὕτως ὀλίγοι ἀξιωματικοὶ κατωτέρου βαθ-
1877μοῦ ἐσύστησαν τὴν Ἑταιρείαν κατὰ τὴν 11 Νοεμβρίου 1894,
1878ὅτε ἤμεθα μακρὰν τῆς ἐποχῆς τοῦ πολέμου. Ἡ Ἑταιρεία
1879αὕτη προήχθη καὶ ἔδρασεν ἐν τῷ ἀφανεῖ μέχρι τοῦ 1895
1880μεταξὺ στρατιωτικῶν, καὶ μόνον ὅτε τὰ ἐν Μακεδονίᾳ βουλ-
1881γαρικὰ κινήματα προεκάλεσαν τὴν προσοχὴν τοῦ κοινοῦ, τῆς
1882δημοσιογραφίας καὶ τῆς Κυβερνήσεως, τότε οἱ στρατιωτικοὶ
1883ᾐσθάνθησαν τὴν ἀνάγκην νὰ προσλάβωσιν εἰς σύμπραξιν καὶ
1884ἀστοὺς, καὶ τότε κατὰ πρῶτον εἰς τὴν Ἑταιρείαν προσῆλ-
1885θον πολιτικοὶ ἄνδρες, τουτέστιν ἀστοί.
1886Δὲν θ’ ἀπασχολήσω τὴν Βουλὴν, διαγράφων τὴν ἱστορίαν
1887τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας· ἤθελα μόνον νὰ εἴπω ταῦτα, ἵνα
1888φθάσω εἰς τὴν στιγμὴν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐγενόμην μέλος,
1889κατ’ ἀρχὰς ἐπὶ ψιλῷ μᾶλλον ὀνόματι τῆς Ἑταιρείας, ἀλλὰ
1890μετ’ οὐ πολὺ ἐκλεγεὶς μεταξὺ τῶν μελῶν τοῦ Διοικητικοῦ
1891Συμβουλίου ἐν ἀγνοίᾳ μου. Ἐδίστασα ἐπὶ μακρὸν νὰ δεχθῶ,
1892ἀλλ’ ὅτε συνήλθομεν οἱ ἐκλεχθέντες, καὶ εἶδον ἀπέναντί μου
1893συνταγματάρχας, ταγματάρχας, λοχαγοὺς,—διότι τὰ στρα-
1894τιωτικὰ μέλη ἦσαν 12, τὰ δὲ ἀστικὰ 6, μεταξὺ δὲ τῶν 6
1895καὶ ἐγὼ,—τότε δὲν ἐδίστασα νὰ συνεργασθῶ μετ’ αὐτῶν,
1896ἀφοῦ ὁ σκοπὸς τῆς Ἑταιρείας ἦτο δεδηλωμένος ὅτι ἦτο ἐθνι-
1897κός. Εἷς ὅρος δὲ ἀπαράβατος εἶχεν ἀπ’ ἀρχῆς τεθῆ, ὅτι ἡ
1898Ἑταιρεία δὲν ὤφειλε νὰ ἀναμιχθῇ τὸ παράπαν εἰς τὴν ἐσω-
1899τερικὴν πολιτικήν. Προκαλῶ δὲ οἱονδήποτε νὰ μὲ διαψεύ-
1900σῃ, ἄν ποτε ἡ Ἐθνικὴ Ἑταιρεία μετέσχε πολιτικῶν κινη-
1901μάτων ἐν τῷ ἐσωτερικῷ, ἢ ἦλθεν εἰς συνεννόησιν ἢ σύμπρα-
1902ξιν πρὸς τὰ κόμματα τὰ διαιροῦντα τὴν χώραν.
1903Γνωρίζετε, Κύριοι, ὅτι ἀπεδόθη εἰς τὴν Ἐθνικὴν Ἑται-
1904ρείαν ἡ παραίτησις ἐκ τῆς Στρατιωτικῆς Λέσχης τῶν ἀξιω-
1905ματικῶν τοῦ πεζικοῦ· ἀλλ’ ὅπως ἀποκρουσθῇ ἡ μομφὴ αὕτη,
1906ἀρκεῖ νὰ σκεφθῆτε, ὅτι μόνοι οἱ ἀξιωματικοὶ τοῦ πεζικοῦ
1907παρῃτήθησαν, καὶ παρῃτήθησαν ἕνεκα τοῦ ζητήματος τῶν
1908γενικῶν θέσεων, τὸ δὲ Συμβούλιον τῆς Ἑταιρείας ἀπετελεῖ-
1909το ἐξ ἀξιωματικῶν ὅλων τῶν ὅπλων, τὰ παράπονα δὲ τῶν
1910ἀξιωματικῶν τῶν παραιτηθέντων ἀπηυθύνοντο κατὰ τῶν ἑτέ-
1911ρων ὅπλων. Καὶ πῶς ἤθελον οἱ ἀξιωματικοί, οἱ διευθύνοντες
1912τὰ τῆς Ἑταιρείας, νὰ ἐξωθήσωσι τοὺς ἀξιωματικοὺς τοῦ πε-
1913ζικοῦ μόνους κατὰ ἀδικίας, ἐξ ἧς ὠφελοῦντο οἱ ἀξιωματι-
1914κοὶ τῶν τεχνικῶν ὅπλων;
1915Ἐλέχθη καὶ σήμερον ἀκόμη ἀπὸ τοῦ βήματος, ὅτι ἡ Ἐθνι-
1916κὴ Ἑταιρεία προὐκάλεσε τὰς ἐν Κρήτῃ ταραχὰς καὶ ἐνεθάρ-
1917ρυνε τὸν Κρητικὸν ἀγῶνα. Ἀλλὰ οἱ ταῦτα ὑποστηρίζοντες
1918ἀδικοῦσι τοὺς Κρῆτας καὶ τὴν Κρήτην. Ἡ ἱστορία τῶν ἐξ-
1919εγέρσεων τῶν Κρητῶν δὲν εἶναι χθεσινὴ, οὐδὲ μόνον κατὰ
1920τὸ 1897 διεμαρτυρήθησαν κατὰ τῶν ἁλύσεων, αἵτινες περι-
1921έσφιγγον αὐτούς. Τῆς Κρήτης ἡ ἱστορία εἶναι ἱστορία ὁλο-
1922κλήρου αἰῶνος. Ὅσοι δὲ διῆλθον διὰ τῆς Κυβερνήσεως τῆς
1923χώρας γνωρίζουσι μετὰ πόσου κόπου καὶ πόσης προσπαθείας
1924αἱ κατὰ καιρὸν Κυβερνήσεις προσεπάθουν νὰ συγκρατήσωσι
1925τοὺς Κρῆτας ἀπὸ τοῦ νὰ ἐξεγερθῶσιν. Ἐκ τῆς μνήμης ἡμῶν
1926δὲν ἐξηλείφθησαν βεβαίως τὰ ἐν ἔτει 1888 καὶ 1889 γεγο-
1927νότα, ὅτε ἐπὶ τὴν Κυβέρνησιν τῆς χώρας ἦτο ὁ ἀοίδιμος
1928Τρικούπης. Ἀλλ’ ὁ κυβερνήτης ἐκεῖνος διέγνωσε καλῶς τοὺς
1929χρόνους καὶ τοὺς καιροὺς, καὶ ἔκαμε πᾶν ὅ,τι ἦτο δυνατὸν,
1930ἵνα συγκρατήσῃ τοὺς Κρῆτας καὶ τοὺς πείσῃ νὰ μὴ ἐξεγερ-
1931θῶσι· καὶ κατηγορήθη ὁ Τρικούπης, ὅτι ἐγένετο χωροφύλαξ
1932τοῦ Μαχμοὺτ, καὶ ἐξηνέχθη κατ’ αὐτοῦ κατηγορία ἐπὶ προ-
1933δοσίᾳ τῶν ἐθνικῶν συμφερόντων! Ἀλλ’ ὅτε, ἐλεγχόμενος ἐν
1934τῇ Βουλῇ ὑπὸ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, παρῆλθεν εἰς τὸ βῆμα
1935τοῦτο, εἶπε μετὰ παρρησίας πρὸς τὴν Βουλὴν καὶ τὸ ἔθνος:
1936«Εὑρέθημεν πρὸ τοῦ διλήμματος, ἢ νὰ συγκαταστραφῇ ἡ
1937Ἑλλὰς μετὰ τῆς Κρήτης, ἢ νὰ ζήσῃ ἡ Ἑλλὰς, ἵνα σώσῃ τὴν
1938Κρήτην! Καὶ ἐπροτιμήσαμεν τὸ δεύτερον.»
1939Αὐτὴ εἶναι ἡ γλῶσσα, Κύριοι, τὴν ὁποίαν μετέρχονται οἱ
1940ἀληθῶς ἄξιοι τοῦ ὀνόματος πολιτικοὶ ἄνδρες. Ὅταν διαγι-
1941νώσκωσι τὰ πράγματα καὶ τοὺς καιροὺς, καὶ ἀποκτῶσι τὴν
1942πεποίθησιν, ὅτι τοιαύτην ἢ τοιαύτην πορείαν ὀφείλουσι νὰ
1943χαράξωσιν, ὀφείλουσι νὰ ἐμμείνωσιν ἐν αὐτῇ, καὶ ἐπὶ ποινῇ
1944νὰ συντριβῶσιν.
1945Ἀδικοῦσιν, ἔλεγον, Κύριοι, τὴν Κρήτην οἱ ἀποδίδοντες
1946εἰς τὴν Ἐθνικὴν Ἑταιρείαν τὴν ἐξέγερσιν τὴν ἐν Κρήτῃ. Ἄν
1947ἡ Κυβέρνησις ἡ τότε, ὡς κατὰ τὴν ἑσπέραν ταύτην ὁ ἀξιό-
1948τιμος ἐκ Γόρτυνος πολιτευτὴς εἶπε, κατώρθωσεν, ὥστε νὰ
1949ἀποδοθῇ εἰς τὴν Κρήτην τὸ Σύνταγμα τῆς Χαλέπας, μέ τι-
1950νας τροποποιήσεις, καὶ ἂν οἱ Κρῆτες δὲν ἀπεδέχοντο τὸ
1951Σύνταγμα τοῦτο, διότι ἐθεώρουν, ὅτι πᾶς συμβιβασμὸς πρὸς
1952τὸν δυνάστην ἦτο ἀδύνατος, διότι ἐγνώριζον, ὅτι οὗτος τὰς
1953ὑποσχέσεις δὲν θὰ τὰς ἐτήρει, εἶχον ἆρά γε ἀνάγκην τῆς
1954Ἐθνικῆς Ἑταιρείας διὰ νὰ πεισθῶσι περὶ τοῦ ἰδίου ἑαυτῶν
1955συμφέροντος; Ἐπικαλοῦμαι τὴν μαρτυρίαν τοῦ σεβαστοῦ καὶ
1956πολιοῦ ἐκ Πατρῶν συναδέλφου, τοῦ παρακολουθήσαντος τὰ
1957πράγματα... (Φωναὶ ἐξ ἀριστερῶν: ἆ! ἆ! ἆ!).
1958Σᾶς συγχαίρω διὰ τὸ κομπλιμέντο, τὸ ὁποῖον κάμνετε
1959εἰς τὸν γηραιὸν κ. Ρικάκην (γέλωτες).
1960Καὶ εἶχον ἀνάγκην οἱ Κρῆτες τῆς καθόδου τοῦ κ. Ρωμά-
1961νου, διὰ νὰ πεισθῶσιν ἀπὸ τὸν νεαρὸν πολιτευτὴν, ὅτι δὲν
1962συνέφερεν αὐτοῖς νὰ ἀποδεχθῶσι τὸ Σύνταγμα τῆς Χαλέπας;
1963καὶ ἐχρειάζετο ὅλη αὐτὴ ἡ ἐνέργεια, διὰ νὰ ἐπέλθῃ τὸ ἀπο-
1964τέλεσμα νὰ πέσῃ ἡ Κυβέρνησις τοῦ ἐκ Γόρτυνος πολιτευτοῦ,
1965ὅπως ἀναβῇ εἰς τὴν ἀρχὴν τὸ κόμμα τὸ Τρικουπικόν;
1966Ἀλλὰ τί θέλετε, Κύριοι, νὰ ἐνδιατρίβωμεν εἰς ἐπιχει-
1967ρήματα ἀνάξια καὶ ἀνασκευῆς καὶ προσοχῆς, ὅταν ἔχωμεν
1968αὐτὰ τὰ γεγονότα μαρτυροῦντα, ὅταν ἔχωμεν αὐτὰ τὰ πράγ-
1969ματα μονονουχὶ φωνὴν ἀφιέντα; Τίς προεκάλεσε τὰς σφα-
1970γὰς τοῦ Ἰανουαρίου; Καὶ αἱ σφαγαὶ ἐκεῖναι δὲν συνεκίνησαν
1971ὅλον τὸν Ἑλληνισμόν; δὲν μετέδωκαν ὡς σπινθῆρα τῆς ἐξε-
1972γέρσεως τὸ αἴσθημα τῆς ἐκδικήσεως, τὸ αἴσθημα τοῦ κα-
1973θήκοντος πρὸς ἀδελφοὺς, οἱ ὁποῖοι συνηγωνίσθησαν μετὰ τῆς
1974ἐλευθέρας αὐτῆς γωνίας καὶ δὲν κατώρθωσαν ν’ ἀποσείσωσι
1975τὸν ζυγὸν, τὸν ὁποῖον ἡμεῖς ἀπεσείσαμεν;
1976Τοιαύτη, Κύριοι, ἦτο ἡ στάσις τῶν πραγμάτων κατὰ τὰ
1977τέλη Ἰανουαρίου, ὅτε αἱ ἐν Κρήτῃ σφαγαὶ συνέβησαν· καὶ
1978τότε μία ἠγέρθη φωνὴ ἀπ’ ἄκρου εἰς ἄκρον τῆς Ἑλλάδος·
1979ὁ λαὸς, ἡ δημοσιογραφία, ἡ κοινὴ γνώμη, πᾶσα ψυχὴ πάλ-
1980λουσα ἔλεγε: «τρέξατε! βοηθήσατε τοὺς Κρῆτας!» Ἐν τού-
1981τοις ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη ἐδίσταζεν, ἂν ἔπρεπε νὰ κινηθῇ,
1982καὶ ἐχρειάσθη ἡ τρικυμιώδης ἐκείνη συνεδρίασις, ἡ γενομένη
1983ἐν μιᾷ τῶν ἡμερῶν λήγοντος τοῦ Ἰανουαρίου, ἵνα ἀναγκάσῃ
1984τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἀναγγείλῃ τὴν ἑσπέραν αὐτὴν ἐκείνην,
1985ληγούσης τῆς συνεδριάσεως, ὅτι ἐπρόκειτο νὰ ἀναχωρήσῃ ἡ
1986«Ὕδρα» πρὸς βοήθειαν τῶν γυναικοπαίδων τῶν ἐν Κρήτῃ.
1987Ἀλλὰ τῶν γεγονότων τούτων, Κύριοι, προηγήθησαν καὶ
1988ἄλλα ἐν τῷ ἐσωτερικῷ· τὰ γεγονότα δ’ ἐξετάζω ἐν σχέσει
1989μόνον πρὸς τὸ ζήτημα, ἂν τουτέστιν ἡ Ἐθνικὴ Ἑταιρεία
1990ἦτο ὁ δημιουργὸς ὅλης αὐτῆς τῆς καταστάσεως, ἡ προκα-
1991λέσασα τὸν πόλεμον, ἢ τοὐναντίον αὐτὰ τὰ γεγονότα καὶ ἡ
1992ἀμφίρροπος πολιτικὴ τῆς Κυβερνήσεως. Ἔλεγον, ὅτι πρὸ
1993τῶν γεγονότων τούτων, προηγήθησαν ἄλλα. Καὶ ὄντως προ-
1994ηγήθη Διάγγελμα τοῦ Βασιλέως, διὰ τοῦ ὁποίου συνιστᾶτο
1995μόνιμον στρατόπεδον ἐν Θήβαις, καὶ ἅμα τῇ δημοσιεύσει τοῦ
1996Διαγγέλματος τούτου, τοῦ φέροντος τὴν ὑπογραφὴν τοῦ τότε
1997ὑπευθύνου Πρωθυπουργοῦ, ὀρθῶς πάντες ἠρωτῶμεν, τίνα
1998ἄρά γε σκοπὸν εἶχεν ἡ Κυβέρνησις; Ἀλλ’ ὅτε ὁ Πρωθυ-
1999πουργὸς τῆς ἐποχῆς ἐκείνης ἐπηρωτᾶτο ἐν τῇ Βουλῇ, ποῖαι
2000θὰ ἦναι αἱ συνέπειαι καὶ τ’ ἀποτελέσματα τοῦ Διαγγέλμα-
2001τος ἐκείνου, ἀπέφευγε νὰ ἀπαντήσῃ, καὶ ἔλεγεν, ὅτι «θὰ
2002ἴδωμεν κατὰ πόσον καὶ πότε θὰ ἐφαρμόσωμεν τὰ μέτρα, τὰ
2003διὰ τοῦ Διαγγέλματος ὑποδεικνυόμενα»! Ἐν τούτοις ἡ κοινὴ
2004γνώμη ἐξωγκοῦτο, ἐν τούτοις ἡ κοινὴ γνώμη ἐζήτει δρᾶσιν,
2005ἐζήτει ἐνέργειαν καταφανῆ, ἵνα πεισθῇ, ὅτι ἠρχόμεθα ἀρω-
2006γοὶ εἰς σφαζομένους ἀδελφούς. Καὶ τότε, Κύριοι, μιᾷ τῶν ἡμε-
2007ρῶν, ἤτοι τὴν 1 Φεβρουαρίου 1897, ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυ-
2008βερνήσεως δημοσιεύεται ἡ ἑξῆς διαταγὴ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν
2009Στρατιωτικῶν, φέρουσα μόνην τὴν ὑπογραφὴν τοῦ κ. Νικ.
2010Σμόλενιτς, πρὸς τὸν ἀρχηγὸν τοῦ σώματος τῆς κατοχῆς τῆς
2011Κρήτης συνταγματάρχην τοῦ πεζικοῦ Βάσσον Τιμολέοντα...
2012Ὀφείλω, κύριοι Βουλευταὶ, νὰ ὁμολογήσω, ὅτι ἐθαύμασα
2013τὴν ἑσπέραν ταύτην τὴν δεξιότητα τοῦ κ. ἐκ Γόρτυνος Βου-
2014λευτοῦ, διολισθήσαντος διὰ τῆς διαταγῆς ταύτης, καὶ ἑρ-
2015μηνεύσαντος αὐτὴν εἰς τρόπον, ὥστε νὰ ἐννοηθῇ, ὅτι ἦτο τὸ
2016ἁπλούστερον τῶν πραγμάτων, διότι ἐδίδετο ἡ διαταγὴ εἰς
2017τὸν Βάσσον νὰ καταλάβῃ ἕνα χῶρον! ἐν ἄλλῃ χώρᾳ! ἐν
2018Κρήτῃ! διὰ νὰ προσφύγωσιν ἴσως ἐκεῖ τὰ γυναικόπαιδα!
2019Ἀλλ’ ἐν τούτοις τὰ γράμματα ἄλλα φθέγγονται...
2020§84Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Στέργετε μίαν διακοπήν; Δὲν
2021ἐδίδετο διαταγὴ εἰς τὸν τότε συνταγματάρχην Βάσσον καὶ
2022εἰς τὸ στρατιωτικὸν σῶμα, τὸ ὁποῖον ἐτάχθη ὑπ’ αὐτὸν, ἵνα
2023καταλάβῃ ἕνα χῶρον, ἀλλ’ ἐστέλλετο ὁ συνταγματάρχης,
2024ἵνα ὑπάγῃ εἰς τὸ Ἡράκλειον καὶ ἀλλαχοῦ, ὅπου ἦτο ἀνάγκη,
2025διὰ νὰ δυνηθῇ νὰ προστατεύσῃ τὰ γυναικόπαιδα, τὰ ὁποῖα
2026ἔμελλον νὰ διασφαγῶσιν· ἀλλ’ ὅτε ἔφθασεν εἰς τὴν παρα-
2027λίαν, οἱ συμμαχικοὶ στόλοι δὲν ἀφῆκαν νὰ μεταβῇ εἰς τὸ
2028Ἡράκλειον, ἔμεινε δ’ οὗτος ἐκεῖ, ὅπου ἀπεβιβάσθη.
2029§85Δ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Δὲν γνωρίζω ποῖαι ἦσαν αἱ διαταγαὶ
2030αἱ προφορικῶς δοθεῖσαι εἰς τὸν Βάσσον.
2031§86Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἀναγνώσατε τὸ προοίμιον τῆς
2032διαταγῆς.
2033§87ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Γνωρίζω, ὅτι ὁ Βάσσος δὲν κατώρθωσε νὰ
2034ἀποβιβασθῇ, διότι εὗρε τοὺς στόλους τῶν Δυνάμεων, καὶ ἠναγ-
2035κάσθη νὰ ὑπάγῃ εἰς τὸ Κολυμπάρι καὶ ν’ ἀποβιβασθῇ ἐκεῖ.
2036Ἀλλ’ οὐχ ἧττον ἡ διαταγὴ ἡ ἔγγραφος καὶ δημοσιευθεῖσα
2037ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως φέρει τὰ ἑξῆς (ἀναγινώ-
2038σκει): «Τὰ ἐν Κρήτῃ διαπραχθέντα μέχρι τοῦδε ἐπήνεγκον
2039εἰς τὴν δυστυχῆ νῆσον ἀληθῆ ἀναρχίαν, καθ’ ἣν αἱ οἰκογέ-
2040νειαι τῶν χριστιανῶν καὶ αἱ περιουσίαι αὐτῶν ἔμειναν ἐκ-
2041τεθειμέναι εἰς τὴν διάθεσιν τοῦ ἀχαλινώτου φανατισμοῦ καὶ
2042τὴν διαρπαγὴν τοῦ ὄχλου...» Τώρα ἀληθῶς, ἀναγινώσκων
2043τις τὸ προοίμιον τοῦτο, νομίζει ὅτι θέλει καταλήξει εἰς ἄλλο
2044συμπέρασμα, καὶ ὅτι τὸ «διὰ ταῦτα», οὕτως εἰπεῖν, τῆς
2045διαταγῆς θὰ ἦναι ἄλλο. Ἐν τούτοις! (ἐξακολουθεῖ): «Ἡ
2046Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις δὲν ἠδύνατο ἐπὶ πλέον νὰ ἀνεχθῇ
2047τὴν ἀξιοθρήνητον κατάστασιν, εἰς ἣν περιήχθησαν οἱ ἐπὶ τῆς
2048νήσου ὁμόφυλοι πληθυσμοὶ, μεθ’ ὧν συνδέεται διὰ τῆς θρη-
2049σκείας καὶ διὰ δεσμῶν ἱερῶν...» Ἐξακολουθεῖ δηλαδὴ τῆς
2050διαταγῆς τὸ σκεπτικόν. Καὶ τὸ συμπέρασμα, ἡ κατακλεὶς,
2051ποία; Ὅπως σώσῃ ἴσως τὰ γυναικόπαιδα; ὅπως προστα-
2052τεύσῃ τοὺς σφαζομένους; Διόλου! «... ὅπως καταλάβῃ τὴν
2053νῆσον! ἀποκαταστήσῃ τὴν τάξιν καὶ τὴν εἰρήνην ἐν αὐτῇ·
2054τοῦ στρατοῦ δὲ τούτου τὴν διοίκησιν ἐνεπιστεύθη εἰς ὑμᾶς.»
2055Ὑπάρχει ἀκόμη καὶ ἄλλη παράγραφος: «Ἀποβιβαζό-
2056μενος μετὰ τοῦ ὑφ’ ὑμᾶς στρατοῦ εἰς Κρήτην καὶ ἐν καταλ-
2057λήλῳ μέρει, θέλετε ἐν ὀνόματι τοῦ Βασιλέως τῶν Ἑλλήνων
2058Γεωργίου τοῦ Αʹ καταλάβει τὴν νῆσον ταύτην, ἀποδιώκον-
2059τες τοὺς Τούρκους ἐκ τῶν φρουρίων!» (γέλως ἐκ δεξιῶν).
2060Βεβαίως, πῶς ἄλλως ἤθελε καταλάβει τὴν Κρήτην; Τὸ ζή-
2061τημα εἶναι, ἂν ἠδύνατο καὶ ἐπετρέπετο νὰ καταλάβῃ τὴν
2062Κρήτην καὶ νὰ ἐκδιώξῃ τοὺς Τούρκους!
2063§88Κ. ΔΟΥΝΗΣ ΚΑΙ ΑΛΛΟΙ. Κατὰ τίνα ἄλλον τρόπον
2064ἠδύνατο;
2065§89Δ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. (ἐξακολουθεῖ). «Πᾶσαν ἐνέργειαν ὑμῶν
2066θέλετε στηρίξει εἰς τοὺς κειμένους Ἑλληνικοὺς νόμους, ἐν
2067ὀνόματι τοῦ Βασιλέως καὶ ὑπ’ εὐθύνην τῆς Ἑλληνικῆς Κυ-
2068βερνήσεως»—τοῦτο δὲ σημαίνει, ὅτι καταλαμβάνει τὴν Κρή-
2069την ἐν ὀνόματι τοῦ Βασιλέως—«καὶ ἀποδιώκοντες ἀπὸ τῶν
2070φρουρίων τοὺς Τούρκους στρατιώτας»· δηλαδὴ ἐκδιώκοντες
2071τὴν κυρίαρχον Δύναμιν...
2072§90Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὴν σφάζουσαν τοὺς Ἕλληνας!
2073§91Δ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Ἔλθετε νὰ ἀντικρούσητε. Μὴ λέγετε
2074ὅμως, ὅτι ἡ Ἐθνικὴ Ἑταιρεία ἐκήρυξε τὸν πόλεμον κατὰ
2075τῆς Τουρκίας... «Νὰ εἰσαγάγῃ καὶ τοὺς Ἑλληνικοὺς νό-
2076μους»· δηλαδὴ πλήρης κατοχὴ τῆς νήσου, καὶ ὑπαγωγὴ
2077εἰς ἄλλην κυριαρχίαν, τουτέστι προσάρτησις εἰς τὸ Ἑλλη-
2078νικὸν Βασίλειον!
2079§92Γ. ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Σεῖς ἐσπουδαιολογή-
2080σατε μάλιστα, νὰ κάμωμεν Ἐπαρχεῖα καὶ Νομαρχεῖα!
2081§93Δ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Δὲν συνεννοούμεθα, κύριε συνάδελφε.
2082Ἐγὼ ἀλλοῦ βαρῶ, καὶ σεῖς ἀλλοῦ βαρεῖτε. Ἄλλον ταμπουρᾶ
2083ἐγώ, καὶ ἄλλον ταμπουρᾶ σεῖς! (γέλωτες παρατεταμένοι).
2084Καὶ ἐρωτῶ ὑμᾶς, Κύριοι, ὑπῆρξέ ποτε ἄλλη κατάφωρος
2085παραβίασις τοῦ δικαίου τῶν ἐθνῶν;
2086Τοιαύτας παραβάσεις μόνον ὁ Μεσαίων ἀναφέρει, οὐχὶ
2087ὅμως καὶ ὁ 19ος αἰών! Καὶ ἐρωτῶμεν κατόπιν, πῶς ἡ Τουρ-
2088κία ἐκήρυξε καθ’ ἡμῶν τὸν πόλεμον! ...
2089§94Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Ἡ Ἀνατολικὴ Ρωμυλία πῶς κατε-
2090λήφθη; (διαμαρτυρίαι ἐκ δεξιῶν).
2091§95Δ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Δὲν δέχομαι διακοπάς.
2092§96Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Ὑποβοηθῶ τὴν μνήμην σας.
2093§97Δ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Καὶ ἐρωτῶμεν, Κύριοι, τίνος ἕνεκα λό-
2094γου ἡ Τουρκία ἐκήρυξε πρὸς ἡμᾶς τὸν πόλεμον!
2095Καὶ ὅμως, Κύριοι, ἡ Τουρκία ἠνέχθη τὴν καταπάτησιν
2096ταύτην τοῦ διεθνοῦς δικαίου, καὶ δὲν ἐκήρυξε τὸν πόλεμον·
2097καὶ δὲν ἐκήρυξε τὸν πόλεμον καὶ ὅτε καὶ ἄλλη ἀκόμη παρα-
2098βίασις ἐγένετο. Συγχρόνως πρὸς τὴν διαταγὴν ταύτην, μετὰ
2099δύο ἡμέρας, ἐκδίδεται Διάταγμα, φέρον ἡμερομηνίαν 3 Φε-
2100βρουαρίου, διὰ τοῦ ὁποίου ὁ κατὰ γῆν καὶ κατὰ θάλασσαν
2101στρατὸς τίθεται ἐν ἐπιστρατεύσει. Καὶ ἤρχισαν αἱ κλήσεις
2102τῶν ἡλικιῶν βαθμηδὸν καὶ κατ’ ὀλίγον. Σᾶς ἐρωτῶ, Κύριοι,
2103καὶ πάλιν: τί ἠδύνατο τὸ πολὺ κοινὸν, τὸ ἀγνοοῦν τί ἐν τῷ
2104νῷ τῆς Κυβερνήσεως ἐμαιεύετο, τὸ ἀγνοοῦν τὰς σχέσεις τῆς
2105Κυβερνήσεως πρὸς τὰς ἐξωτερικὰς Δυνάμεις, τὰς συνεννοή-
2106σεις, αἱ ὁποῖαι δυνατὸν νὰ ὑπῆρχον πρὸς τὴν Εὐρώπην;
2107Σᾶς ἐρωτῶ καὶ πάλιν, Κύριοι, ἦτο δυνατὸν νὰ μὴ πει-
2108σθῇ τις, νὰ μὴ παραδεχθῇ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐν γνώσει, ἐν
2109ἐπιγνώσει τῶν πραγμάτων ἔβαινεν, ἐκλέξασα τὴν ὁδὸν ἐκεί-
2110νην τῆς προκλήσεως εἰς πόλεμον;
2111Καὶ ἀληθῶς ἡ κοινὴ γνώμη ἐκ τῶν γεγονότων τούτων
2112ἐξηγέρθη, ἡ κοινὴ γνώμη εἶχε πλέον ἀποκτήσει τὴν πεποί-
2113θησιν, ὅτι ἐπρόκειτο νὰ πολεμήσωμεν πρὸς τὴν Τουρκίαν·
2114οἱ ἔφεδροι ἤρχοντο ἀνὰ ἡλικίας, καὶ ἀπεστέλλοντο οἱ μὲν
2115εἰς τὴν Θεσσαλίαν, οἱ δὲ εἰς τὴν Ἤπειρον, πολεμικαὶ παρα-
2116σκευαὶ εἶχον ἀρχίσει, αἱ ἀποθῆκαι, ὁ στρατὸς, ὅλαι αἱ ὑπη-
2117ρεσίαι, αἱ πρὸς τὸν στρατὸν συνδεόμεναι, εἶχον τεθῆ εἰς πλήρη
2118ἐνέργειαν. Τίς ἠδύνατο νὰ ἀμφιβάλλῃ; Ὅτε δὲ ἡ Βουλὴ,
2119ὅτε ἡ κοινὴ γνώμη διέγνωσε δισταγμοὺς παρὰ τῇ Κυβερνή-
2120σει, ἠθέλησε νὰ ζητήσῃ παρ’ αὐτῆς ἐξηγήσεις, καὶ ὅτε κατὰ
2121τὴν συνεδρίασιν ἐκείνην (κατὰ τὴν ὁποίαν ἐγὼ δὲν παριστά-
2122μην, διότι δὲν εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ἦμαι μέλος τῆς Βουλῆς)
2123ὅτε, λέγω, κατὰ τὴν συνεδρίασιν ἐκείνην ἐγένετο ἡ συζή-
2124τησις ἐκείνη, ἡ θυελλώδης, τῆς 24 Ἰανουαρίου, ὁ ἀξιότιμος
2125ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς, ἀποτεινόμενος πρὸς τὸν ἐκ Γόρτυνος
2126πολιτευτὴν καὶ τότε Πρωθυπουργὸν,—διότι διέβλεπεν ἐν
2127αὐτῷ δισταγμοὺς,—τῷ ἐφώνησε τρίς: «τολμήσατε! τολμή-
2128σατε! τολμήσατε!», καὶ τὸν προσεκάλει νὰ διορίσῃ νομάρ-
2129χας ἐν Κρήτῃ, καὶ ἐπηρώτα αὐτὸν, πῶς ἀκόμη διατηροῦν-
2130ται πρόξενοι ἐν Κρήτῃ. Ἀποτέλεσμα δὲ τῶν συζητήσεων
2131ἐκείνων ἦτο, ὅτι τὴν ἑσπέραν ἐκείνην ἠγγέλθη, ὅτι διετάχθη
2132ὁ ἀπόπλους τῆς «Ὕδρας» καὶ τῆς «Μυκάλης», αἵτινες ἐν
2133τούτοις δὲν ἦσαν ἕτοιμοι πρὸς ἀπόπλουν.
2134Ἀλλὰ δὲν περιορίζονται αἱ πολεμικαὶ αὗται ἐκφάνσεις
2135ἐν τῷ κύκλῳ τῆς Κυβερνήσεως μόνον, ἀλλὰ καὶ εἰς ἀνώτε-
2136ρον ἀκόμη κύκλον· διότι ἡ Α. Μ. ὁ Βασιλεὺς, δεχόμενος ἐπι-
2137τροπὴν ἐπιδιδοῦσαν αὐτῷ δημοψήφισμα τῶν πολιτῶν Ἀθη-
2138νῶν καὶ Πειραιῶς, συνελθόντων ἐν συλλαλητηρίῳ, ἀπήντα
2139εἰς αὐτοὺς, ὅτι θὰ πράξῃ ὅ,τι τὸ καθῆκον τὸ ἐθνικὸν ἐπι-
2140βάλλει πρὸς ὑπεράσπισιν τῶν ἐθνικῶν συμφερόντων...
2141§98Γ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. Τί ἐζήτει τὸ συλλαλητήριον ἐκεῖνο;
2142§99Δ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Δὲν ἔλαβον μέρος εἰς τὸ συλλαλητήριον
2143ἐκεῖνο· δὲν λαμβάνω ποτὲ μέρος εἰς τὰ συλλαλητήρια· τὰ
2144ἀπεχθάνομαι.
2145§100Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Τὰ προεκαλέσατε ὑμεῖς.
2146§101ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Αὐτὰ, τὰ ὁποῖα λέγετε, νὰ τὰ ἀποδείξητε.
2147§102Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Τὰ προεκάλεσεν ὁ κύριος Στεφάνου,
2148ἐλθὼν εἰς τὸν Δικηγορικὸν Σύλλογον μετὰ τοῦ κυρίου Ἔσλιν
2149καὶ εἰπὼν, ὅτι ὁ Βασιλεὺς θέλει τὸ συλλαλητήριον.
2150§103Δ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Μὲ συγχωρεῖτε. Ὅ,τι λέγετε, σχετίζεται
2151μὲ τὸ ἄγγελμα ἐκεῖνο, περὶ τοῦ ὁποίου ἔκαμε λόγον ὁ κ.
2152Παπαμιχαλόπουλος. Τότε ἦλθον εἰς τὸν Δικηγορικὸν Σύλ-
2153λογον.
2154§104Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Μάλιστα, μάλιστα.
2155§105ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Τότε ἦλθον εἰς τὸν Δικηγορικὸν Σύλλογον
2156καὶ διατί; Διὰ νὰ ἐμποδίσω τὸ συλλαλητήριον.
2157§106Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Ὄχι διὰ νὰ ἐμποδίσητε... Τὸν λόγον, κ.
2158Πρόεδρε.
2159§107ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Νὰ ἔλθητε ἐνταῦθα νὰ μὲ ἀντικρούσητε.
2160Καθαρὸς οὐρανὸς ἀστραπὴ δὲν φοβᾶται, καὶ δι’ αὐτὸ ὁμιλῶ
2161μετὰ τοσούτου θάρρους. Ἐὰν εἶχον τὴν οὐρὰν κομμένην, δὲν
2162θὰ ἠρχόμην νὰ ὁμιλήσω...
2163§108ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Θρασύτης!
2164§109Δ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Δὲν εἶμαι θρασὺς, κύριε συνάδελφε, ἀλλὰ
2165ὁμιλῶ τὴν γλῶσσαν τῆς εἰλικρινείας καὶ τῆς ἀληθείας.
2166Εἰς τοιοῦτον σημεῖον, Κύριοι, εἶχον περιέλθει τὰ πράγ-
2167ματα, ὅτε ἡ Ἐθνικὴ Ἑταιρεία ἐθεώρησε καθῆκον αὑτῆς νὰ
2168δηλώσῃ, ὅτι τίθεται ὑπὸ τὰς διαταγὰς τῆς Κυβερνήσεως
2169καὶ παρὰ τὸ πλευρὸν αὐτῆς, ὑποτασσομένη εἰς τὰ κελεύ-
2170σματά της. Τότε ἀκριβῶς, κατὰ τὰς ἡμέρας ἐκείνας, ἐγένετο
2171καὶ τὸ ἄγγελμα ἐκεῖνο, περὶ τοῦ ὁποίου ὡμίλησεν ὁ συν-
2172άδελφος κύριος Παπαμιχαλόπουλος, τὸ ἄγγελμα ἐκεῖνο, τὸ
2173ὁποῖον ἐκλήθη, ἵνα διαδώσῃ καὶ διὰ τοῦ τύπου εἰς τὸ κοι-
2174νόν, ὁ μακαρίτης Μιχαὴλ Μελᾶς, καὶ τότε κατ’ ἐντολὴν τοῦ
2175μακαρίτου Μελᾶ ἦλθον εἰς τὸν Δικηγορικὸν Σύλλογον, ὅπου
2176συνεζητεῖτο περὶ τοῦ συλλαλητηρίου τῆς ἑπομένης, καὶ εἶ-
2177πον πρὸς τὰ μέλη τοῦ Συλλόγου: «περιττὸν νὰ γείνῃ τὸ
2178συλλαλητήριον, διότι ἰδού, τί Ἀνώτατον πρόσωπον εἶπεν εἰς
2179τὸν Μιχαὴλ Μελᾶν». Δὲν ἦλθον διὰ νὰ διοργανώσω τὸ συλ-
2180λαλητήριον, ἦλθον διὰ νὰ ἐμποδίσω τὸ συλλαλητήριον.
2181§110Δ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Εἶναι ἀκριβέστατον αὐτό. Ἤμην καὶ ἐγὼ
2182μέλος τοῦ Δικηγορικοῦ Συλλόγου, καὶ παριστάμην τότε ἐκεῖ.
2183§111Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Κύριε συνάδελφε, ἐπιτρέπετε δια-
2184κοπάς;
2185§112ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἐπιτρέπονται διακοπαί.
2186§113Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Πρέπει ὅμως νὰ παρατηρήσω, ὅτι
2187αὐτὸ δὲν εἶναι ἀληθές.
2188§114Δ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Ὄχι! εἶναι ἀληθέστατον. Ἐγὼ ἤμην
2189μέλος τοῦ Δικηγορικοῦ Συλλόγου, καὶ μετέβαινον τακτικῶς·
2190σεῖς ἤρχεσθε μίαν φορὰν τὸν χρόνον.
2191§115Δ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Αὐταὶ εἶναι λεπτομέρειαι, αἱ ὁποῖαι
2192δὲν ἔχουσι σημασίαν καὶ ἐπιρροὴν εἰς τὸ συζητούμενον θέμα.
2193Τὸ ἀληθὲς εἶναι, ὅτι τὸ πολεμικὸν μένος ἐνεπνεύσθη εἰς τὸν
2194λαὸν ἐκ τῶν δηλώσεων καὶ τῶν πράξεων τῆς Κυβερνήσεως,
2195ἐξ ἐκδηλώσεων καὶ ἀγγελμάτων ὑψηλοτέρων.
2196Κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ἀρχηγὸς τοῦ ἐν Θεσσαλίᾳ στρα-
2197τοῦ διετέλει ὁ στρατηγὸς Μακρῆς, ὁ δὲ ἀρχηγὸς οὗτος, παρα-
2198σκευάζων κίνημα, ἀγνοῶ ἐκ τίνος διαταγῆς, ἦλθεν εἰς συνά-
2199φειαν πρὸς μέλη τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας, καὶ ἐπρότεινε τὸν
2200ἐξοπλισμὸν ἀνταρτικῶν σωμάτων.
2201§116Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸν λόγον.
2202§117Δ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Τὸ γεγονὸς τοῦτο βεβαιοῦται καὶ παρ’
2203αὐτοῦ τοῦ κυρίου Μακρῆ, καθ’ ὅσα ἀνέγνωσα τοὐλάχιστον,
2204διαμένων ἐν Κωνσταντινουπόλει, εἰς τὴν ἔκθεσιν αὐτοῦ. Καὶ
2205δὲν ἐγένετο ἡ ὁμιλία αὕτη πρὸς τὰ ἐν Λαρίσῃ μέλη τῆς
2206Ἐθνικῆς Ἑταιρείας ἁπλῶς καὶ παρεμπιπτόντως, ἐγένετο
2207σπουδαίως καὶ σοβαρῶς· ἐδόθη μάλιστα ἡ ἐντολὴ εἰς τὰ
2208μέλη ἐκεῖνα νὰ συνεννοηθῶσι μετὰ τοῦ κέντρου περὶ τῆς
2209ἐκτελέσεως τοῦ σχεδίου τούτου. Τότε δὲ ἡ Ἐθνικὴ Ἑται-
2210ρεία ἀπεφάσισε, πρὸς καλλιτέραν καὶ εὐχερεστέραν συνεν-
2211νόησιν πρὸς τὸν ἀρχηγὸν τοῦ ἐν Θεσσαλίᾳ στρατοῦ, νὰ ἀπο-
2212στείλῃ ἴδιον ἀπεσταλμένον, καὶ ταύτην τὴν ἐντολὴν εἶχε,
2213μεταβὰς εἰς Λάρισαν, ὁ κ. Ροϊλὸς, κατὰ τοῦ ὁποίου τοσαῦτα
2214ἠκούσαμεν καταγγελθέντα!...
2215§118ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ἦτο δικαστικὸς ὑπάλληλος.
2216§119Δ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Δι’ ἐμὲ εἶναι ἀδιάφορον, τί ἦτο. Ὁ κ.
2217Ροϊλὸς ἀνέλαβεν, ἐπὶ ἰδίᾳ εὐθύνῃ· ἐγὼ δὲν ἤμην γενικὸς ἐπι-
2218τηρητὴς τοῦ Κράτους, διὰ νὰ ἐπιτηρῶ τοὺς ὑπαλλήλους,
2219οὐδὲ τῷ ἔδωκα μόνος καὶ ὡς ἄτομον τὴν ἐντολὴν αὐτὴν,
2220ἐνέκρινα ὅμως τὴν ἐκλογήν του, διότι θεωρῶ αὐτὸν ἔντιμον,
2221εὐθὺν καὶ ἱκανὸν, πρὸ παντὸς δὲ ἁγνὸν πατριώτην. Ὀνο-
2222μάζω τὸν κ. Ροϊλὸν καὶ διότι τὸ ὄνομά του πολλάκις ἀνε-
2223φέρθη ἐνταῦθα, ὄχι εἰκότως βεβαίως, ἀλλὰ καὶ διότι ἡ ὑπο-
2224γραφή του εἶναι τυπωμένη καὶ δημοσιευμένη ἐν ἐκθέσει μα-
2225κροσκελεστάτη, περιλαμβανούσῃ ἐμπεριστατωμένας λεπτο-
2226μερείας.
2227Ὁ κ. Ροϊλὸς, μεταβὰς εἰς Λάρισαν, ἦλθεν εἰς συνάφειαν
2228πρὸς τὸν κ. Μακρῆν καὶ διεπραγματεύθησαν τὰ τοῦ καταρ-
2229τισμοῦ, ἐξοπλισμοῦ καὶ ἐξόδου τῶν σωμάτων. Ὁ κ. Μακρῆς
2230ἐζήτησε νὰ παρασχεθῶσιν οὐχὶ εἰς αὐτὸν, ἀλλὰ νὰ συνει-
2231σφέρῃ ἡ Ἐθνικὴ Ἑταιρεία 100,000 δραχμὰς διὰ τὸν ἐξο-
2232πλισμὸν τῶν σωμάτων τούτων καὶ διὰ τὴν συντήρησιν αὐ-
2233τῶν, ὅπερ καὶ ἡ Ἑταιρεία ἀπεδέχθη, καὶ διὰ τοῦτο πρὸς
2234τὸν κύριον Ροϊλὸν ἀπεστάλησαν 100,000 δραχμαὶ, ἵνα δια-
2235τεθῶσι πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον, καὶ εἶναι αὐταὶ αἱ 100 χι-
2236λιάδες, περὶ τῶν ὁποίων ἐγένετο τοσοῦτος λόγος, καὶ ἀπε-
2237δόθησαν πρὸς τὸν κ. Ροϊλὸν πράξεις, τὰς ὁποίας οὐδεὶς ἐξ
2238ἐκείνων, οἵτινες γνωρίζουσι τὸν κ. Ροϊλὸν, δύναται νὰ παρα-
2239δεχθῇ. Ἄλλως τε ἡ διάθεσις αὐτῆς τῆς δαπάνης τῶν δραχ-
2240μῶν τούτων εἶναι ἐντελῶς δεδικαιολογημένη καὶ πλήρης.
2241Ἀλλ’ ἕνεκα τῶν ἐπελθουσῶν ἀμφιρρεπειῶν, ἕνεκα τῶν
2242φάσεων, τὰς ὁποίας διέτρεξεν ἡ ἀπόφασις τῆς Κυβερνήσεως
2243τοῦ νὰ δράσῃ ἢ νὰ μὴ δράσῃ, καὶ πότε νὰ δράσῃ, ἡ διαμονὴ
2244τοῦ κυρίου Ροϊλοῦ ἐν Λαρίσῃ παρετάθη, μέχρις οὗ ἔφθασεν
2245εἰς Λάρισαν ἡ Α. Ὑψ. ὁ Διάδοχος, ἀναλαβὼν τὴν ἀρχηγίαν
2246τοῦ ἐν Θεσσαλίᾳ στρατοῦ. Καὶ ἐνταῦθα παρεμπιπτόντως,
2247ἐξ ἀφορμῆς τῆς μεταβάσεως τῆς Α. Ὑ. εἰς Λάρισαν, ὀφείλω
2248νὰ προκαλέσω τὴν προσοχὴν ὑμῶν καὶ ἐπὶ τοῦ γεγονότος
2249τούτου. Ἐὰν δὲν εἶχε σκοπὸν ἡ Κυβέρνησις νὰ πολεμήσῃ,
2250πρὸς τί ἀπέστειλεν εἰς Λάρισαν τὴν Α. Β. Ὑψηλότητα τὸν
2251Διάδοχον; Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ἡ Α. Ὑψ. ἀνεχώρησε νύκτωρ
2252καὶ ἐν παραβύστῳ, ἀλλὰ πάντες ἐσκέφθημεν, ὅτι τοῦτο ἐγέ-
2253νετο πρὸς ἀποφυγὴν διαδηλώσεων, ἀλλὰ συγχρόνως ἐσκέ-
2254φθημεν, ὅτι ἡ ἐν Λαρίσῃ παρουσία τοῦ Διαδόχου, τοῦ Δια-
2255δόχου τοῦ Ἑλληνικοῦ Θρόνου, τοῦ φέροντος τὸ ἔνδοξον τοῦ
2256Κωνσταντίνου ὄνομα, δὲν ἠδύνατο ἢ νὰ ἠλεκτρίσῃ τὸν στρα-
2257τὸν, νὰ ἐμπνεύσῃ ἔτι μᾶλλον πολεμικὸν μένος εἰς τὸν στρα-
2258τὸν, καὶ νὰ καταστήσῃ αὐτὸν ἀχαλίνωτον. Ἐλέχθη πράγ-
2259ματι, καὶ ὁ κ. ἐκ Μαντινείας Βουλευτὴς ἐπαναλαμβάνει, ὅτι
2260ἐστάλη ὁ Διάδοχος, ἵνα συγκρατήσῃ τὸν στρατὸν...
2261§120Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ ἴδητε τὰς διαταγάς.
2262§121Δ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Δὲν ἔχω ἀμφιβολίαν, ὅτι ὑπάρχουσιν,
2263ἀλλ’ ἀμφισβητῶ τὴν ἀξίαν τῆς διαταγῆς, καὶ λέγω, καὶ πᾶς
2264τις θὰ συμφωνήσῃ μετ’ ἐμοῦ, ὅστις θελήσῃ νὰ ἦναι ἀμερό-
2265ληπτος, ὅτι ἡ παρουσία τοῦ Διαδόχου τοῦ Θρόνου ἐν μέσῳ
226650,000 στρατοῦ ἑτοιμοπολέμου δὲν ἠδύνατο ἢ νὰ ἐξάψῃ τὸ
2267πολεμικὸν μένος αὐτοῦ, εἰς περιστάσεις, καθ’ ἃς ἀφ’ ἑνὸς εἴ-
2268χομεν τὴν Κρήτην στενάζουσαν καὶ ἀποκεκλεισμένην ὑπὸ
2269τῶν στόλων τῶν Μεγάλων Δυνάμεων, τὰς ἀξιώσεις δὲ τὰς
2270Ἑλληνικὰς ἀποκρουομένας, εὑρισκόμεθα δὲ ἀντιμέτωποι
2271πρὸς τὸν τουρκικὸν στρατὸν, ὅστις ἐν τούτοις παρετάσσετο
2272εἰς τὰ σύνορα.
2273Ἄν καὶ μακρὰ ἡ ἔκθεσις τοῦ κ. Ροϊλοῦ, θὰ μοὶ ἐπιτρέ-
2274ψητε νὰ σᾶς ἀναγνώσω αὐτὴν, διότι παρέχει, ὡς ἐν φωτο-
2275τυπίᾳ, πάσας τὰς φάσεις τοῦ ζητήματος ἐν Θεσσαλίᾳ, ὡς
2276διεχειρίσθη αὐτὸ ἡ Κυβέρνησις.
2277Ὁ κ. Ροϊλὸς ἀπευθύνεται πρὸς τὸ Διοικητικὸν Συμβού-
2278λιον τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας...
2279§122Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Πρὸς τὴν ἄλλην ἀρχήν!
2280§123Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Ὑπὸ ποίων ἀπηρτίζετο αὐτό;
2281§124Δ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Πηγαίνετε νὰ τὸ μάθητε. Δὲν εἶμαι ὑπο-
2282χρεωμένος νὰ ἱκανοποιῶ τὴν περιέργειάν σας.
2283§125ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ὁλόκληρος θ’ ἀναγνωσθῇ;
2284§126Δ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Ἠδυνάμην νὰ τὴν ἀποστηθίσω καὶ νὰ
2285τὴν ἀπαγγείλω, καὶ θὰ ἦσθε ὑποχρεωμένοι νὰ τὴν ἀκού-
2286σητε, ἐλεύθεροι νὰ τὴν πιστεύσητε ἢ μή. Τὸ βῆμα εἶναι
2287ἐλεύθερον, καὶ ὁ λόγος ἐλεύθερος, σεῖς δὲ ἀδιακόπως κόπτε-
2288σθε ὑπὲρ τῆς ἐλευθερίας τοῦ λόγου! Ἀφήσατέ με λοιπὸν νὰ
2289τὰ εἴπω, ὡς τὰ γνωρίζω, καὶ ὅπως ἐγὼ θέλω, ἀφοῦ μάλι-
2290στα ἄλλοτε δὲν ἔλαβον τὸν λόγον.
2291«Ἔλαβον τὴν ἐντολὴν (λέγει ὁ κ. Ροϊλὸς) διὰ τοῦ ἀπὸ
229215 Φεβρουαρίου 1897 ἐγγράφου σας νὰ συνεννοηθῶ, ὡς ἀντι-
2293πρόσωπος τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας, μετὰ τοῦ στρατηγοῦ κ.
2294Μακρῆ, ἀρχηγοῦ τοῦ ἐν Λαρίσῃ στρατοῦ, περὶ τῆς πρὸς τὴν
2295Ἐθνικὴν Ἑταιρείαν προτάσεώς του, διαβιβασθείσης ὑμῖν
2296κατὰ τὸ ἀνωτέρω ἔγγραφον διὰ τοῦ ἀνθυπολοχαγοῦ κυρίου
2297..., ὅπως χορηγήσῃ αὕτη δραχμὰς 100,000 πρὸς καταρ-
2298τισμὸν ἀνταρτικῶν σωμάτων, εἰς ἃ ὁ στρατηγὸς ἤθελε πα-
2299ρέξει καὶ τὸν ὁπλισμὸν...» (Καὶ διὰ νὰ ληφθῇ ὁ ὁπλισμὸς,
2300δὲν ἠδύνατο ἢ νὰ ληφθῇ ἐκ τῶν δημοσίων ἀποθηκῶν καὶ
2301τῇ συναινέσει τῆς Κυβερνήσεως).
2302»Συνῳδὰ τῇ ἐντολῇ ταύτῃ ἔφθασα εἰς Λάρισαν τὴν 17
2303Φεβρουαρίου 1897, καὶ ἔσπευσα ἀμέσως, ἅμα τῇ ἀφίξει μου,
2304νὰ ἴδω τὸν στρατηγὸν, ὅστις ἐπὶ τῇ δηλώσει μου, ὅτι ἡ
2305Ἐθνικὴ Ἑταιρεία ἀναμένει δι’ ἐμοῦ τὰς διαταγάς του, μοὶ
2306εἶπε τὰ ἑξῆς σχετικὰ πρὸς τὴν ἐντολήν μου: «Ἐν πρώ-
2307τοις, μοὶ εἶπεν ὁ στρατηγὸς, ὅ,τι ἐνεργηθῇ, ἐννοῶ νὰ τὸ
2308ἐνεργήσω κατὰ τὰς ὁδηγίας τῆς Κυβερνήσεως». Τὸν διέκοψα
2309ἀμέσως καὶ τὸν διεβεβαίωσα, ὅτι οὐδ’ ἡ Ἑταιρεία σκοπεῖ
2310νὰ πράξῃ τι ἄνευ διαταγῆς τῆς Κυβερνήσεως· τῷ ὑπέμνη-
2311σα μάλιστα τὴν γνωστὴν δήλωσιν τῆς Ἑταιρείας, ὅτι ἐ-
2312τάχθη παρὰ τὸ πλευρὸν τοῦ Βασιλέως καὶ τῆς Κυβερνή-
2313σεως, τῷ ἐτόνισα δὲ πρὸ πάντων, ὅτι καὶ ἡ Ἑταιρεία, ἂν
2314δὲν εἶχε τὴν πεποίθησιν, ὅτι κατὰ παραγγελίαν καὶ ἐν γνώ-
2315σει τῆς Κυβερνήσεως προέβη ὁ στρατηγὸς εἰς τὴν ὑποβολὴν
2316προτάσεως περὶ καταρτισμοῦ ἀνταρτικῶν σωμάτων, δὲν ἤθε-
2317λεν ἐπιχειρήσει νὰ συνεννοηθῇ μετ’ αὐτοῦ περὶ τοιούτου ἀντι-
2318κειμένου, ἀφοῦ ἡ ἰδιότης του, ὡς ἀρχηγοῦ τοῦ κατὰ τὴν Θεσ-
2319σαλίαν στρατοῦ, εἶναι κατ’ ἐξοχὴν ἰδιότης ἀντιπροσώπου
2320τῆς Κυβερνήσεως. Ὅσον δ’ ἀφορᾷ τὴν ὑπ’ αὐτοῦ χορηγίαν
2321ὅπλων, πρὸς ἣν κατὰ τὸ ὑμέτερον ἔγγραφον τῆς πρός με ἐν-
2322τολῆς εἶχε προσενεχθῆ ὁ στρατηγὸς, ἠρνήθη νὰ μοὶ χορη-
2323γήσῃ τοιαῦτα, εἰπών μοι, ὅτι «ἡ Ἑταιρεία ἔχει ὅπλα· τί
2324θὰ τὰ κάμῃ, ἂν δὲν τὰ μεταχειρισθῇ τώρα;» Ἀπήντησα
2325δὲ, ὅτι ἀληθῶς, ὡς καὶ ἐγὼ γνωρίζω, ἡ Ἑταιρεία ἔχει ὅπλα,
2326ἀλλὰ φαίνεται, προσέθηκα, ὅτι εἶχεν ὑπ’ ὄψιν της τὴν πλη-
2327ροφορίαν, ὅτι ὁ στρατηγὸς προσφέρεται νὰ χορηγήσῃ τὰ διὰ
2328τὸν ἐξοπλισμὸν τῶν ἀνταρτικῶν ὁμάδων, σκοπεῖ δὲ ἴσως
2329ἕνεκα τούτου νὰ χρησιμοποιήσῃ τὰ ἰδικά της ἀλλαχοῦ, εἰς
2330Κρήτην, εἴτε ἄλλως πως...»
2331Καὶ ἐπειδὴ πρόκειται περὶ ἀποστολῆς ὅπλων εἰς Κρήτην,
2332ζητῶ τὴν ἄδειαν, ἐν παρενθέσει, νὰ δώσω πληροφορίας τινάς.
2333Εἶπον ἐν τῇ σειρᾷ τῆς ὁμιλίας μου, ὅτι ἡ Ἐθνικὴ Ἑται-
2334ρεία οὔτε προεκάλεσεν, οὔτε ἐξήγειρεν, οὔτε ἐνεψύχωσε τὴν
2335ἐπανάστασιν ἐν Κρήτῃ, διότι δὲν ὑπῆρχε καὶ ἀνάγκη πρὸς
2336τοῦτο, ἀλλ’ ὁσάκις ἐζητήθη ἡ ἀρωγὴ αὐτῆς, ἀπεστάλησαν
2337καὶ ὅπλα, ἐν ὅλῳ 100, καὶ 15,000 φράγκα χρυσᾶ, τὰ ὁποῖα
2338ἐμετρήθησαν εἰς τὴν Κρητικὴν ἐπιτροπὴν διὰ τοῦ προέδρου
2339αὐτῆς κ. Δεληγεώργη. Αὐταὶ εἶναι αἱ μόναι εἰσφοραὶ τῆς
2340Ἐθνικῆς Ἑταιρείας εἰς τὴν Κρήτην. Καὶ ἐπειδὴ περὶ Κρή-
2341της ὁ λόγος...
