1902.02.04
3,002 rows · 23,524 words · 153 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 15
τῆς 4 Φεβρουαρίου 1902.
(Δευτέρα).
(Γενομένης ἀπαρτίας ὥρᾳ 5 μ. μ. ἀναγινώσκονται καὶ ἐγκριθέντα ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ βουλευτὴς κ. Ἀριστοτέλης Ἀναγνωστόπουλος ὑποβάλλει πρότασιν νόμου «περὶ συμπληρώσεως τοῦ ᾼΣΛϚʹ νόμου τῆς 24 Ἰουλίου 1885». Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 55). Οἱ καπνεργάται Βόλου διὰ τηλεγραφήματός των παρακαλοῦσι τὴν Βουλὴν νὰ ψηφίσῃ τὴν περὶ σιγαροποιΐας σύμβασιν. Ὅμοια τηλεγραφήματα ὑπὲρ τῆς αὐτῆς συμβάσεως ἀπέστειλαν ὁ Δήμαρχος καὶ οἱ καπνοπαραγωγοὶ Ἰθώμης, ὡς καὶ οἱ καπνοπαραγωγοὶ Βελεστίνου, Καρδίτσης, Φαρσάλων καὶ τοῦ δήμου Ἀρμενίου. Τινὲς τῶν κατοίκων Σερίφου διὰ τηλεγραφήματός των παραπονοῦνται κατὰ τοῦ αὐτόσε ἀστυνόμου καὶ τοῦ εἰρηνοδίκου. Ὁ Ἐμπορικὸς Σύλλογος Μεσσήνης διὰ τηλεγραφήματός του παρακαλεῖ νὰ ἐνισχυθῇ ἡ αὐτόθι ἀστυνομία διὰ τοῦ διορισμοῦ καὶ ἑτέρου ἀξιωματικοῦ μὲ βαθμὸν λοχαγοῦ καὶ δι’ ἀποστολῆς ἐπαρκῶν ἀνδρῶν.
§2Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸ εἶναι τὸ συμπέρασμα. Σᾶς παρακαλῶ ν’ ἀναγνωσθῇ ὁλόκληρον τὸ τηλεγράφημα.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλά. (Ἀναγινώσκεται ὁλόκληρον τὸ τηλεγράφημα).
§4Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι πρωτοφανὲς, Κύριοι, νὰ συνέρχωνται τὰ Σωματεῖα, καὶ ἰδίως Ἐμπορικοὶ Σύλλογοι, καὶ νὰ ὑποβάλλωσι ψηφίσματα εἰς τὴν Κυβέρνησιν, δι’ ὧν νὰ παριστῶσιν, ὅτι, ὡς ἐκ τῆς ἐκθέσμου καὶ ἐκτρόπου καταστάσεως τῆς δημοσίας ἀσφαλείας, εὑρίσκονται εἰς τὴν ἀνάγκην ν’ ἀπευθύνωνται πρὸς τὴν Βουλὴν καὶ τὴν Κυβέρνησιν, καὶ νὰ ζητῶσι τὴν ἐνίσχυσιν τῆς δημοσίας δυνάμεως πρὸς συγκράτησιν τῆς δημοσίας ἀσφαλείας. Ἡ Κυβέρνησις ἔπρεπεν ἀπὸ πολλοῦ νὰ λάβῃ μέτρον πρὸς τοῦτο, διότι εἶχεν ὑπ’ ὄψιν της, ὅτι προηγουμένως καὶ ὁ Ἐμπορικὸς Σύλλογος Καλαμῶν τοιαῦτα ψηφίσματα ὑπέβαλε καὶ πρὸς τὸν Βασιλέα, βλέπων, ὅτι οὐδὲν μέτρον λαμβάνεται ὑπὲρ τῆς δημοσίας ἀσφαλείας καὶ τάξεως, καίτοι τὸ ζήτημα τοῦτο ἔδει νὰ ἐφελκύσῃ σύντονον τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς Βουλῆς, διότι δὲν συμβαίνει μόνον ἐκεῖ, ἀλλ’ εἰς ὅλα τὰ μέρη τῆς ἐπικρατείας. Πανταχοῦ ἡ δημοσία ἀσφάλεια εἶναι διασεσαλευμένη εἰς τοιοῦτον βαθμὸν, ὥστε νὰ μὴ δύναταί τις ν’ ἀνεύρῃ ἄλλην ἐποχὴν, καθ’ ἣν διεταράχθη οὕτως ἡ δημοσία τάξις. Διὰ τοῦτο συνιστῶ εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ μελετήσῃ σοβαρῶς τὸ ζήτημα. Συζητοῦμεν καθ’ ἑκάστην περὶ προαγωγῆς τῆς ἐμπορίας, τῆς βιομηχανίας κλπ., καὶ παραβλέπομεν τὸν παράγοντα, ὅστις δύναται νὰ δώσῃ ὤθησιν εἰς τὴν βιομηχανίαν καὶ τὸ ἐμπόριον. Τί δύναται νὰ πράξῃ ὁ ἔμπορος ἢ ὁ βιομήχανος, ὅταν δὲν ἦναι ἐξησφαλισμένη ἡ δημοσία τάξις;
§5ΑΥΓΕΡΙΝΟΣ ΑΒΕΡΩΦ. Ἐπειδὴ βλέπομεν καθημερινῶς ν’ ἀποστέλλωνται τηλεγραφήματα διὰ τὴν σύμβασιν τῆς σιγαροποιΐας, παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ δηλώσῃ, ἐὰν θὰ ὑποβάλῃ τοιαύτην σύμβασιν.
§6ΠΕΡ. ΜΠΟΥΤΟΣ. Ὅμοιον τῷ ἀναγνωσθέντι τηλεγραφήματι ἀπηυθύνθη καὶ πρὸς τοὺς Βουλευτὰς Μεσσήνης. Ὁ Ἐμπορικὸς Σύλλογος τίποτε ἄλλο δὲν λέγει ἐν τῷ τηλεγραφήματι, εἰμὴ ζητεῖ δεύτερον ἀξιωματικὸν διὰ τὴν ἀστυνομίαν Μεσσήνης. Ἡ ἀστυνομία αὕτη ἔχει ἤδη ἀξιωματικὸν ἀστυνόμον καὶ πλῆρες προσωπικὸν, σᾶς διαβεβαιῶ δὲ, ὅτι ἡ δημοσία τάξις ἐν τῇ Μεσσήνῃ εἶναι εἰς καλλίστην κατάστασιν.
§7ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Τότε τί τοὺς θέλουν τοὺς ἄλλους ἀξιωματικούς;
§8ΜΠΟΥΤΟΣ. Ἐγὼ ἤθελον, ὁ Ἐμπορικὸς Σύλλογος Μεσσήνης νὰ κατονομάσῃ τὰς πράξεις, αἵτινες ἔλαβον χώραν καὶ ἐξ ὧν διεταράχθη ἡ δημοσία τάξις, οὕτως ὥστε νὰ ἦναι ἀνάγκη ἀποστολῆς καὶ ἄλλου ἀξιωματικοῦ. Ἐγὼ βεβαίως δὲν εἶμαι ἐναντίος τοῦ ν’ ἀποσταλῇ καὶ δεύτερος ἀξιωματικὸς ἐκεῖ, ἀλλὰ τὸ νὰ παρίσταται, ὅτι ἡ δημοσία τάξις ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Μεσσήνης εἶναι εἰς τοιοῦτον βαθμὸν διασεσαλευμένη, ὥστε ὁ Ἐμπορικὸς Σύλλογος ν’ ἀπευθυνθῇ, παρακαλῶν τὴν Βουλὴν πρὸς τοῦτο, δὲν μοὶ φαίνεται ἀληθές.
§9Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Διατὶ στέλλουσι τηλεγραφήματα;
§10ΜΠΟΥΤΟΣ. Ἐὰν ἐπρόκειτο διὰ λόγους ἀντιπολιτευτικοὺς ν’ ἀπευθύνῃ ὁ Σύλλογος τὸ τηλεγράφημα εἰς τὴν Βουλὴν, βεβαίως δὲν ἤθελεν ἀπευθύνει αὐτὸ καὶ εἰς τοὺς Βουλευτὰς Μεσσήνης. Ὅτι καλὸν εἶναι ν’ ἀποσταλῇ καὶ δεύτερος ἀξιωματικὸς ἐκεῖ, εἰς τοῦτο δὲν ἀντιτιθέμεθα καὶ ἡμεῖς, καὶ μάλιστα ἐκάμαμεν παραστάσεις εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως ἀποστείλῃ τοιοῦτον, παρουσιαζομένης εὐκαιρίας, ἀλλὰ ἐγὼ οὐδεμίαν ἔχω ἀφορμὴν νὰ παραδεχθῶ, ὅτι ἐν τῇ Μεσσήνῃ ἡ κατάστασις δὲν εἶναι ἀρίστη.
§11Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τότε διατὶ οἱ Σύλλογοι, ὁ τῶν Καλαμῶν προηγουμένως καὶ ἤδη ὁ τῆς Μεσσήνης, προβαίνουσιν εἰς ἔκδοσιν τοιούτων ψηφισμάτων; Ἔχουσι λόγους προσωπικούς; Ἐν τούτοις δὲν εἶμαι ἐναντίος πρὸς τὴν γνώμην τοῦ κ. Μπούτου, νὰ κατονομασθῶσιν ἀληθῶς τὰ γεγονότα καὶ τὰ περιστατικὰ, δι’ ὧν νὰ πιστοποιῆται ἐπαρκῶς, ὅτι διεσκαλεύθη ἡ δημοσία τάξις. Διὰ τοῦτο ἐκφράζω τὴν εὐχὴν, ὅπως οἱ Ἐμπορικοὶ Σύλλογοι Μεσσήνης καὶ Καλαμῶν κατονομάσωσι τὰ ἀδικήματα, ἅτινα ἔλαβον χώραν ἐντὸς ἐλαχίστου χρονικοῦ διαστήματος, διότι ἡ μνεία τοιούτων μόνον ἐν ταῖς ἐφημερίσι δὲν δύναται νὰ δώσῃ τὸ κῦρος, ὅπερ δύνανται νὰ δώσωσιν οἱ Σύλλογοι, νὰ ἀναφέρωσι, λέγω, ῥητῶς τὰ γεγονότα, ἐξ ὧν συνάγεται, ὅτι ἡ δημοσία τάξις καὶ ἡ ἀσφάλεια ἐν Καλάμαις καὶ Μεσσήνῃ δὲν εὑρίσκεται εἰς εὐάρεστον σημεῖον. Ἄλλως δὲν πρόκειται περὶ Μεσσήνης μόνον, ἀλλὰ περὶ ὁλοκλήρου τῆς ἐπικρατείας, εἰς ἣν ἡ δημοσία ἀσφάλεια εὑρίσκεται εἰς ἀθλιέστατον σημεῖον.
§12Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Εὐτυχῶς τὸ τηλεγράφημα τοῦ Ἐμπορικοῦ Συλλόγου Μεσσήνης ἀνεγνώσθη ὁλόκληρον. Οἱ ἔμποροι Μεσσήνης δὲν ζητοῦσι νὰ προστεθῇ ἀκόμη εἷς ἀξιωματικὸς εἰς τὴν ἀστυνομίαν, διότι χωλαίνει αὕτη, ἀλλὰ ζητοῦσι τὴν προστασίαν τῆς ζωῆς, τιμῆς καὶ περιουσίας των. Διὰ νὰ περιέρχηται δὲ εἰς τὸ σημεῖον ἓν σωματεῖον, ὡς ὁ Ἐμπορικὸς Σύλλογος Μεσσήνης, νὰ ζητῇ ἀπὸ τὴν Βουλὴν τὴν μεσολάβησίν της πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως ἐπαναφέρῃ τὴν δημοσίαν τάξιν, βεβαίως ἡ κατάστασις πρέπει νὰ ἦναι ἐντελῶς ἔκρυθμος.
§13ΠΕΡ. ΜΠΟΥΤΟΣ. Τὴν γνωρίζετε σεῖς καλλίτερον ἐμοῦ;
§14Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ἐγὼ δὲν τὴν γνωρίζω διόλου, ἀλλὰ βλέπω σωματεῖον, ὡς ὁ Ἐμπορικὸς Σύλλογος Μεσσήνης, ὅστις οὐχὶ ἕνεκα λόγων κομματικῶν ἢ προσωπικῶν ἔρχεται καὶ ζητεῖ ἀπὸ τὴν Βουλὴν, ὅπως συστήσῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἵνα λάβῃ μέριμναν καὶ ἐπαναφέρῃ τὴν τάξιν εἰς τὴν ἐπαρχίαν ἐκείνην, καὶ ζητεῖ ἀκριβῶς παρὰ τῆς Βουλῆς, ὅπως προστατεύηται ἡ τιμὴ, ἡ ζωὴ καὶ ἡ περιουσία τῶν πολιτῶν· ἐξ οὗ ἀποδεικνύεται, ὅτι ταῦτα εὑρίσκονται εἰς τὴν διάκρισιν τῶν κακοποιῶν στοιχείων. Καὶ ἀπορῶ, ἀληθῶς, πῶς ὁ κ. Βουλευτὴς Μεσσήνης, ὅστις γνωρίζει τὰ πράγματα κάλλιον, πῶς εἶναι δυνατὸν ν’ ἀπευθύνῃ εἰς σωματεῖον, ἀποτελούμενον ἀπὸ ποικίλα πρόσωπα, ἀνήκοντα εἰς τὴν ἐκλεκτοτέραν κοινωνικὴν τάξιν, τοιαύτην μομφὴν — διότι μομφὴ ἦσαν ὅσα εἶπεν, ἐκφράσας τὴν δυσπιστίαν του περὶ τῆς ἀληθείας τῶν τηλεγραφουμένων.
§15Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἡ ἔκρυθμος ἐν Μεσσήνῃ κατάστασις δὲν χρονολογεῖται ἀπὸ τῆς ἀναρρήσεως τῆς παρούσης Κυβερνήσεως, ἀλλὰ χρονολογεῖται ἀπὸ μακροτέρου χρόνου. Καὶ ὁ τέως Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ παρ’ ἐμοῦ ἤκουσε παράπονα καὶ παρὰ τοῦ ἀδελφοῦ μου καὶ παρὰ τοῦ Δημάρχου Μεσσήνης κατὰ τῆς ἐκρύθμου καταστάσεως, τῆς προερχομένης ἐκ τῆς ἀνικανότητος τοῦ ἀξιωματικοῦ, τοῦ ἀστυνομεύοντος ἐκεῖ. Δὲν ἐγνώριζον, ὅτι ἤθελε παρουσιασθῆ τὸ ζήτημα τοῦτο ταύτην τὴν στιγμὴν εἰς τὴν Βουλὴν, — καὶ λυποῦμαι διότι δὲν εἶναι παρὼν ὁ ἀδελφός μου, — διότι, ἐὰν ἐγνώριζον τοῦτο, ἤθελον φέρει μετ’ ἐμοῦ σημειώσεις, διὰ τῶν ὁποίων θὰ ἀπεδείκνυον τὰ ἐγκλήματα, τὰ ὁποῖα λαμβάνουσι χώραν ἐκεῖ, καὶ ἤθελεν ἴδει ἡ Βουλὴ, ὅτι ὁ Ἐμπορικὸς Σύλλογος Μεσσήνης λέγει ὅλην τὴν ἀλήθειαν, καὶ δικαίως παρακαλεῖ τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὴν Βουλὴν νὰ λάβωσι σύντονα καὶ δραστήρια μέτρα, ὅπως ἐπέλθῃ ἡ τάξις ἐν Μεσσήνῃ, καθὼς καὶ ἐν Καλάμαις, ὅπου δὲν ὑπάρχει τάξις καὶ διὰ τοῦτο ὁ συνάδελφός μου ἐκ Καλαμῶν κ. Μαυρομιχάλης ἐζήτησε, νομίζω, ἀπὸ τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ σταλῇ εἷς ἀξιωματικός, ὁ κύριος Μιχαλόπουλος, ὁ ὁποῖος ἦτο καὶ ἄλλοτε ἐκεῖ καὶ τὸν ὁποῖον καὶ ἐγὼ ἄλλοτε εἶχον ζητήσει ἀπὸ τὸν τότε Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ἀλλ’ οὗτος, δὲν ἠξεύρω διὰ τίνας λόγους, δὲν τὸν ἔστειλεν, ἔσπευσεν ὅμως ὁ νῦν Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ τὸν ἔστειλεν. Ἐλπίζω δὲ, ὅτι ὁ ἀξιωματικὸς αὐτὸς θὰ φέρῃ τὴν τάξιν εἰς τὰς Καλάμας. Ἀλλὰ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ μεριμνήσῃ περὶ ἀποστολῆς καὶ ἄλλου ἀξιωματικοῦ εἰς τὴν ἐπαρχίαν Μεσσήνης, καὶ ἰδίως εἰς τὴν πρωτεύουσαν αὐτῆς· νὰ στείλῃ δὲ ἀξιωματικὸν τῆς ἐκλογῆς του καὶ τῆς ἀπολύτου ἐμπιστοσύνης του, διότι ἐγὼ δὲν θέλω νὰ ὑποδείξω κανένα, ἵνα ἡ Κυβέρνησις ἔχῃ ὅλην τὴν εὐθύνην τῆς καταστάσεως τῆς τάξεως ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ· πρέπει δὲ νὰ σπεύσῃ πρὸς τοῦτο, διότι ἡ κατάστασις εἶναι τοσοῦτον ἔκρυθμος, ὥστε, ἐὰν δὲν ληφθῇ ἄμεσος πρόνοια, αἱ συνέπειαι θὰ ἦναι λίαν σοβαραί, καὶ θὰ εὑρεθῶ καὶ ἐγὼ εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ καταγγείλω τὰ λαμβάνοντα χώραν ἐκεῖ ἀδικήματα.
§16Κ. ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Σχετικῶς πρὸς τὰ ἀνακοινωθέντα ἐκ μέρους τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων, ἐπεθύμουν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἐπὶ τῶν ἑξῆς. Πρῶτον, ἀπὸ πόσου χρόνου εἶναι ἐκεῖ ὁ ἀστυνόμος, τὸν ὁποῖον κατήγγειλαν ὡς ἀνίκανον· ἐὰν εἶναι πρὸ μηνῶν, καὶ ἐὰν ἐδόθησαν καταγγελίαι ἐναντίον του, καὶ ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν τὰς ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν του· διότι, ἐὰν δὲν μὲ ἀπατᾷ ἡ μνήμη, νομίζω, ὅτι ἀνέγνωσα πρὸ ὀλίγου χρόνου, πρὸ ἑβδομάδος, εἰς τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι μετετέθη ἐκεῖ ἀστυνόμος ἄλλος, καὶ κατὰ συνέπειαν, ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν προενόησε καὶ μετέθεσε τὸν ἀξιωματικόν, ὁ ὁποῖος ἦτο ἐκεῖ, καὶ ἔστειλεν ἄλλον, ἐλπίζω, ὅτι ἡ ἄφιξις τούτου θὰ διορθώσῃ τὴν ἔκρυθμον κατάστασιν, ἐὰν ὄντως ἦναι ἔκρυθμος, ὡς παρέστησαν οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι, διότι ἐγὼ δὲν δύναμαι νὰ βεβαιώσω τοῦτο, καθόσον δὲν γνωρίζω καλῶς.
§17Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ καταθέσῃ τὴν ἀναφορὰν τοῦ Δημάρχου Μεσσήνης καὶ τὴν ἀναφορὰν τοῦ Νομάρχου, ὁ ὁποῖος ὑπέβαλεν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τὴν ἀναφορὰν τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου τοῦ δήμου Παμίσου κατὰ τοῦ πρώην ἀστυνόμου, διὰ νὰ ἴδῃ ἡ Βουλή, ἐὰν πράγματι ἡ κατάστασις εἶναι ἔκρυθμος, καὶ κατὰ πόσον εἶναι ἔκρυθμος. Παρακαλῶ τὸν κύριον Ὑπουργὸν νὰ σπεύσῃ αὔριον νὰ τὰ καταθέσῃ.
§18Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Εἶναι ἀληθές, ὅτι κατὰ τοῦ τέως ἀστυνόμου Μεσσήνης διετυπώθησαν πρὸ πολλῶν ἑβδομάδων παράπονα, καὶ φαίνεται, κατὰ τὰς πληροφορίας τοῦ ἁρμοδίου Τμήματος τοῦ Ὑπουργείου, ὅτι ὁ ἀστυνόμος ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος σήμερον εἶναι πεπαυμένος, ἐπειδὴ ἐπλησίαζε πρὸς τὴν ἀποστρατείαν του, δὲν εἶχε πολλὴν ὄρεξιν εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τῶν καθηκόντων του, ἔχων δὲ καὶ ὀλίγην δύναμιν, ὅπως παραπονοῦνται πανταχόθεν ὅλοι οἱ ἀστυνόμοι, δὲν ἦτο ἐπαρκὴς πρὸς συντήρησιν τῆς τάξεως ἐν Μεσσήνῃ. Διὰ τοῦτο ἔσπευσα πρὸ μιᾶς περίπου ἑβδομάδος, αὐτὸν μὲν ν’ ἀπολύσω τῆς ὑπηρεσίας, νὰ μεταθέσω δὲ ἐκεῖσε ἕτερον ἀστυνόμον ἐκ τοῦ δήμου Φαλαισίας. Ἀλλὰ καὶ πάλιν χθές μοὶ διετυπώθησαν παράπονα παρὰ τοῦ Ἐμπορικοῦ Συλλόγου Μεσσήνης, ὄχι βεβαίως κατὰ τοῦ νέου ἀστυνόμου, ἀλλὰ τοιαῦτα, ὥστε ἔχουσι τὴν ἀπαίτησιν οἱ κάτοικοι ἐκεῖ, ὅτι πρέπει ὄχι μόνον εἷς, ἀλλὰ καὶ δεύτερος ἀστυνόμος, μεγαλειτέρου ἴσως βαθμοῦ ἀξιωματικός, ν’ ἀποσταλῇ ἐκεῖ, ὅπως ἐπέλθῃ ἡ τάξις. Ὅμοια παράπονα μοὶ διετυπώθησαν καὶ ἐκ τῆς πόλεως Καλαμῶν, καὶ ἔσπευσα ν’ ἀπολύσω τὸν ἀστυνόμον καὶ νὰ τὸν ἀντικαταστήσω διὰ τοῦ κ. Μιχαλοπούλου, ὁ ὁποῖος, κατὰ τὰς παραστάσεις τῆς ὑπηρεσίας καὶ τὰς πανταχόθεν πληροφορίας, ἦτο καταλληλότατος πρὸς τοῦτο. Μετέθεσα λοιπὸν αὐτὸν ἐκ τῆς Ἀστυνομίας Ἀθηνῶν εἰς Καλάμας, μὲ τὴν ῥητὴν ἐντολὴν, ὅπως φροντίσῃ δι’ ὅλων τῶν νομίμων μέσων περὶ ἀποκαταστάσεως τῆς τάξεως, ἡ ὁποία, βεβαίως, ἐὰν δὲν διεσαλεύθη, ὁπωσδήποτε δὲν εἶναι καὶ ἐντελῶς ὁμαλή.
§19Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Τώρα μανθάνω, ὅτι μετετέθη ἐκ Φαλαισίας εἰς Μεσσήνην ἀξιωματικὸς ὡς ἀστυνόμος. Ἀλλὰ θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ προσέξῃ, διότι μετ’ ὀλίγας ἡμέρας θὰ ἔχῃ ἴσως ἀναφορὰν ἄλλην κατὰ τοῦ νέου ἀστυνόμου, ὁ ὁποῖος μετετέθη ἐκεῖ. Γνωρίζω πόθεν προέρχεται ἡ σύστασις, καὶ πῶς αὐτὸς μετετέθη ἐκ Φαλαισίας τῆς Μεγαλοπόλεως εἰς Μεσσήνην· ἐπειδὴ δὲ γνωρίζω, ὅτι ἡ πρόθεσις τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν ἦτο μόνον καὶ μόνον νὰ ἐπαναφέρῃ τὴν τάξιν καὶ νὰ στείλῃ ἀξιωματικόν, ὁ ὁποῖος νὰ ἐκπληρώσῃ τὸ καθῆκόν του, συνιστῶ εἰς αὐτὸν νὰ δώσῃ προσοχὴν καθ’ ὅλον τὸ χρονικὸν διάστημα τῆς ἐρχομένης ἑβδομάδος, διότι ἐλπίζω, ὅτι θὰ ἔχῃ νέαν ἀναφορὰν τοῦ Ἐμπορικοῦ Συλλόγου περὶ τῆς καταστάσεως τῆς δημοσίας ἀσφαλείας.
§20Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Βεβαίως, ἐὰν καὶ ὁ νέος ἀστυνόμος δὲν φανῇ ἀντάξιος τῶν προσδοκιῶν τῆς Κυβερνήσεως, θὰ σπεύσω ν’ ἀποστείλω ἄλλον.
§21ΠΕΡ. ΜΠΟΥΤΟΣ. Αἱ πληροφορίαι, τὰς ὁποίας ἔδωκεν ὁ κύριος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, βεβαίως μὲ ἀπαλλάττουσι τοῦ κόπου νὰ συμπληρώσω τὴν πρώτην μου ὁμιλίαν. Ἐγὼ τί ἐζήτησα καὶ τί εἶπον, κύριε Πρόεδρε; Εἶπον, ὅτι δὲν ἀντιτίθεμαι εἰς τὴν εὐχὴν τοῦ Ἐμπορικοῦ Συλλόγου τοῦ νὰ ἀποσταλῇ καὶ δεύτερος ἀστυνόμος ἐκεῖ, ἔστω καὶ μὲ βαθμὸν ἀνώτερον· ἠμφισβήτησα ὅμως, καὶ τὸ ἠμφισβήτησα παρὰ τὰς ἀξιώσεις τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων, ὅτι ἡ δημοσία τάξις ἐν Μεσσήνῃ εἶναι ἔκρυθμος, καὶ ὅτι λαμβάνουσι χώραν ἀδικήματα τοιαῦτα, τὰ ὁποῖα ἠνάγκασαν τὸν Ἐμπορικὸν Σύλλογον νὰ προβῇ εἰς ὃ προέβη διάβημα. Καὶ ἵνα ἀποδείξω τὴν ἀλήθειαν τῶν παρ’ ἐμοῦ λεγομένων, παρακαλῶ τοὺς κυρίους Ὑπουργοὺς τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ τῆς Δικαιοσύνης νὰ καταθέσωσιν ὅσα τηλεγραφήματα ἔχουσι παρὰ τῶν ἐκεῖ ἀρχῶν περὶ πράξεων ἐγκληματικῶν, λαβουσῶν χώραν ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Μεσσήνης, διὰ νὰ κρίνῃ ἡ Βουλή, ἐὰν τῷ ὄντι εἶναι ἔκρυθμος ἡ κατάστασις τῆς δημοσίας ἀσφαλείας ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Μεσσήνης. Ὅ,τι δὲ εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅτι ὁ τέως ἀστυνόμος, ὁ ὁποῖος ἦτο ἐκεῖ τελευταῖον, χαλαρῶς ἐξετέλει τὸ καθῆκόν του, καθόσον ἀπὸ τῆς πρώτης λήξαντος μηνὸς τὸν κατελάμβανε τὸ ὅριον τῆς ἡλικίας, εἶναι ἀληθές, καὶ δικαίως ἔδιδεν ἀφορμὰς νὰ παραπονῶνται οἱ κάτοικοι, ἕνεκα δὲ τούτου ἐπανειλημμένως καὶ ἡμεῖς ἐποιήσαμεθα παραστάσεις διὰ τὴν ἀντικατάστασίν του, ἡ ὁποία ἐπῆλθε τέλος.
§22Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ταύτῃ λαμβάνων ἀφορμὴν, θὰ κάμω σύστασίν τινα πρὸς τοὺς κυρίους Ὑπουργοὺς τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ τῆς Δικαιοσύνης, ἐλπίζω δὲ, ὅτι εἰς τὴν σύστασιν ταύτην θὰ συμφωνήσωσι πάντες οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι, οἱ ἐκ τῶν ἄλλων ἐπαρχιῶν καταγόμενοι. Εἰς τὰς διαφόρους μικρὰς ἀστυνομίας τοῦ Κράτους, ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ, ἀστυνομεύουσιν ὑπενωμοτάρχαι καὶ χωροφύλακες· οἱ ἄνδρες αὐτοὶ, δυστυχῶς, δὲν κατενόησαν ὁποῖα ὑψηλὰ ἔχουσι καθήκοντα, φρονοῦσι δὲ, ὅτι ἡ Πολιτεία τοὺς ἔταξεν ἐκεῖ, ἵνα φροντίζωσι περὶ τῶν ἰδίων συμφερόντων μόνον, καταπιέζοντες τοὺς πολίτας. Ἐντεῦθεν γεννῶνται ἐγκλήματα, ἐντεῦθεν γεννῶνται ἐγκληματίαι, ἐξ ὧν ἐπληρώθησαν αἱ φυλακαί. Διότι εἰς τοὺς διαφόρους δήμους οἱ κάτοικοι, ὄντες ἀγρόται, ἐγείρονται τὴν πρωΐαν καὶ παραλαμβάνοντες μεθ’ ἑαυτῶν τὰ ζῷά των καὶ τὰ γεωργικά των ἐργαλεῖα, μεταβαίνουσιν εἰς τοὺς ἀγρούς των· τὰ ζῷα ταῦτα, μίαν αἶγα ἢ ἕνα ἵππον ἢ ἡμίονον, δένουσι καὶ ἔχουσι πλησίον των οἱ χωρικοὶ ἐν τοῖς ἀγροῖς. Τότε πηγαίνει ὁ χωροφύλαξ, ἵνα συλλάβῃ τὰ ζῷα αὐτὰ, ὡς βόσκοντα εἰς ἀπηγορευμένον μέρος· ὁ χωρικὸς μένει ἐμβρόντητος, ἀνθίσταται, καὶ παρακαλεῖ τὸν χωροφύλακα νὰ τὰ ἀφήσῃ· ὁ χωροφύλαξ δὲν τὰ ἀφίνει, ἐπέρχεται φιλονεικία, προσέρχονται καὶ ἄλλοι χωρικοὶ, καὶ ἄλλοι χωροφύλακες, φωνάζουν, συμπλέκονται, καὶ τότε οἱ χωροφύλακες ὑποβάλλουσι καταγγελίας ἐπὶ ἀντιστάσει κατὰ τῆς ἀρχῆς, καὶ οἱ δυστυχεῖς χωρικοὶ σύρονται εἰς τὰς φυλακάς. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ παραγγείλῃ εἰς τοὺς Νομάρχας, ὅπως ἐπιστήσωσι σπουδαίως τὴν προσοχὴν τῶν ἀστυνόμων, ἵνα μὴ διαπράττωνται τὰ ἐγκλήματα ταῦτα ὑπὸ τῶν κατωτέρων ἀστυνομικῶν ὀργάνων, τὸν δὲ κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης παρακαλῶ νὰ διατάξῃ τοὺς διαφόρους Εἰσαγγελεῖς, ὅπως μετὰ πολλῆς ἐπιμελείας ἐξετάζωσι τὰς τοιαύτας καταγγελίας, καὶ μὴ φυλακίζωσιν εἰκῇ καὶ ὡς ἔτυχε τοὺς πολίτας, διότι οὗτοι θ’ ἀναγκασθῶσι, πιεζόμενοι τοιουτοτρόπως ἐκ μέρους τῆς ἀρχῆς, νὰ μεταναστεύσωσιν ὅλοι εἰς τὴν Ἀμερικήν. Παρακαλῶ νὰ ληφθῇ σπουδαίως ὑπ’ ὄψιν τὸ ζήτημα τοῦτο, καὶ ἐλπίζω, ὅτι ὅλοι οἱ συνάδελφοι θὰ συμφωνήσωσι μετ’ ἐμοῦ.
§23ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§24ΑΛΕΞ. ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι ἀληθές, ὅτι ὅλαι αἱ ἀστυνομίαι τοῦ Κράτους παρουσιάζουν τὴν ἀνεπάρκειαν, περὶ τῆς ὁποίας ὡμίλησαν οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι. Ἡ ἀνεπάρκεια αὕτη ὀφείλεται τὸ μὲν εἰς οἰκονομικὰ αἴτια καὶ ἄλλας συνθήκας, τὸ δὲ εἰς τὸ σύστημα τὸ ἀστυνομικὸν, ὡς τανῦν ἔχει. Τὸ σύστημα τοῦτο, τὸ ὁποῖον κατεδικάσαμεν, ἑπόμενον ἦτο νὰ παρουσιάζῃ τὴν ὄψιν ταύτην μετὰ τὴν ἐξάρθρωσιν, ἣν ὑπέστη ἀπὸ τῆς καταργήσεως τοῦ Ἀρχηγείου. Καὶ ἡ ἐμὴ ἐπαρχία ἔχει ἀνάγκην ἀστυνομικῆς ἐνισχύσεως ἐν πολλοῖς δήμοις, ἀλλὰ δὲν ἔκαμα ποτὲ λόγον, διότι γνωρίζω, ὅτι ἔχομεν ἀνεπάρκειαν στρατιωτικῆς καὶ ἀστυνομικῆς δυνάμεως. Εἶναι λοιπὸν ζήτημα ἐφαρμογῆς νέου ἀστυνομικοῦ συστήματος. Ὡς πρὸς τὰς πιέσεις, ἃς οἱ ἀγρόται ἰδίως ὑφίστανται, τῶν ὁποίων ἐμνήσθη, ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γυθείου συνάδελφος, ὁμολογῶ, ὅτι τὰ πράγματα δὲν εἶναι μόνον ὡς παρεστάθησαν, ἀλλ’ ἔτι χείρονα· οἱ χωρικοὶ ὑποφέρουσι κυρίως ἀπὸ τὴν λαφυραγωγίαν τῶν χωροφυλάκων. Τὸ ζήτημα τῆς καταργήσεως ἢ τροποποιήσεως τῆς διατάξεως περὶ συλλήπτρων εἶναι παλαιόν· καὶ ἄλλοτε ἦλθεν εἰς τὴν Βουλήν. Τὰ σύλληπτρα πρέπει νὰ καταβάλλωνται μετὰ τὴν διεξαγωγὴν τῆς διαδικασίας, νὰ συμβεβαιῶνται διὰ τῆς καταδικαστικῆς ἀποφάσεως καὶ νὰ συνεισπράττωνται μετὰ τῶν προστίμων καὶ τῶν ἐξόδων· διότι ἐκ τῶν ἐρίδων τούτων γεννῶνται τὰ ἐγκλήματα καὶ αἱ συγκρούσεις, ὧν ἐμνήσθη ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος. Εἶναι ζήτημα νομοθετικῆς προνοίας, καὶ ἐλπίζω, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν θὰ διστάσῃ νὰ ὑποβάλῃ τάχιστα νομοσχέδιον εἰς τὴν Βουλήν, μεταρρυθμίζον τὸν περὶ ἀπαγορεύσεως βοσκῆς νόμον.
§25Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ συστηθῇ ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, εἶναι, ὅπως οἱ Εἰσαγγελεῖς φροντίζωσιν ἀμέσως νὰ παραπέμπωσι τὰς ὑποθέσεις εἰς τὰ Δικαστήρια, καὶ συγχρόνως ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ συστήσῃ διὰ τῶν Νομαρχῶν εἰς τοὺς ἀστυνόμους αὐστηροτέραν ἐπίβλεψιν ἐπὶ τῶν κατωτέρω ἀστυνομικῶν ὀργάνων.
§26Δ. ΚΑΤΣΑΝΟΣ. Δὲν πρόκειται, Κύριοι, περὶ τῶν ἀστυνομικῶν παρανομιῶν, οὔτε ἂν τὸ σύστημα εἶναι καλὸν ἢ ὄχι, ἀλλὰ πρόκειται νὰ ἐρωτήσωμεν τοὺς κυρίους Ὑπουργοὺς, καὶ μάλιστα τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ἂν ἡ Πολιτεία θεωρεῖ, ὅτι ἔχει ὑποχρέωσιν νὰ παρέχῃ ἀσφάλειαν εἰς τοὺς πολίτας καὶ νὰ τηρῇ τὴν δημοσίαν τάξιν. Ὁμολογῶ, Κύριοι, ὅτι εἰς τὰς ἀγροτικὰς κυρίως περιφερείας, κατὰ τὸ σύστημα τὸ ἀστυνομικὸν, δὲν ὑπάρχουσιν ἀστυφύλακες, ἐνῷ εἰς τὰς πόλεις ὁπωσοῦν εἶναι ἐπαρκεῖς. Εἰς τοὺς ἀγροτικοὺς δήμους ὑπάρχει εἰς τὸ πολὺ ἐνωμοτάρχης μὲ ἕνα χωροφύλακα, συνέπεσε δὲ πολλάκις νὰ παριστάμεθα μάρτυρες τοιαύτης ἀνεπαρκείας. Οὕτως ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Τριχωνίας συνελήφθη εἷς κατηγορούμενος, ὁ ὁποῖος παρεδόθη εἰς τὸν ἀστυνομικὸν σταθμάρχην, ἀλλ’ οὗτος δὲν ἠδύνατο νὰ διαθέσῃ οὐδὲ ἕνα χωροφύλακα, ὅπως τὸν συνοδεύσῃ εἰς τὴν Εἰσαγγελίαν· παρεκάλεσα ἀγροφύλακας, οἱ ὁποῖοι τὸν μετέφεραν εἰς Ἀγρίνιον, ἀλλ’ ὁ ἐκεῖ ἀστυνόμος τὸν ἀπέστειλεν αὖθις εἰς τὸν ἴδιον ἀστυνόμον, ὅστις καὶ πάλιν τὸν ἀπέπεμψε, καὶ τότε τῇ ἰδικῇ μου παρεμβάσει καὶ χάρις εἰς τὴν καλωσύνην ἑνὸς ἐνωμοτάρχου κατωρθώθη νὰ σταλῇ εἰς τὸν Εἰσαγγελέα. Ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ μου ἔχομεν ἀστυνομικὴν περιφέρειαν, συγκειμένην ἐκ τριῶν δήμων ἐκτεταμένων, ἔνθα ὑπάρχουσι δύο μόνον ὑπαξιωματικοὶ καὶ 6 ἢ 7 χωροφύλακες. Πολλάκις ὁ κ. Νομάρχης δι’ ἐκθέσεώς του πρὸς τὸν πρώην Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ φίλον μου κ. Θεοτόκην κατ’ ἐπανάληψιν ἐζήτησεν ἐνίσχυσιν τῆς ἀστυνομίας, ἀλλ’ ἡ ἀπάντησις ἦτο «δὲν ἔχομεν ἄνδρας»· ἀλλὰ τοῦτο ἰσοδυναμεῖ πρὸς ἄρνησιν τῆς Πολιτείας εἰς τὸ νὰ παράσχῃ τὴν ὀφειλομένην τάξιν εἰς ἀντάλλαγμα ἐκείνων, τὰ ὁποῖα οἱ πολῖται καταβάλλουσι. Πρέπει τέλος νὰ γνωρίζωμεν, ἀφοῦ ἔχομεν οὕτως ἢ ἄλλως ἕν καθεστὼς ἀστυνομικὸν, ἂν θὰ ἐφαρμόζηται, ἢ ὄχι. Ποῦ εἶναι οἱ ἄνδρες καὶ δὲν δύναται ἡ Κυβέρνησις νὰ διαθέσῃ αὐτοὺς ἀμέσως; Παρακαλῶ ἐπὶ τούτου τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ δηλώσῃ τὴν γνώμην του.
§27Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Τὴν ἀγανάκτησιν τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων πληρέστατα συμμερίζομαι. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον βλέπω μετ’ ἀπορίας, εἶναι τὸ ἑξῆς: Πῶς ὑμεῖς, οἱ ὁποῖοι ἐδημιουργήσατε τὸ σύστημα τοῦτο τὸ ἀστυνομικὸν, τὸ κατακρίνετε σήμερον; Πῶς ὑμεῖς, ἀφοῦ ἐξελέξατε τὰ ὄργανα τὰ ἀστυνομικὰ, τὰ κατακρίνετε ἐνώπιον τοῦ Κοινοβουλίου καὶ ἐνώπιον τοῦ στρατοῦ; Ἵνα ἀπαλλάξω τὸ Κοινοβούλιον ἀπὸ τὴν συζήτησιν ταύτην, θὰ παρακαλέσω τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ ἐκτελέσῃ ὁπωσδήποτε τῆς Γενικῆς Διοικήσεως τὴν αἴτησιν, ὅπως ἀνακαλέσῃ εἰς τὰς τάξεις των 18 ἀστυνόμους ἀξιωματικούς.
§28Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὅμοιον τηλεγράφημα πρὸς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐκ Σερίφου ἐστάλη πρὸς τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ πρὸς τὴν Βουλὴν, ἐστάλη καὶ πρὸς ἐμέ· ἐπειδὴ δὲ ἀνεγνώσθη, ὑποθέτω, ὅτι οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ τῆς Δικαιοσύνης καὶ τῶν Ἐσωτερικῶν θέλουσιν ἐνεργήσει τὰ δέοντα. Ἀλλὰ πρὸς τούτοις ἔλαβον τηλεγράφημα καὶ ἐξ Ἄργους, διὰ τοῦ ὁποίου μοὶ ἀναγγέλλουσιν, ὅτι οἱ πολῖται συνῆλθον καὶ συσκεφθέντες ἀνωμολόγησαν, ὅτι ἡ τάξις ἐκεῖ δὲν εἶναι ἀσφαλὴς, ἕνεκα τῆς ἀνεπαρκείας τοῦ ἑνὸς ἀστυνόμου, καὶ παρακαλοῦσι νὰ διορισθῇ καὶ δεύτερος ἀστυνόμος, ὅπως ἐνισχυθῇ ἡ δημοσία δύναμις χάριν τῆς τάξεως.
