1902.02.08
1.569 στίχοι · 12.178 λέξεις · 109 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 19
τῆς 8 Φεβρουαρίου 1902.
(Παρασκευή).
(Γενομένης ἀπαρτίας ὥρᾳ 5 καὶ 10′ μ. μ. ἀναγινώσκονται καὶ ἐγκριθέντα ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους ἐπιτροπὴ ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως δραχ. 10,000 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῆς Παιδείας τῆς χρήσεως τοῦ 1901. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 76). Ἐπιτροπὴ τῶν κατοίκων Τρικκάλων διὰ τηλεγραφήματός της παρακαλεῖ νὰ παύσῃ ἡ ὑλοτομία καὶ ν’ ἀνασταλῇ ἡ δημοπρασία τῶν δασῶν Καστανιᾶς καὶ Βενδίστης.
§2ΑΥΓ. ΑΒΕΡΩΦ. Κύριε Πρόεδρε, ἐκ τοῦ χωρίου Καστανιᾶς ἔχω λάβει καὶ ἐγὼ τηλεγράφημα περὶ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ, καὶ παρακαλοῦμαι νὰ κάμω τὴν δέουσαν εἰσήγησιν περὶ τοῦ ζητήματος· ἀλλ’ ἐπειδὴ κατὰ τὴν συνέλευσιν τῶν Θεσσαλῶν Βουλευτῶν ὑπεγράφη ὑπόμνημα περὶ τοῦ ζητήματος τοῦ κοινωτικοῦ τῶν δασῶν, θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὅπως, εἰ δυνατόν, τὸ ταχύτερον προκαλέσῃ τὴν ἀπόφασιν τοῦ δασικοῦ τμήματος τοῦ Ὑπουργείου, διότι πρόκειται περὶ τῶν δασῶν ὁλοκλήρου τῆς Θεσσαλίας, ἰδιαιτέρως δὲ ἡ Καλαμπάκα, ἡ ὁποία εἶναι ἓν ἀπέραντον δάσος, ὑποφέρει.
§3Φ. ΝΕΓΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἐντὸς τῆς προσεχοῦς ἑβδομάδος θὰ ἔχητε τὴν ἀπάντησιν.
§4Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸ ζήτημα τῶν δασῶν πρέπει νὰ ἐφελκύσῃ πλειότερον τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τῆς Βουλῆς. Δὲν ἐννοῶ, ποῦ στηριζόμενον τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν ἀπαιτεῖ διὰ τὰς νέας ἐπαρχίας τίτλον, ὁ ὁποῖος δὲν ἀπαιτεῖται διὰ τὰς παλαιὰς ἐπαρχίας τοῦ Κράτους. Διὰ τὰς παλαιὰς ἐπαρχίας τοῦ Κράτους ὑπάρχει ὁ νόμος τοῦ 1836, ὁ ὁποῖος ἐφηρμόσθη καθ’ ὃν τρόπον πάντες γνωρίζομεν. Διὰ τὰς νέας ἐπαρχίας δὲν ὑπάρχει παρὰ μόνον ἡ συνθήκη τῆς ἐκχωρήσεως αὐτῶν ἐκ μέρους τῆς Τουρκίας πρὸς τὴν Ἑλλάδα. Ἐν τῇ συνθήκῃ τῆς ἐκχωρήσεως ἀναφέρεται ὡρισμένως, ποῖα εἶναι τὰ κτήματα, τὰ ὁποῖα ἀνήκουσιν εἰς τὸ Δημόσιον τὸ Τουρκικὸν καὶ τὰ ὁποῖα περιέρχονται εἰς τὸ Ἑλληνικὸν Δημόσιον, ὁρίζονται τίτλοι τινὲς ἰδιοκτησίας, ἀλλὰ δὲν ἀναιροῦνται καὶ οἱ τίτλοι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἐκ τοῦ φυσικοῦ δικαίου πηγάζουσι περὶ τῆς ἀποδείξεως τῆς ἰδιοκτησίας· εἶναι δὲ ὑπερβολικὴ ἡ ἀπαίτησις, νὰ ἀξιῶμεν ἀπὸ κοινότητας, αἱ ὁποῖαι διῆλθον περιπετείας ὑπερβολικὰς ἐνίοτε, καὶ ὑπὸ ἔποψιν πολέμων καὶ ὑπὸ ἔποψιν δημοσίας τάξεως, νὰ διατηρῶσιν ἐπὶ αἰῶνας τεμάχια χάρτου, ὅπως ἀποδείξωσι δι’ αὐτῶν τὴν ἰδιοκτησίαν των, ἐνῷ μήτε ἡ Τουρκικὴ Κυβέρνησις, μήτε ἄλλη τις Κυβέρνησις δύναται νὰ ἀρνηθῇ εἰς τὰς κοινότητας ἰδιοκτησίαν, τὴν ὁποίαν κατέχουσιν ἀπὸ αἰῶνος, καὶ ἡ ὁποία μετὰ τὴν ἀπώλειαν τῶν τίτλων τῶν ἐγγράφων δύναται ν’ ἀποδειχθῇ διὰ παντὸς νομίμου μέσου, παραδεκτοῦ παρὰ τῆς νομοθεσίας ἡμῶν. Διὰ τοῦτο, πρὸς ἀποφυγὴν δυσκολιῶν, αἱ ὁποῖαι γεννῶνται εἰς ὀλίγας κοινότητας τῶν νέων ἐπαρχιῶν, παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ἐπιστήσῃ τὴν προσοχὴν αὐτοῦ, τοσούτῳ μᾶλλον, καθόσον σήμερον ὅλοι κατεχόμεθα ὑπὸ τῆς ἐπιθυμίας νὰ θέσωμεν καὶ τοὺς ἀγρότας καὶ τὰς κοινότητας, εἰ δυνατόν, εἰς κατάστασιν νὰ δύνανται νὰ ἀναπτύξωσι καὶ τὴν γεωργίαν των καὶ τὴν κτηνοτροφίαν των. Τοῦτον τὸν σκοπὸν ἔχει ὁ νόμος, τὸν ὁποῖον ἐψηφίσαμεν, περὶ ἀγορᾶς τῶν κτημάτων Στεφάνοβικ. Τοῦτον τὸν σκοπὸν θὰ ἔχωσιν ἴσως καὶ ἄλλα μέτρα, τὰ ὁποῖα θὰ λάβωμεν. Νὰ ἔρχηται δὲ σήμερον τὸ Κράτος νὰ γεννᾷ τὰς δυσκολίας αὐτὰς εἰς τὰς κοινότητας, νομίζω, ὅτι ἔχει τι τὸ ὑπερβολικόν. Ἔχω δὲ τὴν πεποίθησιν, ὅτι, ὅταν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν μελετήσῃ τὸ ζήτημα, ὄχι μόνον ὑπὸ τὴν στενὴν νομικὴν ἔποψιν, ἀλλὰ καὶ ὑπὸ τὴν οἰκονομικὴν ἔποψιν, θὰ πεισθῇ ὅτι δὲν πρέπει νὰ γεννῶνται αἱ δυσκολίαι αὗται εἰς τὰς κοινότητας καὶ τοὺς ἰδιώτας πρὸς ἀπόδειξιν τῆς ἰδιοκτησίας των.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Δεληγεώργης ἔχει τὸν λόγον.
§6Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Προσθέτω καὶ ἐγὼ εἰς τὰς παρατηρήσεις τοῦ προλαλήσαντος τὰς ἐμὰς παρατηρήσεις. Νομίζω, ὅτι τὸ τμῆμα τῶν δασῶν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν πλανᾶται, θεωροῦν ὑποχρέους πάντας τοὺς κατοίκους τῆς Θεσσαλίας καὶ τὰς κοινότητας αὐτῆς, ἵνα προσαγάγωσι τοὺς τίτλους τῆς ἰδιοκτησίας αὐτῶν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ μόνον ἐπὶ τῇ προσαγωγῇ τῶν τίτλων θεωρητέους ὡς ἰδιοκτήτας τῶν δασῶν, δικαιουμένους νὰ ἐκμεταλλεύωνται αὐτὰ κατὰ τοὺς κειμένους νόμους. Νομίζω, ὅτι δὲν δικαιοῦται τὸ Δημόσιον ἐκ τοῦ νόμου νὰ ἐγείρῃ τοιαύτην ἀξίωσιν. Ἀληθῶς ἅμα τῇ συστάσει τοῦ παλαιοῦ Βασιλείου ἐγένετο νόμος, ὅστις ὑπεχρέου τοὺς κατόχους δασῶν ἐντὸς βραχυτάτης προθεσμίας νὰ προσαγάγωσιν εἰς τὰς ἁρμοδίας ἀρχὰς τοὺς τίτλους αὐτῶν. Τοιοῦτος ὅμως νόμος δὲν ἰσχύει διὰ τὴν Θεσσαλίαν, ἥτις προσηρτήθη εἰς τὸ παλαιὸν Βασίλειον πολὺ βραδύτερον, οὐδὲ δυνάμεθα τὸν νόμον τοῦ 1836 νὰ ἐφαρμόσωμεν ἐν Θεσσαλίᾳ, διότι εἶχεν ὑπ’ ὄψιν τὸ παλαιὸν Βασίλειον καὶ τὸν πόλεμον τῆς ἀνεξαρτησίας, καὶ κατ’ ἀναλογίαν δὲν δύναται νὰ ἐφαρμοσθῇ νόμος ἐξαιρετικός, νόμος διοικητικός, ἐπεμβαίνων εἰς τὴν ἰδιωτικὴν κτῆσιν, καὶ ἀναγράφων διατάξεις ἀνατρεπτικὰς ἰδιωτικῶν δικαιωμάτων, αἱ ὁποῖαι, ἂν τυχὸν ἴσχυον, θὰ ἴσχυον ἀπὸ τῆς ἡμέρας τῆς προσαρτήσεως, καὶ ἀπὸ τῆς ἡμέρας ἐκείνης θὰ ἤρχιζον τρέχουσαι αἱ προθεσμίαι καὶ αἱ ἀπώλειαι τῶν δικαιωμάτων τῶν ἰδιοκτητῶν τῶν δασῶν, ὅσοι δὲν προσήγαγον τίτλους. Ἀλλ’ οὔτε νόμος νέος περὶ δασῶν ἐγένετο μετὰ τὴν προσάρτησιν, οὔτε ἐπετρέπετο νὰ γείνῃ ἐπὶ τοιούτῳ τέλει, διότι τὰ περὶ τῆς ἰδιοκτησίας αὐτῶν ἐκανόνισεν ἡ συνθήκη. Λοιπὸν δὲν ὑπάρχει νόμος διὰ τὴν Θεσσαλίαν, καὶ ἐὰν τὸ Δημόσιον θέλῃ νὰ ἔχῃ αὐτὴν τὴν ἐξουσίαν ἐν Θεσσαλίᾳ ἐπὶ τῶν δασῶν, κοινοτικῶν καὶ ἰδιωτικῶν, οἵαν ἐν τῷ παλαιῷ Βασιλείῳ, νὰ μὴ θεωρῶνται δηλ. ταῦτα ὡς ἀνήκοντα εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι τὰ νέμονται καὶ τὰ κατέχουσιν, ἂν δὲν προσήγαγον τοὺς τίτλους αὐτῶν, δὲν νομίζω, ὅτι τοῦτο δύναται νὰ ὑποστηριχθῇ, ἐναντίον μάλιστα τῆς συνθήκης τῆς προσαρτήσεως, διότι ἡ συνθήκη τῆς προσαρτήσεως λέγει ῥητῶς, ὅτι τὸ Δημόσιον θ’ ἀναγνωρίσῃ τοὺς ἰδιοκτήτας δυνάμει τίτλων οὐχὶ κατὰ τὴν ἑλληνικὴν νομοθεσίαν, ἀλλὰ κατὰ τὴν τουρκικήν. Ἡ διάταξις αὕτη δὲν ἐσκόπει βεβαίως νὰ δώσῃ δικαίωμα εἰς τὸ Κράτος νὰ μὴ ἀναγνωρίζῃ ἰδιωτικὰ δικαιώματα ἐπὶ δασῶν τῆς Θεσσαλίας ἰδιωτικῶν ἢ κοινοτικῶν, ἂν δὲν προσαγάγωσιν οἱ διάφοροι ἰδιοκτῆται ἐντὸς τῆς προθεσμίας τοῦ νόμου τοῦ 1836 τοὺς τίτλους αὐτῶν. Θὰ ἦτο τερατῶδες τοῦτο. Τὸ Κράτος πρὸς τοῦτο ὤφειλε νὰ προκαλέσῃ εἰδικὸν νόμον. Τούτου μὴ γενομένου, τὰς τυχὸν ἀξιώσεις αὐτοῦ ἐπὶ δασῶν τῆς Θεσσαλίας ὀφείλει δικαστικῶς νὰ ἐπιδιώξῃ. Ὅστις κατὰ τοὺς πρὸ τῆς προσαρτήσεως νόμους ἦτο ἰδιοκτήτης δάσους μένει καὶ μετὰ τὴν προσάρτησιν τοιοῦτος, χωρὶς νὰ περιορίζηται ἐπὶ ποινῇ ἐκπτώσεως ὑπὸ προθεσμίας. Ἠδύνατο τὸ Δημόσιον, ἐὰν ἤθελε νὰ γνωρίσῃ τὰ κοινοτικὰ καὶ ἰδιωτικὰ δάση τῆς Θεσσαλίας, νὰ ὑποχρεώσῃ τοὺς δικαιούχους νὰ παρουσιάσωσιν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν τοὺς τίτλους αὐτῶν, καὶ δὴ ἐντὸς ἀνατρεπτικῆς προθεσμίας, ἀλλ’ ἀπῃτεῖτο νόμος εἰδικός, καὶ τοιοῦτος δὲν ἐγένετο μέχρι τοῦδε. Τοιούτου μὴ ὑπάρχοντος, αἱ ἀξιώσεις τοῦ τμήματος τῶν δασῶν εἶναι ἀβάσιμοι καὶ παράνομοι. Ὁ νόμος τοῦ 1836 ἦτο νόμος εἰδικός. Ὁ γενικὸς νόμος εἶναι, ὅτι οὐδεὶς ὑποχρεοῦται ἢ δι’ ἀποφάσεως δικαστικῆς νὰ παρουσιάσῃ τοὺς τίτλους τῆς ἰδιοκτησίας δάσους καὶ ἐνώπιον τῶν Δικαστηρίων. Ἐπειδὴ δὲ τοῦτο φέρει προσκόμματα εἰς τὴν ἐνάσκησιν τῶν δικαιωμάτων τῶν ἰδιωτῶν καὶ τῶν κοινοτήτων ἐν Θεσσαλίᾳ, ἐφιστῶ τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ἀλλὰ συγχρόνως παρακαλῶ αὐτὸν νὰ μελετήσῃ καὶ τὸ ζήτημα τῶν τίτλων τῶν κοινοτικῶν δασῶν, διότι ὑπὸ τὴν τουρκικὴν νομοθεσίαν δὲν ἐκδίδονται τίτλοι κοινοτικῶν δασῶν.
§7ΑΠ. ΒΑΣΣΑΡΔΑΝΗΣ. Ἡ ἰδιοκτησία τῶν κοινοτικῶν δασῶν ἦτο ἀπηγορευμένη.
§8Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Αὐτὸ ἐννοῶ. Ἂς ἀποταθῇ τὸ Δημόσιον εἰς τὴν ἐν Κωνσταντινουπόλει Πρεσβείαν ἡμῶν, ἵνα βεβαιωθῇ, ἂν ἦτο δυνατὸν αἱ κοινότητες ἐν Θεσσαλίᾳ νὰ ἔχωσι τίτλους. Θὰ βεβαιωθῇ, ὅτι οὐδέποτε ὑπῆρξαν τοιοῦτοι τίτλοι, οὐδὲ ἀναγνωρίζονται εἰς τὰς κοινότητας δικαιώματα καθαρᾶς ἰδιοκτησίας τῶν δασῶν. Τοιουτοτρόπως θὰ λυθῇ τὸ ζήτημα, ὅπερ, ἀφινόμενον ἐκκρεμές, γεννᾷ καθ’ ἡμέραν πράγματα καὶ ἀντεγκλήσεις μεταξὺ κοινοτήτων καὶ Δημοσίου.
§9ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ. Αὐτό, τὸ ὁποῖον οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι ἔθιξαν περὶ τῶν νέων ἐπαρχιῶν, δὲν συμβαίνει εἰς αὐτὰς μόνον, ἀλλὰ καὶ ἐνταῦθα. Πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν ὁμὰς δέκα ἢ δεκαπέντε χωρικῶν ἐκ τοῦ δήμου Ὠρωπίων ἤχθη εἰς τὸ Πλημμελειοδικεῖον, διότι ἐκαλλιέργησαν γαίας χέρσους, κειμένας περὶ τὰ χωρία Μαρκόπουλον καὶ Κάλαμος. Τὰ χωρία ταῦτα ἔχουσι γαίας ἰδιοκτήτους, καλλιεργοῦσι δ’ οἱ χωρικοὶ πλὴν τῶν ἰδίων καὶ γαίας ἀνηκούσας εἰς τὸ κτῆμα Ὠρωποῦ τοῦ μακαρίτου Συγγροῦ, τὸ ὁποῖον σήμερον εἶναι κτῆμα τοῦ Ἀμαλιείου Ὀρφανοτροφείου. Ὁ ἐνοικιαστὴς τοῦ κτήματος ἔχει συμφέρον νὰ ἐπεκτείνῃ τὴν καλλιέργειαν καὶ εἰς τὰς χέρσους γαίας τοῦ κτήματος, ἀλλὰ χωροφύλακες τῆς δασοφυλακῆς καὶ δασονόμοι ἔκαμαν εἰς αὐτοὺς παρατηρήσεις, ὅτι καλλιεργοῦσι γαίας ἀνηκούσας εἰς τὸ Δημόσιον. Οἱ χωρικοὶ ἠπόρησαν, διότι ἐπὶ 70 ἔτη, ἀφ’ ὅτου ὑπάρχει τὸ Βασίλειον, δὲν ἔγεινεν εἰς αὐτοὺς καμμία παρατήρησις καὶ ἐνόχλησις, καὶ ἐθεωροῦντο ἀνέκαθεν (ὡς λέγουν, ἀντὰμ–μπαμπαντὰμ) ἰδιοκτῆται, καὶ ἐκαλλιέργουν τὰς γαίας, καὶ ἐλάμβανον τὸ εἰσόδημα τῶν ῥητινοφόρων πεύκων· σήμερον δὲ τὸ δασικὸν τμῆμα τοῦ Ὑπουργείου ἀποφαίνεται, ὅτι αἱ γαῖαι αὐταί, ἢ τὰ δάση, ἀνήκουσιν εἰς τὸ Δημόσιον. Καὶ ἄλλοι μὲν τῶν καταγγελθέντων χωρικῶν ἠθωώθησαν, ἄλλοι κατεδικάσθησαν ἐρήμην εἰς δύο ἢ τριῶν ἡμερῶν κράτησιν, καὶ ἄλλοι ἄλλως ἐτιμωρήθησαν. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ λάβῃ πρόνοιαν, διότι βασανίζονται οἱ χωρικοί, καὶ νὰ ἐρωτήσῃ, ποῦ ἐρειδόμενοι οἱ ὑπάλληλοι τοῦ Ὑπουργείου χαρακτηρίζουσι τὰς γαίας αὐτὰς ὡς γαίας τοῦ Δημοσίου, ἐνῷ ἀπὸ 70 ἐτῶν οἱ χωρικοὶ τὰς νέμονται.
§10Φ. ΝΕΓΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ὑποβάλετε ἐγγράφως τὴν ἐπερώτησίν σας.
§11ΣΚΟΥΖΕΣ. Δὲν ἔχω δυσκολίαν εἰς τοῦτο. Ἀλλ’ ἦτο ἀνάγκη ἐπὶ τοῦ ἀρκετὰ σπουδαίου τούτου ζητήματος νὰ εἴπω ταῦτα, διότι ἀδίκως οἱ ἄνθρωποι προσήχθησαν εἰς τὸ Πλημμελειοδικεῖον, ἐνῷ αὐτοὶ ἐκαθάριζον τὰς χέρσους γαίας ἀπὸ τὰ θυμάρια, τὰ ῥίκια καὶ τὰ φρύγανα, ἵνα τὰς καταστήσωσι προσοδοφόρους.
§12ΑΠ. ΒΑΣΣΑΡΔΑΝΗΣ. Δύο λέξεις μόνον θέλω νὰ εἴπω· ὅτι δηλ. αἱ κοινότητες δὲν ἔχουσι τίτλους ἐπὶ τῶν δασῶν, διότι ὁ τουρκικὸς νόμος ἀπαγορεύει τὴν ἔκδοσιν τίτλων δι’ αὐτάς· ῥητῶς δὲ δικτάσσει, ἄν τις καταλάβῃ γαίας ἐκ τῆς κοινοτικῆς περιφερείας, νὰ ἀποβάλληται.
§13ΑΥΓ. ΑΒΕΡΩΦ. Ἐφιστῶ τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι κατὰ τὴν σύμβασιν τὴν Ἑλληνοτουρκικὴν 120,000 στρέμματα δασῶν μετεβιβάζοντο ἀπὸ τὸ Δημόσιον τὸ Τουρκικὸν εἰς τὸ Ἑλληνικόν.
§14Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τὸ καλλίτερον εἶναι, μετὰ τὴν ἀπάντησιν τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅστις εἶπεν, ὅτι θὰ ἀπαντήσῃ τὴν ἐρχομένην ἑβδομάδα, νὰ συζητήσωμεν οὐσιαστικώτερον.