2342§127Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἀπὸ τὴν Ἐθνικὴν Ἑταιρείαν
2343ἢ τὸν Βασιλέα ἀπεστάλησαν;
2344§128Δ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Ἀπὸ τὴν Ἐθνικὴν Ἑταιρείαν· τὰ του-
2345φέκια ἐζήτησεν ὁ κ. Χατζηδάκης.
2346§129Α. ΡΙΚΑΚΗΣ. Ἐδόθησαν 15,000 ἀπὸ τὴν Ἑταιρείαν,
2347ἢ ἐπεστράφησαν εἰς αὐτὴν ἀπὸ τὴν ἐπιτροπὴν τὴν Κρη-
2348τικήν;
2349§130Δ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Ἐγὼ γνωρίζω, ὅτι ἐδόθησαν 15,000
2350φράγκα χρυσᾶ.
2351§131ΑΛΕΞ. ΡΩΜΑΣ. Ἐπεστράφησαν, νομίζω.
2352§132Α. ΡΩΜΑΝΟΣ. Ποσὸν 40,000 φράγκων μοὶ ἀπεστάλη
2353δι’ ἐθνικοὺς σκοπούς· ἐκ τούτων 20,000 ἔδει νὰ χρησιμο-
2354ποιηθῶσιν ὑπὲρ τοῦ ἀγῶνος τῆς Κρήτης, καὶ ἄλλαι 20,000
2355ὑπὲρ τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας. Τὰς 20,000 εἰσήγαγον εἰς τὸ
2356ταμεῖον τῆς Κρητικῆς ἐπιτροπῆς, τὰς ἄλλας δέ, ἐπειδὴ τοι-
2357αύτην εἶχον ἐντολὴν παρὰ τοῦ κ. Τοπάλη, γαμβροῦ τοῦ κ.
2358Καλλιφρονᾶ, ἐκ Ρουμανίας, τὰς ἀπέστειλα εἰς τὸ ταμεῖον
2359τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας. Βραδύτερον δέ, ὅτε καὶ πρὸς τὴν
2360πριγκήπισσαν Σοφίαν ἀπεστάλη ποσὸν ἐκ μέρους τῆς Ἐθνι-
2361κῆς Ἑταιρείας διὰ τὸ Ταμεῖον τῶν Ἀπομάχων, παρεκά-
2362λεσα, καθόσον εἴχομεν ἀνάγκην χρημάτων ὑπὲρ τῶν προσ-
2363φύγων Κρητῶν, ὅπως μᾶς δώσωσιν ἐκ τῆς Ἐθνικῆς Ἑται-
2364ρείας 15,000 φράγκα. Ἡ ἀπόδειξις τῆς παραλαβῆς περι-
2365έχεται εἰς τὴν ἔκθεσιν τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας, καὶ εἶναι
2366ὑπογεγραμμένη ὑπὸ τοῦ βουλευτοῦ κ. Δεληγεώργη.
2367§133Δ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Καὶ ἐπειδὴ, ἐπαναλαμβάνω, ὁ λόγος περὶ
2368Κρήτης, ὀφείλω νὰ ἀποκρούσω καὶ ἄλλην μομφὴν, ἀποδοθεῖ-
2369σαν εἰς τὴν Ἐθνικὴν Ἑταιρείαν διὰ τὴν κάθοδον τῶν ἀξιω-
2370ματικῶν. Ἡ κάθοδος αὕτη ἐγένετο ἐντελῶς αὐτοβούλως ἐκ
2371μέρους τῶν ἀξιωματικῶν ἐκείνων, οὐδεμίαν δὲ ἐντολὴν ἔλα-
2372βον οἱ καταβάντες εἰς Κρήτην ἀξιωματικοὶ παρὰ τῆς Ἐθνι-
2373κῆς Ἑταιρείας, τοσούτῳ μᾶλλον, καθόσον πολλοὶ ἐξ αὐτῶν
2374δὲν ἀνῆκον καὶ εἰς τὰς τάξεις τῆς Ἑταιρείας. (Ἐξακολουθεῖ
2375τὴν ἀνάγνωσιν):
2376«Μὲ ἠρώτησε τότε, πόσα ὅπλα ἔχει ἡ Ἑταιρεία. Ἐγὼ δέ,
2377μὴ δυνάμενος ἀκριβῶς νὰ γνωρίζω τοῦτο, ἀπήντησα αὐτῷ,
2378ὅτι ἔχει ἤδη ἴσως διαθέσιμα περὶ τὰς 10,000, διότι ἐσχά-
2379τως εἶχον μάθει, ὅτι κατὰ παραγγελίαν τῆς Ἑταιρείας εἶχε
2380σταλῆ εἰς Πειραιᾶ τὸ ποσὸν τοῦτο τῶν ὅπλων. Ὁ στρατη-
2381γὸς μοὶ εἶπεν, ὅτι ἀρκοῦν μόνον 2,000 ὅπλα. Ἐτηλεγρά-
2382φησα ἀμέσως, ὅπως ἀποστείλητε τὸ ποσὸν τοῦτο εἰς Βόλον.
2383»Ὡς πρὸς τὸν ἀριθμὸν τῶν ἀνδρῶν, ὁ στρατηγὸς φρονεῖ,
2384ὅτι εἶναι ἀρκετοὶ 2,000 ἀντάρται. Καὶ μὲ 1500, μοὶ εἶπε,
2385θὰ ἦναι πολὺ εὐχαριστημένος. Ἐπὶ δὲ τῆς προτάσεώς μου,
2386ὅπως τεθῶσιν ἐπὶ κεφαλῆς τῶν σωμάτων ἀξιωματικοί, ἀπέ-
2387κρουσεν ἀπολύτως καὶ κατηγορηματικῶς τὴν σύμπραξιν ἀξιω-
2388ματικῶν μετὰ τῶν ἀνταρτικῶν σωμάτων. Καὶ τέλος, ἐρωτη-
2389θεὶς ὑπ’ ἐμοῦ περὶ τοῦ χρόνου τῆς ἐνεργείας, μοὶ εἶπεν, ὅτι
2390πρέπει ἀμέσως ἀπὸ τοῦδε ν’ ἀρχίσωμεν τὴν ἑτοιμασίαν.
2391» Αὕτη ὑπῆρξεν ἡ μετὰ τοῦ στρατηγοῦ πρώτη μου συν-
2392διάλεξις, τὴν ὁποίαν, φαίνεται, ἀνεκοίνωσεν οὗτος εἰς τὴν
2393Α. Υ. τὸν πρίγκηπα Νικόλαον, διότι ἀμέσως τὴν ἑπομένην
2394ἡμέραν ἐλθὼν ὁ κύριος... μοὶ εἶπεν, ἐκτὸς ἄλλων, ὅτι ἡ
2395Α. Ὑψ. ὁ πρίγκηψ ἐπιθυμεῖ νὰ συντρέξῃ τὴν Ἑταιρείαν καὶ
2396νὰ φανῇ χρήσιμος εἰς τὸ ἐθνικὸν αὐτῆς ἔργον, καὶ ὅτι εἰς
2397τὰς 6 τὸ ἑσπέρας μὲ περιμένει νὰ μεταβῶ παρ’ αὐτῷ· πράγ-
2398ματι δὲ μετέβην τὸ ἑσπέρας, παρόντος δὲ καὶ τοῦ κυρίου
2399... ἡ Α. Ὑψ. μοὶ εἶπε περίπου τὰ ἑξῆς.
2400» Μοὶ ἐξήγησε πρῶτον διὰ μακρῶν, διατὶ παρ’ αὐτοῖς δὲν
2401ἐπεκράτει ἐν ἀρχῇ σαφὴς ἰδέα περὶ τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας,
2402προσθέσας μοι, ὅτι σήμερον ὅλοι θεωροῦν τὸ ἔργον τῆς Ἐθνι-
2403κῆς Ἑταιρείας πατριωτικώτατον καὶ ἄξιον πάσης ὑποστη-
2404ρίξεως· δὲν μοὶ ἀπέκρυψε δέ, ὅτι ὁ στρατηγὸς ἀνεκοίνωσεν
2405αὐτῷ τὴν ἰδιότητά μου καὶ τὴν τῆς προτεραίας μετ’ αὐτοῦ
2406ὁμιλίαν μου, οὐδὲ παρέλειψε νὰ μοὶ εἴπῃ, ὅτι εἶναι ἕτοιμος
2407εἰς πᾶν ὅ,τι νομίσωμεν αὐτὸν χρήσιμον πρὸς ἐπιτυχῆ διεξ-
2408αγωγὴν τῆς ἐντολῆς μου.
2409» Ἔσπευσα νὰ ἐρωτήσω αὐτὸν, ἂν θεωρεῖ πρόσφορον τὴν
2410περίστασιν δι’ ἀνταρτικὰ κινήματα ἐν Μακεδονίᾳ· διὰ μα-
2411κρῶν δὲ μοὶ ἀνέπτυξε τοὺς λόγους, ἕνεκα τῶν ὁποίων θεω-
2412ρεῖ ἀπαραίτητον τὴν ἔξοδον τοιούτων σωμάτων, καὶ τὴν με-
2413γίστην σημασίαν, ἣν πρέπει ν’ ἀποδίδωμεν εἰς τὴν ἐξ αὐ-
2414τῶν ὑποστήριξιν. Τότε ὑπέδειξα, ὅτι πιθανὸν νὰ ἐλαμβά-
2415νετο ἀνάγκη συμπράξεως καί τινων ἀξιωματικῶν, ὡς ἀρχη-
2416γῶν τῶν ἀνταρτικῶν ὁμάδων, ὅπερ, προσέθηκα, μοὶ ἠρνή-
2417θη δυστυχῶς ὁ ἀρχηγός. Τότε ἀπήντησε, μετὰ μικρὰν σκέ-
2418ψιν, ὅτι, ἀφοῦ εἶναι ἀνάγκη, δύναται τὸ πρᾶγμα νὰ διευ-
2419κολυνθῇ ὡς ἑξῆς. Ἐπειδὴ ἡ ἔξοδος τῶν ἀνταρτικῶν σωμά-
2420των θὰ γείνῃ μίαν ἢ δύο ἡμέρας πρὸ τῆς ἐξόδου τοῦ στρα-
2421τοῦ, εὔκολον θὰ ἦναι τότε εἰς τὸν στρατηγὸν νὰ παραγγεί-
2422λῃ εἰς τινας τῶν ἀξιωματικῶν νὰ τεθῶσιν ἐπὶ κεφαλῆς...»
2423Καὶ τοῦτο, νομίζω, ἀπαντᾷ εἰς τὴν διακοπὴν, τὴν ὁποίαν
2424ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος μοὶ ἔκαμεν, ὅτι ἡ Α. Ὑψηλότης
2425ἐστέλλετο εἰς Θεσσαλίαν, ἵνα συγκρατήσῃ τὸν στρατόν. Ἀλλ’
2426ἐντεῦθεν προκύπτει, ὅτι μέλος τῆς Βασιλικῆς Οἰκογενείας
2427εἶχε πεποίθησιν, ὅτι ὁ στρατὸς ἐπρόκειτο νὰ ἐξέλθῃ, ὅπως
2428τοιαύτη ἦτο καὶ ἡ γενικὴ πεποίθησις...
2429§134Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἀκόμη δὲν εἶχε μεταβῆ ὁ Διάδο-
2430χος εἰς τὴν Λάρισαν.
2431§135Δ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Ἐν τούτοις τὰ πράγματα καὶ πρὸ τῆς
2432μεταβάσεως αὐτοῦ ἐδήλουν τοῦτο. (Ἐξακολουθεῖ ἀναγινώ-
2433σκων):
2434«Ἠθέλησα νὰ μάθω κατὰ ποίαν ἐποχὴν περίπου σκοπεῖ-
2435ται τοιαύτη ἔξοδος τοῦ στρατοῦ μας, διὰ νὰ γνωρίζω πόσαι
2436ἡμέραι ὑπολείπονται πρὸς ἑτοιμασίαν· ἂν δὲ καλῶς ἐνόησα,
2437τοῦτο μοὶ παρέστησεν, ὅτι θὰ γείνῃ ἅμα συμπληρωθῇ ἡ
2438συγκέντρωσις τοῦ στρατοῦ ἐνταῦθα.
2439»Τὴν ἑπομένην, μεταβὰς ὁ ὁπλαρχηγὸς ** παρὰ τῷ ἀρ-
2440χηγῷ, ἀνεκοίνωσεν αὐτῷ, ὅτι ὑπάρχει ἄνθρωπος ἐνταῦθα,
2441ὅστις δύναται νὰ μεταβῇ καὶ καταστρέψῃ τὴν γέφυραν τοῦ
2442Ἁλιάκμονος, δι’ ἧς οἱ Τοῦρκοι μεταφέρουσι στρατὸν καὶ πυ-
2443ροβόλα, ἐπ’ ἀμοιβῇ 50 λιρῶν. Ὁ ἀρχηγὸς τὸν ἔστειλε νὰ
2444συνεννοηθῇ μαζύ μου. Πράγματι δὲ ἦλθεν ὁ ** μετὰ τοῦ
2445Ἀλαμάνου καὶ μοὶ εἶπον τὰ ἀνωτέρω· ἀλλ’ ἐγὼ ἀπήντησα,
2446ὅτι δὲν δύναμαι ν’ ἀναλάβω τοιαύτην πρωτοβουλίαν, ἀνα-
2447λογιζόμενος τὰς συνεπείας τῆς τοιαύτης πράξεως, μεταξὺ
2448τῶν ὁποίων πιθανὸν νὰ ἦναι καὶ ἡ ἐν οὐ δέοντι χρόνῳ ἔναρ-
2449ξις τῶν ἐχθροπραξιῶν, ὅτι δὲ πρέπει νὰ συνεννοηθῶ πρῶτον
2450μὲ τὸν ἀρχηγὸν, ὅστις εἶναι ὁ ἁρμόδιος νὰ ἐγκρίνῃ τὴν ἐπι-
2451χείρησιν τοιαύτης πράξεως...»
2452Ὥστε βλέπετε, ὅτι ὁ κύριος Ροϊλός, ὡς ἀντιπρόσωπος τῆς
2453Ἑταιρείας, ὑπέτασσεν ἐντελῶς τὴν ἐνέργειαν καὶ ἀπόφα-
2454σιν αὐτοῦ εἰς τὰ νεύματα τοῦ ἀρχηγοῦ τοῦ στρατοῦ, καὶ οὐ-
2455δὲν ἤθελε νὰ πράξῃ ἄνευ τῆς συναινέσεως καὶ τῆς ὁδηγίας
2456αὐτοῦ. Ἡ τοιαύτη δὲ πορεία τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας ἐξη-
2457κολούθησε καὶ ἐν τῷ μέλλοντι. (Ἐξακολουθεῖ):
2458«Ὅσον δ’ ἀφορᾷ τὴν ἀμοιβὴν, εἶπον ὅτι ἡ Ἑταιρεία θὰ
2459ἦναι πρόθυμος νὰ δώσῃ καὶ διπλάσιον ποσὸν, ἀλλὰ μετὰ τὴν
2460ἐκτέλεσιν· πρότερον δὲ, μόνον τὰ ἔξοδα τῆς μεταβάσεως θὰ
2461χορηγήσῃ. Τὴν ἀπάντησιν ταύτην, μοὶ εἶπεν ὁ ἀρχηγὸς κατό-
2462πιν ὅτι εὑρίσκει ὀρθὴν, καὶ ὅτι ἀκόμη θὰ συνεννοηθῇ πρῶτον
2463μὲ τὴν Κυβέρνησιν, ἂν ἐγκρίνει τὸ πρᾶγμα· νὰ κρατήσωμεν
2464ὅμως, μοὶ εἶπε, μέχρι τῆς ἀπαντήσεως τὸν ἄνθρωπον ἐνταῦθα.
2465Τὴν ἑπομένην ὁ ἀρχηγὸς μοὶ εἶπεν, ὅτι πρέπει νὰ ἐπισπεύσω-
2466μεν τὴν ἔξοδον τῶν ἀνταρτικῶν σωμάτων· πρέπει καὶ σήμε-
2467ρον, εἰ δυνατὸν, νὰ ἐξέλθουν· αὔριον ἴσως θὰ ἦναι ἀργά. Ἐτη-
2468λεγράφησα δὲ περὶ τούτου ὑμῖν ἀμέσως. «Ποῦ εἶναι τὰ ὅπλα
2469σας;» μοὶ εἶπε δυσανασχετῶν, «ποῦ τὰ χρήματά σας; πρέ-
2470πει νὰ φωνάξῃς ἀμέσως τοὺς καταλλήλους ὁπλαρχηγούς, διὰ
2471νὰ τοὺς εἰπῇς νὰ ἑτοιμασθῶσι, καὶ νὰ χορηγήσῃς ἀμέσως
2472ἀπὸ τοῦδε τὰ ἀναγκαῖα, διότι ἄλλως δὲν θὰ ἑτοιμασθοῦν.
2473Πρέπει δὲ νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψιν, ὅτι αὐτὸ χρειάζεται καὶ με-
2474ρικὰς ἡμέρας διὰ τὴν προετοιμασίαν των, τὰ δὲ πράγμα-
2475τα δὲν περιμένουν». Ἠρώτησα τὸν ἀρχηγὸν, τίνας ὁπλαρ-
2476χηγοὺς θεωρεῖ καταλλήλους, μοὶ παρουσίασε δὲ κατάλογον,
2477ἐν ᾧ ἐσημειοῦντο τὰ ἑξῆς ὀνόματα: Ζέρμας, Ἀλαμᾶνος,
2478Νταβέλης, Λάζος, Νῖκος...»
2479Ταῦτα εἰς ἀπάντησιν τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου ἐκ Πα-
2480ξῶν, ὁ ὁποῖος προχθὲς ἔπαιζε μὲ τὰ ὀνόματα τῶν ὁπλαρ-
2481χηγῶν. Ὁ ἀρχηγὸς καὶ στρατηγὸς Μακρῆς ὑπέδειξε τοὺς
2482ὁπλαρχηγούς, καὶ οὐχὶ ὁ Ροϊλός, ὡς ἐλέχθη. (Ἐξακολου-
2483θεῖ ἀναγινώσκων):
2484«Σᾶς ἐτηλεγράφησα δὲ ἀμέσως ὡς ἑξῆς· ὅτι «πρέπει νὰ
2485ἀποστείλητε ὅσον τὸ δυνατὸν ὅπλα περισσότερα, καὶ τὰ
2486χρήματα μὲ ἄνθρωπον, ὅστις νὰ τὰ διαχειρισθῇ, διότι ἐγὼ
2487ἀπολύτως ἀρνοῦμαι τοῦτο, οὐδ’ ἐπαρκῶ ἄλλως τε καὶ διὰ
2488τὴν διαχείρισιν...»
2489Καὶ τοῦτο εἰς ἀπάντησιν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι διέβαλον τὸν
2490ἀξιότιμον κ. Ροϊλόν, ὡς καταχρασθέντα τὰ χρήματα τῆς
2491Ἐθνικῆς Ἑταιρείας. (Ἐξακολουθεῖ):
2492«Ἐκτὸς ὅμως τοῦ ἀρχηγοῦ, εἶδον καὶ τὸν νομάρχην, ὅσ-
2493τις ἀπεριφράστως ἐζήτησε τὴν συνδρομήν μου, ὡς ἀντιπροσώ-
2494που τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας, πρὸς ἔξοδον ἀνταρτῶν εἰς Μα-
2495κεδονίαν ἀμέσως, προσθέσας, ὅτι «ἀπὸ τὴν Ἐθνικὴν Ἑται-
2496ρείαν περιμένομεν ὅλοι»· ἐζήτησα δὲ τότε τηλεγραφικῶς
2497τὴν γνώμην σας, διότι διὰ τοῦ τῆς 24 Φεβρουαρίου ἐ. ἔ.
2498ἐγγράφου σας μοὶ ἐγνωστοποιεῖτε, ὅτι, «ἐὰν ὁ στρατὸς ἡμῶν
2499δὲν ἐνεργήσῃ εἰς Μακεδονίαν, ἐνέργεια ἡμῶν μόνον εἰς Μα-
2500κεδονίαν ἔσεται ὀλεθρία, λαμβανομένου ὑπ’ ὄψιν τοῦ εἰς Μα-
2501κεδονίαν συγκεντρωθέντος τουρκικοῦ στρατοῦ». Προτοῦ δὲ
2502λάβω τὸ ἀπὸ 7 Μαρτίου ἔγγραφόν σας, ἐν τῷ ὁποίῳ μοὶ
2503ἐγνωστοποιεῖτε, ὅτι «ἡ Κυβέρνησις ἀπεφάσισε τὴν ἔξοδον
2504ἐπαναστατικῶν ὁμάδων εἰς Μακεδονίαν, ὅτι εἰς τὸν μετὰ προ-
2505ηγουμένην πρόσκλησίν της ἀποσταλέντα πρὸς τὸν κύριον Δη-
2506λιγιάννην ἀντιπρόσωπόν μας ἔδωκεν αὕτη τὴν ῥητὴν διαβε-
2507βαίωσιν, ὅτι σήμερον ἐν τῷ αὐτῷ ἀτμοπλοίῳ, τῷ φέροντι αὐ-
2508τόσε λόχον τοῦ Αʹ συντάγματος, διέταξε νὰ φορτωθῶσι 500
2509χιλιάδες φυσιγγίων, προωρισμένων ad hoc (ἔκφρασίς του)
2510διὰ τὰ ὑφ’ ὑμῶν μέλλοντα νὰ παρασκευασθῶσι πρὸς ἔξοδον
2511εἰς Μακεδονίαν σώματα. Προσέτι δὲ ὁ κ. Δηλιγιάννης ἐπέ-
2512τρεψεν, ὅπως ὁ Γ. Καψαλόπουλος, ὑπολοχαγὸς, ἐξέλθῃ τῶν
2513συνόρων ἐπὶ κεφαλῆς τοιούτων σωμάτων», καλέσας με ὁ κ.
2514νομάρχης, παρόντος καὶ τοῦ εἰσαγγελέως τῶν πρωτοδικῶν
2515κυρίου Μανοπούλου, μοὶ ἐσύστησε νὰ προετοιμάσω τὴν τα-
2516χεῖαν ἔξοδον τῶν ἐπαναστατικῶν σωμάτων εἰς Μακεδονίαν.
2517Εἰς ἀπόδειξιν δὲ τοῦ ὅτι ἔπρεπε νὰ σπεύσωμεν, μοὶ ἀνέ-
2518γνωσε τηλεγράφημα τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὅπερ ἐν τούτοις
2519ὁμολογῶ, ὅτι δὲν μὲ ἔπεισε, διότι ἐν αὐτῷ ὁ κ. Πρωθυ-
2520πουργὸς ὡμίλει περὶ ἐπιθυμιῶν, ἔλεγε δηλαδὴ ἐπὶ λέξει, ὡς
2521μοὶ τὸ ἀνέγνωσεν ὁ κ. νομάρχης: «Μὴ παρεμποδίσητε τὴν
2522ἔξοδον τῶν ἀνταρτικῶν σωμάτων εἰς Μακεδονίαν, ἂν ἡ Ἐ-
2523θνικὴ Ἑταιρεία ἐπιθυμῇ τοῦτο». Ἐνῷ δὲ ἐγὼ ἀντέτεινον
2524καὶ ὑπεστήριζον, ὅτι μὲ τοιοῦτο τηλεγράφημα ὅπερ ὁμιλεῖ
2525περὶ ἐπιθυμιῶν, δὲν πρέπει ν’ ἀναλάβωμεν τοιαύτην εὐθύ-
2526νην, προσεπάθουν δὲ ὅ τε κ. νομάρχης καὶ ὁ εἰσαγγελεὺς
2527νὰ μὲ πείσωσι περὶ τοῦ ἐναντίου, προτείνοντες ὡς ἐπιχεί-
2528ρημα μεταξὺ ἄλλων, ὅτι τοιαύτη εἶναι ἡ φρασεολογία τοῦ
2529κ. Πρωθυπουργοῦ, ἔφθασε κατ’ αὐτὴν τὴν στιγμὴν δεύτερον
2530τηλεγράφημα τοῦ κυρίου Πρωθυπουργοῦ, ὅπερ μὲ ἀπήλλαξε
2531παντὸς δισταγμοῦ περὶ τῶν διαθέσεων καὶ ἐπιθυμιῶν του,
2532διότι αὗται διὰ τοῦ δευτέρου τηλεγραφήματος εἶχον μετα-
2533βληθῆ εἰς ῥητὰς παραγγελίας καὶ διαταγὰς περὶ ἐξόδου τῶν
2534ἀνταρτικῶν σωμάτων...»
2535Τώρα ἀφίνω εἰς ὑμᾶς νὰ κρίνητε, ἂν ὁ ἄνθρωπος ὁ γρά-
2536φων ταῦτα, ὁ ἐπικαλούμενος τὴν μαρτυρίαν τοῦ εἰσαγγελέως
2537καὶ τοῦ νομάρχου, ὁ ἀναφερόμενος εἰς τηλεγραφήματα τοῦ
2538Πρωθυπουργοῦ, ἂν ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς ψεύδεται, ὡς ἴσως θε-
2539λήσωσι νὰ τὸν παραστήσωσι, καὶ ἂν ὅλα αὐτὰ εἶναι κατα-
2540σκευάσματα τῆς φαντασίας του, ἢ ὀνειροπολήματα! (Ἐξα-
2541κολουθεῖ ἀναγινώσκων):
2542«Ἔσπευσα καὶ πάλιν νὰ ἴδω τὸν ἀρχηγὸν, ὅστις μοὶ εἶ-
2543πεν, ὅτι ἔχει τηλεγραφικὴν διαταγὴν τῆς Κυβερνήσεως νὰ
2544παραδώσῃ εἰς ἐμὲ ἐπειγόντως 500,000 φυσίγγια ἐκ τῶν
2545ἀποθηκῶν τοῦ Δημοσίου, πράγματι δὲ ἐξέδωκε διαταγὴν
2546πρὸς τὰς Ἐφορείας ὑλικοῦ πολέμου Λαρίσης καὶ Τρικκάλων,
2547ὅπως παραδώσωσιν εἰς ἐμὲ τὸ αὐτὸ ποσὸν τῶν φυσιγγίων,
2548ὅπερ καὶ βραδύτερον παρέλαβον· προσέτι δὲ ἐκάλεσεν ὁ ἀρ-
2549χηγὸς τοὺς ὁπλαρχηγοὺς Ζέρβαν, Ἀλαμᾶνον καὶ Λάζον (βρα-
2550δύτερον ἐκάλεσε τὸν Νταβέλην) εἰς τὴν οἰκίαν τοῦ κ. Γα-
2551λάτη, παρόντος δὲ καὶ ἐμοῦ, συνεζήτησε μετ’ αὐτῶν τὰ τῶν
2552ὅρων τῆς ἐξόδου των εἰς Μακεδονίαν, ἐσύστησε δὲ εἰς ἐμὲ
2553νὰ ἐφοδιάσω αὐτοὺς μὲ τὰ ἀναγκαῖα χρήματα...»
2554Ἀδύνατον, Κύριοι, νὰ παραδεχθῆτε, ὡς ἴσως θὰ ζητή-
2555σωσι νὰ παραστήσωσιν, ὅτι ὁ κ. Ροϊλὸς, παραλαμβάνων τὰς
2556500,000 φυσίγγια, ἔβλεπεν ὄνειρον κατὰ τὴν στιγμὴν ἐκεί-
2557νην· διότι τὸ δῆθεν ὄνειρον διαλύει ἡ ὕπαρξις τῆς διατα-
2558γῆς. (Ἐξακολουθεῖ):
2559«Ἀλλ’ οὗτοι, ἐνῷ ἐφαίνοντο σύμφωνοι μαζύ του, ἐξελθόν-
2560τες ἐκεῖθεν, ἠξίωσαν παρ’ ἐμοῦ τὴν ἐκπλήρωσιν ἑτέρου ῥη-
2561τοῦ ὅρου πρὸς ἔξοδόν των, δηλαδὴ τὴν σύμπραξιν ἀξιωμα-
2562τικῶν, ὡρισμένως δὲ ἀπῄτησαν, ὅπως τεθῇ ἐπὶ κεφαλῆς αὐ-
2563τῶν ὁ ὑπολοχαγὸς Μυλωνᾶς· ἐπὶ τῇ παρατηρήσει μου δὲ,
2564διατὶ δὲν εἶπον οἱ ἴδιοι τοῦτο εἰς τὸν ἀρχηγὸν, μοὶ ἀπήντη-
2565σαν, ὅτι ἐκ σεβασμοῦ πρὸς αὐτὸν δὲν ἠθέλησαν νὰ τὸν δυσ-
2566αρεστήσουν· ἀλλ’ ὁ κύριος ἀρχηγὸς, εἰς ὃν ἀνεκοίνωσα τὴν
2567ἀξίωσιν τῶν ὁπλαρχηγῶν, ἀπεποιήθη καὶ πάλιν νὰ χορη-
2568γήσῃ ἀξιωματικόν...»
2569Καὶ ἐν τούτοις τοὺς ἀξιωματικοὺς τούτους, ὡς βραδύτε-
2570ρον θὰ ἴδωμεν, ἐχορήγησεν ἡ Κυβέρνησις. (Ἐξακολουθεῖ):
2571«Τότε μετέβην παρὰ τῷ πρίγκηπι Νικολάῳ, ὅπως παρα-
2572στήσω αὐτῷ, ὅτι ἡ ἄρνησις τοῦ ἀρχηγοῦ ἤθελεν ἐπιφέρει
2573τὴν ματαίωσιν τῆς ἐξόδου τῶν ἐν λόγῳ ὁπλαρχηγῶν, οἵτι-
2574νες ἐθεωροῦντο οἱ καταλληλότεροι. Εὗρον τὸν πρίγκηπα λίαν
2575δύσθυμον. «Τί νομίζετε», μοὶ εἶπεν, «ὅτι ἔχω ἐγὼ καμμίαν
2576δύναμιν; Φαντασθῆτε, τί δύναμιν ἔχω ἐγὼ, ἀφοῦ ἡ Κυβέρ-
2577νησις διέταξε νὰ μοὶ ἀφαιρεθῶσιν οἱ ἵπποι τῆς πυροβολαρ-
2578χίας μου, μένω δὲ ἐνταῦθα πλέον διοικητὴς πυροβολαρχίας
2579ἄνευ ἵππων, δηλαδὴ ἐντελῶς ἀχρήστου». (Σημειῶ τὴν λεπτο-
2580μέρειαν ταύτην, διότι ἰσχυρὰν μοὶ ἐπροξένησεν ἐντύπωσιν,
2581τὸ ὅτι δακρύων ὁ πρίγκηψ μοὶ εἶπε τὰ ἀνωτέρω)...»
2582Καὶ ἐν τούτοις κατηγόρησαν τῆς Α. Ὑψηλότητος, ὅτι
2583ἐπίτηδες παρέμεινεν ἐν Λαρίσῃ, διὰ νὰ μὴ πολεμήσῃ! (Ἐξα-
2584κολουθεῖ):
2585«Ὅσον ὅμως ἀφορᾷ τὴν ἄρνησιν τοῦ ἀρχηγοῦ διὰ τὴν χο-
2586ρήγησιν τοῦ ὑπὸ τῶν ὁπλαρχηγῶν αἰτηθέντος ἀξιωματικοῦ,
2587μοὶ προσέθηκεν, ὅτι θὰ συνεννοηθῇ μετὰ τοῦ ἀρχηγοῦ, καὶ
2588θὰ μοὶ ἀπαντήσῃ ἐγγράφως, ὅπερ καὶ ἔπραξε κατόπιν ἡ
2589Α. Ὑψηλότης, ἐγγράφως γνωστοποιήσας μοι, ὅτι ὁ στρα-
2590τηγὸς θ’ ἀποστείλῃ τὸν ζητηθέντα ὑπὸ τῶν ὁπλαρχηγῶν
2591ἀξιωματικόν, ὑπὸ τὸν ὅρον νὰ τηρηθῇ ἄκρα μυστικότης περὶ
2592τούτου.
2593»Οἱ ἀνωτέρω ὁπλαρχηγοί, οὓς ὑπέδειξεν, ὡς ἀνωτέρω
2594ἐσημείωσα, αὐτὸς ὁ ἀρχηγός, ἐθεωρήθησαν παρὰ πάντων ἀν-
2595εξαιρέτως ὡς οἱ καταλληλότεροι διὰ νὰ ἐξέλθωσιν εἰς Μα-
2596κεδονίαν. Ἐκτὸς ὅμως τῆς κοινῆς ὑπὲρ αὐτῶν γνώμης, ἐνό-
2597μισα ὅτι διὰ τῆς προτιμήσεως αὐτῶν, οὓς ὁ ἀρχηγὸς τοῦ
2598στρατοῦ ὑπέδειξε, διετρανοῦτο ἡ εἰλικρινὴς συνεργασία μετὰ
2599τῆς Κυβερνήσεως, ἀφίετο δὲ πλήρης ἡ εὐθύνη τῆς ἐπιλο-
2600γῆς εἰς τοὺς ἐκλέξαντας αὐτοὺς, οἵτινες εἶναι καὶ οἱ ἁρμο-
2601διώτεροι, ὅπως κρίνωσι περὶ τοῦ καταλλήλου ἢ μὴ αὐτῶν.
2602Πράγματι δὲ οὐδ’ ἕνα ἁπλοῦν ὁπλοφόρον ὑπέδειξα ἐγὼ κατὰ
2603τὸν καταρτισμὸν τοῦτον, ἀφῆκα δὲ, ὡς ὁ ἀρχηγὸς ἔκρινεν
2604ὀρθὸν, ὅπως αὐτοὶ οἱ ἴδιοι ὁπλαρχηγοὶ ἐκλέξωσι τοὺς ἄνδρας,
2605οἱ ὁποῖοι ἤθελον ἀποτελέσει τὰ ὑπ’ αὐτοὺς σώματα, διότι
2606οὕτω θὰ ὑπῆρχεν ἡ ἐκ τῆς ἐπιρροῆς ἐπ’ αὐτῶν ἱεραρχία,
2607ἡ ἀναπληροῦσα τὴν πειθαρχίαν τοῦ τακτικοῦ στρατοῦ...»
2608Καὶ ταῦτα πρὸς ἀπάντησιν τῶν ἐκτοξευθεισῶν ὕβρεων
2609κατὰ τῶν λεγομένων σταυραετῶν. (Ἐξακολουθεῖ):
2610«Ἕν τι μόνον ἠξίωσα ἐγὼ παρὰ τοῦ στρατηγοῦ, νὰ ὁρ-
2611κισθῶσιν οἱ ἄνδρες πρὸ τῆς ἐξόδου των τὸν γνωστὸν πατριω-
2612τικὸν ὅρκον τῆς Ἑταιρείας, ὅπερ, περιττὸν καὶ νὰ σημειώ-
2613σω, ὅτι προθύμως ἐδέχθη ὁ στρατηγός.
2614»Ἐπὶ τῇ βάσει ταύτῃ καταρτισθέντων τῶν σωμάτων, διε-
2615τάχθη, μετὰ προηγουμένην συνεννόησιν τοῦ ἀρχηγοῦ μετὰ
2616τοῦ ὑπολοχαγοῦ Μυλωνᾶ, ἡ συγκέντρωσις αὐτῶν εἰς χωρίον
2617Κουβέλτσι ἐκ διαφόρων σημείων κατὰ τὴν αὐτὴν ἡμέραν.
2618Ἐνῷ δὲ εἶχεν ἀρχίσει ἡ συγκέντρωσις, καλέσας με ὁ στρα-
2619τηγὸς μὲ ἠρώτησε, ποῦ εὑρίσκεται ὁ Μυλωνᾶς, διότι, ὡς
2620μοὶ εἶπεν, ἤθελε νὰ συστήσῃ εἰς αὐτὸν τὴν ἀναβολὴν τῆς
2621ἐξόδου τῶν ἀνταρτῶν, ἐπὶ τῷ λόγῳ, ὅτι αὔριον φθάνει ὁ Διά-
2622δοχος, ἀφοῦ δὲ αὐτὸς θὰ ἦναι πλέον ὁ ἀρχηγὸς τοῦ στρα-
2623τοῦ, πρέπει νὰ περιμείνωμεν τὴν γνώμην του. Ἀνεχώρησα
2624τότε μετὰ τοῦ κ. Γουσίου εἰς Κουβέλτσι, ἔνθα εἶχον συγκεν-
2625τρωθῆ πάντες σχεδὸν τὴν 16 Μαρτίου. Ἡ ἀναβολὴ τῆς ἐξό-
2626δου ἦτο πλέον ἐπιβεβλημένη, ἕνεκα τῆς ἀνωτέρω ὁδηγίας τοῦ
2627στρατηγοῦ.
2628»Ὀφείλω ἐνταῦθα νὰ σημειώσω, ὅτι, καθ’ ὃν χρόνον εὑ-
2629ρισκόμεθα εἰς Κουβέλτσι, ὁ κύριος Γούσιος ἔλαβε σύστασιν
2630τοῦ κ. Λεβίδου, ὅπως βοηθήσῃ τὴν ἔξοδον εἰς Μακεδονίαν
2631τοῦ Κρητὸς ὁπλαρχηγοῦ Βαγιανῆ μετὰ σώματος Κρητῶν,
2632καὶ ἑτέραν τοιαύτην τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν κυ-
2633ρίου Μαυρομιχάλη, ὅπως προσληφθῇ εἰς τὸ σῶμα ὁ ἀνεψιὸς
2634αὐτοῦ κ. Μαυρομιχάλης μετὰ τῶν ὑπ’ αὐτὸν Λακώνων...»
2635Ἐπειδὴ ἐν τῇ ἐκθέσει ἀναφέρεται ἐπίσης τὸ ὄνομα τοῦ
2636ἀειμνήστου καὶ ἀληθοῦς πατριώτου Γουσίου, ὀφείλω νὰ
2637κάμω μίαν παρέκβασιν. Ὁ Γεώργιος Γούσιος ἦτο γνωστὸς
2638ὡς ἔνθερμος καὶ ἐνθουσιώδης πατριώτης, λαβὼν μέρος κατὰ
2639τὴν ἐξέγερσιν τὴν ἐν ἔτει 1878, καὶ κατὰ τὴν μάχην τῆς
2640Μακρυνίτσης ἀπώλεσε τὸν ἕνα τῶν ὀφθαλμῶν, διότι μία βο-
2641λὶς ἐνεπήχθη εἰς τὸν ὀφθαλμὸν αὐτοῦ, καὶ τὴν βολίδα ταύ-
2642την διετήρει πάντοτε ἐντὸς τοῦ θυλακίου του καὶ τὴν ἐπε-
2643δείκνυεν. Ὁ Γούσιος κατεῖχε θέσιν ἐπιφανῆ τραπεζίτου ἐν
2644Ἀλεξανδρείᾳ, ἐγὼ δὲ, ὅτε μετέβην ἐκεῖ, ἐπὶ ἐκτάκτῳ ἀπο-
2645στολῇ, τὸ 1883, τὸν ἐγνώρισα καὶ συνεσχετίσθην μαζύ του,
2646καὶ διέγνωσα ἐν αὐτῷ πατριώτην ἔνθερμον, ἐνθουσιαζόμε-
2647νον εἰς τὴν παραμικρὰν ἐθνικὴν ἰδέαν. Ὁ Γούσιος ἦτο Διευ-
2648θυντὴς τῆς Ἀγγλοαιγυπτιακῆς Τραπέζης, ἅμα δὲ ἔμαθε τὰ
2649ἐν τῇ ἐλευθέρᾳ Ἑλλάδι συμβάντα, καὶ ἰδίως τὰ ἐν Κρήτῃ,
2650τὴν ἐπιστράτευσιν τοῦ στρατοῦ, τὴν συγκέντρωσιν τοῦ στρα-
2651τοῦ ἐν Θεσσαλίᾳ, ἔσπευσε καὶ οὗτος, ἀφοῦ πρῶτον προε-
2652κάλεσε πλουσιώτατον ἔρανον ἐκ μέρους τῶν ἐν Αἰγύπτῳ ὁμο-
2653γενῶν. Περὶ τοῦ ἐράνου τούτου ἐγένετο προχθὲς λόγος ἐκ
2654μέρους τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐκ Παξῶν, καὶ εἶναι ἀλη-
2655θὲς, ὅτι αἱ 3,000 λίραι, αἱ συλλεχθεῖσαι ἐν Καΐρῳ, ἀπε-
2656στέλλοντο μὲν πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Ἑταιρείαν, ἀλλὰ δι’ ἄλ-
2657λης χειρός...
2658§136Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τίνος χειρός;
2659§137Δ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Τὴν ἐννοεῖτε, χωρὶς νὰ τὴν εἴπω.
2660§138Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ἀποσιωπᾶτε ἐπί-
2661τηδες, ἢ δὲν τὸ ἐνθυμεῖσθε;
2662§139Δ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Ἐνθυμοῦμαι πολὺ καλῶς... Τὸ δὲ ἄλλο
2663ποσὸν ἐδόθη εἰς τὸν Γούσιον, μὲ τὴν ἐντολὴν νὰ δαπανήσῃ
2664αὐτὸ πρὸς οἷον ἔκρινεν αὐτὸς ἐθνικὸν σκοπόν. Διὰ τοῦτο ὁ
2665Γούσιος, καίτοι ἦλθεν εἰς ἄμεσον συνάφειαν πρὸς τὴν Ἐθνι-
2666κὴν Ἑταιρείαν, ἀλλὰ καὶ πρὸς τὴν Κυβέρνησιν συγχρόνως,
2667μετέβη εἰς Θεσσαλίαν καὶ διέπραξε τὰ ἐκεῖ, συνεννοηθεὶς
2668μετὰ τοῦ ἀρχηγοῦ, πρῶτον μὲν τοῦ στρατηγοῦ Μακρῆ, εἶτα
2669δὲ μετὰ τῆς Α. Β. Ὑψηλότητος τοῦ Διαδόχου, διώρισε
2670συγχρόνως καὶ ἀντιπρόσωπόν του, διότι δὲν ἠδύνατο
2671παντοῦ νὰ παρίσταται, τὸν Ἰωάννην Καρτάλην, τὸν ἐκ Βό-
2672λου, λίαν στενὸν φίλον του, καθ’ ὃ ἐγκατεστημένον ἐν Αἰ-
2673γύπτῳ· καὶ ὁ μὲν Καρτάλης μετέβη καὶ ἐγκαθιδρύθη ἐν
2674Τρικκάλοις, ὁ δὲ Γούσιος ἐν Λαρίσῃ. Θὰ ἀναγνώσω βραδύ-
2675τερον ἐπιστολὴν τοῦ Γουσίου, διότι εἶναι ἄξιον νὰ ἀναγνω-
2676σθῇ, ἐν σχέσει ὅμως πρὸς τὴν διαχείρισιν τοῦ ποσοῦ, τὸ
2677ὁποῖον οἱ ἐν Αἰγύπτῳ ἐνεπιστεύθησαν εἰς αὐτόν.
2678Ἐξακολουθῶ τὴν ἀνάγνωσιν τῆς ἐκθέσεως:
2679«Ἐνῷ εὑρισκόμεθα εἰς Κουβέλτσι ἀπρακτοῦντες, ἦλθεν
2680ἐκεῖ ὁ κ. νομάρχης Τρικκάλων, ὅστις ἀνήγγειλε τῷ κυρίῳ
2681Γουσίῳ, παρόντος καὶ ἐμοῦ, ὅτι ἐπῆλθον λόγοι, ἐξ ὧν ἦτο
2682ἀνάγκη ν’ ἀναβληθῇ ἡ ἔξοδος τῶν ἀνταρτῶν. Νομίσας δὲ τότε
2683ἐγώ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις μετέβαλε γνώμην, ἐπρότεινα εἰς τὸν
2684κ. νομάρχην τὴν διάλυσιν τῶν σωμάτων, διότι θὰ ἦτο καὶ
2685ἄσκοπον καὶ δεινὸν διὰ τὰ οἰκονομικὰ τῆς Ἑταιρείας ἡ ἄνευ
2686σκοποῦ συντήρησις τόσου ἐκεῖ πολυαρίθμου σώματος. Ἡ
2687ἀπάντησις ὅμως τοῦ κ. νομάρχου, ἣν καὶ ἄλλοι παρόντες
2688ἐκεῖ ἤκουσαν, ἦτο αὐτολεξεί: «ὄχι! γιὰ ὄνομα τοῦ Θεοῦ!»—
2689Νομάρχης δὲ Τρικκάλων διετέλει τότε ὁ Πετρίτσης, ἐπίσης
2690πατριώτης ἔνθερμος, καὶ ἄλλοτε πολεμήσας ἐν Κρήτῃ.
2691»Τὴν ἑπομένην τῆς ἡμέρας, καθ’ ἣν συνέβησαν τὰ ἀνω-
2692τέρω, ἐκάλεσεν εἰς Λάρισαν τὸν κ. Γούσιον καὶ ἐμὲ ἡ Α. Υ.
2693ὁ Διάδοχος, καὶ μᾶς ἀνεκοίνωσε περίπου τὰ ἑξῆς· ὅτι δὲν
2694πρέπει ἐπὶ τοῦ παρόντος νὰ ἐξέλθωσιν οἱ ἐπαναστάται, διότι
2695ἤδη ἤρξαντο μετακινήσεις τοῦ στρατοῦ μας, καὶ ὅτι δὲν πρέ-
2696πει νὰ διαμείνωσιν εἰς ἣν θέσιν ἦσαν (τουτέστιν εἰς τὸ Κου-
2697βέλτσι), ἀλλὰ ν’ ἀποσυρθῶσιν εἰς μέρος, ὅπου νὰ μὴ φαί-
2698νωνται· ἀνέθηκε δὲ εἰς ἐμὲ νὰ μεταβιβάσω τὴν διαταγὴν
2699ταύτην εἰς τοὺς ἀρχηγοὺς τῶν σωμάτων, τὴν αὐτὴν δὲ νύ-
2700κτα διέταξεν ἡ Α. Υ. καὶ τὸν ἐπίλαρχον κ. Ε. Μεταξᾶν,
2701ὅπως μεταβῇ ἀμέσως εἰς Κουβέλτσι καὶ μεταβιβάσῃ τὴν ὡς
2702ἄνω διαταγήν. Πράγματι δὲ τὴν ἰδίαν νύκτα ἀνεχώρησεν
2703ἔφιππος ἐκεῖσε ὁ κύριος Μεταξᾶς, ἐκπληρώσας τὴν ἀποστο-
2704λήν του.
2705»Ἀκριβῶς δὲν δύναμαι νὰ γνωρίζω, τί ἀπήντησεν ὁ κ.
2706Μεταξᾶς, νομίζω ὅμως, ὅτι τηλεγραφικῶς παρέστησε τήν τε
2707ἀναβολὴν τῆς ἐξόδου τῶν σωμάτων καὶ τὴν διάλυσιν αὐτῶν
2708ὡς ἐπικίνδυνον. Ἐγώ, φθάσας εἰς Κουβέλτσι, εὗρον, ὅτι ἓν
2709μέρος τῆς διαταγῆς εἶχεν ἐκτελεσθῆ, τουτέστιν εἶχον ἀπο-
2710συρθῆ τὰ σώματα εἰς τὸ δάσος Βερέντζι, ὁπόθεν ἔπαυσαν
2711πλέον νὰ ἦναι καταφανῆ, συνήντησα δὲ μόνον τὸν ἕνα τῶν
2712στρατιωτικῶν ἀρχηγῶν, τὸν κ. Α. Μυλωνᾶν, ὅστις εὑρίσκετο
2713ἐκεῖ ἐξετάζων τὸν πάρεδρον τοῦ χωρίου περὶ τῆς ζημίας, ἣν
2714ὑπέστη τὸ χωρίον ἐκ τῆς διαμονῆς τῶν ἀνταρτῶν, ὅπως προβῇ
2715εἰς ἀποζημιώσεις, καὶ ἀντελήφθην, ὅτι πολλοὶ τῶν ὁπλαρ-
2716χηγῶν, δυσαρεστηθέντες διὰ τὴν ἐπὶ τόσας ἡμέρας ἀναβολὴν
2717τῆς ἐξόδου, κατόπιν τόσων ἐσπευσμένων διαταγῶν περὶ ἀμέ-
2718σου συγκεντρώσεως καὶ εἰσβολῆς, ἠπείλουν, ὅτι δὲν θὰ ἀκού-
2719σουν κανένα εἰς τὸ ἑξῆς. Οὕτω λ. χ. εἷς ἐξ αὐτῶν ἔλεγεν,
2720ὅτι «κἀγὼ δὲν ἦλθον ἐδῶ διὰ νὰ τρώγω ἀρνιά· θὰ πάρω τοὺς
2721ἰδικούς μου καὶ θὰ τραβήξω ἐμπρός. Ὅποιος θέλει ἂς μὲ
2722ἀκολουθήσῃ».
2723»Κατόπιν τούτων ἐτηλεγράφησα τῷ κ. Σαπουντζάκῃ τὰ
2724ἑξῆς: «Διευθύνοντες ὑποδεικνύουσιν ὀλεθρίας συνεπείας, ἐν
2725περιπτώσει παρατεταμένης ἀναβολῆς, ἰδίως παρατόλμους,
2726μονομερεῖς καὶ αὐτοβούλους προσβολὰς κατὰ μικρὰς ὁμάδας».
2727Ἀνεχώρησα δὲ πάλιν διὰ Λάρισαν. Ἦτο (ἂν δὲν ἀπατῶ-
2728μαι) τότε ἡ 23 Μαρτίου, ἀνεκοίνωσα δὲ προφορικῶς εἰς τὸν
2729κ. Σαπουντζάκην, ὅτι, ἐφ’ ὅσον δύνανται, οἱ ἀρχηγοὶ θ’ ἀνα-
2730βάλλωσι τὴν ἔξοδον, μοὶ ἀπήντησε δὲ, ὅτι «κανεὶς δὲν λέ-
2731γει νὰ μὴ ἐξέλθουν οἱ ἐπαναστάται· τὸ ζήτημα εἶναι νὰ μὴ
2732συγκρουσθῶσιν εἰς τὴν γραμμήν». Τὴν ἡμέραν τῆς 25 Μαρ-
2733τίου συνήντησα τὸν κ. νομάρχην εἰς τὸ δημαρχικὸν κατά-
2734στημα, μοὶ εἶπε δὲ, παρόντος καὶ ἄλλου, ὅτι «αὐτὸς τώρα
2735πάλιν ἤλλαξε γνώμην· θέλει νὰ βγάλωμεν καὶ αὐτοὺς καὶ ἄλλα
2736σώματα». Ἐνόει δὲ τὸν κ. Πρωθυπουργόν.
2737»Τὸ δὲ ἑσπέρας τῆς 25 Μαρτίου ὁ κ. Σαπουντζάκης μετὰ
2738τὸ γεῦμα, κρατήσας τὸν κ. νομάρχην καὶ ἐμέ, μοὶ εἶπε τὰ
2739ἑξῆς: «Σᾶς ἐκράτησα διὰ νὰ σᾶς ἀναγνώσω τηλεγράφημα περὶ
2740ἀδείας ἐξόδου τῶν ἀνταρτῶν, τὸ ὁποῖον ὁ κ. νομάρχης παρα-
2741καλεῖται νὰ μεταβιβάσῃ διὰ τοῦ κρυπτογραφικοῦ του λεξικοῦ
2742εἰς τὸν νομάρχην Τρικκάλων, ὅπως λάβῃ καὶ οὗτος γνῶσιν.»
2743»Τὸ τηλεγράφημα εἶχεν ὡς ἑξῆς:
2744«Νομάρχην Τρικκάλων. Εἰδοποιήσατε ταξίαρχον Ἀντω-
2745»νιάδην ἀφήσῃ ἐλεύθερα, ὅπως ἐξέλθουν, ἀνταρτικὰ σώματα,
2746»ὑπὸ τὸν ὅρον νὰ μὴ συγκρουσθῶσιν εἰς τὴν γραμμήν.
2747»Κατὰ διαταγὴν, Σαπουντζάκης.»
2748»Ἡ τηλεγραφικὴ αὕτη διαταγὴ παρεδόθη ὑπὸ τοῦ κ.
2749Σαπουντζάκη τὴν ἑπομένην εἰς ἐμὲ τὸν ἴδιον, ὅπως ἐγὼ τὴν
2750ἐγχειρίσω εἰς τὸ τηλεγραφεῖον, ὅπερ καὶ ἔπραξα, ἤτοι τὴν
275126 Μαρτίου. Ἐξῆλθον δὲ οἱ ἐπαναστάται τὴν 28 Μαρτίου...»
2752Καὶ ἐδῶ, Κύριοι, ἐρωτῶ, καὶ ἐρωτῶ μετ’ ἀγανακτήσεως:
2753ἡ Ἐθνικὴ Ἑταιρεία ἀπέλυσε τὰ σώματα εἰς τὴν Μακεδο-
2754νίαν; ἢ ταῦτα διετέλουν ὑπὸ τὰς διαταγὰς τῶν τεταγμέ-
2755νων ἀρχῶν;
2756§140Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Θὰ τὰ ἴδητε μετ’ ὀλίγον, ἀφοῦ
2757καταβῆτε ἀπὸ τὸ βῆμα.
2758§141Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅσα λέγει ὁ κύριος Ροϊλὸς εἶναι
2759χρησμοί!
2760§142Δ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Εἶναι αὐτὴ ἡ ἀλήθεια! (Ἐξακολουθεῖ
2761ἀναγινώσκων):
2762«Μίαν δὲ ἢ δύο ἡμέρας πρὸ τῆς ἐξόδου των, οἱ ἀρχηγοὶ
2763τῶν ἐπαναστατῶν ἐνόμισαν, ὅτι ἦτο ἀνάγκη νὰ παραλάβωσι
2764μαζύ των καὶ ἄλλα φυσίγγια, πλὴν τῶν ὅσων εἶχον· ὁ Γού-
2765σιος τότε, μεταβὰς παρὰ τῷ ἐπιτελάρχῃ κ. Σαπουντζάκῃ,
2766ἐζήτησε παρ’ αὐτοῦ 300,000 τοιούτων, ἀλλ’ ὁ κ. Σαπουν-
2767τζάκης ἀπήντησεν, ὅτι πρέπει πρῶτον νὰ ἐρωτήσῃ τὴν Κυ-
2768βέρνησιν περὶ τούτου (ὡς ἔπραττε, κατὰ τὴν ἀντίληψίν μου,
2769καὶ διὰ πᾶν ὅ,τι ἀφεώρα τὰ ἀνταρτικὰ σώματα)· ἀνέγνωσε
2770δὲ εἰς ἐμὲ τὴν ἑπομένην τηλεγράφημα τοῦ Πρωθυπουργοῦ,
2771ἢ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, δι’ ὧν ἐτηλεγραφοῦντο
2772τὰ ἑξῆς: «Δύνασθε νὰ χορηγήσητε τὰς 300,000 φυσιγγίων
2773ἢ ἐπὶ τῇ ἀμέσῳ πληρωμῇ τοῦ τιμήματος, ὁριζομένου ἐπιει-
2774κῶς εἰς 30,000 δραχμάς, ἢ ἐπὶ τῇ ὑποσχέσει ἀποδόσεως».
2775Πράγματι δὲ τότε ὁ κ. Σαπουντζάκης ἐτηλεγράφησεν εἰς
2776τὴν ἐφορείαν ὑλικοῦ πολέμου Τρικκάλων, ὅπως παραδοθῶσιν
2777εἰς τὸν κ. Καρτάλην αἱ 300,000 φυσιγγίων, αἱ ζητηθεῖσαι
2778ὑπὸ τῶν ὁπλαρχηγῶν τοῦ εἰσβαλόντος σώματος, ὑπὸ τοὺς
2779ὅρους, οὓς ἐτηλεγράφει ὁ κ. Πρωθυπουργός.
2780»Τὴν ἑπομένην τῆς ἐξόδου των οἱ ἀρχηγοὶ τῶν ἐπανα-
2781στατῶν ἐζήτησαν ἓν πυροβόλον διὰ τὴν πολιορκίαν τοῦ Βαλ-
2782τίνου· γνωρίζων δὲ ἐγὼ, ὅτι ὑπῆρχον πολλὰ τοιαῦτα εἰς τὰς
2783ἀποθήκας, μὴ χρησιμοποιηθέντα δι’ ἔλλειψιν ἵππων καὶ ἡμιό-
2784νων, μετεβίβασα τῷ κ. Σαπουντζάκῃ τὴν αἴτησιν ταύτην
2785τῶν ἐπαναστατῶν· ἀλλ’ ὁ κ. Σαπουντζάκης μοὶ ἀπήντησε
2786καὶ πάλιν, ὅτι, ὅπως δι’ ὅλα, οὕτω καὶ περὶ τοῦ πυροβόλου
2787πρέπει νὰ ἐρωτηθῇ ἡ Κυβέρνησις, καὶ ν’ ἀναμείνωμεν τὴν
2788ἀπάντησίν της. Δὲν γνωρίζω δὲ μέχρις ὥρας, τίς ἡ ἀπάν-
2789τησις τῆς Κυβερνήσεως...»
