1902.03.18
1.812 στίχοι · 13.876 λέξεις · 160 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 35
τῆς 18 Μαρτίου 1902.
(Δευτέρα).
(Γενομένης ἀπαρτίας ὥρᾳ 5 καὶ 30′ μ. μ. ἀναγινώσκονται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἡ ἐν τοῖς πρακτικοῖς γενομένη ἔκθεσις τῶν λεχθέντων ὑπ’ ἐμοῦ προχθὲς δὲν εἶναι οὔτε πλήρης, οὔτε ἀκριβής. Δὲν εἶναι ἀκριβής, διότι ἀναφέρεται, ὅτι ἐγὼ εἶπον, ὅτι «ἀπέναντι τοιαύτης καταστάσεως, ἧς τὸ ἐπιστέγασμα ἀπετέλεσεν ἡ ὑποβληθεῖσα πρότασις...» Ἐγὼ δὲν εἶπον «ἡ ὑποβληθεῖσα πρότασις», ἀλλ’ εἶπον «ἡ πρότασις ἡ ὑπὸ τῆς Βουλῆς γενομένη ἀποδεκτή», Διότι, ἐὰν εἷς Βουλευτὴς ὑποβάλῃ πρότασίν τινα, αὐτὸ οὐδένα ἐνοχλεῖ, οὐδ’ ἔχει τις δικαίωμα νὰ ἀνησυχῇ· ἀλλ’ ὅταν ἡ Βουλὴ ἀποδέχηται πρότασίν τινα, ἡ πρότασις αὕτη θέλει πάντως ἐκτελεσθῆ, ἡ δὲ ἐκτέλεσις αὐτῆς ἐπηρεάζει τὰ δικαιώματα τῶν ἄλλων, καὶ μάλιστα τοῦ Κράτους. Διὰ τοῦτο πρέπει νὰ μεταβληθῶσι κατὰ τοῦτο τὰ πρακτικὰ, καὶ ζητῶ νὰ γραφῇ ἐν τοῖς πρακτικοῖς, οὐχὶ «ἡ ὑποβληθεῖσα πρότασις», ἀλλὰ «ἡ πρότασις, ἥτις ἐγένετο δεκτὴ ὑπὸ τῆς Βουλῆς». Ἐὰν ἐγένετο ἢ δὲν ἐγένετο ἀποδεκτὴ, τοῦτο εἶναι ἄλλο θέμα. Ἀλλ’ ἐγὼ ἐθεώρησα τὴν πρότασιν γενομένην ἀποδεκτὴν, διότι, ἐὰν δὲν ἐγίνετο ἀποδεκτὴ, δὲν εἶχον λόγον νὰ δηλώσω, ὅτι ἀπεφασίσαμεν νὰ παραιτηθῶμεν.
§2ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ διορθωθῇ.
§3Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἀλλὰ προσέτι εἰς τὸ τέλος τοῦ χωρίου τούτου τῶν πρακτικῶν, τὸ ὁποῖον περιλαμβάνει τὰ ὑπ’ ἐμοῦ λεχθέντα, πρέπει νὰ προστεθῶσι ταῦτα: «ἀπεφάσισε νὰ παραιτηθῇ, ἐὰν ἡ Βουλὴ ἐπιμείνῃ εἰς τὴν ἀπόφασιν ταύτην αὐτῆς». Οὕτω συμπληροῦται ὁ λόγος μου.
§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ διορθωθῇ καὶ τοῦτο.
§5Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἀλλὰ προσέτι, καθ’ ἣν ὥραν ἠγόρευεν ὁ Βουλευτὴς ἐκ Λεβαδείας, ἀπαντήσας εἰς ὅσα ἐγὼ τότε ἔλεγον, συνέβη τι ἔκτροπον, ὅτι ὁ Βουλευτὴς Λεβαδείας ὑπέλαβεν, ὅτι εἶχε δικαίωμα ἢ ἀφορμὴν νὰ ἐπικρίνῃ τὴν Ἀντιπολίτευσιν, καὶ νὰ τὴν παραστήσῃ μάλιστα ὡς κακῆς πίστεως. Τοιαύτη πρόσαψις ἦτο βεβαίως ψευδής. Καθ’ ἣν δὲ ὥραν ἐγὼ ἐδήλουν ἐν ὀνόματι τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ὅτι ἀπεφασίσαμεν νὰ παραιτηθῶμεν, ἐὰν ἡ Βουλὴ ἐπιμείνῃ εἰς τὴν ἀπόφασιν ἐκείνην, καὶ διετελοῦμεν ἔτι ἐν τῇ αἰθούσῃ, περιμένοντες νὰ μάθωμεν, ἂν ἐπιμένει ἡ Βουλὴ ἢ δὲν ἐπιμένει εἰς τὴν ἀπόφασιν ἐκείνην, ὁ Βουλευτὴς ἐκ Λεβαδείας ἔκρινεν, ὅτι εἶχεν ἀφορμὴν ἢ δικαίωμα νὰ μᾶς ὑβρίσῃ. Τότε εἶπον πρὸς τὴν Βουλήν: «Ἐπειδὴ ἡμεῖς ἐμείναμεν ἐνταῦθα διὰ νὰ μάθωμεν παρὰ τῶν ἁρμοδίων, ἂν ἐπιμένει ἡ Βουλὴ εἰς τὴν ἀπόφασιν ἐκείνην, οὐχὶ δὲ διὰ νὰ ὑβριζώμεθα, ἀπερχόμεθα». Καὶ ἀπῆλθον· καὶ μετ’ ἐμοῦ συναπῆλθον οἱ Βουλευταὶ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ὅσοι εἰσὶ πολιτικοὶ φίλοι μου. Ἀλλὰ, κατὰ τὰ πρακτικὰ, οὐδὲν τοιοῦτον ἔγεινεν. Ἐξ ἐναντίας, κατὰ τὰ πρακτικὰ, δὲν εἶπον ἐγὼ, ὅτι ἡ πρότασις ἐγένετο ἀποδεκτὴ ὑπὸ τῆς Βουλῆς, ἀλλ’ ὅτι ὑπεβλήθη εἰς τὴν Βουλήν· ὅτι δὲν εἶπον διατὶ ἀπεχωροῦμεν ἐγώ τε καὶ οἱ φίλοι μου. Κατὰ τὰ πρακτικὰ, ὡς εἰσὶ γεγραμμένα, τὰ πράγματα εἶναι ὁμαλώτερα, πάντα δὲ τὰ δημοσιευθέντα ὑπὸ τῶν ἐφημερίδων εἶναι ψευδῆ! Τὰ ἀναγνωσθέντα πρακτικὰ ἐξεικονίζουσι τὰ πράγματα οὐχὶ ὡς συνέβησαν· λυποῦμαι δὲ, διότι δὲν ἔχω δικαίωμα νὰ φέρω κρίσιν τινὰ ἐπὶ τῶν ἐκτιθεμένων ἐν τοῖς πρακτικοῖς ὡς λεχθέντων ὑπὸ τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς, ἢ ὑπὸ τοῦ Προέδρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ἢ ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ Κερκύρας, τοῦ προϊσταμένου τῆς πλειονοψηφίας, οὐδὲ ἔχω δικαίωμα νὰ φέρω παρατήρησιν, ἂν ταῦτα ἐξετελέσθησαν πιστῶς, ὡς ἐξετέθησαν ἐν τοῖς πρακτικοῖς, ἢ ἂν τὰ λεχθέντα εἶναι πιστὴ ἀφήγησις τῶν γενομένων· ἔχω ὅμως δικαίωμα νὰ παραπονεθῶ διὰ τὴν τοιαύτην τάσιν τοῦ συντάκτου τῶν πρακτικῶν, διότι δὲν δύναταί τις νὰ παραδεχθῇ μόνον, ὅτι περιέπεσεν εἰς ἀνακριβείας· ὅταν δὲ δίδωνται τοιαῦται ἀφορμαὶ, αὗται ἄγουσι τὸν ἀναγνώστην νὰ ἀποδώσῃ τὴν τοιαύτην ἔκθεσιν τῶν ἐν τῇ Βουλῇ γενομένων εἰς προαίρεσιν, ἡ ὁποία δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένη καὶ τιμωρεῖται ὑπὸ τῆς ἠθικῆς. Λοιπὸν ζητῶ νὰ μεταβληθῶσι τὰ πρακτικὰ, ὅπως μετὰ τὰς φράσεις τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Λεβαδείας: «παρετήρησεν εἶτα, ὅτι ἡ τοιαύτη στάσις τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἐξέρχεται τῶν ὁρίων τῆς καλῆς πίστεως» γραφῇ, ὅτι ἐγὼ διέκοψα τὸν ἀγορεύοντα, προστεθῶσι δὲ ταῦτα: «Ὁ κ. Δηλιγιάννης διέκοψε τὸν ἀγορεύοντα, εἰπὼν, ὅτι μετὰ τὴν δήλωσιν τῆς παραιτήσεως, ἣν ἐποιήσατο, δὲν ἔμειναν ἐν τῇ αἰθούσῃ οἱ πολιτικοὶ φίλοι του, καὶ ἄλλα μέλη τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, καὶ αὐτὸς προσέτι διὰ νὰ ἀκούσωσιν ὕβρεις», ὅτι «μετὰ τοὺς λόγους τούτους ἀπῆλθεν, ἐξελθὼν τῆς αἰθούσης, συνεξῆλθον δὲ μετ’ αὐτοῦ καὶ συγχρόνως οἱ κύριοι Ἀνδρέας Παναγιωτόπουλος βουλευτὴς ἐξ Αἰγιαλείας, Κ. Καραπᾶνος καὶ Ἰω. Καραπᾶνος, βουλευταὶ ἐξ Ἄρτης, Ἀλέξ. Σκουζὲς, Ν. Λεβίδης καὶ Νικ. Γουναράκης ἐξ Ἀττικῆς, Περ. Ἀλεξάκης ἐκ Γόρτυνος, Ἀριστοτέλης Ἀναγνωστόπουλος ἐκ Δωρίδος, Δημ. Τσιτσάρας ἐξ Εὐρυτανίας, Ἀλέξανδρος Ῥώμας ἐκ Ζακύνθου, Χαρίλαος Σπηλιώτης ἐξ Ἠλείας, Νικόλαος Δαούτης ἐκ Θηβῶν, Χριστόφορος Ἀσιμῆς ἐκ Θήρας, Περικλῆς Περρωτῆς ἐκ Καλαμῶν, Κ. Δούνης ἐκ Καρυστίας, Π. Πετρίδης ἐκ Κορινθίας, Εὐάγγελος Τσαρλαμπᾶς ἐκ Λευκάδος, Ἰωάννης Μπακόπουλος ἐκ Μαντινείας, Ἠλίας Κοσσονᾶκος ἐκ Μεγαλοπόλεως, Γεώργ. Νικολαΐδης ἐκ Μεγαρίδος, Ἐλευθέριος Μυκώνιος ἐκ Νάξου, Ἀθανάσιος Πετσάλης ἐκ Ξηροχωρίου, Κυριακούλης Π. Μαυρομιχάλης ἐξ Οἰτύλου, Ἀσημάκης Χριστόπουλος ἐξ Ὀλυμπίας, Θεόδωρος Βελλιανίτης ἐκ Παξῶν, Ἀχιλλεὺς Χοϊδᾶς καὶ Γ. Παπαδιαμαντόπουλος ἐκ Πατρῶν, Διομήδης Κυριακὸς ἐκ Σπετσῶν, Ν. Βαφειαδάκης ἐκ Σύρου, Δημ. Ἀναστασόπουλος ἐκ Τριφυλίας, Ἀνδρέας Σκαλτσοδῆμος ἐκ Τριχωνίας, Θεόδωρος Λιμπρίτης ἐκ Τυρνάβου, Παντελῆς Γκίκας ἐξ Ὕδρας, Ν. Χατζῖσκος ἐκ Φθιώτιδος.»
§6ΣΤΕΦ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Καὶ εἰς τὰ σημειούμενα, ὅτι ἐλέχθησαν ὑπ’ ἐμοῦ, παρακαλῶ μίαν μεταβολὴν λέξεως μόνον. Ἐκεῖ, ὅπου λέγει «μέχρι τῆς διὰ τῆς ἐπισήμου διαβεβαιώσεως τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς καὶ τοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ἀποδείξεως τοῦ ἐναντίου», ἐπειδὴ εἶναι πάρα πολὺ δικανικὴ ἡ φράσις, παρακαλῶ νὰ τεθῇ ἁπλῶς «μέχρι βεβαιώσεως τοῦ ἐναντίου».
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλά. Θὰ διορθωθῇ.
§8Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Πρὸ ἡμερῶν, κύριε Πρόεδρε, εἶχον λάβει τὴν τιμὴν νὰ σᾶς παρακαλέσω, ὅπως εὐαρεστούμενος διατάξητε νὰ διορθωθῶσι τὰ πρακτικὰ εἰς τὸ ζήτημα τῆς ἐπερωτήσεως, τὴν ὁποίαν εἶχον ἀπευθύνει πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν.
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εἴμεθα εἰς αὐτό.
§10Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Ἀνέμενον, λέγω, ἐπὶ τόσας ἡμέρας νὰ διορθωθῶσιν. Ἀφοῦ δὲν διωρθώθησαν, δὲν νομίζετε, ὅτι εἶναι δίκαιον νὰ παραπονεθῶ;
§11Δ. ΤΣΑΤΣΟΣ ΚΑΙ ΑΛΛΟΙ. Ὄχι αὐτὴν τὴν ὥραν.
§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εἶναι αὐτὴ ἡ στιγμὴ κατάλληλος δι’ αὐτό. Τώρα πρόκειται περὶ τῶν πρακτικῶν τῆς 34ης συνεδριάσεως. Ὑπάρχει ἄλλη ἀντίρρησις ἐπὶ τῶν πρακτικῶν;
§13ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, ὄχι.
§14ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ πρακτικὰ, διορθωθέντα συμφώνως πρὸς τὰς παρατηρήσεις τῶν κ. κ. Θ. Π. Δηλιγιάννη καὶ Δραγούμη, ἐπικυροῦνται. Ὁ Ἐμπορικὸς Σύλλογος Γυθείου ὑποβάλλει ὑπόμνημα περὶ διοχετεύσεως τοῦ διαρρέοντος τὴν πόλιν Γυθείου χειμάρρου Ξηριᾶ. Ὁ Ἐμπορικὸς Σύλλογος Βόλου ὑποβάλλει ὑπόμνημα περὶ τῆς συμβάσεως τῆς σιγαροποιΐας. Τὸ ὑπόμνημα τοῦτο ἐστάλη ἔντυπον καὶ πρὸς τοὺς κυρίους Βουλευτάς. Θέλει σταλῆ καὶ εἰς τὴν εἰδικὴν πρὸς μελέτην τῆς συμβάσεως ἐπιτροπήν.
§15Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Τὴν αἴτησιν τοῦ Ἐμπορικοῦ Συλλόγου Γυθείου συνεστήσαμεν μετὰ τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου μου εἰς τὴν Κυβέρνησιν, παρακαλέσαντες αὐτὴν, ὅπως μεριμνήσῃ περὶ τῆς διοχετεύσεως τοῦ χειμάρρου Ξηριᾶ, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἦναι πόλις τὸ Γύθειον, ἐν ᾗ περιπτώσει ὁ χείμαρρος οὗτος δὲν διοχετευθῇ. Ἔχοντες τὴν ἐλπίδα, ὅτι ἡ Κυβέρνησις θέλει μεριμνήσει περὶ τούτου, ἀποφεύγομεν νὰ μακρηγορήσωμεν, διότι πεποίθαμεν, ὅτι θέλει ἐρευνήσει, ἵνα ἐξαλείψῃ τοὺς ἑλειογενεῖς πυρετοὺς, οἱ ὁποῖοι προέρχονται ἐκ τοῦ χειμάρρου τούτου.
§16ΑΡ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Ἐκτὸς αὐτοῦ ὑπάρχει καὶ ἄλλος λόγος, ἀρκετὰ σπουδαῖος. Ἐπὶ τοῦ μέρους ἐκείνου τὸ Δημόσιον ἐπώλησεν οἰκόπεδα, τὴν ἀξίαν τῶν ὁποίων εἰσέπραξε, καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γείνωσιν αὐτὰ οἰκοδομήσιμα, κατὰ τὸ σχέδιον τῆς πόλεως, ἄνευ τῆς διοχετεύσεως τοῦ ὕδατος τοῦ χειμάρρου Ξηριᾶ.
§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κάτοικοι Ἀργοστολίου καὶ Ληξουρίου δι’ ἀναφορᾶς των πρὸς τὴν Βουλὴν ἐκφράζουσι τὴν εὐχὴν, ὅπως ἀνανεωθῇ τὸ ὑπὲρ τῆς Ἰονικῆς Τραπέζης προνόμιον. Ὁ Ι. Παντελόπουλος, κατάδικος τῶν φυλακῶν Ρίου, δι’ ἀναφορᾶς του ζητεῖ χάριν. Ὁμοίαν αἴτησιν ὑποβάλλουσιν οἱ ἐν ταῖς φυλακαῖς Ἀμφίσσης κρατούμενοι κατάδικοι Ν. Καρανίκας, Δ. Παπᾶς, Δ. Πολίτης, Γ. Παπαϊωάννου καὶ Κ. Πετσάβας. Οἱ ἐν ταῖς φυλακαῖς Παλαμηδίου, ἐν τῷ τμήματι Ἁγίου Ἀνδρέου κρατούμενοι κατάδικοι δι’ ἀναφορᾶς των πρὸς τὴν Βουλὴν ζητοῦσι τὴν ἀραίωσιν αὐτῶν, διὰ λόγους ὑγείας.
§18Γ. ΚΑΠΕΤΑΝΑΚΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§19Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Τὰ λεχθέντα παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου περὶ φυλακῶν μοὶ ἐνεποίησαν μεγάλην αἴσθησιν. Ἀλλὰ καὶ ἐξ ἰδίας ἀντιλήψεως, ὅτε ἐσχάτως μετέβην εἰς Ναύπλιον καὶ ἐπεσκέφθην τὰς φυλακὰς Παλαμηδίου, πείθομαι περὶ τῆς ἀκριβείας τῶν ἐκτραγῳδηθέντων. Ἔφριξα, Κύριοι, ἐπὶ τῇ ἀθλίᾳ καταστάσει, τῇ ἐπικρατούσῃ ἐν ταῖς φυλακαῖς ἐκείναις. Εἰς χῶρον ἐλάχιστον, εἰς δωμάτια ἔχοντα τριῶν μόλις μέτρων πλάτος καὶ 2 μέτρων βάθος εἰσὶν ἐγκαθειργμένοι περὶ τοὺς 10 ἢ 15 κατάδικοι! Ἐννοεῖται, ὅτι ἡ κατάστασις αὕτη, καὶ ὡς ἐκ τῆς κακῆς διαίτης καὶ ὡς ἐκ τῆς κακῆς συναναστροφῆς, εἶναι ἀληθῶς ἀπελπιστική, καὶ ἀξία νὰ προκαλέσῃ σύντονον τὴν προσοχὴν τῶν ἁρμοδίων. Ἡ κατάστασις τῶν φυλακῶν τοῦ Κράτους περιῆλθεν εἰς σημεῖον φρικῶδες. Εἶναι τῷ ὄντι καιρὸς νὰ ληφθῇ μέτρον, ὅπως καὶ ἡ ἀραίωσις τῶν φυλακισμένων ἐπιτευχθῇ καὶ οἱ ἐντεταλμένοι τὰ τῆς διαπαιδαγωγήσεως δυνηθῶσι νὰ ἐκτελέσωσι τὸν σκοπόν των, καὶ οὕτως οἱ ἐξερχόμενοι τῶν φυλακῶν νὰ κατορθώσωσι νὰ ἐπιδοθῶσιν εἰς τὰ ἔργα των, καὶ νὰ γείνωσι πολῖται ἀγαθοὶ καὶ ἄξιοι τοῦ ὀνόματος τοῦ Ἕλληνος, ὅπερ φέρουσι. Θὰ παρακαλέσω καὶ ἐγὼ τὴν Κυβέρνησιν, συνενῶν τὴν φωνήν μου μετὰ τῆς τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Οἰτύλου, νὰ μεριμνήσῃ, εἰ δυνατόν, ὅπως ἐπέλθῃ ἀραίωσις τοὐλάχιστον τῶν φυλακισμένων ταχίστη ἐν ταῖς φυλακαῖς Παλαμηδίου, ὅπου ἡ κατάστασις εἶναι οἰκτρὸν ἰδέσθαι!
§20ΤΙΜ. ΑΔΑΜΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἐγὼ παρακαλῶ νὰ δοθῇ χάρις εἰς τοὺς Θεσσαλοὺς καταδίκους, οἵτινες κατὰ τὸ 1897 ἀφέθησαν ἐλεύθεροι τῇ ἐντολῇ τῆς τότε Κυβερνήσεως.
§21Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Εἶναι λυπηρὰ δυστυχῶς ἀλήθεια, ὅτι, ἂν ἐξαιρέσωμεν φυλακάς τινας ἐν Ἀθήναις καὶ τοῖς Σωφρονιστηρίοις Αἰγίνης καὶ Ἑπτανήσου, αἱ λοιπαὶ φυλακαὶ τοῦ Κράτους δὲν ἀντιπροσωπεύουσιν οὔτε σύστημά τι, οὔτε εἶναι ἄξιαι κἂν τοῦ ὀνόματος τῶν φυλακῶν. Τῷ ὄντι ἡ κατάστασις εἶναι οἰκτρά. Πᾶσαι αἱ Κυβερνήσεις, ὄχι μόνον ἡ σημερινή, ἀλλὰ καὶ αἱ προκάτοχοι, ἠσχολήθησαν πολὺ ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου, καὶ ἐργασίαι πολλαὶ ὑπάρχουσι περὶ τούτου ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῆς Δικαιοσύνης. Εὑρισκόμεθα σήμερον εἰς τὴν εὐχάριστον θέσιν νὰ δυνάμεθα νὰ ἐπιχειρήσωμέν τι, ἔχοντες τὰ πρὸς τοῦτο μέσα, χάρις εἰς τὴν μεγάλην ψυχὴν τοῦ ἀποθανόντος μεγάλου εὐεργέτου τοῦ τόπου Ἀνδρέου Συγγροῦ. Ἡ Κυβέρνησις ἔχει ὑποβάλει σὺν τοῖς ἄλλοις νομοσχέδιον περὶ τούτου, ὅταν δὲ ἔλθῃ εἰς συζήτησιν τὸ νομοσχέδιον, τὰ περὶ τούτου θὰ συζητηθῶσι διὰ μακροτέρων, καὶ θὰ ἀκουσθῶσιν αἱ γνῶμαι τῶν ἐμπειροτέρων. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ ἕτερον θέμα, ὅπερ ἐθίχθη, ἐὰν εἶναι δυνατὸν καὶ διὰ διοικητικῶν μέτρων νὰ ἐπέλθῃ θεραπεία τις, καὶ περὶ τούτου θὰ ληφθῶσι μέτρα τάχιστα. Κύριοι, ἀπασχολεῖ δικαίως τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ὡς καὶ τὸν πρὸ αὐτοῦ, τὸ ζήτημα τῶν Βασιλικῶν χαρίτων, διότι ὑπάρχουσιν ἐν ταῖς φυλακαῖς ἄνθρωποι ἐκτίσαντες ὑπὲρ τὰ ¾ μακροχρονίου φυλακῆς ἐν ταῖς ἑλληνικαῖς φυλακαῖς. Δυστυχῶς ἡ κατάστασις τῶν φυλακῶν τοῦ Κράτους, ὡς εἶπον, διατελεῖ ὑπὸ ἄθλιον σύστημα, ἢ μᾶλλον ὑπὸ ἔλλειψιν συστήματος, καὶ ἐκτὸς τῆς ἠθικῆς ἀπόψεως φέρει καὶ τὸ δεινὸν τῆς καταστροφῆς τῆς ὑγείας. Ἔχουσι δὲ πάθει πάρα πολλοί, καὶ καθ’ ἑκάστην ἀγγέλλεται δυστυχῶς ὑπὸ τῶν ἁρμοδίων, ἀλλὰ καὶ ὑπὸ πολλῶν ἰατρῶν ἐκ φιλανθρωπίας, ὅτι αἱ φυλακαὶ τοῦ Κράτους εἶναι μεταβεβλημέναι εἰς ἑστίας μολυσματικῶν νοσημάτων, ἰδίως δὲ τοῦ φοβερωτέρου νοσήματος, τῆς φθίσεως.
§22Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ὁποῖον ἐκεῖθεν μεταδίδεται εἰς ὅλην τὴν Ἑλλάδα.
