1902.03.07
2,788 rows · 21,304 words · 217 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 26
Τῆς 7 Μαρτίου 1902.
(Πέμπτη).
(Γενομένης ἀπαρτίας ὥρᾳ 4 καὶ 40′ μ. μ. ἀναγινώσκονται καὶ ἐγκριθέντα ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως)
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μετὰ θλίψεως ἀναγγέλλω ὑμῖν, Κύριοι, τὸν θάνατον τοῦ συναδέλφου βουλευτοῦ Καλαβρύτων Ὀδυσσέως Λαμπροπούλου. Ἅμα τῇ ἀναγγελίᾳ τοῦ θανάτου αὐτοῦ τὸ Προεδρεῖον διεβίβασε τὰ συλλυπητήρια τῆς Βουλῆς πρὸς τὴν οἰκογένειαν τοῦ θανόντος, καὶ παρήγγειλε νὰ κατατεθῇ στέφανος ἐπὶ τῆς σοροῦ αὐτοῦ. Ἡ οἰκογένεια τοῦ μεταστάντος συναδέλφου διὰ τηλεγραφήματός της ἐκφράζει τὰ ἐγκάρδια αὑτῆς εὐχαριστήρια διὰ τὰ συλλυπητήρια τῆς Βουλῆς. Ὁ κύριος Ρέπουλης ἔχει τὸν λόγον.
§2ΕΜΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ καταθέσω τὴν ἔκθεσιν τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους. Ἡ ἔκθεσις αὕτη φέρει τὰς ὑπογραφὰς τῶν μελῶν τῆς πλειονοψηφίας ἁπάντων, ἐκ δὲ τῆς μειονοψηφίας τὴν τοῦ κ. Παπαγιαννακοπούλου μόνον, μετ’ ἐπιφυλάξεως νὰ ἀναπτύξῃ τὰς διαφωνίας του δι’ ἰδίας ἐκθέσεως. Ἡ μειονοψηφία ἐδήλωσεν, ὅτι θὰ ὑποβάλῃ ἰδίαν ἔκθεσιν.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα ἀριθ. 130, σελ. 377). Ὁ βουλευτὴς Σύρου κύριος Δ. Βοκοτόπουλος ὑποβάλλει τροπολογίας ἐπὶ τῶν νομοσχεδίων «περὶ αὐθεντικῆς ἑρμηνείας τοῦ ἄρθρου 11 τοῦ ΞΗʹ νόμου» καὶ «περὶ παραγραφῆς τῶν ἀξιώσεων τῶν ἐνοικιαστῶν τῶν δημοτικῶν φόρων». Αἱ τροπολογίαι θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα ἀριθ. 131–132). Ὁ κύριος Τσιτσάρας ἔχει τὸν λόγον.
§4Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ βουλευτὴς Κορινθίας κ. Δ. Πετρίδης ὑποβάλλει τὴν ἑξῆς ἐπερώτησιν: «Παρακαλεῖται ὁ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸς νὰ ἐξετάσῃ καὶ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, ἂν ἀντικατεστάθησαν ἐν τῇ λιμενικῇ ἐπιτροπῇ τοῦ λιμένος Κορώνης τὰ ὑπὸ τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου ἐκλεγόμενα μέλη αὐτῆς, κατὰ ποίαν ἡμέραν καὶ διὰ ποίαν αἰτίαν, καὶ ἂν τὸ ἕτερον τῶν νεωστὶ ἐκλεχθέντων ὑπὸ τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου μελῶν τῆς λιμενικῆς ἐπιτροπῆς ἔχει δοσοληψίας μετὰ τοῦ δημοτικοῦ ταμείου, τὰς ὁποίας πρόκειται νὰ κανονίσῃ τὸ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργεῖον. Προσέτι δὲ, ἂν ἐπροτάθη ὑπὸ τῆς λιμενικῆς ἐπιτροπῆς νὰ πληρωθῶσιν εἰς τὸν ἐργολάβον τῶν ἐκτελουμένων λιμενικῶν ἔργων δύο χιλιάδες δραχμῶν πρὸς ἀποζημίωσιν αὐτοῦ διὰ τὰ ἀπολεσθέντα ἐργαλεῖά του.»
§6Φ. ΝΕΓΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ὡς γνωρίζετε, Κύριοι, κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος πλεῖσται ἄμπελοι ὑπέφεραν καὶ ἐκ τοῦ περονοσπόρου καὶ ἐξ ἄλλων θεομηνιῶν. Πλεῖστα παράπονα ἐγένοντο ἐκ μέρους διαφόρων δήμων, ὅτι ἡ παραγωγὴ τῶν ἀμπέλων ἐν αὐτοῖς κατεστράφη τελείως, ἐκτὸς δὲ τούτου ἐπῆλθε κατὰ τὸ 1901 καὶ τὸ ἑξῆς ἔκτακτον περιστατικόν, ὅτι ὁ φόρος τοῦ 1900, ἀντὶ νὰ πληρωθῇ κατὰ τὸ ἔτος τοῦτο, ἐπληρώθη κατὰ τὸ τέλος 1901, ἐπίσης δὲ κατὰ τὸ τέλος τοῦ 1901 ἐπληρώθη καὶ ὁ πρόσθετος φόρος τοῦ 1899 μετὰ τὴν ἐπανόρθωσιν τῶν καταλόγων. Ὡς ἐκ τούτου ἐπῆλθεν εἰς τοὺς ἀμπελοκτήμονας δυσκολία μεγίστη, ὅπως πληρώσωσι τὸν φόρον τοῦ 1901 ἐμπροθέσμως. Ὅθεν νομίζω, ὅτι ἀνταποκρίνομαι εἰς τὴν ἐπιθυμίαν τῆς Βουλῆς, ὑποβάλλων νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου, ὡς πρὸς τὰς ἀμπέλους, αἱ ὁποῖαι ὑπέστησαν τελείαν καταστροφὴν, ἐπιτρέπεται νὰ γείνῃ ἀπαλλαγὴ, ὅπως ἐγένετο τοιαύτη καὶ κατὰ τὸ 1900, κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ νόμου ΒΩΚΒʹ τῆς 12 Φεβρουαρίου 1901. Διὰ τοῦ αὐτοῦ νομοσχεδίου δίδεται παράτασις διὰ τὴν πληρωμὴν τοῦ φόρου τοῦ 1900 καὶ 1901 μέχρι τέλους Σεπτεμβρίου. Ἐλπίζω, ὅτι ἡ Βουλὴ θέλει θεωρήσει τὸ νομοσχέδιον τοῦτο κατεπεῖγον, καὶ θέλει ψηφίσει αὐτὸ μεταξὺ τῶν πρώτων.
§7ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἂς γείνῃ σήμερον ἡ πρώτη ἀνάγνωσις.
§8Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλὰ μέχρις οὗ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον καὶ γείνῃ νόμος τοῦ Κράτους, οἱ εἰσπράκτορες θέλουσιν εἰσπράξει τὸ ἔσοδον τοῦ 1901, διότι, κατὰ τὰς διαταγὰς τοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργείου, ἤρξατο ἡ εἴσπραξις τοῦ φόρου τῶν ἀμπέλων, καὶ ἐκείνων, ὧν ἡ ἐσοδεία κατεστράφη. Διὰ τοῦτο ἤθελον παρακαλέσει ὑμᾶς, κύριε Ὑπουργέ, καὶ πρὸ τῆς ψηφίσεως τοῦ νομοσχεδίου τούτου νὰ διατάξητε τὴν ἀναστολὴν τῆς εἰσπράξεως, μέχρις οὗ ἐφαρμοσθῇ τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ ὡς νόμος τοῦ Κράτους, καὶ ἀποφασισθῇ τίνες ἄμπελοι πρέπει ν’ ἀπαλλαγῶσι τοῦ φόρου.
§9ΝΕΓΡΗΣ. Ἐδόθησαν αἱ δέουσαι ὁδηγίαι.
§10Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Μεταβολὴν τοῦ νόμου δὲν θὰ φέρητε;
§11ΝΕΓΡΗΣ. Εἶναι ἕτερον ζήτημα τοῦτο, πολὺ σπουδαῖον, περὶ τοῦ ὁποίου βεβαίως θὰ φέρωμεν νομοσχέδιον, ἀλλ’ ἕνεκα τῆς σπουδαιότητος αὐτοῦ θὰ ἐπιτρέψητε νὰ τὸ καταθέσωμεν ἐντὸς ὀλίγων ἡμερῶν. Ἡ Βουλὴ ἐξέφρασεν ἐπίσης τὴν ἐπιθυμίαν, ὅπως καταθέσωμεν νομοσχέδιον, δι’ οὗ νὰ ἔλθωμεν ἀρωγοὶ εἰς τοὺς οἰνοπνευματοποιούς, καὶ ἐμποδίσωμεν τὴν καταδολίευσιν ἐκ μέρους ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι, ἀναμιγνύοντες μετὰ τοῦ οἴνου οἰνόπνευμα, ἀποστάζουσιν εἶτα αὐτὸ, καὶ οὕτω χρησιμοποιεῖται τὸ ἔξωθεν εἰσαγόμενον οἰνόπνευμα ἐν τῷ ἐσωτερικῷ, χωρὶς νὰ πληρώνῃ τὸν νόμιμον φόρον. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο καταθέτω σήμερον, καὶ νομίζω, ὅτι ἡ Βουλὴ θέλει θεωρήσει αὐτὸ ἐπίσης ὡς ἓν τῶν σπουδαιοτέρων ζητημάτων. Τέλος εἶχον ἀναγγείλει εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι ἐσκόπουν νὰ καταθέσω νομοσχέδιον περὶ τῆς οἰκονομικῆς σχέσεως τῶν δήμων πρὸς τὸ Δημόσιον. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο καταθέτω ἤδη. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ὡς καὶ τότε ἀνέφερα, τρία τινὰ ἐπιζητοῦνται: αʹ) νὰ ἐξασφαλισθῶσιν εἰς τοὺς ἀπόρους δήμους τὰ ἀπαραίτητα ἔξοδα διοικήσεως αὐτῶν, βʹ) οἱ εὔποροι δῆμοι ν’ ἀποτίωσιν εἰς τὸ μέλλον τὰ ἔξοδα τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως ἀνελλιπῶς, καὶ γʹ) νὰ μὴ ἐξακολουθῶσιν αἱ δαπάναι τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως αὐξάνουσαι ὑπὲρ τὰς δυνάμεις τῶν δήμων. Τὰ τρία ταῦτα ζητήματα, νομίζω, ὅτι κατώρθωσα νὰ ἐπιτύχω διὰ τοῦ ὑποβαλλομένου νομοσχεδίου, καὶ παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ ψηφίσῃ τοῦτο.
§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ὑποβληθέντα νομοσχέδια θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῇ. (Ὅρα Παράρτημα ἀριθ. 133–135).
§13Ν. ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Ἡ μειονοψηφία τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ, εἰ καὶ πολλαὶ τῶν γνωμῶν αὐτῆς διετυπώθησαν ἐν τῇ ἐκθέσει τοῦ εἰσηγητοῦ τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἐν τούτοις, διαφωνοῦσα οὐ μόνον ἐν ταῖς λεπτομερείαις, ἀλλὰ καὶ κατὰ τὴν βάσιν τοῦ εἰς τὴν Βουλὴν ὑποβληθέντος Προϋπολογισμοῦ, ὅστις, κατὰ τὴν γνώμην τῆς μειονοψηφίας, εἶναι ἀντίγραφον τῶν κατὰ τὴν τελευταίαν τριετίαν ὑποβληθέντων Προϋπολογισμῶν τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως, ὡς βασιζόμενος ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ οἰκονομικοῦ συστήματος, ἐφ’ οὗ καὶ οἱ ψηφισθέντες κατὰ τὴν τελευταίαν τριετίαν Προϋπολογισμοὶ, συστήματος, τὸ ὁποῖον ἡ Ἀντιπολίτευσις ἐπὶ τριετίαν ἀπέκρουε, καὶ φρονοῦσα ἡ μειονοψηφία, ὅτι τὸ σύστημα τοῦτο δὲν ἐξυπηρετεῖ τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους καὶ τῆς χώρας, δὲν ἠδύνατο νὰ μὴ ὑποβάλῃ ἰδίαν ἔκθεσιν. Διὰ τοῦτο λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν τὴν ἔκθεσιν τῆς μειονοψηφίας, καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον νὰ διατάξῃ τὴν τύπωσιν καὶ διανομὴν αὐτῆς.
§14ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 136, σελ. 393).
§15Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ἀπό τινων ἡμερῶν ἀπασχολεῖ τὴν δημοσιογραφίαν, ἐξήγειρε δὲ τὴν κοινὴν συνείδησιν ἡ ἀθρόα μετανάστευσις Ἑλλήνων πολιτῶν εἰς τὴν Ἀμερικήν. Τὸ ζήτημα τοῦτο δέον νὰ ἐφελκύσῃ τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς· διὸ παρακαλῶ τὸν κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸν νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν πίνακα, ἐν τῷ ὁποίῳ νὰ ἐμφαίνηται ὁ ἀριθμὸς τῶν μεταναστῶν, οἵτινες ἀπῆλθον κατὰ τὴν τελευταίαν τριετίαν εἰς τὴν Ἀμερικήν. Ἐν τῷ πίνακι δὲ παρακαλῶ νὰ ἀναγράφηται καὶ ἡ ἡλικία τῶν μεταναστῶν, ὡς καὶ τὰ ἐπαγγέλματα, καὶ αἱ ἐπαρχίαι, ἐξ ὧν κατάγονται, καὶ τὸ φύλον· εἰ δυνατὸν δὲ, καὶ οἱ λόγοι οἱ προκαλέσαντες τὴν μετανάστευσιν ταύτην (θόρυβος). Ἀκούω ὅτι ἠγέρθη ψίθυρος, διότι ἐζήτησα νὰ γνωσθῶσι καὶ οἱ λόγοι, οἱ προκαλέσαντες τὰς μεταναστεύσεις. Φρονῶ ὅτι οἱ νομάρχαι, οἵτινες ὀφείλουσι νὰ παρακολουθῶσι τὰ ζητήματα ταῦτα καὶ μελετῶσιν αὐτὰ, θὰ ἔχωσιν ὑποβάλει ἤδη ἐκθέσεις εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅπως γνωρίσωσιν εἰς αὐτὸ τοὺς λόγους τοῦ σπουδαίου αὐτοῦ κοινωνικοῦ φαινομένου. Αὐτὸ ζητῶ, διότι δὲν ἔχω ἀμφιβολίαν, ὅτι ἐν αὐταῖς, ἂν οἱ νομάρχαι ἔχουσι συναίσθησιν τῶν καθηκόντων αὑτῶν, θὰ ἐξήτασαν τοὺς λόγους, δι’ οὓς ἐκπατρίζονται κατὰ χιλιάδας οἱ πολῖται τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου. Ἄν δὲν ἔπραξαν μέχρι τοῦδε τοῦτο, σημαίνει ὅτι οἱ νομάρχαι δὲν ἔχουσιν ἰδέαν τῶν καθηκόντων των. Παρακαλῶ ἐπίσης τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν, ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ ζητήματος, νὰ καταθέσῃ τὴν ἔκθεσιν τῶν προξένων τῆς Ἀμερικῆς περὶ τῆς τύχης τῶν μεταναστῶν ἐν ταῖς χώραις ἐκείναις, καὶ περὶ τῆς καταστάσεως, εἰς ἣν εὑρίσκονται οὗτοι ἐν ταῖς Ἀμερικανικαῖς πόλεσιν. Ἐπίσης παρακαλῶ τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν πίνακα τῶν κατὰ τὴν τελευταίαν τριετίαν φονευθέντων ἐκ διαφόρων ἐγκληματικῶν πράξεων, καθὼς καὶ τῶν καταδικασθέντων ἕνεκα τοιούτων, διότι ἐφ’ ὅλων τούτων θὰ φέρω τὸν λόγον, ὅταν θὰ ὁμιλήσω ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῶν μεταναστεύσεων, ὅπερ φρονῶ, ὅτι σχετίζεται μεθ’ ὅλων, ὅσα ἐζήτησα. Ἐπίσης ἔχω καὶ διαφόρους αἰτήσεις ἐγγράφους (ἀναγινώσκει): «Παρακαλεῖται ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ καταθέσῃ πίνακα τῶν εἰσπραχθέντων ἐκ τελῶν ζαχάρεως ἐν τοῖς τελωνείοις Κερκύρας, Παξῶν, Λευκάδος καὶ Ἰθάκης κατὰ τὰ τελευταῖα ἕξ ἔτη, ἤτοι 1896–1901. Παρακαλεῖται ὁ κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸς νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰ ἐν τῷ ἀρχείῳ αὐτοῦ καὶ τῷ ἀρχείῳ τῆς Νομαρχίας Ἀρκαδίας ἔγγραφα, τὰ πραγματευόμενα περὶ τῆς ἐκποιήσεως διὰ δημοπρασίας τοῦ ἐν Βαλτεσινίκῳ τοῦ δήμου Κλειτορίας τῆς Γορτυνίας κτιρίου, τοῦ ἀνήκοντος εἰς τὴν κοινότητα Βαλτεσινίκου, τὸ ὁποῖον ἐχρησίμευσεν ὡς διδακτήριον τῶν ἀρρένων καὶ ὡς εἰρηνοδικειακὸν κατάστημα, καὶ τὸ ὁποῖον παρεσχέθη ὡς κτῆμα τῶν ἐν Βαλτεσινίκῳ ἐνοριακῶν ναῶν. Παρακαλεῖται ὁ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν κ. Ὑπουργὸς νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰ ἔγγραφα τῆς ἐκπτώσεως ἀπὸ τοῦ ἀξιώματος τοῦ δημοτικοῦ συμβούλου Ἀθηναίων τοῦ κ. Ε. Λάμψα καὶ ἀπὸ τοῦ ἀξιώματος τῶν μελῶν τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου Καλαμῶν τῶν κυρίων Στραβοσκιάδου δικηγόρου καὶ Κωστοπούλου ἐμπόρου, νὰ πληροφορήσῃ δὲ τὴν Βουλήν, ἂν αἱ ἐκπτώσεις αὗται μετέβαλον ἐν τῷ Δημοτικῷ Συμβουλίῳ Ἀθηναίων ἢ ἐν τῷ Δημοτικῷ Συμβουλίῳ Καλαμῶν τὴν μειονοψηφίαν εἰς πλειονοψηφίαν· προσέτι ποῖα ἀντικείμενα ὑπῆρχον ἐκκρεμῆ, τὰ ὁποῖα κατέστησαν ἀναγκαίας τὰς εἰρημένας μεταβολάς. Παρακαλεῖται ὁ κύριος ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸς νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰ ἐν τοῖς ἀρχείοις τῆς Γενικῆς Διευθύνσεως τῶν ταχυδρομείων καὶ τηλεγράφων καὶ ἐν τοῖς ἀρχείοις τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν ὑπάρχοντα ἔγγραφα περὶ τῆς καταργήσεως τοῦ τηλεγραφείου Δερβαινίου τῆς Κορινθίας. Παρακαλεῖται ὁ κύριος ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργὸς νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, πόσοι ἄνδρες τοῦ στρατοῦ ὑπηρετοῦσιν ὡς ὑπηρέται ἀξιωματικῶν τοῦ στρατοῦ, νὰ καταθέσῃ δὲ τὰ ἔγγραφα τῶν διοικούντων τὰ διάφορα σώματα τῶν ὅπλων, ἐκ τῶν ὁποίων ἐπορίσθη τὴν πληροφορίαν, ἣν θέλει μεταδώσει εἰς τὴν Βουλήν. Παρακαλεῖται ὁ κ. ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν Ὑπουργὸς νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, ἐκ ποίας ἀνάγκης τῆς Πολιτείας τὰ πολεμικὰ σκάφη ἐχρησιμοποιοῦντο ὡς θαλαμηγοὶ διαφόρων οἰκογενειῶν, καὶ δυνάμει τίνος νόμου ἢ Διατάγματος ἐπετρέπετο τοῦτο, τίς δὲ κατέβαλε τὰς δαπάνας τῆς καυσίμου ὕλης.» Τὰς ἐπερωτήσεις ταύτας καταθέτω εἰς τὸ Προεδρεῖον. Παρακαλῶ ὅμως τοὺς κυρίους Ὑπουργοὺς ν’ ἀπαντήσωσιν εἰς ἐπερωτήσεις μου πρὸ πολλοῦ γενομένας, ἤτοι κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς 6 Φεβρουαρίου, ὅτε παρακάλεσα, ὅπως ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης καταθέσῃ πίνακα τῶν καταγγελιῶν τῶν γενομένων κατὰ τῶν ἀστυνομικῶν ὀργάνων, ἰδίᾳ δὲ παρεκάλεσα νὰ κατατεθῇ ἡ δικογραφία κατὰ τοῦ ἀστυνόμου Παξῶν Β. Τζούρα. Ἐπίσης κατὰ τὴν 7 Φεβρουαρίου εἶχον ὑποβάλει ἔγγραφον ἐπερώτησιν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὅστις ἔσπευσε μὲν εἰς τὴν ὑποβολὴν τῶν ζητηθέντων ἐγγράφων, ταῦτα ὅμως ἔλαβον ὀλίγον ἀργὰ, ὅτε εἶχε προχωρήσει ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ Προϋπολογισμοῦ εἰς τὴν ἐξέλεγξιν αὐτοῦ. Ἐκ τῶν ἄλλων Ὑπουργῶν οὐδεὶς ἀπήντησε μέχρι τοῦδε.
§16ΣΠ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὑποβάλλω ἀναφορὰν πολιτῶν τῆς πόλεως Μεσσήνης, διὰ τῆς ὁποίας παρακαλοῦσι τὴν Βουλὴν ν’ ἀπαλλάξῃ αὐτοὺς τοῦ διπλοῦ φόρου, εἰς ὃν ὑποβάλλονται, διότι πληρώνουσι καὶ διὰ τὰ ζῶά των καὶ διὰ τὸ ἐπάγγελμά των.
§17ΣΤΕΦ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Εἶχον ζητήσει πρὸ ὀλίγου τὸν λόγον ἐξ ἀφορμῆς τῶν λεχθέντων ὑπὸ τοῦ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργοῦ, ὑποβαλόντος νομοσχέδιον ἀναγόμενον εἰς τὰ τῆς φορολογίας τῶν ἀμπέλων. Εἰσηρχόμην εἰς τὴν αἴθουσαν καθ’ ἣν ὥραν πρὸ μικροῦ ἐγένετο ἡ εἰσήγησις, καὶ δὲν γινώσκω ὁποῖον κυρίως εἶναι τὸ προταθὲν νομοσχέδιον. Ἀλλ’ ὡς ἐνόησα, ἀφορᾶ εἰς ἀναβολὴν καταδιώξεως. Ἀφοῦ τὸ νομοσχέδιον ὑπεβλήθη ἤδη, θεωρῶ, πρὶν ἢ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν συζήτησιν, ὅτι εἶναι κατάλληλος ἡ ὥρα νὰ ὑποδείξω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν, ὅτι δὲν ὑπάρχουσι μόνα τὰ θέματα, ἐφ’ ὧν ἐπεξετάθη ἡ πρόνοια αὐτοῦ. Ἀκριβῶς τὰς ἡμέρας ταύτας ἐπλημμύρησεν ἡ Ἀττικὴ ἀποφάσεων τοῦ οἰκονομικοῦ ἐφόρου, ἐπιβαλλουσῶν πρόστιμα παντοῖα, καὶ ἐπιδιωκουσῶν τὴν εἴσπραξιν αὐτῶν διὰ τὰς ἀτελεῖς δηλώσεις τῶν ἀμπέλων. Εἶναι δὲ πολὺ παράδοξοι αἱ ἀποφάσεις αὐτοῦ, φέρουσαι πᾶσαι ἕνα τύπον, διὰ τὴν εὐκολίαν, εἶναι δὲ καὶ ἔντυποι· εἰς οἱανδήποτε παράλειψιν καὶ ἂν ὑπέπεσεν ὁ δηλωτὴς, ἡ αὐτὴ στερεότυπος ἀπόφασις διατυποῦται, καὶ ἐπ’ αὐτῇ ἐπιδιώκεται ἡ εἴσπραξις τοῦ φόρου καὶ τοῦ διπλασίου λόγῳ ποινῆς τέλους καὶ ἐξόδων καταμετρήσεως. Ἐν δὲ τῷ ἱστορικῷ τῆς ἀποφάσεως διατυποῦται τὸ πταῖσμα ἑνὸς ἑκάστου, καὶ τοῦτο εἶναι τὸ μόνον μέρος, ὅπερ ἔχομεν χειρόγραφον. Τὸ διατακτικὸν εἶναι στερεότυπον καὶ τὸ διατακτικὸν πρὸς τὸ σκεπτικὸν οὐδεμίαν ἔχει σχέσιν ἄλλην ἢ μόνην ταύτην· ἐκ τούτου δεικνύεται, ὅτι ὑπάρχει πταῖσμά τι, ὅπερ τιμωρεῖ τὸ διατακτικόν. Γινώσκετε ὅτι αἱ ἀποφάσεις αὗται ὑπόκεινται εἰς ἔνδικα μέσα, καὶ θέλουσι βεβαίως ἐκκληθῆ ἐνώπιον τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. Ἀλλὰ πρέπει νὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψιν ἡ Κυβέρνησις, ὡς ἔχει βεβαίως ἡ Βουλὴ, ὅτι αἱ ἐκκλήσεις αὗται, αἱ γινόμεναι ἀπὸ τῶν τεσσάρων περάτων ἑκάστης ἐπαρχίας, καίτοι γίνονται ἐπὶ χάρτου μὴ σφραγιστοῦ, ὁπωσδήποτε ἐπιβάλλουσι δαπάνην εἰς τοὺς ἐνδιαφερομένους, διότι, εἰμή τι ἄλλο, ἐπιδίδονται διὰ δικαστικοῦ κλητῆρος. Διὰ τοῦτο θὰ ἦτο καλὸν, εἰς τὸ τέλος τοῦ νομοσχεδίου, ὅπερ ὑπέβαλεν ὁ κ. Ὑπουργὸς, νὰ ληφθῇ περὶ τούτου πρόνοια. Λαμβάνω ἓν παράδειγμα. Εἷς ἐν Ἀμαρουσίῳ, ὁ Κωνσταντῖνος Κοτζιᾶς, ἐδήλωσε 32 στρέμματα (εἶναι ἄνθρωπος ἐκ τῶν ἐχόντων περιουσίαν), ἀλλ’ ἐξ ὅλων τῶν δηλώσεων μίαν εὗρεν ἡ ὑπηρεσία νὰ ψέξῃ. Οὗτος τὰς ἀμπέλους αὑτοῦ ἔχει εἰς τρεῖς ἢ τέσσαρας θέσεις· εἰς μίαν δὲ τούτων, ἐξ ἑπτὰ περίπου στρεμμάτων ἀποτελουμένην, εὗρεν ὁ καταμετρήσας ἔλλειψιν 677 μέτρων. Ὁ δηλώσας 32 στρέμματα εὑρέθη ἐπὶ τοῦ συνόλου τῶν 32 στρεμμάτων πταίστης ἐπὶ παραλείψει 677 μέτρων. Καὶ Κύριος οἶδε, ἂν εἶναι παράλειψις. Ἐγὼ ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι δὲν εἶναι παράλειψις, διότι, ὅτε ἐγένετο τὸ πρωτόκολλον, προσέφυγεν εἰς ἐμὲ αὐτὸς οὗτος ὁ Κοτζιᾶς, καὶ παρεπονέθη, λέγων: «Ἐγὼ ἐδήλωσα ἐν πάσῃ ἀκριβείᾳ, καὶ αὐτὴ ἡ καταμέτρησις βεβαίως δὲν ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν τὰς ὁδοὺς τὰς ἐν τῇ ἀμπέλῳ, τὴν περιοχὴν, ἥτις καὶ αὕτη περιλαμβάνεται ἐν τῇ ὅλῃ ἐκτάσει· ἂν δὲ αὗται ἀφαιρεθῶσι, βεβαίως θὰ εὑρεθῇ, ὅτι δὲν ἐδήλωσα ἐπὶ 32 στρεμμάτων κατὰ λάθος ὀλιγώτερα 677 μέτρα, ἴσως ἐδήλωσα περισσότερα.» Ἀλλ’ ὅτε παρέστησα εἰς αὐτὸν, τί ἀπαιτεῖται, ὅπως δικάσῃ τὴν ἀνακοπὴν, οὗτος προετίμησε νὰ ὑποβληθῇ εἰς τὰς δαπάνας τῆς καταδίκης μᾶλλον ἢ νὰ ὑποβληθῇ εἰς τὰ ἔξοδα τῆς ἐμφανίσεως ἐπὶ Δικαστηρίου πρὸς συζήτησιν τῆς ὑποθέσεως δι’ 677 μέτρα. Ἀλλ’ ἐγὼ, Κύριοι, φρονῶ, ὅτι, καὶ ἂν ὑποθέσωμεν ὅτι ὑπάρχει πραγματικὴ παράλειψις, ὅτι καλῶς ἀνεῦρεν ὁ γεωμέτρης ἐπὶ δηλωθέντων 32 στρεμμάτων 677 μέτρων παράλειψιν, δὲν ὑπάρχει δικαίωμα καταδίκης. Διατὶ δὲ δὲν ὑπάρχει δικαίωμα καταδίκης; Διότι, ὅταν τις δηλώσῃ 32 στρέμματα καὶ εὑρεθῇ ἔν τινι τῶν ἀμπέλων αὐτοῦ ἔλλειψις 677 μέτρων, τὰ 677 μέτρα ταῦτα εἶναι ἐντὸς τῶν 5%, ἅτινα συγχωροῦνται εἰς τοὺς δηλωτάς...
§18ΒΟΖΙΚΗΣ. Ἐπὶ τῶν 32 στρεμμάτων 5%;
§19ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Βεβαίως... Καὶ ἑπομένως παραλείπονται. Ἀλλ’ οἱ κύριοι γεωμέτραι καὶ οἱ κύριοι οἰκονομικοὶ ἔφοροι, ὅτε εὑρίσκονται ἀπέναντι δηλωτῶν 30, 40, 60 στρεμμάτων, καὶ ἀνακαλύπτουσι 200, 300, 600 μέτρων ἔλλειψιν, ἀποχωρίζουσι τὴν ἄμπελον, ἐφ’ ἧς εὑρίσκεται ἡ ἔλλειψις αὕτη, καὶ ἐπὶ ταύτης μόνης ὑπολογίζοντες ἐπιβάλλουσι τὴν ποινὴν, διότι τοῦτο εἶναι συμφέρον, εἶναι δὲ συμφέρον, διότι γίνεται διανομὴ τῆς ποινῆς.
§20Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἡ νομολογία τῶν συλλήπτρων.
§21ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὁ νόμος εἶναι ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου ῥητὸς, διότι ὁ νόμος δὲν λέγει ὅτι παραχωρεῖται τὸ 5% ἢ τὸ 10% ἐπὶ στρεμμάτων ὀλιγωτέρων τῶν 5 ἐπὶ μιᾶς ἑκάστης ἀμπέλου κεχωρισμένως, ἀλλὰ λέγει ὅτι παραχωρεῖται τὸ 5% ἐπὶ τῶν δηλωθεισῶν ἀμπέλων. Καὶ ἰδοὺ πῶς ἔχει ἡ διάταξις τοῦ νόμου, ἥτις εἶναι τετυπωμένη ἐν αὐτῇ τῇ ἀποφάσει, ἀλλὰ μόνον διὰ τὸν τύπον, διότι δὲν ἀνεγνώσθη βεβαίως ὑπὸ τοῦ ἐφόρου (ἀναγινώσκει): «Ὁ παραλείψας ὁλοσχερῶς νὰ δηλώσῃ κατὰ τὸν παρόντα νόμον τὰς ἀμπέλους ἢ δηλώσας ψευδῶς τὸ ἔτος τῆς φυτεύσεως, ὡς καὶ ὁ δηλώσας ἔκτασιν ἐλάσσονα τῆς πραγματικῆς ἐπέκεινα μὲν τοῦ ὅρου 10%, προκειμένου περὶ ἐκτάσεως 5 στρεμμάτων, καὶ ἐπέκεινα τοῦ ὅρου 5% προκειμένου περὶ μεγαλειτέρας ἐκτάσεως, ὑποχρεοῦται εἰς πληρωμὴν τῶν ἐξόδων τῆς καθυστερήσεως καὶ εἰς πρόσθετον φόρον, ἴσον τῷ διπλασίῳ φόρῳ τῆς ἀμπέλου, ἣν δὲν ἐδήλωσεν, ἢ τῶν στρεμμάτων, ἅτινα ἀπέκρυψεν.» Εἶναι γενικὴ ἡ διάταξις τοῦ νόμου. Ὁ παραλείψας νὰ δηλώσῃ τὰς ἀμπέλους, ἢ ἐπὶ τῶν δηλώσεων τῶν ἀμπέλων του ὑποπεσὼν εἰς παράλειψιν στρεμμάτων ἄνω τῶν 5% ἢ ἄνω τῶν 10%, αὐτὸς καταδικάζεται...
§22Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἄλλως τε εἶναι κατὰ τοῦ Δημοσίου.