2790Καὶ ἔρχονται μετὰ τοῦτο νὰ σᾶς λέγωσιν, ὅτι ἡ Ἐθνικὴ
2791Ἑταιρεία ἦτο μυστικὴ ἑταιρεία, ἐν παραβύστῳ ἐνεργοῦσα,
2792ἀφοῦ ἐκ τούτου ἀποδεικνύεται καὶ ἐξ ἄλλων ἐπισήμων ἐγ-
2793γράφων, ὅτι ἦτο εἰς ἄμεσον συνάφειαν καὶ ἐπαφὴν μὲ τὴν Κυ-
2794βέρνησιν, ἀφοῦ πράξεις τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἀνεγνώρι-
2795σαν τὴν Ἑταιρείαν ταύτην, καὶ παρέσχον εἰς αὐτὴν ἐκ τοῦ
2796ὑλικοῦ τοῦ ἐναποταμιευμένου καὶ ἀνήκοντος εἰς τὸ Δημόσιον
2797φυσίγγια ἀβολίδωτα καὶ βολιδωμένα, διατί; πρὸς ἰδίαν αὐτῆς
2798χρῆσιν; ἢ διότι ἀνεγνώριζον, ὅτι ὁ σκοπὸς, διὰ τὸν ὁποῖον ἐ-
2799πρόκειτο νὰ μεταχειρισθῇ τὰ φυσίγγια ταῦτα, ἦτο ἐθνικὸς,
2800ἦτο σκοπὸς ὁ ὁποῖος συνέπιπτε πρὸς τὰς γνώμας καὶ τὰς
2801ἐνεργείας τῆς Κυβερνήσεως; Διότι, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ἀπεδο-
2802κίμαζε τὴν ἔξοδον τῶν ἀνταρτικῶν σωμάτων, δὲν εἶχε παρὰ
2803νὰ διατάξῃ τὴν διάλυσιν αὐτῶν, καὶ ἐὰν δὲν πιστεύσητε εἰς
2804τοῦ Ροϊλοῦ τοὺς λόγους, ὁ ὁποῖος αὐτὸς οὗτος ἐπρότεινε τὴν
2805διάλυσιν τῶν σωμάτων, ὅτε εἶδε τὴν Κυβέρνησιν ἐπαμφοτε-
2806ρίζουσαν καὶ μεταβάλλουσαν γνώμην, σκεφθῆτε, ὅτι ἡ Κυ-
2807βέρνησις εἶχε 50,000 στρατὸν ἐν Θεσσαλίᾳ, καὶ δὲν ἠδύ-
2808νατο νὰ διαλύσῃ 2,000 ἀντάρτας; Δὲν εἶχε, Κύριοι, παρὰ
2809νὰ δώσῃ τὴν διαταγὴν περὶ διαλύσεως τῶν σωμάτων, καὶ
2810τὰ σώματα, εἶναι βέβαιον, θὰ διελύοντο. (Ἐξακολουθεῖ ἀνα-
2811γινώσκων):
2812«Παρέλειψα ἀνωτέρω νὰ σημειώσω καὶ ἑτέραν ἐκδούλευ-
2813σιν τοῦ κυρίου νομάρχου Λαρίσης πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Ἑται-
2814ρείαν. Ἡμέρας τινὰς πρὸ τῆς ἐξόδου τῶν ἐπαναστατῶν,
2815καλέσας ὁ κύριος νομάρχης τὸν δήμαρχον, ἀνέθηκεν αὐτῷ νὰ
2816καταρτίσῃ ἐπιτροπὴν πρὸς συλλογὴν ἐράνων ὑπὲρ τῶν ἀναγ-
2817κῶν τῆς πατρίδος· ἐπὶ τῇ ὑποδείξει μου δὲ, ὅτι τοιοῦτοι
2818ἔρανοι διενεργοῦνται ἤδη ἐν Λαρίσῃ δι’ ἐπιτροπῆς ὑπὸ τῆς
2819Ἐθνικῆς Ἑταιρείας, ἔσπευσεν ἀμέσως ὁ κύριος νομάρχης νὰ
2820παραγγείλῃ τῷ κ. δημάρχῳ νὰ μὴ συστήσῃ τὴν ἐπιτροπὴν,
2821ἣν τῷ εἶχεν εἰπεῖ, ἀλλὰ τὴν τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας...»
2822Δηλαδὴ ὁ νομάρχης καὶ διοικητὴς τοῦ νομοῦ ἐκείνου ἐπέ-
2823τρεπεν εἰς τὴν Ἐθνικὴν Ἑταιρείαν νὰ συλλέξῃ ἐράνους, κα-
2824ταργήσας τὴν ἐπιτροπὴν, τὴν ὁποίαν αὐτὸς εἶχε συστήσει.
2825Καὶ ὁμιλοῦσι περὶ παρανόμου συλλογῆς ἐράνων!...
2826§143Κ. ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Γνωρίζετε μάλιστα, ἐὰν ἐστάλη-
2827σαν εἰς τοὺς νομάρχας Τρικκάλων καὶ Λαρίσης ἀνὰ 10,000
2828δραχμαὶ παρὰ τῆς Κυβερνήσεως πρὸς ἐξοπλισμὸν ἀνταρτι-
2829κῶν σωμάτων διὰ τὴν Μακεδονίαν, καὶ ὅτι ὁ πρώην Ὑπουρ-
2830γὸς τῶν Οἰκονομικῶν κύριος Σιμόπουλος διέταξε τὴν ἐπι-
2831στροφὴν τῶν χρημάτων αὐτῶν παρὰ τῶν νομαρχῶν ἀμφο-
2832τέρων, τοῦ Πετρίτση καὶ τοῦ Μπουκλάκου, ὡς κακῶς ἀπο-
2833σταλέντων τῶν χρημάτων εἰς τοὺς κυρίους αὐτούς;
2834§144Δ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Τὸ γνωρίζω· τὸ ἐφύλαττον, ἵνα τὸ ἀνα-
2835φέρω, ὅταν θὰ ἔλθω εἰς τὸ ζήτημα τῆς οἰκονομικῆς διαχει-
2836ρίσεως.
2837§145Κ. ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Καὶ 5,000 δραχμαὶ εἰς τὸν νο-
2838μάρχην Φθιώτιδος κ. Παπασταθόπουλον.
2839§146Δ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. (ἀναγινώσκει).
2840«Παρέλιπον ἐπίσης νὰ σημειώσω, ὅτι, καθ’ ὃν χρόνον εἶχε
2841τελειώσει πᾶσα συνεννόησις τοῦ ἀρχηγοῦ κ. Μακρῆ μετὰ
2842τῶν ὁπλαρχηγῶν, εἶχε δὲ ἀρχίσει ἡ συγκέντρωσις τῶν ἐπα-
2843ναστατῶν, ἀφίκετο ὁ συνταγματάρχης κ. Δουμπιώτης, ὃν
2844δὲν ἔσπευσα νὰ ἴδω ἀμέσως, διότι οὐδεμίαν σχετικὴν ὁδη-
2845γίαν εἶχον· ἐπειδὴ ὅμως βραδύτερον ὁ κ. Γούσιος μὲ ἐβε-
2846βαίωσεν, ὅτι ἐκ μέρους τῆς Ἑταιρείας ἔρχεται ἐνταῦθα, ἔ-
2847σπευσα ἀμέσως νὰ τὸν ἐπισκεφθῶ μετὰ τοῦ κ. Γουσίου, καὶ
2848δηλώσω αὐτῷ, ὅτι εἴμεθα εἰς τὰς διαταγάς του· τὸν παρε-
2849κάλεσα δὲ νὰ μᾶς εἴπῃ, τί ἐπιθυμεῖ νὰ κάμωμεν· μοὶ ἀπήν-
2850τησεν ὅμως ὁ σεβαστὸς συνταγματάρχης, ὅτι δὲν ἐννοεῖ νὰ
2851ἐξέλθῃ εἰς Μακεδονίαν ἢ μετὰ τὴν κήρυξιν τοῦ πολέμου καὶ
2852μετὰ τὴν ἔξοδον τοῦ στρατοῦ, μοὶ ὑπέδειξε δ’ ὅτι θὰ λάβῃ
2853ἀνάγκην καὶ 100 ἡμιόνων πρὸς μεταφορὰν πολεμεφοδίων
2854καὶ τροφίμων· σᾶς ἐτηλεγράφησα δὲ ἀμέσως περὶ τῶν γνω-
2855μῶν του, αἵτινες ἀντέκειντο πρὸς τὰ ὑπὸ τοῦ στρατηγοῦ
2856παραγγελλόμενα περὶ ἐξόδου τῶν ἀνταρτῶν πρὸ τοῦ στρατοῦ.
2857»Ἐγὼ πολὺ ἐλυπήθην, διότι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ τεθῇ
2858ἐπὶ κεφαλῆς ὅλων τῶν ἐπαναστατῶν ὁ συνταγματάρχης κ.
2859Δουμπιώτης, ὡς ἐνόμιζον, καὶ περὶ οὗ πολλάκις ἔγραψα
2860ὑμῖν, ὅτι εἶναι ὁ καταλληλότερος πάντων, ἰδίως ἕνεκα τοῦ
2861γοήτρου, ὅπερ ἀσκεῖ τὸ ὄνομά του ἐν Μακεδονίᾳ...»
2862§147Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ἄλλα λέγει ὁ κ. Δουμπιώτης εἰς
2863τὴν κατάθεσίν του· ἀλλ’ ἀδιάφορον.
2864§148Δ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Ἀλλ’ ὁ κ. Δουμπιώτης, ὡς γνωρίζετε,
2865εἶχεν ἀποσταλῆ εἰς τὴν Θεσσαλίαν παρὰ τῆς Κυβερνήσεως,
2866ἵνα καταρτίσῃ καὶ αὐτὸς ἀνταρτικὰ σώματα. (Ἐξακολουθεῖ
2867ἀναγινώσκων):
2868«Ἤδη, θεωρῶν λήξασαν τὴν ἐντολήν μου, καὶ ἀναχωρῶν
2869ἐντεῦθεν, ὑποβάλλω ὑμῖν τὴν παροῦσάν μου ἔκθεσιν περὶ τῶν
2870ἐνταῦθα δι’ ἐμοῦ διενεργηθέντων, ὡς ἀντιπροσώπου τῆς Ἐθνι-
2871κῆς Ἑταιρείας.»
2872«Λάρισσα, 2 Ἀπριλίου 1897.
2873(Ὑπογρ.) «Λάμπρος Ροϊλός.»
2874Ἀλλὰ δὲν περιωρίσθησαν, Κύριοι, εἰς τὰ ἐν Θεσσαλίᾳ
2875καὶ μόνον αἱ σχέσεις τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας πρὸς τὴν Κυ-
2876βέρνησιν, διότι ἡ Ἐθνικὴ Ἑταιρεία ἦλθεν εἰς ἄμεσον σχέ-
2877σιν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν τὴν τότε, καὶ κατὰ πρόσκλησιν καὶ
2878κατ’ ἀπαίτησιν τῆς Κυβερνήσεως. Καὶ οὐ μόνον τοῦτο, ἀλλὰ
2879καὶ ἐξ ἄλλων ὑψηλοτέρων κύκλων μετεπέμφθησαν μέλη τῆς
2880Ἐθνικῆς Ἑταιρείας, πρὸς τὰ ὁποῖα ὑπεδείχθη, ὅτι ἔδει νὰ
2881γείνῃ ἐνέργεια συντόμως, καὶ ἠρωτῶντο οἱ μετὰ τῆς Κυβερ-
2882νήσεως ἐλθόντες εἰς ἐπαφήν, ἐντὸς πόσων ἡμερῶν καὶ πό-
2883σους ἄνδρας δύνανται νὰ διαθέσωσι.
2884Τί ἄλλο ἠδυνάμεθα νὰ πιστεύσωμεν ἐκ τούτων ἢ ὅτι ἡ
2885Κυβέρνησις σπουδαίως ἐσκόπει νὰ δράσῃ πολεμικῶς; Γνω-
2886ρίζω, ὅτι θὰ διαψευσθῶ, ἀναφέρων εἰς τὴν Βουλὴν λεπτομε-
2887ρέστερον τὰ περὶ τοῦ γεγονότος τούτου. Ἀλλ’ ὅπως ἀνέ-
2888γνωσα τὴν ἔκθεσιν τοῦ κ. Ροϊλοῦ, θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ἡ Βου-
2889λὴ ν’ ἀναγνώσω ἑτέραν ἔκθεσιν, περιγράφουσαν καὶ συνέν-
2890τευξιν ἑνὸς μέλους τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας μετὰ τοῦ τότε
2891κ. Πρωθυπουργοῦ. Ἡ ἔκθεσις αὕτη εἶναι ἔντυπος ἐν τῷ
2892φυλλαδίῳ τούτῳ, ἀλλ’ ἐγὼ θ’ ἀναγνώσω ὑμῖν τὸ πρωτότυ-
2893πον, τὸ φέρον τὴν ὑπογραφὴν τοῦ κ. Σπυρίδωνος Λάμπρου...
2894(Φωναὶ ἐξ ἀριστερῶν: ἆ! ἆ!). Διατί ἐπιφωνεῖτε ἆ! ἆ! Μή-
2895πως σᾶς ἀνέφερα τὸν Σακκουλὲν; (γέλωτες). Ἀπορία ψάλ-
2896του βήξ! Ὁ κ. Λάμπρος εἶναι ἄξιος πάσης τιμῆς.
2897§149Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Καὶ διὰ τὰς ῥεβερέντσαις γελῶμεν.
2898§150Δ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Μάλιστα. Τὰς ἔμαθον ἀπὸ τῆς μικρᾶς
2899μου ἡλικίας.
2900Ἡ ἔκθεσις ἔχει ἡμερομηνίαν 8 Μαρτίου 1897, ἀπευθύ-
2901νεται δὲ πρὸς τὸν Πρόεδρον τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου τῆς
2902Ἑταιρείας. Ἀλλὰ πρὶν ἢ προβῶ εἰς τὴν ἀνάγνωσιν, ὀφείλω
2903νὰ εἰσαγάγω τὴν Βουλὴν εἰς τὴν ὑπόθεσιν, ἀφηγούμενος
2904πῶς ἐδόθη ἀφορμὴ εἰς τὴν συνέντευξιν ταύτην. Ὁ τότε κ.
2905Πρωθυπουργὸς ἐμήνυσεν εἰς τὸν μακαρίτην Μιχαὴλ Μελᾶν,
2906—τὸν ὁποῖον ἐθεώρει διατελοῦντα εἰς ἄμεσον ἐπαφὴν καὶ
2907σχέσιν πρὸς τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας, ἂν μὴ
2908καὶ πρόεδρον αὐτῆς τῆς Ἑταιρείας, διότι καὶ παρὰ πολλῶν
2909ἐχαρακτηρίζετο ὁ μακαρίτης Μελᾶς ὡς πρόεδρος τῆς Ἐθνι-
2910κῆς Ἑταιρείας, — κατὰ τίνα τρόπον ἠδύνατο νὰ ἔλθῃ εἰς ἐπα-
2911φὴν καὶ νὰ συνεννοηθῇ μετὰ τῶν ἁρμοδίων προσώπων τῆς
2912Ἐθνικῆς Ἑταιρείας. Ἡ Ἐθνικὴ Ἑταιρεία ὑπέδειξεν εἰς τὸν
2913τότε κ. Πρωθυπουργὸν δύο πρόσωπα, ἵνα ἐκλέξῃ οἷον ἐξ
2914αὐτῶν κρίνῃ, ἢ καὶ ἀμφοτέρους, τουτέστι δύο καθηγητὰς τοῦ
2915Πανεπιστημίου, τὸν κ. Ν. Πολίτην καὶ τὸν κ. Σπ. Λάμπρον.
2916Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀπήντησεν, ὅτι τῷ ἦτο ἀδιάφορον, οἱοσ-
2917δήποτε ἐκ τῶν δύο ἤθελε παρουσιασθῆ, καὶ παρουσιάσθη ὁ
2918κ. Λάμπρος. Ὁ κύριος Λάμπρος, μετὰ τὴν συνέντευξιν, τὴν
2919ὁποίαν ἔλαβε μετὰ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, τοῦ τότε, εὐθὺς
2920ἀμέσως συνέταξε τὴν ἔκθεσιν ταύτην, τὴν ὁποίαν καὶ ὑπέ-
2921γραψεν. Ὁ κ. Λάμπρος διεβεβαίου, ὅτι ἡ ἔκθεσις αὕτη εἶ-
2922ναι αὐτὸ τοῦτο φωτοτυπία.
2923Γνωρίζετε ὅλοι, ὅσοι ἐλάβετε ἀφορμὴν ν’ ἀκροασθῆτε τῶν
2924παραδόσεων τοῦ κ. Λάμπρου ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ, ἢ τῶν
2925διαλέξεων αὐτοῦ εἰς τὸν «Παρνασσὸν», πόσον τεραστίαν
2926μνήμην ἔχει, πολλάκις ἀπὸ μνήμης ἀπαγγέλλων ὁλόκληρα
2927χωρία συγγραφέων καὶ ποιήματα. Λέγει λοιπὸν ὁ κ. Λάμ-
2928προς (ἀναγινώσκει):
2929«Διαταχθεὶς ὑπὸ τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου νὰ παρου-
2930σιασθῶ πρὸς τὸν Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως κ. Δηλιγιάν-
2931νην, ζητήσαντα διὰ τοῦ κ. Γουσίου συνεννόησιν πρός τινα
2932ἀντιπρόσωπον τῆς Ἑταιρείας, παρέστην πρὸ αὐτοῦ, κατὰ τὴν
2933εἰδοποίησίν του, καὶ ἐγενόμην δεκτὸς ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν
2934Οἰκονομικῶν τὴν 9 μ. μ. τῆς 6 Μαρτίου. Ἅμα παρουσια-
2935σθέντα, λίαν προσηνῶς δεχθείς με ὁ κ. Δηλιγιάννης, παρε-
2936κάλεσε νὰ καθήσω, καὶ μοὶ εἶπεν ἀμέσως: «Ὅ,τι θέλετε θὰ
2937σᾶς κάμωμεν. Τί χρειάζεσθε; πόσους ἄνδρας δύνασθε νὰ ἐξ-
2938αγάγητε εἰς Μακεδονίαν; πόσους ἔχετε;» Παρέστησα εἰς
2939αὐτὸν, ὅτι ἡ Ἑταιρεία δὲν ἔχει ἄνδρας ἐστρατωνισμένους.
2940—Πόσους ἄνδρας ἔχετε εἰς τοὺς καταλόγους σας; πῶς στρα-
2941τολογεῖτε; — Ἄνδρας ἔχομεν τοὺς ἀποδεχομένους τὰς ἀρ-
2942χὰς καὶ τοὺς ὅρους τῆς Ἑταιρείας.— Πόσοι δύνανται νὰ
2943ἦναι οὗτοι; — Καὶ 1000 καὶ 2,000 καὶ 5,000 καὶ 20,000
2944παρουσιάζονται πρόθυμοι, ἂν ἀποβλέψωμεν εἰς τοὺς προσφε-
2945ρομένους ἐξ ἁπάσης τῆς Ἑλλάδος. Ἀλλ’ ὁ ἀριθμὸς ἐξαρτᾶ-
2946ται ἐκ τῆς ἀνάγκης καὶ τῶν ὑπαρχόντων μέσων. Μᾶς ἀρ-
2947κοῦσι 1000 ἐπὶ τοῦ παρόντος.—Εἰς πόσας ἡμέρας δύνασθε
2948νὰ τοὺς ἑτοιμάσητε; Εἶναι ἀνάγκη ταχείας εἰσβολῆς εἰς Μα-
2949κεδονίαν. Τί σᾶς χρειάζεται; τί σᾶς λείπει πρὸς τοῦτο; Δύ-
2950νασθε νὰ διατάξητε τὸν ἐν Λαρίσῃ ἀντιπρόσωπον τῆς Ἑται-
2951ρείας;». Τότε εἶπον πρὸς τὸν κύριον Πρόεδρον: «Πρὸ πάσης
2952ἄλλης ἐνεργείας ἐπιθυμοῦμεν, κύριε Πρόεδρε, νὰ μάθωμεν,
2953ἂν οἱ ἄνδρες, ὧν ζητεῖτε τὴν εἰς Μακεδονίαν ἐξόρμησιν,
2954θὰ δράσωσι μετὰ τοῦ στρατοῦ, πρὸ τοῦ στρατοῦ, ἢ πῶς;
2955Οἱ ὅροι οἱ ἐφετεινοὶ δὲν εἶναι οἷοι οἱ περυσινοὶ, ὅτε ἡ Ἐθνικὴ
2956Ἑταιρεία κατώρθωσεν εὐκόλως νὰ ἐνεργήσῃ ἐν Μακεδονίᾳ
2957δι’ εἰσβολῆς μικρῶν ἀνταρτικῶν ὁμάδων, ἕνεκα τοῦ ἀναλόγως
2958μικροῦ ἀριθμοῦ τοῦ τουρκικοῦ στρατοῦ. Σήμερον ἡ τουρκικὴ
2959στρατιὰ εἶναι παμπληθὴς, καὶ δὲν πρέπει ἄνευ συμπράξεως
2960τοῦ στρατοῦ νὰ στείλωμεν βέβαια σφάγια.»—«Νὰ σᾶς εἴπω»,
2961ὑπῆρξεν ἡ ἀπάντησις τοῦ κ. Προέδρου· «δὲν θὰ κηρύξω τὸν
2962πόλεμον, θὰ δεχθῶ τὸν πόλεμον προσφερόμενον. Πρὸς τοῦτο
2963εἶναι ἀνάγκη τῆς εἰσβολῆς, ὅπως περισπάσωμεν τὰς δυνά-
2964μεις τοῦ ἐχθροῦ. Συμφέρει ἡ διακοπὴ τῶν συγκοινωνιῶν, ἡ
2965ἐκ τῶν νώτων ἀπασχόλησις τοῦ τουρκικοῦ στρατοῦ, καὶ δὴ
2966κατὰ μικρὰς ὁμάδας».—«Ἀφοῦ τοιοῦτό τι χρειάζεται, δὲν
2967πιστεύω νὰ εὕρητε ἀσύμφωνον τὴν Ἑταιρείαν, ἐπισήμως δη-
2968λώσασαν, ὅτι ὑποτάσσεται εἰς τὰ κελεύσματα τῆς Πολι-
2969τείας. Μόνον ὁ τρόπος τῆς εἰσβολῆς πρέπει νὰ κανονισθῇ ἐκ
2970τοῦ πλησίον, ἐν γνώσει τῶν πραγμάτων, ὑπὸ τῶν πρὸς τοῦτο
2971τεταγμένων». — «Σπεύσατε! Ταῦτα ὡς πρὸς τὴν Μακεδονίαν.
2972Ὡς πρὸς τὴν Ἤπειρον, δὲν ὑπάρχει ἀνάγκη. Ἡ θέσις ἡμῶν
2973ἐν Ἠπείρῳ εἶναι διαφορετική. Ὁ στρατὸς ἡμῶν δὲν εἶναι
2974ἀκόμη δεόντως συντεταγμένος, ὡς ὁ τῆς Θεσσαλίας. Ἔπειτα
2975δὲν πρέπει νὰ ἐνοχλήσωμεν τοὺς Ἀλβανοὺς, μεθ’ ὧν εἶναι
2976χρεία συνεννοήσεων, καὶ ἐν γένει τὰ πράγματα ἐν Ἠπείρῳ
2977ἔχουσιν ἄλλως. Τί χρειάζεσθε λοιπὸν, ὅπως γείνῃ ταχυτάτη
2978ἡ εἰσβολή; τί σᾶς λείπει; — Πρῶτον μᾶς λείπουσι φυσίγ-
2979για, διότι, προκαταλαβόντων ἡμᾶς τῶν πραγμάτων, δὲν ἔχο-
2980μεν ἀκόμη ἱκανὸν ἀριθμὸν βολιδωμένων φυσιγγίων, ἅτε ἄλ-
2981λως ἀποστείλαντες πολλὰ εἰς Κρήτην. — Πόσων εἶναι ἀνάγκη
2982διὰ χιλίους ἄνδρας; — 300 μέχρι 400 χιλιάδων. — Νὰ σᾶς
2983δώσωμεν 500 χιλιάδας. Θὰ συνεννοηθῶ μετὰ τοῦ Ὑπουρ-
2984γοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, ὅπως τὸ ποσὸν τοῦτο σταλῇ ἐντεῦ-
2985θεν ad hoc. — Δὲν εἶναι δυνατόν, ἀφοῦ παρίσταται, ὡς λέ-
2986γετε, ἀνάγκη σπουδῆς, νὰ διαταχθῇ τὸ Ἀρχηγεῖον νὰ τὰ
2987παραχωρήσῃ ἐν Λαρίσῃ κατ’ εὐθεῖαν εἰς τὸν ἀντιπρόσωπον
2988τῆς Ἑταιρείας; — Προτιμῶ νὰ σταλῶσιν ἐντεῦθεν, ἀλλὰ θὰ
2989σκεφθῶ καὶ περὶ τοῦ τρόπου, ὃν προτείνετε». (Ὡς γνωρίζετε,
2990κύριε Πρόεδρε, τὸ δεύτερον τοῦτο ἔγεινε τὴν ὑστεραίαν,
2991διαταχθέντος τοῦ ἐν Λαρίσῃ Ἀρχηγείου νὰ παραχωρήσῃ φυ-
2992σίγγια κατ’ εὐθεῖαν εἰς τὸν ἀντιπρόσωπον τῆς Ἑταιρείας
2993κ. Λάμπρον Ροϊλόν). — Ἀλλὰ τοῦτο, προσέθηκα, δὲν ἀρκεῖ.
2994Ἡ εἰσβολὴ πρέπει νὰ συνοδεύηται καὶ ὑπὸ χορηγίας ὅπλων
2995πρὸς διανομὴν εἰς τοὺς Μακεδονικοὺς πληθυσμοὺς, ἐπειδὴ
2996ἡμεῖς δὲν ἔχομεν ἀκόμη ἐπαρκῆ ἀριθμόν. — Τοῦτο δὲν δύ-
2997ναται νὰ γείνῃ ἀκόμη, καὶ δὲν εἶναι ἀναγκαῖον ἐπὶ τοῦ πα-
2998ρόντος. Τὰ ἐν ταῖς ἀποθήκαις τοῦ Δημοσίου ὅπλα ἀρκοῦσι
2999μόνον ἀνὰ δύο διὰ τὸν εἰς τὰ ὅπλα κληθέντα στρατόν. Ἀλλὰ
3000ἀργότερον θὰ ἐξοικονομηθῇ καὶ αὕτη ἡ ἀνάγκη, διότι σήμε-
3001ρον ὑπέγραψα τὸ συμβόλαιον τῆς ἀγορᾶς 100,000 ὅπλων. —
3002Τώρα μόνον, κύριε Πρόεδρε; Μοὶ ἐπιτρέπετε δὲ καὶ μίαν
3003παρατήρησιν; Γίνεται λόγος περὶ σπατάλης ὅπλων, διανε-
3004μομένων ἀπὸ τοῦδε εἰς τοὺς Θεσσαλικοὺς πληθυσμοὺς ὑπὸ
3005τῶν νομαρχῶν. Δὲν νομίζετε, ὅτι τοῦτο δὲν πρέπει νὰ γί-
3006νηται; — Μόνον ἀπογράφονται οἱ δυνάμενοι φέρειν ὅπλα,
3007ἀλλὰ τὰ ὅπλα αὐτὰ δὲν διανέμονται. Ἀλλὰ θὰ ἐξετάσω,
3008ἀφοῦ μὲ ἐρωτᾶτε. Τίνος ἄλλου ἔχετε ἀνάγκην; — Ἐπιθυ-
3009μοῦμεν νὰ ἐπιτραπῇ εἴς τινας ἀξιωματικοὺς νὰ συστρατεύ-
3010σωσι μετὰ τῶν ἀνταρτῶν καὶ τεθῶσιν ἐπὶ κεφαλῆς αὐτῶν.
3011— Τοῦτο εἶναι δύσκολον, διότι ἔχομεν ἀνεπάρκειαν ἀξιωμα-
3012τικῶν. — Ἀλλ’ εἶναι πολὺ ἀναγκαῖον, διὰ νὰ συγκρατῶνται
3013πλειότερον οἱ ἀντάρται καὶ παρέχηται μείζων ἑνότης, ἐπι-
3014σημότης καὶ πειθαρχία εἰς τὴν ἐνέργειαν· ἄλλως τὴν χρησι-
3015μότητα ἀνεγνωρίσατε καὶ ὑμεῖς διὰ τῆς ἀποφασισθείσης πρὸς
3016καταρτισμὸν ἀνταρτικῶν ὁμάδων ἀποστολῆς τοῦ κ. Δουμ-
3017πιώτου εἰς Θεσσαλίαν. Ἔπειτα δὲν θὰ χρειασθῶσι πολλοί.
3018— Δύνασθε νὰ μᾶς ὑποδείξητέ τινας; — Τὸν ὑπολοχαγὸν τοῦ
3019οἰκονομικοῦ Καψαλόπουλον, ἐνθουσιώδη Μακεδόνα. — Ἀφοῦ
3020εἶναι τοῦ οἰκονομικοῦ κλάδου, δύναται ν’ ἀποσπασθῇ· θὰ
3021φροντίσω περὶ τούτου. — Καὶ τὸν ὑπολοχαγὸν τοῦ πεζικοῦ
3022Μυλωνᾶν. — Περὶ τούτου θὰ συνεννοηθῶ μετὰ τοῦ Ἀρχηγείου
3023Λαρίσης, καὶ ἂν δύναται ν’ ἀποσπασθῇ, δύνασθε νὰ χρη-
3024σιμοποιήσητε καὶ τοῦτον.»
3025»Μεθ’ ὃ ἀπεχωρίσθην τοῦ κ. Προέδρου, ἀνακεφαλαιώσας
3026τὰς ὑποσχέσεις αὐτοῦ, καὶ εἰδοποιηθεὶς περὶ τῶν ὡρῶν, καθ’
3027ἃς ἠδυνάμην νὰ τὸν βλέπω, ἂν ἤθελε τυχὸν χρειασθῇ.»
3028Μὲ συγχωρεῖτε· ἔκαμα λάθος. Τὸ πρόσωπον τὸ μεσολα-
3029βῆσαν μεταξὺ τοῦ τότε Πρωθυπουργοῦ εἰς τὸ Διοικητικὸν
3030Συμβούλιον τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας εἶναι ὁ Γούσιος, καὶ ὄχι
3031ὁ μακαρίτης Μελᾶς, ὡς ἐν ἀρχῇ εἶπον...
3032§151Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Εἶναι ἐστενογραφημένη ἡ ἔκθεσις;
3033§152Δ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Ὄχι, κύριε συνάδελφε. Δὲν παρίσταντο
3034στενογράφοι ἐκεῖ. Δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι θ’ ἀμφισβητηθῇ ἡ
3035γνησιότης τοῦ περιεχομένου τῆς ἐκθέσεως ταύτης· ἀλλ’ ὑπὲρ
3036τῆς γνησιότητος αὐτῆς συνηγορεῖ αὐτὴ ἡ ἐκτέλεσις τῶν
3037συμφωνηθέντων, καὶ ἰδίως ἡ ἀπόσπασις τῶν δύο ἀξιωματι-
3038κῶν, Καψαλοπούλου καὶ Μυλωνᾶ, διότι πράγματι διὰ δια-
3039ταγῆς τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν ὁ ὑπολοχαγὸς τῆς
3040οἰκονομίας Καψαλόπουλος, ὁ τοποθετημένος ἐνταῦθα ἐν τῇ
3041ἀποθήκῃ τοῦ ὑλικοῦ, ἀπεσπάσθη εἰς τὸ Ἀρχηγεῖον Λαρί-
3042σης. Ἐπίσης ἐκ τοῦ Ἀρχηγείου ἀπεσπάσθη καὶ ὁ Μυλω-
3043νᾶς, ἀμφότεροι δὲ ἐτέθησαν ἐπὶ κεφαλῆς τῶν ἀνταρτικῶν
3044σωμάτων, ὡς ἐξ ἀρχῆς ἐζήτει ἡ Ἑταιρεία.
3045§153Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Γνωρίζετε, ἂν ὁ κ. Μυλωνᾶς
3046ἔχει συγγενικόν τινα δεσμόν μὲ τὸν κ. Μακρῆν;
3047§154Δ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Δὲν γνωρίζω. Γνωρίζω μόνον, ὅτι ὁ κ.
3048Καψαλόπουλος κατάγεται ἐκ Μακεδονίας. Ἡ μετὰ τοῦ κ.
3049Μακρῆ δὲ τυχὸν συγγένεια τοῦ Μυλωνᾶ οὐδὲν ἀποδεικνύει,
3050διότι ὁ Μακρῆς ἀπ’ ἀρχῆς ἀντετίθετο εἰς τὴν ἀπόσπασιν
3051ἀξιωματικῶν τοῦ στρατοῦ ἐπὶ κεφαλῆς τῶν ἀνταρτικῶν σω-
3052μάτων.
3053§155Ν. ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ οἰκογένεια τοῦ Καψαλο-
3054πούλου εὑρίσκεται εἰς Λίμνην τῆς Εὐβοίας, καὶ δὲν ἔχει
3055καμμίαν σχέσιν μὲ τὸ Μεσολόγγιον.
3056§156Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁ κ. Μυλωνᾶς εἶναι ἀνεψιὸς
3057τοῦ κ. Μακρῆ.
3058§157Δ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Εἶπον, ὅτι δὲν γνωρίζω περὶ Μυλωνᾶ.
3059§158Κ. ΖΩΤΟΣ. Ὁ κ. Μυλωνᾶς δὲν ἔχει καμμίαν συγγέ-
3060νειαν μετὰ τοῦ κ. Μακρῆ.
3061§159Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Εἶχον πληροφορίας παρὰ τοῦ
3062νομάρχου Λαρίσης.
3063§160Δ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Ὁ Μυλωνᾶς δὲν ἀπεσπάσθη διὰ δια-
3064ταγῆς τοῦ ἀρχηγοῦ Μακρῆ, ἀλλὰ διὰ διαταγῆς τοῦ Γενι-
3065κοῦ ἀρχηγοῦ, ὅστις ἦτο τότε ὁ Διάδοχος· ὥστε τὸ περὶ συγ-
3066γενείας ζήτημα εἶναι ἐντελῶς ἀδιάφορον. Ἐκ τῆς ἐκθέσεως
3067τοῦ Ροϊλοῦ ἴδετε, ὅτι ὁ Μακρῆς εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς ἀντέστη εἰς
3068τὴν ἀπόσπασιν, καὶ ἀνθίστατο κατ’ ἀρχὴν εἰς τὴν τοπο-
3069θέτησιν ἀξιωματικῶν τοῦ στρατοῦ ἐπὶ κεφαλῆς τῶν ἀνταρ-
3070τικῶν σωμάτων. Ἡ ἀπόσπασις τοῦ Μυλωνᾶ ἐγένετο μετὰ
3071τὴν παράδοσιν τῆς ἀρχηγίας ὑπὸ τοῦ Μακρῆ εἰς τὴν Α.
3072Ὑψηλ. τὸν Διάδοχον... Λέγετε, ὅτι ὁ Μυλωνᾶς ἦτο συγ-
3073γενὴς τοῦ Μακρῆ· ἀλλ’ ὁ Καψαλόπουλος διατὶ ἀπεσπάσθη;
3074Σημειώσατε δὲ, ὅτι, διαρκούσης τῆς ἀποσπάσεως, ἀπὸ τῆς
3075ἐξόδου μέχρι τῆς ἐπανόδου των εἰς τὰ σώματά των, οἱ ἀξιω-
3076ματικοὶ οὗτοι ἐλάμβανον πλήρεις τὰς ἀποδοχάς των, ὡς ἐὰν
3077ἦσαν εἰς ὑπηρεσίαν, οὐδ’ ἐκηρύχθησαν λιποτάκται. Ὁ Μυλω-
3078νᾶς ἔλαβε φύλλον πορείας διὰ τὸ Κουβέλτσι, ὅτε δὲ ἀνεκλή-
3079θησαν οἱ δύο οὗτοι ἀξιωματικοί, ἀπεστάλησαν διὰ διατα-
3080γῆς τῆς 24 Μαΐου 1897 τοῦ Διαδόχου πρὸς τὸν τότε διοι-
3081κητὴν ἀνεξαρτήτου τμήματος, τὸν συνάδελφον κύριον Τερ-
3082τίπην. Ἰδοὺ ἡ διαταγὴ, φέρουσα ἀριθμὸν 9578.
3083Ἡ ἔξοδος τῶν σωμάτων ἐγένετο τὴν 28 Μαρτίου, μετὰ
3084δύο δὲ μῆνας ἐκαλοῦντο ὁ Καψαλόπουλος καὶ ὁ Μυλωνᾶς
3085ν’ ἀναλάβωσιν ὑπηρεσίαν, ληγούσης τῆς ἀποστολῆς των. Ση-
3086μειώσατε, Κύριοι, καλῶς τοῦτο: «ληγούσης τῆς ἀποστολῆς
3087των»· καὶ λέγει τοῦτο ἡ Α. Β. Υ. ὁ Διάδοχος, καὶ ὀφείλετε
3088νὰ τὸ πιστεύσητε.
3089Ἰδοὺ ἡ διαταγὴ (ἀναγινώσκει):
3090«Ἀριθ. 9578.
3091Λίαν ἐπεῖγον.
3092»Ὁ ἀντιστράτηγος, ἡ Α. Β. Υ. ὁ Διάδοχος, ἀρχηγὸς τοῦ
3093ἐν Θεσσαλίᾳ στρατοῦ
3094»Πρὸς τὸν Διοικητὴν ἀνεξαρτήτου τμήματος ταγματάρ-
3095χην Τερτίπην
3096Δύο Βουνά.
3097»Ἅμα τῇ λήψει τῆς παρούσης, θέλετε προσκαλέσει ὑπο-
3098λοχαγοὺς Καψαλόπουλον καὶ Μυλωνᾶν, διοικοῦντας σώματα
3099ἀνταρτῶν, καὶ θέλετε κοινοποιήσει αὐτοῖς ἐγγράφως, ὅτι
3100αὐθωρεὶ, ἅμα τῇ κοινοποιήσει αὐτοῖς τῆς παρούσης, θέλουσι
3101παρουσιασθῆ εἰς τὸ Ἀρχηγεῖον καὶ ἀναλάβει ὑπηρεσίαν, λη-
3102γούσης τῆς ἀποστολῆς των, ἄλλως ἀπὸ τῆς στιγμῆς ἐκείνης
3103θέλουσι θεωρηθῆ ὡς λιποτάκται. Συνάμα δὲ ὀφείλετε νὰ
3104ἀφοπλίσητε τοὺς ἄνδρας των καὶ παραλάβητε τὰ ὅπλα των,
3105ἀποστέλλοντες αὐτοὺς εἰς τὰς ἑστίας των. Ἐν ἐναντίᾳ περι-
3106πτώσει, θέλετε ἀμέσως λάβει τὰ κατάλληλα μέτρα, ὅπως
3107ἐκτελεσθῇ ἡ παροῦσά μου διαταγὴ διὰ τῆς βίας, καὶ θέ-
3108λετε μοὶ ἀναφέρει τὴν ἐκτέλεσιν.
3109»Ἐμὶρ Μπέη, τῇ 24 Μαΐου 1897.
3110»Κωνσταντῖνος Διάδοχος.»
3111Ἀλλ’ ἐνταῦθα, Κύριοι, θὰ σταματήσω ἐπ’ ὀλίγον, ἵνα
3112ἐκφέρω μίαν σκέψιν. Ἐλέχθη καὶ ἐπανελέχθη, καὶ κατὰ
3113καιρὸν μάλιστα ἐπανελήφθη, ὅτι ἀφορμὴ τῆς κηρύξεως τοῦ
3114πολέμου ἦτο ἡ ἔξοδος τῶν ἀνταρτικῶν σωμάτων, καὶ ὅτι ἡ
3115Ἐθνικὴ Ἑταιρεία προεκάλεσε τὸν πόλεμον, ὁ ὁποῖος, ἐὰν
3116δὲν ἦτο αὕτη, δὲν θὰ προεκαλεῖτο, καὶ διὰ τοῦτο ἠκούσατε
3117τοὺς μύδρους, τοὺς ὁποίους ὁ ἐκ Πατρῶν Βουλευτὴς ἐξήνεγ-
3118κε, στιγματίσας τὸ σωματεῖον ὡς ἐπικατάρατον καὶ ἀπαί-
3119σιον!...
3120§161Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ εἶπον, ὅτι, ἀφοῦ
3121τόσα ἐλέχθησαν κατὰ τῆς Ἑταιρείας, πρέπει νὰ ἐξετάσω-
3122μεν τὸ ζήτημα, ἐὰν εἶναι ἀξία τῆς κατηγορίας ἢ τῶν εὐ-
3123λογιῶν τοῦ ἔθνος.
3124§162Δ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Σεῖς μέχρι τοῦδε ἐπανελάβατε ὅ,τι ἠκού-
3125σατε, καὶ ἐγὼ ἐπαναλαμβάνω ὅ,τι ἐκ τοῦ στόματος ὑμῶν
3126ἤκουσα, ἐκεῖνα δηλαδή, τὰ ὁποῖα εἴπετε, ὅτι ἐθεωρούσατε
3127τὴν Ἑταιρείαν ἐπικατάρατον καὶ ἀξιοκατάκριτον. Ἐν τού-
3128τοις, ἐξ ὅσων μέχρι τοῦδε ὑπέβαλον ὑμῖν, βλέπετε, ὅτι ἡ
3129ἐνέργεια τῆς Ἑταιρείας δὲν ἦτο αὐτόβουλος, δὲν ἀπετόλ-
3130μησε νὰ διακινδυνεύσῃ τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα, καὶ προκαλέσῃ
3131τὸν πόλεμον μεταξὺ Ἑλλήνων καὶ Τούρκων, διότι ἐνήργει
3132ὑπὸ τὰς διαταγὰς τῆς Κυβερνήσεως, οὐδὲ ἐν τῷ κηρύγματι
3133τοῦ πολέμου φέρει ὁ Σουλτᾶνος τὴν εἰσβολὴν τῶν ἀνταρ-
3134τικῶν σωμάτων ὡς λόγον πολέμου.
3135Ἠκούσατε δὲ καὶ τὴν ἑσπέραν ταύτην τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ
3136Γόρτυνος Βουλευτοῦ ἀγορεύοντος, καὶ παρακαλῶ εἰπῆτε:
3137ἠκούσατέ τι ἐνδεικνῦον ἢ ἀποδεικνῦον τὸ ἐναντίον τῶν ὅσα
3138εἶπον ὑμῖν; Τί ἐζήτησε νὰ παραστήσῃ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ
3139Γόρτυνος, ὁμιλῶν περὶ τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας, τοῦ ἐπαράτου
3140Σωματείου; ὅτι εἶχε πολιτικὸν σκοπόν, καὶ τοῦτον συνή-
3141γαγε, διότι ὁ κ. Ἔσλιν ἤθελε νὰ κάμῃ στρατιωτικὴν δια-
3142δήλωσιν κατὰ τῆς τότε Κυβερνήσεως, καὶ ὅτι οὗτος δὲν
3143ἠδύνατο νὰ ἐνεργήσῃ αὐτοβούλως· διὰ νὰ πράξῃ δὲ τοῦτο,
3144ἔπρεπε νὰ ἦτο μέλος τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας· ἄρα παρ’
3145αὐτῆς ἔλαβε τὴν διαταγήν. Ἀλλὰ πρῶτον, πῶς δύναται
3146νὰ ἐπιρριφθῇ εἰς τὴν Ἑταιρείαν εὐθύνη διὰ τὰς γνώμας,
3147ἔστω καὶ ἑνὸς μέλους αὐτῆς; Πλὴν δὲ τούτου εἶναι γνω-
3148στὸν, ποῖος μέγας ἐνθουσιασμὸς ἐπεκράτει τότε ἐν Ἀθή-
3149ναις, καὶ πῶς τὸν κόσμον εἶχε καταλάβει φρενῖτις, ὥστε
3150οὐδεὶς ἐτόλμα νὰ ὁμιλήσῃ κατὰ τοῦ πολέμου· καὶ ἐπικα-
3151λοῦμαι, Κύριοι, τὴν μνήμην σας· τίς δὲν ἐφώναζε «ζήτω ὁ
3152πόλεμος»;
3153§163Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Σεῖς προεκαλέσατε
3154τὴν φρενίτιδα.
3155§164Δ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Ὄχι βεβαίως. Ἄλλως τε ἡ Ἐθνικὴ
3156Ἑταιρεία δὲν εἶχε καὶ ἀνάγκην νὰ ἐξάψῃ τὸ αἴσθημα τοῦτο,
3157διότι θὰ ἔπραττεν, ὅπως λέγουν οἱ Γάλλοι, λακτίζουσα θύ-
3158ραν ἀνοικτήν. Δὲν ἦτο ἆρά γε ἀρκοῦσα ἡ ἐν Κρήτῃ κατά-
3159στασις; δὲν ἦτο ἀρκοῦσα ἡ ἀποστολὴ τοῦ στόλου; δὲν ἦτο
3160ἀρκοῦσα ἡ ἀποστολὴ τοῦ Βάσσου; ἡ ἀποστολὴ τοῦ Δια-
3161δόχου εἰς τὴν Θεσσαλίαν; δὲν ἦσαν ἀρκοῦσαι αἱ καλούμεναι
3162ἀλληλοδιαδόχως ἡλικίαι, αἱ ἀναχωροῦσαι καθ’ ἑσπέραν ἀπὸ
3163τὰς Ἀθήνας ἐν μέσῳ ἐνθουσιασμοῦ ἀκρατήτου καὶ ζητω-
3164κραυγῶν οὐρανομήκων; καὶ εἶχεν ἀνάγκην ἡ Ἐθνικὴ Ἑται-
3165ρεία νὰ ἐξάψῃ τὸ αἴσθημα τὸ ἐθνικὸν, τὸ ἐμφωλεῦον εἰς πᾶ-
3166σαν ψυχὴν ἑλληνικήν; Καὶ δὲν ἦτο ὁ τύπος, ὁ ὁποῖος ἔκρουε
3167τὸ πολεμιστήριον; Ἀλλὰ καὶ ποῖον τὸ ὄφελος; ἐρωτῶ.
3168Παραδέχομαι πρὸς στιγμὴν, ὅτι ἡ Ἐθνικὴ Ἑταιρεία ἔκαμεν
3169ὅλα ταῦτα, πρὸς τίνα σκοπόν; τί εἶχε νὰ ὠφεληθῇ;
3170Κατὰ τὸν κύριον ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴν, εἶχε νὰ ὠφελη-
3171θῇ, ὅτι θὰ τὸν ἔρριπτεν ἀπὸ τὴν ἀρχήν· ἀλλὰ κατὰ τί ἤθε-
3172λον ὠφεληθῆ οἱ ἀξιωματικοί, οἱ ἀποτελοῦντες τὴν Ἑται-
3173ρείαν, (καὶ ἦσαν ἐν πλειονοψηφίᾳ) ἐκ τῆς μεταβολῆς τῆς
3174Κυβερνήσεως τοῦ κυρίου Δηλιγιάννη; διὰ νὰ πάρουν περισ-
3175σότερα γαλόνια; ἢ ἵνα λυθῇ τὸ ζήτημα τῶν γενικῶν θέσεων;
3176ἀλλὰ τὸ ζήτημα τοῦτο εὗρεν ἀκέραιον ἀκόμη τὸ 1899 ὁ ἀξιό-
3177τιμος ἐξ Οἰτύλου Βουλευτής, γενόμενος Ὑπουργὸς τῶν Στρα-
3178τιωτικῶν, καὶ ὑφίσταται ἔτι, καὶ διαιρεῖ τὸν στρατόν· ἢ διὰ
3179νὰ ὠφεληθῶσιν οἱ ἐν μειονοψηφίᾳ ἐν τῇ πτέρυγι ταύτῃ κα-
3180θήμενοι δεκαπέντε Τρικουπικοὶ Βουλευταί, ἐκ τῶν ὁποίων
3181ἀμφιβάλλω ἐὰν ἀνῆκον δύο ἢ τρεῖς εἰς τὴν Ἐθνικὴν Ἑται-
3182ρίαν; —διότι βεβαίως οὔτε ὁ κ. Θεοτόκης, οὔτε ὁ κ. Σκου-
3183λούδης, οὔτε ὁ κ. Τσαμαδὸς, οὔτε ὁ κ. Σιμόπουλος ἀνῆκον
3184εἰς τὴν Ἐθνικὴν Ἑταιρείαν· προκαλῶ δὲ τοὺς ἀξιοτίμους
3185συναδέλφους νὰ εἴπωσιν, ἄν ἐγὼ ὡμίλησά ποτε εἴς τινα περὶ
3186Ἐθνικῆς Ἑταιρείας, ἢ περὶ σχεδίων ἀνατροπῆς, ἢ ἂν ἐγνώ-
3187ριζον παρ’ ἐμοῦ, ὅτι ἐγὼ ἀνῆκον εἰς τὴν Ἐθνικὴν Ἑται-
3188ρείαν. Δὲν ἤμην τόσον μωρὸς, Κύριοι, οὔτε μοὶ ἔλειπεν ὁ πα-
3189τριωτισμὸς ὁ ἁπλοῦς, ὁ ὁποῖος δὲν εἶναι μονοπώλιον, ἵνα
3190προτιμήσω, χάριν κομματικοῦ συμφέροντος ταπεινοῦ, νὰ ἐπέλ-
3191θῃ κλονισμὸς εἰς τὸ Κράτος, ἵνα πέσῃ μία Κυβέρνησις, Κυ-
3192βέρνησις, τὴν ὁποίαν, ὅπως πάντοτε συμβαίνει, εἷς ἄνεμος
3193δύναται νὰ σαρώσῃ, καὶ νὰ φέρῃ ἄλλην.
3194Ἀλλὰ δὲν περιορίζονται μόνον εἰς τὰ γεγονότα, τὰ ὁποῖα
3195ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ἐκθέσω ὑμῖν, αἱ ἐνέργειαι τῆς Κυβερ-
3196νήσεως ἐν σχέσει πρὸς τὰ ἀνταρτικὰ σώματα τὰ ἐν Θεσσα-
3197λίᾳ· ἔχομεν ὑπὸ ἡμερομηνίαν 6 Μαρτίου διαταγὴν τοῦ Ὑ-
3198πουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν κ. Μαυρομιχάλη πρὸς τοὺς νομάρ-
3199χας Λαρίσης καὶ Τρικκάλων, διατάσσοντος τὰ ἑξῆς:
3200«Δ. Υ. Νομάρχας Λαρίσης, Τρικκάλων.
3201»Αἱ δειναὶ περιστάσεις, ὑφ’ ἃς διατελοῦμεν, ἐπιβάλλου-
3202σιν ἡμῖν, ὅπως μεταβάλωμεν προηγουμένας ἡμῶν ὁδηγίας
3203καὶ διαταγὰς, ὅσον ἀφορᾷ τὰς ἐνόπλους ὁμάδας πρὸς ὑπερ-
3204άσπισιν τῶν ἐν τῇ γείτονι ἐπικρατείᾳ δεινοπαθούντων ἀδελ-
3205φῶν ἡμῶν. Ἐντελλόμεθα ὑμῖν, ὅπως τοῦ λοιποῦ μὴ παρα-
3206κωλύητε τὴν ἔξοδον τῶν ἀτάκτων τούτων σωμάτων, ἀλλὰ
3207ὀφείλετε καὶ νὰ συντρέχητε αὐτὰ πάσῃ δυνάμει καὶ ἐν με-
3208γίστῃ ταχύτητι, ἵνα διέρχωνται σύνορα. Ἐννοεῖται ὅμως,
3209ὅτι ἡ ἐνέργεια αὕτη δέον νὰ περιβάλληται δι’ ἄκρας ἐχεμυ-
3210θίας, ὀφείλετε δὲ πάντως νὰ συνεννοηθῆτε μετ’ ἀρχηγοῦ.
3211Ἐν πάσῃ ὅμως περιπτώσει, ὁ ἡμέτερος στρατὸς ὀφείλει νὰ
3212ἐξακολουθῇ νὰ μένῃ ἀμέτοχος τῶν ἀτάκτων τούτων κινη-
3213μάτων, ἀποφεύγων ἐπιμελῶς πᾶσαν μετὰ τῶν Τούρκων σύγ-
3214κρουσιν. Βεβαίως οἱ Τοῦρκοι δύνανται, ἐὰν ἐπιθυμῶσι, νὰ
3215μᾶς κηρύξωσι τὸν πόλεμον· οὐδ’ ἀποστέργομεν τὴν ἐνδεχο-
3216μένην ταύτην περίπτωσιν. Ἡμεῖς ὅμως δέον νὰ ῥυθμίζωμεν
3217τὴν πορείαν ἡμῶν μετ’ ἄκρας προσοχῆς.
3218»6 Μαρτίου.
3219Ὁ Ὑπουργὸς
3220»Κ. Π. Μαυρομιχάλης.»
3221Καὶ οἱ λόγοι τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν συμπί-
3222πτουσι πρὸς τοὺς τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. «Ἡμεῖς ὅμως δέον
3223νὰ ῥυθμίζωμεν τὴν πορείαν ἡμῶν μετ’ ἄκρας προσοχῆς.» Καὶ
3224ἀληθῶς. Διότι πλὴν τῶν ἀνταρτικῶν σωμάτων τῆς Ἐθνικῆς
3225Ἑταιρείας, καὶ ἄλλοι ἐντεῦθεν ἔλαβον τὴν ἐντολὴν, ὄχι παρὰ
3226τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας, ἀλλὰ παρ’ αὐτῆς τῆς Κυβερνήσεως,
3227νὰ ἐξέλθωσιν εἰς τὸ τουρκικόν. Ὁ Ἀλέξιος Τάκης, ὁ ἀδελ-
3228φὸς τοῦ τότε βουλευτοῦ Γιαννουσίου Τάκη καὶ νῦν δήμαρ-
3229χος Καστανέας, ἔλαβε τὴν ἐντολὴν νὰ ἐξέλθῃ, καὶ ἐξῆλθε...
3230§165Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Παρὰ τίνος ἔλαβεν ἐντολήν;
3231§166Δ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Τὰ χρήματα ποῦ τὰ εὗρε, θ’ ἀκούσητε.
3232Ἔλαβε λοιπὸν ἐντολὴν ὁ Ἀλέξιος Τάκης, ἵνα ἐξέλθῃ μετ’
3233ἀνταρτικοῦ σώματος. Καὶ αὐτὸς, διὰ νὰ δικαιολογήσῃ τὴν
3234δαπάνην, ἐξῆλθεν, ἔσφαξε 2 ἢ 3 Τούρκους, καὶ ἐγύρισε μετὰ
32352 ἢ 3 ἡμέρας!...
3236§167ΑΥΓ. ΑΒΕΡΩΦ. Καὶ ἄλλοι ἔσφαξαν ἀρνιὰ μόνον!
3237§168Δ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Πιθανὸν τὰ ἀρνιὰ νὰ ἐξελήφθησαν ὡς
3238Τοῦρκοι.
3239Ἐπειδὴ δὲ ὁ κ. ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς μὲ ἐρωτᾷ, παρὰ
3240τίνος ἔλαβε τὰ χρήματα, ἔχω ἐνταῦθα σημείωμα, κατὰ τὸ
3241ὁποῖον ἐκ τῶν κατατεθέντων ἐν τῷ Κεντρικῷ Ταμείῳ χρη-
3242μάτων, τῶν ἐξ ἐράνων τῶν ὁμογενῶν προερχομένων, διετέθη
3243ἓν ποσὸν, τὸ ὁποῖον δὲν ἀναγράφεται ἐν τοῖς καταλόγοις τοῖς
3244ὑπὸ τοῦ ταμίου δοθεῖσι καὶ κατατεθεῖσι χθὲς εἰς τὴν Βουλὴν,
3245καὶ τὸ ποσὸν τοῦτο συνίσταται εἰς τὰ ἑξῆς κατὰ μέρος ποσὰ,
3246τὰ δοθέντα ὑπὸ τοῦ κ. Δηλιγιάννη εἰς διαφόρους πρὸς ἐθνι-
3247κοὺς σκοπούς. Διὰ τῆς πληροφορίας ταύτης, Κύριοι, δηλῶ
3248πρῶτον, ὅτι δὲν ἐννοῶ νὰ θέσω ἐν ἀμφιβολίᾳ τὴν τιμιότητα
3249οὐδενὸς ἐκ τῶν λαβόντων, θέλω ὅμως νὰ ἐξάρω τὸ γεγονὸς,
3250ὅτι ἐδίδοντο χρήματα, ἐκ τῶν ὑπὸ τῶν ὁμογενῶν ἀποστα-
3251λέντων, πρὸς ἰδιώτας ἁπλοῦς· διότι ἐδόθησαν 25,000 εἰς
3252τὸν κ. Μανουσογιαννάκην πρὸς σκοποὺς ἐθνικοὺς ἐν Κρήτῃ,
3253ἐκ τῶν ὁποίων ἐπέστρεψε τὰ μὴ δαπανηθέντα, μετὰ λογο-
3254δοσίας, ἐδόθησαν εἰς τὸν συνάδελφον κ. Λιμπρίτην 9,000,
3255ἐκ τῶν ὁποίων ἐπέστρεψε μετὰ λογαριασμοῦ τὰ μὴ δαπανη-
3256θέντα. Ἀλλ’ ἐδόθησαν καὶ εἰς τὸν νομάρχην Λαρίσης, τὸν
3257νομάρχην ἐκεῖνον τὸν ἀναφερόμενον ἐν τῇ ἐκθέσει τοῦ Ροϊ-
3258λοῦ, κ. Μπουκλᾶκον, 10,000, ἐδόθησαν εἰς τὸν νομάρχην
3259Τρικκάλων κ. Πετρίτσην δρ. 10,000...
3260§169Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Εἶναι ἔντιμοι ἄνθρωποι καὶ οἱ δύο.
3261§170Δ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Καμμίαν ἀμφιβολίαν δὲν ἔχω· καὶ τὸ
3262ἐδήλωσα. Δὲν συνηθίζω ἐγὼ νὰ θέτω ἐν ἀμφιβόλῳ τὴν τιμὴν
3263τοῦ ἄλλου, ἐκτὸς ἐὰν ὑπάρχωσιν ἀποδείξεις... Ἐδόθησαν
3264ἄλλαι 5,000 εἰς τὸν Παπασταθόπουλον, νομάρχην Φθιώτι-
3265δος, ὡσαύτως μὴ λογοδοτήσαντα. Ἀλλὰ καὶ ἐκτὸς τούτων
3266ἐδόθησαν 6,000 εἰς τὸν Ἀλέξιον Τάκην, περὶ οὗ πρὸ μι-
3267κροῦ ἔκαμα λόγον, ἐδόθησαν δὲ 50,000 συλλήβδην εἰς τὸν
3268συνάδελφον κ. Εὐταξίαν, εἰς τὸν κ. Κοντογιάννην, εἰς τὸν
3269συνάδελφον κ. Σκαλτσοδῆμον καὶ εἰς τὸν κ. Ζουλούμην...