§23Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Ἔργον οὐ μόνον δικαιοσύνης, ἀλλὰ καὶ προνοίας καὶ καθήκοντος κυβερνητικοῦ εἶναι, νὰ ἀσχολῆται ὁ Ὑπουργὸς εἰς ἐξέτασιν ζητημάτων τοιούτων, καὶ τοῦτο θὰ πράξω διὰ γενικῶν μέτρων, καὶ οὐχὶ διὰ προσωπικῶν. Ἀλλὰ πρὸς τοῦτο ἀπαιτεῖται καὶ χρόνος μακρὸς καὶ ἀφοσίωσις ἀπερίσπαστος πρὸς ἐκτέλεσιν τοῦ ἔργου.
§24Γ. ΚΑΠΕΤΑΝΑΚΗΣ. Ἰδίᾳ νὰ φροντίσητε διὰ τοὺς φθισικούς.
§25Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Ὁσάκις ὑπάρχωσι περιπτώσεις ὑποκείμεναι εἰς τὰ ληφθέντα ἄλλατε γενικὰ μέτρα, ἐκτελοῦνται μετὰ πάσης σπουδῆς, ἰδίως ἐὰν ὑπάρχῃ τις, οὗτινος ὁ χρόνος τῆς ὑποδικίας, συνυπολογιζόμενος πρὸς τὴν ποινήν, συμπληροῖ ταύτην, καίτοι ἐφυλακίσθη πρὸ τοῦ νόμου τοῦ συμψηφισμοῦ τῆς προφυλακίσεως. Παρακαλῶ δὲ πάντας τοὺς συναδέλφους, ἐὰν γνωρίζωσι τοιαύτας περιπτώσεις, νὰ ὑποδεικνύωσι ταύτας εἰς ἐμέ, πρόθυμον πρὸς ἐκπλήρωσιν τοιούτου καθήκοντος.
§26Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἐξ ὅσων εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ τῆς Δικαιοσύνης ἐφάνη πιστεύων, ὅτι ἡ ὑποβολὴ νομοσχεδίου εἰς τὴν Βουλὴν περὶ φυλακῶν θέλει συντελέσει εἰς τὴν διόρθωσιν τῶν κακῶς ἐχόντων. Δὲν ἀρνοῦμαι, ὅτι ἡ πρόνοια τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας θέλει ἐπιφέρει βελτίωσίν τινα εἰς τὴν καθεστῶσαν κατάστασιν. Ἀλλ’ ἂς μὴ πιστεύῃ ὁ κ. Ὑπουργός, ὅτι ἡ σήμερον κατάστασις τῶν φυλακῶν προέρχεται κυρίως ἐκ τῆς ἐλλείψεως νομοθετικῆς προνοίας περὶ αὐτῶν. Ἡ κατάστασις τῶν φυλακῶν ὀφείλεται κυρίως εἰς τὴν κακὴν ἐκλογὴν τοῦ προσωπικοῦ αὐτῶν. Λέγων δὲ ταῦτα, δὲν ἐννοῶ νὰ ἐπιρρίψω μομφὴν κατὰ τῆς παρούσης Κυβερνήσεως, διότι ὁμολογῶ, ὅτι τὸ κακὸν τοῦτο ὑφίσταται ἀπὸ ἀμνημονεύτου χρόνου. Οὔτε εἶναι ἀκριβὲς τὸ λεχθὲν παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ὅτι ἐκτὸς τῶν φυλακῶν, τῶν ἐν τῇ πόλει ταύτῃ, ἀθλία εἶναι ἡ κατάστασις τῶν ἄλλων φυλακῶν τοῦ Κράτους. Διότι δύναμαι νὰ βεβαιώσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ὅτι πρὸς τὴν ἀθλίαν κατάστασιν τῶν φυλακῶν τῶν ἐπιλοίπων μερῶν τοῦ Κράτους μετὰ σθένους δύνανται νὰ ἁμιλλῶνται αἱ φυλακαὶ τῶν Ἀθηνῶν. Ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν, πρὸς ταῖς ἄλλαις ἀσχολίαις, ἃς ἔχει, νὰ μεταβῇ οὐχὶ μακρὰν, ἀλλὰ εἰς τὰς ἐπανορθωτικὰς φυλακὰς τοῦ «Παλαιοῦ Στρατῶνος», ὡς λέγονται. Ἐκεῖ θέλει οἰκτείρει τὴν κατάστασιν τοῦ τόπου, τοῦ ἀνεχομένου ἐντὸς τῆς Πρωτευούσης κατάστασιν, ἥτις μόλις πρὸ 400 ἢ 500 ἐτῶν ἐδύνατο νὰ δικαιολογῆται...
§27Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Ἐνόησα μὲ τὴν δήλωσιν, τὴν ὁποίαν ἔκαμα, τὰς φυλακὰς Ἀβέρωφ, Συγγροῦ καὶ τὰ Σωφρονιστήρια Αἰγίνης κλπ.
§28Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. «Φυλακὰς Συγγροῦ»! Παρακαλῶ λοιπὸν ὑμᾶς καὶ ἐκεῖ νὰ μεταβῆτε, ἵνα ἴδητε ὁποίου εἴδους ἐπονείδιστος ἐμπορία τελεῖται ἐν αὐταῖς. Νὰ μεταβῆτε ἐκεῖ, ἵνα ἴδητε, ἂν ἔχομεν τὸ δικαίωμα νὰ καλῶμεν αὐτὰς φυλακὰς πολιτισμένου Κράτους. Διὰ τοῦτο λέγω, ὅτι δὲν ἀρκοῦσιν οἱ νόμοι, οἱ ὀργανισμοί, ἵνα βελτιώσωσι τὸ ἄθλιον αὐτὸ καθεστώς, εἴτε σωφρονιστικὸν εἴτε ἐπανορθωτικόν, εἴτε ὅπως ἄλλως ὀνομάσητε αὐτό. Ἐγὼ ἤθελον προβῆ εἰς ἄλλα μέτρα. Ἤθελον παρακαλέσει τὴν Κυβέρνησιν νὰ τάξῃ ἡμέραν πρὸς συζήτησιν περὶ τῆς καταστάσεως τῶν φυλακῶν τοῦ Κράτους καὶ τῶν αἰτίων τῆς τοιαύτης καταστάσεως. Ἀλλὰ πρὸ τούτου ἤθελον παρακαλέσει τὴν Κυβέρνησιν, ἵνα διὰ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Βουλῆς ἐκλεχθῶσι τρεῖς μὲν Βουλευταὶ ἐκ τῆς Συμπολιτεύσεως, δύο δὲ ἐκ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, οἵτινες, ἀποτελοῦντες ἐπιτροπὴν, νὰ μεταβῶσιν εἰς τὰς φυλακὰς τοῦ Παλαιοῦ Στρατῶνος καὶ τὰς τοῦ Συγγροῦ, διότι αἱ δύο αὗται φυλακαί εἰσιν, οὕτως εἰπεῖν, ἡ περίληψις ὅλων τῶν φυλακῶν τοῦ Κράτους! Ἐκεῖ θέλουσι διδαχθῆ καὶ πληροφορηθῆ, κατὰ τίνα τρόπον ἐπονείδιστον τελοῦνται τὰ ὄργια, ὧν τὴν ἀνάλυσιν βεβαίως ἡ εὐσχημοσύνη δὲν ἐπιτρέπει νὰ ἐκθέσωμεν ἐνταῦθα. Ἐκεῖ θέλουσιν ἰδεῖ, κατὰ τίνα τρόπον ἄνδρες ὡρίμου ἡλικίας συναγελάζονται μετὰ νεαρῶν καταδίκων ἢ ὑποδίκων. Ἐκεῖ θέλουσι βεβαιωθῆ, κατὰ τίνα τρόπον οἱ ἐπιστάται τῶν φυλακῶν ἐμπορεύονται τὴν ἔλλειψιν τῆς προσωπικῆς ἐλευθερίας τῶν ὑποδίκων καὶ καταδίκων. Ἐκεῖ θέλουσι μάθει, ὅτι φρικώδη ὄργια τελοῦνται, προσβάλλοντα τὴν ἀνθρωπίνην ἀξιοπρέπειαν. Ἐκεῖ θέλουσιν ἰδεῖ, ὅτι αἱ φυλακαὶ τῶν Ἀθηνῶν εἰσι τὰ καταγώγια καὶ τὰ φυτώρια παντὸς ἐγκλήματος καὶ πάσης ἀσχημίας! Διὰ τοῦτο λέγω, ὅτι αἱ φυλακαὶ τῶν Ἀθηνῶν εἶναι περίληψις τῶν φυλακῶν ὅλου τοῦ Κράτους. Φαντάζομαι, τί τελοῦνται εἰς τοὺς βράχους τοῦ Παλαμηδίου καὶ εἰς τὰ κάθυγρα ὑπόγεια τῶν φυλακῶν τῆς Χαλκίδος! φαντάζομαι τί τελοῦνται εἰς τὰς φυλακὰς τοῦ Ρίου! Διὰ τοῦτο, κύριε Πρόεδρε, ἂν ἦτο δυνατὸν νὰ ἀκουσθῇ ἡ γνώμη μου, καὶ πάλιν ἤθελον παρακαλέσει τὴν Κυβέρνησιν νὰ συστήσῃ εἰς ὑμᾶς νὰ ἐκλέξητε ἐπιτροπὴν ἐξεταστικὴν τῶν πραγμάτων. Δὲν ἀμφιβάλλω δὲ, ὅτι οἱ Βουλευταὶ ἀμφοτέρων τῶν μερίδων θέλουσιν εὑρεθῆ συναδελφωμένοι ὡς πρὸς τοῦτο, διότι τὸ ζήτημα τοῦτο δὲν εἶναι ζήτημα εὐθύνον τὴν παροῦσαν μόνον Κυβέρνησιν, ὑφίσταται ἀπὸ χρόνου ἀμνημονεύτου. Καὶ ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι, ὅταν ἡ Βουλὴ διὰ τῶν ἀντιπροσώπων αὐτῆς, τῶν εἰδικῶν περὶ τὰ τοιαῦτα, ἐπιληφθῇ τῆς ἐρεύνης καὶ τῆς καταστάσεως τῶν φυλακῶν τῶν Ἀθηνῶν, καὶ προκληθῇ συζήτησις τῆς Βουλῆς ἐπὶ τῇ διαφωτίσει, ἣν θέλουσι παράσχει αὐτῇ οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι, δὲν ἀμφιβάλλω, λέγω, ὅτι μόνον τότε θέλει κατασταθῆ δυνατὸν νὰ ἐννοήσωμεν τὴν κατάστασιν ὅλων τῶν φυλακῶν τοῦ Κράτους, νὰ ἐρευνήσωμεν τὰ αἴτια τῆς τοιαύτης καταστάσεως, καὶ μόνον τότε, Κύριοι, θέλομεν δυνηθῆ νὰ δημιουργήσωμεν νομοθέτημα, ὅπερ θέλει φέρει ἀγαθὰ ὑπὲρ τοῦ Κράτους καὶ τῆς κοινωνίας ἀποτελέσματα.
§29Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἀνεξαρτήτως τῶν πληροφοριῶν, τὰς ὁποίας δύναται νὰ μεταδώσῃ ἡ Κυβέρνησις περὶ τῆς καταστάσεως τῶν φυλακῶν, ἢ τῶν πληροφοριῶν, τὰς ὁποίας ἡ ἐπιτροπὴ δύναται νὰ ἔχῃ, καλὸν θὰ ἦτο, ἀφοῦ πρόκειται περὶ τοῦ ζητήματος, νὰ ἀναβληθῇ τοῦτο, κατὰ δὲ τὰς διακοπὰς, αἵτινες θὰ γείνωσι μετὰ τὴν λῆξιν τῆς Συνόδου, ἐπιτροπὴ Βουλευτῶν κατοικούντων ἐν Ἀθήναις, οἵτινες καλλίτερον δύνανται νὰ ἐργασθῶσι, συλλέξῃ πᾶσαν πληροφορίαν συντελεστικὴν, ἵνα διαφωτίσῃ τὴν Βουλὴν κατὰ τὴν μέλλουσαν συζήτησιν. Ἐπὶ τούτου δὲν θὰ ὑπάρχῃ, ὑποθέτω, ἀντίρρησις ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως.
§30Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ἡ Κυβέρνησις ἔχει τὴν γνώμην, ὅτι τὰ πράγματα δυστυχῶς εἶναι τοσοῦτον γνωστά, ὥστε δὲν ἔχομεν ἀνάγκην ἐξεταστικῆς ἐπιτροπῆς ἐκ Βουλευτῶν, ἵνα γνωρίσωμεν αὐτά. Οὐχ ἧττον οὐδεμίαν ἔχω δυσκολίαν ν’ ἀποδεχθῶ τὴν πρότασιν τοῦ κ. ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτοῦ, καὶ νὰ προβῶμεν εἰς διορισμὸν πενταμελοῦς ἐπιτροπῆς ἐκ Βουλευτῶν, διαμενόντων διαρκῶς ἐνταῦθα, ἡ ὁποία ἐπιτροπὴ νὰ λάβῃ τὴν ἐντολὴν παρὰ τῆς Βουλῆς νὰ ἀσχοληθῇ ἐν τῷ μεταξὺ περὶ τῆς καταστάσεως ταύτης καὶ ὑποβάλῃ τὴν ἔκθεσίν της.
§31Γ. ΚΑΠΕΤΑΝΑΚΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§32Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀποδέχομαι τὴν πρότασιν τοῦ κυρίου Λεβίδου, ἀλλὰ δὲν ἐννοῶ, διατὶ νὰ περιορίσητε τὴν ἐπιτροπὴν μόνον διὰ τὰς φυλακὰς τῶν Ἀθηνῶν.
§33ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Παντοῦ.
§34Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Πρέπει νὰ ἔχῃ εὐρυτάτην δικαιοδοσίαν, ἵνα ἐξετάσῃ τὰ παράπονα, ὄχι μόνον τῶν ἐν ταῖς φυλακαῖς Ἀθηνῶν, ἀλλὰ καὶ τῶν ἐν ταῖς ἐπαρχίαις, τὰ ὁποῖα θὰ ἦναι πολὺ βαρύτερα.
§35ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα.
§36Κ. Ν. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλὰ νὰ καταρτισθῇ ἐκ Βουλευτῶν, οἱ ὁποῖοι νὰ δηλώσωσιν, ὅτι ἀναδέχονται νὰ μεταβῶσι πρὸς ἐξέτασιν τῆς καταστάσεως τῶν φυλακῶν.
§37Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Αἱ φυλακαὶ τῶν Ἀθηνῶν, συγκρινόμεναι πρὸς τὰς τῶν ἐπαρχιῶν, εἶναι ὡς ἀνάκτορα πρὸς καλύβας σκηνιτῶν. Ἐὰν ὑπάρχωσι τὰ καταγγελθέντα ἐλαττώματα εἰς τὰς φυλακὰς τῶν Ἀθηνῶν, αἱ ὁποῖαι καὶ ὑπὸ οἰκοδομικὴν ἔποψιν καὶ ὑπὸ ἔποψιν ἐπιτηρήσεως δύνανται νὰ ὀνομασθῶσι δημόσια καταστήματα, — εἶναι φυλακαὶ, τὰς ὁποίας ἐπιτηρεῖ ἡ Α. Μ. ἡ Βασίλισσα, ἢ, ἂν δὲν τὰς ἐπιτηρῇ, τοὐλάχιστον τὰς ἐπισκέπτεται, εἶναι φυλακαὶ, τὰς ὁποίας ἐπιβλέπει ἐπιτροπὴ ἐξ εὐγενῶν Κυριῶν, εἶναι φυλακαὶ, τὰς ὁποίας ἐπιβλέπει ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης καὶ ὅλα τὰ ἐν Ἀθήναις ἀνώτατα δικαστικὰ πρόσωπα, — ἐὰν, λέγω, αἱ φυλακαὶ αὗται ἦναι ἐλαττωματικαὶ, τί νὰ εἴπῃ τις περὶ τῶν φυλακῶν τῆς Πύλου ἢ τῆς Ἰθάκης καὶ τῶν ἄλλων ἐπαρχιῶν, διὰ τὴν ἐπίβλεψιν τῶν ὁποίων χρησιμεύει ὡς ἀνωτέρα δικαστικὴ καὶ διοικητικὴ ἀρχὴ εἷς εἰρηνοδίκης δευτέρας ἢ τρίτης τάξεως; Τί νὰ εἴπῃ τις περὶ τῶν φυλακῶν Τριπόλεως, τῆς πατρίδος μου, αἱ ὁποῖαι εἶναι οἰκοδόμημα, τὸ ὁποῖον εὑρέθη μετὰ τὴν Κιβωτὸν τοῦ Νῶε; Εἶναι αἱ φυλακαὶ αὗται οἰκοδόμημα, διῃρημένον εἰς τρώγλας τινὰς, εἰς τὰς ὁποίας συναγελάζονται παῖδες, ἄνδρες καὶ γέροντες, ἄνευ οὐδεμιᾶς ἐπιτηρήσεως καὶ οὐδενὸς σκοποῦ βελτιώσεως! Ἀντὶ νὰ βελτιῶνται οἱ κατάδικοι ἐκεῖ, σπουδάζουσι τὸ ἐγκληματεῖν, καὶ ἐξέρχονται τέλειοι ἐπιστήμονες ἐγκληματίαι! Τὰς φυλακὰς ἐκείνας ἤθελε καταργήσει ἡ Κυβέρνησις τοῦ 1895, καὶ νομοσχέδιον εἰσήγαγε περὶ τούτου, ὅπερ ἐψηφίσθη εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν, ἀλλὰ μετὰ τὴν πρώτην ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου τούτου ἐπῆλθον τὰ γνωστὰ γεγονότα, καὶ ἐματαιώθη ἡ τελεία ψήφισις αὐτοῦ. Εἶναι ἀνάγκη λοιπὸν ἐπείγουσα, κύριε Πρόεδρε, νὰ ληφθῇ ἐκ τῶν ἐνόντων ἓν μέτρον, εἴτε περὶ συγκεντρώσεως ὅλων τῶν φυλακῶν τοῦ Κράτους εἰς ἓν μέρος, εἴτε τοὐλάχιστον περὶ ἐνοικιάσεως οἰκιῶν διὰ φυλακὰς, ὅπως παύσωσιν αἱ φυλακαὶ νὰ ἔχωσι μορφὴν χοιροστασίων. Ἐν ταῖς ἐφημερίσιν ἀνέγνων, ὅτι καὶ ἐν Εὐρώπῃ καὶ ἐν Ἑλλάδι ἐσχηματίσθησαν ἐπιτροπαὶ ὑπὸ τὴν προεδρίαν Ὑψηλοτάτων προσώπων ἐκ τῶν ἐν τῷ κόσμῳ ὑπαρχόντων, ὅπως ἐμποδίσωσι τὴν διάδοσιν φοβερωτάτης νόσου, τῆς φυματιώσεως. Ἀλλ’ ὑπῆρχεν ἆρά γε ἀνάγκη σχηματισμοῦ καὶ ἰδίας ἐπιτροπῆς ἐξεταστικῆς, ὅπως ἐξευρεθῇ ὁ λόγος, ἕνεκα τοῦ ὁποίου διαδίδεται ἡ φυματίωσις ἀνὰ πᾶσαν τὴν Ἑλλάδα; Ἀντιπροσωπεύω ἐπαρχίαν, ἡ ὁποία, ὑπὸ κλιματολογικὴν ἔποψιν, δύναται νὰ θεωρηθῇ ὡς μία τῶν ὑγιεινοτέρων, καὶ ἐν τούτοις καὶ ἐκεῖ διεδόθη ἡ φυματίωσις! Πόθεν, κύριε Πρόεδρε; Ἐκ τῶν φυλακῶν τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους, αἵτινες ὄχι μόνον διὰ παραμονὴν ἀνθρώπων δὲν εἶναι κατάλληλοι, ἀλλὰ καὶ δι’ αὐτὰ τὰ κτήνη, τὰ ὁποῖα, ἐὰν ἐκλείοντο ἐκεῖ, βεβαίως ἤθελον πάθει εἴτε ἐκ φυματιώσεως, εἴτε ἐξ ἄλλης νόσου μολυσματικῆς. Διότι στεροῦνται καὶ αὐτοῦ τοῦ καθαροῦ ἀέρος, τοῦ χρησίμου πρὸς ἀναπνοὴν, καὶ ἂν δὲν ληφθῶσι μέτρα, ὅπως χορηγῆται εἰς τοὺς ἀνθρώπους αὐτοὺς τοὐλάχιστον καθαρὸς ἀὴρ πρὸς ἀναπνοὴν, βεβαίως ἡ φθίσις θὰ μεταδοθῇ μετ’ ὀλίγον εἰς πᾶσαν τὴν Ἑλλάδα.
§38Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, αἱ μακραὶ συζητήσεις δὲν θὰ διορθώσωσι βεβαίως τὸ πρᾶγμα· ἡ σύντονος καὶ πατρικὴ μέριμνα θὰ διορθώσῃ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον πάντες ἐπιδιώκομεν, τουτέστι τὴν κατάστασιν, τὴν ἀθλίαν καὶ ἐλεεινὴν, τῶν φυλακῶν τοῦ Κράτους. Εἴμεθα πάντες βέβαιοι, ὅτι εἰς ὅλας τὰς φυλακὰς τοῦ Κράτους, εἴτε σωφρονιστικὰς, εἴτε ἐπανορθωτικὰς, ἡ κατάστασις εἶναι ἀθλία καὶ ἐλεεινή. Ἀλλ’ ἡ σύστασις τῆς ἐπιτροπῆς οὐδὲν ἄλλο πρόκειται νὰ ἐπιτύχῃ ἢ νὰ ἐπιβραδύνῃ πᾶσαν πρόνοιαν περὶ αὐτῶν. Τὸ ζήτημα εἶναι, νὰ σπεύσῃ ἡ Κυβέρνησις νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον περὶ φυλακῶν καὶ τὰ σχεδιογραφήματα τούτων, καὶ νὰ μᾶς καταστήσῃ γνωστὸν, ποίαν ποσότητα χρημάτων δύναται νὰ διαθέσῃ, καὶ ἐξ αὐτῶν ἡ Βουλὴ θὰ κρίνῃ, ὁποίου συστήματος φυλακὰς νὰ ἐγκρίνῃ ὡς μᾶλλον καταλλήλους. Ἔχει λοιπὸν καθῆκον νὰ σπεύσῃ ἡ Κυβέρνησις. Συμφωνῶ δὲ μὲ τὸν ἐξ Οἰτύλου προαγορεύσαντα ἀξιότιμον συνάδελφον, ὅσον ἀφορᾷ τὴν ταχεῖαν ἀραίωσιν τῶν φυλακισμένων, καὶ περὶ τούτου συντόνως δέον νὰ μεριμνήσῃ ἡ Κυβέρνησις.