§23ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Βεβαίως. Λοιπόν, ὅταν τις δηλώσῃ 30, 40, 100 στρέμματα, καὶ εὑρεθῇ παραλείψας 100 μέτρα, 200, 600, ὑπάρχει λόγος νὰ ἔρχηται ἡ δημοσία ἀρχὴ νὰ συντάσσῃ πρωτόκολλα; Ἔστω, δύναται νὰ συνταχθῶσι τὰ πρωτόκολλα διὰ τὴν συμπλήρωσιν· ἀλλὰ νὰ ἐπιβάλῃ ποινήν; Δὲν ὑπάρχει δικαίωμα ποινῆς. Τὸ πολὺ ὑπάρχει περίπτωσις προσθήκης τῶν 677 μέτρων, ὅπως καὶ ἐπ’ αὐτῶν πληρωθῇ φόρος, ὅστις νομίζω ὅτι εἶναι 34 δραχμαὶ καί τινα λεπτὰ ἐν τοῖς δήμοις τῆς Ἀττικῆς, οἵτινες δυστυχῶς πληρώνουσι τὸν ἀνώτατον ὅρον. Ἐπὶ τούτου προκαλῶ τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, διότι τὸ θέμα εἶναι ἀντικείμενον γενικῆς ἀποφάσεως, ἥτις θ’ ἀπαλλάξῃ τοὺς πολίτας ἀπὸ μεγάλου μέρους τῶν γινομένων καταδιώξεων. Καὶ αὕτη εἶναι ἡ πρώτη παρατήρησις γενικῶς· διότι, ἐὰν αὕτη ἡ παρατήρησις ἐν Ἀττικῇ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν, ὑποθέτω ὅτι τὸ ἥμισυ τοὐλάχιστον τῶν ἀποφάσεων τοῦ ἐφόρου θέλουσι παραμερισθῆ. Ὑπάρχει ὅμως καὶ ἄλλος λόγος, δι’ ὃν δὲν ἐπιτρέπεται ἡ ἐκτέλεσις τοιαύτης ἀποφάσεως καὶ δὲν ἔπρεπε νὰ ἐκδοθῇ. Ὑπάρχει ἄλλη διάταξις τοῦ νόμου, ἣν ἐπίσης δὲν ἐμελέτησαν οἱ ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Οἰκονομικῶν, οἱ μετὰ τοσαύτης δραστηριότητος, ἐκ καθήκοντος βεβαίως, ἐπιδιώκοντες τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου. Ὁ νόμος δὲν ἐπέτρεψε ποινὰς ἢ μόνον ὅπου ἡ παράλειψις ὑπερβαίνει τὸ στρέμμα, δὲν ἐπέτρεψε ποινὰς ὁ νόμος, προκειμένου περὶ παραλείψεων ποσῶν κατωτέρων τοῦ στρέμματος. Καὶ δὲν προστρέχω εἰς τὸ πνεῦμα τοῦ νόμου, ἵνα ὑποστηρίξω τοῦτο, ἀλλ’ εἰς τὸ γράμμα τοῦ νόμου. Ἠκούσατε πρὸ ὀλίγου, πῶς ἔχει τὸ ἄρθρον 26, ἐφ’ οὗ ἐστηρίχθησαν αἱ ἀποφάσεις τοῦ ἐφόρου (ἀναγινώσκει): «Ὁ παραλείψας ὁλοσχερῶς νὰ δηλώσῃ... ὡς καὶ ὁ δηλώσας ἔκτασιν ἐλάσσονα τῆς πραγματικῆς... ὑποχρεοῦται εἰς πληρωμὴν τῶν ἐξόδων... καὶ εἰς πρόσθετον φόρον, ἴσον τῷ διπλασίῳ φόρῳ τῆς ἀμπέλου, ἣν δὲν ἐδήλωσεν, ἢ τῶν στρεμμάτων, ἅτινα ἀπέκρυψεν». Οὐδαμοῦ λέγει ὁ νόμος, ὅτι ὑπόκειται εἰς πληρωμὴν προστίμου προσθέτου φόρου τοῦ διπλασίου διὰ τὰ μέτρα, ἅτινα δὲν ἐδήλωσε. Λέγει ὅτι ὑποβάλλεται εἰς πρόσθετον φόρον διὰ τὰ στρέμματα. Καὶ πρόκειται περὶ ποινῆς διατάξεως, ἧς κατὰ τὸν γνωστὸν κανόνα δὲν ἐπιτρέπεται οὐδεμία ἐπέκτασις καὶ εὐρεῖα ἑρμηνεία. Τὸ γράμμα εἶναι σαφές. Καταδικάζεται διὰ τὰ στρέμματα. Πᾶν ὅ,τι εἶναι κάτω τοῦ στρέμματος δὲν ἀποτελεῖ παράλειψιν ὑποβλητέαν εἰς ποινήν· ἀποτελεῖ παράλειψιν βεβαίως συνεπιφέρουσαν τὴν ἀνάγκην συμπληρώσεως τοῦ φόρου, οὐχὶ ὅμως καὶ συνεπαγομένην δικαίωμα ποινῆς. Καὶ αὔριον, ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς μελετήσῃ τὰ τοῦ νόμου, θέλει εὑρεθῆ εἰς τὴν εὐχάριστον, ὡς δὲν ἀμφιβάλλω, καὶ δι’ αὐτὸν θέσιν νὰ ἀναγγείλῃ εἰς τοὺς κυρίους ἐφόρους, ὅτι, ὁσάκις δὲν ὑπάρχῃ παράλειψις ἑνὸς τοὐλάχιστον στρέμματος, ὀφείλουσι μὲν οἱ ἔφοροι νὰ καταλογίζωσι τὸν φόρον τὸν συμπληρωτικόν, — ἄλλο ζήτημα, ἂν εἶναι ἄξιον τοῦ κόπου, — ἀλλὰ δὲν ἔχουσι δικαίωμα νὰ ἐπιβάλλωσι ποινάς. Ταῦτα εἶναι ἀναντίρρητα, καὶ ταῦτα, λεγόμενα ἐνταῦθα γενικῶς, θὰ ἀπαλλάξωσι καὶ τοὺς φορολογουμένους παντοίων ἐνοχλήσεων καὶ δαπανῶν, καὶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς στενοχωρίας νὰ ἐνοχλῆται καὶ αὐτός, βλέπων ὅτι δὲν δύναται νὰ θεραπεύσῃ τὰ παράπονα, διότι ὁ νόμος ὁ ἐφαρμοζόμενος εἶναι δυστυχῶς μόνον παραπόνων γεννητικός. Καὶ ταῦτα μὲν ἤθελον νὰ εἴπω γενικῶς περὶ τῆς οὐσίας, νομίζω δὲ, ὅτι ἀπέδειξα, ὅτι ἡ οὐσία ἔχει ὅπως καὶ ὁ νόμος ἐν τῷ γράμματι αὐτοῦ περιλαμβάνει τὰ πράγματα, ὅπως καὶ ἐγὼ ἰδιαιτέρως ἀνέπτυξα. Ἀλλ’ ἐπανέρχομαι πάλιν διὰ γενικωτέρων εἰς τὴν ἐξέτασιν τῶν ἀποφάσεων τοῦ ἐφόρου αἵτινες, ὡς εἶπον, εἶναι στερεότυποι. Τὸ παράδειγμα, ὅπερ εἶχον ἀνωτέρω, ἐξακολουθῶ καὶ ἐνταῦθα νὰ διατηρῶ, τὸ παράδειγμα τοῦ παραλείψαντος ἐπὶ 32 στρεμμάτων 677 μέτρα. Εἰς τί πρέπει νὰ καταδικασθῇ κατὰ τὸν νόμον; Ἐὰν ὁ νόμος ἔχῃ ὅπως ὁ ἔφορος ἐνόμισεν ὅτι ἔχει, πρέπει νὰ καταδικασθῇ οὗτος εἰς τὸν φόρον τῶν 677 μέτρων, εἰς τὸ διπλάσιον τοῦ φόρου λόγῳ προστίμου καὶ εἰς τὰ ἔξοδα, διότι βεβαίως τὰ ἔξοδα εἶναι εἰς βάρος τοῦ. Ὁ ἔφορος ἐφρόντισε νὰ ἐπιβάλῃ εἰς αὐτὸν πρὸς τοῖς ἄλλοις — καὶ λέγω τοῦτο, ἵνα θίξω τὸ παράπονον τὸ σχετικόν, — καὶ εἰς τέλη. Ἀλλὰ ῥητῶς ὁ νόμος λέγει, ὅτι τέλη δὲν βαρύνουσι τὴν διαδικασίαν τὴν περὶ τῶν ἀμπέλων. Εἶναι ῥητὴ ἡ διάταξις τοῦ νόμου. Διὰ ποῖον λόγον ζητοῦνται τέλη; Διότι βεβαίως ἡ προσθήκη τῶν τελῶν αὐξάνει τὸ διανεμητέον ποσόν, ὡς ὑποθέτω, ἢ νομίζουσιν, ὅτι αὐξάνει τὸ διανεμητέον ποσόν. Εἶναι λοιπὸν διαγραπτέα, διαγραπτέα δὲ διὰ διαταγῆς τοῦ Ὑπουργοῦ...
§24ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὰ ἔξοδα τῆς ἀκυρώσεως τὰ γνωρίζετε;
§25ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Θὰ φθάσω καὶ εἰς τοῦτο. Ἀρχίζω ἀπὸ τῶν ἁπλουστέρων. Ἔρχομαι τώρα εἰς τὸ πῶς καταδικάζεται αὐτὸς ὁ παραλείψας 677 μέτρα ἐπὶ 32 στρεμμάτων. Καταδικάζεται, ἀκούσατε. (Ἀναγινώσκει τὴν ἀπόφασιν). Λοιπὸν διότι παρέλειψε νὰ δηλώσῃ 677 μέτρα, τῷ ἐπιβάλλει ἡ ἀπόφασις τὸν φόρον ὁλόκληρον τῶν 7 στρεμμάτων, τὸ διπλάσιον αὐτοῦ καὶ τὰ τέλη!
§26ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ τὰ ἔξοδα τῆς καταμετρήσεως.
§27Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τὴν ἀξίαν ὅλης τῆς ἀμπέλου!
§28ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Εἶναι δὲ στερεότυπος ἡ ἀπόφασις. Ἐννοεῖται τί θὰ συμβῇ. Προχωρῶ (ἀναγινώσκει): «Τὰ ἔξοδα τῆς καταμετρήσεως καὶ τὰ τέλη τῆς παρούσης. Τὸ ἥμισυ τοῦ προσθέτου φόρου διανεμηθήσεται...» Ἐρωτῶ: καὶ ἂν ὑποθέσωμεν ὅτι τὰ πράγματα δὲν ἔχουσι παρανόμως, — ἔχουσι δὲ λίαν παρανόμως — ὁ ἀγρότης, εἰς ὃν θὰ προσκομισθῇ αὕτη ἡ ἀπόφασις, γνωρίζει τί θὰ πληρώσῃ; — Ἀπόφασις, ἥτις δὲν ὁρίζει τὸ πληρωτέον ποσὸν, ἀλλὰ παραπέμπει εἰς τὴν μελέτην τοῦ νόμου καὶ τῶν ἐγκυκλίων — τριακοσίων ἢ τετρακοσίων — δὲν γνωρίζω πόσων.
§29ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Οὐδὲ ὁ νόμος καθορίζει τί θὰ πληρώσῃ. Θὰ τὸ καθορίσῃ ὁ κύριος γραμματεὺς τῆς Ἐφορίας.
§30ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Εἶναι δίκαιον, ἔχομεν τὸ δικαίωμα νὰ ἀξιῶμεν, ὥστε ἐκεῖνο, ὅπερ πράττουσι τὰ πολιτικὰ Δικαστήρια, ἐπιδικάζοντα ἀπαίτησιν, νὰ πράττωσι καὶ οἱ ἔφοροι, ὅταν ἐνασκῶσι τὴν ἐξαιρετικὴν ταύτην διαδικασίαν; Βεβαίως εἶναι δίκαιον. Καὶ εἶναι δυνατὸν νὰ ἐμπιστευθῇ τις εἰς οἱονδήποτε οἰκονομικὸν ὑπάλληλον τὴν τύχην τοῦ χωρικοῦ, τοῦ ἁπλοῦ, τοῦ ἀγραμμάτου, εἰς ὃν θὰ προσκομισθῇ ἁπλῶς ἔγγραφόν τι, μὴ ὁρίζον αὐτῷ σαφῶς, τί θὰ πληρώσῃ ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἀποφάσεως αὐτῆς εἰς τὰς χεῖρας τοῦ εἰσπράκτορος, ὅστις αὐτὸς ἔχει βεβαίως τοὺς ἀριθμούς; Ὁ χωρικὸς, ἂν ἔχῃ εἰς χεῖράς του ἔγγραφον περιλαμβάνον ἀριθμοὺς, θὰ ἔχῃ καιρὸν ἐντὸς τῶν 40 ἡμερῶν νὰ ἐξετάσῃ τὰ πράγματα, προστρέχων εἰς συμβούλους, παραπονούμενος εἰς τὸν Ὑπουργὸν, καὶ ὅταν ἔλθῃ ἡ ὥρα τῆς πληρωμῆς, ἐὰν δὲν ἐγκριθῶσι τὰ παράπονά του, θὰ γνωρίζῃ καθαρῶς, ὅτι ἔχει νὰ πληρώσῃ τὸ ἀναγεγραμμένον ποσόν. Ἀλλὰ λέγετε πρὸς αὐτὸν νὰ πληρώσῃ ὁλόκληρον τὸν φόρον τῆς ἀμπέλου διὰ 677 μέτρα, νὰ πληρώσῃ τὸ διπλάσιον τοῦ φόρου τῶν 7 στρεμμάτων, τὰ ἔξοδα τῆς καταμετρήσεως, ὄχι μόνον τὰ ἰδικά του, ἀλλὰ καὶ ὁλοκλήρου τοῦ χωρίου, ὑποθέτω, νὰ πληρώσῃ καὶ τὰ τέλη! Καὶ εἶναι δυνατὸν τοιαῦται ἀποφάσεις ἐν χώρᾳ συνταγματικῇ νὰ ἐκδίδωνται, καὶ νὰ ἐπιδιώκηται ἡ ἐκτέλεσις αὐτῶν; Ὑποθέτω, ὅτι οὐδὲ παρὰ τοῖς Ζουλοῦ εἶναι δυνατὸν τοιαύτη διαδικασία νὰ θεωρηθῇ ἀνεκτή. Καὶ βεβαίως, ταῦτα λέγων, δὲν φρονῶ ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐγκρίνει τοιαῦτα πράγματα, ἀλλὰ καταδικάζω πρᾶξιν τῆς ὑπηρεσίας ἀλόγιστον καὶ ἐσπευσμένην καὶ καταδεικνύουσαν ἔλλειψιν καὶ τῆς παραμικρᾶς συμπαθείας πρὸς τοὺς δυστυχεῖς φορολογουμένους, οἵτινες πρέπει μὲν νὰ πληρώνωσιν, ἀλλὰ πρέπει νὰ πληρώνωσι μόνον ἐκεῖνο, ὅπερ ὀφείλουσιν, οἵτινες πρέπει νὰ τιμωρῶνται, ἀλλὰ νὰ τιμωρῶνται μόνον δι’ ἐκείνας τὰς παραλείψεις, εἰς ἃς ἀληθῶς ὑπέπεσαν. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, μετὰ πόνου καὶ ἐπιμελείας νὰ ἐξετάσῃ τὴν ὑπόθεσιν, καὶ νὰ θελήσῃ ἢ νὰ διατάξῃ γενικῶς τὸν ἔφορον Ἀττικῆς, ἢ νὰ μεριμνήσῃ νὰ περιληφθῇ διάταξις εἰδικὴ ἐν τῷ εἰσαχθέντι νόμῳ, νὰ διατάξῃ δὲ καὶ πάντας τοὺς ἐφόρους ὁλοκλήρου τῆς Ἑλλάδος νὰ ἀναστείλωσι πᾶσαν τοιούτου εἴδους ἐνέργειαν, — διότι ὁ τύπος ὑποθέτω ὅτι εἶναι γενικὸς ἀνὰ πᾶσαν τὴν Ἑλλάδα,—νὰ φροντίσῃ δὲ, ὥστε τὰ περαιτέρω νὰ ἐκτελεσθῶσι κατὰ τρόπον ἀνεκτὸν καὶ πρὸ παντὸς κατὰ τρόπον δίκαιον, πρὸς τούτοις δὲ νὰ φροντίσῃ νὰ ἐξετάσῃ μετὰ προσοχῆς τὰ συμβαίνοντα ἐπὶ καταμετρήσεων. Δὲν ὑπάρχει λώβα, δὲν ὑπάρχει ψώρα μεγαλειτέρα, δὲν ὑπάρχει νοθεία, πλαστογραφία μεγαλειτέρα τῆς λώβης καὶ τῆς ψώρας καὶ τῆς πλαστογραφίας ἐπὶ καταμετρήσεων. Αἱ καταμετρήσεις, ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ — δὲν ὁμιλῶ περὶ τῶν ἀμπέλων — εἶναι πλασταί, καὶ πλέον ἢ ἅπαξ εὑρέθην εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ συμβουλεύσω ἑκατοντάδας χωρικῶν νὰ ὑποβάλωσιν ἐν τοῖς παραπόνοις αὐτῶν προσβολὴν τῶν πρωτοκόλλων ἐπὶ πλαστογραφίᾳ, διότι ἦσαν πλαστά.
§31Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Πηγαίνουν καὶ γλεντοῦν εἰς τὰ χωριά!
§32ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐγὼ αὐτὸς ὑπέβαλον προσβολὴν ἐπὶ πλαστογραφίᾳ, ὑπάρχοντος ἐν τῇ ἐξουσίᾳ Ὑπουργοῦ τοῦ κ. ἐκ Παρνασσίδος Βουλευτοῦ, πάντων τῶν ἐν τῷ δήμῳ Ὠρωπίων πρωτοκόλλων, ἅτινα ἐξ αὐτῶν τούτων ἀπεδεικνύετο ὅτι συνετάχθησαν ἐν Ὠρωπῷ ἐν χρόνῳ, καθ’ ὃν ὁ γεωμέτρης, ὁ συντάξας αὐτὰ, εὑρίσκετο ἐν Ἀθήναις, συνετάχθησαν δὲ κατ’ ἀντιγραφὴν ἐκείνων πρωτόκολλα, πρὸ ἑνὸς ἔτους δὲ γενόμενα ἐν τῷ αὐτῷ δήμῳ, ἐν τῷ γραφείῳ αὐτοῦ, ἐν Ἀθήναις, διότι τὰ πρῶτα εἶχον ἐλλείψεις· διώρθωσε δηλαδὴ ὁ γεωμέτρης τοὺς τύπους διὰ ψευδῶν βεβαιώσεων, καὶ συνέταξεν οὕτω τὰ νέα πρωτόκολλα. Ἔλαβεν, ὡς δὲν ἀμφιβάλω, ἔξοδα μεταβάσεως εἰς Ὠρωπὸν, ἂν καὶ δὲν μετέβη πρὸς ἐκτέλεσιν νέας καταμετρήσεως. Ἐπέμεινα, διότι ἡ κακοήθεια πρέπει νὰ κτυπᾶται κατακέφαλα, καὶ ἐγὼ αὐτὸς σχεδιάσας τὰς ἐνστάσεις διετύπωσα τὴν μήνυσιν ἐπὶ πλαστογραφίᾳ κατὰ τοῦ τοιαῦτα πράξαντος. Ἀλλὰ δὲν ἀμφιβάλλετε, Κύριοι, ὅτι οὐδὲν ἐπὶ τούτων ἐγένετο. Παρεμερίσθησαν τὰ πρωτόκολλα· οὐδὲν ἐγένετο ἐπὶ τῶν πρωτοκόλλων...
§33ΒΟΖΙΚΗΣ. Μήπως εἰσήχθησαν ἐπὶ ψευδῆ καταμηνύσει οἱ καταγγείλαντες;
§34ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἡσυχάσατε.
§35Φ. ΝΕΓΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Περὶ ποίας ἐποχῆς ὁμιλεῖτε;
§36ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Παλαιότερον τῆς σημερινῆς. Ἀλλὰ ταῦτα εἶναι δυστυχῶς διαρκῆ. Ἐγὼ συνήθως ἐνταῦθα δὲν λαμβάνω τὸν λόγον ἐπὶ τοιούτων θεμάτων, ἀλλὰ τὸ κακὸν ἐγένετο διαρκές, καὶ δυστυχῶς ἐπεκτείνεται. Ἔχω εἰς τὴν οἰκίαν μου ἀντίγραφον ἀποφάσεως—λυποῦμαι, διότι δὲν προσεκόμισα αὐτὸ, —κοινοποιηθείσης εἰς ἄνθρωπον ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ, ἀπαλλαγέντα τῆς ποινῆς (τῆς κακῶς ἐπιβληθείσης εἰς αὐτὸν) ἐπὶ παραβάσει τοῦ τελωνιακοῦ νόμου, 500 δραχμῶν· δυνάμει τοῦ ἀντιγράφου τούτου εἰσεπράχθησαν αἱ 500 δραχμαὶ, διότι τὸ ἀντίγραφον ἦτο τελείως ἀντίθετον πρὸς τὸ πρωτότυπον. Ἐκοινοποιήθη εἰς τὸν ξένον τοῦτον ἀπόφασις καταδικάζουσα αὐτὸν εἰς ποινὴν ἐπὶ παραβάσει τῶν τελωνιακῶν νόμων 500 δραχμῶν, καὶ ἐπλήρωσε.
§37ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ τὸ πρωτότυπον;
§38ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Καὶ τὸ πρωτότυπον ἔλεγεν, ὅτι ἀπαλλάσσεται τῆς ποινῆς! (ἐντύπωσις).
§39Δ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Ποῖος εἶναι ὁ ὑπάλληλος ὁ διατυπώσας τὸ ἔγγραφον αὐτό; Νὰ τιμωρηθῇ, οἱοσδήποτε καὶ ἂν ἦναι.
§40ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν. Καὶ αὔριον θὰ φέρω τὸ ἔγγραφον. Μοὶ ἔκαμε τὴν αἰσχίστην ἐντύπωσιν.
§41ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ ΚΑΙ ΑΛΛΟΙ. Αὐτὸ εἶναι κλοπή!
§42Ν. ΣΥΝΟΔΙΝΟΣ. Ἐγὼ φρονῶ, ὅτι ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Οἰκονομικῶν δὲν ὑπάρχει ὑπηρεσία, διότι ὀλίγιστοι οἱ ἐργαζόμενοι, καὶ ὅλοι δὲν ἐννοοῦσι τὴν ὑπηρεσίαν, οὐδὲ γνωρίζουσι τοὺς κειμένους νόμους.
§43ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Διὰ τοῦτο μεταχειρίζομαι γλῶσσαν ὑπαγορευομένην ὑπὸ τοῦ πόνου. Διότι τέλος πάντων οἱ Ἕλληνες ἔχουσι δικαίωμα, πληρώνοντες τοὺς φόρους, νὰ εὑρίσκωσι πατρικὴν πρόνοιαν ἐν τῇ διοικήσει, καὶ δυστυχῶς τὰ γινόμενα, ὧν ἓν δεῖγμα εἶναι τὸ σήμερον ἐνταῦθα προσαγόμενον, δὲν ἀποδεικνύουσιν, ὅτι ἡ πατρικὴ αὕτη πρόνοια ὑπάρχει, οὐχὶ ἐκ πταίσματος τῶν Ὑπουργῶν, ἀλλ’ ἐκ πταίσματος ἐκείνων, οἵτινες ὑπὸ τὴν ἀμελῆ ἐπίβλεψιν τῶν Ὑπουργῶν γίνονται κύριοι τοῦ παντός. Καὶ ταῦτα εἶχον νὰ εἴπω ἐν σχέσει πρὸς τὸ ζήτημα τῶν ἀμπέλων, παρακαλῶν τὸν κύριον Ὑπουργὸν νὰ μελετήσῃ τοῦτο, καὶ νὰ ἴδῃ μήπως ὑπάρχει περίπτωσις περιλήψεως καὶ προσθέτου ἄρθρου εἰς τὸ νομοσχέδιον αὐτοῦ. Ἀλλ’ ἐσκόπουν νὰ ὑποβάλω καί τινας ἐρωτήσεις εἰς τοὺς κυρίους Ὑπουργοὺς, ὧν αἱ πλεῖσται ἔχουσι σχέσιν πρὸς τὸν Προϋπολογισμὸν, εἰς οὗ τὴν συζήτησιν θέλομεν μετὰ τινας ἡμέρας εἰσέλθει. Ἔχω τὸ παράπονον, ὅτι πρώτην φορὰν—ὡς ἐγὼ τοὐλάχιστον ἐνθυμοῦμαι—ἀφ’ ὅτου πολιτεύομαι, ὑπεβλήθη Προϋπολογισμὸς καὶ ἔφθασε σχεδὸν εἰς τὴν συζήτησιν, τῆς Βουλῆς εὑρισκομένης ἐν πλήρει ἀγνοίᾳ περὶ τῶν ἐσόδων τοῦ προηγουμένου ἔτους, διότι τὸ ἔτος 1901 δὲν γνωρίζομεν πέραν τοῦ Ἰουλίου ποῖα ἔσοδα εἶχε κατὰ τὸ πρῶτον τρίμηνον τῆς διαχειρίσεως αὐτοῦ...
§44Φ. ΝΕΓΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἀπὸ τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως δύνασθε νὰ πληροφορηθῆτε.
§45ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Εἰς τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως, κ. Ὑπουργὲ, ἡ τελευταία δημοσιευθεῖσα κατάστασις κατὰ τὴν 5 Φεβρουαρίου τοῦ 1902 ἦτο ἡ τοῦ Ἰουλίου.
§46Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Ὄχι. Ἐδημοσιεύθη κατάστασις τοῦ Δεκεμβρίου, κύριε συνάδελφε.
§47ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Εἰς τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως δὲν ἠξεύρω πότε ἐδημοσιεύθη τοῦ Δεκεμβρίου. Δὲν ἐστάλη εἰς ἐμὲ ἢ μόνον ἡ Ἐφημερὶς τῆς Κυβερνήσεως τῆς 5 Φεβρουαρίου, ἔχουσα τὴν κατάστασιν τοῦ Ἰουλίου. Ἂν ἐστάλη εἰς τὰ μέλη τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ, δὲν γνωρίζω· ἀλλὰ δὲν διενεμήθη τὸ φύλλον τοῦτο. Λαμβάνω τακτικῶς τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως, καὶ τὸ φύλλον τοῦτο μάτην ἀνεζήτησα μεταξὺ τῶν ἐγγράφων μου. Λοιπὸν παρακαλεῖται ὁ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὴν προσωρινὴν κατάστασιν ἐσόδων καὶ ἐξόδων τοῦ Κράτους τῆς χρήσεως 1901 ἀπὸ 1 Ἰανουαρίου μέχρι τέλους Δεκεμβρίου 1901, ὥστε νὰ δυνηθῶμεν νὰ ἐκτιμήσωμεν τὰ ἔσοδα. Ἐγὼ, μελετῶν τὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἠναγκάσθην νὰ διακόψω τὴν μελέτην, διότι τὰ ἔσοδα ἦσαν ἀνεπίδεκτα ἐκτιμήσεως ἐκ μέρους μου.
§48Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Εἰς τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως εὕρετε καὶ προσωρινὸν ἀπολογισμὸν τῆς διαχειρίσεως τοῦ 1899;
§49ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὄχι βεβαίως. Ἀλλὰ τοῦ 1899 τὸν προσωρινὸν ἀπολογισμὸν ἔχομεν. Διενεμήθη. Τὸν ὁριστικὸν δὲν ἔχομεν, καὶ ἔπρεπε νὰ τὸν ἔχωμεν.
§50Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὄχι τὸν ὁριστικόν. Ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως, ἐρωτῶ, ἂν εὕρετε καταστάσεις προσωρινὰς τῶν εἰσπραχθέντων ἐσόδων καὶ δαπανηθέντων ἐξόδων μέχρι τῆς 31 Δεκεμβρίου 1900.
§51ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἀπό τινος χρόνου ὑπάρχει μεγάλη ἀταξία εἰς τοὺς πίνακας. Καὶ τοῦ 1900 καὶ τοῦ 1901 οἱ πίνακες εἶναι εἰς μεγάλην ἀταξίαν· ὅταν παρέλθῃ τὸ ἔτος, δὲν φροντίζουσι πλέον νὰ συμπληρώσωσιν αὐτούς. Περὶ τούτου βεβαίως ὁ κ. Ὑπουργὸς εἶναι ἁρμόδιος νὰ μεριμνήσῃ· ἀλλὰ τὸ ἀπαραιτήτως εἰς ὑμᾶς ἀναγκαῖον εἶναι νὰ ἔχωμεν τὸν πίνακα τῶν εἰσπράξεων, τῶν ἐσόδων, τοῦ προηγουμένου ἔτους, διότι εἴμεθα εἰς τὸν Μάρτιον, καὶ βεβαίως ὁ πίναξ οὗτος εἶναι κατηρτισμένος. Ἡ παρατήρησις τοῦ ἐντίμου συναδέλφου βεβαίως προκαλεῖ τὴν παράστασιν ἐνταῦθα τῆς ἀπορίας, πῶς ὁ ἀπολογισμὸς τοῦ 1899 ὁ ὁριστικὸς δὲν εἶναι μέχρι τοῦδε ἐκδεδομένος. Ὁ προσωρινὸς εἶναι βεβαίως διανενεμημένος, ἀλλ’ ὁ ὁριστικός, συζητουμένου τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ ἔτους 1902, νομίζω, ὅτι ἦτο καιρὸς νὰ ἦναι κατατεθειμένος εἰς τὴν Βουλήν...
§52Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὑπάρχουσιν ὅλα τὰ στοιχεῖα πρὸς τοῦτο πρὸ πολλοῦ καιροῦ.
§53ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὑποθέτω... Εἶναι δὲ σπουδαῖος ὁ ἀπολογισμὸς τοῦ 1899 καὶ δι’ ἄλλον λόγον, ἀλλ’ ἰδίως διότι εἰς τὸν ἀπολογισμὸν τοῦτον ὁ πρώην Ὑπουργὸς παρέπεμψεν ὑμᾶς, ὅπως ἐκτιμήσωμεν τὰ τοῦ ἐλλείμματος τῶν παλαιῶν ἀπολογισμῶν, διότι ἐκεῖ ἔμελλε νὰ κανονισθῶσι τὰ ἐλλείμματα ταῦτα. Δὲν ἔχομεν δὲ τὸν ἀπολογισμόν.
§54Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐλήφθη καὶ ὡς βάσις διαφόρων ὑπολογισμῶν τοῦ Ὑπουργείου διὰ τὸ 1902.
§55ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Λοιπὸν αἱ ἐρωτήσεις μου εἶναι αἱ ἑπόμεναι (ἀναγινώσκει): «Παρακαλεῖται ὁ κύριος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ καταθέσῃ πίνακα τῶν ἀποτελεσμάτων τῶν ἀπὸ τοῦ ἔτους 1833 μέχρι τέλους τοῦ ἔτους 1898 ὁριστικῶν ἀπολογισμῶν τοῦ Κράτους, ἂν δὲ κατηρτίσθη ἤδη ὁ ὁριστικὸς ἀπολογισμὸς τοῦ ἔτους 1899, καὶ μέχρι τέλους 1899», — διότι ἔχομεν, εἶπον, τὴν ὑπόσχεσιν τοῦ πρώην Ὑπουργοῦ, ὅτι μετὰ τὴν δημοσίευσιν τοῦ ἀπολογισμοῦ τοῦ 1899 θέλομεν ἔχει τὰ ὁριστικὰ ἀποτελέσματα τῶν ἐλλειμμάτων τῶν παρελθόντων ἐτῶν, ἅτινα, ἂν δὲν μὲ ἀπατᾷ ἡ μνήμη, ὑπεσχέθη καὶ ὁ κύριος Ὑπουργός. Τὰ τῶν δημοσιευθέντων καὶ δημοσιευομένων πινάκων τῆς γενικῆς ληψοδοσίας τοῦ Κράτους εἶναι τοσοῦτον ἀνώμαλα, ὥστε δὲν τολμῶ νὰ ὁμιλήσω περὶ τῶν διαφορῶν τῶν ποσῶν, αἵτινες παρουσιάζονται. Ὁ πίναξ, ὃν θέλει καταθέσει ὁ κ. Ὑπουργὸς, θέλει, πιστεύω, ἄρει πάσας τὰς ἀμφιβολίας. «Παρακαλεῖται ὁ κύριος ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλήν: Αʹ) Ἀκριβῆ κατ’ ἄρθρον πίνακα τῶν τηλεφωνικῶν, τῶν ὑπὲρ τοῦ δημοσίου ταμείου τηλεγραφικῶν καὶ τῶν παντὸς εἴδους ταχυδρομικῶν εἰσπράξεων κατὰ τὰ ἔτη 1898, 1899, 1900, 1901. Βʹ) Ἀκριβῆ πίνακα τῶν κατὰ τὰ αὐτὰ ἔτη δαπανῶν ἐπὶ τῇ βάσει τῶν παντὸς εἴδους πιστώσεων ταχυδρομικῶν, τηλεγραφικῶν καὶ τηλεφωνικῶν.» Θέλω δὲ παρακαλέσει τὸν κύριον Ὑπουργὸν, οἱ πίνακες οὗτοι νὰ ἦναι μετὰ πασῶν τῶν διακρίσεων τῶν ἄρθρων καὶ εἰ δυνατὸν, καὶ τῶν ἐδαφίων. Πρόκειται περὶ πιστώσεων, αἵτινες ἀνέβησαν ἤδη εἰς τέσσαρα ἑκατομμύρια περίπου, ἐκτὸς τῶν ἐπιπροστιθεμένων, καὶ τὸ θέμα εἶναι ἄξιον πολλῆς προσοχῆς. «Παρακαλεῖται ὁ κ. ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως Ὑπουργὸς νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν ἐν γένει περὶ τῆς ἀπὸ τοῦ ἔτους 1899 ἱδρύσεως τοῦ τε Ἀκαδημαϊκοῦ Γυμναστηρίου καὶ τῆς Σχολῆς τῶν γυμναστῶν λειτουργίας ἀμφοτέρων τούτων τῶν ἱδρυμάτων, ἑκατέρου ἰδίᾳ, μετὰ σημειώσεως τοῦ ἀριθμοῦ τῶν εἰς ἑκάτερον αὐτῶν καθ’ ἕκαστον ἔτος φοιτησάντων, τοῦ ἀριθμοῦ καὶ τῶν ὀνομάτων τῶν ἐξετασθέντων καθ’ ἕκαστον ἔτος, τοῦ ἀριθμοῦ καὶ τῶν ὀνομάτων τῶν μέχρι σήμερον ἐγγραφέντων καὶ τῶν ἐπὶ πτυχίῳ ἀποφοιτησάντων, τοῦ ποσοῦ τῶν ἐξ ἐγγραφῶν καὶ ἄλλων κατὰ νόμον καταβολῶν εἰσπραχθέντων, τοῦ ἀριθμοῦ, τοῦ βαθμοῦ καὶ τῶν ὀνομάτων καὶ μισθῶν τοῦ ἐν τοῖς ἄνω ἱδρύμασι διωρισμένου προσωπικοῦ. Παρακαλεῖται ὡσαύτως νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, εἰς τίνα νομικὴν διάταξιν στηρίζονται αἱ ἐν κεφαλαίῳ 14 ἄρθροις 1 καὶ 2 τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου δύο πιστώσεις.» Παρακαλῶ ἐνταῦθα τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ προσέξῃ εἰς τὰς παρατηρήσεις μου. Διὰ τῆς ἐπερωτήσεως, ἣν ὑποβάλλω, ζητῶ διαφόρους πληροφορίας. Ἐπιμένω δὲ ἰδιαιτέρως εἰς μίαν, διότι καὶ ἐπὶ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως ὑπέβαλον τὴν παρατήρησιν, ἀλλ’ ὑπῆρξεν ἀδύνατον νὰ δοθῇ εἰς αὐτὴν ἀπάντησις. «Παρακαλεῖται ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, ἐπὶ τίνων νομικῶν διατάξεων ὡρισμένως στηρίζονται αἱ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν πιστώσεις, ἑκάστη ἰδιαιτέρως κατὰ κεφάλαιον καὶ ἄρθρον, καταθέτων ἀκριβῆ περὶ τούτων πίνακα.» Θὰ μοὶ εἴπῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὅτι ὑπάρχει συνημμένος ὁ πίναξ. Ἀπὸ ἐτῶν ὑπάρχει συνημμένη εἰκονικὴ παράστασις τοῦ πίνακος, διότι ὁ πίναξ οὗτος πᾶν ἄλλο περιέχει ἢ πληροφορίας. Ἐκτὸς τῶν ἐν τῇ ἀρχῇ πληροφοριῶν περὶ τῶν ζητημάτων, περὶ ὧν ἐρωτῶ, ἀφοῦ προχωρήσῃ τις εἰς τὸ δεύτερον ἢ τρίτον κεφάλαιον, ἔπειτα γίνεται σύγχυσις παντοία, καὶ τὰ πλεῖστα κεφάλαια τοῦ προϋπολογισμοῦ μένουσιν ἄνευ ἐξηγήσεως, εἶναι δέ τινα, ἐφ’ ὧν εἶναι ἀπολύτως ἀναγκαῖον νὰ γνωρίζωμεν ἐπὶ τίνων νόμων στηρίζονται, διότι ἀφορῶσιν εἰς σπουδαῖα ποσὰ, καὶ βεβαίως εἶναι μεγάλη ἀταξία νὰ ψηφίζωμεν, μὴ γνωρίζοντες ἂν ὑπάρχουσι στηρίζουσαι τὰς πιστώσεις νομικαὶ διατάξεις. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ ἐξετάσῃ αὐτὸς οὗτος τὸν πίνακα, καὶ θέλει πεισθῇ περὶ τοῦ ἀτόπου· ἔχω δὲ τὴν πεποίθησιν, ὅτι θέλει ἐπανορθώσει αὐτὸ νῦν, μετὰ διετίαν, ἀφ’ ὅτου τὸ πρῶτον ἐξέθηκα ἐνταῦθα τὴν ἔλλειψιν, διότι εἶναι σπουδαῖον. «Παρακαλεῖται ὡσαύτως νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν διὰ καταθέσεως προϋπολογισμῶν καὶ διαγραμμάτων περὶ τῆς βάσεως, ἐφ’ ἧς στηρίζονται αἱ ἐν κεφαλαίοις 18 (ὑδραυλικὰ ἔργα) καὶ 19 (κατασκευὴ καὶ συντήρησις κτιρίων) νέων ἔργων πιστώσεις. Παρακαλεῖται ὡσαύτως νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, ποῦ στηρίζεται ἡ ἐν κεφαλαίῳ 24 πίστωσις, ἂν ἔχει λαμβάνειν ἐκ τῆς δημοτικῆς ὁδοποιΐας ὁ δῆμος Λετρίνων, καὶ ἂν εἰς τὸ ἔργον ἐπαρκεῖ τὸ ὑπάρχον ὑπόλοιπον ποσὸν ἐκ τοῦ κεφαλαίου τῆς δημοτικῆς ὁδοποιΐας.» Διότι παρετήρησα, ὅτι τὸ κεφάλαιον τοῦτο, κατὰ τὴν ἔκθεσιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, εἶναι περιωρισμένον, καὶ δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω, πῶς λέγεται τοῦτο. «Παρακαλεῖται ὡσαύτως νὰ καταθέσῃ πίνακα τοῦ γενικοῦ λογαριασμοῦ τῶν διὰ τὴν γεωργίαν κληροδοτηθέντων (περὶ οὗ ποιεῖται ἐν τῇ εἰσηγητικῇ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου ἐκθέσει λόγον), ἐμφαίνοντα τὰ ἐξ ἀρχῆς εἰσπραχθέντα καὶ δαπανηθέντα καὶ ἀκριβῶς ἐνδεικνύμενον τὴν εἰς τόκον καὶ ἄλλοθεν ἐτησίαν αὐτῶν πρόσοδον.» Καὶ αἱ ὑπολειπόμεναι ἐρωτήσεις σχετίζονται ἄλλαι μὲν μετὰ τῆς γενικῆς συζητήσεως, ἄλλαι μετ’ αὐτῶν τῶν ἀριθμῶν τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ἀναγινώσκω αὐτὰς κατὰ σειράν. «Παρακαλοῦνται οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ Ἐσωτερικῶν καὶ Οἰκονομικῶν νὰ καταθέσωσιν εἰς τὴν Βουλὴν πίνακα τῶν 1) δικηγόρων, 2) φαρμακοποιῶν, 3) συμβολαιογράφων, 4) φορολογουμένων ἐγγεγραμμένων διὰ φόρον 75 δραχμῶν καὶ ἄνω εἰς τοὺς καταλόγους ἐπιτηδευμάτων καὶ οἰκοδομῶν καὶ διὰ φόρον 150 δραχμῶν καὶ ἄνω λόγῳ φόρου ἀροτριώντων κτηνῶν ἢ βοσκησίμων γαιῶν, οἵτινες εἶναι ἐγγεγραμμένοι ἐν τοῖς εἰδικοῖς καταλόγοις τῶν λαβόντων δάνεια κατὰ τὸν νόμον ͵ΒΦΜʹ τῆς 21 Μαρτίου 1898 ὡς λαβόντες δάνεια, καὶ ὀφείλουσιν ἔτι εἰς τὴν ἀπόδοσιν αὐτῶν.» Τοῦτο ἀνάγεται εἰς τὸν νόμον περὶ δωρεᾶς τῶν ὀφειλομένων ὑπὸ τῶν Θεσσαλῶν, ἵνα ἴδωμεν, τί ὑπολείπεται· ἐὰν δὲ ἔχωμεν τοὺς πίνακας, οἵτινες εἶναι δυνατὸν νὰ προσκομισθῶσι, διότι τὸ πᾶν ἐγένετο ἐπὶ καταλόγων, βεβαίως θέλομεν δυνηθῆ νὰ γνωρίζωμεν περὶ τίνος ψηφίζομεν. «Παρακαλεῖται ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὸν φάκελον τῶν διεξαχθεισῶν καὶ εἰς τὴν Διεθνῆ Οἰκονομικὴν Ἐπιτροπὴν ἀνακοινωθεισῶν διαπραγματεύσεων ἐπὶ προτάσεως ὁμάδος κεφαλαιούχων ἀντιπροσωπευομένης ὑπὸ τῆς Τραπέζης Ἀθηνῶν, περὶ ὧν διαπραγματεύσεων λόγος γίνεται ἐν σελίδι 2 τοῦ αἰτιολογικοῦ τοῦ νομοσχεδίου περὶ κυρώσεως συμβάσεως κλπ. πρὸς ἀνάπτυξιν τῆς παραγωγῆς καὶ τῆς ἐμπορίας τοῦ καπνοῦ, ἔτι δὲ καὶ τὰς ἐγγράφους ἀπαντήσεις ἢ ἄλλας ἐκθέσεις τῆς Διεθνοῦς Οἰκονομικῆς Ἐπιτροπῆς.» Τοῦτο σχετίζεται μετὰ τοῦ νομοσχεδίου περὶ σιγαροποιΐας. Σήμερον ὑποβάλλω καὶ ταύτην τὴν παράκλησιν: «Παρακαλοῦνται οἱ ἁρμόδιοι Ὑπουργοὶ νὰ πληροφορήσωσι τὴν Βουλήν: 1) Ἂν ἐξεδόθη εἰς δημοσίαν ἐγγραφὴν τὸ ὅλον ἢ μέρος τοῦ ὑπὸ τοῦ νόμου ͵ΒΨΝΔʹ τοῦ 1900 προβλεπομένου δανείου καὶ ἐπὶ τίσιν ὅροις, καὶ ἐν περιπτώσει καταφατικῇ νὰ κατατεθῇ ἡ προκήρυξις μετὰ τῶν παραρτημάτων. 2) Ἂν ἡ ἔκδοσις, ὑφ’ ἃς ἐγένετο συνθήκας, ἐγένετο ἐν συνεννοήσει πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, θιγούσῃ ὅπως δήποτε τοὺς ἐν τῇ συμβάσει τῇ ὑπὸ τοῦ εἰρημένου νόμου ἐπικυρωθείσῃ καὶ ἰδίως τοὺς περὶ καταβολῶν ἐν ἄρθρῳ 41 περιεχομένους ὅρους, κατὰ τί δὲ ὡρισμένως. 3) Ἐν τῷ εἰς ἐγγραφὴν ἐκδοθέντι ποσῷ περιλαμβάνονται ἀμφότερα τὰ τμήματα τοῦ δανείου, τό τε εἰς χρυσὸν ὑπὲρ τῆς Ἑταιρείας διαθετέον καὶ τὸ εἰς τὰς εἰς δραχμὰς δαπάνας προωρισμένον, ἢ μόνον τὸ ἕτερον τούτων; Ἂν δὲ καὶ τὰ δύο, κατὰ τίνα ἕκαστον ἀναλογίαν; 4) Ὡρίσθησαν, κατὰ τὴν προτελευταίαν παράγραφον τοῦ ἄρθρου 44 τῆς συμβάσεως, αἱ Τράπεζαι αἱ ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ, παρ’ αἷς κατατεθήσεται τὸ ἐκ τῶν ἐγγραφῶν ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου προκῦψον ποσόν;» Ἔχω καὶ τελευταίαν ἐρώτησιν, ἥτις σχετίζεται μετὰ τῆς γενικῆς συζητήσεως, ἀνάγεται δὲ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Παιδείας. Πρὸ διετίας ἐπηρώτησα τὸν κ. πρώην Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως περὶ τοῦ αὐτοῦ θέματος, ἀλλὰ δὲν ἔτυχον ἀπαντήσεως. «Παρακαλεῖται ὁ κ. ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως Ὑπουργός: 1) νὰ προσαγάγῃ εἰς τὴν Βουλὴν πίνακα τῶν ἐν Ἑλλάδι λειτουργούντων ξένων ἐκπαιδευτηρίων, διακεκριμένως κατὰ ἐκπαιδευτήριον, ἐθνικότητα καὶ εἶδος, καὶ μετὰ σημειώσεως τῆς Κυβερνητικῆς πράξεως, τῆς παρασχούσης τὴν πρὸς ἵδρυσιν καὶ λειτουργίαν ἄδειαν, καὶ τοῦ ὀνόματος τῶν προσώπων ἢ τῶν ἱδρυμάτων, ὧν ἐπ’ ὀνόματι ἐξεδόθη ἡ ἄδεια· 2) νὰ προσαγάγῃ τὰς κατὰ τὴν τελευταίαν τριετίαν γενομένας ἐκθέσεις ἐπιθεωρήσεων τῶν σχολείων τούτων ὑπὸ τῶν κατὰ νόμον ἐντεταλμένων πρὸς τοιαύτας ἐπιθεωρήσεις λειτουργῶν τῆς ὑπηρεσίας τοῦ Κράτους.» Τὰ ἐρωτήματα ταῦτα ἀνάγονται εἰς θέμα ἄξιον πολλῆς προσοχῆς, καὶ παρακαλῶ τὸν κύριον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως νὰ θελήσῃ νὰ φέρῃ τὴν ἀπάντησιν. Ἔχω δὲ καὶ νὰ ὑπομνήσω εἰς τοὺς κυρίους Ὑπουργοὺς ἀπαντήσεις, αἵτινες ὀφείλονται εἰς δύο ἢ τρεῖς ἐπερωτήσεις μου. Πρῶτον ὑπεβλήθη ἐπερώτησις ἀναγομένη εἰς τὴν παραγωγὴν τοῦ καπνοῦ· ἐζητήθη πίναξ...
