Ελένη
Digital corpus of Greek Parliamentary Proceedings
Index› Period ΙΕ · Session Γ› Sitting 30

1902.03.12

4,564 rows · 32,106 words · 3 tables · 370 turns

Date
1902.03.12
Presidency
Θ. ΡΕΤΣΙΝΑ
Period
ΙΕ
Session
Γ
Source
ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΩΝ ΣΥΖΗΤΗΣΕΩΝ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣ (1906)

§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 30

Τῆς 12 Μαρτίου 1902.

(Τρίτη)

(Γενομένης ἀπαρτίας ὥρᾳ 5 καὶ 15′ μ. μ. ἀναγινώσκονται καὶ ἐγκριθέντα ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).

§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους ἐπιτροπὴ κατέθεσε τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως ἐκ δραχμῶν 11,330 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1901». Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 153). Οἱ κάτοικοι τοῦ χωρίου Ράξας τοῦ δήμου Παραληθαίων δι’ ἀναφορᾶς των παρακαλοῦσι τὴν Βουλὴν νὰ προσαρτηθῇ τὸ χωρίον τοῦτο εἰς τὴν περιφέρειαν τοῦ δήμου Τρικκαίων.

§2Γ. ΡΑΔΙΝΟΣ. Παρομοίαν ἀναφορὰν τῶν κατοίκων Ράξας τοῦ δήμου Παραληθαίων περὶ προσαρτήσεως τοῦ χωρίου των εἰς τὸν δῆμον Τρικκαίων, ἀπὸ τοῦ ὁποίου τὸ χωρίον αὐτὸ ἀπέχει πράγματι ἡμίσειαν μόνον ὥραν, ἔλαβον καὶ ἐγώ, καὶ παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ εἰσαγάγῃ εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον περὶ τούτου.

§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπειδὴ, κύριοι Βουλευταὶ, ἐκ τῆς ἐπιτροπῆς, ἥν κατήρτισα πρὸς μελέτην τῆς συμβάσεως περὶ σιγαροποιΐας, τινὲς τῶν κυρίων Βουλευτῶν παρῃτήθησαν, ὅπως ὁ κ. Μπουφίδης, ὁ κ. Παπαμιχαλόπουλος, ὁ κ. Τσιριμῶκος, κατήρτισα νέαν τοιαύτην, κατὰ τὰς ὑποδείξεις τῆς Βουλῆς, εἰς τρόπον ὥστε ἐν αὐτῇ ν’ ἀντιπροσωπεύωνται καὶ αἱ ἐπαρχίαι τῆς παραγωγῆς καὶ ἡ ἐμπορία τοῦ καπνοῦ κατ’ ἐπαρχίας. Τὴν ἐπιτροπὴν ταύτην ἀποτελοῦσιν ἤδη οἱ ἑξῆς κύριοι Βουλευταί: Κ. Ἀγαθοκλῆς, Μιχ. Λαμπρυνίδης, Ἐπαμ. Μαυρομμάτης, Δ. Κατσᾶνος, Ν. Γουναράκης, Κ. Σταυρόπουλος, Α. Ρικάκης, Α. Στεφανόπουλος, Γ. Ἀναστασόπουλος, Τιμ. Ἀδαμόπουλος, Ν. Χατζῖσκος, Α. Σκαλτσοδῆμος, Εὐστ. Ρακόπουλος, Μιχ. Φωτιάδης, Θ. Βελλιανίτης, Ἰωσὴφ Γρηγοριάδης, Δ. Βοκοτόπουλος, Ι. Γιαννακίτσας, Δ. Τερτίπης, Κ. Χατζηπέτρος, Κ. Ζῶτος, Κ. Πλατούτσας καὶ Ἐμ. Ρέπουλης. Εἶναι ἐν ὅλῳ 24.

§4ΤΙΝΕΣ (ἀριστερόθεν). Εἶναι ὀλίγοι.

§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄν θέλῃ τις νὰ προστεθῇ, ἂς δηλώσῃ.

§6Α. ΠΕΤΑΛΑΣ. Οἱ Παξοὶ δὲν ἔχουν καπνόν. Τί θέλει ὁ κ. Βελλιανίτης; (γέλωτες).

§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄν θέλητε, προσθέτομεν καὶ ὑμᾶς.

§8Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Πραγματικῶς ἡ ἐπαρχία μου δὲν παράγει καπνόν. Ἠμπορεῖτε νὰ μὲ ἀφαιρέσητε, καὶ νὰ προσθέσητε τὸν κ. Πεταλᾶν. Οὐδεμία ζημία.

§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ παρακαλέσωμεν πολλοὺς τῶν κυρίων Βουλευτῶν νὰ λάβωσι μέρος, ἵνα ἐργασθῶσι καλλίτερον. Προσθέτομεν καὶ τὸν κ. Πεταλᾶν λοιπόν.

§10ΦΩΝΑΙ. Ἆ! ἆ!

§11Α. ΠΕΤΑΛΑΣ. Παρακαλῶ, ὄχι. Ἄν μὲ βάλετε, θὰ κάμω ἔνστασιν ἀπαρτίας (γέλωτες).

§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ σὲ βάλωμεν. Ὁ κύριος Γκίκας ἔχει τὸν λόγον.

§13Π. ΓΚΙΚΑΣ. Παραιτοῦμαι, κύριε Πρόεδρε.

§14ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Λεωνίδας.

§15ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Παραιτεῖται, παραιτεῖται.

§16ΜΙΧ. ΛΑΜΠΡΥΝΙΔΗΣ. Δὲν ὑπάρχουσιν ἄλλαι ἀναφοραί;

§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἔχομεν ἄλλας.

§18ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὑπάρχουσιν, ὑπάρχουσι.

§19ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ἔχει τὸν λόγον.

§20ΝΕΓΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Καταθέτω ἀπάντησιν εἰς τὴν ἐπερώτησιν τοῦ κ. Φικιώρη περὶ δάσους ἐν Λακεδαίμονι διαφιλονικουμένου μεταξὺ τοῦ Δημοσίου καὶ τῶν χωρικῶν. Ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς βουλευτὴς κ. Δραγούμης ᾐτήσατο νὰ καταθέσω πίνακα τῶν ἀποτελεσμάτων τῶν ἀπὸ τοῦ ἔτους 1833 μέχρι τέλους τοῦ ἔτους 1898 ὁριστικῶν ἀπολογισμῶν τοῦ Κράτους. Καταθέτω αὐτόν. Ἐκ τῶν ἀποτελεσμάτων τοῦ πίνακος τούτου ἀποδεικνύεται, ὅτι τὸ ἔλλειμμα τῶν ἀπολογισμῶν μέχρι τοῦ 1898 εἶναι δραχμαὶ 64,939,248.57.

§21ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ τυπωθῇ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 154).

§22Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Καταθέτω ὡσαύτως τὴν μαρτυρίαν τοῦ τμηματάρχου κ. Δ. Γεωργαντοπούλου, ζητηθεῖσαν παρὰ τοῦ βουλευτοῦ κ. Στράτου. Θὰ παρακαλέσω ὅμως, ἐπειδὴ εἶναι ἐπίσημον ἔγγραφον, νὰ παραδοθῇ εἰς τὸν αἰτήσοντα ἐπὶ ἀποδείξει.

§23ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐζητήθη ὁ φάκελος ὁλόκληρος, κύριε Ὑπουργέ.

§24Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἄρτης βουλευτὴς κ. Καραπάνος ἠρώτησε κατὰ τὴν τελευταίαν συνεδρίασιν, διατί τὰ 2,248,855, τὰ ὁποῖα ἐξωδεύθησαν κατὰ τὸ 1897 καὶ τὰ ὁποῖα ἐκανονίσθησαν συνεπείᾳ τοῦ νόμου ΒΨϚʹ, τοῦ ψηφισθέντος κατὰ τὸ 1900, ἀνεγράφησαν εἰς τὴν χρῆσιν τοῦ 1897...

§25Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὄχι διατί. Τὸ διατί τὸ ἠξεύρω.

§26Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Ὡς γνωρίζετε, κύριοι Βουλευταί, ἡ χρῆσις αὕτη εἶχεν ἀφήσει ἔλλειμμα σημαντικόν, ἀνερχόμενον εἰς 38 περίπου ἑκατομμύρια δραχμῶν. Εἶναι ἀληθές, ὅτι τὸ ἔλλειμμα τοῦτο ἐκαλύφθη ἐν μέρει ὑπὸ τοῦ δανείου τοῦ ἠγγυημένου, ἀλλὰ τὸ δάνειον τοῦτο ἀνεγράφη εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1898, ὥστε τυπικῶς ἡ χρῆσις τοῦ 1897 μένει πάντοτε μὲ τὸ ἔλλειμμα τοῦτο. Ἐννοεῖται ὅτι, εἴτε 38 ἑκατομμύρια εἶναι τὸ ἔλλειμμα, εἴτε 40 ἑκατομμύρια, τυπικὸν εἶναι ἓν καὶ τὸ αὐτό. Ὁ νόμος ῥητῶς ὁρίζει, ὅτι ἔπρεπε νὰ ἀναγραφῶσι τὰ 2,248,855 εἰς τὴν χρῆσιν τοῦ 1897, ὅπερ καὶ ἐγένετο.

§27Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν ἠρώτησα τὸ διατὶ, διότι ὁ νόμος εἶναι γνωστός· ἠρώτησα περὶ τῶν καταβολῶν, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο πρὸς ἐξόφλησιν τῶν δαπανῶν τούτων, πῶς πρόκειται νὰ συμπληρωθῶσι. Πρόκειται νὰ συμπληρωθῶσι τώρα; Βεβαίως δὲν συνεπληρώθησαν κατὰ τὸ 1897, διότι, ἐὰν συνεπληροῦντο τότε, ἢ κατὰ τὸ 1898, δὲν ἦτο ἀνάγκη νὰ ζητηθῇ τώρα ἡ ἔκτακτος αὕτη πίστωσις. Ἠρώτησα, ἐὰν τὸ ποσὸν τοῦτο κατεβλήθη ἐκ χρημάτων προηγουμένων χρήσεων, ἢ, ἂν δὲν κατεβλήθη, πότε θὰ καταβληθῇ, διότι ἡ χρῆσις τοῦ 1897, ἥτις βαρύνεται μὲ τὸ ποσὸν τοῦτο, ἔκλεισεν ἤδη, καὶ ἔκλεισεν, ὡς πολὺ ὀρθῶς εἴπετε, ἐν μεγάλῳ ἐλλείμματι, ἀλλὰ τὸ ἔλλειμμα τοῦτο ἐκαλύφθη ἐκ τοῦ ὑπολοίπου τοῦ ἠγγυημένου δανείου· ἠρώτησα, ἂν ἐκ τοῦ ὑπολοίπου τούτου μένει ποσὸν ἀρκετὸν, ὅπως καλύψῃ τὴν πίστωσιν ταύτην· ἐὰν δὲ δὲν μένῃ, ἠρώτησα, πόθεν νομίζετε, ὅτι θὰ πληρωθῇ τὸ ποσὸν αὐτό. Ἡ ἐρώτησίς μου δὲν εἶναι, ὡς ὑπεθέσατε, ἀβάσιμος, διότι ὁ νόμος σᾶς ὑποχρεοῖ νὰ κάμητε αὐτὴν τὴν δήλωσιν.

§28Φ. ΝΕΓΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Τὸ μὲν ἠγγυημένον δάνειον, ἀφοῦ ἐκάλυψε πρῶτον τὰς ὑποχρεώσεις τοῦ πολέμου πρὸς τὴν Τουρκίαν καὶ δεύτερον τὰ προσωρινὰ δάνεια εἰς χρυσόν, ἀφῆκεν ὑπόλοιπον φρ. χρυσᾶ 22,000,000 ὡς ἔγγιστα, ὡς ἐνθυμοῦμαι. Τὸ ποσὸν τοῦτο δὲν καλύπτει τὸ ἔλλειμμα τοῦ 1897. Ἐρωτᾶτε, πόθεν ἐκαλύφθη τὸ ἔλλειμμα τοῦτο. Τυπικῶς μὲν δὲν ἐκαλύφθη, διότι, ὡς εἶπον, οἱ ἀπολογισμοὶ ἀπὸ τοῦ 1833 μέχρι τοῦ 1898 ἀφίνουσιν ἔλλειμμα σημαντικόν, οὐσιαστικῶς ὅμως ἐκαλύφθη ἀπὸ τὰ δάνεια ἐπ’ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ, τὰ ὁποῖα εἶναι ἀναγεγραμμένα εἰς τοὺς χρηματιστικοὺς λογαριασμούς. Γνωρίζετε, ὅτι κατὰ τὸν πόλεμον εἶχεν ἀποσυρθῆ ἀπὸ τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν ποσὸν σημαντικόν, τὸ ὁποῖον, ἂν ἐνθυμοῦμαι καλῶς, ἀνῆλθεν εἰς 15,000,000, ἐκ τοῦ ἐπ’ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ δανείου, ἐπίσης δὲ εἰς 6 ἢ 8 ἑκατομμύρια ἐκ κερματικῶν γραμματίων· αὐτὰ ἦσαν διαθέσιμα, καὶ ἐξ αὐτῶν ἐκαλύφθησαν αἱ δαπάναι τοῦ πολέμου, ἐξ αὐτῶν οὐσιαστικῶς ἐπληρώθησαν.

§29Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἂν ἦναι δυνατὸν, νὰ μᾶς δοθῇ σημείωμα, τί ἔμεινε περίσσευμα ἐκ τοῦ δανείου τῶν 150 ἑκατομμυρίων, ἢ μᾶλλον τί ἔλειψε, καὶ πόθεν ἐκαλύφθη.

§30Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Τὰ χρήματα τὰ κατατεθέντα ἐπὶ ἀνοικτῷ λογαριασμῷ εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν δὲν τὰ θεωρεῖτε ὡς χρήματα τοῦ ταμείου, ἀλλὰ νομίζετε ὅτι ἔχετε ἀνάγκην ἀδείας, ἵνα κάμητε χρῆσιν αὐτῶν; Τὰ χρήματα ταῦτα δὲν ἀποτελοῦσι μέρος τοῦ δανείου ἐπ’ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ καὶ δὲν εἶναι χρήματα τοῦ ταμείου κατατεθειμένα ἐπὶ ἀνοικτῷ λογαριασμῷ; Τὰ χρήματα τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας ἐδαπανήθησαν, καὶ εἶναι ἀναγεγραμμένον ἐν τοῖς διαφόροις προϋπολογισμοῖς καὶ ἀπολογισμοῖς, πῶς ἐδαπανήθησαν. Πᾶν ὅ,τι κατατίθεται ἀπὸ τὸ δημόσιον ταμεῖον ἐκ διαφόρων εἰσπράξεων παρὰ τῇ Ἐθνικῇ Τραπέζῃ ἀνήκει εἰς αὐτό.

§31Φ. ΝΕΓΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ὡς γνωρίζετε, τὰ χρήματα ταῦτα ἐλήφθησαν κατὰ τὸ 1897, ἐλείφθησαν δὲ δι’ ἐντολῶν, αἱ ὁποῖαι ἔμειναν ἐκκρεμεῖς· ἀλλὰ ἀκριβῶς ὁ νόμος ὁ τελευταῖος, ὁ ΒΨϚʹ, περὶ οὗ σᾶς ὡμίλησα, ἐκανόνισε τὸ ἄτακτον, τὸ ὁποῖον ὑπῆρχεν εἰς τοὺς λογαριασμοὺς τούτους.

§32Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μοὶ δίδετε τὴν ἄδειαν;

§33Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Παρακαλῶ.

§34Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μοὶ φαίνεται, ὅτι τὰ περὶ τῶν χρημάτων τῶν κατατεθέντων εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν ἀπέναντι χρέους ἐπ’ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ δὲν ἐξετέθησαν ἐπαρκῶς. Πρὸ τοῦ πολέμου καὶ πρὸ τοῦ 1897 τὸ δημόσιον ταμεῖον εἶχεν ἀνοικτὸν λογαριασμὸν μὲ τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν τραπεζικῶν γραμματίων ἐπ’ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ. Τότε ἀπεδόθησαν εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν 15 ἢ 16 ἑκατομμύρια. Νομίζω δ’ ὅτι ταῦτα ἀπέδωκε τὸ Ὑπουργεῖον, τοῦ ὁποίου προϊστάμην. Ὅτε ταῦτα ἀπεδόθησαν εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, τὸ δάνειον αὐτῆς, τὸ ἐπ’ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ, ἠλαττώθη κατὰ 15 ἢ 16 ἑκατομμύρια· ἐὰν δηλαδὴ τὸ χρέος τοῦτο ἀνήρχετο εἰς δραχμὰς 80,000,000, ἠλαττώθη εἰς 65 ἢ 64 ἑκατομμύρια· ἐὰν ἦτο 70,000,000, ἠλαττώθη εἰς 55 ἢ 54 ἑκατομμύρια. Μετὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην παρέστη ἀνάγκη χρημάτων, καὶ οἱ διάδοχοι Ὑπουργοὶ ἔλαβον χρήματα ἐκ τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ἀλλὰ ταῦτα ἔλαβον οἱ Ὑπουργοὶ αὐξάνοντες τὸ δάνειον τὸ ὑπάρχον, ἐπαναφέροντες δηλ. τὸ δάνειον εἰς τὸ ποσόν, εἰς τὸ ὁποῖον ἦτο πρὸ τοῦ πολέμου. Ἑπομένως ἡ πρᾶξις, ἡ γενομένη μεταξὺ τοῦ Ὑπουργείου, τὸ ὁποῖον τὰ ἔλαβε, καὶ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ἦτο πρᾶξις δανειστική.

§35Φ. ΝΕΓΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Καταθέτω ἀπάντησιν εἰς τὴν ἐπερώτησιν τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Πατρῶν βουλευτοῦ κυρίου Χοϊδᾶ περὶ τῶν δανείων τῶν δοθέντων παρὰ τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης εἰς ἀνηλίκους καὶ Μονάς. Ἐπίσης καταθέτω τὸν φάκελον, τὸν ἀφορῶντα τὰ βιβλία τοῦ διευθυντοῦ τοῦ ξενοδοχείου «Μεγάλη Μασσαλία» Θ. Καλκούνη, ζητηθέντα παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Μεγάρων βουλευτοῦ κυρίου Ἀναστασοπούλου.

§36ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ. Ἐπειδὴ βλέπω, κύριε Ὑπουργέ, ὅτι εὐηρεστήθητε νὰ δώσητε ἀπάντησιν εἰς διαφόρους ἐπερωτήσεις, ἐπιτρέψατέ μοι νὰ σᾶς ἐρωτήσω, ἐάν ποτε θὰ ἔλθῃ καὶ ἐμοῦ ἡ σειρά. Ἀπὸ μηνὸς καὶ πλέον, τὴν 8 Φεβρουαρίου, σᾶς ἐζήτησα νὰ ἀπαντήσητε, τί συμβαίνει μὲ τὰ εἰς τὸν δῆμον Ὠρωπίων ἀμφισβητηθέντα ἐσχάτως κτήματα, τὰ θεωρούμενα ὡς δημόσια.

§37Φ. ΝΕΓΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Σᾶς παρεκάλεσα νὰ διατυπώσητε τὴν ἐρώτησίν σας ὡρισμένως.

§38ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ. Εἶναι πολὺ ὡρισμένη· διότι ἰδοὺ τί ἔλεγον πρὸς ὑμᾶς τὴν 8 Φεβρουαρίου. Ἐπέστησα τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τῶν συμβαινόντων ἀτόπων ἕνεκα τοῦ περὶ δασῶν νόμου εἰς τὴν περιφέρειαν Ἀττικῆς, καὶ ἰδίως εἰς τὸν δῆμον Ὠρωπίων, οὗτινος πολλὰς χέρσους γαίας θεωροῦσαι ὡς ἐθνικὰς αἱ ἀρχαί, καταγγέλλουσιν ἐπὶ παρανόμῳ ὑλοτομίᾳ πάντα, ὅστις ἤθελε προβῆ εἰς καλλιέργειαν αὐτῶν.

§39Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Δυστυχῶς εἶναι ἀόριστος.

§40ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ. Θεωρεῖται αὐτὴν ὡς ἀόριστον; Ἐγὼ σᾶς ἀνέφερα καὶ τὰ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα προσῆλθον εἰς τὸ Δικαστήριον, καὶ ἡ δίκη των ἀνεβλήθη ἕνεκα ἐλλείψεως μαρτύρων. Προσέτι ἤθελον νὰ σᾶς ὑποβάλω καὶ ἄλλην τινὰ αἴτησιν. Μόλις προχθὲς τὸ Σάββατον μᾶς διενεμήθη ἐνταῦθα ἡ προσωρινὴ κατάστασις τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων μέχρι 31 Δεκεμβρίου 1901. Ἡ κατάστασις αὕτη ἦτο τετυπωμένη καὶ διανεμημένη πρὸ ὀκτὼ ἡμερῶν εἰς διάφορα γραφεῖα, ὅπου ἔτυχε νὰ τὴν ἴδω. Εἴμεθα σήμερον εἰς τὴν 12 Μαρτίου, πρῶτον ἀντικείμενον τῆς ἡμερησίας διατάξεως εἶναι ἡ συζήτησις τοῦ Προϋπολογισμοῦ, καὶ ἐν τούτοις κατάστασιν τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων μέχρι τῆς 31 Ἰανουαρίου 1902 ἀκόμη δὲν ἔχομεν· ἐννοεῖτε δὲ πόσον σπουδαῖον στοιχεῖον εἶναι αὕτη διὰ τὸν θέλοντα νὰ μελετήσῃ τὸν Προϋπολογισμὸν καὶ φέρῃ κρίσιν ἐπ’ αὐτοῦ. Τὸ περιεργότερον δὲ εἶναι, ὅτι χθὲς ἐφημερίς τις ἐδημοσίευσεν, ὅτι ἐκ τοῦ ἀποτελέσματος τῶν εἰσπράξεων τοῦ μηνὸς Φεβρουαρίου ἀπεδείχθη, ὅτι αἱ εἰσπράξεις βαίνουσι τόσον καλῶς, ὥστε τὸ ἔλλειμμα τὸ παρατηρηθὲν ἐπὶ τῶν εἰσπράξεων τοῦ μηνὸς Ἰανουαρίου ἐκαλύφθη, καὶ μένει καὶ περίσσευμα. Τὸ δημοσίευμα τοῦτο δεικνύει, ὅτι τὰ στοιχεῖα ταῦτα ὑπάρχουσιν. Ἡ κατάστασις τῆς 31 Δεκεμβρίου τοῦ 1901 εἶναι ἥκιστα ἐνθαρρυντική, δι’ αὐτὸ δὲ ἔπρεπε νὰ ἔχωμεν τὴν κατάστασιν τοῦ Ἰανουαρίου, ἵνα ἴδωμεν τὴν σημερινὴν κατάστασιν. Ἀφοῦ λοιπὸν χθὲς ἐδημοσιεύετο (καὶ δύναμαι νὰ σᾶς ἀναφέρω τὴν ἐφημερίδα) ἐν τῇ «Ἑστίᾳ», ὅτι τ’ ἀποτελέσματα ἀποδεικνύουσιν, ὄχι μόνον, ὅτι ἐκαλύφθη τὸ ἔλλειμμα τοῦ Ἰανουαρίου, ἀλλ’ ὅτι προκύπτει καὶ περίσσευμα, ὑποθέτω ὅτι τὰ στοιχεῖα ταῦτα ὑπῆρχον. Μήπως ὅμως δύναταί τις νὰ ὑποπτεύσῃ, ὅτι δὲν ἐδημοσιεύοντο, διὰ νὰ μὴ φαίνηται ἡ κακὴ κατάστασις τῶν πραγμάτων μέχρι τῆς 31 Ἰανουαρίου; Ἐν πάσῃ περιπτώσει εἶναι συμφέρον διὰ πάντας νὰ δημοσιευθῇ ἡ κατάστασις αὕτη, καὶ πρὸς τοῦτο παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ δώσῃ τὰς δεούσας διαταγάς.

§41Φ. ΝΕΓΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Μὴ λησμονεῖτε, ὅτι τ’ ἀποτελέσματα τῶν ὁλικῶν ἐσόδων τῶν ταμείων φθάνουσιν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν πολὺ πρὶν φθάσωσιν αἱ λεπτομέρειαι. Καὶ καθ’ ὅσον μὲν ἀφορᾷ εἰς τὰ ὁλικὰ ἀποτελέσματα, ταῦτα ἀληθῶς ἔχομεν μέχρι τέλους Φεβρουαρίου, καὶ δύναμαι νὰ καταθέσω κατάστασιν περὶ αὐτῶν. Ἐκ τῆς καταστάσεως ταύτης ἀποδεικνύεται, ὅτι μέχρι τῆς 28 Φεβρουαρίου ὑπερτεροῦσιν αἱ εἰσπράξεις τοῦ 1901 τὰς ἀντιστοίχους τοῦ 1900 κατὰ δραχ. 2,679,000 περίπου. Καθ’ ὅσον ὅμως ἀφορᾷ τὰς λεπτομερείας, μέχρις ὅτου αὗται ἑτοιμασθῶσιν ἀπαιτεῖται χρόνος.

§42ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ. Ἀφοῦ ἠδύνασθε νὰ δημοσιεύσητε συνοπτικῶς γενικὰ ἀποτελέσματα μέχρι τέλους Φεβρουαρίου, ἕπεται, ὅτι πολλῷ μᾶλλον εἶσθε εἰς θέσιν νὰ δημοσιεύσητε ταῦτα μέχρι τῆς 31 Ἰανουαρίου.

§43Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Ἐπειδὴ γνωρίζετε ἄριστα τὰ λογιστικά, γνωρίζετε, ὅτι ἄλλο εἶναι νὰ λαμβάνωμεν τὸ ὁλικὸν τῶν εἰσπράξεων, καὶ ἄλλο νὰ ἔχωμεν τὰ στοιχεῖα λεπτομερῶν καταστάσεων.

§44ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ. Δὲν σᾶς ἐζήτησα λεπτομερῆ κατάστασιν. Εἶσθε ὅμως εἰς θέσιν νὰ δημοσιεύσητε μίαν κατάστασιν μέχρι 31 Ἰανουαρίου, καθόσον νομίζω, ὅτι ὁ Ἰανουάριος προηγεῖται τοῦ Φεβρουαρίου.

§45Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Καὶ αὔριον ἐὰν ἔχω τὴν κατάστασιν, δύναμαι νὰ τὴν δημοσιεύσω.

§46ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ. Ἠδύνασθε νὰ δημοσιεύσητε τὰ τοῦ Ἰανουαρίου, ἀφοῦ ἔχετε ἤδη καὶ ἀναφέρετε τὰ τοῦ Φεβρουαρίου.

§47Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Τὰ τοῦ Ἰανουαρίου εὑρίσκονται εἰς τὴν αὐτὴν κατάστασιν.

§48ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ. Τὰ εἴχετε εἰς τὴν τσέπην σας, ἀλλ’ ἐγὼ δὲν δύναμαι νὰ ἐμβαθύνω εἰς αὐτήν.

§49Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Μέχρι τέλους Δεκεμβρίου ὑπερτερεῖ τὸ 1901 τοῦ 1902 κατὰ δρ. 2,334,000, κατὰ τὸν Ἰανουάριον ἐμειονέκτησε κατὰ 1,200,000, κατὰ τὸν Φεβρουάριον ὑπερτέρησε κατὰ 1,558,000. Ὥστε ὁ Φεβρουάριος ὄχι μόνον ἐκάλυψε τὴν διαφορὰν τοῦ Ἰανουαρίου, ἀλλὰ καὶ ὑπερέβη κατὰ πολὺ τὰ ἀντίστοιχα τοῦ προηγουμένου ἔτους. Τὸ συμπέρασμα λοιπὸν εἶναι, ὅτι μέχρι τέλους Φεβρουαρίου αἱ εἰσπράξεις τοῦ 1901 ὑπερέβησαν τὰς τοῦ 1900 κατὰ δραχμὰς 2,679,000 περίπου.

§50ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ. Ἕν πρᾶγμα θὰ σᾶς ζητήσω ἀκόμη. Ἤθελον, ἐὰν δύνασθε, ἕως αὔριον νὰ μᾶς δώσητε τὰς ἑξῆς πληροφορίας περὶ τῶν ἐσόδων ἐκ τῶν κυριωτέρων ἀμέσων φόρων, ἤτοι τοῦ φόρου τῶν οἰκοδομῶν, τῶν ἐπιτηδευμάτων, τοῦ ἐλαίου, τοῦ ἐλαίου τῆς Ἑπτανήσου, καὶ τοῦ φόρου τῶν ἀμπέλων, μέχρι τῆς 31 Ἰανουαρίου 1902.

§51Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἡ ἐρώτησις τοῦ κυρίου Βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς δὲν ἀποτελεῖ αἴτησιν πρὸς παροχὴν χάριτος. Ἐσκόπει ὁ κύριος Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς νὰ ὑπομνήσῃ εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, ὅ,τι ἡ πρόοδος τῶν εἰσπράξεων τῶν ἐσόδων καὶ ἡ πρόοδος τῆς πληρωμῆς τῶν ἐξόδων δημοσιεύεται διὰ καταστάσεως καθ’ ἕκαστον μῆνα. Ἐὰν δὲν ἔχωμεν τὴν κατάστασιν τοῦ Ἰανουαρίου, οὔτε τοῦ Φεβρουαρίου, ἀλλὰ μᾶς φέρετε σεῖς εἰς φύλλον χάρτου, τοῦτο δὲν ἀρκεῖ καὶ δι’ ἡμᾶς. Ἡμεῖς ἔχομεν ἀνάγκην τῆς ἐντύπου καταστάσεως, τῆς περιβεβλημένης τὸ κῦρος τῆς ἐπισημότητος. Δὲν ζητοῦμεν ἑπομένως χάριν, ἀλλ’ ἐκπλήρωσιν τοῦ καθήκοντός σας.

§52Γ. ΚΟΡΠΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν καὶ τῶν Ναυτικῶν). Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ καταθέσω ἀπάντησιν ἐπὶ ἐπερωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ Μαντινείας κ. Μπακοπούλου, δι’ ἧς ἐζήτει νὰ καταθέσω τὰ σχετικὰ ἔγγραφα, δι’ ὧν ἀποδεικνύεται, πόθεν προέκυψαν οἱ λόγοι, ὧν ἕνεκα συνεκροτήθη εἰδικὸν στρατιωτικὸν ἀπόσπασμα μεταβατικὸν ἐν Μαντινείᾳ. Ὑπάρχουσιν ἐν τῇ ἀπαντήσει πάντα τὰ ἔγγραφα, τ’ ἀποδεικνύοντα πόθεν ἔλαβεν ἡ ὑπηρεσία τὴν ἀφορμὴν νὰ συστήσῃ τὸ ἀπόσπασμα τοῦτο. Περὶ τοῦ ἀστυνόμου Ἀγραίων, ἀνθυπασπιστοῦ τοῦ πεζικοῦ Ἀνδριοπούλου, ὑπάρχει ἔγγραφον, δι’ οὗ ἀποδεικνύεται, ὅτι οὗτος ἀπηλλάγη τῆς κατ’ αὐτοῦ κατηγορίας ὑπὸ τοῦ Στρατοδικείου. Ταῦτα εἰς ἀπάντησιν τῆς ἐπερωτήσεως τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Γόρτυνος. Ἐπίσης πρὸς συμπλήρωσιν τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὴν ἐπερώτησιν, τὴν τελευταῖον γενομένην, περὶ τῆς ἐν Βόλῳ μετοικήσεως τῶν αὐτόθι στρατιωτικῶν ἀρχῶν ἐξ ἰδιωτικῶν οἰκιῶν εἰς στρατιωτικὰ καταστήματα, καταθέτω πλήρη ἀπάντησιν, ἐξ ἧς ἐμφαίνεται πόθεν ἔλαβεν ἀφορμὴν ἡ ὑπηρεσία νὰ ἐγκαταλίπῃ τὰς ἰδιωτικὰς οἰκίας καὶ μεταφέρῃ τὰς στρατιωτικὰς ἀρχὰς εἰς στρατιωτικὰ καταστήματα. Ἐπίσης καταθέτω ἀπάντησιν εἰς τὴν ἐπερώτησιν τοῦ βουλευτοῦ Παξῶν κ. Βελλιανίτου περὶ τῶν ταξειδίων τῶν πολεμικῶν σκαφῶν. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐπηρώτησεν «ἐκ ποίας ἀνάγκης τῆς Πολιτείας τὰ πολεμικὰ σκάφη ἐχρησιμοποιοῦντο ὡς θαλαμηγοὶ διαφόρων οἰκογενειῶν, καὶ δυνάμει τίνος νόμου ἢ Διατάγματος ἐπετρέπετο τοῦτο, τίς δὲ κατέβαλε τὰς δαπάνας τῆς καυσίμου ὕλης». Ὑπάρχει ἀπάντησις διὰ τὰ ταξείδια ὅλα, τὰ γενόμενα κατὰ τὸ 1901 ὑπὸ τῶν πολεμικῶν σκαφῶν.

§53Φ. ΝΕΓΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Πρὸς εὐχαρίστησιν τοῦ συναδέλφου κ. Σκουζὲ ἀναγγέλλω αὐτῷ, ὅτι ἔλαβον τώρα μόλις τὴν κατάστασιν, ἣν ἐζήτησε. Τ’ ἀποτελέσματα ἔχουσιν οὕτω: Εἰσπράξεις ἐσόδων χρήσεως 1901 ἀπὸ 1 Ἰανουαρίου 1901 μέχρι τέλους Φεβρουαρίου 1902: ἐκ φόρου ἀροτριώντων κτηνῶν 1,875,000 δραχμαί, ἀπέναντι 1,824,000, ὅσαι εἰσεπράχθησαν ἀπὸ 1 Ἰανουαρίου 1900 μέχρι τέλους Φεβρουαρίου 1902 τῆς χρήσεως τοῦ 1900, ἐκ φόρου ἀμπέλων 571,000, ἀπέναντι 50 δραχμῶν τοῦ 1900 ἐκ φόρου ζώων 2,110,000, ἀπέναντι 2,620,000 τοῦ 1900 (ἐνταῦθα ὑπάρχει διαφορὰ σπουδαία, ἕνεκα τῆς διὰ νόμου ἐπελθούσης ἐλαττώσεως τῆς βεβαιώσεως)· ἐκ φόρου ἐπιτηδευμάτων δρ. 3,048,000 κατὰ τὸ 1901, ἀπέναντι 3,112,000 κατὰ τὸ 1900· ἐκ φόρου οἰκοδομῶν δρ. 2,781,000, ἀπέναντι 2,648,000 τοῦ 1900. Τὸ ὅλον οἱ φόροι οὗτοι φέρουσι δραχ. 10,388,000 τὸ 1901, ἀπέναντι 10,205,000 κατὰ τὸ 1900· ἤτοι ὑπάρχει διαφορὰ 183,000 δρ. ὑπὲρ τοῦ 1901.

§54ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ. Παρακαλῶ νὰ τυπωθῇ ἡ κατάστασις αὕτη.

§55ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 155).

§56Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Ἐπειδὴ εὑρίσκομαι εἰς τὸ βῆμα, καταθέτω ἀπάντησιν εἰς ἐπερώτησιν τοῦ βουλευτοῦ κ. Δραγούμη, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἔκδοσιν τοῦ τελευταίου δανείου τοῦ σιδηροδρόμου Πειραιῶς–Δεμερλῆ. Ἐπίσης ἀπάντησιν εἰς ἐπερώτησιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἄρτης, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὰς διαφόρους εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν καταθέσεις τοῦ Δημοσίου ἐκ καπνοῦ, ἐξ ἐκπαιδευτικῶν τελῶν κλπ.

§57Α. ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Ὁ βουλευτὴς κύριος Τσιτσάρας ἀπηύθυνεν ἐπερώτησιν περὶ δημοδιδασκαλικῶν μεταβολῶν ἐν Εὐρυτανίᾳ. Ἐν σημειώματι, τὸ ὁποῖον καταθέτω, δίδεται ἀπάντησις εἰς ὅλα τὰ ἐρωτήματα αὐτοῦ. Καταθέτω δὲ καὶ ὅσα ἔγγραφα ἠδυνήθη νὰ συλλέξῃ ἡ ὑπηρεσία πρὸς συμπλήρωσιν τῶν ἐγγράφων. Ἐπίσης, ἀπαντῶν εἰς τὴν ἐπερώτησιν τοῦ βουλευτοῦ κ. Τσάτσου, καταθέτω τὰ τελευταῖα ἔγγραφα, ἅτινα ἀντηλλάγησαν μεταξὺ τοῦ Ὑπουργείου καὶ τῆς Ἱερᾶς Συνόδου περὶ τῆς ἄρτι γενομένης ἐκλογῆς τοῦ Ἡγουμένου τῆς Μονῆς Πεντέλης. Ἐπίσης ὑπεβλήθη ἐπερώτησις περὶ γενομένων κτηματικῶν ἀνταλλαγῶν τῆς Μονῆς Πετράκη. Ἀλλ’ ἐζητήθη εἰδικῶς νὰ κατατεθῶσιν ἔγγραφα σχετιζόμενα πρὸς ἀνταλλαγὴν Ἠλιοπούλου ἢ Σούτσου. Ὑπάρχουσι δύο ἀνταλλαγαί. Μοὶ φαίνεται, ὅτι ὑπεβλήθη ἐπερώτησις ὡς πρὸς τὴν Μονὴν Πετράκη. Ὡς πρὸς αὐτήν, καταθέτω τὸ συμβόλαιον τῆς ἀνταλλαγῆς, τὸ γενόμενον μεταξὺ τοῦ Γεωργίου Ἠλιοπούλου καὶ τοῦ Ἡγουμενοσυμβουλίου. Ὑπάρχει ἀνταλλαγὴ ἐπίσης, ἀλλ’ οὐχὶ τῆς Μονῆς Πετράκη, ἀλλὰ τῆς Πεντέλης. Ἐὰν ἐπιμένῃ ὁ κύριος Τσιτσάρας νὰ καταθέσω τὰ ἔγγραφα ταῦτα, καταθέτω αὐτά.

§58Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Μάλιστα.

§59Α. ΠΕΤΑΛΑΣ. Πρὸ πολλοῦ καιροῦ ὁ βουλευτὴς Τρικκάλων κ. Χατζηπέτρος παρεκάλεσε τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, πόσους ἐκτάκτους ὑπαλλήλους ἔχει τὸ Ὑπουργεῖον, ἀλλ’ ὁ κύριος Ὑπουργὸς κωφεύει. Παρακαλῶ νὰ δοθῇ ἡ πληροφορία αὕτη, διὰ νὰ ἴδωμεν τί φάμπρικα ὑπάρχει ἐκεῖ.

§60Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Καταθέτω ἀπάντησιν εἰς ἐπερώτησιν τοῦ βουλευτοῦ Ἀττικῆς κ. Λεβίδου, ἀναφερομένην εἰς τὰ ἐν Ἑλλάδι ὑπάρχοντα ἕλη. Σημειοῦνται αἱ ἐκτάσεις τῶν ἑλῶν, οἱ ἰδιοκτῆται αὐτῶν—διότι ὑπάρχουσι καὶ ἰδιωτικὰ ἕλη—καὶ διάφοροι ἄλλαι παρατηρήσεις. Ἐπίσης σημείωμα, δι’ οὗ δίδεται ἀπάντησις εἰς ἐπερώτησιν τοῦ κ. Δραγούμη, ἀναφερομένην εἰς ὑδραγωγεῖόν τι ἐν Πύργῳ.

§61ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Παρακαλῶ νὰ τυπωθῇ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 156).

§62Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Ἐπίσης καταθέτω πίνακα, δι’ οὗ δίδεται ἀπάντησις εἰς ἐπερώτησιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Γόρτυνος περὶ τῶν ἐν Θεσσαλίᾳ κατασκευασθέντων καὶ ἐπισκευασθέντων ναῶν. Ἐπίσης καταθέτω σημείωμα, δι’ οὗ δίδεται ἀπάντησις εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Γόρτυνος περὶ τοῦ Φρενοκομείου Κερκύρας. Καὶ τελευταῖον καταθέτω πάντα τὰ σχετικὰ ἔγγραφα, δι’ ὧν δίδεται ἀπάντησις εἰς τὰς ἐπερωτήσεις τοῦ κ. Δραγούμη, τὰς ἀναγομένας εἰς τὸ Τριανταφυλλίδειον κληροδότημα. Ὑποβάλλω σχέδιον νόμου, δι’ οὗ λαμβάνεται πρόνοια περὶ τῶν ἐκ πυρκαϊᾶς κλπ. καταστραφέντων βιβλίων ὑποθηκῶν, μεταγραφῶν κλπ. ἐν τῇ Θεσσαλίᾳ καὶ ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Σάμης.

§63ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 157).

§64ΑΛΕΞ. Θ. ΖΑΙΜΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Καταθέτω πίνακα τῆς διαχειρίσεως τοῦ κεφαλαίου Εʹ, «ἔκτακτοι ἀποστολαὶ», τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς χρήσεως τοῦ 1901, ζητηθέντα παρὰ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Γόρτυνος.

§65Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ ἐπανέλθω εἰς ζήτημα, ὅπερ συνεζητήθη· διότι ἢ ἐγὼ δὲν ἐξηγήθην ἀρκούντως, ἢ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ἐλησμόνησε τὴν αἴτησιν, τὴν ὁποίαν τοῦ ἔκαμα. Ὑπάρχει διάταξις νόμου, ὑποχρεοῦσα τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ φέρῃ τὴν δήλωσιν, ἣν ἔφερε, τῶν 2,200,000 δρ. περίπου. Μοὶ ἐφάνη κάπως ἄτακτος ἡ δήλωσις αὕτη, ἑπομένως καὶ ἡ προϋπάρχουσα διάταξις ἐν τῷ νόμῳ· διότι, ὅταν ἐπιρρίπτωμεν εἰς μίαν χρῆσιν δαπάνην, ἥτις ἐγένετο προηγουμένως, ἀλλ’ ἥτις δὲν δύναται νὰ πληρωθῇ ἐκ τῶν ἐσόδων τῆς χρήσεως ταύτης, πράττομέν τι εἰκονικόν, πράττομέν τι, τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι σύμφωνον μὲ τὰς ὑγιεῖς ἀρχὰς τῆς διαχειρίσεως τῶν οἰκονομικῶν ἑνὸς Κράτους. Ἂν τὸ 1897 εἶχε περίσσευμα, διὰ τοῦ ὁποίου νὰ πληρωθῇ τὸ ποσὸν τοῦτο, ἡ ἀναγραφὴ αὐτοῦ εἰς τὴν χρῆσιν τοῦ 1897 θὰ ἦτο κανονικὴ, οὐχὶ πλέον διὰ δηλώσεως, ὡς ἀτάκτως γίνεται, ἀλλὰ διὰ συμπληρωματικῆς πιστώσεως, καθὼς διατάσσει ὁ καταστατικὸς νόμος περὶ δημοσίου λογιστικοῦ. Ἐπανέρχομαι εἰς τὴν ἀνάπτυξιν, συντόμως πάντοτε, τοῦ ζητήματος τούτου. Ὅπως καὶ ἐγὼ, ποιούμενος τὴν ἐπερώτησιν ταύτην, εἶπον καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς εἶπεν, ἡ χρῆσις τοῦ ἔτους 1897 ἐπωφελήθη ἑνὸς ὑπολοίπου τοῦ δανείου τῶν 150,000,000 πρὸς κάλυψιν τῶν ἐλλειμμάτων αὐτῆς. Τὸ δάνειον τοῦτο συνωμολογήθη πρὸς τρεῖς σκοποὺς, ὧν ὁ τρίτος ἦτο ἡ πλήρωσις τοῦ ἐλλείμματος τοῦ 1897. Ἡ χρῆσις τοῦ 1897 ἔκλεισεν. Ἄτακτον λοιπὸν εἶναι νὰ ἐγγράψωμεν τὴν πίστωσιν εἰς τὴν χρῆσιν ταύτην. Ἔχομεν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ κεφάλαιον δαπάνης διὰ κεκλεισμένας χρήσεις· ὅλαι δὲ αἱ δαπάναι τῶν κεκλεισμένων χρήσεων πληρώνονται ἐκ τῆς τρεχούσης χρήσεως, καὶ ἡ πληρωμὴ αὐτῶν βαρύνει τὸ κεφάλαιον τοῦτο ἑκάστης τρεχούσης χρήσεως. Ἐνταῦθα ἐγένετό τι ἄτακτον· ἐγένετο διὰ νόμου, ἀλλὰ τοῦτο δὲν ἐμποδίζει νὰ ἦναι ἄτακτον. Διὰ τοῦτο ἠρώτησα τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, πόθεν θὰ πληρώσῃ τὸ ποσὸν τοῦτο· θὰ τὸ πληρώσῃ ἐξ ἐσόδων τοῦ 1897; δὲν εἶναι δυνατόν. Θὰ τὸ πληρώσῃ ἐκ τοῦ τρεχουμένου λογαριασμοῦ τοῦ Δημοσίου μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης; νὰ μᾶς εἴπῃ τοῦτο. Ἀλλὰ τότε ἐκ τοῦ τρεχουμένου, οὐχὶ ἐκ τοῦ λογαριασμοῦ τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Ἀλλ’ ὁ τρεχούμενος αὐτὸς λογαριασμὸς δὲν δύναται νὰ χρησιμεύσῃ εἰς πληρωμὰς τακτικὰς τοῦ Κράτους διὰ πιστώσεως ἀτάκτου. Δύναται νὰ χρησιμεύσῃ πρὸς πληρωμὴν ὀφειλῶν τοῦ Δημοσίου πληρωνομένων ἐκ τῶν λογαριασμῶν τῆς γενικῆς ληψοδοσίας, δύναται νὰ χρησιμεύσῃ πρὸς κάλυψιν ἐλλείμματος τρεχούσης χρήσεως, ἀλλὰ δὲν δύναται νὰ χρησιμεύσῃ πρὸς πληρωμὴν δαπανῶν, αἱ ὁποῖαι δὲν εἶναι τακτικαί. Ἐνόμιζον, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὁ ὁποῖος καὶ ἄλλοτε τοιαύτας ἐγγραφὰς εἰκονικὰς κατέκρινεν, ἤθελεν ἐξακολουθεῖ νὰ ἔχῃ τὴν ἰδέαν ταύτην, καὶ ἐπὶ τῇ πεποιθήσει ταύτῃ τὸν ἠρώτησα, πόθεν θὰ πληρωθῇ τὸ ποσὸν τῆς πιστώσεως ταύτης, καὶ ἐζήτησα νὰ μᾶς φέρῃ σημείωσιν, πῶς διετέθη τὸ ὑπόλοιπον τοῦ δανείου τῶν 150,000,000, καὶ ἐὰν ἐκ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν διετέθη, ἔμεινε περίσσευμα, τὸ ὁποῖον ἀνήκει εἰς τὴν χρῆσιν τοῦ 1897. Πιστεύω, ὅτι θὰ μᾶς φέρῃ τὸ σημείωμα αὐτό, διὰ νὰ ἴδωμεν, τί ποσὸν ἐκ τοῦ δανείου τοῦ 1897 ἐχρησιμοποιήθη διὰ τὸ ἔλλειμμα τοῦ 1897· διότι ναὶ μὲν ἐν τῇ ἐκθέσει τῆς Διεθνοῦς Ἐπιτροπῆς ὑπάρχει τὸ σύνολον τοῦ ποσοῦ, ἀλλὰ δὲν ὑπάρχουσιν ἐκεῖ αἱ λεπτομέρειαι. Ὅταν δὲ μᾶς φέρῃ τὸ σημείωμα αὐτό, θὰ ἴδωμεν πόσον ἐπληρώθη, καὶ ἂν αὐτὸ ἐπληρώθη ἐξ ἐσόδου ἀνήκοντος εἰς τὸ 1897. Νομίζω ὅτι εἶναι κανονικὸν νὰ τροποποιηθῇ ἡ διάταξις τοῦ νόμου, ἡ ὁποία καθιερώνει τοιαύτην εἰκονικὴν ἐγγραφήν, καὶ καθιερώνει ἀρχὴν, ἡ ὁποία βεβαίως εἶναι κακὴ διὰ τὴν διαχείρισιν τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν, καὶ νὰ ἀναγραφῇ ἡ πληρωμὴ αὕτη, ὅπως ἀναγράφονται ὅλαι αἱ πληρωμαὶ τῶν κεκλεισμένων χρήσεων, εἰς τὴν κανονικὴν μερίδα, τὴν ὁποίαν κανονίζει ὁ λογιστικὸς ἡμῶν νόμος καὶ ὁ Προϋπολογισμός. Δὲν εἶναι ἐπωφελές, ἀπ’ ἐναντίας εἶναι ὀλέθριον διὰ τὴν διαχείρισιν τῶν οἰκονομικῶν, ὅταν ἐρχώμεθα, εἴτε διὰ νόμου, εἴτε διὰ δηλώσεων, νὰ ἀνατρέψωμεν τὰς θεμελιώδεις βάσεις τοῦ λογιστικοῦ νόμου, ὅπως ἐπιρρίψωμεν εἰς παρελθούσας χρήσεις, ἢ εἰς ἄλλας ἀναγραφὰς, δαπάνας, αἵτινες βαρύνουσι τρεχούσας χρήσεις. Τοῦτο εἶπον, καὶ ἐλπίζω, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἀντελήφθη τῆς ἐννοίας τῆς ἐρωτήσεώς μου, καὶ θὰ εὐαρεστηθῇ νὰ μᾶς φέρῃ τὸν πίνακα τοῦτον.

§66Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Οἱ κύριοι Ὑπουργοί, δίδοντες πληροφορίας ἐπὶ ἐπερωτήσεων, αἵτινες προετάθησαν αὐτοῖς, ἀποφεύγουσι μετὰ λόγου νὰ ἐκθέσωσι τὰς πληροφορίας προφορικῶς, ἀλλὰ μεταδίδουσιν αὐτὰς δι’ ἑνὸς σημειώματος, τὸ ὁποῖον καταθέτουσι. Δὲν ἐπικρίνω τοῦτο, ὁσάκις ἦναι δύσκολον νὰ ἐκθέσῃ τις προφορικῶς ὑπόθεσιν μακρὰν καὶ περίπλοκον. Ἀλλὰ τὰ σημειώματα ταῦτα, κατατιθέμενα ἅπαξ, εἶναι ἔγγραφα ἀνήκοντα εἰς τὸ Γραφεῖον τῆς Βουλῆς. Λέγω τοῦτο, διότι ἐζήτησα, ἀλλὰ δὲν ἔλαβον τὸ σημείωμα, τὸ ὁποῖον κατέθηκεν ὁ πρώην Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἐπὶ ἐπερωτήσεως, ἥτις ἐγένετο αὐτῷ περὶ τῶν συμβάντων τῆς 8 Νοεμβρίου κατὰ τὴν ὁδὸν Κοραῆ, ἵνα συμπληρώσω δι’ αὐτοῦ κενόν, τὸ ὁποῖον τὰ στενογραφήματα ἔχουσι, διότι ὁ στενογράφος, ἀντὶ νὰ ἀναγράψῃ ἐν τοῖς στενογραφήμασι τὰ ἀναγινωσκόμενα κείμενα, γράφει μόνον τὴν λέξιν «ἀναγινώσκει», καὶ ἀφίνει κενὸν, ἵνα πληρωθῇ διὰ τῆς μεταγραφῆς τοῦ ἀναγνωσθέντος κειμένου ὑπὸ τοῦ ἀγορεύσαντος. Τὸ σημείωμα λοιπὸν τοῦτο οὐδαμοῦ ἀνεῦρον. Παρακαλῶ λοιπὸν νὰ εὑρεθῇ καὶ μοὶ ἀποσταλῇ. Εὐχαριστῶ τοὺς κυρίους Ὑπουργοὺς διὰ τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας μοὶ ἔδωκαν ἐπὶ τῶν ἐπερωτήσεων, τὰς ὁποίας εἶχον ὑποβάλει, ἀλλὰ παρακαλῶ νὰ μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ τοῖς ὑπομνήσω ἐπερώτησιν, τὴν ὁποίαν ἔχω ἀπευθύνει πρὸς τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, δι’ ἧς παρεκάλουν αὐτὸν νὰ ἀνακοινώσῃ εἰς τὴν Βουλὴν, ἂν ἔλαβεν ἐκθέσεις τῶν νομαρχῶν περὶ τῶν γενομένων μεταναστεύσεων, καὶ νὰ καταθέσῃ αὐτὰς, ἢ, ἂν δὲν ἔλαβε τοιαύτας, νὰ ζητήσῃ λόγον παρὰ τῶν νομαρχῶν, πῶς τοιοῦτον συμβεβηκὸς παρέλιπον νὰ ἀναφέρωσιν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον. Ὡσαύτως παρεκάλεσα τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ δώσῃ πληροφορίας περὶ τῆς ὀργανικῆς δυνάμεως τῶν λόχων, τῶν ταγμάτων καὶ συνταγμάτων τοῦ πεζικοῦ, τῶν πυροβολαρχιῶν καὶ τῶν ἰλῶν τοῦ ἱππικοῦ, καὶ τῆς ἐνεστώσης δυνάμεως αὐτῶν.

§67Γ. ΚΟΡΠΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Τὰς κατέθεσα πρὸ ἡμερῶν.

§68Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε, νὰ διατάξητε νὰ μὴ δοθῶσιν. Ἐπίσης παρεκάλεσα τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ καταθέσῃ πίνακα τῶν καθ’ ἕκαστον δαπανῶν τῶν δι’ ἔξοδα τῆς ὑπηρεσίας τῶν ἀστυνομιῶν κατὰ τὸ 1891, καὶ τῶν διαφόρων ἐξόδων τῶν ἀστυνομιῶν, διότι ταῦτα ἀνῆλθον εἰς 177,000 δραχμάς. Προσέτι παρεκάλεσα τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν πίνακα ἐμφαίνοντα, πόσαι καταγγελίαι κατὰ ἀστυνομικῶν ὀργάνων ἐπεδόθησαν αʹ) ἐπὶ παρανόμῳ κρατήσει, βʹ) ἐπὶ βιαιοπραγίαις κατὰ προσώπων, γʹ) ἐπὶ ζημίαις διαπραχθείσις διὰ καταστροφῆς προϊόντων ἀποτεταμιευμένων, διὰ θραύσεως ἢ ἀφαιρέσεως σκευῶν καὶ ἐπίπλων, καὶ δι’ ἁρπαγῆς κτηνῶν γεωργικῶν, ποιμενικῶν ἢ οἰκιακῶν, δʹ) ἐπὶ ἐκβιάσει. Προσέτι πόσαι καταγγελίαι καὶ πότε ὑπεβλήθησαν εἰς τοὺς Εἰσαγγελεῖς, καὶ εἰς ποίας προέβησαν οὗτοι πράξεις. Ἐνετείλαντο ἀνάκρισιν; Πότε; Εἰς ποῖον σημεῖον προήχθησαν αἱ ἐνέργειαι τῆς ἀνακρίσεως; Δὲν ἐνετείλαντο ἀνάκρισιν τοιαύτην; Διατί; Προσέτι προέβαλον ἐπερώτησιν, νὰ κατατεθῇ εἰς τὴν Βουλὴν λεπτομερὴς ἔκθεσις τῶν ἐν τῷ Θριασίῳ πεδίῳ ὑδραυλικῶν ἐργασιῶν, καὶ προσέτι νὰ δηλωθῇ αʹ) τὸ δαπανηθὲν ποσὸν μέχρις Ἰανουαρίου 1902, βʹ) τὸ προϋπολογιζόμενον ὡς ἀναγκαῖον διὰ τὸ ἔργον ποσόν, καὶ γʹ) τὸ ποσὸν τοῦ ποσίμου ὕδατος, τὸ ὁποῖον ἀνεκαλύφθη βεβαίως μέχρι τῆς 31 Δεκεμβρίου 1901. Μετὰ τὰς ὑπομνήσεις ταύτας καταθέτω καὶ ἐπερωτήσεις τινάς. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἀνεκοίνωσεν, ὅτι τὸ Στρατοδικεῖον ἐκήρυξεν ἀθῶον τὸν ἀστυνομεύοντα ἐν τῷ δήμῳ Ἀγραίων. Παρακαλῶ τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, ἂν ὑπεβλήθη καταγγελία τις κατὰ τοῦ ἀστυνόμου αὐτοῦ ἐνώπιον τοῦ Εἰσαγγελέως, καὶ τί ὁ Εἰσαγγελεὺς ἐνήργησε. Προσέτι παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ ἀνακοινώσῃ εἰς τὴν Βουλὴν, ἂν ἔλαβε μέτρον τι, συνεπείᾳ τοῦ ὁποίου δὲν εἶναι πλέον δεκταὶ αἱ αἰτήσεις πρὸς σύστασιν φαρμακεμπορείων ἐν ἐκείναις ταῖς πόλεσι καὶ κώμαις, ἐν αἷς δὲν ὑπάρχουσι φαρμακεῖα. Προσέτι τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης παρακαλῶ νὰ καταθέσῃ πίνακα, δηλοῦντα τοὺς εἰρηνοδίκας, οἱ ὁποῖοι διωρίσθησαν καὶ διῆλθον διὰ τοῦ Εἰρηνοδικείου τοῦ δήμου Ἀγραίων κατὰ τὸ 1899 καὶ κατὰ τὸ 1900, ὡς ἐπίσης καὶ τῶν γραμματέων τοῦ εἰρημένου Εἰρηνοδικείου. Νὰ κατατεθῶσι πρὸς τούτοις τὰ πρὸς διορισμὸν καὶ μετάθεσιν αὐτῶν Β. Διατάγματα. Πλὴν τούτου ἔλαβον τηλεγράφημα ἀπὸ πολίτην ἐπιστήμονα, γνωστόν, τὸν κ. Βρασίδαν Δημᾶκον, κατοικοῦντα ἐν Φιλιατροῖς, ἄνθρωπον διακρινόμενον ἐν τῇ κοινωνίᾳ, ἐν ᾗ ζῇ, διὰ τοῦ ὁποίου μοὶ ἀναγγέλλει, ὅτι ὁ ἀστυνόμος Βαρδουλάκης (ἀναγινώσκει): «περιήγαγεν εἰς ἀξιοθρήνητον κατάστασιν τὴν ἀγροτικὴν καὶ ἀστικὴν ἀσφάλειαν, ἤρξατο δ’ εἰς ἐπίμετρον δέρων καὶ προσωποκρατῶν ἄνευ ἐντάλματος τοὺς πολίτας. Χθὲς ἐν μέσῃ ἀγορᾷ, πρὸς κοινὴν ἀγανάκτησιν, ἐπετέθη ἀγρίως κατὰ τοῦ Ἰωάννου Καζάκη, καὶ μετὰ κουστωδίας ἀστυφυλάκων ὡδήγησεν αὐτὸν εἰς τὸ κρατητήριον, σήμερον δὲ δέσας αὐτὸν ὡδήγησε πομπωδῶς εἰς Κυπαρισσίαν ἐνώπιον τοῦ Εἰσαγγελέως. — Ζητοῦμεν ἀποτελεσματικὴν ὑμῶν προστασίαν. Ὑψώσατε φωνήν. Ἐπίκειται διατάραξις δημοσίας ἀσφαλείας.»

§69Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Πρὸς ὅσα εἶπεν ὁ σεβαστὸς ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς ἔχω νὰ προσθέσω καὶ ἐγώ, ὅτι βραδέως προσκομίζονται ἔγγραφα ἀναγόμενα εἰς ἐπερωτήσεις, αἱ ὁποῖαι πρὸ πολλῶν ἡμερῶν ἐγένοντο, ἀλλὰ καὶ καθυστεροῦσι πλῆθος τοιούτων. Οὕτως ἔχω ζητήσει ἀπὸ διαφόρους Ὑπουργοὺς διάφορα ἔγγραφα καὶ πληροφορίας, ἐκ τῶν ὁποίων προσεκομίσθησαν μόνον μία παρὰ τοῦ κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργοῦ, καὶ ἑτέρα παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν σήμερον. Οὐδεμία ἄλλη πληροφορία μοὶ ἐδόθη, καίτοι τὰς πληροφορίας ταύτας ἐζήτησα ἀπὸ τῆς 6 καὶ 7 Φεβρουαρίου. Θὰ παρακαλέσω τοὺς κυρίους Ὑπουργούς, ὑπομιμνήσκων αὐτοῖς τὰς ἐπερωτήσεις μου ἐκείνας, ὅπως σπεύσωσι νὰ καταθέσωσι τὰ αἰτούμενα ἔγγραφα. Ἐγὼ βεβαίως ἠδυνάμην νὰ ἀρχίσω τῆς συζητήσεως τῶν θεμάτων τούτων καὶ ἄνευ τῶν ἐγγράφων, τὰ ὁποῖα ἐπρόκειτο νὰ καταθέσωσιν οἱ κύριοι Ὑπουργοί, διότι ἔχω τὰς πληροφορίας ταύτας, ἀλλ’ ἐπεθύμουν ἡ συζήτησις αὕτη νὰ ἔχῃ τὸ κῦρος τῶν ἐπισήμων ἐγγράφων, καὶ διὰ τοῦτο, ὡς βλέπετε, πρὸ ἑνὸς καὶ ἡμίσεως περίπου μηνὸς ὑπέβαλον τὰς ἐπερωτήσεις μου ἐγγράφως, καὶ παρεκάλεσα ἔκτοτε τοὺς κυρίους Ὑπουργοὺς νὰ μοὶ παράσχωσι τὰς πληροφορίας ταύτας. Τὴν ἕκτην Φεβρουαρίου εἶχον ἀπευθύνει πρὸς τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης τὴν ἀκόλουθον ἐπερώτησιν: «Παρακαλῶ νὰ καταθέσῃ πίνακα, ἐξ οὗ νὰ ἐμφαίνηται πόσαι καταγγελίαι ἐγένοντο ἐναντίον τῶν ἀστυνομικῶν ὀργάνων, πόσαι τούτων εἰσήχθησαν, καὶ πόσαι ἀποφάσεις ἐξηνέχθησαν ἐναντίον αὐτῶν». Ἐπίσης εἶχον ζητήσει νὰ κατατεθῇ δικογραφία ἀφορῶσα τὸν ἀστυνόμον Παξῶν, περὶ τοῦ ὁποίου ὡμίλησα ἄλλοτε ἐν τῇ Βουλῇ. Ὁ τότε Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἔσπευσε νὰ μὲ διαβεβαιώσῃ, ὅτι τηλεγραφικῶς ἐζήτησε τὴν δικογραφίαν, καὶ ὅτι ἐπρόκειτο νὰ τὴν ὑποβάλῃ· ἀλλ’ ἐπῆλθεν ἡ παραίτησις αὐτοῦ, καὶ ἔκτοτε οὐδεμία δικογραφία κατετέθη. Ἐπίσης εἶχον ζητήσει παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν «νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, ἐκ τίνος αἰτίας ἐκλήθησαν οἱ εἰς φόρον οἰκοδομῶν ὑποκείμενοι πολῖται νὰ πληρώσωσιν ἐντὸς δέκα μηνῶν φόρους τριῶν ἐτῶν· καὶ οὕτως ἐπλήρωσαν τὸν Μάϊον τοῦ 1900 τὸν φόρον τῶν οἰκιῶν, ἀποθηκῶν καὶ καταστημάτων τοῦ ἔτους 1899, τὸν Δεκέμβριον τοῦ 1900 καὶ τὸν Ἰανουάριον τοῦ 1901 τὸν φόρον τοῦ 1900, καὶ τὸν Μάρτιον τοῦ 1901 τὸν φόρον τοῦ 1901.» Δεύτερον εἶχον παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν «νὰ καταθέσῃ τὸ κείμενον τῶν ὑπ’ ἀριθ. 15 καὶ 66 ἐγκυκλίων τοῦ Ὑπουργείου περὶ τῶν πράξεων τῶν Δημοτικῶν Συμβουλίων, δι’ ὧν ἀπηγορεύθη ἡ ποιμνιοβοσκὴ ἐν ὡρισμέναις περιφερείαις, τὴν γνωμοδότησιν τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου, ἧς γίνεται μνεία ἐν τῇ ἑτέρᾳ τῶν δύο τούτων ἐγκυκλίων, καὶ τέλος τὴν ἐγκύκλιον, ἣν μετὰ ταῦτα ἐξέδοτο τὸ Ὑπουργεῖον, διατάξαν τὰ ἀντίθετα τῶν διὰ τῶν προηγουμένων ἐγκυκλίων διαταχθέντων». Εἶναι καὶ αὐτὴ οὐσιώδης ἐπερώτησις, ἡ ὁποία ἀφορᾷ παραδόξους καὶ παραλόγους διαταγὰς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν.

§70Φ. ΝΕΓΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Τὴν ἐπερώτησιν ταύτην δὲν ἔλαβον.

§71Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Τότε θὰ παρακαλέσω τὸ Γραφεῖον τῆς Βουλῆς νὰ λαμβάνῃ ὑπ’ ὄψιν τὰς δημοσιευομένας ἐν τοῖς πρακτικοῖς ἐπερωτήσεις τῶν Βουλευτῶν, καὶ ν’ ἀποστέλλῃ ἐγκαίρως ταύτας εἰς τοὺς κυρίους Ὑπουργοὺς, ὅπως ἐγκαίρως δίδωσιν οὗτοι τὰς πληροφορίας.

§72Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Ἔχετε τὴν καλωσύνην νὰ ὁρίσητε τὴν συνεδρίασιν;

§73Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Τῆς 7 Φεβρουαρίου.

§74ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ Γραφεῖον τῆς Βουλῆς, κύριε συνάδελφε, πέμπει τακτικῶς τὰς ἐπερωτήσεις πρὸς τοὺς κ. Ὑπουργοὺς, καὶ λαμβάνει ἀποδείξεις παραλαβῆς.

§75Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς λέγει, ὅτι δὲν ἔλαβε τὴν ἐπερώτησιν ταύτην.

§76ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ λάθος ἀνήκει εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου, δὲν ἀνήκει εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῆς Βουλῆς.

§77Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ἐπίσης πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν ὑπέβαλον ἑτέρας ἐπερωτήσεις, τὰς ὁποίας εὑρίσκουσιν οἱ ἀξιότιμοι κύριοι Ὑπουργοὶ ἐντὸς τῶν πρακτικῶν, καὶ παρακαλῶ αὐτοὺς νὰ σπεύσωσι νὰ καταθέσωσι τὰς ἀπαντήσεις αὐτῶν, διότι, καὶ ἂν δὲν τὰς καταθέσωσι, θὰ εὑρεθῶ εἰς τὴν ἀνάγκην, ἐπὶ τῶν ἰδίων ἐμοῦ πληροφοριῶν στηριζόμενος καὶ ἐπὶ τῶν ἐγγράφων, τὰ ὁποῖα κατέχω, νὰ ἄρξωμαι τῆς συζητήσεως, ὅπερ θὰ ἦναι ἄτοπον καὶ ὄχι συμφέρον εἰς τὴν συζήτησιν, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν οὐδὲ παράπονα νὰ ἐκφράσωσιν ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει οἱ κύριοι Ὑπουργοί, ὅτι δὲν ἔχω ἀκριβῆ στοιχεῖα, ἀφοῦ τὰ στοιχεῖα ταῦτα αὐτοὶ ὤφειλον νὰ προσκομίσωσιν εἰς τὴν Βουλήν, καὶ δὲν τὰ προσεκόμισαν. Παρεκάλεσα τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, εἰς ποίας ἐνεργείας προέβη ἡ ἁρμοδία Εἰσαγγελία κατὰ τοῦ ἐν τῷ δήμῳ Τροπαίων ἀστυνόμου διὰ τὴν κατὰ τὴν 10 Σεπτεμβρίου σύλληψιν τοῦ μείρακος Χαρ. Γ. Κανοικεροῦ ὡς ζωοκλέπτου, τὸν ὁποῖον ἐκράτησεν εἰς τὰς φυλακὰς ἑπτὰ ἡμέρας, δέρων αὐτὸν καθ’ ἑκάστην, εἶτα δὲ ἀπέλυσεν αὐτόν. Τὸ ζήτημα αὐτὸ εὑρίσκω πολὺ οὐσιωδέστερον πολλῶν ἄλλων ζητημάτων, τὰ ὁποῖα φέρονται εἰς τὴν Βουλήν· διότι τὸ νὰ συλλαμβάνῃ εἷς ἀστυνόμος ἓν μειράκιον, νὰ τὸ δέρῃ ἀνηλεῶς, νὰ τὸ κρατῇ ἐπὶ 8 ἡμέρας, ἐπὶ τῇ ὑπονοίᾳ ὅτι εἶναι ζωοκλέπτης, νομίζω, ὅτι εἶναι ἔγκλημα, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ ἐφελκύσῃ τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Λέγω ταῦτα, διότι πρέπει ἐπὶ τέλους νὰ ληφθῇ ἓν μέτρον διὰ τοὺς ἀστυνόμους αὐτούς. Πρέπει νὰ καταγγελθῶσι μερικοὶ ἐξ αὐτῶν πρὸς παραδειγματισμὸν, καὶ ἂν δὲν καταγγελθῶσι σήμερον, ἐλπίζω ὅτι θὰ ἔλθῃ ἡμέρα, κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ δώσωσι λόγον τῶν πράξεων αὐτῶν. Ἐπίσης παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, τί ἔπραξε διὰ τὸν τραυματισμὸν τοῦ ἐκ Καλλιανίου γέροντος Χρήστου Δουβίκα, τὸν ὁποῖον διὰ ξιφολόγχης διέτρησεν ὁ ἀστυνόμος, διότι ἐτόλμησε νὰ παρατηρήσῃ ὁ ἄνθρωπος, ὅτι συλληφθέντα ζῷα αὐτοῦ δὲν συνελήφθησαν ἐντὸς τῶν ἀμπέλων, ἀλλὰ συνελήφθησαν ἐκτὸς τούτων. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ προσκομίσῃ τὰ στοιχεῖα τῆς ὑποθέσεως ταύτης. Ἐπίσης δὲ, διατὶ ὁ αὐτὸς ἀστυνόμος ἔδεσε τὸν υἱὸν τοῦ τραυματισθέντος Ἰωάννην καὶ ἀπέστειλεν αὐτόν, ὡς δῆθεν ἀντιστάντα κατὰ τῆς ἀρχῆς, εἰς Τρίπολιν, ὅπου ὁ Εἰσαγγελεὺς ἀπέλυσεν αὐτόν. Τί ἐγένετο τέλος πάντων περὶ τοῦ ἀστυνόμου, τοῦ τοσαῦτα καὶ τηλικαῦτα διαπράττοντος ἐν τῇ περιφερείᾳ αὐτοῦ; Ἐπίσης διὰ τὴν σύλληψιν τοῦ Γ. Τσέρμπα, ὡς ζωοκλέπτου καὶ αὐτοῦ συλληφθέντος κατὰ τὴν 13 Σεπτεμβρίου, τὸν ὁποῖον δὲν ἔστειλεν εἰς τὴν Εἰσαγγελίαν, ἀλλὰ ἐκράτησεν ἐν τῇ φυλακῇ ἐπὶ 17 ἡμέρας, ὅπου ἀνὰ πᾶσαν πρωΐαν ἐνόμιζε πρέπον καὶ καθῆκόν του νὰ δέρῃ αὐτὸν ἀνηλεῶς. Ἐπίσης διὰ τὸν ἐπὶ τρεῖς ἡμέρας δερόμενον πολίτην ἐξ Ἀλβανίτσης Νικόλαον Κομπιτσούλην. Ἐπίσης διὰ τὴν ἀπὸ 14–19 Σεπτεμβρίου κατακράτησιν ἐν ταῖς φυλακαῖς τῶν πολιτῶν Γ. Βεργώνη καὶ Δ. Καπογιάννη. Παρακαλῶ δὲ, ἐπειδὴ αἱ πληροφορίαι αὗται ἀφορῶσιν ἓν καὶ τὸ αὐτὸ πρόσωπον, εἶναι δηλαδὴ πράξεις συναφεῖς, ἐνεργηθεῖσαι παρ’ ἑνὸς καὶ τοῦ αὐτοῦ ἀστυνόμου ἐντὸς ὀλίγων ἡμερῶν, νὰ ὑποβληθῶσιν ἅπασαι ὁμοῦ.

§78Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ποῦ ἐγένοντο αὐτά;

§79Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Εἰς τὸν δῆμον Τροπαίων· ἐκεῖ ἔστησεν ὁ ἀστυνόμος οὗτος τὰ τρόπαιά του! Ἐζήτησα τοιαύτας πληροφορίας, διότι ἤθελον νὰ σχηματίσω ἓν κομβολόγιον τῶν πράξεων, αἱ ὁποῖαι διαπράττονται παρὰ τῶν ἀστυνομικῶν ὀργάνων, διότι εἶχον ἴδει πολλὰ τοιαῦτα εἰς τὴν ἐπαρχίαν μου, καὶ ἤθελον νὰ ἴδω, ἂν γίνωνται καὶ εἰς ἄλλας ἐπαρχίας, καὶ ἴδωμεν μήπως εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξεγερθῇ ἐπὶ τέλους ὁ ὑφιστάμενος τὸ μαρτυρολόγιον τοῦτο λαός. Ἐνθυμοῦμαι μάλιστα, ὅτι κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, καθ’ ἣν ἀνεγράφοντο τὰ τερατώδη ταῦτα ἐγκλήματα εἰς τὰς ἐφημερίδας, ὁ ἀξιότιμος φίλος μου βουλευτὴς Ἑρμιονίδος κ. Ρέπουλης καὶ ὁ ἀξιότιμος φίλος μου νῦν Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας κύριος Μομφερρᾶτος, ἐγὼ καί τινες ἄλλοι, μεταξὺ τῶν ὁποίων, νομίζω, καὶ ὁ κ. Μπακόπουλος, ἐπρόκειτο νὰ καλέσωμεν τὸν λαὸν εἰς συλλαλητήριον, διὰ νὰ ἐξεγείρωμεν αὐτὸν ἐναντίον τῶν κακουργιῶν ἐκείνων, αἱ ὁποῖαι διεπράττοντο ὑπὸ τῶν ἀστυνομικῶν ὀργάνων· ἀλλὰ τὸ πρᾶγμα τότε παρῆλθε· μᾶς ἐδόθησαν πληροφορίαι, ὅτι οἱ ἀστυνόμοι αὐτοὶ ἐπρόκειτο νὰ μετατεθῶσιν ἢ καταδιωχθῶσι, καὶ οὕτως ἀνεβλήθη τὸ συλλαλητήριον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον δὲν θὰ εἶχε παντάπασι κομματικὸν χαρακτῆρα, οὐδὲ ἐπρόκειτο νὰ μεμφθῇ τὴν Κυβέρνησιν, διότι εἰς τὸ συλλαλητήριον τοῦτο ἐπρόκειτο νὰ λάβωσι μέρος, ὡς εἶπον, ὁ κ. Ρέπουλης, ὁ κ. Μομφερρᾶτος, ὁ κ. Μπακόπουλος καὶ ἐγὼ, ἤτοι Βουλευταὶ ἐξ ὅλων τῶν μερίδων. Ἀλλ’ οἱ ἀστυνόμοι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι διέπραξαν τὰ ἐγκλήματα ταῦτα, παρ’ ὅλας τὰς διαβεβαιώσεις τῶν ἁρμοδίων ἀρχῶν, ἐξακολουθοῦσι μένοντες ἀνενόχλητοι εἰς τὰς ἀστυνομικάς των περιφερείας καὶ συμπληροῦντες τὸ εὐάρεστον αὐτῶν ἔργον. Ἐπίσης παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, ἐὰν διετάχθησαν ἀνακρίσεις κατὰ τοῦ ἐν τῷ δήμῳ Τροπαίων ἀστυνόμου Λαγκούρα, ὅστις κατὰ τὴν 26 Ὀκτωβρίου ἔστησεν ἐνέδραν ἐκ χωροφυλάκων πρὸ τῆς οἰκίας τοῦ πολίτου Χηνιάδου, ὁπλίσας αὐτοὺς διὰ περιστρόφων, ὅπως πυροβολήσωσι κατὰ τοῦ πολίτου αὐτοῦ, ὅταν θὰ διήρχετο· ἀλλ’ οἱ χωροφύλακες, ἀστοχήσαντες, ἢ ἐκλαβόντες ἄλλον πολίτην ὡς τὸν Χηνιάδην, τὸν Μιχαὴλ Δενῆν, ἐπυροβόλησαν κατ’ αὐτοῦ καὶ βαρέως τὸν ἐτραυμάτισαν. Καὶ διὰ τὴν πρᾶξιν ταύτην οὐδὲν ἐγένετο! Οἱ πολῖται ἔβλεπον μετ’ ἀπαθείας τὰ γενόμενα, καὶ ἡ δικαστικὴ ἀρχὴ ἴσως ἐμειδία, διότι τόσον συνετέλει ὑπὲρ τῆς δημοσίας ἀσφαλείας ὁ ἰδιόρρυθμος αὐτὸς ἀστυνόμος! Αὐτὰ, κύριε Πρόεδρε, ἀφορῶσιν εἰς τὴν ἐνέργειαν ἀστυνομικῶν ὀργάνων, καὶ ἐπειδὴ πολλάκις ἦλθεν ἐνταῦθα τὸ ζήτημα τῆς δημοσίας ἀσφαλείας, παρακαλῶ νὰ προσκομισθῶσιν αἱ πληροφορίαι αὗται, ἵνα γείνῃ συζήτησις, καὶ ἐλπίζω, ὅτι ἐκ τῆς γενησομένης συζητήσεως ἐν τῇ Βουλῇ κἄτι ἀγαθὸν θὰ προκύψῃ, θὰ προκύψῃ δηλαδὴ, ὅτι θὰ ἐκτοπισθῶσιν οἱ ἀστυνόμοι ἐκεῖνοι, πιθανῶς καὶ θὰ ἀπολυθῶσι, διότι, ἐὰν ἐκτοπισθῶσιν ἐκ τοῦ δήμου Τροπαίων καὶ ἔλθωσιν εἴς τινα δῆμον τῆς ὑμετέρας ἐπαρχίας, κύριε Πρόεδρε, βεβαίως δὲν θὰ εὐχαριστηθῆτε...

§80Α. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς ἡμᾶς θὰ ἦναι χειρότερον.

§81Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Βεβαίως θὰ ἦναι χειρότερον, ἐὰν μετατεθῶσιν εἰς τὴν Αἰγιάλειαν. Λοιπὸν εἶναι δυνατὸν ἐκ τοιούτων συζητήσεων νὰ προέλθῃ τὸ καλὸν, ὅτι θὰ ἐκδιωχθῶσιν ἐκ τῆς ἀστυνομίας ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι δὲν φαίνονται πολὺ ἁρμόδιοι νὰ διαχειρίζωνται τὴν ἀρχὴν ταύτην. Οὕτως εἴδομεν, ὅτι ἐκ τῆς προχθεσινῆς συζητήσεως θὰ προκύψῃ καί τι καλὸν, δηλαδὴ ὁ περίφημος ἐκεῖνος ἀστυνόμος, ὁ ὁποῖος, ὡς εἴδετε, ὅταν εὑρίσκετο πρὸ τῶν ὅπλων τῶν φυγοδίκων, δὲν εἶχεν οὐδὲ τὴν ἀνδρείαν, ὡς ἔλεγεν ὁ ἐνεργήσας τὰς ἀνακρίσεις ταγματάρχης, ἡ ὁποία γεννᾶται εἰς τὰ στήθη τῶν γυναικῶν, ἐν τούτοις τὸν ἑβδομηκοντούτην γέροντα συνέλαβε, τὸν ἔδειρε, καὶ τὸν ἐξέθηκεν εἶτα εἰς τὸν ἥλιον, διὰ νὰ τὸν ἀποξηράνῃ φαίνεται...

§82Α. ΡΙΚΑΚΗΣ. Τίνα βαθμὸν ἔχει;

§83Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ἀνθυπολοχαγὸς, νομίζω, εἶναι. Τώρα ἴσως προήχθη, ἴσως καὶ ἐπαρασημοφορήθη. Ἐπίσης, κύριε Πρόεδρε, εἶχον ἀναγνώσει κατὰ τὴν 1 Φεβρουρίου 1902, ὅτι εἰς τὸν Πύργον τῆς Ἠλείας κατεσχέθη ξυλεία, ἡ ὁποία παρουσιάζετο ὡς καύσιμος ὕλη, ἀλλ’ ἀπεδείχθη, ὅτι ἦτο ξυλεία οἰκοδομήσιμος. Κατεσχέθη αὕτη, ἐνηργήθησαν ἀνακρίσεις, ἐξηκριβώθη ἡ κατάχρησις, καὶ ἐπιστοποιήθη τοῦτο, ἐπιληφθείσης τῆς δικαστικῆς ἀρχῆς τῆς ἀνακρίσεως. Ἀλλὰ μέχρι τῆς 1 Φεβρουαρίου οὐδὲν εἶχεν ἐνεργηθῆ, λέγεται δὲ, ὅτι, ἐπειδὴ ὁ συλληφθεὶς ἰσχύει ὁπωσδήποτε, δὲν ἐγένετο καμμία ἐνέργεια κατ’ αὐτοῦ. Ἐπιθυμῶ νὰ μάθω, ἂν προέβη τὸ Ὑπουργεῖον εἰς ἀνακοίνωσίν τινα, δὶς προκληθὲν ὑπὸ τοῦ Τύπου, καὶ παρακαλεῖται νῦν, ὅτε ἡ Βουλὴ συνεδριάζει καὶ δυνάμεθα ἐλευθερώτερον νὰ ὁμιλήσωμεν, νὰ δώσῃ αὐτὴν τὴν πληροφορίαν, τί ἐγένετο καὶ πῶς κατέληξεν ἡ λαθρεμπορικὴ αὕτη ἐπιχείρησις. Αὐτὰς τὰς ἐπερωτήσεις ὑποβάλλων, κύριε Πρόεδρε, σήμερον, παρακαλῶ ὅσον τὸ δυνατὸν ταχύτερον νὰ μοὶ παρασχεθῶσιν αἱ αἰτούμεναι πληροφορίαι, καὶ ὑπενθυμίζω καὶ τὰς ἐπερωτήσεις ἐκείνας, τὰς ὁποίας ἤδη ἔχω ὑποβάλει, καὶ παρακαλῶ καὶ τὸ ὑμέτερον Γραφεῖον νὰ σπεύσῃ νὰ ἀποστείλῃ αὐτὰς, διότι, ὡς ἠκούσατε, ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν διαμαρτύρεται, ὅτι δὲν ἔλαβεν ἀκόμη τὰς ἐπερωτήσεις, τὰς ὁποίας ἀπὸ τῆς 7 Φεβρουαρίου εἶχον καταθέσει ἐν τῇ Βουλῇ.

§84ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Διὰ τὸν ἀστυνόμον Τροπαίων, διὰ τὸν ὁποῖον ἐπηρώτησεν ἤδη ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας, πρὸ τῆς τελευταίας διακοπῆς τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς εἶχον ἐπερωτήσει τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, εἶχον μάλιστα συστήσει εἰς αὐτὸν νὰ λάβῃ τὴν καλωσύνην νὰ ῥίψῃ εὐμενὲς βλέμμα καὶ ἐπὶ τοῦ τόπου ἐκείνου, καὶ ν’ ἀπομακρύνῃ ἐκεῖθεν τὸν εἰρημένον ἀστυνόμον. Κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, ἐνθυμοῦμαι, ὅτι ἀνέφερα πάντα, ὅσα ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας ἤδη εἶπε, δηλαδὴ ἀνέφερα πάσας τὰς ἡρωϊκὰς πράξεις τοῦ ἀστυνόμου ἐκείνου· ἀλλὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ἐνθυμοῦμαι, ὅτι εἷς τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων εἶχε τὴν καλωσύνην νὰ ἐκδώσῃ αὐτὸς ἀντὶ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ πιστοποιητικὸν καλῆς διαγωγῆς τοῦ ἀστυνόμου ἐκείνου. Τότε ἠναγκάσθην νὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ προσαγάγῃ εἰς τὴν Βουλὴν πίνακα, ἐμφαίνοντα τὰς μηνύσεις, αἱ ὁποῖαι ἐδόθησαν κατὰ τοῦ ἀστυνόμου αὐτοῦ, καὶ τὰ βουλεύματα, ἐὰν τοιαῦτα ἐξεδόθησαν, καὶ νὰ ἐρωτήσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, διατὶ ἐπὶ τόσους μῆνας, ἤτοι ἀπὸ τοῦ Σεπτεμβρίου παρελθόντος ἔτους μέχρι τοῦδε, δὲν ἐγένετο καμμία ἐνέργεια ἐκ μέρους τῆς δικαστικῆς ἀρχῆς κατὰ τοῦ ἀστυνόμου ἐκείνου. Ἔλαβον μάλιστα τὴν πληροφορίαν, ὅτε πρὸ μικροῦ εὑρισκόμην ἐν Τριπόλει, ὅτι ἡ ὑπηρεσία τῆς αὐτόθι Εἰσαγγελίας ἔσπευσε παραχρῆμα νὰ δώσῃ τὰς ζητηθείσας πληροφορίας πρὸς τὸν κ. Ὑπουργόν, ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργός, καίτοι κατὰ τὴν πρώτην ἡμέραν τῆς ἐπαναλήψεως τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς ὑπέμνησα πρὸς αὐτὸν τὸ καθῆκον, τὸ ὁποῖον εἶχε, νὰ προσαγάγῃ τὰς πληροφορίας αὐτάς, ὁ κ. Ὑπουργὸς ἀγρὸν ἠγόρασεν ἄχρι τοῦδε. Εἶπον μάλιστα κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, κατὰ τὴν ὁποίαν συνίστων εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τὴν ταχεῖαν ἀπομάκρυνσιν τοῦ ἀστυνόμου Τροπαίων ἐκεῖθεν, ὅτι ὁ κ. ἀστυνόμος ἔκρινε καλὸν νὰ μνηστευθῇ μετὰ νεάνιδος πολιτευομένης οἰκογενείας· καὶ ἀφοῦ πρὸ τῆς μνηστείας του τοιαῦτα διέπραττε, συλλογισθῆτε τί δύναται νὰ πράξῃ ἤδη, ὅτε εἶναι μεμνηστευμένος καὶ συνεδέθη μετ’ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι τὸν ὤθησαν εἰς τὰς πράξεις ἐκείνας πρὸ τῆς μνηστείας. Ἀλλ’ ἔχω καὶ ἕτερον παράπονον κατὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν. Κατὰ τὰς ἀρχὰς Φεβρουαρίου ἐπηρώτησα τὸν κ. Ὑπουργὸν περὶ ἐνοικιάσεως, ἥτις ἔλαβε χώραν ἐν τῷ δήμῳ Ἀγρινίου, τῶν ὠνίων καὶ ἐμπορευμάτων τοῦ δήμου τούτου· παρέστησα τὸ σκάνδαλον τῆς ἐνοικιάσεως παρὰ τοῦ νομάρχου, καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς ὡμολόγησεν, ὅτι πράγματι ἡ ἐνοικίασις ἐκείνη ἦτο ἄκυρος, διότι ὤφειλεν ὁ νομάρχης νὰ διατάξῃ ἐπαναληπτικὴν δημοπρασίαν. Ὑπέμνησα τότε εἰς τὸν κ. Ὑπουργόν, ὅτι ἡ ὑπόθεσις εὑρίσκεται ἐνώπιόν του· ἀλλὰ καίτοι τοσοῦτος χρόνος παρῆλθε, δὲν γνωρίζω, ἂν ἐνήργησέ τι ἐπὶ τῆς γενομένης ἐφέσεως, καὶ ἂν ἐνήργησε, τίνα γνώμην ἔχει, καὶ τί ἔπραξεν. Ὁ δήμαρχος δὲν ἔχει καμμίαν γνῶσιν τῆς ἀποφάσεως τοῦ Ὑπουργοῦ. Ἀλλ’ ἔχω καὶ ἕτερον παράπονον κατὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, τὸ ὁποῖον ἐγγίζει καὶ τὴν ἐμὴν φιλοτιμίαν. Ἐνθυμεῖσθε πάντες ὁπόσος λόγος ἐγένετο διὰ τὸν Εἰσαγγελέα Θεοδώρου· ἐνθυμεῖσθε, ὅτι ὁ προκάτοχος τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ ὡμολόγησεν ἀπὸ τοῦ ἐπισήμου βήματος τῆς Βουλῆς, ὅτι ἐπείσθη, ὅτι αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος δὲν ἠδύνατο νὰ μένῃ ἐν Τριπόλει, καὶ ὅτι ἔδει νὰ μετατεθῇ ἐκεῖθεν· μάλιστα δὲ τὸν εἶχεν ἀνακαλέσει. Δὲν γνωρίζω ὅμως, τίνες λόγοι ἔπεισαν τὸν νῦν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, μετὰ τὴν ἀπόφασιν καὶ τὴν δήλωσιν τοῦ προκατόχου του, ὅτι τὴν σχετικὴν δικογραφίαν θέλει ἀποστείλει εἰς τὸν κ. Εἰσαγγελέα τοῦ Ἀρείου Πάγου, ἵνα ἐνεργήσῃ ἀνακρίσεις κατὰ τοῦ Εἰσαγγελέως τῶν Ἐφετῶν ἐπὶ τῇ πρώτῃ καταγγελίᾳ τοῦ συναδέλφου ἐκ Κυνουρίας κυρίου Βοζίκη, δὲν γνωρίζω, λέγω, τίνες λόγοι ἔπεισαν τὸν νῦν κ. Ὑπουργὸν νὰ μεταβάλῃ γνώμην, καὶ μόλις ἀνέλαβε τὴν διεύθυνσιν τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης νὰ διατάξῃ παραχρῆμα τὸν Εἰσαγγελέα Θεοδώρου νὰ ἐπανακάμψῃ εἰς Τρίπολιν καὶ νὰ ἐκτελῇ τὰ εἰσαγγελικά του καθήκοντα. Δὲν γνωρίζω, τίνες λόγοι ἔπεισαν τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ ματαιώσῃ τὴν ἀπόφασιν τοῦ προκατόχου του καὶ νὰ μὴ ἀποστείλῃ εἰς τὸν Εἰσαγγελέα τοῦ Ἀρείου Πάγου τὴν δικογραφίαν, ἵνα ἐνεργήσῃ ἀνακρίσεις. Ἐπεθύμουν νὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ λύσῃ τὴν ἀπορίαν μου ταύτην, διότι θεωρῶ ἐμαυτὸν ὑπόχρεων νὰ προβῶ εἰς συζήτησιν, εὐθὺς ὡς ἀκούσω τοὺς λόγους, ἕνεκα τῶν ὁποίων ὁ Εἰσαγγελεὺς αὐτὸς ἀπεστάλη αὖθις εἰς Τρίπολιν.

§85Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ τῆς Δικαιοσύνης). Κύριοι συνάδελφοι, ἐνθυμοῦμαι τὴν γενομένην συζήτησιν ἐν τῇ Βουλῇ περὶ τοῦ Εἰσαγγελέως Τριπόλεως. Ἔχω δὲ πάντοτε τὴν γνώμην περὶ δικαστικῆς ἐξουσίας, εἰς ἣν καταταλέγεται καὶ ἡ Εἰσαγγελικὴ ἀρχή, ὅτι δὲν πρέπει, δὲν θέλω νὰ εἴπω ἀπροσέκτως, ἀλλὰ τοσοῦτον ἀδικαιολογήτως νὰ ἐπιτιθέμεθα ἐν τόπῳ τοσοῦτον ἐπισήμῳ. Ἐγὼ δὲν ἐδήλωσα ὡρισμένην γνώμην κατὰ τὴν γενομένην συζήτησιν, διότι δὲν ἐκαλούμην νὰ ἐκθέσω τοιαύτην. Κατὰ τὰς ἐμὰς ὅμως πληροφορίας, ὁ κ. Θεοδώρου εἶναι, ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς ἐκτελέσεως τοῦ καθήκοντος, εἷς τῶν ἀρχαιοτέρων καὶ καλλιτέρων λειτουργῶν τῆς Πολιτείας. Ταύτην τὴν γνώμην ἤκουσα περὶ τοῦ Εἰσαγγελέως μετὰ πάσης παρρησίας διατετυπωμένην καὶ ἀπὸ τὸν κ. Μπακόπουλον, δεινὸν αὐτοῦ κατήγορον, ὁ ὁποῖος εἶπεν, ὅτι, ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ καθήκοντος, οὐδὲν εἶχέ τις νὰ ψέξῃ. Τὰ κατ’ αὐτοῦ ὅμως ἀορίστως ἐπιρριπτόμενα εἶχον σχέσιν πρὸς τὸν ἰδιωτικὸν βίον, ἐπηρεάζοντα βεβαίως μεγάλως, ἂν ἠλήθευον, καὶ τὸν δημόσιον αὐτοῦ βίον...

§86Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Εἰσαγγελεὺς, ὁ ὁποῖος κατηγορεῖται εἰς τὸν ἰδιωτικόν του βίον δι’ ἐγκλήματα, τὰ ὁποῖα ἀνάγκη νὰ φέρωσιν αὐτὸν ἐνώπιον τοῦ Δικαστηρίου, εἶναι τρομερὸν νὰ ὑπερασπίζηται ἀπὸ ἕνα Ὑπουργόν!

§87Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Ἐγὼ δὲν συνηθίζω ν’ ἀποδέχωμαι περὶ τῶν ἄλλων κατηγορίας, ἐὰν δὲν ἦναι ἀποδεδειγμέναι ἐπισήμως. Δὲν δύναμαι νὰ ἐπιρρίψω εἰς ὑπάλληλον καὶ λειτουργὸν τῆς Θέμιδος βαρυτάτας κατηγορίας, καθόσον, ἐὰν αὗται ἦσαν ἀληθεῖς, οὐδ’ ἐπὶ στιγμὴν ἠδύνατο νὰ κατέχῃ τὴν θέσιν Εἰσαγγελέως. Ὅταν πρόκηται περὶ τοιούτων κατηγοριῶν, δὲν ἔχω—ὁμολογῶ τοῦτο—τὴν τόλμην, ἐν ὅσῳ δὲν εἶναι ἀποδεδειγμέναι, νὰ τὰς ἀποδεχθῶ. Ὅτε ἀνέλαβον τὴν διεύθυνσιν τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης, εὗρον τὸν Εἰσαγγελέα ἐνταῦθα καθήμενον, διότι ὁ πρὸ ἐμοῦ τὸν εἶχε καλέσει, ἵνα ζητήσῃ τὴν προφορικὴν ἀπολογίαν του· εὗρον τὸν ἄνθρωπον ἐμφανισθέντα πρὸ ἐμοῦ τελείως ἠθικῶς συντετριμμένον...

§88ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Διενυκτέρευεν εἰς τὰ παρακείμενα ὑπόγεια!

§89Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Εὗρον, λέγω, τὸν ἄνθρωπον τελείως συντετριμμένον, εἰς ἐμὲ δ’ ἐπεβάλλετο, ἢ νὰ δώσω τὸ τελευταῖον κτύπημα, ὅπως συντρίψω αὐτὸν ἐντελῶς, ἢ ν’ ἀποκαταστήσω αὐτὸν ἐν τῇ κοινῇ ὑπολήψει, ἐν ὅσῳ ἡ δικαστικὴ ἐξουσία δὲν εἶχεν ἀποφανθῆ. Ἠρεύνησα τὰ πράγματα, καὶ εἶδον, ὅτι οὐδεμία καταγγελία κατ’ αὐτοῦ προσάγεται· ἀορίστως μόνον τῷ ἀποδίδονται ἐλαττώματα κοινωνικά. Ἀλλ’ εἰς τὰ καταγγελλόμενα ἀορίστως εὗρον τὴν ἔκθεσιν τοῦ Εἰσαγγελέως τῶν Ἐφετῶν κυρίου Σαπουντζάκη ὅλως θερμοτάτην ὑπὲρ αὐτοῦ. Τί ἐπεβάλλετο εἰς ἐμὲ νὰ ἐνεργήσω; ἀνακρίσεις κατὰ τοῦ Εἰσαγγελέως τῶν Ἐφετῶν, ὡς παραβάντος τὸ καθῆκόν του καὶ διαστρέψαντος τὴν ἀλήθειαν;

§90ΒΟΖΙΚΗΣ. Βεβαίως.

§91Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Ἐγὼ ἐνόμισα καθῆκόν μου νὰ διατάξω τὸν Εἰσαγγελέα, ἄνευ ὑπολογισμοῦ, νὰ μεταβῇ εἰς τὴν θέσιν του, ἵνα δείξω οὕτω, ὅτι δικαστικῶς δὲν εἶναι ἀποδεδειγμένα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα κατηγόρουν κατὰ τοῦ ἀνθρώπου· ἀλλ’ ἔχω ἀπόφασιν, τὸν Εἰσαγγελέα τοῦτον νὰ μεταθέσω ἐκεῖθεν, οὐχὶ δι’ ἕτερον λόγον, εἰμὴ διότι ἀδύνατον, ὡς ἄνθρωπος, νὰ μὴ αἰσθάνηται ἀγανάκτησιν δι’ ὅσα ἐλέχθησαν κατ’ αὐτοῦ, καὶ ἀδύνατον ἑπομένως νὰ ἐκτελέσῃ τὰ ὑψηλά του καθήκοντα ἀπαθῶς, προκειμένου περὶ τῶν προσώπων, ἅτινα ὁπωσδήποτε εἰς τὴν κατ’ αὐτοῦ ὑπόθεσιν ἀνεμίχθησαν. Ἀλλὰ γνωρίζετε, ὅτι αἱ μετακινήσεις Εἰσαγγελέων δὲν εἶναι εὔκολον πρᾶγμα. Ταῦτα εἶχον ν’ ἀπαντήσω.

§92ΧΑΡ. ΒΟΖΙΚΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).

§93ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Εὑρίσκομαι εἰς τὴν ἀνάγκην, κύριε Πρόεδρε, νὰ μὴ ἀποδεχθῶ τοὺς λόγους, τοὺς ὁποίους ἀνέφερεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, καὶ οἵτινες, ὡς ἰσχυρίσθη, ἔπεισαν αὐτὸν, ἵνα διατάξῃ τὸν Εἰσαγγελέα νὰ μεταβῇ ἐντεῦθεν ἐκεῖ. Γνωρίζω καλῶς, καὶ τὸ γνωρίζει καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργός, ἵνα δεχθῇ νὰ ἀποστείλῃ αὖθις εἰς Τρίπολιν τὸν Εἰσαγγελέα Θεοδώρου, ἐπιέσθη παρὰ τῶν αὐτόθι φίλων του...

§94Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Αὐτὸ δὲν εἶναι ἀληθές.

§95ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Μὴ διαψεύδετε, κύριε Ὑπουργέ, διότι θὰ προβῶ εἰς ἀποκαλύψεις μεγαλειτέρας.

§96Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Νὰ προβῆτε εἰς οἱανδήποτε ἀποκάλυψιν, διότι ἐγὼ δὲν συνηθίζω νὰ φοβῶμαι.

§97ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Μὴ ταράττεσθε!

§98Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Διόλου. Νὰ προβῆτε.

§99ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἔχει τὴν εὐτυχίαν νὰ ἔχῃ φίλον ἐν Τριπόλει ἕνα ὀνόματι Ἰωάννην Διονυσίου, ὁ ὁποῖος εἶναι καὶ συντάκτης ἐφημερίδος, ἡ ὁποία ἀντιπροσωπεύει τὰς γνώμας τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης...

§100Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Σπουδαῖον πρᾶγμα!

§101ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Σᾶς παρακαλῶ... Ὁ Ἰωάννης Διονυσίου αὐτὸς εἶναι ὁ ἀχώριστος σύντροφος τοῦ Εἰσαγγελέως Θεοδώρου. Ἀλλὰ θὰ μὲ ἐρωτήσητε, Κύριοι, τί ἐστὶν Ἰωάννης Διονυσίου; Φίλος τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ φίλτατος τοῦ Εἰσαγγελέως Θεοδώρου, καὶ ἐκδότης ἐφημερίδος ἐν Τριπόλει ἢ ἰδιοκτήτης.

§102Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑβριζούσης μὲ τὸν ἐπισημότερον τρόπον!

§103ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν μοὶ ἐπιτρέπεται νὰ ἀναγνώσω ἀπόφασιν, ἡ ὁποία χαρακτηρίζει τὸν φίλον τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, τὸν ἐνδιαφερόμενον ὑπὲρ τοῦ Εἰσαγγελέως Θεοδώρου.

§104Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Ποῖον φίλον;

§105ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ἐκεῖνον, κύριε Ὑπουργέ, τὸν ὁποῖον εἴχετε διορίσει, ὅτε εἶσθε αὖθις Ὑπουργός, βοηθὸν ἐπιστάτου φυλακῶν.

§106Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Φαντασθῆτε, ὅτι αὐτὸς ὁ κύριος θὰ ἐπηρεάζῃ ἐμέ!

§107ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Αὐτὸς ὁ κύριος! Ἀλλὰ θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ λάβῃ γνῶσιν τῆς ἀποφάσεως αὐτῆς, ἵνα πεισθῇ, ὁποίας σχέσεις ἔχει καὶ συναναστροφὰς ὁ Εἰσαγγελεὺς Θεοδώρου. Ὑπενθυμίζω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅτι ἕτερος φίλος του, δικηγόρος ἐν Τριπόλει ἐν ἀποστρατείᾳ, ὁ Ἀριστείδης Ρηγόπουλος, ἐξεστράτευσεν ἐπίτηδες ἕως ἐδῶ, διότι ὁ Εἰσαγγελεὺς τὸν παρεκάλει διὰ τῶν ἐκεῖ φίλων του, ἵνα μεσιτεύσῃ παρὰ τῷ κ. Ὑπουργῷ νὰ ἀποστείλῃ αὖθις αὐτὸν, τὸν Εἰσαγγελέα Θεοδώρου, εἰς Τρίπολιν. Αὐτοὶ λοιπὸν εἶναι οἱ λόγοι, οἵτινες ἠνάγκασαν τὸν κύριον Ὑπουργὸν νὰ ἐξακολουθῇ νὰ διατηρῇ εἰς τὴν πατρίδα του ἄνθρωπον, οἷος εἶναι ὁ Εἰσαγγελεὺς Θεοδώρου. Θὰ παρακαλέσω δὲ, ἐπαναλαμβάνω, τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ ἀσχοληθῇ ἐπὶ στιγμὴν καὶ ῥίψῃ ἓν βλέμμα ἐπὶ τῆς ἀποφάσεως, περὶ ἧς εἶπον, ἵνα πεισθῇ ὁποία εἶναι ἡ σχέσις τοῦ Θεοδώρου ἐκεῖ, καὶ ἐκ τούτου θέλει βεβαίως μεριμνήσει, ἵνα οὐδ’ ἐπὶ στιγμὴν παραμείνῃ εἰς τὸν τόπον ἐκεῖνον ὁ Εἰσαγγελεὺς Θεοδώρου. Νομίζω, ὅτι ταῦτα εἶναι ἀρκετά.

§108Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Μὲ μίαν παράκλησιν, νὰ μὴ σταλῇ εἰς τὴν Εὐρυτανίαν (ἱλαρότης).

§109Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Ἔχω καθῆκον νὰ εἴπω, ὅτι ἐγὼ ὅ,τι ἐξετέλεσα τὸ ἐξετέλεσα ἕνεκα τῶν λόγων, τοὺς ὁποίους ἀνέφερα μετὰ πάσης εἰλικρινείας ἐν τῇ Βουλῇ, καὶ τῶν ὁποίων τὴν εὐθύνην ἀποδέχομαι· δὲν εἶναι δὲ ἐπιτετραμμένον ἄνευ δικαστικῶν ἀποδείξεων νὰ συντρίψω ἕνα λειτουργὸν τῆς Θέμιδος, ὁ ὁποῖος ὑπηρετεῖ τὴν πατρίδα του ἐπὶ 22 ὁλόκληρα ἔτη. Ἐὰν εἰς ἐμὲ ἀπεδίδοντο τόσον ταπεινοὶ λόγοι, ὥστε νὰ πεισθῶ νὰ διαπράξω αὐτὸ, τὸ ὁποῖον διέπραξα, διότι μὲ παρεκάλεσεν εἷς, τὸν ὁποῖον ἄλλοτε εἶχον διορίσει εἰς τὰς φυλακὰς, ὅτε ἤμην Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ἢ ἕτερος φίλος μου, δύναται ὁ κ. Ἀλεξάκης νὰ ἔχῃ τοιαύτην περὶ ἐμοῦ γνώμην, ἀλλ’ ἐγὼ ἔχω περὶ ἐμαυτοῦ, καὶ ὑμεῖς, νομίζω, περὶ ἐμοῦ ἔχετε ἄλλην γνώμην. (Ἐπιδοκιμασίαι ἐκ δεξιῶν).

§110Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα)

§111Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Ἡ αὔξησις τῆς μισθοδοσίας τῶν ἐπιστατῶν καὶ φυλάκων, τῶν ἀνηκόντων εἰς τοὺς φάρους καὶ φανοὺς, εἶναι ζήτημα σπουδαῖον, καὶ πρέπει ἡ Βουλὴ, τῇ εἰσηγήσει τῆς Κυβερνήσεως, νὰ αὐξήσῃ τὴν μισθοδοσίαν, ἡ ὁποία δίδεται εἰς τοὺς ἀνθρώπους αὐτοὺς, διότι ὄντως μὲ 50 καὶ 60 δραχμὰς κατὰ μῆνα, διδομένας εἰς τοὺς φαροφύλακας, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχητε ἀνθρώπους ἱκανοὺς καὶ ἐκτελοῦντας μετὰ ζήλου τὸ καθῆκόν των. Ἐπίσης καὶ ἡ θέσις τῶν ἐπιστατῶν πρέπει νὰ βελτιωθῇ, διότι εἶναι ἠναγκασμένη ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν νὰ προσλαμβάνῃ ἀνθρώπους τῆς ἐσχάτης ὑποστάθμης, ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι ὄχι μόνον τὸ πετρέλαιον, ἀλλὰ καὶ τὰ φυτίλια θὰ κλέψωσι διὰ νὰ τὰ πωλήσωσιν, ὅπως ἐπαρκέσωσιν εἰς τὰς στοιχειώδεις αὑτῶν ἀνάγκας. Εἷς ναυτικὸς, ὁ ὁποῖος ἄγει τὸ πεντηκοστὸν ἔτος τῆς ἡλικίας του, ἄνθρωπος δηλ. δυνάμενος νὰ ἐργασθῇ, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μεταβῇ μὲ 50 δραχμὰς κατὰ μῆνα νὰ ὑπηρετήσῃ εἰς ὑπηρεσίαν ἀχάριστον. Τὸ ταμεῖον δὲ τῶν φάρων καὶ φανῶν ἔχει εἰσοδήματα τοιαῦτα, ὥστε τὸ προσωπικὸν νὰ ἀποζημιῶται ἐπαρκῶς, καὶ ἑπομένως ἡ ὑπηρεσία νὰ ἐκτελῆται μετὰ ζήλου καὶ ἀφοσιώσεως, καὶ νὰ μὴ εὑρίσκωνται εἰς τὴν κατάστασιν τὴν οἰκτρὰν, εἰς τὴν ὁποίαν σήμερον εὑρίσκονται οἱ φάροι καὶ φανοί. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν δύναται νὰ ζητήσῃ πληροφορίας ἀπὸ τὸ ἁρμόδιον τμῆμα, καὶ θέλει πεισθῇ, ὅτι ἡ κατάστασις εἶναι ὄντως ἀθλία. Ἡ ὑπηρεσία τῶν φάρων καὶ φανῶν παρὰ ταῖς Κυβερνήσεσι τῶν εὐρωπαϊκῶν Κρατῶν ἐξίκετο εἰς τέλειον σημεῖον, ἡ Ἀγγλία καὶ ἡ Ἰταλία δίδουσι γενναίους μισθοὺς εἰς τοὺς ὑπηρετοῦντας ἐν τοῖς φάροις καὶ φανοῖς, ἐνῷ ἡμεῖς δίδομεν γλισχροτάτους· διότι εἰς τὰς Φλέβας π.χ. ἔχετε ἕνα ἐπιστάτην, εἰς τὸν ὁποῖον δίδετε 80 δραχμὰς κατὰ μῆνα, καὶ αὐτὸς ἔχει οἰκογένειαν, ἡ ὁποία μένει ἐν Πειραιεῖ, ἐν Ὕδρᾳ, ἢ ἐν Αἰγίνῃ, καὶ πρέπει νὰ διαθρέψῃ τὴν οἰκογένειάν του· ἀλλὰ μὲ 80 δραχμὰς τί νὰ κάμῃ; Οἱ ἄνθρωποι δὲ αὐτοὶ ἄλλως τε εἰσὶ καταδεδικασμένοι εἰς εἶδός τι ἐξορίας, ἑπομένως ἡ γενναία χρηματικὴ ἀμοιβὴ εἶναι παρηγορία διὰ τὰς στερήσεις, τὰς ὁποίας ὑφίστανται. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι δὲν εἶναι δίκαιον, τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν χάριν ἐπιδείξεως περισσευμάτων ν’ ἀπορροφᾷ τὸ μεγαλείτερον μέρος ἐκ τῶν χρημάτων τῶν προωρισμένων ἀκριβῶς διὰ τὴν ὑπηρεσίαν ταύτην τῶν φάρων καὶ φανῶν, καὶ πρέπει 100 ἕως 150 χιλιάδες δραχμαὶ ν’ ἀφιερωθῶσι διὰ τὴν αὔξησιν καὶ τὴν βελτίωσιν τῆς ὑπηρεσίας ταύτης, ἥτις, ὅπως εἶναι σήμερον, δὲν ἐκπληροῖ τὸν σκοπόν της, καὶ συχνότατα αἱ ξέναι Κυβερνήσεις ἀναγκάζονται νὰ κάμωσι παραστάσεις διὰ τὴν κακὴν λειτουργίαν τῶν φάρων. Ἐννοεῖτε δ’ εὐκόλως πόση ζημία προσγίνεται εἰς τὴν χώραν ἡμῶν ἐκ τῶν δυσφημήσεων τούτων, καὶ πόσην προσοχὴν δέον νὰ καταβάλωσιν οἱ ἁρμόδιοι, ὅπως ῥυθμισθῇ ἡ ὑπηρεσία τῶν φάρων, ἥτις ἀποτελεῖ τὸν μοχλὸν τῆς κινήσεως τῆς ναυτιλίας.

§112ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Μοσχούλας ἔχει τὸν λόγον.

§113Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Κατά τινα τῶν προηγουμένων συνεδριάσεων εἶχον παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ λάβῃ πρόνοιαν περὶ ἀποζημιώσεως τῶν συμπολιτῶν μου, τῶν ὁποίων τὰ κτήματα κατέλαβεν ἡ κατασκευαζομένῃ σιδηροδρομικῇ γραμμῇ Πύργου–Κυπαρισσίας ἔλαβον δὲ ἀφορμὴν ἐκ τούτου νὰ ζητήσω πληροφορίας παρὰ τοῦ τμήματος τῶν δημοσίων ἔργων περὶ τῆς δαπάνης, ἡ ὁποία θ’ ἀπαιτηθῇ διὰ τὴν ἀποζημίωσιν τῶν κτηματιῶν, τῶν ὁποίων τὰ κτήματα κατέλαβεν ἡ κατασκευαζομένη αὕτη γραμμή. Τὸ τμῆμα τῶν δημοσίων ἔργων μὲ ἐπληροφόρησεν, ὅτι τὸ ποσὸν τῶν ἀποζημιώσεων διὰ τὰ καταληφθέντα ἤδη κτήματα ὑπὸ τῆς σιδηροδρομικῆς ταύτης γραμμῆς ἀνέρχεται εἰς 300,000 δραχμάς· ἀλλὰ λαβὼν ἐκ τούτου ἀφορμήν, παρετήρησα τὸν ὑποβληθέντα Προϋπολογισμὸν τοῦ ἔτους 1902, καὶ εἶδον μετ’ ἐκπλήξεως, ὅτι πρὸς τοῦτο ἀναγράφεται πίστωσις μόνον 130,000 δραχμῶν, ἐὰν δὲν ἀπατῶμαι. Μοὶ ἐγεννήθη λοιπὸν ἡ ἀπορία, καὶ εὑρίσκομαι εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἐρωτήσω τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν. Ἐκ τῆς πιστώσεως ταύτης τῶν 130,000 δραχμῶν, ἡ ὁποία παρὰ τῆς Βουλῆς θὰ ψηφισθῇ, ψηφιζομένου τοῦ Προϋπολογισμοῦ, θὰ πληρωθῶσιν οἱ ἡμίσεις, καὶ μάλιστα οὔτε οἱ ἡμίσεις, τῶν κτηματιῶν, τῶν ὁποίων τὰ κτήματα κατελήφθησαν ὑπὸ τῆς κατασκευαζομένης γραμμῆς Πύργου– Κυπαρισσίας, ἀλλ’ οἱ ἕτεροι ἡμίσεις τῶν κτηματιῶν, τῶν ὁποίων ἡ γραμμὴ αὕτη κατέλαβε τὰ κτήματα, τί θὰ γείνωσιν; ἀπὸ ποῦ θ’ ἀποζημιωθῶσιν; Εἶναι γνωστόν, ὅτι τὸ ἄρθρον 17 τοῦ Συντάγματος λέγει, ὅτι οὐδεὶς στερεῖται τῆς ἰδιοκτησίας του, εἰμὴ λόγῳ δημοσίας ἀνάγκης καὶ μετὰ προηγουμένην ἀποζημίωσιν...

§114ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ. Εἶναι τύπος, ὁ ὁποῖος οὐδέποτε ἐφηρμόσθη.

§115ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Ἐγὼ δὲν ἐχρημάτισα ποτὲ Ὑπουργὸς ἵνα ἔχω τὴν εὐθύνην ταύτην.

§116Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Θὰ γείνῃς ταχέως.

§117ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Σᾶς εὐχαριστῶ... Ἀλλὰ τὸ ζήτημα εἶναι σπουδαιότατον, διότι οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ ἀπεξενώθησαν τῶν κτημάτων των, τὰ ὁποῖα κατέλαβεν ἡ κατασκευαζομένη σιδηροδρομικὴ γραμμή, καὶ ἐνῷ τὰ κτήματά των κατελήφθησαν, καὶ αὐτοὶ δὲν τὰ ἔχουσι πλέον, καλοῦνται ἤδη πολλοὶ ἐξ αὐτῶν νὰ πληρώσουν φόρον διὰ τὰ κτήματα ταῦτα, καὶ ἐνθυμοῦμαι ἕνα συμπολίτην μου, ὅστις διὰ τὴν ἄμπελόν του, ἡ ὁποία κατελήφθη πρὸ ἑνὸς καὶ ἐπέκεινα ἔτους, ἐζητήθη παρὰ τοῦ εἰσπράκτορος νὰ πληρώσῃ φόρον στρεμματικόν.

§118Δ. ΚΡΙΤΣΑΣ. Δὲν ἐδήλωσεν, ὅτι κατελήφθη ἡ ἄμπελός του;

§119ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Ἐδήλωσε, καὶ ἔγεινε καὶ τὸ πρωτόκολλον, τὸ ὁποῖον συντάσσει ἡ ἐπιτροπή, ἣν ὁρίζει ὁ νόμος διὰ τὰς τοιαύτας ἀποζημιώσεις, οὐχ ἧττον ὅμως ἐζητήθη νὰ πληρώσῃ φόρον στρεμματικὸν διὰ τὴν ἄμπελον αὑτοῦ, τὴν ὁποίαν ἡ κατασκευαζομένη σιδηροδρομικὴ γραμμὴ κατέλαβε πρὸ ἑνὸς καὶ ἐπέκεινα ἔτους, καὶ ἐπὶ τῆς ὁποίας ἐστρώθησαν ἤδη αἱ σιδηραῖ ῥάβδοι. Τὸ ζήτημα εἶναι σπουδαῖον, διότι, ὅταν ἡ ἐπίσημος Πολιτεία ἔρχηται καὶ δημεύῃ τὴν περιουσίαν τῶν πολιτῶν, παρ’ ὧν ζητεῖ τὴν καταβολὴν τῶν φόρων, βεβαίως οἱ πολῖται εὑρίσκονται εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ προκαλῶσι στάσεις· ὑπῆρξαν μάλιστά τινες, οἱ ὁποῖοι, λαβόντες ἀφορμὴν ἐκ τοῦ παρελθόντος, διότι εἶχε γνωσθῆ, ὅτι καὶ ἄλλοι τινὲς εἰς ἄλλην ἐπαρχίαν, οἱ ὁποῖοι δὲν εἶχον τύχει τῆς ὁρισθείσης ἀποζημιώσεως ἐπὶ τῇ αὐτῇ αἰτίᾳ παρὰ τῆς αὐτῆς Ἑταιρείας ἐν τῇ κατασκευῇ τῶν σιδηροδρόμων Μύλων–Καλαμῶν, ἐσκέφθησαν νὰ λάβωσι προσωρινὰ μέτρα καὶ νὰ ματαιώσωσι τὴν στρῶσιν τῶν σιδηρῶν ῥάβδων, ἀλλ’ οἱ συνετώτεροι παρετήρησαν εἰς αὐτοὺς, ὅτι δὲν πρέπει νὰ καταφύγωσιν εἰς τοιαῦτα μέτρα. Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ λάβῃ πρόνοιαν, ὅπως ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τῷ ὑποβληθέντι καὶ μέλλοντι μετ’ ὀλίγον νὰ ψηφισθῇ ἡ πίστωσις τῶν 130,000 δραχμῶν, ἡ προωρισμένη διὰ τὴν ἀποζημίωσιν τῶν συμπολιτῶν μου τούτων, αὐξηθῇ εἰς 300,000, ὅσαι ἀπαιτοῦνται, ἵνα ἀποζημιωθῶσιν ὅλοι οἱ κτηματίαι συμπολῖταί μου καὶ ἐν γένει οἱ τοῦ νομοῦ Τριφυλίας, τῶν ὁποίων τὰ κτήματα κατέλαβεν ἡ κατασκευαζομένη γραμμὴ Πύργου–Κυπαρισσίας. Ἀσχέτως πρὸς τὸ ζήτημα τοῦτο, κύριοι συνάδελφοι, ἀνέγνων προχθὲς ἔν τινι ἐφημερίδι, ὅτι ἐργάται τινὲς τῆς κατασκευαζομένης ταύτης σιδηροδρομικῆς γραμμῆς ἐν τῷ τμήματι Βαρβασαίνης–Ἀγουλινίτσης προέβησαν εἰς ἀπεργίαν. Ἐγὼ πρό τινων ἡμερῶν εὑρισκόμην ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ, ἣν ἔχω τὴν τιμὴν ν’ ἀντιπροσωπεύω, καὶ εὑρισκόμην ἀκριβῶς ἐν τῷ τμήματι αὐτῷ, ἐπανερχόμενος δ’ ἐκεῖθεν, καὶ ἀποφασισμένος νὰ ἐπισκεφθῶ τὴν κατασκευαζομένην γέφυραν τοῦ Ἀλφειοῦ, διῆλθον διὰ τοῦ σταθμοῦ Κούκουρα· ἐκεῖ εἰσῆλθον εἰς ἓν πανδοχεῖον, ὅπου ὑπῆρχον πολλοὶ ἐργάται, καταγόμενοι ἀπὸ διαφόρους πόλεις τῆς Ἑλλάδος, οἱ ὁποῖοι εἶχον προσέλθει ἐκεῖ, ἵνα προσφέρωσι τὰς ὑπηρεσίας αὑτῶν εἰς τὰς ἐργασίας τῆς Ἑταιρείας ἐν τῇ κατασκευῇ τῆς σιδηροδρομικῆς ταύτης γραμμῆς, καὶ δυνηθῶσιν οὕτω νὰ ἐξοικονομῶσι τὰ πρὸς συντήρησιν τῶν οἰκογενειῶν των μέσα κἄπως ἐπαρκῶς. Ὅτε εἰσῆλθον εἰς τὸ πανδοχεῖον μετ’ ἄλλων τινῶν συμπολιτῶν μου, εἶδον τοὺς ἐργάτας αὐτοὺς ἔχοντας ἐξηγριωμένην τὴν ὄψιν, προσέβλεπον δὲ βλοσυρῶς ἡμᾶς, διότι, ὡς κατόπιν ἔμαθον, μᾶς ἐξέλαβον ὅτι ἤμεθα μηχανικοὶ τῆς Ἑταιρείας, τοῦτο δὲ, διότι οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ, οἱ ὁποῖοι προσῆλθον νὰ ἐργασθῶσιν ἐν τῇ κατασκευαζομένῃ σιδηροδρομικῇ γραμμῇ, προσήρχοντο ἄνευ συμφωνίας πρὸς ἐργασίαν μὲ τοὺς διευθύνοντας τὰ τμήματα περὶ τοῦ ἡμερομισθίου αὐτῶν. Ἀλλὰ συνέβη τι, τὸ ὁποῖον εἶναι τερατῶδες· διότι, ἐνῷ ἔδει νὰ πληρώνωσι τοὺς ἐργάτας αὐτοὺς μὲ ἡμερομίσθιον δραχμῶν 5, τοὺς πληρώνουν μὲ ἡμερομίσθιον δραχμῶν 2,50, ἐνῷ τὸ ἡμερομίσθιον σήμερον ἐν τῇ καλλιεργείᾳ τῆς παρούσης ὥρας τοῦ ἔτους εἰς τὰς ἀμπέλους καὶ τὰς σταφιδαμπέλους εἶναι δραχμαὶ 4,50 μέχρι 5. Ἀλλ’ ὅτε οἱ ἐργάται αὐτοὶ ἔμαθον τὴν ἰδιότητά μου, προῆλθον πρὸς ἐμὲ καὶ μὲ παρεκάλεσαν νὰ τοὺς συγχωρήσω, διότι, ἐκλαβόντες ἡμᾶς ὡς ἀνήκοντας εἰς τὸ προσωπικὸν τῆς Ἑταιρείας, εἶχον λάβει στάσιν ἐχθρικὴν ἐναντίον μας, καὶ μοὶ εἶπον πρὸς τούτοις νὰ τοῖς ἐπιτρέψω νὰ μοὶ ἀναφέρωσι τὰ παράπονά των καὶ νὰ μοὶ ἀφηγηθῶσιν αὐτά. Μοὶ εἶπον λοιπόν, ὅτι ἐκ τοῦ ἡμερομισθίου αὐτοῦ τῶν 2½ δραχμῶν πληρώνουσι 10 λεπτὰ ἐπὶ μιᾶς δραχμῆς δι’ ἰατρόν...

§120Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν τὰ πληρώνουσιν, ἀλλὰ τοῖς κρατοῦνται.

§121Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Μάλιστα... Θὰ σᾶς εἴπω δὲ καὶ πῶς γίνεται ἡ πληρωμὴ ἐκ μέρους τῶν διευθυντῶν τῆς Ἑταιρείας,—καὶ ἔχω τὴν συνείδησίν μου ἐλευθέραν καὶ ἀναπεπαυμένην, ὅτι δὲν ἐψήφισα τὸ νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου ἐδόθησαν τὰ 3,000,000 εἰς τὴν Ἑταιρείαν αὐτήν, τὴν λῃστρικήν, τὸ ὁποῖον ἐψηφίσατε σεῖς...

§122Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Οὔτε ἐγώ· ἀλλὰ δὲν μᾶς ἠρώτησαν, διότι δὲν ἐγένετο δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως ἡ ψήφισίς του.

§123Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Ἐγὼ ἐζήτησα τότε τὴν ὀνομαστικὴν κλῆσιν, ἀλλ’ ἤμην μόνος· 65 δὲ μόνον Βουλευταὶ ἐψήφισαν τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο...

§124ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Εἴπετε, ὅτι 65 μόνον Βουλευταὶ ἦσαν ἐν ὅλῳ, ὅτε ἐψηφίσθη τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο;

§125Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Μάλιστα.

§126ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Διατὶ τότε, ἀφοῦ ἐνομίζετε, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ δοθῶσι τὰ ἑκατομμύρια ταῦτα εἰς τὴν Ἑταιρείαν, διατὶ δὲν ἐκάματε ἔνστασιν περὶ μὴ ἀπαρτίας, ἀφοῦ ἐβλέπετε, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν ἦτο ἐν ἀπαρτίᾳ;

§127Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Διότι ἐγὼ οὐδέποτε προβαίνω εἰς τοιαῦτα μέτρα, διότι τὸ μέτρον τῆς ἐνστάσεως ἀπαρτίας δὲν τὸ θεωρῶ κοινοβουλευτικόν.

