Ελένη
Ψηφιακή συλλογή των συζητήσεων του Ελληνικού Κοινοβουλίου
Ευρετήριο› Περίοδος ΙΕ · Σύνοδος Γ› Συνεδρίαση 14

1902.02.02

2.708 στίχοι · 21.096 λέξεις · 166 παρεμβάσεις

Ημερομηνία
1902.02.02
Προεδρεία
Θ. ΡΕΤΣΙΝΑ
Περίοδος
ΙΕ
Σύνοδος
Γ
Πηγή
ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΩΝ ΣΥΖΗΤΗΣΕΩΝ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣ (1906)

§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 14

τῆς 2 Φεβρουαρίου 1902.

(Σάββατον).

(Γενομένης ἀπαρτίας ὥρᾳ 5 καὶ 15′ μ. μ. ἀναγινώσκονται καὶ ἐγκριθέντα ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).

§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ὥρα, ἡ προσδιορισθεῖσα παρὰ τῆς Βουλῆς, κύριοι Βουλευταί, εἶναι ἡ τετάρτη· ἀλλὰ παρέρχεται καὶ ἡ πέμπτη, καὶ μόλις κατορθοῦται νὰ γείνῃ ἀπαρτία. Θὰ παρακαλέσω τοὺς κυρίους Βουλευτὰς νὰ ἔρχωνται ἐγκαίρως, διότι οὕτω καὶ αἱ συζητήσεις δὲν θὰ παρατείνωνται εἰς προκεχωρημένην ὥραν, καὶ ἐνωρίτερον θ’ ἀπερχώμεθα ἐντεῦθεν.

§2Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, νὰ μὲ σημειώσητε.

§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους ἐπιτροπὴ ὑποβάλλει τὰς ἐκθέσεις αὑτῆς ἐπὶ τῶν νομοσχεδίων: 1) «περὶ ἀκυρώσεως πιστώσεων καὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῶν τοιούτων ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1901» καὶ 2) «περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῶν πιστώσεων ἐπὶ διαφόρων κεφαλαίων καὶ ἄρθρων τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1901 ἐκ δραχμῶν 198,960.» Θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 48–49). Κάτοικοι τοῦ δήμου Νέσσωνος διὰ τηλεγραφήματός των παρακαλοῦσι τὴν Βουλὴν νὰ ἐπισπεύσῃ τὴν ψήφισιν τῆς συμβάσεως περὶ σιγαροποιΐας. Ἐπιτροπὴ Ἑλλήνων ὑπηκόων, διαμενόντων ἐν Πρεβέζῃ, διὰ τηλεγραφήματός της παρακαλεῖ τὴν Βουλὴν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν ἀναφορὰν αὐτῶν περὶ τῆς στρατιωτικῆς αὐτῶν ὑπηρεσίας. Ἡ ἀναφορὰ αὕτη ἔχει διαβιβασθῆ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν.

§4Γ. ΚΟΡΠΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Ἡ προκειμένη ἀναφορὰ, ὑποβληθεῖσα ὑπὸ τῶν ἰδίων πρὸς τὴν Βουλὴν καὶ ὑποστηριχθεῖσα, ἂν δὲν μὲ ἀπατᾷ ἡ μνήμη, ὑπὸ τοῦ ἐκ Λευκάδος κυρίου Βουλευτοῦ, διεβιβάσθη πρὸς τὸν Νομάρχην Λευκάδος, διὰ νὰ παράσχῃ εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τὰς ἀναγκαίας πληροφορίας, ἂν τουτέστιν οἱ ἀναφερόμενοι εἶναι ὑπόχρεοι νὰ ὑπηρετήσωσι, καὶ ἂν ἐφηρμόσθησαν αἱ διατάξεις τοῦ νόμου περὶ στρατολογίας ἐπὶ τοῦ προκειμένου.

§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ κάτοικοι Λιγουδίστης τοῦ δήμου Φλεσσιάδος δι’ ἀναφορᾶς των παρακαλοῦσι τὴν Βουλὴν, ὅπως ὁ σιδηρόδρομος Κυπαρισσίας διέλθῃ διὰ Φιλιατρῶν, Γαργαλιάνων, Λιγουδίστης καὶ Χατζῆ καὶ φθάσῃ μέχρι Πύλου. Οἱ ἐν Πάτραις Καλαβρυτινοὶ δι’ ἀναφορᾶς των παρακαλοῦσι τὴν Βουλὴν νὰ μεριμνήσῃ περὶ τῆς μεταρρυθμίσεως τοῦ περὶ φορολογίας τοῦ καπνοῦ νόμου. Οἱ ἀμπελοκτήμονες Χαλκίδος διὰ τηλεγραφήματός των παρακαλοῦσι τὴν Βουλὴν, ὅπως μεριμνήσῃ νὰ μετριασθῶσιν ἐν ταῖς Εὐρωπαϊκαῖς ἀγοραῖς τὰ τέλη τῶν ἐκεῖ εἰσαγομένων Ἑλληνικῶν οἴνων, καὶ ν’ ἀπαλλαγῶσιν οἱ ἀμπελουργοὶ παντὸς φόρου, ἐπιβαλλομένου τούτου ἐπὶ τῆς καταναλώσεως. Ὁ Γαβριὴλ Σοφοκλῆς, ἐκδίδων μετάφρασιν τῆς συγγραφῆς τοῦ Θουκυδίδου περὶ Πελοποννησιακοῦ πολέμου, τὴν ὁποίαν ἀφιερώνει εἰς τὴν Βουλὴν, παρακαλεῖ νὰ τῷ χορηγηθῇ συνδρομὴ πρὸς ἐκτύπωσιν.

§6Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Συνιστῶ τὴν ἀναφορὰν ταύτην, καὶ παρακαλῶ νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν.

§7Ν. ΛΕΩΝΙΔΑΣ. Καὶ ἐγὼ ὡσαύτως.

§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ σταλῇ εἰς τὸ ἁρμόδιον Ὑπουργεῖον μετὰ συστάσεως. Καπνοπαραγωγοὶ τοῦ δήμου Φερῶν διὰ τηλεγραφήματός των παρακαλοῦσι τὴν Βουλὴν νὰ ψηφίσῃ τὴν σύμβασιν περὶ σιγαροποιΐας. Ἐπιτροπὴ καπνεμπόρων Βόλου διὰ τηλεγραφήματός της παρακαλεῖ ὡσαύτως τὴν Βουλὴν νὰ ψηφίσῃ τὴν σύμβασιν ταύτην. Ἕτερον τηλεγράφημα τοῦ λαοῦ Βόλου ἐναντίον τῆς συμβάσεως ταύτης. Κάτοικοι Ζακύνθου διὰ τηλεγραφήματός των παρακαλοῦσι τὴν Βουλὴν νὰ ἀνανεώσῃ τὸ λῆγον προνόμιον τῆς Ἰονικῆς Τραπέζης. Πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως τὸν λόγον ἔχει ὁ κύριος Πρωθυπουργός.

§9ΑΛΕΞ. Θ. ΖΑΙΜΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν σχέδιον νόμου «περὶ κυρώσεως τῆς μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Βελγίου συνομολογηθείσης συνθήκης περὶ ἀμοιβαίας ἐκδόσεως ἐγκληματιῶν καὶ τῆς τηρητέας πρὸς ἔκδοσιν διαδικασίας».

§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα. ἀριθ. 50).

§11Φ. ΝΕΓΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Καταθέτω εἰς τὴν Βουλὴν ἀπάντησιν εἰς τὴν ἐπερώτησιν τοῦ ἐκ Καρυστίας βουλευτοῦ κ. Δούνη περὶ τῶν χορηγηθέντων βοηθημάτων πρὸς τοὺς παθόντας ἐν μεταλλείοις κλπ. Καταθέτω νομοσχέδιον, δι’ οὗ ζητεῖται πίστωσις δραχμῶν 57,000 πρὸς ἀγορὰν οἰκοπέδου 936 μέτρων ἐν Ἀθήναις, εἰς θέσιν Καμαράκια.

§12Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Καμαράκια εἶναι περὶ τὴν ὁδὸν Ἡρώδου τοῦ Ἀττικοῦ;

§13Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Μάλιστα.

§14Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Πάλιν τὸ ἴδιον!

§15ΝΕΓΡΗΣ. Καταθέτω ἐπίσης νομοσχέδιον περὶ ἀγορᾶς χώρου κειμένου ἐν Δήλῳ, παρὰ τὸ Λοιμοκαθαρτήριον, καὶ ἀνήκοντος εἰς τὸν δῆμον Μυκόνου. Λαμβάνω τὴν τιμήν, κύριοι Βουλευταὶ, νὰ καταθέσω τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ὑπεσχέθην εἰς τὴν Βουλὴν, «περὶ παρατάσεως τῆς προθεσμίας τῆς κατὰ τὸν νόμον ͵ΒΧϞΔʹ τοῦ 1900 ἀνανεώσεως τῶν ὀφειλομένων εἰς τὸ Δημόσιον ἐκ προκαταβολῶν καὶ ἄλλων ἐσόδων ἐκ παρελθουσῶν χρήσεων.»

§16ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ὑποβληθέντα νομοσχέδια θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 51–53)

§17Ν. ΓΟΥΛΙΜΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, θὰ ὑποβάλω τὴν παράκλησιν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, τὴν ὁποίαν, ὑποθέτω, καὶ ἡ Βουλὴ συμμερίζεται, νὰ ὑποβάλῃ καὶ νομοσχέδιον ἐπεκτεῖνον τὴν εὐεργετικὴν διάταξιν τῆς ἀνανεώσεως τῶν χρεῶν καὶ εἰς τὰ ἔτη 1896, 1897 καὶ 1898, συμπεριλαμβανομένου, διότι, ἂν ἐπρόκειτο νὰ γείνῃ νόμος τοιοῦτος εὐεργετικός, πρὸ πάντων δι’ αὐτὰ τὰ ἔτη ἔπρεπε νὰ γείνῃ, διὰ τὰ ἔτη 1897 καὶ 1898. Βεβαίως διὰ τὸ 1896 δὲν πρόκειται λόγος, παρὰ μόνον ἐπειδὴ εἶναι μεταξὺ τοῦ 1895 καὶ 1897, ὅτε ἦτο ὁ πόλεμος, τὸ δικαιοστάσιον, ὅτε ἑπτὰ ἡλικίαι συνεκλήθησαν. Ἐγὼ γνωρίζω ἐκ τῆς ἐπαρχίας μου, ὅτι ἡ κτηνοτροφία εἶχε καταστραφῆ, διότι πολλαὶ ἀγέλαι χοίρων εἶχον μείνει ἄνευ φυλάκων καὶ εἶχον καταντήσει εἰς ἀγρίαν κατάστασιν, ὅτι οἱ ἀγροὶ εἶχον μείνει χέρσοι, ὅτι τὸ ἐμπόριον καὶ πᾶσα συναλλαγὴ εἶχε σταματήσει, ἕνεκα τῶν λόγων, οὓς ἐμνημόνευσα. Ἑπομένως, ἐὰν πρόκηται νὰ ψηφισθῇ μία εὐεργετικὴ διάταξις, ὁποία ἡ τοῦ νόμου τοῦ 1900, ἥτις πραγματικῶς εὐηργέτησε καὶ τὸν τόπον καὶ τὸ Δημόσιον, αὐτὴ ἡ διάταξις πρέπει νὰ ἐπεκταθῇ καὶ διὰ τὰ ἔτη 1897 καὶ 1898. Νομίζω ὅτι διερμηνεύω τὴν γνώμην τῆς Βουλῆς, παρακαλῶν τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ὑποβάλῃ τοιοῦτο νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον οὐδόλως θέλει ζημιώσει τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου· ἁπλῶς μόνον θὰ φέρῃ μίαν ἀνακούφισιν εἰς ὀφειλέτας, οἱ ὁποῖοι ἕνεκα αὐτῶν τῶν αἰτίων δὲν δύνανται σήμερον νὰ ἐκπληρώσωσι τὰς ὑποχρεώσεις των καὶ καταδιώκονται.

§18Δ. ΚΡΙΤΣΑΣ. Ἐπίσης παρακαλῶ καὶ ἐγὼ περὶ τούτου, διότι εἶναι πολὺ δικαία ἡ ἀπαίτησις.

§19ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὅλοι, ὅλοι.

§20Φ. ΝΕΓΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἄν τὸ ἀρχικὸν νομοσχέδιον περιελάμβανε διατάξεις τοιαύτας, βεβαίως θὰ περιελαμβάνομεν ταύτας ἐν τῷ παρόντι νομοσχεδίῳ· ἀλλὰ μὴ λησμονῶμεν, ὅτι, ἐὰν τοιαύτας περιλάβωμεν διατάξεις σήμερον εἰς τὸ νέον νομοσχέδιον, θέλουσι στερηθῆ τῶν εὐεργετημάτων αὐτῶν ἀκριβῶς ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἐπροθυμοποιήθησαν νὰ πληρώσωσι πρῶτοι, καὶ οἱ ὁποῖοι ἐπλήρωσαν κατὰ τὸ 1900 καὶ κατὰ τὸ 1901, θέλουσι δὲ ἀπολαύσει τῶν εὐεργετημάτων αὐτῶν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι δὲν ἐπλήρωσαν. Αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον δὲν ἔκαμα τὴν προσθήκην αὐτήν.

§21ΤΙΝΕΣ. Δὲν ἠδυνήθησαν.

§22Ν. ΓΟΥΛΙΜΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὄχι δὲν ἐπροθυμοποιήθησαν, ἀλλὰ δὲν ἠδύναντο νὰ πληρώσωσι, διότι αὐτοὶ ὑπέστησαν καταστροφὰς ἕνεκα τοῦ πολέμου. Δὲν τὰς ὑπέστησαν μόνον ἐν τῇ Θεσσαλίᾳ, ἀλλ’ ἐν ὁλοκλήρῳ τῇ Ἑλλάδι· διότι ἑπτὰ ἡλικίαι ἦσαν εἰς τὸν στρατὸν, διότι αἱ γαῖαι ἔμειναν ἀκαλλιέργητοι. Γνωρίζω διὰ τὴν κτηνοτροφίαν, ὅτι αἱ ἀγέλαι εἶχον μείνει ἄνευ φυλάκων. Ἐννοεῖται, ὅτι αὐτοὶ εἶναι οἱ λόγοι, διὰ τοὺς ὁποίους δὲν ἠδύναντο νὰ ἐκπληρώσωσι τὰς ὑποχρεώσεις των πρὸς τὸ Κράτος, καὶ ὄχι διότι δὲν ἐπροθυμοποιήθησαν. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι πρέπει ἡ εὐεργετικὴ αὕτη διάταξις νὰ ἐπεκταθῇ καὶ ἐπὶ τῶν τριῶν αὐτῶν ἐτῶν.

§23Α. ΡΙΚΑΚΗΣ. Ὁ λόγος, τὸν ὁποῖον εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς, νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι δίκαιος, διότι μετὰ τὴν καταδίωξιν, ἡ ὁποία γίνεται παρὰ τοῦ Δημοσίου, ἤτοι νὰ φυλακίζωνται οἱ ὀφειλέται καὶ νὰ ἐκποιῆται ἡ περιουσία των διὰ μικρὰ χρέη, νομίζω, ὅτι τεκμαίρεται ἡ ἐντελὴς ἀνέχεια τοῦ λαοῦ καὶ ἡ ἀδυναμία πρὸς ἐκπλήρωσιν τῶν ὑποχρεώσεών του. Ὥστε νομίζω, ὅτι εἶναι δίκαιον νὰ συμπεριληφθῶσι καὶ τῶν δύο αὐτῶν ἐτῶν τὰ καθυστερούμενα, καθόσον περὶ πάντων, ἀλλ’ ἰδίως περὶ τῶν ὀφειλετῶν, ἡ ἀναβολὴ καὶ ἡ ἐπιείκεια, ἡ ὁποία θὰ δοθῇ ἐκ μέρους τοῦ Δημοσίου, θεωρεῖται δεδικαιολογημένη.

§24Δ. ΚΡΙΤΣΑΣ. Εἶναι ἐκτὸς πάσης ἀμφιβολίας, κύριε Πρόεδρε, ὅτι ἡ σύστασις τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Βονίτσης συναδέλφου εἶναι δικαία καὶ ἀξία μελέτης καὶ ἀμέσου ἐφαρμογῆς, προκειμένου μάλιστα περὶ τῶν ἐτῶν ἐκείνων, κατὰ τὰ ὁποῖα οἱ κάτοικοι πολλῶν μερῶν τῆς Ἑλλάδος ἦσαν ἀνάστατοι. Δὲν ἐξετάζω, τί ἐγένετο τότε εἰς ὅλην τὴν Ἑλλάδα· δύναμαι ὅμως νὰ βεβαιώσω, ὅτι ἡ ἐπαρχία, ἐξ ἧς προέρχομαι, ὑπέστη τὰ πάνδεινα κατὰ τὰ ἔτη 1897 καὶ 1898, καὶ ὅτι οἱ κάτοικοι αὐτῆς, ἐκτὸς ἐλαχίστων ἐξαιρέσεων, εὑρίσκοντο ἐν ἀπολύτῳ ἀνικανότητι νὰ πληρώσωσι τοὺς φόρους, δι’ ὧν ἐπιβαρύνονται, ὅτι δὲ καὶ οἱ ἀποτελέσαντες τὴν ἐξαίρεσίν εἰσι μόνον ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἀσχολοῦνται εἰς ἐργασίας, μὴ ἐπηρεασθείσας ἐκ τῆς ἐπικρατησάσης κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ὅλως ἐκρύθμου καταστάσεως. Εἶναι δίκαιον νὰ πληρώσωσι τὸν φόρον ἐπὶ τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν οἱ γεωργοὶ τῶν ἐτῶν ἐκείνων, ἐνῷ ἀναμφισβήτητον εἶναι, ὅτι οὔτε ἐκαλλιέργησαν, οὔτε συνεκόμισαν καρπούς; Εἶναι δίκαιον, εἶναι λογικὸν νὰ πληρωθῶσιν οἱ φόροι τῶν ζῴων, ἐνῷ εἶναι βέβαιον, ὅτι, ὡς ἐκ τῆς ἐπικρατησάσης τότε ἀνωμαλίας, οἱ κτηνοτρόφοι ἀπώλεσαν τὸ πλεῖστον τῆς κινητῆς περιουσίας των; Ἀλλὰ τί συνιστᾷ ὁ κ. συνάδελφος; Οὐχὶ ν’ ἀπαλλαγῶσιν ἐντελῶς τῆς πληρωμῆς τοῦ φόρου οἱ καθυστεροῦντες αὐτοὺς, ὅπερ θὰ ἦτο δίκαιον, ἀλλὰ νὰ ἐπιτραπῇ εἰς αὐτοὺς νὰ πληρώσωσι τοὺς φόρους των ἄνευ τόκου καὶ ἄνευ προσθέτου φόρου ὑπερημερίας. Ἐγὼ, κ. Πρόεδρε, συντάσσομαι τῇ γνώμῃ τοῦ κ. συναδέλφου καὶ μάλιστα πλειοδοτῶ, συνιστῶν νὰ περιληφθῶσιν εἰς τὸν εὐεργετικὸν νόμον περὶ ἀνανεώσεως τῶν χρεῶν οὐχὶ μόνον οἱ καθυστεροῦντες φόρους τῶν ἐτῶν 1897 καὶ 1898, ἀλλὰ καὶ οἱ καθυστεροῦντες τοιούτους μέχρι τοῦ 1900, συμπεριλαμβανομένου. Εἶναι ἀναμφισβήτητον, ὅτι ἅπασα ἡ Ἑλλὰς καὶ ἐκ τοῦ πολέμου καὶ ἐκ τῶν κατὰ τὰ ἔτη ταῦτα διαφόρων θεομηνιῶν ὑπέστη ζημίας πολλάς, ὡς ἐκ τῶν ὁποίων περιέστη εἰς δυσχερείας μεγάλας. Δίκαιον λοιπὸν θεωρῶ νὰ παρασχεθῶσιν εἰς τοὺς κατοίκους αἱ συνιστώμεναι εὐκολίαι, ἀφοῦ τοιαῦται μόνον ζητοῦνται καὶ οὐχὶ δωρεαί, ἐκτὸς ἂν ἡ Κυβέρνησις νομίζῃ, ὅτι τὸ Δημόσιον πρέπει νὰ ἐπιμείνῃ εἰς τὴν εἴσπραξιν οὐ μόνον τῶν φόρων, ἀλλὰ καὶ τῶν ἐπιπροσθέτων τοιούτων, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον, κατ’ ἐμέ, δὲν ἁρμόζει εἰς Κυβερνήσεις, ἀλλ’ εἰς αἰσχροκερδεῖς τοκογλύφους.

§25ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Φλογαΐτης ἔχει τὸν λόγον πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως.

§26Θ. ΦΛΟΓΑΪΤΗΣ. Ἐν πρώτοις προτίθεμαι νὰ ἐπικαλεσθῶ τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ σπουδαίου ζητήματος, ἀφορῶντος εἰς τοὺς ἐν Τουρκίᾳ Ἕλληνας ὑπηκόους. Ἐκ Κωνσταντινουπόλεως μοὶ ἀνεκοινώθη, ὅτι σύρουσι κατὰ ἑκατοντάδας εἰς τὰς φυλακάς, καὶ οὐχὶ μόνον ἐν Κωνσταντινουπόλει, ἀλλὰ καὶ ἐν ταῖς ἄλλαις ἐπαρχίαις τοῦ Ὀθωμανικοῦ Κράτους, τοὺς Ἕλληνας ὑπηκόους, τοὺς ἐπιτηδευματίας, καὶ τοῦτο, διότι ἡ Πύλη ἀπέστειλεν ἐγκύκλιον πρὸς τὰς διοικητικὰς ἀρχὰς τοῦ Κράτους πρὸ 2½ μηνῶν, ἥτις ἐδημοσιεύθη εἰς ὅλας τὰς τουρκικὰς ἐφημερίδας, καὶ ἐδημοσιεύθη, μεταφρασθεῖσα ἑλληνιστί, καὶ εἰς πολλὰς τῶν ἑλληνικῶν ἐφημερίδων, δι’ ἧς διατάσσονται αἱ διοικητικαὶ ἀρχαὶ τοῦ Κράτους νὰ φυλακίζωσι πάντα ἐπιτηδευματίαν Ἕλληνα, ἔχοντα τὴν Ἑλληνικὴν ὑπηκοότητα, ὅστις ἤθελεν ἀρνηθῆ νὰ πληρώσῃ, — «μεθ’ ὅλας τὰς διαμαρτυρίας» — καὶ λέγει τοῦτο ῥητῶς ἡ ἐγκύκλιος — «τῶν προξενικῶν ἀρχῶν». Εἶναι γνωστόν, ὅτι τὸ ζήτημα, ἂν ὑπάγωνται ἢ δὲν ὑπάγωνται εἰς τὴν πληρωμὴν φόρου οἱ Ἕλληνες ὑπήκοοι, οἱ ἐκεῖ ἐπιτηδευματίαι, δὲν εἶναι ζήτημα τῶν τελευταίων μόνον ἡμερῶν. Ἀπὸ τῆς ψηφίσεως τῆς συνθήκης Καλιντζᾶ, ἔνθα ἐν τῷ ἄρθρῳ 17 περιέχεται ῥήτρα, καθ’ ἣν ὑπόκεινται εἰς φόρον καὶ οἱ Ἕλληνες ὑπήκοοι, οἱ ἀνήκοντες εἰς τὰς Συντεχνίας, ὑπεστηρίζετο ἐν Κωνσταντινουπόλει ἡ δοξασία, ὅτι ὀφείλουσι φόρον οἱ Ἕλληνες, οἱ ἀνήκοντες εἰς τὰς Συντεχνίας, καὶ ὑπεστηρίζετο, κατ’ ἐμέ, πολὺ δικαίως, διότι ῥητὸν ἄρθρον τῆς συνθήκης ὑπῆρχεν, ὡς προεῖπον, περὶ τούτου. Ἀλλ’ αἱ Συντεχνίαι πασιγνώστως ἀπὸ πολλοῦ ἐξέλιπον, καὶ οὐδεὶς δύναται νὰ ἰσχυρισθῇ, ὅτι ὑπάρχει σήμερον Συντεχνία τις, ὅθεν καὶ οὐδεὶς ὀφείλει φόρον ἐπιτηδεύματος. Ἐν τούτοις ἡ Πύλη κατὰ διαλείμματα ἠξίου, ὅτι ὑπόκεινται οἱ Ἕλληνες ἐπιτηδευματίαι εἰς φόρον, καίτοι ἡ ὕπαρξις τῶν Συντεχνιῶν ἐξέλιπε. Τὸ δὲ ζήτημα εἶναι τρόπον τινὰ οἱονεὶ ἀμφισβητούμενον, διότι δὲν ἐξέλιπέ ποτε ὁλοσχερῶς ἡ ἀξίωσις τῆς Πύλης περὶ τῆς ὀφειλῆς φόρου ἐπιτηδεύματος, ἀλλὰ συνήθως δὲν ἐγίνοντο φυλακίσεις καὶ ἐκβιάσεις τῆς πληρωμῆς τῶν φόρων. Κατὰ τὰς διαπραγματεύσεις πρὸς συνομολόγησιν προξενικῆς συμβάσεως, ἥτις προεβλέπετο ὑπὸ τοῦ ἄρθρου 11 τῆς συνθήκης περὶ εἰρήνης, οἱ ἡμέτεροι πληρεξούσιοι ἰσχυρίσθησαν δικαίως, ὅτι ἡ ἀπαίτησις τῆς Πύλης ἀντίκειται καὶ εἰς τὸ γράμμα καὶ εἰς τὸ πνεῦμα τῆς μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Τουρκίας συνθήκης τοῦ ἔτους 1855. Ἀλλὰ δὲν κατωρθώθη νὰ ἐπέλθῃ συμφωνία, καὶ τὸ ζήτημα ὑπεβλήθη εἰς διαιτησίαν. Ἠλπίζετο, ὅτι ἡ διαιτητικὴ ἀπόφασις τῶν Μεγάλων Δυνάμεων ἐπὶ τῆς προξενικῆς συμβάσεως ἤθελεν ἄρει διὰ ῥητῆς διατάξεως τὸ ζήτημα τοῦτο, ἀλλὰ δυστυχῶς ἐτηρήθη πλήρης περὶ τούτου σιγὴ ἐν τῇ ἀποφάσει ταύτῃ, καὶ ἡ Τουρκία ἐθεώρησεν, ὅτι δικαιοῦται, παρὰ τὰς διαμαρτυρίας τῆς Ἑλληνικῆς Πρεσβείας καὶ τῶν προξενικῶν ἀρχῶν, νὰ προβῇ εἰς διαταγὴν, ὁρίζουσαν ῥητῶς, ὅτι, παρὰ τὰς διαμαρτυρίας τῶν Ἑλληνικῶν προξενικῶν ἀρχῶν, πρέπει νὰ προβαίνωσιν εἰς τὴν φυλάκισιν τῶν ὑπηκόων Ἑλλήνων, τῶν ἐξασκούντων ἐκεῖ ἐπιτήδευμα. Δυστυχῶς δὲ, ὅπως εἶπον, ἔλαβε τὸ πρᾶγμα τοιαύτην τροπὴν, ὥστε ἡ ἐγκύκλιος αὕτη, ἄγαν αὐστηρὰ οὖσα, ἐκτελεῖται μετὰ πολλοῦ ζήλου ὑπὸ τῶν ὀθωμανικῶν ἀρχῶν, ἕνεκα δὲ τούτου, ἐπαναλαμβάνω, σύρονται καθ’ ἑκατοντάδας εἰς τὰς φυλακὰς οἱ Ἕλληνες ὑπήκοοι ἐπιτηδευματίαι. Ἐννοεῖται, ὅτι δὲν εἶναι εὐχερὴς ἡ θέσις τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ, νομίζω, ὁπωσδήποτε, ὅτι ἔχει ὕπατον χρέος νὰ καταβάλῃ πᾶσαν προσπάθειαν δι’ οἱουδήποτε μέσου, ὅπως ἐπέλθῃ οἱαδήποτε συνεννόησις τοὐλάχιστον περὶ αἰσίας λύσεως τοῦ ζητήματος τούτου, διότι ἄλλως ἐκτίθεται βεβαίως μεγάλως τὸ γόητρον τῆς Ἑλλάδος ἐν τῇ Ἀνατολῇ. Εἶναι περιττὸν νὰ ὑποδείξω ἐγὼ, τίνι τρόπῳ ἡ Κυβέρνησις δύναται ὁπωσδήποτε νὰ κατορθώσῃ τὴν ἐπέλευσιν αἰσίας τοῦ ζητήματος λύσεως. Ὅ,τι μόνον νομίζω, ὅτι δύναμαι νὰ ἀξιώσω παρὰ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως εἶναι, ὅτι ὀφείλει νὰ ἐπιδιώξῃ τὸν διακανονισμὸν τοῦ ζητήματος τῆς ἀπαλλαγῆς τῶν Ἑλλήνων ὑπηκόων τοῦ παρανόμως εἰσπραττομένου φόρου ἐπιτηδεύματος, καὶ νὰ κατορθώσῃ νὰ ἄρῃ τὰς δυσχερείας ταύτας, διότι ὑπάρχουσι βεβαίως πολλὰ μέσα, ὅπως κατορθωθῇ νὰ ἐπέλθῃ τέλος πάντων συνεννόησίς τις περὶ τοῦ ζητήματος καὶ λείψῃ αὐτὴ ἡ διαπόμπευσις τρόπον τινὰ τῆς Ἑλλάδος ἐν τῇ βιαίᾳ καὶ αὐτογνώμονι φυλακίσει τῶν Ἑλλήνων ὑπηκόων. Μετὰ τοῦτο πρόκειται ν’ ἀπευθυνθῶ ὑπὸ τύπον ἐπερωτήσεως ἢ παρακλήσεως πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν. Κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον ἐψηφίσθη εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν τὸ νομοσχέδιον περὶ φαρμακοποιῶν καὶ φαρμακεμπόρων· καὶ ἠγέρθησαν μέν τινες ἀντιρρήσεις κατὰ τὴν συζήτησιν, ἀλλ’ ἐπὶ τέλους κατωρθώθη νὰ ἐπέλθῃ ὁπωσδήποτε συμφωνία μεταξὺ τῶν ἀντιλεγόντων, καὶ ἐθεωρήθη, ὅτι δύναται χωρὶς τινος δυσκολίας νὰ ψηφισθῇ εἰς δευτέραν καὶ τρίτην ἀνάγνωσιν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο. Ἀνέλαβε μάλιστα ὁ τότε Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ τὸ διασκευάσῃ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν παρατηρήσεων, τῶν γενομένων κατὰ τὴν Σύνοδον ἐκείνην, ὥστε νὰ μὴ ἐπέλθῃ ἀντίρρησίς τις κατὰ τὴν ψήφισιν αὐτοῦ εἰς δευτέραν καὶ τρίτην συζήτησιν. Οἱ φαρμακοποιοὶ καὶ φαρμακέμποροι οὐ μόνον τῶν Ἀθηνῶν, ἀλλὰ καὶ τῶν ἐπαρχιῶν τοῦ Κράτους, ἔχουσι δικαίαν ἀξίωσιν νὰ κατορθωθῇ νὰ ἐκλείψῃ ἡ ἐπικρατοῦσα ἀνωμαλία ἐν τῇ διεξαγωγῇ τῶν ἐργασιῶν τῶν φαρμακείων καὶ φαρμακεμπορείων. Ἐγὼ μάλιστα νομίζω, ὅτι ἡ ἀνωμαλία δὲν εἶναι κἄν ὁποία παρίσταται. Δυστυχῶς πλεῖστοι μὲν ὅσοι γίνονται φαρμακέμποροι ἐπὶ τῇ βάσει ἀδείας τῆς διοικητικῆς ἀρχῆς, αὐξάνοντες τεραστίως, ἐπὶ βλάβῃ ἴσως καὶ αὐτῆς τῆς δημοσίας ὑγείας, τὸν ἀριθμὸν τῶν φαρμακεμπόρων· κατ’ ἐμὲ δὲ, οὐδὲ ἀνάγκη ἀδείας τῆς διοικητικῆς ἀρχῆς ὑπάρχει, καὶ οἱοσδήποτε ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ συστήσῃ φαρμακεμπορεῖον, διότι οὔτε νόμος τις, οὔτε Διάταγμα ὁρίζει τὸ ἐναντίον, καὶ μόνον ἐγκύκλιοι ὑπάρχουσι, κατὰ τὰς ὁποίας πρέπει αἱ διοικητικαὶ ἀρχαὶ νὰ δίδωσι τὴν ἄδειαν τῆς συστάσεως φαρμακεμπορείων. Ἑπομένως καὶ καθ’ ἑαυτὸ τὸ ζήτημα τοῦτο χρήζει νομοθετικῆς λύσεως, καὶ εἶναι ἀνάγκη εἴπερ τι καὶ ἄλλο νὰ λυθῇ τάχιστα νομοθετικῶς. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ δηλώσῃ, ἐὰν προτίθεται νὰ ὑποβάλῃ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, καὶ πότε, διότι, ὅπως εἶπον, εἶναι ζήτημα εἴπερ τι καὶ ἄλλο κατεπεῖγον. Ἐπίσης παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ δηλώσῃ, τί προτίθεται νὰ πράξῃ ἐπὶ τῆς ἀναφορᾶς μεγάλου μέρους κατοίκων τῶν Ἀθηνῶν, τῆς συνοικίας Γαργαρέτας καὶ τῆς συνοικίας Πλάκας, οἵτινες δικαίως ἀξιοῦσι νὰ ἀρθῶσι τὰ παρὰ τὴν συνοικίαν ταύτην εὑρισκόμενα δημοτικὰ σφαγεῖα, ἐκ τῶν ὁποίων προέρχεται μεγίστη κακοσμία, ἀλλὰ συγχρόνως καὶ κίνδυνος μέγας ἐπηρεασμοῦ τῆς ὑγείας τῆς πόλεως καὶ πρὸ πάντων τῶν συνοικιῶν ἐκείνων.

§27Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἐπὶ τοῦ δευτέρου ἐρωτήματος τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς δύναμαι ν’ ἀπαντήσω ἀμέσως. Βεβαίως τὰ τῶν δημοτικῶν σφαγείων ἔχουσιν ἀτέλειαν μεγάλην, καὶ δικαίως παραπονοῦνται οἱ κατοικοῦντες ἐν τῇ συνοικίᾳ Γαργαρέτας, ὅτι ἑστία νοσημάτων καὶ κακοσμίας εἶναι τὰ σφαγεῖα ταῦτα, καὶ ὄχι ὁ τόπος, ἐν τῷ ὁποίῳ εἶναι δυνατὸν νὰ γίνηται ἡ σφαγὴ τῶν ζώων καὶ πᾶσαι αἱ σχετικαὶ ἐργασίαι ἄνευ βλάβης τῆς ὑγείας τῆς πόλεως. Τὸ ζήτημα τοῦτο θὰ λυθῇ ταχέως, διότι μεταξὺ τῶν προτάσεων, τὰς ὁποίας ἡ δημοτικὴ ἀρχὴ ὑπέβαλε πρὸς τὴν Βουλὴν καὶ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, εἶναι καὶ ἡ πρότασις νόμου περὶ χορηγίας ἀδείας εἰς τὸν δῆμον Ἀθηναίων πρὸς κατασκευὴν σφαγείων· εἶμαι δὲ εἰς τὴν εὐχάριστον θέσιν νὰ δηλώσω, ὅτι τὴν προσεχῆ Δευτέραν ἢ Τρίτην θὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν τὸ σχετικὸν νομοσχέδιον. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ ἕτερον ζήτημα, περὶ τῶν φαρμακείων καὶ φαρμακεμπορείων, καὶ εἰς ἐμὲ ἐγένοντο παραστάσεις, καὶ γνωρίζω τὸ ζήτημα ἀπὸ τῆς παρελθούσης Συνόδου, δὲν εἶμαι ὅμως εἰς θέσιν νὰ δηλώσω, ἐὰν θὰ δυνηθῶ ταχέως νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν τὸ σχετικὸν νομοσχέδιον, ἀλλὰ περὶ τούτου ἡ ὑπηρεσία ἀσχολεῖται ἀπὸ πολλοῦ.

§28Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).

§29Φ. ΝΕΓΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Εἶμαι εἰς θέσιν ν’ ἀπαντήσω ἀμέσως εἰς τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον, διότι συνεπείᾳ τῆς ἀναφορᾶς, περὶ τῆς ὁποίας ἐποιήσατο λόγον, προεκάλεσα γνωμοδότησιν τοῦ Δικαστικοῦ Συμβούλου, ὁ ὁποῖος ὡς ἑξῆς ἀποφαίνεται (ἀναγινώσκει): «Ἐν ὅσῳ τὰ ἐμπορεύματα εὑρίσκονται ὑπὸ διαμετακόμισιν, δὲν θεωροῦνται ὡς εἰσαχθέντα, καὶ δὲν ὑπόκεινται οὔτε εἰς δημοσίαν οὔτε εἰς δημοτικὴν φορολογίαν, ἔτι δὲ μᾶλλον, ὅταν εἴτε πρὸ τῆς πωλήσεώς των, εἴτε μετὰ ταύτην ἐπιβιβάζωνται εἰς πλοῖα, ἀπερχόμενα εἰς τὴν ἀλλοδαπήν.» Ἀπέναντι λοιπὸν τῶν σαφῶν διατάξεων τοῦ νόμου δὲν ἠδυνάμην νὰ ἐκδώσω ἄλλην διαταγὴν ἢ ἐκείνην, τὴν ὁποίαν ἐξέδωκα.

§30ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Παπαδιαμαντόπουλος ἔχει τὸν λόγον.

§31Γ. ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅτε ὁ κύριος Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, κατὰ τὴν ἔναρξιν τῆς ἐπαναλήψεως τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς, ἀνήγγειλε τὸν θάνατον ἀγαπητοῦ μέλους τοῦ Κοινοβουλίου, τοῦ ἐκ Κερκύρας βουλευτοῦ Καλοσγούρου, ἤλπιζον, ὅτι δὲν ἤθελε παραλείψει καὶ ἕτερον σοβαρώτατον γεγονός, ἐπισυμβὰν κατὰ τὴν ἀπουσίαν τῆς Βουλῆς, τὸ ὁποῖον κατετάραξεν ὁλόκληρον τὴν κοινωνίαν τῶν Ἀθηνῶν, τὸν φόνον τοῦ ἀτυχοῦς νέου Κασσαβέτη, καὶ τὴν ἕνεκα τοῦ συμβάντος τούτου ἐπελθοῦσαν προφυλάκισιν διακεκριμένου μέλους τοῦ Κοινοβουλίου, τοῦ βουλευτοῦ Βόλου κ. Καρτάλη, θεωρηθέντος ὡς ἠθικοῦ αὐτουργοῦ τοῦ στυγεροῦ ἐκείνου ἐγκλήματος. Καὶ τοσούτῳ μᾶλλον ὤφειλεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς ν’ ἀναγγείλῃ τὸ σοβαρὸν τοῦτο γεγονός, καθόσον ἐγεννήθη τὸ ζήτημα, ὅτι παρεβιάσθη τὸ ἄρθρον 63 τοῦ Συντάγματος περὶ τῆς ἀσυλίας τῶν Βουλευτῶν. Καὶ εἶναι μὲν ἀληθές, ὅτι τὸ Συμβούλιον τῶν ἐν Ἀθήναις Πλημμελειοδικῶν διὰ βουλεύματός του ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἔκρινεν, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀσυλία τῶν Βουλευτῶν κατὰ τὴν διακοπὴν τῆς Συνόδου, ἀλλ’ ἐξ ἄλλου ἕτερον Συμβούλιον Πλημμελειοδικῶν, τὸ ἐν Τριπόλει, ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Μαντινείας βουλευτοῦ κ. Μπακοπούλου ἔκρινεν ὅλως τοὐναντίον. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου, εἷς τῶν ἀνωτάτων λειτουργῶν τῆς Θέμιδος, τοῦ ὁποίου ἡ γνώμη ἔχει κῦρος ἐν τῷ νομικῷ κόσμῳ, ὁ Εἰσαγγελεὺς τοῦ Ἀρείου Πάγου κύριος Τζιβανόπουλος, κατὰ τὴν ἐκδίκασιν τῆς ἀναιρέσεως τῆς ὑποθέσεως ταύτης ἀπεφάνθη ὑπὲρ τῆς ἀσυλίας τῶν Βουλευτῶν καὶ κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς διακοπῆς τῶν ἐργασιῶν τῆς Συνόδου. Βεβαίως δὲν θέλω, οὐδὲ δύναμαι νὰ ζητήσω νὰ ἐξετάσω, ἐὰν ὁ εἰρημένος συνάδελφος εἶναι ἔνοχος, ἢ μή, τοῦ στυγεροῦ τούτου ἐγκλήματος, καὶ συνεπῶς οὔτε νὰ συνηγορήσω, οὔτε νὰ κατηγορήσω αὐτοῦ ἐπὶ τούτῳ· ἀλλ’ ἐπειδὴ παρεβιάσθη, ὡς λέγεται, τὸ ἄρθρον 63 τοῦ Συντάγματος, καὶ οὐδεὶς, δυστυχῶς, μέχρι σήμερον τῶν συναδέλφων νομομαθῶν καὶ συνταγματολόγων ἀνηγέρθη, ἵνα φέρῃ τὸ ζήτημα ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, καὶ προκαλέσῃ συζήτησιν καὶ διαφωτίσῃ ἡμᾶς, τοὺς μὴ νομικούς, ἔρχομαι νὰ ἐρωτήσω τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, καὶ νὰ παρακκαλέσω αὐτὸν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, ἐὰν ὄντως παρεβιάσθη ἢ δὲν παρεβιάσθη τὸ ἄρθρον 63 τοῦ Συντάγματος, καὶ νὰ ἐκθέσῃ ἡμῖν τοὺς λόγους, ἐφ’ ὧν στηρίζει τὴν γνώμην του.

§32Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Θὰ παρακαλέσω, κύριε Πρόεδρε, ἐὰν πρόκηται νὰ γείνῃ συζήτησις ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, νὰ ὁρισθῇ ἰδιαιτέρα ἡμέρα.

§33Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Δύο εἰσὶν οἱ λόγοι, οἵτινες, νομίζω, ἐπιβάλλουσι τοῖς ἀντιπροσώποις τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ὅπως ὅτι τάχιστα ἐπιληφθῶσι τῆς συζητήσεως τοῦ θέματος, οὗτινος τὴν εἰσήγησιν ἐποιήσατο ὁ ἀξιότιμος ἐκ Πατρῶν Βουλευτής. Καὶ πρῶτος μὲν λόγος ἐστὶ τὸ αἴσθημα τῆς συναδελφότητος, ὅπερ ὤφειλε, νομίζω, εὐθὺς ἀπὸ τῆς πρώτης συνεδριάσεως ἡμῶν, νὰ ἐμπνεύσῃ τοὺς διευθύνοντας τὰ τῆς Βουλῆς. Δὲν θέλω νὰ εἰσέλθω εἰς τὴν ἐξέτασιν τῆς ὑποθέσεως, διότι ἀληθῶς εἶναι τοσοῦτον μεγάλη καὶ σημαίνουσα, ὥστε βεβαίως ἀπαιτεῖται ἰδιαιτέρα συνεδρίασις πρὸς τοῦτο τῆς Βουλῆς. Λέγω ὅμως, ὅτι ἔλλειψις καθήκοντος ὑπῆρξε τὸ ὅτι πρὸς συνάδελφον, ὅστις ὁπωσδήποτε κατὰ τὴν στιγμὴν ταύτην ἀκόμη εἶναι ἀτυχής, ἡ Βουλὴ δὲν ἐπεδείξατο ἐκεῖνο τὸ ἐνδιαφέρον, ὅπερ ὤφειλε νὰ ἐκφράσῃ περὶ αὐτοῦ. Ἕτερος οὐσιωδέστατος λόγος, οὗ ἕνεκεν εὐθὺς ἀπὸ τῆς πρώτης οὐχὶ συνεδριάσεως, ἀλλὰ στιγμῆς, καθῆκον καὶ δικαίωμα εἶχε νὰ ἐπιληφθῇ τοῦ θέματος τούτου ἡ Βουλή, εἶναι ἡ προνομία τῆς Βουλῆς. Ἐγώ, Κύριοι, κατὰ τὴν συζήτησιν ταύτην οὐδόλως βεβαίως εἰμὶ διατεθειμένος, διαβλέπων καὶ τὸ πνεῦμα τῆς Βουλῆς, καὶ κρίνων τὸ ὀρθὸν τοῦ τοιούτου πνεύματος αὐτῆς, νὰ εἰσέλθω εἰς τὴν συζήτησιν τῆς ὑποθέσεως ταύτης κατ’ οὐσίαν, διότι οὐδαμῶς εἴμεθα ἢ ἐσόμεθά ποτε ἁρμόδιοι νὰ κρίνωμεν, ἂν ὁ συνάδελφος ἡμῶν εἶναι ἠθικὸς αὐτουργός, ἢ οὐχί, τῆς ἀποδιδομένης αὐτῷ πράξεως. Ἐκ τῶν δικαιωμάτων ὅμως, ἅτινα ἔχομεν, ὡς ἀντιπρόσωποι τοῦ λαοῦ, ὡς προστάται τοῦ συνταγματικοῦ πολιτεύματος, εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς ὠφείλομεν νὰ ἐπιληφθῶμεν τῆς ἐξετάσεως τοῦ συνταγματικοῦ τούτου ζητήματος, ἐὰν, διακοπτομένης τῆς ἐξακολουθήσεως τῆς Βουλευτικῆς Συνόδου, παύῃ προστατεύουσα τοὺς Βουλευτὰς ἡ ἀσυλία, οὐχὶ ὑπὲρ αὐτῶν, ἀλλ’ ὑπὲρ τῶν δικαιωμάτων τῆς Βουλῆς. Βεβαίως οὐδεὶς ἄλλος εὐθύνεται ἐπὶ τῇ ὄντως σπουδαιοτάτῃ ταύτῃ παραλείψει τοῦ καθήκοντος τῆς Βουλῆς, εἰμὴ οἱ ἡγούμενοι τῆς πλειονοψηφίας αὐτῆς, οἵτινες, εὐτυχῶς ἢ δυστυχῶς δι’ αὐτοὺς, εἰσὶ σήμερον δύο, ἀντὶ ἑνός. Ἀλλ’ ἐκεῖνο, ὅπερ παρελείψαμεν, νομίζω ὅτι δὲν ἔχομεν δικαίωμα νὰ ἀναβάλωμεν πέραν τῆς προσεχοῦς συνεδριάσεως τῆς Βουλῆς καὶ παρακαλῶ συναμφοτέρους τοὺς διευθύνοντας τὰ τῆς πλειονοψηφίας, ὅπως σπεύσωσι νὰ ὁρίσωσιν ἡμέραν πρὸς συζήτησιν τοῦ σοβαρωτάτου τούτου ζητήματος.

§34ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ παραδέχεται τὴν προσεχῆ Δευτέραν πρὸς συζήτησιν τοῦ ζητήματος τούτου;

§35Δ. ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Φρονῶ, ὅτι πρέπει ν’ ἀναμείνωμεν τὴν ἔκβασιν τῆς δίκης.

§36ΣΤΕΦ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Διὰ νὰ μάθωμεν τὴν γνώμην τῆς Βουλῆς, πρέπει ἡ Κυβέρνησις νὰ δηλώσῃ ποίαν ἡμέραν προτιμᾷ.

§37Κ. ΤΟΠΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ἡμεῖς νομίζομεν, κύριε Πρόεδρε, ὅτι δὲν δυνάμεθα ν’ ἀναμιχθῶμεν, ὡς Κυβέρνησις, ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου. Ἐὰν ἡ Βουλὴ νομίζῃ, ὅτι ὀφείλει νὰ συζητήσῃ τὸ ζήτημα τῆς ἀσυλίας τῆς βουλευτικῆς καὶ ἐκφέρῃ γνώμην ἐπὶ τῆς ἀμφισβητουμένης ταύτης συνταγματικῆς διατάξεως, δύναται νὰ ζητήσῃ αὕτη, ἂν θέλῃ, νὰ ὁρισθῇ ἡμέρα, ἵνα συζητήσῃ ἐπ’ αὐτῆς, χωρὶς ἡμεῖς, ὡς Κυβέρνησις, ν’ ἀναμιχθῶμεν.

§38ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης νομίζω, ὅτι δὲν ἀπήντησεν εἰς τὸ τεθὲν ζήτημα. Δὲν λέγομεν ἡμεῖς, ἂν ἡ Κυβέρνησις θὰ λάβῃ ἢ δὲν θὰ λάβῃ τὸν λόγον ἐπὶ τῆς οὐσίας, ἀλλ’ εἴπομεν, ὅτι, τεθέντος ζητήματος περὶ ὁρισμοῦ ἡμέρας ὑπὸ τῶν κυρίων συναδέλφων, ἡ Κυβέρνησις εἶναι ἁρμοδία νὰ δηλώσῃ, ποία ἡμέρα θέλει νὰ ὁρισθῇ πρὸς τοῦτο.

§39ΑΛΕΞ. Θ. ΖΑΪΜΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἀφοῦ οὕτω τίθεται τὸ ζήτημα, ὡς ἔθεσεν αὐτὸ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς, δυνάμεθα νὰ δηλώσωμεν, ὅτι ἡ γνώμη τῆς Κυβερνήσεως εἶναι, ὅτι, ἐν ὅσῳ ἡ ὑπόθεσις εἶναι ἐκκρεμὴς ἐνώπιον τῆς Δικαιοσύνης, δὲν μᾶς φαίνεται πρέπον νὰ γείνῃ συζήτησις τοιαύτη ἐνώπιον τῆς Βουλῆς.

§40Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἡ Κυβέρνησις, κύριε Πρόεδρε, δύναται βεβαίως, καὶ οὕτω μάλιστα εἶναι κατηρτισμένη, περὶ πολλῶν ζητημάτων νὰ σιωπᾷ. Περὶ τὰ ζητήματα ἴσως, τὰ ἀφορῶντα τὴν πολιτικὴν αὐτῆς φιλοτιμίαν, ἐδύνατο ἡ Κυβέρνησις νὰ σιωπᾷ κατὰ τὰς πενθημέρους ἐκείνας συζητήσεις, ὅτε, ὡς ἀντιπρόσωπος τοὐλάχιστον τοῦ Στέμματος ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ὤφειλε νὰ ὑψώσῃ τὴν φωνὴν αὐτῆς, καὶ νὰ δηλώσῃ, ὅτι ὑπεύθυνος ἐπὶ τοῖς γενομένοις κατὰ τὴν 8ην Νοεμβρίου ἦτο ἁπλῶς καὶ μόνον τὸ Ὑπουργεῖον, τὸ τότε διευθῦνον τὰ κοινά. Ἐδύνατο ἡ Κυβέρνησις νὰ σιωπᾷ, ὅτε κατὰ τὴν χθὲς συνεδρίασιν εὐθαρσεῖς Βουλευταὶ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἀνέσυρον τὴν αὐλαίαν, καὶ κατεδείκνυον τὰ αἴσχη, ἅτινα τελοῦνται παρ’ ἀντιπροσώπου τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας, καὶ δὴ τῆς καταδιωκτικῆς τῶν ἀδικημάτων ἀρχῆς; Δύναται ἡ Κυβέρνησις νὰ σιωπᾷ, καὶ βεβαίως θέλει σιωπᾷ, ὅταν αἱ ἀναγγελθεῖσαι καὶ ἀπειληθεῖσαι διακόσιαι ἐπερωτήσεις ὑπὸ τοῦ κ. ἐκ Γόρτυνος Βουλευτοῦ ὡς χάλαζα βιαία θέλωσιν ἀναγκάσει αὐτοὺς νὰ κύψωσι τὴν κεφαλὴν ὑπὸ τὰ σκέλη. Ἀλλὰ βεβαίως ἡ Κυβέρνησις δὲν δύναται νὰ μὴ ἔχῃ γνώμην, ὅταν πρόκηται περὶ τῶν προνομίων καὶ τῶν δικαιωμάτων τῆς Βουλῆς. Ἐὰν καὶ περὶ τοῦ ζητήματος τούτου δὲν ἔχῃ γνώμην, ἂς ἑτοιμασθῇ νὰ σαρωθῇ ἐν ταῖς ὁδοῖς τῶν Ἀθηνῶν! Ποῦ εὑρισκόμεθα, Κύριοι; Μήπως εὑρισκόμεθα ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ ἐκείνῳ, ὅπερ ἡ Αὐτοῦ Μεγαλειότης ὁ Σουλτάνος εἶχεν ἱδρύσει ποτὲ ἐν Κωνσταντινουπόλει; Μήπως εὑρισκόμεθα εἰς τὴν Βουλὴν, ἣν διηύθυνε τὸ ξίφος τοῦ Αʹ καὶ τοῦ Γʹ Ναπολέοντος; Δὲν ἐντρέπεται ἡ Κυβέρνησις... (θόρυβος).

§41ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ δεξιῶν). Κύριε Πρόεδρε, νὰ ἀνακληθῇ εἰς τὴν τάξιν.

§42Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε, παρακαλῶ.

§43Κ. ΖΩΤΟΣ. Ν’ ἀνακληθῇ εἰς τὴν τάξιν, κύριε Πρόεδρε.

§44Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Τὴν μίαν ἡμέραν φέρει τὰ ζητήματα τὰ ἐθνικά... (θόρυβος καὶ ἀντεγκλήσεις).

§45Α. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ Κανονισμὸς ὁρίζει, κύριε Πρόεδρε, τί πρέπει νὰ πράξητε, ὅταν τις Βουλευτὴς ἐκτραπῇ. (Θόρυβος καὶ ἀντεγκλήσεις).

§46ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡσυχάσατε, Κύριοι.

§47ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ δεξιῶν). Ν’ ἀνακληθῇ εἰς τὴν τάξιν (θόρυβος).

§48Κ. Ν. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Διὰ νὰ ἀνακαλέσῃ, κύριε Πρόεδρε, πρέπει νὰ τῷ παράσχητε τὴν εὐκαιρίαν νὰ ὁμιλήσῃ.

§49Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἐγὼ, κύριε Πρόεδρε, οὐδαμῶς δυσκολεύομαι ν’ ἀνακαλέσω τὴν λέξιν ταύτην...

§50ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ δεξιῶν). Ν’ ἀνακαλέσῃ, κύριε Πρόεδρε (θόρυβος).

§51Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐπιβάλετε σιγὴν, κύριε Πρόεδρε.

§52Ι. Γ. ΛΑΠΠΑΣ. Ἀφήσατε νὰ ὁμιλήσῃ ὁ κύριος Λεβίδης, ὅστις ἔχει τὸν λόγον.

§53Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Ἐὰν δὲν ἦσθε εἰς θέσιν, κύριε Πρόεδρε, νὰ διευθύνητε, τότε... (θόρυβος)

§54Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐπιβάλετε σιγὴν, κύριε Πρόεδρε. Ἔχετε δικαίωμα νὰ ἐπιβάλητε τὴν τάξιν.

§55ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Βουλευτὴς εἶπε λέξιν βαρεῖαν, ἣν θ’ ἀνακαλέσῃ μόνος του, ὡς λέγει.

§56Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Λέγω, ὅτι οὐ μόνον εἶμαι διατεθειμένος ν’ ἀνακαλέσω λέξιν, ἥτις, ὁμολογῶ, ἐξέφυγε τῶν χειλέων μου... (εὖγε! εὖγε!).

§57ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶσθε ἀξιέπαινος.

§58Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. .. Ἀλλ’ ἐχόμενος τοῦ ἀξιώματος τῶν Ἄγγλων, οἵτινες πιστεύουσιν, ὅτι οὐχὶ δειλία, ἀλλ’ ἀνδρεία εἶναι τὸ ὁμολογεῖν τὰ ἴδια σφάλματα, ἐκφράζω καὶ τὴν λύπην μου ἀκόμη, διότι τοιαύτη λέξις, παρὰ τὰς συνηθείας μου, μοὶ ἐξέφυγεν. Ἀλλὰ τοῦτο ποσῶς δὲν ἐμποδίζει νὰ ἐπιμείνω εἰς τὴν οὐσίαν τῶν πραγμάτων.—Λέγω, ὅτι, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις φωρᾶται σιωπῶσα ἐπὶ ὅλων ἐκείνων τῶν ζητημάτων, ἅτινα ἡ Ἀντιπολίτευσις ἤγειρεν ἐνταῦθα, χρωμένη τῷ τιμαλφεστάτῳ τῶν δικαιωμάτων, τοῦ ἐλέγχειν τοὺς ὑπευθύνους Ὑπουργοὺς, συζητοῦσα ἐπὶ τοσαύτας ἡμέρας ἀδιακόπως ἐνταῦθα, ὑπάρχουσιν ὅμως καὶ ζητήματα, ἐφ’ ὧν ἡ Κυβέρνησις δὲν ἔχει δικαίωμα, ἀλλὰ καθῆκον μόνον, καὶ ἐφ’ ὧν τὸ καθῆκον αὐτῆς εἶναι νὰ μετάσχῃ τῆς συζητήσεως. Διότι, ἐὰν ἐπὶ ζητημάτων, ἀφορώντων αὐτὴν τὴν νόμιμον ὕπαρξιν, τὴν νόμιμον συγκρότησιν τοῦ Κοινοβουλίου, ἐὰν ἐπὶ ζητημάτων, ἀφορώντων τὰ κυριαρχικὰ αὐτὰ δικαιώματα οὐχὶ τοῦ Κοινοβουλίου, ἀλλὰ τοῦ ἔθνους, αἱ Κυβερνήσεις νομίζωσιν, ὅτι σώζονται σιωπῶσαι, ὀπισθοχωροῦσαι καὶ κρυπτόμεναι, ποίαν πλέον ἐγγύησιν δύναται νὰ ἔχῃ ὁ λαός, διοικούμενος καὶ κυβερνώμενος παρὰ Κυβερνήσεως τοιαύτης; Βεβαίως, κατ’ ἐμὲ, οὐδεμίαν. Βεβαίως, Κυβέρνησις, ἥτις δὲν ἔχει τὸ σθένος νὰ ἐκφράσῃ γνώμην ἐπὶ τοιούτων ζητημάτων, δὲν ἔχει καὶ τὴν ἀπαιτουμένην τόλμην νὰ διαχειρισθῇ καὶ νὰ διεξαγάγῃ καὶ ἄλλα κινδυνωδέστερα καὶ σπουδαιότερα ζητήματα τῆς πατρίδος. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον αὐτῇ νὰ δηλοῖ, ὅτι δὲν θέλει συμμετάσχει τῆς προκειμένης συζητήσεως. Καὶ ἐὰν, ἐπὶ παραδείγματι, δὲν προέκειτο περὶ κοινοῦ ἐγκλήματος,—λέγων δὲ οὕτω, οὐδαμῶς ἐννοῶ νὰ ὁρίσω τὸν χαρακτῆρα τῆς κατηγορουμένης πράξεως,—ἐὰν συνέβαινέ ποτε, διακοπτομένης τῆς ἐξακολουθήσεως τῆς Βουλευτικῆς Συνόδου διὰ Β. Διατάγματος, παρὰ τοῦ τυχόντος Εἰσαγγελέως νὰ συρθῇ εἰς τὰς φυλακὰς Βουλευτὴς, κατηγορούμενος ἐπὶ πολιτικῷ ἐξαίφνης ἀδικήματι, κατὰ τίνα τρόπον, παρακαλῶ, θέλει ἀμυνθῇ ἡ Ἀντιπροσωπεία τοῦ ἔθνους, ἡ κυριαρχία τοῦ λαοῦ κατὰ τῶν οὕτως αὐθαιρέτων ὀργάνων τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας; Ποσῶς δὲν πρέπει νὰ λάβητε ὑπ’ ὄψιν, ὅτι τώρα πρόκειται περὶ ἐγκλήματος κοινοῦ. Ἀλλ’ ἐὰν Βουλευτὴς ἐκφράζῃ τὰ πολιτικὰ αὑτοῦ φρονήματα, ἐὰν μετέχῃ συλλαλητηρίων, ἢ ὑπογράφῃ ἀναφορὰς πρὸς τὴν Α. Μ. τὸν Βασιλέα, ἐὰν καθ’ οἱονδήποτε τρόπον δηλοῖ νομίμως τὰς πολιτικὰς αὑτοῦ πεποιθήσεις, καθ’ ἣν στιγμὴν ἡ Βουλὴ ἐξαίφνης εὑρίσκεται ἐν διακοπῇ τῆς ἐξακολουθήσεως τῆς Βουλευτικῆς Συνόδου δυνάμει Β. Διατάγματος; Νομίζετε, ὅτι, εὐθὺς ὡς τὸ ζήτημα ἐγεννήθη ἐν τῷ τόπῳ ἡμῶν, δὲν ἔχομεν καθῆκον νὰ δώσωμεν ἀπὸ τοῦδε ἡμεῖς οἱανδήποτε νομίζομεν πρέπουσαν λύσιν; Ἰδοὺ διατὶ ἐτόλμησα νὰ προκαλέσω τὴν συζήτησιν ταύτην. Καὶ ἐὰν ἐν τῇ ῥύμῃ τοῦ λόγου μου, καὶ ἐὰν, προκειμένου περὶ τόσῳ οὐσιώδους ζητήματος, ἠγόρευσα τυχὸν κατὰ τρόπον ζωηρότερον ἐκείνου, καθ’ ὃν δέον πάντες ν’ ἀγορεύωμεν ἐνταῦθα, ἐὰν ἐν τῇ ῥύμῃ τοῦ λόγου ἐξέφυγε βαρεῖά τις λέξις, ἣν οὐδὲν δικαίωμα εἶχον νὰ εἴπω κατὰ τῶν προσώπων τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ἀλλὰ καὶ κατ’ οὐδενὸς τῶν κυρίων συναδέλφων, καταστρέφων τὸν λόγον, ἔχω τὸ θάρρος νὰ δηλώσω καὶ πάλιν, ὅτι λυποῦμαι ἐπὶ τούτῳ καὶ μεταμέλομαι.

§59ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Μοὶ ἐφάνη, ὅτι ἀμφότεραι αἱ ἀπαντήσεις, ἃς ἡ Κυβέρνησις ἐπὶ τοῦ τεθέντος ζητήματος ἔδωκεν εἰς τὴν Βουλήν, δὲν ὑπῆρξαν εὔστοχοι. Ὁ μὲν κύριος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης ἀπήντησεν ἐπ’ αὐτοῦ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν θέλει μετάσχει τῆς συζητήσεως· ὅτε δ’ ἐπ’ αὐτοῦ οὕτως ἀπήντησεν, ἠγέρθην καὶ εἶπον, ὅτι τοῦτο εἶναι ἄλλο ζήτημα, ἐνῷ τὸ προκείμενον ζήτημα εἶναι ὁ προσδιορισμὸς ἡμέρας πρὸς συζήτησιν τῆς γενομένης ἐπερωτήσεως. Διότι ἐπερώτησις εἶναι τὸ γενόμενον ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ Πατρῶν. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως τότε ἐγερθεὶς εἶπεν: ὅπως τίθεται τὸ ζήτημα ἀπαντῶμεν, ὅτι δὲν θεωροῦμεν συμφέρον, ἀλλ’ οὔτε καὶ δικαίωμα ἔχομεν νὰ συζητῶμεν ἐπὶ θέματος, ὅπερ περιῆλθεν εἰς χεῖρας τῆς Δικαιοσύνης. Εἶπον, ὅτι ἀμφότεραι αἱ ἀπαντήσεις, κατὰ τὴν κρίσιν μου, δὲν ὑπῆρξαν εὔστοχοι,—καὶ ἔδωκαν ἀφορμὴν εἰς παράτασιν τῆς συζητήσεως ἐπὶ ζημίᾳ τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς,— διότι δὲν ἀντελήφθη ἡ Κυβέρνησις, ὅτι προέκειτο ζήτημα ἐλέγχου. Δὲν ἠδύνατο νὰ εἴπῃ ἡ Κυβέρνησις, ὅτι κρίνει, ὅτι δὲν ἔχει δικαίωμα νὰ ὁμιλήσῃ, καὶ τοῦτο, ἐπειδὴ ἡ ὑπόθεσις περιῆλθεν εἰς χεῖρας τῆς Δικαιοσύνης. Ἡ Κυβέρνησις ἐν τῷ ζητήματι τούτῳ μίαν ἀπάντησιν εἶχε νὰ δώσῃ: «ταύτην ἢ ἐκείνην τὴν ἡμέραν προτιμῶ, ἢ προτιμῶ ν’ ἀναβάλωμεν τὴν συζήτησιν εἰς βραδύτερον χρόνον, διότι ἤδη ἔχομεν σπουδαιοτέρας ἐργασίας»· ἡ δὲ Βουλὴ θὰ ἀπεφαίνετο ἐπὶ τούτου. Ἀλλὰ λέγουσα, ὅτι δὲν συζητεῖ, ὅτι δὲν δύναται νὰ συζητήσῃ, διότι ἡ ὑπόθεσις περιῆλθεν εἰς χεῖρας τῆς Δικαιοσύνης, μοὶ φαίνεται, ὅτι δὲν δίδει ἀπάντησιν εἰς τὸ τεθὲν ἐρώτημα. Ἐρχομένης τῆς πρὸς συζήτησιν ὁρισθείσης ἡμέρας, θὰ ἠδύνατο ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως νὰ εἴπῃ, ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται συζήτησις, διότι ἡ ὑπόθεσις περιῆλθεν εἰς χεῖρας τῆς Δικαιοσύνης, καὶ τότε θὰ ἐλάμβανε τὴν ἀπάντησιν, ὅτι ἔλυε τὸ ζήτημα διὰ τοῦ ζητήματος. Διότι διὰ τὸν λόγον, ὅτι ἦλθεν ἡ ὑπόθεσις εἰς χεῖρας τῆς Δικαιοσύνης, ἡ Βουλὴ δὲν ἔχει δικαίωμα μόνον νὰ δώσῃ ἑρμηνείαν ἐπιδρῶσαν ἐπὶ τῆς δικαστικῆς ἐξελίξεως τῆς ὑποθέσεως, ἀλλὰ διατηρεῖ βεβαίως τὸ δικαίωμα νὰ ἐλέγξῃ τὴν πολιτείαν τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, ἥτις ἐπέτρεψε νὰ εἰσαχθῇ ὑπὸ τῆς Εἰσαγγελίας ἐνώπιον τῆς Δικαιοσύνης πρόσωπον, ὅπερ ἐνιστάμενον ἰσχυρίζετο, ὅτι κατὰ τὰς διακοπὰς τῆς Συνόδου ἐξηκολούθει ν’ ἀπολαύῃ τοῦ δικαιώματος τῆς ἀσυλίας. Πρὸς τοῦτο κατ’ ἀνάγκην πρέπει νὰ συναινέσωσιν οἱ Ὑπουργοὶ καὶ προτείνωσιν ἡμέραν συζητήσεως, καὶ τότε θέλομεν ἴδει ποῖαι εἶναι αἱ ὀρθαὶ γνῶμαι, τούτων ἢ ἐκείνων; Πιθανὸν τότε νὰ ἀποδειχθῇ, ὅτι καὶ ἐνταῦθα ὑπάρχουσι γνῶμαι σύμφωνοι πρὸς τὴν γνώμην τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ἐκεῖ γνῶμαι ἐναντίαι πρὸς αὐτὴν, διότι πρόκειται περὶ ζητήματος, ὅπερ διαιρεῖ συνταγματολόγους καὶ ποινικολόγους, ὧν οἱ μὲν συνταγματολόγοι ἀποκλίνουσιν ὑπὲρ τῆς λύσεως τῆς ὑπὲρ τῆς ἀσυλίας, οἱ δὲ ποινικολόγοι ὑπὲρ τῆς λύσεως τῆς ὑπὲρ τῆς ἐλευθέρας λειτουργίας τῆς Δικαιοσύνης. Τὸ ζήτημα εἶναι ζήτημα πεποιθήσεων νομικῶν, καὶ πιθανὸν ἔνθεν μὲν ν’ ἀκούσωμεν συνηγόρους τῆς ἀσυλίας, ἐκεῖθεν δὲ τῆς μὴ ὑπάρξεως τῆς ἀσυλίας. Ἀλλὰ ταῦτα, καθ’ ἣν ἡμέραν τὸ ζήτημα ἔλθῃ εἰς συζήτησιν κατ’ ἀνάγκην, διότι εἶναι ζήτημα ἐλέγχου, καὶ δὲν δύναται ν’ ἀρνηθῇ ἡ Κυβέρνησις τὸν ζητούμενον προσδιορισμὸν τῆς ἡμέρας.

§60ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Πρέπει, κύριοι Βουλευταί...

§61Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Δύο λέξεις, σᾶς παρακαλῶ, νὰ εἴπω, διότι ἐλπίζω, ὅτι μὲ αὐτὰς θὰ παύσῃ ἡ συζήτησις.

§62Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχει ἄλλος τὸν λόγον προηγουμένως.

§63Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ὁ κύριος Δεληγεώργης ὑπεχώρησε δι’ ὀλίγας λέξεις, τὰς ὁποίας θὰ εἴπω. Κύριοι συνάδελφοι, τὸ ζήτημα, περὶ οὗ πρόκειται, εἶναι ἀναμφισβητήτως σπουδαιότατον, δικαίωμα δὲ καὶ καθῆκον ἔχει ἡ Βουλὴ νὰ τὸ ἐξετάσῃ. Ἀλλ’ ἡ Βουλὴ ἔχει καὶ ἄλλο καθῆκον...

§64Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καλλίτερον θὰ ἦτο νὰ μὴ ἐλαμβάνετε σεῖς μέρος καθόλου.

§65Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Θὰ ἴδητε, ἐὰν ἔπρεπε νὰ λάβω μέρος, ἢ ὄχι. Πρὶν μὲ ἀκούσητε, μὴ ἀποφκίνεσθε. Ἀλλ’ ἡ Βουλὴ ἔχει καὶ ἕτερον καθῆκον πρὸς συνάδελφον, διατελοῦντα ὑπὸ κατηγορίαν καὶ κατὰ τεκμήριον ὄντα ἀθῷον· ἔχει τὸ καθῆκον νὰ μὴ δυσχεράνῃ τὴν θέσιν του δι’ οἱασδήποτε συζητήσεως, διότι δὲν πρέπει νὰ λησμονῶμεν, ὅτι ἡ δικαστικὴ ἐξουσία, ἀνεξαρτήτως ἐνεργοῦσα πάσης ἄλλης ἐξουσίας, ἔχει ἴδια δικαιώματα καὶ ἴδια καθήκοντα. Ἔχομεν δὲ τὸ καθῆκον, ὑπὲρ συναδέλφου μεριμνῶντες, νὰ ἀφήσωμεν τὴν Δικαιοσύνην ἐλευθέραν πάσης ἐκ τοιαύτης συζητήσεως ἐπηρείας νὰ ἐκφέρῃ τὴν γνώμην της, χωρὶς μὲ τοῦτο ν’ ἀποστερηθῶμεν τοῦ δικαιώματος νὰ συζητήσωμεν εὐρύτατα ἐπὶ τοῦ σπουδαιοτάτου ἀναμφισβητήτως τούτου θέματος. Ἀλλ’ ἐπαναλαμβάνω, ὅτι δὲν πρέπει νὰ λησμονῶμεν τὸ καθῆκον, τὸ ὁποῖον ἔχομεν πρὸς συνάδελφον κατηγορούμενον, ὅπως μὴ καταστήσωμεν τὴν θέσιν αὐτοῦ δυσχερῆ, μέχρις οὗ ἡ Δικαιοσύνη κρίνῃ καὶ ἀποφασίσῃ περὶ αὐτοῦ. Παρακαλῶ λοιπὸν τὴν Βουλὴν καὶ ἐξ ἐμαυτοῦ, ἀλλὰ καὶ ἐξ ὀνόματος ἐκείνου, νὰ ἀναβάλῃ τὴν συζήτησιν ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου δι’ ὀλίγας ἡμέρας...