§56Φ. ΝΕΓΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Εἶναι δύσκολον πολύ.
§57ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὅ,τι δύνασθε, κύριε Ὑπουργέ· θὰ φροντίσωμεν δὲ καὶ ἡμεῖς νὰ συμπληρώσωμεν κατὰ τὸ δυνατὸν τὰς πληροφορίας. Ἡ ἐπερώτησις ἐγένετο τὴν 12 Φεβρουαρίου. Ἐπηρώτησα ὡσαύτως τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν, παρακαλέσας αὐτὸν νὰ φέρῃ τὴν πληροφορίαν περὶ τῶν γενομένων ἐκδόσεων μεταξὺ Ἰταλίας καὶ Ἑλλάδος ἀπὸ τῆς ἡμέρας, καθ’ ἣν ἐτέθη ἡ περὶ ἐκδόσεως συνθήκη ἐν ἰσχύϊ, μέχρι τῆς σήμερον· καὶ αὕτη ἡ ἐπερώτησις ἐγένετο ἀπὸ τῆς 10 Φεβρουαρίου. Ἄλλη ἀπάντησις ὀφείλεται ἀπὸ τῆς 12 Φεβρουαρίου, ὅτε ἐπηρώτησα τὸν κύριον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, τὸν τέως, περὶ θέματος ἀναγομένου εἰς τοὺς φόνους τῆς 8 Νοεμβρίου, καὶ τῇ αἰτήσει τοῦ τότε Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης παρέδωκα εἰς αὐτὸν ἰδιαιτέρως διατετυπωμένας ἐν λεπτομερείᾳ τὰς παρατηρήσεις μου, μετὰ παρακλήσεως νὰ ἀνακοινώσῃ αὐτὰς καὶ εἰς τὸν κύριον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν. Εὐτυχῶς ὁ κύριος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν εἶναι ταύτην τὴν ὥραν καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, καὶ παρακαλῶ αὐτὸν νὰ θελήσῃ νὰ δώσῃ τὴν ἀπάντησιν.
§58Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Κατὰ τὸν μῆνα Ὀκτώβριον προσέρχονται εἰς τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ οἱ ἀποτελοῦντες τὴν ἐτησίαν ἀναλογίαν ἄνδρες. Ἐπειδὴ δὲ παρῆλθον ἤδη πέντε μῆνες, καὶ βαίνομεν πρὸς τὸν ἕκτον, νομίζω, ὅτι θὰ ἦναι δυνατὸν, ὅπως ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν δώσῃ εἰς τὴν Βουλὴν πληροφορίας τινὰς, τὰς ὁποίας διατυπώνω οὕτω: «Ποία ἡ ὀργανικὴ δύναμις ἑκάστου τῶν λόχων τῶν συνταγμάτων τοῦ πεζικοῦ, τοῦ μηχανικοῦ, ἑκάστης τῶν πυροβολαρχιῶν τοῦ πυροβολικοῦ καὶ ἑκάστης ἴλης τοῦ ἱππικοῦ, καὶ πόσοι οἱ πράγματι ὑπηρετοῦντες ἄνδρες ὡς ὑπαξιωματικοὶ ἐν ἑκάστῳ αὐτῶν.» Ἐπειδὴ δὲ προβάλλω ἐπερώτησιν, ἐνθυμοῦμαι ὅτι ὑπάρχει ἐκκρεμὲς ζήτημα, προελθὸν ἐξ ἐπερωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ Φθιώτιδος κ. Κρίτσα, περὶ τῶν ἐξετάσεων, εἰς τὰς ὁποίας εἶχαν ὑποβληθῆ οἱ ὑπαξιωματικοὶ, ἵνα ἀνευρεθῶσιν οἱ δόκιμοι πρὸς εἰσαγωγὴν εἰς τὴν Σχολὴν τῶν ὑπαξιωματικῶν. Τότε εἶχαν ζητηθῆ τὰ ἔγγραφα, συζήτησις ἐγένετο μακρὰ περὶ τοῦ νομίμου ἢ παρανόμου τῆς διαταχθείσης ἀκυρώσεως τῶν γενομένων ἐξετάσεων πρὸς εἰσαγωγὴν εἰς τὴν Σχολὴν, καὶ ἀνεβλήθη ἡ συζήτησις, διὰ ν’ ἀκούσωμεν τοὺς λόγους, τοὺς ὁποίους ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν εἶχε νὰ προβάλῃ πρὸς δικαιολογίαν τῆς πράξεώς του ἐκείνης. Παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ δεχθῇ ἤδη νὰ ὑπομνήσῃ εἰς τὸν κύριον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν τὴν ὑποχρέωσιν, ἣν ἔχει, νὰ δώσῃ τὰς πληροφορίας ταύτας.
§59Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§60Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§61Α. ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Ἐζήτησα παρὰ τῆς ὑπηρεσίας τὰ ἔγγραφα ταῦτα, ἀλλ’ ἐπειδὴ ἦσαν πολλὰ, ἐβράδυνεν ἡ ὑπηρεσία νὰ τὰ παρασκευάσῃ· αὔριον ὅμως ὑπόσχομαι νὰ τὰ καταθέσω.
§62ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς 10ης Φεβρουαρίου καὶ ἐγὼ παρεκάλεσα τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐκκλησιαστικῶν νὰ καταθέσῃ τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα ἐζήτησεν ὁ ἐξ Εὐρυτανίας ἀξιότιμος συνάδελφος· προσέθεσα μάλιστα τότε, ὅτι τὸ ζήτημα εἶναι σπουδαῖον, διότι πρόκειται περὶ συκοφαντίας κατὰ διακεκριμένων ἀνδρῶν, τῶν ὁποίων δὲν πρέπει νὰ διασύρηται τὸ ὄνομα. Πρὸ μικροῦ ἐν τούτοις ὁ κ. ἐξ Εὐρυτανίας Βουλευτὴς ἔκαμε καὶ πάλιν ὑπαινιγμοὺς κατὰ προσώπων· νομίζω ὅμως, ὅτι ὤφειλε νὰ ἀναμείνῃ τὴν κατάθεσιν τῶν ἐγγράφων, ἵνα ἐπ’ αὐτῶν συζητήσῃ. Ἐὰν αὔριον ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν καταθέσῃ τὰ αἰτηθέντα ἔγγραφα, θὰ λάβω τὸν λόγον αὔριον, καὶ θὰ καταθέσω ἐπίσημα ἀντίγραφα τῶν αἰτουμένων ἐγγράφων, διὰ τῶν ὁποίων θὰ ἀποδείξω, ὅτι πρόκειται περὶ συκοφαντίας, πᾶν ὅ,τι δ’ ἐγένετο ἐπὶ τῆς ἐμῆς ὑπουργίας, ἐγένετο ἐν τῷ συμφέροντι τῆς Μονῆς Πετράκη.
§63Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§64Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Διὰ τῆς κατασκευαζομένης γραμμῆς Πύργου–Κυπαρισσίας ὑπὸ τῆς Ἑταιρείας τῶν Σιδηροδρόμων Πειραιῶς–Ἀθηνῶν–Πελοποννήσου κατελήφθησαν πρὸ ἑνὸς περίπου ἔτους κτήματα διαφόρων συμπολιτῶν μου. Τὸ ἄρθρον 17 τοῦ Συντάγματος ὁρίζει, ὅτι οὐδεὶς στερεῖται τῆς ἰδιοκτησίας του, εἰμὴ διὰ δημοσίαν ἀνάγκην καὶ μετὰ προηγουμένην ἀποζημίωσιν· τὸ πλεῖστον ὅμως τῶν συμπολιτῶν μου τούτων ἀπεξενώθησαν τῆς περιουσίας των, καὶ μέχρι σήμερον, καίτοι παρῆλθεν ἔτος καὶ πλέον, δὲν ἀπεζημιώθησαν. Πρό τινων ἡμερῶν μετέβην εἰς τὸ τμῆμα τῶν δημοσίων ἔργων, καὶ ὑπέμνησα εἰς τὸν Διευθυντὴν τοῦ τμήματος, ὅτι οἱ συμπολῖταί μου οὗτοι, οἱ ὁποῖοι δικαιοῦνται ν’ ἀποζημιωθῶσι διὰ τὰ καταληφθέντα κτήματά των, παραπονοῦνται, διότι δὲν ἀπεζημιώθησαν εἰσέτι. Ὁ Διευθυντὴς τῶν δημοσίων ἔργων διατείνεται, ὅτι δὲν ὑπάρχει πίστωσις, καθόσον ἡ μικρὰ τοιαύτη, ἥτις εἶχε δοθῆ, ἐξηντλήθη, καὶ ἂν ὁ Προϋπολογισμὸς δὲν ψηφισθῇ, δὲν θὰ καταστῇ δυνατὸν νὰ ἀποζημιωθῶσιν οἱ ἔχοντες λαμβάνειν λόγῳ καταλήψεως τῆς ἰδιοκτησίας των. Ἀλλὰ παρατηρῶ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅτι οἱ πλεῖστοι τῶν συμπολιτῶν μου τούτων ὑπεχρεώθησαν νὰ πληρώσωσι φόρον στρεμματικῆς φορολογίας διὰ τὰς ἀμπέλους, αἱ ὁποῖαι κατελήφθησαν ὑπὸ τῆς σιδηροδρομικῆς γραμμῆς· ἐνθυμοῦμαι μάλιστα, ὅτι πέρυσιν εἶχον παρακαλέσει τὸν κύριον Διευθυντὴν τῶν δημοσίων ἔργων νὰ διατάξῃ τοὺς ἁρμοδίους ὑπαλλήλους νὰ μὴ προβῶσιν εἰς τὴν ἐκκοπὴν μιᾶς σταφιδαμπέλου ἑνὸς πτωχοῦ κτηματίου ἐν τῷ δήμῳ Βώλακος, ἵνα μὴ στερηθῇ οὗτος τοῦ εἰσοδήματός του, καὶ νὰ προβῶσιν εἰς τὴν ἐκκοπὴν τῶν ἄλλων κτημάτων, τὰ ὁποῖα δὲν εἶχον καρπὸν, καὶ ὁ κ. Διευθυντὴς τῶν δημοσίων ἔργων μοὶ εἶπεν, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γείνῃ τοῦτο, διότι τὸ ἔργον ἐπείγει, καὶ ἡ Ἑταιρεία δικαιοῦται νὰ προβῇ εἰς τὴν κατάληψιν τῶν κτημάτων διὰ τὴν πρόοδον τοῦ ἔργου, καὶ οὕτως ἡ ἄμπελος τοῦ πτωχοῦ ἐκείνου ἀνθρώπου κατελήφθη καὶ ἐκόπη· οὗτος ὅμως πρό τινων ἡμερῶν μοὶ ἀπηύθυνεν ἐπιστολὴν, διὰ τῆς ὁποίας μοὶ παρεπονεῖτο, ὅτι ἀκόμη δὲν ἀπεζημιώθη διὰ τὴν σταφιδάμπελόν του ταύτην...
§65Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀπὸ τοῦ 1891 δὲν ἀπεζημιώθησαν συμπολῖταί μου διὰ τοιαύτην κατάληψιν!
§66ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. .. Τῷ ἐζητήθη ἡ πληρωμὴ τοῦ φόρου διὰ τὴν ἄμπελον ταύτην, τὴν πρὸ ἔτους καταληφθεῖσαν ὑπὸ τῆς Ἑταιρείας, ὅπως καὶ δι’ ἄλλας ἀμπέλους ἄλλων συμπολιτῶν μου, ἐπίσης πτωχῶν, ἐπὶ τῶν κτημάτων τῶν ὁποίων πρὸ ἑνὸς ἔτους καὶ ἐπέκεινα ἐστρώθησαν αἱ σιδηραῖ ῥάβδοι. Νομίζω, ὅτι τὸ πρᾶγμα εἶναι παράνομον καὶ ἀντισυνταγματικὸν, καὶ θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ ἐξετάσῃ τὴν ὑπόθεσιν ταύτην, καὶ ἀφοῦ ἀντιληφθῇ, ὅτι οἱ πολῖται οὗτοι δικαιοῦνται εἰς ἀποζημίωσιν, νὰ λάβῃ πρόνοιαν περὶ τούτου τάχιστα. Ἐπίσης θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὸν ὀνομαστικὸν πίνακα τῶν ὑπαλλήλων τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης, τὸν ὁποῖον ἐζήτησα κατά τινα τῶν τελευταίων συνεδριάσεων τῆς Βουλῆς. Ἐνόμιζον, ὅτι σήμερον ὁ κ. Ὑπουργὸς ἤθελε σπεύσει εἰς τὴν ὑποβολὴν τοῦ πίνακος τούτου, διότι τὸ ζήτημα, κύριοι Βουλευταὶ, θὰ σχετισθῇ μὲ τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ὑπεσχέθη ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν, περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου τοῦ ἰσχύοντος περὶ Σταφιδικῆς Τραπέζης, διότι καὶ ἐγὼ ἔχω ἑτοίμην πρότασιν νόμου νὰ ὑποβάλω, σχετικὴν πρὸς τὸ ζήτημα τοῦτο.
§67Φ. ΝΕΓΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Καταθέτω τὸν ὀνομαστικὸν πίνακα, ὃν ἐζήτησεν ὁ κ. Βουλευτής.
§68Π. Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Οἱ κάτοικοι τοῦ χωρίου Καίσαρι τῆς ἐπαρχίας μου μοὶ διαβιβάζουσι παράπονα κατὰ τοῦ ἐκεῖ ὑποταμίου, ὁ ὁποῖος παρανόμως ἐξέδωκε διακόσια ἐντάλματα ἐναντίον τῶν χωρικῶν ὁλοκλήρου τοῦ χωρίου· νομίζω δὲ, ὅτι τὰ παράπονα ταῦτα εἶναι εὔλογα. Καὶ ἰδοὺ περὶ τίνος πρόκειται. Ἡ λίμνη Καίσαρι, ἡ ὁποία ἀπεξηράνθη πρὸ δεκαετίας, νομίζω, ἐδηλώθη πρὸ τῆς ἀποξηράνσεως ἀπὸ τοὺς κατοίκους τοῦ χωρίου αὐτοῦ, μετὰ τὴν ἀποξήρανσιν ὅμως, συνεπείᾳ συμβάσεως μεταξὺ τοῦ Δημοσίου καὶ τῆς Ἑταιρείας, ἡ ὁποία εἶχεν ἀναλάβει τὴν ἀποξήρανσιν, ἐξεχωρήθησαν αἱ γαῖαι, τὰς ὁποίας εἶχον δηλώσει προηγουμένως οἱ χωρικοὶ εἰς τὸ Δημόσιον, λόγῳ ὅτι εἶχον ἐκχωρηθῆ εἰς τὴν Ἑταιρείαν, ἡ ὁποία ἀνέλαβε καὶ ἔφερεν εἰς πέρας τὴν ἀποξήρανσιν. Ἤδη αἱ γαῖαι αὗται οὔτε κατελήφθησαν, οὔτε εἶναι δυνατὸν νὰ καταληφθῶσι, διότι τὸ Δημόσιον ἀνέλαβε τὴν ὑποχρέωσιν καὶ τὰς ἐξεχώρησεν εἰς τὸν ἀναλαβόντα τὴν ἀποξήρανσιν Παπαρρηγόπουλον. Ὁ ταμίας ὅμως, συνεπείᾳ τῶν παρελθουσῶν δηλώσεων τῶν χωρικῶν ἐκείνων, ἐξέδωκεν ἐντάλματα τοῦ 1900 καὶ 1901, ἀλλὰ τὰ ἐντάλματα τὰ ἐκδοθέντα διὰ γαίας, αἱ ὁποῖαι οὔτε κατελήφθησαν οὔτε εἶναι δυνατὸν νὰ ἐκχωρηθῶσιν ὑπὸ τοῦ Δημοσίου εἰς τοὺς χωρικούς, εἶναι παράνομα, διότι τὸ Δημόσιον δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ πωλήσῃ πρὸς τοὺς χωρικοὺς τὰς γαίας ταύτας, ἀφοῦ ταύτας ἐξεχώρησεν εἰς τὸν Παπαρρηγόπουλον δυνάμει τῆς συμβάσεως. Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ λάβῃ ὑπὸ σπουδαίαν ἔποψιν τὸ ζήτημα τοῦτο, διότι κινδυνεύουσι νὰ μεταφερθῶσιν ἀδίκως εἰς τὰς φυλακὰς 200 χωρικοὶ, οἱ ὁποῖοι ὄχι μόνον τὰ παρανόμως ζητούμενα παρὰ τοῦ Δημοσίου δὲν ἔχουσιν, ἀλλὰ καὶ τὰ ἔξοδα τῆς καλλιεργείας τῶν κτημάτων των κατὰ τὴν ἐποχὴν ταύτην στεροῦνται.
§69ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Λεβίδης ἔχει τὸν λόγον.
§70Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἐνθυμεῖσθε, κύριε Πρόεδρε, ὅτι κατά τινα τῶν τελευταίων συνεδριάσεων τῆς Βουλῆς λόγος μακρὸς ἐγένετο ὑπ’ ἐμοῦ περὶ καταδιώξεως πολλῶν συμπολιτῶν ἡμῶν, Ἀθηναίων καὶ Πειραιέων, ὡς δῆθεν μὴ συμμορφωθέντων πρὸς τὸν νόμον περὶ χαρτοσημάνσεως τῶν ἐμπορικῶν βιβλίων. Ἡ συζήτησις ἐκείνη παρετάθη σχεδὸν μέχρι τῆς πρωΐας, καὶ πολλοὶ τῶν ῥητόρων τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, λαβόντες τὸν λόγον, ὑπέδειξαν τῷ κ. Ὑπουργῷ τῶν Οἰκονομικῶν τοὺς τρόπους, δι’ ὧν ἤθελε δυνηθῆ ἴσως νὰ ἄρῃ τὰς ἀσχημίας ἐκείνας, ἃς ὄργανα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, συνεταιρισθέντα προσώποις ἀλλοτρίοις τῇ ὑπηρεσίᾳ, εἶχον προκαλέσει. 980 πρωτόκολλα συνετάχθησαν κατὰ ἐπιτηδευματιῶν ἐμπόρων τῶν Ἀθηνῶν, καὶ 400 καὶ ἐπέκεινα κατὰ ἐπιτηδευματιῶν τῆς πόλεως τοῦ Πειραιῶς. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ εἴπῃ, ἂν κατὰ τὸ χρονικὸν διάστημα, τὸ μεσολαβῆσαν ἀπὸ τῆς διακοπῆς τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς μέχρι σήμερον, προενόησέ πως περὶ θεραπείας τοῦ κακοῦ τούτου. Δὲν ὑπάρχει ἆρά γε τρόπος, ἵνα ἀρθῇ ἡ ἀσχημία, ἧς τὴν ἐξιστόρησιν ἡ Βουλὴ ὁλόκληρος ἐν ἀγανακτήσει ἤκουσε κατὰ τὴν ἡμέραν ἐκείνην; Περὶ τοῦ ζητήματος τούτου κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον ἐγένετο μακρὸς λόγος ὑπ’ ἐμοῦ. Ὑπῆρχε λοιπὸν ἱκανὸς χρόνος, νομίζω, ἵνα ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν σκεφθῇ καὶ ἀποφασίσῃ περὶ θεραπείας τοῦ κακοῦ. Ἠκούσατε πρὸ ὀλίγου ἄλλου ἀξιοτίμου συμπολίτου μου, ἀγορεύοντος περὶ ἄλλων ἀσχημιῶν, σχετιζομένων πρὸς τὰ πρωτόκολλα τῆς καταμετρήσεως τῶν ἀμπέλων. Δύναταί τις νὰ εἴπῃ, ὅτι ἡ ἐποχὴ αὕτη εἶναι ἡ τῶν πλαστῶν καὶ παρανόμων πρωτοκόλλων. Καὶ δύναταί τις εὐλόγως νὰ ἰσχυρισθῇ, ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς λαός, πλὴν τῆς ἀπηνοῦς φορολογίας, εἰς ἣν ἀπὸ πολλῶν ἐτῶν ἀτυχῶς ὑπέκυψεν, ὑποβάλλεται καὶ εἰς ἑτέραν φορολογίαν, αὐτὴν πλέον παράνομον, εἰς τὴν φορολογίαν τὴν ἐκ τῶν πρωτοκόλλων, καὶ εἰς τὴν φορολογίαν τῶν μέσων πρὸς ἀπόκρουσιν τῶν παρανομιῶν τούτων. Ὅταν ἀκούσητε καὶ ἄλλην τινὰ ἱστορίαν, σχετιζομένην πρὸς τὰ πρωτόκολλα, θέλετε συμφωνήσει βεβαίως καὶ παραδεχθῆ, ὅτι δύναταί τις νὰ ὀνομάσῃ τὴν ἐποχὴν ταύτην ἐποχὴν τῶν πρωτοκόλλων! καί, ὡς μετὰ φρίκης ἐνθυμεῖται ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς τὴν ἐποχὴν τῆς ληστείας, βεβαίως θέλει ἔλθει ἡμέρα, καθ’ ἣν μετὰ φρίκης ἐπίσης θέλει ἀναμιμνήσκεσθαι τῆς ἐποχῆς τῶν πλαστῶν καὶ ψευδῶν τούτων πρωτοκόλλων. Χθές, Κύριοι, ἐμφανισθέντες εἰς τὸ γραφεῖόν μου πλεῖστοι καπνοπῶλαι ἐκ Πειραιῶς, ἐντιμότατοι καὶ γνωστότατοι ἔμποροι, πρὸ ἐτῶν ἐνασκοῦντες τὸ ἐπάγγελμα αὐτῶν, παρέδωκάν μοι ὑπὲρ τὰ ἑκατὸν πρωτόκολλα περὶ παραβάσεως δῆθεν τοῦ νόμου περὶ καπνοῦ. Ἐκεῖνο δέ, ὅπερ παρετήρει ὁ ἀξιότιμος συμπολίτης μου περὶ τῶν πρωτοκόλλων τῶν ἀτελῶν δῆθεν δηλώσεων τῶν ἀμπέλων, ὅτι δηλαδὴ ἐφρόντισεν ἡ ὑπηρεσία νὰ λιθογραφήσῃ τὰ πρωτόκολλα, αὐτὸ τοῦτο ἐγένετο καὶ ὡς πρὸς τὰ πρωτόκολλα καὶ τὰς ἀποφάσεις τοῦ Πλημμελειοδικείου Ἀθηνῶν ὡς πρὸς τὰς παραβάσεις δῆθεν τοῦ νόμου περὶ καπνοῦ. Καὶ εἰς ἀπόδειξιν προσάγω σωρείαν ἀποφάσεων, αἵτινές εἰσιν ἐκδεδομέναι διὰ τοῦ πολυγράφου! Ἀκούσατε δὲ τώρα τὰς φρικτὰς παραβάσεις τοῦ νόμου: Ἀριθ. 641 ἀποφάσεως τῶν ἐν Ἀθήναις Πλημμελειοδικῶν τῆς 24 Ἰανουαρίου 1902 κατὰ Δημητρίου Παναγιωτοπούλου, καπνοπώλου, κατοίκου Πειραιῶς, ὅτι «τῇ 25 Ὀκτωβρίου 1901 ἐν Πειραιεῖ, καπνοπώλης ὤν, διετήρει ἐν τῷ καταστήματι αὐτοῦ ἓν πακέτον πλῆρες σιγαρέτων, ἔχον διερρηγμένην τὴν ἔνσημον ταινίαν, καὶ ἐντεῦθεν ἐζημίωσε τὸ Δημόσιον πλέον τῶν 25 καὶ ἔλαττον τῶν 400 δραχμῶν. Καταδικάζει δὲ αὐτὸν εἰς φυλάκισιν πέντε ἡμερῶν, καὶ ἀστυνομικὴν ἐπιτήρησιν ἑνὸς μηνός, καὶ εἰς τὰ τῆς δίκης ἔξοδα καὶ τέλη κλπ.» Ἀριθμὸς 642 ἀποφάσεως τοῦ αὐτοῦ Δικαστηρίου καὶ τῆς αὐτῆς ἡμέρας κατὰ Ἰωάννου Λυμπέρη, καπνοπώλου, κατοίκου Πειραιῶς, «ὅτι τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ, ἐν Πειραιεῖ, καπνοπώλης ὤν, διετήρει ἐν τῷ καταστήματι αὐτοῦ ἓν πακέτον πλῆρες σιγαρέτων, ἔχον διερρηγμένην τὴν ἔνσημον ταινίαν, καὶ ἐντεῦθεν ἐζημίωσε τὸ Δημόσιον πλέον τῶν 25 καὶ ἔλαττον τῶν 400 δραχμῶν. Καταδικάζει δὲ αὐτὸν εἰς φυλάκισιν πέντε ἡμερῶν καὶ εἰς ἀστυνομικὴν ἐπιτήρησιν ἑνὸς μηνὸς καὶ εἰς τὰ τῆς δίκης ἔξοδα καὶ τέλη κλπ.» Ἀριθμὸς 625 ἀποφάσεως τοῦ αὐτοῦ Δικαστηρίου καὶ τῆς αὐτῆς ἡμέρας κατὰ Γεωργίου Πυρπασοπούλου, καπνοπώλου, κατοίκου Πειραιῶς, «ὅτι τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ, ἐν Πειραιεῖ, καπνοπώλης ὤν, διετήρει ἐν τῷ καταστήματι αὐτοῦ ἓν πακέτον πλῆρες σιγαρέτων, κλπ.» Ἀκριβῶς ὅπως τὰ προηγούμενα. Τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ, ἤτοι τῇ 24 Ἰανουαρίου ἐ. ἔ., κατεδικάσθησαν εἰς τὰς αὐτὰς ποινὰς καὶ ἐπὶ τῇ αὐτῇ δῆθεν πράξει, ἤτοι διατηρήσει ἑνὸς πακέτου σιγαρέτων, καὶ τὴν αὐτὴν ἡμέραν πάντες, ἤτοι κατὰ τὴν 25 Ὀκτωβρίου 1901 ἔτους, καὶ οἱ ἑξῆς καπνοπῶλαι Πειραιῶς: Δημήτριος Ζεπαντιώτης (ἀριθμὸς ἀποφάσεως 649), Κωνσταντῖνος Σκέδρου (ἀριθμὸς 643), Ἐλευθέριος Ἀγαθοκλέους (ἀριθ. 626), Στυλιανὸς Τζαννετάκης (ἀριθ. 645), Ἰωάννης Καλογήρου (ἀριθ. 636), Ἐμμανουὴλ Κουτσοπίδης (ἀριθ. 637), Νικόλαος Μιχαὴλ (ἀριθ. 646), Νικόλαος Κουτσοπίδης (ἀριθ. 627), Γεώργιος Βαρλάμου (ἀριθ. 631), Δημήτριος Κωνσταντουδάκης (ἀριθ. 648), Γεώργιος Βαρλάμου (ἀριθ. 729). Ἂν ἐπιθυμῆτε, φέρω καὶ ἄλλα αὔριον, διότι βεβαίως μετὰ τὴν συζήτησιν αὐτὴν θέλουσι προσέλθει πολλοὶ ἄλλοι, ἔχοντες παρομοίας ὑποθέσεις. Νομίζετε τώρα, Κύριοι, ὅτι αὐταὶ αἱ ἀποφάσεις λαμβάνουσι κἄν τὸν κόπον νὰ ἀναφέρωσι τὸ ἄρθρον τοῦ νόμου, ἢ τὰ ἄρθρα τῶν νόμων, ὧν δυνάμει κατεδικάσθησαν αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι, ὥστε νὰ γνωρίζωσι τοὐλάχιστον τίνι τρόπῳ νὰ ἀνακόψωσι τὰς ἀποφάσεις αὐτάς; Τίποτε! Εἶναι διὰ πολυγράφου τυπωμένα φύλλα χάρτου, κατὰ ἓν μόνον διαφέροντα ἀλλήλων, κατὰ τὸ ὄνομα τοῦ καταδικασθέντος καὶ τὸν ἀριθμὸν τῆς ἀποφάσεως. Καὶ τίνα νόμον νὰ ἀναφέρωσι τὰ Δικαστήρια; Μήπως γνωρίζουσι πλέον καὶ αὐτὰ τοὺς τοιούτους νόμους; Ἐφθάσαμεν δυστυχῶς εἰς τοιοῦτον σημεῖον, ὥστε καὶ ὁ σοφώτατος τῶν νομομαθῶν καὶ ὁ ἐπιμελέστατος τῶν συλλογέων τῶν νόμων νὰ μὴ γνωρίζῃ πλέον τί συμβαίνει. Ἐγὼ ἠσχολήθην ἀπὸ πρωΐας σήμερον, θέλων νὰ δώσω γνώμην τοῖς συμπολίταις μου τούτοις, ἵνα ἴδω τί ἰσχύει περὶ καπνοῦ. Δὲν θέλω ἐπιχειρήσει βεβαίως, ἀπασχολῶν τὴν Βουλήν, νὰ ἀναλύσω ὅλους τούτους τοὺς νόμους· λέγω μόνον, ὅτι ἀπὸ τοῦ 1883 ἔτους μέχρι σήμερον τρεῖς καὶ δέκα νόμοι περὶ καπνοῦ καὶ τριάκοντα Βασιλικὰ Διατάγματα καὶ μία Συμφωνία ἐδημοσιεύθησαν (ἀναγιγνώσκει): «1) Βασιλικὸν Διάταγμα τῆς 20 Ἰανουαρίου 1883 περὶ ἀποταμιευτικῶν δικαιωμάτων τοῦ καπνοῦ (Ἐφημερὶς τῆς Κυβερνήσεως τοῦ 1883, ἀριθμὸς 26, σελ. 157)· 2) νόμος ΑΡΚϚʹ τῆς 27 Ἀπριλίου 1883 περὶ ἐπιβολῆς δικαιώματος ἐπὶ τοῦ καταναλισκομένου καπνοῦ (αὐτόθι, τοῦ 1883, ἀριθ. 188, σελ. 1047)· 3) Βασιλικὸν Διάταγμα τῆς 12 Ἰουλίου 1883 περὶ ἐκτελέσεως τοῦ περὶ ἐπιβολῆς δικαιώματος ἐπὶ τοῦ καταναλισκομένου καπνοῦ ᾼΡΚϚʹ νόμου (αὐτόθι, τοῦ 1883, ἀριθ. 277, σελ. 1573)· 4) Βασιλικὸν Διάταγμα τῆς 19 Ἰουλίου 1883 περὶ τῶν ταινιῶν καὶ τοῦ εἰς ταύτας ἀναλογοῦντος δικαιώματος καταναλισκομένου καπνοῦ (αὐτόθι, τοῦ 1883, ἀριθ. 291, σελ. 1653)· 5) Βασιλικὸν Διάταγμα τῆς 10 Ὀκτωβρίου 1883 περὶ ἐκτελέσεως τοῦ ᾼΡΚϚʹ νόμου περὶ ἐπιβολῆς δικαιώματος ἐπὶ τοῦ καταναλισκομένου καπνοῦ (αὐτόθι, τοῦ 1883, ἀριθ. 421, σελ. 2365)· 7) νόμος ᾼΡΞʹ τῆς 27 Μαρτίου τοῦ 1884, περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου ᾼΡΚϚʹ περὶ ἐπιβολῆς δικαιώματος καταναλώσεως ἐπὶ τοῦ καπνοῦ (αὐτόθι, τοῦ 1884, ἀριθ. 121, σελ. 575)· 7) Βασιλικὸν Διάταγμα τῆς 19 Ἀπριλίου 1884, περὶ ἐφαρμογῆς τῶν διατάξεων τοῦ ͵ΦΜ νόμου καὶ ἐπὶ τῶν Διευθυντῶν κλπ. τῶν καπνεργοστασίων (αὐτόθι, τοῦ 1884, ἀριθ. 157, σελ. 739)· 8) Βασιλικὸν Διάταγμα τῆς 19 Ἰανουαρίου 1885, περὶ τοῦ κοπτομένου ἐν τοῖς παρὰ τελων. διαμετακομίσεσιν ἐργοστασίοις ἐγχωρίου καπνοῦ πρὸς ἐξαγωγὴν (αὐτόθι, τοῦ 1885, ἀριθ. 6, σελ. 13)· 9 νόμος ᾼΣΞʹ τῆς 26 Ἰουλίου 1885, περὶ φορολογίας τοῦ καπνοῦ (αὐτόθι, τοῦ 1884, ἀριθμὸς 87, σελ. 269)· 10) Βασιλικὸν Διάταγμα τῆς 12 Αὐγούστου 1885 περὶ ἐκτελέσεως τοῦ νόμου ᾼΣΞʹ περὶ φορολογίας τοῦ καπνοῦ (αὐτόθι, τοῦ 1885, ἀριθ. 95, σελ. 301)· 11) νόμος ᾼΣΟΘʹ τῆς 6 Νοεμβρίου 1885, περὶ προθεσμιῶν πρὸς δήλωσιν τοῦ καπνοῦ καὶ ἐξέλεγξιν τῶν δηλώσεων (αὐτόθι, τοῦ 1885, ἀριθ. 81, σελ. 267)· 12) νόμος ᾼΤΜʹ τῆς 3 Δεκεμβρίου 1885, περὶ προσθήκης πεντήκοντα λεπτῶν κατ’ ὀκᾶν εἰς τὸν φόρον ἐπὶ τοῦ καταναλισκομένου ἐν τῷ Κράτει καπνοῦ (αὐτόθι, τοῦ 1885, ἀριθ. 109, σελ. 357)». Καὶ οὕτω καθεξῆς. Ἐδῶ, Κύριοι, τῷ ὄντι χάνει τὸν νοῦν του κανείς! Καὶ ἐνῷ περὶ τηλικαύτης πολυνομίας πρόκειται, δὲν λαμβάνει κἄν τὸν κόπον ἡ ὑπηρεσία, εἴτε ἡ Οἰκονομικὴ, εἴτε ἡ Δικαστική, νὰ ὑποδείξῃ τοῖς κατηγορουμένοις, τοῖς καταδικαζομένοις, δυνάμει τίνων, τέλος πάντων, νόμων αὐτοὶ οἱ πολῖται κατεδικάσθησαν. Πρέπει δέ τις νὰ δαπανήσῃ χρόνον πολὺν, ἵνα δυνηθῇ νὰ φανῇ χρήσιμος τοῖς συμπολίταις αὑτοῦ, κατὰ τοιοῦτον τρόπον καλουμένοις, ἵνα δικασθῶσιν. Ἐπὶ τέλους, Κύριοι, ἡ ἐφαρμογὴ τῶν νόμων κατὰ τοιοῦτον τρόπον καθίσταται κωμική, ἡ ἐφαρμογὴ τῶν νόμων δυνάμει ἀποφάσεων τυπωμένων, δυνάμει κλήσεων λιθογραφημένων καθίσταται κωμική. Διότι ὑποτίθεται, καὶ δικαίως, ὅτι ὁ συντάσσων τὴν ἀπόφασιν, ὁ κοινοποιῶν τὸ κλητήριον θέσπισμα οὐδαμῶς πλέον διατρίβει περὶ τὸ ἀδίκημα, ἀλλ’ ἔχει αὐτὸν τὸν τυφλοσύρτην, ὃν ῥίπτει ὡς κεραυνὸν ἕτοιμον κατὰ τῆς κεφαλῆς τῶν φορολογουμένων. Ἐπεθύμουν νὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ μοὶ εἴπῃ, ἔλαβεν ἆρά γε γνῶσιν κατὰ τίνα τρόπον συνετάχθησαν τὰ πρωτόκολλα ταῦτα; κατὰ τίνα τρόπον ἐκοινοποιήθησαν τὰ κλητήρια θεσπίσματα; κατὰ τίνα τρόπον συνετάχθησαν αἱ οὕτω πως ἀναλυόμεναι ἀποφάσεις; Δύο, Κύριοι, ἄνθρωποι, ὅμοιοι πρὸς ἐκείνους, οἵτινες ἑδρεύουσιν ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ περὶ ὧν πολλάκις ἔφερα τὸν λόγον ἐν τῇ Βουλῇ, δύο, ἐπαναλαμβάνω, ἄνθρωποι, ὀνομαζόμενοι Παπαδημητρίου καὶ Νικολόπουλος...