§29Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Κύριοι, ἀναγνωρίζομεν πάντες, ὅτι ἡ δημοσία ἀσφάλεια εἶναι ἐλεεινή. Οὐ μόνον καθ’ ἑκάστην καταγγέλλονται πανταχόθεν παραβάσεις τῆς δημοσίας τάξεως, ἀλλὰ πανταχοῦ τοῦ Κράτους διαδεδομένον εἶναι καὶ ἐνεφιλοχώρησεν ἐν ταῖς ψυχαῖς τῶν πολιτῶν, ὅτι ἐξέλιπε τελείως ἡ δημοσία ἀσφάλεια, καὶ ὅτι, καὶ ὅταν τυχὸν αὕτη δὲν διαταράσσηται, θὰ διαταραχθῇ, διότι οὐδεὶς φροντίζει ἢ εἶναι ἱκανὸς νὰ παγιώσῃ αὐτήν. Οἱ ἔμποροι Μεσσήνης, ὧν ἀνεγνώσθη τὸ τηλεγράφημα, ζητοῦσιν ἐνίσχυσιν ἀστυνομικὴν χάριν τῆς δημοσίας ἀσφαλείας, καὶ ἂν διαψεύδωνται ὑπό τινος τῶν Βουλευτῶν τῆς ἐπαρχίας Μεσσήνης, σπουδαῖον εἶναι, ὅτι κατέχονται ἀπὸ τὴν πεποίθησιν, ὅτι δημοσία ἀσφάλεια δὲν ὑπάρχει, καὶ ὅτι εἰς πᾶσαν στιγμὴν δύναται νὰ διαταραχθῇ. Οἱ ἔμποροι Μεσσήνης εἶναι καὶ κτηματίαι, ἂν δὲ δὲν ἀπολαύωσιν ἀσφαλείας εἰς τὰ κτήματά των, σημαίνει, ὅτι ἐν τοῖς κτήμασιν ἐξέλιπεν ἡ ἀσφάλεια καὶ ἡ τάξις. Ἡ αἰτία τοῦ κακοῦ δὲν εἶναι οἵα παρεστάθη· οὔτε ὁ νόμος ὁ ἀστυνομικὸς πταίει, οὔτε ἄλλη ὁμοία αἰτία οἱαδήποτε· πταίει τὸ σύστημα, ὅπερ ἡ παρελθοῦσα Κυβέρνησις εἰσήγαγε, σύστημα νέον ἀστυνομικόν, ὅπερ συνέδεσε μετ’ ἄλλου θεσμοῦ, ὃν ἐφήρμοσε μέν, ἀλλὰ χωρὶς νὰ ἐκτελέσῃ τὸν ἄλλον. Διότι τί εἴδομεν, ὅτι ἔπραξεν ἡ παρελθοῦσα Κυβέρνησις; Ἀπεπειράθη ν’ ἀντικαταστήσῃ τὴν στρατιωτικὴν ἀστυνομίαν διὰ τῆς διοικητικῆς, ἀλλὰ δὲν τὴν ἀντικατέστησεν ἐλλείψει χρημάτων. Συνέστησε κατόπιν τὴν Γενικὴν Διοίκησιν, δι’ ἧς παρεδόθη ἅπας ὁ στρατὸς εἰς τὸν Γενικὸν Διοικητήν. Οὕτω βλέπομεν τὴν στρατιωτικὴν δύναμιν πᾶσαν συγκεντρωθεῖσαν εἰς τοὺς στρατῶνας, τὴν δὲ δημοσίαν ἀσφάλειαν ἐν ταῖς ἐπαρχίαις ἐμπεπιστευμένην εἰς ὀλιγωτέραν στρατιωτικὴν δύναμιν ἢ πρότερον, ἐνῷ οὐδὲν ἐγένετο, ὅπως ἀρκῇ μικροτέρα δύναμις στρατοῦ πρὸς ἐνίσχυσιν τῶν ἀστυνομιῶν καὶ τῆς ἀσφαλείας ἐν τῇ ὑπαίθρῳ χώρᾳ. Οὕτως ἐχειροτέρευσεν ἡ τάξις, λόγῳ ἀποσπάσεως τοῦ στρατοῦ εἰς ἄλλα παρὰ τὴν δημοσίαν ἀσφάλειαν ἔργα. Εἶναι δυνατὸν εἰς δήμους ἔχοντας ἔκτασιν μεγάλην καὶ ἀσφάλειαν σαλευομένην, ἀπαιτοῦσαν δύναμιν τοὐλάχιστον 50 ἀνδρῶν, εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπαρκέσουν 2 ἢ 3 ἄνδρες; Εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ ἀσφάλεια, τῆς Γενικῆς Διοικήσεως συγκεντρούσης ὅσον τὸ δυνατὸν περισσοτέρους ἄνδρας εἰς τὰ κέντρα, ὅπως ἐκγυμνάσῃ αὐτοὺς καὶ δώσῃ περισσοτέραν στρατιωτικὴν μόρφωσιν; Βεβαίως τοῦτο εἶναι τὸ καθῆκον καὶ συμφέρον αὐτῆς, ἀλλ’ ἐπιτυγχάνεται τὸ καλὸν τοῦτο διὰ μεγάλου κακοῦ, εἰς ὃ ἡ χώρα δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποβληθῇ ἄνευ μεγάλων ζημιῶν. Ἔχω τὴν ἰδέαν, ὅτι οὐχὶ μόνον ἀνώτερος ἀριθμὸς ἀξιωματικῶν, οὐχὶ ἀνώτερος ἀριθμὸς ὑπαξιωματικῶν, ἀλλὰ καὶ ἀριθμὸς μέγας ἀνδρῶν θὰ ἠδύνατο νὰ διατεθῇ ὑπὲρ τῆς ἀσφαλείας, ἂν δὲν ὑπῆρχεν ἄλλος, παρὰ τὴν Κυβέρνησιν, ἀρχηγὸς τοῦ στρατοῦ, διαθέτων αὐτὸν εἰς ἄλλας ἐργασίας. Τοῦτο θὰ ἦτο ἀβλαβές, ἂν εἶχε κατορθωθῇ τέλειος καὶ πλήρης καὶ ἐλειτούργει ὁ θεσμὸς τῆς ἀστυνομίας καὶ τῆς χωροφυλακῆς. Ἀλλ’ ἀμφότερα ἐλλιπῶς ἔχουσι, καὶ ἡ σύμπραξις τοῦ στρατοῦ ὑπὲρ τῆς ἀσφαλείας ἐν μεγάλῳ ἀριθμῷ εἶναι ἀναπόφευκτος. Παρ’ ἡμῖν δυστυχῶς ἡ ἀσφάλεια, ἐντὸς καὶ ἐκτὸς τῶν πόλεων καὶ χωρίων, ἀπαιτεῖ τοσαύτην δύναμιν, ὥστε, λαμβανομένων ὑπ’ ὄψιν καὶ πλείστων ἄλλων ὑπηρεσιῶν δημοσίων, ἀπαιτεῖται ἡ ἀπασχόλησις μεγάλου μέρους τοῦ στρατοῦ ὑπὲρ τῆς ἀσφαλείας. Ἐν ὅσῳ οὗτος δὲν συμπράττει, ἡ τάξις θὰ διασαλεύηται περισσότερον, τὸ δὲ κέρδος ἐκ τῆς μείζονος στρατιωτικῆς μορφώσεως τοῦ στρατοῦ ὑπὸ τὴν Γενικὴν Διοίκησιν δὲν ὠφελεῖ, διότι ἐπιτυγχάνεται ἐπὶ μεγάλῃ ζημίᾳ τῶν συμφερόντων τῶν πολιτῶν. Αἱ ἀδιάκοποι καταγγελίαι περὶ τῆς διαταράξεως τῆς τάξεως, αἱ γινόμεναι καὶ ἐν τῇ Βουλῇ καὶ ἐκτὸς αὐτῆς, τοῦτο ἀποδεικνύουσιν. Ἡ τάξις ἐχειροτέρευσεν ἐλλείψει στρατιωτικῶν ἐνισχύσεων ἐπαρκῶν, καὶ οὐδὲν θὰ κατορθώσῃ ἡ Κυβέρνησις, ἂν δὲν τεθῇ εἰς τὴν διάθεσιν τῶν ἀστυνομιῶν τοῦ Κράτους καὶ τῆς μεταβατικῆς ὑπηρεσίας μεγαλείτερος ἢ ὅσον νῦν ἀριθμὸς ἀνδρῶν. Εἰς τοῦτο πρέπει νὰ στρέψῃ τὴν προσοχὴν αὐτοῦ ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν.
§30Γ. ΚΟΡΠΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Ἀσχέτως πρὸς τὰ παράπονα, τὰ γενόμενα κατὰ ἀστυνόμων καὶ τῶν ὑπαξιωματικῶν, τῶν ἀσχολουμένων εἰς τὴν ἀστυνομικὴν ὑπηρεσίαν, θὰ εἴπω μόνον δύο λέξεις ἐν σχέσει πρὸς τὴν ὁμιλίαν, τὴν ὁποίαν πρὸ μικροῦ ἐποιήσατο ὁ ἀξιότιμος ἐκ Μεσολογγίου συνάδελφος. Τῷ ὄντι, Κύριοι, τάσις τις ὑπάρχει, καὶ πρέπει νὰ ὑπάρχῃ, εἰς τὸ νὰ συγκεντρώνηται ἱκανὴ δύναμις τοῦ στρατεύματος ἐν πόλεσιν ἢ ἐν μέρεσιν, εἰς τὰ ὁποῖα εἶναι δυνατὸν νὰ γένηται διατάραξις τῆς τάξεως. Ἐπειδὴ δὲ πολλαχόθεν ἀπηυθύνθησαν παράπονα περὶ διαταράξεως τῆς τάξεως, περὶ ἐλλείψεως ἐπαρκοῦς δυνάμεως παρὰ τοῖς ἀστυνόμοις, πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν ἀπηύθυνα ἔγγραφον πρὸς τὴν Γενικὴν Διοίκησιν τοῦ στρατοῦ, διὰ τοῦ ὁποίου ἐζήτουν, ὅπως μέρος τι, ὅσον τὸ δυνατὸν περισσότερον, διατεθῇ πρὸς ἐνίσχυσιν τῶν ἀστυνομιῶν, σύστασιν σταθμῶν καὶ μεταβατικῶν ἀποσπασμάτων, ἐπὶ τῷ τέλει νὰ διατηρηθῇ ἡ δημοσία τάξις. Χθὲς δ’ ἔλαβον ἀπάντησιν, διὰ τῆς ὁποίας μοὶ ἀνακοινοῦται, ὅτι διετάχθησαν 590 ἄνδρες νὰ διατεθῶσι πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον.
§31ΣΠ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Καὶ εἰς ἐμὲ ἐστάλη ὅμοιον τηλεγράφημα πρὸς τὸ ἀποσταλὲν πρὸς τὸν Πρόεδρον καὶ τοὺς συναδέλφους. Ἔχω ὅμως τὴν γνώμην, ὅτι ὁσάκις ζητήματα παρεκτροπῆς ὀργάνων τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας δύνανται νὰ τακτοποιηθῶσι διὰ τῆς καταγγελίας κατ’ εὐθεῖαν πρὸς τὴν κεντρικὴν ὑπηρεσίαν, τὰ ζητήματα ταῦτα δὲν πρέπει νὰ φέρωνται εἰς τὴν Βουλήν, διότι νομίζω, ὅτι δὲν πρέπει ν’ ἀπασχολῆται ἡ Βουλὴ καὶ ἐπὶ τοιούτων ζητημάτων, ὅταν ταῦτα δύνανται νὰ λυθῶσιν ὑπὸ τῆς κεντρικῆς ὑπηρεσίας. Τούτου ἕνεκα εἶδον τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ὁ ὁποῖος μὲ ἐβεβαίωσεν, ὅτι θέλει τὸ ζήτημα τῆς ἀσφαλείας ἐν Μεσσήνῃ τακτοποιηθῆ, καὶ διὰ τοῦτο ἐνόμισα περιττὸν νὰ ἐπαναλάβω καὶ ἐν τῇ Βουλῇ τι περὶ τούτων. Ἀλλ’ ἐπειδὴ μοὶ ἐγένετο γνωστόν, ὅτε εἰσηρχόμην ἐνταῦθα, ὅτι ὁ κύριος Μποῦτος διεβεβαίωσε τὴν Βουλήν, ὅτι ἡ δημοσία ἀσφάλεια ἐν Μεσσήνῃ εἶναι καλή, καὶ ὅτι οὐδὲν ἔκτροπον συνέβη, παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ προσκομίσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὴν ἔκθεσιν τοῦ Εἰσαγγελέως Καλαμῶν ἀκριβῶς περὶ τῆς ἀσφαλείας τῆς ἐπαρχίας Μεσσήνης. Ἐπίσης παρακαλῶ τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ προσκομίσῃ τὰς κατὰ διαφόρους περιστάσεις ἐκθέσεις τοῦ Νομάρχου, ὁ ὁποῖος διάκειται λίαν φιλικῶς πρὸς τὸν κ. Μποῦτον.
§32ΠΕΡ. ΜΠΟΥΤΟΣ. Αὐτὰ ἐζήτησα καὶ ἐγώ.
§33Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅτι ἡ κατάστασις τῆς δημοσίας τάξεως, Κύριοι, καθ’ ὅλον τὸ Κράτος δὲν εἶναι εὐχάριστος, τοῦτο εἶναι ἀναμφισβήτητον. Εἰς τοῦτο δὲν πταίει οὔτε ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, οὔτε ἡ ἔλλειψις ἀνδρῶν ἀπὸ μέρους τοῦ στρατεύματος. Τοὐναντίον ἡ πεῖρα μὲ ἐδίδαξεν, ὅτι εἰς πολλὰς ἀστυνομικὰς περιφερείας, ὅσον περισσότεροι εἶναι οἱ ἄνδρες τῆς ἀστυνομίας, τόσον περισσότερον διαταράσσεται ἡ δημοσία τάξις ἐκ μέρους αὐτῶν τῶν ἀνδρῶν τῆς ἀστυνομίας.
§34Γ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. Τόσῳ ξύλο περισσότερο πέφτει!
§35Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι, πρέπει νὰ γνωρίζητε, ὅτι τὰ στρατιωτικὰ ἀποσπάσματα εἴτε τὰ ἀστυνομικὰ ἀποσπάσματα διατρέφονται εἰς βάρος τῶν χωρικῶν (φωναί: Μάλιστα), τῶν χωρικῶν, τῶν μὴ ἐχόντων νὰ θρέψωσιν ἑαυτοὺς, νὰ θρέψωσι τὰ τέκνα των! Ὑπάρχει εἷς ἐμφύλιος πόλεμος μεταξὺ τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας καὶ τῶν χωρικῶν, καὶ αἰτία τοῦ ἐμφυλίου πολέμου εἶναι τὰ σύλληπτρα. Ἐφ’ ὅσον ἡ Κυβέρνησις δὲν εἰσάγει νόμον περὶ καταργήσεως τοὐλάχιστον τῶν συλλήπτρων, — καὶ ἂς μένῃ ὁ νόμος τῆς ἀγροφυλακῆς ὅπως ἔχει, μέχρις ὅτου σκεφθῶμεν ῥιζικώτερον, — βεβαίως αὐτὸς ὁ ἐμφύλιος πόλεμος θὰ ἐξακολουθῇ. (Φωναί: Μάλιστα!). Δευτέρα αἰτία εἶναι, ὅτι δὲν ὑπεχρεώθησαν οἱ κύριοι ἀξιωματικοὶ ὅλου τοῦ στρατοῦ ἐκ περιτροπῆς καὶ κατὰ συνέχειαν νὰ ὑπηρετῶσιν εἰς τὴν ἀστυνομίαν, παρὰ ἀφέθη τὸ ἀστυνομεῖν εἰς χωροφύλακας· εἰς τοὺς περισσοτέρους δὲ δήμους...
§36Κ. Ν. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τοῦτο εἶναι εὐτύχημα διὰ τὸν στρατὸν, ὅτι δὲν μολύνονται ὅλοι οἱ ἀξιωματικοί.
§37Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ ὁμιλῶ περὶ τῆς ἀστυνομίας, σεῖς ὁμιλεῖτε περὶ στρατοῦ ἀνυπάρκτου ἤδη. Βεβαίως εἶναι εὐτύχημα διὰ τὸν στρατὸν νὰ καταγίνηται εἰς στρατιωτικὰ ἔργα, ἀλλ’ ἐὰν δὲν ἔχῃ ἔργα νὰ καταγίνηται, ἀντὶ νὰ γυρίζουν οἱ ἀξιωματικοὶ ἀπὸ καφενείου εἰς καφενεῖον, εἶναι προτιμότερον νὰ δοθῇ ἐνασχόλησις εἰς αὐτούς. Εἰς τοὺς περισσοτέρους δήμους τοῦ Κράτους, Κύριοι, ἡ ἀστυνομία ἔχει ἀφεθῆ εἰς χεῖρας ὑπενωμοταρχῶν, ἢ εἰς χεῖρας ἁπλῶν χωροφυλάκων. Πρέπει νὰ γνωρίζητε εἰς ὁποῖα ἐγκλήματα προβαίνουσιν αὐτοί, ὅπως χρηματίζωνται, ἐνῷ, ἂν ὑπῆρχεν ἄγρυπνος ὁ ὀφθαλμὸς ἐντίμου ἀξιωματικοῦ, βεβαίως ἤθελον περισταλῆ τὰ κακὰ ταῦτα. Ἀλλὰ ποῖοι στέλλονται ἀστυνόμοι, Κύριοι; Οἱ ἀξιωματικοὶ ἐκεῖνοι, οἱ εὑρισκόμενοι εἰς τὰ πρόθυρα τῆς ἀποστρατεύσεως, ἢ οἱ ἀξιωματικοί, οἱ ὁποῖοι περιβάλλονται διὰ πολλῶν ἀναγκῶν.
§38Ι. Γ. ΛΑΠΠΑΣ. Διὰ τοῦ εὐεργετικοῦ νόμου!
§39Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Διὰ νὰ ἔχητε λοιπὸν δημοσίαν ἀσφάλειαν, δὲν χρειάζεται ἐνίσχυσις τῶν ἀστυνομιῶν ἀπὸ πληθὺν ἀνδρῶν τοῦ στρατοῦ· ἀρκεῖ εἷς ἀξιωματικός, Κύριοι, νὰ παρευρεθῇ εἰς οἱανδήποτε συμπλοκὴν καὶ δείξῃ ἀμερόληπτον διαγωγήν, καὶ βεβαιωθῆτε, ὅτι θὰ τὸν σεβασθῶσι καὶ θὰ ὑπακούσωσιν εἰς αὐτόν. Εἶναι προτιμότερον νὰ ἔχητε ὀλίγους ἄνδρας, ἀλλ’ ἄνδρας ἔχοντας θέλησιν πρὸς ἐμπέδωσιν τῆς δημοσίας τάξεως, παρὰ πολλοὺς χρηματιζομένους καὶ ὄργανα τῶν κατὰ τόπους κομματαρχίσκων. Διὰ νὰ ἔχητε λοιπὸν δημοσίαν τάξιν, πρέπει νὰ σπεύσητε νὰ καταργήσητε τὰ σύλληπτρα, διότι τὰ σύλληπτρα εἶναι κυρίως ἡ αἰτία τοῦ ἐμφυλίου πολέμου μεταξὺ τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας καὶ τῶν χωρικῶν. Πρέπει νὰ ὑποχρεώσητε ἅπαντας τοὺς ἀξιωματικούς, καὶ αὐτοὺς τῶν τεχνικῶν ὅπλων, ἵνα ἐκ περιτροπῆς μεταβαίνωσι καὶ ἀστυνομῶσι, καὶ οὐχὶ νὰ ἦναι ἀνατεθειμένη ἡ ἀστυνομία εἰς ὑπενωμοτάρχας καὶ χωροφύλακας· ἐὰν δὲ πράξητε τὸ ἐναντίον, καὶ ὁλόκληρον τὸν στρατὸν ἐὰν διαθέσητε, δὲν θὰ ἔχητε τάξιν καὶ ἀσφάλειαν.
§40Α. ΡΙΚΑΚΗΣ. Νομίζω, ὅτι κακῶς παραπονούμεθα ὡς πρὸς τὴν ἀποστολὴν τῆς ἀστυνομικῆς ἀρχῆς. Ἡ ἀστυνομία δὲν εἶναι προωρισμένη νὰ καταδιώκῃ τὰ ἐγκλήματα καὶ νὰ συλλαμβάνῃ μόνον τοὺς ἐγκληματοῦντας, ἀλλὰ νὰ προλαμβάνῃ τὰ ἐγκλήματα· ὅπως δ’ ἐφαρμόζεται ὁ ἀστυνομικὸς νόμος ἐν Ἑλλάδι, οὐδέποτε ἡ ἀστυνομικὴ ἀρχὴ δύναται νὰ εὐδοκιμήσῃ. Ἡ ἀστυνομία εἶναι προωρισμένη, ἔχει τὸ καθῆκον, λέγω, νὰ προλαμβάνῃ τὰ ἐγκλήματα. Διὰ νὰ τὰ προλάβῃ τί πρέπει νὰ συντρέχῃ; Πρέπει πρῶτον ὁ ἀστυνόμος νὰ ἔχῃ ἱκανότητα καὶ πνεῦμα τοιοῦτον ἀστυνομικόν, ὥστε νὰ δύναται νὰ ἐκπληρώσῃ τὴν κυρίαν ἀποστολήν του· δεύτερον νὰ μένῃ μονίμως εἰς τὸν τόπον, ὅπου διωρίσθη, διὰ νὰ γνωρίσῃ τὸν τόπον, τὰ ἄτομα, τὰς ἀνάγκας τοῦ τόπου. Τί γίνεται ἀφ’ ὅτου ἡμεῖς ἐφαρμόζομεν τὴν στρατιωτικὴν ἀστυνομίαν, ὄχι σήμερον μόνον, ἀλλὰ πάντοτε; Οἱ ἀστυνόμοι εὑρίσκονται εἰς διηνεκῆ κίνησιν· κατὰ τὸ κοινῶς λεγόμενον, χορεύουν. Ἐντὸς τοῦ ἔτους μετατίθενται ἔνθεν κἀκεῖθεν. Δὲν προφθάνει ὁ ἀστυνόμος νὰ ὑπάγῃ εἰς ἕνα τόπον, καὶ νὰ γνωρίσῃ τὰ ἄτομα, καὶ τὸν μεταθέτομεν. Καὶ ποῖοι; Ἡμεῖς! Διατὶ παραπονούμεθα κατὰ τῆς ἀστυνομίας, ἀφοῦ ὁ ἀστυνόμος δὲν μοῦ ἀρέσει, καὶ τὸν διώχνω ἀμέσως, καὶ δὲν τὸν ἀφίνω νὰ γνωρίσῃ ποῖος εἶναι τίμιος πολίτης, ποῖος φιλήσυχος, ποῖος ταραξίας, διὰ νὰ δυνηθῇ νὰ ἐξασκήσῃ τὴν ἱκανότητά του, καὶ νὰ προλάβῃ τὰ ἐγκλήματα, ἐξασφαλίζων τὴν τάξιν ἐν τῷ τόπῳ; Λοιπὸν κυρία αἰτία εἶναι αὐτή· καὶ ἐφ’ ὅσον ἐξακολουθεῖ αὐτὸ τὸ σύστημα, εἴτε ἀξιωματικοὺς διορίσητε, εἴτε οἱουσδήποτε, ἡ αὐτὴ κατάστασις θὰ ἦναι, καὶ χειροτέρα, καὶ ἀντὶ νὰ παραπονώμεθα, ἂς αἰτιώμεθα ἡμᾶς αὐτούς.
§41Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Νομίζω, κύριε Πρόεδρε, ὅτι τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον διακεκριμένως συζητεῖται σήμερον, εἶναι ζήτημα μεγάλης σημασίας καὶ σοβαρότητος. Νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ ἐφελκύσῃ τὴν προσοχὴν καὶ τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς Βουλῆς ὑπὸ γενικωτέραν ἔποψιν· πρέπει νὰ πεισθῶμεν, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν μήτε δημοσίαν ἀσφάλειαν νὰ ἔχωμεν, μήτε στρατὸν καλῶς ὠργανωμένον, ἐφ’ ὅσον ὑπάρχει ἡ σύγχυσις μεταξὺ τῶν καθηκόντων τῶν καθαυτὸ στρατιωτικῶν, ἤτοι τῆς ὀργανώσεως τοῦ στρατοῦ, καὶ τῶν ἀστυνομικῶν, ἤτοι τῆς διατηρήσεως τῆς δημοσίας ἀσφαλείας. Ἀναμφισβητήτως ἡ τάσις τοῦ Γενικοῦ Ἀρχηγείου, τὸ ὁποῖον ἀνέλαβε τὴν εὐθύνην τῆς ὀργανώσεως τοῦ στρατοῦ, δὲν δύναται νὰ ἦναι ἀλλοία ἐκείνης, ἥτις ἀνεπτύχθη καὶ πρὸ ὀλίγου, τῆς συγκροτήσεως ὅσον τὸ δυνατὸν πλειοτέρων στρατιωτῶν πρὸς ἐκγύμνασιν αὐτῶν, ἀλλ’ ἡ τάσις αὕτη, ἡ λίαν δεδικαιολογημένη, ἡ λίαν ὀρθὴ πρὸς ἐκτέλεσιν τῶν καθηκόντων καὶ τῶν δικαιωμάτων, τῶν ἀποδοθέντων εἰς τὸ Ἀρχηγεῖον τοῦ στρατοῦ, ἡ τάσις αὕτη δὲν δύναται, εἰμὴ ν’ ἀντίκηται πρὸς τὰς ἀνάγκας τῆς δημοσίας ἀσφαλείας, καὶ ἐφ’ ὅσον αἱ ἀνάγκαι αὗται ἐπιβάλλονται, βεβαίως ὁ σκοπὸς τοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ παραμελεῖται. Καὶ δὲν δύνανται ἢ νὰ ἐπιβάλλωνται, διότι ἡ δημοσία ἀσφάλεια εἶναι ἀκριβῶς ἡ βάσις τῆς ὑπάρξεως πάσης κοινωνίας, καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν ὄχι νὰ προαχθῇ, ἀλλὰ νὰ ὑπάρξῃ κοινωνία ἄνευ δημοσίας ἀσφαλείας. Οὐδεμία πρόοδος δύναται νὰ θεωρηθῇ σταθερὰ καὶ στερεὰ ἄνευ τῆς δημοσίας ἀσφαλείας. Ἡ ἀνάγκη ἑπομένως τῆς δημοσίας ἀσφαλείας ἐπιβάλλεται πάντοτε κατὰ τρόπον ἐξουδετεροῦντα τὴν ἐνέργειαν τοῦ ἀρχηγοῦ τοῦ στρατοῦ πρὸς ἐκγύμνασιν τοῦ στρατοῦ. Νομίζω, ὅτι, ἐὰν θέλωμεν νὰ ὀργανώσωμεν στρατὸν κατὰ τὸ μέτρον τῶν δυνάμεων ἡμῶν, καὶ κατὰ τὸ μέτρον τῶν δυνάμεων ἡμῶν νὰ ἐμπεδώσωμεν ὁπωσοῦν τὴν δημοσίαν ἀσφάλειαν, πρέπει νὰ ἐννοήσωμεν καλῶς, ὅτι πρέπει νὰ λείψῃ ἡ σύγχυσις. Τοῦτο δὲν εἶναι πρώτη φορὰ, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐκτίθεται. Πρὸ τριετίας ἀκριβῶς ὑπεβλήθη εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον μετεβλήθη εἰς νόμον, περὶ σχηματισμοῦ ἀστυνομίας ὅλως διακεκριμένης καὶ κεχωρισμένης τοῦ στρατοῦ, ἀλλ’ ἦτο βεβαίως καὶ τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο ἀτελὲς καὶ ἐλλιπές, καὶ διὰ τοῦτο δὲν ἠδυνήθη νὰ ἐφαρμοσθῇ, ἕνεκα τῶν ἀτελειῶν αὐτοῦ καὶ ἕνεκα τῶν δαπανῶν, τὰς ὁποίας προεκάλει, καὶ ἐν γένει ἕνεκα τοῦ οἰκονομικοῦ συστήματος, τὸ ὁποῖον ἠκολούθει ἡ τότε Κυβέρνησις. Ἀλλ’ ἂν δὲν ἐφηρμόσθη ὁ νόμος ἐκεῖνος, ἐγκατελείφθη ὅμως καὶ ἐλησμονήθη ἡ ἀρχικὴ ἰδέα, ὅτι ἄνευ ἀστυνομίας διακεκριμένης τοῦ στρατοῦ δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ στρατὸς, καὶ διὰ τοῦτο, ὁσάκις ἐγένετο λόγος ἐν τῇ Βουλῇ περὶ δημοσίας ἀσφαλείας, ὀλίγιστοι εἶναι οἱ Βουλευταί, οἱ ὁποῖοι δὲν παρεπονέθησαν, ὅτι δὲν ὑπάρχει τοιαύτη ἐν ταῖς ἐπαρχίαις αὐτῶν, καὶ πάντες γνωρίζομεν, ὅτι βεβαίως δὲν ὑπάρχει τοιαύτη. Ἔλαβον τὸν λόγον, διὰ νὰ ἀναπτύξω τὰ ὀλίγα ταῦτα, διότι εἶδον, ὅτι τὸ σύστημα τοῦτο τῆς συγχύσεως δύο ὑπηρεσιῶν ὅλως διακεκριμένων ἐξακολουθεῖ ἐπικρατοῦν, καὶ ἐξ ὅσων εἴδομεν εἰς τὸν ὑποβληθέντα Προϋπολογισμὸν ἀπεσκορακίσθη καὶ ἡ ἰδέα κἄν τῆς διακρίσεως τῶν δύο τούτων ὑπηρεσιῶν, καὶ δὲν ὑφίσταται πλέον μήτε κἄν ἡ ἰδέα τοῦ σχηματισμοῦ ἀστυνομίας σκοπούσης τὴν ἀσφάλειαν τῆς χώρας, ἀστυνομίας διακεκριμένης τοῦ στρατοῦ. Ὀφείλομεν, ἐπαναλαμβάνω, νὰ σκεφθῶμεν σπουδαίως, ὅτι πρέπει νὰ σχηματίσωμεν ὑπηρεσίαν ἀστυνομικὴν μὴ παραλύουσαν τὸν στρατόν, καὶ διὰ νὰ σχηματίσωμεν τὴν ὑπηρεσίαν ταύτην, ὀφείλομεν νὰ μελετήσωμεν σπουδαιότερον τὸ ζήτημα, καὶ ὑπὸ τὴν οἰκονομικὴν αὐτοῦ ἔποψιν καὶ ὑπὸ τὸν τρόπον τῆς ὀργανώσεως τῆς ὑπηρεσίας ταύτης. Καὶ εἶναι λυπηρόν, διότι, μολονότι πάντες γνωρίζομεν, πάντες ὁμολογοῦμεν τὴν ἀνάγκην ταύτην, δὲν ἐρχόμεθα νὰ μελετήσωμεν αὐτὴν σπουδαίως, καὶ ἀντὶ τόσων ἄλλων ἔργων, τὰ ὁποῖα τείνουσι δῆθεν εἰς τὴν βελτίωσιν τῆς διοικήσεως, ἢ τῆς παραγωγῆς, ἐγκαταλιμπάνομεν τὸ κύριον ἔργον, τὴν βάσιν αὐτὴν τῆς ἐμπεδώσεως τῆς δημοσίας ἀσφαλείας, ἥτις μόνη δύναται νὰ ἐπιφέρῃ βελτίωσιν διοικήσεως καὶ ἐνίσχυσιν τῆς ἐθνικῆς παραγωγῆς, ἥτις μόνη δύναται νὰ συντελέσῃ εἰς σχηματισμὸν ἐν τῷ μέτρῳ τῶν δυνάμεων ἡμῶν στρατοῦ. Δὲν δύναμαι νὰ καταλήξω εἰς συμπέρασμα, διότι δὲν εἶναι ἐμὸν ἔργον, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι ἔχομεν καθῆκον νὰ λάβωμεν ὑπὸ σπουδαιοτάτην ὄψιν τὸ ζήτημα τοῦτο, διότι βεβαίως πλανῶμεν ἡμᾶς αὐτοὺς καὶ τὸν τόπον, ἂν νομίζωμεν, ὅτι θὰ ᾖναι δυνατὸν νὰ κάμωμεν στρατόν, ἢ νὰ βελτιώσωμεν τὴν διοίκησιν καὶ τοὺς πόρους ἡμῶν, κρατοῦντες συγκεχυμένην τὴν ἐνέργειαν αὐτοῦ μὲ τὴν ἀστυνομίαν διὰ τὴν δημοσίαν ἀσφάλειαν.
§42ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Λεβίδης ἔχει τὸν λόγον.