§15Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§16ΑΘ. ΑΘΑΝΑΣΙΑΔΗΣ. Ἐὰν, Κύριοι, πάντα τὰ πρωτόκολλα, τὰ ὁποῖα ἔχουσι συντάξει οἱ δασοχωροφύλακες ἐν τῷ τμήματι τῶν δασῶν, συνελέγοντο, θ’ ἀπεδεικνύετο, ὅτι εἰς τὴν Ἑλλάδα δὲν θὰ ὑπῆρχεν οὔτε κλαράκι! Τόσον δηλαδὴ εἶναι ψευδῆ τὰ πρωτόκολλα αὐτὰ, τὰ ὁποῖα συντάσσονται. Ἀλλὰ τὸ κακὸν αὐτὸ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ διορθωθῇ δι’ ἐγκυκλίων καὶ διὰ νόμου. Ἔγκειται εἰς τὸ σύστημα. Δὲν φρονῶ δὲ, ὅτι εἶναι ἀδύνατον νὰ μεταβληθῇ τὸ σύστημα. Καὶ ἔχω ὑπ’ ὄψιν μου ἓν γεγονός. Ὅτε ἱδρύθη ὁ Γεωργικὸς σταθμὸς τῆς Βιτύνης, ἡ φύλαξις τῶν δασῶν ἀνετέθη εἰς τὸν διευθύνοντα τὸν σταθμόν, ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος μετεκλήθη ἐκ Γερμανίας. Ἔκτοτε οὐχὶ μόνον τὰ δάση ἐτηρήθησαν, ἀλλ’ ἐνῷ τὸ Δημόσιον εἰσέπραττε πρὶν ἀπὸ τὰ δάση τῆς Γορτυνίας 3,000 μόνον δραχμὰς, αἱ εἰσπράξεις τοῦ Δημοσίου ἀνῆλθον εἰς 60,000, νομίζω. Ἀπορῶ λοιπὸν, διατὶ ὄχι μόνον αὐτὸ τὸ σύστημα δὲν ἐφηρμόσθη εἰς ὅλον τὸ Κράτος, ἀλλὰ τοὐναντίον ἀφῃρέθη κατόπιν ἡ φύλαξις τῶν δασῶν ἀπὸ τὸν Διευθυντὴν τοῦ Γεωργικοῦ σταθμοῦ, καὶ ἀνετέθη πάλιν εἰς τὸν δασάρχην, καὶ ἐπανῆλθον τὰ πράγματα εἰς τὴν προτέραν των θέσιν!
§17Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Πολὺ ὀρθῶς οἱ προλαλήσαντες διετύπωσαν τὸ ζήτημα. Ἐγὼ καὶ καθ’ ὃν χρόνον συνετάσσετο ὁ νόμος περὶ δασῶν, καὶ πρό, καὶ μετά, παρεκάλεσα τὸν κ. πρώην Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ μεριμνήσῃ περὶ τῆς καταστάσεως αὐτῆς, τῆς ὄντως ἀξιοθρηνήτου, διότι, ὅπως ἀληθῶς εἶπεν ὁ κ. ἐκ Μεγαρίδος συνάδελφος, τὸ ποσὸν τῶν πρωτοκόλλων κατά τε ἀριθμὸν καὶ ποσὸν χρηματικὸν εἶναι τοιοῦτον, ὥστε, ἐὰν ἀπεδεικνύετο καὶ κατὰ τὸ ἑκατοστὸν ἀληθές, βεβαίως δὲν θὰ ὑπῆρχε πολίτης, ὁ ὁποῖος νὰ μὴ ἦναι εἰς τὰς φυλακὰς, καὶ δὲν θὰ ὑπῆρχεν οὐ μόνον δάσος, ἀλλ’ οὔτε ἓν δένδρον. Οἱ χωροφύλακες, ἑρμηνεύοντες τὸν νόμον ὅπως θέλουν, ἀναλόγως τῶν διαθέσεών των, κατέστησαν πλέον ἢ τύραννοι εἰς τοὺς χωρικούς. Ἀλλ’ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, εἴτε σκοπίμως, εἴτε χωρὶς νὰ τὸ ἐννοήσῃ, εἰς τὸν νόμον περιέλαβε διάταξιν, τὴν ὁποίαν καὶ οἱ ἔφοροι σήμερον καὶ οἱ δασάρχαι καὶ οἱ χωροφύλακες ἐκμεταλλεύονται καὶ ἑρμηνεύουσιν ὅπως αὐτοὶ θέλουσιν. Εἶναι γνωστὸν, ὅτι ἐν Ἑλλάδι ἐκτὸς τῶν ἐθνικῶν δασῶν ὑπάρχουσι καὶ δάση κοινοτικά. Ἀλλὰ τὸ Δημόσιον ἀπὸ τοῦ ἔτους 1863, νομίζω, κατὰ παράκλησιν παρεχώρησεν εἰς τὰς κοινότητας γαίας πρὸς νομὴν, ἐντὸς τῶν ὁποίων συμπεριλαμβάνονται καὶ δάση, παρεχώρησε δὲ καὶ τὴν νομὴν τῶν δασῶν εἰς τοὺς κατοίκους· ἀλλ’ ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, ἀπό τινων ἐτῶν ἰδίᾳ, ἔχει ἀντίθετον γνώμην, καὶ μετῆλθε τὰ πάντα, ὅπως οἱ κάτοικοι καταπιέζωνται καθ’ ἑκάστην, καταδικαζόμενοι εἰς φυλάκισιν καὶ εἰς πρόστιμον. Εἰς τὴν Εὐρυτανίαν ἀπὸ τριετίας οὐδεὶς δασάρχης ὑπηρέτησε πλέον τῶν εἴκοσιν ἡμερῶν, καίτοι μετετέθησαν περὶ τοὺς τριάκοντα, ἐὰν δὲν ἀπατῶμαι. Ὁ λόγος εἶναι εὐνόητος, διατὶ δὲν ὑπηρετεῖ δασάρχης ἐκεῖ. Ἡ Εὐρυτανία εἶναι ἐπαρχία κατ’ ἐξοχὴν δασοφόρος, καὶ δὲν συμφέρει ἐπ’ οὐδενὶ λόγῳ εἰς τὰ διάφορα ὄργανα τοῦ Δασαρχείου καὶ τῆς Ἐφορίας ἀκόμη νὰ ἦναι ἐκεῖ δασάρχης ἀξιωματικός, ὁ ὁποῖος νὰ ἐκτελῇ τὸ καθῆκόν του. Τὸ Δασαρχεῖον διευθύνεται ἀπὸ ἕνα ὑπενωμοτάρχην, καὶ ἐνίοτε ἀπὸ χωροφύλακας ἁπλοῦς. Ἡ κατάστασις ὁμολογουμένως εἶναι λυπηρὰ, διότι τὸ Δημόσιον ἀπὸ τὴν Εὐρυτανίαν εἰς διάστημα μιᾶς εἰκοσαετίας ἔχει εἰσπράξει περὶ τὰ 16 ἢ 18 ἑκατομμύρια δραχ. φόρους ἐκ τῆς ξυλείας, κατὰ συνέπειαν ἔπρεπεν ἡ Πολιτεία περισσοτέραν προσοχὴν νὰ δίδῃ εἰς ἓν τμῆμα τοῦ Κράτους ἐξόχως δασικόν, ἀλλ’ ἐγκατελείφθη, ὅπως εἶπον, ἀπὸ τριετίας εἰς χεῖρας χωροφυλάκων, οἵτινες οὐδὲν ἄλλο πράττουσιν, εἰμὴ νὰ συμβάλλωνται μετὰ τῶν χωρικῶν κατὰ τρόπον λίαν ἐπαίσχυντον. Ὁμολογῶ, ὅτι ὑπὸ τὰς ὄψεις μου ἐγένετο σύμβασις μεταξὺ κατοίκου καὶ χωροφύλακος, πόσον νὰ τοῦ πληρώνῃ κατὰ μῆνα, διὰ νὰ μὴ τοῦ κάμῃ πρωτόκολλον. Καὶ ἐδέησεν ὁ χωροφύλαξ ἐκεῖνος νὰ λάβῃ μάθημα τῆς συμπεριφορᾶς του ἐκείνην τὴν στιγμὴν καὶ νὰ ἀπέλθῃ τῆς Εὐρυτανίας. Ἀλλὰ τοῦτο δὲν εἶναι ἀρκετόν. Αὐτὴ εἶναι ἡ κατάστασις! Ἐκτὸς δὲ τῶν ἐθνικῶν καὶ κοινοτικῶν δασῶν ὑπάρχει καὶ κατηγορία ἄλλη δασῶν, ὑπάρχουσι καὶ ἰδιόκτητα δάση, ἀλλ’ ὑπάρχουσι καὶ δένδρα ἐντὸς τῶν ἀγρῶν καὶ τῶν περιβολίων, δένδρα καρποφόρα, ὅπως αἱ καρυαὶ παραδείγματος χάριν. Ἡ καρυὰ εἶναι δένδρον, τὸ ὁποῖον ὑλοτομούμενον παρέχει ξυλείαν χρήσιμον. Κατὰ τὸν νόμον, ὁ ἰδιοκτήτης δύναται δυνάμει πιστοποιητικοῦ τοῦ δημάρχου, τοῦ προέδρου καὶ τοῦ ἱερέως, διὰ τοῦ ὁποίου νὰ βεβαιῶται, ὅτι ἡ κατοχὴ καὶ κυριότης ἀνήκει εἰς αὐτὸν, νὰ λάβῃ ἄδειαν ὑλοτομίας ἀτελῆ ἀπὸ τὸν οἰκονομικὸν ἔφορον, καὶ νὰ προβῇ εἰς τὴν ἐκμετάλλευσιν. Ἀλλ’ ὁ οἰκονομικὸς ἔφορος ὄχι μόνον ἀρνεῖται νὰ ἐκδώσῃ τοιαύτας ἀδείας, ἀλλὰ καταλλήλως λίαν εἰδοποιεῖ τὰ ὄργανα τῆς δασοχωροφυλακῆς, τὰ ὁποῖα συνηθέστατα συντάσσουσι πρωτόκολλα, καταγγέλλουσι τοὺς ἀνθρώπους ἐπὶ παρανόμῳ ὑλοτομίᾳ, καὶ καταδικάζονται οὗτοι εἰς πρόστιμον καὶ φυλάκισιν. Αὐτὴ ἡ κατάστασις βεβαίως, ἐὰν ἐξακολουθήσῃ ἐπ’ ἄπειρον, εἶναι ἐλεεινὴ καὶ ἀξιοθρήνητος. Οἱ ἄνθρωποι θ’ ἀρχίσωσι—καὶ ἀπορῶ πῶς δὲν ἤρχισαν ἤδη—νὰ αὐτοδικῶσι διότι, ἀφοῦ δὲν δύναται, ὅπως εἶπεν ὀρθῶς ὁ κ. Ἀναστασόπουλος, τὴν ἰδιοκτησίαν του νὰ τὴν μεταχειρισθῇ τις καθ’ οἱονδήποτε τρόπον νομίζει αὐτὸς εὔκολον, τότε πρὸς τί νὰ ἀγωνίζηται καὶ νὰ μεριμνᾷ ὑπὲρ τοῦ Κράτους, συνεισφέρων νυχθημερὸν φόρους; Δι’ αὐτὸ θὰ παρακαλέσω τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ μεριμνήσῃ περὶ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ, καὶ ἰδίᾳ νὰ δώσῃ ὁδηγίας πρὸς τοὺς οἰκονομικοὺς ἐφόρους, ἵνα μετὰ περισσοτέρας εὐκολίας δίδωσιν ἀδείας εἰς τοὺς κατοίκους, καὶ μὴ παρεμβάλλωσι τὰ προσκόμματα, τὰ ὁποῖα συνήθως παρεμβάλλουσιν. Ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου, διὰ νὰ ἀποφύγῃ τὰς ἐνοχλήσεις, ἐτεχνάσθη καὶ ἓν ἄλλο· ἡρμήνευσε τὸν νόμον, ὅπως αὐτὴ ἤθελε, καὶ εἶπεν, ὅτι εἰς ἐκείνους τῶν κατοίκων τῶν κοινοτήτων νὰ παραχωρῶνται ἄδειαι, ὅσοι κατοικοῦσι πλησίον τῶν δασῶν, καὶ ὅσοι ὑπόσχονται—χωρὶς νὰ βεβαιώνηται καὶ ὁ τρόπος τῆς ὑποσχέσεως—καὶ ἐγγυῶνται νὰ διαφυλάξωσι τὰ δάση. Αὐτὸ εἶναι τόσον ἀόριστον καὶ ἀπραγματοποίητον, ὥστε πᾶς τις τὸ ἀντιλαμβάνεται. Πηγαίνουν λοιπὸν οἱ χωρικοὶ εἰς τὸν κύριον ἔφορον: «—Παρακαλῶ νὰ μοῦ δώσητε ἄδειαν.—Κατοικεῖς κοντὰ εἰς τὸ δάσος; — Ἀπέχω δέκα βήματα, ἢ ἑκατόν.—Ὄχι· ἡ ἑρμηνεία τοῦ Ὑπουργείου δὲν ἔχει οὕτως. Ἔχεις ἐγγυήσεις; — Τί ἐγγυήσεις; Ἐγὼ ἐγεννήθην ἐν τῷ δάσει· ὁ πατήρ μου, ὁ πρόπαππός μου τὸ ἐφύλαξαν». Ἢ μήπως νομίζει ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου, ὅτι ἡ διατήρησις τῶν δασῶν σήμερον ὀφείλεται εἰς τὰ ὄργανα τὰ δασικά; Ἡ ὕπαρξις καὶ διατήρησις τῶν δασῶν ὀφείλεται εἰς τοὺς κατοίκους καὶ μόνον, καὶ ὄχι εἰς τὰ ὄργανα τῆς ἐκτελέσεως. Δι’ αὐτὸ θὰ παρακαλέσω τὸν κύριον Ὑπουργὸν καὶ πάλιν νὰ διατάξῃ τὸν ἔφορον Εὐρυτανικῆς νὰ μὴ παρεμβάλλῃ τὰ προσκόμματα, τὰ ὁποῖα συνήθως παρεμβάλλει ἐκεῖ.
§18ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Τὰ παράπονα τῶν κυρίων συναδέλφων εἶναι εὐλογώτατα, ἀμφιβάλλω δὲ ἂν ὑπάρχει Βουλευτὴς, ὅστις νὰ μὴ ἐδοκίμασε παρομοίας διαμαρτυρίας συμπολιτῶν του. Νομίζω ὅμως, ὅτι τὸ κακὸν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ θεραπευθῇ δι’ οἱασδήποτε ἐγκυκλίου. Προβαίνω καὶ περαιτέρω. Νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ θεραπευθῇ οὔτε διὰ μερικῶν τροποποιήσεων τοῦ νόμου ἀπὸ ἐκείνας, τὰς ὁποίας εἰδικώτατα καὶ πρακτικώτατα ὑπέμνησε καὶ ὁ κ. Βουλευτὴς Μεγαρίδος. Βεβαίως αἱ τροποποιήσεις αὗται δέον νὰ ἐπενεχθῶσιν. Ἀλλὰ παντὸς νόμου ἡ ψυχὴ εἶναι τὸ προσωπικόν. Ἐφ’ ὅσον δὲ τοὺς νόμους τοὺς δασικοὺς ἐφαρμόζει τὸ προσωπικόν, τὸ ὁποῖον γνωρίζομεν, αἱ καταπιέσεις θὰ ἐπέρχωνται, καὶ δὲν θὰ παύσωσι ποτέ. Ἐὰν ὅμως καλῶς ἐνθυμοῦμαι, πρὸ δύο περίπου ἐτῶν, ἢ πρὸ ἑνός, ὑπεβλήθησαν εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδια, μεριμνῶντα περὶ ῥιζικῆς ὀργανώσεως τῆς ὑπηρεσίας τῆς δασονομίας. Διὰ τῶν νομοσχεδίων ἐκείνων λαμβάνεται πρόνοια πρὸς τοῖς ἄλλοις καὶ περὶ μορφώσεως εἰδικοῦ προσωπικοῦ. Νομίζω λοιπόν, ὅτι, ἀντὶ νὰ ἐπιζητῶμεν τὴν θεραπείαν δι’ ἐγκυκλίων ἢ μερικῶν τροποποιήσεων, καλλίτερον θὰ ἦτο νὰ παρεκαλοῦμεν τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ υἱοθετήσῃ τὰ νομοσχέδια, τὰ ὑποβληθέντα τότε εἰς τὴν Βουλήν, καί, εἰ δυνατόν, νὰ τὰ ψηφίσῃ αὕτη, διότι μόνον διὰ τοιούτων νομοθετικῶν μεταρρυθμίσεων εἶναι δυνατὸν νὰ μορφωθῇ δασικὴ ὑπηρεσία καὶ εἰς τὸ Κράτος μᾶλλον ἐπωφελὴς καὶ εἰς τὴν χώραν, καὶ ὀλιγώτερον καταπιεστική, ἢ μᾶλλον παντάπασι καταπιεστικὴ εἰς τοὺς πολίτας.
§19Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Αὐτὸ δὲν ἐμποδίζει νὰ δώσῃ τὰς δεούσας διαταγὰς ὁ κύριος Ὑπουργός.
§20Ν. ΓΟΥΛΙΜΗΣ. Κύριε Πρόεδρε!...
§21ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀρκετά.
§22Ν. ΓΟΥΛΙΜΗΣ. Ὄχι δά! Τὸ ζήτημα βεβαίως μετετοπίσθη, διότι αὐτὰ τὰ ζητήματα τῶν δασῶν ἐν Θεσσαλίᾳ ἔγειναν ζήτημα δασικὸν δι’ ὅλον τὸ Κράτος, διὰ τὰς καταπιέσεις δηλαδή, τὰς ὁποίας ὑφίστανται οἱ κάτοικοι. Ἀλλὰ θὰ εἴπω καὶ ἐγώ τινα, ὄχι βεβαίως, ἵνα ἐκτραγῳδήσω τὴν κατάστασιν ταύτην, καίτοι ἀνήκω εἰς ἐπαρχίαν, ἡ ὁποία ἔχει δάση μεγάλα, ἀλλ’ ἵνα ἐπέλθῃ θεραπεία τις. Κατὰ τὸ 1896 ἐπετέλουν τὴν ἐπιθεώρησιν τοῦ ὁπλισμοῦ τοῦ στρατοῦ καὶ τῆς χωροφυλακῆς εἰς ὀκτὼ νομοὺς τοῦ Κράτους· — λέγω τοὺς νομοὺς διὰ νὰ δείξω, ὅτι δὲν πρόκειται περὶ εὐαρίθμων τινῶν χωροφυλάκων. — Προσεκάλουν λοιπὸν καὶ τοὺς χωροφύλακας καὶ τοὺς δασοχωροφύλακας καὶ τοὺς τηλεγραφοχωροφύλακας διὰ νὰ τοὺς ἐπιθεωρήσω. Εἶδον ὅλους τοὺς δασοχωροφύλακας ἐρχομένους μὲ καδένας καὶ ὡρολόγια, ἐνῷ τοὺς χωροφύλακας τῶν μοιραρχιῶν δὲν τοὺς εἶδον τόσον πλουσίους, ὥστε νὰ ἔχωσιν ὡρολόγια καὶ καδένας. Ἐκ τούτου λοιπὸν δύνασθε νὰ πεισθῆτε, ὅτι μετεχειρίζοντο τοιαῦτα μέσα, ὥστε νὰ πλουτίζωσι.
§23ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία.
§24Ν. ΓΟΥΛΙΜΗΣ. Ἰδοὺ ὅμως, τί φρονῶ, ὅτι δύναται κἄπως νὰ περιορίσῃ τὸ κακὸν τῶν τοιούτων καταχρήσεων. Μοὶ ἔτυχε νὰ μεταφράσω τὸν κανονισμὸν τῆς Κρητικῆς χωροφυλακῆς. Ὁ κανονισμὸς οὗτος ἐγένετο ὑπὸ ἐπιτροπῆς ἐκ τεσσάρων ἀντιπροσώπων τῶν Μεγάλων Δυνάμεων, αἵτινες διαχειρίζονται τὴν ἀσφάλειαν τῆς Κρήτης, εἰσηγουμένου τοῦ Ἰταλοῦ καὶ ὑπὸ τὴν προεδρίαν τοῦ Γάλλου ἀξιωματικοῦ. Ὁ ὀργανισμὸς οὗτος εἶναι ὅσον δύναταί τις νὰ φαντασθῇ τέλειος, καὶ καλὸν θὰ ἦτο ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐζήτει ἓν ἀντίτυπον, ἐὰν ἐτυπώθη, ἢ ἓν ἀντίγραφον, ἐὰν δὲν ἐτυπώθη, ἵνα τὸν μελετήσῃ. Εἰς τὸν κανονισμὸν αὐτὸν ὑπάρχει διάταξις, καθ’ ἣν δὲν ἐπιτρέπεται εἰς ἕνα χωροφύλακα νὰ συντάξῃ πρωτόκολλον οὔτε περὶ δασικῆς παραβάσεως, οὔτε περὶ ἄλλου τινός· πρέπει νὰ ἦναι δύο χωροφύλακες, καὶ πρέπει τὰ πρωτόκολλα νὰ παρουσιάζωνται εἰς τὴν ἀρχὴν τὴν δικαστικὴν καὶ νὰ ὁρκίζωνται ἐπὶ τοῦ Εὐαγγελίου περὶ τῆς ἀκριβείας αὐτῶν οἱ συντάξαντες. Τοῦτο δὲ δύναται νὰ θέσῃ ἕνα φραγμὸν εἰς τὰς καταχρήσεις. Ἐγὼ γνωρίζω, ὅτι εἰς τὴν ἐπαρχίαν μου εἷς χωροφύλαξ συνέταξε πρωτόκολλον δι’ ἕνα ἀποβιώσαντα ἤδη, Ράγκον ὀνόματι, ὁ ὁποῖος ἦτο εἷς τῶν μεγαλειτέρων καὶ πλουσιωτέρων κτηματιῶν, ἦτο δὲ ἀπόπληκτος, καὶ ὅμως συνέταξε δι’ αὐτὸν πρωτόκολλον, ὅτι παρανόμως ὑλοτόμησε! Πῶς συνέβη δὲ τοῦτο; Ὁ χωροφύλαξ συνέλαβεν ἕνα χωρικὸν παρανόμως ὑλοτομοῦντα· ὁ χωρικός, μὴ ἔχων ἢ μὴ θέλων νὰ τῷ δώσῃ τὸ σύνηθες ἀντίτιμον τῆς ἀπαλλαγῆς του, τῷ εἶπεν, ὅτι ὀνομάζεται Ράγκος· ὁ χωροφύλαξ συνέταξε τὸ πρωτόκολλον διὰ τὸν Ράγκον, ὁ χωρικὸς ἀνεχώρησε, καὶ ὁ Ράγκος εἰσήχθη εἰς τὸ Δικαστήριον τῆς Λευκάδος, ὡς παρανόμως ὑλοτομήσας. Εὐτυχῶς τὸ Δικαστήριον ἐγνώριζεν, ὅτι ἦτο ἀπόπληκτος, καὶ τὸν ἀπήλλαξεν.