§71ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Εἶναι ὑπάλληλοι;
§72Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Δὲν γνωρίζω· ὁ κ. Ὑπουργὸς γνωρίζει.
§73Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ εἷς εἶναι ὑπάλληλος τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ ὁ ἄλλος τοῦ Ἐλέγχου.
§74Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Αὐτοὶ ἐν μιᾷ καὶ μόνῃ ἡμέρᾳ, τῇ 25 Ὀκτωβρίου 1901 ἔτους, κατώρθωσαν νὰ περιέλθωσι διακόσια καπνοπωλεῖα ἐν Πειραιεῖ, καὶ νὰ συντάξωσι πρωτόκολλα ψευδῆ καὶ πλαστὰ ἐναντίον ἐντιμοτάτων ἀνθρώπων· διότι φαντασθῆτε πόσην ὥραν χρειάζεταί τις, ἵνα βεβαιώσῃ διακοσίας παραβάσεις τοῦ νόμου καθ’ ὅλην τὴν ἔκτασιν τῆς πόλεως τοῦ Πειραιῶς...
§75ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Μετὰ ἔρευναν.
§76Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Μετὰ ἔρευναν, μετὰ συζήτησιν πρὸς τὸν καθ’ οὗ συντάσσεται τὸ πρωτόκολλον... Ἀλλ’ αὐτοὶ ἔπραξαν ὅ,τι πράττουσιν οἱ δικαστικοὶ κλητῆρες εἰς τὰ χωρία, οἵτινες μεταβαίνουσιν, ἵνα κοινοποιήσωσι δῆθεν κλητήρια θεσπίσματα πλημμελημάτων, ἢ ἀποφάσεις ποινικὰς, ἐρήμην ἐκδοθείσας. Νομίζετε, ὅτι οἱ κλητῆρες κοινοποιοῦσι τὰ κλητήρια θεσπίσματα; Πλημμυροῦσιν αἱ οἰκίαι ἡμῶν, Κύριοι, καθ’ ἑκάστην ἐκ πτωχῶν ἀνθρώπων, χωρικῶν, ἐρχομένων καὶ λεγόντων, ὅτι δὲν ἔλαβον τὴν κλῆσιν, δι’ ἧς ἐκαλοῦντο εἰς τὸ Δικαστήριον, ἢ καὶ τὴν ἐρήμην ποινικὴν ἀπόφασιν. Τί συμβαίνει; Οἱ κλητῆρες στέλλουσι τὰς κλήσεις διά τινος ἐμπόρου, ταξειδεύοντος ἀνὰ τὰ χωρία, ὅστις βεβαίως δὲν λαμβάνει τὸν κόπον νὰ ἐπιδώσῃ αὐτάς. Συντάσσονται ἐν τούτοις τὰ ἐπιδοτήρια, ὅτι ἐπεδόθησαν αἱ κλήσεις, ἢ καὶ αἱ ἀποφάσεις· ἢ μεταβαίνουσιν οἱ δικαστικοὶ κλητῆρες εἰς τὸ πρῶτον παντοπωλεῖον τοῦ χωρίου, καὶ ἐκεῖ ἐπιδίδουσι δῆθεν τὰς κλήσεις, δηλαδὴ συντάσσουσι τὰ ἐπιδοτήρια, χωρὶς ποσῶς νὰ κοινοποιήσωσι τὰ κλητήρια θεσπίσματα, ἢ τὰς ἀποφάσεις, εἰς τοὺς κατηγορουμένους. Καὶ ἐξαίφνης οἱ συμπολῖται ἡμῶν εὑρίσκονται καταδεδικασμένοι παρὰ τοῦ Πλημμελειοδικείου εἰς βαρυτάτας ἐνίοτε ποινάς, χωρὶς ποσῶς νὰ λάβωσι γνῶσιν τῆς κλήσεως! Κατὰ τοιοῦτον ἀκριβῶς τρόπον συνετάχθησαν καὶ τὰ πρωτόκολλα κατὰ τῶν καπνοπωλῶν τοῦ Πειραιῶς, ἄνευ τηρήσεως τῶν λεπτομερῶν διατάξεων τοῦ νόμου. Οἱ δύο αὐτοὶ κύριοι συνέταξαν λοιπὸν πρωτόκολλα ἐπὶ τῷ ὅτι ὁ τάδε καταστηματάρχης, ἐντιμότατος ἄνθρωπος, ἐν Πειραιεῖ διετήρει ἐν τῷ καταστήματι αὐτοῦ ἓν πακέτον πλῆρες σιγαρέτων! Βεβαίως θὰ ἐπεσκέφθησαν καί τινα καπνοπωλεῖα, θὰ εἶδον ἴσως καὶ τὸν καπνοπώλην καπνίζοντα ἓν σιγαρέτον, διότι βεβαίως ἔχει καὶ αὐτὸς δικαίωμα νὰ καπνίσῃ ἓν σιγαρέτον ἐκ πακέτου, θὰ εἶδον ἴσως τὸν καπνοπώλην φιλοδωροῦντα ἓν σιγαρέτον εἴς τινα θαμῶνα τοῦ καπνοπωλείου αὑτοῦ. Ἀμέσως πρωτόκολλον, καὶ πρόστιμον φοβερὸν, καὶ ἀνακοπὴ, καὶ ἔφεσις, καὶ δαπάναι, καὶ ἐξευτελισμός.
§77ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἐκτόπισις!
§78Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Καὶ φυλάκισις, καὶ ἀστυνομικὴ ἐπιτήρησις, καὶ ἐκτόπισις! Δικαίως λοιπὸν, Κύριοι, νομίζω, ὅτι ἐν ἀρχῇ τῆς ἀγορεύσεώς μου εἶπον, ὅτι θέλει ἔλθει ἡμέρα, καθ’ ἣν, ὅπως ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἐνθυμεῖται τὴν ἀπαισίαν ἐκείνην ἐποχὴν τῶν λῃστρικῶν συμμοριῶν, θέλει ἐνθυμεῖσθαι καὶ αὐτὴν τὴν ἀπαισίαν ἐποχὴν τῶν πλαστῶν καὶ ψευδῶν πρωτοκόλλων! Διότι εἴδετε, ἐν μιᾷ καὶ μόνῃ συνεδριάσει πόσοι ἀδίκως κατεδικάσθησαν. Καὶ ἐδυνήθημεν, ὀλίγα συλλέγοντες ἐκ τῶν τοιούτων πρωτοκόλλων, νὰ προκαλέσωμεν βεβαίως τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς, ἐπίσης δὲ καὶ τὴν τοῦ ἀξιοτίμου ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργοῦ. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κύριον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν ἐν προσεχεῖ τινι συνεδριάσει, ποῖα μέτρα ἔλαβε περὶ τῆς τοιαύτης ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου, ποῖα μέτρα θέλει λάβει, ὥστε νὰ μὴ ἀκούωνται ὑπὸ τοὺς θόλους τῆς Βουλῆς τοιαῦται διαμαρτυρίαι, αἵτινες βεβαίως προσάπτουσιν ὄνειδος εἰς τὴν χώραν ἡμῶν. Καὶ ἐπειδὴ, Κύριοι, ἔχω τὸν λόγον, παρακαλῶ τὸν κύριον ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸν, ὅστις διευθύνει καὶ τὸ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργεῖον, νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν αὔριον, κατὰ ποίαν τέλος πάντων ἡμέραν θέλει δυνηθῆ νὰ καταθέσῃ ἐκεῖνα τὰ ἔγγραφα, ἅτινα δι’ ἐπερωτήσεώς μου, ἤδη ἀπὸ τῆς 12 Φεβρουαρίου, ἐζήτησα, τὰ ἀφορῶντα εἰς τὰς σκηνὰς τῆς ὁδοῦ Κοραῆ. Εἶχον παρακαλέσει τότε τὸν κύριον ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸν Αʹ) νὰ καταθέσῃ (ἀναγινώσκει): «τὴν διαταγὴν τῆς Κυβερνήσεως πρὸς τὸν ἐπόπτην τῶν στρατευμάτων συνταγματάρχην κ. Δ. Στάϊκον περὶ χρήσεως καὶ βίας κατὰ τῶν διαδηλωτῶν, καὶ ὑπὸ τίνας ὅρους ἐγένετο ἡ διαταγὴ αὕτη. Βʹ) Ἂν ἡ διαταγὴ ἐδόθη παρὰ τῆς Γενικῆς Διοικήσεως, νὰ κατατεθῇ ἡ διαταγή. Γʹ) Νὰ κατατεθῇ ἀντίγραφον τῆς ἐκθέσεως τῶν ἀξιωματικῶν περὶ τῶν ἐκ τοῦ Ὑπουργείου πυροβολισμῶν κλπ. κλπ.» Παρακαλῶ τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ τῆς Δικαιοσύνης, ὅπως εὐαρεστούμενος σπεύσῃ νὰ καταθέσῃ τὰ ἔγγραφα ταῦτα, διότι, καὶ ἂν δὲν καταθέσῃ αὐτά, ἐκ τῶν ἐγγράφων, ἅτινα προσεκομίσθησαν, βεβαίως δυνάμεθα νὰ συζητήσωμεν. Ἀλλ’ ἡ συζήτησις αὕτη τότε φοβοῦμαι, ὅτι θέλει καταναλώσει πολὺ πλείονα χρόνον ἢ ὅσος ἤθελε δαπανηθῆ, ἂν ὁ κύριος Ὑπουργὸς προσκομίσῃ τὰ ἔγγραφα. Διότι τότε θέλομεν ποιεῖσθαι μνείαν καὶ τῶν ἐγγράφων, ἅτινα ναὶ μὲν δὲν προσεκόμισεν ὁ κύριος Ὑπουργός, γνωρίζομεν ὅμως ἡμεῖς τὸ περιεχόμενον αὐτῶν, ὅπερ, ἀμφισβητούμενον ἴσως ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, θέλει παρατείνει τὰς συζητήσεις. Ἐκ τούτων ὁρμώμενος, σπεύδω νὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης νὰ πληροφορήσῃ ἐπίσης τὴν Βουλήν, ἐψήθη τέλος πάντων ἐκεῖνο τὸ βούλευμα περὶ τῶν 7 ἢ 10 φονευθέντων κατὰ τὴν ὁδὸν Κοραῆ, ἢ δὲν ἐψήθη; Διότι αὐτὴ εἶναι, Κύριοι, ἡ λέξις.
§79ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Βράζει ἀκόμη!
§80Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ὅταν ἐπὶ τέσσαρας ὁλοκλήρους μῆνας δὲν περατῶνται αἱ ἀνακρίσεις τοιούτου κακουργήματος, ὅπερ ἐξετελέσθη ἐντὸς τοῦ κέντρου τῶν Ἀθηνῶν καὶ παρὰ τὰς θύρας τῆς Βουλῆς, νομίζω, ὅτι ἕκαστος δικαιοῦται νὰ χαρακτηρίσῃ οὕτω τὸ γινόμενον, ὅτι ψήνεται βούλευμα, ὅτι δὲν διεξάγονται ἀνακρίσεις, ὅτι μεταχειρίζονται πάντα τὰ μέσα, ἵνα καλυφθῶσιν οἱ ἐγκληματίαι. Ἂς ἦναι δὲ βέβαιος ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ὅτι ἡμεῖς δὲν εἴμεθα διατεθειμένοι νὰ ἐπιτρέψωμεν τοιαύτας ἀσχημίας, τελουμένας παρὰ τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας τῆς πόλεως Ἀθηνῶν. Διότι, ἐὰν ἐπιτρέψωμεν τοιαύτας ἀσχημίας ἐντὸς τῶν Ἀθηνῶν, πρέπει, Κύριοι, νὰ ἀκούσωμεν πολὺ μείζονας εἰς τὰ πέρατα τῆς Ἐπικρατείας. Διατί, παρακαλῶ, δὲν περατοῦται ἡ ἀνάκρισις; Τί περιμένουσι; Μάρτυρες ἐξητάσθησαν πολλοὶ καὶ σπουδαῖοι. Ἐγὼ ἔχω εἰς χεῖράς μου κατάλογον τῶν προσώπων καὶ τῶν μαρτυριῶν. Ἔκθεσις δικαστικῆς αὐτοψίας ἐντιμοτάτων ἀξιωματικῶν πραγματογνωμόνων κατετέθη, βεβαιοῦσα, ὅτι οἱ πυροβολισμοὶ ἐρρίφθησαν ἐκ τῶν παραθύρων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν. Ἡ Δικαιοσύνη, ἂν δὲν ἔχῃ ὅλους, βεβαίως ἔχει τινὰς εἰς χεῖρας αὐτῆς ἐκ τῶν ἐγκληματησάντων. Διατί δὲν ἐκδίδεται τὸ βούλευμα; Δὲν δικαιούμεθα νὰ εἴπωμεν, ὅτι ψήνεται τὸ βούλευμα, καὶ δὲν καταρτίζεται; Παρακαλῶ τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, τὸν προσωρινῶς διευθύνοντα τὸ Ὑπουργεῖον τοῦτο, νὰ εὐαρεστηθῇ καὶ εὐδοκήσῃ, ὅπως προσεχῶς προσκομίσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰ διὰ τῆς ἐπερωτήσεώς μου αἰτηθέντα ἔγγραφα, δι’ ὅλης δὲ τῆς δυνάμεως, ἣν νομίμως δύναται νὰ ἐνασκήσῃ, νὰ συστήσῃ εἰς τὴν Δικαιοσύνην, τέλος πάντων νὰ ἐκτελέσῃ τὸ καθῆκον αὑτῆς.
§81Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ προσωρινῶς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Τὰ ἔγγραφα τὰ ἀναγόμενα εἰς τὴν ὑπόθεσιν, περὶ τῆς ὁποίας ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς ὡμίλησεν, εἰσὶν ἕτοιμα, καὶ θὰ κατατεθῶσιν ἀφεύκτως αὔριον, τὰ ἀναγόμενα τουτέστιν εἰς τὰ Ὑπουργεῖα τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ τῆς Δικαιοσύνης. Νομίζω ὅμως ἀπαραίτητον νὰ ἀπαντήσω δι’ ὀλίγων εἰς τὴν μομφὴν, τὴν ὁποίαν ὁ κύριος Βουλευτὴς μετὰ τῆς συνήθους αὐτῷ δριμύτητος ἐπέρριψε κατὰ τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας. Ὅταν θὰ ἔλθῃ ἡ συζήτησις γενικῶς ἐπὶ τῶν θεμάτων τούτων, τότε βεβαίως διὰ μακροτέρων θὰ γένηται περὶ τούτων λόγος· ἀλλ’ ἀπὸ τοῦδε εἰμὶ ὑποχρεωμένος νὰ ὑπερασπίσω δικαστὴν ἀκεραιότατον, οἷος ὁ ἀνακριτὴς Χατζᾶκος, εἰς χεῖρας τοῦ ὁποίου ἡ ἀνάκρισις ἔχει ἀνατεθῆ· διότι ὁ δικαστὴς οὗτος εἶναι ἐξ ἐκείνων, οἵους εὐτυχῶς, μὲ ὅλα τὰ παράπονα κατὰ τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας, τὰ ἐντεῦθεν συνήθως ἀμειλίκτως ἀκουόμενα, πολλοὺς ἔχει ἡ Ἑλλὰς μεθ’ ὑπερηφανείας νὰ ἐπιδείξῃ. Εἰς τοῦτον προφορικῶς παρέστησα, — οὐδὲν δὲ τούτου μεῖζον δικαίωμα ἔχω, ὡς γνωρίζει κάλλιον ἐμοῦ ὁ κ. ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς, διὰ τὴν ἀνεξαρτησίαν τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας, — ὅπως ἐπισπεύσῃ τὴν ἀποπεράτωσιν τοῦ ἔργου τῆς ἀνακρίσεως ἐπὶ τῶν ἀτακτημάτων τῶν γνωστῶν, τὰ ὁποῖα ἔλαβον χώραν κατὰ τὴν 8ην Νοεμβρίου. Οὐδεὶς μεταξὺ ἡμῶν δύναται νὰ ὑποπτεύσῃ, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρχωσι Ὑπουργοὶ τοῦ Κράτους, ἔχοντες ἐνδιαφέρον, ὅπως τὰ βουλεύματα ψηθῶσιν, ἢ τὰ βουλεύματα ἑτοιμασθῶσιν, ὡς ὁ κύριος Βουλευτὴς εἶπεν. Αἱ λέξεις αὗται εἶναι ὕβρις βαρυτάτη, ἀπευθυνομένη κατὰ τῆς Κυβερνήσεως τῆς χώρας, τὴν ὁποίαν ὕβριν βεβαίως δὲν εἶχεν ἐν τῷ νῷ αὐτοῦ ὁ κ. Βουλευτὴς ν’ ἀπευθύνῃ κατὰ τῶν Ὑπουργῶν τῆς πατρίδος του. Ὁ ἁρμόδιος ἀνακριτὴς εἶπεν εἰς ἐμὲ, ὅτι ὑπερτριακόσιοι μάρτυρες ἔχουσι μέχρι τοῦδε ἐξετασθῆ. Ἀπόδειξις, ὅτι ὁ ἀνακριτὴς ἐκτελεῖ τὸ καθῆκόν του μετὰ δραστηριότητος οὐχὶ συνήθους. Ἐὰν δὲ λάβητε, κύριε συνάδελφε ἐξ Ἀττικῆς, ὑπ’ ὄψιν σας, ὅτι ἡ ὑπόθεσις δὲν εἶναι συνήθους φύσεως, ὅτι ἐν τῇ ὑποθέσει ταύτῃ ἔχουσιν, εἴτε ὡς κατηγορούμενοι, εἴτε ὡς μάρτυρες, ἀναμιχθῆ πολλαὶ ἑκατοντάδες προσώπων, ἐὰν πρὸς τούτοις λάβητε ὑπ’ ὄψιν τὴν ἡμέραν, κατὰ τὴν ὁποίαν τὰ ἀδικήματα ταῦτα ἔλαβον χώραν, τὸν ἐπακολουθήσαντα θόρυβον καὶ φόβον, ἐὰν λάβητε πρὸ πάντων ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ἡ ἀστυνομικὴ ἐξουσία, ἡ ὁποία εἶναι προωρισμένη νὰ δίδῃ τὰς πληροφορίας αὑτῆς εἰς τὴν δικαστικὴν ἀρχὴν, τὰς ἡμέρας ἐκείνας καὶ πολλὰς κατόπιν ἡμέρας ἦτο κεκρυμμένη, εἶναι δὲ ἴσως — δικαίως ἢ ἀδίκως, τοῦτο εἶναι ἔργον τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας — καὶ ὕποπτος εἰς τὰ ὄμματα τοῦ ἀνακριτοῦ, θὰ ἐννοήσητε κατὰ ποίων σκοπέλων ἔχει νὰ ἀγωνισθῇ ὁ ἀκέραιος οὗτος λειτουργὸς τῆς Θέμιδος. Ἐλπίζω, ὡς αὐτὸς μὲ ἐβεβαίωσεν, ὅτι ἐντὸς ὀλιγίστου χρόνου θὰ εὑρεθῇ εἰς θέσιν νὰ παραδώσῃ τὴν ἐργασίαν αὐτὴν ἑτοίμην πρὸς δημοσίευσιν, κατὰ τοὺς νομίμους ἐννοεῖται τύπους, καὶ τότε ὁ κ. ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς, οἱονδήποτε καὶ ἂν ᾖ τὸ πόρισμα τῆς ἀνακρίσεως, ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι θὰ εὑρεθῇ εἰς θέσιν νὰ συγχαρῇ τὸν δικαστὴν τῆς πατρίδος του.
§82Κ. ΤΟΠΑΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὀφείλω νὰ προσθέσω ὀλίγας λέξεις εἰς ἐκείνας τὰς ὁποίας εἶπεν ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως τῶν συμβάντων τῆς 8 Νοεμβρίου ἐν τῇ ὁδῷ Κοραῆ. Ἐγένετο καὶ ἄλλοτε συζήτησις ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου, ἡ ὁποία βεβαίως δὲν ἦτο τελειωτικὴ, καὶ ἀπόδειξις εἶναι ἡ σημερινὴ συζήτησις, τὴν ὁποίαν βεβαίως θ’ ἀκολουθήσῃ καὶ ἑτέρα. Ἀλλὰ κατὰ τὴν συζήτησιν ἐκείνην ἔμεινεν ἐκκρεμὲς ζήτημα, περὶ τοῦ ὁποίου δὲν προέλαβον νὰ καταθέσω εἰς τὴν Βουλὴν τὰ αἰτηθέντα ἔγγραφα ὑπὸ τῶν τότε ἐπερωτησάντων Βουλευτῶν. Ἐπρόκειτο περὶ τοῦ ἀστυφύλακος Σπανοῦ, ἐκείνου, ὅστις ἔλαβε μέρος κατὰ τὰς συμπλοκὰς τὰς λαβούσας χώραν εἰς τὴν ὁδὸν Κοραῆ τὴν 8 Νοεμβρίου. Εἶπον τότε, ὡς ἀποδεικνύεται ἐκ τῶν ἐπισήμων πρακτικῶν τῆς Βουλῆς, ὅτι ὁ ἀστυφύλαξ Σπανὸς, καταδιωχθεὶς ὑπὸ τοῦ πλήθους, ἐξηφανίσθη, καὶ ἐγκλεισθεὶς εἴς τινα οἰκίαν ἐδραπέτευσε. Τοῦτο ἦτο παγκοίνως γνωστὸν, ὡς ἐβεβαίωσε τότε καὶ ὁ ἐξ Οἰτύλου βουλευτὴς κ. Καπετανάκης, ὅτι δηλ. ὁ ἀστυφύλαξ Σπανὸς εἶχε κλεισθῆ εἰς τινα οἰκίαν, ὅπου ἐπολιορκήθη ἐπί τινας ὥρας ὑπὸ τοῦ πλήθους, καὶ εἶτα διεξέφυγε, χωρὶς νὰ κατορθωθῇ ἡ σύλληψίς του. Ἐπειδὴ δὲ τότε ἐδυσπίστησαν πολλοὶ εἰς τοὺς λόγους μου, ἐζήτησα νὰ πιστοποιήσω ταῦτα δι’ ἐπισήμων ἐγγράφων. Προεκάλεσα δὲ ἔγγραφον τοῦ Εἰσαγγελέως, πιστοποιοῦντος, ὅτι ὁ Σπανὸς, καθ’ οὗ ἐξεδόθη ἔνταλμα συλλήψεως, ἐξηφανίσθη, χωρὶς νὰ κατορθωθῇ ἡ σύλληψίς του. Προεκάλεσα συγχρόνως ἔγγραφα τῶν διευθυντῶν τῶν φυλακῶν Συγγροῦ καὶ Παλαιοῦ Στρατῶνος, δι’ ὧν πιστοποιεῖται, ὅτι οὐδέποτε ὁ Σπανὸς προσήχθη εἰς αὐτάς. Τὰ ἔγγραφα ταῦτα παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν πρὸς ἐπίρρωσιν τῶν λόγων μου.
§83Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§84Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Συχνὰ, Κύριοι, ἀναγινώσκομεν εἰς τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως καταργήσεις δημοτικῶν σχολείων καὶ συστάσεις τοιούτων διὰ Βασιλικῶν Διαταγμάτων. Καὶ ὅσον μὲν ἀφορᾷ τὴν σύστασιν, δὲν διηγέρθη ἡ περιέργειά μου, διότι, μολονότι ἡ σύστασις δημοτικοῦ σχολείου ὀφείλει νὰ ἐπιβαρύνῃ τὸν δημοτικὸν προϋπολογισμὸν, ἢ τὸ δημόσιον ταμεῖον, ἐθεώρησα, ὅτι τὸ ζήτημα τοῦτο συμψηφίζεται ἐκ τοῦ καλοῦ, ὅπερ προσγίγνεται εἰς τοὺς κατοίκους· ἀλλ’ ὅτε εἶδον, καὶ μάλιστα ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ μου, καταργήσεις δημοτικῶν σχολείων, ἐγενόμην περίεργος καὶ ἠθέλησα νὰ πεισθῶ, ἂν ἐκ τοῦ νόμου πηγάζει τὸ τοιοῦτον δικαίωμα τοῦ Ὑπουργοῦ. Διὰ τοῦτο ἀπηύθυνα ἐπερώτησιν κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς 1 Φεβρουαρίου πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Ἐκπαιδεύσεως, ὅστις εὐηρεστήθη ν’ ἀπαντήσῃ ἐγγράφως κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς 11 Φεβρουαρίου τὰ ἑξῆς. (Ἀναγινώσκει τὴν ἀπάντησιν τοῦ Ὑπουργοῦ). Ὥστε, κατὰ τὴν γνώμην τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ἐπὶ τῇ προτάσει τῶν νομαρχῶν δύναται ὁ Ὑπουργὸς νὰ καταργῇ δημοτικὰ σχολεῖα. Ἡ γνώμη δὲν μοὶ φαίνεται ὀρθὴ, καὶ θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ παρακολουθήσητε πρὸς στιγμὴν μετ’ ἐμοῦ τοὺς νόμους, οὓς ἐπικαλεῖται ὁ κύριος Ὑπουργός, ὅπως βεβαιωθῆτε, ἂν πράγματι τοιοῦτο δικαίωμα ὑπάρχει ἢ δὲν ὑπάρχει ἐν τῇ ἰσχυούσῃ νῦν νομοθεσίᾳ. Τὸ ἄρθρον 5 τοῦ νόμου ͵ΒΤΜΘʹ περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, εἰς ὃ παραπέμπει ὁ κ. Ὑπουργὸς, ἔχει ὡς ἑξῆς: «Ἐπὶ τῆς συστάσεως ἢ τῆς καταργήσεως τῶν δημοτικῶν σχολείων ἐκτελοῦνται αἱ διατάξεις τῶν ἄρθρων 19, 20 καὶ 22 τοῦ περὶ Ἐπαρχιακῶν Συμβουλίων ᾼΖΝϚʹ νόμου τῆς 3 Ἀπριλίου 1891, ὡς διαρρυθμίζονται διὰ τῶν διατάξεων τοῦ περὶ ἐξόδων τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως ἑπομένου κεφαλαίου.» Κατὰ τὸ ἄρθρον τοῦτο, διὰ τὴν σύστασιν ἢ τὴν κατάργησιν τῶν δημοτικῶν σχολείων ἐφαρμόζονται αἱ διατάξεις τῶν ἄρθρων 19, 20 καὶ 22 τοῦ περὶ Ἐπαρχιακῶν Συμβουλίων νόμου, ὅπως ἐτροποποιήθη διὰ τοῦ νόμου περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως. Τὰ ἄρθρα ταῦτα προϋποτίθεται ὅτι ὑπάρχουσιν ἐν ἰσχύϊ, καὶ ἂν κατηργήθησαν, πρέπει νὰ ἴδωμεν, ἂν ἀντικατεστάθησαν καὶ πῶς ἀντικατεστάθησαν· τότε δὲ μόνον θὰ δυνηθῶμεν νὰ ἔχωμεν τὴν πλήρη ἐφαρμογὴν τοῦ ἄρθρου 5, ὡς ἐτροποποιήθη. Τὰ ἄρθρα τοῦ περὶ Ἐπαρχιακῶν Συμβουλίων νόμου, εἰς τὰ ὁποῖα παραπέμπει τὸ ἄρθρον 5 τοῦ νόμου περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, ἀναγνωρίζουσιν εἰς τὰ Ἐπαρχιακὰ Συμβούλια τὸ δικαίωμα νὰ ὁρίζωσι τὸν ἀριθμὸν τῶν δημοτικῶν σχολείων, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ ὑπάρχωσιν εἰς ἕκαστον δῆμον τῆς ἐπαρχίας, καὶ τὰ ὁποῖα ἐπίσης δὲν δύνανται νὰ καταργηθῶσιν ἄνευ τῆς ἀποφάσεως τοῦ Ἐπαρχιακοῦ αὐτοῦ Συμβουλίου. Αἱ διατάξεις τῶν ἄρθρων αὐτῶν τοῦ νόμου περὶ Ἐπαρχιακῶν Συμβουλίων, εἰς ἃς παραπέμπει τὸ ἄρθρον 5, κανονίζουσι τὴν διαδικασίαν, κατὰ τὴν ὁποίαν εἰργάζοντο ἄλλοτε τὰ Ἐπαρχιακὰ Συμβούλια. Ἡ διαδικασία αὕτη ἐν μέρει ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ νόμου περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, καὶ ἐτροποποιήθη διὰ τοῦ ἄρθρου 56, ὅπερ μετέβαλεν ἔν τισιν, ἀλλ’ ὁπωσδήποτε διετήρησε τὴν ἐξουσίαν ταύτην τῶν Ἐπαρχιακῶν Συμβουλίων. Ἰδοὺ τί λέγει τὸ ἄρθρον 55, ὅπερ κανονίζει τὰ τῆς οἰκονομικῆς μεταρρυθμίσεως τοῦ νόμου περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως κατὰ τὴν σύστασιν καὶ τὴν κατάργησιν τῶν δημοτικῶν σχολείων.