§128ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Νὰ ψηφίζῃ ἡ Βουλή, ὅταν δὲν ἦναι ἐν ἀπαρτίᾳ, θεωρεῖτε ὅτι εἶναι πρέπον;

§129Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Σεῖς δὲν δύνασθε νὰ κανονίσητε τὴν πολιτείαν τὴν ἰδικήν μου, οὔτε ἐγὼ τὴν ἰδικήν σας. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι εἰς ἐμὲ δὲν ἐπιτρέπεται νὰ προβαίνω εἰς τὸ μέτρον ἐνστάσεως ἀπαρτίας. Μοὶ εἶπον λοιπὸν οἱ ἐργάται αὐτοὶ, ὅτι πληρώνουσι διὰ φάρμακα 10 λεπτὰ ἐπὶ μιᾶς δραχμῆς. Ἐπὶ πλέον πληρώνουσι καὶ 10 λεπτὰ διὰ φθορὰν ἐργαλείων ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ ποσοῦ. Τότε ἠρώτησα ἕνα ἐξ αὐτῶν τῶν ἐργατῶν, καταγόμενον ἀπὸ τὸ Ἄργος: «ποίαν φθορὰν ἐργαλείων κάμνεις σύ»; μοὶ λέγει: «φθορὰ ἐργαλείων δι’ ἐμὲ εἶναι οἱ ὦμοί μου, διότι μὲ τοὺς ὤμους αὐτοὺς ἐργάζομαι, μεταφέρων τὰς σιδηρᾶς ῥάβδους καὶ τοὺς ὀγκολίθους ἀπὸ τῆς μιᾶς θέσεως εἰς τὴν ἄλλην. Λοιπὸν ἐργαλεῖα εἶναι οἱ ὦμοί μου, ἀλλὰ διὰ τοὺς ὤμους μου, οἱ ὁποῖοι φθείρονται, πληρώνω εἰς τὴν Ἑταιρείαν αὐτὴν φθορὰν ἐργαλείων!!!»...

§130Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Σᾶς εἶπον πόθεν τρέφονται;

§131Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Μάλιστα. Μοὶ εἶπον, ὅτι τρέφονται παρὰ παντοπωλῶν, οἱ ὁποῖοι ἀναλαμβάνουσι παρὰ τῆς Ἑταιρείας τὴν τροφοδοσίαν τῶν ἐργατῶν. Φαντασθῆτε, Κύριοι, τὴν εὐσυνειδησίαν τῶν παντοπωλῶν αὐτῶν! Ἔτυχε δὲ εἴς τινα θέσιν μεταξὺ Ζαχάρως καὶ Κυπαρισσίας, εἰς τὴν θέσιν Ἁγιαννάκης, νομίζω, — δὲν ἐνθυμοῦμαι καλῶς τὴν ὀνομασίαν, — νὰ ὑπάρχῃ εἷς παντοπώλης, ὁ ὁποῖος εἶχεν ἀναλάβει τὴν τροφοδοσίαν τῶν ἐργατῶν...

§132ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Πῶς τὴν εἶχεν ἀναλάβει;

§133Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Ἐπήγαινον οἱ ἐργάται καὶ ἔλεγον: «δόσε μου 10 λεπτῶν ψωμὶ, καὶ 10 λεπτῶν τυρὶ», καὶ ὅλα ἐκεῖνα, τῶν ὁποίων, ἐννοεῖται, οἱ ἐργάται δύνανται νὰ κάμωσι χρῆσιν εἰς τὴν τροφήν. Ἀλλὰ παρετήρησα καὶ τὴν ποιότητα τοῦ προσφερομένου ἄρτου καὶ τὴν ποσότητα· 10 λεπτῶν ἄρτος ἐξ αὐτοῦ δὲν ἀντιστοιχεῖ οὔτε εἰς ἄρτον τριῶν λεπτῶν ἀξίας, καὶ 10 λεπτῶν σκωληκόβρωτος τυρὸς οὔτε εἰς τυρὸν ἑνὸς λεπτοῦ ἀξίας. Ἀλλὰ τί γίνεται ὅσον ἀφορᾷ τὴν πληρωμήν;...

§134Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζετε, ὅτι ἡ Ἑταιρεία ἐπιτρέπει εἰς πάντας τοὺς ὀψοπώλας νὰ προμηθεύωσιν εἰς τοὺς ἐργάτας τὰ τρόφιμα; Ἡ Ἑταιρεία ὁρίζει τοὺς τοιούτους ὀψοπώλας, καὶ ἐκεῖ γίνεται ἡ μεγαλειτέρα λῃστεία τῶν ἐργατῶν.

§135Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Εἶπον αὐτὸ πρότερον, ὅτι συμβάλλονται οἱ ὀψοπῶλαι καὶ παντοπῶλαι μὲ τὴν Ἑταιρείαν, ἵνα αὐτοὶ παρέχωσι τὰ τρόφιμα... Μὴ γελᾶτε, κύριε Σκουζέ, διότι σεῖς ἔχετε ἀμεσώτερον συμφέρον νὰ μὴ γελᾶτε...

§136ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ. Ἐγὼ γελῶ ἐξ ἄλλης αἰτίας.

§137Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. .. διότι τὰ τοιαῦτα ζητήματα ἐγείρουσιν ἐπαναστάσεις τοῦ λαοῦ· διότι αὐτὸς ὁ ἐργάτης, ὅστις στρώνει τὰς γραμμὰς αὐτὰς πρὸς ὄφελος τῆς χώρας καὶ τῆς Ἑταιρείας, πληρώνει ὅλους τοὺς φόρους, καὶ ἔχει δικαίωμα ν’ ἀπαιτήσῃ παρ’ ἡμῶν προστασίαν, καὶ εἰς αὐτὸν ὑμεῖς ὀφείλετε τὰς ἐκλογικάς σας ἐπιτυχίας. Ἔρχεται ἤδη ἄλλο ζήτημα. Ὁ ἐργάτης μεταβαίνει νὰ πληρωθῇ ἀπὸ τὸν ἁρμόδιον ὑπάλληλον — ὅστις, σημειωτέον, δὲν γνωρίζει τοὺς ἐργάτας οὐδὲ κατ’ ὄνομα, ἀλλ’ οὗτοι ἔχουσιν ἀριθμούς. — Προσέρχεται λοιπὸν ὁ ἀριθμὸς 1. Ὁ λογιστικὸς ὑπάλληλος κάμνει τὸν λογαριασμόν. Ὁ ἐργάτης, ἐργασθεὶς ἕνα μῆνα, ἔχει λαμβάνειν 100 δραχμάς· ὁ ὑπάλληλος τοῦ λέγει 65 καὶ 30/00 π. χ. Ἀλλ’ ἔχει καὶ τὸ δικαίωμα νὰ ἐρωτήσῃ ὁ ἐργάτης, διατὶ τοῦ δίδονται τόσα μόνον. Ἐὰν θελήσῃ νὰ ἐρωτήσῃ, ἀπάγεται παρὰ τῶν ἀστυνομικῶν ὀργάνων, τῶν ἐντεταλμένων τὴν φρούρησιν τῆς τάξεως, εἰς τὸ κρατητήριον, καὶ παραμένει 2 ἢ 3 ἡμέρας ἐκεῖ, διότι ἐτόλμησε νὰ ἀντιτάξῃ εἰς τὸν ταμίαν τῆς Ἑταιρείας, ὅτι ἐδούλευσεν ἕνα μῆνα, καὶ δικαιοῦται λαμβάνειν δραχμὰς 100 ἀντὶ 65 καὶ 30/00! Οὕτω δὲ, ἀπελπιζόμενος ὁ ἐργάτης,—ὅστις προσφέρει ὑπηρεσίας τοιαύτας, αἱ ὁποῖαι εἶναι γνωσταὶ εἰς τοὺς κ. συναδέλφους, λίαν ἐπιμόχθους, διότι πρέπει νὰ ἄρῃ μεγάλα βάρη ἐπὶ τῶν ὤμων του κλπ. οὕτως ὥστε καθίσταται ὁ βίος αὐτοῦ ἀβίωτος, καὶ ὅστις μεταβαίνει εἰς τὴν ἐργασίαν ταύτην ἐπειδὴ θεωρεῖ αὐτὴν ἐπωφελεστέραν, καὶ ἐλπίζει νὰ τῷ περισσεύσῃ κεφάλαιον τι, —ἀπέρχεται μὲ ματαιωμένας τὰς ἐλπίδας. Ἀλλὰ νομίζετε ὅτι λαμβάνουσι πάντοτε τὰ χρήματά των; Ἐάν τις ἀσθενήσῃ ἢ λάβῃ τηλεγράφημα ν’ ἀναχωρήσῃ, καὶ ἔχῃ ἐργασθῆ 5 μόνον ἡμέρας π. χ. καὶ θέλει νὰ πληρωθῇ μόνον δι’ αὐτάς, πρέπει νὰ ἀναμείνῃ τὸ τέλος τοῦ μηνὸς διὰ νὰ πληρωθῇ· καὶ τοῦτο, ἵνα ἐξαναγκάζηται νὰ προσφέρῃ τὴν ὑπηρεσίαν του μὲ τὸ ἥμισυ τοῦ ἡμερομισθίου, ὅπως κανονίζει αὐτὸ ὁ ἐργολάβος, ἢ ὁ τμηματάρχης.

§138ΑΛΕΞ. Μ. ΚΑΝΑΡΗΣ. Πρέπει λοιπὸν νὰ συντάσσουν συμβόλαια.

§139Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Δυστυχῶς ναί. Παρακαλῶ ὅθεν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ ἐπιστήσῃ τὴν προσοχήν του ἐπὶ τοῦ οὐσιώδους καὶ σπουδαίου τούτου ζητήματος, διότι τοιαῦτα ζητήματα συνταράσσουν τὰς κοινωνίας, διότι παραβλάπτονται δικαιώματα τοῦ λαοῦ αὐτοῦ, τοῦ ἐργαζομένου καὶ καταπιεζομένου πάντοθεν, ὅστις πληρώνει τοὺς φόρους του ἀγογγύστως, ἵνα τρέφωνται οἱ πολυώνυμοι κηφῆνες!

§140Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Τῳόντι παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου μοὶ ἐγένοντο παραστάσεις, ὅτι οἱ ἔχοντες λαμβάνειν ἀποζημιώσεις διὰ τὰ ὑπὸ τῆς γραμμῆς καταλαμβανόμενα κτήματα εἶναι πολὺ περισσότεροι, καὶ περισσότερα δικαιοῦνται λαμβάνειν ἀπὸ τὰς ἀναγεγραμμένας ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ πιστώσεις. Μοὶ ἔδωκαν πληροφορίας ἐκ τοῦ τμήματος τῶν δημοσίων ἔργων, ὅτι ἔχουσι συγκεντρωθῆ ἀπαιτήσεις ὑπέρτεραι τοῦ ἀναγεγραμμένου ποσοῦ. Θὰ φροντίσω κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ νὰ αὐξηθῇ ἐπακριβῶς τὸ κονδύλιον, ὅπως οἱ ἰδιοκτῆται, ὧν τὰ κτήματα κατελήφθησαν, ἀποζημιωθῶσιν.

§141Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Πρὸ παντὸς διὰ τὴν ἁπλοποίησιν τῆς ὑπηρεσίας.

§142Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ δεύτερον ζήτημα, εἶναι ἄξιον μεγάλης προσοχῆς, καὶ θέλω ἐξετάσει, ἐὰν τὰ πράγματα ἔχουσιν ὡς παρέστησεν ὁ κ. συνάδελφος, καὶ ἂν οἱ ἐργάται τῆς Ἑταιρείας ὑφίστανται τὰς πιέσεις, ἃς μετὰ ζωηροῦ ἐνδιαφέροντος παρέστησεν ὁ κ. συνάδελφος, θέλω φροντίσει περὶ αὐτῶν.

§143ΧΑΡΙΛ. ΣΠΗΛΙΩΤΗΣ. Ἐσχάτως ἐδημοσιεύθη, ὅτι Ἑταιρεία τις Εὐρωπαϊκὴ διαπραγματεύεται μετὰ τοῦ δήμου Κερκύρας νὰ ἐγκατασταθῇ ἐκεῖ καὶ αὐξήσῃ τὴν συγκοινωνίαν ἐν τῷ τόπῳ καὶ ἐνεργήσῃ διάφορα ἐξωραϊστικὰ ἔργα ἐν αὐτῷ. Ταῦτα ἡ Ἑταιρεία ἀναλαμβάνει πρὸς σκοποὺς ὡρισμένους, πρὸς ἀμφίβολα ὅμως ἀποτελέσματα, κατ’ ἐμέ. Καὶ ὡς πρὸς μὲν τὴν Κέρκυραν, αὕτη βεβαίως εἶναι ἐλευθέρα ἀπὸ πολλοῦ νὰ πράττῃ ὅ,τι εἶναι συμφερώτερον ὑπὲρ αὐτῆς· ἀλλὰ μανθάνω, ὅτι ἡ Ἑταιρεία αὕτη πρόκειται νὰ συμπεριλάβῃ καὶ τὰ λουτρὰ τῆς Κυλλήνης εἰς τὸ στάδιον τῶν ἐργασιῶν της, ἐνῷ ταῦτα εὑρίσκονται ἐν Ἠλείᾳ. Ἐπεθύμουν νὰ μάθω, ἐὰν τοῦτο εἶναι ἀληθές, καὶ ἐν γένει παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν ὅσας πληροφορίας ἔχει ἐπὶ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ ἐκ μέρους τοῦ κ. νομάρχου, ὅστις βεβαίως ὑπέβαλεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν ὅλας τὰς περὶ τούτου διαπραγματεύσεις μεταξὺ τοῦ δήμου Κερκύρας καὶ τῆς Ἑταιρείας.

§144Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Τί Ἑταιρεία εἶναι αὕτη;

§145ΣΠΗΛΙΩΤΗΣ. Ἑταιρεία, ἥτις πρόκειται νὰ φέρῃ εἰς τὴν Ἑλλάδα ἤθη καὶ ἔθιμα ἄγνωστα παρ’ ἡμῖν.

§146ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Πετρίδης ἔχει τὸν λόγον.

§147Π. Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Ὁμολογουμένως, κύριε Πρόεδρε, εἶναι λυπηρόν, ὅτι ἀναγκάζεταί τις νὰ ἀναφέρῃ εἰς τὴν Βουλὴν, πράξεις, αἱ ὁποῖαι δὲν τιμῶσι τὴν διοίκησιν τῆς χώρας· εἶναι λυπηρὸν, καθόσον αἱ πράξεις, περὶ τῶν ὁποίων θὰ κάμω λόγον, καὶ ἄλλοτε συνεζητήθησαν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, καὶ ἐγένετο μακρὰ συζήτησις. Δυστυχῶς ὅμως δὲν ἦσαν ἀρκετὰ τὰ λεχθέντα τότε, ἵνα πείσωσι τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας, τὸν τέως, ὅτι ἔπρεπε νὰ σέβηται τοὺς νόμους, τοὺς ὁποίους εἶναι ἐντεταλμένος νὰ ἐφαρμόζῃ. Λαβὼν ἀφορμὴν ἐκ παραστάσεων καὶ ἐκ τῆς ἐπαρχίας μου, διότι καὶ ἐκεῖ ἐπεξετάθη ἡ παράνομος ἐνέργεια τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, διότι καὶ ἐκεῖ διωρίσθησαν ἐναντίον τῶν διατάξεων τοῦ νόμου περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως δημοδιδάσκαλοι, λαβὼν ἀφορμὴν ἐπίσης καὶ ἐκ παραστάσεων ἄλλων συναδέλφων, οἵτινες ἐπανειλημμένως ἀπηύθυναν διαφόρους ἐπερωτήσεις πρὸς τὸν κ. Ὑπουργόν, σχετικὰς πρὸς τὸν νόμον περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, ὁ ὁποῖος δὲν ἔτυχεν ἐφαρμογῆς, ἐξήτασα τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως, καὶ εὗρον, ὅτι διωρίσθησαν ἐναντίον τοῦ νόμου τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως 145 γραμματοδιδάσκαλοι ἐν τῷ Κράτει καὶ 127 γραμματισταί. Συνεπείᾳ τῆς ἀναγνώσεως ταύτης ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως ἀπηύθυνα ἐπερώτησιν πρὸς τὸν νῦν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, ὁ ὁποῖος εὐηρεστήθη πρὸ ἡμερῶν νὰ καταθέσῃ σχετικά τινα ἔγγραφα. Ἡ ἐπερώτησις ἀφεώρα εἰς τὰ ἑξῆς ζητήματα. Παρεκάλουν τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ μὲ πληροφορήσῃ, διὰ τίνα λόγον προέβη τὸ Ὑπουργεῖον εἰς διορισμὸν γραμματιστῶν καὶ γραμματοδιδασκάλων ἄνευ προτάσεως τῶν Δημοτικῶν Συμβουλίων, καθ’ ἃ ὁ νόμος ῥητῶς παραγγέλλει ἐν ἄρθρῳ 24. Ὁ κ. Ὑπουργός, ὁ νῦν, δὲν γνωρίζω διατὶ, ἀπέφυγε νὰ δώσῃ τὴν προσήκουσαν ἀπάντησιν, ἰσχυρισθεὶς, ὅτι δὲν περιήρχοντο εἰς γνῶσιν τοῦ Ὑπουργείου οἱ λόγοι, ἕνεκα τῶν ὁποίων τὰ Δημοτικὰ Συμβούλια δὲν προέβησαν εἰς τοιαύτας προτάσεις. Ἡ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ πληροφορία δὲν εἶναι εἰλικρινής, διότι φαίνεται, ὅτι ἐν τῇ ἀπαντήσει του ἠθέλησε νὰ καλύψῃ καὶ τὸν προκάτοχον αὐτοῦ, μετὰ τοῦ ὁποίου τὸν συνδέει ἡ ταυτότης τῶν ἰδεῶν καὶ ἡ ὁμοφωνία ἐν τῇ ἐνεργείᾳ. Διότι, ἐὰν τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Παιδείας δὲν εἶχε γνῶσιν διατὶ τὰ Δημοτικὰ Συμβούλια δὲν προέτειναν τοὺς οἰκείους γραμματοδιδασκάλους, τότε πῶς προέβη τὸ Ὑπουργεῖον εἰς διορισμοὺς 127 γραμματιστῶν καὶ 145 γραμματοδιδασκάλων, χωρὶς νὰ γνωρίζῃ, ἐὰν τὰ Δημοτικὰ Συμβούλια, κληθέντα ἁρμοδίως, δὲν προέβησαν, ἢ ἠρνήθησαν ν’ ἀποφανθῶσιν ἐπὶ τῶν σχετικῶν προτάσεων τῶν ἐπιθεωρητῶν; Ἐν τούτοις ἐζήτησα καὶ εὗρον τοὺς λόγους, ἕνεκα τῶν ὁποίων ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐνήργησε παρὰ τὰ ἐπιβεβλημένα αὐτῷ καθήκοντα, τὰ ὁποῖα ἦτο ἐντεταλμένος νὰ ἐνασκήσῃ, καὶ παρὰ τὰς παραστάσεις, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο αὐτῷ ἐν τῇ Βουλῇ. Φρονῶ ὅτι δὲν εἶναι προσῆκον καὶ εὐπρεπὲς διὰ τὸ ἀξίωμα, τὸ ὁποῖον φέρει, νὰ ἐφαρμόζῃ τοὺς νόμους ὡς αὐτὸς αὐθαιρέτως κρίνει, προβαίνων εἰς παρανόμους διορισμούς. Κατὰ τὸν παρελθόντα Αὔγουστον, κατὰ γενικὴν τηλεγραφικὴν ἐγκύκλιον πρὸς ὅλας τὰς ἀρχὰς τοῦ Κράτους, παρηγγέλθησαν οἱ ἐπιθεωρηταὶ νὰ παύσωσιν ὅλους τοὺς γραμματοδιδασκάλους καὶ γραμματιστὰς ἀνὰ τὸ Κράτος. Δὲν γνωρίζω τοὺς λόγους, οἵτινες προεκάλεσαν αὐτὴν τὴν γενικὴν διαταγήν. Ἐὰν ὅμως κρίνῃ τις ἐκ τῶν ἀποτελεσμάτων, βεβαίως συνάγει, ὅτι οἱ λόγοι αὐτοὶ δὲν ἀπέβλεπον εἰς τὸ συμφέρον τῆς ἐκπαιδεύσεως, οὔτε ἐξ εἰλικρινῶν προθέσεων τοῦ κ. Ὑπουργοῦ πρὸς ἐφαρμογὴν τοῦ ἰσχύοντος νόμου προήρχοντο. Οἱ γραμματοδιδάσκαλοι ἀπελύθησαν κατὰ τὴν 25 Αὐγούστου· τὸ Ὑπουργεῖον ἀπευθύνει πρὸς τοὺς νομάρχας τοῦ Κράτους τὴν διαταγὴν μὲ τὴν ἐντολήν, ὅπως διαβιβάσωσι τὴν τηλεγραφικὴν αὐτὴν παραγγελίαν πρὸς τοὺς ἑκασταχοῦ ἐπιθεωρητάς. Ἡ διαταγὴ αὕτη ἀναφέρει τὰ ἑξῆς. (Ἀναγινώσκει αὐτήν). Γνωρίζετε, ὅτι, κατὰ τὸν νόμον, εὐθὺς ὡς ἐκοινοποιήθη ἡ ἐγκύκλιος αὕτη, εἶχον καθῆκον οἱ ἑκασταχοῦ ἐπιθεωρηταὶ νὰ ἀπευθύνωσι πρὸς τὰ οἰκεῖα Δημοτικὰ Συμβούλια πρόσκλησιν, ὅπως ταῦτα ὑποδείξωσι τοὺς καταλλήλους νὰ καταλάβωσι τὰς θέσεις ταύτας. Τὴν ἐγκύκλιον ταύτην ἐκοινοποίησαν οἱ νομάρχαι πρὸς τοὺς ἐπιθεωρητὰς καὶ πρὸς τὰ Δημοτικὰ Συμβούλια, καὶ ἐκλήθησαν ταῦτα, ὅπως ἀποφανθῶσι συμφώνως πρὸς τὸ ἄρθρον 24 τοῦ νόμου. Ἀλλ’ ἐνῷ ὁ κύριος Ὑπουργὸς ἀπηύθυνε τὴν ἐγκύκλιον ταύτην πρὸς τοὺς κυρίους ἐπιθεωρητάς, τὰ δὲ Συμβούλια δὲν ἀπεφάνθησαν μέχρι τῆς 3 Σεπτεμβρίου παρελθόντος ἔτους, ἀπευθύνει ἑτέραν ἐγκύκλιον, ὑπ’ ἀριθ. 15014, δι’ ἧς παραγγέλλει τοὺς ἐπιθεωρητάς, ὅτι δύνανται νὰ προβαίνωσιν εἰς πλήρωσιν κενῶν θέσεων γραμματοδιδασκάλων. Γνωστόν, κύριε Πρόεδρε, ὅτι ἀπὸ τῆς προθεσμίας ταύτης, ἀπὸ τῆς ἐποχῆς δηλαδή, καθ’ ἣν ὁ Ὑπουργὸς τῆς Ἐκπαιδεύσεως ἀπηύθυνε τὴν δευτέραν ἐντολήν, ἄρχεται ἡ προθεσμία, ἀπὸ τῆς ὁποίας εἶχον τὸ δικαίωμα νὰ προτείνωσι τοὺς γραμματοδιδασκάλους τὰ Συμβούλια· ἀλλ’ ἀπὸ τοῦ χρόνου, καθ’ ὃν ἀπηύθυνε τὴν πρώτην τηλεγραφικὴν παραγγελίαν, δι’ ἧς ἐδέσμευε τὰ δικαιώματα τῶν Δημοτικῶν Συμβουλίων, μέχρι τῆς δευτέρας, δι’ ἧς ἔλυσε τὰ δεσμὰ τῶν Δημοτικῶν Συμβουλίων, ὁ Ὑπουργός, δὲν γνωρίζω διὰ τίνας λόγους, —οὐχὶ δι’ ὑπηρεσιακούς, ἀλλ’ οὐδὲ διὰ κομματικοὺς βεβαίως, — συνεπλήρωσεν ἀπ’ εὐθείας αὐθαιρέτως τὰς θέσεις τὰς κενὰς τῶν γραμματοδιδασκάλων καὶ γραμματιστῶν διὰ διορισμῶν 145 γραμματοδιδασκάλων καὶ 127 γραμματιστῶν, συμφώνως πρὸς τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας ὁ Ὑπουργὸς τῆς Ἐκπαιδεύσεως μοὶ ἔδωκε. Νομίζω, κύριε Πρόεδρε, ὅτι ἡ τακτικὴ αὕτη τοῦ κ. Ὑπουργοῦ δὲν εἶναι ἡ προσήκουσα. Ὁ κ. Ὑπουργὸς εἶχε καθῆκον νὰ ἐφαρμόσῃ τὸν νόμον περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, καὶ πρὸ παντὸς νὰ ἐφαρμόσῃ τὸ ἄρθρον 24 αὐτοῦ, τὸ ὁποῖον εἶναι μεγίστη ἐγγύησις καὶ ἡ κυρία βάσις τῶν εὐεργετικῶν διατάξεων τοῦ νόμου, εἶναι ἐξασφάλισις αὐτοῦ τοῦ δικαιώματος τῶν Δημοτικῶν Συμβουλίων, ἵνα προτείνωσιν αὐτά, καὶ οὐχὶ ἡ κεντρικὴ ὑπηρεσία, τὰ πρόσωπα τὰ κατάλληλα, ὅπως διδάξωσι τοὺς Ἑλληνόπαιδας. Εἶναι δευτέρα φορά, καθ’ ἣν ὁ πρώην Ὑπουργὸς φωρᾶται καταστρατηγῶν, καὶ δὴ κατὰ τρόπον ἥκιστα ἁρμόζοντα, τοὺς νόμους, δὲν γνωρίζω δὲ κατὰ πόσον εὐθύνεται καὶ ὁ νῦν Ὑπουργὸς ἐπὶ τούτοις τοῖς διορισμοῖς. Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Ἐκπαιδεύσεως νὰ φροντίσῃ νὰ ἐπαναφέρῃ τὸ κῦρος τοῦ νόμου, παραγγέλλων εἰς τοὺς ἐπιθεωρητὰς τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως νὰ ἀπολύσωσιν ἅπαντας τοὺς παρανόμως διορισθέντας γραμματοδιδασκάλους, διότι δὲν πρόκειται μόνον, ὅτι διωρίσθησαν γραμματισταὶ παρανόμως, κατὰ μὴ προσήκουσαν πρότασιν τῶν Δημοτικῶν Συμβουλίων, ἀλλὰ διωρίσθησαν καὶ ἀνίκανοι. Καὶ θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ ἀναγνώσω σχετικὴν πρᾶξιν—μίαν ἐκ τῶν πολλῶν ἴσως, ἡ ὁποία περιέπεσεν εἰς χεῖράς μου —τοῦ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου Τριφυλίας, τὸ ὁποῖον, συναισθανόμενον πλειότερον τοῦ Ὑπουργοῦ τὰ καθήκοντά του, καὶ ἔχον σαφεστέραν συνείδησιν αὐτῶν, προέβη αὐθορμήτως εἰς ἀπόλυσιν τῶν ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου διορισθέντων γραμματοδιδασκάλων. Δὲν γνωρίζω, ἂν καὶ τὰ λοιπὰ Ἐποπτικὰ Συμβούλια τοῦ Κράτους προέβησαν εἰς τοιαύτας ἀποδοκιμαστικὰς ἐνεργείας τοῦ Ὑπουργείου. Εὐτυχῶς περιῆλθεν εἰς χεῖράς μου τοιαύτη πρᾶξις, καὶ εἶναι ἀξία μνείας. Θὰ παρακαλέσω δὲ τὴν Βουλὴν νὰ ἀκούσῃ αὐτήν. (Ἀναγινώσκει τὴν σχετικὴν ἀπόφασιν τοῦ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου Τριφυλίας). Δὲν γνωρίζω, ἂν καὶ ἄλλα Ἐποπτικὰ Συμβούλια προέβησαν εἰς παρομοίας πράξεις, αἱ ὁποῖαι πραγματικῶς τιμῶσιν αὐτὰ, διότι φαίνεται, ὅτι γνωρίζουσι καλῶς νὰ ἐκτιμῶσιν ἀξίωμα, ὅπερ τοῖς ἀπένειμεν ὁ νόμος. Ἐν τούτοις σήμερον ὑφίστανται 300 γραμματοδιδάσκαλοι ἐναντίον ῥητῶν διατάξεων τοῦ νόμου, διότι ὁ Ὑπουργὸς οὕτως ἠθέλησε. Βεβαίως δὲ τοῦτο ἐγένετο οὐχὶ διὰ νὰ παταχθῇ ἡ συναλλαγή.

§148Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. (Ὅρα Παράρτημα).

§149ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις μέχρι τῆς ἐνάτης ὥρας. (Γίνεται διακοπὴ ὥρᾳ 8ῃ μ. μ. Ἐπαναλαμβάνεται δὲ ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 10 μ. μ.)

§150ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ συνεδρίασις. Ὁ κ. Τσιτσάρας παρακαλεῖται νὰ ἐξακολουθήσῃ τὴν ἀγόρευσίν του.

§151Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. (Ὅρα Παράρτημα).

§152ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Εἶμαι ὑποχρεωμένος, κύριοι Βουλευταὶ, νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις, ἵνα ἐκφράσω τὴν λύπην μου, διότι οἱ ἀξιότιμοι προλαλήσαντες δὲν ἐπέστησαν τὴν προσοχὴν αὐτῶν, ὡς ὤφειλον, εἰς τὴν ἀνάγνωσιν τῶν σχετικῶν ἄρθρων τοῦ ἐν ἰσχύϊ νόμου περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως. Ἰδίως ἐντύπωσιν μοὶ ἐπροξένησεν ἡ ὁμιλία τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Κορινθίας συναδέλφου, ὁ ὁποῖος φρονῶ, ὅτι εἶχε καὶ κληρονομικήν τινα ὑποχρέωσιν νὰ ᾖναι προσεκτικώτερος περὶ τὴν ἀνάγνωσιν καὶ τὴν ἑρμηνείαν τοῦ ἐν ἰσχύϊ περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως νόμου. Ἐὰν δὲ προσεκτικώτερον οἱ κύριοι συνάδελφοι ἤθελον ἀναγνώσει τὰ σχετικὰ ἄρθρα τοῦ νόμου περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, ἤθελον ἴδει, ὅτι ὁ τέως Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως οὐδὲν ἄλλο ἔπραξεν ἢ ἐφήρμοσε πιστῶς τὸν ἐν ἰσχύϊ νόμον περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως. Ἵνα δὲ πᾶς τις περὶ τούτου πεισθῇ, ἀρκεῖ νὰ ἀναγνώσῃ τὸ ἄρθρον 13 τοῦ νόμου τούτου, τὸ ὁποῖον ἔχει ὡς ἑξῆς: «Ἐν τοῖς γραμματοδιδασκαλείοις διορίζονται πρὸ παντὸς οἱ τυχὸν ἐκτὸς ὑπηρεσίας τριτοβάθμιοι διδάσκαλοι. Μόνον ἐν ἐλλείψει ἢ ἐν ἀρνήσει τῶν τριτοβαθμίων διδασκάλων διορίζονται γραμματοδιδάσκαλοι οἱ κατὰ τὸ ἄρθρον 17 τοῦ περὶ ὑποδιδασκαλείων ͵ΒΟΘʹ νόμου τῆς 6 Αὐγούστου 1892 ἀναγνωρισθέντες γραμματισταί. Ἐν ἐλλείψει δὲ καὶ τοιούτων, διορίζονται οἱ κατὰ τὸ ἀπὸ 13 Σεπτεμβρίου 1891 Β. Διάταγμα ἀποκτήσαντες πτυχίον γραμματοδιδασκάλου, καὶ ἐπὶ τέλους οἱ ἔχοντες ἀπολυτήριον Σχολαρχείου ἢ Ἱερατικῆς Σχολῆς.» Ὁ νομοθέτης, ὡς ἠκούσατε, ἐν τοῖς γραμματοσχολείοις ἠθέλησε κατὰ προτίμησιν νὰ διορισθῶσιν, ἂν ὑπάρχωσι, δημοδιδάσκαλοι, ἐν ἐλλείψει τοιούτων γραμματισταί, τουτέστι πτυχιοῦχοι τῶν καὶ σήμερον λειτουργούντων ὑποδιδασκαλείων, ἐν ἐλλείψει δὲ καὶ τοιούτων, νὰ διορισθῶσιν οἱ ἔχοντες ἀπολυτήριον Ἑλληνικοῦ Σχολείου, οἱ κατὰ τὸ 1891 ἐξασκηθέντες ἐπὶ τεσσαρακονθήμερον, καὶ ἐπὶ τέλους, ἐν ἐλλείψει καὶ τοιούτων, νὰ διορισθῶσιν οἱ γραμματοδιδάσκαλοι, διότι ὁ νομοθέτης θεωρεῖ τούτους ὡς μὴ δυναμένους ν’ ἀναπληρώσωσι τοὺς γραμματιστάς. Εὐτυχῶς ἐκ τῶν ὑποδιδασκαλείων ἐξῆλθον ἀπὸ τῆς συστάσεως αὐτῶν μέχρι ταύτης τῆς στιγμῆς 777 γραμματισταί, οἵτινες ἀντικατέστησαν ἰσαρίθμους γραμματοδιδασκάλους, τοὺς ὁποίους ἐγὼ θεωρῶ λίαν ἐπιβλαβεῖς εἰς τὴν ἐκπαίδευσιν τοῦ λαοῦ. Ὅπως καὶ κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος, οὕτω καὶ κατὰ τὸ τρέχον ἐτηλεγράφησα πρὸς τοὺς ἐπιθεωρητὰς τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, συνιστῶν τὴν ἀπόλυσιν τῶν γραμματοδιδασκάλων ἅμα τῷ πέρατι τῶν ἐξετάσεων, καθόσον καὶ ἐφέτος ἐκ τῶν ὑποδιδασκαλείων θὰ ἐξήρχοντο περὶ τοὺς 300 γραμματισταί, οὓς εἴχομεν ὑποχρέωσιν ἐκ τοῦ νόμου νὰ διορίσωμεν. Ἐζήτησα ἑπομένως κατὰ τὰς ἀρχὰς τοῦ λήξαντος Ἰουνίου νὰ ἐφαρμοσθῇ τὸ ἄρθρον 13 τοῦ νόμου ΒΤΜΘʹ, καὶ συνέστησα τοῖς ἐπιθεωρηταῖς νὰ προβῶσιν ἁρμοδίως εἰς τὴν ἀπόλυσιν τῶν γραμματοδιδασκάλων, καὶ οὐχὶ, ὡς εἶπον οἱ προλαλήσαντες, τῶν δημοδιδασκάλων. Οἱ ἐπιθεωρηταὶ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, ἀναγνωρίσαντες τὸ ὀρθὸν τῆς συστάσεώς μου, προέβησαν εἰς τὴν ἀπόλυσιν τῶν γραμματοδιδασκάλων· ἀπελύθησαν δὲ περὶ τοὺς 700, ὧν αἱ θέσεις ἔμειναν κεναὶ ἐπὶ 4 περίπου μῆνας. Ἐπειδὴ δὲ ὁ μηνιαῖος μισθὸς τοῦ γραμματοδιδασκάλου εἶναι δραχμαὶ 45, ᾠκονόμησαν οἱ δῆμοι ἢ τὸ Δημόσιον 126,000 δραχμὰς ἐκ τῆς τοιαύτης ἐνεργείας μου. Πρὸ τῆς ἀποπερατώσεως τῶν ἐξετάσεων τῶν γραμματιστῶν, αἱ ὁποῖαι γίνονται κατὰ τὸν νόμον ἐν Ἀθήναις, διὰ τηλεγραφήματος πρὸς τοὺς ἐπιθεωρητὰς καὶ νομάρχας παρήγγειλε νὰ μὴ προβῶσιν εἰς διορισμοὺς γραμματοδιδασκάλων, διότι ἐπρόκειτο νὰ ἐξέλθωσι 300 γραμματισταί, οὓς ἤμεθα ὑποχρεωμένοι κατὰ τὸν νόμον ΒΤΜΘʹ νὰ διορίσωμεν κατὰ προτίμησιν εἰς τὰ γραμματοδιδασκαλεῖα. Τὸ τηλεγράφημα δὲ τοῦτο, ὅπερ ἐστάλη τὴν 22 Αὐγούστου παρελθόντος ἔτους, δεικνύει τὴν πρόνοιαν, ἣν εἴχομεν πρὸς ἐφαρμογὴν τοῦ ἐν ἰσχύϊ νόμου περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως. Ἀλλ’ ἵνα πλήρως ἐννοηθῇ ὁ σκοπὸς τοῦ τηλεγραφήματος, τὸ ὁποῖον εἶχεν ὡς ἑξῆς: «Πράξεις Δημοτικῶν Συμβουλίων περὶ διορισμοῦ γραμματοδιδασκάλων δὲν θέλετε ἐνεργήσει μέχρι νεωτέρας διαταγῆς», πρέπει νὰ γνωσθῇ ἡ ὑπ’ ἀριθ. 11010 παρελθόντος ἔτους ἐγκύκλιος διαταγὴ τοῦ Ὑπουργείου πρὸς τοὺς ἐπιθεωρητὰς τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως. Εὐθὺς δ’ ὡς ἐπερατώθησαν αἱ ἐξετάσεις τῶν γραμματιστῶν, ἤτοι τὴν 26 Σεπτεμβρίου παρελθόντος ἔτους, ἐτηλεγράφησα πρὸς τοὺς νομάρχας καὶ τοὺς ἐπιθεωρητὰς ὡς ἑξῆς: «Δύνασθε νὰ προβαίνητε εἰς πλήρωσιν κενῶν θέσεων γραμματοσχολείων». Οἱ ἐκ τῶν ἓξ ὑποδιδασκαλείων ἐξελθόντες κατὰ τὸ ἔτος τοῦτο 300 περίπου γραμματισταὶ διωρίσθησαν ἁπαξάπαντες, μηδενὸς ἐξαιρουμένου, ἄλλοι μὲν παρὰ τοῦ Ὑπουργείου, ἄλλοι δὲ παρὰ τῶν νομαρχῶν. Δίκαιον καὶ πρέπον εἶναι νὰ ἐξετάσωμεν, ἐὰν ὁ Ὑπουργὸς παρέβη τὸν νόμον κατὰ τὸν διορισμὸν τῶν γραμματιστῶν τούτων. Μὴ τυχὸν παρεβάθη τὸ ἄρθρον 24 τοῦ νόμου ΒΤΜΘʹ; Μὴ τυχὸν διωρίσθησαν γραμματοδιδάσκαλοι ἀντὶ γραμματιστῶν; Οὐδὲ εἷς, Κύριοι, γραμματοδιδάσκαλος διωρίσθη πρὶν ἢ διορισθῶσι πάντες οἱ γραμματισταὶ εἰς τὰς ἀπὸ τριῶν καὶ τεσσάρων μηνῶν κενὰς θέσεις. Γνωστὸν δὲ, ὅτι τὸ τελευταῖον ἐδάφιον τοῦ ἄρθρου 24 τοῦ νόμου ΒΤΜΘʹ δίδει εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῆς Ἐκπαιδεύσεως τὸ δικαίωμα νὰ προβαίνῃ εἰς τὸν διορισμὸν διδασκάλου, ἐὰν ἐπὶ δύο μῆνας σχολεῖόν τι μείνῃ ἄνευ διδασκάλου. Ἐγὼ φρονῶ, ὅτι οἱ προλαλήσαντες εἶχον ὑποχρέωσιν νὰ φέρωσιν ὡρισμένας πράξεις, ἵνα μοῦ κατηγορήσωσι, καὶ ταύτας πάλιν νὰ βεβαιώσῃ ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, καὶ οὐχὶ νὰ λέγωσιν ἀορίστως, ὅτι προέβην εἰς διορισμοὺς παρανόμως, ἐνῷ εἰς οὐδένα τοιοῦτον ἐγὼ προέβην. Ἔπρεπε, φρονῶ, νὰ ὑποβάλωσιν ἐπερώτησιν, ζητοῦντες ὡρισμένως...

§153Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Ὑπέβαλον.

§154ΣΤΑΗΣ. Μάλιστα, τὴν 29 Ἰανουαρίου, ἡ ὁποία ὅμως σχεδὸν ἄσχετος πρὸς τὸ θέμα εἶναι. Ἀντὶ λοιπὸν μομφῆς, ἀξία ἐπαίνου εἶναι ἡ πρᾶξίς μου ἐκείνη, δι’ ἧς οὐ μόνον ἐγένετο οἰκονομία εἰς τὸ Δημόσιον καὶ τοὺς δήμους 126,000 δραχμῶν, ἀλλὰ καὶ διωρίσθησαν τριακόσιοι γραμματισταὶ, ἀντικαταστήσαντες ἐπιβλαβεῖς γραμματοδιδασκάλους, ἐφαρμοσθείσης ῥητῆς διατάξεως τοῦ ἐν ἰσχύϊ νόμου περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως.

§155Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἡ ἐπερώτησις τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Κορινθίας ἐσκόπει νὰ ἀποδείξῃ, ὅτι δὲν ἐξετελέσθησαν αἱ διατάξεις τοῦ νόμου περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, ἀλλὰ παρεβάθησαν, οὐχὶ ἀπ’ εὐθείας, ἀλλὰ πλαγίως καὶ διὰ τρόπου δολίου. Ἔχει δικαίωμα ὁ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως νὰ διορίζῃ γραμματοδιδασκάλους ἢ δημοδιδασκάλους; Τὸ δικαίωμα νὰ διορίζῃ τούτους ὁ νόμος ἀνέθηκεν ἀλλαχοῦ. Ἰδοὺ ποῖά τινα διατάσσει τὸ ἄρθρον 24 τοῦ περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως νόμου τοῦ 1895 (ἀναγινώσκει): «Οἱ δημοδιδάσκαλοι, αἱ δημοδιδασκάλισσαι, ὡς καὶ οἱ γραμματοδιδάσκαλοι διορίζονται ὑπὸ τοῦ νομάρχου τοῦ νομοῦ, ἐν ᾧ ὑπάρχει τὸ σχολεῖον, κατὰ πρότασιν τοῦ ἁρμοδίου Δημοτικοῦ Συμβουλίου, προκαλουμένην ὑπὸ τοῦ παρὰ τῷ ἐν τῷ νομῷ Ἐποπτικῷ Συμβουλίῳ ἐπιθεωρητοῦ, πρὸς πλήρωσιν εἴτε θέσεως χηρευσάσης, εἴτε σχολικῆς ἀνάγκης». Πῶς λοιπὸν διωρίσθησαν γραμματοδιδάσκαλοι ἐν τοῖς δήμοις τῶν ἐπαρχιῶν Τριφυλίας καὶ Κορινθίας; Ἔμειναν κεναὶ αἱ θέσεις ἕνεκεν ἐγκαταλείψεως ἢ ἀμελείας τῶν δημοτικῶν ἀρχῶν; Ὄχι. Ἔμειναν κεναί, διότι ἀπηγόρευσεν ὁ Ὑπουργὸς νὰ φροντίσωσιν, ἵνα πληρώσωσι ταύτας τὸν Αὔγουστον, διατάξας τοὺς νομάρχας νὰ μὴ ἐκτελέσωσι πράξεις διορισμῶν τοιούτων. Καὶ οἱ νομάρχαι ἀπεῖχον πάσης ἐνεργείας, συνεπείᾳ τῆς διαταγῆς ταύτης, αἱ δὲ προτάσεις τῶν Δημοτικῶν Συμβουλίων περὶ διορισμῶν γραμματοδιδασκάλων ἔμειναν νεκραί. Κατὰ δὲ Σεπτέμβριον διέτασσεν ὁ αὐτὸς Ὑπουργὸς τοὺς νομάρχας καὶ ἐπιθεωρητάς: «Διορισμοὶ γραμματοδιδασκάλων δὲν θέλουσι γείνῃ μέχρι δευτέρας ἡμῶν διαταγῆς καὶ μέχρι διορισμοῦ τῶν νέων γραμματιστῶν». Ποῖον δικαίωμα εἶχεν ὁ Ὑπουργὸς νὰ διατάξῃ νὰ μείνωσι κεναὶ αἱ θέσεις, νὰ ἀναστείλῃ τὴν ἐνέργειαν τῶν ἀρχῶν, αἱ ὁποῖαι ὑπὸ τοῦ νόμου ἐτάχθησαν νὰ φροντίζωσι περὶ πληρώσεως τῶν κενῶν θέσεων, νὰ ἀναστείλῃ τὰς πράξεις αὐτῶν, παραβαίνων τὸν νόμον; Ὅταν ὑπάρχωσι κεναὶ θέσεις, τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον προτείνει τὸν διορισμόν. Τοσοῦτον δὲ ὁ νόμος ἀπῄτει, ἵνα τὰ Δημοτικὰ Συμβούλια μεριμνῶσι περὶ τούτου, ὥστε ἐπέτρεψεν, ἐὰν ταῦτα συνελθόντα δὲν εὑρέθησαν ἐν ἀπαρτίᾳ, ὁσοιδήποτε καὶ ἂν ἦναι παρόντες, νὰ προβαίνωσιν εἰς τὸν διορισμόν. Καὶ ἐνῷ τοιαύτην ἔλαβε πρόνοιαν ὁ νομοθέτης, ὁ Ὑπουργὸς διέταξε νὰ μὴ προβῶσι, καὶ ν’ ἀφήσωσι κενὰς τὰς θέσεις μέχρι δευτέρας διαταγῆς. Ποία ἦτο ἡ δευτέρα αὕτη διαταγή; Νὰ δοθῇ διὰ τῆς ἀπραξίας τῶν Δημοτικῶν Συμβουλίων ἡ εὐκολία εἰς αὐτὸν νὰ διορίσῃ αὐτὸς τοὺς γραμματοδιδασκάλους· ἀφοῦ δὲ διώρισεν αὐτοὺς, τότε ἐπέτρεψεν εἰς τοὺς ἐπιθεωρητὰς καὶ τοὺς νομάρχας νὰ προβῶσιν εἰς διορισμούς. Ἀλλὰ τότε εἶχον πληρωθῆ πᾶσαι αἱ κεναὶ θέσεις. Ἑπομένως ἐπέτρεψεν εἰς αὐτοὺς νὰ ἐνασκήσωσι τὸ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον εἶχον, ἵνα πληρώσωσι τὰς κενὰς θέσεις, ἀφοῦ ταύτας ἐπλήρωσεν αὐτὸς, προβὰς εἰς διορισμοὺς, τοὺς ὁποίους κατὰ τὸν νόμον ἐκαλοῦντο τὰ Δημοτικὰ Συμβούλια νὰ προτείνωσι, καὶ αἱ ἀρχαὶ, εἰς τὰς ὁποίας ὁ νόμος ἀνέθηκε τὸ δικαίωμα τοῦ διορισμοῦ, νὰ διορίσωσιν αὐτούς. Ὁ τέως Ὑπουργὸς τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως προσέφυγεν εἰς ἄρθρον, τὸ ὁποῖον δὲν ἀνεγράφη ἵνα νομοθετήσῃ, ἵνα δώσῃ τὸ δικαίωμα εἰς τὸν Ὑπουργὸν νὰ διορίζῃ. Προσέφυγεν εἰς τὸ ἄρθρον 13, καὶ ἑρμηνεύων αὐτὸ ἰσχυρίσθη, ὅτι τὸ ἄρθρον 13 ἀποκλειστικῶς ἀπαγορεύει νὰ διορίζωνται δημοδιδάσκαλοι ἄλλοι, εἰμὴ μόνον οἱ τριτοβάθμιοι διδάσκαλοι, καὶ ἐν ἐλλείψει αὐτῶν οἱ ἐκ τῶν Διδασκαλείων ἐξελθόντες. Ποῖος ἀμφισβητεῖ τοῦτο; Ἀλλὰ τὸ ἄρθρον τοῦτο δὲν προσδιορίζει, πῶς διορίζονται οἱ γραμματοδιδάσκαλοι. Τὸ ἄρθρον τοῦτο προσδιορίζει, ποῖα προσόντα πρέπει νὰ ἔχωσιν οἱ γραμματοδιδάσκαλοι, οἱ διοριζόμενοι, καὶ διδάσκει, ὅτι ἐν τοῖς γραμματοδιδασκαλείοις διορίζονται πρὸ παντὸς οἱ τριτοβάθμιοι δημοδιδάσκαλοι, ἐλλείψει δὲ τούτων οἱ γραμματισταί. Ἀλλὰ πῶς διορίζονται; Κατὰ τίνα τρόπον διορίζονται; Ταῦτα κανονίζει τὸ ἄρθρον 24, τὸ ὁποῖον διατάσσει, ὅτι «οἱ δημοδιδάσκαλοι καὶ αἱ δημοδιδασκάλισσαι καὶ οἱ γραμματοδιδάσκαλοι διορίζονται ὑπὸ τοῦ νομάρχου τοῦ νομοῦ, ἐν ᾧ ὑπάρχει τὸ σχολεῖον, κατὰ πρότασιν τοῦ ἁρμοδίου Δημοτικοῦ Συμβουλίου, προκαλουμένην ὑπὸ τοῦ παρὰ τῷ ἐν τῷ νομῷ Ἐποπτικῷ Συμβουλίῳ ἐπιθεωρητοῦ. Τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον προτείνει τὸν διοριστέον ἐκ τῶν κεκτημένων πτυχίον καὶ ἐκ τοῦ νομοῦ. Μόνον ἐν ἐλλείψει τοιούτων ἐπιτρέπεται νὰ προτείνωνται καὶ οἱ ἐξ ἄλλων νομῶν. Ὁ δὲ νομάρχης ὀφείλει νὰ προβῇ εἰς τὸν διορισμὸν ἐντὸς τριῶν ἡμερῶν ἀπὸ τῆς παραλαβῆς τῆς προτάσεως τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου, ἄλλως τιμωρεῖται διὰ προστίμου.» Τὸ Κράτος, ἐν ὀνόματι τοῦ ὁποίου ἀποφασίζει καὶ διατάσσει ὁ Ὑπουργὸς, εἶναι ἀνώτερος ἐπόπτης τῆς δημοτικῆς ἐνεργείας, εἰς τὴν ὁποίαν ὁ νόμος ἀνέθηκε τὴν φροντίδα περὶ διορισμοῦ διδασκάλων καὶ γραμματιστῶν καὶ ἀνέθηκεν εἰς αὐτοὺς ὁ νόμος τὸ καθῆκον τοῦτο λογικῶς, μετὰ προαιρέσεως εὐλόγου καὶ σοφῆς, διότι εἰς μόνην τὴν δημοτικὴν ἀρχὴν ἁρμόζει νὰ ἐπιμεληθῇ, πῶς θὰ ἐκπαιδεύωνται τὰ τέκνα τῶν συνδημοτῶν αὐτῆς. Ἐὰν αὐτὴ ὀλιγωρήσῃ, τότε καλεῖται ἡ ἀνωτάτη ἐποπτεία τοῦ Κράτους νὰ μεριμνήσῃ αὐτὴ, —ἀλλ’ ὅταν ἡ δημοτικὴ ἀρχὴ ὀλιγωρήσῃ καὶ ἀφήσῃ ἐπὶ δύο μῆνας κενὰς τὰς θέσεις. Τὰ ἐπιχειρήματα τοῦ κ. Ὑπουργοῦ μοὶ ἐφάνησαν ἐντελῶς ἀβάσιμα, καὶ ἀντιβαίνουσιν εἰς τὸν νόμον· ἀπορῶ δὲ, πῶς, ἀντὶ νὰ ἀπολογηθῇ, ἐπὶ παραβάσει νόμου ἐγκαλούμενος, εἶχε τὸ θάρρος νὰ ἐπικρίνῃ τοὺς ζητοῦντας τὴν ἀπολογίαν αὐτοῦ, καὶ νὰ ἐκπλήσσηται· διότι ἔλεγεν, ὅτι δὲν ἥρμοζεν εἰς τὸν κ. ἐκ Κορινθίας συνάδελφον νὰ ἀπευθύνῃ τοιαύτην ἐπερώτησιν καὶ εἰς τὸν κ. ἐξ Εὐρυτανίας, δὲν ἠξεύρω τί. Συνέβη μάλιστά τι, τὸ ὁποῖον ἐγὼ ὁμολογῶ, ὅτι, καὶ ἂν ἤθελε κριθῆ μὴ συμβιβαζόμενον μὲ τὴν ἐναρμόνιον λειτουργίαν τῆς διοικήσεως, μὲ τὴν πειθαρχίαν μεταξὺ τῶν προϊσταμένων καὶ τῶν ὑφισταμένων, ἥτις πρέπει νὰ ὑπάρχῃ, ὅπως ἡ διοίκησις λειτουργῇ ἀκμαία, συνέβη τι, τὸ ὁποῖον καλῶς συνέβη· ἐπαινῶ δὲ τὸν ἐπιθεωρητὴν τοῦ νομοῦ ἐκείνου, ὁ ὁποῖος ἐφρόντισεν, ὅτε συνέβησαν ὅσα ἀνωτέρω κατήγγειλα, καὶ ἐπρότεινεν εἰς τὸ Ἐποπτικὸν Συμβούλιον τὴν παῦσιν τῶν διορισθέντων ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ γραμματιστῶν, ὡς παρανόμως διορισθέντων, καὶ τὸ Ἐποπτικὸν Συμβούλιον ἀπεφάσισε τὴν παῦσιν αὐτῶν. Τῷ ὄντι, ὅταν οἱ ὑποδεέστεροι ἀναγκάζωνται νὰ μεριμνῶσιν αὐτοὶ, ἵνα σώσωσι τὸ κράτος τῶν νόμων, τὸ ὁποῖον ἀθετοῦσι καὶ στρεβλοῦσιν οἱ προϊστάμενοι αὐτῶν, νομίζω ὅτι προσφέρουσιν ὑπηρεσίαν, ἡ ὁποία ἁρμόζει εἰς πολίτας Ἕλληνας, ἡ ὁποία συντελεῖ ὑπὲρ τῆς εὐρύθμου καὶ κανονικῆς λειτουργίας καὶ τῶν νόμων ἐν γένει καὶ τῆς πολιτειακῆς καὶ τῆς διοικητικῆς μηχανῆς. Αὐτὸ τὸ καθῆκον ἐξεπλήρωσεν ὁ ἐπιθεωρητὴς ἐκεῖνος, καὶ διὰ τοῦτο ἐπαινῶ αὐτὸν δημοσίᾳ.

§156Κ. ΔΟΥΝΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).

§157ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Ῥοῦφος.

§158Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ θέματος;

§159Ι. Γ. ΡΟΥΦΟΣ. Ὄχι.

§160Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Τότε εἶμαι ἐγώ.

§161ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σχετικῶς σεῖς;

§162Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Μάλιστα. Κύριε Πρόεδρε, ἡ διεξαχθεῖσα ἄρτι συζήτησις κατέδειξεν ἀναμφισβητήτως, ὅτι τὰ τηλεγραφήματα, τὰ ὁποῖα ὁ τέως Ὑπουργὸς τῆς Ἐκπαιδεύσεως καὶ βουλευτὴς ἐκ Κυθήρων κ. Στάης ἀπέστειλεν, ἦσαν μία καθαρὰ παραβίασις τοῦ περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως νόμου. Δὲν γνωρίζω ποῦ ὁ Ὑπουργὸς δύναται νὰ εὕρῃ εἰς τὸν νόμον τοῦ 1895 διάταξιν, διὰ τῆς ὁποίας δικαιοῦται νὰ ἀπευθύνῃ τηλεγραφήματα, οἷα ἦσαν τὰ τηλεγραφήματα, τὰ ὁποῖα οἱ ἀξιότιμοι προαγορεύσαντες ἀνέγνωσαν, καὶ τὰ ὁποῖα θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ ἐπαναλάβω καὶ ἐγώ. Ὁ κ. Στάης ἀπηύθυνε τηλεγραφήματα πρὸς τοὺς νομάρχας τοῦ Κράτους, εἰς τὰ ὁποῖα ἔλεγεν, ὅτι «πράξεις Δημοτικῶν Συμβουλίων περὶ διορισμοῦ γραμματοδιδασκάλων δὲν θέλετε ἐνεργήσει μέχρι νεωτέρας ἡμῶν διαταγῆς». Ἀφ’ ἧς τὸ ζήτημα τοῦτο ἤχθη ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ἀνέγνωσα ἐκ νέου τὸ φυλλάδιον τοῦτο, τὸ ὁποῖον εἶναι ὁ νόμος τοῦ 1895 «περὶ στοιχειώδους ἢ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως», καὶ οὐδαμοῦ ἠδυνήθην νὰ εὕρω οὔτε διάταξιν, οὔτε ὑπόνοιάν τινα, ἥτις δύναται νὰ δικαιολογήσῃ τὴν πρᾶξιν τοῦ τέως Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως. Τὸ πνεῦμα τοῦ νόμου, κύριε Πρόεδρε, ἦτο τοῦτο, πῶς νὰ ἀποσπάσῃ τὴν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν ἀπὸ τὰς χεῖρας τῆς κεντρικῆς ἐξουσίας, ἀπὸ τὰς χεῖρας τοῦ Ὑπουργοῦ, ἵνα παύσῃ καὶ ἐκείνη ἡ ἀθλία κατάστασις, εἰς τὴν ὁποίαν περιήρχετο ὁ διδασκαλικὸς κλάδος κατὰ πᾶσαν ἔναρξιν σχολικοῦ ἔτους, ὅτε ἐβλέπομεν χιλιάδας δημοδιδασκάλων, συναθροιζομένων ἐν Ἀθήναις καὶ παρουσιαζόντων τὴν εἰκόνα λαοῦ μεταναστεύοντος ἀπὸ τὰ πέρατα τῆς Ἑλλάδος· ἤρχοντο ἐνταῦθα, καὶ δι’ ὑπουργικῶν ἀποφάσεων, ἀναφερουσῶν χιλιάδας ὅλας ὀνομάτων, ἐξεπέμποντο εἰς τὰ 4 σημεῖα τοῦ ὁρίζοντος. Τὴν ἀσχημίαν ταύτην, ἥτις ἐκυριάρχει εἰς τὴν ἡμετέραν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν, ἐκλήθη νὰ περιορίσῃ ὁ δημοτικὸς νόμος, καὶ τὸ πνεῦμα τοῦ νόμου τούτου καὶ ὁ κύριος σκοπὸς αὐτοῦ τοιοῦτος ἦτο· ἠθέλησε ν’ ἀποσπάσῃ τὴν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν ἀπὸ τὰς χεῖρας τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, ἠθέλησε νὰ μὴ ἐξαρτήσῃ τὴν τύχην τῶν δημοδιδασκάλων ἐξ αὐτοῦ, νὰ παύσωσιν ἐκεῖναι αἱ ἀθρόαι μεταθέσεις, αἵτινες πραγματικῶς οὐδεμίαν περιεποίουν τιμὴν εἰς τὸ σύστημα τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, ἀλλὰ καὶ εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Διοίκησιν. Ἀλλ’ ἀκριβῶς τὸ ἀγαθὸν τοῦτο, τὸ ὁποῖον προέβλεπεν ὁ νόμος, αἴρεται διὰ τοιούτων πράξεων· διότι, ὅταν ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, ἀπὸ τὰς χεῖρας τοῦ ὁποίου, ὡς ἔλεγον, ἀφήρεσεν ὁ νόμος οὗτος τὸ δικαίωμα τοῦ διορίζειν καὶ παύειν τοὺς δημοδιδασκάλους, ἀνέθεσε δὲ τὴν ὑποχρέωσιν ταύτην διὰ προτάσεως τῶν Δημοτικῶν Συμβουλίων εἰς τοὺς νομάρχας, εἰς ἑτέρας ἐξουσίας, ὅταν, λέγω, ὁ Ὑπουργὸς οὕτω διαχειρίζηται τὸν νόμον, στρεβλώνει καὶ παραφθείρει αὐτὸν ἐν τῇ βάσει αὐτοῦ, ἀποπνίγεται δὲ καὶ ἐξατμίζεται ἀκριβῶς τὸ διῆκον τὸν νόμον τοῦτον πνεῦμα. Ποῦ ὁ κ. πρώην Ὑπουργὸς τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως εὗρεν, ὅτι ἔχει δικαίωμα νὰ προκαλῇ τοὺς νομάρχας, ὅπως προσκαλῶσι τὰ Δημοτικὰ Συμβούλια καὶ ἀπαγορεύωσιν εἰς αὐτὰ προτάσεις πρὸς διορισμὸν γραμματοδιδασκάλων; Καὶ μοὶ ἐφάνη ἀληθῶς περίεργον, πῶς ὁ κύριος Στάης, ὁ ὁποῖος ὡς ἐκ τῆς ἐπιστήμης αὑτοῦ καὶ ὡς ἐκ τῆς στοργῆς, τὴν ὁποίαν ὀφείλει νὰ τρέφῃ πρὸς τὴν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν, καὶ τοῦ σεβασμοῦ, τὸν ὁποῖον ὀφείλει νὰ τρέφῃ πρὸς τὸν νόμον τοῦτον, ὁ ὁποῖος εἶναι εἷς τῶν καλλιτέρων καὶ ἀρίστων νόμων, οὓς ἐψήφισε ποτὲ ἡ Ἑλληνικὴ Βουλή, παρ’ ὅλας τὰς οἰκονομικὰς δυσχερείας, ἃς ἐγέννησε, πῶς, λέγω, ὁ κ. Στάης ἐνόμισεν, ὅτι εἶχεν αὐτὸ τὸ δικαίωμα, νὰ προσκαλῇ τὰ Δημοτικὰ Συμβούλια, ὅπως μὴ πληρώσωσι τὰς κενὰς θέσεις τῶν γραμματοδιδασκάλων. Ἔλεγεν ἡμῖν πρὸ μικροῦ ὁ κ. τέως Ὑπουργὸς, ὅτι ἐκ τοῦ λόγου τούτου, ἐκ τῆς ἀπολύσεως δηλαδὴ τῶν γραμματοδιδασκάλων ἐκείνων, ἐπῆλθεν οἰκονομία τις ἐξ 126,000 δρ. εἰς τὸ Κράτος. Τὸ πρᾶγμα ἴσως εἶναι ἀληθές, καὶ τὸ ποσὸν οὐχὶ ἀδιάφορον· ἀλλ’ ὑπὲρ τὴν ὠφέλειαν ταύτην κεῖται ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ νόμου, οὐδεὶς δὲ παρέχει δικαίωμα εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως νὰ μεριμνᾷ περὶ τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως τοῦ τόπου, καὶ νὰ συντελῇ διὰ τῆς παραβιάσεως τῶν νόμων εἰς τὴν ἐξοικονόμησιν τῶν χρημάτων ἐκείνων. Ἐὰν ὁ περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως νόμος δῆται μεταρρυθμίσεως ὑπὸ οἰκονομικὴν ἔποψιν, ἂς εἰσαγάγῃ νομοσχέδιον τροποποιοῦν αὐτόν. Ἀναντιρρήτως ἡ φειδὼ περὶ τὴν διαχείρισιν τῶν χρημάτων τοῦ Δημοσίου εἶναι μία ἀπὸ τὰς ἀρετὰς παντὸς Ὑπουργοῦ, εὐσυνειδήτως διαχειριζομένου τὴν ἐξουσίαν αὑτοῦ· ἀλλ’ ἐὰν θέλῃ καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας καὶ οἱ ἄλλοι Ὑπουργοὶ νὰ φέρωσι πραγματικὰς οἰκονομίας εἰς τὸ Κράτος, ἢ οἰκονομίας εἰς τὸν Προϋπολογισμόν, ἢ νὰ ἐλαττώσωσι τὰς δαπάνας, τὰς ἀστόργως καὶ ἄνευ λόγου γιγνομένας, ἀλλαχοῦ ἔπρεπε νὰ κάμωσι χρῆσιν τῆς ψαλίδος, ὅπως περικόψωσι τὰς δαπάνας ἐκείνας, αἵτινες ἀκάρπως ἐπιβαρύνουσι τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους, καὶ καθιστῶσιν οἰκτρὰν τὴν κατάστασιν τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν. Ἀλλ’ ἀφοῦ τοσαῦτα ἑκατομμύρια ἐλήφθησαν, ἀφοῦ ματαίως ἐσπαταλήθησαν τοσαῦτα χρήματα, ἐφ’ ὅσον διώκει τὴν χώραν ἡ πεσοῦσα Κυβέρνησις, ἔρχονται μετὰ ταῦτα καὶ σᾶς λέγουσιν, ὡς μόνην δικαιολογίαν καταφώρου πλέον παραβάσεως τοῦ νόμου περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, ὅτι ἐγένετο οἰκονομία, καὶ τὸ Κράτος ἐκ τούτου ἠδυνήθη νὰ πορισθῇ 126,000 δραχμάς. Ἀλλὰ διὰ νὰ γείνῃ ἡ οἰκονομία αὕτη, παρεβάθη ὁ νόμος. Παρατηρεῖται δ’ ἀληθῶς μία ἀσύστολος τάσις παραβάσεως τῶν νόμων παρ’ ὅλων τῶν διοικητικῶν ὀργάνων, εἴδετε δὲ προχθές, τί ἐξετυλίχθη ἐνταῦθα. Συνεζητεῖτο τὸ περίφημον ἐκεῖνο νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου τὸ Κράτος ὑποχρεοῦται νὰ πληρώσῃ 71,000 φρ. χρυσᾶ διὰ τὴν οἰκοδομὴν τοῦ καταστήματος τῆς Πρεσβείας τοῦ Βουκουρεστίου. Οὐδεμίαν εἶχε δώσει τὸ Δημόσιον ἄδειαν εἰς τὸν πρεσβευτὴν νὰ δαπανήσῃ τὸ χρῆμα ἐκεῖνο· ἐδανείσθη ὅμως οὗτος αὐτό, ὑπεθήκευσε μετὰ τῆς μεγαλειτέρας ἀφελείας δημόσιον κτῆμα, ἐδέχθη ἀγωγὴν παρὰ πιστωτῶν, καὶ ἐξηυτέλισε τὸ Κράτος ἐν ξένῃ χώρᾳ· καὶ ὅμως, Κύριοι, καίτοι τοσαῦτα μωρὰ καὶ ἀκαταλόγιστα διεπράχθησαν, ὁ πρεσβευτὴς δὲν ἐτιμωρήθη, ἀλλ’ ἐξ ἐναντίας εἴδομεν τὸν πρώην Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν κύριον Ρωμᾶνον ἐρχόμενον νὰ ζητήσῃ, τίποτε ὀλιγώτερον, ἢ νὰ ἐκφράσῃ ἡ Βουλὴ καὶ τὴν εὐγνωμοσύνην αὐτῆς δι’ ὅλα ταῦτα, διότι διὰ τῆς παραβάσεως τοῦ νόμου, διὰ τῆς ἄνευ οὐδενὸς ἐλέγχου γενομένης σπατάλης ἑκατοντάδος χιλιάδων φράγκων χρυσῶν ἀπέκτησε τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος ἀξιόλογον μέγαρον Πρεσβείας ἐν Βουκουρεστίῳ, ὅπου ὁ κύριος πρεσβευτὴς θὰ ἀναπαύηται εὐαρέστως μετὰ τοσαῦτα κατορθώματα! Βλέπομεν καθ’ ἑκάστην ἕτερα ὄργανα τῆς Διοικήσεως καταφώρως παραβιάζοντα ἄλλους νόμους, καὶ ἀδιαφοροῦντα παντελῶς, ἐὰν ὑπάρχῃ τις ἐξουσία ἐποπτεύουσα τὴν τήρησιν αὐτῶν. Πολλάκις ἐγείρεται ἐνταῦθα τὸ ζήτημα τῆς παραβιάσεως ἀκριβῶς τοῦ νόμου περὶ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως. Ὁ νόμος οὗτος δὲν εἶναι ἐκ τῶν νόμων τῶν στρυφνῶν, εἶναι τοσοῦτον σαφὴς καὶ διαυγής, ὥστε καὶ ὁ ἁπλῶς γνωρίζων νὰ ἀναγινώσκῃ δύναται ν’ ἀντιλαμβάνηται πόθεν προέρχεται ἡ παραβίασις αὕτη· καὶ ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἀληθῶς ἀπορεῖ τις, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ συμβαίνωσι ταῦτα εἰς Κράτος κοινοβουλευτικόν, εἰς Κράτος, εἰς τὸ ὁποῖον τοῦ Ὑπουργοῦ ἡ διαχείρισις θὰ ὑποστῇ ἀπαραιτήτως τὸν ἔλεγχον ἐν τῇ Βουλῇ. Ἀλλ’ ἀκριβῶς τοῦτο, κύριε Πρόεδρε, συμβαίνει, διότι, φαίνεται, ἡ Βουλὴ ἔδειξεν ἐπιείκειαν πρὸς τοὺς παραβιάζοντας τοὺς νόμους, καὶ ἐνεθάρρυνεν αὐτούς, ἐφθάσαμεν δὲ εἰς τὸ σημεῖον, ὥστε ἡ παραβίασις τῶν νόμων νὰ θεωρῆταί τι ἀνάξιον προσοχῆς. Δὲν γνωρίζω τί σκέπτεται νὰ πράξῃ ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἡ Βουλή, καὶ δὲν γνωρίζω, ἂν θὰ προβῇ αὕτη εἰς ἀπόφασίν τινα, ἢ ἔκφρασιν λύπης τινὸς διὰ τὰ γενόμενα, ἀλλὰ πάντως φρονῶ, ὅτι πρέπει νὰ ἔλθῃ ἐπὶ τέλους ἡμέρα, κατὰ τὴν ὁποίαν νὰ προσκληθῶσιν, ἵνα λογοδοτήσωσιν οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ διὰ τὴν κακὴν διαχείρισιν τῆς ἐξουσίας αὐτῶν, καὶ ἂν μὴ λογοδοτήσωσιν, ὡς ἐπιτάσσει ὁ περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν νόμος, νομίζω, ὅτι ἡ ἔκφρασις τῆς Βουλῆς, ἐὰν δὲν ἔχῃ ἄλλον τινὰ σκοπόν, θὰ προλαμβάνῃ τουλάχιστον εἰς τὸ μέλλον τὰς τοιαύτας ὑπερβασίας. Ὁ κ. Ὑπουργός, ὁ νῦν, τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως βεβαίως, ἀφ’ ὅτου ἐζητήθησαν αἱ πληροφορίαι παρὰ τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων, καὶ ἀφ’ ἧς συνεζητήθη τὸ ζήτημα ἐνταῦθα, θὰ ἐσχημάτισε γνώμην ἐπ’ αὐτῶν. Ἐπεθύμουν ν’ ἀκούσω τῆς φωνῆς τοῦ ἀξιοτίμου κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως, ὁ ὁποῖος ἄλλως τε, τυγχάνων καὶ ἀνὴρ νομομαθής, δύναται νὰ ἐγκύπτῃ βαθύτερον εἰς τὴν σημασίαν τῆς τηρήσεως τῶν νόμων, ἣν οἱ μὴ ἀσχολούμενοι εἰδικῶς δὲν αἰσθάνονται ἐξ ἴσου, ἀλλὰ δέον νὰ γνωρίζωμεν καὶ τὴν γνώμην αὐτοῦ, ἂν δηλ. θεωρεῖ, ὅτι ἐγένετο παραβίασις τοῦ νόμου ἐκείνου, ἢ νομίμως ὁ πρώην Ὑπουργὸς ἐνήργησεν, ὡς ἐνήργησε, διατάξας τοὺς νομάρχας καὶ τοὺς ἐπιθεωρητὰς ν’ ἀπαγορεύσωσιν εἰς τὰ Δημοτικὰ Συμβούλια τὴν πρότασιν τοῦ διορισμοῦ γραμματοδιδασκάλων, καὶ ἂν ἐξακολουθεῖ οὕτως ἐφαρμόζων τὸν νόμον. Ἐὰν οὕτως ἐξακολουθῇ ἐφαρμόζων τὸν νόμον ὁ κ. Ὑπουργὸς σήμερον, νομίζω, ὅτι τὸ ζήτημα πρέπει νὰ λάβῃ διάφορον ὁδόν· ἤκουσα δέ, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τοιαύτην ἔχει ἰδέαν, καὶ οὕτως ἐξακολουθεῖ ἐφαρμόζων τὸν νόμον, δηλαδὴ ἐξακολουθεῖ ἡ παραβίασις τοῦ νόμου.

§163ΑΣΗΜ. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).

§164Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Αἱ συζητήσεις αὗται δὲν εἶχον ἀντικείμενον τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Κυθήρων. Οἱ προβαλόντες τὴν ἐπερώτησιν καὶ προκαλέσαντες τὴν συζήτησιν ἐγνώριζον, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ζητηθῇ σήμερον πολιτικὴ εὐθύνη ἀπὸ τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Κυθήρων· ἀλλ’ ἐπεθύμουν νὰ ἀχθῇ τὸ τὸ ζήτημα ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ὅπως ἀκουσθῶσιν οἱ ὑπὲρ καὶ κατὰ τῆς γνώμης τοῦ πρώην Ὑπουργοῦ τῆς Παιδείας μέλλοντες νὰ μετάσχωσι τῆς συζητήσεως, ὅπως διαφωτισθῇ μὲν ὁ ἐνεστὼς Ὑπουργὸς τῆς Ἐκπαιδεύσεως καὶ ἀποφήνηται γνώμην, ἐὰν ὀρθῶς ἐπράχθησαν ὅσα ἐπράχθησαν ὑπὸ τοῦ πρώην Ὑπουργοῦ, ἢ ἐὰν δὲν ἐπράχθησαν ὀρθῶς, κύψῃ δὲ τὴν κεφαλήν του ὁ ἐξελεγχόμενος καὶ ἀποκαλυφθεὶς ὡς παρανομήσας Ὑπουργὸς, ἵνα καλύψῃ τὸ ἐρύθημα τοῦ προσώπου του, ἐὰν τοιοῦτόν τι συνέβη ποτὲ εἰς αὐτόν. Ἐὰν δὲ ὁ ἐνεστὼς Ὑπουργὸς ἀποδεχθῇ τὴν γνώμην, ὅτι δὲν ἐπράχθησαν ταῦτα ὀρθῶς, θέλει ὑπάρξει ἐγγύησις, ὅτι θέλει σπεύσει νὰ ἀνορθώσῃ πανταχοῦ τοῦ Κράτους τὰς συνεπείας τῶν παρανόμων πράξεων τοῦ προκατόχου του. Ὁ κ. ὅμως Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας μοὶ φαίνεται ἥκιστα κοινοβουλευτικὸς, καὶ διὰ τοῦτο σιωπᾷ, ὡς ἂν δὲν ἦτο Ὑπουργὸς, ἀλλά τις τῶν ἀπὸ τῶν ἀκροατηρίων ἀκουόντων τὰς συζητήσεις, ὡς ἂν δὲν φέρῃ καὶ αὐτὸς τὴν εὐθύνην τῆς διατηρήσεως τῶν παρανομιῶν, αἵτινες διεπράχθησαν, καὶ ὡς ἂν ἦναι ἀλλότριος τῶν πραγμάτων αὐτῶν. Τὴν σιωπὴν ἡμεῖς βεβαίως ταύτην διατιμῶμεν, καὶ εὐλόγως, ὅτι εἶναι ἀποδοχὴ τῶν πράξεων τοῦ προκατόχου του, ὅτι ἔχει καὶ ὁ Ὑπουργὸς αὐτὸς τὴν γνώμην, ἣν ἔχει καὶ ὁ προκάτοχός του, καὶ διὰ τοῦτο δύναμαι ἀπὸ τοῦδε δημοσίᾳ νὰ εἴπω, ὅτι θέλομεν λάβει ὑπὸ σημείωσιν τὴν τακτικὴν ταύτην αὐτοῦ, καὶ ὅταν ἔλθῃ ἡμέρα, θέλομεν ἐνασκήσει τὰ δικαιώματα, ὅσα ἔχομεν.

§165ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κατετέθησαν εἰς τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς ἅπαντα τὰ σχετικὰ ἔγγραφα τῆς ἀναπληρωματικῆς ἐκλογῆς Κερκύρας. Παρακαλῶ τὸ ἁρμόδιον τμῆμα νὰ συνέλθῃ αὔριον πρὸς ἐξέλεγξιν τῆς ἐκλογῆς. Ὁ κύριος Ροῦφος ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ ἄλλου ἀντικειμένου. (Ἐνταῦθα τὴν ἕδραν τοῦ Προέδρου καταλαμβάνει ὁ ἀντιπρόεδρος κ. Ν. Λεωνίδας).

§166Ι. Γ. ΡΟΥΦΟΣ. Μετὰ πολλῆς στενοχωρίας ἀναγκάζομαι νὰ λάβω τὸν λόγον ἐπὶ προσωπικοῦ ἐπεισοδίου μεταξὺ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Βουλῆς καὶ ἐμοῦ. Δυστυχῶς, διὰ ν’ ἀφηγηθῶ τὰ κατὰ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς καὶ ἐμὲ, θ’ ἀναγκασθῶ ν’ ἀναμίξω καὶ ἄλλο ἐπεισόδιον ἐν τῇ διηγήσει μου, ἵνα γείνῃ καταληπτὴ ἡ διαφωνία. Λυποῦμαι διὰ τοῦτο· ἐὰν δέ τις νομίζῃ, ὅτι ἐν τῇ ἀφηγήσει μου ὑπάρχει τι τὸ δυνάμενον νὰ τὸν προσβάλῃ, τὸν παρακαλῶ πολὺ, οὐχὶ εἰς ἀντεγκλήσεις καὶ ὕβρεις, εἰς ἃς δὲν θ’ ἀπαντήσω, νὰ προέλθῃ, ἀλλ’ ἐκτὸς τῆς αἰθούσης ταύτης νὰ ζητήσῃ ἐξηγήσεις, ὁπότε προθύμως θέλω παράσχει παντὸς εἴδους ἐξήγησιν.

§167ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Διὰ μονομαχίας;

§168Α. ΚΑΡΑΤΖΑΣ. Οἱ πολιτικοὶ ἀνταγωνισμοὶ δὲν ἐπιτρέπονται ἐνταῦθα. Ὁ κ. Πρόεδρος ἔδειξε πολλὴν εὐγένειαν καὶ αὐστηρότητα ἐν τῇ ἐκτελέσει τοῦ καθήκοντός του.

§169Ι. Γ. ΡΟΥΦΟΣ. Κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς 5 Φεβρουαρίου ἐνεστῶτος ἔτους, συζητουμένου εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ Ἐμπορικῶν Σχολῶν, ἐγένετο ἔνστασις περὶ μὴ ἀπαρτίας παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου ἐκ Τριφυλίας κ. Δ. Ἀναστασοπούλου. Ἡ Βουλὴ δὲν εὑρέθη ἐν ἀπαρτίᾳ, καὶ ἡ συνεδρίασις ἐλύθη. Τὸ γεγονὸς ἐτηλεγραφήθη ἐντεῦθεν πρὸς ἐφημερίδα τινὰ τῶν Πατρῶν. Δὲν μὲ ἐνδιαφέρει τὸ γεγονὸς,—καὶ δηλῶ τοῦτο—τίνες ἦσαν παρόντες καὶ τίνες ἦσαν ἀπόντες· τὸ ἐξετάζω ὅμως κατ’ ἀνάγκην, ἵνα φθάσω εἰς τὸ ἐπεισόδιον τὸ μεταξὺ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Βουλῆς καὶ ἐμοῦ. Τὸ γεγονὸς λοιπὸν τῆς ματαιώσεως τῆς ἀπαρτίας ἔλαβε χώραν τὴν 5 Φεβρουαρίου. Ἀλλὰ μετὰ παρέλευσιν ἑνὸς μηνὸς βλέπω δημοσιευμένην ἐπιστολὴν, ἢ μᾶλλον πιστοποιητικὸν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Βουλῆς, διὰ τοῦ ὁποίου πρὸς τὸν ἀξιότιμον ἐκ Πατρῶν συνάδελφον κ. Χοϊδᾶν ἐβεβαίου τὰ ἑπόμενα: «Κύριε Βουλευτὰ, εἰς ἀπάντησιν τῆς σημερινῆς ὑμῶν ἐπιστολῆς δηλῶ ὑμῖν, ὅτι, ὡς προκύπτει ἐκ τῶν ἐπισήμων πρακτικῶν, ἦσθε παρὼν καθ’ ὅλην τὴν συνεδρίασιν τῆς 5 Φεβρουαρίου καὶ κατὰ τὴν τελευταίαν ὀνομαστικὴν κλῆσιν. Ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς Θεόδωρος Ρετσίνας.» Ὁ κ. συνάδελφος, δὲν γνωρίζω διατὶ, ἐνόμισεν, ὅτι τὰ τηλεγραφηθέντα ἐτηλεγραφήθησαν τῇ εἰσηγήσει ἐμοῦ. Δὲν μὲ ἐνδιαφέρει πῶς ἔχει τὴν γνώμην καὶ πῶς ἐμόρφωσε τὴν πεποίθησιν ταύτην. Ἀλλ’ ἐφρόνουν, ὅτι εὐθὺς, ὡς ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς ἐξέδωκε τοιοῦτο πιστοποιητικὸν, οὗτινος ἐγένετο χρῆσις, καὶ χρῆσις εἰς βάρος μου, ἐφρόνουν, λέγω, ὅτι ὤφειλον καὶ ἐγὼ νὰ ζητήσω πιστοποιητικὸν, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἐπισήμων πρακτικῶν τῆς Βουλῆς, ἵνα ᾖμαι ὡπλισμένος, ἐάν ποτε μοὶ γείνῃ βαρυτέρα ἐπίθεσις τῆς γενομένης διὰ τῆς ἐπιστολῆς τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου, καὶ δυνηθῶ νὰ ὑπερασπισθῶ τὸν ἑαυτόν μου ἐπὶ τῇ βάσει ἐπισήμων ἀποδείξεων. Εἶναι γνωστὸν βεβαίως εἰς ὑμᾶς, κύριοι Βουλευταὶ, ὅτι ὑπάρχει διαφορὰ μεταξὺ ὀνομαστικῆς κλήσεως καὶ ἀναγνώσεως καταλόγου. Παρακαλῶ νὰ δοθῇ προσοχή. Ἡ τελευταία φράσις τοῦ πιστοποιητικοῦ λέγει «καὶ κατὰ τὴν τελευταίαν ὀνομαστικὴν κλῆσιν». Ἀλλὰ κατὰ τὴν συνεδρίασιν ἐκείνην μία καὶ μόνη ἐγένετο ὀνομαστικὴ κλῆσις. Ἐγένετο ἐπὶ τῆς προτάσεως τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου κ. Βελλιανίτου περὶ αὐξήσεως τῆς πιστώσεως ἀγορᾶς βιβλίων παρὰ τῆς Βιβλιοθήκης τῆς Βουλῆς. Μέχρις ἐκείνης τῆς στιγμῆς ὁ ἀξιότιμος ἐκ Πατρῶν συνάδελφος φαίνεται παρών· κατόπιν ἐξηκολούθησεν ἡ ἐπιψήφισις τοῦ προϋπολογισμοῦ τῆς Βουλῆς, ἔπειτα δὲ, κατὰ τὰ ἐπίσημα πρακτικὰ, (ἀναγινώσκει) «ἐξηκολούθησεν ἡ πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ συστάσεως Ἐμπορικῶν Σχολῶν ἐν Ἀθήναις καὶ Πάτραις δαπάναις τοῦ Κράτους», ἔλαβον δ’ ἐπ’ αὐτοῦ καὶ ἐπὶ τῆς παραπομπῆς αὐτοῦ εἰς εἰδικὴν ἐπιτροπὴν προτάσεως τὸν λόγον οἱ βουλευταὶ κ. κ. Π. Ἀλεξάκης, Ι. Ροῦφος, Θ. Βελλιανίτης, Α. Παπαγιαννακόπουλος, Ι. Μπακόπουλος, Σπ. Στάης, Στ. Δραγοῦμης, ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως καὶ Α. Παναγιωτόπουλος. Ἐνταῦθα ὁ βουλευτὴς κ. Δ. Ἀναστασόπουλος προέβαλεν ἔνστασιν περὶ ἐλλείψεως ἀπαρτίας, ἀναγνωσθέντος δὲ τοῦ καταλόγου ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν τῶν βουλευτῶν κ. κ. Β. Σαμοΐλη καὶ Π. Ἀλεξάκη, καὶ μὴ εὑρεθείσης τῆς Βουλῆς ἐν ἀπαρτίᾳ, ἐλύθη ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 2 καὶ 30′ τῆς πρωΐας.»

§170Α. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Μήπως λέγει, ὅτι ἔφερα ἔνστασιν ἐγώ;—διότι ἐπληροφορήθην, ὅτι ἡ ἐφημερὶς αὕτη τῶν Πατρῶν λέγει, ὅτι ἐγὼ ἔφερα ἔνστασιν.

§171Ι. Γ. ΡΟΥΦΟΣ. Δὲν φέρω εὐθύνην ἐγὼ δι’ ὅ,τι γράφουσιν αἱ ἐφημερίδες.

§172Α. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι ὅμως ἐφημερίς σας.

§173Ι. Γ. ΡΟΥΦΟΣ. Τοῦτο δὲν εἶναι ἀκριβές. Ἡ Βουλὴ λοιπὸν δὲν εὑρέθη ἐν ἀπαρτίᾳ τότε. Ἤδη γεννᾶται τὸ ζήτημα: ἠδύνατο ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, μὴ τηρουμένου τοῦ πρακτικοῦ τοῦ καταλόγου, ἐν τῷ ὁποίῳ σημειοῦνται οἱ παρόντες, ὅταν δὲν εὑρεθῇ ἡ Βουλὴ ἐν ἀπαρτίᾳ, νὰ βεβαιώσῃ, τίς ὁ παρὼν καὶ τίς ὁ ἀπών; Ἐζήτησα παρὰ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Βουλῆς νὰ χορηγήσῃ καὶ εἰς ἐμὲ πιστοποιητικὸν, ὅπως καὶ εἰς τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον, ἐζήτησα δὲ αὐτὸ διὰ τῆς ἑξῆς αἰτήσεως (ἀναγινώσκει): Ἀθήνησι 9 Μαρτίου 1902. Κύριε Πρόεδρε. Τῷ συναδέλφῳ κ. Α. Χοϊδᾷ ἐχορηγήσατε πιστοποιητικὸν, ὅτι ἦτο παρὼν κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς 5 Φεβρουαρίου καὶ κατὰ τὴν τελευταίαν ὀνομαστικὴν κλῆσιν. Ἐπειδὴ ἡ σύνταξις τοῦ χορηγηθέντος πιστοποιητικοῦ δίδει ἀφορμὴν διττῆς ἑρμηνείας, παρακαλῶ ὑμᾶς, ἵνα εὐαρεστούμενος ἐφοδιάσητέ με διὰ πιστοποιητικοῦ: 1) ἂν ὁ κύριος Χοϊδᾶς ἦτο παρὼν ἀπ’ ἀρχῆς μέχρι τέλους τῆς συνεδριάσεως, ὅτε ἐλύθη αὕτη ἐλλείψει ἀπαρτίας, καὶ 2) τίς ἡ ἔννοια τῆς φράσεως «κατὰ τὴν τελευταίαν ὀνομαστικὴν κλῆσιν», καὶ ἂν ἔλαβον χώραν κατὰ τὴν ῥηθεῖσαν συνεδρίασιν πλέον τῆς μιᾶς ὀνομαστικαὶ κλήσεις. Μετὰ τῆς προσηκούσης ὑπολήψεως κλπ. κλπ.» Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς ἐθεώρησε πρέπον νὰ μοὶ ἀρνηθῇ τὸ τοιοῦτον πιστοποιητικὸν, τὸ βασιζόμενον ἀκριβῶς ἐπὶ τῶν πρακτικῶν τῶν ἐπισήμων.

§174Α. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ πολὺ ὀρθῶς, διότι δὲν ἐζητήσατε διὰ σᾶς πιστοποιητικὸν, ἀλλὰ διὰ τρίτον.

§175Ι. Γ. ΡΟΥΦΟΣ. Παρακαλῶ. Ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς ἐβεβαίωσέ τι, τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι ἀκριβές.

§176Α. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλὰ τὸ ὁποῖον δὲν ἀφορᾷ σᾶς.

§177Ι. Γ. ΡΟΥΦΟΣ. Πολὺ καλά· ἀλλ’ ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ὁποίου ὑβρίζομαι ἐγώ.

§178Α. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Διατὶ ὑβρίζεσθε σεῖς;

§179Ι. Γ. ΡΟΥΦΟΣ. Διὰ τῆς σημερινῆς «Ἀκροπόλεως» ὁ κ. συνάδελφος ἐξαγγέλλει, ὅτι μὲ θεωρεῖ ὑπεύθυνον δι’ ὅ,τι γράφεται, καὶ ὅτι μὲ ἀνεζήτει, «ἵνα ζητήσῃ ἐξηγήσεις». Ἡ ἐπιστολὴ τοῦ συναδέλφου πρὸς τὸν Πρόεδρον τοῦ ἐν Πάτραις Ἐμπορικοῦ Συλλόγου εἶναι ὑπογεγραμμένη παρ’ αὐτοῦ.

§180Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐν Τριπόλει ἐκδίδεται μία ἐφημερὶς «Μωρηᾶς», ἡ ὁποία γράφει ἀποκλειστικῶς ὑβρίζουσα ἐμέ. Ἅμα λείψῃ τὸ πρόσωπόν μου, δὲν ἔχει τίποτε ἄλλο νὰ γράψῃ. Λοιπὸν τί μὲ τοῦτο; Δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ φέρωμεν ἐδῶ τὰς ἐφημερίδας.

§181Ι. Γ. ΡΟΥΦΟΣ. Δὲν ἐπροσέξατε· εἶναι ἐνυπόγραφος ἡ ἐπιστολὴ, φέρουσα τὴν ὑπογραφὴν τοῦ συναδέλφου. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι ἀρνηθεὶς ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς νὰ μοὶ δώσῃ τὸ αἰτηθὲν πιστοποιητικόν...

§182Α. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τί σᾶς ἠρνήθη ὁ Πρόεδρος;

§183Ι. Γ. ΡΟΥΦΟΣ. Νὰ μοὶ ἐκδώσῃ πιστοποιητικόν.

§184Α. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἄν νομίζητε, ὅτι ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς ὤφειλε νὰ γείνῃ ὄργανον, νὰ χρησιμεύσῃ εἰς ὕβρεις, καὶ νὰ σᾶς δίδῃ ὅπλα διὰ νὰ πολεμῆτε τοὺς πολιτικοὺς ἀντιπάλους σας, ἔχετε πολὺ ταπεινὴν ἰδέαν περὶ τοῦ Προέδρου. Τὸ ἀξίωμα τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς εἶναι πολὺ ὑψηλὸν, ἀλλὰ καὶ πολὺ σοβαρόν.

§185Ι. Γ. ΡΟΥΦΟΣ. Βεβαίως τὸ ἀξίωμα τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς εἶναι πολὺ ὑψηλὸν, ἀλλὰ καὶ πολὺ βαρύ· ὅταν δὲ φέρωσιν αὐτὸ ἄνθρωποι μὴ ἔχοντες τὸ ἀνάστημα καὶ τὴν δύναμιν νὰ τὸ φέρωσι, βεβαίως συντρίβονται. Ὅτι δὲ ὁ κύριος Πρόεδρος τῆς Βουλῆς δὲν ἐβεβαίωσε τὰ ἀκριβῆ ἐν τῷ πιστοποιητικῷ τῷ δοθέντι, —καὶ τοῦτο ἵνα ἀποδείξω, ὅτι οὐχὶ πλανώμενος, οὐχὶ ἐκ κακῆς διατυπώσεως, ὡς ἐν τῇ αἰτήσει μου ἐξ ἁβρότητος γράφω, ἀλλ’ ἐκ προθέσεως ἐξέδωκε ψευδὲς πιστοποιητικὸν—ἐπικαλοῦμαι, ἐπὶ τῷ λόγῳ τῆς τιμῆς του, τὸν κύριον Κασαβέτην, γραμματέα κατὰ τὴν συνεδρίασιν ἐκείνην τῆς Βουλῆς, νὰ μᾶς εἴπῃ, ἐνθυμεῖται ἂν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφός μου ἦτο παρὼν κατὰ τὴν συνεδρίασιν ἐκείνην;... Κύριε Κασσαβέτη;...

§186ΑΛΕΞ. ΚΑΣΣΑΒΕΤΗΣ. Ἐγένετο πρὸ πολλοῦ καιροῦ ἡ ψηφοφορία αὕτη. Ἐνθυμοῦμαι μόνον ἓν περιστατικὸν, ὅτι καὶ ὑμεῖς καὶ ἕτεροι Βουλευταὶ ἐκ Πατρῶν μοὶ ἐζήτησαν τὴν πληροφορίαν, ἄν ἦτο παρὼν ὁ κ. Χοϊδᾶς· τοῖς εἶπον δὲ, ὅτι δὲν ἦτο παρὼν, ἀλλὰ δὲν ἐνθυμοῦμαι καλῶς, ἂν ἦτο αὐτὴ ἡ ἑσπέρα ἢ ἄλλη· ἐπρόκειτο ὅμως περὶ τῶν Ἐμπορικῶν Σχολῶν κατὰ τὴν συνεδρίασιν ἐκείνην.

§187Ι. Γ. ΡΟΥΦΟΣ. Κύριε Στάη, ἐπὶ τῷ λόγῳ τῆς τιμῆς σας, ἐνθυμεῖσθε ἂν ἦτο παρὼν ὁ κύριος Χοϊδᾶς τότε;

§188Δ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Φέρετε πρότασιν μομφῆς κατὰ τοῦ κυρίου Προέδρου. Θὰ γείνῃ ψηφοφορία ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ ζητήματος. Νὰ ἐξακολουθῇ αὐτὴ ἡ διαδικασία ἐπὶ τούτου, νὰ ἐρωτᾶτε τὸν ἕνα καὶ τὸν ἄλλον, αὐτὸ δὲν εἶναι πρέπον.

§189Ι. Γ. ΡΟΥΦΟΣ. Μοῦ εἶναι ἀδιάφορον. Τοῦτο θέλω νὰ εἴπω, ὅτι ὁ κύριος Πρόεδρος τῆς Βουλῆς ἐχορήγησε κακοβούλως ὅπλα διὰ νὰ ὑβρισθῶ. Τοῦτο λέγω, καὶ περὶ τούτου πρόκειται.

§190Α. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁμολογῶ εἰλικρινῶς, ὅτι, καίτοι ἐπρόσεξα νὰ ἐννοήσω τὰ παράπονα τοῦ συναδέλφου, δὲν τὰ ἐνόησα, πολὺ δὲ ὀλιγώτερον ἐνόησα τὸν τρόπον, καθ’ ὃν ἐξεφράσθη κατὰ τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς, ἐκφράσας καὶ μομφὴν, ὁποία πρώτην φορὰν ἀποτείνεται κατὰ Προέδρου τῆς Βουλῆς. Κατήγγειλε τὸν Πρόεδρον, ὅτι ἐκ προθέσεως ἔδωκε ψευδεῖς βεβαιώσεις, ἵνα χρησιμεύσωσι πρὸς πολιτικὸν ἀνταγωνισμὸν, καὶ ὄχι κἄν ἐκ πλάνης, ἀλλ’ ἐκ προθέσεως. Καταγγέλλεται ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς διὰ πρᾶξιν, ἥτις ἐὰν ἠλήθευε, θὰ ἔγραφε μίαν μελανὴν σελίδα εἰς τὴν ἱστορίαν ἡμῶν τὴν κοινοβουλευτικήν. Καὶ ἐρωτῶ τὸν συνάδελφον νὰ διασαφήσῃ, διατὶ οὕτως ἐξεφράσθη; διατὶ μὲ τὸ ζήτημα αὐτὸ ἀπησχόλησε τὴν Βουλήν; Καὶ ὁ συνάδελφος λέγει, ὅτι προσεβλήθη. Δὲν ἐνδιεφέρετο, λέγει, ἂν παρίσταντο ἢ ὄχι οἱ συνάδελφοί του κατὰ τὴν συνεδρίασιν ἐκείνην, καὶ ὅμως παρὰ τοῦ Προέδρου ἐζήτει ἀκριβῶς τοῦτο νὰ πιστοποιηθῇ, ἂν παρίσταντο οἱ συνάδελφοι αὐτοῦ. Ἀλλ’ ἡ δήλωσίς του, ὅτι αὐτὸς δὲν ἐνδιαφέρεται τί ἔπραξαν οἱ συνάδελφοί του, καταπίπτει ἐκ τῆς ὁμολογίας αὐτοῦ, ὅτι ἀπὸ τὸν Πρόεδρον ἐζήτει ἀκριβῶς νὰ τῷ δώσῃ τὰ στοιχεῖα, ἵνα ἀποδείξῃ, ὅτι εἷς τῶν συναδέλφων καὶ συμπολίτης του ψευδῶς βεβαιοῖ, ὅτι παρίστατο ἐν τῇ Βουλῇ, ὅτε ἐπρόκειτο νὰ συζητηθῇ τὸ περὶ Ἐμπορικῶν Σχολῶν νομοσχέδιον. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι μόνη ἡ ὁμολογία τοῦ κ. συναδέλφου, ὅτι ἦτο παρὼν, ἤρκει νὰ καταπαύσῃ πᾶσαν περὶ τούτου ἀμφισβήτησιν. Ἀλλοίμον, ἂν ἐψευδόμεθα ἐπὶ τοιούτων ζητημάτων! Ὅταν ὁ συνάδελφος δηλοῖ, ὅτι ἦτο παρὼν, ὀφείλομεν νὰ πιστεύσωμεν αὐτὸν, ἀφοῦ εἶναι ἄλλως γνωστὸν, ὅτι ὁ συνάδελφος καὶ τότε καὶ ἄλλοτε παρεκάλεσε τὴν Ἀντιπολίτευσιν νὰ μὴ ἀντιταχθῇ εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου. Ἀλλὰ κατὰ τί ἐνδιαφέρει τὸν κ. Ροῦφον ζήτημα, εἰς τὸ ὁποῖον μέχρι τῆς στιγμῆς τοὐλάχιστον ἐκείνης ἐνομίζομεν ὅτι αὐτὸς οὐδὲν ἔχει ἐνδιαφέρον; Διότι περὶ τίνος ἀληθῶς ἐπρόκειτο; περὶ ἀνταποκριτοῦ ἐφημερίδος διαστρέφοντος συστηματικῶς εἰς τὰ ἐπιστελλόμενα εἰς Πατραϊκὸν φύλλον τηλεγραφήματα τὰ ἐνταῦθα συμβαίνοντα καὶ λεγόμενα. Καὶ τῶν διαστροφῶν τούτων ἔλαβον γνῶσιν ἐγὼ αὐτός, ὅστις, μεταβὰς πρὸ ἑβδομάδος εἰς Αἴγιον καὶ Πάτρας, ἠρωτώμην, ἂν ὄντως ἡ Βουλὴ δὶς καὶ τρὶς μὲ ἀπεδοκίμασε, φέροντα ἔνστασιν ἀπαρτίας, ἐνῷ, ὡς πάντες γνωρίζετε, καὶ τὰ πρακτικὰ τὰ ἐπίσημα βεβαιοῦσιν, οὐδεμίαν ἔφερον ἔνστασιν ἀπαρτίας. Καὶ ἀντὶ ἡμεῖς νὰ ἔχωμεν παράπονα κατὰ τῆς τοιαύτης διαστροφῆς τῶν λόγων καὶ τῶν πράξεών μας, ἔρχεται ὁ κύριος ἐκ Πατρῶν Βουλευτὴς καὶ ἐπιτίθεται κατὰ τοῦ κ. Προέδρου, διότι ἠρνήθη εἰς αὐτὸν πιστοποιητικὰ ψευδῆ, δι’ ὧν ἐζητεῖτο νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ τοιαύτη κατὰ τοῦ κυρίου Χοϊδᾶ ἐπίθεσις! Νομίζω ὅτι ἡ Βουλή, μεθ’ ὅσα ὁ ἐκ Πατρῶν συνάδελφος εἶπε κατὰ τοῦ Προέδρου αὐτῆς, ἔχει καθῆκον νὰ ἐγκρίνῃ τὴν διαγωγὴν τοῦ Προέδρου, ἐκφράζουσα πρὸς αὐτὸν τὴν ἐμπιστοσύνην της, διότι ἐξεπλήρωσε τὸ καθῆκόν του.

§191Ι. Γ. ΡΟΥΦΟΣ. Δὲν ἐζήτησα παρὰ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Βουλῆς νὰ βεβαιώσῃ πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον δὲν δύναται νὰ προκύψῃ ἐκ τῶν ἐπισήμων πρακτικῶν. Ἐκ τῶν ἐπισήμων πρακτικῶν δὲ δὲν προκύπτει οὔτε τίς ἦτο παρὼν, οὔτε τίς ἦτο ἀπών. Ἐγὼ ἐνόμισα πρέπον νὰ ζητήσω τὸ πιστοποιητικόν, θεωρῶ δὲ ἄτοπον, πλέον ἢ ἄτοπον τὴν διαγωγὴν τοῦ κ. Προέδρου. Χαίρω δὲ, διότι ὁ κ. συνάδελφος ἐξ Αἰγιαλείας ἐμόρφωσε τοιαύτην λαμπρὰν ἰδέαν περὶ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Βουλῆς τὴν στιγμὴν ταύτην, ἐνῷ πρό τινος εἶχε πάντῃ ἀλλοίαν. Δὲν ἀπορῶ διὰ τοῦτο, διότι γνωρίζω καλῶς, ὅτι, ὅταν ἐνδιαφέρωμαι διά τι, ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος εἶναι πάντοτε ἐναντίος. Ἀλλ’ ἂν τοῦτο συμβῇ αὔριον καὶ εἰς αὐτὸν, θὰ τὸν ἴδωμεν κοπτόμενον ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου διὰ τὰς παραβάσεις τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς. Ἀλλ’ ἂν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς ἔπραξε τοῦτο πρὸς ἐμὲ, βεβαίως τῷ εἶναι ἀδιάφορον, ἀλλὰ καὶ εἰς ἐμὲ ἐπίσης. Ἓν μόνον ἐπιλέγω, ὅτι δὲν εἶναι ἄπορον, ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς ἐτήρησε τοιαύτην διαγωγὴν, διότι «ἔξεστι Κλαζομενίοις ἀσχημονεῖν»!

§192ΑΛΕΞ. Θ. ΖΑΙΜΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἂν ἐλαμβάνετο ὑπ’ ὄψιν τὸ ἄρθρον 72 τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς, δὲν θὰ εἴχομεν τὰς παρεξηγήσεις, τὰς ὁποίας ἠκούσαμεν πρὸ μικροῦ· διότι τὸ ἄρθρον 72 τοῦ Κανονισμοῦ ὁρίζει καὶ τὰ δικαιώματα τῶν Βουλευτῶν καὶ τὰ καθήκοντα τοῦ Προέδρου (ἀναγινώσκει): «Οἱ Βουλευταὶ ἔχουσι τὸ δικαίωμα νὰ ἀναγινώσκωσι τὰ πρωτότυπα τῶν πρακτικῶν καὶ τὰ καταχωρισθέντα εἰς τὰ ἀρχεῖα ἔγγραφα, καὶ νὰ λαμβάνωσιν ἀντίγραφα ἐπικεκυρωμένα αὐτῶν». Λοιπὸν οἱ κύριοι Βουλευταὶ δύνανται νὰ ζητήσωσι παρὰ τοῦ Προέδρου ἀντίγραφα ἐπικεκυρωμένα τῶν πρακτικῶν, καὶ δύνανται νὰ ζητήσωσιν ἀντίγραφα ἐπικεκυρωμένα τῶν ἐγγράφων, τὰ ὁποῖα κατατίθενται εἰς τὰ ἀρχεῖα τῆς Βουλῆς. Πέραν τούτου οὐδὲν δικαίωμα ἔχουσι, πέραν τούτου οὐδὲν καθῆκον ἔχει νὰ ἐκτελέσῃ ὁ Πρόεδρος, διότι ὁ Πρόεδρος δὲν εἶναι συμβολαιογράφος ἢ ὑποθηκοφύλαξ, ὅπως ἐκδίδῃ πιστοποιητικά.

§193Α. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι παράδοξος ὁμολογουμένως ὁ τρόπος τῆς συζητήσεως τοῦ ἐκ Πατρῶν συναδέλφου. Προσῆλθεν εἰς τὸ βῆμα καὶ ἠθέλησε νὰ ἀμυνθῇ, ὅτι αὐτὸς δὲν εἶναι ὁ εἰσηγητὴς τῶν ἐπιστελλομένων ἐντεῦθεν εἰς Πάτρας ἀνταποκρίσεων, καὶ ὅμως ἀπὸ τὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς ἐζήτει νέα ὅπλα, διὰ νὰ βεβαιώσῃ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα περιεῖχον αἱ ἀνταποκρίσεις αὗται! Περὶ αὐτοῦ καὶ μόνου πρόκειται. Δύσκολον ἄνευ τούτου νὰ ἐννοήσωμεν κατὰ τί προσεβλήθη ὁ ἐκ Πατρῶν συνάδελφος, ἂν παρίστατο ἢ ὄχι ὁ κ. Χοϊδᾶς εἰς τὴν συνεδρίασιν. Ποία προσβολὴ θὰ ἦτο κατ’ αὐτοῦ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει; Ἐντεῦθεν ἐστέλλοντο τακτικὰ καθ’ ἑσπέραν παρὰ δημοσιογράφου, ὄπισθεν ἐκεῖ παρευρισκομένου, εἰς Πάτρας ἀνταποκρίσεις, αἱ ὁποῖαι διέστρεφον τὰ γιγνόμενα ἐνταῦθα, καὶ περὶ τούτου ἀδιαφορῶ τελείως, ὅπως ἠδιαφόρησα, μανθάνων, ὅτι καὶ περὶ ἐμοῦ διεστρέφοντο τὰ ἐδῶ γιγνόμενα, οὐδὲ θὰ ὡμίλουν, ἂν δὲν ἐπρόκειτο δυστυχῶς περὶ συναδέλφου κατὰ τοιοῦτον τρόπον ἀναμιγνυομένου καὶ οὕτω πως ἐπιτιθεμένου καθ’ ἑτέρου συναδέλφου. Ὁ Βουλευτής, ὁ τὰς ἐπιθέσεις ταύτας ὑφιστάμενος, ἠμύνθη, ζητήσας ἀπὸ τὸν Πρόεδρον πιστοποιητικόν, ὅτι μέχρι τῆς ὀνομαστικῆς κλήσεως ἦτο ἐνταῦθα παρών· ἀκριβῶς δὲ μέχρι τῆς ὀνομαστικῆς κλήσεως ὑπῆρχεν ἀπόδειξις, ὅτι ὁ Βουλευτὴς ἐκεῖνος ἦτο παρὼν, διότι μετὰ τὴν ὀνομαστικὴν κλῆσιν δὲν ὑπάρχουν στοιχεῖα, ἵνα ὁ κ. Χοϊδᾶς ἀποδείξῃ τὴν παρουσίαν του. Καὶ ἀκριβῶς εἰς τὴν ἔλλειψιν ταύτην στηριζόμενος ὁ προλαλήσας συνάδελφος ἦλθε καὶ ζητεῖ πιστοποιητικὸν ἀπὸ τὸν Πρόεδρον, διὰ νὰ μεταβῇ κατόπιν εἰς τὴν ἐπαρχίαν του καὶ πείσῃ τοὺς πολίτας, ὅτι ἐπροδίδοντο τὰ συμφέροντά των ὑπὸ τοῦ συναδέλφου του, παριστῶν ἐνταῦθα, ὅτι μάχεται ὑπὲρ τῆς τιμῆς του, ἐνῷ μάχεται διὰ νὰ καταρρίψῃ τὴν τιμὴν τοῦ συναδέλφου του! Καὶ ἠκούσθη ποτὲ τοιαύτη ὁμιλία; ἠκούσθη ποτὲ αἴτησις τοιούτου πιστοποιητικοῦ πρὸς τοιοῦτον σκοπόν; Καὶ τοῦτο δὲν ἀποδεικνύει ἀκριβῶς, ὅτι κόπτεται δι’ ἐκεῖνο, διὰ τὸ ὁποῖον λέγει, ὅτι δὲν ἐνδιαφέρεται; Ἀλλὰ τὸ ἐνδιαφέρον αὐτοῦ, τὸ ἀπὸ τοῦ βήματος ἐκδηλωθὲν, τὸ ὁποῖον ἀντελήφθητε πάντες, δὲν δίδει τὴν ἀσφαλεστέραν ἀπόδειξιν, ὅτι αὐτὸς εἰσηγεῖτο ἢ καὶ ἐνεθάρρυνε τὰς ἐντεῦθεν ἐπιστελλομένας ἐσφαλμένας ἀνταποκρίσεις; Συστηματικῶς δὲ διεστρέφοντο τὰ ἐνταῦθα γιγνόμενα. Ἀλλὰ δὲν πρόκειται περὶ τούτου. Ἀπὸ τοῦ βήματος ἐξετοξεύθη βαρυτάτη μομφὴ κατὰ τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς, ὅτι ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, χάριν πολιτικοῦ ἀνταγωνισμοῦ καὶ ἐν γνώσει — αὐτὰ ἔλεγεν ὁ συνάδελφος ἐντεῦθεν — ἔδωσε πιστοποιητικὸν εἰς Βουλευτὴν, ἵνα μεταχειρισθῇ κατ’ ἄλλου Βουλευτοῦ. Δὲν γνωρίζομεν, ἐὰν σεῖς (στρέφεται πρὸς τὴν πλειονοψηφίαν) ἔχετε ἢ δὲν ἔχετε ἐμπιστοσύνην πρὸς τὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς· τοῦτο μᾶς εἶναι ἀδιάφορον· ἡμεῖς ὅμως νομίζομεν, ὅτι χάριν τῆς ἀξιοπρεπείας αὐτῆς ὀφείλει ἡ Βουλὴ, στιγματίζουσα τὰ λεχθέντα, νὰ ἐκφράσῃ τὴν πρὸς τὸν Πρόεδρον ἐμπιστοσύνην της, καταδικάζουσα διὰ τοῦ τρόπου τούτου πράξεις ἀσυμβιβάστους πρὸς τὸ ἀξίωμα τοῦ Βουλευτοῦ.

§194ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Φρονῶ, ὅτι ἡ Βουλὴ θὰ ἔχῃ τὴν εὐχαρίστησιν νὰ ἐκφράσῃ τὴν ἐμπιστοσύνην αὐτῆς πρὸς τὸν Πρόεδρόν της.

§195ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.

§196ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλή.

§197ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα.

§198ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.

§199ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Περιττὸν νομίζω, διότι δὲν ὑπάρχει ἀντίρρησις.

§200Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπάρχει, διότι ἐσυκοφαντήθη ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς ἀπὸ τοῦ βήματος, καὶ πρέπει νὰ διαμαρτυρηθῇ ἡ Βουλή.

§201ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν θὰ τεθῇ εἰς ψηφοφορίαν ἡ ἑξῆς πρότασις: «Ἡ Βουλὴ, ἐκφράζουσα τὴν ἐμπιστοσύνην αὐτῆς εἰς τὸν Πρόεδρον, μεταβαίνει εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.»

§202ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, ὄχι, κύριε Πρόεδρε.

§203Α. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. «Μεταβαίνει εἰς τὴν ἐξακολούθησιν τῆς συζητήσεως», ὄχι τῆς ἡμερησίας διατάξεως.

§204ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλά.

§205Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δι’ ὅσων εἶπε πρὸ ὀλίγου ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἔδωκεν εἰς ἡμᾶς νὰ ἐννοήσωμεν, ὅτι ἡ ἐνέργεια τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς δὲν ἦτο σύμφωνος πρὸς τὸν Κανονισμόν...

§206ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, ὄχι· δὲν εἶπεν αὐτό.

§207Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω ὅτι ὁ κύριος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶπεν, ὅτι οἱ Βουλευταὶ μόνον ἀντίγραφα τῶν γινομένων ἐν τῇ Βουλῇ καὶ τῶν ἐγγράφων, ἅτινα κατατίθενται, λαμβάνουσιν, ὅτι ἑπομένως ὁ Πρόεδρος μόνον ἀντίγραφα δύναται νὰ δώσῃ, ὄχι πιστοποιητικὰ, διότι δὲν εἶναι συμβολαιογράφος, ἢ ὑποθηκοφύλαξ· ἀλλ’ ὁ κύριος συνάδελφος εἶπεν, ὅτι ὁ Πρόεδρος ἔδωκε πιστοποιητικόν.

§208Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Δὲν ἔδωσε πιστοποιητικὸν ὁ Πρόεδρος. Ὅτε δὲ ὁ κ. Βουλευτὴς ὡμίλει περὶ πιστοποιητικοῦ, ἐνόει — καὶ πᾶς τοῦτο ἐννοεῖ — ὅτι πρόκειται περὶ ἐπισήμου ἐγγράφου, φέροντος τὴν σφραγῖδα τοῦ γραφείου τῆς Βουλῆς. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς εἶναι Βουλευτὴς καὶ αὐτός· εἷς συνάδελφος τῷ ἀπηύθυνε μίαν ἐπιστολὴν, καὶ τῷ ἀπήντησε. (Διάλογοι).

§209ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἐρωτήσω λοιπὸν τὴν Βουλὴν δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως ἐπὶ τῆς ὑποβληθείσης προτάσεως. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν λέγουσι Ναί, οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουσιν Ὄχι. (Γίνεται ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν τῶν βουλευτῶν Κ. Χατζηπέτρου καὶ Ι. Γ. Λάππα, ὡς ψηφολεκτῶν, καὶ εἶτα ἡ διαλογὴ, κατὰ τὸ ἑπόμενον πρωτόκολλον ψηφοφορίας).

Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
Ἀνδρέας Πεταλᾶς ΝΓεώργιος Λύρας Ν
Γεώργιος Κυριαζῆς ΝἘμμ. Ρέπουλης Ν
Ἀνδρ. Παναγιωτόπουλος ΝΔημήτριος Τσᾶτσος Ν
Λεων. Μελετόπουλος Δημήτριος Τσιτσάρας Ν
Κωνστ. Μωραϊτίνης ΝΚωνστ. Ζῶτος Ν
Εὐστάθ. Ρακόπουλος ΝΓεώργιος Χατζόπουλος Ν
Ἐπαμ. Ἐμπειρῖκος Διονύσιος Στεφάνου Ν
Εὐκλείδης Μπίστης Κ. Ἀργασάρης Λομβάρδος Ν
Δημοσθ. Καΐρης Ἀλέξ. Σπ. Κ. Ρώμας Ν
Ἀνδρέας Καρατζᾶς ΝΓεώργ. Ρώμας Ν
Κωνστ. Πλατούτσας ΝἈνδρ. Σπηλιάδης Ν
Μιχαὴλ Κωτσᾶκος Χρ. Στεφανόπουλος
Κωνστ. Γ. Καραπᾶνος ΝΧαρίλ. Σπηλιώτης Ν
Κωνστ. Κοττίκας Ἀνδρ. Στεφανόπουλος Ν
Ἰωάννης Καραπᾶνος ΝΠέτρος Αὐγερινὸς
Εὐάγγελος Γαρουφαλιᾶς ΝΧρῆστος Δαραλέξης Ν
Στέφανος Δραγούμης ΝἌγγελος Πετραλιᾶς Ν
Νικόλαος Λεβίδης ΝἈθαν. Ἀθανασιάδης
Θεόδωρος Ρετσίνας Νικόλαος Δαούτης
Φωκίων Νέγρης ΝΠαναγ. Παπαχατζῆς
Νικ. Γιαννηκώστας ΝΣπ. Ι. Μήλιος Ν
Ἐπαμ. Μιλτ. Κανάρης ΝΒασ. Μαρκεζίνης Ν
Δημ. Μ. Καλλιφρονᾶς Νικήτας Συνοδινὸς Ν
Θεόδωρ. Φλογαΐτης ΝΧριστόφορος Ἀσημῆς Ν
Δημ. Γ. Ράλλης Τηλέμαχος Δενδρινὸς
Γεώργιος Μ. Βενιζέλος ΝΠαναγ. Μαυροκέφαλος Ν
Νικ. Γουναράκης Ἀλέξ. Θρ. Ζαΐμης Ν
Κωνστ. Σταυρόπουλος Θεόδ. Ζαΐμης Ν
Ἀλέξ. Γ. Σκουζὲς ΝΠαναγ. Θρ. Ζαΐμης Ν
Ἀνδρέας Στρᾶτος Ν
Δημ. Καραγιάννης Αὐγερινὸς Ἀβέρωφ Ν
Ἀντώνιος Καρτάλης Ἡρακλῆς Καλαμπάκας Ν
Κωνστ. Τοπάλης ΝΓεώργ. Παπαθανασίου Ν
Ἀλέξ. Κασσαβέτης ΝΠερικλῆς Περρωτῆς
Ἀργύριος Φιλιππίδης Ἠλίας Μαυρομιχάλης
Νικόλαος Παπαϊωάννου Γεώργ. Οἰκονομόπουλος
Δημήτριος Γίδας Δημ. Τερτίπης Ν
Τιμολέων Ἀδαμόπουλος Ν
Νικόλαος Γουλιμῆς ΝΚωνστ. Ζωγλοπίτης
Ἐπαμ. Μαυρομμάτης ΝΓεώργ. Φραγκίδης
Περ. Ἀλεξάκης ΝἸωάν. Καζαμπάκας
Νικ. Σπυρακόπουλος ΝΣπυρ. Παπαποστόλου
Θεόδ. Π. Δηλιγιάννης ΝΑ. Βασιαρδάνης Ν
Θεόδ. Β. Δηλιγιάννης Κωνστ. Σαραφιανὸς Ν
Χαρίλαος Διγενόπουλος ΝΓ. Χατζηνικολῆς Ν
Ἀρ. Πετροπουλάκης ΝΠαναγ. Λεβέντης
Γ. Λ. Πετροπουλάκης ΝΚ. Δούνης
Μιχαὴλ Φωτιάδης ΝΓεώργ. Μέρμηγκας Ν
Γεώργ. Λιδωρίκης ΝΓεώργ. Κόρπας Ν
Γεώργ. Ἀνδρίτσος ΝΤριαντάφ. Πατρίκιος Ν
Ἀρ. Ἀναγνωστόπουλος ΝΓεώργ. Θεοτόκης Ν
Μιχαὴλ Στελλάκης ΝΜιχαὴλ Θεοτόκης Ν
Κ. Ν. ΠαπαμιχαλόπουλοςΝἈλκίνοος Ζερβὸς Ν
Γουλ. Σκάρπας ΝΙ. Βοῦρτσος Ν
Βασίλ. Σαμότλης ΝἈθ. Πετσάλης
Σπ. Ἀγάθος ΝΚ. Α. Κουμουνδοῦρος
Ν. Τριβόλης ΝΚυριακ. Π. Μαυρομιχάλης
Κ. Ἀλκμᾶνος Γ. Καπετανάκης Ν
Κ. Χρηστόπουλος ΝΦώτιος Μοσχούλας
Παναγ. Δ. Πετρίδης Ἀσημ. Χριστόπουλος
Σωτήρ. Κροκιδᾶς ΝΧαράλ. Κανελλόπουλος
Σπ. Νοταρᾶς ΝΘᾶνος Μπασιᾶς
Περ. Μεντζελόπουλος ΝΠαναγῆς Τυπάλδος Ν
Δημ. Δημητριάδης ΝΘεόδ. Βελλιανίτης Ν
Ἄθως Ρωμᾶνος Ἀνάργ. Σιμόπουλος
Ἀγαμ. Μεταξᾶς Ἀθ. Παπαθανασίου Ν
Ἀντ. Μομφερρᾶτος ΝΠέτρος Μόρης
Θεόδ. Μαρκέτος ΝἸωάν. Γ. Ροῦφος
Σπ. Ε. Στάης Α. Παπαγιαννακόπουλος Ν
Διον. Καλούτσης ΝἈσημάκης Θρ. Ζαΐμης Ν
Παν. Χοντζόπουλος ΝἈντ. Ρικάκης
Νικ. Τσοῦχλος ΝἈχιλ. Χοϊδᾶς Ν
Χαρ. Κ. Βοζίκης Γ. Παπαδιαμαντόπουλος Ν
Θεόδ. Πέρρος ΝΘᾶνος Ροῦφος Κανακάρης
Στέφ. Κοπανίτσας ΝΝικ. Μισυρλῆς Ν
Γεώργ. Φικιώρης ΝΝ. Καράπαυλος
Μελέτιος Ρουσόπουλος ΝΓ. Ράλλης Ν
Βρασίδας Λεώπουλος Σπ. Γκεντιλίνης Ν
Γεώργιος Μαυρομιχάλης Γερ. Ζερβὸς Ν
Ἰωάννης Γιαννακίτσας ΝΚοσμᾶς Δουμπιώτης Ν
Ν. Καραστέργιος Νικόλαος Λεωνίδας Ν
Δημ. Πιπινόπουλος Διομήδης Κυριακὸς
Ἰωάν. Γ. Λάππας ΝΑ. Μαυρογορδᾶτος
Νικ. Μπουφίδης ΝΑ. Λαδόπουλος
Περ. Βαλαωρίτης ΝΝ. Βαφειαδάκης
Εὐάγγ. Τσαρλαμπᾶς Α. Βιτάλης Ν
Γεράσιμος Φίλιππας ΝΔ. Βοκοτόπουλος Ν
Ξενοφ. Κυριαζῆς ΝΙ. Γκιὼν Ν
Βασ. Βασιλειάδης Κάρολος Βιτάλης
Ἀθαν. Εὐταξίας Κωνστ. Ε. Χατζηπέτρος Ν
Ν. Τριανταφυλλᾶκος ΝΓ. Κανούτας Ν
Παν. Μανέτας ΝΝικ. Ταρμπάζης Ν
Ἰωάν. Μπακόπουλος ΝΘεόδ. Κριεμάδης Ν
Ἠλ. Ζέγγελης ΝΓ. Ραδινὸς Ν
Φίλ. Βάρβογλης ΝἈπ. Ζάππας
Ἀθ. Κατριβᾶνος ΝΘ. Σαρσέντης Ν
Ἠλίας Κοσσονᾶκος Α. Πονηρόπουλος Ν
Γ. Ἀναστασόπουλος Δ. Ἀναστασόπουλος
Γ. Νικολαΐδης Δ. Παπατσώρης Ν
Κ. Τρικούπης ΝΔ. Κατσάνος
Λεων. Δεληγεώργης ΝΑ. Σκαλτσοδῆμος
Σπυρ. Α. ΚουμουνδοῦροςΝΝ. Τζανετόπουλος Ν
Δ. Λυμπερόπουλος ΝΓ. Ροδόπουλος Ν
Γ. Λυμπερόπουλος ΝΘεόδ. Λιμπρίτης
Περ. Μποῦτος ΝΙ. Κουντουριώτης Ν
Ἀριστομ. Πρεβελέγγιος Νικ. Τσαμαδὸς Ν
Ἀντ. Μάτσας Παντελῆς Γκίκας
Νικ. Κρίσπης Ἰωσὴφ Γρηγοριάδης Ν
Ι. Ναυπλιώτης ΝΚ. Ἀγαθοκλῆς Ν
Ἐλευθ. Μυκώνιος Ι. Τσιριμῶκος
Γεώργ. Σισμάνης Δημ. Κρίτσας
Δ. Φαρμάκης ΝΑ. Πλατῆς Ν
Γεώργ. Πλατανιώτης Νικ. Χατζῖσκος
Ἠλίας Ποταμιᾶνος ΝΝ. Καλογερόπουλος Ν
Μιχ. Λαμπρυνίδης ΝΒ. Βουδούρης Ν
Γ. Ἀβέρωφ Ἀλέξ. Μιλτ. Κανάρης Ν
Δ. Κριεζώτης Κ. Μιλτ. Κανάρης Ν

§210ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψήφισαν ἐν ὅλῳ 150. Καὶ οἱ 150 ἐκφράζουν τὴν ἐμπιστοσύνην των πρὸς τὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς.

§211Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ὁ κατηγορήσας αὐτοῦ;

§212ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀπουσιάζει.

§213Θ. ΡΕΤΣΙΝΑΣ. Κύριοι συνάδελφοι, δὲν ἠθέλησα νὰ ἀπαντήσω εἰς ὅσα εἶπεν ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Πατρῶν κ. Ροῦφος ἐναντίον μου, ὅτι δὲν ἐξεπλήρωσα δεόντως τὰ καθήκοντα τοῦ Προέδρου. Προσεπάθησα πάντοτε μεθ’ ὅλης τῆς εἰλικρινείας νὰ ἐκπληρώσω τὰ καθήκοντά μου πρὸς τὴν Βουλήν, καὶ ἐλπίζω, ὅτι δὲν ἔδωσα μέχρι τοῦδε καμμίαν ἀφορμὴν παραπόνων οὐδὲ πρὸς ταύτην, οὐδὲ πρὸς ἐκείνην τὴν πλευράν.

§214ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Καὶ δι’ αὐτὸ σᾶς ἱκανοποίησε καὶ ἡ Βουλή.

§215Γ. ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κατόπιν τῆς ψηφοφορίας θεωρεῖται περιττὴ πᾶσα δικαιολογία.

§216Θ. ΡΕΤΣΙΝΑΣ. Δὲν θ’ ἀπαντήσω εἰς τὴν μομφὴν, τὴν ὁποίαν μοὶ ἀπηύθυνεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Πατρῶν, διότι ἀπήντησεν ἤδη ὁλόκληρος ἡ Βουλή, καὶ εὐγνωμονῶ πρὸς τοὺς κυρίους συναδέλφους διὰ τὴν ἀπόφασίν των. (Εὖγε! εὖγε!)