3270§171Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Οὐχὶ εἰς τὸν Σκαλτσοδῆμον.
3271§172Δ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Συγγνώμην. Ἴσως ἡ πληροφορία μου
3272νὰ ἦναι ἐσφαλμένη.
3273§173Α. ΣΚΑΛΤΣΟΔΗΜΟΣ. Θὰ σᾶς παρακαλέσω μίαν στιγ-
3274μὴν, διότι εἶναι προσωπικὸν, νὰ σᾶς δώσω μίαν πληροφορίαν.
3275§174ΠΟΛΛΟΙ (ἐκ δεξιῶν). Δὲν εἶπε τίποτε, Κύριε.
3276§175Α. ΣΚΑΛΤΣΟΔΗΜΟΣ. Παρακαλῶ. Διότι δὲν ἔλαβον
3277ἐγὼ χρήματα.
3278§176Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν ἐδόθησαν χρήματα εἰς τὸν
3279Σκαλτσοδῆμον. Πρόκειται περὶ τῶν χρημάτων, τὰ ὁποῖα
3280ἔδωκεν ὁ κεντρικὸς ταμίας. Ἔδωκεν εἰς τρεῖς· εἰς τὸν κ.
3281Ἀθανάσιον Εὐταξίαν, εἰς τὸν κ. Νικόλαον Κοντογιάννην
3282καὶ εἰς τὸν κ. Ζουλούμην. Οὐχὶ εἰς τὸν κ. Σκαλτσοδῆμον.
3283§177Α. ΣΚΑΛΤΣΟΔΗΜΟΣ. Μάλιστα. Καὶ τὸ σῶμα, τὸ ὁ-
3284ποῖον ἐγὼ κατήρτισα, ἐπλήρωσεν ἡ ἰδία ἐπιτροπή, διότι δὲν
3285ἀνέμιξα τὰς χεῖράς μου.
3286§178Δ. ΚΡΙΤΣΑΣ. Ἐξ αὐτῶν ὁ κ. Εὐταξίας μόνον τὰ ἐπέ-
3287στρεψε;
3288§179Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁ κ. Εὐταξίας τὴν ἡμέραν,
3289κατὰ τὴν ὁποίαν διωρίσθη Ὑπουργὸς καὶ ἔδωκε τὸν ὅρκον,
3290μετέβη εἰς τὸν κεντρικὸν ταμίαν, κατὰ τὴν ἀνακοίνωσιν, τὴν
3291ὁποίαν μοὶ ἔκαμεν ὁ εἰρημένος ταμίας, καὶ ἐπέστρεψε τὸ
3292τρίτον τοῦ ποσοῦ τῶν 50 χιλιάδων. Θέλω δὲ σᾶς ἐκθέσει,
3293διατὶ ἐδόθησαν τὰ χρήματα, καὶ θὰ σᾶς ἀνακοινώσω λεπτο-
3294μερῶς πάντα.
3295§180Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐπέστρεψε τὸ τρίτον τῶν 50,000;
3296§181Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μάλιστα.
3297§182Κ. ΖΩΤΟΣ. Τὸ ὁποῖον ἀναλογεῖ εἰς τὸν κ. Εὐταξίαν.
3298§183Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐνθυμοῦμαι, ὅτι ἡ πληρωμὴ ἦτο
3299καὶ εἰς τοὺς τρεῖς, διότι καὶ οἱ τρεῖς ἔμελλον νὰ ἐπιχειρή-
3300σωσιν αὐτὴν τὴν ἐργασίαν. Ἑπομένως σχεδὸν ἦσαν ἀλληλεγ-
3301γύως ὑπεύθυνοι. Ἀλλ’ ὁ κ. Εὐταξίας ἔδωκε μόνον τὸ τρί-
3302τον, τὸ ἀναλογοῦν εἰς αὐτόν.
3303§184Κ. ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Διότι αὐτὰ εἶχε λάβει.
3304§185Δ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Ἀλλὰ δὲν περιωρίζοντο, κύριοι Βου-
3305λευταί, μέχρι τούτου αἱ ἐνέργειαι τῆς Κυβερνήσεως, οὐχὶ αἱ
3306διὰ τοῦ στρατοῦ τοῦ τακτικοῦ, ἀλλ’ αἱ διὰ τῆς καταρτί-
3307σεως ἀνταρτικῶν σωμάτων, διότι ἡ Κυβέρνησις ἦλθεν ἀπ’
3308εὐθείας εἰς συνεννόησιν μὲ τὸν μακαρίτην Δημαρᾶν, τὸν ἐκ
3309πατριωτικοῦ ἐνθουσιασμοῦ ἐλθόντα ἐκ Καυκάσου, καὶ πω-
3310λήσαντα τὴν περιουσίαν του, ἵνα ἔλθῃ ἐδῶ καὶ ἀγωνισθῇ
3311ὑπὲρ τῆς πατρίδος. Ὁ Δημαρᾶς δὲ προσεφέρετο, καθ’ ἃ ἠκού-
3312σατε ἐκ τῆς ἐκθέσεως τοῦ κ. Ροϊλοῦ, νὰ μεταβῇ εἰς ὡρι-
3313σμένα σημεῖα τῆς Μακεδονίας καὶ νὰ διακόψῃ τὴν συγκοι-
3314νωνίαν, καταστρέφων γεφύρας ἢ σιδηροδρόμους· τὸν μακα-
3315ρίτην δὲ Δημαρᾶν ἐξώπλισεν ἀπ’ εὐθείας ἡ Κυβέρνησις, καὶ
3316ἐξώπλισε τὸ σῶμα αὐτοῦ ἐξ 150 ἀνδρῶν, καὶ τὸ ἐφωδίασε
3317καὶ διὰ χρημάτων καὶ δι’ ὅπλων καὶ διὰ φυσιγγίων, διότι
3318εἰς αὐτὸν παρεδόθησαν 45,000 βολιδωτὰ φυσίγγια καὶ 150
3319τουφέκια.
3320§186Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Πόσαι δραχμαὶ ἐδόθησαν εἰς τὸν
3321Δημαρᾶν; Γνωρίζετε τὸν ποσὸν τῶν δραχμῶν, τὸ ὁποῖον
3322ἐδόθη;
3323§187Δ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Δὲν τὸ ἔχω σημειωμένον.
3324§188Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Διότι χρήματα δὲν ἐδόθησαν εἰς
3325τὸν Δημαρᾶν διὰ νὰ ἐκστρατεύσῃ. Ὅτε ὁ μακαρίτης Δημα-
3326ρᾶς ἔμενεν ἐδῶ ἐπὶ πολὺν χρόνον, καὶ ἐξήντλησε τὸ ἀργύ-
3327ριόν του, δὲν εἶχε δὲ πῶς νὰ ζήσῃ, ἐζήτησε συνδρομὴν, καὶ
3328ἐδόθησαν αὐτῷ 400 δραχμαὶ, ὅπως ἐξακολουθήσῃ νὰ συν-
3329τηρῆται, διότι δὲν εἶχε χρήματα. Χρήματα διὰ νὰ ἐκστρα-
3330τεύσῃ δὲν ἐδόθησαν εἰς αὐτόν.
3331§189Δ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Βεβαίως ὅμως εἰς τὸν μακαρίτην Δημα-
3332ρᾶν ἡ Ἐθνικὴ Ἑταιρεία δὲν παρέδωκεν αὐτὰ τὰ ἐφόδια, οὔτε
3333τὰ χρήματα. Γνωρίζω μόνον, ἀκούσας παρ’ ἄλλων, — διότι ἐγὼ
3334δὲν ἦλθον εἰς συνάφειαν μὲ τὸν Δημαρᾶν — ὅτι ὁ Δημαρᾶς,
3335μένων ἐδῶ καὶ ἀνεβοκαταβαίνων τὰς κλίμακας τοῦ Ὑπουρ-
3336γείου τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ παραπεμπόμενος ἀπὸ ἀναβολῆς
3337εἰς ἀναβολήν, περιῆλθεν εἰς ἀπελπισίαν, καὶ ἤκουσα λεγό-
3338μενον, — δὲν τὸ βεβαιῶ ὅμως, ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος
3339δύναται νὰ τὸ βεβαιώσῃ—ὅτι μετὰ πιέσεως ἀπετάθη πρὸς
3340ὑμᾶς, ἐπιμένων νὰ κάμῃ τὴν ἀπόβασιν εἰς τὴν Μακεδονίαν.
3341§190Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Καὶ ἐγὼ τί ἔκαμον;
3342§191Δ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Καὶ τότε τοῦ ἐχορηγήσατε τὸν ὁπλι-
3343σμὸν καὶ τὰ φυσίγγια. Περὶ τῶν χρημάτων δὲν γνωρίζω.
3344§192Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Θὰ ὁμιλήσω περὶ τοῦ Δημαρᾶ.
3345§193Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Μήπως ἐχορήγησεν ἡ Ἐθνικὴ Ἑ-
3346ταιρεία;
3347§194Δ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Ὄχι βεβαίως· οὐδαμοῦ τῆς λογοδοσίας
3348ἀναφέρεται.
3349§195Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ἐχορήγησε· καὶ εἶναι εἰς τὸν κατά-
3350λογον.
3351§196Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐγὼ δὲ δὲν ἐνέκρινα τὴν ἐκ-
3352δρομὴν τοῦ Δημαρᾶ, διότι ἐγνώριζον, ὅτι ἤθελε καταστραφῇ.
3353§197Δ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Ἀλλὰ τὸ σῶμα τοῦ Δημαρᾶ, Κύριοι,
3354ἀπέπλευσε δι’ ἀτμοπλοίου μισθωθέντος ὑπὸ τῆς Κυβερνή-
3355σεως, τῆς «Ἠπείρου» τῆς Πανελληνίου, ἣν παρηκολούθη-
3356σαν διαταγαὶ τηλεγραφικαὶ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν
3357εἰς τὸν λιμενάρχην Βόλου, καὶ ἀπὸ τὸν λιμενάρχην Βόλου
3358εἰς Τρίκκερι, ὁπόθεν ἐπεβιβάσθησαν ἢ ἔμελλον νὰ ἐπιβιβα-
3359σθῶσιν οἱ συμπληρώσαντες τὸ σῶμα τοῦ Δημαρᾶ ἀντάρται
3360ὑπὸ τοὺς Βελέντζαν καὶ Καραβαγγέλην, καὶ ἐκεῖθεν πάλιν
3361εἰς Ὠρεοὺς καὶ περαιτέρω.
3362Καὶ ἐν συμπεράσματι, Κύριοι, τί ἐσήμαινον πάντα ταῦτα;
3363Ὁ μελετῶν τὴν ἀνέλιξιν τῶν γεγονότων, ὅπως συνέβησαν,—
3364καὶ ὅλοι εἶσθε μάρτυρες αὐτόπται τῶν γεγονότων τού-
3365των—ἠδύνατό ποτε νὰ ὑποθέσῃ, ἢ νὰ συμπεράνῃ, ὅτι ἡ Κυ-
3366βέρνησις δὲν ἤθελε τὸν πόλεμον; Παραδέχομαι ὅτι οὗτος ἦτο
3367ὁ εὐσεβὴς αὐτῆς πόθος, ἀλλὰ τὰ ἔγγραφα, αἱ πράξεις, οἱ
3368λόγοι ἐντελῶς τὸ ἐναντίον ἐνεδείκνυον. Οὔτε δικαιολογεῖται
3369ἡ Κυβέρνησις, φρονῶ, λέγουσα, ὅτι εἴτε αἱ ἐνέργειαι τῆς
3370Ἐθνικῆς Ἑταιρείας, εἴτε τῆς κοινῆς γνώμης ὁ συναγερμὸς,
3371εἴτε τῶν ἀντιπολιτευομένων αἱ ἐν τῇ Βουλῇ ἀγορεύσεις, ἐξ-
3372ηνάγκασαν αὐτὴν εἰς τὸ νὰ ἀσπασθῇ πολεμικὴν πολιτικὴν,
3373καίτοι δὲν ἐπεθύμει τὸν πόλεμον.
3374Καὶ ἐπιτρέπονται ταῦτα, Κύριοι, εἰς Κυβέρνησιν τοῦ Κρά-
3375τους; Ἐπιτρέπεται εἰς Κυβέρνησιν νὰ μὴ ἔχῃ πεποιθήσεις,
3376καὶ νὰ μὴ δύναται νὰ τὰς ἐπιβάλλῃ; Διότι, ἂν ἡ Κυβέρνη-
3377σις δὲν δύναται νὰ ἐπιβάλλῃ τὰς ἀποφάσεις αὑτῆς καὶ τὰς
3378γνώμας, τὰς ὑπὸ ἰδίαν της εὐθύνην εἰλημμένας, τότε δὲν εἶ-
3379ναι ἀξία τοῦ ὀνόματος Κυβερνήσεως, εἶναι σκιὰ Κυβερνή-
3380σεως. Καὶ τὸ Κράτος ὑπὸ τοιαύτην Κυβέρνησιν δὲν δύναται
3381ἢ νὰ κυλινδῆται, ὅπως τὸ σκάφος τὸ ἄνευ πηδαλίου εἰς τὰ
3382κύματα τῆς θαλάσσης! Καὶ νομίζει ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη,
3383ὅτι δικαιολογεῖται λέγουσα: «ἐγὼ τὸν πόλεμον δὲν τὸν
3384ἤθελον»; Τί παρέμενες λοιπὸν εἰς τὴν ἀρχὴν, ὅταν τὸν πό-
3385λεμον δὲν τὸν ἤθελες; καὶ πῶς τὸν πόλεμον αὐτὸν ἔκαμνες;
3386—διότι ὁ πόλεμος εἶναι ἔργον σου. Αὐτὸ λέγει τὸ κήρυγμα.
3387Ἀλλ’ ὁ κ. ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς σᾶς παρέστησεν ὡς δι-
3388καιολογίαν, ὅτι παρέμεινεν εἰς τὴν ἀρχὴν διὰ νὰ ἐμποδίσῃ
3389τὸ κακὸν, διὰ νὰ σώσῃ ὅ,τι ἦτο δυνατὸν νὰ περισωθῇ. Καὶ
3390μήπως οἱ κυβερνῆται, Κύριοι, εἶναι κηδεμόνες τοῦ Κράτους;
3391Αὐτοὶ εἶναι οἱ ὁδηγοὶ καὶ ποδηγέται τοῦ Κράτους· οὐδεὶς
3392ἔταξε τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Γόρτυνος κηδεμόνα τοῦ Κρά-
3393τους· ἡ πλειονοψηφία τῆς Βουλῆς, ἡ ἐμπιστοσύνη τοῦ Βα-
3394σιλέως τὸν ἔφερεν ἐπὶ τὰ κοινὰ, ἵνα κυβερνήσῃ, ὄχι ἵνα κη-
3395δεμονεύσῃ· τὸν ἔφεραν διὰ νὰ κρατήσῃ τὸ πηδάλιον στερ-
3396ρῶς, καὶ ὄχι μὲ τρέμουσαν χεῖρα, παρ’ ἄλλων κινουμένην,
3397ἀλλ’ ἵνα φέρῃ τὸ σκάφος τῆς Πολιτείας ἐκεῖ, ὅπου αἱ πεποι-
3398θήσεις αὐτοῦ, αἱ ἀποφάσεις, αἱ ἐν ἐπιγνώσει τῶν πραγμά-
3399των καὶ τῶν προσώπων σχηματισθεῖσαι, ἔπρεπε νὰ τὸν ὁδη-
3400γήσωσι.
3401Δὲν εὑρίσκω λοιπὸν δικαιολογημένους τοὺς περὶ τὸν ἀξιό-
3402τιμον Βουλευτὴν ἐκ Γόρτυνος, ὅταν ἐπιρρίπτωσιν εἰς τὴν
3403Ἐθνικὴν Ἑταιρείαν, τὴν ὁποίαν χαρακτηρίζουσιν ὡς ἐπάρα-
3404τον σωματεῖον, τὰς εὐθύνας, καὶ ἀπεκδύονται τούτων αὐτοί,
3405διότι αὐτὴ ἡ Ἐρινὺς ἡ ὁποία ἐκ τοῦ Ἐρέβου ἀνέδυσε, παρέ-
3406συρε τὴν Κυβέρνησιν καὶ αὐτοὺς ὅλους! Αὐτὴ ἡ Ἐρινὺς, κατὰ
3407τοὺς φίλους τοῦ ἐκ Γόρτυνος Βουλευτοῦ, ἦσαν αἱ στρίγγλαι
3408τοῦ Μάκβεθ, καὶ δὲν ἠδύνατο νὰ τὰς κλείσῃ εἰς τὴν φυλα-
3409κήν! Ἀλλ’ ἂν συνελαμβάνοντο οἱ περὶ τὴν Ἐθνικὴν Ἑται-
3410ρείαν, ἐγὼ πρῶτος ἤθελον προβάλει τὸ στῆθός μου, δεχό-
3411μενος τὰς εὐθύνας, ἐὰν τοιαῦται ὑπῆρχον, καὶ διὰ τοῦτο,
3412ἀποκαλυφθεὶς ἐνώπιον τῆς ἐξελεγκτικῆς ἐπιτροπῆς, ὑπέστην
3413καὶ ὑπεβάστασα, ὡς μόνος σκοπὸς, πάσας τὰς κατηγορίας.
3414Ἀλλ’ ἰσχυρίζονται, ὅτι ἡ εἰσαγγελικὴ ἐξουσία μετεῖχε τῆς
3415Ἐθνικῆς Ἑταιρείας, καὶ ἐματαίωνε πᾶσαν κατ’ αὐτῆς ἐκ-
3416τέλεσιν. Καὶ ἀπέναντι τοῦ εἰσαγγελέως ὑπεχώρει ὁ κ. κυ-
3417βερνήτης τῆς χώρας! καὶ δὲν ἐπέτα τὸν εἰσαγγελέα! Καὶ
3418δικαιολογεῖται ὁ Πρωθυπουργὸς λέγων, ὅτι ὁ εἰσαγγελεὺς
3419δὲν ἤθελε νὰ ἐκτελέσῃ τὰς διαταγάς του! Κύριε Ὑπουργὲ
3420τῆς Δικαιοσύνης, σᾶς συμβουλεύω, τὴν πρώτην φορὰν, κατὰ
3421τὴν ὁποίαν θὰ εὑρεθῆτε ἀπέναντι τοιούτου εἰσαγγελέως, νὰ
3422τὸν πετάξητε, ὑποβάλλοντες εἰς τὴν Α. Μ. Διάταγμα περὶ
3423παύσεώς του.
3424§198ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Δὲν πετᾷ τὸν Θεοδώρου ἀκόμη!
3425(ἱλαρότης).
3426§199Δ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Ἀλλὰ ἐγνώριζε, Κύριοι, καλῶς ὁ κύριος
3427Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος, ὅτι δὲν ἠδύνατο νὰ καταδιώξῃ τὴν
3428Ἐθνικὴν Ἑταιρείαν, ἀφοῦ ἤδη τὴν εἶχεν ἀναγνωρίσει καὶ
3429εἶχεν ἔλθει εἰς ἄμεσον συνάφειαν πρὸς αὐτήν. Καὶ πῶς ἠδύ-
3430νατο νὰ καταδιώξῃ ὁ εἰσαγγελεὺς τὴν Ἐθνικὴν Ἑταιρείαν
3431ἀπέναντι πράξεως τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, διὰ τῆς
3432ὁποίας διετάσσοντο κατεπειγόντως αἱ ἁρμόδιαι στρατιωτι-
3433καὶ ἀρχαὶ νὰ δώσωσι τρία ἑκατομμύρια φυσιγγίων εἰς τὴν
3434Ἐθνικὴν Ἑταιρείαν, ὡς σκοποῦσαν ἐθνικὸν σκοπόν; Καὶ ἦτο
3435ἀνάγκη Διατάγματος Βασιλικοῦ, ὅπως ἀναγνωρισθῇ κατὰ
3436τὴν ἡμετέραν νομοθεσίαν ἡ Ἐθνικὴ Ἑταιρεία; Πλανῶνται
3437πλάνην νομικὴν οἱ πιστεύοντες ὅτι ἦτο ἀνάγκη Διατάγμα-
3438τος. Ἔθος ἐπεκράτησε νὰ ἐκδίδηται Διάταγμα, ἵνα ἀναγνω-
3439ρίζωνται Σύλλογοι, ἀλλὰ μόνον ἐπὶ ἀνωνύμων ἐμπορικῶν ἑ-
3440ταιρειῶν ἀπαιτεῖται, ὁ δὲ μακαρίτης Οἰκονομίδης λέγει, ὅτι
3441δυνάμει τοῦ ἄρθρου 11 τοῦ Συντάγματος πρέπει νὰ τεθῇ ὁ
3442κανὼν, ὅτι πρὸς σύστασιν Συλλόγου δὲν ἀπαιτεῖται εἰδικὴ
3443ἔγκρισις τῆς Κυβερνήσεως. Ἡ Κυβέρνησις ἠδύνατο νὰ κατα-
3444διώξῃ τὴν Ἐθνικὴν Ἑταιρείαν δι’ ἀσυγχώρητον συλλογὴν
3445ἐράνων, κατὰ τὸν ποινικὸν νόμον· ἀλλὰ ἡ Ἐθνικὴ Ἑταιρεία
3446δὲν συνέλεγε χρήματα ἐν τῷ κρυπτῷ· μάρτυς ὁ νομάρχης
3447Λαρίσης, ὡς ἠκούσατε πρὸ μικροῦ. Ἡ Ἐθνικὴ Ἑταιρεία,
3448ἀκριβῶς καθ’ ἣν στιγμὴν εἶχεν ἀνάγκην κεφαλαίων πρὸς ἐκ-
3449πλήρωσιν τῶν πατριωτικῶν σκοπῶν, τοὺς ὁποίους ἐσκόπει,
3450συνέστησε κέντρον φανερόν· διότι, Κύριοι, τὸν Ἰανουάριον τοῦ
34511897 ἡ ὅλη περιουσία τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας συνίστατο εἰς
345213 χιλιάδας δραχμάς...
3453§200ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Καὶ διέδιδεν ὅτι εἶχεν ἑκατομμύρια!
3454§201Δ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Βεβαίως ἡ Ἐθνικὴ Ἑταιρεία δὲν τὸ
3455διέδιδεν· ἦσαν μωροὶ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἐπίστευον, ὅτι τὰ
3456ἑκατομμύρια κατέβαινον ἀπὸ τὸν οὐρανόν.
3457§202Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Ἐκτίσθησαν ὅμως σπίτια ἀπὸ αὐτά!
3458§203Δ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Νὰ μοὶ ἐπιτρέψητε, κύριε Βιτάλη, νὰ
3459σᾶς παρακαλέσω νὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ μὴ σᾶς ἀπαντήσω
3460εἰς αὐτὰ, τὰ ὁποῖα λέγετε· αὐτὰ ἐλέχθησαν καὶ ἄλλοτε, τὸ
3461περίεργον δὲ εἶναι, ὅτι καὶ τότε καὶ τώρα ἐλέχθησαν ὑπὸ
3462ἀξιωματικοῦ. Φαίνεται, ὅτι οἱ ἀξιωματικοὶ ἔχετε ἰδέαν τοι-
3463αύτην.
3464§204Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, σᾶς παρακαλῶ νὰ μοὶ
3465ἐπιτρέψητε νὰ παρατηρήσω εἰς τὸν ἀγορεύοντα, ὅτι ὀφείλει
3466νὰ ἀπαντᾷ εἰς τὸν ἐρωτῶντα, καὶ νὰ περιορισθῇ εἰς τὸ θέμα,
3467καὶ νὰ μὴ ἀναφέρηται εἰς περιστάσεις παρελθούσας. Καὶ ἀ-
3468πορῶ, πῶς ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος ἐπαγγέλλεται τὸν καλῶς ἀνα-
3469τεθραμμένον, καὶ ὁ ὁποῖος ἀπήντησε πρὸς τὸν ἐξ Ἀττικῆς
3470βουλευτὴν κ. Λεβίδην, ὅτι γνωρίζει τῆς ῥεβερέντσαις ἀπὸ μι-
3471κρός, ἀπορῶ, πῶς τὰς ἐλησμόνησεν, ὅταν ἐμεγάλωσε!
3472§205Δ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Σᾶς διαβεβαιῶ ἐν τιμῇ, ὅτι, ὅτε ἀπήν-
3473των εἰς τὸν κ. Βιτάλην, ἐντελῶς εἶχον λησμονήσει ὑμᾶς·
3474δὲν ἐνόουν ὑμᾶς, ἐνόουν τὸν κ. Παπαδιαμαντόπουλον.
3475§206Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Μὲ συγχωρεῖτε.
3476§207Δ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Καὶ τότε, ὡς ἔλεγον, Κύριοι, ἐκρίθη
3477ἀναγκαία ἡ σύστασις φανεροῦ κέντρου, διότι φυσικῷ τῷ
3478λόγῳ οἱ θέλοντες νὰ συνεισφέρωσιν, ἔστω καὶ ὑπὲρ ἐθνικοῦ
3479σκοποῦ, δὲν θὰ ἠδύναντο νὰ ἐμπιστευθῶσι τὸ χρῆμά των εἰς
3480ἀρχὴν ἀόρατον καὶ ἄγνωστον, ἐξ ὁσωνδήποτε ἀξιοτίμων καὶ
3481ἐντίμων ἀνθρώπων καὶ ἂν συνέκειτο αὕτη, ἂν μὴ ἔβλεπον
3482πρόσωπα φανερά. Οὕτω δὲ τὴν 28 Ἰανουαρίου συνεστήθη
3483φανερὰ ἐπιτροπή, συγκειμένη ἐκ τῶν κυρίων Ε. Π. Ἀραβαν-
3484τινοῦ, πρώην Ὑπουργοῦ καὶ ἀρεοπαγίτου, Δημ. Βικέλα,
3485Κ. Ἔσλιν, Σ. Εὐλαμπίου, Ἀντων. Καλλέργη, τοῦ τραπεζί-
3486του, Πέτρου Καλλιγᾶ, Παντελῆ Καρυδιᾶ, Ἀλεξ. Μαύρου,
3487Μιχ. Μελᾶ, Κ. Παπαμιχαλοπούλου, Παντιᾶ Ράλλη, Ἄθω-
3488νος Ρωμάνου, Διον. Στεφάνου καὶ Κ. Τοπάλη.
3489Ἀλλ’ ἐνταῦθα ὀφείλω νὰ κάμω μίαν παρέκβασιν.
3490§208Δ. ΚΡΙΤΣΑΣ. Αὐτοὶ μέχρι τῆς ἐποχῆς ἐκείνης δὲν ἦσαν
3491μέλη;
3492§209Δ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Ἅπαντες· ἄλλως δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ
3493γείνωσι μέλη τῆς ἐπιτροπῆς.
3494§210Κ. ΤΟΠΑΛΗΣ. Πλὴν ἐμοῦ, ὁ ὁποῖος τὴν 1 Φεβρουα-
3495ρίου ἐγενόμην μέλος.
3496§211Δ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Ἡ παρέκβασίς μου λοιπὸν ἀφεώρα εἰς
3497τοῦτο, ἐν σχέσει πρὸς τὸν ἰσχυρισμόν, τὸν ὁποῖον ὁ ἀξιότι-
3498μος ἐκ Γόρτυνος κ. Βουλευτὴς προέβαλεν, ὅτι ἡ Ἐθνικὴ Ἑται-
3499ρεία εἶχε σκοπὸν πολιτικὸν καὶ ἦτο εἰς συνάφειαν μὲ τὰ ἐσω-
3500τερικὰ κόμματα, ὅτι μέλη τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας δὲν ἦσαν
3501μόνον πρόσωπα ἀνήκοντα εἰς τὴν πτέρυγα ταύτην (δεικνύει
3502τὴν δεξιάν), ἀλλ’ ἦσαν καὶ πρόσωπα ἀνήκοντα εἰς τὴν πτέ-
3503ρυγα ἐκείνην (δεικνύει τὴν ἀριστεράν)· μεταξὺ δὲ αὐτῶν τῶν
3504ἀντιπολιτευομένων, τῶν ἀναμεμιγμένων εἰς τὴν Ἐθνικὴν
3505Ἑταιρείαν, εὑρίσκοντο πρόσωπα, τὰ ὁποῖα δὲν ἀνῆκον εἰς
3506τὸ κόμμα τοῦ μακαρίτου Τρικούπη. Ὥστε, ἐὰν τοιοῦτος ἦτο
3507ὁ σκοπός, πολιτικός, δὲν θὰ ἦτο ὁ κ. Τοπάλης, ὁ τότε πο-
3508λιτικὸς φίλος τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Γόρτυνος.
3509§212Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Αὐτὸ εἶναι ἀκριβές· ὁ κ. Τοπά-
3510λης ἦτο πολιτικὸς φίλος μου.
3511§213Δ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Καὶ ὁ κ. Τόμαν.
3512§214Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Καὶ ὁ κ. Τόμαν. Ἀλλ’ ἐγένοντο
3513μέλη τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας ἐν ἀγνοίᾳ μου· οὐδὲ μοὶ ἀνε-
3514κοίνωσάν ποτε τοῦτο.
3515§215Κ. ΤΟΠΑΛΗΣ. Ἀλλὰ τοῦ φανεροῦ κέντρου τὰ ὀνόματα
3516ἐδημοσιεύθησαν δι’ ὅλων τῶν ἐφημερίδων.
3517§216Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἀλλὰ ἡ δρᾶσις ὁλόκληρος ἀνήκει
3518εἰς τὸ κρύφιον κέντρον.
3519§217Δ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Ἐγὼ δὲν ἠθέλησα διὰ τούτων νὰ εἴπω,
3520ὅτι οἱ ἀνήκοντες εἰς τὸ ὑμέτερον κόμμα ἐγένοντο μέλη τῆς
3521Ἐθνικῆς Ἑταιρείας ἐν ἀγνοίᾳ ὑμῶν ἢ ἐν γνώσει, ὅπως καὶ
3522οἱ ἀνήκοντες εἰς τὸ κόμμα τὸ διευθυνόμενον ὑπὸ τῶν ἐν τῇ
3523Βουλῇ 15 Βουλευτῶν τοῦ κόμματος τοῦ μακαρίτου Τρικού-
3524πη, ὅτι ἐν γνώσει αὐτοῦ ἢ ἐν ἀγνοίᾳ μετεῖχον τῶν ἐργα-
3525σιῶν τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας· τὸ ἐπιχείρημά μου ἀφεώρα εἰς
3526τὸ ὅτι εἰς τὴν Ἐθνικὴν Ἑταιρείαν ὑπῆρχον πρόσωπα ἀδια-
3527κρίτως κόμματος καὶ ἐσωτερικῆς πολιτικῆς ἀποχρώσεως,
3528διότι ὁ σκοπὸς τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας δὲν ἦτο ἐσωτερικός·
3529τοῦτο δὲ ἀποδεικνύει καὶ ἡ ὕπαρξις ἀκριβῶς ἀνθρώπων
3530εἰς διάφορα κόμματα πολιτικὰ ἀνηκόντων καὶ συνεργαζο-
3531μένων.
3532Κατὰ τὴν 28 λοιπὸν Ἰανουαρίου 1897 συνέστη τὸ φανε-
3533ρὸν κέντρον ἐκ 14 μελῶν, τὸ ὁποῖον πρόεδρον ἐξέλεξε τὸν
3534μακαρίτην Μιχαὴλ Μελᾶν, γραμματέα δὲ τὸν ἀξιότιμον ἐξ
3535Ἐπιδαύρου Λιμηρᾶς συνάδελφον. Ἡ ἐπιτροπὴ αὕτη ἐποιή-
3536σατο διὰ τοῦ τύπου ἔκκλησιν πρὸς πάντας τοὺς ὁμογενεῖς,
3537ἵνα συνεισφέρωσι τὸν ὀβολὸν αὐτῶν ὑπὲρ τοῦ ἐθνικοῦ σκο-
3538ποῦ· καὶ οὐ μόνον τοῦτο, ἀλλὰ καὶ διῃρέθη εἰς τμήματα,
3539διαιρέσασα τὴν πόλιν τῶν Ἀθηνῶν εἰς ἀντίστοιχα τμήματα,
3540ὅσαι ἀπετελέσθησαν ἐκ τῶν μελῶν αὐτῆς ὑποεπιτροπαί,
3541καὶ ἐξῆλθον αἱ ὑποεπιτροπαὶ αὗται εἰς τὸ φανερόν, ζητοῦ-
3542σαι τὸν ὀβολὸν τῶν πολιτῶν ὑπὲρ τοῦ σκοποῦ τῆς Ἐθνικῆς
3543Ἑταιρείας. Ἐγώ, Κύριοι, μετὰ τοῦ κ. Βικέλα καὶ τοῦ μα-
3544καρίτου Μελᾶ (ἀλλὰ τούτου μὴ δυναμένου νὰ ὑποβληθῇ εἰς
3545τοὺς κόπους τῆς περιοδείας ἀντικατασταθέντος διὰ τοῦ υἱοῦ
3546του κ. Λ. Μελᾶ) ἐξήλθομεν εἰς τὸ τμῆμα τὸ λαχὸν ἡμῖν,
3547καὶ ἐζητήσαμεν τὸν ὀβολὸν τῶν πολιτῶν, καὶ συνελέξαμεν
3548οὐχὶ εὐκαταφρόνητον ποσόν· ἐνθυμοῦμαι μάλιστα, ὅτι ὁ μα-
3549καρίτης Α. Συγγρὸς μᾶς ἔδωκε 10,000 δραχμάς...
3550§218Κ. Ν. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἐγὼ ἐξῆλθον μετὰ
3551δύο ἄλλων.
3552§219Κ. ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Καὶ εἰς τὰς ἐπαρχίας ἐξήλθομεν.
3553§220Δ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Τί ἐγένετο τὸ ποσὸν ἐκεῖνο; Τὸ ποσὸν
3554συνεκεντροῦτο εἰς χεῖρας τοῦ μακαρίτου Μελᾶ, ὁ ὁποῖος ἐτή-
3555ρει βιβλίον τακτικώτατον, περὶ τοῦ ποσοῦ δ’ ἐκείνου ἔδωκεν
3556ἀκριβεστάτην λογοδοσίαν εἰς τὴν ἐξελεγκτικὴν ἐπιτροπήν.
3557Ἀλλὰ μετὰ τὰς ἀποτυχίας μας, καὶ ὅπως συνήθως ἐν τῷ
3558κόσμῳ συμβαίνει, ἐζητοῦμεν τὸν ὑπεύθυνον, ποῖος ἔπταιεν,
3559εὑρέθη δὲ πρόχειρος ἡ ἀόρατος Ἐθνικὴ Ἑταιρεία, διότι ἦτο
3560εὐκολωτέρα ἡ ἐπίθεσις κατ’ αὐτῆς, διότι ἦτο ἀόρατος. Ἀλλὰ
3561τὸ ἀόρατον δὲν ἠδύνατο νὰ ἐπαρκέσῃ εἰς τοὺς διαβολεῖς,
3562καὶ ἤρχισαν ζητοῦντες τοὺς ὁρατοὺς, καὶ οὕτω περιήρχοντο
3563ἀνὰ τὰ στόματα τῶν ἀνθρώπων καὶ τῆς δημοσιογραφίας
3564διάφορα ὀνόματα. Καὶ σὺν τούτοις ἐπῆλθε καὶ ἡ ἰδέα τῆς
3565καταχρήσεως! Τὰ ἑκατομμύρια ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ὠνειρεύοντο
3566ὅτι ἡ Ἐθνικὴ Ἑταιρεία εἰσέπραξε, τί ἐγένοντο; πῶς ἐξη-
3567τμίσθησαν; Ἄρα ἐγένετο κατάχρησις! Δὲν ἠδύνατο νὰ πι-
3568στευθῇ, ὅτι ἠδύναντο νὰ ὑπάρξωσιν ἄνθρωποι διαχειριζόμενοι
3569χρήματα, χωρὶς νὰ βάλωσι καὶ εἰς τὰ θυλάκιά των ἐξ αὐ-
3570τῶν. Καὶ ἐὰν ἔχῃ τις μίαν καλύβην, ἐρωτῶσι, ποῦ εὑρῆκε
3571τὸ χρῆμα διὰ νὰ τὴν οἰκοδομήσῃ; Ἐκ τούτου καὶ ἡ ἐρώ-
3572τησις τοῦ βουλευτοῦ κ. Βιτάλη.
3573Ὅτε ἤρξαντο διαδιδόμεναι τοιαῦται φῆμαι περὶ κατα-
3574χρήσεως ἐν τῇ Ἐθνικῇ Ἑταιρείᾳ καὶ ἀνεφέροντο καὶ ὀνό-
3575ματα διαχειρισθέντα τὰ τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας χρήματα,
3576τὰ πρόσωπα ταῦτα ἐθεώρησαν, ὅτι ἐπεβάλλετο εἰς αὐτά,
3577χάριν τῆς ἰδίας αὐτῶν ὑπολήψεως, νὰ προκαλέσωσιν ἐξέλεγ-
3578ξιν τῆς διαχειρίσεως τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας. Καὶ τότε,
3579Κύριοι, ἐδημοσιεύθη εἰς τὰς ἐφημερίδας ἡ ἑξῆς δήλωσις:
3580«Ὁ κ. Γεώργιος Γούσιος, τῇ ἐντολῇ τῆς Ἐθνικῆς Ἑται-
3581ρείας, παρουσιασθεὶς ἐνώπιον τοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνή-
3582σεως, ἐδήλωσεν ἐξ ὀνόματος αὐτῆς, ὅτι ἡ διοίκησις τῆς
3583Ἐθνικῆς Ἑταιρείας τάσσει τὴν διαχείρισιν αὐτῆς ὑπὸ τὸν
3584ἔλεγχον τῆς Πολιτείας. Παρακαλεῖ δὲ τὴν Κυβέρνησιν...
3585§221Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ποίαν ἡμερομηνίαν ἔχει ἡ δή-
3586λωσις αὕτη;
3587§222Δ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Εἶναι ἀπόσπασμα ἐφημερίδος τῆς
3588Ἀπριλίου τοῦ 1897.
3589Συνεπείᾳ τοῦ διαβήματος τούτου τῶν μελῶν τοῦ Συμβου-
3590λίου τῆς Ἑταιρείας, ἡ τότε Κυβέρνησις, ἢ μᾶλλον ὁ ἐπὶ τῶν
3591Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς κ. Σιμόπουλος, ἀποτελῶν μέρος τῆς
3592ὑπὸ τὸν κ. Ράλλην Κυβερνήσεως, διώρισε τρεῖς ἐλεγκτάς,
3593τοὺς κ. κ. Γεώργιον Ἀναγνωστόπουλον, ἐλεγκτὴν τοῦ Συνε-
3594δρίου, Γ. Βελλίνην, τότε ἐφέτην καὶ ἤδη νομικὸν σύμβουλον,
3595καὶ Γεώργιον Παππαδόπουλον, τότε ὑπάλληλον τοῦ Γενι-
3596κοῦ Λογιστηρίου καὶ νῦν τοῦ Ἐλέγχου, τρεῖς ἀξιοτίμους καὶ
3597πεπειραμένους ἄνδρας, μὴ ἀνήκοντας δὲ εἰς τὴν Ἐθνικὴν
3598Ἑταιρείαν, καὶ ἔταξεν αὐτοῖς, ὅπως ἐξελέγξωσι τὴν δια-
3599χείρισιν ἐν γένει τῆς Ἑταιρείας.
3600Ἀλλ’ ἐνταῦθα ὀφείλω νὰ κάμω ἄλλην παρέκβασιν. Καὶ
3601διὰ τῶν ἐφημερίδων ἐδήλωσα καὶ ἤδη ἐπαναλαμβάνω, ὅτι
3602οὔτε ταμίας ὑπῆρξα τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας, οὔτε χρήματα
3603διεχειρίσθην· καὶ δὲν ἠδυνάμην νὰ διαχειρισθῶ, καθόσον οὐ-
3604δὲν τῶν μελῶν τοῦ Συμβουλίου ἠδύνατο νὰ διαχειρισθῇ, διότι
3605ἀπ’ ἀρχῆς εἰς τὰ τῆς διαχειρίσεως τῆς Ἑταιρείας, ἐπειδὴ
3606αὕτη συνέστη ὑπὸ ἀξιωματικῶν, εἰσήχθη τὸ οἰκονομικὸν σύ-
3607στημα τοῦ στρατοῦ, ἤτοι τὰ οἰκονομικὰ τῆς Ἑταιρείας διε-
3608χειρίζετο ἐπιτροπὴ ἐκ δύο ἀξιωματικῶν καὶ ἑνὸς πολίτου.
3609Τοιοῦτος δὲ κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ἦτο ἀνήρ...
3610§223Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Εἶναι γνωστὴ ἡ διαχείρισις.
3611§224ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ποῖα ἦσαν τὰ μέλη τῆς ἐπιτροπῆς
3612αὐτῆς;
3613§225Δ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Πηγαίνετε νὰ τὰ μάθητε. Δὲν ἦλθον
3614ἐδῶ διὰ νὰ καταγγείλω ὀνόματα.
3615§226Δ. ΚΡΙΤΣΑΣ. Καταγγέλλονται κατονομαζόμενα;
3616§227Δ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Ἐγὼ ἦλθον ἐδῶ ἀμυνόμενος ὑπὲρ τῆς
3617ἰδίας τιμῆς καὶ ὑπολήψεως· τοῦτο καὶ μόνον ἦλθον νὰ κάμω·
3618οὔτε ἐντολὴν ἔλαβον παρ’ οὐδενός, οὔτε ἔχω ἐδῶ ἰδιότητα
3619ἄλλην ἀπὸ τὴν τοῦ Βουλευτοῦ· ὡς Βουλευτὴς ὁμιλῶ, ὡς
3620ἀντιπρόσωπος τῆς ἐπαρχίας μου καὶ τοῦ ἔθνους, ἀσκῶν δι-
3621καίωμα ἀπὸ τοῦ βήματος, ὅπερ μοὶ παρέχει τὸ Σύνταγμα
3622καὶ ὁ Κανονισμὸς τῆς Βουλῆς, τὸ τῆς ἐλευθερίας τοῦ λόγου.
3623Μὴ μοῦ ζητεῖτε νὰ ἐξέλθω τῆς σφαίρας τῶν καθηκόντων,
3624τῶν ἐπιβεβλημένων ὑπὸ τῆς τιμῆς!
3625§228ΑΣΗΜ. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸ εἶναι τὸ σπουδαιότε-
3626ρον μέρος τῆς δράσεως.
3627§229Δ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Ἐπανέρχομαι εἰς τὴν παρέκβασίν μου.
3628Ἔλεγον λοιπόν, ὅτι ἡ ταμιακὴ ἐπιτροπὴ τῆς Ἐθνικῆς Ἑ-
3629ταιρείας, ἡ διαχειριζομένη τὰ οἰκονομικά, συνέκειτο ἀπὸ δύο
3630ἀξιωματικοὺς καὶ ἕνα πολίτην, ὅστις ἀνῆκεν εἰς ἐντιμοτάτην
3631οἰκογένειαν, πολλὰς παρασχοῦσαν ὑπηρεσίας εἰς τὸ ἔθνος,
3632καὶ συγχρόνως ἄριστον λογιστήν. Καὶ ὅτε ἐπῆλθεν ὁ κατα-
3633κλυσμός, ὅτε οἱ πρώην πολεμικοὶ καὶ οἱ πρώην φρενιτιῶντες
3634ὑπὲρ τοῦ πολέμου ἤθελον ν’ ἀποτινάξωσι τὴν εὐθύνην καὶ
3635ἔλεγον, ὅτι δὲν ἤθελον τὸν πόλεμον, οὔτε ἐφώναζον ὑπὲρ
3636αὐτοῦ, τότε συνέβη — ἀνθρώπινον τὸ πάθημα — ὅλοι νὰ λέ-
3637γωμεν, ὅτι οὐδεὶς οἶδε τὸν ἄνθρωπον, ὅπως ὁ Πέτρος! Διὰ
3638τοῦτο καὶ ὁ διαχειριζόμενος τὰ τῆς Ἑταιρείας κατέθηκε τὰ
3639βιβλία, καὶ δοὺς ἀκριβῆ λογοδοσίαν, παρῃτήθη. Τὸ Συμβού-
3640λιον εὑρέθη εἰς δυσχερεστάτην θέσιν, διότι οὐδεὶς ἐγίνωσκεν
3641ἀκριβῶς νὰ δώσῃ πληροφορίας περὶ τῆς διαχειρίσεως τοῦ
3642χρήματος ἢ κατὰ τὸ μᾶλλον καὶ ἧττον ἠδύναντο νὰ γνω-
3643ρίζωσι μέλη τινὰ περισσότερα, ἀλλ’ ὑπῆρχε καὶ ἄλλο κώ-
3644λυμα, τὸ κώλυμα, ὅτι δὲν ἠδύναντο ν’ ἀποκαλυφθῶσι, διότι
3645μεταξὺ τῶν μελῶν τοῦ Συμβουλίου ὑπῆρχον καὶ στρατιωτι-
3646κοὶ καὶ δημόσιοι ὑπάλληλοι. Προσέτρεξαν εἰς ἐμέ, καὶ μὲ
3647παρεκάλεσαν ἐπιμόνως, ἵνα ἀναλάβω, ἀφοῦ ἀπετέλουν μέ-
3648ρος τοῦ φανεροῦ κέντρου, ν’ ἀντιπροσωπεύσω τὴν Ἑταιρείαν
3649κατὰ τὴν ἐξέλεγξιν, καὶ νὰ παραστήσω τὰ περὶ τῆς δια-
3650χειρίσεως εἰς τοὺς ἐλεγκτὰς, καὶ δώσω ὅσας ἠδυνάμην ἐξη-
3651γήσεις, ὅπου δὲ δὲν θὰ ἠδυνάμην νὰ παράσχω τὰς δεούσας
3652ἐξηγήσεις, νὰ ἀναφέρωμαι καὶ ζητῶ, ὅπως διαλευκανθῶσι
3653τὰ σκοτεινὰ σημεῖα. Ἐνόμισα ὅτι εἶχον καθῆκον, ὡς τίμιος
3654ἄνθρωπος, νὰ μὴ γείνω ῥίψασπις κατὰ τὴν τελευταίαν ὥραν,
3655καὶ ἀφοῦ, καλῶς ἢ κακῶς, μετέσχον τῆς Ἐθνικῆς Ἑται-
3656ρείας, ὤφειλον μέχρι τέλους νὰ ἀναλάβω τὴν εὐθύνην τῶν
3657πράξεών μου, καίτοι, ἐν παρόδῳ εἰρήσθω, δὲν συνεφώνουν
3658ἐν πολλοῖς μετὰ τῶν ἄλλων μελῶν τοῦ Συμβουλίου. Καὶ
3659οὕτω παρέστην ἐνώπιον τῆς ἐπιτροπῆς. Ἤμην ἐντεταλμέ-
3660νος νὰ παρίσταμαι μετὰ τριῶν ἄλλων μελῶν, μετὰ τοῦ κ.
3661Ἀλεξάνδρου Μαύρου καὶ τοῦ κ. Σπυρίδωνος Εὐλαμπίου ἐκ
3662τοῦ φανεροῦ κέντρου, πλὴν τοῦ Μελᾶ, ἔχοντος νὰ δώσῃ λό-
3663γον περὶ εἰδικῆς διαχειρίσεως, καὶ τηροῦντος καὶ ἰδιαίτερον
3664βιβλίον εἰσπράξεων καὶ πληρωμῶν, ὅστις συμπαρίστατο μετ’
3665ἐμοῦ διαρκῶς. Ἀλλ’ ὁ κ. Εὐλάμπιος, κατὰ τὴν τελευταίαν
3666ὥραν, δικαιολογούμενος κατὰ τὸ μᾶλλον καὶ ἧττον καὶ αὐτὸς,
3667ἀπέστη, ὁ δὲ κ. Μαῦρος, ἔχων καὶ ἄλλας ἐργασίας, δὲν παρί-
3668στατο τακτικῶς· ἄλλως τε, ὡς μὴ ἀποτελῶν μέλος τοῦ
3669Συμβουλίου, δὲν ἦτο καὶ εἰς κατάστασιν νὰ δίδῃ τὰς δεού-
3670σας πληροφορίας.
3671Ὁ κλῆρος λοιπὸν ἔπεσεν ἐπὶ Ματθίαν, ἤτοι ἐπ’ ἐμέ, καὶ
3672τὸν κλῆρον αὐτὸν, ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, ὅτι ἐπλήρωσα μὲ
3673καλὸν νόμισμα! Εἰς τοὺς ἐλεγκτὰς λοιπὸν παρέστην, ὅπως
3674δώσω λόγον ἐγὼ, ἀπολογούμενος οὑτωσὶ διὰ τὴν διαχείρισιν
3675τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας, καὶ ἐν τῇ ἐκθέσει των οἱ ἐλεγκταὶ
3676ἀναφέρουσιν, ὅτι τὰς πληροφορίας ὁτὲ μὲν ἔδιδον εὐθὺς, ὁτὲ
3677δὲ ἀνέβαλλον, διότι εἶχον ἀνάγκην νὰ διαφωτισθῶ παρ’ ἄλ-
3678λων. Ἀλλ’ ὅτε συνέστη ἡ πρώτη ἐξεταστικὴ τῶν πραγμάτων
3679ἐπιτροπὴ, καὶ αὐτὴ κατέγεινεν ἵνα ἀνακαλύψῃ τὰ πρόσωπα
3680τὰ διαχειρισθέντα τὰ χρήματα τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας καὶ
3681ἀνεύρῃ τὰς καταχρήσεις καὶ λωποδυσίας, αἱ ὁποῖαι διεφημί-
3682ζοντο, ἐκάλεσε, φυσικῷ τῷ λόγῳ, καὶ τοὺς ἐλεγκτὰς, οἵτι-
3683νες, ἐννοεῖται, ἐκτὸς τῶν ὅσων ἀντελήφθησαν, πιεζόμενοι ὑπὸ
3684τῆς ἐξεταστικῆς ἐπιτροπῆς δι’ ἐρωτήσεων.
3685§230Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Ὅσα λέγετε, εἶναι ἀνακριβῆ. Οὐδεὶς
3686ἐπιέσθη.
3687§231Δ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Σᾶς παρακαλῶ, σᾶς ἐξορκίζω, μὴ παρα-
3688κούετε καὶ μὴ παρερμηνεύετε. Ἐγὼ εἶπον, ὅτι ἐπιέσθησαν
3689δι’ ἐρωτήσεων.
3690§232Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Ἡ Ἑλληνικὴ γλῶσσα ἔχει σαφεῖς τὰς
3691ἐννοίας.
3692§233Δ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Ἀνακαλῶ τὴν λέξιν ἐπιέσθησαν.
3693§234Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Ἔχετε ὥρας, καθ’ ἃς ἐξυμνεῖτε τὰ ἔργά
3694σας. Προτιμότερον θὰ ἦτο νὰ ἠκολουθῆτε ἄλλην τακτικήν.
3695§235Δ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Καὶ ὅτε λοιπὸν ἐξητάσθησαν τὰ μέλη
3696τῆς ἐξελεγκτικῆς ἐπιτροπῆς περὶ τῶν ἔργων ἑαυτῶν, καὶ
3697ἐξέθηκαν τὰ πράγματα ὡς τὰ ἀντελήφθησαν, ἀπετάθη ἡ ἐρώ-
3698τησις εἰς τὸν κ. Βελλίνην: «καὶ ποία ἡ ἐντύπωσίς σας ἐκ τῶν
3699λόγων, τῆς στάσεως καὶ τῆς ἐν γένει συμπεριφορᾶς τοῦ κ.
3700Στεφάνου;» Καὶ ὁ κ. Βελλίνης, κρίνων πλέον ὡς μάρτυς, εἶ-
3701πεν, ὅτι εἶχον στάσιν ἀρχηγοῦ, διευθυντοῦ τῆς Ἑταιρείας.
3702Καὶ αἱ ἐρωτήσεις ἐγίνοντο βαθμηδὸν καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν
3703κρίσεων ἐκείνων. Ἀλλ’ ἂν ἡ ἐπιτροπὴ ἤθελε νὰ προβῇ εἰς
3704ἐξέτασιν, διατὶ δὲν ἐξήταζεν ἐμὲ τὸν ἴδιον; διατὶ δὲν μὲ
3705ἐκάλεσε νὰ μὲ ἐρωτήσῃ; Καὶ θὰ ἐξέθετον τὰ πράγματα ὡς
3706ἐγένοντο. Οὐδὲν συμφέρον εἶχον περὶ τοῦ ἐναντίου. Ἀλλὰ
3707τοὐναντίον ἐκάλεσε καὶ ἐξήτασε τὰ πρόσωπα, ἐκ τῶν ὁποίων
3708ἠδύνατο μόνον νὰ ἀρυσθῇ μομφὰς κατ’ ἐμοῦ. Ἀλλὰ διατὶ
3709δὲν ἐκάλει ἐμέ, ἔστω καὶ πρὸς ἀπολογίαν, ἂν καὶ δὲν ἦτο
3710ἡ θέσις μου τοιαύτη; Δὲν ἦτο ὀρθὴ ἡ πορεία, ἣν ἠκολού-
3711θησαν...
3712§236Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Διότι κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην
3713ἀπουσιάζετε ἐν Κωνσταντινουπόλει.
3714§237Δ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Ἦλθον πολλάκις ἐν τῷ μεταξύ.
3715§238Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Τότε δὲν ὑπῆρχεν ἐπιτροπή.
3716§239Δ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Ἀφοῦ δὲ δὲν μὲ ἐκαλέσατε, δὲν ἐπε-
3717τρέπετο νὰ δώσητε τὴν ἔκθεσιν αὐτὴν τῆς ἐπιτροπῆς νὰ δη-
3718μοσιευθῇ, καὶ νὰ προπηλακίζωμαι ἀδιακόπως, χωρὶς νὰ δύ-
3719ναμαι νὰ ὑπερασπισθῶ, διότι περιεφρόνουν τὰς ὕβρεις.
3720§240Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Διατὶ δὲν ἀπηντήσατε;
3721§241Δ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Ἐγὼ νὰ κατέλθω ν’ ἀπαντήσω; Ὠφεί-
3722λατε σεῖς νὰ μὴ μὲ θέσητε εἰς θέσιν τοιαύτην. Οὕτω πως
3723πράττουσιν οἱ ἄνδρες, ὅταν βλέπωσιν, ὅτι ἀποδίδονται κα-
3724τηγορίαι καὶ μομφαί, καὶ οὐχὶ κατὰ τυχόντος ἀνθρώπου; —
3725διότι ἔχω τὴν ἀξίωσιν, ὅτι ἐπὶ 30 ἔτη ὑπηρέτησα τὸ Κρά-
3726τος εὐόρκως, καὶ ἐὰν ἔχω μικράν τινα ὑπόληψιν, τὴν ἀπέ-
3727κτησα ἐκ τῆς ὑπηρεσίας μου ταύτης.
3728§242Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Οὐδεὶς προεπηλάκισεν ὑμᾶς διὰ τῶν
3729καταθέσεων αὐτοῦ.
3730§243Δ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Δὲν πρόκειται περὶ τῶν καταθέσεων,
3731ἀλλὰ περὶ τῶν φυλλαρίων ἐκείνων, εἰς τὰ ὁποῖα ἄνευ δι-
3732καιώματος καὶ ἐξ ὑπεξαγωγῆς ἐδόθησαν αἱ καταθέσεις τῆς
3733ἐξεταστικῆς τῶν πραγμάτων ἐπιτροπῆς, καὶ τὰ ὁποῖα, ἐπω-
3734φελούμενα ἐκ τῶν καταθέσεων ἐκείνων, μὲ κατεπροπηλάκι-
3735ζον· συνεδέθη δὲ ἐν τῷ προπηλακισμῷ ἐκείνῳ καὶ πολιτι-
3736κὸν ἐπαρχιακὸν συμφέρον, καὶ ἐφαντάσθησαν πρὸς στιγμήν,
3737ὅτι θὰ κλονίσωσι τὴν πολιτικήν μου ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ μου. Θέ-
3738σιν, ἀλλ’ αὕτη ἔδωκε τὴν ἀπάντησιν· αἱ ἐκλογαὶ αὐτῆς μὲ
3739ἀνέδειξαν πρῶτον ἐπιτυχόντα, καὶ ἀπόντα ἀκόμη ἐν Κων-
3740σταντινουπόλει, καὶ ὑπερτερήσαντα 600 ψήφους τὸν ἀμέσως
3741μετ’ ἐμέ. Πρὸς τοὺς συντάκτας ὅμως τῶν φυλλαρίων ἐκεί-
3742νων ἀντέταξα διαρκῆ περιφρόνησιν...
3743§244ΑΛΕΞ. ΣΠ. Κ. ΡΩΜΑΣ. Ἐννοεῖτε ἐμέ;
3744§245Δ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Οὐχί! λόγῳ τιμῆς. Δὲν ὑπάρχει οὐδεὶς
3745λόγος.
3746§246Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁμιλεῖτε περὶ τῶν ἐκθέσεων,
3747καὶ δυνατὴ ἡ παρεξήγησις.
3748§247Δ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ.... Διότι τὴν περιφρόνησιν ὀφείλει νὰ
3749ἀντιτάξῃ εἰς τὰ φύλλα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα καταβαίνουσι μέχρι
3750τοῦ βορβόρου τῆς κομματικῆς ἐμπαθείας, πᾶς ὅστις σέβεται
3751ἑαυτὸν, καὶ διὰ τοῦτο μέχρι τοῦδε ἐσιώπησα, καὶ διὰ τοῦτο
3752προθύμως ἀνῆλθον τὸ βῆμα, ἵνα ἅπαξ διὰ παντὸς φιμώσω
3753τὰ στόματα ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἀσέμνως ἐφωνάσκουν.