§39Κ. ΤΟΠΑΛΗΣ. Δὲν ἀμφισβητῶ τὴν ἀθλίαν κατάστασιν τῶν ἡμετέρων φυλακῶν, ἀλλὰ δὲν πρόκειται σήμερον νὰ συζητήσωμεν οὔτε τὰ αἴτια τῆς καταστάσεως, οὔτε τὰς ἐλλείψεις τῶν φυλακῶν μας. Ἰδιαιτέρως ὅμως τῶν ἐλλείψεων τούτων ἀντιλαμβάνεται πάντοτε ἐκεῖνος, ὅστις τάσσεται ἑκάστοτε νὰ διευθύνῃ τὰ τῆς Δικαιοσύνης. Ὡς Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἐπεθύμησα νὰ φέρω βελτίωσίν τινα σχετικὴν ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, καὶ διὰ τοῦτο μεταξὺ τῶν πρώτων θεμάτων, τῶν ὁποίων ἐπελήφθην κατὰ τὴν ὑπουργίαν μου, ἦτο καὶ τοῦτο, καὶ πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον συνέστησα ἐπιτροπὴν ἐξ ἀνδρῶν εἰδικῶν, ὅπως μελετήσῃ τὸ ζήτημα τοῦτο· εὑρὼν δὲ καὶ τὸ κληροδότημα τοῦ ἀειμνήστου μεγάλου εὐεργέτου Ἀνδρέου Συγγροῦ, ὁ ὁποῖος διὰ τῆς διαθήκης αὑτοῦ κατέλιπεν εἰς τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος 1½ ἑκατομμύριον δραχμῶν, ἵνα χρησιμεύσῃ πρὸς βελτίωσιν τῶν φυλακῶν τοῦ Κράτους, ἐνόμισα, ὅτι ἠδύνατο ἡ ἐπιτροπὴ νὰ λάβῃ τοῦτο κυρίως ὑπ’ ὄψιν. Διῃρέθη συνεπῶς ἡ ἐργασία τῆς ἐπιτροπῆς ἐκείνης — ἥτις ὑπὸ τὴν προεδρίαν ἐμοῦ πολλάκις συνεδρίασεν — εἰς δύο μέρη· καὶ τὸ μὲν πρῶτον μέρος ἀφεώρα τὴν μελέτην περὶ κατασκευῆς φυλακῶν, τὸ δὲ δεύτερον μέρος ἀφεώρα τὴν μελέτην τῆς βελτιώσεως τοῦ ὀργανισμοῦ τῶν φυλακῶν. Καὶ ἐπὶ μὲν τοῦ πρώτου θέματος ἡ ἐπιτροπὴ ἐκείνη ἔφθασεν εἰς πορίσματα, κατηρτίσθη δὲ καὶ σχετικὸν νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν πρὸ ἡμερῶν καὶ τὸ ὁποῖον εἶναι ἀναγεγραμμένον εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Ὅσον δ’ ἀφορᾷ τὴν μελέτην τῆς βελτιώσεως τοῦ ὀργανισμοῦ τῶν φυλακῶν, τὸ ζήτημα τοῦτο ἀνεβλήθη εἰς καταλληλοτέραν περίστασιν, καὶ ἀφοῦ ἐψηφίζετο τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο. Πάντως ὅμως τὸ ζήτημα τῆς ὀργανώσεως τῶν φυλακῶν μας ἀνεβλήθη, χωρὶς νὰ ἐγκαταλειφθῇ, διότι ἔχω ὑπ’ ὄψιν, ὅτι δύσκολον εἶναι εἰς ἐπιτροπὰς Βουλευτῶν νὰ δυνηθῶσιν αὗται νὰ ἐργασθῶσιν ἐπὶ τοσοῦτον σπουδαίου ζητήματος, ὅταν μάλιστα ἡ ἐνέργεια αὐτῶν ἐπεκταθῇ ἐφ’ ὅλου τοῦ Κράτους. Νομίζω δέ, ὅτι αὐτὸς ὁ Ὑπουργὸς ὀφείλει ν’ ἀσχοληθῇ ἐπὶ τοῦ σπουδαιοτάτου τούτου ζητήματος οὐχὶ μόνον ἀπὸ τοῦ γραφείου τοῦ Ὑπουργείου, ἀλλὰ καὶ ἐπὶ τόπου, ποιούμενος περιοδείαν ἀνὰ τὰς σωφρονιστικὰς φυλακάς. Φρονῶ, ὅτι μία ἐπιτροπή, συνισταμένη ὑπ’ ἀνδρῶν εἰδημόνων, ὑπὸ ὑγιεινολόγων ἰατρῶν καὶ ἄλλων ἀνδρῶν εἰδικῶν, ὀφείλει νὰ περιέλθῃ μετὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τὰς φυλακὰς τοῦ Κράτους καὶ ἐξετάσῃ ταύτας ὑφ’ ὅλας τὰ ἐπόψεις, καὶ ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῶν οἰκοδομημάτων καὶ ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς λειτουργίας αὐτῶν καὶ ὑπὸ τὴν ἔποψιν τοῦ ζητήματος τῶν χαρίτων, τὸ ὁποῖον θεωρῶ σπουδαιότατον, καὶ νὰ ὑποβάλῃ τὸ πόρισμα αὑτῆς ὑπὸ τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς εἰς τὴν ἑπομένην Σύνοδον αὐτῆς, εἰσαγομένου συγχρόνως νομοσχεδίου περὶ τοῦ ὀργανισμοῦ ἐν γένει τῶν φυλακῶν. Ταῦτα εἶχον, Κύριοι, τότε ὑπ’ ὄψει καὶ νῦν. Ἤδη εἶναι ἀναγεγραμμένον εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν νομοσχέδιον περὶ κατασκευῆς φυλακῶν. Θὰ παρεκάλουν τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς ν’ ἀναγράψῃ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο μεταξὺ τῶν πρώτων, νὰ παραπεμφθῇ δὲ τοῦτο εἰς εἰδικὴν ἐπιτροπήν, ὅπως ἐπὶ δύο ἢ τρεῖς ἡμέρας ὑποστῇ τὴν βάσανον τῆς ἐπιτροπῆς καὶ εἶτα ἀμέσως ψηφισθῇ, διότι ὡς μεγαλειτέραν ἔλλειψιν καὶ σπουδαιοτέραν τῶν φυλακῶν ἡμῶν θεωρῶ τὴν ἔλλειψιν καταλλήλων κτιρίων. Ἔχω πρὸς τοῦτο ὑπ’ ὄψιν, ὅτι τὸ Ἀβερώφειον καὶ αἱ φυλακαὶ τῶν γυναικῶν, μόνον διότι ἔχουσι τὰ κατάλληλα κτίρια, λειτουργοῦσι κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν σήμερον, ὅτι ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῶν φυλακῶν διὰ τῶν καταστημάτων τούτων ἐποιησάμεθα οὐχὶ βήματα, ἀλλ’ ἅλματα σπουδαῖα πρὸς τὰ ἐμπρός. Ἐὰν λάβωμεν συγχρόνως πρόνοιαν καὶ διὰ τὸν καταρτισμὸν προσωπικοῦ καὶ ὀργανισμοῦ ἐν γένει τῶν φυλακῶν μας, θὰ δυνηθῶμεν τότε νὰ εἴπωμεν, ὅτι κατεστήσαμεν καὶ εἰς τὸ ἡμέτερον Κράτος σύστημα φυλακῶν ἄξιον πεπολιτισμένου Κράτους.
§40Δ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§41Ν. ΜΙΣΥΡΛΗΣ. Ἀφοῦ ὅλοι ἀναγνωρίζομεν τὴν ἐπιβαλλομένην καὶ ἐπείγουσαν ἀνάγκην τῆς βελτιώσεως τῶν φυλακῶν, νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ ἔλθῃ τὸ νομοσχέδιον διὰ τῆς ἡμερησίας διατάξεως, ἵνα σχηματισθῇ ἡ ἐπιτροπή, ἀλλὰ δύνασθε ἀμέσως νὰ σχηματίσητε αὐτήν, ἵνα παραπεμφθῇ εἰς αὐτὴν τὸ νομοσχέδιον. Τοῦτο λοιπὸν προτείνω, διότι νομίζω, κύριοι Βουλευταί, ὅτι εἶναι περιττὸν νὰ συζητήσωμεν περὶ τῆς καταστάσεως τῶν φυλακῶν· ὅλοι ἀναγνωρίζομεν τὴν κακὴν κατάστασιν αὐτῶν.
§42Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§43Φ. ΝΕΓΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἡ καταγγελία, περὶ ἧς εἶπεν ὁ κύριος Βουλευτὴς ἐξ Ὀλυμπίας, διὰ τὸν σταφιδαποθηκάριον Μαράθου, ἐστάλη καὶ πρὸς ἐμέ, ἐφρόντισα δὲ διὰ τηλεγραφήματος νὰ προκαλέσω τὴν Σταφιδικὴν Τράπεζαν, ὅπως δώσῃ ἐξηγήσεις περὶ τοῦ ζητήματος τούτου, ἀλλὰ μέχρι τῆς στιγμῆς ταύτης δὲν ἔλαβον ἀπάντησιν. Εὐθὺς ὡς λάβω τοιαύτην, θὰ τὴν ἀνακοινώσω πρὸς τὴν Βουλήν.
§44ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ βουλευτὴς Τρικκάλων κ. Ραδινὸς ὑποβάλλει τὴν ἑξῆς ἐπερώτησιν: «Τὸ Εἰρηνοδικεῖον Γαρδικίου, ἱδρυθὲν κατ’ Αὔγουστον τοῦ 1881, κατηργήθη διὰ Β. Διατάγματος τῇ 30 Δεκεμβρίου 1892, τῶν δήμων Ἀθαμάνων καὶ Κοθωνίων, οἵτινες ἀπετέλουν τὴν περιφέρειαν τοῦ καταργηθέντος Εἰρηνοδικείου, ὑπαχθέντων εἰς τὴν δικαιοδοσίαν τοῦ νῦν Εἰρηνοδικείου Πύρρας. Ἡ κατάργησις τοῦ Εἰρηνοδικείου Γαρδικίου ἐγένετο, κατ’ ἐμέ, κακῶς, πρῶτον, διότι ἐλαχίστη οἰκονομία προέκυπτεν ἐκ τῆς καταργήσεως ταύτης εἰς τὸ Δημόσιον, καθότι ἐν συνόλῳ τὰ ἐτήσια ἔξοδα τούτου δὲν ὑπερέβαινον τὰς δισχιλίας δραχμάς, δεύτερον δέ, διότι οἱ δύο οὗτοι δῆμοι, Κοθωνίων καὶ Ἀθαμάνων, ὡς ἐκ τῆς μεγάλης αὐτῶν περιφερείας, τῆς ἐλλείψεως ἐν αὐτῇ πάσης συγκοινωνίας, διὰ τὸ ὀρεινὸν καὶ ἀπότομον τοῦ ἐδάφους, εἶχον κατ’ ἐξοχὴν ἀνάγκην νὰ εὑρίσκηται ἐντὸς προσιτῆς ἀποστάσεως ἡ ἕδρα τοῦ Εἰρηνοδικείου, ὅπως καθίσταται δυνατὴ ἡ μετάβασις εἰς αὐτὴν καὶ αὐτῶν, πολιτῶν Ἑλλήνων ὄντων καὶ εἰσφερόντων οὐκ ὀλίγα πρὸς τὸ δημόσιον ταμεῖον, ὅπως ἔχωσι δικαιοσύνην καὶ ἀσφάλειαν. Σήμερον διὰ τῆς καταργήσεως τοῦ Εἰρηνοδικείου τούτου καθίσταται μονονουχὶ ἀδύνατος ἡ μετάβασις εἰς Πόρταν, χωρίον, ὅπου ἡ ἕδρα τοῦ Εἰρηνοδικείου Πύρρας, τῶν κατοίκων τῶν δύο ἀνωτέρω ὀρεινῶν δήμων εὑρισκομένων, ὡς προεῖπον, εἰς ἀπροσπέλαστον σημεῖον, ἀφοῦ χωρίζονται δι’ ἀποστάσεως ὁλοκλήρων ἡμερῶν. Ἡ ἀπόστασις αὕτη ἐν καιρῷ ἰδίᾳ χειμῶνος καθίσταται μεγαλειτέρα, καὶ ἡ μετάβασις ἑπομένως ἀδύνατος, ἐπὶ ζημίᾳ μεγίστῃ τῶν συμφερόντων τῶν κατοίκων, τῶν ὁποίων τὰ ὡς ἐκ τούτου δεινὰ εἶναι ἀληθῶς ἀνεκδιήγητα. Πρὸς ἄρσιν λοιπὸν τῶν κακῶν τούτων προτείνω καὶ παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ δεχθῇ τὴν ἀνασύστασιν τοῦ Εἰρηνοδικείου Γαρδικίου, ἀφοῦ μάλιστα οἱ κάτοικοι τῶν δύο δήμων εὐχαρίστως παραχωροῦσι δωρεὰν εἰς τὸ Δημόσιον τὸ οἴκημα τὸ κατάλληλον, ὅπως χρησιμεύσῃ ὡς εἰρηνοδικειακὸν κατάστημα, ὡς ἐπίσης ἀμισθὶ καὶ πᾶσαν ἄλλην εὐκολίαν, προαπαιτουμένην διὰ τὴν τοιαύτην ἵδρυσιν, καὶ ἀφοῦ οὕτω τὸ Δημόσιον δὲν θὰ ὑποβληθῇ εἰς ἄλλας δαπάνας ἢ τὴν τῆς μισθοδοτήσεως μόνον τοῦ εἰρηνοδίκου. Ἐὰν διὰ τὴν σύστασιν Εἰρηνοδικείου ἀπῃτεῖτο νόμος παρὰ τῆς Βουλῆς, θὰ ἐλάμβανον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω πρότασιν νόμου περὶ ἀνασυστάσεως τοῦ Εἰρηνοδικείου Γαρδικίου, καὶ νὰ ζητήσω ἐπ’ αὐτῆς τὴν ὑποστήριξιν τῆς Κυβερνήσεως καὶ τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς, βέβαιος ὤν, ὅτι αὕτη ἤθελε ψηφίσει ὑπὲρ τοιούτου νόμου, εὐεργετικωτάτου διὰ τὸν πληθυσμὸν τὸν ἀπόκληρον τῶν δήμων Κοθωνίων καὶ Ἀθαμάνων. Ἐπειδὴ ὅμως ἡ κατάργησις καὶ ἡ σύστασις Εἰρηνοδικείων γίνεται διὰ Βασιλικοῦ Διατάγματος, μετὰ προηγουμένην γνωμοδότησιν τοῦ Συμβουλίου τῶν Πρωτοδικῶν (Φλογαΐτου Αʹ, τόμος 4, νόμος ΑΝΕʹ τῆς 2 Ἰουνίου 1882), παρακαλῶ τὸν ἁρμόδιον Ὑπουργὸν, ὅπως διατάξῃ τὸν Εἰσαγγελέα Τρικκάλων νὰ ἐξετάσῃ, ἂν ἡ σύστασις τοῦ Εἰρηνοδικείου Γαρδικίου εἶναι πράγματι, ὡς ἀναφέρω, ἐπιβεβλημένη ἐκ τῆς ἀπολύτου ἀνάγκης, καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει νὰ ὑποβάλῃ οὗτος εἰς τὸ Συμβούλιον τῶν δικαστῶν τὴν ἁρμοδίαν πρότασιν, ὅπως τοῦτο ἐκδώσῃ ἐπ’ αὐτοῦ γνωμοδότησιν, ἐφ’ ἧς στηριζόμενον τὸ Ὑπουργεῖον νὰ ἐνεργήσῃ τὴν ἔκδοσιν Βασιλικοῦ Διατάγματος.»
§45Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν πρόκειται νὰ ὁμιλήσω περὶ φυλακῶν. Ἡ κατὰ τὸ στάδιον τῆς πρὸς τὴν Βουλὴν ἀνακοινώσεως τῶν πρὸς τὸν Πρόεδρον αὐτῆς ἀποσταλέντων ἐγγράφων παρεμβληθεῖσα συζήτησις περὶ φυλακῶν, ἐξ ἀφορμῆς ἀναφορᾶς καταδίκου ἐν ταῖς φυλακαῖς κρατουμένου, μὲ ἠνάγκασε νὰ μὴ ποιήσωμαι ἀνακοίνωσιν, τὴν ὁποίαν ἐσκόπουν νὰ ποιήσωμαι κατὰ τὴν ἔναρξιν τῆς συνεδριάσεως αὐτῆς. Ἡ ἀνακοίνωσις, τὴν ὁποίαν σκοπῶ νὰ ποιήσωμαι εἰς τὴν Βουλὴν, μοὶ ἐπιβάλλεται ὑπὸ τῆς ἀνάγκης καὶ ὑπὸ τοῦ καθήκοντος, τὸ ὁποῖον ἔχω πρὸς τοὺς πολιτικοὺς φίλους μου, καὶ τὸ ὁποῖον ἔχω καὶ πρὸς ἐμὲ αὐτόν. Κατὰ τὴν ἔναρξιν τῆς κατὰ τὴν 5ην μετὰ μεσημβρίαν ὥραν ἀρξαμένης συνεδριάσεως τοῦ Σαββάτου ἐποιησάμην ἐν ὀνόματι τῆς Ἀντιπολιτεύσεως πρὸ τὴν Βουλὴν δήλωσιν, ὅτι τὰ μέλη τοῦ Κοινοβουλίου, τὰ ἀποτελοῦντα τὴν Ἀντιπολίτευσιν, μετὰ τὰ λαβόντα χώραν κατὰ τὴν 6ην πρωϊνὴν ὥραν, ὅτε ἐλύθη ἡ συνεδρίασις, ἔκριναν, ὅτι ἐπεβάλλετο εἰς αὐτὰ νὰ προβῶσιν εἰς παραίτησιν ἀπὸ τοῦ βουλευτικοῦ ἀξιώματος. Λέγω, ὅτι ἐπεβάλλετο εἰς αὐτοὺς, διότι, ὡς ἀντελήφθησαν τῶν λαβόντων χώραν κατὰ τὰς πρωϊνὰς ὥρας τοῦ Σαββάτου, καθ’ ἃς ἐλύετο ἡ συνεδρίασις, ἡ Βουλὴ ἐπεδοκίμασε καὶ ἀπεδέξατο πρότασιν, γενομένην αὐτῇ, περὶ συγκλήσεως τῶν κ. κ. Βουλευτῶν κατὰ τὴν 5ην μ.μ. ὥραν, ὅπως συνεχίσωσι τὴν διακοπτομένην καὶ ὄχι λυομένην συνεδρίασιν τῆς Βουλῆς. Τοιοῦτό τι μέτρον ἤθελε καταλήξει, ἐφαρμοζόμενον καὶ ἐξελισσόμενον, εἰς ἀλλόκοτα ἀποτελέσματα, διότι, ὡς, καθ’ ὃν χρόνον, λυομένης τῆς συνεδριάσεως τὴν 6ην πρωϊνὴν ὥραν τοῦ Σαββάτου, ἡ Βουλὴ ἀπεφήνατο, ὅτι διακόπτεται καὶ ὄχι ὅτι λύεται ἡ συνεδρίασις, καὶ ὅτι ἡ συγκαλεσθεῖσα συνέλευσις τῶν κ.κ. Βουλευτῶν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ κατὰ τὴν 5ην μ. μ. ὥραν εἶναι συνέχεια τῆς συζητήσεως, κατὰ τὸν αὐτὸν λόγον ἤθελον κηρυχθῆ ὡς συνέχεια τῆς προηγηθείσης συνεδριάσεως πᾶσαι αἱ ἑπόμεναι αὐτῇ συνεδριάσεις, ἠδύνατο δ’ οὕτω νὰ καταλήξῃ, ὅτι καθ’ ὅλην τὴν τρίμηνον ἢ ἑξάμηνον Σύνοδον δὲν εἶναι ἀδύνατον νὰ ἔχωμεν μίαν ἢ δύο τὸ πολὺ συνεδριάσεις. Τοιοῦτο μέτρον, καὶ ἐφαρμοζόμενον μόνον κατὰ τὴν ἡμέραν τοῦ Σαββάτου, ὡς ἐπροτάθη, ἀλλὰ καὶ ἐπεκτεινόμενον κατὰ πλείονα λόγον καθ’ ὅλας τὰς ἄλλας συνεδριάσεις, εἶναι πλήρης καὶ ἀκεραία ἀναίρεσις τοῦ δικαιώματος τῶν ἐπερωτήσεων, δηλαδὴ ἀποτελεῖ τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν εὐχῶν, τῶν πόθων, οἱ ὁποῖοι εἶχον καταλάβει τὴν ψυχὴν τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἑρμιονίδος, τοῦ εἰσηγητοῦ τῆς πλειονοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ὁ ὁποῖος ἀνεκήρυσσεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅτι, ἐὰν παραβαίνηται τὸ Σύνταγμα, οὐδαμοῦ ἀλλαχοῦ παραβαίνεται, εἰμὴ ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, καὶ ὅτι ἡμεῖς παραβαίνομεν τὸ Σύνταγμα, ἐπερωτῶντες, διότι δὲν πρέπει νὰ ἐπερωτῶμεν· εἶναι δ’ ἐπίσης ἐκπλήρωσις χριστιανικοῦ πόθου, τὸν ὁποῖον ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Σύρου εἶχε, καὶ ὁ ὁποῖος ἀνεπτυγμένως, καταφανῶς, ὑπέβαλε τοιαύτην πρότασιν πρὸς τροποποίησιν τοῦ Κανονισμοῦ. Τὴν ἀπόφασιν λοιπόν, περὶ ἧς ὁ λόγος, δι’ ἧς ἐγένετο ὑπὸ τῆς Βουλῆς ἀποδεκτὴ ἡ περὶ συνεχισμοῦ τῆς συνεδριάσεως γενομένη ὑπὸ τοῦ Βουλευτοῦ Λεβαδείας πρότασις, ἐθεωρήσαμεν ἀντισυνταγματικὴν, καὶ διὰ τοῦτο προέβημεν εἰς τὸ ἔσχατον μέτρον τῆς νομίμου ἀμύνης, ἡ ὁποία ἐπιτρέπεται ἐν τοῖς Κοινοβουλίοις, εἰς τὴν παραίτησιν ἀπὸ τοῦ βουλευτικοῦ ἀξιώματος· ἐθήκαμεν ὅμως ὅρον, ὅτι θέλομεν ἐπιμείνει εἰς τὴν παραίτησιν, ἐὰν ἡ Βουλὴ ἐπιμείνῃ εἰς τὴν ἀπόφασιν αὐτῆς ταύτην. Ἑπομένως, καὶ ὅτε παρεμείναμεν τὸ Σάββατον ἐν τῇ αἰθούσῃ μετὰ τὴν ἀνακοίνωσιν ταύτην, τὴν ὁποίαν ἐποιησάμην πρὸς τὴν Βουλὴν ἀπὸ τοῦ βήματος, παρεμείναμεν ἐν τῇ αἰθούσῃ, περιμένοντες νὰ ἐγερθῇ εἷς τῶν διευθυνόντων τὴν Βουλὴν, ἢ καὶ αὐτὸς ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, καὶ νὰ δηλώσῃ, ὅτι οὐδέποτε ἡ Βουλὴ ἀπεδέξατο τοιαύτην πρότασιν, ὅτι ἐγένετο μὲν πρότασις, ἀλλ’ ἡ Βουλὴ δὲν ἀπεδέχθη αὐτήν. Ἀντὶ τούτου ἀνέστη ὁ κύριος Βουλευτὴς ἐκ Λεβαδείας, ὁ ὁποῖος ἔκρινεν, ὅτι ἔπρεπε νὰ δώσῃ εἰς τὰ ὑπ’ ἐμοῦ λεχθέντα ἀπάντησιν, τὴν ὁποίαν αὐτὸς συνηθίζει νὰ δίδῃ. Διὰ τοῦτο οἱ πολιτικοὶ φίλοι μου καὶ ἐγὼ προέβημεν εἰς τὴν ἔναρξιν τῆς ἐκτελέσεως τῆς περὶ παραιτήσεως ἀποφάσεως τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἀποσυρθέντες τοῦ Κοινοβουλίου. Ἀλλὰ ἀφοῦ, καθ’ ἃ οἱ παραμείναντες ἐν τῇ αἰθούσῃ ἐμοὶ συνάδελφοι, οἱ ἐν τῇ Ἀντιπολιτεύσει, μὲ ἐπληροφόρησαν, καὶ τὰ πρακτικὰ τὰ σήμερον ἀναγνωσθέντα βεβαιοῦσι, δὲν ἐγένετο ἀποδεκτὴ ἡ πρότασις, τοῦτο δὲ ἐβεβαίωσε, κατὰ τὰ πρακτικὰ, καὶ τῆς Βουλῆς ὁ Πρόεδρος καὶ ὁ τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, τὸ βεβαιοῖ δὲ καὶ αὐτὸς ὁ προϊστάμενος τῆς πλειονοψηφίας, ὅστις, κατὰ παράξενον καὶ ἀντισυνταγματικὸν τρόπον, δὲν εἶναι ὁ Πρωθυπουργὸς, βεβαιοῦντες, ὅτι δὲν ἐγένετο ἀποδεκτὴ ἡ πρότασις αὕτη, ἐξ οὗ ἔχομεν δικαίωμα νὰ συναγάγωμεν, ὅτι, καὶ ἐὰν τυχὸν ἤθελε γείνῃ ἀποδεκτὴ ἡ πρότασις, περὶ ἧς εἴρηται, ἡ Βουλὴ δὲν ἐπιμένει εἰς αὐτὴν, δὲν ὑπάρχει λόγος πλέον παραιτήσεως ἡμῶν, καὶ διὰ τοῦτο ἐπανήλθομεν εἰς τὴν Βουλήν, ἵνα συνεχίσωμεν τὰς ἐργασίας ἡμῶν.
§46ΑΛΕΞ. Θ. ΖΑΙΜΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐρρήθη ὅτι ἡ πρότασις, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλεν ὁ ἐκ Λεβαδείας Βουλευτὴς, εἶναι πρότασις ἀντισυνταγματική. Ἐγὼ βεβαίως δὲν εἶμαι ὑπὲρ τῆς ἀποδοχῆς τοιούτων προτάσεων, διότι δὲν ἐπιθυμῶ νὰ ἀναιρεθῇ τὸ δικαίωμα τὸ πλῆρες τῆς ἐξασκήσεως τοῦ ἐλέγχου, ἀλλ’ ὑπομιμνήσκω πρὸς τὴν Βουλὴν, ὅτι κατὰ τὴν δευτέραν τακτικὴν Σύνοδον τῆς Περιόδου ταύτης, συζητουμένου τοῦ Προϋπολογισμοῦ, καὶ δὴ κατὰ τὴν 39ην συνεδρίασιν τῆς Βουλῆς, ἡ Βουλὴ διέκοψε τὴν συνεδρίασιν τὴν 9ην τῆς πρωΐας, καὶ ἐπανέλαβεν αὐτὴν τὴν 3 καὶ 45′ μ. μ. καὶ ἐξηκολούθησε καθ’ ὅλην τὴν νύκτα τὴν συζήτησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ...