§25ΑΥΓ. ΑΒΕΡΩΦ. Ἐγὼ νομίζω, κύριε Πρόεδρε, ὅτι δὲν ἔχομεν ἀνάγκην νόμων, ἔχομεν ἀνάγκην ἁπλῶς ἐφαρμογῆς τῶν νόμων. Ἤδη ἐπιτρέπομεν εἰς τὸν δασικὸν χωροφύλακα διὰ τοῦ νόμου νὰ συντάσσῃ πρωτόκολλα, ἐπιβάλλομεν ὅμως καὶ εἰς τὸν δασάρχην νὰ μεταβῇ ἐπιτοπίως καὶ ἐξετάσῃ, ἐὰν τῷ ὄντι ἐγένετο ἡ παράνομος ὑλοτομία. Σᾶς βεβαιῶ, ὅτι, ἐὰν ἐφηρμόζετο ὁ νόμος, καὶ ὁ δασάρχης μετέβαινεν ἐπιτοπίως πρὸς ἐξέλεγξιν τῶν συντασσομένων πρωτοκόλλων, δὲν θὰ εἴχομεν οὔτε τὰ πολλὰ πρωτόκολλα, οὔτε ἀνοικτὸν τὸ στάδιον τῶν καταχρήσεων τῶν δασικῶν χωροφυλάκων.
§26Π. Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Τὰ παράπονα, τὰ ὁποῖα ἐξέφρασαν οἱ προαγορεύσαντες, εἶναι παράπονα εὔλογα ὁλοκλήρου τῆς Βουλῆς, διότι εἰς ὅλας τὰς ἐπαρχίας συμβαίνουσιν ὄργια ἐκ μέρους τῶν χωροφυλάκων τῆς δασικῆς ὑπηρεσίας· δὲν ὑπάρχει χωρικός, ὁ ὁποῖος νὰ μὴ ἀπέτισε βαρύτατα τὰς ἐκβιαστικὰς ἐπιθέσεις τῶν δασοχωροφυλάκων. Νομίζω, ὅτι ταῦτα πρέπει νὰ ἐφελκύσωσι τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς, καὶ νὰ μὴ ἀρκεσθῇ αὕτη καὶ σήμερον εἰς μόνον διαμαρτυρίας, διότι τοιαῦται πολλάκις ἐγένοντο καὶ ἐπανειλημμένως, ἀλλ’ ἄνευ οὐδενὸς πρακτικοῦ ἀποτελέσματος. Ἐν Ἑλλάδι καὶ εἰς τὴν δασικὴν ὑπηρεσίαν, ὅπως καὶ εἰς ὅλους τοὺς κλάδους τῆς διοικήσεως, ἔχομεν ἀνάγκην χρηστῶν ὀργάνων, ἐκπληρούντων εὐσυνειδήτως καὶ ἀμερολήπτως τὸ καθῆκόν των. Καὶ ἂν ἔτι δεχθῶμεν, ὅπως τὸ πρωτόκολλον ὑπογράφηται οὐχὶ ἀπὸ ἕνα μόνον χωροφύλακα, ἀλλ’ ἀπὸ δύο ἢ καὶ τρεῖς χωροφύλακας, ὡς εἶπεν ὁ προαγορεύσας ὅτι ἐνομοθετήθη ἐν Κρήτῃ, καὶ τοῦτο οὐδεμίαν βελτίωσιν εἰς τὴν ὑπάρχουσαν κατάστασιν θὰ φέρῃ, διότι, ἐνόσῳ ἔχωμεν τοὺς δασοχωροφύλακας αὐτοὺς, οὕτως ἐνεργοῦντας κατὰ τῶν βαλαντίων τῶν δυστυχῶν φορολογουμένων, οὕτω δὲ κακοήθως ἐκπληροῦντας τὸ καθῆκόν των, ἄνευ ἐλέγχου καὶ αὐστηρᾶς ἐπιβλέψεως, τὸ κακὸν δὲν περιστέλλεται. Ἀντὶ νὰ ὑπογράφῃ τὸ πρωτόκολλον εἷς, θὰ ὑπογράφωσι δύο καὶ τρεῖς, καὶ τὸ ἀποτέλεσμα θὰ ἦναι νὰ φορολογῆται δὶς καὶ τρὶς ὁ πολίτης περισσότερον. Ἔχομεν ἀνάγκην κυρίως χρηστῶν χωροφυλάκων, καλῶς ἀμειβομένων. Διὰ τοῦτο θὰ παρακαλέσω τὸν ἀξιότιμον κύριον Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ἐκφέρῃ γνώμην, τί φρονεῖ περὶ τῆς οἰκτρᾶς καταστάσεως τῆς δασοχωροφυλακῆς, ἡ ὁποία μὲ τόσον ζωηρὰ χρώματα παρεστάθη ὡς πᾶν ἄλλο ἢ τὸν προορισμόν της ἐκπληροῦσα. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, ἡ Βουλὴ μόνη δέον νὰ λάβῃ ἓν μέτρον ῥιζικόν· προτείνω δὲ νὰ καταρτισθῇ ἐπιτροπὴ, ἥτις, λαμβάνουσα ὑπ’ ὄψιν ἁπάσας τὰς γνώμας τῶν προαγορευσάντων, νὰ καταρτίσῃ νομοθέτημα ἐξασφαλίζον τὴν ἡσυχίαν καὶ εὐημερίαν τῶν χωρικῶν καὶ τὸν δημόσιον πλοῦτον, τὸν ὁποῖον σήμερον λεηλατοῦσιν οἱ λεγόμενοι δασοχωροφύλακες.
§27Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Τὸ ζήτημα, περὶ οὗ πρόκειται, εἶναι ζήτημα σπουδαιότατον καὶ ζωτικώτατον διὰ τὸν τόπον, διὰ δύο λόγους, τὸ μὲν διότι τὰ δάση καταστρέφονται ἀπὸ ἡμέρας εἰς ἡμέραν, τὸ δὲ διότι ἡ Πολιτεία ἔχει τάξει ὄργανα, ὡς φύλακας δῆθεν τῶν δασῶν, ὄχι διὰ νὰ φυλάττωσιν, ἀλλὰ τοὐναντίον· διότι παρέχει εἰς αὐτοὺς τὸ μέσον, ὡς εἶπον οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι, νὰ ἀργυρολογῶσι, ἵνα μὴ εἴπω χειροτέραν φράσιν. Οἱ χωροφύλακες, μετατιθέμενοι ἀπὸ τοῦ στρατοῦ εἰς τὴν χωροφυλακὴν, πάντες ἡμεῖς γινώσκομεν, πῶς σπεύδουσι νὰ εἰσέλθωσιν εἰς τὴν δασικὴν ὑπηρεσίαν, παρακαλοῦντες ἡμᾶς νὰ μεριμνήσωμεν, ὅπως προσληφθῶσιν εἰς αὐτὴν, οὐχὶ βεβαίως διότι ἡ ὑπηρεσία αὕτη εἶναι ἐλαφροτέρα, ἀλλὰ χάριν τῶν λεγομένων τυχηρῶν. Τί πράττουσι δὲ οἱ χωροφύλακες ὡς δασοφύλακες; μεταβαίνουσιν εἰς τὰ δάση, ἵνα ἐμποδίσωσι τοὺς ὑλοτόμους νὰ καταστρέφωσιν αὐτά; Οὐχί· φροντίζουσι μόνον νὰ μανθάνωσι, τίνες εἶναι οἱ δρόμοι, διὰ τῶν ὁποίων διέρχονται οἱ ὑλοτόμοι καὶ οἱ ἀνθρακεῖς, καὶ ἐκεῖ σταθμεύοντες συλλαμβάνουσι καὶ φορολογοῦσιν αὐτοὺς, ἢ μᾶλλον φορολογοῦσιν ὅσους συλλάβωσιν ἄνευ ἀδείας ὑλοτομήσαντας, οἱ ὁποῖοι, φοβούμενοι τὴν τιμωρίαν, καταβάλλουσιν εὐχαρίστως τὰ ὑπὸ τῶν χωροφυλάκων ζητούμενα, καὶ οὕτω συντάσσουσιν οἱ δασοχωροφύλακες πρωτόκολλα κατὰ τῶν ἐχόντων ἀδείας. Καὶ ἐγὼ φρονῶ, κύριε Πρόεδρε, ὅτι πρέπει νὰ ληφθῇ μέτρον ῥιζικόν· νὰ καταρτισθῇ ἐπιτροπὴ, ἡ ὁποία νὰ μεριμνήσῃ μελετῶσα περὶ τοῦ τρόπου, ὁ ὁποῖος καταλληλότερον θὰ ἐξασφαλίσῃ τὰ δάση ἀπὸ τῆς καταστροφῆς καὶ τοὺς πολίτας ἀπὸ τῶν καταπιέσεων.
§28ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπιθυμεῖ ἡ Βουλὴ νὰ συστήσῃ ἐπιτροπήν;
§29Π. Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Ὁ κύριος Ὑπουργὸς τίνα γνώμην ἔχει;
§30Φ. ΝΕΓΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἐν καιρῷ θὰ σκεφθῶμεν περὶ τῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ ληφθῶσι.
§31Ν. ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Ἀληθῶς, κύριοι Βουλευταὶ, τὸ ἐνδιαφέρον πάντων τῶν ἀγορευσάντων ἐπὶ τοῦ ζητήματος τοῦ ἀνακινηθέντος ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Μεγαρίδος Βουλευτοῦ, δικαιολογεῖται ἕνεκα τῆς καταστάσεως, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκονται τὰ δάση ἡμῶν, καὶ ἕνεκα τῶν καταπιέσεων, ἃς ὑφίστανται οἱ δυστυχεῖς ἀγρόται, ἰδίως ἐκ τῶν καταχρήσεων, ἃς τὰ ὄργανα τῆς ἐξουσίας διαπράττουσιν εἰς βάρος αὐτῶν. Πολλάκις ὑπεβλήθησαν γνῶμαι παρὰ διαφόρων Βουλευτῶν ἐπὶ τοῦ ζωτικωτάτου τούτου ζητήματος, ἀλλὰ δυστυχῶς αἱ γνῶμαι αὗται περιωρίσθησαν εἰς τὴν ἀνακοίνωσιν μόνον αὐτῶν, οὐδὲν δὲ μέτρον ῥιζικὸν ἐλήφθη ὑπὸ τῶν ἑκάστοτε Κυβερνήσεων ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου. Ὁ πρώην ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς, ὡς εἶπεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἑρμιονίδος συνάδελφος κ. Ρέπουλης, εἶχε συντάξει νομοσχέδιά τινα, διὰ τῶν ὁποίων ἀντικαθίστα τὸ ὑπάρχον σύστημα τῆς δασοφυλακῆς, ἀνέθετε δὲ αὐτὴν εἰς ἕτερον προσωπικὸν, τὸ ὁποῖον, κατὰ τὸν κ. Ρέπουλην, ἠδύνατο ἄριστα νὰ τελεσφορήσῃ ἐπ’ ἀγαθῷ τῶν δασῶν. Ἀλλ’ ἐγὼ νομίζω, Κύριοι, ὅτι ἡ ἁπλῆ ἀντικατάστασις τοῦ σώματος τῆς δασοφυλακῆς δι’ ἑτέρου σώματος ἐκ τῶν γνωστῶν προσώπων οὐδὲν ἄλλο ἀποτέλεσμα ἤθελεν ἐπενέγκει εἰς τὴν χώραν ἡμῶν, εἰμὴ νὰ ἐξακολουθῇ ἡ αὐτὴ κατάστασις τῶν δασῶν, ἡ αὐτὴ παράνομος φορολογία τῶν πολιτῶν, καὶ οὕτω νὰ δαπανᾷ τὸ Κράτος καὶ ἡ Πολιτεία ἀσκόπως. Δὲν δύναμαι νὰ ὑποβάλω ἤδη ἴδιον σύστημα περὶ βελτιώσεως τῶν δασῶν καὶ ἄρσεως τῆς καταθλίψεως τῶν πολιτῶν, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι ἀφ’ ἑνὸς μὲν αἱ ἑκάστοτε γινόμεναι πυρκαϊαὶ, ἀφ’ ἑτέρου δὲ ἡ ὑλοτομία ἐν γένει, ἡ παράνομος ὑλοτομία καὶ ἡ ἀνθρακοποιΐα εἶναι αἱ αἰτίαι τῆς καταστροφῆς τῶν δασῶν. Καὶ ὅσον μὲν ἀφορᾷ τὴν ἀνθρακοποιΐαν καὶ ὑλοτομίαν, ἠδύνατο εἷς Ὑπουργὸς, θέλων νὰ ἐκπληροῖ τὸ καθῆκόν του καὶ γνωρίζων νὰ ἐκλέγῃ τὰ κατάλληλα ὄργανα, καὶ μὴ ἀποβλέπων ἁπλῶς εἰς τὸ ταμιευτικὸν πνεῦμα, καὶ μὴ ἀδιαφορῶν περὶ τῆς ὑφισταμένης καταστάσεως, ἠδύνατο, λέγω, νὰ ἐπενέγκῃ βελτίωσίν τινα· ὅσον δ’ ἀφορᾷ τὰς πυρκαϊὰς, νὰ ἐφαρμόζηται ὁ νόμος ὁ παρ’ ἡμῖν ἰσχύων, ὁ ὁποῖος, ἐστὲ βέβαιοι, ὅτι σπουδαίως ἤθελε περιστείλει αὐτάς. Ὡς πρὸς δὲ τὴν παράνομον ὑλοτομίαν, δυστυχῶς, καίτοι ἐπέρχεται ζημία εἰς τὰ δάση ἕνεκα ταύτης, ἐκεῖνοι μόνον καταδιώκονται ὑπὸ τῶν ἐπιτετραμμένων τὴν φύλαξιν τῶν δασῶν, ὅσοι δὲν ἀποτίουσι τὸν φόρον, ὃν ἀποτίουσιν εἰς τοὺς χωροφύλακας οἱ παρανόμως ὑλοτομοῦντες. Καὶ γνωρίζομεν πάντες ἐκ τῶν Δικαστηρίων, ὅτι συνήθως προσάγονται ἐνώπιον αὐτῶν ὡς παρανόμως ὑλοτομήσαντες ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι οὐδέποτε διέπραξαν πρᾶξιν τοιαύτην. Ὡς εἰσηγητὴς ἄλλοτε τῆς μειονοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἑρμηνεύων τὴν γνώμην αὐτῆς, διετύπωσα σύστημα, τὸ ὁποῖον νομίζω, ὅτι, βελτιούμενον ὑπὸ τῶν ἁρμοδίων, ἠδύνατο νὰ συντελέσῃ μεγάλως εἰς τὴν διάσωσιν καὶ βελτίωσιν τῶν δασῶν· θὰ ἐπέφερε βεβαίως ἀποτελέσματα, ἂν ὄχι τέλεια, ἀλλὰ τοὐλάχιστον ἐλαττοῦντα σπουδαίως τὴν καταστροφὴν τῶν δασῶν. Ἔλαβον δὲ ὡς ἀφετηρίαν τοῦ συστήματος ἐκείνου τὰ ἰδιόκτητα δάση, καὶ εἶδον τὴν διαφορὰν τὴν παρουσιαζομένην μεταξὺ τῶν ἰδιοκτήτων καὶ τῶν ἐθνικῶν δασῶν. Εἶχον προτείνει τότε, ὅπως ἡ Κυβέρνησις σκεφθῇ καὶ ἐξεύρῃ τρόπον, ἵνα ἀνατεθῶσι τὰ δάση εἰς τὴν φύλαξιν τῶν κοινοτήτων, αἵτινες δι’ ὀργανισμοῦ, ὃν ἤθελον συντάξει ὑπὸ τὴν ἔγκρισιν τῶν νομομαθῶν καὶ τοῦ ἑκάστοτε Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, ἤθελον προλάβει καταστροφάς. Νομίζω, ὅτι διὰ τοῦ συστήματος ἐκείνου δὲν ἠθέλομεν εἶσθαι θεαταὶ τῆς τοιαύτης καταστροφῆς, δὲν ἠθέλομεν εἶσθαι μάρτυρες τῶν γιγνομένων καταπιέσεων ὑπὸ τῶν ὀργάνων τῆς ἐξουσίας, τῶν πρὸς φύλαξιν τῶν δασῶν τεταγμένων, δὲν ἠθέλομεν εἶσθαι μάρτυρες τῶν ἀποτελεσμάτων, ἅτινα σήμερον βλέπομεν διὰ τοῦ ἐπικρατοῦντος συστήματος. Ὑποβάλλω λοιπὸν καὶ τώρα τὴν γνώμην μου ταύτην, καὶ μετὰ τῶν προλαλησάντων παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς, ὅπως συστήσῃ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ σκεφθῇ καὶ αὐτὸς καὶ ὑποβάλῃ μέτρον τι ἐπὶ τοῦ ζωτικωτάτου τούτου ζητήματος, ἢ, ἐὰν ἡ Βουλὴ νομίζῃ προτιμότερον, νὰ καταρτισθῇ ἐπιτροπὴ ἰδίως ἐκ Βουλευτῶν τῶν ἐπαρχιῶν ἐκείνων, ἐν αἷς ὑπάρχουσι μεγάλαι ἐκτάσεις δασῶν, καὶ δύνανται καὶ αὐτοὶ νὰ συντελέσωσιν ἐκ τῆς ἰδίας των πείρας εἰς τὴν βελτίωσιν αὐτῶν· τὸ πόρισμα δὲ τῶν μελετῶν αὐτῆς λαμβάνων ὑπ’ ὄψιν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, νὰ συντάξῃ καὶ ὑποβάλῃ νομοσχέδιον, δι’ οὗ νὰ τεθῇ φραγμὸς εἰς τὴν καταστροφὴν τῶν δασῶν τῆς χώρας ἡμῶν.
§32Φ. ΝΕΓΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Πάντα τὰ λεχθέντα ἐνταῦθα εἶναι βεβαίως ὑψίστης σπουδαιότητος. Θέλω δὲ λάβει ὅλα ταῦτα ὑπ’ ὄψιν καὶ θέλω μελετήσει τὸ ζήτημα τοῦτο, θέλω δὲ προσπαθήσει νὰ ἑτοιμάσω νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον, πρὶν ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλήν, θέλω ὑποβάλει εἰς τὴν σκέψιν τινῶν ἐκ τῶν κυρίων Βουλευτῶν, τῶν μᾶλλον εἰδικῶν ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, ὅπως καταρτισθῇ ὡς οἷόν τε τέλειον.
§33Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅσον ταχύτερον ὑποβληθῇ, τόσον καλλίτερον.
§34ΝΕΓΡΗΣ. Ἐπειδὴ εὑρίσκομαι ἐπὶ τοῦ βήματος, καταθέτω ἀπάντησιν εἰς τὴν ἐπερώτησιν τοῦ βουλευτοῦ Ἀττικῆς κυρίου Δραγούμη περὶ τοῦ δανείου τοῦ σιδηροδρόμου Πύργου– Μελιγαλᾶ. Ἐπίσης ἀπάντησιν εἰς τὴν ἐπερώτησιν τοῦ βουλευτοῦ Μαντινείας κ. Μπακοπούλου περὶ τοῦ μητρώου τῶν ἀμπέλων τοῦ δήμου Φαλάνθου. Κύριοι, ὡς γνωρίζετε, διὰ τοῦ νόμου ΒΨϚʹ τῆς 29 Μαρτίου 1900 ἐπεβλήθη εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν μετὰ τὴν ἐκκαθάρισιν τῶν ἐνταλμάτων τῶν στρατιωτικῶν τοῦ 1897 νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν δήλωσιν περὶ τῆς ἐκκαθαρίσεως ταύτης. Ἐκκαθαρισθέντος ἤδη ποσοῦ ἐκ δρ. 2,248,855 εἰς χρέωσιν τοῦ ἀπολογισμοῦ τοῦ 1897, καταθέτω τὴν δήλωσιν ταύτην. Ἐπίσης καταθέτω νομοσχέδιον περὶ χορηγίας ἐκτάκτου πιστώσεως ἐκ δραχ. 800 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν τῆς χρήσεως τοῦ 1901 διὰ βοήθημα χορηγηθὲν εἰς τοὺς παθόντας ἐκ πλημμύρας κατὰ τὴν 23 Νοεμβρίου ἐν Ζακύνθῳ. Ἐπίσης ἐπαναφέρω εἰς τὴν Βουλὴν τὸ νομοσχέδιον περὶ τῆς εἰς πολυετῆ ἐργολαβίαν ἐκδόσεως τῆς καλλιεργείας τῶν ἁλυκῶν τοῦ Κράτους, τροποποιημένον. Ἐπίσης καταθέτω τροποποίησιν τοῦ νομοσχεδίου, ὅπερ κατέθηκα τελευταῖον «περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου περὶ ταμείου μεταλλευτῶν». Ἐν τῷ τελευταίῳ νομοσχεδίῳ, ὅπερ ὑπέβαλον, δὲν γίνεται λόγος περὶ τῆς ἐποχῆς, ἀφ’ ἧς θὰ ἰσχύῃ ὁ νόμος. Τοῦτο προβλέπει ἤδη ἡ παροῦσα τροποποίησις, δι’ ἧς ἡ ἰσχὺς τοῦ παρόντος νόμου θέλει ἄρχεσθαι ἀπὸ τῆς ἰσχύος τοῦ προηγουμένου νόμου περὶ ταμείου τῶν μεταλλευτῶν.