§217Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα). (Τὴν ἕδραν τοῦ Προέδρου καταλαμβάνει ὁ ἀντιπρόεδρος κ. Α. Πλατῆς).

§218ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Φικιώρης ἔχει τὸν λόγον.

§219Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Λαμβάνω τὸν λόγον, ἵνα νέαν παρανομίαν καταγγείλω τῆς ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ ζητήσω ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης τὴν θεραπείαν τοῦ γιγνομένου ἀδίκου, τὸ ὁποῖον ἔχω πεποίθησιν, ὅτι ὁ κύριος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ἀναγνωρίζων θὰ σπεύσῃ νὰ θεραπεύσῃ. Ἀπὸ τριῶν ἐτῶν, ἐπὶ τῆς ὑπουργίας τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Παρνασσίδος Βουλευτοῦ, κατεβλήθη προσπάθεια ὑπὸ τῶν ὀργάνων τῆς ἐξουσίας, συνεπείᾳ διαταγῆς τοῦ Ὑπουργείου, προκληθείσης ἐξ ἀναφορᾶς συνιδιοκτητῶν τοῦ Δημοσίου ἐν τῇ περιφερείᾳ Λαγίου τοῦ δήμου Κροκεῶν τῆς ἐπαρχίας Λακεδαίμονος, ὅπως οἱ κάτοικοι ὁλοκλήρου χωρίου ἐκδιωχθῶσιν ἀπὸ τῆς ἰδιοκτησίας των παρανόμως, ἐπὶ τῇ προφάσει, ὅτι τὰ ὑπ’ αὐτῶν κατεχόμενα κτήματα εἶναι ἐθνικά. Ἐν τῷ δήμῳ Κροκεῶν ὑπάρχει περιφέρεια μεγάλης ἐκτάσεως, μέγα μέρος τῆς ὁποίας διεξεδικεῖτο μεταξὺ τοῦ Δημοσίου καὶ τῆς οἰκογενείας Γρηγοράκη δικαστικῶς, καὶ μετὰ μακρὰν, ἐπὶ δεκάδας ἐτῶν, δίκην ἐπετεύχθη ὁριστικὴ καὶ τελεσίδικος ἀπόφασις, δι’ ἧς ἡ οἰκογένεια αὕτη ἀνεγνωρίσθη συνιδιοκτήτρια μετὰ τοῦ Δημοσίου ἐπὶ τῶν διεκδικουμένων γαιῶν. Αὕτη ὅμως, μὴ ἀρκουμένη εἰς τοῦτο, καὶ ἐποφθαλμιῶσα καὶ τὰ συνεχόμενα μεγάλης ἐκτάσεως κτήματα, κατεχόμενα παρ’ ἄλλων ἰδιωτῶν ἀπὸ πολλῶν δεκάδων ἐτῶν, ὑπέβαλε πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν ἀναφοράν, δι’ ἧς ὑπέδειξεν, ὅτι τὰ κτήματα αὐτὰ εἶναι ἐκ τῶν συμπεριλαμβανομένων ἐν τῇ κοινῇ ἰδιοκτησίᾳ τοῦ Δημοσίου καὶ αὐτῆς, καὶ ὅτι, ἐπειδὴ δὲν εἶναι εὔκολος ἡ διὰ τῆς δικαστικῆς ὁδοῦ ἔξωσις τῶν κατόχων ἀπ’ αὐτῶν, καθόσον δύσκολον θὰ ἦτο ν’ ἀποδείξωσι τὸ Δημόσιον καὶ αὐτὴ δικαιώματα κυριότητος, δύναται τὸ Δημόσιον, κατὰ τὴν ἔκφρασιν αὐτὴν τῆς ἀναφορᾶς, διὰ τῆς λόγχης νὰ ἐκδιώξῃ ἐκεῖθεν τοὺς ἰδιώτας κατόχους, καὶ οὕτω νὰ καταλάβῃ βίᾳ καὶ αὐθαιρέτως καὶ σατραπικῶς τὴν ἰδιοκτησίαν αὐτῶν. Τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, κατεχόμενον, φαίνεται, ἐκ τῆς ἐπιθυμίας, πῶς νὰ αὐξήσῃ τὸν δημόσιον θησαυρόν, ἔστω καὶ δι’ ἁρπαγῆς τῆς ἰδιοκτησίας τῶν πολιτῶν, προέβη εἰς τὴν βιαίαν ἔξωσιν τῶν ἰδιωτῶν ἐξ ὁλοκλήρου τῆς περιφερείας Λαγίου, παρακωλῦον αὐτοὺς διὰ τῆς λόγχης νὰ συλλέξωσι τὸν καρπὸν τῶν ἐν τῇ ἰδιοκτησίᾳ των βαλανιδοδένδρων, καὶ συλλέγον αὐτὸ τοῦτον διὰ τῶν στρατιωτῶν. Ἐν τῇ περιφερείᾳ ταύτῃ ὑπάρχει, ὡς εἶπον, μεγάλη ἔκτασις ἐθνικῶν κτημάτων, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἀνεγνωρίσθησαν συνιδιοκτῆται οἱ Γρηγοράκαι, ἀλλ’ ὑπάρχουσι καὶ πολλὰ κτήματα ἀνήκοντα εἰς τοὺς κατοίκους τοῦ χωρίου Λαγίου, κατεχόμενα ὑπ’ αὐτῶν, ἂν οὐχὶ διὰ τίτλων πάντα, ἀπὸ πεντηκονταετίας ὅμως, πολλὰ δὲ καὶ ἀπὸ Τουρκοκρατίας. Ὁπωσδήποτε ἔχουσι πολυετῆ κατοχὴν ἐπὶ τῶν κτημάτων αὐτῶν οἱ ἰδιῶται οὗτοι, καὶ τὸ νόμιμον ἢ μὴ τῆς κατοχῆς αὐτῶν, κατὰ τοὺς νόμους ἡμῶν, θὰ κριθῇ δικαστικῶς, καὶ ὄχι διὰ τῆς λόγχης. Ἀκούσατε δὲ, πῶς σκεπτομένη ἡ ἁρμοδία ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν ἐξεῦρεν, ὅτι τὰ κτήματα ταῦτα εἶναι ἐθνικὰ, καὶ ὅτι παρανόμως κατελήφθησαν καὶ κατέχονται ὑπὸ τῶν Λαγιωτῶν, καὶ πῶς ἐργάζεται διὰ τὴν βιαίαν ἔξωσιν τούτων. Τὸ Δημόσιον ἀπὸ πολλῶν ἐτῶν ἐξεχώρει διὰ δημοπρασίας εἰς τρίτους τὸ δικαίωμα τῆς ἐπικαρπίας ἐπὶ τῶν ἐν τῇ περιφερείᾳ Λαγίου ἐθνικῶν βαλανιδοδένδρων. Μὲ τὴν πάροδον τῶν ἐτῶν ἡ ἐκ τῆς ἐκχωρήσεως τοῦ δικαιώματος τούτου πρόσοδος ἐμειώθη κατὰ μέγα μέρος, διότι καὶ ὁ βαλανιδόκαρπος ὑπετιμήθη κατὰ πολὺ, καὶ ἐνῷ ἄλλοτε, εἰς παλαιοτέραν ἐποχὴν, ἐπωλεῖτο 50 ἢ 60 λεπτὰ κατ’ ὀκᾶν, τώρα μόλις πωλεῖται ἀντὶ 20 ἕως 25 λεπτῶν, καὶ διότι πολλὰ τῶν ἐθνικῶν αὐτῶν κτημάτων ἐξεποιήθησαν ὡς φθαρτὰ καὶ ἠγοράσθησαν ὑπὸ ἰδιωτῶν. Ἡ ὑπηρεσία ὅμως τοῦ Ὑπουργείου, μὴ λαμβάνουσα ὑπ’ ὄψιν τοὺς λόγους τούτους τῆς μειώσεως τῆς προσόδου τοῦ Δημοσίου, ἀπέδωκεν αὐτὴν καθ’ ὁλοκληρίαν εἰς αὐθαίρετον κατάληψιν τῶν ἐθνικῶν κτημάτων, καὶ διὰ τοῦτο, τῇ ὑποδείξει, ὡς εἶπον, τῶν συνιδιοκτητῶν Γρηγοράκιδων, ἐνόμισεν, ὅτι ἐπιτρέπεται εἰς τὸ Δημόσιον, παραβαῖνον τοὺς νόμους καὶ τὰς διατάξεις τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας, βίᾳ διὰ τῆς στρατιωτικῆς δυνάμεως, καὶ ἄνευ τῆς δικαστικῆς ὁδοῦ, νὰ ἐξώσῃ τοὺς πολίτας ἀπὸ τῆς ἔστω καὶ παρανόμου κατοχῆς τῶν κτημάτων αὐτῶν. Δὲν ἠρκέσθη δὲ εἰς τὴν τοιαύτην παράνομον ἔξωσιν ἀπὸ τῆς κατοχῆς τῶν βαλανιδοδένδρων, τὴν ὁποίαν κατώρθωσε τὸ πρῶτον ἐν ἔτει 1899, ἀλλὰ τὸ ἑπόμενον ἔτος προέβη καὶ εἰς τὴν ἔξωσιν ἀπὸ τῆς κατοχῆς τῶν ἐλαιοδένδρων, ἐνῷ ταῦτα αὐτοὶ οἱ κάτοχοι ἔχουσιν ἐξημερώσει δι’ ἐνοφθαλμίσεως, ἀπὸ δεκάδων ἐτῶν κατέχοντες καὶ νεμόμενοι αὐτὰ, καὶ ἐνῷ τὸ Δημόσιον οὐδέποτε ἐκ τῶν ἐλαιοδένδρων τούτων ἔλαβε δικαίωμα ἐπικαρπίας, εἴτε ἀπ’ εὐθείας, εἴτε δι’ ἐνοικιαστῶν. Ἀλλ’ ἐπειδὴ κατενόησεν, ὅτι ὁ τρόπος οὗτος τῆς ἐξώσεως δὲν ἦτο νόμιμος, καὶ ὅτι δὲν ἠδύνατο καθ’ ὁλοκληρίαν νὰ ἀπελάσῃ ἐκεῖθεν διὰ τῆς λόγχης τοὺς κατόχους, ἐξεῦρεν ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου ἄλλον νέον τρόπον καταστρατηγήσεως τῶν νόμων, διὰ τοῦ χαρακτηρισμοῦ τῶν γαιῶν αὐτῶν ὡς δασικῶν περιφερειῶν, — σημειωτέον δ’ ὅτι τὸ μεγαλείτερον μέρος αὐτῶν εἶναι γαῖαι βοσκήσιμοι, ἀποφέρουσαι ἐκ τῆς βοσκῆς τὸ κυριώτερον εἰσόδημα τῶν κατόχων, μετὰ τὴν ὑποτίμησιν μάλιστα τοῦ βαλανιδοκάρπου — καὶ παρήγγειλε τὸν δασάρχην Λακεδαίμονος, ἵνα δυνάμει τοῦ περὶ ἐμπρησμοῦ τῶν δασῶν νόμου, μηδεμίαν ἐφαρμογὴν ἔχοντος ἐν τῇ περιστάσει ταύτῃ, ἐκδώσῃ διαταγὴν, ἀπαγορεύουσαν τὴν βοσκὴν καθ’ ὅλην τὴν περιφέρειαν Λαγίου, συμπεριλαμβανομένων ἐντὸς αὐτῆς καὶ τῶν ἰδιοκτήτων γαιῶν. Ὁ δασάρχης, συμμορφούμενος πρὸς τὴν παραγγελίαν ταύτην, ἐξέδωκε τὴν ἑξῆς διαταγήν. (Ἀναγινώσκει αὐτήν). Ἀλλὰ καὶ ἐξ αὐτοῦ τοῦ ἱστορικοῦ καὶ τοῦ αἰτιολογικοῦ τῆς ἀπαγορευτικῆς ταύτης διαταγῆς προκύπτει, ὅτι δὲν πρόκειται περὶ δάσους ἐμπρησθέντος, ἀλλὰ περὶ γαιῶν, ἐν αἷς ἐφύησαν δένδρα, τῶν ὁποίων ἡ πρόοδος παραβλάπτεται, καὶ καταστρέφονται καὶ αὐτὰ ἐκ τῆς βοσκῆς τῶν ζώων. Ἐν τούτοις ῥητῶς ἐν αὐτῇ ἀναφέρεται, ὅτι ἡ ἀπαγόρευσις στηρίζεται εἰς τὸν νόμον ΧΠʹ τοῦ 1861 περὶ ἐμπρησμοῦ τῶν δασῶν, τὸ οἰκεῖον ἄρθρον τοῦ ὁποίου ἔχει οὕτως: «Ἀπαγορεύεται ἐπὶ 10 ἔτη ἡ βοσκὴ καὶ καλλιέργεια εἰς κεκαυμένον δάσος...» Ἀλλὰ ποῦ εὗρε καὶ ἡ παραγγείλασα ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου καὶ ὁ δοὺς τὴν διαταγὴν δασάρχης, ὅτι πρόκειται περὶ κεκαυμένου δάσους ἐν τῇ περιστάσει ταύτῃ; Τῆς διαταγῆς ταύτης λαβὼν γνῶσιν, προσῆλθον εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν καὶ παρέστησα πρὸς τὸν τότε Ὑπουργόν, ἀξιότιμον κ. Σιμόπουλον, ὅτι τὸ Δημόσιον, οὕτω φερόμενον, παρανομεῖ, καὶ ἀδικεῖ τοὺς πολίτας, διαρπάζον τὴν ἰδιοκτησίαν αὐτῶν· καὶ ἀπὸ τῆς θέσεως δὲ ταύτης συνέστησα αὐτῷ, ὅπως, σεβόμενος τοὺς νόμους τῆς πατρίδος, οὓς ἐτάχθη νὰ ἐφαρμόζῃ, διατάξῃ τὴν ἀναστολὴν τῆς παρανόμου ταύτης ἀπαγορευτικῆς διαταγῆς τοῦ δασάρχου. Τότε ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐκάλεσε τὸν τμηματάρχην τοῦ δασικοῦ τμήματος καὶ συνεννοήθη μετ’ αὐτοῦ, ἀλλὰ δυστυχῶς ὁ τμηματάρχης, ἢ ἐκ προθέσεως, ἢ ἐξ ὑπερβολικοῦ ζήλου πρὸς ἐπαύξησιν καὶ διατήρησιν τῶν δασῶν, ἀγνοῶν καὶ τοὺς νόμους, ὡς ἐπείσθην, ἐνόει νὰ ἐπιμείνῃ εἰς τὴν ἐφαρμογὴν τῆς ἀπαγορευτικῆς διαταγῆς. Εἶπον εἰς αὐτόν, ὅτι ἀπορῶ, πῶς ἐπιμένει εἰς ἐφαρμογὴν τοιαύτης διαταγῆς, ἀφοῦ δὲν πρόκειται περὶ δάσους κεκαυμένου. Ἁνωμολόγησεν, ὅτι εἶναι ἀληθὲς τοῦτο, ἀλλ’ ἰσχυρίσθη, ὅτι ὑπάρχει ἄλλη διάταξις νόμου, δυνάμει τῆς ὁποίας δύνανται νὰ ἀπαγορεύσωσι τὴν βοσκὴν καὶ ἐν τῇ περιφερείᾳ αὐτῇ. Ἐζήτησα νὰ μοὶ ἐπιδείξῃ τὴν διάταξιν ταύτην, ἀλλὰ δὲν ἠδυνήθη νὰ πράξῃ τοῦτο, διότι δὲν ὑπάρχει. Τότε ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἀναγνωρίζων τὸ δίκαιον, διέταξε τὴν ἀναστολὴν τῆς τοιαύτης ἀπαγορεύσεως, καὶ οὕτως ἐπετράπη ἡ βοσκὴ ἐν ταῖς γαίαις αὐταῖς, τὴν χορτονομὴν τῶν ὁποίων οἱ κάτοικοι τοῦ χωρίου Λαγίου ἐνοικιάζουσιν εἰς τοὺς ἐξ ὀρεινῶν μερῶν ἐρχομένους ποιμένας πρὸς διαχείμανσιν. Οὕτως εἶχον τὰ πράγματα, ὅτε ἐφέτος, παραδόξως, μὲ τὴν μεταβολὴν τοῦ Ὑπουργείου, τίθεται πάλιν εἰς ἐνέργειαν ἡ ἀπαγορευτικὴ ἐκείνη διαταγή, καὶ μάλιστα κατὰ τρόπον, τὸν ὁποῖον ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ χαρακτηρίσω τοὐλάχιστον ἀσύστολον· διότι, ἐνῷ λέγεται ἐν αὐτῇ, ὅτι ἀπαγορεύεται ἡ βοσκή, πρὸς ἀναδάσωσιν τῶν μερῶν ἐκείνων, ἀφ’ ἑτέρου αὐτὴ ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου παραγγέλλει τὸν δασάρχην, καὶ οὗτος προτείνει εἰς τοὺς ἰδιοκτήτας καὶ κατόχους τῶν διὰ τῆς διαταγῆς αὐτῆς ἀπαγορευομένων γαιῶν, ὅτι ἐπιτρέπεται νὰ ἐνοικιάσωσιν ἢ νὰ πωλήσωσι τὴν χορτονομὴν τῶν γαιῶν αὐτῶν, ἐὰν στέρξωσι διὰ συμβολαίων νὰ ἀναγνωρίσωσιν, ὅτι τὸ Δημόσιον εἶναι κύριον αὐτῶν! Ἀλλ’ ἐὰν πρόκηται ἀληθῶς περὶ δάσους κεκαυμένου καὶ περὶ εἰλικρινοῦς ἀπαγορεύσεως τῆς ἐν αὐτῷ βοσκῆς, πῶς θὰ ἐπιτραπῇ ὑπ’ αὐτῶν τούτων τῶν ἀπαγορευόντων αὐτήν, ἐὰν ἀναγνωρισθῇ ὑπὸ τῶν κατόχων κυριότης τοῦ Δημοσίου; Δὲν ἔχω λοιπὸν δίκαιον νὰ εἴπω, ὅτι εἶναι ἀσύστολος ἡ τοιαύτη διαγωγὴ τῆς ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου καὶ ἡ διὰ καταστρατηγήσεως τῶν νόμων καὶ δι’ ἐκβιάσεως διαρπαγὴ τῆς ἰδιοκτησίας τῶν πολιτῶν ὑπ’ αὐτοῦ τοῦ Δημοσίου; Ἡ τοιαύτη ἐνέργεια ἀποτελεῖ προφανῶς τὸ ἀδίκημα τῆς αὐτοδικίας, ἂν μή τι μεῖζον, διότι προφανῶς τὸ Δημόσιον διὰ τῆς βίας καὶ αὐτοδυνάμως καταλαμβάνει ξένην ἰδιοκτησίαν διὰ νομιζομένας ἀξιώσεις. Ἀλλὰ μή, ἐπειδὴ τὸ Δημόσιον δὲν εἶναι φυσικὸν πρόσωπον, καὶ δὲν δύναται νὰ ὑποστῇ ποινικὴν τιμωρίαν, δικαιοῦται διὰ τοῦτο νὰ αὐτοδικῇ; ἢ μὴ, ἐπειδὴ οἱ πολῖται δὲν ἀποφασίζουσι νὰ ἀμυνθῶσιν ὑπὲρ τῆς ἰδιοκτησίας των καὶ διὰ τῶν ὅπλων, νομίζει ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου, ὅτι ἐπιτρέπεται εἰς τὸ Δημόσιον νὰ διαρπάζῃ αὐτὴν, παραβαῖνον αὐτὸ τοὺς νόμους τῆς Πολιτείας; Νομίζω, Κύριοι, ὅτι εἰς τὰς τοιαύτας παρανομίας τῶν ὑπαλλήλων τοῦ Κράτους κατὰ τῶν πολιτῶν πρέπει νὰ δίδωμεν μεγίστην προσοχὴν, διότι ἀλλοίμονον, ἂν ἐπιτραπῇ εἰς ἕκαστον Ὑπουργὸν τοιαῦτα νὰ διαπράττῃ. Δὲν ὑποστηρίζω, ὅτι οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ ἐν γνώσει διαπράττουσι τοιαῦτα ἀδικήματα, πολλῷ δὲ μᾶλλον δὲν ὑποστηρίζω τοῦτο διὰ τὸν νῦν ἀξιότιμον κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν· λέγω ὅμως, ὅτι ὀφείλουσιν οὗτοι, ὅταν οἱ πολῖται ἀναφέρωσιν, ὅτι ἀδικοῦνται ὑπὸ τῆς ὑπηρεσίας, νὰ ἐξετάζωσι μᾶλλον ἐπισταμένως τὰ παράπονα τῶν πολιτῶν, καὶ νὰ μὴ ἀρκῶνται μόνον εἰς τὰς δικαιολογήσεις καὶ τὰς γνώμας τῆς καθ’ ἧς τὰ παράπονα ὑπηρεσίας καὶ τῶν τμηματαρχῶν, ἀλλὰ νὰ προστρέχωσι, προκειμένου μάλιστα περὶ νομικῶν ζητημάτων, εἰς τοὺς παρ’ ἑκάστῳ Ὑπουργείῳ νομικοὺς συμβούλους, καὶ νὰ ζητῶσι τὴν γνώμην καὶ τούτων καὶ τοῦ δικαστικοῦ συμβούλου, οἱ ὁποῖοι πρὸς τοῦτο εἶναι τεταγμένοι ἐκεῖ. Σήμερον ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς ἔλαβε τηλεγράφημα τῶν κατοίκων τοῦ χωρίου Λαγίου, τὸ ὁποῖον δὲν προέλαβε ν’ ἀνακοινώσῃ, ἀλλ’ ἐπειδὴ ἐστάλη καὶ εἰς ἐμὲ, δύναμαι νὰ τὸ ἀναγνώσω: «Δασάρχης Λακεδαίμονος προσπαθεῖ στερῆσαι ἡμᾶς ἰδιοκτησίας κλπ.» Μοὶ γράφουσι δὲ, ὅτι ὁ δασάρχης ἔδωκεν εἰς αὐτοὺς προθεσμίαν μέχρι τῆς 15 ἐνεστῶτος μηνὸς, νὰ ἀπέλθωσι πάντες ἐκεῖθεν, καὶ ν’ ἀφήσωσιν ἐρήμους τὰς γαίας των, ὅπως καταλάβωσιν αὐτὰς οἱ χωροφύλακες καὶ οἱ εὔζωνοι, εἰς τοὺς ὁποίους ἀφέθη νὰ κρίνωσι τὰ δικαιώματα τῆς ἰδιοκτησίας τῶν πολιτῶν! Ἐὰν πράγματι ἔχῃ δικαιώματα τὸ Δημόσιον, ὀφείλει νὰ διεκδικήσῃ ταῦτα κατὰ τοὺς νόμους τοῦ Κράτους, ὡς καὶ πᾶς πολίτης ἀξιῶν δικαιώματα ἐπὶ ἰδιοκτησίας κατεχομένης παρ’ ἄλλου, διότι εἰς οὐδεμίαν ἐξαίρεσιν ἀπὸ τῶν διατάξεων τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας ὑπάγεται τὸ Δημόσιον. Ἀλλὰ μὴ τοῦτο μόνον ὑφίστανται οἱ δυστυχεῖς ἐκεῖνοι κάτοικοι ὁλοκλήρου χωρίου, κατοικουμένου ὑπὸ ὀγδοήκοντα καὶ πλέον οἰκογενειῶν; Καθ’ ὁμάδας καλοῦνται νὰ δικασθῶσιν ἐνώπιον τοῦ Πλημμελειοδικείου ἐπὶ παραβάσει τῆς ἀπαγορευτικῆς ἐκείνης διαταγῆς τοῦ δασάρχου. Τὴν πρώτην Μαρτίου, ὅτε ἀκόμη ἤμην ἐν Σπάρτῃ, 34 ἐκ τῶν Λαγιωτῶν ἐκλήθησαν νὰ δώσωσι δίκην ἐπὶ τῇ παραβάσει ταύτῃ. Τὸ δὲ Δικαστήριον, προκατειλημμένον πάντοτε, ὅτι οἱ πολῖται ἀδικοῦσι τὸ Δημόσιον, καὶ μόνον πῶς νὰ προστατεύσῃ τὰ συμφέροντα τούτου φροντίζον, χωρὶς νὰ ἐξετάζῃ, ἐὰν πράγματι προσβάλλωνται δικαιώματα τοῦ Δημοσίου, καὶ τοὺς δικονομικοὺς τύπους, καθ’ οὓς ὀφείλει πᾶς ἀξιῶν ὅτι προσβάλλονται τὰ δικαιώματά του νὰ ἐπιδιώξῃ τὴν προστασίαν αὐτῶν, τύπους, οὓς ἄλλοι, σοφώτεροι τῶν δικαστῶν ἡμῶν, ὥρισαν πρὸς διαφύλαξιν τῆς οὐσίας, καταδικάζει ἀνεξετάστως τοὺς δυστυχεῖς Λαγιώτας, κυροῦν οὕτω διὰ τῶν ἀποφάσεών του τὴν παράνομον διαταγὴν τοῦ δασάρχου, καὶ ἐφαρμόζον τὰς περὶ ἀπαγορεύσεως βοσκῆς ἐν κεκαυμένῳ δάσει διατάξεις καὶ ποινὰς, ἐνῷ αὐτὸς ὁ ἴδιος δασάρχης, ἐνόρκως ἐξεταζόμενος ἐνώπιον τοῦ Πλημμελειοδικείου, βεβαιοῖ, ὅτι οὐδόλως πρόκειται περὶ δάσους, καὶ μάλιστα κεκαυμένου, ὅπερ οὐδ’ αὐτὴ ἡ διαταγή του ἀναφέρει, ἀλλ’ ὅτι τῶν γαιῶν αὐτῶν ἄλλαι μὲν περιέχουσι βαλανιδόδενδρα, ἄλλαι δὲ εἶναι γαῖαι καλλιεργούμεναι, καὶ ὅτι δὲν γνωρίζει, ἂν κατείχοντο ὑπὸ τοῦ Δημοσίου πρὸ ἑνός, δύο, δέκα ἢ καὶ πλέον ἐτῶν, ἀλλὰ μόνον, ὅτι θεωροῦνται ἐθνικὰ κτήματα, ἐκ πληροφοριῶν, τὰς ὁποίας ἔδωκαν οἱ συνιδιοκτῆται τοῦ Δημοσίου Γρηγοράκηδες εἰς τὰς ἀρχὰς, καὶ διὰ τοῦτο, ἔχων διαταγὴν τοῦ Ὑπουργείου, διέταξε τὴν ἀπαγόρευσιν τῆς ἐν αὐταῖς βοσκῆς, καὶ συνεπείᾳ τῆς διαταγῆς ταύτης συνετάχθησαν ἐν μιᾷ ἡμέρᾳ 34 πρωτόκολλα, δυνάμει τῶν ὁποίων 34 Λαγιῶται ἐκλήθησαν ἐνώπιον τοῦ Πλημμελειοδικείου ἐν μιᾷ συνεδριάσει, ἵνα δώσωσι δίκην. Σημειωτέον δὲ, ὅτι δὲν κατεδικάσθησαν μόνον οἱ ἰδιοκτῆται ἢ κάτοχοι τῶν κτημάτων αὐτῶν, ἀλλὰ σὺν αὐτοῖς καὶ οἱ δυστυχεῖς ποιμένες, οἱ ὁποῖοι ἦλθον ἐξ Ἀρκαδίας καὶ ἐξ ἄλλων ὀρεινῶν μερῶν καὶ ἐμίσθωσαν τὰς ἐν αὐτοῖς βοσκὰς, τὰς ὁποίας ἀπὸ τῶν χρόνων ἔτι τῶν πάππων των γνωρίζουσιν, ὅτι μισθώνουσι παρὰ τῶν κατοίκων τοῦ χωρίου Λαγίου, καὶ διαχειμάζουσι μετὰ τῶν ποιμνίων καὶ κτηνῶν των ἐκεῖ.

§220Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ οἱ καταδικάσαντες αὐτοὺς, δηλαδὴ οἱ δικασταὶ, Ἀρκάδες εἶναι καὶ ἐκεῖνοι!

§221Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Τοὺς γνωρίζετε, βλέπω. Ἰδοὺ, κύριοι Βουλευταὶ, πῶς ἐτέθη ἐν ἐφαρμογῇ ἡ ἀπαγορευτικὴ αὕτη διαταγὴ τοῦ δασάρχου, ἡ ἀνασταλεῖσα ἐπὶ τριετίαν, ἀπὸ τοῦ 1899, συνεπείᾳ τῶν παραστάσεων, τὰς ὁποίας ἔκαμα τότε πρὸς τὸν κύριον Ὑπουργόν. Ὁ δασάρχης Λακεδαίμονος κατὰ Νοέμβριον τοῦ 1901 ἀνέφερε πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον, ὅτι τὰς γαίας ταύτας καὶ πάλιν οἱ κάτοικοι Λαγίου ἐξεμίσθωσαν εἰς ποιμένας πρὸς βόσκησιν, καὶ ὅτι δύναται αὐτὸς—αὐτὸ λέγει εἰς τὴν ἀναφορὰν—νὰ ἀπελάσῃ ἐκεῖθεν καὶ πάλιν τοὺς ποιμένας, ἂν τῷ ἐπιτραπῇ νὰ ἐφαρμόσῃ τὴν ἀπαγορευτικὴν διαταγὴν τοῦ 1899· ἀλλὰ πρὸ τούτου συνιστᾷ νὰ τῷ ἐπιτραπῇ νὰ καλέσῃ τοὺς ποιμένας καὶ νὰ τοῖς εἴπῃ, ὅτι δύναται νὰ ἐπιτρέψῃ τὴν βόσκησιν, ἂν οἱ ἰδιοκτῆται τοῦ χωρίου Λαγίου συντάξωσι μισθωτήρια συμβόλαια μετὰ τοῦ ἐφόρου, ἀναγνωρίζοντες οὕτω τὸ Δημόσιον ὡς ἰδιοκτήτην. Τὸ Ὑπουργεῖον ἔδωκε τοιαύτην ἄδειαν, ἀλλ’ οὐδεὶς βεβαίως ἦτο τόσον μωρός, ὥστε νὰ συνομολογήσῃ ὁ ἴδιος δικαιώματα ἄλλου ἐπὶ τῆς ἰδιοκτησίας του, καὶ οὐδεὶς προσῆλθε νὰ συντάξῃ μετὰ τοῦ ἐφόρου τοιαῦτα συμβόλαια. Τότε ὁ δασάρχης, ἀποτυχόντος τοῦ μέτρου τούτου, ἐζήτησε νὰ τῷ ἐπιτραπῇ ἡ ἐφαρμογὴ τῆς ὑπνωττούσης ἐκείνης ἀπαγορευτικῆς διαταγῆς, τὸ δὲ Ὑπουργεῖον ἀπήντησεν οὕτως: «Ἐγκρίνομεν ἐπὶ τῇ ὑπ’ ἀριθ... ἀναφορᾷ σας, ὅπως ἐργασθῆτε πρὸς ἐνοικίασιν χορτονομῶν δάσους Λαγίου ἄνευ δημοπρασίας, ἀφοῦ αὕτη, ὡς ἀναφέρετε, δὲν εἶναι ἐφικτή», — διότι διέταξε πρῶτον νὰ γείνῃ δημοπρασία, ἀλλ’ ὁ δασάρχης ἀνέφερεν, ὅτι δὲν εἶναι ἐφικτὴ, διότι οὐδεὶς προσέρχεται, καὶ βεβαίως οὐδεὶς προσήρχετο, ἀφοῦ πάντες, καὶ οἱ ἐντόπιοι ποιμένες καὶ κτηνοτρόφοι, καὶ αὐτοὶ οἱ ἐκ τῶν ὀρεινῶν ἐπαρχιῶν κατ’ ἔτος κατερχόμενοι καὶ διαχειμάζοντες ἐκεῖ, γνωρίζουσιν, ὅτι ἰδιοκτῆται καὶ κάτοχοι τῶν κτημάτων αὐτῶν εἶναι οἱ κάτοικοι Λαγίου, καὶ ὄχι τὸ Δημόσιον. — Ἀλλὰ καὶ ἡ ἄνευ δημοπρασίας ἐκμίσθωσις τῶν χορτονομῶν αὐτῶν ἀπέτυχεν, ὅτε τὸ Ὑπουργεῖον ἐξέδωκε νεωτέραν διαταγὴν, διὰ τῆς ὁποίας λέγει: «Ἐγκρίνομεν ἐπὶ τῇ ὑπ’ ἀριθ... τηλεγραφικῇ ἀναφορᾷ σας, ὅπως, ἂν διὰ τοὺς λόγους τοὺς ἀναφερομένους ἐν αὐτῇ» —δηλαδὴ τοὺς λόγους τῆς μὴ ἀποδοχῆς τῆς προτάσεως τῆς διὰ συμβολαίων ἐνοικιάσεως παρὰ τοῦ Δημοσίου, καὶ τῆς μὴ προσελεύσεως μηδενὸς πρὸς ἐνοικίασιν ἐπὶ δημοπρασίᾳ — «δὲν καταστῇ ἐφικτὴ ἡ ἐνοικίασις τῆς βοσκῆς κτήματος Λαγίου, θέσητε εἰς ἐνέργειαν τὴν ἐφαρμογὴν τῆς ἀπαγορευτικῆς διαταγῆς.» Καὶ δι’ αὐτῆς λοιπὸν τῆς διαταγῆς τοῦ Ὑπουργείου ἀνομολογεῖται, ὅτι ἡ ἀπαγορευτικὴ διαταγὴ τοῦ δασάρχου δὲν ἀφορᾷ βεβαίως τὴν ἀναδάσωσιν κεκαυμένου ἢ ἔστω καὶ ἄλλως βεβλαμμένου δάσους, ἀλλὰ τὴν ἐκβίασιν τῶν ἰδιοκτητῶν καὶ κατόχων τῶν κτημάτων πρὸς ἐγκατάλειψιν τῶν ἰδίων δικαιωμάτων καὶ ἀναγνώρισιν δικαιωμάτων τοῦ Δημοσίου ἐπ’ αὐτῶν. Νομίζω, κύριοι Βουλευταί, ὅτι ἡ παρανομία εἶναι τοσοῦτον ἐπισήμως ἀποδεδειγμένη, ὥστε εἰς οὐδένα, οὐδ’ εἰς αὐτὸν τὸν ἀξιότιμον κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, μένει ἡ ἐλαχίστη ἀμφιβολία περὶ αὐτῆς, καὶ ὅτι ἑπομένως πρέπει νὰ σπεύσῃ νὰ διατάξῃ τὴν ἀναστολὴν ἢ μᾶλλον τὴν κατάργησιν τῆς παρανόμου ταύτης ἀπαγορευτικῆς διαταγῆς, καὶ τὴν ἀπέλασιν ἀπὸ τῶν ἐν λόγῳ κτημάτων οὐχὶ πλέον τῶν ἰδιοκτητῶν κατοίκων τοῦ χωρίου Λαγίου, διότι οὗτοι ἔχουσιν ἤδη ἐκδιωχθῆ ἐξ αὐτῶν, ἀλλὰ τὴν ἀπέλασιν τῶν ἐκδιωξάντων αὐτοὺς καὶ ἐγκατασταθέντων ἐκεῖ στρατιωτῶν, ἐὰν θέλῃ νὰ μὴ ἴδῃ τοὺς ἀτυχεῖς ἐκείνους πολίτας ἀποφασίζοντας ἕν τῶν δύο: ἢ νὰ ἐγκαταλείψωσι τὴν μόνην ἰδιοκτησίαν των, διότι οὐδὲν ἄλλο ἔχουσιν, ἐκτὸς τῶν κτημάτων αὐτῶν, καὶ ν’ ἀπέλθωσι καὶ αὐτοὶ εἰς Ἀμερικὴν, ἢ νὰ λάβωσι τὰ ὅπλα καὶ ν’ ἀντιταχθῶσι κατὰ τῆς στρατιωτικῆς δυνάμεως, χρώμενοι τῷ δικαιώματι τῆς ἀμύνης, τὸ ὁποῖον χορηγεῖ ὁ νόμος καὶ ὑπὲρ τῆς ἰδιοκτησίας κατὰ παντὸς προσβάλλοντος αὐτὴν, ἑπομένως καὶ κατ’ αὐτῶν τῶν ὀργάνων τῆς ἐξουσίας, ὅταν ταῦτα κατὰ παράβασιν ὅλων τῶν νόμων διαρπάζωσι τὴν περιουσίαν τῶν πολιτῶν. Ἐλπίζω λοιπὸν, ὅτι ὁ ἀξιότιμος κύριος Ὑπουργὸς, ἐπανορθῶν τὸ ἀδίκημα, τὸ προσγενόμενον διὰ καταφανοῦς παραβιάσεως καὶ τοῦ Συντάγματος καὶ τῶν διατάξεων τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας καὶ αὐτοῦ τοῦ Ποινικοῦ Νόμου, θέλει σπεύσει νὰ θεραπεύσῃ τοῦτο, καὶ ὅτι τηλεγραφικῶς θέλει διατάξει αὔριον τὴν παῦσιν τοιαύτης παρανόμου ἐνεργείας, καὶ τὴν ἐπαναφορὰν τῶν ἰδιοκτητῶν εἰς τὴν ἰδιοκτησίαν των. Ἐὰν τὸ Δημόσιον ἔχῃ δικαίωμα, δύναται νὰ ἐπιδιώξῃ τοῦτο δικαστικῶς, ὡς διατάσσουσιν οἱ νόμοι ἡμῶν, τοὺς ὁποίους πρωτίστως ὀφείλουσι νὰ σέβωνται αὐτοὶ οἱ ἀντιπρόσωποι τῆς Πολιτείας, οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ, καὶ τὰ ὄργανα ἐν γένει τῆς ἐξουσίας.

§222Φ. ΝΕΓΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἤκουσα, κύριε Πρόεδρε, μετὰ μεγάλης προσοχῆς τῶν λόγων τοῦ κυρίου Βουλευτοῦ, καὶ βεβαίως διεφώτισε πολὺ τὸ ζήτημα. Θέλω μελετήσει τὸ ζήτημα, καὶ εὔχομαι νὰ δοθῇ λύσις εὐχάριστος πρὸς αὐτὸν καὶ τοὺς συμπολίτας του.

§223Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Τοῦτο μόνον θὰ παρακαλέσω, κύριε Ὑπουργὲ, ὅπως ἐντὸς τῆς αὔριον ἀποφασίσητε νὰ δώσητε τὰς δεούσας διαταγὰς, διότι μόνον μέχρι τῆς 15 τρέχοντος μηνὸς ἔδωκαν προθεσμίαν τὰ ὄργανα τῆς ἐξουσίας.

§224Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Προθεσμία νέα θὰ δοθῇ, ἀλλ’ ἡ μελέτη θὰ ἀπαιτήσῃ περισσότερον χρόνον.

§225Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Καὶ ἐγὼ ὑποστηρίζω τὴν γνώμην τοῦ συναδέλφου κ. Φικιώρη, διότι ἀληθῶς οἱ κάτοικοι ἐκεῖνοι πιέζονται ἀπὸ τὴν στρατιωτικὴν ἐξουσίαν δεινῶς, εἶναι δὲ ἀποφασισμένοι ἢ νὰ ἐκπατρισθῶσιν, ἢ ἄλλως νὰ κάμωσιν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ κ. συνάδελφος. Νομίζω, ὅτι πρέπει ὁ κ. Ὑπουργὸς συντόνως καὶ μετὰ προσοχῆς νὰ μελετήσῃ τὸ ζήτημα, διότι ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου — ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ εἴπω τοῦτο — δὲν δίδει πάντοτε εἰς τὸν Ὑπουργὸν ἀκριβεῖς πληροφορίας. Διὰ τοῦτο θὰ τὸν παρακαλέσω νὰ σπεύσῃ αὔριον νὰ ἐξετάσῃ τὸ ζήτημα, ἵνα προλάβῃ ἐπικείμενα κακὰ, καὶ ἀποδοθῇ ἄλλως τε καὶ τὸ δίκαιον, τὸ ὁποῖον ἔχουσιν οἱ κάτοικοι ἐκεῖνοι, καὶ ἐφ’ ὅσον τὸ ἔχουσι, — διότι δὲν θέλω νὰ εἴπω, ὅτι καθ’ ὁλοκληρίαν ἔχουσι δίκαιον, ἀλλ’ ἐν πολλοῖς ἔχουσι δίκαιον, καὶ εὑρίσκονται ἐκτεθειμένοι καὶ ἐντελῶς ἐγκαταλελειμμένοι, μακρὰν τῆς περιουσίας αὐτῶν. Ταῦτα εἶχον νὰ ὑποστηρίξω, μὲ τὴν πεποίθησιν, ὅτι ὁ κύριος Ὑπουργός, μετὰ τὴν δήλωσιν αὐτοῦ, θέλει ἐνεργήσει ὅ,τι δεῖ.

§226Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Τοῦτο μόνον θέλω νὰ προσθέσω, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς πρέπει νὰ ζητήσῃ καὶ λάβῃ ἀντίγραφον τῆς ἀπαγορευτικῆς διαταγῆς, καὶ νὰ προκαλέσῃ ἐπ’ αὐτῆς τὴν γνωμοδότησιν τοῦ δικαστικοῦ συμβούλου. Δὲν πιστεύω δὲ ποτὲ ὁ δικαστικὸς σύμβουλος ν’ ἀποφανθῇ, ὅτι ἡ διαταγὴ αὕτη στηρίζεται εἰς τὸν νόμον, διότι καὶ ὁ ἄκρῳ δακτύλῳ ἁψάμενος τῆς νομικῆς ἐπιστήμης δὲν δύναταί ποτε νὰ δεχθῇ, ὅτι εἶναι νόμιμος ἡ διαταγὴ αὕτη.

§227ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κριεμάδης ἔχει τὸν λόγον.

§228Θ. ΚΡΙΕΜΑΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, κατὰ τὴν συνεδρίασιν τοῦ παρελθόντος Σαββάτου ὑπέβαλον ἐρώτησιν πρὸς τὸν ἀξιότιμον κ. Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, διὰ τῆς ὁποίας παρεκάλεσα αὐτὸν, ἐὰν ἦναι δυνατὸν, ν’ ἀνακοινώσῃ εἰς τὴν Βουλὴν, ὁποίας σκέψεις ἔχει ἡ Κυβέρνησις ἐν σχέσει πρὸς τὴν παραχώρησιν τῶν Ζαππείων κτημάτων εἰς τοὺς χωρικοὺς τοὺς κατοικοῦντας ἐν αὐτοῖς, ἢ εἰς τοὺς κατοίκους ἐν γένει τῆς περιφερείας, ἐν ᾗ κεῖνται τὰ κτήματα ταῦτα. Δὲν γνωρίζω, πῶς ἡ ἐπερώτησίς μου αὕτη παρελείφθη νὰ συμπεριληφθῇ ἐν τοῖς ἐπισήμοις πρακτικοῖς, καὶ ἐν τῇ χθεσινῇ συνεδριάσει δὲν ἐπρόφθασα νὰ παρακαλέσω νὰ διορθωθῇ ἡ παράλειψις. Ἕνεκα τούτου εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ ἐπαναλάβω τὴν ἐρώτησιν μου ἐκείνην, καὶ νὰ παρακαλέσω καὶ αὖθις τὸν κ. Ὑπουργὸν ν’ ἀνακοινώσῃ εἰς τὴν Βουλὴν, ἐὰν εἶναι ἀληθὲς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἀναγράφεται ἐν ταῖς ἐφημερίσιν, ὅτι ἐν συνεντεύξεσιν αὐτοῦ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς μετὰ φίλων διαφόρων ἀνακοινώνει, ὅτι ἡ Κυβέρνησις σκέπτεται καὶ συνεννοεῖται περὶ παραχωρήσεως τῶν κτημάτων τούτων καὶ ἐν τούτοις εἰς ἐπερωτήσεις ἀξιοτίμων συναδέλφων, γενομένας εἰς ἄλλας συνεδριάσεις, καὶ εἰς τὴν ἰδικήν μου τοῦ παρελθόντος Σαββάτου ἀπέφυγε νὰ δώσῃ τοιαύτας διαβεβαιώσεις. Καὶ εἶπον κατὰ τὴν συνεδρίασιν ἐκείνην, ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ ἀνακοινώσῃ τὰ περὶ τούτου ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἰς τὴν Βουλὴν, διὰ νὰ καθησυχάσῃ τὰ πνεύματα τῶν ἐνδιαφερομένων χωρικῶν, διότι νομίζω, ὅτι, ἐφ’ ὅσον ταῦτα εἶναι συντεταραγμένα, καὶ ἐφ’ ὅσον τὰ πράγματα μένουσιν εἰς οἵαν θέσιν εὑρίσκονται σήμερον, ἐπὶ τοσοῦτον δύνανται νὰ φθάσωσιν εἰς σημεῖον τοιοῦτον, εἰς τὸ ὁποῖον βεβαίως ἡ Κυβέρνησις δὲν θὰ εὑρίσκηται εὐχαριστημένη μετά τινα χρόνον. Τοῦτο καὶ ἐξ ἰδίας ἀντιλήψεως γνωρίζω, καὶ διότι ἀπό τινων ἡμερῶν οἱ χωρικοὶ κάτοικοι τῶν κτημάτων τούτων, καὶ ἐν γένει οἱ τῆς ἐπαρχίας Τρικκάλων, ἐπανειλημμένως τηλεγραφοῦσι πρὸς ἡμᾶς, καὶ σήμερον ἔτι εἶχον τηλεγράφημα, διὰ τοῦ ὁποίου μᾶς ἀπειλοῦσιν, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἐπανέλθωμεν εἰς ἐπαρχίαν Τρικκάλων, διότι θεωροῦσι καὶ ὡς προσβολὴν τὴν δοθεῖσαν αὐτοῖς ὑπόσχεσιν περὶ παραχωρήσεως τῶν Ζαππείων κτημάτων, καὶ ζητοῦσι νὰ βεβαιώσωμεν αὐτοὺς, ἐὰν ὑπεβλήθη νομοσχέδιον, ἢ ἂν σκέπτεται ἡ Κυβέρνησις νὰ ὑποβάλῃ τοιοῦτον. Παρακαλῶ λοιπὸν, ἀφ’ ἑνὸς νὰ ἀναγραφῇ ἡ ἐπερώτησίς μου ἐν τοῖς πρακτικοῖς, ἀφ’ ἑτέρου δὲ τὸν κ. Πρόεδρον νὰ ἀνακοινώσῃ εἰς τὴν Βουλὴν, ποίας σκέψεις ἔχει ἡ Κυβέρνησις ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου. Ἀλλὰ, κύριε Πρόεδρε, λαμβάνων ἀφορμὴν ἐξ ὅσων πρὸ ὀλίγου ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος κ. Φικιώρης ὡμίλησε περὶ τῆς ἐπεμβάσεως τοῦ Κράτους εἰς δάση, καὶ γνωρίζων, ὅτι τὸ ζήτημα τοῦτο πρέπει νὰ ἐξετασθῇ ἀπὸ γενικωτέρας ἀπόψεως, τοσούτῳ μᾶλλον, καθόσον ἡ ἐπέμβασις τοῦ Κράτους εἰς τὰ τῶν δασῶν ζωηροτέρα καὶ ἐπιμελεστέρα ἐμφανίζεται ἰδίως εἰς Θεσσαλίαν, ἔχων δὲ πρὸ ὀφθαλμῶν, ὅτι πρό τινος χρόνου οἱ ἐκ Θεσσαλίας κύριοι συνάδελφοι, συνελθόντες ἐν μιᾷ τῶν αἰθουσῶν τῆς Βουλῆς, παρέστησαν εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι ἀναγκαῖον εἶναι νὰ ληφθῶσι μέτρα, ἵνα κανονισθῇ ἡ θέσις τῆς Κυβερνήσεως ἀπέναντι τῶν κοινοτήτων ἐν σχέσει πρὸς τὰ δάση, καὶ καθορισθῶσι τὰ δικαιώματα τῶν κοινοτήτων ἐπὶ τῶν δασῶν τούτων, ὅτι δὲ ἡ Κυβέρνησις ὑπεσχέθη, ὅτι θὰ λάβῃ μέτρα τοιαῦτα, εὑρίσκομαι σήμερον εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἀναμιχθῶ εἰς τὴν συζήτησιν ἐξ ὅσων εἶπεν ὁ ἀξιότιμος κ. συνάδελφος, καὶ νὰ παρακαλέσω τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ἐὰν ἦναι δυνατόν, νὰ μὲ πληροφορήσῃ, ὁποῖα μέτρα ἔλαβεν ὅσον ἀφορᾷ τὴν κατάστασιν τῶν κοινοτικῶν δασῶν, τῶν εὑρισκομένων ἐν Θεσσαλίᾳ, περὶ ὧν μέχρι σήμερον σπουδαιόταται ἀμφισβητήσεις ἔχουσι γεννηθῆ μεταξὺ τοῦ Δημοσίου καὶ τῶν κοινοτήτων. Ἱστορικῶς τις ἐὰν ἀνατρέξῃ, κύριε Πρόεδρε, εἰς τὸ ζήτημα, θὰ ἴδῃ, ὅτι τὴν πρώτην ἀφορμὴν εἰς τὸ νὰ χαρακτηρίσῃ τὸ Δημόσιον, ὅτι τὰ ἐν Θεσσαλίᾳ κοινοτικὰ δάση ἀνήκουν εἰς αὐτὸ, ἔδωκεν ὁ πίναξ, τὸν ὁποῖον ὑπέβαλεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἐν ἔτει 1883 ἡ ἐπιτροπὴ, ἡ ἐξ Ὀθωμανῶν καὶ Ἑλλήνων σχηματισθεῖσα ἐν Λαρίσῃ εὐθὺς μετὰ τὴν προσάρτησιν τῆς Θεσσαλίας, ἐπιτροπὴ, ἥτις συνέστη ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ἄρθρου 9 τῆς συμβάσεως περὶ παραχωρήσεως τῆς Θεσσαλίας εἰς τὴν Ἑλλάδα. Ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ ἀναγνώσω τὸ ἄρθρον τοῦτο: «Ἄρθρον 9. Ἐπιτροπὴ Τουρκο–Ἑλληνικὴ θέλει ἐπιφορτισθῆ νὰ κανονίσῃ ἐντὸς δύο ἐτῶν πᾶσαν ὑπόθεσιν ἀναγομένην εἰς κτήσεις τοῦ Κράτους καὶ πᾶν ζήτημα ἀφορῶν συμφέροντα ἰδιωτῶν, σχετιζόμενα πρὸς αὐτάς. Ἡ ἐπιτροπὴ αὕτη θέλει ὁρίσει τὴν πληρωτέαν παρὰ τῆς Ἑλλάδος εἰς τὴν Τουρκίαν ἀποζημίωσιν διὰ τὰ ἀκίνητα κτήματα, ὅσα ἤθελον ἀναγνωρισθῆ ἀκίνητα καλῇ τῇ πίστει εἰς τὸ Ὀθωμανικὸν Κράτος καὶ ἀποφέροντα αὐτῷ ἐτήσιον εἰσόδημα. Τὰ ζητήματα, ὧν δὲν ἤθελε κατορθωθῆ ἡ ἀπὸ κοινῆς συνεννοήσεως λύσις, θέλουσιν ὑποβληθῆ εἰς τὴν ἀπόφασιν τῶν μεσολαβουσῶν Δυνάμεων.» Ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ἄρθρου τούτου ἐσχηματίσθη ἐπιτροπὴ ἐξ ἀνωτέρων ὑπαλλήλων Ὀθωμανῶν, ἀποσταλέντων ὑπὸ τῆς Ὀθωμανικῆς Κυβερνήσεως, καὶ ἑνὸς Ἕλληνος, ἀποσταλέντος ὑπὸ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως ὡς μέλους τῆς ἐπιτροπῆς ταύτης τοῦ μακαρίτου Σαράβα. Ἐνώπιον λοιπὸν τῆς ἐπιτροπῆς ταύτης οἱ Ὀθωμανοὶ ἐπίτροποι ὑπέβαλον τὰς ἀξιώσεις τῆς Ὀθωμανικῆς Κυβερνήσεως, ὅσον ἀφορᾷ τὰς ἀποζημιώσεις, τὰς ὁποίας ἠξίου αὕτη παρὰ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως ἐν σχέσει πρὸς τὰς κτήσεις τοῦ Ὀθωμανικοῦ Κράτους, αἵτινες περιήρχοντο εἰς τὸ Ἑλληνικὸν Δημόσιον· πρὸς τοῦτο δὲ κατηρτίσθησαν πίνακες, ἐν οἷς ἀνεγράφοντο μεταξὺ ἄλλων καὶ τὰ δάση, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἠξίου δικαιώματα κατοχῆς καὶ κυριότητος ἡ Ὀθωμανικὴ Κυβέρνησις. Τοὺς πίνακας τούτους ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις διεβίβασε τότε, ἐν ἔτει 1883, πρὸς τὰς ἐν Θεσσαλίᾳ οἰκονομικὰς καὶ διοικητικὰς ἀρχὰς, μὲ τὴν ἐντολὴν, ἵνα ἐξετάσωσιν ἐπιτοπίως, καὶ ἂν πεισθῶσιν, ὅτι ὄντως ἡ Ὀθωμανικὴ Κυβέρνησις ἔχει δίκαιον εἰς τὰς ἀξιώσεις αὑτῆς περὶ ἀποζημιώσεως, χαρακτηρίζουσα τὰ δάση ταῦτα ὡς ἀνήκοντα εἰς αὐτὴν, νὰ πληροφορήσῃ τὴν Κυβέρνησιν περὶ τούτου. Δὲν γνωρίζω, ἐὰν αἱ ἀρχαὶ, αἱ ἐν Θεσσαλίᾳ, ὄντως ἐπληροφόρησαν τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν περὶ τοῦ ὅτι αἱ ἀξιώσεις ἐκεῖναι τῆς Ὀθωμανικῆς Κυβερνήσεως ἦσαν δίκαιαι· ἐκεῖνο ὅμως, τὸ ὁποῖον γνωρίζω εἶναι, ὅτι, χωρὶς τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος νὰ προβῇ εἰς ἀποζημιώσεις, ἐθεώρησε καλὸν εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς, ἀνεξετάστως, ἀνεξελέγκτως καὶ ἀδιακρίτως νὰ καταλάβῃ πάντα τὰ δάση ὡς ἀνήκοντα εἰς τὸ Δημόσιον τὸ Ἑλληνικὸν, ὡς ὑποκατάστατον τοῦ Ὀθωμανικοῦ Δημοσίου. Ἔκτοτε, κύριε Πρόεδρε, ἀληθῶς ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, χωρὶς νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὰ δίκαια παράπονα τῶν διαφόρων κοινοτήτων, ἐθεώρησε καλὸν νὰ καταλάβῃ τὰ δάση ταῦτα, καὶ νὰ τὰ διαχειρίζηται ὡς δημόσια. Αἱ κοινότητες ἔκτοτε διεμαρτυρήθησαν, ἰσχυριζόμεναι, ὅτι ὄχι μόνον δυνάμει τῶν νόμων τῶν Ὀθωμανικῶν, ἀλλὰ καὶ δυνάμει τίτλων πρὸ ἀμνημονεύτων χρόνων εἶχον τὸ δικαίωμα τῆς καρπώσεως, τῆς χρήσεως, καὶ δικαίωμα ἀκόμη κυριότητος ἐπὶ τῶν δασῶν ἐκείνων. Ἡ δὲ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, χωρὶς νὰ ἀποβλέψῃ κἄν εἰς τοῦτο, καὶ χωρὶς νὰ ἐξετάσῃ τὰ κατὰ τὰ δικαιώματα ταῦτα, ἐθεώρησεν, ὅτι ὤφειλε νὰ καταλάβῃ τὰ δάση καὶ τὰ νέμηται. Ἐγεννήθη, κύριε Πρόεδρε, τὸ ζήτημα, ἐχορηγοῦντο εἰς τὰς κοινότητας τίτλοι, διὰ τῶν ὁποίων ἀνεγνωρίζετο ἡ κυριότης αὐτῶν ἐπὶ τῶν δασῶν κατὰ τοὺς Ὀθωμανικοὺς νόμους; Ἐγεννήθη ἑτέρωθεν τὸ ζήτημα, ποία εἶναι ἡ ἀρχὴ ἐκείνη, παρὰ τῆς ὁποίας ἁρμοδίως ἠδύνατο νὰ ζητηθῇ λύσις διὰ τὸ ζήτημα τοῦτο; καὶ πρὸς τούτοις, ποία εἶναι ἡ ἀρχὴ ἐκείνη, παρὰ τῆς ὁποίας ἡ Ἑλλην. Κυβέρνησις ὤφειλε νὰ ζητήσῃ πληροφορίας περὶ τῆς γνησιότητος ἢ μὴ τῶν τίτλων τούτων; Τινὲς τῶν κυρίων συναδέλφων, οἵτινες συνῆλθον, ὡς προεῖπον, ἐν ἰδιαιτέρᾳ αἰθούσῃ τῆς Βουλῆς ὑπεστήριξαν, ὅτι εἰς τὰς κοινότητας ἀνεγνωρίσθη τὸ δικαίωμα τῆς ξυλεύσεως, ἀνεγνωρίσθη τὸ δικαίωμα τῆς κατοχῆς δυνάμει τῶν Ὀθωμανικῶν νόμων, ἀλλ’ ὅτι ἐπ’ ὀνόματι τῶν κοινοτήτων τίτλοι δὲν ἐξεδίδοντο πρὸς ἀναγνώρισιν τῶν δικαιωμάτων αὐτῶν ἐπὶ τῶν δασῶν. Ἄς μοὶ ἐπιτρέψωσιν οἱ κύριοι συνάδελφοι νὰ ἔχω ἀντιρρήσεις ἐπὶ τούτου, ἀντιρρήσεις στηριζομένας εἰς τὸν νόμον τὸν Ὀθωμανικὸν καὶ εἰς αὐτὴν τὴν συνθήκην τῆς παραχωρήσεως τῆς Θεσσαλίας εἰς τὴν Ἑλλάδα. Ὑπομιμνήσκω μάλιστα εἰς ἐκείνους ἐκ τῶν κυρίων συναδέλφων, οἵτινες εἶχον τὴν ἀτυχίαν νὰ ζῶσιν ἐν Θεσσαλίᾳ ἐπὶ Τουρκοκρατίας, ὅτι ἐν ἔτει 1876 ἡ Τουρκικὴ Κυβέρνησις ἐξέδωκεν ἐγκύκλιον, διὰ τῆς ὁποίας προσεκάλει τὰς κοινότητας καὶ τοὺς ἰδιώτας νὰ προσαγάγωσιν ἐντὸς ὡρισμένης προθεσμίας τοὺς τίτλους αὐτῶν, καὶ ὑπομιμνήσκω μάλιστα, ὅτι ἡ ἐγκύκλιος ἐκείνη ἦτο ἡ ἀρχὴ τῆς ἐπαναστάσεως τῆς Βοσνίας καὶ Ἑρζεγοβίνης, διότι ἡ Ὀθωμανικὴ Κυβέρνησις εἶχεν ἀποστείλει ἐπιτροπὰς, εἰς τὰς ὁποίας εἶχε δώσει ἐντολὴν νὰ ζητήσωσι καὶ ἐξελέγξωσι τοὺς τίτλους, τὰς δὲ ἐπιτροπὰς ταύτας δὲν ἐδέχθησαν εἰς τὴν Βοσνίαν καὶ Ἑρζεγοβίνην, τότε δὲ ἠναγκάσθη ἡ Ὀθωμανικὴ Κυβέρνησις νὰ ἀνακαλέσῃ καὶ ἁπάσας τὰς ἄλλας ἐπιτροπὰς, τὰς ὁποίας εἶχεν ἀποστείλει εἰς ὁλόκληρον τὸ Ὀθωμανικὸν Κράτος πρὸς τὸν αὐτὸν σκοπόν. Ἀλλ’ ὑπομιμνήσκω εἰς τοὺς κυρίους συναδέλφους καὶ ἑτέρας περιπτώσεις, προκυπτούσας ἐξ αὐτῆς τῆς συνθήκης περὶ παραχωρήσεως τῆς Θεσσαλίας εἰς τὴν Ἑλλάδα. Κατὰ τὸ ἄρθρον 4 τῆς συνθήκης ταύτης, «ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις θέλει ἀναγνωρίσει ἐν ταῖς παραχωρουμέναις χώραις τὸ τῆς ἰδιοκτησίας δικαίωμα ἐπὶ τῶν ἀγροκηπίων, βοσκῶν, λειμώνων, νομῶν (γρασιδοτόπων kechlak), δασῶν καὶ παντὸς εἴδους γαιῶν ἢ ἀκινήτων κατεχομένων ὑπὸ ἰδιωτῶν ἢ κοινοτήτων δυνάμει φιρμανίων, χοτζετίων, ταπίων καὶ ἄλλων τίτλων, ἢ δυνάμει τῶν ὀθωμανικῶν νόμων». Λοιπὸν τὸ ἄρθρον τοῦτο ῥητῶς ὁρίζει, ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ὀφείλει νὰ ἀναγνωρίσῃ δικαίωμα τῶν κοινοτήτων ἐπὶ δασῶν, στηριζόμενον ἐπὶ φιρμανίων, ταπίων, χοτζετίων ἢ τῶν ὀθωμανικῶν νόμων. Ἀφοῦ δὲ ὀφείλει νὰ ἀναγνωρίσῃ δικαίωμα αὐτῶν, στηριζόμενον μόνον ἐπὶ τῶν ὀθωμανικῶν νόμων, κατὰ μείζονα λόγον ὀφείλει νὰ σέβηται τὰ δικαιώματα τῶν κοινοτήτων ἐπὶ τῶν δασῶν, τὰ στηριζόμενα εἰς ταπία. Ἀλλὰ τὸ σπουδαιότερον τῶν ἐπιχειρημάτων, ὅπερ ἔχω νὰ φέρω εἰς ἀντίκρουσιν ἐπιχειρημάτων, δι’ ὧν ἐν τῷ πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν ὑπομνήματι οἱ κύριοι συνάδελφοι ὑποστηρίζουσιν, ὅτι ὄντως τίτλοι δὲν ἐξεδίδοντο ἐπ’ ὀνόματι κοινοτήτων πρὸς ἀναγνώρισιν κυριότητος ἐπὶ δασῶν, ἔχω νὰ ἀρυσθῶ ἀπ’ αὐτῆς τῆς Ὀθωμανικῆς Κυβερνήσεως. Εἶναι γνωστόν, ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς—κάκιστα, κατ’ ἐμὲ, — τὸν ἔλεγχον τῆς γνησιότητος τῶν τίτλων δὲν ἠξίωσε νὰ ἀσκήσῃ αὐτή, καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν Ἑλληνικῶν νόμων, ἀλλ’ ἀνέθηκε τοῦτον εἰς τὸ Τουρκικὸν Ἀρχειοφυλακεῖον, δηλαδὴ εἰς τὰ γραφεῖα τοῦ Δεφτὲρ–Χανὲ ἐν Κωνσταντινουπόλει. Δύο κακὰ εὑρίσκω ἐν τῇ ἐνεργείᾳ ταύτῃ· τὸ μὲν τὸ συμφέρον, ὅπερ ἔχει ἡ Ὀθωμανικὴ Κυβέρνησις νὰ ἐπιμείνῃ, ὅτι τὰ ἐν τῷ πίνακι, ὃν παρέδωκε πρὸς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν ἐν ἔτει 1883, δάση εἶναι ἀληθῶς δημόσια, ἵνα ἐπιτύχῃ τὴν ἀποζημίωσιν τὴν ἐπιζητουμένην, τὸ δὲ, ὅτι εἶναι καθ’ ὁλοκληρίαν ἀναρμοδία ἀρχὴ, ὡς ξένη, νὰ βεβαιώσῃ περὶ τῆς γνησιότητος ἢ μὴ ἐγγράφων, τῶν ὁποίων χρῆσις ἐπρόκειτο νὰ γείνῃ ἐν ξένῳ Κράτει, τῇ Ἑλλάδι. Διότι δὲν ἐννοῶ ὁποίαν ἀποδεικτικὴν δύναμιν δύνανται τὰ ἔγγραφα ταῦτα νὰ ἔχωσιν ἐνώπιον τῶν Ἑλληνικῶν Δικαστηρίων, καὶ δὲν ἐννοῶ ὁποίαν ἁρμοδιότητα ἔχει ξένος δημόσιος ὑπάλληλος, ἵνα καταστήσῃ αὐθεντικὰ καὶ ἀδιάσειστα τὰ ὑπ’ αὐτοῦ βεβαιούμενα ἔγγραφα ἐνώπιον τῶν Ἑλληνικῶν ἀρχῶν. Ἕνεκα τούτων ἐθεώρησα παρακεκινδυνευμένον νὰ ζητῆται ἡ βεβαίωσις τῆς γνησιότητος τῶν τίτλων παρὰ ξένης δημοσίας ἀρχῆς. Νομίζω, ὅτι σοφώτεροι ἦσαν οἱ πατέρες ἡμῶν, οἱ μετὰ τὴν ἀνεξαρτησίαν τῆς Ἑλλάδος, διότι οὗτοι, εὑρεθέντες πρὸ παρομοίων ζητημάτων, διὰ Διατάγματος τῆς 17 Νοεμβρίου 1836 ἄλλως ὥρισαν περὶ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν ἠξίουν νὰ διευκρινηθῇ τὸ ζήτημα τοῦ ἀληθοῦς ἢ μὴ τῶν ἀξιουμένων δικαιωμάτων ἐπὶ τῶν δασῶν. Κατὰ τὸ ἄρθρον 1 τοῦ Διατάγματος, τούτου, «ἰδιωτικὰ δάση μεταξὺ τῶν δασῶν τοῦ Βασιλείου θεωροῦνται μόνον ἐκεῖνα, ὅσα δι’ ἐγγράφων, ἐκδεδομένων κατὰ τοὺς νομίμους τύπους ἀπὸ τὰς ἁρμοδίας τουρκικὰς ἀρχὰς, ἀποδειχθῶσιν ὅτι ὑπῆρχον καὶ πρὶν τῆς ἀρχῆς τοῦ ὑπὲρ ἀνεξαρτησίας ἀγῶνος ἰδιοκτησίαι πλήρεις ἰδιωτῶν». Κατὰ δὲ τὸ ἄρθρον 3 τοῦ αὐτοῦ Διατάγματος, ὤφειλον οἱ διεκδικοῦντες δάση νὰ προσαγάγωσιν ἐντὸς ἔτους τοὺς τίτλους αὑτῶν πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, ὅπερ ἤθελεν ἀναγνωρίσει ἢ ἀπορρίψει αὐτούς. Ἐν τῇ τελευταίᾳ δὲ ταύτῃ περιπτώσει ὤφειλε νὰ παραπέμψῃ τὰς ἐλλειπούσας νομίμων ἀποδείξεων ἀξιώσεις ἐνώπιον τῶν πολιτικῶν Δικαστηρίων. Εἰς τὴν περίστασιν δὲ ταύτην μέχρι τῆς τελειωτικῆς δικαστικῆς ἀποφάσεως περὶ τῆς ἰδιοκτησίας ἡ κατοχὴ ἔμενεν ἀναφαίρετος εἰς ὃν εὑρίσκετο. Ἀλλ’ ἡμεῖς, ἀντὶ νὰ ζητήσωμεν, ἵνα κατὰ τοιοῦτον παρεμφερῆ τρόπον ἐξελέγχωμεν τὴν γνησιότητα ἢ τὴν ἀκρίβειαν ἢ τὴν ἀλήθειαν τῶν τίτλων, ἀντὶ νὰ καταφύγωμεν εἰς τὰ Ἑλληνικὰ Δικαστήρια, ἵνα ἀποφασίζωσιν αὐτὰ ὅπου ἐγείρεται ἀμφισβήτησις, ἀφήκαμεν τὸ ζήτημα τῆς ἐξελέγξεως περὶ τῆς γνησιότητος ἢ μὴ τῶν τίτλων εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἔχουσιν ὕψιστον συμφέρον ν’ ἀποδείξωσιν, ὅτι τὰ δάση ταῦτα εἶναι δημόσια, ἵνα ὑποχρεωθῇ τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος εἰς περισσοτέρας ἀποζημιώσεις ἀπέναντι τῆς Τουρκίας. Ἀλλ’ ἐκεῖνο, ὅπερ προέκυψεν ἐκ τῆς τοιαύτης ἐνεργείας τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, εἶναι, ὅτι ἀναμφισβητήτως ἐξεδίδοντο τίτλοι ἐπ’ ὀνόματι τῶν κοινοτήτων. Διότι τὸ Ἀρχειοφυλακεῖον τῆς Κωνσταντινουπόλεως οὐδέποτε, ὁσάκις ἠρωτήθη ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, ἐὰν οἱ τίτλοι τῆς δεῖνα κοινότητος, οἱ ὑποβαλλόμενοι πρὸς αὐτὸ πρὸς ἔλεγχον, εἶναι γνήσιοι ἢ ὄχι, οὐδέποτε ἀπήντησεν, ὅτι εἶναι περιττὸν νὰ ἐξετάσῃ τοὺς τίτλους τοὺς προσκομιζομένους ὑπὸ τῶν κοινοτήτων, καθόσον τίτλοι ἐπ’ ὀνόματι κοινοτήτων δὲν ἐξεδίδοντο, ἀλλὰ πάντοτε ἐξήταζε τούτους, ὡς καὶ τὴν γνησιότητα αὐτῶν. Ἀπόδειξις, ὅτι τὸ Ὀθωμανικὸν Ἀρχειοφυλακεῖον ἀνεγνώρισε τοιούτους ἀνήκοντας εἰς κοινότητας· καὶ ἀναφέρω τὰς κοινότητας Κλεινοβοῦ, Κότορης, Σκληνιάσης τῆς ἐπαρχίας Καλαμπάκας, ὧν οἱ τίτλοι ἀνεγνωρίσθησαν, καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἀναγνωρίσεως ταύτης τοῦ Ὀθωμανικοῦ Ἀρχειοφυλακείου τὸ Ἑλληνικὸν Δημόσιον ἀνεγνώρισε τὰ δάση ταῦτα ὡς κοινοτικά...

§229Γ. ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΙΟΥ. Εἶναι ἐπ’ ὀνόματι ἀτόμων.

§230Θ. ΚΡΙΕΜΑΔΗΣ. Ἤκουσα ψιθυριζόμενον ἐπιχείρημα, ὅπερ περιέμενον νὰ ἀκούσω. Ἀλλ’ ὑπάρχει μία σύγχυσις ἐν τῷ ζητήματι τούτῳ εἰς τὰς γνώμας τῶν κυρίων συναδέλφων, οἵτινες ὑπέβαλον τὸ ὑπόμνημα πρὸς τὸν κύριον Ὑπουργόν. Αἱ διατάξεις περὶ κοινοτήτων ἐν Τουρκίᾳ, ὅσον ἀφορᾷ τὰ τῆς δικθέσεως τῆς περιουσίας, εἶναι παρεμφερεῖς πρὸς τὰς κρατούσας ἐν Ἑλλάδι, τουτέστι τὰ μέλη τῶν κοινοτήτων δὲν ἔχουσι δικαίωμα διαθέσεως τῆς κοινοτικῆς περιουσίας. Ἀλλὰ καὶ ἐγὼ δὲν ἰσχυρίσθην, ὅτι τὰ μέλη τῶν κοινοτήτων ἔχουσι δικαίωμα διαθέσεως τῆς κοινοτικῆς περιουσίας. Ἐπὶ τούτου δὲ στηριζόμενοι οἱ κύριοι συνάδελφοι, καὶ μάλιστα εἰς τὸ ἄρθρον 23 τοῦ περὶ δασῶν ὀθωμανικοῦ νόμου, κατὰ τὸ ὁποῖον «τὰ μπαλταλίκια τῶν κωμοπόλεων καὶ τῶν κωμῶν δὲν ἐπιτρέπεται κατὰ τὸν νόμον νὰ διαβιβασθῶσιν εἰς τὴν κυριότητα ἀτόμου, οὔτε ὡς γαῖαι, οὔτε ὡς δένδρα», καὶ ταῦτα ἔχοντες ὑπ’ ὄψιν οἱ κύριοι συνάδελφοι, ἐνόμιζον, ὅτι δὲν ἐξεδίδοντο τίτλοι ἀπέναντι τῶν κοινοτήτων. Δὲν ὁμιλῶ περὶ μεταβιβάσεως τῆς κοινοτικῆς περιουσίας, διότι εἰς τοῦτο ἀφορᾷ τὸ εἰρημένον ἄρθρον 23. Ἐγὼ ὁμιλῶ περὶ τοῦ ἂν ἐξεδίδοντο τίτλοι ἐπ’ ὀνόματι κοινοτήτων ἢ ὄχι, καὶ φρονῶ, ὅτι τὸ ἀπέδειξα.

§231ΑΠ. ΖΑΠΠΑΣ. Οὐδέποτε ἐξεδίδοντο, οὔτε σήμερον ἐκδίδονται.

§232Θ. ΚΡΙΕΜΑΔΗΣ. Ἱστορικῶς ἐξεταζόμεναι αἱ κοινότητες, εἶναι γνωστόν, ὅτι εἶχον ὀργανισμὸν καὶ διοίκησιν ἰδίαν, ἀποτελοῦσαι, οὕτως εἰπεῖν, Κράτος ἐν Κράτει ἐντὸς τοῦ Ὀθωμανικοῦ Κράτους, καὶ μάλιστα ἡ ὀργάνωσις αὐτῶν ἦτο ἐπὶ τοσοῦτον ἐρριζωμένη εἰς τὴν συνείδησιν τοῦ λαοῦ, ὥστε καὶ σήμερον ἐξακολουθοῦσιν ἐν Ἑλλάδι νὰ ὑφίστανται. Εἶναι γνωστὸν λοιπόν, ὅτι τὰς κοινότητας ταύτας διῴκουν ἀνέκαθεν οἱ ἐγκριτώτεροι τῶν πολιτῶν· εἶναι γνωστὸν ἐπίσης, ὅτι αἱ κοινότητες αὗται εἶχον ἄπειρον ἐμπιστοσύνην εἰς τοὺς ἐγκριτωτέρους τούτους πολίτας, καὶ ἐπ’ ὀνόματι αὐτῶν ἐξεδίδοντο οἱ τίτλοι, ὄχι μόνον οἱ ἀφορῶντες εἰς τὰ δάση, ἀλλὰ καὶ οἱ ἀφορῶντες εἰς τὰς νομὰς, καὶ ἐν γένει ἐπὶ παντὸς εἴδους περιουσίας. Ἐπειδὴ δὲ ἐπ’ ὀνόματι τοῦ ἠθικοῦ προσώπου τῆς κοινότητος δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐκδοθῇ τίτλος, διότι ἀπαραιτήτως ἔπρεπε ν’ ἀναφέρωνται πρόσωπα ἐντὸς τῶν τίτλων, οἱ τοιοῦτοι τίτλοι ἐξεδίδοντο ἐπ’ ὀνόματι τῶν διαχειριστῶν τῶν κοινοτήτων, οἱ δὲ διαχειρισταὶ πάντοτε παρέδιδον τούτους εἰς τοὺς διαδόχους αὐτῶν, καὶ ἐπὶ τοιούτων τίτλων στηρίζουσι τὰ δικαιώματα αὐτῶν αἱ κοινότητες σήμερον. Σύγχυσιν λοιπὸν ἔχουσιν οἱ κύριοι συνάδελφοι εἰς τὰς διατάξεις τῶν ὀθωμανικῶν νόμων, ὅταν ὑποστηρίζωσιν, ὅτι δὲν ἐξεδίδοντο τίτλοι ὑπὲρ κοινοτήτων, καὶ ἀδικοῦσι τὰς κοινότητας, αἱ ὁποῖαι ἐπὶ τῇ βάσει τίτλων ἀξιοῦσι δικαίωμα ἐπὶ τῶν δασῶν. Ἀλλὰ τοιαῦται ἰδέαι, κύριε Πρόεδρε, αἵτινες δὲν γνωρίζω, ἕνεκα τίνος λόγου ὑπεστηρίχθησαν ἀνέκαθεν παρὰ τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Οἰκονομικῶν, ἔχουσι γεννήσει τὸ ζήτημα, ἕνεκα τοῦ ὁποίου ὑφίστανται τὰ πάνδεινα αἱ κοινότητες. Σήμερον αἱ κοινότητες, καὶ ἰδίως ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Τρικκάλων, ἕνεκα τῶν βεβαιώσεων τούτων τοῦ Ὀθωμανικοῦ Ἀρχειοφυλακείου, περὶ ὧν προεῖπον, εἰς τὴν διάθεσιν τοῦ ὁποίου ἀφέθη νὰ κρίνῃ περὶ τῶν δικαιωμάτων αὑτῶν ἐπὶ τῶν ἐν Ἑλλάδι δασῶν, τὰ ὁποῖα ἐθεώρησε καλὸν νὰ κανονίζῃ αὐτὸ κατὰ τὰς ὀρέξεις του ἐν ταῖς ἀπαντήσεσιν αὑτοῦ πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, ἕνεκα τῶν βεβαιώσεων τούτων, λέγω, σήμερον τρεῖς κοινότητες ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Τρικκάλων φυγοδικοῦσι, κατηγορούμεναι ἐπὶ πλαστογραφίᾳ τῶν τίτλων· εἶναι δὲ αἱ πολυπληθέστεραι τῶν κοινοτήτων αἱ κοινότητες αὗται· εἶναι ἡ κοινότης Παληοκαρυᾶς ἐν τῷ δήμῳ Αἰθίκων, ἡ κοινότης Καρβουνολεπενίτσης ἐν τῷ δήμῳ Πιαλίων, καὶ αἱ κοινότητες Ἄνω καὶ Κάτω Περλιάγκου τοῦ δήμου Χαλκίδος παρ’ Ἀσπροποτάμῳ. Ἔχω πληροφορίας, ὅτι καὶ ἄλλαι κοινότητες ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Καρδίτσης καταζητοῦνται σήμερον, ἐπὶ πλαστογραφίᾳ κατηγορούμεναι ἐνώπιον τῆς ποινικῆς δικαιοσύνης, συνεπείᾳ μηνύσεων τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, τὰ δὲ μέλη τῶν κοινοτήτων τούτων φυγοδικοῦσι πάντα, ἔχουσι τραπῆ δὲ πρὸς τὰ ὄρη οἱ κάτοικοι ὁλοκλήρων χωρίων. Πρὸς τίνα σκοπόν, παρακαλῶ; Εἶναι γνωστόν, ὅτι ὄχι μόνον ἐν Ἑλλάδι, ἀλλ’ ἀπανταχοῦ τὰ Κράτη ἐξασκοῦσι τὴν λεγομένην δεσποτείαν ἐπὶ τῶν δασῶν, διὰ τῆς ὁποίας δεσποτείας ὄχι μόνον τὴν διαχείρισιν τῶν δασῶν κανονίζουσιν, ἀλλὰ πολλάκις καὶ τὰ δάση ταῦτα ὑπέταξαν εἰς τὴν θέλησιν αὐτῶν, διότι ἐπὶ δεκαετηρίδας ὅλας ἀπηγόρευσαν καὶ τὴν χρῆσιν αὐτὴν τῶν δασῶν, χάριν γενικωτέρου συμφέροντος, καὶ κατ’ ἄλλον δὲ τρόπον ἤσκησαν τὴν δεσποτείαν ταύτην, τουτέστι διὰ βαρείας φορολογίας καὶ διὰ τοῦ δικαιώματος τῆς ἀστυνομίας. Διὰ τοιούτων δὲ σοβαρῶν ἐπεμβάσεων τοῦ Κράτους εἰς τὰ δάση σπουδαίως ἠδύναντο νὰ περιορισθῶσι τὰ δικαιώματα τῶν κοινοτήτων ἐν τῇ χρήσει τούτων, χωρὶς διὰ τούτου νὰ θίγωνται τὰ πραγματικὰ δικαιώματα. Ἀλλ’ ὅταν τόσα μέσα ἔχῃ τὸ Κράτος, διὰ τῶν ὁποίων νὰ περιφρουρήσῃ τὰ συμφέροντα αὑτοῦ τὰ γενικώτερα, δὲν ἐννοῶ διὰ ποῖον λόγον κατέφυγεν εἰς τὸ μέτρον νὰ καταγγείλῃ ἐπὶ πλαστογραφίᾳ τὰς κοινότητας, καὶ νὰ φέρωνται οὕτω κοινότητες ὁλόκληροι ἐνώπιον τῶν ἀνακριτικῶν γραφείων, καὶ νὰ σύρωνται ἐνώπιον τῶν Κακουργοδικείων ἑκατοστύες πολιτῶν, ἐνῷ τὸ Κράτος εἶναι ἐξησφαλισμένον, ἐπαναλαμβάνω νὰ εἴπω, διὰ παντοίων μέσων, δι’ ὧν τὰ δικαιώματα αὑτοῦ ἀσφαλίζονται, χωρὶς νὰ καταφύγῃ εἰς τὸ ἔσχατον τοῦτο μέτρον. Ἀλλὰ δικαιοῦμαι νὰ ἐρωτήσω, τίνα ἀποδεικτικὰ ἔχει μέσα, ἵνα ὑποστηρίξῃ τὰς κατηγορίας ταύτας; τί ἄλλο ἢ μόνον τὴν βεβαίωσιν τοῦ Ὀθωμανικοῦ Ἀρχειοφυλακείου, τὸ ὁποῖον βεβαιοῖ, ὅτι οἱ τίτλοι οὗτοι εἶναι ἠλλοιωμένοι, ὅτι δὲν εἶναι γνήσιοι; Κύριε Πρόεδρε, νομίζω, ὅτι σοβαρῶς πρέπει νὰ ἐπιστηθῇ ἡ προσοχὴ τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τῆς Θεσσαλίας, καὶ ἕνεκα τῶν ἀγορῶν τῶν τσιφλικίων τοῦ Στεφάνοβικ, καὶ ἕνεκα τῶν γενομένων παραχωρήσεων τῶν Ζαππείων κτημάτων, καὶ ἕνεκα τῆς καταδιώξεως ὁλοκλήρων κοινοτήτων, κατηγορουμένων ἐπὶ πλαστογραφίᾳ. Νομίζω ὅτι ὑπολανθάνει ἐκεῖ κατάστασις, ἡ ὁποία πρέπει νὰ ἐπισύρῃ τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως· νομίζω, ὅτι ἐν Θεσσαλίᾳ ἡ τάξις δὲν εἶναι τοσοῦτον ἀσφαλὴς, ὅσον ὑποθέτει ἡ Κυβέρνησις. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ καὶ συνιστῶ θερμῶς εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ἐγκύψῃ καὶ μελετήσῃ τὸ ζήτημα τοῦτο τῶν καταγγελιῶν, καὶ ἀφοῦ μάλιστα τὸ Κράτος ἔχει ἐξασφαλισθῆ διὰ κατοχῆς καὶ καρπώσεως τῶν δασῶν, καλὸν θὰ ἦτο νὰ παραπέμψῃ ἐνώπιον τῶν πολιτικῶν Δικαστηρίων τὸν ἔλεγχον τῆς ἀποδεικτικῆς ἀξίας τῶν τίτλων τῶν κοινοτήτων ἢ ἰδιωτῶν, καὶ ἂν ἦναι δυνατὸν καὶ ἐφ’ ὅσον εἶναι δυνατόν, καλὸν εἶναι, ἵνα ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἀναστείλῃ τὴν περαιτέρω ποινικὴν καταδίωξιν τῶν κοινοτήτων ἐπὶ πλαστογραφίᾳ τῶν τίτλων αὐτῶν. Ἐλπίζω δὲ, ὅτι ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὄντως θέλει λάβει ὑπ’ ὄψιν τὰς συστάσεις μου ταύτας.

§233Γ. ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΙΟΥ. Περὶ τοῦ σπουδαιοτάτου τούτου ζητήματος εἶναι ἀληθὲς, ὅτι πρὸ μηνὸς καὶ πλέον ἐπεδώκαμεν ὑπόμνημα πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, διὰ τοῦ ὁποίου ζητοῦμεν, ἵνα ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν τὰ δίκαια παράπονα τῶν κοινοτήτων, τὰ ὁποῖα ἔχουσιν ἐπὶ τοῦ προκειμένου περὶ τῶν δασῶν, διότι ἀπό τινων ἤδη μηνῶν τὸ Δημόσιον καταλαμβάνει ἀδιακρίτως ὅλα τὰ κοινοτικὰ δάση, χωρὶς νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν οὔτε τοὺς νόμους τοὺς τουρκικούς, δυνάμει τῶν ὁποίων κατέχομεν, κατὰ τὴν σύμβασιν περὶ παραχωρήσεως τῆς Θεσσαλίας εἰς τὴν Ἑλλάδα, τὴν ὁποίαν ἀνέγνωσεν ὁ κ. συνάδελφος, ἀλλ’ οὔτε τὸ δίκαιον καὶ τοὺς νόμους τοὺς εἰδικοὺς περὶ δασῶν, οἱ ὁποῖοι ἐξεδόθησαν παρὰ τῆς Τουρκικῆς Κυβερνήσεως πρὸ τῆς προσαρτήσεως τῆς Θεσσαλίας εἰς τὴν Ἑλλάδα. Εἶναι ἀληθές, Κύριοι, ὅτι τὰ δικαιώματα τῶν κοινοτήτων εἶναι ἀναμφισβήτητα. Ὁ κατακτητής, ἀφ’ ἧς τὸ πρῶτον κατέλαβε τὰ μέρη ἐκεῖνα, διῄρεσε τὰς γαίας εἰς πέντε κατηγορίας, εἰς δημοσίας, βακουφικὰς, βασιλικὰς, καὶ ἰδιοκτήτους, ἀφῆκε δὲ τὴν πέμπτην κατηγορίαν, τὴν Μερτρουκὲ λεγομένην, ἡ ὁποία ἀφορᾷ τὴν κοινοτικὴν περιφέρειαν, τὰς κοινοτικὰς ὁδοὺς, τὰ λειβάδια, τὰ δάση τῆς κοινότητος, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἡ Τουρκικὴ Κυβέρνησις οὐδόλως ἔθηκε χεῖρα κατοχῆς ἢ κυριότητος, ἀλλ’ ἀφῆκε ταῦτα εἰς τὰς κοινότητας, ἵνα οἱ κάτοικοι αὐτῶν ἔχωσι τὴν κοινὴν χρῆσιν, κατοχὴν καὶ κυριότητα· ἀφέθησαν ὅμως εἰς τὰς κοινότητας παρὰ τῆς Τουρκικῆς Κυβερνήσεως, ὑπὸ τὸν ὅρον νὰ μὴ δύνανται οἱ κάτοικοι νὰ ἐκποιῶσιν εἰς τρίτους. Προκειμένου δὲ ἰδίως περὶ τῶν δασῶν, ὁ κατακτητὴς ἀφῆκε ταῦτα εἰς τὰς κοινότητας, ἵνα ξυλεύωνται ἐκ τούτων τὴν οἰκοδομήσιμον καὶ καύσιμον ξυλείαν διὰ τὰς οἰκίας των, τὰς γεωργικὰς καὶ ποιμενικὰς καλύβας. Οὕτω δ’ ἔμειναν τὰ πράγματα ἄνευ γραπτῶν νόμων μέχρι τοῦ ἔτους 1869, ὅτε ἡ Τουρκία ἐξέδωκε νόμον εἰδικὸν περὶ δασῶν καὶ διῄρεσε τὰ δάση εἰς τρεῖς κατηγορίας, αʹ) εἰς δημόσια, βʹ) εἰς βακουφικὰ καὶ γʹ) εἰς μπαλταλίκια λεγόμενα, δηλαδὴ δάση προωρισμένα εἰς ἐκκοπὴν ἐλευθέραν. Ἂν λάβῃ τις ὑπ’ ὄψιν τὸν νόμον τοῦτον, εἰς τὴν κατηγορίαν τῶν κοινοτικῶν δασῶν περιλαμβάνονται πάντα τὰ δάση, τὰ ὁποῖα εὑρίσκονται εἰς τὴν περιφέρειαν τῆς κοινότητος. Ἐπ’ αὐτῶν λοιπὸν τῶν δασῶν ὁρίζει ὁ νόμος, ὅτι ἔχουσιν οἱ κάτοικοι τὴν χρῆσιν, τὴν κατοχὴν καὶ κυριότητα, καὶ δύνανται νὰ διαθέτωσι ταῦτα ὄχι μόνον εἰς τὰς ἰδίας αὑτῶν ἀνάγκας, ἀλλὰ καὶ, ἂν θέλωσι, νὰ τὰ μισθώνωσιν, ἀλλὰ τότε θὰ πληρώνωσι φόρον δεκάτης, οὐχὶ ἐπὶ τοῦ δάσους, ἀλλ’ ἐπὶ τῆς ξυλείας ἐκείνης, ἡ ὁποία ἤθελεν ὑλοτομηθῇ παρὰ τῶν μισθωτῶν ὑλοτόμων. Τὰ δάση δὲ ταῦτα, τὰ μπαλταλίκια λεγόμενα, ὁ νόμος χαρακτηρίζει καὶ ὡς ἀναπαλλοτρίωτα, ὁρίζων ῥητῶς, ὅτι δὲν δύνανται ν’ ἀπαλλοτριωθῶσιν εἰς ἄλλον, ἐπὶ τῷ σκοπῷ βεβαίως τοῦ νόμου νὰ μένωσιν εἰς τὴν χρῆσιν τῶν κοινοτήτων αἰωνίως, ὡς καὶ ἐγένετο. Ἀκριβῶς δὲ εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο ὁ κύριος συνάδελφος ἐκ Τρικκάλων Βουλευτὴς πλανᾶται, νομίζων, ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἑρμηνείαν τοῦ νόμου ἐκείνου, ὅτι δύνανται νὰ θεωρηθῶσιν ὡς τίτλοι κατοχῆς ταπία, ἐνῷ οὔτε ἀπαιτοῦνται, οὔτε δύνανται νὰ ἐκδοθῶσι κἄν, ἀφοῦ τὰ κοινωτικὰ δάση ἐκηρύχθησαν ὑπὸ τοῦ νόμου ἀναπαλλοτρίωτα. Καὶ μέχρι μὲν τοῦ 1869, ὅτε ἐξεδόθη ὁ τουρκικὸς νόμος, προκειμένου περὶ τῆς κατοχῆς καὶ κυριότης τῶν κοινοτήτων ἐπὶ τῶν δασῶν, ἐνώπιον τῶν Δικαστηρίων οὐδὲν ἕτερον ἐξητάζετο ἢ ἡ ἀπὸ ἀμνημονεύτων χρόνων κατοχὴ ἐπὶ τοῦ διαφιλονικουμένου δάσους παρ’ ἄλλης κοινότητος, ἢ καὶ παρ’ ἰδιώτου. Ἀλλὰ διατὶ δὲν λαμβάνει ὑπ’ ὄψιν ὁ κύριος συνάδελφος τὸν τουρκικὸν νόμον, ὁ ὁποῖος ῥητῶς δὲν ἀναγνωρίζει, κατ’ οὐδένα τρόπον, νομικὰ πρόσωπα;—καὶ τοιαῦτα εἶναι αἱ κοινότητες, αἱ Μοναὶ κλπ.—Τί δὲ εἶναι ταπίον; Ταπίον εἶναι ἡ ἄδεια κατοχῆς, ἥτις, προκειμένου περὶ δασῶν τῶν κοινοτήτων, δὲν ἀπαιτεῖται, οὔτε ἠδύνατο ν’ ἀπαιτηθῇ, διότι μόνον πρὸς φυσικὸν πρόσωπον δύναται νὰ ἐκδοθῇ ταπίον, ἀφοῦ κατὰ τὸν ἱερὸν Ὀθωμανικὸν νόμον δὲν δύναται νὰ νοηθῇ νομικὸν πρόσωπον, καὶ σήμερον δ’ ἔτι νομικὸν πρόσωπον ἐν Τουρκίᾳ ἐνώπιον τοῦ ἱεροδικαστικοῦ δὲν ἀναγνωρίζεται. Καὶ αὐτὸς εἶναι ὁ κυριώτερος λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον αἱ κοινότητες οὔτε ὑποχρεοῦνται, ἀλλ’ οὔτε δύνανται, κατὰ τὸν τουρκικὸν νόμον, νὰ ἔχωσι τοιούτους τίτλους. Ἀλλ’ ὁ κ. συνάδελφος ἐπλανήθη ἐκ τοῦ γεγονότος, ὅτι πολλαὶ κοινότητες ἐνίοτε, διὰ πᾶν ἐνδεχόμενον καὶ διὰ τὸ μέλλον, ἐνόμιζον, ὅτι ἔπρεπεν ἐπ’ ὀνόματι ἀνθρώπων τῆς ἐμπιστοσύνης των νὰ ἐκδοθῶσι τίτλοι, καὶ παρίσταντο ἐνώπιον τῶν ἁρμοδίων ἀρχῶν καὶ ἐζήτουν τὴν ἔκδοσιν τίτλων, δηλ. ταπίων, ἐπ’ ὀνόματι ἀτόμων, ἀλλὰ πάντοτε διὰ λογαριασμὸν τῆς κοινότητός των· ὥστε, ἐὰν ἤθελε χρειασθῇ ποτε ὁ τίτλος, ἠδύναντο νὰ τὸν προσαγάγωσιν ἐνώπιον τῶν τουρκικῶν Δικαστηρίων. Τοῦτο συνέβη ἐν Θεσσαλίᾳ εἴς τινας κοινότητας, ὡς εἶπε καὶ ὁ κ. συνάδελφος, ἀλλὰ μόνον δι’ οὓς λόγους προεῖπον, ἀφοῦ ἄλλως δὲν ἠδύνατο νὰ παραστῇ ἡ κοινότης ὡς πρόσωπον, ἵνα ἐκδοθῇ ἐπ’ ὀνόματι αὐτῆς τίτλος. Ἀλλ’ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἐκδόσεως ταπίου αὐτὸς ὁ τίτλος ἢ εἶναι ἔκφρασις ἐμπιστοσύνης ὅλων τῶν μελῶν τῆς κοινότητος πρός τινα ἐξ αὐτῶν, ἢ εἶναι ψευδὴς τίτλος, ἂν παρεστάθησαν δολίως καὶ ἐξεδόθη ἐπ’ ὀνόματι ἀτόμων τοιοῦτος τίτλος, ἐπὶ τῷ σκοπῷ, ἵνα καταχρασθῶσι τὸ δάσος. Παρακαλοῦμεν λοιπὸν τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὴν Βουλήν, ἀφοῦ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τοὺς σχετικοὺς νόμους, νὰ ἀναγνωρίσῃ τὰ δικαιώματα τῆς κατοχῆς καὶ τὴν κυριότητα ἐπὶ τῶν δασῶν τῶν κοινοτήτων, ἵνα μὴ αὗται καταντήσωσιν ὡς μερικαὶ κοινότητες εἰς δήμους τινὰς ἀπομεμακρυσμένους, τῶν ὁποίων οἱ κάτοικοι, δι’ ἔλλειψιν πάσης ὑπὲρ αὐτῶν στοργῆς, περιφέρονται μὲ τὸ ὅπλον ἀνὰ χεῖρας, καὶ τότε ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ζητοῦμεν νὰ ἐπιτύχωμεν διὰ τῆς παραχωρήσεως τῶν κτημάτων Στεφάνοβικ καὶ Ζάππα ὑπὲρ τῶν χωρικῶν τριάκοντα ἢ τεσσαράκοντα κοινοτήτων, εἶναι ἐλάχιστον ἀπέναντι τῆς καταστροφῆς διακοσίων κοινοτήτων, περὶ τῶν ὁποίων πρόκειται νῦν, καὶ τῶν ὁποίων οἱ κάτοικοι, ἐὰν δὲν ἀναγνωρισθῶσι τὰ δικαιώματα ταῦτα, θέλουσιν ἀπολέσει τὸ φρόνημα τοῦ ἐλευθέρου πολίτου, στερούμενοι τῆς μικρᾶς ταύτης περιουσίας, ἐξ ἧς πληρώνουσι τὸν ἐφημέριον τοῦ χωρίου, τὸν διδάσκαλον τινὰ ἐκ τούτων, καὶ ἄλλα μικρὰ ἔξοδα τῆς κοινότητος, καὶ οὕτω διασαλεύεται αὐτὴ ἡ βάσις τῆς Πολιτείας, ἥτις εἶναι ἡ κοινότης.

§234Φ. ΝΕΓΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ὁμολογουμένως ἡ Κυβέρνησις ἐπέστησεν ὅλην αὑτῆς τὴν προσοχὴν εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο, διότι τὸ ἐθεώρησεν ὡς ἓν τῶν σπουδαιοτάτων. Ἡ ἀπόφασις δὲ, εἰς ἣν προέβη, εἶναι, ὅτι ὅλαι αἱ κοινότητες, αἵτινες εἶχον τὴν κατοχὴν τῶν δασῶν μέχρι τῶν τελευταίων χρόνων, θέλουσιν ἐξακολουθεῖ νὰ ἔχωσι ταύτην μέχρις οὗ κατάλληλα νομοθετήματα κανονίσωσι τὰ περὶ τῶν δασῶν τῆς Θεσσαλίας. Ἀπόφασιν ὁριστικὴν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ λάβῃ ἡ Κυβέρνησις, ἀλλὰ βεβαίως ἐπὶ τοῦ παρόντος θέλουσιν ἔχει αἱ κοινότητες τὴν κατοχὴν τῶν δασῶν, τὴν ὁποίαν εἶχον μέχρι τοῦδε.

§235Θ. ΚΡΙΕΜΑΔΗΣ. Ἔχω ὑποχρέωσιν νὰ ἀπαντήσω εἰς ὅσα εἶπεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφός μου ἐν σχέσει πρὸς τὰ ὑπ’ ἐμοῦ λεχθέντα. Ἀπαντῶ δὲ εἰς τὸν ἀξιότιμον συνάδελφόν μου, ὅτι ἐγὼ ἐννοῶ τὸν τρόπον, κατὰ τὸν ὁποῖον ὑποστηρίζω τὰ συμφέροντα τῶν κοινοτήτων τῆς ἐπαρχίας μου, τὸν ἐννοῶ δὲ τοσοῦτον καλῶς, ὥστε οὐδέποτε μήτε ἐν ὑπομνήμασι, μήτε εἰς αὐτὰ, τὰ ὁποῖα εἶπον, ὑπάρχει βάσις τοιαύτη, ἣν διακρίνει τὸ ὑπόμνημα τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων, τὸ ὑποβληθὲν πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν. Ἐγὼ ἐννοῶ νὰ ὑποστηρίξω τὰ συμφέροντα τῶν κοινοτήτων κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε νὰ μὴ ἔχω τὸν ἕνα ὀφθαλμὸν βλέποντα πρὸς τὰ δεξιὰ, καὶ τὸν ἕτερον ὀφθαλμὸν βλέποντα πρὸς τ’ ἀριστερά. Λέγω δὲ, κύριε Πρόεδρε, ὅτι δὲν βλάπτει καθόλου τὸ ζήτημα, ἐν ᾗ περιπτώσει ὑποστηριχθῇ, ὅτι αἱ κοινότητες ἔχουσι δικαιώματα ἐπὶ τῶν δασῶν δυνάμει τῶν νόμων, καὶ ἐὰν προστεθῇ εἰς ταῦτα, ὅτι ἔχουσι δικαιώματα ἐπὶ τῶν κοινοτικῶν δασῶν καὶ δυνάμει τίτλων. Τί ἐμποδίζει τὸν κ. Παπαθανασίου ν’ ἀποδεχθῇ, ὅτι καὶ δυνάμει τίτλων ἔχουσι δικαιώματα ἐπὶ τῶν δασῶν αἱ κοινότητες; Δύναται ὁ κ. συνάδελφος νὰ μᾶς δώσῃ τὴν ἐξήγησιν ταύτην; Εἶπον ὅτι, τί θὰ ἐμποδίσῃ τὴν λύσιν τοῦ ζητήματος, οἵαν ἐπιδιώκει ὁ κ. συνάδελφος, ἐὰν ὑποστηριχθῇ ὅ,τι ἐγὼ ὑπεστήριξα ὡς ἀληθές, —καὶ εἶναι βεβαίως ἀληθὲς—ὅτι ὄχι μόνον ἐπὶ τῇ βάσει τῶν Ὀθωμανικῶν νόμων ἔχουσι δικαιώματα ἐπὶ τῶν δασῶν αἱ κοινότητες, ἀλλὰ καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τίτλων, καθ’ ὃν τρόπον εἶπον ἐγὼ καὶ καθ’ ὃν τρόπον ἐπανέλαβεν οὗτος; Ἐὰν ὑπεστήριζον τὸ ζήτημα καθ’ ὃν τρόπον τὸ ὑπεστήριξεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφός μου ταύτην τὴν ἑσπέραν, βεβαίως θὰ διεκινδύνευον σοβαρῶς τὰ συμφέροντα τῶν κοινοτήτων ἐν Θεσσαλίᾳ. Καὶ θ’ ἀνατρέξω καὶ πάλιν εἰς τοὺς Ὀθωμανικοὺς νόμους, τοὺς ὁποίους, λυποῦμαι πολὺ, διότι ὑπομιμνήσκω ἐγὼ πρὸς τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον, ὁ ὁποῖος ἐπὶ ἔτη ὁλόκληρα ἐνώπιον τῶν Ὀθωμανικῶν δικαστηρίων ἐξήσκησε τὸ ἐπάγγελμα τοῦ δικηγόρου, καὶ ἐνόμιζον, ὅτι οὗτος κάλλιον ἐμοῦ θὰ ἐγνώριζε τοὺς Ὀθωμανικοὺς νόμους. Καὶ ἐν πρώτοις ὑπομιμνήσκω εἰς τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον τὸ ἄρθρον 1270 τοῦ ἀστικοῦ Ὀθωμανικοῦ κώδικος, τὸ ὁποῖον λέγει (ἀναγινώσκει): «Νεκραὶ γαῖαι λέγονται οἱ τόποι, οἵτινες δὲν εἶναι κτῆμα οὐδενός, οὔτε βοσκὴ χωρίου ἢ κώμης τινὸς, ἢ δάσος ἀφεθὲν εἰς τοὺς κατοίκους πρὸς ξυλείαν (μπαλταλίκιον) καὶ κεῖνται μακρὰν τοῦ ἄκρου τῶν κατῳκημένων τόπων· εἰσὶ δηλαδὴ τοσοῦτον μεμακρυσμέναι, ὥστε νὰ μὴ ἀκούηται ἀπὸ τῶν ἐκ τῶν τελευταίων ἄκρων τοῦ χωρίου ἢ τῆς κώμης κειμένων οἰκιῶν ἡ φωνὴ μεγαλοφώνου ἀνθρώπου». Ἐπίσης τὸ ἄρθρον 1271: «Αἱ πλησίον τῶν κατῳκημένων τόπων γαῖαι ἀφίνονται εἰς τοὺς κατοίκους διὰ νὰ χρησιμεύσωσιν αὐτοῖς ὡς βοσκὴ, ἁλώνια καὶ τόποι ξυλείας. Αἱ γαῖαι αὗται καλοῦνται γαῖαι ἀφιερωμέναι εἰς κοινὴν χρῆσιν (δημοτικαί).» Ἀφοῦ τῷ ὑπέμνησα τὰς διατάξεις ταύτας, τώρα θὰ ἔλθω εἰς μίαν ἄλλην διάταξιν, καὶ θὰ τὸν παρακαλέσω ὕστερον νὰ μοὶ ἀπαντήσῃ, ἐὰν τὸν συμφέρει νὰ ὑποστηρίζῃ κατὰ τοιοῦτον τρόπον τὰ ἐπὶ τῶν δασῶν συμφέροντα τῶν κοινοτήτων (ἀναγινώσκει): Ἄρθρον 103 τοῦ Ὀθωμαν. νόμου περὶ γαιῶν. «Θεωροῦνται ὡς νεκραὶ γαῖαι οἱ κενοὶ τόποι, οἷον βουνὰ, δασώδεις καὶ πετρώδεις τόποι, οἱ μὴ ὄντες ὑπὸ τὴν κατοχὴν οὐδενὸς διὰ ταπίου, οἱ μὴ ἐξιδιασθέντες ἀνέκαθεν εἰς τοὺς κατοίκους κωμοπόλεων καὶ χωρίων, καὶ ἀπέχοντες τῶν κωμοπόλεων καὶ χωρίων τοσοῦτον, ὅσον νὰ μὴ ἀκούηται ἀνθρώπινη φωνὴ ἀπὸ τὰ ἄκρα τῶν κατωκημένων τόπων κλπ.» Ἐπὶ τῶν διατάξεων τούτων στηριχθέν, ἀπήντησε τὸ δασονομικὸν τμῆμα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν εἰς τὸ ὑπόμνημα τῶν εἰρημένων Βουλευτῶν, τουτέστιν, ὅτι ἀναγνωρίζει τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν ὡς κοινοτικὰ δάση ἐν Θεσσαλίᾳ ἐκεῖνα μόνον, τῶν ὁποίων ἡ ἔκτασις εἶναι τόση, ὅση ἀπαιτεῖται ἵνα ἀκούηται ἡ φωνὴ ἑνὸς ἀνθρώπου...

§236Φ. ΝΕΓΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Τοιαύτη ἀπάντησις δὲν ἐδόθη.

§237Θ. ΚΡΙΕΜΑΔΗΣ. Ἐγὼ τοὐλάχιστον αὐτὴν τὴν ἀπάντησιν εἶδον εἰς τὰς ἐφημερίδας. Ἀλλὰ, κύριε Πρόεδρε, καὶ ἂν ὑποτεθῇ, ὅτι ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἐλησμόνησε τὴν διάταξιν, τῆς ὁποίας ἐμνήσθην, βεβαίως ὅμως δὲν ὤφειλε νὰ λησμονήσῃ τὰς περὶ κοινοτήτων διατάξεις τοῦ ἀστικοῦ Ὀθωμανικοῦ κώδικος. Ἐπὶ παραδείγματι, ἐν ἄρθρῳ 1645 ἀναφέρεται, ὅτι «ἐν τῇ ἀγωγῇ περὶ πραγμάτων κοινῆς ὠφελείας, τῇ κινουμένῃ μεταξὺ δύο χωρίων, ὧν οἱ κάτοικοι ἀποτελοῦσι μεγάλας κοινότητας, ἀρκεῖ ἡ παρουσία ὀλίγων τινῶν ἑκατέρωθεν». Ἀπόδειξις, ὅτι τὰ ὀθωμανικὰ Δικαστήρια ἀνεγνώριζον κοινότητας παρισταμένας ἐνώπιον αὐτῶν, καὶ ἀπόδειξις, ὅτι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὑπεστήριξεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος πρὸ ὀλίγου, δὲν εἶναι βάσιμον. Κατὰ τὸ δεύτερον ἐδάφιον τοῦ αὐτοῦ ἄρθρου τοῦ ἀστικοῦ Ὀθωμανικοῦ κώδικος: «Ἐὰν ὅμως οἱ κάτοικοι τῶν χωρίων ἀποτελῶσι μικρὰς κοινότητας, δὲν ἀρκεῖ ἡ παρουσία ὀλίγων τινῶν ἐξ αὐτῶν, ἀλλὰ πρέπει ἢ νὰ παρασταθῶσι πάντες εἰς τὴν δίκην, ἢ νὰ διορίσωσιν ἀντιπροσώπους πρὸς παράστασιν».— Ἀπάντησις εἰς τὴν τελευταίαν διακοπήν, τὴν ὁποίαν μοὶ ἐκάμετε.— Ἄρθρον 1646. «Ὅταν ὁ ἀριθμὸς τῶν κατοίκων χωρίου τινὸς ὑπερβαίνῃ τοὺς ἑκατὸν, θεωροῦνται ὡς μεγάλη κοινότης, ἤτοι ὡς κοινότης προσώπων ἀορίστου ἀριθμοῦ». Ὥστε ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὑπεστήριξεν ὁ κ. συνάδελφος, ὅτι οἱ Ὀθωμανικοὶ νόμοι δὲν ἀναγνωρίζουν τὰς κοινότητας, δὲν εἶναι ἀκριβές...

§238Γ. ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΙΟΥ. Ἐγὼ δὲν εἶπον αὐτό· ἐγὼ εἶπον, ὅτι δὲν ἐξεδίδοντο τίτλοι.

§239Θ. ΚΡΙΕΜΑΔΗΣ. Θὰ ἀπαντήσω εἰς αὐτό. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι ἀντελήφθην καλῶς, καὶ νομίζω ὅτι ἀντελήφθησαν καὶ πολλοὶ τῶν συναδέλφων, ὅτι ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ὑπεστήριξεν, ὅτι κοινότητας δὲν ἀναγνωρίζουν οἱ Ὀθωμανικοὶ νόμοι. Ἐγὼ δὲ τῷ ἀπέδειξα διὰ δικονομικῶν διατάξεων, ἀναγεγραμμένων ἐν τῷ ἀστικῷ Ὀθωμανικῷ κώδικι, ὅτι ὄχι μόνον ἀναγνωρίζουν τὰς κοινότητας οἱ Ὀθωμανικοὶ νόμοι, ἀλλὰ κανονίζουσι καὶ τὸν τρόπον τῆς ἐπὶ Δικαστηρίου παραστάσεως αὐτῶν. Ὅσον δ’ ἀφορᾷ τὸ τελευταῖον, ὅτι δὲν ἐξεδίδοντο τίτλοι ἐπ’ ὀνόματι τῶν κοινοτήτων, νομίζω ὅτι σαφῶς ὡμίλησα πρὸ ὀλίγου, καὶ νομίζω ὅτι ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος δὲν εἶπέ τι πλέον ἐμοῦ. Εἶπον, ὅτι ἐπ’ ὀνόματι τῶν νομικῶν προσώπων, ὡς μὴ δυναμένων νὰ περιγράφωνται κατὰ τρόπον τοιοῦτον ἐν τοῖς ταπίοις, ἢ ἐν τοῖς ἐγγράφοις τοῖς ὁμοίοις πρὸς αὐτὰ, ὥστε εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς νὰ ἀναγνωρίζηται ἡ ταυτότης τῶν νομικῶν προσώπων, δὲν ἐξεδίδοντο τίτλοι· δι’ αὐτὸν τὸν λόγον αἱ κοινότητες ἐθεώρησαν, ὅτι ἔπρεπε νὰ παρίστανται δι’ ἀντιπροσώπων, τοὺς ὁποίους καὶ αὐταὶ αἱ διατάξεις, τὰς ὁποίας πρὸ ὀλίγου ἀνέγνωσα, ἀναγνωρίζουσιν. Οἱ δὲ ἀντιπρόσωποι οὗτοι ἐπεδίωκον τὴν ἔκδοσιν τῶν τίτλων ἐπ’ ὀνόματι αὐτῶν, ὄχι πλέον ἀτομικῶς, ἀλλ’ ὡς διαχειριστῶν τῆς κοινότητος. Καὶ τοῦτο δὲν ἀνεφέρετο μὲν ἐν τῷ τίτλῳ, ἦτο ὅμως γνωστὸν εἰς τὰς κοινότητας, ὅτι ἐπ’ ὀνόματι αὐτῶν ἐξεδίδοντο, οἱ δὲ ἀντιπρόσωποι κατεῖχον τοὺς τίτλους τούτους μέχρις ὅτου διήρκει ἡ ἐξουσία αὐτῶν, τὴν ὁποίαν ἐλάμβανον ἐκ τῆς κοινότητος· ὅταν δὲ οὗτοι ἔπαυον ὄντες ἀντιπρόσωποι, συγχρόνως μὲ τὴν παῦσιν τῆς ἐξουσίας αὐτῆς τῆς κοινοτικῆς μετεβίβαζον καὶ τοὺς τίτλους καὶ πᾶν ὅ,τι ἄλλο εἶχον εἰς τοὺς διαδόχους αὐτῶν.

§240ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Εἶχον καὶ ἄλλα δικαιώματα περισσότερα.

§241Θ. ΚΡΙΕΜΑΔΗΣ. Βεβαίως εἶχον περισσότερα δικαιώματα. Ὠνομάζοντο δημογέροντες, γέροντες ἀλλαχοῦ, καὶ εἶχον δικαιώματα πολλαπλᾶ. Αὐτοὶ ἐξεπροσώπουν τὰς κοινότητας ἐνώπιον τῶν Δικαστηρίων καὶ ἐνώπιον τῶν διοικητικῶν ἀρχῶν, αὐτοὶ ἐδίκαζον τὰς ἔριδας, τὰς μεταξὺ τῶν μελῶν τῶν κοινοτήτων ἀναφυομένας, καὶ ἐν γένει εἶχον, οὕτως εἰπεῖν, μίαν διοικητικὴν ἐξουσίαν ἐπὶ τῆς κοινότητος, καὶ ἦσαν ὁ δεσμὸς μεταξὺ τῶν μελῶν τῆς κοινότητος καὶ τῶν τουρκικῶν ἀρχῶν. Ἐπ’ ὀνόματι λοιπὸν τῶν τοιούτων ἀντιπροσώπων ἐξεδίδοντο οἱ τοιοῦτοι τίτλοι, τούτους δὲ τοὺς τίτλους σήμερον, ὁσάκις παρουσιάζῃ πρόσωπόν τι ἐκ τῆς κοινότητος ἐνώπιον τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, τὸ Ὑπουργεῖον ὑποπτεύει καὶ προσβάλλει ὡς πλαστούς· ἕνεκα δὲ τούτου, Κύριοι, διεβιβάσθησαν πᾶσαι αἱ μηνύσεις αὗται ἐνώπιον τοῦ ἀνακριτοῦ τῶν ἐν Τρικκάλοις πλημμελειοδικῶν, καὶ καταδιώκονται ἐπὶ πλαστογραφίᾳ τῶν τίτλων ὁλόκληροι κοινότητες, ὁλόκληρα χωρία, ἐνῷ, ὡς προεῖπον, τὸ Δημόσιον εἶχεν ὅλα τὰ μέσα νὰ ἐξασφαλίσῃ οἱαδήποτε δικαιώματα ἐνόμιζεν ὅτι ἔχει ἐπὶ κοινοτικῶν δασῶν, χωρὶς νὰ ἦναι ἀνάγκη νὰ καταφύγῃ εἰς τὸ ἔσχατον τοῦτο μέτρον, τοῦ νὰ καταδιώκωνται ποινικῶς ὁλόκληροι κοινότητες, καὶ νὰ ἔχωσι τραπῆ πρὸς τὰ ὄρη. Ἵνα δὲ μὲ ἐννοήσητε καλῶς, κύριε Ὑπουργὲ τῶν Οἰκονομικῶν, μετὰ πόσου πόνου καὶ πόσον δικαίως ὁμιλῶ περὶ τοῦ θέματος τούτου, ὑποθέσατε ὑμεῖς, ὅτι ὁλόκληρος ὁ δῆμος Λαυρίου καὶ ὁ δῆμος Κρωπίας καὶ ὁ Ὠρωπὸς ἔχουσι τραπῆ πρὸς τὰ ὄρη, διότι τὸ τμῆμα τὸ δασονομικὸν, ἐπειδὴ οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ παρουσίασαν ἕνα τίτλον καὶ διεκδικοῦσιν ἓν δάσος, ἐθεώρησεν, ὅτι ἔπρεπε νὰ τοὺς καταδιώξῃ ποινικῶς, παραπέμπον τὴν ὑπόθεσιν εἰς τὴν ἀνάκρισιν, ἐνῷ ἔχει ὅλα τὰ μέσα, ἵνα ἐξασφαλίσῃ τὰ δικαιώματά του ἐπὶ τοῦ δάσους, χωρὶς νὰ καταφύγῃ εἰς τὸ μέτρον τοῦτο. Τὸ ζήτημά μου λοιπὸν τοῦτο τὸ τονίζω, καὶ σᾶς παρακαλῶ, κ. Ὑπουργὲ, νὰ συνδυάσητε τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου μὲ τὴν καρδίαν σας, καὶ νὰ λυπηθῆτε τοὺς ἀνθρώπους αὐτούς. Εἶναι οἰκογένειαι ὁλόκληροι, αἱ ὁποῖαι λιμοκτονοῦσι. Τοσούτῳ δὲ μᾶλλον πρέπει νὰ λάβητε μέτρα, καθόσον νομίζω, ὅτι ἡ τοιαύτη ἐνέργεια δὲν πρόκειται νὰ ἐπιφέρῃ καμμίαν βλάβην εἰς τὸ Δημόσιον· ἄλλως δὲ οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ οὐδὲν ἀτομικῶς διεκδικοῦσιν, ἀλλ’ ἰσχυρίζονται, ὅτι τὰ δάση τὰ θεωροῦσι κοινοτικὰ, ἀλλ’ ἐὰν τὸ Δημόσιον θεωρεῖ, ὅτι εἶναι δημόσια, ἂς τὰ καταλάβῃ.

§242Φ. ΝΕΓΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Παρ’ ὑμῶν σήμερον πρώτην φορὰν ἀκούω, ὅτι ὁλόκληρος κοινότης τρέχει εἰς τὰ βουνά. Θὰ ἐξετάσω τὸ ζήτημα.

§243Θ. ΚΡΙΕΜΑΔΗΣ. Θὰ ὑποβάλω καὶ ἐγγράφως τὴν σύστασίν μου, κύριε Ὑπουργὲ, καὶ θὰ σημειώσω καὶ τὰ χωρία εἰς τὴν σύστασίν μου, ἐκ τῆς ὁποίας θὰ λάβητε ἀφορμὴν νὰ ἐξετάσητε τὸ ζήτημα.

§244Γ. ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΙΟΥ. Δύο λέξεις, κύριε Πρόεδρε.

§245ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Εἶναι ἐξηντλημένον τὸ θέμα.

§246Γ. ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΙΟΥ. Ἀκριβῶς διότι ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, προκειμένου περὶ δασῶν κοινωτικῶν, ζητεῖ ταπία, δι’ αὐτὸν τὸν λόγον παραπονούμεθα. Δυνατὸν νὰ ὑπάρχωσιν ἔγγραφα ἄλλα, ἀφορῶντα κοινότητας, οἷον πολιτικὴ τις ἀπόφασις ἐπὶ διαφορᾶς ὁρίων μεταξὺ κοινοτήτων, ἢ ἀτόμου τινὸς καὶ κοινότητος, ἀλλὰ δὲν ἕπεται ἐκ τούτου, ὅτι πρέπει ἐξάπαντος νὰ ἔχωμεν ταπία, ὅπως ἀποδείξωμεν τὴν κατοχὴν καὶ κυριότητα τῶν δασῶν τῶν κοινοτήτων. Προκειμένου δὲ περὶ τῶν καταγγελιῶν, δὲν γνωρίζω, πῶς ὁ κ. συνάδελφος ἀξιοῖ νὰ ἔχωσιν αὗται συνάφειαν μὲ τὸ ζήτημα τῶν δασῶν. Ἐὰν καταδιώκωνται διὰ καταγγελιῶν, δὲν εἶναι αἱ κοινότητες αἱ καταδιωκόμεναι, ἀλλὰ τὰ ἄτομα ἐκεῖνα, ἐπ’ ὀνόματι τῶν ὁποίων ἐξεδόθησαν ταπία, λόγῳ ἐμπιστοσύνης εἰς αὐτὰ τῶν λοιπῶν μελῶν τῆς κοινότητος, διὰ λογαριασμὸν τῆς κοινότητος ὅμως πάντοτε ἐνεργούντων, ὡς προερρήθη. Ἐὰν δὲ τὰ εἰρημένα γεγονότα καλῆς πίστεως ἀποδειχθῶσιν ἐνώπιον τῶν Δικαστηρίων, τὰ καταδιωκόμενα πρόσωπα ἀπαλλάσσονται· ἀλλ’ ἐὰν ἀποδειχθῇ, ὅτι πρόσωπα, ἐπ’ ὀνόματι τῶν ὁποίων ἐξεδόθησαν ταπία ἀφορῶντα κοινοτικὰ δάση, ἐνήργησαν δολίως, πρὸς νοσφισμὸν τῶν δασῶν, τότε τὰ πρόσωπα ταῦτα κατὰ νόμον καταδικάζονται ὑπὸ τῶν Δικαστηρίων.

§247Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. (Ὅρα Παράρτημα).

§248ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Μπακόπουλος.

§249Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὴν τὴν ὥραν, κύριε Πρόεδρε, ὄχι νὰ ὁμιλήσω, ἀλλ’ οὐδὲ νὰ ἀντιληφθῶ δύναμαι.

§250ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Διγενόπουλος.

§251ΦΩΝΑΙ. Αὔριον, αὔριον.

§252ΑΧ. ΧΟΙΔΑΣ. Κύριοι, εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν εἶναι ἀναγεγραμμένον δεύτερον τὸ νομοσχέδιον περὶ Ἐμπορικῶν Σχολῶν. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς παρελθούσης Πέμπτης εἶχε δηλώσει, ἐπὶ τῇ παρακλήσει τοῦ κ. Παπαγιαννακοπούλου, ὅτι, ἂν οὐχὶ τὴν Παρασκευὴν ἢ τὸ Σάββατον, ἀλλ’ ἀμέσως εἰς πρώτην συνεδρίασιν θὰ τὸ προτάξῃ. Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν τὴν Βουλὴν ν’ ἀποφασίσῃ νὰ προταχθῇ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν τὸ νομοσχέδιον περὶ Ἐμπορικῶν Σχολῶν, τὸ ὁποῖον εἶναι εἰς τρίτην ἀνάγνωσιν. Συζήτησιν δὲν θὰ ἔχῃ, διότι ἀρκετὴ ἐγένετο συζήτησις κατὰ τὰς δύο προηγουμένας ἀναγνώσεις.

§253Κ. ΖΩΤΟΣ. Ὑπάρχει ἀπόφασις τῆς Βουλῆς νὰ προηγηθῇ ὁ Προϋπολογισμός.

§254ΔΗΜ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Πρέπει πρῶτον νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.

§255ΑΧ. ΧΟΙΔΑΣ. Παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε, δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως ν’ ἀποφασίσῃ ἡ Βουλή, ἐὰν δέχεται τὴν πρότασίν μου.

§256Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Εἰσήλθομεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, κ. Πρόεδρε;

§257ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι, ὄχι.

§258Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Ὅταν εἰσέλθωμεν, τότε νὰ γείνῃ ἡ πρότασις περὶ προτάξεως.

§259ΑΧ. ΧΟΙΔΑΣ. Ἐρωτήσατε, ἂν εἶναι ἄλλος τις πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως.

§260ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δέχεσθε νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, καὶ κατόπιν νὰ ὑποβάλητε τὴν πρότασίν σας;

§261ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.

§262ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Ὁ κύριος Χαϊδᾶς ὑποβάλλει πρότασιν περὶ προτάξεως τοῦ νομοσχεδίου περὶ Ἐμπορικῶν Σχολῶν. Ἡ Βουλὴ δέχεται τὴν πρότασιν ταύτην;

§263ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, ὄχι.

§264ΑΧ. ΧΟΙΔΑΣ. Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.

§265ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶσθε 15;

§266ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Βεβαίως, βεβαίως.

§267ΑΛΕΞ. Θ. ΖΑΙΜΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὀφείλω νὰ δηλώσω εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν δέχεται οἱανδήποτε μεταβολὴν ἐπὶ τῆς ἡμερησίας διατάξεως, δὲν δέχεται καμμίαν πρόταξιν νομοσχεδίου πρὸ τοῦ Προϋπολογισμοῦ.

§268Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Λοιπὸν δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως νὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλή.

§269ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίστε, κύριε Χοϊδᾶ, ὡς ψηφολέκτης.

§270Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως...

§271ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀπεφασίσθη ἡ δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως ψηφοφορία.

§272ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ἐπ’ αὐτῆς θὰ ὁμιλήσῃ ὁ κ. Βουλευτής. Δὲν δύνασθε νὰ τῷ ἀφαιρέσητε τὸν λόγον.

§273ΑΣΗΜ. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπὶ τῆς δηλώσεως τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ἔχει τὸν λόγον.