§47Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Πότε συνέβη αὐτό;
§48ΑΛΕΞ. Θ. ΖΑΪΜΗΣ. Τὴν δευτέραν Σύνοδον τῆς Περιόδου ταύτης... Ἡ δὲ πρότασις αὕτη προῆλθεν ἐξ ἑνὸς τῶν μελῶν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, καὶ τὸ μέλος τοῦτο εἶναι ὁ κύριος Δούνης, βουλευτὴς ἐκ Καρυστίας. Εὑρίσκονται δὲ ταῦτα ἐν τοῖς ἐπισήμοις πρακτικοῖς, ἐν σελ. 310, ἅτινα παρακαλῶ νὰ προσκομισθῶσι.
§49Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐὰν συνέβη τοῦτο, τὸ ὁποῖον ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἀνεκοίνωσεν εἰς τὴν Βουλὴν ὅτι συνέβη, — διότι ἐγὼ δὲν ἐνθυμοῦμαι — τὸ συμβεβηκὸς οὐδόλως δικαιολογεῖ, δὲν λέγω τὸν προτείναντα, ἀλλ’ οὐδόλως δικαιολογεῖ τὴν Βουλὴν νὰ ἀποδεχθῇ τοιαύτην πρότασιν, ἰδίως δὲ οὐδόλως δικαιολογεῖ τὸν Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, εἰς τὸν ὁποῖον εἶναι ἀνατεθειμένη ἡ προστασία τῶν νόμων καὶ τοῦ Συντάγματος ἐν τε τῇ Βουλῇ καὶ ἐν τῇ χώρᾳ, καὶ ὁ ὁποῖος διερμηνεύει τὸ φρόνημα, ἂν ὄχι κατ’ οὐσίαν, ἀλλὰ κατὰ τύπους, τῆς πλειονοψηφίας τῆς Βουλῆς, ὀφείλει δὲ νὰ ἀμύνηται κατὰ τῶν παραβατῶν τῶν νόμων καὶ τοῦ Συντάγματος, νὰ ἀμύνηται, λέγω, ἐφαρμόζων τοὺς νόμους κατ’ αὐτῶν· οὐδ’ ἥρμοζεν εἰς αὐτὸν νὰ δικαιολογήσῃ ἀντισυνταγματικὴν ἀπόφασιν, ἐπικαλούμενος προηγούμενον τοιοῦτον, τὸ ὁποῖον εἶναι πλήρης ἀναίρεσις τοῦ Συντάγματος.
§50ΑΛΕΞ. Θ. ΖΑΙΜΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐγὼ δὲν ἐπεκαλέσθην τοῦτο.
§51Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Αἱ παραβάσεις τοῦ Συντάγματος δὲν δύνανται ν’ ἀποτελέσωσι νομολογίαν, καὶ ἐάν ποτε ἐπράχθησαν, καὶ τότε ἀπετέλουν πρᾶξιν κατακριτέαν, καὶ ἂν ἠνέχθη ποτὲ ἡ Βουλὴ τοιοῦτόν τι, τὸ ἔπραξε, διότι ἴσως δὲν παρετήρησεν ἢ δὲν ἐνόησε τὸ γενόμενον, ἀνεχθεῖσα παράβασιν τοῦ Συντάγματος. Ἀλλ’ ὁσάκις ἤθελε συμβῆ παράβασις τοῦ Συντάγματος, ὀφείλει ἡ Βουλή, ἡ ὁποία ἐπιτηρεῖ καὶ ἐλέγχει τὴν πολιτείαν πάντων τῶν ὑπευθύνων, ὀφείλει, λέγω, ἡ Βουλὴ νὰ μὴ προσχωρήσῃ εἰς τὴν παράβασιν τοῦ Συντάγματος, ἀλλὰ νὰ ἐπαναγάγῃ τὰ πράγματα, ὡς οἱ νόμοι ἀποφαίνονται. Διὰ τοῦτο ἡμεῖς, οἱ ὁποῖοι ἀντελήφθημεν, ὅτι ἡ πλειονοψηφία, ὅτε ἐγένετο ἡ πρότασις, ἐφώνει «μάλιστα, μάλιστα», καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς ἔλεγε σιγαλῇ τῇ φωνῇ: «ἡ Βουλὴ παρεδέχθη», ἀφοῦ διεμαρτυρήθημεν ἐνταῦθα πάντες, φωνάζοντες, ἀλλὰ μὴ εἰσακουόμενοι, διότι ἔφευγον οἱ τὴν πλειονοψηφίαν ἀποτελοῦντες καὶ ὁ προεδρεύων τῆς Βουλῆς, ὑπελάβομεν, ὅτι τῷ ὄντι ἐλήφθη ἀπόφασις τῆς Βουλῆς, καὶ ἑπομένως εἴχομεν καθῆκον νὰ προσφύγωμεν εἰς τὸ ἔσχατον μέσον τῆς νομίμου ἀμύνης· ἀλλ’ ἀφοῦ βεβαιοῦται νῦν, ὅτι δὲν ὑπῆρξεν ἀπόφασις τῆς Βουλῆς, προθύμως ἐπανερχόμεθα εἰς τὴν Βουλήν, καὶ ἐπαναλαμβάνομεν τὰς ἐργασίας ἡμῶν.
§52ΑΘ. ΑΘΑΝΑΣΙΑΔΗΣ. Κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς παρελθούσης Παρασκευῆς, διὰ τὸ προκεχωρηκὸς τῆς ὥρας καὶ τὴν σπουδὴν τῆς Βουλῆς νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, ἀπέφυγον νὰ λάβω τὸν λόγον κατὰ τὴν συζήτησιν περὶ τῶν εὐθυνῶν τοῦ πολέμου καὶ τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας. Διὰ τὸ γνωστὸν δὲ ἐπεισόδιον δὲν ἠδυνήθην νὰ λάβω τὸν λόγον οὔτε κατὰ τὴν συνεδρίασιν τοῦ παρελθόντος Σαββάτου. Θεωρῶ ὅμως ἐμαυτὸν ὑπόχρεων νὰ λάβω τὸν λόγον, διότι ἐγενόμην καὶ ἐγὼ μέλος τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας, κατεκρίθησαν δὲ πάντες οἱ γενόμενοι μέλη τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας, ἐπὶ τῷ λόγῳ, ὅτι πᾶσα ἐργασία ὑπὲρ τῆς ἐθνικῆς ὑποθέσεως πρέπει ν’ ἀπορρέῃ ἀπὸ τῆς πρωτοβουλίας τῆς Κυβερνήσεως, εἰς αὐτὴν νὰ ἀνατίθηται, καὶ παρ’ αὐτῆς νὰ διαχειρίζηται. Τοῦτο, Κύριοι, δὲν τὸ θεωρῶ ἀπολύτως ὀρθόν. Ἐν ἐποχῇ, καθ’ ἣν μία κραταιὰ Ρωσσία καὶ τὸ Ρωσσικὸν κυβερνητικὸν καθεστὼς δὲν θεωρεῖ περιττὴν τὴν ὕπαρξιν μιᾶς τοιαύτης μυστικῆς Ἑταιρείας, ἐργαζομένης ὑπὲρ τῆς Ρωσσικῆς ἐθνικῆς ὑποθέσεως· ἐν ἐποχῇ, καθ’ ἣν μία κραταιὰ Γερμανικὴ Αὐτοκρατορία καὶ τὸ Γερμανικὸν κυβερνητικὸν καθεστὼς δὲν θεωρεῖ περιττὴν τὴν ὕπαρξιν μιᾶς τοιαύτης μυστικῆς Ἑταιρείας, ἐργαζομένης ὑπὲρ τῆς Γερμανικῆς ἐθνικῆς ὑποθέσεως· ἐν ἐποχῇ, καθ’ ἣν μία κραταιὰ Γαλλία καὶ τὸ Γαλλικὸν κυβερνητικὸν καθεστὼς δὲν θεωρεῖ περιττὴν τὴν ὕπαρξιν μιᾶς τοιαύτης μυστικῆς Ἑταιρείας, ἐργαζομένης ὑπὲρ τῆς Γαλλικῆς ἐθνικῆς ὑποθέσεως· ἐν ἐποχῇ, καθ’ ἣν μία κραταιὰ Ἰταλία δὲν θεωρεῖ περιττὴν τὴν ὕπαρξιν πολλῶν τοιούτων ἑταιρειῶν καὶ πολλῶν σωματείων καὶ Συλλόγων, ἐργαζομένων ὑπὲρ τῆς Ἰταλικῆς ἐθνικῆς ὑποθέσεως, φρονῶ, ὅτι, ἂν μή τι ἄλλο, τοὐλάχιστον εἶναι μεγαλαυχία ἐκ μέρους τῶν Ἑλληνικῶν Κυβερνήσεων καὶ ἐκ μέρους τῶν ὑπερόχων πολιτικῶν ἀνδρῶν τῆς χώρας ταύτης τὸ νὰ θεωρῶσι περιττὴν τὴν ὕπαρξιν μιᾶς τοιαύτης Ἑταιρείας, ὑποθαλπούσης τὴν Ἑλληνικὴν φιλοπατρίαν, συστηματοποιούσης αὐτὴν, καὶ συνδεούσης δι’ εἰλικρινοῦς συνεργασίας τοὺς ἔξω καὶ τοὺς ἔσω Ἕλληνας, ἐν ἐποχῇ μάλιστα, καθ’ ἣν ἄλλη παρομοία ἐχθρικὴ Ἑταιρεία τοιαῦτα καὶ τοσαῦτα κατεργάζεται ἐναντίον τοῦ Ἑλληνισμοῦ ἐν τῇ Μακεδονίᾳ καὶ ἀλλαχοῦ. Θεωρῶ μάλιστα, Κύριοι, ὡς ἕν εἶδος ἀνευλαβείας τὸ τοιοῦτον, ἀφοῦ εἶναι πασίγνωστον, ὅτι ἡ ὕπαρξις τοῦ ἐλευθέρου Ἑλληνικοῦ Κράτους καὶ ἡ οὐσιωδεστάτη βελτίωσις τῶν ὑπὸ τὴν Τουρκίαν Χριστιανῶν ὀφείλεται εἰς τὴν ἐργασίαν μιᾶς τοιαύτης Ἑταιρείας, τῆς «Φιλικῆς». Τὸ ἐπ’ ἐμοὶ ἑπομένως ἐκφράζω τὴν θλῖψίν μου, διότι ἐπανειλημμέναι ἀπόπειραι πρὸς ἵδρυσιν μιᾶς τοιαύτης ἑταιρείας, ἀποτελεσματικῶς ἐργαζομένης ὑπὲρ τῆς ἐθνικῆς ὑποθέσεως, ἐναυάγησαν, ἀκριβῶς διὰ τὴν τοιαύτην ἰδέαν τῶν ἑκάστοτε Κυβερνήσεων, ἐνῷ αὗται ἔπρεπε νὰ ὑποστηρίζωσι καὶ νὰ καθοδηγῶσι μίαν τοιαύτην ἐργασίαν. Καὶ ταῦτα μὲν περὶ τούτου. Ἀλλὰ, Κύριοι, κατεκρίθη καὶ ἡ διαχείρισις τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας...
§53Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Δὲν ἀφίνετε τὴν μακαρίτισσαν αὐτήν;
§54ΑΘ. ΑΘΑΝΑΣΙΑΔΗΣ. Παρακαλῶ, Κύριοι. Φρονῶ, ὅτι εἶναι ἀναγεγραμμένη ἡ ἐλευθερία τοῦ λόγου εἰς τὸ Σύνταγμα. Ἔχω δὲ καὶ προσωπικὴν ὑποχρέωσιν... Κατεκρίθη, λέγω, καὶ ἡ διαχείρισις τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας, καὶ θεωρῶ ἐμαυτὸν ὑπόχρεων νὰ λάβω καὶ ἐπὶ τούτου τὸν λόγον· διότι ἐζητήθη ἡ ἔκθεσις τῆς ἐπιτροπῆς, τῆς διορισθείσης πρὸς ἐξέλεγξιν τῆς διαχειρίσεως ἐκείνης, καὶ μεταξὺ ἐκείνων, οἵτινες φέρονται ἐν τῇ ἐκθέσει ταύτῃ ὡς καταχρασθέντες δῆθεν χρήματα τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας, φέρεται καὶ τὸ ὄνομά μου...
§55Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ποῦ εἶναι ἡ ἔκθεσις αὕτη;
§56ΑΘ. ΑΘΑΝΑΣΙΑΔΗΣ. Ἐδημοσιεύθη εἰς τὰς ἐφημερίδας, καὶ φρονῶ, ὅτι πρέπει νὰ φέρω τὸν λόγον ἐπ’ αὐτῆς... Ἐν τῇ ἐκθέσει, ἐπαναλαμβάνω, ταύτῃ φέρεται καὶ τὸ ἐμὸν ὄνομα ὡς καταχραστοῦ, ἐπὶ τῷ λόγῳ δῆθεν, ὅτι ἀπεστάλησαν εἰς ἐμέ, ὡς πρόεδρον τοῦ ἐν Πύργῳ τμήματος τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας, δελτία μιᾶς καὶ 2 δραχμῶν ἀξίας, ἐν ὅλῳ 1100 δραχμῶν, ὅπως ἀποστείλω τὸ ἀντίτιμον, καὶ οὔτε τὸ ἀντίτιμον ἀπέστειλα, οὔτε τὰ δελτία. Ἐὰν, Κύριοι, ὅλοι οἱ δῆθεν καταχρασθέντες χρήματα τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας ἦναι τόσον καταχρασταὶ, ὅσον ἐγώ, ἀμφιβάλλω, ἂν ὑπῆρξε διαχείρισις εἰλικρινεστέρα καὶ ἀκριβεστέρα ἀπὸ τὴν διαχείρισιν τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας. Ἡ ἔκθεσις ἐκείνη ἐδημοσιεύθη κατὰ τὸ θέρος τοῦ 1900 εἰς διαφόρους ἐφημερίδας· ἀλλ’ ἀπηξίωσα ν’ ἀπαντήσω τότε διὰ τοῦ Τύπου, διότι ἤλπιζον, ὅτι ἔμελλε νὰ γείνῃ συζήτησις περὶ τούτου ἐν τῇ Βουλῇ, ὅπου ὤφειλον ν’ ἀπαντήσω, καὶ διότι ἀκόμη ἡ μὲν κοινωνία τοῦ Πύργου καὶ ἐν γένει τῆς Ἠλείας γνωρίζει, ὅτι οὐδὲ ὀβολὸς εἰσεπράχθη διὰ τοιούτων δελτίων, οὔτε δι’ ἐμοῦ οὔτε δι’ οἱουδήποτε ἑτέρου, ἐκτὸς δὲ τῆς Ἠλείας δὲν πιστεύω νὰ ὑπάρχῃ τις, ὅστις νὰ ἔχῃ λόγον νὰ πιστεύῃ, ὅτι ἐγὼ εἶμαι ἱκανὸς νὰ ἐνεργήσω τοιαύτην κατάχρησιν. Τὸ πρᾶγμα ἔχει ὡς ἑξῆς. Ἐγενόμην μέλος τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας ταυτοχρόνως μετὰ τριῶν ἑτέρων, τοῦ μακαρίτου Δημητρίου Μπούκουρα, δικηγόρου ἐν Πύργῳ, ἐντιμοτάτου καὶ χρηστοτάτου ἀνδρὸς, καὶ γνωστοτάτου εἰς πολλοὺς τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων, τοῦ κ. Δημητρίου Καστόρχη, φαρμακοποιοῦ, ἀδελφοῦ τοῦ μακαρίτου καθηγητοῦ καὶ πρυτάνεως τοῦ Πανεπιστημίου, καὶ τοῦ κ. Ἀριστείδου Μάρκου, ἰατροῦ, ἀδελφοῦ τοῦ διακεκριμένου ἐν Πάτραις δικηγόρου Δημ. Μάρκου. Ἐμυήθημεν δὲ ὑπὸ τοῦ κυρίου Δημ. Σταυροπούλου, δικηγόρου ἐν Πάτραις καὶ προέδρου τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης, ἀποσταλέντος ἐπίτηδες ἐκ Πατρῶν πρὸς τοῦτο· καὶ ἀκριβῶς, διότι ἀπεστάλη αὐτὸς, καὶ ἐγινώσκομεν, ὅτι αὐτὸς δὲν ἀναμιγνύεται εἰς μὴ σοβαρὰ πράγματα καὶ ἦτο ἀφατρίαστος καὶ ἀμερόληπτος, ἐγενόμεθα μέλη τῆς Ἑταιρείας. Προσελάβομεν καὶ ἄλλους πολίτας, καὶ κατηρτίσθη τὸ ἐν Πύργῳ τμῆμα ἐκ 40 πολιτῶν, ἐπιστημόνων, ἐμπόρων, κτηματιῶν. Συνελέξαμεν καὶ ἀπεστείλαμεν εἰς τὸ Διοικητικὸν Συμβούλιον τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας ἐξ εἰσφορῶν τῶν μελῶν καὶ ἐκ μιᾶς γενικῆς εἰσφορᾶς περὶ τὰς 20,000 δραχμάς. Τὰς ἀποδείξεις ἔχει ὁ ταμίας τοῦ τμήματος, ὁ τότε διευθυντὴς τοῦ ἐν Πύργῳ ὑποκαταστήματος τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης κ. Ἐπαμεινώνδας Μεγαπᾶνος. Συνελέξαμεν καὶ περὶ τὰς 4,000 δραχμὰς, καὶ τὰς διενείμαμεν εἰς τὰς ἀπόρους οἰκογενείας τῶν ἐφέδρων. Τὰς ἀποδείξεις ἔχει ὁ ταμίας τῆς ἐπὶ τούτῳ ἐπιτροπῆς κ. Χαρίδημος Δικαῖος, ἐκ τῶν διαπρεπεστέρων δικηγόρων ἐν Πύργῳ καὶ ἤδη πρόεδρος τοῦ ἐκεῖ Δικηγορικοῦ Συλλόγου. Περὶ τὰ τέλη Μαρτίου τοῦ 1897 ἔλαβον μίαν ἐπιστολὴν παρὰ τινος ἐντεῦθεν τραπεζίτου, τοῦ ὁποίου τὸ ὄνομα μὲ διαφεύγει ἤδη, διὰ τῆς ὁποίας μοὶ ἀνήγγελλεν, ὅτι κατ’ ἐντολὴν τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου μοὶ ἀποστέλλει τοιαῦτα δελτία, ἀξίας μιᾶς καὶ 2 δραχμῶν, ἐν ὅλῳ 1100 δραχμῶν, ὅπως προβῶ εἰς τὴν εἴσπραξιν καὶ ἀποστείλω τὸ ἀντίτιμον. Ἔλαβον καὶ τὸν φάκελον αὐτὸν, καὶ τὸν ἀφῆκα ἐσφραγισμένον, ὅπως ἦτο, διότι ἐνόμισα, ὅτι ἦτο τέλος πάντων σκληρότης περὶ τὸ αἰτήσασθαι, κατόπιν τῆς ἀποστολῆς τοσούτων ποσῶν, καὶ εἰς τοιαύτας μάλιστα οἰκονομικὰς δυσχερείας, εἰς τὰς ὁποίας διετέλει ἡ κοινωνία τοῦ Πύργου καὶ ἐν γένει τῆς Ἠλείας. Ἐπῆλθον κατόπιν τὰ ἀτυχήματα καὶ αἱ θλίψεις τῶν ἡμερῶν ἐκείνων καὶ ἡ κατακραυγὴ κατὰ τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας, καὶ ὁ φάκελος ἐκεῖνος ἐλησμονήθη μέχρι τοῦ θέρους τοῦ ἔτους 1900, ὅτε ἐδημοσιεύθη ἡ ἔκθεσις τῆς ἐπιτροπῆς, τῆς διορισθείσης πρὸς ἐξέλεγξιν τῆς διαχειρίσεως. Ἐλάμβανον πάντοτε μετ’ ἐμαυτοῦ τὸν φάκελον ἐκεῖνον, ὁσάκις ἠρχόμην ἐνταῦθα, ἀλλ’ ἀναζητήσας ἤδη αὐτὸν εἰς τὸν ταξειδιωτικόν μου σάκκον, δὲν τὸν ἀνεὗρον. Ἐν τούτοις θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ παραγγείλῃ τὸν ἐν Πύργῳ Εἰσαγγελέα νὰ ἐνεργήσῃ ἐπὶ τούτου ἀνακρίσεις, καθ’ ὃ ἔχει δικαίωμα, διότι πρόκειται περὶ ἐράνων γενομένων ἄνευ ἀδείας τῆς Ἀρχῆς, καὶ περὶ ὑπεξαιρέσεως αὐτῶν καὶ περὶ ποσοῦ ὑπερβαίνοντος τὰς 400 δραχμάς...
§57Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Διὰ νὰ εὕρῃ ὅλους τοὺς ψύλους στ’ ἄχυρα!
§58ΑΘ. ΑΘΑΝΑΣΙΑΔΗΣ. .. Καὶ ἂν εὑρεθῇ τις νὰ καταθέσῃ, ὅτι ὑπῆρξεν ἄνθρωπος, ὅστις εἰσέφερε καὶ ἕνα ὀβολὸν δυνάμει τοιούτου δελτίου, τότε ἐγὼ δέχομαι ὄχι μόνον νὰ ὑποστῶ τὰς συνεπείας τοῦ νόμου, ἀλλὰ καὶ νὰ ἐμπτυσθῶ ἐν τῇ πλατείᾳ τοῦ Συντάγματος παρὰ πάντων τῶν διαβαινόντων. Λέγω ταῦτα, Κύριοι, ἵνα ὑποδείξω εἰς τὴν Βουλὴν, μήπως καὶ ὅσα ἄλλα λέγονται περὶ καταχρήσεων εἶναι ὁμοίας φύσεως...
§59Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Μοὶ ἐπιτρέπετε μίαν διακοπήν;
§60ΑΘ. ΑΘΑΝΑΣΙΑΔΗΣ. Εὐχαρίστως.
§61Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Σεῖς κύριε, συνάδελφε, εἶσθε γνωστὸς καθ’ ὅλην τὴν Ἑλλάδα ὡς ἰδιότροπος, ἀλλ’ ἀνίκανος νὰ ὑποπέσητε εἰς τοιοῦτον ἔγκλημα· περὶ τῶν ἄλλων ὅμως, σᾶς παρακαλῶ, μὴ ἀναλαμβάνετε εὐθύνας.
§62ΑΘ. ΑΘΑΝΑΣΙΑΔΗΣ. Δὲν ἀναλαμβάνω. Θὰ ἴδητε ποῦ θὰ καταλήξω... Καὶ συγχρόνως νὰ ὑποδείξω, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ὑποστηρίζηται ἡ φυσικὴ τάσις τῆς κοινωνίας πρὸς τοιαύτην δυσπιστίαν, διότι καταστρέφεται ἡ κοινωνικὴ ἀλληλεγγύη καὶ ἡ ἀποτελεσματικὴ δρᾶσις ὑπὲρ τῆς ἐθνικῆς ὑποθέσεως. Παραπονούμεθα καὶ παρεπονέθησαν ἀξιότιμοι συνάδελφοι ἐνταῦθα, ὅτι οἱ ἔξω ὁμογενεῖς δὲν τείνουσι προθύμως ἀρωγὸν χεῖρα εἰς τὰς ἐθνικὰς ἀνάγκας. Ἀλλὰ πῶς θέλετε, Κύριοι, νὰ τείνωσι τοιαύτην χεῖρα, ὅταν ἡμεῖς ἐντεῦθεν φωνάζωμεν πάντοτε περὶ κλοπῶν καὶ καταχρήσεων καὶ τῶν τοιούτων; Εἶναι δυνατόν, κατόπιν τῶν τοιούτων διαδόσεων, ἐκεῖνοι νὰ ἦναι πρόθυμοι εἰς τοιαύτας εἰσφορὰς ὑπὲρ τῆς ἐθνικῆς ὑποθέσεως; Διὰ τοῦτο ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, κατόπιν τῆς ἐκθέσεως ἐκείνης τῆς ἐξελεγκτικῆς ἐπιτροπῆς, νὰ διατάξῃ αὐστηροτάτην καὶ εὐρυτάτην ἀνάκρισιν περὶ τῶν ἀποδιδομένων καταχρήσεων εἰς ἐκείνους, οἵτινες διεχειρίσθησαν χρήματα τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας...
§63Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ποῦ θὰ εὕρωμεν τοὺς ὑπευθύνους;
§64ΑΘ. ΑΘΑΝΑΣΙΑΔΗΣ. Ὑπάρχει ἡ ἔκθεσις τῆς ἐξελεγκτικῆς ἐπιτροπῆς.
§65Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἀναφέρονται ὀνόματα.
§66ΑΘ. ΑΘΑΝΑΣΙΑΔΗΣ. Ἀναφέρονται πολλὰ ὀνόματα, ἀλλὰ μία ἀνάκρισις θὰ ἀποδείξῃ ὅλα. Καὶ ταῦτα μέν, Κύριοι, καὶ περὶ τούτου. Ἀλλὰ κατεκρίθη, Κύριοι, καὶ ἡ δρᾶσις τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας...