§66ΑΥΓ. ΑΒΕΡΩΦ. Μέχρις οὗ ἐκδοθῇ ἡ ἀπόφασις τοῦ Ἐφετείου.

§67Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. .. Διότι δὲν πρέπει νὰ τὸν ἀφήσωμεν νὰ ἔχῃ τὸ παράπονον, ὅτι ἐκ προκληθείσης τυχὸν συζητήσεως, οὕτως ἢ ἄλλως διεξαχθησομένης, ἐπηρεάσθη ἡ κρίσις τοῦ Ἐφετείου ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως, ἀφοῦ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὦσι γνωσταὶ αἱ γνῶμαι, αἵτινες θ’ ἀναπτυχθῶσι καὶ ἐντεῦθεν καὶ ἐκεῖθεν ἐπὶ τοῦ θέματος, τὸ ὁποῖον ἔθιξεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς. Πρέπει λοιπὸν ἡ γνώμη τῆς δικαστικῆς ἀρχῆς νὰ ἦναι ἐντελῶς ἀνεπηρέαστος. Τοῦτο εἶναι συμφέρον ὄχι μόνον τοῦ κατηγορουμένου, ἀλλὰ καὶ τῆς Δικαιοσύνης αὐτῆς. Ἔχομεν δὲ ἡμεῖς πάντες τὸ καθῆκον πρὸς τοιοῦτον συνάδελφον ἐν τοιαύτῃ κρισίμῳ στιγμῇ νὰ μεριμνήσωμεν, ὅπως μὴ προσκρούσωμεν εἰς τὸ συμφέρον αὐτοῦ. Συμφέρον δὲ οὗτος ἔχει νὰ μείνῃ ἡ Δικαιοσύνη ἀνεπηρέαστος. Παρακαλῶ λοιπὸν τὴν Βουλὴν νὰ ἀναβάλῃ τὴν συζήτησιν ἐπὶ ὀκτὼ ἡμέρας, καὶ μετὰ ὀκτὼ ἡμέρας δυνάμεθα νὰ ἐπανέλθωμεν ἐπὶ τοῦ θέματος.

§68Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δὲν συμμερίζομαι τὴν γνώμην τοῦ προλαλήσαντος, ὡς καὶ τὴν γνώμην τῆς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία προέτεινεν εἰς τὴν Βουλὴν ν’ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις, ἐπὶ τῷ λόγῳ, ὅτι εἶναι ἐκκρεμὴς ἡ ὑπόθεσις καὶ δὲν πρέπει νὰ ἐπιληφθῇ τοῦ ζητήματος τῆς ἀσυλίας ἡ Βουλή. Δὲν ἠξεύρω ποίαν ἄλλοι ἔχουσιν ἰδέαν περὶ τοῦ σκοποῦ τῆς συζητήσεως, ἥτις προεκλήθη, ἐγὼ ὅμως εὑρίσκω, ὅτι ἡ συζήτησις οὐδεμίαν δύναται νὰ ἔχῃ ἐπιρροὴν ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως, ἥτις εἶναι ἐκκρεμής. Οἱαδήποτε συζήτησις ἐν τῇ Βουλῇ περὶ τοῦ ζητήματος τῆς ἀσυλίας δὲν θὰ ἦναι ἢ ἀκαδημαϊκή. Ἂν καὶ ὅταν ἤθελε ζητηθῇ τυχὸν ἡ ἄδεια, ὅπως ἀρχίσῃ καταδίωξις κατὰ Βουλευτοῦ, δὲν θὰ ἠδύνατο, δὲν θὰ ἐδικαιοῦτο ἡ Βουλὴ νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὴν ἐξέτασιν τῆς οὐσίας, παρὰ μόνον, ὡς κοινῶς εἶναι παραδεδεγμένον, ἵνα βεβαιωθῇ, ἂν λόγοι πολιτικοὶ ὁδηγοῦσι τὴν δικαστικὴν ἐξουσίαν, ζητοῦσαν τὴν καταδίωξιν, καὶ οὐχὶ λόγοι πραγματικῆς, ἀληθοῦς παραβιάσεως νόμων. Ἂν, λέγω, τότε δὲν θὰ ἦτο ἐπιτετραμμένον εἰς τὴν Βουλὴν νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὴν οὐσίαν, πολὺ ὀλιγώτερον εἶναι ἐπιτετραμμένον κατὰ τὴν συζήτησιν, ἣν ἤθελε προκαλέσει τὸ ζήτημα τῆς ἀσυλίας, νὰ εἰσέλθῃ ἡ Βουλὴ εἰς ἐκτίμησιν τῶν πραγματικῶν γεγονότων, τὰ ὁποῖα τὸν συνάδελφον ἡμῶν ἤγαγον εἰς προφυλάκισιν. Ἡ συζήτησις ἤδη θὰ ἦναι ἐντελῶς ἀκαδημαϊκή, τὸ δὲ Ἐφετεῖον, ἐνώπιον τοῦ ὁποίου εἶναι ἐκκρεμὴς ἡ ὑπόθεσις, δὲν πρόκειται ἐκ τῆς γνώμης τῆς Βουλῆς τὸ παράπαν νὰ ἐπηρεασθῇ, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν ἐν τῇ Βουλῇ νὰ προσαχθῶσιν ἰσχυρότερα ἐπιχειρήματα ἐκείνων, τὰ ὁποῖα προσήχθησαν ὑπὲρ τῆς μιᾶς ἢ ὑπὲρ τῆς ἄλλης γνώμης ἐν τῷ τύπῳ ἡμῶν, ἐν συγγράμμασιν, ἢ ἐν ἄλλοις Κοινοβουλίοις. Ἑπομένως δὲν θὰ γείνῃ ἐνταῦθα λόγος καὶ συζήτησις τοιαύτη, ὥστε νὰ δύνανται νὰ ἐπηρεάσωσι τοὺς δικαστὰς, οὔτε θὰ ἐπηρεάσῃ, διότι τάχα εἶναι γνώμη τῆς Βουλῆς. Οὐδεὶς θὰ δυνηθῇ νὰ ὑποστηρίξῃ, ὅτι ὑπάρχει ἄρθρον τοῦ Συντάγματος, λέγον, ὅτι κατὰ τὴν διακοπὴν τῆς Βουλῆς ἡ ἀσυλία ἰσχύει. Τοιοῦτόν τι οὐδεὶς ἰσχυρίσθη, οὔτε θὰ ἰσχυρισθῇ. Πρόκειται περὶ τῆς ἑρμηνείας μιᾶς διατάξεως τοῦ Συντάγματος, καὶ δύνανται οἱ μὲν νὰ κηρυχθῶσιν ὑπὲρ τῆς μιᾶς γνώμης, οἱ δὲ ὑπὲρ τῆς ἄλλης. Οἱ δικασταὶ, ἐνώπιον τῶν ὁποίων εἶναι ἐπίσης ἐκκρεμὴς ἡ διάταξις αὕτη, θ’ ἀκούσωσιν ἀμφοτέρας τὰς γνώμας, καὶ θὰ ἴδωσιν, ὅτι οὐδὲν νέον ὑπεβλήθη ἐν τῇ Βουλῇ, ὅπερ νὰ φοβώμεθα, ὅτι θὰ ἐπηρεάσῃ τὴν γνώμην, ἣν ἐσχημάτισαν οἱ δικασταί. Ὥστε δὲν πρόκειται ἢ περὶ ἐκπληρώσεως ἑνὸς καθήκοντος ἐκείνων ἐκ τῶν Βουλευτῶν, οἱ ὁποῖοι νομίζουσιν, ὅτι παρεβιάσθη τὸ δικαίωμα τῆς ἀσυλίας τῶν Βουλευτῶν, καὶ νομίζουσιν, ὅτι αὐτὸ δύναται μᾶλλον ἠθικὴν παρηγορίαν νὰ φέρῃ εἰς τὸν ἐν φυλακαῖς διατελοῦντα ἡμέτερον συνάδελφον· ἀλλὰ πρότασις, ἥτις νὰ ἐπηρεάσῃ τοὺς δικαστάς, δὲν δύναται οὔτε νὰ προταθῇ, οὔτε νὰ ψηφισθῇ. Ἑρμηνεία οἱαδήποτε ἐπίσης δὲν εἶναι δυνατή, διότι ἡ Βουλὴ δὲν δύναται διὰ νόμου νὰ ἑρμηνεύῃ τὸ Σύνταγμα. Ἄν τὸ Σύνταγμα δίδῃ λαβὴν εἰς μίαν ἑρμηνείαν, δίδει λαβὴν καὶ εἰς ἄλλην ἑρμηνείαν· δὲν νομίζω δέ, ὅτι εἶναι ἐπιτετραμμένον εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν νὰ ἐκλέγῃ τὴν μίαν ἐκ τῶν γνωμῶν καὶ διὰ νόμου νὰ ἑρμηνεύῃ αὐτὴν ὡς σύμφωνον πρὸς τὸ Σύνταγμα. Τὸ Σύνταγμα θ’ ἀφεθῇ ὡς ἔχει· προκειμένου δὲ περὶ τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας, εἶναι ἐλευθέρα αὕτη νὰ ἑρμηνεύῃ τὸ Σύνταγμα ὡς νομίζει κατὰ συνείδησιν, ὅτι εἶναι ὀρθόν. Ὥστε δὲν εὑρίσκω λόγον, δικαιοῦντα τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἐπιμένῃ, ὅπως μὴ συζητηθῇ ἡ ὑπόθεσις, καὶ συνηγορῶ, ὅπως, ὡς ἐν ἀρχῇ ἐρρήθη, δεχθῇ ἡ Κυβέρνησις νὰ γείνῃ συζήτησις κατὰ τὴν προσεχῆ Δευτέραν ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς ἀσυλίας.

§69ΑΛΕΞ. Θ. ΖΑΙΜΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ Κυβέρνησις, προκειμένου περὶ τῆς ἐξασκήσεως τοῦ δικαιώματος τοῦ ἐλέγχου,—καὶ περὶ τούτου πρόκειται—οὐδὲν δικαίωμα ἔχει νὰ εἴπῃ, ὅτι οἱ Βουλευταὶ πρέπει νὰ ὁμιλήσωσι, καὶ πότε πρέπει νὰ ὁμιλήσωσιν. Ἀλλὰ τὸ ζήτημα δὲν ἐτέθη οὕτως. Ὁ Βουλευτὴς Ἀττικῆς ἠρώτησε, ποίαν γνώμην ἔχει ἡ Κυβέρνησις, τουτέστιν ἠρώτησε φιλικῶς τὴν Κυβέρνησιν, διὰ νὰ μάθῃ τίνα γνώμην ἔχει αὕτη. Δὲν ἠρώτησε τὴν Κυβέρνησιν, ἂν ἐπιθυμεῖ, ἢ ὄχι, νὰ γείνῃ συζήτησις, διότι βεβαίως πρόκειται περὶ τοῦ δικαιώματος τοῦ ἐλέγχου. Ἀλλ’ ἂν πρόκηται περὶ τοῦ δικαιώματος τοῦ ἐλέγχου, ὁ Βουλευτὴς εἶναι ἐλεύθερος νὰ φέρῃ τὸ ζήτημα, ὅταν θέλῃ· ὁ Κανονισμὸς δὲν ἐμποδίζει τὸν Βουλευτήν, ἡ δὲ Κυβέρνησις οὐδὲν δικαίωμα ἔχει ν’ ἀπαγορεύσῃ εἰς αὐτὸν νὰ φέρῃ τὸ ζήτημα, ὅταν νομίζῃ, ὅτι πρέπει νὰ τὸ φέρῃ. Αὐτὰ εἶναι γνωστὰ πράγματα, καὶ νομίζω, ὅτι αἱ ἐπικλήσεις αὗται τῆς γνώμης τῆς Κυβερνήσεως εἶναι ἐντελῶς περιτταί.

§70ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Πρέπει νὰ ἤμεθα συνεννοημένοι. Μὲ ἀναγκάζει ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως νὰ διαμαρτυρηθῶ. Οὐδέποτε ἠρώτησα ἐγὼ περὶ τῆς γνώμης τῆς Κυβερνήσεως.

§71ΑΛΕΞ. Θ. ΖΑΙΜΗΣ. Ἠρωτήσατε περὶ τῆς γνώμης αὐτῆς, ὡς πρὸς τὴν ἡμέραν τῆς συζητήσεως. Λοιπὸν σᾶς ἀπαντῶ, ὅτι, προκειμένου περὶ τῆς ἐξασκήσεως τοῦ δικαιώματος τοῦ ἐλέγχου, κατὰ τὸν Κανονισμὸν ἡ Κυβέρνησις οὐδὲν δικαίωμα ἔχει νὰ ἐπέμβῃ...

§72ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἀλλ’ ἡ Βουλή.

§73ΑΛΕΞ. Θ. ΖΑΙΜΗΣ. Οὔτε ἡ Βουλή. Ὁ Βουλευτὴς ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ φέρῃ τὸ θέμα, ὅταν κρίνῃ κατάλληλον τὸν καιρόν.

§74Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἀλλὰ νὰ προσδιορίσῃ ἡ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία ἡγεῖται τῆς πλειονοψηφίας καὶ κανονίζει τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς, ποίαν ἡμέραν προτιμᾷ.

§75ΑΛΕΞ. Θ. ΖΑΙΜΗΣ. Καὶ τοῦτο ἤθελεν εἶσθαι πρωτοφανές, διότι τοῦτο ἤθελεν ἀποτελέσει ἐξαίρεσιν τῶν ἐν τῇ Βουλῇ γενομένων, διότι θὰ ἦτο τὸ μόνον θέμα, εἰς τὸ ὁποῖον ἡ Βουλὴ ἠρώτα τὴν Κυβέρνησιν, πότε ἐπιθυμεῖ νὰ συζητήσῃ. Καθ’ ἑκάστην ἔρχονται ἐπερωτήσεις, καὶ ἐν ταύταις οἱ Βουλευταὶ δὲν ἀποτείνουνται πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ἐρωτῶντες αὐτήν, ποίαν γνώμην ἔχει καὶ πότε θέλει νὰ συζητήσῃ.

§76Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐζήτησα τὸν λόγον, ὄχι ὅπως παρέμβω εἰς τὴν συζήτησιν, τὴν ὁποίαν ἐγὼ εὑρίσκω ματαίαν, καὶ ἂν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἔλεγεν ἐξ ἀρχῆς ὅσα εἶπε κατὰ τὴν τελευταίαν ὁμιλίαν του, βεβαίως ἡ συζήτησις δὲν ἤθελε λάβει τὰς διαστάσεις, τὰς ὁποίας ἔλαβεν. Ἄν οἱ ἐπερωτήσαντες μετ’ εὐπρεπείας καὶ ἁβρότητος πρὸς τὴν Κυβέρνησιν ἠξίωσαν ἀπὸ αὐτὴν νὰ ὁρίσῃ ἡμέραν συζητήσεως ἐπὶ τοῦ θέματος, τὸ ὁποῖον ἔθεσεν ὁ ἐκ Πατρῶν συνάδελφος, ἡ Κυβέρνησις οὐδὲν εἶχε δικαίωμα νὰ ἀρνηθῇ τὴν ἡμέραν τῆς συζητήσεως ταύτης διὰ τὸν λόγον, ὃν ἐξήγησε τελευταῖον ὁ κ. Πρωθυπουργός. Δικαίωμα ὁρισμοῦ ἡμέρας ἔχει ὁ ὑποβαλὼν τὸ θέμα· ὁ ἐπερωτήσας ἔχει δικαίωμα, κατὰ τὰ εἰθισμένα ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ τούτῳ, νὰ ἀναπτύξῃ τὴν ἐπερώτησιν αὑτοῦ εὐθὺς ὡς τὴν ὑποβάλῃ. Ὁ ἐπερωτῶν ἔχει δικαίωμα, ἂν δὲν θέλῃ ἀμέσως ν’ ἀναπτύξῃ τὴν ἐπερώτησίν του, νὰ ὁρίσῃ ἡμέραν, καθ’ ἣν θέλει ἀναπτύξει αὐτὴν, ὅπως πάντες οἱ συνάδελφοι, οἱ θέλοντες νὰ λάβωσι μέρος εἰς τὴν συζήτησιν, ὦσιν ἕτοιμοι. Τὸ ἐπιχείρημα δὲ, τὸ ὁποῖον ἀντέταξεν ἡ Κυβέρνησις καὶ ὁ ἀξιότιμος ἐκ Λεβαδείας συνάδελφος, ὅτι θέλει ἐπηρεασθῇ ἡ Δικαιοσύνη...

§77ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ἐγὼ δὲν εἶπον τίποτε περὶ αὐτοῦ.

§78ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. .. ἀπὸ τὰς ἐν τῇ Βουλῇ συζητήσεις, εἶναι ἐξευτελιστικὸν διὰ τὴν Δικαιοσύνην τῆς πατρίδος μας, διὰ τὴν ὁποίαν ἐγὼ ἔχω ἀνωτέραν ἰδέαν. Οἱ ἀντιπρόσωποι τῆς Δικαιοσύνης δὲν πρέπει νὰ ἐπηρεάζωνται ὑπὸ οὐδενός. Τὰ ἀνώτατα δικαστικὰ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα πρόκειται μετ’ ὀλίγον ν’ ἀποφανθῶσιν ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης, βεβαίως δὲν πρέπει νὰ ἐπηρεασθῶσιν ἀπὸ τὴν συζήτησιν τῆς Βουλῆς, ἢ ἐξ οἵας δήποτε παραστάσεως, ὅθεν δήποτε καὶ ἂν προέρχηται. Τοιαύτην ἰδέαν πρέπει νὰ ἔχωμεν, Κύριοι, περὶ τῆς Δικαιοσύνης, καὶ ὄχι νὰ κλείσωμεν τὸ στόμα, νὰ περιορίσωμεν τὴν ἐλευθερίαν τοῦ λόγου, διατί; Ἐπὶ τῇ προφάσει, ὅτι ἡ Δικαιοσύνη πρόκειται νὰ ἐπηρεασθῇ ἀπὸ τὴν ὁμιλίαν τοῦ δεῖνα ἢ τοῦ δεῖνα. Μὲ τὸν συνάδελφον, κύριε Πρόεδρε, τὸν διατελοῦντα ἐν ταῖς φυλακαῖς, δὲν μὲ συνδέει τίποτε. Φρονῶ ὅμως, ὅτι τὸ πρώτιστον ἔργον τῆς Βουλῆς ἦτο νὰ ἐπιληφθῇ τοῦ ζητήματος τούτου, καὶ νὰ ἐξετάσῃ, ἂν ὑπάρχει ἀσυλία εἰς τοὺς Βουλευτὰς, ἂν ἐφαρμόζεται τὸ Σύνταγμα ὡς πρὸς αὐτοὺς, ἢ, διότι εἶναι Βουλευταὶ, πρέπει νὰ ἦναι ὑπὸ διωγμὸν ἐκ μέρους παντὸς ὑπαλληλίσκου, ὁ ὁποῖος ἀρέσκεται νὰ μένῃ εἰς τὰς Ἀθήνας. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ τοὺς συναδέλφους, τοὺς ἀπευθύναντας τὴν ἐπερώτησιν, περὶ ἧς πρόκειται, νὰ ὁρίσωσιν ἐκεῖνοι τὴν ἡμέραν τῆς συζητήσεως, ὅπως πάντες ὦσιν ἕτοιμοι νὰ συμμετάσχωσιν αὐτῆς. Ἡ δὲ Κυβέρνησις ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ λάβῃ μέρος εἰς τὴν συζήτησιν ἐκείνην, οὐδὲν δὲ δικαίωμα ἔχει ν’ ἀποφανθῇ, ἂν πρέπει νὰ γείνῃ συζήτησις, ἢ ὄχι, καὶ διὰ τοῦτο θεωρῶ ματαίαν τὴν συζήτησιν, ἡ ὁποία ἔλαβε τόσας διαστάσεις.

§79ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Κουντουριώτης.

§80Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Ἡ τραχεῖα πολεμικὴ τοῦ κυρίου Βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς, καὶ αἱ τραχεῖαι ἐκφράσεις, τὰς ὁποίας ἐξέφερεν ἐναντίον τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς πλειονοψηφίας ἰδίως, δικαιολογοῦσι τὸν ἐρεθισμὸν, ὅστις ἠγέρθη ἐν ἡμῖν. Ὁ τρόπος οὗτος τοῦ συζητεῖν δὲν εἶναι βεβαίως ὁ ἐμπρέπων εἰς τὸ Νομοθετικὸν Σῶμα, ἡ ὄψις δὲ, τὴν ὁποίαν παρίστα πρὸ μικροῦ ἡ Βουλὴ, μὲ ἔκαμε ν’ ἀγανακτήσω εἰς τοιοῦτον βαθμὸν, ὥστε νὰ μεταχειρισθῶ ἐναντίον τοῦ κυρίου Προέδρου τῆς Βουλῆς ἔκφρασιν, τὴν ὁποίαν σπεύδω ν’ ἀνακαλέσω, καὶ λυποῦμαι διότι μοὶ ἐξέφυγεν. Ἤδη ἐπιθυμῶ νὰ εἴπω καὶ ἐγὼ τὴν γνώμην μου ἐπὶ τοῦ συζητουμένου θέματος, περὶ τῆς ἀσυλίας τῶν Βουλευτῶν, ἂν πρέπει δηλαδὴ νὰ γείνῃ σήμερον ἡ συζήτησις, ἢ νὰ ὁρισθῇ μετά τινας ἡμέρας. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Λεβαδείας ἐπρότεινε νὰ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις μετὰ ὀκτὼ, μετὰ δέκα ἡμέρας, ἐπ’ ἄπειρον...

§81Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Δὲν εἶπον ἐπ’ ἄπειρον.

§82ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. .. διότι ἐνδεχόμενον ἡ συζήτησις αὕτη νὰ ἐπηρεάσῃ τὸ Δικαστήριον, καὶ ἑπομένως νὰ ἐπηρεασθῇ ἡ τύχη τοῦ κατηγορουμένου συναδέλφου. Νομίζω, κύριε Πρόεδρε, ὅτι ὁ ἰσχυρισμὸς οὗτος δὲν εἶναι βάσιμος καθόλου, διότι, ὡς καὶ ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Μεσολογγίου ἀνέφερε, δὲν πρόκειται νὰ συζητηθῇ ἡ οὐσία τῆς ὑποθέσεως, διὰ τὴν ὁποίαν κατηγορεῖται ὁ ἐκ Βόλου Βουλευτὴς, πρόκειται νὰ συζητηθῇ ὁ τύπος, ἐὰν παρεβιάσθη, ἢ ὄχι, ἡ ἀσυλία τοῦ Βουλευτοῦ. Τοῦτο κατὰ τί δύναται νὰ ἐπηρεάσῃ τὸ Δικαστήριον, ἐγὼ τοὐλάχιστον δὲν δύναμαι νὰ τὸ διακρίνω. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ ἐπιληφθῇ ἀμέσως τῆς συζητήσεως, ἢ τοὐλάχιστον νὰ ὁρίσῃ ἡμέραν, τὴν Τρίτην π. χ., ὅπως συζητηθῇ τὸ θέμα τοῦτο, καὶ οὕτω λήξῃ ὅσῳ τὸ δυνατὸν ταχύτερον ἡ ὑπόθεσις αὕτη. Ἐπαναλαμβάνω νὰ εἴπω, ὅτι δὲν πρόκειται νὰ ἐξετάσωμεν τὴν οὐσίαν τῆς ὑποθέσεως, πρόκειται μόνον νὰ ἐξετασθῇ ἡ προνομία τῆς Βουλῆς, ἐὰν δηλαδὴ ἡ δικαστικὴ ἀρχὴ παρεβίασε τὴν ἀσυλίαν τὴν βουλευτικὴν ἐν τῇ προκειμένῃ περιπτώσει. Ἑπομένως εἶναι συζήτησις καθαρῶς τυπικὴ, εἶναι συζήτησις ἀκαδημαϊκὴ, ἥτις κατ’ οὐδὲν δύναται νὰ ἐπηρεάσῃ τὴν τύχην τοῦ συλληφθέντος Βουλευτοῦ, πολὺ δὲ ὀλιγώτερον ἡ τυπικὴ αὕτη συζήτησις δύναται νὰ ἐπιδράσῃ ἐπὶ τῶν Ἐφετῶν, οἵτινες τὴν στιγμὴν ταύτην μελετῶσι τὰ τῆς ὑποθέσεως. Δὲν εὑρίσκω ἑπομένως βασίμους τοὺς λόγους τῶν κυρίων συναδέλφων, τῶν ζητούντων τὴν ἀναβολὴν τῆς συζητήσεως.

§83Δ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ἡ πρότασις, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Λεβαδείας, δὲν ἔχει σκοπὸν καὶ ἔννοιαν, ὅπως ἡ Βουλὴ μηδέποτε ἐπιλάβηται τῆς συζητήσεως, περὶ ἧς πρόκειται. Οὐδεὶς δύναται νὰ ὑποστηρίξῃ, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν ἔχει δικαίωμα, ἅμα δὲ καὶ καθῆκον, νὰ συζητήσῃ περὶ τοῦ πολυτιμοτέρου δικαιώματος, περὶ τῆς ἱερωτέρας προνομίας, τὴν ὁποίαν τὸ Σύνταγμα διὰ τοῦ 63 αὐτοῦ ἄρθρου ἀπένειμε πρὸς τοὺς ἀντιπροσώπους τοῦ λαοῦ. Ἀλλ’ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Λεβαδείας προέτεινε τὴν ἀναβολὴν, διότι φρονεῖ, ὅτι, ἀφοῦ τὸ ἔργον τοῦ Δικαστικοῦ Συμβουλίου δὲν ἐπερατώθη ἀκόμη, εἶναι πρέπον νὰ μὴ γένηται παντάπασι σήμερον συζήτησις ἐν τῇ Βουλῇ. Ἀρκούντως τὸ ζήτημα τοῦτο συνεζητήθη καὶ ἀνεπτύχθη διὰ μακρῶν καὶ ἐν τοῖς δικαστηρίοις καὶ ἐν τῷ τύπῳ, ἀφοῦ συνεζητήθησαν καὶ ἐξηνέχθησαν ὅλαι αἱ γνῶμαι, καὶ αἱ ὑπὲρ καὶ αἱ κατά. Εἶναι δὲ ἀναμφισβήτητον, ὅτι δύναται νὰ ἐνασκήσῃ μεγάλην ἐπιρροὴν εἴτε ἡ γνώμη τῆς Κυβερνήσεως, εἴτε ἀκόμη περισσότερον ἡ γνώμη τῆς Βουλῆς ἐπὶ τὸ πνεῦμα τῶν δικαστῶν· διότι οὐδεὶς δύναται νὰ ἀρνηθῇ, ὅτι ἡ γνώμη τῆς Βουλῆς, συνδυαζομένη μάλιστα μετὰ τῆς γνώμης τῆς Κυβερνήσεως, ἐὰν ὑποτεθῇ, ὅτι ἤθελον συμπέσει ἐπὶ τὸ αὐτὸ αἱ δύο αὗται γνῶμαι, δύναται νὰ ἐνασκήσῃ ὑψίστην ἐπιρροὴν ἐπὶ τὸ πνεῦμα τῶν δικαστῶν. Καθ’ ἣν δ’ ἐποχὴν καὶ ἐν τῷ τύπῳ ἀνεπτύχθη γνώμη ὑπὲρ τῆς Βουλευτικῆς ἀσυλίας καὶ κατὰ τὴν διακοπὴν τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς, καὶ ὁ Εἰσαγγελεὺς τοῦ Ἀρείου Πάγου ὑπεστήριξε τοιαύτην, ἐὰν ἴδωσιν οἱ δικασταὶ, ὅτι καὶ ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡ Βουλὴ τὴν αὐτὴν ἔχουσι γνώμην, δὲν δύνανται βεβαίως νὰ ἐκδώσωσι βούλευμα περὶ τοῦ ἐναντίου. Διὰ τοῦτο καὶ ἐγὼ, μολονότι εἶμαι ἐκ τῶν φρονούντων, ὅτι ἡ συνταγματικὴ αὕτη προνομία ἐξακολουθεῖ σκέπουσα τὸν Βουλευτὴν καὶ κατὰ τὸ διάστημα τῆς διακοπῆς τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς, καὶ μολονότι ἐσκόπουν νὰ σπεύσω πρῶτος νὰ φέρω τὴν συζήτησιν ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου ἐν τῇ Βουλῇ, ἔκρινα προσῆκον, ἀφοῦ ἀφ’ ἧς ἡμέρας ἐπανελήφθησαν αἱ ἐργασίαι τῆς Βουλῆς μέχρι σήμερον παρῆλθε τόσος χρόνος χωρὶς νὰ ἐπιλάβηται ἡ Βουλὴ τοῦ ζητήματος τούτου, καὶ ἐθεώρησα καθῆκόν μου νὰ ἀναβάλω νὰ προκαλέσω τοιαύτην συζήτησιν ἐν τῇ Βουλῇ, ἕως οὗ περατωθῇ τὸ ἔργον τοῦ Συμβουλίου τῶν Ἐφετῶν, ὁπότε δυνάμεθα ἄνευ φόβου τινὸς καὶ ἄνευ τοῦ κινδύνου νὰ παραβλάψωμεν τὸ ἔργον τῆς Δικαιοσύνης, νὰ συζητήσωμεν καὶ ἐκφέρωμεν τὴν γνώμην ἡμῶν, διότι βεβαίως ἡ γνώμη τῆς Βουλῆς πρέπει νὰ ἀκουσθῇ, ἂν ὄχι διὰ τὸ παρὸν, τοὐλάχιστον διὰ τὸ μέλλον.

§84Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).

§85Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸν λόγον. Νομίζω, ὅτι τὸ ζήτημα τῆς ἀπονομῆς τῆς δικαιοσύνης εἶναι ἀλλοῖον τοῦ ζητήματος τῆς προασπίσεως τῶν προνομίων τοῦ Κοινοβουλίου...

§86Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Πρότασιν ἔκαμεν ὁ κ. Μπουφίδης, ἢ εὐχήν;

§87Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ἐγὼ παρεκάλεσα ἐξ ὀνόματος ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι δὲν θέλουσι νὰ δυσχεράνωσι τὴν θέσιν τοῦ κατηγορουμένου συναδέλφου, ν’ ἀναβάλωμεν τὴν συζήτησιν.

§88Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Τί συζητοῦμεν λοιπόν;

§89Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Μὲ συγχωρεῖτε. Νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συγχισθῶσι τὰ δύο ζητήματα. Νομίζω, ὅτι καὶ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Λεβαδείας δὲν δύναται νὰ συγχίσῃ τὰ δύο ζητήματα, καὶ ἡμεῖς δὲν δυνάμεθα ἐν τῇ ἀποφάσει μας νὰ συγχίσωμεν τὰ δύο ζητήματα. Δὲν εἶναι δυνατὸν ἡ Βουλὴ, τὸ κυρίαρχον αὐτὸ Σῶμα, νὰ ὑποχωρήσῃ, θυσιάζον τὰ δικαιώματά του, ἀπέναντι οὐδενὸς ἄλλου Σώματος. Νομίζω ὅμως, ὅτι τὸ ζήτημα ἔχει τοσαύτην σπουδαιότητα, ὥστε δὲν δύναται νὰ συζητηθῇ ἀμέσως. Νομίζω, ὅτι τὸ ζήτημα εἶναι ἀνάγκη νὰ μελετηθῇ σπουδαιότερον παρὰ τῶν Βουλευτῶν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι καὶ εἰδικώτεροι εἶναι καὶ θὰ λάβωσι τὸν λόγον. Δὲν εἶναι δυνατὸν ἑπομένως τὸ ζήτημα τοῦτο, τὸ ἔχον τοσαύτην σπουδαιότητα καὶ σχετιζόμενον μὲ τὰ κυριαρχικὰ δικαιώματα τῆς Βουλῆς, νὰ συζητηθῇ τὴν προσεχῆ Δευτέραν. Νομίζω, ὅτι ἡ Βουλὴ, χωρὶς κἂν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν θέσιν τοῦ ζητήματος ὑπὸ τὴν δικαστικὴν αὐτοῦ ἔποψιν, ὀφείλει ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς σπουδαιοτέρας μελέτης αὐτοῦ τοῦ ζητήματος νὰ ὁρίσῃ ἡμέραν μακροτέραν τῆς Δευτέρας πρὸς συζήτησιν. Ἐὰν ἡ Βουλὴ νομίζῃ, ὅτι εἶναι καλὸν νὰ προσδιορισθῇ πρὸς συζήτησιν ἡ προσεχὴς Παρασκευή...

§90ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἡ ἄλλη Δευτέρα.

§91Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. .. Ἐὰν ἡ Βουλὴ νομίζῃ, ὅτι εἶναι καλὸν, χάριν πληρεστέρας μελέτης τοῦ ζητήματος καὶ ἀνεξαρτήτως πάσης ἐπόψεως ἄλλης ἐξουσίας, νὰ προσδιορίσῃ τὴν Παρασκευὴν, ἢ ἄλλην ἡμέραν, — δὲν ἐπιμένω εἰς τὴν Παρασκευὴν — τοῦτο πρέπει νὰ τεθῇ εἰς τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς, χωρὶς νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ἡ σύγκρουσις, τὴν ὁποίαν παρέστησαν οἱ περισσότεροι τῶν προλαλησάντων, μεταξὺ τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας καὶ τῆς νομοθετικῆς.

§92Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Τὸ προσεχὲς Σάββατον.

§93ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Δηλιγιάννης ἔχει τὸν λόγον.

§94Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁμολογῶ, ὅτι ἡ σπουδή, ἥτις κατεδηλώθη ὑπὸ τῶν μέχρι τοῦδε ἀγορευσάντων συναδέλφων πρὸς ἐξέτασιν καὶ μελέτην τῶν γενομένων, ἵνα ἀνευρεθῇ, ἂν ἠθετήθησαν αἱ περὶ ἀσυλίας τῶν Βουλευτῶν διατάξεις τοῦ Συντάγματος, ὁμολογῶ, λέγω, ὅτι ἡ σπουδὴ αὕτη εἶναι εὔλογος. Διὰ τοῦτο μάλιστα, ἂν καὶ δὲν ἀπεφηνάμην δημοσίᾳ, ἐνέκρινα ὅμως σιωπῶν τὴν μομφὴν ἢ τὴν ἐπίκρισιν, ἡ ὁποία ἐγένετο πρὸς τὴν Βουλὴν, διότι ἐβράδυνε μέχρι σήμερον νὰ ἐπιλάβηται καὶ νὰ ἐρευνήσῃ θέμα, τὸ ὁποῖον συνδέεται μετὰ μεγάλης ἐγγυήσεως τῆς βουλευτικῆς ἀνεξαρτησίας, μετὰ διατάξεως, ἡ ὁποία ἐξασφαλίζει τὴν λειτουργίαν τῶν θεσμῶν. Ἀλλὰ νῦν, ὅτε πρόκειται νὰ ἐξετάσωμεν τὸ θέμα, νομίζω, ὅτι δὲν θέλομεν πράξει ἄλλο τι ἢ ὅ,τι πράττουσιν αἱ Ἀκαδημίαι, ἢ οἱ ἐπιστημονικοὶ Σύλλογοι. Θέλομεν συζητήσει ἐντελῶς πρὸς σκοπὸν θεωρητικὸν, οὐχὶ πλέον πρακτικόν· διότι κατὰ τὴν ὥραν ταύτην, ἐὰν ἡ Βουλὴ ἤθελεν ἀποφανθῆ, ὅτι παρεβάθησαν αἱ διατάξεις τοῦ Συντάγματος, ὄχι μόνον ἐκεῖνος, εἰς τὸ πρόσωπον τοῦ ὁποίου παρεβάθησαν αἱ διατάξεις τοῦ Συντάγματος, δὲν θέλει στέρξει νὰ ἐπικαλεσθῇ πλέον τὴν ἀσυλίαν, ἀλλὰ καὶ τοσοῦτος παρῆλθε καιρὸς, ἀφ’ ἧς ἡ ἀσυλία παρεβάθη, ὥστε δὲν εὑρίσκω τὸν λόγον, διὰ τὸν ὁποῖον πρέπει νὰ ἀρνηθῶμεν, ὅταν συνάδελφοι ἐν τῷ Βουλευτηρίῳ, οἵτινες εἶναι συνδεδεμένοι μετὰ τῆς μελέτης τῆς δίκης ταύτης, καὶ τῶν ὁποίων τινὲς ἴσως εἰσὶ καὶ συνήγοροι ἐν τῇ ὑποθέσει ταύτῃ, ἐκδηλῶσι δισταγμοὺς, ὅτι ἐνδεχόμενον τὰ ἐκτεθησόμενα κατὰ τὴν συζήτησιν, ἢ ἡ ἔκβασις τῆς συζητήσεως, νὰ ἐξασκήσουν ἐπηρεασμόν τινα ἐπὶ τῶν μελλόντων νὰ ἀποφήνωνται δικαστικὴν γνώμην. Ἐπειδὴ δὲ, ὡς εἶπον, ἡ ἀναβολὴ ἐπί τινας ἡμέρας δὲν θέλει φέρει βλάβην τινὰ, διότι ἡ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς θέλει κανονίσει τὸ μέλλον, οὐχὶ δὲ πλέον τὸ ἐνεστὼς, διὰ τὸ ὁποῖον οὐδαμῶς χρησιμεύει ἡ ἔκβασις τῆς συζητήσεως, διὰ τοῦτο καὶ ἐγὼ παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ ἀποδεχθῇ τὴν γνώμην τῶν Βουλευτῶν, οἱ ὁποῖοι ἐζήτησαν νὰ ἀναβληθῇ ἐπί τινας ἡμέρας ἡ συζήτησις αὕτη.

§95ΗΛ. ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὀφείλω νὰ δηλώσω εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς, ὅτι εἶμαι ἐκ τῶν συνηγόρων τοῦ κ. Καρτάλη· ἀλλὰ τὴν ἰδιότητά μου ταύτην, πρέπει νὰ ἦναι βέβαιοι πάντες, ὅτι, ὅταν ἐκφέρω γνώμην ἐν τῇ Βουλῇ, τὴν θεωρῶ ὅλως ἀλλοτρίαν πρὸς τὴν ἰδιότητά μου ὡς Βουλευτοῦ. Ἐκτὸς τῶν ἐπιχειρημάτων, τὰ ὁποῖα ἐπεκαλέσθη, καὶ τῆς παρακλήσεως, τὴν ὁποίαν ἀπηύθυνεν ὁ κύριος Βουλευτὴς Λεβαδείας ἐξ ὀνόματος τοῦ κατηγορουμένου, νομίζω, ὅτι ἐκ καθήκοντος ἐπιβάλλεται τῇ Βουλῇ νὰ μὴ σπεύσῃ εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ ζητήματος ἐν τῷ κρισίμῳ σταδίῳ τῆς δίκης, ἐν ᾧ εὕρηται νῦν, ὅτε ἡ Δικαιοσύνη ἔχει ἐνώπιόν της τὴν ὑπόθεσιν ὑπὸ σκέψιν, διότι ἡ δικογραφία εὕρηται ἐνώπιον τοῦ Συμβουλίου τῶν Ἐφετῶν, οὐχὶ διότι δύναται νὰ ἐπηρεάσῃ τὸ Δικαστικὸν Συμβούλιον ἡ γνώμη, ἡ ὁποία θὰ ἐξενεχθῇ ἐν τῇ Βουλῇ, — καθότι ἡ Βουλὴ δὲν θ’ ἀποφανθῇ ἐπὶ ζητήματός τινος ἐλέγχου, ἀλλ’ ἴσως ἐκφράσῃ γνώμην ἀκαδημαϊκὴν, ἡ ὁποία δὲν ἔχει καμμίαν οὐσιαστικὴν ἀξίαν ἐπὶ τοῦ ζητήματος, — ἀλλὰ διότι πρέπει ἡ Βουλὴ νὰ δείξῃ, ὅτι σέβεται τὸ ἔργον τῆς Δικαιοσύνης, καὶ ἀποφεύγει νὰ ἐπιληφθῇ ζητήματος, τὸ ὁποῖον ἐκείνη σήμερον ἐξετάζει. Πρέπει ἑπομένως νὰ μὴ ὁρισθῇ ἡμέρα συζητήσεως· εἶναι, οὕτως εἰπεῖν, ὑποχρέωσις πρὸς τὴν ἀρχὴν τῆς διακρίσεως τῶν ἐξουσιῶν, ἐπιβαλλομένη εἰς τὴν Βουλὴν, νὰ δείξῃ ἐξ ἁβροφροσύνης πρὸς τὴν Δικαιοσύνην, ὅτι περιμένει αὐτὴν (τὴν ἁρμοδίαν) νὰ ἐκφέρῃ τὴν γνώμην τὴν οὐσιαστικὴν ἐπὶ τοῦ ζητήματος, περιμένει αὐτὴν ν’ ἀποφανθῇ, ὅπως κατόπιν ἡ Βουλὴ συζητήσῃ τὸ ζήτημα. Διὰ τοῦτο καὶ ἐγὼ συντάσσομαι μὲ τὴν γνώμην ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐξέφρασαν τὴν εὐχὴν τῆς ἀναβολῆς, καὶ νομίζω, ὅτι ἡ Βουλὴ ὁμοφώνως θ’ ἀποδεχθῇ αὐτήν.

§96ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συναινεῖ ἡ Βουλὴ νὰ ἐπιληφθῇ τῆς συζητήσεως τοῦ ζητήματος τῆς ἀσυλίας μετὰ τὴν ἔκδοσιν τοῦ βουλεύματος τοῦ Ἐφετείου;

§97ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.

§98Γ. ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, αὐτὸ εἶναι ἀόριστον. Πρέπει νὰ ὁρίσωμεν μίαν ἡμέραν.

§99ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μετὰ τὴν ἔκδοσιν τοῦ βουλεύματος τοῦ Ἐφετείου. Ἡ Βουλὴ ἀπεφάνθη. Ὁ κ. Α. Στρᾶτος, βουλευτὴς ἐκ Βάλτου, ὑποβάλλει ἐπερώτησιν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν. Θέλετε νὰ ἀναγνωσθῇ;

§100Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Βεβαίως.

§101ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει). «Παρακαλεῖται ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ γνωρίσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὴν προσεχῆ Δευτέραν, κατὰ τὴν συνεδρίασίν της: 1) Ἂν αἱ προτάσεις τῆς Διευθύνσεως τοῦ σιδηροδρόμου Μεσολογγίου–Ἀγρινίου περὶ ἐπεκτάσεώς του εἰς Κραβασαρᾶν ἐγένοντο δεκταί. 2) Τούτου μὴ τελεσθέντος, ποῖοι οἱ λόγοι καὶ πῶς ἄλλως σκέπτεται ἡ Κυβέρνησις νὰ προβῇ εἰς τὴν ἀναγκαίαν ταύτην ἐπέκτασιν;»

§102ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ βουλευτὴς Ἄρτης κύριος Γαρουφαλιᾶς ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ συμπληρώσεως τοῦ νόμου ᾼϠΟʹ περὶ ἐγγυήσεως τοῦ Κράτους εἰς ἐνυπόθηκα δάνεια γεωργοκτηματιῶν». Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 54). Ὁ κύριος Α. Βιτάλης ἔχει τὸν λόγον.

§103Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Ἐκ τῶν συζητήσεων ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ τούτῳ γνωρίζετε πάντες, ὅτι ἐν τῇ νήσῳ Μυκόνῳ τῆς ἐπαρχίας Σύρου ὑπάρχει Μονή τις, ἀποτελουμένη ἐκ 12 μοναχῶν καὶ χρησιμοποιουμένη ὡς ἄσυλον τῶν γερόντων καὶ τῶν ἀνιάτων. Εἰς τὴν Μονὴν ταύτην δικαίως ἡ Κυβέρνησις εἶχε λάβει πρόνοιαν, ὅπως ἐφαρμόσῃ νέον ὅλως σύστημα, οὐχὶ βεβαίως τὸ τῆς Μονῆς Πετράκη. Ἡ Κυβέρνησις ἀπεφάσισε νὰ ἐνοικιάσῃ τὰ κτήματα τῆς Μονῆς καὶ νὰ πωλήσῃ τὰ ζῷα αὐτῆς. Διὰ τῆς πωλήσεως ὅλης αὐτῆς τῆς περιουσίας καὶ τῆς ἐνοικιάσεως τῶν κτημάτων τῆς Μονῆς καθιερώθη νέον σύστημα· πρὸς ἐξοικονόμησιν τῆς διατροφῆς τῶν μοναχῶν τούτων ὡρίσθησαν 20–25 δραχμαὶ κατὰ μῆνα δι’ ἕκαστον μοναχόν. Ἀλλ’ ἐπὶ 4 ἢ 5 μῆνας ἤδη δὲν πληρώνονται. Ἤθελον νὰ παρακαλέσω τὸν κύριον ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν Ὑπουργὸν, ἐὰν εὐαρεστῆται, νὰ διατάξῃ τὸν ἁρμόδιον τμηματάρχην, ὅπως λάβῃ πρόνοιαν περὶ αὐτῶν τῶν ἀνθρώπων. Ἀρκεῖ, ὅτι ἐξευτελιστικώτατον ποσὸν ἔχει κανονισθῆ δι’ αὐτοὺς τοὺς ἀνθρώπους, ἀλλὰ καὶ νὰ μὴ πληρώνηται εἰς αὐτοὺς αὐτὸ τὸ γλίσχρον ποσόν, εἶναι ἀληθῶς φοβερόν. Ἐπειδὴ δὲ ἐδόθη ἀφορμὴ ἐκ τοῦ θέματος τούτου, ἤθελον παρακαλέσει ὑμᾶς, κύριε Ὑπουργὲ, ἂν ἦναι δυνατὸν, νὰ ζητήσητε τὰ σχετικὰ ἔγγραφα, καὶ νὰ λάβητε ὑπ’ ὄψιν τοὺς λόγους, οἱ ὁποῖοι προεκάλεσαν τὴν ἐνοικίασιν τῶν κτημάτων αὐτῶν, καὶ ἀπαλλάξητε τῆς καταδίκης αὐτῆς τὴν νῆσον τῆς Μυκόνου, διότι διὰ τῶν πόρων τῆς Μονῆς ταύτης, ὡς προεῖπον, περιθάλπονται τόσα πρόσωπα. Ἐλπίζω, ὅτι ὁ κύριος Ὑπουργὸς θὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν δικαίαν ταύτην σύστασιν.

§104Α. ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν κλπ.). Θὰ σᾶς παρακαλέσω, ἐγγράφως νὰ ὑποβάλητε τὴν ἐπερώτησίν σας.

§105Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Μάλιστα.

§106ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Κωνστ. Κουμουνδοῦρος.

§107Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἔλαβον ἀναφορὰν συμπολιτῶν μου καταδίκων, κρατουμένων ἐν ταῖς φυλακαῖς Ρίου, ἀπευθυνομένην πρὸς τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν. Σὺν τῇ ἀναφορᾷ ταύτῃ, τὴν ὁποίαν μὲ παρακαλοῦσι ν’ ἀνακοινώσω καὶ καταθέσω εἰς τὴν Βουλὴν, μοὶ ἀπεστάλη καὶ ἀντίγραφον ἀναφορᾶς, τὴν ὁποίαν οἱ εἰρημένοι κατάδικοι ἀπηύθυναν πρὸς τὴν Α. Ὑψ. τὸν Διάδοχον καὶ διὰ τῆς ὁποίας παραπονοῦνται, ὅτι ὁ φρούραρχος τῶν φυλακῶν Ρίου Κίτσος συμπεριφέρεται πρὸς αὐτοὺς κατὰ τρόπον τοιοῦτον, ὥστε πολλοὶ ἐξ αὐτῶν ἔπαθον. Ἐὰν τὰ ἀναφερόμενα ἐν τῇ ἀναφορᾷ ταύτῃ εἶναι ἀκριβῆ, ἡ διαγωγὴ τοῦ φρουράρχου εἶναι ἐγκληματική. Καταθέτω τὴν ἀναφορὰν εἰς τὸ Προεδρεῖον, καὶ παρακαλῶ νὰ παραπεμφθῇ αὕτη εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, ὅπως οὗτος ἐνεργήσῃ τὰ κατ’ αὐτόν.

§108Γ. ΚΟΡΠΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Ἅμα ὡς σταλῇ ἡ ἀναφορὰ αὕτη εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, θὰ καλέσω τὴν ἁρμοδίαν ἀρχὴν νὰ ἐνεργήσῃ προηγουμένως ἀνακρίσεις ἐπὶ τῶν καταγγελλομένων πράξεων, καὶ νὰ λάβῃ ὅσα νομίσῃ κατάλληλα μέτρα.

§109Κ. Ν. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁμοία ἀναφορὰ ἐστάλη καὶ πρὸς ἐμὲ ὑπὸ τῶν καταδίκων Ρίου. Ἐπ’ αὐτῆς δὲ ἐπεκαλέσθην τὴν ἰδιαιτέραν προσοχὴν τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, ὅπως λάβῃ πρόνοιαν. Συγχρόνως θ’ ἀπασχολήσω τὴν Βουλὴν ἐπὶ βραχὺ, ὑποβάλλων ἑτέραν ἀναφορὰν, καὶ ἐπικαλούμενος ἐπ’ αὐτῆς τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ἀναφορὰν τοῦ τέως σταφιδαποθηκαρίου Πύργου κ. Δημ. Λιναρδάκη, ὅστις ἰσχυρίζεται, ὅτι ἠδικήθη ἔκ τινος ἀποφάσεως τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, ἀφορώσης τὴν ἐξέλεγξιν τῆς διαχειρίσεώς του, καὶ παρακαλῶ νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου, ὅπως δικαιωθῇ ὁ ἀναφερόμενος πολίτης, ἂν τὰ γραφόμενα ὑπ’ αὐτοῦ ἦναι ὀρθά. Ἐπίσης παρακαλῶ τὸν κύριον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν ἀναφορὰν 16 καταδίκων τῶν φυλακῶν Αἰγίνης, οἱ ὁποῖοι ζητοῦσι νὰ ἐνθυμηθῇ ἡ Πολιτεία, ὅτι οὗτοι ἔζησαν εἰς τὰς φυλακὰς χρονικὸν διάστημα μακρότερον τῶν 20 ἐτῶν. Ἐν τῇ ἀναφορᾷ δὲ ταύτῃ ἐκθέτουσι καὶ μίαν θεωρίαν, λέγοντες, ὅτι ἡ Πολιτεία ἤδη δὲν σωφρονίζει αὐτοὺς, ἀλλ’ ἐκδικεῖται, καταστρέφουσα τὸ ἄτομόν των, διότι διήνυσαν ἤδη 20 ἔτη ὁλόκληρα· ἐφ’ ὅσον δ’ εἶχον νὰ σωφρονισθῶσιν, ἐσωφρονίσθησαν. Ἐὰν δὲ οὕτως ἢ ἄλλως ἐξέλθωσιν ἐκ τῆς φυλακῆς, θὰ ἐξέλθωσι γέροντες καὶ ἀνίκανοι πρὸς διάπραξιν τοῦ κακοῦ, καὶ ἂν ἔχωσι τὴν πρόθεσιν τοῦ κακοῦ, ὅπερ ἀπίθανον.

§110Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Συμπολῖταί μού τινες κτηματικοὶ μὲ παρεκάλεσαν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν ἀναφορὰν διὰ τὸν ἁρμόδιον Ὑπουργὸν περὶ τῶν ζημιῶν, ἃς ὑφίστανται τὰ κτήματα αὐτῶν ἐκ τῶν ποιμνίων, τῶν βοσκόντων οὐχὶ μόνον ἐν τῷ λεκανοπεδίῳ Ἀθηνῶν, ἀλλὰ καὶ ἐντὸς τοῦ χώρου ἀκόμη τοῦ εὑρισκομένου ἐντὸς τοῦ σχεδίου τῆς πόλεως. Τοῦτο εἶναι τερατῶδες, διότι ὑπάρχει διάταξις, καθ’ ἣν ἡ βόσκησις ποιμνίων ἀπαγορεύεται ἐντὸς τοῦ λεκανοπεδίου Ἀθηνῶν. Κατὰ τὰς ἡμέρας δὲ ταύτας βλέπομεν τὰ ποίμνια βόσκοντα ἐντὸς τόπων εὑρισκομένων ἐν τῷ σχεδίῳ τῆς πόλεως. Γνωρίζετε, ὅτι εἰς τὰ πέριξ τῶν Ἀθηνῶν μέρη, τὰ ἐντὸς τοῦ σχεδίου τῆς πόλεως, ὑπάρχουσι γρασιδότοποι καὶ περιβόλια πολλὰ, σχεδὸν δὲ πάντες οἱ ἀναφερόμενοι, ὧν οἱ πλεῖστοί εἰσιν ἄνθρωποι ἐκ τῶν τὰ πρῶτα φερόντων παρ’ ἡμῖν, λέγουσιν, ὅτι ἐντὸς τῶν οἰκοπέδων αὐτῶν, ἐν οἷς ἔχουσι γρασίδια, βόσκουσι τὰ ποίμνια διαφόρων ἀνθρώπων. Περὶ τούτων πολλάκις οἱ συμπολῖταί μου ἀνηνέχθησαν εἰς τὴν Ἀστυνομίαν τῶν Ἀθηνῶν καὶ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, ἀλλ’ οὐδεμία πρόνοια ἐλήφθη. Ἐνόμισαν λοιπὸν πρέπον νὰ ἀποταθῶσι πρὸς τὴν Βουλὴν, ὅπως παρακαλέσωμεν τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἄρῃ τὸ ἄτοπον τοῦτο. Καταθέτω τὴν ἀναφορὰν, καὶ παρακαλῶ νὰ διαβιβάσῃ αὐτὴν τὸ Προεδρεῖον εἰς τὸν ἁρμόδιον Ὑπουργόν.

§111ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ. Συνενῶν καὶ ἐγὼ τὴν φωνήν μου, παρακαλῶ τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ὁ ὁποῖος εἶναι ἁρμόδιος, νὰ λάβῃ σύντονον μέριμναν, διότι τὸ ζήτημα δὲν ἀφορᾷ μόνον εἰς τὰς ὑλικὰς ζημίας, αἵτινες συμβαίνουσι συχνότατα εἰς τὰ κτήματα παρὰ τῶν βοσκόντων τὰ ποίμνια εἰς θέσεις ἀπηγορευμένας, ἀλλὰ θίγει καὶ τὴν δημοσίαν ἀσφάλειαν, διότι ἕνεκα τῶν ἐρίδων, διαπληκτισμῶν, συμπλοκῶν καὶ φόνων, οἱ ὁποῖοι συμβαίνουσιν οὐχὶ σπανίως, διαταράσσεται σπουδαίως ἡ δημοσία ἀσφάλεια. Ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν γνωρίζει ἴσως, ὅτι πρό τινος ἐξ ἀφορμῆς τοιαύτης εἰς τὰ πρόθυρα τῆς πρωτευούσης συνέβη ἀνθρωποκτονία, οἱ δράσται δὲ τοῦ φόνου, περιφερόμενοι ὡς φυγόδικοι, ἤρχισαν νὰ ἐκτρέπωνται καὶ εἰς πράξεις λῃστρικάς, αἵτινες δίδουσι, νομίζω, ἀφορμὴν εἰς τὸν κύριον Ὑπουργὸν νὰ σκεφθῇ, ὅτι εἶναι ἴσως καιρὸς νὰ ἐπικηρυχθῶσιν οὗτοι ὡς λῃσταί. Ἐπαναλαμβάνω λοιπὸν νὰ συστήσω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ λάβῃ σύντονα μέτρα οὐ μόνον πρὸς προστασίαν τῶν κτημάτων τῶν πολιτῶν, ἀλλὰ καὶ χάριν τῆς δημοσίας ἀσφαλείας, ἥτις εἰς τοιοῦτον κίνδυνον εἶναι ἐκτεθειμένη.

§112Π. Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Κύριοι Βουλευταὶ, λαβὼν ἀφορμὴν ἐκ παραστάσεών τινων Βουλευτῶν πρὸς τὸν ἀξιότιμον ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως Ὑπουργόν, ὅτι πολλαὶ ἀποφάσεις τῶν Ἐποπτικῶν Συμβουλίων δὲν ἐξετελέσθησαν, καὶ ὅτι πολλὰ Δημοτικὰ Συμβούλια δὲν ἠρωτήθησαν ποσῶς, προκειμένου περὶ τοποθετήσεως καὶ διορισμοῦ τῶν γραμματοδιδασκάλων, παρετήρησα εἰς τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως καὶ εὗρον, ὅτι ἀπὸ τῆς 21 Αὐγούστου μέχρι τῆς 28 Νοεμβρίου 1901 ἐκοινοποιήθησαν παύσεις 17 γραμματοδιδασκάλων, καὶ διορισμοὶ 157 γραμματιστῶν καὶ 175 γραμματοδιδασκάλων, ἄνευ προτάσεων τῶν ἁρμοδίων Δημοτικῶν Συμβουλίων, αἵτινές εἰσιν ἀπαραίτητοι, κατὰ τὸν νόμον περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως. Δὲν θέλω νὰ προβῶ εἰς ἐπικρίσεις καὶ εἰς ἔλεγχον τῶν πράξεων τούτων, μέχρις οὗ ὁ κύριος Ὑπουργὸς προσαγάγῃ πίνακα, ἐμφαίνοντα, πόσοι γραμματοδιδάσκαλοι διωρίσθησαν ἀπὸ τῆς 21 Αὐγούστου μέχρι τῆς 28 Νοεμβρίου, ὅπως κριθῇ, ἂν αἱ πράξεις αὗται καὶ οἱ διορισμοὶ ἔχουσι κῦρος, καὶ διατὶ δὲν ἠρωτήθησαν, κατὰ τὸν νόμον, τὰ οἰκεῖα Δημοτικὰ Συμβούλια. Τὸ ζήτημα εἶναι ἀρκετὰ σπουδαῖον, νομίζω, διότι εἶναι καὶ ἡ δευτέρα περίστασις, καθ’ ἣν δίδεται ἀφορμὴ νὰ βεβαιωθῇ, ὅτι ὁ νόμος τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως δὲν ἐφαρμόζεται παρὰ τῶν κ. Ὑπουργῶν αὐστηρῶς καὶ κατὰ τὰς διατάξεις τὰς ἐπιτακτικὰς τούτου.

§113ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ βουλευτὴς Μεγαλοπόλεως κ. Ἠλίας Κοσονᾶκος ὑποβάλλει αἴτησιν, δι’ ἧς παρακαλεῖ τὸν κύριον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν «νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰ σχετικὰ ἔγγραφα, ἐφ’ ὧν βασισθεὶς διέταξε τὸν δασάρχην Μαντινείας νὰ κατεδαφίσῃ καὶ κατεδάφισεν οὗτος ἀσβεστοκάμινον κατεσκευασμένην ἐν τῇ θέσει Μεγάλοι Κάμποι, ὅριον τοῦ δήμου Φαλαισίας, καὶ νὰ γνωρίσῃ εἰς τὴν Βουλήν, ποίαν διάταξιν καὶ τίνος νόμου ἔλαβε πρὸς τοῦτο ὑπ’ ὄψιν». Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Ἐξακολούθησις τῆς πρώτης συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου «περὶ συστάσεως Ἐμπορικῶν Σχολῶν ἐν Ἀθήναις καὶ ἐν Πάτραις». Ὁ κύριος Βελλιανίτης ἔχει τὸν λόγον.

§114Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Δὲν θέλω ν’ ἀσχοληθῶ εἰς τὸ ζήτημα, ἂν κανονικῶς καὶ νομίμως διὰ Β. Διατάγματος ὁ ἄλλοτε Ὑπουργὸς τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως κ. Βουλευτὴς ἐκ Κυθήρων συνέστησε τὰς Ἐμπορικὰς Σχολὰς Ἀθηνῶν καὶ Πατρῶν, ἃς διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου ζητεῖ νὰ νομιμοποιήσῃ ὁ νῦν κ. Ὑπουργός· μετὰ τὴν γενομένην ὅμως συζήτησιν, εἰς τὴν ὁποίαν ἔλαβον μέρος ὁ ἀξιότιμος ἐκ Κυθήρων Βουλευτὴς, ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως καὶ ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς βουλευτὴς, ὁ κ. Δραγούμης, κατεδείχθη, ὅτι τὸ Βασιλικὸν ἐκεῖνο Διάταγμα ἦτο βεβιασμένον, καὶ τὸ παρὸν νομοσχέδιον ἐντελῶς ἀμελέτητον. Λέγω, ὅτι ἦσαν βεβιασμένα ἀμφότερα, διότι καὶ ἁπλῆ μόνον ἀνάγνωσις τοῦ νομοσχεδίου καταδεικνύει, ὅτι δὲν ἐπεστήθη ἡ δέουσα προσοχὴ ἐπὶ θεσμοῦ, ὁ ὁποῖος σκοπὸν ἔχει νὰ θέσῃ τὰς βάσεις πρακτικωτέρας παιδεύσεως παρ’ ἡμῖν. Ὅτι ἡ ἡμετέρα κοινωνία ἔχει ἀπόλυτον ἀνάγκην συστάσεως τοιούτων Σχολῶν, ὅπως τραπῇ ἡ ἐκπαίδευσις καὶ παρ’ ἡμῖν ἐπὶ θετικωτέρου ἐδάφους καὶ παρασκευάσῃ ἀνθρώπους πρακτικοὺς, φέροντας τὰ ἐφόδια, ἅτινα θὰ τοῖς γείνωσι χρήσιμα εἰς τὴν πάλην τοῦ βίου, οὐδεὶς, νομίζω, ὁ ἀντιλέγων. Ἡ τροπὴ εἰς τὰς θετικὰς ἐπιστήμας καὶ εἰς ἐπαγγέλματα ἐπικερδῆ θὰ συντελέσῃ, ὥστε ν’ ἀναβιώσῃ τὸ ἀρχαῖον γόητρον τοῦ Ἑλληνικοῦ ἐμπορίου, τὸ ὁποῖον εἶχεν ἐξαπλωθῆ εἰς ὅλας τὰς ἀκτὰς τῆς Μεσογείου, τῆς Μαύρης θαλάσσης καὶ τῆς Ἀζοφικῆς. Δὲν συμφωνῶ βεβαίως παντάπασι μὲ τὸ ἀναγραφόμενον ἐν τῇ εἰσηγητικῇ ἐκθέσει τοῦ νομοσχεδίου, ὅτι τὸ Ἑλληνικὸν ἐμπόριον παρήκμασεν. Ὁ ἐπισκεφθεὶς τὰς ἁπανταχοῦ Ἑλληνικὰς παροικίας καὶ ἐλθὼν εἰς οἱασδήποτε σχέσεις μετ’ αὐτῶν δὲν δύναται ν’ ἀποδεχθῇ τὴν γνώμην, ὅτι ἡ ἡμετέρα χώρα ἔπαυσε γεννῶσα τὰς ἐμπορικὰς ἰδιοφυΐας, αἵτινες καὶ εἰς τὰ μέγιστα τοῦ ἐμπορίου κέντρα ἐμεγαλούργησαν. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἔλεγεν ὁ κ. Δραγούμης, ὅτι οἱ σημερινοὶ ὅροι μετέβαλον ἐν γένει τὴν μορφὴν τοῦ ἐμπορίου, εἶναι ἀκριβέστατον, ἀλλὰ τὸ εὔστροφον πνεῦμα τοῦ Ἕλληνος ἐμπόρου ἠκολούθησε τὸν τρόπον τοῦ ἐμπορίου ὑπὸ τὴν νέαν αὐτοῦ μορφὴν, μετέφερεν αὐτὸ εἰς ἕτερα κέντρα, οὐδεὶς δὲ δύναται ν’ ἀμφισβητήσῃ, ὅτι καὶ ἐν Αἰγύπτῳ καὶ ἐν τῇ Μικρᾷ Ἀσίᾳ καὶ ἐν Ρωσσίᾳ καὶ ἐν Ρωμουνίᾳ τὸ Ἑλληνικὸν ἐμπόριον εὑρίσκεται ἐν τῇ ἀρχαίᾳ αὐτοῦ ἀκμῇ. Τὴν ἀνθηρότητα δὲ αὐτοῦ δὲν τὴν μετέδωσαν Ἐμπορικαὶ Σχολαὶ, ἀλλ’ ἡ γοργότης τοῦ πνεύματος καὶ ἡ ἰδιοφυΐα τοῦ Ἕλληνος βιοπαλαιστοῦ. Διὰ τοῦτο δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω τὴν αἰτίαν, διὰ τὴν ὁποίαν ὁ πρώην ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως Ὑπουργὸς ἔσπευσε νὰ συστήσῃ Ἐμπορικὰς Σχολὰς διὰ Βασιλικοῦ Διατάγματος, οὗτινος ἡ νομιμότης ἀμφισβητεῖται καὶ παρ’ αὐτοῦ τοῦ νῦν Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῆς Παιδείας, ἐν ᾧ ἠδύνατο διὰ τῆς ὁμαλῆς καὶ νομίμου ὁδοῦ, τῆς Βουλῆς, νὰ φθάσῃ εἰς τὸ αὐτὸ ἀποτέλεσμα. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κυθήρων ἀνεκοίνωσεν εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι κατείχετο ὑπὸ πόθου ἀκατασχέτου, ὅπως γείνῃ αὐτὸς εἰσηγητὴς τῆς ἐμπορικῆς ἐκπαιδεύσεως ἐν Ἑλλάδι, καὶ ἐν τῇ θέρμῃ τοῦ πόθου του δὲν ἐπρόσεξε παντάπασιν, ἂν ἡ πρᾶξίς του ἐκείνη ἦτο νόμιμος, καὶ ἂν ἐδικαιοῦτο νὰ προβῇ εἰς ταύτην. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως ὑπὸ ὁμοίας κατελήφθη σπουδῆς, ὅπως νομιμοποιήσῃ τὸ Βασιλικὸν Διάταγμα περὶ τῆς συστάσεως αὐτῶν, καὶ ἐν τῇ βίᾳ αὐτοῦ οὐδόλως ἐπρόσεξε περὶ τῆς οὐσίας τοῦ νομοσχεδίου, ὅπερ συζητεῖται, πιστεύων, ὅτι δύναται νὰ ψηφισθῇ ἓν οἷον δήποτε νομοσχέδιον, καὶ ἀφεθῇ αὐτῷ ἡ ἐλευθερία, ἵνα διὰ Βασιλικῶν Διαταγμάτων κανονίσῃ τὰ ὑπόλοιπα. Ἀλλὰ καὶ τοῦ πρώην καὶ τοῦ νῦν Ὑπουργοῦ ἡ σπουδὴ εἶναι ἀδικαιολόγητος. Τὸ ζήτημα δὲν εἶναι, τίς πρῶτος θὰ καινοτομήσῃ εἰς τὸ ζήτημα τῆς πρακτικῆς ἐκπαιδεύσεως ἐν Ἑλλάδι, ἀλλὰ πῶς θὰ καινοτομήσῃ, καὶ κατὰ πόσον ἡ καινοτομία του αὕτη θὰ δυνηθῇ νὰ φέρῃ τὰ ἀγαθὰ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα ἀναγράφονται ἐν τῇ εἰσηγητικῇ ἐκθέσει. Ὅτι ἡ παίδευσις ἡμῶν δέον νὰ τραπῇ ἐπὶ τὸ θετικώτερον, εἶναι ἀντίρρητον· ὅτι ἡ κλασικὴ παίδευσις, ὡς γίνεται μάλιστα παρ’ ἡμῖν, δὲν καθίσταται λίαν ἐπωφελὴς εἰς τοὺς σπουδάζοντας, τὸ γνωρίζομεν πάντες, καὶ δικαιολογῶ τὴν ἐπιθυμίαν τοῦ κ. Στάη, ἐπιστήμονος ἀσχοληθέντος εἰς τὰς θετικὰς ἐπιστήμας, νὰ ζητῇ πρὸς ταύτας νὰ τρέψῃ τοὺς νέους, ἐξεγείρων τὴν ἐμπορικὴν ἰδιοφυΐαν, τὴν χαρακτηρίζουσαν τοὺς Ἕλληνας. Ἀλλὰ διὰ Σχολῶν, οἷαι αἱ ἱδρυόμεναι, δύνανται πράγματι νὰ ἐπέλθωσι τὰ ἐπιδιωκόμενα ἀποτελέσματα; Κατ’ ἐμὴν γνώμην, μεγάλαι ὑπάρχουσιν ἀμφιβολίαι περὶ τούτου. Διότι, ἂν δὲν τεθῶσιν ἀσφαλεῖς αἱ βάσεις τῆς ἐκπαιδεύσεως, θὰ πάθωμεν ὅ,τι καὶ μὲ τὴν λοιπὴν ἐκπαίδευσιν, τῆς ὁποίας τοὺς πικροὺς καρποὺς βλέπομεν ἀπὸ πολλοῦ, χωρὶς νὰ κατορθώσωμεν ἀκόμη νὰ θεραπεύσωμεν τὸ κακόν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως φρονεῖ, ὅτι δέον νὰ ψηφισθῇ, ὡς ἔχει, τὸ νομοσχέδιον, ὅπως τεθῇ ἡ ἀρχή. Ἀναγνωρίζει καὶ αὐτός, ὅτι δὲν ἐξῆλθεν ἀπὸ τῆς κεφαλῆς τῶν συνταξάντων αὐτό, ὡς ἡ Ἀθηνᾶ πάνοπλος ἀπὸ τῆς κεφαλῆς τοῦ Διὸς, ἀλλὰ φρονεῖ, ὅτι τοῦτο δὲν ἔχει σημασίαν, διότι ἡ βελτίωσις εἶναι ζήτημα, τὸ ὁποῖον θ’ ἀπασχολήσῃ τὴν Βουλὴν εἰς τὸ μέλλον. Διὰ τοῦτο, ἔλεγεν, ἂς ψηφίσωμεν ὁπωσδήποτε ἓν νομοσχέδιον περὶ Ἐμπορικῶν Σχολῶν, καὶ μετὰ ταῦτα ἔχομεν καιρὸν, ὅπως νομοθετικῶς, ἢ καὶ διὰ Β. Διαταγμάτων, κανονίσωμεν ἐπὶ τὸ ἐπιτυχέστερον τὸν νόμον τοῦτον. Ἐγὼ φρονῶ, Κύριοι, ὅτι πᾶν νομοσχέδιον, εἰσερχόμενον εἰς τὴν Βουλὴν, ἐπὶ πάντων μὲν τῶν θεμάτων, ἀλλὰ κυρίως ἐπὶ τῶν ἀφορώντων εἰς τὴν ἐκπαίδευσιν, εἴτε τὴν πρακτικήν, εἴτε τὴν κλασικὴν, πρέπει σπουδαίως νὰ μελετᾶται προηγουμένως, νὰ ἐξονυχίζηται προσεκτικῶς, καὶ κατόπιν ἄρτιον νὰ εἰσάγηται εἰς τὴν Βουλὴν. Καὶ εἴδομεν πραγματικῶς τοιαῦτα νομοσχέδια ἀμελέτητα καὶ ἀσύστατα εἰσαγόμενα πολλὰ ἐνταῦθα, εἴδομεν μάλιστα τὰ νομοσχέδια ταῦτα ἀπνευστὶ ἀναγινωσκόμενα παρὰ τοῦ κ. γραμματέως, καὶ ψηφιζόμενα παρὰ τῆς Βουλῆς, κοιμωμένης πολλάκις· ἀλλ’ ἐνθυμεῖσθε, ὅτι κατὰ πᾶσαν νέον Σύνοδον προσεκαλούμεθα, ὅπως μεταρρυθμίσωμεν τοὺς νόμους, τοὺς οὕτω καταρτιζομένους, διότι δὲν ἦτο εὐχερὴς ἡ ἐφαρμογὴ αὐτῶν. Μάλιστα ἐνθυμοῦμαι, ὅτι ἐγένετο ἄλλοτε συζήτησις μακρὰ ἐνταῦθα, ἂν πρέπει ἢ δὲν πρέπει νὰ κανονίζωνται τὰ τῆς δημοσίας ἐκπαιδεύσεως διὰ Βασιλικῶν Διαταγμάτων, δηλ. νὰ ἀφίνηται ἡ ἐλευθερία εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας, ὅπως αὐτὸς διὰ Βασιλικῶν Διαταγμάτων κανονίζῃ τὰ προγράμματα καὶ τὰς ὥρας τῶν μαθημάτων τῶν διαφόρων κλάσεων τῆς ἐκπαιδεύσεως. Ἐνθυμοῦμαι δὲ, ὅτι ὁ λόγος προεκλήθη ἐκ τῆς συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, τὸ ὁποῖον, ἐνῷ παρουσιάσθη ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ἀπαρτιζόμενον ἐξ 174 ἄρθρων νομίζω, ὁ τότε Ὑπουργὸς τῆς Ἐκπαιδεύσεως, ὅπως ἀποφύγῃ τὴν ἐπισταμένην ἐξέτασίν του, διὰ ταχύτητος ἠλεκτρικῆς ἀληθῶς τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ τῶν 174 ἄρθρων τὸ μετέβαλεν εἰς ἑπτὰ ἄρθρα, ἄφινε δὲ πάντα τὰ εἰς τὰς δύο ἑκατοντάδας τῶν ἄρθρων ἀναφερόμενα νὰ κανονίσῃ διὰ Β. Διαταγμάτων. Ὅτε δὲ, ἀντιτασσόμενος εἰς τοῦτο, ἔλεγον, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν τοῦτο νὰ γείνῃ, ὁ ἐκ Κυθήρων ἀξιότιμος Βουλευτὴς μοὶ ἀπήντησεν, ὅτι ὅλαι αἱ Εὐρωπαϊκαὶ νομοθεσίαι οὕτως ἀφίνουσιν ἐλεύθερον τὸν Ὑπουργὸν τῆς Ἐκπαιδεύσεως, ὅπως κανονίσῃ τὰς λεπτομερείας ταύτας διὰ Βασιλικῶν Διαταγμάτων. Τότε ἠναγκάσθην νὰ ζητήσω τὴν Γαλλικὴν νομοθεσίαν, καὶ παρετήρησα, ὅτι αἱ παρατηρήσεις τοῦ ἀξιοτίμου φίλου μου δὲν ἦσαν ἀκριβεῖς...

