1902.03.13
1,860 rows · 14,420 words · 154 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 31
τῆς 13 Μαρτίου 1902.
(Τετάρτη).
(Γενομένης ἀπαρτίας ὥρᾳ 5 καὶ 20′ μ. μ. ἀναγινώσκονται καὶ μετά τινα παρατήρησιν τοῦ βουλευτοῦ κ. Κ. Καραπάνου διορθωθέντα ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ κάτοικοι τοῦ χωρίου Πολιάνας τῶν Τρικκάλων διὰ τηλεγραφήματός των παρακαλοῦσι τὴν Βουλὴν νὰ ψηφίσῃ νομοσχέδιον περὶ ἐξαγορᾶς τῶν Ζαππείων κτημάτων. Ἡ συντεχνία τῶν κηπουρῶν Τυρνάβου διὰ τηλεγραφήματός της ζητεῖ ἀναβολὴν τῆς εἰσπράξεως τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν διὰ τὸ ἔτος 1901. Ὁ Δημήτριος Βελέντζας, κατάδικος τῶν φυλακῶν Πατρῶν ζητεῖ δι’ ἀναφορᾶς του νὰ τῷ ἀπονεμηθῇ βασιλικὴ χάρις. Κάτοικοι Γυθείου διὰ τηλεγραφήματός των παραπονοῦνται κατὰ τοῦ δασάρχου Λακεδαίμονος. Ἀφορᾷ τὴν ὑπόθεσιν, περὶ ἧς ὡμίλησε χθὲς ὁ κύριος Φικιώρης. Ὑπεβλήθη ἡ ἔκθεσις τῆς ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῶν πιστώσεων ἐκ δραχ. 287,543.14 ἐπὶ διαφόρων κεφαλαίων καὶ ἄρθρων τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν τῆς χρήσεως τοῦ 1901». Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 158). Ὑπεβλήθη τροπολογία τοῦ βουλευτοῦ κ. Α. Βιτάλη ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 2 ἐδαφ. αʹ τοῦ νόμου ᾼΣΛϚʹ τῆς 24 Ἰουλίου 1885. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημ. ἀριθ. 159).
§2Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Οἱ κάτοικοι τοῦ δήμου Δύμης μοὶ ἀπέστειλαν τηλεγράφημα, παραπονούμενοι, ὅτι δὲν ἐδημοσιεύθη ὁ νόμος «περὶ παροχῆς θείου ὑπὸ τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης. Συγχρόνως δὲ παρακαλοῦσι ν’ ἀποσταλῇ ἡ καταδίωξις τῶν ὀφειλετῶν τοῦ Δημοσίου κατὰ τὴν ἐποχὴν ταύτην.
§3ΑΧ. ΧΟΙΔΑΣ. Καὶ ἐγὼ ἔλαβον τὸ ἴδιον τηλεγράφημα ἐρωτήσας δὲ εἰς τὸ Γραφεῖον τῆς Βουλῆς, ἔμαθον, ὅτι πρὸ πολλοῦ ἐστάλη εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν δημοσίευσιν ὁ νόμος περὶ παροχῆς θείου εἰς τοὺς σταφιδοκτήμονας.
§4Φ. ΝΕΓΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἐδημοσιεύθη χθὲς εἰς τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως.
§5Α. ΡΙΚΑΚΗΣ. Ὡς πρὸς τὴν καταδίωξιν τῶν ὀφειλετῶν τοῦ Δημοσίου, περὶ ἧς ὡμίλησεν ὁ κ. Παπαγιαννακόπουλος, καὶ ἐγὼ ὑποστηρίζω, ὅτι πρέπει νὰ πεισθῇ ὁ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς νὰ ἀναστείλῃ τὴν καταδίωξιν τῶν κατοίκων τοῦ δήμου Δύμης, διότι ὁ δῆμος οὗτος περιῆλθεν εἰς ἐλεεινὴν κατάστασιν.
§6Χ. ΣΠΗΛΙΩΤΗΣ. Καὶ ἐγὼ παρακαλῶ, ὅπως κατ’ αὐτὴν τὴν ἐποχὴν παύσῃ ἡ καταδίωξις, διότι τώρα ἀρχίζουσιν αἱ ἐργασίαι.
§7Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐν πάσαις ταῖς ἐπαρχίαις πρέπει νὰ δοθῇ ἀναβολὴ τῆς ἐκτελέσεως τῆς καταδιώξεως· διότι δυστυχῶς συνηθίζεται ἀπὸ τοῦ Ἰανουαρίου νὰ ἄρχωνται αἱ καταδιώξεις, ἐνῷ οἱ χωρικοὶ οὐδὲν ἔχουσιν εἰσπράξει ἐκ τῶν εἰσοδημάτων των, ἐμποδίζονται δὲ διὰ τῆς καταδιώξεως καὶ ἐκ τῶν ἐργασιῶν των. Αὐτὴ δυστυχῶς εἶναι ἡ τακτική, τὴν ὁποίαν ἀκολουθοῦσιν ἀπὸ πολλοῦ οἱ κατὰ καιροὺς Ὑπουργοὶ τῶν Οἰκονομικῶν. Διὰ τοῦτο θὰ παρακαλέσω νὰ ληφθῇ ἓν μέτρον.
§8Φ. ΝΕΓΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Καταθέτω ἀπάντησιν εἰς τὴν ἐπερώτησιν τοῦ κ. Βελλιανίτου διὰ τὴν βραδύτητα, ἥτις εἶχεν ἐπέλθει πρὸς βεβαίωσιν καὶ εἴσπραξιν τοῦ φόρου τῶν οἰκοδομῶν. Ὁ κ. Σκουζὲς εἶχε ζητήσει χθὲς τ’ ἀποτελέσματα τῆς ἐσοδείας τοῦ ἐλαίου τῆς Ἑπτανήσου, τὰ ὁποῖα δὲν περιλαμβάνονται εἰς τὴν κατάστασιν, ἣν κατέθεσα χθές. Καταθέτω ταῦτα διὰ τοὺς μῆνας Ἰανουάριον καὶ Φεβρουάριον. Κατὰ τ’ ἀποτελέσματα ταῦτα, αἱ εἰσπράξεις τοῦ 1901 ἀνέρχονται εἰς δραχμὰς 267,000, κατὰ δὲ τὸ 1902 εἰς δραχμὰς 417,000, ἤτοι ἡ διαφορὰ εἶναι 150,000 δραχ. ὑπὲρ τῆς χρήσεως τοῦ 1902.
§9Α. ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς κ. Δούνης ἀπηύθυνεν ἐπερώτησιν περὶ μηνύσεως τοῦ μοναχοῦ Ἀμβροσίου Δήμου κατὰ τοῦ Ἡγουμενοσυμβουλίου τῆς Μονῆς Πετράκη. Καταθέτω τὰ σχετικὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα ἀποδεικνύουσι καὶ τὴν ἐνέργειαν τοῦ Ὑπουργείου. Ὁ κ. Τσιτσάρας ἐζήτησε νὰ καταθέσω ὅλα τὰ ἔγγραφα, τὰ ἀναφερόμενα εἰς τὰς σχέσεις τῆς περιουσίας τῆς Μονῆς Πετράκη. Καταθέτω ταῦτα, μὲ τὴν παρατήρησιν, ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον ἐνόμισεν ὅτι ἔπρεπε νὰ ζητήσῃ παρὰ τῶν δύο Μονῶν Πετράκη καὶ Πεντέλης ὅλα τὰ ἔγγραφα τῶν ἀνταλλαγῶν, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο ἀπὸ 40 ἐτῶν καὶ ἐντεῦθεν. Εἶναι τὰ τελευταῖα ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα μοὶ ἐστάλησαν. Καταθέτω καὶ ταῦτα, ἵνα ᾖ πλήρης ἡ δικογραφία. Ὁ κ. Χατζηπέτρος καὶ ὁ κ. Πεταλᾶς ἐζήτησαν νὰ καταθέσω τὸν πίνακα τοῦ προσωπικοῦ τῶν ὑπαλλήλων τοῦ Ὑπουργείου τῆς Παιδείας. Καταθέτω καὶ τοῦτον.
§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ βουλευταὶ Γ. Ραδινὸς, Ἀπ. Ζάππας καὶ Ν. Ταρμπάζης ὑποβάλλουσι πρότασιν νόμου «περὶ ἀποσπάσεως τοῦ χωρίου Ράξας ἐκ τοῦ δήμου Παραληθαίων καὶ προσαρτήσεως αὐτοῦ εἰς τὸν δῆμον Τρικκαίων τῆς ἐπαρχίας Τρικκάλων». Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 160). Ὁ κ. Κ. Κουμουνδοῦρος ἔχει τὸν λόγον.
§11Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Παρατηρῶ, ὅτι ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν δὲν εἶναι παρών...
§12ΑΛΕΞ. Θ. ΖΑΙΜΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἀσθενεῖ.
§13Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Εἶχον σκοπὸν νὰ ἀναπτύξω τὴν ἐπερώτησίν μου, ἀλλὰ καὶ παρόντος τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ δύναμαι νὰ τὸ πράξω.
§14ΑΛΕΞ. Θ. ΖΑΙΜΗΣ (Πρωθυπουργός). Θὰ μεταβιβάσω τοὺς λόγους σας.
§15Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐδήλωσεν εἰς τὴν Βουλὴν καὶ τὸ ἔθνος, ὅτι ἡ προσπάθειά του εἶναι νὰ διοικήσῃ τὸν τόπον ἐννόμως. Διὰ τοῦτο πρέπει νὰ ἀκούῃ τὰ παράπονα τῶν πολιτῶν. Ἔχω τηλεγραφήματα ἀπὸ τὴν ἐπαρχίαν Μεσσήνης καὶ ἀπὸ τὸν δῆμον Βαλτετσίου τῆς ἐπαρχίας Μαντινείας. Ἀπὸ τὸν δῆμον Οἰχαλίας μοὶ τηλεγραφοῦσιν, ὅτι ὁ ἀστυνόμος ἐκεῖ ὀργιάζει κατὰ τῶν πολιτῶν διὰ τῶν ὀργάνων τῆς ἐξουσίας καὶ διὰ τῆς ξιφολόγχης κτυπᾷ τοὺς πολίτας, οἱ ὁποῖοι διαμαρτύρονται, καὶ ζητοῦσι τὴν ἐπέμβασιν τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως ἀπαλλάξῃ αὐτοὺς ἀπὸ τοιούτου ἀστυνόμου, ὁ ὁποῖος μετεβλήθη εἰς ἐγκληματίαν. Ἐγὼ καὶ ἄλλοι παρατηροῦμεν, ὅτι περὶ τῆς ἐπαρχίας Μεσσήνης ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως οὐδεμίαν λαμβάνει φροντίδα. Νομίζω ὅτι καὶ ἡ ἐπαρχία αὕτη ἀνήκει εἰς τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος, καὶ διὰ τοῦτο παρακαλῶ νὰ ληφθῇ φροντίς. Ἐπίσης οἱ δῆμοι Εὔας καὶ Ἀνδανίας στεροῦνται ἀστυνόμου. Ὁ δῆμος Εὔας ἔχει ἀστυνόμον, ὁ ὁποῖος ἀπὸ πρωΐας μέχρις ἑσπέρας, καὶ τὴν νύκτα ἀκόμη, εἶναι ἐκτὸς τῶν λογικῶν του. Εἰς τὴν Ἀνδανίαν δὲ δὲν ὑπάρχει προϊστάμενος τῆς ἀστυνομίας· ἐκεῖ ὑπάρχει μόνον εἷς ὑπαξιωματικός. Ἡ κατάστασις αὕτη, ἡ ἀπουσία, οὕτως εἰπεῖν, ἀξιωματικῶν ἀστυνόμων ἀπὸ τοὺς δήμους αὐτούς, προκαλεῖ τὴν ἐκ μέρους ἰδιωτῶν ἀντεκδίκησιν, προκαλεῖ σκηνὰς, αἱ ὁποῖαι καταλήγουσιν ἐνίοτε καὶ εἰς φόνους. Λοιπὸν παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ ἐνθυμηθῇ, ὅτι καὶ ἐκείνη ἡ ἐπαρχία ἔχει ἀνάγκην τάξεως καὶ ἀσφαλείας, καὶ πρέπει νὰ προστατευθῇ, ἂν ὄχι δι’ ἄλλο, χάριν τοὐλάχιστον τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐσόδων τοῦ Κράτους, τὸν ὁποῖον ἡ Κυβέρνησις προβλέπει μέλλοντα νὰ δώσῃ καὶ περισσεύματα. Διότι ἡ ἐπαρχία ἐκείνη δὲν θὰ ἦναι δυνατὸν, μὴ ἔχουσα τὴν ἐλευθερίαν νὰ καλλιεργήσῃ τὰ κτήματά της, νὰ συλλέξῃ τὰ προϊόντα της καὶ πωλοῦσα αὐτὰ νὰ εἰσπράξῃ τὸ χρῆμα τὸ ἀπαιτούμενον, δὲν θὰ ἦναι δυνατὸν, λέγω, νὰ πληρώσῃ τοὺς φόρους της εἰς τὸ Δημόσιον. Ἐπίσης παρακαλῶ τὸν κύριον Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως περὶ ἑτέρου. Εἶχον ἄλλοτε ὑποβάλει ἀναφορὰν ἐνυπόγραφον πολιτῶν τοῦ δήμου Εὔας κατὰ τοῦ αὐτόθι εἰρηνοδίκου. Ὁ εἰρηνοδίκης οὗτος, καὶ ἂν ἀκόμη δὲν ἦτο ἀληθές, ὅτι χειρίζεται τὴν δικαστικὴν ἐξουσίαν κατὰ τρόπον σκανδαλώδη, πρὸς ὑποστήριξιν κόμματος ἰσχύοντος ἐκεῖ, μόνον διότι συνεδέθη διὰ δεσμοῦ θρησκευτικοῦ πρὸς πολιτευόμενον πρόσωπον, νομίζω ὅτι δὲν πρέπει νὰ μένῃ ἐκεῖ, καὶ ἔχει καθῆκον ἡ Κυβέρνησις ν’ ἀπομακρύνῃ αὐτὸν τοῦ μέρους ἐκείνου.
§16ΧΑΡ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Πῶς λέγεται;
§17Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐγὼ δὲν ἐξετάζω ποτὲ, πῶς λέγονται οἱ ὑπάλληλοι, διότι ποτὲ δὲν ἐπεμβαίνω εἰς τὰ περὶ αὐτῶν, παρὰ μόνον ὅταν μοὶ κάμωσι παράπονα οἱ φίλοι μου. Ἀναφέρω, ὅτι ὑπάρχει εἰρηνοδίκης ἐκεῖ, καὶ κάμνει αὐτὰς τὰς παρεκτροπάς.
§18ΑΛΕΞ. Θ. ΖΑΙΜΗΣ (Πρωθυπουργός). Γνωρίζω, ὅτι ὁ κύριος Ὑπουργὸς ἐξήτασε τὴν ὑπόθεσιν, καὶ πλησιάζει εἰς πόρισμα.
§19Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Θὰ ἤμην εὐτυχὴς, ἂν ἔβλεπον τὸ πόρισμα ταχέως—ἂν τὸ πόρισμα θὰ εἶχεν ὡς ἀποτέλεσμα ν’ ἀπομακρυνθῇ ὁ εἰρηνοδίκης ἐκεῖνος.
§20ΑΛΕΞ. Θ. ΖΑΙΜΗΣ. Βεβαίως.
§21Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἀλλὰ θὰ ἦτο εὐχάριστον καὶ δι’ ἐμὲ ἀκόμη, ἂν ἤκουον τὸν κ. Πρωθυπουργὸν νὰ μοὶ ἀναγγείλῃ, ὅτι θὰ λάβῃ πρόνοιαν καὶ περὶ τοῦ ἀστυνόμου Οἰχαλίας.
§22ΑΛΕΞ. Θ. ΖΑΙΜΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν ἀπήντησα, διότι δὲν γνωρίζω τὴν ὑπόθεσιν· ἀλλ’ ἐκράτησα σημείωσιν τῶν λεχθέντων παρ’ ὑμῶν, καὶ θέλω μεταβιβάσει ταῦτα εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν.
§23Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν ἐκτείνομαι, ἐπαναλαμβάνω, εἰς τὰ τῆς Μεσσήνης, διότι ἀπουσιάζει ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργός· ἀρκοῦμαι δ’ ἐπὶ τοῦ παρόντος εἰς τὴν δήλωσιν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Δὲν ἤθελον δὲ φέρει τὸν λόγον διόλου ἐπὶ τοῦ ἄλλου ἀντικειμένου, τοῦ ἀφορῶντος τὴν ἐπαρχίαν Μαντινείας, προκειμένου μάλιστα νὰ ὁμιλήσω περὶ ἐπαρχίας, εἰς τὴν ὁποίαν μέλος τῆς Κυβερνήσεως τυγχάνει νὰ πολιτεύηται· ἀλλ’ ἐπειδὴ εἶναι τοσοῦτον ἐπιτακτικὴ ἡ παράκλησις τοῦ ἀναφερομένου δημάρχου Βαλτετσίου, ὅστις μοὶ ἐτηλεγράφησεν, εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ φέρω τὸν λόγον, τοσούτῳ μᾶλλον, καθόσον ὁ παθὼν ἐκ μέρους τοῦ ἀστυνόμου ἐκείνου εἶναι συμπολίτης μου, ὁ ὁποῖος ἐκ τοῦ ξυλοκοπήματος, τὸ ὁποῖον ὑπέστη, ἀπέθανε, κατὰ τὸ τηλεγράφημα· εἶναι ὁ δημοδιδάσκαλος Σωτήριος Ραζέλος (ἐντύπωσις).
§24ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Τὰ προλαμβάνει ὁ Εἰσαγγελεὺς ἐκεῖ!
§25Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὁ ἀστυνόμος Βαλτετσίου συμπεριφέρεται κάκιστα ὡς πρὸς τὸν δῆμον ἐκεῖνον...
§26ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Νομίζω ὅτι ἀστυνόμος εἶναι κἄποιος ὑπενωμοτάρχης.
§27Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Νομίζω... Κατὰ τὸ τηλεγράφημα τοῦ δημάρχου κ. Καράμπελα, ὁ ὁποῖος εἶναι ἔντιμος ἄνθρωπος — ὑπῆρξε στρατιώτης καλὸς, διακριθεὶς διὰ τὰς ὑπὲρ τῆς δημοσίας ἀσφαλείας ὑπηρεσίας του καὶ τιμώμενος ἐκ μέρους τῶν συναδέλφων του, εἶναι δὲ ἀνίκανος νὰ εἴπῃ ψεῦμα, — ὁ εἰρημένος ἀστυνόμος καταπιέζει τοὺς πολίτας, ἐξύβρισε τὸν δήμαρχον, καὶ ἐκακοποίησε τὸν δημοδιδάσκαλον Σωτ. Ραζέλον, ὅστις ἐκ τῶν κακώσεων τούτων ἀπέθανε. Δι’ ὅλα ταῦτα ὁ εἰρημένος δήμαρχος κατήγγειλε τὸν ἀστυνόμον καὶ εἰς τὴν ἁρμοδίαν ἀρχὴν, τὴν Εἰσαγγελικήν. Δὲν ἠξεύρω, ἂν ὁ ἐν Τριπόλει Εἰσαγγελεὺς κ. Θεοδώρου — περὶ τοῦ ὁποίου ἐδηλώθη ἐντεῦθεν, ὅτι ἐκπληροῖ ἀδεκάστως τὰ καθήκοντά του — ἐνήργησε ταχέως ὅ,τι δεῖ πρὸς τιμωρίαν τοῦ ἀστυνόμου...
§28ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Μὴ ἀμφιβάλλετε!
§29Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἀλλ’ ὁ κ. δήμαρχος, ἐκτὸς τῆς Εἰσαγγελικῆς ἀρχῆς, ἀνηνέχθη καὶ πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν...
§30Γ. ΚΟΡΠΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Ὁ κ. Καράμπελας ἀπετάθη καὶ πρὸς ἐμὲ δι’ ἡμιεπισήμου ἐπιστολῆς του, τὴν ὁποίαν ἀπέστειλα ἐπισήμως εἰς τὴν Γενικὴν Διοίκησιν, μὲ τὴν διαταγὴν νὰ διατάξῃ ἀξιωματικόν, ὅπως μεταβῇ ἐπὶ τόπου καὶ ἐνεργήσῃ ἀνακρίσεις ἐπὶ τῶν ἀποδιδομένων εἰς τὸν ὑπενωμοτάρχην κατηγοριῶν, ἀνεξαρτήτως τῆς ἄλλης ἐνεργείας.
§31Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἔλεγεν, ὅτι ἀπηύθυνε παράκλησιν πρὸς τὴν προϊσταμένην του ἀρχήν, τὴν Γενικὴν Διοίκησιν, θὰ ἐπίστευον ὅ,τι ἔλαβε χώραν· ἀλλ’ ἐπειδὴ ἀπηύθυνε διαταγὴν πρὸς ἀνώτερόν του, νομίζω ὅτι ἔκαμε σφάλμα, καὶ ἀπορῶ, πῶς δὲν τὸν ἐτιμώρησεν ἡ Γενικὴ Διοίκησις.
§32Γ. ΚΟΡΠΑΣ. Δὲν ἔχετε δίκαιον.
§33Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Χαίρω πολὺ, διότι ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἐπενέβη καὶ μὲ ἀπαλλάσσει τοῦ κόπου νὰ ἐκταθῶ περισσότερον. Ἐλπίζω, ὅτι αὔριον ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὁ ὁποῖος θὰ συναντήσῃ βεβαίως τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν πάσχοντα, θέλει μάθει παρ’ αὐτοῦ, ἂν ἐνήργησέ τι περὶ τοῦ ἀστυνόμου Βαλτετσίου. Θὰ καταθέσω ἀμφότερα τὰ τηλεγραφήματα εἰς τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς, ἵνα διαβιβασθῶσιν εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ὅπως οὗτος μὴ λησμονήσῃ τὰς παρακλήσεις μου. Ἤθελον προχωρήσει, διότι ἀρκετὰ ἔχω νὰ ἀνακοινώσω πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ τῆς Δικαιοσύνης· ἀλλ’ ἀφοῦ ἀσθενεῖ, θὰ περιμείνω τὴν αὔριον. Εὔχομαι νὰ ἀναρρώσῃ ταχέως, διότι μοῦ ἀρέσκει πολὺ ν’ ἀντιμετωπίζωμαι πρὸς αὐτὸν ἐκ τῆς θέσεως ταύτης. Ἤδη προκαλῶ τὴν προσοχὴν τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν ἐπὶ ἀντικειμένου λίαν σοβαροῦ, — ἐὰν ἦναι ἀκριβές. — Μοὶ ἀνεκοινώθη ἄλλοτε, ἀλλὰ καὶ προχθὲς ἔτι μοί ἀνεκοίνωσεν αὐτὸς ὁ ὑπαξιωματικός, περὶ τοῦ ὁποίου πρόκειται, — ὅστις ἐπολέμησεν ἐν Ἠπείρῳ καὶ τὸν ὁποῖον γνωρίζω καὶ συνέστησα, — ὅτι ἡ ἀφορῶσα αὐτὸν ἔκθεσις ἐχάθη ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν. Ὅτε συνέστη ἡ ἐπιτροπὴ περὶ τῶν ἀνδραγαθησάντων ἐν τῷ πολέμῳ ὑπαξιωματικῶν, τῆς ὁποίας μέλος ἦτο καὶ ὁ ἀντισυνταγματάρχης κ. Δροσινὸς, ὑπῆρχεν ἡ ἔκθεσις, καὶ ἐτέθη ὑπ’ ὄψιν τῆς ἐπιτροπῆς, συνέστησε δὲ καὶ ὁ κ. Δροσινὸς τὸν ὑπαξιωματικὸν αὐτόν· ἀλλ’ ἔκτοτε δὲν κατωρθώθη ν’ ἀνευρεθῇ ἡ ἔκθεσις ἐκείνη...
§34Γ. ΚΟΡΠΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Πρὸ ἑνὸς καὶ ἡμίσεος ἔτους ἴσως.
§35Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Βεβαίως ἐπὶ τῶν ἡμερῶν μου δὲν ἐχάθη.
§36Κ. Ν. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀπωλέσθη ἡ ἔκθεσις;
§37Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Μάλιστα.
§38Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπεξῃρέθη, κ. Βουλευτά!
§39Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν γνωρίζω.
§40Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ περὶ οὗ πρόκειται ὑπαξιωματικὸς εἶναι ἐκεῖνος, τὸν ὁποῖον ἡ πρώτη ἐπιτροπὴ εἶχε τάξει μεταξὺ τῶν πρώτων. Ὀνομάζεται Δρακούλης Θεοδωρακάκος.
§41Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Μάλιστα. Τὸν γνωρίζω καλῶς. Τὸν συνέστησα ἐγὼ αὐτὸς, καὶ γνωρίζω τὴν ἔκθεσιν, ὄχι μόνον τὴν ἰδικήν μου, ἀλλὰ καὶ ἄλλων ἀξιωματικῶν, οἱ ὁποῖοι ὡμίλησαν περὶ αὐτοῦ. Ἀλλὰ καὶ ἄλλοι ὑπαξιωματικοὶ μοὶ ἀνέφεραν, ὅτι ἐκθέσεις ἀφορῶσαι αὐτοὺς δὲν ὑπάρχουσι πλέον εἰς τὸ ἀρχεῖον τοῦ Ὑπουργείου. Θὰ παρακαλέσω τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ μὴ ἀρκεσθῇ εἰς ἁπλῆν ἐξέτασιν, ἀλλὰ νὰ διατάξῃ ἀνάκρισιν ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου, διότι, ὅπως μοὶ παρεστάθη, — καὶ δὲν θέλω νὰ ἀπασχολήσω τὴν Βουλὴν ἐπὶ τούτου — ἐκεῖ ἐγένετο ἔγκλημα, ὑπεξαίρεσις δηλαδὴ τῶν ἐγγράφων, τῶν ἐκθέσεων ἐκείνων, διὰ τὴν ἐξαφάνισιν τῶν ὁποίων ἄτομα εἶχον τὸ συμφέρον, διὰ νὰ μὴ ἔλθῃ εἰς φῶς ἡ δρᾶσις αὐτῶν...