§274Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ὁ κύριος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐδήλωσεν, ὅτι δὲν ἐννοεῖ νὰ προβῇ εἰς οὐδεμίαν μεταβολὴν ἐπὶ τῆς ἡμερησίας διατάξεως· τουτέστι θέλει νὰ προχωρήσῃ εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ὁ ἀξιότιμος ἐκ Πατρῶν Βουλευτὴς παρεκάλεσε νὰ προταχθῇ τὸ νομοσχέδιον περὶ Ἐμπορικῶν Σχολῶν. Πάντες γνωρίζομεν, ὅτι μετὰ τὴν ψήφισιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ εἶναι δύσκολον νὰ ψηφισθῶσι νομοσχέδια. Ἐνθυμεῖσθε δέ, συζητουμένου τοῦ νομοσχεδίου περὶ Ἐμπορικῶν Σχολῶν, ὁποῖος ἀγὼν συνήφθη μεταξὺ τοῦ πρώην Ὑπουργοῦ τῆς Παιδείας καὶ τοῦ νῦν περὶ τοῦ ζητήματος τῶν Ἐμπορικῶν Σχολῶν. Ἐλέγετο δέ, ὅτι τοιαύτη ἦτο ἡ ἀνάγκη τῆς ψηφίσεως τοῦ νομοσχεδίου τούτου καὶ τῆς εἰσαγωγῆς πρακτικῆς παιδεύσεως εἰς τὴν Ἑλλάδα, ὥστε ἄνευ αὐτῶν ἤθελεν ὀπισθοδρομήσει, δι’ ὃ καὶ ὁ πρώην Ὑπουργὸς ἔσπευσε διὰ Βασιλικοῦ Διατάγματος νὰ συστήσῃ τὴν Ἐμπορικὴν Σχολὴν ἐν Πάτραις. Ἡμεῖς κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου ὑπεδείξαμεν τὰς ἐλλείψεις αὐτοῦ, καὶ προετείναμεν διαφόρους τροποποιήσεις, βελτιούσας αὐτό. Σήμερον βλέπω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἀπορρίπτει εἰς τὸν κάλαθον τῶν σκωληκοβρώτων τὸ νομοσχέδιον...

§275ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ δεξιῶν). Ὄχι, ὄχι.

§276Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. .. Ἡ ἐκπαίδευσις ἡ ἐμπορική, μᾶς ἔλεγον, ἐπρόκειτο νὰ ἐξάψῃ τὴν ἐμπορικὴν ἰδιοφυΐαν τῶν Ἑλλήνων. Ἐν τούτοις γίνεται μεγάλη προσπάθεια νὰ ψηφισθῇ ὁ Προϋπολογισμός, καὶ ν’ ἀπολυθῇ ἡ Βουλή, χωρὶς οὔτε τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, οὐδὲ ἄλλα νὰ ψηφισθῶσι, μένει δὲ ἄνευ ἐξάψεως ἡ Ἑλληνικὴ ἰδιοφυΐα. Ἐγὼ δὲν θὰ ἐπιμείνω ἐπὶ τοῦ ζητήματος, ἀλλὰ θὰ συμφωνήσω μετὰ τοῦ κ. συναδέλφου ἐκ Πατρῶν, ὅπως προταχθῇ τὸ νομοσχέδιον περὶ Ἐμπορικῶν Σχολῶν, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἄλλως δὲν θὰ προκληθῇ συζήτησις.

§277ΑΧ. ΧΟΙΔΑΣ. Οὐδεμία.

§278Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Οὐδεμία.

§279Α. ΠΕΤΑΛΑΣ. Νὰ προβῶμεν εἰς τὴν ψηφοφορίαν.

§280ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ ψηφοφορία...

§281Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, μὴ βιάζεσθε. Ἄν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως δὲν ἐδήλου, ὅτι δὲν ἐννοεῖ νὰ προτάξῃ κανὲν νομοσχέδιον πρὸ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, δὲν θὰ ἐλάμβανον τὸν λόγον· ἀλλ’ ἐπειδὴ ἐδήλωσε τοῦτο, συνάγω τὸ συμπέρασμα, ὅτι αἱ Ἐμπορικαὶ Σχολαὶ θὰ διαλυθῶσι, διότι οἱ καθηγηταὶ δὲν θὰ πληρώνωνται, ἀφοῦ δὲν θὰ ψηφισθῶσι τὰ σχετικὰ νομοσχέδια.

§282ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν μεταβολὴν τῆς ἡμερησίας διατάξεως, ὅπως προταχθῇ τὸ νομοσχέδιον περὶ Ἐμπορικῶν Σχολῶν, λέγουσι Ναὶ, οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουσιν Ὄχι. Ἄρχεται ἡ ψηφοφορία. (Γίνεται ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν, ὡς ψηφολεκτῶν, τῶν βουλευτῶν Μιχ. Φωτιάδου καὶ Περ. Ἀλεξάκη, καὶ εἶτα ἡ διαλογή, κατὰ τὸ ἑπόμενον πρωτόκολλον ψηφοφορίας).

Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
Ἀνδρέας Πεταλᾶς Ο Μιχαὴλ Φωτιάδης Ο
Γεώργιος Κυριαζῆς Ο Γεώργ. Λιδωρίκης Ο
Ἀνδρ. Παναγιωτόπουλος Ν Γεώργ. Ἀνδρίτσος Ο
Λεων. Μελετόπουλος Ἀρ. Ἀναγνωστόπουλος
Κωνστ. Μωραϊτίνης Ο Μιχαὴλ Στελλάκης Ο
Εὐστάθ. Ρακόπουλος Ο Κ. Ν. Παπαμιχαλόπουλος
Ἐπαμ. Ἐμπειρῖκος Γεώργιος Λύρας Ο
Εὐκλείδης Μπίστης Ἐμμ. Ρέπουλης Ο
Δημοσθ. Καΐρης Ο Δημήτριος Τσᾶτσος Ο
Ἀνδρέας Καρατζᾶς Ο Δημήτριος Τσιτσάρας
Κωνστ. Πλατούτσας Ο Κωνστ. Ζῶτος Ο
Μιχαὴλ Κωτσᾶκος Γεώργιος Χατζόπουλος Ο
Κωνστ. Γ. Καραπᾶνος Διονύσιος Στεφάνου Ο
Κωνστ. Κοττίκας Κ. Ἀργασάρης Λομβάρδος Ο
Ἰωάννης Καραπᾶνος Ἀλέξ. Σπ. Κ. Ρώμας Ν
Εὐάγγελος Γαρουφαλιᾶς Ο Γεώργ. Ρώμας Ο
Στέφανος Δραγούμης ἀρν.Ἀνδρ. Σπηλιάδης Ο
Νικόλαος Λεβίδης Ν Χρ. Στεφανόπουλος
Θεόδωρος Ρετσίνας Χαρίλ. Σπηλιώτης Ν
Φωκίων Νέγρης Ο Ἀνδρ. Στεφανόπουλος Ο
Νικ. Γιαννηκώστας Ο Πέτρος Αὐγερινός
Ἐπαμ. Μιλτ. Κανάρης Ο Χρῆστος Δαραλέξης Ν
Δημ. Μ. Καλλιφρονᾶς Ἄγγελος Πετραλιᾶς Ο
Θεόδωρ. Φλογαΐτης Ο Ἀθαν. Ἀθανασιάδης
Δημ. Γ. Ράλλης Νικόλαος Δαούτης
Γεώργιος Μ. Βενιζέλος Ο Παναγ. Παπαχατζῆς
Νικ. Γουναράκης Σπ. Ι. Μήλιος Ο
Κωνστ. Σταυρόπουλος Βασ. Μαρκεζίνης Ο
Ἀλέξ. Γ. Σκουζὲς Ν Νικήτας Συνοδινὸς Ο
Ἀνδρέας Στρᾶτος Χριστόφορος Ἀσιμῆς
Δημ. Καραγιάννης Τηλέμαχος Δενδρινός
Ἀντώνιος Καρτάλης Παναγ. Μαυροκέφαλος Ο
Κωνστ. Τοπάλης Ο Ἀλέξ. Θρ. Ζαΐμης Ο
Ἀλέξ. Κασσαβέτης Ο Θεόδ. Ζαΐμης Ο
Ἀργύριος Φιλιππίδης Παναγ. Θρ. Ζαΐμης Ο
Νικόλαος Παπαϊωάννου Αὐγερινὸς Ἀβέρωφ
Δημήτριος Γίδας Ἡρακλῆς Καλαμπάκας Ο
Νικόλαος Γουλιμῆς Ο Γεώργ. Παπαθανασίου Ο
Ἐπαμ. Μαυρομμάτης Περικλῆς Περρωτῆς
Περ. Ἀλεξάκης Ν Ἠλίας Μαυρομιχάλης
Νικ. Σπυρακόπουλος Ο Γεώργ. Οἰκονομόπουλος
Θεόδ. Π. Δηλιγιάννης Δημ. Τερτίπης Ο
Θεόδ. Β. Δηλιγιάννης Τιμολέων Ἀδαμόπουλος
Χαρίλαος Διγενόπουλος Ο Κωνστ. Ζωγλοπίτης
Ἀρ. Πετροπουλάκης Ο Γεώργ. Φραγκίδης
Γ. Δ. Πετροπουλάκης Ο Ἰωάν. Καζαμπάκας
Σπυρ. Παπαποστόλου Γ. Λυμπερόπουλος Ο
Α. Βασιαρδάνης Ο Περ. Μποῦτος Ο
Κωνστ. Σαραφιανὸς Ο Ἀριστομ. Πρεβελέγγιος Ο
Γ. Χατζηνικολῆς Ο Ἀντ. Μάτσας
Παναγ. Λεβέντης Νικ. Κρίσπης
Κ. Δούνης Ι. Ναυπλιώτης Ο
Γεώργ. Μέρμηγκας Ο Ἐλευθ. Μυκώνιος
Γεώργ. Κόρπας Ο Γεώργ. Σισμάνης
Τριαντάφ. Πατρίκιος Ο Δ. Φαρμάκης Ο
Γεώργ. Θεοτόκης Ο Γεώργ. Πλατανιώτης
Μιχαὴλ Θεοτόκης Ἠλίας Ποταμιᾶνος Ο
Ἀλκίνοος Ζερβὸς Μιχ. Λαμπρυνίδης Ο
Γουλ. Σκάρπας Ο Ι. Βοῦρτσος Ο
Βασίλ. Σαμοΐλης Ο Ἀθ. Πετσάλης
Σπ. Ἀγάθος Ο Κ. Α. Κουμουνδοῦρος
Ν. Τριβόλης Κυριακ. Π. Μαυρομιχάλης
Κ. Ἀλαμάνος Γ. Καπετανάκης Ο
Κ. Χρηστόπουλος Ο Φώτιος Μοσχούλας
Παναγ. Δ. Πετρίδης Ἀσημ. Χριστόπουλος
Σωτήρ. Κροκιδᾶς Ο Χαράλ. Κανελλόπουλος
Σπ. Νοταρᾶς Ο Θᾶνος Μπασιᾶς
Περ. Μεντζελόπουλος Ο Παναγῆς Τυπάλδος Ο
Δημ. Δημητριάδης Ο Θεόδ. Βελλιανίτης
Ἄθως Ρωμᾶνος Ο Ἀνάργ. Σιμόπουλος
Ἀγαμ. Μεταξᾶς Ο Ἀθ. Παπαθανασίου Ο
Ἀντ. Μομφερρᾶτος Ο Πέτρος Μόρης
Θεόδ. Μαρκέτος Ο Ἰωάν. Γ. Ροῦφος Ν
Σπ. Ε. Στάης Ο Α. Παπαγιαννακόπουλος Ν
Διον. Καλούτσης Ο Ἀσημάκης Θρ. Ζαΐμης Ο
Παν. Χοντζόπουλος Ο Ἀντ. Ρικάκης
Νικ. Τσοῦχλος Ο Ἀχιλ. Χοϊδᾶς Ν
Χαρ. Κ. Βοζίκης Ο Γ. Παπαδιαμαντόπουλος Ν
Θεόδ. Πέρρος Ο Θᾶνος Ροῦφος Κανακάρης
Στέφ. Κοπανίτσας Ο Νικ. Μισυρλῆς Ο
Γεώργ. Φικιώρης Ν. Καράπαυλος
Μελέτιος Ρουσόπουλος Ο Γ. Ράλλης Ο
Βρασίδας Λεώπουλος Σπ. Γκεντιλίνης Ο
Γεώργιος Μαυρομιχάλης Γερ. Ζερβὸς Ο
Ἰωάννης Γιαννακίτσας Ο Κοσμᾶς Δουμπιώτης Ο
Ν. Καραστέργιος Νικόλαος Λεωνίδας Ο
Δημ. Πιπινόπουλος Διομήδης Κυριακὸς
Ἰωάν. Γ. Λάππας Ν Α. Μαυρογορδᾶτος
Νικ. Μπουφίδης Ο Α. Λαδόπουλος
Περ. Βαλαωρίτης Ο Ν. Βαφειαδάκης
Εὐάγγ. Τσαρλαμπᾶς Ο Α. Βιτάλης Ν
Γεράσιμος Φίλιππας Ο Δ. Βοκοτόπουλος Ο
Ξενοφ. Κυριαζῆς Ο Ι. Γκιὼν Ο
Βασ. Βασιλειάδης Κάρολος Βιτάλης
Ἀθαν. Εὐταξίας Κωνστ. Ε. Χατζηπέτρος Ο
Ν. Τριανταφυλλᾶκος Ο Γ. Κανούτας Ο
Παν. Μανέτας Νικ. Ταρμπάζης Ο
Ἰωάν. Μπακόπουλος Ν Θεόδ. Κριεμάδης Ν
Ἠλ. Ζέγγελης Ο Γ. Ραδινὸς Ο
Φίλ. Βάρβογλης Ο Ἀπ. Ζάππας Ο
Ἀθ. Κατριβᾶνος Ο Θ. Σαρσέντης Ο
Ἠλίας Κοσσονᾶκος Λ. Πονηρόπουλος Ο
Γ. Ἀναστασόπουλος Δ. Ἀναστασόπουλος
Γ. Νικολαΐδης Δ. Παπατσώρης Ο
Κ. Τρικούπης Ο Δ. Κατσᾶνος Ο
Λεων. Δεληγεώργης Α. Σκαλτσοδῆμος
Σπυρ. Α. ΚουμουνδοῦροςΟ Ν. Τζανετόπουλος Ο
Δ. Λυμπερόπουλος Ο Γ. Ροδόπουλος Ο
Θεόδ. Λιμπρίτης Α. Πλατῆς Ο
Ι. Κουντουριώτης Ο Νικ. Χατζῖσκος
Νικ. Τσαμαδὸς Ο Ν. Καλογερόπουλος Ο
Παντελῆς Γκίκας Β. Βουδούρης Ο
Ἰωσὴφ Γρηγοριάδης Ο Γ. Ἀβέρωφ
Κ. Ἀγαθοκλῆς Ο Δ. Κριεζώτης
Ι. Τσιριμῶκος Ἀλέξ. Μιλτ. Κανάρης Ο
Δημ. Κρίτσας Κ. Μιλτ. Κανάρης

§283ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψήφισαν ἐν ὅλῳ 139· ὑπὲρ τῆς προτάσεως 15, κατ’ αὐτῆς 123, καὶ εἷς ἠρνήθη ψῆφον. Ἑπομένως ἡ πρότασις περὶ προτάξεως τοῦ νομοσχεδίου περὶ Ἐμπορικῶν Σχολῶν ἀπερρίφθη. Συζήτησις ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ...

§284Θ. ΚΡΙΕΜΑΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἔχω καὶ ἐγὼ νὰ ζητήσω μεταβολὴν τῆς ἡμερησίας διατάξεως... (διαμαρτυρίαι ἐκ δεξιῶν καὶ φωναί: δὲν ἔχομεν ἄλλην πρότασιν).

§285ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἀριστερόθεν). Ποῖος τὸ λέγει; (θόρυβος).

§286Θ. ΚΡΙΕΜΑΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπὶ τῆς ἡμερησίας διατάξεως.

§287ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσήλθομεν...

§288Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχομεν ἀνὰ πᾶσαν στιγμὴν τὸ δικαίωμα νὰ ζητήσωμεν τὴν ἀναβολήν. (Θόρυβος).

§289ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσήλθομεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Προβάλλετε ἀναβολὴν τῆς συζητήσεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ;

§290Α. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως.

§291ΠΟΛΛΟΙ (ἐξ ἀριστερῶν). Δὲν εἰσήλθομεν.

§292ΕΤΕΡΟΙ (ἐκ δεξιῶν). Εἰσήλθομεν.

§293ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄλλο ζήτημα, ἂν προβάλλητε ἀναβολὴν τῆς συζητήσεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, εἶσθε ἐντὸς τοῦ Κανονισμοῦ. Ἐὰν ζητήσητε νὰ ὁμιλήσητε ἐπὶ τῆς ἡμερησίας διατάξεως, δὲν εἶσθε ἐντὸς τοῦ Κανονισμοῦ.

§294Θ. ΚΡΙΕΜΑΔΗΣ. Ὄχι. Ἀλλ’ ὅταν ζητῶ νὰ ἀναβληθῇ τι, ἕπεται ὅτι εἶμαι ἐντὸς τῆς ἡμερησίας διατάξεως... (ζωηραὶ διαμαρτυρίαι ἐκ δεξιῶν καὶ κραυγαί: ὄχι, ὄχι). Σᾶς παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε. Ἐγὼ δέχομαι τὴν γνώμην ὑμῶν. Ζητῶ τὴν ἀναβολὴν τῆς συζητήσεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ὑπὸ τὸν ὅρον νὰ ψηφισθῇ τὸ ὑπ’ ἀριθμὸν 6 νομοσχέδιον.

§295ΦΩΝΑΙ (ἐκ δεξιῶν). Ἆ! ἆ! (θόρυβος).

§296ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀπεφάνθη ἡ Βουλή.

§297Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (πρὸς τοὺς ἐν τῇ δεξιᾷ). Μὴ φωνάζετε! Τί φωνάζετε ἔτσι; (διαμαρτυρίαι ἐκ δεξιῶν, καὶ ἀντεγκλήσεις ἑκατέρωθεν).

§298ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Κριεμάδη, δὲν ὑποβάλλετε πρότασιν περὶ ἀναβολῆς τῆς συζητήσεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ;

§299Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἔχετε δίκαιον, κ. Πρόεδρε.

§300Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Ἀπερρίφθη ἡ πρότασις περὶ προτάξεως τοῦ νομοσχεδίου περὶ Ἐμπορικῶν Σχολῶν, ἀλλ’ ἂν ἄλλη τις πρότασις ἔλθῃ (φωναὶ ἐκ δεξιῶν: ὄχι, ὄχι), βεβαίως ἡ Βουλὴ εἶναι ὑπόχρεως ν’ ἀποφανθῇ ἐπ’ αὐτῆς. Διότι ἀπερρίφθη ἡ πρότασις ἡ ἀφορῶσα τὴν πρόταξιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ Ἐμπορικῶν Σχολῶν, δὲν ἕπεται ὅτι ἀπορρίπτονται πᾶσαι αἱ ἄλλαι προτάσεις. (Διαμαρτυρίαι).

§301ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς εἶναι, ὅτι δὲν δέχεται μεταβολὴν τῆς ἡμερησίας διατάξεως.

§302ΠΟΛΛΟΙ (ἀριστερόθεν). Ὄχι, ὄχι.

§303ΕΤΕΡΟΙ (δεξιόθεν). Μάλιστα, μάλιστα.

§304Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς εἶναι νὰ μὴ προταχθῇ τὸ περὶ Ἐμπορικῶν Σχολῶν μόνον.

§305ΠΟΛΛΟΙ (ἐκ δεξιῶν). Ὅλα ἐν γένει.

§306Α. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ πρότασις τοῦ κ. Χοϊδᾶ ἐψηφίσθη ῥητῶς. (Διάλογοι θορυβώδεις).

§307ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Κριεμάδη, ὑποβάλλετε πρότασιν ἀναβολῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ;

§308Α. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐθέσατε εἰς ψηφοφορίαν τὴν πρότασιν τοῦ κ. Χοϊδᾶ περὶ προτάξεως ἑνὸς νομοσχεδίου, ἡ ὁποία ἀπερρίφθη. Πρόκειται νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν...

§309ΠΟΛΛΟΙ (ἐκ δεξιῶν). Ὄχι, ὄχι. Εἰσήλθομεν.

§310Α. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. .. Διότι, ἂν εἴχομεν εἰσέλθει, βεβαίως δὲν θὰ ἐθέτετε εἰς ψηφοφορίαν τὴν πρότασιν (θόρυβος).

§311ΦΩΝΑΙ (ἐκ δεξιῶν). Εἰσήλθομεν, εἰσήλθομεν.

§312ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίστε, κύριε Κριεμάδη.

§313Θ. ΚΡΙΕΜΑΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, παρακαλῶ, ἂς ἀκουσθῇ ἡ γνώμη μου, καὶ κατόπιν βλέπομεν. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι ἀνὰ πᾶσαν στιγμήν, καθ’ ἣν συζητοῦνται ἀντικείμενα ἐκ τῶν ἀναγεγραμμένων εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, ἔχω τὸ δικαίωμα, ὡς Βουλευτής, νὰ ζητήσω μεταβολήν...

§314Κ. ΧΡΗΣΤΟΠΟΥΛΟΣ ΚΑΙ ΑΛΛΟΙ (ἐκ δεξιῶν). Ἔχεις τὸ δικαίωμα νὰ κωλυσιεργῇς!

§315ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Μὴ διακόπτετε!... Κύριε Πρόεδρε!... (θόρυβος καὶ ἀντεγκλήσεις ἑκατέρωθεν).

§316ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίστε, κύριε Κριεμάδη.

§317Θ. ΚΡΙΕΜΑΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε... (ἐξακολουθεῖ ὁ θόρυβος).

§318Κ. ΖΩΤΟΣ ΚΑΙ ΑΛΛΟΙ. Διατὶ ἀφίνετε, κύριε Πρόεδρε;

§319ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑποβάλλει πρότασιν περὶ ἀναβολῆς.

§320Κ. ΖΩΤΟΣ. Ὑπεβλήθη ἅπαξ.

§321ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν γνωρίζομεν ἀκόμη, τί θὰ εἴπῃ ὁ κ. Βουλευτής. Πρέπει νὰ ὁμιλήσῃ... Ὁρίστε, κύριε Κριεμάδη.

§322Θ. ΚΡΙΕΜΑΔΗΣ. Νὰ διατυπώσω τὴν γνώμην μου. Ἄν δὲν θέλητε νὰ τὴν ἀσπασθῆτε, μοὶ εἶναι ἀδιάφορον. Ἐγὼ σέβομαι τὴν γνώμην σας... (θόρυβος).

§323ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡσυχάσετε παρακαλῶ, Κύριοι.

§324Θ. ΚΡΙΕΜΑΔΗΣ. Ἐγὼ σέβομαι τὴν γνώμην σας, ἀλλὰ παρακαλῶ νὰ ἀκουσθῇ καὶ ἡ ἰδική μου.

§325ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δι’ αὐτὸ σᾶς δίδω τὸ δικαίωμα νὰ ὁμιλήσητε.

§326Θ. ΚΡΙΕΜΑΔΗΣ. Ζητῶ λοιπὸν νὰ προταχθῇ τῆς συζητήσεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ τὸ ὑπ’ ἀριθ. 6 νομοσχέδιον, δηλαδὴ τὸ νομοσχέδιον «περὶ ἀπαλλαγῆς ἀπὸ τῆς ἀποδόσεως τῶν χορηγηθέντων δυνάμει τοῦ νόμου ͵ΒΦΜʹ τοῦ 1898 δανείων». Ἔχω δὲ τὸ δικαίωμα ἐγὼ ἰδίως νὰ προτείνω νὰ συζητηθῇ πρὸ παντὸς ἄλλου ἀναγεγραμμένου ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, διότι μοὶ ἀπεδόθη ἐντεῦθεν, ὅτι ἐγὼ ἐξαιρετικῶς ἔφερα ἀντίδρασιν εἰς τὸ νὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο. Ἔχω λοιπὸν τὸ καθῆκον νὰ δείξω, ὅτι ἐκ τῶν πρώτων ἐνδιαφέρομαι νὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, καὶ παρακαλῶ, καὶ προτείνω εἰς τὴν Βουλὴν νὰ δεχθῇ νὰ προταχθῇ ἡ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου τούτου, τὸ ὁποῖον θεωρεῖται ἐπεῖγον. Παρακαλῶ δέ, κύριε Πρόεδρε, νὰ ἐρωτηθῇ καὶ ἀποφανθῇ ἡ Βουλή.

§327Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, παρακαλῶ. Ἡ πρότασις τοῦ κ. Βουλευτοῦ εἶναι προφανῶς ἀπαράδεκτος μετὰ τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς· ἀλλὰ διὰ νὰ λείψωμεν ἀπὸ τὰς συζητήσεις, καὶ ἐπειδὴ καὶ ἐγὼ ἔχω δικαίωμα νὰ ὑποβάλω πρότασιν (φωναὶ ἀριστερόθεν: βεβαιότατα, βεβαιότατα), καὶ ἡ πρότασις, τὴν ὁποίαν θὰ ὑποβάλω, θὰ ἀποκλείῃ πᾶσαν ἄλλην, ὑποβάλλω ῥητὴν πρότασιν, ὅπως πρὸ πάσης συζητήσεως παντὸς ἄλλου νομοσχεδίου, ἀναγεγραμμένου ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει, κατὰ τὴν συνεδρίασιν ταύτην προταχθῇ ἡ συζήτησις τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Παρακαλῶ δὲ νὰ τεθῇ εἰς ψηφοφορίαν ἡ πρότασίς μου.

§328Θ. ΚΡΙΕΜΑΔΗΣ. Αὐτὴ ἡ πρότασις ἀκριβῶς εἶναι ἀπαράδεκτος.

§329ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Δὲν εἶναι ἀπαράδεκτος.

§330ΠΟΛΛΟΙ (ἐκ δεξιῶν). Καθόλου, καθόλου.

§331Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Εἶναι ἀπαράδεκτος, διότι οὐδέποτε εἶναι δυνατὸν ἡ Βουλὴ νὰ παραδεχθῇ ῥητὴν τοιαύτην πρότασιν.

§332ΠΟΛΛΟΙ (ἐκ δεξιῶν). Διατί;

§333Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Διότι, ἂν ἡ Βουλὴ παραδεχθῇ τὴν τοιαύτην πρότασιν τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Λεβαδείας συναδέλφου, ἀφαιρεῖ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα κατέχομεν ἐκ τοῦ Κανονισμοῦ (θόρυβος).

§334ΦΩΝΑΙ (ἐκ δεξιῶν). Ἆ! ἆ!

§335Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε, νὰ ἡσυχάσουν οἱ ἀνάρθρως κραυγάζοντες. Ἐπεθύμουν νὰ ἀκούσω τοὺς ἀξιοτίμους Κυρίους, οἵτινες ὑποστηρίζουσι τὴν ἀρχὴν, ὅτι δὲν δύναται ἀνὰ πᾶσαν στιγμὴν νὰ ζητήσῃ τις τὴν πρόταξιν νομοσχεδίων, νὰ μοὶ ὑποδείξωσι τὸ ἄρθρον τοῦ Κανονισμοῦ, τὸ ὁποῖον ἀναγράφει τοῦτο.

§336Θ. ΦΛΟΓΑΪΤΗΣ. Ἀναγνώσατε σεῖς τὸ ἄρθρον σας.

§337Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Τὸ ἄρθρον τοῦ Κανονισμοῦ, τὸ ὁποῖον ζητεῖ ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς συνάδελφος κ. Φλογαΐτης, εἶναι τὸ ἄρθρον 29 (ἀναγινώσκει): «Πᾶσα πρότασις περὶ ἀναβολῆς τοῦ ὑπὸ συζήτησιν ἀντικειμένου, ἢ περὶ προτάξεως ἄλλων ἀντικειμένων ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει, δέον νὰ ὑποστηρίζηται ὑπὸ δέκα ἄλλων Βουλευτῶν». Οὕτως, ὅταν ἀνὰ πᾶσαν στιγμὴν δέκα Βουλευταὶ ὑποστηρίζωσι τὴν μεταβολὴν τῆς ἡμερησίας διατάξεως, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀρνηθῇ ἡ Βουλὴ οὔτε τὴν συζήτησιν περὶ μεταβολῆς τῆς ἡμερησίας διατάξεως, οὔτε τὴν ψήφισιν ἐπὶ τῆς προτάξεως ταύτης, χωρὶς νὰ παραβιάσῃ ῥητὰς διατάξεις τοῦ Κανονισμοῦ. Τὰ δόγματα, τὰ ὁποῖα εἰσάγει σήμερον ὁ ἀξιότιμος ἐκ Λεβαδείας Βουλευτὴς, εἶναι ἀληθῶς πρωτοφανῆ, ἡ δὲ πρακτικὴ τοῦ Κοινοβουλίου ἐδέχθη καὶ ἀποδεικνύει ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον πρὸ μικροῦ ὑπεστήριξα· μοὶ φαίνεται δὲ περίεργον, πῶς ὁ ἀξιότιμος φίλος μου κ. Βουλευτὴς Λεβαδείας, ὅστις ἐπὶ τοσαύτας Συνόδους ὑπῆρξε Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, τοιαύτην τινὰ πρότασιν ἔφερεν, ἀντιτιθεμένην εἰς τὸν Κανονισμὸν τῆς Βουλῆς. Ἐνθυμοῦμαι, ὅτι ὁ κ. Μπουφίδης εἶχε ζητήσει τὴν μετάφρασιν τοῦ Ἰταλικοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς, καὶ δὲν γνωρίζω τίνος ἄλλου, ὅπως, εἰσάγων διατάξεις τινὰς ἐκεῖθεν εἰς τὸν ἡμέτερον Κανονισμὸν, ἀφαιρέσῃ τὰ δικαιώματα καὶ τὰς ἐλευθερίας, τὰς ὁποίας ἔχουσιν οἱ Βουλευταί. Καὶ αὐτὰ μὲν θέλομεν συζητήσει, ὅταν ἐπιστῇ ποτε ἡ ὥρα· ἤδη ὅμως αἱ προτάσεις αὗται αἱ ῥηταὶ, αἱ παραβιάζουσαι βουλευτικὰ δικαιώματα, ἐφ’ ὅσον ἰσχύει ὁ παρὼν Κανονισμὸς, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γείνωσι δεκταὶ, προκειμένου μάλιστα περὶ δικαιωμάτων, τὰ ὁποῖα ἀποτελοῦσιν ἢ τὴν ἐλευθερίαν τοῦ λόγου, ἢ ἕτερα δικαιώματα συναφῆ. Δηλῶ ἀπὸ τοῦδε, Κύριοι, ὅτι, ἐν ᾗ περιπτώσει ἤθελον ἐπιβληθῆ τοιαῦταί τινες ἔκτροποι προτάσεις, μαρτυροῦσαι αὐθαιρεσίαν καὶ βίαν, ἐγὼ ἀνὰ πᾶν λεπτὸν τῆς ὥρας θὰ φέρω καὶ ἀνὰ μίαν πρότασιν ἐνστάσεως ἀπαρτίας... (Σφοδραὶ διαμαρτυρίαι ἐκ τῆς δεξιᾶς, ἐγειρομένων τῶν Βουλευτῶν, καὶ ἀντεγκλήσεις ἑκατέρωθεν).

§338Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Θὰ παρατείνωμεν τὴν συζήτησιν μέχρις ὅτου ψηφίσωμεν τὸν Προϋπολογισμόν! (Ζωηραὶ ἐπιδοκιμασίαι ἐκ δεξιῶν, διαμαρτυρίαι ἐξ ἀριστερῶν).

§339ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ τῆς δεξιᾶς). Μάλιστα· ἄνευ διακοπῆς.

§340ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Δὲν θὰ προχωρήσητε οὔτε βῆμα! Ἀδιακόπως θ’ ἀναγινώσκηται ὁ κατάλογος, διὰ νὰ μάθητε νὰ ἀπειλῆτε!

§341Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Αὐτὸ, τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ ἀξιότιμος κύριος Βουλευτὴς ἐκ Κερκύρας, εἶναι δικαίωμα τῆς Βουλῆς νὰ ἐπιμείνῃ, καὶ δύναται νὰ τὸ ἐνασκήσῃ βεβαίως ἡ πλειονοψηφία· ἀλλὰ δικαίωμα εἶναι καὶ ἡμῶν νὰ φέρωμεν τὴν ἔνστασιν, διὰ νὰ ἴδωμεν, τίνες θὰ κουρασθῶσιν, ἡμεῖς οἱ ἀγωνιζόμενοι ὑπὲρ τῶν βουλευτικῶν δικαιωμάτων, ἢ σεῖς, οἵτινες ζητεῖτε νὰ παραβιάσητε τὸν Κανονισμόν. (Ἐπιδοκιμασίαι ἐκ τῆς ἀριστερᾶς).

§342Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ὅταν οἱ κύριοι Βουλευταὶ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ὁμιλῶσι περὶ δικαιωμάτων καὶ ὑποχρεώσεων, δὲν γνωρίζω διατὶ τὰ μὲν δικαιώματα κρατοῦσιν ἀπαξάπαντα δι’ ἑαυτοὺς, εἰς ἡμᾶς δ’ ἐπιβάλλουσι μόνον ὑποχρεώσεις. Οὕτως ἠκούσατε πρὸ μικροῦ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Παξῶν λέγοντος, ὅτι παρεβίασα τὰ δικαιώματά του, ὑποβαλὼν πρότασιν ἀποκλείουσαν τὴν ἰδικήν των. Ἐθεώρησεν, ὅτι ἡμεῖς δὲν ἔχομεν δικαίωμα νὰ ὑποβάλλωμεν προτάσεις, ὅταν μάλιστα αὗται τείνωσι ν’ ἀποκλείσωσι τὰς ἰδικάς των. Ἐγὼ ὑπέβαλον πρότασιν ἀκριβῶς ὁμοίαν πρὸς ἐκείνην, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλε πρὸ μικροῦ ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Τρικκάλων. Τί ἐζήτησεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Τρικκάλων; Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Τρικκάλων ἐζήτησε νὰ προταχθῇ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἡ συζήτησις ἑτέρου νομοσχεδίου, ἀναγεγραμμένου ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει. Εἶπον ἐν ἀρχῇ, ὅτι ἡ πρότασις τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Τρικκάλων εἶναι ἀπαράδεκτος· περὶ τούτου οὐδεμία δύναται νὰ ὑπάρξῃ ἀμφιβολία, διότι, γενομένης ὁμοίας προτάσεως ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Πατρῶν, ἡ Βουλὴ δι’ ἀποφάσεώς της αὐτὴν τὴν στιγμὴν ἀπεφάνθη, ὅτι πρέπει νὰ προταχθῇ ἡ ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ συζήτησις...

§343Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ προταχθῇ ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ νομοσχεδίου περὶ Ἐμπορικῶν Σχολῶν.

§344Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μαντινείας θέλει νὰ παίξῃ μὲ τὰς λέξεις, ἀλλὰ τὸ πρᾶγμα εἶναι αὐτό...

§345Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Τὸ ἐδήλωσεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως σαφῶς.

§346Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. .. Διότι κατὰ τίνα τρόπον ἦλθεν εἰς συζήτησιν ἡ πρότασις τοῦ κυρίου Βουλευτοῦ ἐκ Πατρῶν; Ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς ἀνήγγειλεν, ὅτι εἰσῆλθεν ἡ Βουλὴ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, καὶ ὅτι πρῶτον ἀντικείμενον αὐτῆς εἶναι ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ὁ κύριος Βουλευτὴς ἐκ Πατρῶν ἐπρότεινε νέαν πρότασιν περὶ μεταβολῆς τῆς ἡμερησίας διατάξεως. Ποία εἶναι ἡ ἔννοια τῆς προτάσεως τοῦ κυρίου Βουλευτοῦ ἐκ Πατρῶν; Ἡ ἔννοια τῆς προτάσεως τοῦ κυρίου Βουλευτοῦ ἐκ Πατρῶν εἶναι νὰ μὴ προταχθῇ ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἀλλὰ τὸ νομοσχέδιον περὶ Ἐμπορικῶν Σχολῶν. Νομίζω, ὅτι εἶναι τόσον καταφανὲς τὸ πρᾶγμα, ὥστε δὲν χρήζει περαιτέρω ἀναπτύξεως. Αὕτη εἶναι ἡ ἔννοια τῆς προτάσεως τοῦ κυρίου Βουλευτοῦ ἐκ Πατρῶν, νὰ προταχθῇ τῆς συζητήσεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἡ συζήτησις ἄλλου νομοσχεδίου. Ἡ Βουλὴ τί εἶπεν; Ἡ Βουλὴ εἶπε: «δὲν δέχομαι τὴν πρότασιν τοῦ κυρίου Βουλευτοῦ ἐκ Πατρῶν, ἀλλὰ θέλω» τί; ποία εἶναι ἡ ἔννοια τῆς ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς; «θέλω νὰ συζητηθῇ ὁ Προϋπολογισμός». Τούτου οὕτως ἔχοντος, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἔλθῃ εἰς συζήτησιν ἄλλη πρότασις. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Παξῶν, ὅτι κατὰ τὸν Κανονισμὸν ἔχει τὸ δικαίωμα πᾶς Βουλευτὴς νὰ ζητῇ τὴν μεταβολὴν τῆς ἡμερησίας διατάξεως, βεβαίως εἶναι ὀρθὸν, ἀλλὰ πάντως ὑπὸ ἕνα ὅρον, ἀφοῦ ἐξαντληθῇ πρότερον ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ θέματος, ὅπερ συνεπείᾳ ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς πρόκειται νὰ συζητηθῇ. Ταῦτα οὕτως ἔχουσι κατὰ τὸν Κανονισμόν. Ἀλλ’ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Παξῶν ἠπείλησεν, ὅτι ἀνὰ πᾶσαν στιγμὴν θὰ ὑποβάλλῃ ἔνστασιν ἀπαρτίας, ἐν ᾗ περιπτώσει δὲν ἀναγνωρίσωμεν, ὅτι τὰ δικαιώματα τῶν Βουλευτῶν συγκεντροῦσι μόνον οἱ κύριοι Βουλευταὶ τῆς πτέρυγος ἐκείνης (δεικνύει τὴν ἀριστεράν), ἡμεῖς δὲ ὑποβαλλόμεθα μόνον εἰς ὑποχρεώσεις, μεταξὺ τῶν ὁποίων καὶ ἡ βαρυτάτη καὶ ἀνιαρὰ ὑποχρέωσις, νὰ ἀκούωμεν πᾶν ὅ,τι ἀποφασίζωσι νὰ λέγωσι, χωρὶς νὰ ἔχωμεν τὸ δικαίωμα ν’ ἀντιτάξωμεν καὶ ἡμεῖς δικαιώματα ἐκ τοῦ Κανονισμοῦ ἀπορρέοντα, ἀλλὰ καὶ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα ἐκ τῆς πλειονοψηφίας, τὴν ὁποίαν ἐκπροσωποῦμεν, ἔχομεν. Τί εἶπον ἐγώ, ἀντιτασσόμενος εἰς τὴν πρότασιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Τρικκάλων, ὁ ὁποῖος προέτεινε νὰ προταχθῇ τῆς συζητήσεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἡ συζήτησις ἑτέρου νομοσχεδίου; Διὰ νὰ παύσῃ, εἶπον, ἡ συζήτησις περὶ τοῦ παραδεκτοῦ ἢ μὴ τῆς προτάσεως τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Τρικκάλων, ὑποβάλλω ἐγὼ ἰδίαν πρότασιν: ἡ Βουλὴ κατὰ τὴν ἑσπέραν ταύτην, κατὰ προτίμησιν, νὰ προβῇ εἰς τὴν συζήτησιν ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ὁ κύριος Βουλευτὴς εἰς τὴν πρότασιν ταύτην ἐξανέστη, ἰσχυριζόμενος, ὅτι δὲν ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ ὑποβάλω τοιαύτην πρότασιν, ἀλλὰ μόνον ὁ κ. Βουλευτὴς ἔχει δικαίωμα νὰ ὑποβάλλῃ προτάσεις πρὸς μεταβολὴν τῆς ἡμερησίας διατάξεως. Ἀλλὰ διὰ νὰ μὲ ψέξῃ διὰ τὴν ὑποβολὴν τῆς προτάσεως ἐπεκαλέσθη πρᾶξίν μου, ἐφ’ ᾗ δικαιοῦμαι νὰ καυχῶμαι, ἐπεκαλέσθη τουτέστιν, ὅτι, καθ’ ὃν χρόνον εἶχον τὴν τιμὴν νὰ διατελῶ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, μετέφρασα καὶ διένειμα εἰς τοὺς κυρίους Βουλευτὰς τὸν Κανονισμὸν τῆς Ἰταλικῆς καὶ τῆς Γαλλικῆς Βουλῆς, καὶ ὁ κ. Βουλευτὴς ὑπεστήριξεν, ὅτι ἐποιησάμην τοῦτο, διότι ἐνόουν, ὅπως, τροποποιουμένου τοῦ Κανονισμοῦ κατὰ τὸ σύστημα τοῦ Κανονισμοῦ τὸ κρατοῦν ἐν Ἰταλίᾳ καὶ Γαλλίᾳ, περιορίσω τὰς ἐλευθερίας, ὧν ἀπολαύουσι διὰ τοῦ ἐν ἰσχύϊ Κανονισμοῦ οἱ κύριοι Βουλευταί. Ἐὰν ὁ Κανονισμὸς τῶν ἐργασιῶν τοῦ Κοινοβουλίου τοῦ μᾶλλον φιλελευθέρου Κράτους, τοῦ Ἰταλικοῦ, καὶ ὁ τῆς δημοκρατουμένης Γαλλίας περιέχωσι περιορισμοὺς τῆς ἐλευθερίας τῶν Βουλευτῶν,— τῆς ἀληθοῦς ἐλευθερίας, ἥτις δὲν μεταβάλλει τὰς μειονοψηφίας εἰς τυράννους τῆς πλειονοψηφίας, — κηρύσσω δημοσίᾳ ἀπὸ τῆς ἕδρας ταύτης, ὅτι δέχομαι αὐτὴν τὴν μομφὴν, διότι βεβαίως δὲν ἔχω τὴν ἰδέαν, ὅτι ἡμεῖς ἐδῶ ἔχομεν τὸ δικαίωμα νὰ παριστάμεθα λάτρεις τῶν ἐλευθεριῶν περισσότερον ἢ ὅσον δικαιοῦνται τὸ Γαλλικὸν καὶ τὸ Ἰταλικὸν ἔθνος. Ἐὰν μετέφρασα τότε τὸν Κανονισμὸν τῆς Ἰταλικῆς Βουλῆς, ἠθέλησα νὰ παράσχω τὴν εὐκαιρίαν εἰς τοὺς κυρίους συναδέλφους, ἵνα μελετήσωσιν αὐτὸν καὶ ἴδωσιν, ὅτι τὰ τῆς διεξαγωγῆς τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς παρ’ ἡμῖν διεξάγονται κατὰ τρόπον, ὁ ὁποῖος μᾶς ὁδηγεῖ ἀσφαλῶς εἰς τὴν κατάργησιν τῶν κοινοβουλευτικῶν ἐλευθεριῶν καὶ τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος, καὶ ἵνα προλάβω τοῦτο, εἰς ὃ ἀκατασχέτως φερόμεθα, ὑπέδειξα εἰς τοὺς κυρίους Βουλευτὰς, πῶς ἐννοοῦν νὰ ἐργάζωνται τὰ συναίσθησιν τῶν καθηκόντων καὶ τῆς ἀξιοπρεπείας αὐτῶν ἔχοντα Κοινοβούλια. Διότι, ἐὰν βαδίζωμεν ὡς βαδίζομεν, ἐξευτελίζοντες τὸ πολίτευμα, θὰ ἔλθῃ ἐποχὴ, κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς θὰ ἐξεγερθῇ σύσσωμος καὶ θὰ εἰσέλθῃ ἐν τῷ περιβόλῳ τούτῳ, ἵνα μᾶς ἐκδιώξῃ, οὐχὶ ὡς ἀχρήστους μόνον, ἀλλὰ καὶ ὡς ἐπιβλαβεῖς.

§347Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς θὰ ἐξεγερθῇ κατὰ τῶν διαπραττομένων ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, καὶ ἀπορῶ διατὶ δὲν ἐξηγέρθη εἰσέτι, ἀλλὰ βεβαίως θὰ ἐξεγερθῇ κατὰ τῆς πλειονοψηφίας, ἡ ὁποία, ἐρειδομένη ἐπὶ τῆς ἀριθμητικῆς δυνάμεως αὑτῆς, ζητεῖ τὴν 3ην ὥραν μετὰ τὸ μεσονύκτιον νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, καὶ, ὡς ἐδήλωσεν ὁ ἀξιότιμος κ. ἡγέτης τῆς πλειονοψηφίας, θὰ μείνῃ ἐνταῦθα μέχρι τῆς ψηφίσεως αὐτοῦ...

§348Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Τὴν δήλωσίν μου ἐποιησάμην ἀπέναντι τῆς ἀπειλῆς, ἡ ὁποία ἐλέχθη, ὅτι ἀνὰ πᾶν λεπτὸν θὰ προβάλληται ἔνστασις περὶ μὴ ἀπαρτίας.

§349Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Πολὺ εὐχαρίστως ἀκούω τὴν ἐξήγησιν ταύτην, καὶ ἤθελον ἐκφράσει τὴν λύπην μου διὰ τὰς θεωρίας, τὰς ὁποίας ὁ φίλος μου κύριος Βουλευτὴς ἐκ Λεβαδείας ἐξήνεγκεν, ἐὰν δὲν μὲ ηὐχαρίστει ἡ εὐκαιρία, τὴν ὁποίαν ἔσχον, νὰ ἀκούσω τῆς εὐγλωττίας αὐτοῦ. Κατὰ τὸν ἰσχύοντα Κανονισμόν, τοῦ ὁποίου συντάκτης εἶναι ὁ ἀξιότιμος κ. Πρωθυπουργός, κατὰ πᾶσαν στιγμὴν ἕκαστος Βουλευτὴς ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ζητῇ τὴν μεταβολὴν τῆς ἡμερησίας διατάξεως. Τοῦτο ἀναγράφει ὁ Κανονισμὸς ἐν ἄρθρῳ 29...

§350ΑΛΕΞ. Θ. ΖΑΙΜΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἀφοῦ περατωθῇ ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ πρώτου θέματος.

§351Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως... Λαμβάνω ὑπ’ ὄψιν τὴν ἱστορίαν τῆς προτάσεως, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλεν ὁ κύριος Χοϊδᾶς. Ὅτε ὁ κ. Χοϊδᾶς ἐζήτησε παρὰ τῆς Βουλῆς νὰ προταχθῇ τὸ νομοσχέδιον περὶ Ἐμπορικῶν Σχολῶν τῆς συζητήσεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἐκραυγάζετε ὁλόκληρος ἡ πλειονοψηφία, καὶ ὁ κύριος Πρόεδρος παρετήρει εἰς τὸν κύριον Χοϊδᾶν, ὅτι δὲν εἰσήλθομεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, καὶ δὲν ἔχει δικαίωμα νὰ φέρῃ τοιαύτην πρότασιν· ὅτε δὲ εἰσήλθομεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, καὶ ἕτεροι Βουλευταὶ ἐζήτησαν νὰ προταχθῇ ἕτερον νομοσχέδιον, τότε ὅλοι ἰσχυρίσθητε τὸ ἀντίθετον, ὅτι εἰσήλθομεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, καὶ εἶναι ἀπαράδεκτος πᾶσα τοιαύτη πρότασις. Ἀλλὰ, Κύριοι, ποία εἶναι ἡ πρότασις τοῦ κυρίου Χοϊδᾶ; Ἠρωτήθη ἡ Βουλή, ἂν πρέπει νὰ προταχθῇ τῆς συζητήσεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἡ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ Ἐμπορικῶν Σχολῶν, καὶ ἡ Βουλὴ εἶπε, νὰ προταχθῇ ἡ συζήτησις τοῦ Προϋπολογισμοῦ τῆς συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου περὶ Ἐμπορικῶν Σχολῶν. Τίς ἐπαναφέρει τὸ αὐτὸ ζήτημα; Τίς δὲν ἐσεβάσθη τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς; Τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς, ἡ ὁποία ἀπεφάνθη, ὅτι ὁ Προϋπολογισμὸς πρέπει νὰ προταχθῇ τῆς συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου περὶ Ἐμπορικῶν Σχολῶν, πάντες ἀπεδέχθημεν· ἀλλ’ ἕτερος ἀξιότιμος συνάδελφος ἐνόμισεν, ὅτι μᾶλλον κατεπείγουσα συζήτησις εἶναι ἡ τοῦ νομοσχεδίου ἐκείνου, τὸ ὁποῖον αὐτὸς προέτεινε νὰ προταχθῇ τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Κατὰ τί θίγεται ἡ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς; Κατὰ δὲ τὴν πρότασιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Λεβαδείας, ζητεῖται τὸ ἀμετάβλητον τῆς ἡμερησίας διατάξεως· ζητεῖτε δηλαδὴ ἀπὸ τὴν Βουλὴν ν’ ἀποφανθῇ, ὅτι πρὸ τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ οὐδὲν ἕτερον νομοσχέδιον δύναται νὰ προταχθῇ. Τοῦτο εἶναι αὐτόχρημα ἀποκλεισμὸς τῶν δικαιωμάτων τῆς Βουλῆς, κατὰ τὰ ὁποῖα δύναται αὕτη ἀνὰ πᾶσαν στιγμὴν νὰ μεταβάλλῃ τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Τίς δύναται, κύριοι Βουλευταὶ, νὰ ἐμποδίσῃ τὴν Βουλὴν νὰ δεχθῇ, ὁπόταν θελήσῃ, ὡς μᾶλλον κατεπεῖγον τοῦ νομοσχεδίου περὶ Ἐμπορικῶν Σχολῶν ἕτερον νομοσχέδιον, καὶ τὸ ἕτερον τοῦτο νομοσχέδιον νὰ δεχθῇ ὡς μᾶλλον κατεπεῖγον καὶ τῆς συζητήσεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ; Διὰ τοῦτο φρονῶ, ὅτι πρέπει νὰ ζητηθῇ ἡ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς ἐπὶ τῆς προτάσεως τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ κ. Κριεμάδη, καίτοι ἐγὼ οὐδεμίαν ἔχω ἐλπίδα, ὅτι θὰ γείνῃ ἀποδεκτὴ ἡ πρότασις τοῦ κυρίου Κριεμάδη, διότι οἱ 123 θὰ εἴπωσιν ὅ,τι θὰ εἴπῃ ὁ κύριος Πεταλᾶς, ὁ πρῶτος ἐν τῷ καταλόγῳ.

§352Θ. ΚΡΙΕΜΑΔΗΣ. Ἀφορμὴν εἰς τὴν προκειμένην συζήτησιν ἔδωκεν ἡ πρότασίς μου· ἀλλ’ ἐγεννήθη τὸ ζήτημα ἐκ μέρους τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐκ Λεβαδείας, ὅτι ἡ πρότασίς μου εἶναι ἀπαράδεκτος, ἀκριβῶς ἐπὶ τῷ λόγῳ, ὅτι ἡ πρότασις τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Πατρῶν συναδέλφου ἐνέχει τὴν ἔννοιαν, ὅτι ἀπορριπτομένης ταύτης ἀποκλείεται πᾶσα ἄλλη πρότασις περὶ προτάξεως ἑτέρου νομοσχεδίου, καὶ ἐπὶ τούτῳ τῷ λόγῳ ἔφερε καὶ πρότασιν, ἵνα καὶ δι’ ἀποφάσεώς της ἡ Βουλὴ ἀποδώσῃ τὴν ἔννοιαν ταύτην εἰς τὴν πρότασιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Πατρῶν. Ἀλλὰ, κύριε Πρόεδρε, πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν, ἐὰν ἀληθῶς ἐπρόκειτο περὶ μὴ προτάξεως καὶ ἄλλων νομοσχεδίων τῆς συζητήσεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ἀλλὰ δὲν πρόκειται περὶ τούτου. Ὁ κ. Βουλευτὴς Πατρῶν ἐξήσκησεν ἴδιον δικαίωμα, καὶ οὗτος κατ’ οὐδὲν ἀφαιρεῖ τὰ ἄλλα δικαιώματα τῶν λοιπῶν Βουλευτῶν. Ἐγὼ δὲν ἐζήτησα ἐκ νέου νὰ προταχθῇ τὸ νομοσχέδιον περὶ Ἐμπορικῶν Σχολῶν ἐν Ἀθήναις καὶ Πάτραις· τὴν πρόταξιν τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ, ἐξασκῶν ἴδιον δικαίωμα, ἐζήτησεν ὁ κ. Βουλευτὴς Πατρῶν· ἐγὼ δὲ, ἀσκῶν ἴδιον δικαίωμα, ἐζήτησα νὰ προταχθῇ ἄλλο νομοσχέδιον, καὶ τὸ δικαίωμα τοῦτο οὐδεὶς δύναται νὰ μοῦ ἀφαιρέσῃ. Ἐγὼ λοιπὸν δὲν ἐπαναλαμβάνω τὴν πρότασιν τοῦ Βουλευτοῦ Πατρῶν, ἀλλὰ φέρω ἰδίαν πρότασιν, καθ’ ὃ ἔχω δικαίωμα, ἀπὸ τοῦ ὁποίου δὲν δύναται νὰ μὲ ἀποκλείσῃ ὁ Βουλευτὴς Πατρῶν διὰ τῆς προτάσεώς του, ἥτις ἀπερρίφθη. Ἑπομένως παρακαλῶ νὰ θέσητε τὴν πρότασίν μου εἰς ψηφοφορίαν.

§353ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέτω εἰς ψηφοφορίαν τὴν πρότασίν σας...

§354Θ. ΚΡΙΕΜΑΔΗΣ. Θὰ προσθέσω ἀκόμη...

§355Θ. ΖΑΙΜΗΣ. Ὁμιλεῖ διὰ τρίτην φορὰν, κύριε Πρόεδρε!

§356Θ. ΚΡΙΕΜΑΔΗΣ. Δύο λέξεις θὰ εἴπω. Ἡ πρότασις τοῦ κ. Βουλευτοῦ Λεβαδείας εἶναι ἀπαράδεκτος, διότι δι’ αὐτῆς οὐδὲν ἄλλο σκοπεῖται ἢ ἡ κατάργησις τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου 29 τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς. Λοιπὸν ἡ πρότασις τοῦ ἐκ Λεβαδείας συναδέλφου, δι’ ἧς ἐζήτει, ἵνα διὰ μιᾶς ψηφοφορίας ἀφαιρεθῶσι τὰ δικαιώματα τῶν Βουλευτῶν, ὅπως ζητῶσι τὴν πρόταξιν οἱουδήποτε νομοσχεδίου, ἢ τὴν μεταβολὴν τῆς ἡμερησίας διατάξεως, ἡ πρότασις ἡ σκοποῦσα τὴν κατάργησιν τῶν δικαιωμάτων, τὰ ὁποῖα οἱ Βουλευταὶ στηρίζουσιν ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 29 τοῦ Κανονισμοῦ, εἶναι ἀπαράδεκτος, καὶ πρέπει ν’ ἀπορριφθῇ παρὰ τῆς Βουλῆς.

§357Γ. ΡΑΔΙΝΟΣ. Δὲν ἔσχον, Κύριοι, τὴν εὐτυχίαν κατὰ τὴν παρελθοῦσαν συνεδρίασιν νὰ ἀκούσω τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Τρικκάλων Βουλευτοῦ, ὑποβαλόντος ἐπερώτησίν τινα περὶ νομοσχεδίου, ὅπερ φέρεται ἕκτον ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει. Ἀλλ’ ὡς μὲ ἐβεβαίωσαν ἄλλοι ἔντιμοι συνάδελφοι, ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Τρικκάλων ἦτο ὅλως ἀντιθέτου γνώμης ἐκείνης, τὴν ὁποίαν σήμερον ὑποστηρίζει, ἐν σχέσει μὲ τὸ παρὸν νομοσχέδιον. Τότε ὁ κ. συνάδελφος ἐφρόνει, ὅτι τὰ 6 ἑκατομμύρια δραχμῶν δὲν ἔπρεπε νὰ διανεμηθῶσιν εἰς τοὺς δυστυχεῖς Θεσσαλούς· προχθὲς οἱ Θεσσαλοί, εὐτυχεῖς καὶ πλούσιοι κατ’ αὐτόν, εἶχον νὰ πληρώσουν, σήμερον ὅμως μεταβάλλει γνώμην. Ἐγὼ, κύριε Πρόεδρε, δὲν θέλω νὰ ἐλέγξω τὴν ἀπότομον ταύτην μεταστροφὴν τοῦ κ. Βουλευτοῦ· ἐπειδὴ ὅμως φρονῶ, ὅτι ἡ παρεμβληθεῖσα πρότασις ἐγένετο πρὸς σκοπόν, ὅπως ματαιώσῃ τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς καὶ παρεμποδίσῃ τὴν ψήφισιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, καὶ ἐπειδὴ φρονῶ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις μετὰ τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ θέλει προτάξει τοῦτο τὸ νομοσχέδιον, θέλω καταψηφίσει τὴν πρότασιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ.

§358ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ θέσω εἰς ψηφοφορίαν τὴν πρότασιν τοῦ κυρίου Κριεμάδη.

§359Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπειδὴ ὁσάκις πρόκειται νὰ ὁμιλήσῃ τις ἐξ ἡμῶν ἐντεῦθεν, οἱ κύριοι τῆς πτέρυγος ἐκείνης φωνάζουσιν, ὅτι καταπατοῦμεν εἴτε τὸν Κανονισμόν, εἴτε τὸ Σύνταγμα, ἐπεθύμουν νὰ ἐρωτήσω τοὺς ἐκεῖθεν συνταγματολόγους, καὶ ἰδίως τὸν κύριον Φλογαΐτην: δὲν καταπατεῖται τὸ Σύνταγμα, ὅταν ἡ μειονοψηφία θέλῃ νὰ ἐπιβάλῃ τὴν γνώμην της εἰς τὴν πλειονοψηφίαν; Ἡ γνώμη τῆς πλειονοψηφίας δὲν εἶναι ἡ ἐπικρατεστέρα; Τοῦτο θέλω νὰ μάθω. Ὁ σκοπὸς λοιπὸν ὁ καθαρὸς δὲν εἶναι αὐτός, τὸν ὁποῖον πολὺ καλῶς γνωρίζετε· ὁ σκοπὸς εἶναι, πῶς νὰ παρακωλύσωσι τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς. Ἂς εἶναι βέβαιοι ὅμως, ὅτι οἱ Βουλευταὶ τῆς πλειονοψηφίας θὰ παραμείνωσι νὰ ψηφίσωσι τὸν Προϋπολογισμὸν καὶ πολλὰ νομοσχέδια. Τοῦτο δ’ ἐπεβεβαίωσεν ἡ ἔλευσις ἐνταῦθα μετὰ τὰς Ἀπόκρεω τῶν Βουλευτῶν τῆς Συμπολιτεύσεως, περὶ τῶν ὁποίων οἱ κύριοι συνάδελφοι τῆς πτέρυγος ἐκείνης ἔλεγον, ὅτι δὲν θὰ ἐπανέλθωσι.

§360Θ. ΦΛΟΓΑΙΤΗΣ. Μετὰ τὴν πρώτην ψηφοφορίαν οἱαδήποτε ἄλλη πρότασις εἶναι ἀπαράδεκτος. Ἀλλοίμονον, ἐὰν παραδεχθῶμεν, ὅτι τὸ ἄρθρον 29 τοῦ Κανονισμοῦ ἔχει ἄλλην σημασίαν!

§361ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν τοῦ κυρίου Κριεμάδη, ἵνα προταχθῇ τὸ ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει ὑπ’ ἀριθ. 6 νομοσχέδιον, λέγουσι Ναὶ, οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουσιν Ὄχι. (Γίνεται ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν, ὡς ψηφολεκτῶν, τῶν βουλευτῶν Μιχ. Φωτιάδου καὶ Περ. Ἀλεξάκη, καὶ εἶτα ἡ διαλογή, κατὰ τὸ ἑπόμενον πρωτόκολλον ψηφοφορίας).

Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
Ἀνδρέας Πεταλᾶς ΟἈνδρέας Στρᾶτος
Γεώργιος Κυριαζῆς ΟΔημ. Καραγιάννης
Ἀνδρ. Παναγιωτόπουλος ΝἈντώνιος Καρτάλης
Λεων. Μελετόπουλος Κωνστ. Τοπάλης Ο
Κωνστ. Μωραϊτίνης ΟἈλέξ. Κασσαβέτης Ο
Εὐστάθ. Ρακόπουλος ΝἈργύριος Φιλιππίδης
Ἐπαμ. Ἐμπειρῖκος Νικόλαος Παπαϊωάννου
Εὐκλείδης Μπίστης Δημήτριος Γίδας
Δημοσθ. Καΐρης Ο
Ἀνδρέας Καρατζᾶς Νικόλαος Γουλιμῆς Ο
Κωνστ. Πλατούτσας ΟἘπαμ. Μαυρομμάτης
Μιχαὴλ Κωτσᾶκος Περ. Ἀλεξάκης Ν
Κωνστ. Γ. Καραπᾶνος Νικ. Σπυρακόπουλος Ο
Κωνστ. Κοττίκας Θεόδ. Π. Δηλιγιάννης Ν
Ἰωάννης Καραπᾶνος Θεόδ. Β. Δηλιγιάννης
Εὐάγγελος Γαρουφαλιᾶς ΟΧαρίλαος Διγενόπουλος Ο
Στέφανος Δραγούμης ΝἈρ. Πετροπουλάκης Ο
Νικόλαος Λεβίδης ΝΓ. Λ. Πετροπουλάκης Ο
Θεόδωρος Ρετσίνας Μιχαὴλ Φωτιάδης Ν
Φωκίων Νέγρης ΟΓεώργ. Λιδωρίκης Ο
Νικ. Γιαννηκώστας ΟΓεώργ. Ἀνδρίτσος Ο
Ἐπαμ. Μιλτ. Κανάρης ΟἈρ. Ἀναγνωστόπουλος
Δημ. Μ. Καλλιφρονᾶς Μιχαὴλ Στελλάκης Ο
Θεόδωρ. Φλογαΐτης ΟΚ. Ν. Παπαμιχαλόπουλος
Δημ. Γ. Ράλλης Γεώργιος Λύρας Ο
Γεώργιος Μ. Βενιζέλος ΟἘμμ. Ρέπουλης Ο
Νικ. Γουναράκης Δημήτριος Τσᾶτσος Ο
Κωνστ. Σταυρόπουλος Δημήτριος Τσιτσάρας
Ἀλέξ. Γ. Σκουζὲς ΝΚωνστ. Ζῶτος Ο
Γεώργιος Χατζόπουλος ΟΘεόδ. Μαρκέτος Ο
Διονύσιος Στεφάνου ΟΣπ. Ε. Στάης Ο
Κ. Ἀργασάρης ΛομβάρδοςΟΔιον. Καλούτσης Ο
Ἀλέξ. Σπ. Κ. Ρώμας ΝΠαν. Χοντζόπουλος Ο
Γεώργ. Ρώμας ΟΝικ. Τσοῦχλος Ο
Ἀνδρ. Σπηλιάδης ΟΧαρ. Κ. Βοζίκης Ο
Χρ. Στεφανόπουλος Θεόδ. Πέρρος Ο
Χαρίλ. Σπηλιώτης Στέφ. Κοπανίτσας Ο
Ἀνδρ. Στεφανόπουλος ΟΓεώργ. Φικιώρης
Πέτρος Αὐγερινὸς Μελέτιος Ρουσόπουλος Ο
Χρῆστος Δαραλέξης ΝΒρασίδας Λεώπουλος
Ἄγγελος Πετραλιᾶς ΟΓεώργιος Μαυρομιχάλης
Ἀθαν. Ἀθανασιάδης Ἰωάννης Γιαννακίτσας Ν
Νικόλαος Δαούτης Ν. Καραστέργιος
Παναγ. Παπαχατζῆς Δημ. Πιπινόπουλος
Σπ. Ι. Μήλιος ΟἸωάν. Γ. Λάππας Ν
Βασ. Μαρκεζίνης ΟΝικ. Μπουφίδης Ο
Νικήτας Συνοδινὸς ΟΠερ. Βαλκωρίτης Ο
Χριστόφορος Ἀσιμῆς Εὐάγγ. Τσαρλαμπᾶς
Τηλέμαχος Δενδρινὸς Γεράσιμος Φίλιππας Ο
Παναγ. Μαυροκέφαλος ΟΞενοφ. Κυριαζῆς Ο
Ἀλέξ. Θρ. Ζαΐμης ΟΒασ. Βασιλειάδης
Θεόδ. Ζαΐμης ΟἈθαν. Εὐταξίας
Παναγ. Θρ. Ζαΐμης ΟΝ. Τριανταφυλλᾶκος Ο
Παν. Μανέτας
Αὐγερινὸς Ἀβέρωφ Ἰωάν. Μπακόπουλος Ν
Ἡρακλῆς Καλαμπάκας ΟἨλ. Ζέγγελης Ο
Γεώργ. Παπαθανασίου ΟΦίλ. Βάρβογλης Ο
Περικλῆς Περρωτῆς Ἀθ. Κατριβᾶνος Ο
Ἠλίας Μαυρομιχάλης Ἠλίας Κοσσονᾶκος
Γεώργ. Οἰκονομόπουλος Γ. Ἀναστασόπουλος
Δημ. Τερτίπης ΟΓ. Νικολαΐδης
Τιμολέων Ἀδαμόπουλος Κ. Τρικούπης Ο
Κωνστ. Ζωγλοπίτης Λεων. Δεληγεώργης
Γεώργ. Φραγκίδης Σπυρ. Α. Κουμουνδοῦρος Ο
Ἰωάν. Καζαμπάκας Δ. Λυμπερόπουλος Ο
Σπυρ. Παπαποστόλου Γ. Λυμπερόπουλος Ο
Α. Βασαρδάνης ΟΠερ. Μποῦτος Ο
Κωνστ. Σαραφιανὸς ΟἈριστομ. Πρεβελέγγιος Ο
Γ. Χατζηνικολῆς ΟἈντ. Μάτσας
Παναγ. Λεβέντης Νικ. Κρίσπης
Κ. Δούνης Ι. Ναυπλιώτης Ο
Γεώργ. Μέρμηγκας ΟἘλευθ. Μυκώνιος
Γεώργ. Κόρπας ΟΓεώργ. Σισμάνης
Τριαντάφ. Πατρίκιος ΟΔ. Φαρμάκης Ο
Γεώργ. Θεοτόκης ΟΓεώργ. Πλατανιώτης
Μιχαὴλ Θεοτόκης Ἠλίας Ποταμιᾶνος Ο
Ἀλκίνοος Ζερβὸς Μιχ. Λαμπρυνίδης Ο
Γουλ. Σκάρπας ΟΙ. Βοῦρτσος Ο
Βασίλ. Σαμοΐλης ΟἈθ. Πετσάλης Ν
Σπ. Ἀγάθος ΟΚ. Α. Κουμουνδοῦρος
Ν. Τριβόλης ΟΚυριακ. Π. Μαυρομιχάλης
Κ. Ἀλαμᾶνος Γ. Καπετανάκης Ο
Κ. Χρηστόπουλος ΟΦώτιος Μοσχούλας
Παναγ. Δ. Πετρίδης Ἀσημ. Χριστόπουλος
Σωτήρ. Κροκιδᾶς ΟΧαράλ. Κανελλόπουλος
Σπ. Νοταρᾶς ΟΘᾶνος Μπασιᾶς
Περ. Μεντζελόπουλος ΟΠαναγῆς Τυπάλδος Ο
Δημ. Δημητριάδης ΟΘεόδ. Βελλιανίτης
Ἄθως Ρωμᾶνος ΟἈνάργ. Σιμόπουλος
Ἀγαμ. Μεταξᾶς Ἀθ. Παπαθανασίου Ο
Ἀντ. Μομφερρᾶτος ΟΠέτρος Μόρης
Ἰωάν. Γ. Ῥοῦφος ΟΓ. Ῥαδινὸς Ο
Α. Παπαγιαννακόπουλος ΝἈπ. Ζάππας Ο
Ἀσημάκης Θρ. Ζαΐμης ΟΘ. Σαρσέντης Ο
Ἀντ. Ῥικάκης Α. Πονηρόπουλος Ο
Ἀχιλ. Χοϊδᾶς ΝΔ. Ἀναστασόπουλος
Γ. Παπαδιαμαντόπουλος Δ. Παπατσώρης Ο
Θᾶνος Ῥοῦφος Κανακάρης Δ. Κατσᾶνος Ο
Νικ. Μισυρλῆς ΟΑ. Σκαλτσοδῆμος
Ν. Καράπαυλος Ν. Τζανετόπουλος Ο
Γ. Ῥάλλης Γ. Ῥοδόπουλος Ν
Σπ. Γκεντιλίνης ΟΘεόδ. Λιμπρίτης
Γερ. Ζερβὸς ΟΙ. Κουντουριώτης Ο
Κοσμᾶς Δουμπιώτης ΟΝικ. Τσαμαδὸς Ο
Νικόλαος Λεωνίδας ΟΠαντελῆς Γκίκας
Διομήδης Κυριακὸς Ἰωσὴφ Γρηγοριάδης Ν
Α. Μαυρογορδᾶτος Κ. Ἀγαθοκλῆς Ο
Α. Λαδόπουλος Ι. Τσιριμῶκος
Ν. Βαφειαδάκης Δημ. Κρίτσας
Α. Βιτάλης ΝΑ. Πλατῆς Ο
Δ. Βοκοτόπουλος ΟΝικ. Χατζῖσκος
Ι. Γκιὼν ΟΝ. Καλογερόπουλος Ο
Κάρολος Βιτάλης Β. Βουδούρης Ο
Κωνστ. Ε. Χατζηπέτρος ΝΓ. Ἀβέρωφ
Γ. Κανούτας ΟΔ. Κριεζώτης
Νικ. Ταρμπάζης ΟἈλέξ. Μιλτ. Κανάρης
Θεόδ. Κριεμάδης ΝΚ. Μιλτ. Κανάρης Ο

§362ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψήφισαν ἐν ὅλῳ 137, ἐξ ὧν 116 κατὰ τῆς προτάσεως, καὶ 21 ὑπὲρ αὐτῆς. Ἑπομένως ἡ πρότασις περὶ προτάξεως τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἀπαλλαγῆς ἀπὸ τῆς ἀποδόσεως τῶν χορηγηθέντων δυνάμει τοῦ νόμου ͵ΒΦΜʹ τοῦ 1898 δανείων» ἀπερρίφθη ὑπὸ τῆς Βουλῆς. Συζήτησις ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων τοῦ Κράτους τῆς χρήσεως τοῦ 1902. Τὸν λόγον ἔχει ὁ κύριος Μαυρομιχάλης.

§363ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Ὁ εἰσηγητὴς πρέπει νὰ ὁμιλήσῃ πρῶτος.

§364ΕΤΕΡΟΙ. Δὲν ἀναβάλλομεν δι’ αὔριον; Τοιαύτην ὥραν συζήτησις ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ!

§365ΚΥΡ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Δὲν θὰ ὁμιλήσῃ ὁ εἰσηγητὴς τῆς πλειονοψηφίας;

§366ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶσθε σεῖς ἐγγεγραμμένος, κύριε Μαυρομιχάλη, νὰ ὁμιλήσητε.

§367ΑΣΗΜ. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω ὅτι τὸ προκεχωρηκὸς τῆς ὥρας, ἀλλὰ καὶ ὁ σεβασμός, τὸν ὁποῖον ὀφείλομεν νὰ ἔχωμεν πρὸς τὸν μέλλοντα νὰ ἀγορεύσῃ, ὑπαγορεύει νὰ ἀναβάλωμεν τὴν συζήτησιν δι’ αὔριον. Διὰ τοῦτο προτείνω ν’ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις τοῦ Προϋπολογισμοῦ διὰ τὴν αὔριον.

§368ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν περὶ ἀναβολῆς πρότασιν τοῦ κ. Χριστοπούλου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Ὁ κύριος Μαυρομιχάλης ἔχει τὸν λόγον.

§369ΚΥΡ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ Κράτους, ὅστις ἤδη προβάλλεται ὑπὸ τὴν κρίσιν ἡμῶν, — ἐκτὸς ἐλαχίστων παραλλαγῶν, ἀναξίων προσοχῆς, — παρέχει πιστὴν εἰκόνα καὶ πιστὸν ἀντίγραφον τοῦ Προϋπολογισμοῦ τῶν προκατόχων, ὅπως καὶ ἡ πολιτεία τῶν ἐν τοῖς πράγμασι τυγχάνει πιστὴ συνέχεια τῆς πολιτείας τῶν καταλιπόντων τὴν ἀρχὴν, εἰς τρόπον ὥστε ὁμολογοῦμεν, ὅτι εὑρισκόμεθα ἔν τινι ἀμηχανίᾳ, μὴ γνωρίζοντες ἀκριβῶς πρὸς τίνα πρέπει ν’ ἀποταθῶμεν. Πρέπει τάχα ν’ ἀποταθῶμεν πρὸς τοὺς καθημένους ἐπὶ τῶν ὑπουργικῶν ἑδωλίων, ἢ πρέπει μᾶλλον ν’ ἀποταθῶμεν πρὸς τοὺς παρακαθημένους ἰσχυροὺς ὑποβολεῖς; Καὶ εἶναι μὲν ἀληθές, ὅτι ἐζητήθη καὶ ἐπετεύχθη τεσσαρακονθήμερος διακοπὴ τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς, εἰς τὴν ὁποίαν σιωπηρῶς προσετέθησαν καὶ ἄλλαι τριάκοντα ἡμέραι, πλὴν ἡ παρατεταμένη αὕτη διακοπὴ τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς—ὡς ἐκ τῶν ὑστέρων ἀπεδείχθη—σκοπὸν δὲν εἶχε τὴν σύνταξιν ἢ τὴν μελέτην νέου Προϋπολογισμοῦ, στηριζομένου ἐπὶ νέων βάσεων, σκοπὸν δὲν εἶχε τὴν ὑποβολὴν νομοσχεδίων, προωρισμένων νὰ ἐγκαινίσωσι νέαν περίοδον εἴτε οἰκονομικῆς, εἴτε διοικητικῆς, εἴτε στρατιωτικῆς ἀνορθώσεως τῆς χώρας. Ὄχι, Κύριοι. Ταῦτα πάντα τὴν φορὰν ταύτην ἐθεωρήθησαν περιττά. Περιττὰ ἐθεωρήθησαν καὶ τὰ προσχήματα, περιττὰ ἐθεωρήθησαν καὶ τὰ προγράμματα. Ἤδη δὲν πρόκειται πλέον, ὡς ἄλλοτε, οὔτε περὶ νέων ἀνδρῶν, οὔτε περὶ νέων ἰδεῶν. Ἐπρόκειτο ἁπλῶς νὰ προπαρασκευασθῇ διὰ παντὸς μέσου, θεμιτοῦ καὶ ἀθεμίτου, ἡ παράτασις τῆς παρούσης πολιτικῆς καταστάσεως, ἐπρόκειτο ἁπλῶς νὰ πιστοποιηθῇ, ὅτι, ἂν τὰ πρόσωπα ἐξηφανίσθησαν, σαρωθέντα ὑπὸ τοῦ κύματος τῆς λαϊκῆς ὀργῆς, τὰ πράγματα μένουσι τὰ αὐτά, ἀκέραια καὶ ἀναλλοίωτα! Καὶ ἰδοὺ διατὶ εὑρισκόμεθα πρὸ τοιούτου Προϋπολογισμοῦ. Τί δ’ ἔστιν ὁ Προϋπολογισμὸς οὗτος; Ἐὰν ῥίψωμεν ἓν βλέμμα γενικώτερον, θέλομεν ἀμέσως πεισθῆ, ὅτι τὸ αὐτὸ πάντοτε πνεῦμα, ὡς καὶ ἐν τῷ παρελθόντι, διέπει αὐτόν, πνεῦμα δηλονότι πολυτελείας, πνεῦμα παντελοῦς ἐλλείψεως φειδοῦς πρὸς τὸ δημόσιον χρῆμα. Ἐνῷ δὲ ὁ ταλαίπωρος Ἑλληνικὸς λαὸς ἀπηνῶς φορολογεῖται, ἀναγκαζόμενος νὰ πτύσῃ εἰς τὸ πρόσωπον τοῦ εἰσπράκτορος καὶ τὸν τελευταῖον αὐτοῦ ὀβολόν, ὁ ὑμέτερος Προϋπολογισμὸς μεγαλοπρεπῶς ἀνέρχεται εἰς δυσθεώρητα ὕψη, ὑπερβὰς τὰ 115 ἑκατομμύρια ἐν τοῖς ἐξόδοις τοῦ Κράτους, χωρὶς, ἐννοεῖται, νὰ ἔχωμεν οὐδὲν τῶν ἀντισηκωμάτων ἐκείνων, ἅτινα ἠδύναντο κἄπως νὰ δικαιολογήσωσι τὴν τοιαύτην ἐν ταῖς δαπάναις ἀστοργίαν, τὴν τοιαύτην διασπάθησιν τοῦ δημοσίου πλούτου. Ἀρκεῖ νὰ σᾶς εἴπω ἐν παραδείγματι, ὅτι, ἐνῷ ἐπὶ τῆς Κυβερνήσεως τοῦ σεβαστοῦ ἐκ Γόρτυνος πολιτευτοῦ κατὰ τὸ ἔτος 1896 ἐδαπανήθησαν, ὡς τοῦτο προκύπτει ἐκ τοῦ ἀπολογισμοῦ τοῦ 1896, διὰ τὴν δημοσίαν ἀσφάλειαν δραχμαὶ 2,592,785, ἔκτοτε μετ’ ἐκπλήξεως καὶ ὀδύνης παρατηροῦμεν, ὅτι διὰ τὴν αὐτὴν δημοσίαν ἀσφάλειαν δαπανᾶται πλέον τοῦ ἑνὸς ἑκατομμυρίου ἐπὶ πλέον, καὶ ταῦτα πάντα διὰ νὰ ἔχωμεν τὴν περίφημον ἐκείνην ἀστυνομίαν, περὶ ἧς τοσοῦτος πάταγος καθ’ ἑκάστην γίνεται ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, καὶ τοσαύτη ἀγανάκτησις παράγεται ἐν πᾶσιν ἀνεξαιρέτως τοῖς τμήμασι τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου. Ταῦτα πάντα, λέγω, διὰ νὰ μὴ ἔχωμεν οὔτε ἀστυνομίαν, οὔτε δημοσίαν ἀσφάλειαν, ὡς ἀφελῶς ἀνωμολόγησαν καὶ οἱ πρώην καὶ οἱ νῦν Ὑπουργοί. Ἀρκεῖ νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι, ἐνῷ διὰ τὸ γεωργικὸν τμῆμα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ τὴν συντήρησιν τῶν γεωργικῶν σταθμῶν ἐδαπανήθησαν κατὰ τὸν ἀπολογισμὸν τοῦ 1897 περὶ τὰς 75,000 δραχμαί, ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1902 ἀναγράφεται ποσὸν δρ. 536,000, δηλαδὴ ἥμισυ περίπου ἑκατομμύριον ἐπὶ πλέον. Βεβαίως δὲν εἴμεθα ἡμεῖς ἐκεῖνοι, οἵτινες θέλομεν ψέξει τὸν θεσμὸν τῶν γεωργικῶν σταθμῶν, τοῦ ὁποίου ὑπήρξαμεν, ὡς γνωστόν, οἱ εἰσηγηταὶ ἐν τῇ Βουλῇ, θεσμόν, ὅστις τοσοῦτον καλοὺς παρήγαγε καρπούς. Θέλομεν μόνον νὰ παραστήσωμεν διὰ τῆς παρατάξεως τῶν κονδυλίων τούτων, ὁποία τάσις ὑπάρχει ἀπό τινος χρόνου πρὸς τὰς ἀμέτρους δαπάνας. Ἐπειδὴ δὲ ταυτοχρόνως παρατηροῦμεν, ὅτι ἐκτὸς τῆς τάσεως ταύτης ὑπάρχει καὶ ἄλλη τάσις, ὅπως αἱ δημόσιαι ὑπηρεσίαι, ὡς καὶ τὰ δημόσια χρήματα, ἀπαλλάσσωνται τοῦ ἐλέγχου τῆς Βουλῆς, δηλοῦμεν, ὅτι θέλομεν κατὰ πόδας παρακολουθήσει τὴν τοιαύτην τακτικὴν, ὅπως ἀνεύρωμεν, ποῦ καὶ πῶς ἀκριβῶς θέλουσι δαπανηθῆ ποσὰ τοσοῦτον ὑπέρογκα. Πλὴν ὁ σκοπὸς ἡμῶν σήμερον δὲν εἶναι νὰ ἐπικαλεσθῶμεν μόνον τὴν εὐγλωττίαν τῶν ἀριθμῶν. Θέλομεν ἴσως πράξει τοῦτο ἐν ἄλλῃ ὁμιλίᾳ. Ἡμεῖς κυρίως προτιθέμεθα σήμερον νὰ ἐρευνήσωμεν, ποῖα τὰ αἴτια, ἅτινα ἀπό τινων ἐτῶν παρέχουσι τοὺς τοιούτους ἀριθμοὺς καὶ τοὺς τοιούτους Προϋπολογισμούς. Κυρίως προτιθέμεθα νὰ ἐγκύψωμεν ἐπὶ τῶν αἰτίων, ἅτινα, κατὰ τὴν κρίσιν ἡμῶν, παράγουσι τὴν τοιαύτην πολιτικὴν κατάστασιν, τὴν τοιαύτην ἔκλυσιν τῆς διοικήσεως. Τὸ αἴτιον, καθ’ ἡμᾶς, εἶναι ἀναμφισβήτητον· εἶναι ἡ πλημμελὴς λειτουργία τοῦ πολιτεύματος. Ὅταν εἰς τὴν διεύθυνσιν τῶν κοινῶν καλῶνται αἱ μειονοψηφίαι, ὅταν ἐπιμόνως καλῶνται ἐκεῖνοι ἀκριβῶς, οἵτινες κατεδικάσθησαν ὑπὸ τῆς ψήφου τοῦ λαοῦ, ὅταν διὰ τῆς ἐπανειλημμένης χρήσεως τῶν προνομιῶν τοῦ Στέμματος, ὅταν διὰ τῶν ἀλλεπαλλήλων καὶ ἀδικαιολογήτων διακοπῶν τῶν ἐργασιῶν τοῦ Νομοθετικοῦ Σώματος ματαιῶται ὁ ἔλεγχος τῆς Βουλῆς, ματαιῶται ἡ ἔγκαιρος συζήτησις, ἡ ἔγκαιρος ἐπιψήφισις τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ὅταν, λέγω, συμβαίνωσι πάντα ταῦτα, καὶ ἄλλα πολλά, τῶν ὁποίων δὲν θέλω νὰ ἀναμνησθῶ ἐνταῦθα, βεβαίως δὲν δυνάμεθα νὰ ἰσχυρισθῶμεν, ὅτι τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα κατηργήθη ἐπισήμως παρ’ ἡμῖν, δυνάμεθα ὅμως ἀσφαλῶς νὰ εἴπωμεν, ὅτι τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα νοθεύεται, ἐκμηδενίζεται, ὄχι βεβαίως χάριν τοῦ τόπου, ἀλλὰ χάριν ὡρισμένων προσώπων. Τίς δὲ ἤθελε ποτὲ φαντασθῆ, ὅτι μετὰ τὸν πόλεμον πέντε ὁλόκληρα ἔτη ἤθελον ἀπολεσθῆ εἰς δοκιμὰς καὶ πειράματα, ἅτινα οὐδεμίαν ἔχουσι σχέσιν οὔτε πρὸς τὴν οἰκονομικὴν, οὔτε πρὸς τὴν διοικητικὴν, οὔτε πρὸς τὴν στρατιωτικὴν ἀνασύνταξιν τῆς χώρας; Ὡμίλησα, Κύριοι, περὶ ὡρισμένων προσώπων, σπεύδω δὲ νὰ ὁμολογήσω ἐνταῦθα, ὅτι οὐδεμίαν αἰσθάνομαι ῥοπὴν ἢ κλίσιν πρὸς τὴν ἀπολυταρχίαν ἢ τὰς προσωπικὰς Κυβερνήσεις, καθόσον θεωρῶ ταύτας ἐπιβλαβεῖς μὲν εἰς τὸν τόπον, λίαν δὲ ἐπικινδύνους, πρὸ πάντων δὲ ἐκείνους, οἵτινες ἐπιχειροῦσιν αὐτάς. Ἐπιβλαβεῖς εἰς τὸν τόπον, διότι καταργοῦσι τὸν ἔλεγχον καὶ ἐνθρονίζουσι τὴν αὐθαιρεσίαν· ἐπικινδύνους, διότι μετατοπίζουσι τὰς εὐθύνας ἀπὸ τῶν ἑδωλίων τῶν Ὑπουργῶν εἰς ἄλλας ὑψηλοτέρας σφαίρας. Πλὴν, ἐὰν δὲν στέργω νὰ ἀποδεχθῶ ἢ νὰ ἐπιδοκιμάσω τὰς τοιαύτας ἐπιχειρήσεις, ἐννοῶ ἐν τούτοις μέχρι τινὸς αὐτάς. Ἐννοῶ δηλαδὴ, ὅτι ὑπὸ τὸ βάρος τῆς μεγάλης δυσφορίας, ἣν ἐν ταῖς ψυχαῖς ἡμῶν γεννᾷ ἡ κακοδαιμονία τοῦ τόπου, εἶναι δυνατὸν νὰ σκεφθῇ τις πρὸς στιγμήν, — χωρὶς νὰ μελετήσῃ ἐπισταμένως, ποῖα τὰ ἀληθῆ αἴτια τῆς κακοδαιμονίας ἡμῶν ταύτης — ν’ ἀποσβέσῃ ἐν τῇ χώρᾳ τὸν πυρῆνα πάσης πολιτικῆς δράσεως καὶ πρωτοβουλίας, καὶ νὰ καταπνίξῃ πᾶσαν ἀντίδρασιν καὶ ἀντιλογίαν, προερχομένην ἐκ τῆς ἐξελίξεως τῶν ἐλευθέρων συζητήσεων. Ἐννοῶ, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ σκεφθῇ τις πρὸς στιγμὴν, ὅπως ἀντὶ τῶν ἀνησυχιῶν καὶ τῶν εὐγενῶν θορύβων τῶν ἐλευθέρων θεσμῶν προτιμηθῇ ἡ μηχανικὴ λειτουργία τῶν ἀπολύτων Κυβερνήσεων. Δυνατὸν νὰ φρονῇ τις μέχρι τινὸς, ὅτι οἱ ἐκλογικοὶ ἀγῶνες, ὅτι αἱ κοινοβουλευτικαὶ διαμάχαι καὶ ἔριδες, ὅτι αἱ διὰ τοῦ Τύπου ἄμετροι συζητήσεις παρέχουσι μείζονα μειονεκτήματα ἢ πλεονεκτήματα, καὶ συνεπῶς, ὅτι ὁ τόπος δύναται νὰ σκεφθῇ, ἐὰν πρέπει τὴν τύχην αὐτοῦ νὰ ἐμπιστευθῇ εἰς τὰς χεῖρας ἑνὸς καὶ μόνου. Ἐννοῶ, λέγω, πάντα ταῦτα, διότι οἱ τοιαῦτα διανοούμενοι καὶ οἱ τοιαῦτα ἐπιχειροῦντες προφανῶς προκινδυνεύουσι, προβάλλοντες ἕνα εὐγενῆ σκοπὸν, τὴν βελτίωσιν τῶν κοινῶν. Ἀλλ’ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον δὲν ἐννοῶ, — ὁμολογῶ δὲ, ὅτι δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω, — εἶναι τὸ ἑξῆς: πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ συλλάβῃ τις τὴν παράδοξον ἰδέαν, ἵνα ἀποδέχηται καὶ χορηγῇ πρὸς ἕνα λαὸν τὴν καθολικὴν ψηφοφορίαν μετὰ τῆς ἐλευθερίας τῶν ἐκλογῶν, τὴν ἐλευθερίαν τοῦ βήματος μετὰ τῆς ἐλευθερίας τοῦ Τύπου, ὑπὸ τὸν ὅρον, ὅτι ὁ λαὸς οὗτος δὲν θέλει χρησιμοποιήσει πάντα ταῦτα, ἢ μᾶλλον εἰπεῖν, ὅτι θέλει εἰς μάτην ποιεῖσθαι χρῆσιν τούτων ἁπάντων· πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ λέγῃ τις πρὸς ἕνα λαόν: «ἐκλέξατε ἐλευθέρως τοὺς ὑμετέρους ἀντιπροσώπους, ἵνα οὗτοι ἐλευθέρως συζητήσωσιν ἐπὶ τῶν δημοσίων ὑποθέσεων, καὶ ἐλευθέρως ἀποφασίσωσι περὶ τῆς τύχης ὑμῶν, πλὴν τελικῶς οὔτε αἱ γνῶμαι ὑμῶν, οὔτε αἱ ἐνδείξεις ὑμῶν θέλουσι παντάπασι ληφθῆ ὑπ’ ὄψιν, καθόσον δὲν τυγχάνετε ἀρκούντως νοήμονες, δὲν τυγχάνετε ἀρκούντως πεφωτισμένοι, ὅπως κατανοήσητε τὰ ἀληθῆ ὑμῶν συμφέροντα!» Ἐν ἄλλαις λέξεσι, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ χορηγήσητε εἰς τὸν λαὸν πάντα τὰ στοιχεῖα καὶ πάντας τοὺς τύπους τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος, ν’ ἀποστερῆτε δ’ αὐτὸν τῆς οὐσίας; Πῶς εἶναι δυνατὸν, τέλος πάντων, νὰ θέσητε ἐν ταῖς χερσὶ τῶν πολιτῶν ὅπλα τοσοῦτον ἰσχυρὰ, ὅπλα τοσοῦτον ἐπίφοβα, καὶ κατόπιν νὰ λέγητε πρὸς αὐτοὺς, ὅτι θέλετε τοὺς μεταχειρισθῆ ὡς νὰ ἦσαν ἐστερημένοι ὅπλων; Ὅταν διὰ τοῦ Συνταγματικοῦ ἡμῶν χάρτου ἐπιτρέπηται ἡ συνάθροισις τῶν ἐκλογέων, ὅταν ἐνεργῆται ἡ ἐκλογὴ τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ ἔθνους, εἰκάζομεν ὅτι ταῦτα πάντα δὲν γίνονται πρὸς τὸ θεαθῆναι, εἰκάζομεν ὅτι πάντα ταῦτα δὲν γίνονται πρὸς διασκέδασιν τῶν ἁπλουστέρων, ἢ πρὸς περισπασμὸν τῶν ἀέργων, οὐδὲ πιστεύομεν νὰ γίνηται τοῦτο, ὅπως ἱκανοποιηθῇ ἡ ματαιότης ῥητόρων τινῶν ἤ τινων συγγραφέων. Δῆλον ὅτι ταῦτα γίνονται, ὅπως εἰς τὴν Κυβέρνησιν τοῦ τόπου ἔλθωσιν ἐκεῖνοι, οἵτινες καὶ πλειότερον ἐκπροσωποῦσι τὸ φρόνημα τοῦ λαοῦ, καὶ πλειότερον ἀπολαύουσι τῆς ἐμπιστοσύνης αὐτοῦ. Δῆλον ὅτι ταῦτα γίνονται, ὅπως διὰ νόμων λάβωσι σάρκα αἱ κυριώτεραι γνῶμαι τοῦ τόπου. Δῆλον ὅτι ταῦτα γίνονται, ὅπως ἐκτεθῶσιν εἰς δημοσίαν συζήτησιν καὶ δημόσιον ἔλεγχον πᾶσαι τῶν κυβερνώντων αἱ πράξεις. Καὶ ὅταν ἡ πολιτικὴ μηχανὴ ἐτέθη ἐπιμελῶς εἰς κίνησιν πρὸς ἐπίτευξιν τῶν ἐπιδιωκομένων τούτων ἀγαθῶν, ὅταν πάντα τὰ ἐλατήρια αὐτῆς ἐτέθησαν εἰς ἐνέργειαν, τείνοντα πάντα πρὸς τὸν αὐτὸν τελικὸν σκοπὸν, ἔρχεσθε αἰφνιδίως διὰ τῶν διακοπῶν τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς καὶ τῶν ἄλλων πραξικοπημάτων νὰ σταματήσητε τὴν μηχανὴν ἐν τῇ πλήρει ἀκμῇ τῆς δράσεως αὐτῆς, ἔρχεσθε νὰ κλείσητε ἀποτόμως τὴν ἐπιστομίδα τὴν ἐξασφαλίζουσαν τὴν ἐξάτμισιν, καὶ δὲν συλλογίζεσθε, ὅτι ταῦτα πράττοντες προκαλεῖτε τὴν ἔκρηξιν! Διατὶ λοιπὸν δὲν σταματᾶτε καὶ τὸν ῥοῦν τοῦ ποταμοῦ, τοῦ ὁποίου ἐφροντίσατε νὰ χαράξητε καὶ νὰ κανονίσητε τὴν κοίτην; διατὶ δὲν σταματᾶτε καὶ τὸ βλῆμα τοῦ πυροβόλου, ἀφοῦ προηγουμένως ἐθέσατε τὸ πῦρ; Δὲν ἐννοεῖτε, ἐπαναλέγω, ὅτι τοιαῦτα ἐπιχειροῦντες καὶ τοιαῦτα διαλογιζόμενοι, — ἐὰν διαλογιζώμεθα τοιαῦτα — παραγνωρίζομεν τελείως τὴν ἀνθρωπίνην φύσιν, ὑπολαμβάνοντες τὸν λαὸν ὡς ἀφηρημένην τινὰ ἔννοιαν, ἀναξίαν προσοχῆς; διὰ τῆς παραγνωρίσεως δὲ ταύτης δὲν ἐννοεῖτε, ὅτι λεληθότως, πλὴν ἀσφαλῶς, παρασκευάζομεν τὰς θυέλλας, καὶ κατεργαζόμεθα τὰς συμφοράς; Καθόσον πρέπει νὰ ἐννοήσωμεν καλῶς καὶ ἅπαξ διὰ παντὸς, ὅτι τὰ Συνταγματικὰ πολιτεύματα δὲν τυγχάνουν ἀπόρροια τῆς ἰδιοτροπίας ἢ τῆς ἰδιοφυΐας ἑνὸς καὶ μόνου ἀνθρώπου· ταῦτα στηρίζονται ἐπὶ τῆς πείρας τῶν αἰώνων, καὶ πηγάζουσιν ἐκ τῆς σοφίας συλλήβδην τῶν ἐθνῶν· ταῦτα ἐκτήθησαν, ἀφοῦ προηγουμένως εἰς τὸν βωμὸν τῶν ἐλευθεριῶν ἐθυσιάσθησαν ἀναρίθμητοι ὑπάρξεις. Αὐτὰ ἀνέγραψαν τὸ ἀνεύθυνον τῶν ἡγεμόνων, αὐτὰ ἀνέγραψαν καὶ τὸ ὑπεύθυνον τῶν Ὑπουργῶν, καὶ μετὰ τοῦ ὑπευθύνου ὑπεβοήθησαν τὸ ἐφήμερον καὶ προσωρινὸν τῶν Κυβερνήσεων. Καὶ διὰ μὲν τοῦ ἀνευθύνου ἐξασφαλίζονται ὁριστικῶς τὰ θεμέλια τοῦ Θρόνου, κρατύνεται δὲ τὸ διαρκὲς καὶ μόνιμον τῆς Ὑπάτης Ἀρχῆς, ἐνῷ δὲ αἱ κοινοβουλευτικαὶ Κυβερνήσεις ὑπὸ παντοίων σαλεύονται ἀνέμων, ὁ Θρόνος μένει ἀκλόνητος ἐν τῷ μέσῳ τῶν τρικυμιῶν. Διὰ δὲ τοῦ ὑπευθύνου, ἢ μᾶλλον εἰπεῖν διὰ τῆς προσωρινότητος τῶν κοινοβουλευτικῶν Κυβερνήσεων, πληροῦται οὐσιώδης ἀνάγκη τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως. Τὸ προσωρινὸν δὲ ἐν γένει ἐξασκεῖ ἐπὶ τοῦ βίου τοῦ ἀνθρώπου, ὡς καὶ ἐπὶ τοῦ βίου τῶν ἐθνῶν, μυστηριώδη τινὰ καὶ εὐεργετικὴν ἐπίδρασιν. Εἶναι τὸ σωστικὸν καταφύγιον τῶν πασχόντων. Προσωρινὸν ἔστω καὶ πλημμελές, ἐπιδεκτικὸν ὅμως ἐπικρίσεως ἢ διορθώσεως, ἐνέχει ἐν ἑαυτῷ ἀπείρους τὰς ὠφελείας, καθόσον οὐδένα παροργίζει καὶ οὐδένα ἀπελπίζει, καθιστᾷ δὲ τοὺς πάντας ἠρεμωτέρους μὲν κριτὰς τοῦ ἐνεστῶτος, μετριωτέρους δ’ ἐρευνητὰς τοῦ μέλλοντος. Ἰδοὺ λοιπὸν τὰ μεγάλα πλεονεκτήματα τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος. Εὐκόλως ἐννοεῖτε ποῖα τὰ μειονεκτήματα τῆς ἀπολυταρχίας. Διατὶ λοιπὸν, σᾶς ἐρωτῶ, νὰ θέλωσι τὰς προσωπικὰς Κυβερνήσεις, καὶ διατὶ νὰ θέλωσι τὰς εὐθύνας, διατὶ νὰ θέλωσιν ὡρισμένα πρόσωπα, καὶ διατὶ νὰ θέλωσιν ὡρισμένα κόμματα, ἐν χώρᾳ, καθ’ ἣν, χάρις εἰς τὸ πολίτευμα, ἔρεισμα τοῦ Θρόνου εἶναι καὶ δέον νὰ ἦναι ὁλόκληρον τὸ ἔθνος; Διατὶ δὲν μένουσιν ἐν τῷ πνεύματι, διατὶ δὲν μένουσιν ἐν τῷ γράμματι τοῦ πολιτεύματος, τὸ ὁποῖον εἰς μὲν τοὺς ἡγεμόνας ἐκληροδότησε μετὰ τῆς μονιμότητος βίον ἀτάραχον καὶ εὐδαίμονα, εἰς ἡμᾶς δὲ τοὺς πολιτευομένους, μετὰ τῆς προσωρινότητος, τοὺς μόχθους καὶ τοὺς κινδύνους τῶν δημοσίων ὑποθέσεων; Καθόσον οὐδένα λανθάνει, ὅτι τὰ ἐλεύθερα πολιτεύματα δὲν εἶναι σκηναί, ἐστημέναι πρὸς ὕπνον καὶ ῥαστώνην. Καὶ τούτου ἕνεκα, ἐὰν εἴχομεν τὴν ἐλπίδα, ὅτι ἡ φωνὴ ἡμῶν ἤθελε φθάσει μέχρι τῶν βαθμίδων τοῦ Θρόνου, θὰ ἐλέγομεν: «Ἄφετε εἰς ἡμᾶς τοὺς ἀγῶνας καὶ τὰς εὐθύνας, καὶ καρπωθῆτε τὰ ἀγαθὰ, ἅτινα παρέχει Ὑμῖν τὸ ἀνεύθυνον. Οὐ γὰρ οἴδασι τί ποιοῦσιν ἐκεῖνοι, οἵτινες ἔχουσι τὴν ἀφροσύνην νὰ θέλωσι Βασιλείαν μᾶλλον δρῶσαν καὶ μᾶλλον ἰσχυρὰν, διότι οὗτοι ὑποσκάπτουσι τὰς βάσεις αὐτοῦ τούτου τοῦ Θρόνου!» Ὄχι, δὲν εἶναι ἀκριβὲς τὸ πολλάκις λεγόμενον καὶ πλειστάκις γραφόμενον, ὅτι πρὸς παγίωσιν τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος προαπαιτεῖται ἡ ἐξουθένωσις τοῦ Στέμματος. Τοὐναντίον ἡμεῖς φρονοῦμεν, ὅτι ἀπαιτεῖται πλειότερος νοῦς, ὅπως σταθῇ τις ἐντὸς τῶν ὁρίων τοῦ πολιτεύματος, παρὰ ὅσος ἀπαιτεῖται, ὅπως ἐξέλθῃ τις τῶν ὁρίων τούτων. Ἀδιστάκτως φρονοῦμεν, ὅτι τὸ ἔργον τοῦ συνταγματικοῦ Βασιλέως, ὅστις, ὡς γνωστόν, βασιλεύει, ἀλλὰ δὲν κυβερνᾷ, παρέχει ἐν τῇ ἀνωτάτῃ ἐποπτείᾳ τῆς λειτουργίας τοῦ πολιτεύματος εὐκαιρίας ἀρκούντως ἐκλάμπρους καὶ ἀρκούντως φαεινὰς, ὅπως μὴ σκοτισθῇ οὐδ’ ἐπ’ ἐλάχιστον ἡ στιλπνότης τοῦ Στέμματος αὐτοῦ! Ταῦτα τελείως κατενόησε καὶ ἐφήρμοσεν ἡ ἐσχάτως ἀποβιώσασα μεγάλη Ἄνασσα τῆς Ἀγγλίας, ἥτις, ὁδηγὸν ἔχουσα εἰς τὰ πρῶτα αὐτῆς βήματα τὰ φῶτα καὶ τὴν σωφροσύνην τοῦ διακεκριμένου καὶ σεπτοῦ αὐτῆς συζύγου, διήνυσε στάδιον ἐξ ἴσου μακρὸν καὶ ἔκλαμπρον. Καὶ τούτου ἕνεκα ἐν τῇ χώρᾳ ἐκείνῃ οὐδαμοῦ προφέρεται ἡ λέξις Δημοκρατία. Μὴ λέγωμεν λοιπὸν ὑποκριτικῶς, ὅπως δικαιολογήσωμεν τὸν ἐκτροχιασμὸν τοῦ πολιτεύματος, «κακοδαιμονοῦμεν» λέγοντες δὲ ταῦτα, νὰ ὑπονομεύωμεν τὸ πολίτευμα καὶ νὰ καταρρίπτωμεν αὐτὸ ἐν τῇ συνειδήσει τοῦ τόπου. Πρέπει ταυτοχρόνως νὰ ἐρευνήσωμεν ἐν ἐπιμελείᾳ καὶ εἰλικρινείᾳ, ποῖα ἀκριβῶς τὰ αἴτια τῆς κακοδαιμονίας ἡμῶν ταύτης. Πταίει τάχα τὸ πολίτευμα, ἢ μήπως πταίει μᾶλλον ἡ πλημμελὴς λειτουργία τοῦ πολιτεύματος; Ἐὰν δὲ κατορθώσητε νὰ πείσητε ἡμᾶς, ὅτι ὄντως πταίει τὸ πολίτευμα, τότε πρέπει νὰ ἔχητε τὸ θάρρος καὶ τὴν εἰλικρίνειαν νὰ μᾶς εἴπητε, ποῖον εἶναι τέλος πάντων τὸ εὐλογημένον ἐκεῖνο πολίτευμα, ὅπερ εἶναι προωρισμένον νὰ μᾶς δώσῃ πάντα ἐκεῖνα τὰ ἀγαθὰ, τῶν ὁποίων σήμερον στερούμεθα. Ἐξερχόμενοι ὅμως τῶν ὁρίων τοῦ Συνταγματικοῦ πολιτεύματος, ὑπὸ τὸ πρόσχημα ὅτι κακοδαιμονοῦμεν, ἐξερχόμενοι τῶν ὁρίων τοῦ πολιτεύματος, ὑπὸ τὸ πρόσχημα ὅτι ὁ τόπος εἶναι ἀκυβέρνητος, λησμονεῖτε τὸ σπουδαιότερον πάντων, ὅτι ὁ τόπος δὲν ἔχει Κυβέρνησιν! (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς ἀριστερᾶς).

§370ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρᾳ 3 καὶ 25′ π. μ. τῆς ἐπιούσης).