§115Α. ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Ἦσαν ἀκριβεῖς, διότι διὰ Βασιλικῶν Διαταγμάτων κανονίζονται ταῦτα.

§116ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ὅτι δὲν κανονίζονται διὰ Βασιλικῶν Διαταγμάτων, δὲν ἔχετε ἢ νὰ ζητήσητε τὸ σχετικὸν παράρτημα τοῦ Dalloz, ὅπως τὸ ἴδητε. Καὶ αἱ τελευταῖαι λεπτομέρειαι ἀναγράφονται εἰς τοὺς σχετικοὺς νόμους. Παρατηρῶ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ τούτῳ τὸ αὐτὸ σύστημα. Πλήρης ἐλευθερία τοῦ Ὑπουργοῦ, ὅπως κανονίσῃ κατὰ τὸ δοκοῦν τὰ πάντα. Καὶ ἐνῷ βλέπομεν ἐπαινετὸν πόθον, ὅπως εἰσαχθῇ ἡ ἐμπορικὴ ἐκπαίδευσις παρ’ ἡμῖν, οὐδεμίαν ἀφ’ ἑτέρου διακρίνομεν μέριμναν, ὅπως αὕτη καταστῇ παρ’ ἡμῖν τοιαύτη, ὥστε πράγματι ν’ ἀποβῇ καρποφόρος. Ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῆς Ἐκπαιδεύσεως, περὶ ἄλλα ἀσχολούμενος καὶ μὴ δυνάμενος φυσικὰ ὁ ἴδιος ν’ ἀσχοληθῇ ἰδιαιτέρως ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, ἀνέθεσεν εἴς τινα τῶν ὑπαλλήλων τοῦ ὑπ’ αὐτὸν Ὑπουργείου νὰ συντάξῃ ἓν νομοσχέδιον, εἰς τὸ ὁποῖον φύρδην μίγδην ἐρρίφθησαν αἱ γενικαὶ περὶ Ἐμπορικῶν Σχολῶν γνῶμαι εἰς ὀλίγα ἄρθρα, καὶ ἀφέθη ἡ ταξινόμησις τοῦ χάους τούτου διὰ Β. Διαταγμάτων. Ἀλλ’ οὕτως ἔδει νὰ γένηται ἡ εἰσαγωγὴ τῆς ἐμπορικῆς ἐκπαιδεύσεως παρ’ ἡμῖν; Εἶπον, ὅτι οὐδόλως θέλω ὁμιλήσει ἐπὶ τοῦ ζητήματος τοῦ νομίμου ἢ ἐκνόμου τοῦ Β. Διατάγματος, τὸ ὁποῖον εὐθύνει τὸν κύριον ἐκ Κυθήρων Βουλευτὴν, ἀλλὰ θέλω περιορισθῆ εἰς τὴν οὐσίαν τοῦ νομοσχεδίου τούτου. Ἡ ἐπιθυμία βεβαίως τοῦ συντάξαντος αὐτὸ, δηλαδὴ ὁ πόθος τοῦ νὰ φανῇ εἰσηγητὴς τῆς ἐμπορικῆς ἐκπαιδεύσεως, δὲν ἀνεφύη μόνον εἰς τὴν ψυχὴν τοῦ πρώην ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως Ὑπουργοῦ κ. Στάη· ἐνθυμοῦμαι, ὅτι ἐκ συζητήσεως βραχείας, ἡ ὁποία προέκυψεν ἐνταῦθα, ὁ κ. ἐξ Αἰγιαλείας συνάδελφος, ὅστις διετέλεσεν ἄλλοτε Ὑπουργός, εἶχε σπουδαίως ἀσχοληθῆ εἰς τοῦτο, εἰς σημείωμα δὲ, τὸ ὁποῖον μοὶ ἔδωκε πρὸ μικροῦ ὁ κ. Ὑπουργὸς καὶ τὸ ὁποῖον ἐχρησίμευσεν ὡς ἐγκύκλιος ἐπιτροπῆς τινος, ἡ ὁποία ἀπεστάλη εἰς διαφόρους ἐμπορικοὺς οἴκους καὶ εἰς προξένους πόλεων ἐμπορικῶν, ὅπως χορηγήσωσι πληροφορίας καὶ ἐκφέρωσι γνώμας ἐπὶ τῶν ἐρωτημάτων τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, παρετήρησα, ὅτι αὐτὸ τὸ σχεδίασμα, τὸ ὁποῖον εἶχε καταρτίσει ὁ κ. Παναγιωτόπουλος, ἦτο πολὺ τελειότερον ἀπὸ τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον συζητεῖται σήμερον. Ἐλέχθη μάλιστα, ὅτι ἡ ἐγκύκλιος αὕτη εἶχεν ἀποσταλῆ εἰς διαφόρους πόλεις, εἶχον ζητηθῆ αἱ γνῶμαι πεπειραμένων ἀνδρῶν ἐν Εὐρώπῃ καὶ Ἀμερικῇ, καὶ ὅτι πολυάριθμοι τοιαῦται γνῶμαι κατέφθασαν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον καὶ ὑπάρχουσιν εἰς τὰ ἀρχεῖα αὐτοῦ. Δὲν εἶδον καμμίαν ἐκ τούτων· δὲν γνωρίζω, ἂν εἶναι ἄξιαι νὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν, ἢ δὲν εἶναι. Ἐνθυμοῦμαι μόνον, ὅτι ὁ φίλος μου κύριος Στάης εἶπεν, ὅτι αἱ γνῶμαι αὗται τῶν πεπειραμένων ἀνδρῶν, τῶν ἐμπορευομένων τόσα ἔτη, τῶν κατοικούντων ἐν πόλεσιν, ὅπου ἀκμάζει τὸ ἐμπόριον καὶ ὅπου ὑπάρχουσιν ἐξαίρετοι Σχολαὶ Ἐμπορικαὶ, δὲν ἐκρίθησαν ἱκαναὶ νὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν, ὅπως χρησιμεύσωσι διὰ τὰς μελέτας τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον εἰσάγεται σήμερον. Ἐκράτησαν ἄλλαι γνῶμαι, καὶ ἐλήφθησαν ὑπ’ ὄψιν οἱ τύποι εὐρωπαϊκῶν Ἐμπορικῶν Σχολῶν. Ὑποθέτω μάλιστα, ὅτι ἡ ἰδέα τοῦ εἰσαγαγόντος τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἦτο, ὅπως ἱδρυθῶσι Σχολαὶ παρ’ ἡμῖν ὅμοιαι ἐκείνων, ἃς ἐν Γαλλίᾳ καλοῦσιν Écoles superieures de commerce.

§117Α. ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. Ὄχι.

§118Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ὄχι; Εἰς τὴν Γαλλίαν ὑπάρχουσι καὶ ἄλλαι Σχολαί. Ὑπάρχουσιν αἱ λεγόμεναι Écoles Commerciales· ἀλλὰ περὶ τοῦ εἴδους τῶν Σχολῶν τούτων θὰ φέρω τὸν λόγον κατόπιν.

§119Α. ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. Ἡ ἔννοια τῆς Ἐμπορικῆς Σχολῆς εἶναι ὀλίγον δύσκολος.

§120Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Τί ἐννοεῖτε; Δύσκολος βεβαίως, ἀλλὰ διὰ τοὺς μὴ ἀσχοληθέντας, ὡς συμβαίνει εἰς τὴν παροῦσαν περίστασιν.

§121Α. ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. Ἐὰν ἐρωτήσω καὶ ὑμᾶς νὰ μοῦ εἴπητε τὴν ἔννοιαν, ἴσως δυσκολευθῆτε, διότι εἶναι δύσκολος ὁ ὁρισμός.

§122Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Σεῖς ἐθέσατε τὸν ὁρισμὸν ἐν τῷ πρώτῳ ἄρθρῳ τοῦ νομοσχεδίου, χωρὶς νὰ αἰσθανθῆτε οὐδεμίαν δυσκολίαν. Εἰς τὴν Γαλλίαν εἶναι τριῶν εἰδῶν Ἐμπορικαὶ Σχολαί. Καὶ ὅταν λέγωσιν Ἐμπορικὴν Σχολὴν ἐν Γαλλίᾳ, ἐννοοῦσι τελείαν τοιαύτην. Ἰδίως ἡ ἐν Παρισίοις École superieure de commerce εἶναι ἡ ἀρίστη πασῶν. Δὲν γνωρίζω, ποῖον τύπον Σχολῆς ἠθέλησε νὰ δώσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Ἐκπαιδεύσεως εἰς τὰς ἰδικάς μας. Ἀλλ’ οἱονδήποτε τύπον καὶ ἂν ἠθέλησε νὰ δώσῃ εἰς αὐτάς, βεβαίως ὁ ὀργανισμός, ὃν ἐδέχθη, τὰ μαθήματα, τὰ ὁποῖα θὰ διδαχθῶσιν οἱ μαθηταί, εἰσαγόμενοι εἰς τὴν Ἐμπορικὴν ταύτην Σχολήν, τὸ ποιὸν τῶν μαθητῶν καταδεικνύουσιν, ὅτι δὲν εἶχεν ὡριμάσει ἡ μελέτη, ὅπως παρασκευασθῇ τοιοῦτο νομοσχέδιον. Καὶ δὲν ἀδικῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Ἐκπαιδεύσεως, διότι ἁπλοῦς μόνον πόθος δὲν ἀρκεῖ, ὅπως τάχιστα καὶ ἄνευ προμελέτης καὶ βασάνου παρασκευάζωνται νομοσχέδια καὶ εἰσάγωνται εἰς τὴν Βουλήν. Εἰς τὴν Γαλλίαν ἐπὶ τρία ἢ τέσσαρα ἔτη, νομίζω, ἐπιτροπὴ συνεζήτησε τὸ ζήτημα τοῦ ὀργανισμοῦ τῶν τοιούτων Σχολῶν, καὶ ἀφοῦ συνεζητήθη οὕτω, κατόπιν εἰσήχθη ὑπὸ τῆς συσταθείσης ἐπιτροπῆς, ἥτις περιελάμβανεν ἄνδρας ἐμπείρους καὶ ἀσχοληθέντας εἰδικῶς εἰς τὰ ζητήματα ταῦτα ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τοῦ Ἐμπορίου, οὕτω δὲ κατηρτισμένοι εἰσήχθησαν οἱ ὀργανισμοὶ τῶν Σχολῶν.

§123Α. ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. Πότε συνέβη αὐτό;

§124Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Τὸ 1860· διήρκεσε δὲ ἡ ἐργασία τῆς ἐπιτροπῆς μέχρι τοῦ 1864. Ὡς σᾶς ἔλεγον, ὁ τύπος τῆς Σχολῆς ταύτης εἶναι περίπου ὁ αὐτὸς τύπος τῶν Écoles superieures de commerce, τῆς τῶν ἀνωτέρων δηλαδὴ Ἐμπορικῶν Σχολῶν, αἱ ὁποῖαι ὑφίστανται ἐν Γαλλίᾳ· διότι, ἐὰν παραβάλῃ τις τὰ μαθήματα τὰ διδασκόμενα ἐν ταῖς Σχολαῖς ἐκείναις μὲ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἀναγράφονται ἐν τῷ ἄρθρῳ 2 τοῦ παρόντος νομοσχεδίου, βλέπει, ὅτι δὲν διαφέρουσι πολὺ ταῦτα. Ἔχω ἐνταῦθα ἀντιγράψει ἐκ τῆς École superieure de commerce τῶν Παρισίων τὰ μαθήματα, τὰ ὁποῖα διδάσκονται ἐκεῖ, καὶ τὰ ὁποῖα ἔν τισι μάλιστα εἶναι ὀλιγώτερα τῶν ἀναγραφομένων ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, διότι, ἐνῷ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ἀναγράφονται ξέναι γλῶσσαι ἡ Γαλλική, ἡ Ἀγγλική, ἡ Ἰταλικὴ καὶ ἡ Γερμανική, ἐν Γαλλίᾳ ἀπαιτεῖται μόνον ἡ Ἀγγλικὴ καὶ ἡ Ἱσπανική, ἢ ἡ Γερμανική, ἤτοι δύο μόνον γλῶσσαι· αἱ τέσσαρες δ’ αὗται γλῶσσαι ἀναγράφονται ὡς ὑποχρεωτικὰ μαθήματα εἰς τὰς Ἑλληνικὰς Σχολάς, καὶ ζητεῖται ἡ ἐκμάθησις τεσσάρων ξένων γλωσσῶν παρὰ μαθητῶν, οἱ ὁποῖοι θὰ ἐγκαταλείψωσι μόλις τὰ βάθρα τοῦ Σχολαρχείου! Ὡς παρατηρεῖ τις, συγκρίνων τὸ νομοσχέδιον μὲ τὰ προγράμματα τῶν Γαλλικῶν Σχολῶν, τὰ αὐτὰ μαθήματα ζητοῦνται καὶ παρὰ τῶν Ἑλλήνων μαθητῶν, τῇ προσθήκῃ δύο ἐπὶ πλέον ξένων γλωσσῶν. Ἀλλὰ ποῖον εἶναι τὸ ποιὸν τῶν μαθητῶν, τῶν εἰσαγομένων ἐν ταῖς Γαλλικαῖς Σχολαῖς; Ἐν ταῖς Γαλλικαῖς Σχολαῖς, ὅπως εἰσέλθῃ μαθητής τις, πρέπει πρῶτον νὰ ἔχῃ ἀπολυτήριον Γυμνασίου, νὰ ἔχῃ ὑποστῆ εἰσιτηρίους ἐξετάσεις καὶ εἰς μίαν Σχολὴν τοῦ Πανεπιστημίου. Ταῦτα πάντα ὅμως δὲν ἀρκοῦσιν· ἀπαιτεῖται νὰ συναγωνισθῇ ὁ μαθητὴς, ὅπως εἰσέλθῃ εἰς τὴν Σχολὴν, ἐπὶ ὡρισμένων μαθημάτων· καὶ θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς ἀναφέρω ταῦτα. Ὁ διαγωνισμὸς ἔχει ὡς ἑξῆς: Πρέπει νὰ ἔχῃ τὸ ἀπολυτήριον, ὡς σᾶς εἶπον, θὰ διαγωνισθῇ δὲ εἰς τὰ ἑξῆς μαθήματα: Εἰς γραπτὰ μὲν, πρῶτον μαθηματικά: Ἀριθμητικὴν καὶ Ἄλγεβραν. Δεύτερον εἰς τὴν Γαλλικὴν γλῶσσαν,—τὴν μητρικὴν,—εἰς σύνταξιν καὶ ὀρθογραφίαν, ἔκθεσιν ἰδεῶν καὶ λοιπά. Τρίτον εἰς τὰς ζώσας γλώσσας, ἤτοι τὴν Γερμανικὴν, Ἀγγλικὴν, ἢ τὴν Ἱσπανικὴν, ἢ τὴν Ἰταλικήν. Ἐνταῦθα δὲ θὰ μεταφράσωσι, θὰ γράψωσιν ὀρθῶς καὶ θὰ ἐκθέσωσι τὰς ἰδέας των ἐν ταῖς γλώσσαις ταύταις. Τουτέστιν, ὅπως εἰσαχθῇ τις εἰς Σχολὴν Ἐμπορικὴν, πρέπει νὰ γνωρίζῃ προκαταβολικῶς καὶ ἐπαρκῶς τὴν Ἀγγλικὴν καὶ τὴν Γερμανικὴν, ἢ τὴν Ἱσπανικήν. Ἀλλὰ θὰ διαγωνισθῇ ἀκόμη προφορικῶς εἰς τὴν Ἄλγεβραν, τὴν Ἀριθμητικὴν, τὴν Γεωμετρίαν, εἰς τὰ Φυσικὰ, εἰς τὴν Χημείαν, τὴν Γεωγραφίαν, τὴν Ἱστορίαν καὶ τὰς ξένας γλώσσας, περὶ τῶν ὁποίων σᾶς ἀνέφερα. Αὐτὰ ζητοῦνται ἀπὸ τοὺς μαθητὰς ἐκείνους, οἵτινες θὰ συναγωνισθῶσιν, ὅπως εἰσέλθωσιν εἰς τὴν Σχολὴν τὴν Γαλλικήν. Τί ζητεῖται παρ’ ἡμῖν; Παρ’ ἡμῖν ποῖα εἶναι τὰ προσόντα τῶν μαθητῶν, οἵτινες θὰ εἰσαχθῶσιν εἰς τὰς Σχολὰς ταύτας; Ἀκούσατε. Ζητεῖται ἐνδεικτικὸν ἁπλῶς πρώτης τάξεως τοῦ Γυμνασίου. Ἄγνοια βεβαίως τῆς Γαλλικῆς, ἢ τῶν τεσσάρων ἄλλων γλωσσῶν, τὰς ὁποίας πρόκειται νὰ ἐκμάθωσιν εἰς τὴν Σχολὴν αὐτήν! — διότι γνωρίζομεν, ὅτι καὶ οἱ τελειοδίδακτοι τοῦ Γυμνασίου δὲν ἐκμανθάνουσι τὴν Γαλλικὴν παρ’ ἡμῖν.—Τουτέστιν, εἰσαγόμενοι εἰς τὴν Σχολὴν ἐκείνην, θὰ διδαχθῶσι πάντα τὰ μαθήματα, τὰ ὁποῖα ἀναγράφονται ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, τὰ ὁποῖα εἶναι πάμπολλα καὶ δυσανάλογα πρὸς τὴν παρασκευὴν, ἣν ἔλαβον προτοῦ εἰσαχθῶσιν· ἐκεῖ δὲ θὰ διδαχθῶσιν ἐντὸς τῶν τριῶν ἐτῶν, ἐκτὸς τούτων ὅλων, καὶ τὴν Ἀγγλικὴν, τὴν Γαλλικὴν, τὴν Γερμανικὴν καὶ τὴν Ἰταλικήν! τέσσαρας γλώσσας ἐντὸς τριῶν ἐτῶν! μαθηταὶ τοῦ Σχολαρχείου! μὲ τὰς γνώσεις, τὰς ὁποίας γνωρίζετε, ὅτι ἔχουσιν οἱ μαθηταὶ, οἱ ἐξερχόμενοι ἀπὸ τὰ Ἑλληνικὰ σχολεῖα! Καὶ κατανοεῖτε ποῖα θὰ ἦναι τ’ ἀποτελέσματα τῆς τοιαύτης ἐκπαιδεύσεως. Αὐτὸ καὶ μόνον, Κύριοι, ἂν λάβῃ τις ὑπ’ ὄψιν, κατανοεῖ, ὅτι δὲν ἐμελετήθη σπουδαίως τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, ὅτι δὲν εἶχον σαφεῖς ἰδέας περὶ ἐμπορικῆς ἐκπαιδεύσεως οἱ ἀναλαβόντες νὰ συντάξωσιν αὐτό. Ἔλαβον, φαίνεται, ἓν πρόγραμμα, οἱασδήποτε ἀνωτέρας Ἐμπορικῆς Σχολῆς, κατέστρωσαν ἐνταῦθα τὰ μαθήματα φύρδην μίγδην, ὡς σᾶς εἶπον, καὶ οὐχὶ κανονικῶς καὶ λεπτομερῶς· δὲν ἐξήτασαν ἄλλους ἀπαραιτήτους ὅρους, ἀναγκαίους, ὅπως εὐδοκιμήσῃ ἡ τοιαύτη ἐκπαίδευσις, ἀλλ’ ἐν βίᾳ, ὡς συνήθως συμβαίνει, τὸ παρουσίασαν εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως ζητεῖ παρ’ ἡμῶν σήμερον, ὅπως αἱ λεπτομέρειαι κανονισθῶσι διὰ Β. Διατάγματος. Ἐγὼ ἴσως δὲν ἤθελον θεωρήσει, ὅτι ἦτο φοβερὸν τὸ κακὸν, ἂν καὶ διὰ Β. Διαταγμάτων ἐκανονίζοντο αἱ λεπτομέρειαι τῶν προγραμμάτων τῶν Σχολῶν. Ἂν δὲ αἱ βάσεις εἶχον τεθῆ ὀρθῶς, θὰ ἐκολάζετο τὸ πρᾶγμα· ἀλλὰ, ὡς βλέπετε, αἱ βάσεις τοῦ νομοσχεδίου εἶναι σαθραὶ, καὶ, κατ’ ἀνάγκην, κάκιστα ἀποτελέσματα θὰ ἔχῃ ἡ ἐφαρμογὴ αὐτοῦ, θὰ δημιουργήσῃ δὲ τὴν ἡμιμάθειαν, ἥτις εἶναι τὸ μέγιστον τῶν κακῶν, ὅπερ μαστίζει τὴν ἐν γένει ἐκπαίδευσιν τῆς ἡμετέρας χώρας· διότι δὲν φαντάζομαι, ὅτι ὑπάρχει τις ὁ πιστεύων, ὅτι εἶναι δυνατὸν μαθηταὶ τοῦ Ἑλληνικοῦ Σχολείου, ἢ τῆς πρώτης τάξεως τοῦ Γυμνασίου, νὰ διδαχθῶσι τὰ μαθήματα, τὰ ἀναγραφόμενα εἰς τὸ νομοσχέδιον τοῦτο. Τί θέλει συμβῆ λοιπόν; Θὰ εἰσέρχωνται οἱ μαθηταὶ εἰς τὰ Σχολεῖα ταῦτα μὲ τὰ προσόντα, ἅτινα διαγράφει τὸ νομοσχέδιον, ἀλλ’ οἱ μαθηταὶ οὗτοι, ἀκατάρτιστοι, ὡς εἶναι οἱ μαθηταὶ τῶν Ἑλληνικῶν Σχολείων, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ παρακολουθῶσι τοιαῦτα μαθήματα· θὰ συμβῇ δὲ νὰ μὴ ἐκμανθάνωσι τίποτε εἰς τὰ Σχολεῖα ἐκεῖνα, ἀλλὰ θὰ δημιουργῆται ἁπλῶς σύγχυσις εἰς τὰς πτωχὰς κεφαλὰς τῶν μαθητῶν. Διότι, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ φαντασθῇ τις, ὅτι δύναται μαθητής, εἰσερχόμενος ἀπὸ τὸ Ἑλληνικὸν Σχολεῖον, νὰ διδαχθῇ ὑποχρεωτικῶς τὰ ἑξῆς μαθήματα: τὴν καθαρεύουσαν νεοελληνικήν, — δὲν θέλω νὰ φέρω πάλιν τὸ ζήτημα τὸ γλωσσικόν, — ἐκ δὲ τῶν ξένων γλωσσῶν, τὴν Γαλλικήν, τὴν Ἀγγλικήν, τὴν Ἰταλικὴν καὶ τὴν Γερμανικήν, καὶ ἐκτὸς αὐτῶν τὰ φυσικὰ, τά...

§125Α. ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. Τίθενται ἐνταῦθα τὰ μαθήματα συλλήβδην καὶ διὰ τὰς τρεῖς τάξεις· διὰ Β. Διατάγματος ὅμως θὰ διαιρεθῶσιν εἰς τὰς τρεῖς τάξεις, καὶ θὰ ληφθῶσι τὰ σχετικὰ δι’ ἑκάστην τάξιν μαθήματα.

§126Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ὅπως καὶ ἂν κανονισθῇ τὸ ἄμορφον αὐτὸ ὑλικόν, ἐγὼ ἐδήλωσα, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν μαθητὴς τοῦ Ἑλληνικοῦ Σχολείου νὰ παρακολουθήσῃ τὰ μαθήματα ταῦτα, διότι, ὅπως καταστῇ ἱκανὸς νὰ διδαχθῇ αὐτά, ἀπαιτεῖται προπαρασκευή, τὴν ὁποίαν δὲν λαμβάνουσιν εἰς τὰ Ἑλληνικὰ Σχολεῖα, δὲν βλέπω δὲ ὑπάρχουσαν καὶ κανονιζομένην εἰς τὸ νομοσχέδιον.

§127Α. ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. Ὑμεῖς ἔχετε ὑπ’ ὄψιν πρόγραμμα Γαλλικὸν ἀνωτέρας Σχολῆς. Παρακαλῶ ὅμως νὰ λάβητε πρόγραμμα κοινῶν Ἐμπορικῶν Σχολῶν. Ἡ διαφορὰ εἶναι σπουδαία.

§128Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ἐγὼ σᾶς εἶπον, ὅτι ὁ τύπος τῶν δημιουργουμένων Ἑλληνικῶν Σχολῶν εἶναι ὁ τύπος τῶν ἀνωτέρων Ἐμπορικῶν Σχολῶν· διὰ τοῦτο φρονῶ, ὅτι δὲν δύνανται νὰ διδαχθῶσι τὰ μαθήματα ταῦτα. Πῶς θέλετε νὰ διδαχθῶσι τὴν Χημείαν, τὰ Φυσικὰ, τὰς ξένας γλώσσας, τὰ ἀνώτερα μαθηματικά; Διὰ τοῦτο αἱ Γαλλικαὶ Σχολαὶ ἀπὸ τοὺς μαθητάς των ἐζήτησαν ἰδιαιτέραν προπαρασκευὴν καὶ τελείαν ἐγκύκλιον παίδευσιν, ὅπως εἰσέλθωσιν εἰς αὐτὰς, ἀφοῦ μάλιστα μετὰ τοῦ ἀπολυτηρίου τοῦ Γυμνασίου ἐν Γαλλίᾳ ἀπαιτοῦσι νὰ γνωρίζωσι τὴν Γερμανικὴν ἢ τὴν Ἀγγλικὴν καὶ τὰ ἀνώτερα μαθηματικά, ἅτινα θὰ συμπληρώσωσιν, ὅταν θὰ εἰσέλθωσιν εἰς τὰς Ἐμπορικὰς Σχολάς· τοῦτο δ’ ἐγένετο, διότι δὲν πιστεύουσιν ἐκεῖ, ὅτι εἶναι εὔκολος ἡ ἐκμάθησις δύο ξένων γλωσσῶν ἐν τῇ Σχολῇ, ἀλλ’ οὕτω παρεσκευασμένοι οἱ μαθηταὶ, θὰ δυνηθῶσι νὰ παρακολουθῶσι τὰ μαθήματα ἀνωτέρας Σχολῆς, ἧς τὸ πρόγραμμα ἔχω πρὸ ὀφθαλμῶν, καὶ τῆς ὁποίας τὸν τύπον ἀντεγράψατε ἐνταῦθα.

§129ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. Αὐτὰ δὲν ἐφαρμόζονται ἐνταῦθα, διότι πρόκειται περὶ κοινῶν Ἐμπορικῶν Σχολῶν.

§130Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς λέγει, ὅτι δὲν πρόκειται περὶ Σχολῶν ἀνωτέρων, ἀλλὰ περὶ κοινῶν Σχολῶν, αἵτινες καλοῦνται ἐν Γαλλίᾳ Écoles commerciales. Ἀλλ’ ἂν μὲ τοιαύτας Σχολὰς ἐπρόκειτο νὰ προικοδοτηθῇ ἡ πρακτικὴ παρ’ ἡμῖν ἐκπαίδευσις, ἦτο περιττὴ ἡ τόση πολυτέλεια τῶν μαθημάτων καὶ τῶν ξένων γλωσσῶν. Παρὰ τῶν μαθητῶν, τῶν εἰσερχομένων εἰς τὰς τοιαύτας Σχολὰς, δὲν ἀπαιτεῖται ἢ ἁπλῆ μόνον ἀνάγνωσις, γραφὴ καὶ ἀριθμητική. Εἰσέρχονται εἰς αὐτὰς παιδία 7 ἕως 10 ἐτῶν, καὶ διδάσκονται στοιχειωδῶς τὴν Γαλλικὴν γλῶσσαν, λογιστικά, ἱστορίαν τοῦ ἐμπορίου καί τινα μαθήματα ἐμπορικά, οὐδεμίαν δὲ ξένην γλῶσσαν. Ἀπὸ τὰς Σχολὰς ταύτας ἐξέρχονται οἱ μαθηταὶ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι θὰ γείνωσιν ὑπαλληλίσκοι, χρήσιμοι διὰ τὸ μικροεμπόριον τῶν συνοικιῶν καὶ τῶν μικρῶν ἐπαρχιακῶν πόλεων. Ἀλλὰ τοιούτων Σχολῶν τὴν σύστασιν βεβαίως δὲν θὰ εἶχεν ὑπ’ ὄψιν του ὁ εἰσηγητὴς τοῦ νομοσχεδίου τούτου. Αἱ ἱδρυόμεναι ἐν Ἑλλάδι Σχολαὶ εἶναι ἀνώτεραι Ἐμπορικαὶ Σχολαὶ, καὶ τοιούτων ἔχει ἀνάγκην ἡ Ἑλλάς. Εἰς τὴν ἀναγραφὴν τῶν μαθημάτων παρατηρῶ μαθήματα, τῶν ὁποίων ἡ ἔννοια δὲν εἶναι σαφής. Ὑπάρχουσι δὲ καινότροποι λέξεις, τῶν ὁποίων δὲν γνωρίζω ἀκριβῶς τὴν σημασίαν, θὰ ὤφειλον δὲ χάριν, ἂν μοὶ ἐδίδετο ἡ προσήκουσα ἐξήγησις παρὰ τοῦ εἰσηγητοῦ τοῦ νομοσχεδίου. Οὕτω αἱ λέξεις ἐμπορευματολογία καὶ ἐμποριολογία τί σημαίνουσι;

§131ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Ἀφοῦ ἔχετε ἐνώπιόν σας τὰ γαλλικὰ προγράμματα, δύνασθε νὰ τὰ συμβουλευθῆτε.

§132Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ἔχω ὑπ’ ὄψιν μου πράγματι τὰ γαλλικὰ προγράμματα, ἀλλὰ δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω, ποῖα μαθήματα μεταφράζετε διὰ τῶν νέων αὐτῶν λέξεων.

§133ΣΤΑΗΣ. Ὅταν θὰ ἔλθω εἰς τὸ βῆμα, θὰ σᾶς τὸ εἴπω.

§134Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Θὰ σᾶς ἤμην λίαν ὑπόχρεως, ἂν τὸ ἐλέγετε ἀπὸ τοῦδε.

§135ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. Ἡ ἐμπορευματολογία περιλαμβάνει τὴν σπουδὴν τῶν ἐμπορευμάτων ὑπὸ πᾶσαν ἔποψιν, τὴν φυσικὴν καὶ χημικὴν ὑπόστασιν τῶν ἐμπορευμάτων στοιχειωδῶς, περὶ ἀγορῶν καταναλώσεως, ἀρχικῶν ὑλῶν κτλ.

§136Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Τὸ νὰ σχηματίζωμεν λέξεις νέας εἶναι ἀναπόφευκτον, διότι ἡ νεωτέρα ἡμῶν γλῶσσα δὲν εἶναι πλουσία, εἶναι ἀσχημάτιστος εἰσέτι· καὶ ἐγὼ αὐτὸς, μεταφράζων καὶ γράφων, συνεχῶς ἀναγκάζομαι νὰ δημιουργῶ λέξεις.

§137Α. ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. Καὶ αὐτὰς εἰδικοὶ ἄνδρες τὰς μετέφρασαν.

§138Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Δὲν ἔχω ἀμφιβολίαν. Ἀλλὰ καλὸν θὰ ἦτο νὰ εἴχομεν καὶ ἡμεῖς πλήρη τὴν γνῶσιν τῆς σημασίας τῶν λέξεων τούτων.

§139Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἄλλο εἶναι ἐμπορευματολογία, καὶ ἄλλο, ὑποθέτω, ἐμποριολογία.

§140Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ἐμπορευματολογία εἶναι ἐκεῖνο, ὅπερ οἱ Γάλλοι λέγουσιν étude des marchandises, ἐνῷ ἐμποριολογία δὲν γνωρίζω τί ἀκριβῶς σημαίνει.

§141Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἡ ἐμποριολογία θὰ ἔχῃ τὴν ἔννοιαν τῆς κινήσεως τῶν ἐμπορευμάτων, τῆς παραγωγῆς αὐτῶν, ἡ δὲ ἐμπορευματολογία καὶ τὴν τοῦ ποιοῦ τῶν ἐμπορευμάτων.

§142Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἂς ἀφήσωμεν νὰ δώσῃ τὴν ἐξήγησιν ὁ κ. Ὑπουργός.

§143Α. ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ (ἀναγινώσκει).

§144Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν ἤκουσα, τί εἶναι ἐμποριολογία.

§145Α. ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. Ἰδοὺ, ἀναγνώσατε.

§146Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ἐγὼ ἐπεθύμουν, ὡς ἔλεγον, εἰς τὰς νέας λέξεις, αἵτινες εἰσάγονται εἰς τὴν γλῶσσάν μας καὶ αἱ ὁποῖαι διὰ τοῦ νόμου θὰ λάβωσι κῦρος, νὰ δίδηται ἐξήγησις καὶ ἑρμηνεία παρὰ τῶν εἰδικῶν, παρὰ τῶν εἰσαγόντων τὰ νομοσχέδια, ἢ τοὐλάχιστον ἐν τῇ εἰσηγητικῇ ἐκθέσει ν’ ἀναφέρωνται ἀναλυτικώτερον, ὥστε καὶ ἡμεῖς, ἀναγινώσκοντες αὐτὰς, νὰ καταλαμβάνωμεν περὶ τίνος πρόκειται, καὶ οἱ διδάξοντες, τί πρόκειται νὰ διδάξωσι. Διότι παρετήρησα, ὅτι ὄχι μόνον ἐγὼ δὲν γνωρίζω τὴν σημασίαν τῆς λέξεως ταύτης, ἀλλὰ καὶ ὁ σεβαστὸς ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς, ὁ περὶ πολλοῦ ποιούμενος τὴν κυριολεξίαν, καὶ ὁ κ. Δεληγεώργης, καὶ ὁ κ. Καραπάνος, καὶ ὁ κ. Γουναράκης βλέπω, ὅτι ἐπιθυμοῦν ν’ ἀκούσωσι τὴν ἀκριβῆ ἔννοιαν τῆς λέξεως ταύτης.

§147Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ πάρουν καθηγητὰς νὰ τὰς διδάξωσι.

§148Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Δὲν ἐπέμεινα εἰς ἕτερα ζητήματα, ἐξήτασα μόνον οὐσιαστικῶς τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, ἵνα ἴδωμεν, κατὰ πόσον δύναται ν’ ἀποβῇ καρποφόρον εἰς τὴν ἐμπορικὴν ἐκπαίδευσιν. Εὑρίσκω δέ, ὅτι μὲ τὸ ποιὸν τῶν μαθητῶν, μὲ τὰ μαθήματα, ἅτινα θὰ διδάσκωνται παρ’ ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι δὲν θὰ κατέχωσι τὰς γνώσεις ταύτας, πᾶν ἄλλο ἢ καρποὺς θ’ ἀποδώσῃ. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Αἰγιαλείας, ὅστις ἐπεχείρισε τὴν εἰσαγωγὴν τῆς ἐμπορικῆς παιδεύσεως ἐν Ἑλλάδι, — ἐπεχείρησε δὲ τοῦτο, ἔχων πλήρη ἀντίληψιν τοῦ πράγματος — δὲν προέβη εἰς βεβιασμένην δημοσίευσιν Β. Διατάγματος, ἀλλ’ ἐζήτησε τὰς γνώμας πολλῶν καὶ ποικίλων ἀνδρῶν, πεπειραμένων καὶ διαβιωσάντων ἐκεῖ, ὅπου ἀκμάζει καὶ τὸ ἐμπόριον καὶ ἡ ἐμπορικὴ ἐκπαίδευσις. Ἠθέλησε μάλιστα νὰ καταλήξῃ εἰς τὴν ἵδρυσιν Ἐμπορικῶν Σχολῶν μετὰ μελέτην μακράν, καὶ ὅτε ἐνόμισεν εὔκαιρον τὸν χρόνον πρὸς σύστασιν αὐτῶν, εὑρέθη πρὸ τοῦ σκοπέλου τῆς ἐλλείψεως προσωπικοῦ διδασκαλικοῦ, ὁ σκόπελος δὲ οὗτος ἐξακολουθεῖ ὑφιστάμενος. Προχθές, ἀγορεύων ὁ κύριος Βουλευτὴς Κυθήρων, ἀνέφερε τὰ μαθήματα, ἅτινα πρόκειται νὰ διδαχθῶσιν, ἀλλ’ ἀνέφερε τὰ μαθήματα ἐκεῖνα, ἅτινα διδάσκονται εἰς ὅλα τὰ Γυμνάσια τοῦ Κράτους, καὶ διδασκάλους, οἵτινες διδάσκουσι σήμερον εἰς αὐτά. Ὅτε δὲ ἠρώτησα αὐτὸν, ἂν ὑπάρχουσι καὶ ἄλλα μαθήματα, κυρίως ἐμπορικά, ὁ κ. Βουλευτὴς Κυθήρων, ἐπειδὴ δὲν χαίρω ἐγὼ τῆς εὐνοίας, ἧς ἀπολαμβάνει παρ’ αὐτοῦ ὁ κ. Βουλευτὴς Ἀττικῆς, ὁ κ. Δραγούμης, ἀπέφυγε τὴν ἀπάντησιν, καὶ μὲ παρέπεμψεν εἰς τὸ Β. Διάταγμα τῆς 8 Ἰουνίου παρελθόντος ἔτους. Εἰς τὸ νομοσχέδιον, ὅπερ ἔχω ὑπ’ ὄψιν μου, ἀνευρίσκω, ὅτι τὰ ἀποτελέσματα, ἅτινα ζητεῖ ὁ κ. Βουλευτὴς Κυθήρων καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Ἐκπαιδεύσεως, δὲν θὰ προκύψωσιν ἐξ αὐτοῦ· ἐξ ἐναντίας θὰ ἐξέρχωνται οἱ τρόφιμοι τῶν Σχολῶν ἡμιμαθεῖς, ἢ μᾶλλον ἀμαθέστεροι ἀφ’ ὅ,τι εἰσῆλθον, διότι θὰ ἦναι ἀπαράσκευοι, ἵνα ἐκμάθωσι τοιαῦτα μαθήματα, ἀνώτερα τῆς πνευματικῆς αὐτῶν ἀναπτύξεως. Ὑπὸ τοιαύτην ἔποψιν θεωρῶ τὸ νομοσχέδιον ἀτελές. Ὁ ἀξιότιμος κ. Δραγούμης προέτεινεν, ὅπως τὸ νομοσχέδιον τοῦτο παραπεμφθῇ εἰς ἐπιτροπὴν εἰδικήν, ἵνα αὕτη, βελτιοῦσα τοῦτο, καταστήσῃ μᾶλλον καρποφόρον· ἀλλ’ ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῆς Ἐκπαιδεύσεως τοιαύτην πατρικὴν στοργὴν ἔδειξε πρὸς τὸ νομοσχέδιον, καίτοι τοῦτο ἔχει δύο πατέρας, καὶ ἔχει μάλιστα κυρίως πατέρα τὸν κύριον Βουλευτὴν ἐκ Κυθήρων, καὶ τοιοῦτον πάθος ἀνέπτυξεν, ὅτε ἐθίχθη τὸ τέκνον του παρὰ τοῦ κ. Δραγούμη, ὥστε διστάζω νὰ προτείνω καὶ ἐγώ, ὅπως παραπεμφθῇ εἰς ἐπιτροπήν, εἰς ἣν δὲν ἠξεύρω ἐὰν θὰ παραπεμφθῇ, ἢ ὄχι. Διότι ἐγὼ νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ ἀσχοληθῶσιν εἰδικοὶ ἄνδρες, ἵνα ἐπεξεργασθῶσι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἐπὶ τὸ βέλτιον καὶ λεπτομερέστερον, νὰ μὴ ἀφεθῇ δὲ ἡ ἐλευθερία νὰ κανονίζηται ὁ ὀργανισμὸς τῶν Σχολῶν διὰ Βασιλικοῦ Διατάγματος παρὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως. Διότι δὲν πρόκειται, ὅπως ἔλεγεν ὁ κ. Ὑπουργὸς πρὸ μικροῦ, νὰ κανονισθῇ μόνον τὸ πρόγραμμα τῆς διδασκαλίας τῶν μαθημάτων. Βλέπετε, ὅτι ὁ κύριος Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς καὶ ἐγὼ διαφωνοῦμεν εἰς τὴν βάσιν τοῦ νομοσχεδίου. Διὰ τοῦτο ἐζήτησα τὴν παραπομπὴν τοῦ νομοσχεδίου εἰς ἐπιτροπὴν, ἡ ὁποία, ἐργαζομένη ἐπὶ 10, 15 ἢ 20 ἡμέρας, θὰ ὑπέβαλλε μεμελετημένην τὴν γνώμην της. Δὲν πρέπει δὲ νὰ ἀσχάλλῃ τις ἕνεκα τούτου, ἀφοῦ τοιαῦτα ἐκπαιδευτικὰ ζητήματα εἰς ἄλλας χώρας, ἐν αἷς ὑπάρχουσι πλεῖστοι εἰδικοὶ ἐπὶ παντὸς ζητήματος, ἀπησχόλησαν πεπειραμένους ἄνδρας ἐπὶ 3 καὶ 4 ἔτη. Διὰ τοῦ τρόπου τούτου μόνον δύναται ἡ νομοθεσία νὰ φέρῃ τὴν σφραγῖδα τῆς ἀρτιότητος. Τὸ ἔργον τῆς μεταρρυθμίσεως τῆς παρ’ ἡμῖν ἐκπαιδεύσεως εἶναι μέγα, θ’ ἀναστηλωθῇ δὲ ὁ ἀνδριὰς τοῦ Ὑπουργοῦ ἐκείνου, ὁ ὁποῖος θὰ στρέψῃ τὴν Ἑλληνικὴν νεολαίαν ἐπὶ μᾶλλον πρακτικῶν σπουδῶν, διότι μέχρι τοῦδε ἀληθῶς ἡ ἐκπαίδευσις παρ’ ἡμῖν, καὶ ἡ μέση, ὅπως καὶ ἡ ἀνωτέρα, δὲν συνετέλεσαν εἰς τὴν πνευματικὴν ἀνάπτυξιν, ἣν προέβλεπον οἱ πρῶτοι εἰσηγηταὶ αὐτῆς· μετὰ τὴν τροπὴν μάλιστα, τὴν ὁποίαν ἔλαβε σήμερον τὸ πνεῦμα τοῦ κόσμου, ὁ ὁποῖος ἐτράπη ἐπὶ τῆς πρακτικῆς ὁδοῦ, αἱ πρακτικαὶ σπουδαὶ μεγάλως θὰ ὠφελήσωσι τὴν φυλὴν ἡμῶν, ἡ ὁποία διακρίνεται καὶ διὰ τὴν γοργότητα τοῦ πνεύματος καὶ διὰ τὴν ἀντίληψιν καὶ διὰ τὸ ἐπιχειρηματικὸν αὐτῆς, ὅπως ἐπὶ τὸ πρακτικώτερον, ἀλλὰ καὶ ἐπὶ τὸ ἐπιστημονικώτερον, καταρτίζωνται οἱ ἄνθρωποι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι θὰ διεξαγάγωσι τὸν μέγαν ἀνταγωνισμόν, ὁ ὁποῖος ὑφίσταται σήμερον εἰς τὴν παγκόσμιον ἐμπορίαν. Ἀλλ’ ὅπως ἐπιτύχωμεν εἰς τοῦτο, δέον νὰ ἐπιστήσωμεν τὴν προσοχὴν ἡμῶν ἐπὶ τῶν βάσεων τῆς εἰσαγομένης πρακτικῆς παιδεύσεως, ἵνα ἐπιτύχωμεν τοὐλάχιστον εἰς αὐτήν, ἀφοῦ τοιαύτην ἐπιτυχίαν δὲν εἴχομεν ἐπὶ τῆς μέσης καὶ ἀνωτέρας ἡμῶν ἐκπαιδεύσεως.

§149ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Δηλιγιάννης ἔχει τὸν λόγον.

§150Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μήπως ὁ κύριος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως νομίζει, ὅτι εἶναι καιρὸς νὰ ἑρμηνεύσῃ τὴν ἔννοιαν τῶν δύο αὐτῶν ὅρων: ἐμποριολογία καὶ ἐμπορευματολογία;

§151Α. ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Παρακαλῶ, λάβετε τὸν λόγον ὑμεῖς. Ἐγὼ ὡμίλησα ἤδη.