§42Γ. ΚΟΡΠΑΣ. Καλὸν θὰ ἦτο νὰ ἔχω τὰ ὀνόματα καὶ τῶν ἄλλων ὑπαξιωματικῶν.
§43Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Θὰ φροντίσω νὰ τὰ μάθω, διότι δὲν ἐνθυμοῦμαι· παρῆλθον ἤδη δύο σχεδὸν μῆνες ἀφ’ ὅτου μοὶ ἀνεκοινώθησαν.
§44Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§45Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν θὰ δευτερολογήσω, ὅσον ἀφορᾷ τὸν Θεοδωρακάκον, καὶ δὲν θὰ ἐπιμείνω ὁμιλῶν περὶ αὐτοῦ, καθόσον ἀρκετὰ εἶπεν ὁ κ. Βουλευτής· ἐὰν δέ ποτε ἔλθῃ ἡ συζήτησις περὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου, θέλω εἴπει τί ἐγὼ ὑπέβαλον εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, καὶ τί ἔχουσιν ὑποβάλει καὶ οἱ ἄλλοι ἀξιωματικοὶ περὶ αὐτοῦ. Ἀλλ’ ἐπειδὴ ἐκ τοῦ στόματος τοῦ προλαλήσαντος ἐξῆλθε μία βλασφημία, καὶ ἐπιθυμῶ πολὺ νὰ μὴ μείνῃ ἡ ἐντύπωσις αὕτη εἰς τὴν Βουλήν, ἔχω ἀνάγκην νὰ εἴπω δύο λέξεις. Ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος εἶπεν ἐν τῇ ῥύμῃ τοῦ λόγου του, ὅτι οἱ ἀξιωματικοὶ καὶ ὑπαξιωματικοὶ τοῦ στρατοῦ τῆς Ἠπείρου ἔφευγον ὑποχωροῦντες, ὑπεχώρουν ἀτάκτως ἐκ πανικοῦ. Βεβαιῶ τὴν Βουλήν, — καὶ τὴν βεβαιῶ ἐκ τῆς θέσεως ταύτης, διὰ νὰ ἀκουσθῇ ἡ φωνή μου εἰς ὅλην τὴν Ἑλλάδα καὶ εἰς τὸ ἐξωτερικόν, — ὅτι οὐδεὶς ἐκ τῶν ἀξιωματικῶν τῆς Ἠπείρου ὑπεχώρησεν ἐκ πανικοῦ, διότι πάντες οἱ ὑποχωρήσαντες διετάχθησαν καὶ ὑπεχώρησαν δυνάμει διαταγῆς. Ἄν οἱ ἀνώτεροι ἔσφαλαν εἰς αὐτό, ἄλλος λόγος· οἱ ὑποχωρήσαντες ὅμως ὑπεχώρησαν δυνάμει διαταγῆς. Ἐὰν δὲν ὑπῆρξε κανονικότης περὶ τὴν ὑποχώρησιν, ὑποχώρησις κατὰ τοὺς τύπους, δὲν ἦτο ὅμως ὑποχώρησις ἄτακτος, ἐκ πανικοῦ προερχομένη. Καὶ ἀπόδειξις, ὅτι οὐδεὶς ἐκ τῶν ἀξιωματικῶν καὶ ὑπαξιωματικῶν τῆς Ἠπείρου κατελήφθη ὑπὸ πανικοῦ, εἶναι ὅτι, ὅτε μετὰ τὰς ἑπτὰ ἐπανειλημμένας πράξεις τὰς διαταχθείσας διετάχθη ἡ μάχη τοῦ Γριμπόβου, κατὰ τὴν μάχην ταύτην οἱ ὁπλῖται καὶ ὑπαξιωματικοὶ ἐπολέμουν ἀναρριχώμενοι εἰς τὰ ὑψώματα, οἱ δὲ ἀξιωματικοὶ τρέχοντες ἔφιπποι κατὰ τὴν μάχην εἰς ἀπόστασιν 400 μέτρων, καὶ ἐνῷ ὑπὸ τὰ σκέλη αὐτῶν ἐφονεύθησαν ἵπποι, ἐβάδιζον κατὰ τοῦ ἐχθροῦ. Διαμαρτύρομαι λοιπὸν ἐντόνως κατὰ τῆς ἐκτοξευθείσης ὕβρεως κατὰ τοῦ στρατοῦ τῆς Ἠπείρου. Ἐπαναλαμβάνω δέ, ἵνα κατανοηθῶ, ὅτι κατὰ τὴν μάχην τοῦ Γριμπόβου οἱ ἀξιωματικοὶ καὶ στρατιῶται, ἀνερχόμενοι εἰς τὸ ὄρος, ἐξετόπισαν ἐκ τριῶν ὀχυρωμάτων τὸν ἐχθρόν, καὶ ἐὰν αἱ ἐπικουρίαι ἔφθανον ἐν καιρῷ, βεβαίως ὁ στρατὸς τῆς Ἠπείρου ὁ ἑλληνικὸς ἤθελε πάλιν προχωρήσει εἰς τὰ Ἰωάννινα.
§46Α. ΣΤΡΑΤΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπὶ τοῦ ἰδίου ζητήματος. Εἶναι εὐτύχημα, κύριοι Βουλευταί, διότι ἐπαναφέρεται τὸ ζήτημα τῆς δράσεως τοῦ στρατοῦ ἐν Ἠπείρῳ κατὰ τὸν πόλεμον τοῦ 1897, διότι ὁ στρατός, ὁ ἐν Ἠπείρῳ πολεμήσας, πράγματι, ἀντὶ ἐπαίνων, ἤκουσε πολλάκις μεγάλας μομφάς, καὶ ἐκ τούτων ἠδικήθη, καὶ ἠδικήθη μεγάλως. Εἶχον λάβει αὐστηρὰν διαταγὴν παρὰ τῆς τότε Κυβερνήσεως, τῆς ὑπὸ τὸν κύριον Ῥάλλην, καὶ τοῦ τότε Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν κ. Τσαμαδοῦ, ἵνα μεταβῶ ἐκεῖ καὶ ἐνεργήσω ἀνακρίσεις ἐπισταμένας. Τὰς ἀνακρίσεις ταύτας ἐνήργησα, λαβὼν ἐνόρκους καταθέσεις περὶ τὰς 700, καὶ ἐξετάσας τὴν χώραν καὶ ἐπιτοπίως· ἠδυνήθην δὲ νὰ ἀνεύρω, ὅτι πράγματι ὁ ἐν Ἠπείρῳ στρατὸς ἐξεπλήρωσε τὸ καθῆκόν του πρεπόντως, ὅτι οἱ ἀξιωματικοὶ ἐξεπλήρωσαν ἐπίσης τὸ καθῆκόν των πρεπόντως, καὶ ὅτι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ κ. ἐξ Οἰτύλου Βουλευτής, εἶναι ἀληθές, ὅτι δηλαδὴ οὐδαμοῦ ὑπεχώρησαν ἐκ δειλίας· ὅτε δ’ ὑπεχώρησεν ὁ στρατὸς ἐκεῖνος, ἔπραξε τοῦτο κατὰ καθῆκον, δηλ. διαταγῇ τῶν ἀνωτέρων καὶ τοῦ ἀρχηγοῦ του. Ὁ τότε ἀρχηγὸς καὶ νῦν ἐν ἀποστρατείᾳ ὑποστράτηγος κ. Μᾶνος, ἔχων ὑπ’ ὄψιν ἐπίσημον πληροφορίαν περὶ τῆς ὑποχωρήσεως τῆς Λαρίσης καί τινας δυσαρέστους πληροφορίας τῆς πρωτοπορείας τοῦ στρατοῦ του, ἐθεώρησεν ὡς ἐκ τῶν περιστάσεων ἀναγκαῖον νὰ διατάξῃ τὴν ὑποχώρησιν μέρους τῆς δυνάμεώς του, ὡς ἐφεδρείας, ὅπερ καὶ ἐξετελέσθη ἐν τάξει. Εἰς τὴν μάχην δὲ τοῦ Γριμπόβου ὁ στρατὸς ἡμῶν, ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἔλαβε τὰς μεγαλειτέρας μομφάς, ἀπέδειξεν, ὅτι ὄχι μόνον θάρρος καὶ πειθαρχίαν ἔχει, ἀλλὰ καὶ ἀπαρτίζεται ἀπὸ ἄξια τέκνα τῶν πατέρων του, διότι πράγματι, ἔχων ἐπὶ κεφαλῆς τοὺς ἀξιωματικούς του, ἀνῆλθε μέχρι τῆς κορυφῆς τοῦ Γριμπόβου, ὁπόθεν ἐξετόπισε τὸν τουρκικὸν στρατὸν, ἴσος πρὸς ἴσον παλαίων, μὲ τὴν διαφοράν, ὅτι ὁ τουρκικὸς στρατὸς ἔφερεν ὅπλα Μάουζερ, ἐνῷ ὁ ἡμέτερος ὅπλα Γκρᾶ· ἐξετόπισε δὲ τότε τὸν τουρκικὸν στρατὸν ἀπὸ τριῶν ὀχυρωμάτων, ἀπὸ δύο δ’ ἐξ αὐτῶν διὰ τῆς λόγχης. Καὶ μόνον δύναται νὰ ἐπικριθῇ διὰ τὴν ὑποχώρησιν τῆς εἰς τὸ χάνι Κραβασαρᾶ συμπλοκῆς τῆς 17 Ἀπριλίου, ἧς τὸ ἀποτέλεσμα ἀνήκει εἰς τοὺς ἀνικάνως διοικήσαντας αὐτόν. Ταῦτα εἶχον καθῆκον νὰ εἴπω ἐνταῦθα, πρὸς ἔπαινον τοῦ στρατοῦ ἐκείνου, καὶ νὰ πιστοποιήσω ὅ,τι ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Οἰτύλου εἶπε περὶ τοῦ στρατοῦ τῆς Ἠπείρου, ὁ ὁποῖος ἐν μιᾷ μόνον μάχῃ, τῇ τοῦ Γριμπόβου, ἔσχε 500 ἢ 600 στρατιώτας ἐκτὸς μάχης, 30 δὲ ἀξιωματικοὺς φονευμένους καὶ πληγωμένους, τουτέστι τόσους, ὅσους δὲν εἶχον ὅλαι αἱ ἐν Θεσσαλίᾳ συμπλοκαί.
§47Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§48Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Τὴν ἀλήθειαν δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ ὑποδείξῃ ὁ κ. ἐκ Μεγάρων Βουλευτής. Τὴν ἀλήθειαν ἐκ τοῦ στόματός μου ἤκουσε τὸ Κοινοβούλιον, καὶ παρακαλῶ τοὺς ἐντὸς τοῦ περιβόλου τούτου, ὡς καὶ τοὺς ἐκτὸς ἄλλους συναδέλφους, νὰ ὁμολογήσωσιν, ἐὰν ἤκουσαν ἐκ τοῦ στόματός μου τὴν ἀλήθειαν. Ὅ,τι εἶπον, εἶναι ἀλήθεια, καὶ μαρτυρεῖ ταύτην ἡ μάχη τοῦ Γριμπόβου. Ἐὰν ὑπῆρχε σύγχυσις εἰς τοὺς καταγγείλαντας καὶ ὁρκισθέντας, ἡ κακὴ ἀντίληψις δὲν ὑπῆρξεν ὡς βάσις καὶ τῆς καταγγελίας καὶ τοῦ ὅρκου, δὲν ἐκθέτει ἑπομένως τοὺς στρατιώτας καὶ ἀξιωματικοὺς τοῦ στρατοῦ τῆς Ἠπείρου, ἀλλ’ ἐκείνους, οἵτινες δὲν εἶχον ὀρθὴν ἀντίληψιν, καὶ ἔκαμαν καταγγελίαν καὶ ὡρκίσθησαν κακῶς. Εἶπον, ὅτι ἡ μάχη τοῦ Γριμπόβου ἀποδεικνύει, ὅτι ὁ στρατὸς τῆς Ἠπείρου δὲν κατελήφθη ὑπὸ πανικοῦ, διότι ἐκεῖ τὰ πτώματα τῶν στρατιωτῶν ἐπὶ τῶν ὀχυρωμάτων τοῦ ἐχθροῦ μαρτυροῦσι τὴν ἀλήθειαν ταύτην. Ἐὰν ἀληθῶς κατελαμβάνετο ὁ στρατὸς ὑπὸ πανικοῦ, ὡς διατείνεται ὁ κ. Βουλευτὴς Μεγαρίδος, βεβαίως ὁ στρατὸς ἐκεῖνος δὲν θὰ ἠδύνατο νὰ ἐκτοπίζῃ τοὺς ἐχθροὺς ἐκ τῶν ὀχυρωμάτων, οὔτε ἤθελε παραμείνει, ὡς αἱ ταξιαρχίαι ἐκεῖναι, αἵτινες παρέμενον ὡς θεαταὶ τῆς μάχης τοῦ Γριμπόβου, ἀλλ’ ἐκ τοῦ κρότου τῶν τηλεβόλων ἤθελε τραπῆ καὶ ἐπιστρέψει εἰς Ἄρταν. Διὰ νὰ δικαιολογήσωσιν οἱ ἡγήτορες τοῦ στρατεύματος ἐκείνους, — καὶ ὁμιλῶ γενικῶς, διότι συμπεριλαμβάνω καὶ τὸ Ἀρχηγεῖον καὶ τὸ ἐπιτελεῖον — διὰ νὰ δικαιολογήσωσι τὰς ἀνοησίας, — ἵνα μὴ εἴπω τι περισσότερον — τί νομίζετε ὅτι ἔκαμαν; Ἐξέδωκαν διαταγήν, δι’ ἧς διῄρεσαν τὸν στρατὸν τῆς Ἠπείρου εἰς δύο ἐχθρικὰ στρατόπεδα, καὶ ἂν δὲν ἐτύγχανον ἐκεῖ τινες ἀξιωματικοί, ἤθελε γείνῃ αἱματοχυσία μεταξὺ ἡμῶν! Ἐνῷ διέταξαν τὸν στρατὸν τῆς Ἠπείρου νὰ ὑποχωρήσῃ εἰς Ἄρταν, ἐξέδωκαν διαταγὴν, ὅπως δικαιολογήσωσι τὴν πρᾶξιν ταύτην, δι’ ἧς διέταξαν καὶ τὸ πυροβολικὸν — διότι ὑπῆρχέ τις αἰτία — καὶ τὸ ἱππικὸν — διότι ἦτο συγγενὴς τοῦ ἀρχηγοῦ ἐκεῖ εἷς ἀνώτερος ἀξιωματικὸς — νὰ βάλλωσι κατὰ τῶν ὑπολοίπων στρατευμάτων, ἐὰν ἤθελον τραπῆ πρὸς τὸν Κραβασαρᾶν, καὶ συνίστων εἰς τὸν στρατὸν νὰ ἀμυνθῇ ὑπὲρ τῶν πατρίων...
§49Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Θλιβερωτέρα εἶναι ἡ εἰκὼν, ἣν δίδετε!
§50Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐὰν οἱ ἀρχηγοὶ ἦναι ἀλώπεκες, δὲν πταίουσιν οἱ ὑπ’ αὐτούς· ἐὰν τοὺς ἀρχηγοὺς κατέλαβε πανικός, καὶ σύγχυσις ἐπῆλθεν εἰς τὰς κεφαλὰς αὐτῶν, δὲν πταίει ὁ στρατὸς τῆς πατρίδος. Σύγχυσιν δὲ ἔχει καὶ ὁ κύριος Βουλευτὴς Μεγαρίδος. Ὁ στρατὸς, ὃν ὑπαινίσσεται, εἶναι ὁ στρατὸς, ὅστις ἐπολέμησεν εἰς τὸν Κραβασαρᾶν.
§51Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι ὁ στρατὸς τῆς Ἠπείρου.
§52Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὁ στρατὸς ὁ πολεμήσας εἰς τὸν Κραβασαρᾶν ἐμάχετο ἐπὶ 4 ἡμέρας νῆστις καὶ ἄϋπνος! Ἡ κόπωσις, ἡ πεῖνα, τὸ ψῦχος καὶ αἱ φυσικαὶ ἀνάγκαι τὸν κατέβαλον, καὶ μ’ ὅλα ταῦτα ἐνεκαρτέρει ἐκεῖ, καὶ ἂν δὲν ἐλάμβανε διαταγὴν, δὲν θὰ ὑπεχώρει. Διετάχθησαν νὰ ὑποχωρήσωσι τὸ ἑσπέρας, καὶ ἐξετέλεσαν τὴν διαταγὴν εἰς τὰς 4 μ. μ. Οἱ δὲ ἐπὶ κεφαλῆς ἐκείνων εἰσήχθησαν ἐνώπιον τοῦ Στρατοδικείου, καὶ ἐκεῖνοι κατηγόρησαν τοὺς ἄλλους, διὰ νὰ σωθῶσι, καὶ κατηγόρησαν στιγματίζοντες τὸν στρατὸν, ὅστις δύναται νὰ ὀνομασθῇ στρατὸς δαφνοστεφής. Ἡ ἄμυνα τῆς Ἄρτης ἐπηνέθη ἀπὸ ὅλους τοὺς ἀντιπροσώπους τῶν διαφόρων ξένων Κρατῶν καὶ τῶν ξένων ἐφημερίδων· ἰδίᾳ δὲ ὁ ἀντιπρόσωπος τῶν «Καιρῶν» τοῦ Λονδίνου, ὅστις ἦτο στρατιωτικὸς ῥεπόρτερ, ὡμολόγησε δημοσίᾳ, ὅτι ἡ μονομαχία τοῦ πυροβολικοῦ τῆς Ἄρτης δὲν ἔχει ὁμοίαν οὐδαμοῦ καὶ εἰς οὐδένα πόλεμον. Δὲν λαμβάνουσι ποτὲ οὔτε τὰ ἔθνη, οὔτε οἱ γείτονες αὐτῶν, τυχαῖα συμβεβηκότα, εἰς μικρὰ τμήματα τοῦ στρατοῦ ἀναγόμενα, ὡς βάσιν τῆς ὅλης καταστάσεως τοῦ στρατοῦ. Τοιαῦτα συμβεβηκότα, συνιστῶ εἰς τὸν κ. συνάδελφον ν’ ἀναγνώσῃ τὴν πολεμικὴν ἱστορίαν, καὶ θὰ ἴδῃ ἐκεῖ πολλὰ εἰς στρατοὺς δαφνοστεφεῖς καὶ ἐνδόξους· οὐδεὶς ὅμως εὑρέθη νὰ κατηγορήσῃ τὸ σύνολον τοῦ στρατοῦ τῆς πατρίδος διὰ τὰ τυχαῖα ταῦτα συμβεβηκότα, τὰ εἰς τμήματα στρατοῦ ἀναγόμενα. Τοιαύτη ἦτο ἡ κατάστασις τοῦ Ἀρχηγείου τοῦ στρατοῦ καὶ τοῦ Ἐπιτελείου τῆς Ἠπείρου, ὥστε κατώρθωσε νὰ πείσῃ τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι ὁ στρατὸς ἦτο ἀνίκανος ν’ ἀντιμετωπίσῃ τὸν ἐχθρόν! Ἠναγκάσθην νὰ σπεύσω εἰς τὸ τηλεγραφεῖον. Δὲν εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ἦμαι φίλος τοῦ τότε Πρωθυπουργοῦ κ. Ράλλη, καὶ οὔτε μάλιστα κοινωνικὸν χαιρετισμὸν ἀντηλλάσσομεν· ἀλλὰ τὸ ἄδικον καὶ τὸ κακόν, τὸ προσγιγνόμενον εἰς τὸν στρατὸν τῆς πατρίδος, μὲ ὑπεχρέωσαν νὰ ὑπάγω εἰς τὸ τηλεγραφεῖον, καὶ προσκαλέσω τὸν τότε Πρωθυπουργὸν ἐκεῖ εἰς συνεννόησιν τηλεγραφικήν. Εἶναι ἐδῶ καὶ δύναται νὰ τὸ ὁμολογήσῃ· πιστεύω δὲ νὰ τὸ ἐνθυμῆται, καὶ τὸν προκαλῶ νὰ εἴπῃ, ἐὰν λέγω ἀλήθειαν. «Σᾶς παρέστησαν, τῷ εἶπον, ὅτι ὁ στρατὸς τῆς Ἠπείρου, καταληφθεὶς ὑπὸ πανικοῦ, εἶναι ἀδύνατον ν’ ἀντιμετωπίσῃ τὸν ἐχθρόν. Σᾶς βεβαιῶ, ὅτι τοῦτο δὲν εἶναι ἀληθές, καὶ δύνασθε νὰ στείλητε καὶ ἕνα ὑποδεκανέα ἀκόμη τῆς ἐμπιστοσύνης σας, καὶ θὰ ἀντιληφθῇ καὶ αὐτός, ὅτι ὁ στρατὸς τῆς Ἠπείρου θὰ ἐκπληρώσῃ τὸ καθῆκόν του περισσότερον παρ’ ὅ,τι ἐξεπλήρωσαν αὐτὸ οἱ πρόγονοί του»... Εἶναι ἀληθὲς τοῦτο κύριε Ράλλη; (Ὁ κ. Ι. Ράλλης κατανεύει). Ὁ κ. Ράλλης διέταξε καὶ ἦλθεν ὁ κ. Μπαϊρακτάρης, διορισθεὶς καὶ ταξίαρχος τῆς ταξιαρχίας τῆς λαβούσης μέρος εἰς τὴν μάχην τοῦ Γριμπόβου, καὶ οὗτος ἔφιππος διηύθυνε τὴν μάχην, ὡς καὶ πάντες οἱ ἀξιωματικοί, οἱ δικαιούμενοι ἵππου, ἔφιπποι διηύθυνον τὰ τμήματά των, καὶ οἱ ἀξιωματικοὶ οἱ κατώτεροι ὄρθιοι ὡδήγουν τοὺς ὑπ’ αὐτοὺς στρατιώτας ἐναντίον τοῦ ἐχθροῦ, ἀψηφοῦντες τὸν θάνατον. Ἐρωτῶ: ὕστερον ἀπὸ τὴν μάχην τοῦ Γριμπόβου, καθ’ ἣν ἐτέθησαν 600 ὁπλῖται καὶ ὑπαξιωματικοὶ ἐκτὸς μάχης καὶ 40 ἀξιωματικοὶ, δύναταί τις νὰ εἴπῃ, ὅτι τὸν στρατὸν τῆς Ἠπείρου κατέλαβε πανικός; Ἐὰν ἦναι ἀληθῆ τὰ γεγονότα, ἅτινα ὑπαινίσσεται καὶ ἀντελήφθη ἐκ τῶν Στρατοδικείων ὁ κ. συνάδελφος, δὲν εἶναι ὁ τρόπος, δι’ οὗ διορθοῦνται ταῦτα, αἱ καταγγελίαι αἱ ῥιπτόμεναι ἐνταῦθα, οὔτε δύνανται νὰ ἔχωσιν αὗται ἀποτελέσματα. Ἐκεῖ εἶναι ἡ θέσις ἡ λύουσα τὰ ζητήματα.
§53Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι ἐκεῖ.