§35ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ὑποβληθέντα νομοσχέδια μετὰ τῆς δηλώσεως θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 77–80).
§36Κ. ΤΟΠΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Καταθέτω, Κύριοι, τὰ σχετικὰ ἔγγραφα πρὸς τὰς ἐπερωτήσεις τῶν κυρίων Βουλευτῶν ἐκ Γόρτυνος καὶ Ἀττικῆς τῆς 27 καὶ 29 Ἰανουαρίου, περὶ ὧν ἐγένετο καὶ χθὲς ὑπόμνησις παρὰ τοῦ κυρίου Βουλευτοῦ ἐκ Γόρτυνος, ἀφορῶντα τὴν ἐξέγερσιν τῶν φοιτητῶν συνεπείᾳ τῆς μεταφράσεως τοῦ Εὐαγγελίου.
§37Γ. ΚΟΡΠΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν καὶ τῶν Ναυτικῶν). Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ καταθέσω τὰ ἔγγραφα τὰ ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐκ Γόρτυνος ζητηθέντα καὶ ἀφορῶντα εἰς τὰ συμβάντα τῆς 8 Νοεμβρίου 1901. Τὰ ἔγγραφα ταῦτα συνοψίζονται εἰς μίαν μακροσκελῆ ἔκθεσιν τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς χωροφυλακῆς, τοῦ ἔχοντος τότε τὴν ἀνωτέραν ἐποπτείαν τῶν στρατιωτικῶν ἀποσπασμάτων τῆς πρωτευούσης. Ἐν τῇ ἐκθέσει ταύτῃ θέλει εὕρει ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος πάσας τὰς ἀπαντήσεις ἐπὶ τῶν ἐρωτήσεων, ἃς διετύπωσε διὰ τῆς ἐπερωτήσεώς του. Ἐπειδὴ ὅμως δὲν ἐμφαίνουσι καὶ τίνες διώκουν τότε τὰ ἀποσπάσματα, συνεπλήρωσα τὰς ἐρωτήσεις ταύτας διὰ σημειώματος, ὅπερ ἔχω ἐντὸς τοῦ ἰδίου φακέλου. Ἐπίσης καταθέτω τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα ἐζήτησεν ὁ βουλευτὴς κ. Λεβίδης, τὰ ἀφορῶντα εἰς τὰ κατασχεθέντα παρὰ τῶν στρατιωτικῶν ἀρχῶν Εὐαγγέλια, ἔχω δὲ καὶ σημείωμα, ἐξ οὗ καταφαίνεται, πόσα εἶναι τὰ κατασχεθέντα Εὐαγγέλια, ποίας ἐκδόσεως εἶναι, καὶ παρὰ τίνος ἀρχῆς κατεσχέθησαν. Ἐπισυνάπτω δὲ καὶ πάσας τὰς ἀναφορὰς τῶν στρατιωτικῶν καὶ ναυτικῶν ἀρχῶν, ἐξ ὧν ἐμφαίνεται, ὅτι αἱ μὲν στρατιωτικαὶ κατέσχον περὶ τὰ 28 Εὐαγγέλια, αἱ δὲ ναυτικαὶ περὶ τὰ 30. Ἔχω δὲ καὶ δύο δείγματα Εὐαγγελίων, ἅτινα κατὰ τὰ 9/10 εἶναι ἔκδοσις τοῦ 1855, καὶ τὸ πλεῖστον ἐξ αὐτῶν εἶναι Εὐαγγέλια δωρηθέντα, καθ’ ὃν χρόνον τὸ εὔδρομον «Μιαούλης» ἐναυλόχει ἐν Μασσαλίᾳ καὶ Ἀγγλίᾳ, ὑπὸ ὁμογενῶν πρὸς τοὺς ναύτας. Εἶναι τῆς ἐκδόσεως τῆς ἐν Λονδίνῳ γενομένης. Εἰς τὸν βουλευτὴν Μεσσήνης κ. Σ. Κουμουνδοῦρον ἀπαντῶ, ὅτι οὐ μόνον δὲν εὑρέθησαν ἐν τοῖς ἀρχείοις τοῦ Ὑπουργείου σχετικὰ περὶ τῆς ἐπερωτήσεώς του, τουτέστι περὶ ἀναφορᾶς τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς χωροφυλακῆς, ἀφορώσης εἰς τὴν δημοσίαν ἀσφάλειαν τῆς ἐπαρχίας Μεσσήνης, ἀλλὰ καὶ καλέσας τηλεφωνικῶς τὸν ἀρχηγόν, ἔλαβον παρ’ αὐτοῦ τὴν πληροφορίαν, ὅτι οὐδεμίαν τοιαύτην ἀναφορὰν ὑπέβαλε. Μετέβη τὸν Μάϊον τοῦ παρελθόντος ἔτους εἰς Μεσσήνην, ἐνήργησεν ἐπιθεώρησιν τῆς χωροφυλακῆς, ἀλλὰ δὲν ὑπέβαλεν ἔκθεσιν, ἀφορῶσαν τὴν δημοσίαν ἀσφάλειαν ἢ τὴν ἀστυνομίαν· ὑπέβαλε μόνον τοιαύτην, ἀφορῶσαν ἀντικείμενα στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας. Κατόπιν τῶν χθὲς λεχθέντων ἐνταῦθα περὶ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου καὶ τῆς ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς περὶ τῶν κατ’ ἐντολὴν καὶ ὑπ’ εὐθύνην τοῦ τέως Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν θεωρηθέντων ἐνταλμάτων, καὶ ἐπειδή, κατὰ τὴν ἐμὴν γνώμην, διὰ τῆς εἰρημένης ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς ἐνεκρίθησαν μόνον αἱ πράξεις τοῦ τέως Ὑπουργοῦ, τὸ δὲ ζήτημα παραμένει ἀκόμη ἐκκρεμές, διότι τὸ Συνέδριον βεβαίως, κατόπιν τῆς ἀποφάσεως ἐκείνης, δὲν θὰ ἐγκρίνῃ τὰ ὑπ’ ὄψιν αὐτοῦ εὑρισκόμενα ἔτι χρηματικὰ ἐντάλματα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, τὰ ἀφορῶντα εἰς τὰς μισθοδοσίας τῶν καθηγητῶν τῆς Ναυτικῆς Σχολῆς τῶν δοκίμων καὶ ἀξιωματικῶν τινων ἀπεσπασμένων, δι’ οὓς δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ληφθῇ νομοθετικὴ πρόνοια, καὶ ἐπειδὴ ὑπάρχουσιν ἐκκρεμῆ ἐντάλματα ἀπὸ τοῦ μηνὸς Σεπτεμβρίου, καὶ οἱ ἀξιωματικοὶ οὗτοι δὲν μισθοδοτοῦνται ἔκτοτε, ἐνόμισα ἀναγκαῖον νὰ ὑποβάλω σχέδιον νόμου ἑρμηνευτικοῦ, δι’ οὗ λύεται τὸ ζήτημα, καὶ ἑπομένως τὸ Συνέδριον ἐπὶ τῇ βάσει αὐτοῦ οὐδεμίαν θὰ ἔχῃ δυσχέρειαν περὶ τὴν θεώρησιν τῶν ἐνταλμάτων αὐτῶν. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο φέρει τίτλον «περὶ νομοθετικῆς ἑρμηνείας τοῦ ἄρθρου 26 τοῦ ΑΡΝϚʹ νόμου τῆς 27 Μαρτίου 1884 περὶ συστάσεως Σχολῆς ναυτικῶν δοκίμων.»
§38ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 81).
§39Α. ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Ἀπαντῶν εἰς τὴν ἐπερώτησιν τοῦ βουλευτοῦ Ἀττικῆς κ. Λεβίδου, καταθέτω τὰ σχετικὰ ἔγγραφα, ἐξ ὧν ἀποδεικνύεται ἡ ἐνέργεια τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς μεταφράσεως τοῦ Εὐαγγελίου.
§40Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Καταθέτω τὰ σχετικὰ ἔγγραφα τῆς ἐνοικιάσεως τῶν δημοτικῶν δασμῶν τῶν ἐμπορευμάτων τοῦ δήμου Ἀγρινίου, εἰς ἀπάντησιν ἐπερωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ Γόρτυνος κ. Ἀλεξάκη. Ὁμοίως σχετικὰ ἔγγραφα, ἀναγόμενα εἰς τὴν σύναψιν δανείου τοῦ αὐτοῦ δήμου. Ὁμοίως σημείωμα μετὰ σχετικῶν ἐγγράφων, εἰς ἀπάντησιν ἐπερωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ Πατρῶν κ. Χοϊδᾶ περὶ τοῦ ἀστυνόμου Μπρούμα. Καὶ τελευταῖον καταθέτω σημείωμα μετὰ ἐγγράφων σχετικῶν πρὸς τὴν ἐπερώτησιν τοῦ κ. Λεβίδου περὶ τῆς γνωστῆς ὑποθέσεως τῶν σκηνῶν τῆς 8 Νοεμβρίου. Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ καταθέσω εἰς τὴν Βουλὴν σχέδιον νόμου ἑρμηνευτικοῦ, ἀναγομένου εἰς ὑπόθεσιν, ἡ ὁποία δὶς καὶ τρὶς ἀπησχόλησε τὴν Βουλήν. Διὰ τοῦ νόμου τούτου δίδεται αὐθεντικὴ ἑρμηνεία εἰς τὸ ἄρθρον 11 τοῦ περὶ δημοτικῶν φόρων νόμου, ὥστε ἐξασφαλίζονται τὰ συμφέροντα τῶν ἐμπόρων οὐ μόνον τῶν Ἀθηνῶν, ἀλλὰ καὶ ὁλοκλήρου τῆς Ἑλλάδος. Διότι τῳόντι, ἕνεκα τῆς ἀτελείας τοῦ νόμου καὶ τῆς ἀντιφατικῆς ἑρμηνείας, ἥτις ἐδόθη ὑπὸ τῶν Δικαστηρίων εἰς τὸν νόμον τοῦτον ἐκ τῆς ἀτελείας αὐτοῦ, μὴ προνοοῦντος περὶ συντόμου παραγραφῆς τῶν ἀγωγῶν τῶν ἐνοικιαστῶν τῶν δημοτικῶν φόρων, οἱ ἔμποροι τῶν Ἀθηνῶν πρὸ παντὸς εὑρίσκονται εἰς κρισιμωτάτην θέσιν ἀπέναντι τῶν ἐνοικιαστῶν τοῦ δημοτικοῦ φόρου Ἀθηνῶν, ζητούντων νὰ καταβάλωσιν οἱ ἔμποροι δημοτικὸν φόρον ἐμπορευμάτων, τὰ ὁποῖα οὗτοι κατηνάλωσαν ἐν Ἀθήναις, Πειραιεῖ καὶ Λαυρίῳ. Σχετικῶς πρὸς τὸ νομοθέτημα τοῦτο τὸ ἑρμηνευτικόν, ὑποβάλλω καὶ δεύτερον νομοσχέδιον, δι’ οὗ νομίζω, ὅτι ἀποκόπτεται ἀπὸ ῥίζης τὸ κακόν, διότι διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου καθιεροῦται διετὴς παραγραφὴ τῶν τοιούτων ἀγωγῶν τῶν ἐνοικιαστῶν τῶν δημοτικῶν φόρων κατὰ τῶν πολιτῶν. Τῷ ὄντι ἡ αἰτία τοῦ μεγάλου τούτου κινδύνου εἶναι οὐ μόνον ἡ ἀσάφεια καὶ ἡ ἐσφαλμένη ἑρμηνεία τοῦ νόμου, ἀλλὰ πρὸ πάντων διότι ἐπὶ τριακονταετίαν ὁλόκληρον εἶναι ἐκτεθειμένοι οἱ ἔμποροι εἰς τοὺς κινδύνους, τοὺς ὁποίους δὲν ἔχουσι τὰ μέσα σήμερον νὰ ἀποκρούσωσιν ἐπαρκῶς. Ἐπίσης καταθέτω νομοσχέδιον περὶ ἀδικημάτων κατὰ τῆς ἀσφαλείας τῶν σιδηροδρόμων καὶ τροχιοδρόμων. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου ἐπέρχεται θεραπεία εἰς τὰ κενὰ τῶν ὑπαρχόντων νόμων. Ἓν τῶν σπουδαιοτέρων σφαλμάτων τῶν σχετικῶν νόμων εἶναι, ὅτι δὲν ὑπάρχει μέσον πρὸς ἐκτέλεσιν τῶν ἀποφάσεων κατὰ τῶν σιδηροδρομικῶν ἑταιρειῶν. Ἓν μέσον ἔχομεν, τὴν ἔκπτωσιν αὐτῶν, ἀλλὰ τοῦτο εἶναι φάρμακον πολὺ δραστήριον καὶ πολὺ ἐπικίνδυνον. Τὸ νομοσχέδιον διὰ τῶν διατάξεων αὐτοῦ φέρει θεραπείαν, ὡς ἐγὼ νομίζω. Ὡσαύτως καταθέτω νομοσχέδιον «περὶ συμπληρώσεως τοῦ νόμου ΑϠΟʹ τῆς 3 Ἀπριλίου 1891 περὶ ἐγγυήσεως τοῦ Κράτους εἰς ἐνυπόθηκα δάνεια γεωργοκτηματιῶν».
§41ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ νομοσχέδια ταῦτα θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 82–83 καὶ 231–232).
§42ΣΠ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§43ΠΕΡ. ΜΠΟΥΤΟΣ. Ὅσα ἀναφέρει ὁ Εἰσαγγελεὺς εἰς τὰ δύο τηλεγραφήματα, τὰ ὁποῖα ἀνέγνωσεν ὁ συνάδελφος, εἶναι ἀληθῆ, καὶ οὐδεὶς τὰ ἠμφισβήτησεν. Ὅτι αἱ ἀστυνομίαι πρὸ πάντων εἰς δευτέραν καὶ τρίτην μοῖραν ἔχουν τὸ ζήτημα τῆς δημοσίας ἀσφαλείας, ἐπίσης καὶ τοῦτο εἶναι ἀληθές, διότι τὸ πρώτιστον μέλημά των εἶναι ἡ σύλληψις ζῴων καὶ ἡ εἴσπραξις συλλήπτρων. Ὅ,τι δὲ εἶπον προχθές, ἤτοι ὅτι ἡ κατάστασις τῆς δημοσίας ἀσφαλείας ἐν Μεσσήνῃ σχετικῶς εἶναι ἀρίστη, τὸ ἐπαναλαμβάνω καὶ σήμερον, μολονότι συμπολῖταί μου ἀπηύθυναν τηλεγραφήματα πρὸς τὰς ἐνταῦθα ἐφημερίδας, διὰ τῶν ὁποίων μὲ ἀποδοκιμάζουν δι’ ὅσα εἶπον εἰς τὴν προχθεσινὴν συνεδρίασιν. Ὡς πρὸς τὴν ἀποδοκιμασίαν, ἐντελῶς ἀδιαφορῶ, ἀρκεῖ νὰ εὑρίσκωμαι ἐν τῇ ἀληθείᾳ. Καὶ ὅτι εὑρίσκομαι ἐν τῇ ἀληθείᾳ, παρακαλῶ τοὺς κυρίους Ὑπουργοὺς τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ τῆς Δικαιοσύνης νὰ ζητήσωσι πληροφορίας ἀπὸ τὰς ἁρμοδίας ἀρχὰς περὶ τοῦ ποία εἶναι ἡ κατάστασις τῆς δημοσίας ἀσφαλείας ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Μεσσήνης σχετικῶς πρὸς τὰ παρελθόντα ἔτη, ἂν ὑπάρχουν φυγόδικοι, ποῖοι καὶ πόσοι, διότι ἐκ τούτου θὰ κρίνωμεν, ἂν ὄντως εἶναι καλλιτέρα ἡ δημοσία ἀσφάλεια σχετικῶς πρὸς τὸ παρελθόν· καὶ θέλω τὰς πληροφορίας αὐτὰς διὰ νὰ βεβαιωθῇ ἡ Βουλή, ὅτι ὅσα εἶπον εἶναι ἀληθῆ. Προσθέτω δὲ καὶ τοῦτο, ὅτι ἐγὼ εἰς τὴν ἐπιθυμίαν τοῦ Ἐμπορικοῦ Συλλόγου δὲν ἀντετάχθην τοῦ νὰ σταλῇ δεύτερος ἀστυνόμος εἰς τὴν Μεσσήνην, καὶ δὲν ἀντετάχθην εἰς τὴν αἴτησιν ταύτην τοῦ Ἐμπορικοῦ Συλλόγου, ὄχι δι’ ἄλλον λόγον, ἀλλὰ διὰ νὰ μὴ ὑποτεθῇ, ὅτι ἐγὼ θέλω νὰ ἦμαι ἐναντίος τῶν Ὑπουργῶν, ὕστερον μάλιστα ἀπὸ τὰς πληροφορίας τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅτι ὁ τέως ἀστυνόμος ἀπό τινος δὲν ἐξετέλει τὸ καθῆκόν του, διότι τὸ ὅριον τῆς ἡλικίας τὸν κατελάμβανεν ἀπὸ τῆς πρώτης Ἰανουαρίου, καὶ βεβαίως δὲν εἶχε πολλὴν ὄρεξιν νὰ ἀφήσῃ τὸ κύριον ἔργον, τῆς εἰσπράξεως τῶν παρανόμων συλλήπτρων· ἀλλὰ περὶ τοῦ ἄλλου ἀστυνόμου — περὶ τοῦ ὁποίου ἀμφιβάλλω ἂν θὰ μεταβῇ εἰς τὴν θέσιν του — οἱ συμπολῖταί μου δὲν εἶχον δίκαιον, προτοῦ μεταβῇ εἰς τὴν θέσιν του, νὰ προεξοφλήσουν τὴν δραστηριότητά του. Ταῦτα εἶχον νὰ εἴπω, διότι ἐπεθύμουν ἐξ ἐκθέσεων ἐπισήμων νὰ βεβαιωθῇ ἡ ἀλήθεια τῶν πραγμάτων.
§44Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐνθυμεῖσθε, κύριοι Βουλευταί, ὅτι ἐξ ἀφορμῆς ἑνὸς τηλεγραφήματος τοῦ Ἐμπορικοῦ Συλλόγου Μεσσήνης ἐγένετο μακρὰ συζήτησις περὶ δημοσίας ἀσφαλείας. Τότε ὁ κ. Μποῦτος, ἀντικρούων τὰς πληροφορίας, ὅτι ἐν Μεσσήνῃ εἶχε διασαλευθῆ ἡ δημοσία ἀσφάλεια, ὑπεστήριξεν, ὅτι αὕτη ἦτο ἀρίστη, σήμερον δὲ, τροποποιῶν τὴν γνώμην του ἐκείνην, λέγει ὅτι εἶναι σχετικῶς καλή.
§45ΜΠΟΥΤΟΣ. Ἐγὼ ἐπαναλαμβάνω, ὅτι εἶναι ἀρίστη.
§46ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐκ τῆς διχογνωμίας ταύτης μεταξὺ τοῦ κ. Μπούτου καὶ ἄλλων προχθὲς ἐξεφράσθη ἡ εὐχὴ, ὁ Ἐμπορικὸς Σύλλογος τῆς Μεσσήνης νὰ μὴ περιωρίζετο εἰς ἀορίστους πληροφορίας, ὅτι εἶναι διασεσαλευμένη ἡ τάξις, ἀλλὰ νὰ ἐπεκαλεῖτο καὶ γεγονότα ὡρισμένα, διὰ τῶν ὁποίων νὰ κυρῶνται αἱ πληροφορίαι του αὗται. Ταύτην τὴν στιγμὴν λαμβάνω τηλεγράφημα, τὸ ὁποῖον ὀφείλω ἐκ καθήκοντος νὰ ἀνακοινώσω εἰς τὴν Βουλὴν, τοσούτῳ μᾶλλον, καθόσον οἱ προαγορεύσαντες ἐμνήσθησαν τοῦ ζητήματος καὶ ἔδωσαν πληροφορίας, ἀλλ’ αἱ πληροφορίαι αὗται εἶναι πολὺ ἀντιφατικαί. Ἄλλα ἰσχυρίζεται ὁ κ. Κουμουνδοῦρος, καὶ ἄλλα ὁ κ. Μποῦτος. Ἰδοὺ τὸ τηλεγράφημα τοῦ Ἐμπορικοῦ Συλλόγου Μεσσήνης. (Ἀναγινώσκει αὐτό).