§152Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὅ,τι ἔλεγε πρὸ μικροῦ ὁ ἀξιότιμος κύριος Βουλευτὴς ἐκ Παξῶν, ὅτι καὶ ἐγὼ ἔχω ἀπορίας περὶ τῆς ἐννοίας ὅρων τινῶν, ἀναγραφομένων ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, εἶναι ἀκριβές. Πρῶτον δὲν ἐνόησα ἀκόμη, τίνα ἔννοιαν ἔχει ὁ ὅρος «τὰ φυσικά». Εἶναι ἀληθές, ὅτι καὶ τὸ Διάταγμα τῆς 8 Ἰουνίου μεταχειρίζεται τὸν αὐτὸν ὅρον· ἀλλὰ τάχα ὁ ὅρος οὗτος περιλαμβάνει τὴν Φυσικὴν Πειραματικήν, ἢ ἐννοεῖ ἄλλας φυσικὰς μαθήσεις, ἄλλας γνώσεις τῶν φυσικῶν ἐπιστημῶν; Διὰ τοῦτο φρονῶ, ὅτι τὸ νομοσχέδιον πρέπει κατὰ τοῦτο νὰ κατασταθῇ σαφέστερον. Ἀναγινώσκων ἐν τῷ νομοσχεδίῳ «ἡ Γεωγραφία», ὑπέλαβον, ὅτι πρόκειται περὶ τῆς Ἐμπορικῆς Γεωγραφίας· καὶ ἂν οὕτως ἔχῃ, νομίζω, ὅτι θὰ ἦτο καλὸν νὰ συμπληρωθῇ καὶ ὁ ὅρος οὗτος. «Ἐμποριολογία» ὅμως, εἶπε πρὸ μικροῦ ὁ κ. Ὑπουργός, ἐννοεῖ τὴν Ἱστορίαν καὶ Γεωγραφίαν. Ἀλλὰ καὶ τὴν Γεωγραφίαν ἀναφέρει ῥητῶς τὸ νομοσχέδιον, καὶ τὴν Ἱστορίαν ἀναφέρει ῥητῶς. Πιστεύω, ὅτι ἄλλη ἔννοια ὑπάρχει ἐν τῷ ὅρῳ «ἐμποριολογία». Ἐπίσης δὲν ἐννοῶ, τίνα ἔννοιαν ἔχει ὁ ὅρος «ἐμπορευματολογία»· νομίζω δέ, ἀνεξαρτήτως τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ὅτι, ὅταν συντάσσωμεν νόμους, ὀφείλομεν νὰ προσπαθῶμεν νὰ ἀναγράφωμεν ἐν τοῖς σχεδίοις αὐτῶν ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα πρόκειται νὰ ψηφίσωμεν, ἐν σαφηνείᾳ, οὕτως ὥστε καὶ εἰς τοὺς ἀναγινώσκοντας, ἀλλὰ καὶ εἰς τοὺς ἐφαρμόζοντας νὰ ἦναι αἱ διατάξεις αὐτῶν σαφεῖς. Ἡ ἑρμηνεία λοιπὸν τῶν ὅρων, τοὺς ὁποίους ἀναφέρει τὸ νομοσχέδιον, εἶναι ἀναπόφευκτος. Ὁ προσδιορισμὸς, τὸν ὁποῖον ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως προσέθηκεν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ εἰς τὴν διδασκαλίαν τῆς Ἑλληνικῆς γλώσσης, ἤτοι ὁ ὅρος «ἡ καθαρεύουσα νέα Ἑλληνικὴ γλῶσσα», μοὶ φαίνεται ἀναγκαῖος, διότι μοὶ ἐφάνη, ὅτι εἶναι ἀσαφὴς ὁ ὅρος, τὸν ὁποῖον εἶχεν ἀναγράψει τὸ Β. Διάταγμα τῆς 8 Ἰουνίου· ὁ ἀναγεγραμμένος ἐν τῷ εἰρημένῳ Διατάγματι ὅρος «ἡ νέα Ἑλληνικὴ γλῶσσα», ἄνευ τοῦ εἰρημένου προσδιορισμοῦ, μᾶς ἀναγκάζει νὰ ἐρωτήσωμεν, τίς εἶναι ἐκ τῶν πολλῶν, αἱ ὁποῖαι προέκυψαν, αἵτινες παρεστάθησαν τελευταῖον ὡς γλῶσσα Ἑλληνική; Ἐνῷ ὁ προσδιορισμὸς τῆς καθαρευούσης δεικνύει, ὅτι πρέπει νὰ ἐξακολουθήσωμεν τὴν ὁδόν, τὴν ὁποίαν μέχρι τοῦδε βαίνομεν, ἤτοι νὰ προσπαθήσωμεν νὰ βελτιώνωμεν τὴν νέαν γλῶσσαν, μεταδίδοντες εἰς αὐτὴν τὴν ὑφήν, τὴν σύνθεσιν καὶ τὴν χάριν τῆς ἀρχαίας γλώσσης. Ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 4 τοῦ νομοσχεδίου «οἱ ἐν ταῖς Ἐμπορικαῖς Σχολαῖς διδάσκοντες διορίζονται καὶ ἀπολύονται διὰ Β. Διατάγματος» δὲν εἶναι πλήρης, διότι οὐδαμοῦ τοῦ νομοσχεδίου εὗρον, πόσοι εἶναι αὐτοί, οἱ ὁποῖοι μέλλουσι νὰ διορισθῶσιν ὡς διδάσκαλοι, καθηγηταί, σχολάρχαι, διευθυνταὶ Ἐμπορικῶν Σχολῶν. Ὁ προσδιορισμὸς τοῦ ἀριθμοῦ εἶναι ἀναγκαῖος, ἀναποφεύκτως, οὐδὲ δύναταί τις διὰ συντάξεως νομοσχεδίου ν’ ἀποφύγῃ τὸν προσδιορισμὸν τοῦτον· καὶ δὲν δύναταί τις ν’ ἀποφύγῃ τὸν προσδιορισμὸν τοῦτον, διότι πολλαὶ ὑπάρχουσι θύραι, διὰ τῶν ὁποίων, κατὰ δυστυχίαν, συνηθίζουσιν ἐν τῷ τόπῳ ἡμῶν, ἢ μᾶλλον εἰπεῖν τολμῶσι νὰ διαστρέφωσι τὰς ἐννοίας τῶν νόμων, ἢ νὰ μεταβάλλωσιν αὐτούς. Π.χ. ὑποθέσατε, – τοιαύτην δὲ τακτικὴν ἠκολούθησεν ὁ κ. πρώην Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, – ὅτι δύναται, ὅταν ἀνατεθῇ τῷ Ὑπουργῷ ἡ ἐξουσία νὰ κανονίσῃ ὑπόθεσίν τινα διὰ Β. Διατάγματος, νὰ ἐντέλληται δαπάνας ἐπὶ τῶν πιστώσεων τοῦ Προϋπολογισμοῦ διὰ τὰς ἀνάγκας, τὰς ὁποίας ὁ κανονισμὸς τῆς ὑποθέσεως ἐπάγει, ὅταν δὲ δὲν ἐπαρκῶσιν αἱ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ἀναγεγραμμέναι πιστώσεις, νὰ προσφεύγῃ εἰς τὰ κληροδοτήματα, καὶ νὰ λαμβάνῃ ἐκ τούτων τὰ ἐλλείποντα. Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον δύναται νὰ ματαιωθῇ πᾶσα πρόνοια τῆς Βουλῆς πρὸς ὁρισμὸν τῶν ἐξόδων τοῦ Κράτους· διότι, ἂν ἡ Βουλή, θέλουσα ν’ ἀφαιρέσῃ ἕνα, δύο ἢ καὶ τρεῖς διδασκάλους ἢ καθηγητὰς κατὰ τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου, δὲν ἀναγράφῃ δι’ αὐτοὺς πίστωσιν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, εὔκολον εἶναι νὰ διατηρηθῶσιν οἱ καθηγηταὶ οὗτοι, λαμβανομένων τῶν χρημάτων ἐκ τοῦ Δωριδείου κληροδοτήματος. Ἐν τῷ ἄρθρῳ 11 ὡσαύτως εὑρίσκω ἀτέλειάν τινα: «Οἱ μαθηταὶ (λέγει) ἄλλων Ἐμπορικῶν Σχολῶν, δημοσίων ἢ ἰδιωτικῶν, ἐγγράφονται μετὰ δοκιμασίαν.» Ἀλλὰ κατὰ τίνα τρόπον καὶ ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν καὶ τὴν διοίκησιν τίνων γίνεται ἡ δοκιμασία αὕτη; Ὑπάρχουσι Διατάγματα, ἐκδεδομένα πρὸς ἐκτέλεσιν νόμων, ὡς φέρ’ εἰπεῖν διὰ τὴν εἰσαγωγὴν μαθητῶν εἰς τὴν Σχολὴν τὴν στρατιωτικὴν τῶν Εὐελπίδων, καὶ διετάχθη δι’ αὐτῶν νὰ γίνηται διαγωνισμὸς ἢ ἐξετάσεις· μολονότι δὲ τὰ Διατάγματα ἐκεῖνα ἔχουσιν ἀκριβολογίαν, καὶ προέβλεψαν καὶ ἐκανόνισαν πάσας τὰς λεπτομερείας τῶν διαγωνισμῶν ἢ τῶν ἐξετάσεων, ἠκούσατε, ὅτι εὐκόλως δύνανται νὰ ἐνεργῶνται διαγωνισμοὶ καὶ ἐξετάσεις, νὰ ἀκυρῶνται δὲ αἱ γενόμεναι ἐξετάσεις, νὰ διεξάγωνται νέαι, καὶ νὰ παράγωνται ἀποτελέσματα νέα. Διὰ τοῦτο πρέπει, μὲ ὅλους τοὺς κινδύνους, τοὺς ὁποίους διατρέχομεν, μὲ ὅλα τὰ ἄτοπα, παραπλήσια πρὸς ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἠκούσατε πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν ἐνταῦθα περιγραφόμενα, νὰ κανονισθῇ ἡ δοκιμασία, καὶ νὰ προσδιορισθῶσι τὰ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα θέλουσιν ἐπιτηρεῖ καὶ διευθύνει τὴν δοκιμασίαν. Τὸ Βασιλικὸν Διάταγμα τῆς 8 Ἰουνίου ἔν τισιν εἶναι λεπτομερέστερον, ἀλλ’ αὐθαιρετώτερον· εἶναι λεπτομερέστερον, διότι κανονίζει τὰς ἕδρας τῆς διδασκαλίας, καὶ προσδιορίζει τὸν μισθὸν ἢ τὰ ἐπιμίσθια ἑκάστης τῶν ἑδρῶν τούτων, ἀλλ’ εἶναι αὐθαιρετώτερον, διότι οὐδαμοῦ ἠκούσθη διὰ Διατάγματος νὰ νομοθετῶνται θέσεις καὶ ἰδίως νὰ προσδιορίζωνται οἱ μισθοὶ αὐτῶν. Ἀλλὰ δὲν ἔπρεπεν οὔτε Διάταγμα νὰ ἐκδοθῇ περὶ συστάσεως Ἐμπορικῶν Σχολῶν, διότι, κατ’ ἐμὴν γνώμην, παρεβιάθη ἡ διάταξις τοῦ Συντάγματος. Ὁ πρώην Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως ἔλεγεν, ὅτι ἐνήργησεν ἐντὸς τῶν διατάξεων τοῦ Συντάγματος, διότι εἶχε δικαίωμα νὰ συστήσῃ Ἐμπορικὰς Σχολὰς διὰ Β. Διατάγματος, ὅτι κατὰ συνέπειαν εἶχε δικαίωμα νὰ προσδιορίσῃ τὸν ἀριθμὸν τῶν διδασκόντων ἐν αὐταῖς, τοὺς μισθοὺς καὶ τὰ ἐπιμίσθια αὐτῶν. Ἀλλ’ ἡ πηγή, ἐκ τῆς ὁποίας μᾶς εἶπεν, ὅτι ἐπορίσθη τὸ δικαίωμα τοῦτο, μοὶ φαίνεται, ὅτι πᾶν ἄλλο ἢ τοιοῦτον παρέχει εἰς αὐτὸν δικαίωμα. Ἡ πηγή, ἐξ ἧς εἶπεν, ὅτι ἤντλησε τὸ δικαίωμα, εἶναι τὸ Διάταγμα τῆς 3/15 Ἀπριλίου 1833, τὸ ὁποῖον, κατ’ ἐμὴν γνώμην, εἶναι νόμος. Καὶ ἠδύνατό τις νὰ προβάλῃ δισταγμόν, διότι ὑπάρχουσι διατάξεις ἐν τῇ νομοθεσίᾳ, τῇ πρὸ τοῦ 1843, κατὰ τὰς ὁποίας διεκρίνοντο οἱ νόμοι ἀπὸ τῶν Βασιλικῶν Διαταγμάτων διά τινων ἐγγυήσεων. Τότε ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία καὶ ἡ νομοτελεστικὴ ἦσαν ἀνατεθειμέναι εἰς τὰς αὐτὰς χεῖρας, εἰς τὸν Βασιλέα· ὁ Βασιλεὺς ἐνομοθέτει καὶ ἐξέδιδε τοὺς νόμους, ὁ Βασιλεὺς ἐξέδιδε καὶ τὰ Διατάγματα πρὸς ἐκτέλεσιν τῶν νόμων, ἀλλ’ εἶχε ληφθῆ πρόνοιά τις, διότι εἶχε ποτὲ ἀναγραφῆ, ὅτι νόμοι πρέπει νὰ θεωρῶνται αἱ πράξεις ἐκεῖναι τοῦ Βασιλέως, ἐφ’ ὧν εἶχεν ἀκουσθῆ ἡ γνώμη τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας· ἀλλὰ κατὰ τὸ 1833 δὲν ὑπῆρχε Συμβούλιον Ἐπικρατείας, ἑπομένως δὲν δύναταί τις νὰ ἀξιώσῃ, ὅτι τὸ Διάταγμα τοῦτο τοῦ 1833 δὲν ἔχει ἰσχὺν νόμου, διότι δὲν ἠκούσθη ἡ γνώμη τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας. Εἶχεν ἀναγραφῆ τότε καὶ ἄλλη ἐγγύησις, νὰ ζητῆται διὰ τοὺς νόμους ἡ γνώμη τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου· ἀλλὰ καθ’ ὅλον τὸ δεκαετὲς διάστημα, ἀπὸ τοῦ 1833 μέχρι τοῦ 1843, ἐπειδὴ αἱ δύο ἐξουσίαι, ἡ νομοθετικὴ καὶ νομοτελεστική, εὑρέθησαν ἐν ταῖς αὐταῖς χερσίν, ἐνησκοῦντο ἀδιακρίτως τὰ ἔργα τῆς μιᾶς καὶ τῆς ἄλλης, ἠναγκάσθησαν δ’ οἱ ἑρμηνεύοντες τὰ τῆς νομοθεσίας νὰ παραδεχθῶσι τὴν γνώμην, ὅτι ἐκ τῶν Βασιλικῶν Διαταγμάτων εἰσὶ νόμοι ὅσα ἔχουσι νομοθετικὴν ἔννοιαν, καὶ ἂν δὲν ἠκούσθη ἡ γνώμη τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας, καὶ ἂν δὲν ἠκούσθη ἡ γνώμη τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. Διὰ τοῦτο ἀναντιρρήτως τὸ Διάταγμα τῆς 3/15 Ἀπριλίου 1833 ἔχει ἰσχὺν νόμου. Λοιπὸν ἐκ τούτου τοῦ Διατάγματος εἶπεν ὁ Ὑπουργὸς ὅτι ἐπορίσθη τὸ δικαίωμα νὰ ἱδρύσῃ Σχολὰς, καὶ νὰ ὁρίσῃ μισθοὺς καὶ ἐπιμίσθια· ἀλλ’ οὐδεμίαν εὑρίσκω διάταξιν ἐν τῷ Διατάγματι τούτῳ, παρέχουσαν εἰς τοὺς Ὑπουργοὺς τοιοῦτον δικαίωμα. Πρῶτον τὸ Διάταγμα τῆς 3/15 Ἀπριλίου 1833 εἶναι Διάταγμα κανονίζον τὴν κατανομὴν τῶν δημοσίων ὑποθέσεων, τὴν κατανομὴν πάσης τῆς ὕλης ἐκείνης, ἡ ὁποία λέγεται καὶ ὀνομάζεται δημοσία διοίκησις· λοιπὸν σκοπὸν εἶχε νὰ ἀναγράψῃ, ποῖαι ἐκ τούτων ὑποθέσεις τοῦ Κράτους, ἀναγόμεναι εἰς τὴν δημοσίαν διοίκησιν, ὑπάγονται εἰς τὴν ἁρμοδιότητα τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως. Κατὰ συνέπειαν δὲν εἶχεν ἀποστολὴν, ἵνα κανονίσῃ λεπτομερείας νομοθετικῶν μέτρων ἢ διατάξεων, αἱ ὁποῖαι δὲν ἦσαν καθολικαί. Διὰ τοῦτο τὸ Διάταγμα ἐκεῖνο, τὸ κανονίζον τὴν ἁρμοδιότητα τῆς Γραμματείας τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, εἶναι ἐντελῶς γενικόν. Ἰδοὺ ποῖά τινα ἀναθέτει εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Παιδείας (ἀναγινώσκει): «Ἡ ἐπιτήρησις καὶ διεύθυνσις τῶν ὅσων ἀφορῶσι τὰ σχολεῖα καὶ τὴν ἐκπαίδευσιν καθ’ ὅλην τὴν ἔκτασιν». Ἡ διάταξις αὕτη παρέχει δικαιώματα συστάσεως Σχολῶν διὰ Β. Διαταγμάτων καὶ προσδιορισμοῦ διὰ Διαταγμάτων μισθῶν καὶ ἐπιμισθίων; Ἢ τοιοῦτον δικαίωμα παρέχει ἡ ἑπομένη διάταξις: «ἡ φροντὶς περὶ συστάσεως καὶ ἁρμοδίου ὀργανισμοῦ τῶν στοιχειωδῶν καὶ τῶν ὑψηλοτέρων παιδευτικῶν καταστημάτων, ἑνὸς Πανεπιστημίου καὶ μιᾶς Ἀκαδημίας τῶν ἐπιστημῶν»; Ἢ ἡ διάταξις: «ἡ φροντὶς περὶ τοῦ προικισμοῦ τῶν Σχολείων καὶ τῶν διδακτικῶν καταστημάτων, καὶ ἡ ἐπιτήρησις εἰς τὴν διοίκησιν τῆς τῶν Σχολείων περιουσίας»; Ἀκούσατε πάσας τὰς διατάξεις τοῦ Διατάγματος, ἐκ τοῦ ὁποίου εἶπεν, ὅτι ἤντλησε τὸ δικαίωμα τοῦτο ὁ πρώην Ὑπουργός: «Ἡ φροντὶς περὶ μορφώσεως ἀξίων διδασκάλων διὰ τὰ σχολεῖα καὶ διδακτόρων, καὶ ἡ ἀνέγερσις τῶν ἐπὶ τούτῳ ἀπαιτουμένων καταστημάτων. Ἡ διὰ σχολικῶν μισθοδοτημάτων καὶ ἄλλων ἐξοικονομήσεων ἐμψύχωσις ἐκείνων τῶν μαθητῶν, οἵτινες ἤθελον ἀναπτύξει ἔξοχόν τινα εὐφυΐαν. Ἡ σύστασις δημοσίων Βιβλιοθηκῶν, ἀστρονομικῆς σκοπιᾶς καὶ ἄλλων τοιούτων καταστημάτων, καὶ ἡ εἰς αὐτὰ ἐπιτήρησις. Ἡ Διεύθυνσις τῆς Βασιλικῆς Τυπογραφίας, καὶ ἡ ἐπιτάχυνσις τῆς εἰς τὸ Ἑλληνικὸν μεταφράσεως τῶν ἀξιολογωτέρων ἐπιστημονικῶν συγγραμμάτων τῶν ἄλλων ἐθνῶν. Ἡ εἰς τὰς τέχνας προόδευσις καὶ ἡ σύστασις τεχνοδιδακτικῶν Σχολείων καὶ Συλλόγων, καὶ ἡ ἀνέγερσις Ἀκαδημίας τῶν πλασματογραφικῶν τεχνῶν. Ἡ προπαρασκευὴ εἰς ἀνασκαφὴν καὶ ἀνακάλυψιν τῶν ἀπολεσθέντων ἀριστουργημάτων τῶν τεχνῶν, ἡ φροντὶς περὶ τῆς δικφυλάξεως τῶν εἰσέτι ὑπαρχόντων, καὶ ἡ ἐπαγρύπνησις εἰς τὸ νὰ μὴ ἐξάγωνται ἀπὸ τὸ Κράτος. Ἡ ἐμψύχωσις τῶν καταγινομένων εἰς ἐπιστημονικὰς ἐρεύνας πρὸς παρέκτασιν τῆς σφαίρας τῶν ἀνθρωπίνων γνώσεων, καὶ πρὸς δημοσίευσιν τῶν εὑρισκομένων εἰς τὰς βιβλιοθήκας τῶν Μοναστηρίων χειρογράφων, καθόσον αὐτὰ ἤθελον εἶσθαι εἰσέτι ἄγνωστα καὶ ἀξιότιμα δι’ οἱανδήποτε ἐπιστήμην. Προτάσεις περὶ τοῦ προσωπικοῦ δι’ ὅλας τὰς διδασκαλικὰς θέσεις, ἢ διὰ τὰ ἀφορῶντα τὴν πρόοδον τῶν τεχνῶν καὶ τῶν ἐπιστημῶν δημόσια καταστήματα κτλ.» Ποία ἐκ τῶν διατάξεων τούτων, ὅσον καὶ ἂν ἑρμηνεύσητε αὐτὰς εὐρέως, ὅσον καὶ ἂν ἐκτείνητε τὰς ἐννοίας, αἵτινες περιλαμβάνονται ἐν τοῖς ὅροις αὐτῶν, ποία, λέγω, τῶν διατάξεων τούτων δύναται λογικῶς καὶ εὐσυνειδήτως νὰ ἑρμηνευθῇ ὡς παρέχουσα δικαίωμα εἰς Ὑπουργὸν νὰ συστήσῃ διὰ Β. Διατάγματος Σχολὰς μὴ ὑπαρχούσας, νὰ νομοθετήσῃ θέσεις ἐν ταῖς Σχολαῖς ταύταις, καὶ νὰ προσδιορίσῃ μισθοὺς καὶ ἐπιμίσθια διὰ ταύτας τὰς Σχολάς; Ἄν δὲ τοῦτο πράττῃ, πράττει τι τὸ ἀντιβαῖνον εἰς τὸ Σύνταγμα, τὸ ὁποῖον ἐν ἄρθρῳ 34 ῥητῶς διατάσσει: «Ὁ Βασιλεὺς ἀπονέμει κατὰ νόμον τοὺς στρατιωτικοὺς καὶ ναυτικοὺς βαθμοὺς, διορίζει καὶ παύει ὡσαύτως τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους, ἐκτὸς τῶν παρὰ τοῦ νόμου ὡρισμένων ἐξαιρέσεων, ἀλλὰ δὲν δύναται νὰ διορίσῃ ὑπάλληλον εἰς μὴ νενομοθετημένην θέσιν.» Ἵνα λοιπὸν διορισθῇ τις ὑπάλληλος, πρέπει νὰ ὑπάρχῃ νενομοθετημένη διὰ νόμου ἡ θέσις, εἰς ἣν πρόκειται νὰ διορισθῇ· δὲν εἶναι δ’ ἐπιτετραμμένον νὰ δημιουργήσητε θέσιν τινὰ διὰ Διατάγματος, καὶ νὰ παρασταθῆτε ὡς νομοθέτης, συγχρόνως δὲ νὰ διορίζητε καὶ ἐκεῖνον, τὸν ὁποῖον τάσσετε νὰ ἐκτελέσῃ τὰ ἔργα τῆς θέσεως ταύτης. Ἀλλὰ δὲν δύνασθε διὰ Β. Διατάγματος καὶ νὰ προσδιορίσητε μισθοὺς, διότι οὕτως ἐνασκεῖτε νομοθετικὴν ἐξουσίαν, οὐδὲ ν’ ἀποφασίζητε περὶ ἐπιμισθίων, διότι, κατὰ τὸν περὶ δημοσίου λογιστικοῦ νόμον ἐν ἄρθρῳ 30, ἐπιμίσθια χορηγοῦνται, ὁπόταν καὶ ὅπως ὁ νόμος ὁρίζει· ὅταν δὲ ὁ νόμος δὲν ὁρίζῃ, δὲν ἔχετε δικαίωμα νὰ προσδιορίζητε τοιαῦτα διὰ Β. Διατάγματος. Ἀλλ’ ἐγὼ δὲν ἀμφισβητῶ τὴν ἀξίαν τῆς ἐπινοήσεως τοῦ πρώην Ὑπουργοῦ τῆς Ἐκπαιδεύσεως, ἐνθυμηθέντος, ὅτι οὐδεὶς ὑπάρχει ὁ διδάσκων τὰς ἐμπορικὰς γνώσεις ἐνταῦθα, ὅτι οἱ Ἕλληνες ἔμποροί εἰσιν αὐτοδίδακτοι, καὶ σπεύσαντος διὰ τοῦτο νὰ πληρώσῃ τὰ κενὰ ταῦτα. Δὲν πρέπει ὅμως νὰ ἀξιώσῃ, ὅτι αὐτὸς ἐπενόησε τὴν ἀνάγκην εἰδικῆς διδασκαλίας τῶν ἐμπορικῶν γνώσεων, ἢ τῶν ἄλλων εἰδικῶν γνώσεων, διότι πρὸ τῆς ἐποχῆς, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐκλήθη εἰς τὸ Ὑπουργεῖον ὁ Βουλευτὴς ἐκ Κυθήρων, ὑπῆρξαν ἄνδρες, οἱ ὁποῖοι ἠσχολήθησαν περὶ ταῦτα, καὶ ὄχι μόνον κατὰ τὸν αἰῶνα τοῦτον, ἀλλὰ καὶ κατ’ αὐτὸν τὸν προηγούμενον αἰῶνα. Πρὸ τῆς Γαλλικῆς Ἐπαναστάσεως εἰς τὸ Parlement τῶν Παρισίων ὁ Πρόεδρος Rolland d’ Erceville κατήγγειλε τὴν ἀνάγκην τῆς συστάσεως Ἐμπορικῶν Σχολῶν πρὸς διδασκαλίαν ἐμπορικῶν γνώσεων, καὶ μετὰ τὴν Ἐπανάστασιν δὲ ἐμελέτησαν ἐν Γαλλίᾳ τὸ θέμα τῆς ἀνάγκης τῶν εἰδικῶν Σχολῶν· οὕτω κατὰ τὸ 1793 ἡ Convention Nationale τῇ 15 Σεπτεμβρίου καθιέρωσε τρεῖς βαθμοὺς ἐκπαιδεύσεως, ὧν ὁ πρῶτος περιελάμβανε τὴν διδασκαλίαν τῶν ἀναγκαίων εἰς τοὺς τεχνίτας καὶ τοὺς καλλιτέχνας γνώσεων. Κατὰ τὸ 1847 ὁ Ὑπουργὸς τῆς Ἐκπαιδεύσεως Salvandy προέβη εἰς τὴν σύστασιν κλάδου ἰδίου τῆς εἰδικῆς διδασκαλίας εἰς τοὺς μαθητάς, τοὺς προωρισμένους νὰ ἐπιδοθῶσιν εἰς τὴν ἐμπορίαν καὶ βιομηχανίαν, ἀνέβη δ’ ὁ ἀριθμὸς αὐτῶν κατὰ τὸ 1862 εἰς 5,000 μαθητάς, οἱ ὁποῖοι ἤκουον τὰ ἐμπορικὰ μαθήματα ἐν τοῖς colleges τῆς Γαλλίας, ἀποτελοῦντες τὸ πέμπτον τοῦ ὅλου ἀριθμοῦ αὐτῶν, κατὰ δὲ τὸ 1865 τὰ περὶ τῶν Ἐμπορικῶν Σχολῶν ἐκανονίσθησαν διὰ τοῦ νόμου τῆς 21 Ἰουνίου, ὅστις ἀπὸ τοῦ 1862 ἐμελετᾶτο ὑπὸ εἰδικῆς ἐπιτροπῆς ὑπὸ τὴν προεδρίαν τοῦ Dumas· ὁ νόμος δ’ οὗτος ἐτροποποιήθη κατὰ τὸ 1867, ἐπὶ Ναπολέοντος Γʹ, τῇ προτάσει τοῦ τότε Ὑπουργοῦ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, τοῦ μακαρίτου Duruy, τοῦ ὁποίου τὸ ὄνομα περιεβλήθη δι’ ἀληθοῦς αἴγλης μετὰ τὴν συγγραφὴν τῆς τριτόμου ἱστορίας τῶν Ἑλλήνων. Ἀλλὰ καὶ ὁ Salvandy καὶ ὁ Duruy δὲν ἐπροκάλουν τοὺς περὶ συστάσεως Ἐμπορικῶν Σχολῶν νόμους ἄνευ ἐμβριθοῦς μελέτης, οὐδ’ ἔγραφον αὐτοὺς ἀπὸ γόνατος, ὡς ἔπραξεν ὁ ἡμέτερος τέως Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως, ὅστις ἔσπευσε νὰ ἐκδώσῃ τὸ Βασιλικὸν Διάταγμα ἐντὸς τοῦ μηνὸς Ἰουνίου, ἵνα προλάβῃ μὴ τυχὸν μείνῃ ἐν ἀμαθείᾳ ἐπὶ τρεῖς ἢ τέσσαρας ἔτι μῆνας ὁ Ἑλληνικὸς λαός, ἢ οἱ τὸ ἐμπόριον μετερχόμενοι· ἐν Γαλλίᾳ δὲ συνίστων ἐπιτροπὰς, ὧν ἡ συστηθεῖσα τὸ 1862 εἰργάσθη μέχρι τοῦ 1865, καὶ κατήρτισε τὸ ἔργον αὐτῆς, ὅπερ ὑπεβλήθη ὡς νομοσχέδιον εἰς τὴν Γαλλικὴν Βουλήν. Ἀληθῶς δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω τὴν σπουδὴν τοῦ πρώην Ὑπουργοῦ τῆς Ἐκπαιδεύσεως, διατὶ ἐν ἀρχαῖς Ἰουνίου, ἐνῷ ἡ Βουλὴ εἶχε λήξει πρὸ τριῶν ἢ τεσσάρων μηνῶν, καὶ ἐνῷ ἐπρόκειτο νὰ συνέλθῃ μετὰ τρεῖς ἢ τέσσαρας μῆνας, διατὶ ἔσπευσε νὰ συστήσῃ τὰς Ἐμπορικὰς Σχολὰς διὰ Β. Διατάγματος, τὸ ὁποῖον δύναται μὲν αὐτὸς νὰ ἀξιοῖ, ὅτι ἐφιλοπόνησε καὶ κατήρτισε τέλειον, ἀλλὰ οὐδ’ εἶναι τοιοῦτον, οὔτε εἶναι δυνατὸν νὰ ᾖναι τοιοῦτον, διότι γνώσεις ποικίλαι ἀπαιτοῦνται, τὰς ὁποίας παρ’ ἡμῖν οἱ Ὑπουργοὶ δὲν δύνανται νὰ ἔχωσιν, οὐδὲ νὰ πορισθῶσιν ἐξ ἄλλων, οὐδ’ ἀρκεῖ ὁ ὀλίγος καιρός, ὅστις ἀπομένει εἰς τοὺς Ὑπουργούς, ἵνα ἐπιληφθῶσι καὶ τοιαύτης σοβαρᾶς ἐργασίας καὶ ἀγάγωσιν αὐτὴν εἰς πέρας. Ὅτε ὁ πρώην Ὑπουργὸς τῆς Ἐκπαιδεύσεως ἰσχυρίζετο, ὅτι τὸ δικαίωμα νὰ συστήσῃ Ἐμπορικὰς Σχολὰς ἐν Ἀθήναις καὶ Πάτραις ἤντλησεν ἐκ τοῦ Διατάγματος τῆς 3/15 Ἀπριλίου 1833, ἐπεκαλέσθη καὶ προηγούμενα ἄλλα ἐν Ἑλλάδι, διὰ ν’ ἀποδείξῃ, ὅτι τοιαύτην ἀπέδιδον ἔννοιαν εἰς τὸ εἰρημένον Διάταγμα καὶ ἄλλοι Ὑπουργοὶ, προκάτοχοι αὐτοῦ, ἐπειδὴ δὲ ἰδίως ἐσυστήθησαν Γυμνάσιά τινα ἐπὶ τῶν Ὑπουργείων, τῶν ὁποίων προήδρευεν ὁ ἀποθανὼν Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου, ἐπεκαλεῖτο τὸ κῦρος τῆς γνώμης ἐκείνου, ἵνα περιβάλῃ δι’ αὐτῆς τὰς πράξεις αὑτοῦ, ἤτοι τὸ Διάταγμα τῆς 8 Ἰουνίου καὶ τὸ μετ’ αὐτὸ τῆς 10 Αὐγούστου. Ἄν ἐτύγχανον ἀλλότριος τῆς πολιτικῆς καὶ προσεκαλούμην, ὡς σπουδάζων τὰ τῶν νόμων, ν’ ἀποφήνωμαι γνώμην, ἤθελον ἀποφανθῆ, ὅτι καὶ τῶν Γυμνασίων ἡ σύστασις εἶναι ἀμφίβολον, ἂν ἦτο ἐπιτετραμμένον νὰ γένηται ὑπὸ τῶν Ὑπουργῶν διὰ Διαταγμάτων· ἀλλ’ ἡ ἀτέλεια ἐκαλύπτετο τότε, ἐὰν αἱ δαπάναι τῶν συστηθέντων Γυμνασίων ἀνεγράφοντο ἐν τοῖς Προϋπολογισμοῖς. Καὶ εἶναι μὲν οὕτω πως διερρυθμισμένος ὁ προϋπολογισμὸς τῶν ἐξόδων τῆς μέσης ἐκπαιδεύσεως, ὥστε νὰ μὴ εἰδικοποιῆται ἑκάστη δαπάνη, ἀλλ’ αἱ δαπάναι τῆς μέσης ἐκπαιδεύσεως διαιροῦνται ἐν διαφόροις ἄρθροις, ὡς δαπάναι Γυμνασίων καὶ δαπάναι Σχολείων, αἱ δαπάναι δὲ Γυμνασίων διαιροῦνται ὡσαύτως ἐν διαφόροις ἄρθροις, ὡς εἰς μισθοὺς καθηγητῶν καὶ γυμνασιαρχῶν, καὶ εἰς μισθοὺς διδασκάλων Σχολείων καὶ σχολαρχῶν. Ἄν λοιπὸν εἰς τὸν ἀριθμὸν τῶν καθηγητῶν τῶν Γυμνασίων, ὁ ὁποῖος ὑπάρχει ἐγγεγραμμένος ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, περιελαμβάνοντο οἱ καθηγηταὶ τῶν Γυμνασίων, τὰ ὁποῖα τότε συνεστήθησαν, εὑρίσκω, ὅτι δὲν ἀπετέλει παράβασιν τοῦ Συντάγματος ἡ σύστασις τῶν Γυμνασίων διὰ Διατάγματος, διότι ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία εἶχε παραχωρήσει τὰς πιστώσεις, αἱ ὁποῖαι ἀπῃτοῦντο διὰ τὴν σύστασιν τῶν Γυμνασίων αὐτῶν. Αἱ εἰδικαὶ Σχολαὶ, οἷαί εἰσι καὶ αἱ Ἐμπορικαὶ, ἀνήκουσι βεβαίως εἰς τὴν μέσην ἐκπαίδευσιν, διότι ἡ μέση ἐκπαίδευσις ἔχει ἰδίαν ἀποστολὴν, τὴν ὁποίαν ὁ νόμος ῥητῶς ἀναγράφει, τὴν ἀποστολὴν νὰ παρασκευάζῃ ἐκείνους, οἵτινες προορίζονται, ἵνα ἐπιδοθῶσιν εἰς σπουδὰς ἀνωτέρας, ἐπιστημονικὰς, ἑτέραν δ’ ἀποστολὴν, ἵνα παρασκευάζῃ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι δὲν σκοποῦσι ν’ ἀκολουθήσωσιν ἐπιστημονικὰς σπουδὰς, ἀλλὰ νὰ τραπῶσιν εἰς τὸν κοινωνικὸν βίον. Ἑπομένως, ὅταν κλάδος τις τῶν κοινωνικῶν ἐργασιῶν ἀπαιτῇ εἰδικὰς γνώσεις, τὰ Σχολεῖα, ἐν οἷς διδάσκονται αἱ γνώσεις αὗται, ἀνήκουσιν εἰς τὴν μέσην ἐκπαίδευσιν. Ἀλλὰ τὰ τῆς μέσης ἐκπαιδεύσεως κανονίζει Βασιλικὸν Διάταγμα, τὸ ὁποῖον καὶ αὐτὸ ἐξεδόθη τὴν 31 Δεκεμβρίου 1836, τὸ ὁποῖον κανονίζει τὰ τῶν Ἑλληνικῶν Σχολείων καὶ τὰ τῶν Γυμνασίων, τὸ Διάταγμα δ’ αὐτὸ εἶναι ἐπίσης νομοθετικόν. Τὸ νομοθετικὸν λοιπὸν τοῦτο Διάταγμα, τὸ ὁποῖον περιέχει ὅλην τὴν δύναμιν τῶν νόμων, διατάσσει περὶ καθηγητῶν τῶν Γυμνασίων, ἐν ἄρθρῳ 107, ὅτι «οἱ μισθοὶ τῶν καθηγητῶν εἶναι 200 δραχμαὶ κατὰ μῆνα» (καὶ μὲ αὐξήσεις τινὰς χρονικὰς ἀναβιβάζονται εἰς 300 δραχμάς). Ἀφοῦ ὁ νομοθέτης τοῦ 1836 ἐγνώριζεν, ὅτι δὲν ἐπετρέπετο νὰ ἀφεθῇ εἰς Βασιλικὸν Διάταγμα ὁ προσδιορισμὸς τῶν μισθῶν, ἀλλ’ ὅτι ἀπαιτεῖται νὰ προσδιορίζῃ αὐτοὺς νόμος, δὲν περιέπεσεν εἰς πλάνην ὁ πρώην Ὑπουργὸς, ὅστις ὑπέλαβεν, ὅτι δύναται διὰ Βασιλικῶν Διαταγμάτων νὰ κανονίζῃ τὰ τῶν μισθῶν; Ὡς εἶπον, τὸ Διάταγμα τῆς 8 Ἰουνίου καὶ τὰ δύο μετὰ ταῦτα ἐκδοθέντα Διατάγματα ἐξεδόθησαν διὰ παραβάσεως τῶν διατάξεων τοῦ Συντάγματος, ἀλλὰ δι’ αὐτῶν παρεβάθη καὶ ὁ νόμος περὶ δημοσίου λογιστικοῦ. Ἀλλὰ διατὶ ὁ πρώην Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως ἔσπευσε νὰ προκαλέσῃ τὰ Διατάγματα ταῦτα, ἐνῷ μεταξὺ τοῦ Ἰουνίου καὶ Ὀκτωβρίου δὲν ἐμεσολάβουν, εἰμὴ τέσσαρες μόνον μῆνες; Καὶ ἀφοῦ παρῆλθον 69 ἔτη ἀπὸ τῆς συστάσεως τοῦ Βασιλείου, 59 δὲ ἀπὸ τῆς ἐκδόσεως τοῦ πρώτου Συντάγματος καὶ 38 ἀπὸ τῆς ἐκδόσεως τοῦ δευτέρου Συντάγματος, δὲν εἶχε δὲ ληφθῆ κατὰ τὸ διάστημα τοῦτο πρόνοια περὶ τῆς διδασκαλίας εἰδικῶν γνώσεων, ἤθελεν ἐπέλθει τόσον μεγάλη ζημία καὶ κίνδυνος ἐπέκειτο εἰς τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους, ἐὰν ἀνεβάλλετο ἐπὶ τέσσαρας ἔτι μῆνας ἡ σύστασις τῶν Ἐμπορικῶν Σχολῶν; Ἢ μήπως τυχὸν ὑπῆρχεν ἀμφιβολία, ὅτι, ἐὰν εἰσήγετο εἰς τὴν Βουλὴν τὸν Ὀκτώβριον ἢ τὸν Νοέμβριον μῆνα νομοσχέδιον περὶ συστάσεως Ἐμπορικῶν Σχολῶν, ἡ πλειονοψηφία ἤθελεν ἀρνηθῆ νὰ τὸ ψηφίσῃ; Ἡ στάσις, τὴν ὁποίαν ἡ πλειονοψηφία ἐτήρησε καθ’ ὅλην τὴν τριετίαν, αἱ ὑπάρχουσαι ἐνδείξεις περὶ τῆς στάσεως, τὴν ὁποίαν ἔμελλε νὰ τηρήσῃ καὶ κατὰ τὸ ἔτος τοῦτο, οὐδεμίαν ἐνέπνεον ἀνησυχίαν, ἦτο δὲ βέβαιον, ὅτι ἤθελεν αὕτη προθύμως ἐπιψηφίσει τὸ νομοσχέδιον, ἀφοῦ μάλιστα διὰ τοῦ νομοσχεδίου ἔμελλεν ἓν μέλος ἐπίλεκτον καὶ προσφιλὲς αὐτῇ νὰ περιβληθῇ διὰ τῆς αἴγλης, δι’ ἧς πρέπει νὰ περιβάλληται πᾶς, ὅστις πληροῖ τόσῳ μεγάλην ἀνάγκην τοῦ Κράτους. Δὲν ὑπῆρχε λοιπὸν εἰδικός τις λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον ἔσπευσε νὰ προβῇ εἰς τὴν πρόκλησιν τοῦ Διατάγματος τούτου. Ἐπειδὴ δὲ οἱ Ὑπουργοὶ εἶναι ὑπεύθυνοι διὰ τὰς διαπραττομένας παραβάσεις τῶν νόμων, καὶ μάλιστα τοῦ Συντάγματος, ἡ πρᾶξις τοῦ πρώην Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως ἐπάγει εὐθύνην μεγάλην. Κατὰ προγενεστέραν τινὰ ἐποχὴν, πρὸ 28 ἐτῶν, ἔβλεπον, ὅτι ἡ ἔννοια τῆς πολιτικῆς εὐθύνης εἶχε καταστῆ ἀσθενεστάτη, ἥκιστα σπουδαία. Ἐσχηματίζοντο Ὑπουργεῖα ἐκ τῆς πλειονοψηφίας, ἀλλ’ οὐχὶ σπανίως καὶ ἐκ τῆς μειονοψηφίας, καὶ ἐνίοτε καὶ ἔξωθεν τῆς Βουλῆς, διετηροῦντο ἐν τῇ ἀρχῇ τρεῖς ἢ καὶ πλείονας μῆνας, συνήθως οὐχὶ πέραν τοῦ ἑξαμήνου, ἢ τοῦ ὀκταμήνου, διοικοῦντα καὶ κυβερνῶντα πολλάκις κατὰ τὰς ἰδίας αὐτῶν γνώμας, αἵτινες, ὡς θέλει μαρτυρήσει ἡ ἱστορία τῶν χρόνων ἐκείνων, δὲν ἦσαν πάντοτε σύμφωνοι οὐδὲ πρὸς τοὺς νόμους, οὐδὲ πρὸς τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους· συνέπιπτεν ἡ Βουλὴ ἐνίοτε νὰ ἐκφράσῃ δυσπιστίαν εἰς αὐτοὺς, ἀλλὰ συνέπιπτε καὶ νὰ μὴ ἐκφράσῃ ἡ Βουλὴ δυσπιστίαν, καὶ νὰ ἐξακολουθῇ νὰ παρέχῃ εἰς αὐτοὺς ἐμπιστοσύνην, ἀλλὰ τὸ Στέμμα νὰ ἀρνῆται εἰς αὐτοὺς τὴν ἐμπιστοσύνην, καὶ ν’ ἀναγκάζῃ αὐτοὺς εἰς παραίτησιν. Οὕτως ἀπήρχοντο τῆς ἀρχῆς καὶ μετέβαινον εἰς τοὺς οἴκους των, ἐπανήρχοντο δὲ εἰς τὸν πολιτικὸν ἀνταγωνισμὸν, καὶ ἐλησμονοῦντο πάντα, ὅσα εἶχον πράξει, καὶ ἂν αὐτὰ ἀντέκειντο εἰς τὸ Σύνταγμα τοῦ Κράτους, καὶ ἂν αὐτὰ ἀντέκειντο εἰς τοὺς νόμους, καὶ ἂν ἐβλάπτοντο τὰ συμφέροντα τῆς χώρας, ἢ ἐπήρχετο ζημία εἰς τὸν δημόσιον Θησαυρόν. Διὰ τοῦτο ἔκρινα τότε, ὅτι ἔπρεπε τέλος πάντων νὰ κανονισθῶσιν ἐν τῇ νομοθεσίᾳ αἱ ποινικαὶ εὐθῦναι, ἐλπίζων, ὅτι ὁ κανονισμὸς τῶν περὶ τούτων διὰ νόμου, κατὰ τὸν ὁποῖον ἠδύνατο καὶ ἔπρεπε νὰ ζητῆται ἡ ποινικὴ εὐθύνη παρὰ τῶν Ὑπουργῶν, δὲν θὰ ἦτο βεβαίως ὁ κανὼν, ὅστις ἔμελλε νὰ κανονίζῃ πάντοτε τὰς σχέσεις τῶν Ὑπουργῶν πρὸς τὴν Βουλὴν καὶ πρὸς τὴν Πολιτείαν, ἀλλὰ θὰ ἦτο δάκτυλος, δεικνύων τὰς ποινικὰς εὐθύνας, ὁ ὁποῖος θὰ περιέστελλε τὴν πρὸς τοὺς νόμους αὐθαιρεσίαν τῶν Ὑπουργῶν καὶ τὴν πρὸς τὰ κοινὰ συμφέροντα ὀλιγωρίαν ἢ περιφρόνησιν αὐτῶν. Διὰ τοῦτο κατὰ τὸ 1877, καίτοι πάντες οἱ ἡγήτορες τῶν κομμάτων ἐφρόνουν, ὅτι δὲν ἦτο ἀναγκαία τοιαύτη νομοθετικὴ πρόνοια, ἐγὼ, προεδρεύοντος τότε τοῦ Ὑπουργείου τοῦ ἀειμνήστου Βουλευτοῦ ἐκ Μεσσήνης, τοῦ ὁποίου πάντοτε γεραίρω τὴν μνήμην, ἀπὸ τῆς ὑψηλῆς ἐκείνης θέσεως, ἐπὶ τῆς ὁποίας ἐκαθήμην ἐν τῷ Βουλευτηρίῳ, συνεννοηθεὶς μετὰ διαφόρων Βουλευτῶν, ἐκ τῶν ὁποίων ὀλίγοι συνεδρεύουσι σήμερον ἐνταῦθα, ἀντετάχθην εἰς τὴν εἰρημένην γνώμην πάντων τῶν τότε ἡγετῶν τῶν κομμάτων, καὶ ἐπέμεινα, ἵνα κανονισθῶσι διὰ νόμου τὰ τῆς ποινικῆς εὐθύνης· καὶ ἀνθίσταντο μὲν τὰ τότε ὑπάρχοντα κόμματα, ἐγὼ δὲ δὲν ἠρίθμουν ἢ φίλους τινὰς, οἵτινες δυνατὸν ἦτο νὰ μετρηθῶσι διὰ τῶν δακτύλων, ἀλλὰ τῇ ἐπικουρίᾳ τῶν ἄλλων Βουλευτῶν ἠναγκάσθησαν τῶν τότε κομμάτων οἱ ἡγέται νὰ μὴ ἀντιδράσωσι, καὶ συνεζητήθη καὶ κατεστάθη νόμος περὶ ποινικῆς εὐθύνης. Προσεδόκων τότε, ὅτι ὁ νόμος περὶ ποινικῆς εὐθύνης ἤθελεν ὑπενθυμίζει εἰς ἕκαστον καλούμενον ἐπὶ τὴν διαχείρισιν τῆς δημοσίας ἐξουσίας, ὅτι ὀφείλει νὰ ἔχῃ πλήρη συνείδησιν τῶν καθηκόντων πρὸς τὴν Πολιτείαν καὶ πρὸς τὴν Πατρίδα, καὶ ὅτι οἱ νόμοι ἐδημιούργησαν ἐξουσίαν, ἡ ὁποία οὐ μόνον θέλει ὑπομιμνήσκει εἰς αὐτοὺς τὴν εὐθύνην ταύτην, ἀλλὰ καὶ θέλει ἐπιβάλλει εἰς αὐτοὺς τὴν εὐλάβειαν πρὸς τοὺς νόμους καὶ τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους καὶ τῆς χώρας. Ὁμολογῶ ὅμως, ὅτι καὶ μετὰ τοῦτο δὲν ἐπῆλθον τὰ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα προσεδοκῶμεν, ἴσως διότι αἱ Βουλαὶ ἐδείχθησαν ἐπιεικεῖς, καὶ μόνη ἡ μεταβολὴ τοῦ Ὑπουργείου ἐφάνη αὐταῖς ἀρκοῦσα, ἐπέφερε δὲ τὴν λήθην τῶν πράξεων, τὰς ὁποίας οἱ πεσόντες Ὑπουργοὶ διέπραξαν. Ἀλλ’ ὁμολογῶ, ὅτι κατὰ τοὺς τελευταίους τούτους χρόνους διακρίνω ἐντεινόμενον τὸ θάρρος τινῶν πολιτευομένων πρὸς παραβίασιν τῶν διατάξεων τοῦ Συντάγματος, τὸ θάρρος πρὸς ἀθέτησιν τῶν νόμων, πρὸς περιφρόνησιν τῶν συμφερόντων τῆς χώρας, ὥστε μοὶ ἐπιφαίνεται ἡ σκέψις, μήπως τάχα δὲν πρέπει ἡμέραν τινὰ ἡ Βουλὴ νὰ προσφύγῃ εἰς τὸν νόμον περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν, διὰ νὰ περιστείλῃ τὸ θάρρος τοῦτο, ἵνα μὴ εἴπω τὴν αὐθάδειαν ταύτην. Βεβαίως ὁ νόμος περὶ εὐθύνης τῶν Ὑπουργῶν δὲν εἶναι νόμος συνήθης, δὲν εἶναι νόμος, τοῦ ὁποίου δύναται ἢ ἐπιτρέπεται νὰ ζητῇ τις τὴν ἐφαρμογὴν κατὰ πάσης παραβάσεως, κατὰ πάσης ἀθετήσεως, διότι ἡ ποινικὴ καταδίωξις Ὑπουργῶν εἶναι καταδίωξις πολιτικῶν ἀνδρῶν, οἵτινες διέπραξαν τὰ δημόσια, ἐνδέχεται δὲ ἡ καταδίωξις αὐτῶν, καίπερ ἀνορθοῦσα τὸ παραγνωρισθὲν κῦρος τῶν νόμων, νὰ ἐπάγῃ ἄλλας ζημίας εἰς τὸ Κράτος καὶ τὴν χώραν, ὀφείλει δὲ διὰ τοῦτο ἡ Βουλὴ νὰ λαμβάνῃ ὑπ’ ὄψιν καὶ τὴν περίστασιν ταύτην, καὶ νὰ μὴ προβαίνῃ ἀμέσως εἰς ποινικὴν καταδίωξιν τῶν Ὑπουργῶν. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι μίαν φορὰν τέλος πάντων πρέπει νὰ γείνῃ ἀρχὴ τῆς προσφυγῆς εἰς τὴν ποινικὴν εὐθύνην, καὶ ὑποβάλλω ἐμαυτὸν πρῶτον εἰς αὐτὴν, διότι πρέπει τέλος πάντων νὰ διδαχθῶμεν πάντες, ὅτι ὀφείλομεν νὰ ἐργαζώμεθα εἰλικρινῶς, ὅταν ὑπηρετῶμεν τὰ δημόσια, καὶ νὰ σεβώμεθα τοὺς νόμους τῆς πατρίδος, ὑπὲρ τῶν ὁποίων αὐτὴ ἡ χώρα εἰς τόσας ὑπεβλήθη θυσίας, ἵνα ἐγκαταστήσῃ αὐτούς. Διὰ τοῦτο, Κύριοι, μὲ βλέπετε λεπτολογοῦντα εἰς τὴν ἐξέτασιν τῶν παραβάσεων τοῦ Συντάγματος, καὶ ἐξεγειρόμενον, ὅταν πείθωμαι, ὅτι αἱ παραβάσεις αὗται συντελοῦνται. Ποία ὅμως τέλος πάντων ὑπῆρξεν ἡ αἰτία τῆς σπουδῆς ταύτης, ἕνεκα τῆς ὁποίας καὶ οἱ νόμοι παρεβάθησαν καὶ αἱ διατάξεις τοῦ Συντάγματος ἐλησμονήθησαν; Δέν μοι ἐπιτρέπεται νὰ ἀναδράμω εἰς ἐφημερίδας, διὰ νὰ ἀναζητήσω τὴν αἰτίαν ταύτην, διότι αἱ διὰ τῆς δημοσιογραφίας μεταδιδόμεναι εἰδήσεις ἐνίοτε δὲν εἶναι ἀκριβεῖς, ἢ δὲν εἶναι πλήρεις· αἰσθάνομαι δὲ τὴν ἀνάγκην νὰ ἐρωτήσω τέλος πάντων, ποῖος λόγος, ποία ἀνυπέρβλητος ἀνάγκη, ποῖος κίνδυνος δημοσίων συμφερόντων ὑπεχρέωσε τὸν πρώην Ὑπουργὸν τῆς Ἐκπαιδεύσεως νὰ προκαλέσῃ Διάταγμα ἐναντίον τοῦ Συντάγματος, καὶ ἀναιροῦν καὶ αὐτοὺς τοὺς νόμους τοὺς συνήθεις, τοὺς διοικητικούς, τὸν νόμον περὶ δημοσίου λογιστικοῦ; Ἀπεκδέχομαι τὰ φῶτα, τὰ ὁποῖα ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῆς Ἐκπαιδεύσεως θέλει μᾶς δώσει, εἴτε ἄλλος τις τῶν συναδέλφων, ὅπως ἡ ἐπὶ τῶν γενομένων κρίσις ἡμῶν φωτισθῇ ἐπαρκῶς.

§153ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Φλογαΐτης ἔχει τὸν λόγον.

§154Θ. ΦΛΟΓΑΪΤΗΣ. Εἰ καὶ ἔχω τὴν ἀρχήν, ὅτι ἐπ’ οὐδενὶ λόγῳ πρέπει τις νὰ συντελῇ εἰς τὴν ἐξόγκωσιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, διότι, κατὰ τὴν πεποίθησίν μου, εἶναι ἀνώμαλος ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις τῆς χώρας, καὶ δὲν ἔχω τὴν ἐλπίδα, ὅτι πολὺ ταχέως θέλομεν κατορθώσει νὰ εἰσέλθωμεν εἰς ὁμαλὴν ὁδόν, οὐχ ἧττον εἶμαι διατεθειμένος νὰ ψηφίσω ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου τούτου κατ’ ἀρχήν, διότι ἀναγνωρίζω ἀληθῶς, ὅτι ὑπάρχει ἀνάγκη, κατ’ ἐμὴν γνώμην, ἐπείγουσα τῆς συστάσεως Ἐμπορικῶν Σχολῶν, ὡς καὶ ἄλλων πρακτικῶν ἢ πραγματικῶν Σχολῶν, ὡς ὀνομάζουσιν αὐτὰς οἱ Γερμανοὶ (real schul), ἐπὶ τῇ ἐλπίδι ὅμως, ὅτι ἠθέλομεν καταργήσει πλεῖστα ὅσα ἄλλα Γυμνάσια ἐκ τῶν μὴ πρακτικῶν, τῶν σήμερον λειτουργούντων. Ἀπὸ τοῦ 1872 ὑπεστήριξα διὰ τῆς πραγματείας μου περὶ τῶν αἰτίων τῆς προσκόψεως τοῦ πολιτεύματος ἐν Ἑλλάδι, ὅτι τὸ Σύνταγμα ἡμῶν προσκρούει εἰς τὴν ἄλλην νομοθεσίαν, ἐξ οὗ προέρχεται ἡ κακοκυβερνησία καὶ κακοδιοικησία τῆς χώρας ἡμῶν, ἐκραύγασα ὅμως ἐν ταὐτῷ, ὅτι εἶναι ἀπόλυτος ἀνάγκη νὰ περιορισθῶσιν εἰς τὸ ἥμισυ, ἢ καὶ εἰς τὸ τρίτον, τὰ ὑπάρχοντα σχολεῖα καὶ Γυμνάσια, ἰδίως τὰ Γυμνάσια, καὶ νὰ εἰσαχθῶσιν ἀντ’ αὐτῶν ἄλλα σχολεῖα πρακτικά. Ἐννοεῖται ὅμως, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ὑπερπολλαπλασιασθῶσιν αὐταὶ πάλιν αἱ Σχολαί, ὡς ἄλλοτε, κατὰ τὸ 1882, συνέβη, συσταθεισῶν ἀντὶ μιᾶς ἢ δύο πλείστων ὅσων ἐμπορικῶν ναυτικῶν Σχολῶν, αἵτινες, ὡς ἦτο ἑπόμενον, ἐναυάγησαν. Εἶναι ἀνάγκη νὰ καταργηθῶσί τινα τῶν Γυμνασίων καὶ ἀντικατασταθῶσι διὰ πρακτικῶν Σχολῶν, οὐχὶ ὅμως νὰ συσταθῇ σωρεία Σχολῶν Ἐμπορικῶν. Αἱ δύο προτεινόμεναι νομίζω, ὅτι ἀρκοῦσιν ἐπὶ τοῦ παρόντος. Ἀποκρούω δὲ τὴν ἰδέαν, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀνάγκη Ἐμπορικῶν Σχολῶν, διότι προπέρυσι μὲν ταξειδεύων ἀνὰ τὴν Ἀνατολὴν διέμεινα πολλὰς ἡμέρας ἐν Κωνσταντινουπόλει, πέρυσι δὲ μετέβην εἰς Σμύρνην, ὅπου διέμεινα ἱκανὰς ἡμέρας· ἤκουσα δ’ ἐν γένει λεγόμενον, ὅτι πλεῖστοι ὅσοι τῶν νέων Ἑλλήνων δὲν ἐγένοντο δεκτοὶ εἰς ἐμπορικὰ καταστήματα, διότι δὲν εἶχον τὰς ἀπαιτουμένας ἐμπορικὰς γνώσεις, οὐδ’ ἐγίνωσκον ξένας γλώσσας. Ἐκ τούτου ἡ ἰδέα, ἣν ἔχω, ὅτι ὑπάρχει ἀπόλυτος ἀνάγκη νὰ συσταθῶσιν ἐνιαχοῦ τῆς Ἑλλάδος Ἐμπορικαὶ Σχολαὶ, λαμβανομένης, ἐννοεῖται, προνοίας περὶ τῆς προσηκούσης αὐτῶν καταρτίσεως, ἀλλὰ πάντοτε ἐπὶ τῇ ἐλπίδι, ὅτι θέλουσι περιορισθῆ ἄλλαι δαπάναι τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἐν τῇ μέσῃ ἐκπαιδεύσει. Ἀποδέχομαι κατὰ πάντα τὸ φρόνημα τῶν θεωρούντων τὴν σύστασιν Ἐμπορικῶν Σχολῶν διὰ Διατάγματος ὡς ἀντικειμένην εἰς τοὺς νόμους. Τὸ Διάταγμα τῆς 3/15 Ἀπριλίου 1833 κανονίζει ἁπλῶς τὴν ἁρμοδιότητα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν ἐν παραβολῇ πρὸς τὴν ἁρμοδιότητα τῶν ἄλλων Ὑπουργείων. Σημειωτέον δέ, ὅτι πάντα τὰ Διατάγματα, τὰ κανονίζοντα τὴν ἁρμοδιότητα τῶν Ὑπουργείων, φέρουσι τὴν αὐτὴν ἡμερομηνίαν. Δὲν ὑπῆρχε δὲ ἀνάγκη διὰ Διατάγματος εἰδικοῦ νὰ δοθῇ τοῦτο ἢ ἐκεῖνο τὸ δικαίωμα εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν, ὡς περιβαλλομένην τότε πᾶσαν ἐξουσίαν· ἀλλὰ προέκειτο ἁπλῶς διὰ τῶν ἐκδοθέντων Διαταγμάτων περὶ κατανομῆς τῆς ἁρμοδιότητος τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας διὰ τὴν εὐκολίαν τῆς ὑπηρεσίας εἰς τὰ διάφορα Ὑπουργεῖα εἰς πρόκλησιν τῆς ἐνεργείας τῆς Βασιλικῆς ἐξουσίας. Τοῦτο δὲ καταδηλοῦται καὶ ἐκ τῆς μελέτης τῶν διαφόρων περὶ ἁρμοδιότητος τῶν Ὑπουργείων Διαταγμάτων. Οὕτω φέρ’ εἰπεῖν τὸ Διάταγμα τῆς 3/15 Ἀπριλίου, περὶ ἁρμοδιότητος τῆς Γραμματείας τῆς Δικαιοσύνης λέγει, ὅτι ὑπάγεται εἰς τὴν ἁρμοδιότητα τοῦ Ὑπουργείου ὁ ὀργανισμὸς τῶν Δικαστηρίων. Ἀλλὰ βεβαίως τίς δύναται ἐκ τῆς διατάξεως ταύτης νὰ ἐξαγάγῃ, ὅτι δύναται ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης μετὰ τὴν εἰσαγωγὴν παρ’ ἡμῖν τοῦ Συντάγματος νὰ ὀργανώσῃ τὰ Δικαστήρια διὰ Διατάγματος; Τὰ Διατάγματα ἐκεῖνα προδήλως φαίνεται, ὅτι ἐκανόνιζον ἁπλῶς τὴν ἁρμοδιότητα ἑκάστου τῶν Ὑπουργείων. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι καὶ τὰ ἄλλα παρ’ ἡμῖν ἐκδοθέντα Διατάγματα, δι’ ὧν καταρτίζονται οἱαδήποτε Γυμνάσια ἢ Σχολεῖα ἐν τῇ δεῖνα ἢ δεῖνα ἐπαρχίᾳ, δὲν εἶναι συνταγματικά. Βεβαίως δύναται δι’ ἑνὸς Διατάγματος νὰ συσταθῇ Γυμνάσιον καὶ Σχολεῖον, ἂν ἐν τῷ νόμῳ ὁρίζηται ὁ ἀριθμὸς τῶν Γυμνασίων ἢ Σχολείων, καὶ ἔρχεται τὸ Διάταγμα εἰς σύστασιν Σχολείων ἢ Γυμνασίων μὴ ὑπεραρίθμων. Μὴ ὑπαρχούσης ὅμως τοιαύτης διατάξεως, ἡ σύστασις εἶναι ἀντισυνταγματική. Εἶναι ἀληθές, ὅτι δυστυχῶς παρ’ ἡμῖν κατ’ ἐξακολούθησιν βαίνουσι τὰ πράγματα ἀντικανονικῶς, καὶ τοῦτο οὐχὶ μόνον διότι δὲν λειτουργεῖ ὁ περὶ εὐθύνης τῶν Ὑπουργῶν νόμος, ὅστις οὐδαμοῦ ἐλειτούργησε μετ’ ἀποτελεσμάτων, ἀλλὰ κυρίως διότι λείπει ἡ προσήκουσα πολιτικὴ ἀνατροφὴ, ἕνεκα πολλῶν λόγων, καὶ πρὸ πάντων ἕνεκα τῆς ὑπάρξεως νομοθεσίας ἐξαχρειούσης τοὺς χαρακτῆρας καὶ μεταποιούσης τὸν οἶκον τῆς Πολιτείας εἰς οἶκον ἐμπορίου· διὰ τοῦτο δὲ συμβαίνουσι τὰ παρατράγῳδα διαρκῶς, ὅπερ εἶναι ὄντως ἀξιολύπητον, εὐκταῖον δὲ εἶναι νὰ θέσωμεν ἓν τέρμα, διότι δυστυχῶς διαρκῶς εὑρισκόμεθα ἐκτὸς τῆς συνταγματικῆς τροχιᾶς. Τὸ Διάταγμα τοῦ 1833 εἶναι βεβαίως νόμος, ἀλλὰ νόμος, ἐξ οὗ οὐδὲν ἀπορρέει δικαίωμα πρὸς σύστασιν Ἐμπορικῶν Σχολῶν. Ἐλέχθη, ὅτι διακριτικὸν γνώρισμα τῶν Διαταγμάτων ἀπὸ τῶν νόμων, ἀφ’ ἧς συνεστάθη Συμβούλιον Ἐπικρατείας, εἶναι, ὅτι οἱ νόμοι ἐξεδίδοντο μετὰ γνωμοδότησιν τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας, μνημονευομένην ἐν αὐτοῖς, κατ’ ἀντίθεσιν πρὸς τὰ ἁπλᾶ Διατάγματα. Ἀλλὰ κατ’ οὐσίαν γνώρισμα τῶν νόμων καὶ τῶν Διαταγμάτων εἶναι αὐταὶ αἱ διατάξεις αἱ φερόμεναι ἐν αὐτοῖς, αἵτινες προδήλως χαρακτηρίζουσιν αὐτά. Διάταγμα, ἐκτὸς τῶν προσωπικῶν Διαταγμάτων, περὶ διορισμοῦ δηλονότι, μεταθέσεως καὶ παύσεως προσώπων κτλ. εἶναι καὶ αὐτὸ τὸ κανονιστικὸν ἢ ἐκτελεστικὸν λεγόμενον Διάταγμα, δι’ οὗ θεσπίζονται ἐκεῖναι αἱ διατάξεις, αἵτινες συντελοῦσιν εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ νόμου, κατὰ τόπον, χρόνον ἢ τρόπον· ἑπομένως ἐν τῷ Διατάγματι περιλαμβάνονται διατάξεις ἁπλῆς ἐκτελέσεως. Τοὐναντίον δὲν εἶναι Διάταγμα, ἂν περιλαμβάνῃ νομοθετικὰς διατάξεις, ἤτοι διατάξεις ἀναγομένας εἰς νομοθετικὰ ἀντικείμενα, τοιούτου δὲ εἴδους ἀντικείμενα εἶναι πᾶσαι αἱ νόμιμοι σχέσεις πρὸς τὴν πολιτείαν τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων. Ἐπίσης αἱ διατάξεις, αἱ καθορίζουσαι τὰ δικαιώματα καὶ τὰς ὑποχρεώσεις τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων, τὰς ἀντιστοιχούσας εἰς ἕτερα δικαιώματα. Καὶ ἐν τούτῳ δύναταί τις νὰ εἴπῃ, ὅτι τὰ δικαιώματα ταυτίζονται πρὸς τὰ καθήκοντα. Δὲν δύναται δ’ ἓν Διάταγμα ν’ ἀποδώσῃ καθήκοντα, ἅτινα πρέπει νὰ ἐπιβαρύνωσι καὶ τοὺς ἄλλους, εἰς ἃ δηλονότι πρόκειται νὰ κύψωσι καὶ οἱ πολῖται· ἐπίσης κατὰ μείζονα λόγον δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὁρίσῃ μισθὸν ἢ δημοσίας δαπάνας. Παρατρέχω τὰ περὶ ποινῆς, διότι, κατὰ ῥητὴν διάταξιν τοῦ Συντάγματος, ἄνευ νόμου ποινὴ δὲν ἐπιβάλλεται. Ἀλλὰ δυστυχῶς κατὰ τοῦτο παρεβάθη παρ’ ἡμῖν τὸ Σύνταγμα ἀπὸ τῆς πρώτης συνταγματικῆς περιόδου τῆς Ἑλλάδος, καὶ βλέπομεν, ὅτι ἐπὶ τῇ βάσει διατάξεων νόμων, αἵτινες ἐπιτρέπουσι, παρὰ τὸ δικαίωμα, ὃ ἔχει ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία, εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν νὰ ἐκδίδῃ Διατάγματα περὶ ἀντικειμένων νομοθετικῶν, ἐξεδόθησαν ἀλλεπαλλήλως πλεῖστα ὅσα Διατάγματα, ἔχοντα καθαρῶς νομοθετικὰς διατάξεις. Καὶ ἐν πρώτοις κατὰ τὸ 1845 ἐξεδόθη ὁ νόμος ΚΕʹ τῆς 25 Δεκεμβρίου (ἐλπίζω, ὅτι δὲν μὲ πλανᾷ ἡ μνήμη ὡς πρὸς τὴν ἡμερομηνίαν), κανονίζων τὰ τῶν διοικητικῶν ἀρχῶν, ἤτοι τὰ τῶν νομαρχῶν καὶ ἐπάρχων, ὅστις παραπέμπει εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν νὰ ὁρίσῃ τὰ καθήκοντα τῶν ἀρχῶν τούτων, τῶν νομαρχῶν καὶ ἐπάρχων. Καὶ ἐξεδόθη ὑπὸ τὴν αὐτὴν ἡμερομηνίαν τὸ περὶ τούτου Διάταγμα, ὅπερ θεωρεῖται ἰσχυρόν· ἀλλὰ κατ’ ἐμὲ δὲν εἶναι τοιοῦτο ἢ καθ’ ὅσον τὰ ἐν αὐτῷ ὁριζόμενα καθήκοντα τῶν νομαρχῶν καὶ ἐπάρχων (τανῦν τῶν νομαρχῶν μόνον, ὡς καταργηθέντων τῶν ἐπαρχείων) στηρίζονται εἰς ἄλλους νόμους, ἢ ἐκπηγάζουσιν ἐξ αὐτῆς τῆς φύσεως τῆς νομαρχιακῆς λειτουργίας, κατὰ τὰ παραδεδεγμένα ὑπὸ τῆς ἐπιστήμης τοῦ διοικητικοῦ δικαίου. Ἀληθὲς δὲ εἶναι, ὅτι κατὰ τὸ πλεῖστον ἐν τῷ Διατάγματι, περὶ οὗ πρόκειται, περιλαμβάνονται τὰ ἀληθῆ τῶν νομαρχῶν καθήκοντα, τὰ διαλαμβανόμενα ἐν τοῖς ἄλλοις νόμοις καὶ ἐκπηγάζοντα ἐκ τῆς οὐσίας τῆς νομαρχίας. Ἀλλ’ αἱ διατάξεις αὐτοῦ εἶναι καθ’ ἑαυτὰς ἄκυροι, διότι δὲν δύναται Διάταγμα νὰ κανονίσῃ τὰ δικαιώματα καὶ καθήκοντα τῶν νομαρχῶν καὶ ἐπάρχων. Δυστυχῶς τὸ αὐτὸ συμβαίνει ἔκτοτε διαρκῶς, καὶ δὲν ὑπάρχει νόμος σπουδαῖος, ὅστις δὲν παραπέμπει εἰς Διάταγμα πρὸς ὁρισμὸν καθαρῶς νομοθετικῶν διατάξεων. Ἐπὶ παραδείγματι ὁ νόμος περὶ καταστάσεως τῶν ἀξιωματικῶν, ἢ ὁ νόμος περὶ στρατιωτικῶν προβιβασμῶν καὶ οἱ λοιποὶ στρατιωτικοὶ νόμοι, παραπέμπουσι καὶ οὗτοι πάντες εἰς Διάταγμα, ἐν ᾧ περιλαμβάνονται διατάξεις νομοθετικαὶ, κατ’ ἐμὲ ἄκυροι. Ἐν τούτοις εὑρέθησαν ἐνίοτε τὰ Δικαστήρια εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ παραδεχθῶσι τὸ ἔγκυρον αὐτῶν, διότι, ἂν ἐθεωροῦντο ἄκυρα, ἤθελον ἐπέλθει μεγάλα κενὰ εἰς τὴν ἡμετέραν νομοθεσίαν καὶ πολλαὶ περιπλοκαὶ εἴς τε τὰς ἰδιωτικὰς σχέσεις καὶ εἰς τὴν δημοσίαν διοίκησιν. Τὸ σύστημα δὲ τοῦτο τῆς ἀναθέσεως εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν τῆς ἐκδόσεως νομοθετικῶν Διαταγμάτων διετηρήθη δυστυχῶς καὶ κατὰ τὴν παροῦσαν συνταγματικὴν περίοδον ἀκέραιον κατὰ πάντα. Λέγω ταῦτα, διότι ἐπιθυμῶ καὶ ἐγὼ νὰ συντελέσω τὸ κατὰ δύναμιν εἰς τὸ νὰ παύσωμεν βλέποντες αὐτὴν τὴν καθ’ ἑκάστην παρατηρουμένην καταπάτησιν τοῦ Συντάγματος. Εἶναι ἀληθές, ὅτι ἐν Γαλλίᾳ ἐπεκράτησεν ἄλλοτε τοιαύτη τακτική, ἣν ὅμως ἐκάκισαν πολλοὶ τῶν συγγραφέων, ἀλλὰ σήμερον ἐξέλιπε, καὶ δὲν βλέπει τις εἰς τοὺς Γαλλικοὺς νόμους τοιούτου εἴδους παραπομπὰς εἰς Διατάγματα. Ἐν Ἀγγλίᾳ οὐδὲν τούτων συμβαίνει, διότι οἱ νόμοι καταρτίζονται οὕτως, ὥστε οὐδέποτε παρίσταται ἀνάγκη Διατάγματος πρὸς ἐκτέλεσιν. Ἐκεῖ οὐδὲ κανονιστικὴν διάταξιν δύναται νὰ περιλάβῃ τὸ Διάταγμα. Δὲν ὁμιλῶ περὶ Γερμανικῶν Συνταγμάτων, διότι τὰ πλεῖστα τούτων ἀναγνωρίζουσι ῥητῶς εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν τὸ δικαίωμα νὰ ἐκδίδῃ νομοθετικὰ Διατάγματα, κυρούμενα ὑπὸ τῆς Βουλῆς. Κατ’ ἐμέ, καὶ ἐκεῖνο τὸ Διάταγμα περὶ συστάσεως τῶν Σχολῶν ἐξεδόθη κατὰ μίμησιν τῆς Γαλλικῆς τακτικῆς, ἀλλὰ καὶ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο περιέχει τινὰς διατάξεις, αἵτινες νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ μεταβληθῶσιν ἐπὶ τὸ συνταγματικώτερον, καὶ δύνανται νὰ μεταβληθῶσιν ἄνευ δυσχερείας. Τὸ ἄρθρον 6 ὁρίζει: «Ὁ μισθὸς τῶν ἐν ταῖς Ἐμπορικαῖς Σχολαῖς διδασκόντων ὀλιγώτερον τῶν δέκα ὡρῶν τὴν ἑβδομάδα ὁρισθήσεται διὰ Διατάγματος». Ἐγὼ ἐννοῶ ἄριστα, τί ὑπηγόρευσεν ἀκριβῶς εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Ἐκπαιδεύσεως νὰ ἐπιφυλαχθῇ τὸν ὁρισμὸν τοῦ μισθοῦ. Βεβαίως τὰ τῶν Ἐμπορικῶν Σχολῶν δὲν εἶναι σήμερον κεκανονισμένα παρ’ ἡμῖν, δὲν εἶναι γνωστὰ καὶ τὰ κατὰ τὰ πρόσωπα, ἅτινα πρόκειται ν’ ἀναλάβωσι τὰς θέσεις ταύτας, καὶ ἐπεφυλάχθη ἐκ προνοίας τὸν ὁρισμὸν τοῦτον. Ἀλλ’ ἐν τούτοις ἠδύνατο νὰ γείνῃ τοῦτο – ὅπερ καὶ μόνον δύναται νὰ καταστήσῃ συνταγματικὸν τὸν νόμον – ἄλλως, νὰ ὁρισθῇ δηλαδή, ὅτι ὁ μισθὸς ὁρίζεται ἑκάστοτε διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Βεβαίως ἤθελον θεωρήσει καὶ ἐγώ, ὅτι συμβάλλει πολὺ πλέον εἰς τὴν τελειοποίησιν τοῦ νομοσχεδίου, ἐὰν δι’ αὐτοῦ ὡρίζετο καὶ ἡ κατανομὴ τῶν μαθημάτων κατὰ τάξεις, ἥτις διὰ τοῦ νομοσχεδίου ὁρίζεται, ὅτι γενήσεται διὰ Διατάγματος. Τοῦτο θὰ καθίστα τὸ νομοσχέδιον τέλειον. Ἀλλὰ δυστυχῶς φαίνεται, ὅτι ἐθεώρει καὶ ὁ νῦν κ. Ὑπουργὸς τῆς Ἐκπαιδεύσεως ἀναγκαῖον νὰ εἰσαχθῇ ὅσῳ τὸ δυνατὸν ταχύτερον, καὶ ἠκολούθησε τὴν τακτικήν, ἥτις ἐπεκράτησε παρ’ ἡμῖν, προκειμένου περὶ κατανομῆς εἰς τὰς διαφόρους τάξεις τῶν μαθημάτων. Ἐὰν ἐξαιρέσῃ τις τὸ ἀληθῶς σοφὸν Διάταγμα τῆς 31 Δεκεμβρίου 1836 περὶ κανονισμοῦ τῶν Ἑλληνικῶν Σχολείων καὶ Γυμνασίων, ὅπερ διὰ τὴν ἐποχήν, καθ’ ἣν συνετάχθη, ἐπαναλαμβάνω ὅτι θεωρῶ ἀριστούργημα, παραβάλλων αὐτὸ πρὸς τοὺς μεταγενεστέρους νόμους τῆς Πολιτείας περὶ διαφόρων ἐκπαιδευτηρίων, ἐὰν ἐξαιρέσῃ τις αὐτό, ὅλοι οἱ νόμοι, ὅσοι ἐξεδόθησαν περὶ οἱωνδήποτε ἄλλων Σχολείων κατόπιν, ὅλοι παρέπεμψαν εἰς Διατάγματα τὴν κατανομὴν τῶν μαθημάτων, καὶ ἐκ τούτου τὰ Διατάγματα περὶ Διδασκαλείων καὶ τὸ Διάταγμα περὶ τῆς Στρατιωτικῆς Σχολῆς τῶν Εὐελπίδων, καὶ τὸ περὶ τῆς Σχολῆς τῶν ὑπαξιωματικῶν, καὶ τὸ περὶ τῆς Ναυτικῆς Σχολῆς. Ἑπομένως, ἐὰν κατὰ θεωρίαν τρόπον τινὰ θεωρῶ οἱονεὶ κακιστέον, ὑπὸ θεωρητικὴν ἔποψιν, τὸν ἀξιότιμον κ. Ὑπουργὸν τῆς Ἐκπαιδεύσεως, ὅτι δὲν ἠκολούθησε τὸ σύστημα τῆς καταρτίσεως πλήρους καὶ τελείου νομοσχεδίου καὶ κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ἕνεκα τῆς ἐπιθυμίας, τὴν ὁποίαν εἶχε, νὰ εἰσαγάγῃ αὐτὸ ταχέως, δὲν δύναμαι ὅμως νὰ μεμφθῶ αὐτόν, κυρίως εἰπεῖν, πρακτικῶς, διότι ἠκολούθησε τὴν ὁδόν, ἥτις δυστυχῶς ἠκολουθήθη μέχρι τοῦδε. Καὶ εὔχομαι μὲν ἀπὸ καρδίας νὰ παύσῃ τέλος πάντων ἡ μίμησις τῶν μέχρι τοῦδε ἠκολουθημένων καὶ πεπραγμένων, διότι, ἂν θελήσωμεν ν’ ἀκολουθήσωμεν τὰ μέχρι τοῦδε ὑπό τε τὴν ἔποψιν τῆς καταρτίσεως τῶν νόμων καὶ Διαταγμάτων, καὶ ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς πολιτικῆς ἐν γένει πορείας τῶν κατὰ καιροὺς Κυβερνήσεων καὶ Ἀντιπολιτεύσεων, βεβαίως θέλομεν εὑρεθῆ—καὶ ἴσως οὐχὶ πολὺ βραδέως—εἰς ἐλεεινότατον σημεῖον, ἠθικῶς καὶ ὑλικῶς, διότι τῷ ὄντι ἀπὸ ἡμέρας εἰς ἡμέραν τὰ πράγματα βαδίζουσιν ἐπὶ τὰ χείρω. Εὔχομαι ὅμως, ὅπως τέλος πάντων κατορθωθῇ νὰ εἰσέλθωμεν εἰς ὁδὸν κανονικωτέραν ὑπὸ πᾶσαν ἔποψιν. Ὅ,τι εἶπεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Παξῶν, κατακρίνων τὸ ἄρθρον 2 τοῦ νομοσχεδίου, ὀφείλω νὰ δηλώσω, ὅτι δὲν συμμερίζομαι ποσῶς. Εἶπεν ἐρωτηματικῶς: «καὶ δύνανται μαθηταὶ ἀποφοιτήσαντες τοῦ Ἑλληνικοῦ Σχολείου», — ἀλλὰ δὲν πρόκειται κἄν περὶ μαθητῶν ἀποφοιτησάντων τοῦ Ἑλληνικοῦ Σχολείου’ κατὰ τὸ νομοσχέδιον, πρόκειται περὶ μαθητῶν, οἵτινες ἀπεφοίτησαν τῆς πρώτης τάξεως τοῦ Γυμνασίου, «δύνανται μαθηταὶ τοιοῦτοι νὰ ἐννοήσωσι τὰ τῆς Ἐμπορικῆς Σχολῆς μαθήματα;» Τὰ μαθήματα τίνα εἶναι; αἱ ξέναι γλῶσσαι. Τὰς ξένας γλώσσας διδάσκονται καὶ σήμερον ἐν τοῖς Γυμνασίοις οἱ μαθηταί, οἱ ἀπὸ τῆς κατωτέρας τάξεως μεταβαίνοντες εἰς τὰς ἀνωτέρας τάξεις. Τὰ μαθηματικά. Καὶ τί ἄλλο γίνεται σήμερον; Δὲν διδάσκονται ἐν τοῖς Γυμνασίοις μαθηματικά; Ἡ Γεωγραφία. Ἡ Γεωγραφία μάλιστα σήμερον διδάσκεται παρ’ ἡμῖν μόνον ἐν τοῖς Ἑλληνικοῖς σχολείοις, οὐδέποτε δ’ ἐν τοῖς Γυμνασίοις. Ἡ Ἑλληνικὴ Ἱστορία. Ἴσως μάλιστα θὰ ἦτο περιττὸν νὰ διδάσκηται καὶ πάλιν ἡ Ἑλληνικὴ Ἱστορία ἐν ταῖς Ἐμπορικαῖς Σχολαῖς. Διατὶ τάχα κατ’ ἐξαίρεσιν πρέπει ἐν ταῖς Ἐμπορικαῖς Σχολαῖς νὰ διδάσκηται ἡ Ἑλληνικὴ Ἱστορία κατ’ ἐπανάληψιν; Ἀλλὰ τέλος πάντων ἡ Ἑλληνικὴ Ἱστορία εἶναι μάθημα τοσοῦτον δυσνόητον; Δὲν διδάσκεται σήμερον ἐν τοῖς δημοτικοῖς καὶ ἔπειτα ἐν τοῖς Ἑλληνικοῖς σχολείοις; Τὰ μόνα μαθήματα, ἅπερ πρέπει ὁπωσδήποτε νὰ διδαχθῶσι, ξένα κυρίως ὄντα πρὸς τὰς γνώσεις αὐτῶν τὰς μέχρι τότε, καὶ πρὸς τὰς ἐν τοῖς Γυμνασίοις διδασκομένας, εἶναι ἡ ἐμποριολογία καὶ ἡ ἐμπορευματολογία, ἀλλὰ βεβαίως δὲν μοὶ φαίνεται, ὅτι εἶναι δύσκολον πρᾶγμα νὰ κατανοήσωσι τοιούτου εἴδους γνώσεις μαθηταὶ ἀποφοιτήσαντες ἐκ τῆς πρώτης γυμνασιακῆς τάξεως. Νομίζω ἑπομένως, ὅτι τὸ νομοσχέδιον ἔχει ἀνάγκην βεβαίως τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως, ἀλλὰ δὲν εἶναι τοιοῦτον, ὥστε νὰ μὴ ἦναι δυνατὸν νὰ ψιφισθῇ—ἐκτὸς ἂν θελήσωμεν νὰ καταρτισθῇ τέλειόν τι νομοσχέδιον, μὴ ἀκολουθοῦντες τὴν μέχρι τοῦδε τακτικήν, ὁπότε ὅμως θὰ ὑπάρξῃ ἀνάγκη πολλοῦ καιροῦ, οὐχὶ δὲ εἰδικῆς ἐπιτροπῆς, ἀπορρεούσης ἀπὸ τῆς Βουλῆς, ἀλλ’ ἄλλης ἐπιτροπῆς, περιλαμβανούσης ἐπιστήμονας ἐμπόρους, ἐκ τῶν ὁποίων ἴσως δὲν δυνάμεθα καὶ νὰ εὕρωμεν ἐντὸς τῶν Ἀθηνῶν πολλούς, διότι ἀπαιτεῖται οὐχὶ μόνον ἐμπορικὴ μάθησις καὶ ἐμπορικὴ πεῖρα, ἀλλὰ καὶ διδασκαλικὴ περὶ τὰ ἐμπορικὰ πεῖρα. Μίαν τελευταίαν παρατήρησιν πρόκειται νὰ ἐπιφέρω. Εἶπεν ἤδη, νομίζω, ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῆς Ἐκπαιδεύσεως, ὅτι θεωρεῖ, ὅτι πρέπει νὰ ἐκλείψῃ τὸ «ἡ καθαρεύουσα νέα Ἑλληνικὴ γλῶσσα», καὶ νὰ μείνῃ μόνον «ἡ Ἑλληνικὴ γλῶσσα». Ἀκριβῶς ἀσπάζομαι καὶ ἐγὼ τοῦτο τὸ φρόνημα. Ἐὰν δὲ ἐπιμένω νὰ δηλώσω, ὅτι ἀσπάζομαι τοῦτο τὸ φρόνημα, τοῦτο προέρχεται ἐκ τοῦ ὅτι παρατηρῶ μετὰ μεγάλης μου λύπης, ὅτι δὲν ἐνόησαμεν πολλοὶ — δὲν λέγω βεβαίως περὶ ὅλων τῶν Ἑλλήνων — ποίαν σημασίαν ἐξασκεῖ εἰς τὸ ἐθνικὸν ἡμῶν μέλλον ἡ ἀποσκυβάλισις τοῦ χυδαϊσμοῦ καὶ ἡ πρὸς τὸν ἀρχαϊσμὸν ὅσῳ τὸ δυνατὸν ταχύτερον βάδισις ἡμῶν. (Ἐπιδοκιμασίαι καὶ φωναί: Πολὺ ὡραῖα! Βεβαιότατα!). Ἐξητάσθη πάντοτε τὸ ζήτημα τοῦτο, τὸ τῆς γλώσσης, παρ’ ἡμῖν φιλολογικῶς...

§155Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Μᾶλλον ἱστορικῶς παρὰ φιλολογικῶς.

§156Θ. ΦΛΟΓΑΙΤΗΣ. .. Ἐθεωρήθη, ὅτι εἶναι ἀναγκαῖον νὰ καταρτίσωμεν οἱονεὶ γλῶσσαν καθαρεύουσαν, φεύγοντες ἐξ ἑνὸς τὸν ἀηδῆ χυδαϊσμόν, διὰ τοῦ ὁποίου ἄλλως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπηρετηθῶσιν αἱ ἐπιστημονικαὶ ἀνάγκαι, προστρέχοντες δὲ βαθμηδὸν καὶ κατ’ ὀλίγον εἰς τὴν ἀρχαίαν ἡμῶν γλῶσσαν, διότι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ κατορθωθῇ, κατὰ τὴν γνώμην τῶν ἐξόχων φιλολόγων καὶ διδασκάλων τοῦ Γένους, οἵτινες ἔθεντο ὀπωσδήποτε τὰ ὅρια, νὰ ἐξυπηρετηθῶσιν αἱ ἐπιστημονικαὶ χρεῖαι ἡμῶν διὰ τῆς χυδαϊκῆς γλώσσης, καὶ ὑπῆρχεν ἀνάγκη τῆς γλώσσης τῆς ἀρχαίας, τῆς Ἑλληνικῆς. Ἐθεωρήθη δηλονότι, εἶναι ὅτι ἀναγκαῖον νὰ διαπλασθῇ κοινή τις τοῦ Γένους γλῶσσα, μὴ ἀπομακρυνομένη τῆς χυδαϊκῆς ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε νὰ ἀποβαίνῃ εἰς τοὺς ἁπλουστέρους ἀκατάληπτος, διορθουμένη δὲ καὶ ῥυθμιζομένη κατὰ τὸν τύπον τῆς ἀρχαίας, καὶ ἐκ τοῦ θησαυροῦ ἐκείνης πλουτιζομένη, βαδίζουσα ὁσημέραι εἰς στενωτέραν πρὸς τὴν ἀρχαίαν προσέγγισιν. Ἐπίσης ἐθεωρήθη, ὅτι ἦτο τοῦτο ἀναγκαῖον καὶ διότι ἕνεκα τῆς ἐκβαρβαρώσεως, ἣν ὑπέστη ἡ ἐθνικὴ τοῦ γένους γλῶσσα κατὰ τοὺς χρόνους τῆς δουλείας, ἐπῆλθον κατὰ τόπους τοσαῦται καὶ τηλικαῦται μεταβολαὶ εἰς τὰς καταλήξεις καὶ εἰς τὰς κλίσεις ἐν γένει, ἀλλὰ καὶ εἰς τὴν χρῆσιν τῶν λέξεων, ὥστε διαφέρει ἡ μία τῆς ἄλλης διαλέκτου ἐν πολλοῖς. Ἀλλ’ ἐγὼ νομίζω, ὅτι τὸ ζήτημα τὸ γλωσσικὸν εἶναι διὰ τὴν Ἑλλάδα τὸ σπουδαιότερον ἐθνικὸν ζήτημα. Καὶ ἰδοὺ διατί. Ὅσον καὶ ἂν θέλωμεν οἱ Ἕλληνες νὰ κολακευώμεθα, ὅτι ὀφείλομεν εἰς ἡμᾶς αὐτοὺς ὅ,τι τέλος πάντων ἔχομεν, ὅσον καὶ ἂν νομίζωμεν, ὅτι ἡ πολιτικὴ ἡμῶν ὕπαρξις ὀφείλεται εἰς τοὺς ἐθνικοὺς ἡμῶν ἀγῶνας, πρέπει ν’ ἀνομολογήσωμεν, ὅτι κυρίως καὶ πρὸ πάντων οἱ Ἕλληνες ὀφείλομεν ὅ,τι ἔχομεν εἰς τὴν ἔνδοξον ἡμῶν καταγωγὴν ἀπὸ τῶν ἀρχαίων Ἑλλήνων, οἵτινες ὑπῆρξαν οἱ ἀναπτύξαντες καὶ ἐκθρέψαντες τὰς τέχνας καὶ τὰς ἐπιστήμας, καὶ δημιουργήσαντες τὸν πολιτισμόν, ἐνώπιον τοῦ ὁποίου ἔκυπτε καὶ κύπτει ὁλόκληρος ἡ Εὐρώπη. (Εὖγε! εὖγε!). Ἐπιτραπείτω μοι δὲ νὰ πιστεύω, ὅτι μόνον ἡ ἱστορία δὲν ἀρκεῖ ἴσως νὰ δώσῃ καὶ ἐν τῷ μέλλοντι εἰς ἡμᾶς ὅλην τὴν ἀναγκαίαν ἠθικὴν καὶ ὑλικὴν συνδρομήν, ἥτις ἀπορρέει ἀπὸ τῆς ἠθικῆς δυνάμεως τοῦ ἀρχαίου Ἑλληνισμοῦ. Ὁ Ἰούλιος Καῖσαρ ἔλεγεν ἄλλοτε, πρὸ δύο χιλιάδων καὶ ἐπέκεινα ἐτῶν: «Ἑλλάς! Ἑλλάς! ἕως πότε θὰ σὲ σώζῃ ἡ δόξα τῶν προγόνων;» Καὶ ἐθεώρει ἀκριβῶς, ὅτι ἡ δόξα τῶν προγόνων, ἡ δόξα ἐπὶ τῇ ἀνακαλύψει τῶν ἐπιστημῶν καὶ τῶν τεχνῶν, ἐπὶ τῇ δημιουργίᾳ τοῦ πολιτισμοῦ, ἐπὶ τῇ κατατροπώσει τῶν βαρβάρων, οἵτινες ἠθέλησαν τότε νὰ εἰσελάσωσιν εἰς τὴν Ἑλλάδα καὶ καταστρέψωσι τὸν πολιτισμόν, ἦτο περγαμηνὴ σωτηρίας καὶ μεγαλείου τοῦ Ἑλληνισμοῦ εἰς ὅλους τοὺς αἰῶνας. (Ἐπιδοκιμασίαι). Ἀλλ’ ἡ ἱστορία μόνη δὲν δύναται νὰ συνδέσῃ ἡμᾶς σφιγκτῶς πρὸς τὴν Εὐρώπην. Πρὸς τὴν Εὐρώπην δύναται νὰ συνδέσῃ ἡμᾶς μετὰ τῶν ἄλλων ζωντανῶν μνημείων τοῦ ἀρχαίου Ἑλληνισμοῦ, τοῦ Παρθενῶνος καὶ τῆς Ἀκροπόλεως, μόνη ἡ βαθεῖα γνῶσις τῆς Ἑλληνικῆς γλώσσης. Εὐτυχῶς ἐπὶ τοσοῦτον εἶχε προοδεύσει μέχρις ἐσχάτων ἡ γλῶσσα ἡμῶν, ὥστε ἀλλογενεῖς Ἑλληνισταὶ κατενόουν ἄνευ δυσχερείας τοὐλάχιστόν τινα τῶν συγγραμμάτων, τῶν γραφομένων ἐν τῇ καθωμιλημένῃ γλώσσῃ, καὶ ἐφημερίδας τοὐλάχιστόν τινας, ὡσεὶ ἐγίνωσκον τὴν νέαν Ἑλληνικὴν γλῶσσαν, τὴν ὁποίαν ὅμως δὲν εἶχον διδαχθῆ ποσῶς. Δὲν θέλω νὰ ἀπασχολήσω τὴν Βουλήν, ἀναφέρων οὐκ ὀλίγα παραδείγματα σοφῶν Ἑλληνιστῶν, οἵτινες κατενόουν ἄριστα τὰ πονήματα τῶν νέων Ἑλλήνων συγγραφέων, ἐνῷ ἐν ταὐτῷ ἐθαύμαζον τὴν ταχεῖαν ἐπίδοσιν τῶν νεωτέρων Ἑλλήνων εἰς τὸν καθαρισμὸν τῆς γλώσσης ἀπὸ τῶν ἐνσκηψάντων εἰς αὐτὴν κατὰ τὸν χρόνον τῆς δουλείας ξενισμῶν καὶ βαρβαρισμῶν. Ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ ὅμως νὰ μνημονεύσω κατ’ ἐξαίρεσιν, ὅτι ἔξοχος Γάλλος φιλόσοφος, ὁ Ταὶν, ἔγραφε δι’ ἐπιστολῆς αὑτοῦ, ἐγκωμιαζούσης τὴν εὐφυΐαν τῶν Ἑλλήνων καὶ τὴν δύναμιν τῆς Ἑλληνικῆς γλώσσης, ἥτις ἐπιστολὴ καὶ ἐτυπώθη καὶ ἧς ἐμνημόνευσα καὶ ἐν ἄλλαις μου πραγματείαις, ὅτι, εἰ καὶ ἐδιδάχθη μόνον τὴν ἀρχαίαν Ἑλληνικήν, οὐχ ἧττον κατενόησεν ἄριστα τὸ σύγγραμμα αὑτοῦ «περὶ φιλοσοφίας τῆς τέχνης», ἐξελληνισθὲν ὑπὸ τοῦ μακαρίτου Ἀχιλλέως Ἀγαθονίκου, τοῦ κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη τοῦ βίου τοῦ Εἰσαγγελέως παρὰ τῷ Ἀρείῳ Πάγῳ, διότι ἡ γλῶσσα τοῦ βιβλίου ἦτο αὐτὴ ἡ γλῶσσα ἡ Ἑλληνικὴ, ἣν ἐγίνωσκε, κατὰ τοῦτο μόνον τροποποιημένη, ὅτι περιελάμβανε τρία ἄγνωστα τοῖς ἀρχαίοις μόρια, τὸ νὰ, τὸ θὰ καὶ τὸ δὲν, τῶν ὁποίων ὅμως ἀκριβῶς κατώρθωσε νὰ ἐννοήσῃ τὴν σημασίαν ἐκ τῆς ὅλης ὑφῆς. Διὰ τὴν Ἑλλάδα θὰ ἦτο τῷ ὄντι ὑπηρετικώτατον τὸ νὰ κατορθώσωμεν, ὥστε νὰ γράφωμεν κατὰ τοιοῦτον τρόπον πάντες οἱ Ἕλληνες, ὥστε νὰ ἐννοώμεθα ὑπὸ τῶν ἀλλογενῶν Ἑλληνιστῶν. Τοῦτο θὰ συνδέσῃ ἡμᾶς πρὸς αὐτοὺς πολὺ στενώτερον καὶ πολὺ σφιγκτότερον, καὶ θὰ ἔχωμεν ἐκ τούτου πολὺ θερμοτέραν τὴν ὑποστήριξιν τῶν ἀλλογενῶν Ἑλληνιστῶν καὶ ἐν γένει τῆς εὐρωπαϊκῆς κοινῆς γνώμης, εἰς ἣν κυρίως ὀφείλομεν τὴν σωτηρίαν ἡμῶν ἀπὸ τῆς καταστροφῆς κατά τε τοὺς ἀρχαιοτέρους καὶ τοὺς νεωτέρους χρόνους. Ἂς λάβωμεν δ’ ὑπ’ ὄψιν, ὅτι, ἐὰν δὲν κατορθωθῇ νὰ βαδίσωμεν πρὸς τὴν ἀρχαίαν γλῶσσαν, εἰς τρόπον ὥστε νὰ καταστῇ νοητὴ παρὰ πᾶσι τοῖς Εὐρωπαίοις ἡ γλῶσσα ἡμῶν, καὶ θελήσωμεν μάλιστα ν’ ἀκολουθήσωμεν ἄλλην ὁδὸν, θὰ συμβῇ μετά τινα ἔτη νὰ ἐπικρατήσῃ καὶ ἐκεῖ ἡ ἀρχὴ, ὅτι πρέπει νὰ διαγραφῇ ἡ Ἑλληνικὴ γλῶσσα ἐκ τῶν διδασκομένων γλωσσῶν, ὡς γλῶσσα νεκρὰ, ὅπερ δι’ ἡμᾶς ἔσεται ἐξολοθρευτικόν. Κατ’ ἐμὲ, ἡ Ἑλληνικὴ γλῶσσα ἦτο, εἶναι καὶ ἔσεται ζῶσα, οὐδέποτε δὲ ὑπῆρξε νεκρὰ, ὡς κακῶς ἐξέλαβόν τινες. Ἀπὸ τῆς φρονήσεως δὲ, φιλοπατρίας καὶ δραστηριότητος ἡμῶν ἤρτηται νὰ δώσωμεν ἔτι μείζονα ζωὴν εἰς αὐτὴν, συντείνοντες διὰ τῆς μείζονος προσεγγίσεως ἡμῶν ἐν τῷ λαλεῖν καὶ ἐν τῷ γράφειν αὐτὴν νὰ ἑδραιωθῇ καὶ γενικευθῇ ἐν πάσῃ τῇ Εὐρώπῃ. Ἡ Λατινικὴ γλῶσσα βεβαίως ἀπέθανεν· ἔδωσε μὲν ζωὴν εἰς καλλιμόρφους θυγατέρας, ἀλλὰ δὲν ζῇ. Ἡ Ἑλληνικὴ ὅμως ἔζη, ζῇ καὶ ζήσεται εἰς τοὺς αἰῶνας. (Ἐπιδοκιμασίαι καὶ μεγίστη ἔντασις τῆς προσοχῆς τῶν Βουλευτῶν). Βεβαίως πᾶσα γλῶσσα βαθμηδὸν ὑφίσταται τροποποιήσεις τινὰς, ἀλλὰ διότι ὑφίσταται τροποποιήσεις τινὰς διὰ τοῦ χρόνου, δὲν ἕπεται, ὅτι ἐξαλείφεται, ὅτι ἐκλείπει, ὅτι παράγεται νέα γλῶσσα. Ἐνέμεινα ἐπίτηδες εἰς τοῦτο, εἰ καὶ ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως Ὑπουργὸς εἶπεν, ὅτι δέχεται νὰ διαγραφῶσιν αἱ λέξεις «καθαρεύουσα νέα» καὶ τεθῇ μόνον «Ἑλληνικὴ γλῶσσα.» Βεβαίως δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ διδάσκηται ὁ μαθητὴς τὸν Ὅμηρον καὶ τὸν Πίνδαρον· τοῦτο μάλιστα δύνασθε νὰ τὸ καθορίσητε.