§54Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν εἶναι ἐκεῖνο, ὅπερ καὶ τὰ κακὰ τιμωρεῖ, καὶ τὸν στρατὸν φέρει εἰς τὴν θέσιν του. Ἐὰν ὁ πρῶτος μετὰ τὸν πόλεμον Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν εἶχε τὴν νοημοσύνην καὶ τὴν δεξιότητα νὰ διευθύνῃ τὸ μέγα αὐτὸ ζήτημα κατὰ τρόπον πρέποντα, βεβαίως αἱ ἀσχημίαι αὗται δὲν θὰ ἠκούοντο ἐνταῦθα, οὔτε θὰ εὑρίσκετο Βουλευτὴς νὰ καταγγείλῃ τὸν στρατὸν τῆς πατρίδος ὡς δειλὸν καὶ ἄνανδρον, ὡς μὴ δυνάμενον νὰ αἰσθανθῇ τὸ ὕψος τῆς ἀποστολῆς του, καὶ νὰ ἐκπληρώσῃ αὐτὴν μὲ τὴν ἀπαιτουμένην θυσίαν ὑπὸ τοιούτων ἀγώνων. Ἐὰν ὑπῆρξε σφάλμα, καὶ ἂν ἔχωσι δικαίωμά τινες νὰ ἐπιρρίπτωσι τοιαύτας μομφὰς κατὰ τοῦ στρατοῦ τῆς πατρίδος, τὸ σφάλμα τοῦτο εἶναι τοῦ μετὰ τὸν πόλεμον Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν καὶ τοῦ Πρωθυπουργοῦ, τοῦ καὶ νῦν τοιούτου, ὅστις, ἐὰν ἦτο δυνατὸν ν’ ἀντιληφθῇ τὰ ζητήματα καὶ ἐπεμβῇ εἰς τὰ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, ἡ κατάστασις αὕτη δὲν θὰ ὑπῆρχε σήμερον. Καὶ ἂν ἀπὸ τοῦ 1897 ὁ στρατὸς ἀπώλεσεν ὅ,τι πρέπει νὰ ἔχῃ πᾶς στρατὸς τοῦ κόσμου, πταίουσιν οἱ κατὰ καιροὺς Ὑπουργοί, οἱ μὴ δυνηθέντες νὰ ἐκπληρώσωσι τὸ καθῆκόν των, καὶ μεταξὺ αὐτῶν καὶ ἐγώ. Πῶς δὲ δὲν ἠδυνήθην νὰ ἐκπληρώσω τὸ καθῆκον τοῦτο, ὅταν θὰ ἔλθῃ ἡ στιγμὴ ἡ κατάλληλος θὰ ἀκούσητε, χωρὶς νὰ σκεφθῶ νὰ ὑποχωρήσω, ἐναντίον τῶν κανόνων, οἵτινες καὶ τοὺς πολιτικοὺς ἄνδρας καὶ τοὺς στρατιωτικοὺς διέπουσι. Θὰ ἀκούσητε τὴν γλῶσσαν τῆς ἀληθείας, ὅσον πικρὰ καὶ ἂν ἦναι, καὶ ὅσον πικρὰ ἀποτελέσματα καὶ ἂν δύναται νὰ ἔχῃ καὶ δι’ ἐμέ. Θ’ ἀκούσητε ἐκ τῆς θέσεως ταύτης, τίς πταίει, ὅσον ὑψηλὰ καὶ ἂν ἵσταται. Συνιστῶ εἰς τοὺς συναδέλφους Βουλευτὰς, ὅταν φέρωσι τὸν λόγον περὶ τοῦ στρατοῦ τῆς πατρίδος, νὰ ἐκφέρωσι γνώμην ὑπὲρ ἢ κατὰ, μελετῶντες τὰ ζητήματα, καὶ νὰ ὦσι μεμετρημένοι, νὰ παραδειγματίζωνται ἐκ τῆς στάσεως τῶν Βουλευτῶν τοῦ Κοινοβουλίου τῆς Ἀγγλίας καὶ τῆς δημοσιογραφίας αὐτῆς, καὶ νὰ σταματῶσι πρὸ τοῦ βήματος. Νομίζετε δὲ, ὅτι ὁ στρατὸς τῆς Ἀγγλίας δὲν εἶχε σφάλματα, ἵνα στιγματισθῇ; Θὰ ἔλθῃ στιγμὴ νὰ τὸ μάθητε, καὶ θὰ διασαλπισθῇ, καίτοι σήμερον περικαλύπτεται, καὶ τότε θὰ ἴδητε, ἐὰν ὁ ἑλληνικὸς στρατὸς εἶναι ἀνώτερος ὅλων τῶν στρατῶν τοῦ κόσμου· καὶ εἶναι ἀνώτερος, διότι δι’ αὐτὸν δὲν κατεβλήθη προσπάθεια διὰ τοῦ ὀργανισμοῦ, ὅπως ἐξοικειωθῇ πρὸς τὴν πειθαρχίαν, καὶ ὅταν στρατὸς δὲν ἔχῃ πειθαρχίαν, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ διεξαγάγῃ τὰ ζητήματα τὰ στρατιωτικὰ καθ’ ὃν τρόπον ἀπαιτεῖ ἡ στρατιωτικὴ τέχνη καὶ ἡ τιμὴ τῆς χώρας. Καὶ λάβετε ὑπ’ ὄψιν σας τὸ 1821. Τότε πειθαρχία δὲν ὑπῆρχεν· οἱ πολῖται ἀπὸ τὰ οἰκήματά των ἐσύροντο εἰς τὴν μάχην, ἀλλ’ εἶχον πεποίθησιν πρὸς τοὺς ἡγήτορας αὐτῶν, καὶ συνεκροτοῦντο ὑπὸ τὴν διοίκησιν αὐτῶν, καὶ διὰ τοῦτο ἐμεγαλούργησαν, παλαίοντες πρὸς πολυαριθμότερον καὶ ἰσχυρότερον στρατὸν, πρὸς Αὐτοκρατορίαν, τὴν ὁποίαν ἔτρεμεν ὁλόκληρος ἡ Εὐρώπη. Ἂς παύσουν πλέον αἱ ὕβρεις καὶ συκοφαντίαι κατὰ τοῦ στρατοῦ τῆς πατρίδος, ἂς σωφρονήσωμεν, καὶ ἂς σκεφθῶσιν οἱ ἡγήτορες ἀμφοτέρων τῶν πτερύγων καὶ ἂς παύσωσι προσθέτοντες δαπάνας δι’ εἰκονικοὺς σκοποὺς, ὡς θέλω ἀποδείξει, εἰς τὸν στρατὸν, ἂς ἀποβλέψωσι δὲ εἰς σκοπιμωτέραν πρόνοιαν περὶ τῶν τοῦ στρατοῦ τῆς πατρίδος, διότι θὰ κλαύσωμεν πικρῶς ἡμέραν τινὰ, ἐὰν ἐξακολουθήσωμεν ἀμελοῦντες τὸν στρατόν. Ἡ Μακεδονία φλέγεται! πτώματα Ἑλλήνων ποτίζουσι μὲ τὸ αἷμα αὑτῶν καθ’ ἑκάστην τὴν γῆν ἐκείνην, καὶ οὐδεμία ἐνέργεια ἐκ μέρους τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως φαίνεται πρὸς ὑπεράσπισιν τῶν ἀδελφῶν ἡμῶν, διότι δὲν ἔχομεν στρατὸν, καὶ δὲν δυνάμεθα νὰ ἐπιβληθῶμεν! Ἡ μόνη κατηγορία, τὴν ὁποίαν ἔχω κατὰ τῆς Κυβερνήσεως ταύτης, εἶναι, ὅτι καὶ αὐτὴ παρημέλησε τὸ ζήτημα τοῦτο κατὰ τρόπον σκανδαλωδέστατον, καὶ ἂν ἦναι δυνατὸν νὰ μεμφθῇ τις τὴν πλειονοψηφίαν καὶ τοὺς ἡγήτορας αὐτῆς, δι’ αὐτὸ θὰ τοὺς μεμφθῇ. Ἀλλ’ ἐδῶ τίποτε ἄλλο δὲν γίνεται, παρὰ νὰ ἀπευθύνωνται κατηγορίαι καὶ ὕβρεις κατὰ τοῦ μόνου στηρίγματος, τὸ ὁποῖον ἔχει τὸ ἔθνος, κατὰ τοῦ στρατοῦ τῆς πατρίδος, οὐδεὶς δὲ μεριμνᾷ περὶ τῆς βελτιώσεως αὐτοῦ, καὶ οὐδεὶς ὑπάρχει, ὁ ὁποῖος νὰ ἀναγκάσῃ τὴν Βουλὴν νὰ μεριμνήσῃ περὶ τοῦ στρατοῦ τῆς πατρίδος. Ἐνθυμηθῆτε τοῦτο· θὰ ἔλθῃ ὥρα, κατὰ τὴν ὁποίαν σεῖς πάντες θὰ θεωρηθῆτε προδόται τῆς πατρίδος, διότι ἀσχολεῖσθε περὶ ἄλλα καθήκοντα, παρὰ εἰς ἐκεῖνα, εἰς τὰ ὁποῖα ἔπρεπε νὰ ἀσχοληθῆτε.
§55Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§56Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Δὲν εἶναι ἡ πρώτη φορά, καθ’ ἣν ἔρχεται ἐνταῦθα τὸ ζήτημα τῆς δράσεως τοῦ ἑλληνικοῦ στρατοῦ κατὰ τὸν τελευταῖον πόλεμον. Παρατηρεῖται ὅτι, ὁσάκις θίγεται τὸ ζήτημα τοῦτο, καταλαμβανόμεθα ἔκ τινος ψυχοπαθείας, χάνομεν τὴν ἠρεμίαν, ἰδίως δὲ οἱ ὑπηρετήσαντες ἐν τῷ στρατῷ κατὰ τὸν πόλεμον προσπαθοῦσι νὰ παρουσιάσωσι τὸν στρατὸν τοῦτον οὐχὶ οἷος ἀπεδείχθη, ἀλλ’ ἀνώτερον πάντων τῶν στρατῶν τοῦ κόσμου, ὡς ἔλεγεν ὁ ἀξιότιμος φίλος μου ἐξ Οἰτύλου Βουλευτής, καὶ ὅτι εἰς ἄλλους λόγους δέον νὰ ζητηθῶσι τὰ ἐν Ἠπείρῳ συμβάντα. Ἀλλὰ εἶναι πασίγνωστον ἐπίσης, ὅτι τὴν δευτέραν ἢ τὴν τρίτην ἡμέραν τοῦ πολέμου, ὅτε ὁ τουρκικὸς στρατὸς, εἴτε καταληφθεὶς ὑπὸ πανικοῦ, εἴτε ἐξ ἄλλων λόγων, — διότι ἐλέχθη, ὅτι ἀλβανικὰ τάγματα ἀπέδρασαν, — ἐτράπη εἰς ἄτακτον φυγήν, καὶ ἀφῆκεν ἐλεύθερον τὸ ἔδαφος καὶ ἐλευθέραν τὴν ὁδὸν πρὸς τὰ Ἰωάννινα εἰς τὸν ἑλληνικὸν στρατόν...
§57Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὁ πανικὸς ἐγεννήθη εἰς τοὺς Τούρκους ἐκ τῆς εὐστόχου διευθύνσεως τῶν πυρῶν τοῦ πυροβολικοῦ ἡμῶν — διότι τὸ πεζικὸν δὲν εἶχε λάβει τότε μέρος.
§58Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Εἴτε ἐκ τῆς μιᾶς εἴτε ἐκ τῆς ἄλλης αἰτίας, τὸ βέβαιον εἶναι, ὅτι ὁ τουρκικὸς στρατὸς ἀφῆκεν ἐλευθέραν τὴν ὁδὸν, καὶ γνωρίζομεν, ὅτι ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Οἰτύλου, τεθεὶς ἐπὶ κεφαλῆς μικροῦ σώματος στρατοῦ, ἑνὸς τάγματος, νομίζω, ἐβάδισε μέχρι τῶν Πέντε Πηγαδίων, ἀλλ’ εἰς τὸν κ. Κουμουνδοῦρον οὐδεμία ἐστάλη βοήθεια, οὐδεμία ἐνίσχυσις· ἑπομένως φαίνεται, ὅτι οὐδεμία ὑπῆρχε συνεννόησις, καὶ πλήρης ἀταξία ἐπεκράτει εἰς τὴν διοίκησιν τοῦ στρατεύματος· δὲν ὑπῆρχε κἂν ἑνιαία τις ἐνέργεια. Εἶναι βέβαιον, ὅτι ὑπῆρξαν σημεῖα, κατὰ τὰ ὁποῖα ὁ τρόπος, καθ’ ὃν ὑπεχώρησεν ὅ τε στρατὸς τῆς Θεσσαλίας καὶ ὁ τῆς Ἠπείρου, γεννᾷ ὑπονοίας, ὅτι ὄχι μόνον ἡ ἀσυνταξία αὐτοῦ, ἀλλὰ καὶ ἄλλοι ἄγνωστοι λόγοι προεκάλεσαν τὴν παράδοξον ἐκείνην ἐνέργειαν, διότι εἴς τινα μέρη ὁ ἡμέτερος στρατὸς ἔδειξεν, ὅτι εἶχε τὸ σθένος νὰ πολεμήσῃ, καὶ ἂν ἡ διοίκησις αὐτοῦ ἦτο καλλιτέρα, θὰ ἠδύνατο νὰ πράξῃ κατορθώματα ἀντάξια ἐκείνων, τὰ ὁποῖα διεπράχθησαν κατὰ τὸ 1821. Ἀνέφερεν ὁ ἐξ Οἰτύλου ἀξιότιμος συνάδελφος, ὅτι οἱ ἀπόλεμοι χωρικοὶ καὶ οἱ ἐργάται τῆς Ἑλλάδος κατὰ τὸ 1821 ἐλαμβάνοντο ἐκ τῶν καλυβῶν καὶ τῶν οἴκων αὐτῶν καὶ ἐφέροντο πρὸς τὰς μάχας, διότι εἶχον τὴν πεποίθησιν εἰς τοὺς ἀρχηγοὺς αὐτῶν· ἀλλ’ ἀκριβῶς ἡ πεποίθησις ἐκείνη πρὸς τοὺς ἀρχηγοὺς ἀνεπλήρου τὴν πειθαρχίαν, περὶ τῆς ὁποίας εἶπεν, ὅτι ἔλειπε κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ἀπὸ τὰ σώματα τῶν ὁπλιτῶν τοῦ 1821. Τί παρουσιάσθη ὅμως κατὰ τὸν τελευταῖον πόλεμον; Ὅτε ἦλθον τὰ διάφορα ἔγγραφα, — διότι ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεγάρων ἀνεμνήσθη τῶν μακαρίᾳ τῇ λήξει ἐκείνων ἐπιτροπῶν, — παρέστημεν πραγματικῶς πρὸ καταπληκτικοῦ θεάματος· ὀφείλω δὲ νὰ ὁμολογήσω, ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ, ἡ πρώτη τουλάχιστον, εἰργάσθη ἐπὶ μακρὸν, καὶ εἰργάσθη λίαν εὐστόχως, διότι μέχρι τῆς ἀποστολῆς τοῦ ἑλληνικοῦ στρατοῦ εἰς Κρήτην καὶ ὅλον τὸ Κρητικὸν ζήτημα τὸ εἶχεν ἐρευνήσει, καὶ συνήγαγε πλῆθος πληροφοριῶν. Εἶχον ἀποτελέσει καὶ ἐγὼ μέρος τῆς ἐπιτροπῆς ἐκείνης, καὶ ἐκ τῶν ἐγγράφων, τὰ ὁποῖα προσεκομίσθησαν, ἐβλέπομεν τὸ περίεργον θέαμα, ὅτι ἕκαστος τῶν ἐξεταζομένων ἀξιωματικῶν παρίστα, ὅτι, ἐὰν ἠκούετο αὐτὸς καὶ ἐλαμβάνοντο ὑπ’ ὄψιν τὰ σχέδιά του, ἀναμφισβητήτως ὁ πόλεμος ἤθελε καταλήξει εἰς διάφορα ὅλως ἀποτελέσματα ἢ εἰς οἷα κατέληξεν, ὅτι ἤθελε δοξάσει τὴν Ἑλλάδα· ἐνῷ δὲ οὕτως ἐλάλει περὶ ἑαυτοῦ, ἐναντίον ὅλων τῶν ἄλλων ἀξιωματικῶν ἐπέρριπτε τὴν εὐθύνην τῆς ἀποτυχίας καὶ τῆς καταστροφῆς! Τὸ ἀληθὲς ὅμως, Κύριοι, εἶναι, ὅτι, καθὼς εἶπε μέγας στρατηγός, τὰς ἐπιτυχίας ἐν ταῖς μάχαις ἐπιφέρουσι τὰ μεγάλα στρατιωτικὰ σώματα, τὰ πυκνὰ τάγματα, αἱ στρατηγικαὶ μεγαλοφυΐαι, καὶ ἐν γένει οἱ καλῶς ὠργανωμένοι στρατοί. Ἀλλὰ κατὰ τὸν πόλεμον αὐτὸν εἴχομεν ὠργανωμένον στρατόν; Καὶ ἠδύνατο ν’ ἀναπληρώσῃ μόνος ὁ ἐνθουσιασμὸς τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ, ὅστις ἐκλήθη ὑπὸ τὰς σημαίας, τὸν ὀργανισμὸν τοῦ στρατοῦ, ὅστις ἀπῃτεῖτο, ὅπως δυνηθῇ νὰ ἀντιταχθῇ κατὰ στρατοῦ, οἷος ἦτο ὁ τουρκικὸς στρατός, ὁ ὁποῖος, ὡς εἶχεν ὀργανωθῆ, καὶ ὡς ἦτο καὶ ἔμπειρος ἐν τοῖς πολέμοις, — διότι εἶναι πασίγνωστον, ὅτι ἐπὶ τετρακόσια ὁλόκληρα ἔτη ἡ τουρκικὴ φυλὴ οὐδὲν ἄλλο πράττει ἢ ἀγωνίζεται καὶ πολεμεῖ, — ἦτο ἀσυγκρίτως ὑπέρτερος τοῦ ἡμετέρου; Καὶ ὅμως οὔτε τὸ πολεμοχαρὲς τῆς τουρκικῆς φυλῆς ἤρκεσεν εἰς τὴν Τουρκίαν, οὐδὲ ὁ θρησκευτικὸς φανατισμὸς, ὅστις διὰ τοὺς Μουσουλμάνους πολίτας εἶναι μεγάλη δύναμις, ὅπως παρατάξῃ στρατὸν πρὸς πόλεμον, ἀλλ’ ἡ Τουρκικὴ Κυβέρνησις ἐσκέφθη νὰ μετακαλέσῃ ὀργανωτὰς, καὶ μετεκάλεσεν ὀργανωτὰς, οὕτω δὲ ὁ τουρκικὸς στρατὸς, καίτοι δὲν ἦτο πολυαριθμότερος τοῦ ἡμετέρου, καίτοι ἦτο στρατὸς ἐπιτιθέμενος, ἠδυνήθη ἐντὸς τριῶν ἢ τεσσάρων ἡμερῶν νὰ ἐκτοπίσῃ τὰ ἑλληνικὰ στρατεύματα ἐκ τῶν ὀχυρῶν θέσεων, — ὁμιλῶ περὶ Θεσσαλίας — τὰ ὁποῖα δρομαίως καὶ ἐν πανικῷ ἔφευγον ἀπὸ τὴν Λάρισαν εἰς τὰ Φάρσαλα, καὶ ἀπὸ τὰ Φάρσαλα εἰς τὸν Δομοκὸν καὶ τὴν Ταράτσαν!
§59Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἔφευγον· τὰ διέτασσον νὰ ὑποχωρήσουν, καὶ ὑπεχώρουν.
§60Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Δὲν ἐγένετο πόλεμος, ἵνα νικήσωσι τὰ ἑλληνικὰ στρατεύματα· ἐγένετο πόλεμος, ἵνα νικηθῶσι! Πρέπει νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν τὰ αἴτια, τὰ ὁποῖα προεκάλεσαν τὴν τοιαύτην κατάστασιν. Δὲν ἦτο ἀπόρροια οὔτε σφαλμάτων τῶν διοικούντων, οὔτε τῆς ἀνικανότητος τοῦ στρατοῦ· ἦσαν διπλωματικὰ τὰ αἴτια, καὶ εἶναι περίεργον, ὅτι δὲν ἀναζητεῖτε αὐτὰ τὰ αἴτια ἐν αὐτῇ τῇ ἐκθέσει τοῦ Διαδόχου.
§61Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ἐγὼ γνωρίζω τὸ ἑξῆς· ὅτι μέχρι τοῦδε οὐδὲν ἔγγραφον εἶδον ῥίπτον φῶς ἐπὶ τοῦ δράματος τούτου, τὰ δὲ ἄλλα, τὰ κατατεθέντα, βεβαίως δὲν δικαιολογοῦσι τὴν ἐγκατάλειψιν τῶν συνόρων· καὶ εἶναι πασίγνωστον, ὅτι ὁ ἑλληνικὸς στρατὸς ἔφυγεν ἀπὸ τὰ σύνορα, καὶ ἐγκατέλειψε κατόπιν τὴν Λάρισαν μετὰ σπουδῆς, ἐνῷ οὐδεὶς ὑπῆρχε λόγος νὰ φύγῃ τόσον δρομαίως, χωρὶς ν’ ἀναμείνῃ ν’ ἀντιμετωπίσῃ τὸν ἐχθρόν. Δὲν γνωρίζω, ἐὰν ἐδόθησαν μυστικαὶ διαταγαὶ, καὶ παρὰ τίνος, ὅπως ὑποχωρήσῃ ὁ στρατός· τὸ ἀληθὲς ὅμως εἶναι, ὅτι ἡ τότε Κυβέρνησις δὲν εἶχε δώσει τοιαύτας. Τὸ ζήτημα τοῦτο καὶ ἄλλοτε ἀνεκινήθη ἐνταῦθα, καὶ ὁ κ. Λεβίδης ἦλθεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου καὶ εὐθαρσῶς προεκάλεσε συζήτησιν ἐπὶ τῶν εὐθυνῶν τοῦ πολέμου, καὶ ἠθέλησε ν’ ἀποκαλυφθῶσιν οἱ λόγοι τῶν ἀδιαλείπτων ὑποχωρήσεων· ἀλλὰ δυστυχῶς εἰς ταῦτα οὐδεὶς τῷ ἀπήντησε, καὶ ὁσάκις προεκλήθη ζήτημα τοιοῦτον ἐν τῇ Βουλῇ, οὐδέποτε ἔτυχεν ἀπαντήσεως. Ἐνθυμοῦμαι δὲ, ὅτι ἐν τῇ ἐπιτροπῇ, ἧς εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ἀποτελῶ μέρος, οὐδὲν ἔγγραφον προσεκομίσθη ἐκ τῶν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅπως ἴδωμεν, ἂν ἐνεθαρρύνθημεν παρά τινος Δυνάμεως· εἰς τὰς αἰτήσεις τῆς ἐπιτροπῆς προεβάλλετο, ὅτι κινδυνεύουσι δημόσια συμφέροντα, ἐὰν ἐδημοσιεύοντο τοιαῦτα ἔγγραφα, καὶ κατ’ ἀκολουθίαν ἦτο ἀδύνατον νὰ προσκομισθῶσι...
§62Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἀλλὰ χθὲς ἐβεβαιώθη, ὅτι καὶ τὰ προσκομισθέντα ἀπωλέσθησαν.
§63Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Δὲν ἦσαν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν. Ἰδοὺ ποῖα ἀπωλέσθησαν· μερικαὶ ἐκ τῶν καταθέσεων τῶν μαρτύρων τῶν ἐξετασθέντων ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς, ὑπάρχουσι δὲ μεταξὺ αὐτῶν καταθέσεις σοβαρώταται· ἐνθυμοῦμαι μάλιστα τὴν κατάθεσιν τοῦ ἐν Θεσσαλονίκῃ γενικοῦ προξένου τῆς Ἑλλάδος, ὁ ὁποῖος σήμερον εἶναι ἰδιαίτερος γραμματεὺς τοῦ βασιλόπαιδος Γεωργίου, τοῦ Ἁρμοστοῦ τῆς Κρήτης, ἐν ᾗ ἐλέγετο, ὅτι τὴν ἡμέραν, καθ’ ἣν ἀνεχώρησεν ἐκ Θεσσαλονίκης, ὁ Διοικητὴς τῆς πόλεως μετὰ τῶν προξένων τῆς Αὐστρίας, τῆς Γαλλίας καὶ τῆς Ἀγγλίας συνεννοεῖτο, ὅπως ἅμα τῇ ἐμφανίσει τοῦ ἑλληνικοῦ στόλου παραδώσῃ παραχρῆμα τὴν πόλιν εἰς τὸν ἑλληνικὸν στόλον, πρὸς ἀποφυγὴν καταστροφῶν μεγάλων συμφερόντων. Διεβεβαίου ἀκόμη, ὅτι τὰ δύο τουρκικὰ τορπιλλοβόλα, ἅτινα εὑρίσκοντο τότε ἐν τῷ λιμένι τῆς Θεσσαλονίκης, ἵνα μὴ θεωρηθῶσι λεία πολέμου, ἀνεσύρθησαν ἀπὸ τῆς θαλάσσης εἰς τὴν ξηράν. Ὅλα ταῦτα ἐβεβαιοῦντο ἐν τῇ ἐκθέσει...
§64Γ. ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐβεβαίου ἀκόμη, ὅτι ὁ Διοικητὴς τῆς Θεσσαλονίκης παρεκάλεσε τοὺς προξένους, ὅπως τῷ δοθῇ 48 ὡρῶν προθεσμία, ἵνα μεταφέρῃ τὴν οἰκογένειάν του εἰς τὴν Κωνσταντινούπολιν.
§65Δ. ΚΡΙΤΣΑΣ. Τί ἰδέαν εἶχεν ὁ κύριος αὐτὸς, ὁ ὁποῖος ἔλεγεν αὐτὰ, περὶ τοῦ ἀποτελέσματος;
§66Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ὁ γενικὸς πρόξενος τῆς Ἑλλάδος ἐν Θεσσαλονίκῃ, ἐκ τῆς ἐντυπώσεως, τὴν ὁποίαν εἶχεν ἐκ τῶν συνομιλιῶν, αἵτινες ἐγένοντο κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην μεταξὺ τῶν ξένων προξένων ἐν Θεσσαλονίκῃ, διεβεβαίου, ὅτι, ἐν ᾗ περιπτώσει κατελαμβάνετο ἡ πόλις ἐκείνη ὑπὸ τοῦ ἑλληνικοῦ στόλου, ἀναντίρρητον ἦτο, ὅτι ὁ τουρκικὸς στρατὸς δὲν θὰ ἠδύνατο νὰ προχωρήσῃ πέραν τῶν συνόρων, δὲν θὰ ἠδύνατο νὰ ἐνισχυθῇ διὰ ξηρᾶς καὶ τροφοδοτηθῇ, κατ’ ἀκολουθίαν δὲν θὰ κατελαμβάνετο ὁλόκληρος ἡ Θεσσαλία, καὶ δὲν θὰ ἐκλείετο τοιαύτη αἰσχρὰ συνθήκη. Ἀλλ’ ἐνθυμεῖσθε, Κύριοι, ὅτι ὁ ἑλληνικὸς στόλος διετάσσετο νὰ προσβάλῃ τὸ Καρᾶ–Μπουρνοῦ, τὸ φρούριον δηλαδὴ, τὸ ὁποῖον ἀπέχει ὀλίγα μίλια ἀπὸ τὴν Θεσσαλονίκην, καὶ ὁ στόλος οὐδὲν ἔπραττεν· ἠδράνει, ὡς νὰ εἶχον ποτισθῆ χασὶς οἱ διοικοῦντες αὐτόν! Διετάσσετο νὰ εἰσπλεύσῃ εἰς τὴν Θεσσαλονίκην, νομίζω, καὶ ὁ στόλος εἰσέπλεεν εἰς τὴν Σκίαθον!...