§47ΜΠΟΥΤΟΣ. Ἀπὸ πόσου χρόνου ἐγένοντο ταῦτα;
§48ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ τηλεγράφημα λέγει «εἰς μικρὸν διάστημα χρόνου». Ἐγὼ βεβαίως δὲν γνωρίζω ἐντὸς πόσου χρονικοῦ διαστήματος συνέβησαν ὅσα ἐν τῷ τηλεγραφήματι ἀναφέρονται, ἀλλ’ ἀνέγνων τὸ τηλεγράφημα, διότι ἐκτίθενται ἐν αὐτῷ ὡρισμένα γεγονότα, ἀναφερόμενα εἰς τὴν κατάστασιν τῆς δημοσίας ἀσφαλείας ἐν Μεσσήνῃ.
§49ΣΠ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§50Δ. ΛΥΜΠΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἐγὼ, κύριοι Βουλευταί, ἔχω ὅμοιον τηλεγράφημα ἐκ μέρους τοῦ Ἐμπορικοῦ Συλλόγου Μεσσήνης, καὶ ἀπορῶ, πῶς δὲν γνωρίζομεν τὴν σημασίαν τῶν λέξεων, καὶ διαφωνοῦμεν. Ἡ λέξις «ἀρίστη», τὴν ὁποίαν μετεχειρίσθη ὁ κύριος Μποῦτος, ἔχει τὴν ἔννοιαν, τὴν ὁποίαν γνωρίζομεν πάντες, ἀλλὰ δυστυχῶς τὰ πράγματα διαψεύδουν τὰς λέξεις. Καὶ ὁ κύριος Παπαγιαννακόπουλος ἀνέπτυξεν ἐν τῇ Βουλῇ τὰ γεγονότα, καὶ ἐγὼ κατ’ ἐπανάληψιν παρεκάλεσα τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, καὶ ἐπαναλαμβάνω πάλιν τὴν παράκλησίν μου, καθὼς καὶ τὸν κύριον Πρωθυπουργόν, ἵνα, μεριμνῶντες ὑπὲρ τῆς δημοσίας ἀσφαλείας ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Μεσσήνης, ἀποστείλωσιν ὡς ἀστυνόμον ἕνα ἐκ τῶν καλλιτέρων ἀξιωματικῶν, ὅπως ἐπαναφέρῃ οὗτος τὴν ἀληθῶς διασαλευθεῖσαν δημοσίαν ἀσφάλειαν. Ἐπίσης παρακαλῶ νὰ ἀποσταλῇ κατάλληλος ἀστυνόμος εἰς τὸν δῆμον Οἰχαλίας καὶ εἰς τὸν δῆμον Ἀνδανείας, διότι ἐκεῖ γίνεται ἡ μεγαλειτέρα συγκέντρωσις ἕνεκα τῆς κινήσεως τοῦ σιδηροδρόμου καὶ τοῦ ἐμπορίου. Ἐπίσης ν’ ἀποσταλῇ ἀστυνόμος καὶ εἰς τὸν δῆμον Εὔας. Εἰς δὲ τὴν πρωτεύουσαν, ὅπου εἶναι τὸ κέντρον τῶν ἐργασιῶν τριῶν ἐπαρχιῶν, νὰ ἀποστείλῃ ἕνα λοχαγὸν, ὁποῖον ἡ ὑπηρεσία θὰ ὑποδείξῃ, διότι πράγματι ἡ κατάστασις τῆς δημοσίας ἀσφαλείας ἐν Νησίῳ, πρωτευούσῃ τῆς ἐπαρχίας Μεσσήνης, δὲν εἶναι καλὴ, καὶ παρακαλῶ τοὺς κυρίους Ὑπουργοὺς νὰ λάβωσιν ὑπὸ σημείωσιν ὅσα ἐντεῦθεν ἀνεκοινώθησαν, καὶ νὰ θέσωσι τέρμα εἰς τὴν κατάστασιν αὐτὴν, ἥτις εἶναι ὄντως οἰκτρά.
§51ΜΠΟΥΤΟΣ.....
§52ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐὰν συμφωνῆτε ὅλοι...
§53ΜΠΟΥΤΟΣ. Ὄχι· ἐγὼ δὲν εἶμαι σύμφωνος. Λαμβάνω δὲ τὸν λόγον ἐκ νέου, ἵνα ἀποδείξω, ὅτι ἡ κατάστασις τῆς δημοσίας ἀσφαλείας ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Μεσσήνης δὲν εἶναι εἰς οἵαν κατάστασιν παρέστησαν οἱ προλαλήσαντες. Ἐγὼ δὲν λαμβάνω ὑπ’ ὄψιν τὰς μικροσυμπλοκὰς καὶ τὰς μικροκλοπὰς, τὰς ὁποίας ἀνέφεραν οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι, ὡς συμβαινούσας ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ, διότι τοιαῦται συμβαίνουσι παντοῦ. Δὲν πρόκειται περὶ τούτου, πρόκειται περὶ τῆς δημοσίας ἀσφαλείας ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ, ἡ ὁποία διαταράσσεται δῆθεν ὑπὸ φυγοδίκων καὶ συμμοριῶν. Σᾶς βεβαιῶ, ὅτι ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Μεσσήνης αὐτὴν τὴν στιγμὴν ἀμφιβάλλω, ἐὰν ἦναι εἷς φυγόδικος ἐξ ἐκείνων τῶν ἐπικινδύνων, ἢ ἐὰν συμμορία τις κακοποιῶν διαταράσσῃ τὴν δημοσίαν ἀσφάλειαν. Καὶ ἵνα πιστοποιηθῇ τὸ γεγονὸς τοῦτο, παρακαλῶ τοὺς κυρίους Ὑπουργοὺς τῶν Στρατιωτικῶν καὶ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ ζητήσωσι τὰς σχετικὰς πληροφορίας, καὶ τὰς καταθέσωσιν εἰς τὴν Βουλήν. Ἀλλὰ παρακαλῶ τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ προσκαλέσῃ τὸν ἀρχηγὸν τῆς χωροφυλακῆς κύριον Στάϊκον, ὁ ὁποῖος ἐπεσκέφθη καὶ τὴν ἐπαρχίαν Μεσσήνης, περιελθὼν τοὺς διαφόρους δήμους αὐτῆς, καὶ νὰ τῷ ζητήσῃ πληροφορίας, εἰς ποίαν κατάστασιν εὗρε τὴν δημοσίαν ἀσφάλειαν ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Μεσσήνης. Αὐταὶ αἱ πληροφορίαι ἐπιθυμῶ νὰ προσαχθῶσι.
§54Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Μοὶ φαίνεται, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι ὑπερβολικῶς ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ παρίσταται ἡ κατάστασις τῆς δημοσίας ἀσφαλείας, καὶ ὅτι, ἐὰν μᾶς ἤκουέ τις, θὰ ἐνόμιζεν ὅτι τῷ ὄντι δὲν ὑπάρχει δημοσία ἀσφάλεια ἐν τῷ Κράτει. Ἀλλ’ ἐγὼ, ὡς προϊστάμενος τῆς ἀστυνομίας, ἔχω τὴν ὑποχρέωσιν νὰ διαβεβαιώσω τοὺς συναδέλφους ἐνταῦθα, ὅτι ταῦτα εἶναι πολὺ ὑπερβολικά. Ἐὰν ἐν τῷ νομῷ Μεσσηνίας ἀκούονται τῷ ὄντι παράπονα, τοῦτο δὲν λέγω, ὅτι εἶναι φυσικὸν, ἀλλ’ εἶναι εὐεξήγητον. Ὅσοι παρακάθησθε ἐνταῦθα ἀπὸ πολλοῦ χρόνου γνωρίζετε, ὅτι ἐν τῷ νομῷ τῆς Μεσσηνίας συνηθέστερον γίνονται ἀδικήματα κατὰ τῆς ζωῆς, οὐχὶ διότι οἱ κάτοικοι ἐκεῖ εἶναι εἰς ταῦτα πολὺ ἐπιρρεπεῖς, ἀλλὰ διότι τὸ κλῖμα εἶναι μεσημβρινώτερον (ἱλαρότης), ἔχουσι δὲ ἐκ προγενεστέρων ἐποχῶν, ὅτε τὰ ἐγκλήματα διεπράττοντο σχεδὸν καθ’ ἑκάστην, πολλὰς ἀφορμὰς ἀντεκδικήσεων. Αὐτὴ εἶναι ἡ αἰτία, ἕνεκα τῆς ὁποίας συνήθως ἀκούομεν παράπονα ἐκ τοῦ νομοῦ Μεσσηνίας. Ἀλλ’ ἐὰν ἐξακολουθῶμεν κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον νὰ δίδωμεν ἀφορμὴν εἰς συζητήσεις πολυώρους, νὰ δίδωμεν οὐχὶ μόνον προσοχὴν, διότι ὀφείλομεν νὰ δίδωμεν τοιαύτην, ἀλλὰ νὰ ἀπονέμωμεν ἐπαίνους πρὸς ὅλους ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι παραπονοῦνται τηλεγραφικῶς εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὑπερβάλλοντες τὰ πράγματα, δὲν θὰ πράξωμεν τίποτε ἄλλο ἢ νὰ πολλαπλασιάσωμεν αὐτὴν τὴν ἐργασίαν τῆς Βουλῆς. Ὅτε διετυπώθησαν τὰ παράπονα εἰς ἐμὲ ὑπὸ τῶν κατοίκων τῶν Καλαμῶν κατὰ τοῦ ἐκεῖ ὑπάρχοντος ἀστυνόμου, ἔσπευσα νὰ ἀπολύσω τοῦτον, καὶ διώρισα ἕνα τῶν ἐκλεκτοτέρων ἀστυνόμων τοῦ Κράτους, κατὰ τὰς διαβεβαιώσεις πάντων, παραλαβὼν αὐτὸν ἐντεῦθεν, ἐκ τῆς ἀστυνομίας Ἀθηνῶν, τὸν ἀξιωματικὸν Μιχαλόπουλον. Ὅτε πάλιν μοὶ παρεστάθη ἡ κατάστασις τῆς Μεσσήνης, ἔσπευσα ἀμέσως καὶ μετέθεσα ἐκεῖ ἀστυνόμον ἐκ Φαλαισίας, ὁ ὁποῖος ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι μετέβη εἰς τὴν θέσιν του...
§55ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ταύτην τὴν στιγμὴν ἔλαβον τηλεγράφημα, ὅτι δὲν ἐπῆγεν ὁ ἀστυνόμος.
§56Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Θὰ ὑπάγῃ... Ἔστειλα λοιπὸν ἀνώτερον ἀξιωματικὸν εἰς Μεσσήνην. Τί ἄλλο θέλετε νὰ πράξῃ ὁ Ὑπουργός; Ἀλλ’ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον παρακαλῶ τὴν Βουλὴν, εἶναι νὰ μὴ ὑπερβάλλωμεν τὰ πράγματα, διότι πάντα ταῦτα γίνονται πρὸς ζημίαν τοῦ τόπου.
§57ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Ἀλεξάκης ἔχει τὸν λόγον.
§58ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Εὐχαρίστως ἤκουσα, κύριε Πρόεδρε, τὸν ἀξιότιμον ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸν διαβεβαιοῦντα τὴν Βουλὴν, ὅτι μόλις λαμβάνει ἀφορμὴν παραπόνων καὶ καταγγέλλεται εἰς αὐτὸν παρεκτροπὴ ἢ ἀνικανότης ἀστυνόμου σπεύδει λίαν ἀξιεπαίνως καὶ ἀντικαθιστᾷ αὐτόν. Ἡ τοιαύτη ἐνέργεια, ἂν πράγματι γίγνηται, συντελεῖ πρὸς ἐπαναφορὰν τῆς διασαλευομένης τάξεως. Ἔχων ὑπ’ ὄψιν τὰς δηλώσεις ταύτας τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, παρακαλῶ αὐτὸν νὰ γνωρίσῃ εἰς τὴν Βουλὴν, ποῖα μέτρα ἔλαβε διὰ τὸν ἀστυνόμον Τροπαίων Λαθούρην; Ὁ ἀστυνόμος αὐτὸς, ὁ ὁποῖος ἐκληροδοτήθη εἰς μίαν μεγάλην περιφέρειαν ἀστυνομικὴν, μετετέθη τὸν παρελθόντα Σεπτέμβριον ἐκ τῆς ἐπαρχίας Καλαβρύτων εἰς τὴν τῶν Τροπαίων. Τὰ ἀγαθὰ τῆς διοικήσεως τοῦ ἀστυνόμου τούτου ἐδοκίμασαν οἱ κατοικοῦντες τὴν ἐπαρχίαν Καλαβρύτων, ἤδη δὲ τὰ δοκιμάζουσι καὶ οἱ κάτοικοι τριῶν δήμων τῆς ἐπαρχίας Γορτυνίας. Ὁ ἀστυνόμος οὗτος εἶναι ἐκεῖνος, τὸν ὁποῖον κατήγγειλα πρό τινων ἡμερῶν, ὅτι νομοθετεῖ, ἐκτελεῖ ποινὰς, συλλαμβάνει ἄνευ ἐνταλμάτων πολίτας, κρατεῖ αὐτοὺς ἐπὶ 15 ἡμέρας εἰς τὸ κρατητήριον, καὶ ἔπειτα τοὺς στέλλει εἰς τὸν Εἰσαγγελέα! Ἐδόθησαν κατ’ αὐτοῦ σωρεῖαι μηνύσεων, καὶ ἂν θέλητε νὰ σᾶς ἀναφέρω καὶ πρόσωπα ὡρισμένα, ἔχω πρόχειρα, ἀλλὰ κρίνω περιττὸν τοῦτο. Ἀνεφέρθησαν οἱ ἀδικηθέντες ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον καὶ πρὸς τὸν Διάδοχον, ἀλλὰ μέχρι τοῦδε οὐδεμία ἐπῆλθε θεραπεία. Ἤδη πληροφοροῦμαι, ὅτι ἐκτὸς τοῦ ὅτι ὁ ἀστυνόμος ἐκεῖνος ἔχει τοιαῦτα ἔνστικτα κακοποιὰ, διότι καὶ εἰς τὴν ἐπαρχίαν Καλαβρύτων τοιαύτην ἔδειξε διαγωγὴν, ἔχει καὶ λόγον ἐπὶ πλέον νὰ καταδιώκῃ κατὰ τοιοῦτον τρόπον, παράνομον, τοὺς κατοίκους τῶν μερῶν ἐκείνων, διότι συνεδέθη μὲ τὸν τόπον διὰ μνηστείας. Ἐμνηστεύθη πρὸ μηνῶν (καὶ ἤδη ἀπεκαλύφθη τοῦτο, διότι συνετάχθη συμβόλαιον προικοσύμφωνον) μὲ κόρην πολιτευομένης οἰκογενείας ἐν Βυζιτσίῳ, ἀδελφὸς τῆς ὁποίας ἠθέλησε πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν νὰ προστατεύσῃ τὸν Εἰσαγγελέα Τριπόλεως, ἵνα εἰς ἀντάλλαγμα μὴ οὗτος εἰσαγάγῃ τὰς καταγγελίας κατὰ τοῦ προστατευομένου αὐτοῦ γαμβροῦ. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν, ὅστις, ὡς λέγει, ἀξιεπαίνως ἔλαβε μέριμναν διὰ τοὺς κατοίκους τῶν Καλαμῶν καὶ τῆς Μεσσήνης, νὰ λάβῃ πρόνοιαν καὶ διὰ τοὺς κατοικοῦντας τοὺς δήμους Τροπαίων, Ἐλευσῖνος καὶ Θελπούσης.
§59ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Παπαγιαννακόπουλος.
§60Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ κατὰ τὴν μακρὰν χθεσινὴν συζήτησιν ἐξήνεγκον μίαν ἀπορίαν. Ἐὰν ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐκτίθενται ἐν τοῖς τηλεγραφήμασι τῶν Ἐμπορικῶν Συλλόγων, δὲν εἶναι ἀκριβῆ, ἀπορῶ, καὶ ἐρωτῶ: διατὶ οἱ Ἐμπορικοὶ οὗτοι Σύλλογοι τὰ ἐκθέτουν καὶ τὰ δημοσιεύουν; Ἔχουν κανένα κομματικὸν λόγον, κανένα ὑπολογισμόν; Εἰς αὐτὸ παρακαλῶ νὰ ἀπαντήσωσιν οἱ κύριοι Ὑπουργοί. Ὁ Ἐμπορικὸς Σύλλογος Μεσσήνης ἐν τέλει τοῦ τηλεγραφήματος τοῦ μακροῦ τί λέγει; «Μετὰ τὰ γεγονότα ταῦτα, τὰ ὁποῖα ἔλαβον χώραν ἐντὸς ὀλιγίστου χρόνου, καὶ τὰ ὁποῖα κατωνομάσαμεν, δὲν πιστεύομεν νὰ εὑρεθῇ κανεὶς πλέον, ὅστις νὰ τολμήσῃ νὰ διαψεύσῃ ἀνακοινώσεις γενομένας οὐχὶ ἐξ ὑπολογισμῶν κομματικῶν, ἀλλ’ ἐκ τοῦ πόθου νὰ ἐξασφαλίσωμεν τὴν ζωήν μας, τὴν ἁγνείαν τῶν θυγατέρων καὶ γυναικῶν μας καὶ τὴν περιουσίαν μας.» Διατὶ τὰ λέγουσιν αὐτὰ οἱ Ἐμπορικοὶ Σύλλογοι; Δὲν προέρχονται ἀπὸ κανένα δήμαρχον, διὰ νὰ ὑποθέσητε, ὅτι ὁ δήμαρχος τὸ κάμνει ἐκ κομματικῶν ὑπολογισμῶν, ἀλλὰ προέρχονται ἀπὸ Ἐμπορικοὺς Συλλόγους, δηλαδὴ ἀπὸ τὰ στοιχεῖα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα εἶναι τὰ μᾶλλον ξένα πρὸς τὸν κομματισμὸν, τὰ ὁποῖα ἔχουσι κυρίως ἀνάγκην ἀντιλήψεως ἐκ μέρους τῶν ἀρχῶν διὰ τὸ ἐμπόριόν των, ἀπὸ τὰ στοιχεῖα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα πρὸ πάντων δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποτεθῇ ὅτι ψεύδονται, καὶ δὴ δημοσίᾳ. Τώρα ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἐπαναφέρει ζήτημα, τὸ ὁποῖον πολλάκις καὶ κατὰ κόρον ἐπανελήφθη: «Διατὶ ἐκθέτομεν τὴν ὑπόληψιν τοῦ Κράτους εἰς τοὺς ξένους; διατὶ ὑπερβάλλομεν τὰ πράγματα, καὶ παριστῶμεν, ὅτι ἡ δημοσία ἀσφάλεια παρ’ ἡμῖν εἶναι εἰς ἐλεεινὴν καὶ ἀξιοδάκρυτον κατάστασιν;» Καὶ ἐγὼ ἐρωτῶ ἀντιθέτως: Διατὶ, κύριε Ὑπουργὲ, ὄχι σεῖς μόνον, ἀλλὰ καὶ οἱ προκάτοχοι ὑμῶν, θέλετε νὰ κρύπτητε τὰς πληγάς μας, διὰ νὰ καταλήξωσιν εἰς γάγγραιναν; Διατὶ δὲν ὁμολογεῖτε τὴν ἀλήθειαν; Διατὶ δὲν βλέπετε, ὅτι ἡ δημοσία τάξις καὶ ἡ ἀσφάλεια ἀπὸ πολλοῦ ὑπάρχει εἰς ἀξιοθρήνητον σημεῖον, ὄχι μόνον εἰς τὴν Μεσσήνην, ὅπου ἐπικαλεῖσθε τὸ κλῖμα πρὸς δικαιολογίαν, ὅτι τὰ ἐγκλήματα ἐκεῖ εἶναι περισσότερα, ἀλλὰ καὶ εἰς τὴν Ἠλείαν καὶ εἰς ὅλας τὰς ἐπαρχίας; Εἰς τὴν Ἠλείαν δὲν ἀκούετε καθ’ ἑκάστην, ὅτι φονεύονται οἱ ἄνθρωποι, ὅτι γίνονται ἀπαγωγαὶ, ὅτι φονεύονται ἀστυφύλακες, ὅτι φονεύονται χωροφύλακες; Τί συμβαίνει δ’ ἐν Πάτραις; Ἐν Πάτραις, Κύριοι, ἐντὸς τῆς πόλεως τρεῖς ἀστυφύλακες ἐφονεύθησαν ἐντὸς τριῶν ἡμερῶν ἀπὸ πολίτας. Εἰς τὸ Ἀγρίνιον τί συνέβη; Ἐσυλήθη ναός! Ἕως τώρα δὲν ἦτο γνωστὸν, ὅτι ἐσυλοῦντο καὶ ναοί. Τί φωνάζουν οἱ κτηματίαι τῶν Πατρῶν καὶ οἱ ἀμπελοκτήμονες τῆς Ἠλείας; Τί μᾶς λέγετε, Κύριοι κυβερνῆται, καὶ σχεδιάζετε Ὑπουργεῖα Γεωργίας; Δότε ἡμῖν ἀσφάλειαν τῶν κτημάτων μας, καὶ σᾶς χαρίζομεν τὰ λοιπά. Ἔχει κανεὶς συμφέρον ἐξ αὐτῶν νὰ ψεύδηται, ἢ νὰ ὑπερβάλλῃ τὰ πράγματα; Ἐνθυμοῦμαι, ὅτι εἰς τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον ἔλαβον ἀφορμὴν νὰ ἐκτραγῳδήσω τὰ δεινοπαθήματα, τὰ ὁποῖα ὑφίστατο ὑπὸ λῃστοφυγοδίκων ἡ ἰδιαιτέρα ἐπαρχία τοῦ κυρίου Πρωθυπουργοῦ, καὶ ὅτε ἔφερα τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ καὶ εἶπον, ὅτι πρέπει νὰ καταβληθῇ πᾶσα προσπάθεια, ἵνα ἐκλείψωσιν ἐκεῖνα τὰ αἴτια, τὰ ὁποῖα καθίστων προβληματικὴν τὴν δημοσίαν τάξιν καὶ ἀσφάλειαν, ἠγέρθη τότε ὁ πρώην Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ εἶπε: «Διατὶ, ἀδελφὲ, νὰ ἐκθέτωμεν τὴν ὑπόληψιν τοῦ τόπου; Δὲν συμβαίνει τίποτε. Ἐδῶ ἔχω ἓν τηλεγράφημα, ἐκ τοῦ ὁποίου ἀποδεικνύεται, ὅτι κάθε ἄλλο συμβαίνει.» Καὶ ὅμως ἡ συζήτησις ἐκείνη ἔφερε τὸ ἀποτέλεσμά της, διότι ἐντὸς ὀλίγων ἡμερῶν ἀπὸ τῆς συζητήσεως συνελήφθησαν καὶ οἱ τρεῖς ἐκεῖνοι ληστοφυγόδικοι, τοὺς ὁποίους γνωρίζει ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς, καὶ οἱ ὁποῖοι ἐλυμαίνοντο τὴν ἐπαρχίαν ἐπὶ 3 ἢ 4 ἔτη. Ἀλλὰ διατὶ συζητεῖτε! Ἐὰν δὲν συζητήσωμεν καὶ ἐδῶ, εἰς τὴν Βουλὴν, τί θὰ γείνῃ; Θὰ σηκωθοῦν ὅλοι καθ’ ὅλων. Θὰ ἴδητε, ὅτι δὲν θὰ ὑπάρχῃ οὐδὲ ἴχνος δημοσίας ἀσφαλείας. Τὸ μόνον, τὸ ὁποῖον συγκρατεῖ, κύριε Πρόεδρε καὶ κύριοι Βουλευταὶ, ὅπως δήποτε ἐν ἀνεκτῇ τινι καταστάσει πραγμάτων τὴν τάξιν καὶ τὴν ἀσφάλειαν, εἶναι, ὅτι γίνεται καθ’ ἑκάστην λόγος, καὶ πρέπει νὰ γίνεται. Καὶ δὲν εἶναι ὑπερβολαὶ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα λέγονται. Προχθὲς ἀκόμη εἷς χωροφύλαξ ἐφόνευσεν ἕνα δυστυχῆ χωρικὸν διότι εἰσῆλθεν εἰς τὸ κτῆμα τοῦ Διαδόχου. Διατί; Διότι, λέγει, ἐπῆγε νὰ κόψῃ ξύλα! Αὐτὰ εἶναι ὑπερβολαὶ, λέγει ὁ κύριος Ὑπουργὸς, καὶ δὲν πρέπει νὰ τὰ ἐκθέτωμεν, διότι ἐκθέτομεν τὴν ὑπόληψιν τοῦ τόπου!