§157Α. ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Διὰ τοῦτο εἴπομεν «καθαρεύουσα.»

§158Θ. ΦΛΟΓΑΙΤΗΣ. Ἐγὼ ἐρωτῶ ἄλλο· ποία εἶναι ἡ ἀρχαία καὶ ποία ἡ καθαρεύουσα; Ὑπάρχει διαφορά τις μεταξὺ τῆς ἀρχαίας καὶ τῆς καθαρευούσης; Ἂν ὑπῆρχε διαφορά τις ἐν τῇ Γραμματικῇ, ἠδύνασθε νὰ μεταχειρισθῆτε τὴν λέξιν «καθαρεύουσα»· ἀλλ’ οὐδεμία διαφορὰ ὑπάρχει. Ἤκουσα ἄλλοτε, ὅτι ἡ δοτικὴ δὲν εἶναι τῆς καθαρευούσης γλώσσης, ἀλλὰ τοῦτο εἶναι προφανὴς πλάνη· ἡ δοτικὴ οὐ μόνον εἶναι καὶ τῆς καθαρευούσης, ἀλλ’ εἶναι καὶ αὐτῆς τῆς χυδαίας λαλιᾶς. Τίς δὲν λέγει «χάριτι θείᾳ», «δόξα τῷ Θεῷ»; Λέγουσί τινες, ὅτι ἡ καθαρεύουσα δὲν ἔχει τοὺς παρακειμένους· ἀλλὰ τότε τί γίνεται τὸ πεπαιδευμένος; τίς δὲν λέγει καὶ ἐξ αὐτῶν τῶν χυδαϊζόντων ἀνὴρ πεπαιδευμένος;

§159ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Καὶ ἡ δεδηλωμένη. (Ἱλαρότης).

§160Θ. ΦΛΟΓΑΙΤΗΣ. Ἔρχεται τὸ ἀπαρέμφατον. Βεβαίως ὀλίγοι ποιοῦνται χρῆσιν τοῦ εἰδικοῦ ἀπαρεμφάτου, ἀλλὰ τοῦ τελικοῦ ποιοῦνται βεβαίως χρῆσιν πολλοὶ, ἔτι δὲ μᾶλλον τοῦ ὀνοματικοῦ. Τίς δὲν λέγει τὸ γράφειν, τὸ ἀγορεύειν κτλ.; Ἔπειτα τί γίνεται τὸ οὕτως εἰπεῖν; Ἔχω λοιπὸν τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἡ Γραμματικὴ τῆς λεγομένης νέας Ἑλληνικῆς γλώσσης εἶναι ἡ Γραμματικὴ αὐτῆς τῆς ἀρχαίας· ἄλλη Γραμματικὴ οὔτε ὑπάρχει, οὔτε θὰ ὑπάρξῃ· δυνατὸν μὲν νὰ ἐξακολουθήσωσιν ὁ εἷς καὶ ὁ ἄλλος ν’ ἀγωνίζωνται εἰς τὴν διάπλασιν νέας γλώσσης, ἐξ οὗ δύναται βεβαίως νὰ προέλθῃ εἷς κυκεὼν φωνῶν ἀηδὴς, φύρμα ἀνουσίων καὶ ἀνομοίων τύπων, πολυμιγής τις λέξεων κέντρων· ἀλλ’ οὔτε νέα Γραμματικὴ δύναταί ποτε νὰ καταρτισθῇ, οὔτε νέα γλῶσσα, κυρίως εἰπεῖν, νὰ παραχθῇ. Δύναται μόνον νὰ παραβλαφθῇ τὸ ἔθνος ἐκ τῆς ἐν τῇ Εὐρωπαϊκῇ συνειδήσει καταπτώσεως τῶν πρὸς τὸν Ἑλληνισμὸν συμπαθειῶν, ἂν δὲν συντελέσωμεν πάσῃ δυνάμει εἰς τὴν οἱονεὶ συνταύτισιν τῆς γλώσσης ἡμῶν πρὸς τὴν θαυμαζομένην καὶ λατρευομένην ὑπὸ τῶν Εὐρωπαίων Ἑλληνικὴν γλῶσσαν τῶν ἡμετέρων προγόνων.

§161ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Στάης ἔχει τὸν λόγον.

§162ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Αὔριον, κύριε Πρόεδρε· εἶναι ἐνάτη ἡ ὥρα.

§163ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Ἐγὼ, κύριε Πρόεδρε, ἐπιφυλάττομαι νὰ ὁμιλήσω εἰς τὴν δευτέραν ἀνάγνωσιν.

§164Α. ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Ἂς ψηφισθῇ ἤδη τὸ νομοσχέδιον εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν, διότι ἐπείγει, καὶ εἰς τὴν δευτέραν ἀνάγνωσιν ἀκούομεν τὸν κύριον Στάην καὶ τοὺς ἄλλους κυρίους συναδέλφους, οἵτινες θὰ λάβωσι τὸν λόγον.

§165Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Κατὰ τὴν πρώτην ἀνάγνωσιν τὰ πρακτικὰ πρέπει νὰ περιλαμβάνωσι τοὺς λόγους ὅλων τῶν ἀγορευσάντων. Ἐπειδὴ δὲ ὁ κ. ἐκ Κυθήρων Βουλευτὴς προτίθεται νὰ ὁμιλήσῃ ἐπὶ ὅλων τῶν λεχθέντων ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου, πρέπει ὁ ἀναγινώσκων τὰ πρακτικὰ νὰ εὕρῃ ἐν αὐτοῖς τὰς ἀγορεύσεις καὶ τῶν ὑπὲρ καὶ τῶν κατὰ τοῦ νομοσχεδίου ἀγορευσάντων. Ἔχει δὲ ζητήσει τὸν λόγον καὶ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Πατρῶν.

§166ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρᾳ 9 μ. μ.)