§43Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Χαίρω, διότι ἐν τῷ ζητήματι τούτῳ, ὅπερ τοσοῦτον σοβαρὸν τυγχάνει ὄν, ἐσμὲν πάντες σύμφωνοι, — ἐννοῶ τὸ ζήτημα τῆς οὐχὶ καλῆς καταστάσεως τῆς δημοσίας ἀσφαλείας, — χαίρω δὲ τοσούτῳ μᾶλλον, ὅσῳ παρετήρησα, ὅτι ἐκ τῆς πτέρυγος τῆς Συμπολιτεύσεως πλείονές εἰσιν οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι, οἱ ἀγορεύσαντες περὶ τῆς κακῆς καταστάσεως τῆς δημοσίας ἀσφαλείας ἐν τῷ τόπῳ ἡμῶν. Ἡ κοινὴ αὕτη γνώμη τῶν δύο τμημάτων τῆς Βουλῆς δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι, ἐξερχομένη τοῦ Βουλευτηρίου, θέλει πάντως χρησιμεύσει, ἵνα σχηματισθῇ κοινὴ συνείδησις. Διότι μόνον ὅταν σχηματισθῇ κοινὴ συνείδησις παρὰ τῷ τόπῳ, θέλομεν δυνηθῆ νὰ προνοήσωμεν ὀρθῶς καὶ πρακτικῶς περὶ τοῦ θεσμοῦ, ὅστις δέον νὰ διέπῃ τὰ τῆς ἀστυνομίας τῆς χώρας. Ἤκουσα ἀληθῶς εὐγλώττων συναδέλφων, μετὰ πολλῆς τῆς πρακτικότητος ἀγορευσάντων περὶ τῶν αἰτίων, ὧν ἕνεκα χωλαίνει ἡ δημοσία ἀσφάλεια ἐν τῷ Κράτει. Καὶ προερχόμενοι οἱ κύριοι συνάδελφοι ἐκ τῶν ἐπαρχιῶν, βεβαίως ἄριστα δύνανται νὰ καταδείξωσι τὰ αἴτια τοῦ κακοῦ. Ἐπιτρέψατέ μοι ὅμως, Κύριοι, νὰ φρονῶ, ὅτι ἓν τῶν σπουδαιοτάτων αἰτίων τῆς κακῆς ταύτης καταστάσεως τῆς δημοσίας ἀσφαλείας, ἴσως δὲ καὶ τὸ σπουδαιότερον πάντων, εἶναι ἡ ἀμφιβολία, ἐν ᾗ τὸ Κράτος, ὡς τοιοῦτον, διατελεῖ περὶ τοῦ καθεστῶτος ἀστυνομικοῦ νόμου. Ἔχομεν, Κύριοι, στρατιωτικὴν ἀστυνομίαν, καταργηθεῖσαν δυνάμει νόμου, ὃν οὐχὶ πρὸ πολλοῦ ἐψηφίσατε. Ἔχομεν ὄργανα ἀνώτερα καὶ κατώτερα τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας, ὧν πλεῖστα σπεύδουσι νὰ συλλέξωσιν ὅ,τι δυνηθῶσιν, εἰκάζοντα, καὶ εὐλόγως, ὅτι τοιοῦτον ἄθλιον ἀστυνομικὸν καθεστὼς δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ παραμείνῃ, ἀφοῦ ἄλλως καὶ κατηργήθη. Αὐτὴ λοιπὸν ἡ ἀμφιβολία τοῦ Κράτους, αὐτὴ ἡ προσωρινότης ἐν τῷ ἀστυνομικῷ καθεστῶτι, ἰδοὺ, κατ’ ἐμὲ, ἡ σοβαρωτάτη τῶν αἰτιῶν, ἧς ἕνεκα τὰ τῆς ἀστυνομίας χωλαίνουσιν. Εἶναι δὲ πρωτάκουστον καὶ πρωτοφανές, προκειμένου περὶ τῆς ἀστυνομίας τοῦ Κράτους, τοῦ θεμέθλου τούτου πάσης προόδου, αὐτῆς τῆς ὑπάρξεως τοῦ Κράτους, τῆς εὐνομίας αὐτοῦ, καὶ ἑπομένως τοῦ πολιτισμοῦ, ταῦτα λέγω ἀκριβῶς τὰ θεμέλια τοῦ Κράτους νὰ σείωνται καθ’ ἑκάστην, ὡς ἐρείπια προσβληθέντα πολλάκις ὑπὸ σεισμῶν, καὶ οὐδεὶς νὰ δύνηται νὰ ἔχῃ πεποίθησιν εἰς τὸ ἀστυνομικὸν καθεστώς. Διὰ τοῦτο, ἐπαναλέγω, ὄργανα πλεῖστα τῆς ἀστυνομίας, καὶ ἀνώτερα καὶ κατώτερα, τείνουσι νὰ περιμαζεύσωσι τὰ ὑπάρχοντα αὑτῶν, καὶ νὰ τραπῶσιν ἀλλαχόσε, διότι θετικῶς γινώσκουσιν, ὅτι, ὑπάρχοντος νόμου ἐψηφισμένου, προσωρινή ἐστὶν ἡ ζωὴ αὐτῶν. Διὰ τοῦτο ὑποθέτω, ὅτι καιρὸς εἶναι, ἐκ τῆς κοινῆς συνειδήσεως, τῆς ὑπαρχούσης ἐν τῇ Βουλῇ, καὶ ἐκ τῆς κοινῆς συνειδήσεως, τῆς κατ’ ἐμὲ τοὐλάχιστον ὑπαρχούσης καὶ ἐν τῇ χώρᾳ περὶ τοῦ κακοῦ τούτου ἀστυνομικοῦ καθεστῶτος, καιρὸς, λέγω, εἶναι σπουδαίως νὰ σκεφθῇ ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία, εἰσηγουμένης τῆς Κυβερνήσεως, ἢ τῆς παρούσης, ἢ τῆς μετ’ ὀλίγον διαδεχθησομένης αὐτὴν, καὶ νὰ προνοήσῃ περὶ τῆς μεταβολῆς τοῦ ὑπάρχοντος ἀστυνομικοῦ συστήματος. Ἐρρήθη, Κύριοι, ὅτι ἡ Γενικὴ Διοίκησις τοῦ στρατοῦ συνετέλεσεν, ἵνα τὸ ἀστυνομικὸν καθεστὼς σπουδαίως κλονηθῇ. Τοῦτο εἶναι ἀκριβές, καὶ ἐπαινῶ τὴν προαίρεσιν τῆς Γενικῆς Διοικήσεως, ἐπιζητούσης τὴν περισυλλογὴν ἀξιωματικῶν τε καὶ ὁπλιτῶν ἐκ τῆς ἀστυνομίας, θελούσης δὲ οὕτω νὰ συγκεντρώσῃ μεγάλας μονάδας στρατοῦ. Ἀλλ’ εἶναι ἆρά γε ἀκριβὲς τοὐλάχιστον, ὅτι ἡ Γενικὴ Διοίκησις, ζητοῦσα τὴν περισυλλογὴν ἀξιωματικῶν καὶ ὁπλιτῶν, συνεκέντρωσε τέλος πάντων ἀρκοῦντά τινα ἀριθμὸν, ἵνα προβῇ ὁπωσδήποτε εἰς τὴν ἐκπαίδευσιν τοῦ στρατοῦ; Ἐπεθύμουν νὰ ὑποβάλω ἐπερώτησιν πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, καὶ ὑποβάλλω αὐτὴν ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης, καὶ παρακαλῶ αὐτὸν νὰ προσκομίσῃ εἰς τὴν Βουλὴν πίνακα περὶ τῆς δυνάμεως ἑκάστου τῶν σωμάτων τοῦ στρατοῦ, ἀλλὰ τῆς δυνάμεως οὐχὶ, οὕτως εἰπεῖν, τῆς ὀνομαστικῆς, ἀλλὰ τῆς πραγματικῆς· πόσους ἀξιωματικοὺς καὶ πόσους ἄνδρας ἔχουσι τὰ σώματα ἐν τῷ τόπῳ, ἐν ᾧ ἑδρεύουσι, πόσους ἔχουσι τουτέστι παρόντας καὶ συγκεντρωμένους ἐν τοῖς στρατῶσιν, οὐχὶ δὲ ἀπεσπασμένους εἰς ἄλλας ὑπηρεσίας τοῦ Κράτους. Καὶ ἕως ὅτου ὁ κύριος Ὑπουργὸς λάβῃ τὴν καλωσύνην νὰ φέρῃ τὰς πληροφορίας ταύτας, ἐπιτρέψατέ μοι νὰ ἀναφέρω περιστατικόν τι, οὗτινος αὐτήκοος ἐγενόμην. Ὅτε ἐκ Ρουμανίας κατῆλθον εἰς Ἀθήνας οἱ φοιτηταὶ τοῦ Πανεπιστημίου, ἵνα ἐπισκεφθῶσι τὴν κλασικὴν ταύτην χώραν, κατῆλθον καὶ ἐγὼ ἐκ Κηφισιᾶς, ἔνθα παρεθέριζον, ἵνα παραστῶ εἰς αὐτὴν τὴν ἐνθουσιώδη ὑποδοχὴν, ἣν καὶ δικαίως ἐποιήσατο πρὸς αὐτοὺς ἡ πόλις. Ἤμην κατὰ τὴν ὁδὸν Σταδίου, ὅτε φίλος μού τις, ἀνώτερος ἀξιωματικὸς τοῦ πεζικοῦ, ἰδών με καὶ πλησιάσας με, μοὶ εἶπε μετὰ πολλῆς τῆς στενοχωρίας· «Χαίρω καὶ ἐγὼ τῷ ὄντι, κύριε Βουλευτὰ, ἐπὶ τῷ ἀκράτῳ τούτῳ ἐνθουσιασμῷ τῶν Ἑλλήνων. Ἀλλὰ, καθ’ ἣν στιγμὴν οἱ συμπολῖταί σου φρενήρεις κραυγάζουσιν ὑπὲρ τῶν φοιτητῶν τῆς Ρουμανίας καὶ τῆς συμμαχίας, τὸ σύνταγμα, ἐν ᾧ ἐγὼ ὑπηρετῶ, ἔχει 32 ἀξιωματικοὺς καὶ 64 στρατιώτας συγκεντρωμένους.» — «Διὰ τοῦτο», εἶπον ἐγὼ τῷ κυρίῳ ἀξιωματικῷ, «παρατηρῶ, ὅτι εἶναι τοσοῦτον καλῶς γεγυμνασμένοι οἱ στρατιῶται, διότι εἷς ἀξιωματικὸς ἔχει νὰ γυμνάζῃ μόνον δύο στρατιώτας.» Αὐτὴ, τοὐλάχιστον κατὰ τὸ θέρος, ἦτο ἡ συγκέντρωσις τοῦ στρατοῦ, ἣν ἠδυνήθημεν νὰ ἴδωμεν ἐκ τοῦ νόμου ἐκείνου τῆς Γενικῆς Διοικήσεως, οὗτινος βεβαίως τὸ ἔθνος δὲν βλέπει τὴν ὥραν νὰ ἔλθῃ ἡ κατάργησις. Ἀλλὰ, Κύριοι, διατὶ ταῦτα πάντα συνέβησαν; Εἶχε γείνῃ ἀπόπειρα ἀπὸ ἐτῶν, ἵνα παρασκευασθῇ τὸ φρόνημα τοῦ λαοῦ κατὰ τῆς δημοτικῆς ἀστυνομίας, τοῦθ’ ὅπερ ὅμως δὲν εἶχεν ἐπιτευχθῆ, εἰμὴ κατά τι. Ἐνθυμοῦμαι μέγα κόμμα τότε, τὸ τοῦ Τρικούπη, ὅπερ διὰ τῶν ὀργάνων αὐτοῦ ἐν τῷ τύπῳ παρίστα τὴν δημοτικὴν ἀστυνομίαν ὡς ἀποφώλιον τέρας. Μαμμόθρεπτον ὠνόμαζον τὴν δημοτικὴν ἀστυνομίαν, καὶ κακούργους καὶ λῃστὰς ὠνόμαζον τοὺς δημάρχους καὶ τοὺς ἀστυνόμους τοῦ τόπου. Ἔπρεπε τῷ ὄντι νὰ τιμωρηθῶσιν αἱ ἰδέαι αὗται αἱ πεπλανημέναι, ἔπρεπε νὰ ψηφισθῇ ἡ στρατιωτικὴ ἀστυνομία, ἵνα ἀπ’ ἄκρου εἰς ἄκρον ἐξεγερθῇ πλέον ὁ λαὸς κατὰ τὰς ἐκλογὰς τοῦ 1899 ἔτους, ζητῶν τὴν κατάργησιν αὐτῆς. Μὴ δυναμένη βεβαίως ἡ Κυβέρνησις ἡ τότε, ἥτις μεταξὺ τῶν ἄλλων ἐν τῷ προγράμματι αὐτῆς εἶχε καὶ τὴν κατάργησιν τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας, ν’ ἀντιστῇ εἰς τὸ αὐξανόμενον τῆς κοινῆς γνώμης ῥεῦμα, ἀντὶ νὰ σπεύσῃ νὰ ἐπανέλθῃ εἰς τὸ πρώην καθεστὼς, ἀντὶ νὰ φροντίσῃ διὰ τῶν πατέρων τοῦ λαοῦ, οἵτινές εἰσιν οἱ δήμαρχοι, περὶ τῆς ἀσφαλείας τοῦ λαοῦ, περὶ τῆς ἀσφαλείας τῶν τέκνων τῶν δημάρχων, ἅτινά εἰσιν οἱ συμπολῖται αὐτῶν, εἴδομεν τὸν θεσμὸν ἐκεῖνον, ὃν καὶ ἐγὼ μεταξὺ τῶν πρώτων εἶχον τὴν τιμὴν νὰ πολεμήσω, τὸν θεσμὸν τῆς διοικητικῆς ἀστυνομίας, ὅστις, ἄν ποτε ἐφαρμοσθῇ, — ἐπαναλαμβάνω τοῦτο, ἵνα εὑρίσκηται σημειωμένον ἐν τοῖς πρακτικοῖς, — θέλει πάλιν ἐξεγείρει τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν ἐντονώτερον, ἵνα ζητήσῃ τὴν κατάργησιν καὶ αὐτοῦ. Ἐζήτησαν λοιπὸν νὰ παρασκευάσωσι τότε, ἡγουμένου τοῦ μεγάλου ἐκείνου κόμματος, τὴν ἐξέγερσιν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ κατὰ τῆς δημοτικῆς ἀστυνομίας. Ἀντὶ δὲ, Κύριοι, νὰ ζητήσωσι τὴν ὑπάρχουσαν τότε δημοτικὴν ἀστυνομίαν νὰ βελτιώσωσιν, ἔσπευδον, τίς πρῶτος καὶ τίς δεύτερος, ἵνα ἐκ θεμελίων καταρρίψωσι καὶ καταδικάσωσι θεσμὸν φιλελεύθερον, θεσμὸν ἱστορικόν, λογικὸν, θεσμὸν ἔντιμον, ἀλλὰ κακῶς λειτουργοῦντα. Ἔπρεπε, Κύριοι, νὰ ἐσκεπτόμεθα, ἔχοντες ὑπ’ ὄψιν τὴν ἱστορίαν τὴν μακραίωνα τοῦ ἔθνους ἡμῶν, ἔπρεπεν ἐκεῖνον τὸν θεσμὸν, τὴν δημοτικὴν ἀστυνομίαν τουτέστι, νὰ βελτιώσωμεν, καὶ οὐχὶ νὰ εἰσαγάγωμεν θεσμὸν πρωτότυπον καὶ παράδοξον, δι’ οὗ ἀφ’ ἑνὸς κατεστρέψαμεν τὴν δημοσίαν ἀσφάλειαν, ἀφ’ ἑτέρου καθ’ ἑκάστην διὰ τῶν δύο χειρῶν καὶ τῶν σωμάτων ἡμῶν προσπαθοῦμεν νὰ ἐμποδίσωμεν τὴν τελειοποίησιν τοῦ ἐθνικοῦ ἡμῶν στρατοῦ. Ἐνθυμοῦμαι, Κύριοι, καὶ ἄλλοτε δὲ εἶχον εἴπει τοῦτο ἐν τῇ Βουλῇ, ὅτι ἐπὶ τῆς πρώτης Βασιλείας, ὅτε εἰσήχθη εἰς τὴν Βουλὴν τὸ νομοσχέδιον περὶ ἱδρύσεως ἐν Ἀθήναις καὶ ἐν Πειραιεῖ διοικητικῆς ἀστυνομίας, ὁ τύπος ὁ φιλεύθερος τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, ἡγουμένων σπουδαίων καὶ φιλοπατρίδων ἀνδρῶν, διευθυνόντων τὰ κατ’ αὐτὸν, ἡ «Ἐλπὶς» μετὰ σθένους καὶ μετὰ πολλῆς σοφίας ἐπολέμησε, ἀκόμη καὶ διὰ τὰς Ἀθήνας καὶ διὰ τὸν Πειραιᾶ, τὴν διοικητικὴν ἀστυνομίαν. Καὶ ταῦτα ἐγίγνοντο κατὰ τὸ 1849 ἔτος, ὅτε ἐψηφίσθη ὁ νόμος περὶ διοικητικῆς ἀστυνομίας Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς. Ἐγὼ μάλιστα, ἂν εἶχον τόσην δύναμιν, ὥστε νὰ ἀκουσθῇ ἡ γνώμη μου, ὅταν καταργηθῇ ἡ στρατιωτικὴ ἀστυνομία καὶ ἡ διοικητικὴ, ὅταν ἐπανέλθῃ ἡ δημοτικὴ ἀστυνομία εἰς τὴν χώραν ἡμῶν, ἤθελον προτείνει, ἀκόμη καὶ διὰ τὰς Ἀθήνας καὶ διὰ τὸν Πειραιᾶ, νὰ ὑπάρξῃ, τοὐλάχιστον ὡς πρὸς πολλὰ, δημοτικὴ ἀστυνομία. Βεβαίως, Κύριοι, ἐφ’ ὅσον ἐν Ἀθήναις καὶ ἐν Πειραιεῖ ὑπάρχει διοικητικὴ ἀστυνομία, ἢ στρατιωτικὴ, οὐδὲ οἱ ὅροι τῆς καθαριότητος, οὐδὲ οἱ ὅροι τῆς ὑγείας, οὐδ’ ἄλλα πολλὰ, τὴν ἀστυνομίαν ἐν γένει ἀφορῶντα, εἶναι δυνατὸν νὰ πραγματοποιηθῶσιν, ὡς ἤθελον πραγματοποιηθῆ, ὅταν ἄνδρες ἀστυνόμοι, ἐκ τῶν οἰκογενειῶν ἡμῶν, τῶν Ἀθηναίων, τῶν Πειραιέων, ἐκ τῶν σπλάγχνων ἡμῶν, ἔχοντες οἰκογένειαν ἐνταῦθα, ἔχοντες ἱστορίαν ἐν τῷ τόπῳ, ἤθελον ἀναλάβει τὴν ἀστυνομίαν, τοὐλάχιστον ὅσον ἀφορᾷ τὴν καθαριότητα, τὴν ὑγείαν, τὰς Ἀγορὰς καὶ τὰ τοιαῦτα. Διὰ τοῦτο, Κύριοι, νομίζω, ὅτι πάνθ’ ὅσα λέγομεν καὶ πάνθ’ ὅσα πράττομεν εἰσὶ μάταια καὶ περιττά. Χαίρω, διότι ἐπληροφορήθην, ὅτι ὑπάρχουσιν ἐν τῇ Βουλῇ ἄνδρες, οἵτινες, ἐάν ποτε κυβερνήσωσι τὸν τόπον, ἔχουσιν οἵαν γνώμην καὶ ἐγὼ, ὅτι ἀπὸ τοῦ ἑνὸς ἄκρου ἕως τοῦ ἄλλου τῆς Ἑλληνικῆς ἐπικρατείας δέον νὰ καταργηθῇ καὶ ἡ στρατιωτικὴ καὶ ἡ διοικητικὴ ἀστυνομία, ἐπανερχομένης τῆς δημοτικῆς. Δὲν ἀμφιβάλλω, Κύριοι, ὅτι μόνον τότε θέλει ἀναπνεύσει ὁ Ἑλληνικὸς λαός. Εἶναι δ’ ἀληθῶς περίεργον καὶ παράδοξον πρᾶγμα, νὰ ψηφίζωμεν προγράμματα γεωργικῆς προόδου τῆς χώρας, θεωρούμενα δὲ καὶ ὡς καινοφανῆ, καὶ ἐν τούτοις νὰ νομίζωμεν, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχωμεν γεωργίαν, ὅταν οὐχὶ ἐν ταῖς ἐπαρχίαις, ταῖς κειμέναις εἰς τὰ ἄκρα τῆς ἐπικρατείας, ἀλλ’ ἐν τοῖς χωρίοις τοῖς πρὸ τῶν πυλῶν τῶν Ἀθηνῶν, οὐδεμία ἀσφάλεια ὑπάρχῃ, ὅταν ἡ ζωοκλοπὴ ὕψωσε τὰς χεῖρας αὑτῆς τὰς κλεπτικὰς αὐθαδῶς ἐν αὐτοῖς τοῖς κεφαλοχωρίοις τῆς Ἀττικῆς, ὅταν οἱ ἀγρόται δὲν δύνωνται νὰ ἀφήσωσιν οὐδ’ ἐπὶ μίαν στιγμὴν ἀνεπιτήρητα τὰ ζῷα αὑτῶν εἰς αὐτὰ τὰ πρόθυρα τῶν Ἀθηνῶν. Διὰ τοῦτο, Κύριοι, ἐκφράζων τὴν ἀτομικήν μου γνώμην τοὐλάχιστον, εὔχομαι, ἵνα ἡ χώρα ἐπανέλθῃ εἰς τὸ πρώην καθεστὼς, εἰς τὴν δημοτικὴν ἀστυνομίαν, ἥτις εἶναι ἡ Ἑλληνικὴ ἀστυνομία, ἡ ἀστυνομία τῆς χώρας πρὸ αἰώνων, δημοτικὴν ἀστυνομίαν ὅμως διωργανωμένην ἐπὶ ἄλλων βάσεων καὶ βελτιωμένην.
§44Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ.
§45ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Βουδούρης ἔχει τὸν λόγον.
§46Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Ἐγὼ δὲν τὸν ἔχω ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ ζητήματος.
§47ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίστε, κύριε Κουντουριώτη.
§48Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Αἱ γνῶμαι, κύριοι Βουλευταὶ, τὰς ὁποίας ἠκούσαμεν πρὸ μικροῦ, τὰς ὁποίας ἐξέφερεν ὁ κύριος Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς, εἶναι ἴσως ὀρθαί. Καὶ ἐγὼ νομίζω, ὅτι πρέπει τὸ ἀστυνομικὸν καθεστὼς νὰ μεταβληθῇ, διότι, ὡς ἔχει, βεβαίως δὲν ἐκπληροῖ τὸν σκοπόν του· ἀλλὰ νομίζω ἀφ’ ἑτέρου, ὅτι δὲν πρέπει μόνον ὁσάκις εὑρισκώμεθα εἰς τὰς τάξεις τῆς Ἀντιπολιτεύσεως νὰ ὑποδεικνύωμεν τὰ δέοντα γενέσθαι, ἀλλὰ καὶ ὀψέποτε καλούμεθα νὰ διοικήσωμεν τὰ τῆς χώρας, πρέπει τὰς ἰδέας αὐτὰς νὰ τὰς ἐφαρμόζωμεν. Ὁ κύριος δὲ Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς, ὅστις ἐχρημάτισε κατὰ τὸ 1895 Ὑπουργὸς τῆς Κυβερνήσεως τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Γόρτυνος Βουλευτοῦ...
§49Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Τῶν Ναυτικῶν.
§50Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. .. εἶχεν ἅπαντα τὸν χρόνον καὶ εἶχε καὶ τὴν δύναμιν νὰ ἐπιβληθῇ εἰς τοὺς συναδέλφους του, καὶ νὰ ζητήσῃ τὴν κατάργησιν τῆς ἀστυνομίας τῆς χώρας, ἥτις δὲν ἐξεπλήρου τὸν προορισμόν της· εἶχε τὴν δύναμιν, λέγω, νὰ ἐπιτύχῃ τὴν μεταβολὴν τοῦ καθεστῶτος, ἐναντίον τοῦ ὁποίου λαῦρος σήμερον καταφέρεται, καὶ νὰ καθιερώσῃ ἀστυνομικὸν καθεστὼς ὅμοιον ἐκείνου, τοῦ ὁποίου ταύτην τὴν στιγμὴν μετὰ τόσης εὐγλωττίας ἐξύμνησε τὰς ἀρετάς. Τοῦτο ἔδει τότε νὰ εἶχεν ἐπιδιώξει ὁ κύριος Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς. Εἶναι, νομίζω, οὐχὶ πρακτικὸν εἰς ἄνδρας πολιτικοὺς, ὁσάκις παρουσιάζηται εἰς αὐτοὺς περίστασις νὰ ἐφαρμόσωσι πράγματα, τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ ὠφελήσωσι πράγματι τὸ ἔθνος, νὰ ἀφίστανται τῆς ἐφαρμογῆς, ἰσχυριζόμενοι, ὅτι ὁ χρόνος δὲν ἦτο ἐπίκαιρος, νὰ ζητῶσι δὲ κατόπιν ἀπὸ ἄλλους, ἄλλας ἔχοντας γνώμας, νὰ θέσωσιν εἰς ἐφαρμογὴν ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα αὐτοὶ οὗτοι δὲν ἐφήρμοσαν, καθ’ ἣν ἐποχὴν εἶχον εἰς χεῖρας αὐτῶν τὴν δύναμιν. Τὸ συμπέρασμά μου, κύριε Πρόεδρε, εἶναι, ὅτι ὀφείλουσιν οἱ κύριοι ἐπιφανεῖς λεγόμενοι Βουλευταὶ, ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐν τῇ Ἀντιπολιτεύσει πρεσβεύουσι, νὰ ἔχωσι τὸ θάρρος, νὰ ἔχωσι τὴν θέλησιν, ὁσάκις καλοῦνται ἐπὶ τὴν ἀρχὴν, νὰ τὰ ἐφαρμόζωσι, διότι τότε καὶ μόνον θὰ δύνανται καὶ νὰ ἐπικρίνωσι τοὺς ἐν τῇ Κυβερνήσει, καὶ νὰ ἀπαιτῶσι παρ’ αὐτῶν, ὅπως λαμβάνηται σπουδαίως ὑπ’ ὄψιν ἡ γνώμη των, ἡ ἐκφερομένη ἀπὸ τῆς θέσεως τῆς Ἀντιπολιτεύσεως.
§51Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§52Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐν τοῖς λόγοις τοῦ πρώην Προέδρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Κερκύρας, εὗρον μίαν ἀλήθειαν, ὅτι στρατὸν δὲν ἔχομεν, διότι ἀληθῶς στρατὸς δὲν ὑπάρχει. Ἀλλὰ διαφωνοῦμεν, Κύριοι, οὐσιωδῶς πρὸς αὐτὸν, διότι ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κερκύρας νομίζει, ὅτι, ἂν δὲν ἔχωμεν στρατὸν, δυνάμεθα ν’ ἀποκτήσωμεν στρατὸν διὰ τῶν νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα δὲν γνωρίζομεν, τὰ ὁποῖα σκοπεῖ ἡ Κυβέρνησις νὰ εἰσαγάγῃ εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ τὰ ὁποῖα ὁ ἴδιος αὐτὸς δυστυχῶς δὲν γνωρίζει, καὶ ἡ Κυβέρνησις ὡσαύτως δὲν γνωρίζει.
§53Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Τὰ γνωρίζομεν.
§54Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἡμεῖς φρονοῦμεν, ὅτι ὄχι μόνον διὰ τῶν νομοσχεδίων αὐτῶν, ἀλλὰ δι’ οὐδενὸς νόμου δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν στρατὸν καὶ νὰ σχηματίσωμεν στρατόν. Ἐπαγγελλόμενοι δ’ ὅτι δυνάμεθα διὰ τῶν νομοσχεδίων νὰ σχηματίσωμεν στρατὸν, πλανῶμεν τοὺς ἀκούοντας, πλανῶμεν δὲ τοὺς ἀκούοντας διὰ νὰ δικαιολογήσωμεν τὴν ἀθλίαν κατάστασιν, εἰς ἣν περιῆλθεν ἡ δημοσία ἀσφάλεια καὶ ἡ τάξις. Νομοσχεδίων ἔχομεν ἀνάγκην, διὰ νὰ ἔχωμεν ἄνδρας περισσοτέρους ἐκείνων, οὓς ἔχομεν; Νομοσχεδίων ἔχομεν ἀνάγκην, διὰ νὰ γυμνάζωνται ἄνδρες περισσότεροι, ἐπαρκοῦντες διὰ νὰ σχηματίζωμεν μονάδας στρατοῦ μεγάλας, ἢ κἂν δυναμένας νὰ χρησιμεύωσιν εἰς ἄσκησιν στρατοῦ; Νομοσχεδίων περὶ ἐλαττώσεως τοῦ ὁρίου τῆς ἡλικίας ἔχομεν ἀνάγκην, διὰ νὰ ἔχωμεν στρατιωτικὰ καταστήματα, τὰ ὁποῖα εἶναι ἀπολύτως ἀναγκαῖα; Νομοσχεδίων ἔχομεν ἀνάγκην, ἵνα ἀντικαταστήσωμεν τὸν ὁπλισμὸν τοῦ στρατοῦ; — καὶ στέργω νὰ μὴ εἴπω ν’ ἀντικαταστήσωμεν, ἀλλὰ διὰ νὰ δυνηθῶμεν ν’ ἀποκτήσωμεν ὅπλα, ἔστω καὶ ὅπλα Γκρᾶ, τόσα, ὅσα εἴχομεν πρὸ τοῦ πολέμου; Ἔχομεν ἀνάγκην οὐχὶ νομοσχεδίων, ἀλλὰ χρημάτων. Οἷος ποτ’ ἂν ᾖ ὁ στρατολογικὸς νόμος, ὁ ὁποῖος θέλει προταθῆ καὶ ψηφισθῆ, χρήματα δὲν θέλει δώσει βεβαίως, ἴσως δὲ θέλει ἐλαττώσει τὰ χρήματα, διότι βεβαίως δὲν θέλουσιν εἰσαχθῆ εἰς τὸν νέον στρατολογικὸν νόμον διατάξεις περὶ νέων ἀντισηκωμάτων, ἤτοι διατάξεις φορολογικαὶ, αἱ ὁποῖαι πρὸς φορολογίαν τῶν πολιτῶν εἰσήχθησαν. Ἀλλὰ, διὰ νὰ ἔχωμεν χρήματα, πρέπει νὰ μεταβάλωμεν τὴν διοίκησιν τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους· ἀλλ’ ἀντὶ νὰ μεταβάλωσι τὴν διοίκησιν τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους, ἔχουσι τὸ θάρρος νὰ λέγωσιν, ὅτι ἀπαιτοῦνται 15 ἑκατομμύρια, ἐνῷ δαπανῶσιν αὐτὰ ἄνευ πρακτικῆς ἀνάγκης, διὰ νὰ ἐξοικονομήσωσι δ’ αὐτὰ, ἐκμυζῶσιν ἀπὸ τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν καὶ τὴν τελευταίαν ἰκμάδα τῶν οἰκονομικῶν πόρων αὐτοῦ, ἀφαιροῦσι καὶ τὸν σίελον ἀπὸ τὸ στόμα αὐτοῦ. Νομίζετε, ὅτι ἁρμόζει τοῦτο εἰς τὴν Βουλὴν τῆς Ἑλλάδος, καὶ ἁρμόζει εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἀξιοῦσι νὰ φαίνωνται ἡγήτορες ἐν αὐτῇ, νὰ λέγωσι ταῦτα σπουδάζοντες; Καὶ ἀφοῦ δὲν ἔχετε χρήματα, Κύριοι, — διότι σεῖς ὡμολογήσατε, ὅτι στρατὸς δὲν δύναται νὰ σχηματισθῇ ἄνευ χρημάτων, — διατὶ προεβάλατε τὸν νόμον περὶ Γενικῆς Διοικήσεως, πρὶν ἢ φροντίσητε νὰ εὕρητε τὰ μέσα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἤθελον καταστήσει τὴν Γενικὴν Διοίκησιν ἐνεργὸν, ἵνα δυνηθῇ αὕτη νὰ παραγάγῃ διὰ τοῦ νόμου ἀποτελέσματα; Βεβαίως ἐγὼ δὲν αἰτιῶμαι ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος ἐτέθη ἐπὶ κεφαλῆς τῆς Γενικῆς Διοικήσεως. Εἶναι πρόσωπον, τὸ ὁποῖον, ἐὰν δὲν ἔχῃ τὰς ἰδιότητας, αἱ ὁποῖαι ὁρίζονται ἐν τῷ Συντάγματι διὰ τὸν Ἀνώτατον Ἄρχοντα, ἀλλ’ εἶναι πρόσωπον ἐν τῷ Συντάγματι ἀναγεγραμμένον. Δὲν αἰτιῶμαι αὐτοῦ, οὐδ’ ἀρνοῦμαι, ὅτι ἔχει ζῆλον μέγαν, ἵνα συντελέσῃ εἰς τὸν σχηματισμὸν τοῦ στρατοῦ, ἀλλ’ ὁ ζῆλος αὐτοῦ ματαιοῦται, διότι δὲν παρέχονται αὐτῷ τὰ μέσα, ὅπως ἐφαρμόσῃ ἐκεῖνα, διὰ τῶν ὁποίων δύναται ὁ στρατὸς νὰ μορφωθῇ καὶ ἀποκατασταθῇ. Ἀλλ’ ἐνῷ δὲν ἔχομεν στρατὸν, δὲν ἔχομεν οὔτε ἀστυνομίαν, διότι εἰς τὴν ἀποστολὴν τῆς ἀστυνομίας δὲν συμβιβάζεται τὸ ξίφος εἰς τὴν ὀσφὺν τοῦ ἐπιτετραμμένου τὰ καθήκοντα ταῦτα. Τὸ ξίφος, ὅταν περιβάλῃ τινὸς τὴν ὀσφὺν, μεταδίδει εἰς αὐτὸν τὸ θάρρος, πολλάκις τὸ θράσος, συνήθως τὴν τόλμην, ἰδίως τὴν τάσιν τὴν ἐγωϊστικὴν, νὰ μὴ παραγγέλλῃ, ἀλλὰ νὰ διατάσσῃ, διότι οὕτω συνήθισεν ἐν τῷ στρατῷ. Ἀλλ’ ὅταν ὁ ἀστυνόμος παραγγέλλῃ τοὺς πολίτας, δὲν διατάσσει· ὁ ἀξιωματικὸς διατάσσει τὸν στρατιώτην, οὗτος δὲ ὀφείλει ὑπακοήν· ὁ ἀστυνόμος συμβουλεύει, παραινεῖ καὶ προτρέπει, καὶ μόνον, ὅταν πάντα ταῦτα τὰ μέσα ἀποτύχωσι, διατάσσει. Ἡμεῖς ἀστυνομίαν δὲν ἔχομεν, ἔχομεν σώματα στρατιωτῶν, τυραννοῦντα τοὺς πολίτας. Καὶ δὲν ἀκούετε καθ’ ἑκάστην ὅσα καταγγέλλουσιν ἀνομήματα, πραττόμενα ὑπὸ τῶν ἀστυνόμων; Καὶ δὲν ἠκούσατε ποῖαι πράξεις, αἱ ὁποῖαι βεβαίως δὲν ἁρμόζουσιν εἰς τοὺς φέροντας στέμμα εἰς τὸ πηλήκιον, ποῖαι πράξεις κατηγγέλθησαν καὶ πόσαι ἐβεβαιώθησαν; Καὶ ὁ κύριος πρώην Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εὗρεν, ὅτι δὲν ἐξεπλήρωσε τὴν ἀποστολήν της ἡ στρατιωτικὴ ἀστυνομία, διότι κατηργήθη τὸ Ἀρχηγεῖον. Τὸ Ἀρχηγεῖον κατηργήθη, διότι ἐν συνταγματικῇ Πολιτείᾳ οὐδεὶς ὑπάρχει ἀνεύθυνος, τὸ δὲ Ἀρχηγεῖον ὑπῆρχεν, ἀφαιρουμένης τῆς εὐθύνης ἀπὸ τὸν Ὑπουργὸν, ὅστις ἐπερωτώμενος ἐνταῦθα ἔλεγεν, ὅτι δὲν γνωρίζει τίποτε, καὶ ὅτι τὸ Ἀρχηγεῖον εἶναι ἁρμόδιον. Διὰ τοῦτο κατηργήσαμεν τὸ Ἀρχηγεῖον, ἵνα ἐπαναγάγωμεν, τοὐλάχιστον κατὰ τοῦτο, τὸ Κράτος ἐν τῇ συνταγματικῇ πορείᾳ. Καὶ εἶπεν, ὅτι, ἐπειδὴ κατηργήθη τὸ Ἀρχηγεῖον, διὰ τοῦτο δὲν ἔχομεν ἀστυνομίαν, ὅτι δὲ, ὅτε συνεστήθη ἐκ νέου τὸ Ἀρχηγεῖον, δὲν ἠδύνατο νὰ ὠφελήσῃ, ἐνῷ τὸ Ἀρχηγεῖον συνεστήθη ὑπὸ τοὺς αὐτοὺς ὅρους, ὑφ’ οὓς προϋπῆρχεν. Ἀλλὰ εἰς τί ἐχρησίμευε τὸ Ἀρχηγεῖον, ὅταν, ὅσοι ἀστυνόμοι κατεδικάζοντο τότε διὰ τὰ ἐγκλήματα, διὰ τὰ ὁποῖα εἶχον καταγγελθῆ, δὲν ἐξετέλουν τὴν ποινὴν, εἰς ἣν εἶχον καταδικασθῆ; Αἱ καταγγελίαι κατὰ τῶν ἀστυνόμων ἐκρατοῦντο ἐν τοῖς ἀρχείοις τῶν Εἰσαγγελέων, τὰ παράπονα πρὸς τοὺς προϊσταμένους κατὰ τῶν παρανομιῶν καὶ παρεκτροπῶν τῶν ἀστυνόμων ἐφυλάσσοντο ἐν τοῖς ἀρχείοις τῶν Νομαρχῶν, οἱ δὲ Εἰσαγγελεῖς καὶ οἱ Νομάρχαι παρήρχοντο πάντα ταῦτα, διὰ νὰ μὴ περιπέσωσιν εἰς τὴν δυσμένειαν τῶν φίλων τοῦ Ὑπουργείου, οἵτινες ἐπροστάτευον αὐτούς. Πᾶσα ἡ διοίκησις εἶχεν ἐξαρθρωθῆ, καὶ πάντες οἱ συνδέοντες τὸ πολιτειακὸν οἰκοδόμημα δεσμοὶ εἶχον παραλύσει, διότι ἐκεῖ, ὅπου δὲν ὑπάρχει ἐπιτήρησις τῶν προϊσταμένων ἐπὶ τοὺς ὑφισταμένους, ἐκεῖ ἐκλείπει πᾶσα πειθαρχία, ἀναιρεῖται δὲ πᾶσα τάξις. Πᾶσαι αἱ καταγγελίαι, αἱ γενόμεναι κατὰ τῶν ὀργάνων τῆς ἀστυνομίας, παριστῶντο ὡς δικαιολογοῦσαι τὴν τροποποίησιν τῶν διατάξεων τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς. Οὕτω, διότι μέλη τοῦ Κοινοβουλίου προσῆλθον ἐνταῦθα καὶ παρεπονέθησαν, ὅτι ἐν ταῖς ἐπαρχίαις αὐτῶν δὲν ἐκτελοῦνται οἱ νόμοι, δὲν ἀσφαλίζονται, ἀλλὰ καταστρέφονται τὰ κτήματα τῶν πολιτῶν, ἡ οἰκογενειακὴ τιμὴ περιάγεται ἐν κινδύνῳ, τὰ δὲ δικαιώματα τοῦ πολίτου δὲν εὐλαβοῦνται τὰ ὄργανα τῆς ἀρχῆς, ταῦτα ἀπήρεσκον εἰς τὸν κύριον Βουλευτὴν ἐκ Κερκύρας, ὅστις ἔκρινεν, ὅτι ἕνεκα τούτου ἔχομεν ἀνάγκην φιμώτρου, ἵνα μὴ καταγγέλλωμεν πλέον τὰς παρανομίας, καὶ ἔτι μᾶλλον, διότι αἱ καταχρήσεις αὗται καὶ αἱ παρεκτροπαὶ αὗται, αἱ ὁποῖαι κατηγγέλθησαν εἰς τὴν Βουλήν, προεκάλεσαν τοὺς Βουλευτὰς εἰς σκέψεις καὶ γνώμας πρὸς βελτίωσιν τῆς ἀστυνομικῆς ὑπηρεσίας. Τοῦτο ἐθεώρησεν ἄτοπον ὁ κύριος Βουλευτὴς ἐκ Κερκύρας, διότι ἐπεθύμει νὰ μὴ ἀσχοληθῇ ἡ Βουλὴ εἰς τοιαῦτα θέματα. Δὲν γνωρίζω, ἐὰν ἐπεθύμει νὰ ἀναγεννηθῇ ποτε τὸ Ἰόνιον πολίτευμα, τὸ ὁποῖον ὑπῆρχε πρὸ τῆς ἑνώσεως τῆς Ἑπτανήσου μετὰ τῆς Ἑλλάδος· ἀλλ’ ἐγὼ εὔχομαι νὰ μὴ ἀναφανῇ ποτε τοιοῦτον πολίτευμα παρ’ ἡμῖν, ἀλλ’ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι συνήθισαν ὑπὸ τὸ Ἰόνιον πολίτευμα, ἐκείνους παρακαλῶ νὰ συνηθίσωσιν ὑπὸ τὰς διατάξεις τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος, ἵνα μὴ παριστῶσιν ἐξαίρεσιν ἐν μηδαμινῇ μειονοψηφίᾳ, τὴν ὁποίαν ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς οὐδέποτε θέλει ἐπιτρέψει. (Χειροκροτήματα ἐξ ἀριστερῶν). Ἀλλὰ ποῖον ἁρμόζει ἀστυνομικὸν σύστημα ἐν Ἑλλάδι, τὸ θέμα βεβαίως εἶναι δεκτικὸν συζητήσεως. Ἐγὼ ὁμολογῶ, ὅτι εἰμὶ ὑπὲρ τῆς δημοτικῆς ἀστυνομίας. Βεβαίως ἀποδέχομαι ἐξαιρέσεις τινὰς καὶ περιορισμοὺς, τοὺς ὁποίους ὁ συνάδελφος ἡμῶν, ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς, ἀπέκρουσεν, ἀλλὰ μοὶ φαίνεται, ὅτι εἶναι πρόωρον νὰ ἐγκατασταθῇ ἡ δημοτικὴ ἀστυνομία πανταχοῦ τοῦ Κράτους, διότι ἐν ταῖς πολυπληθεστέραις πόλεσιν ἀπαιτεῖται ἐντονωτέρα ἡ ἐπιτήρησις καὶ ἰσχυροτέρα ἡ ἐνέργεια. Ἀλλὰ βεβαίως στρατιωτικὴν ἀστυνομίαν οὔτε ἀναγνωρίζω ὡς ὀρθὴν, οὔτε δύναμαι νὰ θεωρήσω συμφέρουσαν εἰς τὸν τόπον. Ἀλλ’ ἠδύναντο νὰ μοὶ εἴπωσι: «διατὶ, Κύριοι, διατὶ σεῖς, οἱ ὁποῖοι ἐκυβερνᾶτε πρό τινων ἐτῶν, δὲν κατηργήσατε τὴν στρατιωτικὴν ἀστυνομίαν, ἀλλ’ ἔρχεσθε νὰ ἐπαγγελθῆτε δῆθεν γνώμην ἐναντίον τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας;» Ἡ μετάβασις ἀπὸ συστήματος εἰς σύστημα δὲν εἶναι ἔργον, ὅπερ ἤθελέ τις διαπράξει μετὰ θάρρους καὶ τόλμης, καὶ μάλιστα ἐν χρόνοις, καθ’ οὓς τοσοῦτον εἰργάσθησαν, ἵνα διαστρέψωσι τὸ δημόσιον φρόνημα καὶ παρασκευάσωσιν ἀνωμαλίας τοιαύτας, αἱ ὁποῖαι διέσεισαν τὸν τόπον κατὰ τὰ ἔτη 1896 καὶ 1897. Ἡμεῖς εἰσηγάγομεν σύστημα ἀστυνομικὸν εἰς τὴν Βουλήν, ἥτις ἐψήφισεν αὐτό· δὲν ἦτο δὲ ἄκρατον, ὅπως ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς περιέγραψεν, ἀλλ’ ἦτο συγκεκερασμένον, ἀποδεχόμενον διοικητικὴν ἀστυνομίαν ἐν ὡρισμέναις περιφερείαις καὶ δημοτικὴν ἐν ταῖς ἀγροτικαῖς ἰδίως περιφερείαις. Ἀλλὰ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ προκαλέσωμεν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου ἐκείνου τὴν κύρωσιν τοῦ Βασιλέως, διότι εὑρισκόμεθα ἐν παραμοναῖς μεγάλων ἀνωμαλιῶν, ἡ διατάραξις δὲ τοῦ ἀστυνομικοῦ συστήματος καὶ αἱ μεταβολαὶ αὐτοῦ ἤθελον καταστήσει ἀνίκανον τὴν διοίκησιν νὰ προλαμβάνῃ τὰ ἄτοπα, οὐδὲ νὰ καταστέλλῃ αὐτά. Διὰ τοῦτο, εἰ καὶ ἐψηφίσθη ὑπὸ τῆς Βουλῆς τὸ νομοσχέδιον, ὅπερ εἰσηγάγομεν, ἐδιστάσαμεν νὰ ὑποβάλωμεν αὐτὸ εἰς τὴν κύρωσιν τοῦ Βασιλέως, καὶ ἀφοῦ δὲν ὑπεβλήθη εἰς τὸν Βασιλέα, ὡς ἦτο φυσικόν, δὲν ἐκυρώθη. Οὐδ’ ἦσαν ἀληθῆ τὰ διαδοθέντα καὶ γραφέντα κατὰ τὸν χρόνον ἐκεῖνον ὑπὸ ταπεινοῦ ἀνταγωνισμοῦ, ὅτι δῆθεν ἡμεῖς ὑπεβάλομεν τὸ νομοσχέδιον εἰς τὸν Βασιλέα, καὶ ὁ Βασιλεὺς δὲν ἐκύρωσεν αὐτό. Αὐτὰ εἶναι λόγοι τῶν ὁδῶν. Ἐὰν ὅμως ἠθέλομεν εὑρεθῆ ποτε ἐν τοιαύταις περιστάσεσιν ὁμαλαῖς, ὥστε νὰ λάβωμεν τὸ θάρρος νὰ μεταβάλωμεν τὴν ἀστυνομικὴν νομοθεσίαν, ἠθέλομεν προτείνει εἰς τὴν Βουλὴν τὴν μεταβολὴν αὐτῆς εἰς δημοτικὴν ἀστυνομίαν οὐχὶ διὰ συστήματος ἀκράτου καὶ ἀπολύτου, ἀλλὰ μετὰ ἐξαιρέσεων. Μοὶ φαίνεται, ὅτι τὰ λεχθέντα πρὸ μικροῦ ὑπὸ τοῦ Βουλευτοῦ Κερκύρας δὲν ἦτο ἀνάγκη νὰ λεχθῶσι τὴν ἑσπέραν ταύτην, διότι οὐδεμία παρείχετο πρὸς αὐτὸν ἀφορμή, δικαιολογοῦσα τὴν τοιαύτην ἐκδρομήν. Ἀλλ’ εἰς τὴν ἐκδρομὴν ταύτην ἠναγκάσθημεν νὰ ἀκολουθήσωμεν αὐτὸν, διότι ἂν ἀφήναμεν μόνον τὸν κ. Βουλευτὴν Κερκύρας περιηγούμενον, ἤθελε παραπλανηθῆ εἰς τὴν ὁδόν, ὠφείλομεν δὲ νὰ τὸν συνοδεύσωμεν, διὰ νὰ δυνηθῶμεν νὰ συγκρατῶμεν αὐτὸν ἐκ τῆς κατωφεροῦς ὁδοῦ, εἰς ἣν ὠλίσθαινε. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς ἀριστερᾶς).
§55Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Εἶναι λυπηρόν, ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς πρώην Κυβερνήσεως δὲν ἐδιδάχθη περί τινων πραγμάτων ἐκ τῆς διοικήσεως, ἣν διεξήγαγεν ἐπὶ 2½ ἔτη. Ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος, οἵα γίνεται ἀπὸ ἐτῶν παρ’ ἡμῖν, οὐδὲν ἄλλο ἐνέπνευσεν ὡς μέσον θεραπείας καὶ βελτιώσεως τῶν πραγμάτων ἢ τὴν μεταβολὴν τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς. Ἐνόμισεν, ὅτι, διοικήσας ὡς διῴκησεν, αὐτὸς οὐδὲν ἔπταισε καὶ οὐδὲν ἔχει νὰ μεταβάλῃ, καὶ ὅτι, ὅταν ἐπανέλθῃ εἰς τὰ πράγματα, ἀνάγκη μόνον εἶναι νὰ μὴ ταράσσηται καὶ ἀπασχολῆται ἐν τῷ ἔργῳ τῆς διοικήσεως αὐτοῦ ἐκ τῶν μακρῶν συζητήσεων, ἃς προκαλοῦσιν αἱ ἐπερωτήσεις καὶ ὁ ἔλεγχος ἐκ μέρους τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἐν τῇ Βουλῇ. Πιστεύει ὁ κ. πρώην Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι τὰ πράγματα ἀναγκαίως θὰ εἰσέλθωσιν εἰς κανονικὴν καὶ ὠφέλιμον διὰ τὸν τόπον ὁδόν, ἂν ἤθελε διὰ μεταβολῆς τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς τεθῆ περιορισμὸς εἰς τὰς μακρὰς συζητήσεις, ὧν ὁμολογῶ μία εἰκὼν εἶναι καὶ ἡ σημερινὴ συζήτησις, προκληθεῖσα ἐξ ἐπερωτήσεως περὶ τῆς κακῆς καταστάσεως τῆς δημοσίας ἀσφαλείας.
§56Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ὄχι περιορισμόν, τάξιν ζητοῦμεν.