§61Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Χθὲς δὲν εἴδετε τί ἔκαμεν εἷς ἀστυφύλαξ ἐντὸς τῶν Ἀθηνῶν;
§62ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι εἶναι ἀνάξιον ἡμῶν νὰ θέτωμεν ὑπὸ ἀμφισβήτησιν σήμερον, ὅτι ἡ δημοσία ἀσφάλεια εἶναι εἰς οἰκτρὸν σημεῖον. Ἀλλὰ τὸ οἰκτρὸν καὶ φοβερὸν εἶναι, ὅτι οἱ κυβερνῆται τῆς χώρας, ἀντὶ νὰ φροντίσωσιν ὁπωσδήποτε νὰ ἐμπεδώσωσι τὴν δημοσίαν ἀσφάλειαν, περιορίζονται εἰς ἀντιρρήσεις. Διατί; Ἐκ φόβου μὴ ἀποδοθῇ εἰς αὐτοὺς ἔλλειψις προνοίας. Τοῦτο δὲν εἶναι ὀρθὸν, διότι δὲν πρόκειται περὶ ὑμῶν, κύριοι Ὑπουργοί. Τὸ κακὸν ἔχει τὴν ἀρχήν του εἰς παρελθὸν, καὶ παρελθὸν οὐχὶ πολὺ ἐγγύς. Ἀντὶ λοιπὸν νὰ ὑποστηρίζητε, ὅτι βλάπτομεν ἡμεῖς διὰ τῶν συζητήσεων, καλλίτερον εἶναι νὰ πεισθῆτε, ὅτι βλάπτετε σεῖς τὸν τόπον, διότι δὲν σπεύδετε, κατὰ τὰς ὑποδείξεις ἡμῶν, νὰ φέρητε βελτίωσιν. Τὸ νὰ λέγητε, ὅτι ἡ δημοσία ἀσφάλεια δὲν εἶναι μὲν καλὴ, ἀλλ’ οὐχὶ καὶ ὅπως παρίσταται ὑφ’ ἡμῶν, τοῦτο εἶναι οὐ μόνον ἀνωφελὲς, ἀλλὰ καὶ ἐπιζήμιον.
§63Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἐγὼ ὁμολογῶ, ὅτι οὐσιωδῶς βλάπτουσι τὸ τόπον καὶ οἱ ἀποκρύπτοντες τὴν ἀλήθειαν καὶ οἱ ὑπερβάλλοντες τὰ πράγματα, διότι καὶ οἱ μὲν καὶ οἱ δὲ δὲν λέγουσι τὴν ἀλήθειαν. Ἐγὼ δὲν ἰσχυρίσθην, ὅτι ἡ δημοσία ἀσφάλεια εἶναι ἀνθηρὰ, ἀλλ’ εἶπον, ὅτι δὲν εἶναι τοιαύτη, οἵα παρίσταται ἐνταῦθα, καὶ ὅτι οἱ ὑπερβολικὰ παριστάνοντες τὰ πράγματα ζημιοῦσι τὸν τόπον. Θὰ σᾶς ἀναφέρω δὲ ἀριθμοὺς, ἐξ ὧν θὰ πεισθῆτε περὶ τῆς ὑπερβολῆς τῶν λόγων σας. Ὁ συνάδελφος Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης κατέθεσε στατιστικοὺς πίνακας ἑνὸς Εἰσαγγελέως περὶ τῶν ἀδικημάτων ἀνθρωποκτονίας, ἀποπείρας ἀνθρωποκτονίας καὶ ζωοκλοπῆς. Θὰ ἴδητε ἐν Ἠλείᾳ, ὅπου ἀνέφεραν, ὅτι δὲν ὑπάρχει τάξις, ὅτι τὰ πράγματα ὁσημέραι βελτιοῦνται. Ἐὰν τὰ τοῦ πίνακος τούτου ἦναι ἀσφαλῆ, — καὶ δὲν ἔχω ἀμφιβολίαν ὅτι εἶναι, διότι ὁ πίναξ εἶναι ἐπίσημος, — θὰ ἴδητε, ὅτι τὰ ἀδικήματα κατὰ τῆς ζωῆς, καὶ τὸ σπουδαιότερον ἀδίκημα κατὰ τῆς περιουσίας, ἡ ζωοκλοπὴ, βαίνουσιν ὁσημέραι μειούμενα. Τί ἀποδεικνύει ὁ πίναξ οὗτος; ἀποδεικνύει οὐχὶ ὅτι ἡ κατάστασις εἶναι καλή, ἀλλ’ ὅτι δὲν εἶναι ἐκείνη, τὴν ὁποίαν σεῖς ἀνεφέρατε, καὶ ἀποδεικνύει, ὅτι, ἀντὶ νὰ ἐπιδεινῶται, ὁλονὲν βελτιοῦται.
§64ΒΡ. ΛΕΩΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἀμφιβάλλω, Κύριοι, ὅτι πάντες γνωρίζετε τὸ ὄνομα ἑνὸς ληστοφυγοδίκου, ὁ ὁποῖος λυμαίνεται τὴν ἐπαρχίαν Λακεδαίμονος, τοῦ Πατσαβούρα. Οὗτος διαιτᾶται εἰς ἕνα τῶν δήμων τῆς Λακεδαίμονος, πρὸς σύλληψιν δὲ αὐτοῦ ἔχουσι ταχθῆ δύο ὄργανα, ὁ ἀστυνόμος Κολποδῖνος καὶ εἷς ἐνωμοτάρχης. Ὁ ἀστυνόμος, ὡς ἐκ τοῦ ὄγκου τοῦ σώματός του, εἶναι ἀδύνατον νὰ κινηθῇ, καὶ μένει ἐν τῇ πρωτευούσῃ τοῦ δήμου του, μὴ δυνάμενος οὔτε βῆμα νὰ κάμῃ. Ὅτε δὲ διετάχθη ὑπὸ τοῦ Εἰσαγγελέως νὰ μεταβῇ πρὸς καταδίωξιν τοῦ φυγοδίκου, ὁ ὁποῖος καὶ αὐτὴν τὴν δικαστικὴν ἀρχὴν ἔχει πολιορκήσει, μετέβη μετὰ εἴκοσιν ἡμέρας ἀπὸ τῆς διαταγῆς εἰς τὸ χωρίον· ὅτε δὲ τῷ ἐγένετο ἡ παρατήρησις, ὅτι ἐβράδυνεν, αὐτὸς ἠπόρησε, καὶ εἶπεν, ὅτι τόσον χρόνον ἐχρειάζετο διὰ νὰ μεταβῇ! Τὸ ἕτερον ὄργανον τῆς ἀστυνομίας ὀνομάζεται Παναγιωτόπουλος, λοχίας, ὅστις οὐ μόνον δὲν συνετέλεσεν εἰς τὴν καταδίωξιν τοῦ ληστοφυγοδίκου, ἀλλ’ ἀπεδείχθη τοὐναντίον, ὅτι συνετέλει εἰς ὑπόθαλψιν αὐτοῦ. Εἶναι διὰ τοῦτο ἐπιβεβλημένον εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ μεταθέσῃ τὸν λοχίαν αὐτὸν εἰς ἑτέραν περιφέρειαν, διότι εὑρίσκεται εἰς σχέσεις μετὰ τοῦ ληστοφυγοδίκου, ὅστις εἶναι εὐχερέστατον νὰ συλληφθῇ, διότι παρ’ οὐδενὸς ὑποστηρίζεται.
§65ΧΑΡΙΛ. ΔΙΓΕΝΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὰ λεχθέντα περὶ τοῦ ἀστυνόμου Τροπαίων δύναμαι νὰ βεβαιώσω, ὅτι δὲν εἶναι ἀληθῆ. Δύναμαι νὰ βεβαιώσω, ὅτι οἱ τρεῖς δῆμοι εὐλογοῦσι τὸν ἀξιωματικὸν τοῦτον, διότι συνετέλεσαν εἰς τὴν τάξιν, καὶ κατέστειλε τὴν ζωοκλοπήν. Διάσημοι ζωοκλόποι, οὓς ἀπὸ μακροῦ χρόνου δὲν ἐτόλμων νὰ συλλάβουν, εὑρίσκονται ἤδη εἰς τὰς φυλακὰς Τριπόλεως. Ἐγὼ δὲν γνωρίζω τὸν ἀστυνόμον· ἐκεῖ τὸν εὗρον· τὸν ἀπέστειλεν ἡ ὑπηρεσία. Τὸ μόνον, ὅπερ τὸν παρεκάλεσα, ἦτο νὰ κάμῃ τὸ καθῆκόν του, διότι οὐδὲν συμφέρον ἔχω ἐκ τῆς ἀταξίας. Προσθέτω, ὅτι πολὺ ηὐχαριστήθην, διότι κατωρθώθη νὰ εὑρεθῇ ἀστυνόμος ὑπηρέτης τοῦ καθήκοντος. Ἄλλο τι συμβαίνει, κύριε Πρόεδρε. Εἶδον πρό τινος καιροῦ εἰς ἐφημερίδα, ὅτι ὁ ἀστυνόμος αὐτὸς ἀπεπειράθη νὰ δολοφονήσῃ ἕνα κομματάρχην ἐκεῖ. Μοῦ ἔκαμεν ἐντύπωσιν, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἦναι ἀληθὲς τοῦτο, ἀφοῦ οὐδείς, οὔτε καθ’ ὕπνους, ἐσκέφθη τοιοῦτόν τι, πολὺ ὀλιγώτερον ὁ ἀστυνόμος, ἀξιωματικὸς καὶ ξένος, μὴ ἔχων οὐδὲν συμφέρον πρὸς τοῦτο. Ἀλλ’ ἡ εἴδησις αὕτη ἀμέσως προέδιδεν, ὅτι ἦτο ψευδής, διότι τοιαύτη πρᾶξις δὲν ἔχει θέσιν εἰς τὴν ἐφημερίδα, ἀλλ’ εἰς τὸν Εἰσαγγελέα, καὶ ὁ Εἰσαγγελεὺς ἦτο ἐκεῖ, ἐγγύτατα. Ἀλλὰ προέβησαν κατὰ τοῦ ἀστυνόμου οὕτω, διότι ἐνόμισαν, ὅτι οὕτως ἐνεργοῦντες θὰ κατώρθουν τὴν ἀπομάκρυνσιν αὐτοῦ. Οἱ ἀντίθετοί μας, κύριοι Βουλευταί, εἰθισμένοι ἀπὸ μακροῦ χρόνου νὰ διοικοῦν, νὰ εἰσέρχωνται εἰς τὴν Ἀστυνομίαν καὶ εἰς τὸ Εἰρηνοδικεῖον, δὲν δύνανται νὰ ἐννοήσουν, πῶς ἤδη δὲν διοικοῦν, ἀλλ’ ἤδη διοικοῦν οἱ νόμοι.
§66ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Δὲν συνερίζομαι τὸν κ. συνάδελφον δι’ ὅσα εἶπε, διότι ὁ κύριος οὗτος οὔτε λαμβάνει γνῶσιν τῶν ἐκεῖ γιγνομένων. Ὁ κ. συνάδελφος διαμένει ἐν Πάτραις, ὅπου δικηγορεῖ, καὶ τί συμβαίνει εἰς τὴν Γορτυνίαν, οὐδόλως γνωρίζει. Ἂν δὲ δὲν ἔσπευδε νὰ ἀναιρέσῃ τὰ παρ’ ἐμοῦ λεχθέντα, καὶ ἐζήτει πληροφορίας ἀπὸ τὸν ἀδελφόν του καὶ τὸν ἐξάδελφόν του, τοὺς ἐν Τριπόλει διαμένοντας, ἤθελε μάθει, ὅτι ὅσα εἶπεν εἶναι ἀνυπόστατα. Ἐνόμισεν, ὅτι εἶχε καθῆκον, διότι κατηγγέλθησαν πράξεις ἐγκληματικαὶ ἀστυνόμου, νὰ λάβῃ τὸν λόγον καὶ ἀναιρέσῃ ὅ,τι εἶπον, χωρὶς νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν, τί παθαίνει ὁ ἐν ἀγνοίᾳ τῶν πραγμάτων μεριμνῶν νὰ δώσῃ γνώμην, καὶ μάλιστα ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Ὁ κ. συνάδελφος παρέλειψε νὰ ἀναφέρῃ εἰς τὴν Βουλὴν καὶ τὰς σχέσεις, τὰς ὁποίας ἔχει ὁ ἀστυνόμος εἰς τὸν τόπον ἐκεῖνον, παρέλειψε νὰ βεβαιώσῃ, ὅτι εἶναι μεμνηστευμένος μὲ κόρην πολιτευομένου, παρέλειψεν ἐπίσης νὰ ἀναφέρῃ καὶ πόσαι καταγγελίαι ἐγένοντο κατ’ αὐτοῦ, καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ ζητήσῃ παρὰ τοῦ Εἰσαγγελέως Τριπόλεως καὶ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰς μηνύσεις τὰς ἐγχειρισθείσας κατὰ τοῦ εἰρημένου ἀστυνόμου, ἀφ’ ἧς οὗτος διευθύνει τὴν ἀστυνομίαν Τροπαίων, ἤτοι ἀπὸ τὰ τέλη Σεπτεμβρίου, καὶ ποία ἐνέργεια ἐγένετο ἐπὶ τῶν μηνύσεων αὐτῶν, καὶ ἂν ἐξεδόθησαν βουλεύματα, νὰ κατατεθῶσιν ἀντίγραφα αὐτῶν, διότι ἔχω πληροφορίας, ὅτι καὶ βουλεύματα ἐξεδόθησαν, διὰ τῶν ὁποίων παραπέμπεται εἰς τὸ Πλημμελειοδικεῖον ἐπὶ παρανόμῳ κατακρατήσει πολλῶν ἀνθρώπων. Καὶ τοιοῦτον ἄνθρωπον ἦλθεν ἐνταῦθα ὁ κ. συνάδελφος νὰ ὑπερασπίσῃ!
§67ΔΙΓΕΝΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι περιττὸν, κύριοι Βουλευταὶ, νὰ ἀπαντήσω ἐγὼ, ὅτι γνωρίζω τὴν Γορτυνίαν, ἀφοῦ ἀπήντησεν αὐτὴ ἡ Γορτυνία, καὶ μὲ βλέπετε ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ Βουλευτὴν, καὶ ὁμιλοῦντα ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης. Τὸν τόπον γνωρίζω κάλλιον τοῦ ἐν Τριπόλει κατοικοῦντος συναδέλφου. Γνωρίζω δὲ πρὸς ὑμᾶς, κύριοι Βουλευταὶ, ὅτι καὶ παρὰ τῶν τριῶν δήμων ἔλαβον ἐντολὴν νὰ ἐκφράσω τὰς εὐχαριστίας των εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ εἰς τὸν ἀστυνόμον, διότι εἶδον καὶ αὐτοὶ ἡμέρας νόμων καὶ τάξεως, καὶ ἀπηλλάγησαν ἀπὸ τῆς ζωοκλοπῆς. Καὶ ἀληθῶς ἐξέφρασα τὰς εὐχαριστίας μου. Περὶ τῆς μνηστείας τοῦ ἀστυνόμου δὲν ἔκαμα λόγον, διότι δὲν τὸ γνωρίζω· ἀλλ’ εἴτε ἐμνηστεύθη, εἴτε ὄχι, τοῦτο δὲν θὰ ἔχῃ καμμίαν ἐπιρροὴν εἰς τὴν δρᾶσίν του. Ἐθεώρησα ἐντελῶς ἀνάξιον ὑμῶν νὰ φέρω τὸν λόγον ἐπὶ τῶν μικροκαταγγελιῶν, ἀφοῦ σᾶς ἀνέφερα τὴν ψευδοδολοφονίαν. Ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι δὲν ἐφοβήθησαν καὶ ἐτόλμησαν νὰ τοῦ ἀποδώσουν ψευδοδολοφονίαν, δὲν διστάζουν βεβαίως νὰ κάμουν μικροκαταγγελίας, καὶ ἂν ὑπάρχουν τοιαῦται μηνύσεις, εἶναι ψευδέσταται. Τὸ παράπονον τοῦ συναδέλφου, ὅτι ὁ Χαράλαμπος Στασινόπουλος, δικηγόρος ἐν Τριπόλει, ὑπερησπίσθη τὸν Εἰσαγγελέα Θεοδώρου, εἶναι ὅλως ἀβαρές. Ὁ Χαράλαμπος Στασινόπουλος, ἀνήκων εἰς ἀρχαίαν οἰκογένειαν καὶ πολιτευομένην ἐν Γορτυνίᾳ, εἶναι ὑπέρτερος παντὸς ὑπαινιγμοῦ, καὶ ἂν ὑπερησπίσθη τὸν Εἰσαγγελέα, βεβαίως κατὰ πλήρη πεποίθησιν τοῦ δικαίου τὸ ἔπραξεν.
§68ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ὁ ἀδελφός σου τί σοῦ γράφει;
§69ΔΙΓΕΝΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἦτο ἀνάγκη νὰ μοῦ γράψῃ ὁ ἀδελφός μου ἢ ὁ ἐξάδελφός μου περὶ ὅσων εἶπεν ὁ συνάδελφος προηγουμένως περὶ τοῦ Θεοδώρου, εἴτε ἀληθῆ ἦσαν, εἴτε ὄχι. Ἂν εἶμαι γνωστὸς ἐν Γορτυνίᾳ, καὶ ποίαν θέσιν κατέχει ἡ οἰκογένειά μου, καὶ ἂν παρέσχομεν ἢ παρέχομεν ὑπηρεσίαν εἰς τοὺς συμπολίτας μας, τοῦτο δὲν ἐνδιαφέρει τὴν Βουλήν, ἀλλὰ ἡμᾶς καὶ τὴν Γορτυνίαν, ἥτις πέποιθα, ὅτι ἐν καιρῷ θὰ ἐκφράσῃ τὴν γνώμην της, καὶ νὰ ἦσθε βέβαιοι περὶ τούτου.
§70Θ. ΖΑΙΜΗΣ. Δὲν γνωρίζω τὴν διαγωγὴν τοῦ ἀστυνόμου ἐν τῷ δήμῳ Τροπαίων ὡς πρὸς τὴν δημοσίαν τάξιν. Χάριν ὅμως τῆς ἀληθείας ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, ὅτι ἡ ἀστυνομική του δρᾶσις ἐν Καλαβρύτοις ὑπῆρξεν ἐξαισία. Οὔτε εἰς παράπονα, οὔτε εἰς αἰτιάσεις ἔδωκεν ἀφορμήν. Μετετέθη ἐπὶ τῆς προηγουμένης Κυβερνήσεως, ἀγνοῶ ἕνεκα τίνος λόγου· ὁμολογῶ ὅμως, ὅτι οὐδεὶς παρεπονέθη κατ’ αὐτοῦ ἐν Καλαβρύτοις.