1§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 14
2τῆς 2 Φεβρουαρίου 1902.
3(Σάββατον).
4(Γενομένης ἀπαρτίας ὥρᾳ 5 καὶ 15′ μ. μ. ἀναγινώσκον-
5ται καὶ ἐγκριθέντα ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγου-
6μένης συνεδριάσεως).
7§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ὥρα, ἡ προσδιορισθεῖσα παρὰ τῆς Βου-
8λῆς, κύριοι Βουλευταί, εἶναι ἡ τετάρτη· ἀλλὰ παρέρχεται καὶ
9ἡ πέμπτη, καὶ μόλις κατορθοῦται νὰ γείνῃ ἀπαρτία. Θὰ
10παρακαλέσω τοὺς κυρίους Βουλευτὰς νὰ ἔρχωνται ἐγκαίρως,
11διότι οὕτω καὶ αἱ συζητήσεις δὲν θὰ παρατείνωνται εἰς προ-
12κεχωρημένην ὥραν, καὶ ἐνωρίτερον θ’ ἀπερχώμεθα ἐντεῦθεν.
13§2Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, νὰ μὲ σημειώσητε.
14§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους
15ἐπιτροπὴ ὑποβάλλει τὰς ἐκθέσεις αὑτῆς ἐπὶ τῶν νομοσχε-
16δίων: 1) «περὶ ἀκυρώσεως πιστώσεων καὶ χορηγίας ἀνα-
17πληρωματικῶν τοιούτων ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ
18τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους
191901» καὶ 2) «περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῶν πιστώσεων
20ἐπὶ διαφόρων κεφαλαίων καὶ ἄρθρων τοῦ εἰδικοῦ προϋπολο-
21γισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν τῆς χρήσεως τοῦ
22ἔτους 1901 ἐκ δραχμῶν 198,960.»
23Θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ.
2448–49).
25Κάτοικοι τοῦ δήμου Νέσσωνος διὰ τηλεγραφήματός των
26παρακαλοῦσι τὴν Βουλὴν νὰ ἐπισπεύσῃ τὴν ψήφισιν τῆς
27συμβάσεως περὶ σιγαροποιΐας.
28Ἐπιτροπὴ Ἑλλήνων ὑπηκόων, διαμενόντων ἐν Πρεβέζῃ,
29διὰ τηλεγραφήματός της παρακαλεῖ τὴν Βουλὴν νὰ λάβῃ
30ὑπ’ ὄψιν τὴν ἀναφορὰν αὐτῶν περὶ τῆς στρατιωτικῆς αὐτῶν
31ὑπηρεσίας.
32Ἡ ἀναφορὰ αὕτη ἔχει διαβιβασθῆ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν
33Στρατιωτικῶν.
34§4Γ. ΚΟΡΠΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Ἡ
35προκειμένη ἀναφορὰ, ὑποβληθεῖσα ὑπὸ τῶν ἰδίων πρὸς τὴν
36Βουλὴν καὶ ὑποστηριχθεῖσα, ἂν δὲν μὲ ἀπατᾷ ἡ μνήμη, ὑπὸ
37τοῦ ἐκ Λευκάδος κυρίου Βουλευτοῦ, διεβιβάσθη πρὸς τὸν
38Νομάρχην Λευκάδος, διὰ νὰ παράσχῃ εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τὰς
39ἀναγκαίας πληροφορίας, ἂν τουτέστιν οἱ ἀναφερόμενοι εἶναι
40ὑπόχρεοι νὰ ὑπηρετήσωσι, καὶ ἂν ἐφηρμόσθησαν αἱ διατά-
41ξεις τοῦ νόμου περὶ στρατολογίας ἐπὶ τοῦ προκειμένου.
42§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ κάτοικοι Λιγουδίστης τοῦ δήμου Φλεσ-
43σιάδος δι’ ἀναφορᾶς των παρακαλοῦσι τὴν Βουλὴν, ὅπως ὁ
44σιδηρόδρομος Κυπαρισσίας διέλθῃ διὰ Φιλιατρῶν, Γαργα-
45λιάνων, Λιγουδίστης καὶ Χατζῆ καὶ φθάσῃ μέχρι Πύλου.
46Οἱ ἐν Πάτραις Καλαβρυτινοὶ δι’ ἀναφορᾶς των παρακα-
47λοῦσι τὴν Βουλὴν νὰ μεριμνήσῃ περὶ τῆς μεταρρυθμίσεως
48τοῦ περὶ φορολογίας τοῦ καπνοῦ νόμου.
49Οἱ ἀμπελοκτήμονες Χαλκίδος διὰ τηλεγραφήματός των
50παρακαλοῦσι τὴν Βουλὴν, ὅπως μεριμνήσῃ νὰ μετριασθῶσιν
51ἐν ταῖς Εὐρωπαϊκαῖς ἀγοραῖς τὰ τέλη τῶν ἐκεῖ εἰσαγομέ-
52νων Ἑλληνικῶν οἴνων, καὶ ν’ ἀπαλλαγῶσιν οἱ ἀμπελουρ-
53γοὶ παντὸς φόρου, ἐπιβαλλομένου τούτου ἐπὶ τῆς κατανα-
54λώσεως.
55Ὁ Γαβριὴλ Σοφοκλῆς, ἐκδίδων μετάφρασιν τῆς συγγρα-
56φῆς τοῦ Θουκυδίδου περὶ Πελοποννησιακοῦ πολέμου, τὴν
57ὁποίαν ἀφιερώνει εἰς τὴν Βουλὴν, παρακαλεῖ νὰ τῷ χορη-
58γηθῇ συνδρομὴ πρὸς ἐκτύπωσιν.
59§6Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Συνιστῶ τὴν ἀναφορὰν ταύτην,
60καὶ παρακαλῶ νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν.
61§7Ν. ΛΕΩΝΙΔΑΣ. Καὶ ἐγὼ ὡσαύτως.
62§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ σταλῇ εἰς τὸ ἁρμόδιον Ὑπουργεῖον
63μετὰ συστάσεως.
64Καπνοπαραγωγοὶ τοῦ δήμου Φερῶν διὰ τηλεγραφήματός
65των παρακαλοῦσι τὴν Βουλὴν νὰ ψηφίσῃ τὴν σύμβασιν περὶ
66σιγαροποιΐας.
67Ἐπιτροπὴ καπνεμπόρων Βόλου διὰ τηλεγραφήματός της
68παρακαλεῖ ὡσαύτως τὴν Βουλὴν νὰ ψηφίσῃ τὴν σύμβασιν
69ταύτην.
70Ἕτερον τηλεγράφημα τοῦ λαοῦ Βόλου ἐναντίον τῆς συμ-
71βάσεως ταύτης.
72Κάτοικοι Ζακύνθου διὰ τηλεγραφήματός των παρακα-
73λοῦσι τὴν Βουλὴν νὰ ἀνανεώσῃ τὸ λῆγον προνόμιον τῆς Ἰο-
74νικῆς Τραπέζης.
75Πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως τὸν λόγον ἔχει ὁ κύριος
76Πρωθυπουργός.
77§9ΑΛΕΞ. Θ. ΖΑΙΜΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ
78τῶν Ἐξωτερικῶν). Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν
79Βουλὴν σχέδιον νόμου «περὶ κυρώσεως τῆς μεταξὺ Ἑλλά-
80δος καὶ Βελγίου συνομολογηθείσης συνθήκης περὶ ἀμοιβαίας
81ἐκδόσεως ἐγκληματιῶν καὶ τῆς τηρητέας πρὸς ἔκδοσιν δια-
82δικασίας».
83§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Πα-
84ράρτημα. ἀριθ. 50).
85§11Φ. ΝΕΓΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Κατα-
86θέτω εἰς τὴν Βουλὴν ἀπάντησιν εἰς τὴν ἐπερώτησιν τοῦ ἐκ
87Καρυστίας βουλευτοῦ κ. Δούνη περὶ τῶν χορηγηθέντων βοη-
88θημάτων πρὸς τοὺς παθόντας ἐν μεταλλείοις κλπ.
89Καταθέτω νομοσχέδιον, δι’ οὗ ζητεῖται πίστωσις δραχ-
90μῶν 57,000 πρὸς ἀγορὰν οἰκοπέδου 936 μέτρων ἐν Ἀθήναις,
91εἰς θέσιν Καμαράκια.
92§12Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Καμαράκια εἶναι περὶ τὴν ὁδὸν
93Ἡρώδου τοῦ Ἀττικοῦ;
94§13Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Μάλιστα.
95§14Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Πάλιν τὸ ἴδιον!
96§15ΝΕΓΡΗΣ. Καταθέτω ἐπίσης νομοσχέδιον περὶ ἀγορᾶς χώ-
97ρου κειμένου ἐν Δήλῳ, παρὰ τὸ Λοιμοκαθαρτήριον, καὶ ἀνή-
98κοντος εἰς τὸν δῆμον Μυκόνου.
99Λαμβάνω τὴν τιμήν, κύριοι Βουλευταὶ, νὰ καταθέσω τὸ
100νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ὑπεσχέθην εἰς τὴν Βουλὴν, «περὶ
101παρατάσεως τῆς προθεσμίας τῆς κατὰ τὸν νόμον ͵ΒΧϞΔʹ
102τοῦ 1900 ἀνανεώσεως τῶν ὀφειλομένων εἰς τὸ Δημόσιον ἐκ
103προκαταβολῶν καὶ ἄλλων ἐσόδων ἐκ παρελθουσῶν χρήσεων.»
104§16ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομι-
105κῶν ὑποβληθέντα νομοσχέδια θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ.
106(Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 51–53)
107§17Ν. ΓΟΥΛΙΜΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, θὰ ὑποβάλω τὴν παρά-
108κλησιν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, τὴν ὁποίαν,
109ὑποθέτω, καὶ ἡ Βουλὴ συμμερίζεται, νὰ ὑποβάλῃ καὶ νομο-
110σχέδιον ἐπεκτεῖνον τὴν εὐεργετικὴν διάταξιν τῆς ἀνανεώ-
111σεως τῶν χρεῶν καὶ εἰς τὰ ἔτη 1896, 1897 καὶ 1898,
112συμπεριλαμβανομένου, διότι, ἂν ἐπρόκειτο νὰ γείνῃ νόμος
113τοιοῦτος εὐεργετικός, πρὸ πάντων δι’ αὐτὰ τὰ ἔτη ἔπρεπε
114νὰ γείνῃ, διὰ τὰ ἔτη 1897 καὶ 1898. Βεβαίως διὰ τὸ 1896
115δὲν πρόκειται λόγος, παρὰ μόνον ἐπειδὴ εἶναι μεταξὺ τοῦ
1161895 καὶ 1897, ὅτε ἦτο ὁ πόλεμος, τὸ δικαιοστάσιον, ὅτε
117ἑπτὰ ἡλικίαι συνεκλήθησαν. Ἐγὼ γνωρίζω ἐκ τῆς ἐπαρχίας
118μου, ὅτι ἡ κτηνοτροφία εἶχε καταστραφῆ, διότι πολλαὶ ἀγέ-
119λαι χοίρων εἶχον μείνει ἄνευ φυλάκων καὶ εἶχον καταντή-
120σει εἰς ἀγρίαν κατάστασιν, ὅτι οἱ ἀγροὶ εἶχον μείνει χέρσοι,
121ὅτι τὸ ἐμπόριον καὶ πᾶσα συναλλαγὴ εἶχε σταματήσει, ἕνεκα
122τῶν λόγων, οὓς ἐμνημόνευσα. Ἑπομένως, ἐὰν πρόκηται νὰ
123ψηφισθῇ μία εὐεργετικὴ διάταξις, ὁποία ἡ τοῦ νόμου τοῦ
1241900, ἥτις πραγματικῶς εὐηργέτησε καὶ τὸν τόπον καὶ τὸ
125Δημόσιον, αὐτὴ ἡ διάταξις πρέπει νὰ ἐπεκταθῇ καὶ διὰ τὰ
126ἔτη 1897 καὶ 1898. Νομίζω ὅτι διερμηνεύω τὴν γνώμην
127τῆς Βουλῆς, παρακαλῶν τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονο-
128μικῶν νὰ ὑποβάλῃ τοιοῦτο νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον οὐδόλως
129θέλει ζημιώσει τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου· ἁπλῶς μόνον
130θὰ φέρῃ μίαν ἀνακούφισιν εἰς ὀφειλέτας, οἱ ὁποῖοι ἕνεκα
131αὐτῶν τῶν αἰτίων δὲν δύνανται σήμερον νὰ ἐκπληρώσωσι
132τὰς ὑποχρεώσεις των καὶ καταδιώκονται.
133§18Δ. ΚΡΙΤΣΑΣ. Ἐπίσης παρακαλῶ καὶ ἐγὼ περὶ τούτου,
134διότι εἶναι πολὺ δικαία ἡ ἀπαίτησις.
135§19ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὅλοι, ὅλοι.
136§20Φ. ΝΕΓΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἄν τὸ
137ἀρχικὸν νομοσχέδιον περιελάμβανε διατάξεις τοιαύτας, βε-
138βαίως θὰ περιελαμβάνομεν ταύτας ἐν τῷ παρόντι νομοσχε-
139δίῳ· ἀλλὰ μὴ λησμονῶμεν, ὅτι, ἐὰν τοιαύτας περιλάβωμεν
140διατάξεις σήμερον εἰς τὸ νέον νομοσχέδιον, θέλουσι στερηθῆ
141τῶν εὐεργετημάτων αὐτῶν ἀκριβῶς ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἐπρο-
142θυμοποιήθησαν νὰ πληρώσωσι πρῶτοι, καὶ οἱ ὁποῖοι ἐπλή-
143ρωσαν κατὰ τὸ 1900 καὶ κατὰ τὸ 1901, θέλουσι δὲ ἀπο-
144λαύσει τῶν εὐεργετημάτων αὐτῶν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι δὲν
145ἐπλήρωσαν. Αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον δὲν ἔκαμα
146τὴν προσθήκην αὐτήν.
147§21ΤΙΝΕΣ. Δὲν ἠδυνήθησαν.
148§22Ν. ΓΟΥΛΙΜΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὄχι δὲν ἐπροθυμοποιή-
149θησαν, ἀλλὰ δὲν ἠδύναντο νὰ πληρώσωσι, διότι αὐτοὶ ὑπέ-
150στησαν καταστροφὰς ἕνεκα τοῦ πολέμου. Δὲν τὰς ὑπέστη-
151σαν μόνον ἐν τῇ Θεσσαλίᾳ, ἀλλ’ ἐν ὁλοκλήρῳ τῇ Ἑλλάδι·
152διότι ἑπτὰ ἡλικίαι ἦσαν εἰς τὸν στρατὸν, διότι αἱ γαῖαι ἔμει-
153ναν ἀκαλλιέργητοι. Γνωρίζω διὰ τὴν κτηνοτροφίαν, ὅτι αἱ
154ἀγέλαι εἶχον μείνει ἄνευ φυλάκων. Ἐννοεῖται, ὅτι αὐτοὶ εἶ-
155ναι οἱ λόγοι, διὰ τοὺς ὁποίους δὲν ἠδύναντο νὰ ἐκπληρώ-
156σωσι τὰς ὑποχρεώσεις των πρὸς τὸ Κράτος, καὶ ὄχι διότι
157δὲν ἐπροθυμοποιήθησαν. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι πρέπει ἡ εὐ-
158εργετικὴ αὕτη διάταξις νὰ ἐπεκταθῇ καὶ ἐπὶ τῶν τριῶν
159αὐτῶν ἐτῶν.
160§23Α. ΡΙΚΑΚΗΣ. Ὁ λόγος, τὸν ὁποῖον εἶπεν ὁ κ. Ὑπουρ-
161γὸς, νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι δίκαιος, διότι μετὰ τὴν καταδίω-
162ξιν, ἡ ὁποία γίνεται παρὰ τοῦ Δημοσίου, ἤτοι νὰ φυλακί-
163ζωνται οἱ ὀφειλέται καὶ νὰ ἐκποιῆται ἡ περιουσία των διὰ
164μικρὰ χρέη, νομίζω, ὅτι τεκμαίρεται ἡ ἐντελὴς ἀνέχεια τοῦ
165λαοῦ καὶ ἡ ἀδυναμία πρὸς ἐκπλήρωσιν τῶν ὑποχρεώσεών
166του. Ὥστε νομίζω, ὅτι εἶναι δίκαιον νὰ συμπεριληφθῶσι καὶ
167τῶν δύο αὐτῶν ἐτῶν τὰ καθυστερούμενα, καθόσον περὶ πάν-
168των, ἀλλ’ ἰδίως περὶ τῶν ὀφειλετῶν, ἡ ἀναβολὴ καὶ ἡ ἐπι-
169είκεια, ἡ ὁποία θὰ δοθῇ ἐκ μέρους τοῦ Δημοσίου, θεωρεῖται
170δεδικαιολογημένη.
171§24Δ. ΚΡΙΤΣΑΣ. Εἶναι ἐκτὸς πάσης ἀμφιβολίας, κύριε Πρό-
172εδρε, ὅτι ἡ σύστασις τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Βονίτσης συναδέλφου
173εἶναι δικαία καὶ ἀξία μελέτης καὶ ἀμέσου ἐφαρμογῆς, προ-
174κειμένου μάλιστα περὶ τῶν ἐτῶν ἐκείνων, κατὰ τὰ ὁποῖα
175οἱ κάτοικοι πολλῶν μερῶν τῆς Ἑλλάδος ἦσαν ἀνάστατοι.
176Δὲν ἐξετάζω, τί ἐγένετο τότε εἰς ὅλην τὴν Ἑλλάδα· δύνα-
177μαι ὅμως νὰ βεβαιώσω, ὅτι ἡ ἐπαρχία, ἐξ ἧς προέρχομαι,
178ὑπέστη τὰ πάνδεινα κατὰ τὰ ἔτη 1897 καὶ 1898, καὶ ὅτι
179οἱ κάτοικοι αὐτῆς, ἐκτὸς ἐλαχίστων ἐξαιρέσεων, εὑρίσκοντο
180ἐν ἀπολύτῳ ἀνικανότητι νὰ πληρώσωσι τοὺς φόρους, δι’ ὧν
181ἐπιβαρύνονται, ὅτι δὲ καὶ οἱ ἀποτελέσαντες τὴν ἐξαίρεσίν
182εἰσι μόνον ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἀσχολοῦνται εἰς ἐργασίας, μὴ
183ἐπηρεασθείσας ἐκ τῆς ἐπικρατησάσης κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκεί-
184νην ὅλως ἐκρύθμου καταστάσεως. Εἶναι δίκαιον νὰ πληρώ-
185σωσι τὸν φόρον ἐπὶ τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν οἱ γεωργοὶ τῶν
186ἐτῶν ἐκείνων, ἐνῷ ἀναμφισβήτητον εἶναι, ὅτι οὔτε ἐκαλλι-
187έργησαν, οὔτε συνεκόμισαν καρπούς; Εἶναι δίκαιον, εἶναι λο-
188γικὸν νὰ πληρωθῶσιν οἱ φόροι τῶν ζῴων, ἐνῷ εἶναι βέβαιον,
189ὅτι, ὡς ἐκ τῆς ἐπικρατησάσης τότε ἀνωμαλίας, οἱ κτηνοτρό-
190φοι ἀπώλεσαν τὸ πλεῖστον τῆς κινητῆς περιουσίας των;
191Ἀλλὰ τί συνιστᾷ ὁ κ. συνάδελφος; Οὐχὶ ν’ ἀπαλλαγῶσιν ἐν-
192τελῶς τῆς πληρωμῆς τοῦ φόρου οἱ καθυστεροῦντες αὐτοὺς,
193ὅπερ θὰ ἦτο δίκαιον, ἀλλὰ νὰ ἐπιτραπῇ εἰς αὐτοὺς νὰ πλη-
194ρώσωσι τοὺς φόρους των ἄνευ τόκου καὶ ἄνευ προσθέτου φό-
195ρου ὑπερημερίας. Ἐγὼ, κ. Πρόεδρε, συντάσσομαι τῇ γνώμῃ
196τοῦ κ. συναδέλφου καὶ μάλιστα πλειοδοτῶ, συνιστῶν νὰ
197περιληφθῶσιν εἰς τὸν εὐεργετικὸν νόμον περὶ ἀνανεώσεως τῶν
198χρεῶν οὐχὶ μόνον οἱ καθυστεροῦντες φόρους τῶν ἐτῶν 1897
199καὶ 1898, ἀλλὰ καὶ οἱ καθυστεροῦντες τοιούτους μέχρι τοῦ
2001900, συμπεριλαμβανομένου. Εἶναι ἀναμφισβήτητον, ὅτι
201ἅπασα ἡ Ἑλλὰς καὶ ἐκ τοῦ πολέμου καὶ ἐκ τῶν κατὰ τὰ
202ἔτη ταῦτα διαφόρων θεομηνιῶν ὑπέστη ζημίας πολλάς, ὡς
203ἐκ τῶν ὁποίων περιέστη εἰς δυσχερείας μεγάλας. Δίκαιον
204λοιπὸν θεωρῶ νὰ παρασχεθῶσιν εἰς τοὺς κατοίκους αἱ συνι-
205στώμεναι εὐκολίαι, ἀφοῦ τοιαῦται μόνον ζητοῦνται καὶ οὐχὶ
206δωρεαί, ἐκτὸς ἂν ἡ Κυβέρνησις νομίζῃ, ὅτι τὸ Δημόσιον πρέ-
207πει νὰ ἐπιμείνῃ εἰς τὴν εἴσπραξιν οὐ μόνον τῶν φόρων,
208ἀλλὰ καὶ τῶν ἐπιπροσθέτων τοιούτων, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον,
209κατ’ ἐμέ, δὲν ἁρμόζει εἰς Κυβερνήσεις, ἀλλ’ εἰς αἰσχροκερ-
210δεῖς τοκογλύφους.
211§25ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Φλογαΐτης ἔχει τὸν λόγον πρὸ τῆς
212ἡμερησίας διατάξεως.
213§26Θ. ΦΛΟΓΑΪΤΗΣ. Ἐν πρώτοις προτίθεμαι νὰ ἐπικαλε-
214σθῶ τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ σπουδαίου ζητήμα-
215τος, ἀφορῶντος εἰς τοὺς ἐν Τουρκίᾳ Ἕλληνας ὑπηκόους. Ἐκ
216Κωνσταντινουπόλεως μοὶ ἀνεκοινώθη, ὅτι σύρουσι κατὰ ἑκα-
217τοντάδας εἰς τὰς φυλακάς, καὶ οὐχὶ μόνον ἐν Κωνσταντινου-
218πόλει, ἀλλὰ καὶ ἐν ταῖς ἄλλαις ἐπαρχίαις τοῦ Ὀθωμανικοῦ
219Κράτους, τοὺς Ἕλληνας ὑπηκόους, τοὺς ἐπιτηδευματίας,
220καὶ τοῦτο, διότι ἡ Πύλη ἀπέστειλεν ἐγκύκλιον πρὸς τὰς
221διοικητικὰς ἀρχὰς τοῦ Κράτους πρὸ 2½ μηνῶν, ἥτις ἐδη-
222μοσιεύθη εἰς ὅλας τὰς τουρκικὰς ἐφημερίδας, καὶ ἐδημο-
223σιεύθη, μεταφρασθεῖσα ἑλληνιστί, καὶ εἰς πολλὰς τῶν ἑλ-
224ληνικῶν ἐφημερίδων, δι’ ἧς διατάσσονται αἱ διοικητικαὶ
225ἀρχαὶ τοῦ Κράτους νὰ φυλακίζωσι πάντα ἐπιτηδευματίαν
226Ἕλληνα, ἔχοντα τὴν Ἑλληνικὴν ὑπηκοότητα, ὅστις ἤθε-
227λεν ἀρνηθῆ νὰ πληρώσῃ, — «μεθ’ ὅλας τὰς διαμαρτυρίας» —
228καὶ λέγει τοῦτο ῥητῶς ἡ ἐγκύκλιος — «τῶν προξενικῶν ἀρ-
229χῶν». Εἶναι γνωστόν, ὅτι τὸ ζήτημα, ἂν ὑπάγωνται ἢ δὲν
230ὑπάγωνται εἰς τὴν πληρωμὴν φόρου οἱ Ἕλληνες ὑπήκοοι, οἱ
231ἐκεῖ ἐπιτηδευματίαι, δὲν εἶναι ζήτημα τῶν τελευταίων
232μόνον ἡμερῶν. Ἀπὸ τῆς ψηφίσεως τῆς συνθήκης Καλιντζᾶ,
233ἔνθα ἐν τῷ ἄρθρῳ 17 περιέχεται ῥήτρα, καθ’ ἣν ὑπόκεινται
234εἰς φόρον καὶ οἱ Ἕλληνες ὑπήκοοι, οἱ ἀνήκοντες εἰς τὰς Συν-
235τεχνίας, ὑπεστηρίζετο ἐν Κωνσταντινουπόλει ἡ δοξασία,
236ὅτι ὀφείλουσι φόρον οἱ Ἕλληνες, οἱ ἀνήκοντες εἰς τὰς Συν-
237τεχνίας, καὶ ὑπεστηρίζετο, κατ’ ἐμέ, πολὺ δικαίως, διότι
238ῥητὸν ἄρθρον τῆς συνθήκης ὑπῆρχεν, ὡς προεῖπον, περὶ τού-
239του. Ἀλλ’ αἱ Συντεχνίαι πασιγνώστως ἀπὸ πολλοῦ ἐξέλι-
240πον, καὶ οὐδεὶς δύναται νὰ ἰσχυρισθῇ, ὅτι ὑπάρχει σήμερον
241Συντεχνία τις, ὅθεν καὶ οὐδεὶς ὀφείλει φόρον ἐπιτηδεύμα-
242τος. Ἐν τούτοις ἡ Πύλη κατὰ διαλείμματα ἠξίου, ὅτι ὑπό-
243κεινται οἱ Ἕλληνες ἐπιτηδευματίαι εἰς φόρον, καίτοι ἡ
244ὕπαρξις τῶν Συντεχνιῶν ἐξέλιπε. Τὸ δὲ ζήτημα εἶναι τρό-
245πον τινὰ οἱονεὶ ἀμφισβητούμενον, διότι δὲν ἐξέλιπέ ποτε
246ὁλοσχερῶς ἡ ἀξίωσις τῆς Πύλης περὶ τῆς ὀφειλῆς φόρου ἐπι-
247τηδεύματος, ἀλλὰ συνήθως δὲν ἐγίνοντο φυλακίσεις καὶ ἐκ-
248βιάσεις τῆς πληρωμῆς τῶν φόρων. Κατὰ τὰς διαπραγμα-
249τεύσεις πρὸς συνομολόγησιν προξενικῆς συμβάσεως, ἥτις
250προεβλέπετο ὑπὸ τοῦ ἄρθρου 11 τῆς συνθήκης περὶ εἰρήνης,
251οἱ ἡμέτεροι πληρεξούσιοι ἰσχυρίσθησαν δικαίως, ὅτι ἡ ἀπαί-
252τησις τῆς Πύλης ἀντίκειται καὶ εἰς τὸ γράμμα καὶ εἰς τὸ
253πνεῦμα τῆς μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Τουρκίας συνθήκης τοῦ
254ἔτους 1855. Ἀλλὰ δὲν κατωρθώθη νὰ ἐπέλθῃ συμφωνία,
255καὶ τὸ ζήτημα ὑπεβλήθη εἰς διαιτησίαν. Ἠλπίζετο, ὅτι ἡ
256διαιτητικὴ ἀπόφασις τῶν Μεγάλων Δυνάμεων ἐπὶ τῆς προ-
257ξενικῆς συμβάσεως ἤθελεν ἄρει διὰ ῥητῆς διατάξεως τὸ ζή-
258τημα τοῦτο, ἀλλὰ δυστυχῶς ἐτηρήθη πλήρης περὶ τούτου
259σιγὴ ἐν τῇ ἀποφάσει ταύτῃ, καὶ ἡ Τουρκία ἐθεώρησεν, ὅτι
260δικαιοῦται, παρὰ τὰς διαμαρτυρίας τῆς Ἑλληνικῆς Πρε-
261σβείας καὶ τῶν προξενικῶν ἀρχῶν, νὰ προβῇ εἰς διαταγὴν,
262ὁρίζουσαν ῥητῶς, ὅτι, παρὰ τὰς διαμαρτυρίας τῶν Ἑλληνι-
263κῶν προξενικῶν ἀρχῶν, πρέπει νὰ προβαίνωσιν εἰς τὴν φυ-
264λάκισιν τῶν ὑπηκόων Ἑλλήνων, τῶν ἐξασκούντων ἐκεῖ ἐπι-
265τήδευμα. Δυστυχῶς δὲ, ὅπως εἶπον, ἔλαβε τὸ πρᾶγμα τοι-
266αύτην τροπὴν, ὥστε ἡ ἐγκύκλιος αὕτη, ἄγαν αὐστηρὰ οὖσα,
267ἐκτελεῖται μετὰ πολλοῦ ζήλου ὑπὸ τῶν ὀθωμανικῶν ἀρχῶν,
268ἕνεκα δὲ τούτου, ἐπαναλαμβάνω, σύρονται καθ’ ἑκατοντά-
269δας εἰς τὰς φυλακὰς οἱ Ἕλληνες ὑπήκοοι ἐπιτηδευματίαι.
270Ἐννοεῖται, ὅτι δὲν εἶναι εὐχερὴς ἡ θέσις τῆς Ἑλληνικῆς
271Κυβερνήσεως, ἀλλὰ, νομίζω, ὁπωσδήποτε, ὅτι ἔχει ὕπατον
272χρέος νὰ καταβάλῃ πᾶσαν προσπάθειαν δι’ οἱουδήποτε μέ-
273σου, ὅπως ἐπέλθῃ οἱαδήποτε συνεννόησις τοὐλάχιστον περὶ
274αἰσίας λύσεως τοῦ ζητήματος τούτου, διότι ἄλλως ἐκτίθε-
275ται βεβαίως μεγάλως τὸ γόητρον τῆς Ἑλλάδος ἐν τῇ Ἀνα-
276τολῇ.
277Εἶναι περιττὸν νὰ ὑποδείξω ἐγὼ, τίνι τρόπῳ ἡ Κυβέρνη-
278σις δύναται ὁπωσδήποτε νὰ κατορθώσῃ τὴν ἐπέλευσιν αἰσίας
279τοῦ ζητήματος λύσεως. Ὅ,τι μόνον νομίζω, ὅτι δύναμαι νὰ
280ἀξιώσω παρὰ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως εἶναι, ὅτι ὀφεί-
281λει νὰ ἐπιδιώξῃ τὸν διακανονισμὸν τοῦ ζητήματος τῆς ἀπαλ-
282λαγῆς τῶν Ἑλλήνων ὑπηκόων τοῦ παρανόμως εἰσπραττο-
283μένου φόρου ἐπιτηδεύματος, καὶ νὰ κατορθώσῃ νὰ ἄρῃ τὰς
284δυσχερείας ταύτας, διότι ὑπάρχουσι βεβαίως πολλὰ μέσα,
285ὅπως κατορθωθῇ νὰ ἐπέλθῃ τέλος πάντων συνεννόησίς τις
286περὶ τοῦ ζητήματος καὶ λείψῃ αὐτὴ ἡ διαπόμπευσις τρόπον
287τινὰ τῆς Ἑλλάδος ἐν τῇ βιαίᾳ καὶ αὐτογνώμονι φυλακίσει
288τῶν Ἑλλήνων ὑπηκόων.
289Μετὰ τοῦτο πρόκειται ν’ ἀπευθυνθῶ ὑπὸ τύπον ἐπερω-
290τήσεως ἢ παρακλήσεως πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσω-
291τερικῶν. Κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον ἐψηφίσθη εἰς πρώ-
292την ἀνάγνωσιν τὸ νομοσχέδιον περὶ φαρμακοποιῶν καὶ φαρ-
293μακεμπόρων· καὶ ἠγέρθησαν μέν τινες ἀντιρρήσεις κατὰ τὴν
294συζήτησιν, ἀλλ’ ἐπὶ τέλους κατωρθώθη νὰ ἐπέλθῃ ὁπωσδή-
295ποτε συμφωνία μεταξὺ τῶν ἀντιλεγόντων, καὶ ἐθεωρήθη,
296ὅτι δύναται χωρὶς τινος δυσκολίας νὰ ψηφισθῇ εἰς δευτέραν
297καὶ τρίτην ἀνάγνωσιν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο. Ἀνέλαβε μά-
298λιστα ὁ τότε Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ τὸ διασκευάσῃ
299ἐπὶ τῇ βάσει τῶν παρατηρήσεων, τῶν γενομένων κατὰ τὴν
300Σύνοδον ἐκείνην, ὥστε νὰ μὴ ἐπέλθῃ ἀντίρρησίς τις κατὰ
301τὴν ψήφισιν αὐτοῦ εἰς δευτέραν καὶ τρίτην συζήτησιν.
302Οἱ φαρμακοποιοὶ καὶ φαρμακέμποροι οὐ μόνον τῶν Ἀθη-
303νῶν, ἀλλὰ καὶ τῶν ἐπαρχιῶν τοῦ Κράτους, ἔχουσι δικαίαν
304ἀξίωσιν νὰ κατορθωθῇ νὰ ἐκλείψῃ ἡ ἐπικρατοῦσα ἀνωμαλία
305ἐν τῇ διεξαγωγῇ τῶν ἐργασιῶν τῶν φαρμακείων καὶ φαρμα-
306κεμπορείων. Ἐγὼ μάλιστα νομίζω, ὅτι ἡ ἀνωμαλία δὲν εἶ-
307ναι κἄν ὁποία παρίσταται. Δυστυχῶς πλεῖστοι μὲν ὅσοι γί-
308νονται φαρμακέμποροι ἐπὶ τῇ βάσει ἀδείας τῆς διοικητικῆς
309ἀρχῆς, αὐξάνοντες τεραστίως, ἐπὶ βλάβῃ ἴσως καὶ αὐτῆς
310τῆς δημοσίας ὑγείας, τὸν ἀριθμὸν τῶν φαρμακεμπόρων· κατ’
311ἐμὲ δὲ, οὐδὲ ἀνάγκη ἀδείας τῆς διοικητικῆς ἀρχῆς ὑπάρχει,
312καὶ οἱοσδήποτε ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ συστήσῃ φαρμακεμπο-
313ρεῖον, διότι οὔτε νόμος τις, οὔτε Διάταγμα ὁρίζει τὸ ἐναν-
314τίον, καὶ μόνον ἐγκύκλιοι ὑπάρχουσι, κατὰ τὰς ὁποίας πρέ-
315πει αἱ διοικητικαὶ ἀρχαὶ νὰ δίδωσι τὴν ἄδειαν τῆς συστά-
316σεως φαρμακεμπορείων. Ἑπομένως καὶ καθ’ ἑαυτὸ τὸ ζήτημα
317τοῦτο χρήζει νομοθετικῆς λύσεως, καὶ εἶναι ἀνάγκη εἴπερ
318τι καὶ ἄλλο νὰ λυθῇ τάχιστα νομοθετικῶς. Παρακαλῶ λοι-
319πὸν τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ δηλώσῃ, ἐὰν
320προτίθεται νὰ ὑποβάλῃ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, καὶ πότε,
321διότι, ὅπως εἶπον, εἶναι ζήτημα εἴπερ τι καὶ ἄλλο κατε-
322πεῖγον.
323Ἐπίσης παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν
324νὰ δηλώσῃ, τί προτίθεται νὰ πράξῃ ἐπὶ τῆς ἀναφορᾶς με-
325γάλου μέρους κατοίκων τῶν Ἀθηνῶν, τῆς συνοικίας Γαργα-
326ρέτας καὶ τῆς συνοικίας Πλάκας, οἵτινες δικαίως ἀξιοῦσι νὰ
327ἀρθῶσι τὰ παρὰ τὴν συνοικίαν ταύτην εὑρισκόμενα δημο-
328τικὰ σφαγεῖα, ἐκ τῶν ὁποίων προέρχεται μεγίστη κακοσμία,
329ἀλλὰ συγχρόνως καὶ κίνδυνος μέγας ἐπηρεασμοῦ τῆς ὑγείας
330τῆς πόλεως καὶ πρὸ πάντων τῶν συνοικιῶν ἐκείνων.
331§27Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτε-
332ρικῶν). Ἐπὶ τοῦ δευτέρου ἐρωτήματος τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ
333Ἀττικῆς δύναμαι ν’ ἀπαντήσω ἀμέσως. Βεβαίως τὰ τῶν δη-
334μοτικῶν σφαγείων ἔχουσιν ἀτέλειαν μεγάλην, καὶ δικαίως
335παραπονοῦνται οἱ κατοικοῦντες ἐν τῇ συνοικίᾳ Γαργαρέτας,
336ὅτι ἑστία νοσημάτων καὶ κακοσμίας εἶναι τὰ σφαγεῖα ταῦ-
337τα, καὶ ὄχι ὁ τόπος, ἐν τῷ ὁποίῳ εἶναι δυνατὸν νὰ γίνηται
338ἡ σφαγὴ τῶν ζώων καὶ πᾶσαι αἱ σχετικαὶ ἐργασίαι ἄνευ
339βλάβης τῆς ὑγείας τῆς πόλεως. Τὸ ζήτημα τοῦτο θὰ λυθῇ
340ταχέως, διότι μεταξὺ τῶν προτάσεων, τὰς ὁποίας ἡ δημο-
341τικὴ ἀρχὴ ὑπέβαλε πρὸς τὴν Βουλὴν καὶ τὸ Ὑπουργεῖον
342τῶν Ἐσωτερικῶν, εἶναι καὶ ἡ πρότασις νόμου περὶ χορηγίας
343ἀδείας εἰς τὸν δῆμον Ἀθηναίων πρὸς κατασκευὴν σφαγείων·
344εἶμαι δὲ εἰς τὴν εὐχάριστον θέσιν νὰ δηλώσω, ὅτι τὴν προσ-
345εχῆ Δευτέραν ἢ Τρίτην θὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν τὸ σχε-
346τικὸν νομοσχέδιον.
347Ὅσον ἀφορᾷ τὸ ἕτερον ζήτημα, περὶ τῶν φαρμακείων καὶ
348φαρμακεμπορείων, καὶ εἰς ἐμὲ ἐγένοντο παραστάσεις, καὶ
349γνωρίζω τὸ ζήτημα ἀπὸ τῆς παρελθούσης Συνόδου, δὲν εἶ-
350μαι ὅμως εἰς θέσιν νὰ δηλώσω, ἐὰν θὰ δυνηθῶ ταχέως νὰ
351ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν τὸ σχετικὸν νομοσχέδιον, ἀλλὰ
352περὶ τούτου ἡ ὑπηρεσία ἀσχολεῖται ἀπὸ πολλοῦ.
353§28Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
354§29Φ. ΝΕΓΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Εἶμαι
355εἰς θέσιν ν’ ἀπαντήσω ἀμέσως εἰς τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον,
356διότι συνεπείᾳ τῆς ἀναφορᾶς, περὶ τῆς ὁποίας ἐποιήσατο λό-
357γον, προεκάλεσα γνωμοδότησιν τοῦ Δικαστικοῦ Συμβούλου,
358ὁ ὁποῖος ὡς ἑξῆς ἀποφαίνεται (ἀναγινώσκει): «Ἐν ὅσῳ τὰ
359ἐμπορεύματα εὑρίσκονται ὑπὸ διαμετακόμισιν, δὲν θεωροῦν-
360ται ὡς εἰσαχθέντα, καὶ δὲν ὑπόκεινται οὔτε εἰς δημοσίαν
361οὔτε εἰς δημοτικὴν φορολογίαν, ἔτι δὲ μᾶλλον, ὅταν εἴτε
362πρὸ τῆς πωλήσεώς των, εἴτε μετὰ ταύτην ἐπιβιβάζωνται εἰς
363πλοῖα, ἀπερχόμενα εἰς τὴν ἀλλοδαπήν.»
364Ἀπέναντι λοιπὸν τῶν σαφῶν διατάξεων τοῦ νόμου δὲν
365ἠδυνάμην νὰ ἐκδώσω ἄλλην διαταγὴν ἢ ἐκείνην, τὴν ὁποίαν
366ἐξέδωκα.
367§30ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Παπαδιαμαντόπουλος ἔχει τὸν
368λόγον.
369§31Γ. ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅτε ὁ κύριος Πρόεδρος
370τῆς Βουλῆς, κατὰ τὴν ἔναρξιν τῆς ἐπαναλήψεως τῶν ἐργα-
371σιῶν τῆς Βουλῆς, ἀνήγγειλε τὸν θάνατον ἀγαπητοῦ μέλους
372τοῦ Κοινοβουλίου, τοῦ ἐκ Κερκύρας βουλευτοῦ Καλοσγού-
373ρου, ἤλπιζον, ὅτι δὲν ἤθελε παραλείψει καὶ ἕτερον σοβα-
374ρώτατον γεγονός, ἐπισυμβὰν κατὰ τὴν ἀπουσίαν τῆς Βου-
375λῆς, τὸ ὁποῖον κατετάραξεν ὁλόκληρον τὴν κοινωνίαν τῶν
376Ἀθηνῶν, τὸν φόνον τοῦ ἀτυχοῦς νέου Κασσαβέτη, καὶ τὴν
377ἕνεκα τοῦ συμβάντος τούτου ἐπελθοῦσαν προφυλάκισιν δια-
378κεκριμένου μέλους τοῦ Κοινοβουλίου, τοῦ βουλευτοῦ Βόλου
379κ. Καρτάλη, θεωρηθέντος ὡς ἠθικοῦ αὐτουργοῦ τοῦ στυγε-
380ροῦ ἐκείνου ἐγκλήματος. Καὶ τοσούτῳ μᾶλλον ὤφειλεν ὁ κ.
381Πρόεδρος τῆς Βουλῆς ν’ ἀναγγείλῃ τὸ σοβαρὸν τοῦτο γεγο-
382νός, καθόσον ἐγεννήθη τὸ ζήτημα, ὅτι παρεβιάσθη τὸ ἄρ-
383θρον 63 τοῦ Συντάγματος περὶ τῆς ἀσυλίας τῶν Βουλευτῶν.
384Καὶ εἶναι μὲν ἀληθές, ὅτι τὸ Συμβούλιον τῶν ἐν Ἀθήναις
385Πλημμελειοδικῶν διὰ βουλεύματός του ἐπὶ τοῦ προκειμένου
386ἔκρινεν, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀσυλία τῶν Βουλευτῶν κατὰ τὴν
387διακοπὴν τῆς Συνόδου, ἀλλ’ ἐξ ἄλλου ἕτερον Συμβούλιον
388Πλημμελειοδικῶν, τὸ ἐν Τριπόλει, ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως τοῦ
389ἀξιοτίμου ἐκ Μαντινείας βουλευτοῦ κ. Μπακοπούλου ἔκρι-
390νεν ὅλως τοὐναντίον. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου, εἷς τῶν ἀνωτάτων
391λειτουργῶν τῆς Θέμιδος, τοῦ ὁποίου ἡ γνώμη ἔχει κῦρος ἐν
392τῷ νομικῷ κόσμῳ, ὁ Εἰσαγγελεὺς τοῦ Ἀρείου Πάγου κύριος
393Τζιβανόπουλος, κατὰ τὴν ἐκδίκασιν τῆς ἀναιρέσεως τῆς ὑπο-
394θέσεως ταύτης ἀπεφάνθη ὑπὲρ τῆς ἀσυλίας τῶν Βουλευτῶν
395καὶ κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς διακοπῆς τῶν ἐργασιῶν τῆς
396Συνόδου.
397Βεβαίως δὲν θέλω, οὐδὲ δύναμαι νὰ ζητήσω νὰ ἐξετάσω,
398ἐὰν ὁ εἰρημένος συνάδελφος εἶναι ἔνοχος, ἢ μή, τοῦ στυγεροῦ
399τούτου ἐγκλήματος, καὶ συνεπῶς οὔτε νὰ συνηγορήσω, οὔτε
400νὰ κατηγορήσω αὐτοῦ ἐπὶ τούτῳ· ἀλλ’ ἐπειδὴ παρεβιάσθη,
401ὡς λέγεται, τὸ ἄρθρον 63 τοῦ Συντάγματος, καὶ οὐδεὶς,
402δυστυχῶς, μέχρι σήμερον τῶν συναδέλφων νομομαθῶν καὶ
403συνταγματολόγων ἀνηγέρθη, ἵνα φέρῃ τὸ ζήτημα ἐνώπιον
404τῆς Βουλῆς, καὶ προκαλέσῃ συζήτησιν καὶ διαφωτίσῃ ἡμᾶς,
405τοὺς μὴ νομικούς, ἔρχομαι νὰ ἐρωτήσω τὸν κ. Ὑπουργὸν
406ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, καὶ νὰ παρακκαλέσω αὐτὸν νὰ πληρο-
407φορήσῃ τὴν Βουλήν, ἐὰν ὄντως παρεβιάσθη ἢ δὲν παρεβιά-
408σθη τὸ ἄρθρον 63 τοῦ Συντάγματος, καὶ νὰ ἐκθέσῃ ἡμῖν
409τοὺς λόγους, ἐφ’ ὧν στηρίζει τὴν γνώμην του.
410§32Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Θὰ παρακαλέσω, κύριε Πρόεδρε,
411ἐὰν πρόκηται νὰ γείνῃ συζήτησις ἐπὶ τοῦ ζητήματος τού-
412του, νὰ ὁρισθῇ ἰδιαιτέρα ἡμέρα.
413§33Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Δύο εἰσὶν οἱ λόγοι, οἵτινες, νομίζω, ἐπι-
414βάλλουσι τοῖς ἀντιπροσώποις τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ὅπως
415ὅτι τάχιστα ἐπιληφθῶσι τῆς συζητήσεως τοῦ θέματος, οὗ-
416τινος τὴν εἰσήγησιν ἐποιήσατο ὁ ἀξιότιμος ἐκ Πατρῶν Βου-
417λευτής.
418Καὶ πρῶτος μὲν λόγος ἐστὶ τὸ αἴσθημα τῆς συναδελφό-
419τητος, ὅπερ ὤφειλε, νομίζω, εὐθὺς ἀπὸ τῆς πρώτης συνεδριά-
420σεως ἡμῶν, νὰ ἐμπνεύσῃ τοὺς διευθύνοντας τὰ τῆς Βουλῆς.
421Δὲν θέλω νὰ εἰσέλθω εἰς τὴν ἐξέτασιν τῆς ὑποθέσεως, διότι
422ἀληθῶς εἶναι τοσοῦτον μεγάλη καὶ σημαίνουσα, ὥστε βε-
423βαίως ἀπαιτεῖται ἰδιαιτέρα συνεδρίασις πρὸς τοῦτο τῆς Βου-
424λῆς. Λέγω ὅμως, ὅτι ἔλλειψις καθήκοντος ὑπῆρξε τὸ ὅτι
425πρὸς συνάδελφον, ὅστις ὁπωσδήποτε κατὰ τὴν στιγμὴν ταύ-
426την ἀκόμη εἶναι ἀτυχής, ἡ Βουλὴ δὲν ἐπεδείξατο ἐκεῖνο τὸ
427ἐνδιαφέρον, ὅπερ ὤφειλε νὰ ἐκφράσῃ περὶ αὐτοῦ.
428Ἕτερος οὐσιωδέστατος λόγος, οὗ ἕνεκεν εὐθὺς ἀπὸ τῆς
429πρώτης οὐχὶ συνεδριάσεως, ἀλλὰ στιγμῆς, καθῆκον καὶ δι-
430καίωμα εἶχε νὰ ἐπιληφθῇ τοῦ θέματος τούτου ἡ Βουλή, εἶναι
431ἡ προνομία τῆς Βουλῆς.
432Ἐγώ, Κύριοι, κατὰ τὴν συζήτησιν ταύτην οὐδόλως βε-
433βαίως εἰμὶ διατεθειμένος, διαβλέπων καὶ τὸ πνεῦμα τῆς
434Βουλῆς, καὶ κρίνων τὸ ὀρθὸν τοῦ τοιούτου πνεύματος αὐτῆς,
435νὰ εἰσέλθω εἰς τὴν συζήτησιν τῆς ὑποθέσεως ταύτης κατ’
436οὐσίαν, διότι οὐδαμῶς εἴμεθα ἢ ἐσόμεθά ποτε ἁρμόδιοι νὰ
437κρίνωμεν, ἂν ὁ συνάδελφος ἡμῶν εἶναι ἠθικὸς αὐτουργός, ἢ
438οὐχί, τῆς ἀποδιδομένης αὐτῷ πράξεως. Ἐκ τῶν δικαιωμάτων
439ὅμως, ἅτινα ἔχομεν, ὡς ἀντιπρόσωποι τοῦ λαοῦ, ὡς προστά-
440ται τοῦ συνταγματικοῦ πολιτεύματος, εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς ὠφεί-
441λομεν νὰ ἐπιληφθῶμεν τῆς ἐξετάσεως τοῦ συνταγματικοῦ
442τούτου ζητήματος, ἐὰν, διακοπτομένης τῆς ἐξακολουθήσεως
443τῆς Βουλευτικῆς Συνόδου, παύῃ προστατεύουσα τοὺς Βου-
444λευτὰς ἡ ἀσυλία, οὐχὶ ὑπὲρ αὐτῶν, ἀλλ’ ὑπὲρ τῶν δικαιω-
445μάτων τῆς Βουλῆς.
446Βεβαίως οὐδεὶς ἄλλος εὐθύνεται ἐπὶ τῇ ὄντως σπουδαιο-
447τάτῃ ταύτῃ παραλείψει τοῦ καθήκοντος τῆς Βουλῆς, εἰμὴ
448οἱ ἡγούμενοι τῆς πλειονοψηφίας αὐτῆς, οἵτινες, εὐτυχῶς ἢ
449δυστυχῶς δι’ αὐτοὺς, εἰσὶ σήμερον δύο, ἀντὶ ἑνός. Ἀλλ’ ἐκεῖνο,
450ὅπερ παρελείψαμεν, νομίζω ὅτι δὲν ἔχομεν δικαίωμα νὰ ἀνα-
451βάλωμεν πέραν τῆς προσεχοῦς συνεδριάσεως τῆς Βουλῆς καὶ
452παρακαλῶ συναμφοτέρους τοὺς διευθύνοντας τὰ τῆς πλειονο-
453ψηφίας, ὅπως σπεύσωσι νὰ ὁρίσωσιν ἡμέραν πρὸς συζήτησιν
454τοῦ σοβαρωτάτου τούτου ζητήματος.
455§34ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ παραδέχεται τὴν προσεχῆ Δευ-
456τέραν πρὸς συζήτησιν τοῦ ζητήματος τούτου;
457§35Δ. ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Φρονῶ, ὅτι πρέπει ν’ ἀναμείνω-
458μεν τὴν ἔκβασιν τῆς δίκης.
459§36ΣΤΕΦ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Διὰ νὰ μάθωμεν τὴν γνώμην τῆς
460Βουλῆς, πρέπει ἡ Κυβέρνησις νὰ δηλώσῃ ποίαν ἡμέραν προ-
461τιμᾷ.
462§37Κ. ΤΟΠΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ἡμεῖς
463νομίζομεν, κύριε Πρόεδρε, ὅτι δὲν δυνάμεθα ν’ ἀναμιχθῶ-
464μεν, ὡς Κυβέρνησις, ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου. Ἐὰν ἡ Βου-
465λὴ νομίζῃ, ὅτι ὀφείλει νὰ συζητήσῃ τὸ ζήτημα τῆς ἀσυλίας
466τῆς βουλευτικῆς καὶ ἐκφέρῃ γνώμην ἐπὶ τῆς ἀμφισβητουμέ-
467νης ταύτης συνταγματικῆς διατάξεως, δύναται νὰ ζητήσῃ
468αὕτη, ἂν θέλῃ, νὰ ὁρισθῇ ἡμέρα, ἵνα συζητήσῃ ἐπ’ αὐτῆς,
469χωρὶς ἡμεῖς, ὡς Κυβέρνησις, ν’ ἀναμιχθῶμεν.
470§38ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης
471νομίζω, ὅτι δὲν ἀπήντησεν εἰς τὸ τεθὲν ζήτημα. Δὲν λέγο-
472μεν ἡμεῖς, ἂν ἡ Κυβέρνησις θὰ λάβῃ ἢ δὲν θὰ λάβῃ τὸν λό-
473γον ἐπὶ τῆς οὐσίας, ἀλλ’ εἴπομεν, ὅτι, τεθέντος ζητήματος
474περὶ ὁρισμοῦ ἡμέρας ὑπὸ τῶν κυρίων συναδέλφων, ἡ Κυβέρ-
475νησις εἶναι ἁρμοδία νὰ δηλώσῃ, ποία ἡμέρα θέλει νὰ ὁρι-
476σθῇ πρὸς τοῦτο.
477§39ΑΛΕΞ. Θ. ΖΑΪΜΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἀφοῦ οὕτω τί-
478θεται τὸ ζήτημα, ὡς ἔθεσεν αὐτὸ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττι-
479κῆς, δυνάμεθα νὰ δηλώσωμεν, ὅτι ἡ γνώμη τῆς Κυβερνή-
480σεως εἶναι, ὅτι, ἐν ὅσῳ ἡ ὑπόθεσις εἶναι ἐκκρεμὴς ἐνώπιον
481τῆς Δικαιοσύνης, δὲν μᾶς φαίνεται πρέπον νὰ γείνῃ συζήτη-
482σις τοιαύτη ἐνώπιον τῆς Βουλῆς.
483§40Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἡ Κυβέρνησις, κύριε Πρόεδρε, δύναται
484βεβαίως, καὶ οὕτω μάλιστα εἶναι κατηρτισμένη, περὶ πολ-
485λῶν ζητημάτων νὰ σιωπᾷ. Περὶ τὰ ζητήματα ἴσως, τὰ ἀφο-
486ρῶντα τὴν πολιτικὴν αὐτῆς φιλοτιμίαν, ἐδύνατο ἡ Κυβέρ-
487νησις νὰ σιωπᾷ κατὰ τὰς πενθημέρους ἐκείνας συζητήσεις,
488ὅτε, ὡς ἀντιπρόσωπος τοὐλάχιστον τοῦ Στέμματος ἐν τῇ
489αἰθούσῃ ταύτῃ, ὤφειλε νὰ ὑψώσῃ τὴν φωνὴν αὐτῆς, καὶ νὰ
490δηλώσῃ, ὅτι ὑπεύθυνος ἐπὶ τοῖς γενομένοις κατὰ τὴν 8ην
491Νοεμβρίου ἦτο ἁπλῶς καὶ μόνον τὸ Ὑπουργεῖον, τὸ τότε
492διευθῦνον τὰ κοινά. Ἐδύνατο ἡ Κυβέρνησις νὰ σιωπᾷ, ὅτε
493κατὰ τὴν χθὲς συνεδρίασιν εὐθαρσεῖς Βουλευταὶ τῆς Ἀντι-
494πολιτεύσεως ἀνέσυρον τὴν αὐλαίαν, καὶ κατεδείκνυον τὰ αἴ-
495σχη, ἅτινα τελοῦνται παρ’ ἀντιπροσώπου τῆς δικαστικῆς
496ἐξουσίας, καὶ δὴ τῆς καταδιωκτικῆς τῶν ἀδικημάτων ἀρχῆς;
497Δύναται ἡ Κυβέρνησις νὰ σιωπᾷ, καὶ βεβαίως θέλει σιωπᾷ,
498ὅταν αἱ ἀναγγελθεῖσαι καὶ ἀπειληθεῖσαι διακόσιαι ἐπερωτή-
499σεις ὑπὸ τοῦ κ. ἐκ Γόρτυνος Βουλευτοῦ ὡς χάλαζα βιαία θέ-
500λωσιν ἀναγκάσει αὐτοὺς νὰ κύψωσι τὴν κεφαλὴν ὑπὸ τὰ
501σκέλη. Ἀλλὰ βεβαίως ἡ Κυβέρνησις δὲν δύναται νὰ μὴ ἔχῃ
502γνώμην, ὅταν πρόκηται περὶ τῶν προνομίων καὶ τῶν δικαιω-
503μάτων τῆς Βουλῆς.
504Ἐὰν καὶ περὶ τοῦ ζητήματος τούτου δὲν ἔχῃ γνώμην, ἂς
505ἑτοιμασθῇ νὰ σαρωθῇ ἐν ταῖς ὁδοῖς τῶν Ἀθηνῶν! Ποῦ εὑ-
506ρισκόμεθα, Κύριοι; Μήπως εὑρισκόμεθα ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ
507ἐκείνῳ, ὅπερ ἡ Αὐτοῦ Μεγαλειότης ὁ Σουλτάνος εἶχεν ἱδρύ-
508σει ποτὲ ἐν Κωνσταντινουπόλει; Μήπως εὑρισκόμεθα εἰς
509τὴν Βουλὴν, ἣν διηύθυνε τὸ ξίφος τοῦ Αʹ καὶ τοῦ Γʹ Να-
510πολέοντος; Δὲν ἐντρέπεται ἡ Κυβέρνησις... (θόρυβος).
511§41ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ δεξιῶν). Κύριε Πρόεδρε, νὰ
512ἀνακληθῇ εἰς τὴν τάξιν.
513§42Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσω-
514τερικῶν). Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε, παρακαλῶ.
515§43Κ. ΖΩΤΟΣ. Ν’ ἀνακληθῇ εἰς τὴν τάξιν, κύριε Πρόεδρε.
516§44Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Τὴν μίαν ἡμέραν φέρει τὰ ζη-
517τήματα τὰ ἐθνικά... (θόρυβος καὶ ἀντεγκλήσεις).
518§45Α. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ Κανονισμὸς ὁρίζει, κύ-
519ριε Πρόεδρε, τί πρέπει νὰ πράξητε, ὅταν τις Βουλευτὴς ἐκ-
520τραπῇ. (Θόρυβος καὶ ἀντεγκλήσεις).
521§46ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡσυχάσατε, Κύριοι.
522§47ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ δεξιῶν). Ν’ ἀνακληθῇ εἰς τὴν
523τάξιν (θόρυβος).
524§48Κ. Ν. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Διὰ νὰ ἀνακαλέσῃ,
525κύριε Πρόεδρε, πρέπει νὰ τῷ παράσχητε τὴν εὐκαιρίαν νὰ
526ὁμιλήσῃ.
527§49Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἐγὼ, κύριε Πρόεδρε, οὐδαμῶς δυσκο-
528λεύομαι ν’ ἀνακαλέσω τὴν λέξιν ταύτην...
529§50ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ δεξιῶν). Ν’ ἀνακαλέσῃ, κύριε
530Πρόεδρε (θόρυβος).
531§51Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐπιβάλετε σιγὴν, κύριε Πρό-
532εδρε.
533§52Ι. Γ. ΛΑΠΠΑΣ. Ἀφήσατε νὰ ὁμιλήσῃ ὁ κύριος Λεβί-
534δης, ὅστις ἔχει τὸν λόγον.
535§53Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Ἐὰν δὲν ἦσθε εἰς θέσιν, κύριε
536Πρόεδρε, νὰ διευθύνητε, τότε... (θόρυβος)
537§54Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐπιβάλετε σιγὴν, κύριε Πρό-
538εδρε. Ἔχετε δικαίωμα νὰ ἐπιβάλητε τὴν τάξιν.
539§55ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Βουλευτὴς εἶπε λέξιν βαρεῖαν,
540ἣν θ’ ἀνακαλέσῃ μόνος του, ὡς λέγει.
541§56Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Λέγω, ὅτι οὐ μόνον εἶμαι διατεθειμένος
542ν’ ἀνακαλέσω λέξιν, ἥτις, ὁμολογῶ, ἐξέφυγε τῶν χειλέων
543μου... (εὖγε! εὖγε!).
544§57ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶσθε ἀξιέπαινος.
545§58Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ... Ἀλλ’ ἐχόμενος τοῦ ἀξιώματος τῶν
546Ἄγγλων, οἵτινες πιστεύουσιν, ὅτι οὐχὶ δειλία, ἀλλ’ ἀν-
547δρεία εἶναι τὸ ὁμολογεῖν τὰ ἴδια σφάλματα, ἐκφράζω καὶ
548τὴν λύπην μου ἀκόμη, διότι τοιαύτη λέξις, παρὰ τὰς συν-
549ηθείας μου, μοὶ ἐξέφυγεν. Ἀλλὰ τοῦτο ποσῶς δὲν ἐμποδί-
550ζει νὰ ἐπιμείνω εἰς τὴν οὐσίαν τῶν πραγμάτων.—Λέγω, ὅτι,
551ἐὰν ἡ Κυβέρνησις φωρᾶται σιωπῶσα ἐπὶ ὅλων ἐκείνων τῶν
552ζητημάτων, ἅτινα ἡ Ἀντιπολίτευσις ἤγειρεν ἐνταῦθα, χρω-
553μένη τῷ τιμαλφεστάτῳ τῶν δικαιωμάτων, τοῦ ἐλέγχειν τοὺς
554ὑπευθύνους Ὑπουργοὺς, συζητοῦσα ἐπὶ τοσαύτας ἡμέρας
555ἀδιακόπως ἐνταῦθα, ὑπάρχουσιν ὅμως καὶ ζητήματα, ἐφ’ ὧν
556ἡ Κυβέρνησις δὲν ἔχει δικαίωμα, ἀλλὰ καθῆκον μόνον, καὶ
557ἐφ’ ὧν τὸ καθῆκον αὐτῆς εἶναι νὰ μετάσχῃ τῆς συζητή-
558σεως.
559Διότι, ἐὰν ἐπὶ ζητημάτων, ἀφορώντων αὐτὴν τὴν νόμιμον
560ὕπαρξιν, τὴν νόμιμον συγκρότησιν τοῦ Κοινοβουλίου, ἐὰν ἐπὶ
561ζητημάτων, ἀφορώντων τὰ κυριαρχικὰ αὐτὰ δικαιώματα
562οὐχὶ τοῦ Κοινοβουλίου, ἀλλὰ τοῦ ἔθνους, αἱ Κυβερνήσεις νο-
563μίζωσιν, ὅτι σώζονται σιωπῶσαι, ὀπισθοχωροῦσαι καὶ κρυ-
564πτόμεναι, ποίαν πλέον ἐγγύησιν δύναται νὰ ἔχῃ ὁ λαός,
565διοικούμενος καὶ κυβερνώμενος παρὰ Κυβερνήσεως τοιαύτης;
566Βεβαίως, κατ’ ἐμὲ, οὐδεμίαν.
567Βεβαίως, Κυβέρνησις, ἥτις δὲν ἔχει τὸ σθένος νὰ ἐκφράσῃ
568γνώμην ἐπὶ τοιούτων ζητημάτων, δὲν ἔχει καὶ τὴν ἀπαι-
569τουμένην τόλμην νὰ διαχειρισθῇ καὶ νὰ διεξαγάγῃ καὶ ἄλλα
570κινδυνωδέστερα καὶ σπουδαιότερα ζητήματα τῆς πατρίδος.
571Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον αὐτῇ νὰ
572δηλοῖ, ὅτι δὲν θέλει συμμετάσχει τῆς προκειμένης συζητή-
573σεως. Καὶ ἐὰν, ἐπὶ παραδείγματι, δὲν προέκειτο περὶ κοι-
574νοῦ ἐγκλήματος,—λέγων δὲ οὕτω, οὐδαμῶς ἐννοῶ νὰ ὁρίσω
575τὸν χαρακτῆρα τῆς κατηγορουμένης πράξεως,—ἐὰν συνέβαινέ
576ποτε, διακοπτομένης τῆς ἐξακολουθήσεως τῆς Βουλευτικῆς
577Συνόδου διὰ Β. Διατάγματος, παρὰ τοῦ τυχόντος Εἰσαγγε-
578λέως νὰ συρθῇ εἰς τὰς φυλακὰς Βουλευτὴς, κατηγορούμενος
579ἐπὶ πολιτικῷ ἐξαίφνης ἀδικήματι, κατὰ τίνα τρόπον, παρα-
580καλῶ, θέλει ἀμυνθῇ ἡ Ἀντιπροσωπεία τοῦ ἔθνους, ἡ κυ-
581ριαρχία τοῦ λαοῦ κατὰ τῶν οὕτως αὐθαιρέτων ὀργάνων τῆς
582ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας;
583Ποσῶς δὲν πρέπει νὰ λάβητε ὑπ’ ὄψιν, ὅτι τώρα πρό-
584κειται περὶ ἐγκλήματος κοινοῦ. Ἀλλ’ ἐὰν Βουλευτὴς ἐκ-
585φράζῃ τὰ πολιτικὰ αὑτοῦ φρονήματα, ἐὰν μετέχῃ συλλα-
586λητηρίων, ἢ ὑπογράφῃ ἀναφορὰς πρὸς τὴν Α. Μ. τὸν Βασι-
587λέα, ἐὰν καθ’ οἱονδήποτε τρόπον δηλοῖ νομίμως τὰς πολιτικὰς
588αὑτοῦ πεποιθήσεις, καθ’ ἣν στιγμὴν ἡ Βουλὴ ἐξαίφνης εὑ-
589ρίσκεται ἐν διακοπῇ τῆς ἐξακολουθήσεως τῆς Βουλευτικῆς
590Συνόδου δυνάμει Β. Διατάγματος;
591Νομίζετε, ὅτι, εὐθὺς ὡς τὸ ζήτημα ἐγεννήθη ἐν τῷ τόπῳ
592ἡμῶν, δὲν ἔχομεν καθῆκον νὰ δώσωμεν ἀπὸ τοῦδε ἡμεῖς οἱαν-
593δήποτε νομίζομεν πρέπουσαν λύσιν;
594Ἰδοὺ διατὶ ἐτόλμησα νὰ προκαλέσω τὴν συζήτησιν ταύ-
595την. Καὶ ἐὰν ἐν τῇ ῥύμῃ τοῦ λόγου μου, καὶ ἐὰν, προκει-
596μένου περὶ τόσῳ οὐσιώδους ζητήματος, ἠγόρευσα τυχὸν κατὰ
597τρόπον ζωηρότερον ἐκείνου, καθ’ ὃν δέον πάντες ν’ ἀγορεύω-
598μεν ἐνταῦθα, ἐὰν ἐν τῇ ῥύμῃ τοῦ λόγου ἐξέφυγε βαρεῖά τις
599λέξις, ἣν οὐδὲν δικαίωμα εἶχον νὰ εἴπω κατὰ τῶν προσώπων
600τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ἀλλὰ καὶ κατ’ οὐδενὸς τῶν κυ-
601ρίων συναδέλφων, καταστρέφων τὸν λόγον, ἔχω τὸ θάρρος
602νὰ δηλώσω καὶ πάλιν, ὅτι λυποῦμαι ἐπὶ τούτῳ καὶ μεταμέ-
603λομαι.
604§59ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Μοὶ ἐφάνη, ὅτι ἀμφότεραι αἱ ἀπαντή-
605σεις, ἃς ἡ Κυβέρνησις ἐπὶ τοῦ τεθέντος ζητήματος ἔδωκεν
606εἰς τὴν Βουλήν, δὲν ὑπῆρξαν εὔστοχοι.
607Ὁ μὲν κύριος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης ἀπήντησεν
608ἐπ’ αὐτοῦ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν θέλει μετάσχει τῆς συζητή-
609σεως· ὅτε δ’ ἐπ’ αὐτοῦ οὕτως ἀπήντησεν, ἠγέρθην καὶ εἶπον,
610ὅτι τοῦτο εἶναι ἄλλο ζήτημα, ἐνῷ τὸ προκείμενον ζήτημα
611εἶναι ὁ προσδιορισμὸς ἡμέρας πρὸς συζήτησιν τῆς γενομένης
612ἐπερωτήσεως. Διότι ἐπερώτησις εἶναι τὸ γενόμενον ὑπὸ τοῦ
613κ. Βουλευτοῦ Πατρῶν. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως
614τότε ἐγερθεὶς εἶπεν: ὅπως τίθεται τὸ ζήτημα ἀπαντῶμεν,
615ὅτι δὲν θεωροῦμεν συμφέρον, ἀλλ’ οὔτε καὶ δικαίωμα ἔχο-
616μεν νὰ συζητῶμεν ἐπὶ θέματος, ὅπερ περιῆλθεν εἰς χεῖρας
617τῆς Δικαιοσύνης.
618Εἶπον, ὅτι ἀμφότεραι αἱ ἀπαντήσεις, κατὰ τὴν κρίσιν
619μου, δὲν ὑπῆρξαν εὔστοχοι,—καὶ ἔδωκαν ἀφορμὴν εἰς παρά-
620τασιν τῆς συζητήσεως ἐπὶ ζημίᾳ τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς,—
621διότι δὲν ἀντελήφθη ἡ Κυβέρνησις, ὅτι προέκειτο ζήτημα
622ἐλέγχου. Δὲν ἠδύνατο νὰ εἴπῃ ἡ Κυβέρνησις, ὅτι κρίνει, ὅτι
623δὲν ἔχει δικαίωμα νὰ ὁμιλήσῃ, καὶ τοῦτο, ἐπειδὴ ἡ ὑπό-
624θεσις περιῆλθεν εἰς χεῖρας τῆς Δικαιοσύνης.
625Ἡ Κυβέρνησις ἐν τῷ ζητήματι τούτῳ μίαν ἀπάντησιν
626εἶχε νὰ δώσῃ: «ταύτην ἢ ἐκείνην τὴν ἡμέραν προτιμῶ, ἢ
627προτιμῶ ν’ ἀναβάλωμεν τὴν συζήτησιν εἰς βραδύτερον χρό-
628νον, διότι ἤδη ἔχομεν σπουδαιοτέρας ἐργασίας»· ἡ δὲ Βουλὴ
629θὰ ἀπεφαίνετο ἐπὶ τούτου.
630Ἀλλὰ λέγουσα, ὅτι δὲν συζητεῖ, ὅτι δὲν δύναται νὰ συ-
631ζητήσῃ, διότι ἡ ὑπόθεσις περιῆλθεν εἰς χεῖρας τῆς Δικαιο-
632σύνης, μοὶ φαίνεται, ὅτι δὲν δίδει ἀπάντησιν εἰς τὸ τεθὲν
633ἐρώτημα.
634Ἐρχομένης τῆς πρὸς συζήτησιν ὁρισθείσης ἡμέρας, θὰ
635ἠδύνατο ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως νὰ εἴπῃ, ὅτι δὲν ἐπι-
636τρέπεται συζήτησις, διότι ἡ ὑπόθεσις περιῆλθεν εἰς χεῖρας
637τῆς Δικαιοσύνης, καὶ τότε θὰ ἐλάμβανε τὴν ἀπάντησιν, ὅτι
638ἔλυε τὸ ζήτημα διὰ τοῦ ζητήματος. Διότι διὰ τὸν λόγον,
639ὅτι ἦλθεν ἡ ὑπόθεσις εἰς χεῖρας τῆς Δικαιοσύνης, ἡ Βουλὴ
640δὲν ἔχει δικαίωμα μόνον νὰ δώσῃ ἑρμηνείαν ἐπιδρῶσαν ἐπὶ
641τῆς δικαστικῆς ἐξελίξεως τῆς ὑποθέσεως, ἀλλὰ διατηρεῖ βε-
642βαίως τὸ δικαίωμα νὰ ἐλέγξῃ τὴν πολιτείαν τῆς ἐκτελε-
643στικῆς ἐξουσίας, ἥτις ἐπέτρεψε νὰ εἰσαχθῇ ὑπὸ τῆς Εἰσαγ-
644γελίας ἐνώπιον τῆς Δικαιοσύνης πρόσωπον, ὅπερ ἐνιστάμε-
645νον ἰσχυρίζετο, ὅτι κατὰ τὰς διακοπὰς τῆς Συνόδου ἐξηκο-
646λούθει ν’ ἀπολαύῃ τοῦ δικαιώματος τῆς ἀσυλίας. Πρὸς τοῦτο
647κατ’ ἀνάγκην πρέπει νὰ συναινέσωσιν οἱ Ὑπουργοὶ καὶ προ-
648τείνωσιν ἡμέραν συζητήσεως, καὶ τότε θέλομεν ἴδει ποῖαι
649εἶναι αἱ ὀρθαὶ γνῶμαι, τούτων ἢ ἐκείνων; Πιθανὸν τότε νὰ
650ἀποδειχθῇ, ὅτι καὶ ἐνταῦθα ὑπάρχουσι γνῶμαι σύμφωνοι
651πρὸς τὴν γνώμην τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ἐκεῖ γνῶμαι ἐναντίαι
652πρὸς αὐτὴν, διότι πρόκειται περὶ ζητήματος, ὅπερ διαιρεῖ
653συνταγματολόγους καὶ ποινικολόγους, ὧν οἱ μὲν συνταγμα-
654τολόγοι ἀποκλίνουσιν ὑπὲρ τῆς λύσεως τῆς ὑπὲρ τῆς ἀσυ-
655λίας, οἱ δὲ ποινικολόγοι ὑπὲρ τῆς λύσεως τῆς ὑπὲρ τῆς ἐλευ-
656θέρας λειτουργίας τῆς Δικαιοσύνης. Τὸ ζήτημα εἶναι ζήτημα
657πεποιθήσεων νομικῶν, καὶ πιθανὸν ἔνθεν μὲν ν’ ἀκούσωμεν
658συνηγόρους τῆς ἀσυλίας, ἐκεῖθεν δὲ τῆς μὴ ὑπάρξεως τῆς
659ἀσυλίας. Ἀλλὰ ταῦτα, καθ’ ἣν ἡμέραν τὸ ζήτημα ἔλθῃ εἰς
660συζήτησιν κατ’ ἀνάγκην, διότι εἶναι ζήτημα ἐλέγχου, καὶ
661δὲν δύναται ν’ ἀρνηθῇ ἡ Κυβέρνησις τὸν ζητούμενον προσ-
662διορισμὸν τῆς ἡμέρας.
663§60ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Πρέπει, κύριοι Βουλευταί...
664§61Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Δύο λέξεις, σᾶς παρακαλῶ, νὰ εἴπω,
665διότι ἐλπίζω, ὅτι μὲ αὐτὰς θὰ παύσῃ ἡ συζήτησις.
666§62Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχει ἄλλος τὸν λόγον προηγου-
667μένως.
668§63Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ὁ κύριος Δεληγεώργης ὑπεχώρησε
669δι’ ὀλίγας λέξεις, τὰς ὁποίας θὰ εἴπω.
670Κύριοι συνάδελφοι, τὸ ζήτημα, περὶ οὗ πρόκειται, εἶναι
671ἀναμφισβητήτως σπουδαιότατον, δικαίωμα δὲ καὶ καθῆκον
672ἔχει ἡ Βουλὴ νὰ τὸ ἐξετάσῃ. Ἀλλ’ ἡ Βουλὴ ἔχει καὶ ἄλλο
673καθῆκον...
674§64Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καλλίτερον θὰ ἦτο
675νὰ μὴ ἐλαμβάνετε σεῖς μέρος καθόλου.
676§65Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Θὰ ἴδητε, ἐὰν ἔπρεπε νὰ λάβω μέρος,
677ἢ ὄχι. Πρὶν μὲ ἀκούσητε, μὴ ἀποφκίνεσθε.
678Ἀλλ’ ἡ Βουλὴ ἔχει καὶ ἕτερον καθῆκον πρὸς συνάδελ-
679φον, διατελοῦντα ὑπὸ κατηγορίαν καὶ κατὰ τεκμήριον ὄντα
680ἀθῷον· ἔχει τὸ καθῆκον νὰ μὴ δυσχεράνῃ τὴν θέσιν του δι’
681οἱασδήποτε συζητήσεως, διότι δὲν πρέπει νὰ λησμονῶμεν,
682ὅτι ἡ δικαστικὴ ἐξουσία, ἀνεξαρτήτως ἐνεργοῦσα πάσης ἄλ-
683λης ἐξουσίας, ἔχει ἴδια δικαιώματα καὶ ἴδια καθήκοντα.
684Ἔχομεν δὲ τὸ καθῆκον, ὑπὲρ συναδέλφου μεριμνῶντες, νὰ
685ἀφήσωμεν τὴν Δικαιοσύνην ἐλευθέραν πάσης ἐκ τοιαύτης συ-
686ζητήσεως ἐπηρείας νὰ ἐκφέρῃ τὴν γνώμην της, χωρὶς μὲ
687τοῦτο ν’ ἀποστερηθῶμεν τοῦ δικαιώματος νὰ συζητήσωμεν
688εὐρύτατα ἐπὶ τοῦ σπουδαιοτάτου ἀναμφισβητήτως τούτου
689θέματος. Ἀλλ’ ἐπαναλαμβάνω, ὅτι δὲν πρέπει νὰ λησμονῶ-
690μεν τὸ καθῆκον, τὸ ὁποῖον ἔχομεν πρὸς συνάδελφον κατη-
691γορούμενον, ὅπως μὴ καταστήσωμεν τὴν θέσιν αὐτοῦ δυσχε-
692ρῆ, μέχρις οὗ ἡ Δικαιοσύνη κρίνῃ καὶ ἀποφασίσῃ περὶ αὐτοῦ.
693Παρακαλῶ λοιπὸν τὴν Βουλὴν καὶ ἐξ ἐμαυτοῦ, ἀλλὰ καὶ
694ἐξ ὀνόματος ἐκείνου, νὰ ἀναβάλῃ τὴν συζήτησιν ἐπὶ τοῦ θέ-
695ματος τούτου δι’ ὀλίγας ἡμέρας...
696§66ΑΥΓ. ΑΒΕΡΩΦ. Μέχρις οὗ ἐκδοθῇ ἡ ἀπόφασις τοῦ Ἐφε-
697τείου.
698§67Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ... Διότι δὲν πρέπει νὰ τὸν ἀφήσωμεν
699νὰ ἔχῃ τὸ παράπονον, ὅτι ἐκ προκληθείσης τυχὸν συζητή-
700σεως, οὕτως ἢ ἄλλως διεξαχθησομένης, ἐπηρεάσθη ἡ κρίσις
701τοῦ Ἐφετείου ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως, ἀφοῦ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ
702ὦσι γνωσταὶ αἱ γνῶμαι, αἵτινες θ’ ἀναπτυχθῶσι καὶ ἐντεῦθεν
703καὶ ἐκεῖθεν ἐπὶ τοῦ θέματος, τὸ ὁποῖον ἔθιξεν ὁ κ. Βουλευ-
704τὴς ἐξ Ἀττικῆς. Πρέπει λοιπὸν ἡ γνώμη τῆς δικαστικῆς
705ἀρχῆς νὰ ἦναι ἐντελῶς ἀνεπηρέαστος. Τοῦτο εἶναι συμφέρον
706ὄχι μόνον τοῦ κατηγορουμένου, ἀλλὰ καὶ τῆς Δικαιοσύνης
707αὐτῆς. Ἔχομεν δὲ ἡμεῖς πάντες τὸ καθῆκον πρὸς τοιοῦτον
708συνάδελφον ἐν τοιαύτῃ κρισίμῳ στιγμῇ νὰ μεριμνήσωμεν,
709ὅπως μὴ προσκρούσωμεν εἰς τὸ συμφέρον αὐτοῦ. Συμφέρον δὲ
710οὗτος ἔχει νὰ μείνῃ ἡ Δικαιοσύνη ἀνεπηρέαστος.
711Παρακαλῶ λοιπὸν τὴν Βουλὴν νὰ ἀναβάλῃ τὴν συζή-
712τησιν ἐπὶ ὀκτὼ ἡμέρας, καὶ μετὰ ὀκτὼ ἡμέρας δυνάμεθα νὰ
713ἐπανέλθωμεν ἐπὶ τοῦ θέματος.
714§68Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δὲν συμμερίζομαι τὴν γνώμην τοῦ
715προλαλήσαντος, ὡς καὶ τὴν γνώμην τῆς Κυβερνήσεως, ἡ
716ὁποία προέτεινεν εἰς τὴν Βουλὴν ν’ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις,
717ἐπὶ τῷ λόγῳ, ὅτι εἶναι ἐκκρεμὴς ἡ ὑπόθεσις καὶ δὲν πρέπει
718νὰ ἐπιληφθῇ τοῦ ζητήματος τῆς ἀσυλίας ἡ Βουλή. Δὲν ἠξεύρω
719ποίαν ἄλλοι ἔχουσιν ἰδέαν περὶ τοῦ σκοποῦ τῆς συζητήσεως,
720ἥτις προεκλήθη, ἐγὼ ὅμως εὑρίσκω, ὅτι ἡ συζήτησις οὐδε-
721μίαν δύναται νὰ ἔχῃ ἐπιρροὴν ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως, ἥτις εἶναι
722ἐκκρεμής. Οἱαδήποτε συζήτησις ἐν τῇ Βουλῇ περὶ τοῦ ζη-
723τήματος τῆς ἀσυλίας δὲν θὰ ἦναι ἢ ἀκαδημαϊκή. Ἂν καὶ
724ὅταν ἤθελε ζητηθῇ τυχὸν ἡ ἄδεια, ὅπως ἀρχίσῃ καταδίω-
725ξις κατὰ Βουλευτοῦ, δὲν θὰ ἠδύνατο, δὲν θὰ ἐδικαιοῦτο ἡ
726Βουλὴ νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὴν ἐξέτασιν τῆς οὐσίας, παρὰ μόνον,
727ὡς κοινῶς εἶναι παραδεδεγμένον, ἵνα βεβαιωθῇ, ἂν λόγοι
728πολιτικοὶ ὁδηγοῦσι τὴν δικαστικὴν ἐξουσίαν, ζητοῦσαν τὴν
729καταδίωξιν, καὶ οὐχὶ λόγοι πραγματικῆς, ἀληθοῦς παρα-
730βιάσεως νόμων. Ἂν, λέγω, τότε δὲν θὰ ἦτο ἐπιτετραμμένον
731εἰς τὴν Βουλὴν νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὴν οὐσίαν, πολὺ ὀλιγώτερον
732εἶναι ἐπιτετραμμένον κατὰ τὴν συζήτησιν, ἣν ἤθελε προ-
733καλέσει τὸ ζήτημα τῆς ἀσυλίας, νὰ εἰσέλθῃ ἡ Βουλὴ εἰς
734ἐκτίμησιν τῶν πραγματικῶν γεγονότων, τὰ ὁποῖα τὸν συν-
735άδελφον ἡμῶν ἤγαγον εἰς προφυλάκισιν. Ἡ συζήτησις ἤδη
736θὰ ἦναι ἐντελῶς ἀκαδημαϊκή, τὸ δὲ Ἐφετεῖον, ἐνώπιον τοῦ
737ὁποίου εἶναι ἐκκρεμὴς ἡ ὑπόθεσις, δὲν πρόκειται ἐκ τῆς γνώ-
738μης τῆς Βουλῆς τὸ παράπαν νὰ ἐπηρεασθῇ, διότι δὲν εἶναι
739δυνατὸν ἐν τῇ Βουλῇ νὰ προσαχθῶσιν ἰσχυρότερα ἐπιχειρή-
740ματα ἐκείνων, τὰ ὁποῖα προσήχθησαν ὑπὲρ τῆς μιᾶς ἢ ὑπὲρ
741τῆς ἄλλης γνώμης ἐν τῷ τύπῳ ἡμῶν, ἐν συγγράμμασιν, ἢ ἐν
742ἄλλοις Κοινοβουλίοις. Ἑπομένως δὲν θὰ γείνῃ ἐνταῦθα λόγος
743καὶ συζήτησις τοιαύτη, ὥστε νὰ δύνανται νὰ ἐπηρεάσωσι
744τοὺς δικαστὰς, οὔτε θὰ ἐπηρεάσῃ, διότι τάχα εἶναι γνώμη
745τῆς Βουλῆς. Οὐδεὶς θὰ δυνηθῇ νὰ ὑποστηρίξῃ, ὅτι ὑπάρχει
746ἄρθρον τοῦ Συντάγματος, λέγον, ὅτι κατὰ τὴν διακοπὴν τῆς
747Βουλῆς ἡ ἀσυλία ἰσχύει. Τοιοῦτόν τι οὐδεὶς ἰσχυρίσθη, οὔτε
748θὰ ἰσχυρισθῇ. Πρόκειται περὶ τῆς ἑρμηνείας μιᾶς διατάξεως
749τοῦ Συντάγματος, καὶ δύνανται οἱ μὲν νὰ κηρυχθῶσιν ὑπὲρ
750τῆς μιᾶς γνώμης, οἱ δὲ ὑπὲρ τῆς ἄλλης. Οἱ δικασταὶ, ἐνώ-
751πιον τῶν ὁποίων εἶναι ἐπίσης ἐκκρεμὴς ἡ διάταξις αὕτη,
752θ’ ἀκούσωσιν ἀμφοτέρας τὰς γνώμας, καὶ θὰ ἴδωσιν, ὅτι
753οὐδὲν νέον ὑπεβλήθη ἐν τῇ Βουλῇ, ὅπερ νὰ φοβώμεθα, ὅτι
754θὰ ἐπηρεάσῃ τὴν γνώμην, ἣν ἐσχημάτισαν οἱ δικασταί.
755Ὥστε δὲν πρόκειται ἢ περὶ ἐκπληρώσεως ἑνὸς καθήκοντος
756ἐκείνων ἐκ τῶν Βουλευτῶν, οἱ ὁποῖοι νομίζουσιν, ὅτι παρε-
757βιάσθη τὸ δικαίωμα τῆς ἀσυλίας τῶν Βουλευτῶν, καὶ νο-
758μίζουσιν, ὅτι αὐτὸ δύναται μᾶλλον ἠθικὴν παρηγορίαν νὰ
759φέρῃ εἰς τὸν ἐν φυλακαῖς διατελοῦντα ἡμέτερον συνάδελφον·
760ἀλλὰ πρότασις, ἥτις νὰ ἐπηρεάσῃ τοὺς δικαστάς, δὲν δύ-
761ναται οὔτε νὰ προταθῇ, οὔτε νὰ ψηφισθῇ. Ἑρμηνεία οἱαδή-
762ποτε ἐπίσης δὲν εἶναι δυνατή, διότι ἡ Βουλὴ δὲν δύναται
763διὰ νόμου νὰ ἑρμηνεύῃ τὸ Σύνταγμα. Ἄν τὸ Σύνταγμα
764δίδῃ λαβὴν εἰς μίαν ἑρμηνείαν, δίδει λαβὴν καὶ εἰς ἄλλην
765ἑρμηνείαν· δὲν νομίζω δέ, ὅτι εἶναι ἐπιτετραμμένον εἰς τὴν
766νομοθετικὴν ἐξουσίαν νὰ ἐκλέγῃ τὴν μίαν ἐκ τῶν γνωμῶν
767καὶ διὰ νόμου νὰ ἑρμηνεύῃ αὐτὴν ὡς σύμφωνον πρὸς τὸ
768Σύνταγμα. Τὸ Σύνταγμα θ’ ἀφεθῇ ὡς ἔχει· προκειμένου δὲ
769περὶ τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας, εἶναι ἐλευθέρα αὕτη νὰ ἑρ-
770μηνεύῃ τὸ Σύνταγμα ὡς νομίζει κατὰ συνείδησιν, ὅτι εἶναι
771ὀρθόν. Ὥστε δὲν εὑρίσκω λόγον, δικαιοῦντα τὴν Κυβέρνησιν
772νὰ ἐπιμένῃ, ὅπως μὴ συζητηθῇ ἡ ὑπόθεσις, καὶ συνηγορῶ,
773ὅπως, ὡς ἐν ἀρχῇ ἐρρήθη, δεχθῇ ἡ Κυβέρνησις νὰ γείνῃ συ-
774ζήτησις κατὰ τὴν προσεχῆ Δευτέραν ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς
775ἀσυλίας.
776§69ΑΛΕΞ. Θ. ΖΑΙΜΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ Κυβέρνησις,
777προκειμένου περὶ τῆς ἐξασκήσεως τοῦ δικαιώματος τοῦ ἐλέγ-
778χου,—καὶ περὶ τούτου πρόκειται—οὐδὲν δικαίωμα ἔχει νὰ
779εἴπῃ, ὅτι οἱ Βουλευταὶ πρέπει νὰ ὁμιλήσωσι, καὶ πότε πρέ-
780πει νὰ ὁμιλήσωσιν. Ἀλλὰ τὸ ζήτημα δὲν ἐτέθη οὕτως. Ὁ
781Βουλευτὴς Ἀττικῆς ἠρώτησε, ποίαν γνώμην ἔχει ἡ Κυβέρ-
782νησις, τουτέστιν ἠρώτησε φιλικῶς τὴν Κυβέρνησιν, διὰ νὰ
783μάθῃ τίνα γνώμην ἔχει αὕτη. Δὲν ἠρώτησε τὴν Κυβέρνησιν,
784ἂν ἐπιθυμεῖ, ἢ ὄχι, νὰ γείνῃ συζήτησις, διότι βεβαίως πρό-
785κειται περὶ τοῦ δικαιώματος τοῦ ἐλέγχου. Ἀλλ’ ἂν πρό-
786κηται περὶ τοῦ δικαιώματος τοῦ ἐλέγχου, ὁ Βουλευτὴς εἶναι
787ἐλεύθερος νὰ φέρῃ τὸ ζήτημα, ὅταν θέλῃ· ὁ Κανονισμὸς δὲν
788ἐμποδίζει τὸν Βουλευτήν, ἡ δὲ Κυβέρνησις οὐδὲν δικαίωμα
789ἔχει ν’ ἀπαγορεύσῃ εἰς αὐτὸν νὰ φέρῃ τὸ ζήτημα, ὅταν νο-