1§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 30
2Τῆς 12 Μαρτίου 1902.
3(Τρίτη)
4(Γενομένης ἀπαρτίας ὥρᾳ 5 καὶ 15′ μ. μ. ἀναγινώσκονται
5καὶ ἐγκριθέντα ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης
6συνεδριάσεως).
7§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους
8ἐπιτροπὴ κατέθεσε τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου
9«περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως ἐκ δραχμῶν
1011,330 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου
11τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως τῆς
12χρήσεως τοῦ ἔτους 1901». Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ.
13(Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 153).
14Οἱ κάτοικοι τοῦ χωρίου Ράξας τοῦ δήμου Παραληθαίων
15δι’ ἀναφορᾶς των παρακαλοῦσι τὴν Βουλὴν νὰ προσαρτηθῇ
16τὸ χωρίον τοῦτο εἰς τὴν περιφέρειαν τοῦ δήμου Τρικκαίων.
17§2Γ. ΡΑΔΙΝΟΣ. Παρομοίαν ἀναφορὰν τῶν κατοίκων Ράξας
18τοῦ δήμου Παραληθαίων περὶ προσαρτήσεως τοῦ χωρίου των
19εἰς τὸν δῆμον Τρικκαίων, ἀπὸ τοῦ ὁποίου τὸ χωρίον αὐτὸ
20ἀπέχει πράγματι ἡμίσειαν μόνον ὥραν, ἔλαβον καὶ ἐγώ, καὶ
21παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ εἰσαγάγῃ εἰς τὴν Βουλὴν νο-
22μοσχέδιον περὶ τούτου.
23§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπειδὴ, κύριοι Βουλευταὶ, ἐκ τῆς ἐπιτρο-
24πῆς, ἥν κατήρτισα πρὸς μελέτην τῆς συμβάσεως περὶ σιγα-
25ροποιΐας, τινὲς τῶν κυρίων Βουλευτῶν παρῃτήθησαν, ὅπως
26ὁ κ. Μπουφίδης, ὁ κ. Παπαμιχαλόπουλος, ὁ κ. Τσιριμῶκος,
27κατήρτισα νέαν τοιαύτην, κατὰ τὰς ὑποδείξεις τῆς Βουλῆς,
28εἰς τρόπον ὥστε ἐν αὐτῇ ν’ ἀντιπροσωπεύωνται καὶ αἱ ἐπαρ-
29χίαι τῆς παραγωγῆς καὶ ἡ ἐμπορία τοῦ καπνοῦ κατ’ ἐπαρ-
30χίας. Τὴν ἐπιτροπὴν ταύτην ἀποτελοῦσιν ἤδη οἱ ἑξῆς κύ-
31ριοι Βουλευταί: Κ. Ἀγαθοκλῆς, Μιχ. Λαμπρυνίδης, Ἐπαμ.
32Μαυρομμάτης, Δ. Κατσᾶνος, Ν. Γουναράκης, Κ. Σταυρόπου-
33λος, Α. Ρικάκης, Α. Στεφανόπουλος, Γ. Ἀναστασόπουλος,
34Τιμ. Ἀδαμόπουλος, Ν. Χατζῖσκος, Α. Σκαλτσοδῆμος, Εὐστ.
35Ρακόπουλος, Μιχ. Φωτιάδης, Θ. Βελλιανίτης, Ἰωσὴφ Γρη-
36γοριάδης, Δ. Βοκοτόπουλος, Ι. Γιαννακίτσας, Δ. Τερτίπης,
37Κ. Χατζηπέτρος, Κ. Ζῶτος, Κ. Πλατούτσας καὶ Ἐμ. Ρέ-
38πουλης. Εἶναι ἐν ὅλῳ 24.
39§4ΤΙΝΕΣ (ἀριστερόθεν). Εἶναι ὀλίγοι.
40§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄν θέλῃ τις νὰ προστεθῇ, ἂς δηλώσῃ.
41§6Α. ΠΕΤΑΛΑΣ. Οἱ Παξοὶ δὲν ἔχουν καπνόν. Τί θέλει ὁ
42κ. Βελλιανίτης; (γέλωτες).
43§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄν θέλητε, προσθέτομεν καὶ ὑμᾶς.
44§8Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Πραγματικῶς ἡ ἐπαρχία μου δὲν
45παράγει καπνόν. Ἠμπορεῖτε νὰ μὲ ἀφαιρέσητε, καὶ νὰ προσ-
46θέσητε τὸν κ. Πεταλᾶν. Οὐδεμία ζημία.
47§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ παρακαλέ-
48σωμεν πολλοὺς τῶν κυρίων Βουλευτῶν νὰ λάβωσι μέρος, ἵνα
49ἐργασθῶσι καλλίτερον. Προσθέτομεν καὶ τὸν κ. Πεταλᾶν
50λοιπόν.
51§10ΦΩΝΑΙ. Ἆ! ἆ!
52§11Α. ΠΕΤΑΛΑΣ. Παρακαλῶ, ὄχι. Ἄν μὲ βάλετε, θὰ
53κάμω ἔνστασιν ἀπαρτίας (γέλωτες).
54§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ σὲ βάλωμεν.
55Ὁ κύριος Γκίκας ἔχει τὸν λόγον.
56§13Π. ΓΚΙΚΑΣ. Παραιτοῦμαι, κύριε Πρόεδρε.
57§14ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Λεωνίδας.
58§15ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Παραιτεῖται, παραιτεῖται.
59§16ΜΙΧ. ΛΑΜΠΡΥΝΙΔΗΣ. Δὲν ὑπάρχουσιν ἄλλαι ἀναφοραί;
60§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἔχομεν ἄλλας.
61§18ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὑπάρχουσιν, ὑπάρχουσι.
62§19ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν
63ἔχει τὸν λόγον.
64§20ΝΕΓΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Καταθέτω
65ἀπάντησιν εἰς τὴν ἐπερώτησιν τοῦ κ. Φικιώρη περὶ δάσους
66ἐν Λακεδαίμονι διαφιλονικουμένου μεταξὺ τοῦ Δημοσίου καὶ
67τῶν χωρικῶν.
68Ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς βουλευτὴς κ. Δραγούμης ᾐτή-
69σατο νὰ καταθέσω πίνακα τῶν ἀποτελεσμάτων τῶν ἀπὸ
70τοῦ ἔτους 1833 μέχρι τέλους τοῦ ἔτους 1898 ὁριστικῶν
71ἀπολογισμῶν τοῦ Κράτους. Καταθέτω αὐτόν. Ἐκ τῶν ἀπο-
72τελεσμάτων τοῦ πίνακος τούτου ἀποδεικνύεται, ὅτι τὸ ἔλ-
73λειμμα τῶν ἀπολογισμῶν μέχρι τοῦ 1898 εἶναι δραχμαὶ
7464,939,248.57.
75§21ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ τυπωθῇ. (Ὅρα Παράρτημα,
76ἀριθ. 154).
77§22Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Καταθέτω ὡσαύτως τὴν μαρτυρίαν τοῦ
78τμηματάρχου κ. Δ. Γεωργαντοπούλου, ζητηθεῖσαν παρὰ τοῦ
79βουλευτοῦ κ. Στράτου. Θὰ παρακαλέσω ὅμως, ἐπειδὴ εἶναι
80ἐπίσημον ἔγγραφον, νὰ παραδοθῇ εἰς τὸν αἰτήσοντα ἐπὶ ἀπο-
81δείξει.
82§23ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐζητήθη ὁ φάκελος ὁλόκληρος, κύριε
83Ὑπουργέ.
84§24Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἄρτης βουλευτὴς κ. Κα-
85ραπάνος ἠρώτησε κατὰ τὴν τελευταίαν συνεδρίασιν, διατί
86τὰ 2,248,855, τὰ ὁποῖα ἐξωδεύθησαν κατὰ τὸ 1897 καὶ
87τὰ ὁποῖα ἐκανονίσθησαν συνεπείᾳ τοῦ νόμου ΒΨϚʹ, τοῦ
88ψηφισθέντος κατὰ τὸ 1900, ἀνεγράφησαν εἰς τὴν χρῆσιν
89τοῦ 1897...
90§25Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὄχι διατί. Τὸ διατί τὸ ἠξεύρω.
91§26Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Ὡς γνωρίζετε, κύριοι Βουλευταί, ἡ χρῆ-
92σις αὕτη εἶχεν ἀφήσει ἔλλειμμα σημαντικόν, ἀνερχόμενον εἰς
9338 περίπου ἑκατομμύρια δραχμῶν. Εἶναι ἀληθές, ὅτι τὸ
94ἔλλειμμα τοῦτο ἐκαλύφθη ἐν μέρει ὑπὸ τοῦ δανείου τοῦ ἠγ-
95γυημένου, ἀλλὰ τὸ δάνειον τοῦτο ἀνεγράφη εἰς τὸν Προϋπο-
96λογισμὸν τοῦ 1898, ὥστε τυπικῶς ἡ χρῆσις τοῦ 1897 μένει
97πάντοτε μὲ τὸ ἔλλειμμα τοῦτο. Ἐννοεῖται ὅτι, εἴτε 38 ἑκα-
98τομμύρια εἶναι τὸ ἔλλειμμα, εἴτε 40 ἑκατομμύρια, τυπικὸν
99εἶναι ἓν καὶ τὸ αὐτό. Ὁ νόμος ῥητῶς ὁρίζει, ὅτι ἔπρεπε νὰ
100ἀναγραφῶσι τὰ 2,248,855 εἰς τὴν χρῆσιν τοῦ 1897, ὅπερ
101καὶ ἐγένετο.
102§27Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν ἠρώτησα τὸ διατὶ, διότι ὁ νό-
103μος εἶναι γνωστός· ἠρώτησα περὶ τῶν καταβολῶν, αἱ ὁποῖαι
104ἐγένοντο πρὸς ἐξόφλησιν τῶν δαπανῶν τούτων, πῶς πρόκει-
105ται νὰ συμπληρωθῶσι. Πρόκειται νὰ συμπληρωθῶσι τώρα;
106Βεβαίως δὲν συνεπληρώθησαν κατὰ τὸ 1897, διότι, ἐὰν
107συνεπληροῦντο τότε, ἢ κατὰ τὸ 1898, δὲν ἦτο ἀνάγκη νὰ
108ζητηθῇ τώρα ἡ ἔκτακτος αὕτη πίστωσις. Ἠρώτησα, ἐὰν τὸ
109ποσὸν τοῦτο κατεβλήθη ἐκ χρημάτων προηγουμένων χρή-
110σεων, ἢ, ἂν δὲν κατεβλήθη, πότε θὰ καταβληθῇ, διότι ἡ
111χρῆσις τοῦ 1897, ἥτις βαρύνεται μὲ τὸ ποσὸν τοῦτο, ἔκλει-
112σεν ἤδη, καὶ ἔκλεισεν, ὡς πολὺ ὀρθῶς εἴπετε, ἐν μεγάλῳ
113ἐλλείμματι, ἀλλὰ τὸ ἔλλειμμα τοῦτο ἐκαλύφθη ἐκ τοῦ ὑπο-
114λοίπου τοῦ ἠγγυημένου δανείου· ἠρώτησα, ἂν ἐκ τοῦ ὑπο-
115λοίπου τούτου μένει ποσὸν ἀρκετὸν, ὅπως καλύψῃ τὴν πί-
116στωσιν ταύτην· ἐὰν δὲ δὲν μένῃ, ἠρώτησα, πόθεν νομίζετε,
117ὅτι θὰ πληρωθῇ τὸ ποσὸν αὐτό. Ἡ ἐρώτησίς μου δὲν εἶναι,
118ὡς ὑπεθέσατε, ἀβάσιμος, διότι ὁ νόμος σᾶς ὑποχρεοῖ νὰ κά-
119μητε αὐτὴν τὴν δήλωσιν.
120§28Φ. ΝΕΓΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Τὸ μὲν
121ἠγγυημένον δάνειον, ἀφοῦ ἐκάλυψε πρῶτον τὰς ὑποχρεώσεις
122τοῦ πολέμου πρὸς τὴν Τουρκίαν καὶ δεύτερον τὰ προσωρινὰ
123δάνεια εἰς χρυσόν, ἀφῆκεν ὑπόλοιπον φρ. χρυσᾶ 22,000,000
124ὡς ἔγγιστα, ὡς ἐνθυμοῦμαι. Τὸ ποσὸν τοῦτο δὲν καλύπτει
125τὸ ἔλλειμμα τοῦ 1897. Ἐρωτᾶτε, πόθεν ἐκαλύφθη τὸ ἔλ-
126λειμμα τοῦτο. Τυπικῶς μὲν δὲν ἐκαλύφθη, διότι, ὡς εἶπον,
127οἱ ἀπολογισμοὶ ἀπὸ τοῦ 1833 μέχρι τοῦ 1898 ἀφίνουσιν
128ἔλλειμμα σημαντικόν, οὐσιαστικῶς ὅμως ἐκαλύφθη ἀπὸ τὰ
129δάνεια ἐπ’ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ, τὰ ὁποῖα εἶναι ἀνα-
130γεγραμμένα εἰς τοὺς χρηματιστικοὺς λογαριασμούς. Γνωρί-
131ζετε, ὅτι κατὰ τὸν πόλεμον εἶχεν ἀποσυρθῆ ἀπὸ τὴν Ἐθνι-
132κὴν Τράπεζαν ποσὸν σημαντικόν, τὸ ὁποῖον, ἂν ἐνθυμοῦμαι
133καλῶς, ἀνῆλθεν εἰς 15,000,000, ἐκ τοῦ ἐπ’ ἀναγκαστικῇ
134κυκλοφορίᾳ δανείου, ἐπίσης δὲ εἰς 6 ἢ 8 ἑκατομμύρια ἐκ
135κερματικῶν γραμματίων· αὐτὰ ἦσαν διαθέσιμα, καὶ ἐξ αὐ-
136τῶν ἐκαλύφθησαν αἱ δαπάναι τοῦ πολέμου, ἐξ αὐτῶν οὐσια-
137στικῶς ἐπληρώθησαν.
138§29Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἂν ἦναι δυνατὸν, νὰ μᾶς δοθῇ ση-
139μείωμα, τί ἔμεινε περίσσευμα ἐκ τοῦ δανείου τῶν 150 ἑκα-
140τομμυρίων, ἢ μᾶλλον τί ἔλειψε, καὶ πόθεν ἐκαλύφθη.
141§30Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Τὰ χρήματα τὰ κατατεθέντα ἐπὶ
142ἀνοικτῷ λογαριασμῷ εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν δὲν τὰ θεω-
143ρεῖτε ὡς χρήματα τοῦ ταμείου, ἀλλὰ νομίζετε ὅτι ἔχετε
144ἀνάγκην ἀδείας, ἵνα κάμητε χρῆσιν αὐτῶν; Τὰ χρήματα
145ταῦτα δὲν ἀποτελοῦσι μέρος τοῦ δανείου ἐπ’ ἀναγκαστι-
146κῇ κυκλοφορίᾳ καὶ δὲν εἶναι χρήματα τοῦ ταμείου κατα-
147τεθειμένα ἐπὶ ἀνοικτῷ λογαριασμῷ; Τὰ χρήματα τῆς ἀναγ-
148καστικῆς κυκλοφορίας ἐδαπανήθησαν, καὶ εἶναι ἀναγεγραμ-
149μένον ἐν τοῖς διαφόροις προϋπολογισμοῖς καὶ ἀπολογισμοῖς,
150πῶς ἐδαπανήθησαν. Πᾶν ὅ,τι κατατίθεται ἀπὸ τὸ δημόσιον
151ταμεῖον ἐκ διαφόρων εἰσπράξεων παρὰ τῇ Ἐθνικῇ Τραπέζῃ
152ἀνήκει εἰς αὐτό.
153§31Φ. ΝΕΓΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ὡς γνω-
154ρίζετε, τὰ χρήματα ταῦτα ἐλήφθησαν κατὰ τὸ 1897, ἐλεί-
155φθησαν δὲ δι’ ἐντολῶν, αἱ ὁποῖαι ἔμειναν ἐκκρεμεῖς· ἀλλὰ
156ἀκριβῶς ὁ νόμος ὁ τελευταῖος, ὁ ΒΨϚʹ, περὶ οὗ σᾶς ὡμί-
157λησα, ἐκανόνισε τὸ ἄτακτον, τὸ ὁποῖον ὑπῆρχεν εἰς τοὺς
158λογαριασμοὺς τούτους.
159§32Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μοὶ δίδετε τὴν ἄδειαν;
160§33Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Παρακαλῶ.
161§34Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μοὶ φαίνεται, ὅτι τὰ περὶ τῶν
162χρημάτων τῶν κατατεθέντων εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν
163ἀπέναντι χρέους ἐπ’ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ δὲν ἐξετέ-
164θησαν ἐπαρκῶς. Πρὸ τοῦ πολέμου καὶ πρὸ τοῦ 1897 τὸ
165δημόσιον ταμεῖον εἶχεν ἀνοικτὸν λογαριασμὸν μὲ τὴν Ἐθνι-
166κὴν Τράπεζαν τραπεζικῶν γραμματίων ἐπ’ ἀναγκαστικῇ
167κυκλοφορίᾳ. Τότε ἀπεδόθησαν εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν
16815 ἢ 16 ἑκατομμύρια. Νομίζω δ’ ὅτι ταῦτα ἀπέδωκε τὸ
169Ὑπουργεῖον, τοῦ ὁποίου προϊστάμην. Ὅτε ταῦτα ἀπεδό-
170θησαν εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, τὸ δάνειον αὐτῆς, τὸ ἐπ’
171ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ, ἠλαττώθη κατὰ 15 ἢ 16 ἑκα-
172τομμύρια· ἐὰν δηλαδὴ τὸ χρέος τοῦτο ἀνήρχετο εἰς δραχμὰς
17380,000,000, ἠλαττώθη εἰς 65 ἢ 64 ἑκατομμύρια· ἐὰν ἦτο
17470,000,000, ἠλαττώθη εἰς 55 ἢ 54 ἑκατομμύρια. Μετὰ
175τὴν ἐποχὴν ἐκείνην παρέστη ἀνάγκη χρημάτων, καὶ οἱ διά-
176δοχοι Ὑπουργοὶ ἔλαβον χρήματα ἐκ τῆς ἀναγκαστικῆς κυ-
177κλοφορίας, ἀλλὰ ταῦτα ἔλαβον οἱ Ὑπουργοὶ αὐξάνοντες τὸ
178δάνειον τὸ ὑπάρχον, ἐπαναφέροντες δηλ. τὸ δάνειον εἰς τὸ
179ποσόν, εἰς τὸ ὁποῖον ἦτο πρὸ τοῦ πολέμου. Ἑπομένως ἡ
180πρᾶξις, ἡ γενομένη μεταξὺ τοῦ Ὑπουργείου, τὸ ὁποῖον τὰ
181ἔλαβε, καὶ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ἦτο πρᾶξις δανειστική.
182§35Φ. ΝΕΓΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Κατα-
183θέτω ἀπάντησιν εἰς τὴν ἐπερώτησιν τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Πα-
184τρῶν βουλευτοῦ κυρίου Χοϊδᾶ περὶ τῶν δανείων τῶν δοθέντων
185παρὰ τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης εἰς ἀνηλίκους καὶ Μονάς.
186Ἐπίσης καταθέτω τὸν φάκελον, τὸν ἀφορῶντα τὰ βιβλία
187τοῦ διευθυντοῦ τοῦ ξενοδοχείου «Μεγάλη Μασσαλία» Θ.
188Καλκούνη, ζητηθέντα παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Μεγάρων βου-
189λευτοῦ κυρίου Ἀναστασοπούλου.
190§36ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ. Ἐπειδὴ βλέπω, κύριε Ὑπουργέ,
191ὅτι εὐηρεστήθητε νὰ δώσητε ἀπάντησιν εἰς διαφόρους ἐπε-
192ρωτήσεις, ἐπιτρέψατέ μοι νὰ σᾶς ἐρωτήσω, ἐάν ποτε θὰ ἔλθῃ
193καὶ ἐμοῦ ἡ σειρά. Ἀπὸ μηνὸς καὶ πλέον, τὴν 8 Φεβρουα-
194ρίου, σᾶς ἐζήτησα νὰ ἀπαντήσητε, τί συμβαίνει μὲ τὰ εἰς
195τὸν δῆμον Ὠρωπίων ἀμφισβητηθέντα ἐσχάτως κτήματα,
196τὰ θεωρούμενα ὡς δημόσια.
197§37Φ. ΝΕΓΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Σᾶς πα-
198ρεκάλεσα νὰ διατυπώσητε τὴν ἐρώτησίν σας ὡρισμένως.
199§38ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ. Εἶναι πολὺ ὡρισμένη· διότι ἰδοὺ
200τί ἔλεγον πρὸς ὑμᾶς τὴν 8 Φεβρουαρίου. Ἐπέστησα τὴν προσ-
201οχὴν τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τῶν συμβαινόντων ἀτόπων ἕνεκα
202τοῦ περὶ δασῶν νόμου εἰς τὴν περιφέρειαν Ἀττικῆς, καὶ ἰδίως
203εἰς τὸν δῆμον Ὠρωπίων, οὗτινος πολλὰς χέρσους γαίας θεω-
204ροῦσαι ὡς ἐθνικὰς αἱ ἀρχαί, καταγγέλλουσιν ἐπὶ παρανόμῳ
205ὑλοτομίᾳ πάντα, ὅστις ἤθελε προβῆ εἰς καλλιέργειαν αὐτῶν.
206§39Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Δυστυχῶς εἶναι ἀόριστος.
207§40ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ. Θεωρεῖται αὐτὴν ὡς ἀόριστον;
208Ἐγὼ σᾶς ἀνέφερα καὶ τὰ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα προσῆλθον εἰς
209τὸ Δικαστήριον, καὶ ἡ δίκη των ἀνεβλήθη ἕνεκα ἐλλείψεως
210μαρτύρων.
211Προσέτι ἤθελον νὰ σᾶς ὑποβάλω καὶ ἄλλην τινὰ αἴτησιν.
212Μόλις προχθὲς τὸ Σάββατον μᾶς διενεμήθη ἐνταῦθα ἡ προσ-
213ωρινὴ κατάστασις τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων μέχρι 31 Δεκεμ-
214βρίου 1901. Ἡ κατάστασις αὕτη ἦτο τετυπωμένη καὶ δια-
215νεμημένη πρὸ ὀκτὼ ἡμερῶν εἰς διάφορα γραφεῖα, ὅπου ἔτυχε
216νὰ τὴν ἴδω. Εἴμεθα σήμερον εἰς τὴν 12 Μαρτίου, πρῶτον
217ἀντικείμενον τῆς ἡμερησίας διατάξεως εἶναι ἡ συζήτησις
218τοῦ Προϋπολογισμοῦ, καὶ ἐν τούτοις κατάστασιν τῶν ἐσόδων
219καὶ ἐξόδων μέχρι τῆς 31 Ἰανουαρίου 1902 ἀκόμη δὲν ἔχο-
220μεν· ἐννοεῖτε δὲ πόσον σπουδαῖον στοιχεῖον εἶναι αὕτη διὰ
221τὸν θέλοντα νὰ μελετήσῃ τὸν Προϋπολογισμὸν καὶ φέρῃ
222κρίσιν ἐπ’ αὐτοῦ. Τὸ περιεργότερον δὲ εἶναι, ὅτι χθὲς ἐφη-
223μερίς τις ἐδημοσίευσεν, ὅτι ἐκ τοῦ ἀποτελέσματος τῶν εἰσ-
224πράξεων τοῦ μηνὸς Φεβρουαρίου ἀπεδείχθη, ὅτι αἱ εἰσπρά-
225ξεις βαίνουσι τόσον καλῶς, ὥστε τὸ ἔλλειμμα τὸ παρατηρη-
226θὲν ἐπὶ τῶν εἰσπράξεων τοῦ μηνὸς Ἰανουαρίου ἐκαλύφθη,
227καὶ μένει καὶ περίσσευμα. Τὸ δημοσίευμα τοῦτο δεικνύει, ὅτι
228τὰ στοιχεῖα ταῦτα ὑπάρχουσιν. Ἡ κατάστασις τῆς 31 Δε-
229κεμβρίου τοῦ 1901 εἶναι ἥκιστα ἐνθαρρυντική, δι’ αὐτὸ δὲ
230ἔπρεπε νὰ ἔχωμεν τὴν κατάστασιν τοῦ Ἰανουαρίου, ἵνα ἴδω-
231μεν τὴν σημερινὴν κατάστασιν.
232Ἀφοῦ λοιπὸν χθὲς ἐδημοσιεύετο (καὶ δύναμαι νὰ σᾶς ἀνα-
233φέρω τὴν ἐφημερίδα) ἐν τῇ «Ἑστίᾳ», ὅτι τ’ ἀποτελέσματα
234ἀποδεικνύουσιν, ὄχι μόνον, ὅτι ἐκαλύφθη τὸ ἔλλειμμα τοῦ
235Ἰανουαρίου, ἀλλ’ ὅτι προκύπτει καὶ περίσσευμα, ὑποθέτω
236ὅτι τὰ στοιχεῖα ταῦτα ὑπῆρχον. Μήπως ὅμως δύναταί τις
237νὰ ὑποπτεύσῃ, ὅτι δὲν ἐδημοσιεύοντο, διὰ νὰ μὴ φαίνηται
238ἡ κακὴ κατάστασις τῶν πραγμάτων μέχρι τῆς 31 Ἰανουα-
239ρίου; Ἐν πάσῃ περιπτώσει εἶναι συμφέρον διὰ πάντας νὰ
240δημοσιευθῇ ἡ κατάστασις αὕτη, καὶ πρὸς τοῦτο παρακαλῶ
241τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ δώσῃ τὰς δεούσας διαταγάς.
242§41Φ. ΝΕΓΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Μὴ λη-
243σμονεῖτε, ὅτι τ’ ἀποτελέσματα τῶν ὁλικῶν ἐσόδων τῶν τα-
244μείων φθάνουσιν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν πολὺ
245πρὶν φθάσωσιν αἱ λεπτομέρειαι. Καὶ καθ’ ὅσον μὲν ἀφορᾷ εἰς
246τὰ ὁλικὰ ἀποτελέσματα, ταῦτα ἀληθῶς ἔχομεν μέχρι τέλους
247Φεβρουαρίου, καὶ δύναμαι νὰ καταθέσω κατάστασιν περὶ
248αὐτῶν. Ἐκ τῆς καταστάσεως ταύτης ἀποδεικνύεται, ὅτι μέ-
249χρι τῆς 28 Φεβρουαρίου ὑπερτεροῦσιν αἱ εἰσπράξεις τοῦ 1901
250τὰς ἀντιστοίχους τοῦ 1900 κατὰ δραχ. 2,679,000 περί-
251που. Καθ’ ὅσον ὅμως ἀφορᾷ τὰς λεπτομερείας, μέχρις ὅτου
252αὗται ἑτοιμασθῶσιν ἀπαιτεῖται χρόνος.
253§42ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ. Ἀφοῦ ἠδύνασθε νὰ δημοσιεύσητε
254συνοπτικῶς γενικὰ ἀποτελέσματα μέχρι τέλους Φεβρουα-
255ρίου, ἕπεται, ὅτι πολλῷ μᾶλλον εἶσθε εἰς θέσιν νὰ δημοσι-
256εύσητε ταῦτα μέχρι τῆς 31 Ἰανουαρίου.
257§43Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Ἐπειδὴ γνωρίζετε ἄριστα τὰ λογιστικά,
258γνωρίζετε, ὅτι ἄλλο εἶναι νὰ λαμβάνωμεν τὸ ὁλικὸν τῶν εἰσ-
259πράξεων, καὶ ἄλλο νὰ ἔχωμεν τὰ στοιχεῖα λεπτομερῶν
260καταστάσεων.
261§44ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ. Δὲν σᾶς ἐζήτησα λεπτομερῆ κατά-
262στασιν. Εἶσθε ὅμως εἰς θέσιν νὰ δημοσιεύσητε μίαν κατά-
263στασιν μέχρι 31 Ἰανουαρίου, καθόσον νομίζω, ὅτι ὁ Ἰανουά-
264ριος προηγεῖται τοῦ Φεβρουαρίου.
265§45Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Καὶ αὔριον ἐὰν ἔχω τὴν κατάστασιν, δύ-
266ναμαι νὰ τὴν δημοσιεύσω.
267§46ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ. Ἠδύνασθε νὰ δημοσιεύσητε τὰ
268τοῦ Ἰανουαρίου, ἀφοῦ ἔχετε ἤδη καὶ ἀναφέρετε τὰ τοῦ Φε-
269βρουαρίου.
270§47Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Τὰ τοῦ Ἰανουαρίου εὑρίσκονται εἰς τὴν
271αὐτὴν κατάστασιν.
272§48ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ. Τὰ εἴχετε εἰς τὴν τσέπην σας,
273ἀλλ’ ἐγὼ δὲν δύναμαι νὰ ἐμβαθύνω εἰς αὐτήν.
274§49Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Μέχρι τέλους Δεκεμβρίου ὑπερτερεῖ τὸ
2751901 τοῦ 1902 κατὰ δρ. 2,334,000, κατὰ τὸν Ἰανουάριον
276ἐμειονέκτησε κατὰ 1,200,000, κατὰ τὸν Φεβρουάριον ὑπερ-
277τέρησε κατὰ 1,558,000. Ὥστε ὁ Φεβρουάριος ὄχι μόνον
278ἐκάλυψε τὴν διαφορὰν τοῦ Ἰανουαρίου, ἀλλὰ καὶ ὑπερέβη
279κατὰ πολὺ τὰ ἀντίστοιχα τοῦ προηγουμένου ἔτους. Τὸ συμ-
280πέρασμα λοιπὸν εἶναι, ὅτι μέχρι τέλους Φεβρουαρίου αἱ εἰσ-
281πράξεις τοῦ 1901 ὑπερέβησαν τὰς τοῦ 1900 κατὰ δραχμὰς
2822,679,000 περίπου.
283§50ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ. Ἕν πρᾶγμα θὰ σᾶς ζητήσω ἀκό-
284μη. Ἤθελον, ἐὰν δύνασθε, ἕως αὔριον νὰ μᾶς δώσητε τὰς
285ἑξῆς πληροφορίας περὶ τῶν ἐσόδων ἐκ τῶν κυριωτέρων ἀμέ-
286σων φόρων, ἤτοι τοῦ φόρου τῶν οἰκοδομῶν, τῶν ἐπιτηδευ-
287μάτων, τοῦ ἐλαίου, τοῦ ἐλαίου τῆς Ἑπτανήσου, καὶ τοῦ
288φόρου τῶν ἀμπέλων, μέχρι τῆς 31 Ἰανουαρίου 1902.
289§51Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἡ ἐρώτησις τοῦ κυρίου Βου-
290λευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς δὲν ἀποτελεῖ αἴτησιν πρὸς παροχὴν
291χάριτος. Ἐσκόπει ὁ κύριος Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς νὰ ὑπο-
292μνήσῃ εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν,
293ὅ,τι ἡ πρόοδος τῶν εἰσπράξεων τῶν ἐσόδων καὶ ἡ πρόοδος
294τῆς πληρωμῆς τῶν ἐξόδων δημοσιεύεται διὰ καταστάσεως
295καθ’ ἕκαστον μῆνα. Ἐὰν δὲν ἔχωμεν τὴν κατάστασιν τοῦ
296Ἰανουαρίου, οὔτε τοῦ Φεβρουαρίου, ἀλλὰ μᾶς φέρετε σεῖς
297εἰς φύλλον χάρτου, τοῦτο δὲν ἀρκεῖ καὶ δι’ ἡμᾶς. Ἡμεῖς
298ἔχομεν ἀνάγκην τῆς ἐντύπου καταστάσεως, τῆς περιβεβλη-
299μένης τὸ κῦρος τῆς ἐπισημότητος. Δὲν ζητοῦμεν ἑπομένως
300χάριν, ἀλλ’ ἐκπλήρωσιν τοῦ καθήκοντός σας.
301§52Γ. ΚΟΡΠΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν καὶ τῶν
302Ναυτικῶν). Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ καταθέσω ἀπάντησιν
303ἐπὶ ἐπερωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ Μαντινείας κ. Μπακοπού-
304λου, δι’ ἧς ἐζήτει νὰ καταθέσω τὰ σχετικὰ ἔγγραφα, δι’
305ὧν ἀποδεικνύεται, πόθεν προέκυψαν οἱ λόγοι, ὧν ἕνεκα συν-
306εκροτήθη εἰδικὸν στρατιωτικὸν ἀπόσπασμα μεταβατικὸν ἐν
307Μαντινείᾳ. Ὑπάρχουσιν ἐν τῇ ἀπαντήσει πάντα τὰ ἔγ-
308γραφα, τ’ ἀποδεικνύοντα πόθεν ἔλαβεν ἡ ὑπηρεσία τὴν ἀφορ-
309μὴν νὰ συστήσῃ τὸ ἀπόσπασμα τοῦτο.
310Περὶ τοῦ ἀστυνόμου Ἀγραίων, ἀνθυπασπιστοῦ τοῦ πεζι-
311κοῦ Ἀνδριοπούλου, ὑπάρχει ἔγγραφον, δι’ οὗ ἀποδεικνύε-
312ται, ὅτι οὗτος ἀπηλλάγη τῆς κατ’ αὐτοῦ κατηγορίας ὑπὸ
313τοῦ Στρατοδικείου. Ταῦτα εἰς ἀπάντησιν τῆς ἐπερωτήσεως
314τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Γόρτυνος.
315Ἐπίσης πρὸς συμπλήρωσιν τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὴν ἐπε-
316ρώτησιν, τὴν τελευταῖον γενομένην, περὶ τῆς ἐν Βόλῳ μετοι-
317κήσεως τῶν αὐτόθι στρατιωτικῶν ἀρχῶν ἐξ ἰδιωτικῶν οἰκιῶν
318εἰς στρατιωτικὰ καταστήματα, καταθέτω πλήρη ἀπάντη-
319σιν, ἐξ ἧς ἐμφαίνεται πόθεν ἔλαβεν ἀφορμὴν ἡ ὑπηρεσία νὰ
320ἐγκαταλίπῃ τὰς ἰδιωτικὰς οἰκίας καὶ μεταφέρῃ τὰς στρα-
321τιωτικὰς ἀρχὰς εἰς στρατιωτικὰ καταστήματα.
322Ἐπίσης καταθέτω ἀπάντησιν εἰς τὴν ἐπερώτησιν τοῦ βου-
323λευτοῦ Παξῶν κ. Βελλιανίτου περὶ τῶν ταξειδίων τῶν πολε-
324μικῶν σκαφῶν. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐπηρώτησεν «ἐκ ποίας ἀνάγ-
325κης τῆς Πολιτείας τὰ πολεμικὰ σκάφη ἐχρησιμοποιοῦντο ὡς
326θαλαμηγοὶ διαφόρων οἰκογενειῶν, καὶ δυνάμει τίνος νόμου
327ἢ Διατάγματος ἐπετρέπετο τοῦτο, τίς δὲ κατέβαλε τὰς δα-
328πάνας τῆς καυσίμου ὕλης». Ὑπάρχει ἀπάντησις διὰ τὰ τα-
329ξείδια ὅλα, τὰ γενόμενα κατὰ τὸ 1901 ὑπὸ τῶν πολεμικῶν
330σκαφῶν.
331§53Φ. ΝΕΓΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Πρὸς εὐχα-
332ρίστησιν τοῦ συναδέλφου κ. Σκουζὲ ἀναγγέλλω αὐτῷ, ὅτι
333ἔλαβον τώρα μόλις τὴν κατάστασιν, ἣν ἐζήτησε. Τ’ ἀποτελέ-
334σματα ἔχουσιν οὕτω: Εἰσπράξεις ἐσόδων χρήσεως 1901 ἀπὸ
3351 Ἰανουαρίου 1901 μέχρι τέλους Φεβρουαρίου 1902: ἐκ
336φόρου ἀροτριώντων κτηνῶν 1,875,000 δραχμαί, ἀπέναντι
3371,824,000, ὅσαι εἰσεπράχθησαν ἀπὸ 1 Ἰανουαρίου 1900
338μέχρι τέλους Φεβρουαρίου 1902 τῆς χρήσεως τοῦ 1900,
339ἐκ φόρου ἀμπέλων 571,000, ἀπέναντι 50 δραχμῶν τοῦ 1900
340ἐκ φόρου ζώων 2,110,000, ἀπέναντι 2,620,000 τοῦ 1900
341(ἐνταῦθα ὑπάρχει διαφορὰ σπουδαία, ἕνεκα τῆς διὰ νόμου
342ἐπελθούσης ἐλαττώσεως τῆς βεβαιώσεως)· ἐκ φόρου ἐπιτηδευ-
343μάτων δρ. 3,048,000 κατὰ τὸ 1901, ἀπέναντι 3,112,000
344κατὰ τὸ 1900· ἐκ φόρου οἰκοδομῶν δρ. 2,781,000, ἀπέ-
345ναντι 2,648,000 τοῦ 1900. Τὸ ὅλον οἱ φόροι οὗτοι φέρουσι
346δραχ. 10,388,000 τὸ 1901, ἀπέναντι 10,205,000 κατὰ τὸ
3471900· ἤτοι ὑπάρχει διαφορὰ 183,000 δρ. ὑπὲρ τοῦ 1901.
348§54ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ. Παρακαλῶ νὰ τυπωθῇ ἡ κατάστα-
349σις αὕτη.
350§55ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 155).
351§56Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Ἐπειδὴ εὑρίσκομαι εἰς τὸ βῆμα, καταθέτω
352ἀπάντησιν εἰς ἐπερώτησιν τοῦ βουλευτοῦ κ. Δραγούμη, καθ’
353ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἔκδοσιν τοῦ τελευταίου δανείου τοῦ σιδη-
354ροδρόμου Πειραιῶς–Δεμερλῆ.
355Ἐπίσης ἀπάντησιν εἰς ἐπερώτησιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ
356Ἄρτης, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὰς διαφόρους εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τρά-
357πεζαν καταθέσεις τοῦ Δημοσίου ἐκ καπνοῦ, ἐξ ἐκπαιδευτι-
358κῶν τελῶν κλπ.
359§57Α. ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστι-
360κῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Ὁ βουλευτὴς κύριος
361Τσιτσάρας ἀπηύθυνεν ἐπερώτησιν περὶ δημοδιδασκαλικῶν
362μεταβολῶν ἐν Εὐρυτανίᾳ. Ἐν σημειώματι, τὸ ὁποῖον κατα-
363θέτω, δίδεται ἀπάντησις εἰς ὅλα τὰ ἐρωτήματα αὐτοῦ.
364Καταθέτω δὲ καὶ ὅσα ἔγγραφα ἠδυνήθη νὰ συλλέξῃ ἡ ὑπη-
365ρεσία πρὸς συμπλήρωσιν τῶν ἐγγράφων.
366Ἐπίσης, ἀπαντῶν εἰς τὴν ἐπερώτησιν τοῦ βουλευτοῦ κ.
367Τσάτσου, καταθέτω τὰ τελευταῖα ἔγγραφα, ἅτινα ἀντηλλά-
368γησαν μεταξὺ τοῦ Ὑπουργείου καὶ τῆς Ἱερᾶς Συνόδου περὶ τῆς
369ἄρτι γενομένης ἐκλογῆς τοῦ Ἡγουμένου τῆς Μονῆς Πεντέλης.
370Ἐπίσης ὑπεβλήθη ἐπερώτησις περὶ γενομένων κτηματι-
371κῶν ἀνταλλαγῶν τῆς Μονῆς Πετράκη. Ἀλλ’ ἐζητήθη εἰδι-
372κῶς νὰ κατατεθῶσιν ἔγγραφα σχετιζόμενα πρὸς ἀνταλλα-
373γὴν Ἠλιοπούλου ἢ Σούτσου. Ὑπάρχουσι δύο ἀνταλλαγαί.
374Μοὶ φαίνεται, ὅτι ὑπεβλήθη ἐπερώτησις ὡς πρὸς τὴν Μονὴν
375Πετράκη. Ὡς πρὸς αὐτήν, καταθέτω τὸ συμβόλαιον τῆς
376ἀνταλλαγῆς, τὸ γενόμενον μεταξὺ τοῦ Γεωργίου Ἠλιοπού-
377λου καὶ τοῦ Ἡγουμενοσυμβουλίου. Ὑπάρχει ἀνταλλαγὴ
378ἐπίσης, ἀλλ’ οὐχὶ τῆς Μονῆς Πετράκη, ἀλλὰ τῆς Πεντέλης.
379Ἐὰν ἐπιμένῃ ὁ κύριος Τσιτσάρας νὰ καταθέσω τὰ ἔγγραφα
380ταῦτα, καταθέτω αὐτά.
381§58Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Μάλιστα.
382§59Α. ΠΕΤΑΛΑΣ. Πρὸ πολλοῦ καιροῦ ὁ βουλευτὴς Τρικκά-
383λων κ. Χατζηπέτρος παρεκάλεσε τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῶν
384Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως νὰ πλη-
385ροφορήσῃ τὴν Βουλήν, πόσους ἐκτάκτους ὑπαλλήλους ἔχει
386τὸ Ὑπουργεῖον, ἀλλ’ ὁ κύριος Ὑπουργὸς κωφεύει. Παρα-
387καλῶ νὰ δοθῇ ἡ πληροφορία αὕτη, διὰ νὰ ἴδωμεν τί φάμ-
388πρικα ὑπάρχει ἐκεῖ.
389§60Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτε-
390ρικῶν). Καταθέτω ἀπάντησιν εἰς ἐπερώτησιν τοῦ βουλευτοῦ
391Ἀττικῆς κ. Λεβίδου, ἀναφερομένην εἰς τὰ ἐν Ἑλλάδι ὑπάρ-
392χοντα ἕλη. Σημειοῦνται αἱ ἐκτάσεις τῶν ἑλῶν, οἱ ἰδιοκτῆ-
393ται αὐτῶν—διότι ὑπάρχουσι καὶ ἰδιωτικὰ ἕλη—καὶ διάφο-
394ροι ἄλλαι παρατηρήσεις.
395Ἐπίσης σημείωμα, δι’ οὗ δίδεται ἀπάντησις εἰς ἐπερώ-
396τησιν τοῦ κ. Δραγούμη, ἀναφερομένην εἰς ὑδραγωγεῖόν τι ἐν
397Πύργῳ.
398§61ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Παρακαλῶ νὰ τυπωθῇ. (Ὅρα Παράρ-
399τημα, ἀριθ. 156).
400§62Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Ἐπίσης καταθέτω πίνακα,
401δι’ οὗ δίδεται ἀπάντησις εἰς ἐπερώτησιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ
402ἐκ Γόρτυνος περὶ τῶν ἐν Θεσσαλίᾳ κατασκευασθέντων καὶ
403ἐπισκευασθέντων ναῶν.
404Ἐπίσης καταθέτω σημείωμα, δι’ οὗ δίδεται ἀπάντησις
405εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Γόρτυνος περὶ τοῦ Φρενοκομείου
406Κερκύρας.
407Καὶ τελευταῖον καταθέτω πάντα τὰ σχετικὰ ἔγγραφα,
408δι’ ὧν δίδεται ἀπάντησις εἰς τὰς ἐπερωτήσεις τοῦ κ. Δρα-
409γούμη, τὰς ἀναγομένας εἰς τὸ Τριανταφυλλίδειον κληροδό-
410τημα.
411Ὑποβάλλω σχέδιον νόμου, δι’ οὗ λαμβάνεται πρόνοια περὶ
412τῶν ἐκ πυρκαϊᾶς κλπ. καταστραφέντων βιβλίων ὑποθηκῶν,
413μεταγραφῶν κλπ. ἐν τῇ Θεσσαλίᾳ καὶ ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Σάμης.
414§63ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Πα-
415ράρτημα, ἀριθ. 157).
416§64ΑΛΕΞ. Θ. ΖΑΙΜΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ
417τῶν Ἐξωτερικῶν). Καταθέτω πίνακα τῆς διαχειρίσεως τοῦ
418κεφαλαίου Εʹ, «ἔκτακτοι ἀποστολαὶ», τοῦ προϋπολογισμοῦ
419τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς χρήσεως τοῦ 1901,
420ζητηθέντα παρὰ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Γόρτυνος.
421§65Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ ἐπανέλθω εἰς
422ζήτημα, ὅπερ συνεζητήθη· διότι ἢ ἐγὼ δὲν ἐξηγήθην ἀρκούν-
423τως, ἢ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ἐλησμόνησε τὴν
424αἴτησιν, τὴν ὁποίαν τοῦ ἔκαμα. Ὑπάρχει διάταξις νόμου,
425ὑποχρεοῦσα τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ φέρῃ τὴν δή-
426λωσιν, ἣν ἔφερε, τῶν 2,200,000 δρ. περίπου. Μοὶ ἐφάνη κά-
427πως ἄτακτος ἡ δήλωσις αὕτη, ἑπομένως καὶ ἡ προϋπάρχου-
428σα διάταξις ἐν τῷ νόμῳ· διότι, ὅταν ἐπιρρίπτωμεν εἰς μίαν
429χρῆσιν δαπάνην, ἥτις ἐγένετο προηγουμένως, ἀλλ’ ἥτις δὲν
430δύναται νὰ πληρωθῇ ἐκ τῶν ἐσόδων τῆς χρήσεως ταύτης,
431πράττομέν τι εἰκονικόν, πράττομέν τι, τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι
432σύμφωνον μὲ τὰς ὑγιεῖς ἀρχὰς τῆς διαχειρίσεως τῶν οἰκονο-
433μικῶν ἑνὸς Κράτους. Ἂν τὸ 1897 εἶχε περίσσευμα, διὰ τοῦ
434ὁποίου νὰ πληρωθῇ τὸ ποσὸν τοῦτο, ἡ ἀναγραφὴ αὐτοῦ εἰς
435τὴν χρῆσιν τοῦ 1897 θὰ ἦτο κανονικὴ, οὐχὶ πλέον διὰ δη-
436λώσεως, ὡς ἀτάκτως γίνεται, ἀλλὰ διὰ συμπληρωματικῆς
437πιστώσεως, καθὼς διατάσσει ὁ καταστατικὸς νόμος περὶ
438δημοσίου λογιστικοῦ.
439Ἐπανέρχομαι εἰς τὴν ἀνάπτυξιν, συντόμως πάντοτε, τοῦ
440ζητήματος τούτου. Ὅπως καὶ ἐγὼ, ποιούμενος τὴν ἐπερώ-
441τησιν ταύτην, εἶπον καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς εἶπεν, ἡ χρῆσις τοῦ
442ἔτους 1897 ἐπωφελήθη ἑνὸς ὑπολοίπου τοῦ δανείου τῶν
443150,000,000 πρὸς κάλυψιν τῶν ἐλλειμμάτων αὐτῆς. Τὸ
444δάνειον τοῦτο συνωμολογήθη πρὸς τρεῖς σκοποὺς, ὧν ὁ τρίτος
445ἦτο ἡ πλήρωσις τοῦ ἐλλείμματος τοῦ 1897. Ἡ χρῆσις τοῦ
4461897 ἔκλεισεν. Ἄτακτον λοιπὸν εἶναι νὰ ἐγγράψωμεν τὴν
447πίστωσιν εἰς τὴν χρῆσιν ταύτην. Ἔχομεν ἐν τῷ Προϋπολο-
448γισμῷ κεφάλαιον δαπάνης διὰ κεκλεισμένας χρήσεις· ὅλαι
449δὲ αἱ δαπάναι τῶν κεκλεισμένων χρήσεων πληρώνονται ἐκ
450τῆς τρεχούσης χρήσεως, καὶ ἡ πληρωμὴ αὐτῶν βαρύνει τὸ
451κεφάλαιον τοῦτο ἑκάστης τρεχούσης χρήσεως. Ἐνταῦθα ἐγέ-
452νετό τι ἄτακτον· ἐγένετο διὰ νόμου, ἀλλὰ τοῦτο δὲν ἐμπο-
453δίζει νὰ ἦναι ἄτακτον. Διὰ τοῦτο ἠρώτησα τὸν κ. Ὑπουργὸν
454τῶν Οἰκονομικῶν, πόθεν θὰ πληρώσῃ τὸ ποσὸν τοῦτο· θὰ τὸ
455πληρώσῃ ἐξ ἐσόδων τοῦ 1897; δὲν εἶναι δυνατόν. Θὰ τὸ
456πληρώσῃ ἐκ τοῦ τρεχουμένου λογαριασμοῦ τοῦ Δημοσίου μετὰ
457τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης; νὰ μᾶς εἴπῃ τοῦτο. Ἀλλὰ τότε ἐκ
458τοῦ τρεχουμένου, οὐχὶ ἐκ τοῦ λογαριασμοῦ τῆς ἀναγκαστικῆς
459κυκλοφορίας. Ἀλλ’ ὁ τρεχούμενος αὐτὸς λογαριασμὸς δὲν δύνα-
460ται νὰ χρησιμεύσῃ εἰς πληρωμὰς τακτικὰς τοῦ Κράτους διὰ
461πιστώσεως ἀτάκτου. Δύναται νὰ χρησιμεύσῃ πρὸς πληρωμὴν
462ὀφειλῶν τοῦ Δημοσίου πληρωνομένων ἐκ τῶν λογαριασμῶν
463τῆς γενικῆς ληψοδοσίας, δύναται νὰ χρησιμεύσῃ πρὸς κάλυ-
464ψιν ἐλλείμματος τρεχούσης χρήσεως, ἀλλὰ δὲν δύναται νὰ
465χρησιμεύσῃ πρὸς πληρωμὴν δαπανῶν, αἱ ὁποῖαι δὲν εἶναι
466τακτικαί.
467Ἐνόμιζον, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὁ ὁποῖος
468καὶ ἄλλοτε τοιαύτας ἐγγραφὰς εἰκονικὰς κατέκρινεν, ἤθελεν
469ἐξακολουθεῖ νὰ ἔχῃ τὴν ἰδέαν ταύτην, καὶ ἐπὶ τῇ πεποιθή-
470σει ταύτῃ τὸν ἠρώτησα, πόθεν θὰ πληρωθῇ τὸ ποσὸν τῆς πι-
471στώσεως ταύτης, καὶ ἐζήτησα νὰ μᾶς φέρῃ σημείωσιν, πῶς
472διετέθη τὸ ὑπόλοιπον τοῦ δανείου τῶν 150,000,000, καὶ
473ἐὰν ἐκ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν διετέθη, ἔμεινε περίσσευμα, τὸ
474ὁποῖον ἀνήκει εἰς τὴν χρῆσιν τοῦ 1897. Πιστεύω, ὅτι θὰ
475μᾶς φέρῃ τὸ σημείωμα αὐτό, διὰ νὰ ἴδωμεν, τί ποσὸν ἐκ τοῦ
476δανείου τοῦ 1897 ἐχρησιμοποιήθη διὰ τὸ ἔλλειμμα τοῦ
4771897· διότι ναὶ μὲν ἐν τῇ ἐκθέσει τῆς Διεθνοῦς Ἐπιτροπῆς
478ὑπάρχει τὸ σύνολον τοῦ ποσοῦ, ἀλλὰ δὲν ὑπάρχουσιν ἐκεῖ
479αἱ λεπτομέρειαι. Ὅταν δὲ μᾶς φέρῃ τὸ σημείωμα αὐτό, θὰ
480ἴδωμεν πόσον ἐπληρώθη, καὶ ἂν αὐτὸ ἐπληρώθη ἐξ ἐσόδου
481ἀνήκοντος εἰς τὸ 1897. Νομίζω ὅτι εἶναι κανονικὸν νὰ τρο-
482ποποιηθῇ ἡ διάταξις τοῦ νόμου, ἡ ὁποία καθιερώνει τοιαύ-
483την εἰκονικὴν ἐγγραφήν, καὶ καθιερώνει ἀρχὴν, ἡ ὁποία βε-
484βαίως εἶναι κακὴ διὰ τὴν διαχείρισιν τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν,
485καὶ νὰ ἀναγραφῇ ἡ πληρωμὴ αὕτη, ὅπως ἀναγράφονται ὅλαι
486αἱ πληρωμαὶ τῶν κεκλεισμένων χρήσεων, εἰς τὴν κανονι-
487κὴν μερίδα, τὴν ὁποίαν κανονίζει ὁ λογιστικὸς ἡμῶν νόμος
488καὶ ὁ Προϋπολογισμός. Δὲν εἶναι ἐπωφελές, ἀπ’ ἐναντίας εἶ-
489ναι ὀλέθριον διὰ τὴν διαχείρισιν τῶν οἰκονομικῶν, ὅταν ἐρ-
490χώμεθα, εἴτε διὰ νόμου, εἴτε διὰ δηλώσεων, νὰ ἀνατρέψωμεν
491τὰς θεμελιώδεις βάσεις τοῦ λογιστικοῦ νόμου, ὅπως ἐπιρ-
492ρίψωμεν εἰς παρελθούσας χρήσεις, ἢ εἰς ἄλλας ἀναγραφὰς,
493δαπάνας, αἵτινες βαρύνουσι τρεχούσας χρήσεις. Τοῦτο εἶπον,
494καὶ ἐλπίζω, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἀντελήφθη
495τῆς ἐννοίας τῆς ἐρωτήσεώς μου, καὶ θὰ εὐαρεστηθῇ νὰ μᾶς
496φέρῃ τὸν πίνακα τοῦτον.
497§66Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Οἱ κύριοι Ὑπουργοί, δίδοντες
498πληροφορίας ἐπὶ ἐπερωτήσεων, αἵτινες προετάθησαν αὐτοῖς,
499ἀποφεύγουσι μετὰ λόγου νὰ ἐκθέσωσι τὰς πληροφορίας προ-
500φορικῶς, ἀλλὰ μεταδίδουσιν αὐτὰς δι’ ἑνὸς σημειώματος, τὸ
501ὁποῖον καταθέτουσι. Δὲν ἐπικρίνω τοῦτο, ὁσάκις ἦναι δύσκο-
502λον νὰ ἐκθέσῃ τις προφορικῶς ὑπόθεσιν μακρὰν καὶ περίπλο-
503κον. Ἀλλὰ τὰ σημειώματα ταῦτα, κατατιθέμενα ἅπαξ, εἶναι
504ἔγγραφα ἀνήκοντα εἰς τὸ Γραφεῖον τῆς Βουλῆς. Λέγω τοῦτο,
505διότι ἐζήτησα, ἀλλὰ δὲν ἔλαβον τὸ σημείωμα, τὸ ὁποῖον
506κατέθηκεν ὁ πρώην Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἐπὶ ἐπερω-
507τήσεως, ἥτις ἐγένετο αὐτῷ περὶ τῶν συμβάντων τῆς 8 Νοεμ-
508βρίου κατὰ τὴν ὁδὸν Κοραῆ, ἵνα συμπληρώσω δι’ αὐτοῦ κε-
509νόν, τὸ ὁποῖον τὰ στενογραφήματα ἔχουσι, διότι ὁ στενο-
510γράφος, ἀντὶ νὰ ἀναγράψῃ ἐν τοῖς στενογραφήμασι τὰ ἀνα-
511γινωσκόμενα κείμενα, γράφει μόνον τὴν λέξιν «ἀναγινώσκει»,
512καὶ ἀφίνει κενὸν, ἵνα πληρωθῇ διὰ τῆς μεταγραφῆς τοῦ ἀνα-
513γνωσθέντος κειμένου ὑπὸ τοῦ ἀγορεύσαντος. Τὸ σημείωμα
514λοιπὸν τοῦτο οὐδαμοῦ ἀνεῦρον. Παρακαλῶ λοιπὸν νὰ εὑρεθῇ
515καὶ μοὶ ἀποσταλῇ.
516Εὐχαριστῶ τοὺς κυρίους Ὑπουργοὺς διὰ τὰς πληροφο-
517ρίας, τὰς ὁποίας μοὶ ἔδωκαν ἐπὶ τῶν ἐπερωτήσεων, τὰς
518ὁποίας εἶχον ὑποβάλει, ἀλλὰ παρακαλῶ νὰ μοὶ ἐπιτραπῇ
519νὰ τοῖς ὑπομνήσω ἐπερώτησιν, τὴν ὁποίαν ἔχω ἀπευθύνει
520πρὸς τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, δι’ ἧς παρε-
521κάλουν αὐτὸν νὰ ἀνακοινώσῃ εἰς τὴν Βουλὴν, ἂν ἔλαβεν ἐκ-
522θέσεις τῶν νομαρχῶν περὶ τῶν γενομένων μεταναστεύσεων,
523καὶ νὰ καταθέσῃ αὐτὰς, ἢ, ἂν δὲν ἔλαβε τοιαύτας, νὰ ζη-
524τήσῃ λόγον παρὰ τῶν νομαρχῶν, πῶς τοιοῦτον συμβεβηκὸς
525παρέλιπον νὰ ἀναφέρωσιν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον. Ὡσαύτως
526παρεκάλεσα τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ δώσῃ
527πληροφορίας περὶ τῆς ὀργανικῆς δυνάμεως τῶν λόχων, τῶν
528ταγμάτων καὶ συνταγμάτων τοῦ πεζικοῦ, τῶν πυροβολαρ-
529χιῶν καὶ τῶν ἰλῶν τοῦ ἱππικοῦ, καὶ τῆς ἐνεστώσης δυνά-
530μεως αὐτῶν.
531§67Γ. ΚΟΡΠΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Τὰς
532κατέθεσα πρὸ ἡμερῶν.
533§68Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε, νὰ
534διατάξητε νὰ μὴ δοθῶσιν.
535Ἐπίσης παρεκάλεσα τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερι-
536κῶν νὰ καταθέσῃ πίνακα τῶν καθ’ ἕκαστον δαπανῶν τῶν
537δι’ ἔξοδα τῆς ὑπηρεσίας τῶν ἀστυνομιῶν κατὰ τὸ 1891, καὶ
538τῶν διαφόρων ἐξόδων τῶν ἀστυνομιῶν, διότι ταῦτα ἀνῆλ-
539θον εἰς 177,000 δραχμάς.
540Προσέτι παρεκάλεσα τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῆς Δικαιο-
541σύνης νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν πίνακα ἐμφαίνοντα, πό-
542σαι καταγγελίαι κατὰ ἀστυνομικῶν ὀργάνων ἐπεδόθησαν
543αʹ) ἐπὶ παρανόμῳ κρατήσει, βʹ) ἐπὶ βιαιοπραγίαις κατὰ
544προσώπων, γʹ) ἐπὶ ζημίαις διαπραχθείσις διὰ καταστροφῆς
545προϊόντων ἀποτεταμιευμένων, διὰ θραύσεως ἢ ἀφαιρέσεως
546σκευῶν καὶ ἐπίπλων, καὶ δι’ ἁρπαγῆς κτηνῶν γεωργικῶν,
547ποιμενικῶν ἢ οἰκιακῶν, δʹ) ἐπὶ ἐκβιάσει. Προσέτι πόσαι
548καταγγελίαι καὶ πότε ὑπεβλήθησαν εἰς τοὺς Εἰσαγγελεῖς,
549καὶ εἰς ποίας προέβησαν οὗτοι πράξεις. Ἐνετείλαντο ἀνά-
550κρισιν; Πότε; Εἰς ποῖον σημεῖον προήχθησαν αἱ ἐνέργειαι
551τῆς ἀνακρίσεως; Δὲν ἐνετείλαντο ἀνάκρισιν τοιαύτην; Διατί;
552Προσέτι προέβαλον ἐπερώτησιν, νὰ κατατεθῇ εἰς τὴν Βου-
553λὴν λεπτομερὴς ἔκθεσις τῶν ἐν τῷ Θριασίῳ πεδίῳ ὑδραυ-
554λικῶν ἐργασιῶν, καὶ προσέτι νὰ δηλωθῇ αʹ) τὸ δαπανηθὲν
555ποσὸν μέχρις Ἰανουαρίου 1902, βʹ) τὸ προϋπολογιζόμενον
556ὡς ἀναγκαῖον διὰ τὸ ἔργον ποσόν, καὶ γʹ) τὸ ποσὸν τοῦ πο-
557σίμου ὕδατος, τὸ ὁποῖον ἀνεκαλύφθη βεβαίως μέχρι τῆς 31
558Δεκεμβρίου 1901.
559Μετὰ τὰς ὑπομνήσεις ταύτας καταθέτω καὶ ἐπερωτήσεις
560τινάς. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἀνεκοίνωσεν, ὅτι
561τὸ Στρατοδικεῖον ἐκήρυξεν ἀθῶον τὸν ἀστυνομεύοντα ἐν τῷ
562δήμῳ Ἀγραίων. Παρακαλῶ τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύ-
563νης νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, ἂν ὑπεβλήθη καταγγελία
564τις κατὰ τοῦ ἀστυνόμου αὐτοῦ ἐνώπιον τοῦ Εἰσαγγελέως, καὶ
565τί ὁ Εἰσαγγελεὺς ἐνήργησε.
566Προσέτι παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν
567νὰ ἀνακοινώσῃ εἰς τὴν Βουλὴν, ἂν ἔλαβε μέτρον τι, συνε-
568πείᾳ τοῦ ὁποίου δὲν εἶναι πλέον δεκταὶ αἱ αἰτήσεις πρὸς
569σύστασιν φαρμακεμπορείων ἐν ἐκείναις ταῖς πόλεσι καὶ κώ-
570μαις, ἐν αἷς δὲν ὑπάρχουσι φαρμακεῖα.
571Προσέτι τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης παρακαλῶ νὰ
572καταθέσῃ πίνακα, δηλοῦντα τοὺς εἰρηνοδίκας, οἱ ὁποῖοι διω-
573ρίσθησαν καὶ διῆλθον διὰ τοῦ Εἰρηνοδικείου τοῦ δήμου Ἀ-
574γραίων κατὰ τὸ 1899 καὶ κατὰ τὸ 1900, ὡς ἐπίσης καὶ
575τῶν γραμματέων τοῦ εἰρημένου Εἰρηνοδικείου. Νὰ κατατε-
576θῶσι πρὸς τούτοις τὰ πρὸς διορισμὸν καὶ μετάθεσιν αὐτῶν
577Β. Διατάγματα.
578Πλὴν τούτου ἔλαβον τηλεγράφημα ἀπὸ πολίτην ἐπιστή-
579μονα, γνωστόν, τὸν κ. Βρασίδαν Δημᾶκον, κατοικοῦντα ἐν
580Φιλιατροῖς, ἄνθρωπον διακρινόμενον ἐν τῇ κοινωνίᾳ, ἐν ᾗ ζῇ,
581διὰ τοῦ ὁποίου μοὶ ἀναγγέλλει, ὅτι ὁ ἀστυνόμος Βαρδουλά-
582κης (ἀναγινώσκει): «περιήγαγεν εἰς ἀξιοθρήνητον κατάστα-
583σιν τὴν ἀγροτικὴν καὶ ἀστικὴν ἀσφάλειαν, ἤρξατο δ’ εἰς ἐπί-
584μετρον δέρων καὶ προσωποκρατῶν ἄνευ ἐντάλματος τοὺς πο-
585λίτας. Χθὲς ἐν μέσῃ ἀγορᾷ, πρὸς κοινὴν ἀγανάκτησιν, ἐπε-
586τέθη ἀγρίως κατὰ τοῦ Ἰωάννου Καζάκη, καὶ μετὰ κουστω-
587δίας ἀστυφυλάκων ὡδήγησεν αὐτὸν εἰς τὸ κρατητήριον, σή-
588μερον δὲ δέσας αὐτὸν ὡδήγησε πομπωδῶς εἰς Κυπαρισσίαν
589ἐνώπιον τοῦ Εἰσαγγελέως. — Ζητοῦμεν ἀποτελεσματικὴν
590ὑμῶν προστασίαν. Ὑψώσατε φωνήν. Ἐπίκειται διατάραξις
591δημοσίας ἀσφαλείας.»
592§69Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Πρὸς ὅσα εἶπεν ὁ σεβαστὸς ἐκ Γόρ-
593τυνος Βουλευτὴς ἔχω νὰ προσθέσω καὶ ἐγώ, ὅτι βραδέως
594προσκομίζονται ἔγγραφα ἀναγόμενα εἰς ἐπερωτήσεις, αἱ
595ὁποῖαι πρὸ πολλῶν ἡμερῶν ἐγένοντο, ἀλλὰ καὶ καθυστε-
596ροῦσι πλῆθος τοιούτων. Οὕτως ἔχω ζητήσει ἀπὸ διαφόρους
597Ὑπουργοὺς διάφορα ἔγγραφα καὶ πληροφορίας, ἐκ τῶν ὁποίων
598προσεκομίσθησαν μόνον μία παρὰ τοῦ κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερι-
599κῶν Ὑπουργοῦ, καὶ ἑτέρα παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ναυ-
600τικῶν σήμερον. Οὐδεμία ἄλλη πληροφορία μοὶ ἐδόθη, καί-
601τοι τὰς πληροφορίας ταύτας ἐζήτησα ἀπὸ τῆς 6 καὶ 7 Φε-
602βρουαρίου. Θὰ παρακαλέσω τοὺς κυρίους Ὑπουργούς, ὑπομι-
603μνήσκων αὐτοῖς τὰς ἐπερωτήσεις μου ἐκείνας, ὅπως σπεύσωσι
604νὰ καταθέσωσι τὰ αἰτούμενα ἔγγραφα. Ἐγὼ βεβαίως ἠδυ-
605νάμην νὰ ἀρχίσω τῆς συζητήσεως τῶν θεμάτων τούτων καὶ
606ἄνευ τῶν ἐγγράφων, τὰ ὁποῖα ἐπρόκειτο νὰ καταθέσωσιν οἱ
607κύριοι Ὑπουργοί, διότι ἔχω τὰς πληροφορίας ταύτας, ἀλλ’
608ἐπεθύμουν ἡ συζήτησις αὕτη νὰ ἔχῃ τὸ κῦρος τῶν ἐπισή-
609μων ἐγγράφων, καὶ διὰ τοῦτο, ὡς βλέπετε, πρὸ ἑνὸς καὶ
610ἡμίσεως περίπου μηνὸς ὑπέβαλον τὰς ἐπερωτήσεις μου ἐγ-
611γράφως, καὶ παρεκάλεσα ἔκτοτε τοὺς κυρίους Ὑπουργοὺς
612νὰ μοὶ παράσχωσι τὰς πληροφορίας ταύτας.
613Τὴν ἕκτην Φεβρουαρίου εἶχον ἀπευθύνει πρὸς τὸν κύριον
614Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης τὴν ἀκόλουθον ἐπερώτησιν:
615«Παρακαλῶ νὰ καταθέσῃ πίνακα, ἐξ οὗ νὰ ἐμφαίνηται πό-
616σαι καταγγελίαι ἐγένοντο ἐναντίον τῶν ἀστυνομικῶν ὀργά-
617νων, πόσαι τούτων εἰσήχθησαν, καὶ πόσαι ἀποφάσεις ἐξ-
618ηνέχθησαν ἐναντίον αὐτῶν». Ἐπίσης εἶχον ζητήσει νὰ κατα-
619τεθῇ δικογραφία ἀφορῶσα τὸν ἀστυνόμον Παξῶν, περὶ τοῦ
620ὁποίου ὡμίλησα ἄλλοτε ἐν τῇ Βουλῇ. Ὁ τότε Ὑπουργὸς
621τῆς Δικαιοσύνης ἔσπευσε νὰ μὲ διαβεβαιώσῃ, ὅτι τηλεγραφι-
622κῶς ἐζήτησε τὴν δικογραφίαν, καὶ ὅτι ἐπρόκειτο νὰ τὴν ὑπο-
623βάλῃ· ἀλλ’ ἐπῆλθεν ἡ παραίτησις αὐτοῦ, καὶ ἔκτοτε οὐδε-
624μία δικογραφία κατετέθη.
625Ἐπίσης εἶχον ζητήσει παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκο-
626νομικῶν «νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, ἐκ τίνος αἰτίας ἐκλή-
627θησαν οἱ εἰς φόρον οἰκοδομῶν ὑποκείμενοι πολῖται νὰ πλη-
628ρώσωσιν ἐντὸς δέκα μηνῶν φόρους τριῶν ἐτῶν· καὶ οὕτως
629ἐπλήρωσαν τὸν Μάϊον τοῦ 1900 τὸν φόρον τῶν οἰκιῶν, ἀπο-
630θηκῶν καὶ καταστημάτων τοῦ ἔτους 1899, τὸν Δεκέμβριον
631τοῦ 1900 καὶ τὸν Ἰανουάριον τοῦ 1901 τὸν φόρον τοῦ 1900,
632καὶ τὸν Μάρτιον τοῦ 1901 τὸν φόρον τοῦ 1901.»
633Δεύτερον εἶχον παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκο-
634νομικῶν «νὰ καταθέσῃ τὸ κείμενον τῶν ὑπ’ ἀριθ. 15 καὶ 66
635ἐγκυκλίων τοῦ Ὑπουργείου περὶ τῶν πράξεων τῶν Δημο-
636τικῶν Συμβουλίων, δι’ ὧν ἀπηγορεύθη ἡ ποιμνιοβοσκὴ ἐν
637ὡρισμέναις περιφερείαις, τὴν γνωμοδότησιν τοῦ Νομικοῦ
638Συμβουλίου, ἧς γίνεται μνεία ἐν τῇ ἑτέρᾳ τῶν δύο τούτων
639ἐγκυκλίων, καὶ τέλος τὴν ἐγκύκλιον, ἣν μετὰ ταῦτα ἐξέδο-
640το τὸ Ὑπουργεῖον, διατάξαν τὰ ἀντίθετα τῶν διὰ τῶν προη-
641γουμένων ἐγκυκλίων διαταχθέντων». Εἶναι καὶ αὐτὴ οὐ-
642σιώδης ἐπερώτησις, ἡ ὁποία ἀφορᾷ παραδόξους καὶ παρα-
643λόγους διαταγὰς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν.
644§70Φ. ΝΕΓΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Τὴν
645ἐπερώτησιν ταύτην δὲν ἔλαβον.
646§71Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Τότε θὰ παρακαλέσω τὸ Γραφεῖον
647τῆς Βουλῆς νὰ λαμβάνῃ ὑπ’ ὄψιν τὰς δημοσιευομένας ἐν
648τοῖς πρακτικοῖς ἐπερωτήσεις τῶν Βουλευτῶν, καὶ ν’ ἀπο-
649στέλλῃ ἐγκαίρως ταύτας εἰς τοὺς κυρίους Ὑπουργοὺς, ὅπως
650ἐγκαίρως δίδωσιν οὗτοι τὰς πληροφορίας.
651§72Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Ἔχετε τὴν καλωσύνην νὰ ὁρίσητε τὴν συν-
652εδρίασιν;
653§73Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Τῆς 7 Φεβρουαρίου.
654§74ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ Γραφεῖον τῆς Βουλῆς, κύριε συνάδελφε,
655πέμπει τακτικῶς τὰς ἐπερωτήσεις πρὸς τοὺς κ. Ὑπουργοὺς,
656καὶ λαμβάνει ἀποδείξεις παραλαβῆς.
657§75Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς λέγει, ὅτι δὲν
658ἔλαβε τὴν ἐπερώτησιν ταύτην.
659§76ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ λάθος ἀνήκει εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ
660Ὑπουργείου, δὲν ἀνήκει εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῆς Βουλῆς.
661§77Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ἐπίσης πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν ὑπέ-
662βαλον ἑτέρας ἐπερωτήσεις, τὰς ὁποίας εὑρίσκουσιν οἱ ἀξιό-
663τιμοι κύριοι Ὑπουργοὶ ἐντὸς τῶν πρακτικῶν, καὶ παρακαλῶ
664αὐτοὺς νὰ σπεύσωσι νὰ καταθέσωσι τὰς ἀπαντήσεις αὐτῶν,
665διότι, καὶ ἂν δὲν τὰς καταθέσωσι, θὰ εὑρεθῶ εἰς τὴν ἀνάγ-
666κην, ἐπὶ τῶν ἰδίων ἐμοῦ πληροφοριῶν στηριζόμενος καὶ ἐπὶ
667τῶν ἐγγράφων, τὰ ὁποῖα κατέχω, νὰ ἄρξωμαι τῆς συζητή-
668σεως, ὅπερ θὰ ἦναι ἄτοπον καὶ ὄχι συμφέρον εἰς τὴν συζήτη-
669σιν, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν οὐδὲ παράπονα νὰ ἐκφράσωσιν
670ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει οἱ κύριοι Ὑπουργοί, ὅτι δὲν ἔχω ἀκρι-
671βῆ στοιχεῖα, ἀφοῦ τὰ στοιχεῖα ταῦτα αὐτοὶ ὤφειλον νὰ
672προσκομίσωσιν εἰς τὴν Βουλήν, καὶ δὲν τὰ προσεκόμισαν.
673Παρεκάλεσα τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης νὰ
674πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, εἰς ποίας ἐνεργείας προέβη ἡ ἁρ-
675μοδία Εἰσαγγελία κατὰ τοῦ ἐν τῷ δήμῳ Τροπαίων ἀστυνό-
676μου διὰ τὴν κατὰ τὴν 10 Σεπτεμβρίου σύλληψιν τοῦ μείρακος
677Χαρ. Γ. Κανοικεροῦ ὡς ζωοκλέπτου, τὸν ὁποῖον ἐκράτησεν
678εἰς τὰς φυλακὰς ἑπτὰ ἡμέρας, δέρων αὐτὸν καθ’ ἑκάστην,
679εἶτα δὲ ἀπέλυσεν αὐτόν. Τὸ ζήτημα αὐτὸ εὑρίσκω πολὺ οὐ-
680σιωδέστερον πολλῶν ἄλλων ζητημάτων, τὰ ὁποῖα φέρονται
681εἰς τὴν Βουλήν· διότι τὸ νὰ συλλαμβάνῃ εἷς ἀστυνόμος ἓν
682μειράκιον, νὰ τὸ δέρῃ ἀνηλεῶς, νὰ τὸ κρατῇ ἐπὶ 8 ἡμέρας,
683ἐπὶ τῇ ὑπονοίᾳ ὅτι εἶναι ζωοκλέπτης, νομίζω, ὅτι εἶναι ἔγ-
684κλημα, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ ἐφελκύσῃ τὴν προσοχὴν τοῦ κ.
685Ὑπουργοῦ. Λέγω ταῦτα, διότι πρέπει ἐπὶ τέλους νὰ ληφθῇ
686ἓν μέτρον διὰ τοὺς ἀστυνόμους αὐτούς. Πρέπει νὰ καταγ-
687γελθῶσι μερικοὶ ἐξ αὐτῶν πρὸς παραδειγματισμὸν, καὶ ἂν
688δὲν καταγγελθῶσι σήμερον, ἐλπίζω ὅτι θὰ ἔλθῃ ἡμέρα, κατὰ
689τὴν ὁποίαν θὰ δώσωσι λόγον τῶν πράξεων αὐτῶν.
690Ἐπίσης παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ
691πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, τί ἔπραξε διὰ τὸν τραυματισμὸν
692τοῦ ἐκ Καλλιανίου γέροντος Χρήστου Δουβίκα, τὸν ὁποῖον
693διὰ ξιφολόγχης διέτρησεν ὁ ἀστυνόμος, διότι ἐτόλμησε νὰ
694παρατηρήσῃ ὁ ἄνθρωπος, ὅτι συλληφθέντα ζῷα αὐτοῦ δὲν
695συνελήφθησαν ἐντὸς τῶν ἀμπέλων, ἀλλὰ συνελήφθησαν ἐκ-
696τὸς τούτων. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης
697νὰ προσκομίσῃ τὰ στοιχεῖα τῆς ὑποθέσεως ταύτης. Ἐπίσης
698δὲ, διατὶ ὁ αὐτὸς ἀστυνόμος ἔδεσε τὸν υἱὸν τοῦ τραυματι-
699σθέντος Ἰωάννην καὶ ἀπέστειλεν αὐτόν, ὡς δῆθεν ἀντιστάν-
700τα κατὰ τῆς ἀρχῆς, εἰς Τρίπολιν, ὅπου ὁ Εἰσαγγελεὺς ἀπέ-
701λυσεν αὐτόν. Τί ἐγένετο τέλος πάντων περὶ τοῦ ἀστυνόμου,
702τοῦ τοσαῦτα καὶ τηλικαῦτα διαπράττοντος ἐν τῇ περιφε-
703ρείᾳ αὐτοῦ; Ἐπίσης διὰ τὴν σύλληψιν τοῦ Γ. Τσέρμπα, ὡς
704ζωοκλέπτου καὶ αὐτοῦ συλληφθέντος κατὰ τὴν 13 Σεπτεμ-
705βρίου, τὸν ὁποῖον δὲν ἔστειλεν εἰς τὴν Εἰσαγγελίαν, ἀλλὰ
706ἐκράτησεν ἐν τῇ φυλακῇ ἐπὶ 17 ἡμέρας, ὅπου ἀνὰ πᾶσαν
707πρωΐαν ἐνόμιζε πρέπον καὶ καθῆκόν του νὰ δέρῃ αὐτὸν ἀνη-
708λεῶς. Ἐπίσης διὰ τὸν ἐπὶ τρεῖς ἡμέρας δερόμενον πολίτην
709ἐξ Ἀλβανίτσης Νικόλαον Κομπιτσούλην. Ἐπίσης διὰ τὴν
710ἀπὸ 14–19 Σεπτεμβρίου κατακράτησιν ἐν ταῖς φυλακαῖς
711τῶν πολιτῶν Γ. Βεργώνη καὶ Δ. Καπογιάννη. Παρακαλῶ
712δὲ, ἐπειδὴ αἱ πληροφορίαι αὗται ἀφορῶσιν ἓν καὶ τὸ αὐτὸ
713πρόσωπον, εἶναι δηλαδὴ πράξεις συναφεῖς, ἐνεργηθεῖσαι παρ’
714ἑνὸς καὶ τοῦ αὐτοῦ ἀστυνόμου ἐντὸς ὀλίγων ἡμερῶν, νὰ ὑπο-
715βληθῶσιν ἅπασαι ὁμοῦ.
716§78Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ποῦ ἐγένοντο αὐτά;
717§79Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Εἰς τὸν δῆμον Τροπαίων· ἐκεῖ ἔστη-
718σεν ὁ ἀστυνόμος οὗτος τὰ τρόπαιά του!
719Ἐζήτησα τοιαύτας πληροφορίας, διότι ἤθελον νὰ σχη-
720ματίσω ἓν κομβολόγιον τῶν πράξεων, αἱ ὁποῖαι διαπράτ-
721τονται παρὰ τῶν ἀστυνομικῶν ὀργάνων, διότι εἶχον ἴδει
722πολλὰ τοιαῦτα εἰς τὴν ἐπαρχίαν μου, καὶ ἤθελον νὰ ἴδω,
723ἂν γίνωνται καὶ εἰς ἄλλας ἐπαρχίας, καὶ ἴδωμεν μήπως
724εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξεγερθῇ ἐπὶ τέλους ὁ ὑφιστάμενος τὸ μαρ-
725τυρολόγιον τοῦτο λαός. Ἐνθυμοῦμαι μάλιστα, ὅτι κατὰ τὴν
726ἐποχὴν ἐκείνην, καθ’ ἣν ἀνεγράφοντο τὰ τερατώδη ταῦτα
727ἐγκλήματα εἰς τὰς ἐφημερίδας, ὁ ἀξιότιμος φίλος μου βουλευ-
728τὴς Ἑρμιονίδος κ. Ρέπουλης καὶ ὁ ἀξιότιμος φίλος μου νῦν
729Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας κύριος Μομφερρᾶτος, ἐγὼ καί τινες
730ἄλλοι, μεταξὺ τῶν ὁποίων, νομίζω, καὶ ὁ κ. Μπακόπουλος,
731ἐπρόκειτο νὰ καλέσωμεν τὸν λαὸν εἰς συλλαλητήριον, διὰ
732νὰ ἐξεγείρωμεν αὐτὸν ἐναντίον τῶν κακουργιῶν ἐκείνων, αἱ
733ὁποῖαι διεπράττοντο ὑπὸ τῶν ἀστυνομικῶν ὀργάνων· ἀλλὰ
734τὸ πρᾶγμα τότε παρῆλθε· μᾶς ἐδόθησαν πληροφορίαι, ὅτι
735οἱ ἀστυνόμοι αὐτοὶ ἐπρόκειτο νὰ μετατεθῶσιν ἢ καταδιω-
736χθῶσι, καὶ οὕτως ἀνεβλήθη τὸ συλλαλητήριον ἐκεῖνο, τὸ
737ὁποῖον δὲν θὰ εἶχε παντάπασι κομματικὸν χαρακτῆρα, οὐδὲ
738ἐπρόκειτο νὰ μεμφθῇ τὴν Κυβέρνησιν, διότι εἰς τὸ συλλα-
739λητήριον τοῦτο ἐπρόκειτο νὰ λάβωσι μέρος, ὡς εἶπον, ὁ κ.
740Ρέπουλης, ὁ κ. Μομφερρᾶτος, ὁ κ. Μπακόπουλος καὶ ἐγὼ,
741ἤτοι Βουλευταὶ ἐξ ὅλων τῶν μερίδων. Ἀλλ’ οἱ ἀστυνόμοι
742ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι διέπραξαν τὰ ἐγκλήματα ταῦτα, παρ’ ὅλας
743τὰς διαβεβαιώσεις τῶν ἁρμοδίων ἀρχῶν, ἐξακολουθοῦσι μέ-
744νοντες ἀνενόχλητοι εἰς τὰς ἀστυνομικάς των περιφερείας καὶ
745συμπληροῦντες τὸ εὐάρεστον αὐτῶν ἔργον.
746Ἐπίσης παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ
747πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, ἐὰν διετάχθησαν ἀνακρίσεις κατὰ
748τοῦ ἐν τῷ δήμῳ Τροπαίων ἀστυνόμου Λαγκούρα, ὅστις κατὰ
749τὴν 26 Ὀκτωβρίου ἔστησεν ἐνέδραν ἐκ χωροφυλάκων πρὸ
750τῆς οἰκίας τοῦ πολίτου Χηνιάδου, ὁπλίσας αὐτοὺς διὰ περι-
751στρόφων, ὅπως πυροβολήσωσι κατὰ τοῦ πολίτου αὐτοῦ, ὅταν
752θὰ διήρχετο· ἀλλ’ οἱ χωροφύλακες, ἀστοχήσαντες, ἢ ἐκλαβόν-
753τες ἄλλον πολίτην ὡς τὸν Χηνιάδην, τὸν Μιχαὴλ Δενῆν,
754ἐπυροβόλησαν κατ’ αὐτοῦ καὶ βαρέως τὸν ἐτραυμάτισαν. Καὶ
755διὰ τὴν πρᾶξιν ταύτην οὐδὲν ἐγένετο! Οἱ πολῖται ἔβλεπον
756μετ’ ἀπαθείας τὰ γενόμενα, καὶ ἡ δικαστικὴ ἀρχὴ ἴσως ἐμει-
757δία, διότι τόσον συνετέλει ὑπὲρ τῆς δημοσίας ἀσφαλείας ὁ
758ἰδιόρρυθμος αὐτὸς ἀστυνόμος!
759Αὐτὰ, κύριε Πρόεδρε, ἀφορῶσιν εἰς τὴν ἐνέργειαν ἀστυ-
760νομικῶν ὀργάνων, καὶ ἐπειδὴ πολλάκις ἦλθεν ἐνταῦθα τὸ ζή-
761τημα τῆς δημοσίας ἀσφαλείας, παρακαλῶ νὰ προσκομισθῶσιν
762αἱ πληροφορίαι αὗται, ἵνα γείνῃ συζήτησις, καὶ ἐλπίζω, ὅτι
763ἐκ τῆς γενησομένης συζητήσεως ἐν τῇ Βουλῇ κἄτι ἀγαθὸν
764θὰ προκύψῃ, θὰ προκύψῃ δηλαδὴ, ὅτι θὰ ἐκτοπισθῶσιν οἱ
765ἀστυνόμοι ἐκεῖνοι, πιθανῶς καὶ θὰ ἀπολυθῶσι, διότι, ἐὰν ἐκ-
766τοπισθῶσιν ἐκ τοῦ δήμου Τροπαίων καὶ ἔλθωσιν εἴς τινα
767δῆμον τῆς ὑμετέρας ἐπαρχίας, κύριε Πρόεδρε, βεβαίως δὲν
768θὰ εὐχαριστηθῆτε...
769§80Α. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς ἡμᾶς θὰ ἦναι χειρό-
770τερον.
771§81Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Βεβαίως θὰ ἦναι χειρότερον, ἐὰν
772μετατεθῶσιν εἰς τὴν Αἰγιάλειαν.
773Λοιπὸν εἶναι δυνατὸν ἐκ τοιούτων συζητήσεων νὰ προ-
774έλθῃ τὸ καλὸν, ὅτι θὰ ἐκδιωχθῶσιν ἐκ τῆς ἀστυνομίας ἄν-
775θρωποι, οἱ ὁποῖοι δὲν φαίνονται πολὺ ἁρμόδιοι νὰ διαχειρί-
776ζωνται τὴν ἀρχὴν ταύτην. Οὕτως εἴδομεν, ὅτι ἐκ τῆς προ-
777χθεσινῆς συζητήσεως θὰ προκύψῃ καί τι καλὸν, δηλαδὴ ὁ
778περίφημος ἐκεῖνος ἀστυνόμος, ὁ ὁποῖος, ὡς εἴδετε, ὅταν εὑ-
779ρίσκετο πρὸ τῶν ὅπλων τῶν φυγοδίκων, δὲν εἶχεν οὐδὲ τὴν
780ἀνδρείαν, ὡς ἔλεγεν ὁ ἐνεργήσας τὰς ἀνακρίσεις ταγματάρ-
781χης, ἡ ὁποία γεννᾶται εἰς τὰ στήθη τῶν γυναικῶν, ἐν τού-
782τοις τὸν ἑβδομηκοντούτην γέροντα συνέλαβε, τὸν ἔδειρε, καὶ
783τὸν ἐξέθηκεν εἶτα εἰς τὸν ἥλιον, διὰ νὰ τὸν ἀποξηράνῃ φαί-
784νεται...
785§82Α. ΡΙΚΑΚΗΣ. Τίνα βαθμὸν ἔχει;
786§83Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ἀνθυπολοχαγὸς, νομίζω, εἶναι. Τώρα
787ἴσως προήχθη, ἴσως καὶ ἐπαρασημοφορήθη.
788Ἐπίσης, κύριε Πρόεδρε, εἶχον ἀναγνώσει κατὰ τὴν 1 Φε-
789βρουρίου 1902, ὅτι εἰς τὸν Πύργον τῆς Ἠλείας κατεσχέθη
790ξυλεία, ἡ ὁποία παρουσιάζετο ὡς καύσιμος ὕλη, ἀλλ’ ἀπε-
791δείχθη, ὅτι ἦτο ξυλεία οἰκοδομήσιμος. Κατεσχέθη αὕτη,
792ἐνηργήθησαν ἀνακρίσεις, ἐξηκριβώθη ἡ κατάχρησις, καὶ ἐπι-
793στοποιήθη τοῦτο, ἐπιληφθείσης τῆς δικαστικῆς ἀρχῆς τῆς
794ἀνακρίσεως. Ἀλλὰ μέχρι τῆς 1 Φεβρουαρίου οὐδὲν εἶχεν
795ἐνεργηθῆ, λέγεται δὲ, ὅτι, ἐπειδὴ ὁ συλληφθεὶς ἰσχύει ὁπωσ-
796δήποτε, δὲν ἐγένετο καμμία ἐνέργεια κατ’ αὐτοῦ. Ἐπιθυ-
797μῶ νὰ μάθω, ἂν προέβη τὸ Ὑπουργεῖον εἰς ἀνακοίνωσίν
798τινα, δὶς προκληθὲν ὑπὸ τοῦ Τύπου, καὶ παρακαλεῖται νῦν,
799ὅτε ἡ Βουλὴ συνεδριάζει καὶ δυνάμεθα ἐλευθερώτερον νὰ ὁμι-
800λήσωμεν, νὰ δώσῃ αὐτὴν τὴν πληροφορίαν, τί ἐγένετο καὶ
801πῶς κατέληξεν ἡ λαθρεμπορικὴ αὕτη ἐπιχείρησις.
802Αὐτὰς τὰς ἐπερωτήσεις ὑποβάλλων, κύριε Πρόεδρε, σήμε-
803ρον, παρακαλῶ ὅσον τὸ δυνατὸν ταχύτερον νὰ μοὶ παρασχε-
804θῶσιν αἱ αἰτούμεναι πληροφορίαι, καὶ ὑπενθυμίζω καὶ τὰς
805ἐπερωτήσεις ἐκείνας, τὰς ὁποίας ἤδη ἔχω ὑποβάλει, καὶ παρα-
806καλῶ καὶ τὸ ὑμέτερον Γραφεῖον νὰ σπεύσῃ νὰ ἀποστείλῃ
807αὐτὰς, διότι, ὡς ἠκούσατε, ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονο-
808μικῶν διαμαρτύρεται, ὅτι δὲν ἔλαβεν ἀκόμη τὰς ἐπερωτή-
809σεις, τὰς ὁποίας ἀπὸ τῆς 7 Φεβρουαρίου εἶχον καταθέσει ἐν
810τῇ Βουλῇ.
811§84ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Διὰ τὸν ἀστυνόμον Τροπαίων, διὰ
812τὸν ὁποῖον ἐπηρώτησεν ἤδη ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας, πρὸ
813τῆς τελευταίας διακοπῆς τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς εἶχον
814ἐπερωτήσει τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, εἶχον
815μάλιστα συστήσει εἰς αὐτὸν νὰ λάβῃ τὴν καλωσύνην νὰ ῥίψῃ
816εὐμενὲς βλέμμα καὶ ἐπὶ τοῦ τόπου ἐκείνου, καὶ ν’ ἀπομα-
817κρύνῃ ἐκεῖθεν τὸν εἰρημένον ἀστυνόμον. Κατὰ τὴν ἐποχὴν
818ἐκείνην, ἐνθυμοῦμαι, ὅτι ἀνέφερα πάντα, ὅσα ὁ ἀξιότιμος
819προλαλήσας ἤδη εἶπε, δηλαδὴ ἀνέφερα πάσας τὰς ἡρωϊκὰς
820πράξεις τοῦ ἀστυνόμου ἐκείνου· ἀλλὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην
821ἐνθυμοῦμαι, ὅτι εἷς τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων εἶχε τὴν κα-
822λωσύνην νὰ ἐκδώσῃ αὐτὸς ἀντὶ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ πιστο-
823ποιητικὸν καλῆς διαγωγῆς τοῦ ἀστυνόμου ἐκείνου. Τότε
824ἠναγκάσθην νὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιο-
825σύνης νὰ προσαγάγῃ εἰς τὴν Βουλὴν πίνακα, ἐμφαίνοντα τὰς
826μηνύσεις, αἱ ὁποῖαι ἐδόθησαν κατὰ τοῦ ἀστυνόμου αὐτοῦ,
827καὶ τὰ βουλεύματα, ἐὰν τοιαῦτα ἐξεδόθησαν, καὶ νὰ ἐρω-
828τήσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, διατὶ ἐπὶ τόσους
829μῆνας, ἤτοι ἀπὸ τοῦ Σεπτεμβρίου παρελθόντος ἔτους μέχρι
830τοῦδε, δὲν ἐγένετο καμμία ἐνέργεια ἐκ μέρους τῆς δικαστι-
831κῆς ἀρχῆς κατὰ τοῦ ἀστυνόμου ἐκείνου. Ἔλαβον μάλιστα
832τὴν πληροφορίαν, ὅτε πρὸ μικροῦ εὑρισκόμην ἐν Τριπόλει,
833ὅτι ἡ ὑπηρεσία τῆς αὐτόθι Εἰσαγγελίας ἔσπευσε παραχρῆμα
834νὰ δώσῃ τὰς ζητηθείσας πληροφορίας πρὸς τὸν κ. Ὑπουρ-
835γόν, ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργός, καίτοι κατὰ τὴν πρώτην ἡμέραν
836τῆς ἐπαναλήψεως τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς ὑπέμνησα πρὸς
837αὐτὸν τὸ καθῆκον, τὸ ὁποῖον εἶχε, νὰ προσαγάγῃ τὰς πλη-
838ροφορίας αὐτάς, ὁ κ. Ὑπουργὸς ἀγρὸν ἠγόρασεν ἄχρι τοῦδε.
839Εἶπον μάλιστα κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, κατὰ τὴν ὁποίαν
840συνίστων εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τὴν ταχεῖαν ἀπομάκρυνσιν
841τοῦ ἀστυνόμου Τροπαίων ἐκεῖθεν, ὅτι ὁ κ. ἀστυνόμος ἔκρινε
842καλὸν νὰ μνηστευθῇ μετὰ νεάνιδος πολιτευομένης οἰκογε-
843νείας· καὶ ἀφοῦ πρὸ τῆς μνηστείας του τοιαῦτα διέπραττε,
844συλλογισθῆτε τί δύναται νὰ πράξῃ ἤδη, ὅτε εἶναι μεμνη-
845στευμένος καὶ συνεδέθη μετ’ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι τὸν ὤθησαν
846εἰς τὰς πράξεις ἐκείνας πρὸ τῆς μνηστείας.
847Ἀλλ’ ἔχω καὶ ἕτερον παράπονον κατὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ
848τῶν Ἐσωτερικῶν. Κατὰ τὰς ἀρχὰς Φεβρουαρίου ἐπηρώτησα
849τὸν κ. Ὑπουργὸν περὶ ἐνοικιάσεως, ἥτις ἔλαβε χώραν ἐν τῷ
850δήμῳ Ἀγρινίου, τῶν ὠνίων καὶ ἐμπορευμάτων τοῦ δήμου
851τούτου· παρέστησα τὸ σκάνδαλον τῆς ἐνοικιάσεως παρὰ τοῦ
852νομάρχου, καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς ὡμολόγησεν, ὅτι πράγματι ἡ
853ἐνοικίασις ἐκείνη ἦτο ἄκυρος, διότι ὤφειλεν ὁ νομάρχης νὰ
854διατάξῃ ἐπαναληπτικὴν δημοπρασίαν. Ὑπέμνησα τότε εἰς
855τὸν κ. Ὑπουργόν, ὅτι ἡ ὑπόθεσις εὑρίσκεται ἐνώπιόν του·
856ἀλλὰ καίτοι τοσοῦτος χρόνος παρῆλθε, δὲν γνωρίζω, ἂν ἐνήρ-
857γησέ τι ἐπὶ τῆς γενομένης ἐφέσεως, καὶ ἂν ἐνήργησε, τίνα
858γνώμην ἔχει, καὶ τί ἔπραξεν. Ὁ δήμαρχος δὲν ἔχει καμμίαν
859γνῶσιν τῆς ἀποφάσεως τοῦ Ὑπουργοῦ.
860Ἀλλ’ ἔχω καὶ ἕτερον παράπονον κατὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ
861τῆς Δικαιοσύνης, τὸ ὁποῖον ἐγγίζει καὶ τὴν ἐμὴν φιλοτιμίαν.
862Ἐνθυμεῖσθε πάντες ὁπόσος λόγος ἐγένετο διὰ τὸν Εἰσαγ-
863γελέα Θεοδώρου· ἐνθυμεῖσθε, ὅτι ὁ προκάτοχος τοῦ κυρίου
864Ὑπουργοῦ ὡμολόγησεν ἀπὸ τοῦ ἐπισήμου βήματος τῆς
865Βουλῆς, ὅτι ἐπείσθη, ὅτι αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος δὲν ἠδύνατο νὰ
866μένῃ ἐν Τριπόλει, καὶ ὅτι ἔδει νὰ μετατεθῇ ἐκεῖθεν· μά-
867λιστα δὲ τὸν εἶχεν ἀνακαλέσει. Δὲν γνωρίζω ὅμως, τίνες
868λόγοι ἔπεισαν τὸν νῦν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, μετὰ
869τὴν ἀπόφασιν καὶ τὴν δήλωσιν τοῦ προκατόχου του, ὅτι τὴν
870σχετικὴν δικογραφίαν θέλει ἀποστείλει εἰς τὸν κ. Εἰσαγγε-
871λέα τοῦ Ἀρείου Πάγου, ἵνα ἐνεργήσῃ ἀνακρίσεις κατὰ τοῦ
872Εἰσαγγελέως τῶν Ἐφετῶν ἐπὶ τῇ πρώτῃ καταγγελίᾳ τοῦ
873συναδέλφου ἐκ Κυνουρίας κυρίου Βοζίκη, δὲν γνωρίζω, λέγω,
874τίνες λόγοι ἔπεισαν τὸν νῦν κ. Ὑπουργὸν νὰ μεταβάλῃ γνώ-
875μην, καὶ μόλις ἀνέλαβε τὴν διεύθυνσιν τοῦ Ὑπουργείου τῆς
876Δικαιοσύνης νὰ διατάξῃ παραχρῆμα τὸν Εἰσαγγελέα Θεο-
877δώρου νὰ ἐπανακάμψῃ εἰς Τρίπολιν καὶ νὰ ἐκτελῇ τὰ εἰσ-
878αγγελικά του καθήκοντα. Δὲν γνωρίζω, τίνες λόγοι ἔπεισαν
879τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ ματαιώσῃ τὴν ἀπόφασιν τοῦ προκα-
880τόχου του καὶ νὰ μὴ ἀποστείλῃ εἰς τὸν Εἰσαγγελέα τοῦ
881Ἀρείου Πάγου τὴν δικογραφίαν, ἵνα ἐνεργήσῃ ἀνακρίσεις.
882Ἐπεθύμουν νὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιο-
883σύνης νὰ λύσῃ τὴν ἀπορίαν μου ταύτην, διότι θεωρῶ ἐμαυ-
884τὸν ὑπόχρεων νὰ προβῶ εἰς συζήτησιν, εὐθὺς ὡς ἀκούσω
885τοὺς λόγους, ἕνεκα τῶν ὁποίων ὁ Εἰσαγγελεὺς αὐτὸς ἀπε-
886στάλη αὖθις εἰς Τρίπολιν.
887§85Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσω-
888τερικῶν καὶ τῆς Δικαιοσύνης). Κύριοι συνάδελφοι, ἐνθυμοῦ-
889μαι τὴν γενομένην συζήτησιν ἐν τῇ Βουλῇ περὶ τοῦ Εἰσαγ-
890γελέως Τριπόλεως. Ἔχω δὲ πάντοτε τὴν γνώμην περὶ δι-
891καστικῆς ἐξουσίας, εἰς ἣν καταταλέγεται καὶ ἡ Εἰσαγγε-
892λικὴ ἀρχή, ὅτι δὲν πρέπει, δὲν θέλω νὰ εἴπω ἀπροσέκτως,
893ἀλλὰ τοσοῦτον ἀδικαιολογήτως νὰ ἐπιτιθέμεθα ἐν τόπῳ το-
894σοῦτον ἐπισήμῳ. Ἐγὼ δὲν ἐδήλωσα ὡρισμένην γνώμην κατὰ
895τὴν γενομένην συζήτησιν, διότι δὲν ἐκαλούμην νὰ ἐκθέσω
896τοιαύτην. Κατὰ τὰς ἐμὰς ὅμως πληροφορίας, ὁ κ. Θεοδώ-
897ρου εἶναι, ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς ἐκτελέσεως τοῦ καθήκοντος,
898εἷς τῶν ἀρχαιοτέρων καὶ καλλιτέρων λειτουργῶν τῆς Πο-
899λιτείας. Ταύτην τὴν γνώμην ἤκουσα περὶ τοῦ Εἰσαγγε-
900λέως μετὰ πάσης παρρησίας διατετυπωμένην καὶ ἀπὸ τὸν
901κ. Μπακόπουλον, δεινὸν αὐτοῦ κατήγορον, ὁ ὁποῖος εἶπεν,
902ὅτι, ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ καθήκοντος, οὐδὲν εἶχέ
903τις νὰ ψέξῃ. Τὰ κατ’ αὐτοῦ ὅμως ἀορίστως ἐπιρριπτόμενα
904εἶχον σχέσιν πρὸς τὸν ἰδιωτικὸν βίον, ἐπηρεάζοντα βεβαίως
905μεγάλως, ἂν ἠλήθευον, καὶ τὸν δημόσιον αὐτοῦ βίον...
906§86Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Εἰσαγγελεὺς, ὁ ὁποῖος κατη-
907γορεῖται εἰς τὸν ἰδιωτικόν του βίον δι’ ἐγκλήματα, τὰ ὁποῖα
908ἀνάγκη νὰ φέρωσιν αὐτὸν ἐνώπιον τοῦ Δικαστηρίου, εἶναι
909τρομερὸν νὰ ὑπερασπίζηται ἀπὸ ἕνα Ὑπουργόν!
910§87Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Ἐγὼ δὲν συνηθίζω ν’ ἀπο-
911δέχωμαι περὶ τῶν ἄλλων κατηγορίας, ἐὰν δὲν ἦναι ἀπο-
912δεδειγμέναι ἐπισήμως. Δὲν δύναμαι νὰ ἐπιρρίψω εἰς ὑπάλ-
913ληλον καὶ λειτουργὸν τῆς Θέμιδος βαρυτάτας κατηγορίας,
914καθόσον, ἐὰν αὗται ἦσαν ἀληθεῖς, οὐδ’ ἐπὶ στιγμὴν ἠδύνατο
915νὰ κατέχῃ τὴν θέσιν Εἰσαγγελέως. Ὅταν πρόκηται περὶ
916τοιούτων κατηγοριῶν, δὲν ἔχω—ὁμολογῶ τοῦτο—τὴν τόλ-
917μην, ἐν ὅσῳ δὲν εἶναι ἀποδεδειγμέναι, νὰ τὰς ἀποδεχθῶ.
918Ὅτε ἀνέλαβον τὴν διεύθυνσιν τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δι-
919καιοσύνης, εὗρον τὸν Εἰσαγγελέα ἐνταῦθα καθήμενον, διότι
920ὁ πρὸ ἐμοῦ τὸν εἶχε καλέσει, ἵνα ζητήσῃ τὴν προφορικὴν
921ἀπολογίαν του· εὗρον τὸν ἄνθρωπον ἐμφανισθέντα πρὸ ἐμοῦ
922τελείως ἠθικῶς συντετριμμένον...
923§88ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Διενυκτέρευεν εἰς τὰ παρακείμενα
924ὑπόγεια!
925§89Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Εὗρον, λέγω, τὸν ἄνθρωπον
926τελείως συντετριμμένον, εἰς ἐμὲ δ’ ἐπεβάλλετο, ἢ νὰ δώσω
927τὸ τελευταῖον κτύπημα, ὅπως συντρίψω αὐτὸν ἐντελῶς, ἢ
928ν’ ἀποκαταστήσω αὐτὸν ἐν τῇ κοινῇ ὑπολήψει, ἐν ὅσῳ ἡ
929δικαστικὴ ἐξουσία δὲν εἶχεν ἀποφανθῆ. Ἠρεύνησα τὰ πράγ-
930ματα, καὶ εἶδον, ὅτι οὐδεμία καταγγελία κατ’ αὐτοῦ προσ-
931άγεται· ἀορίστως μόνον τῷ ἀποδίδονται ἐλαττώματα κοι-
932νωνικά. Ἀλλ’ εἰς τὰ καταγγελλόμενα ἀορίστως εὗρον τὴν
933ἔκθεσιν τοῦ Εἰσαγγελέως τῶν Ἐφετῶν κυρίου Σαπουντζάκη
934ὅλως θερμοτάτην ὑπὲρ αὐτοῦ. Τί ἐπεβάλλετο εἰς ἐμὲ νὰ
935ἐνεργήσω; ἀνακρίσεις κατὰ τοῦ Εἰσαγγελέως τῶν Ἐφετῶν,
936ὡς παραβάντος τὸ καθῆκόν του καὶ διαστρέψαντος τὴν ἀλή-
937θειαν;
938§90ΒΟΖΙΚΗΣ. Βεβαίως.
939§91Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Ἐγὼ ἐνόμισα καθῆκόν μου
940νὰ διατάξω τὸν Εἰσαγγελέα, ἄνευ ὑπολογισμοῦ, νὰ μεταβῇ
941εἰς τὴν θέσιν του, ἵνα δείξω οὕτω, ὅτι δικαστικῶς δὲν εἶναι
942ἀποδεδειγμένα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα κατηγόρουν κατὰ τοῦ ἀν-
943θρώπου· ἀλλ’ ἔχω ἀπόφασιν, τὸν Εἰσαγγελέα τοῦτον νὰ
944μεταθέσω ἐκεῖθεν, οὐχὶ δι’ ἕτερον λόγον, εἰμὴ διότι ἀδύ-
945νατον, ὡς ἄνθρωπος, νὰ μὴ αἰσθάνηται ἀγανάκτησιν δι’ ὅσα
946ἐλέχθησαν κατ’ αὐτοῦ, καὶ ἀδύνατον ἑπομένως νὰ ἐκτε-
947λέσῃ τὰ ὑψηλά του καθήκοντα ἀπαθῶς, προκειμένου περὶ
948τῶν προσώπων, ἅτινα ὁπωσδήποτε εἰς τὴν κατ’ αὐτοῦ ὑπό-
949θεσιν ἀνεμίχθησαν. Ἀλλὰ γνωρίζετε, ὅτι αἱ μετακινήσεις
950Εἰσαγγελέων δὲν εἶναι εὔκολον πρᾶγμα.
951Ταῦτα εἶχον ν’ ἀπαντήσω.
952§92ΧΑΡ. ΒΟΖΙΚΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
953§93ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Εὑρίσκομαι εἰς τὴν ἀνάγκην, κύριε
954Πρόεδρε, νὰ μὴ ἀποδεχθῶ τοὺς λόγους, τοὺς ὁποίους ἀνέ-
955φερεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, καὶ οἵτινες, ὡς ἰσχυ-
956ρίσθη, ἔπεισαν αὐτὸν, ἵνα διατάξῃ τὸν Εἰσαγγελέα νὰ μετα-
957βῇ ἐντεῦθεν ἐκεῖ. Γνωρίζω καλῶς, καὶ τὸ γνωρίζει καὶ ὁ κ.
958Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργός, ἵνα δεχθῇ
959νὰ ἀποστείλῃ αὖθις εἰς Τρίπολιν τὸν Εἰσαγγελέα Θεοδώρου,
960ἐπιέσθη παρὰ τῶν αὐτόθι φίλων του...
961§94Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Αὐτὸ δὲν εἶναι ἀληθές.
962§95ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Μὴ διαψεύδετε, κύριε Ὑπουργέ,
963διότι θὰ προβῶ εἰς ἀποκαλύψεις μεγαλειτέρας.
964§96Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Νὰ προβῆτε εἰς οἱανδήποτε
965ἀποκάλυψιν, διότι ἐγὼ δὲν συνηθίζω νὰ φοβῶμαι.
966§97ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Μὴ ταράττεσθε!
967§98Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Διόλου. Νὰ προβῆτε.
968§99ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἔχει τὴν εὐτυχίαν
969νὰ ἔχῃ φίλον ἐν Τριπόλει ἕνα ὀνόματι Ἰωάννην Διονυσίου,
970ὁ ὁποῖος εἶναι καὶ συντάκτης ἐφημερίδος, ἡ ὁποία ἀντιπροσω-
971πεύει τὰς γνώμας τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης...
972§100Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Σπουδαῖον πρᾶγμα!
973§101ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Σᾶς παρακαλῶ... Ὁ Ἰωάννης Διο-
974νυσίου αὐτὸς εἶναι ὁ ἀχώριστος σύντροφος τοῦ Εἰσαγγελέως
975Θεοδώρου. Ἀλλὰ θὰ μὲ ἐρωτήσητε, Κύριοι, τί ἐστὶν Ἰωάν-
976νης Διονυσίου; Φίλος τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερι-
977κῶν καὶ φίλτατος τοῦ Εἰσαγγελέως Θεοδώρου, καὶ ἐκδότης
978ἐφημερίδος ἐν Τριπόλει ἢ ἰδιοκτήτης.
979§102Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑβριζούσης μὲ τὸν ἐπισημότερον
980τρόπον!
981§103ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν μοὶ ἐπιτρέπε-
982ται νὰ ἀναγνώσω ἀπόφασιν, ἡ ὁποία χαρακτηρίζει τὸν φί-
983λον τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, τὸν ἐνδιαφερόμενον ὑπὲρ τοῦ Εἰσαγ-
984γελέως Θεοδώρου.
985§104Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Ποῖον φίλον;
986§105ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ἐκεῖνον, κύριε Ὑπουργέ, τὸν ὁποῖον
987εἴχετε διορίσει, ὅτε εἶσθε αὖθις Ὑπουργός, βοηθὸν ἐπιστά-
988του φυλακῶν.
989§106Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Φαντασθῆτε, ὅτι αὐτὸς ὁ
990κύριος θὰ ἐπηρεάζῃ ἐμέ!
991§107ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Αὐτὸς ὁ κύριος! Ἀλλὰ θὰ παρα-
992καλέσω τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ λάβῃ γνῶσιν
993τῆς ἀποφάσεως αὐτῆς, ἵνα πεισθῇ, ὁποίας σχέσεις ἔχει καὶ
994συναναστροφὰς ὁ Εἰσαγγελεὺς Θεοδώρου. Ὑπενθυμίζω εἰς
995τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅτι ἕτερος φίλος του,
996δικηγόρος ἐν Τριπόλει ἐν ἀποστρατείᾳ, ὁ Ἀριστείδης Ρηγό-
997πουλος, ἐξεστράτευσεν ἐπίτηδες ἕως ἐδῶ, διότι ὁ Εἰσαγγε-
998λεὺς τὸν παρεκάλει διὰ τῶν ἐκεῖ φίλων του, ἵνα μεσιτεύσῃ
999παρὰ τῷ κ. Ὑπουργῷ νὰ ἀποστείλῃ αὖθις αὐτὸν, τὸν Εἰσ-
1000αγγελέα Θεοδώρου, εἰς Τρίπολιν.
1001Αὐτοὶ λοιπὸν εἶναι οἱ λόγοι, οἵτινες ἠνάγκασαν τὸν κύριον
1002Ὑπουργὸν νὰ ἐξακολουθῇ νὰ διατηρῇ εἰς τὴν πατρίδα του
1003ἄνθρωπον, οἷος εἶναι ὁ Εἰσαγγελεὺς Θεοδώρου. Θὰ παρακα-
1004λέσω δὲ, ἐπαναλαμβάνω, τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως
1005νὰ ἀσχοληθῇ ἐπὶ στιγμὴν καὶ ῥίψῃ ἓν βλέμμα ἐπὶ τῆς ἀπο-
1006φάσεως, περὶ ἧς εἶπον, ἵνα πεισθῇ ὁποία εἶναι ἡ σχέσις τοῦ
1007Θεοδώρου ἐκεῖ, καὶ ἐκ τούτου θέλει βεβαίως μεριμνήσει, ἵνα
1008οὐδ’ ἐπὶ στιγμὴν παραμείνῃ εἰς τὸν τόπον ἐκεῖνον ὁ Εἰσαγ-
1009γελεὺς Θεοδώρου.
1010Νομίζω, ὅτι ταῦτα εἶναι ἀρκετά.
1011§108Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Μὲ μίαν παράκλησιν, νὰ μὴ σταλῇ εἰς
1012τὴν Εὐρυτανίαν (ἱλαρότης).
1013§109Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Ἔχω καθῆκον νὰ εἴπω, ὅτι
1014ἐγὼ ὅ,τι ἐξετέλεσα τὸ ἐξετέλεσα ἕνεκα τῶν λόγων, τοὺς
1015ὁποίους ἀνέφερα μετὰ πάσης εἰλικρινείας ἐν τῇ Βουλῇ, καὶ
1016τῶν ὁποίων τὴν εὐθύνην ἀποδέχομαι· δὲν εἶναι δὲ ἐπιτε-
1017τραμμένον ἄνευ δικαστικῶν ἀποδείξεων νὰ συντρίψω ἕνα
1018λειτουργὸν τῆς Θέμιδος, ὁ ὁποῖος ὑπηρετεῖ τὴν πατρίδα του
1019ἐπὶ 22 ὁλόκληρα ἔτη. Ἐὰν εἰς ἐμὲ ἀπεδίδοντο τόσον τα-
1020πεινοὶ λόγοι, ὥστε νὰ πεισθῶ νὰ διαπράξω αὐτὸ, τὸ ὁποῖον
1021διέπραξα, διότι μὲ παρεκάλεσεν εἷς, τὸν ὁποῖον ἄλλοτε εἶχον
1022διορίσει εἰς τὰς φυλακὰς, ὅτε ἤμην Ὑπουργὸς τῆς Δικαιο-
1023σύνης, ἢ ἕτερος φίλος μου, δύναται ὁ κ. Ἀλεξάκης νὰ ἔχῃ
1024τοιαύτην περὶ ἐμοῦ γνώμην, ἀλλ’ ἐγὼ ἔχω περὶ ἐμαυτοῦ,
1025καὶ ὑμεῖς, νομίζω, περὶ ἐμοῦ ἔχετε ἄλλην γνώμην. (Ἐπιδο-
1026κιμασίαι ἐκ δεξιῶν).
1027§110Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα)
1028§111Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Ἡ αὔξησις τῆς μισθοδοσίας τῶν
1029ἐπιστατῶν καὶ φυλάκων, τῶν ἀνηκόντων εἰς τοὺς φάρους καὶ
1030φανοὺς, εἶναι ζήτημα σπουδαῖον, καὶ πρέπει ἡ Βουλὴ, τῇ
1031εἰσηγήσει τῆς Κυβερνήσεως, νὰ αὐξήσῃ τὴν μισθοδοσίαν, ἡ
1032ὁποία δίδεται εἰς τοὺς ἀνθρώπους αὐτοὺς, διότι ὄντως μὲ
103350 καὶ 60 δραχμὰς κατὰ μῆνα, διδομένας εἰς τοὺς φαρο-
1034φύλακας, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχητε ἀνθρώπους ἱκανοὺς καὶ
1035ἐκτελοῦντας μετὰ ζήλου τὸ καθῆκόν των. Ἐπίσης καὶ ἡ
1036θέσις τῶν ἐπιστατῶν πρέπει νὰ βελτιωθῇ, διότι εἶναι ἠναγ-
1037κασμένη ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν νὰ προσ-
1038λαμβάνῃ ἀνθρώπους τῆς ἐσχάτης ὑποστάθμης, ἀνθρώπους,
1039οἱ ὁποῖοι ὄχι μόνον τὸ πετρέλαιον, ἀλλὰ καὶ τὰ φυτίλια θὰ
1040κλέψωσι διὰ νὰ τὰ πωλήσωσιν, ὅπως ἐπαρκέσωσιν εἰς τὰς
1041στοιχειώδεις αὑτῶν ἀνάγκας. Εἷς ναυτικὸς, ὁ ὁποῖος ἄγει τὸ
1042πεντηκοστὸν ἔτος τῆς ἡλικίας του, ἄνθρωπος δηλ. δυνάμε-
1043νος νὰ ἐργασθῇ, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μεταβῇ μὲ 50 δραχ-
1044μὰς κατὰ μῆνα νὰ ὑπηρετήσῃ εἰς ὑπηρεσίαν ἀχάριστον. Τὸ
1045ταμεῖον δὲ τῶν φάρων καὶ φανῶν ἔχει εἰσοδήματα τοιαῦτα,
1046ὥστε τὸ προσωπικὸν νὰ ἀποζημιῶται ἐπαρκῶς, καὶ ἑπομέ-
1047νως ἡ ὑπηρεσία νὰ ἐκτελῆται μετὰ ζήλου καὶ ἀφοσιώσεως,
1048καὶ νὰ μὴ εὑρίσκωνται εἰς τὴν κατάστασιν τὴν οἰκτρὰν, εἰς
1049τὴν ὁποίαν σήμερον εὑρίσκονται οἱ φάροι καὶ φανοί.
1050Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν δύναται νὰ ζητήσῃ πλη-
1051ροφορίας ἀπὸ τὸ ἁρμόδιον τμῆμα, καὶ θέλει πεισθῇ, ὅτι ἡ
1052κατάστασις εἶναι ὄντως ἀθλία. Ἡ ὑπηρεσία τῶν φάρων καὶ
1053φανῶν παρὰ ταῖς Κυβερνήσεσι τῶν εὐρωπαϊκῶν Κρατῶν ἐξί-
1054κετο εἰς τέλειον σημεῖον, ἡ Ἀγγλία καὶ ἡ Ἰταλία δίδουσι
1055γενναίους μισθοὺς εἰς τοὺς ὑπηρετοῦντας ἐν τοῖς φάροις καὶ
1056φανοῖς, ἐνῷ ἡμεῖς δίδομεν γλισχροτάτους· διότι εἰς τὰς Φλέ-
1057βας π.χ. ἔχετε ἕνα ἐπιστάτην, εἰς τὸν ὁποῖον δίδετε 80 δραχ-
1058μὰς κατὰ μῆνα, καὶ αὐτὸς ἔχει οἰκογένειαν, ἡ ὁποία μένει ἐν
1059Πειραιεῖ, ἐν Ὕδρᾳ, ἢ ἐν Αἰγίνῃ, καὶ πρέπει νὰ διαθρέψῃ τὴν
1060οἰκογένειάν του· ἀλλὰ μὲ 80 δραχμὰς τί νὰ κάμῃ; Οἱ ἄν-
1061θρωποι δὲ αὐτοὶ ἄλλως τε εἰσὶ καταδεδικασμένοι εἰς εἶδός τι
1062ἐξορίας, ἑπομένως ἡ γενναία χρηματικὴ ἀμοιβὴ εἶναι παρη-
1063γορία διὰ τὰς στερήσεις, τὰς ὁποίας ὑφίστανται.
1064Νομίζω λοιπὸν, ὅτι δὲν εἶναι δίκαιον, τὸ Ὑπουργεῖον τῶν
1065Οἰκονομικῶν χάριν ἐπιδείξεως περισσευμάτων ν’ ἀπορροφᾷ
1066τὸ μεγαλείτερον μέρος ἐκ τῶν χρημάτων τῶν προωρισμέ-
1067νων ἀκριβῶς διὰ τὴν ὑπηρεσίαν ταύτην τῶν φάρων καὶ φα-
1068νῶν, καὶ πρέπει 100 ἕως 150 χιλιάδες δραχμαὶ ν’ ἀφιε-
1069ρωθῶσι διὰ τὴν αὔξησιν καὶ τὴν βελτίωσιν τῆς ὑπηρεσίας
1070ταύτης, ἥτις, ὅπως εἶναι σήμερον, δὲν ἐκπληροῖ τὸν σκο-
1071πόν της, καὶ συχνότατα αἱ ξέναι Κυβερνήσεις ἀναγκάζον-
1072ται νὰ κάμωσι παραστάσεις διὰ τὴν κακὴν λειτουργίαν
1073τῶν φάρων. Ἐννοεῖτε δ’ εὐκόλως πόση ζημία προσγίνεται
1074εἰς τὴν χώραν ἡμῶν ἐκ τῶν δυσφημήσεων τούτων, καὶ πόσην
1075προσοχὴν δέον νὰ καταβάλωσιν οἱ ἁρμόδιοι, ὅπως ῥυθμισθῇ
1076ἡ ὑπηρεσία τῶν φάρων, ἥτις ἀποτελεῖ τὸν μοχλὸν τῆς κι-
1077νήσεως τῆς ναυτιλίας.
1078§112ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Μοσχούλας ἔχει τὸν λόγον.
1079§113Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Κατά τινα τῶν προηγουμένων συνε-
1080δριάσεων εἶχον παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσω-
1081τερικῶν νὰ λάβῃ πρόνοιαν περὶ ἀποζημιώσεως τῶν συμπο-
1082λιτῶν μου, τῶν ὁποίων τὰ κτήματα κατέλαβεν ἡ κατα-
1083σκευαζομένῃ σιδηροδρομικῇ γραμμῇ Πύργου–Κυπαρισσίας
1084ἔλαβον δὲ ἀφορμὴν ἐκ τούτου νὰ ζητήσω πληροφορίας παρὰ
1085τοῦ τμήματος τῶν δημοσίων ἔργων περὶ τῆς δαπάνης, ἡ
1086ὁποία θ’ ἀπαιτηθῇ διὰ τὴν ἀποζημίωσιν τῶν κτηματιῶν,
1087τῶν ὁποίων τὰ κτήματα κατέλαβεν ἡ κατασκευαζομένη
1088αὕτη γραμμή. Τὸ τμῆμα τῶν δημοσίων ἔργων μὲ ἐπληρο-
1089φόρησεν, ὅτι τὸ ποσὸν τῶν ἀποζημιώσεων διὰ τὰ καταλη-
1090φθέντα ἤδη κτήματα ὑπὸ τῆς σιδηροδρομικῆς ταύτης γραμ-
1091μῆς ἀνέρχεται εἰς 300,000 δραχμάς· ἀλλὰ λαβὼν ἐκ τού-
1092του ἀφορμήν, παρετήρησα τὸν ὑποβληθέντα Προϋπολογισμὸν
1093τοῦ ἔτους 1902, καὶ εἶδον μετ’ ἐκπλήξεως, ὅτι πρὸς τοῦτο
1094ἀναγράφεται πίστωσις μόνον 130,000 δραχμῶν, ἐὰν δὲν
1095ἀπατῶμαι. Μοὶ ἐγεννήθη λοιπὸν ἡ ἀπορία, καὶ εὑρίσκομαι εἰς
1096τὴν ἀνάγκην νὰ ἐρωτήσω τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτε-
1097ρικῶν. Ἐκ τῆς πιστώσεως ταύτης τῶν 130,000 δραχμῶν,
1098ἡ ὁποία παρὰ τῆς Βουλῆς θὰ ψηφισθῇ, ψηφιζομένου τοῦ
1099Προϋπολογισμοῦ, θὰ πληρωθῶσιν οἱ ἡμίσεις, καὶ μάλιστα
1100οὔτε οἱ ἡμίσεις, τῶν κτηματιῶν, τῶν ὁποίων τὰ κτήματα
1101κατελήφθησαν ὑπὸ τῆς κατασκευαζομένης γραμμῆς Πύργου–
1102Κυπαρισσίας, ἀλλ’ οἱ ἕτεροι ἡμίσεις τῶν κτηματιῶν, τῶν
1103ὁποίων ἡ γραμμὴ αὕτη κατέλαβε τὰ κτήματα, τί θὰ γείνω-
1104σιν; ἀπὸ ποῦ θ’ ἀποζημιωθῶσιν; Εἶναι γνωστόν, ὅτι τὸ
1105ἄρθρον 17 τοῦ Συντάγματος λέγει, ὅτι οὐδεὶς στερεῖται τῆς
1106ἰδιοκτησίας του, εἰμὴ λόγῳ δημοσίας ἀνάγκης καὶ μετὰ προ-
1107ηγουμένην ἀποζημίωσιν...
1108§114ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ. Εἶναι τύπος, ὁ ὁποῖος οὐδέποτε
1109ἐφηρμόσθη.
1110§115ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Ἐγὼ δὲν ἐχρημάτισα ποτὲ Ὑπουργὸς
1111ἵνα ἔχω τὴν εὐθύνην ταύτην.
1112§116Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Θὰ γείνῃς ταχέως.
1113§117ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Σᾶς εὐχαριστῶ... Ἀλλὰ τὸ ζήτημα εἶναι
1114σπουδαιότατον, διότι οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ ἀπεξενώθησαν τῶν
1115κτημάτων των, τὰ ὁποῖα κατέλαβεν ἡ κατασκευαζομένη σι-
1116δηροδρομικὴ γραμμή, καὶ ἐνῷ τὰ κτήματά των κατελήφθη-
1117σαν, καὶ αὐτοὶ δὲν τὰ ἔχουσι πλέον, καλοῦνται ἤδη πολλοὶ
1118ἐξ αὐτῶν νὰ πληρώσουν φόρον διὰ τὰ κτήματα ταῦτα, καὶ
1119ἐνθυμοῦμαι ἕνα συμπολίτην μου, ὅστις διὰ τὴν ἄμπελόν του,
1120ἡ ὁποία κατελήφθη πρὸ ἑνὸς καὶ ἐπέκεινα ἔτους, ἐζητήθη
1121παρὰ τοῦ εἰσπράκτορος νὰ πληρώσῃ φόρον στρεμματικόν.
1122§118Δ. ΚΡΙΤΣΑΣ. Δὲν ἐδήλωσεν, ὅτι κατελήφθη ἡ ἄμπε-
1123λός του;
1124§119ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Ἐδήλωσε, καὶ ἔγεινε καὶ τὸ πρωτόκολ-
1125λον, τὸ ὁποῖον συντάσσει ἡ ἐπιτροπή, ἣν ὁρίζει ὁ νόμος διὰ
1126τὰς τοιαύτας ἀποζημιώσεις, οὐχ ἧττον ὅμως ἐζητήθη νὰ
1127πληρώσῃ φόρον στρεμματικὸν διὰ τὴν ἄμπελον αὑτοῦ, τὴν