§71Ν. ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, δικαίως ἐξεγείρονται οἱ διάφοροι ἀντιπρόσωποι τοῦ ἔθνους, λαμβάνοντες ἀφορμὴν ἐκ τῆς ὀδυνηρᾶς καταστάσεως, εἰς ἣν εὑρίσκεται ἡ δημοσία ἀσφάλεια. Ἐγὼ δὲν ἤθελον λάβει τὸν λόγον, καθόσον πολλὰ ἐλέχθησαν περὶ τούτου, ἀλλ’ ἀναγκάζομαι νὰ ἀπαντήσω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅστις, ἀνελθὼν τὸ βῆμα, τὸ πρῶτον μετὰ μειδιαμάτων ἠθέλησε νὰ ἀναπτύξῃ εἰς ἡμᾶς κλιματολογικὰς θεωρίας, καὶ ἐν τέλει νὰ μᾶς συμβουλεύσῃ νὰ μὴ ἀπασχολῶμεν τὴν Βουλὴν μὲ τοιαῦτα ζητήματα, διότι ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει δὲν θέλει μείνει ἐπαρκὴς χρόνος πρὸς νομοθετικὴν ἐργασίαν. Ἠξεύρω τὴν ἐπιθυμίαν τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ τῶν ἄλλων κυρίων Ὑπουργῶν περὶ τῆς πολιτείας αὐτῶν, ἀλλ’ ἡμεῖς, οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ ἔθνους, καθῆκον ἔχομεν νὰ ἐξελέγχωμεν τὰς πράξεις τῆς Κυβερνήσεως, ἰδίως δὲ προκειμένου περὶ δημοσίας ἀσφαλείας, νὰ ἐγείρωμεν ἑκάστοτε τὴν φωνὴν ἡμῶν χάριν τῶν συμπολιτῶν ἡμῶν, κινδυνευόντων πάντοτε ἕνεκα τῆς ἐλλείψεως ἐπαρκοῦς δυνάμεως, ἕνεκα τῆς ἀνικανότητος τῶν ἀστυνομικῶν ὀργάνων, ἕνεκα τοῦ κακοῦ συστήματος, τὸ ὁποῖον διέπει τὴν χώραν. Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, λαβὼν ἐκ δευτέρου τὸν λόγον, ὅπως ἀπαντήσῃ εἰς τὸν ἐκ Πατρῶν ἀξιότιμον συνάδελφον, οὐδὲν ἄλλο εἰπόντα, εἰμὴ ἀναγνώσαντα τηλεγράφημα τῆς ἐμπορικῆς τάξεως τῆς Μεσσήνης, ἥτις παρεπονεῖτο διὰ τὰ συμβαίνοντα ἐκεῖ ἀδικήματα, παρέστησεν ἡμῖν, ὅτι ὑπερβολὰς λέγομεν, ὅτι ἐὰν ἡ ἀπόκρυψις τῆς ἀληθείας, ἦναι ἐπιζήμιος, ἐπιζήμιος ὅμως εἶναι καὶ ἡ ὑπερβολή. Ἡ ὑπερβολή, κύριε Ὑπουργέ, δὲν ἠξεύρω ἂν βλάπτει. Ἴσως καυτηριάζει τοὺς Ὑπουργούς. Ἀλλ’ οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ ἔθνους δὲν ἀποβλέπουσιν εἰς τὴν καυτηρίασιν ὑμῶν, ἀλλ’ εἰς τὴν ἄρσιν τῶν κακῶν, τὰ ὁποῖα λυμαίνονται τὴν χώραν ἡμῶν. Ἠπόρησα δὲ, ἀκούσας τὸν ἕτερον ἐκ Μεσσήνης κ. συνάδελφον, ἀπαντῶντα εἰς τὸν ἀξιότιμον Βουλευτὴν, ἐκ Μεσσήνης ὅστις κατήγγειλε τὴν τοιαύτην κατάστασιν τῆς δημοσίας ἀσφαλείας, καὶ εἰπόντα, ὅτι ἡ κατάστασις εἶναι ἀρίστη. Ἐὰν ζητήσητε παρὰ τῆς ἐκεῖ δικαστικῆς ἀρχῆς, ἢ τῆς διοικητικῆς, νὰ λάβητε γνῶσιν τῆς καταστάσεως, θὰ μάθητε, ὅτι οὔτε φυγόδικοι ὑπάρχουσιν, οὔτε ἄλλα κακοποιὰ στοιχεῖα, ἀλλ’ ὅτι φόνοι μόνον γίνονται, ἐγκλήματα διαπράττονται. Σεῖς ζητεῖτε νὰ σᾶς ὁρίσωμεν τὰ πρόσωπα. Ὁ ἀξιότιμος ἐκ Πατρῶν Βουλευτὴς, ἐπὶ τῇ βάσει τηλεγραφήματος, σᾶς παρέστησε τὰ πράγματα, διὰ τῶν ὁποίων παρίσταται οἵα εἶναι ἡ κατάστασις. Ἀλλὰ, Κύριοι, εἶναι ἡ πρώτη φορὰ, κατὰ τὴν ὁποίαν παρουσιάζεται τοιαύτη ἡ κατάστασις τῆς δημοσίας ἀσφαλείας τῆς χώρας ἡμῶν, ἰδίως κατὰ τοὺς τελευταίους τούτους μῆνας; Κατὰ τὴν προχθεσινὴν συνεδρίασιν, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, ἕτερος συνάδελφος ἡμῶν, ὁ ἀξιότιμος ἐκ Βάλτου Βουλευτὴς, ἀνέγνωσε τηλεγράφημα τῆς πόλεως ἐκείνης, δι’ οὗ ἐζωγραφίζετο διὰ τῶν μελανωτέρων χρωμάτων ἡ κατάστασις τῆς δημοσίας ἀσφαλείας, καὶ δικαίως παρεπονεῖτο ὁ κύριος συνάδελφος, ὅτι, ἐνῷ ὁ ἀστυνόμος τοῦ μέρους ἐκείνου ὑπέβαλεν ἀναφορὰν εἰς τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, καὶ ἐζήτει τὴν συμπλήρωσιν τῆς ὑπαρχούσης δυνάμεως, ὁ κύριος Ὑπουργὸς οὐδὲν μέχρι τοῦδε ἔπραξεν, οὔτε ἠξίωσε κἄν ἀπαντήσεως τὸν κύριον συνάδελφον· καὶ οὐ μόνον τοῦτο, ἀλλὰ τὴν στιγμὴν ἐκείνην, ἐὰν δὲν ἀπατῶμαι, ἐπειδὴ ἦτο ἴσως προκεχωρηκυῖα ἡ ὥρα, καὶ ἐπεθύμουν οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, μειδίαμα διέδραμε τὰ χείλη αὐτῶν, ὅτε ὁ ἀξιότιμος ἐκ Βάλτου συνάδελφος κατήγγελλε πράξεις, αἵτινες δὲν ἠδύναντο, εἰμὴ νὰ προξενήσωσι θλῖψιν εἰς ὅλους ἡμᾶς, καὶ τοιαύτην ἔπρεπε νὰ προξενήσωσιν ἰδίως εἰς τὴν Κυβέρνησιν, τὴν ὑπεύθυνον ἐπὶ τῇ καταστάσει ταύτῃ. Ἀλλ’ ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ἐκτὸς ὅλων τῶν ἄλλων ἐπιχειρημάτων, διὰ τῶν ὁποίων ἠθέλησε νὰ ἀποδείξῃ εἰς τὸν ἀξιότιμον ἐκ Πατρῶν Βουλευτὴν, ὅτι ἡ δημοσία ἀσφάλεια εἶναι ἐν καλῇ καταστάσει, ὑπέμνησεν εἰς ἡμᾶς πίνακα τοῦ Εἰσαγγελέως Ἠλείας, ἐμφαίνοντα, ὅτι αἱ γενόμεναι κατὰ τὸ ἔτος τοῦτο καταγγελίαι ἀνθρωποκτονιῶν, καταγγελίαι παιδοκτονιῶν, ἐν συγκρίσει πρὸς τὰς τοῦ 1900 καὶ 1901, ἦσαν τοιαῦται, ὥστε παρίστατο καλὴ ἡ κατάστασις τῆς δημοσίας ἀσφαλείας. Δὲν πιστεύω νὰ λησμονῇ ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν τὴν διαφορὰν μεταξὺ καταγγελιῶν καὶ καταδικαστικῶν ἀποφάσεων, δὲν πιστεύω ὁ κύριος Ὑπουργὸς νὰ λησμονῇ, ὅτι πολλὰ ἐγκλήματα λαμβάνουσι χώραν εἰς διάφορα διαμερίσματα τῆς χώρας, ἀλλὰ δὲν τολμῶσιν οἱ παθόντες νὰ καταγγείλωσι τὰς πράξεις ταύτας...
§72Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Μοὶ ἐπιτρέπετε; Ἐγὼ οὐδένα τοιοῦτον γνωρίζω. Ἐὰν ὑπάρχῃ τις, οὗτος εἶναι ἀνάξιος νὰ ἦναι ἄνθρωπος.
§73Ν. ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Ἰδίως ἐπὶ τοῦ ἐγκλήματος τῆς ζωοκλοπῆς, περὶ τοῦ ὁποίου ἀπεσιωπήσατε νὰ ἀναφέρητε.
§74Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Ὄχι. Εἴπετε γενικῶς.
§75Ν. ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Καὶ ποία ἡ διαφορὰ μεταξὺ τοῦ 1900 καὶ 1901; Οὐδεμία.
§76Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Ἀναγνώσατε, παρακαλῶ.
§77Ν. ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Τὸ 1899 ἀναγράφονται 807 ζωοκλοπαί, τὸ 1900 ὅμοιαι 1069, τὸ 1901 ὅμοιαι 674, ἀλλὰ εἰς τὰς τοῦ 1901 δέον νὰ προστεθῶσι καὶ 150 περίπου, αἵτινες θέλουσι καταγγελθῆ κατὰ τὸ τρέχον ἔτος ὡς διαπραχθεῖσαι κατὰ τὸ 1901. Ὥστε ἔχετε οὕτω τὸν ἀριθμόν, ὃν διϊσχυρίσθην. Ἀλλὰ νομίζετε, κύριε Ὑπουργὲ τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅτι ἡ τοιαύτη στατιστικὴ θὰ ἀπεδείκνυε τὴν ἀληθῆ κατάστασιν τῆς ζωοκλοπῆς; Ἐὰν ἔβλεπον ἐγὼ σήμερον ἀναγεγραμμένον εἰς τὸ κεφάλαιον τῶν ζωοκλοπῶν ὀλιγώτερον ἀριθμὸν πράξεων καταγγελθεισῶν, θὰ σᾶς ἔλεγον, ὅτι ἡ ζωοκλοπὴ εἶναι εἰς χειρότερον σημεῖον, διότι ἠξεύρω καὶ ἐκ τῆς ἐπαρχίας μου καὶ ἐκ τῶν πλησίον αὐτῆς μερῶν, ὅτι ἡ ζωοκλοπὴ σήμερον ἔφθασεν εἰς τοιοῦτο σημεῖον, ὥστε ἀπελπισθέντες οἱ κάτοικοι παρὰ τῆς ἐχούσης καθῆκον νὰ καταδιώκῃ τὰ κακοποιὰ στοιχεῖα ἀρχῆς, εὑρίσκουσι τοὺς πράκτορας τῶν ὀργάνων ἐκείνων, ἅτινα διαπράττουσι τὰς ζωοκλοπάς, καὶ ἀντὶ λύτρων, Κύριοι, λαμβάνουσι τὰ ζῷα αὐτῶν, τὰ ὁποῖα τοῖς ἐκλάπησαν!
§78Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐνίοτε δ’ ἐλαττοῦνται αἱ ζωοκλοπαί, διότι ἠλαττώθησαν τὰ ποίμνια! (γέλωτες).
§79Ν. ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Βεβαίως. Τοιαύτη εἶναι ἡ κατάστασις σήμερον τῆς δημοσίας ἀσφαλείας! Καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν λέγει, ὅτι δὲν πρέπει νὰ καταγγέλλωμεν αὐτὴν, δὲν πρέπει νὰ λέγωμεν τὴν ἀλήθειαν! Δὲν ἐξετάζω ποῖον εἶναι σήμερον τὸ αἴτιον· εἶναι ἁρμόδιος ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ τὸ ἐξετάσῃ καὶ τὸ ἄρῃ· οὔτε θέλω νὰ εἴπω σήμερον περὶ τοῦ Α ἢ τοῦ Β ἀστυνομικοῦ συστήματος. Ἓν μόνον λέγω, ὅτι πρέπει εἰς τὰ μέρη ἐκεῖνα, εἰς τὰ ὁποῖα διαταράσσεται τόσον ἡ δημοσία ἀσφάλεια καὶ τάξις, νὰ ἐνισχύσητε τὴν ἀστυνομίαν διὰ στρατιωτικῶν ἀποσπασμάτων. Σᾶς ζητοῦσι τοῦτο, ἀλλὰ δὲν τὸ πράττετε. Δὲν γνωρίζω διατί. Δὲν ὑποθέτω, ὅτι εἶναι ἀληθὲς τὸ λεχθέν, ὅτι ἡ Γενικὴ Διοίκησις τοῦ στρατοῦ, ἀποβλέπουσα εἰς ὑψηλότερον σκοπὸν, τὸν τῆς ἐξασκήσεως τῶν στρατιωτικῶν δυνάμεων τῆς χώρας, ἀρνεῖται τὴν τοιαύτην παροχὴν ἐπαρκοῦς δυνάμεως. Ὀφείλω μόνον νὰ εἴπω, ὅτι ἡ Γενικὴ Διοίκησις πρωτίστως πρέπει νὰ μεριμνᾷ περὶ τῆς δημοσίας ἀσφαλείας καὶ τάξεως τῆς χώρας, ἄνευ τῆς ὁποίας δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ ἔννομος τάξις.
§80ΣΠ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸν λόγον.
§81ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ θέματος;
§82ΣΠ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Μάλιστα.
§83ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι ἡ τρίτη φορά!
§84Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Κύριε Πρόεδρε...
§85ΣΠ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κύριε Βελλιανίτη, ἔχω τὸν λόγον ἐγώ.
§86Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Μὲ συγχωρεῖτε... Κύριε Πρόεδρε, ποῖος ἔχει τὸν λόγον ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ θέματος;
§87ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Κουμουνδοῦρος. Ἀλλ’ ὡμίλησεν ἤδη δίς.
§88Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπὶ τοῦ θέματος αὐτοῦ...
§89ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἂς λάβῃ τὸν λόγον ὁ κ. Κουμουνδοῦρος, διὰ νὰ ἡσυχάσωμεν.
§90ΣΠ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν εἶπε, νομίζω, διὰ λογαριασμόν μου, ὅτι δὲν εἴπομεν ἐντεῦθεν ἀκριβῶς τὴν ἀλήθειαν, καὶ ὅτι ὑπερβάλλομεν... (Διαμαρτυρίαι ἐκ τῶν ὑπουργικῶν ἑδωλίων).
§91ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εἶπε διὰ σᾶς.
§92ΣΠ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Παρακαλῶ. Ἰδοὺ τὰ τηλεγραφήματα τοῦ Εἰσαγγελέως. Ἂν ἦναι ταῦτα ἀληθῆ, ἢ μὴ, τὸν παραπέμπω εἰς τὸν συνάδελφόν του κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, διότι ἐγὼ δὲν ὑπερέβαλον.
§93Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ἐγὼ φρονῶ, ὅτι, ὅ,τι καὶ ἂν εἴπῃ τις, εἴτε ἐν τῇ Βουλῇ, εἴτε ἐν τῇ δημοσιογραφίᾳ, περὶ τῆς δημοσίας ἀσφαλείας, θέλει εἶπει κάτω τοῦ ἀληθοῦς, διότι ἡ δημοσία ἀσφάλεια εὑρίσκεται ἐν ἐξαρθρώσει! Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν παρουσίασε τοὺς ἐγκληματικοὺς πίνακας τῆς ἐπαρχίας Ἠλείας, ὅπως ἀποδείξῃ, ὅτι ἡ ἐγκληματικότης κατὰ τὰ τελευταῖα ταῦτα ἔτη ἐμειώθη οὐσιωδῶς, καὶ ἀνέφερεν ἀριθμοὺς, διὰ τῶν ὁποίων πραγματικῶς φαίνεται, ὅτι ἠλαττώθησαν κατά τι οἱ φόνοι. Ἀλλ’ ἐνῷ ἐν τῷ ἐγκλήματι τῆς ἀνθρωποκτονίας παρατηροῦμεν βελτίωσίν τινα, ἀφ’ ἑτέρου βλέπομεν εἰς τοὺς αὐτοὺς πίνακας, ὅτι ἀνεπτύχθη ἕτερον ἔγκλημα, τὸ τῆς ζωοκλοπῆς, ὅπερ ὑποθάλπει καὶ τὴν ἀνθρωποκτονίαν. Ἀλλὰ καὶ τῶν ἀνθρωποκτονιῶν ἡ ἐλάττωσις παρουσιάζεται ἐν Ἠλείᾳ μόνον· διότι, ἐὰν παρατηρήσῃ τις ἐπισταμένως τοὺς πίνακας, τοὺς ὁποίους ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἔχει, θέλει ἴδει, ὅτι εἰς τὰς λοιπὰς ἐπαρχίας δὲν συμβαίνει τὸ ἀγαθὸν, τὸ ὁποῖον παρουσιάζεται εἰς τὴν Ἠλείαν...
§94ΑΛΕΞ. Θ. ΖΑΙΜΗΣ (Πρωθυπουργός). Μοὶ ἐπιτρέπετε νὰ σᾶς ἀνακοινώσω ἕνα ἄλλον πίνακα τῆς ἐπαρχίας Καρδίτσης; Τὸ 1898 ἀνθρωποκτονίαι 42, τὸ 1899 ὅμοιαι 24, τὸ 1900 ὅμοιαι 14. Καὶ ἐπειδὴ ὁμιλεῖτε καὶ περὶ ζωοκλοπῆς, ἀκούσατε καὶ περὶ αὐτῆς τοὺς ἀριθμοὺς, καὶ θὰ πεισθῆτε, ὅτι καὶ εἰς τὸ ἔγκλημα αὐτὸ ὑπάρχει μείωσις (ἀναγινώσκει): «Καρδίτσης· τὸ 1898 ζωοκλοπαὶ 380, τὸ 1899 ὅμοιαι 218, τὸ 1900 ὅμοιαι 238.»