§85Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τὸ ἄρθρον 55 τοῦ νόμου περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως;
§86Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Μάλιστα, τοῦ ΒΤΜΘʹ (ἀναγινώσκει): «Ἄρθρον 55. Κατὰ τὴν σύνταξιν τῶν δημοτικῶν προϋπολογισμῶν τὰ ἔξοδα τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως προσδιορίζονται πρὸ πάντων τῶν ἄλλων, καὶ αἱ πρὸς συντήρησιν τῶν δημοτικῶν σχολείων καὶ τῶν γραμματοδιδασκαλείων πιστώσεις ἀναγράφονται πρῶται ἐν τοῖς δημοτικοῖς προϋπολογισμοῖς, ἀποτελοῦσαι ἴδιον ἐν αὐτοῖς τμῆμα, ὑπὸ τὴν ἐπιγραφὴν «στοιχειώδης ἐκπαίδευσις τῶν δημοτῶν». Ἀλλ’ αἱ διὰ τὴν συντήρησιν ἑκάστου τῶν σχολείων καὶ γραμματοδιδασκαλείων ἀπαιτούμεναι ἀναγράφονται ὑπὸ ἴδιον δι’ ἕκαστον τῶν ἐκπαιδευτηρίων τούτων κεφάλαιον...» Ἕκαστον σχολεῖον ἔχει ἰδίαν ἀναγραφὴν διὰ τὴν δαπάνην, τὴν ἀντιστοιχοῦσαν αὐτῷ. Περιλαμβάνει δὲ αὐτὴ ἡ δαπάνη, ἡ ἀναγραφομένη ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τῶν δήμων, τρία τινά· «τὴν πληρωμὴν τῶν μισθῶν τῶν διδασκάλων καὶ διδασκαλισσῶν, τὴν πληρωμὴν τῶν ἐνοικίων τῶν διδακτηρίων, ἐὰν ταῦτα δὲν ἦναι ἐν δημοτικοῖς κτιρίοις, καὶ τὰς δαπάνας δι’ ἔπιπλα, πίνακας, ὄργανα διδασκαλίας καὶ λοιπὰ ἔξοδα.» Ὑποθέσωμεν, ὅτι ἀνεγράφησαν αὗται ἐν τῷ δημοτικῷ προϋπολογισμῷ, ἀλλὰ δὲν ἐπαρκοῦσιν αἱ πιστώσεις πρὸς συντήρησιν ὅλων αὐτῶν τῶν δημοτικῶν σχολείων (ἀναγινώσκει): «Ἄρθρον 56. Ἐὰν αἱ ὑπὸ τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου ἀναγραφεῖσαι ἐν τῷ δημοτικῷ προϋπολογισμῷ πιστώσεις δὲν ἐπαρκῶσι πρὸς συντήρησιν πάντων τῶν ἐν τῷ δήμῳ ὑπαρχόντων δημοτικῶν σχολείων καὶ γραμματοδιδασκαλείων, προκαλεῖται ὑπὸ τοῦ νομάρχου ἡ ἀπόφασις τοῦ Ἐπαρχικοῦ Συμβουλίου, κατὰ τὰ ἐν τοῖς ἄρθροις 19, 20 καὶ 22 § αʹ τοῦ ΑΩΝϚʹ περὶ Ἐπαρχιακῶν Συμβουλίων νόμου τῆς 3 Ἀπριλίου 1891 διατασσόμενα, συμφώνως δὲ πρὸς ταύτην ὁ νομάρχης εἴτε αὐξάνει τὴν πίστωσιν, διαγράφων ἄλλα ἔξοδα, ἢ ἐλαττώνων ἄλλην πίστωσιν, ἢ, ἂν δὲν κατορθοῦταί τι ἐξ αὐτῶν, προκαλεῖ τὰς ἀρχὰς τοῦ δήμου νὰ προτείνωσιν, ὅπως ἐπιβληθῇ φόρος πρόσθετος ἐπὶ τῶν ἐσωτερικῶς καταναλωσίμων ἢ ἐπὶ τῶν ἀμέσων δημοτικῶν φόρων.» Ὁ ὅρος δὲ τοῦ νόμου, ὅπως ἐπέλθῃ τὸ Δημόσιον ἀρωγὸν εἰς τοὺς δήμους τοὺς ἀπόρους πρὸς συντήρησιν τῶν δημοτικῶν αὐτῶν σχολείων, εἶναι, ὅτι πρέπει, ἐὰν δὲν ἐπαρκῶσιν οἱ πόροι τοῦ δημοτικοῦ ταμείου, νὰ προηγηθῇ ἡ ἐπιβολὴ φόρου 1% εἴτε ἐπὶ τῶν τῆς ἐσωτερικῆς καταναλώσεως, εἴτε ἐπὶ τῶν ἀμέσων δημοτικῶν φόρων. Ἀπαιτεῖται ἑπομένως πρὶν φόρος. Δι’ αὐτὸ λέγει τὸ ἄρθρον 57: «Πρὸς συμπλήρωσιν τῶν ἀπαιτουμένων διὰ τὴν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν πιστώσεων ἐπιτρέπεται νὰ αὐξηθῶσι, κατὰ τὰς περὶ προσδιορισμοῦ τῶν δημοτικῶν ἐσόδων νομίμους διατάξεις, ὅ τε ἐπὶ τῶν πρὸς ἐσωτερικὴν κατανάλωσιν εἰσαγομένων δημοτικὸς δασμὸς καὶ οἱ ἄμεσοι δημοτικοὶ φόροι μέχρις ἑνὸς τοῖς ἑκατόν. Κατὰ τὸν αὐτὸν δὲ ὅρον ἐπιτρέπεται νὰ αὐξηθῶσι καὶ τὰ ἔσοδα τῶν δήμων τῆς Ἑπτανήσου.» Τὸ ἄρθρον δὲ τὸ ἑπόμενον λέγει, ὅτι, μόνον ἐὰν προηγηθῇ ἡ ἐπιβολὴ τοῦ μέχρις ἑνὸς τοῖς ἑκατὸν νέου φόρου καὶ δὲν συμπληρώνηται ἡ ἀναγκαιοῦσα πίστωσις, δύναται νὰ ἐπέλθῃ ἀρωγὸν τὸ Δημόσιον. Συνεπῶς διὰ τὴν σύστασιν καὶ τὴν κατάργησιν τῶν δημοτικῶν σχολείων ἀπαιτεῖται ἡ συμμετοχὴ τῶν Ἐπαρχιακῶν Συμβουλίων, ὅπως ταῦτα μετὰ τὰ ἐν τοῖς προϋπολογισμοῖς, οἱ ὁποῖοι ἀνέγραψαν τὰς πιστώσεις διὰ τὰ διάφορα δημοτικὰ σχολεῖα, ἀποφανθῶσιν, ἂν αἱ πιστώσεις πρέπει νὰ αὐξηθῶσι, καὶ ἐν ᾗ περιπτώσει οἱ πόροι οἱ δημοτικοὶ δὲν ἐξαρκῶσι, προκληθῶσιν ὅλα τὰ μέτρα, ἅτινα πρὶν ἀνέγνωσα, μετὰ τὰ ὁποῖα, ἀφοῦ ἐξαντληθῶσιν, ἐπιτρέπεται εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Ἐκπαιδεύσεως νὰ ἐπέλθῃ ἀρωγὸν ὑπὲρ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, καὶ μάλιστα ἀρωγὸν ἀπολύτως, ἄνευ δηλονότι τοῦ περιορισμοῦ, τὸν ὁποῖον περιεῖχεν ὁ παλαιότερος νόμος, ὁ νόμος περὶ τῶν Ἐπαρχιακῶν Συμβουλίων, ὁ ὁποῖος ἐπέτρεπε μόνον μέχρι τοῦ ὁρίου τῆς χορηγίας τῆς ἀναγεγραμμένης ἐν τῷ ἐτησίῳ προϋπολογισμῷ τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως ὑπὲρ τῶν ἀπόρων δήμων νὰ ἐπέρχηται ἀρωγὸν τὸ Δημόσιον. Λοιπὸν ἡ συμμετοχὴ τῶν Ἐπαρχιακῶν Συμβουλίων εἶναι ἀναπόφευκτος καὶ διὰ τὴν σύστασιν καὶ διὰ τὴν κατάργησιν τῶν δημοτικῶν σχολείων. Ἀλλὰ τὰ Ἐπαρχιακὰ Συμβούλια, ὡς γνωρίζετε, ἀντικατέστησε κατὰ τὸ 1900, νομίζω, ὁ νέος νόμος διὰ τῶν Νομαρχιακῶν Συμβουλίων, εἰς τὰ ὁποῖα ἀνετέθησαν ὅλα τὰ εἰδικὰ καθήκοντα, ἅτινα ἐκέκτηντο τὰ Ἐπαρχιακὰ, ἑπομένως καὶ ἐκεῖνα, ὅσα ἀφορῶσι τὰ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως καὶ τὰ ὁποῖα οἱ προγενέστεροι νόμοι ἔδιδον εἰς αὐτά. Τὰ Νομαρχιακὰ ὅμως Συμβούλια ἐψηφίσθησαν, ἀλλὰ δὲν ἐλειτούργησαν, οὔτε λειτουργοῦσιν. Ἑπομένως μένομεν ἐν τῇ νομοθεσίᾳ καὶ ἄνευ Ἐπαρχιακῶν Συμβουλίων καὶ ἄνευ Νομαρχιακῶν, τὰ ὁποῖα ὑποθέτει ὑπάρχοντα ὁ περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως νόμος, ὡς συμπράττοντα δηλονότι ἐν τῷ προσδιορισμῷ ἢ ἐν τῇ καταργήσει τῶν δημοτικῶν σχολείων ἐν τοῖς διαφόροις δήμοις τοῦ Κράτους. Νομίζουσι πολλοί, καὶ μετ’ αὐτῶν ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, ὅτι τὸ κενὸν τοῦτο τῆς νομοθεσίας, τὸ ἐκ τῆς ἐλλείψεως καὶ Ἐπαρχιακῶν καὶ Νομαρχιακῶν Συμβουλίων, ἐπληρώθη διὰ τοῦ νόμου ͵ΒΤΞΘʹ τοῦ 1896, καὶ ἐπ’ αὐτοῦ στηρίζεται ἡ ἀπάντησις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Ἐκπαιδεύσεως. Ἐπεκαλέσθη ἐν πρώτοις τὸ ἄρθρον 5 τοῦ νόμου περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, ὅπερ λέγει, ὅτι συνίστανται τὰ δημοτικὰ σχολεῖα καὶ καταργοῦνται κατὰ τὰ ἄρθρα 19, 20 καὶ 22 τοῦ νόμου περὶ Ἐπαρχιακῶν Συμβουλίων, ὅπως ἐτροποποιήθησαν, ἀλλ’ ἐτροποποιήθη καὶ ὁ νόμος αὐτὸς, κατὰ τὸν Ὑπουργὸν, διὰ μεταγενεστέρου νόμου, τοῦ ͵ΒΤΞΘʹ. Εἰς αὐτοὺς τοὺς δύο νόμους στηριζόμενον τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, προβαίνει καθ’ ἡμέραν ἀπό τινος εἰς καταργήσεις καὶ συστάσεις δημοτικῶν σχολείων. Πῶς δὲ νομίζει τὸ Ὑπουργεῖον, ὅτι ἀναπληροῦται σήμερον ἡ σύμπραξις τῶν Νομαρχιακῶν Συμβουλίων; — ἡ μὴ οὖσα δυνατή, διότι ὁ νόμος περὶ τῶν Συμβουλίων αὐτῶν δὲν ἐτέθη εἰσέτι εἰς ἐφαρμογήν. — Διὰ τοῦ νομάρχου. Κατὰ τὸ Ὑπουργεῖον, ὁ νομάρχης κατὰ τοῦτο ἀντικατέστησε τὰ Συμβούλια, πρὶν τὰ Ἐπαρχιακὰ, νῦν τὰ Νομαρχιακά. Ἀλλ’ ὁ νόμος οὗτος ἄλλην περίπτωσιν, καὶ οὐχὶ τὴν ἀναπλήρωσιν τῶν μὴ ὑφισταμένων πλέον Ἐπαρχιακῶν ἢ Νομαρχιακῶν Συμβουλίων, ἠθέλησε νὰ κανονίσῃ· ἠθέλησε νὰ κανονίσῃ τὴν εἰδικὴν περίπτωσιν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἓν Ἐπαρχιακὸν Συμβούλιον ὑφιστάμενον δὲν ἤθελε τυχὸν λειτουργεῖ δι’ αἰτίας ἄλλας, ὡς ἀσθένειαν ἢ δυστροπίαν μελῶν τινων. Ἑπομένως ὑπάρχει κατ’ αὐτὴν τὴν περίπτωσιν Ἐπαρχιακὸν Συμβούλιον. Τοῦτο ἀποδεικνύεται ἐξ ἁπλῆς ἀναγνώσεως τοῦ ἄρθρου μόνου τοῦ νόμου ͵ΒΤΞΘʹ, ὅστις, ὑποθέτων ὑφιστάμενα τὰ Ἐπαρχιακὰ Συμβούλια, ἀλλὰ μὴ συνερχόμενα, λέγει: «Διὰ τοὺς δήμους τῶν ἐπαρχιῶν, ἐν αἷς δὲν ἐξελέχθησαν ἢ δὲν κατηρτίσθησαν πλήρη τὰ Ἐπαρχιακὰ Συμβούλια, ἢ προσκληθέντα νομίμως δὲν συνῆλθον, ἢ συνελθόντα ἠρνήθησαν ἢ ἀνέβαλον νὰ ἐκδώσωσι τὴν κατὰ τὸ ἄρθρον 56 τοῦ ἀπὸ 3 Σεπτεμβρίου 1895 ͵ΒΤΜΘʹ νόμου περὶ τῆς στοιχειώδους ἢ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως ἀπαιτουμένην ἀπόφασιν, ἐκδίδωσι ταύτην ἠτιολογημένως ὁ νομάρχης, καὶ συμφώνως πρὸς αὐτὴν προβαίνει εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ὑπὸ τῆς εἰρημένης διατάξεως ὁριζομένων.»
§87ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὁ νόμος αὐτὸς συγκατηργήθη ἅμα ὡς κατηργήθησαν τὰ Ἐπαρχιακὰ Συμβούλια.
§88Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Βεβαίως. Ὁ νόμος αὐτὸς εἶναι τοῦ 1896, ὅτε ἀκόμη ἴσχυον τὰ Ἐπαρχιακὰ Συμβούλια. Μετὰ τὸν νόμον αὐτὸν τοῦ 1896 διὰ τοῦ νόμου ΑΨΜΗʹ τῆς 8 Ἀπριλίου 1900 κατηργήθησαν καὶ πάντες οἱ νόμοι, ὅσοι ἀφορῶσι τὰ Ἐπαρχιακὰ Συμβούλια. Ἑπομένως διὰ τὴν περίπτωσιν, ἡ ὁποία σήμερον εἰς ὅλον τὸ Κράτος παρουσιάζεται, τοῦ προσδιορισμοῦ καὶ τοῦ περιορισμοῦ τῶν δημοτικῶν σχολείων καθ’ ἕκαστον δῆμον ὑπὸ τῶν Νομαρχιακῶν Συμβουλίων, — διότι κατὰ νόμον πρέπει νὰ συμπράξωσι ταῦτα εἰς τὴν σύστασιν καὶ τὴν κατάργησιν τῶν δημοτικῶν σχολείων — δὲν ὑπάρχει νόμος κανονίζων αὐτὴν, ὁ δὲ νομάρχης, ὅστις ἔλαβεν ἐντολὴν διὰ τοῦ εἰρημένου νόμου μόνον διὰ περίπτωσιν ἄλλην καὶ μὴ ὑφισταμένην πλέον, διότι δὲν ὑφίστανται Ἐπαρχιακὰ Συμβούλια, δὲν ἀναπληροῖ τὸ κενὸν αὐτὸ τοῦ νόμου, ὅπερ μόνον ἡ λειτουργία τῶν Νομαρχιακῶν Συμβουλίων θὰ πληρώσῃ, καὶ ὁ προσδιορισμὸς ἢ ὁ περιορισμὸς τῶν δημοτικῶν σχολείων τοῦ Κράτους εἶναι παράνομος, ἐφ’ ὅσον ὁ νόμος δὲν κανονίσῃ τὰ περὶ τούτου. Ὅ,τι γίνεται λοιπὸν σήμερον ἐπὶ τῇ ἀποφάσει τοῦ νομάρχου, εἶναι παράνομον, καὶ παρανόμως στηρίζεται ἐπ’ αὐτῆς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως. Ἔχομεν λοιπὸν ἀφ’ ἑνὸς νόμον ἀπαιτοῦντα τὴν σύμπραξιν τῶν Ἐπαρχιακῶν Συμβουλίων εἰς τὴν σύστασιν καὶ εἰς τὴν κατάργησιν τῶν δημοτικῶν σχολείων, ἔχομεν ἀφ’ ἑτέρου νόμον, ἀντικαταστήσαντα αὐτὰ, ἀλλὰ μὴ θέντα εἰς ἐνέργειαν, μετενεγκόντα ὅμως ὅλα τὰ δικαιώματα τῶν Ἐπαρχιακῶν εἰς τὰ Νομαρχιακὰ Συμβούλια, ἐν οἷς καὶ τὰ κατὰ τὸν προσδιορισμὸν, τὴν σύστασιν καὶ τὴν κατάργησιν τῶν δημοτικῶν σχολείων. Οὕτως εὑρισκόμεθα ἐνώπιον νομοθεσίας ἀνεφαρμόστου, ἡ ὁποία ἔχει διὰ τοῦτο ἀνάγκην συμπληρώσεως· ἀλλ’ ἐφ’ ὅσον δὲν συμπληρωθῇ, δὲν δύναται νὰ ὑποστηριχθῇ δικαίωμα τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Παιδείας οὔτε νὰ συνιστᾷ σχολεῖα, οὔτε νὰ καταργῇ. Καὶ ἐν τούτοις θ’ ἀνεύρητε εἰς τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως σωρείαν καθ’ ἡμέραν Διαταγμάτων, τὰ ὁποῖα συνιστῶσι καὶ καταργοῦσι δημοτικὰ σχολεῖα, παρανόμως βεβαίως, διότι οὐδὲν ἐξ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα τὸ ἄρθρον 5 τοῦ νόμου περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως ὑποθέτει, καὶ ἐφ’ οὗ στηρίζεται ἡ γνώμη τοῦ Ὑπουργοῦ, ὑπάρχει, διότι οὔτε Ἐπαρχιακὰ Συμβούλια ὑπάρχουσιν, οὔτε Νομαρχιακά. Ἀλλ’ ἤθελεν εἶσθαι, Κύριοι, καὶ ἀκατανόητον, πράξεις, αἱ ὁποῖαι ὄχι μόνον τὴν μόρφωσιν καὶ τὴν πρόοδον τῶν κατοίκων ἐπηρεάζουσιν, ἀλλ’ ἐπηρεάζουσι καὶ τὰ οἰκονομικὰ τῶν δημοτικῶν ταμείων καὶ τοῦ δημοσίου ταμείου, νὰ ἀποφασίζωνται παρὰ τίνος; παρὰ τοῦ νομάρχου, ἢ ἐπὶ τῶν γραμματοδιδασκαλείων τῇ προτάσει τοῦ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου. Ποῦ δὲ στηρίζεται ἡ γνώμη αὕτη ὡς πρὸς τὰ γραμματοδιδασκαλεῖα; — Διότι ναὶ μὲν δὲν περιέχεται τοῦτο ἐν τῇ ἀπαντήσει τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Ἐκπαιδεύσεως, ἀλλ’ ἤκουσα λεγόμενον, ὅτι δῆθεν τὰ Ἐποπτικὰ Συμβούλια εἶναι ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα προτείνουσι τὴν σύστασιν τῶν γραμματοδιδασκαλείων. — Ἡ λογικὴ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Ἐκπαιδεύσεως ὑπῆρξεν αὕτη· ὅτι ἀληθῶς δὲν ὑπάρχει ἄρθρον, λέγον ὅτι καὶ καταργοῦνται τῇ προτάσει τοῦ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου τὰ γραμματοδιδασκαλεῖα, ἀλλ’ ἐπειδὴ ὁ προτείνων τὴν σύστασιν ἔχει ἀναγκαίως καὶ τὸ δικαίωμα τῆς καταργήσεως, δύναται ὁ Ὑπουργὸς καὶ νὰ καταργῇ τῇ προτάσει τοῦ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου. Διὰ τοῦτο ἐπὶ τῶν γραμματοδιδασκαλείων ἐπεκράτησεν ἡ πρακτικὴ αὕτη, νὰ προκαλῶνται τὰ Ἐποπτικὰ Συμβούλια, νὰ ἀναγγέλληται δ’ ἡ ἀπόφασις αὐτῶν ὑπὸ τοῦ ἐπιθεωρητοῦ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Ἐκπαιδεύσεως, καὶ ἐπὶ τῇ προτάσει ταύτῃ, καὶ ἄνευ τῆς γνωμοδοτήσεως τοῦ νομάρχου, νὰ προβαίνῃ τὸ Ὑπουργεῖον εἰς τὴν κατάργησιν. Παραλείπω τὸ αὐθαίρετον τοιαύτης ἑρμηνείας καὶ τοιούτης πρακτικῆς, ἐκ τοῦ ὅτι ὁ νόμος ἐπέτρεψεν εἰς τὰ Ἐποπτικὰ Συμβούλια, καθὼς νομίζει τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Ἐκπαιδεύσεως, νὰ προτείνουν τὴν σύστασιν γραμματοδιδασκαλείων, νὰ συνάγῃ τὸ δικαίωμα καὶ τοῦ προτείνειν τὴν κατάργησιν αὐτῶν Θεωρῶ τοῦτο αὐθαίρετον, διότι ὁ νόμος, ὡς πάντες οἱ ἀσχολούμενοι εἰς τὴν ἑρμηνείαν τῶν νόμων γινώσκουσι, πρέπει ῥητῶς νὰ δίδῃ τὸ δικαίωμα τῆς καταργήσεως. Ἐκεῖνος, ὅστις ἔλαβεν ἐκ τοῦ νόμου τὸ δικαίωμα νὰ συνιστᾷ, ἔχει τὴν ἐξουσίαν τοῦ προτείνειν, καὶ συνεπείᾳ τῆς προτάσεως, ἂν γείνῃ ἀποδεκτή, δύναται νὰ συνιστᾶται ἓν δημοτικὸν σχολεῖον, ἀλλὰ βεβαίως ἰδιαιτέρα ἐξουσία ἀπαιτεῖται, ὅπως ἀναγνωρισθῇ εἰς αὐτὸν καὶ τὸ δικαίωμα τοῦ προτείνειν τὴν κατάργησιν αὐτοῦ. Δὲν πρέπει ἐπὶ καταργήσεων νὰ συνάγωμεν αὐτάς, οὐχὶ ῥητῶς ἐκ τῶν νόμων, ἀλλὰ διὰ τοιούτων συλλογισμῶν, ἐκ τοῦ ἑτέρου δικαιώματος δῆθεν, τὸ ὁποῖον ἔλαβεν. Ἀλλὰ δὲν εἶναι καὶ ἀκριβές, ὅτι ἔχει ἐκ τοῦ νόμου τοιοῦτο δικαίωμα τὸ Ἐποπτικὸν Συμβούλιον, νὰ συνιστᾷ, αὐτὸ δηλαδὴ νὰ ἦναι ἡ πηγή, ἡ ἀρχή, ἡ ἐξουσία, ἐξ ἧς συνιστῶνται τὰ γραμματοδιδασκαλεῖα. Μεταξὺ τῶν δικαιωμάτων, τὰ ὁποῖα τὸ ἄρθρον 49 τοῦ νόμου περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως ἀναγνωρίζει εἰς τὸ Ἐποπτικὸν Συμβούλιον, εἶναι καὶ τὸ ἑξῆς: «Τὸ Ἐποπτικὸν Συμβούλιον προτείνει τὴν ἀνάγκην συστάσεως γραμματοδιδασκαλείων». Ὅταν λέγωμεν, ὅτι τὸ Ἐποπτικὸν Συμβούλιον προτείνει τὴν ἀνάγκην τῆς συστάσεως, δὲν ἀναγνωρίζομεν τὸ δικαίωμα ἑπομένως, ὅτι καὶ αὐτὸ συνιστᾷ. Δὲν συνάγεται μὲν ἐκ τοῦ νόμου σαφῶς πρὸς τίνα προτείνει, ἀλλ’ οὐδόλως εἶμαι διατεθειμένος νὰ μὴ παραδεχθῶ, ὅτι προτείνει εἰς τὸν Ὑπουργὸν, καὶ ὁ Ὑπουργὸς, ἂν ἐγκρίνῃ, συνιστᾷ, διότι ἡ οἰκονομία τοῦ νόμου τοῦ ἰσχύοντος σήμερον περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως εἶναι, ὅτι τὰ τῆς συστάσεως τῶν δημοτικῶν σχολείων, ὑπὸ μὲν τὴν ἔποψιν τῆς ἀνάγκης πρέπει νὰ ἐξετάζωνται καὶ ν’ ἀποφασίζωνται ἀπὸ τὰ Ἐπαρχιακὰ Συμβούλια, διότι τὰ Ἐπαρχιακὰ Συμβούλια βεβαίως εἶναι ἁρμοδιώτερα παντὸς ἄλλου, ἵνα ἐκτιμῶσι τὰς ἀνάγκας τῶν διαφόρων δήμων καὶ προτείνωσι, τίς ὁ ἀριθμὸς τῶν σχολείων ὁ ἀναγκαῖος καὶ δυνατὸς, τῇ συμπράξει δὲ τοῦ νομάρχου, ὡς πρὸς τὰ τῆς συντηρήσεως αὐτῶν, κατὰ τὴν ἔγκρισιν τῶν δημοτικῶν προϋπολογισμῶν. Ἀπὸ τὴν Διοίκησιν ἑπομένως ἀφῃρέθη ἡ ἐκτίμησις τῆς ἀνάγκης περὶ ἱδρύσεως ἢ καταργήσεως τῶν δημοτικῶν σχολείων, καὶ ἀφῃρέθη μάλιστα κατὰ τρόπον λίαν ἐπιζήμιον διὰ τὸ δημοτικὸν ταμεῖον, διότι ὑπεχρεώθη τοῦτο κατὰ τελευταῖον λόγον ἀνεξετάστως νὰ καταβάλλῃ τὰς δαπάνας τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως καὶ ὅταν δὲν ἐπαρκῶσιν οἱ δημοτικοὶ πόροι. Λοιπὸν ἡ οἰκονομία τοῦ νόμου εἶναι, ὅπως ἄλλαι ἀρχαὶ, παρὰ τὸν νομάρχην καὶ τὸν Ὑπουργὸν, λύωσι καὶ τὸ ζήτημα τὸ οἰκονομικὸν κατὰ τὴν σύστασιν τῶν δημοτικῶν σχολείων, ἀφοῦ ταῦτα αὐταὶ ὁρίζουν, καὶ ταῦτα δύνανται νὰ ἐπιβαρύνωσι τὸ δημόσιον ταμεῖον ἐπὶ τέλους, ὡς καὶ τὸ ἐπιβαρύνουν μετὰ τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν ὅρων ὡς πρὸς τὴν ἐξεύρεσιν τῶν ἀναγκαίων πόρων. Ὡς ἐτροποποιήθη ὁ νόμος περὶ Ἐπαρχιακῶν Συμβουλίων ὑπὸ τοῦ νόμου περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, ὅσον ἀφορᾷ τὰ τῶν δαπανῶν τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, καὶ αὗται, οὕτως εἰπεῖν, κανονίζονται ὑπὸ τῶν δημοτικῶν καὶ ἐπαρχιακῶν ἀρχῶν, καὶ οὐχὶ ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως. Ἀπέναντι τοιούτων ἀποφάσεων τοῦ νομοθέτου, ἄνευ νέου νόμου δὲν δύναται ὁ νομάρχης νὰ κανονίζῃ τὰ τῆς συστάσεως καὶ καταργήσεως τῶν σχολείων. Δὲν εἶναι ὀρθὸν, ὅταν ἔχωμεν νόμον, ὁ ὁποῖος τοιαύτας ζητεῖ ἐγγυήσεις καὶ τόσα παρεμβάλλει προσκόμματα διὰ τὴν σύστασιν σχολείων, νὰ ἔρχηται μία ἀπόφασις τοῦ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου, ἥτις νὰ συνιστᾷ γραμματοδιδασκαλεῖα, ἅτινα καὶ αὐτὰ τὴν ἐκπαίδευσιν τῶν δημοτῶν ἀφορῶσι, καὶ δαπάνας συνεπάγονται, ὡς τὰ δημοτικὰ σχολεῖα. Διότι τί εἶναι τὸ Ἐποπτικὸν Συμβούλιον; Εἶναι ὁ ἐπιθεωρητὴς, ὁ ἐπίσκοπος καὶ δύο ἢ τρεῖς πολῖται, οἱ ὁποῖοι πολλάκις οὐδὲν γνωρίζουσι περὶ τῶν ἀναγκῶν τῶν οἰκονομικῶν τῶν διαφόρων δήμων τοῦ νομοῦ. Ἡ μέθοδος αὕτη δὲν εἶναι ἡ τοῦ νόμου. Τίποτε εὐκολώτερον δυνάμει αὐτῆς καθ’ ἡμέραν τὸ Ὑπουργεῖον νὰ συνιστᾷ γραμματοδιδασκαλεῖα, καὶ ἴσως εἰς αὐτὴν τὴν εὐκολίαν πρέπει ν’ ἀναζητηθῇ ἡ τάσις πρὸς μεγάλην αὔξησιν, ἡ ὁποία καθ’ ἡμέραν συνεπάγεται τὰς ἐπιχορηγήσεις, τὰς ὁποίας τὸ δημόσιον ταμεῖον ἀναγκάζεται νὰ ποιῆται ὑπὲρ τῶν δήμων. Διότι δὲν ἀφέθη ἡ ἵδρυσις αὐτῶν εἰς τὰ πρόσωπα τὰ ἁρμόδια νὰ κρίνωσι καὶ ἀποφασίζωσι, καὶ τὰ ὁποῖα εἶναι τὰ Δημοτικὰ καὶ Ἐπαρχιακὰ ἢ ἐν τῷ μέλλοντι τὰ Νομαρχιακὰ Συμβούλια, ἀλλ’ εἰς ἀναρμόδια. Λοιπὸν καὶ διότι δὲν εἶναι σύμφωνοι πρὸς τὸ γράμμα τοῦ νόμου, καὶ διότι δὲν εἶναι σύμφωνοι πρὸς τὸ πνεῦμα αὐτοῦ, ὅπερ ἐμπνέει αὐτὸν ἀπ’ ἀρχῆς μέχρι τέλους, ἰδίως ὅσον ἀφορᾷ τὸ οἰκονομικὸν μέρος τῶν τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, νομίζω ὅτι πρέπει ν’ ἀποκρουσθῶσι τοιαῦται γνῶμαι. Τὸ γινόμενον δὲν στηρίζεται εἰς τὸν νόμον, διότι δὲν ὑπάρχουσιν οὔτε Ἐπαρχιακὸν, οὔτε Νομαρχιακὸν Συμβούλιον, οὐδεμία δὲ ἄλλη Ἀρχὴ ἄνευ νέου νόμου δύναται ν’ ἀντικαταστήσῃ τὴν ἔλλειψιν αὐτῶν, διότι, ὡς σᾶς εἶπον, ὁ νομάρχης ἔλαβεν ἐκ τοῦ νόμου ἐντολὴν, ὅπως ἐκφράζῃ γνώμην, ἐν ᾗ περιπτώσει λειτουργοῦντα τὰ Ἐπαρχιακὰ Συμβούλια παρουσιάζωσιν ὡρισμένας περιπτώσεις παρεμβάσεως αὐτοῦ. Ἀπέναντι τοιαύτης νομοθεσίας εἶναι παράνομον πᾶν ὅ,τι εἶναι σύστασις δημοτικῶν σχολείων, ἢ κατάργησις δημοτικῶν σχολείων, σύστασις γραμματοδιδασκαλείων, ἢ κατάργησις γραμματοδιδασκαλείων. Καὶ ἀνέφερα ταῦτα οὐχὶ διὰ νὰ ψέξω τὸν νῦν Ὑπουργὸν τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, ὁ ὁποῖος ὑποστηρίζει τὴν ἀρχὴν, ἣν ἠκολούθησε καὶ ὁ προκάτοχος αὐτοῦ Ὑπουργὸς, ἀλλὰ διὰ νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν αὐτοῦ, καὶ, ἂν πεισθῇ, ὅτι πράγματι ὑπάρχει κενὸν ἐν τῷ νόμῳ, σπεύσῃ νὰ ὑποβάλῃ νομοσχέδιον, κανονίζον, ὡς ἤθελε κρίνει πρέπον: 1) πῶς θέλει ἀντικατασταθῇ ὁ θεσμὸς καὶ ἡ λειτουργία τῶν Ἐπαρχιακῶν Συμβουλίων εἰς τὰ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, ἐφ’ ὅσον δι’ ἄλλους λόγους δὲν τίθεται εἰς ἐφαρμογὴν ὁ νόμος περὶ Νομαρχιακῶν Συμβουλίων· 2) νὰ νομιμοποιήσῃ τὰ γενόμενα παρανόμως μέχρι τοῦδε. Εὐχαρίστως θέλω πεισθῇ, ἐὰν προσαχθῶσιν ἐπιχειρήματα, ὅτι τὰ γενόμενα νομίμως ἐγένοντο· ἀλλὰ μέχρις οὗ τοῦτο γείνῃ, νομίζω, μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν, τὴν ὁποίαν ἐποιησάμην, τῶν σχετικῶν νόμων, ὅτι οὐδεὶς ὑπάρχει ὁ ἀμφιβάλλων, ὅτι τὰ γενόμενα δὲν στηρίζονται ἐπὶ τῆς ἰσχυούσης νομοθεσίας. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Ἐκπαιδεύσεως νὰ μελετήσῃ τὸ ζήτημα, καὶ ἂν πεισθῇ, νὰ φέρῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὸ προσῆκον νομοσχέδιον.
§89ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ παροχῆς ἀδείας πρὸς ἀνέγερσιν τελωνειακοῦ καταστήματος ἐν Πάτραις καὶ ἐπὶ τοῦ παρὰ τὸν μῶλον Καλαβρύτων χώρου, ὡς καὶ περὶ κυρώσεως συμβάσεως μετὰ τῆς λιμενικῆς ἐπιτροπῆς Πατρῶν πρὸς ἀνέγερσιν τούτου». (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιρρήσεως).
§90ΑΛΕΞ. Θ. ΖΑΙΜΗΣ (Πρωθυπουργός). Κύριε Πρόεδρε, ἐπὶ τῆς ἡμερησίας διατάξεως. Ὑπ’ ἀριθ. 45 φέρεται ἀναγεγραμμένον εἰς πρώτην συζήτησιν τὸ νομοσχέδιον «περὶ κυρώσεως συμβάσεως περὶ συστάσεως Ἑλληνικῆς Ἑταιρείας πρὸς ἀνάπτυξιν τῆς παραγωγῆς καὶ τῆς ἐμπορίας τῶν καπνῶν.» Ἐδήλωσα ἤδη κατὰ τὴν στιγμὴν τῆς εἰσαγωγῆς αὐτοῦ, ὅτι ἤθελον προτείνει εἰς τὴν Βουλὴν τὴν παραπομπὴν αὐτοῦ εἰς εἰδικὴν ἐπιτροπήν· ἐπειδὴ δὲ, ὅπως παραπεμφθῇ εἰς εἰδικὴν ἐπιτροπήν, ἀνάγκη νὰ προταχθῇ, θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν νὰ δεχθῇ ἵνα προταχθῇ, μεθ’ ὃ νὰ δώσῃ τὴν ἄδειαν εἰς τὸν κ. Πρόεδρον νὰ συστήσῃ ἐπιτροπήν, εἰς τὴν ὁποίαν νὰ παραπεμφθῇ.
§91ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§92ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὥστε ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Θέλω προβῆ εἰς τὸν καταρτισμὸν τῆς εἰδικῆς ἐπιτροπῆς.
§93ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§94Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀφοῦ ἐψηφίσθη, κύριε Πρόεδρε, τὸ πρῶτον νομοσχέδιον, τὸ ἀφορῶν τὸ τελωνεῖον Πατρῶν, νομίζω ὀρθὸν νὰ ψηφισθῇ καὶ τὸ νομοσχέδιον περὶ τῶν Ἐμπορικῶν Σχολῶν.
§95ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐξ ἀριστερῶν). Ὄχι, ὄχι.