1128ὁποίαν ἡ κατασκευαζομένη σιδηροδρομικὴ γραμμὴ κατέ-
1129λαβε πρὸ ἑνὸς καὶ ἐπέκεινα ἔτους, καὶ ἐπὶ τῆς ὁποίας ἐστρώ-
1130θησαν ἤδη αἱ σιδηραῖ ῥάβδοι.
1131Τὸ ζήτημα εἶναι σπουδαῖον, διότι, ὅταν ἡ ἐπίσημος Πο-
1132λιτεία ἔρχηται καὶ δημεύῃ τὴν περιουσίαν τῶν πολιτῶν,
1133παρ’ ὧν ζητεῖ τὴν καταβολὴν τῶν φόρων, βεβαίως οἱ πολῖ-
1134ται εὑρίσκονται εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ προκαλῶσι στάσεις·
1135ὑπῆρξαν μάλιστά τινες, οἱ ὁποῖοι, λαβόντες ἀφορμὴν ἐκ τοῦ
1136παρελθόντος, διότι εἶχε γνωσθῆ, ὅτι καὶ ἄλλοι τινὲς εἰς ἄλ-
1137λην ἐπαρχίαν, οἱ ὁποῖοι δὲν εἶχον τύχει τῆς ὁρισθείσης ἀπο-
1138ζημιώσεως ἐπὶ τῇ αὐτῇ αἰτίᾳ παρὰ τῆς αὐτῆς Ἑταιρείας
1139ἐν τῇ κατασκευῇ τῶν σιδηροδρόμων Μύλων–Καλαμῶν, ἐσκέ-
1140φθησαν νὰ λάβωσι προσωρινὰ μέτρα καὶ νὰ ματαιώσωσι
1141τὴν στρῶσιν τῶν σιδηρῶν ῥάβδων, ἀλλ’ οἱ συνετώτεροι πα-
1142ρετήρησαν εἰς αὐτοὺς, ὅτι δὲν πρέπει νὰ καταφύγωσιν εἰς
1143τοιαῦτα μέτρα.
1144Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτε-
1145ρικῶν νὰ λάβῃ πρόνοιαν, ὅπως ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τῷ
1146ὑποβληθέντι καὶ μέλλοντι μετ’ ὀλίγον νὰ ψηφισθῇ ἡ πί-
1147στωσις τῶν 130,000 δραχμῶν, ἡ προωρισμένη διὰ τὴν ἀπο-
1148ζημίωσιν τῶν συμπολιτῶν μου τούτων, αὐξηθῇ εἰς 300,000,
1149ὅσαι ἀπαιτοῦνται, ἵνα ἀποζημιωθῶσιν ὅλοι οἱ κτηματίαι συμ-
1150πολῖταί μου καὶ ἐν γένει οἱ τοῦ νομοῦ Τριφυλίας, τῶν ὁποίων
1151τὰ κτήματα κατέλαβεν ἡ κατασκευαζομένη γραμμὴ Πύρ-
1152γου–Κυπαρισσίας.
1153Ἀσχέτως πρὸς τὸ ζήτημα τοῦτο, κύριοι συνάδελφοι, ἀνέ-
1154γνων προχθὲς ἔν τινι ἐφημερίδι, ὅτι ἐργάται τινὲς τῆς κατα-
1155σκευαζομένης ταύτης σιδηροδρομικῆς γραμμῆς ἐν τῷ τμή-
1156ματι Βαρβασαίνης–Ἀγουλινίτσης προέβησαν εἰς ἀπεργίαν.
1157Ἐγὼ πρό τινων ἡμερῶν εὑρισκόμην ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ, ἣν ἔχω
1158τὴν τιμὴν ν’ ἀντιπροσωπεύω, καὶ εὑρισκόμην ἀκριβῶς ἐν τῷ
1159τμήματι αὐτῷ, ἐπανερχόμενος δ’ ἐκεῖθεν, καὶ ἀποφασισμέ-
1160νος νὰ ἐπισκεφθῶ τὴν κατασκευαζομένην γέφυραν τοῦ Ἀλ-
1161φειοῦ, διῆλθον διὰ τοῦ σταθμοῦ Κούκουρα· ἐκεῖ εἰσῆλθον εἰς
1162ἓν πανδοχεῖον, ὅπου ὑπῆρχον πολλοὶ ἐργάται, καταγόμε-
1163νοι ἀπὸ διαφόρους πόλεις τῆς Ἑλλάδος, οἱ ὁποῖοι εἶχον προσ-
1164έλθει ἐκεῖ, ἵνα προσφέρωσι τὰς ὑπηρεσίας αὑτῶν εἰς τὰς ἐρ-
1165γασίας τῆς Ἑταιρείας ἐν τῇ κατασκευῇ τῆς σιδηροδρομικῆς
1166ταύτης γραμμῆς, καὶ δυνηθῶσιν οὕτω νὰ ἐξοικονομῶσι τὰ
1167πρὸς συντήρησιν τῶν οἰκογενειῶν των μέσα κἄπως ἐπαρκῶς.
1168Ὅτε εἰσῆλθον εἰς τὸ πανδοχεῖον μετ’ ἄλλων τινῶν συμπο-
1169λιτῶν μου, εἶδον τοὺς ἐργάτας αὐτοὺς ἔχοντας ἐξηγριω-
1170μένην τὴν ὄψιν, προσέβλεπον δὲ βλοσυρῶς ἡμᾶς, διότι, ὡς
1171κατόπιν ἔμαθον, μᾶς ἐξέλαβον ὅτι ἤμεθα μηχανικοὶ τῆς
1172Ἑταιρείας, τοῦτο δὲ, διότι οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ, οἱ ὁποῖοι
1173προσῆλθον νὰ ἐργασθῶσιν ἐν τῇ κατασκευαζομένῃ σιδηρο-
1174δρομικῇ γραμμῇ, προσήρχοντο ἄνευ συμφωνίας πρὸς ἐργα-
1175σίαν μὲ τοὺς διευθύνοντας τὰ τμήματα περὶ τοῦ ἡμερομι-
1176σθίου αὐτῶν. Ἀλλὰ συνέβη τι, τὸ ὁποῖον εἶναι τερατῶδες·
1177διότι, ἐνῷ ἔδει νὰ πληρώνωσι τοὺς ἐργάτας αὐτοὺς μὲ
1178ἡμερομίσθιον δραχμῶν 5, τοὺς πληρώνουν μὲ ἡμερομίσθιον
1179δραχμῶν 2,50, ἐνῷ τὸ ἡμερομίσθιον σήμερον ἐν τῇ καλλιερ-
1180γείᾳ τῆς παρούσης ὥρας τοῦ ἔτους εἰς τὰς ἀμπέλους καὶ τὰς
1181σταφιδαμπέλους εἶναι δραχμαὶ 4,50 μέχρι 5. Ἀλλ’ ὅτε οἱ
1182ἐργάται αὐτοὶ ἔμαθον τὴν ἰδιότητά μου, προῆλθον πρὸς ἐμὲ
1183καὶ μὲ παρεκάλεσαν νὰ τοὺς συγχωρήσω, διότι, ἐκλαβόντες
1184ἡμᾶς ὡς ἀνήκοντας εἰς τὸ προσωπικὸν τῆς Ἑταιρείας, εἶχον
1185λάβει στάσιν ἐχθρικὴν ἐναντίον μας, καὶ μοὶ εἶπον πρὸς
1186τούτοις νὰ τοῖς ἐπιτρέψω νὰ μοὶ ἀναφέρωσι τὰ παράπονά
1187των καὶ νὰ μοὶ ἀφηγηθῶσιν αὐτά. Μοὶ εἶπον λοιπόν, ὅτι
1188ἐκ τοῦ ἡμερομισθίου αὐτοῦ τῶν 2½ δραχμῶν πληρώνουσι
118910 λεπτὰ ἐπὶ μιᾶς δραχμῆς δι’ ἰατρόν...
1190§120Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν τὰ πληρώνουσιν, ἀλλὰ τοῖς
1191κρατοῦνται.
1192§121Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Μάλιστα... Θὰ σᾶς εἴπω δὲ καὶ πῶς
1193γίνεται ἡ πληρωμὴ ἐκ μέρους τῶν διευθυντῶν τῆς Ἑται-
1194ρείας,—καὶ ἔχω τὴν συνείδησίν μου ἐλευθέραν καὶ ἀναπε-
1195παυμένην, ὅτι δὲν ἐψήφισα τὸ νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου
1196ἐδόθησαν τὰ 3,000,000 εἰς τὴν Ἑταιρείαν αὐτήν, τὴν λῃ-
1197στρικήν, τὸ ὁποῖον ἐψηφίσατε σεῖς...
1198§122Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Οὔτε ἐγώ· ἀλλὰ δὲν μᾶς ἠρώτη-
1199σαν, διότι δὲν ἐγένετο δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως ἡ ψήφισίς του.
1200§123Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Ἐγὼ ἐζήτησα τότε τὴν ὀνομαστικὴν
1201κλῆσιν, ἀλλ’ ἤμην μόνος· 65 δὲ μόνον Βουλευταὶ ἐψήφισαν
1202τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο...
1203§124ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Εἴπετε, ὅτι 65 μόνον Βουλευταὶ
1204ἦσαν ἐν ὅλῳ, ὅτε ἐψηφίσθη τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο;
1205§125Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Μάλιστα.
1206§126ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Διατὶ τότε, ἀφοῦ ἐνομίζετε, ὅτι δὲν
1207ἔπρεπε νὰ δοθῶσι τὰ ἑκατομμύρια ταῦτα εἰς τὴν Ἑταιρείαν,
1208διατὶ δὲν ἐκάματε ἔνστασιν περὶ μὴ ἀπαρτίας, ἀφοῦ ἐβλέ-
1209πετε, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν ἦτο ἐν ἀπαρτίᾳ;
1210§127Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Διότι ἐγὼ οὐδέποτε προβαίνω εἰς τοι-
1211αῦτα μέτρα, διότι τὸ μέτρον τῆς ἐνστάσεως ἀπαρτίας δὲν
1212τὸ θεωρῶ κοινοβουλευτικόν.
1213§128ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Νὰ ψηφίζῃ ἡ Βουλή, ὅταν δὲν ἦναι
1214ἐν ἀπαρτίᾳ, θεωρεῖτε ὅτι εἶναι πρέπον;
1215§129Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Σεῖς δὲν δύνασθε νὰ κανονίσητε τὴν
1216πολιτείαν τὴν ἰδικήν μου, οὔτε ἐγὼ τὴν ἰδικήν σας. Ἐγὼ
1217νομίζω, ὅτι εἰς ἐμὲ δὲν ἐπιτρέπεται νὰ προβαίνω εἰς τὸ μέ-
1218τρον ἐνστάσεως ἀπαρτίας.
1219Μοὶ εἶπον λοιπὸν οἱ ἐργάται αὐτοὶ, ὅτι πληρώνουσι διὰ
1220φάρμακα 10 λεπτὰ ἐπὶ μιᾶς δραχμῆς. Ἐπὶ πλέον πληρώ-
1221νουσι καὶ 10 λεπτὰ διὰ φθορὰν ἐργαλείων ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ
1222ποσοῦ. Τότε ἠρώτησα ἕνα ἐξ αὐτῶν τῶν ἐργατῶν, καταγό-
1223μενον ἀπὸ τὸ Ἄργος: «ποίαν φθορὰν ἐργαλείων κάμνεις σύ»;
1224μοὶ λέγει: «φθορὰ ἐργαλείων δι’ ἐμὲ εἶναι οἱ ὦμοί μου, διότι
1225»μὲ τοὺς ὤμους αὐτοὺς ἐργάζομαι, μεταφέρων τὰς σιδηρᾶς
1226»ῥάβδους καὶ τοὺς ὀγκολίθους ἀπὸ τῆς μιᾶς θέσεως εἰς τὴν
1227»ἄλλην. Λοιπὸν ἐργαλεῖα εἶναι οἱ ὦμοί μου, ἀλλὰ διὰ τοὺς
1228»ὤμους μου, οἱ ὁποῖοι φθείρονται, πληρώνω εἰς τὴν Ἑται-
1229»ρείαν αὐτὴν φθορὰν ἐργαλείων!!!»...
1230§130Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Σᾶς εἶπον πόθεν τρέφονται;
1231§131Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Μάλιστα. Μοὶ εἶπον, ὅτι τρέφονται
1232παρὰ παντοπωλῶν, οἱ ὁποῖοι ἀναλαμβάνουσι παρὰ τῆς Ἑται-
1233ρείας τὴν τροφοδοσίαν τῶν ἐργατῶν. Φαντασθῆτε, Κύριοι, τὴν
1234εὐσυνειδησίαν τῶν παντοπωλῶν αὐτῶν! Ἔτυχε δὲ εἴς τινα
1235θέσιν μεταξὺ Ζαχάρως καὶ Κυπαρισσίας, εἰς τὴν θέσιν Ἁγιαν-
1236νάκης, νομίζω, — δὲν ἐνθυμοῦμαι καλῶς τὴν ὀνομασίαν, — νὰ
1237ὑπάρχῃ εἷς παντοπώλης, ὁ ὁποῖος εἶχεν ἀναλάβει τὴν τρο-
1238φοδοσίαν τῶν ἐργατῶν...
1239§132ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Πῶς τὴν εἶχεν ἀναλάβει;
1240§133Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Ἐπήγαινον οἱ ἐργάται καὶ ἔλεγον:
1241«δόσε μου 10 λεπτῶν ψωμὶ, καὶ 10 λεπτῶν τυρὶ», καὶ ὅλα
1242ἐκεῖνα, τῶν ὁποίων, ἐννοεῖται, οἱ ἐργάται δύνανται νὰ κά-
1243μωσι χρῆσιν εἰς τὴν τροφήν. Ἀλλὰ παρετήρησα καὶ τὴν
1244ποιότητα τοῦ προσφερομένου ἄρτου καὶ τὴν ποσότητα· 10
1245λεπτῶν ἄρτος ἐξ αὐτοῦ δὲν ἀντιστοιχεῖ οὔτε εἰς ἄρτον τριῶν
1246λεπτῶν ἀξίας, καὶ 10 λεπτῶν σκωληκόβρωτος τυρὸς οὔτε
1247εἰς τυρὸν ἑνὸς λεπτοῦ ἀξίας.
1248Ἀλλὰ τί γίνεται ὅσον ἀφορᾷ τὴν πληρωμήν;...
1249§134Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζετε, ὅτι ἡ Ἑταιρεία ἐπι-
1250τρέπει εἰς πάντας τοὺς ὀψοπώλας νὰ προμηθεύωσιν εἰς τοὺς
1251ἐργάτας τὰ τρόφιμα; Ἡ Ἑταιρεία ὁρίζει τοὺς τοιούτους
1252ὀψοπώλας, καὶ ἐκεῖ γίνεται ἡ μεγαλειτέρα λῃστεία τῶν ἐρ-
1253γατῶν.
1254§135Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Εἶπον αὐτὸ πρότερον, ὅτι συμβάλ-
1255λονται οἱ ὀψοπῶλαι καὶ παντοπῶλαι μὲ τὴν Ἑταιρείαν, ἵνα
1256αὐτοὶ παρέχωσι τὰ τρόφιμα... Μὴ γελᾶτε, κύριε Σκουζέ,
1257διότι σεῖς ἔχετε ἀμεσώτερον συμφέρον νὰ μὴ γελᾶτε...
1258§136ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ. Ἐγὼ γελῶ ἐξ ἄλλης αἰτίας.
1259§137Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ... διότι τὰ τοιαῦτα ζητήματα ἐγεί-
1260ρουσιν ἐπαναστάσεις τοῦ λαοῦ· διότι αὐτὸς ὁ ἐργάτης, ὅστις
1261στρώνει τὰς γραμμὰς αὐτὰς πρὸς ὄφελος τῆς χώρας καὶ τῆς
1262Ἑταιρείας, πληρώνει ὅλους τοὺς φόρους, καὶ ἔχει δικαίωμα
1263ν’ ἀπαιτήσῃ παρ’ ἡμῶν προστασίαν, καὶ εἰς αὐτὸν ὑμεῖς
1264ὀφείλετε τὰς ἐκλογικάς σας ἐπιτυχίας.
1265Ἔρχεται ἤδη ἄλλο ζήτημα. Ὁ ἐργάτης μεταβαίνει νὰ
1266πληρωθῇ ἀπὸ τὸν ἁρμόδιον ὑπάλληλον — ὅστις, σημειωτέον,
1267δὲν γνωρίζει τοὺς ἐργάτας οὐδὲ κατ’ ὄνομα, ἀλλ’ οὗτοι ἔχου-
1268σιν ἀριθμούς. — Προσέρχεται λοιπὸν ὁ ἀριθμὸς 1. Ὁ λογι-
1269στικὸς ὑπάλληλος κάμνει τὸν λογαριασμόν. Ὁ ἐργάτης, ἐρ-
1270γασθεὶς ἕνα μῆνα, ἔχει λαμβάνειν 100 δραχμάς· ὁ ὑπάλ-
1271ληλος τοῦ λέγει 65 καὶ 30/00 π. χ. Ἀλλ’ ἔχει καὶ τὸ δι-
1272καίωμα νὰ ἐρωτήσῃ ὁ ἐργάτης, διατὶ τοῦ δίδονται τόσα μό-
1273νον. Ἐὰν θελήσῃ νὰ ἐρωτήσῃ, ἀπάγεται παρὰ τῶν ἀστυ-
1274νομικῶν ὀργάνων, τῶν ἐντεταλμένων τὴν φρούρησιν τῆς τά-
1275ξεως, εἰς τὸ κρατητήριον, καὶ παραμένει 2 ἢ 3 ἡμέρας ἐκεῖ,
1276διότι ἐτόλμησε νὰ ἀντιτάξῃ εἰς τὸν ταμίαν τῆς Ἑταιρείας,
1277ὅτι ἐδούλευσεν ἕνα μῆνα, καὶ δικαιοῦται λαμβάνειν δραχ-
1278μὰς 100 ἀντὶ 65 καὶ 30/00! Οὕτω δὲ, ἀπελπιζόμενος ὁ
1279ἐργάτης,—ὅστις προσφέρει ὑπηρεσίας τοιαύτας, αἱ ὁποῖαι
1280εἶναι γνωσταὶ εἰς τοὺς κ. συναδέλφους, λίαν ἐπιμόχθους,
1281διότι πρέπει νὰ ἄρῃ μεγάλα βάρη ἐπὶ τῶν ὤμων του κλπ.
1282οὕτως ὥστε καθίσταται ὁ βίος αὐτοῦ ἀβίωτος, καὶ ὅστις
1283μεταβαίνει εἰς τὴν ἐργασίαν ταύτην ἐπειδὴ θεωρεῖ αὐτὴν
1284ἐπωφελεστέραν, καὶ ἐλπίζει νὰ τῷ περισσεύσῃ κεφάλαιον τι,
1285—ἀπέρχεται μὲ ματαιωμένας τὰς ἐλπίδας. Ἀλλὰ νομίζετε
1286ὅτι λαμβάνουσι πάντοτε τὰ χρήματά των; Ἐάν τις ἀσθενήσῃ
1287ἢ λάβῃ τηλεγράφημα ν’ ἀναχωρήσῃ, καὶ ἔχῃ ἐργασθῆ 5 μόνον
1288ἡμέρας π. χ. καὶ θέλει νὰ πληρωθῇ μόνον δι’ αὐτάς, πρέπει
1289νὰ ἀναμείνῃ τὸ τέλος τοῦ μηνὸς διὰ νὰ πληρωθῇ· καὶ τοῦτο,
1290ἵνα ἐξαναγκάζηται νὰ προσφέρῃ τὴν ὑπηρεσίαν του μὲ τὸ
1291ἥμισυ τοῦ ἡμερομισθίου, ὅπως κανονίζει αὐτὸ ὁ ἐργολάβος,
1292ἢ ὁ τμηματάρχης.
1293§138ΑΛΕΞ. Μ. ΚΑΝΑΡΗΣ. Πρέπει λοιπὸν νὰ συντάσσουν
1294συμβόλαια.
1295§139Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Δυστυχῶς ναί.
1296Παρακαλῶ ὅθεν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ
1297ἐπιστήσῃ τὴν προσοχήν του ἐπὶ τοῦ οὐσιώδους καὶ σπου-
1298δαίου τούτου ζητήματος, διότι τοιαῦτα ζητήματα συνταράσ-
1299σουν τὰς κοινωνίας, διότι παραβλάπτονται δικαιώματα τοῦ
1300λαοῦ αὐτοῦ, τοῦ ἐργαζομένου καὶ καταπιεζομένου πάντο-
1301θεν, ὅστις πληρώνει τοὺς φόρους του ἀγογγύστως, ἵνα τρέ-
1302φωνται οἱ πολυώνυμοι κηφῆνες!
1303§140Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτε-
1304ρικῶν). Τῳόντι παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου μοὶ ἐγέ-
1305νοντο παραστάσεις, ὅτι οἱ ἔχοντες λαμβάνειν ἀποζημιώσεις
1306διὰ τὰ ὑπὸ τῆς γραμμῆς καταλαμβανόμενα κτήματα εἶναι
1307πολὺ περισσότεροι, καὶ περισσότερα δικαιοῦνται λαμβάνειν
1308ἀπὸ τὰς ἀναγεγραμμένας ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ πιστώσεις.
1309Μοὶ ἔδωκαν πληροφορίας ἐκ τοῦ τμήματος τῶν δημοσίων ἔρ-
1310γων, ὅτι ἔχουσι συγκεντρωθῆ ἀπαιτήσεις ὑπέρτεραι τοῦ ἀνα-
1311γεγραμμένου ποσοῦ. Θὰ φροντίσω κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ
1312Προϋπολογισμοῦ νὰ αὐξηθῇ ἐπακριβῶς τὸ κονδύλιον, ὅπως
1313οἱ ἰδιοκτῆται, ὧν τὰ κτήματα κατελήφθησαν, ἀποζημιω-
1314θῶσιν.
1315§141Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Πρὸ παντὸς διὰ τὴν ἁπλοποίησιν
1316τῆς ὑπηρεσίας.
1317§142Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ δεύτερον ζή-
1318τημα, εἶναι ἄξιον μεγάλης προσοχῆς, καὶ θέλω ἐξετάσει,
1319ἐὰν τὰ πράγματα ἔχουσιν ὡς παρέστησεν ὁ κ. συνάδελφος,
1320καὶ ἂν οἱ ἐργάται τῆς Ἑταιρείας ὑφίστανται τὰς πιέσεις,
1321ἃς μετὰ ζωηροῦ ἐνδιαφέροντος παρέστησεν ὁ κ. συνάδελφος,
1322θέλω φροντίσει περὶ αὐτῶν.
1323§143ΧΑΡΙΛ. ΣΠΗΛΙΩΤΗΣ. Ἐσχάτως ἐδημοσιεύθη, ὅτι Ἑ-
1324ταιρεία τις Εὐρωπαϊκὴ διαπραγματεύεται μετὰ τοῦ δήμου
1325Κερκύρας νὰ ἐγκατασταθῇ ἐκεῖ καὶ αὐξήσῃ τὴν συγκοινω-
1326νίαν ἐν τῷ τόπῳ καὶ ἐνεργήσῃ διάφορα ἐξωραϊστικὰ ἔργα ἐν
1327αὐτῷ. Ταῦτα ἡ Ἑταιρεία ἀναλαμβάνει πρὸς σκοποὺς ὡρι-
1328σμένους, πρὸς ἀμφίβολα ὅμως ἀποτελέσματα, κατ’ ἐμέ. Καὶ
1329ὡς πρὸς μὲν τὴν Κέρκυραν, αὕτη βεβαίως εἶναι ἐλευθέρα ἀπὸ
1330πολλοῦ νὰ πράττῃ ὅ,τι εἶναι συμφερώτερον ὑπὲρ αὐτῆς·
1331ἀλλὰ μανθάνω, ὅτι ἡ Ἑταιρεία αὕτη πρόκειται νὰ συμπερι-
1332λάβῃ καὶ τὰ λουτρὰ τῆς Κυλλήνης εἰς τὸ στάδιον τῶν ἐργα-
1333σιῶν της, ἐνῷ ταῦτα εὑρίσκονται ἐν Ἠλείᾳ.
1334Ἐπεθύμουν νὰ μάθω, ἐὰν τοῦτο εἶναι ἀληθές, καὶ ἐν γέ-
1335νει παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ εὐα-
1336ρεστηθῇ νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν ὅσας πληροφορίας ἔχει
1337ἐπὶ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ ἐκ μέρους τοῦ κ. νομάρχου, ὅστις
1338βεβαίως ὑπέβαλεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν ὅλας τὰς περὶ τούτου
1339διαπραγματεύσεις μεταξὺ τοῦ δήμου Κερκύρας καὶ τῆς Ἑ-
1340ταιρείας.
1341§144Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Τί Ἑταιρεία εἶναι αὕτη;
1342§145ΣΠΗΛΙΩΤΗΣ. Ἑταιρεία, ἥτις πρόκειται νὰ φέρῃ εἰς τὴν
1343Ἑλλάδα ἤθη καὶ ἔθιμα ἄγνωστα παρ’ ἡμῖν.
1344§146ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Πετρίδης ἔχει τὸν λόγον.
1345§147Π. Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Ὁμολογουμένως, κύριε Πρόεδρε, εἶναι
1346λυπηρόν, ὅτι ἀναγκάζεταί τις νὰ ἀναφέρῃ εἰς τὴν Βουλὴν,
1347πράξεις, αἱ ὁποῖαι δὲν τιμῶσι τὴν διοίκησιν τῆς χώρας· εἶ-
1348ναι λυπηρὸν, καθόσον αἱ πράξεις, περὶ τῶν ὁποίων θὰ κάμω
1349λόγον, καὶ ἄλλοτε συνεζητήθησαν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, καὶ
1350ἐγένετο μακρὰ συζήτησις. Δυστυχῶς ὅμως δὲν ἦσαν ἀρκετὰ
1351τὰ λεχθέντα τότε, ἵνα πείσωσι τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Παι-
1352δείας, τὸν τέως, ὅτι ἔπρεπε νὰ σέβηται τοὺς νόμους, τοὺς
1353ὁποίους εἶναι ἐντεταλμένος νὰ ἐφαρμόζῃ. Λαβὼν ἀφορμὴν
1354ἐκ παραστάσεων καὶ ἐκ τῆς ἐπαρχίας μου, διότι καὶ ἐκεῖ
1355ἐπεξετάθη ἡ παράνομος ἐνέργεια τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, διότι
1356καὶ ἐκεῖ διωρίσθησαν ἐναντίον τῶν διατάξεων τοῦ νόμου περὶ
1357δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως δημοδιδάσκαλοι, λαβὼν ἀφορμὴν
1358ἐπίσης καὶ ἐκ παραστάσεων ἄλλων συναδέλφων, οἵτινες ἐπα-
1359νειλημμένως ἀπηύθυναν διαφόρους ἐπερωτήσεις πρὸς τὸν κ.
1360Ὑπουργόν, σχετικὰς πρὸς τὸν νόμον περὶ δημοτικῆς ἐκ-
1361παιδεύσεως, ὁ ὁποῖος δὲν ἔτυχεν ἐφαρμογῆς, ἐξήτασα τὴν
1362Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως, καὶ εὗρον, ὅτι διωρίσθησαν
1363ἐναντίον τοῦ νόμου τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως 145 γραμ-
1364ματοδιδάσκαλοι ἐν τῷ Κράτει καὶ 127 γραμματισταί. Συν-
1365επείᾳ τῆς ἀναγνώσεως ταύτης ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυ-
1366βερνήσεως ἀπηύθυνα ἐπερώτησιν πρὸς τὸν νῦν κ. Ὑπουργὸν
1367τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, ὁ ὁποῖος εὐηρεστήθη πρὸ ἡμε-
1368ρῶν νὰ καταθέσῃ σχετικά τινα ἔγγραφα. Ἡ ἐπερώτησις
1369ἀφεώρα εἰς τὰ ἑξῆς ζητήματα. Παρεκάλουν τὸν κ. Ὑπουρ-
1370γὸν νὰ μὲ πληροφορήσῃ, διὰ τίνα λόγον προέβη τὸ Ὑπουρ-
1371γεῖον εἰς διορισμὸν γραμματιστῶν καὶ γραμματοδιδασκά-
1372λων ἄνευ προτάσεως τῶν Δημοτικῶν Συμβουλίων, καθ’ ἃ ὁ
1373νόμος ῥητῶς παραγγέλλει ἐν ἄρθρῳ 24. Ὁ κ. Ὑπουργός, ὁ
1374νῦν, δὲν γνωρίζω διατὶ, ἀπέφυγε νὰ δώσῃ τὴν προσήκου-
1375σαν ἀπάντησιν, ἰσχυρισθεὶς, ὅτι δὲν περιήρχοντο εἰς γνῶσιν
1376τοῦ Ὑπουργείου οἱ λόγοι, ἕνεκα τῶν ὁποίων τὰ Δημοτικὰ
1377Συμβούλια δὲν προέβησαν εἰς τοιαύτας προτάσεις. Ἡ τοῦ
1378κ. Ὑπουργοῦ πληροφορία δὲν εἶναι εἰλικρινής, διότι φαίνε-
1379ται, ὅτι ἐν τῇ ἀπαντήσει του ἠθέλησε νὰ καλύψῃ καὶ τὸν
1380προκάτοχον αὐτοῦ, μετὰ τοῦ ὁποίου τὸν συνδέει ἡ ταυτό-
1381της τῶν ἰδεῶν καὶ ἡ ὁμοφωνία ἐν τῇ ἐνεργείᾳ. Διότι, ἐὰν
1382τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Παιδείας δὲν εἶχε γνῶσιν διατὶ τὰ Δη-
1383μοτικὰ Συμβούλια δὲν προέτειναν τοὺς οἰκείους γραμματο-
1384διδασκάλους, τότε πῶς προέβη τὸ Ὑπουργεῖον εἰς διορι-
1385σμοὺς 127 γραμματιστῶν καὶ 145 γραμματοδιδασκάλων,
1386χωρὶς νὰ γνωρίζῃ, ἐὰν τὰ Δημοτικὰ Συμβούλια, κληθέντα
1387ἁρμοδίως, δὲν προέβησαν, ἢ ἠρνήθησαν ν’ ἀποφανθῶσιν ἐπὶ
1388τῶν σχετικῶν προτάσεων τῶν ἐπιθεωρητῶν;
1389Ἐν τούτοις ἐζήτησα καὶ εὗρον τοὺς λόγους, ἕνεκα τῶν
1390ὁποίων ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐνήργησε παρὰ τὰ ἐπιβεβλημένα αὐ-
1391τῷ καθήκοντα, τὰ ὁποῖα ἦτο ἐντεταλμένος νὰ ἐνασκήσῃ, καὶ
1392παρὰ τὰς παραστάσεις, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο αὐτῷ ἐν τῇ Βουλῇ.
1393Φρονῶ ὅτι δὲν εἶναι προσῆκον καὶ εὐπρεπὲς διὰ τὸ ἀξίωμα,
1394τὸ ὁποῖον φέρει, νὰ ἐφαρμόζῃ τοὺς νόμους ὡς αὐτὸς αὐθαι-
1395ρέτως κρίνει, προβαίνων εἰς παρανόμους διορισμούς.
1396Κατὰ τὸν παρελθόντα Αὔγουστον, κατὰ γενικὴν τηλε-
1397γραφικὴν ἐγκύκλιον πρὸς ὅλας τὰς ἀρχὰς τοῦ Κράτους, παρηγ-
1398γέλθησαν οἱ ἐπιθεωρηταὶ νὰ παύσωσιν ὅλους τοὺς γραμμα-
1399τοδιδασκάλους καὶ γραμματιστὰς ἀνὰ τὸ Κράτος. Δὲν γνω-
1400ρίζω τοὺς λόγους, οἵτινες προεκάλεσαν αὐτὴν τὴν γενικὴν
1401διαταγήν. Ἐὰν ὅμως κρίνῃ τις ἐκ τῶν ἀποτελεσμάτων, βε-
1402βαίως συνάγει, ὅτι οἱ λόγοι αὐτοὶ δὲν ἀπέβλεπον εἰς τὸ
1403συμφέρον τῆς ἐκπαιδεύσεως, οὔτε ἐξ εἰλικρινῶν προθέσεων
1404τοῦ κ. Ὑπουργοῦ πρὸς ἐφαρμογὴν τοῦ ἰσχύοντος νόμου προ-
1405ήρχοντο. Οἱ γραμματοδιδάσκαλοι ἀπελύθησαν κατὰ τὴν 25
1406Αὐγούστου· τὸ Ὑπουργεῖον ἀπευθύνει πρὸς τοὺς νομάρχας
1407τοῦ Κράτους τὴν διαταγὴν μὲ τὴν ἐντολήν, ὅπως διαβιβά-
1408σωσι τὴν τηλεγραφικὴν αὐτὴν παραγγελίαν πρὸς τοὺς ἑκα-
1409σταχοῦ ἐπιθεωρητάς. Ἡ διαταγὴ αὕτη ἀναφέρει τὰ ἑξῆς.
1410(Ἀναγινώσκει αὐτήν).
1411Γνωρίζετε, ὅτι, κατὰ τὸν νόμον, εὐθὺς ὡς ἐκοινοποιήθη
1412ἡ ἐγκύκλιος αὕτη, εἶχον καθῆκον οἱ ἑκασταχοῦ ἐπιθεωρη-
1413ταὶ νὰ ἀπευθύνωσι πρὸς τὰ οἰκεῖα Δημοτικὰ Συμβούλια πρόσ-
1414κλησιν, ὅπως ταῦτα ὑποδείξωσι τοὺς καταλλήλους νὰ κατα-
1415λάβωσι τὰς θέσεις ταύτας. Τὴν ἐγκύκλιον ταύτην ἐκοινο-
1416ποίησαν οἱ νομάρχαι πρὸς τοὺς ἐπιθεωρητὰς καὶ πρὸς τὰ
1417Δημοτικὰ Συμβούλια, καὶ ἐκλήθησαν ταῦτα, ὅπως ἀπο-
1418φανθῶσι συμφώνως πρὸς τὸ ἄρθρον 24 τοῦ νόμου. Ἀλλ’ ἐνῷ
1419ὁ κύριος Ὑπουργὸς ἀπηύθυνε τὴν ἐγκύκλιον ταύτην πρὸς
1420τοὺς κυρίους ἐπιθεωρητάς, τὰ δὲ Συμβούλια δὲν ἀπεφάνθη-
1421σαν μέχρι τῆς 3 Σεπτεμβρίου παρελθόντος ἔτους, ἀπευθύνει
1422ἑτέραν ἐγκύκλιον, ὑπ’ ἀριθ. 15014, δι’ ἧς παραγγέλλει τοὺς
1423ἐπιθεωρητάς, ὅτι δύνανται νὰ προβαίνωσιν εἰς πλήρωσιν κε-
1424νῶν θέσεων γραμματοδιδασκάλων. Γνωστόν, κύριε Πρόεδρε,
1425ὅτι ἀπὸ τῆς προθεσμίας ταύτης, ἀπὸ τῆς ἐποχῆς δηλαδή,
1426καθ’ ἣν ὁ Ὑπουργὸς τῆς Ἐκπαιδεύσεως ἀπηύθυνε τὴν δευ-
1427τέραν ἐντολήν, ἄρχεται ἡ προθεσμία, ἀπὸ τῆς ὁποίας εἶχον
1428τὸ δικαίωμα νὰ προτείνωσι τοὺς γραμματοδιδασκάλους τὰ
1429Συμβούλια· ἀλλ’ ἀπὸ τοῦ χρόνου, καθ’ ὃν ἀπηύθυνε τὴν
1430πρώτην τηλεγραφικὴν παραγγελίαν, δι’ ἧς ἐδέσμευε τὰ δι-
1431καιώματα τῶν Δημοτικῶν Συμβουλίων, μέχρι τῆς δευτέ-
1432ρας, δι’ ἧς ἔλυσε τὰ δεσμὰ τῶν Δημοτικῶν Συμβουλίων, ὁ
1433Ὑπουργός, δὲν γνωρίζω διὰ τίνας λόγους, —οὐχὶ δι’ ὑπη-
1434ρεσιακούς, ἀλλ’ οὐδὲ διὰ κομματικοὺς βεβαίως, — συνεπλή-
1435ρωσεν ἀπ’ εὐθείας αὐθαιρέτως τὰς θέσεις τὰς κενὰς τῶν
1436γραμματοδιδασκάλων καὶ γραμματιστῶν διὰ διορισμῶν 145
1437γραμματοδιδασκάλων καὶ 127 γραμματιστῶν, συμφώνως
1438πρὸς τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας ὁ Ὑπουργὸς τῆς Ἐκπαι-
1439δεύσεως μοὶ ἔδωκε.
1440Νομίζω, κύριε Πρόεδρε, ὅτι ἡ τακτικὴ αὕτη τοῦ κ. Ὑπουρ-
1441γοῦ δὲν εἶναι ἡ προσήκουσα. Ὁ κ. Ὑπουργὸς εἶχε καθῆκον
1442νὰ ἐφαρμόσῃ τὸν νόμον περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, καὶ
1443πρὸ παντὸς νὰ ἐφαρμόσῃ τὸ ἄρθρον 24 αὐτοῦ, τὸ ὁποῖον εἶναι
1444μεγίστη ἐγγύησις καὶ ἡ κυρία βάσις τῶν εὐεργετικῶν δια-
1445τάξεων τοῦ νόμου, εἶναι ἐξασφάλισις αὐτοῦ τοῦ δικαιώμα-
1446τος τῶν Δημοτικῶν Συμβουλίων, ἵνα προτείνωσιν αὐτά, καὶ
1447οὐχὶ ἡ κεντρικὴ ὑπηρεσία, τὰ πρόσωπα τὰ κατάλληλα, ὅπως
1448διδάξωσι τοὺς Ἑλληνόπαιδας. Εἶναι δευτέρα φορά, καθ’ ἣν
1449ὁ πρώην Ὑπουργὸς φωρᾶται καταστρατηγῶν, καὶ δὴ κατὰ
1450τρόπον ἥκιστα ἁρμόζοντα, τοὺς νόμους, δὲν γνωρίζω δὲ κατὰ
1451πόσον εὐθύνεται καὶ ὁ νῦν Ὑπουργὸς ἐπὶ τούτοις τοῖς διο-
1452ρισμοῖς.
1453Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Ἐκπαι-
1454δεύσεως νὰ φροντίσῃ νὰ ἐπαναφέρῃ τὸ κῦρος τοῦ νόμου, πα-
1455ραγγέλλων εἰς τοὺς ἐπιθεωρητὰς τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύ-
1456σεως νὰ ἀπολύσωσιν ἅπαντας τοὺς παρανόμως διορισθέντας
1457γραμματοδιδασκάλους, διότι δὲν πρόκειται μόνον, ὅτι διω-
1458ρίσθησαν γραμματισταὶ παρανόμως, κατὰ μὴ προσήκουσαν
1459πρότασιν τῶν Δημοτικῶν Συμβουλίων, ἀλλὰ διωρίσθησαν
1460καὶ ἀνίκανοι. Καὶ θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ ἀναγνώσω σχετι-
1461κὴν πρᾶξιν—μίαν ἐκ τῶν πολλῶν ἴσως, ἡ ὁποία περιέπε-
1462σεν εἰς χεῖράς μου —τοῦ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου Τριφυλίας,
1463τὸ ὁποῖον, συναισθανόμενον πλειότερον τοῦ Ὑπουργοῦ τὰ
1464καθήκοντά του, καὶ ἔχον σαφεστέραν συνείδησιν αὐτῶν, προ-
1465έβη αὐθορμήτως εἰς ἀπόλυσιν τῶν ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου διο-
1466ρισθέντων γραμματοδιδασκάλων. Δὲν γνωρίζω, ἂν καὶ τὰ
1467λοιπὰ Ἐποπτικὰ Συμβούλια τοῦ Κράτους προέβησαν εἰς
1468τοιαύτας ἀποδοκιμαστικὰς ἐνεργείας τοῦ Ὑπουργείου. Εὐ-
1469τυχῶς περιῆλθεν εἰς χεῖράς μου τοιαύτη πρᾶξις, καὶ εἶναι
1470ἀξία μνείας. Θὰ παρακαλέσω δὲ τὴν Βουλὴν νὰ ἀκούσῃ
1471αὐτήν. (Ἀναγινώσκει τὴν σχετικὴν ἀπόφασιν τοῦ Ἐποπτικοῦ
1472Συμβουλίου Τριφυλίας).
1473Δὲν γνωρίζω, ἂν καὶ ἄλλα Ἐποπτικὰ Συμβούλια προ-
1474έβησαν εἰς παρομοίας πράξεις, αἱ ὁποῖαι πραγματικῶς τιμῶ-
1475σιν αὐτὰ, διότι φαίνεται, ὅτι γνωρίζουσι καλῶς νὰ ἐκτιμῶσιν
1476ἀξίωμα, ὅπερ τοῖς ἀπένειμεν ὁ νόμος. Ἐν τούτοις σήμερον
1477ὑφίστανται 300 γραμματοδιδάσκαλοι ἐναντίον ῥητῶν διατά-
1478ξεων τοῦ νόμου, διότι ὁ Ὑπουργὸς οὕτως ἠθέλησε. Βεβαίως
1479δὲ τοῦτο ἐγένετο οὐχὶ διὰ νὰ παταχθῇ ἡ συναλλαγή.
1480§148Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
1481§149ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις μέχρι τῆς ἐνά-
1482της ὥρας.
1483(Γίνεται διακοπὴ ὥρᾳ 8ῃ μ. μ. Ἐπαναλαμβάνεται δὲ ἡ
1484συνεδρίασις ὥρᾳ 10 μ. μ.)
1485§150ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ συνεδρίασις.
1486Ὁ κ. Τσιτσάρας παρακαλεῖται νὰ ἐξακολουθήσῃ τὴν
1487ἀγόρευσίν του.
1488§151Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
1489§152ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Εἶμαι ὑποχρεωμένος, κύριοι Βουλευταὶ,
1490νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις, ἵνα ἐκφράσω τὴν λύπην μου, διότι
1491οἱ ἀξιότιμοι προλαλήσαντες δὲν ἐπέστησαν τὴν προσοχὴν
1492αὐτῶν, ὡς ὤφειλον, εἰς τὴν ἀνάγνωσιν τῶν σχετικῶν ἄρθρων
1493τοῦ ἐν ἰσχύϊ νόμου περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως. Ἰδίως
1494ἐντύπωσιν μοὶ ἐπροξένησεν ἡ ὁμιλία τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Κο-
1495ρινθίας συναδέλφου, ὁ ὁποῖος φρονῶ, ὅτι εἶχε καὶ κληρονο-
1496μικήν τινα ὑποχρέωσιν νὰ ᾖναι προσεκτικώτερος περὶ τὴν
1497ἀνάγνωσιν καὶ τὴν ἑρμηνείαν τοῦ ἐν ἰσχύϊ περὶ δημοτικῆς
1498ἐκπαιδεύσεως νόμου. Ἐὰν δὲ προσεκτικώτερον οἱ κύριοι συν-
1499άδελφοι ἤθελον ἀναγνώσει τὰ σχετικὰ ἄρθρα τοῦ νόμου περὶ
1500δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, ἤθελον ἴδει, ὅτι ὁ τέως Ὑπουργὸς
1501τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως οὐ-
1502δὲν ἄλλο ἔπραξεν ἢ ἐφήρμοσε πιστῶς τὸν ἐν ἰσχύϊ νόμον
1503περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως. Ἵνα δὲ πᾶς τις περὶ τούτου
1504πεισθῇ, ἀρκεῖ νὰ ἀναγνώσῃ τὸ ἄρθρον 13 τοῦ νόμου τούτου,
1505τὸ ὁποῖον ἔχει ὡς ἑξῆς:
1506«Ἐν τοῖς γραμματοδιδασκαλείοις διορίζονται πρὸ παντὸς
1507οἱ τυχὸν ἐκτὸς ὑπηρεσίας τριτοβάθμιοι διδάσκαλοι. Μόνον
1508ἐν ἐλλείψει ἢ ἐν ἀρνήσει τῶν τριτοβαθμίων διδασκάλων διο-
1509ρίζονται γραμματοδιδάσκαλοι οἱ κατὰ τὸ ἄρθρον 17 τοῦ
1510περὶ ὑποδιδασκαλείων ͵ΒΟΘʹ νόμου τῆς 6 Αὐγούστου 1892
1511ἀναγνωρισθέντες γραμματισταί. Ἐν ἐλλείψει δὲ καὶ τοιού-
1512των, διορίζονται οἱ κατὰ τὸ ἀπὸ 13 Σεπτεμβρίου 1891 Β.
1513Διάταγμα ἀποκτήσαντες πτυχίον γραμματοδιδασκάλου, καὶ
1514ἐπὶ τέλους οἱ ἔχοντες ἀπολυτήριον Σχολαρχείου ἢ Ἱερατι-
1515κῆς Σχολῆς.»
1516Ὁ νομοθέτης, ὡς ἠκούσατε, ἐν τοῖς γραμματοσχολείοις
1517ἠθέλησε κατὰ προτίμησιν νὰ διορισθῶσιν, ἂν ὑπάρχωσι, δη-
1518μοδιδάσκαλοι, ἐν ἐλλείψει τοιούτων γραμματισταί, τουτέ-
1519στι πτυχιοῦχοι τῶν καὶ σήμερον λειτουργούντων ὑποδιδα-
1520σκαλείων, ἐν ἐλλείψει δὲ καὶ τοιούτων, νὰ διορισθῶσιν οἱ ἔχο-
1521ντες ἀπολυτήριον Ἑλληνικοῦ Σχολείου, οἱ κατὰ τὸ 1891 ἐξα-
1522σκηθέντες ἐπὶ τεσσαρακονθήμερον, καὶ ἐπὶ τέλους, ἐν ἐλλεί-
1523ψει καὶ τοιούτων, νὰ διορισθῶσιν οἱ γραμματοδιδάσκαλοι,
1524διότι ὁ νομοθέτης θεωρεῖ τούτους ὡς μὴ δυναμένους ν’ ἀνα-
1525πληρώσωσι τοὺς γραμματιστάς. Εὐτυχῶς ἐκ τῶν ὑποδιδα-
1526σκαλείων ἐξῆλθον ἀπὸ τῆς συστάσεως αὐτῶν μέχρι ταύτης
1527τῆς στιγμῆς 777 γραμματισταί, οἵτινες ἀντικατέστησαν ἰσα-
1528ρίθμους γραμματοδιδασκάλους, τοὺς ὁποίους ἐγὼ θεωρῶ λίαν
1529ἐπιβλαβεῖς εἰς τὴν ἐκπαίδευσιν τοῦ λαοῦ. Ὅπως καὶ κατὰ
1530τὸ παρελθὸν ἔτος, οὕτω καὶ κατὰ τὸ τρέχον ἐτηλεγράφησα
1531πρὸς τοὺς ἐπιθεωρητὰς τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, συνι-
1532στῶν τὴν ἀπόλυσιν τῶν γραμματοδιδασκάλων ἅμα τῷ πέ-
1533ρατι τῶν ἐξετάσεων, καθόσον καὶ ἐφέτος ἐκ τῶν ὑποδιδασκα-
1534λείων θὰ ἐξήρχοντο περὶ τοὺς 300 γραμματισταί, οὓς εἴχομεν
1535ὑποχρέωσιν ἐκ τοῦ νόμου νὰ διορίσωμεν. Ἐζήτησα ἑπομένως
1536κατὰ τὰς ἀρχὰς τοῦ λήξαντος Ἰουνίου νὰ ἐφαρμοσθῇ τὸ ἄρ-
1537θρον 13 τοῦ νόμου ΒΤΜΘʹ, καὶ συνέστησα τοῖς ἐπιθεωρηταῖς
1538νὰ προβῶσιν ἁρμοδίως εἰς τὴν ἀπόλυσιν τῶν γραμματοδιδα-
1539σκάλων, καὶ οὐχὶ, ὡς εἶπον οἱ προλαλήσαντες, τῶν δημοδι-
1540δασκάλων. Οἱ ἐπιθεωρηταὶ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως,
1541ἀναγνωρίσαντες τὸ ὀρθὸν τῆς συστάσεώς μου, προέβησαν εἰς
1542τὴν ἀπόλυσιν τῶν γραμματοδιδασκάλων· ἀπελύθησαν δὲ περὶ
1543τοὺς 700, ὧν αἱ θέσεις ἔμειναν κεναὶ ἐπὶ 4 περίπου μῆνας.
1544Ἐπειδὴ δὲ ὁ μηνιαῖος μισθὸς τοῦ γραμματοδιδασκάλου εἶναι
1545δραχμαὶ 45, ᾠκονόμησαν οἱ δῆμοι ἢ τὸ Δημόσιον 126,000
1546δραχμὰς ἐκ τῆς τοιαύτης ἐνεργείας μου.
1547Πρὸ τῆς ἀποπερατώσεως τῶν ἐξετάσεων τῶν γραμμα-
1548τιστῶν, αἱ ὁποῖαι γίνονται κατὰ τὸν νόμον ἐν Ἀθήναις, διὰ
1549τηλεγραφήματος πρὸς τοὺς ἐπιθεωρητὰς καὶ νομάρχας πα-
1550ρήγγειλε νὰ μὴ προβῶσιν εἰς διορισμοὺς γραμματοδιδασκά-
1551λων, διότι ἐπρόκειτο νὰ ἐξέλθωσι 300 γραμματισταί, οὓς
1552ἤμεθα ὑποχρεωμένοι κατὰ τὸν νόμον ΒΤΜΘʹ νὰ διορίσωμεν
1553κατὰ προτίμησιν εἰς τὰ γραμματοδιδασκαλεῖα. Τὸ τηλεγρά-
1554φημα δὲ τοῦτο, ὅπερ ἐστάλη τὴν 22 Αὐγούστου παρελθόντος
1555ἔτους, δεικνύει τὴν πρόνοιαν, ἣν εἴχομεν πρὸς ἐφαρμογὴν τοῦ
1556ἐν ἰσχύϊ νόμου περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως. Ἀλλ’ ἵνα πλή-
1557ρως ἐννοηθῇ ὁ σκοπὸς τοῦ τηλεγραφήματος, τὸ ὁποῖον εἶχεν
1558ὡς ἑξῆς: «Πράξεις Δημοτικῶν Συμβουλίων περὶ διορισμοῦ
1559γραμματοδιδασκάλων δὲν θέλετε ἐνεργήσει μέχρι νεωτέρας
1560διαταγῆς», πρέπει νὰ γνωσθῇ ἡ ὑπ’ ἀριθ. 11010 παρελ-
1561θόντος ἔτους ἐγκύκλιος διαταγὴ τοῦ Ὑπουργείου πρὸς τοὺς
1562ἐπιθεωρητὰς τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως. Εὐθὺς δ’ ὡς ἐπε-
1563ρατώθησαν αἱ ἐξετάσεις τῶν γραμματιστῶν, ἤτοι τὴν 26 Σε-
1564πτεμβρίου παρελθόντος ἔτους, ἐτηλεγράφησα πρὸς τοὺς νο-
1565μάρχας καὶ τοὺς ἐπιθεωρητὰς ὡς ἑξῆς: «Δύνασθε νὰ προβαί-
1566νητε εἰς πλήρωσιν κενῶν θέσεων γραμματοσχολείων». Οἱ ἐκ
1567τῶν ἓξ ὑποδιδασκαλείων ἐξελθόντες κατὰ τὸ ἔτος τοῦτο
1568300 περίπου γραμματισταὶ διωρίσθησαν ἁπαξάπαντες, μη-
1569δενὸς ἐξαιρουμένου, ἄλλοι μὲν παρὰ τοῦ Ὑπουργείου, ἄλ-
1570λοι δὲ παρὰ τῶν νομαρχῶν. Δίκαιον καὶ πρέπον εἶναι νὰ
1571ἐξετάσωμεν, ἐὰν ὁ Ὑπουργὸς παρέβη τὸν νόμον κατὰ τὸν
1572διορισμὸν τῶν γραμματιστῶν τούτων. Μὴ τυχὸν παρεβάθη
1573τὸ ἄρθρον 24 τοῦ νόμου ΒΤΜΘʹ; Μὴ τυχὸν διωρίσθη-
1574σαν γραμματοδιδάσκαλοι ἀντὶ γραμματιστῶν; Οὐδὲ εἷς,
1575Κύριοι, γραμματοδιδάσκαλος διωρίσθη πρὶν ἢ διορισθῶσι
1576πάντες οἱ γραμματισταὶ εἰς τὰς ἀπὸ τριῶν καὶ τεσσάρων
1577μηνῶν κενὰς θέσεις. Γνωστὸν δὲ, ὅτι τὸ τελευταῖον ἐδά-
1578φιον τοῦ ἄρθρου 24 τοῦ νόμου ΒΤΜΘʹ δίδει εἰς τὸν Ὑπουρ-
1579γὸν τῆς Ἐκπαιδεύσεως τὸ δικαίωμα νὰ προβαίνῃ εἰς τὸν
1580διορισμὸν διδασκάλου, ἐὰν ἐπὶ δύο μῆνας σχολεῖόν τι μείνῃ
1581ἄνευ διδασκάλου.
1582Ἐγὼ φρονῶ, ὅτι οἱ προλαλήσαντες εἶχον ὑποχρέωσιν νὰ
1583φέρωσιν ὡρισμένας πράξεις, ἵνα μοῦ κατηγορήσωσι, καὶ ταύ-
1584τας πάλιν νὰ βεβαιώσῃ ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δημοσίας Ἐκπαι-
1585δεύσεως, καὶ οὐχὶ νὰ λέγωσιν ἀορίστως, ὅτι προέβην εἰς
1586διορισμοὺς παρανόμως, ἐνῷ εἰς οὐδένα τοιοῦτον ἐγὼ προ-
1587έβην. Ἔπρεπε, φρονῶ, νὰ ὑποβάλωσιν ἐπερώτησιν, ζητοῦν-
1588τες ὡρισμένως...
1589§153Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Ὑπέβαλον.
1590§154ΣΤΑΗΣ. Μάλιστα, τὴν 29 Ἰανουαρίου, ἡ ὁποία ὅμως
1591σχεδὸν ἄσχετος πρὸς τὸ θέμα εἶναι.
1592Ἀντὶ λοιπὸν μομφῆς, ἀξία ἐπαίνου εἶναι ἡ πρᾶξίς μου
1593ἐκείνη, δι’ ἧς οὐ μόνον ἐγένετο οἰκονομία εἰς τὸ Δημόσιον
1594καὶ τοὺς δήμους 126,000 δραχμῶν, ἀλλὰ καὶ διωρίσθησαν
1595τριακόσιοι γραμματισταὶ, ἀντικαταστήσαντες ἐπιβλαβεῖς
1596γραμματοδιδασκάλους, ἐφαρμοσθείσης ῥητῆς διατάξεως τοῦ
1597ἐν ἰσχύϊ νόμου περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως.
1598§155Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἡ ἐπερώτησις τοῦ κ. Βουλευ-
1599τοῦ ἐκ Κορινθίας ἐσκόπει νὰ ἀποδείξῃ, ὅτι δὲν ἐξετελέσθη-
1600σαν αἱ διατάξεις τοῦ νόμου περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως,
1601ἀλλὰ παρεβάθησαν, οὐχὶ ἀπ’ εὐθείας, ἀλλὰ πλαγίως καὶ διὰ
1602τρόπου δολίου. Ἔχει δικαίωμα ὁ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Ἐκπαι-
1603δεύσεως νὰ διορίζῃ γραμματοδιδασκάλους ἢ δημοδιδασκά-
1604λους; Τὸ δικαίωμα νὰ διορίζῃ τούτους ὁ νόμος ἀνέθηκεν ἀλ-
1605λαχοῦ. Ἰδοὺ ποῖά τινα διατάσσει τὸ ἄρθρον 24 τοῦ περὶ
1606δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως νόμου τοῦ 1895 (ἀναγινώσκει):
1607«Οἱ δημοδιδάσκαλοι, αἱ δημοδιδασκάλισσαι, ὡς καὶ οἱ γραμ-
1608»ματοδιδάσκαλοι διορίζονται ὑπὸ τοῦ νομάρχου τοῦ νομοῦ,
1609»ἐν ᾧ ὑπάρχει τὸ σχολεῖον, κατὰ πρότασιν τοῦ ἁρμοδίου Δη-
1610»μοτικοῦ Συμβουλίου, προκαλουμένην ὑπὸ τοῦ παρὰ τῷ ἐν
1611»τῷ νομῷ Ἐποπτικῷ Συμβουλίῳ ἐπιθεωρητοῦ, πρὸς πλή-
1612»ρωσιν εἴτε θέσεως χηρευσάσης, εἴτε σχολικῆς ἀνάγκης».
1613Πῶς λοιπὸν διωρίσθησαν γραμματοδιδάσκαλοι ἐν τοῖς δήμοις
1614τῶν ἐπαρχιῶν Τριφυλίας καὶ Κορινθίας; Ἔμειναν κεναὶ αἱ
1615θέσεις ἕνεκεν ἐγκαταλείψεως ἢ ἀμελείας τῶν δημοτικῶν
1616ἀρχῶν; Ὄχι. Ἔμειναν κεναί, διότι ἀπηγόρευσεν ὁ Ὑπουργὸς
1617νὰ φροντίσωσιν, ἵνα πληρώσωσι ταύτας τὸν Αὔγουστον, δια-
1618τάξας τοὺς νομάρχας νὰ μὴ ἐκτελέσωσι πράξεις διορισμῶν
1619τοιούτων. Καὶ οἱ νομάρχαι ἀπεῖχον πάσης ἐνεργείας, συνε-
1620πείᾳ τῆς διαταγῆς ταύτης, αἱ δὲ προτάσεις τῶν Δημοτικῶν
1621Συμβουλίων περὶ διορισμῶν γραμματοδιδασκάλων ἔμειναν νε-
1622κραί. Κατὰ δὲ Σεπτέμβριον διέτασσεν ὁ αὐτὸς Ὑπουργὸς τοὺς
1623νομάρχας καὶ ἐπιθεωρητάς: «Διορισμοὶ γραμματοδιδασκά-
1624»λων δὲν θέλουσι γείνῃ μέχρι δευτέρας ἡμῶν διαταγῆς καὶ
1625»μέχρι διορισμοῦ τῶν νέων γραμματιστῶν». Ποῖον δικαίωμα
1626εἶχεν ὁ Ὑπουργὸς νὰ διατάξῃ νὰ μείνωσι κεναὶ αἱ θέσεις, νὰ
1627ἀναστείλῃ τὴν ἐνέργειαν τῶν ἀρχῶν, αἱ ὁποῖαι ὑπὸ τοῦ νό-
1628μου ἐτάχθησαν νὰ φροντίζωσι περὶ πληρώσεως τῶν κενῶν
1629θέσεων, νὰ ἀναστείλῃ τὰς πράξεις αὐτῶν, παραβαίνων τὸν
1630νόμον; Ὅταν ὑπάρχωσι κεναὶ θέσεις, τὸ Δημοτικὸν Συμβού-
1631λιον προτείνει τὸν διορισμόν. Τοσοῦτον δὲ ὁ νόμος ἀπῄτει,
1632ἵνα τὰ Δημοτικὰ Συμβούλια μεριμνῶσι περὶ τούτου, ὥστε
1633ἐπέτρεψεν, ἐὰν ταῦτα συνελθόντα δὲν εὑρέθησαν ἐν ἀπαρτίᾳ,
1634ὁσοιδήποτε καὶ ἂν ἦναι παρόντες, νὰ προβαίνωσιν εἰς τὸν
1635διορισμόν. Καὶ ἐνῷ τοιαύτην ἔλαβε πρόνοιαν ὁ νομοθέτης, ὁ
1636Ὑπουργὸς διέταξε νὰ μὴ προβῶσι, καὶ ν’ ἀφήσωσι κενὰς τὰς
1637θέσεις μέχρι δευτέρας διαταγῆς. Ποία ἦτο ἡ δευτέρα αὕτη
1638διαταγή; Νὰ δοθῇ διὰ τῆς ἀπραξίας τῶν Δημοτικῶν Συμ-
1639βουλίων ἡ εὐκολία εἰς αὐτὸν νὰ διορίσῃ αὐτὸς τοὺς γραμμα-
1640τοδιδασκάλους· ἀφοῦ δὲ διώρισεν αὐτοὺς, τότε ἐπέτρεψεν εἰς
1641τοὺς ἐπιθεωρητὰς καὶ τοὺς νομάρχας νὰ προβῶσιν εἰς διο-
1642ρισμούς. Ἀλλὰ τότε εἶχον πληρωθῆ πᾶσαι αἱ κεναὶ θέσεις.
1643Ἑπομένως ἐπέτρεψεν εἰς αὐτοὺς νὰ ἐνασκήσωσι τὸ δικαίω-
1644μα, τὸ ὁποῖον εἶχον, ἵνα πληρώσωσι τὰς κενὰς θέσεις, ἀφοῦ
1645ταύτας ἐπλήρωσεν αὐτὸς, προβὰς εἰς διορισμοὺς, τοὺς ὁποίους
1646κατὰ τὸν νόμον ἐκαλοῦντο τὰ Δημοτικὰ Συμβούλια νὰ προ-
1647τείνωσι, καὶ αἱ ἀρχαὶ, εἰς τὰς ὁποίας ὁ νόμος ἀνέθηκε τὸ
1648δικαίωμα τοῦ διορισμοῦ, νὰ διορίσωσιν αὐτούς.
1649Ὁ τέως Ὑπουργὸς τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως προσ-
1650έφυγεν εἰς ἄρθρον, τὸ ὁποῖον δὲν ἀνεγράφη ἵνα νομοθετήσῃ,
1651ἵνα δώσῃ τὸ δικαίωμα εἰς τὸν Ὑπουργὸν νὰ διορίζῃ. Προσ-
1652έφυγεν εἰς τὸ ἄρθρον 13, καὶ ἑρμηνεύων αὐτὸ ἰσχυρίσθη, ὅτι
1653τὸ ἄρθρον 13 ἀποκλειστικῶς ἀπαγορεύει νὰ διορίζωνται δη-
1654μοδιδάσκαλοι ἄλλοι, εἰμὴ μόνον οἱ τριτοβάθμιοι διδάσκα-
1655λοι, καὶ ἐν ἐλλείψει αὐτῶν οἱ ἐκ τῶν Διδασκαλείων ἐξελ-
1656θόντες. Ποῖος ἀμφισβητεῖ τοῦτο; Ἀλλὰ τὸ ἄρθρον τοῦτο δὲν
1657προσδιορίζει, πῶς διορίζονται οἱ γραμματοδιδάσκαλοι. Τὸ
1658ἄρθρον τοῦτο προσδιορίζει, ποῖα προσόντα πρέπει νὰ ἔχωσιν
1659οἱ γραμματοδιδάσκαλοι, οἱ διοριζόμενοι, καὶ διδάσκει, ὅτι ἐν
1660τοῖς γραμματοδιδασκαλείοις διορίζονται πρὸ παντὸς οἱ τρι-
1661τοβάθμιοι δημοδιδάσκαλοι, ἐλλείψει δὲ τούτων οἱ γραμ-
1662ματισταί. Ἀλλὰ πῶς διορίζονται; Κατὰ τίνα τρόπον διο-
1663ρίζονται; Ταῦτα κανονίζει τὸ ἄρθρον 24, τὸ ὁποῖον διατάσ-
1664σει, ὅτι «οἱ δημοδιδάσκαλοι καὶ αἱ δημοδιδασκάλισσαι καὶ
1665οἱ γραμματοδιδάσκαλοι διορίζονται ὑπὸ τοῦ νομάρχου τοῦ
1666νομοῦ, ἐν ᾧ ὑπάρχει τὸ σχολεῖον, κατὰ πρότασιν τοῦ ἁρμο-
1667δίου Δημοτικοῦ Συμβουλίου, προκαλουμένην ὑπὸ τοῦ παρὰ
1668τῷ ἐν τῷ νομῷ Ἐποπτικῷ Συμβουλίῳ ἐπιθεωρητοῦ. Τὸ Δη-
1669μοτικὸν Συμβούλιον προτείνει τὸν διοριστέον ἐκ τῶν κεκτη-
1670μένων πτυχίον καὶ ἐκ τοῦ νομοῦ. Μόνον ἐν ἐλλείψει τοιού-
1671των ἐπιτρέπεται νὰ προτείνωνται καὶ οἱ ἐξ ἄλλων νομῶν.
1672Ὁ δὲ νομάρχης ὀφείλει νὰ προβῇ εἰς τὸν διορισμὸν ἐντὸς
1673τριῶν ἡμερῶν ἀπὸ τῆς παραλαβῆς τῆς προτάσεως τοῦ Δη-
1674μοτικοῦ Συμβουλίου, ἄλλως τιμωρεῖται διὰ προστίμου.»
1675Τὸ Κράτος, ἐν ὀνόματι τοῦ ὁποίου ἀποφασίζει καὶ δια-
1676τάσσει ὁ Ὑπουργὸς, εἶναι ἀνώτερος ἐπόπτης τῆς δημοτικῆς
1677ἐνεργείας, εἰς τὴν ὁποίαν ὁ νόμος ἀνέθηκε τὴν φροντίδα περὶ
1678διορισμοῦ διδασκάλων καὶ γραμματιστῶν καὶ ἀνέθηκεν εἰς
1679αὐτοὺς ὁ νόμος τὸ καθῆκον τοῦτο λογικῶς, μετὰ προαιρέ-
1680σεως εὐλόγου καὶ σοφῆς, διότι εἰς μόνην τὴν δημοτικὴν ἀρ-
1681χὴν ἁρμόζει νὰ ἐπιμεληθῇ, πῶς θὰ ἐκπαιδεύωνται τὰ τέκνα
1682τῶν συνδημοτῶν αὐτῆς. Ἐὰν αὐτὴ ὀλιγωρήσῃ, τότε καλεῖ-
1683ται ἡ ἀνωτάτη ἐποπτεία τοῦ Κράτους νὰ μεριμνήσῃ αὐτὴ,
1684—ἀλλ’ ὅταν ἡ δημοτικὴ ἀρχὴ ὀλιγωρήσῃ καὶ ἀφήσῃ ἐπὶ
1685δύο μῆνας κενὰς τὰς θέσεις.
1686Τὰ ἐπιχειρήματα τοῦ κ. Ὑπουργοῦ μοὶ ἐφάνησαν ἐντε-
1687λῶς ἀβάσιμα, καὶ ἀντιβαίνουσιν εἰς τὸν νόμον· ἀπορῶ δὲ, πῶς,
1688ἀντὶ νὰ ἀπολογηθῇ, ἐπὶ παραβάσει νόμου ἐγκαλούμενος,
1689εἶχε τὸ θάρρος νὰ ἐπικρίνῃ τοὺς ζητοῦντας τὴν ἀπολογίαν
1690αὐτοῦ, καὶ νὰ ἐκπλήσσηται· διότι ἔλεγεν, ὅτι δὲν ἥρμοζεν
1691εἰς τὸν κ. ἐκ Κορινθίας συνάδελφον νὰ ἀπευθύνῃ τοιαύτην
1692ἐπερώτησιν καὶ εἰς τὸν κ. ἐξ Εὐρυτανίας, δὲν ἠξεύρω τί.
1693Συνέβη μάλιστά τι, τὸ ὁποῖον ἐγὼ ὁμολογῶ, ὅτι, καὶ ἂν ἤθε-
1694λε κριθῆ μὴ συμβιβαζόμενον μὲ τὴν ἐναρμόνιον λειτουργίαν
1695τῆς διοικήσεως, μὲ τὴν πειθαρχίαν μεταξὺ τῶν προϊσταμέ-
1696νων καὶ τῶν ὑφισταμένων, ἥτις πρέπει νὰ ὑπάρχῃ, ὅπως ἡ
1697διοίκησις λειτουργῇ ἀκμαία, συνέβη τι, τὸ ὁποῖον καλῶς
1698συνέβη· ἐπαινῶ δὲ τὸν ἐπιθεωρητὴν τοῦ νομοῦ ἐκείνου, ὁ
1699ὁποῖος ἐφρόντισεν, ὅτε συνέβησαν ὅσα ἀνωτέρω κατήγγειλα,
1700καὶ ἐπρότεινεν εἰς τὸ Ἐποπτικὸν Συμβούλιον τὴν παῦσιν
1701τῶν διορισθέντων ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ γραμματιστῶν, ὡς παρα-
1702νόμως διορισθέντων, καὶ τὸ Ἐποπτικὸν Συμβούλιον ἀπεφά-
1703σισε τὴν παῦσιν αὐτῶν.
1704Τῷ ὄντι, ὅταν οἱ ὑποδεέστεροι ἀναγκάζωνται νὰ μεριμνῶ-
1705σιν αὐτοὶ, ἵνα σώσωσι τὸ κράτος τῶν νόμων, τὸ ὁποῖον ἀθε-
1706τοῦσι καὶ στρεβλοῦσιν οἱ προϊστάμενοι αὐτῶν, νομίζω ὅτι
1707προσφέρουσιν ὑπηρεσίαν, ἡ ὁποία ἁρμόζει εἰς πολίτας Ἕλλη-
1708νας, ἡ ὁποία συντελεῖ ὑπὲρ τῆς εὐρύθμου καὶ κανονικῆς λει-
1709τουργίας καὶ τῶν νόμων ἐν γένει καὶ τῆς πολιτειακῆς καὶ
1710τῆς διοικητικῆς μηχανῆς. Αὐτὸ τὸ καθῆκον ἐξεπλήρωσεν ὁ
1711ἐπιθεωρητὴς ἐκεῖνος, καὶ διὰ τοῦτο ἐπαινῶ αὐτὸν δημοσίᾳ.
1712§156Κ. ΔΟΥΝΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
1713§157ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Ῥοῦφος.
1714§158Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ θέματος;
1715§159Ι. Γ. ΡΟΥΦΟΣ. Ὄχι.
1716§160Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Τότε εἶμαι ἐγώ.
1717§161ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σχετικῶς σεῖς;
1718§162Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Μάλιστα.
1719Κύριε Πρόεδρε, ἡ διεξαχθεῖσα ἄρτι συζήτησις κατέδειξεν
1720ἀναμφισβητήτως, ὅτι τὰ τηλεγραφήματα, τὰ ὁποῖα ὁ τέως
1721Ὑπουργὸς τῆς Ἐκπαιδεύσεως καὶ βουλευτὴς ἐκ Κυθήρων κ.
1722Στάης ἀπέστειλεν, ἦσαν μία καθαρὰ παραβίασις τοῦ περὶ
1723δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως νόμου. Δὲν γνωρίζω ποῦ ὁ Ὑπουρ-
1724γὸς δύναται νὰ εὕρῃ εἰς τὸν νόμον τοῦ 1895 διάταξιν, διὰ
1725τῆς ὁποίας δικαιοῦται νὰ ἀπευθύνῃ τηλεγραφήματα, οἷα ἦσαν
1726τὰ τηλεγραφήματα, τὰ ὁποῖα οἱ ἀξιότιμοι προαγορεύσαντες
1727ἀνέγνωσαν, καὶ τὰ ὁποῖα θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ ἐπαναλάβω
1728καὶ ἐγώ. Ὁ κ. Στάης ἀπηύθυνε τηλεγραφήματα πρὸς τοὺς
1729νομάρχας τοῦ Κράτους, εἰς τὰ ὁποῖα ἔλεγεν, ὅτι «πράξεις
1730Δημοτικῶν Συμβουλίων περὶ διορισμοῦ γραμματοδιδασκάλων
1731δὲν θέλετε ἐνεργήσει μέχρι νεωτέρας ἡμῶν διαταγῆς». Ἀφ’
1732ἧς τὸ ζήτημα τοῦτο ἤχθη ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ἀνέγνωσα
1733ἐκ νέου τὸ φυλλάδιον τοῦτο, τὸ ὁποῖον εἶναι ὁ νόμος τοῦ
17341895 «περὶ στοιχειώδους ἢ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως», καὶ
1735οὐδαμοῦ ἠδυνήθην νὰ εὕρω οὔτε διάταξιν, οὔτε ὑπόνοιάν
1736τινα, ἥτις δύναται νὰ δικαιολογήσῃ τὴν πρᾶξιν τοῦ τέως
1737Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως.
1738Τὸ πνεῦμα τοῦ νόμου, κύριε Πρόεδρε, ἦτο τοῦτο, πῶς νὰ
1739ἀποσπάσῃ τὴν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν ἀπὸ τὰς χεῖρας τῆς
1740κεντρικῆς ἐξουσίας, ἀπὸ τὰς χεῖρας τοῦ Ὑπουργοῦ, ἵνα
1741παύσῃ καὶ ἐκείνη ἡ ἀθλία κατάστασις, εἰς τὴν ὁποίαν περι-
1742ήρχετο ὁ διδασκαλικὸς κλάδος κατὰ πᾶσαν ἔναρξιν σχολι-
1743κοῦ ἔτους, ὅτε ἐβλέπομεν χιλιάδας δημοδιδασκάλων, συν-
1744αθροιζομένων ἐν Ἀθήναις καὶ παρουσιαζόντων τὴν εἰκόνα
1745λαοῦ μεταναστεύοντος ἀπὸ τὰ πέρατα τῆς Ἑλλάδος· ἤρ-
1746χοντο ἐνταῦθα, καὶ δι’ ὑπουργικῶν ἀποφάσεων, ἀναφερου-
1747σῶν χιλιάδας ὅλας ὀνομάτων, ἐξεπέμποντο εἰς τὰ 4 σημεῖα
1748τοῦ ὁρίζοντος. Τὴν ἀσχημίαν ταύτην, ἥτις ἐκυριάρχει εἰς
1749τὴν ἡμετέραν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν, ἐκλήθη νὰ περιορίσῃ
1750ὁ δημοτικὸς νόμος, καὶ τὸ πνεῦμα τοῦ νόμου τούτου καὶ ὁ
1751κύριος σκοπὸς αὐτοῦ τοιοῦτος ἦτο· ἠθέλησε ν’ ἀποσπάσῃ τὴν
1752δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν ἀπὸ τὰς χεῖρας τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς
1753Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, ἠθέλησε νὰ μὴ ἐξαρτήσῃ τὴν τύ-
1754χην τῶν δημοδιδασκάλων ἐξ αὐτοῦ, νὰ παύσωσιν ἐκεῖναι αἱ
1755ἀθρόαι μεταθέσεις, αἵτινες πραγματικῶς οὐδεμίαν περιε-
1756ποίουν τιμὴν εἰς τὸ σύστημα τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως,
1757ἀλλὰ καὶ εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Διοίκησιν. Ἀλλ’ ἀκριβῶς τὸ
1758ἀγαθὸν τοῦτο, τὸ ὁποῖον προέβλεπεν ὁ νόμος, αἴρεται διὰ
1759τοιούτων πράξεων· διότι, ὅταν ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δημοσίας
1760Ἐκπαιδεύσεως, ἀπὸ τὰς χεῖρας τοῦ ὁποίου, ὡς ἔλεγον, ἀφή-
1761ρεσεν ὁ νόμος οὗτος τὸ δικαίωμα τοῦ διορίζειν καὶ παύειν
1762τοὺς δημοδιδασκάλους, ἀνέθεσε δὲ τὴν ὑποχρέωσιν ταύτην
1763διὰ προτάσεως τῶν Δημοτικῶν Συμβουλίων εἰς τοὺς νομάρ-
1764χας, εἰς ἑτέρας ἐξουσίας, ὅταν, λέγω, ὁ Ὑπουργὸς οὕτω δια-
1765χειρίζηται τὸν νόμον, στρεβλώνει καὶ παραφθείρει αὐτὸν ἐν
1766τῇ βάσει αὐτοῦ, ἀποπνίγεται δὲ καὶ ἐξατμίζεται ἀκριβῶς
1767τὸ διῆκον τὸν νόμον τοῦτον πνεῦμα.
1768Ποῦ ὁ κ. πρώην Ὑπουργὸς τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως
1769εὗρεν, ὅτι ἔχει δικαίωμα νὰ προκαλῇ τοὺς νομάρχας, ὅπως
1770προσκαλῶσι τὰ Δημοτικὰ Συμβούλια καὶ ἀπαγορεύωσιν
1771εἰς αὐτὰ προτάσεις πρὸς διορισμὸν γραμματοδιδασκάλων;
1772Καὶ μοὶ ἐφάνη ἀληθῶς περίεργον, πῶς ὁ κύριος Στάης,
1773ὁ ὁποῖος ὡς ἐκ τῆς ἐπιστήμης αὑτοῦ καὶ ὡς ἐκ τῆς στορ-
1774γῆς, τὴν ὁποίαν ὀφείλει νὰ τρέφῃ πρὸς τὴν δημοτικὴν ἐκ-
1775παίδευσιν, καὶ τοῦ σεβασμοῦ, τὸν ὁποῖον ὀφείλει νὰ τρέφῃ
1776πρὸς τὸν νόμον τοῦτον, ὁ ὁποῖος εἶναι εἷς τῶν καλλιτέρων
1777καὶ ἀρίστων νόμων, οὓς ἐψήφισε ποτὲ ἡ Ἑλληνικὴ Βουλή,
1778παρ’ ὅλας τὰς οἰκονομικὰς δυσχερείας, ἃς ἐγέννησε, πῶς,
1779λέγω, ὁ κ. Στάης ἐνόμισεν, ὅτι εἶχεν αὐτὸ τὸ δικαίωμα, νὰ
1780προσκαλῇ τὰ Δημοτικὰ Συμβούλια, ὅπως μὴ πληρώσωσι τὰς
1781κενὰς θέσεις τῶν γραμματοδιδασκάλων.
1782Ἔλεγεν ἡμῖν πρὸ μικροῦ ὁ κ. τέως Ὑπουργὸς, ὅτι ἐκ τοῦ
1783λόγου τούτου, ἐκ τῆς ἀπολύσεως δηλαδὴ τῶν γραμματοδι-
1784δασκάλων ἐκείνων, ἐπῆλθεν οἰκονομία τις ἐξ 126,000 δρ.
1785εἰς τὸ Κράτος. Τὸ πρᾶγμα ἴσως εἶναι ἀληθές, καὶ τὸ ποσὸν
1786οὐχὶ ἀδιάφορον· ἀλλ’ ὑπὲρ τὴν ὠφέλειαν ταύτην κεῖται ἡ
1787ἐφαρμογὴ τοῦ νόμου, οὐδεὶς δὲ παρέχει δικαίωμα εἰς τὸν
1788κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως νὰ μεριμνᾷ περὶ τῆς
1789οἰκονομικῆς καταστάσεως τοῦ τόπου, καὶ νὰ συντελῇ διὰ
1790τῆς παραβιάσεως τῶν νόμων εἰς τὴν ἐξοικονόμησιν τῶν χρη-
1791μάτων ἐκείνων. Ἐὰν ὁ περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως νόμος
1792δῆται μεταρρυθμίσεως ὑπὸ οἰκονομικὴν ἔποψιν, ἂς εἰσαγάγῃ
1793νομοσχέδιον τροποποιοῦν αὐτόν. Ἀναντιρρήτως ἡ φειδὼ περὶ
1794τὴν διαχείρισιν τῶν χρημάτων τοῦ Δημοσίου εἶναι μία ἀπὸ
1795τὰς ἀρετὰς παντὸς Ὑπουργοῦ, εὐσυνειδήτως διαχειριζομέ-
1796νου τὴν ἐξουσίαν αὑτοῦ· ἀλλ’ ἐὰν θέλῃ καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς
1797τῆς Παιδείας καὶ οἱ ἄλλοι Ὑπουργοὶ νὰ φέρωσι πραγμα-
1798τικὰς οἰκονομίας εἰς τὸ Κράτος, ἢ οἰκονομίας εἰς τὸν Προ-
1799ϋπολογισμόν, ἢ νὰ ἐλαττώσωσι τὰς δαπάνας, τὰς ἀστόργως
1800καὶ ἄνευ λόγου γιγνομένας, ἀλλαχοῦ ἔπρεπε νὰ κάμωσι
1801χρῆσιν τῆς ψαλίδος, ὅπως περικόψωσι τὰς δαπάνας ἐκείνας,
1802αἵτινες ἀκάρπως ἐπιβαρύνουσι τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ Κρά-
1803τους, καὶ καθιστῶσιν οἰκτρὰν τὴν κατάστασιν τῶν οἰκονομι-
1804κῶν ἡμῶν. Ἀλλ’ ἀφοῦ τοσαῦτα ἑκατομμύρια ἐλήφθησαν,
1805ἀφοῦ ματαίως ἐσπαταλήθησαν τοσαῦτα χρήματα, ἐφ’ ὅσον
1806διώκει τὴν χώραν ἡ πεσοῦσα Κυβέρνησις, ἔρχονται μετὰ
1807ταῦτα καὶ σᾶς λέγουσιν, ὡς μόνην δικαιολογίαν καταφώρου
1808πλέον παραβάσεως τοῦ νόμου περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως,
1809ὅτι ἐγένετο οἰκονομία, καὶ τὸ Κράτος ἐκ τούτου ἠδυνήθη νὰ
1810πορισθῇ 126,000 δραχμάς. Ἀλλὰ διὰ νὰ γείνῃ ἡ οἰκονο-
1811μία αὕτη, παρεβάθη ὁ νόμος. Παρατηρεῖται δ’ ἀληθῶς μία
1812ἀσύστολος τάσις παραβάσεως τῶν νόμων παρ’ ὅλων τῶν δι-
1813οικητικῶν ὀργάνων, εἴδετε δὲ προχθές, τί ἐξετυλίχθη ἐν-
1814ταῦθα. Συνεζητεῖτο τὸ περίφημον ἐκεῖνο νομοσχέδιον, διὰ τοῦ
1815ὁποίου τὸ Κράτος ὑποχρεοῦται νὰ πληρώσῃ 71,000 φρ. χρυσᾶ
1816διὰ τὴν οἰκοδομὴν τοῦ καταστήματος τῆς Πρεσβείας τοῦ Βου-
1817κουρεστίου. Οὐδεμίαν εἶχε δώσει τὸ Δημόσιον ἄδειαν εἰς τὸν
1818πρεσβευτὴν νὰ δαπανήσῃ τὸ χρῆμα ἐκεῖνο· ἐδανείσθη ὅμως
1819οὗτος αὐτό, ὑπεθήκευσε μετὰ τῆς μεγαλειτέρας ἀφελείας
1820δημόσιον κτῆμα, ἐδέχθη ἀγωγὴν παρὰ πιστωτῶν, καὶ ἐξ-
1821ηυτέλισε τὸ Κράτος ἐν ξένῃ χώρᾳ· καὶ ὅμως, Κύριοι, καίτοι
1822τοσαῦτα μωρὰ καὶ ἀκαταλόγιστα διεπράχθησαν, ὁ πρε-
1823σβευτὴς δὲν ἐτιμωρήθη, ἀλλ’ ἐξ ἐναντίας εἴδομεν τὸν πρώην
1824Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν κύριον Ρωμᾶνον ἐρχόμενον
1825νὰ ζητήσῃ, τίποτε ὀλιγώτερον, ἢ νὰ ἐκφράσῃ ἡ Βουλὴ καὶ
1826τὴν εὐγνωμοσύνην αὐτῆς δι’ ὅλα ταῦτα, διότι διὰ τῆς παρα-
1827βάσεως τοῦ νόμου, διὰ τῆς ἄνευ οὐδενὸς ἐλέγχου γενομέ-
1828νης σπατάλης ἑκατοντάδος χιλιάδων φράγκων χρυσῶν ἀπέ-
1829κτησε τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος ἀξιόλογον μέγαρον Πρεσβείας
1830ἐν Βουκουρεστίῳ, ὅπου ὁ κύριος πρεσβευτὴς θὰ ἀναπαύηται
1831εὐαρέστως μετὰ τοσαῦτα κατορθώματα!
1832Βλέπομεν καθ’ ἑκάστην ἕτερα ὄργανα τῆς Διοικήσεως
1833καταφώρως παραβιάζοντα ἄλλους νόμους, καὶ ἀδιαφοροῦντα
1834παντελῶς, ἐὰν ὑπάρχῃ τις ἐξουσία ἐποπτεύουσα τὴν τήρησιν
1835αὐτῶν. Πολλάκις ἐγείρεται ἐνταῦθα τὸ ζήτημα τῆς παρα-
1836βιάσεως ἀκριβῶς τοῦ νόμου περὶ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύ-
1837σεως. Ὁ νόμος οὗτος δὲν εἶναι ἐκ τῶν νόμων τῶν στρυφνῶν,
1838εἶναι τοσοῦτον σαφὴς καὶ διαυγής, ὥστε καὶ ὁ ἁπλῶς γνω-
1839ρίζων νὰ ἀναγινώσκῃ δύναται ν’ ἀντιλαμβάνηται πόθεν προ-
1840έρχεται ἡ παραβίασις αὕτη· καὶ ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἀλη-
1841θῶς ἀπορεῖ τις, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ συμβαίνωσι ταῦτα εἰς
1842Κράτος κοινοβουλευτικόν, εἰς Κράτος, εἰς τὸ ὁποῖον τοῦ
1843Ὑπουργοῦ ἡ διαχείρισις θὰ ὑποστῇ ἀπαραιτήτως τὸν ἔλεγ-
1844χον ἐν τῇ Βουλῇ. Ἀλλ’ ἀκριβῶς τοῦτο, κύριε Πρόεδρε, συμ-
1845βαίνει, διότι, φαίνεται, ἡ Βουλὴ ἔδειξεν ἐπιείκειαν πρὸς
1846τοὺς παραβιάζοντας τοὺς νόμους, καὶ ἐνεθάρρυνεν αὐτούς,
1847ἐφθάσαμεν δὲ εἰς τὸ σημεῖον, ὥστε ἡ παραβίασις τῶν νόμων
1848νὰ θεωρῆταί τι ἀνάξιον προσοχῆς.
1849Δὲν γνωρίζω τί σκέπτεται νὰ πράξῃ ἐπὶ τοῦ προκειμένου
1850ἡ Βουλή, καὶ δὲν γνωρίζω, ἂν θὰ προβῇ αὕτη εἰς ἀπόφα-
1851σίν τινα, ἢ ἔκφρασιν λύπης τινὸς διὰ τὰ γενόμενα, ἀλλὰ
1852πάντως φρονῶ, ὅτι πρέπει νὰ ἔλθῃ ἐπὶ τέλους ἡμέρα, κατὰ
1853τὴν ὁποίαν νὰ προσκληθῶσιν, ἵνα λογοδοτήσωσιν οἱ κύριοι
1854Ὑπουργοὶ διὰ τὴν κακὴν διαχείρισιν τῆς ἐξουσίας αὐτῶν, καὶ
1855ἂν μὴ λογοδοτήσωσιν, ὡς ἐπιτάσσει ὁ περὶ εὐθύνης Ὑπουρ-
1856γῶν νόμος, νομίζω, ὅτι ἡ ἔκφρασις τῆς Βουλῆς, ἐὰν δὲν ἔχῃ
1857ἄλλον τινὰ σκοπόν, θὰ προλαμβάνῃ τουλάχιστον εἰς τὸ μέλ-
1858λον τὰς τοιαύτας ὑπερβασίας.
1859Ὁ κ. Ὑπουργός, ὁ νῦν, τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως βε-
1860βαίως, ἀφ’ ὅτου ἐζητήθησαν αἱ πληροφορίαι παρὰ τῶν ἀξιο-
1861τίμων συναδέλφων, καὶ ἀφ’ ἧς συνεζητήθη τὸ ζήτημα ἐν-
1862ταῦθα, θὰ ἐσχημάτισε γνώμην ἐπ’ αὐτῶν. Ἐπεθύμουν ν’ ἀ-
1863κούσω τῆς φωνῆς τοῦ ἀξιοτίμου κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῆς Ἐκ-
1864παιδεύσεως, ὁ ὁποῖος ἄλλως τε, τυγχάνων καὶ ἀνὴρ νομο-
1865μαθής, δύναται νὰ ἐγκύπτῃ βαθύτερον εἰς τὴν σημασίαν τῆς
1866τηρήσεως τῶν νόμων, ἣν οἱ μὴ ἀσχολούμενοι εἰδικῶς δὲν αἰ-
1867σθάνονται ἐξ ἴσου, ἀλλὰ δέον νὰ γνωρίζωμεν καὶ τὴν γνώμην
1868αὐτοῦ, ἂν δηλ. θεωρεῖ, ὅτι ἐγένετο παραβίασις τοῦ νόμου
1869ἐκείνου, ἢ νομίμως ὁ πρώην Ὑπουργὸς ἐνήργησεν, ὡς ἐνήρ-
1870γησε, διατάξας τοὺς νομάρχας καὶ τοὺς ἐπιθεωρητὰς ν’ ἀπα-
1871γορεύσωσιν εἰς τὰ Δημοτικὰ Συμβούλια τὴν πρότασιν τοῦ
1872διορισμοῦ γραμματοδιδασκάλων, καὶ ἂν ἐξακολουθεῖ οὕτως
1873ἐφαρμόζων τὸν νόμον. Ἐὰν οὕτως ἐξακολουθῇ ἐφαρμόζων τὸν
1874νόμον ὁ κ. Ὑπουργὸς σήμερον, νομίζω, ὅτι τὸ ζήτημα πρέ-
1875πει νὰ λάβῃ διάφορον ὁδόν· ἤκουσα δέ, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς
1876τοιαύτην ἔχει ἰδέαν, καὶ οὕτως ἐξακολουθεῖ ἐφαρμόζων τὸν
1877νόμον, δηλαδὴ ἐξακολουθεῖ ἡ παραβίασις τοῦ νόμου.
1878§163ΑΣΗΜ. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
1879§164Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Αἱ συζητήσεις αὗται δὲν εἶχον
1880ἀντικείμενον τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Κυθήρων. Οἱ προβαλόντες
1881τὴν ἐπερώτησιν καὶ προκαλέσαντες τὴν συζήτησιν ἐγνώρι-
1882ζον, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ζητηθῇ σήμερον πολιτικὴ
1883εὐθύνη ἀπὸ τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Κυθήρων· ἀλλ’ ἐπεθύμουν
1884νὰ ἀχθῇ τὸ τὸ ζήτημα ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ὅπως ἀκουσθῶ-
1885σιν οἱ ὑπὲρ καὶ κατὰ τῆς γνώμης τοῦ πρώην Ὑπουργοῦ τῆς
1886Παιδείας μέλλοντες νὰ μετάσχωσι τῆς συζητήσεως, ὅπως
1887διαφωτισθῇ μὲν ὁ ἐνεστὼς Ὑπουργὸς τῆς Ἐκπαιδεύσεως
1888καὶ ἀποφήνηται γνώμην, ἐὰν ὀρθῶς ἐπράχθησαν ὅσα ἐπρά-
1889χθησαν ὑπὸ τοῦ πρώην Ὑπουργοῦ, ἢ ἐὰν δὲν ἐπράχθησαν
1890ὀρθῶς, κύψῃ δὲ τὴν κεφαλήν του ὁ ἐξελεγχόμενος καὶ ἀπο-
1891καλυφθεὶς ὡς παρανομήσας Ὑπουργὸς, ἵνα καλύψῃ τὸ ἐρύθη-
1892μα τοῦ προσώπου του, ἐὰν τοιοῦτόν τι συνέβη ποτὲ εἰς αὐτόν.
1893Ἐὰν δὲ ὁ ἐνεστὼς Ὑπουργὸς ἀποδεχθῇ τὴν γνώμην, ὅτι δὲν
1894ἐπράχθησαν ταῦτα ὀρθῶς, θέλει ὑπάρξει ἐγγύησις, ὅτι θέλει
1895σπεύσει νὰ ἀνορθώσῃ πανταχοῦ τοῦ Κράτους τὰς συνεπείας
1896τῶν παρανόμων πράξεων τοῦ προκατόχου του. Ὁ κ. ὅμως
1897Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας μοὶ φαίνεται ἥκιστα κοινοβουλευ-
1898τικὸς, καὶ διὰ τοῦτο σιωπᾷ, ὡς ἂν δὲν ἦτο Ὑπουργὸς, ἀλλά
1899τις τῶν ἀπὸ τῶν ἀκροατηρίων ἀκουόντων τὰς συζητήσεις,
1900ὡς ἂν δὲν φέρῃ καὶ αὐτὸς τὴν εὐθύνην τῆς διατηρήσεως τῶν
1901παρανομιῶν, αἵτινες διεπράχθησαν, καὶ ὡς ἂν ἦναι ἀλλότριος
1902τῶν πραγμάτων αὐτῶν. Τὴν σιωπὴν ἡμεῖς βεβαίως ταύτην
1903διατιμῶμεν, καὶ εὐλόγως, ὅτι εἶναι ἀποδοχὴ τῶν πράξεων
1904τοῦ προκατόχου του, ὅτι ἔχει καὶ ὁ Ὑπουργὸς αὐτὸς τὴν
1905γνώμην, ἣν ἔχει καὶ ὁ προκάτοχός του, καὶ διὰ τοῦτο δύνα-
1906μαι ἀπὸ τοῦδε δημοσίᾳ νὰ εἴπω, ὅτι θέλομεν λάβει ὑπὸ ση-
1907μείωσιν τὴν τακτικὴν ταύτην αὐτοῦ, καὶ ὅταν ἔλθῃ ἡμέρα,
1908θέλομεν ἐνασκήσει τὰ δικαιώματα, ὅσα ἔχομεν.
1909§165ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κατετέθησαν εἰς τὸ Προεδρεῖον τῆς Βου-
1910λῆς ἅπαντα τὰ σχετικὰ ἔγγραφα τῆς ἀναπληρωματικῆς
1911ἐκλογῆς Κερκύρας. Παρακαλῶ τὸ ἁρμόδιον τμῆμα νὰ συνέλ-
1912θῃ αὔριον πρὸς ἐξέλεγξιν τῆς ἐκλογῆς.
1913Ὁ κύριος Ροῦφος ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ ἄλλου ἀντικειμένου.
1914(Ἐνταῦθα τὴν ἕδραν τοῦ Προέδρου καταλαμβάνει ὁ ἀντι-
1915πρόεδρος κ. Ν. Λεωνίδας).
1916§166Ι. Γ. ΡΟΥΦΟΣ. Μετὰ πολλῆς στενοχωρίας ἀναγκάζομαι
1917νὰ λάβω τὸν λόγον ἐπὶ προσωπικοῦ ἐπεισοδίου μεταξὺ τοῦ
1918κ. Προέδρου τῆς Βουλῆς καὶ ἐμοῦ. Δυστυχῶς, διὰ ν’ ἀφη-
1919γηθῶ τὰ κατὰ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς καὶ ἐμὲ, θ’ ἀναγ-
1920κασθῶ ν’ ἀναμίξω καὶ ἄλλο ἐπεισόδιον ἐν τῇ διηγήσει μου,
1921ἵνα γείνῃ καταληπτὴ ἡ διαφωνία. Λυποῦμαι διὰ τοῦτο· ἐὰν
1922δέ τις νομίζῃ, ὅτι ἐν τῇ ἀφηγήσει μου ὑπάρχει τι τὸ δυνά-
1923μενον νὰ τὸν προσβάλῃ, τὸν παρακαλῶ πολὺ, οὐχὶ εἰς ἀν-
1924τεγκλήσεις καὶ ὕβρεις, εἰς ἃς δὲν θ’ ἀπαντήσω, νὰ προέλθῃ,
1925ἀλλ’ ἐκτὸς τῆς αἰθούσης ταύτης νὰ ζητήσῃ ἐξηγήσεις, ὁπότε
1926προθύμως θέλω παράσχει παντὸς εἴδους ἐξήγησιν.
1927§167ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Διὰ μονομαχίας;
1928§168Α. ΚΑΡΑΤΖΑΣ. Οἱ πολιτικοὶ ἀνταγωνισμοὶ δὲν ἐπιτρέ-
1929πονται ἐνταῦθα. Ὁ κ. Πρόεδρος ἔδειξε πολλὴν εὐγένειαν
1930καὶ αὐστηρότητα ἐν τῇ ἐκτελέσει τοῦ καθήκοντός του.
1931§169Ι. Γ. ΡΟΥΦΟΣ. Κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς 5 Φεβρουα-
1932ρίου ἐνεστῶτος ἔτους, συζητουμένου εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν
1933τοῦ νομοσχεδίου περὶ Ἐμπορικῶν Σχολῶν, ἐγένετο ἔνστα-
1934σις περὶ μὴ ἀπαρτίας παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου ἐκ
1935Τριφυλίας κ. Δ. Ἀναστασοπούλου. Ἡ Βουλὴ δὲν εὑρέθη ἐν
1936ἀπαρτίᾳ, καὶ ἡ συνεδρίασις ἐλύθη. Τὸ γεγονὸς ἐτηλεγρα-
1937φήθη ἐντεῦθεν πρὸς ἐφημερίδα τινὰ τῶν Πατρῶν. Δὲν μὲ
1938ἐνδιαφέρει τὸ γεγονὸς,—καὶ δηλῶ τοῦτο—τίνες ἦσαν πα-
1939ρόντες καὶ τίνες ἦσαν ἀπόντες· τὸ ἐξετάζω ὅμως κατ’ ἀνάγ-
1940κην, ἵνα φθάσω εἰς τὸ ἐπεισόδιον τὸ μεταξὺ τοῦ κ. Προέ-
1941δρου τῆς Βουλῆς καὶ ἐμοῦ.
1942Τὸ γεγονὸς λοιπὸν τῆς ματαιώσεως τῆς ἀπαρτίας ἔλαβε
1943χώραν τὴν 5 Φεβρουαρίου. Ἀλλὰ μετὰ παρέλευσιν ἑνὸς μη-
1944νὸς βλέπω δημοσιευμένην ἐπιστολὴν, ἢ μᾶλλον πιστοποιη-
1945τικὸν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Βουλῆς, διὰ τοῦ ὁποίου πρὸς τὸν
1946ἀξιότιμον ἐκ Πατρῶν συνάδελφον κ. Χοϊδᾶν ἐβεβαίου τὰ
1947ἑπόμενα:
1948«Κύριε Βουλευτὰ, εἰς ἀπάντησιν τῆς σημερινῆς ὑμῶν ἐπι-
1949στολῆς δηλῶ ὑμῖν, ὅτι, ὡς προκύπτει ἐκ τῶν ἐπισήμων πρα-
1950κτικῶν, ἦσθε παρὼν καθ’ ὅλην τὴν συνεδρίασιν τῆς 5 Φε-
1951βρουαρίου καὶ κατὰ τὴν τελευταίαν ὀνομαστικὴν κλῆσιν.
1952»Ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς
1953»Θεόδωρος Ρετσίνας.»
1954Ὁ κ. συνάδελφος, δὲν γνωρίζω διατὶ, ἐνόμισεν, ὅτι τὰ
1955τηλεγραφηθέντα ἐτηλεγραφήθησαν τῇ εἰσηγήσει ἐμοῦ. Δὲν
1956μὲ ἐνδιαφέρει πῶς ἔχει τὴν γνώμην καὶ πῶς ἐμόρφωσε τὴν
1957πεποίθησιν ταύτην. Ἀλλ’ ἐφρόνουν, ὅτι εὐθὺς, ὡς ὁ Πρόε-
1958δρος τῆς Βουλῆς ἐξέδωκε τοιοῦτο πιστοποιητικὸν, οὗτινος
1959ἐγένετο χρῆσις, καὶ χρῆσις εἰς βάρος μου, ἐφρόνουν, λέγω,
1960ὅτι ὤφειλον καὶ ἐγὼ νὰ ζητήσω πιστοποιητικὸν, ἐπὶ τῇ βά-
1961σει τῶν ἐπισήμων πρακτικῶν τῆς Βουλῆς, ἵνα ᾖμαι ὡπλι-
1962σμένος, ἐάν ποτε μοὶ γείνῃ βαρυτέρα ἐπίθεσις τῆς γενομέ-
1963νης διὰ τῆς ἐπιστολῆς τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου, καὶ δυ-
1964νηθῶ νὰ ὑπερασπισθῶ τὸν ἑαυτόν μου ἐπὶ τῇ βάσει ἐπισή-
1965μων ἀποδείξεων.
1966Εἶναι γνωστὸν βεβαίως εἰς ὑμᾶς, κύριοι Βουλευταὶ, ὅτι
1967ὑπάρχει διαφορὰ μεταξὺ ὀνομαστικῆς κλήσεως καὶ ἀναγνώ-
1968σεως καταλόγου. Παρακαλῶ νὰ δοθῇ προσοχή. Ἡ τελευ-
1969ταία φράσις τοῦ πιστοποιητικοῦ λέγει «καὶ κατὰ τὴν τελευ-
1970ταίαν ὀνομαστικὴν κλῆσιν». Ἀλλὰ κατὰ τὴν συνεδρίασιν
1971ἐκείνην μία καὶ μόνη ἐγένετο ὀνομαστικὴ κλῆσις. Ἐγένετο
1972ἐπὶ τῆς προτάσεως τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου κ. Βελλιανί-
1973του περὶ αὐξήσεως τῆς πιστώσεως ἀγορᾶς βιβλίων παρὰ τῆς
1974Βιβλιοθήκης τῆς Βουλῆς. Μέχρις ἐκείνης τῆς στιγμῆς ὁ ἀξιό-
1975τιμος ἐκ Πατρῶν συνάδελφος φαίνεται παρών· κατόπιν ἐξη-
1976κολούθησεν ἡ ἐπιψήφισις τοῦ προϋπολογισμοῦ τῆς Βουλῆς,
1977ἔπειτα δὲ, κατὰ τὰ ἐπίσημα πρακτικὰ, (ἀναγινώσκει) «ἐξη-
1978κολούθησεν ἡ πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ συ-
1979στάσεως Ἐμπορικῶν Σχολῶν ἐν Ἀθήναις καὶ Πάτραις δα-
1980πάναις τοῦ Κράτους», ἔλαβον δ’ ἐπ’ αὐτοῦ καὶ ἐπὶ τῆς παρα-
1981πομπῆς αὐτοῦ εἰς εἰδικὴν ἐπιτροπὴν προτάσεως τὸν λόγον
1982οἱ βουλευταὶ κ. κ. Π. Ἀλεξάκης, Ι. Ροῦφος, Θ. Βελλιανί-
1983της, Α. Παπαγιαννακόπουλος, Ι. Μπακόπουλος, Σπ. Στάης,
1984Στ. Δραγοῦμης, ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως
1985καὶ Α. Παναγιωτόπουλος. Ἐνταῦθα ὁ βουλευτὴς κ. Δ. Ἀνα-
1986στασόπουλος προέβαλεν ἔνστασιν περὶ ἐλλείψεως ἀπαρτίας,
1987ἀναγνωσθέντος δὲ τοῦ καταλόγου ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν τῶν
1988βουλευτῶν κ. κ. Β. Σαμοΐλη καὶ Π. Ἀλεξάκη, καὶ μὴ εὑρε-
1989θείσης τῆς Βουλῆς ἐν ἀπαρτίᾳ, ἐλύθη ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 2
1990καὶ 30′ τῆς πρωΐας.»
1991§170Α. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Μήπως λέγει, ὅτι ἔφερα ἔν-
1992στασιν ἐγώ;—διότι ἐπληροφορήθην, ὅτι ἡ ἐφημερὶς αὕτη
1993τῶν Πατρῶν λέγει, ὅτι ἐγὼ ἔφερα ἔνστασιν.
1994§171Ι. Γ. ΡΟΥΦΟΣ. Δὲν φέρω εὐθύνην ἐγὼ δι’ ὅ,τι γράφου-
1995σιν αἱ ἐφημερίδες.
1996§172Α. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι ὅμως ἐφημερίς σας.
1997§173Ι. Γ. ΡΟΥΦΟΣ. Τοῦτο δὲν εἶναι ἀκριβές.
1998Ἡ Βουλὴ λοιπὸν δὲν εὑρέθη ἐν ἀπαρτίᾳ τότε. Ἤδη γεν-
1999νᾶται τὸ ζήτημα: ἠδύνατο ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, μὴ τη-
2000ρουμένου τοῦ πρακτικοῦ τοῦ καταλόγου, ἐν τῷ ὁποίῳ ση-
2001μειοῦνται οἱ παρόντες, ὅταν δὲν εὑρεθῇ ἡ Βουλὴ ἐν ἀπαρτίᾳ,
2002νὰ βεβαιώσῃ, τίς ὁ παρὼν καὶ τίς ὁ ἀπών; Ἐζήτησα παρὰ
2003τοῦ κ. Προέδρου τῆς Βουλῆς νὰ χορηγήσῃ καὶ εἰς ἐμὲ πι-
2004στοποιητικὸν, ὅπως καὶ εἰς τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον, ἐζή-
2005τησα δὲ αὐτὸ διὰ τῆς ἑξῆς αἰτήσεως (ἀναγινώσκει):
2006»Ἀθήνησι 9 Μαρτίου 1902.
2007»Κύριε Πρόεδρε.
2008»Τῷ συναδέλφῳ κ. Α. Χοϊδᾷ ἐχορηγήσατε πιστοποιητι-
2009κὸν, ὅτι ἦτο παρὼν κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς 5 Φεβρουα-
2010ρίου καὶ κατὰ τὴν τελευταίαν ὀνομαστικὴν κλῆσιν. Ἐπειδὴ
2011ἡ σύνταξις τοῦ χορηγηθέντος πιστοποιητικοῦ δίδει ἀφορμὴν
2012διττῆς ἑρμηνείας, παρακαλῶ ὑμᾶς, ἵνα εὐαρεστούμενος ἐφο-
2013διάσητέ με διὰ πιστοποιητικοῦ: 1) ἂν ὁ κύριος Χοϊδᾶς ἦτο
2014παρὼν ἀπ’ ἀρχῆς μέχρι τέλους τῆς συνεδριάσεως, ὅτε ἐλύθη
2015αὕτη ἐλλείψει ἀπαρτίας, καὶ 2) τίς ἡ ἔννοια τῆς φράσεως
2016«κατὰ τὴν τελευταίαν ὀνομαστικὴν κλῆσιν», καὶ ἂν ἔλαβον
2017χώραν κατὰ τὴν ῥηθεῖσαν συνεδρίασιν πλέον τῆς μιᾶς ὀνο-
2018μαστικαὶ κλήσεις.
2019»Μετὰ τῆς προσηκούσης ὑπολήψεως κλπ. κλπ.»
2020Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς ἐθεώρησε πρέπον νὰ μοὶ ἀρ-
2021νηθῇ τὸ τοιοῦτον πιστοποιητικὸν, τὸ βασιζόμενον ἀκριβῶς
2022ἐπὶ τῶν πρακτικῶν τῶν ἐπισήμων.
2023§174Α. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ πολὺ ὀρθῶς, διότι δὲν
2024ἐζητήσατε διὰ σᾶς πιστοποιητικὸν, ἀλλὰ διὰ τρίτον.
2025§175Ι. Γ. ΡΟΥΦΟΣ. Παρακαλῶ. Ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς
2026ἐβεβαίωσέ τι, τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι ἀκριβές.
2027§176Α. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλὰ τὸ ὁποῖον δὲν ἀφο-
2028ρᾷ σᾶς.
2029§177Ι. Γ. ΡΟΥΦΟΣ. Πολὺ καλά· ἀλλ’ ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ὁποίου
2030ὑβρίζομαι ἐγώ.
2031§178Α. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Διατὶ ὑβρίζεσθε σεῖς;
2032§179Ι. Γ. ΡΟΥΦΟΣ. Διὰ τῆς σημερινῆς «Ἀκροπόλεως» ὁ κ.
2033συνάδελφος ἐξαγγέλλει, ὅτι μὲ θεωρεῖ ὑπεύθυνον δι’ ὅ,τι γρά-
2034φεται, καὶ ὅτι μὲ ἀνεζήτει, «ἵνα ζητήσῃ ἐξηγήσεις». Ἡ ἐπι-
2035στολὴ τοῦ συναδέλφου πρὸς τὸν Πρόεδρον τοῦ ἐν Πάτραις
2036Ἐμπορικοῦ Συλλόγου εἶναι ὑπογεγραμμένη παρ’ αὐτοῦ.
2037§180Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐν Τριπόλει ἐκδίδεται μία ἐφη-
2038μερὶς «Μωρηᾶς», ἡ ὁποία γράφει ἀποκλειστικῶς ὑβρίζουσα
2039ἐμέ. Ἅμα λείψῃ τὸ πρόσωπόν μου, δὲν ἔχει τίποτε ἄλλο
2040νὰ γράψῃ. Λοιπὸν τί μὲ τοῦτο; Δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ φέρω-
2041μεν ἐδῶ τὰς ἐφημερίδας.
2042§181Ι. Γ. ΡΟΥΦΟΣ. Δὲν ἐπροσέξατε· εἶναι ἐνυπόγραφος ἡ
2043ἐπιστολὴ, φέρουσα τὴν ὑπογραφὴν τοῦ συναδέλφου.
2044Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι ἀρνηθεὶς ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βου-
2045λῆς νὰ μοὶ δώσῃ τὸ αἰτηθὲν πιστοποιητικόν...
2046§182Α. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τί σᾶς ἠρνήθη ὁ Πρόεδρος;
2047§183Ι. Γ. ΡΟΥΦΟΣ. Νὰ μοὶ ἐκδώσῃ πιστοποιητικόν.
2048§184Α. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἄν νομίζητε, ὅτι ὁ Πρόε-
2049δρος τῆς Βουλῆς ὤφειλε νὰ γείνῃ ὄργανον, νὰ χρησιμεύσῃ εἰς
2050ὕβρεις, καὶ νὰ σᾶς δίδῃ ὅπλα διὰ νὰ πολεμῆτε τοὺς πολι-
2051τικοὺς ἀντιπάλους σας, ἔχετε πολὺ ταπεινὴν ἰδέαν περὶ τοῦ
2052Προέδρου. Τὸ ἀξίωμα τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς εἶναι πολὺ
2053ὑψηλὸν, ἀλλὰ καὶ πολὺ σοβαρόν.
2054§185Ι. Γ. ΡΟΥΦΟΣ. Βεβαίως τὸ ἀξίωμα τοῦ Προέδρου τῆς
2055Βουλῆς εἶναι πολὺ ὑψηλὸν, ἀλλὰ καὶ πολὺ βαρύ· ὅταν δὲ
2056φέρωσιν αὐτὸ ἄνθρωποι μὴ ἔχοντες τὸ ἀνάστημα καὶ τὴν δύ-
2057ναμιν νὰ τὸ φέρωσι, βεβαίως συντρίβονται. Ὅτι δὲ ὁ κύριος
2058Πρόεδρος τῆς Βουλῆς δὲν ἐβεβαίωσε τὰ ἀκριβῆ ἐν τῷ πιστο-
2059ποιητικῷ τῷ δοθέντι, —καὶ τοῦτο ἵνα ἀποδείξω, ὅτι οὐχὶ
2060πλανώμενος, οὐχὶ ἐκ κακῆς διατυπώσεως, ὡς ἐν τῇ αἰτήσει
2061μου ἐξ ἁβρότητος γράφω, ἀλλ’ ἐκ προθέσεως ἐξέδωκε ψευδὲς
2062πιστοποιητικὸν—ἐπικαλοῦμαι, ἐπὶ τῷ λόγῳ τῆς τιμῆς του,
2063τὸν κύριον Κασαβέτην, γραμματέα κατὰ τὴν συνεδρίασιν
2064ἐκείνην τῆς Βουλῆς, νὰ μᾶς εἴπῃ, ἐνθυμεῖται ἂν ὁ ἀξιότιμος
2065συνάδελφός μου ἦτο παρὼν κατὰ τὴν συνεδρίασιν ἐκείνην;...
2066Κύριε Κασσαβέτη;...
2067§186ΑΛΕΞ. ΚΑΣΣΑΒΕΤΗΣ. Ἐγένετο πρὸ πολλοῦ καιροῦ ἡ
2068ψηφοφορία αὕτη. Ἐνθυμοῦμαι μόνον ἓν περιστατικὸν, ὅτι
2069καὶ ὑμεῖς καὶ ἕτεροι Βουλευταὶ ἐκ Πατρῶν μοὶ ἐζήτησαν
2070τὴν πληροφορίαν, ἄν ἦτο παρὼν ὁ κ. Χοϊδᾶς· τοῖς εἶπον δὲ,
2071ὅτι δὲν ἦτο παρὼν, ἀλλὰ δὲν ἐνθυμοῦμαι καλῶς, ἂν ἦτο αὐτὴ
2072ἡ ἑσπέρα ἢ ἄλλη· ἐπρόκειτο ὅμως περὶ τῶν Ἐμπορικῶν
2073Σχολῶν κατὰ τὴν συνεδρίασιν ἐκείνην.
2074§187Ι. Γ. ΡΟΥΦΟΣ. Κύριε Στάη, ἐπὶ τῷ λόγῳ τῆς τιμῆς
2075σας, ἐνθυμεῖσθε ἂν ἦτο παρὼν ὁ κύριος Χοϊδᾶς τότε;
2076§188Δ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Φέρετε πρότασιν μομφῆς κατὰ τοῦ κυρίου
2077Προέδρου. Θὰ γείνῃ ψηφοφορία ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ ζητήματος.
2078Νὰ ἐξακολουθῇ αὐτὴ ἡ διαδικασία ἐπὶ τούτου, νὰ ἐρωτᾶτε
2079τὸν ἕνα καὶ τὸν ἄλλον, αὐτὸ δὲν εἶναι πρέπον.
2080§189Ι. Γ. ΡΟΥΦΟΣ. Μοῦ εἶναι ἀδιάφορον. Τοῦτο θέλω νὰ
2081εἴπω, ὅτι ὁ κύριος Πρόεδρος τῆς Βουλῆς ἐχορήγησε κακο-
2082βούλως ὅπλα διὰ νὰ ὑβρισθῶ. Τοῦτο λέγω, καὶ περὶ τούτου
2083πρόκειται.
2084§190Α. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁμολογῶ εἰλικρινῶς, ὅτι,
2085καίτοι ἐπρόσεξα νὰ ἐννοήσω τὰ παράπονα τοῦ συναδέλφου,
2086δὲν τὰ ἐνόησα, πολὺ δὲ ὀλιγώτερον ἐνόησα τὸν τρόπον, καθ’
2087ὃν ἐξεφράσθη κατὰ τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς, ἐκφράσας καὶ
2088μομφὴν, ὁποία πρώτην φορὰν ἀποτείνεται κατὰ Προέδρου
2089τῆς Βουλῆς. Κατήγγειλε τὸν Πρόεδρον, ὅτι ἐκ προθέσεως
2090ἔδωκε ψευδεῖς βεβαιώσεις, ἵνα χρησιμεύσωσι πρὸς πολιτικὸν
2091ἀνταγωνισμὸν, καὶ ὄχι κἄν ἐκ πλάνης, ἀλλ’ ἐκ προθέσεως.
2092Καταγγέλλεται ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς διὰ πρᾶξιν, ἥτις
2093ἐὰν ἠλήθευε, θὰ ἔγραφε μίαν μελανὴν σελίδα εἰς τὴν ἱστο-
2094ρίαν ἡμῶν τὴν κοινοβουλευτικήν. Καὶ ἐρωτῶ τὸν συνάδελ-
2095φον νὰ διασαφήσῃ, διατὶ οὕτως ἐξεφράσθη; διατὶ μὲ τὸ
2096ζήτημα αὐτὸ ἀπησχόλησε τὴν Βουλήν; Καὶ ὁ συνάδελφος
2097λέγει, ὅτι προσεβλήθη. Δὲν ἐνδιεφέρετο, λέγει, ἂν παρί-
2098σταντο ἢ ὄχι οἱ συνάδελφοί του κατὰ τὴν συνεδρίασιν ἐκεί-
2099νην, καὶ ὅμως παρὰ τοῦ Προέδρου ἐζήτει ἀκριβῶς τοῦτο νὰ
2100πιστοποιηθῇ, ἂν παρίσταντο οἱ συνάδελφοι αὐτοῦ. Ἀλλ’ ἡ
2101δήλωσίς του, ὅτι αὐτὸς δὲν ἐνδιαφέρεται τί ἔπραξαν οἱ συν-
2102άδελφοί του, καταπίπτει ἐκ τῆς ὁμολογίας αὐτοῦ, ὅτι ἀπὸ
2103τὸν Πρόεδρον ἐζήτει ἀκριβῶς νὰ τῷ δώσῃ τὰ στοιχεῖα, ἵνα
2104ἀποδείξῃ, ὅτι εἷς τῶν συναδέλφων καὶ συμπολίτης του ψευ-
2105δῶς βεβαιοῖ, ὅτι παρίστατο ἐν τῇ Βουλῇ, ὅτε ἐπρόκειτο νὰ
2106συζητηθῇ τὸ περὶ Ἐμπορικῶν Σχολῶν νομοσχέδιον. Ἐγὼ
2107νομίζω, ὅτι μόνη ἡ ὁμολογία τοῦ κ. συναδέλφου, ὅτι ἦτο
2108παρὼν, ἤρκει νὰ καταπαύσῃ πᾶσαν περὶ τούτου ἀμφισβή-
2109τησιν. Ἀλλοίμον, ἂν ἐψευδόμεθα ἐπὶ τοιούτων ζητημάτων!
2110Ὅταν ὁ συνάδελφος δηλοῖ, ὅτι ἦτο παρὼν, ὀφείλομεν νὰ
2111πιστεύσωμεν αὐτὸν, ἀφοῦ εἶναι ἄλλως γνωστὸν, ὅτι ὁ συνά-
2112δελφος καὶ τότε καὶ ἄλλοτε παρεκάλεσε τὴν Ἀντιπολίτευ-
2113σιν νὰ μὴ ἀντιταχθῇ εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου.
2114Ἀλλὰ κατὰ τί ἐνδιαφέρει τὸν κ. Ροῦφον ζήτημα, εἰς τὸ
2115ὁποῖον μέχρι τῆς στιγμῆς τοὐλάχιστον ἐκείνης ἐνομίζομεν
2116ὅτι αὐτὸς οὐδὲν ἔχει ἐνδιαφέρον; Διότι περὶ τίνος ἀληθῶς
2117ἐπρόκειτο; περὶ ἀνταποκριτοῦ ἐφημερίδος διαστρέφοντος συ-
2118στηματικῶς εἰς τὰ ἐπιστελλόμενα εἰς Πατραϊκὸν φύλλον
2119τηλεγραφήματα τὰ ἐνταῦθα συμβαίνοντα καὶ λεγόμενα. Καὶ
2120τῶν διαστροφῶν τούτων ἔλαβον γνῶσιν ἐγὼ αὐτός, ὅστις,
2121μεταβὰς πρὸ ἑβδομάδος εἰς Αἴγιον καὶ Πάτρας, ἠρωτώμην,
2122ἂν ὄντως ἡ Βουλὴ δὶς καὶ τρὶς μὲ ἀπεδοκίμασε, φέροντα ἔν-
2123στασιν ἀπαρτίας, ἐνῷ, ὡς πάντες γνωρίζετε, καὶ τὰ πρα-
2124κτικὰ τὰ ἐπίσημα βεβαιοῦσιν, οὐδεμίαν ἔφερον ἔνστασιν ἀπαρ-
2125τίας. Καὶ ἀντὶ ἡμεῖς νὰ ἔχωμεν παράπονα κατὰ τῆς τοιαύ-
2126της διαστροφῆς τῶν λόγων καὶ τῶν πράξεών μας, ἔρχεται
2127ὁ κύριος ἐκ Πατρῶν Βουλευτὴς καὶ ἐπιτίθεται κατὰ τοῦ
2128κ. Προέδρου, διότι ἠρνήθη εἰς αὐτὸν πιστοποιητικὰ ψευδῆ,
2129δι’ ὧν ἐζητεῖτο νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ τοιαύτη κατὰ τοῦ κυ-
2130ρίου Χοϊδᾶ ἐπίθεσις!
2131Νομίζω ὅτι ἡ Βουλή, μεθ’ ὅσα ὁ ἐκ Πατρῶν συνάδελφος
2132εἶπε κατὰ τοῦ Προέδρου αὐτῆς, ἔχει καθῆκον νὰ ἐγκρίνῃ
2133τὴν διαγωγὴν τοῦ Προέδρου, ἐκφράζουσα πρὸς αὐτὸν τὴν ἐμ-
2134πιστοσύνην της, διότι ἐξεπλήρωσε τὸ καθῆκόν του.
2135§191Ι. Γ. ΡΟΥΦΟΣ. Δὲν ἐζήτησα παρὰ τοῦ κ. Προέδρου τῆς
2136Βουλῆς νὰ βεβαιώσῃ πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον δὲν δύναται νὰ
2137προκύψῃ ἐκ τῶν ἐπισήμων πρακτικῶν. Ἐκ τῶν ἐπισήμων
2138πρακτικῶν δὲ δὲν προκύπτει οὔτε τίς ἦτο παρὼν, οὔτε τίς
2139ἦτο ἀπών. Ἐγὼ ἐνόμισα πρέπον νὰ ζητήσω τὸ πιστοποιη-
2140τικόν, θεωρῶ δὲ ἄτοπον, πλέον ἢ ἄτοπον τὴν διαγωγὴν
2141τοῦ κ. Προέδρου. Χαίρω δὲ, διότι ὁ κ. συνάδελφος ἐξ Αἰ-
2142γιαλείας ἐμόρφωσε τοιαύτην λαμπρὰν ἰδέαν περὶ τοῦ κ. Προ-
2143έδρου τῆς Βουλῆς τὴν στιγμὴν ταύτην, ἐνῷ πρό τινος εἶχε
2144πάντῃ ἀλλοίαν. Δὲν ἀπορῶ διὰ τοῦτο, διότι γνωρίζω κα-
2145λῶς, ὅτι, ὅταν ἐνδιαφέρωμαι διά τι, ὁ ἀξιότιμος συνάδελ-
2146φος εἶναι πάντοτε ἐναντίος. Ἀλλ’ ἂν τοῦτο συμβῇ αὔριον
2147καὶ εἰς αὐτὸν, θὰ τὸν ἴδωμεν κοπτόμενον ἀπὸ τοῦ βήμα-
2148τος τούτου διὰ τὰς παραβάσεις τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς.
2149Ἀλλ’ ἂν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς ἔπραξε τοῦτο πρὸς ἐμὲ,
2150βεβαίως τῷ εἶναι ἀδιάφορον, ἀλλὰ καὶ εἰς ἐμὲ ἐπίσης. Ἓν
2151μόνον ἐπιλέγω, ὅτι δὲν εἶναι ἄπορον, ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς
2152Βουλῆς ἐτήρησε τοιαύτην διαγωγὴν, διότι «ἔξεστι Κλαζο-
2153μενίοις ἀσχημονεῖν»!
2154§192ΑΛΕΞ. Θ. ΖΑΙΜΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἂν ἐλαμβάνετο
2155ὑπ’ ὄψιν τὸ ἄρθρον 72 τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς, δὲν θὰ
2156εἴχομεν τὰς παρεξηγήσεις, τὰς ὁποίας ἠκούσαμεν πρὸ μικροῦ·
2157διότι τὸ ἄρθρον 72 τοῦ Κανονισμοῦ ὁρίζει καὶ τὰ δικαιώμα-
2158τα τῶν Βουλευτῶν καὶ τὰ καθήκοντα τοῦ Προέδρου (ἀναγι-
2159νώσκει): «Οἱ Βουλευταὶ ἔχουσι τὸ δικαίωμα νὰ ἀναγινώ-
2160σκωσι τὰ πρωτότυπα τῶν πρακτικῶν καὶ τὰ καταχωρισθέν-
2161τα εἰς τὰ ἀρχεῖα ἔγγραφα, καὶ νὰ λαμβάνωσιν ἀντίγραφα
2162ἐπικεκυρωμένα αὐτῶν». Λοιπὸν οἱ κύριοι Βουλευταὶ δύναν-
2163ται νὰ ζητήσωσι παρὰ τοῦ Προέδρου ἀντίγραφα ἐπικεκυρω-
2164μένα τῶν πρακτικῶν, καὶ δύνανται νὰ ζητήσωσιν ἀντίγρα-
2165φα ἐπικεκυρωμένα τῶν ἐγγράφων, τὰ ὁποῖα κατατίθενται
2166εἰς τὰ ἀρχεῖα τῆς Βουλῆς. Πέραν τούτου οὐδὲν δικαίωμα
2167ἔχουσι, πέραν τούτου οὐδὲν καθῆκον ἔχει νὰ ἐκτελέσῃ ὁ Πρό-
2168εδρος, διότι ὁ Πρόεδρος δὲν εἶναι συμβολαιογράφος ἢ ὑποθη-
2169κοφύλαξ, ὅπως ἐκδίδῃ πιστοποιητικά.
2170§193Α. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι παράδοξος ὁμολογου-
2171μένως ὁ τρόπος τῆς συζητήσεως τοῦ ἐκ Πατρῶν συναδέλφου.
2172Προσῆλθεν εἰς τὸ βῆμα καὶ ἠθέλησε νὰ ἀμυνθῇ, ὅτι αὐτὸς
2173δὲν εἶναι ὁ εἰσηγητὴς τῶν ἐπιστελλομένων ἐντεῦθεν εἰς Πά-
2174τρας ἀνταποκρίσεων, καὶ ὅμως ἀπὸ τὸν Πρόεδρον τῆς Βου-
2175λῆς ἐζήτει νέα ὅπλα, διὰ νὰ βεβαιώσῃ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα
2176περιεῖχον αἱ ἀνταποκρίσεις αὗται! Περὶ αὐτοῦ καὶ μόνου πρό-
2177κειται. Δύσκολον ἄνευ τούτου νὰ ἐννοήσωμεν κατὰ τί προσ-
2178εβλήθη ὁ ἐκ Πατρῶν συνάδελφος, ἂν παρίστατο ἢ ὄχι ὁ κ.
2179Χοϊδᾶς εἰς τὴν συνεδρίασιν. Ποία προσβολὴ θὰ ἦτο κατ’
2180αὐτοῦ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει; Ἐντεῦθεν ἐστέλλοντο τα-
2181κτικὰ καθ’ ἑσπέραν παρὰ δημοσιογράφου, ὄπισθεν ἐκεῖ πα-
2182ρευρισκομένου, εἰς Πάτρας ἀνταποκρίσεις, αἱ ὁποῖαι διέστρε-
2183φον τὰ γιγνόμενα ἐνταῦθα, καὶ περὶ τούτου ἀδιαφορῶ τελείως,
2184ὅπως ἠδιαφόρησα, μανθάνων, ὅτι καὶ περὶ ἐμοῦ διεστρέφοντο
2185τὰ ἐδῶ γιγνόμενα, οὐδὲ θὰ ὡμίλουν, ἂν δὲν ἐπρόκειτο δυσ-
2186τυχῶς περὶ συναδέλφου κατὰ τοιοῦτον τρόπον ἀναμιγνυο-
2187μένου καὶ οὕτω πως ἐπιτιθεμένου καθ’ ἑτέρου συναδέλφου.
2188Ὁ Βουλευτής, ὁ τὰς ἐπιθέσεις ταύτας ὑφιστάμενος, ἠμύνθη,
2189ζητήσας ἀπὸ τὸν Πρόεδρον πιστοποιητικόν, ὅτι μέχρι τῆς
2190ὀνομαστικῆς κλήσεως ἦτο ἐνταῦθα παρών· ἀκριβῶς δὲ μέχρι
2191τῆς ὀνομαστικῆς κλήσεως ὑπῆρχεν ἀπόδειξις, ὅτι ὁ Βουλευτὴς
2192ἐκεῖνος ἦτο παρὼν, διότι μετὰ τὴν ὀνομαστικὴν κλῆσιν δὲν
2193ὑπάρχουν στοιχεῖα, ἵνα ὁ κ. Χοϊδᾶς ἀποδείξῃ τὴν παρου-
2194σίαν του. Καὶ ἀκριβῶς εἰς τὴν ἔλλειψιν ταύτην στηριζόμε-
2195νος ὁ προλαλήσας συνάδελφος ἦλθε καὶ ζητεῖ πιστοποιητι-
2196κὸν ἀπὸ τὸν Πρόεδρον, διὰ νὰ μεταβῇ κατόπιν εἰς τὴν ἐπαρ-
2197χίαν του καὶ πείσῃ τοὺς πολίτας, ὅτι ἐπροδίδοντο τὰ συμ-
2198φέροντά των ὑπὸ τοῦ συναδέλφου του, παριστῶν ἐνταῦθα, ὅτι
2199μάχεται ὑπὲρ τῆς τιμῆς του, ἐνῷ μάχεται διὰ νὰ καταρ-
2200ρίψῃ τὴν τιμὴν τοῦ συναδέλφου του! Καὶ ἠκούσθη ποτὲ τοι-
2201αύτη ὁμιλία; ἠκούσθη ποτὲ αἴτησις τοιούτου πιστοποιητι-
2202κοῦ πρὸς τοιοῦτον σκοπόν; Καὶ τοῦτο δὲν ἀποδεικνύει ἀκρι-
2203βῶς, ὅτι κόπτεται δι’ ἐκεῖνο, διὰ τὸ ὁποῖον λέγει, ὅτι δὲν
2204ἐνδιαφέρεται; Ἀλλὰ τὸ ἐνδιαφέρον αὐτοῦ, τὸ ἀπὸ τοῦ βή-
2205ματος ἐκδηλωθὲν, τὸ ὁποῖον ἀντελήφθητε πάντες, δὲν δίδει
2206τὴν ἀσφαλεστέραν ἀπόδειξιν, ὅτι αὐτὸς εἰσηγεῖτο ἢ καὶ ἐνε-
2207θάρρυνε τὰς ἐντεῦθεν ἐπιστελλομένας ἐσφαλμένας ἀνταποκρί-
2208σεις; Συστηματικῶς δὲ διεστρέφοντο τὰ ἐνταῦθα γιγνόμενα.
2209Ἀλλὰ δὲν πρόκειται περὶ τούτου. Ἀπὸ τοῦ βήματος ἐξε-
2210τοξεύθη βαρυτάτη μομφὴ κατὰ τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς, ὅτι
2211ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, χάριν πολιτικοῦ ἀνταγωνισμοῦ καὶ ἐν
2212γνώσει — αὐτὰ ἔλεγεν ὁ συνάδελφος ἐντεῦθεν — ἔδωσε πιστο-
2213ποιητικὸν εἰς Βουλευτὴν, ἵνα μεταχειρισθῇ κατ’ ἄλλου Βου-
2214λευτοῦ. Δὲν γνωρίζομεν, ἐὰν σεῖς (στρέφεται πρὸς τὴν πλειονο-
2215ψηφίαν) ἔχετε ἢ δὲν ἔχετε ἐμπιστοσύνην πρὸς τὸν Πρόεδρον
2216τῆς Βουλῆς· τοῦτο μᾶς εἶναι ἀδιάφορον· ἡμεῖς ὅμως νομίζο-
2217μεν, ὅτι χάριν τῆς ἀξιοπρεπείας αὐτῆς ὀφείλει ἡ Βουλὴ, στιγ-
2218ματίζουσα τὰ λεχθέντα, νὰ ἐκφράσῃ τὴν πρὸς τὸν Πρόεδρον
2219ἐμπιστοσύνην της, καταδικάζουσα διὰ τοῦ τρόπου τούτου
2220πράξεις ἀσυμβιβάστους πρὸς τὸ ἀξίωμα τοῦ Βουλευτοῦ.
2221§194ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Φρονῶ, ὅτι ἡ Βουλὴ θὰ ἔχῃ τὴν εὐχαρί-
2222στησιν νὰ ἐκφράσῃ τὴν ἐμπιστοσύνην αὐτῆς πρὸς τὸν Πρό-
2223εδρόν της.
2224§195ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
2225§196ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλή.
2226§197ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα.
2227§198ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.