§67Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Αὐτὸ δὲν εἶναι ἀκριβές.
§68Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Παρακαλῶ, ὅ,τι δὲν εἶναι ἀκριβὲς, νὰ μοὶ τὸ εἴπητε.
§69Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Δὲν δύναμαι νὰ εἴπω πλειότερα, ἀλλὰ δὲν διετάχθη νὰ εἰσπλεύσῃ εἰς τὴν Θεσσαλονίκην ὁ στόλος.
§70Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ἐκ τῶν ἐγγράφων, τὰ ὁποῖα προσεκομίσθησαν, καὶ ἐκ τῶν δημοσιευθέντων ἔκτοτε εἴδομεν τὰ τηλεγραφήματα, τὰ ὁποῖα ἀπηυθύνετε πρὸς τὸν Μοίραρχον τοῦ στόλου, καὶ τὰς διαταγὰς, τὰς ὁποίας ἐδίδετε. Δύνασθε νὰ μοὶ εἴπητε, ἐὰν ἐγένετο ἔναρξις τοὐλάχιστον ἐκτελέσεως τῶν διαταγῶν τῆς Κυβερνήσεως;
§71Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Οὐδεμία.
§72Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ἐκ τοῦ περισπασμοῦ δέ, ὃν ἠδύνατο νὰ φέρῃ ἡ ἐκτέλεσις τῶν διαταγῶν τῆς Κυβερνήσεως, τῶν ὁποίων οὐδὲ ἔναρξις ἐγένετο, ὡς πρὸ μικροῦ ἐβεβαίου ὁ κ. Λεβίδης, δὲν γνωρίζομεν ποῖον θὰ ἦτο τὸ ἀποτέλεσμα, ἀλλὰ λογικὸν εἶναι νὰ ὑποθέσῃ τις, ὅτι θὰ κατελαμβάνετο ἡ Θεσσαλονίκη, διότι, ὡς εἶπον, εἶχεν ἀποφασισθῆ μεταξὺ τῶν προξένων καὶ τοῦ Διοικητοῦ νὰ παραδώσωσι τὴν πόλιν εὐθὺς ὡς ἤθελεν ἐμφανισθῆ ὁ ἑλληνικὸς στόλος.
§73Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Εἴχετε τὴν ἀξίωσιν, ὁ στόλος ὁ ἑλληνικὸς νὰ καταλάβῃ τὴν Θεσσαλονίκην, χωρὶς νὰ ἔχῃ διαταγὰς τῆς Κυβερνήσεως;
§74Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ἐγὼ δὲν ἔχω καμμίαν ἀξίωσιν· ἐγὼ λέγω τί ἐγένετο παρὰ τῶν διοικούντων τὸν στόλον, καὶ τί διετάσσετο νὰ πράξῃ ὁ στόλος καὶ δὲν ἔπραξε.
§75Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Ὁ τότε Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν σᾶς εἶπε πρὸ ὀλίγου, ὅτι ὁ στόλος δὲν εἶχε διαταχθῆ νὰ καταλάβῃ τὴν Θεσσαλονίκην.
§76Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ὁ στόλος εἶχε διαταχθῆ νὰ προχωρήσῃ καταστρέφων πάντα τὰ παράλια μέρη, καὶ νὰ φθάσῃ μέχρι τοῦ Καρᾶ–Μπουρνοῦ. Πρέπει νὰ γνωρίζητε, ὅτι τὸ Καρᾶ–Μπουρνοῦ δὲν ἀπέχει ἢ ὀλίγα μόνον μίλια ἀπὸ τὴν Θεσσαλονίκην· ἠδύνατο δὲ νὰ καταστρέψῃ τὸ Καρᾶ–Μπουρνοῦ καὶ ἠδύναντο νὰ δοθῶσι κατόπιν νεώτεραι διαταγαί. Ἀλλ’ ὁ ἑλληνικὸς στόλος οὐδὲν ἔπραξεν, ὁ ἑλληνικὸς στόλος ἠδράνησεν, ὁ ἑλληνικὸς στόλος ἔφευγε πρὸ τοῦ φάσματος ἀνυπάρκτου τουρκικοῦ στόλου!
§77ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Δὲν ἐκινήθη!
§78Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ἐκινήθη, καὶ ὑπῆρξε περίστασις κατὰ τὴν ὁποίαν εἶπόν τινες, ὅτι οἱ γαιάνθρακες ἔπταιον διὰ τὴν ἀδράνειαν τοῦ στόλου, ἀλλ’ ἀπεδείχθη κατὰ τὴν ὑποχώρησιν, ὅτι τὰ πλοῖα μὲ τοὺς αὐτοὺς γαιάνθρακας ἠδύναντο νὰ διανύωσι 14 καὶ 15 καὶ πολλάκις 16 μίλια τὴν ὥραν, φεύγοντα. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀλήθεια, καὶ αὐτὰ κατετέθησαν ἐν τῇ ἐπιτροπῇ· καὶ αὐτὰ εἶναι τὰ πιθανὰ ἀποτελέσματα, ἐν ᾗ περιπτώσει ἐνήργει ὁ στόλος. Ἀλλ’ ἐν γένει, Κύριοι, ἐὰν πιστεύωμεν, ὅτι ὁ ἑλληνικὸς στρατὸς ἦτο στρατὸς ὠργανωμένος, ἐὰν πιστεύωμεν, ὅτι διεξήγαγε μάχας, αἱ ὁποῖαι δύνανται νὰ ἀναγραφῶσιν εἰς τὴν ἱστορίαν ὡς σπουδαῖα γεγονότα, εἶναι ἀληθές, ὅτι ἀπατῶμεν ἡμᾶς αὐτοὺς, ἀσυναισθήτως δὲ καὶ τὸν λαόν, ὅστις πιστεύει, ὅτι οὐχὶ τὸ ἀνοργάνωτον τοῦ στρατοῦ καὶ ἡ ἔλλειψις νουνεχοῦς διοικήσεως ἐπέφερε τὴν καταστροφήν, ἀλλ’ ὅτι κρύφιαι διαταγαὶ προεκάλεσαν τὰς ἥττας. Καὶ δὲν ἀποκλείω μὲν τὴν ἰδέαν, ὅτι ἴσως ἐδόθησαν τοιαῦται διαταγαί, ἀλλὰ καὶ τοῦ στρατοῦ ἡ κατάστασις δὲν ἦτο ἀξία θαυμασμοῦ. Ἐν τῇ περιστάσει ταύτῃ συμβαίνει τι πολὺ περίεργον· ζητοῦντες νὰ δικαιολογήσωμεν τὰς ἥττας μας, προσκολλώμεθα εἰς τὴν ἰδέαν, ὅτι ὁ στρατὸς ἡμῶν δὲν ἔχει ἀνάγκην βελτιώσεως καὶ ἀναδιοργανώσεως. Φαίνεται δέ, ὅτι αἱ ἰδέαι αὗται δὲν ἐπεκράτουν μόνον ἐν τῇ διανοίᾳ ἀτόμων τινῶν, ἀλλ’ ἐκράτουν καὶ ἐν τῇ διανοίᾳ τῆς Κυβερνήσεως τῆς μετὰ τὸν πόλεμον, τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐκ Καλαβρύτων. Διότι ἐνθυμεῖσθε, τί ἐγένετο· ἐνῷ πάντες, πρὸ τῆς καταστάσεως, ἡ ὁποία ἐπῆλθεν ἕνεκα τῶν ἀλλεπαλλήλων ὑποχωρήσεων, ἕνεκα τῆς ἐγκαταλείψεως τοῦ ἑλληνικοῦ ἐδάφους καὶ τῆς καταλήψεως αὐτοῦ ὑπὸ τοῦ τουρκικοῦ στρατοῦ, ἀνεμένομεν νὰ ἴδωμεν λειτουργοῦντα τὰ Στρατοδικεῖα καὶ δικαζομένους ὅλους ἐκείνους τοὺς ὑπαιτίους τῆς φυγῆς, αἴφνης εὑρέθημεν πρὸ τοσούτων ἡρώων, πρὸ τοσούτων ἐκπληρωσάντων τὸ καθῆκον αὑτῶν, ὥστε ἡ Ἐφημερὶς τῆς Κυβερνήσεως ἐπληρώθη μὲ ἑκατοντάδας προβιβασμῶν! Ἐτρίβομεν ὅλοι τοὺς ὀφθαλμοὺς μας, ὅτε ἐβλέπομεν τὰ γινόμενα παρὰ Κυβερνήσεως ἀντικοινοβουλευτικῆς, ἥτις ἐθεώρησε δίκαιον καὶ πρέπον, οὕτω νὰ ἀμείψῃ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἐξεπλήρωσαν, καθ’ ὃν τρόπον ἐξεπλήρωσαν, ἐν τῷ πολέμῳ τὸ καθῆκόν των. Καὶ ἠρωτῶμεν ἡμᾶς αὐτούς: πῶς, ἀφοῦ ὀκτακόσιοι ἐγένοντο προβιβασμοί, πῶς, ἀφοῦ ὀκτακόσιοι ἀξιωματικοὶ ἐκρίθησαν ὡς ἀριστεύσαντες κατὰ τὸν πόλεμον, πῶς, τέλος πάντων, κατωρθώθη, ὥστε ὁ ἑλληνικὸς στρατὸς διαρκῶς νὰ φεύγῃ, ὥστε διαρκῶς ἥττας νὰ μᾶς ἀναγγέλλουν τὰ τηλεγραφήματα, ὥστε ὁ πανικὸς τῆς Θεσσαλίας νὰ καταλάβῃ τὰς Ἀθήνας; — διότι ὑπάρχουν πλεῖστοι πολῖται, οἱ ὁποῖοι πρὸ τοῦ πολέμου, τιθέμενοι ἐπὶ κεφαλῆς τοῦ πλήθους, καὶ ἐνεργοῦντες ἐπ’ ὀνόματι Ἑταιρείας τινὸς, Ἐθνικῆς λεγομένης, περιέτρεχον τὰς ὁδοὺς τῶν Ἀθηνῶν καὶ ἐκραύγαζον «ζήτω ὁ πόλεμος», καὶ τοὺς ὁποίους ὁ λαὸς εὐφυῶς ἐκάλεσε ζητωπολέμους· ἀλλὰ νομίζετε, ὅτι ὁ λαὸς ἐκεῖνος, τὰ πλήθη ἐκεῖνα τῶν πολιτῶν, τῶν ὁποίων τὰ αἰσθήματα ὑπεδαύλιζεν ἡ Ἐθνικὴ Ἑταιρεία, ὅτε ἐγνώσθη, ὅτι ὁ τουρκικὸς στρατὸς ἠδύνατο νὰ διέλθῃ τὰς Θερμοπύλας καὶ ἐσκόπει νὰ φθάσῃ πρὸ τῶν Ἀθηνῶν, νομίζετε, ὅτι κατελήφθησαν ἐκ τοῦ ἱεροῦ ἐκείνου πυρός, τὸ ὁποῖον καταλαμβάνει τοὺς λαοὺς, οἵτινες ἔχουσι συναίσθησιν τοῦ ὑπερτάτου πρὸς τὴν πατρίδα καθήκοντος; νομίζετε, ὅτι ἥρπασαν τὰ ὅπλα, ὅπως ἀντιταχθῶσι κατὰ τοῦ ἐχθροῦ, ὁ ὁποῖος ἐπρόκειτο νὰ βαδίσῃ κατὰ τῶν Ἀθηνῶν; Οὐδαμῶς! Κατελήφθησαν ὑπὸ πανικοῦ, καὶ ἐδυσανασχέτουν, διότι ἤργει ἡ ὥρα τῆς συνάψεως τῆς ἀνακωχῆς, ὅπως κατασιγασθῇ τέλος πάντων ἡ ἐξεγερθεῖσα ὑπὸ τοῦ τρόμου ψυχή των!
§79Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἡ ὁμιλία σας προκαλεῖ συζήτησιν εὐρεῖαν.
§80Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Βεβαίως προκαλεῖ συζήτησιν, καὶ τὴν συζήτησιν πρέπει νὰ τὴν προκαλέσωμεν ἐπὶ τέλους.
§81Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Νὰ ἀκούωμεν.
§82Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἡ ἀγόρευσις τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου προκαλεῖ συζήτησιν, τοιαύτην συζήτησιν, ἡ ὁποία θὰ γεννήσῃ σκάνδαλα, διότι ἐν γενικαῖς γραμμαῖς ὁμιλῶν ὁ κ. συνάδελφος ῥίπτει εὐθύνας ἐκεῖ, ὅπου δὲν ὑπάρχουσι, καὶ παρουσιάζει καταλαμβανομένην τὴν χώραν ἀπὸ πανικόν, ἐνῷ ἡ ἀντίληψις ἐμοῦ εἶναι ἀντίθετος, καὶ θὰ ἠδυνάμην νὰ τὸ ἀποδείξω, ἂν ἦτο ἡ κατάλληλος ὥρα, καὶ ἂν ὁ χρόνος ἐπρόκειτο νὰ καταναλωθῇ σήμερον εἰς αὐτὴν τὴν συζήτησιν. Ἐπειδὴ ὅμως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ καταναλωθῇ εἰς αὐτὴν τὴν συζήτησιν ὁ χρόνος, θὰ παρακαλέσω ὑμᾶς νὰ ὁμιλήσητε γενικῶς ἐπὶ τῶν ζητημάτων, χωρὶς νὰ ῥίπτητε εὐθύνας ἐκεῖ, ὅπου δὲν ὑπάρχουσι.
§83Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Αὐτὸ εἶναι εἷς λόγος περισσότερος, ἵνα ὁμιλήσῃ κατ’ αὐτὸ τὸ σύστημα ὁ κ. συνάδελφος.
§84Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ἐγὼ δὲν ἐπιρρίπτω τὴν εὐθύνην εἰς τὸν λαὸν, ἀλλ’ ἀφηγοῦμαι ἱστορικῶς τὰ γεγονότα, καὶ ἀφηγούμενος αὐτὰ θίγω πράγματα, τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ παραλείψῃ τις, διότι πάντες οἱ παραστάντες ἐν Ἀθήναις ἐγένοντο μάρτυρες τῶν σκηνῶν ἐκείνων. Θὰ ὁμιλήσω βεβαίως γενικῶς, θὰ θίξω καὶ λεπτομερείας τινὰς, διότι, ὅταν ἐγείρητε τὸ ζήτημα οὕτως ἐνταῦθα, ὅταν λέγητε, ὅτι ὁ ἑλληνικὸς στρατὸς εἶναι ὁ καλλίτερος στρατὸς τοῦ κόσμου, μᾶς ἀναγκάζετε νὰ προσηλωθῶμεν εἰς τὴν ἰδέαν, ὅτι ὁ ἑλληνικὸς στρατὸς δὲν ἔχει ἀνάγκην διορθώσεως, καὶ μόνον ἀρχηγοὶ μᾶς λείπουν.
§85Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Μὲ συγχωρεῖτε. Δὲν εἶπον αὐτό. Εἶπον ὅτι ἀτυχῆ γεγονότα λαμβάνετε ὡς βάσιν, καὶ ἀναπτύσσετε κατηγορίαν· ἀλλ’ οὐδὲ ἡ Κυβέρνησις, οὐδὲ τὸ Κοινοβούλιον, οὐδὲ ἡ δημοσιογραφία ἠθέλησαν νὰ ἐξάρωσι τὰ γεγονότα αὐτά, καὶ νὰ θελήσωσι νὰ παραστήσωσι τὸν στρατὸν ἐκεῖνον ὡς στρατὸν ῥιψάσπιδα. Λοιπὸν μὴ λαμβάνητε τὰ ἀτυχῆ γεγονότα τὰ μεμονωμένα ὡς βάσιν κατηγορίας καὶ κατασυκοφαντεῖτε ὁλόκληρον τὸν στρατόν. Εἶπον μάλιστα,— καὶ ὠφείλετε νὰ προσέξητε εἰς τὴν ἀγόρευσίν μου—ὅτι τὸ κακὸν δὲν διορθοῦται ἐδῶ, ἀλλὰ διὰ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, καὶ ἐὰν οἱ Ὑπουργοὶ τῶν Στρατιωτικῶν μετὰ τὸν πόλεμον καὶ ἐντεῦθεν δὲν ἐξεπλήρωσαν τὸ καθῆκον αὑτῶν, δὲν πταίουσιν οἱ Ὑπουργοί, καὶ ὅταν ἔλθῃ ἡ συζήτησις, θὰ ῥίψω τὴν εὐθύνην ἐκεῖ, ὅπου πρέπει.
§86Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Κατὰ δόσεις πρέπει νὰ λέγωμεν τὴν ἀλήθειαν, καὶ κατὰ δόσεις πρέπει νὰ γίνεται ἡ συζήτησις; Ὅ,τι θὰ γείνῃ, νὰ γείνῃ.
§87Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Προεκάλεσα καὶ ἐγὼ καὶ ὁ ἐκ Γόρτυνος ἔντιμος συνάδελφος νὰ ἔλθῃ ἡ συζήτησις ἐπὶ τῶν πεπραγμένων τοῦ πολέμου. Λοιπὸν φέρετε τὴν συζήτησιν ἐπὶ τῶν πεπραγμένων τοῦ πολέμου, ἐὰν τολμᾶτε, καὶ τότε ἔλθετε νὰ συζητήσωμεν. Μὴ μᾶς κλείετε τὸ στόμα, μὴ μᾶς δεσμεύετε διὰ τοιούτων συζητήσεων, καὶ μὴ ῥίπτετε αἰωνίως τὴν εὐθύνην εἰς τὸν στρατὸν καὶ τὸν λαόν.
§88Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ὄχι, δὲν θὰ παύσω ἀγορεύων· θὰ ἀκούσητε δὲ, ποῦ θὰ ῥίψω τὴν εὐθύνην μετ’ ὀλίγον. Ἀπατᾶσθε, ἐὰν νομίζητε, ὅτι ῥίπτω τὴν εὐθύνην μόνον εἰς τὸν στρατὸν καὶ μόνον εἰς τὸν λαόν. Ἔλεγον λοιπόν, Κύριοι, ὅτι ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Οἰτύλου διατείνεται, ὅτι ὁ ἡμέτερος στρατὸς ἔχει προτερήματα τοιαῦτα, τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ τὸν ἀναδείξωσιν ἕνα τῶν ἀρίστων στρατῶν, ὑπὸ τὴν ἔποψιν στρατιωτικῆς πειθαρχίας, καὶ ὅτι μόνον ἀρχηγοὶ ἔλειψαν. Ἀλλ’ ἀρχηγοὺς ἀπεκτήσαμεν ἤδη, διότι νομίζω δέκα ἢ δώδεκα προήχθησαν ἔκτοτε στρατηγοί. Εἰσήχθη ἐνταῦθα μάλιστα τὸ νομοσχέδιον τῆς Γενικῆς Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ, ἐψηφίσθη, καὶ πάντες, ὡς ἐνθυμοῦμαι, ἐντεῦθεν μᾶς παρουσίαζον, ὅτι τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο, γινόμενον νόμος, θὰ ἠδύνατο νὰ καταστήσῃ τὸν στρατὸν τοιοῦτον, ὥστε νὰ δύναται ν’ ἀντιμετωπίσῃ τὰ στρατεύματα τῆς Τουρκικῆς Αὐτοκρατορίας, θὰ ἠδύνατο νὰ καταστήσῃ αὐτὸν ἱκανὸν νὰ ἐκπληρώσῃ μετ’ ἐπιτυχίας τὸ καθῆκον, τὸ ὁποῖον ἔχει πᾶς στρατὸς ἐν εἰρήνῃ καὶ ἐν πολέμῳ. Ἡ διόρθωσις ἐθεωρεῖτο εὐχερὴς, διότι ἐθεωρεῖτο, Κύριοι, ὅτι ἡ καταστροφὴ τοῦ στρατοῦ καὶ ἡ παράλυσις αὐτοῦ ἐπήρχετο ἀπὸ τὰ μπιλιετάκια τῶν πολιτευομένων μόνον—διότι τοῦτο ὑπεστήριξεν εἷς συνάδελφος στρατιωτικὸς τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, φρονῶν ὅτι αἱ σημειώσεις, αἱ διδόμεναι εἰς τὸ Ὑπουργεῖον πρὸς μετάθεσιν ἢ τοποθέτησιν ὁπλιτῶν, ἦσαν ἡ μόνη ἀφορμὴ τοῦ κακοῦ.— Καὶ ἐνῷ ἠλπίζομεν τέλος πάντων, ὅτι ψηφιζομένου τοῦ νομοσχεδίου ἐκείνου θὰ ἔπαυεν ὁ χιονοστρόβιλος αὐτὸς τῶν λευκῶν ἐπισκεπτηρίων τῶν Βουλευτῶν, θὰ ἠδύνατο νὰ ἀνορθωθῇ ὁ στρατός...
§89Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐπιτρέπετε νὰ σᾶς δώσω μίαν πληροφορίαν; Διὰ τὰ μπιλιετάκια αὐτὰ ἀπεστάλη εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν ἐκ μέρους ἐμοῦ τηλεγράφημα πικρότατον, καὶ ἀπορῶ, πῶς ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν δὲν μὲ ἔστειλεν εἰς τὸ Στρατοδικεῖον.
§90Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ἀλλὰ τέλος πάντων ἔπαυσαν τὰ μπιλιετάκια· οἱ κύριοι Βουλευταὶ, ἔχω τὴν ἰδέαν, ὅτι δὲν μεταβαίνουσι πλέον εἰς τὸ γραφεῖον τῆς Γενικῆς Διοικήσεως, καὶ οὐδὲ παρακαλοῦσιν, ὅπως τοποθετηθῶσιν ἀξιωματικοὶ ὅπου αὐτοὶ βούλονται. Ἐγὼ οὔτε εἰς τὸ Ὑπουργεῖον μετέβαινον, οὔτε εἰς τὴν Γενικὴν Διοίκησιν θὰ μεταβῶ. Ἐν τούτοις ποσάκις εἴδομεν ἀξιοτίμους συναδέλφους νὰ ἐγείρωνται ἐντεῦθεν καὶ νὰ καταγγέλλωσιν, ὅτι ἡ πολιτικὴ ἔφυγε μὲν ἀπὸ τὴν Βουλήν, ὅσον ἀφορᾷ τὴν διοίκησιν τοῦ στρατοῦ, ἀλλὰ περιῆλθεν εἰς τὰς χεῖρας κύκλου τινός, ὅστις περιστοιχίζει τὸ Γενικὸν Ἀρχηγεῖον τοῦ στρατοῦ, ἡ δὲ κατάστασις ἐξακολουθεῖ ἡ ἰδία! Παρήλθον, Κύριοι, ἀπὸ τοῦ τελευταίου πολέμου πέντε ὁλόκληρα ἔτη. Ἐνθυμοῦμαι, ὅτι, ὅτε ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἐξ Οἰτύλου εἶχεν ἀναλάβει τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, πάντες ἠλπίσαμεν, ὅτι θὰ ἔφερεν αὐτὸς ὀργανισμὸν τοῦ στρατοῦ, καὶ ὅτι θὰ συνεζητεῖτο ὁ ὀργανισμὸς αὐτὸς, καὶ θὰ ἐγίνετο σοβαρὰ ἐργασία πρὸς βελτίωσιν τῆς καταστάσεως τοῦ στρατοῦ. Εἴδομεν δημοσιευθέντα εἰς φυλλάδιον τὸν ὀργανισμὸν τοῦτον, ἀλλ’ οὐδέποτε φθάσαντα μέχρι τῆς Βουλῆς. Ἐγὼ συμφωνῶ μὲ τὸν κ. Βουλευτὴν ἐξ Οἰτύλου, ὅτι ὁ ἑλληνικὸς στρατὸς ἠδύνατο νὰ κατασταθῇ ἐξαίρετος, ὁ δὲ κ. συνάδελφος ἠδυνήθη ἐπὶ τοῦ πεδίου τῆς μάχης νὰ διακρίνῃ τὰς ἀρετὰς τοῦ ἑλληνικοῦ στρατοῦ, καὶ πράγματι ὁ Ἕλλην δύναται νὰ καταστῇ ἀξιόμαχος στρατιώτης, φρονῶ δὲ, ὅτι δύναται, παρασκευαζόμενον τὸ Ἑλληνικὸν ἔθνος, ν’ ἀντιμετωπίσῃ ἡμέραν τινὰ μετ’ ἐλπίδων ἐπιτυχίας καὶ αὐτὴν ἀκόμη τὴν Ὀθωμανικὴν Αὐτοκρατορίαν, εἰς ἣν κατάστασιν περιῆλθεν αὕτη σήμερον, διότι δύναται τὸ Ἑλληνικὸν ἔθνος, κυριαρχοῦν τῆς θαλάσσης, νὰ ἀποκλείσῃ τὰ παράλια αὐτῆς, καὶ εἰς δυσχερῆ νὰ περιαγάγῃ αὐτὴν θέσιν...
§91Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε.