3754§248Π. Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Δὲν ἐφιμώσατε τίποτε.
3755§249Δ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Αὐτὸς εἶναι ἰδικός σας λογαριασμός, ὁ
3756ἄλλος εἶναι ἰδικός μου.
3757Ἐκ τῆς ἐκθέσεως τῆς ἐξελεγκτικῆς ἐπιτροπῆς προκύ-
3758πτει, ὅτι παρετηρήθη ἀταξία εἰς τὰ δικαιολογητικά· καὶ
3759βεβαίως, πῶς εἶναι δυνατόν, ἐν τῇ καταιγιδώδει, οὕτως εἰ-
3760πεῖν, ἐκείνῃ καταστάσει, ὅτε τὰ γεγονότα ἐπήρχοντο ἀλ-
3761λεπάλληλα, ὅτε ἡ Ἐθνικὴ Ἑταιρεία παρωρμᾶτο νὰ ἐκπέμ-
3762ψῃ δρομαίως εἰς τὰ σύνορα ἀνταρτικὰ σώματα, πῶς ἦτο δυ-
3763νατὸν νὰ συγκεντρώσῃ δικαιολογητικά, ὅπως συγκεντρώνον-
3764ται τὰ δικαιολογητικὰ τῶν ὑπολόγων; Αἱ πληρωμαὶ ἐγί-
3765νοντο κατὰ ποσὰ μεγάλα, ἐπὶ ἀποδόσει λογαριασμοῦ, ἀλλὰ
3766ἡ ἀπόδοσις λογαριασμοῦ κατ’ ἀνάγκην ἔδει νὰ βραδύνῃ, καὶ
3767ἀπεδόθησαν λογαριασμοὶ κατόπιν, ὡς ἔμαθον, διότι ἐγὼ δὲν
3768ἀνεμίχθην εἰς αὐτά. Ἀλλὰ ποῦ ἀνεκαλύφθη ἡ κατάχρησις;
3769ποῦ εὑρέθη ποσὸν ἀδικαιολογήτως διατεθὲν κατὰ ποσότητα
3770μεγάλην; Ἐκ τῆς ἐκθέσεως τῶν ἐλεγκτῶν εὗρον, ὅτι θὰ εἰσ-
3771επράχθησαν καὶ ἄλλα ποσὰ, μὴ ἀναγραφόμενα ἐν τοῖς βι-
3772βλίοις. Ἰδοὺ λοιπὸν ἡ κατάχρησις! Ἀλλ’ ὁ κατηγορῶν ὀφείλει
3773καὶ ν’ ἀποδεικνύῃ· διότι δὲν ἀρκεῖ μία ἀόριστος κατηγορία,
3774ὅτι εἰσεπράχθησαν καὶ ἄλλα ποσὰ. Ἄς εὑρεθῶσι τὰ πρόσω-
3775πα, τὰ ὁποῖα εἰσέπραξαν τὰ ποσὰ, ἂς εὑρεθῶσι τὰ πρόσωπα,
3776τὰ ὁποῖα ἔστειλαν ποσά! ἀλλὰ δὲν ὑπάρχουν. Ποῖον πρόσω-
3777πον παρεπονέθη κἄν, ὅτι δὲν βλέπει ἀναγεγραμμένην τὴν εἰσ-
3778φοράν του; Διότι, Κύριοι, εἰρήσθω καλῶς, ὅτι πάντες οἱ συν-
3779εισενεγκόντες ἐξ ὁμογενῶν, οὐδεὶς ἐδίστασε νὰ ἀποστείλῃ,
3780ἐν πλήρει πεποιθήσει, ὅτι καὶ τὰ πρόσωπα, πρὸς τὰ ὁποῖα
3781ἀπέστελλον, ἦσαν ἔντιμα καὶ ἀνάξια μομφῆς, καὶ τοῦ χρή-
3782ματος, τὸ ὁποῖον ἀπέστελλον, θὰ ἐγίνετο ἡ δέουσα χρῆσις,
3783πρὸς τὸν σκοπὸν πάντοτε τὸν ἐθνικόν.
3784Προκειμένου δὲ, Κύριοι, περὶ τῶν ἀνταρτικῶν σωμάτων,
3785τὰ ὁποῖα ἐξωπλίσθησαν καὶ συνετηροῦντο ὑπὸ τῶν ἀρχηγῶν
3786αὐτῶν, — καὶ ἐπικαλοῦμαι τὴν μαρτυρίαν τοῦ συναδέλφου
3787κ. Σκαλτσοδήμου, ὁ ὁποῖος καὶ οὗτος ἦτο ἐπὶ κεφαλῆς σώ-
3788ματος καὶ διεχειρίσθη χρήματα, — ἦσαν ταῦτα εἰς κατάστα-
3789σιν νὰ δώσωσι λογοδοσίαν ἐν πάσῃ λεπτομερείᾳ;
3790§250ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἐδήλωσεν, ὅτι δὲν διεχειρίσθη χρή-
3791ματα αὐτός.
3792§251Δ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Ἀδιάφορον. Πρὸς τὸν κ. Σκαλτσοδῆμον
3793ἐδόθησαν χρήματα· ὑπάρχει ἡ λογοδοσία τοῦ Σωτηριάδου.
3794Ἀλλ’ ἦτο εἰς κατάστασιν ὁ κύριος Σκαλτσοδῆμος νὰ δώσῃ
3795λογαριασμὸν διὰ τὴς σαρδέλαις, ὅπου ἠγόρασεν, ἢ τὸ τυρί;
3796Ἔκαμεν ἀγορὰς 20 ἢ 30 δραχμῶν· νὰ ζητᾷ ἀποδείξεις ἀπὸ
3797τὸν μπακάλη, καὶ νὰ τὰς βάζῃ εἰς τὸ σελάχι του, καθ’ ἣν
3798στιγμὴν ἐξήρχετο νὰ πολεμήσῃ; Λοιπὸν κατ’ ἀνάγκην τὰ
3799δικαιολογητικὰ δὲν ἠδύναντο νὰ ὑπάρξουν ἐν τάξει.
3800Ἐπίσης μέγας πάταγος ἔγεινε περὶ τοῦ ὑπολοίπου. Τί
3801ἔγεινε τὸ ὑπόλοιπον τῶν 215,000 δραχμῶν, τὸ ὁποῖον εἰς
3802τὴν ἔκθεσιν τῆς ἐξελεγκτικῆς ἐπιτροπῆς φαίνεται ὡς κατα-
3803τεθὲν εἰς τὴν Τράπεζαν Βαλαωρίτου καὶ Μαύρου, εἴτε εἰς τὸ
3804Crédit Lyonnais, εἴτε εἰς τὴν Anglo-Foreing Bank;
3805Δὲν γνωρίζω ἐν λεπτομερείᾳ τὰ πράγματα, διότι ἐγὼ ἀπὸ
3806πολλοῦ ἀπέστην πάσης ἀναμίξεως εἰς τὰ τῆς Ἐθνικῆς Ἑται-
3807ρείας· ἀλλ’ ἀφοῦ ἔγεινε λόγος περὶ τούτου, καὶ ἐπειδὴ διὰ
3808συγγενείας συνδέομαι πρὸς τὰ μέλη τῆς ἐν λόγῳ Τραπέζης,
3809ἠθέλησα νὰ ζητήσω πληροφορίας, χάριν περιεργείας, καὶ ἔλα-
3810βον πληροφορίας, ὅτι ἕν μέρος τοῦ ποσοῦ τούτου, τῇ συναι-
3811νέσει τῆς Κυβερνήσεως τῆς τότε, ἐδόθη εἰς τὴν Ἑταιρείαν
3812τῆς Σκοποβολῆς, ἕτερον ποσὸν, περὶ τὰς 30,000, ἐδόθη εἰς
3813τὸν Α. Β. Ὑψηλότητα τὸν Διάδοχον, ὡς εἰσφορὰ διὰ τὴν
3814σύστασιν Ἱπποφορβείου. Ἀλλ’ ὑπάρχουν καὶ ἄλλα ποσά.
3815Περὶ τῶν ποσῶν ἐκείνων δὲν μοὶ εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ
3816κάμω λόγον, ποῦ διετέθησαν, διότι, καθ’ ἃ μοὶ εἶπον, κρίνω
3817δὲ καὶ ἐγὼ, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γείνῃ δημοσίᾳ λόγος
3818περὶ τούτων. Ἀλλ’ ἐπειδὴ ἡ δυσπιστία παντοῦ χωρεῖ, ἔλα-
3819βον τὴν ἐντολὴν νὰ δηλώσω εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι οἱ διαθέ-
3820σαντες τὰ χρήματα ἐκεῖνα εἶναι πρόθυμοι νὰ ἀνακοινώσωσι,
3821ποῦ διετέθησαν, εἰς ἐπιτροπὴν ἐκ τῆς Βουλῆς, ἡ ὁποία νὰ
3822δύναται νὰ βεβαιώσῃ τὴν Βουλὴν, ὅτι καλῶς διετέθησαν,
3823ἀλλὰ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γνωσθῇ ὁ σκοπὸς, εἰς ὃν διετέ-
3824θησαν· ἐὰν δὲ εὐαρεστῶνται ὁ ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς, ὁ ἐκ
3825Μεσολογγίου, οἱ ἐξ Ἀττικῆς κ. κ. Δραγούμης καὶ Ράλ-
3826λης καὶ ὁ ἐξ Ἄρτης νὰ δεχθῶσι τὴν ἀνακοίνωσιν ταύτην,
3827προθύμως τὸ πρόσωπον ἐκεῖνο θέλει ποιήσει εἰς αὐτοὺς τὴν
3828ἀνακοίνωσιν, ὅπως διαβεβαιώσωσι τὴν Βουλὴν περὶ τοῦ χρη-
3829σίμου καὶ ὀρθοῦ τῆς διαθέσεως τῶν χρημάτων τούτων.
3830§252Κ. ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Ἡμεῖς εἴμεθα σύμφωνοι.
3831§253Δ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Κύριοι συνάδελφοι, βεβαίως σᾶς ἐκού-
3832ρασα πολύ...
3833§254ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, ὄχι.
3834§255Δ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ... διότι ὑπὲρ τὸ δέον ἐμακρηγόρησα
3835ἀλλ’ ὤφειλον νὰ ἐκπληρώσω τὸ καθῆκον τοῦτο πρὸς ἐμαυ-
3836τὸν καὶ πρὸς τὴν Βουλήν, τῆς ὁποίας ἀποτελῶ μέλος. Σᾶς
3837βεβαιῶ, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι μετὰ συντετριμμένης καρ-
3838δίας ἀνεκίνησα σιγῆς πέπλον, ὅστις ἔδει νὰ μείνῃ κλειστὸς,
3839ἐπὶ σελίδος λυπηρᾶς τῆς ἱστορίας τῆς πατρίδος μας. Καὶ
3840τοσοῦτο περισσότερον λυποῦμαι, ὅσον θὰ προυτίμων, χάριν
3841γενικωτέρου συμφέροντος, νὰ μὴ προεκαλεῖτο ἡ συζήτησις
3842αὕτη, διότι τὸ ἀτομικόν μου συμφέρον εἶναι κατώτερον τοῦ
3843γενικοῦ τοῦ ἔθνους.
3844Προσεπάθησα, κύριοι συνάδελφοι, νὰ ἐκθέσω τὰ πράγμα-
3845τα, ὡς ἀντελήφθην αὐτὰ, ἐν πάσῃ εἰλικρινείᾳ καὶ ἐν πάσῃ
3846τῇ ἀληθείᾳ, ἔχω δὲ τὸ σθένος, ὅπως καὶ διὰ τοῦ τύπου,
3847καὶ νῦν ἀπὸ τοῦ βήματος νὰ προκαλέσω τὸν δυνάμενον νὰ
3848μὲ διαψεύσῃ, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἰδικήν μου ἐνέργειαν.
3849Ὀφείλω προσέτι νὰ δηλώσω καὶ νὰ ἐπαναλάβω, ὅτι ἀπο-
3850κρούω τὴν συκοφαντίαν, ὅτι ἀνεμίχθην ποτὲ εἰς ἐνέργειαν
3851οἱανδήποτε ἐκτὸς τοῦ περιβόλου τούτου, σκοποῦσαν ἀνατρο-
3852πὴν Κυβερνήσεως ἢ καθεστῶτος, — τὸ ἐπαναλαμβάνω μεθ’
3853ὅλης τῆς δυνάμεως τῶν πνευμόνων μου, — διότι ἀποκρούω
3854τὴν συκοφαντίαν ταύτην, ὡς ἀνάρμοστον πρὸς τὸν χαρακτῆρά
3855μου, πρὸς τὰς ἰδέας μου, πρὸς τὴν ἀνατροφήν μου, πρὸς τὰς
3856παραδόσεις τῆς οἰκογενείας μου. Καὶ διὰ τοῦτο, Κύριοι,
3857καταβαίνω ἀπὸ τοῦ βήματος μὲ τὴν συνείδησιν ἤρεμον, διότι
3858οὐδέποτε ᾐσθάνθην τοὺς νυγμοὺς αὐτῆς, εἴτε ἰδιωτεύων,
3859εἴτε τὰ δημόσια πράττων. (Εὖγε! εὖγε! καὶ χειροκροτήματα
3860ἐκ τῆς δεξιᾶς).
3861§256Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἡ μακρὰ ἀγόρευσις τοῦ Βου-
3862λευτοῦ ἐκ Ζακύνθου θὰ ἐνεποίησε βεβαίως εἰς ὑμᾶς τὴν ἐπι-
3863θυμίαν νὰ μεταβῆτε ἀπὸ τῆς μεγάλης σοβαρότητος τῶν λό-
3864γων τοῦ φιλοπάτριδος ἀντιπροέδρου τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας
3865εἰς ἱλαράν τινα περιγραφὴν τῶν κατορθωμάτων τῶν ἀτρο-
3866μήτων στρατιῶν, ἃς αὐτὴ εἶχε παρασκευάσει· σπεύδω ἑπο-
3867μένως νὰ σᾶς εὐχαριστήσω εἰς τοῦτο, καὶ ἀναγινώσκω ἡμιε-
3868πίσημον ἐπιστολὴν τοῦ νομάρχου Τρικκάλων, τοῦ ὁποίου τὸν
3869πατριωτισμὸν ἀνωμολόγησεν ὁ κύριος Βουλευτὴς ἐκ Ζακύν-
3870θου, περιγράφοντος τὰ κατὰ τὴν ἔξοδον τῶν ἐν Κουβελτσίῳ
3871συνηγμένων σταυραετῶν, τὰ κατὰ τὴν ἐκδρομὴν αὐτῶν ἐπὶ
3872τοῦ τουρκικοῦ ἐδάφους καὶ τὰ κατὰ τὴν ἐπάνοδον αὐτῶν.
3873Ἐγὼ δὲν ἐγνώριζον τὴν ἡμέραν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἔμελλον νὰ
3874ἐξέλθωσι τῶν ἑλληνικῶν ὁρίων οἱ ὑπὸ τῆς Ἐθνικῆς Ἑται-
3875ρείας στρατολογηθέντες πολῖται, ἐπληροφορήθην δὲ περὶ
3876τῆς ἡμέρας τῆς ἐξόδου αὐτῶν ἐκ τοῦ ἑπομένου τηλεγραφή-
3877ματος, τὸ ὁποῖον ἀπεστάλη ἐκ Καλαμπάκας τὴν 23 Μαρ-
3878τίου πρὸς τὸν κύριον Ἄδωνιν Κύρου, τὸν ὁποῖον δὲν γνωρίζω
3879(ἀναγινώσκει):
3880«Πρὸς τὸν Ἄδωνιν Κύρου.
3881»Ἀναβολὴ δικαιολογημένη. Περιμένετε μέχρι πρωΐας
3882Πέμπτης τὸ ἔμβασμα, διότι τὴν Τρίτην ἡμέραν δὲν συνη-
3883θίζω πληρωμήν. Ἠδυνάμην ἐμβάσω χρήματα καὶ σήμερον,
3884ἀλλ’ ἠμποδίσθην, μὴ ἔχων χρήματα ἕτοιμα. Τὴν Πέμπτην
3885ὅμως πρωΐ ἐξ ἅπαντος ἐλπίζω.
3886Λάμπρος Ἀστέρης.»
3887Ὅτε ἐκ τοῦ τηλεγραφείου μοὶ ἀνεκοινώθη τὸ τηλεγρά-
3888φημα τοῦτο, ἐνόησα ὅτι τὴν Πέμπτην ἐκείνην ἔμελλον νὰ
3889ἐξέλθωσι. Καὶ τὴν νύκτα ὄντως τῆς Πέμπτης ἐξέδραμον,
3890καθ’ ἃ ἐτηλεγράφει πρὸς τὸ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουρ-
3891γεῖον ὁ ἀρχηγὸς τοῦ ἐν Λαρίσῃ Ἀρχηγείου (ἀναγινώσκει):
3892«Δύο τμήματα ἐπαναστατῶν, ὡς ἀναφέρει ὁ διοικητὴς
3893τοῦ 8ου τῶν εὐζώνων, εἰσέβαλον ὅμορον χώραν διὰ θέσεως
3894Προφήτου Ἠλιοῦ. Δύο ἕτερα διῆλθον παρὰ σταθμὸν Μπερ-
3895λιάντσης ἐξ ἑτέρων θέσεων, ἀγνώστων εἰσέτι. Περὶ πορείας
3896ἐπαναστατῶν οὐδὲν θετικόν. Ἀκούονται πυροβολισμοὶ εἰς
3897τὴν ὁροθετικὴν γραμμὴν, ἐκ χωρίου Μπαλντίνου προερχόμε-
3898νοι. Εἰς Μπαλντῖνον ἑδρεύει διλοχία τουρκικοῦ στρατοῦ, πο-
3899λιορκουμένη ἤδη παρὰ ἐπαναστατῶν. Εἰσβολὴ ἤρξατο ἀπὸ
3900τῆς 3ης ὥρας π. μ. τῆς Πέμπτης πρὸς Παρασκευὴν, ὡς λέ-
3901γεται, διὰ τεσσάρων σημείων, τῶν μὲν διευθυνθέντων εἰς τὸ
3902χωρίον Μπαλντῖνον, τῶν δὲ εἰς χωρία Κύπριον καὶ Σπήλαιον
3903ὀθωμανικοῦ. Πληροφορίαι αὗται μὴ ἐπίσημοι, ἀλλὰ κατὰ
3904πληροφορίας δοθείσας εἰς 8ον εὐζώνων ἐκ σταθμοῦ δικαιο-
3905δοσίας αὐτοῦ διὰ διοικητῶν λόχων Μαλακασίου καὶ Βελε-
3906μιστίου. Ἰταλὸς Κυπριάνης εὑρίσκεται Μπαλντῖνον μετὰ ἐπα-
3907ναστατῶν. Ἀρχηγοὶ ἐπαναστατῶν λέγονται Μακρῆς, Ἀλα-
3908μᾶνος, Μπάλτσας, Νταβέλης, Κυπριάνης, Ζέρμας. Ἀριθμὸς
3909ἐπαναστατῶν 2,600 περίπου. Τελευταῖαι εἰδήσεις, πολιορ-
3910κία τουρκικῆς διλοχίας ἐξακολουθεῖ, ὡς λέγεται.
3911»Ἀρχηγὸς Κωνσταντῖνος Διάδοχος.»
3912Ἐὰν εἰσέβαλον τὴν νύκτα τῆς 27 πρὸς τὴν 28 Μαρτίου,
3913δὲν ἠδυνήθησαν δυστυχῶς οὐ μόνον «νὰ θεμελιώσωσι τοῦ
3914Ἑλληνικοῦ ἔθνους τὸ ἀδιάσειστον μεγαλεῖον», ἀλλ’ οὐδὲ νὰ
3915μείνωσιν ἐπὶ τοῦ τουρκικοῦ ἐδάφους πλέον τῶν τεσσάρων
3916ἡμερῶν, καθ’ ἃ ἐτηλεγράφει πρός με ὁ δήμαρχος Αἰγινίου
3917διὰ τηλεγραφήματος ὑπ’ ἀριθ. 286 (ἀναγινώσκει):
3918«Σήμερον, ὥραν 5 μ.μ., ἔλαβον ἐπιστολὴν δημάρχου Μα-
3919λακασίου σημερινῆς χρονολογίας, ὅτι χθὲς εἰς θέσιν Μπου-
3920γάζι Κρανιᾶς πολυάριθμος τουρκικὸς στρατὸς ἐξεδίωξε τοὺς
3921ἐν τουρκικῷ ἐδάφει εἰσβαλόντας ἐπαναστάτας, καὶ ἐξηνάγκα-
3922σεν αὐτοὺς ἐπανελθεῖν ἑλληνικὸν ἔδαφος, χωρίον Κουτσού-
3923φλιανη. Ἀπώλειαι ἐπαναστατῶν ἄγνωστοι· καὶ ὅτι τουρκι-
3924κὸς στρατὸς, συγκεντρωθεὶς ἐπὶ μεθορίου γραμμῆς, θέσιν Περ-
3925λιάντσαν, ἀπειλεῖ εἰσβάλῃ ἑλληνικὸν ἔδαφος. Ἐκ τούτου
3926πανικὸς κατέλαβε κατοίκους μεθορίου, ἕνεκα ἀνεπαρκείας
3927δυνάμεως παραμεθορίων σταθμῶν.»
3928Ἐπεσπεύδετο δὲ παρὰ τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας ἡ ἔξοδος
3929τῶν ὁπλιτῶν, οὓς αὕτη εἶχε στρατολογήσει, εἰς τὴν ὀθωμα-
3930νικὴν χώραν, κατὰ τὴν ὁμολογίαν μέλους αὐτῆς, τοῦ κ. Το-
3931πάλη, ὡς ἔσπευσα ἀπὸ τῆς 26 Μαρτίου νὰ τηλεγραφήσω
3932πρὸς τὸ Ἀρχηγεῖον Θεσσαλίας (ἀναγινώσκει):
3933«Πρὸς τὸν ἀρχηγὸν Ἐπιτελείου Διαδόχου εἰς Λάρισαν.
3934»Σκοπὸς ἐξόδου εἰς ὅμορον Κράτος τῶν ἐνόπλων λεγομέ-
3935νων ἀνταρτῶν δὲν εἶναι νὰ ἐπαναστήσωσι κατοίκους τουρ-
3936κικῶν χωρῶν, ἢ νὰ φέρωσιν ἀντιπερισπασμὸν εἰς τὰ τουρκικὰ
3937στρατεύματα, ἀλλὰ νὰ προκαλέσωσι συμπλοκὰς μετὰ τῶν
3938τουρκικῶν σωμάτων παρὰ τὴν ὁροθετικὴν γραμμὴν, ἵνα ἐκ-
3939βιάσωσι τὸ Κράτος εἰς πόλεμον. Οὕτως ἡ εἰρημένη Ἑται-
3940ρεία, μὴ πειθομένη ὅτι ὁ Βασιλεὺς θέλει κηρύξει τὸν πόλε-
3941μον, ἐπενόησε μέσον, ἵνα ἐκβιάσῃ τοῦ πολέμου τὴν κήρυξιν.»
3942Ἀλλ’ ἐπανῆλθον οἱ ὁπλῖται τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας πλή-
3943ρεις ἀγανακτήσεως. Φαντάζεσθε διατί; Διότι, ὅτε οὗτοι
3944ἐξῆλθον τῶν ὁρίων, δὲν ἠκολούθησεν αὐτοὺς καὶ ὁ στρατὸς,
3945ὁ παρατεταγμένος παρὰ τὴν μεθόριον γραμμήν. Ταῦτα μοὶ
3946ἀνήγγειλε τότε, τῇ 2 Ἀπριλίου, ὁ νομάρχης Τρικκάλων κ.
3947Πετρίτσης (ἀναγινώσκει):
3948«Ἀνέγνωσα σήμερον ἐπιστολὴν, ἐν εἴδει ἐκθέσεως,
3949τοῦ ἀρχηγοῦ Μυλωνᾶ καὶ ἄλλου τινὸς, οἵτινές εἰσι κατη-
3950γανακτημένοι διὰ τὴν ἀναλγησίαν καὶ ἀδιαφορίαν τοῦ τα-
3951κτικοῦ στρατοῦ, μὴ θέλοντος νὰ συμμετάσχῃ τοῦ ἀγῶνος
3952τῶν ἐπαναστατῶν.»
3953Καὶ ὁ ἀρχηγὸς Μυλωνᾶς ἦτο ὑπολοχαγὸς τοῦ βασιλικοῦ
3954στρατοῦ, ἀλλ’ ἀνεψιὸς τοῦ πρὸ τῆς μεταβάσεως εἰς Λάρισαν
3955τοῦ Βασ. Διαδόχου ἀρχηγοῦ τοῦ στρατοῦ τῆς Θεσσαλίας κ.
3956Μακρῆ. Ἀκούσατε δὲ, πῶς δι’ ἡμιεπισήμου ἐπιστολῆς ἀπὸ
39575 Ἀπριλίου περιέγραψε πρός με ὁ νομάρχης Τρικκάλων κ.
3958Πετρίτσης τὰ κατὰ τὴν ἔξοδον ἐπὶ τὸ τουρκικὸν ἔδαφος καὶ
3959τὴν ἐκεῖθεν ἐπάνοδον τῶν ἐνδόξων τούτων σταυραετῶν τῆς
3960Ἐθνικῆς Ἑταιρείας, οἵτινες εἶχον ἐκδράμει ἐκεῖσε, ἵνα θεμε-
3961λιώσωσι τοῦ Ἑλληνικοῦ ἔθνους τὸ ἀδιάσειστον μεγαλεῖον! (ἀνα-
3962γινώσκει):
3963«Σεβαστέ μοι κύριε Πρόεδρε. Ἤκουον πάντοτε, ὅτι τὴν
3964δεῖνα λωποδυσίαν, τὴν δεῖνα κλοπὴν διέπραξαν ἄγνωστοι,
3965μοναδικὴ δὲ γνώμη ἐσχηματίσθη περὶ τοῦ ποιοῦ τῶν ἀγνώ-
3966στων· ποτὲ ὅμως δὲν ἐφαντάσθην, ὅτι ἄγνωστος, ὑπὸ τὸ ὄνομα
3967ἀρχὴ, ἢ Ἐθνικὴ Ἑταιρεία, θ’ ἀνελάμβανε νὰ διαχειρίζηται
3968ἐθνικὰ ζητήματα ὑπάτης σημασίας. Ὡς γνωστὸν, εἰς τὰς
3969παρούσας περιστάσεις ἐπρόκειτο νὰ χρησιμοποιηθῶσι καὶ
3970ἄτακτα σώματα· οἱ ὡς ἄνω ἄγνωστοι ἔσπευσαν διὰ προσώ-
3971πων ἀκαταλλήλων νὰ διανέμωσι τροφὴν καὶ ἱματισμὸν εἰς
3972τοὺς τυχόντας, καὶ οὕτως ἐπροκάλεσαν μεγάλην συγκέντρω-
3973σιν ἀνθρώπων, ἀχρήστων καὶ ἐν μέρει χρησίμων, ὁπλίσαν-
3974τες δὲ αὐτοὺς, καὶ θέσαντες ἐπὶ κεφαλῆς ἕνα ὑπολοχαγὸν,
3975τοὺς ὤθησαν πέραν τῶν συνόρων, ἐναντίον τῶν προτροπῶν
3976καὶ ἐμοῦ καὶ τῶν ἐχόντων πεῖραν τῶν τοιούτων πραγμάτων·
3977δώσαντες δὲ καὶ τὸ ταμεῖον εἰς τὸν αὐτὸν ὑπολοχαγὸν, ἠνάγ-
3978καζον τοὺς πάντας ἄκοντας νὰ παρακολουθῶσιν αὐτὸν, ὡς
3979καὶ τοὺς πρώην ἁρματωλοὺς Μακεδόνας, οἵτινες, γνωρίζον-
3980τες τὸν τόπον, ἠδύναντο νὰ χρησιμοποιήσωσι τὴν πεῖραν
3981καὶ τὴν ἱκανότητά των, διευθυνόμενοι εἰς τὸ ἐσωτερικὸν τῆς
3982Μακεδονίας, καὶ ἐνεργοῦντες ὅπως αὐτοὶ ἐγνώριζον. Πλὴν
3983τὰ μέσα τῆς συντηρήσεως ἐκράτει ὁ ἐκλεκτὸς τῶν ἀγνώ-
3984στων, ὅστις μάλιστα πρὸ τῆς ἐξόδου του, ἀποδυθεὶς τῆς στρα-
3985τιωτικῆς στολῆς, ἐνεδύθη βαρύτιμον χρυσοΰφαντον ντουλαμᾶν
3986καὶ σκοῦφον ἐξ ἐρυθροῦ χρώματος βελούδου, χρυσοΰφαντον
3987καὶ αὐτόν. Ἐξ ὅλων αὐτῶν καταδεικνύεται, ὅτι πλοῦτον
3988πολὺν διαχειρίζεται καὶ οὐδενὸς στερεῖται ἡ Ἑταιρεία αὕτη
3989τῶν ἀγνώστων, ἐκτὸς ὅμως τοῦ νοῦ· αὐτοῦ βεβαίως στερεῖ-
3990ται, ἐκ δὲ τῆς ὅλης ἐνεργείας των οἱ ἄγνωστοι αὐτοὶ ζη-
3991τοῦν νὰ ἐγκαταστήσωσι κράτος ἐν κράτει. Ἐπὶ τέλους τρισ-
3992χίλιοι ἐξῆλθον τῶν συνόρων, μὲ τὸν ἐπιβεβλημένον χρυσοΰ-
3993φαντον ἀρχηγὸν, καὶ ἐκτὸς τῶν πρώτων ἐξ ἀπίνης συγ-
3994κρούσεων, ἅμα εἶδον συγκεντρωθέντας Ὀθωμανοὺς στρατιώ-
3995τας, τί ἔπραξαν; Σᾶς παραθέτω περικοπὴν ἐπιστολῆς τοῦ
3996χρυσοϋφάντου ἀρχηγοῦ, τὴν ὁποίαν αὐτὸς ἔπεμψε καὶ ἐγὼ
3997αὐτὸς ἀνέγνωσα:
3998«... Ἐπειδὴ δὲ τὰ ἐν τῇ ὁροθετικῇ γραμμῇ ἑλληνικὰ
3999στρατεύματα ὄχι μόνον ἀδιαφοροῦσιν, ἀλλὰ καὶ διηνεκῶς
4000ἀνάλγητα μένουσι, δι’ ἐπίδειξιν μόνον τὰ τουρκικὰ στρα-
4001τεύματα ἐπέπεσαν κατ’ ἐμοῦ, καὶ πάσῃ δυνάμει, πρὸς ἐν-
4002θάρρυνσιν τῶν στρατιωτῶν μας, ἠναγκάσθημεν νὰ ὑποχω-
4003ρήσωμεν, καὶ ἀναγκαζόμεθα νὰ μεταβάλωμεν τὸ ἀρχικὸν
4004σχέδιόν μας μέχρι τῆς εὑρέσεως καταλλήλου εὐκαιρίας καὶ
4005προμηθείας τῶν ἀναγκαίων, καὶ τῆς ἀποστολῆς τοῦ πυρο-
4006βόλου, ὅπερ τρεῖς ἤδη φορὰς ἐζήτησα νὰ μοῦ πέμψῃ ἡ Ἑται-
4007ρεία.
4008»Σήμερον ἐξέδωκα συναλλαγματικὴν 1800 δραχμῶν.
4009»Ἡ παροῦσα εἶναι ἔκθεσις καὶ πρὸς τὸ Συμβούλιον, καὶ
4010παρακαλῶ νὰ ὑποβληθῇ εἰς αὐτό.
4011»Α. Β. Μυλωνᾶς, Καψαλόπουλος.»
4012Ὁ κύριος Βουλευτὴς ἐκ Ζακύνθου, ἀρχόμενος τοῦ λόγου,
4013ἐβεβαίωσε τὴν Βουλὴν, ὅτι ἡ Ἐθνικὴ Ἑταιρεία δὲν εἶχέ
4014τι μυστικὸν, καὶ ὅτι αὐτὸς εἰσήχθη εἰς αὐτὴν παρακληθείς·
4015ἀλλ’ οὐδεὶς ἀπῄτησε παρ’ αὐτοῦ νὰ φυλάξῃ μυστικόν. Ἀλλὰ
4016ταῦτα πάντα εἰσὶν ἀνάρμοστοι εἰς χρηστοὺς ἄνδρας ψευδο-
4017λογίαι, διότι ὁ ὑπὸ τῶν εἰσαγομένων εἰς τὴν Ἑταιρείαν δι-
4018δόμενος ὅρκος ῥητῶς ὑπεχρέου αὐτοὺς νὰ τηρῶσι πάντα μυ-
4019στικά. Ὁ ὅρκος οὗτος ἐδημοσιεύθη διὰ τοῦ κατὰ τὴν 28
4020Μαΐου 1897 φύλλου τῆς «Ἐφημερίδος», φέροντος ἀριθ. 149,
4021τῆς ἄλλοτε ἐκδιδομένης ὑπ’ ἐκείνου, ὅστις διωρίσθη καὶ δια-
4022τελεῖ Γενικὸς Διευθυντὴς τῶν ταχυδρομείων καὶ τηλεγρά-
4023φων (ἀναγινώσκει):
4024«Ὁρκίζομαι ἐπὶ τοῦ ἱεροῦ Εὐαγγελίου, εἰς τὸ ὄνομα τοῦ
4025Θεοῦ καὶ τῆς πατρίδος, ὅτι ἀφιερώνομαι ὁλοψύχως εἰς τὴν
4026ὑπηρεσίαν τοῦ σκοποῦ τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας, καὶ ὅτι
4027οὐδέποτε, ἐν ὅσῳ ζῶ, θέλω παραβιάσει τὴν ἀπόλυτον περὶ
4028τοῦ ὀργανισμοῦ καὶ τῶν ἐργασιῶν αὐτῆς ἐχεμυθίαν ἀπέναντι
4029οἱουδήποτε. Ὁρκίζομαι, ὅτι οὐδέποτε θέλω παραβλάψει τὰ
4030συμφέροντα τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας, ἀλλ’ ὅτι τοὐναντίον
4031θέλω τηρεῖ πάντοτε τὰς διατάξεις, τὰς διεπούσας αὐτήν,
4032καὶ θέλω ἐργασθῆ μετὰ ζήλου πρὸς εὐόδωσιν τοῦ σκοποῦ
4033αὐτῆς. Ἐὰν παραβιάσω τὸν ὅρκον μου τοῦτον, ἐθνικὴ κα-
4034τάρα καὶ τὸ στίγμα τοῦ προδότου τῆς πατρίδος ἐπ’ ἐμέ!»
4035Ἐξέδιδε δὲ καὶ διπλώματα ἡ Ἐθνικὴ Ἑταιρεία, δύο τῶν
4036ὁποίων ἔχω εἰς χεῖράς μου. Τὸ ἓν ἐπεγράφετο «δίπλωμα ἀνα-
4037γνωρίσεως» (ἀναγινώσκει):
4038«Ἀριθμὸς Μητρώου 645.
4039»Δίπλωμα ἀναγνωρίσεως τοῦ ἀδελφοῦ Ἰωάννου Μάνθου.
4040» Ἡμεῖς, ἐθνικὸν Ἑλληνικὸν Κομιτᾶτον, ὁρκιζόμεθα ἐν
4041ὀνόματι τῆς Ἁγίας Τριάδος νὰ πολεμήσωμεν ὑπὲρ πίστεως
4042καὶ πατρίδος καὶ ὑπὲρ τῶν ἐν Μακεδονίᾳ δικαιωμάτων μας
4043καὶ ἀδελφῶν μας μέχρι τῆς τελευταίας ῥανίδος τοῦ αἵμα-
4044τός μας.»
4045Τὸ ἕτερον ἐπεγράφετο «ἔγγραφον ἀναγνωρίσεως», ἔχει δὲ
4046οὕτως (ἀναγινώσκει):
4047«Ἐθνικὴ τῶν Ἑλλήνων Ἑταιρεία.
4048»Ἀριθμὸς Μητρώου 956.
4049»Ἔγγραφον ἀναγνωρίσεως.
4050»Ἡ μεγάλη πατριωτικὴ Ἑταιρεία τῶν Ἑλλήνων, ἡ ὑπὸ
4051τὴν σκέπην τῆς Ἁγίας καὶ ὁμοουσίου Τριάδος, περὶ τῶν
4052ἁπανταχοῦ μὲν γῆς ἐθνικῶν συμφερόντων μεριμνῶσα, ἰδίᾳ δὲ
4053ὑπὲρ τῶν ἐν Μακεδονίᾳ καὶ Θράκῃ προσβαλλομένων ἐθνικῶν
4054δικαίων ἀμυνομένη, ἐξαιτεῖται πᾶσαν ἀρωγὴν καὶ ὑποστή-
4055ριξιν παντὸς πατριώτου ὑπὲρ τοῦ κομιστοῦ τοῦ παρόντος
4056γράμματος Γεωργίου Μπετούλη, γενναιοψύχως καὶ μετὰ φρι-
4057κτὸν ἐπὶ τοῦ Σταυροῦ ὅρκον ἀναλαβόντος τὸν ἅγιον ὑπὲρ
4058πίστεως καὶ πατρίδος ἀγῶνα.
4059»Ἐξεδόθη ἐν ἔτει σωτηρίῳ 1896 ἐνενηκοστῷ ἕκτῳ.»
4060Ἐν ἐγγράφοις οἰκογενειακοῖς εὗρον τύπους διπλωμάτων,
4061τὰ ὁποῖα ἐξέδιδεν ἡ Φιλικὴ Ἑταιρεία. Δὲν γνωρίζω, ἐὰν
4062τοιοῦτον δίπλωμα περιέπεσεν εἰς χεῖράς τινος τῶν ἀποτε-
4063λούντων τὴν Ἐθνικὴν Ἑταιρείαν, αὕτη δὲ ἀντέγραψεν αὐτὸ,
4064ἵνα παραστήσῃ τὴν Ἐθνικὴν Ἑταιρείαν τοῦ Ροϊλοῦ καὶ τοῦ
4065Μυλωνᾶ ὡς Φιλικὴν Ἑταιρείαν. Ἀλλὰ τὸ ἑλληνικώτατον
4066καὶ εὐεργετικώτατον αὐτὸ ἵδρυμα, τὸ ὁποῖον συνεστήθη διὰ
4067νὰ σώσῃ τὸν Ἑλληνισμὸν τῆς Μακεδονίας καὶ τῆς Θράκης,
4068ποῖα ἔργα τέλος πάντων διέπραξε; Διέπραξε τὴν ἀποστο-
4069λὴν τοῦ σώματος τῶν δισχιλίων εἰς Κουβάλτσι, τῶν ταχθέν-
4070των ὑπὸ τὴν ἀρχηγίαν τοῦ Μυλωνᾶ καὶ τοῦ Καψαλοπούλου;
4071Εἴδετε τὸ ἔργον αὐτῶν! Ἐφόρεσαν ντουλαμάδες καὶ σκού-
4072φους χρυσοῦς ἐκ βελούδου, εἰσῆλθον εἰς τὸ τουρκικὸν ἔδαφος,
4073διέμειναν ἐπ’ αὐτοῦ ἐπὶ δύο ἡμέρας, καὶ ἐπανῆλθον! Καὶ
4074δὲν ἐντράπησαν νὰ γράφωσιν, ὅτι ἀπῆλθον τοῦ τουρκικοῦ
4075ἐδάφους καὶ ἐπανῆλθον διὰ νὰ ἐνθαρρύνωσι τοὺς ὀπαδούς
4076των! Εἶχον δὲ καὶ ἄλλα διαπράξει κατορθώματα. Εἶχον πρὸ
4077τούτου στείλει ὁπλοφόρους τινὰς εἰς τὴν Μακεδονίαν, οἱ
4078ὁποῖοι ὡσαύτως ἐποιήσαντο ἐκδρομὴν μέχρι τινὸς ὁρίου, καί
4079τινες μὲν ἐσώθησαν ἐπανελθόντες, πολλοὶ δὲ κατεστράφη-
4080σαν ὑπὸ τῶν τουρκικῶν στρατευμάτων.
4081Ἐγὼ οὐδεμίαν εἶχον γνῶσιν τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας.
4082Ἡμέραν τινὰ ἀξιότιμος φίλος, ὁ ὁποῖος δυστυχῶς δὲν ζῇ
4083πλέον, ἀνὴρ φιλόπατρις, τὸν ὁποῖον ὄντως ἐτίμων, ἐγνώρισα
4084δὲ ὡς μέλος τῆς Κρητικῆς Ἐπιτροπῆς, τῆς ἐπὶ τριάκοντα
4085καὶ τρία ἔτη διαρκῶς καὶ μονίμως ἐργασθείσης ὑπὲρ τῆς Κρή-
4086της, ὁ Ἰωάννης Λιμπρίτης, ἰατρός, ἦλθε πρός με, καὶ μοὶ
4087ἀνεκοίνωσεν ἀπόρρητον, τὸ ὁποῖον εἶχε μεταδοθῆ αὐτῷ. Τὸ
4088ἀπόρρητον δὲ τοῦτο ἦτο, ὅτι ὑπῆρχεν ὁμὰς ἀνθρώπων πα-
4089τριωτῶν, οἱ ὁποῖοι ἐπεθύμουν ν’ ἀντιμετωπίσωσι τοὺς Βουλγά-
4090ρους, νὰ περιστείλωσι τὰς ἐπιδρομὰς αὐτῶν ἐπὶ τὴν Μακε-
4091δονίαν, καὶ νὰ τιμωρήσωσι τὴν μεγαλομανῆ φιλοκτημοσύνην
4092αὐτῶν. Οὗτοι ἐσκέφθησαν νὰ σχηματίσωσιν ἐλευθέρας ἀρμα-
4093τωλικὰς ὁμάδας ὑπὲρ τῆς Μακεδονίας, ὡς ἔγραφον ἔν τινι
4094χειρογράφῳ κανονισμῷ, ὃν μοὶ ἐπέδειξεν ὁ μακαρίτης Λιμ-
4095πρίτης, «ἐξ ἀνδρῶν προσφύγων ἢ μή, καταγομένων ὅμως ἐκ
4096»Μακεδονίας καὶ τῶν ὁμόρων αὐτῇ ὑποδούλων ἑλληνικῶν
4097»χωρῶν, μέχρι τοῦ ἀριθμοῦ τῶν 250–300, νὰ διατυπω-
4098»θῶσι ῥητῶς ὁ σκοπὸς καὶ οἱ ὅροι, ὑπὸ τοὺς ὁποίους θὰ δρά-
4099»σωσιν οὗτοι ἐν Μακεδονίᾳ, καὶ αἱ ὑποχρεώσεις, τὰς ὁποίας
4100»ἀναλαμβάνουσι, μεταβαίνοντες ἐκεῖ, καὶ αἱ συνέπειαι τῶν
4101»τυχὸν παρεκτροπῶν των. Νὰ διαιρεθῇ δὲ τὸ σῶμα τοῦτο εἰς
4102»ὁμάδας ἐκ 15 ἕως 20 ἢ καὶ 25 ὁπλιτῶν, ἐπὶ κεφαλῆς τῶν
4103»ὁποίων νὰ τεθῶσιν ἄνδρες ἐγνωσμένης πείρας καὶ ἱκανότη-
4104»τος, καὶ παρέχοντες ἐκ τῶν προτέρων δυνατὰς ἐγγυήσεις,
4105»ὅτι καὶ αὐτοὶ θὰ συγκρατηθῶσιν ἐκ παρεκτροπῶν καὶ τοὺς
4106»ἄλλους θὰ συγκρατήσωσιν. Αἱ ὁμάδες αὗται νὰ διατελῶ-
4107»σιν ὑπὸ τὴν διεύθυνσιν ἑνὸς σωματάρχου, καὶ ἐν συνεννοή-
4108»σει πάντοτε πρὸς ἀλλήλας. Κύριον σκοπὸν νὰ ἔχωσι τὴν
4109»καταδίωξιν καὶ ἐξόντωσιν τῶν βουλγαρικῶν συμμοριῶν καὶ
4110»τῶν κακοποιῶν ἐκείνων στοιχείων, τὰ ὁποῖα λυμαίνονται
4111»τὴν χώραν καὶ καταπιέζουσι τοὺς ἑλληνικοὺς καὶ καθόλου
4112»τοὺς μὴ σχισματικοὺς πληθυσμούς· ἐπιμελῶς δὲ νὰ ἀπο-
4113»φεύγωσι τὰς συγκρούσεις πρὸς τὰς τουρκικὰς ἀρχὰς, φρον-
4114»τίζουσαι νὰ διαδοθῇ, ὅτι ὁ σκοπός των δὲν εἶναι πρὸς αὐ-
4115»τὰς ἐχθρικός· πεδίον δὲ τῆς δράσεως αὐτῶν νὰ ἦναι ἡ
4116»ἀμφισβητουμένη μεταξὺ ἡμῶν καὶ τῶν ἀντιπάλων χώρα,
4117»καὶ ἰδίᾳ τὰ πρὸς βορρᾶν καὶ ἀνατολὰς τοῦ Μοναστηρίου
4118»μέρη, ἀνὰ τὸ Μορίχοβον, τὰ περὶ τὸν Περλεπὲν, τὰ πρὸς
4119»βορρᾶν τῆς Στρωμνίτσης καὶ τοῦ Μελενίκου πρὸς τὸ Νευ-
4120»ροκόπιον. Πρὸς ἐκτέλεσιν τῶν ἀνωτέρω ἀπαιτοῦνται: αʹ)
4121»250–300 ἄνδρες ἐκ τῶν χωρῶν ἐκείνων. Τοιοῦτοι ὑπάρ-
4122»χουσι καὶ πλειότεροι, εὑρίσκονται δὲ καὶ οἱ μέλλοντες νὰ
4123»διοικήσωσιν αὐτούς. βʹ) Ἰσάριθμα ὅπλα καὶ ἀνὰ 300 φυ-
4124»σίγγια δι’ ἕκαστον. Ὅπλα εἶναι προτιμότερα τὰ Μαρτίνι,
4125»διότι τούτων φυσίγγια δύνανται νὰ προμηθεύωνται οἱ ὁπλῖ-
4126»ται εὐκόλως καὶ ἐπὶ τόπου. γʹ) Ἡ μετάβασις τῶν ἀνδρῶν
4127»δέον νὰ γίνεται τμηματικῶς καὶ διὰ θαλάσσης, οὕτως ὥστε
4128»νὰ μὴ γείνῃ γνωστόν, ὅτι ἐξέρχονται τῆς ἐλευθέρας Ἑλλά-
4129»δος. δʹ) Δέον νὰ ἐφοδιάζωνται οἱ ὁπλῖται διὰ διπυρίτου ἐπὶ
4130»ἓξ ἡμέρας τοὐλάχιστον, ἵνα μὴ ἀναγκασθῶσι νὰ ζητήσωσι
4131»τροφὰς καὶ γείνωσι γνωστοὶ πρὶν προχωρήσωσιν ἀρκούν-
4132»τως εἰς τὸ ἐσωτερικόν... εʹ) Θὰ χρειασθῇ καὶ μικρόν τι
4133»χρηματικὸν ποσὸν διὰ τὴν συμπλήρωσιν τοῦ ὁπλισμοῦ, ὡς
4134»λόγου χάριν διὰ 12–14 τηλεσκόπια, ὅσαι θὰ ἦναι αἱ
4135»ὁμάδες, 12–15 περίστροφα διὰ τοὺς διοικητὰς τῶν ὁμά-
4136»δων, ἀνάλογα σακκίδια καὶ ἀσκοὺς ὕδατος κλπ.»
4137Τὸ σχέδιον ἔχει καὶ ἄλλας τινὰς λεπτομερείας· μοὶ ἐφάνη
4138ὅμως, ἂν ὄχι μωρὸν, ἀλλ’ ἀνεκτέλεστον, διασκευασθὲν ἴσως
4139οὕτω διὰ νὰ ἀποπλανήσῃ τοὺς ἁπλουστέρους, ἢ τοὺς ἐνθου-
4140σιώδεις. Ὁ μακαρίτης Λιμπρίτης μοὶ εἶπεν, ὅτι ἔκρινε τὸ
4141μέτρον λυσιτελέστατον, μὲ παρεκάλεσε δὲ νὰ διατάξω νὰ
4142δοθῶσιν ἐκ τῶν ἀποθηκῶν τοῦ πολέμου 300–500 ὅπλα
4143Μαρτίνι ἐκ τῶν ὑπαρχόντων τότε ἐν ταῖς ἀποθήκαις ὀκτα-
4144κισχιλίων. Παρέστησα εἰς τὸν φίλον μου, ὅτι ταῦτα δὲν ἦτο
4145δυνατὸν νὰ ἐκτελεσθῶσι, καὶ συνέστησα αὐτῷ νὰ μὴ δώσῃ
4146εἰς ταῦτα προσοχὴν, «διότι εἰμὶ βέβαιος, ὅτι δὲν θέλεις νὰ
4147συντελέσῃς εἰς πράξεις, αἱ ὁποῖαι θὰ ἐπέφερον ζημίας. Διὰ
4148τοῦτο, σὲ παρακαλῶ, παῦσον πᾶσαν συνεννόησιν μετ’ αὐ-
4149τῶν». Ἀλλ’ ὁ μακαρίτης Λιμπρίτης δὲν μοὶ εἶπεν, ὅτι ταῦτα
4150προεβάλλοντο ὡς σχέδια, καὶ ἐπεδεικνύοντο εἰς τοὺς ἁπλου-
4151στέρους ὑπὸ τῶν διοικούντων τὰ τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας διὰ
4152νὰ δελεάσωσιν αὐτούς.
4153Περὶ τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας, ὡς εἶπον, ἐγὼ οὐδὲν ἐγνώ-
4154ριζον. Μικρὸν μετὰ τὴν κλῆσιν ἡμῶν εἰς τὴν ἀρχὴν, πρὸ τοῦ
4155χρόνου δὲ, καθ’ ὃν οἱ φοιτηταὶ τῆς Ἰατρικῆς Σχολῆς, ἐπὶ
4156τῷ λόγῳ, ὅτι ἐξυβρίσθησαν ὑπό τινος τῶν καθηγητῶν, κατέ-
4157λαβον τὸ Πανεπιστήμιον καὶ ὠχυρώθησαν ἐν αὐτῷ, εἶχε
4158καταδηλωθῆ ἐρεθισμός τις ἐν ταῖς τάξεσι τῶν φοιτητῶν, εἶχον
4159δὲ προβῆ οὗτοι εἰς ἐνθουσιώδεις διαδηλώσεις ἐπὶ θεμάτων
4160ἀναγομένων εἰς τὴν ἐξωτερικὴν πολιτικήν. Πρύτανις ἐτύγ-
4161χανε τότε ὁ κ. Ἀναστάσιος Διομήδης, τοῦτον δὲ παρεκά-
4162λεσα νὰ μὲ πληροφορήσῃ περὶ τῶν αἰτιῶν καθ’ ἃ δὲ μοὶ
4163ἀνεκοίνωσεν, οἱ φοιτηταὶ εἶχον προτραπῆ εἰς τὰ διαβήματα
4164ἐκεῖνα ὑπὸ ἐνθουσιώδους καὶ φλογεροῦ λόγου, ὃν εἶχεν ἀπαγ-
4165γείλει ὁ καθηγητὴς τῆς Ἱστορίας κ. Σπ. Λάμπρος, ἀγνοῶ
4166ἐπὶ τίνι εὐκαιρίᾳ. Καὶ ὁ καθηγητὴς οὗτος, ἀπεδείχθη κα-
4167τόπιν, ὅτι ἐτύγχανε μέλος τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας, καὶ μά-
4168λιστα ἐκ τῶν ἀοράτων. Ἀλλὰ τότε δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ὑπο-
4169θέσω, ὅτι ὁ εἰρημένος καθηγητὴς ἐποιεῖτο ἔναρξιν ἐργασίας,
4170ἣν εἶχεν ἤδη ἀναλάβει ὡς μέλος τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας,
4171παρεκάλεσα ὅμως τὸν κ. πρύτανιν νὰ ὑπομνήσῃ εἰς τοὺς κυ-
4172ρίους καθηγητὰς, ὅτι δὲν εἶχεν ἀνατεθῆ εἰς αὐτοὺς τῆς ἐξω-
4173τερικῆς πολιτικῆς ἡ διαχείρισις, ἀλλὰ μαθημάτων ὡρισμέ-
4174νων ἡ διδασκαλία, καὶ νὰ δηλώσῃ εἰς πάντας, ὅτι, ἂν ὁ κ.
4175Λάμπρος ἢ ἕτερος τῶν καθηγητῶν ἤθελεν ἐξακολουθήσει τοι-
4176οῦτον ἔργον, ἤθελον ἀναγκασθῆ νὰ φροντίσω, ἵνα προταθῇ
4177εἰς τὸν Βασιλέα ἡ παῦσις τῶν οὕτως ἐκτρεπομένων ἀπὸ τῶν
4178κυρίως καθηκόντων αὐτῶν εἰς θέματα ἐξωτερικῆς πολιτικῆς.
4179Καὶ ἡμεῖς μὲν τότε εἴχομεν κληθῆ εἰς τὴν ἀρχὴν πρὸ
4180τεσσάρων ἢ πρὸ πέντε μηνῶν, ἀλλὰ κατὰ τὴν ἔννοιαν τῶν
4181λεχθέντων ὑπὸ τοῦ κ. καθηγητοῦ τῆς Ἱστορίας δὲν παρεί-
4182χομεν αὐτῷ ἐγγύησιν, ὅτι ἠθέλομεν μεριμνήσει περὶ τοῦ μέλ-
4183λοντος τοῦ Ἑλληνισμοῦ, διότι ἐκρινόμεθα, ὅτι ἠσχολούμεθα
4184εἰς ταπεινὰς πολιτικὰς ἔριδας, ὡς μικροὶ καὶ ταπεινοί! Ἦτο
4185δὲ καὶ ἄλλως ἔκτροπον τὰ γενόμενον, καθηγητὴς, ταχθεὶς
4186νὰ διδάσκῃ τὴν Ἱστορίαν, νὰ ἐπιτρέπῃ ἑαυτῷ ἐκδρομὰς πο-
4187λιτικὰς καὶ νὰ ἐγείρῃ τὰ φρονήματα τῶν φοιτητῶν τοῦ Πα-
4188νεπιστημίου δυσμενῆ πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, τὴν ὁποίαν ὁ
4189Βασιλεὺς τῇ ἐνδείξει τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ πρὸ μικροῦ εἶχε
4190συστήσει.
4191Ἀλλὰ μετ’ ὀλίγον παρεστάθη, ὅτι ὁ μακαρίτης καθηγη-
4192τὴς τῆς χειρουργικῆς Γαλβάνης εἶχεν εἰπεῖ λέξεις, ἐγγιζούσας
4193τὴν φιλοτιμίαν τῶν φοιτητῶν, τοῦτο δὲ ἠρέθισε καὶ ἐξηγρίω-
4194σε τοὺς φοιτητὰς, ὧν τινες προσῆλθον πρός με, ἀξιοῦντες νὰ
4195προκαλέσω τὴν παῦσιν τοῦ καθηγητοῦ. Συνεβούλευσα αὐ-
4196τοὺς νὰ μὴ προβάλλωσιν ἀξιώσεις τοιαύτας πρὸς τὴν Κυ-
4197βέρνησιν, ἀλλ’ οὗτοι ἐπέμενον, καὶ ἐπὶ τέλους ἐκλείσθησαν
4198ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ, μεταποιήσαντες αὐτὸ εἰς ὀχύρωμα!