2228§199ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Περιττὸν νομίζω, διότι δὲν ὑπάρχει ἀντίρ-
2229ρησις.
2230§200Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπάρχει, διότι ἐσυκοφαντήθη ὁ
2231Πρόεδρος τῆς Βουλῆς ἀπὸ τοῦ βήματος, καὶ πρέπει νὰ δια-
2232μαρτυρηθῇ ἡ Βουλή.
2233§201ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν θὰ τεθῇ εἰς ψηφοφορίαν ἡ ἑξῆς
2234πρότασις:
2235«Ἡ Βουλὴ, ἐκφράζουσα τὴν ἐμπιστοσύνην αὐτῆς εἰς τὸν
2236Πρόεδρον, μεταβαίνει εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.»
2237§202ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, ὄχι, κύριε Πρόεδρε.
2238§203Α. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. «Μεταβαίνει εἰς τὴν ἐξα-
2239κολούθησιν τῆς συζητήσεως», ὄχι τῆς ἡμερησίας διατάξεως.
2240§204ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλά.
2241§205Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δι’ ὅσων εἶπε πρὸ ὀλί-
2242γου ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἔδωκεν εἰς ἡμᾶς νὰ ἐν-
2243νοήσωμεν, ὅτι ἡ ἐνέργεια τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς δὲν ἦτο
2244σύμφωνος πρὸς τὸν Κανονισμόν...
2245§206ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, ὄχι· δὲν εἶπεν αὐτό.
2246§207Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω ὅτι ὁ κύριος
2247Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶπεν, ὅτι οἱ Βουλευταὶ μόνον
2248ἀντίγραφα τῶν γινομένων ἐν τῇ Βουλῇ καὶ τῶν ἐγγράφων,
2249ἅτινα κατατίθενται, λαμβάνουσιν, ὅτι ἑπομένως ὁ Πρόεδρος
2250μόνον ἀντίγραφα δύναται νὰ δώσῃ, ὄχι πιστοποιητικὰ, διότι
2251δὲν εἶναι συμβολαιογράφος, ἢ ὑποθηκοφύλαξ· ἀλλ’ ὁ κύριος
2252συνάδελφος εἶπεν, ὅτι ὁ Πρόεδρος ἔδωκε πιστοποιητικόν.
2253§208Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Δὲν ἔδωσε πιστοποιητικὸν ὁ Πρόεδρος.
2254Ὅτε δὲ ὁ κ. Βουλευτὴς ὡμίλει περὶ πιστοποιητικοῦ, ἐνόει —
2255καὶ πᾶς τοῦτο ἐννοεῖ — ὅτι πρόκειται περὶ ἐπισήμου ἐγγρά-
2256φου, φέροντος τὴν σφραγῖδα τοῦ γραφείου τῆς Βουλῆς. Ὁ κ.
2257Πρόεδρος τῆς Βουλῆς εἶναι Βουλευτὴς καὶ αὐτός· εἷς συνά-
2258δελφος τῷ ἀπηύθυνε μίαν ἐπιστολὴν, καὶ τῷ ἀπήντησε. (Διά-
2259λογοι).
2260§209ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἐρωτήσω λοιπὸν τὴν Βουλὴν δι’ ὀνο-
2261μαστικῆς κλήσεως ἐπὶ τῆς ὑποβληθείσης προτάσεως.
2262Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν λέγουσι Ναί, οἱ μὴ παρα-
2263δεχόμενοι λέγουσιν Ὄχι.
2264(Γίνεται ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, ὑπὸ τὴν ἐπι-
2265τήρησιν τῶν βουλευτῶν Κ. Χατζηπέτρου καὶ Ι. Γ. Λάππα,
2266ὡς ψηφολεκτῶν, καὶ εἶτα ἡ διαλογὴ, κατὰ τὸ ἑπόμενον πρω-
2267τόκολλον ψηφοφορίας).
Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
2268Ἀνδρέας Πεταλᾶς ΝΓεώργιος Λύρας Ν
2269Γεώργιος Κυριαζῆς ΝἘμμ. Ρέπουλης Ν
2270Ἀνδρ. Παναγιωτόπουλος ΝΔημήτριος Τσᾶτσος Ν
2271Λεων. Μελετόπουλος Δημήτριος Τσιτσάρας Ν
2272Κωνστ. Μωραϊτίνης ΝΚωνστ. Ζῶτος Ν
2273Εὐστάθ. Ρακόπουλος ΝΓεώργιος Χατζόπουλος Ν
2274Ἐπαμ. Ἐμπειρῖκος Διονύσιος Στεφάνου Ν
2275Εὐκλείδης Μπίστης Κ. Ἀργασάρης Λομβάρδος Ν
2276Δημοσθ. Καΐρης Ἀλέξ. Σπ. Κ. Ρώμας Ν
2277Ἀνδρέας Καρατζᾶς ΝΓεώργ. Ρώμας Ν
2278Κωνστ. Πλατούτσας ΝἈνδρ. Σπηλιάδης Ν
2279Μιχαὴλ Κωτσᾶκος Χρ. Στεφανόπουλος
2280Κωνστ. Γ. Καραπᾶνος ΝΧαρίλ. Σπηλιώτης Ν
2281Κωνστ. Κοττίκας Ἀνδρ. Στεφανόπουλος Ν
2282Ἰωάννης Καραπᾶνος ΝΠέτρος Αὐγερινὸς
2283Εὐάγγελος Γαρουφαλιᾶς ΝΧρῆστος Δαραλέξης Ν
2284Στέφανος Δραγούμης ΝἌγγελος Πετραλιᾶς Ν
2285Νικόλαος Λεβίδης ΝἈθαν. Ἀθανασιάδης
2286Θεόδωρος Ρετσίνας Νικόλαος Δαούτης
2287Φωκίων Νέγρης ΝΠαναγ. Παπαχατζῆς
2288Νικ. Γιαννηκώστας ΝΣπ. Ι. Μήλιος Ν
2289Ἐπαμ. Μιλτ. Κανάρης ΝΒασ. Μαρκεζίνης Ν
2290Δημ. Μ. Καλλιφρονᾶς Νικήτας Συνοδινὸς Ν
2291Θεόδωρ. Φλογαΐτης ΝΧριστόφορος Ἀσημῆς Ν
2292Δημ. Γ. Ράλλης Τηλέμαχος Δενδρινὸς
2293Γεώργιος Μ. Βενιζέλος ΝΠαναγ. Μαυροκέφαλος Ν
2294Νικ. Γουναράκης Ἀλέξ. Θρ. Ζαΐμης Ν
2295Κωνστ. Σταυρόπουλος Θεόδ. Ζαΐμης Ν
2296Ἀλέξ. Γ. Σκουζὲς ΝΠαναγ. Θρ. Ζαΐμης Ν
2297Ἀνδρέας Στρᾶτος Ν
2298Δημ. Καραγιάννης Αὐγερινὸς Ἀβέρωφ Ν
2299Ἀντώνιος Καρτάλης Ἡρακλῆς Καλαμπάκας Ν
2300Κωνστ. Τοπάλης ΝΓεώργ. Παπαθανασίου Ν
2301Ἀλέξ. Κασσαβέτης ΝΠερικλῆς Περρωτῆς
2302Ἀργύριος Φιλιππίδης Ἠλίας Μαυρομιχάλης
2303Νικόλαος Παπαϊωάννου Γεώργ. Οἰκονομόπουλος
2304Δημήτριος Γίδας Δημ. Τερτίπης Ν
2305 Τιμολέων Ἀδαμόπουλος Ν
2306Νικόλαος Γουλιμῆς ΝΚωνστ. Ζωγλοπίτης
2307Ἐπαμ. Μαυρομμάτης ΝΓεώργ. Φραγκίδης
2308Περ. Ἀλεξάκης ΝἸωάν. Καζαμπάκας
2309Νικ. Σπυρακόπουλος ΝΣπυρ. Παπαποστόλου
2310Θεόδ. Π. Δηλιγιάννης ΝΑ. Βασιαρδάνης Ν
2311Θεόδ. Β. Δηλιγιάννης Κωνστ. Σαραφιανὸς Ν
2312Χαρίλαος Διγενόπουλος ΝΓ. Χατζηνικολῆς Ν
2313Ἀρ. Πετροπουλάκης ΝΠαναγ. Λεβέντης
2314Γ. Λ. Πετροπουλάκης ΝΚ. Δούνης
2315Μιχαὴλ Φωτιάδης ΝΓεώργ. Μέρμηγκας Ν
2316Γεώργ. Λιδωρίκης ΝΓεώργ. Κόρπας Ν
2317Γεώργ. Ἀνδρίτσος ΝΤριαντάφ. Πατρίκιος Ν
2318Ἀρ. Ἀναγνωστόπουλος ΝΓεώργ. Θεοτόκης Ν
2319Μιχαὴλ Στελλάκης ΝΜιχαὴλ Θεοτόκης Ν
2320Κ. Ν. ΠαπαμιχαλόπουλοςΝἈλκίνοος Ζερβὸς Ν
2321Γουλ. Σκάρπας ΝΙ. Βοῦρτσος Ν
2322Βασίλ. Σαμότλης ΝἈθ. Πετσάλης
2323Σπ. Ἀγάθος ΝΚ. Α. Κουμουνδοῦρος
2324Ν. Τριβόλης ΝΚυριακ. Π. Μαυρομιχάλης
2325Κ. Ἀλκμᾶνος Γ. Καπετανάκης Ν
2326Κ. Χρηστόπουλος ΝΦώτιος Μοσχούλας
2327Παναγ. Δ. Πετρίδης Ἀσημ. Χριστόπουλος
2328Σωτήρ. Κροκιδᾶς ΝΧαράλ. Κανελλόπουλος
2329Σπ. Νοταρᾶς ΝΘᾶνος Μπασιᾶς
2330Περ. Μεντζελόπουλος ΝΠαναγῆς Τυπάλδος Ν
2331Δημ. Δημητριάδης ΝΘεόδ. Βελλιανίτης Ν
2332Ἄθως Ρωμᾶνος Ἀνάργ. Σιμόπουλος
2333Ἀγαμ. Μεταξᾶς Ἀθ. Παπαθανασίου Ν
2334Ἀντ. Μομφερρᾶτος ΝΠέτρος Μόρης
2335Θεόδ. Μαρκέτος ΝἸωάν. Γ. Ροῦφος
2336Σπ. Ε. Στάης Α. Παπαγιαννακόπουλος Ν
2337Διον. Καλούτσης ΝἈσημάκης Θρ. Ζαΐμης Ν
2338Παν. Χοντζόπουλος ΝἈντ. Ρικάκης
2339Νικ. Τσοῦχλος ΝἈχιλ. Χοϊδᾶς Ν
2340Χαρ. Κ. Βοζίκης Γ. Παπαδιαμαντόπουλος Ν
2341Θεόδ. Πέρρος ΝΘᾶνος Ροῦφος Κανακάρης
2342Στέφ. Κοπανίτσας ΝΝικ. Μισυρλῆς Ν
2343Γεώργ. Φικιώρης ΝΝ. Καράπαυλος
2344Μελέτιος Ρουσόπουλος ΝΓ. Ράλλης Ν
2345Βρασίδας Λεώπουλος Σπ. Γκεντιλίνης Ν
2346Γεώργιος Μαυρομιχάλης Γερ. Ζερβὸς Ν
2347Ἰωάννης Γιαννακίτσας ΝΚοσμᾶς Δουμπιώτης Ν
2348Ν. Καραστέργιος Νικόλαος Λεωνίδας Ν
2349Δημ. Πιπινόπουλος Διομήδης Κυριακὸς
2350Ἰωάν. Γ. Λάππας ΝΑ. Μαυρογορδᾶτος
2351Νικ. Μπουφίδης ΝΑ. Λαδόπουλος
2352Περ. Βαλαωρίτης ΝΝ. Βαφειαδάκης
2353Εὐάγγ. Τσαρλαμπᾶς Α. Βιτάλης Ν
2354Γεράσιμος Φίλιππας ΝΔ. Βοκοτόπουλος Ν
2355Ξενοφ. Κυριαζῆς ΝΙ. Γκιὼν Ν
2356Βασ. Βασιλειάδης Κάρολος Βιτάλης
2357Ἀθαν. Εὐταξίας Κωνστ. Ε. Χατζηπέτρος Ν
2358Ν. Τριανταφυλλᾶκος ΝΓ. Κανούτας Ν
2359Παν. Μανέτας ΝΝικ. Ταρμπάζης Ν
2360Ἰωάν. Μπακόπουλος ΝΘεόδ. Κριεμάδης Ν
2361Ἠλ. Ζέγγελης ΝΓ. Ραδινὸς Ν
2362Φίλ. Βάρβογλης ΝἈπ. Ζάππας
2363Ἀθ. Κατριβᾶνος ΝΘ. Σαρσέντης Ν
2364Ἠλίας Κοσσονᾶκος Α. Πονηρόπουλος Ν
2365Γ. Ἀναστασόπουλος Δ. Ἀναστασόπουλος
2366Γ. Νικολαΐδης Δ. Παπατσώρης Ν
2367Κ. Τρικούπης ΝΔ. Κατσάνος
2368Λεων. Δεληγεώργης ΝΑ. Σκαλτσοδῆμος
2369Σπυρ. Α. ΚουμουνδοῦροςΝΝ. Τζανετόπουλος Ν
2370Δ. Λυμπερόπουλος ΝΓ. Ροδόπουλος Ν
2371Γ. Λυμπερόπουλος ΝΘεόδ. Λιμπρίτης
2372Περ. Μποῦτος ΝΙ. Κουντουριώτης Ν
2373Ἀριστομ. Πρεβελέγγιος Νικ. Τσαμαδὸς Ν
2374Ἀντ. Μάτσας Παντελῆς Γκίκας
2375Νικ. Κρίσπης Ἰωσὴφ Γρηγοριάδης Ν
2376Ι. Ναυπλιώτης ΝΚ. Ἀγαθοκλῆς Ν
2377Ἐλευθ. Μυκώνιος Ι. Τσιριμῶκος
2378Γεώργ. Σισμάνης Δημ. Κρίτσας
2379Δ. Φαρμάκης ΝΑ. Πλατῆς Ν
2380Γεώργ. Πλατανιώτης Νικ. Χατζῖσκος
2381Ἠλίας Ποταμιᾶνος ΝΝ. Καλογερόπουλος Ν
2382Μιχ. Λαμπρυνίδης ΝΒ. Βουδούρης Ν
2383Γ. Ἀβέρωφ Ἀλέξ. Μιλτ. Κανάρης Ν
2384Δ. Κριεζώτης Κ. Μιλτ. Κανάρης Ν
2385§210ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψήφισαν ἐν ὅλῳ 150. Καὶ οἱ 150 ἐκφρά-
2386ζουν τὴν ἐμπιστοσύνην των πρὸς τὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς.
2387§211Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ὁ κατηγορήσας αὐτοῦ;
2388§212ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀπουσιάζει.
2389§213Θ. ΡΕΤΣΙΝΑΣ. Κύριοι συνάδελφοι, δὲν ἠθέλησα νὰ ἀπαν-
2390τήσω εἰς ὅσα εἶπεν ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Πατρῶν κ. Ροῦ-
2391φος ἐναντίον μου, ὅτι δὲν ἐξεπλήρωσα δεόντως τὰ καθήκοντα
2392τοῦ Προέδρου. Προσεπάθησα πάντοτε μεθ’ ὅλης τῆς εἰλι-
2393κρινείας νὰ ἐκπληρώσω τὰ καθήκοντά μου πρὸς τὴν Βου-
2394λήν, καὶ ἐλπίζω, ὅτι δὲν ἔδωσα μέχρι τοῦδε καμμίαν ἀφορ-
2395μὴν παραπόνων οὐδὲ πρὸς ταύτην, οὐδὲ πρὸς ἐκείνην τὴν
2396πλευράν.
2397§214ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Καὶ δι’ αὐτὸ σᾶς ἱκανοποίησε καὶ
2398ἡ Βουλή.
2399§215Γ. ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κατόπιν τῆς ψηφο-
2400φορίας θεωρεῖται περιττὴ πᾶσα δικαιολογία.
2401§216Θ. ΡΕΤΣΙΝΑΣ. Δὲν θ’ ἀπαντήσω εἰς τὴν μομφὴν, τὴν
2402ὁποίαν μοὶ ἀπηύθυνεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Πατρῶν,
2403διότι ἀπήντησεν ἤδη ὁλόκληρος ἡ Βουλή, καὶ εὐγνωμονῶ
2404πρὸς τοὺς κυρίους συναδέλφους διὰ τὴν ἀπόφασίν των. (Εὖγε!
2405εὖγε!)
2406§217Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
2407(Τὴν ἕδραν τοῦ Προέδρου καταλαμβάνει ὁ ἀντιπρόεδρος
2408κ. Α. Πλατῆς).
2409§218ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Φικιώρης ἔχει τὸν λόγον.
2410§219Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Λαμβάνω τὸν λόγον, ἵνα νέαν παρανο-
2411μίαν καταγγείλω τῆς ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰ-
2412κονομικῶν, καὶ ζητήσω ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης τὴν θερα-
2413πείαν τοῦ γιγνομένου ἀδίκου, τὸ ὁποῖον ἔχω πεποίθησιν, ὅτι
2414ὁ κύριος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ἀναγνωρίζων θὰ
2415σπεύσῃ νὰ θεραπεύσῃ.
2416Ἀπὸ τριῶν ἐτῶν, ἐπὶ τῆς ὑπουργίας τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Παρ-
2417νασσίδος Βουλευτοῦ, κατεβλήθη προσπάθεια ὑπὸ τῶν ὀργάνων
2418τῆς ἐξουσίας, συνεπείᾳ διαταγῆς τοῦ Ὑπουργείου, προκληθεί-
2419σης ἐξ ἀναφορᾶς συνιδιοκτητῶν τοῦ Δημοσίου ἐν τῇ περιφερείᾳ
2420Λαγίου τοῦ δήμου Κροκεῶν τῆς ἐπαρχίας Λακεδαίμονος, ὅπως
2421οἱ κάτοικοι ὁλοκλήρου χωρίου ἐκδιωχθῶσιν ἀπὸ τῆς ἰδιοκτη-
2422σίας των παρανόμως, ἐπὶ τῇ προφάσει, ὅτι τὰ ὑπ’ αὐτῶν κατε-
2423χόμενα κτήματα εἶναι ἐθνικά. Ἐν τῷ δήμῳ Κροκεῶν ὑπάρχει
2424περιφέρεια μεγάλης ἐκτάσεως, μέγα μέρος τῆς ὁποίας διεξε-
2425δικεῖτο μεταξὺ τοῦ Δημοσίου καὶ τῆς οἰκογενείας Γρηγοράκη
2426δικαστικῶς, καὶ μετὰ μακρὰν, ἐπὶ δεκάδας ἐτῶν, δίκην ἐπε-
2427τεύχθη ὁριστικὴ καὶ τελεσίδικος ἀπόφασις, δι’ ἧς ἡ οἰκο-
2428γένεια αὕτη ἀνεγνωρίσθη συνιδιοκτήτρια μετὰ τοῦ Δημο-
2429σίου ἐπὶ τῶν διεκδικουμένων γαιῶν. Αὕτη ὅμως, μὴ ἀρκου-
2430μένη εἰς τοῦτο, καὶ ἐποφθαλμιῶσα καὶ τὰ συνεχόμενα με-
2431γάλης ἐκτάσεως κτήματα, κατεχόμενα παρ’ ἄλλων ἰδιω-
2432τῶν ἀπὸ πολλῶν δεκάδων ἐτῶν, ὑπέβαλε πρὸς τὸ Ὑπουρ-
2433γεῖον τῶν Οἰκονομικῶν ἀναφοράν, δι’ ἧς ὑπέδειξεν, ὅτι τὰ
2434κτήματα αὐτὰ εἶναι ἐκ τῶν συμπεριλαμβανομένων ἐν τῇ
2435κοινῇ ἰδιοκτησίᾳ τοῦ Δημοσίου καὶ αὐτῆς, καὶ ὅτι, ἐπειδὴ
2436δὲν εἶναι εὔκολος ἡ διὰ τῆς δικαστικῆς ὁδοῦ ἔξωσις τῶν κα-
2437τόχων ἀπ’ αὐτῶν, καθόσον δύσκολον θὰ ἦτο ν’ ἀποδείξωσι
2438τὸ Δημόσιον καὶ αὐτὴ δικαιώματα κυριότητος, δύναται τὸ
2439Δημόσιον, κατὰ τὴν ἔκφρασιν αὐτὴν τῆς ἀναφορᾶς, διὰ τῆς
2440λόγχης νὰ ἐκδιώξῃ ἐκεῖθεν τοὺς ἰδιώτας κατόχους, καὶ οὕτω
2441νὰ καταλάβῃ βίᾳ καὶ αὐθαιρέτως καὶ σατραπικῶς τὴν ἰδιο-
2442κτησίαν αὐτῶν. Τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, κατεχό-
2443μενον, φαίνεται, ἐκ τῆς ἐπιθυμίας, πῶς νὰ αὐξήσῃ τὸν δημό-
2444σιον θησαυρόν, ἔστω καὶ δι’ ἁρπαγῆς τῆς ἰδιοκτησίας τῶν πο-
2445λιτῶν, προέβη εἰς τὴν βιαίαν ἔξωσιν τῶν ἰδιωτῶν ἐξ ὁλο-
2446κλήρου τῆς περιφερείας Λαγίου, παρακωλῦον αὐτοὺς διὰ τῆς
2447λόγχης νὰ συλλέξωσι τὸν καρπὸν τῶν ἐν τῇ ἰδιοκτησίᾳ των
2448βαλανιδοδένδρων, καὶ συλλέγον αὐτὸ τοῦτον διὰ τῶν στρα-
2449τιωτῶν. Ἐν τῇ περιφερείᾳ ταύτῃ ὑπάρχει, ὡς εἶπον, με-
2450γάλη ἔκτασις ἐθνικῶν κτημάτων, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἀνεγνω-
2451ρίσθησαν συνιδιοκτῆται οἱ Γρηγοράκαι, ἀλλ’ ὑπάρχουσι καὶ
2452πολλὰ κτήματα ἀνήκοντα εἰς τοὺς κατοίκους τοῦ χωρίου
2453Λαγίου, κατεχόμενα ὑπ’ αὐτῶν, ἂν οὐχὶ διὰ τίτλων πάντα,
2454ἀπὸ πεντηκονταετίας ὅμως, πολλὰ δὲ καὶ ἀπὸ Τουρκο-
2455κρατίας. Ὁπωσδήποτε ἔχουσι πολυετῆ κατοχὴν ἐπὶ τῶν
2456κτημάτων αὐτῶν οἱ ἰδιῶται οὗτοι, καὶ τὸ νόμιμον ἢ μὴ τῆς
2457κατοχῆς αὐτῶν, κατὰ τοὺς νόμους ἡμῶν, θὰ κριθῇ δικαστι-
2458κῶς, καὶ ὄχι διὰ τῆς λόγχης. Ἀκούσατε δὲ, πῶς σκεπτο-
2459μένη ἡ ἁρμοδία ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν
2460ἐξεῦρεν, ὅτι τὰ κτήματα ταῦτα εἶναι ἐθνικὰ, καὶ ὅτι παρα-
2461νόμως κατελήφθησαν καὶ κατέχονται ὑπὸ τῶν Λαγιωτῶν,
2462καὶ πῶς ἐργάζεται διὰ τὴν βιαίαν ἔξωσιν τούτων.
2463Τὸ Δημόσιον ἀπὸ πολλῶν ἐτῶν ἐξεχώρει διὰ δημοπρα-
2464σίας εἰς τρίτους τὸ δικαίωμα τῆς ἐπικαρπίας ἐπὶ τῶν ἐν
2465τῇ περιφερείᾳ Λαγίου ἐθνικῶν βαλανιδοδένδρων. Μὲ τὴν
2466πάροδον τῶν ἐτῶν ἡ ἐκ τῆς ἐκχωρήσεως τοῦ δικαιώματος
2467τούτου πρόσοδος ἐμειώθη κατὰ μέγα μέρος, διότι καὶ ὁ βα-
2468λανιδόκαρπος ὑπετιμήθη κατὰ πολὺ, καὶ ἐνῷ ἄλλοτε, εἰς
2469παλαιοτέραν ἐποχὴν, ἐπωλεῖτο 50 ἢ 60 λεπτὰ κατ’ ὀκᾶν,
2470τώρα μόλις πωλεῖται ἀντὶ 20 ἕως 25 λεπτῶν, καὶ διότι πολ-
2471λὰ τῶν ἐθνικῶν αὐτῶν κτημάτων ἐξεποιήθησαν ὡς φθαρτὰ
2472καὶ ἠγοράσθησαν ὑπὸ ἰδιωτῶν. Ἡ ὑπηρεσία ὅμως τοῦ Ὑπουρ-
2473γείου, μὴ λαμβάνουσα ὑπ’ ὄψιν τοὺς λόγους τούτους τῆς
2474μειώσεως τῆς προσόδου τοῦ Δημοσίου, ἀπέδωκεν αὐτὴν
2475καθ’ ὁλοκληρίαν εἰς αὐθαίρετον κατάληψιν τῶν ἐθνικῶν κτη-
2476μάτων, καὶ διὰ τοῦτο, τῇ ὑποδείξει, ὡς εἶπον, τῶν συνιδιο-
2477κτητῶν Γρηγοράκιδων, ἐνόμισεν, ὅτι ἐπιτρέπεται εἰς τὸ Δη-
2478μόσιον, παραβαῖνον τοὺς νόμους καὶ τὰς διατάξεις τῆς Πο-
2479λιτικῆς Δικονομίας, βίᾳ διὰ τῆς στρατιωτικῆς δυνάμεως,
2480καὶ ἄνευ τῆς δικαστικῆς ὁδοῦ, νὰ ἐξώσῃ τοὺς πολίτας ἀπὸ
2481τῆς ἔστω καὶ παρανόμου κατοχῆς τῶν κτημάτων αὐτῶν. Δὲν
2482ἠρκέσθη δὲ εἰς τὴν τοιαύτην παράνομον ἔξωσιν ἀπὸ τῆς
2483κατοχῆς τῶν βαλανιδοδένδρων, τὴν ὁποίαν κατώρθωσε τὸ
2484πρῶτον ἐν ἔτει 1899, ἀλλὰ τὸ ἑπόμενον ἔτος προέβη καὶ
2485εἰς τὴν ἔξωσιν ἀπὸ τῆς κατοχῆς τῶν ἐλαιοδένδρων, ἐνῷ
2486ταῦτα αὐτοὶ οἱ κάτοχοι ἔχουσιν ἐξημερώσει δι’ ἐνοφθαλ-
2487μίσεως, ἀπὸ δεκάδων ἐτῶν κατέχοντες καὶ νεμόμενοι αὐτὰ,
2488καὶ ἐνῷ τὸ Δημόσιον οὐδέποτε ἐκ τῶν ἐλαιοδένδρων τού-
2489των ἔλαβε δικαίωμα ἐπικαρπίας, εἴτε ἀπ’ εὐθείας, εἴτε δι’
2490ἐνοικιαστῶν.
2491Ἀλλ’ ἐπειδὴ κατενόησεν, ὅτι ὁ τρόπος οὗτος τῆς ἐξώσεως
2492δὲν ἦτο νόμιμος, καὶ ὅτι δὲν ἠδύνατο καθ’ ὁλοκληρίαν νὰ
2493ἀπελάσῃ ἐκεῖθεν διὰ τῆς λόγχης τοὺς κατόχους, ἐξεῦρεν ἡ
2494ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου ἄλλον νέον τρόπον καταστρα-
2495τηγήσεως τῶν νόμων, διὰ τοῦ χαρακτηρισμοῦ τῶν γαιῶν αὐ-
2496τῶν ὡς δασικῶν περιφερειῶν, — σημειωτέον δ’ ὅτι τὸ μεγα-
2497λείτερον μέρος αὐτῶν εἶναι γαῖαι βοσκήσιμοι, ἀποφέρουσαι
2498ἐκ τῆς βοσκῆς τὸ κυριώτερον εἰσόδημα τῶν κατόχων, μετὰ
2499τὴν ὑποτίμησιν μάλιστα τοῦ βαλανιδοκάρπου — καὶ παρήγ-
2500γειλε τὸν δασάρχην Λακεδαίμονος, ἵνα δυνάμει τοῦ περὶ ἐμ-
2501πρησμοῦ τῶν δασῶν νόμου, μηδεμίαν ἐφαρμογὴν ἔχοντος ἐν
2502τῇ περιστάσει ταύτῃ, ἐκδώσῃ διαταγὴν, ἀπαγορεύουσαν τὴν
2503βοσκὴν καθ’ ὅλην τὴν περιφέρειαν Λαγίου, συμπεριλαμβα-
2504νομένων ἐντὸς αὐτῆς καὶ τῶν ἰδιοκτήτων γαιῶν. Ὁ δασάρ-
2505χης, συμμορφούμενος πρὸς τὴν παραγγελίαν ταύτην, ἐξέδωκε
2506τὴν ἑξῆς διαταγήν. (Ἀναγινώσκει αὐτήν). Ἀλλὰ καὶ ἐξ αὐ-
2507τοῦ τοῦ ἱστορικοῦ καὶ τοῦ αἰτιολογικοῦ τῆς ἀπαγορευτικῆς
2508ταύτης διαταγῆς προκύπτει, ὅτι δὲν πρόκειται περὶ δάσους
2509ἐμπρησθέντος, ἀλλὰ περὶ γαιῶν, ἐν αἷς ἐφύησαν δένδρα, τῶν
2510ὁποίων ἡ πρόοδος παραβλάπτεται, καὶ καταστρέφονται καὶ
2511αὐτὰ ἐκ τῆς βοσκῆς τῶν ζώων. Ἐν τούτοις ῥητῶς ἐν αὐτῇ
2512ἀναφέρεται, ὅτι ἡ ἀπαγόρευσις στηρίζεται εἰς τὸν νόμον ΧΠʹ
2513τοῦ 1861 περὶ ἐμπρησμοῦ τῶν δασῶν, τὸ οἰκεῖον ἄρθρον τοῦ
2514ὁποίου ἔχει οὕτως: «Ἀπαγορεύεται ἐπὶ 10 ἔτη ἡ βοσκὴ καὶ
2515καλλιέργεια εἰς κεκαυμένον δάσος...» Ἀλλὰ ποῦ εὗρε καὶ
2516ἡ παραγγείλασα ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου καὶ ὁ δοὺς τὴν
2517διαταγὴν δασάρχης, ὅτι πρόκειται περὶ κεκαυμένου δάσους
2518ἐν τῇ περιστάσει ταύτῃ; Τῆς διαταγῆς ταύτης λαβὼν γνῶ-
2519σιν, προσῆλθον εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν καὶ πα-
2520ρέστησα πρὸς τὸν τότε Ὑπουργόν, ἀξιότιμον κ. Σιμόπου-
2521λον, ὅτι τὸ Δημόσιον, οὕτω φερόμενον, παρανομεῖ, καὶ ἀδικεῖ
2522τοὺς πολίτας, διαρπάζον τὴν ἰδιοκτησίαν αὐτῶν· καὶ ἀπὸ
2523τῆς θέσεως δὲ ταύτης συνέστησα αὐτῷ, ὅπως, σεβόμενος τοὺς
2524νόμους τῆς πατρίδος, οὓς ἐτάχθη νὰ ἐφαρμόζῃ, διατάξῃ τὴν
2525ἀναστολὴν τῆς παρανόμου ταύτης ἀπαγορευτικῆς διαταγῆς
2526τοῦ δασάρχου. Τότε ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐκάλεσε τὸν τμημα-
2527τάρχην τοῦ δασικοῦ τμήματος καὶ συνεννοήθη μετ’ αὐτοῦ,
2528ἀλλὰ δυστυχῶς ὁ τμηματάρχης, ἢ ἐκ προθέσεως, ἢ ἐξ ὑπερ-
2529βολικοῦ ζήλου πρὸς ἐπαύξησιν καὶ διατήρησιν τῶν δασῶν,
2530ἀγνοῶν καὶ τοὺς νόμους, ὡς ἐπείσθην, ἐνόει νὰ ἐπιμείνῃ εἰς
2531τὴν ἐφαρμογὴν τῆς ἀπαγορευτικῆς διαταγῆς. Εἶπον εἰς αὐ-
2532τόν, ὅτι ἀπορῶ, πῶς ἐπιμένει εἰς ἐφαρμογὴν τοιαύτης δια-
2533ταγῆς, ἀφοῦ δὲν πρόκειται περὶ δάσους κεκαυμένου. Ἁνω-
2534μολόγησεν, ὅτι εἶναι ἀληθὲς τοῦτο, ἀλλ’ ἰσχυρίσθη, ὅτι ὑπάρ-
2535χει ἄλλη διάταξις νόμου, δυνάμει τῆς ὁποίας δύνανται νὰ
2536ἀπαγορεύσωσι τὴν βοσκὴν καὶ ἐν τῇ περιφερείᾳ αὐτῇ. Ἐζή-
2537τησα νὰ μοὶ ἐπιδείξῃ τὴν διάταξιν ταύτην, ἀλλὰ δὲν ἠδυ-
2538νήθη νὰ πράξῃ τοῦτο, διότι δὲν ὑπάρχει. Τότε ὁ κ. Ὑπουρ-
2539γὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἀναγνωρίζων τὸ δίκαιον, διέταξε τὴν
2540ἀναστολὴν τῆς τοιαύτης ἀπαγορεύσεως, καὶ οὕτως ἐπετράπη
2541ἡ βοσκὴ ἐν ταῖς γαίαις αὐταῖς, τὴν χορτονομὴν τῶν ὁποίων
2542οἱ κάτοικοι τοῦ χωρίου Λαγίου ἐνοικιάζουσιν εἰς τοὺς ἐξ
2543ὀρεινῶν μερῶν ἐρχομένους ποιμένας πρὸς διαχείμανσιν.
2544Οὕτως εἶχον τὰ πράγματα, ὅτε ἐφέτος, παραδόξως, μὲ τὴν
2545μεταβολὴν τοῦ Ὑπουργείου, τίθεται πάλιν εἰς ἐνέργειαν ἡ
2546ἀπαγορευτικὴ ἐκείνη διαταγή, καὶ μάλιστα κατὰ τρόπον,
2547τὸν ὁποῖον ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ χαρακτηρίσω τοὐλάχιστον
2548ἀσύστολον· διότι, ἐνῷ λέγεται ἐν αὐτῇ, ὅτι ἀπαγορεύεται ἡ
2549βοσκή, πρὸς ἀναδάσωσιν τῶν μερῶν ἐκείνων, ἀφ’ ἑτέρου αὐτὴ
2550ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου παραγγέλλει τὸν δασάρχην,
2551καὶ οὗτος προτείνει εἰς τοὺς ἰδιοκτήτας καὶ κατόχους τῶν
2552διὰ τῆς διαταγῆς αὐτῆς ἀπαγορευομένων γαιῶν, ὅτι ἐπιτρέ-
2553πεται νὰ ἐνοικιάσωσιν ἢ νὰ πωλήσωσι τὴν χορτονομὴν τῶν
2554γαιῶν αὐτῶν, ἐὰν στέρξωσι διὰ συμβολαίων νὰ ἀναγνωρίσω-
2555σιν, ὅτι τὸ Δημόσιον εἶναι κύριον αὐτῶν! Ἀλλ’ ἐὰν πρόκη-
2556ται ἀληθῶς περὶ δάσους κεκαυμένου καὶ περὶ εἰλικρινοῦς
2557ἀπαγορεύσεως τῆς ἐν αὐτῷ βοσκῆς, πῶς θὰ ἐπιτραπῇ ὑπ’
2558αὐτῶν τούτων τῶν ἀπαγορευόντων αὐτήν, ἐὰν ἀναγνωρισθῇ
2559ὑπὸ τῶν κατόχων κυριότης τοῦ Δημοσίου; Δὲν ἔχω λοιπὸν
2560δίκαιον νὰ εἴπω, ὅτι εἶναι ἀσύστολος ἡ τοιαύτη διαγωγὴ
2561τῆς ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου καὶ ἡ διὰ καταστρατηγή-
2562σεως τῶν νόμων καὶ δι’ ἐκβιάσεως διαρπαγὴ τῆς ἰδιοκτη-
2563σίας τῶν πολιτῶν ὑπ’ αὐτοῦ τοῦ Δημοσίου; Ἡ τοιαύτη ἐνέρ-
2564γεια ἀποτελεῖ προφανῶς τὸ ἀδίκημα τῆς αὐτοδικίας, ἂν μή
2565τι μεῖζον, διότι προφανῶς τὸ Δημόσιον διὰ τῆς βίας καὶ
2566αὐτοδυνάμως καταλαμβάνει ξένην ἰδιοκτησίαν διὰ νομιζο-
2567μένας ἀξιώσεις. Ἀλλὰ μή, ἐπειδὴ τὸ Δημόσιον δὲν εἶναι
2568φυσικὸν πρόσωπον, καὶ δὲν δύναται νὰ ὑποστῇ ποινικὴν τι-
2569μωρίαν, δικαιοῦται διὰ τοῦτο νὰ αὐτοδικῇ; ἢ μὴ, ἐπειδὴ οἱ
2570πολῖται δὲν ἀποφασίζουσι νὰ ἀμυνθῶσιν ὑπὲρ τῆς ἰδιοκτη-
2571σίας των καὶ διὰ τῶν ὅπλων, νομίζει ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουρ-
2572γείου, ὅτι ἐπιτρέπεται εἰς τὸ Δημόσιον νὰ διαρπάζῃ αὐτὴν,
2573παραβαῖνον αὐτὸ τοὺς νόμους τῆς Πολιτείας;
2574Νομίζω, Κύριοι, ὅτι εἰς τὰς τοιαύτας παρανομίας τῶν
2575ὑπαλλήλων τοῦ Κράτους κατὰ τῶν πολιτῶν πρέπει νὰ δί-
2576δωμεν μεγίστην προσοχὴν, διότι ἀλλοίμονον, ἂν ἐπιτραπῇ
2577εἰς ἕκαστον Ὑπουργὸν τοιαῦτα νὰ διαπράττῃ. Δὲν ὑποστη-
2578ρίζω, ὅτι οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ ἐν γνώσει διαπράττουσι τοι-
2579αῦτα ἀδικήματα, πολλῷ δὲ μᾶλλον δὲν ὑποστηρίζω τοῦτο
2580διὰ τὸν νῦν ἀξιότιμον κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν· λέγω
2581ὅμως, ὅτι ὀφείλουσιν οὗτοι, ὅταν οἱ πολῖται ἀναφέρωσιν, ὅτι
2582ἀδικοῦνται ὑπὸ τῆς ὑπηρεσίας, νὰ ἐξετάζωσι μᾶλλον ἐπι-
2583σταμένως τὰ παράπονα τῶν πολιτῶν, καὶ νὰ μὴ ἀρκῶνται
2584μόνον εἰς τὰς δικαιολογήσεις καὶ τὰς γνώμας τῆς καθ’ ἧς τὰ
2585παράπονα ὑπηρεσίας καὶ τῶν τμηματαρχῶν, ἀλλὰ νὰ προσ-
2586τρέχωσι, προκειμένου μάλιστα περὶ νομικῶν ζητημάτων,
2587εἰς τοὺς παρ’ ἑκάστῳ Ὑπουργείῳ νομικοὺς συμβούλους, καὶ
2588νὰ ζητῶσι τὴν γνώμην καὶ τούτων καὶ τοῦ δικαστικοῦ συμ-
2589βούλου, οἱ ὁποῖοι πρὸς τοῦτο εἶναι τεταγμένοι ἐκεῖ.
2590Σήμερον ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς ἔλαβε τηλεγράφημα
2591τῶν κατοίκων τοῦ χωρίου Λαγίου, τὸ ὁποῖον δὲν προέλαβε
2592ν’ ἀνακοινώσῃ, ἀλλ’ ἐπειδὴ ἐστάλη καὶ εἰς ἐμὲ, δύναμαι νὰ
2593τὸ ἀναγνώσω: «Δασάρχης Λακεδαίμονος προσπαθεῖ στερῆ-
2594σαι ἡμᾶς ἰδιοκτησίας κλπ.»
2595Μοὶ γράφουσι δὲ, ὅτι ὁ δασάρχης ἔδωκεν εἰς αὐτοὺς προ-
2596θεσμίαν μέχρι τῆς 15 ἐνεστῶτος μηνὸς, νὰ ἀπέλθωσι πάν-
2597τες ἐκεῖθεν, καὶ ν’ ἀφήσωσιν ἐρήμους τὰς γαίας των, ὅπως
2598καταλάβωσιν αὐτὰς οἱ χωροφύλακες καὶ οἱ εὔζωνοι, εἰς τοὺς
2599ὁποίους ἀφέθη νὰ κρίνωσι τὰ δικαιώματα τῆς ἰδιοκτησίας
2600τῶν πολιτῶν!
2601Ἐὰν πράγματι ἔχῃ δικαιώματα τὸ Δημόσιον, ὀφείλει νὰ
2602διεκδικήσῃ ταῦτα κατὰ τοὺς νόμους τοῦ Κράτους, ὡς καὶ
2603πᾶς πολίτης ἀξιῶν δικαιώματα ἐπὶ ἰδιοκτησίας κατεχο-
2604μένης παρ’ ἄλλου, διότι εἰς οὐδεμίαν ἐξαίρεσιν ἀπὸ τῶν δια-
2605τάξεων τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας ὑπάγεται τὸ Δημόσιον.
2606Ἀλλὰ μὴ τοῦτο μόνον ὑφίστανται οἱ δυστυχεῖς ἐκεῖνοι
2607κάτοικοι ὁλοκλήρου χωρίου, κατοικουμένου ὑπὸ ὀγδοήκοντα
2608καὶ πλέον οἰκογενειῶν; Καθ’ ὁμάδας καλοῦνται νὰ δικα-
2609σθῶσιν ἐνώπιον τοῦ Πλημμελειοδικείου ἐπὶ παραβάσει τῆς
2610ἀπαγορευτικῆς ἐκείνης διαταγῆς τοῦ δασάρχου. Τὴν πρώ-
2611την Μαρτίου, ὅτε ἀκόμη ἤμην ἐν Σπάρτῃ, 34 ἐκ τῶν Λα-
2612γιωτῶν ἐκλήθησαν νὰ δώσωσι δίκην ἐπὶ τῇ παραβάσει ταύτῃ.
2613Τὸ δὲ Δικαστήριον, προκατειλημμένον πάντοτε, ὅτι οἱ πο-
2614λῖται ἀδικοῦσι τὸ Δημόσιον, καὶ μόνον πῶς νὰ προστατεύ-
2615σῃ τὰ συμφέροντα τούτου φροντίζον, χωρὶς νὰ ἐξετάζῃ, ἐὰν
2616πράγματι προσβάλλωνται δικαιώματα τοῦ Δημοσίου, καὶ
2617τοὺς δικονομικοὺς τύπους, καθ’ οὓς ὀφείλει πᾶς ἀξιῶν ὅτι
2618προσβάλλονται τὰ δικαιώματά του νὰ ἐπιδιώξῃ τὴν προσ-
2619τασίαν αὐτῶν, τύπους, οὓς ἄλλοι, σοφώτεροι τῶν δικαστῶν
2620ἡμῶν, ὥρισαν πρὸς διαφύλαξιν τῆς οὐσίας, καταδικάζει ἀνεξ-
2621ετάστως τοὺς δυστυχεῖς Λαγιώτας, κυροῦν οὕτω διὰ τῶν ἀπο-
2622φάσεών του τὴν παράνομον διαταγὴν τοῦ δασάρχου, καὶ ἐφαρ-
2623μόζον τὰς περὶ ἀπαγορεύσεως βοσκῆς ἐν κεκαυμένῳ δάσει δια-
2624τάξεις καὶ ποινὰς, ἐνῷ αὐτὸς ὁ ἴδιος δασάρχης, ἐνόρκως ἐξετα-
2625ζόμενος ἐνώπιον τοῦ Πλημμελειοδικείου, βεβαιοῖ, ὅτι οὐδόλως
2626πρόκειται περὶ δάσους, καὶ μάλιστα κεκαυμένου, ὅπερ οὐδ’
2627αὐτὴ ἡ διαταγή του ἀναφέρει, ἀλλ’ ὅτι τῶν γαιῶν αὐτῶν
2628ἄλλαι μὲν περιέχουσι βαλανιδόδενδρα, ἄλλαι δὲ εἶναι γαῖαι
2629καλλιεργούμεναι, καὶ ὅτι δὲν γνωρίζει, ἂν κατείχοντο ὑπὸ τοῦ
2630Δημοσίου πρὸ ἑνός, δύο, δέκα ἢ καὶ πλέον ἐτῶν, ἀλλὰ μόνον,
2631ὅτι θεωροῦνται ἐθνικὰ κτήματα, ἐκ πληροφοριῶν, τὰς ὁποίας
2632ἔδωκαν οἱ συνιδιοκτῆται τοῦ Δημοσίου Γρηγοράκηδες εἰς
2633τὰς ἀρχὰς, καὶ διὰ τοῦτο, ἔχων διαταγὴν τοῦ Ὑπουργείου,
2634διέταξε τὴν ἀπαγόρευσιν τῆς ἐν αὐταῖς βοσκῆς, καὶ συνε-
2635πείᾳ τῆς διαταγῆς ταύτης συνετάχθησαν ἐν μιᾷ ἡμέρᾳ 34
2636πρωτόκολλα, δυνάμει τῶν ὁποίων 34 Λαγιῶται ἐκλήθησαν
2637ἐνώπιον τοῦ Πλημμελειοδικείου ἐν μιᾷ συνεδριάσει, ἵνα δώ-
2638σωσι δίκην. Σημειωτέον δὲ, ὅτι δὲν κατεδικάσθησαν μόνον
2639οἱ ἰδιοκτῆται ἢ κάτοχοι τῶν κτημάτων αὐτῶν, ἀλλὰ σὺν
2640αὐτοῖς καὶ οἱ δυστυχεῖς ποιμένες, οἱ ὁποῖοι ἦλθον ἐξ Ἀρ-
2641καδίας καὶ ἐξ ἄλλων ὀρεινῶν μερῶν καὶ ἐμίσθωσαν τὰς ἐν
2642αὐτοῖς βοσκὰς, τὰς ὁποίας ἀπὸ τῶν χρόνων ἔτι τῶν πάππων
2643των γνωρίζουσιν, ὅτι μισθώνουσι παρὰ τῶν κατοίκων τοῦ
2644χωρίου Λαγίου, καὶ διαχειμάζουσι μετὰ τῶν ποιμνίων καὶ
2645κτηνῶν των ἐκεῖ.
2646§220Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ οἱ καταδικάσαντες αὐτοὺς,
2647δηλαδὴ οἱ δικασταὶ, Ἀρκάδες εἶναι καὶ ἐκεῖνοι!
2648§221Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Τοὺς γνωρίζετε, βλέπω.
2649Ἰδοὺ, κύριοι Βουλευταὶ, πῶς ἐτέθη ἐν ἐφαρμογῇ ἡ ἀπα-
2650γορευτικὴ αὕτη διαταγὴ τοῦ δασάρχου, ἡ ἀνασταλεῖσα ἐπὶ
2651τριετίαν, ἀπὸ τοῦ 1899, συνεπείᾳ τῶν παραστάσεων, τὰς
2652ὁποίας ἔκαμα τότε πρὸς τὸν κύριον Ὑπουργόν. Ὁ δασάρχης
2653Λακεδαίμονος κατὰ Νοέμβριον τοῦ 1901 ἀνέφερε πρὸς τὸ
2654Ὑπουργεῖον, ὅτι τὰς γαίας ταύτας καὶ πάλιν οἱ κάτοικοι
2655Λαγίου ἐξεμίσθωσαν εἰς ποιμένας πρὸς βόσκησιν, καὶ ὅτι δύ-
2656ναται αὐτὸς—αὐτὸ λέγει εἰς τὴν ἀναφορὰν—νὰ ἀπελάσῃ
2657ἐκεῖθεν καὶ πάλιν τοὺς ποιμένας, ἂν τῷ ἐπιτραπῇ νὰ ἐφαρ-
2658μόσῃ τὴν ἀπαγορευτικὴν διαταγὴν τοῦ 1899· ἀλλὰ πρὸ τού-
2659του συνιστᾷ νὰ τῷ ἐπιτραπῇ νὰ καλέσῃ τοὺς ποιμένας καὶ
2660νὰ τοῖς εἴπῃ, ὅτι δύναται νὰ ἐπιτρέψῃ τὴν βόσκησιν, ἂν οἱ
2661ἰδιοκτῆται τοῦ χωρίου Λαγίου συντάξωσι μισθωτήρια συμ-
2662βόλαια μετὰ τοῦ ἐφόρου, ἀναγνωρίζοντες οὕτω τὸ Δημόσιον
2663ὡς ἰδιοκτήτην. Τὸ Ὑπουργεῖον ἔδωκε τοιαύτην ἄδειαν,
2664ἀλλ’ οὐδεὶς βεβαίως ἦτο τόσον μωρός, ὥστε νὰ συνομολο-
2665γήσῃ ὁ ἴδιος δικαιώματα ἄλλου ἐπὶ τῆς ἰδιοκτησίας του,
2666καὶ οὐδεὶς προσῆλθε νὰ συντάξῃ μετὰ τοῦ ἐφόρου τοιαῦτα
2667συμβόλαια. Τότε ὁ δασάρχης, ἀποτυχόντος τοῦ μέτρου τού-
2668του, ἐζήτησε νὰ τῷ ἐπιτραπῇ ἡ ἐφαρμογὴ τῆς ὑπνωττούσης
2669ἐκείνης ἀπαγορευτικῆς διαταγῆς, τὸ δὲ Ὑπουργεῖον ἀπήντη-
2670σεν οὕτως: «Ἐγκρίνομεν ἐπὶ τῇ ὑπ’ ἀριθ... ἀναφορᾷ σας,
2671»ὅπως ἐργασθῆτε πρὸς ἐνοικίασιν χορτονομῶν δάσους Λα-
2672»γίου ἄνευ δημοπρασίας, ἀφοῦ αὕτη, ὡς ἀναφέρετε, δὲν εἶναι
2673»ἐφικτή», — διότι διέταξε πρῶτον νὰ γείνῃ δημοπρασία,
2674ἀλλ’ ὁ δασάρχης ἀνέφερεν, ὅτι δὲν εἶναι ἐφικτὴ, διότι οὐ-
2675δεὶς προσέρχεται, καὶ βεβαίως οὐδεὶς προσήρχετο, ἀφοῦ πάν-
2676τες, καὶ οἱ ἐντόπιοι ποιμένες καὶ κτηνοτρόφοι, καὶ αὐτοὶ οἱ
2677ἐκ τῶν ὀρεινῶν ἐπαρχιῶν κατ’ ἔτος κατερχόμενοι καὶ δια-
2678χειμάζοντες ἐκεῖ, γνωρίζουσιν, ὅτι ἰδιοκτῆται καὶ κάτοχοι
2679τῶν κτημάτων αὐτῶν εἶναι οἱ κάτοικοι Λαγίου, καὶ ὄχι τὸ
2680Δημόσιον. — Ἀλλὰ καὶ ἡ ἄνευ δημοπρασίας ἐκμίσθωσις τῶν
2681χορτονομῶν αὐτῶν ἀπέτυχεν, ὅτε τὸ Ὑπουργεῖον ἐξέδωκε
2682νεωτέραν διαταγὴν, διὰ τῆς ὁποίας λέγει:
2683«Ἐγκρίνομεν ἐπὶ τῇ ὑπ’ ἀριθ... τηλεγραφικῇ ἀναφορᾷ
2684»σας, ὅπως, ἂν διὰ τοὺς λόγους τοὺς ἀναφερομένους ἐν αὐτῇ»
2685—δηλαδὴ τοὺς λόγους τῆς μὴ ἀποδοχῆς τῆς προτάσεως τῆς
2686διὰ συμβολαίων ἐνοικιάσεως παρὰ τοῦ Δημοσίου, καὶ τῆς μὴ
2687προσελεύσεως μηδενὸς πρὸς ἐνοικίασιν ἐπὶ δημοπρασίᾳ —
2688«δὲν καταστῇ ἐφικτὴ ἡ ἐνοικίασις τῆς βοσκῆς κτήματος
2689»Λαγίου, θέσητε εἰς ἐνέργειαν τὴν ἐφαρμογὴν τῆς ἀπαγο-
2690»ρευτικῆς διαταγῆς.»
2691Καὶ δι’ αὐτῆς λοιπὸν τῆς διαταγῆς τοῦ Ὑπουργείου ἀνο-
2692μολογεῖται, ὅτι ἡ ἀπαγορευτικὴ διαταγὴ τοῦ δασάρχου δὲν
2693ἀφορᾷ βεβαίως τὴν ἀναδάσωσιν κεκαυμένου ἢ ἔστω καὶ ἄλ-
2694λως βεβλαμμένου δάσους, ἀλλὰ τὴν ἐκβίασιν τῶν ἰδιοκτη-
2695τῶν καὶ κατόχων τῶν κτημάτων πρὸς ἐγκατάλειψιν τῶν
2696ἰδίων δικαιωμάτων καὶ ἀναγνώρισιν δικαιωμάτων τοῦ Δη-
2697μοσίου ἐπ’ αὐτῶν.
2698Νομίζω, κύριοι Βουλευταί, ὅτι ἡ παρανομία εἶναι τοσοῦ-
2699τον ἐπισήμως ἀποδεδειγμένη, ὥστε εἰς οὐδένα, οὐδ’ εἰς αὐ-
2700τὸν τὸν ἀξιότιμον κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, μένει
2701ἡ ἐλαχίστη ἀμφιβολία περὶ αὐτῆς, καὶ ὅτι ἑπομένως πρέπει
2702νὰ σπεύσῃ νὰ διατάξῃ τὴν ἀναστολὴν ἢ μᾶλλον τὴν κατάρ-
2703γησιν τῆς παρανόμου ταύτης ἀπαγορευτικῆς διαταγῆς, καὶ
2704τὴν ἀπέλασιν ἀπὸ τῶν ἐν λόγῳ κτημάτων οὐχὶ πλέον τῶν
2705ἰδιοκτητῶν κατοίκων τοῦ χωρίου Λαγίου, διότι οὗτοι ἔχουσιν
2706ἤδη ἐκδιωχθῆ ἐξ αὐτῶν, ἀλλὰ τὴν ἀπέλασιν τῶν ἐκδιωξάν-
2707των αὐτοὺς καὶ ἐγκατασταθέντων ἐκεῖ στρατιωτῶν, ἐὰν θέλῃ
2708νὰ μὴ ἴδῃ τοὺς ἀτυχεῖς ἐκείνους πολίτας ἀποφασίζοντας ἕν
2709τῶν δύο: ἢ νὰ ἐγκαταλείψωσι τὴν μόνην ἰδιοκτησίαν των,
2710διότι οὐδὲν ἄλλο ἔχουσιν, ἐκτὸς τῶν κτημάτων αὐτῶν, καὶ
2711ν’ ἀπέλθωσι καὶ αὐτοὶ εἰς Ἀμερικὴν, ἢ νὰ λάβωσι τὰ ὅπλα
2712καὶ ν’ ἀντιταχθῶσι κατὰ τῆς στρατιωτικῆς δυνάμεως, χρώ-
2713μενοι τῷ δικαιώματι τῆς ἀμύνης, τὸ ὁποῖον χορηγεῖ ὁ νό-
2714μος καὶ ὑπὲρ τῆς ἰδιοκτησίας κατὰ παντὸς προσβάλλοντος
2715αὐτὴν, ἑπομένως καὶ κατ’ αὐτῶν τῶν ὀργάνων τῆς ἐξου-
2716σίας, ὅταν ταῦτα κατὰ παράβασιν ὅλων τῶν νόμων διαρπά-
2717ζωσι τὴν περιουσίαν τῶν πολιτῶν.
2718Ἐλπίζω λοιπὸν, ὅτι ὁ ἀξιότιμος κύριος Ὑπουργὸς, ἐπα-
2719νορθῶν τὸ ἀδίκημα, τὸ προσγενόμενον διὰ καταφανοῦς παρα-
2720βιάσεως καὶ τοῦ Συντάγματος καὶ τῶν διατάξεων τῆς Πο-
2721λιτικῆς Δικονομίας καὶ αὐτοῦ τοῦ Ποινικοῦ Νόμου, θέλει
2722σπεύσει νὰ θεραπεύσῃ τοῦτο, καὶ ὅτι τηλεγραφικῶς θέλει
2723διατάξει αὔριον τὴν παῦσιν τοιαύτης παρανόμου ἐνεργείας, καὶ
2724τὴν ἐπαναφορὰν τῶν ἰδιοκτητῶν εἰς τὴν ἰδιοκτησίαν των.
2725Ἐὰν τὸ Δημόσιον ἔχῃ δικαίωμα, δύναται νὰ ἐπιδιώξῃ τοῦτο
2726δικαστικῶς, ὡς διατάσσουσιν οἱ νόμοι ἡμῶν, τοὺς ὁποίους
2727πρωτίστως ὀφείλουσι νὰ σέβωνται αὐτοὶ οἱ ἀντιπρόσωποι
2728τῆς Πολιτείας, οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ, καὶ τὰ ὄργανα ἐν γένει
2729τῆς ἐξουσίας.
2730§222Φ. ΝΕΓΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἤκου-
2731σα, κύριε Πρόεδρε, μετὰ μεγάλης προσοχῆς τῶν λόγων τοῦ
2732κυρίου Βουλευτοῦ, καὶ βεβαίως διεφώτισε πολὺ τὸ ζήτημα.
2733Θέλω μελετήσει τὸ ζήτημα, καὶ εὔχομαι νὰ δοθῇ λύσις εὐ-
2734χάριστος πρὸς αὐτὸν καὶ τοὺς συμπολίτας του.
2735§223Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Τοῦτο μόνον θὰ παρακαλέσω, κύριε Ὑ-
2736πουργὲ, ὅπως ἐντὸς τῆς αὔριον ἀποφασίσητε νὰ δώσητε τὰς
2737δεούσας διαταγὰς, διότι μόνον μέχρι τῆς 15 τρέχοντος μη-
2738νὸς ἔδωκαν προθεσμίαν τὰ ὄργανα τῆς ἐξουσίας.
2739§224Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Προθεσμία νέα θὰ δοθῇ, ἀλλ’ ἡ μελέτη θὰ
2740ἀπαιτήσῃ περισσότερον χρόνον.
2741§225Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Καὶ ἐγὼ ὑποστηρίζω τὴν γνώ-
2742μην τοῦ συναδέλφου κ. Φικιώρη, διότι ἀληθῶς οἱ κάτοικοι
2743ἐκεῖνοι πιέζονται ἀπὸ τὴν στρατιωτικὴν ἐξουσίαν δεινῶς,
2744εἶναι δὲ ἀποφασισμένοι ἢ νὰ ἐκπατρισθῶσιν, ἢ ἄλλως νὰ
2745κάμωσιν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ κ. συνάδελφος. Νομίζω, ὅτι
2746πρέπει ὁ κ. Ὑπουργὸς συντόνως καὶ μετὰ προσοχῆς νὰ με-
2747λετήσῃ τὸ ζήτημα, διότι ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου — ἂς
2748μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ εἴπω τοῦτο — δὲν δίδει πάντοτε εἰς τὸν
2749Ὑπουργὸν ἀκριβεῖς πληροφορίας. Διὰ τοῦτο θὰ τὸν παρακα-
2750λέσω νὰ σπεύσῃ αὔριον νὰ ἐξετάσῃ τὸ ζήτημα, ἵνα προλάβῃ
2751ἐπικείμενα κακὰ, καὶ ἀποδοθῇ ἄλλως τε καὶ τὸ δίκαιον, τὸ
2752ὁποῖον ἔχουσιν οἱ κάτοικοι ἐκεῖνοι, καὶ ἐφ’ ὅσον τὸ ἔχουσι, —
2753διότι δὲν θέλω νὰ εἴπω, ὅτι καθ’ ὁλοκληρίαν ἔχουσι δίκαιον,
2754ἀλλ’ ἐν πολλοῖς ἔχουσι δίκαιον, καὶ εὑρίσκονται ἐκτεθειμέ-
2755νοι καὶ ἐντελῶς ἐγκαταλελειμμένοι, μακρὰν τῆς περιουσίας
2756αὐτῶν.
2757Ταῦτα εἶχον νὰ ὑποστηρίξω, μὲ τὴν πεποίθησιν, ὅτι ὁ κύ-
2758ριος Ὑπουργός, μετὰ τὴν δήλωσιν αὐτοῦ, θέλει ἐνεργήσει
2759ὅ,τι δεῖ.
2760§226Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Τοῦτο μόνον θέλω νὰ προσθέσω, ὅτι ὁ κ.
2761Ὑπουργὸς πρέπει νὰ ζητήσῃ καὶ λάβῃ ἀντίγραφον τῆς ἀπα-
2762γορευτικῆς διαταγῆς, καὶ νὰ προκαλέσῃ ἐπ’ αὐτῆς τὴν γνω-
2763μοδότησιν τοῦ δικαστικοῦ συμβούλου. Δὲν πιστεύω δὲ ποτὲ
2764ὁ δικαστικὸς σύμβουλος ν’ ἀποφανθῇ, ὅτι ἡ διαταγὴ αὕτη
2765στηρίζεται εἰς τὸν νόμον, διότι καὶ ὁ ἄκρῳ δακτύλῳ ἁψά-
2766μενος τῆς νομικῆς ἐπιστήμης δὲν δύναταί ποτε νὰ δεχθῇ,
2767ὅτι εἶναι νόμιμος ἡ διαταγὴ αὕτη.
2768§227ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κριεμάδης ἔχει τὸν λόγον.
2769§228Θ. ΚΡΙΕΜΑΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, κατὰ τὴν συνεδρίασιν
2770τοῦ παρελθόντος Σαββάτου ὑπέβαλον ἐρώτησιν πρὸς τὸν
2771ἀξιότιμον κ. Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, διὰ τῆς
2772ὁποίας παρεκάλεσα αὐτὸν, ἐὰν ἦναι δυνατὸν, ν’ ἀνακοινώσῃ
2773εἰς τὴν Βουλὴν, ὁποίας σκέψεις ἔχει ἡ Κυβέρνησις ἐν σχέσει
2774πρὸς τὴν παραχώρησιν τῶν Ζαππείων κτημάτων εἰς τοὺς
2775χωρικοὺς τοὺς κατοικοῦντας ἐν αὐτοῖς, ἢ εἰς τοὺς κατοίκους
2776ἐν γένει τῆς περιφερείας, ἐν ᾗ κεῖνται τὰ κτήματα ταῦτα.
2777Δὲν γνωρίζω, πῶς ἡ ἐπερώτησίς μου αὕτη παρελείφθη νὰ
2778συμπεριληφθῇ ἐν τοῖς ἐπισήμοις πρακτικοῖς, καὶ ἐν τῇ χθε-
2779σινῇ συνεδριάσει δὲν ἐπρόφθασα νὰ παρακαλέσω νὰ διορθωθῇ
2780ἡ παράλειψις. Ἕνεκα τούτου εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ ἐπανα-
2781λάβω τὴν ἐρώτησιν μου ἐκείνην, καὶ νὰ παρακαλέσω καὶ
2782αὖθις τὸν κ. Ὑπουργὸν ν’ ἀνακοινώσῃ εἰς τὴν Βουλὴν, ἐὰν
2783εἶναι ἀληθὲς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἀναγράφεται ἐν ταῖς ἐφημε-
2784ρίσιν, ὅτι ἐν συνεντεύξεσιν αὐτοῦ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς μετὰ
2785φίλων διαφόρων ἀνακοινώνει, ὅτι ἡ Κυβέρνησις σκέπτεται
2786καὶ συνεννοεῖται περὶ παραχωρήσεως τῶν κτημάτων τούτων
2787καὶ ἐν τούτοις εἰς ἐπερωτήσεις ἀξιοτίμων συναδέλφων, γενο-
2788μένας εἰς ἄλλας συνεδριάσεις, καὶ εἰς τὴν ἰδικήν μου τοῦ
2789παρελθόντος Σαββάτου ἀπέφυγε νὰ δώσῃ τοιαύτας διαβε-
2790βαιώσεις. Καὶ εἶπον κατὰ τὴν συνεδρίασιν ἐκείνην, ὅτι εἶναι
2791ἀνάγκη νὰ ἀνακοινώσῃ τὰ περὶ τούτου ὁ κ. Πρωθυπουργὸς
2792εἰς τὴν Βουλὴν, διὰ νὰ καθησυχάσῃ τὰ πνεύματα τῶν ἐν-
2793διαφερομένων χωρικῶν, διότι νομίζω, ὅτι, ἐφ’ ὅσον ταῦτα
2794εἶναι συντεταραγμένα, καὶ ἐφ’ ὅσον τὰ πράγματα μένουσιν
2795εἰς οἵαν θέσιν εὑρίσκονται σήμερον, ἐπὶ τοσοῦτον δύνανται
2796νὰ φθάσωσιν εἰς σημεῖον τοιοῦτον, εἰς τὸ ὁποῖον βεβαίως ἡ
2797Κυβέρνησις δὲν θὰ εὑρίσκηται εὐχαριστημένη μετά τινα χρό-
2798νον. Τοῦτο καὶ ἐξ ἰδίας ἀντιλήψεως γνωρίζω, καὶ διότι ἀπό
2799τινων ἡμερῶν οἱ χωρικοὶ κάτοικοι τῶν κτημάτων τούτων,
2800καὶ ἐν γένει οἱ τῆς ἐπαρχίας Τρικκάλων, ἐπανειλημμένως
2801τηλεγραφοῦσι πρὸς ἡμᾶς, καὶ σήμερον ἔτι εἶχον τηλεγράφημα,
2802διὰ τοῦ ὁποίου μᾶς ἀπειλοῦσιν, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἐπανέλ-
2803θωμεν εἰς ἐπαρχίαν Τρικκάλων, διότι θεωροῦσι καὶ ὡς προσ-
2804βολὴν τὴν δοθεῖσαν αὐτοῖς ὑπόσχεσιν περὶ παραχωρήσεως
2805τῶν Ζαππείων κτημάτων, καὶ ζητοῦσι νὰ βεβαιώσωμεν αὐ-
2806τοὺς, ἐὰν ὑπεβλήθη νομοσχέδιον, ἢ ἂν σκέπτεται ἡ Κυβέρ-
2807νησις νὰ ὑποβάλῃ τοιοῦτον.
2808Παρακαλῶ λοιπὸν, ἀφ’ ἑνὸς νὰ ἀναγραφῇ ἡ ἐπερώτησίς
2809μου ἐν τοῖς πρακτικοῖς, ἀφ’ ἑτέρου δὲ τὸν κ. Πρόεδρον νὰ
2810ἀνακοινώσῃ εἰς τὴν Βουλὴν, ποίας σκέψεις ἔχει ἡ Κυβέρνη-
2811σις ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου.
2812Ἀλλὰ, κύριε Πρόεδρε, λαμβάνων ἀφορμὴν ἐξ ὅσων πρὸ
2813ὀλίγου ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος κ. Φικιώρης ὡμίλησε περὶ
2814τῆς ἐπεμβάσεως τοῦ Κράτους εἰς δάση, καὶ γνωρίζων, ὅτι
2815τὸ ζήτημα τοῦτο πρέπει νὰ ἐξετασθῇ ἀπὸ γενικωτέρας ἀπό-
2816ψεως, τοσούτῳ μᾶλλον, καθόσον ἡ ἐπέμβασις τοῦ Κράτους εἰς
2817τὰ τῶν δασῶν ζωηροτέρα καὶ ἐπιμελεστέρα ἐμφανίζεται
2818ἰδίως εἰς Θεσσαλίαν, ἔχων δὲ πρὸ ὀφθαλμῶν, ὅτι πρό τινος
2819χρόνου οἱ ἐκ Θεσσαλίας κύριοι συνάδελφοι, συνελθόντες ἐν
2820μιᾷ τῶν αἰθουσῶν τῆς Βουλῆς, παρέστησαν εἰς τὸν Ὑπουρ-
2821γὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι ἀναγκαῖον εἶναι νὰ ληφθῶσι μέ-
2822τρα, ἵνα κανονισθῇ ἡ θέσις τῆς Κυβερνήσεως ἀπέναντι τῶν
2823κοινοτήτων ἐν σχέσει πρὸς τὰ δάση, καὶ καθορισθῶσι τὰ
2824δικαιώματα τῶν κοινοτήτων ἐπὶ τῶν δασῶν τούτων, ὅτι δὲ
2825ἡ Κυβέρνησις ὑπεσχέθη, ὅτι θὰ λάβῃ μέτρα τοιαῦτα, εὑρί-
2826σκομαι σήμερον εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἀναμιχθῶ εἰς τὴν συζή-
2827τησιν ἐξ ὅσων εἶπεν ὁ ἀξιότιμος κ. συνάδελφος, καὶ νὰ παρα-
2828καλέσω τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ἐὰν ἦναι
2829δυνατόν, νὰ μὲ πληροφορήσῃ, ὁποῖα μέτρα ἔλαβεν ὅσον ἀφορᾷ
2830τὴν κατάστασιν τῶν κοινοτικῶν δασῶν, τῶν εὑρισκομένων
2831ἐν Θεσσαλίᾳ, περὶ ὧν μέχρι σήμερον σπουδαιόταται ἀμφι-
2832σβητήσεις ἔχουσι γεννηθῆ μεταξὺ τοῦ Δημοσίου καὶ τῶν κοι-
2833νοτήτων. Ἱστορικῶς τις ἐὰν ἀνατρέξῃ, κύριε Πρόεδρε, εἰς τὸ
2834ζήτημα, θὰ ἴδῃ, ὅτι τὴν πρώτην ἀφορμὴν εἰς τὸ νὰ χαρα-
2835κτηρίσῃ τὸ Δημόσιον, ὅτι τὰ ἐν Θεσσαλίᾳ κοινοτικὰ δάση
2836ἀνήκουν εἰς αὐτὸ, ἔδωκεν ὁ πίναξ, τὸν ὁποῖον ὑπέβαλεν εἰς
2837τὴν Κυβέρνησιν ἐν ἔτει 1883 ἡ ἐπιτροπὴ, ἡ ἐξ Ὀθωμανῶν
2838καὶ Ἑλλήνων σχηματισθεῖσα ἐν Λαρίσῃ εὐθὺς μετὰ τὴν προσ-
2839άρτησιν τῆς Θεσσαλίας, ἐπιτροπὴ, ἥτις συνέστη ἐπὶ τῇ βά-
2840σει τοῦ ἄρθρου 9 τῆς συμβάσεως περὶ παραχωρήσεως τῆς
2841Θεσσαλίας εἰς τὴν Ἑλλάδα. Ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ ἀναγνώσω
2842τὸ ἄρθρον τοῦτο:
2843«Ἄρθρον 9. Ἐπιτροπὴ Τουρκο–Ἑλληνικὴ θέλει ἐπιφορ-
2844τισθῆ νὰ κανονίσῃ ἐντὸς δύο ἐτῶν πᾶσαν ὑπόθεσιν ἀναγο-
2845μένην εἰς κτήσεις τοῦ Κράτους καὶ πᾶν ζήτημα ἀφορῶν συμ-
2846φέροντα ἰδιωτῶν, σχετιζόμενα πρὸς αὐτάς. Ἡ ἐπιτροπὴ αὕτη
2847θέλει ὁρίσει τὴν πληρωτέαν παρὰ τῆς Ἑλλάδος εἰς τὴν
2848Τουρκίαν ἀποζημίωσιν διὰ τὰ ἀκίνητα κτήματα, ὅσα ἤθελον
2849ἀναγνωρισθῆ ἀκίνητα καλῇ τῇ πίστει εἰς τὸ Ὀθωμανικὸν Κρά-
2850τος καὶ ἀποφέροντα αὐτῷ ἐτήσιον εἰσόδημα.
2851»Τὰ ζητήματα, ὧν δὲν ἤθελε κατορθωθῆ ἡ ἀπὸ κοινῆς
2852συνεννοήσεως λύσις, θέλουσιν ὑποβληθῆ εἰς τὴν ἀπόφασιν
2853τῶν μεσολαβουσῶν Δυνάμεων.»
2854Ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ἄρθρου τούτου ἐσχηματίσθη ἐπιτρο-
2855πὴ ἐξ ἀνωτέρων ὑπαλλήλων Ὀθωμανῶν, ἀποσταλέντων
2856ὑπὸ τῆς Ὀθωμανικῆς Κυβερνήσεως, καὶ ἑνὸς Ἕλληνος,
2857ἀποσταλέντος ὑπὸ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως ὡς μέλους
2858τῆς ἐπιτροπῆς ταύτης τοῦ μακαρίτου Σαράβα. Ἐνώπιον
2859λοιπὸν τῆς ἐπιτροπῆς ταύτης οἱ Ὀθωμανοὶ ἐπίτροποι ὑπέ-
2860βαλον τὰς ἀξιώσεις τῆς Ὀθωμανικῆς Κυβερνήσεως, ὅσον ἀφο-
2861ρᾷ τὰς ἀποζημιώσεις, τὰς ὁποίας ἠξίου αὕτη παρὰ τῆς
2862Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως ἐν σχέσει πρὸς τὰς κτήσεις τοῦ
2863Ὀθωμανικοῦ Κράτους, αἵτινες περιήρχοντο εἰς τὸ Ἑλληνι-
2864κὸν Δημόσιον· πρὸς τοῦτο δὲ κατηρτίσθησαν πίνακες, ἐν οἷς
2865ἀνεγράφοντο μεταξὺ ἄλλων καὶ τὰ δάση, ἐπὶ τῶν ὁποίων
2866ἠξίου δικαιώματα κατοχῆς καὶ κυριότητος ἡ Ὀθωμανικὴ
2867Κυβέρνησις. Τοὺς πίνακας τούτους ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις
2868διεβίβασε τότε, ἐν ἔτει 1883, πρὸς τὰς ἐν Θεσσαλίᾳ οἰκονο-
2869μικὰς καὶ διοικητικὰς ἀρχὰς, μὲ τὴν ἐντολὴν, ἵνα ἐξετάσω-
2870σιν ἐπιτοπίως, καὶ ἂν πεισθῶσιν, ὅτι ὄντως ἡ Ὀθωμανικὴ Κυ-
2871βέρνησις ἔχει δίκαιον εἰς τὰς ἀξιώσεις αὑτῆς περὶ ἀποζη-
2872μιώσεως, χαρακτηρίζουσα τὰ δάση ταῦτα ὡς ἀνήκοντα εἰς
2873αὐτὴν, νὰ πληροφορήσῃ τὴν Κυβέρνησιν περὶ τούτου.
2874Δὲν γνωρίζω, ἐὰν αἱ ἀρχαὶ, αἱ ἐν Θεσσαλίᾳ, ὄντως ἐπλη-
2875ροφόρησαν τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν περὶ τοῦ ὅτι αἱ ἀξιώ-
2876σεις ἐκεῖναι τῆς Ὀθωμανικῆς Κυβερνήσεως ἦσαν δίκαιαι·
2877ἐκεῖνο ὅμως, τὸ ὁποῖον γνωρίζω εἶναι, ὅτι, χωρὶς τὸ Ἑλλη-
2878νικὸν Κράτος νὰ προβῇ εἰς ἀποζημιώσεις, ἐθεώρησε καλὸν
2879εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς, ἀνεξετάστως, ἀνεξελέγκτως καὶ ἀδιακρίτως
2880νὰ καταλάβῃ πάντα τὰ δάση ὡς ἀνήκοντα εἰς τὸ Δημόσιον
2881τὸ Ἑλληνικὸν, ὡς ὑποκατάστατον τοῦ Ὀθωμανικοῦ Δη-
2882μοσίου.
2883Ἔκτοτε, κύριε Πρόεδρε, ἀληθῶς ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνη-
2884σις, χωρὶς νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὰ δίκαια παράπονα τῶν δια-
2885φόρων κοινοτήτων, ἐθεώρησε καλὸν νὰ καταλάβῃ τὰ δάση
2886ταῦτα, καὶ νὰ τὰ διαχειρίζηται ὡς δημόσια. Αἱ κοινότητες
2887ἔκτοτε διεμαρτυρήθησαν, ἰσχυριζόμεναι, ὅτι ὄχι μόνον δυ-
2888νάμει τῶν νόμων τῶν Ὀθωμανικῶν, ἀλλὰ καὶ δυνάμει τί-
2889τλων πρὸ ἀμνημονεύτων χρόνων εἶχον τὸ δικαίωμα τῆς καρ-
2890πώσεως, τῆς χρήσεως, καὶ δικαίωμα ἀκόμη κυριότητος ἐπὶ
2891τῶν δασῶν ἐκείνων. Ἡ δὲ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, χωρὶς νὰ
2892ἀποβλέψῃ κἄν εἰς τοῦτο, καὶ χωρὶς νὰ ἐξετάσῃ τὰ κατὰ τὰ
2893δικαιώματα ταῦτα, ἐθεώρησεν, ὅτι ὤφειλε νὰ καταλάβῃ τὰ
2894δάση καὶ τὰ νέμηται.
2895Ἐγεννήθη, κύριε Πρόεδρε, τὸ ζήτημα, ἐχορηγοῦντο εἰς
2896τὰς κοινότητας τίτλοι, διὰ τῶν ὁποίων ἀνεγνωρίζετο ἡ κυ-
2897ριότης αὐτῶν ἐπὶ τῶν δασῶν κατὰ τοὺς Ὀθωμανικοὺς νό-
2898μους; Ἐγεννήθη ἑτέρωθεν τὸ ζήτημα, ποία εἶναι ἡ ἀρχὴ
2899ἐκείνη, παρὰ τῆς ὁποίας ἁρμοδίως ἠδύνατο νὰ ζητηθῇ λύ-
2900σις διὰ τὸ ζήτημα τοῦτο; καὶ πρὸς τούτοις, ποία εἶναι ἡ
2901ἀρχὴ ἐκείνη, παρὰ τῆς ὁποίας ἡ Ἑλλην. Κυβέρνησις ὤφειλε
2902νὰ ζητήσῃ πληροφορίας περὶ τῆς γνησιότητος ἢ μὴ τῶν τί-
2903τλων τούτων; Τινὲς τῶν κυρίων συναδέλφων, οἵτινες συνῆλ-
2904θον, ὡς προεῖπον, ἐν ἰδιαιτέρᾳ αἰθούσῃ τῆς Βουλῆς ὑπεστή-
2905ριξαν, ὅτι εἰς τὰς κοινότητας ἀνεγνωρίσθη τὸ δικαίωμα τῆς
2906ξυλεύσεως, ἀνεγνωρίσθη τὸ δικαίωμα τῆς κατοχῆς δυνάμει
2907τῶν Ὀθωμανικῶν νόμων, ἀλλ’ ὅτι ἐπ’ ὀνόματι τῶν κοινο-
2908τήτων τίτλοι δὲν ἐξεδίδοντο πρὸς ἀναγνώρισιν τῶν δικαιω-
2909μάτων αὐτῶν ἐπὶ τῶν δασῶν. Ἄς μοὶ ἐπιτρέψωσιν οἱ κύριοι
2910συνάδελφοι νὰ ἔχω ἀντιρρήσεις ἐπὶ τούτου, ἀντιρρήσεις στη-
2911ριζομένας εἰς τὸν νόμον τὸν Ὀθωμανικὸν καὶ εἰς αὐτὴν τὴν
2912συνθήκην τῆς παραχωρήσεως τῆς Θεσσαλίας εἰς τὴν Ἑλλάδα.
2913Ὑπομιμνήσκω μάλιστα εἰς ἐκείνους ἐκ τῶν κυρίων συναδέλ-
2914φων, οἵτινες εἶχον τὴν ἀτυχίαν νὰ ζῶσιν ἐν Θεσσαλίᾳ ἐπὶ
2915Τουρκοκρατίας, ὅτι ἐν ἔτει 1876 ἡ Τουρκικὴ Κυβέρνησις ἐξέ-
2916δωκεν ἐγκύκλιον, διὰ τῆς ὁποίας προσεκάλει τὰς κοινότη-
2917τας καὶ τοὺς ἰδιώτας νὰ προσαγάγωσιν ἐντὸς ὡρισμένης προ-
2918θεσμίας τοὺς τίτλους αὐτῶν, καὶ ὑπομιμνήσκω μάλιστα,
2919ὅτι ἡ ἐγκύκλιος ἐκείνη ἦτο ἡ ἀρχὴ τῆς ἐπαναστάσεως τῆς
2920Βοσνίας καὶ Ἑρζεγοβίνης, διότι ἡ Ὀθωμανικὴ Κυβέρνησις
2921εἶχεν ἀποστείλει ἐπιτροπὰς, εἰς τὰς ὁποίας εἶχε δώσει ἐντο-
2922λὴν νὰ ζητήσωσι καὶ ἐξελέγξωσι τοὺς τίτλους, τὰς δὲ ἐπι-
2923τροπὰς ταύτας δὲν ἐδέχθησαν εἰς τὴν Βοσνίαν καὶ Ἑρζε-
2924γοβίνην, τότε δὲ ἠναγκάσθη ἡ Ὀθωμανικὴ Κυβέρνησις νὰ
2925ἀνακαλέσῃ καὶ ἁπάσας τὰς ἄλλας ἐπιτροπὰς, τὰς ὁποίας
2926εἶχεν ἀποστείλει εἰς ὁλόκληρον τὸ Ὀθωμανικὸν Κράτος πρὸς
2927τὸν αὐτὸν σκοπόν.
2928Ἀλλ’ ὑπομιμνήσκω εἰς τοὺς κυρίους συναδέλφους καὶ ἑτέ-
2929ρας περιπτώσεις, προκυπτούσας ἐξ αὐτῆς τῆς συνθήκης περὶ
2930παραχωρήσεως τῆς Θεσσαλίας εἰς τὴν Ἑλλάδα. Κατὰ τὸ ἄρ-
2931θρον 4 τῆς συνθήκης ταύτης, «ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις θέλει
2932»ἀναγνωρίσει ἐν ταῖς παραχωρουμέναις χώραις τὸ τῆς ἰδιο-
2933»κτησίας δικαίωμα ἐπὶ τῶν ἀγροκηπίων, βοσκῶν, λειμώνων,
2934»νομῶν (γρασιδοτόπων kechlak), δασῶν καὶ παντὸς εἴδους
2935»γαιῶν ἢ ἀκινήτων κατεχομένων ὑπὸ ἰδιωτῶν ἢ κοινοτήτων
2936»δυνάμει φιρμανίων, χοτζετίων, ταπίων καὶ ἄλλων τίτλων,
2937»ἢ δυνάμει τῶν ὀθωμανικῶν νόμων». Λοιπὸν τὸ ἄρθρον τοῦτο
2938ῥητῶς ὁρίζει, ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ὀφείλει νὰ ἀνα-
2939γνωρίσῃ δικαίωμα τῶν κοινοτήτων ἐπὶ δασῶν, στηριζόμενον
2940ἐπὶ φιρμανίων, ταπίων, χοτζετίων ἢ τῶν ὀθωμανικῶν νόμων.
2941Ἀφοῦ δὲ ὀφείλει νὰ ἀναγνωρίσῃ δικαίωμα αὐτῶν, στηριζό-
2942μενον μόνον ἐπὶ τῶν ὀθωμανικῶν νόμων, κατὰ μείζονα λό-
2943γον ὀφείλει νὰ σέβηται τὰ δικαιώματα τῶν κοινοτήτων ἐπὶ
2944τῶν δασῶν, τὰ στηριζόμενα εἰς ταπία. Ἀλλὰ τὸ σπουδαιό-
2945τερον τῶν ἐπιχειρημάτων, ὅπερ ἔχω νὰ φέρω εἰς ἀντίκρουσιν
2946ἐπιχειρημάτων, δι’ ὧν ἐν τῷ πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰ-
2947κονομικῶν ὑπομνήματι οἱ κύριοι συνάδελφοι ὑποστηρίζουσιν,
2948ὅτι ὄντως τίτλοι δὲν ἐξεδίδοντο ἐπ’ ὀνόματι κοινοτήτων πρὸς
2949ἀναγνώρισιν κυριότητος ἐπὶ δασῶν, ἔχω νὰ ἀρυσθῶ ἀπ’ αὐ-
2950τῆς τῆς Ὀθωμανικῆς Κυβερνήσεως. Εἶναι γνωστόν, ὅτι ἡ
2951Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς—κάκιστα, κατ’ ἐμὲ, —
2952τὸν ἔλεγχον τῆς γνησιότητος τῶν τίτλων δὲν ἠξίωσε νὰ
2953ἀσκήσῃ αὐτή, καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν Ἑλληνικῶν νόμων, ἀλλ’
2954ἀνέθηκε τοῦτον εἰς τὸ Τουρκικὸν Ἀρχειοφυλακεῖον, δηλαδὴ
2955εἰς τὰ γραφεῖα τοῦ Δεφτὲρ–Χανὲ ἐν Κωνσταντινουπόλει. Δύο
2956κακὰ εὑρίσκω ἐν τῇ ἐνεργείᾳ ταύτῃ· τὸ μὲν τὸ συμφέρον,
2957ὅπερ ἔχει ἡ Ὀθωμανικὴ Κυβέρνησις νὰ ἐπιμείνῃ, ὅτι τὰ ἐν
2958τῷ πίνακι, ὃν παρέδωκε πρὸς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν
2959ἐν ἔτει 1883, δάση εἶναι ἀληθῶς δημόσια, ἵνα ἐπιτύχῃ τὴν
2960ἀποζημίωσιν τὴν ἐπιζητουμένην, τὸ δὲ, ὅτι εἶναι καθ’ ὁλο-
2961κληρίαν ἀναρμοδία ἀρχὴ, ὡς ξένη, νὰ βεβαιώσῃ περὶ τῆς
2962γνησιότητος ἢ μὴ ἐγγράφων, τῶν ὁποίων χρῆσις ἐπρόκειτο
2963νὰ γείνῃ ἐν ξένῳ Κράτει, τῇ Ἑλλάδι. Διότι δὲν ἐννοῶ ὁποίαν
2964ἀποδεικτικὴν δύναμιν δύνανται τὰ ἔγγραφα ταῦτα νὰ ἔχω-
2965σιν ἐνώπιον τῶν Ἑλληνικῶν Δικαστηρίων, καὶ δὲν ἐννοῶ
2966ὁποίαν ἁρμοδιότητα ἔχει ξένος δημόσιος ὑπάλληλος, ἵνα
2967καταστήσῃ αὐθεντικὰ καὶ ἀδιάσειστα τὰ ὑπ’ αὐτοῦ βεβαιού-
2968μενα ἔγγραφα ἐνώπιον τῶν Ἑλληνικῶν ἀρχῶν. Ἕνεκα τού-
2969των ἐθεώρησα παρακεκινδυνευμένον νὰ ζητῆται ἡ βεβαίωσις
2970τῆς γνησιότητος τῶν τίτλων παρὰ ξένης δημοσίας ἀρχῆς.
2971Νομίζω, ὅτι σοφώτεροι ἦσαν οἱ πατέρες ἡμῶν, οἱ μετὰ τὴν
2972ἀνεξαρτησίαν τῆς Ἑλλάδος, διότι οὗτοι, εὑρεθέντες πρὸ πα-
2973ρομοίων ζητημάτων, διὰ Διατάγματος τῆς 17 Νοεμβρίου
29741836 ἄλλως ὥρισαν περὶ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν ἠξίουν νὰ
2975διευκρινηθῇ τὸ ζήτημα τοῦ ἀληθοῦς ἢ μὴ τῶν ἀξιουμένων
2976δικαιωμάτων ἐπὶ τῶν δασῶν.
2977Κατὰ τὸ ἄρθρον 1 τοῦ Διατάγματος, τούτου, «ἰδιωτικὰ
2978»δάση μεταξὺ τῶν δασῶν τοῦ Βασιλείου θεωροῦνται μό-
2979»νον ἐκεῖνα, ὅσα δι’ ἐγγράφων, ἐκδεδομένων κατὰ τοὺς νο-
2980»μίμους τύπους ἀπὸ τὰς ἁρμοδίας τουρκικὰς ἀρχὰς, ἀπο-
2981»δειχθῶσιν ὅτι ὑπῆρχον καὶ πρὶν τῆς ἀρχῆς τοῦ ὑπὲρ ἀνεξ-
2982»αρτησίας ἀγῶνος ἰδιοκτησίαι πλήρεις ἰδιωτῶν». Κατὰ δὲ
2983τὸ ἄρθρον 3 τοῦ αὐτοῦ Διατάγματος, ὤφειλον οἱ διεκδικοῦν-
2984τες δάση νὰ προσαγάγωσιν ἐντὸς ἔτους τοὺς τίτλους αὑ-
2985τῶν πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, ὅπερ ἤθελεν
2986ἀναγνωρίσει ἢ ἀπορρίψει αὐτούς. Ἐν τῇ τελευταίᾳ δὲ ταύτῃ
2987περιπτώσει ὤφειλε νὰ παραπέμψῃ τὰς ἐλλειπούσας νομί-
2988μων ἀποδείξεων ἀξιώσεις ἐνώπιον τῶν πολιτικῶν Δικαστη-
2989ρίων. Εἰς τὴν περίστασιν δὲ ταύτην μέχρι τῆς τελειωτικῆς
2990δικαστικῆς ἀποφάσεως περὶ τῆς ἰδιοκτησίας ἡ κατοχὴ ἔμε-
2991νεν ἀναφαίρετος εἰς ὃν εὑρίσκετο. Ἀλλ’ ἡμεῖς, ἀντὶ νὰ ζη-
2992τήσωμεν, ἵνα κατὰ τοιοῦτον παρεμφερῆ τρόπον ἐξελέγχω-
2993μεν τὴν γνησιότητα ἢ τὴν ἀκρίβειαν ἢ τὴν ἀλήθειαν τῶν
2994τίτλων, ἀντὶ νὰ καταφύγωμεν εἰς τὰ Ἑλληνικὰ Δικαστή-
2995ρια, ἵνα ἀποφασίζωσιν αὐτὰ ὅπου ἐγείρεται ἀμφισβήτησις,
2996ἀφήκαμεν τὸ ζήτημα τῆς ἐξελέγξεως περὶ τῆς γνησιότητος
2997ἢ μὴ τῶν τίτλων εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἔχουσιν ὕψιστον
2998συμφέρον ν’ ἀποδείξωσιν, ὅτι τὰ δάση ταῦτα εἶναι δημόσια,
2999ἵνα ὑποχρεωθῇ τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος εἰς περισσοτέρας ἀπο-
3000ζημιώσεις ἀπέναντι τῆς Τουρκίας.
3001Ἀλλ’ ἐκεῖνο, ὅπερ προέκυψεν ἐκ τῆς τοιαύτης ἐνεργείας
3002τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, εἶναι, ὅτι ἀναμφισβητήτως
3003ἐξεδίδοντο τίτλοι ἐπ’ ὀνόματι τῶν κοινοτήτων. Διότι τὸ
3004Ἀρχειοφυλακεῖον τῆς Κωνσταντινουπόλεως οὐδέποτε, ὁσά-
3005κις ἠρωτήθη ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, ἐὰν οἱ
3006τίτλοι τῆς δεῖνα κοινότητος, οἱ ὑποβαλλόμενοι πρὸς αὐτὸ
3007πρὸς ἔλεγχον, εἶναι γνήσιοι ἢ ὄχι, οὐδέποτε ἀπήντησεν, ὅτι
3008εἶναι περιττὸν νὰ ἐξετάσῃ τοὺς τίτλους τοὺς προσκομιζο-
3009μένους ὑπὸ τῶν κοινοτήτων, καθόσον τίτλοι ἐπ’ ὀνόματι
3010κοινοτήτων δὲν ἐξεδίδοντο, ἀλλὰ πάντοτε ἐξήταζε τούτους,
3011ὡς καὶ τὴν γνησιότητα αὐτῶν. Ἀπόδειξις, ὅτι τὸ Ὀθωμα-
3012νικὸν Ἀρχειοφυλακεῖον ἀνεγνώρισε τοιούτους ἀνήκοντας εἰς
3013κοινότητας· καὶ ἀναφέρω τὰς κοινότητας Κλεινοβοῦ, Κότο-
3014ρης, Σκληνιάσης τῆς ἐπαρχίας Καλαμπάκας, ὧν οἱ τίτλοι
3015ἀνεγνωρίσθησαν, καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἀναγνωρίσεως ταύ-
3016της τοῦ Ὀθωμανικοῦ Ἀρχειοφυλακείου τὸ Ἑλληνικὸν Δη-
3017μόσιον ἀνεγνώρισε τὰ δάση ταῦτα ὡς κοινοτικά...
3018§229Γ. ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΙΟΥ. Εἶναι ἐπ’ ὀνόματι ἀτόμων.
3019§230Θ. ΚΡΙΕΜΑΔΗΣ. Ἤκουσα ψιθυριζόμενον ἐπιχείρημα,
3020ὅπερ περιέμενον νὰ ἀκούσω. Ἀλλ’ ὑπάρχει μία σύγχυσις ἐν
3021τῷ ζητήματι τούτῳ εἰς τὰς γνώμας τῶν κυρίων συναδέλ-
3022φων, οἵτινες ὑπέβαλον τὸ ὑπόμνημα πρὸς τὸν κύριον Ὑπουρ-
3023γόν. Αἱ διατάξεις περὶ κοινοτήτων ἐν Τουρκίᾳ, ὅσον ἀφορᾷ
3024τὰ τῆς δικθέσεως τῆς περιουσίας, εἶναι παρεμφερεῖς πρὸς τὰς
3025κρατούσας ἐν Ἑλλάδι, τουτέστι τὰ μέλη τῶν κοινοτήτων
3026δὲν ἔχουσι δικαίωμα διαθέσεως τῆς κοινοτικῆς περιουσίας.
3027Ἀλλὰ καὶ ἐγὼ δὲν ἰσχυρίσθην, ὅτι τὰ μέλη τῶν κοινοτή-
3028των ἔχουσι δικαίωμα διαθέσεως τῆς κοινοτικῆς περιουσίας.
3029Ἐπὶ τούτου δὲ στηριζόμενοι οἱ κύριοι συνάδελφοι, καὶ μά-
3030λιστα εἰς τὸ ἄρθρον 23 τοῦ περὶ δασῶν ὀθωμανικοῦ νόμου,
3031κατὰ τὸ ὁποῖον «τὰ μπαλταλίκια τῶν κωμοπόλεων καὶ τῶν
3032κωμῶν δὲν ἐπιτρέπεται κατὰ τὸν νόμον νὰ διαβιβασθῶσιν
3033εἰς τὴν κυριότητα ἀτόμου, οὔτε ὡς γαῖαι, οὔτε ὡς δένδρα»,
3034καὶ ταῦτα ἔχοντες ὑπ’ ὄψιν οἱ κύριοι συνάδελφοι, ἐνόμιζον,
3035ὅτι δὲν ἐξεδίδοντο τίτλοι ἀπέναντι τῶν κοινοτήτων. Δὲν
3036ὁμιλῶ περὶ μεταβιβάσεως τῆς κοινοτικῆς περιουσίας, διότι
3037εἰς τοῦτο ἀφορᾷ τὸ εἰρημένον ἄρθρον 23. Ἐγὼ ὁμιλῶ περὶ
3038τοῦ ἂν ἐξεδίδοντο τίτλοι ἐπ’ ὀνόματι κοινοτήτων ἢ ὄχι, καὶ
3039φρονῶ, ὅτι τὸ ἀπέδειξα.
3040§231ΑΠ. ΖΑΠΠΑΣ. Οὐδέποτε ἐξεδίδοντο, οὔτε σήμερον ἐκ-
3041δίδονται.
3042§232Θ. ΚΡΙΕΜΑΔΗΣ. Ἱστορικῶς ἐξεταζόμεναι αἱ κοινότη-
3043τες, εἶναι γνωστόν, ὅτι εἶχον ὀργανισμὸν καὶ διοίκησιν ἰδίαν,
3044ἀποτελοῦσαι, οὕτως εἰπεῖν, Κράτος ἐν Κράτει ἐντὸς τοῦ
3045Ὀθωμανικοῦ Κράτους, καὶ μάλιστα ἡ ὀργάνωσις αὐτῶν ἦτο
3046ἐπὶ τοσοῦτον ἐρριζωμένη εἰς τὴν συνείδησιν τοῦ λαοῦ, ὥστε
3047καὶ σήμερον ἐξακολουθοῦσιν ἐν Ἑλλάδι νὰ ὑφίστανται. Εἶναι
3048γνωστὸν λοιπόν, ὅτι τὰς κοινότητας ταύτας διῴκουν ἀνέκα-
3049θεν οἱ ἐγκριτώτεροι τῶν πολιτῶν· εἶναι γνωστὸν ἐπίσης, ὅτι
3050αἱ κοινότητες αὗται εἶχον ἄπειρον ἐμπιστοσύνην εἰς τοὺς
3051ἐγκριτωτέρους τούτους πολίτας, καὶ ἐπ’ ὀνόματι αὐτῶν ἐξ-
3052εδίδοντο οἱ τίτλοι, ὄχι μόνον οἱ ἀφορῶντες εἰς τὰ δάση, ἀλλὰ
3053καὶ οἱ ἀφορῶντες εἰς τὰς νομὰς, καὶ ἐν γένει ἐπὶ παντὸς
3054εἴδους περιουσίας. Ἐπειδὴ δὲ ἐπ’ ὀνόματι τοῦ ἠθικοῦ προσώ-
3055που τῆς κοινότητος δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐκδοθῇ τίτλος, διότι
3056ἀπαραιτήτως ἔπρεπε ν’ ἀναφέρωνται πρόσωπα ἐντὸς τῶν
3057τίτλων, οἱ τοιοῦτοι τίτλοι ἐξεδίδοντο ἐπ’ ὀνόματι τῶν δια-
3058χειριστῶν τῶν κοινοτήτων, οἱ δὲ διαχειρισταὶ πάντοτε παρέ-
3059διδον τούτους εἰς τοὺς διαδόχους αὐτῶν, καὶ ἐπὶ τοιούτων
3060τίτλων στηρίζουσι τὰ δικαιώματα αὐτῶν αἱ κοινότητες σή-
3061μερον.
3062Σύγχυσιν λοιπὸν ἔχουσιν οἱ κύριοι συνάδελφοι εἰς τὰς δια-
3063τάξεις τῶν ὀθωμανικῶν νόμων, ὅταν ὑποστηρίζωσιν, ὅτι δὲν
3064ἐξεδίδοντο τίτλοι ὑπὲρ κοινοτήτων, καὶ ἀδικοῦσι τὰς κοινό-
3065τητας, αἱ ὁποῖαι ἐπὶ τῇ βάσει τίτλων ἀξιοῦσι δικαίωμα ἐπὶ
3066τῶν δασῶν. Ἀλλὰ τοιαῦται ἰδέαι, κύριε Πρόεδρε, αἵτινες
3067δὲν γνωρίζω, ἕνεκα τίνος λόγου ὑπεστηρίχθησαν ἀνέκαθεν
3068παρὰ τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Οἰκονομικῶν, ἔχουσι γεννήσει τὸ
3069ζήτημα, ἕνεκα τοῦ ὁποίου ὑφίστανται τὰ πάνδεινα αἱ κοι-
3070νότητες. Σήμερον αἱ κοινότητες, καὶ ἰδίως ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ
3071Τρικκάλων, ἕνεκα τῶν βεβαιώσεων τούτων τοῦ Ὀθωμανι-
3072κοῦ Ἀρχειοφυλακείου, περὶ ὧν προεῖπον, εἰς τὴν διάθεσιν τοῦ
3073ὁποίου ἀφέθη νὰ κρίνῃ περὶ τῶν δικαιωμάτων αὑτῶν ἐπὶ
3074τῶν ἐν Ἑλλάδι δασῶν, τὰ ὁποῖα ἐθεώρησε καλὸν νὰ κανο-
3075νίζῃ αὐτὸ κατὰ τὰς ὀρέξεις του ἐν ταῖς ἀπαντήσεσιν αὑτοῦ
3076πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, ἕνεκα τῶν βεβαιώ-
3077σεων τούτων, λέγω, σήμερον τρεῖς κοινότητες ἐν τῇ ἐπαρ-
3078χίᾳ Τρικκάλων φυγοδικοῦσι, κατηγορούμεναι ἐπὶ πλαστο-
3079γραφίᾳ τῶν τίτλων· εἶναι δὲ αἱ πολυπληθέστεραι τῶν κοι-
3080νοτήτων αἱ κοινότητες αὗται· εἶναι ἡ κοινότης Παληοκα-
3081ρυᾶς ἐν τῷ δήμῳ Αἰθίκων, ἡ κοινότης Καρβουνολεπενίτσης
3082ἐν τῷ δήμῳ Πιαλίων, καὶ αἱ κοινότητες Ἄνω καὶ Κάτω
3083Περλιάγκου τοῦ δήμου Χαλκίδος παρ’ Ἀσπροποτάμῳ.
3084Ἔχω πληροφορίας, ὅτι καὶ ἄλλαι κοινότητες ἐν τῇ ἐπαρ-
3085χίᾳ Καρδίτσης καταζητοῦνται σήμερον, ἐπὶ πλαστογραφίᾳ
3086κατηγορούμεναι ἐνώπιον τῆς ποινικῆς δικαιοσύνης, συνεπείᾳ
3087μηνύσεων τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, τὰ δὲ μέλη
3088τῶν κοινοτήτων τούτων φυγοδικοῦσι πάντα, ἔχουσι τραπῆ
3089δὲ πρὸς τὰ ὄρη οἱ κάτοικοι ὁλοκλήρων χωρίων. Πρὸς τίνα
3090σκοπόν, παρακαλῶ; Εἶναι γνωστόν, ὅτι ὄχι μόνον ἐν Ἑλ-
3091λάδι, ἀλλ’ ἀπανταχοῦ τὰ Κράτη ἐξασκοῦσι τὴν λεγομένην
3092δεσποτείαν ἐπὶ τῶν δασῶν, διὰ τῆς ὁποίας δεσποτείας ὄχι
3093μόνον τὴν διαχείρισιν τῶν δασῶν κανονίζουσιν, ἀλλὰ πολ-
3094λάκις καὶ τὰ δάση ταῦτα ὑπέταξαν εἰς τὴν θέλησιν αὐτῶν,
3095διότι ἐπὶ δεκαετηρίδας ὅλας ἀπηγόρευσαν καὶ τὴν χρῆσιν
3096αὐτὴν τῶν δασῶν, χάριν γενικωτέρου συμφέροντος, καὶ κατ’
3097ἄλλον δὲ τρόπον ἤσκησαν τὴν δεσποτείαν ταύτην, τουτέ-
3098στι διὰ βαρείας φορολογίας καὶ διὰ τοῦ δικαιώματος τῆς
3099ἀστυνομίας. Διὰ τοιούτων δὲ σοβαρῶν ἐπεμβάσεων τοῦ Κρά-
3100τους εἰς τὰ δάση σπουδαίως ἠδύναντο νὰ περιορισθῶσι τὰ
3101δικαιώματα τῶν κοινοτήτων ἐν τῇ χρήσει τούτων, χωρὶς
3102διὰ τούτου νὰ θίγωνται τὰ πραγματικὰ δικαιώματα. Ἀλλ’
3103ὅταν τόσα μέσα ἔχῃ τὸ Κράτος, διὰ τῶν ὁποίων νὰ περι-
3104φρουρήσῃ τὰ συμφέροντα αὑτοῦ τὰ γενικώτερα, δὲν ἐννοῶ διὰ
3105ποῖον λόγον κατέφυγεν εἰς τὸ μέτρον νὰ καταγγείλῃ ἐπὶ
3106πλαστογραφίᾳ τὰς κοινότητας, καὶ νὰ φέρωνται οὕτω κοι-
3107νότητες ὁλόκληροι ἐνώπιον τῶν ἀνακριτικῶν γραφείων, καὶ
3108νὰ σύρωνται ἐνώπιον τῶν Κακουργοδικείων ἑκατοστύες πο-
3109λιτῶν, ἐνῷ τὸ Κράτος εἶναι ἐξησφαλισμένον, ἐπαναλαμβάνω
3110νὰ εἴπω, διὰ παντοίων μέσων, δι’ ὧν τὰ δικαιώματα αὑ-
3111τοῦ ἀσφαλίζονται, χωρὶς νὰ καταφύγῃ εἰς τὸ ἔσχατον τοῦτο
3112μέτρον.
3113Ἀλλὰ δικαιοῦμαι νὰ ἐρωτήσω, τίνα ἀποδεικτικὰ ἔχει
3114μέσα, ἵνα ὑποστηρίξῃ τὰς κατηγορίας ταύτας; τί ἄλλο ἢ
3115μόνον τὴν βεβαίωσιν τοῦ Ὀθωμανικοῦ Ἀρχειοφυλακείου, τὸ
3116ὁποῖον βεβαιοῖ, ὅτι οἱ τίτλοι οὗτοι εἶναι ἠλλοιωμένοι, ὅτι
3117δὲν εἶναι γνήσιοι;
3118Κύριε Πρόεδρε, νομίζω, ὅτι σοβαρῶς πρέπει νὰ ἐπιστηθῇ
3119ἡ προσοχὴ τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τῆς Θεσσαλίας, καὶ ἕνεκα
3120τῶν ἀγορῶν τῶν τσιφλικίων τοῦ Στεφάνοβικ, καὶ ἕνεκα τῶν
3121γενομένων παραχωρήσεων τῶν Ζαππείων κτημάτων, καὶ
3122ἕνεκα τῆς καταδιώξεως ὁλοκλήρων κοινοτήτων, κατηγορου-
3123μένων ἐπὶ πλαστογραφίᾳ. Νομίζω ὅτι ὑπολανθάνει ἐκεῖ κατά-
3124στασις, ἡ ὁποία πρέπει νὰ ἐπισύρῃ τὴν προσοχὴν τῆς Κυ-
3125βερνήσεως· νομίζω, ὅτι ἐν Θεσσαλίᾳ ἡ τάξις δὲν εἶναι τοσοῦ-
3126τον ἀσφαλὴς, ὅσον ὑποθέτει ἡ Κυβέρνησις. Διὰ τοῦτο παρα-
3127καλῶ καὶ συνιστῶ θερμῶς εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκο-
3128νομικῶν νὰ ἐγκύψῃ καὶ μελετήσῃ τὸ ζήτημα τοῦτο τῶν
3129καταγγελιῶν, καὶ ἀφοῦ μάλιστα τὸ Κράτος ἔχει ἐξασφα-
3130λισθῆ διὰ κατοχῆς καὶ καρπώσεως τῶν δασῶν, καλὸν θὰ ἦτο
3131νὰ παραπέμψῃ ἐνώπιον τῶν πολιτικῶν Δικαστηρίων τὸν ἔλεγ-
3132χον τῆς ἀποδεικτικῆς ἀξίας τῶν τίτλων τῶν κοινοτήτων ἢ
3133ἰδιωτῶν, καὶ ἂν ἦναι δυνατὸν καὶ ἐφ’ ὅσον εἶναι δυνατόν,
3134καλὸν εἶναι, ἵνα ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἀναστείλῃ
3135τὴν περαιτέρω ποινικὴν καταδίωξιν τῶν κοινοτήτων ἐπὶ
3136πλαστογραφίᾳ τῶν τίτλων αὐτῶν. Ἐλπίζω δὲ, ὅτι ὁ κύριος
3137Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὄντως θέλει λάβει ὑπ’ ὄψιν τὰς
3138συστάσεις μου ταύτας.
3139§233Γ. ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΙΟΥ. Περὶ τοῦ σπουδαιοτάτου τούτου
3140ζητήματος εἶναι ἀληθὲς, ὅτι πρὸ μηνὸς καὶ πλέον ἐπεδώκα-
3141μεν ὑπόμνημα πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, διὰ τοῦ ὁποίου ζητοῦ-
3142μεν, ἵνα ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν τὰ δίκαια παράπονα τῶν κοινο-
3143τήτων, τὰ ὁποῖα ἔχουσιν ἐπὶ τοῦ προκειμένου περὶ τῶν δα-
3144σῶν, διότι ἀπό τινων ἤδη μηνῶν τὸ Δημόσιον καταλαμβά-
3145νει ἀδιακρίτως ὅλα τὰ κοινοτικὰ δάση, χωρὶς νὰ λάβῃ ὑπ’
3146ὄψιν οὔτε τοὺς νόμους τοὺς τουρκικούς, δυνάμει τῶν ὁποίων
3147κατέχομεν, κατὰ τὴν σύμβασιν περὶ παραχωρήσεως τῆς Θεσ-
3148σαλίας εἰς τὴν Ἑλλάδα, τὴν ὁποίαν ἀνέγνωσεν ὁ κ. συνά-
3149δελφος, ἀλλ’ οὔτε τὸ δίκαιον καὶ τοὺς νόμους τοὺς εἰδικοὺς
3150περὶ δασῶν, οἱ ὁποῖοι ἐξεδόθησαν παρὰ τῆς Τουρκικῆς Κυ-
3151βερνήσεως πρὸ τῆς προσαρτήσεως τῆς Θεσσαλίας εἰς τὴν
3152Ἑλλάδα.
3153Εἶναι ἀληθές, Κύριοι, ὅτι τὰ δικαιώματα τῶν κοινοτήτων
3154εἶναι ἀναμφισβήτητα. Ὁ κατακτητής, ἀφ’ ἧς τὸ πρῶτον
3155κατέλαβε τὰ μέρη ἐκεῖνα, διῄρεσε τὰς γαίας εἰς πέντε κα-
3156τηγορίας, εἰς δημοσίας, βακουφικὰς, βασιλικὰς, καὶ ἰδιοκτή-
3157τους, ἀφῆκε δὲ τὴν πέμπτην κατηγορίαν, τὴν Μερτρουκὲ
3158λεγομένην, ἡ ὁποία ἀφορᾷ τὴν κοινοτικὴν περιφέρειαν, τὰς
3159κοινοτικὰς ὁδοὺς, τὰ λειβάδια, τὰ δάση τῆς κοινότητος, ἐπὶ
3160τῶν ὁποίων ἡ Τουρκικὴ Κυβέρνησις οὐδόλως ἔθηκε χεῖρα
3161κατοχῆς ἢ κυριότητος, ἀλλ’ ἀφῆκε ταῦτα εἰς τὰς κοινότη-
3162τας, ἵνα οἱ κάτοικοι αὐτῶν ἔχωσι τὴν κοινὴν χρῆσιν, κατο-
3163χὴν καὶ κυριότητα· ἀφέθησαν ὅμως εἰς τὰς κοινότητας παρὰ
3164τῆς Τουρκικῆς Κυβερνήσεως, ὑπὸ τὸν ὅρον νὰ μὴ δύνανται οἱ
3165κάτοικοι νὰ ἐκποιῶσιν εἰς τρίτους. Προκειμένου δὲ ἰδίως περὶ
3166τῶν δασῶν, ὁ κατακτητὴς ἀφῆκε ταῦτα εἰς τὰς κοινότητας,
3167ἵνα ξυλεύωνται ἐκ τούτων τὴν οἰκοδομήσιμον καὶ καύσιμον
3168ξυλείαν διὰ τὰς οἰκίας των, τὰς γεωργικὰς καὶ ποιμενικὰς
3169καλύβας. Οὕτω δ’ ἔμειναν τὰ πράγματα ἄνευ γραπτῶν νό-
3170μων μέχρι τοῦ ἔτους 1869, ὅτε ἡ Τουρκία ἐξέδωκε νόμον εἰ-
3171δικὸν περὶ δασῶν καὶ διῄρεσε τὰ δάση εἰς τρεῖς κατηγορίας,
3172αʹ) εἰς δημόσια, βʹ) εἰς βακουφικὰ καὶ γʹ) εἰς μπαλταλίκια
3173λεγόμενα, δηλαδὴ δάση προωρισμένα εἰς ἐκκοπὴν ἐλευθέ-
3174ραν. Ἂν λάβῃ τις ὑπ’ ὄψιν τὸν νόμον τοῦτον, εἰς τὴν κατη-
3175γορίαν τῶν κοινοτικῶν δασῶν περιλαμβάνονται πάντα τὰ
3176δάση, τὰ ὁποῖα εὑρίσκονται εἰς τὴν περιφέρειαν τῆς κοινότη-
3177τος. Ἐπ’ αὐτῶν λοιπὸν τῶν δασῶν ὁρίζει ὁ νόμος, ὅτι ἔχουσιν
3178οἱ κάτοικοι τὴν χρῆσιν, τὴν κατοχὴν καὶ κυριότητα, καὶ δύ-
3179νανται νὰ διαθέτωσι ταῦτα ὄχι μόνον εἰς τὰς ἰδίας αὑτῶν
3180ἀνάγκας, ἀλλὰ καὶ, ἂν θέλωσι, νὰ τὰ μισθώνωσιν, ἀλλὰ
3181τότε θὰ πληρώνωσι φόρον δεκάτης, οὐχὶ ἐπὶ τοῦ δάσους, ἀλλ’
3182ἐπὶ τῆς ξυλείας ἐκείνης, ἡ ὁποία ἤθελεν ὑλοτομηθῇ παρὰ
3183τῶν μισθωτῶν ὑλοτόμων. Τὰ δάση δὲ ταῦτα, τὰ μπαλτα-
3184λίκια λεγόμενα, ὁ νόμος χαρακτηρίζει καὶ ὡς ἀναπαλλο-
3185τρίωτα, ὁρίζων ῥητῶς, ὅτι δὲν δύνανται ν’ ἀπαλλοτριωθῶσιν
3186εἰς ἄλλον, ἐπὶ τῷ σκοπῷ βεβαίως τοῦ νόμου νὰ μένωσιν εἰς
3187τὴν χρῆσιν τῶν κοινοτήτων αἰωνίως, ὡς καὶ ἐγένετο.
3188Ἀκριβῶς δὲ εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο ὁ κύριος συνάδελφος
3189ἐκ Τρικκάλων Βουλευτὴς πλανᾶται, νομίζων, ὅσον ἀφορᾷ τὴν
3190ἑρμηνείαν τοῦ νόμου ἐκείνου, ὅτι δύνανται νὰ θεωρηθῶσιν
3191ὡς τίτλοι κατοχῆς ταπία, ἐνῷ οὔτε ἀπαιτοῦνται, οὔτε δύ-
3192νανται νὰ ἐκδοθῶσι κἄν, ἀφοῦ τὰ κοινωτικὰ δάση ἐκηρύχθη-
3193σαν ὑπὸ τοῦ νόμου ἀναπαλλοτρίωτα. Καὶ μέχρι μὲν τοῦ 1869,
3194ὅτε ἐξεδόθη ὁ τουρκικὸς νόμος, προκειμένου περὶ τῆς κα-
3195τοχῆς καὶ κυριότης τῶν κοινοτήτων ἐπὶ τῶν δασῶν, ἐνώπιον
3196τῶν Δικαστηρίων οὐδὲν ἕτερον ἐξητάζετο ἢ ἡ ἀπὸ ἀμνη-
3197μονεύτων χρόνων κατοχὴ ἐπὶ τοῦ διαφιλονικουμένου δάσους
3198παρ’ ἄλλης κοινότητος, ἢ καὶ παρ’ ἰδιώτου. Ἀλλὰ διατὶ
3199δὲν λαμβάνει ὑπ’ ὄψιν ὁ κύριος συνάδελφος τὸν τουρκικὸν
3200νόμον, ὁ ὁποῖος ῥητῶς δὲν ἀναγνωρίζει, κατ’ οὐδένα τρόπον,
3201νομικὰ πρόσωπα;—καὶ τοιαῦτα εἶναι αἱ κοινότητες, αἱ Μο-
3202ναὶ κλπ.—Τί δὲ εἶναι ταπίον; Ταπίον εἶναι ἡ ἄδεια κατο-
3203χῆς, ἥτις, προκειμένου περὶ δασῶν τῶν κοινοτήτων, δὲν ἀπαι-
3204τεῖται, οὔτε ἠδύνατο ν’ ἀπαιτηθῇ, διότι μόνον πρὸς φυσικὸν
3205πρόσωπον δύναται νὰ ἐκδοθῇ ταπίον, ἀφοῦ κατὰ τὸν ἱε-
3206ρὸν Ὀθωμανικὸν νόμον δὲν δύναται νὰ νοηθῇ νομικὸν πρόσω-
3207πον, καὶ σήμερον δ’ ἔτι νομικὸν πρόσωπον ἐν Τουρκίᾳ ἐνώ-
3208πιον τοῦ ἱεροδικαστικοῦ δὲν ἀναγνωρίζεται. Καὶ αὐτὸς εἶ-
3209ναι ὁ κυριώτερος λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον αἱ κοινότητες οὔτε
3210ὑποχρεοῦνται, ἀλλ’ οὔτε δύνανται, κατὰ τὸν τουρκικὸν νό-
3211μον, νὰ ἔχωσι τοιούτους τίτλους.
3212Ἀλλ’ ὁ κ. συνάδελφος ἐπλανήθη ἐκ τοῦ γεγονότος, ὅτι
3213πολλαὶ κοινότητες ἐνίοτε, διὰ πᾶν ἐνδεχόμενον καὶ διὰ τὸ
3214μέλλον, ἐνόμιζον, ὅτι ἔπρεπεν ἐπ’ ὀνόματι ἀνθρώπων τῆς
3215ἐμπιστοσύνης των νὰ ἐκδοθῶσι τίτλοι, καὶ παρίσταντο ἐνώ-
3216πιον τῶν ἁρμοδίων ἀρχῶν καὶ ἐζήτουν τὴν ἔκδοσιν τίτλων,
3217δηλ. ταπίων, ἐπ’ ὀνόματι ἀτόμων, ἀλλὰ πάντοτε διὰ λο-
3218γαριασμὸν τῆς κοινότητός των· ὥστε, ἐὰν ἤθελε χρειασθῇ
3219ποτε ὁ τίτλος, ἠδύναντο νὰ τὸν προσαγάγωσιν ἐνώπιον τῶν
3220τουρκικῶν Δικαστηρίων. Τοῦτο συνέβη ἐν Θεσσαλίᾳ εἴς τι-
3221νας κοινότητας, ὡς εἶπε καὶ ὁ κ. συνάδελφος, ἀλλὰ μόνον
3222δι’ οὓς λόγους προεῖπον, ἀφοῦ ἄλλως δὲν ἠδύνατο νὰ παρα-
3223στῇ ἡ κοινότης ὡς πρόσωπον, ἵνα ἐκδοθῇ ἐπ’ ὀνόματι αὐ-
3224τῆς τίτλος. Ἀλλ’ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἐκδόσεως ταπίου
3225αὐτὸς ὁ τίτλος ἢ εἶναι ἔκφρασις ἐμπιστοσύνης ὅλων τῶν με-
3226λῶν τῆς κοινότητος πρός τινα ἐξ αὐτῶν, ἢ εἶναι ψευδὴς τί-
3227τλος, ἂν παρεστάθησαν δολίως καὶ ἐξεδόθη ἐπ’ ὀνόματι ἀτό-
3228μων τοιοῦτος τίτλος, ἐπὶ τῷ σκοπῷ, ἵνα καταχρασθῶσι τὸ
3229δάσος.
3230Παρακαλοῦμεν λοιπὸν τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὴν Βουλήν,
3231ἀφοῦ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τοὺς σχετικοὺς νόμους, νὰ ἀναγνωρίσῃ
3232τὰ δικαιώματα τῆς κατοχῆς καὶ τὴν κυριότητα ἐπὶ τῶν δα-
3233σῶν τῶν κοινοτήτων, ἵνα μὴ αὗται καταντήσωσιν ὡς μερι-
3234καὶ κοινότητες εἰς δήμους τινὰς ἀπομεμακρυσμένους, τῶν
3235ὁποίων οἱ κάτοικοι, δι’ ἔλλειψιν πάσης ὑπὲρ αὐτῶν στορ-
3236γῆς, περιφέρονται μὲ τὸ ὅπλον ἀνὰ χεῖρας, καὶ τότε ἐκεῖνο,
3237τὸ ὁποῖον ζητοῦμεν νὰ ἐπιτύχωμεν διὰ τῆς παραχωρήσεως
3238τῶν κτημάτων Στεφάνοβικ καὶ Ζάππα ὑπὲρ τῶν χωρικῶν
3239τριάκοντα ἢ τεσσαράκοντα κοινοτήτων, εἶναι ἐλάχιστον ἀπέ-
3240ναντι τῆς καταστροφῆς διακοσίων κοινοτήτων, περὶ τῶν
3241ὁποίων πρόκειται νῦν, καὶ τῶν ὁποίων οἱ κάτοικοι, ἐὰν δὲν
3242ἀναγνωρισθῶσι τὰ δικαιώματα ταῦτα, θέλουσιν ἀπολέσει
3243τὸ φρόνημα τοῦ ἐλευθέρου πολίτου, στερούμενοι τῆς μικρᾶς
3244ταύτης περιουσίας, ἐξ ἧς πληρώνουσι τὸν ἐφημέριον τοῦ χω-
3245ρίου, τὸν διδάσκαλον τινὰ ἐκ τούτων, καὶ ἄλλα μικρὰ ἔξοδα
3246τῆς κοινότητος, καὶ οὕτω διασαλεύεται αὐτὴ ἡ βάσις τῆς
3247Πολιτείας, ἥτις εἶναι ἡ κοινότης.
3248§234Φ. ΝΕΓΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ὁμο-
3249λογουμένως ἡ Κυβέρνησις ἐπέστησεν ὅλην αὑτῆς τὴν προσο-
3250χὴν εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο, διότι τὸ ἐθεώρησεν ὡς ἓν τῶν σπου-
3251δαιοτάτων. Ἡ ἀπόφασις δὲ, εἰς ἣν προέβη, εἶναι, ὅτι ὅλαι
3252αἱ κοινότητες, αἵτινες εἶχον τὴν κατοχὴν τῶν δασῶν μέχρι
3253τῶν τελευταίων χρόνων, θέλουσιν ἐξακολουθεῖ νὰ ἔχωσι ταύ-
3254την μέχρις οὗ κατάλληλα νομοθετήματα κανονίσωσι τὰ περὶ
3255τῶν δασῶν τῆς Θεσσαλίας. Ἀπόφασιν ὁριστικὴν δὲν εἶναι
3256δυνατὸν νὰ λάβῃ ἡ Κυβέρνησις, ἀλλὰ βεβαίως ἐπὶ τοῦ πα-
3257ρόντος θέλουσιν ἔχει αἱ κοινότητες τὴν κατοχὴν τῶν δασῶν,
3258τὴν ὁποίαν εἶχον μέχρι τοῦδε.
3259§235Θ. ΚΡΙΕΜΑΔΗΣ. Ἔχω ὑποχρέωσιν νὰ ἀπαντήσω εἰς ὅσα
3260εἶπεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφός μου ἐν σχέσει πρὸς τὰ ὑπ’
3261ἐμοῦ λεχθέντα. Ἀπαντῶ δὲ εἰς τὸν ἀξιότιμον συνάδελφόν
3262μου, ὅτι ἐγὼ ἐννοῶ τὸν τρόπον, κατὰ τὸν ὁποῖον ὑποστηρί-
3263ζω τὰ συμφέροντα τῶν κοινοτήτων τῆς ἐπαρχίας μου, τὸν
3264ἐννοῶ δὲ τοσοῦτον καλῶς, ὥστε οὐδέποτε μήτε ἐν ὑπομνή-
3265μασι, μήτε εἰς αὐτὰ, τὰ ὁποῖα εἶπον, ὑπάρχει βάσις τοιαύτη,
3266ἣν διακρίνει τὸ ὑπόμνημα τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων, τὸ
3267ὑποβληθὲν πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν. Ἐγὼ
3268ἐννοῶ νὰ ὑποστηρίξω τὰ συμφέροντα τῶν κοινοτήτων κατὰ
3269τοιοῦτον τρόπον, ὥστε νὰ μὴ ἔχω τὸν ἕνα ὀφθαλμὸν βλέ-
3270ποντα πρὸς τὰ δεξιὰ, καὶ τὸν ἕτερον ὀφθαλμὸν βλέποντα
3271πρὸς τ’ ἀριστερά. Λέγω δὲ, κύριε Πρόεδρε, ὅτι δὲν βλάπτει
3272καθόλου τὸ ζήτημα, ἐν ᾗ περιπτώσει ὑποστηριχθῇ, ὅτι αἱ
3273κοινότητες ἔχουσι δικαιώματα ἐπὶ τῶν δασῶν δυνάμει τῶν
3274νόμων, καὶ ἐὰν προστεθῇ εἰς ταῦτα, ὅτι ἔχουσι δικαιώματα
3275ἐπὶ τῶν κοινοτικῶν δασῶν καὶ δυνάμει τίτλων. Τί ἐμποδί-
3276ζει τὸν κ. Παπαθανασίου ν’ ἀποδεχθῇ, ὅτι καὶ δυνάμει τί-
3277τλων ἔχουσι δικαιώματα ἐπὶ τῶν δασῶν αἱ κοινότητες; Δύ-
3278ναται ὁ κ. συνάδελφος νὰ μᾶς δώσῃ τὴν ἐξήγησιν ταύτην;
3279Εἶπον ὅτι, τί θὰ ἐμποδίσῃ τὴν λύσιν τοῦ ζητήματος, οἵαν
3280ἐπιδιώκει ὁ κ. συνάδελφος, ἐὰν ὑποστηριχθῇ ὅ,τι ἐγὼ ὑπε-
3281στήριξα ὡς ἀληθές, —καὶ εἶναι βεβαίως ἀληθὲς—ὅτι ὄχι μό-
3282νον ἐπὶ τῇ βάσει τῶν Ὀθωμανικῶν νόμων ἔχουσι δικαιώ-
3283ματα ἐπὶ τῶν δασῶν αἱ κοινότητες, ἀλλὰ καὶ ἐπὶ τῇ βά-
3284σει τίτλων, καθ’ ὃν τρόπον εἶπον ἐγὼ καὶ καθ’ ὃν τρόπον
3285ἐπανέλαβεν οὗτος; Ἐὰν ὑπεστήριζον τὸ ζήτημα καθ’ ὃν τρό-
3286πον τὸ ὑπεστήριξεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφός μου ταύτην τὴν
3287ἑσπέραν, βεβαίως θὰ διεκινδύνευον σοβαρῶς τὰ συμφέροντα
3288τῶν κοινοτήτων ἐν Θεσσαλίᾳ. Καὶ θ’ ἀνατρέξω καὶ πάλιν εἰς
3289τοὺς Ὀθωμανικοὺς νόμους, τοὺς ὁποίους, λυποῦμαι πολὺ,
3290διότι ὑπομιμνήσκω ἐγὼ πρὸς τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον, ὁ
3291ὁποῖος ἐπὶ ἔτη ὁλόκληρα ἐνώπιον τῶν Ὀθωμανικῶν δικα-
3292στηρίων ἐξήσκησε τὸ ἐπάγγελμα τοῦ δικηγόρου, καὶ ἐνό-
3293μιζον, ὅτι οὗτος κάλλιον ἐμοῦ θὰ ἐγνώριζε τοὺς Ὀθωμανι-
3294κοὺς νόμους. Καὶ ἐν πρώτοις ὑπομιμνήσκω εἰς τὸν ἀξιότιμον
3295συνάδελφον τὸ ἄρθρον 1270 τοῦ ἀστικοῦ Ὀθωμανικοῦ κώ-
3296δικος, τὸ ὁποῖον λέγει (ἀναγινώσκει): «Νεκραὶ γαῖαι λέγον-
3297ται οἱ τόποι, οἵτινες δὲν εἶναι κτῆμα οὐδενός, οὔτε βοσκὴ
3298χωρίου ἢ κώμης τινὸς, ἢ δάσος ἀφεθὲν εἰς τοὺς κατοίκους πρὸς
3299ξυλείαν (μπαλταλίκιον) καὶ κεῖνται μακρὰν τοῦ ἄκρου τῶν
3300κατῳκημένων τόπων· εἰσὶ δηλαδὴ τοσοῦτον μεμακρυσμέ-
3301ναι, ὥστε νὰ μὴ ἀκούηται ἀπὸ τῶν ἐκ τῶν τελευταίων ἄκρων
3302τοῦ χωρίου ἢ τῆς κώμης κειμένων οἰκιῶν ἡ φωνὴ μεγαλο-
3303φώνου ἀνθρώπου». Ἐπίσης τὸ ἄρθρον 1271: «Αἱ πλησίον
3304τῶν κατῳκημένων τόπων γαῖαι ἀφίνονται εἰς τοὺς κατοίκους
3305διὰ νὰ χρησιμεύσωσιν αὐτοῖς ὡς βοσκὴ, ἁλώνια καὶ τόποι
3306ξυλείας. Αἱ γαῖαι αὗται καλοῦνται γαῖαι ἀφιερωμέναι εἰς
3307κοινὴν χρῆσιν (δημοτικαί).»
3308Ἀφοῦ τῷ ὑπέμνησα τὰς διατάξεις ταύτας, τώρα θὰ ἔλθω
3309εἰς μίαν ἄλλην διάταξιν, καὶ θὰ τὸν παρακαλέσω ὕστερον
3310νὰ μοὶ ἀπαντήσῃ, ἐὰν τὸν συμφέρει νὰ ὑποστηρίζῃ κατὰ
3311τοιοῦτον τρόπον τὰ ἐπὶ τῶν δασῶν συμφέροντα τῶν κοινο-
3312τήτων (ἀναγινώσκει): Ἄρθρον 103 τοῦ Ὀθωμαν. νόμου περὶ
3313γαιῶν. «Θεωροῦνται ὡς νεκραὶ γαῖαι οἱ κενοὶ τόποι, οἷον
3314βουνὰ, δασώδεις καὶ πετρώδεις τόποι, οἱ μὴ ὄντες ὑπὸ τὴν
3315κατοχὴν οὐδενὸς διὰ ταπίου, οἱ μὴ ἐξιδιασθέντες ἀνέκαθεν
3316εἰς τοὺς κατοίκους κωμοπόλεων καὶ χωρίων, καὶ ἀπέχοντες
3317τῶν κωμοπόλεων καὶ χωρίων τοσοῦτον, ὅσον νὰ μὴ ἀκούη-
3318ται ἀνθρώπινη φωνὴ ἀπὸ τὰ ἄκρα τῶν κατωκημένων τό-
3319πων κλπ.»
3320Ἐπὶ τῶν διατάξεων τούτων στηριχθέν, ἀπήντησε τὸ δα-
3321σονομικὸν τμῆμα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν εἰς τὸ
3322ὑπόμνημα τῶν εἰρημένων Βουλευτῶν, τουτέστιν, ὅτι ἀνα-
3323γνωρίζει τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν ὡς κοινοτικὰ
3324δάση ἐν Θεσσαλίᾳ ἐκεῖνα μόνον, τῶν ὁποίων ἡ ἔκτασις εἶναι
3325τόση, ὅση ἀπαιτεῖται ἵνα ἀκούηται ἡ φωνὴ ἑνὸς ἀνθρώπου...
3326§236Φ. ΝΕΓΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Τοιαύτη
3327ἀπάντησις δὲν ἐδόθη.
3328§237Θ. ΚΡΙΕΜΑΔΗΣ. Ἐγὼ τοὐλάχιστον αὐτὴν τὴν ἀπάν-
3329τησιν εἶδον εἰς τὰς ἐφημερίδας.
3330Ἀλλὰ, κύριε Πρόεδρε, καὶ ἂν ὑποτεθῇ, ὅτι ὁ ἀξιότιμος
3331συνάδελφος ἐλησμόνησε τὴν διάταξιν, τῆς ὁποίας ἐμνήσθην,
3332βεβαίως ὅμως δὲν ὤφειλε νὰ λησμονήσῃ τὰς περὶ κοινοτή-
3333των διατάξεις τοῦ ἀστικοῦ Ὀθωμανικοῦ κώδικος. Ἐπὶ παρα-
3334δείγματι, ἐν ἄρθρῳ 1645 ἀναφέρεται, ὅτι «ἐν τῇ ἀγωγῇ
3335»περὶ πραγμάτων κοινῆς ὠφελείας, τῇ κινουμένῃ μεταξὺ δύο
3336»χωρίων, ὧν οἱ κάτοικοι ἀποτελοῦσι μεγάλας κοινότητας,
3337»ἀρκεῖ ἡ παρουσία ὀλίγων τινῶν ἑκατέρωθεν». Ἀπόδειξις,
3338ὅτι τὰ ὀθωμανικὰ Δικαστήρια ἀνεγνώριζον κοινότητας παρι-
3339σταμένας ἐνώπιον αὐτῶν, καὶ ἀπόδειξις, ὅτι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον
3340ὑπεστήριξεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος πρὸ ὀλίγου, δὲν εἶναι
3341βάσιμον.
3342Κατὰ τὸ δεύτερον ἐδάφιον τοῦ αὐτοῦ ἄρθρου τοῦ ἀστικοῦ
3343Ὀθωμανικοῦ κώδικος: «Ἐὰν ὅμως οἱ κάτοικοι τῶν χωρίων
3344»ἀποτελῶσι μικρὰς κοινότητας, δὲν ἀρκεῖ ἡ παρουσία ὀλί-
3345»γων τινῶν ἐξ αὐτῶν, ἀλλὰ πρέπει ἢ νὰ παρασταθῶσι πάν-
3346»τες εἰς τὴν δίκην, ἢ νὰ διορίσωσιν ἀντιπροσώπους πρὸς
3347»παράστασιν».— Ἀπάντησις εἰς τὴν τελευταίαν διακοπήν,
3348τὴν ὁποίαν μοὶ ἐκάμετε.— Ἄρθρον 1646. «Ὅταν ὁ ἀριθ-
3349μὸς τῶν κατοίκων χωρίου τινὸς ὑπερβαίνῃ τοὺς ἑκατὸν, θεω-
3350ροῦνται ὡς μεγάλη κοινότης, ἤτοι ὡς κοινότης προσώπων
3351ἀορίστου ἀριθμοῦ». Ὥστε ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὑπεστήριξεν ὁ
3352κ. συνάδελφος, ὅτι οἱ Ὀθωμανικοὶ νόμοι δὲν ἀναγνωρίζουν
3353τὰς κοινότητας, δὲν εἶναι ἀκριβές...
3354§238Γ. ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΙΟΥ. Ἐγὼ δὲν εἶπον αὐτό· ἐγὼ εἶπον,
3355ὅτι δὲν ἐξεδίδοντο τίτλοι.
3356§239Θ. ΚΡΙΕΜΑΔΗΣ. Θὰ ἀπαντήσω εἰς αὐτό. Ἐγὼ νομίζω,
3357ὅτι ἀντελήφθην καλῶς, καὶ νομίζω ὅτι ἀντελήφθησαν καὶ
3358πολλοὶ τῶν συναδέλφων, ὅτι ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ὑπε-
3359στήριξεν, ὅτι κοινότητας δὲν ἀναγνωρίζουν οἱ Ὀθωμανικοὶ
3360νόμοι. Ἐγὼ δὲ τῷ ἀπέδειξα διὰ δικονομικῶν διατάξεων,
3361ἀναγεγραμμένων ἐν τῷ ἀστικῷ Ὀθωμανικῷ κώδικι, ὅτι ὄχι
3362μόνον ἀναγνωρίζουν τὰς κοινότητας οἱ Ὀθωμανικοὶ νόμοι,
3363ἀλλὰ κανονίζουσι καὶ τὸν τρόπον τῆς ἐπὶ Δικαστηρίου παρα-
3364στάσεως αὐτῶν.
3365Ὅσον δ’ ἀφορᾷ τὸ τελευταῖον, ὅτι δὲν ἐξεδίδοντο τίτλοι
3366ἐπ’ ὀνόματι τῶν κοινοτήτων, νομίζω ὅτι σαφῶς ὡμίλησα
3367πρὸ ὀλίγου, καὶ νομίζω ὅτι ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος δὲν εἶπέ
3368τι πλέον ἐμοῦ. Εἶπον, ὅτι ἐπ’ ὀνόματι τῶν νομικῶν προσώ-
3369πων, ὡς μὴ δυναμένων νὰ περιγράφωνται κατὰ τρόπον τοι-
3370οῦτον ἐν τοῖς ταπίοις, ἢ ἐν τοῖς ἐγγράφοις τοῖς ὁμοίοις πρὸς
3371αὐτὰ, ὥστε εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς νὰ ἀναγνωρίζηται ἡ ταυτότης
3372τῶν νομικῶν προσώπων, δὲν ἐξεδίδοντο τίτλοι· δι’ αὐτὸν τὸν
3373λόγον αἱ κοινότητες ἐθεώρησαν, ὅτι ἔπρεπε νὰ παρίστανται
3374δι’ ἀντιπροσώπων, τοὺς ὁποίους καὶ αὐταὶ αἱ διατάξεις, τὰς
3375ὁποίας πρὸ ὀλίγου ἀνέγνωσα, ἀναγνωρίζουσιν. Οἱ δὲ ἀντι-
3376πρόσωποι οὗτοι ἐπεδίωκον τὴν ἔκδοσιν τῶν τίτλων ἐπ’ ὀνό-
3377ματι αὐτῶν, ὄχι πλέον ἀτομικῶς, ἀλλ’ ὡς διαχειριστῶν τῆς
3378κοινότητος. Καὶ τοῦτο δὲν ἀνεφέρετο μὲν ἐν τῷ τίτλῳ, ἦτο
3379ὅμως γνωστὸν εἰς τὰς κοινότητας, ὅτι ἐπ’ ὀνόματι αὐτῶν
3380ἐξεδίδοντο, οἱ δὲ ἀντιπρόσωποι κατεῖχον τοὺς τίτλους τού-
3381τους μέχρις ὅτου διήρκει ἡ ἐξουσία αὐτῶν, τὴν ὁποίαν ἐλάμ-
3382βανον ἐκ τῆς κοινότητος· ὅταν δὲ οὗτοι ἔπαυον ὄντες ἀντι-