§92Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. .. Ἀλλὰ τί ἐγένετο τότε; Εἴδομεν ἀπροσδοκήτως ἡμέραν τινὰ κατακυλισθέντα ἐκ τοῦ ἀξιώματος τοῦ Ὑπουργοῦ τὸν κ. Βουλευτὴν ἐξ Οἰτύλου· ἀπῆλθεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Οἰτύλου, ἔφυγεν ὁ στρατιώτης ἐκεῖνος, παρὰ τοῦ ὁποίου ἠλπίσαμεν, ὅτι θὰ ἐβλέπομεν ἕνα θετικὸν ὀργανισμὸν τοῦ στρατοῦ, βελτιοῦντα τὴν κατάστασιν αὐτοῦ, καὶ εἴδομεν διαδεχθέντα τὸν κ. Κουμουνδοῦρον τὸν ἀξιότιμον Βουλευτὴν ἐξ Ὕδρας. Τί ἐγένετο τότε αὐτὸς ὁ ὀργανισμὸς τοῦ στρατοῦ, ὁ παρασκευασθεὶς ὑπὸ τοῦ κ. Κουμουνδούρου; Οὐδὲ λόγος ἐγένετο πλέον ἐνταῦθα! Ἀντ’ αὐτοῦ ἦλθεν ἓν νομοσχέδιον περὶ Γενικῆς Διοικήσεως, τὸ ὁποῖον ἠγνόει ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ὕδρας, Ὑπουργὸς ὤν, διότι ἄλλη ἀρχὴ εἶχε συντάξει αὐτό...
§93Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Μοὶ ἐπιτρέπετε νὰ σᾶς διακόψω;
§94Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Μάλιστα.
§95Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐκ τῆς συζητήσεως ἐκείνης ἀπεδείχθη, ὅτι ἔλειπον ἐκ τοῦ ἑλληνικοῦ στρατοῦ στρατηγοί. Λοιπὸν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἔλειπεν, ἐγένετο. Ἔλειπον στρατηγοί, καὶ ἔγειναν στρατηγοί.
§96Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Αὐτὸ λέγω, ὅτι ἀπεκτήσαμεν στρατηγούς, ἀλλὰ δὲν ἀπεκτήσαμεν στρατόν. Μήπως εὑρίσκετε, ὅτι ἡ κατάστασις τοῦ στρατοῦ εἶναι καλλιτέρα σήμερον ἀπὸ τὸ 1896; Ἡ Γενικὴ Διοίκησις μετέβαλεν αὐτόν; Εἴδετε ἓν νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἔφερεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐξ Ὕδρας, καὶ τὸ ὁποῖον δὲν ἐγνώριζεν ἐν ταῖς λεπτομερείαις, διότι ἐνθυμεῖσθε, ὅτι κατὰ τὴν πρώτην συζήτησιν αὐτοῦ δὲν ἠδύνατο νὰ δώσῃ πληροφορίας, τὰς ὁποίας ἐζήτησεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς καὶ ἐγώ. Καὶ αὐτὸ ἦτο μόνον! Τὰ περὶ ξένου ὀργανωτοῦ ψηφισθέντα κατεδείχθησαν ἐλαφρολογίαι, οὐδὲν δ’ ἄλλο ἐγένετο ὑπὲρ τοῦ στρατοῦ. Ἠκούσαμεν ἀληθῶς τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Κερκύρας λέγοντα, ὅτι ἐν τῷ γραφείῳ τοῦ Γενικοῦ ἀρχηγοῦ τοῦ στρατοῦ παρεσκεύασε, δὲν γνωρίζω ποῖος, νομοσχέδιά τινα στρατιωτικά, τὰ ὁποῖα θ’ ἀπαιτήσωσιν 60,000,000 ἕως 70,000,000 δραχμὰς διὰ τὴν προμήθειαν μόνον πολεμικοῦ ὑλικοῦ, οὗτινος ἔχει ἀνάγκην ὁ στρατός, διότι ὁ στρατὸς αὐτὸς καὶ οἱ ἀρχηγοὶ αὐτοῦ φεύγοντες ἐλησμόνησαν, ὅτι ὑπῆρχον ἀποθῆκαι ὑλικοῦ εἰς τὴν Λάρισαν, καὶ ἐγκατέλειψαν ἐκεῖ ἅπαν τὸ ὑλικόν, τὸ ὁποῖον συνεκόμισε διὰ μακρᾶς σειρᾶς ἐτῶν τὸ Κράτος, διότι κατεστράφησαν τὰ τηλεβόλα αὐτοῦ, διότι τὰ ὅπλα Γκρᾶ κατεδείχθησαν ἄχρηστα, καὶ κατ’ ἀκολουθίαν ἀπαιτοῦνται 60,000,000 ὁλόκληρα, ὅπως ἀναπληρωθῇ τὸ ἀπολεσθὲν κατὰ τὸν πόλεμον ὑλικὸν καὶ ἀνακαινισθῇ ὁ ὁπλισμὸς τοῦ ἡμετέρου στρατοῦ. Ἀλλὰ πρὸς ὀργάνωσιν τοῦ στρατοῦ δὲν ἀπαιτοῦνται ταῦτα μόνον, τὰ ὁποῖα ἀποτελοῦσι ποσόν, τὸ ὁποῖον θὰ ληφθῇ, εἴτε κατὰ δόσεις, εἴτε ἐν ὅλῳ, ἔκ τινος δανείου. Ἀπαιτεῖται ν’ αὐξηθῇ καὶ ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν. Καὶ ἐνῷ τοιαῦτα λέγονται, ὅτι θὰ ζητηθῶσι διὰ τῶν παρασκευασθέντων νομοσχεδίων παρὰ τῆς Γενικῆς Διοικήσεως, οὐδὲ ὁ κ. Βουλευτὴς Κερκύρας γνωρίζει ποῖα εἶναι αὐτὰ τὰ νομοσχέδια, οὐδὲ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἀνέγνωσέ ποτε αὐτά. Ἐν τούτοις ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κερκύρας ἐβεβαίου, ὅτι, ἐὰν δὲν ἔχῃ τὸ θάρρος ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν νὰ φέρῃ τὰ νομοσχέδια ταῦτα, θὰ τὰ εἰσαγάγῃ αὐτὸς εἰς τὴν Βουλήν. Ἀλλὰ βλέπετε, ὅτι ἡ μὲν Σύνοδος τῆς Βουλῆς βαίνει ταχέως πρὸς λῆξιν, οὐδεμία δὲ ἄλλη μέριμνα δεικνύεται ἢ πῶς νὰ ἁρπάσωμεν νύκτα τινά, ὅτε ἡ Βουλὴ θὰ ἦναι κεκμηκυῖα καὶ ἡ πτέρυξ αὐτὴ (δεικνύει τὴν δεξιὰν) θὰ ἔχῃ ἐξαντληθῆ ἐκ τῆς ἀϋπνίας — διότι παριστάμεθα καὶ εἰς τὸ θέαμα αὐτό, τὸ θαυμάσιον, ὅτι τὸ ἥμισυ τῶν Βουλευτῶν τῆς πτέρυγος ταύτης κοιμᾶται τὸν νήδυμον μετὰ τὴν δωδεκάτην τῆς νυκτὸς — πῶς νὰ ἁρπάσωμεν τὸν Προϋπολογισμόν, καὶ νὰ κλείσωμεν τὰς θύρας τῆς Βουλῆς. Καὶ τότε πρέπει νὰ περιμένητε τὴν ἄλλην Σύνοδον, ὅτε θὰ ἔλθῃ νέος Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν νὰ φέρῃ τὰ νομοσχέδια αὐτά, — ἂν θὰ εὑρεθῇ ποτε Ὑπουργὸς νὰ τὰ φέρῃ — τὰ ὁποῖα μᾶς ὑπόσχονται, ὅτι θὰ παρασκευάσωσι τοιοῦτον στρατόν, ὁ ὁποῖος θὰ δύναται ν’ ἀντιμετωπίσῃ τὸν τουρκικὸν στρατὸν, καὶ θὰ κόψῃ τὸν Γόρδιον δεσμὸν τοῦ Ἀνατολικοῦ ζητήματος! Κύριοι, νομίζω, ὅτι ἀφοῦ ἦλθε τὸ ζήτημα τῆς εὐθύνης τῶν γενομένων κατὰ τὸν πόλεμον, καιρὸς εἶναι ἀληθῶς νὰ διεξαχθῇ συζήτησις περὶ τούτου· διότι τότε ἴσως θὰ δυνηθῶμεν νὰ σχηματίσωμεν ὀρθήν τινα γνώμην περὶ τῶν μέτρων, ἅτινα δέον νὰ λάβωμεν ὑπὲρ τοῦ στρατοῦ ἡμῶν. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Οἰτύλου ἔλεγε πρὸ μικροῦ, ὅτι θ’ ἀναγκασθῇ νὰ ὁμιλήσῃ ἀπαράσκευος. Γνωρίζω τὴν εὐγλωττίαν τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Οἰτύλου, καὶ νομίζω, ὅτι δὲν ἔχει ἀνάγκην παρασκευῆς ἐπὶ θεμάτων στρατιωτικῶν, ἅτινα ἄριστα χειρίζεται...
§97Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Εἶμαι τόσον καλῶς παρεσκευασμένος, ὅσον δὲν ἦσθε σεῖς ὡς γραμματεὺς τῆς ἐξεταστικῆς ἐπιτροπῆς.
§98Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Αὐτὸ βεβαιῶ αὐτὴν τὴν στιγμήν, ὅτι εἶσθε τόσον παρεσκευασμένος, ἔχετε τόσον πρόχειρα τὰ ζητήματα, ὥστε οὐδὲν σᾶς κωλύει νὰ φέρητε τὰ ζήτημα σήμερον ἢ αὔριον ὑπὸ συζήτησιν. Ἐὰν νομίζητε ὅμως, ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ προσαχθῶσιν ἔγγραφα, — ἐὰν θέλητε μάλιστα, σᾶς χορηγῶ καὶ ἐγώ, διότι ἔχω τινὰ ἐπίσημα ἀντίγραφα, — δυνάμεθα νὰ ὁρίσωμεν μίαν ἡμέραν διὰ τὴν συζήτησιν αὐτὴν, καὶ νομίζω, ὅτι θὰ ἦναι λυσιτελὴς ἡ συζήτησις αὕτη. Δὲν πρέπει ἐπὶ τέλους νὰ κρυπτώμεθα, δὲν πρέπει νὰ πράττωμεν ὅ,τι ἔπραξεν ὁ υἱὸς τοῦ Νῶε, ὁ ὁποῖος ἠθέλησε νὰ καλύψῃ τὴν γυμνότητα τοῦ πατρὸς αὑτοῦ μεθυσθέντος. Καιρὸς εἶναι ν’ ἀποκαλύψωμεν τὰ πράγματα, καιρὸς εἶναι νὰ καταδειχθῇ ποία ἡ πραγματικὴ κατάστασις τοῦ στρατοῦ· καὶ ὅταν κομισθῶσιν ὅλαι αἱ πληροφορίαι, καὶ ἀκουσθῶσι πᾶσαι αἱ γνῶμαι ἐνταῦθα, καὶ συζητήσωμεν περὶ τῶν ζητημάτων τούτων, τότε θὰ ἴδωμεν, ποῖαι εἶναι αἱ ἐλλείψεις, τί ἀπαιτεῖται, ὅπως ὁ στρατὸς ἀνασυσταθῇ καὶ ἀναδιοργανωθῇ, καὶ τότε θὰ ἴδωμεν πῶς δύναται ν’ ἀποκτήσῃ πράγματι ἀρχηγούς, οὐχὶ ἐκείνους, τοὺς ὁποίους ἡμεῖς ἐνταῦθα δημιουργοῦμεν, ἀλλὰ τοὺς φυσικοὺς αὐτοῦ ἀρχηγούς, καὶ τέλος νὰ ἐξετάσωμεν, ἂν εἶναι τὸ Κράτος εἰς θέσιν νὰ διαθέσῃ τὰ ἀπαιτούμενα ποσὰ, ὅπως κατασταθῇ ὁ στρατὸς ὡς τὸν φανταζόμεθα, ἢ νὰ παρασκευάσωμεν τοὐλάχιστον στρατὸν ἀνάλογον μὲ τὰ οἰκονομικὰ τῆς χώρας· διότι δὲν πρέπει νὰ κατέχῃ ἡμᾶς μόνον ἡ ἰδέα, ὅτι πρέπει ν’ ἀποκτήσωμεν στρατὸν, ἀδιαφοροῦντες κατὰ ποῖον τρόπον θ’ ἀποκτήσωμεν αὐτὸν, ἀλλὰ δέον νὰ ἐξετάσωμεν καὶ ἂν ἀντέχει ὁ τόπος αὐτὸς, ὁ ὁποῖος ἐπιβαρύνεται μὲ τόσα βάρη, καὶ τοῦ ὁποίου οἱ πολῖται φεύγουσι καὶ ἐγκαθίστανται εἰς τὴν Ἀμερικὴν, ὁ λαὸς αὐτὸς, ὁ ὁποῖος πεινᾷ εἰς τὴν Ἑπτάνησον καὶ λιμώττει εἰς τὴν Θεσσαλίαν, ἂν εἶναι εἰς θέσιν νὰ διαθέσῃ τὰ ἀπαιτούμενα ἑκατομμύρια, ἢ ἂν πρέπει νὰ ἔχωμεν μόνον ἀρχηγοὺς ἄνευ στρατοῦ, καὶ ἀρχηγούς, τῶν ὁποίων τὴν ἀξίαν εἴδετε τοσάκις ἐνταῦθα εἰκονιζομένην. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι ἡ συζήτησις πρέπει νὰ γείνῃ, καὶ ὅτι πρέπει νὰ προσκομισθῶσι τὰ ἔγγραφα, καθόσον τοιαύτη συζήτησις θὰ ἦναι ἴσως ἡ καλλιτέρα ἀσχολία, εἰς τὴν ὁποίαν ἔχει νὰ ἀσχοληθῇ ἡ παροῦσα Βουλή.
§99Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐγὼ ἔχω νὰ ὁμιλήσω ἐπὶ προσωπικοῦ ζητήματος. Βεβαίως δὲν σκέπτομαι νὰ ὁμιλήσω περὶ τοῦ πολεμικοῦ ζητήματος, ὄχι διότι, ὡς εἶπεν ὁ κύριος Βελλιανίτης, δὲν εἶμαι ἕτοιμος, — εἶμαι ἕτοιμος νὰ ὁμιλήσω μετὰ πάσης λεπτομερείας καὶ ἀκριβείας, μεθ’ ὅσης δὲν εἶναι ὁ κ. Βελλιανίτης — ἀλλ’ ἔρχομαι νὰ ἀπαντήσω εἰς προσωπικὸν ζήτημα, τὸ ὁποῖον προεκάλεσεν ὁ ἔντιμος συνάδελφος. Περιέμενεν, εἶπεν, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ὁ κ. Κουμουνδοῦρος, ὁ ἐξ Οἰτύλου βουλευτὴς, ἐρχόμενος Ὑπουργὸς, ἤθελε μελετήσει τὸν ὀργανισμὸν τοῦ στρατοῦ καὶ ἤθελεν ὑποβάλει εἰς τὴν Βουλὴν, ἵνα μάθωμεν πάντες τίνα στρατὸν δύναται νὰ μορφώσῃ ἡ Ἑλλάς. Γνωρίζω εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν, ἂν δὲν ἐνθυμῆται, ὅτι συνέταξα ὀργανισμὸν, τὸν ὁποῖον ἔθεσα ὑπ’ ὄψιν πάντων, δὲν ἐτόλμησε δὲ κανεὶς, οὔτε ἐν τῇ δημοσιογραφίᾳ, οὔτε ἄλλως, νὰ ψέξῃ αὐτὸν, ὅτε ἤμην Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν· ἀλλ’ ἡ δημοσιογραφία ἀπὸ πρωΐας μέχρις ἑσπέρας ἐδημοσίευεν, ὅτι ὁ Διάδοχος ἔχει ὀργανισμὸν καλλίτερον τοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, χωρὶς νὰ ἴδῃ οὔτε τὸν ὀργανισμὸν τοῦ Διαδόχου, οὔτε ἄλλο τι. Τοῦτο προεκάλεσεν ὑπουργικὴν κρίσιν, καὶ ὁ τελευταῖος τῶν Ὑπουργῶν, ἐγὼ, ἐξεδιώχθην κλωτσηδόν! Καὶ ὁ ἐμὸς ὀργανισμὸς, ἀντὶ νὰ ἔλθῃ εἰς συζήτησιν, καὶ ἀποδειχθῇ ἐὰν ἦτο ὁ μὴ ἁρμόζων, ὅτε δὲν ἠδυνάμην νὰ ἦμαι Ὑπουργὸς, ἀντὶ νὰ ἔλθῃ εἰς συζήτησιν, ἐδημοσιεύθη μόνον καὶ μόνον, ἵνα ἀναγνωσθῇ ἰδιαιτέρως ὑπὸ τῶν κυρίων Βουλευτῶν. Ἦλθεν ὁ ἐκλεχθεὶς Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἐκ μέρους τοῦ Διαδόχου, καὶ ἔφερεν ἄλλον ὀργανισμὸν, ἔφερεν ὀργανισμὸν, εἰς ὃν βλέπετε, ὅτι μετέβαλε τοὺς ἀρχηγοὺς εἰς μεράρχους καὶ εἰσήγαγε καὶ τὸ Γενικὸν Ἀρχηγεῖον τοῦ στρατηγοῦ. Ὅταν ἔλθῃ ἡ συζήτησις τῶν στρατιωτικῶν νομοσχεδίων, θὰ ἀναπτύξω τὸ ζήτημα, οὕτως ὥστε νὰ μάθῃ ἡ Βουλὴ, τί εἶναι αὐτὸς ὁ ὀργανισμὸς καὶ ποῖα τ’ ἀποτελέσματα αὐτοῦ. Λοιπὸν, κ. Βουλευτὰ ἐκ Παξῶν, ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως, ὁ ἐκδιωχθεὶς, κατέγεινεν εἰς τὸ νὰ παρουσιάσῃ ὀργανισμὸν σύμφωνον πρὸς τὸ καθῆκον καὶ τὴν ὑποχρέωσιν, τὴν ὁποίαν εἶχε μετὰ τὸν πόλεμον. Ὁ ὀργανισμὸς ὁ ἐμὸς δὲν εἶδε τὸ φῶς, δι’ οὓς λόγους καὶ ὁ ἑλληνικὸς στρατὸς εἶδε τὴν ἀτίμωσιν αὑτοῦ!
§100Γ. ΚΥΡΙΑΖΗΣ. Ὅτε τὸ πρῶτον, κύριοι Βουλευταί, ἤλθομεν ἐνταῦθα, ἐνόμιζον, ὅτι ἡ παροῦσα Βουλή, μετὰ τὴν ἐπούλωσιν τῶν ἐκ τοῦ πολέμου χαινουσῶν πληγῶν, ὕψιστον, ἀλλὰ καὶ πρώτιστον εἶχε καθῆκον νὰ συζητήσῃ τὰ τοῦ πολέμου. Ἐνθυμοῦμαι, ὅτι ἐγένοντο ἁψιμαχίαι τινὲς τότε μεταξὺ τοῦ τέως κ. Πρωθυπουργοῦ καὶ τοῦ σεβαστοῦ ἀρχηγοῦ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως· ὁ μὲν ἔλεγεν, ὅτι θὰ προκαλέσῃ τὰ πολεμικά, «διότι σεῖς φέρετε τὴν εὐθύνην αὐτῶν», ὁ δὲ ἀπήντα: «προκαλέσατε, ἂν θέλητε, καὶ ἔστε βέβαιοι, ὅτι ἐκ τῆς συζητήσεως δὲν θὰ ἐξέλθωμεν ἡμεῖς ἡττημένοι». Ἐγώ, μὴ γνωρίζων τὴν κωμῳδίαν, ἡ ὁποία ἐπαίζετο ἐδῶ μέσα, ἔσπευσα, καὶ καταλαβὼν τὸ βῆμα παρεκάλεσα νὰ μὴ σπεύσωσι νὰ συζητήσωσι, μέχρις οὗ προσκομισθῶσι τὰ ἔγγραφα· μάλιστα ὁ τότε Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν κ. Κουμουνδοῦρος ἀπηύθυνε πικρὰς παρατηρήσεις, νὰ μὴ προερχώμεθα εἰς ἔλεγχον κατ’ ἀνωτέρων ἀξιωματικῶν, πρὶν ἢ κατατεθῶσι τὰ ἔγγραφα. Παρῆλθεν ἔκτοτε ἀρκετὸς καιρός, ἀφ’ ὅτου παρεκάλεσα τὸν κ. Κουμουνδοῦρον, ὡς Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ὅπως καταθέσῃ κατάστασιν τῶν ἀξιωματικῶν, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔλαβον μέρος εἰς τὸν πόλεμον. Τὴν κατάστασιν ταύτην ἤθελον, ἵνα παύσῃ τὸ καθ’ ἡμέραν ἐναντίον τοῦ στρατοῦ καὶ τῶν ἀξιωματικῶν αὐτοῦ γινόμενον ἐδῶ· διότι, ἀφοῦ ὁ στρατὸς δὲν δύναται ν’ ἀπολογηθῇ ὑβριζόμενος, ἤθελον ἐγὼ ὁμιλήσει ἀντ’ αὐτοῦ, ὡς ἔχων τὴν τιμὴν ν’ ἀποτελῶ μέρος αὐτοῦ...
§101Α. ΑΝΑΓΝΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Οὐδεὶς ὑβρίζει τὸ στράτευμα, ἢ τοὺς ἀξιωματικούς.
§102Γ. ΚΥΡΙΑΖΗΣ. Πολλοὶ μάλιστα καὶ συχνὰ διὰ τῆς λέξεως φυγὰς καὶ ἄλλων παρομοίων... Ἀλλ’ ὁ πίναξ οὗτος δὲν κατετέθη. Ἀφοῦ παρῆλθον ὅμως δύο ἔτη, καὶ εἶδον, ὅτι περὶ πολεμικῶν οὐδεὶς λόγος ἐγένετο, ἐπείσθην, ὅτι πάντα τὰ λεγόμενα καὶ τὰ γινόμενα δὲν εἶχον ἄλλον λόγον παρὰ νὰ ῥίπτωσι «στάκτην εἰς τὰ μάτια τοῦ λαοῦ»· διότι γνωρίζετε, κύριοι Βουλευταί, ὅτι ἐπὶ τῆς πρώτης πρωθυπουργίας τοῦ νῦν κ. Πρωθυπουργοῦ, καὶ μὲ πλειονοψηφίαν ὑπὸ τὸν σεβαστὸν ἐκ Γόρτυνος Βουλευτήν, συνεστήθη μία μεγάλη ἐπιτροπὴ διὰ τὰ πολεμικά· παρῆλθον ἔκτοτε τέσσαρα ἔτη, καὶ οὐδὲν εἰς φῶς ἔφερεν ἡ ἐπιτροπὴ ἐκείνη. Μετὰ τὴν γενομένην προπέρυσιν ἁψιμαχίαν ἐδόθη ἀφορμὴ πρὸς σύστασιν νέας ἐπιτροπῆς, ἵνα ἐξετάσῃ τὰ τοῦ πολέμου. Τρία ἔτη παρῆλθον ἔκτοτε, καὶ οὐδὲν ἔφερεν εἰς φῶς καὶ ἡ ἐπιτροπὴ αὕτη· νομίζω μάλιστα, ὅτι οὐδὲ κἂν συνῆλθε πρὸς ἐργασίαν. Ταῦτα ἰδών, παρεκάλεσα πρὸ μηνὸς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς — διότι δὲν ἐννοῶ νὰ ἀπέλθωμεν ἐντεῦθεν, χωρὶς νὰ συζητήσωμεν τὰ τοῦ πολέμου — νὰ διατάξῃ τὴν κατάθεσιν τῶν ἐγγράφων τοῦ πολέμου, τὸν δὲ κ. ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργὸν νὰ καταθέσῃ τρεῖς ἢ τέσσαρας καταστάσεις σχέσιν ἐχούσας μὲ τὴν συζήτησιν. Δυστυχῶς οὐδὲν ἔγγραφον κατετέθη...
§103Γ. ΚΟΡΠΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Αἱ καταστάσεις, τὰς ὁποίας ἐζητήσατε, συντάσσονται· γνωρίζετε, ὡς στρατιωτικός, ὅτι δὲν εἶναι ἔργον εὐχερὲς νὰ ἑτοιμασθῶσι καταστάσεις ἀπὸ τοῦ 1880. Εὐθὺς ὡς ἑτοιμασθῶσι, θέλουσι κατατεθῆ.
§104Γ. ΚΥΡΙΑΖΗΣ. Γνωρίζω ὅτι δὲν εἶναι εὔκολος ἡ σύνταξις τοιούτων καταστάσεων. Ἐὰν κατετίθεντο τὰ ἔγγραφα ἐκεῖνα, δὲν θὰ παρείχετο ἔδαφος εἰς πάντα νὰ ἔρχηται ἐνταῦθα νὰ λέγῃ ὅ,τι ἂν θέλῃ. Ἐπὶ τούτοις λαμβάνω καὶ αὖθις τὴν τιμὴν νὰ παρακαλέσω τόν τε κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς καὶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ καταθέσῃ τὰ αἰτηθέντα ἔγγραφα, διότι, ὡς πρὸς ἐμέ, καὶ ἄνευ τούτων ἀναντιρρήτως θέλω προκαλέσει συζήτησιν.