4199Εἶχον δὲ καί τινα κληρικὸν, ὃν ἀνεβίβασαν ἐπὶ τῆς στέγης
4200τοῦ Πανεπιστημίου καὶ ἐπεδείκνυον, ὡς τὸν κατὰ τὸν Ἀ-
4201γῶνα Ἀρχιεπίσκοπον Παλαιῶν Πατρῶν Γερμανὸν, ὁ ὁποῖος
4202ἠγωνίζετο ὑπὲρ τῆς ἀπελευθερώσεως τοῦ Ἑλληνικοῦ! (ἱλα-
4203ρότης). Ἐφημερὶς, ἡ ὁποία ἐνδιεφέρετο τὰ μάλιστα περὶ τῆς
4204προόδου τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας, καὶ τῆς ὁποίας τὸν Διευ-
4205θυντὴν μοὶ εἶχε συστήσει κατὰ τὰ τέλη τοῦ ἔτους 1894
4206ὁ κ. Κ. Τοπάλης, ὅστις εἶχε καταβάλει καὶ τὰ πρὸς σύστα-
4207σιν τῆς ἐφημερίδος κεφάλαια, ἡ ἐφημερίς, λέγω, αὕτη περι-
4208έγραφε τὰ τοῦ κινήματος τούτου τῶν φοιτητῶν κατὰ τρόπον
4209ὄντως συγκινοῦντα τὸ κοινόν, καὶ μετὰ ποιητικῆς ὄντως
4210χάριτος. Ἡ «Ἑστία» τῆς 19 Ἰανουαρίου ἀφηγεῖτο, πῶς
4211οἱ πολῖται μετέφερον ἔξωθεν ἄρτους εἰς τοὺς ἐν τῷ Πανεπι-
4212στημίῳ κεκλεισμένους, πῶς τοὺς ἄρτους αὐτοὺς μετέφερεν
4213εἰς τὸ Πανεπιστήμιον, εἰσκομίσας αὐτοὺς διά τινος ὑπονό-
4214μου, ὁ κ. Σπυρίδων Δάσιος, ὁ ὁποῖος ἴσως διὰ τοῦτο ἐβρα-
4215βεύθη, διορισθεὶς πρὸ μικροῦ νομάρχης Τριφυλίας, πῶς δὲ
4216περιεφρούρουν περὶ τὴν ὀπὴν τῆς ὑπονόμου καὶ πέριξ τοῦ
4217Πανεπιστημίου ὁ ἰατρὸς κ. Ἀγγελόπουλος καὶ οἱ δημο-
4218σιογράφοι κ. κ. Λάσκαρης καὶ Πάτσης Συμπάθεια τάχα
4219πρὸς τὴν νεολαίαν τοῦ Πανεπιστημίου, ἐνδιαφέρον ὑπὲρ νέων,
4220οἵτινες ἐγένοντο θύματα ἐξ ἀπειρίας τῶν πραγμάτων, ἐν
4221ἀγνοίᾳ ὄντες τῶν περιστάσεων τῆς χώρας, οἵτινες ὅμως ὠλί-
4222σθησαν εἰς παρεκτροπὰς, ἐχούσας χαρακτῆρα ἐγκληματικόν,
4223τοιαῦτα αἰσθήματα ὑπηγόρευον τὰς συγκινητικὰς περιγρα-
4224φὰς τῆς «Ἑστίας»; Τίς δ’ ἐπρομήθευσε τότε εἰς αὐτοὺς τὰ
4225ὅπλα, τὰ ῥεβόλβερ, τὰ φυσίγγια τῆς δυναμίτιδος, δι’ ὧν,
4226κατὰ τὰ ἀγγέλματα καὶ τὰς περιγραφὰς τῆς ἐφημερίδος τοῦ
4227κ. Τοπάλη, εἶχον ἐφοδιάσει τὸ Πανεπιστήμιον, Κράτος τὸ
4228ὁποῖον ἀνεκήρυσσον ὡς κεχωρισμένον ἀπὸ τοῦ ἄλλου Κρά-
4229τους; Ὅτε δὲ μετά τινας ἡμέρας τότε ἐγένετο διαδήλωσις
4230τῶν φοιτητῶν, οὗτοι, ἐξελθόντες τοῦ Πανεπιστημίου καὶ βα-
4231δίζοντες ἐν διαδηλώσει, ἕνεκα τίνων λόγων ἐδείχθησαν εὐμε-
4232νεῖς πρὸς τὸν καθηγητὴν κ. Σπ. Λάμπρον, τὸν ὁποῖον συνήν-
4233τησαν, ἐπευφημήσαντες, πρὸς ἄλλον δὲ καθηγητὴν, καὶ τοῦ-
4234τον τοῦ Πανεπιστημίου, τὸν ὁποῖον συνήντησαν, κατεδή-
4235λωσαν τοιαύτην ψυχρότητα, δηλωτικὴν ἀποδοκιμασίας; Πῶς
4236οἱ ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ κεκλεισμένοι φοιτηταὶ ἐπείσθησαν,
4237ὅτι ὁ προσελθὼν εἰς αὐτοὺς καὶ προτρέπων, κατὰ παραγγε-
4238λίαν τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας, ὡς ἐκεῖνος ἔλεγεν αὐτοῖς, νὰ
4239ἀποσυρθῶσι τοῦ Πανεπιστημίου καὶ καταλίπωσιν αὐτὸ, πῶς,
4240λέγω, ἐπείσθησαν, ὅτι ἐκεῖνος πᾶν ἄλλο ἀντεπροσώπευεν ἢ
4241τὴν Ἐθνικὴν Ἑταιρείαν;
4242Ἡμεῖς δὲν μετήλθομεν τότε τὴν τακτικὴν, τὴν ὁποίαν
4243μετῆλθον οἱ κατὰ τὴν 8ην Νοεμβρίου κυβερνῶντες, οὐδὲ
4244ἐτάξαμεν ἀστυφύλακας ἢ μπράβους, διὰ νὰ φονεύσωσι τοὺς
4245φοιτητάς· ἠδυνήθημεν δὲ ἄνευ φόνων καὶ ἄνευ αἱματοχυ-
4246σίας νὰ ἐκκενώσωμεν τὸ φρούριον, ἐν τῷ ὁποίῳ εἶχον ἀπο-
4247ταμιευθῆ, κατὰ τὴν «Ἑστίαν», καὶ ὅπλα καὶ περίστροφα
4248καὶ δυναμῖτις προσέτι!
4249Ἀλλὰ κατὰ τὸν Ἰούλιον τοῦ 1895 ὁ τότε νομάρχης Λα-
4250ρίσης, ὁ μακαρίτης Κωνστ. Ἀναγνωστόπουλος, μοὶ ἀνήγγει-
4251λεν, ὅτι «ἐκ διαφόρων μερῶν τοῦ Κράτους Μακεδόνες συνα-
4252»θροισθέντες περὶ τοὺς ἑκατὸν, ἑτοιμάζονται νὰ ἐκδράμω-
4253»σιν αὔριον ἢ μεθαύριον ἐπὶ τὴν Μακεδονίαν ἔνοπλοι, πρὸς
4254»ἐξέγερσιν τοῦ τόπου εἰς ἐπανάστασιν». Παρεκάλεσα αὐτὸν
4255τότε νὰ συνεννοηθῇ μετὰ τοῦ εἰσαγγελέως τῶν ἐφετῶν καὶ
4256τοῦ ἀρχηγοῦ, καὶ νὰ φροντίσῃ μετ’ αὐτῶν, οὐ μόνον νὰ ἐμ-
4257ποδισθῇ ἡ εἰς Μακεδονίαν ἔξοδος αὐτῶν, ἀλλὰ καὶ νὰ συλ-
4258ληφθῶσιν οὗτοι, καὶ καταδιωχθῶσι ποινικῶς, ἂν αἱ πράξεις
4259αὐτῶν ἐκρίνοντο ποινικῶς καταδιωκτέαι.
4260Κατὰ τὴν 4ην Ἰουλίου 1895 ἐν τούτοις ἔλαβον ἡμιεπί-
4261σημον ἐπιστολὴν τοῦ αὐτοῦ νομάρχου, δι’ ἧς μὲ ἐπληροφό-
4262ρει, ὅτι «μετὰ δραστήρια μέτρα, τὰ ὁποῖα ἐλάβομεν μετὰ
4263»τοῦ ἀρχηγοῦ τοῦ στρατοῦ καὶ τοῦ εἰσαγγελέως τῶν ἐφε-
4264»τῶν πρὸς παρεμπόδισιν τῶν καθ’ ὁμάδας ἀπερχομένων εἰς
4265»Μακεδονίαν, φαίνεται, ὅτι τὸ κακὸν περιεστάλη κατά τι,
4266»ἀλλὰ δὲν ἐξηλείφθη ἐντελῶς, διότι οἱ ὑποκινήσαντες τὸ
4267»ἔργον, ἐκ πνεύματος ἀντικυβερνητικοῦ, κατὰ τὴν κρίσιν
4268»μου, δὲν ἔπαυσαν ἐργαζόμενοι, οὐδὲ παύουν. Εὑρίσκονται
4269»δὲ ἤδη εἰς τὰ μεθόρια, κατὰ τὰς πληροφορίας μου, ἐκ δια-
4270»λειμμάτων φθάσαντες ἐκεῖ, περὶ τοὺς 250 — ὁ ἀριθμὸς ἴσως
4271»ἐξωγκωμένος — ἔνοπλοι, διελθόντες διὰ Ραψάνης, ὡς ἔμα-
4272»θον, καὶ κατά τινα πληροφορίαν, ἣν ἔχω, οὐχὶ ἐπίσημον,
4273»—ἀναφέρω δὲ ταύτην μετ’ ἐπιφυλάξεως—συνεπλάκησαν
4274»μετὰ τῶν Τούρκων στρατιωτῶν. Ἐλπίζω ὅμως, τὸ κακὸν
4275»νὰ ἐκλείψῃ παντελῶς, ἐὰν ἐπεσπεύδετο ἐντεῦθεν καὶ ἐξ
4276»ὅλης τῆς Θεσσαλίας ἡ ἀπομάκρυνσις τῶν ἀξιωματικῶν Λα-
4277»παθιώτου, ταγματάρχου τοῦ πυροβολικοῦ, Φωτοπούλου λο-
4278»χαγοῦ καὶ Πιερράκου ὑπολοχαγοῦ τοῦ πυροβολικοῦ, καὶ
4279»Μομφερράτου, ἀνθυπολοχαγοῦ τοῦ μηχανικοῦ...» (Ἐν τῇ
4280ἡμιεπισήμῳ ταύτῃ ἐπιστολῇ τοῦ μακαρίτου Ἀναγνωστοπού-
4281λου, νομάρχου τότε Λαρίσης, ἀνεφέροντο προσέτι τρεῖς λο-
4282χαγοὶ, ὧν οἱ δύο τοῦ πεζικοῦ καὶ ὁ εἷς τοῦ μηχανικοῦ, δύο
4283ὑπολοχαγοὶ τοῦ πεζικοῦ καὶ τοῦ πυροβολικοῦ, ὁ ἀστυνόμος
4284Ραψάνης καὶ εἷς ἀνθυπολοχαγὸς, προσετίθεντο δὲ καὶ ἐκ
4285Βόλου εἷς ὑπολοχαγός, καὶ ἐκ Τρικκάλων εἷς ἀνθυπολοχα-
4286γός). «Μετὰ τὴν μετάθεσιν δ’ ὅλων τούτων ἐκ Θεσσαλίας»,
4287ἔγραφεν ὁ εἰρημένος νομάρχης, «δύναμαι νὰ ἐγγυηθῶ τὴν
4288»πλήρη ἀποκατάστασιν τῆς τάξεως· ἄλλως δὲν θὰ μᾶς λεί-
4289»ψουν αἱ καθημεριναὶ ἐνοχλήσεις καὶ ἀνησυχίαι, αἵτινες ἐν-
4290»δεχόμενον νὰ καταλήξωσι καὶ εἰς λίαν δυσάρεστα ἀποτε-
4291»λέσματα. Λέγω δὲ τοῦτο, διότι δὲν μὲ εὐχαριστεῖ ἐντε-
4292»λῶς ἡ ἐν γένει ἐργασία τῶν στρατιωτικῶν ἐνταῦθα ἀρ-
4293»χῶν...»
4294Τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, εἰς τὸ ὁποῖον ἐκοι-
4295νοποίησα τὰ ὑπὸ τοῦ νομάρχου ἀναφερόμενα, διέταξε τὴν
4296μετάθεσίν τινων ἐξ αὐτῶν, ἀλλὰ καὶ ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν
4297Στρατιωτικῶν ὑπῆρχον ἀξιωματικοί, οἵτινες εἶχον ἀποπλα-
4298νηθῆ καὶ εἰσαχθῆ εἰς τὴν Ἐθνικὴν Ἑταιρείαν, καὶ ἐν αὐτῷ
4299ἔτι τῷ τμήματι τοῦ προσωπικοῦ· διὰ τοῦτο οὐδὲ πάντες
4300μετετέθησαν ἐκεῖθεν, καὶ οἱ μετατεθέντες δὲ ἐπανήχθησαν
4301εἰς Θεσσαλίαν. Ἐπειδὴ δὲ ἔν τινι συνεδριάσει τῆς Ἑταιρείας
4302τοῦ «Ἑλληνισμοῦ» ἀξιωματικός τις, καθ’ ἃ εἶχον τότε
4303ἀκούσει, ἐξεδήλου δημοσίᾳ δυσμενεῖς περὶ τῆς Κυβερνήσεως
4304κρίσεις, ὁ ἐμὸς συνάδελφος καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιω-
4305τικῶν, τῇ ἐμῇ παρακλήσει, ἐξεδότο ἐγκύκλιον, ἣν μάλιστα
4306ἐγὼ ἔγραψα, δι’ ἧς ἀπηγορεύετο εἰς τοὺς ἀξιωματικοὺς νὰ
4307γίγνωνται μέλη Συλλόγων.
4308Ὁ ἀποθανὼν ταγματάρχης Ἀλέξανδρος Ἀλεξάνδρου ἀνε-
4309κοίνωσε δι’ ἐπιστολῆς ἰδιαιτέρας πρὸς τὸν κ. Θεόδωρον Λιμ-
4310πρίτην, ὅτι 80 ἢ 90, συγκεντρωθέντες εἰς τὴν ἐν τῇ ἐπαρ-
4311χίᾳ Ἁγυιᾶς διαλελυμένην Μονὴν τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ
4312Θεολόγου, ἐπεβιβάσθησαν ἐπὶ πλοιαρίου εἰς Τσάγεζι, διὰ
4313νὰ διαπορθμευθῶσιν εἰς τὰ παράλια τῆς Μακεδονίας· ὑπῆρ-
4314χον δ’ ἐν τῷ πλοιαρίῳ, ἐφ’ οὗ ἔμελλον νὰ ἐπιβιβασθῶσι,
4315καὶ ὅπλα καὶ πολεμεφόδια καὶ ἐνδύματα. Ὁ μακαρίτης Ἀλε-
4316ξάνδρου, εἰλικρινὴς καὶ ἔντιμος ἀξιωματικὸς, ἐπληροφόρει
4317διὰ τῆς ἐπιστολῆς του τὸν κ. Λιμπρίτην ἐμπιστευτικῶς, ὅτι
4318καὶ τὴν συγκέντρωσιν τῶν ὁπλιτῶν καὶ τὴν πρὸς ἀπόπλουν
4319παρασκευήν τῶν διηύθυνον ἀξιωματικοὶ τοῦ στρατοῦ, ὧν ὠνό-
4320μαζεν ἕνα τοῦ πυροβολικοῦ καὶ δύο τοῦ πεζικοῦ, ἐπληρο-
4321φόρει δ’ ὅτι καὶ ἄλλοι ἐν Λαρίσῃ ἀξιωματικοὶ συμπράττου-
4322σιν. Ἀμέσως τότε παρήγγειλα εἰς τὸν νομάρχην νὰ προβῇ
4323μετὰ τοῦ εἰσαγγελέως τῶν ἐφετῶν εἰς καταδίωξιν· ἀλλ’ ὅτε
4324μετ’ ὀλίγον συνέλαβέ τινας, ἑτοιμαζομένους νὰ διέλθωσι τὴν
4325ὁροθετικὴν γραμμὴν, καὶ παρέδωκεν εἰς τὸν εἰσαγγελέα,
4326οὗτοι ἀπελύθησαν, τὸ δὲ Δικαστήριον τῶν ἐν Λαρίσῃ Πλημ-
4327μελειοδικῶν οὐδέποτε ἔστερξε νὰ καταδιώξῃ τινά· οὐδ’ ὅτε
4328ἡ Τουρκικὴ Πρεσβεία μοὶ ἀπηύθυνε περὶ τούτου παραστάσεις,
4329τὰς ὁποίας ἀνεκοίνωσα εἰς τὸν νομάρχην καὶ τὸν ἁρμόδιον
4330εἰσαγγελέα, οὐδὲ τότε ἐγένετό τι, οὐδ’ ὅτε οἱ ἐκδραμόντες
4331ἐπὶ τὴν ὅμορον χώραν εἶχον ἐπανέλθει, διωχθέντες ἐκεῖθεν.
4332Δύο εἰσὶν αἱ στρατιωτικαὶ ἐπιχειρήσεις τῆς Ἐθνικῆς
4333Ἑταιρείας, δι’ ὧν, κατὰ τὴν ἀλησμόνητον φράσιν τῶν προ-
4334κηρύξεων τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας, αὕτη ἐθεμελίωσε τοῦ Ἑλ-
4335ληνικοῦ ἔθνους τὸ ἀδιάσειστον μεγαλεῖον, ἡ ἐκστρατεία τοῦ
4336Μυλωνᾶ καὶ Καψαλοπούλου, καὶ ὁ σχηματισμὸς τῶν ὁμά-
4337δων τοῦ Μπρούφα καὶ τοῦ Βαρβέρη καὶ τῶν ἄλλων, ὅσοι
4338εἶχον πρὸ τοῦ Μυλωνᾶ καὶ τοῦ Καψαλοπούλου ἐπιδράμει
4339ἐπὶ τὴν ὅμορον ἐπικράτειαν...
4340§257Α. ΣΚΑΛΤΣΟΔΗΜΟΣ. Ἐκουράσθη ἡ Βουλή. Ἀνάγκη
4341νὰ διακόψωμεν.
4342§258Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τὸ ζήτημα εἶναι σπουδαῖον, καὶ πρέ-
4343πει ἐν ἀνέσει νὰ τὸ συζητήσωμεν.
4344§259Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἀναγκαῖον νὰ ἐξακολουθήσω,
4345ἵνα διαψεύσω τὰ ὑπὸ τοῦ Βουλευτοῦ ἐκ Ζακύνθου λεχθέντα,
4346διότι ἐπειράθη ν’ ἀποπλανήσῃ τὴν Βουλὴν διὰ ψευδῶν
4347εἰσηγήσεων.
4348Ὑπῆρξε καὶ ἑτέρα ἐπιχείρησις, ἥτις ἐφείλκυσε τὴν προσ-
4349οχὴν τῶν κατοίκων τῆς πόλεως Ἀθηνῶν, ἡ προπαρασκευή,
4350ὅπως λιποτακκτήσωσιν ἀξιωματικοί τινες, τέκνα γνωστῶν
4351οἰκογενειῶν, ὧν τὰ ὀνόματα καὶ ἡ καταγωγὴ ἐφείλκυον πρὸ
4352πάντων τὴν ἔκπληξιν τοῦ κοινοῦ, προσπαθοῦντος νὰ ἐννοήσῃ,
4353ἂν πράγματι οὗτοι ἐλιποτάκτησαν τῇ εἰσηγήσει ἄλλων.
4354Ἀλλ’ ἰδίως ἐνεποίησεν ἐντύπωσιν εἰς τὸν Βασιλέα, ὅστις
4355μοὶ ἐδήλωσε, πόσον δυσηρέστει τὴν Μεγαλειότητά του τὸ
4356πρᾶγμα, καὶ μοὶ ἐσύστησε νὰ μετέλθω πᾶν μέσον, ὅπως
4357παρακωλυθῇ ἡ λιποταξία τῶν ἀξιωματικῶν. Καὶ εὐλόγως ὁ
4358Βασιλεὺς ἐπεθύμει νὰ μὴ λάβῃ χώραν τοιαύτη λιποταξία,
4359ἀφοῦ μάλιστα οἱ λιποτακτήσοντες δὲν ἔμελλον νὰ ἦναι χρή-
4360σιμοι ἐν Κρήτῃ, ἔνθα δὲν ὑπῆρχε σπάνις πολεμιστῶν, διότι
4361τινὲς τῶν ἀναφερομένων ὡς σκοπούντων νὰ λιποτακτήσωσιν
4362ἦσαν υἱοὶ ἢ συγγενεῖς αὐλικῶν.
4363Προσεπάθησα ἀληθῶς νὰ ἐκτελέσω τὸ καθῆκόν μου μετὰ
4364πάσης φροντίδος, ἀφοῦ μάλιστα τοιαύτη ἦτο καὶ ἡ ἐπιθυμία
4365τοῦ Βασιλέως. Καὶ οὐ μόνον ἐσύστησα τοιαύτην φροντίδα
4366καὶ εἰς τοὺς σωματάρχας, τοὺς ὁποίους τῇ παρακλήσει μου
4367εἶχε συγκαλέσει εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν ὁ
4368τότε ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργὸς, καὶ πρὸς οὓς ὡμί-
4369λησα μετὰ θερμότητος καὶ ἐπιμονῆς, καίτοι οὗτοι μοὶ πα-
4370ρέστησαν, ὅτι εἶχεν ἐξασθενίσει ἡ ἐπιρροὴ τῶν σωματαρχῶν
4371ἐπὶ τῶν ἀξιωματικῶν, ἀλλὰ καὶ τὸν τότε ἀρχηγὸν Ἰωάννην
4372Ζυμβρακάκην ἐκάλεσα εἰς τὸ Ὑπουργεῖον καὶ τῷ ἐπέστησα
4373τὴν προσοχὴν αὐτοῦ ἐπὶ τοῦ υἱοῦ του, καίτοι οὗτος μοὶ εἶ-
4374πεν, ὅτι δὲν ἠδύνατο νὰ ἐπηρεάσῃ τὸν ἑτοιμαζόμενον νὰ
4375ἀπέλθῃ υἱόν του, διότι ἡ ἐπ’ αὐτοῦ πατρική του ἐξουσία
4376εἶχε χαλαρωθῆ πρὸ καιροῦ. Καὶ εἰς τὸν Διευθυντὴν δὲ τῆς
4377Ἀστυνομίας συνταγματάρχην κ. Μπαϊρακτάρην παρήγγειλα
4378ἐπανειλημμένως νὰ ἐπιτηρῇ ἀγρύπνως, ἵνα ἐμποδίσῃ αὐ-
4379τοὺς, ὅταν ἤθελον κατέλθει εἰς Πειραιᾶ διὰ νὰ ἐπιβιβασθῶ-
4380σιν· ἀλλ’ οὗτοι διὰ τοῦ σιδηροδρόμου Πειραιῶς–Πελοποννή-
4381σου μετέβησαν εἰς τὸν σταθμὸν τῶν Ἁγίων Θεοδώρων, παρὰ
4382τὴν Κινέταν, καὶ ἐκεῖθεν ἀπέπλευσαν διὰ πλοίου εἰς Κρήτην,
4383εἰ καὶ ἐν Κρήτῃ οὐδεμία, ὡς εἶπον, ὑπῆρχεν ἀνάγκη ἀξιω-
4384ματικῶν, λοχαγῶν ἢ ἀνθυπολοχαγῶν, διότι καὶ βραχίονες
4385ἰσχυροὶ, καὶ πληθυσμοὶ ἔχοντες σθένος ψυχῆς καὶ φιλοτι-
4386μίαν, καὶ ἀρχηγοὶ ὑπῆρχον, ἵνα διοικῶσιν αὐτούς, οὐδὲν δ’ ἔ-
4387μελλον νὰ προσθέσωσιν οἱ λιποτακτοῦντες ἀξιωματικοί. Οὐδὲ
4388κατὰ τὴν Κρητικὴν ἐπανάστασιν τοῦ 1866 ἐχρησίμευσαν οἱ
4389ἀξιωματικοί, οἵτινες μετέβησαν ἐκεῖσε, καίτοι ἦσαν ἄνδρες
4390καὶ ὥριμοι καὶ ἐκλεκτοί.
4391Οἱ ἀξιωματικοὶ ἐν τούτοις ἀπῆλθον, καὶ μετά τινα και-
4392ρὸν ἐπανῆλθον. Ὁ Βασιλεὺς δὲν παρέλιπε νὰ μοὶ δηλώσῃ
4393τὸ ἐνδιαφέρον, ὅπερ ᾐσθάνετο, χάριν τῆς πειθαρχίας τοῦ στρα-
4394τοῦ, ὅπως μὴ κηλιδωθῇ τὸ γόητρον αὐτοῦ διὰ τοιαύτης λι-
4395ποταξίας· μοὶ ἐσύστησε δὲ νὰ φροντίσω, ἵνα καταδιωχθῶσι
4396ποινικῶς μετὰ πάσης αὐστηρότητος. Καὶ ἀξιωματικὸς δὲ
4397τοῦ ναυτικοῦ, τοῦ ναυπηγικοῦ κλάδου, εἶχε συγχρόνως λιπο-
4398τακτήσει, ἀφαιρέσας μάλιστα ἀπὸ τοῦ πλοίου καὶ ὑλικὸν
4399τοῦ πολέμου, παραλαβὼν δὲ καὶ ἕνα ναύκληρον. Καὶ αὐτὸν
4400εἴχομεν προσπαθήσει νὰ ἐμποδίσωμεν, ἀλλὰ καὶ οὗτος εἶχε
4401λιποτακτήσει. Μετέβη ἑπομένως καὶ οὗτος εἰς Κρήτην, μετά
4402τινα δὲ καιρὸν ἐπανῆλθε καὶ οὗτος καὶ συνελήφθη. Ἐπέ-
4403στησα τὴν προσοχὴν τοῦ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργοῦ
4404εἰς τὸν σχηματισμὸν τῶν Στρατοδικείων, οὐχὶ ὅπως δηλώσω
4405ἐπιθυμίαν, ἢ ἀναμιχθῶ τὸ παράπαν, ἀλλ’ ἵνα καταδείξω
4406τὸ συμφέρον τοῦ στρατοῦ, ὅπως μὴ μείνωσιν ἀτιμώρητα τοι-
4407αῦτα ἐγκλήματα. Ἀλλὰ τὰ Στρατοδικεῖα ἠθώωσαν πάντας
4408αὐτούς! Ἐπειδὴ δὲ ὁ τότε Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτι-
4409κῶν ἐτιμώρησέ τινας τούτων πειθαρχικῶς, ἄλλος πρώην
4410Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν τότε, ἐπαναχθεὶς δὲ καὶ μετὰ
4411ταῦτα ὡς Ὑπουργὸς ἐπὶ τοῦ Ὑπουργείου ἐκείνου, πεφημι-
4412σμένος διὰ τὴν διοίκησιν τοῦ στρατοῦ, Βουλευτὴς ἐνταῦθα,
4413ὁ ὁποῖος μάλιστα καὶ τελευταῖον προήχθη εἰς τὸν βαθμὸν
4414τοῦ ὑποστρατήγου, πρὸς βράβευσιν, ὁ πρὸ μικροῦ παραιτη-
4415θεὶς ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον, ὁ κ. Τσαμαδὸς, ἐπηρώτησεν ἐν τῇ
4416Βουλῇ τὸν τότε Ὑπουργὸν διὰ τὴν πειθαρχικὴν τιμωρίαν
4417τῶν ἀξιωματικῶν, θαυμάζων τὸ εὐγενὲς παράδειγμα τῶν
4418ἀξιωματικῶν, καὶ κρίνων, ὅτι οὗτοι ἔπρεπε νὰ βραβευθῶσιν,
4419ἀντὶ νὰ τιμωρηθῶσι!
4420Τοιαύτη ἦτο ἡ διδασκαλία, ἡ ὁποία ἐκ τοῦ Βουλευτη-
4421ρίου ἐδίδετο εἰς τοὺς νέους ἀξιωματικούς, ἀλλὰ τοιαῦται
4422ἦσαν καὶ αἱ συνδρομαί, αἵτινες παρείχοντο εἰς τὴν Ἐθνικὴν
4423Ἑταιρείαν, ἥτις καὶ κατὰ τὸν τρόπον τοῦτον ἐδήλου ἐν
4424Κρήτῃ, ὅτι πρέπει νὰ ἐμμείνωσι μὴ παραδεχόμενοι τοὺς θε-
4425σμοὺς, οἱ ὁποῖοι ἐχορηγήθησαν εἰς αὐτοὺς, καὶ τρεπόμενοι
4426εἰς τὴν ἐπανάστασιν καὶ εἰς τὴν ἀνακήρυξιν τῆς ἑνώσεως
4427τῆς Κρήτης μετὰ τῆς Ἑλλάδος.
4428Ὁ κ. ἐκ Ζακύνθου Βουλευτὴς, ὁμιλῶν περὶ τῆς ἀποστο-
4429λῆς τῶν πλοίων, ἔλεγεν, ὅτι αἱ προτροπαὶ τοῦ βουλευτοῦ
4430ἐξ Ἀττικῆς κ. Ράλλη, αἱ παρακελεύσεις αὐτοῦ ἠνάγκασαν
4431ἡμᾶς, τοὺς διστάζοντας, τοὺς ἀμφιρρέποντας, νὰ προβῶμεν
4432εἰς τὴν ἀποστολὴν τῶν πλοίων εἰς τὴν Κρήτην. Ὁ κ. ἐκ
4433Ζακύνθου Βουλευτὴς σφάλλεται, ἢ διαστρέφει τὴν ἀλήθειαν.
4434Ἀπεφασίσαμεν νὰ ἀποστείλωμεν τὰ πλοῖα εἰς τὴν Κρήτην,
4435διότι εἴχομεν λάβει τηλεγραφικὰς εἰδήσεις τὰ μάλιστα ἀνη-
4436συχητικὰς καὶ ἐπισπευδούσας. Εἴχομεν ἀληθῶς λάβει καὶ
4437κατὰ Μάϊον τοῦ 1896 τηλεγραφήματα τοῦ Γενικοῦ Προξέ-
4438νου ἐν Χανίοις, δι’ ὧν παρίστα πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τῶν
4439Ἐξωτερικῶν τὴν ἀνάγκην τῆς ἀποστολῆς πλοίων. Οὕτω τὴν
444012 Μαΐου 1896 ἐτηλεγράφει:
4441«Ρῆξις σήμερον μεταξὺ Τούρκων καὶ χριστιανῶν ἐν Χα-
4442νίοις. Ὀκτὼ χριστιανοὶ ἐφονεύθησαν, ἐν οἷς ὁ ἡμέτερος κα-
4443βάσης καὶ ὁ τοῦ Ρωσσικοῦ Προξενείου καὶ εἷς Τοῦρκος. Στρα-
4444τὸς πυροβολεῖ ἐκ τῶν ὁδῶν κατὰ τῶν οἰκιῶν. Πόλις ἐν κιν-
4445δύνῳ! Σήμερον ἐγὼ καὶ συνάδελφοί μου μετέβημεν ἀμέσως
4446ἐκ Χαλέπας εἰς πόλιν, ὄχι ἄνευ δυσκολίας. Γενικὸς Διοι-
4447κητὴς ἀδυνατεῖ ν’ ἀποκαταστήσῃ τάξιν. Πρόξενοι πάντες
4448τηλεγραφοῦσι κατάστασιν ζητοῦντες ἀποστολὴν πλοίων ὡς
4449τάχιστα. Ἀνάγκη ἀπόλυτος ἀποστολῆς καὶ ἡμετέρου. Ρεθύ-
4450μνῃ κατάστασις ἐπίσης λίαν σοβαρὰ, Τούρκων ἐνόπλων εἰσ-
4451ερχομένων βίᾳ ἐν οἰκίαις χριστιανικαῖς.»
4452§260Α. ΡΩΜΑΝΟΣ. Ποίαν ἡμερομηνίαν φέρει;
4453§261Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. 12 Μαΐου.
4454§262Α. ΡΩΜΑΝΟΣ. Ποίου ἔτους;
4455§263Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. 1896, ὥρᾳ 6½ μ. μ.
4456Καὶ ἕτερον τηλεγράφημα πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρα-
4457τιωτικῶν τοῦ ἐν Χανίοις Γενικοῦ Προξένου τῆς 13 Μαΐου:
4458«Συμπλοκὴ ἤρχισε πάλιν σήμερον ἐν ὁδοῖς, στρατοῦ ἐπιτι-
4459»θεμένου. Πόλις ἔρημος. Διοικητὴς ὅλως ἀνίσχυρος, ἕνεκα
4460»διαστάσεως πλήρους μεταξὺ στρατιωτικοῦ Διοικητοῦ καὶ
4461»τοῦ Διοικητοῦ. Χωρικοὶ πέριξ ἔνοπλοι. Κίνδυνος μέγας.
4462»Ἀποστολὴ πολεμικῶν πλοίων καὶ ἡμετέρων ἐπείγει· ἄλλως
4463»καταστροφὴ ἄφευκτος.»
4464Καὶ ἕτερον τηλεγράφημα ἐπέστειλεν ὁ ἐν Χανίοις ἡμέτε-
4465ρος Γενικὸς Πρόξενος πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν
4466τὴν 14 Μαΐου, τόδε:
4467«Εἴδησις τηλεγραφικὴ ἀφίξεως πολεμικῶν πλοίων Με-
4468»γάλων Δυνάμεων ἐνθαρρύνει χριστιανούς, ἀλλ’ ἔλλειψις εἰ-
4469»δήσεως ἀποστολῆς καὶ ἑλληνικοῦ κινεῖ ἀγανάκτησιν χρι-
4470»στιανῶν καθ’ ἡμῶν. Ἀναφορὰ ἐπεδόθη πρὸς ἐμέ, ἧς περι-
4471»εχόμενον ἀπαιτοῦσι διαβιβάσω ὑμῖν, κρίνων ἀποστολὴν
4472»πλοίων οὐχὶ μόνον λίαν δικαιολογημένην, ἀλλ’ ἐπιτακτικῶς
4473»ἐπιβαλλομένην ἡμῖν. Παριστῶσι ταῦτα καθ’ ἡμῶν, ἀπει-
4474»λοῦντες ῥῆξιν δεσμῶν χριστιανικοῦ πληθυσμοῦ πρὸς Ἑλ-
4475»ληνικὴν Κυβέρνησιν. Ἂν λόγοι σπουδαῖοι δὲν κωλύωσιν,
4476»ἀπόλυτος ἀνάγκη ἀποστολῆς ὅσον τάχιστα καὶ ἡμετέρου
4477»πλοίου. Κατὰ πληροφορίας ἀκριβεῖς, χθὲς καὶ προχθὲς ἐφο-
4478»νεύθησαν ἐν πόλει 25 χριστιανοί, τέσσαρες Τοῦρκοι καὶ
4479»τρεῖς ἐτραυματίσθησαν. Ἀγορὰ καθ’ ὁλοκληρίαν κλειστή·
4480»κίνδυνος πάντοτε μέγας. Ἐν περιχώροις συμπλοκαὶ ἀδιά-
4481»λειπτοι. Ἐν Ρεθύμνῃ κατάστασις ἀγγέλλεται λίαν κρίσι-
4482»μος. Φόνοι καθημερινοί. Τοῦρκοι ἐξέρχονται πόλεως ἔνο-
4483»πλοι. Χωρία χριστιανικὰ πολιορκοῦνται ὑπ’ αὐτῶν. Σήμε-
4484»ρον ἐπανελήφθη ἐπίθεσις κατὰ χριστιανῶν ὑπὸ στρατοῦ καὶ
4485»ἐντοπίων. Πολεμικὰ πλοῖα φαίνονται ὁρίζοντα. Ἀποστεί-
4486»λατε ἀφεύκτως ἡμέτερα.»
4487§264Α. ΡΩΜΑΝΟΣ. Μοὶ ἐπιτρέπετε; Τὰ τηλεγραφήματα,
4488τὰ ὁποῖα ἀναφέρετε, εἶναι τοῦ 1896. Ἂν δὲν ἀπατῶμαι δέ,
4489τὰ ἀναφέρετε, ὅπως ἀποδείξητε, ὅτι ἠναγκάσθητε νὰ ἀπο-
4490στείλητε τὴν «Ὕδραν» εἰς τὰ Κρητικὰ ὕδατα. Ἀλλὰ τὴν
4491«Ὕδραν» ἀπεστείλατε εἰς τὰ 1897.
4492§265Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Περιμένετε, παρακαλῶ, περι-
4493μένετε. Ἀφηγοῦμαι τὰ κατὰ τὴν πρώτην περίοδον διατρέ-
4494ξαντα, καθ’ ἣν ἡ Κυβέρνησις ἐλάμβανε καὶ ἐξ Ἀθηνῶν καὶ
4495παρὰ τῶν ἐν Κρήτῃ Προξενικῶν ἀρχῶν, ἰδίως δὲ παρὰ τοῦ
4496ἐν Χανίοις Γενικοῦ Προξένου, παροτρύνσεις, παρακελεύσεις,
4497προτροπάς, διὰ νὰ στείλῃ πλοῖα. Καὶ δὲν ἐστείλαμεν τὰ
4498πλοῖα, ὅτε ὁ ἐκ Κερκύρας τέως Πρωθυπουργὸς μᾶς ἐπετίμα,
4499λέγων, ὅτι τὰ πλοῖα ἀφίναμεν νὰ καπνίζωσιν ἐν Φαλήρῳ.
4500Βεβαίως εἴχομεν τὰ πλοῖα ἐν Φαλήρῳ, διὰ νὰ ἔχωμεν αὐτὰ
4501ἕτοιμα, διότι τότε ἐκρίνομεν, ὅτι δὲν ὑπῆρχεν ἔτι ἀπόλυ-
4502τος ἀνάγκη, ἐπιβάλλουσα τὴν ἀποστολὴν πλοίων, καὶ ἐφρο-
4503νοῦμεν, ὅτι δὲν ἦτο ἔτι ἀναγκαῖον ν’ ἀποστείλωμεν πλοῖα.
4504Τὴν 16 Μαΐου ἕτερον τηλεγράφημα ἐλήφθη ὑπὸ τοῦ ἐπὶ
4505τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργείου, καὶ τοῦτο τοῦ ἐν Χανίοις
4506ἡμετέρου Γενικοῦ Προξένου, εἶχε δὲ καὶ τοῦτο οὕτως (ἀνα-
4507γινώσκει):
4508«Βουλευταὶ Μητσοτάκης, Πρόεδρος Χριστιανικῆς Συνε-
4509»λεύσεως, Σήφακας, Παπαγιαννάκης, Παπαδοπετράκης,
4510»καὶ ἀντιπρόσωποι Συνελεύσεως, μεταβάντες τὴν ἑσπέραν
4511»ταύτην εἰς Βάμον, καὶ Πωλογεωργάκης, δι’ ἐπιστολῆς
4512»παρακαλοῦσιν ἀνακοινώσω Α. Μ. Βασιλεῖ, ὅτι Κρήτη,
4513»σφαζομένη καὶ ἀπειλουμένη καταστροφῇ παντελεῖ ὑπὸ στρα-
4514»τοῦ, ἂν φρουρὰ Βάμου δὲν ἐλευθερωθῇ, ζητεῖ προστασίαν
4515» δι’ ἀμέσου ἀποστολῆς πολεμικῶν πλοίων Ἑλληνικῶν, καὶ
4516» διὰ παντὸς μέσου, καὶ ὅτι ἀναβολὴ ἐλαχίστη, ὡς ἀδιαφορία
4517» κρινομένη, ἀποξενώσει Ἑλλάδα συμπαθειῶν Κρητῶν, καὶ
4518» θέλει ἀπελπίσει δοῦλον Ἑλληνισμόν. Ὀφείλω αὖθις νὰ ἀνα-
4519» φέρω, ὅτι μέγιστος ἐπίκειται κίνδυνος, καὶ ὅτι χριστιανῶν
4520» ἀγανάκτησις καθ’ ἡμῶν ἐκορυφώθη.»
4521Καὶ δι’ ἑτέρου τηλεγραφήματος τῆς αὐτῆς ἡμέρας ἀνέ-
4522φερεν ὁ ἐν Χανίοις ἡμέτερος Γεν. Πρόξενος πρὸς τὸ ἐπὶ τῶν
4523Ἐξωτερικῶν Ὑπουργεῖον ταῦτα: «Πάντες πρόξενοι ἐδή-
4524» λωσαν, ὅτι ἀποστολὴ αὐτῶν (τῶν καταπλευσάντων εἰς τὰ
4525» Χανία ξένων πλοίων) προστατεύσουσι προξένους καὶ ὑπη-
4526» κόους ξένους. Ἐρωτηθέντες, ἂν ἐν περιπτώσει σφαγῶν θέ-
4527» λουσιν ἐνεργήσει πρὸς προστασίαν χριστιανῶν, ἀπήντησαν
4528» ἀρνητικῶς, εἰπόντες, ὅτι τοῦτο ἰσοδυναμεῖ πρὸς κήρυξιν
4529» πολέμου. Δηλώσεις αὗται, γνωσθεῖσαι ἐν μέρει ὑπὸ χρι-
4530» στιανῶν, περιάγουσιν αὐτοὺς εἰς ἀπόγνωσιν. Προχθὲς Ἐπί-
4531» σκοπος καὶ πρόκριτοι, συνεδριάζοντος Προξενικοῦ Δικαστη-
4532» ρίου, προσελθόντες ἐδήλωσάν μοι, διερμηνεύοντες χαρὰν ἐπὶ
4533» ἀφίξει πολεμικῶν πλοίων, καὶ παρεκάλεσαν λάβωσι μέτρα
4534» πρὸς προστασίαν χριστιανῶν. Πρόξενοι Ἀγγλίας, Γαλλίας,
4535» Ρωσσίας ἐπανέλαβον Ἐπισκόπῳ μόνῳ ἰδιαιτέρως τὰς ἀνω-
4536» τέρω δηλώσεις κυβερνητῶν, προσθέσαντες, ὅτι παρουσία
4537» πολεμικῶν πλοίων καὶ στρατὸν καὶ Τούρκους θέλει περι-
4538» στείλει, καὶ Κυβέρνησιν θέλει ἐπαναφέρει εἰς ὁδὸν καθή-
4539» κοντος. Συνέστησαν δ’ Ἐπισκόπῳ νὰ μὴ μάθωσι, τίς ἡ
4540» ἀποστολὴ πολεμικῶν πλοίων, διότι θέλουσι κατασταθῆ
4541» θρασύτεροι...»
4542Σταματῶ ἐπὶ τούτου, διὰ νὰ βεβαιώσω, ὅτι τὸ ἄγγελ-
4543μα τοῦτο τοῦ ἡμετέρου Γενικοῦ Προξένου δὲν ἦτο ἀκριβές,
4544διότι οἱ πρόξενοι ἰσχυρίσθησαν καὶ ἐπέμειναν βεβαιοῦντες,
4545ὅτι δὲν ἀπήντησαν εἰς αὐτὸν ἀρνητικῶς, ὅτι «δὲν θέλουσιν
4546ἐνεργήσει πρὸς προστασίαν χριστιανῶν, καὶ ἑπομένως δὲν θέ-
4547λουσι δεχθῆ ἐπὶ τῶν πλοίων των καὶ χριστιανοὺς καὶ Ἕλλη-
4548νας». Τοῦτο ἐξηκριβώθη κατόπιν. Ὁ Γενικὸς Πρόξενος τῆς
4549Ἑλλάδος, διὰ τῶν ἐπανειλημμένων τηλεγραφημάτων αὐτοῦ,
4550ἀληθῶς ἐπίεζεν ἡμᾶς, ἵνα ἀποστείλωμεν πλοῖα, καὶ ἐκ τοι-
4551ούτου ζήλου περιέπεσεν εἰς τὴν ἀνακρίβειαν ταύτην, ἵνα πα-
4552ροτρύνῃ καὶ ὠθήσῃ ἡμᾶς νὰ σπεύσωμεν ν’ ἀποστείλωμεν
4553πλοῖα. Καὶ ὅμως ἡμεῖς ἀπέσχομεν νὰ προβῶμεν εἰς τὴν ἀπο-
4554στολὴν τῶν πλοίων, μεθ’ ὅλας ταύτας τὰς προτροπάς, προσ-
4555επαθοῦμεν δέ, προκαλοῦντες καὶ ἐπικαλούμενοι τὴν συν-
4556δρομὴν τῶν Μεγάλων Δυνάμεων, ἵνα ἐνασκηθῇ ἡ προσή-
4557κουσα πίεσις ἐν Κωνσταντινουπόλει, ὅπως ἡ Ὑψηλὴ Πύλη
4558σπεύσῃ νὰ βελτιώσῃ τὴν κατάστασιν τῆς Κρήτης.
4559Τότε ἡ Κρήτη ἐκυβερνᾶτο κατὰ τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον
4560ἀποκατεστάθη κατὰ τὸ 1889, ὅτε ὁ Σακὴρ–πασσᾶς κατέ-
4561λαβε τὴν Κρήτην, συνδραμούσης αὐτὸν εἰς τοῦτο καὶ τῆς
4562τότε Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως· ἐνθυμοῦμαι δέ, ὅτι ὁ τότε
4563Πρωθυπουργός, ὅστις δὲν ζῇ πλέον, ὡμολόγησεν ἀπὸ τοῦ
4564βήματος τούτου, ὅτι ἡ Ὑψηλὴ Πύλη ἠπάτησεν αὐτόν. Τὸ
4565βέβαιον ὅμως εἶναι, ὅτι ἡ συνδρομή, τὴν ὁποίαν ἔδωκεν ἡ
4566Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις εἰς τὸν Σακὴρ–πασσᾶν, ἐπὶ τῇ ἐλπίδι,
4567ὅτι δὲν ἤθελε καταργήσει τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον ἕως τότε
4568ἐκράτει, ἡ συνδρομὴ αὕτη ηὐκόλυνε τὴν εἴσοδον τοῦ Σακὴρ
4569πασσᾶ εἰς τὸ ἐσωτερικὸν τῆς νήσου, ὅστις, ἀφοῦ κατέλαβεν
4570οὕτως αὐτήν, ἔλαβε τὴν τόλμην νὰ καταργήσῃ τὸ κρατοῦν
4571τότε ἐν τῇ νήσῳ Κυβερνητικὸν σύστημα, τὸ ὁποῖον εἶχε
4572κατασταθῆ διὰ τῆς συμβάσεως τῆς Χαλέπας· ἀντὶ τούτου δὲ
4573ἐγκατέστησεν αὐθαιρεσίαν, διοίκησιν ἀπολυταρχικὴν, διοί-
4574κησιν κτηνώδη, τὴν ὁποίαν ἐχειραγώγουν οἱ Τουρκοκρῆτες,
4575τῶν ὁποίων αἱ κτηνώδεις ἕξεις εἶναι γνωσταί.
4576Ἐζητοῦμεν λοιπὸν νὰ καταργηθῇ τὸ σύστημα τοῦτο, τὸ
4577ἐγκατασταθὲν κατὰ τὸ 1889, καὶ προσεπαθοῦμεν ν’ ἀπο-
4578καταστήσωσιν αὖθις τὸ σύστημα, τὸ διὰ τῆς συμβάσεως τῆς
4579Χαλέπας συνομολογηθέν, ἀλλὰ βελτιούμενον οὕτως, ὥστε
4580νὰ παρασχεθῶσιν εἰς τὸν Κρητικὸν λαὸν περισσότεραι εὐκο-
4581λίαι καὶ ἐν τῇ διοικήσει καὶ ἐν τῇ ἄλλῃ οἰκονομίᾳ αὐτοῦ.
4582Εἰς τοιαύτην εἶχε περιαχθῆ ἡ νῆσος κατάστασιν, ὅτε τέ-
4583λος πάντων ἡ Πύλη ἀπεφάσισε νὰ παραχωρήσῃ νέους θε-
4584σμοὺς εἰς τὴν Κρήτην. Ἀλλ’ ἐξέδωκε μὲν τὸ περὶ τούτου
4585Αὐτοκρατορικὸν Διάταγμα, διὰ τοῦ ὁποίου παρεχωροῦντο
4586οἱ τοιοῦτοι θεσμοί, ἐφρόντιζεν ὅμως ἐν Κρήτῃ καὶ ἐν Χα-
4587νίοις νὰ μὴ γένηται δυνατόν, ἵνα τοῦτο ἐφαρμοσθῇ. Καθ’ ὃν
4588δὲ χρόνον συνεζητεῖτο καὶ παρασκευάζετο ὁ δικαστικὸς ὀρ-
4589γανισμός, ὅστις ἔμελλε, κατὰ τοὺς νέους θεσμούς, νὰ ἐγκατα-
4590σταθῇ, καὶ ὁ ὀργανισμὸς τῆς χωροφυλακῆς, ἡ Ὑψ. Πύλη
4591καὶ οἱ ἀντιπρόσωποι αὐτῆς ἐν Κρήτῃ παρενέβαλλον πάντα
4592τὰ προσκόμματα, ὅπως παρακωλυθῇ ὁ καταρτισμὸς τοῦ δι-
4593καστικοῦ ὀργανισμοῦ, ὡς καὶ τοῦ ὀργανισμοῦ τῆς χωροφυ-
4594λακῆς. Πρὸς τοῦτο περιήχθησαν εἰς διαφωνίαν ὁ στρατιω-
4595τικὸς Διοικητὴς μὲ τὸν πολιτικόν, ἕνεκα δὲ τῆς διαιρέσεως
4596ταύτης αὐτῶν παρετείνετο ἡ ἐκκρεμότης τῆς ἐφαρμογῆς τῶν
4597νέων θεσμῶν. Ἀλλ’ ἐνῷ οὕτως εἰργάζετο ἡ Πύλη, δὲν ἤρε-
4598σκον καὶ ἐν Ἀθήναις οἱ θεσμοί, οἱ ὁποῖοι εἶχον ἀπονεμηθῆ
4599εἰς τὴν νῆσον, διότι ἐν Ἀθήναις οὐδὲν ἄλλο σύστημα ἔστερ-
4600γον, πλὴν τῆς ἑνώσεως τῆς Κρήτης μετὰ τῆς Ἑλλάδος.
4601Καὶ ἐμάνθανον, ὅτι καὶ ὁ κ. Βλαστὸς,—ὅστις τελευταῖον
4602διωρίσθη εἰσαγγελεύς, ὅπως βραβευθῶσιν ἴσως οἱ κόποι του
4603ἐκεῖνοι κατὰ τὴν εἰς Κρήτην ἐκδρομὴν, ἣν τότε ἐπεχείρησε,
4604—καὶ ὁ κ. Ρωμᾶνος μετέβησαν εἰς Κρήτην, πείθοντες τοὺς
4605Κρῆτας νὰ μὴ ἐμπιστευθῶσι πλέον τὴν Τουρκίαν, καὶ παρι-
4606στῶντες εἰς αὐτοὺς, ὅτι οἱ θεσμοὶ αὐτοὶ εἶναι εἰκονικοί, θέ-
4607λουσι δὲ συμβῆ ὅσα καὶ πρότερον συνέβησαν, ὅτε ἡ Τουρκία
4608καὶ ὁ Γενικὸς Διοικητὴς ἐπίεζον αὐτοὺς, περιϋβρίζοντες τὴν
4609προσωπικὴν ἐλευθερίαν αὐτῶν, καὶ διαρπάζοντες τὰς κτή-
4610σεις αὐτῶν.
4611Οὕτως ἡ Κρήτη προετρέπετο εἰς ἐπανάστασιν, καὶ εἰς
4612τοῦτο κατεβάλλοντο πᾶσαι αἱ δυναταὶ προσπάθειαι ἐξ Ἀθη-
4613νῶν, μὴ ὑστερήσαντος κατὰ τοῦτο καὶ τοῦ κ. ἐκ Κυθήρων
4614Βουλευτοῦ.
4615Ἀλλ’ ἡ ἐπὶ τῶν Κρητῶν γιγνομένη ἐξ Ἀθηνῶν ἐργασία
4616ἔτεινε πρὸς αὐτὸ τοῦτο, πρὸς τὸ ὁποῖον ἔτεινον καὶ αἱ ἐκ
4617Κωνσταντινουπόλεως διδόμεναι εἰς τὸν στρατιωτικὸν Διοι-
4618κητὴν Κρήτης καὶ εἰς τοὺς Τουρκοκρῆτας ὁδηγίαι καὶ προ-
4619τροπαί. Ἐντεῦθεν αἱ σφαγαὶ καὶ αἱ πυρκαϊαὶ ἐν Χανίοις,
4620καὶ αἱ ἄλλαι προκληθεῖσαι τότε ἐν Κρήτῃ καταστροφαί.
4621Κατὰ τὴν 24 Ἰανουαρίου 1897 ἐτηλεγράφει πρὸς τὸ ἐπὶ
4622τὸ Ἐξωτερικῶν Ὑπουργεῖον ὁ ἐν Χανίοις Γεν. Πρόξενος τῆς
4623Ἑλλάδος ταῦτα:
4624«Σφαγὴ ἐν Χανίοις! τὰ ὁποῖα καίονται! Τὸ πλεῖστον τῶν
4625»χριστιανικῶν οἰκογενειῶν τῆς Χαλέπας ἐπεβιβάσθησαν ἐπὶ
4626»εὐρωπαϊκῶν πολεμικῶν, ὑπολείπονται δὲ περὶ τοὺς πεντα-
4627»κοσίους, προσφυγόντες παρ’ ἐμοί. Ἐζήτησαν παρὰ τῶν
4628»προξένων νὰ φροντίσωσι ν’ ἀποβιβασθῶσι ναῦται πρὸς διά-
4629»σωσιν τῶν ἐπὶ τῆς ξηρᾶς ἔτι ὑπαρχόντων, ἀλλ’ οἱ πρόξε-
4630»νοι ἀρνοῦνται. Οὐδεμία ἐλπίς! Οἱ ἐν ταῖς πόλεσι χριστιανοὶ
4631»θέλουσι σφαγῆ ἢ καῆ. Ἀποστείλατε ἀμέσως πολεμικὰ πλοῖα
4632»μετὰ στρατοῦ πρὸς κατάληψιν τῆς νήσου. Ἡ Εὐρώπη δὲν
4633»δύναται πλέον ν’ ἀντιταχθῇ. Ἡ ἕνωσις θέλει ἀνακηρυ-
4634»χθῆ.»
4635Καὶ τὴν αὐτὴν ἡμέραν ὁ ἐν Χανίοις Γεν. Πρόξενος ἔπεμπε
4636καὶ δεύτερον τηλεγράφημα πρὸς τὸ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν
4637Ὑπουργεῖον, τόδε:
4638«Χθὲς οἱ στρατιῶται ἤρξαντο πυροβολοῦντες ἐκ τῶν ἐπάλ-
4639ξεων, ἄγνωστος δὲ τῶν θυμάτων ὁ ἀριθμός. Τὴν πρωΐαν ταύ-
4640την ἤρξατο αὖθις τὸ πῦρ. Κατῆλθον εἰς τὴν πόλιν μετὰ
4641τῶν προξένων διὰ θαλάσσης. Τὸ ἥμισυ τῶν χριστιανικῶν
4642οἰκιῶν ἐπυρπολήθη, τὴν στιγμὴν δὲ ταύτην τὸ πῦρ πλη-
4643σιάζει πρὸς τὴν κατοικίαν τοῦ Ἐπισκόπου καὶ τὰ Ἑλλη-
4644νικὰ σχολεῖα. Αἱ χριστιανικαὶ οἰκογένειαι ἐπιβιβάζονται
4645ὁλοὲν ἐπὶ τῶν εὐρωπαϊκῶν πλοίων. Ἡ κατάστασις τρο-
4646μερά! Πᾶς συμβιβασμὸς ἀδύνατος. Ἀπαιτεῖται ἐνέργεια
4647ἄνευ τῆς ἐλαχίστης βραδύτητος.»
4648Ἀλλὰ καὶ μετὰ μεσημβρίαν ἕτερον τηλεγράφημα τοῦ
4649εἰρημένου Γεν. Προξένου ἐλήφθη ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐξω-
4650τερικῶν, λέγον: «Τὸ ἰταλικὸν ἀτμόπλοιον «Αἴτνα» ἐπλη-
4651ρώθη ἐκ προσφύγων τῶν Χανίων. Ἐπειδὴ εἶναι τὸ μόνον
4652ἰταλικόν, δὲν δύναται νὰ καταλίπῃ τὸν λιμένα. Εὐαρε-
4653στηθῆτε νὰ στείλητε ἀμέσως μεταγωγικά, πολλῶν προσ-
4654φύγων ὑπαρχόντων ἐν τῷ Προξενείῳ.»
4655Καὶ τὴν 25 Ἰανουαρίου ἕτερον τηλεγράφημα τοῦ ἐν Ρε-
4656θύμνῃ ἡμετέρου προξένου ἀνήγγελλε πρὸς τὸ ἐπὶ τῶν Ἐξω-
4657τερικῶν Ὑπουργεῖον ταῦτα: «Ἐπαρχικῶν Ρεθύμνης, Ἁ-
4658γίου Βασιλείου καὶ Μυλοποτάμου Τοῦρκοι εἰσῆλθον ἤδη
4659πόλιν. Ἐνεργοῦνται ἀπολύσεις Τούρκων Ἀμαρίου καὶ χρι-
4660στιανῶν πολιορκουμένων χωρίων Ρεθύμνης. Κίνδυνοι με-
4661γάλοι τῆς πόλεως. Διοικητὴς ἀνίκανος περιορίσῃ Τούρ-
4662κους, παραβιάζοντας χριστιανικὰς οἰκίας καὶ διαρπάζοντας
4663πράγματα χριστιανῶν. Μόνον ἀποβιβάσεις ἀγημάτων δύ-
4664νανται σώσωσι χριστιανοὺς πόλεως.»
4665Καὶ τὴν 26 Ἰανουαρίου ὁ αὐτὸς ἐν Ρεθύμνῃ πρόξενος κ.
4666Πετυχάκης ἐτηλεγράφει πρὸς τὸ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑ-
4667πουργεῖον ταῦτα: «Κατάστασις σήμερον μᾶλλον δεινή. Τοῦρ-
4668κοι, συμπραττούσης ἐξουσίας, κατέλαβον διὰ τῆς βίας πλεί-
4669στας χριστιανικὰς οἰκίας χριστιανικῶν συνοικιῶν. Χριστια-
4670νοὶ ἐν ἀπογνώσει, εἰσερχομένων Τούρκων Ἀμαρίου. Κίνδυ-
4671νοι σφαγῶν καὶ πυρκαϊῶν. Ἕλληνες ὑπήκοοι δι’ ἀναφορᾶς
4672ἐπικαλοῦνται μέριμναν Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως πρὸς ἐξ-
4673ασφάλισιν αὐτῶν.»
4674Ἀλλὰ καὶ ἐξ Ἡρακλείου ἡ ἐκεῖ Προξενικὴ ἀρχὴ ἀνήγ-
4675γελλε διὰ τηλεγραφήματος πρὸς τὸ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν
4676Ὑπουργεῖον τὴν 26 Ἰανουαρίου, ὅτι «Ὀθωμανοὶ ἐν μεγά-
4677λῃ συναθροίσει προσκαλέσαντες Μουτεσαρίφην ἐδήλωσαν,
4678ὅτι, ἂν οἱ ὁμόθρησκοί των, οἵτινες κρατοῦνται ὡς ὅμηροι ἐν
4679τῷ ἐσωτερικῷ, δὲν ἐλευθερωθῶσιν ἐντὸς δύο ἡμερῶν, θὰ
4680προσπαθήσωσιν οὗτοι νὰ τοὺς ἐλευθερώσωσι, καὶ θὰ πρά-
4681ξωσιν ὅ,τι δυνηθῶσι καὶ ἐντὸς τῆς πόλεως. Μουτεσαρίφης,
4682προσκαλέσας προξένους, ἀνεκοίνωσε ταῦτα, ὁμολογήσας,
4683ὅτι δὲν εἶναι κύριος καταστάσεως, καὶ ἀπειλὴ ἀποστολῆς
4684πολλῶν εὐρωπαϊκῶν πολεμικῶν πλοίων δύναται νὰ ἀνα-
4685βάλῃ μεγίστους κινδύνους πόλεως.»