§57ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐννοηθῇ ἡ τάξις, ἣν λέγετε, ἄνευ περιορισμοῦ, διότι, ὡς γνωρίζει κάλλιστα ὁ διακόψας με, τὸ Σύνταγμα εἶναι τὸ κώλυμα εἰς τὴν ἐφαρμογὴν τῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα εἴτε αὐτὸς εἴτε ἄλλος, ὡς ὁ ἔντιμος Βουλευτὴς Σύρου, προτείνουσι. Τὸ κώλυμα εἶναι ἡ διάταξις τοῦ Συντάγματος, ἡ ἀπαιτοῦσα καθ’ οἱανδήποτε στιγμὴν τῆς συνεδριάσεως τῆς Βουλῆς τὴν ὕπαρξιν τοὐλάχιστον τοῦ ἡμίσεος πλέον ἑνὸς τῶν Βουλευτῶν, ἐξ ἧς τὸ δικαίωμα παντὸς Βουλευτοῦ νὰ ἐνίσταται ἐπὶ τῇ ἐλλείψει ἀπαρτίας, καὶ νὰ προκαλῇ τὴν βεβαίωσιν αὐτῆς δι’ ἀναγνώσεως τοῦ καταλόγου, καὶ ἕνεκα τῆς ὁποίας δὲν δύναται ἡ Βουλὴ νὰ προβῇ εἰς συζήτησιν. Ἕνεκα ἄλλης διατάξεως τοῦ Συντάγματος δὲν δύναται ἡ πλειονοψηφία νὰ περιορίσῃ τὰς ἐπερωτήσεις καὶ νὰ κανονίσῃ τὰ κατ’ αὐτὰς κατὰ τρόπον περιορίζοντα τὸ δικαίωμα τῆς ἐξελέγξεως τῶν πράξεων τῆς διοικήσεως ἐν τῇ Βουλῇ. Αὗται εἶναι αἱ δύο δυσκολίαι πρὸς περιορισμοὺς, διότι προστατεύονται ὑπὸ τοῦ Συντάγματος. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τεθῇ ἡ τάξις διὰ περιορισμῶν, διότι θὰ ἦναι περιορισμοὶ διατάξεων τοῦ Συντάγματος, αἵτινες δι’ οὐδενὸς κανονιστικοῦ τῶν καθηκόντων τῆς Βουλῆς ἔργου, ὅσον σοφὸς καὶ ἂν ἦναι ὁ συνδυασμὸς, εἶναι δυνατὸν νὰ περιορισθῶσιν. Ἀλλὰ παρατηρῶ εἰς τὸν ἔντιμον Βουλευτὴν Κερκύρας, ὅτι, ὅταν θέλωμεν νὰ ἐφαρμόζωμεν σύστημα διοικήσεως τοῦ Κράτους, οἷον αὐτὸς ἐφήρμοσε, πρέπει νὰ συγκατανεύῃ καὶ νὰ δέχηται τὰς μακρὰς συζητήσεις καὶ τὰς συχνὰς ἐπερωτήσεις, διότι αὗται οὐδὲν ἄλλο εἶναι ἢ παρακολούθημα καὶ ἀναγκαία συνέπεια τῆς μεροληπτικῆς διοικήσεως τῶν ἐπαρχιῶν τοῦ Κράτους, τῶν παραδεδομένων, ὡς γνωστόν, ἐντελῶς εἰς τὴν διάθεσιν τῶν φίλων τῆς Κυβερνήσεως Βουλευτῶν. Ὅταν ἓν μέρος τοῦ λαοῦ καταπιέζηται καὶ ἀδικῆται καὶ ζημιῶται ἐκ τῆς κρατούσης διοικήσεως, οὐδὲν εὐλογώτερον ἢ νὰ ἀγανακτῇ καὶ νὰ διαμαρτύρηται, τῆς ἀγανακτήσεως δὲ καὶ τῶν διαμαρτυριῶν αὐτῶν ἀπήχησις ἐντὸς τῆς Βουλῆς εἶναι αἱ ἐπερωτήσεις καὶ αἱ καταγγελίαι τῶν Βουλευτῶν. Τοῦτο εἶναι καὶ δικαίωμα καὶ καθῆκον τῶν Βουλευτῶν, εἶναι δὲ τοῦ πάσχοντος λαοῦ ἐνώπιον τῶν ἀντιπροσώπων αὐτοῦ διὰ τῶν Βουλευτῶν ἐμφάνισις ζητοῦσα ἱκανοποίησιν καὶ θεραπείαν, καὶ οὐδεὶς εἶναι μᾶλλον ἀξιόμεμπτος καὶ ὑπεύθυνος ἢ ὁ προκαλῶν αὐτήν. Θεωρῶ δὲ τὴν ματαίαν ἄλλως αὐτὴν καὶ ἀνωφελῆ παρέμβασιν τῶν Βουλευτῶν εἶδος ἀσφαλιστηρίου ἐπιγλωττίδος κατὰ τῶν παραπόνων καὶ τῆς ἀγανακτήσεως τοῦ λαοῦ ἐναντίον τῆς κακῆς διοικήσεως, καὶ ὀλιγώτερον παντὸς ἄλλου αἱ κακοδιοικοῦσαι Κυβερνήσεις πρέπει νὰ ζητοῦν νὰ περιορίσουν αὐτήν.
§58Κ. Ν. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Πολὺ ὡραῖα! Μάλιστα!
§59ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐὰν ἐπετυγχάνετε ν’ ἀφαιρέσητε ἢ περιορίσητε τὸ δικαίωμα τῆς ἐκδηλώσεως ἐν τῇ Βουλῇ τῶν παραπόνων τῶν ἐπαρχιῶν διὰ τῶν Βουλευτῶν αὐτῶν, θὰ κατωρθοῦτε βεβαίως νὰ μὴ ἀκούηται καὶ σᾶς ταράττῃ ὁ θόρυβος τῶν ἐπερωτήσεων, ἀλλὰ θὰ μετεφέρετε αὐτὸν ἐν μέσῳ τῶν ἐπαρχιῶν, ὅπου, ἀνικανοποίητος μένων, ἔστω καὶ ἠθικῶς, θὰ ἐξωγκοῦτο, καὶ πιθανῶς θὰ ἐξερρήγνυτο εἰς ἀταξίας λίαν μεταδοτικῆς φύσεως καὶ ἐπικινδύνους. Συμφέρον ἔχομεν, ἀφοῦ κακοδιοικεῖται ὁ τόπος, νὰ μὴ στενοχωρῆται τοὐλάχιστον ἐν τοῖς παραπόνοις καὶ ταῖς διαμαρτυρίαις αὑτοῦ. Εἶναι καὶ τοῦτο μία παρηγορία, καὶ οἱ πάσχοντες σιωπῶσιν, ὅταν ἀφέθησαν ἐλεύθεροι νὰ λαλήσωσι διὰ τῶν ἀντιπροσώπων των ἐν τῇ Βουλῇ. Τὸ κακὸν λοιπὸν εἶναι τὸ σύστημα τῆς διοικήσεως. Εἶναι ἡ κοινοβουλευτικὴ διοίκησις, ἥτις καὶ ἐναντία τοῦ Συντάγματος εἶναι καὶ ἐναντία τῶν συμφερόντων τοῦ λαοῦ, ὅστις, διῃρημένος εἰς δύο μεγάλας μερίδας, καταπιέζει ἐκ περιτροπῆς καὶ ἀδικεῖ τὸ ἕτερον ἥμισυ, καὶ ἀποτελεῖ σήμερον τὴν κυριωτάτην αἰτίαν τῆς κακοδαιμονίας τοῦ ἔθνους. Περὶ αὐτῆς, περὶ καταπαύσεως δηλαδὴ τῆς κοινοβουλευτικῆς διοικήσεως, πρέπει κατὰ πρῶτον ν’ ἀσχοληθῶμεν, περὶ παύσεως τῶν ἀφορμῶν τῶν παραπόνων τῶν πολιτῶν καὶ οὐχὶ περὶ ἐπιβολῆς σιγῆς, περὶ καταπνίξεως πάσης ἐκδηλώσεως τῶν παραπόνων αὐτῶν. Ἐν τούτοις περὶ τοῦ τελευταίου μόνον θεωρεῖ ὁ κύριος Βουλευτὴς Κερκύρας ἀναγκαῖον ν’ ἀσχοληθῶσιν αἱ Κυβερνήσεις καὶ αἱ Βουλαὶ, καὶ περὶ αὐτῶν κατὰ πρῶτον καὶ πρὶν γείνῃ οἱαδήποτε ἐργασία πρὸς περιορισμὸν τῆς κακοδιοικήσεως, ἥτις κρατεῖ τὴν χώραν εἰς διαρκῆ ἀγανάκτησιν κατὰ τῆς Πολιτείας. Κατ’ αὐτὴν τὴν διεύθυνσιν οὐδὲν γίνεται, οὐδὲν ἐγένετο, οὔτε θὰ γείνῃ, διότι δὲν λειτουργεῖ ἡ πολιτειακὴ μηχανὴ, ὡς ὠργανίσθη ὑπὸ τοῦ Συντάγματος. Τίς ἀγνοεῖ, ὅτι, ἐὰν θέλωμεν τὸ κακὸν νὰ θεραπευθῇ, πρέπει διὰ τῆς ἐφαρμογῆς διοικήσεως πλέον ἀμερολήπτου καὶ ἀφατριάστου νὰ ἐπιδιωχθῇ; Ἀλλ’ ὁ κύριος πρώην Πρωθυπουργὸς οὔτε ἐκ τῆς ἀποτυχίας ἐν τοῖς ἄλλοις νομοθετήμασιν, οὔτε ἐκ τοῦ τῆς ἀστυνομίας καὶ τοῦ στρατοῦ ἐδιδάχθη. Καὶ ἐνῷ ἔπρεπε νὰ σχηματίσῃ τὴν πεποίθησιν, ὅτι, ἐφ’ αἷς βάσεσιν ἐζήτησε νὰ θεραπεύσῃ τὰς δύο μεγάλας ἀνάγκας τοῦ τόπου, τὴν ἐξασφάλισιν τῆς τάξεως καὶ τῆς δημοσίας ἀσφαλείας, καὶ τὴν κατάρτισιν ἀφ’ ἑτέρου τοῦ στρατοῦ συμφώνως πρὸς τὸν σκοπὸν, δι’ ὃν οὗτος προώρισται, ἐντελῶς ἀπέτυχεν, ἐπιμένει ἀκόμη ὑποστηρίζων, ὅτι εἰσήγαγε τὸ Κράτος πράγματι εἰς τὴν εὐθεῖαν ὁδὸν, ἣν ὑπεσχέθη εἰσάγων καὶ ἐγκωμιάζων τὸ σύστημά του. Δὲν προσέχει οὔτε εἰς τὴν ἀποτυχίαν, οὔτε εἰς τὰ προσκόμματα, καθ’ ὧν προσκόπτουν τὰ μέτρα αὐτοῦ. Ποία εἶναι ἡ βάσις, ἐφ’ ἧς ἐστήριξε τὴν θεραπείαν τῶν δύο αὐτῶν μεγάλων ἀναγκῶν ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις; Διοικητικὴ ἀστυνομία, ἀναδιοργάνωσις τῆς χωροφυλακῆς, γενικὴ διοίκησις, ὅπως δύναται καλλίτερον νὰ ἐκπαιδεύῃ καὶ παρασκευάζῃ τὸν στρατὸν πρὸς πόλεμον. Ἀλλ’ ἐξ ὅσων ὁ ἴδιος εἶπεν, ἀνακοινῶν εἰς τὴν Βουλὴν τοὺς λόγους, δι’ οὓς δὲν ἠδυνήθη νὰ πραγματοποιήσῃ τὸ πρόγραμμα αὐτοῦ, τὸ περὶ στρατοῦ καὶ ἀστυνομίας, ὁμολογεῖ, ὅτι κακῶς ἔχει στηρίξει τὰς ἐλπίδας του ἐκεῖ, ὅπου τὰς ἐστήριξε. Διότι, ἀφοῦ καὶ τῆς ἀστυνομίας ἡ διοργάνωσις ἀπαιτεῖ μεγάλας δαπάνας, καὶ ἡ τῆς χωροφυλακῆς, οὐδὲν θὰ ἐπιτύχῃ ἐκ τοῦ σχεδίου του. Ἀλλὰ διατὶ δὲν ἠδυνήθη νὰ ἐφαρμόσῃ αὐτό; Εἶπεν, ὅτι δὲν εἶχε τὰ μέσα. Ἀλλὰ τὰ μέσα ἠδύνατο νὰ ἔχῃ, ἐὰν καλλιτέραν διοίκησιν ἐφήρμοζεν ἐν τῇ διοικήσει τῶν οἰκονομικῶν. Διότι δὲν δύναται ν’ ἀρνηθῇ, ὅτι ἀπὸ τοῦ 1898, δηλαδὴ μετὰ τὸν πόλεμον, ἀφ’ ὅτου ἤρξατο ἡ αὔξησις τῶν δημοσίων ἐσόδων, καὶ διαρκούσης τῆς διοικήσεώς του, ἀπὸ τοῦ 1899 μέχρι τοῦ 1901, οἱ Προϋπολογισμοὶ παρουσίασαν περισσεύματα, δηλ. ὑπερβάσεις τῶν ἐσόδων πρὸς τὰ τακτικὰ ἔξοδα κατὰ πολλὰ ἑκατομμύρια ὑπερτέρας.
§60Ν. ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Σχετικῶς πρὸς τοὺς ἄλλους Προϋπολογισμούς.
§61ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δὲν ἀρνοῦμαι, ὅτι μέγα μέρος τῶν περισσευμάτων ἔδει νὰ δαπανηθῇ εἰς πιστώσεις, ἃς δὲν δυνάμεθα ν’ ἀποφύγωμεν, ὡς τοῦ δημοσίου χρέους καὶ ἄλλαι, ἀλλ’ οὐδέποτε εἰς δαπάνας νέας, τὰς ὁποίας ἡμεῖς ἐδημιουργήσαμεν καὶ ἃς ἠδυνάμεθα ν’ ἀποφύγωμεν. Τοὐναντίον, χάριν τῆς στρατιωτικῆς παρασκευῆς, ὠφείλομεν καὶ εἰς οἰκονομίας ἀπὸ τοῦ 1898 νὰ προβῶμεν. Ἄνευ αὐτῶν πρόδηλον ἦτο, ὅτι ὁ Προϋπολογισμὸς δὲν θὰ ἐπήρκει δι’ ἀστυνομίαν καὶ χωροφυλακήν, ὡς τὰς ἤθελεν ἡ Κυβέρνησις τοῦ κ. Θεοτόκη. Οὐδεὶς λοιπὸν ἄλλος πταίει ἢ ἡ ὑπ’ αὐτὸν Κυβέρνησις, ἂν ἔλειψαν τὰ μέσα πρὸς διοργάνωσιν πολυδάπανον αὐτῶν, ὡς τὴν ἤθελον. Ἀλλ’ ἐγὼ νομίζω, ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται νὰ ἦναί τις ὑπὲρ τοῦ ἑνὸς ἢ ὑπὲρ τοῦ ἄλλου συστήματος, ὑπὲρ τῆς διοικητικῆς δηλαδὴ ἀστυνομίας, ὡς τὴν ἔπλασεν ἡ πρώην Κυβέρνησις, οὔτε ὑπὲρ τῆς χωροφυλακῆς τῆς πολυτελοῦς, ὡς τὴν ἠθέλησε χάριν δῆθεν τοῦ στρατοῦ, διότι νομίζω, ὅτι δὲν ἐπαρκοῦν οἱ Προϋπολογισμοὶ τῆς Ἑλλάδος, οἱ σημερινοὶ καὶ μετὰ πολλὰ ἔτη, ὅπως συντηροῦν ἐν τῷ Κράτει καὶ διοικητικὴν ἀστυνομίαν καὶ χωροφυλακὴν, καὶ συγχρόνως ἀφίνωσιν ἀρκετὰ περισσεύματα, ὅπως ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν συντηρῇ στρατιωτικὴν δύναμιν τοιαύτην, ὥστε νὰ δύναται εἴτε ἡ Γενικὴ Διοίκησις, εἴτε ἄλλος, νὰ μορφώνῃ καὶ παρασκευάζῃ στρατὸν διὰ τὰς ἀνάγκας τοῦ τόπου. Τὴν διοικητικὴν ἀστυνομίαν οὐδέποτε ἐθεώρησα ὡς τὴν ἀστυνομίαν, ἥτις ἐξασφαλίζει τάξιν καὶ ἀσφάλειαν καλλιτέραν τῆς νῦν, διότι ὡς ὅπλον εἰς χεῖρας τῆς Κυβερνήσεως, ἥτις θέλει νὰ ἦναι κομματικὴ μέχρι τῶν ἄκρων, θὰ ἦναι πλέον χρήσιμος βεβαίως, καὶ θὰ μεταβληθῇ εἰς ὄργανον χειρότερον φατριασμοῦ, παρὰ οἱονδήποτε ἄλλο σύστημα ἀστυνομικόν, εἴτε τὸ δημοτικόν, εἴτε τὸ στρατιωτικόν, καὶ καταπιέσεως τῶν ἀντιθέτων, καὶ ἐνισχύσεως τοῦ κυβερνῶντος κόμματος. Φαντάσθητε, τί θὰ ἦναι εἰς χεῖρας Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως νόμος, ἐπιτρέπων, ὅπως διορίζωσιν οἱ Βουλευταὶ ὅλον ἐκεῖνο τὸ πλῆθος τῶν ἀστυνόμων καὶ ὑπαστυνόμων, οὓς ἐνθυμεῖσθε, ὅτε ἐψηφίζομεν τὸν νόμον περὶ διοικητικῆς ἀστυνομίας, ἀφοῦ σήμερον βλέπομεν αὐτοὺς τοὺς στρατιωτικούς, εἴτε ἀξιωματικούς, εἴτε ὑπαξιωματικοὺς καὶ ἐνωμοτάρχας, διοριζομένους καὶ παυομένους ἢ μετατιθεμένους κατὰ τὰς ὑποδείξεις τοῦ ἑνὸς ἢ τοῦ ἄλλου πολιτευομένου, καὶ ἐντελῶς ἐκφεύγοντας ἐν τῇ ἀστυνομικῇ διοικήσει τῶν χειρῶν τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας. Τὸ νέον σύστημα εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ καταστῇ εἰς χεῖρας κομματικῶν Κυβερνήσεων μέσον τολμηροτέρας ἐπεμβάσεως καὶ μεροληψίας κατὰ τῶν μειονοψηφιῶν; Πρὸς τί τότε νὰ μὴ στρεφώμεθα πρὸς τὴν δημοτικὴν ἀστυνομίαν, καὶ ἀφοῦ λέγομεν, ὅτι οὐδὲν ἄλλο εἶναι ἡ στρατιωτικὴ καὶ διοικητικὴ ἢ φατριασμός, νὰ μὴ εὑρίσκωμεν προτιμοτέραν τὴν δημοτικὴν ἀστυνομίαν; Δι’ ἐκείνων οὔτε ἐπῆλθεν, οὔτε θὰ ἐπέλθῃ βελτίωσις. Τουλάχιστον, ὅταν ἔχωμεν δημοτικὴν ἀστυνομίαν, θὰ ἦναι δυνατὸν νὰ ἔχωμεν καὶ δήμους ὑπὲρ τῶν ἀντιπολιτεύσεων, ἐνῷ αἱ ἄλλαι ἀστυνομίαι εἶναι πᾶσαι κατ’ αὐτῶν καὶ ὑπὲρ τοῦ κυβερνῶντος κόμματος. Εἶναι καὶ τοῦτο εἷς σπουδαῖος περιορισμὸς τῶν κακῶν τῆς κοινοβουλευτικῆς διοικήσεως, ἐπιτυγχανόμενος διὰ τῆς ἀστυνομικῆς ἀποκεντρώσεως. Λοιπὸν οὐδεμίαν ἐγγύησιν καὶ ἀνακούφισιν εὑρίσκομεν ἐν τῇ διοικητικῇ ἀστυνομίᾳ, οἵαν τὴν διέπλασεν ἡ Κυβέρνησις τοῦ κ. Θεοτόκη. Ἀλλ’ οἱαδήποτε καὶ ἂν ἦναι, ἀπῃτοῦντο δαπάναι, αἱ ὁποῖαι ἀνήρχοντο μέχρι 2,600,000 δρ. περιπλέον, ἂν ἐντελῶς ἐφηρμόζετο ὁ νόμος, περιπλέον τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον σήμερον δαπανᾷ τὸ Κράτος διὰ τὴν ἀστυνομίαν. Ἡ χωροφυλακὴ ἐπίσης, ὡς ἀναδιωργανώθη, θὰ ἀπῄτει πολὺ περισσότερον ποσὸν δαπανῶν ἐκείνου, ὅπερ ὑφίστατο καὶ ὅπερ ἐκρίνετο ἀναγκαῖον, ὅπως εὐδοκιμήσῃ τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις ἐνεκαίνισεν. Ἀλλ’ ἐρωτῶ, ὅταν τοσοῦτον ποσὸν πρόκηται ν’ ἀπορροφήσῃ ἡ ἀστυνομία καὶ ἡ χωροφυλακή, τί θὰ ὑπολειφθῇ διὰ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, ὅπως ἐπαρκῇ εἰς τὰς δαπάνας τῆς μορφώσεως καὶ παρασκευῆς στρατοῦ καὶ ἐφεδρειῶν, αἱ ὁποῖαι νὰ δύνανται νὰ χρησιμεύσωσιν ἐπαρκῶς ἐν ὥρᾳ ἀνάγκης; Ἰδοὺ ὁ ἀδιέξοδος κύκλος, εἰς τὸν ὁποῖον ἐξ ἀνάγκης θὰ ναυαγήσῃ τὸ σύστημα: ἢ θὰ ἔχωμεν ἀστυνομίαν καὶ χωροφυλακήν, καὶ δὲν θὰ ἔχωμεν στρατόν, ἢ θὰ ἔχωμεν στρατόν, ἀλλὰ δὲν θὰ ἔχωμεν δημοσίαν ἀσφάλειαν, ἑπομένως θὰ ἔχωμεν ἀναστολὴν πάσης προόδου, καὶ ἔλλειψιν πάσης εὐημερίας ἐν τῷ τόπῳ. Οὐδέποτε ὅμως ὁ τόπος ἐνόησεν, ὅτι χάριν τῆς στρατιωτικῆς παρασκευῆς θ’ ἀναγκαζώμεθα νὰ μὴ ἔχωμεν τάξιν καὶ ἀσφάλειαν. Εἰς ἐμέ, ἂν ἐτίθετο τὸ ζήτημα, τί προτιμῶ, τὴν παγίωσιν τῆς δημοσίας ἀσφαλείας καὶ τάξεως, ἢ τὴν μόρφωσιν στρατοῦ, βεβαίως μετὰ ἑβδομήκοντα ἐτῶν ἐλεύθερον βίον, ἀποτυχόντα κατὰ τοῦτο, θὰ ἐπροτίμων τὸ πρῶτον, διότι δι’ αὐτῆς τὸ Κράτος ταχέως θὰ πορισθῇ τὰ ἐλλείποντα σήμερον μέσα πρὸς μόρφωσιν στρατοῦ, ἐνῷ, ἂν ἔχωμεν στρατὸν ἄνευ τάξεως καὶ ἀσφαλείας, θὰ εὑρεθῶμεν λίαν ταχέως εἰς τὴν ἀνάγκην, καὶ αὐτὰ, τὰ ὁποῖα δαπανῶμεν σήμερον χάριν τοῦ στρατοῦ, νὰ μὴ δυνάμεθα νὰ τὰ δαπανήσωμεν. Λοιπὸν ὅ,τι προέχει εἶναι τὸ ζήτημα τῆς δημοσίας τάξεως καὶ ἀσφαλείας, αὐτὴ δὲ δὲν δύναται νὰ τὴν ἐξασφαλίσῃ τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις ἐνεκαίνισε. Δὲν εἶναι τοῦ παρόντος νὰ ἐκθέσω τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ἔχω περὶ λύσεως τοῦ ζητήματος τούτου, καὶ διὰ τοῦτο δὲν εἰσέρχομαι εἰς αὐτό. Ἀλλ’ ἐπειδὴ ἀνεκινήθη τὸ ζήτημα τῆς δημοτικῆς ἀστυνομίας, συμφωνῶ μετ’ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἀπέναντι τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας, ὡς ἐλειτούργησεν, ἀπέναντι διοικητικῆς ἀστυνομίας, ἡ ὁποία θὰ λειτουργήσῃ χεῖρος τῆς στρατιωτικῆς, φέρονται ἐξ ἀνάγκης εἰς τὰ παλαιὰ, καὶ πιστεύουσιν, ὅτι ἐν τῇ δημοτικῇ ἀστυνομίᾳ καὶ εἰς τὰς ἐγγυήσεις, ἃς παρέχουσιν ὑπὸ ἄλλην ἔποψιν οἱ δῆμοι, ὀλιγώτερα θὰ ἦναι τὰ κακὰ, ἢ οὐχὶ τόσον μεγάλα, καὶ εὐκολώτερον θὰ δύνανται νὰ ἐπανορθῶνται, ὅπως ἐπανορθοῦνται διὰ τῆς μεταβολῆς τῶν Κυβερνήσεων ἐν Ἑλλάδι, ὅτε μόνον ἐπέρχεται ἡ ἀνακούφισις, ἀλλ’ ὅπως μεταπέσωμεν πάλιν εἰς σύστημα ὅμοιον ἢ καὶ χεῖρον, ἐνῷ, ἂν δῆμός τις βλέπῃ, ὅτι κακῶς διοικεῖται ἀστυνομικῶς, θὰ δυνηθῇ εὐκολώτερον νὰ ἀπαλλαγῇ αὐτῆς. Δι’ αὐτὸ συμμερίζομαι καὶ ἐγὼ τὴν ἰδέαν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι, ἄν ποτε παρουσιασθῇ εὐκαιρία, θέλουσι στρέψει τὴν προσοχήν των εἰς τὴν δημοτικὴν ἐξουσίαν, παρ’ αὐτῆς περιμένοντες διοίκησιν περιβαλλομένην μὲ περισσοτέρας ἐγγυήσεις ὑπὲρ τῆς τάξεως καὶ ἀσφαλείας, ἢ τὸ σύστημα, ὑπὸ τὸ ὁποῖον διατελοῦμεν ἢ θέλουν νὰ μᾶς ὑποβάλουν.
§62Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἡ συζήτησις παρετάθη ἐπὶ πολὺ, καὶ ὀλίγας μόνον λέξεις θὰ εἴπω πρὸς ἀπάντησιν τοῦ κυρίου Βουλευτοῦ ἐκ Κερκύρας. Δέν μοι φαίνεται, ὅτι εἶναι ἀκριβὲς τὸ παρὰ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Κερκύρας λεχθὲν, ὅτι ἁπλῶς οἰκονομικὸν εἶναι ζήτημα τὰ τῆς ἐφαρμογῆς τῆς διοικητικῆς ἀστυνομίας. Ἂν ἡ διοικητικὴ ἀστυνομία, ὡς ἐψηφίσθη, παρίστα τι ὀρθὸν, τὸ οἰκονομικὸν ζήτημα θὰ ἦτο δευτερεῦον, καὶ περὶ τούτου θὰ πεισθῆτε, ἂν ἀναγνώσητε τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν. Ἐνῷ αἱ προστεθεῖσαι δαπάναι ἀνήρχοντο εἰς 2,500,000 δρ. διὰ τὴν διοικητικὴν ἀστυνομίαν, θέλομεν ἴδει σήμερον, ὅτε ἐγκαταλιμπάνεται ἡ ἰδέα τῆς ἐφαρμογῆς τῆς διοικητικῆς ἀστυνομίας, ὅτι δὲν ἐπέρχεται οἰκονομία 2,500,000, ἀλλὰ μόλις ἑνὸς ἑκατομμυρίου. Ἂν μόνον οἰκονομικὸν ἦτο τὸ ζήτημα τῆς ἐφαρμογῆς τῆς διοικητικῆς ἀστυνομίας, ἤθελεν εἶσθαι εὔκολον νὰ εὑρεθῇ καὶ τὸ ἕν ἑκατομμύριον, τὸ ὁποῖον οἰκονομεῖται σήμερον διὰ τῆς ἐγκαταλείψεως ταύτης, ἀφοῦ δαπανῶμεν τὸ ἕν καὶ ἥμισυ ἑκατομμύριον εἰς ἄλλας δαπάνας, ἐκ τῶν ὁποίων αἱ πλεῖσται εἶναι ἄχρηστοι, καὶ βεβαίως θὰ ἐφηρμόζετο τὸ σύστημα. Ἀλλὰ βεβαίως τὸ σύστημα τοῦτο εἶναι αὐτὸ καθ’ ἑαυτὸ κακόν. Δὲν νομίζω δὲ, ὅτι εἶναι ὀρθὴ ἡ γνώμη, ὅτι θ’ ἀποβῇ καλλιτέρα ἡ ὀργάνωσις τοῦ στρατοῦ ἡμῶν καὶ ὑπὸ στρατιωτικὴν καὶ ὑπὸ οἰκονομικὴν ἔποψιν, ἂν διὰ τῶν νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα πρόκειται νὰ ψηφίσωμεν, προτιθέμεθα νὰ ἄρωμεν τὰς ἀπαλλαγὰς καὶ τὰς ἐξαιρέσεις, ὅπως αὐξήσωμεν τὸν ἀριθμὸν τῶν στρατιωτῶν, ὁ ὁποῖος προσέρχεται εἰς τὰς τάξεις. Αὐξάνοντες τὸν ἀριθμὸν τῶν κληρωτῶν, οἵτινες θὰ προσέλθωσιν ὑπὸ τὰς σημαίας, αὐξάνομεν κατὰ πολὺ τὰς δαπάνας, καὶ ἐλαττοῦμεν τὰ ἔσοδα, ὡς πολὺ εὐφραδῶς ἀνέπτυξεν ὁ κύριος Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος. Δὲν πρέπει νὰ πλανώμεθα, ὅτι μὲ τὰ μέσα τὰ οἰκονομικὰ, τὰ ὁποῖα δυνάμεθα νὰ διαθέσωμεν, εἶναι δυνατὸν νὰ ἐφαρμόσωμεν σύστημα στρατιωτικὸν πολυτελὲς, σύστημα, τὸ ὁποῖον ἐφαρμόζουν τὰ μεγάλα Κράτη. Διὰ νὰ ἐφαρμόσωμεν τὸ σύστημα αὐτὸ, πρέπει νὰ περιστείλωμεν κατὰ πολὺ τὸν ἀριθμὸν τῆς στρατιωτικῆς δυνάμεως· ἀλλ’ οὐδεὶς δύναται νὰ δεχθῇ τὴν περιστολὴν, ἀπ’ ἐναντίας πάντες ἐπιθυμοῦμεν τὴν ἐπέκτασιν τῆς στρατιωτικῆς ἐκγυμνάσεως. Ἄν μὲ 14 περίπου ἑκατομμύρια, ἐκτὸς τῆς δαπάνης τῆς χωροφυλακῆς, δὲν δυνάμεθα νὰ ἐφαρμόσωμεν πλῆρες τὸ σύστημα τὸ ἰσχῦον παρ’ ἡμῖν, βεβαίως μήτε μὲ 15, μήτε μὲ 20 ἑκατομμύρια θὰ δυνηθῶμεν νὰ ἐφαρμόσωμεν τὸ σύστημα τοῦτο, ἐλαττοῦντες τὰς ἀπαλλαγὰς καὶ ἐξαιρέσεις. Πρέπει νὰ σκεφθῶμεν, ποῖον εἶναι τὸ σύστημα ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον, ἐφαρμοζόμενον παρ’ ἡμῖν, θέλει φέρει θετικὰ ἀποτελέσματα, καὶ ἐπὶ τοιούτου συστήματος νὰ ἐπιδιώξωμεν τὴν ὀργάνωσιν τοῦ στρατοῦ. Καὶ εἴμεθα σύμφωνοι πάντες, ὅτι δὲν δύναται νὰ ἐκγυμνασθῇ τὸ ἔθνος στρατιωτικῶς, ἂν δὲν ἔχωμεν τὴν δημοσίαν ἀσφάλειαν ἐκτελουμένην ἐκτὸς τοῦ στρατοῦ ἡμῶν. Ὅπως τοῦτο εἶναι ἀληθὲς, ὡσαύτως εἶναι ἀληθὲς, ὅτι δὲν δυνάμεθα νὰ ἐκγυμνάσωμεν τὸ ἔθνος ἡμῶν στρατιωτικῶς, ἂν δὲν πεισθῶμεν, ὅτι ἐπὶ ἄλλου συστήματος πρέπει νὰ βασισθῶμεν, ὅπως δυνηθῶμεν νὰ ἐφαρμόσωμεν αὐτὸ εἰλικρινῶς, διαθέτοντες ὑπὲρ αὐτοῦ τοὺς χρηματικοὺς πόρους, τοὺς ὁποίους ἐπιτρέπεται νὰ διαθέσωμεν. Ἔχομεν δὲ πόρους, ὡς πολλάκις ἀνεπτύχθη, ἔχομεν πόρους τοιούτους, ἂν βασίσωμεν τὴν οἰκονομικὴν ἡμῶν πολιτικὴν οὐχὶ ἐπὶ τῶν δαπανῶν τῶν ἴσως χρησίμων, ἀλλὰ μὴ ἀναγκαίων, ἀλλ’ ἐπὶ τῶν δαπανῶν τῶν ἐπιβαλλομένων.
§63ΗΛ. ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Ἡ συζήτησις ἔλαβε τοιαύτας διαστάσεις, ὥστε δυσχερὲς εἶναι νὰ ἐπαρκέσῃ ἡ συνεδρίασις, ὅπως παρακολουθήσῃ τις αὐτήν. Βεβαίως δὲν εἶναι δυνατὸν ἐν μιᾷ μόνῃ συνεδριάσει νὰ ἐξαντληθῶσιν ὅλα τὰ ζητήματα· ἀλλ’ ἡ συζήτησις ἤγαγεν εἴς τινα πορίσματα, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψιν αὐτῆς καὶ ἡ Κυβέρνησις καὶ οἱ μέλλοντες νὰ κυβερνήσωσιν εἰς τὸ μέλλον. Τὴν σύνδεσιν ἀστυνομίας, στρατοῦ καὶ χωροφυλακῆς τὴν βλέπομεν ἀναπόδραστον κατὰ τὸ παρ’ ἡμῖν σύστημα, καὶ ἡ τοιαύτη συσχέτισις θὰ ἐπιτρέπῃ νὰ ἐπιρρίψῃ ὁ εἷς εἰς τὸν ἄλλον τὴν εὐθύνην τῆς ἀποτυχίας τοῦ θεσμοῦ, καὶ θὰ περιπίπτωμεν εἰς ἀντίφασιν, διότι ὅλοι ἔχουσιν ἢ θὰ ἔχωσι μέρος εἰς τὴν ἀποτυχίαν τοῦ θεσμοῦ τῆς ἀστυνομίας. Ὅτι τὸ ἀστυνομικὸν σύστημα, τὸ παρ’ ἡμῖν ἰσχῦον, εἶναι μὴ ἄρτιον, εἶναι προσωρινόν, οὐδεὶς ὑπάρχει ὁ ἀμφισβητῶν. Εἰς οὐδὲν Κράτος δύναταί τις νὰ εὕρῃ ὅμοιον σύστημα ἀστυνομικόν, ἐν τῷ ὁποίῳ οἱ ἀξιωματικοὶ τοῦ στρατοῦ διευθύνουν ἀστυνομίας. Τοῦτο ἐγένετο ἄλλοτε διὰ λόγους προσωρινοὺς παρ’ ἡμῖν, ἀλλ’ οἱ προσωρινοὶ ἐκεῖνοι λόγοι ἔφθασαν εἰς τὴν μονιμότητα, καὶ ἕνεκα ταύτης οὐδὲ σκεπτόμεθα νὰ παρασκευασθῇ νόμος ἀστυνομικὸς πλήρης· αἰτία δὲ τούτου εἶναι καὶ ὁ ἐνδοιασμός, ὅστις καταλαμβάνει τοὺς θέλοντας νὰ ἐφαρμόσωσιν ἓν ἄρτιον σύστημα, σύμφωνον πρὸς τὸν ὅλον ὀργανισμὸν τοῦ Κράτους, διότι καὶ ὁ ὀργανισμὸς ἡμῶν εἶναι ἐν πολλοῖς συγκεχυμένος. Ὁ παρ’ ἡμῖν κρατῶν τρόπος τοῦ νομοθετεῖν εἶναι βεβαίως προωρισμένος νὰ μᾶς φέρῃ εἰς ἀποτυχίαν τῶν νομοθετουμένων. Ἡ ἐποχὴ, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐξήρχοντο ἀπὸ τὴν κεφαλὴν τοῦ Διὸς αἱ Ἀθηναῖ πάνοπλοι, δὲν δύναται νὰ ἐφαρμοσθῇ εἰς τὴν σημερινὴν ἐργασίαν τῆς νομοθεσίας, καὶ ὅπου θέλουσι νὰ νομοθετῶσι καλῶς, νομοθετοῦσι μόνον μετὰ προηγουμένας μελέτας, μακρὰς δοκιμασίας καὶ διαφόρους παρατηρήσεις περὶ τοῦ συστήματος τοῦ προσφορωτέρου. Καὶ διὰ τοῦτο ἡ νεωτέρα κριτικὴ τῶν πολιτευμάτων, ἡ δεχομένη, ὅτι ἐν τῇ πολιτικῇ, τῇ ἐξόχως πρακτικῇ ἐπιστήμῃ, πρέπει νὰ ἐφαρμοσθῇ ἡ πρακτικὴ μέθοδος, ἡ εἰς τὰς πρακτικὰς ἐπιστήμας τοιαύτας προόδους παρέχουσα, ἡ πειραματικὴ, δηλαδὴ ἡ ἐπιστήμη τῆς παρατηρήσεως καὶ τῆς δοκιμασίας, θὰ ἦτο ὀρθὸν νὰ ἐφαρμοσθῇ καὶ παρ’ ἡμῖν, διότι τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον εἰσήχθη ὑπὸ τῶν παρελθόντων Ὑπουργείων, τῆς διοικητικῆς ἀστυνομίας, ἀρκεῖ νὰ μελετηθῇ ἐν τοῖς διαφόροις αὐτοῦ πρακτικοῖς ἀποτελέσμασι, καὶ πιστεύω, ὅτι θὰ πεισθῇ τις, ὅτι εἶναι καὶ τοῦτο προωρισμένον νὰ ἀποτύχῃ. Οὔτε διὰ τὴν διεύθυνσιν τῆς ἀστυνομίας ἀπαιτεῖται παρασκευή τις λογικὴ, ὥστε νὰ παρέχηται ἐγγύησις, ὅτι αὕτη ἀνταποκρίνεται εἰς τὸν ἀληθῆ προορισμὸν τῆς ἀστυνομίας, οὔτε διὰ τὰ ὑποδεέστερα αὐτῆς ὄργανα ἀπαιτεῖται νὰ γνωρίζηται ἂν εἶναι κατάλληλα, ἔστω καὶ διά τινος προηγουμένης δοκιμασίας. Ἐὰν θελήσητε νὰ διορθώσητε τὴν ἀστυνομίαν, πρέπει νὰ καταστήσητε αὐτὴν τοιαύτην, ὥστε νὰ μὴ ἔχητε ἀνάγκην νὰ λαμβάνητε ἐπικουρίαν ἀπὸ τὸν στρατόν. Μόνον ὅταν οὗτος ἀπαλλαγῇ τῆς ἀστυνομικῆς ἐργασίας, θὰ ἦναι εἰς θέσιν ν’ ἀπαρτίσῃ τὴν ἔννοιαν τοῦ στρατοῦ, διότι σήμερον πᾶν ἄλλο, ὡς κοινῶς ὁμολογεῖται, εἶναι ἢ στρατός. Βεβαίως τὰ τοσάκις ἀναγγελθέντα στρατιωτικὰ νομοσχέδια πρέπει νὰ εἰσαχθῶσι καὶ ψηφισθῶσιν, ἀλλ’ ὅταν θὰ ψηφισθῶσι, πρέπει νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψιν, ὅτι, διὰ νὰ ἐφαρμοσθῇ τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον θὰ φέρῃ πλείονας ἄνδρας εἰς τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ, καὶ ἵνα δύνανται αἱ μονάδες στρατοῦ, αἱ μικραὶ καὶ αἱ μεγάλαι, αἱ ὁποῖαι θὰ σχηματισθῶσι, νὰ γυμνάζωνται καὶ ἐκπαιδεύωνται στρατιωτικῶς, θὰ ἦναι ἀνάγκη νὰ μὴ περισπᾶται πολὺς ἀριθμὸς τῶν στελεχῶν εἰς ἄλλας ὑπηρεσίας, ὡς ἐπίσης καὶ οἱ ἄνδρες τοῦ στρατοῦ, ὡς σήμερον γίνεται, εἰς τὴν ἀστυνομίαν καὶ εἰς ἔργα τῆς χωροφυλακῆς· διότι, ὅταν ὁ στρατὸς καλεῖται νὰ φρουρῇ καὶ τὰ δεσμωτήρια καὶ τὰς φυλακὰς καὶ τὰ ταμεῖα καὶ τὰς Τραπέζας, βεβαίως θὰ παρουσιάζῃ τὸ φαινόμενον, τὸ ὁποῖον βλέπομεν παρ’ ἡμῖν, ἤτοι σώματα στρατοῦ, τὰ ὁποῖα ἔχουσι 32 ἀξιωματικοὺς καὶ 64 στρατιώτας, θὰ ἐξακολουθῇ τὸ γινόμενον σήμερον εἰς τὸν στρατόν, ὅτε οὔτε γυμνάσια τάγματος εἶναι δυνατὸν νὰ γείνωσι. Διὰ τοῦτο δὲ καὶ ἡ θέσις τοῦ Γενικοῦ Διοικητοῦ τοῦ στρατοῦ σήμερον εἶναι ὁμολογουμένως δυσχερὴς, διότι ἀνέλαβεν ἔργον, τὸ ὁποῖον τὰ μέσα, τὰ ὁποῖα τῷ ἐχορηγήθησαν, δὲν ἐπιτρέπουν νὰ ἀγάγῃ εἰς πέρας.
§64ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Διατὶ τότε νὰ δεχθῇ τὴν Γενικὴν Διοίκησιν τοῦ στρατοῦ;
§65ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Εἶναι ἰδικός του λογαριασμὸς, ἀλλὰ λογαριασμὸς καὶ τῆς Κυβερνήσεως ἦτο, σκεφθείσης νὰ τῷ δώσῃ τοιοῦτον ἀξίωμα, νὰ τῷ χορηγήσῃ καὶ τὰ μέσα, ἵνα μὴ ἀποτύχῃ εἰς τὸ ἔργον, τὸ ὁποῖον ἐκλήθη. Διὰ τῶν νομοσχεδίων τῶν στρατιωτικῶν εἶναι ἐλπὶς, ὅτι δύναται νὰ ἐπιτύχῃ ὁ θεσμὸς τῆς Γενικῆς Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ, ἀλλὰ καὶ συνομολογῶ, ὅτι πρέπει τὰ νομοσχέδια ταῦτα νὰ εἰσαχθῶσι καὶ ψηφισθῶσι, καὶ νομίζω, ὅτι συγχρόνως ἡ Κυβέρνησις δέον νὰ λάβῃ πρόνοιαν, ὅπως ἐξευρεθῶσι καὶ οἱ πόροι, οἵτινες ἀναγκαιοῦσι διὰ τὴν ἐφαρμογὴν τῶν νομοσχεδίων τούτων, ἵνα μὴ προέλθωμεν εἰς νέας φορολογίας, διότι ὁ τόπος εἶναι δύσκολον νὰ ὑπομείνῃ μείζονα φορολογίαν, δι’ ὃ πρέπει νὰ παρακολουθήσῃ τὴν εἰσαγωγὴν τῶν νομοσχεδίων αὐτῶν εἰσαγωγὴ καὶ νόμου, ὅστις νὰ βελτιοῖ τὴν ἀστυνομικὴν διοίκησιν καὶ ὁρίσῃ διὰ τὴν ἀστυνομικὴν ὑπηρεσίαν πρόσωπα ἄλλα, ὥστε νὰ μὴ ἀπασχολῶνται ἀξιωματικοὶ καὶ στρατιῶται· ἀλλὰ συγχρόνως, ἐπαναλαμβάνω, νὰ προνοήσῃ ἡ Κυβέρνησις πρὸς ἐξεύρεσιν τῶν πόρων, οἵτινες θὰ δυνηθῶσι νὰ ἐπαρκέσωσιν εἰς τὴν θεραπείαν τῶν ἀναγκῶν τοῦ στρατοῦ καὶ τῆς ἀστυνομίας, αὐτοὺς δὲ τοὺς πόρους δὲν πρέπει, ὡς φρονῶ, νὰ ζητήσῃ ἀπὸ νέους φόρους, ἀλλ’ ἀπὸ οἰκονομίας γενναίας, εἰς τὰς ὁποίας πρέπει νὰ προέλθωμεν. Ἀλλ’ ἐδῶ εἶναι τὸ μέγα ζήτημα. Τὰ κόμματα, ὅπως εἶναι συντεταγμένα, ἔχουσι τὴν δύναμιν νὰ φέρωσιν εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν οἰκονομίας τοιαύτας καὶ τοσαύτας, οἷαι καὶ ὅσαι προσβάλλουσι κομματικὰ συμφέροντα; Πολὺ περὶ τούτου ἐγὼ ἀμφιβάλλω.