3383πρόσωποι, συγχρόνως μὲ τὴν παῦσιν τῆς ἐξουσίας αὐτῆς τῆς
3384κοινοτικῆς μετεβίβαζον καὶ τοὺς τίτλους καὶ πᾶν ὅ,τι ἄλλο
3385εἶχον εἰς τοὺς διαδόχους αὐτῶν.
3386§240ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Εἶχον καὶ ἄλλα δικαιώματα περισ-
3387σότερα.
3388§241Θ. ΚΡΙΕΜΑΔΗΣ. Βεβαίως εἶχον περισσότερα δικαιώ-
3389ματα. Ὠνομάζοντο δημογέροντες, γέροντες ἀλλαχοῦ, καὶ
3390εἶχον δικαιώματα πολλαπλᾶ. Αὐτοὶ ἐξεπροσώπουν τὰς κοι-
3391νότητας ἐνώπιον τῶν Δικαστηρίων καὶ ἐνώπιον τῶν διοι-
3392κητικῶν ἀρχῶν, αὐτοὶ ἐδίκαζον τὰς ἔριδας, τὰς μεταξὺ τῶν
3393μελῶν τῶν κοινοτήτων ἀναφυομένας, καὶ ἐν γένει εἶχον, οὕ-
3394τως εἰπεῖν, μίαν διοικητικὴν ἐξουσίαν ἐπὶ τῆς κοινότητος,
3395καὶ ἦσαν ὁ δεσμὸς μεταξὺ τῶν μελῶν τῆς κοινότητος καὶ
3396τῶν τουρκικῶν ἀρχῶν. Ἐπ’ ὀνόματι λοιπὸν τῶν τοιούτων
3397ἀντιπροσώπων ἐξεδίδοντο οἱ τοιοῦτοι τίτλοι, τούτους δὲ τοὺς
3398τίτλους σήμερον, ὁσάκις παρουσιάζῃ πρόσωπόν τι ἐκ τῆς κοι-
3399νότητος ἐνώπιον τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, τὸ Ὑ-
3400πουργεῖον ὑποπτεύει καὶ προσβάλλει ὡς πλαστούς· ἕνεκα δὲ
3401τούτου, Κύριοι, διεβιβάσθησαν πᾶσαι αἱ μηνύσεις αὗται ἐνώ-
3402πιον τοῦ ἀνακριτοῦ τῶν ἐν Τρικκάλοις πλημμελειοδικῶν,
3403καὶ καταδιώκονται ἐπὶ πλαστογραφίᾳ τῶν τίτλων ὁλόκλη-
3404ροι κοινότητες, ὁλόκληρα χωρία, ἐνῷ, ὡς προεῖπον, τὸ Δη-
3405μόσιον εἶχεν ὅλα τὰ μέσα νὰ ἐξασφαλίσῃ οἱαδήποτε δικαιώ-
3406ματα ἐνόμιζεν ὅτι ἔχει ἐπὶ κοινοτικῶν δασῶν, χωρὶς νὰ
3407ἦναι ἀνάγκη νὰ καταφύγῃ εἰς τὸ ἔσχατον τοῦτο μέτρον, τοῦ
3408νὰ καταδιώκωνται ποινικῶς ὁλόκληροι κοινότητες, καὶ νὰ
3409ἔχωσι τραπῆ πρὸς τὰ ὄρη.
3410Ἵνα δὲ μὲ ἐννοήσητε καλῶς, κύριε Ὑπουργὲ τῶν Οἰκο-
3411νομικῶν, μετὰ πόσου πόνου καὶ πόσον δικαίως ὁμιλῶ περὶ
3412τοῦ θέματος τούτου, ὑποθέσατε ὑμεῖς, ὅτι ὁλόκληρος ὁ δῆ-
3413μος Λαυρίου καὶ ὁ δῆμος Κρωπίας καὶ ὁ Ὠρωπὸς ἔχουσι
3414τραπῆ πρὸς τὰ ὄρη, διότι τὸ τμῆμα τὸ δασονομικὸν, ἐπειδὴ
3415οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ παρουσίασαν ἕνα τίτλον καὶ διεκδικοῦ-
3416σιν ἓν δάσος, ἐθεώρησεν, ὅτι ἔπρεπε νὰ τοὺς καταδιώξῃ ποι-
3417νικῶς, παραπέμπον τὴν ὑπόθεσιν εἰς τὴν ἀνάκρισιν, ἐνῷ ἔχει
3418ὅλα τὰ μέσα, ἵνα ἐξασφαλίσῃ τὰ δικαιώματά του ἐπὶ τοῦ
3419δάσους, χωρὶς νὰ καταφύγῃ εἰς τὸ μέτρον τοῦτο.
3420Τὸ ζήτημά μου λοιπὸν τοῦτο τὸ τονίζω, καὶ σᾶς παρακα-
3421λῶ, κ. Ὑπουργὲ, νὰ συνδυάσητε τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου
3422μὲ τὴν καρδίαν σας, καὶ νὰ λυπηθῆτε τοὺς ἀνθρώπους αὐτούς.
3423Εἶναι οἰκογένειαι ὁλόκληροι, αἱ ὁποῖαι λιμοκτονοῦσι. Τοσού-
3424τῳ δὲ μᾶλλον πρέπει νὰ λάβητε μέτρα, καθόσον νομίζω, ὅτι
3425ἡ τοιαύτη ἐνέργεια δὲν πρόκειται νὰ ἐπιφέρῃ καμμίαν βλά-
3426βην εἰς τὸ Δημόσιον· ἄλλως δὲ οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ οὐδὲν ἀτο-
3427μικῶς διεκδικοῦσιν, ἀλλ’ ἰσχυρίζονται, ὅτι τὰ δάση τὰ θεω-
3428ροῦσι κοινοτικὰ, ἀλλ’ ἐὰν τὸ Δημόσιον θεωρεῖ, ὅτι εἶναι δη-
3429μόσια, ἂς τὰ καταλάβῃ.
3430§242Φ. ΝΕΓΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Παρ’ ὑ-
3431μῶν σήμερον πρώτην φορὰν ἀκούω, ὅτι ὁλόκληρος κοινότης
3432τρέχει εἰς τὰ βουνά. Θὰ ἐξετάσω τὸ ζήτημα.
3433§243Θ. ΚΡΙΕΜΑΔΗΣ. Θὰ ὑποβάλω καὶ ἐγγράφως τὴν σύ-
3434στασίν μου, κύριε Ὑπουργὲ, καὶ θὰ σημειώσω καὶ τὰ χωρία
3435εἰς τὴν σύστασίν μου, ἐκ τῆς ὁποίας θὰ λάβητε ἀφορμὴν νὰ
3436ἐξετάσητε τὸ ζήτημα.
3437§244Γ. ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΙΟΥ. Δύο λέξεις, κύριε Πρόεδρε.
3438§245ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Εἶναι ἐξηντλημένον τὸ θέμα.
3439§246Γ. ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΙΟΥ. Ἀκριβῶς διότι ἡ ὑπηρεσία τοῦ
3440Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, προκειμένου περὶ δασῶν κοι-
3441νωτικῶν, ζητεῖ ταπία, δι’ αὐτὸν τὸν λόγον παραπονούμεθα.
3442Δυνατὸν νὰ ὑπάρχωσιν ἔγγραφα ἄλλα, ἀφορῶντα κοινότη-
3443τας, οἷον πολιτικὴ τις ἀπόφασις ἐπὶ διαφορᾶς ὁρίων μεταξὺ
3444κοινοτήτων, ἢ ἀτόμου τινὸς καὶ κοινότητος, ἀλλὰ δὲν ἕπε-
3445ται ἐκ τούτου, ὅτι πρέπει ἐξάπαντος νὰ ἔχωμεν ταπία, ὅπως
3446ἀποδείξωμεν τὴν κατοχὴν καὶ κυριότητα τῶν δασῶν τῶν
3447κοινοτήτων.
3448Προκειμένου δὲ περὶ τῶν καταγγελιῶν, δὲν γνωρίζω,
3449πῶς ὁ κ. συνάδελφος ἀξιοῖ νὰ ἔχωσιν αὗται συνάφειαν μὲ
3450τὸ ζήτημα τῶν δασῶν. Ἐὰν καταδιώκωνται διὰ καταγγε-
3451λιῶν, δὲν εἶναι αἱ κοινότητες αἱ καταδιωκόμεναι, ἀλλὰ τὰ
3452ἄτομα ἐκεῖνα, ἐπ’ ὀνόματι τῶν ὁποίων ἐξεδόθησαν ταπία,
3453λόγῳ ἐμπιστοσύνης εἰς αὐτὰ τῶν λοιπῶν μελῶν τῆς κοινό-
3454τητος, διὰ λογαριασμὸν τῆς κοινότητος ὅμως πάντοτε ἐνερ-
3455γούντων, ὡς προερρήθη. Ἐὰν δὲ τὰ εἰρημένα γεγονότα καλῆς
3456πίστεως ἀποδειχθῶσιν ἐνώπιον τῶν Δικαστηρίων, τὰ κατα-
3457διωκόμενα πρόσωπα ἀπαλλάσσονται· ἀλλ’ ἐὰν ἀποδειχθῇ,
3458ὅτι πρόσωπα, ἐπ’ ὀνόματι τῶν ὁποίων ἐξεδόθησαν ταπία ἀφο-
3459ρῶντα κοινοτικὰ δάση, ἐνήργησαν δολίως, πρὸς νοσφισμὸν
3460τῶν δασῶν, τότε τὰ πρόσωπα ταῦτα κατὰ νόμον καταδι-
3461κάζονται ὑπὸ τῶν Δικαστηρίων.
3462§247Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
3463§248ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Μπακόπουλος.
3464§249Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὴν τὴν ὥραν, κύριε Πρόεδρε,
3465ὄχι νὰ ὁμιλήσω, ἀλλ’ οὐδὲ νὰ ἀντιληφθῶ δύναμαι.
3466§250ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Διγενόπουλος.
3467§251ΦΩΝΑΙ. Αὔριον, αὔριον.
3468§252ΑΧ. ΧΟΙΔΑΣ. Κύριοι, εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν εἶναι
3469ἀναγεγραμμένον δεύτερον τὸ νομοσχέδιον περὶ Ἐμπορικῶν
3470Σχολῶν. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως κατὰ τὴν συνε-
3471δρίασιν τῆς παρελθούσης Πέμπτης εἶχε δηλώσει, ἐπὶ τῇ
3472παρακλήσει τοῦ κ. Παπαγιαννακοπούλου, ὅτι, ἂν οὐχὶ τὴν
3473Παρασκευὴν ἢ τὸ Σάββατον, ἀλλ’ ἀμέσως εἰς πρώτην συν-
3474εδρίασιν θὰ τὸ προτάξῃ. Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν τὴν Βουλὴν
3475ν’ ἀποφασίσῃ νὰ προταχθῇ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν τὸ
3476νομοσχέδιον περὶ Ἐμπορικῶν Σχολῶν, τὸ ὁποῖον εἶναι εἰς
3477τρίτην ἀνάγνωσιν. Συζήτησιν δὲν θὰ ἔχῃ, διότι ἀρκετὴ ἐγέ-
3478νετο συζήτησις κατὰ τὰς δύο προηγουμένας ἀναγνώσεις.
3479§253Κ. ΖΩΤΟΣ. Ὑπάρχει ἀπόφασις τῆς Βουλῆς νὰ προηγη-
3480θῇ ὁ Προϋπολογισμός.
3481§254ΔΗΜ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Πρέπει πρῶτον νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν
3482ἡμερησίαν διάταξιν.
3483§255ΑΧ. ΧΟΙΔΑΣ. Παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε, δι’ ὀνομαστι-
3484κῆς κλήσεως ν’ ἀποφασίσῃ ἡ Βουλή, ἐὰν δέχεται τὴν πρό-
3485τασίν μου.
3486§256Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτε-
3487ρικῶν). Εἰσήλθομεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, κ. Πρόεδρε;
3488§257ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι, ὄχι.
3489§258Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Ὅταν εἰσέλθωμεν, τότε νὰ
3490γείνῃ ἡ πρότασις περὶ προτάξεως.
3491§259ΑΧ. ΧΟΙΔΑΣ. Ἐρωτήσατε, ἂν εἶναι ἄλλος τις πρὸ τῆς
3492ἡμερησίας διατάξεως.
3493§260ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δέχεσθε νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν ἡμερησίαν
3494διάταξιν, καὶ κατόπιν νὰ ὑποβάλητε τὴν πρότασίν σας;
3495§261ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
3496§262ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διά-
3497ταξιν.
3498Ὁ κύριος Χαϊδᾶς ὑποβάλλει πρότασιν περὶ προτάξεως τοῦ
3499νομοσχεδίου περὶ Ἐμπορικῶν Σχολῶν. Ἡ Βουλὴ δέχεται
3500τὴν πρότασιν ταύτην;
3501§263ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, ὄχι.
3502§264ΑΧ. ΧΟΙΔΑΣ. Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.
3503§265ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶσθε 15;
3504§266ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Βεβαίως, βε-
3505βαίως.
3506§267ΑΛΕΞ. Θ. ΖΑΙΜΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὀφείλω νὰ δη-
3507λώσω εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν δέχεται οἱανδή-
3508ποτε μεταβολὴν ἐπὶ τῆς ἡμερησίας διατάξεως, δὲν δέχεται
3509καμμίαν πρόταξιν νομοσχεδίου πρὸ τοῦ Προϋπολογισμοῦ.
3510§268Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Λοιπὸν δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως νὰ ἐρω-
3511τηθῇ ἡ Βουλή.
3512§269ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίστε, κύριε Χοϊδᾶ, ὡς ψηφολέκτης.
3513§270Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὁ κ. Πρόεδρος τῆς
3514Κυβερνήσεως...
3515§271ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀπεφασίσθη ἡ δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως
3516ψηφοφορία.
3517§272ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ἐπ’ αὐτῆς θὰ ὁμιλήσῃ ὁ κ. Βου-
3518λευτής. Δὲν δύνασθε νὰ τῷ ἀφαιρέσητε τὸν λόγον.
3519§273ΑΣΗΜ. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπὶ τῆς δηλώσεως τοῦ κ.
3520Πρωθυπουργοῦ ἔχει τὸν λόγον.
3521§274Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ὁ κύριος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως
3522ἐδήλωσεν, ὅτι δὲν ἐννοεῖ νὰ προβῇ εἰς οὐδεμίαν μεταβολὴν
3523ἐπὶ τῆς ἡμερησίας διατάξεως· τουτέστι θέλει νὰ προχωρήσῃ
3524εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ὁ ἀξιότιμος ἐκ Πα-
3525τρῶν Βουλευτὴς παρεκάλεσε νὰ προταχθῇ τὸ νομοσχέδιον
3526περὶ Ἐμπορικῶν Σχολῶν. Πάντες γνωρίζομεν, ὅτι μετὰ τὴν
3527ψήφισιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ εἶναι δύσκολον νὰ ψηφισθῶσι
3528νομοσχέδια. Ἐνθυμεῖσθε δέ, συζητουμένου τοῦ νομοσχεδίου
3529περὶ Ἐμπορικῶν Σχολῶν, ὁποῖος ἀγὼν συνήφθη μεταξὺ τοῦ
3530πρώην Ὑπουργοῦ τῆς Παιδείας καὶ τοῦ νῦν περὶ τοῦ ζη-
3531τήματος τῶν Ἐμπορικῶν Σχολῶν. Ἐλέγετο δέ, ὅτι τοιαύτη
3532ἦτο ἡ ἀνάγκη τῆς ψηφίσεως τοῦ νομοσχεδίου τούτου καὶ τῆς
3533εἰσαγωγῆς πρακτικῆς παιδεύσεως εἰς τὴν Ἑλλάδα, ὥστε
3534ἄνευ αὐτῶν ἤθελεν ὀπισθοδρομήσει, δι’ ὃ καὶ ὁ πρώην Ὑπουρ-
3535γὸς ἔσπευσε διὰ Βασιλικοῦ Διατάγματος νὰ συστήσῃ τὴν
3536Ἐμπορικὴν Σχολὴν ἐν Πάτραις. Ἡμεῖς κατὰ τὴν συζήτη-
3537σιν τοῦ νομοσχεδίου ὑπεδείξαμεν τὰς ἐλλείψεις αὐτοῦ, καὶ
3538προετείναμεν διαφόρους τροποποιήσεις, βελτιούσας αὐτό. Σή-
3539μερον βλέπω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἀπορρίπτει εἰς τὸν κάλαθον
3540τῶν σκωληκοβρώτων τὸ νομοσχέδιον...
3541§275ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ δεξιῶν). Ὄχι, ὄχι.
3542§276Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ... Ἡ ἐκπαίδευσις ἡ ἐμπορική, μᾶς
3543ἔλεγον, ἐπρόκειτο νὰ ἐξάψῃ τὴν ἐμπορικὴν ἰδιοφυΐαν τῶν
3544Ἑλλήνων. Ἐν τούτοις γίνεται μεγάλη προσπάθεια νὰ ψη-
3545φισθῇ ὁ Προϋπολογισμός, καὶ ν’ ἀπολυθῇ ἡ Βουλή, χωρὶς
3546οὔτε τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, οὐδὲ ἄλλα νὰ ψηφισθῶσι, μένει
3547δὲ ἄνευ ἐξάψεως ἡ Ἑλληνικὴ ἰδιοφυΐα.
3548Ἐγὼ δὲν θὰ ἐπιμείνω ἐπὶ τοῦ ζητήματος, ἀλλὰ θὰ συμ-
3549φωνήσω μετὰ τοῦ κ. συναδέλφου ἐκ Πατρῶν, ὅπως προταχθῇ
3550τὸ νομοσχέδιον περὶ Ἐμπορικῶν Σχολῶν, ἐπὶ τοῦ ὁποίου
3551ἄλλως δὲν θὰ προκληθῇ συζήτησις.
3552§277ΑΧ. ΧΟΙΔΑΣ. Οὐδεμία.
3553§278Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Οὐδεμία.
3554§279Α. ΠΕΤΑΛΑΣ. Νὰ προβῶμεν εἰς τὴν ψηφοφορίαν.
3555§280ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ ψηφοφορία...
3556§281Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, μὴ
3557βιάζεσθε.
3558Ἄν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως δὲν ἐδήλου, ὅτι δὲν
3559ἐννοεῖ νὰ προτάξῃ κανὲν νομοσχέδιον πρὸ τοῦ Προϋπολογι-
3560σμοῦ, δὲν θὰ ἐλάμβανον τὸν λόγον· ἀλλ’ ἐπειδὴ ἐδήλωσε
3561τοῦτο, συνάγω τὸ συμπέρασμα, ὅτι αἱ Ἐμπορικαὶ Σχολαὶ
3562θὰ διαλυθῶσι, διότι οἱ καθηγηταὶ δὲν θὰ πληρώνωνται,
3563ἀφοῦ δὲν θὰ ψηφισθῶσι τὰ σχετικὰ νομοσχέδια.
3564§282ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν μεταβολὴν τῆς ἡμε-
3565ρησίας διατάξεως, ὅπως προταχθῇ τὸ νομοσχέδιον περὶ Ἐμ-
3566πορικῶν Σχολῶν, λέγουσι Ναὶ, οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέ-
3567γουσιν Ὄχι.
3568Ἄρχεται ἡ ψηφοφορία.
3569(Γίνεται ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, ὑπὸ τὴν ἐπι-
3570τήρησιν, ὡς ψηφολεκτῶν, τῶν βουλευτῶν Μιχ. Φωτιάδου
3571καὶ Περ. Ἀλεξάκη, καὶ εἶτα ἡ διαλογή, κατὰ τὸ ἑπόμενον
3572πρωτόκολλον ψηφοφορίας).
Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
3573Ἀνδρέας Πεταλᾶς Ο Μιχαὴλ Φωτιάδης Ο
3574Γεώργιος Κυριαζῆς Ο Γεώργ. Λιδωρίκης Ο
3575Ἀνδρ. Παναγιωτόπουλος Ν Γεώργ. Ἀνδρίτσος Ο
3576Λεων. Μελετόπουλος Ἀρ. Ἀναγνωστόπουλος
3577Κωνστ. Μωραϊτίνης Ο Μιχαὴλ Στελλάκης Ο
3578Εὐστάθ. Ρακόπουλος Ο Κ. Ν. Παπαμιχαλόπουλος
3579Ἐπαμ. Ἐμπειρῖκος Γεώργιος Λύρας Ο
3580Εὐκλείδης Μπίστης Ἐμμ. Ρέπουλης Ο
3581Δημοσθ. Καΐρης Ο Δημήτριος Τσᾶτσος Ο
3582Ἀνδρέας Καρατζᾶς Ο Δημήτριος Τσιτσάρας
3583Κωνστ. Πλατούτσας Ο Κωνστ. Ζῶτος Ο
3584Μιχαὴλ Κωτσᾶκος Γεώργιος Χατζόπουλος Ο
3585Κωνστ. Γ. Καραπᾶνος Διονύσιος Στεφάνου Ο
3586Κωνστ. Κοττίκας Κ. Ἀργασάρης Λομβάρδος Ο
3587Ἰωάννης Καραπᾶνος Ἀλέξ. Σπ. Κ. Ρώμας Ν
3588Εὐάγγελος Γαρουφαλιᾶς Ο Γεώργ. Ρώμας Ο
3589Στέφανος Δραγούμης ἀρν.Ἀνδρ. Σπηλιάδης Ο
3590Νικόλαος Λεβίδης Ν Χρ. Στεφανόπουλος
3591Θεόδωρος Ρετσίνας Χαρίλ. Σπηλιώτης Ν
3592Φωκίων Νέγρης Ο Ἀνδρ. Στεφανόπουλος Ο
3593Νικ. Γιαννηκώστας Ο Πέτρος Αὐγερινός
3594Ἐπαμ. Μιλτ. Κανάρης Ο Χρῆστος Δαραλέξης Ν
3595Δημ. Μ. Καλλιφρονᾶς Ἄγγελος Πετραλιᾶς Ο
3596Θεόδωρ. Φλογαΐτης Ο Ἀθαν. Ἀθανασιάδης
3597Δημ. Γ. Ράλλης Νικόλαος Δαούτης
3598Γεώργιος Μ. Βενιζέλος Ο Παναγ. Παπαχατζῆς
3599Νικ. Γουναράκης Σπ. Ι. Μήλιος Ο
3600Κωνστ. Σταυρόπουλος Βασ. Μαρκεζίνης Ο
3601Ἀλέξ. Γ. Σκουζὲς Ν Νικήτας Συνοδινὸς Ο
3602Ἀνδρέας Στρᾶτος Χριστόφορος Ἀσιμῆς
3603Δημ. Καραγιάννης Τηλέμαχος Δενδρινός
3604Ἀντώνιος Καρτάλης Παναγ. Μαυροκέφαλος Ο
3605Κωνστ. Τοπάλης Ο Ἀλέξ. Θρ. Ζαΐμης Ο
3606Ἀλέξ. Κασσαβέτης Ο Θεόδ. Ζαΐμης Ο
3607Ἀργύριος Φιλιππίδης Παναγ. Θρ. Ζαΐμης Ο
3608Νικόλαος Παπαϊωάννου Αὐγερινὸς Ἀβέρωφ
3609Δημήτριος Γίδας Ἡρακλῆς Καλαμπάκας Ο
3610Νικόλαος Γουλιμῆς Ο Γεώργ. Παπαθανασίου Ο
3611Ἐπαμ. Μαυρομμάτης Περικλῆς Περρωτῆς
3612Περ. Ἀλεξάκης Ν Ἠλίας Μαυρομιχάλης
3613Νικ. Σπυρακόπουλος Ο Γεώργ. Οἰκονομόπουλος
3614Θεόδ. Π. Δηλιγιάννης Δημ. Τερτίπης Ο
3615Θεόδ. Β. Δηλιγιάννης Τιμολέων Ἀδαμόπουλος
3616Χαρίλαος Διγενόπουλος Ο Κωνστ. Ζωγλοπίτης
3617Ἀρ. Πετροπουλάκης Ο Γεώργ. Φραγκίδης
3618Γ. Δ. Πετροπουλάκης Ο Ἰωάν. Καζαμπάκας
3619Σπυρ. Παπαποστόλου Γ. Λυμπερόπουλος Ο
3620Α. Βασιαρδάνης Ο Περ. Μποῦτος Ο
3621Κωνστ. Σαραφιανὸς Ο Ἀριστομ. Πρεβελέγγιος Ο
3622Γ. Χατζηνικολῆς Ο Ἀντ. Μάτσας
3623Παναγ. Λεβέντης Νικ. Κρίσπης
3624Κ. Δούνης Ι. Ναυπλιώτης Ο
3625Γεώργ. Μέρμηγκας Ο Ἐλευθ. Μυκώνιος
3626Γεώργ. Κόρπας Ο Γεώργ. Σισμάνης
3627Τριαντάφ. Πατρίκιος Ο Δ. Φαρμάκης Ο
3628Γεώργ. Θεοτόκης Ο Γεώργ. Πλατανιώτης
3629Μιχαὴλ Θεοτόκης Ἠλίας Ποταμιᾶνος Ο
3630Ἀλκίνοος Ζερβὸς Μιχ. Λαμπρυνίδης Ο
3631Γουλ. Σκάρπας Ο Ι. Βοῦρτσος Ο
3632Βασίλ. Σαμοΐλης Ο Ἀθ. Πετσάλης
3633Σπ. Ἀγάθος Ο Κ. Α. Κουμουνδοῦρος
3634Ν. Τριβόλης Κυριακ. Π. Μαυρομιχάλης
3635Κ. Ἀλαμάνος Γ. Καπετανάκης Ο
3636Κ. Χρηστόπουλος Ο Φώτιος Μοσχούλας
3637Παναγ. Δ. Πετρίδης Ἀσημ. Χριστόπουλος
3638Σωτήρ. Κροκιδᾶς Ο Χαράλ. Κανελλόπουλος
3639Σπ. Νοταρᾶς Ο Θᾶνος Μπασιᾶς
3640Περ. Μεντζελόπουλος Ο Παναγῆς Τυπάλδος Ο
3641Δημ. Δημητριάδης Ο Θεόδ. Βελλιανίτης
3642Ἄθως Ρωμᾶνος Ο Ἀνάργ. Σιμόπουλος
3643Ἀγαμ. Μεταξᾶς Ο Ἀθ. Παπαθανασίου Ο
3644Ἀντ. Μομφερρᾶτος Ο Πέτρος Μόρης
3645Θεόδ. Μαρκέτος Ο Ἰωάν. Γ. Ροῦφος Ν
3646Σπ. Ε. Στάης Ο Α. Παπαγιαννακόπουλος Ν
3647Διον. Καλούτσης Ο Ἀσημάκης Θρ. Ζαΐμης Ο
3648Παν. Χοντζόπουλος Ο Ἀντ. Ρικάκης
3649Νικ. Τσοῦχλος Ο Ἀχιλ. Χοϊδᾶς Ν
3650Χαρ. Κ. Βοζίκης Ο Γ. Παπαδιαμαντόπουλος Ν
3651Θεόδ. Πέρρος Ο Θᾶνος Ροῦφος Κανακάρης
3652Στέφ. Κοπανίτσας Ο Νικ. Μισυρλῆς Ο
3653Γεώργ. Φικιώρης Ν. Καράπαυλος
3654Μελέτιος Ρουσόπουλος Ο Γ. Ράλλης Ο
3655Βρασίδας Λεώπουλος Σπ. Γκεντιλίνης Ο
3656Γεώργιος Μαυρομιχάλης Γερ. Ζερβὸς Ο
3657Ἰωάννης Γιαννακίτσας Ο Κοσμᾶς Δουμπιώτης Ο
3658Ν. Καραστέργιος Νικόλαος Λεωνίδας Ο
3659Δημ. Πιπινόπουλος Διομήδης Κυριακὸς
3660Ἰωάν. Γ. Λάππας Ν Α. Μαυρογορδᾶτος
3661Νικ. Μπουφίδης Ο Α. Λαδόπουλος
3662Περ. Βαλαωρίτης Ο Ν. Βαφειαδάκης
3663Εὐάγγ. Τσαρλαμπᾶς Ο Α. Βιτάλης Ν
3664Γεράσιμος Φίλιππας Ο Δ. Βοκοτόπουλος Ο
3665Ξενοφ. Κυριαζῆς Ο Ι. Γκιὼν Ο
3666Βασ. Βασιλειάδης Κάρολος Βιτάλης
3667Ἀθαν. Εὐταξίας Κωνστ. Ε. Χατζηπέτρος Ο
3668Ν. Τριανταφυλλᾶκος Ο Γ. Κανούτας Ο
3669Παν. Μανέτας Νικ. Ταρμπάζης Ο
3670Ἰωάν. Μπακόπουλος Ν Θεόδ. Κριεμάδης Ν
3671Ἠλ. Ζέγγελης Ο Γ. Ραδινὸς Ο
3672Φίλ. Βάρβογλης Ο Ἀπ. Ζάππας Ο
3673Ἀθ. Κατριβᾶνος Ο Θ. Σαρσέντης Ο
3674Ἠλίας Κοσσονᾶκος Λ. Πονηρόπουλος Ο
3675Γ. Ἀναστασόπουλος Δ. Ἀναστασόπουλος
3676Γ. Νικολαΐδης Δ. Παπατσώρης Ο
3677Κ. Τρικούπης Ο Δ. Κατσᾶνος Ο
3678Λεων. Δεληγεώργης Α. Σκαλτσοδῆμος
3679Σπυρ. Α. ΚουμουνδοῦροςΟ Ν. Τζανετόπουλος Ο
3680Δ. Λυμπερόπουλος Ο Γ. Ροδόπουλος Ο
3681Θεόδ. Λιμπρίτης Α. Πλατῆς Ο
3682Ι. Κουντουριώτης Ο Νικ. Χατζῖσκος
3683Νικ. Τσαμαδὸς Ο Ν. Καλογερόπουλος Ο
3684Παντελῆς Γκίκας Β. Βουδούρης Ο
3685Ἰωσὴφ Γρηγοριάδης Ο Γ. Ἀβέρωφ
3686Κ. Ἀγαθοκλῆς Ο Δ. Κριεζώτης
3687Ι. Τσιριμῶκος Ἀλέξ. Μιλτ. Κανάρης Ο
3688Δημ. Κρίτσας Κ. Μιλτ. Κανάρης
3689§283ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψήφισαν ἐν ὅλῳ 139· ὑπὲρ τῆς προτά-
3690σεως 15, κατ’ αὐτῆς 123, καὶ εἷς ἠρνήθη ψῆφον. Ἑπομέ-
3691νως ἡ πρότασις περὶ προτάξεως τοῦ νομοσχεδίου περὶ Ἐμπο-
3692ρικῶν Σχολῶν ἀπερρίφθη.
3693Συζήτησις ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ...
3694§284Θ. ΚΡΙΕΜΑΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἔχω καὶ ἐγὼ νὰ ζη-
3695τήσω μεταβολὴν τῆς ἡμερησίας διατάξεως... (διαμαρτυρίαι
3696ἐκ δεξιῶν καὶ φωναί: δὲν ἔχομεν ἄλλην πρότασιν).
3697§285ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἀριστερόθεν). Ποῖος τὸ λέγει; (θό-
3698ρυβος).
3699§286Θ. ΚΡΙΕΜΑΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπὶ τῆς ἡμερησίας δια-
3700τάξεως.
3701§287ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσήλθομεν...
3702§288Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχομεν ἀνὰ πᾶσαν στιγμὴν τὸ
3703δικαίωμα νὰ ζητήσωμεν τὴν ἀναβολήν. (Θόρυβος).
3704§289ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσήλθομεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
3705Προβάλλετε ἀναβολὴν τῆς συζητήσεως τοῦ Προϋπολο-
3706γισμοῦ;
3707§290Α. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως.
3708§291ΠΟΛΛΟΙ (ἐξ ἀριστερῶν). Δὲν εἰσήλθομεν.
3709§292ΕΤΕΡΟΙ (ἐκ δεξιῶν). Εἰσήλθομεν.
3710§293ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄλλο ζήτημα, ἂν προβάλλητε ἀναβολὴν
3711τῆς συζητήσεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώ-
3712σει, εἶσθε ἐντὸς τοῦ Κανονισμοῦ. Ἐὰν ζητήσητε νὰ ὁμιλή-
3713σητε ἐπὶ τῆς ἡμερησίας διατάξεως, δὲν εἶσθε ἐντὸς τοῦ Κα-
3714νονισμοῦ.
3715§294Θ. ΚΡΙΕΜΑΔΗΣ. Ὄχι. Ἀλλ’ ὅταν ζητῶ νὰ ἀναβληθῇ
3716τι, ἕπεται ὅτι εἶμαι ἐντὸς τῆς ἡμερησίας διατάξεως...
3717(ζωηραὶ διαμαρτυρίαι ἐκ δεξιῶν καὶ κραυγαί: ὄχι, ὄχι). Σᾶς
3718παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε. Ἐγὼ δέχομαι τὴν γνώμην ὑμῶν.
3719Ζητῶ τὴν ἀναβολὴν τῆς συζητήσεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ,
3720ὑπὸ τὸν ὅρον νὰ ψηφισθῇ τὸ ὑπ’ ἀριθμὸν 6 νομοσχέδιον.
3721§295ΦΩΝΑΙ (ἐκ δεξιῶν). Ἆ! ἆ! (θόρυβος).
3722§296ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀπεφάνθη ἡ Βουλή.
3723§297Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (πρὸς τοὺς ἐν τῇ δεξιᾷ). Μὴ φωνά-
3724ζετε! Τί φωνάζετε ἔτσι; (διαμαρτυρίαι ἐκ δεξιῶν, καὶ ἀν-
3725τεγκλήσεις ἑκατέρωθεν).
3726§298ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Κριεμάδη, δὲν ὑποβάλλετε πρότασιν
3727περὶ ἀναβολῆς τῆς συζητήσεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ;
3728§299Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἔχετε δίκαιον, κ. Πρόεδρε.
3729§300Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Ἀπερρίφθη ἡ πρότασις περὶ προτάξεως τοῦ
3730νομοσχεδίου περὶ Ἐμπορικῶν Σχολῶν, ἀλλ’ ἂν ἄλλη τις
3731πρότασις ἔλθῃ (φωναὶ ἐκ δεξιῶν: ὄχι, ὄχι), βεβαίως ἡ Βουλὴ
3732εἶναι ὑπόχρεως ν’ ἀποφανθῇ ἐπ’ αὐτῆς. Διότι ἀπερρίφθη ἡ
3733πρότασις ἡ ἀφορῶσα τὴν πρόταξιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ Ἐμ-
3734πορικῶν Σχολῶν, δὲν ἕπεται ὅτι ἀπορρίπτονται πᾶσαι αἱ
3735ἄλλαι προτάσεις. (Διαμαρτυρίαι).
3736§301ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς εἶναι, ὅτι δὲν δέ-
3737χεται μεταβολὴν τῆς ἡμερησίας διατάξεως.
3738§302ΠΟΛΛΟΙ (ἀριστερόθεν). Ὄχι, ὄχι.
3739§303ΕΤΕΡΟΙ (δεξιόθεν). Μάλιστα, μάλιστα.
3740§304Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς εἶναι νὰ
3741μὴ προταχθῇ τὸ περὶ Ἐμπορικῶν Σχολῶν μόνον.
3742§305ΠΟΛΛΟΙ (ἐκ δεξιῶν). Ὅλα ἐν γένει.
3743§306Α. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ πρότασις τοῦ κ. Χοϊδᾶ
3744ἐψηφίσθη ῥητῶς. (Διάλογοι θορυβώδεις).
3745§307ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Κριεμάδη, ὑποβάλλετε πρότασιν ἀνα-
3746βολῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ;
3747§308Α. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐθέσατε εἰς
3748ψηφοφορίαν τὴν πρότασιν τοῦ κ. Χοϊδᾶ περὶ προτάξεως ἑνὸς
3749νομοσχεδίου, ἡ ὁποία ἀπερρίφθη. Πρόκειται νὰ εἰσέλθωμεν
3750εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν...
3751§309ΠΟΛΛΟΙ (ἐκ δεξιῶν). Ὄχι, ὄχι. Εἰσήλθομεν.
3752§310Α. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ... Διότι, ἂν εἴχομεν εἰσέλ-
3753θει, βεβαίως δὲν θὰ ἐθέτετε εἰς ψηφοφορίαν τὴν πρότασιν
3754(θόρυβος).
3755§311ΦΩΝΑΙ (ἐκ δεξιῶν). Εἰσήλθομεν, εἰσήλθομεν.
3756§312ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίστε, κύριε Κριεμάδη.
3757§313Θ. ΚΡΙΕΜΑΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, παρακαλῶ, ἂς ἀκου-
3758σθῇ ἡ γνώμη μου, καὶ κατόπιν βλέπομεν.
3759Ἐγὼ νομίζω, ὅτι ἀνὰ πᾶσαν στιγμήν, καθ’ ἣν συζητοῦν-
3760ται ἀντικείμενα ἐκ τῶν ἀναγεγραμμένων εἰς τὴν ἡμερησίαν
3761διάταξιν, ἔχω τὸ δικαίωμα, ὡς Βουλευτής, νὰ ζητήσω μετα-
3762βολήν...
3763§314Κ. ΧΡΗΣΤΟΠΟΥΛΟΣ ΚΑΙ ΑΛΛΟΙ (ἐκ δεξιῶν). Ἔχεις
3764τὸ δικαίωμα νὰ κωλυσιεργῇς!
3765§315ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Μὴ διακόπτετε!... Κύριε Πρόεδρε!...
3766(θόρυβος καὶ ἀντεγκλήσεις ἑκατέρωθεν).
3767§316ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίστε, κύριε Κριεμάδη.
3768§317Θ. ΚΡΙΕΜΑΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε... (ἐξακολουθεῖ ὁ θό-
3769ρυβος).
3770§318Κ. ΖΩΤΟΣ ΚΑΙ ΑΛΛΟΙ. Διατὶ ἀφίνετε, κύριε Πρόεδρε;
3771§319ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑποβάλλει πρότασιν περὶ ἀναβολῆς.
3772§320Κ. ΖΩΤΟΣ. Ὑπεβλήθη ἅπαξ.
3773§321ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν γνωρίζομεν ἀκόμη, τί θὰ εἴπῃ ὁ κ. Βου-
3774λευτής. Πρέπει νὰ ὁμιλήσῃ... Ὁρίστε, κύριε Κριεμάδη.
3775§322Θ. ΚΡΙΕΜΑΔΗΣ. Νὰ διατυπώσω τὴν γνώμην μου. Ἄν
3776δὲν θέλητε νὰ τὴν ἀσπασθῆτε, μοὶ εἶναι ἀδιάφορον. Ἐγὼ
3777σέβομαι τὴν γνώμην σας... (θόρυβος).
3778§323ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡσυχάσετε παρακαλῶ, Κύριοι.
3779§324Θ. ΚΡΙΕΜΑΔΗΣ. Ἐγὼ σέβομαι τὴν γνώμην σας, ἀλλὰ
3780παρακαλῶ νὰ ἀκουσθῇ καὶ ἡ ἰδική μου.
3781§325ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δι’ αὐτὸ σᾶς δίδω τὸ δικαίωμα νὰ ὁμιλή-
3782σητε.
3783§326Θ. ΚΡΙΕΜΑΔΗΣ. Ζητῶ λοιπὸν νὰ προταχθῇ τῆς συ-
3784ζητήσεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ τὸ ὑπ’ ἀριθ. 6 νομοσχέδιον,
3785δηλαδὴ τὸ νομοσχέδιον «περὶ ἀπαλλαγῆς ἀπὸ τῆς ἀποδό-
3786σεως τῶν χορηγηθέντων δυνάμει τοῦ νόμου ͵ΒΦΜʹ τοῦ 1898
3787δανείων». Ἔχω δὲ τὸ δικαίωμα ἐγὼ ἰδίως νὰ προτείνω νὰ
3788συζητηθῇ πρὸ παντὸς ἄλλου ἀναγεγραμμένου ἐν τῇ ἡμε-
3789ρησίᾳ διατάξει τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, διότι μοὶ ἀπεδόθη ἐν-
3790τεῦθεν, ὅτι ἐγὼ ἐξαιρετικῶς ἔφερα ἀντίδρασιν εἰς τὸ νὰ ψη-
3791φισθῇ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο. Ἔχω λοιπὸν τὸ καθῆκον νὰ
3792δείξω, ὅτι ἐκ τῶν πρώτων ἐνδιαφέρομαι νὰ ψηφισθῇ τὸ νο-
3793μοσχέδιον τοῦτο, καὶ παρακαλῶ, καὶ προτείνω εἰς τὴν Βου-
3794λὴν νὰ δεχθῇ νὰ προταχθῇ ἡ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου
3795τούτου, τὸ ὁποῖον θεωρεῖται ἐπεῖγον. Παρακαλῶ δέ, κύριε
3796Πρόεδρε, νὰ ἐρωτηθῇ καὶ ἀποφανθῇ ἡ Βουλή.
3797§327Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, παρακαλῶ. Ἡ πρό-
3798τασις τοῦ κ. Βουλευτοῦ εἶναι προφανῶς ἀπαράδεκτος μετὰ
3799τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς· ἀλλὰ διὰ νὰ λείψωμεν ἀπὸ τὰς
3800συζητήσεις, καὶ ἐπειδὴ καὶ ἐγὼ ἔχω δικαίωμα νὰ ὑποβάλω
3801πρότασιν (φωναὶ ἀριστερόθεν: βεβαιότατα, βεβαιότατα), καὶ
3802ἡ πρότασις, τὴν ὁποίαν θὰ ὑποβάλω, θὰ ἀποκλείῃ πᾶσαν
3803ἄλλην, ὑποβάλλω ῥητὴν πρότασιν, ὅπως πρὸ πάσης συζη-
3804τήσεως παντὸς ἄλλου νομοσχεδίου, ἀναγεγραμμένου ἐν τῇ
3805ἡμερησίᾳ διατάξει, κατὰ τὴν συνεδρίασιν ταύτην προταχθῇ
3806ἡ συζήτησις τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Παρακαλῶ δὲ νὰ τεθῇ εἰς
3807ψηφοφορίαν ἡ πρότασίς μου.
3808§328Θ. ΚΡΙΕΜΑΔΗΣ. Αὐτὴ ἡ πρότασις ἀκριβῶς εἶναι ἀπαρά-
3809δεκτος.
3810§329ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Δὲν εἶναι ἀπαράδεκτος.
3811§330ΠΟΛΛΟΙ (ἐκ δεξιῶν). Καθόλου, καθόλου.
3812§331Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Εἶναι ἀπαράδεκτος, διότι οὐδέποτε
3813εἶναι δυνατὸν ἡ Βουλὴ νὰ παραδεχθῇ ῥητὴν τοιαύτην πρό-
3814τασιν.
3815§332ΠΟΛΛΟΙ (ἐκ δεξιῶν). Διατί;
3816§333Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Διότι, ἂν ἡ Βουλὴ παραδεχθῇ τὴν
3817τοιαύτην πρότασιν τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Λεβαδείας συναδέλφου,
3818ἀφαιρεῖ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα κατέχομεν ἐκ τοῦ Κανονισμοῦ
3819(θόρυβος).
3820§334ΦΩΝΑΙ (ἐκ δεξιῶν). Ἆ! ἆ!
3821§335Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε, νὰ ἡσυ-
3822χάσουν οἱ ἀνάρθρως κραυγάζοντες.
3823Ἐπεθύμουν νὰ ἀκούσω τοὺς ἀξιοτίμους Κυρίους, οἵτινες
3824ὑποστηρίζουσι τὴν ἀρχὴν, ὅτι δὲν δύναται ἀνὰ πᾶσαν στιγ-
3825μὴν νὰ ζητήσῃ τις τὴν πρόταξιν νομοσχεδίων, νὰ μοὶ ὑπο-
3826δείξωσι τὸ ἄρθρον τοῦ Κανονισμοῦ, τὸ ὁποῖον ἀναγράφει τοῦτο.
3827§336Θ. ΦΛΟΓΑΪΤΗΣ. Ἀναγνώσατε σεῖς τὸ ἄρθρον σας.
3828§337Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Τὸ ἄρθρον τοῦ Κανονισμοῦ, τὸ ὁποῖον
3829ζητεῖ ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς συνάδελφος κ. Φλογαΐτης, εἶ-
3830ναι τὸ ἄρθρον 29 (ἀναγινώσκει): «Πᾶσα πρότασις περὶ ἀνα-
3831βολῆς τοῦ ὑπὸ συζήτησιν ἀντικειμένου, ἢ περὶ προτάξεως
3832ἄλλων ἀντικειμένων ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει, δέον νὰ ὑπο-
3833στηρίζηται ὑπὸ δέκα ἄλλων Βουλευτῶν». Οὕτως, ὅταν ἀνὰ
3834πᾶσαν στιγμὴν δέκα Βουλευταὶ ὑποστηρίζωσι τὴν μεταβο-
3835λὴν τῆς ἡμερησίας διατάξεως, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀρνηθῇ
3836ἡ Βουλὴ οὔτε τὴν συζήτησιν περὶ μεταβολῆς τῆς ἡμερησίας
3837διατάξεως, οὔτε τὴν ψήφισιν ἐπὶ τῆς προτάξεως ταύτης, χω-
3838ρὶς νὰ παραβιάσῃ ῥητὰς διατάξεις τοῦ Κανονισμοῦ.
3839Τὰ δόγματα, τὰ ὁποῖα εἰσάγει σήμερον ὁ ἀξιότιμος ἐκ
3840Λεβαδείας Βουλευτὴς, εἶναι ἀληθῶς πρωτοφανῆ, ἡ δὲ πρα-
3841κτικὴ τοῦ Κοινοβουλίου ἐδέχθη καὶ ἀποδεικνύει ἐκεῖνο, τὸ
3842ὁποῖον πρὸ μικροῦ ὑπεστήριξα· μοὶ φαίνεται δὲ περίεργον,
3843πῶς ὁ ἀξιότιμος φίλος μου κ. Βουλευτὴς Λεβαδείας, ὅστις
3844ἐπὶ τοσαύτας Συνόδους ὑπῆρξε Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, τοιαύ-
3845την τινὰ πρότασιν ἔφερεν, ἀντιτιθεμένην εἰς τὸν Κανονισμὸν
3846τῆς Βουλῆς. Ἐνθυμοῦμαι, ὅτι ὁ κ. Μπουφίδης εἶχε ζητήσει
3847τὴν μετάφρασιν τοῦ Ἰταλικοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς, καὶ
3848δὲν γνωρίζω τίνος ἄλλου, ὅπως, εἰσάγων διατάξεις τινὰς
3849ἐκεῖθεν εἰς τὸν ἡμέτερον Κανονισμὸν, ἀφαιρέσῃ τὰ δικαιώ-
3850ματα καὶ τὰς ἐλευθερίας, τὰς ὁποίας ἔχουσιν οἱ Βουλευταί.
3851Καὶ αὐτὰ μὲν θέλομεν συζητήσει, ὅταν ἐπιστῇ ποτε ἡ ὥρα·
3852ἤδη ὅμως αἱ προτάσεις αὗται αἱ ῥηταὶ, αἱ παραβιάζουσαι
3853βουλευτικὰ δικαιώματα, ἐφ’ ὅσον ἰσχύει ὁ παρὼν Κανονισμὸς,
3854δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γείνωσι δεκταὶ, προκειμένου μάλιστα
3855περὶ δικαιωμάτων, τὰ ὁποῖα ἀποτελοῦσιν ἢ τὴν ἐλευθερίαν
3856τοῦ λόγου, ἢ ἕτερα δικαιώματα συναφῆ.
3857Δηλῶ ἀπὸ τοῦδε, Κύριοι, ὅτι, ἐν ᾗ περιπτώσει ἤθελον
3858ἐπιβληθῆ τοιαῦταί τινες ἔκτροποι προτάσεις, μαρτυροῦσαι
3859αὐθαιρεσίαν καὶ βίαν, ἐγὼ ἀνὰ πᾶν λεπτὸν τῆς ὥρας θὰ
3860φέρω καὶ ἀνὰ μίαν πρότασιν ἐνστάσεως ἀπαρτίας... (Σφο-
3861δραὶ διαμαρτυρίαι ἐκ τῆς δεξιᾶς, ἐγειρομένων τῶν Βουλευ-
3862τῶν, καὶ ἀντεγκλήσεις ἑκατέρωθεν).
3863§338Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Θὰ παρατείνωμεν τὴν συζήτησιν μέ-
3864χρις ὅτου ψηφίσωμεν τὸν Προϋπολογισμόν! (Ζωηραὶ ἐπι-
3865δοκιμασίαι ἐκ δεξιῶν, διαμαρτυρίαι ἐξ ἀριστερῶν).
3866§339ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ τῆς δεξιᾶς). Μάλιστα· ἄνευ
3867διακοπῆς.
3868§340ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Δὲν θὰ προχωρήσητε οὔτε βῆμα!
3869Ἀδιακόπως θ’ ἀναγινώσκηται ὁ κατάλογος, διὰ νὰ μάθητε
3870νὰ ἀπειλῆτε!
3871§341Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Αὐτὸ, τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ ἀξιότιμος
3872κύριος Βουλευτὴς ἐκ Κερκύρας, εἶναι δικαίωμα τῆς Βουλῆς
3873νὰ ἐπιμείνῃ, καὶ δύναται νὰ τὸ ἐνασκήσῃ βεβαίως ἡ πλειονο-
3874ψηφία· ἀλλὰ δικαίωμα εἶναι καὶ ἡμῶν νὰ φέρωμεν τὴν ἔν-
3875στασιν, διὰ νὰ ἴδωμεν, τίνες θὰ κουρασθῶσιν, ἡμεῖς οἱ ἀγω-
3876νιζόμενοι ὑπὲρ τῶν βουλευτικῶν δικαιωμάτων, ἢ σεῖς, οἵτι-
3877νες ζητεῖτε νὰ παραβιάσητε τὸν Κανονισμόν. (Ἐπιδοκιμασίαι
3878ἐκ τῆς ἀριστερᾶς).
3879§342Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ὅταν οἱ κύριοι Βουλευταὶ τῆς Ἀντι-
3880πολιτεύσεως ὁμιλῶσι περὶ δικαιωμάτων καὶ ὑποχρεώσεων,
3881δὲν γνωρίζω διατὶ τὰ μὲν δικαιώματα κρατοῦσιν ἀπαξά-
3882παντα δι’ ἑαυτοὺς, εἰς ἡμᾶς δ’ ἐπιβάλλουσι μόνον ὑποχρεώ-
3883σεις. Οὕτως ἠκούσατε πρὸ μικροῦ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Πα-
3884ξῶν λέγοντος, ὅτι παρεβίασα τὰ δικαιώματά του, ὑποβα-
3885λὼν πρότασιν ἀποκλείουσαν τὴν ἰδικήν των. Ἐθεώρησεν, ὅτι
3886ἡμεῖς δὲν ἔχομεν δικαίωμα νὰ ὑποβάλλωμεν προτάσεις, ὅταν
3887μάλιστα αὗται τείνωσι ν’ ἀποκλείσωσι τὰς ἰδικάς των. Ἐγὼ
3888ὑπέβαλον πρότασιν ἀκριβῶς ὁμοίαν πρὸς ἐκείνην, τὴν ὁποίαν
3889ὑπέβαλε πρὸ μικροῦ ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Τρικκάλων.
3890Τί ἐζήτησεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Τρικκάλων; Ὁ κ. Βουλευ-
3891τὴς ἐκ Τρικκάλων ἐζήτησε νὰ προταχθῇ τοῦ Προϋπολογι-
3892σμοῦ ἡ συζήτησις ἑτέρου νομοσχεδίου, ἀναγεγραμμένου ἐν
3893τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει. Εἶπον ἐν ἀρχῇ, ὅτι ἡ πρότασις τοῦ
3894κ. Βουλευτοῦ ἐκ Τρικκάλων εἶναι ἀπαράδεκτος· περὶ τού-
3895του οὐδεμία δύναται νὰ ὑπάρξῃ ἀμφιβολία, διότι, γενομέ-
3896νης ὁμοίας προτάσεως ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Πατρῶν, ἡ
3897Βουλὴ δι’ ἀποφάσεώς της αὐτὴν τὴν στιγμὴν ἀπεφάνθη,
3898ὅτι πρέπει νὰ προταχθῇ ἡ ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ συζή-
3899τησις...
3900§343Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ προταχθῇ ὁ Προϋπολογισμὸς
3901τοῦ νομοσχεδίου περὶ Ἐμπορικῶν Σχολῶν.
3902§344Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μαντινείας θέ-
3903λει νὰ παίξῃ μὲ τὰς λέξεις, ἀλλὰ τὸ πρᾶγμα εἶναι αὐτό...
3904§345Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Τὸ ἐδήλωσεν ὁ κ. Πρόεδρος
3905τῆς Κυβερνήσεως σαφῶς.
3906§346Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ... Διότι κατὰ τίνα τρόπον ἦλθεν εἰς
3907συζήτησιν ἡ πρότασις τοῦ κυρίου Βουλευτοῦ ἐκ Πατρῶν;
3908Ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς ἀνήγγειλεν, ὅτι εἰσῆλθεν ἡ Βουλὴ
3909εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, καὶ ὅτι πρῶτον ἀντικείμενον
3910αὐτῆς εἶναι ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ὁ κύριος
3911Βουλευτὴς ἐκ Πατρῶν ἐπρότεινε νέαν πρότασιν περὶ μετα-
3912βολῆς τῆς ἡμερησίας διατάξεως. Ποία εἶναι ἡ ἔννοια τῆς
3913προτάσεως τοῦ κυρίου Βουλευτοῦ ἐκ Πατρῶν; Ἡ ἔννοια τῆς
3914προτάσεως τοῦ κυρίου Βουλευτοῦ ἐκ Πατρῶν εἶναι νὰ μὴ
3915προταχθῇ ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἀλλὰ τὸ
3916νομοσχέδιον περὶ Ἐμπορικῶν Σχολῶν. Νομίζω, ὅτι εἶναι
3917τόσον καταφανὲς τὸ πρᾶγμα, ὥστε δὲν χρήζει περαιτέρω
3918ἀναπτύξεως. Αὕτη εἶναι ἡ ἔννοια τῆς προτάσεως τοῦ κυρίου
3919Βουλευτοῦ ἐκ Πατρῶν, νὰ προταχθῇ τῆς συζητήσεως τοῦ
3920Προϋπολογισμοῦ ἡ συζήτησις ἄλλου νομοσχεδίου. Ἡ Βου-
3921λὴ τί εἶπεν; Ἡ Βουλὴ εἶπε: «δὲν δέχομαι τὴν πρότασιν
3922τοῦ κυρίου Βουλευτοῦ ἐκ Πατρῶν, ἀλλὰ θέλω» τί; ποία
3923εἶναι ἡ ἔννοια τῆς ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς; «θέλω νὰ συ-
3924ζητηθῇ ὁ Προϋπολογισμός». Τούτου οὕτως ἔχοντος, δὲν εἶ-
3925ναι δυνατὸν νὰ ἔλθῃ εἰς συζήτησιν ἄλλη πρότασις. Ἐκεῖνο,
3926τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Παξῶν, ὅτι κατὰ τὸν
3927Κανονισμὸν ἔχει τὸ δικαίωμα πᾶς Βουλευτὴς νὰ ζητῇ τὴν
3928μεταβολὴν τῆς ἡμερησίας διατάξεως, βεβαίως εἶναι ὀρθὸν,
3929ἀλλὰ πάντως ὑπὸ ἕνα ὅρον, ἀφοῦ ἐξαντληθῇ πρότερον ἡ συ-
3930ζήτησις ἐπὶ τοῦ θέματος, ὅπερ συνεπείᾳ ἀποφάσεως τῆς Βου-
3931λῆς πρόκειται νὰ συζητηθῇ. Ταῦτα οὕτως ἔχουσι κατὰ τὸν
3932Κανονισμόν. Ἀλλ’ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Παξῶν ἠπείλησεν, ὅτι
3933ἀνὰ πᾶσαν στιγμὴν θὰ ὑποβάλλῃ ἔνστασιν ἀπαρτίας, ἐν ᾗ
3934περιπτώσει δὲν ἀναγνωρίσωμεν, ὅτι τὰ δικαιώματα τῶν
3935Βουλευτῶν συγκεντροῦσι μόνον οἱ κύριοι Βουλευταὶ τῆς πτέ-
3936ρυγος ἐκείνης (δεικνύει τὴν ἀριστεράν), ἡμεῖς δὲ ὑποβαλλό-
3937μεθα μόνον εἰς ὑποχρεώσεις, μεταξὺ τῶν ὁποίων καὶ ἡ βα-
3938ρυτάτη καὶ ἀνιαρὰ ὑποχρέωσις, νὰ ἀκούωμεν πᾶν ὅ,τι ἀπο-
3939φασίζωσι νὰ λέγωσι, χωρὶς νὰ ἔχωμεν τὸ δικαίωμα ν’ ἀντι-
3940τάξωμεν καὶ ἡμεῖς δικαιώματα ἐκ τοῦ Κανονισμοῦ ἀπορρέ-
3941οντα, ἀλλὰ καὶ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα ἐκ τῆς πλειονοψη-
3942φίας, τὴν ὁποίαν ἐκπροσωποῦμεν, ἔχομεν. Τί εἶπον ἐγώ,
3943ἀντιτασσόμενος εἰς τὴν πρότασιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Τρικ-
3944κάλων, ὁ ὁποῖος προέτεινε νὰ προταχθῇ τῆς συζητήσεως
3945τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἡ συζήτησις ἑτέρου νομοσχεδίου; Διὰ
3946νὰ παύσῃ, εἶπον, ἡ συζήτησις περὶ τοῦ παραδεκτοῦ ἢ μὴ
3947τῆς προτάσεως τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Τρικκάλων, ὑποβάλλω
3948ἐγὼ ἰδίαν πρότασιν: ἡ Βουλὴ κατὰ τὴν ἑσπέραν ταύτην,
3949κατὰ προτίμησιν, νὰ προβῇ εἰς τὴν συζήτησιν ἐπὶ τοῦ Προ-
3950ϋπολογισμοῦ. Ὁ κύριος Βουλευτὴς εἰς τὴν πρότασιν ταύτην
3951ἐξανέστη, ἰσχυριζόμενος, ὅτι δὲν ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ ὑπο-
3952βάλω τοιαύτην πρότασιν, ἀλλὰ μόνον ὁ κ. Βουλευτὴς ἔχει
3953δικαίωμα νὰ ὑποβάλλῃ προτάσεις πρὸς μεταβολὴν τῆς ἡμε-
3954ρησίας διατάξεως. Ἀλλὰ διὰ νὰ μὲ ψέξῃ διὰ τὴν ὑποβολὴν
3955τῆς προτάσεως ἐπεκαλέσθη πρᾶξίν μου, ἐφ’ ᾗ δικαιοῦμαι νὰ
3956καυχῶμαι, ἐπεκαλέσθη τουτέστιν, ὅτι, καθ’ ὃν χρόνον εἶχον
3957τὴν τιμὴν νὰ διατελῶ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, μετέφρασα καὶ
3958διένειμα εἰς τοὺς κυρίους Βουλευτὰς τὸν Κανονισμὸν τῆς
3959Ἰταλικῆς καὶ τῆς Γαλλικῆς Βουλῆς, καὶ ὁ κ. Βουλευτὴς ὑπε-
3960στήριξεν, ὅτι ἐποιησάμην τοῦτο, διότι ἐνόουν, ὅπως, τροπο-
3961ποιουμένου τοῦ Κανονισμοῦ κατὰ τὸ σύστημα τοῦ Κανονισμοῦ
3962τὸ κρατοῦν ἐν Ἰταλίᾳ καὶ Γαλλίᾳ, περιορίσω τὰς ἐλευθερίας,
3963ὧν ἀπολαύουσι διὰ τοῦ ἐν ἰσχύϊ Κανονισμοῦ οἱ κύριοι Βου-
3964λευταί. Ἐὰν ὁ Κανονισμὸς τῶν ἐργασιῶν τοῦ Κοινοβουλίου
3965τοῦ μᾶλλον φιλελευθέρου Κράτους, τοῦ Ἰταλικοῦ, καὶ ὁ τῆς
3966δημοκρατουμένης Γαλλίας περιέχωσι περιορισμοὺς τῆς ἐλευ-
3967θερίας τῶν Βουλευτῶν,— τῆς ἀληθοῦς ἐλευθερίας, ἥτις δὲν
3968μεταβάλλει τὰς μειονοψηφίας εἰς τυράννους τῆς πλειονοψη-
3969φίας, — κηρύσσω δημοσίᾳ ἀπὸ τῆς ἕδρας ταύτης, ὅτι δέχομαι
3970αὐτὴν τὴν μομφὴν, διότι βεβαίως δὲν ἔχω τὴν ἰδέαν, ὅτι
3971ἡμεῖς ἐδῶ ἔχομεν τὸ δικαίωμα νὰ παριστάμεθα λάτρεις τῶν
3972ἐλευθεριῶν περισσότερον ἢ ὅσον δικαιοῦνται τὸ Γαλλικὸν
3973καὶ τὸ Ἰταλικὸν ἔθνος. Ἐὰν μετέφρασα τότε τὸν Κανονι-
3974σμὸν τῆς Ἰταλικῆς Βουλῆς, ἠθέλησα νὰ παράσχω τὴν εὐ-
3975καιρίαν εἰς τοὺς κυρίους συναδέλφους, ἵνα μελετήσωσιν αὐ-
3976τὸν καὶ ἴδωσιν, ὅτι τὰ τῆς διεξαγωγῆς τῶν ἐργασιῶν τῆς
3977Βουλῆς παρ’ ἡμῖν διεξάγονται κατὰ τρόπον, ὁ ὁποῖος μᾶς
3978ὁδηγεῖ ἀσφαλῶς εἰς τὴν κατάργησιν τῶν κοινοβουλευτικῶν
3979ἐλευθεριῶν καὶ τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος, καὶ ἵνα
3980προλάβω τοῦτο, εἰς ὃ ἀκατασχέτως φερόμεθα, ὑπέδειξα εἰς
3981τοὺς κυρίους Βουλευτὰς, πῶς ἐννοοῦν νὰ ἐργάζωνται τὰ συν-
3982αίσθησιν τῶν καθηκόντων καὶ τῆς ἀξιοπρεπείας αὐτῶν ἔχοντα
3983Κοινοβούλια. Διότι, ἐὰν βαδίζωμεν ὡς βαδίζομεν, ἐξευτελί-
3984ζοντες τὸ πολίτευμα, θὰ ἔλθῃ ἐποχὴ, κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ
3985Ἑλληνικὸς λαὸς θὰ ἐξεγερθῇ σύσσωμος καὶ θὰ εἰσέλθῃ ἐν
3986τῷ περιβόλῳ τούτῳ, ἵνα μᾶς ἐκδιώξῃ, οὐχὶ ὡς ἀχρήστους
3987μόνον, ἀλλὰ καὶ ὡς ἐπιβλαβεῖς.
3988§347Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς θὰ
3989ἐξεγερθῇ κατὰ τῶν διαπραττομένων ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ,
3990καὶ ἀπορῶ διατὶ δὲν ἐξηγέρθη εἰσέτι, ἀλλὰ βεβαίως θὰ ἐξε-
3991γερθῇ κατὰ τῆς πλειονοψηφίας, ἡ ὁποία, ἐρειδομένη ἐπὶ τῆς
3992ἀριθμητικῆς δυνάμεως αὑτῆς, ζητεῖ τὴν 3ην ὥραν μετὰ τὸ
3993μεσονύκτιον νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ Προϋπολογι-
3994σμοῦ, καὶ, ὡς ἐδήλωσεν ὁ ἀξιότιμος κ. ἡγέτης τῆς πλειο-
3995νοψηφίας, θὰ μείνῃ ἐνταῦθα μέχρι τῆς ψηφίσεως αὐτοῦ...
3996§348Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Τὴν δήλωσίν μου ἐποιησάμην ἀπέναντι
3997τῆς ἀπειλῆς, ἡ ὁποία ἐλέχθη, ὅτι ἀνὰ πᾶν λεπτὸν θὰ προ-
3998βάλληται ἔνστασις περὶ μὴ ἀπαρτίας.
3999§349Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Πολὺ εὐχαρίστως ἀκούω τὴν ἐξή-
4000γησιν ταύτην, καὶ ἤθελον ἐκφράσει τὴν λύπην μου διὰ τὰς
4001θεωρίας, τὰς ὁποίας ὁ φίλος μου κύριος Βουλευτὴς ἐκ Λε-
4002βαδείας ἐξήνεγκεν, ἐὰν δὲν μὲ ηὐχαρίστει ἡ εὐκαιρία, τὴν
4003ὁποίαν ἔσχον, νὰ ἀκούσω τῆς εὐγλωττίας αὐτοῦ.
4004Κατὰ τὸν ἰσχύοντα Κανονισμόν, τοῦ ὁποίου συντάκτης
4005εἶναι ὁ ἀξιότιμος κ. Πρωθυπουργός, κατὰ πᾶσαν στιγμὴν
4006ἕκαστος Βουλευτὴς ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ζητῇ τὴν μεταβο-
4007λὴν τῆς ἡμερησίας διατάξεως. Τοῦτο ἀναγράφει ὁ Κανονισμὸς
4008ἐν ἄρθρῳ 29...
4009§350ΑΛΕΞ. Θ. ΖΑΙΜΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἀφοῦ περατωθῇ
4010ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ πρώτου θέματος.
4011§351Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως... Λαμβάνω ὑπ’ ὄψιν
4012τὴν ἱστορίαν τῆς προτάσεως, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλεν ὁ κύριος
4013Χοϊδᾶς. Ὅτε ὁ κ. Χοϊδᾶς ἐζήτησε παρὰ τῆς Βουλῆς νὰ προ-
4014ταχθῇ τὸ νομοσχέδιον περὶ Ἐμπορικῶν Σχολῶν τῆς συζητή-
4015σεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἐκραυγάζετε ὁλόκληρος ἡ πλειο-
4016νοψηφία, καὶ ὁ κύριος Πρόεδρος παρετήρει εἰς τὸν κύριον
4017Χοϊδᾶν, ὅτι δὲν εἰσήλθομεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, καὶ
4018δὲν ἔχει δικαίωμα νὰ φέρῃ τοιαύτην πρότασιν· ὅτε δὲ εἰσ-
4019ήλθομεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, καὶ ἕτεροι Βουλευταὶ
4020ἐζήτησαν νὰ προταχθῇ ἕτερον νομοσχέδιον, τότε ὅλοι ἰσχυ-
4021ρίσθητε τὸ ἀντίθετον, ὅτι εἰσήλθομεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διά-
4022ταξιν, καὶ εἶναι ἀπαράδεκτος πᾶσα τοιαύτη πρότασις. Ἀλλὰ,
4023Κύριοι, ποία εἶναι ἡ πρότασις τοῦ κυρίου Χοϊδᾶ; Ἠρωτήθη
4024ἡ Βουλή, ἂν πρέπει νὰ προταχθῇ τῆς συζητήσεως τοῦ Προ-
4025ϋπολογισμοῦ ἡ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ Ἐμπορικῶν
4026Σχολῶν, καὶ ἡ Βουλὴ εἶπε, νὰ προταχθῇ ἡ συζήτησις τοῦ
4027Προϋπολογισμοῦ τῆς συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου περὶ Ἐμ-
4028πορικῶν Σχολῶν. Τίς ἐπαναφέρει τὸ αὐτὸ ζήτημα; Τίς δὲν
4029ἐσεβάσθη τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς; Τὴν ἀπόφασιν τῆς
4030Βουλῆς, ἡ ὁποία ἀπεφάνθη, ὅτι ὁ Προϋπολογισμὸς πρέπει
4031νὰ προταχθῇ τῆς συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου περὶ Ἐμπο-
4032ρικῶν Σχολῶν, πάντες ἀπεδέχθημεν· ἀλλ’ ἕτερος ἀξιότιμος
4033συνάδελφος ἐνόμισεν, ὅτι μᾶλλον κατεπείγουσα συζήτησις
4034εἶναι ἡ τοῦ νομοσχεδίου ἐκείνου, τὸ ὁποῖον αὐτὸς προέτεινε
4035νὰ προταχθῇ τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Κατὰ τί θίγεται ἡ ἀπό-
4036φασις τῆς Βουλῆς; Κατὰ δὲ τὴν πρότασιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ
4037ἐκ Λεβαδείας, ζητεῖται τὸ ἀμετάβλητον τῆς ἡμερησίας δια-
4038τάξεως· ζητεῖτε δηλαδὴ ἀπὸ τὴν Βουλὴν ν’ ἀποφανθῇ, ὅτι
4039πρὸ τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ οὐδὲν ἕτερον νο-
4040μοσχέδιον δύναται νὰ προταχθῇ. Τοῦτο εἶναι αὐτόχρημα
4041ἀποκλεισμὸς τῶν δικαιωμάτων τῆς Βουλῆς, κατὰ τὰ ὁποῖα
4042δύναται αὕτη ἀνὰ πᾶσαν στιγμὴν νὰ μεταβάλλῃ τὴν ἡμε-
4043ρησίαν διάταξιν. Τίς δύναται, κύριοι Βουλευταὶ, νὰ ἐμπο-
4044δίσῃ τὴν Βουλὴν νὰ δεχθῇ, ὁπόταν θελήσῃ, ὡς μᾶλλον κατε-
4045πεῖγον τοῦ νομοσχεδίου περὶ Ἐμπορικῶν Σχολῶν ἕτερον
4046νομοσχέδιον, καὶ τὸ ἕτερον τοῦτο νομοσχέδιον νὰ δεχθῇ ὡς
4047μᾶλλον κατεπεῖγον καὶ τῆς συζητήσεως τοῦ Προϋπολογι-
4048σμοῦ; Διὰ τοῦτο φρονῶ, ὅτι πρέπει νὰ ζητηθῇ ἡ ἀπόφασις
4049τῆς Βουλῆς ἐπὶ τῆς προτάσεως τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ κ.
4050Κριεμάδη, καίτοι ἐγὼ οὐδεμίαν ἔχω ἐλπίδα, ὅτι θὰ γείνῃ
4051ἀποδεκτὴ ἡ πρότασις τοῦ κυρίου Κριεμάδη, διότι οἱ 123 θὰ
4052εἴπωσιν ὅ,τι θὰ εἴπῃ ὁ κύριος Πεταλᾶς, ὁ πρῶτος ἐν τῷ
4053καταλόγῳ.
4054§352Θ. ΚΡΙΕΜΑΔΗΣ. Ἀφορμὴν εἰς τὴν προκειμένην συζή-
4055τησιν ἔδωκεν ἡ πρότασίς μου· ἀλλ’ ἐγεννήθη τὸ ζήτημα ἐκ
4056μέρους τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐκ Λεβαδείας, ὅτι ἡ πρό-
4057τασίς μου εἶναι ἀπαράδεκτος, ἀκριβῶς ἐπὶ τῷ λόγῳ, ὅτι ἡ
4058πρότασις τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Πατρῶν συναδέλφου ἐνέχει τὴν
4059ἔννοιαν, ὅτι ἀπορριπτομένης ταύτης ἀποκλείεται πᾶσα ἄλλη
4060πρότασις περὶ προτάξεως ἑτέρου νομοσχεδίου, καὶ ἐπὶ τούτῳ
4061τῷ λόγῳ ἔφερε καὶ πρότασιν, ἵνα καὶ δι’ ἀποφάσεώς της ἡ
4062Βουλὴ ἀποδώσῃ τὴν ἔννοιαν ταύτην εἰς τὴν πρότασιν τοῦ
4063κ. Βουλευτοῦ ἐκ Πατρῶν. Ἀλλὰ, κύριε Πρόεδρε, πρέπει νὰ
4064ἐξετάσωμεν, ἐὰν ἀληθῶς ἐπρόκειτο περὶ μὴ προτάξεως καὶ
4065ἄλλων νομοσχεδίων τῆς συζητήσεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ.
4066Ἀλλὰ δὲν πρόκειται περὶ τούτου. Ὁ κ. Βουλευτὴς Πατρῶν
4067ἐξήσκησεν ἴδιον δικαίωμα, καὶ οὗτος κατ’ οὐδὲν ἀφαιρεῖ τὰ
4068ἄλλα δικαιώματα τῶν λοιπῶν Βουλευτῶν. Ἐγὼ δὲν ἐζή-
4069τησα ἐκ νέου νὰ προταχθῇ τὸ νομοσχέδιον περὶ Ἐμπορικῶν
4070Σχολῶν ἐν Ἀθήναις καὶ Πάτραις· τὴν πρόταξιν τοῦ νομο-
4071σχεδίου αὐτοῦ, ἐξασκῶν ἴδιον δικαίωμα, ἐζήτησεν ὁ κ. Βου-
4072λευτὴς Πατρῶν· ἐγὼ δὲ, ἀσκῶν ἴδιον δικαίωμα, ἐζήτησα
4073νὰ προταχθῇ ἄλλο νομοσχέδιον, καὶ τὸ δικαίωμα τοῦτο οὐ-
4074δεὶς δύναται νὰ μοῦ ἀφαιρέσῃ. Ἐγὼ λοιπὸν δὲν ἐπαναλαμ-
4075βάνω τὴν πρότασιν τοῦ Βουλευτοῦ Πατρῶν, ἀλλὰ φέρω ἰδίαν
4076πρότασιν, καθ’ ὃ ἔχω δικαίωμα, ἀπὸ τοῦ ὁποίου δὲν δύνα-
4077ται νὰ μὲ ἀποκλείσῃ ὁ Βουλευτὴς Πατρῶν διὰ τῆς προτά-
4078σεώς του, ἥτις ἀπερρίφθη. Ἑπομένως παρακαλῶ νὰ θέσητε
4079τὴν πρότασίν μου εἰς ψηφοφορίαν.
4080§353ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέτω εἰς ψηφοφορίαν τὴν πρότασίν σας...
4081§354Θ. ΚΡΙΕΜΑΔΗΣ. Θὰ προσθέσω ἀκόμη...
4082§355Θ. ΖΑΙΜΗΣ. Ὁμιλεῖ διὰ τρίτην φορὰν, κύριε Πρόεδρε!
4083§356Θ. ΚΡΙΕΜΑΔΗΣ. Δύο λέξεις θὰ εἴπω. Ἡ πρότασις τοῦ
4084κ. Βουλευτοῦ Λεβαδείας εἶναι ἀπαράδεκτος, διότι δι’ αὐτῆς
4085οὐδὲν ἄλλο σκοπεῖται ἢ ἡ κατάργησις τῆς διατάξεως τοῦ
4086ἄρθρου 29 τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς. Λοιπὸν ἡ πρότασις
4087τοῦ ἐκ Λεβαδείας συναδέλφου, δι’ ἧς ἐζήτει, ἵνα διὰ μιᾶς
4088ψηφοφορίας ἀφαιρεθῶσι τὰ δικαιώματα τῶν Βουλευτῶν, ὅπως
4089ζητῶσι τὴν πρόταξιν οἱουδήποτε νομοσχεδίου, ἢ τὴν μετα-
4090βολὴν τῆς ἡμερησίας διατάξεως, ἡ πρότασις ἡ σκοποῦσα τὴν
4091κατάργησιν τῶν δικαιωμάτων, τὰ ὁποῖα οἱ Βουλευταὶ στη-
4092ρίζουσιν ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 29 τοῦ Κανονισμοῦ, εἶναι ἀπαράδε-
4093κτος, καὶ πρέπει ν’ ἀπορριφθῇ παρὰ τῆς Βουλῆς.
4094§357Γ. ΡΑΔΙΝΟΣ. Δὲν ἔσχον, Κύριοι, τὴν εὐτυχίαν κατὰ τὴν
4095παρελθοῦσαν συνεδρίασιν νὰ ἀκούσω τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Τρικ-
4096κάλων Βουλευτοῦ, ὑποβαλόντος ἐπερώτησίν τινα περὶ νομο-
4097σχεδίου, ὅπερ φέρεται ἕκτον ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει. Ἀλλ’
4098ὡς μὲ ἐβεβαίωσαν ἄλλοι ἔντιμοι συνάδελφοι, ὁ κ. Βουλευ-
4099τὴς ἐκ Τρικκάλων ἦτο ὅλως ἀντιθέτου γνώμης ἐκείνης, τὴν
4100ὁποίαν σήμερον ὑποστηρίζει, ἐν σχέσει μὲ τὸ παρὸν νομο-
4101σχέδιον. Τότε ὁ κ. συνάδελφος ἐφρόνει, ὅτι τὰ 6 ἑκατομμύ-
4102ρια δραχμῶν δὲν ἔπρεπε νὰ διανεμηθῶσιν εἰς τοὺς δυστυχεῖς
4103Θεσσαλούς· προχθὲς οἱ Θεσσαλοί, εὐτυχεῖς καὶ πλούσιοι κατ’
4104αὐτόν, εἶχον νὰ πληρώσουν, σήμερον ὅμως μεταβάλλει γνώμην.
4105Ἐγὼ, κύριε Πρόεδρε, δὲν θέλω νὰ ἐλέγξω τὴν ἀπότομον
4106ταύτην μεταστροφὴν τοῦ κ. Βουλευτοῦ· ἐπειδὴ ὅμως φρονῶ,
4107ὅτι ἡ παρεμβληθεῖσα πρότασις ἐγένετο πρὸς σκοπόν, ὅπως
4108ματαιώσῃ τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς καὶ παρεμποδίσῃ τὴν
4109ψήφισιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, καὶ ἐπειδὴ φρονῶ, ὅτι ἡ Κυ-
4110βέρνησις μετὰ τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ θέλει
4111προτάξει τοῦτο τὸ νομοσχέδιον, θέλω καταψηφίσει τὴν πρό-
4112τασιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ.
4113§358ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ θέσω εἰς ψηφοφορίαν τὴν πρότασιν τοῦ
4114κυρίου Κριεμάδη.
4115§359Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπειδὴ ὁσά-
4116κις πρόκειται νὰ ὁμιλήσῃ τις ἐξ ἡμῶν ἐντεῦθεν, οἱ κύριοι
4117τῆς πτέρυγος ἐκείνης φωνάζουσιν, ὅτι καταπατοῦμεν εἴτε
4118τὸν Κανονισμόν, εἴτε τὸ Σύνταγμα, ἐπεθύμουν νὰ ἐρωτήσω
4119τοὺς ἐκεῖθεν συνταγματολόγους, καὶ ἰδίως τὸν κύριον Φλο-
4120γαΐτην: δὲν καταπατεῖται τὸ Σύνταγμα, ὅταν ἡ μειονοψη-
4121φία θέλῃ νὰ ἐπιβάλῃ τὴν γνώμην της εἰς τὴν πλειονοψηφίαν;
4122Ἡ γνώμη τῆς πλειονοψηφίας δὲν εἶναι ἡ ἐπικρατεστέρα;
4123Τοῦτο θέλω νὰ μάθω.
4124Ὁ σκοπὸς λοιπὸν ὁ καθαρὸς δὲν εἶναι αὐτός, τὸν ὁποῖον
4125πολὺ καλῶς γνωρίζετε· ὁ σκοπὸς εἶναι, πῶς νὰ παρακωλύ-
4126σωσι τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς. Ἂς εἶναι βέβαιοι ὅμως, ὅτι
4127οἱ Βουλευταὶ τῆς πλειονοψηφίας θὰ παραμείνωσι νὰ ψηφί-
4128σωσι τὸν Προϋπολογισμὸν καὶ πολλὰ νομοσχέδια. Τοῦτο
4129δ’ ἐπεβεβαίωσεν ἡ ἔλευσις ἐνταῦθα μετὰ τὰς Ἀπόκρεω τῶν
4130Βουλευτῶν τῆς Συμπολιτεύσεως, περὶ τῶν ὁποίων οἱ κύριοι
4131συνάδελφοι τῆς πτέρυγος ἐκείνης ἔλεγον, ὅτι δὲν θὰ ἐπανέλ-
4132θωσι.
4133§360Θ. ΦΛΟΓΑΙΤΗΣ. Μετὰ τὴν πρώτην ψηφοφορίαν οἱαδή-
4134ποτε ἄλλη πρότασις εἶναι ἀπαράδεκτος. Ἀλλοίμονον, ἐὰν
4135παραδεχθῶμεν, ὅτι τὸ ἄρθρον 29 τοῦ Κανονισμοῦ ἔχει ἄλλην
4136σημασίαν!
4137§361ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν τοῦ κυρίου
4138Κριεμάδη, ἵνα προταχθῇ τὸ ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει ὑπ’
4139ἀριθ. 6 νομοσχέδιον, λέγουσι Ναὶ, οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέ-
4140γουσιν Ὄχι.
4141(Γίνεται ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, ὑπὸ τὴν ἐπι-
4142τήρησιν, ὡς ψηφολεκτῶν, τῶν βουλευτῶν Μιχ. Φωτιάδου καὶ
4143Περ. Ἀλεξάκη, καὶ εἶτα ἡ διαλογή, κατὰ τὸ ἑπόμενον πρω-
4144τόκολλον ψηφοφορίας).
Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
4145Ἀνδρέας Πεταλᾶς ΟἈνδρέας Στρᾶτος
4146Γεώργιος Κυριαζῆς ΟΔημ. Καραγιάννης
4147Ἀνδρ. Παναγιωτόπουλος ΝἈντώνιος Καρτάλης
4148Λεων. Μελετόπουλος Κωνστ. Τοπάλης Ο
4149Κωνστ. Μωραϊτίνης ΟἈλέξ. Κασσαβέτης Ο
4150Εὐστάθ. Ρακόπουλος ΝἈργύριος Φιλιππίδης
4151Ἐπαμ. Ἐμπειρῖκος Νικόλαος Παπαϊωάννου
4152Εὐκλείδης Μπίστης Δημήτριος Γίδας
4153Δημοσθ. Καΐρης Ο
4154Ἀνδρέας Καρατζᾶς Νικόλαος Γουλιμῆς Ο
4155Κωνστ. Πλατούτσας ΟἘπαμ. Μαυρομμάτης
4156Μιχαὴλ Κωτσᾶκος Περ. Ἀλεξάκης Ν
4157Κωνστ. Γ. Καραπᾶνος Νικ. Σπυρακόπουλος Ο
4158Κωνστ. Κοττίκας Θεόδ. Π. Δηλιγιάννης Ν
4159Ἰωάννης Καραπᾶνος Θεόδ. Β. Δηλιγιάννης
4160Εὐάγγελος Γαρουφαλιᾶς ΟΧαρίλαος Διγενόπουλος Ο
4161Στέφανος Δραγούμης ΝἈρ. Πετροπουλάκης Ο
4162Νικόλαος Λεβίδης ΝΓ. Λ. Πετροπουλάκης Ο
4163Θεόδωρος Ρετσίνας Μιχαὴλ Φωτιάδης Ν
4164Φωκίων Νέγρης ΟΓεώργ. Λιδωρίκης Ο
4165Νικ. Γιαννηκώστας ΟΓεώργ. Ἀνδρίτσος Ο
4166Ἐπαμ. Μιλτ. Κανάρης ΟἈρ. Ἀναγνωστόπουλος
4167Δημ. Μ. Καλλιφρονᾶς Μιχαὴλ Στελλάκης Ο
4168Θεόδωρ. Φλογαΐτης ΟΚ. Ν. Παπαμιχαλόπουλος
4169Δημ. Γ. Ράλλης Γεώργιος Λύρας Ο
4170Γεώργιος Μ. Βενιζέλος ΟἘμμ. Ρέπουλης Ο
4171Νικ. Γουναράκης Δημήτριος Τσᾶτσος Ο
4172Κωνστ. Σταυρόπουλος Δημήτριος Τσιτσάρας
4173Ἀλέξ. Γ. Σκουζὲς ΝΚωνστ. Ζῶτος Ο
4174Γεώργιος Χατζόπουλος ΟΘεόδ. Μαρκέτος Ο
4175Διονύσιος Στεφάνου ΟΣπ. Ε. Στάης Ο
4176Κ. Ἀργασάρης ΛομβάρδοςΟΔιον. Καλούτσης Ο
4177Ἀλέξ. Σπ. Κ. Ρώμας ΝΠαν. Χοντζόπουλος Ο
4178Γεώργ. Ρώμας ΟΝικ. Τσοῦχλος Ο
4179Ἀνδρ. Σπηλιάδης ΟΧαρ. Κ. Βοζίκης Ο
4180Χρ. Στεφανόπουλος Θεόδ. Πέρρος Ο
4181Χαρίλ. Σπηλιώτης Στέφ. Κοπανίτσας Ο
4182Ἀνδρ. Στεφανόπουλος ΟΓεώργ. Φικιώρης
4183Πέτρος Αὐγερινὸς Μελέτιος Ρουσόπουλος Ο
4184Χρῆστος Δαραλέξης ΝΒρασίδας Λεώπουλος
4185Ἄγγελος Πετραλιᾶς ΟΓεώργιος Μαυρομιχάλης
4186Ἀθαν. Ἀθανασιάδης Ἰωάννης Γιαννακίτσας Ν
4187Νικόλαος Δαούτης Ν. Καραστέργιος
4188Παναγ. Παπαχατζῆς Δημ. Πιπινόπουλος
4189Σπ. Ι. Μήλιος ΟἸωάν. Γ. Λάππας Ν
4190Βασ. Μαρκεζίνης ΟΝικ. Μπουφίδης Ο
4191Νικήτας Συνοδινὸς ΟΠερ. Βαλκωρίτης Ο
4192Χριστόφορος Ἀσιμῆς Εὐάγγ. Τσαρλαμπᾶς
4193Τηλέμαχος Δενδρινὸς Γεράσιμος Φίλιππας Ο
4194Παναγ. Μαυροκέφαλος ΟΞενοφ. Κυριαζῆς Ο
4195Ἀλέξ. Θρ. Ζαΐμης ΟΒασ. Βασιλειάδης
4196Θεόδ. Ζαΐμης ΟἈθαν. Εὐταξίας
4197Παναγ. Θρ. Ζαΐμης ΟΝ. Τριανταφυλλᾶκος Ο
4198 Παν. Μανέτας
4199Αὐγερινὸς Ἀβέρωφ Ἰωάν. Μπακόπουλος Ν
4200Ἡρακλῆς Καλαμπάκας ΟἨλ. Ζέγγελης Ο
4201Γεώργ. Παπαθανασίου ΟΦίλ. Βάρβογλης Ο
4202Περικλῆς Περρωτῆς Ἀθ. Κατριβᾶνος Ο
4203Ἠλίας Μαυρομιχάλης Ἠλίας Κοσσονᾶκος
4204Γεώργ. Οἰκονομόπουλος Γ. Ἀναστασόπουλος
4205Δημ. Τερτίπης ΟΓ. Νικολαΐδης
4206Τιμολέων Ἀδαμόπουλος Κ. Τρικούπης Ο
4207Κωνστ. Ζωγλοπίτης Λεων. Δεληγεώργης
4208Γεώργ. Φραγκίδης Σπυρ. Α. Κουμουνδοῦρος Ο
4209Ἰωάν. Καζαμπάκας Δ. Λυμπερόπουλος Ο
4210Σπυρ. Παπαποστόλου Γ. Λυμπερόπουλος Ο
4211Α. Βασαρδάνης ΟΠερ. Μποῦτος Ο
4212Κωνστ. Σαραφιανὸς ΟἈριστομ. Πρεβελέγγιος Ο
4213Γ. Χατζηνικολῆς ΟἈντ. Μάτσας
4214Παναγ. Λεβέντης Νικ. Κρίσπης
4215Κ. Δούνης Ι. Ναυπλιώτης Ο
4216Γεώργ. Μέρμηγκας ΟἘλευθ. Μυκώνιος
4217Γεώργ. Κόρπας ΟΓεώργ. Σισμάνης
4218Τριαντάφ. Πατρίκιος ΟΔ. Φαρμάκης Ο
4219Γεώργ. Θεοτόκης ΟΓεώργ. Πλατανιώτης
4220Μιχαὴλ Θεοτόκης Ἠλίας Ποταμιᾶνος Ο
4221Ἀλκίνοος Ζερβὸς Μιχ. Λαμπρυνίδης Ο
4222Γουλ. Σκάρπας ΟΙ. Βοῦρτσος Ο
4223Βασίλ. Σαμοΐλης ΟἈθ. Πετσάλης Ν
4224Σπ. Ἀγάθος ΟΚ. Α. Κουμουνδοῦρος
4225Ν. Τριβόλης ΟΚυριακ. Π. Μαυρομιχάλης
4226Κ. Ἀλαμᾶνος Γ. Καπετανάκης Ο
4227Κ. Χρηστόπουλος ΟΦώτιος Μοσχούλας
4228Παναγ. Δ. Πετρίδης Ἀσημ. Χριστόπουλος
4229Σωτήρ. Κροκιδᾶς ΟΧαράλ. Κανελλόπουλος
4230Σπ. Νοταρᾶς ΟΘᾶνος Μπασιᾶς
4231Περ. Μεντζελόπουλος ΟΠαναγῆς Τυπάλδος Ο
4232Δημ. Δημητριάδης ΟΘεόδ. Βελλιανίτης
4233Ἄθως Ρωμᾶνος ΟἈνάργ. Σιμόπουλος
4234Ἀγαμ. Μεταξᾶς Ἀθ. Παπαθανασίου Ο
4235Ἀντ. Μομφερρᾶτος ΟΠέτρος Μόρης
4236Ἰωάν. Γ. Ῥοῦφος ΟΓ. Ῥαδινὸς Ο
4237Α. Παπαγιαννακόπουλος ΝἈπ. Ζάππας Ο
4238Ἀσημάκης Θρ. Ζαΐμης ΟΘ. Σαρσέντης Ο
4239Ἀντ. Ῥικάκης Α. Πονηρόπουλος Ο
4240Ἀχιλ. Χοϊδᾶς ΝΔ. Ἀναστασόπουλος
4241Γ. Παπαδιαμαντόπουλος Δ. Παπατσώρης Ο
4242Θᾶνος Ῥοῦφος Κανακάρης Δ. Κατσᾶνος Ο
4243Νικ. Μισυρλῆς ΟΑ. Σκαλτσοδῆμος
4244Ν. Καράπαυλος Ν. Τζανετόπουλος Ο
4245Γ. Ῥάλλης Γ. Ῥοδόπουλος Ν
4246Σπ. Γκεντιλίνης ΟΘεόδ. Λιμπρίτης
4247Γερ. Ζερβὸς ΟΙ. Κουντουριώτης Ο
4248Κοσμᾶς Δουμπιώτης ΟΝικ. Τσαμαδὸς Ο
4249Νικόλαος Λεωνίδας ΟΠαντελῆς Γκίκας
4250Διομήδης Κυριακὸς Ἰωσὴφ Γρηγοριάδης Ν
4251Α. Μαυρογορδᾶτος Κ. Ἀγαθοκλῆς Ο
4252Α. Λαδόπουλος Ι. Τσιριμῶκος
4253Ν. Βαφειαδάκης Δημ. Κρίτσας
4254Α. Βιτάλης ΝΑ. Πλατῆς Ο
4255Δ. Βοκοτόπουλος ΟΝικ. Χατζῖσκος
4256Ι. Γκιὼν ΟΝ. Καλογερόπουλος Ο
4257Κάρολος Βιτάλης Β. Βουδούρης Ο
4258Κωνστ. Ε. Χατζηπέτρος ΝΓ. Ἀβέρωφ
4259Γ. Κανούτας ΟΔ. Κριεζώτης
4260Νικ. Ταρμπάζης ΟἈλέξ. Μιλτ. Κανάρης
4261Θεόδ. Κριεμάδης ΝΚ. Μιλτ. Κανάρης Ο
4262§362ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψήφισαν ἐν ὅλῳ 137, ἐξ ὧν 116 κατὰ
4263τῆς προτάσεως, καὶ 21 ὑπὲρ αὐτῆς. Ἑπομένως ἡ πρότασις
4264περὶ προτάξεως τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἀπαλλαγῆς ἀπὸ τῆς
4265ἀποδόσεως τῶν χορηγηθέντων δυνάμει τοῦ νόμου ͵ΒΦΜʹ τοῦ
42661898 δανείων» ἀπερρίφθη ὑπὸ τῆς Βουλῆς.
4267Συζήτησις ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐσόδων καὶ ἐξό-
4268δων τοῦ Κράτους τῆς χρήσεως τοῦ 1902.
4269Τὸν λόγον ἔχει ὁ κύριος Μαυρομιχάλης.
4270§363ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Ὁ εἰσηγητὴς
4271πρέπει νὰ ὁμιλήσῃ πρῶτος.
4272§364ΕΤΕΡΟΙ. Δὲν ἀναβάλλομεν δι’ αὔριον; Τοιαύτην ὥραν
4273συζήτησις ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ!
4274§365ΚΥΡ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Δὲν θὰ ὁμιλήσῃ ὁ εἰση-
4275γητὴς τῆς πλειονοψηφίας;
4276§366ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶσθε σεῖς ἐγγεγραμμένος, κύριε Μαυρομι-
4277χάλη, νὰ ὁμιλήσητε.
4278§367ΑΣΗΜ. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω ὅτι τὸ προκεχωρη-
4279κὸς τῆς ὥρας, ἀλλὰ καὶ ὁ σεβασμός, τὸν ὁποῖον ὀφείλομεν
4280νὰ ἔχωμεν πρὸς τὸν μέλλοντα νὰ ἀγορεύσῃ, ὑπαγορεύει νὰ
4281ἀναβάλωμεν τὴν συζήτησιν δι’ αὔριον. Διὰ τοῦτο προτείνω
4282ν’ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις τοῦ Προϋπολογισμοῦ διὰ τὴν αὔριον.
4283§368ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν περὶ ἀναβολῆς πρό-
4284τασιν τοῦ κ. Χριστοπούλου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν.
4285(Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη.
4286Ὁ κύριος Μαυρομιχάλης ἔχει τὸν λόγον.
4287§369ΚΥΡ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ
4288Κράτους, ὅστις ἤδη προβάλλεται ὑπὸ τὴν κρίσιν ἡμῶν, —
4289ἐκτὸς ἐλαχίστων παραλλαγῶν, ἀναξίων προσοχῆς, — παρέ-
4290χει πιστὴν εἰκόνα καὶ πιστὸν ἀντίγραφον τοῦ Προϋπολογι-
4291σμοῦ τῶν προκατόχων, ὅπως καὶ ἡ πολιτεία τῶν ἐν τοῖς
4292πράγμασι τυγχάνει πιστὴ συνέχεια τῆς πολιτείας τῶν κατα-
4293λιπόντων τὴν ἀρχὴν, εἰς τρόπον ὥστε ὁμολογοῦμεν, ὅτι εὑ-
4294ρισκόμεθα ἔν τινι ἀμηχανίᾳ, μὴ γνωρίζοντες ἀκριβῶς πρὸς
4295τίνα πρέπει ν’ ἀποταθῶμεν. Πρέπει τάχα ν’ ἀποταθῶμεν
4296πρὸς τοὺς καθημένους ἐπὶ τῶν ὑπουργικῶν ἑδωλίων, ἢ πρέ-
4297πει μᾶλλον ν’ ἀποταθῶμεν πρὸς τοὺς παρακαθημένους ἰσχυ-
4298ροὺς ὑποβολεῖς;
4299Καὶ εἶναι μὲν ἀληθές, ὅτι ἐζητήθη καὶ ἐπετεύχθη τεσ-
4300σαρακονθήμερος διακοπὴ τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς, εἰς τὴν
4301ὁποίαν σιωπηρῶς προσετέθησαν καὶ ἄλλαι τριάκοντα ἡμέραι,
4302πλὴν ἡ παρατεταμένη αὕτη διακοπὴ τῶν ἐργασιῶν τῆς Βου-
4303λῆς—ὡς ἐκ τῶν ὑστέρων ἀπεδείχθη—σκοπὸν δὲν εἶχε τὴν
4304σύνταξιν ἢ τὴν μελέτην νέου Προϋπολογισμοῦ, στηριζομέ-
4305νου ἐπὶ νέων βάσεων, σκοπὸν δὲν εἶχε τὴν ὑποβολὴν νομο-
4306σχεδίων, προωρισμένων νὰ ἐγκαινίσωσι νέαν περίοδον εἴτε
4307οἰκονομικῆς, εἴτε διοικητικῆς, εἴτε στρατιωτικῆς ἀνορθώσεως
4308τῆς χώρας. Ὄχι, Κύριοι. Ταῦτα πάντα τὴν φορὰν ταύτην
4309ἐθεωρήθησαν περιττά. Περιττὰ ἐθεωρήθησαν καὶ τὰ προσχή-
4310ματα, περιττὰ ἐθεωρήθησαν καὶ τὰ προγράμματα. Ἤδη δὲν
4311πρόκειται πλέον, ὡς ἄλλοτε, οὔτε περὶ νέων ἀνδρῶν, οὔτε
4312περὶ νέων ἰδεῶν. Ἐπρόκειτο ἁπλῶς νὰ προπαρασκευασθῇ διὰ
4313παντὸς μέσου, θεμιτοῦ καὶ ἀθεμίτου, ἡ παράτασις τῆς παρού-
4314σης πολιτικῆς καταστάσεως, ἐπρόκειτο ἁπλῶς νὰ πιστο-
4315ποιηθῇ, ὅτι, ἂν τὰ πρόσωπα ἐξηφανίσθησαν, σαρωθέντα ὑπὸ
4316τοῦ κύματος τῆς λαϊκῆς ὀργῆς, τὰ πράγματα μένουσι τὰ
4317αὐτά, ἀκέραια καὶ ἀναλλοίωτα! Καὶ ἰδοὺ διατὶ εὑρισκό-
4318μεθα πρὸ τοιούτου Προϋπολογισμοῦ.
4319Τί δ’ ἔστιν ὁ Προϋπολογισμὸς οὗτος; Ἐὰν ῥίψωμεν ἓν
4320βλέμμα γενικώτερον, θέλομεν ἀμέσως πεισθῆ, ὅτι τὸ αὐτὸ
4321πάντοτε πνεῦμα, ὡς καὶ ἐν τῷ παρελθόντι, διέπει αὐτόν,
4322πνεῦμα δηλονότι πολυτελείας, πνεῦμα παντελοῦς ἐλλείψεως
4323φειδοῦς πρὸς τὸ δημόσιον χρῆμα. Ἐνῷ δὲ ὁ ταλαίπωρος
4324Ἑλληνικὸς λαὸς ἀπηνῶς φορολογεῖται, ἀναγκαζόμενος νὰ
4325πτύσῃ εἰς τὸ πρόσωπον τοῦ εἰσπράκτορος καὶ τὸν τελευταῖον
4326αὐτοῦ ὀβολόν, ὁ ὑμέτερος Προϋπολογισμὸς μεγαλοπρεπῶς
4327ἀνέρχεται εἰς δυσθεώρητα ὕψη, ὑπερβὰς τὰ 115 ἑκατομμύ-
4328ρια ἐν τοῖς ἐξόδοις τοῦ Κράτους, χωρὶς, ἐννοεῖται, νὰ ἔχω-
4329μεν οὐδὲν τῶν ἀντισηκωμάτων ἐκείνων, ἅτινα ἠδύναντο
4330κἄπως νὰ δικαιολογήσωσι τὴν τοιαύτην ἐν ταῖς δαπάναις
4331ἀστοργίαν, τὴν τοιαύτην διασπάθησιν τοῦ δημοσίου πλού-
4332του. Ἀρκεῖ νὰ σᾶς εἴπω ἐν παραδείγματι, ὅτι, ἐνῷ ἐπὶ τῆς
4333Κυβερνήσεως τοῦ σεβαστοῦ ἐκ Γόρτυνος πολιτευτοῦ κατὰ
4334τὸ ἔτος 1896 ἐδαπανήθησαν, ὡς τοῦτο προκύπτει ἐκ τοῦ
4335ἀπολογισμοῦ τοῦ 1896, διὰ τὴν δημοσίαν ἀσφάλειαν δραχ-
4336μαὶ 2,592,785, ἔκτοτε μετ’ ἐκπλήξεως καὶ ὀδύνης παρα-
4337τηροῦμεν, ὅτι διὰ τὴν αὐτὴν δημοσίαν ἀσφάλειαν δαπανᾶ-
4338ται πλέον τοῦ ἑνὸς ἑκατομμυρίου ἐπὶ πλέον, καὶ ταῦτα πάντα
4339διὰ νὰ ἔχωμεν τὴν περίφημον ἐκείνην ἀστυνομίαν, περὶ ἧς
4340τοσοῦτος πάταγος καθ’ ἑκάστην γίνεται ἐν τῇ αἰθούσῃ
4341ταύτῃ, καὶ τοσαύτη ἀγανάκτησις παράγεται ἐν πᾶσιν ἀνε-
4342ξαιρέτως τοῖς τμήμασι τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου. Ταῦτα
4343πάντα, λέγω, διὰ νὰ μὴ ἔχωμεν οὔτε ἀστυνομίαν, οὔτε δη-
4344μοσίαν ἀσφάλειαν, ὡς ἀφελῶς ἀνωμολόγησαν καὶ οἱ πρώην
4345καὶ οἱ νῦν Ὑπουργοί. Ἀρκεῖ νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι, ἐνῷ διὰ τὸ
4346γεωργικὸν τμῆμα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ τὴν
4347συντήρησιν τῶν γεωργικῶν σταθμῶν ἐδαπανήθησαν κατὰ τὸν
4348ἀπολογισμὸν τοῦ 1897 περὶ τὰς 75,000 δραχμαί, ἐν τῷ
4349Προϋπολογισμῷ τοῦ 1902 ἀναγράφεται ποσὸν δρ. 536,000,
4350δηλαδὴ ἥμισυ περίπου ἑκατομμύριον ἐπὶ πλέον.
4351Βεβαίως δὲν εἴμεθα ἡμεῖς ἐκεῖνοι, οἵτινες θέλομεν ψέξει
4352τὸν θεσμὸν τῶν γεωργικῶν σταθμῶν, τοῦ ὁποίου ὑπήρξαμεν,
4353ὡς γνωστόν, οἱ εἰσηγηταὶ ἐν τῇ Βουλῇ, θεσμόν, ὅστις τοσοῦ-
4354τον καλοὺς παρήγαγε καρπούς. Θέλομεν μόνον νὰ παραστή-
4355σωμεν διὰ τῆς παρατάξεως τῶν κονδυλίων τούτων, ὁποία
4356τάσις ὑπάρχει ἀπό τινος χρόνου πρὸς τὰς ἀμέτρους δαπάνας.
4357Ἐπειδὴ δὲ ταυτοχρόνως παρατηροῦμεν, ὅτι ἐκτὸς τῆς τά-
4358σεως ταύτης ὑπάρχει καὶ ἄλλη τάσις, ὅπως αἱ δημόσιαι ὑπη-
4359ρεσίαι, ὡς καὶ τὰ δημόσια χρήματα, ἀπαλλάσσωνται τοῦ
4360ἐλέγχου τῆς Βουλῆς, δηλοῦμεν, ὅτι θέλομεν κατὰ πόδας
4361παρακολουθήσει τὴν τοιαύτην τακτικὴν, ὅπως ἀνεύρωμεν, ποῦ
4362καὶ πῶς ἀκριβῶς θέλουσι δαπανηθῆ ποσὰ τοσοῦτον ὑπέρογκα.
4363Πλὴν ὁ σκοπὸς ἡμῶν σήμερον δὲν εἶναι νὰ ἐπικαλεσθῶ-
4364μεν μόνον τὴν εὐγλωττίαν τῶν ἀριθμῶν. Θέλομεν ἴσως πρά-
4365ξει τοῦτο ἐν ἄλλῃ ὁμιλίᾳ. Ἡμεῖς κυρίως προτιθέμεθα σή-
4366μερον νὰ ἐρευνήσωμεν, ποῖα τὰ αἴτια, ἅτινα ἀπό τινων ἐτῶν
4367παρέχουσι τοὺς τοιούτους ἀριθμοὺς καὶ τοὺς τοιούτους Προ-
4368ϋπολογισμούς. Κυρίως προτιθέμεθα νὰ ἐγκύψωμεν ἐπὶ τῶν
4369αἰτίων, ἅτινα, κατὰ τὴν κρίσιν ἡμῶν, παράγουσι τὴν τοιαύ-
4370την πολιτικὴν κατάστασιν, τὴν τοιαύτην ἔκλυσιν τῆς διοι-
4371κήσεως. Τὸ αἴτιον, καθ’ ἡμᾶς, εἶναι ἀναμφισβήτητον· εἶναι
4372ἡ πλημμελὴς λειτουργία τοῦ πολιτεύματος. Ὅταν εἰς τὴν
4373διεύθυνσιν τῶν κοινῶν καλῶνται αἱ μειονοψηφίαι, ὅταν ἐπι-
4374μόνως καλῶνται ἐκεῖνοι ἀκριβῶς, οἵτινες κατεδικάσθησαν
4375ὑπὸ τῆς ψήφου τοῦ λαοῦ, ὅταν διὰ τῆς ἐπανειλημμένης χρή-
4376σεως τῶν προνομιῶν τοῦ Στέμματος, ὅταν διὰ τῶν ἀλλε-
4377παλλήλων καὶ ἀδικαιολογήτων διακοπῶν τῶν ἐργασιῶν τοῦ
4378Νομοθετικοῦ Σώματος ματαιῶται ὁ ἔλεγχος τῆς Βουλῆς,
4379ματαιῶται ἡ ἔγκαιρος συζήτησις, ἡ ἔγκαιρος ἐπιψήφισις τοῦ
4380Προϋπολογισμοῦ, ὅταν, λέγω, συμβαίνωσι πάντα ταῦτα,
4381καὶ ἄλλα πολλά, τῶν ὁποίων δὲν θέλω νὰ ἀναμνησθῶ ἐν-
4382ταῦθα, βεβαίως δὲν δυνάμεθα νὰ ἰσχυρισθῶμεν, ὅτι τὸ κοι-
4383νοβουλευτικὸν πολίτευμα κατηργήθη ἐπισήμως παρ’ ἡμῖν,
4384δυνάμεθα ὅμως ἀσφαλῶς νὰ εἴπωμεν, ὅτι τὸ κοινοβουλευτι-
4385κὸν πολίτευμα νοθεύεται, ἐκμηδενίζεται, ὄχι βεβαίως χάριν
4386τοῦ τόπου, ἀλλὰ χάριν ὡρισμένων προσώπων. Τίς δὲ ἤθελε
4387ποτὲ φαντασθῆ, ὅτι μετὰ τὸν πόλεμον πέντε ὁλόκληρα ἔτη
4388ἤθελον ἀπολεσθῆ εἰς δοκιμὰς καὶ πειράματα, ἅτινα οὐδε-
4389μίαν ἔχουσι σχέσιν οὔτε πρὸς τὴν οἰκονομικὴν, οὔτε πρὸς
4390τὴν διοικητικὴν, οὔτε πρὸς τὴν στρατιωτικὴν ἀνασύνταξιν
4391τῆς χώρας;
4392Ὡμίλησα, Κύριοι, περὶ ὡρισμένων προσώπων, σπεύδω δὲ
4393νὰ ὁμολογήσω ἐνταῦθα, ὅτι οὐδεμίαν αἰσθάνομαι ῥοπὴν ἢ
4394κλίσιν πρὸς τὴν ἀπολυταρχίαν ἢ τὰς προσωπικὰς Κυβερνή-
4395σεις, καθόσον θεωρῶ ταύτας ἐπιβλαβεῖς μὲν εἰς τὸν τόπον,
4396λίαν δὲ ἐπικινδύνους, πρὸ πάντων δὲ ἐκείνους, οἵτινες ἐπι-
4397χειροῦσιν αὐτάς. Ἐπιβλαβεῖς εἰς τὸν τόπον, διότι καταργοῦσι
4398τὸν ἔλεγχον καὶ ἐνθρονίζουσι τὴν αὐθαιρεσίαν· ἐπικινδύνους,
4399διότι μετατοπίζουσι τὰς εὐθύνας ἀπὸ τῶν ἑδωλίων τῶν
4400Ὑπουργῶν εἰς ἄλλας ὑψηλοτέρας σφαίρας.
4401Πλὴν, ἐὰν δὲν στέργω νὰ ἀποδεχθῶ ἢ νὰ ἐπιδοκιμάσω
4402τὰς τοιαύτας ἐπιχειρήσεις, ἐννοῶ ἐν τούτοις μέχρι τινὸς
4403αὐτάς. Ἐννοῶ δηλαδὴ, ὅτι ὑπὸ τὸ βάρος τῆς μεγάλης δυσ-
4404φορίας, ἣν ἐν ταῖς ψυχαῖς ἡμῶν γεννᾷ ἡ κακοδαιμονία τοῦ
4405τόπου, εἶναι δυνατὸν νὰ σκεφθῇ τις πρὸς στιγμήν, — χωρὶς
4406νὰ μελετήσῃ ἐπισταμένως, ποῖα τὰ ἀληθῆ αἴτια τῆς κακο-
4407δαιμονίας ἡμῶν ταύτης — ν’ ἀποσβέσῃ ἐν τῇ χώρᾳ τὸν πυ-
4408ρῆνα πάσης πολιτικῆς δράσεως καὶ πρωτοβουλίας, καὶ νὰ
4409καταπνίξῃ πᾶσαν ἀντίδρασιν καὶ ἀντιλογίαν, προερχομένην
4410ἐκ τῆς ἐξελίξεως τῶν ἐλευθέρων συζητήσεων. Ἐννοῶ, ὅτι
4411εἶναι δυνατὸν νὰ σκεφθῇ τις πρὸς στιγμὴν, ὅπως ἀντὶ τῶν
4412ἀνησυχιῶν καὶ τῶν εὐγενῶν θορύβων τῶν ἐλευθέρων θεσμῶν
4413προτιμηθῇ ἡ μηχανικὴ λειτουργία τῶν ἀπολύτων Κυβερ-
4414νήσεων. Δυνατὸν νὰ φρονῇ τις μέχρι τινὸς, ὅτι οἱ ἐκλογι-
4415κοὶ ἀγῶνες, ὅτι αἱ κοινοβουλευτικαὶ διαμάχαι καὶ ἔριδες,
4416ὅτι αἱ διὰ τοῦ Τύπου ἄμετροι συζητήσεις παρέχουσι μεί-
4417ζονα μειονεκτήματα ἢ πλεονεκτήματα, καὶ συνεπῶς, ὅτι ὁ
4418τόπος δύναται νὰ σκεφθῇ, ἐὰν πρέπει τὴν τύχην αὐτοῦ νὰ
4419ἐμπιστευθῇ εἰς τὰς χεῖρας ἑνὸς καὶ μόνου. Ἐννοῶ, λέγω,
4420πάντα ταῦτα, διότι οἱ τοιαῦτα διανοούμενοι καὶ οἱ τοιαῦτα
4421ἐπιχειροῦντες προφανῶς προκινδυνεύουσι, προβάλλοντες ἕνα
4422εὐγενῆ σκοπὸν, τὴν βελτίωσιν τῶν κοινῶν.
4423Ἀλλ’ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον δὲν ἐννοῶ, — ὁμολογῶ δὲ, ὅτι δὲν
4424δύναμαι νὰ ἐννοήσω, — εἶναι τὸ ἑξῆς: πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ
4425συλλάβῃ τις τὴν παράδοξον ἰδέαν, ἵνα ἀποδέχηται καὶ χο-
4426ρηγῇ πρὸς ἕνα λαὸν τὴν καθολικὴν ψηφοφορίαν μετὰ τῆς
4427ἐλευθερίας τῶν ἐκλογῶν, τὴν ἐλευθερίαν τοῦ βήματος μετὰ
4428τῆς ἐλευθερίας τοῦ Τύπου, ὑπὸ τὸν ὅρον, ὅτι ὁ λαὸς οὗτος
4429δὲν θέλει χρησιμοποιήσει πάντα ταῦτα, ἢ μᾶλλον εἰπεῖν,
4430ὅτι θέλει εἰς μάτην ποιεῖσθαι χρῆσιν τούτων ἁπάντων· πῶς
4431εἶναι δυνατὸν νὰ λέγῃ τις πρὸς ἕνα λαόν: «ἐκλέξατε ἐλευ-
4432θέρως τοὺς ὑμετέρους ἀντιπροσώπους, ἵνα οὗτοι ἐλευθέρως
4433συζητήσωσιν ἐπὶ τῶν δημοσίων ὑποθέσεων, καὶ ἐλευθέρως
4434ἀποφασίσωσι περὶ τῆς τύχης ὑμῶν, πλὴν τελικῶς οὔτε αἱ
4435γνῶμαι ὑμῶν, οὔτε αἱ ἐνδείξεις ὑμῶν θέλουσι παντάπασι
4436ληφθῆ ὑπ’ ὄψιν, καθόσον δὲν τυγχάνετε ἀρκούντως νοήμο-
4437νες, δὲν τυγχάνετε ἀρκούντως πεφωτισμένοι, ὅπως κατα-
4438νοήσητε τὰ ἀληθῆ ὑμῶν συμφέροντα!»
4439Ἐν ἄλλαις λέξεσι, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ χορηγήσητε εἰς
4440τὸν λαὸν πάντα τὰ στοιχεῖα καὶ πάντας τοὺς τύπους τοῦ
4441κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος, ν’ ἀποστερῆτε δ’ αὐτὸν τῆς
4442οὐσίας; Πῶς εἶναι δυνατὸν, τέλος πάντων, νὰ θέσητε ἐν ταῖς
4443χερσὶ τῶν πολιτῶν ὅπλα τοσοῦτον ἰσχυρὰ, ὅπλα τοσοῦτον
4444ἐπίφοβα, καὶ κατόπιν νὰ λέγητε πρὸς αὐτοὺς, ὅτι θέλετε
4445τοὺς μεταχειρισθῆ ὡς νὰ ἦσαν ἐστερημένοι ὅπλων;
4446Ὅταν διὰ τοῦ Συνταγματικοῦ ἡμῶν χάρτου ἐπιτρέπηται
4447ἡ συνάθροισις τῶν ἐκλογέων, ὅταν ἐνεργῆται ἡ ἐκλογὴ τῶν
4448ἀντιπροσώπων τοῦ ἔθνους, εἰκάζομεν ὅτι ταῦτα πάντα δὲν
4449γίνονται πρὸς τὸ θεαθῆναι, εἰκάζομεν ὅτι πάντα ταῦτα δὲν
4450γίνονται πρὸς διασκέδασιν τῶν ἁπλουστέρων, ἢ πρὸς περι-
4451σπασμὸν τῶν ἀέργων, οὐδὲ πιστεύομεν νὰ γίνηται τοῦτο,
4452ὅπως ἱκανοποιηθῇ ἡ ματαιότης ῥητόρων τινῶν ἤ τινων συγ-
4453γραφέων. Δῆλον ὅτι ταῦτα γίνονται, ὅπως εἰς τὴν Κυβέρνη-
4454σιν τοῦ τόπου ἔλθωσιν ἐκεῖνοι, οἵτινες καὶ πλειότερον ἐκ-
4455προσωποῦσι τὸ φρόνημα τοῦ λαοῦ, καὶ πλειότερον ἀπολαύ-
4456ουσι τῆς ἐμπιστοσύνης αὐτοῦ. Δῆλον ὅτι ταῦτα γίνονται, ὅπως
4457διὰ νόμων λάβωσι σάρκα αἱ κυριώτεραι γνῶμαι τοῦ τόπου.
4458Δῆλον ὅτι ταῦτα γίνονται, ὅπως ἐκτεθῶσιν εἰς δημοσίαν συ-
4459ζήτησιν καὶ δημόσιον ἔλεγχον πᾶσαι τῶν κυβερνώντων αἱ
4460πράξεις. Καὶ ὅταν ἡ πολιτικὴ μηχανὴ ἐτέθη ἐπιμελῶς εἰς
4461κίνησιν πρὸς ἐπίτευξιν τῶν ἐπιδιωκομένων τούτων ἀγαθῶν,
4462ὅταν πάντα τὰ ἐλατήρια αὐτῆς ἐτέθησαν εἰς ἐνέργειαν, τεί-
4463νοντα πάντα πρὸς τὸν αὐτὸν τελικὸν σκοπὸν, ἔρχεσθε αἰφνι-
4464δίως διὰ τῶν διακοπῶν τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς καὶ τῶν
4465ἄλλων πραξικοπημάτων νὰ σταματήσητε τὴν μηχανὴν ἐν τῇ
4466πλήρει ἀκμῇ τῆς δράσεως αὐτῆς, ἔρχεσθε νὰ κλείσητε ἀποτό-
4467μως τὴν ἐπιστομίδα τὴν ἐξασφαλίζουσαν τὴν ἐξάτμισιν, καὶ
4468δὲν συλλογίζεσθε, ὅτι ταῦτα πράττοντες προκαλεῖτε τὴν ἔκ-
4469ρηξιν! Διατὶ λοιπὸν δὲν σταματᾶτε καὶ τὸν ῥοῦν τοῦ ποτα-
4470μοῦ, τοῦ ὁποίου ἐφροντίσατε νὰ χαράξητε καὶ νὰ κανονίσητε
4471τὴν κοίτην; διατὶ δὲν σταματᾶτε καὶ τὸ βλῆμα τοῦ πυρο-
4472βόλου, ἀφοῦ προηγουμένως ἐθέσατε τὸ πῦρ; Δὲν ἐννοεῖτε,
4473ἐπαναλέγω, ὅτι τοιαῦτα ἐπιχειροῦντες καὶ τοιαῦτα διαλο-
4474γιζόμενοι, — ἐὰν διαλογιζώμεθα τοιαῦτα — παραγνωρίζομεν
4475τελείως τὴν ἀνθρωπίνην φύσιν, ὑπολαμβάνοντες τὸν λαὸν
4476ὡς ἀφηρημένην τινὰ ἔννοιαν, ἀναξίαν προσοχῆς; διὰ τῆς παρα-
4477γνωρίσεως δὲ ταύτης δὲν ἐννοεῖτε, ὅτι λεληθότως, πλὴν
4478ἀσφαλῶς, παρασκευάζομεν τὰς θυέλλας, καὶ κατεργαζόμεθα
4479τὰς συμφοράς; Καθόσον πρέπει νὰ ἐννοήσωμεν καλῶς καὶ
4480ἅπαξ διὰ παντὸς, ὅτι τὰ Συνταγματικὰ πολιτεύματα δὲν
4481τυγχάνουν ἀπόρροια τῆς ἰδιοτροπίας ἢ τῆς ἰδιοφυΐας ἑνὸς
4482καὶ μόνου ἀνθρώπου· ταῦτα στηρίζονται ἐπὶ τῆς πείρας τῶν
4483αἰώνων, καὶ πηγάζουσιν ἐκ τῆς σοφίας συλλήβδην τῶν ἐθνῶν·
4484ταῦτα ἐκτήθησαν, ἀφοῦ προηγουμένως εἰς τὸν βωμὸν τῶν
4485ἐλευθεριῶν ἐθυσιάσθησαν ἀναρίθμητοι ὑπάρξεις. Αὐτὰ ἀνέ-
4486γραψαν τὸ ἀνεύθυνον τῶν ἡγεμόνων, αὐτὰ ἀνέγραψαν καὶ τὸ
4487ὑπεύθυνον τῶν Ὑπουργῶν, καὶ μετὰ τοῦ ὑπευθύνου ὑπεβοή-
4488θησαν τὸ ἐφήμερον καὶ προσωρινὸν τῶν Κυβερνήσεων. Καὶ διὰ
4489μὲν τοῦ ἀνευθύνου ἐξασφαλίζονται ὁριστικῶς τὰ θεμέλια τοῦ
4490Θρόνου, κρατύνεται δὲ τὸ διαρκὲς καὶ μόνιμον τῆς Ὑπάτης
4491Ἀρχῆς, ἐνῷ δὲ αἱ κοινοβουλευτικαὶ Κυβερνήσεις ὑπὸ παν-
4492τοίων σαλεύονται ἀνέμων, ὁ Θρόνος μένει ἀκλόνητος ἐν τῷ
4493μέσῳ τῶν τρικυμιῶν. Διὰ δὲ τοῦ ὑπευθύνου, ἢ μᾶλλον εἰπεῖν
4494διὰ τῆς προσωρινότητος τῶν κοινοβουλευτικῶν Κυβερνήσεων,
4495πληροῦται οὐσιώδης ἀνάγκη τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως. Τὸ
4496προσωρινὸν δὲ ἐν γένει ἐξασκεῖ ἐπὶ τοῦ βίου τοῦ ἀνθρώπου,
4497ὡς καὶ ἐπὶ τοῦ βίου τῶν ἐθνῶν, μυστηριώδη τινὰ καὶ εὐεργε-
4498τικὴν ἐπίδρασιν. Εἶναι τὸ σωστικὸν καταφύγιον τῶν πασχόν-
4499των. Προσωρινὸν ἔστω καὶ πλημμελές, ἐπιδεκτικὸν ὅμως ἐπι-
4500κρίσεως ἢ διορθώσεως, ἐνέχει ἐν ἑαυτῷ ἀπείρους τὰς ὠφε-
4501λείας, καθόσον οὐδένα παροργίζει καὶ οὐδένα ἀπελπίζει,
4502καθιστᾷ δὲ τοὺς πάντας ἠρεμωτέρους μὲν κριτὰς τοῦ ἐνε-
4503στῶτος, μετριωτέρους δ’ ἐρευνητὰς τοῦ μέλλοντος.
4504Ἰδοὺ λοιπὸν τὰ μεγάλα πλεονεκτήματα τοῦ κοινοβου-
4505λευτικοῦ πολιτεύματος. Εὐκόλως ἐννοεῖτε ποῖα τὰ μειονε-
4506κτήματα τῆς ἀπολυταρχίας. Διατὶ λοιπὸν, σᾶς ἐρωτῶ, νὰ
4507θέλωσι τὰς προσωπικὰς Κυβερνήσεις, καὶ διατὶ νὰ θέλωσι
4508τὰς εὐθύνας, διατὶ νὰ θέλωσιν ὡρισμένα πρόσωπα, καὶ διατὶ
4509νὰ θέλωσιν ὡρισμένα κόμματα, ἐν χώρᾳ, καθ’ ἣν, χάρις εἰς
4510τὸ πολίτευμα, ἔρεισμα τοῦ Θρόνου εἶναι καὶ δέον νὰ ἦναι
4511ὁλόκληρον τὸ ἔθνος; Διατὶ δὲν μένουσιν ἐν τῷ πνεύματι,
4512διατὶ δὲν μένουσιν ἐν τῷ γράμματι τοῦ πολιτεύματος, τὸ
4513ὁποῖον εἰς μὲν τοὺς ἡγεμόνας ἐκληροδότησε μετὰ τῆς μονι-
4514μότητος βίον ἀτάραχον καὶ εὐδαίμονα, εἰς ἡμᾶς δὲ τοὺς
4515πολιτευομένους, μετὰ τῆς προσωρινότητος, τοὺς μόχθους καὶ
4516τοὺς κινδύνους τῶν δημοσίων ὑποθέσεων; Καθόσον οὐδένα
4517λανθάνει, ὅτι τὰ ἐλεύθερα πολιτεύματα δὲν εἶναι σκηναί,
4518ἐστημέναι πρὸς ὕπνον καὶ ῥαστώνην. Καὶ τούτου ἕνεκα, ἐὰν
4519εἴχομεν τὴν ἐλπίδα, ὅτι ἡ φωνὴ ἡμῶν ἤθελε φθάσει μέχρι
4520τῶν βαθμίδων τοῦ Θρόνου, θὰ ἐλέγομεν: «Ἄφετε εἰς ἡμᾶς
4521τοὺς ἀγῶνας καὶ τὰς εὐθύνας, καὶ καρπωθῆτε τὰ ἀγαθὰ,
4522ἅτινα παρέχει Ὑμῖν τὸ ἀνεύθυνον. Οὐ γὰρ οἴδασι τί ποιοῦσιν
4523ἐκεῖνοι, οἵτινες ἔχουσι τὴν ἀφροσύνην νὰ θέλωσι Βασιλείαν
4524μᾶλλον δρῶσαν καὶ μᾶλλον ἰσχυρὰν, διότι οὗτοι ὑποσκά-
4525πτουσι τὰς βάσεις αὐτοῦ τούτου τοῦ Θρόνου!»
4526Ὄχι, δὲν εἶναι ἀκριβὲς τὸ πολλάκις λεγόμενον καὶ πλει-
4527στάκις γραφόμενον, ὅτι πρὸς παγίωσιν τοῦ κοινοβουλευτικοῦ
4528πολιτεύματος προαπαιτεῖται ἡ ἐξουθένωσις τοῦ Στέμματος.
4529Τοὐναντίον ἡμεῖς φρονοῦμεν, ὅτι ἀπαιτεῖται πλειότερος νοῦς,
4530ὅπως σταθῇ τις ἐντὸς τῶν ὁρίων τοῦ πολιτεύματος, παρὰ
4531ὅσος ἀπαιτεῖται, ὅπως ἐξέλθῃ τις τῶν ὁρίων τούτων. Ἀδι-
4532στάκτως φρονοῦμεν, ὅτι τὸ ἔργον τοῦ συνταγματικοῦ Βασι-
4533λέως, ὅστις, ὡς γνωστόν, βασιλεύει, ἀλλὰ δὲν κυβερνᾷ, πα-
4534ρέχει ἐν τῇ ἀνωτάτῃ ἐποπτείᾳ τῆς λειτουργίας τοῦ πολι-
4535τεύματος εὐκαιρίας ἀρκούντως ἐκλάμπρους καὶ ἀρκούντως
4536φαεινὰς, ὅπως μὴ σκοτισθῇ οὐδ’ ἐπ’ ἐλάχιστον ἡ στιλπνό-
4537της τοῦ Στέμματος αὐτοῦ! Ταῦτα τελείως κατενόησε καὶ
4538ἐφήρμοσεν ἡ ἐσχάτως ἀποβιώσασα μεγάλη Ἄνασσα τῆς Ἀγ-
4539γλίας, ἥτις, ὁδηγὸν ἔχουσα εἰς τὰ πρῶτα αὐτῆς βήματα τὰ
4540φῶτα καὶ τὴν σωφροσύνην τοῦ διακεκριμένου καὶ σεπτοῦ αὐ-
4541τῆς συζύγου, διήνυσε στάδιον ἐξ ἴσου μακρὸν καὶ ἔκλαμ-
4542προν. Καὶ τούτου ἕνεκα ἐν τῇ χώρᾳ ἐκείνῃ οὐδαμοῦ προφέ-
4543ρεται ἡ λέξις Δημοκρατία.
4544Μὴ λέγωμεν λοιπὸν ὑποκριτικῶς, ὅπως δικαιολογήσωμεν
4545τὸν ἐκτροχιασμὸν τοῦ πολιτεύματος, «κακοδαιμονοῦμεν»
4546λέγοντες δὲ ταῦτα, νὰ ὑπονομεύωμεν τὸ πολίτευμα καὶ νὰ
4547καταρρίπτωμεν αὐτὸ ἐν τῇ συνειδήσει τοῦ τόπου. Πρέπει
4548ταυτοχρόνως νὰ ἐρευνήσωμεν ἐν ἐπιμελείᾳ καὶ εἰλικρινείᾳ,
4549ποῖα ἀκριβῶς τὰ αἴτια τῆς κακοδαιμονίας ἡμῶν ταύτης.
4550Πταίει τάχα τὸ πολίτευμα, ἢ μήπως πταίει μᾶλλον ἡ πλημ-
4551μελὴς λειτουργία τοῦ πολιτεύματος; Ἐὰν δὲ κατορθώσητε
4552νὰ πείσητε ἡμᾶς, ὅτι ὄντως πταίει τὸ πολίτευμα, τότε πρέ-
4553πει νὰ ἔχητε τὸ θάρρος καὶ τὴν εἰλικρίνειαν νὰ μᾶς εἴπητε,
4554ποῖον εἶναι τέλος πάντων τὸ εὐλογημένον ἐκεῖνο πολίτευ-
4555μα, ὅπερ εἶναι προωρισμένον νὰ μᾶς δώσῃ πάντα ἐκεῖνα τὰ
4556ἀγαθὰ, τῶν ὁποίων σήμερον στερούμεθα.
4557Ἐξερχόμενοι ὅμως τῶν ὁρίων τοῦ Συνταγματικοῦ πολι-
4558τεύματος, ὑπὸ τὸ πρόσχημα ὅτι κακοδαιμονοῦμεν, ἐξερχό-
4559μενοι τῶν ὁρίων τοῦ πολιτεύματος, ὑπὸ τὸ πρόσχημα ὅτι
4560ὁ τόπος εἶναι ἀκυβέρνητος, λησμονεῖτε τὸ σπουδαιότερον
4561πάντων, ὅτι ὁ τόπος δὲν ἔχει Κυβέρνησιν! (Χειροκροτήματα
4562ἐκ τῆς ἀριστερᾶς).
4563§370ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρᾳ 3 καὶ 25′ π. μ.
4564τῆς ἐπιούσης).