§96Ι. Γ. ΡΟΥΦΟΣ. Νὰ συζητηθῇ, κύριε Πρόεδρε, παρακαλῶ.
§97Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Αἱ διαμαρτυρίαι τῶν κυρίων Βουλευτῶν δὲν δικαιολογοῦνται, διότι οἱ διδάσκοντες εἰς αὐτὰς τὰς Σχολὰς ἔχουσι νὰ λάβωσιν ἀπὸ δύο μηνῶν τοὺς μισθούς των, καὶ ἑπομένως δὲν δύνανται νὰ λειτουργήσωσιν αἱ Σχολαὶ αὗται, ἐὰν ἡ κατάστασις αὐτὴ παραταθῇ. Παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ συναινέσῃ νὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, ἀφοῦ μάλιστα διὰ μακρῶν κατὰ τὴν πρώτην καὶ δευτέραν ἀνάγνωσιν ἀνεπτύχθησαν τὰ κατ’ αὐτό.
§98ΑΛΕΞ. Θ. ΖΑΙΜΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο θὰ προκαλέσῃ συζήτησιν, ἴσως ὄχι μακρὰν, ἀλλὰ θὰ προκαλέσῃ τοιαύτην. Διὰ τοῦτο θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Βουλευτὴν Πατρῶν νὰ μὴ ἐπιμείνῃ, ὅπως κατὰ τὴν ἑσπέραν ταύτην συζητηθῇ· ἀλλὰ θέλομεν λάβει πρόνοιαν, ὅπως ψηφισθῇ κατά τινα τῶν προσεχῶν συνεδριάσεων.
§99Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Πρὸ παντὸς νομίζω, ὅτι τὸ ὑπ’ ἀριθ. 2 νομοσχέδιον περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως πρὸς καταβολὴν τῶν μισθῶν τῶν διδασκόντων πρέπει νὰ ἐπιταχθῇ τοῦ νομοσχεδίου περὶ συστάσεως τῶν Ἐμπορικῶν Σχολῶν.
§100ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Βεβαίως.
§101ΑΛΕΞ. Θ. ΖΑΙΜΗΣ (Πρωθυπουργός). Παρακαλῶ, κ. Πρόεδρε, νὰ ἀναβληθῇ τὸ ὑπ’ ἀριθ. 2 νομοσχέδιον, καὶ ταχθῇ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν τῆς αὔριον μετὰ τὸ νομοσχέδιον περὶ συστάσεως τῶν Ἐμπορικῶν Σχολῶν.
§102ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἐκτάκτου πιστώσεως ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν τῆς χρήσεως τοῦ 1901 ἐκ φράγκων χρυσῶν 71,158.31».
§103Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου εἶχον ζητήσει πληροφορίας τινὰς, τὰς ὁποίας ὁ κύριος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν ὑπεσχέθη, ὅτι θὰ φέρῃ.
§104ΑΛΕΞ. Θ. ΖΑΙΜΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Κατὰ τὴν γενομένην ἐν τῇ Βουλῇ συζήτησιν οὐδένα ἀντελήφθην κατ’ ἀρχὴν κατὰ τῆς πιστώσεως ταύτης. Ἐζητήθησαν τὰ ἔγγραφα, ἀπέστειλα δὲ ταῦτα, κατὰ τὸ ἄρθρον 56 τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς, ἀμέσως εἰς τὸ Γραφεῖον τῆς Βουλῆς. Παρακαλῶ δὲ τοὺς κυρίους Βουλευτὰς νὰ λάβωσι γνῶσιν αὐτῶν, καίτοι νομίζω, ὅτι τὰ ἔγγραφα ταῦτα κατ’ οὐδὲν θέλουσι διαφωτίσει τὴν συζήτησιν. Ἐπειδὴ δὲ τὸ ποσὸν εἶναι ἀπαιτητὸν, καὶ ἐνδέχεται ὁ ἀλλοδαπὸς ἐργολάβος νὰ ἐγείρῃ ἀγωγὴν κατὰ τοῦ Δημοσίου, παρακαλῶ νὰ δεχθῇ ἡ Βουλὴ νὰ συζητηθῇ καὶ ψηφισθῇ ταχέως ἡ πίστωσις αὕτη.
§105Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ νομοσχεδίου ἔχω νὰ ὑποβάλω παρατηρήσεις. Ἡ πρώτη εἶναι, ἂν ἐλήφθη ὑπ’ ὄψιν ἡ ἀπόλυτος ἀνάγκη νὰ μεταβληθῇ τὸ ποσόν· ἡ δευτέρα παρατήρησις εἶναι, ὅτι ἐπιθυμοῦμεν νὰ μάθωμεν παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν, ποῖα μέτρα ἐλήφθησαν περὶ τοῦ διευθύνοντος τὴν ἐν Βουκουρεστίῳ Ἑλληνικὴν Πρεσβείαν, ὁ ὁποῖος ἄνευ ἀδείας νομοθετικῆς προέβη εἰς συνομολόγησιν δανείου. Ἀφοῦ τοῦτο περιῆλθεν εἰς γνῶσιν τῆς Βουλῆς, νομίζω, ὅτι ἡ Βουλὴ ἔχει δικαίωμα νὰ μάθῃ, τί προεκλήθη κατὰ τοῦ ὑπαλλήλου αὐτοῦ, ὁ ὁποῖος ἀντεποιήθη τοιαύτην ἐξουσίαν.
§106ΑΛΕΞ. Θ. ΖΑΙΜΗΣ (Πρωθυπουργός). Μετὰ τὴν ἐν τῇ Βουλῇ συζήτησιν ἐγένετο ἡ δημοπρασία τῆς παλαιᾶς οἰκίας ἐν Βουκουρεστίῳ, ἐπωλήθη δὲ αὕτη καὶ ἐπληρώθησαν τὰ χρέη· ὥστε ἤδη μένει τὸ ποσὸν τὸ ἀναγεγραμμένον ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, καὶ ἐπὶ πλέον ποσόν τι διὰ τόκους.
§107Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἀλλὰ διὰ τὴν πρᾶξιν τί ἐγένετο;
§108ΑΛΕΞ. ΖΑΙΜΗΣ. Ἐπειδὴ εἶχον πέμψει τὰ ἔγγραφα εἰς τὴν Βουλὴν, δὲν ἠδυνήθην νὰ μελετήσω ἐπισταμένως τὴν ὑπόθεσιν· θέλω ὅμως ἐξετάσει τὰ κατ’ αὐτήν.
§109ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Εἰς τὴν πίστωσιν ταύτην πρέπει νὰ προστεθῇ καὶ ἡ διαφορὰ ἡ νομισματική.
§110ΑΛΕΞ. Θ. ΖΑΙΜΗΣ (Πρωθυπουργός). Παρακαλῶ, κ. Πρόεδρε, νὰ ἀναβληθῇ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο δι’ αὔριον.
§111Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Εἶναι ἐπιθυμητὸν νὰ μάθωμεν τὰς πράξεις τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης. Ἐπειδὴ τὸ πρᾶγμα εἶναι καταφανές, οὐδεὶς ἀμφιβάλλει, ὅτι τοῦτο εἶναι βέβαιον, ὅτι δηλαδὴ ἡ ἐν Βουκουρεστίῳ Ἑλληνικὴ Πρεσβεία προέβη εἰς συνομολόγησιν δανείου, καὶ μάλιστα ὑπέβαλεν εἰς ὑποθήκην κτῆμα τοῦ Δημοσίου, ἐνῷ τοιαύτη πρᾶξις μόνον διὰ νόμου ἐπιτρέπεται. Οὔτε ἐζήτησε κἄν τὴν ἄδειαν τῆς προϊσταμένης ἀρχῆς. Αὐτὸ πρέπει νὰ μάθωμεν, ἐὰν εἶναι ἀληθές, καὶ τί ἔπραξε τὸ Ὑπουργεῖον.
§112Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Εἶχον ζητήσει πληροφορίας, ἐὰν ὑπάρχει ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐξωτερικῶν ἢ τῷ τῶν Οἰκονομικῶν σχέδιον τοῦ κατασκευασθέντος οἰκήματος, ὅπερ θὰ χρησιμεύῃ ὡς Πρεσβεία ἐν Βουκουρεστίῳ, ἐὰν ὑπεβλήθη προϋπολογισμὸς τῆς δαπάνης, καὶ ἂν οὗτος εἶχεν ἐγκριθῆ, καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τίνος προϋπολογισμοῦ ἐγένετο ἡ οἰκοδομὴ τῆς ἐν Βουκουρεστίῳ Πρεσβείας, διότι ἀληθῶς εἶναι παράδοξον, πῶς συνέβη, ὥστε αἱ δαπάναι τῆς οἰκοδομῆς ν’ αὐξηθῶσι κατὰ 71,000 φράγκα χρυσᾶ, χωρὶς τὸ ἁρμόδιον Ὑπουργεῖον νὰ ἔχῃ γνῶσιν, καὶ νὰ ζητῶνται ἐκ τῶν ὑστέρων τοιαῦτα ποσὰ, χωρὶς μάλιστα νὰ παρουσιάζωνται ἐπαρκεῖς δικαιολογίαι.
§113ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἀνεβλήθη δι’ αὔριον.
§114ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Λέγω ταῦτα, ὅπως μὲ τὰς πληροφορίας, ἃς θὰ προσκομίσῃ εἰς τὴν Βουλὴν ὁ κύριος Ὑπουργὸς, φέρῃ καὶ τὰς ζητουμένας παρ’ ἐμοῦ.
§115ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως ἐκ δραχ. 1,521,000 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργείου τῆς χρήσεως τοῦ 1901.
§116Ν. ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Ν’ ἀναβληθῇ, παρακαλῶ, δι’ αὔριον τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, ἐὰν συγκατατίθηται καὶ ἡ Βουλή.
§117ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα.
§118ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ συγκατατίθεται. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ αὐθεντικῆς ἑρμηνείας τοῦ ἄρθρου 11 τοῦ ΞΗʹ νόμου».
§119ΣΤΕΦ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὅπως ἔχει τὸ νομοσχέδιον, δὲν νομίζω ὅτι εἶναι καλὸν νὰ ψηφισθῇ, ὄχι διότι ἀντιτίθεμαι κατὰ τῆς ἀρχῆς, ἀλλὰ διότι ἡ διατύπωσις δέν μοι φαίνεται ἁρμόζουσα εἰς νομοσχέδιον ἑρμηνευτικόν. Τὸ ἄρθρον τὸ μοναδικὸν λέγει τὰ ἑπόμενα: «Ἡ ἐν τῷ ἄρθρῳ 11 τοῦ νόμου ΞΗʹ τῆς 22 Δεκεμβρίου 1847 περὶ δημοτικῶν φόρων ἀναφερομένη προειδοποίησις, ἣν ὀφείλει ὁ εἰσάγων προσωρινῶς εἴς τινα δῆμον τρόφιμα ἢ ἐμπορεύματα νὰ ποιήσηται εἰς τὸν ἐπιτετραμμένον τὴν εἴσπραξιν τοῦ δημοτικοῦ δασμοῦ, δύναται, κατὰ τὴν ἀληθῆ ἔννοιαν τοῦ ἄρθρου 11, νὰ ἀποδειχθῇ καὶ διὰ μαρτύρων· προσέτι δὲ ἡ προσωρινὴ ἀπόθεσις ἐν τῷ τελωνείῳ ἐμπορευμάτων ἢ τροφίμων ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ δὲν ἀποτελεῖ εἰσαγωγὴν ἐν τῷ δήμῳ, ἐν ᾧ ἑδρεύει τὸ τελωνεῖον, ἂν ὁ εἰσαγαγὼν ἀποδείξῃ τὴν ἐν ἄλλῳ δήμῳ μεταφοράν.» Προφανῶς ἔχομεν νομοσχέδιον νομοθετικὸν, ὄχι ἑρμηνείαν, ἀλλ’ εἰδικὰς διατάξεις μετὰ προσθέσεως ἑρμηνείας. Συμφωνῶν πρὸς τὴν γνώμην τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ὅτι ἀπαιτεῖται ἑρμηνεία, διετύπωσα ὡς ἑξῆς τροπολογίαν, ἥτις νομίζω, ὅτι πληροῖ τὸν σκοπὸν τοῦ νομοσχεδίου (ἀναγινώσκει): «Ἡ ἔννοια τῆς ἐν ἄρθρῳ 11 τοῦ νόμου ΞΗʹ τῆς 22 Δεκεμβρίου 1847 διατάξεως δὲν περιέχει ἀξίωσιν ἐγγράφου ἀποδείξεως τῆς ἐν αὐτῇ ὁριζομένης προειδοποιήσεως, οὐδ’ ἐπεκτείνεται ἐπὶ τῶν εἰς τὸ τελωνειακὸν κατάστημα ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ εἰσαχθέντων καὶ προσωρινῶς ἐν αὐτῷ μέχρι τῆς εἰς ἄλλον δῆμον μετακομίσεως παραμεινάντων τροφίμων ἢ ἐμπορευμάτων.» Δὲν θίγομεν τὸ κείμενον· ἑρμηνεύομεν τὴν ἔννοιαν αὐτοῦ, οὐδὲν μεταβάλλοντες. Ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς παραβάλῃ τὴν πρότασιν ταύτην πρὸς τὸ νομοσχέδιον, ἔχω τὴν ἐλπίδα, ὅτι θέλει ἀποδεχθῇ ταύτην. Ἐπιφυλάσσομαι δὲ νὰ ἀναπτύξω αὐτὴν ἐν καιρῷ.
§120Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ τὸ νομοσχέδιον, ὡς διετυπώθη, καὶ ἡ τροπολογία τοῦ κ. ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτοῦ, ὡς ἀντελήφθην, ἀφορῶσι μόνον τὰ ἐμπορεύματα ἐκεῖνα, ἅτινα εἰσάγονται ἐν ταῖς πόλεσιν, ἐν αἷς ὑπάρχουσι τελωνεῖα...
§121Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Διότι δὲν ἔλαβον οἱ συντάκται τοῦ νομοσχεδίου ὑπ’ ὄψιν νόμον μεταγενέστερον τοῦ 1847.
§122ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ ἐν τῷ ἄρθρῳ 11 τοῦ νόμου ΞΗʹ τῆς 22 Δεκεμβρίου 1847 διάταξις ἔχει ὡς ἑξῆς: «Ὁσάκις τὰ εἰς δασμὸν ὑποκείμενα τρόφιμα ἢ ἐμπορεύματα μετακομίζονται διά τινος δήμου, ἢ ἀποτίθενται προσωρινῶς ἐντὸς αὐτοῦ, ὀφείλει ὁ εἰσάγων αὐτὰ νὰ προειδοποιῇ τὸν ἐπιτετραμμένον τὴν εἴσπραξιν, δίδων εἰς αὐτὸν ἀκριβῆ σημείωσιν τῶν εἰδῶν, καθὼς καὶ τοῦ ποσοῦ ἑκάστου αὐτῶν· δύναται δὲ νὰ ζητηθῇ παρ’ αὐτοῦ καὶ ἀνάλογος ἐγγύησις, μετὰ παρέλευσιν δὲ τριῶν μηνῶν, ὅσων εἰδῶν ἡ ἐξαγωγὴ δὲν ἀπεδείχθη ἐπιμελείᾳ τοῦ εἰσαγαγόντος, ὑποβάλλεται εἰς τὴν πληρωμὴν τοῦ νενομισμένου δασμοῦ.» Ὡς βλέπετε, ἡ ἀπόθεσις ἐν τῷ τελωνείῳ δὲν ἀποδεικνύει, ὅτι εἰσήχθη τι εἰς τὸν δῆμον πρὸς κατανάλωσιν (ὁμιλῶ περὶ τοῦ δευτέρου μέρους τοῦ νομοσχεδίου)· ἀλλ’ εἰς τοὺς δήμους, οἵτινες δὲν ἔχουσι τελωνεῖα, ὅπως ἐν τῇ ἐμῇ ἐπαρχίᾳ;
§123Δ. ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν χωρεῖ τὸ δεύτερον ζήτημα ὅπου δὲν ὑπάρχουσι τελωνεῖα.
§124ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Πρέπει νὰ τεθῇ: «ἡ ἀπόθεσις ἐν τῷ τελωνείῳ ἢ ἐν ἄλλοις μέρεσι.»
§125Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Κατὰ τὸν νόμον τοῦ 1847, τῆς 22 Δεκεμβρίου, δὲν ἐπετρέπετο ἡ ἐπέκτασις τοῦ δημοτικοῦ δασμοῦ ἐπὶ τῶν εἰσαγομένων πρὸς ἐσωτερικὴν κατανάλωσιν ἐμπορευμάτων, εἰμὴ ἐν ἐκείναις ταῖς πόλεσιν, ἐν αἷς ὑπῆρχε τελωνειακὴ ἀρχή. Ἀλλ’ ἡ διάταξις αὕτη ἐτροποποιήθη διὰ μεταγενεστέρου νόμου, ὅστις ἐπέτρεψε τὴν ἐπέκτασιν τοῦ ἐκτάκτου δημοτικοῦ δασμοῦ καὶ ἐν ταῖς πόλεσιν, ἐν αἷς δὲν ὑπῆρχε τελωνειακὴ ἀρχή. Ἔπρεπε νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ὁ μεταγενέστερος νόμος.
§126ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸ λέγω καὶ ἐγώ. Ἐκ τῶν πόλεων διέρχονται ἐμπορεύματα δι’ ἄλλους δήμους προωρισμένα, π. χ. διὰ τὰς Ἀθήνας· ἀλλ’ ἐν Τριπόλει δὲν ἔχομεν τελωνεῖον. Λοιπὸν νὰ προστεθῇ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ: «ἐν τῷ τελωνείῳ ἢ ἐν οἱῳδήποτε ἄλλῳ μέρει». Ἐν πολλαῖς πόλεσι δὲν ὑπάρχει εἰδικὴ ἀποθήκη· ἔρχεται ὁ πολίτης ἑνὸς δήμου διὰ νὰ μεταφέρῃ τὰ προϊόντα του εἰς τὸν Πειραιᾶ, καὶ ἀποθέτει αὐτὰ εἴς τι πανδοχεῖον ἢ εἰς τὸν σιδηροδρομικὸν σταθμόν· ἐκεῖ δὲν πρέπει νὰ ὑποβάλλωνται εἰς φόρον.
§127Δ. ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ὑποβάλλεται εἰς εἰδοποίησιν ὁ μετακομίζων.
§128ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Πρέπει ὁ διερχόμενος ἔκ τινος πόλεως καὶ κομίζων τὰς ἀποσκευάς του νὰ ἔχῃ ἄλλον ταχυδρόμον ἵνα προειδοποιῇ τὸν ἐνοικιαστὴν τῆς πόλεως, ἐξ ἧς μέλλει νὰ διέλθῃ. Τοῦτο ἀφορᾷ εἰς τὸ πρῶτον ἐδάφιον· εἰς τὸ δεύτερον δὲν ἀπαιτεῖται προειδοποίησις διὰ τοὺς τόπους, ὅπου δὲν ὑπάρχει τελωνειακὸν κατάστημα, ἀλλ’ ἀποτίθενται εἰς τὸν σιδηροδρομικὸν σταθμὸν, ἢ εἰς πανδοχεῖον. Ἐγὼ σᾶς λέγω τὴν ἰδέαν μου, σεῖς διατυπώσατε τὸ νομοσχέδιον ὡς ἐγκρίνετε.
§129Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Τί γίνεται σήμερον ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει;
§130ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀέναος πόλεμος μεταξὺ ἐνοικιαστῶν καὶ τῶν διερχομένων ἐκ τῶν δήμων μετ’ ἐμπορευμάτων.
§131Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Δικαιοῦται ὁ ἐνοικιαστὴς ν’ ἀπαιτήσῃ νὰ τὰ ἀποθέσωσιν εἰς ἀποθήκην τινά.
§132ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ ἀντελήφθην ἐξ ἰδίας πείρας, ὅτι οἱ ἐνοικιασταὶ τὰ εἰσερχόμενα εἰς τὸν δῆμον ἐμπορεύματα ὑποβάλλουσιν ἀμέσως καὶ ὅπως δήποτε εἰς φόρον. Ὅσα διέρχονται, ὅλα σχεδὸν ὑποβάλλονται εἰς δημοτικὸν φόρον. Διὰ νὰ λείψωσιν αἱ ἀσχημίαι αὗται, ζητῶ νὰ διατυπωθῇ οὕτω τὸ νομοσχέδιον, καὶ τοῦτο ὑποβάλλω ὑπὸ τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς.
§133Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἐὰν ἐξέλθωμεν τῆς αὐθεντικῆς ἑρμηνείας τοῦ νόμου, τότε ἡ παρατήρησις τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς εἶναι πληρεστάτη. Νομίζω, ὅτι τὸ νομοσχέδιον, — ἐπιφυλάσσομαι δὲ νὰ ἀπαντήσω πληρέστερον εἰς τὸν κ. Βουλευτήν, — νομίζω, λέγω, ὅτι τὸ νομοσχέδιον πληροῖ τὰς ἀνάγκας καὶ ἀνταποκρίνεται πρὸς τὸν σκοπόν, δι’ ὃν εἰσάγεται. Ἡ ἀφορμὴ τοῦ νομοσχεδίου εἶναι ἡ ἐλευθερία, τὴν ὁποίαν ἔχουσιν οἱ ἐνοικιασταί, νὰ ζητῶσι μετὰ 30 ἔτη νὰ εἰσπράξωσι φόρους δημοτικοὺς ἀπὸ τοὺς ἐν Ἀθήναις καὶ Πειραιεῖ, ἴσως δὲ καὶ ἀπὸ τοὺς ἐν ἄλλοις δήμοις ἐμπόρους. Διότι λέγουσιν, ὅτι ἀφοῦ κατὰ τὸν νόμον δὲν γίνεται λόγος ὑποχρεῶν τοὺς ἐμπόρους τῶν Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς ν’ ἀποδείξωσιν, ὅτι τὰ ἐμπορεύματα, τὰ ὁποῖα εἰσήγαγον ἀπὸ τὸν δῆμον Πειραιῶς, κατηνάλωσαν ἐν Ἀθήναις, αὐτοὶ δὲν τὰ κατηνάλωσαν ἐν Ἀθήναις. Διότι κατὰ τὴν κρίσιν τῶν ἐνοικιαστῶν, ἐχόντων συνεπίκουρον τὴν ἀσάφειαν τοῦ νόμου, τὰ ἐμπορεύματα, τὰ ὁποῖα ἐθεωροῦντο, ὅτι εἰσήχθησαν εἰς τὸ τελωνεῖον Πειραιῶς, ἐκεῖ καὶ κατηναλώθησαν, δὲν ἐπιτρέπεται δὲ ἡ διὰ μαρτυρικῆς ἀποδείξεως λύσις τοῦ ζητήματος. Τὸ πρῶτον μέρος τοῦ ἄρθρου λύει τὸ ζήτημα δι’ ὅλους, διότι λέγει, ὅτι «ἡ ἀναφερομένη ἐν τῷ νόμῳ προειδοποίησις δύναται ν’ ἀποδειχθῇ καὶ διὰ μαρτύρων». Τὸ δὲ δεύτερον μέρος τί λέγει; Δίδει ἑρμηνείαν εἰς ἀμφισβητούμενον σημεῖον, ἤτοι ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὴν ἀπόθεσιν ἐν ἄλλῳ μέρει. Π. χ. ὁ εἰσάγων ἐμπορεύματα διὰ Τριπόλεως, ὅπως μεταφέρῃ ταῦτα εἰς Ἀρκαδίαν, δύναται νὰ δηλώσῃ εἰς τὸν ἐνοικιαστήν, ὅτι ἁπλῶς διέρχεται μὲ τὰ ἐμπορεύματά του, καὶ ὅτι ταῦτα ἔχουσιν ἄλλον προορισμόν, δηλαδὴ νὰ καταναλωθῶσιν ἀλλοῦ. Ἤδη θὰ ἔχῃ τὴν βεβαιότητα ὁ ἔμπορος, ὅτι, ἐὰν δὲν πράξῃ τοῦτο ἐγγράφως, ὅπως ἐν ἀμφιβολίᾳ ὑπερίσχυσεν ἄλλοτε ἡ γνώμη αὕτη, δύναται ν’ ἀποδείξῃ τοῦτο καὶ διὰ μαρτύρων, ὅτι τὰ ἐμπορεύματα διῆλθον μόνον διὰ Τριπόλεως, διεβιβάσθησαν εἰς Ἀρκαδίαν καὶ κατηναλώθησαν ἐκεῖ.
§134ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Τί θὰ εἴπῃ εἰς τὸν ὑπάλληλον τοῦ δημοτικοῦ φόρου, ὅτε θὰ συλλαμβάνῃ τὸν ἔμπορον καὶ θὰ ἀπαιτῇ παρ’ αὐτοῦ νὰ πληρώσῃ τὸν φόρον;
§135ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Θὰ εἴπῃ, ὅτι τὰ ἐμπορεύματα ταῦτα μεταφέρονται, καὶ προφορικῶς. Ἐὰν ὅμως τώρα θελήσωμεν νὰ προσθέσωμεν ἄλλο τι, νομοθετοῦμεν, καὶ πρέπον εἶναι τότε νὰ συντάξωμεν νεώτερον νομοσχέδιον. Ἐν ὅσῳ ὅμως ἑρμηνεύομεν αὐθεντικῶς, δὲν δυνάμεθα νὰ πράξωμεν ἄλλο ἢ ὅ,τι ἐπράξαμεν. Ἴσως ἐκ τοῦ σκοποῦ τοῦ νόμου εὑρεθῶμεν εἰς τὴν θέσιν νὰ δεχθῶμεν τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς, ἐὰν νομίζῃ, ὅτι ἡ ἔννοια διατυποῦται οὕτω συντομώτερον. Ἀλλ’ ἐὰν θελήσωμεν νὰ κάμωμεν λόγον καὶ περὶ ἄλλου τινὸς, ἐξερχόμεθα τῶν ὁρίων τῆς αὐθεντικῆς ἑρμηνείας τοῦ νόμου, ἐκτὸς ἐὰν θελήσωμεν διὰ νόμου εἰς τὸ μέλλον νὰ φροντίσωμεν καὶ περὶ ἄλλων θεμάτων.
§136Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Θὰ ἦναι λυσιτελές, ἡ τροπολογία τοῦ κ. Βουλευτοῦ Ἀττικῆς νὰ τυπωθῇ καὶ διανεμηθῇ.
§137ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 137).
§138Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Νομίζω, ὅτι ὑπάρχουσι καὶ ἐν τοῖς δυσὶ νομοσχεδίοις — διότι δύο νομοσχέδια βλέπω ἐν τῷ αὐτῷ φύλλῳ χάρτου — διατάξεις ὀρθαὶ καὶ δίκαιαι. Ἀλλὰ φρονῶ, ὅτι ἡ κατάργησις ἡ ἀπόλυτος τῆς εἰδοποιήσεως τῆς ἐγγράφου δύναται νὰ φέρῃ μᾶλλον δυσχερείας.
§139Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Δὲν καταργεῖται ἀπολύτως, διότι λέγομεν «δύναται».
§140ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Μάλιστα, ἀλλὰ θὰ ὑποχρεῶνται οἱ ἔμποροι διὰ μέσων καταπιεστικῶν νὰ δηλῶσιν ἐγγράφως, καὶ ἂν δὲν θέλῃ τις ἐγγράφως νὰ πράξῃ τοῦτο, θὰ ἐπέρχηται τότε φιλονικία καὶ ἔρις. Δίκαιον θεωρῶ νὰ καθιερωθῇ ἡ διετὴς παραγραφή, ἥτις κατωτέρω ἀναγράφεται. Δίκαιον ἐπίσης ν’ ἀναγραφῇ ἡ διάταξις, ὅτι τὰ εἰσερχόμενα ἐν τῷ τελωνείῳ, διὰ μόνης τῆς ἐναποθέσεως αὐτῶν ἐν τῷ τελωνείῳ δὲν ἀποδεικνύεται, ὅτι καὶ εἰσήχθησαν ἐν τῷ δήμῳ· δίκαιον εἶναι νὰ ἐπιτραπῇ καὶ ἡ διὰ μαρτύρων ἀπόδειξις, διότι ἕως τώρα δὲν ἐδίδετο ἡ δέουσα προσοχή, ἡ νομολογία ἦτο ἀμφίβολος, πολλοὶ δὲν ἐτήρουν τὴν διαδικασίαν τὴν ἔγγραφον· πρέπον λοιπὸν εἶναι διὰ τὰ μέχρι τοῦδε εἰσαχθέντα ν’ ἀναγνωρισθῇ τὸ δικαίωμα τῆς ἀποδείξεως καὶ διὰ τοῦ μαρτυρικοῦ μέσου. Ἀλλὰ φρονῶ, ὅτι δὲν θὰ ἦτο ὀρθὸν νὰ καταργήσωμεν ἐντελῶς τὴν ὑποχρέωσιν, ἣν ἀναγράφει τὸ ἄρθρον 11, ὅπως γίνηται ἡ προειδοποίησις αὕτη ἐγγράφως, διότι οὐδεμία ὑπάρχει δυσκολία νὰ γίνηται ἐγγράφως, καὶ μάλιστα ὅταν λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ἀναγράφεται παραγραφὴ δύο ἐτῶν· εἶναι τόσον περιωρισμένον τὸ χρονικὸν διάστημα, εἶναι τόσον ἀνακουφιστικὸν διὰ τὰ εἰσαχθέντα, θὰ ἀπαλλάξωμεν πάντας, καὶ πέραν αὐτοῦ δὲν πρέπει νὰ προχωρήσωμεν, διότι ἡ διάταξις εἶναι λίαν πρακτική, καίτοι δὲν ἐτηρήθη, καὶ θὰ γεννᾶται σύγκρουσις καὶ ἀμφισβήτησις πολὺ περισσοτέρα, παρὰ ἐὰν μείνῃ ἡ αὐστηρὰ ὑποχρέωσις, ἡ ὁποία ἄλλως, ἂν τηρηθῇ, θὰ ἀποβῇ λίαν εὐχερής, διότι θὰ ἔχῃ τὰ μέσα νὰ βεβαιώνῃ πόσα ποσὰ καὶ πόσος ἀριθμὸς εἰσήχθη. Διατὶ νὰ ἀδικήσωμεν τοὺς ἐνοικιαστὰς τῶν φόρων ἢ τοὺς δήμους; (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον, κατ’ ἀρχὴν καὶ ἄρθρον μόνον, εἰς πρώτην συζήτησιν, ἄνευ ἑτέρας ἀντιρρήσεως).
§141ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ παραγραφῆς ἀξιώσεων τῶν ἐνοικιαστῶν τῶν δημοτικῶν φόρων». Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον μόνον (ἀναγινώσκεται).
§142Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἔχει παραλειφθῆ κατὰ τὴν ἀντιγραφὴν εἰς τὸ ἄρθρον τοῦτο ἡ φράσις «καὶ τῶν δήμων»· ὅτι δηλ. ἡ παραγραφὴ αὕτη ἀφορᾷ ὄχι μόνον τοὺς ἐνοικιαστάς, ἀλλὰ καὶ τοὺς δήμους.
§143ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλά. Θὰ προστεθῇ.
§144Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ θὰ γείνῃ νόμος ἀφ’ ἧς καταχωρισθῇ εἰς τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως· ἀλλὰ διὰ τὰ μέχρι τῆς ἡμέρας ἐκείνης εἰσαχθέντα θὰ ἐξακολουθῇ νὰ ἰσχύῃ ὁ ὑπάρχων νόμος; Δὲν θὰ ἐξαιρεθοῦν;
§145Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Αὐτὸ θὰ κανονισθῇ ἐκ τῆς ἐπιστήμης.
§146ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν νομίζετε, ὅτι ἐν τῷ νομοσχεδίῳ τούτῳ πρέπει νὰ τεθῇ διάταξις ἀφορῶσα τὸ παρελθόν;
§147ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Ὄχι. Αὐτὰ κανονίζονται κατὰ τὰς γενικὰς ἀρχὰς τοῦ δικαίου.
§148ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Παρακαλῶ νὰ τροποποιηθῇ ἡ φράσις: «παραγράφεται ἐντὸς δύο ἐτῶν· ἡ παραγραφὴ ἄρχεται ἀπὸ τῆς λήξεως τοῦ ἔτους τῆς ἐνοικιάσεως»· νὰ τεθῇ ἀντ’ αὐτῆς: «παραγράφεται μετὰ διετίαν, ἀρχομένην ἀπὸ τῆς λήξεως τοῦ ἔτους τῆς ἐνοικιάσεως»· διότι τὸ «ἐντὸς δύο ἐτῶν» δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω τί θέλει νὰ εἴπῃ.
§149Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Δὲν ἔχω ἀντίρρησιν.
§150ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον μόνον τοῦ νομοσχεδίου, ὡς ἐτροποποιήθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
§151ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Παρακαλῶ νὰ ἀνατυπωθῇ τὸ νομοσχέδιον, ὡς ἐτροποποιήθη.
§152ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ, ὡς ἐτροποποιήθη. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 138). Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῶν πιστώσεων ἐκ δραχ. 988,356.23 ἐπὶ διαφόρων κεφαλαίων καὶ ἄρθρων τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1901».
§153Φ. ΝΕΓΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ὅτε ὑπέβαλον αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον, δὲν εἶχον συναθροισθῆ τὰ ποσοστὰ τοῦ γραμματοσήμου· ἤδη τὰ ἔχομεν, καὶ θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν νὰ προστεθῇ εἰς τὸ κεφάλαιον 19, ἄρθρον 2, τὸ ποσὸν δραχ. 46,980, καὶ οὕτω τὸ ὁλικὸν ἄθροισμα θὰ γείνῃ 1,035,336.23.
§154ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Δὲν ὑπάρχει ἐδῶ κεφάλαιον 19, καὶ δὲν νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ γείνῃ οὕτω. Πρέπει νὰ ὑποβληθῇ εἰδικὸν νομοσχέδιον, νὰ παραπεμφθῇ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν, νὰ ἐπεξεργασθῇ παρ’ αὐτῆς, καὶ κατόπιν νὰ ἔλθῃ εἰς τὴν Βουλήν. Οὕτω νὰ τεθῇ, συνταγματικῶς δὲν εἶναι δυνατόν.
§155ΝΕΓΡΗΣ. Πολὺ καλά.
§156Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐπὶ τῆς πιστώσεως, ἥτις ζητεῖται ἐπὶ τοῦ κεφαλαίου 16, ἄρθρ. 2, τοῦ περιλαμβάνοντος τὰς ἀπαιτουμένας πιστώσεις διὰ τὰ ἔξοδα τῆς φορολογίας τοῦ καπνοῦ, παρατηρῶ, ὅτι διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ ψηφισθέντος ἐχορηγήθη πίστωσις 98,432 δραχμῶν, ἐπειδὴ δὲ αὕτη δὲν ἐπήρκεσε, ζητεῖται νέα πίστωσις ἐξ 22,915.42. Οὕτω τὰ ἔξοδα τῆς φορολογίας τοῦ καπνοῦ ἀνῆλθον εἰς δρ. 121,347.42. Διὰ νὰ κατανοηθῇ τὸ ὑπερβάλλον τῶν ἐξόδων τῶν γενομένων κατὰ τὸ 1901, ἀναγκάζομαι νὰ ἀναφέρω εἰς τὴν Βουλὴν πόσα ἐδαπανήθησαν κατὰ τὸ 1896 διὰ τὴν φορολογίαν τοῦ καπνοῦ. Τότε ἐδαπανήθησαν 58,659.57, κατὰ τὸ 1901 ὅμως ζητοῦνται 121,347.42, ἤτοι ὑπὲρ τὸ διπλάσιον.