§67Α. ΠΕΤΑΛΑΣ. Ἄφες τα τώρα αὐτά! (γέλωτες).
§68ΑΘ. ΑΘΑΝΑΣΙΑΔΗΣ. .. Κατεκρίθη, λέγω, καὶ ἡ δρᾶσις τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας, καὶ ὑπῆρξαν οἱ προσπαθήσαντες νὰ ἐπιρρίψωσι τὰς εὐθύνας τοῦ πολέμου καὶ τῶν συμφορῶν αὐτοῦ εἰς τὴν Ἐθνικὴν Ἑταιρείαν, καθὼς καὶ εἰς τὴν δημοσιογραφίαν καὶ εἰς τοὺς ζητωπολέμους καὶ εἰς τὸν στρατὸν καὶ εἰς οἱονδήποτε ἄλλον. Φρονῶ, Κύριοι, ὅτι ταῦτα δὲν συμβιβάζονται μὲ τὴν ἱστορικὴν ἀλήθειαν καὶ τὴν ἀλήθειαν τῶν γεγονότων. Ἐξύπνησε, Κύριοι, μίαν πρωΐαν ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς κατὰ τὰς τελευταίας ἡμέρας τοῦ Ἰανουαρίου τοῦ 1897, καί, χωρὶς νὰ προγιγνώσκῃ τι, ἤκουσεν, ὅτι ἀπεστάλη στόλος εἰς τὴν Κρήτην, ἵνα ἀποκλείσῃ καὶ καταλάβῃ αὐτήν. Ἐξύπνησε μίαν ἄλλην ἡμέραν καὶ ἤκουσεν, ὅτι ἀπεστάλη στρατός, ἵνα καταλάβῃ τὴν Κρήτην ἐν ὀνόματι τοῦ Βασιλέως Γεωργίου. Φρονῶ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις τῆς ἐποχῆς ἐκείνης καὶ ὁ σεβαστὸς Πρόεδρος αὐτῆς δὲν δύναται νὰ ἰσχυρισθῇ, ὅτι προέβη εἰς τοιοῦτο σοβαρὸν μέτρον ἐξαναγκασθεὶς ὑπό τινος, χωρὶς νὰ τὸ θεωρῇ ὀρθὸν καὶ συμφέρον εἰς τὸ ἔθνος. Ἀλλὰ πῶς ὀνομάζεται, Κύριοι, κατὰ τὸ διεθνὲς δίκαιον, ἡ ἐνέργεια αὕτη; πῶς ὀνομάζεται ἡ ἀποστολὴ στρατοῦ καὶ στόλου, ὅπως ἀποπειραθῇ νὰ καταλάβῃ χώρας ἀνηκούσας εἰς ξένην ἐπικράτειαν; Δὲν ὀνομάζεται τοῦτο κήρυξις πολέμου; Δὲν ἐκήρυξε λοιπόν, ἀποστείλασα στρατὸν καὶ στόλον ἡ τότε Κυβέρνησις, ἵνα καταλάβῃ τὴν Κρήτην ἐν ὀνόματι τοῦ Βασιλέως Γεωργίου, δὲν ἐκήρυξε τὸν πόλεμον ἐναντίον τοῦ Σουλτάνου; Ἀλλὰ μόνον ἐναντίον τοῦ Σουλτάνου, Κύριοι, ἐκήρυξε τὸν πόλεμον; Δυστυχῶς ὄχι μόνον ἐναντίον τοῦ Σουλτάνου. Ἐκήρυξε τὸν πόλεμον καὶ κατὰ τῆς Α. Μεγαλειότητος τοῦ Αὐτοκράτορος τῆς Ρωσσίας καὶ κατὰ τῆς Α. Μεγαλειότητος τοῦ Αὐτοκράτορος τῆς Γερμανίας καὶ κατὰ τῆς Α. Μεγαλειότητος τοῦ Αὐτοκράτορος τῆς Αὐστρίας καὶ κατὰ τῆς Α. Μεγαλειότητος τῆς Βασιλίσσης τῆς Ἀγγλίας καὶ κατὰ τῆς Α. Μεγαλειότητος τοῦ Βασιλέως τῆς Ἰταλίας καὶ κατὰ τοῦ Προέδρου τῆς Γαλλικῆς Δημοκρατίας, οἱ ὁποῖοι εἶχον συνομολογήσει συνθήκας, διὰ τῶν ὁποίων ἠγγυῶντο τὴν ἀκεραιότητα τῆς Ὀθωμανικῆς Αὐτοκρατορίας, καὶ εἶχον θέσει αὐτὴν ὑπὸ τὴν αἰγίδα καὶ τὴν σκέπην καὶ τὴν προστασίαν αὐτῶν. Καὶ τοιουτοτρόπως τὸ ζήτημα τῆς Κρήτης ἔπαυσε νὰ ἦναι πλέον ζήτημα μεταξὺ Κρήτης καὶ Σουλτάνου, μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Τουρκίας, καὶ ἐγένετο ζήτημα προσωπικὸν μεταξὺ τῆς Ἑλλάδος καὶ τοῦ Βασιλέως αὐτῆς ἀφ’ ἑνὸς καὶ τῶν μοναρχῶν τῆς Εὐρώπης ἀφ’ ἑτέρου. Ἄς φέρῃ ἕκαστος ἐξ ὑμῶν, Κύριοι, ἑαυτὸν εἰς τὴν θέσιν τῶν μοναρχῶν τῆς Εὐρώπης. Τί ἦτο φυσικὸν ἕκαστος αὐτῶν νὰ εἴπῃ μετὰ τὸ τοιοῦτο διάβημα τῆς Ἑλλάδος; Βεβαίως ἕκαστος αὐτῶν φυσικὸν ἦτο νὰ εἴπῃ: «ἐὰν ἐπιτρέψωμεν εἰς ἕκαστον ἐθνάριον καὶ εἰς τὸν Βασιλέα ἑκάστου ἐθναρίου νὰ καταπατῇ κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον τὰς συνθήκας, τὰς ὁποίας ἡμεῖς συνωμολογήσαμεν, καὶ νὰ ξεσχίζῃ αὐτὰς κατὰ πρόσωπον ἡμῶν, ποῦ πλέον τὸ κῦρος ἡμῶν; ποῦ πλέον ἡ ἰσχὺς ἡμῶν; ποῦ πλέον ἡ εἰρήνη τῆς Εὐρώπης;» Ἰδοὺ, Κύριοι, κατ’ ἐμὲ, ἡ αἰτία τῶν συμφορῶν τῆς ἐποχῆς ἐκείνης! Καὶ ἐγένετο τὸ διάβημα ἐκεῖνο κατόπιν τοῦ διαβήματος τοῦ 1885, τὸ ὁποῖον ἐπίσης ὑπὸ τοιαύτας περιστάσεις ἐγένετο. Διότι καὶ τότε ἡ Κυβέρνησις τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, συγκαλέσασα ἐπιστρατείαν μετὰ τὸ πραξικόπημα τῆς Φιλιππουπόλεως, εἶπε πρὸς τὰς Δυνάμεις: «ἢ ἐπαναφέρετε τὰ πράγματα εἰς ἣν ἦσαν κατάστασιν ἐν Ἀνατολικῇ Ρωμυλίᾳ πρὸ τοῦ πραξικοπήματος τῆς Φιλιππουπόλεως, ἢ ἄλλως ἐγὼ θὰ κηρύξω τὸν πόλεμον κατὰ τῆς Τουρκίας, καὶ θὰ καταλάβω χώρας ἀνηκούσας εἰς αὐτήν». Καὶ οὕτω καὶ τότε ἔπαυσε πλέον τὸ ζήτημα νὰ ἦναι ζήτημα μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Βουλγαρίας καὶ μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Τουρκίας, καὶ ἐγένετο προσωπικὸν μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ τῶν μοναρχῶν τῆς Εὐρώπης. Ἀλλὰ θὰ εἴπῃ τις: «δὲν ἔπρεπεν ἡ Κυβέρνησις νὰ ἀποστείλῃ τότε στόλον καὶ στρατὸν εἰς τὴν Κρήτην;» Βεβαίως ἔπρεπεν. Ἀλλ’ ἔπρεπε ν’ ἀποστείλῃ στόλον καὶ στρατὸν ἐντὸς τῶν κανόνων τοῦ διεθνοῦς δικαίου καὶ τῆς ὀφειλομένης πρὸς τοὺς μονάρχας τῆς Εὐρώπης εὐλαβείας. Σαφὴς καὶ ῥητὸς κανὼν τοῦ διεθνοῦς δικαίου ὁρίζει, ὅτι, ὅταν διαταραχθῇ ἡ τάξις ἔν τινι ἐπικρατείᾳ, καὶ αὕτη ἀδυνατῇ νὰ ἀποκαταστήσῃ αὐτὴν, ἡ διατάραξις δὲ αὕτη καθίσταται ἐπικίνδυνος εἰς τὴν δημοσίαν τάξιν ὁμόρου ἐπικρατείας, αὕτη δικαιοῦται νὰ ἐπεμβῇ καὶ ἀποκαταστήσῃ τὴν τάξιν. Διεταράχθη λοιπὸν ἡ τάξις ἐν Κρήτῃ, ἡ Τουρκία ἀπεδείχθη ἀνίκανος ν’ ἀποκαταστήσῃ αὐτὴν, ἡ διατάραξις τῆς τάξεως ἐν Κρήτῃ ἦτο ἐπικίνδυνος εἰς τὴν δημοσίαν τάξιν τῆς Ἑλλάδος, ἐδικαιοῦτο δ’ αὕτη νὰ ἐπεμβῇ καὶ ἀποκαταστήσῃ τὴν τάξιν ἐν Κρήτῃ. Ἐδικαιοῦτο λοιπὸν ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις νὰ ἀποστείλῃ στόλον καὶ στρατὸν εἰς τὴν Κρήτην πρὸς ἀποκατάστασιν τῆς τάξεως, ἀλλ’ ἔπρεπε συγχρόνως νὰ ἀναγγείλῃ πρὸς τὰς Δυνάμεις, ὅτι ἡ Ἑλλὰς, προλαμβάνουσα τὰς διαθέσεις αὐτῶν, ἀπέστειλε στόλον καὶ στρατὸν εἰς τὴν Κρήτην πρὸς ἀποκατάστασιν τῆς τάξεως, καὶ τίθεται ὑπὸ τὰς διαταγὰς αὐτῶν. Ἐὰν οὕτως ἐνήργει, ἴσως ὁ στόλος καὶ ὁ στρατὸς τῆς Ἑλλάδος θὰ εὑρίσκετο εἰσέτι ἐν Κρήτῃ, διότι δὲν προσεβάλλετο ἡ προσωπικὴ φιλοτιμία τῶν μοναρχῶν τῆς Εὐρώπης ὑπὸ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως. Ἐὰν προσεκαλεῖτο νὰ ἀποσύρῃ τὸν στρατὸν, ἠδύνατο νὰ λέγῃ πρὸς τὰς Δυνάμεις: «ἐξασφαλίσατε τὴν τάξιν ἐκεῖ, καὶ ἐγὼ ἀμέσως ἀποσύρω τὸν στρατόν». Καὶ εἶναι ἀμφίβολον, ἂν θὰ συνεφώνουν εἰς τοῦτο. Καὶ ἂν δ’ ἐξηναγκάζετο νὰ ἀποσύρῃ τὸν στρατὸν, δὲν θὰ ἐθεωρεῖτο τοῦτο ἧττα διπλωματικὴ, διότι πάντως ἡ Κρήτη δὲν θὰ ἐπανήρχετο ὑπὸ τὴν δεσποτείαν τοῦ Σουλτάνου, ἀλλὰ συγχρόνως πόλεμος μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Τουρκίας δὲν θὰ ἐγίνετο, διότι ὁ πόλεμος ἐκεῖνος ἀναντιρρήτως ἐγένετο πρὸς τιμωρίαν καὶ ἐξευτελισμὸν τῆς Ἑλλάδος διὰ τὴν ὑπ’ αὐτῆς γενομένην ὕβριν πρὸς τοὺς μονάρχας τῆς Εὐρώπης καὶ ὅπως ἀποσυρθῇ ἐκ Κρήτης ὁ ἑλληνικὸς στρατός. Ἀλλὰ τί τέλος πάντων ἡ Κυβέρνησις τῆς ἐποχῆς ἐκείνης ἔπραξε μετὰ τὸ διάβημα ἐκεῖνο; Τί ὤφειλε νὰ πράξῃ; Ἀναμφιβόλως ὤφειλεν ἢ νὰ παραιτηθῇ, ἀναλαμβάνουσα αὐτὴ τὴν εὐθύνην τοῦ διαβήματος, ὅπως ἱκανοποιηθῶσιν οἱ προσβληθέντες μονάρχαι τῆς Εὐρώπης καὶ ἐξέλθῃ τὸ ἔθνος καὶ ὁ Βασιλεὺς τῆς δυσχερεστάτης θέσεως, εἰς ἣν περιῆλθον ἀπέναντι αὐτῶν, ἢ ὤφειλε νὰ ἐνθουσιάσῃ τὸν Βασιλέα, νὰ παραστήσῃ εἰς αὐτὸν, ὅτι ἡ φιλοτιμία τοῦ ἔθνους καὶ αὐτοῦ ἐπιβάλλει τὴν ἐπανάληψιν τῆς μονομαχίας Δαυὶδ καὶ Γολιὰθ, καὶ παρασκευάσῃ πρὸς τοῦτο, ὅσον ἦτο δυνατὸν τελείως, τὴν ἄμυναν τῆς χώρας. Καὶ παρουσιάσθη ἡ πρὸς τοῦτο καταλληλοτάτη εὐκαιρία. Ὁ τότε Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς συνάδελφος κ. Λεβίδης, ἀνεκοίνωσεν ἄλλοτε ἐπισήμως πρὸς τὴν Βουλὴν, ὅτι κατὰ τὰς ἀρχὰς Μαρτίου τοῦ 1897 συνῆλθε τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον καὶ ἀπεφάσισε τὴν ἔναρξιν τῶν ἐχθροπραξιῶν, ὅτε ἦσαν 25 χιλιάδες τουρκικοῦ στρατοῦ καὶ 25 χιλιάδες ἑλληνικοῦ ἐν τοῖς συνόροις, ἀνελθὼν δὲ ὁ τότε Πρωθυπουργὸς εἰς τὰ Ἀνάκτορα καὶ ἀνακοινώσας εἰς τὸν Βασιλέα τὴν ἀπόφασιν ταύτην, ἐπανῆλθε μεταβεβλημένην ἔχων τὴν γνώμην. Φυσικὰ ὁ Βασιλεὺς, εἰς ὃν βεβαίως ἐγκαίρως θὰ παρεστάθη ἡ θέσις, εἰς ἣν περιῆλθεν ἀπέναντι πάντων τῶν μοναρχῶν τῆς Εὐρώπης ἕνεκα τοῦ διαβήματος ἐκείνου, θὰ ἀντέστη εἰς τὴν ἀπόφασιν ἐκείνην. Ἄλλως δὲν ἐξηγεῖται τὸ πρᾶγμα. Συνεπῶς ἰδοὺ ἀρίστη εὐκαιρία πρὸς παραίτησιν τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης. Ὤφειλε νὰ μεταβῇ αὐτοπροσώπως ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης εἰς τοὺς πρεσβευτὰς τῶν Δυνάμεων καὶ ἱκετεύσῃ δι’ αὐτῶν τοὺς μονάρχας αὐτῶν νὰ μὴ θελήσωσι νὰ πάθῃ τι ἐξ αἰτίας του τὸ ἔθνος, ἀλλὰ νὰ θεωρήσωσιν ὡς ἀρκοῦσαν ἱκανοποίησιν τὴν παραίτησίν του. Ἀλλ’ οὐδὲν τοιοῦτον ἔπραξεν. Ἀλλὰ μήπως ἔπραξε τοὐλάχιστον τὸ ἄλλο; Μήπως παρεσκεύασεν, ὅσον ἦτο δυνατὸν, τὴν ἄμυναν τῆς χώρας; Τί ἔπραξε πρὸς ἀποτελεσματικὴν ἄμυναν τῆς χώρας; Τί ὤφειλε νὰ πράξῃ καὶ δὲν ἔπραξε; Προδήλως ὤφειλε νὰ συγκαλέσῃ πολεμικὸν συμβούλιον ἐκ τῶν ἐνδεδειγμένων πρὸς τοῦτο ἀξιωματικῶν, ὅπως καταστρώσῃ πολεμικὸν σχέδιον καὶ ἀποφασίσῃ περὶ τῶν δεόντων γενέσθαι πρὸς ἐκτέλεσιν αὐτοῦ. Ὤφειλε νὰ προσκαλέσῃ ἐγκαίρως τὰς ἀκαίρως καὶ κατόπιν ἑορτῆς κληθείσας ἡλικίας τῶν ἐφέδρων. Ὤφειλε νὰ προκαλέσῃ νομοθετικὸν μέτρον περὶ καταρτισμοῦ πολιτοφυλακῆς ἀνὰ τὰς πόλεις καὶ κωμοπόλεις τοῦ Βασιλείου, πρὸς τήρησιν τῆς τάξεως καὶ ἀντικατάστασιν τοῦ στρατοῦ. Ὤφειλε νὰ προκαλέσῃ νόμον ἐπιτρέποντα τὴν μερικὴν ἐπιστράτευσιν, ὅπως ἐπιστρατευθῶσι πάντες οἱ δυνάμενοι νὰ φέρωσιν ὅπλα Θεσσαλοὶ καὶ ἐκ τῶν κατοίκων τῶν νομῶν Ἄρτης καὶ Αἰτωλοακαρνανίας πρὸς προστασίαν τῶν ἑστιῶν των. Ἀλλ’ οὐ μόνον οὐδὲν τούτων ἔπραξεν, ἀλλὰ τοὐναντίον ἐδέχθη τὴν παραίτησιν τοῦ τότε Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν Ν. Σμόλενιτς, μὴ δεχθεὶς τὰς περὶ παρασκευῆς τοῦ στρατοῦ προτάσεις αὐτοῦ, καὶ ἀπεδέχθη Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν ἀξιωματικὸν ἔντιμον μὲν καὶ γενναῖον, ἀλλὰ μὴ ἐνδεδειγμένον διὰ τοιαύτην κρίσιμον περίστασιν. Πλὴν δὲ τούτου, ἐν ᾧ κατὰ τοὺς ἐπισήμους πίνακας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν ὑπῆρχον ὑπὸ τὰς σημαίας κατὰ τὴν ἔναρξιν τῶν ἐχθροπραξιῶν 78 χιλιάδες ἀνδρῶν, ἐκ τούτων δύο χιλιάδες ἦσαν ἐν Κρήτῃ, 15–18 χιλιάδες εἰς τὰ Ἠπειρωτικὰ σύνορα, καὶ 35 χιλιάδες εἰς τὰ Θεσσαλικά. Ποῦ εὑρίσκοντο αἱ ὑπολειπόμεναι 23 χιλιάδες ἀνδρῶν, καθ’ ἣν ἐποχὴν ἡ παρουσία αὐτῶν ἐν τοῖς Θεσσαλικοῖς συνόροις ἦτο τόσον ἐπιβλητική; Πάντες ἐνθυμούμεθα, ὅτι αἱ διάφοροι ἀνὰ τὰς πόλεις τοῦ Βασιλείου φρουραὶ ἦσαν πολυαριθμότεραι ἢ πρότερον. Ὁ στρατὸς ἡμῶν κατὰ τὸν πόλεμον τοῦ 1897 ἔπραξε τὸ καθῆκόν του. Ἡ τριήμερος μάχη τῆς Ἄρτης, ἡ μάχη τοῦ Κραβασαρᾶ, ἡ μάχη τῶν Πέντε Πηγαδίων καὶ ἡ μάχη τοῦ Γριμπόβου, χωρὶς νὰ παρεμπέσῃ ἧττά τις, εἶναι φαεινότατα σημεῖα, ἐνδεικνύοντα τὸ ποιὸν τοῦ ἐν Ἠπείρῳ στρατοῦ. Ἡ ἐπὶ ἑξαήμερον ἀπόκρουσις ὑπὸ τῆς ἐν Ρεβενίῳ ταξιαρχίας ἐν ἀναπεπταμένῳ καὶ ἀνοχυρώτῳ πεδίῳ ἀλλεπαλλήλων λυσσαλέων ἐπιθέσεων 35 ὅλων χιλιάδων τουρκικοῦ στρατοῦ, ἡ κατάληψις τοῦ Μενεξὲ κατὰ τὴν ἔναρξιν τῶν ἐχθροπραξιῶν ὑφ’ ἑνὸς λόχου, μὴ δυνηθέντος νὰ τὸν κρατήσῃ ὡς ἐκ τῶν ἐπελθόντων πολυαριθμοτέρων πολεμίων...