§95Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ἤκουσα τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ τὴν ἀνακοίνωσιν, καὶ χαίρω, ὅτι καὶ ἑτέρα ἐπαρχία τοῦ Κράτους παρουσιάζει μείωσιν ἐγκληματικότητος, καίτοι ἡ ἐπαρχία Καρδίτσης δὲν δύναται νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν, διότι ἡ ἐποχὴ τῆς συρροῆς τῶν ἐγκλημάτων παρατηρεῖται κατὰ τὸ μετὰ τὸν πόλεμον ἔτος, ὅτε ἡ ἐπαρχία αὕτη εὑρίσκετο εἰς ἀνώμαλον κατάστασιν. Ἀλλ’ ἔχω ἐνταῦθα καὶ ἐγὼ πίνακα, τὸν ὁποῖον ἔλαβον πρὸ μικροῦ, ἀφορῶντα εἰς τὴν ἐγκληματικότητα τῆς ἐπαρχίας Πατρῶν καὶ ἰδοὺ ποῖα ἀποτελέσματα παρουσιάζει οὗτος: Κατὰ τὸ 1898 ἐγένοντο ἀναιρέσεις εἰς τὴν ἐπαρχίαν Πατρῶν 25, κατὰ τὸ 1899 ἀπόπειραι ἀναιρέσεως 28, κατὰ τὸ 1898 ἐγένοντο 91, κατὰ τὸ 1899 ὅμοιαι 158, κατὰ τὸ 1900 ὅμοιαι 149. Ἡ διαφορὰ εἶναι καταπληκτική! Φόνοι κατὰ τὸ 1898 ἐγένοντο 5, τὸ 1899 φόνοι 10, τὸ 1900 φόνοι 15. Παιδοκτονίαι: μία τὸ 1898, 11 τὸ 1899, 8 τὸ 1900. Ζωοκλοπαί: 1678 τὸ 1898, 1861 τὸ 1899. Κατὰ τὸ 1898 ἡ ἐγκληματικότης συλλήβδην ἔφθασεν εἰς 1707, τὸ 1899 εἰς 1414 ἀλλ’ αὕτη κατὰ τὸ 1901 ηὔξησε κατὰ πολύ· ὑπερέβη πάντα τὰ προηγούμενα ἔτη! Ὥστε παρατηρεῖτε, ὅτι οὐχὶ πανταχοῦ τῆς Ἑλλάδος ἐπῆλθε βελτίωσις, ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἐγκληματικότητα. Ἀλλ’ ἐγὼ δὲν ἤθελον νὰ ὁμιλήσω περὶ τούτου μόνον. Ὑμεῖς παρατηρεῖτε, ὅτι ἡ δημοσία ἀσφάλεια εὑρίσκεται εἰς εὔρυθμον κατάστασιν, ἀλλ’ ἐγὼ νομίζω, ὅτι, ὅταν ἐντὸς ἑνὸς ἔτους εἰς ἐπαρχίας σχετικῶς ἀριθμούσας ἐλαχίστους κατοίκους τοιαύτη ἐγκληματικότης παρουσιάζεται, βεβαίως τοῦτο δὲν δεικνύει, ὅτι ἡ κοινωνία τῶν ἐπαρχιῶν τούτων εὑρίσκεται εἰς εὔρυθμον καὶ ἔννομον κατάστασιν. Ἐὰν ἴδῃ τις τοὺς ἀριθμοὺς τῶν φόνων, τῶν διαπραττομένων εἰς πάσας τὰς ἐπαρχίας τῆς Ἑλλάδος, θὰ καταλήξῃ εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι ἡ Ἑλλὰς διεξάγει κατ’ ἔτος πόλεμον ἀνώτερον ἐκείνου, τὸν ὁποῖον διεξήγαγε κατὰ τὸ 1897, διότι δὲν πιστεύω οἱ φονευθέντες κατ’ ἐκεῖνον τὸν πόλεμον νὰ ἔφθασάν ποτε τὸν ἀριθμὸν, ὃν παρουσιάζουσιν οἱ πίνακες οἱ προσκομισθέντες ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης· διότι, ἐὰν λάβῃ τις ὑπ’ ὄψιν τὸν μέσον ὅρον τῶν διαπραχθέντων φόνων κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη ἐν ὅλαις ταῖς ἐπαρχίαις, θὰ ἴδῃ, ὅτι οὗτος ἀνέρχεται εἰς δύο χιλιάδας. Πίπτουσι τοσαῦτα θύματα μόνον ἐξ ἀναιρέσεων καὶ φόνων κατ’ ἔτος ἐν Ἑλλάδι. Εἶναι λοιπὸν δημοσία ἀσφάλεια αὐτή; Καὶ δυσφημεῖ τις τὴν χώραν, ὅταν, τοιοῦτον πίνακα ἔχων ἀνὰ χεῖρας, παρακαλῇ τὴν Κυβέρνησιν νὰ λάβῃ μέτρα πρὸς ἑδραίωσιν τῆς τάξεως ἐν τῇ χώρᾳ; Ὁ γνωρίζων τὴν κατάστασιν τῆς δημοσίας ἀσφαλείας καὶ ἐρευνῶν τοὺς λόγους, τοὺς διαταράσσοντας ταύτην, δὲν δύναται ἢ νὰ τὴν ἀποδώσῃ εἰς τὸ ὀλέθριον σύστημα τὸ ἀστυνομικὸν, τὸ ὁποῖον ὑφίσταται σήμερον. Δὲν θέλω νὰ εἴπω, ὅτι διὰ τοῦ συστήματος τῆς δημοτικῆς ἀστυνομίας δὲν διεπράττοντο φόνοι καὶ ἄλλα ἐγκλήματα, οὐδὲ θεωρῶ τὸ σύστημα τῆς δημοτικῆς ἀστυνομίας ὡς ἀξιοσύστατον· ἀλλ’ ὅτε εἰσήγετο τὸ νομοσχέδιον περὶ στρατιωτικῆς ἀστυνομίας ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως τοῦ ἀοιδίμου Τρικούπη, πάντες ἐπιστεύομεν, ἐγὼ τοὐλάχιστον ἐπίστευον, ὅτι ἡ ἐγκληματικότης ἤθελε περιορισθῆ. Ἀλλὰ, δυστυχῶς, ἀπὸ τῆς ἐγκαταστάσεως τοῦ νέου συστήματος παρατηροῦμεν ἀπὸ ἔτους εἰς ἔτος αὐξάνουσαν τὴν ἐγκληματικότητα, ἀπὸ ἔτους εἰς ἔτος διασαλευομένην τὴν τάξιν, καὶ δὲν γνωρίζομεν πλέον, ἂν οἱ κάτοικοι τῆς χώρας ταύτης δύνανται νὰ ἔχωσι πεποίθησίν τινα ἐπὶ τῆς διοικήσεως, ἐλπίδα τινὰ περὶ βελτιώσεως τῆς καταστάσεως, ἀφοῦ οὐδὲν μέτρον λαμβάνεται, ἢ ἀφοῦ βλέπομεν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νομίζοντα ὡς σπουδαῖον γεγονὸς, ὅτι ἠλαττώθησαν τὰ ἐγκλήματα κατὰ μίαν δεκάδα κατ’ ἔτος!
§96ΑΘ. ΑΘΑΝΑΣΙΑΔΗΣ. Ἡ ταπεινή μου γνώμη, κύριε Πρόεδρε, εἶναι, ὅτι συγχέονται δύο πράγματα, ἡ τέλεσις τῶν ἐγκλημάτων καὶ ἡ εὐθύνη τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς Διοικήσεως. Οὐδεὶς ἀρνεῖται, ὅτι τελοῦνται ἐγκλήματα· ἀλλ’ εὐθύνεται διὰ ταῦτα ἡ παροῦσα Κυβέρνησις, ἡ παροῦσα Διοίκησις, ἢ καὶ αἱ προκάτοχοι; Ἵνα εὐθύνηται, κύριε Πρόεδρε, ἡ Διοίκησις, ἡ Κυβέρνησις, εἴτε καὶ ἡ Ἀστυνομία διὰ τὰ τελούμενα ἐγκλήματα, πρέπει νὰ συμβαίνῃ ἓν τῶν δύο· ἢ τὰ ἐγκλήματα νὰ διαπράττωνται ἀπὸ ἐκ συστήματος ἐχθροὺς τῆς κοινωνίας, ἀπὸ ἐγκληματίας, ἀπὸ κεκηρυγμένους κακοποιούς, τοὺς ὁποίους δὲν καταδιώκει ἡ Κυβέρνησις, ἡ Διοίκησις, ἡ Ἀστυνομία, εἴτε νὰ τελῶνται ἐγκλήματα, καὶ νὰ μὴ καταδιώκῃ τοὺς δράστας αὐτῶν ἡ Διοίκησις. Ἀλλὰ κατηγγέλθη τοιοῦτόν τι παρά τινος; Δὲν γνωρίζω τί γίνεται εἰς τὰς ἄλλας ἐπαρχίας, παρεστάθη ὅμως, ὅτι ἐν Ἠλείᾳ ἐπικρατεῖ ἐντελὴς ἀναρχία. Δὲν γνωρίζω ποῦ στηρίζονται οἱ λέγοντες τοῦτο. Ἐγὼ δὲν γνωρίζω ἔγκλημα, τελεσθὲν ἀπὸ ἐκ συστήματος κακοποιοὺς ἢ ληστοφυγοδίκους, τοῦ ὁποίου οἱ δρᾶσται...
§97ΧΟΙΔΑΣ. Ὁ φόνος τῶν ἀστυφυλάκων.
§98ΑΘΑΝΑΣΙΑΔΗΣ. Ὁ φόνος τῶν ἀστυφυλάκων δὲν ἐγένετο ἐν Ἠλείᾳ... Δὲν γνωρίζω, λέγω, ἔγκλημα τελεσθέν, καὶ οἱ δράσται αὐτοῦ νὰ μὴ καταδιωχθῶσι, νὰ μὴ συλληφθῶσι καὶ τιμωρηθῶσιν. Ἀλλὰ τί εὐθύνεται ἡ Διοίκησις; Τί εὐθύνεται ἡ Ἀστυνομία; Τί εὐθύνεται ἡ ἀστυνομία τοῦ ἀτυχοῦς Βυτινιώτου ἐν Πύργῳ, ἐὰν ἐφονεύθη οὗτος; Μία ἀλληλοφαγία ὅμως, Κύριοι, εἷς ἀλληλοεξευτελισμὸς γίνεται ἐνταῦθα, καὶ οὐδὲν ἕτερον! Δὲν εἴμεθα ἀντιπρόσωποι τοῦ λαοῦ!...
§99ΠΟΛΛΟΙ (ἐξ ἀριστερῶν). Αὐτὸ λέγομεν καὶ ἡμεῖς.
§100ΑΘΑΝΑΣΙΑΔΗΣ. Μάλιστα!... Ἀλλ’ ἐπεθύμουν νὰ ἐρωτήσω τοὺς διευθύνοντας τὴν Βουλὴν καὶ τὸ ἔθνος, τί ὠφελήθησαν ἀπὸ τὴν κατάστασιν αὐτήν, ἀπὸ τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον ἀκολουθεῖται ἀπὸ εἰκοσαετίας ἐνταῦθα; τίνα κομματικὴν ἢ ἀτομικὴν ἐκ τούτου ὠφέλειαν ἐπορίσθησαν; τίνα καλὰ δι’ ἑαυτοὺς ἔπραξαν; τίνα κακὰ προέλαβον; Ἀλλ’ ἂς ἐξακολουθήσωσι τὸ σύστημα τοῦτο, τὴν τακτικὴν ταύτην, ἂς ἀλληλοφαγωθῶσιν, ἂς ἀλληλοεξευτελισθῶσι, καὶ ἂς στείλωσιν εἰς τὸν διάβολον μιὰν ὥραν πρότερον αὐτὸ τὸ ἔθνος, ἐὰν δὲν τὸ ἔστειλαν ἤδη!...
§101Α. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡμεῖς δὲν ἔχομεν διάθεσιν νὰ φάγωμεν οὔτε ἓν κομματάκι ἀπὸ σένα (ἱλαρότης).
§102ΑΘΑΝΑΣΙΑΔΗΣ. Ἀλλ’ ἂς μὴ παραπονώμεθα κατ’ ἄλλων, ἂς μὴ ἀγωνιζώμεθα νὰ ἐπιρρίψωμεν τὴν εὐθύνην τῆς ἠθικῆς καχεξίας εἰς ἄλλους, ἀφοῦ ἡμεῖς δι’ ὅσων πράττομεν ἐνταῦθα εἴμεθα οἱ ἄμεσοι παραίτιοι τοῦ κακοῦ. Τὸν μακαρίτην Βυτινιώτην, ἐπὶ ἑπτάμηνον διευθύνοντα τὴν ἀστυνομίαν Πύργου, ὁ κόσμος ἐθεώρει πατέρα, καὶ ἐπειδὴ εὑρέθησαν ἄνθρωποι ἐξ ἐκείνων, οἵτινες ἀπὸ οὐδεμίαν κοινωνίαν ἐλλείπουσι, καὶ τὸν ἐφόνευσαν, εὐθύνεται διὰ τοῦτο ἡ Κυβέρνησις, ἡ Διοίκησις, ἡ Ἀστυνομία; Ἀκριβῶς ὁ ἀστυνόμος ἐκεῖνος ἐφονεύθη ἐκτελῶν τὸ καθῆκόν του. Ἡ Κυβέρνησις ἔπραξε τὸ καθῆκόν της, ἡμεῖς ἐπράξαμεν τὸ καθῆκόν μας. Ἤλθομεν ἐπίτηδες τὸν Μάϊον ἢ Ἰούνιον τοῦ 1900 ἐνταῦθα, καὶ παρεκαλέσαμεν τὴν Κυβέρνησιν νὰ τοποθετήσῃ ἐν Ἠλείᾳ ἕνα τῶν καλλιτέρων μοιράρχων, νὰ τοποθετήσῃ ἐν Πύργῳ ἕνα τῶν καλλιτέρων ἀστυνόμων, καὶ τὸ ἔπραξεν. Ἀπέστειλεν ἐκεῖ τὸν μοίραρχον Μιχαλοπετρᾶκον, ἀπέστειλε τὸν ἀστυνόμον Βυτινιώτην. Ἂς παρουσιασθῇ εἷς ἄνθρωπος νὰ εἴπῃ, ὅτι δὲν εἶναι ὁ Μιχαλοπετρᾶκος εἷς τῶν ἀρίστων ἀξιωματικῶν τῆς χωροφυλακῆς, ὅτι ὁ Βυτινιώτης δὲν ἦτο ἄριστος ἀστυνόμος. Εὑρέθησαν δύο ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι ὡρκίσθησαν νὰ διαφημισθῶσιν ὡς Τσουλῆς καὶ Παπακυριτσόπουλος, καὶ μεταβάντες εὗρον δύο ἀτυχεῖς, οἱ ὁποῖοι ἤμελγον τὰ πρόβατά των, καὶ τοὺς ἐφόνευσαν. Εὐθύνεται διὰ τοῦτο ἡ Κυβέρνησις; εὐθύνεται ἡ Διοίκησις; Ἡ Διοίκησις ἔπραξε τὸ καθῆκόν της· συνέλαβεν ἀμφοτέρους τοὺς κακούργους ἐντὸς 15 ἡμερῶν. Ἐμοιχεύετο ἀλλαχοῦ ἕτερος μετὰ τῆς μητρὸς, καὶ ἠθέλησε νὰ διακορεύσῃ καὶ τὴν κόρην αὐτῆς· αὕτη ἀνθίσταται, καὶ τὴν κρεουργεῖ ἀπὸ κεφαλῆς μέχρι ποδῶν! Τί πταίει ἡ Κυβέρνησις; τί πταίει ἡ Διοίκησις; Αὕτη ἔπραξε τὸ καθῆκόν της· συνέλαβε τὸν δράστην ἐντὸς δεκαπέντε ἡμερῶν. Ἀνακαλύπτει ὁ ἀγοραστὴς τῶν σταφυλῶν μιᾶς ἀμπέλου, ὅτι ἡ ἄμπελος εἶναι χαρακωμένη καὶ δὲν θὰ παραγάγῃ καλὸν τὸ γλεῦκος. Λέγει πρὸς τὸν πωλητὴν, ὅτι ἡ ἄμπελος ἦτο χαρακωμένη.—«Ὄχι», ἀπαντᾷ ὁ πωλητής». — «Εἶναι χαρακωμένη», ἀντιτείνει ὁ ἀγοραστής. — «Τέλος πάντων νὰ σοὶ ἀποδώσω τὸν ἀρραβῶνα καὶ νὰ διαλύσωμεν τὴν σύμβασιν» προτείνει ὁ πωλητής. — «Νὰ μοῦ τὸν δώσῃς τώρα». — «Πᾶμε εἰς τὸ σπῆτί μου νὰ σοῦ τὸν δώσω», λέγει ὁ πωλητής.» — «Ὄχι! νὰ μοὶ τὸν δώσῃς τώρα!» ἀπαντᾷ ὁ ἀγοραστὴς, καὶ ἀμέσως ἀνασπᾷ τὴν μάχαιραν καὶ τὸν φονεύει! Καὶ ἐπρόκειτο περὶ πεντήκοντα δραχμῶν· καὶ ἦσαν καὶ οἱ δύο φιλήσυχοι ἄνθρωποι. Τί πταίει ἡ Κυβέρνησις δι’ αὐτό; τί πταίει ἡ Διοίκησις; Συμπλέκονται δύο ἐπιστάται κτημάτων ἐκτὸς τῆς πόλεως, διότι ὁ εἷς ἤθελε νὰ ἐκβάλῃ ἓν ἐμβόλιον, ἓν κεντράδι, ἀπὸ δένδρον τοῦ κτήματος τοῦ ἑτέρου· ἐξάγει ὁ ἕτερος τὴν μάχαιραν, καὶ τὸν φονεύει μὲ 18 μαχαιριαῖς! Τί πταίει ἡ Κυβέρνησις δι’ αὐτό; Ἐρίζουσι πρὸς ἀλλήλους δύο συνεταῖροι, ἔμποροι, φιλησυχώτατοι ἄνθρωποι, δι’ ἑκατὸν πεντήκοντα δραχμὰς, καὶ ὁ εἷς φονεύει τὸν ἕτερον. Τί πταίει ἡ Διοίκησις δι’ αὐτό;
§103ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐξ ἀριστερῶν). Φθάνει! φθάνει! (θόρυβος).
§104ΑΘΑΝΑΣΙΑΔΗΣ. Ἀφήσατε νὰ τελειώσω (θόρυβος).
§105ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡσυχάσατε, Κύριοι.
§106ΑΘΑΝΑΣΙΑΔΗΣ. Δὲν εἶναι κατάστασις αὐτή! (θόρυβος). Μάτην καὶ ἐπὶ ὀλέθρῳ τοῦ τόπου ἐπιρρίπτομεν τὴν εὐθύνην οἱ μὲν ἐπὶ τοὺς δέ. Μάτην καὶ ἐπὶ ὀλέθρῳ τοῦ τόπου ἐξευτελίζομεν ἀλλήλους! Δὲν δύναμαι νὰ πιστεύσω, ὅτι ὑπῆρξεν ἢ ὅτι ὑπάρχει Κυβέρνησις, ἥτις νὰ μὴ θέλῃ νὰ ἐξασφαλίσῃ τὴν δημοσίαν τάξιν· δὲν δύναμαι νὰ πιστεύσω, ὅτι ὑπῆρξεν ἢ ὑπάρχει Βουλευτὴς, πολιτευόμενος, ὁ ὁποῖος νὰ μὴ θέλῃ νὰ ὑπάρξῃ δημοσία ἀσφάλεια. Κρίνων ἐξ ἰδίων, δὲν δύναμαι νὰ τὸ πιστεύσω. Ἀλλὰ νὰ πιστεύσω πάλιν, ὅτι τὰ ἐγκλήματα ταῦτα προέρχονται ἐξ ὑπαιτιότητος, ἐκ τοῦ χαρακτῆρος τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἔχει ἔνστικτα ἄγρια καὶ κακοῦργα; Οὔτε αὐτὸ εἶναι ἀκριβές. Ἠξεύρω, καὶ ἠξεύρομεν πάντες, ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς εἶναι ὁ ἀγαθώτερος λαὸς, εἶναι ὁ νομοταγέστερος λαός. Δὲν πταίει ὁ λαὸς, δὲν πταίουν αἱ ἑκάστοτε Κυβερνήσεις, δὲν πταίουν οἱ ἑκάστοτε Βουλευταί. Πταίει τὸ σύστημα. Συμβαίνει ἓν κακὸν μέγιστον, ὀλεθριώτατον, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ προκαλέσῃ τὴν προσοχὴν καὶ μέριμναν τῆς Βουλῆς, ἀλλ’ ὄχι κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον. Πρέπει νὰ συζητήσωμεν, Κύριοι, πρέπει νὰ συσκεφθῶμεν ὡς ἀδελφοὶ, μετὰ πόνου, μετ’ εἰλικρινείας, πρὸς διόρθωσιν τοῦ κακοῦ, καὶ οὐχὶ ὡς ἄσπονδοι ἐχθροὶ, οὐχὶ ἐν βρασμῷ ψυχικῆς ὁρμῆς ν’ ἀλληλοεξευτελιζώμεθα, νὰ ἀγωνιζώμεθα νὰ ἐπιρρίψωμεν τὴν εὐθύνην τοῦ κακοῦ οἱ μὲν πρὸς τοὺς δὲ, νὰ παριστάνωμεν ἀλλήλους ἐχθροὺς τῆς τάξεως, ἐχθροὺς τῆς δικαιοσύνης, ἐχθροὺς τῶν συμφερόντων τοῦ λαοῦ καὶ τοῦ ἔθνους. Ὅταν, Κύριοι, ἀκούῃ ὁ λαὸς ἀπὸ ἡμᾶς αὐτοὺς, ὅτι ἐν γνώσει παρανομοῦμεν, ὅτι ὑποστηρίζομεν, ὅτι ἀνεχόμεθα τὸ ἔγκλημα, ὅτι ἐγκληματοῦμεν μάλιστα ἡμεῖς, διατὶ νὰ μὴ ἐγκληματῇ καὶ αὐτός; Ὅταν ἀκούῃ, ὅτι ἡμεῖς ἐρίζομεν ἐνταῦθα ὡς σκύλλοι, ὅτι ἀλληλοϋβριζόμεθα, ὅτι ἐκδηλοῦμεν κατ’ ἀλλήλων ἐμπάθειαν ἀνήκουστον, διατὶ νὰ μὴ ἐρίζωσιν οἱ πολῖται πρὸς ἀλλήλους; διατὶ νὰ μὴ ἦναι ἐμπαθεῖς πρὸς ἀλλήλους; διατὶ νὰ μὴ διάγωσι τοιοῦτον βίον, ὅστις εἶναι ἡ πηγὴ τοῦ ἐγκλήματος; Ἐξ ὅσων πράττομεν, καὶ ὡς φερόμεθα ἡμεῖς ἐνταῦθα, δὲν ἐξευτελίζομεν μόνον ἀλλήλους, δὲν παρέχομεν μόνον χείριστον παράδειγμα βίου εἰς τὸν λαὸν, ἀλλὰ καταρρίπτομεν καὶ τὸ κῦρος καὶ τὴν ἐμπιστοσύνην, ἣν δέον νὰ ἔχῃ ὁ λαὸς ἐπὶ τὴν Βουλὴν, ἐπὶ τὴν Κυβέρνησιν, ἐπὶ τὴν Διοίκησιν. Ἡ ἐπὶ τὴν Κυβέρνησιν δὲ καὶ ἡ ἐπὶ τὴν Διοίκησιν ἐμπιστοσύνη τοῦ λαοῦ εἶναι ὁ μόνος στύλος τῆς δημοσίας πίστεως καὶ τῆς δημοσίας τάξεως. Ὅταν δὲν τὸν στύλον τοῦτον καταρρίπτητε, πῶς ζητεῖτε δημοσίαν τάξιν καὶ ἀσφάλειαν;
§107Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§108ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις μέχρι τῆς ἐνάτης ὥρας. (Γίνεται διακοπὴ ὥρᾳ 8 καὶ 10′ μ. μ. Ἐπαναλαμβάνεται δὲ ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 10 μ. μ.)
§109ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μοὶ φαίνεται, ὅτι δὲν εἶναι ἐπαρκὴς ἀριθμὸς πρὸς συγκρότησιν ἀπαρτίας, ὡς ἐκ τοῦ καμάτου, τὸν ὁποῖον ὑπέστησαν χθὲς οἱ κύριοι Βουλευταὶ, καὶ ἑπομένως φρονῶ, ὅτι πρέπει νὰ λυθῇ ἡ συνεδρίασις. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρᾳ 10 καὶ 5′ μ. μ.)