§66Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὅτε εἶχον τὴν τιμὴν νὰ διευθύνω τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν, εὑρέθην εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ζητήσω ἀπὸ τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον, ὅπως ὑπ’ εὐθύνην μου ἐγκρίνῃ ἐντάλματά τινα, τὰ ὁποῖα τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον ἠρνεῖτο νὰ ἐγκρίνῃ. Τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον, συμμορφούμενον μὲ τὸν νόμον, ἐνέκρινε τὰ ἐντάλματα ὑπ’ εὐθύνην μου, ἀλλὰ συμφώνως μὲ τὸν νόμον ὤφειλε νὰ ἀνακοινώσῃ τοῦτο εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς, ὅπως ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς ἀναγγείλῃ εἰς τὴν μέλλουσαν νὰ συνέλθῃ Βουλὴν τὴν ὑπ’ εὐθύνην μου ἔκδοσιν τῶν ἐνταλμάτων τούτων. Παρήλθον ἡμέραι πολλαὶ, ἀφ’ ἧς ἡ Βουλὴ συνεδριάζει, καὶ ἀνέμενον, ὅπως ὁ κύριος Πρόεδρος ἀναγγείλῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὴν ἔκδοσιν τῶν ἐνταλμάτων. Ὑποθέτω, ὅτι, ἐπειδὴ ἐπὶ πολλὰς ἡμέρας ἡ Βουλὴ ἀπησχολήθη εἰς τὸ πολιτικὸν ζήτημα, ὁ κύριος Πρόεδρος ἀνέμενε νὰ τελειώσῃ ἡ συζήτησις ἐκείνη, ἵνα ἀναγγείλῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰ τῆς ὑποθέσεως ταύτης. Παρακαλῶ λοιπὸν, κύριε Πρόεδρε, νὰ λάβητε τὴν καλωσύνην ν’ ἀνακοινώσητε εἰς τὴν Βουλὴν τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα βεβαίως τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον, συμμορφούμενον μὲ τὸν νόμον, ἔπεμψε πρὸς ὑμᾶς. Θέλων νὰ διευκολύνω ὑμᾶς, κύριε Πρόεδρε, σᾶς καθιστῶ γνωστὸν, ὅτι τὰ ἐντάλματα, τὰ ὁποῖα ἐζήτησα ὑπ’ εὐθύνην μου νὰ ἐγκρίνῃ τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον, εἶναι τὰ ἀκόλουθα. Πρῶτον, ἔνταλμα πληρωμῆς τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ Β. Ναυτικοῦ, τῶν ὑπηρετούντων εἰς τὴν Ναυτικὴν Σχολὴν ὡς καθηγητῶν. Ἐπὶ δεκαεπτὰ ὁλόκληρα ἔτη τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον ἐνέκρινε τὰ ἐντάλματα ταῦτα, αἴφνης ὅμως ἠρνήθη τὴν ἔγκρισιν. Δεύτερον ἔνταλμα, τοῦ ὁποίου τὴν ἔγκρισιν ἠρνήθη τὸ Συνέδριον, εἶναι ἐκεῖνο, διὰ τοῦ ὁποίου ἐζητοῦντο 844 φράγκα διὰ νὰ πληρωθοῦν τὰ ἔξοδα, τὰ ὁποῖα τῇ ἐντολῇ μου ἐγένοντο πρὸς περισυλλογὴν τῶν ὀστῶν τοῦ μακαρίτου Βασσάνη καὶ τοποθέτησιν αὐτῶν εἰς ἕνα προσωρινὸν τάφον. Τρίτον ἔνταλμα εἶναι τὸ ἔνταλμα, διὰ τοῦ ὁποίου ἐζητήθησαν 444 φράγκα, τὰ ὁποῖα τῇ ἐντολῇ μου ἐπληρώθησαν παρὰ τοῦ ἐν Πετρουπόλει ἐπιτετραμμένου τῆς Ἑλλάδος, ὅστις διετάχθη νὰ καταθέσῃ στέφανον ἐπὶ τοῦ νεκροῦ τοῦ ναυάρχου Χάϋδεν, τοῦ τελευταίου λειψάνου τοῦ Ναυαρίνου. Καὶ τοῦ ἐντάλματος τούτου ἠρνήθη τὸ Συνέδριον τὴν ἔγκρισιν, καὶ ἐγὼ ἀνέλαβον αὐτὸ ὑπ’ εὐθύνην μου. Τέταρτον εἶναι ἔνταλμα, κατὰ τὴν ἐξέλεγξιν τοῦ ὁποίου τὸ Συνέδριον, εἰσερχόμενον εἰς τὰ τῆς διοικήσεως τοῦ Ὑπουργείου, ἠμφισβήτει εἰς τὸν Ὑπουργὸν τὸ δικαίωμα τοῦ νὰ τοποθετῇ ἀξιωματικοὺς διὰ διαταγῆς, ἐπιφυλασσόμενος κατόπιν νὰ νομιμοποιῇ τὰς τοποθετήσεις διὰ Βασ. Διατάγματος, ὡς γίνεται πάντοτε, καὶ οὐδεὶς Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν ὑπῆρξεν, ὁ ὁποῖος δὲν τὸ ἔπραξε, πρὸς εὐκολίαν τῆς ὑπηρεσίας. Τὰ τοιαῦτα ἐντάλματα τὸ Συνέδριον πάντοτε καὶ ἐπὶ δεκάδας ἐτῶν ἐνέκρινε, ἤδη ὅμως ἠρνήθη νὰ ἐγκρίνῃ. Αὐτὰ εἶναι τὰ ἐντάλματα, κύριε Πρόεδρε, τῶν ὁποίων τὴν ἔγκρισιν ἐζήτησα ὑπ’ εὐθύνην μου. Παρακαλῶ λοιπὸν νὰ κατατεθῶσι τὰ ἔγγραφα ταῦτα· θέλω δὲ λάβει τὸν λόγον καὶ θέλω φέρει εἰς γνῶσιν τῆς Βουλῆς τὰ τῆς δυσαρέστου ταύτης ὑποθέσεως, ἥτις ἐπέφερε ῥῆξιν τελείαν μεταξὺ ἐμοῦ, ὡς Ὑπουργοῦ, καὶ τοῦ Συνεδρίου, καὶ ἡ Βουλὴ θ’ ἀποφασίσῃ, ἐὰν ἐγὼ εἶχον δίκαιον νὰ ζητήσω τὴν ἔγκρισιν ὑπ’ εὐθύνην μου τῶν ἐνταλμάτων τούτων.
§67ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὔριον, κύριε Βουλευτὰ, θὰ τ’ ἀνακοινώσω εἰς τὴν Βουλήν.
§68Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Πλὴν τῶν ἐγγράφων, τὰ ὁποῖα ἐζήτησεν ὁ κύριος συνάδελφος, ὅπως ἡ Βουλὴ τεθῇ ἐν γνώσει τῶν συμβάντων, τὰ ὁποῖα καὶ διὰ τῆς δημοσιογραφίας διεφημίσθησαν, θὰ παρακαλέσω τοὺς κυρίους Ὑπουργοὺς τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τῶν Ναυτικῶν νὰ προσκομίσωσι εἰς τὴν Βουλὴν ὁλόκληρον τὴν ἀλληλογραφίαν, τὴν διαμειφθεῖσαν μεταξὺ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν καὶ τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, καὶ μεταξὺ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν καὶ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν· νὰ πληροφορήσῃ δὲ τὴν Βουλὴν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, τί ἐνήργησεν ἐπὶ τῆς ἐνεργείας ταύτης τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου. Ταῦτα παρακαλῶ τοὺς κυρίους Ὑπουργοὺς νὰ προσκομίσωσιν, ὅπως ὁρισθῇ ἡμέρα πρὸς συζήτησιν τοῦ θέματος.
§69Δ. ΡΑΛΛΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§70Γ. ΚΟΡΠΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Βεβαίως, Κύριοι, σήμερον δὲν πρόκειται περὶ θέματος στρατιωτικοῦ. Ἡ συζήτησις περιεστράφη εἰς τὸ ζήτημα τὸ ἀστυνομικὸν, καὶ λόγος ἐγένετο, κατὰ τίνα τρόπον δέον νὰ διοργανωθῇ καὶ ποία ἀστυνομία εἶναι προτιμητέα, ἡ στρατιωτικὴ, ἡ διοικητικὴ, ἢ ἡ δημοτική· ἀλλὰ παρεμπιπτόντως ἦλθε καὶ τὸ ζήτημα τὸ στρατιωτικὸν, ζήτημα, τὸ ὁποῖον βεβαίως πρέπει ν’ ἀπασχολήσῃ τὴν Βουλὴν, καὶ εἶμαι σύμφωνος, ὅτι πρέπει νὰ ὁρισθῇ ἡμέρα, κατὰ τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ γείνῃ συζήτησις εὐρεῖα, εὐρυτάτη περὶ τοῦ θέματος τούτου...
§71ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἀκαδημαϊκὴ συζήτησις θὰ γείνῃ; Αἱ Κυβερνήσεις προσφέρουσιν ἔργα εἰς τὴν Βουλήν.
§72Γ. ΚΟΡΠΑΣ. Παρακαλῶ, κύριε Βουλευτά. Ἐγένετο λόγος ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Κερκύρας Βουλευτοῦ, ὅτι συνετάχθησαν ἢ ὑπάρχουσι νομοσχέδια στρατιωτικὰ, ἀφορῶντα εἰς τὴν ὀργάνωσιν τοῦ στρατοῦ, ἀφορῶντα εἰς τὴν μεταβολὴν καὶ μεταρρύθμισιν τοῦ στρατολογικοῦ νόμου, εἰς τὸν νόμον περὶ καταστάσεως κλπ. Βεβαίως εἶχε καθῆκον ἡ Γενικὴ Διοίκησις νὰ ἐργασθῇ, οὐχὶ πρὸς σύνταξιν νομοσχεδίων, ἀλλὰ πρὸς ἐκτέλεσιν ἐργασίας, ἀφορώσης εἰς τὰ τῆς βελτιώσεως τοῦ στρατοῦ...
§73Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸν λόγον.
§74Γ. ΚΟΡΠΑΣ. .. Τὴν ἐργασίαν ταύτην δὲν γνωρίζω ἂν εἶχεν ὑποβάλει καὶ εἰς τὴν προκάτοχον Κυβέρνησιν, ἀλλὰ τὴν ἐργασίαν ταύτην πρὸ ὀλίγων μόλις ἡμερῶν ἔχω ἀνὰ χεῖράς μου. Θὰ μελετήσω ταύτην, καὶ ἂν νομίσω, ὅτι ἡ ἐργασία αὕτη πρέπει νὰ ὑποβληθῇ εἰς τὴν Βουλὴν, βεβαίως θὰ ὑποβάλω αὐτὴν, καὶ τότε θὰ ἔχωμεν ἐλεύθερον στάδιον συζητήσεως, εἰς τὴν ὁποίαν δυνάμεθα πάντες νὰ συμμετάσχωμεν, διότι εἶναι σχέδια νόμων, τὰ ὁποῖα θὰ τεθῶσιν ὑπὸ τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς.
§75ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Ράλλης ἔχει τὸν λόγον.
§76Δ. ΡΑΛΛΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§77Γ. ΚΟΡΠΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Οὐδέποτε, Κύριοι, συνήθισα νὰ περιποιῶμαί τινα· εἶπον πάντοτε πρὸς ὅλους τὴν ἀλήθειαν καὶ πρὸς αὐτὴν τὴν Βουλήν. Ἐρωτῶ ὑμᾶς, οἵτινες διετελέσατε Ὑπουργοὶ, εἴτε τῶν Στρατιωτικῶν, εἴτε τῆς Δικαιοσύνης, εἴτε τῶν Ναυτικῶν, παρεσκευάσατε μόνοι νομοσχέδια καὶ ὑπεβάλετε ταῦτα εἰς τὴν Βουλήν; Οὐδεὶς θὰ εἴπῃ ναὶ, πλὴν ἐλαχίστων ἐξαιρέσεων. Πάντες παρασκευάζουσι τὰ νομοσχέδια δι’ ἐπιτροπῶν, ἀποτελουμένων ἐκ στρατιωτικῶν ἢ ναυτικῶν, ἢ ὑπὸ δικαστικῶν, ἐὰν πρόκηται περὶ δικαστικῶν νομοσχεδίων. Ἐν Γαλλίᾳ ὁ στρατολογικὸς νόμος συνεζητεῖτο ἐπὶ τρία ὁλόκληρα ἔτη ὑπὸ ἐπιτροπῆς τριακονταμελοῦς· τὸ αὐτὸ ἐγένετο καὶ διὰ τὸν νόμον περὶ διοργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ. Ἐγὼ δὲν εἶπον, ὅτι παρεσκεύασα νομοσχέδια, οὐδ’ ὅτι ἤθελον παρουσιάσει ἄλλην ἐργασίαν· ἀλλ’ εἶπον, ὅτι ἐπὶ τῇ βάσει τῆς γενομένης ἐργασίας ἤθελον φέρει ὅσας θὰ ἐνόμιζον ἀναγκαίας παρατηρήσεις.
§78Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. «Μῦθοι καὶ παραμύθια εἶναι τὰ ἔργα τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως», μᾶς εἶπεν ὁ ἄρτι καταβὰς τοῦ βήματος κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς. Μῦθοι καὶ παραμύθια εἶναι τὰ παρ’ ὑμῶν λεχθέντα! Ἦλθεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς ἔξαλλος ἐπὶ τὸ βῆμα, καὶ συζήτησιν, ἥτις διεξήγετο ἠρέμως, δὲν ἠξεύρω διατὶ, ἀνεβίβασεν εἰς βαθμὸν ἐξάψεως, ἡ ὁποία παρ’ οὐδενὸς προεκλήθη. Ἀλλ’ ἐνόμισεν, ὅτι ἦτο κατάλληλος ἡ εὐκαιρία, ὅπως κατηγορήσῃ ἡμᾶς ἐπὶ κουφότητι καὶ ἐπὶ κολακείᾳ. Καὶ ἐὰν μὲν ἐγὼ ὑπῆρξα ποτὲ κόλαξ, δύναται ὁ κύριος Βουλευτὴς, συνεργασθεὶς ἄλλοτε μετ’ ἐμοῦ, νὰ τὸ βεβαιώσῃ. Διότι ὑπῆρξαν περιστάσεις, καθ’ ἃς εἶδεν, ὅτι πολὺ μακρὰν εἶμαι τῆς θέσεως τοῦ κόλακος. Ἀλλ’ εἶμαι τοσοῦτον ἁπλοῦς, ὥστε μετὰ 12 ἔτη δὲν κατώρθωσα νὰ μάθω, ὅτι, ἐκτὸς τῆς δημοτικῆς ἀστυνομίας, ὑπάρχει καὶ γενικὴ ἀστυνομία! Καὶ ποῖος σᾶς εἶπεν, ὅτι τὴν διάκρισιν ταύτην δὲν ἐποιήσαμην πάντοτε; Ἦλθεν ὅμως ὁ κύριος Βουλευτὴς καὶ μᾶς εἶπε: «τί εἶναι ἡ στρατιωτικὴ ἀστυνομία; ἁπλοῦς συνδυασμὸς οἰκονομικός!» Ἡ στρατιωτικὴ ἀστυνομία ἐνεπνεύσθη εἰς ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος ὑπέβαλεν αὐτὴν, ἐκ τῆς κακῆς καταστάσεως, εἰς ἣν εὑρίσκετο ἡ δημοσία ἀσφάλεια. Καὶ τί φωνασκεῖτε οἱ τοιαῦτα λέγοντες; Ἐλησμονήσατε τοὺς λῃστὰς καὶ τὴν κατάστασιν τῆς τότε δημοσίας ἀσφαλείας; Εἶναι δυνατὸν νὰ παραβάλητε τὴν κατάστασιν τῆς ἐποχῆς ἐκείνης πρὸς τὴν σημερινήν; Οὐδεμία παραβολὴ δύναται νὰ γείνῃ. Ὑπῆρξαν ἔκτοτε καὶ μεμονωμέναι λῃστρικαὶ πράξεις, ἀλλὰ δὲν δύναταί ποτε ἡ κατάστασις τῆς ἐποχῆς ἐκείνης νὰ παραβληθῇ πρὸς τὴν σημερινήν. Ἀλλὰ μᾶς λέγει ὁ κύριος Βουλευτής: «Ἔρχεσθε καὶ μᾶς λέγετε παραμύθια». Παραμύθια εἶναι, ὅτι κατηργήθη τὸ Ἀρχηγεῖον τῆς Χωροφυλακῆς; Καὶ ἦτο δυνατὸν δι’ ἑνὸς ἄρθρου, ὡς ἀξιοῖ ὁ κύριος Βουλευτὴς, νὰ ἐπαναφέρωμεν τὸ Ἀρχηγεῖον, ἀντὶ, ὡς εἶπε, νὰ ψηφίσωμεν τὸν νέον ἀστυνομικὸν νόμον, δι’ ὃν ἀπῃτήθησαν τόσαι συνεδριάσεις; Ἂν ἐπρόσεχεν, ὅτε προηγουμένως ἔλαβον τὸν λόγον, ἤθελεν ἀκούσει, ὅτι ἡ ἐπαναφορὰ τοῦ Ἀρχηγείου δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ γείνῃ. Ὑπάρχουν θεσμοὶ, οἵτινες, ὅταν καταργηθῶσι, δὲν δύνανται νὰ ἐπανέλθωσι, διότι, καὶ ἂν ἐπανέλθωσι, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ λειτουργήσωσι μετὰ τῆς αὐτῆς δραστηριότητος. Ἡ στρατιωτικὴ ἀστυνομία ὑπῆρξεν ἀναμφισβητήτως λίαν ὠφέλιμος εἰς τὴν χώραν, καὶ ἐλειτούργησε καλῶς κατὰ τὴν πρώτην ἐφαρμογὴν αὐτῆς. Ἀλλὰ μετὰ τὴν κατάργησιν τοῦ Ἀρχηγείου ἡ λειτουργία αὐτῆς ἦτο διάφορος τῆς πρώτης...
§79ΚΥΡ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Μετὰ τὴν κατάργησιν τοῦ Ἀρχηγείου ἐλειτούργησε, καὶ ἐλειτούργησε καλλίτερον ἢ ἐπὶ τῆς Κυβερνήσεως τῆς ὑμετέρας, διότι ὑπῆρχεν ἀγαθὴ προαίρεσις, ἐνῷ παρ’ ὑμῖν τοιαύτη προαίρεσις δὲν ὑπῆρξε!
§80Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Θέλω ἀποδείξει δι’ ἐγγράφων, ὅτι μετὰ τὴν κατάργησιν τοῦ Ἀρχηγείου προέβητε ἐντὸς μηνὸς εἰς 340 μεταθέσεις· καὶ τότε βεβαίως θ’ ἀφαιρέσω παρ’ ὑμῶν τὸ δικαίωμα νὰ λέγητε, ὅτι ἡ στρατιωτικὴ ἀστυνομία μετὰ τὴν κατάργησιν τοῦ Ἀρχηγείου, διοικούντων ὑμῶν, ἐλειτούργησε καλλίτερον.
§81ΚΥΡ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι αὐτὸ ἀκριβῶς ἐξησφάλισε τὴν τάξιν τότε. Τότε ἡ στρατιωτικὴ ἀστυνομία δὲν ἦτο ὅπως ἦτο ἐπὶ τῶν ἡμερῶν ὑμῶν. Τότε εἴχομεν νὰ ἐξασφαλίσωμεν τὴν ἐκλογὴν τῶν προσώπων καὶ τὰς διευθύνσεις τῶν ἀστυνομιῶν ὑπὸ ἀξιωματικῶν. Ὅτε ὅμως αἱ ἀστυνομίαι διηυθύνοντο ὑπὸ ὑπενωμοταρχῶν καὶ ἐνωμοταρχῶν, ἡ στρατιωτικὴ ἀστυνομία παρουσίασε τὸ θέαμα, τὸ ὁποῖον παρουσίασεν. Ἰδοὺ ἡ αἰτία τῆς καταπτώσεως τῆς ἀστυνομίας.
§82Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Τὰ αἴτια τῆς καταπτώσεως εἶναι, ὅτι ἐντὸς δύο μηνῶν ἐκάματε 340 μεταθέσεις ἀστυνόμων, αἵτινες δὲν εἶχον ἀφορμὴν τὴν βελτίωσιν τῶν τῆς ἀστυνομίας, ἀλλ’ ἐσκόπουν τὴν θεραπείαν κομματικῶν συμφερόντων! Ἀλλά, λέγει ὁ κύριος Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς, ἐπαναφέρετε τὴν δημοτικὴν ἀστυνομίαν καὶ δόσατε εἰς αὐτὴν τὸν ἀναγκαῖον ἀριθμὸν δυνάμεως. Ἀλλὰ δὲν ἠξεύρετε πῶς λειτουργεῖ ἡ δημοτικὴ ἀστυνομία! Λειτουργεῖ ὑπὲρ τῆς μιᾶς μερίδος καὶ ἐναντίον τῆς ἄλλης, καὶ ἐξασκεῖ πίεσιν διὰ τοῦ ἑνὸς κόμματος ἐναντίον τοῦ ἄλλου. Ἀλλ’ ὁμιλεῖτε πάντοτε περὶ τοῦ Συντάγματος, καὶ δὲν γίνεται συζήτησις ἐντὸς τοῦ Κοινοβουλίου, χωρὶς νὰ μὴ γίνηται λόγος καὶ περὶ Συντάγματος. Καὶ ἤκουσα τὸν ἀξιότιμον Βουλευτὴν Μεσολογγίου ὁμιλοῦντα περὶ Συντάγματος καὶ τὸν κυρίου Βουλευτὴν ἐκ Γόρτυνος καὶ τὸν κ. Βουλευτὴν ἐξ Ἀττικῆς, καὶ μὲ συνεβούλευσαν νὰ μὴ ἐπιθυμῶ τὴν Ἰόνιον Πολιτείαν, καὶ νὰ μὴ νομίζω, ὅτι τὸ σύστημα ἐκείνης θὰ φέρω εἰς ὅλην τὴν Ἑλλάδα! Ὅτε τὸ Ἰόνιον πολίτευμα ἐλειτούργει, ἐγὼ ἤμην πολὺ νέος, ὅπως συνηθίσω εἰς αὐτό. Ἀλλὰ διὰ τῆς συχνῆς αὐτῆς ἐπαναλήψεως τοῦ τόπου τῆς καταγωγῆς μου ἐκ Κερκύρας νομίζετε, ὅτι πρέπει ν’ ἀφαιρέσητε ἀπὸ ἓν τμῆμα τῆς Ἑλλάδος τὸ δικαίωμα καὶ τὸ καθῆκον τοῦ νὰ ἀσχολῆται εἰς τὰ κοινά; Ὁ τρόπος οὗτος βεβαίως δὲν συντελεῖ παντάπασιν εἰς τὴν πρόοδον τῆς Ἑλλάδος, καὶ κατὰ τῆς πλαγίας ταύτης ἐπιθέσεως δὲν ἐνόμιζον, ὅτι εἶχον καθῆκον νὰ ἀμυνθῶ, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι, εἴτε κατάγεταί τις ἐκ Κερκύρας, εἴτε ἐκ Γόρτυνος, ἔχει τὸ ἴδιον δικαίωμα νὰ πολιτεύηται! (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς δεξιᾶς). Ἀλλ’ ὡμίλησαν καὶ περὶ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς καὶ περὶ τάξεως εἰς τὰς συζητήσεις. Καὶ ἦλθεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου καὶ εἶπε: «Ζητεῖτε περιορισμοὺς τῆς ἐλευθερίας τῶν συζητήσεων, ἄρα καταστρατήγησιν τοῦ Συντάγματος!» Καὶ ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος, καὶ αὐτὸς ἐπεκαλέσθη τὸ Σύνταγμα, καὶ ἀνέφερεν, ὅτι ἔχομέν τι τὸ αὐταρχικὸν εἰς τὰς ἀξιώσεις ἡμῶν. Ἀλλ’ ἐρωτῶ, ἡ Ἀγγλία δὲν εἶναι κοινοβουλευτική; ἡ Ἰταλία, ἡ Γαλλία, ἡ Ἱσπανία δὲν εἶναι Κράτη κοινοβουλευτικά; Παραβάλατε λοιπὸν τοὺς Κανονισμοὺς τῶν Βουλῶν τῶν Κρατῶν τούτων πρὸς τὸν Κανονισμὸν τὸν ἰδικόν μας, καὶ εἴπετέ μοι, ἂν εἶναι δυνατὸν νὰ λειτουργήσῃ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα ὑπὸ τοιούτους ὅρους, ὑπὸ τοιοῦτον Κανονισμόν. Μὴ συγχέετε τὸ Σύνταγμα πρὸς τοὺς Κανονισμούς. Ὅλαι αἱ Βουλαὶ τῶν πεπολιτισμένων Κρατῶν, τῶν Κρατῶν τὰ ὁποῖα προοδεύουσιν, ἀναγνωρίζουσιν, ὅτι, ὅπως ἡ κοινοβουλευτικὴ ἐργασία ἀποβῇ τελεσφόρος καὶ ὠφέλιμος εἰς τὸ ἔθνος, πρέπει νὰ ὑποβληθῇ εἰς Κανονισμοὺς αὐστηροὺς, διότι ἄνευ κανονισμῶν τοιούτων δὲν δύναται νὰ ἐπιτευχθῇ τι καλόν. Καὶ βλέπομεν ἐν Ἀγγλίᾳ προτάσεις αὐστηροτάτας περὶ μεταρρυθμίσεως τοῦ λίαν αὐστηρῶς ἤδη λειτουργοῦντος Κανονισμοῦ. Καὶ ὅταν τοιαῦτα βλέπωμεν εἰς τὰ ἄλλα ἐκεῖνα, τὰ τόσον φιλελεύθερα Κράτη, ἂν ὑποστηρίξῃ τις ἐνταῦθα τοιαύτας ἰδέας, τότε αὐτὸς ἔχει τάσεις δεσποτικάς, καὶ δὲν σκέπτεται ἄλλο ἢ τὴν ἀνατροπὴν τοῦ Συντάγματος καὶ τὴν καταπάτησιν τῶν κοινοβουλευτικῶν ἐλευθεριῶν! Αὐτὰ δύνανται νὰ λεχθῶσι, Κύριοι, καὶ δύνανται ἴσως παρά τινων νὰ πιστευθῶσιν, ἀλλὰ παρὰ τῶν ἐγκυπτόντων εἰς τὰ πράγματα βεβαίως δὲν θὰ θεωρηθῶσιν ὡς ἀνταποκρινόμενα πρὸς αὐτά. Ἀλλὰ μᾶς κακίζει ὁ κύριος Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς, λέγων προσέτι: «Ὁμιλεῖτε περὶ στρατοῦ; Τί ἐκάματε διὰ τὸν στρατόν; Ἐλάβετε νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα ἄλλοι παρεσκεύασαν, καὶ δὲν τολμᾶτε οὔτε νὰ τὰ φέρητε ἐνώπιον τῆς Βουλῆς!» Καὶ ἐρωτῶ, Κύριοι, ὅταν ἡ Κυβέρνησις ἀναλαμβάνῃ τὴν εὐθύνην νομοθετημάτων, ἔχει τις τὸ δικαίωμα νὰ ἐρωτήσῃ τὴν Κυβέρνησιν αὐτήν, ποία ἐπιτροπὴ ἢ ποῖος εἰργάσθη, ὅπως παρασκευάσῃ τὴν ὕλην, ἐπὶ τῆς ὁποίας τὰ νομοθετήματα, τὰ ὁποῖα πρόκειται νὰ ὑποβληθῶσι, θὰ βασισθῶσιν; Ἐρωτῶ ὑμᾶς, κύριε Βουλευτὰ ἐξ Ἀττικῆς, τὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα ὑπεβάλετε εἰς τὴν Βουλὴν κατὰ τὸν χρόνον, καθ’ ὃν διετελέσατε Ὑπουργός, παρ’ ὑμῶν ἐντελῶς παρεσκευάσθησαν, συνετάχθησαν καὶ ἐγράφησαν;
§83Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Ζητεῖτε νὰ σᾶς ἀπαντήσω;
§84Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ζητῶ νὰ μοῦ ἀπαντήσητε, διότι ἡ ἀπάντησίς σας δὲν θὰ ἦναι παρὰ ἡ ἀπόδειξις τῆς ἀληθείας, ὅτι ὁ Ὑπουργός, ὁ φέρων τὸ νομοσχέδιον ἐντὸς τῆς Βουλῆς, φέρει τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ὑπὸ ἰδίαν καὶ ἀτομικὴν εὐθύνην, ἐλευθέρα δὲ εἶναι ἡ Βουλὴ νὰ συζητήσῃ τοῦτο, καὶ ἂν τὸ εὕρῃ ὠφέλιμον διὰ τὸν τόπον, τότε νὰ τὸ δεχθῇ.
§85Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Ναί, ἀλλὰ κατρακυλᾷ ἀπὸ τῆς θέσεως ἐκείνης, ἐὰν δὲν τὸ φέρῃ, ὅπως ἐκατρακύλησεν ὁ κύριος Βουλευτὴς Μεσσήνης.
§86Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Κατρακυλοῦσιν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι φοβοῦνται νὰ κατρακυλήσωσιν· ἐκεῖνοι ὅμως, οἱ ὁποῖοι ἀνέρχονται εἰς τὴν ἐξουσίαν καὶ ἠξεύρουσι πάντοτε, ὅτι πλησίον αὐτῆς εἶναι τὸ κατρακύλημα, δὲν εἶναι φόβος νὰ κατρακυλήσωσιν. (Εὖγε! ἐκ τῆς δεξιᾶς).
§87Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Αὐτὴν τὴν μομφὴν δὲν ἔχετε παρὰ νὰ τὴν ἀπευθύνητε κατὰ τοῦ κ. Κουμουνδούρου.
§88Γ. ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Διατὶ ἀπεσύρατε τὸ νομοσχέδιον περὶ ἀπομακρύνσεως τῶν στρατιωτικῶν Βουλευτῶν ἐκ τῆς Βουλῆς;
§89Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Δὲν ἀπέσυρα τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο, ἀλλὰ δὲν ἐπέμεινα εἰς τὴν ψήφισιν αὐτοῦ, διότι προέβλεπον, ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ψηφισθῇ...
§90Γ. ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπεμείνατε.
§91Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. .. Οἱ δὲ πολιτικοὶ ἄνδρες εἶναι ὑποχρεωμένοι νὰ λαμβάνωσιν ὑπ’ ὄψιν καὶ τὰς περιστάσεις, καὶ δὲν ὀφείλουσι νὰ ἐπιμένωσι πάντοτε εἰς ἐπιψήφισιν νομοσχεδίων, ἐναντίον τῶν ὁποίων ἐξεγείρεται ἡ πλειονοψηφία τῆς Βουλῆς, καθ’ ἧς δὲν εἶναι δυνατὸν ν’ ἀντιστρατευθῶσι.
§92Γ. ΚΑΠΕΤΑΝΑΚΗΣ. Ὅλοι οἱ στρατιωτικοὶ Βουλευταὶ εἶχον διαμαρτυρηθῆ.
§93ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε, παρακαλῶ.
§94Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἀλλὰ μᾶς εἶπον, ὅτι «πρὸς βελτίωσιν τῶν τοῦ στρατοῦ ἀπαιτοῦνται χρήματα». Καὶ τίς ἠρνήθη ποτὲ τοῦτο; Καὶ τίς εἶπεν, ὅτι δύναται νὰ ἐπέλθῃ βελτίωσις τοῦ στρατοῦ, χωρὶς νὰ δαπανηθῶσι χρήματα; Ἄρα εἶναι ἐσφαλμένον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἴπετε, ὅτι δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ μεταρρυθμισθῇ ὁ στρατολογικὸς νόμος, ὅπως ὁ στρατὸς ἡμῶν βελτιωθῇ. Ἀπὸ τί πάσχει, παρακαλῶ, ὁ στρατὸς ἡμῶν; πάσχει ἀπὸ ἔλλειψιν ἀνδρῶν. Ἐν ὅσῳ ἄνδρες δὲν ὑπάρχουσι, δὲν δύναται νὰ γείνῃ ἐκπαίδευσις, ὁ δὲ στρατολογικὸς νόμος, ὁ σήμερον λειτουργῶν, καὶ ἐπὶ τῇ ὑποθέσει, ὅτι θὰ περιληφθῶσι καὶ οἱ διαθέσιμοι, οἵτινες μένουσι σήμερον ἐκτὸς τῶν τάξεων τοῦ στρατοῦ, σᾶς δίδει ἀριθμὸν ἀνδρῶν, ὅστις δὲν δύναται νὰ ἐπαρκέσῃ εἰς τὴν ἐκπαίδευσιν οὔτε τῶν ἀνδρῶν, οὔτε τῶν ἀξιωματικῶν. Ἐρωτῶ λοιπόν: ἐν τῇ λειτουργίᾳ αὐτοῦ τοῦ νόμου ὑπάρχει πιθανότης βελτιώσεως τῶν τοῦ στρατοῦ; Ἀλλὰ μᾶς εἶπον ἀκόμη: «εἶναι ζήτημα δαπάνης τοῦτο». Βεβαίως εἶναι ζήτημα δαπάνης. Ἀλλὰ θὰ συζητήσητε καὶ περὶ τῆς δαπάνης, ὅταν συζητήσητε περὶ τοῦ θέματος, καὶ θὰ δύνασθε νὰ ἐξετάσητε, ἂν διὰ τῶν μέσων, τὰ ὁποῖα ἐν τοῖς νομοσχεδίοις ἐκείνοις θέλετε εὕρει, δὲν θὰ ἦναι δυνατὸν νὰ κατορθώσωμεν, ὥστε περισσοτέρους ἄνδρας νὰ ἔχωμεν εἰς τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ, καὶ ἂν ἡ αὔξησις τῆς δαπάνης ἐξ οἰκονομιῶν, αἵτινες ἄλλοθι δυνατὸν νὰ γείνωσι, δὲν εἶναι τοιαύτη, ὥστε νὰ ἦναι ἐντελῶς ἀδύνατος διὰ τὰς οἰκονομικὰς δυνάμεις τῆς χώρας. Ἐννοῶ, Κύριοι, νὰ συζητήσωμεν περὶ τῶν θεμάτων τούτων μετὰ τῆς σοβαρότητος, ἡ ὁποία ὀφείλεται εἰς ταῦτα. Ἀλλ’ ὅταν ἀνερχώμεθα εἰς τὸ βῆμα καὶ ὁμιλῶμεν περὶ μύθων καὶ παραμυθίων, καὶ περὶ κουφότητος τῶν ἀντιπάλων, τότε βεβαίως σοβαρὰ συζήτησις ἐπὶ τῶν θεμάτων τούτων δὲν δύναται νὰ γείνῃ! Ἐγὼ, Κύριοι, συνήθισα πάντοτε νὰ σέβωμαι τοὺς πολιτικούς μου ἀντιπάλους. Δύναμαι νὰ διαφέρω αὐτῶν κατὰ τὰς γνώμας, δύναμαι ἐπί τινων ζητημάτων νὰ νομίζω, ὅτι αἱ παρ’ αὐτῶν ὑποδεικνυόμεναι λύσεις δὲν εἶναι λύσεις ὠφέλιμοι, ἀλλὰ τοῦτο δὲν θὰ ἐμποδίσῃ ποτὲ, ἵνα περὶ αὐτῶν ὁμιλῶ μετὰ τοῦ ὀφειλομένου εἰς αὐτοὺς σεβασμοῦ. Ἔχω τὴν πεποίθησιν, Κύριοι, ὅτι τὸ ζήτημα, περὶ οὗ πρόκειται, δὲν εἶναι ζήτημα μιᾶς συζητήσεως, καὶ ἑπομένως δὲν πρόκειται νὰ ὁρισθῇ ἡμέρα, ὅπως συζητήσωμεν τὰ τοῦ θέματος τούτου. Δὲν πρόκειται δὲ βεβαίως νὰ κάμωμεν ἀκαδημαϊκὰς συζητήσεις, κατὰ τὸ εἶδος τῆς συζητήσεως τῆς ἀπὸ τεσσάρων ἤδη ὡρῶν διεξαγομένης. Ἡ Κυβέρνησις εἶναι ἐλευθέρα νὰ ὑποβάλῃ τὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα παρεσκευάσθησαν· ἐὰν εὕρῃ ταῦτα ὠφέλιμα εἰς τὸν τόπον, βεβαίως θέλει τὰ ὑποβάλει· ἀλλ’ ἐὰν ἡ Κυβέρνησις δὲν εὕρῃ ταῦτα ὠφέλιμα εἰς τὸν τόπον, ἐγὼ, ὁ ὁποῖος τὰ ἐμελέτησα καὶ τὰ γνωρίζω, κύριε Βουλευτὰ ἐξ Ἀττικῆς,—καὶ ἑπομένως δὲν εἴχετε ἀνάγκην νὰ μοὶ εἴπητε, ὅτι ὑπεθέσατε, ὅτι οὔτε τὰ ἀνέγνωσα, — ἐγὼ, ὁ ὁποῖος τὰ ἐμελέτησα καὶ τὰ ἀνέγνωσα, ἐγὼ, ὁ ὁποῖος ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι δύνανται ν’ ἀποτελέσωσι βάσιν βελτιώσεως τοῦ στρατοῦ, ἐγὼ θὰ ἔχω τὸ θάρρος, ἵνα ὑποβάλω ταῦτα εἰς τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς. Εἶσθε ἐλεύθερος τότε νὰ ἐκφράσητε οἱανδήποτε θέλετε γνώμην. Τὴν γνώμην ὑμῶν θέλω ἀκούσει, καὶ τὴν γνώμην ὑμῶν δὲν θέλω βεβαίως χαρακτηρίσει ὡς ὑπαγορευομένην εἴτε ἐκ κουφότητος, εἴτε ἐξ ἀμελείας! (Εὖγε! ἐκ τῆς δεξιᾶς).
§95ΣΤΕΦ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Εἶχον ἀπόφασιν νὰ μὴ μετάσχω τῆς συζητήσεως, ἥτις, κατὰ τὴν κρίσιν μου, εἶχεν ἐκτραπῆ ἐντελῶς τῆς ὁδοῦ, ἣν ἐχάραξεν εἰς αὐτὴν τὸ κατ’ ἀρχὰς ἡ ἐπερώτησις τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Μεσσήνης, φυσικὸν παρεπόμενον σχοῦσα τὴν ἐπέκτασιν αὐτῆς καὶ τὴν γενίκευσιν μέχρι τινός. Ἀλλ’ ἑαυτὸν πρέπει νὰ αἰτιᾶται ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κερκύρας, ἂν ἡ συζήτησις ἔφθασεν εἰς τὸ σημεῖον, ὅπερ συνεπήγαγε καὶ τὴν ἔξαψιν, καθ’ ἧς καὶ αὐτὸς ἐν ἐξάψει ἀντεπεξῆλθε· διότι αὐτὸς ἐξώθησε καὶ περαιτέρω τὴν συζήτησιν, ἀναγκάσας τοὺς ἀπέναντι αὐτοῦ εὑρισκομένους νὰ λάβωσι τὸν λόγον. Ἡ ὅλη δὲ παρεκτροπὴ βάσιν ἔχει τὴν κατάστασιν τῆς Βουλῆς. Παραπονοῦνται, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν διοικεῖται, διότι δὲν ἔχει Κανονισμόν· καὶ ἐγὼ λέγω, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν διοικεῖται, διότι δὲν ἔχει Κυβέρνησιν ἐπὶ κεφαλῆς πλειονοψηφίας, κυβερνῶσαν τὰ τῆς πορείας αὐτῆς. (Ἐπιδοκιμασίαι ἐκ πολλῶν ἑδρῶν). Καὶ διὰ τοῦτο βλέπετε τὸ παράδοξον τοῦτο φαινόμενον, ν’ ἀντιμάχωνται αἱ δύο πτέρυγες, καὶ μόνοι ἄθικτοι καὶ ἀλώβητοι καὶ ἀπαθεῖς νὰ παραμένωσιν οἱ κύριοι Ὑπουργοί (ἱλαρότης).
§96Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Σὰν φρόνιμοι ἄνθρωποι!