§69ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Πόθεν ἔχετε τὰς πληροφορίας περὶ καταλήψεως τοῦ Μενεξέ; — ΑΘ. ΑΘΑΝΑΣΙΑΔΗΣ... ἡ κατάληψις τῆς Ἀναλήψεως καὶ ἡ ἐπὶ τετραήμερον ἀπόκρουσις ὑπὸ ἐννέα χιλιάδων Ἑλλήνων — ὑποχρεωμένων νὰ προασπίσωσιν ἔκτασιν τεσσάρων ἡμερῶν, ἀπὸ τοῦ Τυρνάβου μέχρι τοῦ Τσάγεζι, καὶ κατατετμημένων ὡς ἐκ τούτου εἰς ἀπειράριθμα τμήματα ἄνευ συνοχῆς — λυσσαλέων ἐπιθέσεων ἑβδομήκοντα περίπου χιλιάδων Τούρκων, χαρακτηρίζουσιν ἐπίσης τὸ ποιὸν τοῦ ἐν Θεσσαλίᾳ στρατοῦ. Δὲν χαρακτηρίζουσι τὸ ποιὸν αὐτοῦ μεμονωμένα γεγονότα φυγομαχίας καὶ δειλίας, ἀπ’ οὐδενὸς στρατοῦ ἐλλείποντα. Δὲν χαρακτηρίζουσι τὸ ποιὸν αὐτοῦ ἡ ὑποχώρησις μιᾶς διλοχίας ἐν Νεζερῷ ἀπέναντι τῆς λυσσώδους ἐπιθέσεως δύο ὅλων τουρκικῶν μεραρχιῶν, ἤτοι 30 χιλιάδων ἐχθρῶν, οὐδὲ ἡ ὑποχώρησις ἑτέρας διλοχίας ἐν Μελούνᾳ ἀπέναντι τῆς λυσσώδους ἐπιθέσεως τριῶν τουρκικῶν μεραρχιῶν, ἤτοι 40 χιλιάδων περίπου πολεμίων. Οὐδὲ χαρακτηρίζει τὸ ποιὸν τοῦ στρατοῦ ἐκείνου ὁ ἐν Μάτι πανικός. Πανικοὺς ὑπέστησαν καὶ οἱ ἄριστοι τῶν στρατῶν· πανικὸν ὑπέστησαν καὶ οἱ μετὰ τοῦ Κύρου συναναβάντες Ἕλληνες, κατὰ τὴν αὐτὴν ἡμέραν, καθ’ ἣν ἀνεδείχθησαν ἥρωες, οἵτινες, ἀκούσαντες τὴν σφαγὴν τῶν ἀξιωματικῶν των, ῥίψαντες τὰ ὅπλα ἔκλαιον· δὲν ἔφυγον, διότι δὲν εἶχον ποῦ νὰ φύγωσιν. Ὁ πανικὸς δὲν εἶναι προϊὸν δειλίας, ἀλλὰ φιλοτιμίας, φόβου αἰχμαλωσίας. Εἶναι δὲ γνωστόν, ὅτι ὁ γενναῖος στρατιώτης οὐδὲν φοβεῖται πλειότερον, ὅσον τὴν αἰχμαλωσίαν. Καὶ ὁ ἐν Μάτι ἑπομένως στρατὸς, διαταχθεὶς νὰ ὑποχωρήσῃ ὅλως ἀκαίρως, τὴν ἑσπέραν, καὶ οὐχὶ κατόπιν ἥττης, εὐλόγως ἐθεώρησε τοῦτο ὡς προϊὸν κινδύνου κυκλώσεως καὶ αἰχμαλωσίας· ἐπηκολούθησε δὲ καὶ ἡ ἐν τῷ σκότει τῆς νυκτὸς παρεξήγησις τῆς ἑλληνικῆς ἴλης τοῦ ἱππικοῦ ὡς τουρκικῆς, καὶ ἡ ὑποχώρησις μετεβλήθη εἰς φυγήν. Ἀλλ’ ἐγένετο τότε ἐκεῖ τι, ὅμοιον τοῦ ὁποίου δὲν ἀναφέρουσι τὰ στρατιωτικὰ χρονικὰ τῆς ἀνθρωπότητος. Ἐπῆλθεν ὁ ἐν Μάτι πανικός, ἐπηκολούθησεν ἡ ἐγκατάλειψις τῆς Λαρίσης, καὶ ὁ στρατὸς ἐκεῖνος, ἀπολέσας τέλεον τὸ ἠθικόν του, ἀπολέσας πᾶσαν ἐμπιστοσύνην ἐπὶ τοὺς ἀρχηγοὺς καὶ ἀξιωματικούς του, διελύθη, ἀποσυνετέθη εἰς ἄτομα φεύγοντα, στερούμενα τῶν πάντων, καὶ διατελοῦντα καὶ ὑπὸ ἀφορήτους ἐκ θεομηνιῶν κακουχίας. Ὁ περιώνυμος τῆς Μόσχας στρατὸς τοῦ Μεγάλου Ναπολέοντος, μετὰ τὸν ἐμπρησμὸν τῆς Μόσχας ἦτο ὑποχρεωμένος, χάριν αὐτοσυντηρήσεως, νὰ μένῃ συγκεντρωμένος, διότι δὲν εἶχε ποῦ νὰ καταφύγῃ. Καὶ ἐν τούτοις διελύθη, καὶ ὁ Ναπολέων ἐπανῆλθεν εἰς Γαλλίαν μόνος ἐπὶ ἰδιωτικῆς ἁμάξης! Ὁ ἑλληνικὸς στρατὸς τῆς Θεσσαλίας τοῦ 1897, ὁ ἀπολέσας πᾶσαν ἐπὶ τοὺς ἀρχηγοὺς καὶ ἀξιωματικοὺς πεποίθησιν, ὁ διαλυθεὶς καὶ τῶν πάντων στερούμενος, φυσικὸν ἦτο, πρὸς σωτηρίαν του, νὰ καταφύγῃ εἰς τὰς ἑστίας του. Καὶ ἐν τούτοις ἔστη, ἀνασυνετάχθη, καὶ ἔδωκε μάχας νικηφόρους καὶ ἐν Βελεστίνῳ καὶ ἐν Δομοκῷ καὶ ἐν Ταράτσᾳ. Ὁ ἀρχηγὸς δὲ τοῦ τουρκικοῦ ἐπιτελείου Γκόλτς πασσᾶς γράφει ἐν τῇ ἐκθέσει του, ὅτι, ἐὰν μὴ ἐπρόφθανε νὰ ἐκτελεσθῇ ἡ πρὸς ὑποχώρησιν ἐκ Δομοκοῦ διαταγὴ ὑπὸ τοῦ ἑλληνικοῦ στρατοῦ, ἀναμφιβόλως θὰ ὑπεχώρει ὁ τουρκικὸς στρατός. Ἐπικαλοῦμαι τὴν μαρτυρίαν τῶν ἀναγνωσάντων τὴν ἔκθεσιν ταύτην, καὶ ἰδιαιτέρως τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀττικῆς βουλευτοῦ κ. Λεβίδου, ὅστις ἔδωκεν εἰς ἐμὲ αὐτὴν καὶ τὴν ἀνέγνων. Τοιοῦτο λοιπὸν ἀπεδείχθη καὶ τὸ ποιὸν τοῦ ἐν Θεσσαλίᾳ στρατοῦ. Ὁποία ἑπομένως θὰ ἦτο ἡ ἔκβασις τοῦ πολέμου ἐκείνου, ἐὰν ἐγκαίρως ἐλαμβάνετο ὑπὸ τῆς τότε Κυβερνήσεως πᾶσα δυνατὴ ὑπὲρ αὐτοῦ μέριμνα; Πρὸς τί ἑπομένως ν’ ἀναζητῶμεν ἀλλαχοῦ τοὺς ὑπευθύνους τοῦ πολέμου καὶ τῶν ἐκ τούτου συμφορῶν, ἀφοῦ οἱ μόνοι ὑπεύθυνοι εἶναι οἱ ἀποστείλαντες στόλον καὶ στρατὸν νὰ καταλάβῃ τὴν Κρήτην ἐν ὀνόματι τοῦ Βασιλέως Γεωργίου καὶ οἱ μὴ λαβόντες πᾶσαν δυνατὴν πρόνοιαν καὶ πάντα τὰ δυνατὰ μέτρα πρὸς καλὴν διεξαγωγὴν τοῦ πολέμου;
§70Φ. ΝΕΓΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Καταθέτω πίνακας τῶν εἰσπράξεων ἐκ ταχυδρομικῶν, τηλεγραφικῶν καὶ τηλεφωνικῶν τελῶν διὰ τὸ 1899 καὶ 1900. Τοὺς τοῦ ἔτους 1901 ἔχω καταθέσει προηγουμένως.
§71ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ τυπωθῶσι.
§72Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Ἐπίσης καταθέτω πίνακα, ὃν κατήρτισεν ὁ κεντρικὸς ταμίας, διὰ τὰς εἰσφορὰς τοῦ πολέμου. Ἐτυπώθη καὶ θὰ διανεμηθῇ. Καταθέτω ἀπάντησιν εἰς τὴν ἐπερώτησιν τοῦ κ. Ποταμιάνου, ζητήσαντος πίνακα τῶν δικαιουμένων νὰ λάβωσιν ἐκ συμβιβασμοῦ χρήματα ἐκ τοῦ δημοσίου ταμείου. Ἔχω τὴν τιμὴν νὰ καταθέσω εἰς τὴν Βουλὴν δήλωσιν περὶ ἐπενεκτέων τροποποιήσεων ἐν τῷ ὑποβληθέντι εἰς τὴν Βουλὴν γενικῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ Κράτους τῆς χρήσεως τοῦ 1902, σχετικῶς πρὸς τὰ ὑπὸ τοῦ Δημοσίου ἀγορασθέντα κτήματα τοῦ Ἰωάννου Στεφάνοβικ Σκυλίτση ἐν Θεσσαλίᾳ.
§73ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν κατατεθέντες πίνακες, ὡς καὶ ἡ δήλωσις αὐτοῦ, θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 171–173).
§74Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐπειδὴ ἐλαλήσατε περὶ τῶν χρεῶν, παρατηρῶ, ὅτι τὰ χρέη, τὰ ὁποῖα ὑφίσταντο, τὰ ἐνυπόθηκα πρὸς τὸν μακαρίτην Στεφάνοβικ, ἐξεχωρήθησαν πρὸς διαφόρους ἐπιχειρηματίας ἐπὶ ἐλαττώσει, πρόκειται δὲ νὰ εἰσπραχθῶσιν ὁλόκληρα, πρὸς μεγάλην ζημίαν τῶν χωρικῶν. Σᾶς παρατηρῶ, ὅτι οὐδέποτε σχεδὸν οἱ ἰδιοκτῆται τσιφλικίων λαμβάνουσιν ὁλόκληρα τὰ δάνεια, τὰ ὁποῖα οἱ χωρικοὶ ὀφείλουσι. Τὸ αὐτὸ, ἔπρεπε νὰ συντελέσῃ ἡ Κυβέρνησις, ὅπως γείνῃ καὶ ἐπὶ τῶν χωρικῶν τῶν χωρίων Στεφάνοβικ. Ἐὰν ὅλαι αὐταὶ αἱ ἀπαιτήσεις, τὰς ὁποίας ὁ μακαρίτης Στεφάνοβικ ἀφῆκεν εἰς τοὺς ἐνοικιαστὰς τῶν χωρίων τούτων, πρόκειται νὰ περιέλθωσιν ὁλόκληροι εἰς χεῖρας αὐτῶν, θὰ τοὺς γδάρουν, κατὰ τὸ δὴ λεγόμενον, μέχρις αἵματος.
§75Φ. ΝΕΓΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἡ σύμβασις μᾶς ἀναγκάζει νὰ τηρήσωμεν τὰς συμφωνίας μετὰ τῶν ἐνοικιαστῶν.
§76Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Δύο λέξεις...
§77ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τίνος ζητήματος;
§78Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Ἐπὶ ἐκείνου, περὶ τοῦ ὁποίου ὡμίλησεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἠλείας Βουλευτής.
§79ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σχετικόν;
§80Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Περισσότερον χρόνον χάνετε οὕτω.
§81ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἀριστερόθεν). Εἶναι δικαίωμά σας.
§82ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Φικιώρης θὰ ὁμιλήσῃ σχετικόν τι πρὸς τὴν ὁμιλίαν, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ὁ κύριος Ἀθανασιάδης.
§83Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Ἐγὼ τὴν ἐξέτασιν τοῦ ζητήματος αὐτοῦ δὲν θὰ περατώσω σήμερον, ἀλλ’ ἐζήτησα τὸν λόγον, ἵνα εἴπω τοῦτο μόνον, ὅτι ἡ ἀγόρευσις τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἠλείας Βουλευτοῦ εἶναι μία ἐπὶ πλέον ἀπόδειξις τοῦ ὅτι καὶ ἐξ αὐτῆς τῆς πτέρυγος (δεικνύει τὴν δεξιὰν)—ἐκτὸς ὀλιγίστων βεβαίως, οἱ ὁποῖοι ἄλλων τὰ σφάλματα θέλουσι νὰ συγκαλύψωσι,—καὶ ἐξ ἐκείνης (δεικνύει τὴν ἀριστερὰν), πάντες αἰσθανόμεθα τὴν ἀνάγκην τῆς ἐξετάσεως τῆς εὐθύνης τῶν πρὸ τοῦ πολέμου καὶ κατ’ αὐτὸν πεπραγμένων. Διὰ τοῦτο θὰ προτείνω—καὶ ἤθελον παρακαλέσει ὅσους ἐκ τῶν συναδέλφων ἔχουσι τὴν αὐτὴν μὲ ἐμὲ γνώμην νὰ μὲ ἐνισχύσωσιν,—ὅπως δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως τεθῇ εἰς ψηφοφορίαν πρότασις, τὴν ὁποίαν ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλήν, νὰ ὁρισθῇ εἰδικὴ ἡμέρα πρὸς ἐξέτασιν τοῦ ζητήματος τούτου, καὶ παύσωσι πλέον τὰ ἐπεισοδιακῶς ἑκάστοτε λεγόμενα περὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης.
§84Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Εἴμεθα ὅλοι σύμφωνοι, κύριε Πρόεδρε, ἀλλὰ μετὰ τὴν ψήφισιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ.
§85Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Μετὰ την ψήφισιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ θὰ ἦναι ἀργὰ, διότι εἶναι ἀμφίβολον, ἂν θὰ ἐξακολουθήσῃ ἐπὶ πολὺ συνεδριάζουσα ἡ Βουλὴ, ἡ δὲ συζήτησις, περὶ ἧς πρόκειται, θὰ ἦναι εὐρυτάτη, καὶ θ’ ἀπασχολήσῃ πολλοὺς Βουλευτάς. Διὰ τοῦτο πρέπει νὰ ὁρισθῇ ἡμέρα ταχυτέρα, πρὸ τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ἄλλως δὲν σπουδαιολογοῦμεν, καὶ προσέξατε! Μὴ θέλετε νὰ συγκαλύψητε τὰ ἄλλως ἀσυγκάλυπτα!
§86Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι, κατ’ ἐμὴν γνώμην, σχετικὸν μὲν τὸ ἓν ζήτημα πρὸς τὸ ἄλλο, ἀλλ’ οὐχὶ εἰς τοιοῦτον βαθμὸν, συνδεδεμένον, ὥστε νὰ μὴ δύναται νὰ χωρισθῇ ἡ ἐπ’ αὐτῶν ἔρευνα εἰς δύο μέρη. Ἡ Ἐθνικὴ Ἑταιρεία ὑπῆρξεν ἀξία εὐχαριστιῶν καὶ εὐγνωμοσύνης ἐκ μέρους τοῦ ἔθνους; ἢ τοὐναντίον ὑπῆρξεν ἀξία ἀναθέματος καὶ ἀρᾶς; Τὸ ζήτημα τοῦτο ἀληθῶς πρέπει νὰ διαλευκανθῇ. Πρέπει νὰ διαλευκανθῇ, διότι νομίζω, ὅτι, ἂν ἐξακολουθήσῃ νὰ μένῃ ἀνεξερεύνητον, ἐκθέτει τὴν ὑπόληψιν τοῦ ἔθνους οὐχὶ μόνον ἐντὸς, ἀλλὰ καὶ ἐκτὸς τῆς Ἑλλάδος. Αὐτὸ εἶναι τὸ πρῶτον ζήτημα. Εἶναι ἑκατομμύρια Ἑλλήνων, ἐλευθέρων καὶ μὴ, οἱ ὁποῖοι ἔφθασαν νὰ πιστεύουν ἐν πεποιθήσει, ὅτι ἡ Ἐθνικὴ αὕτη λεγομένη Ἑταιρεία οὐχὶ μόνον δὲν ὠφέλησε τὸν ἀγῶνα τὸν ἐθνικὸν, τὸν ὁποῖον διεξηγάγομεν κατὰ τὸ 1897, ἀλλὰ καὶ ὅτι ἐξ ἐναντίας κατὰ μέγα μέρος ἐγένετο παραίτιος τῶν ὀλεθρίων συνεπειῶν, τῶν ἐπακολουθησασῶν μετὰ τὸν πόλεμον ἐκεῖνον. Παρεστάθη ὅτι ἡ Ἐθνικὴ αὕτη Ἑταιρεία, περιλαμβάνουσα ἐντὸς τῶν κόλπων αὐτῆς μέλη ἐπιφανῆ καὶ ἐκ τῆς Πολιτείας καὶ ἐκ τῆς κοινωνίας, ἀντὶ νὰ ἐργασθῇ, ὅπως εὐοδοθῶσιν αἱ ἐθνικαὶ ὑποθέσεις τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, ἐξ ἐναντίας εἰργάσθη μόνον καὶ μόνον ἵνα ἐξυπηρετήσῃ πολιτικὰ συμφέροντα, ἀδιαφοροῦσα διὰ τὰ ἐθνικὰ, τὰ ὁποῖα οὐσιωδῶς παρέβλαψεν. Ἀλλ’ ἐνῷ τοιαύτη ἐπικρατεῖ γνώμη, καὶ ἐνῷ πολλὰ ἠκούσαμεν τὰ περὶ αὐτῆς δυσάρεστα, ἐν τούτοις εἶναι γνωστὸν πλέον, ὅτι μέλη τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας ἐκείνης ἦσαν καὶ πρώην Ὑπουργοὶ, ὡς οἱ κύριοι Στάης καὶ Ρωμᾶνος, καὶ ἐκ τῶν μελῶν τῆς νῦν Κυβερνήσεως ὁ κύριος Τριανταφυλλᾶκος! Πῶς λοιπὸν, κύριοι Βουλευταὶ, θέλετε νὰ μένωμεν ὑπὸ τὸ κράτος τῶν ὑπονοιῶν, ὅτι τὸ σωματεῖον ἐκεῖνο ὑπῆρξε παραίτιον ἐν πολλοῖς τῶν ἐθνικῶν συμφορῶν, ἀφοῦ μεταξὺ τῶν μελῶν αὐτοῦ καταλέγωνται καὶ πρώην καὶ νῦν Ὑπουργοί; Ὁ λαὸς, ἐν τῷ ἁγίῳ αὐτοῦ ἐνθουσιασμῷ κατὰ τὰς ἡμέρας ἐκείνας, ἐστέρει τὰ τέκνα του καὶ τοῦ ἄρτου καὶ τῶν ἐνδυμάτων των, διὰ νὰ δώσῃ ἐκ τοῦ ὑστερήματός του, καὶ ὄχι ἐκ τοῦ περισσεύματός του, τὸν ὀβολόν του ὑπὲρ τοῦ ἀγῶνος, καὶ τὸν ὀβολὸν ἐκεῖνον τὸν συνέλεγον τὰ μέλη τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας κρυφίως καὶ μυστικῶς, καὶ θέλετε νὰ μὴ ἠξεύρωμεν, ἂν καὶ πῶς ἐχρησιμοποιήθησαν οἱ ἔρανοι αὐτοί;
§87Κ. Ν. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι μυστικῶς.
§88Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μυστικώτατα, Κύριε! Διατὶ μοὶ λέγετε «ὄχι μυστικῶς», κύριε συνάδελφε; Ἐνθυμοῦμαι ὅτι ἐν Πάτραις, ὅπου οἱ ἔρανοι εἰς διάστημα μιᾶς ἢ δύο ἡμερῶν ἀνῆλθον εἰς 80,000 δραχμὰς, ἡ ὁρισθεῖσα πρὸς συλλογὴν ἐπιτροπὴ ὠνομάσθη τοιαύτη δι’ ἐγγράφων τῆς λεγομένης ἀοράτου Δυνάμεως, τὰ ὁποῖα ἔγγραφα ἢ διορισμοὶ ἐρρίπτοντο διὰ νυκτὸς εἰς τὰς οἰκίας τῶν μελῶν ἐκείνων, διὰ νὰ μὴ ἠξεύρωσι πόθεν προήρχοντο. Καὶ ὁ λαός, ἐν τῷ ἱερῷ αὑτοῦ ἐνθουσιασμῷ, χωρὶς νὰ προσέξῃ, νομίζων ὅτι ἀληθῶς ἐπρόκειτο περὶ σωματείου ἔχοντος ἐθνικοὺς σκοποὺς, ἔδιδεν ὁ δυστυχὴς τὸν ὀβολόν του! Ἀλλ’ ἐνῷ συνελέγησαν χιλιάδες ἀπὸ ἐκεῖ, χιλιάδες ἀπὸ τὸ ἄλλο μέρος, ἔκ τε τοῦ ἐσωτερικοῦ καὶ τοῦ ἐξωτερικοῦ, δὲν γνωρίζομεν ποία ὑπῆρξεν ἡ τύχη τῶν χρημάτων αὐτῶν. Προχθὲς ἀκόμη ἐγένετο λόγος περὶ ποσοῦ 210,000 δραχμῶν, εὑρεθεισῶν εἰς τὸ ταμεῖον τῆς Ἑταιρείας μετὰ τὸν πόλεμον, καὶ δὲν ἦτο εἰς θέσιν ἡ Κυβέρνησις, οὔτε ἡ νῦν οὔτε ἡ πρώην, νὰ δώσῃ πληροφορίας, τί ἔγειναν αὐταὶ αἱ 210,000 δραχμαί. Καὶ ἔλαβον τὴν πληροφορίαν ἐξωδίκως, ὅτι ἐξ αὐτῶν 30,000 ἐδόθησαν εἰς τὸν Διάδοχον διὰ νὰ συστήσῃ Ἱπποφορβεῖον. Αἱ λοιπαὶ τί ἔγειναν;
§89ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ποῖος τὰ εἶπεν;
§90Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Διὰ τοῦτο εἶχε δίκαιον ὁ ἔντιμος ἐξ Ἠλείας συνάδελφος, ἀνακινήσας τὸ ζήτημα αὐτὸ, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ τύχῃ εὐρυτάτης συζητήσεως. Ἂς ἔλθωσιν ὅσοι πονοῦσι τὸν τόπον, ὅσοι δὲν ἔπαυσαν νὰ ἐμπνέωνται ὑπὸ τῶν ἰδεωδῶν τῆς πατρίδος, νὰ εἴπωσι, τί γνωρίζωσι, νὰ εἴπωσιν, ἂν πραγματικῶς εὑρέθησαν Ἕλληνες, οἱ ὁποῖοι, ἐκμεταλλευόμενοι ἱεροὺς πόθους, ἠθέλησαν νὰ πορισθῶσι καὶ κομματικὰ καὶ προσωπικὰ κέρδη. Πρέπει καὶ τῆς Κυβερνήσεως τὸ μέλος, ὁ κύριος Τριανταφυλλᾶκος, νὰ δώσῃ ἐξηγήσεις, διὰ νὰ λευκανθῇ τὸ ζήτημα αὐτό. Δὲν πρέπει νὰ τηρηθῇ ἐπ’ ἄπειρον ὁ πέπλος τοῦ μυστικισμοῦ εἰς τὴν ὑπόθεσιν ταύτην. Πρέπει νὰ ἀρθῇ, ἵνα ἀποδοθῇ ἑκάστῳ τὸ προσῆκον. Ἐν ὅσῳ δὲν ἐξέρχονται τὰ πάντα εἰς τὸ φῶς, εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ ἀδικῶνται πολλοὶ ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ὑπῆρξαν μέλη τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας, καὶ οἱ ὁποῖοι διεχειρίσθησαν τὸ χρῆμα τὸ προερχόμενον ἀπὸ τοὺς ἐράνους τοῦ λαοῦ. Τὸ ἐπ’ ἐμοὶ, μετὰ τὰ λεχθέντα περὶ ἐράνων ἐκ Λονδίνου καὶ τῶν 210,000 δραχμῶν, αἱ ὁποῖαι ἐπερίσσευσαν ἀπὸ τὴν Ἐθνικὴν Ἑταιρείαν καὶ ἔδωκαν ἀφορμὴν εἰς τὴν προχθεσινὴν συζήτησιν, ἐσκόπουν νὰ ζητήσω πληροφορίας καὶ νὰ προκαλέσω ἔρευναν, ἀλλ’ ἐδίσταζον νὰ τὸ πράξω, διότι ἐφοβούμην, μήπως θεωρηθῶ ὡς θέλων νὰ παρεμβάλω προσκόμματα εἰς τὴν ὁμαλὴν, τὴν ἀπρόσκοπτον καὶ τὴν ταχεῖαν πορείαν τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς, ὅπως ψηφισθῇ ὁ Προϋπολογισμός, καὶ διὰ τοῦτο ὁμολογῶ χάριτας πρὸς τὸν ἀξιότιμον ἐξ Ἠλείας Βουλευτὴν, ὁ ὁποῖος, ἀνήκων εἰς τὴν κυβερνητικὴν πτέρυγα, ἀνεκίνησε τὸ ζήτημα, καὶ οὐδεὶς ἔχει πλέον τὸ δικαίωμα νὰ μᾶς ψέξῃ, ὅτι ἐξ ὑπολογισμοῦ φέρομεν τὸ ζήτημα, ὅπως παρεμποδίσωμεν τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς. Ἀφοῦ τὸ ἀνεκίνησε μέλος τῆς Βουλῆς, τὸ ὁποῖον ὑποστηρίζει τὴν Κυβέρνησιν, ἔχομεν καὶ ἡμεῖς, οὐχὶ πλέον δικαίωμα, ἀλλὰ καὶ καθῆκον, νὰ συζητήσωμεν. Ἐὰν μὲν ἀπόψε οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι δύνανται νὰ συζητήσωσιν, ἔχει καλῶς, ἐὰν δὲ δὲν δύνανται, τότε ἐγὼ δηλῶ, ὅτι εἰς μίαν τῶν προσεχῶν συνεδριάσεων, ἴσως αὔριον, ἴσως μεθαύριον, θέλω ἐπαναφέρει τὸ ζήτημα, καὶ θέλω ζητήσει ἐξηγήσεις, ὁπότε ἴσως ἀναφέρω καὶ περιστατικά τινα, τὰ ὁποῖα θὰ χρησιμεύσωσι πρὸς διαλεύκανσιν τοῦ σπουδαιοτάτου τούτου ζητήματος.
§91Κ. Ν. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, εἶμαι ἐκ τῶν ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι οὐδὲν οὐδαμόθεν ἐπεδίωξαν ἢ ἔλαβον ὠφέλημα, ἢ πολιτικόν, ἢ κομματικόν, ἢ ἄλλο οἱασδήποτε ἄλλης φύσεως· ἑπομένως δὲν ἠσθάνθην ἐμαυτὸν θιγόμενον ἔκ τινος περιόδου τῆς ἀγορεύσεως τοῦ ἐντίμου προαγορεύσαντος καὶ φίλου μου κ. Παπαγιαννακοπούλου, ἀλλὰ μᾶλλον διὰ γενικώτερον λόγον ἐνόμισα ὅτι ὤφειλον νὰ λάβω τὸν λόγον, ἵνα παράσχω μίαν ἐξήγησιν, σχετιζομένην κατὰ τοσοῦτον πρὸς ἐμέ, καθ’ ὅσον καὶ ἐφ’ ὅσον μετέσχον τῆς «Ἐθνικῆς Ἑταιρείας». Ναί! καθ’ ὅσον μετέσχον τῆς «Ἐθνικῆς Ἑταιρείας», ἐπαναλαμβάνω. Διότι μετέσχον αὐτῆς, χωρὶς νὰ θεωρῶ ἐμαυτὸν ἄξιον τῆς ἐθνικῆς ἀρᾶς, οὔτε ἄξιον ὁποιασδήποτε ἄλλης ποινῆς, ἐξ ἐκείνων, αἱ ὁποῖαι ἐπιβάλλονται ἢ ἀπειλοῦνται ὑπὸ τῶν νόμων, ἢ ἐξ ἐκείνων, αἱ ὁποῖαι ἐν ἀρχαῖς ἀναπέμπονται. Ἡ προαίρεσις, ὑφ’ ἣν ἀνεμίχθην εἰς τὴν «Ἐθνικὴν Ἑταιρείαν», ἦτο ἀγαθή, ἦτο ἡ προαίρεσις, ἡ ὁποία μὲ ὡδήγησεν (ἐπιτρέψατέ μοι, κύριοι Βουλευταί, αὐτὴν τὴν περιττολογίαν) μέχρι τοῦδε εἰς πᾶσαν πρᾶξιν τοῦ βίου μου, τοῦ τε δημοσίου καὶ τοῦ ἰδιωτικοῦ...