790μίζῃ, ὅτι πρέπει νὰ τὸ φέρῃ. Αὐτὰ εἶναι γνωστὰ πράγματα,
791καὶ νομίζω, ὅτι αἱ ἐπικλήσεις αὗται τῆς γνώμης τῆς Κυβερ-
792νήσεως εἶναι ἐντελῶς περιτταί.
793§70ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Πρέπει νὰ ἤμεθα συνεννοημένοι. Μὲ ἀναγ-
794κάζει ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως νὰ διαμαρτυρηθῶ. Οὐ-
795δέποτε ἠρώτησα ἐγὼ περὶ τῆς γνώμης τῆς Κυβερνήσεως.
796§71ΑΛΕΞ. Θ. ΖΑΙΜΗΣ. Ἠρωτήσατε περὶ τῆς γνώμης αὐτῆς,
797ὡς πρὸς τὴν ἡμέραν τῆς συζητήσεως. Λοιπὸν σᾶς ἀπαντῶ,
798ὅτι, προκειμένου περὶ τῆς ἐξασκήσεως τοῦ δικαιώματος τοῦ
799ἐλέγχου, κατὰ τὸν Κανονισμὸν ἡ Κυβέρνησις οὐδὲν δικαίω-
800μα ἔχει νὰ ἐπέμβῃ...
801§72ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἀλλ’ ἡ Βουλή.
802§73ΑΛΕΞ. Θ. ΖΑΙΜΗΣ. Οὔτε ἡ Βουλή. Ὁ Βουλευτὴς ἔχει
803τὸ δικαίωμα νὰ φέρῃ τὸ θέμα, ὅταν κρίνῃ κατάλληλον τὸν
804καιρόν.
805§74Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἀλλὰ νὰ προσδιορίσῃ ἡ Κυβέρνη-
806σις, ἡ ὁποία ἡγεῖται τῆς πλειονοψηφίας καὶ κανονίζει τὰς
807ἐργασίας τῆς Βουλῆς, ποίαν ἡμέραν προτιμᾷ.
808§75ΑΛΕΞ. Θ. ΖΑΙΜΗΣ. Καὶ τοῦτο ἤθελεν εἶσθαι πρωτο-
809φανές, διότι τοῦτο ἤθελεν ἀποτελέσει ἐξαίρεσιν τῶν ἐν τῇ
810Βουλῇ γενομένων, διότι θὰ ἦτο τὸ μόνον θέμα, εἰς τὸ ὁποῖον
811ἡ Βουλὴ ἠρώτα τὴν Κυβέρνησιν, πότε ἐπιθυμεῖ νὰ συζητήσῃ.
812Καθ’ ἑκάστην ἔρχονται ἐπερωτήσεις, καὶ ἐν ταύταις οἱ Βου-
813λευταὶ δὲν ἀποτείνουνται πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ἐρωτῶντες
814αὐτήν, ποίαν γνώμην ἔχει καὶ πότε θέλει νὰ συζητήσῃ.
815§76Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐζήτησα τὸν λόγον, ὄχι ὅπως
816παρέμβω εἰς τὴν συζήτησιν, τὴν ὁποίαν ἐγὼ εὑρίσκω μα-
817ταίαν, καὶ ἂν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἔλεγεν ἐξ ἀρχῆς ὅσα εἶπε
818κατὰ τὴν τελευταίαν ὁμιλίαν του, βεβαίως ἡ συζήτησις δὲν
819ἤθελε λάβει τὰς διαστάσεις, τὰς ὁποίας ἔλαβεν. Ἄν οἱ ἐπε-
820ρωτήσαντες μετ’ εὐπρεπείας καὶ ἁβρότητος πρὸς τὴν Κυβέρ-
821νησιν ἠξίωσαν ἀπὸ αὐτὴν νὰ ὁρίσῃ ἡμέραν συζητήσεως ἐπὶ
822τοῦ θέματος, τὸ ὁποῖον ἔθεσεν ὁ ἐκ Πατρῶν συνάδελφος, ἡ
823Κυβέρνησις οὐδὲν εἶχε δικαίωμα νὰ ἀρνηθῇ τὴν ἡμέραν τῆς
824συζητήσεως ταύτης διὰ τὸν λόγον, ὃν ἐξήγησε τελευταῖον
825ὁ κ. Πρωθυπουργός. Δικαίωμα ὁρισμοῦ ἡμέρας ἔχει ὁ ὑπο-
826βαλὼν τὸ θέμα· ὁ ἐπερωτήσας ἔχει δικαίωμα, κατὰ τὰ εἰ-
827θισμένα ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ τούτῳ, νὰ ἀναπτύξῃ τὴν ἐπε-
828ρώτησιν αὑτοῦ εὐθὺς ὡς τὴν ὑποβάλῃ. Ὁ ἐπερωτῶν ἔχει
829δικαίωμα, ἂν δὲν θέλῃ ἀμέσως ν’ ἀναπτύξῃ τὴν ἐπερώτη-
830σίν του, νὰ ὁρίσῃ ἡμέραν, καθ’ ἣν θέλει ἀναπτύξει αὐτὴν,
831ὅπως πάντες οἱ συνάδελφοι, οἱ θέλοντες νὰ λάβωσι μέρος εἰς
832τὴν συζήτησιν, ὦσιν ἕτοιμοι. Τὸ ἐπιχείρημα δὲ, τὸ ὁποῖον
833ἀντέταξεν ἡ Κυβέρνησις καὶ ὁ ἀξιότιμος ἐκ Λεβαδείας συν-
834άδελφος, ὅτι θέλει ἐπηρεασθῇ ἡ Δικαιοσύνη...
835§77ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ἐγὼ δὲν εἶπον τίποτε περὶ αὐτοῦ.
836§78ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ... ἀπὸ τὰς ἐν τῇ Βουλῇ συζητή-
837σεις, εἶναι ἐξευτελιστικὸν διὰ τὴν Δικαιοσύνην τῆς πατρί-
838δος μας, διὰ τὴν ὁποίαν ἐγὼ ἔχω ἀνωτέραν ἰδέαν. Οἱ ἀντι-
839πρόσωποι τῆς Δικαιοσύνης δὲν πρέπει νὰ ἐπηρεάζωνται ὑπὸ
840οὐδενός. Τὰ ἀνώτατα δικαστικὰ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα πρό-
841κειται μετ’ ὀλίγον ν’ ἀποφανθῶσιν ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως ταύ-
842της, βεβαίως δὲν πρέπει νὰ ἐπηρεασθῶσιν ἀπὸ τὴν συζήτη-
843σιν τῆς Βουλῆς, ἢ ἐξ οἵας δήποτε παραστάσεως, ὅθεν δή-
844ποτε καὶ ἂν προέρχηται. Τοιαύτην ἰδέαν πρέπει νὰ ἔχωμεν,
845Κύριοι, περὶ τῆς Δικαιοσύνης, καὶ ὄχι νὰ κλείσωμεν τὸ στό-
846μα, νὰ περιορίσωμεν τὴν ἐλευθερίαν τοῦ λόγου, διατί; Ἐπὶ
847τῇ προφάσει, ὅτι ἡ Δικαιοσύνη πρόκειται νὰ ἐπηρεασθῇ
848ἀπὸ τὴν ὁμιλίαν τοῦ δεῖνα ἢ τοῦ δεῖνα.
849Μὲ τὸν συνάδελφον, κύριε Πρόεδρε, τὸν διατελοῦντα ἐν
850ταῖς φυλακαῖς, δὲν μὲ συνδέει τίποτε. Φρονῶ ὅμως, ὅτι τὸ
851πρώτιστον ἔργον τῆς Βουλῆς ἦτο νὰ ἐπιληφθῇ τοῦ ζητή-
852ματος τούτου, καὶ νὰ ἐξετάσῃ, ἂν ὑπάρχει ἀσυλία εἰς τοὺς
853Βουλευτὰς, ἂν ἐφαρμόζεται τὸ Σύνταγμα ὡς πρὸς αὐτοὺς,
854ἢ, διότι εἶναι Βουλευταὶ, πρέπει νὰ ἦναι ὑπὸ διωγμὸν ἐκ μέ-
855ρους παντὸς ὑπαλληλίσκου, ὁ ὁποῖος ἀρέσκεται νὰ μένῃ εἰς
856τὰς Ἀθήνας.
857Διὰ τοῦτο παρακαλῶ τοὺς συναδέλφους, τοὺς ἀπευθύναν-
858τας τὴν ἐπερώτησιν, περὶ ἧς πρόκειται, νὰ ὁρίσωσιν ἐκεῖνοι
859τὴν ἡμέραν τῆς συζητήσεως, ὅπως πάντες ὦσιν ἕτοιμοι νὰ
860συμμετάσχωσιν αὐτῆς. Ἡ δὲ Κυβέρνησις ἔχει τὸ δικαίωμα
861νὰ λάβῃ μέρος εἰς τὴν συζήτησιν ἐκείνην, οὐδὲν δὲ δικαίω-
862μα ἔχει ν’ ἀποφανθῇ, ἂν πρέπει νὰ γείνῃ συζήτησις, ἢ ὄχι,
863καὶ διὰ τοῦτο θεωρῶ ματαίαν τὴν συζήτησιν, ἡ ὁποία ἔλαβε
864τόσας διαστάσεις.
865§79ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Κουντουριώτης.
866§80Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Ἡ τραχεῖα πολεμικὴ τοῦ κυ-
867ρίου Βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς, καὶ αἱ τραχεῖαι ἐκφράσεις, τὰς
868ὁποίας ἐξέφερεν ἐναντίον τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς πλειονο-
869ψηφίας ἰδίως, δικαιολογοῦσι τὸν ἐρεθισμὸν, ὅστις ἠγέρθη ἐν
870ἡμῖν. Ὁ τρόπος οὗτος τοῦ συζητεῖν δὲν εἶναι βεβαίως ὁ ἐμ-
871πρέπων εἰς τὸ Νομοθετικὸν Σῶμα, ἡ ὄψις δὲ, τὴν ὁποίαν
872παρίστα πρὸ μικροῦ ἡ Βουλὴ, μὲ ἔκαμε ν’ ἀγανακτήσω εἰς
873τοιοῦτον βαθμὸν, ὥστε νὰ μεταχειρισθῶ ἐναντίον τοῦ κυρίου
874Προέδρου τῆς Βουλῆς ἔκφρασιν, τὴν ὁποίαν σπεύδω ν’ ἀνα-
875καλέσω, καὶ λυποῦμαι διότι μοὶ ἐξέφυγεν.
876Ἤδη ἐπιθυμῶ νὰ εἴπω καὶ ἐγὼ τὴν γνώμην μου ἐπὶ τοῦ
877συζητουμένου θέματος, περὶ τῆς ἀσυλίας τῶν Βουλευτῶν,
878ἂν πρέπει δηλαδὴ νὰ γείνῃ σήμερον ἡ συζήτησις, ἢ νὰ ὁρι-
879σθῇ μετά τινας ἡμέρας.
880Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Λεβαδείας ἐπρότεινε νὰ ἀναβληθῇ ἡ
881συζήτησις μετὰ ὀκτὼ, μετὰ δέκα ἡμέρας, ἐπ’ ἄπειρον...
882§81Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Δὲν εἶπον ἐπ’ ἄπειρον.
883§82ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ... διότι ἐνδεχόμενον ἡ συζήτησις
884αὕτη νὰ ἐπηρεάσῃ τὸ Δικαστήριον, καὶ ἑπομένως νὰ ἐπη-
885ρεασθῇ ἡ τύχη τοῦ κατηγορουμένου συναδέλφου. Νομίζω,
886κύριε Πρόεδρε, ὅτι ὁ ἰσχυρισμὸς οὗτος δὲν εἶναι βάσιμος
887καθόλου, διότι, ὡς καὶ ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Μεσολογ-
888γίου ἀνέφερε, δὲν πρόκειται νὰ συζητηθῇ ἡ οὐσία τῆς ὑπο-
889θέσεως, διὰ τὴν ὁποίαν κατηγορεῖται ὁ ἐκ Βόλου Βουλευ-
890τὴς, πρόκειται νὰ συζητηθῇ ὁ τύπος, ἐὰν παρεβιάσθη, ἢ
891ὄχι, ἡ ἀσυλία τοῦ Βουλευτοῦ. Τοῦτο κατὰ τί δύναται νὰ
892ἐπηρεάσῃ τὸ Δικαστήριον, ἐγὼ τοὐλάχιστον δὲν δύναμαι νὰ
893τὸ διακρίνω. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ ἐπιλη-
894φθῇ ἀμέσως τῆς συζητήσεως, ἢ τοὐλάχιστον νὰ ὁρίσῃ ἡμέ-
895ραν, τὴν Τρίτην π. χ., ὅπως συζητηθῇ τὸ θέμα τοῦτο, καὶ
896οὕτω λήξῃ ὅσῳ τὸ δυνατὸν ταχύτερον ἡ ὑπόθεσις αὕτη.
897Ἐπαναλαμβάνω νὰ εἴπω, ὅτι δὲν πρόκειται νὰ ἐξετάσωμεν
898τὴν οὐσίαν τῆς ὑποθέσεως, πρόκειται μόνον νὰ ἐξετασθῇ ἡ
899προνομία τῆς Βουλῆς, ἐὰν δηλαδὴ ἡ δικαστικὴ ἀρχὴ παρε-
900βίασε τὴν ἀσυλίαν τὴν βουλευτικὴν ἐν τῇ προκειμένῃ περι-
901πτώσει. Ἑπομένως εἶναι συζήτησις καθαρῶς τυπικὴ, εἶναι συ-
902ζήτησις ἀκαδημαϊκὴ, ἥτις κατ’ οὐδὲν δύναται νὰ ἐπηρεάσῃ
903τὴν τύχην τοῦ συλληφθέντος Βουλευτοῦ, πολὺ δὲ ὀλιγώτε-
904ρον ἡ τυπικὴ αὕτη συζήτησις δύναται νὰ ἐπιδράσῃ ἐπὶ τῶν
905Ἐφετῶν, οἵτινες τὴν στιγμὴν ταύτην μελετῶσι τὰ τῆς ὑποθέ-
906σεως. Δὲν εὑρίσκω ἑπομένως βασίμους τοὺς λόγους τῶν κυρίων
907συναδέλφων, τῶν ζητούντων τὴν ἀναβολὴν τῆς συζητήσεως.
908§83Δ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ἡ πρότασις, τὴν ὁποίαν ὑπέβα-
909λεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Λεβαδείας, δὲν ἔχει σκοπὸν καὶ ἔν-
910νοιαν, ὅπως ἡ Βουλὴ μηδέποτε ἐπιλάβηται τῆς συζητήσεως,
911περὶ ἧς πρόκειται. Οὐδεὶς δύναται νὰ ὑποστηρίξῃ, ὅτι ἡ
912Βουλὴ δὲν ἔχει δικαίωμα, ἅμα δὲ καὶ καθῆκον, νὰ συζη-
913τήσῃ περὶ τοῦ πολυτιμοτέρου δικαιώματος, περὶ τῆς ἱερω-
914τέρας προνομίας, τὴν ὁποίαν τὸ Σύνταγμα διὰ τοῦ 63 αὐ-
915τοῦ ἄρθρου ἀπένειμε πρὸς τοὺς ἀντιπροσώπους τοῦ λαοῦ.
916Ἀλλ’ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Λεβαδείας προέτεινε τὴν ἀναβο-
917λὴν, διότι φρονεῖ, ὅτι, ἀφοῦ τὸ ἔργον τοῦ Δικαστικοῦ Συμ-
918βουλίου δὲν ἐπερατώθη ἀκόμη, εἶναι πρέπον νὰ μὴ γένηται
919παντάπασι σήμερον συζήτησις ἐν τῇ Βουλῇ. Ἀρκούντως τὸ
920ζήτημα τοῦτο συνεζητήθη καὶ ἀνεπτύχθη διὰ μακρῶν καὶ
921ἐν τοῖς δικαστηρίοις καὶ ἐν τῷ τύπῳ, ἀφοῦ συνεζητήθησαν
922καὶ ἐξηνέχθησαν ὅλαι αἱ γνῶμαι, καὶ αἱ ὑπὲρ καὶ αἱ κατά.
923Εἶναι δὲ ἀναμφισβήτητον, ὅτι δύναται νὰ ἐνασκήσῃ μεγά-
924λην ἐπιρροὴν εἴτε ἡ γνώμη τῆς Κυβερνήσεως, εἴτε ἀκόμη
925περισσότερον ἡ γνώμη τῆς Βουλῆς ἐπὶ τὸ πνεῦμα τῶν δι-
926καστῶν· διότι οὐδεὶς δύναται νὰ ἀρνηθῇ, ὅτι ἡ γνώμη τῆς
927Βουλῆς, συνδυαζομένη μάλιστα μετὰ τῆς γνώμης τῆς Κυ-
928βερνήσεως, ἐὰν ὑποτεθῇ, ὅτι ἤθελον συμπέσει ἐπὶ τὸ αὐτὸ
929αἱ δύο αὗται γνῶμαι, δύναται νὰ ἐνασκήσῃ ὑψίστην ἐπιρ-
930ροὴν ἐπὶ τὸ πνεῦμα τῶν δικαστῶν. Καθ’ ἣν δ’ ἐποχὴν καὶ
931ἐν τῷ τύπῳ ἀνεπτύχθη γνώμη ὑπὲρ τῆς Βουλευτικῆς ἀσυ-
932λίας καὶ κατὰ τὴν διακοπὴν τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς, καὶ
933ὁ Εἰσαγγελεὺς τοῦ Ἀρείου Πάγου ὑπεστήριξε τοιαύτην, ἐὰν
934ἴδωσιν οἱ δικασταὶ, ὅτι καὶ ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡ Βουλὴ τὴν
935αὐτὴν ἔχουσι γνώμην, δὲν δύνανται βεβαίως νὰ ἐκδώσωσι
936βούλευμα περὶ τοῦ ἐναντίου.
937Διὰ τοῦτο καὶ ἐγὼ, μολονότι εἶμαι ἐκ τῶν φρονούντων,
938ὅτι ἡ συνταγματικὴ αὕτη προνομία ἐξακολουθεῖ σκέπουσα
939τὸν Βουλευτὴν καὶ κατὰ τὸ διάστημα τῆς διακοπῆς τῶν
940ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς, καὶ μολονότι ἐσκόπουν νὰ σπεύσω
941πρῶτος νὰ φέρω τὴν συζήτησιν ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου ἐν
942τῇ Βουλῇ, ἔκρινα προσῆκον, ἀφοῦ ἀφ’ ἧς ἡμέρας ἐπανελή-
943φθησαν αἱ ἐργασίαι τῆς Βουλῆς μέχρι σήμερον παρῆλθε τό-
944σος χρόνος χωρὶς νὰ ἐπιλάβηται ἡ Βουλὴ τοῦ ζητήματος
945τούτου, καὶ ἐθεώρησα καθῆκόν μου νὰ ἀναβάλω νὰ προκα-
946λέσω τοιαύτην συζήτησιν ἐν τῇ Βουλῇ, ἕως οὗ περατωθῇ τὸ
947ἔργον τοῦ Συμβουλίου τῶν Ἐφετῶν, ὁπότε δυνάμεθα ἄνευ
948φόβου τινὸς καὶ ἄνευ τοῦ κινδύνου νὰ παραβλάψωμεν τὸ ἔρ-
949γον τῆς Δικαιοσύνης, νὰ συζητήσωμεν καὶ ἐκφέρωμεν τὴν
950γνώμην ἡμῶν, διότι βεβαίως ἡ γνώμη τῆς Βουλῆς πρέπει νὰ
951ἀκουσθῇ, ἂν ὄχι διὰ τὸ παρὸν, τοὐλάχιστον διὰ τὸ μέλλον.
952§84Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
953§85Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸν λόγον.
954Νομίζω, ὅτι τὸ ζήτημα τῆς ἀπονομῆς τῆς δικαιοσύνης
955εἶναι ἀλλοῖον τοῦ ζητήματος τῆς προασπίσεως τῶν προ-
956νομίων τοῦ Κοινοβουλίου...
957§86Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Πρότασιν ἔκαμεν ὁ κ. Μπουφίδης, ἢ
958εὐχήν;
959§87Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ἐγὼ παρεκάλεσα ἐξ ὀνόματος ἐκεί-
960νων, οἱ ὁποῖοι δὲν θέλουσι νὰ δυσχεράνωσι τὴν θέσιν τοῦ
961κατηγορουμένου συναδέλφου, ν’ ἀναβάλωμεν τὴν συζήτησιν.
962§88Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Τί συζητοῦμεν λοιπόν;
963§89Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Μὲ συγχωρεῖτε. Νομίζω, ὅτι δὲν
964εἶναι δυνατὸν νὰ συγχισθῶσι τὰ δύο ζητήματα. Νομίζω,
965ὅτι καὶ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Λεβαδείας δὲν δύναται νὰ συγ-
966χίσῃ τὰ δύο ζητήματα, καὶ ἡμεῖς δὲν δυνάμεθα ἐν τῇ ἀπο-
967φάσει μας νὰ συγχίσωμεν τὰ δύο ζητήματα. Δὲν εἶναι δυ-
968νατὸν ἡ Βουλὴ, τὸ κυρίαρχον αὐτὸ Σῶμα, νὰ ὑποχωρήσῃ,
969θυσιάζον τὰ δικαιώματά του, ἀπέναντι οὐδενὸς ἄλλου Σώ-
970ματος. Νομίζω ὅμως, ὅτι τὸ ζήτημα ἔχει τοσαύτην σπου-
971δαιότητα, ὥστε δὲν δύναται νὰ συζητηθῇ ἀμέσως. Νομίζω,
972ὅτι τὸ ζήτημα εἶναι ἀνάγκη νὰ μελετηθῇ σπουδαιότερον
973παρὰ τῶν Βουλευτῶν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι καὶ εἰδικώτεροι
974εἶναι καὶ θὰ λάβωσι τὸν λόγον. Δὲν εἶναι δυνατὸν ἑπομέ-
975νως τὸ ζήτημα τοῦτο, τὸ ἔχον τοσαύτην σπουδαιότητα καὶ
976σχετιζόμενον μὲ τὰ κυριαρχικὰ δικαιώματα τῆς Βουλῆς,
977νὰ συζητηθῇ τὴν προσεχῆ Δευτέραν. Νομίζω, ὅτι ἡ Βουλὴ,
978χωρὶς κἂν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν θέσιν τοῦ ζητήματος ὑπὸ
979τὴν δικαστικὴν αὐτοῦ ἔποψιν, ὀφείλει ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς
980σπουδαιοτέρας μελέτης αὐτοῦ τοῦ ζητήματος νὰ ὁρίσῃ ἡμέ-
981ραν μακροτέραν τῆς Δευτέρας πρὸς συζήτησιν. Ἐὰν ἡ Βουλὴ
982νομίζῃ, ὅτι εἶναι καλὸν νὰ προσδιορισθῇ πρὸς συζήτησιν ἡ
983προσεχὴς Παρασκευή...
984§90ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἡ ἄλλη Δευτέρα.
985§91Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ... Ἐὰν ἡ Βουλὴ νομίζῃ, ὅτι εἶναι
986καλὸν, χάριν πληρεστέρας μελέτης τοῦ ζητήματος καὶ ἀνεξ-
987αρτήτως πάσης ἐπόψεως ἄλλης ἐξουσίας, νὰ προσδιορίσῃ τὴν
988Παρασκευὴν, ἢ ἄλλην ἡμέραν, — δὲν ἐπιμένω εἰς τὴν Παρα-
989σκευὴν — τοῦτο πρέπει νὰ τεθῇ εἰς τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς,
990χωρὶς νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ἡ σύγκρουσις, τὴν ὁποίαν παρέστη-
991σαν οἱ περισσότεροι τῶν προλαλησάντων, μεταξὺ τῆς δικα-
992στικῆς ἐξουσίας καὶ τῆς νομοθετικῆς.
993§92Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Τὸ προσεχὲς Σάββατον.
994§93ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Δηλιγιάννης ἔχει τὸν λόγον.
995§94Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁμολογῶ, ὅτι ἡ σπουδή, ἥτις
996κατεδηλώθη ὑπὸ τῶν μέχρι τοῦδε ἀγορευσάντων συναδέλ-
997φων πρὸς ἐξέτασιν καὶ μελέτην τῶν γενομένων, ἵνα ἀνευ-
998ρεθῇ, ἂν ἠθετήθησαν αἱ περὶ ἀσυλίας τῶν Βουλευτῶν δια-
999τάξεις τοῦ Συντάγματος, ὁμολογῶ, λέγω, ὅτι ἡ σπουδὴ
1000αὕτη εἶναι εὔλογος. Διὰ τοῦτο μάλιστα, ἂν καὶ δὲν ἀπε-
1001φηνάμην δημοσίᾳ, ἐνέκρινα ὅμως σιωπῶν τὴν μομφὴν ἢ τὴν
1002ἐπίκρισιν, ἡ ὁποία ἐγένετο πρὸς τὴν Βουλὴν, διότι ἐβρά-
1003δυνε μέχρι σήμερον νὰ ἐπιλάβηται καὶ νὰ ἐρευνήσῃ θέμα,
1004τὸ ὁποῖον συνδέεται μετὰ μεγάλης ἐγγυήσεως τῆς βουλευ-
1005τικῆς ἀνεξαρτησίας, μετὰ διατάξεως, ἡ ὁποία ἐξασφαλίζει
1006τὴν λειτουργίαν τῶν θεσμῶν.
1007Ἀλλὰ νῦν, ὅτε πρόκειται νὰ ἐξετάσωμεν τὸ θέμα, νο-
1008μίζω, ὅτι δὲν θέλομεν πράξει ἄλλο τι ἢ ὅ,τι πράττουσιν αἱ
1009Ἀκαδημίαι, ἢ οἱ ἐπιστημονικοὶ Σύλλογοι. Θέλομεν συζη-
1010τήσει ἐντελῶς πρὸς σκοπὸν θεωρητικὸν, οὐχὶ πλέον πρακτι-
1011κόν· διότι κατὰ τὴν ὥραν ταύτην, ἐὰν ἡ Βουλὴ ἤθελεν ἀπο-
1012φανθῆ, ὅτι παρεβάθησαν αἱ διατάξεις τοῦ Συντάγματος,
1013ὄχι μόνον ἐκεῖνος, εἰς τὸ πρόσωπον τοῦ ὁποίου παρεβάθη-
1014σαν αἱ διατάξεις τοῦ Συντάγματος, δὲν θέλει στέρξει νὰ
1015ἐπικαλεσθῇ πλέον τὴν ἀσυλίαν, ἀλλὰ καὶ τοσοῦτος παρῆλθε
1016καιρὸς, ἀφ’ ἧς ἡ ἀσυλία παρεβάθη, ὥστε δὲν εὑρίσκω τὸν
1017λόγον, διὰ τὸν ὁποῖον πρέπει νὰ ἀρνηθῶμεν, ὅταν συνάδελ-
1018φοι ἐν τῷ Βουλευτηρίῳ, οἵτινες εἶναι συνδεδεμένοι μετὰ τῆς
1019μελέτης τῆς δίκης ταύτης, καὶ τῶν ὁποίων τινὲς ἴσως εἰσὶ
1020καὶ συνήγοροι ἐν τῇ ὑποθέσει ταύτῃ, ἐκδηλῶσι δισταγμοὺς,
1021ὅτι ἐνδεχόμενον τὰ ἐκτεθησόμενα κατὰ τὴν συζήτησιν, ἢ
1022ἡ ἔκβασις τῆς συζητήσεως, νὰ ἐξασκήσουν ἐπηρεασμόν τινα
1023ἐπὶ τῶν μελλόντων νὰ ἀποφήνωνται δικαστικὴν γνώμην.
1024Ἐπειδὴ δὲ, ὡς εἶπον, ἡ ἀναβολὴ ἐπί τινας ἡμέρας δὲν θέ-
1025λει φέρει βλάβην τινὰ, διότι ἡ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς θέλει
1026κανονίσει τὸ μέλλον, οὐχὶ δὲ πλέον τὸ ἐνεστὼς, διὰ τὸ
1027ὁποῖον οὐδαμῶς χρησιμεύει ἡ ἔκβασις τῆς συζητήσεως, διὰ
1028τοῦτο καὶ ἐγὼ παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ ἀποδεχθῇ τὴν
1029γνώμην τῶν Βουλευτῶν, οἱ ὁποῖοι ἐζήτησαν νὰ ἀναβληθῇ
1030ἐπί τινας ἡμέρας ἡ συζήτησις αὕτη.
1031§95ΗΛ. ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὀφείλω νὰ δη-
1032λώσω εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς, ὅτι εἶμαι ἐκ τῶν συνηγόρων τοῦ κ.
1033Καρτάλη· ἀλλὰ τὴν ἰδιότητά μου ταύτην, πρέπει νὰ ἦναι
1034βέβαιοι πάντες, ὅτι, ὅταν ἐκφέρω γνώμην ἐν τῇ Βουλῇ, τὴν
1035θεωρῶ ὅλως ἀλλοτρίαν πρὸς τὴν ἰδιότητά μου ὡς Βουλευ-
1036τοῦ. Ἐκτὸς τῶν ἐπιχειρημάτων, τὰ ὁποῖα ἐπεκαλέσθη, καὶ
1037τῆς παρακλήσεως, τὴν ὁποίαν ἀπηύθυνεν ὁ κύριος Βουλευ-
1038τὴς Λεβαδείας ἐξ ὀνόματος τοῦ κατηγορουμένου, νομίζω, ὅτι
1039ἐκ καθήκοντος ἐπιβάλλεται τῇ Βουλῇ νὰ μὴ σπεύσῃ εἰς τὴν
1040συζήτησιν τοῦ ζητήματος ἐν τῷ κρισίμῳ σταδίῳ τῆς δίκης,
1041ἐν ᾧ εὕρηται νῦν, ὅτε ἡ Δικαιοσύνη ἔχει ἐνώπιόν της τὴν
1042ὑπόθεσιν ὑπὸ σκέψιν, διότι ἡ δικογραφία εὕρηται ἐνώπιον
1043τοῦ Συμβουλίου τῶν Ἐφετῶν, οὐχὶ διότι δύναται νὰ ἐπη-
1044ρεάσῃ τὸ Δικαστικὸν Συμβούλιον ἡ γνώμη, ἡ ὁποία θὰ ἐξ-
1045ενεχθῇ ἐν τῇ Βουλῇ, — καθότι ἡ Βουλὴ δὲν θ’ ἀποφανθῇ ἐπὶ
1046ζητήματός τινος ἐλέγχου, ἀλλ’ ἴσως ἐκφράσῃ γνώμην ἀκα-
1047δημαϊκὴν, ἡ ὁποία δὲν ἔχει καμμίαν οὐσιαστικὴν ἀξίαν ἐπὶ
1048τοῦ ζητήματος, — ἀλλὰ διότι πρέπει ἡ Βουλὴ νὰ δείξῃ, ὅτι
1049σέβεται τὸ ἔργον τῆς Δικαιοσύνης, καὶ ἀποφεύγει νὰ ἐπι-
1050ληφθῇ ζητήματος, τὸ ὁποῖον ἐκείνη σήμερον ἐξετάζει. Πρέ-
1051πει ἑπομένως νὰ μὴ ὁρισθῇ ἡμέρα συζητήσεως· εἶναι, οὕτως
1052εἰπεῖν, ὑποχρέωσις πρὸς τὴν ἀρχὴν τῆς διακρίσεως τῶν ἐξου-
1053σιῶν, ἐπιβαλλομένη εἰς τὴν Βουλὴν, νὰ δείξῃ ἐξ ἁβροφρο-
1054σύνης πρὸς τὴν Δικαιοσύνην, ὅτι περιμένει αὐτὴν (τὴν ἁρμο-
1055δίαν) νὰ ἐκφέρῃ τὴν γνώμην τὴν οὐσιαστικὴν ἐπὶ τοῦ ζητή-
1056ματος, περιμένει αὐτὴν ν’ ἀποφανθῇ, ὅπως κατόπιν ἡ Βουλὴ
1057συζητήσῃ τὸ ζήτημα. Διὰ τοῦτο καὶ ἐγὼ συντάσσομαι μὲ τὴν
1058γνώμην ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐξέφρασαν τὴν εὐχὴν τῆς ἀναβο-
1059λῆς, καὶ νομίζω, ὅτι ἡ Βουλὴ ὁμοφώνως θ’ ἀποδεχθῇ αὐτήν.
1060§96ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συναινεῖ ἡ Βουλὴ νὰ ἐπιληφθῇ τῆς συ-
1061ζητήσεως τοῦ ζητήματος τῆς ἀσυλίας μετὰ τὴν ἔκδοσιν τοῦ
1062βουλεύματος τοῦ Ἐφετείου;
1063§97ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
1064§98Γ. ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, αὐτὸ
1065εἶναι ἀόριστον. Πρέπει νὰ ὁρίσωμεν μίαν ἡμέραν.
1066§99ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μετὰ τὴν ἔκδοσιν τοῦ βουλεύματος τοῦ
1067Ἐφετείου. Ἡ Βουλὴ ἀπεφάνθη.
1068Ὁ κ. Α. Στρᾶτος, βουλευτὴς ἐκ Βάλτου, ὑποβάλλει ἐπε-
1069ρώτησιν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν. Θέλετε νὰ
1070ἀναγνωσθῇ;
1071§100Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Βεβαίως.
1072§101ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει).
1073«Παρακαλεῖται ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ γνω-
1074ρίσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὴν προσεχῆ Δευτέραν, κατὰ τὴν συν-
1075εδρίασίν της: 1) Ἂν αἱ προτάσεις τῆς Διευθύνσεως τοῦ σι-
1076δηροδρόμου Μεσολογγίου–Ἀγρινίου περὶ ἐπεκτάσεώς του εἰς
1077Κραβασαρᾶν ἐγένοντο δεκταί. 2) Τούτου μὴ τελεσθέντος,
1078ποῖοι οἱ λόγοι καὶ πῶς ἄλλως σκέπτεται ἡ Κυβέρνησις νὰ
1079προβῇ εἰς τὴν ἀναγκαίαν ταύτην ἐπέκτασιν;»
1080§102ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ βουλευτὴς Ἄρτης κύριος Γαρουφαλιᾶς
1081ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ συμπλη-
1082ρώσεως τοῦ νόμου ᾼϠΟʹ περὶ ἐγγυήσεως τοῦ Κράτους εἰς
1083ἐνυπόθηκα δάνεια γεωργοκτηματιῶν». Θέλει τυπωθῆ καὶ
1084διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 54).
1085Ὁ κύριος Α. Βιτάλης ἔχει τὸν λόγον.
1086§103Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Ἐκ τῶν συζητήσεων ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ
1087τούτῳ γνωρίζετε πάντες, ὅτι ἐν τῇ νήσῳ Μυκόνῳ τῆς ἐπαρ-
1088χίας Σύρου ὑπάρχει Μονή τις, ἀποτελουμένη ἐκ 12 μονα-
1089χῶν καὶ χρησιμοποιουμένη ὡς ἄσυλον τῶν γερόντων καὶ τῶν
1090ἀνιάτων. Εἰς τὴν Μονὴν ταύτην δικαίως ἡ Κυβέρνησις εἶ-
1091χε λάβει πρόνοιαν, ὅπως ἐφαρμόσῃ νέον ὅλως σύστημα, οὐχὶ
1092βεβαίως τὸ τῆς Μονῆς Πετράκη. Ἡ Κυβέρνησις ἀπεφάσισε
1093νὰ ἐνοικιάσῃ τὰ κτήματα τῆς Μονῆς καὶ νὰ πωλήσῃ τὰ
1094ζῷα αὐτῆς. Διὰ τῆς πωλήσεως ὅλης αὐτῆς τῆς περιουσίας
1095καὶ τῆς ἐνοικιάσεως τῶν κτημάτων τῆς Μονῆς καθιερώθη
1096νέον σύστημα· πρὸς ἐξοικονόμησιν τῆς διατροφῆς τῶν μονα-
1097χῶν τούτων ὡρίσθησαν 20–25 δραχμαὶ κατὰ μῆνα δι’ ἕκα-
1098στον μοναχόν. Ἀλλ’ ἐπὶ 4 ἢ 5 μῆνας ἤδη δὲν πληρώνονται.
1099Ἤθελον νὰ παρακαλέσω τὸν κύριον ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστι-
1100κῶν Ὑπουργὸν, ἐὰν εὐαρεστῆται, νὰ διατάξῃ τὸν ἁρμόδιον
1101τμηματάρχην, ὅπως λάβῃ πρόνοιαν περὶ αὐτῶν τῶν ἀνθρώ-
1102πων. Ἀρκεῖ, ὅτι ἐξευτελιστικώτατον ποσὸν ἔχει κανονισθῆ
1103δι’ αὐτοὺς τοὺς ἀνθρώπους, ἀλλὰ καὶ νὰ μὴ πληρώνηται εἰς
1104αὐτοὺς αὐτὸ τὸ γλίσχρον ποσόν, εἶναι ἀληθῶς φοβερόν.
1105Ἐπειδὴ δὲ ἐδόθη ἀφορμὴ ἐκ τοῦ θέματος τούτου, ἤθε-
1106λον παρακαλέσει ὑμᾶς, κύριε Ὑπουργὲ, ἂν ἦναι δυνατὸν, νὰ
1107ζητήσητε τὰ σχετικὰ ἔγγραφα, καὶ νὰ λάβητε ὑπ’ ὄψιν τοὺς
1108λόγους, οἱ ὁποῖοι προεκάλεσαν τὴν ἐνοικίασιν τῶν κτημά-
1109των αὐτῶν, καὶ ἀπαλλάξητε τῆς καταδίκης αὐτῆς τὴν νῆ-
1110σον τῆς Μυκόνου, διότι διὰ τῶν πόρων τῆς Μονῆς ταύτης,
1111ὡς προεῖπον, περιθάλπονται τόσα πρόσωπα.
1112Ἐλπίζω, ὅτι ὁ κύριος Ὑπουργὸς θὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν
1113δικαίαν ταύτην σύστασιν.
1114§104Α. ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστι-
1115κῶν κλπ.). Θὰ σᾶς παρακαλέσω, ἐγγράφως νὰ ὑποβάλητε
1116τὴν ἐπερώτησίν σας.
1117§105Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Μάλιστα.
1118§106ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Κωνστ. Κουμουνδοῦρος.
1119§107Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἔλαβον ἀνα-
1120φορὰν συμπολιτῶν μου καταδίκων, κρατουμένων ἐν ταῖς φυ-
1121λακαῖς Ρίου, ἀπευθυνομένην πρὸς τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῶν
1122Στρατιωτικῶν. Σὺν τῇ ἀναφορᾷ ταύτῃ, τὴν ὁποίαν μὲ παρα-
1123καλοῦσι ν’ ἀνακοινώσω καὶ καταθέσω εἰς τὴν Βουλὴν, μοὶ
1124ἀπεστάλη καὶ ἀντίγραφον ἀναφορᾶς, τὴν ὁποίαν οἱ εἰρημέ-
1125νοι κατάδικοι ἀπηύθυναν πρὸς τὴν Α. Ὑψ. τὸν Διάδοχον καὶ
1126διὰ τῆς ὁποίας παραπονοῦνται, ὅτι ὁ φρούραρχος τῶν φυλα-
1127κῶν Ρίου Κίτσος συμπεριφέρεται πρὸς αὐτοὺς κατὰ τρόπον
1128τοιοῦτον, ὥστε πολλοὶ ἐξ αὐτῶν ἔπαθον.
1129Ἐὰν τὰ ἀναφερόμενα ἐν τῇ ἀναφορᾷ ταύτῃ εἶναι ἀκριβῆ,
1130ἡ διαγωγὴ τοῦ φρουράρχου εἶναι ἐγκληματική.
1131Καταθέτω τὴν ἀναφορὰν εἰς τὸ Προεδρεῖον, καὶ παρακαλῶ
1132νὰ παραπεμφθῇ αὕτη εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Στρατιω-
1133τικῶν, ὅπως οὗτος ἐνεργήσῃ τὰ κατ’ αὐτόν.
1134§108Γ. ΚΟΡΠΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Ἅμα
1135ὡς σταλῇ ἡ ἀναφορὰ αὕτη εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρα-
1136τιωτικῶν, θὰ καλέσω τὴν ἁρμοδίαν ἀρχὴν νὰ ἐνεργήσῃ προ-
1137ηγουμένως ἀνακρίσεις ἐπὶ τῶν καταγγελλομένων πράξεων,
1138καὶ νὰ λάβῃ ὅσα νομίσῃ κατάλληλα μέτρα.
1139§109Κ. Ν. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁμοία ἀναφορὰ ἐστά-
1140λη καὶ πρὸς ἐμὲ ὑπὸ τῶν καταδίκων Ρίου. Ἐπ’ αὐτῆς δὲ
1141ἐπεκαλέσθην τὴν ἰδιαιτέραν προσοχὴν τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ
1142ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, ὅπως λάβῃ πρόνοιαν.
1143Συγχρόνως θ’ ἀπασχολήσω τὴν Βουλὴν ἐπὶ βραχὺ, ὑπο-
1144βάλλων ἑτέραν ἀναφορὰν, καὶ ἐπικαλούμενος ἐπ’ αὐτῆς τὴν
1145προσοχὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ἀναφο-
1146ρὰν τοῦ τέως σταφιδαποθηκαρίου Πύργου κ. Δημ. Λιναρ-
1147δάκη, ὅστις ἰσχυρίζεται, ὅτι ἠδικήθη ἔκ τινος ἀποφάσεως
1148τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, ἀφορώσης τὴν ἐξέλεγξιν
1149τῆς διαχειρίσεώς του, καὶ παρακαλῶ νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ὑπὸ
1150τοῦ Ὑπουργείου, ὅπως δικαιωθῇ ὁ ἀναφερόμενος πολίτης,
1151ἂν τὰ γραφόμενα ὑπ’ αὐτοῦ ἦναι ὀρθά.
1152Ἐπίσης παρακαλῶ τὸν κύριον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Δικαιο-
1153σύνης νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν ἀναφορὰν 16 κατα-
1154δίκων τῶν φυλακῶν Αἰγίνης, οἱ ὁποῖοι ζητοῦσι νὰ ἐνθυμηθῇ
1155ἡ Πολιτεία, ὅτι οὗτοι ἔζησαν εἰς τὰς φυλακὰς χρονικὸν διά-
1156στημα μακρότερον τῶν 20 ἐτῶν. Ἐν τῇ ἀναφορᾷ δὲ ταύτῃ
1157ἐκθέτουσι καὶ μίαν θεωρίαν, λέγοντες, ὅτι ἡ Πολιτεία ἤδη
1158δὲν σωφρονίζει αὐτοὺς, ἀλλ’ ἐκδικεῖται, καταστρέφουσα τὸ
1159ἄτομόν των, διότι διήνυσαν ἤδη 20 ἔτη ὁλόκληρα· ἐφ’ ὅσον
1160δ’ εἶχον νὰ σωφρονισθῶσιν, ἐσωφρονίσθησαν. Ἐὰν δὲ οὕτως
1161ἢ ἄλλως ἐξέλθωσιν ἐκ τῆς φυλακῆς, θὰ ἐξέλθωσι γέροντες
1162καὶ ἀνίκανοι πρὸς διάπραξιν τοῦ κακοῦ, καὶ ἂν ἔχωσι τὴν
1163πρόθεσιν τοῦ κακοῦ, ὅπερ ἀπίθανον.
1164§110Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Συμπολῖταί μού τινες κτηματικοὶ μὲ πα-
1165ρεκάλεσαν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν ἀναφορὰν διὰ τὸν ἁρ-
1166μόδιον Ὑπουργὸν περὶ τῶν ζημιῶν, ἃς ὑφίστανται τὰ κτή-
1167ματα αὐτῶν ἐκ τῶν ποιμνίων, τῶν βοσκόντων οὐχὶ μόνον
1168ἐν τῷ λεκανοπεδίῳ Ἀθηνῶν, ἀλλὰ καὶ ἐντὸς τοῦ χώρου
1169ἀκόμη τοῦ εὑρισκομένου ἐντὸς τοῦ σχεδίου τῆς πόλεως. Τοῦτο
1170εἶναι τερατῶδες, διότι ὑπάρχει διάταξις, καθ’ ἣν ἡ βόσκη-
1171σις ποιμνίων ἀπαγορεύεται ἐντὸς τοῦ λεκανοπεδίου Ἀθηνῶν.
1172Κατὰ τὰς ἡμέρας δὲ ταύτας βλέπομεν τὰ ποίμνια βόσκοντα
1173ἐντὸς τόπων εὑρισκομένων ἐν τῷ σχεδίῳ τῆς πόλεως.
1174Γνωρίζετε, ὅτι εἰς τὰ πέριξ τῶν Ἀθηνῶν μέρη, τὰ ἐντὸς
1175τοῦ σχεδίου τῆς πόλεως, ὑπάρχουσι γρασιδότοποι καὶ περι-
1176βόλια πολλὰ, σχεδὸν δὲ πάντες οἱ ἀναφερόμενοι, ὧν οἱ πλεῖ-
1177στοί εἰσιν ἄνθρωποι ἐκ τῶν τὰ πρῶτα φερόντων παρ’ ἡμῖν,
1178λέγουσιν, ὅτι ἐντὸς τῶν οἰκοπέδων αὐτῶν, ἐν οἷς ἔχουσι γρα-
1179σίδια, βόσκουσι τὰ ποίμνια διαφόρων ἀνθρώπων. Περὶ τού-
1180των πολλάκις οἱ συμπολῖταί μου ἀνηνέχθησαν εἰς τὴν Ἀστυ-
1181νομίαν τῶν Ἀθηνῶν καὶ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν,
1182ἀλλ’ οὐδεμία πρόνοια ἐλήφθη. Ἐνόμισαν λοιπὸν πρέπον νὰ
1183ἀποταθῶσι πρὸς τὴν Βουλὴν, ὅπως παρακαλέσωμεν τὴν Κυ-
1184βέρνησιν νὰ ἄρῃ τὸ ἄτοπον τοῦτο.
1185Καταθέτω τὴν ἀναφορὰν, καὶ παρακαλῶ νὰ διαβιβάσῃ
1186αὐτὴν τὸ Προεδρεῖον εἰς τὸν ἁρμόδιον Ὑπουργόν.
1187§111ΑΛΕΞ. Γ. ΣΚΟΥΖΕΣ. Συνενῶν καὶ ἐγὼ τὴν φωνήν μου,
1188παρακαλῶ τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ὁ ὁποῖος
1189εἶναι ἁρμόδιος, νὰ λάβῃ σύντονον μέριμναν, διότι τὸ ζήτημα
1190δὲν ἀφορᾷ μόνον εἰς τὰς ὑλικὰς ζημίας, αἵτινες συμβαίνουσι
1191συχνότατα εἰς τὰ κτήματα παρὰ τῶν βοσκόντων τὰ ποί-
1192μνια εἰς θέσεις ἀπηγορευμένας, ἀλλὰ θίγει καὶ τὴν δημο-
1193σίαν ἀσφάλειαν, διότι ἕνεκα τῶν ἐρίδων, διαπληκτισμῶν,
1194συμπλοκῶν καὶ φόνων, οἱ ὁποῖοι συμβαίνουσιν οὐχὶ σπανίως,
1195διαταράσσεται σπουδαίως ἡ δημοσία ἀσφάλεια.
1196Ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν γνωρίζει ἴσως, ὅτι
1197πρό τινος ἐξ ἀφορμῆς τοιαύτης εἰς τὰ πρόθυρα τῆς πρωτευού-
1198σης συνέβη ἀνθρωποκτονία, οἱ δράσται δὲ τοῦ φόνου, περι-
1199φερόμενοι ὡς φυγόδικοι, ἤρχισαν νὰ ἐκτρέπωνται καὶ εἰς
1200πράξεις λῃστρικάς, αἵτινες δίδουσι, νομίζω, ἀφορμὴν εἰς τὸν
1201κύριον Ὑπουργὸν νὰ σκεφθῇ, ὅτι εἶναι ἴσως καιρὸς νὰ ἐπι-
1202κηρυχθῶσιν οὗτοι ὡς λῃσταί.
1203Ἐπαναλαμβάνω λοιπὸν νὰ συστήσω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν
1204τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ λάβῃ σύντονα μέτρα οὐ μόνον πρὸς
1205προστασίαν τῶν κτημάτων τῶν πολιτῶν, ἀλλὰ καὶ χάριν
1206τῆς δημοσίας ἀσφαλείας, ἥτις εἰς τοιοῦτον κίνδυνον εἶναι ἐκ-
1207τεθειμένη.
1208§112Π. Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Κύριοι Βουλευταὶ, λαβὼν ἀφορμὴν
1209ἐκ παραστάσεών τινων Βουλευτῶν πρὸς τὸν ἀξιότιμον ἐπὶ
1210τῆς Ἐκπαιδεύσεως Ὑπουργόν, ὅτι πολλαὶ ἀποφάσεις τῶν
1211Ἐποπτικῶν Συμβουλίων δὲν ἐξετελέσθησαν, καὶ ὅτι πολλὰ
1212Δημοτικὰ Συμβούλια δὲν ἠρωτήθησαν ποσῶς, προκειμένου
1213περὶ τοποθετήσεως καὶ διορισμοῦ τῶν γραμματοδιδασκάλων,
1214παρετήρησα εἰς τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως καὶ εὗ-
1215ρον, ὅτι ἀπὸ τῆς 21 Αὐγούστου μέχρι τῆς 28 Νοεμβρίου
12161901 ἐκοινοποιήθησαν παύσεις 17 γραμματοδιδασκάλων,
1217καὶ διορισμοὶ 157 γραμματιστῶν καὶ 175 γραμματοδιδα-
1218σκάλων, ἄνευ προτάσεων τῶν ἁρμοδίων Δημοτικῶν Συμβου-
1219λίων, αἵτινές εἰσιν ἀπαραίτητοι, κατὰ τὸν νόμον περὶ δημο-
1220τικῆς ἐκπαιδεύσεως. Δὲν θέλω νὰ προβῶ εἰς ἐπικρίσεις καὶ
1221εἰς ἔλεγχον τῶν πράξεων τούτων, μέχρις οὗ ὁ κύριος Ὑπουρ-
1222γὸς προσαγάγῃ πίνακα, ἐμφαίνοντα, πόσοι γραμματοδιδά-
1223σκαλοι διωρίσθησαν ἀπὸ τῆς 21 Αὐγούστου μέχρι τῆς 28
1224Νοεμβρίου, ὅπως κριθῇ, ἂν αἱ πράξεις αὗται καὶ οἱ διορισμοὶ
1225ἔχουσι κῦρος, καὶ διατὶ δὲν ἠρωτήθησαν, κατὰ τὸν νόμον, τὰ
1226οἰκεῖα Δημοτικὰ Συμβούλια. Τὸ ζήτημα εἶναι ἀρκετὰ σπου-
1227δαῖον, νομίζω, διότι εἶναι καὶ ἡ δευτέρα περίστασις, καθ’ ἣν
1228δίδεται ἀφορμὴ νὰ βεβαιωθῇ, ὅτι ὁ νόμος τῆς δημοτικῆς ἐκ-
1229παιδεύσεως δὲν ἐφαρμόζεται παρὰ τῶν κ. Ὑπουργῶν αὐστη-
1230ρῶς καὶ κατὰ τὰς διατάξεις τὰς ἐπιτακτικὰς τούτου.
1231§113ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ βουλευτὴς Μεγαλοπόλεως κ. Ἠλίας
1232Κοσονᾶκος ὑποβάλλει αἴτησιν, δι’ ἧς παρακαλεῖ τὸν κύριον
1233Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν «νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βου-
1234λὴν τὰ σχετικὰ ἔγγραφα, ἐφ’ ὧν βασισθεὶς διέταξε τὸν δα-
1235σάρχην Μαντινείας νὰ κατεδαφίσῃ καὶ κατεδάφισεν οὗτος
1236ἀσβεστοκάμινον κατεσκευασμένην ἐν τῇ θέσει Μεγάλοι Κάμ-
1237ποι, ὅριον τοῦ δήμου Φαλαισίας, καὶ νὰ γνωρίσῃ εἰς τὴν Βου-
1238λήν, ποίαν διάταξιν καὶ τίνος νόμου ἔλαβε πρὸς τοῦτο ὑπ’
1239ὄψιν».
1240Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
1241Ἐξακολούθησις τῆς πρώτης συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου
1242«περὶ συστάσεως Ἐμπορικῶν Σχολῶν ἐν Ἀθήναις καὶ ἐν
1243Πάτραις».
1244Ὁ κύριος Βελλιανίτης ἔχει τὸν λόγον.
1245§114Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Δὲν θέλω ν’ ἀσχοληθῶ εἰς τὸ ζή-
1246τημα, ἂν κανονικῶς καὶ νομίμως διὰ Β. Διατάγματος ὁ ἄλ-
1247λοτε Ὑπουργὸς τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως κ. Βουλευτὴς
1248ἐκ Κυθήρων συνέστησε τὰς Ἐμπορικὰς Σχολὰς Ἀθηνῶν καὶ
1249Πατρῶν, ἃς διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου ζητεῖ νὰ
1250νομιμοποιήσῃ ὁ νῦν κ. Ὑπουργός· μετὰ τὴν γενομένην ὅμως
1251συζήτησιν, εἰς τὴν ὁποίαν ἔλαβον μέρος ὁ ἀξιότιμος ἐκ Κυ-
1252θήρων Βουλευτὴς, ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως
1253καὶ ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς βουλευτὴς, ὁ κ. Δραγούμης,
1254κατεδείχθη, ὅτι τὸ Βασιλικὸν ἐκεῖνο Διάταγμα ἦτο βεβια-
1255σμένον, καὶ τὸ παρὸν νομοσχέδιον ἐντελῶς ἀμελέτητον.
1256Λέγω, ὅτι ἦσαν βεβιασμένα ἀμφότερα, διότι καὶ ἁπλῆ μόνον
1257ἀνάγνωσις τοῦ νομοσχεδίου καταδεικνύει, ὅτι δὲν ἐπεστήθη
1258ἡ δέουσα προσοχὴ ἐπὶ θεσμοῦ, ὁ ὁποῖος σκοπὸν ἔχει νὰ θέσῃ
1259τὰς βάσεις πρακτικωτέρας παιδεύσεως παρ’ ἡμῖν. Ὅτι ἡ
1260ἡμετέρα κοινωνία ἔχει ἀπόλυτον ἀνάγκην συστάσεως τοιού-
1261των Σχολῶν, ὅπως τραπῇ ἡ ἐκπαίδευσις καὶ παρ’ ἡμῖν ἐπὶ
1262θετικωτέρου ἐδάφους καὶ παρασκευάσῃ ἀνθρώπους πρακτι-
1263κοὺς, φέροντας τὰ ἐφόδια, ἅτινα θὰ τοῖς γείνωσι χρήσιμα εἰς
1264τὴν πάλην τοῦ βίου, οὐδεὶς, νομίζω, ὁ ἀντιλέγων. Ἡ τροπὴ
1265εἰς τὰς θετικὰς ἐπιστήμας καὶ εἰς ἐπαγγέλματα ἐπικερδῆ
1266θὰ συντελέσῃ, ὥστε ν’ ἀναβιώσῃ τὸ ἀρχαῖον γόητρον τοῦ
1267Ἑλληνικοῦ ἐμπορίου, τὸ ὁποῖον εἶχεν ἐξαπλωθῆ εἰς ὅλας τὰς
1268ἀκτὰς τῆς Μεσογείου, τῆς Μαύρης θαλάσσης καὶ τῆς Ἀζο-
1269φικῆς.
1270Δὲν συμφωνῶ βεβαίως παντάπασι μὲ τὸ ἀναγραφόμενον
1271ἐν τῇ εἰσηγητικῇ ἐκθέσει τοῦ νομοσχεδίου, ὅτι τὸ Ἑλλη-
1272νικὸν ἐμπόριον παρήκμασεν. Ὁ ἐπισκεφθεὶς τὰς ἁπανταχοῦ
1273Ἑλληνικὰς παροικίας καὶ ἐλθὼν εἰς οἱασδήποτε σχέσεις
1274μετ’ αὐτῶν δὲν δύναται ν’ ἀποδεχθῇ τὴν γνώμην, ὅτι ἡ
1275ἡμετέρα χώρα ἔπαυσε γεννῶσα τὰς ἐμπορικὰς ἰδιοφυΐας, αἵ-
1276τινες καὶ εἰς τὰ μέγιστα τοῦ ἐμπορίου κέντρα ἐμεγαλούργη-
1277σαν. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἔλεγεν ὁ κ. Δραγούμης, ὅτι οἱ σημε-
1278ρινοὶ ὅροι μετέβαλον ἐν γένει τὴν μορφὴν τοῦ ἐμπορίου, εἶναι
1279ἀκριβέστατον, ἀλλὰ τὸ εὔστροφον πνεῦμα τοῦ Ἕλληνος ἐμ-
1280πόρου ἠκολούθησε τὸν τρόπον τοῦ ἐμπορίου ὑπὸ τὴν νέαν
1281αὐτοῦ μορφὴν, μετέφερεν αὐτὸ εἰς ἕτερα κέντρα, οὐδεὶς δὲ
1282δύναται ν’ ἀμφισβητήσῃ, ὅτι καὶ ἐν Αἰγύπτῳ καὶ ἐν τῇ Μι-
1283κρᾷ Ἀσίᾳ καὶ ἐν Ρωσσίᾳ καὶ ἐν Ρωμουνίᾳ τὸ Ἑλληνικὸν
1284ἐμπόριον εὑρίσκεται ἐν τῇ ἀρχαίᾳ αὐτοῦ ἀκμῇ. Τὴν ἀνθη-
1285ρότητα δὲ αὐτοῦ δὲν τὴν μετέδωσαν Ἐμπορικαὶ Σχολαὶ,
1286ἀλλ’ ἡ γοργότης τοῦ πνεύματος καὶ ἡ ἰδιοφυΐα τοῦ Ἕλλη-
1287νος βιοπαλαιστοῦ.
1288Διὰ τοῦτο δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω τὴν αἰτίαν, διὰ τὴν
1289ὁποίαν ὁ πρώην ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως Ὑπουργὸς
1290ἔσπευσε νὰ συστήσῃ Ἐμπορικὰς Σχολὰς διὰ Βασιλικοῦ Δια-
1291τάγματος, οὗτινος ἡ νομιμότης ἀμφισβητεῖται καὶ παρ’ αὐτοῦ
1292τοῦ νῦν Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῆς Παιδείας, ἐν ᾧ ἠδύνατο διὰ τῆς
1293ὁμαλῆς καὶ νομίμου ὁδοῦ, τῆς Βουλῆς, νὰ φθάσῃ εἰς τὸ αὐτὸ
1294ἀποτέλεσμα. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κυθήρων ἀνεκοίνωσεν εἰς
1295τὴν Βουλὴν, ὅτι κατείχετο ὑπὸ πόθου ἀκατασχέτου, ὅπως
1296γείνῃ αὐτὸς εἰσηγητὴς τῆς ἐμπορικῆς ἐκπαιδεύσεως ἐν Ἑλ-
1297λάδι, καὶ ἐν τῇ θέρμῃ τοῦ πόθου του δὲν ἐπρόσεξε παντά-
1298πασιν, ἂν ἡ πρᾶξίς του ἐκείνη ἦτο νόμιμος, καὶ ἂν ἐδικαιοῦτο
1299νὰ προβῇ εἰς ταύτην.
1300Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως ὑπὸ
1301ὁμοίας κατελήφθη σπουδῆς, ὅπως νομιμοποιήσῃ τὸ Βασιλι-
1302κὸν Διάταγμα περὶ τῆς συστάσεως αὐτῶν, καὶ ἐν τῇ βίᾳ
1303αὐτοῦ οὐδόλως ἐπρόσεξε περὶ τῆς οὐσίας τοῦ νομοσχεδίου,
1304ὅπερ συζητεῖται, πιστεύων, ὅτι δύναται νὰ ψηφισθῇ ἓν οἷον
1305δήποτε νομοσχέδιον, καὶ ἀφεθῇ αὐτῷ ἡ ἐλευθερία, ἵνα διὰ
1306Βασιλικῶν Διαταγμάτων κανονίσῃ τὰ ὑπόλοιπα. Ἀλλὰ καὶ
1307τοῦ πρώην καὶ τοῦ νῦν Ὑπουργοῦ ἡ σπουδὴ εἶναι ἀδικαιο-
1308λόγητος. Τὸ ζήτημα δὲν εἶναι, τίς πρῶτος θὰ καινοτομήσῃ
1309εἰς τὸ ζήτημα τῆς πρακτικῆς ἐκπαιδεύσεως ἐν Ἑλλάδι,
1310ἀλλὰ πῶς θὰ καινοτομήσῃ, καὶ κατὰ πόσον ἡ καινοτομία
1311του αὕτη θὰ δυνηθῇ νὰ φέρῃ τὰ ἀγαθὰ ἀποτελέσματα, τὰ
1312ὁποῖα ἀναγράφονται ἐν τῇ εἰσηγητικῇ ἐκθέσει. Ὅτι ἡ παί-
1313δευσις ἡμῶν δέον νὰ τραπῇ ἐπὶ τὸ θετικώτερον, εἶναι ἀν-
1314τίρρητον· ὅτι ἡ κλασικὴ παίδευσις, ὡς γίνεται μάλιστα
1315παρ’ ἡμῖν, δὲν καθίσταται λίαν ἐπωφελὴς εἰς τοὺς σπουδάζον-
1316τας, τὸ γνωρίζομεν πάντες, καὶ δικαιολογῶ τὴν ἐπιθυμίαν
1317τοῦ κ. Στάη, ἐπιστήμονος ἀσχοληθέντος εἰς τὰς θετικὰς ἐπι-
1318στήμας, νὰ ζητῇ πρὸς ταύτας νὰ τρέψῃ τοὺς νέους, ἐξεγεί-
1319ρων τὴν ἐμπορικὴν ἰδιοφυΐαν, τὴν χαρακτηρίζουσαν τοὺς Ἕλ-
1320ληνας. Ἀλλὰ διὰ Σχολῶν, οἷαι αἱ ἱδρυόμεναι, δύνανται
1321πράγματι νὰ ἐπέλθωσι τὰ ἐπιδιωκόμενα ἀποτελέσματα;
1322Κατ’ ἐμὴν γνώμην, μεγάλαι ὑπάρχουσιν ἀμφιβολίαι περὶ
1323τούτου. Διότι, ἂν δὲν τεθῶσιν ἀσφαλεῖς αἱ βάσεις τῆς ἐκπαι-
1324δεύσεως, θὰ πάθωμεν ὅ,τι καὶ μὲ τὴν λοιπὴν ἐκπαίδευσιν,
1325τῆς ὁποίας τοὺς πικροὺς καρποὺς βλέπομεν ἀπὸ πολλοῦ, χω-
1326ρὶς νὰ κατορθώσωμεν ἀκόμη νὰ θεραπεύσωμεν τὸ κακόν.
1327Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως φρονεῖ, ὅτι
1328δέον νὰ ψηφισθῇ, ὡς ἔχει, τὸ νομοσχέδιον, ὅπως τεθῇ ἡ ἀρχή.
1329Ἀναγνωρίζει καὶ αὐτός, ὅτι δὲν ἐξῆλθεν ἀπὸ τῆς κεφαλῆς
1330τῶν συνταξάντων αὐτό, ὡς ἡ Ἀθηνᾶ πάνοπλος ἀπὸ τῆς κε-
1331φαλῆς τοῦ Διὸς, ἀλλὰ φρονεῖ, ὅτι τοῦτο δὲν ἔχει σημασίαν,
1332διότι ἡ βελτίωσις εἶναι ζήτημα, τὸ ὁποῖον θ’ ἀπασχολήσῃ
1333τὴν Βουλὴν εἰς τὸ μέλλον. Διὰ τοῦτο, ἔλεγεν, ἂς ψηφίσω-
1334μεν ὁπωσδήποτε ἓν νομοσχέδιον περὶ Ἐμπορικῶν Σχολῶν,
1335καὶ μετὰ ταῦτα ἔχομεν καιρὸν, ὅπως νομοθετικῶς, ἢ καὶ
1336διὰ Β. Διαταγμάτων, κανονίσωμεν ἐπὶ τὸ ἐπιτυχέστερον τὸν
1337νόμον τοῦτον.
1338Ἐγὼ φρονῶ, Κύριοι, ὅτι πᾶν νομοσχέδιον, εἰσερχόμενον
1339εἰς τὴν Βουλὴν, ἐπὶ πάντων μὲν τῶν θεμάτων, ἀλλὰ κυρίως
1340ἐπὶ τῶν ἀφορώντων εἰς τὴν ἐκπαίδευσιν, εἴτε τὴν πρακτι-
1341κήν, εἴτε τὴν κλασικὴν, πρέπει σπουδαίως νὰ μελετᾶται
1342προηγουμένως, νὰ ἐξονυχίζηται προσεκτικῶς, καὶ κατόπιν
1343ἄρτιον νὰ εἰσάγηται εἰς τὴν Βουλὴν. Καὶ εἴδομεν πραγμα-
1344τικῶς τοιαῦτα νομοσχέδια ἀμελέτητα καὶ ἀσύστατα εἰσα-
1345γόμενα πολλὰ ἐνταῦθα, εἴδομεν μάλιστα τὰ νομοσχέδια
1346ταῦτα ἀπνευστὶ ἀναγινωσκόμενα παρὰ τοῦ κ. γραμματέως,
1347καὶ ψηφιζόμενα παρὰ τῆς Βουλῆς, κοιμωμένης πολλάκις·
1348ἀλλ’ ἐνθυμεῖσθε, ὅτι κατὰ πᾶσαν νέον Σύνοδον προσεκαλού-
1349μεθα, ὅπως μεταρρυθμίσωμεν τοὺς νόμους, τοὺς οὕτω καταρ-
1350τιζομένους, διότι δὲν ἦτο εὐχερὴς ἡ ἐφαρμογὴ αὐτῶν. Μά-
1351λιστα ἐνθυμοῦμαι, ὅτι ἐγένετο ἄλλοτε συζήτησις μακρὰ ἐν-
1352ταῦθα, ἂν πρέπει ἢ δὲν πρέπει νὰ κανονίζωνται τὰ τῆς δη-
1353μοσίας ἐκπαιδεύσεως διὰ Βασιλικῶν Διαταγμάτων, δηλ. νὰ
1354ἀφίνηται ἡ ἐλευθερία εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας, ὅπως
1355αὐτὸς διὰ Βασιλικῶν Διαταγμάτων κανονίζῃ τὰ προγράμ-
1356ματα καὶ τὰς ὥρας τῶν μαθημάτων τῶν διαφόρων κλάσεων
1357τῆς ἐκπαιδεύσεως. Ἐνθυμοῦμαι δὲ, ὅτι ὁ λόγος προεκλήθη
1358ἐκ τῆς συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου περὶ δημοτικῆς ἐκπαι-
1359δεύσεως, τὸ ὁποῖον, ἐνῷ παρουσιάσθη ἐνώπιον τῆς Βουλῆς
1360ἀπαρτιζόμενον ἐξ 174 ἄρθρων νομίζω, ὁ τότε Ὑπουργὸς τῆς
1361Ἐκπαιδεύσεως, ὅπως ἀποφύγῃ τὴν ἐπισταμένην ἐξέτασίν
1362του, διὰ ταχύτητος ἠλεκτρικῆς ἀληθῶς τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ
1363τῶν 174 ἄρθρων τὸ μετέβαλεν εἰς ἑπτὰ ἄρθρα, ἄφινε δὲ
1364πάντα τὰ εἰς τὰς δύο ἑκατοντάδας τῶν ἄρθρων ἀναφερό-
1365μενα νὰ κανονίσῃ διὰ Β. Διαταγμάτων. Ὅτε δὲ, ἀντιτασ-
1366σόμενος εἰς τοῦτο, ἔλεγον, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν τοῦτο νὰ
1367γείνῃ, ὁ ἐκ Κυθήρων ἀξιότιμος Βουλευτὴς μοὶ ἀπήντησεν,
1368ὅτι ὅλαι αἱ Εὐρωπαϊκαὶ νομοθεσίαι οὕτως ἀφίνουσιν ἐλεύθε-
1369ρον τὸν Ὑπουργὸν τῆς Ἐκπαιδεύσεως, ὅπως κανονίσῃ τὰς
1370λεπτομερείας ταύτας διὰ Βασιλικῶν Διαταγμάτων. Τότε
1371ἠναγκάσθην νὰ ζητήσω τὴν Γαλλικὴν νομοθεσίαν, καὶ παρε-
1372τήρησα, ὅτι αἱ παρατηρήσεις τοῦ ἀξιοτίμου φίλου μου δὲν
1373ἦσαν ἀκριβεῖς...
1374§115Α. ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκ-
1375παιδεύσεως). Ἦσαν ἀκριβεῖς, διότι διὰ Βασιλικῶν Διαταγ-
1376μάτων κανονίζονται ταῦτα.
1377§116ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ὅτι δὲν κανονίζονται διὰ Βασιλικῶν
1378Διαταγμάτων, δὲν ἔχετε ἢ νὰ ζητήσητε τὸ σχετικὸν πα-
1379ράρτημα τοῦ Dalloz, ὅπως τὸ ἴδητε. Καὶ αἱ τελευταῖαι
1380λεπτομέρειαι ἀναγράφονται εἰς τοὺς σχετικοὺς νόμους. Παρα-
1381τηρῶ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ τούτῳ τὸ αὐτὸ σύστημα. Πλήρης
1382ἐλευθερία τοῦ Ὑπουργοῦ, ὅπως κανονίσῃ κατὰ τὸ δοκοῦν τὰ
1383πάντα. Καὶ ἐνῷ βλέπομεν ἐπαινετὸν πόθον, ὅπως εἰσαχθῇ
1384ἡ ἐμπορικὴ ἐκπαίδευσις παρ’ ἡμῖν, οὐδεμίαν ἀφ’ ἑτέρου δια-
1385κρίνομεν μέριμναν, ὅπως αὕτη καταστῇ παρ’ ἡμῖν τοιαύτη,
1386ὥστε πράγματι ν’ ἀποβῇ καρποφόρος. Ὁ κύριος Ὑπουργὸς
1387τῆς Ἐκπαιδεύσεως, περὶ ἄλλα ἀσχολούμενος καὶ μὴ δυνά-
1388μενος φυσικὰ ὁ ἴδιος ν’ ἀσχοληθῇ ἰδιαιτέρως ἐπὶ τοῦ ζητή-
1389ματος τούτου, ἀνέθεσεν εἴς τινα τῶν ὑπαλλήλων τοῦ ὑπ’
1390αὐτὸν Ὑπουργείου νὰ συντάξῃ ἓν νομοσχέδιον, εἰς τὸ ὁποῖον
1391φύρδην μίγδην ἐρρίφθησαν αἱ γενικαὶ περὶ Ἐμπορικῶν Σχο-
1392λῶν γνῶμαι εἰς ὀλίγα ἄρθρα, καὶ ἀφέθη ἡ ταξινόμησις τοῦ
1393χάους τούτου διὰ Β. Διαταγμάτων. Ἀλλ’ οὕτως ἔδει νὰ
1394γένηται ἡ εἰσαγωγὴ τῆς ἐμπορικῆς ἐκπαιδεύσεως παρ’ ἡμῖν;
1395Εἶπον, ὅτι οὐδόλως θέλω ὁμιλήσει ἐπὶ τοῦ ζητήματος
1396τοῦ νομίμου ἢ ἐκνόμου τοῦ Β. Διατάγματος, τὸ ὁποῖον εὐ-
1397θύνει τὸν κύριον ἐκ Κυθήρων Βουλευτὴν, ἀλλὰ θέλω περιο-
1398ρισθῆ εἰς τὴν οὐσίαν τοῦ νομοσχεδίου τούτου. Ἡ ἐπιθυμία
1399βεβαίως τοῦ συντάξαντος αὐτὸ, δηλαδὴ ὁ πόθος τοῦ νὰ φανῇ
1400εἰσηγητὴς τῆς ἐμπορικῆς ἐκπαιδεύσεως, δὲν ἀνεφύη μόνον
1401εἰς τὴν ψυχὴν τοῦ πρώην ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως Ὑπουργοῦ
1402κ. Στάη· ἐνθυμοῦμαι, ὅτι ἐκ συζητήσεως βραχείας, ἡ ὁποία
1403προέκυψεν ἐνταῦθα, ὁ κ. ἐξ Αἰγιαλείας συνάδελφος, ὅστις
1404διετέλεσεν ἄλλοτε Ὑπουργός, εἶχε σπουδαίως ἀσχοληθῆ εἰς
1405τοῦτο, εἰς σημείωμα δὲ, τὸ ὁποῖον μοὶ ἔδωκε πρὸ μικροῦ ὁ
1406κ. Ὑπουργὸς καὶ τὸ ὁποῖον ἐχρησίμευσεν ὡς ἐγκύκλιος ἐπι-
1407τροπῆς τινος, ἡ ὁποία ἀπεστάλη εἰς διαφόρους ἐμπορικοὺς
1408οἴκους καὶ εἰς προξένους πόλεων ἐμπορικῶν, ὅπως χορηγή-
1409σωσι πληροφορίας καὶ ἐκφέρωσι γνώμας ἐπὶ τῶν ἐρωτημάτων
1410τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, παρετήρησα, ὅτι αὐτὸ τὸ σχεδίασμα, τὸ
1411ὁποῖον εἶχε καταρτίσει ὁ κ. Παναγιωτόπουλος, ἦτο πολὺ
1412τελειότερον ἀπὸ τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον συζητεῖται σή-
1413μερον. Ἐλέχθη μάλιστα, ὅτι ἡ ἐγκύκλιος αὕτη εἶχεν ἀπο-
1414σταλῆ εἰς διαφόρους πόλεις, εἶχον ζητηθῆ αἱ γνῶμαι πε-
1415πειραμένων ἀνδρῶν ἐν Εὐρώπῃ καὶ Ἀμερικῇ, καὶ ὅτι πολυ-
1416άριθμοι τοιαῦται γνῶμαι κατέφθασαν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον καὶ
1417ὑπάρχουσιν εἰς τὰ ἀρχεῖα αὐτοῦ. Δὲν εἶδον καμμίαν ἐκ τού-
1418των· δὲν γνωρίζω, ἂν εἶναι ἄξιαι νὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν, ἢ
1419δὲν εἶναι. Ἐνθυμοῦμαι μόνον, ὅτι ὁ φίλος μου κύριος Στάης
1420εἶπεν, ὅτι αἱ γνῶμαι αὗται τῶν πεπειραμένων ἀνδρῶν, τῶν
1421ἐμπορευομένων τόσα ἔτη, τῶν κατοικούντων ἐν πόλεσιν,
1422ὅπου ἀκμάζει τὸ ἐμπόριον καὶ ὅπου ὑπάρχουσιν ἐξαίρετοι
1423Σχολαὶ Ἐμπορικαὶ, δὲν ἐκρίθησαν ἱκαναὶ νὰ ληφθῶσιν ὑπ’
1424ὄψιν, ὅπως χρησιμεύσωσι διὰ τὰς μελέτας τοῦ νομοσχεδίου,
1425τὸ ὁποῖον εἰσάγεται σήμερον. Ἐκράτησαν ἄλλαι γνῶμαι,
1426καὶ ἐλήφθησαν ὑπ’ ὄψιν οἱ τύποι εὐρωπαϊκῶν Ἐμπορικῶν
1427Σχολῶν. Ὑποθέτω μάλιστα, ὅτι ἡ ἰδέα τοῦ εἰσαγαγόντος
1428τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἦτο, ὅπως ἱδρυθῶσι Σχολαὶ παρ’ ἡμῖν
1429ὅμοιαι ἐκείνων, ἃς ἐν Γαλλίᾳ καλοῦσιν Écoles superieu-
1430res de commerce.
1431§117Α. ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. Ὄχι.
1432§118Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ὄχι; Εἰς τὴν Γαλλίαν ὑπάρχουσι
1433καὶ ἄλλαι Σχολαί. Ὑπάρχουσιν αἱ λεγόμεναι Écoles Com-
1434merciales· ἀλλὰ περὶ τοῦ εἴδους τῶν Σχολῶν τούτων θὰ
1435φέρω τὸν λόγον κατόπιν.
1436§119Α. ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. Ἡ ἔννοια τῆς Ἐμπορικῆς Σχο-
1437λῆς εἶναι ὀλίγον δύσκολος.
1438§120Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Τί ἐννοεῖτε; Δύσκολος βεβαίως, ἀλλὰ
1439διὰ τοὺς μὴ ἀσχοληθέντας, ὡς συμβαίνει εἰς τὴν παροῦσαν
1440περίστασιν.
1441§121Α. ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. Ἐὰν ἐρωτήσω καὶ ὑμᾶς νὰ μοῦ
1442εἴπητε τὴν ἔννοιαν, ἴσως δυσκολευθῆτε, διότι εἶναι δύσκο-
1443λος ὁ ὁρισμός.
1444§122Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Σεῖς ἐθέσατε τὸν ὁρισμὸν ἐν τῷ
1445πρώτῳ ἄρθρῳ τοῦ νομοσχεδίου, χωρὶς νὰ αἰσθανθῆτε οὐδε-
1446μίαν δυσκολίαν. Εἰς τὴν Γαλλίαν εἶναι τριῶν εἰδῶν Ἐμπο-
1447ρικαὶ Σχολαί. Καὶ ὅταν λέγωσιν Ἐμπορικὴν Σχολὴν ἐν Γαλ-
1448λίᾳ, ἐννοοῦσι τελείαν τοιαύτην. Ἰδίως ἡ ἐν Παρισίοις École
1449superieure de commerce εἶναι ἡ ἀρίστη πασῶν.
1450Δὲν γνωρίζω, ποῖον τύπον Σχολῆς ἠθέλησε νὰ δώσῃ ὁ κ.
1451Ὑπουργὸς τῆς Ἐκπαιδεύσεως εἰς τὰς ἰδικάς μας. Ἀλλ’
1452οἱονδήποτε τύπον καὶ ἂν ἠθέλησε νὰ δώσῃ εἰς αὐτάς, βε-
1453βαίως ὁ ὀργανισμός, ὃν ἐδέχθη, τὰ μαθήματα, τὰ ὁποῖα θὰ
1454διδαχθῶσιν οἱ μαθηταί, εἰσαγόμενοι εἰς τὴν Ἐμπορικὴν
1455ταύτην Σχολήν, τὸ ποιὸν τῶν μαθητῶν καταδεικνύουσιν, ὅτι
1456δὲν εἶχεν ὡριμάσει ἡ μελέτη, ὅπως παρασκευασθῇ τοιοῦτο
1457νομοσχέδιον.
1458Καὶ δὲν ἀδικῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Ἐκπαιδεύσεως, διότι
1459ἁπλοῦς μόνον πόθος δὲν ἀρκεῖ, ὅπως τάχιστα καὶ ἄνευ προ-
1460μελέτης καὶ βασάνου παρασκευάζωνται νομοσχέδια καὶ εἰσ-
1461άγωνται εἰς τὴν Βουλήν. Εἰς τὴν Γαλλίαν ἐπὶ τρία ἢ τέσ-
1462σαρα ἔτη, νομίζω, ἐπιτροπὴ συνεζήτησε τὸ ζήτημα τοῦ ὀρ-
1463γανισμοῦ τῶν τοιούτων Σχολῶν, καὶ ἀφοῦ συνεζητήθη οὕ-
1464τω, κατόπιν εἰσήχθη ὑπὸ τῆς συσταθείσης ἐπιτροπῆς, ἥτις
1465περιελάμβανεν ἄνδρας ἐμπείρους καὶ ἀσχοληθέντας εἰδικῶς
1466εἰς τὰ ζητήματα ταῦτα ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τοῦ Ἐμπορίου,
1467οὕτω δὲ κατηρτισμένοι εἰσήχθησαν οἱ ὀργανισμοὶ τῶν Σχο-
1468λῶν.
1469§123Α. ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. Πότε συνέβη αὐτό;
1470§124Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Τὸ 1860· διήρκεσε δὲ ἡ ἐργασία
1471τῆς ἐπιτροπῆς μέχρι τοῦ 1864.
1472Ὡς σᾶς ἔλεγον, ὁ τύπος τῆς Σχολῆς ταύτης εἶναι περί-
1473που ὁ αὐτὸς τύπος τῶν Écoles superieures de com-
1474merce, τῆς τῶν ἀνωτέρων δηλαδὴ Ἐμπορικῶν Σχολῶν, αἱ
1475ὁποῖαι ὑφίστανται ἐν Γαλλίᾳ· διότι, ἐὰν παραβάλῃ τις τὰ μα-
1476θήματα τὰ διδασκόμενα ἐν ταῖς Σχολαῖς ἐκείναις μὲ ἐκεῖνα,
1477τὰ ὁποῖα ἀναγράφονται ἐν τῷ ἄρθρῳ 2 τοῦ παρόντος νομο-
1478σχεδίου, βλέπει, ὅτι δὲν διαφέρουσι πολὺ ταῦτα.
1479Ἔχω ἐνταῦθα ἀντιγράψει ἐκ τῆς École superieure
1480de commerce τῶν Παρισίων τὰ μαθήματα, τὰ ὁποῖα δι-
1481δάσκονται ἐκεῖ, καὶ τὰ ὁποῖα ἔν τισι μάλιστα εἶναι ὀλιγώ-
1482τερα τῶν ἀναγραφομένων ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, διότι, ἐνῷ ἐν
1483τῷ νομοσχεδίῳ ἀναγράφονται ξέναι γλῶσσαι ἡ Γαλλική,
1484ἡ Ἀγγλική, ἡ Ἰταλικὴ καὶ ἡ Γερμανική, ἐν Γαλλίᾳ ἀπαι-
1485τεῖται μόνον ἡ Ἀγγλικὴ καὶ ἡ Ἱσπανική, ἢ ἡ Γερμανική,
1486ἤτοι δύο μόνον γλῶσσαι· αἱ τέσσαρες δ’ αὗται γλῶσσαι
1487ἀναγράφονται ὡς ὑποχρεωτικὰ μαθήματα εἰς τὰς Ἑλλη-
1488νικὰς Σχολάς, καὶ ζητεῖται ἡ ἐκμάθησις τεσσάρων ξένων
1489γλωσσῶν παρὰ μαθητῶν, οἱ ὁποῖοι θὰ ἐγκαταλείψωσι μό-
1490λις τὰ βάθρα τοῦ Σχολαρχείου! Ὡς παρατηρεῖ τις, συγκρί-
1491νων τὸ νομοσχέδιον μὲ τὰ προγράμματα τῶν Γαλλικῶν Σχο-
1492λῶν, τὰ αὐτὰ μαθήματα ζητοῦνται καὶ παρὰ τῶν Ἑλλή-
1493νων μαθητῶν, τῇ προσθήκῃ δύο ἐπὶ πλέον ξένων γλωσσῶν.
1494Ἀλλὰ ποῖον εἶναι τὸ ποιὸν τῶν μαθητῶν, τῶν εἰσαγομένων
1495ἐν ταῖς Γαλλικαῖς Σχολαῖς; Ἐν ταῖς Γαλλικαῖς Σχολαῖς,
1496ὅπως εἰσέλθῃ μαθητής τις, πρέπει πρῶτον νὰ ἔχῃ ἀπολυ-
1497τήριον Γυμνασίου, νὰ ἔχῃ ὑποστῆ εἰσιτηρίους ἐξετάσεις καὶ
1498εἰς μίαν Σχολὴν τοῦ Πανεπιστημίου. Ταῦτα πάντα ὅμως
1499δὲν ἀρκοῦσιν· ἀπαιτεῖται νὰ συναγωνισθῇ ὁ μαθητὴς, ὅπως
1500εἰσέλθῃ εἰς τὴν Σχολὴν, ἐπὶ ὡρισμένων μαθημάτων· καὶ θὰ
1501μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς ἀναφέρω ταῦτα. Ὁ διαγωνισμὸς ἔχει
1502ὡς ἑξῆς: Πρέπει νὰ ἔχῃ τὸ ἀπολυτήριον, ὡς σᾶς εἶπον, θὰ
1503διαγωνισθῇ δὲ εἰς τὰ ἑξῆς μαθήματα: Εἰς γραπτὰ μὲν,
1504πρῶτον μαθηματικά: Ἀριθμητικὴν καὶ Ἄλγεβραν. Δεύτε-
1505ρον εἰς τὴν Γαλλικὴν γλῶσσαν,—τὴν μητρικὴν,—εἰς σύν-
1506ταξιν καὶ ὀρθογραφίαν, ἔκθεσιν ἰδεῶν καὶ λοιπά. Τρίτον εἰς
1507τὰς ζώσας γλώσσας, ἤτοι τὴν Γερμανικὴν, Ἀγγλικὴν, ἢ τὴν
1508Ἱσπανικὴν, ἢ τὴν Ἰταλικήν. Ἐνταῦθα δὲ θὰ μεταφράσωσι,
1509θὰ γράψωσιν ὀρθῶς καὶ θὰ ἐκθέσωσι τὰς ἰδέας των ἐν ταῖς
1510γλώσσαις ταύταις. Τουτέστιν, ὅπως εἰσαχθῇ τις εἰς Σχολὴν
1511Ἐμπορικὴν, πρέπει νὰ γνωρίζῃ προκαταβολικῶς καὶ ἐπαρ-
1512κῶς τὴν Ἀγγλικὴν καὶ τὴν Γερμανικὴν, ἢ τὴν Ἱσπανικήν.
1513Ἀλλὰ θὰ διαγωνισθῇ ἀκόμη προφορικῶς εἰς τὴν Ἄλγεβραν,
1514τὴν Ἀριθμητικὴν, τὴν Γεωμετρίαν, εἰς τὰ Φυσικὰ, εἰς τὴν
1515Χημείαν, τὴν Γεωγραφίαν, τὴν Ἱστορίαν καὶ τὰς ξένας
1516γλώσσας, περὶ τῶν ὁποίων σᾶς ἀνέφερα. Αὐτὰ ζητοῦνται
1517ἀπὸ τοὺς μαθητὰς ἐκείνους, οἵτινες θὰ συναγωνισθῶσιν, ὅπως
1518εἰσέλθωσιν εἰς τὴν Σχολὴν τὴν Γαλλικήν. Τί ζητεῖται παρ’
1519ἡμῖν; Παρ’ ἡμῖν ποῖα εἶναι τὰ προσόντα τῶν μαθητῶν, οἵ-
1520τινες θὰ εἰσαχθῶσιν εἰς τὰς Σχολὰς ταύτας; Ἀκούσατε.
1521Ζητεῖται ἐνδεικτικὸν ἁπλῶς πρώτης τάξεως τοῦ Γυμνασίου.
1522Ἄγνοια βεβαίως τῆς Γαλλικῆς, ἢ τῶν τεσσάρων ἄλλων γλωσ-
1523σῶν, τὰς ὁποίας πρόκειται νὰ ἐκμάθωσιν εἰς τὴν Σχολὴν αὐ-
1524τήν! — διότι γνωρίζομεν, ὅτι καὶ οἱ τελειοδίδακτοι τοῦ Γυ-
1525μνασίου δὲν ἐκμανθάνουσι τὴν Γαλλικὴν παρ’ ἡμῖν.—Τουτέ-
1526στιν, εἰσαγόμενοι εἰς τὴν Σχολὴν ἐκείνην, θὰ διδαχθῶσι
1527πάντα τὰ μαθήματα, τὰ ὁποῖα ἀναγράφονται ἐν τῷ νομο-
1528σχεδίῳ, τὰ ὁποῖα εἶναι πάμπολλα καὶ δυσανάλογα πρὸς τὴν
1529παρασκευὴν, ἣν ἔλαβον προτοῦ εἰσαχθῶσιν· ἐκεῖ δὲ θὰ δι-
1530δαχθῶσιν ἐντὸς τῶν τριῶν ἐτῶν, ἐκτὸς τούτων ὅλων, καὶ τὴν
1531Ἀγγλικὴν, τὴν Γαλλικὴν, τὴν Γερμανικὴν καὶ τὴν Ἰταλι-
1532κήν! τέσσαρας γλώσσας ἐντὸς τριῶν ἐτῶν! μαθηταὶ τοῦ
1533Σχολαρχείου! μὲ τὰς γνώσεις, τὰς ὁποίας γνωρίζετε, ὅτι
1534ἔχουσιν οἱ μαθηταὶ, οἱ ἐξερχόμενοι ἀπὸ τὰ Ἑλληνικὰ σχο-
1535λεῖα! Καὶ κατανοεῖτε ποῖα θὰ ἦναι τ’ ἀποτελέσματα τῆς
1536τοιαύτης ἐκπαιδεύσεως.
1537Αὐτὸ καὶ μόνον, Κύριοι, ἂν λάβῃ τις ὑπ’ ὄψιν, κατα-
1538νοεῖ, ὅτι δὲν ἐμελετήθη σπουδαίως τὸ νομοσχέδιον τοῦτο,
1539ὅτι δὲν εἶχον σαφεῖς ἰδέας περὶ ἐμπορικῆς ἐκπαιδεύσεως οἱ
1540ἀναλαβόντες νὰ συντάξωσιν αὐτό. Ἔλαβον, φαίνεται, ἓν
1541πρόγραμμα, οἱασδήποτε ἀνωτέρας Ἐμπορικῆς Σχολῆς, κατέ-
1542στρωσαν ἐνταῦθα τὰ μαθήματα φύρδην μίγδην, ὡς σᾶς εἶ-
1543πον, καὶ οὐχὶ κανονικῶς καὶ λεπτομερῶς· δὲν ἐξήτασαν ἄλ-
1544λους ἀπαραιτήτους ὅρους, ἀναγκαίους, ὅπως εὐδοκιμήσῃ ἡ