§105Α. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Πότε;
§106Γ. ΚΥΡΙΑΖΗΣ. Ἐγὼ δὲν θέλω νὰ ὁμιλῶ εἰς τὸν ἀέρα· ὅταν ἀνέρχηταί τις ἐπὶ τὸ βῆμα, δὲν πρέπει νὰ ἀνοίγῃ τὸ στόμα παρὰ μόνον ὅταν πρόκηται ἐξ αὐτοῦ νὰ ἐξέλθῃ ἁγνὴ καὶ αὐστηρὰ ἡ ἀλήθεια.
§107Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ κατατεθῶσι τὰ ἔγγραφα ἐντὸς ὀλίγου, διότι ἀπαιτεῖται χρόνος.
§108Γ. ΚΥΡΙΑΖΗΣ. Πρὸ τῆς λήξεως τῆς Συνόδου, εἶπεν ὁ κύριος Ὑπουργός.
§109Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Δὲν τὸ εἶπε, καὶ ἂν ἔχητε τὸ θάρρος, φέρετε τὴν συζήτησιν. Ὁ Ὑπουργὸς ἀνθίσταται.
§110Γ. ΚΥΡΙΑΖΗΣ. Πλανᾶσθε, ἂν νομίζητε, ὅτι δὲν ἔχω τὸ θάρρος. Ἂν ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν καταθέσῃ τὰ ἔγγραφα, ἐγὼ θὰ λάβω τὸν λόγον, κἄν τε θέλητε κἄν τε μὴ θέλητε.
§111Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ὁ κύριος συνάδελφος δὲν γνωρίζει πότε θὰ ἔλθωσι τὰ ἔγγραφα, διότι ἐζήτησε καταστάσεις 25 ἐτῶν, καὶ ἴσως κατὰ τὸ 1906 θὰ δυνηθῇ νὰ προσκομίσῃ αὐτὰς ἡ τότε Κυβέρνησις, τότε δὲ θὰ ἔχωμεν τὴν εὐχαρίστησιν νὰ ἀκούσωμεν τὸν κύριον συνάδελφον ἀναπτύσσοντα τὰ θέματα, τὰ ὁποῖα ὑπεδήλωσεν, ὅτι θὰ ἀναπτύξῃ. Ὁ κύριος Βουλευτής, πρὸ μικροῦ ὁμιλῶν, ἔλεγεν, ὅτι ἡ σχηματισθεῖσα ἐπιτροπή, οὐχὶ ὅτε ἦτο Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὁ ἀξιότιμος ἀρχηγὸς ἡμῶν, ἀλλ’ ὅτε διετέλει Πρωθυπουργὸς ὁ κύριος Βουλευτὴς ἐκ Καλαβρύτων, εἰς οὐδεμίαν ἐργασίαν προέβη. Ἡ ἐπιτροπὴ ἐκείνη εἰργάσθη, ἤρξατο τῆς ἐργασίας αὑτῆς ἀπὸ τῶν αἰτίων, τὰ ὁποῖα προεκάλεσαν τὸν πόλεμον, ἐξηκρίβωσε πάντα ταῦτα, ἐξηκρίβωσε γεγονότα, τὰ ὁποῖα, ὅταν ἔλθωσιν εἰς τὴν Βουλήν, θὰ ἴδητε, ὅτι δὲν εἶναι τόσον ἁπλᾶ, ὅσον προσπαθοῦσιν ἐνίοτε νὰ παρουσιάσωσιν αὐτά. Ἠρεύνησεν ὅλα τὰ λαβόντα χώραν πρὸ τοῦ πολέμου καὶ τὰ ὁποῖα παρεσκεύασαν τὰς ἀφορμὰς τοῦ πολέμου, εὗρε τοὺς ἀρχηγοὺς τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας, ἐξήλεγξε τὴν διαχείρισιν τῆς Ἑταιρείας ἐκείνης, καὶ ἀνεκάλυψεν ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι διεχειρίσθησαν ἑκατοντάδας χιλιάδων δραχμῶν, χωρὶς νὰ δώσωσιν οὐδεμίαν λογοδοσίαν. Ἐξήτασε τὰς ἀφορμάς, αἵτινες προεκάλεσαν τὰς ῥήξεις ἐν Κρήτῃ, καὶ τὰ συνδεόμενα μετ’ αὐτῶν πρόσωπα, ἠρεύνησε τὰς ἀφορμάς, αἵτινες προεκάλεσαν τὴν ἀποστολὴν τοῦ ἑλληνικοῦ στρατοῦ ἐκεῖ. Λοιπὸν μέχρι σημείου τινὸς ἡ ἐπιτροπὴ ἐκείνη εἰργάσθη, καὶ εἰργάσθη λίαν τελεσφόρως. Συνεκόμισε καταθέσεις μαρτύρων, ἀξιοπιστοτάτων μαρτύρων, κατεχόντων μεγάλας δημοσίας θέσεις, καὶ δυναμένων κατ’ ἀκολουθίαν νὰ δώσωσι πληροφορίας εἰς τὴν ἐπιτροπὴν, καὶ δυναμένων νὰ διαφωτίσωσι τὸ θλιβερὸν ἐκεῖνο δρᾶμα, τὸ ὁποῖον ἐπαίχθη ἐν Ἀθήναις, καὶ τὸ ὁποῖον ἐξηκολούθησε παιζόμενον καὶ εἰς τὰς πεδιάδας τῆς Θεσσαλίας. Ἀπεκάλυψεν ἡ ἐπιτροπὴ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα εὐσεβάστως χαιρετᾷ ὁ ἀγνοῶν, ὅταν τὰ συναντήσῃ, περὶ τῶν ὁποίων ὅμως δὲν εἶναι βέβαιον, ἂν αἱ χεῖρες εἶναι τόσον λευκαί, ὥστε νὰ δύναται πᾶς τίμιος ἄνθρωπος νὰ τείνῃ πρὸς αὐτὰς τὴν ἰδικήν του. Ἀλλ’ ἐν τῷ μεταξὺ ἐπῆλθεν ἡ διάλυσις τῆς Βουλῆς, καὶ κατ’ ἀκολουθίαν ἀνεκόπη ἡ ἐργασία τῆς ἐπιτροπῆς ἐκείνης. Ἐσχηματίσθη Κυβέρνησις ὑπὸ τὸν ἀξιότιμον κ. ἐκ Κερκύρας Βουλευτήν. Ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη, κατὰ πρότασιν γενομένην ἐκ τῆς μειονοψηφίας, τὴν ὁποίαν προεκάλεσεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος συνάδελφος, ἐζήτησεν ἀπὸ τὴν Βουλὴν νὰ σχηματισθῇ ἐξεταστικὴ ἐπιτροπὴ τῶν πραγμάτων· ἡ ἐξεταστικὴ ἐπιτροπὴ συνῆλθε κατ’ ἐπανάληψιν, προσεκομίσθη ἡ ἐργασία τῆς πρώτης ἐπιτροπῆς, καὶ ἠδύνατο ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἐργασίας αὐτῆς νὰ ἐξακολουθήσῃ τὸ ἔργον. Παρέλαβε τὰ ἔγγραφα τῆς πρώτης ἐξεταστικῆς ἐπιτροπῆς ὁ κύριος γραμματεὺς, ἢ ὁ εἰσηγητὴς αὐτῆς, νομίζω...
§112ΑΛΕΞ. Μ. ΚΑΝΑΡΗΣ. Τὰ ἔγγραφα τὰ προηγούμενα, τὰ τῆς πρώτης ἐπιτροπῆς, δὲν ἐλήφθησαν ὑπὸ τῆς νέας ἐπιτροπῆς, διότι, ὡς γνωρίζετε, — καὶ ἐγὼ γνωρίζω, διότι ἀπετέλουν μέλος, — δὲν ἐστάλησαν τὰ ἔγγραφα.
§113Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ἔχετε λάθος. Ἐστάλησαν καὶ παρεδόθησαν. Τὰ ἔγγραφα ἐκεῖνα παρεδόθησαν παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Τυρνάβου βουλευτοῦ κυρίου Λυμπρίτου, ὅστις διετέλει πρόεδρος τῆς ἐπιτροπῆς, εἰς τὴν Βουλήν, καὶ ἡ Βουλὴ κατεῖχεν αὐτά. Τὰ ἔγγραφα ταῦτα, καθὼς ἐβεβαιώθην κατόπιν, ἐλήφθησαν παρὰ τοῦ κυρίου εἰσηγητοῦ τῆς δευτέρας ἐπιτροπῆς, ὅστις τυγχάνει ὁ ἐκ Τριφυλίας συνάδελφος κύριος Σαρσέντης, καὶ τὰ ἔγγραφα ταῦτα ἔκτοτε δὲν γνωρίζομεν τί ἀπέγειναν.
§114ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Εἰσηγητὴς ἦτο ὁ κύριος Σαρσέντης;
§115Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Μάλιστα· γραμματεὺς δὲ ἦτο ὁ κ. Μαρκεζίνης. Ἀλλ’ ἐν τῷ μεταξὺ παρῃτήθη ὁ κ. πρόεδρος τῆς ἐπιτροπῆς ἐκείνης, διότι ἐξελέχθη Πρόεδρος τῆς Βουλῆς. Διέκοψε τὰς ἐργασίας της ἡ ἐπιτροπὴ, καὶ οὐδέποτε ἐκλήθη, ὅπως ἐξακολουθήσῃ αὐτάς. Πῶς ἄλλως θέλετε νὰ ἐργασθῇ; Ὅταν αὐτὸς ὁ πρόεδρος τῆς ἐπιτροπῆς, ὁ γραμματεὺς καὶ ὁ εἰσηγητὴς δὲν προσκαλῶσι τὰ μέλη πρὸς ἐργασίαν, κατὰ τίνα τρόπον θέλετε νὰ συνέλθῃ αὕτη, ὥστε νὰ παραπονῆται σήμερον ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἁγυιᾶς συνάδελφος, ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ ἐκείνη δὲν παρεσκεύασε τὸ ἔδαφος εἰς αὐτὸν, ὅπως συζητήσῃ, καὶ ἀκουσθῇ τέλος πάντων μίαν φορὰν ἀπὸ τοῦ βήματος ἐκείνου ἡ ἀλήθεια, ἡ ἁγνὴ καὶ ἱερὰ, ἀπὸ τοῦ στόματος τοῦ κυρίου συναδέλφου; Κύριε Πρόεδρε, τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα εἶχον κομισθῆ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην εἰς τὴν ἐξεταστικὴν τῶν πραγμάτων ἐπιτροπήν, δὲν εἶναι πλήρη, διότι ὅσον ἀφορᾷ τὰ διπλωματικὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα ἐζητήθησαν παρὰ τῆς ἐπιτροπῆς, ταῦτα οὐδέποτε κατετέθησαν εἰς αὐτήν· ὑπῆρχον ὅμως ἔγγραφα ἄλλα, καταστάσεις στρατιωτικαὶ, πίνακες μακρότατοι τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν καὶ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, ὑπῆρχον πᾶσαι αἱ ἐκθέσεις τῶν ἀρχηγῶν, ὑπῆρχον πᾶσαι αἱ ἐκθέσεις τῶν ναυάρχων, ὑπῆρχον πᾶσαι αἱ ἐκθέσεις τῶν γενικῶν προξένων, ὑπῆρχον καταθέσεις μαρτυριῶν, καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἐγγράφων αὐτῶν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ διεξαχθῇ συζήτησις ἐν τῇ Βουλῇ, νὰ διεξαχθῇ ἰδίως ἡ συζήτησις ἐκείνη, τὴν ὁποίαν προεκάλεσεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἁγυιᾶς Βουλευτὴς, καὶ ἡ ὁποία θὰ ἠδύνατο πραγματικῶς νὰ διαφωτίσῃ τὸ θλιβερὸν ἐκεῖνο δρᾶμα, τὸ ὁποῖον, λέγω, μετεβλήθη εἰς κωμῳδίαν καὶ ἐπαίχθη εἰς βάρος τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτος εἰς τὴν Θεσσαλίαν καὶ τὴν Ἤπειρον. Λοιπὸν, κύριε Πρόεδρε, ἐγὼ θέλω νὰ συντελέσω, ὅπως ἴδω τὸν ἀξιότιμον ἐξ Ἁγυιᾶς Βουλευτὴν ἀνερχόμενον τὸ βῆμα καὶ ἐκθέτοντα ἅπαξ τέλος ἁγνὴν καὶ καθαρὰν τὴν ἀλήθειαν, διότι νομίζει ὁ κ. συνάδελφος, ὅτι πᾶν τὸ λεγόμενον ἐντεῦθεν καὶ πᾶν τὸ λεγόμενον ἐκεῖθεν δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο ἢ σκληρὰ κωμῳδία. Διὰ τοῦτο κρίνω ἀναγκαῖον νὰ παρακαλέσω ὑμᾶς, κύριε Πρόεδρε, ὅπως ζητήσητε παρὰ τοῦ κυρίου εἰσηγητοῦ τῆς ἐπιτροπῆς, ἢ παρὰ τοῦ τότε προέδρου τῆς ἐπιτροπῆς, τὴν κατάθεσιν πάντων τῶν ἐγγράφων τῆς ἐξεταστικῆς τῶν πραγμάτων ἐπιτροπῆς. Δὲν γνωρίζω, ἂν ὑπάρχουν ἔγγραφα ἐξαφανισθέντα ἔκτοτε, ἢ ἂν ὑπάρχουν ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα δὲν περιῆλθον εἰς τὴν δευτέραν ἐπιτροπὴν, ἀλλὰ γνωρίζω, ὅτι ἐδήλωσε προχθὲς καὶ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Γυθείου, ὅτι ἔχει ἀντίγραφα, ἔχω δὲ καὶ ἐγὼ τοιαῦτα, καὶ ἄλλοι συνάδελφοι ἀμφοτέρων τῶν ἐπιτροπῶν. Παρακαλῶ νὰ κατατεθῇ καὶ ἡ ἔκθεσις ἡ ἀφορῶσα τὴν ἐξέλεγξιν τῆς διαχειρίσεως τῆς Ἐθνικῆς Ἑταιρείας, διότι τέλος πάντων πρέπει νὰ λεχθῇ ἡ ἀλήθεια, πρέπει νὰ πέσωσι τὰ προσωπεῖα, καὶ νὰ φανῇ ποῖοι τιμίως εἰργάσθησαν, καὶ ποῖοι ἦσαν λωποδύται κατὰ τὸν ἀγῶνα.
§116ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Δούνης ἔχει τὸν λόγον.
§117ΦΩΝΑΙ (ἐκ τῆς δεξιᾶς). Ἀρκετά! ἀρκετά!
§118ΑΓΑΜ. ΜΕΤΑΞΑΣ. Ἀρκετά! Δέκα φορὰς ὡμίλησεν ἕκαστος.
§119Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Μερικοὶ ὁμιλοῦσι δέκα φοράς, ἄλλοι σιωπῶσιν ἕνα αἰῶνα!
§120Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν εὐηρεστήθη νὰ καταθέσῃ τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα πρό τινος χρόνου εἶχον ζητήσει, τὰ ἀφορῶντα καταγγελίαν δοθεῖσαν κατὰ τοῦ Ἡγουμενοσυμβουλίου τῆς Μονῆς Πετράκη ὑπὸ τοῦ ἱερομονάχου Ἀμβροσίου Δήμου. Ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν δὲν κατέθετε τὴν ἑσπέραν ταύτην τὰ ἔγγραφα, εἶχον σκοπόν, ἐπὶ τῶν ἀντιγράφων, τὰ ὁποῖα εὑρίσκονται εἰς χεῖράς μου, στηριζόμενος, νὰ ἀναπτύξω τὸ θέμα, ἐξ οὗ ἀποδεικνύεται, ὅτι ἐφθάσαμεν πλέον εἰς τὸ ἔσχατον σημεῖον τῆς ἐκλύσεως ἐν τῇ διοικήσει, θέμα, ἐξ οὗ ἀποδεικνύεται, ὅτι αἱ Μοναὶ δὲν εἶναι πλέον Μοναί, ἀλλ’ εἶναι «σπήλαια ληστῶν», κατὰ τὴν ῥῆσιν τοῦ Εὐαγγελίου, θέμα, ἐξ οὗ θέλει ἀποδειχθῇ, ὅτι οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν ἐπέδειξαν ἔνοχον ἀμέλειαν ἐν τῇ ἐποπτείᾳ, τὴν ὁποίαν ὀφείλουσι νὰ ἀσκῶσιν ἐπὶ τῶν Μονῶν. Ἀλλὰ τὸ θέμα τοῦτο δὲν δύναμαι κατὰ τὴν ἑσπέραν ταύτην νὰ ἀναπτύξω, διότι τὰ ἔγγραφα τὰ κατατεθέντα ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ εἶναι ἐλλιπέστατα, καὶ γνωρίζω, ὅτι εἶναι ἐκ προθέσεως ἐλλιπῆ, καὶ λέγω τοῦτο διὰ νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν ἐπὶ τῆς ὑπηρεσίας τῆς ἁρμοδίας τοῦ Ὑπουργείου του, λέγω δ’ αὐτῷ, ὅτι καὶ τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα θὰ ζητήσῃ, νὰ ἐπιμείνῃ δυσπίστως νὰ τὰ ζητήσῃ καὶ νὰ τὰ λάβῃ, διότι φοβοῦμαι μήπως ἀποκαλυφθῇ ἄλλο ἔγκλημα, διαπραχθὲν ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ τοῦ Ὑπουργείου. Τότε θέλετε ἴδει, κύριοι Βουλευταί, τὴν ἀληθῶς ὀδυνηρὰν κατάστασιν, εἰς τὴν ὁποίαν περιῆλθεν ἡ διαχείρισις τῶν Μονῶν, καὶ δὴ τῆς Μονῆς Πετράκη.
§121Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Καὶ ἄλλοθεν θ’ ἀποδειχθῇ αὐτό.
§122Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Ὁ ἱερομόναχος Ἀμβρόσιος Δῆμος κατήγγειλεν 21 ἐγκληματικὰς πράξεις ὡρισμένας τοῦ Ἡγουμενοσυμβουλίου, κατήγγειλε ταύτας καὶ πρὸς τὸν Εἰσαγγελέα τῶν Πλημμελειοδικῶν, κατήγγειλε καὶ πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐκκλησιαστικῶν. Εἰς ἀπάντησιν τῶν καταγγελιῶν τούτων διαγράφεται ἀπὸ τὸ Μοναχολόγιον! χωρὶς πρὸς τοῦτο νὰ παρέχηται εἰς τὸ Ἡγουμενοσυμβούλιον κανὲν ἀπολύτως δικαίωμα ἐκ τῶν κανόνων, ἐκ τῶν νόμων, ἐκ τῶν Διαταγμάτων, ἢ καὶ ἐκ τῶν ἐγκυκλίων τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, διότι, ὡς γνωρίζετε, οὐδεὶς μοναχὸς διαγράφεται ἐκ τοῦ Μοναχολογίου, εἰμὴ ἂν ὑποστῇ καθαίρεσιν. Ὁ νομάρχης Ἀττικῆς ἐποιήσατο παραστάσεις διὰ τὴν παράνομον ταύτην διαγραφήν, ἣν καὶ ἡ Ἐπισκοπικὴ Ἐπιτροπὴ Ἀθηνῶν δι’ ἐγγράφου της ἠκύρωσε. Τί δὲ ἀπήντησε τὸ Ἡγουμενοσυμβούλιον εἰς τὸ ἔγγραφον τοῦ κ. νομάρχου; ὅτι διέγραψε μὲν τὸν Ἀμβρόσιον Δήμου, ἀλλὰ δὲν ἀπεμάκρυνεν αὐτὸν τῆς Μονῆς, ἐπιφυλασσόμενον νὰ τὸν ἀποβάλῃ, ἢ ν’ ἀκυρώσῃ τὴν διαγραφήν, ἂν ὁ Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Ἀθηνῶν ἔκρινεν αὐτὴν μὴ νόμιμον. Πλὴν ἕνεκεν τῶν γνωστῶν περιστατικῶν ὁ Μητροπολίτης Ἀθηνῶν παρῃτήθη, καὶ ἀντ’ αὐτοῦ διευθύνει τὴν Μητρόπολιν ἡ Ἐπισκοπικὴ Ἐπιτροπή, ἥτις καὶ ἔσπευσε νὰ γνωρίσῃ εἰς τὸ Ἡγουμενοσυμβούλιον, ὅτι ἡ διαγραφὴ εἶναι παράνομος, καὶ ἀκυροῖ τὴν περὶ διαγραφῆς ἀπόφασίν του. Τὸ Ἡγουμενοσυμβούλιον ὅμως οὐδαμῶς ἠξίωσε προσοχῆς τὴν ἀπόφασιν ταύτην τῆς Ἐπισκοπικῆς Ἐπιτροπῆς, διότι ἐκ τῆς ἐλλείψεως πάσης ἐπὶ τῶν πράξεών του ἐποπτείας, καὶ αὐτῶν τῶν ἐκνόμων καὶ ἐγκληματικῶν, μεγάλως ἐθρασύνθη. Ἐν τῷ ἐγγράφῳ τούτῳ ἀναφέρονται ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα εἶναι ἀπαραίτητα πρὸς διαφώτισιν τοῦ θέματος, καὶ ἅτινα μὴ προσαχθέντα δὲν ἐπιτρέπουσι τὴν κατὰ τὴν συνεδρίασιν ταύτην ἀνάπτυξιν τοῦ θέματος. Ἐπεθύμουν λοιπόν, εἰ δυνατόν, ἐντὸς τῆς αὔριον ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν νὰ προσαγάγῃ τὰ εἰς τὴν ἀπάντησιν ταύτην τοῦ Ἡγουμενοσυμβουλίου ἐπισυναφθέντα ἔγγραφα, ἐὰν ὄντως ἐπισυνήφθησαν τοιαῦτα, δηλαδὴ τὰ ἔγγραφα τοῦ Μητροπολίτου Ἀθηνῶν περὶ τοῦ ἀντικανονικοῦ βίου, διότι δὲν ἐπιθυμῶ νὰ εἴπω τίποτε, τὸ ὁποῖον νὰ μὴ ἦναι ἀκριβές, ἐξ ὅσων θὰ εἴπω. Ἐπεθύμουν νὰ ἴδωμεν, ποῖοι εἶναι οἱ λόγοι καὶ ποῖα τὰ αἴτια, ἕνεκα τῶν ὁποίων τὸ Ἡγουμενοσυμβούλιον ἐνόμισεν, ὅτι εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ διαγράψῃ τὸν ἱερομόναχον αὐτόν...
§123ΧΑΡ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Νομίζω, ὅτι θ’ ἀνεύρητε τὸν λόγον τῆς διαγραφῆς, ἐὰν παρακαλέσητε τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν νὰ καταθέσῃ καὶ τὴν ἀπόφασιν, διὰ τῆς ὁποίας κατεδικάσθη ὁ ἱερομόναχος Ἀμβρόσιος.
§124ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Συμπληρῶν καὶ ἐγώ, ὅπως καλλίτερον γνωσθῶσιν οἱ λόγοι τῆς διαγραφῆς τοῦ ἱερομονάχου αὐτοῦ, παρακαλῶ νὰ ζητήσητε νὰ προσκομισθῇ καὶ ἡ ἀπόφασις τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, διὰ τῆς ὁποίας ὁ ἱερομόναχος οὗτος κατεδικάσθη εἰς πενταετῆ περιορισμόν.
§125Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Ἐπίσης τὸ ὑπ’ ἀριθμὸν 413 παρελθόντος ἔτους ἔγγραφον, τὸ ὁποῖον ἀναφέρεται ἐν τῇ ἀναφορᾷ ταύτῃ. Ἀλλὰ πλὴν τούτων κατὰ τὸ τέλος Φεβρουαρίου, ἢ ἀρχὰς Μαρτίου, ὑπεβλήθη ἀναφορὰ ὑπὸ τοῦ ἱερομονάχου αὐτοῦ πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, ἐν τῇ ὁποίᾳ ἀναφορᾷ ἐπισυνήφθησαν τὸ πιστοποιητικὸν τῆς κουρᾶς αὐτοῦ, ἐπίσης πιστοποιητικὸν τῆς γεννήσεως καὶ πιστοποιητικὸν ταυτότητος τοῦ δημάρχου, ὡς καὶ τὰ ἕτερα ἐν τῇ ἀναφορᾷ ἐπισυναφθέντα ἔγγραφα. Ὅσον δ’ ἀφορᾷ τὴν ἀπόφασιν τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, ἐπεθύμουν νὰ κατατεθῇ, εἰ δυνατόν, αὕτη ἐντὸς τῆς αὔριον. Τὴν παράνομον ἐνέργειαν τῶν κατηγορουμένων μοναχῶν τῆς Μονῆς Πετράκη ἐνίσχυσε καὶ ἐπροστάτευσεν ἡ Ἱερὰ Σύνοδος, παρανομοῦσα αὐτὴ ἔτι μᾶλλον. Ὅτε ὑπεβλήθησαν αἱ καταγγελίαι κατὰ τῶν μοναχῶν, ἀμέσως ἐσκευώρησαν αὐτοὶ οὗτοι κατηγορίαν κατὰ τοῦ ἱερομονάχου αὐτοῦ, καὶ ἀφοῦ ὑπέβαλον ἐγγράφως τὴν σκευωρηθεῖσαν κατηγορίαν, παρέμειναν καὶ διενήργησαν τὴν ἀνάκρισιν αὐτοὶ οἱ ἴδιοι, αὐτοὶ ἐκβιάζοντες τοὺς μάρτυρας νὰ καταθέτωσιν ὅ,τι αὐτοὶ ἐπεθύμουν, ἀπεπειράθησαν δὲ καὶ νὰ πλαστογραφήσωσι τὰς καταθέσεις τῶν μαρτύρων ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι κατέθεσαν ἄλλα παρὰ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα αὐτοὶ ἤθελον. Καὶ περὶ τῶν πράξεων τούτων ὑπεβλήθη ἐπίσης μήνυσις· ἀφοῦ δὲ διεξήχθησαν αἱ μαρτυρίαι, καθ’ ὃν τρόπον διεξήχθησαν, ἡ ὑπόθεσις, ἀντὶ νὰ εἰσαχθῇ εἰς τὸ Ἐπισκοπικὸν Δικαστήριον, ὡς ὁρίζει ὁ Καταστατικὸς νόμος τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, ὡς ὁρίζει καὶ ὁ νόμος Σʹ, εἰσήχθη ἀπ’ εὐθείας εἰς τὴν Ἱερὰν Σύνοδον. Ἀλλ’ ἡ Ἱερὰ Σύνοδος δὲν ἔχει δικαιοδοσίαν νὰ δικάσῃ ὡς ἐν πρώτῳ βαθμῷ, εἰμὴ ὅταν πρόκηται περὶ καθαιρέσεως· εἰς ὅλας τὰς ἄλλας περιπτώσεις, ἤτοι ὅταν πρόκηται νὰ ἐπιβληθῇ ἐπίπληξις, ἀργία ἱεροπραξίας, ἔκπτωσις ἀπὸ τοῦ ἀξιώματος, σωματικὸς περιορισμός, ἀπαίτησις ποσοῦ κλπ., ἁρμόδιον εἶναι τὸ Ἐπισκοπικὸν Δικαστήριον, καὶ, ὡς γνωρίζετε, κατὰ τῆς ἀποφάσεως τοῦ Ἐπισκοπικοῦ Δικαστηρίου δίδεται τὸ δικαίωμα τῆς ἐφέσεως, καὶ ἑπομένως κατ’ ἔφεσιν εἰσάγεται εἰς τὴν Ἱερὰν Σύνοδον. Δὲν θέλω ν’ ἀναπτύξω κατὰ τὴν ἑσπέραν ταύτην καὶ τὸ ζήτημα τοῦτο, διότι ἐπιθυμῶ νὰ μοὶ φέρῃ καὶ τὴν ἀπόφασιν, περὶ ἧς πρόκειται, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, καὶ τὴν δικογραφίαν, καὶ τότε ἐπιφυλάσσομαι νὰ ἀναπτύξω πάντα ταῦτα.