§92Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Καὶ θὰ ἐξακολουθῇ νὰ σᾶς ὁδηγῇ.
§93Κ. Ν. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εὐχαριστῶ... Παρεκλήθην ὑπὸ διακεκριμένων μελῶν τῆς Ἀθηναϊκῆς κοινωνίας νὰ μετάσχω εἰς σωματεῖον, τὸ ὁποῖον εἶχε προθέσεις πατριωτικωτάτας, εἰς σωματεῖον, τοῦ ὁποίου ὁ τοιοῦτος χαρακτηρισμὸς μοὶ ἐβεβαιοῦτο ἐξ αὐτοῦ τοῦ καταλόγου τῶν προσώπων, ὅσα ἀμέσως μοὶ ἀνεκοινώθησαν. Ἐδήλωσα, ὅτι πιθανὸν νὰ μὴ ἔχω τὸν ἀπαιτούμενον χρόνον, ἢ πιθανὸν νὰ μὴ ἦμαι ἱκανὸς πρὸς τόσον ὑψηλὴν λειτουργίαν· ἀλλὰ μοὶ ἀνεκοινώθη, ὅτι ζητεῖται ἡ συνδρομὴ ἐμοῦ, καθὼς καὶ πολλῶν ἄλλων, μιᾶς καὶ ἡμισείας δεκάδος προσώπων, (οὐχὶ τεσσαράκοντα, ὡς εἶπεν ὁ κ. Παπαγιαννακόπουλος) πρὸς καταρτισμὸν ἐπιτροπῆς φανερᾶς, δήλης, προτασσομένης ἐνώπιον ὅλου τοῦ Ἑλληνισμοῦ, τοῦ τε ἔσω καὶ ἔξω, καὶ ἀναλαμβανούσης νὰ δέχηται τὰς ὑπὲρ τοῦ πατριωτικοῦ τούτου σκοποῦ καταβαλλομένας ἑκουσίας εἰσφοράς, καὶ καταθέτῃ αὐτὰς εἰς ἀσφαλὲς μέρος, εἰς μίαν τῶν ἐν Ἀθήναις Τραπεζῶν, ἵνα ἐκεῖθεν λαμβανόμεναι χρησιμεύωσι πρὸς τὸν σκοπόν, ὃν τὸ πατριωτικὸν ἐκεῖνο σωματεῖον εἶχεν, ὅτε ἱδρύετο. Αἱ ἀντιρρήσεις, τὰς ὁποίας προέβαλον εἰς τὸ νὰ μὴ μετάσχω τοῦ σωματείου, δὲν ἐγένοντο δεκταί, ἠναγκάσθην δὲ νὰ ὑποχωρήσω καὶ μετάσχω τῆς ἐπιτροπῆς. Αὕτη προηδρεύετο ὑπὸ τοῦ ἀειμνήστου ἀνδρὸς καὶ πατριωτικωτάτου τὰ φρονήματα Μιχαὴλ Μελᾶ, πρώην δημάρχου Ἀθηναίων, ὑπὸ ἐκείνου τοῦ ἀνδρός, πρὸς τὸν ὁποῖον ἡ Α. Μ. ὁ Βασιλεὺς ἀνεκοίνωσεν ἐκεῖνο τὸ κήρυγμα, τὸ ὁποῖον εἶναι γνωστὸν εἰς ὅλους ὑμᾶς...
§94Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ (καὶ ἄλλοι ἐξ ἀριστερῶν). Ποῖον κήρυγμα;
§95Κ. Ν. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ κήρυγμα περὶ 300 χιλιάδων Ἑλλήνων, ἐπὶ κεφαλῆς τῶν ὁποίων θὰ ἐτίθετο ὁ Βασιλεὺς ὑπὲρ τῶν ἐθνικῶν συμφερόντων τῆς Ἑλλάδος κλπ. Τὴν δὲ ἐρώτησιν ὑμῶν ταύτην, κύριοι συνάδελφοι, τὴν ἐκ πολλῶν μερῶν τῆς αἰθούσης ἀπευθυνομένην, — «ποῖον κήρυγμα;» «ποῖον κήρυγμα;» — ἐνόμιζον ὅτι δὲν θὰ ἤκουον, διότι δὲν ὁμιλῶ περὶ ἀγνώστων πραγμάτων, διότι οὐχὶ ἐγὼ μόνος ἐν Ἱερουσαλὴμ παροικῶ· καὶ ὑμεῖς πάντες ἐν Ἱερουσαλὴμ παροικεῖτε. Τὸ κήρυγμα ἐκεῖνο τὸ ἐνθουσιωδέστατον, τὸ ὁποῖον ἐδημοσιεύθη κατὰ τὸ πρῶτον δεκαήμερον τοῦ Φεβρουαρίου τοῦ 1897, μίαν ἑβδομάδα μετὰ τὴν κάθοδον τοῦ ἑλληνικοῦ στρατοῦ εἰς τὴν Κρήτην, καὶ διὰ τοῦ ὁποίου ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἐλάμβανε τὴν ἐνθάρρυνσιν, ὅτι τὰ δίκαιά του θέλουσι τύχει πάσης ὑπερασπίσεως, ἀκριβῶς παρ’ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοί εἰσιν ἐντεταλμένοι νὰ προασπίζωσι τὰ δικαιώματα ἑνὸς ἔθνους, καὶ διὰ τοῦτό εἰσι τεταγμένοι ἐπὶ τῆς κεφαλῆς αὐτοῦ. Εἰς τὸν ἀείμνηστον Μελᾶν ἀνεκοινώθη τὸ κήρυγμα ἐκεῖνο, δι’ αὐτοῦ δ’ ἐδόθη εἰς μίαν ἐφημερίδα, ἥτις ἐδημοσίευσεν αὐτὸ ἐν παραρτήματι, καὶ ἐξ ἧς ἐγνώσθη εἰς ὅλον τὸν κόσμον. Τῆς ἐπιτροπῆς ἐκείνης μετεῖχον ὁ ἐκ Ζακύνθου βουλευτὴς κύριος Στεφάνου, ὁ τραπεζίτης κύριος Μαῦρος, ὁ τραπεζίτης κύριος Ἀραβαντινός, ὁ ἄλλοτε ἐν Τεργέστῃ καὶ νῦν ἐν Ἀθήναις κύριος Εὐλάμπιος, ὁ μακαρίτης Παντιᾶς Ῥάλλης, ὁ Καλλέργης, ὁ κύριος Ῥωμᾶνος, βουλευτὴς Κραναίας, ὁ κύριος Κ. Τοπάλης, βουλευτὴς Βόλου, καὶ ἄλλα τοιαῦτα ὀνόματα, γνωστότατα ἐν τῇ Ἑλληνικῇ κοινωνίᾳ· καὶ πρὸς τὴν ἐπιτροπὴν ἐκείνην ἐστέλλοντο χρήματα οὐχὶ κρύφα, ἀλλὰ καθαρώτατα, ἐπιφανέστατα, παρ’ ἀνδρῶν Ἑλλήνων, ὧν ἡ καρδία ἐπάλλετο ὑπὲρ τῶν πατριωτικῶν σκοπῶν, ὑπὲρ τοῦ μεγαλείου καὶ τῆς δόξης τῆς πατρίδος, καὶ οἱ ὁποῖοι προσέφερον πᾶν ὅ,τι ἠδύναντο. Προσέφερον δὲ ἐξ Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς, ἐκ τῶν ἐπαρχιῶν, ἐξ Αἰγύπτου, ἐκ Λονδίνου, ἐκ Τεργέστης, ἐκ Παρισίων, ἐξ Ἀμερικῆς, ἐκ Ῥουμανίας· ἡ ἐπιτροπὴ δὲ ἐκείνη παρελάμβανε τὰ χρήματα, τὰ εἰς αὐτὴν περιερχόμενα, καὶ κατέθετεν αὐτὰ εἰς τὴν Τράπεζαν, νομίζω (φρονῶ δὲ, ὅτι δὲν ἀπατῶμαι) τῶν κυρίων Βαλαωρίτου καὶ Μαύρου...
§96Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Εἰς πίστιν τίνος;
§97Κ. Ν. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας.
§98ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ποῖοι ἦσαν ἡ Ἐθνικὴ Ἑταιρεία;
§99Κ. Ν. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶπον, ὅτι δίδω πληροφορίας, ἐφ’ ὅσον γνωρίζω. Ὑπῆρχεν εἷς ὀργανισμός. Ὅτε δ’ ἐκλήθην, μοὶ εἶπον, ἐπιεικῶς καὶ εὐμενῶς κρίνοντες περὶ ἐμοῦ: «Κύριε Παπαμιχαλόπουλε, ἔχετε ἓν ὄνομα γνωστόν, τὸ ὁποῖον θέλομεν νὰ προτάξωμεν, ὡς καὶ τὰ τῶν κυρίων Στεφάνου, Ἀραβαντινοῦ καὶ τῶν ἄλλων, εἰς τὸν Ἑλληνισμόν...»
§100Γ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. Ποῖος σᾶς ἔκαμε τὴν πρότασιν;
§101Κ. Ν. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἔχει σημασίαν, ἂν εἴπω ἢ δὲν εἴπω τὸ ὄνομα αὐτοῦ. Τὰ χρήματα κατετίθεντο εἰς τὴν Τράπεζαν, εἰς διαταγὴν τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας, τὰ ὁποῖα ἐλάμβανεν αὐτὴ καὶ διέθετεν, ὡς ἐνόμιζεν ὅτι ἔπρεπε νὰ διαθέτῃ αὐτά.
§102Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Μέλος τῆς διευθυνούσης δὲν εἶσθε ὑμεῖς;
§103Κ. Ν. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι! Ἤμην μέλος τῆς ἐπιτροπῆς, ἧς τὰ μέλη ἠκούσατε. Τοσαῦτα γνωρίζω περὶ τῆς «Ἐθνικῆς Ἑταιρείας». Ἤμην καὶ μέλος αὐτῆς, ἀλλὰ δὲν ἔλαβον γνῶσιν οὐδεμίαν τῆς ὑψηλοτέρας αὐτῆς ἐνεργείας, τῆς διοικητικῆς καὶ ἐκτελεστικῆς νὰ ἐξοπλισθῶσι σώματα, ἢ ν’ ἀποσταλῶσι ταῦτα εἰς τοῦτο ἢ ἐκεῖνο τὸ μέρος. Εἶναι τόσον πενιχρὸν τὸ μέρος τῶν πληροφοριῶν, τὰς ὁποίας εἶχον τὸ θάρρος, ἐγειρόμενος τῆς θέσεώς μου, νὰ δώσω εἰς τὴν Βουλήν, ὥστε ἦτο ἴσως ἀνάξιον τοῦ κόπου νὰ λάβω τὸν λόγον. Νομίζω ὅμως, ὅτι ἔπρεπε νὰ πράξω τοῦτο, ἔστω καὶ μόνον ἵνα παράσχω εἰς τὸν φίλον μου κ. Παπαγιαννακόπουλον τὴν πληροφορίαν, ὅτι τὰ χρήματα δὲν εἰσεπράττοντο κρύφα, ἀλλὰ φανερῶς καὶ ἐπισήμως.
§104Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Οὐδέποτε διενοήθην νὰ μεμφθῶ οἱονδήποτε τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας μέλος ἀνεξετάστως. Ἐξ ἐναντίας εἶπον ὅτι, ἐνῷ προσεπάθουν διὰ παντὸς τρόπου νὰ μὴ ἦναι γνωστοὶ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι εἰσέπραξαν καὶ διεχειρίσθησαν τὰ χρήματα, ἐν τούτοις ὁ λαός, ἐλαυνόμενος ὑπὸ τῶν ἁγνοτέρων αἰσθημάτων, ὑπὸ τῆς ἀγάπης πρὸς τὴν πατρίδα, ὑπὸ τῆς προσηλώσεως πρὸς τὰς ἐθνικὰς ἰδέας, ἐδείκνυτο πρόθυμος ν’ ἀποστερῇ ἑαυτὸν τοῦ ἄρτου, ἵνα δίδῃ ὅ,τι ἠδύνατο ἐκ τοῦ ὑστερήματός του, χωρὶς νὰ θέλῃ νὰ μάθῃ τὰ μέλη, τὰ ὁποῖα εἰσέπραττον τὸ χρῆμα. Χάριν τῆς ἐθνικῆς ἰδέας ἐπίστευε καὶ δὲν ἠρεύνα. Τοῦτο εἶναι εἷς ἐπὶ πλέον λόγος, ἵνα γείνῃ εὐρυτάτη συζήτησις, διὰ ν’ ἀποδειχθῇ, ἐὰν τὸ σωματεῖον ἐκεῖνο ὑπῆρξεν ἄξιον εὐλογιῶν καὶ εὐγνωμοσύνης τοῦ ἔθνους, ἢ ἄξιον στιγματισμοῦ καὶ ἐθνικῆς ἀρᾶς. Αὐτὰ εἶπον, χωρὶς ἐκ τῶν προτέρων νὰ θελήσω νὰ κατηγορήσω τινά.
§105ΔΙΟΝ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Δὲν θέλω, κύριε Πρόεδρε, ν’ ἀπασχολήσω τὴν Βουλήν, προκειμένων ἄλλων ζητημάτων, μᾶλλον ἐπειγόντων, χαίρω ὅμως, ὅτι ἡ συζήτησις ἄγεται ἐπὶ τῶν τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας, διότι δυστυχῶς ἀγνοῶ, πῶς τὸ ἐμὸν ὄνομα ἀνεμίχθη, καὶ εἰς βαθμὸν τοιοῦτον, ὥστε νὰ ἐπισύρῃ κατ’ ἐμοῦ ὅλους τοὺς κεραυνοὺς ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐξέλαβον τὴν Ἐθνικὴν Ἑταιρείαν ὡς σωματεῖον λωποδυτῶν, ἢ σωματεῖον σκοπὸν ἔχον τὴν ἀνατροπὴν τῆς ἐσωτερικῆς τάξεως. Ἐπειδὴ δὲ ἡ συζήτησις αὕτη θὰ ἦναι μακρά, διότι ἀκριβῶς θέλω νὰ διαφωτίσω τὴν Βουλὴν ἐν πάσῃ τῇ εἰλικρινείᾳ καὶ ἐν πάσῃ τῇ ἀληθείᾳ περὶ τοῦ θέματος τούτου, διὰ τοῦτο καὶ ἐγὼ συνηγορῶ νὰ ὁρισθῇ ἡμέρα, κατὰ τὴν ὁποίαν εὐρύτατα νὰ συζητηθῇ τὸ θέμα τοῦτο, διὰ ν’ ἀπαλλαχθῶσιν οἱ φέροντες τὸ βάρος τῆς συκοφαντίας, τὴν ὁποίαν δὲν ἔχουσιν ἄλλο μέσον ν’ ἀποκρούσωσιν, εἰμὴ ἀπὸ τοῦ βήματος ἐκείνου, ἀπὸ τοῦ ὁποίου ἡ φωνὴ ἀκούεται καὶ ἐνταῦθα καὶ ἔξω. Διὰ τοῦτο, κύριε Πρόεδρε, ὑποστηρίζων τὴν πρότασιν τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Λακεδαίμονος συναδέλφου, σᾶς παρακαλῶ νὰ μὲ ἐγγράψητε πρῶτον κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ θέματος.
§106ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, χαίρω διότι τὸ ζήτημα τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας ἦλθεν ἐπὶ τέλους ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Μετ’ ἀφάτου μάλιστα χαρᾶς ἤκουσα τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἠλείας συναδέλφου, τοῦ πρὸ μικροῦ λαλήσαντος, διότι τὰ παρ’ αὐτοῦ λεχθέντα ἀναμφιβόλως δὲν θὰ κλεισθῶσιν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ἀλλὰ θὰ γείνωσι κτῆμα τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, καὶ ὁπουδήποτε γῆς ὑπάρχει Ἑλληνικὴ καρδία θέλει δεχθῇ αὐτὰ ὡς ἐθνικὰ ῥήματα. Καὶ ἐγὼ εἶμαι, κύριε Πρόεδρε, σύμφωνος νὰ ὁρισθῇ ἡμέρα πρὸς συζήτησιν περὶ τῶν τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας, ὅσῳ τὸ δυνατὸν μάλιστα ταχύτερον. Δὲν συμφωνῶ ὅμως μετὰ τοῦ κ. προλαλήσαντος, ὅτι οὐδεμίαν σχέσιν ἔχει τὸ ζήτημα τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας μὲ τὸ ζήτημα τῶν εὐθυνῶν τοῦ πολέμου, διότι τὰ δύο ταῦτα ζητήματα ἀποτελοῦσιν ἓν ὅλον, καὶ κατ’ ἀκολουθίαν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συζητηθῶσι κεχωρισμένως. Ἔχω τὴν γνώμην ἑπομένως, ὅτι πρέπει νὰ συζητήσωμεν καὶ τὰ τῶν εὐθυνῶν τοῦ πολέμου καὶ τὰ τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας, καὶ ἂν ἔτι πρόκηται νὰ συζητῶμεν ἐπὶ δύο ἡμέρας, ὅπως διαλευκανθῶσι τὰ θέματα ταῦτα, τὰ ὁποῖα ἐξεμεταλλεύθησαν καὶ ἐκμεταλλεύονται οἱ ἐπιτήδειοι πρὸς ἀποπλάνησιν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Καίτοι ἔχω ἀκράδαντον πεποίθησιν, ὅτι θέλει ὁρισθῇ σήμερον ἡ πρὸς συζήτησιν ἡμέρα, ἐν τούτοις θεωρῶ καθῆκόν μου ἀπὸ τῆς στιγμῆς ταύτης νὰ διαλύσω ὑπονοίας, ἃς κατ’ ἐπανάληψιν τὴν ἑσπέραν ταύτην ἤκουσα κατὰ τῶν διαχειρισαμένων τὰ τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας, οἱ ὁποῖοι ἐξ οἰκείας πρωτοβουλίας καὶ ἄνευ οὐδεμιᾶς πρὸς τοῦτο ὑποχρεώσεως τὴν 28 Ἀπριλίου 1897 ἐζήτησαν ἀπὸ τὴν τότε Κυβέρνησιν νὰ διορίσῃ ἐπιτροπὴν πρὸς ἐξέτασιν τῆς χρηματικῆς διαχειρίσεως αὐτῶν. Ἡ ὑπὸ τὸν κύριον Ράλλην τότε Κυβέρνησις διώρισε τὴν ἐπιτροπὴν, ἡ ὁποία ἐξήλεγξε τοὺς λογαριασμοὺς τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας. Εἶναι δὲ γνωστὸν, ὅτι πολὺ πρὸ τῆς ἐξελέγξεως ταύτης, κατὰ τὴν 29 Ἀπριλίου 1897, τὸ Διοικητικὸν Συμβούλιον τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας ἐδημοσίευσεν εἰς ἐφημερίδας τὴν ἑξῆς δήλωσιν: «Ὁ Γεώργιος Γούσιος, κατ’ ἐντολὴν τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας, παρουσιασθεὶς ἐνώπιον τοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ἐδήλωσεν ἐξ ὀνόματος αὐτῆς, ὅτι τὸ Διοικητικὸν Συμβούλιον τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας τάσσει τὴν διαχείρισιν αὐτῆς ὑπὸ τὸν ἔλεγχον τῆς Πολιτείας· παρακαλεῖ δὲ τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως διορίσῃ ὅσους καὶ οἵους ἂν ἐγκρίνῃ πρὸς τοῦτο ἐλεγκτὰς, εἰς οὓς θέλουσι παρασχεθῆ πάντα τὰ βιβλία τῆς διαχειρίσεως καὶ τὰ δικαιολογητικὰ ἔγγραφα πρὸς εὐρυτάτην καὶ ἀναλυτικωτάτην ἄσκησιν τοῦ ἐλέγχου τούτου.» Ὁ ἔλεγχος ἐξησκήθη πλήρης, καὶ ἐδημοσιεύθη ἡ ἔκθεσις τῆς ἐπιτροπῆς. Εἶναι δὲ γνωστὸν, ὅτι ἐκ τῆς περιουσίας τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας, ἧς δὲν ἀποκρύπτω ὅτι ἤμην μέλος, ἀλλ’ οὐχὶ καὶ μέλος τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου, ἢ τῆς διαχειριστικῆς ἐπιτροπῆς, ἐκ τῆς ὅλης, λέγω, περιουσίας τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας, ἀνερχομένης εἰς 1,149,694 δραχμὰς, ἀπέμεινε ποσὸν 210,657 δραχμῶν, ὅπερ διετέθη ὑπὲρ τῶν ἀναγκῶν τοῦ Ἑλληνισμοῦ, ὡς ἡ τότε Κυβέρνησις γινώσκει. Ἐπαναλαμβάνω, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συζητηθῶσι τὰ τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας, χωρὶς νὰ συζητηθῶσι καὶ τὰ τῶν εὐθυνῶν τοῦ πολέμου, διότι εἶναι γνωστὸν, ὅτι ἡ Ἐθνικὴ Ἑταιρεία εἶχε ταχθῆ ὑπὸ τὰς διαταγὰς τῆς ὑπὸ τὸν κ. Θ. Π. Δηλιγιάννην Κυβερνήσεως, καὶ ὅτι οὐ μόνον ἐνήργει ὑπὸ τὰς ὁδηγίας αὐτῆς, ἀλλὰ καὶ ἐνισχύετο παρ’ αὐτῆς...
§107Γ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι τοῦτο ἀκριβές.
§108ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Εἴχετε σεῖς διαταγὰς, ὅτε μὲ τὸ γνωστὸν πλοῖον ἐξεστρατεύετε κατὰ τῆς Κρήτης;
§109ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Ἐπειδὴ ἔλαβον τὸ θάρρος νὰ μὲ διαψεύσωσιν, εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ ὑποστηρίξω τὰ λεγόμενά μου, ἵνα μὴ ὑποτεθῇ, ὅτι ὁμιλῶ ἐπὶ βάσεων, ἐφ’ ὧν δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον εἰς ἀντιπρόσωπον τοῦ ἔθνους νὰ ὁμιλῇ ἐν τῇ Βουλῇ. Ἰδοὺ τί ἐγίνετο ἐν τῇ ΠΓʹ (83) συνεδρίᾳ τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου κατὰ τὴν 28 Φεβρουαρίου 1897 (ἀναγινώσκει): «Πρᾶξις 148 τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. Ἐν Ἀθήναις τῇ 28 Φεβρουαρίου 1897. Ὁ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν κ. Ὑπουργὸς ἐξέθηκε διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 15526 τῆς 27 λήγοντος μηνὸς ἐγγράφου του, ὅτι ἡ Ἐθνικὴ Ἑταιρεία αἰτεῖ νὰ τῇ χορηγηθῶσιν ἐπὶ πληρωμῇ ἐκ τῶν ἀποθηκῶν τοῦ Δημοσίου ἓν ἑκατομμύριον φυσίγγια ἀβολίδωτα τυφεκίων Γκρᾶ τῆς προμηθείας τοῦ 1877 ἀντὶ δρ. 13,05 δι’ ἑκάστην χιλιάδα. Ὁ κ. Ὑπουργὸς προέτεινεν, ἵνα τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον ἐγκρίνῃ τὴν αἴτησιν ταύτην τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας καὶ χορηγηθῶσιν αὐτῇ τὰ αἰτούμενα φυσίγγια, καθόσον ταῦτα, ἐνῷ δὲν χρησιμοποιλοῦνται εἰς τὴν στρατιωτικὴν ὑπηρεσίαν, ζητοῦνται ἀφ’ ἑτέρου δι’ ἐθνικὸν σκοπὸν, ἐπωλήθησαν δὲ ἄλλοτε ἀντὶ δρ. 7,35 ἡ χιλιὰς. Τὸ δὲ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον ἐνέκρινεν, ἵνα χορηγηθῶσιν εἰς τὴν Ἐθνικὴν Ἑταιρείαν τὰ προτεινόμενα ἀνωτέρω φυσίγγια ἐπὶ τιμῇ δραχμῶν 13,05 δι’ ἑκάστην χιλιάδα. Τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον Ὁ Πρόεδρος Θεόδωρος Π. Δηλιγιάννης. Α. Σκουζές, Φ. Βάρβογλης, Ν. Κ. Μεταξᾶς, Ν. Λεβίδης,»
§110Δ. ΚΡΙΤΣΑΣ. Ἀβολίδωτα ἢ βολιδωτά;
§111ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Ἐχορηγήθησαν δι’ ἄλλου πρακτικοῦ τοῦ ἰδίου Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ βολιδωτά. Ἀλλὰ δὲν πρόκειται περὶ φυσιγγίων βολιδωτῶν ἢ ἀβολιδώτων. Τὸ ζήτημα εἶναι, ἐὰν ἡ Ἐθνικὴ Ἑταιρεία εὑρίσκετο εἰς συνεννόησιν μετὰ τῆς τότε Κυβερνήσεως. Πρὸς ἀπόδειξιν τῆς συνεννοήσεως ταύτης δὲν ἔχομεν μόνον τὸ ἔγγραφον τοῦτο, ἀλλὰ καὶ ἄλλα σπουδαιότερα, ἅτινα θ’ ἀναγνώσωμεν κατὰ τὴν συζήτησιν, ἵνα ἀποδείξωμεν, ὅτι ἡ Ἑταιρεία εὑρίσκετο ὑπὸ τὰς ἀμέσους διαταγὰς τῆς Κυβερνήσεως Δηλιγιάννη, καὶ ὅτι ἡ ἔξοδος τῶν ἐπαναστατῶν δὲν θὰ ἐγίνετο, ἐὰν δὲν συνήνει ἡ Κυβέρνησις Δηλιγιάννη...