4686Τοιαύτη ἦτο ἡ κατάστασις ἐν Κρήτῃ, ἥτις ἠνάγκασε τὴν
4687Κυβέρνησιν νὰ ἀποστείλῃ πλοῖα εἰς τὴν Κρήτην· τὸν σκο-
4688πὸν δὲ, δι’ ὃν ἀπέστειλε ταῦτα, ἐδήλωσεν εἰς τὴν Βουλὴν
4689ἐν τῇ συνεδριάσει τῆς 3 Φεβρουαρίου 1897, καθ’ ἣν εἶπον:
4690«Ἡ Κυβέρνησις, ὅτε συνέβησαν αἱ σφαγαὶ καὶ οἱ ἐμπρησμοὶ
4691τῶν Χανίων, καὶ ἡ ἀσφάλεια τῶν προσώπων κατεστάθη
4692ἐκεῖ ἐν ἀμφιβόλῳ, ἔκρινεν, ὅτι εἶχε καθῆκον νὰ διατάξῃ
4693δύο πλοῖα τοῦ στόλου νὰ καταπλεύσωσιν εἰς Κρήτην, ἵνα
4694συντελέσωσιν εἰς τὴν διάσωσιν οὐ μόνον τῶν ἐκεῖ διαμε-
4695νόντων πολιτῶν Ἑλλήνων, ἀλλὰ πάντων τῶν ἐπὶ τῆς νή-
4696σου χριστιανῶν, ἐφ’ ὅσον κίνδυνοι ἤθελον ἀπειλήσει αὐτούς.»
4697Τὰ πλοῖα κατέπλευσαν εἰς τὸν λιμένα Χανίων. Τῶν πλοίων
4698ἐπέβαινε καὶ ἡ Α. Β. Ὑψηλότης ὁ ἀντιναύαρχος Γεώργιος.
4699Αἱ ἀνακοινώσεις, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο πρὸς τὴν Α. Ὑψηλό-
4700τητα, ἔπεισαν αὐτὸν νὰ ἀπέλθῃ εἰς Μῆλον.
4701Ἐν τῇ Βουλῇ ἠρωτήθημεν, διὰ ποῖον λόγον ἐστάλησαν
4702τὰ πλοῖα· ἐὰν ἀπεστάλησαν τὰ πλοῖα, ἵνα ἀποβιβάσωσιν
4703ἀγήματα, ἢ ἁπλῶς διὰ νὰ ἐμφανισθῶσιν ἐκεῖ. Βεβαίως, ἂν
4704ἐστέλλοντο τὰ πλοῖα διὰ ν’ ἀποβιβάσωσιν ἀγήματα, νὰ μὴ
4705δυνηθῶσι δὲ νὰ ἐξέλθωσι τὰ ἀγήματα εἰς τὴν πόλιν, ἡ ἀπο-
4706στολὴ τῶν πλοίων ἀπέβαινε ματαία. Ὅτε τὰ πλοῖα ἐστέλ-
4707λομεν, ὁ βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς κ. Ράλλης ἐβροντοφώνει,
4708προτρέπων ἡμᾶς νὰ τολμήσωμεν.
4709Τοὺς λόγους τούτους τοῦ κ. Ράλλη ἐπανελάμβανεν ὁ ἐκ.
4710Βουλευτὴς Ζακύνθου πρὸ μικροῦ, ὑπομιμνήσκων αὐτοὺς εἰς
4711ἡμᾶς, ἀγνοῶ διὰ ποῖον λόγον. Ἀλλ’ ὅτε ὁ ἐμὸς τότε συνά-
4712δελφος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν ἠρωτήθη ἐν τῇ Βουλῇ
4713ὑπό τινος τῶν ἐκ Βόλου Βουλευτῶν, ποῖον μέρος ἔλαβον τὰ
4714εἰς Κρήτην ἀποσταλέντα πλοῖα τοῦ στόλου, ἀπεκρίθη κατὰ
4715τὴν συνεδρίαν τῆς 28 Ἰανουαρίου ταῦτα:
4716«Ὡς πρὸς τὴν προστασίαν τῶν σφαζομένων, δύναμαι νὰ
4717»ἀναφέρω τεμάχιά τινα ἐκθέσεως τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς Θωρηκτῆς
4718»Μοίρας, ἥτις ἐλήφθη σήμερον ἐκ Χανίων (ἀναγινώσκει):
4719»Ὁ Ἄγγλος πλοίαρχος Barfleur μοὶ ἀπέστειλε τρια-
4720»κοσίους πρόσφυγας, οἵτινες εὑρίσκοντο ἐπὶ τοῦ πλοίου του,
4721»οὓς ἐπεβίβασα, συμπράττων μετὰ τοῦ κ. Γενικοῦ Προξένου,
4722»ἐπὶ ἑλληνικοῦ ἀτμοπλοίου, κατευθυνομένου εἰς Πειραιᾶ.
4723»Ἐπίσης προέβημεν εἰς τὴν διὰ τῶν ἡμετέρων λέμβων παρα-
4724»λαβὴν, τῇ ἐνεργείᾳ τοῦ κ. προξένου, ἑκατὸν ἑτέρων προσ-
4725»φύγων ἐκ τῆς Χαλέπας, ὅπου εἶχον προσφύγει ἐν τῇ οἰκίᾳ
4726»τοῦ κ. Τούτση, οὓς ἀπέστειλα διὰ τῶν λέμβων ἡμῶν μετὰ
4727»τῶν ἑτέρων τριακοσίων, δοθέντων ἡμῖν ἐκ τῶν εὐρωπαϊ-
4728»κῶν πλοίων, ἐπὶ τοῦ ἀναχωροῦντος ἐμπορικοῦ. Ὁ Ρῶσσος
4729»πλοίαρχος εἰδοποίησεν ἡμᾶς νὰ ἀποστείλωμεν λέμβους εἰς
4730»τὴν πόλιν τῶν Χανίων, ἵνα προσπαθήσωμεν νὰ παραλά-
4731»βωμεν περὶ τὰς 90 οἰκογενείας, διαμενούσας ἔτι ἐν αὐτῇ
4732»καὶ διατρεχούσας κίνδυνον. Τούτους θέλω ἐπιβιβάσει τῆς
4733»«Μυκάλης», ἐν ᾗ διαμένουσι καὶ 50 ἄλλοι, μὴ δυνηθέντες
4734»νὰ ἀναχωρήσωσιν ἔτι, οὓς θέλω ἀποστείλει διὰ τῆς «Μυ-
4735»κάλης», ἐν ᾗ περιπτώσει δὲν μοὶ παρουσιασθῇ ἄλλη εὐ-
4736»καιρία.»
4737»Αὗται εἶναι αἱ ἐπίσημοι πληροφορίαι τοῦ Μοιράρχου τῆς
4738»Θωρηκτῆς Μοίρας...»
4739Ὁ ἐν Κωνσταντινουπόλει πρέσβυς τῆς Ἑλλάδος, μαθὼν
4740τὸν κατάπλουν τῶν πλοίων εἰς τὴν Κρήτην, ἐτέθη εἴς τινα
4741μείζονα κίνησιν, καὶ ἀνεστράφη μετὰ τῶν ἐκεῖ Ἑλλήνων,
4742καὶ ἀπέστειλε τὴν 26 Ἰανουαρίου τὸ ἑξῆς τηλεγράφημα:
4743«Ἡ εἴδησις τῆς ἀποστολῆς εἰς Κρήτην πλοίων τοῦ ἡμε-
4744»τέρου στόλου ἐνεποίησε μεγίστην χαρὰν εἰς τὸν Ἑλληνι-
4745»κὸν πληθυσμόν. Ὁ πρέσβυς ὅμως τῆς Ρωσσίας ἦτο ἐπὶ
4746»τούτου ἐπιφυλακτικός, ὑποπτεύων, ὅτι τὸ διάβημα θέλει
4747»ἐπιφέρει περιπλοκάς, οἱ ἄλλοι δὲ πρέσβεις ἐφάνησαν κατα-
4748»νοῦντες τὴν ὑπαγορεύσασαν τὸ μέτρον ἀνάγκην, ἐνῷ οἱ Ὀ-
4749»θωμανοὶ οὐδεμίαν εἶχον προβάλει ἕως τότε παρατήρησιν.»
4750Καὶ ἕτερον δὲ τηλεγράφημα τοῦ ἡμετέρου πρέσβεως, ἐπι-
4751σταλὲν τὴν ἑπομένην ἡμέραν, ἔλεγεν: «...Ὁ ἐπὶ τῶν Ἐξω-
4752»τερικῶν Ὑπουργὸς τῆς Τουρκίας, ὃν εἶχον ἰδεῖ τὴν ἡμέραν
4753»ἐκείνην, ἐφάνη κατανοῶν καλῶς τοὺς λόγους, οἵτινες εἶχον
4754»ἐπιβάλει τὸν εἰς τὰ Κρητικὰ ὕδατα κατάπλουν τῶν ἡμε-
4755»τέρων πλοίων· ἡ μετριοπαθὴς δὲ καὶ φιλικὴ γλῶσσα αὐτοῦ
4756»ἐνεδείκνυεν ἐπιθυμίαν νὰ μὴ μεταβληθῶσιν αἱ μεταξὺ τῶν
4757»δύο Κρατῶν σχέσεις.»
4758Κατὰ ἕτερον δὲ τηλεγράφημα αὐτοῦ τῆς αὐτῆς ἡμέρας,
4759«ἡ εἴδησις τοῦ προσεχοῦς ἀπόπλου τῆς τορπιλλικῆς μοίρας
4760»ἐνεποίησε ζωηρὰν καὶ εὐνοϊκωτάτην ἐντύπωσιν εἰς τοὺς
4761»ἐκεῖ Ἕλληνας.»
4762Ἐν Πετρουπόλει ὅμως, κατὰ τὰ ὑπὸ τοῦ ὑφυπουργοῦ
4763τῶν Ἐξωτερικῶν λεχθέντα πρὸς τὸν ἡμέτερον ἐπιτετραμ-
4764μένον, «οἱ ἐν Κωνσταντινουπόλει πρέσβεις τῶν Μεγάλων
4765»Δυνάμεων ἀπέδιδον τὰ ἐν Κρήτῃ συμβάντα οὐ μόνον εἰς
4766»τοὺς Τούρκους, οἵτινες ἐσκόπουν δι’ αὐτῶν νὰ παρακωλύ-
4767»σωσι τὴν ἐφαρμογὴν τῶν νέων θεσμῶν, ἀλλὰ καὶ εἰς τοὺς
4768»ἐν Ἑλλάδι ἄκρους, οἵτινες δὲν εὐχαριστήθησαν ἐκ τῶν θε-
4769»σμῶν τούτων· διὰ τοῦτο ὁ ἐν Κωνσταντινουπόλει πρέσβυς
4770»τῆς Ρωσσίας συνίστα εἰς τὴν Κυβέρνησίν του νὰ ἀποτρέψῃ
4771»τὴν Ἑλλάδα ἀπὸ τῆς ἀποστολῆς πλοίων, πρὸς ἀποφυγὴν
4772»περιπλοκῶν, τοὺς φόβους δὲ τούτους συνεμερίζετο καὶ ὁ
4773»ὑφυπουργός, ἀναγνωρίζων τὴν σοβαρότητα τῆς καταστά-
4774»σεως.»
4775Ὁ ἡμέτερος ἐπιτετραμμένος, κατὰ ἕτερον τηλεγράφημα
4776αὑτοῦ τῆς 28 Ἰανουαρίου, παρέστησεν εἰς τὸν ἐπὶ τῶν Ἐξω-
4777τερικῶν Ὑπουργὸν τῆς Ρωσσίας, ὅτι «ἡ Κυβέρνησις, ἂν εἶχε
4778»δυνηθῆ ἕως τότε νὰ συντελέσῃ εἰς τὴν κατάπαυσιν τῆς ἐπα-
4779»ναστάσεως τοῦ 1896, ἤθελε πάντως προσκόψει εἰς ἀνυπερ-
4780»βλήτους δυσκολίας, ἐὰν ἐξηκολούθει ἡ ἀναρχία ἐν τῇ νήσῳ.
4781»Ἀλλ’ ὁ Ὑπουργὸς πρὸς ταῦτα μὲν οὐδὲν εἶπε, παρετήρησεν
4782»ὅμως, ὅτι ἤρκει πρὸς διάσωσιν τῶν χριστιανῶν ἡ παρουσία
4783»τοσούτων ξένων πλοίων, καὶ ὅτι τὰ ἐν Κρήτῃ ἐπελθόντα
4784»συμβεβηκότα προεκλήθησαν ὑπὸ Κομιτάτου, προσπαθοῦν-
4785»τας νὰ ματαιώσῃ ἐν Κρήτῃ τοὺς νέους θεσμούς.»
4786Τὴν ἑπομένην δὲ ἡμέραν εἶπεν ὁ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν
4787Ὑπουργὸς πρὸς τὸν κύριον Τομπάζην, ὅτι «αἱ Μεγάλαι Δυ-
4788»νάμεις ἀπεφάσισαν ὁμοφώνως νὰ πιέσωσι τὴν Ἑλληνικὴν
4789»Κυβέρνησιν ν’ ἀνακαλέσῃ τὰ ἐν Κρήτῃ πλοῖα αὑτῆς, καὶ νὰ
4790»παύσῃ ὑποδαυλίζουσα τὴν ἐπανάστασιν, διότι ἡ Εὐρώπη
4791»δὲν στέργει τὴν ἕνωσιν τῆς Κρήτης μετὰ τῆς Ἑλλάδος, ἐκ
4792»φόβου μὴ αὕτη ἐπιφέρῃ ἐπανάστασιν ἐν Μακεδονίᾳ, καὶ
4793»προκαλέσῃ τὸ ζήτημα τοῦ διαμελισμοῦ τῆς Τουρκίας.»
4794Κατὰ τηλεγράφημα δὲ τοῦ ἐν Πετρουπόλει ἐπιτετραμ-
4795μένου τῆς Ἑλλάδος τῆς 31 Ἰανουαρίου, ὁ ἐκεῖ πρέσβυς τῆς
4796Ἀγγλίας ἀνεκοίνωσεν αὐτῷ, ὅτι ὁ ἐν Ἀθήναις πρέσβυς τῆς
4797Ἀγγλίας ἐτηλεγράφει τάδε: «Ἡ ἐν Ἀθήναις ἔξαψις τοῦ
4798»δημοσίου φρονήματος καὶ τοῦ Ἀθηναϊκοῦ τύπου ἡ γλῶσσα
4799»ἐνδέχεται νὰ ἐπιφέρωσιν ἐν τῇ χώρᾳ μεγάλας ταραχάς.»
4800Ἐν Βιέννῃ ἐν τούτοις, κατὰ τηλεγράφημα τῆς ἐκεῖ Ἑλ-
4801ληνικῆς Πρεσβείας τῆς 27 Ἰανουαρίου, ἡ αὐτὴ ἐπεκράτει
4802γνώμη, διότι καὶ ἐκεῖ ὁ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργὸς
4803«ἀπέδιδε τὰ ἐν Κρήτῃ οὐ μόνον εἰς τὴν κακὴν πίστιν τῆς
4804»Ὑψ. Πύλης, ἀλλὰ καὶ εἰς ἐνεργείας μυστικοῦ Κομιτάτου
4805»ἐν Ἑλλάδι, ἀντιδρῶντος εἰς τὴν φιλειρηνικὴν πολιτικὴν
4806»τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως. Καὶ δὲν ἀπεφήνατο μὲν γνώ-
4807»μην ἐπὶ τῆς ἀποστολῆς τῶν πλοίων, ἐσύστησεν ὅμως φρό-
4808»νησιν.»
4809Κατὰ τηλεγράφημα δ’ ἕτερον αὐτῆς, τῆς 30 Ἰανουαρίου,
4810ὁ Αὐτοκράτωρ εἶπε τῷ ἐπιτετραμμένῳ τῆς ἡμετέρας Πρε-
4811σβείας τὴν ἑσπέραν ἐκείνην, ὅτι «μετὰ λύπης ἔβλεπεν ἡμᾶς
4812»ἐγκαταλείποντας τὴν εἰρηνικὴν πολιτικήν, τὴν ὑπὸ τῶν
4813»Δυνάμεων συστηθεῖσαν καὶ ὑπὸ τῆς ἐλλείψεως πάσης παρα-
4814»σκευῆς ἐνδεικνυομένην, συνεβούλευσε δὲ νὰ μὴ παρασυρ-
4815»θῶμεν εἰς ὁδὸν, εἰς ἣν οὐδεμία τῶν Δυνάμεων ἤθελε μᾶς
4816»δικαιολογήσει, καὶ ἥτις ἤθελεν ἀγάγει εἰς καταστροφήν.»
4817Ὁ ἐν Παρισίοις δὲ ἡμέτερος πρέσβυς ἀνέφερεν εἰς τὸ ἐπὶ
4818τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργεῖον, ὅτι ὁ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν
4819Ὑπουργὸς οὐδεμίαν ἐποιήσατο παρατήρησιν περὶ τοῦ εἰς τὰ
4820Κρητικὰ ὕδατα κατάπλου τῶν πλοίων τοῦ ἡμετέρου στό-
4821λου, οὔτε ὁ ἡμέτερος πρέσβυς, συνδιαλεγόμενος μετ’ αὐτοῦ,
4822παρίστα τὸ μέτρον ὡς φιλανθρωπικόν· ἀλλ’ ὅτε ὁ κ. Ν. Δη-
4823λιγιάννης ἀνεκοίνωσεν αὐτῷ, ὡς ἰδίαν ἑαυτοῦ γνώμην, ὅτι
4824ἤθελεν εἶσθαι λυσιτελές, ἂν ἐδίδετο εἰς τὴν Ἑλλάδα ἐντολὴ
4825νὰ ἀποκαταστήσῃ ἐν τῇ νήσῳ τὴν τάξιν, ὁ κ. Hannotaux
4826δὲν ἀπεδοκίμασε τὴν γνώμην, οὐδ’ ἐδήλωσεν ἔκπληξίν τινα,
4827ἀλλὰ συνεπλήρωσεν αὐτὴν εἰπών, ὅτι ἐν τοιαύτῃ περιπτώ-
4828σει ἀναγκαῖον θὰ ἦτο νὰ ἐμποδίσωσιν αἱ Μεγάλαι Δυνάμεις
4829τὴν Τουρκίαν διὰ τῶν στόλων των ἀπὸ τοῦ νὰ ἐπέμβῃ.
4830Κατόπιν ὅμως, κατὰ τηλεγράφημα τοῦ ἡμετέρου πρέσβεως
4831τῆς 30 Ἰανουαρίου, ὁ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργὸς τῆς
4832Γαλλίας ἔλεγε πρὸς τὸν κ. Ν. Δηλιγιάννην, εἰ καὶ οὐδεμίαν
4833ἐπήνεγκε παρατήρησιν ἐπὶ τῆς ἀποστολῆς τῶν πλοίων, ὅτι
4834«αἱ ἄλλαι Δυνάμεις δὲν εἶδον τὸ γενόμενον ἄνευ ἀνησυχίας»,
4835καὶ ἐζήτει παρ’ αὐτοῦ «νὰ ἑλκύσῃ τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερ-
4836νήσεως ἐπὶ τῶν κινδύνων, ἐὰν ἀφίνετο νὰ παρασυρθῇ ὑπὸ τοῦ
4837ὑπερερεθισμοῦ τῆς κοινῆς γνώμης εἰς ἐχθροπραξίας κατὰ τῆς
4838Τουρκίας.»
4839Κατὰ τηλεγράφημα δὲ τοῦ ἡμετέρου πρέσβεως ἐν Κων-
4840σταντινουπόλει τῆς 30 Ἰανουαρίου, «οὐδεμία ἐγένετο αὐ-
4841τόθι παρασκευὴ κατὰ ξηρὰν ἢ κατὰ θάλασσαν· ἀλλ’ ἐν μὲν
4842τοῖς γραφείοις τῆς Πύλης περὶ τῆς ἀποστολῆς τῶν πλοίων
4843ἐγίγνετο λόγος ὡς περὶ δευτερεύοντος ζητήματος, ἐν δὲ
4844τοῖς Ἀνακτόροις ἐπὶ τοὺς πρέσβεις τῶν Μεγάλων Δυνάμεων
4845καὶ ἐπὶ τὰς ἀποφασισθείσας μεταρρυθμίσεις ἐπέρριπτον τὴν
4846εὐθύνην τῶν γενομένων ἐν Κρήτῃ.»
4847Ὁ κ. Μαυροκορδᾶτος ἀνήγγελλε προσέτι, ὅτι σπουδαῖοι
4848ἄνδρες οὐκ ὀλίγοι φρονοῦσιν, ὅτι οὐδέποτε ὑπῆρξεν, οὐδ’ ἐν
4849τῷ μέλλοντι θέλει ὑπάρξει εὐκαιρία τοσοῦτον εὔνους πρὸς τοὺς
4850ἐπὶ τῆς Κρήτης πόθους τοῦ ἔθνους, καὶ ὅτι ἡ κρατοῦσα κατά-
4851στασις ἀναμιμνήσκει τὸ κατὰ τὸ 1885 κίνημα τῆς Ἀνατο-
4852λικῆς Ῥωμυλίας». Σχετικῶς δὲ πρὸς τὰ τηλεγραφικὰ ἀγ-
4853γέλματα, ὅτι οἱ Κρῆτες ἐτηλεγράφησαν πρὸς τὸν Βασιλέα,
4854ὅτι ἐκήρυσσον ἑαυτοὺς ὑπηκόους τῆς Μεγαλειότητός του, ὁ
4855κ. Μαυροκορδᾶτος ἐγνωμοδότει, ὅτι «τοιοῦτον διάβημα προσ-
4856ῆκε νὰ προέλθῃ ἐκ προσωρινῆς Κυβερνήσεως, ἢ ἐκ πάν-
4857των τῶν χριστιανῶν ἀντιπροσώπων τῆς νήσου, καὶ ὅτι ἐν
4858τοιαύτῃ περιπτώσει ἠδύνατο ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις νὰ λά-
4859βῃ κατοχὴν τῆς νήσου, ὅπως ἀποκαταστήσῃ τὴν τάξιν καὶ
4860ἀσφαλίσῃ τὴν ζωὴν καὶ τὰ ἀγαθὰ τῶν Κρητῶν, χριστια-
4861νῶν τε καὶ μουσουλμάνων.»
4862Αἱ παραστάσεις τοῦ πρέσβεως τῆς Ἑλλάδος ἐν Κωνσταν-
4863τινουπόλει βεβαίως δὲν μοὶ ἐφάνησαν οὐδὲ τότε σοβαραί, ὁμο-
4864λογῶ δὲ, ὅτι μοὶ ἐνεποίησαν καί τινα ἔκπληξιν. Ὑπελάμ-
4865βανον, ὅτι ὁ παρὰ τῇ Αὐλῇ τοῦ Κράτους ἐκείνου, πρὸς νῆ-
4866σον τοῦ ὁποίου κατέπλευσαν ἑλληνικὰ πλοῖα, πρέσβυς τοῦ
4867Κράτους τοῦ ἀποστείλαντος τὰ πλοῖα ἤθελε λάβει ἐκ τοῦ
4868κινήματος τούτου ἐντυπώσεις ζωηροτέρας, ἤθελε δὲ διαρ-
4869ρυθμίσει αὐτὰς διὰ τῶν γνωμῶν καὶ τῶν κρίσεων τῶν ἐν
4870Κωνσταντινουπόλει ἐπισήμων τάξεων, ὅτε βεβαίως δὲν ἤθε-
4871λεν ἀρυσθῆ τὸ θάρρος, μεθ’ οὗ προέβη, διὰ τῶν πρὸς τὴν
4872ἰδίαν Κυβέρνησιν αὐτοῦ ἐκθέσεών του, εἰς τὰς ἐνδείξεις, ἃς
4873ἐν αὐταῖς περιέλαβε, καὶ μάλιστα εἰς τὴν προτρεπτικὴν ἀνά-
4874μνησιν τοῦ κινήματος τοῦ Καραβέλωφ.
4875Ὅτε ὁ Καραβέλωφ ἐπέδραμεν ἐπὶ τὴν Φιλιππούπολιν,
4876καὶ ἀνῄρεσε τὴν ἐκεῖ καθεστηκυῖαν τάξιν, ἣν εἶχε κατα-
4877στήσει ἡ συνθήκη τοῦ Βερολίνου, ἡ φέρουσα τὰς ὑπογραφὰς
4878τῶν ἓξ Μεγάλων Δυνάμεων, βεβαίως δὲν ἦτο ἐστερημένος
4879τῆς πεποιθήσεως, ὅτι μεταξὺ τῶν ἓξ Μεγάλων Δυνάμεων
4880ἤθελον αἱ πλεῖσται ἰδεῖ τὸ κίνημα αὐτοῦ μετ’ εὐμενείας, ἢ
4881τοὐλάχιστον μετ’ ἀνοχῆς, ἡ περὶ τῶν τοιούτων δὲ διαθέ-
4882σεων τῶν Μεγάλων ἐκείνων Δυνάμεων πεποίθησις ἐνεποίει
4883αὐτῷ τὸ θάρρος, τὸ ὁποῖον τὸν ὡδήγησεν εἰς Φιλιππούπολιν.
4884Καὶ ἀπεδείχθη ὄντως, ὅτι ὁ κ. Καραβέλωφ ἐγίνωσκε πρὶν
4885ἢ ἐπιχειρήσῃ τὸ τόλμημα, ὅτι αἱ Αὐλαὶ τῆς Πετρουπόλεως,
4886τοῦ Λονδίνου καὶ τῆς Βιέννης δὲν ἤθελον ἀποδοκιμάσει τὸ
4887κίνημα, ἢ ἤλπιζεν, ὅτι ἤθελε συμβῆ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον συν-
4888έβη. Οὕτω δὲ, ἐνῷ ἡ Ἀγγλία διὰ τῶν ἐν τῷ Συνεδρίῳ τοῦ
4889Βερολίνου ἀντιπροσώπων αὑτῆς λόρδων Βήκονσφηλδ καὶ
4890Σώλσβαρυ ἐδημιούργει τὴν Ἀνατολικὴν Ρωμυλίαν, ἀφαι-
4891ροῦσα αὐτὴν ἀπὸ τὴν Βουλγαρίαν, καὶ παρεσκεύαζεν αὐτὴν
4892ὡς πρόχωμα κατὰ πάσης ἐπιδρομῆς Σλαυϊκῆς ἐπὶ τὴν με-
4893σημβρινὴν Μακεδονίαν, ἐνῷ ὁ τότε Πρωθυπουργὸς τῆς Ἀγ-
4894γλίας, ὅτε ὡμίλει περὶ τῆς Ἀνατολικῆς Ρωμυλίας, παρί-
4895στα τὸ κατασκεύασμα τοῦτο ὡς ἐπινόημα ἄξιον θαυμα-
4896σμοῦ, μετὰ ἑπτὰ ἔτη αὐτὸς ὁ Πρωθυπουργὸς τῆς Ἀγγλίας
4897ἀνείχετο τὴν ὑπὸ τῆς Βουλγαρίας κατεδάφισιν τοῦ προχώ-
4898ματος, ὅπερ ἰδίως κατὰ τῶν ἐπιδρομῶν αὐτῆς εἶχεν ἀνεγεί-
4899ρει! Τὰς σκέψεις καὶ τοὺς πολιτικοὺς συνδυασμοὺς, οἵτινες
4900ὑπηγόρευσαν τὴν μεταβολὴν τῶν γνωμῶν τῶν εὐγενῶν λόρ-
4901δων, δυστυχῶς ἀπέδειξαν τὰ πράγματα ὡς μὴ βασίμους.
4902Ἀλλ’ ἡμεῖς ποίαν εἴχομεν ἔνδειξιν εἴτε εὐμενείας, εἴτε
4903συμπαθείας, εἴτε διαθέσεως πρὸς ἀνοχὴν, ἵνα μιμηθῶμεν τὸ
4904κίνημα τῶν Βουλγάρων, τὸ ὁποῖον ὁ ἡμέτερος πρέσβυς ἐν
4905Κωνσταντινουπόλει μᾶς ἐνεδείκνυεν ὡς ἀντικείμενον μερί-
4906μνης τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως; Ἡμεῖς εἴχομεν τὴν εὐ-
4907μένειαν τῶν Δυνάμεων ὑπὲρ τοῦ Κρητικοῦ λαοῦ, ἀλλὰ περι-
4908ωρισμένην πάντοτε ὑπὸ τῆς διατηρήσεως τῆς κυριαρχίας τῆς
4909Τουρκίας ἐπὶ τὴν Κρήτην, προβαίνουσαν δὲ μόνον μέχρι μέ-
4910τρου τινὸς, τὸ ὁποῖον ἀφεώρα εἰς τὴν διοίκησιν τῆς Κρήτης,
4911ἀλλ’ οὐδέποτε ἐπεκτεινομένην μέχρι τῆς ἄρσεως τῆς Τουρ-
4912κικῆς κυριαρχίας. Καὶ ἂν εἶχον μέτρον τι, ὅπερ ἐν τῇ δια-
4913νοίᾳ αὑτῶν ἐβασάνιζον καὶ παρεσκεύαζον, ἵνα ἐγκαταστή-
4914σωσιν ἐν τῇ Κρήτῃ σύστημα διοικήσεως ἄλλο, κατὰ τὸν χρό-
4915νον ἐκεῖνον οὐδεμία ὑπῆρχεν ἔνδειξις τοιαύτης σκέψεως τῶν
4916Μεγάλων Δυνάμεων.
4917Κατὰ τὸν Σεπτέμβριον τοῦ 1885 ἐπανήρχετο ἐνταῦθα,
4918ἐξ ἀδείας ἀπουσίας, ἐν ᾗ διετέλει, ὁ τότε πρέσβυς τῆς Αὐ-
4919στρίας κ. Τραούτεμβεργ, ὅτε δὲ μὲ ἐπεσκέφθη, μοὶ ἔλεγεν,
4920ὅτι ὁ κόμης Καλνόκυ ἐπεφόρτισεν αὐτὸν νὰ μοὶ εἴπῃ, ὅτι ἐπε-
4921δοκίμαζε πληρέστατα τὸ πρόγραμμα, τὸ ὁποῖον ἐφήρμοζον
4922κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, ἀφ’ ἧς ἀνέλαβον τὴν Κυβέρνησιν,
4923τὸ πρόγραμα τῆς βελτιώσεως τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους,
4924καὶ μοὶ μετέδιδε, κατ’ ἐντολὴν τοῦ κόμητος, ὅτι ἄκρα ἠρε-
4925μία ἐκράτει καὶ ἤθελε κρατήσει ἐπὶ τῆς Ἑλληνικῆς χερσο-
4926νήσου. Ἐνῷ δὲ τοιαύτας ἐποριζόμην πληροφορίας, ἐπῆλθεν
4927αἴφνης ἡ εἴδησις, ὅτι ὁ κ. Καραβέλωφ, ὁ Πρωθυπουργὸς τῆς
4928Βουλγαρίας, ἐξετέλεσεν ἀληθὲς πραξικόπημα, διὰ τοῦ ὁποίου
4929ἀνέτρεπε τὰς διατάξεις τῆς συνθήκης τοῦ Βερολίνου!
4930Ἐκ Βερολίνου δὲ αἱ πληροφορίαι, αἱ ὑπὸ τοῦ πρέσβεως
4931μεταδοθεῖσαι εἰς τὴν Κυβέρνησιν κατὰ τὴν 31 Ἰανουαρίου
4932τοῦ 1897, ἦσαν ῥηταὶ, ἡ ἡμετέρα δ’ ἐνέργεια ἐκρίνετο ὡς
4933«ἄμεσος προσβολὴ κατὰ τῆς Εὐρωπαϊκῆς ἰσορροπίας»· ὁ δὲ
4934ἡμέτερος ἐν τῇ πρωτευούσῃ ἐκείνῃ πρέσβυς ἐγνωμοδότει, ὅτι
4935«πᾶσα ὑπέρβασις τοῦ σκοποῦ τῆς φιλανθρωπίας ὑπὸ τῶν ἐν
4936»Κρήτῃ ἡμετέρων πλοίων δύναται νὰ δημιουργήσῃ μεγά-
4937»λους κινδύνους ἐπὶ τῆς Εὐρώπης, καὶ θέλει ἐκθέσει τὴν
4938»Ἑλλάδα εἰς κοινὴν πασῶν τῶν Δυνάμεων κατ’ αὐτῆς δρᾶ-
4939»σιν· ἐπειδὴ δὲ αἱ Δυνάμεις ἀποκρούουσι σταθερῶς τὴν ἕνω-
4940»σιν τῆς Κρήτης μετὰ τῆς Ἑλλάδος, ὡς μέλλουσαν νὰ
4941»ἀγάγῃ εἰς τὸν διαμελισμὸν τῆς Τουρκίας, ἡ ἐχθρότης αὐ-
4942»τῶν θέλει πάντως ἐκδηλωθῆ πρὸς ἡμᾶς.»
4943Ἡ στάσις, τὴν ὁποίαν ἡ Γερμανία ἐφαίνετο λαμβάνουσα
4944ἐπὶ τῶν Ἑλληνικῶν ὑποθέσεων, μοὶ ἐφάνη ὡς διαφέρουσα
4945αἰσθητῶς ἀπὸ τὴν στάσιν τῶν ἄλλων Μ. Δυνάμεων. Καὶ
4946οὐδεμία μὲν τῶν Δυνάμεων ἔδιδεν εἰς ἡμᾶς ἐλπίδα τῆς ἑνώ-
4947σεως τῆς Κρήτης μετὰ τῆς Ἑλλάδος, ἀλλὰ τὴν ἄρνησιν αὑ-
4948τῶν ἐξεδήλουν διὰ τρόπου ὀλιγώτερον αὐστηροῦ καὶ ἀσθε-
4949νεστέρου. Ἀλλὰ καὶ ἐπὶ τῶν ἄλλων θεμάτων, τὰ ὁποῖα ἦσαν
4950ὑποδεέστερα τῆς ἑνώσεως τῆς Κρήτης μετὰ τοῦ Ἑλληνικοῦ
4951Βασιλείου, καὶ ἐπ’ αὐτῶν ἀδυσώπητος ἦτο ἡ γλῶσσα τῆς
4952Γερμανικῆς Κυβερνήσεως. Καὶ κατὰ τὸ τελευταῖον δὲ στά-
4953διον, τὸ πρὸ τοῦ πολέμου, ὅτε ἡ Κυβέρνησις τοῦ Αὐτοκράτορος
4954τῆς Ρωσσίας ἐνέκρινε τὴν πρότασιν, ἣν ὑπεβάλομεν πρὸς αὐ-
4955τήν, καὶ προέβη εἰς συνεννοήσεις πρὸς τὰς ἄλλας Δυνάμεις,
4956ἵνα ἐπιτύχῃ τῆς συναινέσεως καὶ τούτων, ὅπως ἡμεῖς ἀνακα-
4957λέσωμεν τὸ ἐν Κρήτῃ ὑπὸ τὸν κ. Βάσσον στρατιωτικὸν σῶμα,
4958αἱ δὲ Δυνάμεις φροντίσωσι νὰ ἀνακληθῶσιν ἀμέσως αἱ ἐν τῇ
4959νήσῳ τουρκικαὶ φρουραί, νὰ μείνῃ δ’ αὕτη ἄνευ φρουρῶν, νὰ
4960ἐγκατασταθῇ δὲ ἐν αὐτῇ αὐτονομία, τῶν Κρητῶν κατα-
4961σκευαζόντων τοὺς ἰδίους αὑτῶν νόμους, ὑφ’ οὓς ἤθελον νὰ δι-
4962οικηθῶσι, καὶ κατ’ ἐκεῖνο, λέγω, τὸ στάδιον ἡ Γερμανικὴ Κυ-
4963βέρνησις ἐπέδειξε πρὸς ἡμᾶς μείζονα δυσμένειαν· διότι, εὐθὺς
4964ὡς ἐγένετο γνωστὴ ἡ πρὸς τὴν Ρωσσίαν ὑποβληθεῖσα παρ’
4965ἡμῶν παράκλησις, καὶ ἡ ὑπὸ τοῦ Αὐτοκράτορος τῆς Ρωσσίας
4966ἀποδοχὴ αὐτῆς, ἐπεκηρύχθη ἄνευ ἀναβολῆς ἐκ Κωνσταντι-
4967νουπόλεως ὁ πόλεμος.
4968Πολλάκις ἤκουσα νὰ γίνεται λόγος περὶ τῶν δυσμενῶν
4969διαθέσεων τοῦ Αὐτοκράτορος τῆς Γερμανίας πρὸς τὴν Ἑλ-
4970λάδα, ἀλλὰ δὲν γνωρίζω, ἐὰν ὑπῆρξαν εἰδικοὶ λόγοι, οἵτινες
4971προεκάλεσαν τοιοῦτον αἴσθημα ἐν τῇ ψυχῇ τοῦ Αὐτοκρά-
4972τορος· οὐδὲ κατὰ τὸ διάστημα, καθ’ ὃ διετελέσαμεν ἐν τῇ
4973Κυβερνήσει, κατὰ τὴν περίοδον τοῦ 1885–1886 καὶ κατὰ
4974τὴν περίοδον τοῦ 1890–1891, καὶ κατ’ αὐτὴν τὴν τελευ-
4975ταίαν περίοδον τοῦ 1895–1896 ἡ Κυβέρνησις ἔπραξέ τι,
4976δυνάμενον τοιοῦτον νὰ ἐγείρῃ αἴσθημα εἰς τὸν κραταιὸν μο-
4977νάρχην. Ἐνθυμοῦμαι δὲ εὐγνωμόνως, ὅτι κατὰ τὸ 1878, καθ’
4978ὃ ἀντεπροσώπευον τὴν Ἑλλάδα ἐν Βερολίνῳ, ἔτυχον εὐμε-
4979νοῦς δεξιώσεως καὶ ὑπὸ τοῦ πρίγκηπος Βίσμαρκ, ὅστις μὲ
4980εἰσήγαγεν εἰς τὸ Συνέδριον, καὶ παρὰ τῆς Α. Μ. τοῦ Αὐτο-
4981κράτορος Γουλιέλμου καὶ παρὰ τῆς Α. Α. Ὑψηλότητος τοῦ
4982πρίγκηπος Διαδόχου Φρειδερίκου, πατρὸς τῆς Α. Β. Υ. τῆς
4983πριγκηπίσσης Σοφίας. Ἐὰν μεταγενέστερα αἴτια διέθεσαν
4984δυσμενῶς τὸν Αὐτοκράτορα, ἐλπίζω νὰ μὴ ἦναι μεταξὺ αὐ-
4985τῶν ἡ πτώχευσις· καὶ ἐὰν ἐκ τῆς πτωχεύσεως ἐπῆλθον ζη-
4986μίαι εἰς Γερμανικὰ κεφάλαια, ἐν οὐδενὶ ἡμῶν ὑπῆρχεν ἡ
4987προαίρεσις, ἀφοῦ ἡμῶν αἱ ζημίαι ἦσαν ὑπέρτεραι πασῶν τῶν
4988εἰς ἄλλους ἐπισκηψασῶν ζημιῶν. Ἡ Γερμανικὴ δὲ Κυβέρνη-
4989σις πολλάκις κατὰ τὸ παρελθὸν ἐκτήσατο δικαιώματα ἐπὶ
4990τὴν εὐγνωμοσύνην ἡμῶν, τὰ ὁποῖα οὐδέποτε παρεγνώρισεν
4991ἡ Ἑλλάς.
4992Μετὰ τὴν ἀποστολὴν εἰς Κρήτην τῶν ἡμετέρων πλοίων,
4993ἐπῆλθον ἐν τῇ νήσῳ μεγάλαι ταραχαί. Οἱ Τουρκοκρῆτες
4994ἦσαν ἀκατάσχετοι· οὐδεμία διοίκησις ἠδύνατο νὰ ἀναστείλῃ
4995αὐτούς. Οἱ χριστιανοὶ Κρῆτες καὶ οἱ ἄλλοι, ὅσοι ἦσαν πο-
4996λῖται τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου, ἦσαν ἐκτεθειμένοι εἰς τὴν
4997διάκρισιν ἀγρίου καὶ φανατικοῦ πλήθους, ὅπερ τοσοῦτον δὲν
4998ἐφείδετο οὐδενός, οὔτε τῆς ζωῆς αὐτῶν, οὔτε τῶν ἄλλων ἀγα-
4999θῶν των, ὥστε ὁ Μουτεσαρίφης Ἡρακλείου ἔλεγε πρὸς τοὺς
5000προξένους ἀπροκαλύπτως τὴν 26 Ἰανουαρίου 1897, ὅτι δὲν
5001ἦτο πλέον κύριος τῆς καταστάσεως τοῦ τόπου. Οὕτως ἀμη-
5002χανία καὶ ἀληθὴς ἀπελπισία κατέλαβε πάντας τοὺς χρι-
5003στιανούς, κατὰ τηλεγράφημα τῶν ἐν Ἡρακλείῳ προκρίτων
5004χριστιανῶν, διαβιβασθὲν αὐθημερὸν ὑπὸ τῆς ἐν Ἡρακλείῳ
5005Προξενικῆς ἀρχῆς πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν,
5006καὶ ἔχον οὕτω.
5007«Πρόκριτοι χριστιανοὶ ζητοῦσι νὰ διαβιβάσω Βασιλικῇ
5008»Κυβερνήσει ἑπόμενον τηλεγράφημα:
5009»Κυβέρνησις δημοσίᾳ ὥπλισεν ὄχλον ὀθωμανικὸν ἐκ δη-
5010»μοσίων ἀποθηκῶν. Θέσις χριστιανῶν πόλεως ἀπελπιστική!
5011»Καταστροφὴ ἄφευκτος! Ἀνάγκη πλοίων, ὅπως παραλάβω-
5012»σιν οἰκογενείας. Ἐπιβίβασις ἀδύνατος ἄνευ συνδρομῆς πο-
5013»λεμικῶν πλοίων εὐρωπαϊκῶν.»
5014Τὴν ἐπιοῦσαν δὲ, ἤτοι τὴν 27 Ἰανουαρίου, ὁ ἐν Ἡρα-
5015κλείῳ πρόξενος κ. Σάρρος ἐτηλεγράφει πρὸς τὸ ἐπὶ τῶν Ἐξω-
5016τερικῶν Ὑπουργεῖον τὰ ἑξῆς...
5017§266Α. ΡΩΜΑΝΟΣ. Ποίαν ἡμερομηνίαν ἔχει;
5018§267Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τῆς 27 Ἰανουαρίου 1897.
5019Τὸ τηλεγράφημα τοῦ ἐν Ἡρακλείῳ προξένου εἶχεν οὕτω:
5020«Δέκα χιλιάδες χριστιανοὶ ἐντὸς Ἡρακλείου εὑρίσκον-
5021»ται εἰς τὸ ἔλεος τοῦ ὄχλου τῶν Τούρκων, οἵτινες χθὲς
5022»διήρπασαν χιλιάδας ὅπλων. Ἀπεπειράθησαν νὰ διαρρή-
5023»ξωσι φυλακάς. Σήμερον συνηθροισμένοι ἀποπειρῶνται νὰ
5024»διαρρήξωσιν ἀποθήκας πολεμεφοδίων. Σκηναὶ σφαγῆς καὶ
5025»ὀλέθρου ἄφευκτοι! Παρουσία μόνον στόλου εὐρωπαϊκοῦ δύ-
5026»ναται νὰ μετριάσῃ καταστροφήν. Καταστροφὴ ἐπίκειται
5027»ἀπὸ στιγμῆς εἰς στιγμήν. Πρὸ πάσης ἐνεργείας ἀνάγκη
5028»κατεπείγουσα ἀναχωρήσωσι χριστιανοί. Ἀπαγορεύεται ἀνα-
5029»χώρησις Ἑλλήνων ὑπηκόων. Ὁ λιμὴν εὑρίσκεται εἰς τὴν
5030»διάθεσιν τριῶν χιλιάδων ὄχλου. Προξενεῖον καὶ ἐγὼ εὑρι-
5031»σκόμεθα ἐν κινδύνῳ. Εὐαρεστηθῆτε νὰ μοὶ δώσητε ὁδηγίας.»
5032Τὴν αὐτὴν δὲ ἡμέραν ὁ ἐν Ἡρακλείῳ πρόξενος διεβίβαζε
5033πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν τηλεγράφημα τοῦ
5034Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Κρήτης, τοῦ ἀειμνήστου Τι-
5035μοθέου, ἔχον ὡς ἑξῆς:
5036«Εὐαρεστηθῆτε διαβιβάσητε τὸ παρὸν τηλεγράφημά μου
5037»Μεγαλειοτάτῃ Βασιλίσσῃ Ὄλγᾳ. «Δέκα χιλιάδες χριστια-
5038»νοὶ, κινδυνεύοντες ἐντὸς Ἡρακλείου, ἐπικαλοῦνται φιλάν-
5039»θρωπον μεσολάβησιν τῆς Ὑμετέρας Μεγαλειότητος.»
5040Ἀγήματα τῶν ναυλοχούντων ἐν Κρήτῃ πλοίων τῶν Με-
5041γάλων Δυνάμεων οὐδαμοῦ τῆς νήσου εἶχον ἕως τότε ἀποβι-
5042βασθῆ, πιθανώτατον δὲ ἦτο, ὅτι οὐδὲ τότε ἤθελε διαταχθῆ
5043τοιοῦτον μέτρον ὑπὸ τῶν ναυάρχων· ἡλίκη δὲ ἡ εὐθύνη τῆς
5044Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, ἂν ἠρνεῖτο καὶ πρὸ τοιούτου κιν-
5045δύνου νὰ σπεύσῃ πρὸς σωτηρίαν τῶν ὁμοφύλων καὶ ὁμοθρή-
5046σκων, ἂν ἐσφάζοντο ὑπὸ τῶν Τούρκων τόσαι χιλιάδες χρι-
5047στιανῶν! δὲν ἦτο δὲ ἀπίθανον τοιοῦτον φονικὸν δρᾶμα ἐν πό-
5048λει, ἐν ᾗ οἱ Ὀθωμανοὶ ἐκράτουν καὶ κατ’ ἀριθμόν. Τὸ τηλεγρά-
5049φημα μοὶ ἐνεχειρίσθη ἐν τῇ Βουλῇ, διαρκούσης τῆς συνεδριά-
5050σεως αὐτῆς. Ἀναγνοὺς δ’ αὐτὸ, παρεκάλεσα τοὺς ἐμοὺς συν-
5051αδέλφους νὰ συνέλθωμεν ἐν Συμβουλίῳ, ὅταν ἡ συνεδρίασις
5052ἤθελε λυθῆ. Τότε συσκεφθέντες ἀπεφασίσαμεν νὰ ἀποστεί-
5053λωμεν σῶμα στρατοῦ, ἵνα προστατεύσῃ ἐπὶ τῆς ξηρᾶς τοὺς
5054θέλοντας νὰ ἐπιβῶσι τῶν πλοίων, ὅπως διαπορθμευθῶσιν εἰς
5055τὴν Ἑλλάδα, ἐσχηματίσαμεν δὲ τὸ ἐκ διαφόρων ὅπλων τα-
5056χθὲν ὑπὸ τὸν τότε συνταγματάρχην Βάσσον στρατιωτικὸν
5057σῶμα.
5058Ἀλλὰ καὶ ἐν Ρεθύμνῃ τὰ πράγματα εἶχον περιαχθῆ ἐν
5059κινδύνῳ, καθ’ ἃ ἀνήνεγκε πρὸς τὸ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν
5060Ὑπουργεῖον τηλεγράφημα τῆς 27 Ἰανουαρίου τοῦ ἐν Ρε-
5061θύμνῃ προξένου, τὸ ὁποῖον εἶχεν οὕτω:
5062«Τοῦρκοι διήρπασαν κατάστημα Ἑλληνικὸν καὶ ἀπο-
5063»σκευὰς χριστιανῶν, ἀποπειραθέντων νὰ ἐπιβιβασθῶσιν ἀ-
5064»τμοπλοίου Κουρτζῆ. Ὄχλος ἐμποδίζει ἀναχώρησιν. Τοῦρ-
5065»κοι Ἀμαρίου ἤρξαντο εἰσερχόμενοι. Κατάστασις δεινή!
5066»Εὑρισκόμεθα διάκρισιν λύσσης ὄχλου. Χριστιανοὶ ἐν ἀπελ-
5067πισίᾳ, ζητοῦσι δὲ πολεμικὰ πλοῖα, ὅπως διασωθῶσι».
5068Καὶ ὁ ἐν Χανίοις δὲ Γενικὸς Πρόξενος, διὰ τηλεγραφή-
5069ματος τῆς αὐτῆς ἡμέρας, ἐβεβαίου τὰ διὰ τοῦ ἀνωτέρω τη-
5070λεγραφήματος ἀγγελλόμενα· ἐτηλεγράφει δ’ ὁ Γενικὸς Πρό-
5071ξενος: «Ἐν Ρεθύμνῃ κατάστασις δεινοῦται· ἀποστέλλομεν
5072»ἐκεῖ νύκτα. Ἀποστείλατε ἀμέσως καταδρομικὸν «Μιαού-
5073»λην», διότι ὑπάρχοντα πλοῖα ἀνεπαρκῆ πρὸς ἐξασφάλισιν
5074»χριστιανῶν τριῶν πόλεων. Ἐπὶ καταδρομικοῦ δέον νὰ ἐπι-
5075»βῇ ἀφεύκτως καὶ λόχος σκαπανέων, ὡς ἐν εὐρωπαϊκοῖς
5076»πλοίοις ἐπιβαίνουσι πεζοναῦται πρὸς φρούρησιν Προξενείων,
5077»ἀπόσβεσιν πυρκαϊῶν κτλ.»
5078Τὴν δὲ 29 Ἰανουαρίου ὁ ἐν Ρεθύμνῃ πρόξενος ἐτηλεγρά-
5079φει πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τάδε: «Εὐαρεστηθῆτε νὰ διαβιβά-
5080»σητε τηλεγραφικῶς πρὸς τὸν ἐν Χανίοις Γενικὸν Πρόξενον,
5081»ὅτι μόνον δι’ ἀποβάσεως ἀγημάτων δύνανται νὰ προληφθῶσι
5082»συμφοραὶ καὶ εὐκολυνθῇ ἀναχώρησις οἰκογενειῶν.»
5083Καὶ τὴν αὐτὴν ἡμέραν, ἤτοι τὴν 29 Ἰανουαρίου, ὁ διευ-
5084θύνων τὸ ἐν Ρεθύμνῃ Ὑποπροξενεῖον ἐτηλεγράφει πρὸς τὸ
5085ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργεῖον: «Χθὲς κατέπλευσαν
5086»«Ὕδρα» καὶ «Ἀλφειός», συγχρόνως πολεμικὰ πλοῖα αὐ-
5087»στριακὸν, ἀγγλικὸν, ῥωσσικὸν, γαλλικόν. Οἰκογένειαι θέ-
5088»λουσαι ἐπιβιβασθῶσιν ἐκωλύθησαν διὰ τῆς βίας ὑπὸ ὄχλου
5089»τουρκικοῦ. Διοικητὴς ἐδήλωσεν, ὅτι, ἂν μὴ ἀπολυθῶσιν οἱ
5090»εἰς ἐπαρχίαν Ἀμαρίου κρατούμενοι ἔτι Τοῦρκοι καὶ στρα-
5091»τὸς, δὲν δύναται συγκρατήσῃ ὄχλον. Συνιστῶμεν ἀπόλυ-
5092»σιν, ἀλλὰ χριστιανοὶ ἐπιμένουσιν ἀφοπλίσαι στρατιώτας.
5093»Χθὲς ἑσπέρας ἐξερχόμενος «Ὕδρας» ἐκωλύθην ἀποβιβασθῶ
5094»ὑπὸ ὄχλου τουρκικοῦ ἐνόπλου. Ἀποπειραθεὶς εἶτα ἀποβί-
5095»βασιν διὰ λέμβου ἀγγλικῆς, ἐκινδύνευσα πυροβοληθῶ ὑπ’
5096»αὐτῶν. Ἐπανελθὼν θωρηκτῷ, ἀπεβιβάσθην σήμερον διὰ
5097»λέμβου ἀγγλικῆς, συνοδευόμενος ὑπὸ προξένων Αὐστρια-
5098»κοῦ καὶ Ἄγγλου.»
5099Καὶ ὁ ἐν Χανίοις δὲ Γενικὸς Πρόξενος ἐτηλεγράφει τὴν 30
5100Ἰανουαρίου πρὸς τὸ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργεῖον τάδε:
5101«Κυβερνήτης «Ἀλφειοῦ», ἐπανελθὼν ἐκ Ρεθύμνης τὴν ἑσπέ-
5102»ραν ταύτην, μοὶ ἀνήγγειλεν, ὅτι Διοικητὴς οὐ μόνον ἀπα-
5103»γορεύει ἀναχώρησιν χριστιανῶν, ἀλλὰ καὶ προσέγγισιν εἰς
5104»ξηρὰν λέμβων ἡμετέρων πολεμικῶν πλοίων, ἀπειλῶν ἐπίθε-
5105»σιν κατὰ λέμβων· πρὸς τούτοις, ὅτι ὁ διευθύνων Ὑποπρο-
5106»ξενεῖον, μεταβὰς εἰς «Ὕδραν» καὶ ἐπανερχόμενος διὰ λέμ-
5107»βου αὐτῆς εἰς ξηρὰν, ἠναγκάσθη νὰ ὀπισθοδρομήσῃ, ὄχλου
5108»δι’ ὅπλων ἀπαγορεύοντος ἀπόβασιν· ὅπως κατορθώσῃ δὲ
5109»διευθυντὴς Ὑποπροξενείου ν’ ἀποβιβασθῇ, ἠναγκάσθη νὰ
5110»ἐπικαλεσθῇ συνδρομὴν ὑποπροξένου Αὐστρίας, συνοδείᾳ
5111»τοῦ ὁποίου διὰ λέμβου Αὐστριακῆς ἀπεβιβάσθη τὴν ἐπιοῦ-
5112»σαν. Ταῦτα πάντα βεβαιοῦσιν ὑποπρόξενοι ἐν Ρεθύμνῃ
5113»Ρωσσίας, Αὐστρίας διὰ τηλεγραφημάτων ἀνακοινωθέντων
5114»μοι, προσθέτοντες, ὅτι διευθυντὴς Ὑποπροξενείου Α. Με-
5115»γαλειότης μικροῦ δεῖν ἐφονεύετο ὑπὸ τοῦ ὁρμήσαντος
5116»πρὸς τὸ μέρος τῆς ἀποβάθρας μαινομένου τουρκικοῦ ὄχλου.
5117»Φρονῶ ἀδιστάκτως, ὅτι εἰς τοιαύτας θρασυτάτας ὕβρεις καὶ
5118»προσβολὰς κατὰ τῆς Ἑλληνικῆς σημαίας Μοίραρχος, ἐπω-
5119»φελούμενος εὐκαιρίας, ὤφειλε νὰ ἀπαντήσῃ ἀμέσως διὰ τῶν
5120»τηλεβόλων, τοῦτο δ’ εἶμαι βέβαιος θὰ ἐπέφερεν ἀποτελέ-
5121»σματα. Ὡς ἐτηλεγράφησα σήμερον, κυβερνῆται εὐρωπαϊ-
5122»κῶν πολεμικῶν πλοίων ἐνταῦθα ἀναμένουσιν, ὡς συνέ-
5123»πειαν φυσικὴν τῆς καταστάσεως, τὴν διὰ τῶν ἡμετέρων
5124»πυροβόλων ἅλωσιν τῶν Χανίων, διότι ἀπραξία καὶ ὑπο-
5125»χώρησις εἰς τὰς ἀπειλὰς καὶ τὰς ὕβρεις ἑνὸς Τούρκου ἐπάρ-
5126»χου μᾶς καταστρέφει. Σπεύσατε ἑπομένως αὐθωρεὶ νὰ δώ-
5127»σητε τὰς δεούσας διαταγὰς ἀρχηγῷ Μοίρας, εὑρισκομένῳ
5128»εἰσέτι ἐν Ρεθύμνῃ, διότι ἄλλως εὐκαιρία πρὸς λύσιν Κρη-
5129»τικοῦ ζητήματος ἀπόλλυται»
5130Τοιαύτη ἦτο ἡ κατάστασις ἐν Κρήτῃ καὶ ἐν Χανίοις, καὶ
5131ἐν Ρεθύμνῃ καὶ ἐν Ἡρακλείῳ, ἥτις κατέστησεν ἀναπόφευ-
5132κτον τὸ μέτρον τῆς ἀποστολῆς τοῦ ὑπὸ τὸν τότε συνταγ-
5133ματάρχην κ. Βάσσον στρατιωτικοῦ σώματος. Ὁ Βουλευτὴς
5134ἐκ Ζακύνθου ἠσχολήθη νὰ ἑρμηνεύσῃ τὴν διαταγὴν τοῦ Ὑ-
5135πουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, διὰ τῆς ὁποίας παρήγγειλε τὸν
5136συνταγματάρχην κ. Βάσσον νὰ μεταβῇ εἰς Κρήτην, ἐφάνη
5137δὲ, ὅτι τάχα ἐξεπλάγη ἐκ τοῦ κειμένου αὐτῆς, ἐνῷ αἱ δύο
5138πρῶται παράγραφοι τοῦ ἐγγράφου τούτου ἐδήλουν εὐκρινῶς
5139καὶ μετὰ εἰλικρινοῦς σαφηνείας τὰς αἰτίας, αἵτινες ὑπηγό-
5140ρευσαν τὸ μέτρον καὶ τὸν σκοπὸν αὐτοῦ (ἀναγινώσκει):
5141«Τὰ ἐν Κρήτῃ διαπραχθέντα μέχρι τοῦδε ἐπήνεγκον εἰς
5142»τὴν δυστυχῆ νῆσον ἀληθῆ ἀναρχίαν, καθ’ ἣν αἱ οἰκογένειαι
5143»τῶν χριστιανῶν καὶ αἱ περιουσίαι αὐτῶν ἔμειναν ἐκτεθει-
5144»μέναι εἰς τὴν διάθεσιν τοῦ ἀχαλινώτου φανατισμοῦ καὶ εἰς
5145»τὴν διαρπαγὴν τοῦ ὄχλου. Ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις δὲν
5146»ἠδύνατο ἐπὶ πλέον νὰ ἀνεχθῇ τὴν ἀξιοθρήνητον κατάστα-
5147»σιν, εἰς ἣν περιήχθησαν οἱ ἐπὶ τῆς νήσου ὁμόφυλοι πληθυ-
5148»σμοὶ, μεθ’ ὧν συνδέεται διὰ τῆς θρησκείας καὶ διὰ δεσμῶν
5149»ἱερῶν. Διὰ τοῦτο ἀπεφάσισε νὰ στείλῃ στρατὸν, ὅπως κατα-
5150»λάβῃ τὴν νῆσον, ἀποκαταστήσῃ τὴν τάξιν καὶ τὴν εἰρή-
5151»νην ἐν αὐτῇ· τοῦ στρατοῦ δὲ τούτου τὴν διοίκησιν ἐνεπι-
5152»στεύθη εἰς ὑμᾶς.»