§97ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Εἷς Ὑπουργὸς ἔλαβε τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, — «ὁ ἁρμόδιος», λέγει εἷς τῶν κυρίων γραμματέων, παραβαίνων τὸν Κανονισμόν, — ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ἵνα εἴπῃ πρὸς ἡμᾶς τί; Τὴν πρώτην μὲν φορὰν, ὅτι θὰ ἔλθῃ καιρὸς, καθ’ ὃν θέλει προσαγάγει τὰ νομοσχέδια, ἀλλὰ πότε θὰ ἔλθῃ ὁ καιρὸς οὗτος δὲν γνωρίζει, διότι τὰ νομοσχέδια ταῦτα παρεσκεύασεν ἡ Γενικὴ Διοίκησις τοῦ Στρατοῦ, οὗτος δὲ πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν παρέλαβεν αὐτὰ, ὅτι θέλει μελετήσει αὐτὰ, καὶ ὅταν μελετήσῃ, τότε θέλει προσέλθει καὶ καταθέσει ἢ μὴ καταθέσει αὐτά. Τὴν δευτέραν φορὰν, ἵνα δικαιολογήσῃ ἑαυτὸν, ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ὁμιλήσῃ τὸ πρῶτον ἄλλως ἢ ὡς ὡμίλησε, διότι ποῖος Ὑπουργὸς ποτὲ παρεσκεύασε νομοσχέδια ὁ ἴδιος, — ἐκτὸς ἐξαιρετικῶν περιστάσεων, — ὥστε ν’ ἀνέλθῃ ἐδῶ καὶ νὰ ὑποβάλῃ αὐτὰ ὡς ἴδια; Ἀλλ’ ἦτο εὔλογος ἡ κατὰ τοιαύτης δηλώσεως ἐξέγερσις τοῦ κυρίου ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτοῦ, διότι μέχρι τοῦδε δὲν ἠκούσθη ποτὲ, ὅτι οἱ Ὑπουργοὶ ἔρχονται ἐνταῦθα καὶ ἀναφέρουσιν ὡς παρασκευάστριαν τῶν νομοσχεδίων τὴν ὑπηρεσίαν, ὅτε ὑποβάλλουσι τὰ νομοσχέδια αὐτῶν. Οἱ Ὑπουργοὶ ἔρχονται ἐνταῦθα, ἔχοντες τὴν ὑπουργικὴν πρωτοβουλίαν ἀκεραίαν, διαχειρισταὶ τοῦ δικαιώματος τοῦ ἐκ τοῦ Συντάγματος ἀπορρέοντος, τοῦ Βασιλικοῦ δικαιώματος νὰ συμπράττῃ μετὰ τῆς Βουλῆς ἐν τῇ νομοθεσίᾳ, καὶ νὰ εἰσάγῃ διὰ τῶν Ὑπουργῶν τὰ νομοθετήματα τῆς ἰδίας κυβερνητικῆς πρωτοβουλίας. Ὁ Ὑπουργὸς ἔρχεται ἐνταῦθα βεβαίως μετὰ πολλῶν συνεργασθεὶς, καὶ μετὰ ἐπιτροπῶν καὶ τμηματαρχῶν καὶ γραμματέων καὶ γραφέων καὶ μετὰ στρατηγῶν καὶ μετὰ παντοίου ἄλλου προσωπικοῦ, ὑποτεταγμένου εἰς τὰς διαταγὰς αὐτοῦ, ἀλλ’ ἐρχόμενος ἐνταῦθα, οὐδένα τούτων μνημονεύει· ἀναφέρει ἑαυτὸν μόνον καὶ τὴν ἐργασίαν αὐτοῦ, διότι ἡ ἐργασία πάντων ἐκείνων εἶναι ἐργασία βοηθητικὴ τοῦ ἔργου τοῦ Ὑπουργοῦ, διότι ἐργασία τοῦ Ὑπουργοῦ δὲν εἶναι τὸ ὑλικὸν ἐκεῖνο τὸ συλλεγόμενον, τὰ ἔργα ἐκεῖνα τὰ ἀνατιθέμενα εἰς ὀλίγους ἢ πολλοὺς, ἀναλόγως τοῦ μεγέθους τοῦ προτεθειμένου ἔργου, ἀλλ’ εἶναι ὁ νοῦς ὁ ὑπουργικὸς, ἡ πρωτοβουλία ἡ ὑπουργικὴ, ἡ διεύθυνσις, ἣν δίδει ὁ Ὑπουργὸς εἰς τὴν μελέτην· δὲν ἐπιτρέπεται δὲ εἰς Ὑπουργὸν ποτὲ νὰ ἔρχηται ἐνταῦθα καὶ νὰ λέγῃ: «θέλω ὑποβάλει τὴν ἐργασίαν, ἣν ὑπέβαλεν εἰς ἐμὲ ἡ Γενικὴ Διοίκησις, ὅταν μελετήσω αὐτὴν, ἂν ἦμαι σύμφωνος», — ἀλλὰ δὲν ἠξεύρω ἂν εἶπε καὶ τοῦτο. — Δὲν ἔταξεν ὁ νόμος περὶ Γενικῆς Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ τὴν Γενικὴν Διοίκησιν συντάκτριαν νόμων, δὲν ἔταξε τὴν Γενικὴν Διοίκησιν ἐπεξεργάστριαν νόμων, δὲν ἐτέθη Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας, ὁποῖον ἀλλαχοῦ ὑπάρχει, εἰς ὃ παραπέμπονται οἱ νόμοι καὶ οὗ ἡ γνώμη εἰσάγεται εἰς τὰς Βουλὰς, διότι καὶ αὕτη συντελεῖ εἰς τὴν κατάρτισιν τῶν νόμων. Ἡ Γενικὴ Διοίκησις τοῦ στρατοῦ ἐν τῷ νόμῳ ἐκείνῳ, τῷ κακῶς καὶ ἐπὶ βλάβῃ τῆς Ἑλλάδος εἰσαχθέντι ἐνταῦθα καὶ ψηφισθέντι, ἔχει ὡρισμένα δικαιώματα, ὡρισμένα καθήκοντα, καὶ ἐν τοῖς δικαιώμασιν αὐτοῖς δὲν περιλαμβάνεται δικαίωμα εἰσηγήσεως νόμων εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, περιλαμβάνεται δικαίωμα προτάσεως προσωπικοῦ, τοποθετήσεων, προαγωγῶν, προβιβασμῶν, μεταθέσεων. Δὲν περιλαμβάνεται δικαίωμα προτάσεως νομοθετημάτων. Καὶ ἐγίνωσκον μὲν, ὅτι βαθμηδὸν πολλὰ παρεχωρήθησαν πέραν καὶ αὐτῶν τῶν ὁρίων τοῦ ὀλεθρίου νόμου εἰς τὴν Γενικὴν Διοίκησιν τοῦ στρατοῦ, γινώσκω, ὅτι παρεχωρήθη οὕτω καὶ ἡ διοίκησις τῆς χωροφυλακῆς ὑπὸ ἀρχηγὸν, ὅστις πληροῖ τὴν θέσιν μόνον, οὐδεμίαν ἔχων πρωτοβουλίαν, ἀλλὰ δὲν ἐπίστευον, ὅτι ἦτο δυνατὸν νὰ φθάσῃ ἡ ὑπέρβασις, ἡ τοιαύτη ἐπέκτασις τῶν εὐκόλων παραχωρήσεων εἰς τοὺς ἔχοντας δύναμιν ὑπερτέραν τῆς ἀντοχῆς τῶν Ὑπουργῶν, ὥστε νὰ παραχωρηθῇ εἰς αὐτοὺς καὶ τὸ δικαίωμα, συντάσσοντες νόμους, νὰ παραδίδωσιν αὐτοὺς εἰς τοὺς Ὑπουργοὺς, καὶ οἱ Ὑπουργοὶ ἐπὶ τούτοις νὰ ἔρχωνται νὰ λέγωσι πρὸς ἡμᾶς: «Εὐθὺς ὡς μοὶ παραδοθῶσι, μετ’ ὀλίγας ἡμέρας θέλω ἐξετάσει τοὺς νόμους καὶ θέλω ὑποβάλει αὐτοὺς ἐνταῦθα πρὸς ψήφισιν.» Διὰ τῆς τοιαύτης πολιτείας κατωρθώθη νὰ εἰσαχθῇ διαρκῶς τὸ ὄνομα τῆς Δυναστείας ἐντὸς τῆς Βουλῆς, ἐπὶ παντὸς δὲ ζητήματος νὰ χάνωνται οἱ ὑπεύθυνοι καὶ ν’ ἀνευρίσκωμεν τοὺς ἀνευθύνους. Καὶ ὅτε οὕτως ἀνευρίσκομεν τοὺς ἀνευθύνους, οὐχὶ ἐξ ἰδίου ἡμῶν σφάλματος, τότε λέγουσι πρὸς ἡμᾶς, ὅτι εἴμεθα ἀνευλαβεῖς (ἐντύπωσις). Διὰ παραπλήσιον λόγον, ὁσάκις ἔρχεται τὸ ζήτημα τοῦ Κανονισμοῦ ἐν τῇ Βουλῇ, βλέπετε ἐξεγειρόμενον τὸ αἴσθημα τῆς Βουλῆς, βλέπετε ἐξεγειρομένους καὶ ἐκείνους, οἵτινες δεικνύουσιν, ὅτι ἐξεγείρονται, ἀλλὰ καὶ πολλοὺς ἄλλους, οἵτινες δὲν δεικνύουσιν ὅτι ἐξεγείρονται, διότι τὸ ζήτημα τῆς μεταρρυθμίσεως τοῦ Κανονισμοῦ δὲν ἔρχεται ἐνταῦθα, ὅπως εἰς τὰ ἄλλα Εὐρωπαϊκὰ Κράτη, ἅτινα καλῶς ὠνόμασεν ὁ κύριος ἐκ Κερκύρας Βουλευτὴς, καὶ εἰς τὰς Ἡνωμένας Πολιτείας τῆς Ἀμερικῆς, ὅπου ὁ Κανονισμὸς εἶναι αὐστηρότατος. Εἰς ἐκεῖνα τὰ Κράτη τὰ φιλελεύθερα ὁ Κανονισμὸς τῆς Βουλῆς πηγάζει ἐξ αὐτῆς τῆς πρωτοβουλίας τῆς Βουλῆς, καὶ ἔχει τὴν δύναμιν ἡ Βουλή, συντεταγμένη εἰς κόμματα, ὅτε προΐσταται τοῦ ἑνὸς κόμματος Κυβέρνησις ἐμπνέουσα ἐμπιστοσύνην, ἡ δὲ πλειονοψηφία εἶναι σύμφωνος, ἔχει τὴν δύναμιν ἡ Βουλή νὰ ψηφίσῃ μεταρρυθμίσεις τοῦ Κανονισμοῦ. Ὅτε ὅμως αἱ μεταρρυθμίσεις τοῦ Κανονισμοῦ τίθενται ἐπὶ κεφαλῆς προγραμμάτων τῶν Κυβερνήσεων ἐκείνων, αἵτινες δὲν ἀπορρέουσιν ἐκ τῆς Βουλῆς, εἶναι πολὺ φυσικὸν πρᾶγμα, ἂν αἱ Βουλαὶ κηρυχθῶσι κατὰ τῶν μεταρρυθμίσεων τούτων. Ὅτε εὑρίσκομεν τὰς μεταβολὰς τοῦ Κανονισμοῦ εἰς τὰ προγράμματα, τὰ ὑποβαλλόμενα εἰς τὸν Βασιλέα καὶ δημοσιευόμενα ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ἐγώ, ὅστις εἶμαι κατ’ ἀρχὴν ὑπὲρ τῶν μεταρρυθμίσεων τοῦ Κανονισμοῦ, καὶ ἐγὼ λέγω, ὅτι δὲν δύναμαι νὰ ψηφίσω αὐτάς. Ἡ κατάστασις, ἥτις ἐπλάσθη, αὕτη εἶναι ἡ αἰτία τῶν διχμαχῶν τῶν ἐνταῦθα, αἵτινες ἔφθασαν μέχρι τῆς συρράξεως, ἐξ ἧς βεβαίως δὲν εὑρέθη ὠφελημένος ὁ κύριος Βουλευτὴς ἐκ Κερκύρας. Κατ’ ἀνάγκην θὰ εἴπω δύο λέξεις ἐπὶ τοῦ ζητήματος, ἐφ’ οὗ ἀκριβῶς ἐπεθύμουν νὰ σιωπήσω, κατ’ ἀνάγκην μετὰ τὰ λεχθέντα ἐνταῦθα, διότι δὲν μοὶ ἐπιτρέπεται, μετέχων τῶν συζητήσεων τῆς Βουλῆς, νὰ σιωπήσω ἐπ’ αὐτῶν, ὀφείλων νὰ εἴπω γνώμην ἐπὶ τοῦ ζητήματος, ὅπερ ἐγέννησε μετέπειτα τὴν ὅλην συζήτησιν. Ἐν τῷ ζητήματι τούτῳ, ἐν τῷ ζητήματι τῷ ἀστυνομικῷ, εὑρίσκομαι ἔχων σκέψεις καὶ γνώμας, ἃς ἐπὶ μακρὸν χρόνον ἐμελέτησα καὶ ἀνεμελέτησα, καὶ οὕτως ἐπείσθην, ὅτι ὀφείλω νὰ μὴ παραιτήσω. Τὸ ζήτημα τῆς ἀστυνομίας ἐν Ἑλλάδι, εἶπεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς, ὁ συμπολίτης μου, τῆς ἀστυνομίας τῆς στρατιωτικῆς, ὡς ὡρίσθη ἐν τῷ νόμῳ τῷ ἰσχύοντι, εἶναι ζήτημα οἰκονομικόν. Λέγω ναί, εἶναι ζήτημα οἰκονομικόν, ἀλλ’ ὄχι ὅμως ζήτημα οἰκονομικόν, οἷον ἐχαρακτήρισεν αὐτὸ ὁ ἔντιμος συνάδελφος, μὴ συμφωνῶν πρὸς τὰς ἰδέας τῶν διαπλασάντων τὸν νόμον ἐκεῖνον καὶ ὑποβαλόντων αὐτὸν εἰς τὴν Βουλήν, ἀλλὰ πόρισμα ἐκτιμήσεως βαθείας τῶν οἰκονομικῶν δυνάμεων τῆς χώρας, πόρισμα τοιαύτης ἐκτιμήσεως, ἥτις ἔπειθε τοὺς εἰσαγαγόντας αὐτὸν, ὅτι, ἐὰν ἐν χώρᾳ, ἐν ᾗ λόγῳ ἀδυναμίας οἰκονομικῆς οὐδὲν τὸ ἐπαρκὲς δύναται νὰ πλασθῇ, οὔτε ἀστυνομία, οὔτε χωροφυλακὴ, οὔτε στρατός, ἐὰν τὸ ζήτημα τῆς ἀστυνομίας δὲν λυθῇ, εἰς τρόπον ὥστε τὰ πλεονάσματα ἐν τῷ στρατῷ νὰ μετατεθῶσιν εἰς τὴν ἀστυνομίαν, ἵνα βελτιωθῇ ἡ κατάστασις τῆς ἀσφαλείας τῆς χώρας καὶ παύσῃ τὸ σύστημα ἀποσπασμάτων, καὶ οὕτως ἀφεθῇ ὁ στρατὸς ἐλεύθερος ξένων φροντίδων πρὸς ἐκπλήρωσιν τῶν καθηκόντων αὐτοῦ, ἡ λύσις τοῦ στρατιωτικοῦ ζητήματος εἶναι ἀδύνατος. Καὶ εἶναι ἀληθῶς ἀδύνατος ἡ λύσις τοῦ στρατιωτικοῦ ζητήματος, ἐὰν δὲν συμβιβάσωμεν τὰ πράγματα. Καὶ ὅσον καὶ ἂν ὑποθέσωμεν, ὅτι καθίσταται ἐλαστικώτερος ὁ Προϋπολογισμὸς, ὅστις σήμερον δὲν εἶναι καθόλου ἐλαστικὸς, — σήμερον εἶναι Προϋπολογισμὸς θετικῶς ἐν ἐλλείμματι, — δὲν δύναται νὰ γείνῃ ἐλαστικώτερος ἢ ὅσον ἐπιτρέπουσιν αἱ δυνάμεις τοῦ τόπου. Καὶ οὕτω πρὸς συγκρότησιν τοιούτου στρατοῦ, ὁποῖον ζητεῖτε, δὲν θέλετε εὕρει ποτὲ τοὺς πόρους, ὅσους ἀπαιτοῦσιν αἱ ἀνάγκαι τοιούτου στρατοῦ. Οἰκονομία ὑπῆρξεν ὁ λόγος, δι’ ὃν ὁ στρατολογικὸς νόμος μετερρυθμίσθη. Λέγουσι: «μεταρρυθμίσατε τὸν νόμον τὸν στρατολογικόν»· ἀλλ’ ἵνα προσκομίσητε τίνα; Καὶ τί ἄλλο εἶναι ὁ ἡμέτερος στρατολογικὸς νόμος ἢ ἀντιγραφὴ τοῦ Γαλλικοῦ; Ἀλλ’ ἀφοῦ ἐφηρμόσαμεν αὐτὸν, κατηντήσαμεν εἰς δαπάνας 20,000,000 διὰ τὸν στρατὸν καὶ 2,000,000 διὰ τὴν χωροφυλακὴν, καὶ περιήλθομεν εἰς τὴν δυσάρεστον ἀνάγκην ν’ ἀναγνωρίσωμεν, ὅτι δὲν δύναται νὰ δαπανᾷ ἡ Ἑλλὰς ἐτησίως 20,000,000 διὰ τὸν στρατὸν καὶ 2,000,000 διὰ τὴν χωροφυλακὴν, καὶ εὑρέθη τότε εἷς τρόπος ἐλαττώσεως τῶν δαπανῶν, ἡ αὔξησις τῶν ἀπαλλαγῶν, εὑρέθη ἐν ἀρχῇ ὑπὸ τούτων τῶν κυβερνητῶν, ἀλλ’ ἐξηκολούθησε καὶ ἐπὶ τῶν ἄλλων, ὄχι διότι ὑπεχώρουν εἰς τὰς ἀπαιτήσεις τοῦ ἑνὸς καὶ τοῦ ἄλλου, ἀλλὰ διότι ἔβλεπον πάντες, ὅτι ὑπῆρχεν ἀνάγκη τῆς τοιαύτης περικοπῆς. Ἐκ τούτου ἐπῆλθον αἱ ἀπαλλαγαὶ, καὶ μετὰ τοῦτο ὑπὸ τῆς ἀνάγκης τῆς οἰκονομικῆς ἐπεβλήθη τὸ σύστημα, δι’ ὡρισμένους λόγους ν’ ἀπαλλάσσωνται μέρος τῶν στρατευσίμων τῆς πλήρους στρατιωτικῆς θητείας, ὑπηρετοῦντες ἐπὶ τρεῖς μόνον μῆνας, εἰς τούτους δὲ, ἐκ πνεύματος δικαιοσύνης καὶ ἰσότητος πρὸς τοὺς ὑπηρετοῦντας δύο ἔτη, ἐπεβλήθη ἡ καταβολὴ χρηματικοῦ ποσοῦ, καὶ ἐκ τούτου προῆλθε τὸ ἀντισήκωμα. Τοιοῦτοι ὅροι οἰκονομικοὶ ἐφηρμόσθησαν ἐπὶ τοῦ στρατοῦ, ἀλλὰ καὶ ἄλλοι· καὶ ἄλλοι δ’ ἀναγκαίως πρέπει νὰ ἐφαρμοσθῶσιν, ὅπως δυνηθῶμεν ν’ ἀποκτήσωμεν οὐχὶ τὸν στρατὸν ἐκεῖνον, ὃν ποθοῦμεν πάντες, ἀλλὰ στρατὸν ἐπαρκέστερον πως πρὸς τοὺς σκοποὺς, ὧν πᾶς τις ἐπιθυμεῖ τὴν ἐκπλήρωσιν, καὶ τὰς περιστάσεις, ἃς εἶναι δυνατὸν νὰ ἴδωμέν ποτε ἐμφανιζομένας ἀπέναντι ἡμῶν. Ἡ ἀστυνομία ἡ στρατιωτικὴ τοῦτον ἔχει τὸν λόγον, τὴν λύσιν τῆς οἰκονομικῆς δυσχερείας· συνεδυάσθη δὲ ἡ ἀνάγκη ἡ οἰκονομικὴ πρὸς τὴν ἀνάγκην προικοδοτήσεως τῆς χώρας δι’ ἀστυνομικῆς διοικήσεως, ὁποίας οὐδέποτε εἶχε τύχει μέχρι τοῦ χρόνου τῆς καταργήσεως τῆς ἀστυνομίας τῆς δημοτικῆς. Καὶ δὲν εἶναι ἡ διεύθυνσις τῶν ἰδεῶν τοῦ τότε ἐγκαταστήσαντος τὴν ἀστυνομίαν μοναδικὴ, οὐδ’ ἐν Ἑλλάδι τὸ πρῶτον ἐμφανιζομένη. Ἁπανταχοῦ, ὅπου ὑπῆρξεν ἀστυνομικὴ διοίκησις, ἁπανταχοῦ ἐπείσθησαν, ὅτι οἱ δῆμοι εἶναι ἀνίκανοι νὰ ἐνασκήσωσι τὰ ἀστυνομικὰ καθήκοντα, ἐν αὐτῇ δὲ τῇ φιλελευθερωτάτῃ Ἀγγλίᾳ ἐπεζητήθη ἡ κατάλυσις αὐτῆς, καὶ κατωρθώθη νὰ ἐξαγορασθῇ ἀπὸ τῶν δήμων τὸ δικαίωμα τὸ ἀστυνομικὸν, τὸ ὑπὸ τοῦ πολιτεύματος παρεχόμενον εἰς αὐτοὺς, κατωρθώθη δὲ τοῦτο βαθμηδὸν, γενομένης μερικῆς ἱδρύσεως κυβερνητικῆς ἀστυνομίας, ὅτε, ἐξ ἀντιπαραβολῆς τῆς ἀστυνομίας, τῆς ὑπὸ τοῦ Κράτους παρεχομένης, πρὸς τὴν δημοτικὴν, πάντες οἱ δῆμοι ἐπείσθησαν, ὁ εἷς μετὰ τὸν ἄλλον, αὐτοὶ οὗτοι νὰ προτιμήσωσι τὴν τοῦ Κράτους, παραχωρήσαντες τὸ δικαίωμα αὑτῶν εἰς τὸ Κράτος. Τοιοῦτον εἶδος ἀστυνομίας προετιμήσαμεν καὶ ἡμεῖς ἐνταῦθα· ὅτι δὲ ὁ τρόπος, ὅστις ἐφηρμόσθη, εἶναι ὁ μόνος σήμερον δυνατός, ἀπόδειξις, ὅτι μέχρι τοῦδε οὐδεὶς εὑρέθη ἕτερος ἐφαρμόσιμος. Εἷς τρόπος ἄλλος εἶναι μόνον δυνατός, ἡ ἐπάνοδος τῆς δημοτικῆς· ἀλλ’ εἶναι βέβαιον, ὅτι, καθ’ ἣν στιγμὴν ἤθελε τολμήσει τις νὰ ἐπανέλθῃ εἰς τὴν δημοτικὴν ἀστυνομίαν, θέλει προσκρούσει εἰς αὐτοῦ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ τὴν ἀποδοκιμασίαν. Καὶ εἶναι μὲν ἀληθές, ὅτι ἡ ἀστυνομία σήμερον δὲν παρέχει ὅσα ἠδύνατο καὶ ὤφειλε νὰ παρέχῃ, ἀλλ’ εἶναι βέβαιον, ὅτι, ἂν ἐξηκολούθει ἐφαρμοζόμενος ὁ νόμος, ὡς ἐξ ἀρχῆς εἶχε ψηφισθῆ, βελτιούμενος δὲ ἐφ’ ὅσον ἔδει νὰ βελτιωθῇ, εἶναι βέβαιον, ὅτι ἡ ἀστυνομία ἡ στρατιωτικὴ ἤθελε παρέχει σήμερον εἰς τὸ Κράτος τοιαύτας ὑπηρεσίας, ὥστε νὰ αἰσθανώμεθα ἡμᾶς αὐτοὺς ὁριστικῶς ἀπηλλαγμένους τῆς ἀνάγκης τῶν ἀποσπασμάτων. Καὶ ποῖος δὲν ἐνθυμεῖται, ὅτι πρὶν ἢ ἐφαρμοσθῇ τὸ σύστημα τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας, ὑπῆρχεν ἐν ἐνεργείᾳ διαρκεῖ τὸ σύστημα τῶν ἀποσπασμάτων, ἐνταῦθα δ’ ἐπὶ ἔτη ἀπησχολούμεθα, ζητοῦντες νὰ εὕρωμεν τρόπον ἀπαλλαγῆς τῶν ἀποσπασμάτων καὶ περιστολῆς τῶν ἀφορήτων αὐτῶν καταχρήσεων; Καὶ πῶς θέλετε ν’ ἀστυνομευθῇ ἡ χώρα διὰ τῆς δημοτικῆς ἀστυνομίας, ὅτε ἔχομεν τοὺς ἀστυνόμους τοὺς δημοτικοὺς ἀπαρασκεύους πρὸς τοῦτο καὶ τοὺς πλείστους αὐτῶν ὑπὸ τοιούτων κομματικῶν παθῶν ἢ συμφερόντων κατεχομένους, ὥστε νὰ νομίζωσι τὸν ἀπέναντι αὐτῶν ἐχθρὸν χειρότερον καὶ τοῦ Τούρκου; Οὐδέποτε τὸ βούνευρον τοῦ στρατιωτικοῦ ἀστυνόμου εἰργάσθη ὡς τὸ βούνευρον τοῦ δημοτικοῦ ἀστυνόμου.
§98ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, ὄχι!
§99ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐγὼ αὐτὸς γινώσκω δήμαρχον, ἐπιτεθέντα κατὰ νέου σφριγῶντος εἰκοσαετοῦς, καὶ διὰ τοῦ βουνεύρου δείραντος αὐτόν, εἰς τρόπον ὥστε ἔρριψεν αὐτὸν ἐπὶ τῆς κλίνης ἐπὶ εἰκοσαήμερον ὁλόκληρον...
§100Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Τὸν συνεχώρησαν τὰ δικαστήρια.
§101ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Οὐδὲν ἔπαθεν... Οὐδέποτε ἀστυνόμος στρατιωτικὸς ἐν Ἀθήναις παρεξετράπη εἰς βιαίας πράξεις τόσας, εἰς ὅσας ἐξετρέπετο ἡ ἀστυνομία ἡ διοικητική, οὐχὶ ὑπὸ ταύτην ἢ ἐκείνην τὴν Κυβέρνησιν, ἀλλ’ ὑπὸ πάσας τὰς Κυβερνήσεις. Ἐγὼ αὐτὸς ἐγενόμην μάρτυς ἀστυνομικῶν παρεκτροπῶν ἐντίμων ἄλλως ἀστυνόμων, οὓς δὲν δύναμαι βεβαίως νὰ ὀνομάσω, — ἄλλοι ζῶσιν, ἄλλοι ἀπέθανον, — ἐγενόμην μάρτυς, ὡς Ὑπουργός, ἢ ὡς φίλος τῆς Κυβερνήσεως, ἀστυνομικῶν παρεκτροπῶν τῆς διοικητικῆς ἀστυνομίας, ὧν οὐδὲ τὸ δέκατον βεβαίως διεπράχθη ὑπὸ τῆς ἀστυνομίας τῆς στρατιωτικῆς. Καὶ τοῦτο εἶναι εὐνόητον· οἱ παραλαμβανόμενοι ἀστυνόμοι, κατὰ τὰς ἑκάστοτε ἀνάγκας, μεταξὺ τῶν ἐχόντων τυπικὰ μᾶλλον ἢ πραγματικὰ προσόντα, εἶναι φυσικὸν νὰ μὴ ἔχωσι τὴν ἀνατροφήν, ἣν ἔλαβεν ὁ στρατιώτης, ὁ ἐκπαιδευθεὶς ἐπὶ μακρὰ ἔτη ἐν στρατιωτικαῖς σχολαῖς, ὁ στρατιώτης, ὃν, ἂν ἡ στρατιωτικὴ τραχύτης καὶ αἱ ἕξεις δύνανται νὰ παρασύρωσιν εἰς αὐστηροτέραν τῆς δεούσης ἐνέργειαν, εἶναι βέβαιον, ὅτι οἱ στρατιωτικοὶ δεσμοί, τὸ αἴσθημα τῆς μεγάλης εὐθύνης, καὶ ὁ κίνδυνος μὴ ἀπολέσῃ ἐκεῖνο, ὅπερ μετὰ πολλῶν ἐτῶν μελέτην καὶ ὑπηρεσίαν κατέκτησεν, ὅπερ τὸ Σύνταγμα ἐξησφάλισεν εἰς αὐτὸν ἰσοβίως, συγκρατοῦσιν αὐτόν. Ἀλλ’ ἔπρεπε νὰ μείνῃ ὁ ἀστυνόμος ἐκεῖνος, ὃν ἠθέλησεν ὁ νόμος, οὗτινος ὁ ὁρισμὸς οὐδέποτε ἐξετελέσθη. Ὁ νόμος εἶπε πρὸς τὸν ἀξιωματικόν: «σὲ ὑποχρεῶ νὰ ὑπηρετήσῃς εἰς τὴν ἀστυνομίαν, εἰς οἱονδήποτε σῶμα καὶ ἂν ἀνήκῃς, ἀλλὰ μόνον ἐπὶ δύο ἔτη· μετὰ τὰ δύο ἔτη ὀφείλει νὰ σὲ ἐπαναφέρῃ ἡ Κυβέρνησις εἰς τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ». Τὰ δύο ἔτη δὲν φθείρουσι τὸν χαρακτῆρα τοῦ στρατιώτου τοῦ ἐκλεκτοῦ, ὅστις ἀπ’ ἐναντίας ἐκ τοῦ συγχρωτισμοῦ πρὸς τοὺς πολίτας καὶ κατὰ τὸ ἦθος καθίσταται μαλακώτερος, ἐξοικειούμενος πρὸς τὴν μεταξὺ πολίτου καὶ στρατιώτου διαφορὰν, καὶ καταλλήλως προσαρμόζων ἑαυτὸν πρὸς τὰς ἀξιώσεις τῆς πολιτικῆς ἀστυνομίας. Καὶ εἴδετε τὸν Μπαϊρακτάρην, τὸν ἀμείλικτον, τὸν αὐστηρότατον ἐκεῖνον ἀξιωματικόν, ἡμέρως συμπεριφερόμενον ἐνταῦθα, καὶ ἐπιβαλλόμενον μόνον διὰ τοῦ παραστήματος καὶ τῆς πεποιθήσεως, ἣν ἐνέπνεεν εἰς πάντας, ὅτι δὲν ἤθελε παραμελήσει τὴν αὐστηρὰν ἐκτέλεσιν τοῦ καθήκοντος. Ἂν ἐξηκολούθει οὕτω νὰ ἐφαρμόζηται ὁ νόμος τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας καὶ δὲν ἐξήρχετο τῶν χειρῶν τοῦ Ἀρχηγείου, οὗ ἄνευ δὲν ἐννοῶ τὴν τοιαύτην ἀστυνομίαν, εἶναι βέβαιον, ὅτι δὲν θὰ εἴχομεν τὰ ὀλισθήματα, ἅτινα σήμερον παρατηροῦμεν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν αὐτῆς. Ἂν δὲ πρὸ παντὸς δὲν ἐγίνετο ἡ ἀσύγγνωστος ἐκείνη κατάχρησις τοῦ δικαιώματος, ἢ μᾶλλον τῆς εὐκολίας, ἣν παρέχουσιν οἱ νόμοι πρὸς τοὺς Ὑπουργοὺς, νὰ ἀναρπάζωσι τοὺς ἀστυνόμους ἀπὸ τῆς θέσεως, εἰς ἣν εἶναι τεταγμένοι, καὶ νὰ μεταθέτωσιν αὐτοὺς καὶ δεκαπεντάκις ἐντὸς ἑξαμηνίας ἢ ἔτους, καὶ αἱ ἀστυνομικαὶ περιφέρειαι νὰ ἐγκαταλείπωνται ὑπὸ τὴν διεύθυνσιν ὄχι ἀξιωματικῶν, ἀλλὰ ἁπλῶν ὑπενωμοταρχῶν ἢ καὶ χωροφυλάκων, — ὅπερ ἠκούσαμεν, ὅτι ἐγένετο εἰς πλεῖστα μέρη τῆς Ἑλλάδος, — δὲν ἤθελε καταπέσει κατὰ τοσοῦτον τὸ γόητρον τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας. Ἀλλὰ τὸ πᾶν συνετέλεσεν, ὅπως ὁ θεσμὸς οὗτος, ὅστις ἠλπίζετο εἰς τὴν Ἑλλάδα πολλὰ νὰ συντελέσῃ, κατασταθῇ μὴ καλός. Καὶ ἐνταῦθα εὑρίσκομεν τὴν εὐθύνην τοῦ τέως Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὅστις δὲν ὤφειλε νὰ εἴπῃ, ὅτι καταργεῖ τὴν στρατιωτικὴν ἀστυνομίαν, διότι δὲν δύναται νὰ ἐπαναφέρῃ τὸ Ἀρχηγεῖον. Ἕνεκα τούτων τῶν λόγων ἀπώλεσε καὶ τὸ ὑπόλοιπον τοῦ κύρους καὶ τοῦ ἀξιώματος ἡ στρατιωτικὴ ἀστυνομία. Τοιαῦτα εἰπὼν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, καὶ ὑποβαλὼν ἐπὶ τούτοις τὸ καταργητικὸν τῆς ἀστυνομίας ταύτης νομοσχέδιον, ἀφήρεσεν ἀπ’ αὐτῆς μὲν πᾶν κῦρος, πᾶσαν δ’ ἀφοσίωσιν ἀπὸ τῶν ἀνηκόντων εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῆς καταργουμένης οὕτως ἀστυνομίας πρὸς τὸ ἔργον αὐτῶν, ἠνάγκασε δὲ αὐτοὺς τοὺς ἀξιωματικοὺς νὰ ζητήσωσι καὶ ἀπέλθωσι τῆς ἀστυνομίας, διὰ τὸ ἀφόρητον τῆς καταστάσεως, ἥτις ἐπλάττετο δι’ αὐτούς. Τοῦτο κατέστρεψε τὸ ἀστυνομικὸν καθεστώς. Δὲν εἶναι δὲ ἀκριβὲς τὸ λεχθὲν, ὅτι εὐθὺς ὡς ὁ θεσμὸς κατελύθη δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπανορθωθῇ καὶ ἐπανέλθῃ μετὰ κύρους εἰς ἰσχύν. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, τοιαῦτα δὲν λέγονται ὑπ’ ἀνδρῶν διαχειριζομένων τὰ ἀνώτατα ἀξιώματα τῆς Πολιτείας, διότι συντελοῦσιν εἰς κατάρριψιν τῶν ἰσχυόντων ὀργανισμῶν, οὐδὲ εἶναι ἀναγκαῖον, ὅπως προτείνωσιν ἄλλον νόμον εἰς τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς. Ἠδύνατο δὲ, ἂν ἤθελεν, ὁ πρώην Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτε ἦλθεν εἰς τὴν ἐξουσίαν, παρακολουθούμενος ὑπὸ κολοσσιαίας πλειονοψηφίας, ἠδύνατο, ἂν ἠκολούθει τὰς παραδόσεις, αἵτινες ἦσαν κεχαραγμέναι, ἠδύνατο νὰ ἐπαναφέρῃ τὸν θεσμὸν τοῦ Ἀρχηγείου τῆς χωροφυλακῆς, ἔχων πρὸς τοῦτο καὶ τὰς ψήφους μὴ φίλων, ἐν οἷς καὶ τὴν ἰδικήν μου. Κύριοι, φρονῶ, ὅτι ὁ συνδυασμὸς τριῶν ὀργανισμῶν θέλει ἐπιτρέψει εἰς ἡμᾶς, ἐὰν καλῶς ἐκτελεσθῇ καὶ καλῶς ἐφαρμοσθῇ, νὰ ἔχωμεν ἀσφάλειαν καὶ ἀφ’ ἑτέρου στρατιωτικὸν σῶμα μικρὸν, ἀλλ’ εὐπαρουσίαστον. Ἐν συνδυασμῷ ὁ θεσμὸς τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας, βελτιούμενος καὶ ἐπαναφερόμενος εἰς τὸ πρώην καθεστὼς, καὶ ὁ θεσμὸς τῆς χωροφυλακῆς, βελτιούμενος οὐχὶ κατὰ τὸ πολυτελὲς σύστημα τῆς πρώην Κυβερνήσεως, ἀλλὰ κατὰ σύστημα ἀνάλογον πρὸς τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους, καὶ ὁ θεσμὸς, ὁ στρατιωτικός, ἀφοῦ ἀφαιρεθῇ ἀπὸ τῆς Γενικῆς Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ ἡ κορυφή, ἢ ἔργῳ ἀνεύθυνος, θέλουσιν ἐπιτρέψει, ὅπως, ἐπιφερομένων οἰκονομιῶν εἰς τὰ ἐπουσιώδη, δαπανήσωμεν ἐκ τῶν οἰκονομιῶν εἰς τὰ καίρια, οὕτω δ’ ἀποκτήσωμεν ἀφ’ ἑνὸς ἀσφάλειαν δημοσίαν, ἀφ’ ἑτέρου στρατὸν δυνάμενον ν’ ἀνταποκριθῇ ἐν μέτρῳ εἰς τὰς ἀνάγκας τῆς χώρας. Ταύτην τὴν ὁδὸν ἐὰν χαράξωμεν καὶ δὲν πλανηθῶμεν ἐκ τῆς προσδοκίας περισσευμάτων, ἅτινα, ὅσον καὶ ἂν εὐπλοήσωσι τὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, θέλουσιν εἶναι πάντοτε μικρά, ταύτην τὴν ὁδὸν ἐὰν ἀκολουθήσωμεν, ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι θέλομεν δυνηθῆ ἐν βραχεῖ χρόνῳ ν’ ἀπαλλαγῶμεν τῶν εὐλόγων παραπόνων καὶ μεμψιμοιριῶν, ὅτι, ἐνῷ διατηροῦμεν χιλιάδας ἀνδρῶν καὶ δαπανῶμεν ἑκατομμύρια, δὲν κατωρθώσαμεν νὰ ἔχωμεν οὔτε στρατόν, οὔτε δημοσίαν ἀσφάλειαν.