§157ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Εἶχον ζητήσει παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ καταθέσῃ πίνακας ἐπεξηγηματικοὺς τῶν γενομένων δαπανῶν, οὓς ἔχω ἐνταῦθα, κατατεθέντας παρ’ αὐτοῦ. Οἱ πίνακες οὗτοι ὁμιλοῦσιν εὐγλώττως ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου, ἐφ’ οὗ εὐγλώττως ὡμίλησεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος. Ἀλλ’ εἶναι περίεργον, ὅτι ἐπὶ ἄλλου κεφαλαίου, τοῦ κεφαλαίου 28, προκειμένου περὶ δημοσίων κτημάτων καὶ ἀποξηράνσεως τελμάτων καὶ λιμνῶν, κατὰ τὴν ἔκθεσιν τοῦ νομοσχεδίου (ἀναγινώσκει): «ἡ χορηγηθεῖσα πίστωσις ἐκ δραχμῶν 35,840, ἀφ’ ἑνὸς μὲν λόγῳ τῆς ἐκτάκτου ἐργασίας τῆς καταμετρήσεως τῆς ξηρανθείσης λίμνης τοῦ Φενεοῦ, καὶ ἐξ ἄλλου ἐκ τοῦ διὰ τὸ 1901 περιορισμοῦ αὐτῆς κατὰ σύγκρισιν πρὸς τὸ χορηγηθὲν ποσὸν διὰ τὴν χρῆσιν τοῦ 1900, δὲν ἐξήρκεσεν εἰς τὴν ἱκανοποίησιν τῶν διαφόρων σχετικῶν ἐξόδων.» Ἡ ἔκθεσις ἐφαίνετο, ὅτι ἐδικαιολόγει τὴν προσθήκην, λόγῳ τῶν μεγάλων δαπανῶν διὰ τὴν καταμέτρησιν τῆς λίμνης Φενεοῦ. Διέτρεξα τοὺς πίνακας τούτους, καὶ οὐδὲν εὗρον ἢ μόνον ἓν ἐλάχιστον κονδύλιον διὰ τὴν καταμέτρησιν τῆς λίμνης Φενεοῦ, καὶ τὸ κονδύλιον τοῦτο θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ἡ Βουλὴ νὰ ἀναφέρω. Τὸ ὅλον ποσὸν τῶν ζητουμένων ἀναπληρωματικῶν πιστώσεων εἶναι δραχ. 51,960, ἐξ αὐτῶν δὲ μόνον ἡ δαπάνη δρ. 206 ἀνάγεται εἰς τὴν λίμνην Φενεοῦ. Ἐγὼ ἤλπιζον, ὅτι ἡ ἐργασία τῆς καταμετρήσεως τῆς ἀποξηρανθείσης λίμνης, ἣν ἐτρέχομεν τὸν κίνδυνον, ἂν δὲν ἐσπεύδομεν, νὰ ἴδωμεν πάλιν καλυπτομένην ὑπὸ τῶν ὑδάτων, ὅτι ἡ ἐργασία αὕτη εἶχε συμπληρωθῇ, καὶ εἰς τοῦτο ὠφείλοντο κατὰ μέγα μέρος αἱ 52,000 δραχμαί, ἃς ἡ Κυβέρνησις ἐζήτησεν ὡς συμπληρωματικὰς πιστώσεις, ἀλλὰ πλὴν τῶν 206 δραχμῶν οὐδὲν ἄλλο ἐξωδεύθη εἰς καταμέτρησιν τῆς λίμνης Φενεοῦ, ἀλλ’ ἀναφέρονται πολλαὶ χιλιάδες δοθεῖσαι εἰς πρόσωπα καὶ πρὸς ἐκδρομὰς ἐνταῦθα ἀναφερομένας.
§158Π. Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Ἐπειδὴ γίνεται λεπτομερὴς συζήτησις τοῦ κονδυλίου πρὸς ἀποξήρανσιν τῆς λίμνης Φενεοῦ, σᾶς λέγω, ὅτι τὸ κονδύλιον τοῦτο ἐπετάχθη εἰς τὴν θάλασσαν. Διετάχθη δημοπρασία, ἐπρόκειτο ν’ ἀποξηρανθῇ ἡ λίμνη, καὶ ὑπῆρχον πρὸς τοῦτο περιστάσεις κατάλληλοι καὶ φυσικαί, διότι συνετελέσθη ἐκεῖ ἐνέργεια ὑποχθόνιος, ὥστε τὰ ὕδατα διὰ τῶν ὀχετῶν ν’ ἀποσυρθῶσι. Διετάχθη δημοπρασία ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ κονδυλίου τῶν 30,000 δραχμῶν, τὰς ὁποίας ἐψηφίσαμεν κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον, ἀνεδείχθη ἐργολάβος, καὶ ἤρξατο ἡ ἐργασία, καθ’ ἣν ἐποχὴν οἱ οὐρανοὶ ἤνοιξαν τοὺς καταρράκτας αὐτῶν καὶ κατέκλυσαν τὴν λίμνην. Ἤρξατο τὸ ἔργον, καὶ κατεσκευάσθη τόσον ἐναντίον τῶν κανόνων τῆς ἀρχιτεκτονικῆς, δι’ ἀσβέστου, ὥστε μόλις τὰ ὕδατα ἔρρευσαν εἰς τοὺς ὀχετούς, συμπαρέσυραν καὶ τὰς ὕλας, αἱ ὁποῖαι ἐχρησίμευσαν εἰς τὴν διάφραξιν τῶν ὀπῶν, καὶ οὕτω πάλιν κατεκλύσθη ἀπὸ τὰ ὕδατα τῶν πέριξ ὀρέων. Οἱ χωρικοὶ ὡς ἐκ τούτου εὑρίσκονται εἰς ἀπόγνωσιν, καὶ διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ δώσῃ ἰδιαιτέραν προσοχὴν, ἂν πρόκηται νὰ ψηφισθῇ νέον κονδύλιον, διότι, ἂν πρόκηται νὰ γίνωνται τόσον ἐπιπολαίως αἱ ἐργασίαι πρὸς ζημίαν τοῦ Δημοσίου καὶ τῶν κατοίκων, περιττὸν νὰ ψιφίζωμεν κονδύλια. Βεβαιῶ δὲ τὸν κ. Ὑπουργὸν, ὅτι εἷς ἐκ τῶν λόγων, διὰ τοὺς ὁποίους οἱ συμπολῖταί μου Φενεᾶται μεταναστεύουσι κατὰ ἑκατοντάδας εἰς Ἀμερικὴν, εἶναι ὅτι αἱ γαῖαι ἐκεῖναι, δι’ ὧν ἠδύναντο νὰ τραφῶσιν αὐτοὶ καὶ αἱ οἰκογένειαί των, καλύπτονται ὑπὸ τῶν ὑδάτων, ἡ Πολιτεία δὲ ἠδύνατο νὰ χορηγήσῃ διὰ τῆς ἀποξηράνσεως εὐφόρους γαίας καὶ νὰ ἐξασφαλίσῃ τὸν ἄρτον εἰς τοὺς δυστυχεῖς κατοίκους.
§159ΗΛ. ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Καὶ ὅτε ἐπροτάθη εἰς τὴν Βουλὴν ἡ τοιαύτη δαπάνη καὶ ὅτε ἐπροτάθη ἄλλος τις νόμος περὶ διανομῆς τῶν γαιῶν ἐκείνων, ἔρρηξα φωνὴν διαμαρτυρίας καὶ κατὰ τῆς δαπάνης καὶ κατὰ τοῦ νομοσχεδίου, διότι ἔλεγον, ὅτι ὅλα ταῦτα εἶναι μέτρα δεικνύοντα, ὅτι τελείως ἀγνοοῦσιν οἱ εἰσηγηταὶ αὐτῶν τὸ θέμα, περὶ τοῦ ὁποίου ποιοῦνται προτάσεις εἰς τὴν Βουλήν. Ἐὰν ἐγνώριζον οἱ προτείνοντες τὴν ἱστορίαν τῶν αὐτομάτων ἀποξηράνσεων καὶ τῶν γενομένων μελετῶν καὶ ἐργασιῶν πρὸς τεχνητὴν ἀποξήρανσιν τῆς λίμνης τοῦ Φενεατικοῦ πεδίου, δὲν ἤθελον ἔχει γνώμην, ὅτι εἶναι δυνατὸν ν’ ἀποξηρανθῇ τοῦτο εἴτε δι’ ἀποφράξεως τῶν καταβοθρῶν, εἴτε δι’ ἄλλου τινὸς τρόπου. Ἐὰν δὲ εἴχομεν ὑπηρεσίαν κανονικὴν, ἢ ἔστω ἂν ἤθελον ἐρωτήσει καὶ τὴν σημερινὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, ἤθελον μάθει, ὅτι μελέται ἀλλεπάλληλοι ἐγένοντο περὶ τοῦ τρόπου τῆς ἀποξηράνσεως, καὶ ὅτι Ἑταιρεία εἶχε συστηθῆ πρὸς τοῦτο, καὶ ἐδαπάνησεν ἓν ἑκατομμύριον καὶ τριακοσίας χιλιάδας δραχμῶν διὰ δανείου ληφθέντος παρὰ τῆς Πιστωτικῆς Τραπέζης, καὶ ὅτι τὸ ποσὸν τοῦτο ἐδαπανήθη ἐν μέρει μὲν εἰς μελέτας περὶ τῆς ἀποξηράνσεως τῶν λιμνῶν Φενεοῦ καὶ Στυμφαλίας, ἐν μέρει δὲ καὶ κατὰ τὸ πλεῖστον εἰς ἔργα ἐξασφαλίζοντα τὴν διαρκῆ ἀποξήρανσιν τῆς Στυμφαλίας. Τὰ ἔργα ὅμως ἔμειναν ἀτελῆ, διότι ἡ Ἑταιρεία ἐκείνη ἐπολεμήθη ἀγρίως καὶ κατὰ τρόπον μηδεμίαν προξενοῦντα τιμὴν εἰς τοὺς πολεμήσαντας αὐτὴν, καὶ ἐπὶ βλάβῃ τοῦ τόπου, καὶ τέλος ἐπέτυχον νὰ κηρυχθῇ καὶ ἔκπτωτος. Θὰ ἐμάνθανον ἀκόμη, ὅτι ἡ Ἑταιρεία ἐκείνη ἐμελέτησε τὸ ζήτημα τῆς ἀποξηράνσεως τοῦ Φενεοῦ, τοῦ δήμου ἐκείνου, τὸν ὁποῖον ἔχει ἐγκαταλελειμμένον ἡ Κυβέρνησις εἰς τὴν τύχην του, καίτοι εἶναι εἷς τῶν ὡραιοτέρων δήμων καὶ ἠδύνατο νὰ ἦναι ὡραιότερος καὶ τῶν Ἑλβετικῶν τόπων, τῶν συγκεντρούντων κατὰ τὸ θέρος πολὺν πληθυσμόν, καὶ καταφύγιον διὰ τὸν πληθυσμὸν τῆς Ἑλλάδος ἐν ὥρᾳ θέρους. Ἡ λίμνη τοῦ Φενεοῦ δὲν δύναται ν’ ἀποξηρανθῇ οὐδὲ διὰ καθαρισμοῦ τῶν καταβοθρῶν, οὐδὲ διὰ χάνδακος, τὸν ὁποῖον σκέπτονται νὰ κάμουν. Καὶ ἐν τῷ παρελθόντι ἡ λίμνη τοῦ Φενεοῦ δὶς ἀπεξηράνθη αὐτομάτως, ἐντὸς τοῦ λήξαντος αἰῶνος, ἤτοι ἅμα ἤρξατο ἡ ἐπανάστασις τοῦ 1821 καὶ κατὰ τὰ πρῶτα ἔτη τῆς Βασιλείας τοῦ Ὄθωνος. Τότε δὲ μετέβη ὁ Ὄθων ἐπὶ τόπου μετὰ σώματος μηχανικῶν Βαυαρῶν, οἱ ὁποῖοι καὶ σχεδιάγραμμα τῆς λίμνης ἐκείνης ἔκαμαν, καὶ τρόπον προλήψεως τῆς κατακλύσεως τοῦ μέρους ἐκείνου διέγραψαν, καὶ ὁ τρόπος ἐκεῖνος ἐφηρμόσθη, ἀλλ’ ἀπεδείχθη ἀτελής, διότι ἡ πρώτη ὁρμὴ τῶν δύο μεγάλων χειμάρρων, οἱ ὁποῖοι εἰσρέουσιν εἰς τὴν λίμνην, ἔρριψε τὰ περὶ τὰς καταβόθρας κιγκλιδώματα, καὶ ταῦτα πεσόντα ἐσχημάτισαν οἱονεὶ ἐσχάραν, ἐφ’ ἧς ἐσταμάτησαν αἱ κατενεχθεῖσαι ὑπὸ τῶν χειμάρρων ὗλαι, δένδρα, λίθοι, ἰλύς, καὶ οὕτω κατεκλύσθη ἔκτασις τριάκοντα χιλιάδων στρεμμάτων. Ὁ μόνος δὲ τρόπος, διὰ τοῦ ὁποίου, κατὰ τὰς τελευταίας μελέτας, θὰ ἠδύνατο ν’ ἀποξηρανθῇ ἡ λίμνη ἐκείνη, ἦτο σήραγξ ἀνοιγομένη ἐν τῷ χωρίζοντι τὴν λίμνην ἐκείνην ἀπὸ τῆς λίμνης τῆς Στυμφαλίας μικρῷ ὄρει Καστανιᾶς, δι’ ἧς θὰ ἠδύναντο νὰ διοχετευθῶσι τὰ ὕδατα εἰς τὴν Στυμφαλίαν, καὶ ἐκεῖθεν διὰ τῶν ἄλλων ἔργων θὰ διωχετεύοντο εἰς τὰς πεδιάδας Κορινθίας καὶ Ἀργολίδος. Δὲν ἠξεύρω εἰς ποίαν θέσιν θὰ εὑρεθῇ τὸ Δημόσιον, ὅταν κατακλυσθῇ ὁλόκληρος ἡ ἔκτασις, διότι ὄχι μόνον τὰ 10,000 στρέμματα, ἀλλὰ καὶ αἱ 28,000 στρεμμάτων θὰ κατακλυσθῶσι...
§160ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Κατεκλύσθησαν ἤδη.
§161ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Ὂχι. Κατὰ τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας μοὶ ἔδωκε πρό τινος ὁ δήμαρχος Φενεοῦ, μόλις 10,000 στρέμματα εἶναι τὰ κατακλυζόμενα. Ὅταν ὅλη ἡ ἐξ 28,000 στεμμάτων ἔκτασις κατακλυσθῇ, δὲν ἠξεύρω ποῦ θὰ εὑρεθῇ τὸ Δημόσιον ἀπέναντι ἐκείνων, πρὸς οὓς ἐπώλησε γαίας, αἱ ὁποῖαι δὲν ἦσαν προωρισμέναι νὰ ὑπάρξωσι. Φρονῶ λοιπὸν, ὅτι εἶναι ἀνάγκη, ἂν θέλῃ ἡ Κυβέρνησις νὰ σκεφθῇ περὶ Φενεοῦ, νὰ παύσῃ πᾶσαν δαπάνην, καὶ νὰ σκεφθῇ κατ’ ἄλλον τρόπον τόσον περὶ Φενεοῦ, ὅσον καὶ περὶ τῆς Στυμφαλίας, τῆς ὁποίας τὰ ὕδατα εἶναι πλοῦτος πολυτιμότατος καὶ χρησιμώτατος δι’ ὅλην τὴν βόρειον Πελοπόννησον. Πρέπει νὰ σκεφθῇ κατ’ ἄλλον τρόπον, καὶ ἰδίως νὰ σκεφθῇ καὶ περὶ τῶν δήμων ἐκείνων (καὶ δὲν πιστεύω νὰ δυσαρεστηθῶσιν οἱ συνάδελφοι ἐκ Κορινθίας, ὅτι ἐγὼ διαμαρτύρομαι κατὰ τῆς ἀστοργίας, ἣν δεικνύει ἡ Κυβέρνησις πρὸς τοὺς δήμους Πελλήνης, Στυμφαλίας καὶ Φενεοῦ), περὶ τῶν δήμων, λέγω, ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι οὐδὲ τηλέγραφον ἔχουσιν, οὐδὲ μέσον συγκοινωνίας, οὐδὲ κἂν βατὴν ὁδόν. Διατὶ ταῦτα γίνονται; δὲν γνωρίζω· ἀλλὰ γνωρίζω, ὅτι πρέπει νὰ ἐπιστηθῇ ἡ προσοχὴ τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ταχέως, καὶ ὅταν οἱ δῆμοι ἐκεῖνοι καταστῶσι προσιτοί, καὶ δυνηθῶσιν οἱ κατὰ καιροὺς Ὑπουργοὶ καὶ πολλοὶ Βουλευταὶ νὰ ἐπισκεφθῶσιν αὐτοὺς, τότε θὰ κατανοηθῇ ποῖον ἀδίκημα γίνεται εἰς τὸν τόπον ἐκ τῆς ἀμελείας τῶν Κυβερνήσεων καὶ τῆς ἐγκαταλείψεως τῶν δήμων ἐκείνων.
§162ΠΕΡ. ΜΕΝΤΖΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὀφείλω νὰ ἐκφράσω τὰς εὐχαριστίας μου, καθὸ Βουλευτὴς Κορινθίας, πρὸς τὸν κύριον Ποταμιᾶνον διὰ τὴν ἀνάμιξίν του εἰς τὴν προκληθεῖσαν συζήτησιν περὶ Φενεοῦ, καὶ νὰ βεβαιώσω καὶ ἐγὼ, ὅτι ἀπολύτως τίποτε δὲν ἐγένετο. Ἀλλὰ ὁ κ. Βουλευτὴς Ναυπλίας ὑπέδειξεν ὡς μόνον ἔργον ἀποξηράνσεως τὴν διάτρησιν τοῦ ὄρους· ἀλλ’ αὕτη δὲν ἀπαιτεῖ δαπάνην 30,000 ἢ 50,000 δραχμῶν μόνον, ἀλλὰ δαπάνην 1,000,000 καὶ πλέον.
§163ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. 800,000.
§164ΜΕΝΤΖΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ Κράτος λοιπὸν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποβληθῇ εἰς τοσαύτην δαπάνην. Εὐχῆς ἔργον θὰ ἦτο ὁμολογουμένως, ἐὰν ἐλαμβάνετο πρόνοια, ὅπως ἐκτελεσθῇ τὸ ἔργον τοῦτο, διὰ τοῦ ὁποίου ὄντως θὰ ἐξασφαλισθῇ ἡ ἀποξήρανσις ἡ τελεία τῆς πεδιάδος Φενεοῦ. Ἀλλ’ ἡ ἐργασία αὕτη ἀπαραίτητος ὑπεδεικνύετο, ἐὰν ἐπρόκειτο περὶ ἀποξηράνσεως· ἀφοῦ ὅμως τὰ λιμνάζοντα ὕδατα ἀπεσύρθησαν, ἀπορροφηθέντα παρὰ τῶν ἐν τῇ λίμνῃ καταβοθρῶν, καὶ ὁλοσχερῶς ἀπεκαλύφθη εὐφορωτάτη πεδιὰς, εἶναι ὀρθὸν νὰ γείνωσιν ἐργασίαι, διὰ τῶν ὁποίων τὰ ὕδατα, τόσον τὰ ὄμβρια ὅσον καὶ τὰ πηγαῖα, νὰ διοχετεύωνται εἰς τὰς καταβόθρας. Ἐὰν τοιαῦται ἐργασίαι, ἀπαιτοῦσαι δαπάνην ἐλαχίστην, ἐγίνοντο, ἠδυνάμεθα νὰ ἐλπίζωμεν, ὅτι θὰ ἔχωμεν τέλος πάντων τὰς γαίας ἐκείνας ἐπιδεκτικὰς καλλιεργείας παρὰ τῶν ἐκεῖ κατοίκων. Δυστυχῶς ὅμως δὲν ἐγένοντο. Ἂν δὲ δὲν ἐγένοντο ἔργα ἀπαιτοῦντα δαπάνην οὐδὲ ἑκατοντάδος χιλιάδων δραχμῶν, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ζητηθῇ ἡ ἐκτέλεσις ἔργου ἀπαιτοῦντος δαπάνην ἑκατομμυρίου, ὡς ἔχουσι τὰ οἰκονομικά μας. Ἐζητήσαμεν καὶ ἐψήφισεν ἡ Βουλὴ πίστωσιν 28,000 δραχμῶν, ἵνα γείνωσιν αἱ προκαταρκτικαὶ ἐργασίαι, ὅπως μὴ ἀποφραχθῶσιν αἱ καταβόθραι. Δυστυχῶς ὅμως ἀνέλαβε τὰς ἐργασίας ἐκείνας ἐργολάβος τις, ὁ ὁποῖος οὐ μόνον ἐπεχείρησεν αὐτὰς ἐν καιρῷ ἀκαταλλήλῳ, ἀλλὰ καὶ ἀτέχνως καὶ πολὺ βραδέως ἐξετέλει ταύτας, ἐπελθουσῶν δὲ βροχῶν συνεχῶν, τὰ μὲν ἔργα κατεστράφησαν, ἐκ τῶν ὑδάτων δ’ ἐκαλύφθησαν 5,000 ἕως 6,000 στρέμματα περίπου, καὶ κατεστράφησαν οἱ ἐσπαρμένοι ἀγροί. Ἐπανελήφθησαν πάλιν ἐφέτος ἀτελέσταται ἐργασίαι, νομίζω δὲ, ὅτι ἐξηντλήθη ὁλόκληρον τὸ ποσὸν τῆς πιστώσεως, χωρὶς νὰ γείνῃ, δύναμαι νὰ εἴπω, ἀπολύτως τίποτε. Βεβαίως εὐχῆς ἔργον, ἐπαναλαμβάνω, θὰ ἦτο, ἂν ἠδύνατο νὰ γείνῃ διάτρησις τοῦ ὄρους, διὰ τῆς κατασκευασθησομένης δὲ σήραγγος θὰ ἠδύναντο νὰ ἐξέρχωνται τὰ ὕδατα· ἀλλ’ ἀφοῦ δὲν δυνάμεθα πρὸς τοῦτο νὰ δαπανήσωμεν, δὲν πρέπει νὰ φεισθῶμεν τοὐλάχιστον δεκάδων τινῶν χιλιάδων δραχμῶν διὰ νὰ κάμωμεν ἔργα τοιαῦτα, τὰ ὁποῖα ὁπωσδήποτε θ’ ἀποξηραίνωσι τὰ καλυπτόμενα ἐδάφη...
§165ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Πῶς παρελήφθη τὸ ἔργον αὐτό;
§166ΜΕΝΤΖΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν ἀνελάμβανε τὸ ἔργον ἐργολάβος πράγματι κατάλληλος, ἴσως θὰ ἐπήρχετο τὸ καλὸν ἀποτέλεσμα νὰ κατασκευασθῶσι τὰ τοιχώματα τῶν καταβοθρῶν καλῶς. Ἀλλὰ δυστυχῶς τὸ ἔργον ἀνέλαβεν ἐργολάβος, ὁ ὁποῖος πρὶν δὲν εἶχεν ἴσως καταγείνῃ εἰς τοιαύτας ἐπιχειρήσεις.
§167ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ποῖος εἶναι ὁ ἐργολάβος;
§168ΜΕΝΤΖΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν γνωρίζω πῶς ὀνομάζεται ἐκεῖνος, ὅστις φαίνεται ὡς τοιοῦτος, ἀλλὰ πράγματι εἶναι ὁ κύριος Οἰκονόμου. Τέλος πάντων τὰ ἔργα ἐκεῖνα δὲν ἐγένοντο· ἐκ τῆς μὴ ἐκτελέσεως δὲ τούτων καὶ ἐκ τῆς ἐπελθούσης πλημμύρας καὶ ἐφέτος ἐκαλύφθη ἔκτασις ἕως 8,000 στρεμμάτων, καὶ ἂν εἴχομεν πολυομβρίαν, βεβαίως μεγαλειτέρα ἔκτασις ταύτης ἤθελε κατακλυσθῆ. Πρὸ παντὸς λοιπὸν ἀπαιτεῖται νὰ γείνωσι βεβαίως μελέται τοιαῦται ἐν Φενεῷ, καὶ βεβαίως, ἀφοῦ αὐτομάτως ἐπῆλθεν ἡ ἀποξήρανσις, ἠδύνατο νὰ ἰσχυρισθῇ τις, ὅτι διὰ τῆς ἐκκαθαρίσεως τῶν καταβοθρῶν, διὰ τῆς κατασκευῆς περιφραγμάτων, ὅπως μὴ ἀποφράσσωνται εὐκόλως αἱ καταβόθραι, διὰ τῆς ἀνορύξεως χανδάκων εἰς διάφορα κατάλληλα μέρη τῆς πεδιάδος διὰ τὴν διοχέτευσιν κατ’ εὐθεῖαν πρὸς τὰς καταβόθρας τῶν ὑδάτων, θὰ εἴχομεν ὅλην τὴν εὐφορωτάτην γῆν ἀκάλυπτον, καὶ θὰ ἠδύνατο αὕτη νὰ χρησιμεύσῃ εἰς παραγωγὴν σίτου ἐπαρκοῦς οὐ μόνον διὰ τὴν Κορινθίαν, ἀλλὰ καὶ διὰ πολλὰς ἄλλας γειτονικὰς ἐπαρχίας. Εὐχαριστῶ ἐπίσης τὸν κ. ἐκ Ναυπλίας Βουλευτὴν δι’ ὅσα εἶπε περὶ τῶν δήμων Πελλήνης, Φενεοῦ καὶ Στυμφαλίας, διότι ὄντως συγκοινωνία καὶ ἐν τοῖς τρισὶ τούτοις δήμοις δὲν ὑπάρχει. Σήμερον μάλιστα καθίσταται ἀπαραίτητος ἡ ἀνάγκη τῆς κατασκευῆς τῆς ὁδοῦ, ἡ ὁποία ἔχει μελετηθῇ καὶ τῆς ὁποίας ἔχει γείνῃ ἔναρξις κατασκευῆς καὶ κατεσκευάσθη τὸ μέχρι Σολίου τμῆμα, διὰ νὰ δύνανται καὶ οἱ κάτοικοι τῶν δήμων τούτων ἀπροσκόπτως νὰ συγκοινωνῶσι μὲ τὴν πρωτεύουσαν, εἰς ἣν καθ’ ἑκάστην λαμβάνουσι ἀνάγκην νὰ μεταβαίνωσι, καὶ ὁμολογουμένως ὑποφέρουσι τὰ μέγιστα ἐκ τῆς κακίστης συγκοινωνίας.
§169ΗΛ. ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὡμίλησα διὰ νὰ ἀποδείξω, ὅτι εἶναι μάταιον νὰ ζητῶμεν ἔργα πρὸς ἀποξήρανσιν. Ἀλλ’ ἐὰν θέλητε νὰ προλάβητε τὴν ἐν τῷ μέλλοντι κατάκλυσιν καὶ νὰ ἐπιτύχητε τὴν ἀποξήρανσιν τοῦ Φενεοῦ, πρέπει ταχέως νὰ καταργήσητε τὸν νόμον, διὰ τοῦ ὁποίου ἐδόθη τὸ δικαίωμα νὰ δηλωθῶσι παρ’ ἰδιωτῶν αἱ γαῖαι αὐτοῦ. Αἱ γαῖαι αὗται δύνανται νὰ συντελέσωσιν εἰς τὴν ἀποξήρανσιν δι’ Ἑταιρείας, εἰς τὴν ὁποίαν δύνανται νὰ δοθῶσιν αἱ 30,000 στρεμμάτων τῶν γαιῶν ἐκείνων διὰ ν’ ἀναλάβῃ αὕτη νὰ δαπανήσῃ, ὅπως ἀποξηράνῃ τὴν λίμνην τοῦ Φενεοῦ. Ἄνευ τῶν γαιῶν τούτων δὲν εἶναι δυνατὸν ποτὲ οὐδὲ τὸ Κράτος, οὐδ’ ἄλλος τις νὰ δαπανήσῃ πρὸς ἀποξήρανσιν τοῦ Φενεοῦ. Ἀπαιτεῖται τουλάχιστον δαπάνη δραχ. 800,000 διὰ νὰ γείνῃ ἡ σήραγξ ἐκείνη, ἡ μεταξὺ τοῦ Φενεοῦ καὶ τῆς Στυμφαλίας, ἐκτὸς τῶν ἄλλων ἔργων. Ἀλλὰ δύναται νὰ εὑρεθῇ ἡ δαπάνη αὕτη τότε μόνον, ὅταν ὁ δαπανήσων θὰ ἔχῃ τὴν ἀμοιβήν, καὶ μόνη ἀμοιβὴ εἶναι αἱ γαῖαι ἐκεῖναι. Πρέπει λοιπὸν τὸ Δημόσιον ν’ ἀναλάβῃ τὴν κυριότητα αὐτῶν, ὥστε ἐν δεδομένῃ στιγμῇ νὰ χρησιμοποιήσῃ αὐτὰς ὡς ἀντάλλαγμα πρὸς ἀποξήρανσιν· ἄλλως ἀποξήρανσις δὲν θὰ καταστῇ δυνατή. Διὰ τοῦτο ἐπαναλαμβάνω, ὅτι πρόνοια κυβερνητικὴ εἶναι νὰ μελετηθῇ τὸ ζήτημα τῆς ἀποξηράνσεως τοῦ Φενεοῦ, ἐκ τοῦ ὁποίου ἐξαρτᾶται ἡ εὐημερία τῶν κατοίκων, τῶν ὑπερβαινόντων τὰς 10,000 ψυχῶν, καὶ ἐξ οὗ πολλὰ ἄλλα ἀγαθὰ θὰ προέλθωσι.
§170Π. Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Ἡ συζήτησις νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ ἔχῃ καὶ ἕν πρακτικὸν ἀποτέλεσμα. Τὸ ζήτημα εἶναι, ὅτι αἱ 30,000 δραχμαὶ, αἱ ὁποῖαι ἐψηφίσθησαν κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον πρὸς καθαρισμὸν τῶν ὀχετῶν τῆς λίμνης Φενεοῦ, αὗται, κατὰ τὴν γνώμην μου, διεσπαθίσθησαν, καὶ οὐδὲν πρακτικὸν ἀποτέλεσμα ἐπήνεγκον...
§171ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ἐρρίφθησαν εἰς τὰς καταβόθρας!
§172ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Ἐρρίφθησαν εἰς τὰς καταβόθρας κυριολεκτικῶς, καὶ αἱ γαῖαι, κατακεκλυσμέναι ἤδη ὑπὸ τῶν ὑδάτων, καθιστῶσιν ἀδύνατον ἐκεῖ τὴν ἀνάπτυξιν τῆς γεωργίας. Θὰ παρακαλέσω τὸν κύριον Ὑπουργὸν νὰ ὑποβάλῃ αὔριον εἰς τὴν Βουλὴν τὸ ἔγγραφον τῆς δημοπρασίας, τῆς ἐνεργηθείσης διὰ τὸν σκοπὸν τοῦ καθαρισμοῦ, τὴν ἔκθεσιν τοῦ μηχανικοῦ, ὁ ὁποῖος ἐνετάλη νὰ παραλάβῃ τὸ ἔργον, καὶ ὅλα τὰ σχετικὰ, τὰ ἀφορῶντα τὴν δημοπρασίαν τῆς ἀποξηράνσεως τῆς λίμνης ἐκείνης, ἵνα γείνῃ ἐπὶ τούτου εὐρυτέρα συζήτησις.
§173ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὰ περὶ τοῦ Φενεοῦ συνεζητήθησαν καὶ οὐχὶ ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς πιστώσεως, καὶ βεβαίως τὰ λεχθέντα εἶναι ἄξια νὰ ἐκτιμηθῶσι σοβαρῶς ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως. Ἐκεῖνο, ὅπερ ἐγὼ συνιστῶ, εἶναι νὰ μὴ ἐπιδιωχθῇ πλέον δι’ αὐτοῦ τοῦ τρόπου τῶν πιστώσεων ἡ καταμέτρησις τῶν γαιῶν τοῦ Φενεοῦ, διότι εἶπον καὶ πρὸ ὀλίγου, ὅτι ἐκ τῶν 51,000 δραχμῶν μόνον 206 δραχμαὶ καὶ 15 λεπτὰ ἐδαπανήθησαν εἰς τὸν Φενεόν, ἐχρησίμευσε δὲ ὁ Φενεὸς ὡς ἀφορμή, ἵνα δαπανηθῶσιν ἀλλαχοῦ χρήματα δι’ αὐτὸν προωρισμένα. Ἤθελον ὅμως νὰ ἐρωτήσω τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ἐπὶ τούτου, ὅπερ πρὸ ὀλίγου ἐλησμόνησα, διότι ἐγὼ παρετήρησα τοὺς πίνακας τοὺς πρὸ τῆς διακοπῆς τῆς Βουλῆς, καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐνθυμῆταί τις τὰ πράγματα, ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ μοὶ ἐξηγήσῃ, τί εἶναι οἱ μισθοὶ οὗτοι τῶν ἀστυφυλάκων, οἵτινες ἀναγράφονται ἐδῶ ἐν στήλῃ ὁλοκλήρῳ, ὑποθέτω διὰ φύλαξιν κτημάτων (ἀναγινώσκει)... Οἱ ἀστυφύλακες οὗτοι δὲν λαμβάνουσι μισθόν;
§174Φ. ΝΕΓΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Λαμβάνουσιν ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν.
§175ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Καὶ δὲν πληρώνονται ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν;
§176ΝΕΓΡΗΣ. Ὄχι.
§177ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὥστε γίνεται ἅπαξ ἡ πληρωμή.
§178ΝΕΓΡΗΣ. Μάλιστα.
§179Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τὸ νομοσχέδιον περὶ πιστώσεων ἔδωκεν ἀφορμὴν εἰς τοὺς κυρίους συναδέλφους νὰ ἐκτείνωσι τὰς μελέτας των καὶ περὶ τοῦ τρόπου τῆς ἀποξηράνσεως τῆς λίμνης τοῦ Φενεοῦ, μία δὲ τῶν μελετῶν, τὰς ὁποίας ἀνεκοίνωσεν ὁ κύριος Βουλευτὴς ἐκ Ναυπλίας, μοὶ φαίνεται ἀξία τῆς προσοχῆς τῆς Κυβερνήσεως, ἡ μελέτη, κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ ψηφισθεὶς νόμος περὶ διαθέσεως τῶν γαιῶν τοῦ Φενεοῦ παρασκευάζει μεγάλην ζημίαν εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον, διότι αἱ γαῖαι, αἱ ὁποῖαι θέλουσι δηλωθῆ καὶ παραχωρηθῆ, θέλουσιν εἶσθαι κεκαλυμμέναι ὑπὸ τῶν ὑδάτων, οἱ δὲ παραλαμβάνοντες τὰς γαίας θὰ ἔχωσι δικαίωμα ἀποζημιώσεως κατὰ τοῦ Δημοσίου. Ἑπομένως νομίζω, ὅτι πρέπει πρὸ παντὸς ἄλλου νὰ σπεύσῃ ἡ Κυβέρνησις νὰ προλάβῃ τὴν οἰκονομικὴν ταύτην ζημίαν, ἡ ὁποία ἀπειλεῖ τὸ Δημόσιον. Καὶ ταῦτα μὲν περὶ τούτου. Ἀλλὰ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο δὲν εἶναι νομοσχέδιον περὶ ἀποξηράνσεως τῆς λίμνης Φενεοῦ, εἶναι νομοσχέδιον περὶ πιστώσεων, μεταξὺ δὲ τῶν πιστώσεων τούτων τὸ Ὑπουργεῖον μᾶς λέγει, ὅτι ἡ ἀποξήρανσις τοῦ Φενεοῦ ἀπῄτησεν ἔκτακτον ἐργασίαν τῆς καταμετρήσεως τῆς ἀποξηρανθείσης λίμνης τοῦ Φενεοῦ, καὶ εἰς ταύτην ἐδαπανήθησαν αἱ 35,840 δραχμαί, καὶ δὲν ἐπήρκεσαν αὗται, καὶ ζητεῖ 20,000 δραχμὰς ἀκόμη. Τὸ πρᾶγμα δὲν εἶναι ἀκριβές, καὶ οἱ ἐργαζόμενοι ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐσωτερικῶν ὑπάλληλοι παριστῶσι πράγματα μὴ ἀκριβῆ. Δὲν εἶναι ἀληθές, ὅτι ἡ πίστωσις τῶν 35,840 δρ. κατηναλώθη εἰς τὰς ἀνάγκας τῆς ἀποξηράνσεως. Ἀλλ’ ἐπεθύμουν προσέτι νὰ μάθω, ὅτε παρεχωρήθη τὸ ἔργον εἰς ἐργολάβον, ὑπῆρχε μηχανικὸς ἐπιτηρῶν αὐτόν; Ἐὰν δὲν ὑπῆρχε, ποῖος δύναται νὰ ἐγγυηθῇ περὶ τῆς καλῆς ἐκτελέσεως τοῦ ἔργου; Ἀλλ’ ἐπίσης, πῶς τὸ ἔργον παρελήφθη καὶ ἐκρίθη ὡς καλῶς κατεσκευασμένον, ἐνῷ σήμερον καταγγέλλεται, ὅτι τὸ ἔργον δὲν παρήγαγε τὰ σκοπούμενα ἀποτελέσματα. Ποῖος ἦτο ὁ μηχανικὸς αὐτός; Κύριοι, διοίκησις εἶναι ἐπιτήρησις καὶ ἔλεγχος’ ἐὰν δὲν ὑπάρχῃ ἐπιτήρησις ἐπὶ τῶν ἐκτελουμένων ἔργων, τὰ δαπανώμενα χρήματα ἀπωλέσθησαν, ἐὰν δὲν ὑπάρχῃ ἐπιτήρησις ἐπὶ τῶν ἐκτελούντων τοὺς νόμους εἰς τὰς ἐπαρχίας, τότε κατεστάθη ἀναρχία. Παρακαλῶ τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ ἐξετάσῃ, τίς ἦτο ὁ μηχανικὸς καὶ τίς παρέλαβε τὸ ἔργον, ὅπως τιμωρηθῇ.