§126Α. ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Δύο λέξεις ὀφείλω νὰ ἀπαντήσω εἰς τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον. Ἐνίοτε ὑποβάλλονται ἐπερωτήσεις, προσάγονται τὰ ἔγγραφα, καὶ ὅταν προσαχθῶσι τὰ ἔγγραφα, ἐγείρονται παράπονα κατὰ τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργοῦ, ὁ ὁποῖος προσάγει ἀκριβῶς τὰ ἔγγραφα τὰ ζητηθέντα. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐζήτησε δύο ἀναφορὰς, τὰς ὁποίας εἶχεν ὑποβάλει ὁ μοναχὸς, περὶ τοῦ ὁποίου ὡμίλησε· τὰς ἀναφορὰς ταύτας προσήγαγον, καὶ ὤφειλον νὰ περιορισθῶ εἰς τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας ἠδυνάμην νὰ ὑποβάλω. Τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, ὅτε ἔλαβε τὴν ἀναφορὰν τοῦ μοναχοῦ, διεβίβασεν αὐτὴν, ὡς ὤφειλε, πρὸς τὸν κύριον νομάρχην, ἵνα ληφθῶσιν αἱ πληροφορίαι ἐπὶ τῶν καταγγελιῶν, αἱ ὁποῖαι ἀναφέρονται εἰς αὐτήν. Ὁ κύριος νομάρχης χθὲς ἀπήντησε, καὶ ἔσπευσα νὰ καταθέσω τὴν ἀπάντησιν μετὰ τῶν πληροφοριῶν, τὰς ὁποίας ἠδυνήθη νὰ συγκομίσῃ ὁ κύριος νομάρχης, ἀπευθυνθεὶς εἰς τὸ Ἡγουμενοσυμβούλιον. Λοιπὸν οὔτε ἐβράδυνα, οὔτε ἠμέλησα. Ἀλλὰ σήμερον ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἔχει τὴν ἀξίωσιν, ἀναπτύσσων τὴν ἐπερώτησίν του, νὰ προσκομίσω ὁλόκληρον τὸν φάκελον τῆς κατὰ τοῦ εἰρημένου μοναχοῦ καταδιώξεως, καὶ λέγει, ὅτι ἡ Ἱερὰ Σύνοδος δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα κατὰ πρῶτον βαθμὸν νὰ ἐπιληφθῇ τῆς καταδιώξεως κληρικοῦ· ἀλλ’ ἐὰν ἀνεγίνωσκε τὸν Καταστατικὸν νόμον, δὲν ἤθελεν ὑποστηρίξει, ὅτι ἡ Σύνοδος μόνον ποινὴν καθαιρέσεως δύναται νὰ ἐπιβάλῃ, καὶ μόνον κατ’ ἔφεσιν δικάζει· καὶ σωματικὸν περιορισμὸν καὶ ἄλλας ποινὰς ἐπιβάλλει, ἔχει δὲ τὴν ὑπερτάτην ἐποπτείαν ἐπὶ τοῦ κλήρου καὶ τῶν μοναχῶν πειθαρχικῶς. Εἶναι δὲ κατὰ τοῦτο ἐξουσία ἀνεξάρτητος, ἀσκοῦσα δικαιοδοσίαν δικαστικὴν, εἰς τὴν ὁποίαν ὁ Ὑπουργὸς δὲν δύναται νὰ παρεμβῇ. Τίνα ἀξίωσιν εἶχεν ἆρά γε ὁ ἀξιότιμος κύριος Βουλευτής; Ἐπέκρινεν ἀπὸ τοῦ βήματος τὴν ἀπόφασιν τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, ἀλλὰ πρὸς ποῖον ἀποτέλεσμα; Ἡ Ἱερὰ Σύνοδος ἀποφαίνεται ἐν τῷ δικαιώματι, τὸ ὁποῖον παρέχει αὐτῇ ὁ Καταστατικὸς νόμος, δικάζει καὶ καταδικάζει. Θὰ προσκομισθῶσιν ὅλα τὰ ἔγγραφα, ἵνα ἴδωμεν, τί ἐγένετο. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι, ὑποβαλὼν σήμερον τὰ ἔγγραφα καὶ τὰς αἰτηθείσας πληροφορίας ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ, ἐξεπλήρωσα ἀποχρώντως τὸ καθῆκόν μου.
§127Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Ἐπειδὴ ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς εἶπεν ἀνακριβείας, ὅσον ἀφορᾷ τὴν δικαιοδοσίαν τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, τὸν παρακαλῶ νὰ μελετήσῃ τὸ Καταστατικὸν τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, τὸ ἄρθρον 14 αὐτοῦ, τὸ ὁποῖον λέγει τὰ ἑξῆς: «Ἡ Ἱερὰ Σύνοδος ἔχει προσέτι δικαίωμα νὰ ἐπιβάλλῃ κανονικὰς ποινὰς εἰς κληρικοὺς καθ’ ὅσον ἐκκαλοῦνται εἰς τὴν κρίσιν καὶ ἀπόφασιν αὐτῆς, ἢ καὶ δικάζονται ἀμέσως ὑπ’ αὐτῆς.»
§128Α. ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. Αὐτὸ εἶναι: «ἢ καὶ δικάζονται ἀμέσως ὑπ’ αὐτῆς».
§129Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Ἀλλὰ λέγει πότε δικάζονται, ὅταν πρόκηται περὶ κατηγορίας, ἡ ὁποία συνεπάγεται ποινὴν καθαιρέσεως. Ἄρθρον Θʹ τοῦ Καταστατικοῦ νόμου: «Ἐάν ποτε κληρικὸς ὑποπέσῃ εἰς ἁμάρτημα ἐκκλησιαστικόν, ἐπάγον καθαίρεσιν, ὁ Ἐπίσκοπος, εἴτε αὐτὸς, εἴτε κατὰ παραγγελίαν του εἷς ἐκ τῶν ἀνωτέρων ἀξιωματικῶν τῆς Ἐπισκοπῆς του, ἐνεργεῖ τακτικὴν ἀνάκρισιν, καὶ ταύτης περατωθείσης, πέμπει τὸν φάκελον τῆς ἀνακρίσεως εἰς τὴν Ἱερὰν Σύνοδον, ἥτις δικάζει κατὰ τὰς κανονικὰς διατάξεις καὶ τὰς ἐκκλησιαστικὰς διατυπώσεις, ἀφοῦ πρῶτον ἀκούσῃ τὸν κατηγορούμενον κληρικόν»...
§130ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἡ ὥρα εἶναι ὀγδόη.
§131ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ διακόψωμεν.
§132Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Ἂς γείνῃ ἡ διακοπὴ, κύριε Πρόεδρε, καὶ ἐγὼ συνεχίζω κατόπιν.
§133ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις μέχρι τῆς ἐνάτης ὥρας. (Γίνεται διακοπὴ ὥρᾳ 8 μ. μ. Ἐπαναλαμβάνεται δὲ ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 10 καὶ 15′ μ. μ.)
§134ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ διακοπεῖσα συνεδρίασις. Ὁ κύριος Δούνης ἔχει τὸν λόγον.
§135Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν ἐξήνεγκε γνώμην, ἣν εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ ἀναιρέσω, διότι ἡ γνώμη αὐτοῦ δύναται ν’ ἀποτελέσῃ προκατάληψιν ἐναντίον τοῦ ἱερομονάχου, οὗ τὸ δίκαιον αἰσθάνομαι, ὅτι ἔχω ὑποχρέωσιν νὰ ὑπερασπισθῶ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν εἶπεν, ὅτι ἡ Ἱερὰ Σύνοδος καλῶς ἐδίκασε, δικάσασα αὐτόν. Ἀκριβῶς διὰ τῆς ἀνακοινώσεως πρὸς τὴν Βουλὴν τῶν κειμένων τοῦ ἰσχύοντος νόμου, τοῦ ἀποτελοῦντος τὴν ποινικὴν οἱονεὶ δικονομίαν τῶν Ἐπισκοπικῶν Δικαστηρίων, ὡς καὶ τοῦ Συνοδικοῦ Δικαστηρίου, ἀποδεικνύομεν, ὅτι ἡ Ἱερὰ Σύνοδος ὑπερέβη τὰ δικαιώματά της, διότι ἡ πρᾶξις, δι’ ἣν κατηγορήθη ὁ ἱερομόναχος, ἀνεξαρτήτως τοῦ ἂν εἶναι βάσιμος ἢ μή, ἡ ἀποδιδομένη εἰς αὐτὸν πρᾶξις ἔπρεπε νὰ δικασθῇ ἀπὸ τὸ Ἐπισκοπικὸν Δικαστήριον, οὕτως ὥστε νὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα νὰ ἐφεσιβάλῃ ἐνώπιον τοῦ Δικαστηρίου τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τὴν κατ’ αὐτοῦ ἀπόφασιν. Καὶ ἰδοὺ ὁ νόμος, πῶς ἐν ἄρθρῳ Θʹ κανονίζει τὰ τῆς δικαιοδοσίας τῶν Ἐπισκοπικῶν Δικαστηρίων καὶ τῆς Ἱερᾶς Συνόδου (ἀναγινώσκει): «Ὁ Ἐπίσκοπος δικάζει μετὰ τεσσάρων ἐκ τῶν ἀξιωματικῶν τῆς ἑαυτοῦ Ἐπισκοπῆς, διοριζομένων ἐφ’ ἅπαξ διὰ Βασιλικοῦ Διατάγματος ἐπὶ τῇ γνωμοδοτήσει τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, τὰς ἐκκλησιαστικὰς παραβάσεις καὶ παρεκτροπὰς τῶν ὑπὸ τὴν ποιμαντορίαν αὐτοῦ κληρικῶν, καὶ ἐπιβάλλει ἐκκλησιαστικὰς ποινὰς εἰς τὸν περιπεσόντα ἀποδεδειγμένως εἰς ἁμάρτημα ὡς πρὸς τὰ χρέη καὶ καθήκοντα τῆς ἐπαγγελίας του, ὡς ἐφεξῆς: αʹ) ἐπίπληξιν, βʹ) ἀργίαν πάσης ἱεροπραξίας.... γʹ) ἔκπτωσιν τοῦ ἀξιώματος.... δʹ) σωματικὸν περιορισμὸν.... εʹ) ἀπότισιν ποσοῦ διπλασίου.... ϛʹ) ἀφορισμὸν προσωπικὸν κατὰ κληρικοῦ. Αἱ ἀποφάσεις τοῦ Ἐπισκοπικοῦ Δικαστηρίου, αἱ καταγινώσκουσαι ἐπίπληξιν ἢ ἀργίαν μέχρι τῶν ἑπτὰ ἡμερῶν, εἶναι ἀνέκκλητοι, αἱ δὲ λοιπαὶ ἐκκαλοῦνται ἐνώπιον τῆς Ἱερᾶς Συνόδου ἐντὸς δέκα ἡμερῶν.... Ἡ ἔφεσις ἀναστέλλει τὴν ἐκτέλεσιν τῆς ἐκκληθείσης ἀποφάσεως....» Αἱ δὲ ἀποφάσεις αὗται τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, αἱ κατ’ ἔφεσιν δηλονότι, (ὅρα ἄρθρ. 14 τοῦ ΣΑʹ Καταστατικοῦ νόμου τῆς Ἱερᾶς Συνόδου) «ἐκτελοῦνται τῇ προηγουμένῃ ἐγκρίσει 1) τοῦ Ὑπουργείου μὲν τῶν Ἐκκλησιαστικῶν εἰς τὰς περιπτώσεις τῶν παραγράφων γʹ καὶ δʹ, καθὼς καὶ εἰς τὰς περιπτώσεις τῶν παραγράφων αʹ καὶ βʹ, ὁσάκις αἱ ὁριζόμεναι ἐν αὐταῖς ποιναὶ ἐπιβάλλονται ἐπὶ χρόνον οὐχὶ ἐλάσσονα τῶν 15 ἡμερῶν, οὐδὲ μείζονα τῶν δύο μηνῶν, 2) τοῦ Βασιλέως δὲ, εἰς τὴν περίπτωσιν τῆς παραγράφου εʹ, καθὼς καὶ εἰς τὰς περιπτώσεις τῶν παραγράφων αʹ καὶ βʹ, ὁσάκις αἱ ποιναὶ ἐπιβάλλωνται ἐπὶ χρόνον μείζονα τῶν δύο μηνῶν.» Σαφῶς, ὡς βλέπετε, καθορίζεται εἰς ποίας περιπτώσεις αἱ ἀποφάσεις τοῦ Ἐπισκοπικοῦ Δικαστηρίου ἐκτελοῦνται καὶ δὲν χωρεῖ ἔφεσις, εἰς ποίας δὲν ἐκτελοῦνται, χωρούσης τῆς ἐφέσεως καὶ ἀναστελλούσης αὐτὰς, καὶ εἰς ποίας εἶναι τελεσίδικοι καὶ ἐκτελοῦνται ἀμέσως, ὡς καὶ πότε ὑπόκεινται αὗται εἰς τὴν ἔγκρισιν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, καὶ πότε εἰς τὴν ἔγκρισιν τοῦ Βασιλέως. Ἀποφεύγω νὰ σᾶς κουράσω, ἀναγινώσκων ὁλόκληρον τὸ κείμενον, καὶ ἔρχομαι ἀκριβῶς εἰς τὸ μέρος, ὅπερ ἀφορᾷ τὸν καθορισμὸν τῆς εἰδικῆς περιπτώσεως, καθ’ ἣν ἡ Ἱερὰ Σύνοδος δικάζει εἰς πρῶτον βαθμὸν (ἀναγινώσκει): «Ἐάν ποτε κληρικὸς ὑποπέσῃ εἰς ἁμάρτημα ἐκκλησιαστικὸν, ἐπάγον καθαίρεσιν, ὁ Ἐπίσκοπος, εἴτε αὐτὸς, εἴτε κατὰ παραγγελίαν του εἰς ἐκ τῶν ἀνωτέρων ἀξιωματικῶν τῆς Ἐπισκοπῆς του, ἐνεργεῖ τακτικὴν ἀνάκρισιν, καὶ ταύτης περατωθείσης, πέμπει τὸν φάκελον τῆς ἀνακρίσεως εἰς τὴν Ἱερὰν Σύνοδον, ἥτις δικάζει κατὰ τὰς κανονικὰς διατάξεις καὶ τὰς ἐκκλησιαστικὰς διατυπώσεις, ἀφοῦ πρῶτον ἀκούσῃ τὸν κατηγορούμενον κληρικόν.» Βλέπετε λοιπὸν, ὅτι μοναδικὴ εἶναι ἡ περίπτωσις, καθ’ ἣν ἡ Ἱερὰ Σύνοδος, ὡς δικαστικὴ ἀρχὴ, ἐκδικάζει εἰς πρῶτον βαθμόν.
§136Δ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Εἰς τὸν νόμον περὶ ἐπισκόπων λέγονται αὐτά.
§137Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Εἰς τὸν νόμον Σʹ, ὅστις κανονίζει ἐν γένει τὴν δικαιοδοσίαν τῆς τε Ἱερᾶς Συνόδου, ὡς δικαστικῆς ἀρχῆς, καὶ τῶν Ἐπισκοπικῶν Δικαστηρίων. Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν ἐξήνεγκε τὴν γνώμην μόνον, ὅτι ἡ Ἱερὰ Σύνοδος δικαιοῦται εἰς πρῶτον βαθμὸν, κατὰ τὴν περίπτωσιν περὶ ἧς πρόκειται, νὰ δικάσῃ, γνώμην ἐσφαλμένην, ὡς ἀπέδειξα, ἀλλ’ ἐξήνεγκε καὶ ἄλλην γνώμην, ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐκκλησιαστικῶν οὐδὲν ἔχει ἐπὶ τῶν ἀποφάσεων τῶν ἐκκλησιαστικῶν δικαίωμα, καὶ ἑπομένως αἱ γενόμεναι ἀνακοινώσεις πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐκκλησιαστικῶν δὲν δύνανται νὰ ἔχωσιν ἀποτελέσματα. Ἀλλὰ καὶ εἰς τοῦτο πλανᾶται, διότι ἀκριβῶς τὸ ἄρθρον ΚΑʹ τοῦ Καταστατικοῦ νόμου τῆς Ἱερᾶς Συνόδου λέγει ῥητῶς: «Ἡ ἐκκλησιαστικὴ ἀρχὴ, καθ’ ὅσον δὲν ὑπερβαίνει τὰ ὅρια τῶν καθηκόντων αὑτῆς, ἔχει τὸ δικαίωμα τῆς προστασίας καὶ τῆς ὑπερασπίσεως τῆς πολιτικῆς ἀρχῆς, καὶ ἑπομένως ὅλαι αἱ πολιτικαὶ ἀρχαὶ ὑποχρεοῦνται, ὁσάκις ἀποδειχθῇ, ὅτι προσεβλήθησαν τὰ δίκαιά της, νὰ τὴν προστατεύωσι καὶ νὰ τὴν ὑποστηρίζωσι κατ’ αἴτησίν της.» Ἄρθρ. ΚΒʹ. «Ἐπίσης ὅμως καὶ πᾶς, ὅστις ἔχει εὔλογον κατὰ τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἀρχῆς παράπονον διὰ κατάχρησιν ἢ ὑπέρβασιν τῆς ἐξουσίας της, ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἐπικαλῆται τὴν ὑπεράσπισιν τῆς πολιτικῆς ἀρχῆς». Εἶναι ἀκριβῶς ἡ περίπτωσις, περὶ ἧς πρόκειται. Ὁ ἱερομόναχος, περὶ οὗ πρόκειται, τί ἔπραξε;
§138Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Πῶς λέγεται;
§139Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Ὀνομάζεται Ἀμβρόσιος Δήμου, κατάγεται ἐκ Καρυστίας, καὶ ἀνήκει εἰς τὴν μονὴν τῶν Ἀσωμάτων Πετράκη, ἐξακολουθεῖ νὰ φοιτᾷ εἰς τὴν Θεολογικὴν Σχολὴν τοῦ Πανεπιστημίου, ἐμπνέεται ἀπὸ τὰ ἁγνότερα καὶ εὐγενέστερα αἰσθήματα· μαθὼν δὲ τὰς καταχρήσεις, αἵτινες ἐγένοντο ἐν τῇ Μονῇ ἐκείνῃ, ἐνόμισεν, ὅτι ἠδύνατο νὰ σώσῃ τὴν Μονὴν αὐτήν.
§140ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Ἐξαίρεσις καλογηρική!
§141Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Κατήγγειλεν ἐν τῷ Συμβουλίῳ τὰς πράξεις ταύτας καὶ τὰς καταχρήσεις, καὶ ἐπειδὴ εἶδεν, ὅτι ἡ φωνή του ἦτο φωνὴ βοῶντος ἐν τῇ ἐρήμῳ, ἀπεφάσισε καὶ ὑπέβαλε καταγγελίαν ὡρισμένην. Κατήγγειλε δηλαδὴ τὸ Ἡγουμενοσυμβούλιον διὰ τὰς ἑξῆς ἐγκληματικὰς πράξεις· πρῶτον, ὅτι ἐξαπατῶντες τὰς ἀνωτέρας ἀρχὰς μισθοδοτοῦσιν ἐκ τοῦ ταμείου τῆς Μονῆς φύλακας ἀνυπάρκτους, ὑπέδειξε δὲ ἐν τῇ μηνύσει του ὀνόματα ἀνυπάρκτων προσώπων, τὰ ὁποῖα ἀναγράφονται ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τῆς Μονῆς· δεύτερον, ὅτι μισθοδοτοῦσιν ὡς φύλακας τῆς Μονῆς κλπ. δι’ ἑξακοσίων δραχμῶν ἐτησίως πρόσωπά τινα, τὰ ὁποῖα ἀναφέρει ὀνομαστί· τρίτον, ὅτι ἀναγράφουσιν ἐν τοῖς προϋπολογισμοῖς ἐπὶ πολλὰ ἔτη 4,000 δραχμὰς ὡς ἐτήσια ἔξοδα δι’ ἀνύπαρκτον αἰτίαν· πέμπτον, ὅτι ἠγόρασαν ἐμφυτευτικὰ δικαιώματα διὰ λογαριασμὸν τῆς Μονῆς ἀντὶ 17,000 δραχμῶν, ἐνῷ ἡ ἀξία αὐτῶν δὲν ὑπερβαίνει τὰς 300 δραχμὰς — δύνασθε δὲ νὰ ἐννοήσητε, ἐὰν ἐμφυτευτικὰ δικαιώματα δύνανται νὰ ὦσι τοσαύτης ἀξίας· — πέμπτον, ἀναγράφουσιν, ὅτι ἔδωκαν ἐκ τοῦ ταμείου τῆς Μονῆς 4,000 δραχμὰς εἰς τὸ «Ἄσυλον τῶν ἀνιάτων», ἐνῷ τοιαύτας δὲν ἔλαβε ποσῶς τὸ «Ἄσυλον τῶν ἀνιάτων». Κατέχουσιν ἀποδείξεις τοῦ 1899, αἵτινες φαίνονται μᾶλλον εἰκονικαί, διότι ἀναφέρουσιν ὀνόματα ἄλλα μὲν ἀνύπαρκτα, εἰς τὰ ὁποῖα ἐδόθησαν ἑκατοντάδες δραχμῶν, ἄλλα δὲ γνωστὰ παρ’ ἡμῖν, τὰ ὁποῖα ἐπιτρέψατέ μοι νὰ μὴ ἀναγνώσω.