§102Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Σήμερον δὲν ἐκαλούμεθα εἰς συζήτησιν περὶ τοῦ ἀστυνομικοῦ συστήματος, διότι οὐδὲν τοιοῦτον ἐπρόκειτο σήμερον νὰ νομοθετηθῇ· προεκαλεῖτο δὲ μόνον ἡ προσοχὴ τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς Βουλῆς δι’ ἐπερωτήσεων περὶ παρεκτροπῶν καὶ ἀτασθαλιῶν ἀστυνομικῶν ὀργάνων, διαπραχθεισῶν ἐν ταῖς ἐπαρχίαις, ὧν ἐμνημόνευσαν οἱ ἐπερωτήσαντες· οὐδ’ ἠθέλομεν προβῆ καὶ ἡμεῖς εἰς τὴν ἔρευναν τοῦ γενικοῦ ζητήματος, ἐὰν μὴ παρεῖχε τὴν ἀφορμὴν ὁ ἐκ Κερκύρας Βουλευτὴς, διότι ἐθεωροῦμεν τὴν συζήτησιν περατωμένην, καὶ ἂν μὴ ἔκρινεν οὗτος ἀναγκαῖον νὰ παραστῇ ἐπιτιθέμενος καθ’ ἡμῶν, διότι φρονοῦμεν, ὅτι ἡ ἀστυνομικὴ διοίκησις ὑπὸ τὰς διαταγὰς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν τῶν τελευταίων ἐτῶν, καὶ ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν αὐτοῦ τοῦ Βουλευτοῦ ἐκ Κερκύρας, ὡς Πρωθυπουργοῦ, ἦτο διοίκησις μὴ προσήκουσα εἰς χώρας εὐνομουμένας, ἦτο διοίκησις, ἣν δύναταί τις νὰ ἀνεύρῃ εἰς ἐκεῖνα μόνον τὰ Κράτη ἐπὶ τοῦ Αἵμου, τὰ ὁποῖά εἰσι πολὺ ὑποδεέστερα τῆς Ἑλλάδος κατὰ τὸν πολιτισμόν. Ἀλλ’ ἀφοῦ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κερκύρας ὑπέλαβεν, ὅτι ἡ ἐν τῷ Βουλευτηρίῳ θέσις του ἔδιδεν εἰς αὐτὸν τὸ δικαίωμα καὶ τὴν δύναμιν νὰ ἐπιτεθῇ καθ’ ἡμῶν, εἴτε δι’ ὅσα ἐπράξαμεν, ὅτε κατηργήσαμεν τὸ Ἀρχηγεῖον τῆς χωροφυλακῆς, εἴτε δι’ ὅσα ἐπράξαμεν ἐν τῇ διοικήσει τῆς ἀστυνομίας, καθ’ ὃν χρόνον διετελοῦμεν ἐν τῇ ἀρχῇ, ἔχομεν καθῆκον νὰ ἀναιρέσωμεν ὅσα εἶπε μὴ ἀκριβῆ καὶ τῆς ἀληθείας ἀφιστάμενα, καίτοι ἐκτρεπόμεθα οὕτω τοῦ σκοποῦ, δι’ ὃν προεκλήθη ἡ συζήτησις αὕτη. Ὁ κ. ἐκ Κερκύρας Βουλευτής, διὰ νὰ δικαιολογήσῃ τοὺς ἰσχυρισμούς του, προέβη ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε δὲν ἐδίστασε νὰ ἀποδώσῃ εἰς τὴν πρὸ τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας περίοδον πολλὰ ἐλαττώματα, καὶ νὰ παραστήσῃ τὴν κατὰ τὸν χρόνον ἐκεῖνον κατάστασιν τοῦ τόπου, οἵαν ἐζωγράφισεν αὐτὴν πρὸ μικροῦ, ἀλλ’ οὐχὶ οἵα ἦτο πράγματι. Μᾶς προέτρεπε ν’ ἀναμνησθῶμεν, ποία λῃστεία ἐμάστιζε τὴν χώραν πρὸ τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας, ἐνῷ πρὸ τῆς στρατιωτικῆς ἀστυνομίας ὑπῆρξαν πολὺ ὀλιγώτερα λῃστρικὰ κρούσματα ἢ ὅσα συνέβησαν ἐπὶ τῶν ἡμερῶν τοῦ κ. Βουλευτοῦ Κερκύρας, μὲ τὴν διαφορὰν, ὅτι τότε δὲν ἐνηργοῦντο κατ’ οἶκον ἔρευναι ἐν οἰκίαις ἀντισυνταγματαρχῶν, διὰ νὰ ζητηθῶσιν ἐν αὐταῖς λῃσταὶ ὑποκρυπτόμενοι ἐκεῖ, μὴ τηρουμένων οὔτε αὐτῶν τῶν περὶ τῆς κατ’ οἶκον ἐρεύνης διατάξεων. Ἐὰν δὲ ὁ ἐμὸς συνάδελφος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, καθ’ ὃν χρόνον ἤμεθα ἐν τῇ ἀρχῇ, μετέθεσε 340 ἀστυνόμους, δὲν ἠδύνατο νὰ μὴ τὸ πράξῃ, ἐὰν σπουδαίως ἐπεθύμει νὰ καταστήσῃ τὴν ἀστυνομίαν ἀνεξάρτητον τῆς πολιτικῆς, διότι ἦτο κατασκεύασμα τῆς πολιτικῆς καὶ ὑποχείριος αὐτῆς ἡ ἀστυνομία, καθ’ ὃν χρόνον ἀνελάβομεν τὴν ἀρχήν. Ἐὰν πρὸ τοῦ χρόνου ἐκείνου τῶν ἀστυνόμων ἡ τοποθέτησις ἐγίγνετο κατὰ τὴν θέλησιν τῶν φίλων τῶν Ὑπουργῶν, καὶ διωρίζοντο μόνον ἐκεῖνοι, οἵτινες ἤρεσκον εἰς τοὺς φίλους τῆς Κυβερνήσεως, ἡμεῖς ἀπηλλάξαμεν τὴν ἀστυνομίαν καὶ τὴν χωροφυλακὴν πάσης ἐπιδράσεως τῶν φίλων ἡμῶν. Καθ’ ὃν δὲ χρόνον ὁ ἐμὸς συνάδελφος Βουλευτὴς ἐξ Οἰτύλου διεχειρίζετο τὴν διοίκησιν τῆς ἀστυνομίας, δὲν ὑπάρχει παράδειγμα, ὅτι ἔστερξέ ποτε νὰ τοποθετήσῃ ἀστυνόμον ἐκεῖνον, τὸν ὁποῖον οἱ ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ φίλοι ἡμῶν ὑπεδείκνυον. Τοῦτο δὲν ἔπραττον οἱ Ὑπουργοὶ, εἰς τοὺς ὁποίους μεθ’ ἡμᾶς ἐνεπιστεύθη ὁ Βασιλεὺς τὴν διοίκησιν, οἱ ἀστυνόμοι δὲ καὶ οἱ εἰρηνοδίκαι διωρίζοντο καὶ ἐτοποθετοῦντο κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον, καθ’ ὃν διωρίζοντο καὶ ἐτοποθετοῦντο οἱ τελῶναι καὶ οἱ ἄλλοι ἐν ταῖς ἐπαρχίαις ὑπάλληλοι, οἵτινες καὶ διατηροῦνται ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ, καίπερ παρεκτρεπόμενοι, ἕνεκα τῆς συνδρομῆς καὶ προστασίας, τὴν ὁποίαν οἱ φίλοι τοῦ Ὑπουργείου παρέχουσι πρὸς αὐτούς. Ὁ κ. πρώην Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου κρίνει, ὅτι συμφέρει αὐτῷ νὰ συγκινῇ τοὺς ἀκούοντας. Καὶ ὄντως κατώρθωσε νὰ συγκινήσῃ τὴν Βουλὴν κατὰ τὰς ἡμέρας ἐκείνας τοῦ Νοεμβρίου, διηγούμενος τὰς ἐπιθέσεις, αἵτινες ἐγένοντο κατ’ αὐτοῦ, καὶ ζητῶν ὄχι νὰ δικαιολογήσῃ τὴν πολιτείαν του, ἀλλὰ νὰ κινήσῃ ὑπὲρ ἑαυτοῦ τὴν συμπάθειαν τῶν ἀκουόντων. Καὶ προχθὲς, ὅτε ἦτο ἐν Κερκύρᾳ, προσεπάθησεν ὡσαύτως νὰ συγκινήσῃ τοὺς συμπολίτας του, παριστῶν, ὅτι ἡμεῖς ὑβρίζομεν τὴν Κέρκυραν καὶ τοὺς Κερκυραίους, διότι ἐφημερὶς συμπαθὴς πρὸς ἡμᾶς ὠνόμαζεν αὐτὸν Βουλευτὴν ἐκ Κερκύρας καὶ Πρωθυπουργὸν ἐκ Κερκύρας. Δὲν γνωρίζομεν, ἂν κατώρθωσέ τι ἐν Κερκύρᾳ διὰ τῆς τακτικῆς του ταύτης, ἀλλὰ βεβαίως ἤλπιζε κέρδος τι καὶ πρὸ μικροῦ, ὅτε σᾶς ἔλεγεν, ὅτι ὑβρίζομεν τοὺς πολίτας τῆς Ἑπτανήσου, διότι ἐμνήσθημεν τῶν πρὸ τῆς ἑνώσεως τῆς Ἑπτανήσου μετὰ τῆς Ἑλλάδος κρατούντων ἐν Ἑπτανήσῳ συνταγματικῶν θεσμῶν. Ἀλλ’ ἡμεῖς οὐ μόνον δὲν ὑβρίζομεν τὰς Ἰονίους νήσους, ἀλλὰ μετ’ εὐγνωμοσύνης καὶ θαυμασμοῦ ἀναμιμνησκόμεθα τὴν φιλοπατρίαν, ἣν οἱ συμπολῖται ἡμῶν τοῦ Ἰονίου ἔδειξαν, καὶ ἥτις δύναται νὰ χρησιμεύσῃ ὡς παράδειγμα διὰ τοὺς ἄλλους Ἕλληνας, ὅσοι δὲν ἡνώθησαν ἀκόμη μετὰ τῆς Ἑλλάδος. Νομίζει τις, ὅτι ἡμεῖς ἐλησμονήσαμεν τὴν αὐταπάρνησιν καὶ τὸν ἡρωϊσμὸν τῶν Κεφαλλήνων τοῦ 1848, ἢ τὴν εὐσταθῆ καὶ ἀδυσώπητον πολιτείαν τῶν Κοινοβουλίων τῶν Ἰονίων νήσων, τὰ ὁποῖα ἡρωϊκῶς τῇ ἀληθείᾳ ἀνθίσταντο κατὰ τῆς κραταιᾶς Δυνάμεως, τῆς προστατευούσης τὰς Ἰονίους; Προσδιορίζομεν τὸν τόπον τοῦ πρώην κυρίου Πρωθυπουργοῦ, διὰ ν’ ἀποφύγωμεν ν’ ἀναφέρωμεν τὸ ὄνομα αὐτοῦ, διότι καὶ ἐν τῇ δημοσιογραφίᾳ κανὼν εὐπρεπείας ἐπιβάλλει νὰ μὴ ἀναφέρωνται τὰ ὀνόματα, πολλῷ δὲ περισσότερον ἐν τοῖς Κοινοβουλίοις κατὰ τὰς συζητήσεις ὁ κανὼν οὗτος κρίνεται ὑποχρεωτικός. Ὁ κύριος Βουλευτὴς ἐκ Κερκύρας ἀπορεῖ διατὶ μνημονεύομεν πάντοτε τοῦ Συντάγματος, καὶ ἐπικαλούμεθα τὰς διατάξεις αὐτοῦ καὶ τὰς ὑπ’ αὐτοῦ τεθειμένας ἀρχάς. Ἀλλὰ πῶς νὰ μὴ ὁμιλῶμεν περὶ Συντάγματος, ὅταν σεῖς παραπονῆσθε κατὰ τῶν διατάξεων τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς, ἀναφερόμενοι εἰς σχέδιον, τὸ ὁποῖον φίλος ὑμῶν προέβαλεν ἐν τῇ Βουλῇ, σχέδιον, τὸ ὁποῖον ἐπενοήθη, ἵνα περιορίσῃ, — τί λέγω; — ἵνα καταργήσῃ τὸ δικαίωμα, ὅπερ ἔχομεν ἕκαστος ἐξ ἡμῶν κατὰ πᾶσαν συζήτησιν νὰ ἐπικρίνῃ τὰς πράξεις τῶν Ὑπουργῶν καὶ τὴν ἀνικανότητα αὐτῶν, νὰ ζητῇ τὴν τήρησιν τῶν διατάξεων τοῦ Συντάγματος, ζητῶν νὰ βεβαιωθῇ ἡ ὑπάρχουσα κατὰ τὴν ἔναρξιν καὶ τὴν διάρκειαν τῶν συνεδριάσεων ἀπαρτία τῆς Βουλῆς, οἵαν ὥρισεν αὐτὴν τὸ πολίτευμα; Κατὰ τὸ 1874 ἐπρόκειτο ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἐκλόνισε τὴν ἐσωτερικὴν τάξιν τῆς Ἑλλάδος, ἀλλὰ τότε δὲν ἐζήτει νὰ διαστρέψῃ τὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος, οὐδὲ νὰ κυρώσῃ ἢ νὰ ἀνεχθῇ πλαστὴν ἀπαρτίαν, ὁ φιλόπατρις Βουλευτὴς Καλαβρύτων, οὗ τὸ ὄνομα φέρει ὁ νῦν Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλ’ ἐφώνει ἐκεῖνος, ὅτι, ἀφοῦ τὸ Σύνταγμα ἀπαιτεῖ καὶ ἐπιβάλλει εἰς τὴν Βουλὴν νὰ μὴ δύναται νὰ συζητῇ καὶ ἀποφασίζῃ ἄνευ τῆς παρουσίας τοῦ ἡμίσεος πλέον ἑνὸς τῶν Βουλευτῶν, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ ἔχωμεν δικαίωμα ἡμεῖς οἱ Βουλευταὶ κατὰ πᾶσαν στιγμὴν νὰ πληροφορώμεθα, ἂν ὑπάρχει ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἀπῄτησεν αὐτὸ τοῦτο τὸ Σύνταγμα, καὶ νὰ βεβαιώμεθα περὶ τούτου; Αὐτὸ τὸ δικαίωμα ἠθέλησαν νὰ μᾶς ἀκρωτηριάσωσιν οἱ φίλοι τῆς Κυβερνήσεως διὰ τοῦ σχεδίου, τὸ ὁποῖον προέβαλον, παραπονούμενοι κατὰ τοῦ Κανονισμοῦ. Καὶ μᾶς προβάλλουσιν ὡς παράδειγμα τὴν Ἀγγλίαν, καὶ μᾶς λέγουσιν, ὅτι ἐν Ἀγγλίᾳ ἐζητήθη καὶ ἐψηφίσθη περιορισμὸς τοῦ Κανονισμοῦ. Ἀλλ’ ὑπάρχουσιν ἐν Ἀγγλίᾳ παραδείγματα διοικήσεως τοιαῦτα, οἷά εἰσιν ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ῥυπαίνουσι τὴν ἱστορίαν τῶν νεωτέρων χρόνων τῆς χώρας ἡμῶν; Εὑρίσκεται ἐν Ἀγγλίᾳ περίπτωσίς τις, ἕνεκα τῆς ὁποίας ἀπηύδησαν οἱ Ἄγγλοι διαμαρτυρόμενοι κατὰ τῶν ἀθεμιτουργημάτων, κατὰ τῆς αὐθαιρεσίας καὶ τῆς βίας, κατὰ τῶν βιαιοπραγιῶν καὶ τῶν τραυμάτων, κατὰ τῆς κακοηθείας καὶ τῆς ὕβρεως πρὸς τὴν τιμὴν τῶν γυναικῶν καὶ τῶν οἰκογενειῶν, κατὰ τῶν ἐγκλημάτων παντοίου εἴδους, οἷα διαπράττονται παρ’ ἡμῖν; Εἰς ποίαν περιφέρειαν τοῦ Ἀγγλικοῦ Κράτους διεπράχθησαν τὰ συμβάντα τῆς Βλαχοκερασιᾶς; Εἰς ποίαν περιφέρειαν εὐρωπαϊκοῦ Κράτους παρέστη Νομάρχης ζητῶν ἐκ παντὸς τρόπου νὰ ἐπιβάλῃ τὸν υἱόν του ὡς ἀστυνόμον ἐν τῇ πρωτευούσῃ; Εἰς ποῖον μέρος τοῦ Ἀγγλικοῦ Κράτους συνέβη, οἱ ἀστυνόμοι, λόγῳ δικαιώματος χορηγηθέντος αὐτοῖς ὑπὸ νόμου νὰ δύνανται νὰ λάβωσι μικρὰν ἀμοιβὴν διὰ ζῷα συλλαμβανόμενα ἐν ἀπηγορευμένῳ μέρει, νὰ λῃστεύωσι τοὺς ποιμένας καὶ τοὺς κυρίους τῶν ζῴων, καὶ νὰ λεηλατῶσι τὰ ποίμνια αὐτῶν, καὶ νὰ διαρπάζωσι τὰ σκεύη αὐτῶν; Εἰς ποῖον μέρος τοῦ Ἀγγλικοῦ Κράτους, ἐν αὐτῷ ἔτι τῷ Λονδίνῳ, ἠκούσθη νὰ διαπραχθῶσιν, οἷα διεπράχθησαν ἐνταῦθα, καὶ τὰ ὁποῖα διεφημίσθησαν καὶ ἐν αὐτῇ τῇ Βουλῇ ὡς διαπραχθέντα ὑπὸ ἀστυνομικῶν ὀργάνων τῆς πόλεως Ἀθηνῶν; Ἐνθυμοῦμαι, καὶ ἀντηχοῦσιν ἔτι εἰς τὰς ἀκοάς μου οἱ λόγοι τοῦ μακαρίτου Β. Βαρότση, τοῦ συναδέλφου ἡμῶν καὶ ἐμοῦ φίλου, ὅτε περιέγραφε τὰς σχέσεις ἀστυνόμων ἐν Ἀθήναις μετὰ δυσωνύμων οἴκων! Παραπονοῦνται, ὅτι ὁμιλοῦμεν περὶ Συντάγματος, ὡς ἂν ἐδημιουργοῦμεν ἡμεῖς λόγους ἢ περιστάσεις ἐμποιούσας εἰς ἕκαστον τὴν ὑπόνοιαν, ὅτι δὲν ὑπάρχει εἰλικρίνεια περὶ τὴν ἐφαρμογὴν αὐτοῦ. Πῶς νὰ σιωπῶμεν, ὅταν δὲν παύωσιν ὁμιλοῦντες περὶ τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς; Διατί; Αἱ διατάξεις τοῦ Κανονισμοῦ, αἵτινες σᾶς ταράττουσι, σᾶς παρεκώλυσαν ποτὲ ἀπὸ τὰ νομοθετικὰ ἔργα σας; Μήπως ἀξιοῦτε νὰ ψηφίζητε περισσοτέρους νόμους ἀπὸ τοὺς ψηφιζομένους κατὰ πᾶσαν Σύνοδον; Ὑπάρχει Κοινοβούλιον, εἰς τὸ ὁποῖον νὰ ψηφίζωνται ἑκατοστύες νόμων, ὡς ψηφίζονται παρ’ ἡμῖν; Εἰς τί παρεκώλυσαν τὸ νομοθετικὸν ἔργον σας τὰ δικαιώματα, τὰ ἀπονεμόμενα ὑπὸ τοῦ Κανονισμοῦ εἰς τοὺς Βουλευτάς; Ἑκατὸν δέκα τέσσαρα νομοσχέδια ἐψηφίσαμεν κατὰ τὴν ἔκτακτον Σύνοδον τοῦ 1899–1900, ἑκατὸν ἑπτὰ ἐψηφίσαμεν κατὰ τὴν Αʹ Σύνοδον, ἑβδομήκοντα τρία κατὰ τὴν Βʹ Σύνοδον. Τί ἐπράξατε; Ποῖα ἀγαθὰ προσεπορίσατε εἰς τὸν δυστυχῆ τόπον, ὅστις οὐδὲ τὴν ἀσφάλειάν του ἠδυνήθη ν’ ἀποκτήσῃ; Καὶ ποῖα τὰ Κράτη τῆς Εὐρώπης, τὰ ὁποῖα ἔχετε τὸ θάρρος νὰ ἐπικαλῆσθε ὡς παράδειγμα; Πῶς κυβερνῶνται, πῶς διοικοῦνται αἱ χῶραι ἐκεῖναι, ἐν αἷς καὶ τὸ πολίτευμα δὲν ὑπονομεύεται, καὶ οἱ νόμοι ἐκτελοῦνται, καὶ ἡ διοίκησις λειτουργεῖ ἐν ἁρμονίᾳ, ὡς ἂν ἦτο ὡρολόγιον; Προεξελέγχεται ἐκεῖ ὁ Προϋπολογισμὸς, καὶ αἱ ἐπιτροπαὶ ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ εἰσάγουσι τὰς ἐκθέσεις των, καθ’ ὃν τρόπον προεξηλέγχθησαν παρ’ ἡμῖν κατὰ τὰ ἔτη ταῦτα οἱ Προϋπολογισμοὶ, καὶ εἰσήχθησαν εἰς τὴν ἡμετέραν Βουλὴν τῶν ἐπιτροπῶν ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ αἱ ἐκθέσεις; Ἡμεῖς ἀναγκαζόμεθα νὰ σπεύδωμεν κατὰ τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, οὐδὲ μᾶς ἀφίνεται χρόνος, ἵνα ἐξονυχίζωμεν ἑκάστην δαπάνην μέχρι καὶ αὐτῶν τῶν λεπτῶν, ἀφοῦ ἁρμόζει εἰς τὸ Κράτος τοῦτο νὰ ἐξονυχίζῃ ἑκάστην δαπάνην μέχρι τῶν λεπτῶν, διότι εἴμεθα πτωχοὶ, διότι ἔχομεν πολλὰς ἀνάγκας καὶ ὀλίγα μέσα. Καὶ δὲν ἔχομεν λόγον, δὲν ἔχομεν ἀφορμὴν νὰ ὁμιλῶμεν περὶ Συντάγματος, ὅταν σήμερον ἔτι ἀναμιμνήσκησθε τὸ Ἀρχηγεῖον τῆς χωροφυλακῆς, τὸ ὁποῖον εἶχε καταστῆ ἀρχὴ ἀνεύθυνος, μὴ ὑποκειμένη εἰς οὐδένα ἔλεγχον καὶ μὴ ὑπέχουσα οὐδεμίαν εὐθύνην; Τότε οἱ Βουλευταὶ ἐπηρώτων ἐνταῦθα τοὺς Ὑπουργοὺς διὰ παρεκτροπὰς ἀστυνόμων, καὶ οἱ Ὑπουργοὶ ἀπεκρίνοντο, ὅτι δὲν γνωρίζουσι τί τρέχει. Τότε κατεδικάζοντο ὑπὸ τοῦ Πλημμελειοδικείου ἀστυνόμοι ἐπὶ παραβάσει νόμων, καὶ τὴν ποινὴν αὐτῶν δὲν ἐξέτιον! Καὶ ἡμεῖς ὁμιλοῦμεν ἄνευ ἀφορμῆς, ὅταν προσπάθεια πανταχοῦ καταβάλληται, ἵνα ἡ ἁρμοδιότης τῶν ὑπευθύνων περιορίζηται καὶ περιστέλληται μειουμένη, ἀντὶ τούτου δ’ ἐκτείνεται ἡ ἁρμοδιότης ἐκείνων, οἵτινες δὲν δύνανται νὰ φέρωσιν εὐθύνην πραγματικήν; Αὐτὸς ὁ νόμος τῆς Γενικῆς Διοικήσεως δὲν τυγχάνει τοιοῦτος; Ἀφήρεσαν δι’ αὐτοῦ ἔργα, τὰ ὁποῖα ἀνήκουσιν εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, κατὰ τὸ Διάταγμα τῆς 3/15 Ἀπριλίου 1833, ὅπερ ἐπεκαλέσθη προχθὲς ὁ ἐκ Κυθήρων Βουλευτὴς, καὶ ὑπήγαγον αὐτὰ εἰς τὴν Γενικὴν Διοίκησιν τοῦ στρατοῦ. Δὲν περιώρισαν τοιουτοτρόπως τὴν εὐρεῖαν περιφέρειαν τῶν ὑπευθύνων Ὑπουργῶν, ἐκτείνοντες τὴν ἁρμοδιότητα τῶν μὴ ὑπευθύνων; Καὶ λέγω τοῦτο, ὄχι διότι νόμῳ ὁ Γενικὸς Διοικητὴς τοῦ στρατοῦ δὲν εἶναι ὑπεύθυνος, ἀλλὰ διότι πρὸ τῆς ὑψηλῆς θέσεως ἐκείνου, τὸν ὁποῖον ἀνεβίβασαν εἰς τὴν ἀρχὴν ταύτην, ὠχριᾷ πᾶσα εὐθύνη. Καὶ εἰς αὐτὰς τὰς λεπτοτάτας πράξεις τῆς διοικήσεως, τὰς πλέον ἀσημάντους, θέλετε ἰδεῖ, ὅτι πολλαχοῦ ἐλησμονήθησαν αἱ διατάξεις τοῦ Συντάγματος, ἵνα δημιουργηθῇ μικρά τις ταπεινὴ ὠφέλεια, τὴν ὁποίαν ὁ μικροκομματισμὸς ἀπῄτει, καὶ ἡ μεγάλη ἐνδοτικότης τῶν κυβερνώντων ἐπέτρεπεν! Ἀλλὰ διατὶ ὁμιλεῖτε περὶ τῆς Γενικῆς Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ; Ὁμιλοῦμεν διότι, καὶ ἂν ἦτο δυνατὸν τοιαύτη τις ἀρχὴ νὰ κατασταθῇ ποτε, εἰς τὴν ἀρχὴν ταύτην δὲν ἔπρεπε νὰ ἐγκαταστῇ ὁ Διάδοχος τοῦ Θρόνου, ἡ Α. Βασιλικὴ Ὑψηλότης. Διατί; Διότι ἡ λειτουργία τῆς Γενικῆς Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ καταστήσῃ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον μᾶς προεβάλλετε, ὅτι θέλομεν δι’ αὐτῆς ἀποκτήσει, ὅτε μᾶς προετρέπετε νὰ ψηφίσωμεν τὸν νόμον περὶ Γενικῆς Διοικήσεως. Διατὶ ἡ Γενικὴ Διοίκησις τοῦ στρατοῦ δὲν ἔφερε τὰ ἐπαγγελθέντα ἀποτελέσματα; Ὁ πρώην Πρωθυπουργὸς σᾶς τὸ εἶπε· διότι δὲν ἔχομεν χρήματα. Ἀλλὰ σεῖς ἐγνωρίζετε, ὅτι ὑπῆρχον χρήματα, ὅτε ἐπροτείνετε τὸν νόμον; Ἂν ἐνομίζετε ἔκτοτε, ὅτι διὰ τοῦ νόμου τοῦ στρατολογικοῦ, ἠδύνασθε νὰ προμηθευθῆτε τὰ χρήματα, διατὶ δὲν ἐπροτείνετε πρῶτον τὸν νόμον περὶ στρατολογίας, ὅπως ἀποκτήσητε τὰ μέσα, καὶ ἀφοῦ ἐπείθεσθε, ὅτι διὰ τοῦ στρατολογικοῦ νόμου ἀπεκτᾶτε τὰ ἀναγκαῖα χρήματα, τότε νὰ προτείνητε τὸν νόμον περὶ Γενικῆς Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ; Σεῖς κατεστήσατε Γενικὸν Διοικητὴν πρόσωπον τοσούτῳ σεβαστὸν, ἀφήκατε δὲ αὐτὸ ἄνευ τῆς ὀφειλομένης ἐπικουρίας, καὶ βλέπετε αὐτὸ μὴ δυνάμενον νὰ πράξῃ τι, μένον μὲ ἐσταυρωμένας τὰς χεῖρας, οὕτω δὲ ἐδημιουργήσατε κατάστασιν, καθ’ ἣν δύνανται νὰ ἐρωτῶσιν οἱ πολλοί: «Λοιπὸν ποῦ εἶναι ὁ στρατὸς, τὸν ὁποῖον μᾶς ἐλέγετε, ὅτι θὰ διοργανώσῃ ὁ Διάδοχος;» Ὅταν δὲ λέγητε, ὅτι ὁ νόμος περὶ γενικῆς στρατολογίας θέλει παραγάγει τὰ ἀναγκαῖα μέσα πρὸς καταρτισμὸν τοῦ στρατοῦ, δὲν σπουδαιολογεῖτε. Δὲν πιστεύω ὁ Βουλευτὴς ἐκ Κερκύρας νὰ ἦναι τοσοῦτον ἁπλοῦς, ὥστε νὰ μὴ ἐννοῇ, ὅτι ὁ νόμος περὶ γενικῆς στρατολογίας δὲν θὰ προσδώσῃ εἰς ἡμᾶς οὔτε ἓν ἑκατομμύριον, πολλῷ δὲ μᾶλλον δὲν θέλει παραγάγει τὰ ἑκατομμύρια, ὅσα ἀπαιτοῦνται πρὸς ὀργάνωσιν καὶ καταρτισμὸν στρατοῦ. Τί θέλει μᾶς φέρει ὁ νόμος περὶ στρατολογίας; Ἐλπίζετε, ὅτι δι’ αὐτοῦ θέλετε δυνηθῆ νὰ στρατολογήσητε ἀριθμὸν ἀνδρῶν περισσότερον κατ’ ἔτος ἀπὸ ἐκεῖνον, τὸν ὁποῖον στρατολογοῦμεν ἤδη διὰ τῆς μειώσεως τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἐξαιρέσεων καὶ ἀπαλλαγῶν; Ἀλλὰ μειοῦντες τὸν ἀριθμὸν τῶν ἐξαιρέσεων καὶ ἀπαλλαγῶν, πόσους ἄνδρας θέλετε προσθέσει εἰς τὸν στρατόν; Ἑκατὸν, διακοσίους, τριακοσίους. Καὶ σᾶς ἀρκοῦν τριακόσιοι ἢ πεντακόσιοι ἄνδρες, διὰ νὰ καταρτίσητε μονάδας πλήρεις, ὅπως ἀσκῆτε αὐτὰς καὶ καταρτίσητε στρατόν; Καὶ ἐὰν ἐλαττώσητε τὰς ἐξαιρέσεις, διὰ νὰ αὐξήσητε τὸν στρατὸν κατά τινας ἑκατοντάδας, δὲν θέλετε ἐλαττώσει τὰ ἐκ τῶν διατάξεων τοῦ περὶ στρατολογίας νόμου εἰσπραττόμενα νῦν ἔσοδα, τὰ ἀντισηκώματα; Ἐγὼ βεβαίως δὲν εἶμαι ὑπὲρ τῶν ἐξαιρέσεων, ὁσάκις δὲ προετάθη τὸ ζήτημα τοῦτο, ἤμην κατὰ τοῦ πολλαπλασιασμοῦ αὐτῶν· ἀλλὰ τέλος πάντων νῦν ὑπάρχουσι, μᾶς λέγουσι δ’ ὅτι, ἂν περιορίσωμεν τὸν ἀριθμὸν τῶν ἐξαιρέσεων, τότε θέλομεν ἔχει μονάδας πολυαρίθμους, καὶ θέλομεν εὐκολύνει τὴν ἐξάσκησιν τοῦ στρατοῦ· ἀλλὰ τοῦτο δὲν εἶναι ἀκριβές. Ἡμεῖς ἔχομεν σύστημα στρατολογικὸν, τὸ ὁποῖον εἰσήχθη κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη πολλαχοῦ τῆς Εὐρώπης, εἶναι δὲ ὄντως τὸ καταλληλότερον διὰ τὰ Κράτη τὰ μὴ πλούσια, εἶναι σύστημα οἰκονομικόν. Ὁμιλοῦσι περὶ τοῦ συστήματος τοῦ Ἐλβετικοῦ, ἀλλ’ ἂν δὲν δύναμαι νὰ εἴπω, ὅτι τὸ κρατοῦν στρατολογικὸν σύστημα εἶναι ὅμοιον πρὸς τὸ Ἐλβετικόν, κρίνω ὅμως, ὅτι προσομοιάζει μᾶλλον πρὸς αὐτὸ ἢ πρὸς πᾶν ἄλλο σύστημα στρατοῦ μονίμου. Τὸ κρατοῦν σύστημα παρασκευάζει στρατὸν οὐχὶ μόνιμον, ἀλλὰ στρατὸν ἐφεδρείας· ἀλλὰ τοιούτου στρατοῦ ὁ καταρτισμὸς ἀπαιτεῖ τὴν ἄσκησιν τῆς ἐφεδρείας, ἵνα μὴ ἡ ἐφεδρεία, καλουμένη ὑπὸ τὰς σημαίας, παριστᾷ ἀριθμὸν ἐνόπλων ἀνδρῶν, ἀλλ’ ἀριθμὸν στρατιωτῶν. Ἀλλὰ πῶς θέλετε τὸ σύστημα τοῦτο νὰ λειτουργῇ παρ’ ἡμῖν, ἀφοῦ οὐδὲν ἔχετε ἐξ ἐκείνων, τὰ ὁποῖά εἰσιν ἀναγκαῖα, καὶ τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ ἔχητε διὰ νὰ συγκαλέσητε 50,000 ἐφέδρους, καὶ διὰ νὰ ἐξασκήσητε αὐτούς; Εἴτε στρατιωτικὰς περιφερείας ἂν ἀποφασίσητε νὰ δεχθῆτε, εἴτε εἰς ἓν κέντρον ἂν προταθῇ νὰ συγκαλέσητε καὶ ἀσκήσητε αὐτοὺς, ἐλλείπει ὁ ἱματισμὸς, ἐλλείπουσι τὰ ὅπλα. Ἀλλὰ μήπως ἔχετε καὶ γυμναστάς; Ποῖον λοιπὸν ἔχουσι θάρρος, λέγοντες, ὅτι διὰ τοῦ νόμου τοῦ στρατολογικοῦ θέλομεν ἀποκτήσει χρήματα, καὶ τότε θέλει δυνηθῆ ἡ Γενικὴ Διοίκησις νὰ καταρτίσῃ τὸν στρατόν;
§103Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Δὲν εἶπον αὐτό.
§104Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τὸ ζήτημα, ποῖον ἀστυνομικὸν σύστημα ἁρμόζει εἰς τὴν Ἑλλάδα, δὲν τίθεται σήμερον ὑπὸ συζήτησιν, οὐδὲ πρέπει νὰ εἰσέλθωμεν εἰς λεπτομερείας διὰ νὰ συζητήσωμεν αὐτὸ, κατὰ μείζονα δὲ λόγον δὲν ἐκαλούμεθα νὰ ἐξετάσωμεν τὸ παρελθόν. Μᾶς παρέσυρεν ὁ Βουλευτὴς ἐκ Κερκύρας εἰς θέματα, τὰ ὁποῖα ἦσαν ἐκτὸς τοῦ προκειμένου, γενόμενος αἴτιος νὰ ἀπολεσθῶσιν αἱ ὧραι, αἱ ὁποῖαι κατηναλώθησαν εἰς συζητήσεις τοιαύτας, ἴσως διὰ νὰ παραπονῶνται οἱ περὶ αὐτὸν κατόπιν καὶ λέγωσιν, ὅτι δὲν ψηφίζομεν ἐν τρισὶν ἡμέραις τὸν Προϋπολογισμόν. Ἡμεῖς βεβαίως δὲν θέλομεν ποτὲ παραλείψει τὰ καθήκοντα, τὰ ὁποῖα ὁ ὅρκος ἡμῶν μᾶς ἐπιβάλλει, οὐδὲ τὸ καθῆκον νὰ συζητῶμεν καὶ ἐξονυχίζωμεν τὰ τιθέμενα ὑπὸ τὴν ψῆφον ἡμῶν ζητήματα, διότι ἔχομεν εὐθύνην πρὸς τοὺς ἐντολεῖς ἡμῶν καὶ πρὸς τὴν πατρίδα μας· ἐφ’ ὅσον δὲ τὰ μεγάλα συμφέροντα τοῦ Κράτους τίθενται ἐν ἀμφιβόλῳ, καὶ ἂν δὲν τίθενται πράγματι ἐν ἀμφιβόλῳ, ἐφ’ ὅσον αἱ κατὰ μέρος πράξεις τῶν κυβερνώντων προάγουσιν ἡμᾶς εἰς τοιαύτας ἀμφιβολίας, οὐδέποτε θέλομεν ἐγκαταλίπει τὰς τάξεις, εἰς τὰς ὁποίας τὸ συμφέρον τῆς χώρας μᾶς ἔταξε.
§105ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως ὁ κύριος Βιτάλης ἔχει τὸν λόγον... Παραιτεῖσθε τοῦ λόγου, κ. Βιτάλη;
§106Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Ὄχι, ὄχι.
§107ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, παρακαλῶ.
§108ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι ὁ κύριος Βιτάλης.
§109Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Ὑποχωρῶ.
§110ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ἐνῷ τοσοῦτος ἐγένετο λόγος περὶ δημοσίας ἀσφαλείας καὶ περὶ ἀστυνομίας στρατιωτικῆς καὶ περὶ Γενικῆς Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ, δὲν γνωρίζω, ἂν δυνάμεθα νὰ ἤμεθα ἀσφαλεῖς καὶ εἰς τοὺς οἴκους μας. Ἔναυλος εἶναι εἰς τὰς ἀκοὰς ὑμῶν ἡ καταγγελία ἡ πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν ἐκτυλιχθεῖσα ἐντεῦθεν κατὰ τοῦ ἐν Τριπόλει Εἰσαγγελέως Θεοδώρου. Γνωρίζετε βεβαίως τηλεγράφημα, τὸ ὁποῖον ἐνεχείρισα εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης τὴν ἡμέραν ἐκείνην, καὶ τὸ ὁποῖον ἐδείκνυεν, ὅτι ὁ Εἰσαγγελεὺς ἐκεῖνος, μένεα πνέων κατὰ τοῦ μηνυτοῦ του, ἠθέλησεν ἀθλίως καὶ ἀνάνδρως νὰ προσβάλῃ αὐτὸν, ποιούμενος χρῆσιν πρὸς τοῦτο τῆς Εἰσαγγελικῆς ἐξουσίας. Ἤδη λαμβάνω τηλεγράφημα, αὐτὴν μάλιστα τὴν στιγμήν, ὅτι ὁ ἄθλιος ἐκεῖνος Εἰσαγγελεὺς διέταξεν ἀστυνομικὰ ὄργανα, καὶ ταῦτα ὑπακούσαντα εἰς παράνομον διαταγὴν εἰσήλασαν εἰς τὸν οἶκον τοῦ μηνυτοῦ του δικηγόρου καὶ πρώην Βουλευτοῦ κυρίου Καλούτση...
§111ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἀναγνώσατε τὸ τηλεγράφημα.
§112ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, θὰ ἀναγνώσω ὁλόκληρον τὸ τηλεγράφημα, ἵνα πεισθῇ ἡ Βουλή, ὁποῖον Εἰσαγγελέα ἐξακολουθεῖ νὰ διατηρῇ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, καὶ ὁποῖον Εἰσαγγελέα ἐξακολουθεῖ νὰ συντρέχῃ εἰς τὸν τόπον του ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν. Ἰδού, Κύριοι, τί βεβαιοῖ τὸ τηλεγράφημα (ἀναγινώσκει): «Ταύτην τὴν στιγμὴν ἀστυφύλακες, εἰσβαλόντες εἰς δικηγορικόν μου γραφεῖον, ἀφήρπασαν, κατὰ διαταγὴν Εἰσαγγελέως, ὡς εἶπον ὑπαλλήλῳ μου, καταξεσχίσαντες διάφορα ἔγγραφα γραφείου μου, ἐν οἷς καὶ ἀναφορὰν ὑπογεγραμμένην ὑπὸ πολιτῶν, ἐπιδοκιμάζουσαν στάσιν ἐν Βουλῇ βουλευτῶν Ἀλεξάκη, Βοζίκη Μπακοπούλου. Ὑπάλληλός μου συλληφθείς, Μορφωνιὸς ὀνόματι, οὐδέποτε οὔτε κατηγορήθη, οὔτε κατηγορεῖται, οὔτε ἔνταλμα συλλήψεως ὑπάρχει, οὔτε ὑπεδείχθη ζητηθέν. Τέλος φαίνεται, ὅτι Εἰσαγγελεὺς ἀπεφάσισε φυλακίσῃ ὅλους μας. Ὑπάρχουσι νόμοι; Εἴμεθα πολῖται Κράτους ἐλευθέρου; Ἰωάννης Καλούτσης, δικηγόρος.»
§113ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ποῖος τηλεγραφεῖ;
§114ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ὁ κ. Καλούτσης. Καὶ ὅταν τοιαῦτα αἴσχη συμβαίνωσιν εἰς τὰς πρωτευούσας τῶν νομῶν καὶ τῇ παραγγελίᾳ τῶν ἀρχῶν ἐκείνων, αἵτινές εἰσι τεταγμέναι νὰ καταδιώκωσιν τὰ ἐγκλήματα, θέλετε πλέον νὰ ἔχητε ἀσφάλειαν; Καὶ ὅτε, κύριε Πρόεδρε, ἀξιότιμοι συνάδελφοι ἀνέφερον διαφόρους λόγους, ἕνεκα τῶν ὁποίων ὁ θεσμὸς ὁ ἀστυνομικὸς δὲν ἔφερε τὰ ἀγαθὰ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα προσεδόκων οἱ πολλοὶ, παρέλειψαν— δὲν γνωρίζω διατὶ—νὰ εἴπωσι καὶ τὸν σπουδαιότερον λόγον, ὅτι δηλ. εἰς τὸ ναυάγιον τοῦ νόμου τούτου πολλὴν ὑπέχει τὴν εὐθύνην ἡ δικαστικὴ ἐξουσία, καὶ ἰδίᾳ ἡ Εἰσαγγελικὴ ἀρχή. Καὶ ὅταν μάθητε, κύριε Πρόεδρε, ὅτι οἱ Εἰσαγγελεῖς, ἰδίᾳ ὁ Εἰσαγγελεὺς Θεοδώρου ἐξέσχισε τὴν διάταξιν τοῦ Συντάγματος, καθ’ ἣν οὐδεὶς συλλαμβάνεται ἢ φυλακίζεται ἄνευ ἐντάλματος ἢ δικαστικῆς ἀποφάσεως, ἐξέσχισε τὴν διάταξιν, καθ’ ἣν εἶναι ἄσυλον ἡ κατοικία ἑκάστου προσώπου, καὶ ὅτι ἐπροστάτευσε ἰδίᾳ τοὺς ἀστυνόμους ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι καταξεσχίζουν τὰς διατάξεις αὐτὰς καθ’ ἑκάστην, τότε τί θὰ εἴπητε; Ἔχω ἐγχειρίσει μηνύσεις, κατὰ δεκάδας ἀριθμουμένας, καθ’ ὡρισμένου ἀστυνόμου, ὁ ὁποῖος συνελάμβανε πολίτας ἄνευ ἐντάλματος, ἄνευ δικαστικῆς ἀποφάσεως, κατεκράτει αὐτοὺς παρανόμως εἰς τὸ κρατητήριον τῆς ἀστυνομίας, μίαν ἡμέραν, νομίζετε; δύο; τρεῖς; οὐχί· ἀλλὰ δεκαεπτὰ ἡμέρας, καὶ κατὰ τὴν δεκάτην ἑβδόμην ὡδήγει εἰς τὸν Εἰσαγγελέα, δίκην κακούργου, τὸν πολίτην τὸν φορολογούμενον καὶ ἐστέρει αὐτὸν ἄνευ λόγου τῆς προσωπικῆς του ἐλευθερίας! Καὶ νομίζετε, ὅτι ἔθετε τέρμα εἰς τὰ δεινὰ αὐτοῦ ὁ Εἰσαγγελεὺς, εἰς τὸν ὁποῖον ἐνεχείριζε παραχρῆμα μήνυσιν ὁ παρανόμως συλλαμβανόμενος καὶ κρατούμενος; Νομίζετε, ὅτι ἐκάλει εἰς ἀπολογίαν, ἢ ἐζήτει λόγον ἀπὸ τὸν ἀστυνόμον; Οὐχὶ δυστυχῶς· ἀλλὰ διηύθυνε τὸν παρανόμως συλληφθέντα εἰς τὴν χωροφυλακὴν καὶ τὸν ἐκράτει ἑπτὰ ἀκόμη ἡμέρας, καὶ μετὰ τὰ μαρτύρια αὐτὰ ἀνέκτα τὴν ἐλευθερίαν, δυστυχὴς καὶ συντετριμμένος, ὁ πολίτης! Καὶ δὲν πρόκειται περὶ ἑνὸς μόνον· δεκάδες ὁλόκληροι πολιτῶν συνελήφθησαν καὶ κατεκρατήθησαν κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον, οὐδεμία δὲ μήνυσις ἐνηργήθη κατὰ τῶν ἀχρείων αὐτῶν ὀργάνων τῆς διοικήσεως. Καὶ πῶς θέλετε πλέον, ὅταν τοιαῦτα συμβαίνωσι, νὰ λειτουργήσωσι νόμοι, ὁποιοιδήποτε καὶ ἂν ἦναι; Ὅταν τοιούτους ὑπαλλήλους ἔχητε, ἵνα ἐπιβλέπωσι τὰ κατώτερα ὄργανα, θέλετε νὰ ἐκτελεσθῶσι νόμοι καὶ νὰ φέρωσιν ἀγαθὰ ἀποτελέσματα; Προσδοκῶ, κύριε Πρόεδρε, ν’ ἀκούσω τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ποῖα μέτρα ἔλαβε μέχρι τοῦδε διὰ τὴν ἀφόρητον ὄντως αὐτὴν κατάστασιν, ἢ τί σκέπτεται νὰ πράξῃ. Ἐπιθυμῶ τὴν ἀπάντησιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ἵνα ἴδωμεν, πῶς δυνάμεθα πλέον νὰ προστατεύσωμεν ἡμᾶς αὐτούς.