§112Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Διαψεύδω πάντα ταῦτα, ὅσα λέγει ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κυθήρων, παρακαλῶ δὲ τὴν Βουλὴν νὰ ἀναμείνῃ τὴν συζήτησιν, ἵνα κρίνῃ τὴν ὑπόθεσιν.
§113ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Πάντοτε ψεύδεται ὁ Βουλευτὴς αὐτός! (Θόρυβος).
§114ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Πρὸς τοὺς ὑβριστὰς δὲν θὰ δώσω ἀπάντησιν. Πρὸς τὸν τότε ὅμως Πρωθυπουργὸν, ὅστις μὲ διαψεύδει, ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ εἴπω, ὅτι εἶναι ὁ ἠθικὸς αὐτουργὸς τῶν 150 θυμάτων, τῶν ὑπὸ τὸν ἀείμνηστον Δημαρᾶν, ἅτινα ἔπεμψεν εἰς Καβάλλαν, ἵνα καταστρέψῃ τὰς γεφύρας τοῦ Ἀλιάκμονος καὶ τοῦ Στρυμῶνος... (Θόρυβος).
§115Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὄλα αὐτὰ εἶναι ψεύματα, καὶ θέλουν ἀποδειχθῆ ἐκ τῆς συζητήσεως (Θόρυβος).
§116ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Διὰ τῶν ὕβρεων οὐδὲν ἄλλο δεικνύουσιν ἢ τὴν ἐνοχήν των. Θὰ ἀποδείξωμεν, τίνες ὥπλισαν ἐκ τῶν δημοσίων ἀποθηκῶν τοὺς ὑπὸ τὸν ἀείμνηστον Δημαρᾶν 150 γενναίους πατριώτας κατὰ τὴν 21 Μαρτίου 1897, τίνες εἶναι ἐκεῖνοι, οἵτινες ἐξώπλισαν καὶ διὰ δημοσίων χρημάτων τοὺς τὸ πρῶτον εἰσβαλόντας εἰς τὸ τουρκικὸν ἔδαφος.
§117Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Οὐδὲ λεπτὸν ἐξωδεύθη ἐκ τοῦ δημοσίου ταμείου.
§118ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. .. τίνες διέταξαν τὰ θωρηκτὰ εἰς Ὠρεοὺς, καὶ ἐξώπλισαν διὰ δημοσίων ὅπλων τὸ ἀτυχὲς ἐκεῖνο σῶμα. Παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε, ἡ αὔριον νὰ ὁρισθῇ πρὸς συζήτησιν τοῦ θέματος τούτου.
§119ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Αὔριον, αὔριον.
§120Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐξ ἐνέδρας συκοφαντεῖτε, διότι θέλετε νὰ καλύψητε τὰ αἴσχη σας!
§121Α. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἔχουσι τὸ θάρρος ἀπ’ εὐθείας.
§122Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Ἡ ὥρα εἶναι ὀγδόη. Διακόψατε, κύριε Πρόεδρε.
§123Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ συκοφαντία ἐδῶ ἀνῆλθεν εἰς ἐπιστήμην!
§124ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Καὶ ἡ ἀναίδεια εἰς τὸ κατακόρυφον! Ἔρχονται ἄνθρωποι, οἵτινες δὲν ἔδωκαν λογοδοσίαν διὰ τὴν διαχείρισιν τοῦ κομιτάτου τῆς Κρήτης, ἐπίτηδες διὰ νὰ κλέψωσι τὰ χρήματα, καὶ ὁμιλοῦσι κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον! (Θόρυβος καὶ ἀντεγκλήσεις).
§125Δ. ΚΡΙΤΣΑΣ. Ἡ ὥρα εἶναι ὀγδόη. Διακόψατε τὴν συνεδρίασιν, κύριε Πρόεδρε.
§126ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Βελλιανίτης ἔχει τὸν λόγον. Ἀφήσατε αὐτὸν νὰ ὁμιλήσῃ.
§127Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Τὸ ζήτημα τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας τὸ ἔφερα πρῶτος ἐγώ, καὶ τὸ ἔφερα εἰς τὴν Βουλήν, ζητήσας πληροφορίας, τί ἐγένοντο αἱ 220,000 δραχμαί, αἱ ὁποῖαι φέρονται ἀναγεγραμμέναι εἰς τὴν ἔκθεσιν τῆς ἐξελεγξάσης τὴν διαχείρισιν τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας ἐπιτροπῆς, αἱ ὁποῖαι εἶχον κατατεθῆ εἰς τὴν Τράπεζαν Βαλαωρίτου–Μαύρου. Εἶναι ἄγνωστα τὰ περὶ τούτων, κύριοι Βουλευταί, καὶ ὁ ἐπίλογος τῆς ἐκθέσεως τῆς ἐπιτροπῆς, ἥτις εἶχε συσταθῆ ὑπὸ τοῦ κ. ἐκ Παρνασσίδος Βουλευτοῦ, ὡς Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ὑποδεικνύει, ὅτι πράγματι λωποδύται διεχειρίσθησαν τὰ τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας. (Εὖγε! ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Βεβαίως δὲν ἐννοῶ νὰ ἐπιρρίψω κατηγορίαν εἰς τὰ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα ἀνεφέρθησαν ἐν τῇ Βουλῇ, διότι ὑπῆρξαν καὶ θύματα τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας, ἅτινα ἐξ ἁγνοῦ τοῦ συνειδότος καὶ ἐξ αἰσθήματος φιλοπατρίας εἰργάσθησαν ἐν τῇ Ἐθνικῇ Ἑταιρείᾳ. Ἀλλ’ ὑπῆρξαν καὶ ἄλλοι, οἱ ὁποῖοι ἐξεμεταλλεύθησαν αὐτήν, οὐχὶ μόνον διὰ πολιτικοὺς σκοποὺς, ἀλλὰ καὶ ὅπως κλέψωσι τὰ χρήματα τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας. Ὅ,τι ὁ κύριος ἐκ Κυθήρων Βουλευτὴς εἶπεν, ὅτι δηλαδὴ προσεκάλεσεν ἡ τότε Κυβέρνησις τὴν Ἑταιρείαν, ὅπως δώσῃ λογοδοσίαν τῆς διαχειρίσεως τῶν χρημάτων αὐτῆς, ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, ὅτι δὲν εἶναι ἀκριβές, διότι οὔτε βιβλίον ὑπῆρχε τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας, οὔτε ἀποδείξεις παρουσιάσθησαν. Ὑπῆρξαν ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι διεχειρίσθησαν 200,000 καὶ 300,000 δραχμὰς, καὶ ὅμως δὲν ἠδυνήθησαν νὰ προσκομίσωσιν οὐδὲν ἔγγραφον εἰς τὴν ἐπιτροπήν.
§128Α. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ τοὺς ὀνομάσητε.
§129Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Προχείρως ἐνθυμοῦμαι, ὅτι εἶναι ὁ κύριος Ροϊλός.
§130ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Τοῦτο εἶναι ἀνακριβέστατον.
§131Α. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Μὴ ταραχθῆτε, κύριε Βελλιανίτη. Ἔχομεν ἀνάγκην ἀπαθῶς νὰ μάθωμεν τὴν ἀλήθειαν. Τὸ σύστημα τῆς ἀντεγκλήσεως εἶναι σύστημα τοῦ ἐκ Κυθήρων κ. Βουλευτοῦ, καὶ δι’ αὐτοῦ προσπαθεῖ νὰ κρυβῇ.
§132ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Οὐδέποτε καὶ οὐδαμοῦ κρύπτομαι.
§133Α. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Λαμβάνετε πιστοποιητικὰ ἐκ τῶν πλαγίων.
§134Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Παρακαλῶ, κύριε Ὑπουργὲ τῶν Οἰκονομικῶν, νὰ καταθέσητε, ὅσον τὸ δυνατὸν ταχύτερον, τὴν ἔκθεσιν τῆς ἐξελέγξεως τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῆς διαχειρίσεως τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας, καὶ τότε, ὅταν προσκομισθῇ ἡ ἔκθεσις ἐκείνη, θὰ ἴδητε, ὅτι ὑπάρχουσι μέρη ἐν αὐτῇ, ἐν οἷς ἐπιρρίπτεται ἡ μομφὴ αὕτη εἰς τὸ πρόσωπον ἐκεῖνο. Ὅτε δὲ ἀπελύθη ἐκ τοῦ δικαστικοῦ κλάδου ὁ δικαστικὸς ἐκεῖνος, ὅστις μετὰ ταῦτα διωρίσθη νομικὸς σύμβουλος, ἀφορμὴ τῆς ἀπομακρύνσεώς του ἐκείνης ἦτο καὶ ἡ ἀνάμιξις εἰς τὴν Ἐθνικὴν Ἑταιρείαν· προεκλήθη μάλιστα συνεπείᾳ ἐγγράφου τῆς ἐπιτροπῆς.
§135ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Πρὸς ἀμοιβὴν τῶν ὑπηρεσιῶν του!
§136Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Μεταξὺ τῶν ἄλλων, τὰ ὁποῖα ἐλέχθησαν ἐνταῦθα, ἀνεφέρθησαν καὶ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα ἀληθῶς εἶναι ἄξια παντὸς σεβασμοῦ καὶ πάσης ὑπολήψεως, καὶ πρέπει νὰ γεραίρῃ τις τὴν μνήμην αὐτῶν, ὡς τοῦ Μιχαὴλ Μελᾶ, ὅστις ὑπῆρξεν ἓν τῶν θυμάτων, ὡς ὑπῆρξαν καὶ τόσα ἄλλα θύματα τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας, ὅστις μετὰ πατριωτικῆς θέρμης εἰργάσθη εἰς ὅλα τὰ ἐθνικὰ ζητήματα. Διὰ τοῦτο ἐπεθύμουν νὰ ἦναι κατατεθειμένη ἡ ἔκθεσις, διότι ἡμεῖς ἠντλήσαμεν τότε τὰς πληροφορίας ἡμῶν περὶ τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας ἐκ τῶν ἐξελεγξάντων τὰ τῆς διαχειρίσεως τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας. Διότι προσῆλθον μάρτυρες καὶ ἐβεβαίωσαν, ὅτι ἔδωκαν χρήματα καὶ αὐτοί, καὶ ὅτι εἰσεπράττοντο χρήματα ὄχι μόνον ἐν τῷ ἐσωτερικῷ, ἀλλ’ ἐπίσης διεβεβαίουν ἄλλοι ἔντιμοι ἄνδρες, ὅτι εἰσεπράττοντο καὶ ἐν τῷ ἐξωτερικῷ. Ἐπὶ τούτων δὲ τῶν καταθέσεων ἐν τῇ Ἀγγλοαιγυπτιακῇ Τραπέζῃ τῆς Ἀλεξανδρείας οὐδέποτε ἐδόθη λογοδοσία, καὶ δὲν γνωρίζομεν, τί ἐγένοντο τὰ εἰσπραχθέντα ἐκεῖ μεγάλα ποσά. Δὲν νομίζω, κύριε Βουλευτὰ ἐκ Κυθήρων, ὅτι τὸ ζήτημα εἶναι τόσον ἁπλοῦν, ὥστε νὰ μὴ προκληθῇ συζήτησις ἐν τῇ Βουλῇ, καὶ πρὸ παντὸς περὶ τῆς διαχειρίσεως τῆς Ἑταιρείας ταύτης. Ἐγὼ δὲν ἐννοῶ νὰ ἐπιρρίψω μομφὴν καὶ εὐθύνην εἰς τὰ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα ἀνεφέροντο ἐνταῦθα, οὔτε πρὸς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι διετέλουν μέλη τῆς φανερᾶς λεγομένης ἐπιτροπῆς. Τὸ ζήτημα ὅμως εἶναι, ὅτι εἰσεπράττοντο χρήματα, καὶ ταῦτα διωχετεύοντο εἰς χεῖρας οὐχὶ πολὺ καθαρὰς, καὶ ἐχάνοντο. Ἡ δὲ αὐριανὴ συζήτησις δὲν πρέπει βεβαίως νὰ εἰσέλθῃ εἰς θέματα, τὰ ὁποῖα ἔθιξεν ὁ κύριος Βουλευτὴς ἐκ Κυθήρων ἀπὸ σήμερον, ὅπως προκαλέσῃ σύγχυσιν ἐν τῇ συζητήσει. Μὴ νομίσῃ δέ τις, ὅτι δὲν θὰ προεκάλουν ἐγὼ τὸ ζήτημα τῶν εὐθυνῶν τοῦ πολέμου. Ἐγὼ διετέλουν Βουλευτὴς κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, ἀλλ’ ἤμην μεταξὺ τῶν ὀλιγίστων Βουλευτῶν, ἐγὼ μετὰ τοῦ κ. Θεοδώρου Ζαΐμη, οἵτινες διεμαρτυρήθημεν, θεωροῦντες, ὅτι ὁ πόλεμος ἤθελε φέρει τὸ Κράτος εἰς καταστροφήν. Κατ’ ἀκολουθίαν ἐπεθύμουν ἐγὼ νὰ ἔλθωσι τὰ ζητήματα τῆς εὐθύνης τοῦ πολέμου καὶ συζητηθῶσιν ἐνταῦθα. Ἐὰν θελήσῃ τις νὰ ἐξετάσῃ τὰ ζητήματα, θέλει ἴδει, ὅτι ἡ Ἐθνικὴ Ἑταιρεία ἱδρύθη παρὰ νέων φιλοπατρίδων, παρὰ νέων ἐνθουσιωδῶν καὶ νέων ἀξιωματικῶν, ἀλλ’ ἀπὸ τὰς χεῖρας τῶν νέων ἀξιωματικῶν, τῶν πρώτων ἱδρυτῶν αὐτῆς, περιέπεσεν εἰς χεῖρας ἄλλας, τῶν ἐκμεταλλευθέντων αὐτούς. Ἐγένετο δὲ πραγματικῶς ἡ ἀφορμὴ, ὅπως ἐξεγερθῇ ὁ τόπος, διότι ἡ Ἑταιρεία αὕτη περιέλαβεν εἰς τὰς ἀγκάλας αὐτῆς ὁλόκληρον τὸν στρατὸν, τοὺς δικαστὰς, τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους. Ἐνθυμοῦμαι μάλιστα, ὅτι ὁ Βουλευτὴς Γόρτυνος καὶ Πρόεδρος τότε τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου προσεκάλεσεν εἰς τὴν οἰκίαν αὐτοῦ τὸν Εἰσαγγελέα τῶν Πρωτοδικῶν, τὸν Εἰσαγγελέα τῶν Ἐφετῶν καὶ τὸν Εἰσαγγελέα τοῦ Ἀρείου Πάγου...
§137Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὄχι τοῦ Ἀρείου Πάγου.
§138Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. .. καὶ ἀνέθηκεν εἰς αὐτοὺς νὰ προβῶσιν εἰς καταδίωξιν τῶν διευθυνόντων τὴν Ἐθνικὴν Ἑταιρείαν, ἀλλ’ οὗτοι ἐγνωμοδότουν, ὅτι δὲν ὑπῆρχε νόμος, ἐφ’ οὗ νὰ βασισθῶσι καὶ καταδιώξωσιν αὐτούς. Καὶ ἐνθυμοῦμαι, ὅτι ὁ ἀρχηγὸς τοῦ στρατοῦ ἐν Θεσσαλίᾳ — οὐχὶ ὁ Διάδοχος, ἀλλ’ ὁ πρὸ αὐτοῦ, — ἦτο εἰς συνεννόησιν μετὰ τῶν ἀνδρῶν τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας!
§139Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ποῖος ἦτο;
§140Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ἐνθυμοῦμαι, Κύριοι, καὶ τὰς καταθέσεις, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο ἐν τῇ ἐξεταστικῇ ἐπιτροπῇ, ὅτι ἐζήτει ὁ Διάδοχος ὡς προσωπικὴν χάριν ἀπὸ τοὺς διευθύνοντας ἐν Θεσσαλίᾳ τὴν Ἐθνικὴν Ἑταιρείαν καὶ τοὺς ὁπλοφόρους της νὰ μὴ ἐπισπεύσωσι καὶ ἐξέλθωσι τῶν συνόρων· — διότι οἱ κύριοι τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας, προτοῦ ἀκόμη τὸ ἐπίσημον Κράτος θελήσῃ νὰ πολεμήσῃ, ἐκήρυττον, ὅτι τὴν 25 Μαρτίου προυτίθεντο νὰ ἐξέλθωσι τῶν συνόρων, εἴτε ἤθελε τὸ Κράτος, εἴτε μή.
§141Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Σᾶς ἐρωτῶ, γνωρίζετε νὰ μᾶς εἴπητε τοὺς προκαλέσαντας τὴν σύστασιν τῶν σωμάτων, διὰ τὴν μὴ ἔξοδον τῶν ὁποίων παρεκάλει ὁ Διάδοχος;
§142Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐγὼ δὲν δύναμαι νὰ δώσω σήμερον πιστὴν πληροφορίαν περὶ τούτου, ἀλλ’ εἶναι ἀνάγκη νὰ φέρω τὰ ἔγγραφα, διότι δὲν πρέπει νὰ ὁμιλῶ μόνον μὲ λόγους πτερόεντας, καὶ θέλω δι’ ἐγγράφων ἀποδείξει πάντα τὰ γενόμενα κατὰ τὴν σύστασιν τῶν σταυραετῶν.
§143Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ἀφοῦ θὰ γείνῃ αὔριον συζήτησις, θὰ πληροφορηθῆτε πολλὰ, τὰ ὁποῖα δὲν γνωρίζετε. Θὰ πληροφορηθῆτε κυρίως, ποία ἐκμετάλλευσις ἐγένετο τοῦ ἐθνικοῦ φρονήματος, παρὰ τῶν μὲν ἐκ καθαροῦ φιλοπατρίας αἰσθήματος, παρὰ τῶν δὲ ἐκ κομματικῶν ὑπολογισμῶν, καὶ παρ’ ἄλλων ἐκ καθαρῶς χρηματολογικῶν σκοπῶν. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς αἰθούσης καὶ ἐκ τῶν ἀκροατηρίων)
§144ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν αὔριον.
§145ΠΟΛΛΟΙ (ἀριστερόθεν). Αὔριον αὔριον.
§146ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ τελειώσωμεν.
§147Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Πρέπει νὰ φραχθῶσι τὰ στόματα τῶν ψευδομένων καὶ συκοφαντούντων!
§148ΠΟΛΛΟΙ (ἀριστερόθεν). Αὔριον αὔριον.
§149ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὔριον τὰ τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας, ἀλλ’ ἀπόψε νὰ ἐπανέλθωμεν. (Θόρυβος ἀριστερόθεν καὶ φωναί: Ὄχι! ὄχι! Αὔριον, αὔριον).
§150ΑΛΕΞ. Θ. ΖΑΙΜΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ Βουλὴ ἀπεφάσισεν ὡρισμένως τὴν αὔριον ὡς ἡμέραν τῆς συζητήσεως τῶν θεμάτων, τὰ ὁποῖα προέβαλε, νομίζω, κατὰ πρῶτον ὁ βουλευτὴς Λακεδαίμονος κ. Φικιώρης. Λοιπὸν τὸ ζήτημα τοῦτο διὰ σήμερον λήγει, ἀλλ’ ἡ συνεδρίασις θέλει ἐπαναληφθῆ ἐπὶ ἄλλων θεμάτων.
§151Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὄχι. Τὴν ἔλυσεν ὁ Πρόεδρος.
§152Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τὴν ἔλυσεν ὁ Πρόεδρος.
§153Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐργασθῇ ἐπὶ οὐδενὸς ἄλλου θέματος ἡ Βουλή, ἂν μὴ προηγουμένως ἐξετασθῇ τὸ ζήτημα τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας.
§154ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὔριον εἶναι ἡ ἐπ’ αὐτοῦ συζήτησις.
§155Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐκρούσατε τὸν κώδωνα καὶ εἴπετε «λύεται ἡ συνεδρίασις».
§156ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (δεξιόθεν). Ἐρωτήσατε τὴν Βουλήν. Δὲν τὸ εἶπε.
§157Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἀφοῦ τοσαῦται αἰτιάσεις καὶ μομφαὶ ἀπεδόθησαν κατὰ τοῦ Ὑπουργείου τοῦ 1895, ἀφοῦ τὴν πολιτικὴν τοῦ Ὑπουργείου ἐκείνου ἀποδέχεται ὅλη ἡ Ἀντιπολίτευσις, εἶναι ἀδύνατον νὰ προβῇ ἡ Βουλὴ εἰς ἄλλας ἐργασίας πρὶν διαφωτισθῶσιν αἱ τοιαῦται μομφαί. (Χειροκροτήματα). Εἶναι ἀδύνατον νὰ μείνωμεν ὑπὸ τοιαύτας ἐντυπώσεις, καὶ νὰ συζητῶμεν Προϋπολογισμόν· διότι, Κύριοι, εἶναι πράξεις ἐγκληματικαί, τὰς ὁποίας θέλομεν ἀποκαλύψει· καὶ ἐνῷ ὑπάρχουν οἱ αὐτουργοὶ τῶν ἐγκληματικῶν πράξεων, αἰτιῶνται ἄλλους. Πρέπει ν’ ἀποδειχθῇ ἡ ἀλήθεια. (Χειροκροτήματα καὶ ἐπευφημίαι ἀριστερόθεν).
§158ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σᾶς παρακαλῶ. Τὴν στιγμήν, καθ’ ἣν ἡ Βουλὴ ἀπεφάσισε νὰ κάμῃ ἰδιαιτέραν συζήτησιν ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας, εἶπον, ὅτι αὐτὸ θὰ συζητηθῇ αὔριον, ἀλλὰ καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν συζήτησιν τὴν ἄλλην, δὲν εἶπον τίποτε.
§159Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Νομίζω, ὅτι τὸ ζήτημα εἶναι ἁπλοῦν. Ὁ κ. Πρόεδρος δηλοῖ, ὅτι, ὅτε εἶπεν «αὔριον», ἐνόησεν, ὅτι τὸ ζήτημα, περὶ τοῦ ὁποίου ἐγένετο λόγος τὴν ἑσπέραν ταύτην, θέλει συζητηθῆ κατὰ τὴν αὔριον, ἀλλ’ ὅτι τοῦτο δὲν εἶχε σχέσιν πρὸς τὴν διακοπὴν τῆς συνεδριάσεως. Μετὰ τὴν δήλωσιν ταύτην τοῦ Προέδρου περὶ τῶν παρ’ αὐτοῦ λεχθέντων, οὐδεμία ἀμφιβολία δύναται νὰ ὑπάρξῃ. Ἀλλ’ οἱ κύριοι τῆς Ἀντιπολιτεύσεως διατείνονται τὸ ἐναντίον, εἶπον δέ, ὅτι τὸ αἴσθημα τοῦτο πρέπει νὰ παραδεχθῶσι καὶ οἱ παρακαθήμενοι εἰς τὴν πτέρυγα ταύτην (δεικνύει τὴν δεξιάν). Ἑπομένως δὲν βλέπω, κατὰ τί θὰ ζημιώσωμεν, ἔστω καὶ κατ’ ἐλάχιστον, τὴν ἐξακολούθησιν τῶν ἐργασιῶν ἡμῶν, παραδεχόμενοι τὴν γνώμην, ἡ ὁποία προτείνεται, ἀνεξαρτήτως τῆς ἀποφάσεως τῆς ἐξενεχθείσης ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου. Νομίζω λοιπόν, ὅτι καλὸν εἶναι νὰ λύσωμεν τὴν συνεδρίασιν, αὔριον δὲ νὰ συζητήσωμεν τὰ τοῦ ἀνακινηθέντος θέματος.
§160ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρᾳ 8 καὶ 10′ μετὰ μεσημβρίαν).