§180Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ ζητεῖται ἀναπληρωματικὴ πίστωσις 988,356 δραχμῶν· διὰ τοῦ προηγουμένου νομοσχεδίου, ἀναγομένου εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, ζητεῖται πίστωσις 1,521,000 δραχμῶν. Ἐνῷ ὅμως τοιαῦται ἀναπληρωματικαὶ πιστώσεις ζητοῦνται, ἐν τούτοις εἰς τοὺς προϋπολογισμούς, οἱ ὁποῖοι δι’ αὐτὰς ὑποβάλλονται, βλέπομεν, ὅτι οὐδὲν δίδαγμα ἐνυπάρχει. Θὰ ἴδητε εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, τὸν ὑποβληθέντα, ὅτι οὐδὲν τῶν κονδυλίων, τὰ ὁποῖα ἀποτελοῦσι τὴν πίστωσιν τῶν 1,521,000, ἔχει ὑποστῆ, ὡς ὤφειλε, μεταβολήν τινα, ἐνῷ αἱ πιστώσεις πρέπει ν’ ἀναγράφωνται πλήρεις, ὡς αἱ ἀνάγκαι καὶ ἡ πεῖρα ἀπέδειξαν. Ἀλλ’ αὐτὴ εἶναι παρ’ ἡμῖν ἡ μέθοδος, τοῦ ἐν γνώσει παρουσιάζειν προϋπολογισμοὺς μὲ μικροτέρας δαπάνας, ὅπως ἡ Κυβέρνησις παρουσιάζῃ περισσεύματα. Ἐν τοσούτῳ παρουσίασαν αὔξησιν πολλοῦ λόγου ἀξίαν τὰ ἔσοδα κατὰ τὴν τελευταίαν τετραετίαν, καὶ ἔπρεπε νὰ ἔχωμεν ἀληθῆ περισσεύματα, ἀλλ’ αἱ δαπάναι τὰ ἀπερρόφησαν καὶ δὲν ἐπαρκοῦσι, καὶ εἶναι ἀνάγκη νὰ γίνωνται εἰς τὰ ἔξοδα, χάριν ψευδοῦς ἰσοζυγίου, περικοπαὶ καὶ ἀποκρύψεις δαπανῶν. Ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1901 τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν βλέπομεν ἔλλειμμα ἐπίσης, καὶ ἑπομένως ἀνάγκην πιστώσεως 988,356 δραχμῶν, αἱ ὁποῖαι ἀνάγονται εἰς τὰ ἔξοδα τῆς διοικήσεως καὶ εἰσπράξεως τῶν φόρων...
§181Φ. ΝΕΓΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1901 ὑπάρχουσιν ἔξοδα διοικήσεως 9,118,235· ἐγὼ ζητῶ διὰ τὸ 1902 ἔτος 10,628,516.
§182ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐγὼ ποιοῦμαι λόγον περὶ τῶν ἀναγεγραμμένων ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1901, δι’ ὃν ζητοῦνται σήμερον περισσότερα περὶ τὸ ἓν ἑκατομμύριον δραχμῶν. Τοῦτο εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς γεννᾷ τὴν ἀπορίαν, πῶς εἰς προϋπολογισμὸς, ἐν τῷ ὁποίῳ ἰδίως τὰ τῶν μονοπωλίων καὶ ἄλλων εἰσπράξεων ἀναγράφονται μὲ δαπάνας ηὐξημένας...
§183ΝΕΓΡΗΣ. Ἐν τῷ προϋπολογισμῷ περιλαμβάνομεν ὅ,τι ἀφορᾷ τοὺς ἀξιωματικούς, οἱ ὁποῖοι εἶναι προσκεκολλημένοι εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν.
§184ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Εἰς τὴν πίστωσιν τῶν 1,521,000, τὴν ὁποίαν ζητεῖτε διὰ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, ἀναγινώσκω π. χ. 12,000 δραχ. μισθοὺς περιπλέον τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ μηχανικοῦ. Διατὶ ταύτας δὲν ἀναγράφετε εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1902; Θέλω νὰ παρατηρήσω, ὅτι αὐτὸ τὸ τέχνασμα παίζεται ἀπὸ πολλοῦ, καὶ πρέπει νὰ διδαχθῶμεν ἐξ αὐτοῦ, ὥστε νὰ παύσῃ γινόμενον.
§185Ν. ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Ὁ κύριος Βουλευτὴς σπεύδει, διότι ἔπρεπε νὰ ζητήσῃ νὰ μάθῃ, πόσαι εἶναι αἱ πιστώσεις αἱ δαπανηθεῖσαι διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ πόσαι αἱ ἀδιάθετοι. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἀνωτέρω νομοσχέδιον, κατ’ ἀρχὴν καὶ ἄρθρον μόνον, εἰς τρίτην συζήτησιν, ἄνευ ἑτέρας ἀντιρρήσεως).
§186ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ κυρώσεως Βασιλικοῦ Διατάγματος, δι’ οὗ ἐχορηγήθη ἀναπληρωματικὴ πίστωσις ἐκ δραχμῶν 60,000 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν τῆς χρήσεως τοῦ 1901».
§187Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Παρατηρῶ ἔλλειψιν, ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο δὲν συνοδεύεται μετὰ τοῦ πρακτικοῦ τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ μετὰ τοῦ Διατάγματος, δι’ οὗ ἐχορηγήθη ἡ πίστωσις, καὶ μετὰ τῆς ἐκθέσεως τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργοῦ. Δεύτερον, ὅτι διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ εἶχε χορηγηθῆ πίστωσις 50,000 δραχμῶν, ἔπειτα ἐχορηγήθη πίστωσις 20,000 κατὰ Ἰούνιον, ζητοῦνται δὲ προσέτι νῦν 60,000, ἐν ὅλῳ 130,000. Τὸ ποσὸν τὸ δαπανηθὲν ὑπερβαίνει τὸ διπλάσιον τοῦ προϋπολογισθέντος. Ἔκτακτός τις λόγος δὲν ἐπεφάνη μετὰ τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, μοὶ φαίνεται δ’ ὅτι ἦτο ἀνάγκη νὰ δικαιολογηθῇ ἡ ὑπερβάλλουσα δαπάνη, διότι εἶναι ἐνδεχόμενον ν’ ἀποδειχθῇ, ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον ὑπελόγισεν ἀμελέστατα.
§188Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Δύναμαι νὰ δώσω μικρὰν ἐξήγησιν. Ἐνθυμοῦμαι ὅτι, ὅτε συνεζητεῖτο ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1901, ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης ἔκαμε παρατήρησιν ἐπὶ τῆς ἀναγεγραμμένης πιστώσεως, καὶ εἶπεν, ὅτι τὰ τῆς ὑγείας ἐν Εὐρώπῃ ἔχουσι καλῶς, καὶ ὅτι δὲν θὰ γείνῃ χρῆσις τοῦ ποσοῦ ἐκείνου· ἠλπίζομεν δ’ ὅτι δὲν ἠθέλομεν εὑρεθῆ εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ δαπανήσωμεν καὶ ἄλλα ποσά. Μετὰ τὴν ψήφισιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἐπῆλθεν ἡ πανώλης, ἥτις ὑπεχρέωσε τὴν Κυβέρνησιν νὰ συστήσῃ τὰ λοιμοκαθαρτήρια Δήλου καὶ Κερκύρας, καὶ ἡ ἀνάγκη αὕτη δικαιολογεῖ τὴν δαπάνην.
§189Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Διὰ τοῦτο παρεκάλεσα τὸν ἁρμόδιον Ὑπουργὸν νὰ καταθέσῃ πίνακα, δηλοῦντα τὸν χρόνον, καθ’ ὃν συνέστησε τὰ δύο λοιμοκαθαρτήρια, καὶ πίνακα τῶν ἐξόδων αὐτῶν.
§190Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1902 ἀνεγράφησαν 50,000 δραχ. δι’ ἔκτακτα ὑγειονομικὰ ἔξοδα· διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1901 ἐχορηγήθησαν 110,000 δραχμαί· σήμερον τὸ ποσὸν αὐτὸ διὰ τῆς ὑποβληθείσης πιστώσεως ἀναβιβάζεται εἰς 170,000. Ἔκτοτε μεταβολή τις δὲν ἐπῆλθεν εἰς τὰ τῆς δημοσίας ὑγείας, ἐξ ἐναντίας αἱ αὐταὶ ἑστίαι τῆς πανώλους, αἱ ὁποῖαι ὑπῆρχον κατὰ τὸ ἔτος 1901, ἐξακολουθοῦσιν ὑφιστάμεναι καὶ σήμερον, νῦν δὲ παρουσιάζεται καὶ ὁ κίνδυνος τῆς χολέρας. Εἶναι λοιπὸν δυνατὸν νὰ φαντασθῇ τις, ὅτι κατὰ τὸ 1902 θὰ ἀρκέσωσιν αἱ 50,000; Κατὰ τὸ 1899 ἀνεγράφη ποσὸν δραχ. 200,000, κατὰ τὸ 1900 πάλιν 150,000. Αἴφνης τὸ 1901 τὸ ἐλαττώνομεν. Τοιαῦται ἐλαττώσεις δὲν στηρίζονται εἰς τὰ πράγματα, ἀλλὰ τοὐναντίον.
§191Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης ἔκαμε θόρυβον, διότι ἀνεγράψαμεν ποσὸν πολὺ μέγα.
§192Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐγὼ φρονῶ τὸ ἀντίθετον· νὰ ἀναγράφωμεν δηλονότι μεγαλείτερα ποσὰ, διότι τοῦτο συντελεῖ εἰς τὴν ὁμαλωτέραν διοίκησιν· διότι ἰδοὺ σήμερον καλούμεθα νὰ ψηφίσωμεν πίστωσιν, ἐνῷ, ἂν ἀνεγράφοντο ἐν τοῖς Προϋπολογισμοῖς τὰ κονδύλια, τὰ ὁποῖα ἔπρεπε, δὲν θὰ εἴχομεν σήμερον πιστώσεις ἐκ τῶν ὑστέρων χορηγουμένας ὑπὸ τῆς Βουλῆς. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον, κατ’ ἀρχὴν καὶ ἄρθρον μόνον, εἰς τρίτην συζήτησιν, ἄνευ ἑτέρας παρατηρήσεως).
§193ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ χορηγίας ἐκτάκτου πιστώσεως ἐκ δραχμῶν 29,125 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1901». (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον, κατ’ ἀρχὴν καὶ ἄρθρον μόνον, ἄνευ ἀντιρρήσεως).
§194ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως ἐκ δραχμῶν 25,000 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1901».
§195Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἀναγκαζόμεθα νὰ παραβάλλωμεν τὰς αἰτουμένας πιστώσεις πρὸς τὰς χορηγηθείσας διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ὅπως ἀνεύρωμεν τὸ ὁλικὸν ποσὸν τῶν γενομένων δαπανῶν δι’ ἑκάστην ἀνάγκην τῆς διοικήσεως. Διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ λοιπὸν δι’ αὐτὴν τὴν ὑπηρεσίαν, δι’ ἣν ζητεῖται ἀναπληρωματικὴ πίστωσις, ἔχουσι χορηγηθῆ 70,000 δραχμαί· ζητοῦνται καὶ 25,000 διὰ τῆς ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως, ἑπομένως τὸ ὅλον ποσόν, τὸ δαπανηθὲν διὰ «δικαιώματα χωροφυλάκων», ἀνέρχεται εἰς 95,000. Ἀναγκάζομαι νὰ παραβάλω πρὸς τὰ δαπανηθέντα κατὰ τὸ 1896, διότι τὸ 1897, 1898 καὶ 1899 ἦσαν ἔτη ἀνώμαλα. Κατὰ τὸ 1896 λοιπὸν εἶχον δαπανηθῆ μόνον δραχ. 52,621, ἐνῷ διὰ τὸ 1901 ζητοῦνται 95,000. Ἑπομένως διαφορὰ 43 περίπου χιλιάδων! (Γίνεται δεκτὸν καὶ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, κατ’ ἀρχὴν καὶ ἄρθρον μόνον, εἰς τρίτην συζήτησιν, ἄνευ ἑτέρας ἀντιρρήσεως).
§196ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἀπαλλαγῆς ἀπὸ τῆς ἀποδόσεως τῶν χορηγηθέντων δυνάμει τοῦ νόμου ͵ΒΦΜʹ τοῦ 1898 δανείων».
§197Θ. ΚΡΙΕΜΑΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, παρακαλῶ, τὸν λόγον.
§198ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τῆς ἀρχῆς ἔχετε τὸν λόγον;
§199ΠΟΛΛΟΙ (δεξιόθεν). Εἰς τὴν δευτέραν ἀνάγνωσιν.
§200Θ. ΚΡΙΕΜΑΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν ἐννοῶ νὰ ὁμιλήσω ἐπὶ τῆς ἀρχῆς, ἔχω ὅμως νὰ ζητήσω πληροφορίας τινὰς, τὰς ὁποίας παρακαλῶ νὰ φροντίσῃ νὰ φέρῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, διὰ νὰ μοὶ χρησιμεύσωσιν εἰς τὴν δευτέραν συζήτησιν.
§201ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν καταθέτετε τὴν αἴτησίν σας ἐγγράφως, διὰ νὰ τὴν διαβιβάσω εἰς τὸν κ. Ὑπουργόν; (ἀνυπομονησία ἐκ δεξιῶν).
§202Θ. ΚΡΙΕΜΑΔΗΣ. Δὲν ἐννοῶ διὰ ποῖον λόγον στενοχωρεῖται ἡ Βουλὴ εἰς τὸ νὰ συζητηθῇ τὸ ζήτημα.
§203ΦΩΝΑΙ (ἐκ δεξιῶν). Ὄχι, ὄχι.
§204Θ. ΚΡΙΕΜΑΔΗΣ. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει παρακαλῶ νὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ἡ Βουλὴ νὰ ἀναπτύξω τὴν γνώμην μου ἐπὶ τοῦ ζητήματος, καὶ διὰ νὰ μὴ φαίνηται ὅτι συζητοῦντες ἐδῶ συζητοῦμεν ὑπὸ πίεσίν τινα (φωναὶ ἐκ δεξιῶν: ὄχι, ὄχι), διότι ὁπωσδήποτε δὲν ἐπεθύμουν νὰ ἀναβληθῇ τὸ ζήτημα, καὶ διότι τὸ νὰ συζητῇ ὁ Βουλευτὴς ἐπὶ θέματος ἐνδιαφέροντος δὲν σημαίνει, ὅτι παρακωλύει τὴν συζήτησιν (φωναὶ ἐκ δεξιῶν: ὄχι, ὄχι). Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, τὸν λόγον τῆς ἀναβολῆς δὲν δύναμαι νὰ τὸν ἐννοήσω. Παρακαλῶ λοιπὸν νὰ μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ συζητήσω ἐπὶ τοῦ περὶ οὗ πρόκειται νομοσχεδίου.
§205ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα· ὁρίστε.
§206Θ. ΚΡΙΕΜΑΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐκ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ κρίνω, ὅτι ὁ σκοπὸς τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν δὲν εἶναι νὰ καταστρέψωσι τὸν σκοπὸν τοῦ ͵ΒΦΜʹ νόμου τοῦ 1898, διὰ τοῦ ὁποίου ἐχορηγήθησαν δάνεια εἰς τοὺς Θεσσαλοὺς, ἵνα διευκολυνθῇ ἡ παλιννόστησις καὶ ἐγκατάστασις αὐτῶν ἐν Θεσσαλίᾳ, ἀλλ’ ὁ σκοπὸς αὐτοῦ εἶναι νὰ προβῶσιν εἰς παραχωρήσεις ἀκριβῶς εἰς ἐκείνους ἐκ τῶν Θεσσαλῶν, οἱ ὁποῖοι εὑρίσκονται ἐν ἀδυναμίᾳ πλήρει, ὅπως ἀποδώσωσι τὰ δάνεια ταῦτα. Ἀλλ’ ἐνῷ ὁ σκοπὸς τῶν κυρίων Ὑπουργῶν εἶναι νὰ ἀπαλλάξωσιν, ἐν τούτοις διὰ τοῦ νόμου τούτου ἀγνοοῦσιν ἴσως, τίνες πρόκειται καὶ πρέπει νὰ ἀπαλλαγῶσιν. Ἴσως, κύριε Πρόεδρε, ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον λέγω, νὰ μὴ ἦναι καὶ βάσιμον, καὶ διὰ τὸν λόγον τοῦτον ἤθελον παρακαλέσει τοὺς κυρίους Ὑπουργοὺς νὰ μοὶ χορηγήσωσι μερικὰς πληροφορίας, αἱ ὁποῖαι θὰ μοὶ χρησιμεύσωσιν εἰς διαφώτισιν τοῦ ζητήματος καὶ εἰς τὴν ἀκριβῆ ἐκτίμησιν τοῦ λόγου, ἕνεκα τοῦ ὁποίου εἰσήχθη τὸ νομοσχέδιον. Δὲν πρέπει νὰ λησμονηθῇ, ὅτι κατὰ σύμπτωσιν, ὅτε εἰσήγετο ὁ νόμος περὶ χορηγίας δανείων εἰς τοὺς Θεσσαλούς, ἵνα διευκολυνθῇ ἡ παλιννόστησις καὶ ἐγκατάστασις αὐτῶν, καὶ τότε ἐτύγχανε Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργείου ὁ νῦν ἀξιότιμος Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. Τότε τὸ πρῶτον εἰσήχθη νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου τὸ ποσὸν τῶν 7½ ἑκατομμυρίων ἐχαρίζετο καθ’ ὁλοκληρίαν εἰς τοὺς Θεσσαλούς. Ἀλλ’ ἐγεννήθη τὸ ζήτημα, ἂν ἀληθῶς ὑφίστατο λόγος ῥιζικὸς, ὅπως χορηγήσῃ τὸ Κράτος τὰ 7½ ἑκατομμύρια ταῦτα εἰς τοὺς Θεσσαλούς, καὶ μάλιστα εἰς ἐποχὴν, κατὰ τὴν ὁποίαν τὸ Κράτος διέτρεξε τοὺς σοβαρωτάτους τῶν κινδύνων, καὶ ὑπέστη τοσαύτας οἰκονομικὰς περιπετείας. Συνεζητεῖτο δὲ, ἂν ἦτο εἰς θέσιν νὰ προβῇ εἰς τόσον μεγάλην δωρεὰν, οἵα ἡ τῶν 7½ ἑκατομμυρίων. Τούτου ἕνεκα οἱ τότε ἀντιπρόσωποι τῆς Θεσσαλίας, μεταξὺ τῶν ὁποίων εἶχον τὴν τιμὴν νὰ συγκαταλέγωμαι καὶ ἐγὼ, ἐνόμισαν, ὅτι ἔδει νὰ προτείνωσιν, ὅπως ἡ διάθεσις τοῦ ποσοῦ τῶν 7½ ἑκατομμυρίων εἰς τοὺς ὑπὸ παλιννόστησιν καὶ ἐγκατάστασιν ἐν Θεσσαλίᾳ εὑρισκομένους πρόσφυγας ἐν Ἑλλάδι, διὰ νὰ ἦναι τελεσφόρος, γείνῃ ἐν συνδυασμῷ τοιούτῳ, ὥστε τότε μὲν νὰ διευκολυνθῶσιν οἱ εὑρισκόμενοι εἰς ἀνάγκας καὶ δυσχερείας, κατόπιν δὲ τοῦτο ἐπιστρεφόμενον νὰ χρησιμεύσῃ εἰς γενικώτερόν τινα σκοπὸν, εἰς τὸν σκοπὸν τοῦ νὰ διατεθῇ εἰς ἐνίσχυσιν τῆς ἐν γένει ἐγγείου φορολογίας ἐν Θεσσαλίᾳ, καὶ διὰ τοῦτον τὸν λόγον ἡ τότε Κυβέρνησις ἐδέχθη τὴν γνώμην τῶν ἐκ Θεσσαλίας τότε Βουλευτῶν καὶ ἦλθεν εἰς συνεννοήσεις μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ἡ ὁποία ἐδέχθη αὐτὴ νὰ ἀναλάβῃ τὴν ἐν γένει διάθεσιν καὶ διαχείρισιν τοῦ ποσοῦ τούτου, ὑπὸ τὸν ὅρον, κατόπιν εἰσπράττουσα τὸ ποσὸν τοῦτο νὰ τὸ διαθέσῃ πρὸς ἐνίσχυσιν τῆς γεωργίας ἐν Θεσσαλίᾳ, καὶ ἔκτοτε ἀριθμεῖται ἡ σύστασις ἢ μᾶλλον ἡ ἐγκαθίδρυσις τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ἐν Θεσσαλίᾳ καὶ ἡ ἐκτόπισις ἢ μᾶλλον ἡ ἀπορρόφησις τῆς Ἠπειροθεσσαλικῆς Τραπέζης, καὶ οὕτω προελήφθη ὁ ἐνδεικνυόμενος φόβος τῆς ματαιώσεως τῆς χορηγίας τοῦ ποσοῦ τούτου. Ἐξεπληροῦτο δὲ συγχρόνως τότε καὶ εἷς πόθος τοῦ Θεσσαλικοῦ λαοῦ, ὁ πόθος τοῦ νὰ ἐγκατασταθῇ ἐν Θεσσαλίᾳ ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα, ἡ ὁποία ἐθεωρεῖτο ὡς μᾶλλον χρήσιμος καὶ ὠφελιμωτέρα εἰς τοὺς γεωργικοὺς πληθυσμοὺς, καὶ ἡ ἐκτόπισις ἢ μᾶλλον ἡ κατάργησις τῆς Τραπέζης Ἠπειροθεσσαλίας ἀφ’ ἑνὸς, καὶ ἀφ’ ἑτέρου ἐξεπληροῦτο ἐν μέρει εἷς σκοπός, τὸν ὁποῖον εἶχον οἱ ἀντιπρόσωποι, ὁ σκοπὸς τοῦ νὰ τεθῇ μία βάσις ὁπωσδήποτε, χορηγούσης τῆς Κυβερνήσεως, πρὸς ἐνίσχυσιν καὶ βελτίωσιν τῆς ἐν Θεσσαλίᾳ ἐγγείου παραγωγῆς. Οὗτος λοιπὸν ἦτο ὁ κατ’ ἐξοχὴν σκοπὸς, διὰ τὸν ὁποῖον οἱ τότε Βουλευταὶ, κινδυνεύοντες νὰ χάσωσι τὴν δημοτικότητα αὐτῶν, ὑπέδειξαν, ὅτι ὀρθότερον καὶ ὠφελιμώτερον ἤθελεν εἶσθαι, ἂν τὸ ποσὸν τοῦτο διετίθετο τότε μὲν λόγῳ δανείου, κατόπιν δὲ εἰσπραττόμενον νὰ χρησιμεύσῃ εἰς τοὺς ἄλλους σκοποὺς, τοὺς ἀπωτέρους μὲν, ἀλλὰ καὶ ὠφελιμωτέρους διὰ τὸν γεωργικὸν ἐν Θεσσαλίᾳ πληθυσμόν. Ὑποθέτω λοιπὸν, ὅτι διὰ τῆς εἰσαγωγῆς τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ δὲν ἐσκόπουν τὴν καταστροφὴν τοῦ ἄλλου ἐκείνου σκοποῦ, ἀλλ’ ἐσκόπουν ἴσως νὰ συντελέσωσιν, ἵνα ἐλαφρύνωσιν ἢ ἀπαλλάξωσιν ἀκριβῶς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι εὑρίσκοντο εἰς ἀπόλυτον ἀδυναμίαν νὰ ἀποδώσωσι τὰ δάνεια, τὰ ὁποῖα ἔλαβον τότε. Ἀλλὰ τίνες εἶναι οὗτοι; Πάντες ὅσοι ἀνεξαιρέτως ἔλαβον δάνειον ἐκ τοῦ ποσοῦ ἐκείνου, πλὴν τῶν δικηγόρων, τῶν ἰατρῶν, τῶν συμβολαιογράφων καὶ τῶν φαρμακοποιῶν, δηλαδὴ χαρίζονται 6,000,000 ἐν ὅλῳ, καὶ ἀπομένουσιν νὰ πληρωθῶσι μόνον διακόσιαι ἕως τριακόσιαι χιλιάδες δραχμῶν. Ἀλλὰ διὰ τῶν τριακοσίων αὐτῶν χιλιάδων, αἵτινες θ’ ἀποδοθῶσιν ὑπὸ τῶν ἀνωτέρω, πρόκειται νὰ ἐξυπηρετηθῇ ὁ πρὸς ἐνίσχυσιν τῆς γεωργίας ἐν Θεσσαλίᾳ σκοπός; Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, φανερὸν ὅτι ὁ σκοπὸς τοῦ νόμου καταστρέφεται καὶ καταργεῖται καθ’ ὁλοκληρίαν. Ὑμεῖς καθορίζετε ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι δὲν ἀπαλλάσσονται τῶν δανείων, ἀλλὰ δὲν εἶσθε εἰς θέσιν, ὑποθέτω, νὰ γνωρίζητε τίνες ἔχουσιν ἀνάγκην τῆς ἀρωγῆς τῆς Βουλῆς, τίνες δηλαδὴ ἀπαλλάσσονται, καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ μὲ πληροφορήσῃ: αʹ) Εἰς τί ποσὸν ἀνέρχονται τὰ δυνάμει τοῦ ΒΦΜʹ νόμου χορηγηθέντα δάνεια, καὶ εἰς τίνας ἐπαρχίας τῆς Θεσσαλίας ταῦτα ἐχορηγήθησαν. Ἡ ἐρώτησίς μου αὕτη ἔχει σημασίαν, καὶ δικαιολογεῖ πληρέστατα τὸν λόγον, ἕνεκα τοῦ ὁποίου παρεμβαίνω εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου τούτου, διότι εἶναι τελείως ἀποδεδειγμένον, κύριε Πρόεδρε, ὅτι τὰ 6½ ἑκατομμύρια ταῦτα διετέθησαν ἀποκλειστικῶς εἰς τὸν νομὸν Λαρίσης.
§207ΑΠ. ΖΑΠΠΑΣ. Εἰς τὴν ἐπαρχίαν Φαρσάλων.
§208Κ. ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Ὄχι δὲ καὶ εἰς τὸν νομὸν Τρικκάλων.
§209Θ. ΚΡΙΕΜΑΔΗΣ. Εἰς τὸν νομὸν Τρικκάλων, δηλαδὴ εἰς τὰς ἐπαρχίας Τρικκάλων καὶ Καλαμπάκας, καὶ εἰς τὸν νομὸν Καρδίτσης δὲν διετέθησαν ἢ ἀσήμαντα ποσά· καὶ ὡρισμένως λέγω, ὅτι διετέθησαν ἐν μὲν Καλαμπάκᾳ μόνον ὑπὲρ τῆς Κουτσούφλιανης, καὶ ὀλίγον ποσὸν δι’ ἓν χωρίον, τὸ Πρεβέντα, εἰς δὲ τὴν ἐπαρχίαν Τρικκάλων διετέθησαν εἰς τρία ἐν ὅλῳ χωρία, Βαλτζινὸν, Τύρναν καὶ Βαρυμπόπην· εἰς δὲ τὸν νομὸν Καρδίτσης δὲν εἶμαι εἰς θέσιν νὰ γνωρίζω τί ποσὸν διετέθη, γνωρίζω ὅμως, ὅτι ἐλάχιστα ποσὰ διετέθησαν καὶ ἐκεῖ, τὸ δὲ ἄλλο ποσὸν τῶν 6½ ἑκατομμυρίων, ὅπερ ἐν ὅλῳ διετέθη, διετέθη εἰς τὰς ἄλλας ἐπαρχίας, Τυρνάβου, Λαρίσης, Βόλου, Φαρσάλων, Δομοκοῦ καὶ Ἁλμυροῦ. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, ἔχω καθῆκον ἐγὼ, ἐργαζόμενος ὑπὲρ τοῦ συμφέροντος γενικῶς μὲν τῆς γεωργίας, ἀλλὰ πρὸ πάντων ὑπὲρ τοῦ συμφέροντος τῆς ἐπαρχίας, τὴν ὁποίαν ἀντιπροσωπεύω, νὰ συστήσω τὴν διάσωσιν τοῦ ποσοῦ τούτου, ὅσον εἶναι δυνατὸν, καὶ νὰ φανῶ αὐστηρότερος εἰς τὰς ἀορίστους τοῦ νομοσχεδίου ἀπαλλαγὰς, εἰς τὰς ὁποίας μετὰ τόσης εὐκολίας ἡ Κυβέρνησις ἐνόμισεν ὅτι ἠδύνατο νὰ προβῇ διὰ τοῦ παρόντος νομοσχεδίου.
§210ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸν λόγον.
§211Θ. ΚΡΙΕΜΑΔΗΣ. Αὐτὸς εἶναι λοιπὸν ὁ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον διατυπώνω τὴν δευτέραν ἐρώτησίν μου, νὰ πληροφορήσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, ὡς καὶ ὁ τῶν Οἰκονομικῶν, τὴν Βουλήν: αʹ) εἰς τί ποσὸν ἀνέρχονται τὰ δάνεια τὰ χορηγηθέντα κατ’ ἐπαρχίας ἐν Θεσσαλίᾳ· βʹ) εἰς πόσους δικηγόρους, ἰατροὺς, φαρμακοποιοὺς καὶ συμβολαιογράφους ἐχορηγήθησαν δάνεια, εἰς τί ποσὸν ἀνέρχονται ταῦτα, καὶ εἰς τίνας ἐπαρχίας οὗτοι ἀνήκουσι...
§212ΔΙΓΕΝΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ τὰ ὀνόματά των.
§213ΚΡΙΕΜΑΔΗΣ. Ὄχι, δὲν θέλω τὰ ὀνόματα· καλὸν θὰ ἦναι νὰ μὴ ἀναφέρωνται τὰ ὀνόματα... Θέλει δὲ ἀποδειχθῆ, ὅτι ἐκ τῆς ἐπαρχίας Τρικκάλων, ἐπὶ παραδείγματι, οὐδεὶς δικηγόρος, οὐδεὶς ἰατρὸς, οὐδεὶς φαρμακοποιός, οὐδεὶς συμβολαιογράφος ἔλαβεν οὐδὲ λεπτόν. γʹ) Πόσοι ἐκ τῶν ὑποχρέων εἰς πληρωμὴν φόρου ἐπιτηδεύματος ἢ οἰκοδομῶν ἀνωτέρου τῶν 75 δραχμῶν ἐδανείσθησαν ἐκ τοῦ ποσοῦ τούτου, καὶ δʹ) ὑποδεικνύω εἰς τοὺς κ. Ὑπουργοὺς, ὅτι δυνάμει τοῦ ὑφισταμένου νόμου περὶ φορολογίας τῶν ζώων οἱ γεωργικοὶ πληθυσμοὶ ἐν Θεσσαλίᾳ δὲν ὑπόκεινται εἰς φορολογίαν ἀροτριώντων κτηνῶν, ἑπομένως ἡ ἕκτη περίπτωσις τοῦ νομοσχεδίου, καθ’ ἣν ἐξαιροῦνται τῆς ἀπαλλαγῆς οἱ ὑπόχρεοι, κατὰ τοὺς σχετικοὺς φορολογικοὺς καταλόγους τοῦ ἔτους 1901, πρὸς πληρωμὴν δημοσίου καὶ δημοτικοῦ φόρου ἀροτριώντων κτηνῶν ἢ φόρου βοσκησίμων γαιῶν μείζονος τῶν δραχμῶν 150, ἡ περίπτωσις αὕτη θὰ ἀποβῇ ματαία, καθόσον οἱ μόνοι, οἱ ὁποῖοι ἀναφέρονται ἐν τοῖς φορολογικοῖς καταλόγοις πρὸς πληρωμὴν φόρου ἀροτριώντων κτηνῶν ἐν Θεσσαλίᾳ, εἶναι οἱ τσιφλικιοῦχοι. Εἰς τούτους λοιπὸν θὰ χαρίσητε; Ἀλλ’ ἐκ τούτων οὐδεὶς ἐδανείσθη ποσόν τι ἐκ τοῦ ἐν λόγῳ δανείου. Ἑπομένως πρέπει νὰ διατυπωθῇ ἄλλως τὸ πρᾶγμα ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, ὅτι δηλαδὴ δὲν ἀπαλλάσσεται τοῦ δανείου πᾶς καλλιεργητὴς, ὅστις ἐργάζεται μὲ δύο ζεύγη ἀροτριώντων κτηνῶν, ἢ δι’ ἄλλου τρόπου πρέπει νὰ διατυπωθῇ, καὶ οὐχὶ καθ’ ὃν τρόπον διατυποῦται ἐνταῦθα, διότι, ὡς εἶπον, οἱ γεωργοὶ δὲν εἶναι ἐν Θεσσαλίᾳ ὑπόχρεοι πρὸς πληρωμὴν φόρου τοιούτου, καὶ ἑπομένως οὔτε ἀναγράφονται εἰς τοὺς φορολογικοὺς καταλόγους. Ἐν τέλει ζητῶ πληροφορίαν, ἥτις θέλει συντελέσει εἰς ἀκριβεστέραν ἐκτίμησιν τοῦ λόγου, ἕνεκα τοῦ ὁποίου εἰσήχθη τὸ νομοσχέδιον. Θέλω νὰ μάθω, εἰς τί ποσὸν ἀνέρχεται τὸ εἰσπραχθὲν μέχρι τοῦδε ὑπὸ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ἐκ τοῦ χορηγηθέντος δανείου....
§214Κ. ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Εἰς μηδέν.
§215Θ. ΚΡΙΕΜΑΔΗΣ. Κἄτι τι θὰ εἰσεπράχθη· ἄλλως τόσον τὸ χειρότερον. Ἐκ τούτων ὅλων, Κύριοι, ἄγομαι εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι ὁ σκοπός μου δὲν εἶναι νὰ ὁμιλήσω ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου, οὔτε ν’ ἀντιστρατευθῶ κατ’ αὐτοῦ, ἀλλὰ ζητῶ νὰ περιορισθῶσιν αἱ ἀπαλλαγαὶ εἰς τοὺς ἀδυνατοῦντας νὰ πληρώσωσι τὰ δάνεια. Δὲν ἐννοῶ νὰ μὴ παρασχεθῇ ἀπαλλαγὴ εἰς τοὺς ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι περιέστησαν ἕνεκα τοῦ πολέμου ἢ μετέπειτα ἀτυχημάτων εἰς ἀπόλυτον ἀδυναμίαν νὰ ἐπανορθώσωσι τὰ καθ’ ἑαυτοὺς, διότι ἐλπίζω διὰ τούτου, ὅτι ἐκ τῶν 6½ ἑκατομμυρίων τὰ τρία θὰ ἐπιστραφῶσι, διότι εἶναι εἰς θέσιν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι τὰ ἔλαβον, νὰ τὰ ἀποδώσωσι, καὶ διότι ἐλπίζω, ὅτι ταῦτα ἐπιστρεφόμενα θέλουσι χρησιμεύσει διὰ τοὺς πολὺ χρησιμωτέρους ἐν Θεσσαλίᾳ σκοποὺς, περὶ ὧν προεῖπον. Αὐτὸς εἶναι ὁ σκοπός μου, οὐχὶ δὲ ν’ ἀντιστρατευθῶ εἰς τὴν ἀρχὴν ἢ τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου. Ὑποθέτω λοιπὸν, ὅτι ὁ κύριος Ὑπουργὸς θὰ δεχθῇ τὴν παράκλησίν μου, ὅπως ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ὑπὸ τὸν ὅρον νὰ μοὶ χορηγήσῃ τὰς πληροφορίας, ἃς ἐζήτησα· ἄλλως ἂς ψηφισθῇ εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν, καὶ εἰς τὴν δευτέραν τοιαύτην δύναται νὰ προσκομίσῃ ταύτας.
§216Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Δέχομαι τὴν ἀναβολήν.
§217ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ ἀναβάλλεται. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρᾳ 9 μ. μ.).