§115Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μὲ ἔκπληξιν μεγάλην ἀνέτειλεν ἡ σημερινὴ ἡμέρα δι’ ἐμὲ, διότι ἀνέγνωσα εἰς τὰς ἐφημερίδας τὸ πρωΐ, ὅτι συλλαλητήριον συνεκροτήθη ἐν Τριπόλει ὑπὲρ τοῦ Εἰσαγγελέως, καὶ ῥήτωρ τοῦ συλλαλητηρίου ἦτο συνάδελφος, ὁ ὁποῖος ἐκραύγαζε καὶ κραυγάζει κατὰ τοῦ Εἰσαγγελέως, διατυπῶν πλεῖστα ὅσα παράπονα. Διὰ τοῦτο, ὅτε εἶδον εἰς τὰς ἐφημερίδας τὸν ῥήτορα τοῦ συλλαλητηρίου, μοὶ προεκάλεσε τὸν γέλωτα, λυποῦμαι δὲ, διότι ἡ ἡμέρα αὕτη λήγει μὲ τὸ τηλεγράφημα, τὸ ἀναγνωσθὲν ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου, ἐν τῷ ὁποίῳ ἀναφέρεται καὶ τὸ ὄνομά μου. Ἐπεθύμουν νὰ μὴ λάβῃ κανεὶς τὸν κόπον νὰ προκαλέσῃ διὰ τὰς ἐν τῇ Βουλῇ πράξεις μου τὴν ἐπιδοκιμασίαν τῶν συμπολιτῶν μου. Πᾶν ὅ,τι λέγω ἢ πράττω, τὸ πράττω ἐκ μόνης καὶ ἀποκλειστικῆς μερίμνης ὑπὲρ τῶν συμφερόντων καὶ τῶν δικαίων τῶν συμπολιτῶν μου. Ὅταν οἱ συμπολῖταί μου ἀναγνώσωσι τὰ ἐν τῇ Βουλῇ λεχθέντα ὑπ’ ἐμοῦ περὶ τοῦ Εἰσαγγελέως ἐκείνου, βεβαίως θὰ ἐπευφημήσωσιν ὑπὲρ ἐμοῦ, διότι οὔτε μίαν λέξιν, οὐδ’ ἓν στοιχεῖον θὰ εὕρωσιν ἀνακριβῆ. Ἐξέθηκα ἐν τῇ Βουλῇ πᾶν ὅ,τι εἶναι πασίγνωστον ἐν Τριπόλει, πᾶν ὅ,τι εἶναι πασίγνωστον ὅπου ὑπηρέτησεν ὁ Εἰσαγγελεὺς ἐκεῖνος, καὶ ἐξέθηκα ταῦτα, εὑρεθεὶς ἀπέναντι ῥητῆς προκλήσεως τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, τὰ ἐξέθηκα ἐνώπιον τοῦ Εἰσαγγελέως τῶν Ἐφετῶν, διότι, ὅτε ἠρωτήθην παρ’ αὐτοῦ, δὲν ἠδυνάμην νὰ ψευσθῶ πρὸς αὐτὸν, τὰ ἐξέθηκα κατ’ ἀνάγκην. Ὑποθέτω λοιπὸν, ὅτι, ὅταν οἱ συμπολῖταί μου ἀναγνώσωσι πᾶν ὅ,τι ἐν τῇ Βουλῇ εἶπον, βεβαίως θέλουσιν ἐπιδοκιμάσει τὴν διαγωγήν μου κατὰ τὰς προσεχεῖς ἐκλογὰς, ὅπως τὴν ἐπεδοκίμασαν καὶ κατὰ τὰς παρελθούσας, ὅτε εὑρέθην μεμονωμένος, ἀντιμέτωπος ἀπέναντι ἐκλογικοῦ συνδυασμοῦ, τοῦ ἰσχυροτέρου τῶν ὅσων ἐν Ἑλλάδι ἐγένοντό ποτε, καὶ τοῦ ὁποίου προΐστατο ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ἐλπίζω δὲ, ὅτι, ἀπέναντι τοιούτου ἐκλογικοῦ συνδυασμοῦ θέλω εὑρεθῆ καὶ κατὰ τὰς προσεχεῖς ἐκλογὰς, καὶ ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι οἱ συμπολῖταί μου τότε, καλούμενοι νὰ κρίνωσι περὶ τῶν πράξεών μου, θέλουσιν ἐπιδοκιμάσει καὶ τὰς πράξεις μου καὶ τὴν πορείαν μου τὴν πολιτικὴν, ὅπως καὶ κατὰ τὰς παρελθούσας ἐκλογάς.
§116Γ. ΡΑΔΙΝΟΣ. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ ζήτημα περὶ τοῦ Εἰσαγγελέως Τριπόλεως, ἐγὼ δὲν θὰ εἰσέλθω εἰς τὴν συζήτησιν περὶ τοῦ ποιοῦ τοῦ Εἰσαγγελέως τούτου, καίτοι ἠδυνάμην νὰ τὸ πράξω, διότι ἐχρημάτισε πρὸ ἐτῶν ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ μου, οὐχ ἧττον ὅμως δὲν τὸ πράττω, διότι παρῆλθον ἔκτοτε πολλὰ ἔτη, φαίνεται δὲ, ὅτι ἀπέκτησε τὰ ἐλαττώματα, τὰ ὁποῖα τοῦ ἀποδίδουσιν οἱ κύριοι συνάδελφοι, ἐσχάτως μόλις κατὰ τὸ τρέχον ἔτος, διότι, ἐνῷ ἐπὶ τριετίαν ὑπηρετεῖ ὡς Εἰσαγγελεὺς ἐν Μαντινείᾳ, σήμερον μόνον οἱ κύριοι προλαλήσαντες ἐξέφρασαν κατ’ αὐτοῦ παράπονα. Δὲν εἰσέρχομαι λοιπὸν εἰς τὴν συζήτησιν περὶ τοῦ ποιοῦ τοῦ Εἰσαγγελέως τούτου, δύναμαι ὅμως νὰ παρατηρήσω τὰ ἑξῆς· ὅτι, ὅτε ἐγένετο ἡ συζήτησις ἡ πολιτικὴ ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ὁ ἀξιότιμος ἐκ Μαντινείας Βουλευτὴς καὶ οἱ ἄλλοι κύριοι πολὺ δικαίως καὶ ὀρθῶς ἔλεγον, ὅτι ἡμεῖς ἐπαύσαμεν πλέον ν’ ἀντιπροσωπεύωμεν τὸ φρόνημα τοῦ λαοῦ, καὶ ὅτι πρέπει νὰ διαλυθῇ ἡ παροῦσα Βουλή. Φαίνεται, ὅτι ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μαντινείας ἐκ τῶν ἰδίων ἔκρινε περὶ τῶν ἀλλοτρίων. (Διακοπαί).
§117Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Σεῖς πῶς κρίνετε;
§118Γ. ΡΑΔΙΝΟΣ. Ἀπὸ τὸ συλλαλητήριον, τὸ ὁποῖον ὁ λαὸς τῆς Τριπόλεως ἔκαμε, καὶ διὰ τοῦ ὁποίου σᾶς ἀπεδοκίμαζε... (Θόρυβος καὶ διακοπαί). Εἴθε καὶ σεῖς νὰ ἔχητε τὴν ἐμπιστοσύνην τῶν συμπολιτῶν σας, ὅπως ἐγώ.
§119ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Δὲν γνωρίζω, κύριε Πρόεδρε, πρὸ πόσων χρόνων ὁ κύριος συνάδελφος ἔσχε τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσῃ καὶ νὰ γνωρισθῇ μὲ τὸν Εἰσαγγελέα ἐκεῖνον, καὶ διὰ τοῦτο δὲν ἠδυνήθη νὰ βεβαιώσῃ, ἐὰν ἀπὸ τῆς ἐποχῆς, καθ’ ἣν τὸν ἐγνώρισεν, εἶχεν ἐλαττώματα, ἢ κατόπιν ἀπέκτησε ταῦτα. Ἐπικαλοῦμαι ὅμως τὴν μαρτυρίαν ὅλων τῶν κυρίων Βουλευτῶν, εἰς τὰς ἐπαρχίας τῶν ὁποίων ὑπηρέτησεν. Ἐπικαλοῦμαι τὴν μαρτυρίαν τοῦ κ. Βουδούρη, ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ τοῦ ὁποίου πρὸ πολλοῦ ὑπηρέτησεν, ἐπικαλοῦμαι τὴν μαρτυρίαν τοῦ κ. Χατζοπούλου, τοῦ κ. Τσάτσου, ὁ ὁποῖος ἐπακριβῶς μοὶ περιέγραψε τὴν διαγωγὴν αὐτοῦ· ἐπικαλοῦμαι τὴν μαρτυρίαν τόσων ἄλλων συναδέλφων, οἱ ὁποῖοι πρὸ δεκαετίας καὶ ἐντεῦθεν γνωρίζουσιν, ὅτι ὁ Εἰσαγγελεὺς αὐτὸς ἔχει ὅλα τὰ ἐλαττώματα, τὰ ὁποῖα περιεγράφησαν. Ἐὰν δὲ ὁ ἀξιότιμος ἐκ Τυρνάβου Βουλευτὴς τὸν γνωρίζῃ πρὸ τῆς δεκαετίας, τοῦτο δὲν νομίζω, ὅτι εὐθύνει ἡμᾶς, ὅτι δὲν γνωρίζομεν ὁποῖος ἦτο τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, καθόσον οὐδένα εἴχομεν λόγον νὰ προβῶμεν εἰς τοιαύτην ἐξέτασιν. Ἀλλ’ ὑπηνίχθη ὁ κ. συνάδελφος, πολὺ εὐφυῶς, ὅτι καὶ συλλαλητήριον ἐγένετο ἐν Τριπόλει ὑπὲρ τοῦ Εἰσαγγελέως τούτου. Ἔχω μίαν εὐφυᾶ ἀπάντησιν φίλου μου ἐκεῖθεν, ὁ ὁποῖος μοὶ γράφει, ὅτι «ἐὰν ἦτο δυνατὸν νὰ ἦτο φωτογράφος μὲ φωτογραφικὴν μηχανὴν καὶ ἀπετύπου τῆς φάτσαις τῶν ἀποτελεσάντων τὰ δῆθεν συλλαλητήριον, ἡ εἰκὼν, παρουσιαζομένη εἰς τὴν Βουλὴν, θὰ ἦτο ἀρκετὴ, ἵνα πείσῃ καὶ τὸν μᾶλλον δύσπιστον τῶν κυρίων Βουλευτῶν περὶ τῆς ἀληθείας τῶν κατὰ τοῦ Εἰσαγγελέως ἐκείνου καταγγελλομένων (γέλως).
§120Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Ἐπειδὴ ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς μὲ προεκάλεσεν, ὀφείλω, ὡς ἔντιμος ἄνθρωπος, νὰ ἀπαντήσω καὶ νὰ εἴπω, ὅτι, ἐὰν ἐγὼ ἤμην Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, οὐδ’ ἐπὶ στιγμὴν ἤθελον διστάσει νὰ προκαλέσω Διάταγμα ἀπολύσεως τοῦ Εἰσαγγελέως αὐτοῦ. (Εὖγε! εὖγε!)
§121ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίστε, κύριε Κουμουνδοῦρε.
§122Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Πρώτην φορὰν, Κύριοι, παρουσιάζει Ὑπουργεῖον τὸ φαινόμενον, τὸ ὁποῖον βλέπομεν σήμερον...
§123ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Βλέπετε τίποτε;
§124Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Καταγγέλλεται ἀνώτερος δικαστικὸς λειτουργὸς, ὅτι ἐκτελεῖ ἔργα, τὰ ὁποῖα ἔχει τὴν ὑποχρέωσιν νὰ καταδιώκῃ (γέλωτες). Δὲν ὑπάρχει κανεὶς ἐκ τῶν συναδέλφων ἐκ τῶν μερῶν, εἰς τὰ ὁποῖα ὁ Εἰσαγγελεὺς αὐτὸς ὑπηρέτησεν, ὁ ὁποῖος νὰ μὴ ἐπικυρώνῃ τὰ λεχθέντα ὑπὸ τῶν κυρίων Βουλευτῶν ἐκ Μαντινείας καὶ Γόρτυνος.
§125Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Τὸ τελευταῖον μάλιστα ὀβούζιον εἶναι φρικτόν!
§126Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Καταγγελία ῥητὴ ἐδόθη κατὰ τοῦ Εἰσαγγελέως, πρόκειται νὰ ἐνεργηθῶσιν ἀνακρίσεις, καὶ ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης δὲν ἀπομακρύνει ἐκεῖθεν τὸν Εἰσαγγελέα, τοὐλάχιστον προσωρινῶς, ὅπως ἐνεργηθῶσιν αἱ ἀνακρίσεις ἀνεπηρεάστως. Εἶναι φαινόμενον πρωτοφανὲς διὰ τὴν ἐνέργειαν τῆς κυβερνητικῆς ἐξουσίας. Ποτὲ δὲν ἐνθυμοῦμαι τοιαύτην τινὰ ἐνέργειαν, νὰ δίδηται τόσον κατηγορηματικὴ καταγγελία, νὰ διατάσσῃ ὁ Ὑπουργὸς ἀνακρίσεις, καὶ νὰ κρατῇ τὸν κατηγορούμενον, καὶ δὴ Εἰσαγγελέα, εἰς τὸν τόπον, εἰς τὸν ὁποῖον κατηγορεῖται, ὅτι διέπραξε τὰς ἀξιοποίνους πράξεις, διὰ νὰ δύνηται τοιουτοτρόπως νὰ ἐπηρεάζῃ τοὺς μάρτυρας καὶ νὰ μὴ δύνηται νὰ ἐξευρεθῇ ἡ ἀλήθεια. Διὰ τοῦτο φαίνεται, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἐπιμόνως κρατεῖ μετὰ τὴν καταγγελίαν τὴν ὁριστικὴν τὸν Εἰσαγγελέα ἐκεῖ. Φαίνεται, ὅτι ὁ κύριος Ὑπουργὸς εἶναι πεπεισμένος περὶ τῆς ἀκριβείας τῶν καταγγελλομένων, καὶ ἄλλη τις ἐνέργεια, δυναμένη νὰ ἔχῃ ἐπιρροὴν παρ’ αὐτῷ, τὸν ἀναγκάζει νὰ κρατῇ τὸν Εἰσαγγελέα ἐκεῖ, ἐναντίον πάσης κυβερνητικῆς ἠθικῆς, διὰ νὰ δυνηθῇ οὕτω νὰ σωθῇ ὁ ἐγκληματίας. Ἐπεθύμουν, κύριοι Βουλευταὶ, ἐπειδὴ πολλοὶ ἐξ ὑμῶν εἶναι πολλὰ ἔτη ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ὡς ἀντιπρόσωποι τοῦ ἔθνους, ἐπεθύμουν νὰ ἔλθῃ εἷς τῶν κ. κ. Βουλευτῶν νὰ μοὶ παρουσιάσῃ ἓν παράδειγμα σεβασμοῦ Ὑπουργοῦ πρὸς τὸ καθῆκον αὐτοῦ, οἷον παρουσιάζει ὁ σήμερον Ὑπουργός. Ἐνόμιζον, ὅτι ὁ κύριος Τοπάλης, τὸ πρῶτον ἐρχόμενος ὡς Ὑπουργὸς, καὶ δὴ τῆς Δικαιοσύνης, εἰς μόνην τὴν ἁπλῆν ἀναγγελίαν τοιούτων ἐγκλημάτων ἤθελε διατάξει ἀμέσως τὸν Εἰσαγγελέα νὰ ἔλθῃ εἰς τὰς Ἀθήνας καὶ νὰ στείλῃ ἐκεῖ δικαστικὸν λειτουργὸν ἱκανὸν, ἀνώτερον πάσης ὑπονοίας, ἵνα ἐνεργήσῃ ἀληθῆ, πραγματικὴν ἀνάκρισιν, ἔνορκον, καὶ τὸ πόρισμα αὐτῆς λαμβάνων ὑπ’ ὄψιν ὁ Ὑπουργὸς, ἢ νὰ εἴπῃ, ὅτι ἐσυκοφαντήθη ὁ Εἰσαγγελεὺς, ἢ νὰ ἀπολύσῃ αὐτὸν τῆς ὑπηρεσίας. Οὕτως ἠδύνατο νὰ κρατήσῃ ὁ κύριος Ὑπουργὸς τὸ ἀξίωμά του εἰς τὸ ὕψος αὐτοῦ. Τοιαύτην ἐπίστευον τὴν ἐνέργειαν τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, καὶ μάλιστα τοῦ κ. Τοπάλη, τὸ πρῶτον ἐρχομένου εἰς τὸ ἀξίωμα τοῦ Ὑπουργοῦ. Δὲν ἐπίστευον, ὅτι θὰ ἦτο δυνατὸν Ὑπουργὸς νὰ ἐξολισθήσῃ εἰς τοιοῦτον βαθμὸν καὶ νὰ στιγματίσῃ τὴν ἑαυτοῦ ὑπουργίαν κατὰ τοιοῦτον τρόπον, λησμονῶν, ὅτι θὰ ἀξιώσῃ νὰ ἀνέλθῃ καὶ πάλιν εἰς τὴν ὑπουργικὴν ἕδραν, καὶ δὴ τῆς Δικαιοσύνης. Δὲν γνωρίζω τί θὰ πράξῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς μετὰ τὰ σήμερον ἀναπτυχθέντα ἐνώπιον τῆς Βουλῆς καὶ τὴν ἀνακοίνωσιν τοῦ τελευταίου τηλεγραφήματος· ἀλλ’ ἐὰν ἐξακολουθήσῃ τὴν τακτικὴν, τὴν ὁποίαν ἐνεκαίνισεν, ἂς ἦναι βέβαιος, ὅτι τοιαύτη ἐνέργεια δὲν θὰ ἔχῃ καλὰ ἀποτελέσματα ὄχι μόνον δι’ αὐτὸν, ἀλλὰ καὶ δι’ ὅλην τὴν Κυβέρνησιν.
§127Κ. ΤΟΠΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Οὐδεὶς δύναται, Κύριοι, νὰ ἀξιώσῃ, ὅτι ἵσταται ὑπεράνω ἐμοῦ, διότι μόνον τὸν νόμον καὶ τὸ καθῆκον ἐγνώρισα ὑπεράνω ἐμοῦ, ἐν τῇ ἐκπληρώσει τῶν καθηκόντων μου. Ὅταν, Κύριοι, κατηγορῆται δικαστικὸς λειτουργὸς διὰ τοιαῦτα αἴσχη, τὰ ὁποῖα προσβάλλουσι τὸν ἰδιωτικὸν αὐτοῦ βίον, ὁ ὁποῖος, εἰς τοὺς δικαστικοὺς ἰδίᾳ λειτουργοὺς, συγχέεται μετὰ τοῦ δημοσίου βίου, ἐννοεῖται, ὅτι δὲν δύναται ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἀμέσως νὰ προβῇ εἰς μέτρα κατ’ αὐτοῦ, χωρὶς ν’ ἀποδειχθῇ, ἂν ὄντως εἶναι ἀληθῆ τὰ ἀποδιδόμενα εἰς τὸν δικαστικὸν τοῦτον λειτουργὸν ἐλαττώματα. (Ἐπιδοκιμασίαι ἐκ τῆς δεξιᾶς). Τοιαῦται ἕξεις χαμερπεῖς, ἀποδιδόμεναι εἰς δικαστικὸν λειτουργὸν τοῦ Κράτους, βεβαίως ἐπέβαλλον ἢ τὴν ἀπομάκρυνσιν αὐτοῦ ἐκ τοῦ κλάδου, εἰς τὸν ὁποῖον ὑπηρετεῖ, ἢ τὴν παραμονὴν αὐτοῦ ἐκεῖ, ὅπου νῦν παραμένει. Καὶ τί εἶχον λάβει ἐγὼ, Κύριοι, κατὰ τοῦ δικαστικοῦ τούτου λειτουργοῦ; Μίαν μήνυσιν, ἡ ὁποία δι’ οὐδεμίαν ὡρισμένην ἐγκληματικὴν πρᾶξιν, προβλεπομένην ὑπὸ τοῦ Ποινικοῦ Νόμου, κατηγόρει τὸν Εἰσαγγελέα κύριον Θεοδώρου, ἀλλὰ κατήγγελλε τοῦτον δι’ ἐλαττώματα, θίγοντα τὸν ἰδιωτικὸν αὐτοῦ βίον. Ἀλλὰ πῶς ἠδυνάμην, Κύριοι, ἐν τῷ μέσῳ τῶν συγκρουομένων εἰδήσεων καὶ φημῶν, νὰ πεισθῶ, ὅτι ταῦτα ἦσαν ἀληθῆ, ὅτε δὲν εἶχον ἢ μόνον μίαν μήνυσιν δικηγόρου, τοῦ δικηγόρου Καλούτση, ὁ ὁποῖος, ὅπως ἀναφέρουσι τὰ ἔγγραφα, ἅτινα κατέθεσα πρὸ καιροῦ, περιῆλθεν εἰς τοιαύτην ὀξύτητα σχέσεων μετὰ τοῦ Εἰσαγγελέως ἐκ τοῦ γνωστοῦ ἐπεισοδίου τοῦ Ὀκτωβρίου, περὶ τοῦ ὁποίου τὴν ἔκθεσιν κατέθεσα, ὥστε εἰκάζετο, ὅτι ἐνδεχόμενον νὰ ὑπῆρχε προσωπικὸς λόγος μεταξὺ τοῦ δικηγόρου Καλούτση καὶ τοῦ Εἰσαγγελέως Θεοδώρου; πῶς ἠδυνάμην, λέγω, μόνον εἰς τὴν μήνυσιν ταύτην στηριζόμενος, νὰ προβῶ εἰς τὴν ἀπομάκρυνσιν τοῦ Εἰσαγγελέως ἐκείνου, ἀφίνων αὐτὸν ὑπὸ τὸ στίγμα, μὲ τὸ ὁποῖον τὸν περιέβαλλεν ἡ μήνυσις τοῦ ἐν λόγῳ δικηγόρου τῆς Τριπόλεως; Τί ἠδυνάμην ἄλλο νὰ πράξω, τί μοὶ ἐπεβάλλετο ἄλλο ἢ νὰ διαβιβάσω τὴν μήνυσιν ἐκείνην τοῦ δικηγόρου Καλούτση πρὸς τὴν ἀμέσως προϊσταμένην ἀρχὴν τοῦ Εἰσαγγελέως κ. Θεοδώρου, ἵνα ἐξετάσῃ ὅ,τι νομίμως αὐτῇ ἐπεβάλλετο;
§128ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Τὸν λόγον κύριε Πρόεδρε.
§129Κ. ΤΟΠΑΛΗΣ. Καὶ διεβίβασα, Κύριοι, τὴν μήνυσιν ταύτην πρὸς τὸν Εἰσαγγελέα τῶν Ἐφετῶν διὰ τυπικοῦ ἐγγράφου, ὅπως πάντοτε γίνεται ἐν τῷ Ὑπουργείῳ, ἵνα ἐνεργήσῃ οὗτος ὅ,τι ὁ νόμος ἐπιβάλλει αὐτῷ, καὶ δὲν διέταξα προφορικὴν ἀνάκρισιν, ὡς κακοβούλως διϊσχυρίσθησαν προχθὲς ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου. Καὶ διεβίβασα τὴν μήνυσιν ταύτην, Κύριοι, εἰς Εἰσαγγελέα Ἐφετῶν ἀνεγνωρισμένης ἀξίας, ἀνεγνωρισμένης ἐντιμότητος, καὶ διὰ τοῦτο ἤμην ἥσυχος περὶ τῆς εὐόρκου ἐκπληρώσεως τοῦ καθήκοντος τοῦ Εἰσαγγελέως τούτου, ἐπιθυμῶν νὰ προκύψῃ τὸ φῶς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον, Κύριοι, ὡς Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, ὅτι ηὐχόμην, διότι τοὺς δικαστικοὺς λειτουργοὺς τοὺς θέλω, ὅπως τοὺς θέλετε ὅλοι ὑμεῖς, τοὺς θέλω ὑπεράνω βεβαίως ὅλων τῶν χαμερπῶν ἕξεων, ὑπεράνω ὅλων ἐκείνων τῶν παθῶν καὶ τῶν ἐλαττωμάτων, τὰ ὁποῖα δύνανται ἐξ ἴσου καὶ τὸν δικαστικὸν καὶ τὸν ἰδιωτικὸν αὐτῶν βίον νὰ προσβάλωσιν. Ἀλλὰ μήπως ἀπεδίδετο διὰ τῆς γενομένης καταγγελίας ὡρισμένη ἀξιόποινος πρᾶξις, ὥστε νὰ θελήσω ν’ ἀπομακρύνω ἀμέσως ἐκ Τριπόλεως τὸν Εἰσαγγελέα ἐκεῖνον; Καὶ μήπως δὲν νομίζω ἀρκετὰ ὑπερήφανον τὸν λαὸν Τριπόλεως, ὥστε νὰ μὴ κάμπτηται ἐκ φόβου πρὸ τοῦ Εἰσαγγελέως Θεοδώρου, ὅτε ἀπεστέλλετο ὁ Εἰσαγγελεὺς τῶν Ἐφετῶν νὰ ἐνεργήσῃ ἀνακρίσεις, οὐχὶ μάλιστα διὰ πρᾶξιν ἀξιόποινον ὡρισμένην, ἀλλὰ διὰ πράξεις καὶ ἕξεις, αἵτινες θίγουσι τὸν ἰδιωτικὸν βίον τοῦ Εἰσαγγελέως Θεοδώρου; Πόθεν ὁρμώμενος ἤθελον ὑποθέσει τόσον ταπεινὸν τὸν λαὸν τῆς Τριπόλεως, καὶ μάλιστα ἐξέχοντα μέλη τῆς κοινωνίας αὐτῆς, ὥστε νὰ ὑποθέσω, ὅτι ἤθελε κωλυθῆ οὗτος ὑπὸ τοῦ Εἰσαγγελέως κ. Θεοδώρου, ἵνα καταγγείλῃ τοιαῦτα αἴσχη εἰς τὸν Εἰσαγγελέα τῶν Ἐφετῶν, ἐὰν ταῦτα ἦσαν ἀληθῆ; Πῶς ἠδυνάμην νὰ ὑποθέσω, ὅτι ἐπὶ 3 ἔτη, καθ’ ἃ διατελεῖ Εἰσαγγελεὺς ἐκεῖ ὁ κ. Θεοδώρου, θὰ ἐσίγα ὁ λαὸς τῆς Τριπόλεως καὶ οἱ ἀντιπρόσωποι αὐτοῦ, ὅταν λειτουργὸς τῆς Θέμιδος διέπραττε τοιαῦτα αἴσχη, ἐὰν ᾖναι ἀληθὲς, ἐπαναλαμβάνω, ὅτι τὰ διέπραττε; Καὶ διεσείσθη, Κύριοι, μετὰ τῆς αὐτῆς εὐκολίας, μεθ’ ἧς διεσείσθη πεποίθησις ἀπὸ τριῶν ἐτῶν κρατοῦσα περὶ τοῦ Εἰσαγγελέως Θεοδώρου παρὰ τοῖς Βουλευταῖς ἐκείνοις, οἵτινες καταγγέλλουσιν αὐτὸν, διεσείσθη, λέγω, μετὰ τῆς αὐτῆς εὐκολίας καὶ ἡ ἔκθεσις τοῦ Εἰσαγγελέως τῶν Ἐφετῶν, τῆς δικαστικῆς ἀρχῆς τῆς ἀνωτάτης, τὴν ὁποίαν ἔχομεν, μετὰ τὸν Εἰσαγγελέα τοῦ Ἀρείου Πάγου, διεσείσθη μετὰ τῆς αὐτῆς εὐκολίας, ἡ ὁποία ὄντως μὲ ἐξέπληξε. Καὶ ἠθέλετε ἀμέσως νὰ προβῶ, Κύριοι, εἰς ἐνέργειαν, — καὶ εἰς ποίαν; — κατὰ τοῦ Εἰσαγγελέως τούτου τῶν Πρωτοδικῶν, ὃν κατηγγείλατε; Ἠθέλετε ἐντὸς δύο ἡμερῶν τί νὰ πράξω; Νὰ μεταθέσω τὸν Εἰσαγγελέα ἐκεῖνον ὑπὸ τὸ στίγμα τῶν αἰσχῶν ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου διεξετραγώδησαν οἱ ἔντιμοι συνάδελφοι; Ἢ δὲν ὠφείλετε μᾶλλον νὰ ἀναμείνητε νὰ σκεφθῇ πρότερον ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, τί ὤφειλε νὰ πράξῃ ἐπὶ τοιούτου σπουδαίου, ἀλλὰ καὶ ἀμφιβόλου, ἐπαναλαμβάνω, ἀντικειμένου; Καὶ ἀπορεῖ ὁ ἔντιμος ἐξ Οἰτύλου Βουλευτὴς, διατὶ ἐπὶ δύο ἡμέρας ἐσίγησα, διατὶ ἐπὶ δύο ἡμέρας δὲν ἔπραξά τι, τὸ ὁποῖον νὰ δείξῃ ἀρχὴν τουλάχιστον ἐνεργείας ἐκ μέρους τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης! Μήπως ὑπολαμβάνει τόσον ἀσήμαντον τὸ γεγονὸς τοῦτο, ὅτι λειτουργὸς τῆς Θέμιδος κατηγορεῖται διὰ τοιαῦτα αἴσχη, καὶ ἑπομένως φρονεῖ, ὅτι ἠδυνάμην διὰ μιᾶς μονοκονδυλιᾶς νὰ τὸν πετάξω ἐστιγματισμένον εἰς ἄλλο Πρωτοδικεῖον τοῦ Κράτους;
§130Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε.
§131Κ. ΤΟΠΑΛΗΣ. Καὶ ἔλαβον, Κύριοι, ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου σήμερον τηλεγράφημα ἐκ Τριπόλεως μὲ 50 ὑπογραφὰς τῶν ἐκεῖ δικηγόρων, οἱ ὁποῖοι ἐκπλήσσονται...
§132ΒΟΖΙΚΗΣ. Ὄχι μὲ 50 ὑπογραφὰς, κύριε Ὑπουργέ.
§133Κ. ΤΟΠΑΛΗΣ. Μὲ 20, μὲ 10, ἂν θέλετε.
§134ΒΟΖΙΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, σημειώσατέ με.
§135Γ. ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Μεταξὺ 10 καὶ 50 εἶναι μεγάλη διαφορά.
§136Κ. ΤΟΠΑΛΗΣ. Εἶναι 40, ἀλλὰ πρὸς χάριν σας τὰς καταβιβάζω εἰς 30, διότι δὲν πρόκειται περὶ τούτου.
§137ΒΟΖΙΚΗΣ. Σᾶς παρακαλῶ νὰ κάμητε σύγκρισιν τῶν ὑπογραφῶν τοῦ τηλεγραφήματος αὐτοῦ πρὸς τὰς ὑπογραφὰς τοῦ ἑτέρου τηλεγραφήματος.
§138Κ. ΤΟΠΑΛΗΣ. Ἀλλ’ ἀναμείνατε, παρακαλῶ, διότι ἀκριβῶς ἀπέδωκα ἀντίθετον σημασίαν πρὸς ἐκείνην, τὴν ὁποίαν ὑμεῖς ἴσως ἐξηγάγετε καὶ τὴν ὁποίαν θέλετε ν’ ἀποδώσητε καὶ εἰς ἐμέ.
§139ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅταν ὁ Εἰσαγγελεὺς θέλῃ νὰ μαζεύσῃ ὑπογραφὰς, μαζεύει ὅσας θέλει.
§140Κ. ΤΟΠΑΛΗΣ. Μὴ ἀδικῆτε ἐπὶ πλέον τοὺς συμπολίτας σας, κύριε Βουλευτά. Ἕλαβον λοιπὸν τηλεγράφημα μὲ 40 ὑπογραφὰς ἐναντίον τῶν Βουλευτῶν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἠθέλησαν νὰ καταρρίψωσι τὴν ὑπόληψιν ἑνὸς δικαστικοῦ λειτουργοῦ τῆς πατρίδος των. Καὶ ἀκριβῶς, Κύριοι, ἐκ τοῦ τηλεγραφήματος τούτου ἐνόησα, ὅτι ἡ ἐκεῖ παραμονὴ τοῦ Εἰσαγγελέως εἶναι ἀδύνατος, ἀφοῦ ὁ λαὸς τῆς Τριπόλεως, φανατισθεὶς κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ἐχωρίσθη ἐν συλλαλητηρίοις, ὥστε νὰ μὴ γνωρίζῃ πλέον κανεὶς, ποῖον εἶναι τὸ ἀληθὲς καὶ ποῖον εἶναι τὸ ψευδές. Καὶ βεβαίως, Κύριοι, πρὸ τοιαύτης καταστάσεως, ἔλαβον πρόνοιαν, καὶ διέταξα ἤδη τὸν Εἰσαγγελέα τοῦτον, ἵνα διὰ λόγους ὑπηρεσίας ἔλθῃ ἐνταῦθα. Δὲν ἀναμένω, βεβαιωθῆτε, Κύριοι, παρ’ οὐδενὸς νὰ μοὶ ὑποδείξῃ τὸ καθῆκόν μου, ἀλλ’ ὀφείλω πάντοτε λελογισμένως νὰ ἐκπληρῶ τοῦτο, καὶ οὐχὶ ὑπὸ τὴν πίεσιν τῶν συζητήσεων, τῶν γιγνομένων ἐν τῇ Βουλῇ, διότι οὐχὶ ὅλαι αἱ συζητήσεις, αἱ γιγνόμεναι ἐν τῇ Βουλῇ, ἐπισκοτιζόμεναι πολλάκις παντοιοτρόπως, εἶναι ἀπόρροια τῆς ἀληθείας καὶ τῆς πραγματικότητος. Ἔστω μόνον βεβαία ἡ Βουλή, ἐπαναλαμβάνω, ὅτι, εἴπερ τις καὶ ἄλλος, εἶμαι ἐν ἐπιγνώσει καὶ τῶν ὑψηλῶν ἐν γένει καθηκόντων, τὰ ὁποῖα μοὶ ἀνετέθησαν, καὶ τοῦ καθήκοντος, τὸ ὁποῖον ἐπὶ τῆς δεδομένης ταύτης περιστάσεως εἶχον· ἔστω πεπεισμένη ἡ Βουλή, ὅτι ἔπραξα καὶ θὰ πράξω πάντοτε ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον τὸ καθῆκον μοὶ ἐπιτάσσει. Δύνασθε νὰ μὲ ἐλέγξητε δι’ ὅ,τι ἔπραξα, —καὶ διὰ τὸ ὁποῖον ἔδωκα, φρονῶ, ἀρκούσας τὰς ἐξηγήσεις,— ἀλλὰ δι’ ὅ,τι θὰ πράξω δὲν δύνασθε νὰ μὲ ἐλέγξητε, διότι δὲν ἔχει δικαίωμα ἡ Βουλὴ νὰ ζητήσῃ λόγον δι’ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον θὰ πράξῃ ὁ Ὑπουργὸς, ὀφείλουσα ν’ ἀναμείνῃ τὰς πράξεις τοῦ Ὑπουργοῦ, καὶ τότε ν’ ἀποφανθῇ περὶ τούτων.
§141ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Ἀλεξάκης.
§142ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Μίαν παρατήρησιν ἔχω μόνον νὰ κάμω εἰς ὅσα εἶπεν ὁ κύριος Ὑπουργός. Παρετήρησεν, ὅτι μόλις ἔλαβεν εἴδησιν περὶ τῶν ἐκεῖ συμβαινόντων παρήγγειλεν ἀμέσως τὸν κύριον Εἰσαγγελέα τῶν Ἐφετῶν, ἵνα μεταβῇ καὶ ἐνεργήσῃ ἀνακρίσεις. Τοῦτο δὲν εἶναι κατὰ πάντα ἀκριβές· διότι πρὸ μηνός, καὶ πρὶν ἢ ἐγχειρισθῇ μήνυσις εἰς τὸν κύριον Ὑπουργὸν, εἶχε γνωσθῇ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν, ὡς ἐλέχθη προχθὲς καὶ παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Κυνουρίας Βουλευτοῦ, ὅτι ἡ κατάστασις τῆς Εἰσαγγελίας ἐκεῖ εἶναι ἀφόρητος. Ὁ κύριος Ὑπουργὸς δὲν εἶχεν ἀνάγκην μηνύσεως, ἵνα διατάξῃ ἐνέργειαν ἀνακρίσεων, ὅτε ἐπληροφορεῖτο, ὅτι ἐτελοῦντο πράξεις τιμωρούμεναι ἀπὸ τὸν Ποινικὸν Νόμον, καὶ πράξεις τοιαῦται, αἱ ὁποῖαι τιμωροῦνται ἐξ ἐπαγγέλματος, καὶ οὐχὶ κατ’ ἔγκλησιν. Ὁ κύριος Ὑπουργὸς, νομίζω, ὅτι ὑπέπεσε καὶ εἰς ἄλλο λάθος. Ἠνέχθη, ὅτε ἐπληροφορήθη, ὅτι δὲν λειτουργεῖ ὁ νόμος, ἠνέχθη τὴν κατάστασιν αὐτὴν, καὶ σήμερον ἦλθε νὰ ψάλῃ ἐγκώμιον εἰς τὸν κύριον Εἰσαγγελέα τῶν Ἐφετῶν. Δὲν ἔχω κανένα λόγον νὰ νομίζω, ὅτι ὁ κύριος Εἰσαγγελεὺς τῶν Ἐφετῶν δὲν εἶναι ἄριστος καὶ ἐντιμότατος· ἀλλ’ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἔχω νὰ παρατηρήσω, εἶναι, ὅτι οὗτος, καίτοι κατηγγέλλοντο πράξεις τιμωρούμεναι ὑπὸ τοῦ Ποινικοῦ Νόμου, καὶ εἶχεν ὑπ’ ὄψιν του μηνύσεις, δὲν ἐνήργησε προανάκρισιν κατὰ τὸν νόμον, οὔτε διηύθυνε τὴν μήνυσιν πρὸς τὸν κύριον Πρόεδρον τῶν Ἐφετῶν, ἵνα οὗτος διορίσῃ ἀνακριτήν. Καὶ θέλω νὰ μάθω, τί ἔπραξεν ὁ κύριος Ὑπουργὸς διὰ τὸν Εἰσαγγελέα τῶν Ἐφετῶν, ὅστις παρέβη τὸ καθῆκόν του.
§143Κ. ΤΟΠΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Δὲν καταγγέλλονται ἀξιόποινοι πράξεις.
§144ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Καὶ τί εἶναι αὐτὰ τὰ καταγγελλόμενα; Ἔλαβε κακὸν μάθημα ὁ κύριος Ὑπουργὸς ἀπὸ τὸν κ. Βουλευτὴν Λεβαδείας, καὶ ἔκαμε σύγχυσιν τῆς μηνύσεως καὶ τοῦ κατηγορητηρίου. Ὁ κ. Βουλευτὴς Λεβαδείας, φίλα φρονῶν ὑπὲρ τοῦ Εἰσαγγελέως Θεοδώρου, ἀνακριβῶς ἐβεβαίωσεν, ὅτι ἀγνοεῖ τὸν ἄνθρωπον, ἐνῷ εἶναι γνωστὸν, ὅτι ὁ Εἰσαγγελεὺς αὐτὸς κατάγεται ἐκ Λεβαδείας.
§145ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ ἐρωτήσῃ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ἵνα οὗτος εἴπῃ, ποῖοι εἶναι οἱ δικηγόροι, οἱ συμβολαιογράφοι, ὁ δημολογιστής.
§146ΒΟΖΙΚΗΣ. Ἂς γείνῃ δὲ καὶ σύγκρισις τῶν ὑπογραφῶν τοῦ τηλεγραφήματος πρὸς τὰς ὑπογραφὰς τὰς ἄλλας, ἵνα ἴδητε, ὅτι τὸ ζήτημα ἐγένετο κομματικὸν ἐν τῷ τόπῳ.
§147Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν πταίομεν ἡμεῖς δι’ ὅσα λέγονται. Ἂν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ὅτε ἀνεγνώσθη τὸ τηλεγράφημα, ἠγείρετο καὶ ἔλεγεν, ὅτι ἔλαβε τὰ κατάλληλα μέτρα, ἡ συζήτησις θὰ ἐτελείωνεν. Ἡμεῖς μεμφόμεθα τὸν Ὑπουργὸν, διότι ἀπ’ ἀρχῆς δὲν μᾶς ἀνήγγειλε τίνα μέτρα ἔλαβε.
§148ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Βιτάλης ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ ἄλλου ἀντικειμένου.
§149Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Ἑξήκοντα χιλιάδας δραχμὰς ἐζημιώθη ὁ δῆμος τῆς Ἑρμουπόλεως διὰ τὴν παράνομον πρᾶξιν, ἣν ἐξετέλεσεν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν διὰ τὸ ζήτημα τῶν ἀνθράκων, καὶ τὴν ζημίαν ταύτην ἀπέδειξα δι’ ἀποφάσεως. Ὁ κύριος Ὑπουργὸς εὐηρεστήθη νὰ μᾶς εἴπῃ, ὅτι παρέπεμψε τὴν ὑπόθεσιν εἰς τὸ Νομικὸν Συμβούλιον. Καὶ νομίζετε, ὅτι μὲ τοῦτο εἶσθε δεδικαιολογημένος, κ. Ὑπουργέ; Καὶ δὲν νομίζετε, ὅτι ἔπρεπε νὰ ἔλθητε νὰ δικαιολογήσητε τὸ πρᾶγμα; Διατὶ δὲ λέγει ὁ νόμος, ὅτι ἀπαλλάσσονται τὰ πολεμικὰ πλοῖα τῆς πληρωμῆς τοῦ δημοτικοῦ φόρου τῶν 40 λεπτῶν κατὰ τόννον; Καὶ διατὶ, ὅτε ἔφερα τὸ ζήτημα εἰς τὴν Βουλὴν, σεῖς ἐξεδώσατε τὴν ἀπόφασίν σας μόλις ἐξήλθετε τοῦ γραφείου σας; Πρόκειται δὲ 60,000 δραχμὰς νὰ ζημιωθῇ ὁ δῆμος Ἑρμουπόλεως, ἵνα ἱκανοποιηθῇ εἰς κομματάρχης. Ἐλπίζω, ὅτι ὁ κύριος Ὑπουργὸς θὰ εὐαρεστηθῇ ν’ ἀπαντήσῃ.
§150Φ. ΝΕΓΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Εἰς τὰ λεχθέντα παρὰ τοῦ κυρίου Βουλευτοῦ δὲν ἔχω νὰ εἴπω τι πλειότερον παρ’ ὅσα εἶπον ἐν τῇ χθεσινῇ συνεδριάσει. Καταθέτω νομοσχέδιον «περὶ παροχῆς ἀδείας πρὸς ἔγερσιν τελωνειακοῦ καταστήματος ἐν Πάτραις καὶ ἐπὶ τοῦ παρὰ τὸν μῶλον Καλαβρύτων χώρου, ὡς καὶ περὶ κυρώσεως συμβάσεως μετὰ τῆς Λιμενικῆς Ἐπιτροπῆς Πατρῶν πρὸς ἀνέγερσιν τούτου.»
§151ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 56).
§152Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Ἐπειδὴ ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν μοὶ ἀπαντᾷ, ὑποβάλλω ἔνστασιν ἀπαρτίας.
§153ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρᾳ 9 καὶ 40′ μ. μ.)