§142ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Δύναται νὰ μᾶς πληροφορήσῃ ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, ἂν ἐκοινοποιήθη εἰς αὐτὸν ἡ ἀπόφασις τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, ἡ καταδικάσασα εἰς διετῆ σωματικὸν περιορισμὸν τὸν ἱερομόναχον Ἀμβρόσιον Δῆμον, καὶ ἐὰν ἐξεδόθη τὸ Β. Διάταγμα, δι’ οὗ ἐκτελεῖται ἡ ἀπόφασις αὕτη;
§143Α. ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν). Ὁ κύριος Δούνης ἐζήτησε νὰ προσαγάγω τὰς καταγγελίας μόνον. Ἐγὼ προσήγαγον αὐτὰς μετὰ τῶν ἐγγράφων, τὰ ὁποῖα ἀποδεικνύουσι τὴν ἐνέργειαν τοῦ Ὑπουργείου, διότι τὸ Ὑπουργεῖον παρέπεμψεν εἰς τὸν νομάρχην, ἵνα οὗτος πληροφορήσῃ τὸ Ὑπουργεῖον περὶ τῆς ὑποθέσεως. Ὁ νομάρχης ἀπήντησε. Λοιπὸν κατέθηκα τὰς ἀναφοράς, τὰς ὁποίας ἐζήτησεν ὁ κ. Δούνης, καὶ τὴν ἀπάντησιν τοῦ νομάρχου μετὰ τῆς ἐκθέσεως τοῦ Ἡγουμενοσυμβουλίου. Σήμερον ὅμως ἀπευθύνεται ἄλλη ἐπερώτησις ἐπὶ ἐπερωτήσεως, διότι ἐλέγχει ὁ κ. Δούνης τὴν Σύνοδον, διότι κατεδίκασε τὸν ἱερομόναχον, ἐλέγχει δὲ καὶ τὴν ἀπόφασιν αὐτῆς, ὡς πλαστήν. Ἀλλ’ εἶναι, νομίζω, περιττὸν νὰ εἴπω, ὅτι, ὅταν ὁ κύριος Βουλευτὴς ἀνέρχηται εἰς τὸ βῆμα καὶ ἐλέγχῃ οὕτως ἀνωτάτην ἐκκλησιαστικὴν ἀρχὴν τοῦ Κράτους, καὶ ἀποδίδῃ εἰς αὐτὴν ἐνέργειαν ἐγκληματικήν, ἐγὼ αἰσθάνομαι τὸ καθῆκον νὰ διαμαρτυρηθῶ. Ἀλλὰ τί ἰσχυρίσθη, ἑρμηνεύων τὸν νόμον, ὁ κ. Βουλευτής; ὅτι ἕκαστος δύναται ν’ ἀπευθύνῃ παράπονα κατὰ τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἀρχῆς πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐκκλησιαστικῶν. Ἀλλὰ πότε δύναται νὰ πράττῃ τοῦτο; ὅτε εἶναι ἁρμόδιον τὸ Ὑπουργεῖον νὰ ἐπεμβῇ. Ἡ Σύνοδος, ἂν ἐξέδωκεν ἀπόφασιν πειθαρχικήν, ἐνήργησεν ὡς Ἄρειος Πάγος. Δὲν δύναται τὸ Ὑπουργεῖον νὰ μεταρρυθμίζῃ τὰς ἀποφάσεις τῆς Ἱερᾶς Συνόδου. Αἱ μομφαὶ ἄρα, αἱ ὁποῖαι ἀποδίδονται κατὰ τῆς ἀποφάσεως τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, δὲν ἁρμόζουσιν. Ἐὰν ὑπέβαλεν ἀναφορὰν κατὰ τοῦ Ἡγουμενοσυμβουλίου ἐπὶ ἀξιοποίνοις πράξεσιν, ἡ ἀναφορὰ παρεπέμφθη εἰς τὴν Εἰσαγγελίαν. Τί δύναται ὁ Ὑπουργὸς νὰ πράξῃ ἐπὶ τοῦ προκειμένου; Δύναται νὰ ἐπεμβῇ, ἐν ὅσῳ εἶναι ἐκκρεμὴς ἡ ἀνάκρισις; Τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐκκλησιαστικῶν εἶναι ὑπὸ τὴν ἔποψιν ταύτην ἐντελῶς ἀναρμόδιον. Νομίζω δὲ, ὅτι ἡ ἀνάπτυξις ἀκαδημαϊκῶν ζητημάτων ἐνταῦθα ἀποβαίνει ἄνευ ἀποτελέσματος: διότι αἱ ἀναφοραί, τὰς ὁποίας ὑπέβαλε, δὲν δύνανται νὰ χρησιμεύσωσιν ὡς βάσις πρακτικῆς συζητήσεως ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ὡς ἐπίσης νομίζω, ὅτι ἔχω καθῆκον νὰ ὑπομνήσω καὶ πάλιν εἰς τὸν κύριον Βουλευτήν, ὅτι πρέπει νὰ τρέφωμεν ἐν ἡμῖν αἴσθημα σεβασμοῦ πρὸς τὴν Ἱερὰν Σύνοδον, τὴν ἀνωτάτην ἐκκλησιαστικὴν ἀρχὴν τῆς πατρίδος.
§144Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Λυποῦμαι, διότι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν ἐπιμένει νὰ πλανᾶται, νομίζων ὅτι θέλει πείσει ὑμᾶς, ἢ ἐμέ, λέγων ὅτι δὲν ἔχω δικαίωμα νὰ ἀπευθύνω παρατηρήσεις κατ’ ἀποφάσεως τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, τὴν ὁποίαν καθ’ ὑπέρβασιν τῆς δικαιοδοσίας αὐτῆς ἐξέδωκε. Τότε πρὸς τί ὁ νόμος αὐτός; Δὲν ἰσχύει; Τότε πρὸς τί καθωρίσθη ἡ δικαιοδοσία τοῦ Ἐπισκοπικοῦ Δικαστηρίου; Τότε διατὶ ὁ νόμος ὥρισεν, ὅτι εἰς μίαν μόνον περίπτωσιν ἡ Ἱερὰ Σύνοδος δύναται νὰ δικάσῃ ἀπ’ εὐθείας καὶ ὄχι ὡς δεύτερος βαθμός; Πῶς ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν θέλει νὰ ἑρμηνεύσῃ τὴν διάταξιν, τὴν ὁποίαν ἀνέγνωσε πρὸ μικροῦ, καθ’ ἣν μόνον κατὰ τὴν περίπτωσιν, ἥτις ἐπάγεται καθαίρεσιν, ἡ Σύνοδος δικάζει ὡς πρῶτος βαθμός; Καὶ ὅταν ἡ ἐκκλησιαστικὴ ἀρχὴ παραβιάζῃ τοὺς καταστατικοὺς νόμους, ποῦ ν’ ἀπευθυνθῶμεν; Πῶς ὀνομάζετε, κύριε Ὑπουργέ, τὴν Ἱερὰν Σύνοδον καὶ τὰς ἀποφάσεις αὐτῆς ὡς Ἄρειον Πάγον, ἐνῷ οὐδεμία ἀπόφασις αὐτῆς, πλὴν ἐκείνων, αἱ ὁποῖαι ἐπιβάλλουσι ποινὴν ἐλάσσονα τῶν 15 ἡμερῶν, ὅλαι αἱ ἄλλαι ἀποφάσεις αὐτῆς δὲν δύνανται νὰ ἐκτελεσθῶσιν, ἂν δὲν κυρωθῶσιν ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν; Εἴπετε, ὅτι δὲν ἐσφάλετε σεῖς, διότι ἐφέρατε τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα ἐζήτησα. Λοιπὸν σᾶς παρατηρῶ, ὅτι ἀπὸ τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα ἐφέρατε, λείπουσι τὰ σπουδαιότερα τῶν ἐγγράφων. Ἐνῷ δὲ ἐγὼ ἐζήτουν ταῦτα, ὁ τέως Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν ἠγέρθη καὶ εἶπε, θέλων ν’ ἀποδείξῃ δῆθεν, ὅτι τὸ πρόσωπον, περὶ τοῦ ὁποίου ὡμίλουν, εἶναι ἀνάξιον προσοχῆς, εἶπεν, ὅτι ἐκεῖνος ὁ ἱερομόναχος κατεδικάσθη εἰς πέντε ἐτῶν περιορισμὸν σωματικόν· καὶ τὸ εἶπε μὲ τοιοῦτον τόνον, ὥστε ἐνόει, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν πρέπει νὰ ἀσχοληθῇ περὶ τοιούτου προσώπου, ἐνῷ ἔπρεπε νὰ γνωρίζῃ, ὅτι ἡ Βουλὴ καὶ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν ἔχουσι καθῆκον νὰ προστατεύσωσι νέον, ὁ ὁποῖος ἐνέπεσεν εἰς παγίδα τῶν ἁμαρτωλῶν ἐκείνων μοναχῶν, οἱ ὁποῖοι ἀποτελοῦσι τὸ Ἡγουμενοσυμβούλιον τῆς Μονῆς, καὶ ὅτι δὲν ἐπετρέπετο εἰς τὴν Σύνοδον νὰ δικάσῃ καὶ καταδικάσῃ, ἐφ’ ὅσον αἱ καταγγελίαι αὐτοῦ κατὰ τοῦ Ἡγουμενοσυμβουλίου μένουσιν ἐκκρεμεῖς. Διότι ποῖοι τὸν ἐδίκασαν; τὸν ἐδίκασαν ἐκεῖνοι, τοὺς ὁποίους κατήγγειλε· καὶ ἰδοὺ πῶς τὸν ἐδίκασαν ἐκεῖνοι, διότι αἱ ἀνακρίσεις διεξήχθησαν ἐπὶ παρουσίᾳ δύο μελῶν τοῦ Ἡγουμενοσυμβουλίου, δηλ. ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ὑπέβαλον τὴν μήνυσιν κατ’ αὐτοῦ ἐπὶ ἐξυβρίσει! Καὶ ἐν τούτοις, ἐνῷ αἱ καταγγελίαι αὐτοῦ δὲν ἐνηργήθησαν, ἐνηργήθη τάχιστα ἡ ψευδὴς κατ’ αὐτοῦ καταγγελία ἐπὶ ἐξυβρίσει τοῦ τέως Μητροπολίτου, καὶ εἰσήχθη καὶ κατεδικάσθη! Ἄν ἤμεθα ἄνδρες ἔντιμοι, ἔχομεν ὕψιστον καθῆκον νὰ προστατεύσωμεν νέον ἐμφορούμενον ὑπὸ ἀγαθῶν αἰσθημάτων, ὁ ὁποῖος ἠθέλησε νὰ προστατεύσῃ τὴν περιουσίαν Μονῆς, περιουσίαν, τὴν ὁποίαν οἱ προπάτορες καὶ πατέρες ἡμῶν ἀφῆκαν δι’ ἀγαθοεργοὺς σκοποὺς, καὶ οὐχὶ πρὸς ἐξυπηρέτησιν τῶν πόθων καὶ συμφερόντων τῶν Ἡγουμενοσυμβουλίων. Παρεπονέθη ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, ὅτι ἐγὼ ἐξύβρισα τὴν Ἱερὰν Σύνοδον, καὶ εἶπεν, ὅτι πρέπει νὰ τὴν σέβωμαι. Καὶ ἄλλοτε ἐγένετο λόγος περὶ ἐπισκόπων ἐνταῦθα, καὶ ἄλλοτε ἐξέφρασα τὴν γνώμην μου, καὶ εἶπον καὶ ἐπαναλαμβάνω, ὅτι αἰσθάνομαι ὄντως πρὸς τὴν Ἐκκλησίαν ἀπεριόριστον σεβασμόν, ἀλλὰ πρὸς τὴν Ἐκκλησίαν ἐκείνην, ἡ ὁποία ἐκπροσωπεῖται ὑπὸ ἀνδρῶν ἀνταξίων τῶν ἀρχῶν τῆς Ἐκκλησίας, ἀνταξίων τῶν ἀρχῶν τοῦ Χριστιανισμοῦ. Ὅταν ὅμως ἡ ἐκκλησιαστικὴ ἀρχὴ συγκροτῆται παρ’ ἀνδρῶν, οἱ ὁποῖοι δὲν σέβονται τὴν νεαρὰν ἡλικίαν ἑνὸς νέου δούλου τοῦ Θεοῦ, νέου ὅλως διόλου ἁγνοῦ, οὐδὲν κακὸν πράξαντος κατ’ οὐδενός, καὶ τὸν καταδικάζουσιν οὕτωσιν ἐπιπολαίως καὶ ἀσυνειδήτως, ἡ συνείδησίς μου ὡς ἀνθρώπου, ὡς χριστιανοῦ, ὡς Ἕλληνος, δὲν μοὶ ἐπιτρέπει νὰ σέβωμαι τὴν ἀρχὴν ταύτην. Δὲν θέλω νὰ προχωρήσω εἰς τὸ θέμα, ἐπιφυλασσόμενος, ὅταν προσκομισθῶσι καὶ τὰ ἄλλα ἔγγραφα, νὰ τὸ ἀναπτύξω, ἀλλ’ ἐπιθυμῶ νὰ λάβητε ὑπ’ ὄψιν, ὅτι δὲν μὲ φέρει εἰς τὸ βῆμα τοῦτο ἢ μόνον τὸ αἴσθημα τῆς ἀγανακτήσεως, τὸ ὁποῖον αἰσθάνομαι, ὁσάκις βλέπω τὴν ἀρετὴν καταπιεζομένην καὶ συντριβομένην, καὶ τὴν ἀρετὴν ταύτην ἔρχομαι νὰ ζητήσω τὴν συνδρομὴν ὑμῶν νὰ περισώσωμεν ἀπὸ τοὺς ὄνυχας τῶν ἁμαρτωλῶν ἐκείνων, τοὺς ὁποίους κάλλιον ἐμοῦ γνωρίζετε ὑμεῖς.
§145Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. (Ὅρα Παράρτημα)
§146ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Ἐξακολούθησις τῆς συζητήσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων τοῦ Κράτους τῆς χρήσεως τοῦ 1902. Ὁ κύριος Ρέπουλης ἔχει τὸν λόγον.
§147ΕΜΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§148Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Αὐτὸ τὸ ὁποῖον ἰσχυρίζεσθε, δὲν εἶναι ἀκριβές, διότι ὁ προκάτοχος τοῦ τότε Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, τοῦ κυρίου Κ. Μαυρομιχάλη, ὡς Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, οὐδὲν ἴχνος ἐργασίας εἶχεν ἐγκαταλίπει, τὸ ὁποῖον νὰ ἐπρόδιδεν, ὅτι εἶχε κατὰ νοῦν ν’ ἀντικαταστήσῃ τὸ σύστημα τῶν Γεωργικῶν Σχολῶν διὰ τοῦ συστήματος τῶν Γεωργικῶν Σταθμῶν.
§149Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Δὲν ἐπιθυμῶ ποτὲ νὰ κάμνω λόγον ἐνώπιον τῆς Βουλῆς περὶ τῶν ἐργασιῶν, τὰς ὁποίας, ὅτε εἶχον τὴν τιμὴν νὰ διευθύνω τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, ἔκαμα, ἀλλ’ ὅταν οὕτω ἀκούω μὴ ἀναγνωριζόμενα ἐκεῖνα, δι’ ἃ μετ’ ἐνδιαφέροντος εἰργάσθην ὡς Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ἔχω καθῆκον, ἂν ὄχι χάριν ἐμοῦ, ἀλλὰ χάριν τῆς Κυβερνήσεως, εἰς ἣν μετέσχον τότε, καὶ χάριν τῆς μνήμης τοῦ μεγάλου ἀνδρός, ὅστις ἦτο ὁ προϊστάμενος τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης, ἔχω καθῆκον, λέγω, νὰ ἀπαντήσω. Ὅτε ἀνετέθη εἰς ἐμὲ ἡ διεύθυνσις τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, πρῶτον μέλημα ὑπῆρξεν ἐμοῦ καὶ τῆς Κυβερνήσεως ἡ ἐνίσχυσις τῆς γεωργίας ἐκ παντὸς τρόπου, πρὸς τὸν σκοπὸν δὲ τοῦτον ἐκάλεσα εὐθὺς ἀμέσως ἐν Ἀθήναις ὅλους τοὺς διευθυντὰς τῶν διαφόρων Γεωργικῶν Σχολῶν, καὶ συνέστησα ἐπιτροπήν, ἀποτελουμένην ἐξ αὐτῶν καὶ ἐξ ἄλλων εἰδικῶν περὶ τὰ ζητήματα ταῦτα, τῆς ὁποίας προήδρευον ἐγὼ προσωπικῶς. Ἐν τῇ ἐπιτροπῇ ἐκείνῃ ἐγένετο ἐργασία πολλή, ἧς ἀποτέλεσμα τελικὸν ὑπῆρξεν ἡ σύνταξις τῶν νομοθετημάτων, ἅτινα βραδύτερον, παρ’ αὐτῆς τῆς ἐπιτροπῆς, μὴ προεδρευομένης πλέον παρ’ ἐμοῦ, ἐπεξεργασθέντα, ὑπεβλήθησαν εἰς τὴν Βουλὴν διὰ τοῦ τότε Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν κ. Μαυρομιχάλη. Αὕτη εἶναι ἡ ἀκριβὴς ἱστορία τῆς ὑποθέσεως. Ἡ πρώτη ὤθησις πρὸς τὴν τοιαύτην ἐργασίαν ἐδόθη παρ’ ἐμοῦ, τὰς βάσεις δέ, δι’ ὧν ἐσκοπεῖτο ἡ ἐνίσχυσις τῶν παραγωγικῶν τῆς χώρας δυνάμεων, ἔθετο ἡ ὑπὸ τὴν προεδρίαν μου ἐργασθεῖσα ἐπιτροπή, συνέχεια δὲ τῆς ἐργασίας ἐκείνης ὑπῆρξεν ἡ γενομένη ἐπὶ τῆς ὑπουργίας τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Οἰτύλου, ἥτις κατέληξεν εἰς τὴν ὑποβολὴν τῶν νομοσχεδίων.
§150Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν σκοπῶ νὰ βεβαιώσω τὰς ὑπηρεσίας, τὰς ὁποίας προσέφερεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Λεβαδείας Βουλευτής, ὅτε διηύθυνε τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, διότι δὲν γνωρίζω αὐτάς, οὐδὲ διεδέχθην αὐτὸν ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐσωτερικῶν, ἵνα εὕρω τὰ ἴχνη τῶν ἐργασιῶν αὐτοῦ. Ἀλλ’ ἀφοῦ οὗτος βεβαιοῖ, ἐγὼ δὲν καλοῦμαι σήμερον νὰ ἀναιρέσω τοὺς ἰσχυρισμοὺς αὐτοῦ. Ἐκεῖνο ὅμως, τὸ ὁποῖον παρατηρῶ, εἶναι, ὅτι ὑπῆρξε διχογνωμία μεταξὺ τοῦ ἀρχηγοῦ τοῦ κόμματος, τοῦ ὁποίου ἐπίκουρος ἦτο ὁ ἀξιότιμος ἐκ Λεβαδείας Βουλευτής, καὶ ἡμῶν, τῶν τότε ἀντιπολιτευομένων. Ὁ ἀρχηγὸς τοῦ κόμματος ἐκείνου ἐφρόνει, ὅτι ἔπρεπε νὰ ἐνισχυθῇ ἡ γεωργία, καὶ ἡμεῖς ἐφρονοῦμεν, ὅτι ἔπρεπε νὰ ἐνισχυθῇ ἡ γεωργία, καὶ τὸ ἐφρονοῦμεν μετὰ μεγάλης θερμότητος. Ὅθεν κατὰ τοῦτο ἤμεθα σύμφωνοι· διεφωνοῦμεν ὅμως ὡς πρὸς τὸν τρόπον, καθ’ ὃν ἔπρεπε νὰ ἐνισχυθῇ ἡ γεωργία. Ὁ ἀποθανὼν Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου, ὁ τότε Πρωθυπουργός, ἐφρόνει ὅτι ἔπρεπε νὰ συστήσῃ Γεωργικὰς Σχολὰς, καὶ ἐστράφη εἰς τὸ κληροδότημα τοῦ μακαρίτου Τριανταφυλλίδου, Γορτυνίου, ἐκ Βυτίνης τῆς Νυμφασίας καταγομένου, καὶ τὰ χρήματα τοῦ κληροδοτήματος τούτου διέθεσεν, ἵνα συστήσῃ Γεωργικὰς Σχολὰς, ἐσύστησε δὲ τοιαύτας ἐν Ἀθήναις, ἐν Ἀϊδινίῳ, καὶ δὲν γνωρίζω ἂν καὶ ἀλλαχοῦ. Ἐν Ἀϊδινίῳ τὰ κτήματα ἀνῆκον εἰς τὸν μακαρίτην Κασσαβέτην. Οὐδόλως ἠσχολήθη πρὸς ἵδρυσιν Γεωργικῶν Σταθμῶν, οὐδ’ ἐποιήσατο μνείαν τοιούτων. Ἡμεῖς ἐφρονοῦμεν, ὅτι ἡ γεωργία δὲν δύναται νὰ ἐνισχυθῇ ἐν Ἑλλάδι διὰ θεωρητικῆς διδασκαλίας, διὰ γνώσεων θεωρητικῶν, τὰς ὁποίας διὰ τῶν Γεωργικῶν Σχολῶν ἐσκόπουν νὰ μεταδώσωσιν εἰς τὸν λαόν, διότι, καὶ ἐὰν ἠθέλομεν δυνηθῆ νὰ παραγάγωμεν ἐπιστήμονας γεωργούς, — τὸ ὁποῖον δὲν ἐφρονοῦμεν πιθανὸν — οἱ ἐπιστήμονες, τοὺς ὁποίους ἠθέλομεν παραγάγει, δὲν ἤθελον συντελέσει εἰς τὴν ἐνίσχυσιν ἢ τὴν βελτίωσιν τῆς γεωργίας ἐν Ἑλλάδι. Ἐφρονοῦμεν λοιπόν, ὅτι ἔπρεπε ν’ ἀντικαταστήσωμεν τὸ σύστημα τῶν Γεωργικῶν Σχολῶν διὰ τοῦ συστήματος τῶν Γεωργικῶν Σταθμῶν, δηλαδὴ τὴν θεωρητικὴν διδασκαλίαν διὰ τῆς πειραματικῆς, τῆς πρακτικῆς διδασκαλίας. Πρὶν δὲ μάθω τὴν ἑσπέραν ταύτην, ὅτι εἶχεν ἐργασθῆ καὶ ὁ ἐκ Λεβαδείας κύριος Βουλευτὴς ὑπὲρ τῆς ἐνισχύσεως τῆς γεωργίας, ἡμεῖς εἴχομεν ἐργασθῆ κατὰ τὸ 1894, παρασκευάζοντες νομοθετήματα περὶ συστάσεως τῶν Γεωργικῶν Σταθμῶν. Εἶχεν ἐργασθῆ λοιπὸν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Οἰτύλου μετ’ ἐμοῦ, γνωρίζω δὲ τὴν γενομένην τότε ἐργασίαν, διότι μετέσχον αὐτῆς προσωπικῶς. Ἑπομένως τὸ σύστημα τῆς συστάσεως Γεωργικῶν Σταθμῶν παρακαλῶ νὰ μὴ ἀντιποιηθῇ ὁ κύριος Βουλευτὴς ἐκ Λεβαδείας, διότι εἶναι πολὺ βαρὺ, πλὴν ἂν εἶχεν αὐτὸ ἐν νῷ, ἐν τῇ πράξει ὅμως οὐδαμῶς καὶ οὐδέποτε ἐξεδηλώθη τοιαύτη ἔννοια παρ’ αὐτοῦ.
§151Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Εἶναι περίεργος, κύριε Πρόεδρε, ἡ τακτικὴ ἣν ἀκολουθεῖ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος, νὰ μὴ θέλῃ ποτὲ ν’ ἀναγνωρίζῃ τὰς παρὰ τῶν ἄλλων προσενεχθείσας ὑπηρεσίας, διὰ τὸν ἁπλούστατον λόγον, ὅτι οἱ ἄλλοι οὗτοι προσπαθοῦσι πάντοτε ἐπιμελῶς νὰ ἀποφεύγωσι νὰ κάμωσι λόγον περὶ τῶν ἑαυτῶν πράξεων. Τὸ βέβαιον εἶναι, ὅτι τὸ σύστημα τῶν Γεωργικῶν Σχολῶν εἶναι πολὺ παλαιότερον τῆς ἐποχῆς, καθ’ ἣν ἐγὼ εἶχον τὴν τιμὴν νὰ διευθύνω τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, ἀλλὰ κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην προσεκλήθησαν πάντες οἱ περὶ τὰ γεωργικὰ ἀσχολούμενοι, ἵνα σκεφθῶσι, ποῖον εἶναι τὸ ὀρθότερον καὶ τὸ πρακτικώτερον σύστημα διὰ τὴν Ἑλλάδα, καὶ προσεκλήθησαν, ἐπαναλαμβάνω, πάντες οἱ γεωπόνοι, οἵ τε ἐν τῇ δημοσίᾳ ὑπηρεσίᾳ ὑπηρετοῦντες καὶ ἄλλοι, μὴ ὑπηρετοῦντες ἐν τῇ δημοσίᾳ ὑπηρεσίᾳ· συνῆλθον δ’ ἅπαντες εἰς ἐπανειλημμένας διασκέψεις, ὑπὸ τὴν προεδρίαν ἐμοῦ, ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐσωτερικῶν, καὶ πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον παρέμειναν ἐν Ἀθήναις οἱ διευθυνταὶ ἁπασῶν τῶν Γεωργικῶν Σχολῶν ἐπὶ μακρὸν χρόνον. Μετὰ πολλὰς συνεδριάσεις ἡ ἐπιτροπὴ κατέληξεν εἰς συμπεράσματα, καὶ τὰ συμπεράσματα ταῦτα διετυπώθησαν εἰς σύστημα ἓν νομοσχεδίοις, ἅτινα, μέ τινας παραλλαγὰς, παρέλαβεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Οἰτύλου ἐκ τῆς ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, καὶ ὑπέβαλεν ὑπὸ τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς. Ταῦτα εἶναι τόσον γνωστά, ὥστε δὲν ἐφρόνουν, ὅτι ἠδύναντο ν’ ἀμφισβητηθῶσι.
§152Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Λυποῦμαι, διότι ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Οἰτύλου δὲν τυγχάνει παρών. Ἐὰν ἦτο παρών, ἤθελε βεβαιώσει, ὅτι οὐδὲν παρέλαβε σύστημα διασκευασθέν, ἐξυφανθέν, διατυπωθὲν διὰ τῶν ἐργασιῶν τοῦ κ. ἐκ Λεβαδείας Βουλευτοῦ. Τὸ σύστημα τῶν Γεωργικῶν Σταθμῶν εἰσήγαγον τὸ πρῶτον ἐγὼ κατὰ τὸ 1891, ὅτε συνέστησα τὸν Γεωργικὸν Σταθμὸν Βυτίνης. Ἐκεῖνο ἦτο τὸ πρότυπον· τὸ πρότυπον τοῦτο ἠθέλομεν νὰ ἐπεκτείνωμεν πολλαχοῦ τῆς ἐπικρατείας, καὶ συνεστήσαμεν τοὺς Γεωργικοὺς Σταθμοὺς διὰ τοῦ νόμου τοῦ 1896.
§153ΕΜΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§154ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρᾳ 2 καὶ 15′ π. μ. τῆς ἐπιούσης).