5153Πόθεν ἐκ τοῦ ἐγγράφου τούτου συνήγαγεν ὁ κύριος Βου-
5154λευτὴς ἐκ Ζακύνθου, ὅτι ἡμεῖς ἐστείλαμεν τὸ στρατιωτικὸν
5155σῶμα εἰς Κρήτην, διὰ νὰ κατακτήσωμεν αὐτὴν, ἀφοῦ ῥητῶς
5156ἀναγράφεται ἐν τῷ ἐγγράφῳ, ὅτι ὁ στρατὸς ἐστέλλετο, ἵνα
5157ἀποκαταστήσῃ τὴν τάξιν καὶ τὴν εἰρήνην, ὅπως σωθῶσιν
5158ἀπὸ τοῦ κινδύνου νὰ σφαγῶσιν οἱ ὁμόφυλοι καὶ ὁμόθρησκοι
5159ἡμῶν, οἵτινες ἐγκατελείφθησαν εἰς τὴν διάθεσιν ἀχαλινώτου
5160φανατισμοῦ καὶ εἰς τὴν διαρπαγὴν τοῦ ὄχλου;
5161Ἀλλ’ ἔλεγεν ὁ ἐκ Ζακύνθου Βουλευτὴς, ὡς ἂν ἦτο συνή-
5162γορος τῶν κυριαρχικῶν δικαιωμάτων τῆς Τουρκίας, ὅτι ὁ
5163ἀρχηγὸς τοῦ στρατιωτικοῦ σώματος διετάσσετο νὰ κατα-
5164λάβῃ τὴν νῆσον ἐν ὀνόματι τοῦ Βασιλέως. Ἠξίου τάχα νὰ
5165μεταβῇ εἰς Κρήτην καὶ καταλάβῃ αὐτὴν οὐχὶ ὡς ἀξιωματι-
5166κὸς τοῦ βασιλικοῦ στρατοῦ, οὐχὶ κατὰ διαταγὴν τοῦ Βα-
5167σιλέως; ὡς πειρατὴς ἢ ὡς λῃστής;
5168Ἡ διαταγὴ πρὸς τὸν Βάσσον ἐδήλου, ὅτι ἡ ἀποστολὴ
5169αὐτοῦ καὶ τοῦ ὑπ’ αὐτὸν σώματος ἦτο μέτρον, τὸ ὁποῖον
5170ἐπέβαλλεν ἡ φιλανθρωπία, κατέστησε δ’ ἀναπόφευκτον ἡ
5171ἀνικανότης τῶν ἀρχῶν τοῦ Κράτους, εἰς ὃ ὑπήγετο ἡ χώρα
5172ἐκείνη, μέτρον, τὸ ὁποῖον ἐσκόπει νὰ σώσῃ τοὺς ἡμεδαποὺς
5173καὶ ἀλλοδαποὺς χριστιανούς.
5174Τίς ἀρνεῖται, ὅτι τοιοῦτον μέτρον παρεῖχε τὸ δικαίωμα
5175πρὸς κήρυξιν πολέμου εἰς τὸ Κράτος, ἐπὶ τῆς χώρας τοῦ
5176ὁποίου ἀπεβιβάσθη ὁ συνταγματάρχης Βάσσος; Τίς ἀρνεῖται,
5177ὅτι μέτρον τοιοῦτον κατεδήλου, ὅτι ἡ Κυβέρνησις τοῦ κυριάρ-
5178χου Κράτους εἶχε κατασταθῆ ἀνίκανος νὰ διατηρήσῃ τὴν
5179τάξιν καὶ ν’ ἀσφαλίσῃ τὴν ζωὴν καὶ τὴν περιουσίαν τῶν ἐν
5180Κρήτῃ ὁμοφύλων καὶ ὁμοθρήσκων, καὶ ὅτι στρατὸς ἀλλό-
5181τριος τοῦ Κράτους μετέβαινεν ἐκεῖσε, ἵνα ἐκπληρώσῃ κα-
5182θήκοντα, τὰ ὁποῖα ὤφειλε νὰ ἐκπληροῖ ἡ κυρίαρχος Δύνα-
5183μις; Ἀλλὰ ποία εὐθύνη ἤθελεν ἐπιβαρύνει τὴν Κυβέρνησιν
5184τότε, ἂν δὲν προέβαινεν εἰς τοιοῦτον μέτρον, ἐν ᾗ περιπτώ-
5185σει ἤθελον σφαγῆ δεκακισχίλιοι ἄνθρωποι ἐν Ἡρακλείῳ, ἢ
5186λεηλατηθῆ ἡ Ρεθύμνη καὶ οἱ ἐν αὐτῇ οἰκοῦντες; Διὰ τοῦτο,
5187ὅτε ἠναγκάσθημεν νὰ προβῶμεν εἰς τοιοῦτον μέτρον, ἐπι-
5188στεύομεν, ὅτι ἤθελεν ἐκτιμηθῆ ὑπὸ τῆς Εὐρώπης ἡ ἀνάγκη,
5189ἥτις ὑπηγόρευσε τὸ μέτρον, καὶ ὅτι ἤθελεν ἀποτρέψει αὕτη
5190διὰ τοῦτο τὴν Τουρκίαν ἀπὸ τοῦ νὰ ποιήσηται χρῆσιν τοῦ
5191δικαιώματος τῆς ἐπικηρύξεως τοῦ πολέμου, τὸ ὁποῖον πα-
5192ρεῖχεν αὐτῇ ἡ ἀποστολὴ τοῦ στρατοῦ.
5193Ἀλλ’ ἐπέκρινεν ἡμᾶς ὁ αὐστηρότατος ἐκ Ζακύνθου Βου-
5194λευτὴς, ὅστις ἐκ πατριωτισμοῦ ἐξύφαινε συνωμοσίας ἐν Ἀθή-
5195ναις κατὰ τῆς Κυβερνήσεως τῆς πατρίδος του, προσπαθῶν
5196νὰ ἀναγκάσῃ αὐτὴν νὰ πράξῃ ὅ,τι ἔπραξε, πρόθυμος δὲ νὰ
5197ὑπάγῃ μετὰ ταῦτα εἰς Κωνσταντινούπολιν, ὡς ἀντιπρόσωπος
5198τῆς Ἑλλάδος, ἵνα πείσῃ τὸν Σουλτᾶνον νὰ ἀναγνωρίσῃ τὰ
5199δικαιώματα τῆς Ἑλλάδος, καὶ μετὰ τοῦτο ἕτοιμος νὰ καταγ-
5200γείλῃ ἡμᾶς, διότι ἠναγκάσθημεν διὰ τῶν μηχανορραφιῶν
5201αὐτοῦ νὰ πράξωμεν ὅ,τι ἐπράξαμεν!
5202Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Ζακύνθου ἠπόρει, ὅτι ἡ Κυβέρνησις
5203συνεκάλει δύο ἡλικίας ἐφέδρων, καὶ ὅτι τοῦτο ἤρκει νὰ ἐν-
5204δείξῃ, ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις διετίθετο εἰς πόλεμον,
5205ἑπομένως νὰ προκαλέσῃ τὴν ἐπιδρομὴν τῆς Τουρκίας. Ὅτε
5206ἡ Κυβέρνησις ἀπεφάσισε νὰ στείλῃ στρατὸν εἰς Κρήτην, εἶχε
5207καθῆκον νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν ὅλας τὰς ἐνδεχομένας συνεπείας
5208τοιούτου μέτρου, οὐδ’ ἔκρινεν ἀπίθανον νὰ κινητοποιήσῃ ἡ
5209Τουρκία τὸν στρατόν της καὶ νὰ προβῇ εἰς τὰ σύνορα, εἴτε
5210διὰ νὰ ἀπειλήσῃ, εἴτε διὰ νὰ εἰσβάλῃ, ἐπὶ τῇ ἐλπίδι, ὅτι,
5211ἂν εἰσέβαλλεν εἰς τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος καὶ κατελάμβανε
5212τὴν Θεσσαλίαν, ἤθελεν ἀναγκάσει ἡμᾶς διὰ τούτου νὰ ἀνα-
5213καλέσωμεν καὶ ἡμεῖς ἀπὸ τὴν Κρήτην τὸν στρατόν.
5214Οἱ παρὰ ταῖς Μεγάλαις Δυνάμεσι πρέσβεις τῆς Ἑλλάδος
5215μετέδιδον ἀλληλοδιαδόχως εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὴν αὐτὴν
5216εἴδησιν, ὅτι αἱ Κυβερνήσεις, παρ’ αἷς διετέλουν διαπεπιστευ-
5217μένοι, ἠρνοῦντο ῥητῶς νὰ στέρξωσι τὴν ἕνωσιν τῆς Κρήτης,
5218τὴν ἀπόφασιν δὲ ταύτην ἠτιολόγουν διὰ διαφόρων ἐπιχειρη-
5219μάτων. Ἐν Αὐστρίᾳ, ἐπερωτώμενος τὴν 10 Φεβρουαρίου ὁ
5220ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργός, ἔλεγεν, ὅτι ἡ ἔκνομος ἐνέρ-
5221γεια τῆς Ἑλλάδος προεκάλεσε καὶ ἐπέτεινε τὴν ἀναρχίαν
5222ἐν τῇ νήσῳ, πρέπει δὲ πρὸ παντὸς ν’ ἀποτραπῇ ὁ κίνδυνος
5223τῆς ἀπηχήσεως τοῦ συμβεβηκότος παρ’ ἄλλοις λαοῖς. Ἐν
5224Ἰταλίᾳ ὁ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργὸς ἔλεγεν, ὅτι, ἀφοῦ
5225ἡ ἕνωσις εἶναι ἀδύνατος, συνεννόησις ἤρξατο περὶ αὐτονο-
5226μίας. Ἐν Ἀγγλίᾳ τὰς αὐτὰς ἔδιδε κατὰ τὴν 19 Φεβρουα-
5227ρίου πληροφορίας ὁ Πρωθυπουργὸς ἐν τῇ Βουλῇ τῶν Λόρδων,
5228διδοὺς ὅμως τὴν ἐλπίδα, ὅτι, ἂν μετά τινά ἔτη ἡ Κρήτη
5229ἤθελε ζητήσει τὴν ἕνωσιν, αἱ Δυνάμεις δὲν ἤθελον τότε
5230ἀντιταχθῆ. Ἐν Γερμανίᾳ ἔλεγεν ὁ Αὐτοκράτωρ τὴν 18 Φε-
5231βρουαρίου πρὸς τὸν κ. Ραγκαβῆν, ὅτι εἶναι ἀδύνατον αἱ Δυ-
5232νάμεις νὰ στέρξωσι τὴν ἕνωσιν, θέλουσι δὲ στέρξει τὴν αὐ-
5233τονομίαν. Καὶ ἐν Γαλλίᾳ ὁ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργὸς
5234προήγγελλεν, ὅτι, ἂν δὲν ὑποχωρήσωμεν, δὲν θέλομεν ἀπο-
5235φύγει τὴν σύγκρουσιν μετὰ τῶν Δυνάμεων.
5236Τὴν 19 Φεβρουαρίου ἐπεδόθη εἰς τὸν κ. Σκουζὲν ἡ ταυ-
5237τόσημος διακοίνωσις τῶν τεσσάρων Μεγάλων Δυνάμεων,
5238πρὸς ταύτην δ’ ἀπήντησεν ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, δηλώ-
5239σασα τὴν εὐχὴν, αἱ Δυνάμεις νὰ στέρξωσιν, ἵνα προκληθῇ ὁ
5240Κρητικὸς λαὸς νὰ ἀποφήνηται γνώμην περὶ τῆς τύχης αὑ-
5241τοῦ· ἐν ᾗ δὲ περιπτώσει αἱ Δυνάμεις δὲν ἐγκρίνωσι τὴν εὐ-
5242χὴν ταύτην, ἐπρότεινεν ἡ Κυβέρνησις, διὰ τῆς ἀπαντήσεώς
5243της πρὸς τὴν ταυτόσημον διακοίνωσιν, νὰ ἐφαρμοσθῇ εἰς τὴν
5244Κρήτην τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον ἐφηρμόσθη ἐν Βοσνίᾳ καὶ
5245Ἑρζεγοβίνῃ, ἤτοι τῆς ἐγκαταστάσεως ἐν τῇ νήσῳ διοικήσεως
5246ὑπὸ τὴν εὐθύνην τοῦ Ὑπουργείου.
5247Ἡ ἀπάντησις αὕτη τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως ἐκρίθη
5248ἐν Ρωσσίᾳ ὡς συντεταγμένη ὑπὸ ὅρους συνδιαλλακτικοὺς,
5249δυναμένους νὰ ἐξομαλύνωσι τὰς ἐπικειμένας περιπλοκὰς, ὁ
5250δὲ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργὸς τοῦ Αὐτοκράτορος ἐδήλωσε
5251πρὸς τὸν ἡμέτερον ἐπιτετραμμένον τὴν εὐχαρίστησίν του·
5252ἔκρινεν ὅμως, ὅτι ἡ περὶ προκλήσεως δημοψηφίσματος ἐν
5253Κρήτῃ εὐχὴ ἡμῶν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γένηται δεκτή, διότι
5254τοιαύτης ἀρχῆς ἡ ἀποδοχὴ δύναται νὰ παραγάγῃ δυσχε-
5255ρείας ἐν τῇ Ἀνατολῇ. Ἔκρινεν ἐν τούτοις δυνατὴν τὴν αὐ-
5256τονομίαν. Καὶ εὐλόγως τοιαύτη ἐντύπωσις προσῆκε νὰ ἐμ-
5257ποιηθῇ εἰς τὰς Μεγάλας Δυνάμεις ἐκ τῆς ἀπαντήσεως, ἣν
5258ἐπεστείλαμεν πρὸς τὴν ἀγέρωχον καὶ ἐπιτακτικὴν ταυτό-
5259σημον διακοίνωσιν αὐτῶν, ἀφοῦ ἡ Ἑλλὰς προσέθηκεν ἐν τῇ
5260ἀπαντήσει αὐτῆς καὶ ἐπιβοηθητικὴν πρότασιν, ἂν ἡ τοῦ δη-
5261μοψηφίσματος ἐκρίνετο ἀδύνατος, καὶ ἔστεργε τὴν ἐπὶ τῆς
5262Κρήτης κυριαρχίαν τοῦ Σουλτάνου, ἂν τῆς νήσου ἡ διοίκησις
5263ἀνετίθετο εἰς τὴν Ἑλλάδα, εἶχε καταστήσει δὲ κατάδηλον
5264τὴν ἑαυτῆς ὑποχώρησιν διὰ τῆς προσθέτου διακοινώσεως,
5265ἣν διὰ τῶν παρὰ ταῖς Μεγάλαις Δυνάμεσιν ἀντιπροσώπων
5266της ἀπηύθυνεν, δηλώσασα δι’ αὐτῆς, ὅτι καὶ τὰ πλοῖά της
5267ἔστεργε νὰ ἀνακαλέσῃ, καὶ τὸ ἐπὶ τῆς Κρήτης σῶμα τοῦ
5268στρατοῦ αὐτῆς προθύμως ἔτασσεν ὑπὸ τὰς διαταγὰς τῶν ἐν
5269Κρήτῃ ναυάρχων τῶν Μεγάλων Δυνάμεων, ἂν εἰς τούτους
5270ἀνετίθετο τῆς νήσου ἡ εἰρηνοποίησις.
5271Μετὰ τὴν συνάντησιν ὅμως ἐν Παρισίοις τοῦ Πρωθυπουρ-
5272γοῦ τῆς Ἀγγλίας μετὰ τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουρ-
5273γοῦ τῆς Γαλλίας, διεδόθη ἡ εἴδησις, ὅτι Δυνάμεις τινὲς πα-
5274ρώθουν τὴν Τουρκίαν νὰ διατάξῃ τὰ παρὰ τὰ Θεσσαλικὰ
5275σύνορα στρατεύματά της νὰ εἰσβάλωσιν εἰς τὴν Θεσσαλίαν·
5276κατὰ τηλεγράφημα δὲ τῆς 20 Μαρτίου τοῦ ἐν Κωνσταν-
5277τινουπόλει ἡμετέρου πρέσβεως, τὰ ὀθωμανικὰ στρατεύματα
5278ἀνεπτύσσοντο καὶ διηυθύνοντο πρὸς τὴν Λάρισαν. Εἶχε δὲ
5279κινητοποιήσει ἡ Τουρκία, καθ’ ἃς εἴχομεν εἰδήσεις, 80 χι-
5280λιάδας στρατοῦ πρὸς τὰ μεσημβρινὰ σύνορα τῆς Αὐτοκρα-
5281τορίας, παρεσκεύαζε δὲ καὶ σῶμα ἐκ δεκακισχιλίων Ἀλ-
5282βανῶν, τὸ ὁποῖον προώριζε νὰ ἐπιδράμῃ εἰς τὴν Ἑλληνικὴν
5283ἐπικρατείαν· κατὰ τηλεγράφημα μάλιστα τοῦ νομάρχου Τρικ-
5284κάλων, ὑπ’ ἀριθ. 52, τῆς 28 Φεβρουαρίου 1897, «Ἀλβα-
5285νοὶ ἐδήλωσαν εἰς τὸ Στρατολογικὸν Γραφεῖον Ἰωαννίνων,
5286ὅτι σήμερον ἐὰν δὲν ἐνεργήσωσι κατὰ τῆς Ἑλλάδος, αὐτοὶ
5287θὰ εἰσβάλωσιν αὐτοβούλως.»
5288Ἡ εἴδησις τῆς ἐπιδρομῆς τῶν Ἀλβανῶν ἔμελλε πάντως
5289νὰ ἀναγκάσῃ τὴν Κυβέρνησιν νὰ προνοήσῃ περὶ τῆς ἀμύ-
5290νης τοῦ Κράτους, καὶ οἱ κατὰ τὴν μεθόριον δὲ γραμμὴν πλη-
5291θυσμοί, μαθόντες τὴν εἴδησιν, ἐζήτουν παρ’ ἡμῶν νὰ χορη-
5292γήσωμεν αὐτοῖς ὅπλα, ἵνα ἀμυνθῶσι κατὰ τῶν παρασκευα-
5293ζομένων τούτων ἐπιδρομῶν. Τὴν αἴτησιν ταύτην αὐτῶν δὲν
5294ἠδύνατο νὰ μὴ ἀκούσῃ ἡ Κυβέρνησις, διέταξε δὲ τοὺς νο-
5295μάρχας Λαρίσσης καὶ Τρικκάλων νὰ ποιήσωνται γνωστὸν
5296εἰς τοὺς παρὰ τὴν μεθόριον γραμμὴν κατοικοῦντας συμπο-
5297λίτας, ὅτι θέλουσι δοθῇ εἰς αὐτοὺς ὅπλα, ἀλλ’ ὅταν ἐπιστῇ
5298ὁ καιρός· καὶ ὄντως τὰ ὅπλα ταῦτα διετέθησαν ἐν ταῖς ἀπο-
5299θήκαις, ἵνα δοθῶσιν εἰς αὐτοὺς, τῇ προηγουμένῃ διαταγῇ
5300τῆς Κυβερνήσεως, ὅταν ἤθελεν ἐπιστῆ ἡ ἀνάγκη. Ἐπειδὴ
5301ὅμως αἱ στρατιαί, αἱ ὁποῖαι κατήρχοντο εἰς τὰ μεσημβρινὰ
5302μέρη τῆς Τουρκίας, παρηκολουθοῦντο ἀπὸ σιτοπομπὰς, προὐ-
5303τάθη εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ σχηματισθῇ σῶμα ἄτακτον ὁπλι-
5304τῶν, τὸ ὁποῖον νὰ διαπορθμευθῇ παρὰ τὸν ὅρμον τῆς Αἰκα-
5305τερίνης, καὶ ἐκεῖθεν νὰ προβῇ, οὐ μόνον ἵνα παρακωλύῃ τὰς
5306σιτοπομπὰς ταύτας, ἀλλὰ καὶ ἵνα φέρῃ ἀντιπερισπασμὸν
5307εἰς ἐνδεχομένας ἐπιδρομὰς Γκέκιδων ἢ Ἀλβανῶν. Διὰ τοῦτο
5308κατὰ τὴν 5 Μαρτίου 1897, γνωρίζοντες ὅτι ἡ Ἐθνικὴ Ἑται-
5309ρεία εἶχε συλλέξει ὁπλίτας ἐν Λαρίσῃ, ἐτηλεγραφήσαμεν εἰς
5310τὸν νομάρχην Λαρίσης τὰ ἑξῆς: «Δὲν ἐπιμένομεν πλέον εἰς
5311»ὁδηγίας, ἃς εἴχομεν δώσει ὑμῖν, περὶ τῶν ὁμάδων ἢ τῶν
5312»σωμάτων, τὰ ὁποῖα εἶχε παρασκευάσει ἡ Ἐθνική. Ἑπο-
5313»μένως, ἐὰν ὑπάρχωσι τοιαῦτα, μὴ ἀποτρέπετε, μηδὲ παρα-
5314»κωλύετε αὐτὰ ἀπὸ τοῦ νὰ ἐξέλθωσιν, ἂν τοῦτο ἐπιθυ-
5315»μῶσι.»
5316Τοῦτο εἶναι τὸ μόνον ἔγγραφον, ἡ μόνη ἐντολὴ, τὴν ὁποίαν
5317ἡ Κυβέρνησις ἔδωκεν εἰς τὸν νομάρχην Λαρίσης, ὅπως πρὸς
5318τοιοῦτον εἰδικὸν σκοπὸν χρησιμοποιήσῃ ὁπλίτας τῆς Ἐθνι-
5319κῆς Ἑταιρείας· τοῦτο δὲ τὸ ἔγγραφον ἡμῶν ἐπικαλοῦνται
5320τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας οἱ ὁρατοὶ καὶ ἀόρατοι διοικηταί,
5321ἵνα ἀποδείξωσιν, ὅτι ἡ Ἐθνικὴ Ἑταιρεία ἐτύγχανε τεταγ-
5322μένη παρὰ τὸ πλευρὸν ἡμῶν, καὶ ἦτο ὄργανον ἡμῶν καὶ ἐκ-
5323τελεστὴς τῶν παραγγελμάτων μας!
5324Τὴν διαταγὴν ὅμως ταύτην τῆς 5 Μαρτίου ἀνεκαλέσα-
5325μεν πάραυτα, οὐ μόνον διότι οἱ ἐν Λαρίσῃ ἀντιπροσωπεύον-
5326τες τὴν Ἐθνικὴν Ἑταιρείαν δὲν ἔστερξαν, ἵνα οἱ ἄνδρες αὐ-
5327τῶν διαπορθμευθῶσιν εἰς Αἰκατερίνην, ἀλλ’ ἐζήτουν νὰ στεί-
5328λωσιν αὐτοὺς πρὸς τὰ ἐνδότερα παρὰ τὴν Ἐλασσῶνα ἢ τὴν
5329Πίνδον μέρη, ἀλλὰ καὶ διότι ὁ νομάρχης Λαρίσης ἐτηλε-
5330γράφει πρός με καὶ πρὸς τὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουρ-
5331γὸν τὴν πρώτην μετὰ τὸ μεσονύκτιον τῆς 7 πρὸς τὴν 8
5332Μαρτίου ὥραν, ὅτι, «ἐὰν καλῶς ἀντιλαμβάνωμαι τῶν πραγ-
5333»μάτων, ἡ σύγκρουσις μοιραίως θὰ ἐπέλθῃ, καὶ δὲν ἰσχύο-
5334»μεν ἐπιβραδῦναι. Ἀναξία λόγου ἀφορμὴ μεταξὺ τῶν ἀν-
5335»δρῶν ἐπὶ τῆς ὁροθετικῆς γραμμῆς ἀρκεῖ νὰ γενικευθῇ εἰς
5336»ὅλους.... Ὑποπτεύομαι καὶ ὅτι θὰ δοθῇ ἀφορμὴ ἐκ τῶν
5337»ἀνταρτικῶν σωμάτων, τὰ ὁποῖα θὰ εἰσβάλωσιν εἰς Μακε-
5338»δονίαν.»
5339Πρὸς τὸν νομάρχην Λαρίσης ἀπεκρίθην ἀμέσως διὰ τηλε-
5340γραφήματος, σταλέντος τὴν ἑνδεκάτην ὥραν πρὸ μεσημ-
5341βρίας τῆς 8 Μαρτίου, ἐντειλάμενος αὐτῷ νὰ ἀσχοληθῇ, ὅσον
5342δύναται, «ὅπως ἀναβληθῇ ἡ σύγκρουσις· ἐὰν δ’ αὕτη ἀνα-
5343»ποφεύκτως ἐπέλθῃ, νὰ μὴ ἤμεθα ἡμεῖς οἱ προκαλέσαντες
5344»αὐτήν». Καὶ δὲν ἐφαίνοντο μὲν ἡμῖν εὔλογοι οἱ φόβοι οὗ-
5345τοι τοῦ κ. νομάρχου, ἀφοῦ ἡ εἰσβολὴ τῶν ὁπλιτῶν τῆς Ἐθνι-
5346κῆς Ἑταιρείας, τὴν ὁποίαν ἐπετρέψαμεν, ἔμελλε νὰ γένη-
5347ται διὰ θαλάσσης, ἀπὸ τοῦ ὅρμου τῆς Αἰκατερίνης, διετά-
5348ξαμεν ὅμως οὐχ ἧττον νὰ μὴ γένηται οὔτε αὕτη, ὅπως ἀπο-
5349φύγωμεν νὰ δώσωμεν καὶ τὴν ἀφορμὴν ταύτην πρὸς σύγ-
5350κρουσιν...
5351§268ΑΛΕΞ. ΣΠ. Κ. ΡΩΜΑΣ (πρὸς τὸν ἀγορεύοντα). Δὲν νο-
5352μίζετε, κύριε Πρόεδρε, ὅτι πρέπει νὰ διακόψωμεν;
5353§269Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Νὰ τελειώσω τὸ μέρος τοῦτο.
5354Ὁ νομάρχης κ. Γεώργιος Μπουκλᾶκος καὶ ὁ ἀρχηγὸς κ.
5355Ν. Μακρῆς ἀπήντησαν πρὸς τὸ περὶ ἀποφυγῆς συγκρούσεων
5356τηλεγράφημα ἡμῶν ἀμέσως, τὴν 9 Μαρτίου (ἀναγινώσκει):
5357«Πρόεδρον Κυβερνήσεως.
5358»Ἐπὶ χθεσινοῦ ὑμετέρου τηλεγραφήματος, λαμβάνομεν
5359»τὴν τιμὴν νὰ ἀπαντήσωμεν.
5360»Στρατὸς ὀργᾷ πρὸς δρᾶσιν. Πειθαρχεῖ ἐν τούτοις, ἀλλὰ
5361»ἐνδέχεται, δοθησομένης ἀφορμῆς, νὰ συμβῇ σύγκρουσις με-
5362»ταξὺ προφυλακῶν. Ὡς ἐκ τοῦ γοήτρου, οὗτινος ἀπολαύει
5363»Βασιλεία παρὰ λαῷ καὶ στρατῷ, ἄφιξις Διαδόχου πολὺ θὰ
5364»συντελέσῃ πρὸς πρόληψιν ἐνδεχομένων συγκρούσεων. Καὶ
5365»πρὸ αὐτῆς καὶ μετ’ αὐτὴν ἀρχηγὸς θὰ λάβῃ ἀφορμὴν νὰ
5366»ἐπαναλάβῃ διαταγάς του περὶ ἀποχῆς ἀπὸ πάσης οἱασδή-
5367»ποτε ἐνεργείας, δυναμένης νὰ φέρῃ διατάραξιν εἰρήνης ἢ
5368»σύγκρουσιν ἐν μεθορίοις σταθμοῖς. Ὅθεν ὑποστηρίζομεν ἄφι-
5369»ξιν ἐνταῦθα Διαδόχου, καὶ παρακαλοῦμεν εἰδοποιηθῶμεν
5370»ἐγκαίρως περὶ τούτου.
5371» Ἀρχηγὸς Μακρῆς, Νομάρχης Γ. Μπουκλᾶκος.»
5372Ἀλλὰ καὶ ὁ νομάρχης Τρικκάλων τὴν 9 Μαρτίου ἐτη-
5373λεγράφει ὡσαύτως (ἀναγινώσκει):
5374«Τὰς κρυπτογραφικὰς διαταγὰς ἔλαβον, ἀπαρεγκλίτως
5375»δὲ συμμορφοῦμαι, καὶ πέποιθα, ὅτι αἱ ὁδηγίαι καὶ προ-
5376»τροπαὶ ὑμῶν ἐπικρατήσουσι τελεσφόρως. Οἱ πάντες ἀνυπο-
5377»μόνως ἀναμένουσιν ἔλευσιν Διαδόχου, ἰδίως οἱ στρατιω-
5378»τικοὶ, ἐμβαθύνοντες εἰς τὰ τοῦ στρατοῦ, ἥτις ἔλευσις θὰ
5379»παγιώσῃ τὴν πειθαρχίαν.»
5380Τὴν μετάβασιν τοῦ Διαδόχου εἰς τὴν Λάρισαν, ὅπως ἀνα-
5381λάβῃ τὴν διοίκησιν τοῦ στρατοῦ, καθίστων ἀναπόφευκτον
5382καὶ αἱ διαθέσεις, τὰς ὁποίας ἐδείκνυεν ὁ ἀρχηγὸς τότε συν-
5383ταγματάρχης Μακρῆς, ἀλλὰ καὶ ἡ στάσις ἀξιωματικῶν τοῦ
5384στρατοῦ, οἵτινες ἔλεγον ἀπροκαλύπτως, ὅτι τὴν 25 Μαρ-
5385τίου ἦσαν διατεθειμένοι νὰ ἐπιδράμωσιν εἰς τὸ τουρκικόν. Ἡ
5386στάσις δὲ αὕτη τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ Ἀρχηγείου Λαρίσης
5387ἦν ὄντως λίαν ἀνησυχητική.
5388Ἐν τούτοις ἐκ τηλεγραφήματος τοῦ νομάρχου Λαρίσης
5389ἀπὸ 12 Μαρτίου ἐμάνθανον, ὅτι (ἀναγινώσκει) «ὁ ἐντολο-
5390δόχος τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας Ροϊλὸς κατήρτισε σώματα
5391ἐπαναστατικά, τὰ ὁποῖα μετὰ δύο ἡμέρας θὰ ἐξέλθωσι,
5392καθ’ ἃ μὲ ἐβεβαίωσαν, ὁ δὲ ἀρχηγὸς φρονεῖ, ὅτι, μόλις τὰ
5393σώματα ταῦτα ἐξέλθουν, θέλουσι συγκρουσθῆ, καὶ σύγκρου-
5394σις θὰ ἐπέλθῃ τότε γενικὴ καὶ τῶν δύο ἀντιμετώπων στρα-
5395τῶν. Ὑποπτεύομαι καὶ ἐγὼ τοῦτο. Προσέτι δ’ ὅτι πρὸς
5396πόλεμον εἴμεθα ἀνέτοιμοι. Ὁ Δουμπιώτης, θερμῶς συστη-
5397θεὶς παρ’ ἐμοῦ, παρὰ τοῦ ἐντολοδόχου τῆς Ἑταιρείας δὲν
5398ἐκρίθη χρήσιμος.»
5399Ἔλεγον πρὸ μικροῦ ὑμῖν, ὅτι κατ’ ἐντολὴν ἡμῶν εἶχε ζη-
5400τήσει ὁ νομάρχης Λαρίσης παρὰ τοῦ ἐν Λαρίσῃ ἐντολοδόχου
5401τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας νὰ διαθέσῃ τινὰς τῶν ὁπλιτῶν, οὓς εἶχε
5402στρατολογήσει καὶ διετήρει ἐν Λαρίσῃ, ὅπως σχηματισθῇ ἐξ
5403αὐτῶν σῶμά τι καὶ διαπορθμευθῇ εἰς Αἰκατερίνην, ἵνα ἐκεῖ-
5404θεν διακόψῃ τὰς σιτοπομπὰς τοῦ τουρκικοῦ στρατοῦ, φέρῃ
5405δὲ καί τινα περισπασμὸν εἰς σώματα Γκέκιδων ἢ Ἀλβα-
5406νῶν, ἂν ταῦτα ἔμελλον νὰ ἐπιδράμωσιν ἐπὶ τὴν ἡμετέραν
5407ἐπικράτειαν, ὅτε διὰ τοῦ ἀπὸ 5 Μαρτίου τηλεγραφήματος
5408ἐπετρέψαμεν τὴν ἔξοδον τοιούτου σώματος. Ἀλλ’ ἀφοῦ ὁ ἐν-
5409τολοδόχος τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας δὲν ἔστερξε τὴν πρότα-
5410σιν ταύτην τοῦ νομάρχου, παρεκαλέσαμεν τὸν κ. Δουμπιώ-
5411την, γνωρίζοντα καλῶς τὰ Μακεδονικὰ ἐδάφη, νὰ μεταβῇ
5412εἰς Λάρισαν καὶ συνεννοηθῇ μὲ τὸν ἐντολοδόχον τῆς Ἐθνι-
5413κῆς Ἑταιρείας, ὅπως ἀναλάβῃ τὴν συγκρότησιν τοιούτου σώ-
5414ματος ἐκ τῶν ὁπλιτῶν, οἵτινες εἶχον στρατολογηθῆ. Ἦτο δὲ
5415καταφανὴς τοιούτου σώματος ἡ χρησιμότης, ὁ δὲ συνταγ-
5416ματάρχης Δουμπιώτης ἦτο Μακεδών, καὶ κατὰ τὸ 1878
5417ἐχρησίμευσεν εἰς τοιαύτην ἀποστολήν.
5418§270ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἔδειξεν ἀληθῶς ἀρίστην διαγωγήν.
5419§271Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Παρεκάλεσα λοιπὸν αὐτὸν καὶ
5420συνενοήθην, καὶ ἐσύστησα αὐτῷ νὰ μεταβῇ εἰς Λάρισαν,
5421ἵνα συνεννοηθῇ μετὰ τοῦ ἀρχηγοῦ, καὶ σχηματίσῃ σῶμα·
5422ἀλλὰ τὸν τοιοῦτον κ. Δουμπιώτην δὲν ἔστερξεν οὔτε ὁ ἀρ-
5423χηγὸς Μακρῆς οὔτε ἡ Ἐθνικὴ Ἑταιρεία, οὕτω δ’ ἠναγκά-
5424σθη οὗτος νὰ ἐπανέλθῃ ἐνταῦθα.
5425Τὴν 12 Μαρτίου ὅμως δι’ ἡμιεπισήμου ἐπιστολῆς μοι
5426ἀνήγγελλεν ὁ νομάρχης Λαρίσης, ὅτι «ὡς ἔμαθον παρὰ τοῦ
5427κ. Γουσίου, ἐντὸς δύο ἢ τριῶν ἡμερῶν θὰ ἐξέλθωσι τὰ ἀν-
5428ταρτικὰ σώματα, καὶ ἐπὶ κεφαλῆς αὐτῶν θὰ τεθῇ ἀξιω-
5429ματικός τις, ὃν ἤθελεν ὑποδείξει ὁ ἀρχηγός. Δὲν δύναταί
5430τις νὰ μαντεύσῃ ἀπὸ τοῦδε τὴν ἐπιτυχίαν ἢ μὴ τῆς δρά-
5431σεως τῶν ἀνταρτικῶν σωμάτων, φοβοῦμαι ὅμως, ὅτι τινὲς
5432ἐξ αὐτῶν (ἐὰν δυνηθῶσι νὰ εἰσβάλωσι) θὰ ἐπανέλθωσι τά-
5433χιστα...» Καὶ τὴν 13 Μαρτίου ἐτηλεγράφει ὁ κ. νομάρχης
5434Λαρίσης πρὸς ἐμὲ καὶ πρὸς τὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουρ-
5435γόν, ὅτι, «ἂν καὶ αὐστηραὶ κατ’ ἐπανάληψιν διαταγαὶ ἐδό-
5436θησαν περὶ ἀποφυγῆς πάσης ἀφορμῆς ῥήξεων τῶν προφυλα-
5437κῶν ἡμῶν πρὸς τὰς τῶν Τούρκων, ἐν τούτοις ἀβέβαιον, ἂν
5438θ’ ἀποφύγωμεν τοιαύτας, ἐν περιπτώσει καθ’ ἣν θὰ ἐξέλ-
5439θωσιν ἄτακτα σώματα, ἅτινα ὁλοὲν ἑτοιμάζονται καὶ ἐντὸς
5440ὀλίγων ἡμερῶν θὰ ἐξέλθωσιν».
5441Ἕνεκα τῶν εἰδήσεων τούτων ἠναγκάσθην νὰ ἐπιθυμήσω
5442νὰ συνεννοηθῶ μετὰ τῶν διοικούντων ἐν Ἀθήναις τὴν Ἐθνι-
5443κὴν Ἑταιρείαν· διὰ τοῦτο παρεκάλεσα τὸν μακαρίτην Με-
5444λᾶν νὰ μὲ συναντήσῃ ἐν τῷ Ὑπουργείῳ, προσῆλθε δ’ οὗτος·
5445ἀλλ’ ὅτε εἶπον αὐτῷ, ὅτι πρόκειται νὰ στείλωσι σώματα
5446εἰς τὴν Ἤπειρον καὶ τὴν Θεσσαλίαν διὰ νὰ εἰσβάλωσιν εἰς
5447τὴν τουρκικὴν χώραν, μοὶ ἀπεκρίθη, ὅτι δὲν γνωρίζει τι,
5448διότι ἀσχολεῖται εἰς μόνα τὰ οἰκονομικὰ τῆς Ἑταιρείας.
5449Ἠρώτησα τότε αὐτόν, εἰς ποῖον ν’ ἀποταθῶ, ἀλλὰ μοὶ ἀπε-
5450κρίθη, ὅτι δὲν γνωρίζει.
5451Ἐσκέφθην τότε ν’ ἀποταθῶ πρὸς τὸν κ. Καζάζην, τὸν
5452Πρόεδρον τῆς Ἑταιρείας τοῦ «Ἑλληνισμοῦ», ἵνα μὲ ὁδη-
5453γήσῃ, ἂν γνωρίζῃ, εἰς τίνα νὰ ἀποταθῶ· ἀλλὰ καὶ ὁ κ.
5454Καζάζης μοὶ εἶπεν, ὅτι οὐδ’ ἀνήκει εἰς τὴν Ἐθνικὴν Ἑται-
5455ρείαν, οὐδ’ ἐπιδοκιμάζει τὴν πολιτείαν αὐτῆς, οὐδ’ ἀνα-
5456λαμβάνει εὐθύνην τινὰ δι’ αὐτήν. Ἠρώτησα τότε αὐτὸν, εἰς
5457τίνα ν’ ἀποταθῶ· ὁ κ. Καζάζης δὲ μὲ συνεβούλευσε νὰ
5458ἀποταθῶ πρὸς τὸν κ. Σπ. Λάμπρον. Ἦτο μεσονύκτιον, καθ’
5459ἣν ὥραν ἔπεμψα καὶ ἔκρουσαν τὴν θύραν τοῦ κ. Σπ. Λάμ-
5460πρου, ὅστις πιθανῶς ἀνεπαύετο, διότι προσῆλθεν εἰς τὸ Ὑ-
5461πουργεῖον δύσθυμος. Ἐξέθηκα αὐτῷ τὴν ἀνάγκην, δι’ ἣν ἐκά-
5462λεσα αὐτόν, καὶ εἶπον αὐτῷ, ὅτι, ἵνα μὴ ἀντιστρατεύωνται
5463πρὸς τὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως, πρέπει νὰ συντελῶσι
5464πρὸς τοὺς σκοποὺς καὶ τὴν τακτικὴν αὐτῆς. «Μὴ στέλλετε
5465λοιπὸν ὁπλίτας πρὸς τὴν Τουρκικὴν ἐπικράτειαν, εἰς τὴν
5466Ἤπειρον, ἢ πρὸς τὴν Θεσσαλίαν.» Ὁ κ. Λάμπρος ἔμεινε
5467σιωπηλὸς, ἀπερχόμενος δὲ μοὶ εἶπεν, ὅτι δὲν ἠδύνατο νὰ
5468μοὶ ὑποσχεθῇ, ἀλλ’ ὅτι θέλει ἀνεύρει τοὺς ἁρμοδίους καὶ
5469συνεννοηθῆ μετ’ αὐτῶν. Οὕτως ἔμειναν τὰ πράγματα ἐξηρ-
5470τημένα ἀπὸ τὴν διάθεσιν τοῦ κ. Λάμπρου, ἐὰν αὐτὸς ἦτο
5471ὁ διευθύνων τὰ στρατιωτικὰ τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας, καὶ
5472εἰς αὐτὸν ἀπέκειτο ν’ ἀπαγορεύσῃ ἢ νὰ ἐπιτρέψῃ τὴν εἰς
5473τὴν τουρκικὴν χώραν ἔξοδον τῶν ὁπλιτῶν, τῶν συσσωρευμέ-
5474νων ἐν Λαρίσῃ, ὅτε βεβαίως ἔμελλε νὰ ἐπέλθῃ ἡ σύγκρουσις.
5475Ἀλλὰ ποῖα ἔλεγε πρὸς τὴν Βουλὴν ὁ κύριος Βουλευτὴς
5476ἐκ Ζακύνθου; Οὗτος παρίστα, ὅτι ἡ Ἐθνικὴ Ἑταιρεία ἦτο
5477εἰς διηνεκῆ συνεννόησιν μετ’ ἐμοῦ, ἐνῷ ἐγὼ οὐδὲ ἐγνώριζον
5478ποῖος διώκει αὐτὴν, οὐδὲ ποῖος διεχειρίζετο εἴτε τὰ οἰκο-
5479νομικὰ, εἴτε τὰ στρατιωτικὰ αὐτῆς, μόλις δ’ ἔμαθον κατὰ
5480τὴν 7 Μαρτίου, ὅτι πρόκειται νὰ εἰσβάλωσιν εἰς τὴν Τουρ-
5481κικὴν χώραν, ὅτε ἔκρουον τὰς θύρας τούτου ἢ ἐκείνου, διὰ
5482νὰ μάθω πρὸς τίνα πρέπει νὰ στραφῶ διὰ ν’ ἀναστείλω τὴν
5483ἔξοδον τῶν ὁπλιτῶν αὐτῆς.
5484Μοὶ εἶχε στείλει ἀληθῶς ἐπιτροπὴν ἡ Ἐθνικὴ Ἑταιρεία
5485ἐκ Βουλευτῶν, μεταξὺ τῶν ὁποίων ἦτο καὶ ὁ μετὰ μικρὸν
5486τότε διορισθεὶς Ὑπουργὸς κύριος Τόμαν, ζητοῦσαν νὰ δια-
5487τάξω νὰ δοθῇ αὐτῇ ἓν ἑκατομμύριον φυσιγγίων ἀβολιδώ-
5488των, καὶ ἠρώτησα τότε τὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν ἐμὸν
5489συνάδελφον, ὅστις μὲ ἐπληροφόρησεν, ὅτι τὰ ζητούμενα φυ-
5490σίγγια εἶναι ἐντελῶς ἄχρηστα, οὐδὲ ἦτο δυνατὸν νὰ χρη-
5491σιμοποιηθῶσιν ἢ μετὰ δύο ἢ τρεῖς μῆνας, καὶ ὅτι καὶ ἡ
5492πυρῖτις, τὴν ὁποίαν εἶχον, ἦτο ἐντελῶς ἄχρηστος, ἀνήκουσα
5493εἰς τὰς κατὰ τὸ 1885 γενομένας προμηθείας, καὶ αὐτὸς δὲ
5494ὁ μακαρίτης Γούσιος μοὶ εἶχεν εἰπεῖ, ὅτι εἶχον ἐλαχίστην
5495χρησιμότητα. Τότε δὲ παρήγγειλα νὰ χορηγήσωσιν εἰς τὴν
5496Ἑταιρείαν τὸ ζητούμενον ἑκατομμύριον τῶν τοιούτων ἀβο-
5497λιδώτων φυσιγγίων...
5498§272Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Τοῦ 1877 ἦσαν τὰ φυσίγγια.
5499§273Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Λοιπὸν δὲν ἦσαν τῶν προμη-
5500θειῶν τοῦ 1885, ἀλλὰ τῶν προμηθειῶν τοῦ 1877. Τοιαῦ-
5501ται δ’ ἦσαν αἱ πληροφορίαι, τὰς ὁποίας ἐγὼ εἶχον ἀπὸ στρα-
5502τιωτικούς, ἤτοι ὅτι δὲν εἶχον καμμίαν χρησιμότητα...Καὶ
5503ὁ κ. Ν. Μεταξᾶς, ὁ τότε Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, μοὶ
5504παρέστησεν, ὅτι τὰ φυσίγγια αὐτὰ ἦσαν ἐντελῶς ἄχρηστα,
5505ἠπόρει δὲ, πῶς ἡ Ἐθνικὴ Ἑταιρεία ἦτο πρόθυμος καὶ νὰ
5506ἀγοράσῃ αὐτά. Ἀλλ’ ὅτε ἐνέδωκα εἰς τὴν περὶ φυσιγγίων
5507αἴτησιν αὐτῆς καὶ τῇ ἐχορήγησα αὐτὰ, δὲν τὸ ἔπραξα διὰ
5508νὰ ἐκπέμψῃ σώματα εἰς τὴν ὅμορον χώραν.
5509Ἰδοὺ ποῖαι ἦσαν αἱ μόναι σχέσεις, ἃς εἶχον συνδέσει
5510μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας, ἡ παραχώρησις ἑκατομμυρίου
5511φυσιγγίων ἀβολιδώτων τῆς προμηθείας τοῦ 1876 καὶ 1877
5512καὶ ἡ πρὸς τὸν νομάρχην Λαρίσης παραγγελία τῆς 5 Μαρ-
5513τίου, νὰ μὴ ἐπιμείνῃ ἀποτρέπων ὁπλίτας τῆς Ἐθνικῆς Ἑ-
5514ταιρείας νὰ ἐξέλθωσιν, ὅπως διευκολύνω τὸν σχηματισμὸν
5515σώματος, προοριζομένου ν’ ἀποβιβασθῇ εἰς Αἰκατερίνην πρὸς
5516παρακώλυσιν τῶν σιτοπομπῶν τοῦ ὀθωμανικοῦ στρατοῦ, τὸν
5517ὁποῖον σχηματισμὸν τοιούτου σώματος δὲν ἔστερξεν ὁ ἀντι-
5518πρόσωπος τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας ἐγὼ δ’ ἀνεκάλεσα τὴν
55198 Μαρτίου τὴν εἰρημένην παραγγελίαν πρὸς τὸν νομάρχην
5520Λαρίσης, καλέσας αὐτὸν νὰ φροντίσῃ, ἵνα μὴ ἐπιτραπῇ ποτὲ
5521ἡ ἐπὶ τὴν ὅμορον χώραν ἔξοδος ἀτάκτων σωμάτων.
5522Τοιαῦται μὲν αἱ σχέσεις ἐμοῦ πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Ἑται-
5523ρείαν· ποῖαι δὲ αἱ ὑποχρεώσεις τῶν πολιτικῶν ἀνδρῶν, οἱ
5524ὁποῖοι ἀνήκουσιν εἰς πολιτικὰ κόμματα, δὲν εἶναι καιρὸς νὰ
5525ἐξετάσω. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Ζακύνθου ὅμως ἔχει γνώμας,
5526αἱ ὁποῖαι βεβαίως ἁρμόζουσιν εἰς αὐτόν, διότι ἐγὼ φρονῶ, ὅτι
5527οἱ πολιτικοὶ ἄνδρες, ἐὰν μὲν ἔχωσιν ἴδιον σύστημα πολιτι-
5528κῶν ἰδεῶν καὶ γνωμῶν, τὰς ὁποίας οὐδεὶς ἄλλος ἔχει, καὶ
5529διὰ τοῦτο ἀκολουθοῦσι μὲν αὐτὰς, ἀλλ’ εἰσὶ μονάδες, ὀφεί-
5530λεται μὲν εὐλάβεια πρὸς τὰς γνώμας ταύτας αὐτῶν· ἐὰν
5531ὅμως εἰσαγάγωσιν ἑαυτοὺς εἰς κόμματα, πράττουσι τοῦτο,
5532διότι πείθονται νὰ ἐγκαταλίπωσι τὰς ἰδίας αὑτῶν γνώμας,
5533καὶ ἀποδέχονται τὸ πολιτικὸν φρόνημα, τὰς περὶ τῶν πο-
5534λιτικῶν πραγμάτων τῆς πατρίδος των γνώμας, τὰς ὁποίας
5535ἔχει τὸ κόμμα, εἰς τὸ ὁποῖον εἰσάγονται. Ἐκεῖνοι ἑπομένως
5536οἱ πολιτικοὶ ἄνδρες, οἵτινες εἶχον δηλώσει, ὅτι ἀνῆκον εἰς τὸ
5537κόμμα τὸ ὑπ’ ἐμοῦ διευθυνόμενον, οἷος ὁ κ. Τόμαν ἢ ὁ κ.
5538Τοπάλης, καὶ ἐπὶ τῆς ἐξωτερικῆς πολιτικῆς καὶ ἐπὶ τῆς
5539ἐσωτερικῆς πολιτικῆς εἶχον τὸ καθῆκον, ὡς μέλη κόμμα-
5540τος, νὰ μὴ ἔχωσιν ἄλλας γνώμας, εἰμὴ τὰς γνώμας τοῦ
5541κόμματος. Ἐὰν δ’ οὗτοι ἔκρινον, ὅτι δὲν εἶχον τὰς αὐτὰς
5542περὶ τῆς ἐξωτερικῆς πολιτικῆς ἢ περὶ τῶν ἐσωτερικῶν πραγ-
5543μάτων τῆς πατρίδος γνώμας, ἃς εἶχε τὸ πολιτικὸν κόμμα,
5544εἰς τὸ ὁποῖον ἀνῆκον, πρώτιστον εἶχον καθῆκον, ὑπὸ τῆς τι-
5545μῆς ἐπιβαλλόμενον, νὰ διαρρήξωσι τοὺς μετὰ τοῦ κόμματος
5546δεσμούς των, καὶ εἶτα νὰ μετέλθωσιν οἵαν ἂν ἐνέκρινον πο-
5547λιτικήν. Τὸ ἡμέτερον δὲ κόμμα καὶ ἐγὼ ἐφρονοῦμεν, ὅτι οὐχὶ
5548πόλεμος πρὸς τὴν Τουρκίαν ἐνεδείκνυτο τότε εἰς τὴν Ἑλ-
5549λάδα, ἀλλ’ ἡ περισυλλογὴ τῶν μετὰ τὴν πτώχευσιν γενο-
5550μένων ἐρειπίων, ἡ φειδὼ εἰς τὰ ἔξοδα τῆς διοικήσεως· οὐδ’
5551ἐκρίνομεν ὅτι τὸ Κράτος εὑρίσκετο τότε ἐν τοσαύτῃ οἰκονο-
5552μικῇ ἀνέσει, ὥστε νὰ διαθέτῃ ἑκατομμύρια πρὸς βελτίωσιν
5553τοῦ στρατοῦ, ἢ πρὸς βελτίωσιν τοῦ ὑλικοῦ τοῦ πολέμου·
5554ἐπειδὴ δ’ ἔβλεπον, ποῖος εἶχε καταλάβει τοὺς πάντας ἐνθου-
5555σιασμὸς, διενοήθην νὰ συστήσω ἐπιτροπὴν ἀμύνης ἐθνικῆς,
5556ἥτις νὰ προκηρύξῃ τὴν σύστασίν της καὶ ζητήσῃ παρὰ τῶν
5557πολιτῶν εἰσφορὰς, ὅπως χρησιμεύσωσιν αὗται ὑπὲρ τοῦ ναυ-
5558τικοῦ καὶ ὑπὲρ τοῦ στρατοῦ, ἐσκέφθην δὲ νὰ σχηματισθῇ ἡ
5559ἐπιτροπὴ αὕτη ἐκ τῶν διαφόρων τμημάτων τῆς Ἐπικρα-
5560τείας. Διενοήθην νὰ ζητήσω ἀπὸ τὸν τότε Πρόεδρον τῆς
5561Βουλῆς νὰ μετάσχῃ τῆς ἐπιτροπῆς ταύτης· διενοήθην ἐκ τοῦ
5562Ἰονίου πελάγους νὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ἀλέξανδρον Ρώμαν
5563νὰ λάβῃ μέρος εἰς αὐτήν· προκειμένου δὲ περὶ Θεσσαλίας,
5564ἀνεζήτησα μεταξὺ τῶν ἐμῶν φίλων, ἐπειδὴ δὲ ὁ συνταγ-
5565ματάρχης τοῦ μηχανικοῦ κ. Θεόδωρος Λιμπρίτης, ὁ βουλευ-
5566τὴς ἐκ Τυρνάβου, ἐκωλύετο ἴσως ἐκ τῆς στρατιωτικῆς ἰδιό-
5567τητος αὐτοῦ, ἔκρινα ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ ἀπαιτήσω παρ’ αὐ-
5568τοῦ τὴν θυσίαν ταύτην, καὶ ἀπετάθην εἰς τὸν κ. Κωνσταν-
5569τῖνον Τοπάλην. Ἦτο τότε ἡ παραμονὴ τῆς πρώτης τοῦ
5570ἔτους 1897, ὅτε ἀνεκοίνωσα τοῦτο εἰς τὸν κ. Τοπάλην, ὃν
5571ὑπελάμβανον φίλον, ἀνήκοντα εἰς τὸ πολιτικόν μου κόμμα,
5572διότι δὲν μοὶ εἶχεν ἀναγγείλει, ὅτι εἶχεν ἀποσπασθῆ αὐτοῦ.
5573Ὁ κ. Τοπάλης ἀπεκρίθη, ὅτι θέλει σκεφθῆ· ἀλλὰ τὴν ἐπι-
5574οῦσαν ἡ ἐφημερὶς «Ἑστία» ἐδημοσίευεν ἀληθὲς κατ’ ἐμοῦ
5575κατηγορητήριον, θερμότατον καὶ φλογερὸν, καὶ μὲ κατήγ-
5576γελλεν εἰς τὸν Ἑλληνισμόν, ὅτι ἐσκόπουν νὰ συστήσω τὴν
5577τοιαύτην ὑπὲρ τῆς ἐθνικῆς ἀμύνης ἐπιτροπὴν, ἵνα ὑπονο-
5578μεύσω τὴν Ἐθνικὴν Ἑταιρείαν, ἥτις συνεκέντρου ἐν ἑαυτῇ
5579οὐ μόνον πλοῦτον, ἀλλὰ καὶ δύναμιν πολιτικὴν καὶ στρα-
5580τιωτικὴν, καὶ ὅτι συνιστῶν οὕτως ἀνταγωνισμὸν μεταξὺ τῶν
5581δύο τούτων Ἑταιρειῶν, προετιθέμην νὰ ἀφαιρέσω ἀπὸ τὴν
5582Ἐθνικὴν Ἑταιρείαν τὰς πηγὰς τοῦ πλούτου, ὃν συνήθροι-
5583ζεν, ἢ τὴν δύναμιν, δι’ ἧς εἶχε περιβληθῆ.
5584Διὰ τοῦτο παρῄτησα τὸν σκοπὸν ἐκεῖνον, ὅμοιον πρὸς τὸν
5585σκοπὸν, ὃν ἐδήλωσα πρὸς τὴν Βουλὴν τὸ 1896, κατὰ τὴν
5586συζήτησιν νομοσχεδίου περὶ καθυστερούντων ὑπηρεσίαν ἐπι-
5587στράτων εἰς τὸν στρατὸν, ὅτε τῇ ἐμῇ προτάσει ἡ Βουλὴ ἐνέ-
5588κρινεν, ἵνα τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ἤθελεν εἰσπραχθῆ ἐκ τῶν
5589ἀντισηκωμάτων αὐτῶν, προσδιορισθῇ ἀποκλειστικῶς διὰ τὰς
5590ἀνάγκας τοῦ στρατοῦ· ἔκτοτε δ’ ἀπετέλεσεν εἰδικὸν ἔσοδον
5591καὶ κεφάλαιον τοκοφόρον, τὸ ὁποῖον εἶναι κατατεθειμένον
5592ἐν τῇ Ἐθνικῇ Τραπέζῃ. Εἰς τὸν σκοπὸν τοῦτον ἐσκόπουν νὰ
5593δώσω διὰ τῆς συστάσεως τῆς ὑπὲρ τῆς ἐθνικῆς ἀμύνης ἐπι-
5594τροπῆς περισσοτέραν εὐρύτητα· ἀλλὰ μετὰ τὰ ἀποτελέ-
5595σματα, τὰ ὁποῖα ἐπήνεγκεν ἀδοκήτως ἡ μετὰ τοῦ κ. Το-
5596πάλη συνεννόησίς μου, παρῃτήθην τοῦ ἔργου τούτου...
5597§274ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Ἀρκετά, κύ-
5598ριε Πρόεδρε.
5599§275Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μάλιστα. Αὔριον,
5600§276ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρᾳ 4 καὶ 30′ τῆς
5601πρώτας τῆς ἐπιούσης).