1545τοιαύτη ἐκπαίδευσις, ἀλλ’ ἐν βίᾳ, ὡς συνήθως συμβαίνει,
1546τὸ παρουσίασαν εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς
1547Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως ζητεῖ παρ’ ἡμῶν σήμερον, ὅπως αἱ
1548λεπτομέρειαι κανονισθῶσι διὰ Β. Διατάγματος. Ἐγὼ ἴσως
1549δὲν ἤθελον θεωρήσει, ὅτι ἦτο φοβερὸν τὸ κακὸν, ἂν καὶ διὰ
1550Β. Διαταγμάτων ἐκανονίζοντο αἱ λεπτομέρειαι τῶν προ-
1551γραμμάτων τῶν Σχολῶν. Ἂν δὲ αἱ βάσεις εἶχον τεθῆ ὀρ-
1552θῶς, θὰ ἐκολάζετο τὸ πρᾶγμα· ἀλλὰ, ὡς βλέπετε, αἱ βά-
1553σεις τοῦ νομοσχεδίου εἶναι σαθραὶ, καὶ, κατ’ ἀνάγκην, κά-
1554κιστα ἀποτελέσματα θὰ ἔχῃ ἡ ἐφαρμογὴ αὐτοῦ, θὰ δημιουρ-
1555γήσῃ δὲ τὴν ἡμιμάθειαν, ἥτις εἶναι τὸ μέγιστον τῶν κακῶν,
1556ὅπερ μαστίζει τὴν ἐν γένει ἐκπαίδευσιν τῆς ἡμετέρας χώ-
1557ρας· διότι δὲν φαντάζομαι, ὅτι ὑπάρχει τις ὁ πιστεύων, ὅτι
1558εἶναι δυνατὸν μαθηταὶ τοῦ Ἑλληνικοῦ Σχολείου, ἢ τῆς πρώ-
1559της τάξεως τοῦ Γυμνασίου, νὰ διδαχθῶσι τὰ μαθήματα,
1560τὰ ἀναγραφόμενα εἰς τὸ νομοσχέδιον τοῦτο.
1561Τί θέλει συμβῆ λοιπόν; Θὰ εἰσέρχωνται οἱ μαθηταὶ εἰς
1562τὰ Σχολεῖα ταῦτα μὲ τὰ προσόντα, ἅτινα διαγράφει τὸ νο-
1563μοσχέδιον, ἀλλ’ οἱ μαθηταὶ οὗτοι, ἀκατάρτιστοι, ὡς εἶναι
1564οἱ μαθηταὶ τῶν Ἑλληνικῶν Σχολείων, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ
1565παρακολουθῶσι τοιαῦτα μαθήματα· θὰ συμβῇ δὲ νὰ μὴ ἐκ-
1566μανθάνωσι τίποτε εἰς τὰ Σχολεῖα ἐκεῖνα, ἀλλὰ θὰ δημιουρ-
1567γῆται ἁπλῶς σύγχυσις εἰς τὰς πτωχὰς κεφαλὰς τῶν μα-
1568θητῶν. Διότι, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ φαντασθῇ τις, ὅτι δύ-
1569ναται μαθητής, εἰσερχόμενος ἀπὸ τὸ Ἑλληνικὸν Σχολεῖον,
1570νὰ διδαχθῇ ὑποχρεωτικῶς τὰ ἑξῆς μαθήματα: τὴν καθα-
1571ρεύουσαν νεοελληνικήν, — δὲν θέλω νὰ φέρω πάλιν τὸ ζήτημα
1572τὸ γλωσσικόν, — ἐκ δὲ τῶν ξένων γλωσσῶν, τὴν Γαλλικήν,
1573τὴν Ἀγγλικήν, τὴν Ἰταλικὴν καὶ τὴν Γερμανικήν, καὶ ἐκτὸς
1574αὐτῶν τὰ φυσικὰ, τά...
1575§125Α. ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. Τίθενται ἐνταῦθα τὰ μαθήματα
1576συλλήβδην καὶ διὰ τὰς τρεῖς τάξεις· διὰ Β. Διατάγματος
1577ὅμως θὰ διαιρεθῶσιν εἰς τὰς τρεῖς τάξεις, καὶ θὰ ληφθῶσι τὰ
1578σχετικὰ δι’ ἑκάστην τάξιν μαθήματα.
1579§126Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ὅπως καὶ ἂν κανονισθῇ τὸ ἄμορ-
1580φον αὐτὸ ὑλικόν, ἐγὼ ἐδήλωσα, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν μα-
1581θητὴς τοῦ Ἑλληνικοῦ Σχολείου νὰ παρακολουθήσῃ τὰ μα-
1582θήματα ταῦτα, διότι, ὅπως καταστῇ ἱκανὸς νὰ διδαχθῇ
1583αὐτά, ἀπαιτεῖται προπαρασκευή, τὴν ὁποίαν δὲν λαμβά-
1584νουσιν εἰς τὰ Ἑλληνικὰ Σχολεῖα, δὲν βλέπω δὲ ὑπάρχουσαν
1585καὶ κανονιζομένην εἰς τὸ νομοσχέδιον.
1586§127Α. ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. Ὑμεῖς ἔχετε ὑπ’ ὄψιν πρόγραμμα
1587Γαλλικὸν ἀνωτέρας Σχολῆς. Παρακαλῶ ὅμως νὰ λάβητε
1588πρόγραμμα κοινῶν Ἐμπορικῶν Σχολῶν. Ἡ διαφορὰ εἶναι
1589σπουδαία.
1590§128Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ἐγὼ σᾶς εἶπον, ὅτι ὁ τύπος τῶν
1591δημιουργουμένων Ἑλληνικῶν Σχολῶν εἶναι ὁ τύπος τῶν
1592ἀνωτέρων Ἐμπορικῶν Σχολῶν· διὰ τοῦτο φρονῶ, ὅτι δὲν
1593δύνανται νὰ διδαχθῶσι τὰ μαθήματα ταῦτα. Πῶς θέλετε
1594νὰ διδαχθῶσι τὴν Χημείαν, τὰ Φυσικὰ, τὰς ξένας γλώσσας,
1595τὰ ἀνώτερα μαθηματικά; Διὰ τοῦτο αἱ Γαλλικαὶ Σχολαὶ
1596ἀπὸ τοὺς μαθητάς των ἐζήτησαν ἰδιαιτέραν προπαρασκευὴν
1597καὶ τελείαν ἐγκύκλιον παίδευσιν, ὅπως εἰσέλθωσιν εἰς αὐτὰς,
1598ἀφοῦ μάλιστα μετὰ τοῦ ἀπολυτηρίου τοῦ Γυμνασίου ἐν Γαλ-
1599λίᾳ ἀπαιτοῦσι νὰ γνωρίζωσι τὴν Γερμανικὴν ἢ τὴν Ἀγγλι-
1600κὴν καὶ τὰ ἀνώτερα μαθηματικά, ἅτινα θὰ συμπληρώσωσιν,
1601ὅταν θὰ εἰσέλθωσιν εἰς τὰς Ἐμπορικὰς Σχολάς· τοῦτο δ’ ἐγέ-
1602νετο, διότι δὲν πιστεύουσιν ἐκεῖ, ὅτι εἶναι εὔκολος ἡ ἐκμάθη-
1603σις δύο ξένων γλωσσῶν ἐν τῇ Σχολῇ, ἀλλ’ οὕτω παρεσκευα-
1604σμένοι οἱ μαθηταὶ, θὰ δυνηθῶσι νὰ παρακολουθῶσι τὰ μα-
1605θήματα ἀνωτέρας Σχολῆς, ἧς τὸ πρόγραμμα ἔχω πρὸ ὀφθαλ-
1606μῶν, καὶ τῆς ὁποίας τὸν τύπον ἀντεγράψατε ἐνταῦθα.
1607§129ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. Αὐτὰ δὲν ἐφαρμόζονται ἐνταῦθα, διότι
1608πρόκειται περὶ κοινῶν Ἐμπορικῶν Σχολῶν.
1609§130Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς λέγει, ὅτι δὲν πρόκει-
1610ται περὶ Σχολῶν ἀνωτέρων, ἀλλὰ περὶ κοινῶν Σχολῶν, αἵ-
1611τινες καλοῦνται ἐν Γαλλίᾳ Écoles commerciales. Ἀλλ’
1612ἂν μὲ τοιαύτας Σχολὰς ἐπρόκειτο νὰ προικοδοτηθῇ ἡ πρα-
1613κτικὴ παρ’ ἡμῖν ἐκπαίδευσις, ἦτο περιττὴ ἡ τόση πολυτέ-
1614λεια τῶν μαθημάτων καὶ τῶν ξένων γλωσσῶν. Παρὰ τῶν
1615μαθητῶν, τῶν εἰσερχομένων εἰς τὰς τοιαύτας Σχολὰς, δὲν
1616ἀπαιτεῖται ἢ ἁπλῆ μόνον ἀνάγνωσις, γραφὴ καὶ ἀριθμητική.
1617Εἰσέρχονται εἰς αὐτὰς παιδία 7 ἕως 10 ἐτῶν, καὶ διδά-
1618σκονται στοιχειωδῶς τὴν Γαλλικὴν γλῶσσαν, λογιστικά,
1619ἱστορίαν τοῦ ἐμπορίου καί τινα μαθήματα ἐμπορικά, οὐδε-
1620μίαν δὲ ξένην γλῶσσαν. Ἀπὸ τὰς Σχολὰς ταύτας ἐξέρχον-
1621ται οἱ μαθηταὶ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι θὰ γείνωσιν ὑπαλληλί-
1622σκοι, χρήσιμοι διὰ τὸ μικροεμπόριον τῶν συνοικιῶν καὶ τῶν
1623μικρῶν ἐπαρχιακῶν πόλεων. Ἀλλὰ τοιούτων Σχολῶν τὴν
1624σύστασιν βεβαίως δὲν θὰ εἶχεν ὑπ’ ὄψιν του ὁ εἰσηγητὴς τοῦ
1625νομοσχεδίου τούτου.
1626Αἱ ἱδρυόμεναι ἐν Ἑλλάδι Σχολαὶ εἶναι ἀνώτεραι Ἐμπο-
1627ρικαὶ Σχολαὶ, καὶ τοιούτων ἔχει ἀνάγκην ἡ Ἑλλάς. Εἰς
1628τὴν ἀναγραφὴν τῶν μαθημάτων παρατηρῶ μαθήματα, τῶν
1629ὁποίων ἡ ἔννοια δὲν εἶναι σαφής. Ὑπάρχουσι δὲ καινότροποι
1630λέξεις, τῶν ὁποίων δὲν γνωρίζω ἀκριβῶς τὴν σημασίαν, θὰ
1631ὤφειλον δὲ χάριν, ἂν μοὶ ἐδίδετο ἡ προσήκουσα ἐξήγησις
1632παρὰ τοῦ εἰσηγητοῦ τοῦ νομοσχεδίου. Οὕτω αἱ λέξεις ἐμ-
1633πορευματολογία καὶ ἐμποριολογία τί σημαίνουσι;
1634§131ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Ἀφοῦ ἔχετε ἐνώπιόν σας τὰ γαλλικὰ
1635προγράμματα, δύνασθε νὰ τὰ συμβουλευθῆτε.
1636§132Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ἔχω ὑπ’ ὄψιν μου πράγματι τὰ
1637γαλλικὰ προγράμματα, ἀλλὰ δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω, ποῖα
1638μαθήματα μεταφράζετε διὰ τῶν νέων αὐτῶν λέξεων.
1639§133ΣΤΑΗΣ. Ὅταν θὰ ἔλθω εἰς τὸ βῆμα, θὰ σᾶς τὸ εἴπω.
1640§134Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Θὰ σᾶς ἤμην λίαν ὑπόχρεως, ἂν τὸ
1641ἐλέγετε ἀπὸ τοῦδε.
1642§135ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. Ἡ ἐμπορευματολογία περιλαμβάνει
1643τὴν σπουδὴν τῶν ἐμπορευμάτων ὑπὸ πᾶσαν ἔποψιν, τὴν φυ-
1644σικὴν καὶ χημικὴν ὑπόστασιν τῶν ἐμπορευμάτων στοιχειω-
1645δῶς, περὶ ἀγορῶν καταναλώσεως, ἀρχικῶν ὑλῶν κτλ.
1646§136Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Τὸ νὰ σχηματίζωμεν λέξεις νέας
1647εἶναι ἀναπόφευκτον, διότι ἡ νεωτέρα ἡμῶν γλῶσσα δὲν εἶ-
1648ναι πλουσία, εἶναι ἀσχημάτιστος εἰσέτι· καὶ ἐγὼ αὐτὸς,
1649μεταφράζων καὶ γράφων, συνεχῶς ἀναγκάζομαι νὰ δημιουργῶ
1650λέξεις.
1651§137Α. ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. Καὶ αὐτὰς εἰδικοὶ ἄνδρες τὰς μετέ-
1652φρασαν.
1653§138Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Δὲν ἔχω ἀμφιβολίαν. Ἀλλὰ καλὸν
1654θὰ ἦτο νὰ εἴχομεν καὶ ἡμεῖς πλήρη τὴν γνῶσιν τῆς σημασίας
1655τῶν λέξεων τούτων.
1656§139Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἄλλο εἶναι ἐμπορευματολογία,
1657καὶ ἄλλο, ὑποθέτω, ἐμποριολογία.
1658§140Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ἐμπορευματολογία εἶναι ἐκεῖνο,
1659ὅπερ οἱ Γάλλοι λέγουσιν étude des marchandises, ἐνῷ
1660ἐμποριολογία δὲν γνωρίζω τί ἀκριβῶς σημαίνει.
1661§141Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἡ ἐμποριολογία θὰ ἔχῃ τὴν ἔννοιαν
1662τῆς κινήσεως τῶν ἐμπορευμάτων, τῆς παραγωγῆς αὐτῶν, ἡ
1663δὲ ἐμπορευματολογία καὶ τὴν τοῦ ποιοῦ τῶν ἐμπορευμάτων.
1664§142Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἂς ἀφήσωμεν νὰ δώσῃ τὴν ἐξή-
1665γησιν ὁ κ. Ὑπουργός.
1666§143Α. ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ (ἀναγινώσκει).
1667§144Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν ἤκουσα, τί εἶναι ἐμποριο-
1668λογία.
1669§145Α. ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. Ἰδοὺ, ἀναγνώσατε.
1670§146Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ἐγὼ ἐπεθύμουν, ὡς ἔλεγον, εἰς τὰς
1671νέας λέξεις, αἵτινες εἰσάγονται εἰς τὴν γλῶσσάν μας καὶ αἱ
1672ὁποῖαι διὰ τοῦ νόμου θὰ λάβωσι κῦρος, νὰ δίδηται ἐξήγησις
1673καὶ ἑρμηνεία παρὰ τῶν εἰδικῶν, παρὰ τῶν εἰσαγόντων τὰ νο-
1674μοσχέδια, ἢ τοὐλάχιστον ἐν τῇ εἰσηγητικῇ ἐκθέσει ν’ ἀνα-
1675φέρωνται ἀναλυτικώτερον, ὥστε καὶ ἡμεῖς, ἀναγινώσκοντες
1676αὐτὰς, νὰ καταλαμβάνωμεν περὶ τίνος πρόκειται, καὶ οἱ δι-
1677δάξοντες, τί πρόκειται νὰ διδάξωσι. Διότι παρετήρησα, ὅτι
1678ὄχι μόνον ἐγὼ δὲν γνωρίζω τὴν σημασίαν τῆς λέξεως ταύτης,
1679ἀλλὰ καὶ ὁ σεβαστὸς ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς, ὁ περὶ πολλοῦ
1680ποιούμενος τὴν κυριολεξίαν, καὶ ὁ κ. Δεληγεώργης, καὶ ὁ
1681κ. Καραπάνος, καὶ ὁ κ. Γουναράκης βλέπω, ὅτι ἐπιθυμοῦν
1682ν’ ἀκούσωσι τὴν ἀκριβῆ ἔννοιαν τῆς λέξεως ταύτης.
1683§147Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ πάρουν καθηγητὰς νὰ τὰς
1684διδάξωσι.
1685§148Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Δὲν ἐπέμεινα εἰς ἕτερα ζητήματα,
1686ἐξήτασα μόνον οὐσιαστικῶς τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, ἵνα ἴδω-
1687μεν, κατὰ πόσον δύναται ν’ ἀποβῇ καρποφόρον εἰς τὴν ἐμ-
1688πορικὴν ἐκπαίδευσιν. Εὑρίσκω δέ, ὅτι μὲ τὸ ποιὸν τῶν μα-
1689θητῶν, μὲ τὰ μαθήματα, ἅτινα θὰ διδάσκωνται παρ’ ἀν-
1690θρώπων, οἱ ὁποῖοι δὲν θὰ κατέχωσι τὰς γνώσεις ταύτας, πᾶν
1691ἄλλο ἢ καρποὺς θ’ ἀποδώσῃ. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Αἰγια-
1692λείας, ὅστις ἐπεχείρισε τὴν εἰσαγωγὴν τῆς ἐμπορικῆς παι-
1693δεύσεως ἐν Ἑλλάδι, — ἐπεχείρησε δὲ τοῦτο, ἔχων πλήρη ἀντί-
1694ληψιν τοῦ πράγματος — δὲν προέβη εἰς βεβιασμένην δημοσίευ-
1695σιν Β. Διατάγματος, ἀλλ’ ἐζήτησε τὰς γνώμας πολλῶν καὶ
1696ποικίλων ἀνδρῶν, πεπειραμένων καὶ διαβιωσάντων ἐκεῖ,
1697ὅπου ἀκμάζει καὶ τὸ ἐμπόριον καὶ ἡ ἐμπορικὴ ἐκπαίδευσις.
1698Ἠθέλησε μάλιστα νὰ καταλήξῃ εἰς τὴν ἵδρυσιν Ἐμπορικῶν
1699Σχολῶν μετὰ μελέτην μακράν, καὶ ὅτε ἐνόμισεν εὔκαιρον
1700τὸν χρόνον πρὸς σύστασιν αὐτῶν, εὑρέθη πρὸ τοῦ σκοπέλου
1701τῆς ἐλλείψεως προσωπικοῦ διδασκαλικοῦ, ὁ σκόπελος δὲ
1702οὗτος ἐξακολουθεῖ ὑφιστάμενος. Προχθές, ἀγορεύων ὁ κύ-
1703ριος Βουλευτὴς Κυθήρων, ἀνέφερε τὰ μαθήματα, ἅτινα πρό-
1704κειται νὰ διδαχθῶσιν, ἀλλ’ ἀνέφερε τὰ μαθήματα ἐκεῖνα,
1705ἅτινα διδάσκονται εἰς ὅλα τὰ Γυμνάσια τοῦ Κράτους, καὶ
1706διδασκάλους, οἵτινες διδάσκουσι σήμερον εἰς αὐτά. Ὅτε δὲ
1707ἠρώτησα αὐτὸν, ἂν ὑπάρχουσι καὶ ἄλλα μαθήματα, κυρίως
1708ἐμπορικά, ὁ κ. Βουλευτὴς Κυθήρων, ἐπειδὴ δὲν χαίρω ἐγὼ
1709τῆς εὐνοίας, ἧς ἀπολαμβάνει παρ’ αὐτοῦ ὁ κ. Βουλευτὴς
1710Ἀττικῆς, ὁ κ. Δραγούμης, ἀπέφυγε τὴν ἀπάντησιν, καὶ μὲ
1711παρέπεμψεν εἰς τὸ Β. Διάταγμα τῆς 8 Ἰουνίου παρελθόν-
1712τος ἔτους. Εἰς τὸ νομοσχέδιον, ὅπερ ἔχω ὑπ’ ὄψιν μου, ἀνευ-
1713ρίσκω, ὅτι τὰ ἀποτελέσματα, ἅτινα ζητεῖ ὁ κ. Βουλευτὴς
1714Κυθήρων καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Ἐκπαιδεύσεως, δὲν θὰ προ-
1715κύψωσιν ἐξ αὐτοῦ· ἐξ ἐναντίας θὰ ἐξέρχωνται οἱ τρόφιμοι
1716τῶν Σχολῶν ἡμιμαθεῖς, ἢ μᾶλλον ἀμαθέστεροι ἀφ’ ὅ,τι
1717εἰσῆλθον, διότι θὰ ἦναι ἀπαράσκευοι, ἵνα ἐκμάθωσι τοιαῦτα
1718μαθήματα, ἀνώτερα τῆς πνευματικῆς αὐτῶν ἀναπτύξεως.
1719Ὑπὸ τοιαύτην ἔποψιν θεωρῶ τὸ νομοσχέδιον ἀτελές.
1720Ὁ ἀξιότιμος κ. Δραγούμης προέτεινεν, ὅπως τὸ νομοσχέ-
1721διον τοῦτο παραπεμφθῇ εἰς ἐπιτροπὴν εἰδικήν, ἵνα αὕτη,
1722βελτιοῦσα τοῦτο, καταστήσῃ μᾶλλον καρποφόρον· ἀλλ’ ὁ
1723κύριος Ὑπουργὸς τῆς Ἐκπαιδεύσεως τοιαύτην πατρικὴν
1724στοργὴν ἔδειξε πρὸς τὸ νομοσχέδιον, καίτοι τοῦτο ἔχει δύο
1725πατέρας, καὶ ἔχει μάλιστα κυρίως πατέρα τὸν κύριον Βου-
1726λευτὴν ἐκ Κυθήρων, καὶ τοιοῦτον πάθος ἀνέπτυξεν, ὅτε ἐθί-
1727χθη τὸ τέκνον του παρὰ τοῦ κ. Δραγούμη, ὥστε διστάζω νὰ
1728προτείνω καὶ ἐγώ, ὅπως παραπεμφθῇ εἰς ἐπιτροπήν, εἰς ἣν
1729δὲν ἠξεύρω ἐὰν θὰ παραπεμφθῇ, ἢ ὄχι. Διότι ἐγὼ νομίζω, ὅτι
1730πρέπει νὰ ἀσχοληθῶσιν εἰδικοὶ ἄνδρες, ἵνα ἐπεξεργασθῶσι
1731τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἐπὶ τὸ βέλτιον καὶ λεπτομερέστερον,
1732νὰ μὴ ἀφεθῇ δὲ ἡ ἐλευθερία νὰ κανονίζηται ὁ ὀργανισμὸς τῶν
1733Σχολῶν διὰ Βασιλικοῦ Διατάγματος παρὰ τοῦ Ὑπουρ-
1734γοῦ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως. Διότι δὲν πρόκειται, ὅπως
1735ἔλεγεν ὁ κ. Ὑπουργὸς πρὸ μικροῦ, νὰ κανονισθῇ μόνον τὸ
1736πρόγραμμα τῆς διδασκαλίας τῶν μαθημάτων. Βλέπετε, ὅτι
1737ὁ κύριος Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς καὶ ἐγὼ διαφωνοῦμεν εἰς
1738τὴν βάσιν τοῦ νομοσχεδίου. Διὰ τοῦτο ἐζήτησα τὴν παρα-
1739πομπὴν τοῦ νομοσχεδίου εἰς ἐπιτροπὴν, ἡ ὁποία, ἐργαζο-
1740μένη ἐπὶ 10, 15 ἢ 20 ἡμέρας, θὰ ὑπέβαλλε μεμελετημένην
1741τὴν γνώμην της. Δὲν πρέπει δὲ νὰ ἀσχάλλῃ τις ἕνεκα τούτου,
1742ἀφοῦ τοιαῦτα ἐκπαιδευτικὰ ζητήματα εἰς ἄλλας χώρας, ἐν
1743αἷς ὑπάρχουσι πλεῖστοι εἰδικοὶ ἐπὶ παντὸς ζητήματος, ἀπη-
1744σχόλησαν πεπειραμένους ἄνδρας ἐπὶ 3 καὶ 4 ἔτη.
1745Διὰ τοῦ τρόπου τούτου μόνον δύναται ἡ νομοθεσία νὰ
1746φέρῃ τὴν σφραγῖδα τῆς ἀρτιότητος. Τὸ ἔργον τῆς μεταρρυθ-
1747μίσεως τῆς παρ’ ἡμῖν ἐκπαιδεύσεως εἶναι μέγα, θ’ ἀναστη-
1748λωθῇ δὲ ὁ ἀνδριὰς τοῦ Ὑπουργοῦ ἐκείνου, ὁ ὁποῖος θὰ στρέ-
1749ψῃ τὴν Ἑλληνικὴν νεολαίαν ἐπὶ μᾶλλον πρακτικῶν σπου-
1750δῶν, διότι μέχρι τοῦδε ἀληθῶς ἡ ἐκπαίδευσις παρ’ ἡμῖν,
1751καὶ ἡ μέση, ὅπως καὶ ἡ ἀνωτέρα, δὲν συνετέλεσαν εἰς τὴν
1752πνευματικὴν ἀνάπτυξιν, ἣν προέβλεπον οἱ πρῶτοι εἰσηγη-
1753ταὶ αὐτῆς· μετὰ τὴν τροπὴν μάλιστα, τὴν ὁποίαν ἔλαβε
1754σήμερον τὸ πνεῦμα τοῦ κόσμου, ὁ ὁποῖος ἐτράπη ἐπὶ τῆς
1755πρακτικῆς ὁδοῦ, αἱ πρακτικαὶ σπουδαὶ μεγάλως θὰ ὠφε-
1756λήσωσι τὴν φυλὴν ἡμῶν, ἡ ὁποία διακρίνεται καὶ διὰ τὴν
1757γοργότητα τοῦ πνεύματος καὶ διὰ τὴν ἀντίληψιν καὶ διὰ τὸ
1758ἐπιχειρηματικὸν αὐτῆς, ὅπως ἐπὶ τὸ πρακτικώτερον, ἀλλὰ
1759καὶ ἐπὶ τὸ ἐπιστημονικώτερον, καταρτίζωνται οἱ ἄνθρωποι
1760ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι θὰ διεξαγάγωσι τὸν μέγαν ἀνταγωνισμόν,
1761ὁ ὁποῖος ὑφίσταται σήμερον εἰς τὴν παγκόσμιον ἐμπορίαν.
1762Ἀλλ’ ὅπως ἐπιτύχωμεν εἰς τοῦτο, δέον νὰ ἐπιστήσωμεν
1763τὴν προσοχὴν ἡμῶν ἐπὶ τῶν βάσεων τῆς εἰσαγομένης πρα-
1764κτικῆς παιδεύσεως, ἵνα ἐπιτύχωμεν τοὐλάχιστον εἰς αὐτήν,
1765ἀφοῦ τοιαύτην ἐπιτυχίαν δὲν εἴχομεν ἐπὶ τῆς μέσης καὶ
1766ἀνωτέρας ἡμῶν ἐκπαιδεύσεως.
1767§149ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Δηλιγιάννης ἔχει τὸν λόγον.
1768§150Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μήπως ὁ κύριος Ὑπουργὸς ἐπὶ
1769τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως νο-
1770μίζει, ὅτι εἶναι καιρὸς νὰ ἑρμηνεύσῃ τὴν ἔννοιαν τῶν δύο
1771αὐτῶν ὅρων: ἐμποριολογία καὶ ἐμπορευματολογία;
1772§151Α. ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστι-
1773κῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Παρακαλῶ, λάβετε
1774τὸν λόγον ὑμεῖς. Ἐγὼ ὡμίλησα ἤδη.
1775§152Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὅ,τι ἔλεγε πρὸ μικροῦ ὁ ἀξιό-
1776τιμος κύριος Βουλευτὴς ἐκ Παξῶν, ὅτι καὶ ἐγὼ ἔχω ἀπο-
1777ρίας περὶ τῆς ἐννοίας ὅρων τινῶν, ἀναγραφομένων ἐν τῷ νο-
1778μοσχεδίῳ, εἶναι ἀκριβές. Πρῶτον δὲν ἐνόησα ἀκόμη, τίνα
1779ἔννοιαν ἔχει ὁ ὅρος «τὰ φυσικά». Εἶναι ἀληθές, ὅτι καὶ τὸ
1780Διάταγμα τῆς 8 Ἰουνίου μεταχειρίζεται τὸν αὐτὸν ὅρον·
1781ἀλλὰ τάχα ὁ ὅρος οὗτος περιλαμβάνει τὴν Φυσικὴν Πειρα-
1782ματικήν, ἢ ἐννοεῖ ἄλλας φυσικὰς μαθήσεις, ἄλλας γνώσεις
1783τῶν φυσικῶν ἐπιστημῶν; Διὰ τοῦτο φρονῶ, ὅτι τὸ νομοσχέ-
1784διον πρέπει κατὰ τοῦτο νὰ κατασταθῇ σαφέστερον. Ἀνα-
1785γινώσκων ἐν τῷ νομοσχεδίῳ «ἡ Γεωγραφία», ὑπέλαβον, ὅτι
1786πρόκειται περὶ τῆς Ἐμπορικῆς Γεωγραφίας· καὶ ἂν οὕτως
1787ἔχῃ, νομίζω, ὅτι θὰ ἦτο καλὸν νὰ συμπληρωθῇ καὶ ὁ ὅρος
1788οὗτος. «Ἐμποριολογία» ὅμως, εἶπε πρὸ μικροῦ ὁ κ. Ὑπουρ-
1789γός, ἐννοεῖ τὴν Ἱστορίαν καὶ Γεωγραφίαν. Ἀλλὰ καὶ τὴν
1790Γεωγραφίαν ἀναφέρει ῥητῶς τὸ νομοσχέδιον, καὶ τὴν Ἱστο-
1791ρίαν ἀναφέρει ῥητῶς. Πιστεύω, ὅτι ἄλλη ἔννοια ὑπάρχει ἐν
1792τῷ ὅρῳ «ἐμποριολογία». Ἐπίσης δὲν ἐννοῶ, τίνα ἔννοιαν
1793ἔχει ὁ ὅρος «ἐμπορευματολογία»· νομίζω δέ, ἀνεξαρτήτως
1794τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ὅτι, ὅταν συντάσσωμεν νόμους, ὀφεί-
1795λομεν νὰ προσπαθῶμεν νὰ ἀναγράφωμεν ἐν τοῖς σχεδίοις αὐ-
1796τῶν ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα πρόκειται νὰ ψηφίσωμεν, ἐν σαφηνείᾳ,
1797οὕτως ὥστε καὶ εἰς τοὺς ἀναγινώσκοντας, ἀλλὰ καὶ εἰς τοὺς
1798ἐφαρμόζοντας νὰ ἦναι αἱ διατάξεις αὐτῶν σαφεῖς. Ἡ ἑρμη-
1799νεία λοιπὸν τῶν ὅρων, τοὺς ὁποίους ἀναφέρει τὸ νομοσχέ-
1800διον, εἶναι ἀναπόφευκτος.
1801Ὁ προσδιορισμὸς, τὸν ὁποῖον ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκ-
1802κλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως προσέθηκεν
1803ἐν τῷ νομοσχεδίῳ εἰς τὴν διδασκαλίαν τῆς Ἑλληνικῆς γλώσ-
1804σης, ἤτοι ὁ ὅρος «ἡ καθαρεύουσα νέα Ἑλληνικὴ γλῶσσα»,
1805μοὶ φαίνεται ἀναγκαῖος, διότι μοὶ ἐφάνη, ὅτι εἶναι ἀσαφὴς
1806ὁ ὅρος, τὸν ὁποῖον εἶχεν ἀναγράψει τὸ Β. Διάταγμα τῆς 8
1807Ἰουνίου· ὁ ἀναγεγραμμένος ἐν τῷ εἰρημένῳ Διατάγματι ὅρος
1808«ἡ νέα Ἑλληνικὴ γλῶσσα», ἄνευ τοῦ εἰρημένου προσδιο-
1809ρισμοῦ, μᾶς ἀναγκάζει νὰ ἐρωτήσωμεν, τίς εἶναι ἐκ τῶν πολ-
1810λῶν, αἱ ὁποῖαι προέκυψαν, αἵτινες παρεστάθησαν τελευ-
1811ταῖον ὡς γλῶσσα Ἑλληνική; Ἐνῷ ὁ προσδιορισμὸς τῆς κα-
1812θαρευούσης δεικνύει, ὅτι πρέπει νὰ ἐξακολουθήσωμεν τὴν
1813ὁδόν, τὴν ὁποίαν μέχρι τοῦδε βαίνομεν, ἤτοι νὰ προσπαθή-
1814σωμεν νὰ βελτιώνωμεν τὴν νέαν γλῶσσαν, μεταδίδοντες εἰς
1815αὐτὴν τὴν ὑφήν, τὴν σύνθεσιν καὶ τὴν χάριν τῆς ἀρχαίας
1816γλώσσης.
1817Ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 4 τοῦ νομοσχεδίου «οἱ ἐν ταῖς
1818Ἐμπορικαῖς Σχολαῖς διδάσκοντες διορίζονται καὶ ἀπολύον-
1819ται διὰ Β. Διατάγματος» δὲν εἶναι πλήρης, διότι οὐδαμοῦ
1820τοῦ νομοσχεδίου εὗρον, πόσοι εἶναι αὐτοί, οἱ ὁποῖοι μέλλουσι
1821νὰ διορισθῶσιν ὡς διδάσκαλοι, καθηγηταί, σχολάρχαι, δι-
1822ευθυνταὶ Ἐμπορικῶν Σχολῶν. Ὁ προσδιορισμὸς τοῦ ἀριθ-
1823μοῦ εἶναι ἀναγκαῖος, ἀναποφεύκτως, οὐδὲ δύναταί τις διὰ
1824συντάξεως νομοσχεδίου ν’ ἀποφύγῃ τὸν προσδιορισμὸν τοῦ-
1825τον· καὶ δὲν δύναταί τις ν’ ἀποφύγῃ τὸν προσδιορισμὸν τοῦ-
1826τον, διότι πολλαὶ ὑπάρχουσι θύραι, διὰ τῶν ὁποίων, κατὰ
1827δυστυχίαν, συνηθίζουσιν ἐν τῷ τόπῳ ἡμῶν, ἢ μᾶλλον εἰπεῖν
1828τολμῶσι νὰ διαστρέφωσι τὰς ἐννοίας τῶν νόμων, ἢ νὰ μετα-
1829βάλλωσιν αὐτούς. Π.χ. ὑποθέσατε, – τοιαύτην δὲ τακτικὴν
1830ἠκολούθησεν ὁ κ. πρώην Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστι-
1831κῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, – ὅτι δύναται, ὅταν
1832ἀνατεθῇ τῷ Ὑπουργῷ ἡ ἐξουσία νὰ κανονίσῃ ὑπόθεσίν τινα
1833διὰ Β. Διατάγματος, νὰ ἐντέλληται δαπάνας ἐπὶ τῶν πι-
1834στώσεων τοῦ Προϋπολογισμοῦ διὰ τὰς ἀνάγκας, τὰς ὁποίας
1835ὁ κανονισμὸς τῆς ὑποθέσεως ἐπάγει, ὅταν δὲ δὲν ἐπαρκῶσιν
1836αἱ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ἀναγεγραμμέναι πιστώσεις, νὰ
1837προσφεύγῃ εἰς τὰ κληροδοτήματα, καὶ νὰ λαμβάνῃ ἐκ τούτων
1838τὰ ἐλλείποντα. Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον δύναται νὰ ματαιω-
1839θῇ πᾶσα πρόνοια τῆς Βουλῆς πρὸς ὁρισμὸν τῶν ἐξόδων τοῦ
1840Κράτους· διότι, ἂν ἡ Βουλή, θέλουσα ν’ ἀφαιρέσῃ ἕνα, δύο ἢ
1841καὶ τρεῖς διδασκάλους ἢ καθηγητὰς κατὰ τὴν ψήφισιν τοῦ
1842νομοσχεδίου, δὲν ἀναγράφῃ δι’ αὐτοὺς πίστωσιν ἐν τῷ Προ-
1843ϋπολογισμῷ, εὔκολον εἶναι νὰ διατηρηθῶσιν οἱ καθηγηταὶ
1844οὗτοι, λαμβανομένων τῶν χρημάτων ἐκ τοῦ Δωριδείου κλη-
1845ροδοτήματος.
1846Ἐν τῷ ἄρθρῳ 11 ὡσαύτως εὑρίσκω ἀτέλειάν τινα: «Οἱ
1847μαθηταὶ (λέγει) ἄλλων Ἐμπορικῶν Σχολῶν, δημοσίων ἢ
1848ἰδιωτικῶν, ἐγγράφονται μετὰ δοκιμασίαν.» Ἀλλὰ κατὰ τίνα
1849τρόπον καὶ ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν καὶ τὴν διοίκησιν τίνων γί-
1850νεται ἡ δοκιμασία αὕτη; Ὑπάρχουσι Διατάγματα, ἐκδεδο-
1851μένα πρὸς ἐκτέλεσιν νόμων, ὡς φέρ’ εἰπεῖν διὰ τὴν εἰσαγω-
1852γὴν μαθητῶν εἰς τὴν Σχολὴν τὴν στρατιωτικὴν τῶν Εὐελ-
1853πίδων, καὶ διετάχθη δι’ αὐτῶν νὰ γίνηται διαγωνισμὸς ἢ
1854ἐξετάσεις· μολονότι δὲ τὰ Διατάγματα ἐκεῖνα ἔχουσιν ἀκρι-
1855βολογίαν, καὶ προέβλεψαν καὶ ἐκανόνισαν πάσας τὰς λεπτο-
1856μερείας τῶν διαγωνισμῶν ἢ τῶν ἐξετάσεων, ἠκούσατε, ὅτι
1857εὐκόλως δύνανται νὰ ἐνεργῶνται διαγωνισμοὶ καὶ ἐξετάσεις,
1858νὰ ἀκυρῶνται δὲ αἱ γενόμεναι ἐξετάσεις, νὰ διεξάγωνται
1859νέαι, καὶ νὰ παράγωνται ἀποτελέσματα νέα.
1860Διὰ τοῦτο πρέπει, μὲ ὅλους τοὺς κινδύνους, τοὺς ὁποίους
1861διατρέχομεν, μὲ ὅλα τὰ ἄτοπα, παραπλήσια πρὸς ἐκεῖνα,
1862τὰ ὁποῖα ἠκούσατε πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν ἐνταῦθα περιγρα-
1863φόμενα, νὰ κανονισθῇ ἡ δοκιμασία, καὶ νὰ προσδιορισθῶσι
1864τὰ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα θέλουσιν ἐπιτηρεῖ καὶ διευθύνει τὴν
1865δοκιμασίαν.
1866Τὸ Βασιλικὸν Διάταγμα τῆς 8 Ἰουνίου ἔν τισιν εἶναι λε-
1867πτομερέστερον, ἀλλ’ αὐθαιρετώτερον· εἶναι λεπτομερέστε-
1868ρον, διότι κανονίζει τὰς ἕδρας τῆς διδασκαλίας, καὶ προσ-
1869διορίζει τὸν μισθὸν ἢ τὰ ἐπιμίσθια ἑκάστης τῶν ἑδρῶν τού-
1870των, ἀλλ’ εἶναι αὐθαιρετώτερον, διότι οὐδαμοῦ ἠκούσθη διὰ
1871Διατάγματος νὰ νομοθετῶνται θέσεις καὶ ἰδίως νὰ προσδιο-
1872ρίζωνται οἱ μισθοὶ αὐτῶν.
1873Ἀλλὰ δὲν ἔπρεπεν οὔτε Διάταγμα νὰ ἐκδοθῇ περὶ συ-
1874στάσεως Ἐμπορικῶν Σχολῶν, διότι, κατ’ ἐμὴν γνώμην,
1875παρεβιάθη ἡ διάταξις τοῦ Συντάγματος. Ὁ πρώην Ὑπουρ-
1876γὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως
1877ἔλεγεν, ὅτι ἐνήργησεν ἐντὸς τῶν διατάξεων τοῦ Συντάγμα-
1878τος, διότι εἶχε δικαίωμα νὰ συστήσῃ Ἐμπορικὰς Σχολὰς
1879διὰ Β. Διατάγματος, ὅτι κατὰ συνέπειαν εἶχε δικαίωμα νὰ
1880προσδιορίσῃ τὸν ἀριθμὸν τῶν διδασκόντων ἐν αὐταῖς, τοὺς
1881μισθοὺς καὶ τὰ ἐπιμίσθια αὐτῶν. Ἀλλ’ ἡ πηγή, ἐκ τῆς
1882ὁποίας μᾶς εἶπεν, ὅτι ἐπορίσθη τὸ δικαίωμα τοῦτο, μοὶ φαί-
1883νεται, ὅτι πᾶν ἄλλο ἢ τοιοῦτον παρέχει εἰς αὐτὸν δικαίωμα.
1884Ἡ πηγή, ἐξ ἧς εἶπεν, ὅτι ἤντλησε τὸ δικαίωμα, εἶναι τὸ
1885Διάταγμα τῆς 3/15 Ἀπριλίου 1833, τὸ ὁποῖον, κατ’ ἐμὴν
1886γνώμην, εἶναι νόμος. Καὶ ἠδύνατό τις νὰ προβάλῃ δισταγμόν,
1887διότι ὑπάρχουσι διατάξεις ἐν τῇ νομοθεσίᾳ, τῇ πρὸ τοῦ 1843,
1888κατὰ τὰς ὁποίας διεκρίνοντο οἱ νόμοι ἀπὸ τῶν Βασιλικῶν
1889Διαταγμάτων διά τινων ἐγγυήσεων. Τότε ἡ νομοθετικὴ ἐξου-
1890σία καὶ ἡ νομοτελεστικὴ ἦσαν ἀνατεθειμέναι εἰς τὰς αὐτὰς
1891χεῖρας, εἰς τὸν Βασιλέα· ὁ Βασιλεὺς ἐνομοθέτει καὶ ἐξέδιδε
1892τοὺς νόμους, ὁ Βασιλεὺς ἐξέδιδε καὶ τὰ Διατάγματα πρὸς
1893ἐκτέλεσιν τῶν νόμων, ἀλλ’ εἶχε ληφθῆ πρόνοιά τις, διότι
1894εἶχε ποτὲ ἀναγραφῆ, ὅτι νόμοι πρέπει νὰ θεωρῶνται αἱ πρά-
1895ξεις ἐκεῖναι τοῦ Βασιλέως, ἐφ’ ὧν εἶχεν ἀκουσθῆ ἡ γνώμη
1896τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας· ἀλλὰ κατὰ τὸ 1833 δὲν
1897ὑπῆρχε Συμβούλιον Ἐπικρατείας, ἑπομένως δὲν δύναταί
1898τις νὰ ἀξιώσῃ, ὅτι τὸ Διάταγμα τοῦτο τοῦ 1833 δὲν ἔχει
1899ἰσχὺν νόμου, διότι δὲν ἠκούσθη ἡ γνώμη τοῦ Συμβουλίου
1900τῆς Ἐπικρατείας. Εἶχεν ἀναγραφῆ τότε καὶ ἄλλη ἐγγύη-
1901σις, νὰ ζητῆται διὰ τοὺς νόμους ἡ γνώμη τοῦ Ὑπουργικοῦ
1902Συμβουλίου· ἀλλὰ καθ’ ὅλον τὸ δεκαετὲς διάστημα, ἀπὸ
1903τοῦ 1833 μέχρι τοῦ 1843, ἐπειδὴ αἱ δύο ἐξουσίαι, ἡ νομο-
1904θετικὴ καὶ νομοτελεστική, εὑρέθησαν ἐν ταῖς αὐταῖς χερσίν,
1905ἐνησκοῦντο ἀδιακρίτως τὰ ἔργα τῆς μιᾶς καὶ τῆς ἄλλης,
1906ἠναγκάσθησαν δ’ οἱ ἑρμηνεύοντες τὰ τῆς νομοθεσίας νὰ παρα-
1907δεχθῶσι τὴν γνώμην, ὅτι ἐκ τῶν Βασιλικῶν Διαταγμάτων
1908εἰσὶ νόμοι ὅσα ἔχουσι νομοθετικὴν ἔννοιαν, καὶ ἂν δὲν ἠκού-
1909σθη ἡ γνώμη τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας, καὶ ἂν δὲν
1910ἠκούσθη ἡ γνώμη τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. Διὰ τοῦτο
1911ἀναντιρρήτως τὸ Διάταγμα τῆς 3/15 Ἀπριλίου 1833 ἔχει
1912ἰσχὺν νόμου.
1913Λοιπὸν ἐκ τούτου τοῦ Διατάγματος εἶπεν ὁ Ὑπουργὸς
1914ὅτι ἐπορίσθη τὸ δικαίωμα νὰ ἱδρύσῃ Σχολὰς, καὶ νὰ ὁρίσῃ
1915μισθοὺς καὶ ἐπιμίσθια· ἀλλ’ οὐδεμίαν εὑρίσκω διάταξιν ἐν
1916τῷ Διατάγματι τούτῳ, παρέχουσαν εἰς τοὺς Ὑπουργοὺς
1917τοιοῦτον δικαίωμα.
1918Πρῶτον τὸ Διάταγμα τῆς 3/15 Ἀπριλίου 1833 εἶναι
1919Διάταγμα κανονίζον τὴν κατανομὴν τῶν δημοσίων ὑποθέ-
1920σεων, τὴν κατανομὴν πάσης τῆς ὕλης ἐκείνης, ἡ ὁποία λέ-
1921γεται καὶ ὀνομάζεται δημοσία διοίκησις· λοιπὸν σκοπὸν εἶχε
1922νὰ ἀναγράψῃ, ποῖαι ἐκ τούτων ὑποθέσεις τοῦ Κράτους, ἀνα-
1923γόμεναι εἰς τὴν δημοσίαν διοίκησιν, ὑπάγονται εἰς τὴν ἁρ-
1924μοδιότητα τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς
1925Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως. Κατὰ συνέπειαν δὲν εἶχεν ἀπο-
1926στολὴν, ἵνα κανονίσῃ λεπτομερείας νομοθετικῶν μέτρων ἢ
1927διατάξεων, αἱ ὁποῖαι δὲν ἦσαν καθολικαί. Διὰ τοῦτο τὸ
1928Διάταγμα ἐκεῖνο, τὸ κανονίζον τὴν ἁρμοδιότητα τῆς Γραμ-
1929ματείας τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαι-
1930δεύσεως, εἶναι ἐντελῶς γενικόν. Ἰδοὺ ποῖά τινα ἀναθέτει
1931εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Παιδείας (ἀναγινώσκει): «Ἡ ἐπι-
1932»τήρησις καὶ διεύθυνσις τῶν ὅσων ἀφορῶσι τὰ σχολεῖα καὶ
1933»τὴν ἐκπαίδευσιν καθ’ ὅλην τὴν ἔκτασιν». Ἡ διάταξις αὕτη
1934παρέχει δικαιώματα συστάσεως Σχολῶν διὰ Β. Διαταγμά-
1935των καὶ προσδιορισμοῦ διὰ Διαταγμάτων μισθῶν καὶ ἐπι-
1936μισθίων; Ἢ τοιοῦτον δικαίωμα παρέχει ἡ ἑπομένη διάτα-
1937ξις: «ἡ φροντὶς περὶ συστάσεως καὶ ἁρμοδίου ὀργανισμοῦ
1938»τῶν στοιχειωδῶν καὶ τῶν ὑψηλοτέρων παιδευτικῶν κατα-
1939»στημάτων, ἑνὸς Πανεπιστημίου καὶ μιᾶς Ἀκαδημίας τῶν
1940»ἐπιστημῶν»; Ἢ ἡ διάταξις: «ἡ φροντὶς περὶ τοῦ προι-
1941»κισμοῦ τῶν Σχολείων καὶ τῶν διδακτικῶν καταστημά-
1942»των, καὶ ἡ ἐπιτήρησις εἰς τὴν διοίκησιν τῆς τῶν Σχολείων
1943»περιουσίας»; Ἀκούσατε πάσας τὰς διατάξεις τοῦ Διατάγ-
1944ματος, ἐκ τοῦ ὁποίου εἶπεν, ὅτι ἤντλησε τὸ δικαίωμα τοῦτο
1945ὁ πρώην Ὑπουργός: «Ἡ φροντὶς περὶ μορφώσεως ἀξίων δι-
1946»δασκάλων διὰ τὰ σχολεῖα καὶ διδακτόρων, καὶ ἡ ἀνέγερ-
1947»σις τῶν ἐπὶ τούτῳ ἀπαιτουμένων καταστημάτων. Ἡ διὰ
1948»σχολικῶν μισθοδοτημάτων καὶ ἄλλων ἐξοικονομήσεων ἐμ-
1949»ψύχωσις ἐκείνων τῶν μαθητῶν, οἵτινες ἤθελον ἀναπτύξει
1950»ἔξοχόν τινα εὐφυΐαν. Ἡ σύστασις δημοσίων Βιβλιοθηκῶν,
1951»ἀστρονομικῆς σκοπιᾶς καὶ ἄλλων τοιούτων καταστημά-
1952»των, καὶ ἡ εἰς αὐτὰ ἐπιτήρησις. Ἡ Διεύθυνσις τῆς Βασι-
1953»λικῆς Τυπογραφίας, καὶ ἡ ἐπιτάχυνσις τῆς εἰς τὸ Ἑλλη-
1954»νικὸν μεταφράσεως τῶν ἀξιολογωτέρων ἐπιστημονικῶν συγ-
1955»γραμμάτων τῶν ἄλλων ἐθνῶν. Ἡ εἰς τὰς τέχνας προόδευ-
1956»σις καὶ ἡ σύστασις τεχνοδιδακτικῶν Σχολείων καὶ Συλ-
1957»λόγων, καὶ ἡ ἀνέγερσις Ἀκαδημίας τῶν πλασματογραφι-
1958»κῶν τεχνῶν. Ἡ προπαρασκευὴ εἰς ἀνασκαφὴν καὶ ἀνακά-
1959»λυψιν τῶν ἀπολεσθέντων ἀριστουργημάτων τῶν τεχνῶν,
1960»ἡ φροντὶς περὶ τῆς δικφυλάξεως τῶν εἰσέτι ὑπαρχόντων, καὶ
1961»ἡ ἐπαγρύπνησις εἰς τὸ νὰ μὴ ἐξάγωνται ἀπὸ τὸ Κράτος.
1962»Ἡ ἐμψύχωσις τῶν καταγινομένων εἰς ἐπιστημονικὰς ἐρεύ-
1963»νας πρὸς παρέκτασιν τῆς σφαίρας τῶν ἀνθρωπίνων γνώ-
1964»σεων, καὶ πρὸς δημοσίευσιν τῶν εὑρισκομένων εἰς τὰς βι-
1965»βλιοθήκας τῶν Μοναστηρίων χειρογράφων, καθόσον αὐτὰ
1966»ἤθελον εἶσθαι εἰσέτι ἄγνωστα καὶ ἀξιότιμα δι’ οἱανδήποτε
1967»ἐπιστήμην. Προτάσεις περὶ τοῦ προσωπικοῦ δι’ ὅλας τὰς
1968»διδασκαλικὰς θέσεις, ἢ διὰ τὰ ἀφορῶντα τὴν πρόοδον τῶν
1969»τεχνῶν καὶ τῶν ἐπιστημῶν δημόσια καταστήματα κτλ.»
1970Ποία ἐκ τῶν διατάξεων τούτων, ὅσον καὶ ἂν ἑρμηνεύσητε
1971αὐτὰς εὐρέως, ὅσον καὶ ἂν ἐκτείνητε τὰς ἐννοίας, αἵτινες
1972περιλαμβάνονται ἐν τοῖς ὅροις αὐτῶν, ποία, λέγω, τῶν δια-
1973τάξεων τούτων δύναται λογικῶς καὶ εὐσυνειδήτως νὰ ἑρμη-
1974νευθῇ ὡς παρέχουσα δικαίωμα εἰς Ὑπουργὸν νὰ συστήσῃ
1975διὰ Β. Διατάγματος Σχολὰς μὴ ὑπαρχούσας, νὰ νομοθετήσῃ
1976θέσεις ἐν ταῖς Σχολαῖς ταύταις, καὶ νὰ προσδιορίσῃ μισθοὺς
1977καὶ ἐπιμίσθια διὰ ταύτας τὰς Σχολάς; Ἄν δὲ τοῦτο πράτ-
1978τῃ, πράττει τι τὸ ἀντιβαῖνον εἰς τὸ Σύνταγμα, τὸ ὁποῖον ἐν
1979ἄρθρῳ 34 ῥητῶς διατάσσει: «Ὁ Βασιλεὺς ἀπονέμει κατὰ
1980»νόμον τοὺς στρατιωτικοὺς καὶ ναυτικοὺς βαθμοὺς, διορίζει
1981»καὶ παύει ὡσαύτως τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους, ἐκτὸς τῶν
1982»παρὰ τοῦ νόμου ὡρισμένων ἐξαιρέσεων, ἀλλὰ δὲν δύναται
1983»νὰ διορίσῃ ὑπάλληλον εἰς μὴ νενομοθετημένην θέσιν.» Ἵνα
1984λοιπὸν διορισθῇ τις ὑπάλληλος, πρέπει νὰ ὑπάρχῃ νενομο-
1985θετημένη διὰ νόμου ἡ θέσις, εἰς ἣν πρόκειται νὰ διορισθῇ·
1986δὲν εἶναι δ’ ἐπιτετραμμένον νὰ δημιουργήσητε θέσιν τινὰ διὰ
1987Διατάγματος, καὶ νὰ παρασταθῆτε ὡς νομοθέτης, συγχρόνως
1988δὲ νὰ διορίζητε καὶ ἐκεῖνον, τὸν ὁποῖον τάσσετε νὰ ἐκτε-
1989λέσῃ τὰ ἔργα τῆς θέσεως ταύτης. Ἀλλὰ δὲν δύνασθε διὰ
1990Β. Διατάγματος καὶ νὰ προσδιορίσητε μισθοὺς, διότι οὕτως
1991ἐνασκεῖτε νομοθετικὴν ἐξουσίαν, οὐδὲ ν’ ἀποφασίζητε περὶ
1992ἐπιμισθίων, διότι, κατὰ τὸν περὶ δημοσίου λογιστικοῦ νόμον
1993ἐν ἄρθρῳ 30, ἐπιμίσθια χορηγοῦνται, ὁπόταν καὶ ὅπως ὁ νό-
1994μος ὁρίζει· ὅταν δὲ ὁ νόμος δὲν ὁρίζῃ, δὲν ἔχετε δικαίωμα
1995νὰ προσδιορίζητε τοιαῦτα διὰ Β. Διατάγματος.
1996Ἀλλ’ ἐγὼ δὲν ἀμφισβητῶ τὴν ἀξίαν τῆς ἐπινοήσεως τοῦ
1997πρώην Ὑπουργοῦ τῆς Ἐκπαιδεύσεως, ἐνθυμηθέντος, ὅτι οὐ-
1998δεὶς ὑπάρχει ὁ διδάσκων τὰς ἐμπορικὰς γνώσεις ἐνταῦθα, ὅτι
1999οἱ Ἕλληνες ἔμποροί εἰσιν αὐτοδίδακτοι, καὶ σπεύσαντος διὰ
2000τοῦτο νὰ πληρώσῃ τὰ κενὰ ταῦτα. Δὲν πρέπει ὅμως νὰ ἀξιώ-
2001σῃ, ὅτι αὐτὸς ἐπενόησε τὴν ἀνάγκην εἰδικῆς διδασκαλίας
2002τῶν ἐμπορικῶν γνώσεων, ἢ τῶν ἄλλων εἰδικῶν γνώσεων,
2003διότι πρὸ τῆς ἐποχῆς, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐκλήθη εἰς τὸ Ὑ-
2004πουργεῖον ὁ Βουλευτὴς ἐκ Κυθήρων, ὑπῆρξαν ἄνδρες, οἱ
2005ὁποῖοι ἠσχολήθησαν περὶ ταῦτα, καὶ ὄχι μόνον κατὰ τὸν αἰ-
2006ῶνα τοῦτον, ἀλλὰ καὶ κατ’ αὐτὸν τὸν προηγούμενον αἰῶνα.
2007Πρὸ τῆς Γαλλικῆς Ἐπαναστάσεως εἰς τὸ Parlement τῶν
2008Παρισίων ὁ Πρόεδρος Rolland d’ Erceville κατήγγειλε
2009τὴν ἀνάγκην τῆς συστάσεως Ἐμπορικῶν Σχολῶν πρὸς δι-
2010δασκαλίαν ἐμπορικῶν γνώσεων, καὶ μετὰ τὴν Ἐπανάστασιν
2011δὲ ἐμελέτησαν ἐν Γαλλίᾳ τὸ θέμα τῆς ἀνάγκης τῶν εἰδι-
2012κῶν Σχολῶν· οὕτω κατὰ τὸ 1793 ἡ Convention Natio-
2013nale τῇ 15 Σεπτεμβρίου καθιέρωσε τρεῖς βαθμοὺς ἐκπαι-
2014δεύσεως, ὧν ὁ πρῶτος περιελάμβανε τὴν διδασκαλίαν τῶν
2015ἀναγκαίων εἰς τοὺς τεχνίτας καὶ τοὺς καλλιτέχνας γνώσεων.
2016Κατὰ τὸ 1847 ὁ Ὑπουργὸς τῆς Ἐκπαιδεύσεως Salvandy
2017προέβη εἰς τὴν σύστασιν κλάδου ἰδίου τῆς εἰδικῆς διδασκα-
2018λίας εἰς τοὺς μαθητάς, τοὺς προωρισμένους νὰ ἐπιδοθῶσιν
2019εἰς τὴν ἐμπορίαν καὶ βιομηχανίαν, ἀνέβη δ’ ὁ ἀριθμὸς αὐτῶν
2020κατὰ τὸ 1862 εἰς 5,000 μαθητάς, οἱ ὁποῖοι ἤκουον τὰ ἐμπο-
2021ρικὰ μαθήματα ἐν τοῖς colleges τῆς Γαλλίας, ἀποτελοῦν-
2022τες τὸ πέμπτον τοῦ ὅλου ἀριθμοῦ αὐτῶν, κατὰ δὲ τὸ 1865
2023τὰ περὶ τῶν Ἐμπορικῶν Σχολῶν ἐκανονίσθησαν διὰ τοῦ νό-
2024μου τῆς 21 Ἰουνίου, ὅστις ἀπὸ τοῦ 1862 ἐμελετᾶτο ὑπὸ
2025εἰδικῆς ἐπιτροπῆς ὑπὸ τὴν προεδρίαν τοῦ Dumas· ὁ νόμος
2026δ’ οὗτος ἐτροποποιήθη κατὰ τὸ 1867, ἐπὶ Ναπολέοντος
2027Γʹ, τῇ προτάσει τοῦ τότε Ὑπουργοῦ τῆς Δημοσίας Ἐκπαι-
2028δεύσεως, τοῦ μακαρίτου Duruy, τοῦ ὁποίου τὸ ὄνομα περι-
2029εβλήθη δι’ ἀληθοῦς αἴγλης μετὰ τὴν συγγραφὴν τῆς τριτό-
2030μου ἱστορίας τῶν Ἑλλήνων. Ἀλλὰ καὶ ὁ Salvandy καὶ ὁ
2031Duruy δὲν ἐπροκάλουν τοὺς περὶ συστάσεως Ἐμπορικῶν
2032Σχολῶν νόμους ἄνευ ἐμβριθοῦς μελέτης, οὐδ’ ἔγραφον αὐ-
2033τοὺς ἀπὸ γόνατος, ὡς ἔπραξεν ὁ ἡμέτερος τέως Ὑπουργὸς
2034ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως, ὅστις ἔσπευσε νὰ ἐκδώσῃ τὸ Βασι-
2035λικὸν Διάταγμα ἐντὸς τοῦ μηνὸς Ἰουνίου, ἵνα προλάβῃ μὴ
2036τυχὸν μείνῃ ἐν ἀμαθείᾳ ἐπὶ τρεῖς ἢ τέσσαρας ἔτι μῆνας ὁ
2037Ἑλληνικὸς λαός, ἢ οἱ τὸ ἐμπόριον μετερχόμενοι· ἐν Γαλλίᾳ
2038δὲ συνίστων ἐπιτροπὰς, ὧν ἡ συστηθεῖσα τὸ 1862 εἰργάσθη
2039μέχρι τοῦ 1865, καὶ κατήρτισε τὸ ἔργον αὐτῆς, ὅπερ ὑπε-
2040βλήθη ὡς νομοσχέδιον εἰς τὴν Γαλλικὴν Βουλήν.
2041Ἀληθῶς δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω τὴν σπουδὴν τοῦ πρώην
2042Ὑπουργοῦ τῆς Ἐκπαιδεύσεως, διατὶ ἐν ἀρχαῖς Ἰουνίου, ἐνῷ
2043ἡ Βουλὴ εἶχε λήξει πρὸ τριῶν ἢ τεσσάρων μηνῶν, καὶ ἐνῷ
2044ἐπρόκειτο νὰ συνέλθῃ μετὰ τρεῖς ἢ τέσσαρας μῆνας, διατὶ
2045ἔσπευσε νὰ συστήσῃ τὰς Ἐμπορικὰς Σχολὰς διὰ Β. Δια-
2046τάγματος, τὸ ὁποῖον δύναται μὲν αὐτὸς νὰ ἀξιοῖ, ὅτι ἐφιλο-
2047πόνησε καὶ κατήρτισε τέλειον, ἀλλὰ οὐδ’ εἶναι τοιοῦτον,
2048οὔτε εἶναι δυνατὸν νὰ ᾖναι τοιοῦτον, διότι γνώσεις ποικί-
2049λαι ἀπαιτοῦνται, τὰς ὁποίας παρ’ ἡμῖν οἱ Ὑπουργοὶ δὲν
2050δύνανται νὰ ἔχωσιν, οὐδὲ νὰ πορισθῶσιν ἐξ ἄλλων, οὐδ’ ἀρ-
2051κεῖ ὁ ὀλίγος καιρός, ὅστις ἀπομένει εἰς τοὺς Ὑπουργούς, ἵνα
2052ἐπιληφθῶσι καὶ τοιαύτης σοβαρᾶς ἐργασίας καὶ ἀγάγωσιν
2053αὐτὴν εἰς πέρας.
2054Ὅτε ὁ πρώην Ὑπουργὸς τῆς Ἐκπαιδεύσεως ἰσχυρίζετο,
2055ὅτι τὸ δικαίωμα νὰ συστήσῃ Ἐμπορικὰς Σχολὰς ἐν Ἀθή-
2056ναις καὶ Πάτραις ἤντλησεν ἐκ τοῦ Διατάγματος τῆς 3/15
2057Ἀπριλίου 1833, ἐπεκαλέσθη καὶ προηγούμενα ἄλλα ἐν Ἑλ-
2058λάδι, διὰ ν’ ἀποδείξῃ, ὅτι τοιαύτην ἀπέδιδον ἔννοιαν εἰς
2059τὸ εἰρημένον Διάταγμα καὶ ἄλλοι Ὑπουργοὶ, προκάτοχοι
2060αὐτοῦ, ἐπειδὴ δὲ ἰδίως ἐσυστήθησαν Γυμνάσιά τινα ἐπὶ τῶν
2061Ὑπουργείων, τῶν ὁποίων προήδρευεν ὁ ἀποθανὼν Βουλευ-
2062τὴς ἐκ Μεσολογγίου, ἐπεκαλεῖτο τὸ κῦρος τῆς γνώμης ἐκεί-
2063νου, ἵνα περιβάλῃ δι’ αὐτῆς τὰς πράξεις αὑτοῦ, ἤτοι τὸ
2064Διάταγμα τῆς 8 Ἰουνίου καὶ τὸ μετ’ αὐτὸ τῆς 10 Αὐγού-
2065στου. Ἄν ἐτύγχανον ἀλλότριος τῆς πολιτικῆς καὶ προσεκα-
2066λούμην, ὡς σπουδάζων τὰ τῶν νόμων, ν’ ἀποφήνωμαι γνώ-
2067μην, ἤθελον ἀποφανθῆ, ὅτι καὶ τῶν Γυμνασίων ἡ σύστασις
2068εἶναι ἀμφίβολον, ἂν ἦτο ἐπιτετραμμένον νὰ γένηται ὑπὸ τῶν
2069Ὑπουργῶν διὰ Διαταγμάτων· ἀλλ’ ἡ ἀτέλεια ἐκαλύπτετο
2070τότε, ἐὰν αἱ δαπάναι τῶν συστηθέντων Γυμνασίων ἀνεγρά-
2071φοντο ἐν τοῖς Προϋπολογισμοῖς. Καὶ εἶναι μὲν οὕτω πως
2072διερρυθμισμένος ὁ προϋπολογισμὸς τῶν ἐξόδων τῆς μέσης ἐκ-
2073παιδεύσεως, ὥστε νὰ μὴ εἰδικοποιῆται ἑκάστη δαπάνη,
2074ἀλλ’ αἱ δαπάναι τῆς μέσης ἐκπαιδεύσεως διαιροῦνται ἐν δια-
2075φόροις ἄρθροις, ὡς δαπάναι Γυμνασίων καὶ δαπάναι Σχο-
2076λείων, αἱ δαπάναι δὲ Γυμνασίων διαιροῦνται ὡσαύτως ἐν
2077διαφόροις ἄρθροις, ὡς εἰς μισθοὺς καθηγητῶν καὶ γυμνασι-
2078αρχῶν, καὶ εἰς μισθοὺς διδασκάλων Σχολείων καὶ σχολαρ-
2079χῶν. Ἄν λοιπὸν εἰς τὸν ἀριθμὸν τῶν καθηγητῶν τῶν Γυμνα-
2080σίων, ὁ ὁποῖος ὑπάρχει ἐγγεγραμμένος ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ,
2081περιελαμβάνοντο οἱ καθηγηταὶ τῶν Γυμνασίων, τὰ ὁποῖα
2082τότε συνεστήθησαν, εὑρίσκω, ὅτι δὲν ἀπετέλει παράβασιν
2083τοῦ Συντάγματος ἡ σύστασις τῶν Γυμνασίων διὰ Διατάγ-
2084ματος, διότι ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία εἶχε παραχωρήσει τὰς
2085πιστώσεις, αἱ ὁποῖαι ἀπῃτοῦντο διὰ τὴν σύστασιν τῶν Γυ-
2086μνασίων αὐτῶν.
2087Αἱ εἰδικαὶ Σχολαὶ, οἷαί εἰσι καὶ αἱ Ἐμπορικαὶ, ἀνήκουσι
2088βεβαίως εἰς τὴν μέσην ἐκπαίδευσιν, διότι ἡ μέση ἐκπαίδευ-
2089σις ἔχει ἰδίαν ἀποστολὴν, τὴν ὁποίαν ὁ νόμος ῥητῶς ἀνα-
2090γράφει, τὴν ἀποστολὴν νὰ παρασκευάζῃ ἐκείνους, οἵτινες
2091προορίζονται, ἵνα ἐπιδοθῶσιν εἰς σπουδὰς ἀνωτέρας, ἐπιστη-
2092μονικὰς, ἑτέραν δ’ ἀποστολὴν, ἵνα παρασκευάζῃ ἐκείνους,
2093οἱ ὁποῖοι δὲν σκοποῦσι ν’ ἀκολουθήσωσιν ἐπιστημονικὰς
2094σπουδὰς, ἀλλὰ νὰ τραπῶσιν εἰς τὸν κοινωνικὸν βίον. Ἑπο-
2095μένως, ὅταν κλάδος τις τῶν κοινωνικῶν ἐργασιῶν ἀπαιτῇ
2096εἰδικὰς γνώσεις, τὰ Σχολεῖα, ἐν οἷς διδάσκονται αἱ γνώσεις
2097αὗται, ἀνήκουσιν εἰς τὴν μέσην ἐκπαίδευσιν.
2098Ἀλλὰ τὰ τῆς μέσης ἐκπαιδεύσεως κανονίζει Βασιλικὸν
2099Διάταγμα, τὸ ὁποῖον καὶ αὐτὸ ἐξεδόθη τὴν 31 Δεκεμβρίου
21001836, τὸ ὁποῖον κανονίζει τὰ τῶν Ἑλληνικῶν Σχολείων καὶ
2101τὰ τῶν Γυμνασίων, τὸ Διάταγμα δ’ αὐτὸ εἶναι ἐπίσης νομο-
2102θετικόν. Τὸ νομοθετικὸν λοιπὸν τοῦτο Διάταγμα, τὸ ὁποῖον
2103περιέχει ὅλην τὴν δύναμιν τῶν νόμων, διατάσσει περὶ καθη-
2104γητῶν τῶν Γυμνασίων, ἐν ἄρθρῳ 107, ὅτι «οἱ μισθοὶ τῶν
2105»καθηγητῶν εἶναι 200 δραχμαὶ κατὰ μῆνα» (καὶ μὲ αὐξή-
2106σεις τινὰς χρονικὰς ἀναβιβάζονται εἰς 300 δραχμάς). Ἀφοῦ
2107ὁ νομοθέτης τοῦ 1836 ἐγνώριζεν, ὅτι δὲν ἐπετρέπετο νὰ
2108ἀφεθῇ εἰς Βασιλικὸν Διάταγμα ὁ προσδιορισμὸς τῶν μισθῶν,
2109ἀλλ’ ὅτι ἀπαιτεῖται νὰ προσδιορίζῃ αὐτοὺς νόμος, δὲν περι-
2110έπεσεν εἰς πλάνην ὁ πρώην Ὑπουργὸς, ὅστις ὑπέλαβεν, ὅτι
2111δύναται διὰ Βασιλικῶν Διαταγμάτων νὰ κανονίζῃ τὰ τῶν
2112μισθῶν;
2113Ὡς εἶπον, τὸ Διάταγμα τῆς 8 Ἰουνίου καὶ τὰ δύο μετὰ
2114ταῦτα ἐκδοθέντα Διατάγματα ἐξεδόθησαν διὰ παραβάσεως
2115τῶν διατάξεων τοῦ Συντάγματος, ἀλλὰ δι’ αὐτῶν παρεβάθη
2116καὶ ὁ νόμος περὶ δημοσίου λογιστικοῦ. Ἀλλὰ διατὶ ὁ πρώην
2117Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκ-
2118παιδεύσεως ἔσπευσε νὰ προκαλέσῃ τὰ Διατάγματα ταῦτα,
2119ἐνῷ μεταξὺ τοῦ Ἰουνίου καὶ Ὀκτωβρίου δὲν ἐμεσολάβουν,
2120εἰμὴ τέσσαρες μόνον μῆνες; Καὶ ἀφοῦ παρῆλθον 69 ἔτη
2121ἀπὸ τῆς συστάσεως τοῦ Βασιλείου, 59 δὲ ἀπὸ τῆς ἐκ-
2122δόσεως τοῦ πρώτου Συντάγματος καὶ 38 ἀπὸ τῆς ἐκδόσεως
2123τοῦ δευτέρου Συντάγματος, δὲν εἶχε δὲ ληφθῆ κατὰ τὸ διά-
2124στημα τοῦτο πρόνοια περὶ τῆς διδασκαλίας εἰδικῶν γνώ-
2125σεων, ἤθελεν ἐπέλθει τόσον μεγάλη ζημία καὶ κίνδυνος ἐπέ-
2126κειτο εἰς τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους, ἐὰν ἀνεβάλλετο ἐπὶ
2127τέσσαρας ἔτι μῆνας ἡ σύστασις τῶν Ἐμπορικῶν Σχολῶν;
2128Ἢ μήπως τυχὸν ὑπῆρχεν ἀμφιβολία, ὅτι, ἐὰν εἰσήγετο εἰς
2129τὴν Βουλὴν τὸν Ὀκτώβριον ἢ τὸν Νοέμβριον μῆνα νομο-
2130σχέδιον περὶ συστάσεως Ἐμπορικῶν Σχολῶν, ἡ πλειονο-
2131ψηφία ἤθελεν ἀρνηθῆ νὰ τὸ ψηφίσῃ; Ἡ στάσις, τὴν ὁποίαν
2132ἡ πλειονοψηφία ἐτήρησε καθ’ ὅλην τὴν τριετίαν, αἱ ὑπάρ-
2133χουσαι ἐνδείξεις περὶ τῆς στάσεως, τὴν ὁποίαν ἔμελλε νὰ
2134τηρήσῃ καὶ κατὰ τὸ ἔτος τοῦτο, οὐδεμίαν ἐνέπνεον ἀνησυ-
2135χίαν, ἦτο δὲ βέβαιον, ὅτι ἤθελεν αὕτη προθύμως ἐπιψηφίσει
2136τὸ νομοσχέδιον, ἀφοῦ μάλιστα διὰ τοῦ νομοσχεδίου ἔμελλεν
2137ἓν μέλος ἐπίλεκτον καὶ προσφιλὲς αὐτῇ νὰ περιβληθῇ διὰ
2138τῆς αἴγλης, δι’ ἧς πρέπει νὰ περιβάλληται πᾶς, ὅστις πλη-
2139ροῖ τόσῳ μεγάλην ἀνάγκην τοῦ Κράτους. Δὲν ὑπῆρχε λοιπὸν
2140εἰδικός τις λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον ἔσπευσε νὰ προβῇ εἰς τὴν
2141πρόκλησιν τοῦ Διατάγματος τούτου. Ἐπειδὴ δὲ οἱ Ὑπουρ-
2142γοὶ εἶναι ὑπεύθυνοι διὰ τὰς διαπραττομένας παραβάσεις τῶν
2143νόμων, καὶ μάλιστα τοῦ Συντάγματος, ἡ πρᾶξις τοῦ πρώην
2144Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκ-
2145παιδεύσεως ἐπάγει εὐθύνην μεγάλην.
2146Κατὰ προγενεστέραν τινὰ ἐποχὴν, πρὸ 28 ἐτῶν, ἔβλε-
2147πον, ὅτι ἡ ἔννοια τῆς πολιτικῆς εὐθύνης εἶχε καταστῆ ἀσθε-
2148νεστάτη, ἥκιστα σπουδαία. Ἐσχηματίζοντο Ὑπουργεῖα ἐκ
2149τῆς πλειονοψηφίας, ἀλλ’ οὐχὶ σπανίως καὶ ἐκ τῆς μειονο-
2150ψηφίας, καὶ ἐνίοτε καὶ ἔξωθεν τῆς Βουλῆς, διετηροῦντο ἐν
2151τῇ ἀρχῇ τρεῖς ἢ καὶ πλείονας μῆνας, συνήθως οὐχὶ πέραν
2152τοῦ ἑξαμήνου, ἢ τοῦ ὀκταμήνου, διοικοῦντα καὶ κυβερνῶντα
2153πολλάκις κατὰ τὰς ἰδίας αὐτῶν γνώμας, αἵτινες, ὡς θέλει
2154μαρτυρήσει ἡ ἱστορία τῶν χρόνων ἐκείνων, δὲν ἦσαν πάντοτε
2155σύμφωνοι οὐδὲ πρὸς τοὺς νόμους, οὐδὲ πρὸς τὰ συμφέροντα
2156τοῦ Κράτους· συνέπιπτεν ἡ Βουλὴ ἐνίοτε νὰ ἐκφράσῃ δυσ-
2157πιστίαν εἰς αὐτοὺς, ἀλλὰ συνέπιπτε καὶ νὰ μὴ ἐκφράσῃ ἡ
2158Βουλὴ δυσπιστίαν, καὶ νὰ ἐξακολουθῇ νὰ παρέχῃ εἰς αὐτοὺς
2159ἐμπιστοσύνην, ἀλλὰ τὸ Στέμμα νὰ ἀρνῆται εἰς αὐτοὺς τὴν
2160ἐμπιστοσύνην, καὶ ν’ ἀναγκάζῃ αὐτοὺς εἰς παραίτησιν. Οὕ-
2161τως ἀπήρχοντο τῆς ἀρχῆς καὶ μετέβαινον εἰς τοὺς οἴκους
2162των, ἐπανήρχοντο δὲ εἰς τὸν πολιτικὸν ἀνταγωνισμὸν, καὶ
2163ἐλησμονοῦντο πάντα, ὅσα εἶχον πράξει, καὶ ἂν αὐτὰ ἀντέ-
2164κειντο εἰς τὸ Σύνταγμα τοῦ Κράτους, καὶ ἂν αὐτὰ ἀντέ-
2165κειντο εἰς τοὺς νόμους, καὶ ἂν ἐβλάπτοντο τὰ συμφέροντα
2166τῆς χώρας, ἢ ἐπήρχετο ζημία εἰς τὸν δημόσιον Θησαυρόν.
2167Διὰ τοῦτο ἔκρινα τότε, ὅτι ἔπρεπε τέλος πάντων νὰ κα-
2168νονισθῶσιν ἐν τῇ νομοθεσίᾳ αἱ ποινικαὶ εὐθῦναι, ἐλπίζων,
2169ὅτι ὁ κανονισμὸς τῶν περὶ τούτων διὰ νόμου, κατὰ τὸν ὁποῖον
2170ἠδύνατο καὶ ἔπρεπε νὰ ζητῆται ἡ ποινικὴ εὐθύνη παρὰ τῶν
2171Ὑπουργῶν, δὲν θὰ ἦτο βεβαίως ὁ κανὼν, ὅστις ἔμελλε νὰ
2172κανονίζῃ πάντοτε τὰς σχέσεις τῶν Ὑπουργῶν πρὸς τὴν Βου-
2173λὴν καὶ πρὸς τὴν Πολιτείαν, ἀλλὰ θὰ ἦτο δάκτυλος, δει-
2174κνύων τὰς ποινικὰς εὐθύνας, ὁ ὁποῖος θὰ περιέστελλε τὴν
2175πρὸς τοὺς νόμους αὐθαιρεσίαν τῶν Ὑπουργῶν καὶ τὴν πρὸς
2176τὰ κοινὰ συμφέροντα ὀλιγωρίαν ἢ περιφρόνησιν αὐτῶν. Διὰ
2177τοῦτο κατὰ τὸ 1877, καίτοι πάντες οἱ ἡγήτορες τῶν κομ-
2178μάτων ἐφρόνουν, ὅτι δὲν ἦτο ἀναγκαία τοιαύτη νομοθετικὴ
2179πρόνοια, ἐγὼ, προεδρεύοντος τότε τοῦ Ὑπουργείου τοῦ ἀει-
2180μνήστου Βουλευτοῦ ἐκ Μεσσήνης, τοῦ ὁποίου πάντοτε γε-
2181ραίρω τὴν μνήμην, ἀπὸ τῆς ὑψηλῆς ἐκείνης θέσεως, ἐπὶ τῆς
2182ὁποίας ἐκαθήμην ἐν τῷ Βουλευτηρίῳ, συνεννοηθεὶς μετὰ δια-
2183φόρων Βουλευτῶν, ἐκ τῶν ὁποίων ὀλίγοι συνεδρεύουσι σήμε-
2184ρον ἐνταῦθα, ἀντετάχθην εἰς τὴν εἰρημένην γνώμην πάντων
2185τῶν τότε ἡγετῶν τῶν κομμάτων, καὶ ἐπέμεινα, ἵνα κανονι-
2186σθῶσι διὰ νόμου τὰ τῆς ποινικῆς εὐθύνης· καὶ ἀνθίσταντο μὲν
2187τὰ τότε ὑπάρχοντα κόμματα, ἐγὼ δὲ δὲν ἠρίθμουν ἢ φίλους
2188τινὰς, οἵτινες δυνατὸν ἦτο νὰ μετρηθῶσι διὰ τῶν δακτύλων,
2189ἀλλὰ τῇ ἐπικουρίᾳ τῶν ἄλλων Βουλευτῶν ἠναγκάσθησαν
2190τῶν τότε κομμάτων οἱ ἡγέται νὰ μὴ ἀντιδράσωσι, καὶ συνε-
2191ζητήθη καὶ κατεστάθη νόμος περὶ ποινικῆς εὐθύνης. Προσε-
2192δόκων τότε, ὅτι ὁ νόμος περὶ ποινικῆς εὐθύνης ἤθελεν ὑπεν-
2193θυμίζει εἰς ἕκαστον καλούμενον ἐπὶ τὴν διαχείρισιν τῆς δη-
2194μοσίας ἐξουσίας, ὅτι ὀφείλει νὰ ἔχῃ πλήρη συνείδησιν τῶν
2195καθηκόντων πρὸς τὴν Πολιτείαν καὶ πρὸς τὴν Πατρίδα, καὶ
2196ὅτι οἱ νόμοι ἐδημιούργησαν ἐξουσίαν, ἡ ὁποία οὐ μόνον θέ-
2197λει ὑπομιμνήσκει εἰς αὐτοὺς τὴν εὐθύνην ταύτην, ἀλλὰ καὶ
2198θέλει ἐπιβάλλει εἰς αὐτοὺς τὴν εὐλάβειαν πρὸς τοὺς νόμους
2199καὶ τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους καὶ τῆς χώρας.
2200Ὁμολογῶ ὅμως, ὅτι καὶ μετὰ τοῦτο δὲν ἐπῆλθον τὰ
2201ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα προσεδοκῶμεν, ἴσως διότι αἱ Βου-
2202λαὶ ἐδείχθησαν ἐπιεικεῖς, καὶ μόνη ἡ μεταβολὴ τοῦ Ὑπουρ-
2203γείου ἐφάνη αὐταῖς ἀρκοῦσα, ἐπέφερε δὲ τὴν λήθην τῶν πρά-
2204ξεων, τὰς ὁποίας οἱ πεσόντες Ὑπουργοὶ διέπραξαν. Ἀλλ’ ὁμο-
2205λογῶ, ὅτι κατὰ τοὺς τελευταίους τούτους χρόνους διακρίνω
2206ἐντεινόμενον τὸ θάρρος τινῶν πολιτευομένων πρὸς παρα-
2207βίασιν τῶν διατάξεων τοῦ Συντάγματος, τὸ θάρρος πρὸς ἀθέ-
2208τησιν τῶν νόμων, πρὸς περιφρόνησιν τῶν συμφερόντων τῆς
2209χώρας, ὥστε μοὶ ἐπιφαίνεται ἡ σκέψις, μήπως τάχα δὲν
2210πρέπει ἡμέραν τινὰ ἡ Βουλὴ νὰ προσφύγῃ εἰς τὸν νόμον περὶ
2211εὐθύνης Ὑπουργῶν, διὰ νὰ περιστείλῃ τὸ θάρρος τοῦτο, ἵνα
2212μὴ εἴπω τὴν αὐθάδειαν ταύτην.
2213Βεβαίως ὁ νόμος περὶ εὐθύνης τῶν Ὑπουργῶν δὲν εἶναι
2214νόμος συνήθης, δὲν εἶναι νόμος, τοῦ ὁποίου δύναται ἢ ἐπι-
2215τρέπεται νὰ ζητῇ τις τὴν ἐφαρμογὴν κατὰ πάσης παραβά-
2216σεως, κατὰ πάσης ἀθετήσεως, διότι ἡ ποινικὴ καταδίωξις
2217Ὑπουργῶν εἶναι καταδίωξις πολιτικῶν ἀνδρῶν, οἵτινες διέ-
2218πραξαν τὰ δημόσια, ἐνδέχεται δὲ ἡ καταδίωξις αὐτῶν, καί-
2219περ ἀνορθοῦσα τὸ παραγνωρισθὲν κῦρος τῶν νόμων, νὰ ἐπάγῃ
2220ἄλλας ζημίας εἰς τὸ Κράτος καὶ τὴν χώραν, ὀφείλει δὲ διὰ
2221τοῦτο ἡ Βουλὴ νὰ λαμβάνῃ ὑπ’ ὄψιν καὶ τὴν περίστασιν ταύ-
2222την, καὶ νὰ μὴ προβαίνῃ ἀμέσως εἰς ποινικὴν καταδίωξιν
2223τῶν Ὑπουργῶν. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι μίαν φορὰν τέλος πάν-
2224των πρέπει νὰ γείνῃ ἀρχὴ τῆς προσφυγῆς εἰς τὴν ποινικὴν
2225εὐθύνην, καὶ ὑποβάλλω ἐμαυτὸν πρῶτον εἰς αὐτὴν, διότι
2226πρέπει τέλος πάντων νὰ διδαχθῶμεν πάντες, ὅτι ὀφείλομεν
2227νὰ ἐργαζώμεθα εἰλικρινῶς, ὅταν ὑπηρετῶμεν τὰ δημόσια,
2228καὶ νὰ σεβώμεθα τοὺς νόμους τῆς πατρίδος, ὑπὲρ τῶν ὁποίων
2229αὐτὴ ἡ χώρα εἰς τόσας ὑπεβλήθη θυσίας, ἵνα ἐγκαταστήσῃ
2230αὐτούς. Διὰ τοῦτο, Κύριοι, μὲ βλέπετε λεπτολογοῦντα εἰς
2231τὴν ἐξέτασιν τῶν παραβάσεων τοῦ Συντάγματος, καὶ ἐξε-
2232γειρόμενον, ὅταν πείθωμαι, ὅτι αἱ παραβάσεις αὗται συντε-
2233λοῦνται.
2234Ποία ὅμως τέλος πάντων ὑπῆρξεν ἡ αἰτία τῆς σπουδῆς
2235ταύτης, ἕνεκα τῆς ὁποίας καὶ οἱ νόμοι παρεβάθησαν καὶ αἱ
2236διατάξεις τοῦ Συντάγματος ἐλησμονήθησαν; Δέν μοι ἐπι-
2237τρέπεται νὰ ἀναδράμω εἰς ἐφημερίδας, διὰ νὰ ἀναζητήσω
2238τὴν αἰτίαν ταύτην, διότι αἱ διὰ τῆς δημοσιογραφίας μετα-
2239διδόμεναι εἰδήσεις ἐνίοτε δὲν εἶναι ἀκριβεῖς, ἢ δὲν εἶναι πλή-
2240ρεις· αἰσθάνομαι δὲ τὴν ἀνάγκην νὰ ἐρωτήσω τέλος πάντων,
2241ποῖος λόγος, ποία ἀνυπέρβλητος ἀνάγκη, ποῖος κίνδυνος δη-
2242μοσίων συμφερόντων ὑπεχρέωσε τὸν πρώην Ὑπουργὸν τῆς
2243Ἐκπαιδεύσεως νὰ προκαλέσῃ Διάταγμα ἐναντίον τοῦ Συν-
2244τάγματος, καὶ ἀναιροῦν καὶ αὐτοὺς τοὺς νόμους τοὺς συν-
2245ήθεις, τοὺς διοικητικούς, τὸν νόμον περὶ δημοσίου λογιστι-
2246κοῦ; Ἀπεκδέχομαι τὰ φῶτα, τὰ ὁποῖα ὁ κύριος Ὑπουργὸς
2247τῆς Ἐκπαιδεύσεως θέλει μᾶς δώσει, εἴτε ἄλλος τις τῶν
2248συναδέλφων, ὅπως ἡ ἐπὶ τῶν γενομένων κρίσις ἡμῶν φωτι-
2249σθῇ ἐπαρκῶς.
2250§153ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Φλογαΐτης ἔχει τὸν λόγον.
2251§154Θ. ΦΛΟΓΑΪΤΗΣ. Εἰ καὶ ἔχω τὴν ἀρχήν, ὅτι ἐπ’ οὐδενὶ
2252λόγῳ πρέπει τις νὰ συντελῇ εἰς τὴν ἐξόγκωσιν τοῦ Προϋπο-
2253λογισμοῦ, διότι, κατὰ τὴν πεποίθησίν μου, εἶναι ἀνώμαλος
2254ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις τῆς χώρας, καὶ δὲν ἔχω τὴν ἐλ-
2255πίδα, ὅτι πολὺ ταχέως θέλομεν κατορθώσει νὰ εἰσέλθωμεν
2256εἰς ὁμαλὴν ὁδόν, οὐχ ἧττον εἶμαι διατεθειμένος νὰ ψηφίσω
2257ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου τούτου κατ’ ἀρχήν, διότι ἀναγνωρί-
2258ζω ἀληθῶς, ὅτι ὑπάρχει ἀνάγκη, κατ’ ἐμὴν γνώμην, ἐπεί-
2259γουσα τῆς συστάσεως Ἐμπορικῶν Σχολῶν, ὡς καὶ ἄλλων
2260πρακτικῶν ἢ πραγματικῶν Σχολῶν, ὡς ὀνομάζουσιν αὐτὰς
2261οἱ Γερμανοὶ (real schul), ἐπὶ τῇ ἐλπίδι ὅμως, ὅτι ἠθέλο-
2262μεν καταργήσει πλεῖστα ὅσα ἄλλα Γυμνάσια ἐκ τῶν μὴ
2263πρακτικῶν, τῶν σήμερον λειτουργούντων.
2264Ἀπὸ τοῦ 1872 ὑπεστήριξα διὰ τῆς πραγματείας μου
2265περὶ τῶν αἰτίων τῆς προσκόψεως τοῦ πολιτεύματος ἐν Ἑλ-
2266λάδι, ὅτι τὸ Σύνταγμα ἡμῶν προσκρούει εἰς τὴν ἄλλην νο-
2267μοθεσίαν, ἐξ οὗ προέρχεται ἡ κακοκυβερνησία καὶ κακοδιοι-
2268κησία τῆς χώρας ἡμῶν, ἐκραύγασα ὅμως ἐν ταὐτῷ, ὅτι εἶναι
2269ἀπόλυτος ἀνάγκη νὰ περιορισθῶσιν εἰς τὸ ἥμισυ, ἢ καὶ εἰς
2270τὸ τρίτον, τὰ ὑπάρχοντα σχολεῖα καὶ Γυμνάσια, ἰδίως τὰ
2271Γυμνάσια, καὶ νὰ εἰσαχθῶσιν ἀντ’ αὐτῶν ἄλλα σχολεῖα πρα-
2272κτικά. Ἐννοεῖται ὅμως, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ὑπερπολλαπλα-
2273σιασθῶσιν αὐταὶ πάλιν αἱ Σχολαί, ὡς ἄλλοτε, κατὰ τὸ
22741882, συνέβη, συσταθεισῶν ἀντὶ μιᾶς ἢ δύο πλείστων ὅσων
2275ἐμπορικῶν ναυτικῶν Σχολῶν, αἵτινες, ὡς ἦτο ἑπόμενον,
2276ἐναυάγησαν. Εἶναι ἀνάγκη νὰ καταργηθῶσί τινα τῶν Γυ-
2277μνασίων καὶ ἀντικατασταθῶσι διὰ πρακτικῶν Σχολῶν, οὐχὶ
2278ὅμως νὰ συσταθῇ σωρεία Σχολῶν Ἐμπορικῶν.
2279Αἱ δύο προτεινόμεναι νομίζω, ὅτι ἀρκοῦσιν ἐπὶ τοῦ πα-
2280ρόντος. Ἀποκρούω δὲ τὴν ἰδέαν, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀνάγκη
2281Ἐμπορικῶν Σχολῶν, διότι προπέρυσι μὲν ταξειδεύων ἀνὰ
2282τὴν Ἀνατολὴν διέμεινα πολλὰς ἡμέρας ἐν Κωνσταντινου-
2283πόλει, πέρυσι δὲ μετέβην εἰς Σμύρνην, ὅπου διέμεινα ἱκανὰς
2284ἡμέρας· ἤκουσα δ’ ἐν γένει λεγόμενον, ὅτι πλεῖστοι ὅσοι τῶν
2285νέων Ἑλλήνων δὲν ἐγένοντο δεκτοὶ εἰς ἐμπορικὰ καταστή-
2286ματα, διότι δὲν εἶχον τὰς ἀπαιτουμένας ἐμπορικὰς γνώσεις,
2287οὐδ’ ἐγίνωσκον ξένας γλώσσας. Ἐκ τούτου ἡ ἰδέα, ἣν ἔχω,
2288ὅτι ὑπάρχει ἀπόλυτος ἀνάγκη νὰ συσταθῶσιν ἐνιαχοῦ τῆς
2289Ἑλλάδος Ἐμπορικαὶ Σχολαὶ, λαμβανομένης, ἐννοεῖται, προ-
2290νοίας περὶ τῆς προσηκούσης αὐτῶν καταρτίσεως, ἀλλὰ πάν-
2291τοτε ἐπὶ τῇ ἐλπίδι, ὅτι θέλουσι περιορισθῆ ἄλλαι δαπάναι
2292τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἐν τῇ μέσῃ ἐκπαιδεύσει.
2293Ἀποδέχομαι κατὰ πάντα τὸ φρόνημα τῶν θεωρούντων
2294τὴν σύστασιν Ἐμπορικῶν Σχολῶν διὰ Διατάγματος ὡς ἀντι-
2295κειμένην εἰς τοὺς νόμους. Τὸ Διάταγμα τῆς 3/15 Ἀπριλίου
22961833 κανονίζει ἁπλῶς τὴν ἁρμοδιότητα τοῦ Ὑπουργείου τῶν
2297Ἐκκλησιαστικῶν ἐν παραβολῇ πρὸς τὴν ἁρμοδιότητα τῶν
2298ἄλλων Ὑπουργείων. Σημειωτέον δέ, ὅτι πάντα τὰ Διατάγ-
2299ματα, τὰ κανονίζοντα τὴν ἁρμοδιότητα τῶν Ὑπουργείων, φέ-
2300ρουσι τὴν αὐτὴν ἡμερομηνίαν. Δὲν ὑπῆρχε δὲ ἀνάγκη διὰ
2301Διατάγματος εἰδικοῦ νὰ δοθῇ τοῦτο ἢ ἐκεῖνο τὸ δικαίωμα εἰς
2302τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν, ὡς περιβαλλομένην τότε πᾶσαν
2303ἐξουσίαν· ἀλλὰ προέκειτο ἁπλῶς διὰ τῶν ἐκδοθέντων Δια-
2304ταγμάτων περὶ κατανομῆς τῆς ἁρμοδιότητος τῆς ἐκτελεστι-
2305κῆς ἐξουσίας διὰ τὴν εὐκολίαν τῆς ὑπηρεσίας εἰς τὰ διάφορα
2306Ὑπουργεῖα εἰς πρόκλησιν τῆς ἐνεργείας τῆς Βασιλικῆς ἐξου-
2307σίας. Τοῦτο δὲ καταδηλοῦται καὶ ἐκ τῆς μελέτης τῶν δια-
2308φόρων περὶ ἁρμοδιότητος τῶν Ὑπουργείων Διαταγμάτων.
2309Οὕτω φέρ’ εἰπεῖν τὸ Διάταγμα τῆς 3/15 Ἀπριλίου, περὶ ἁρ-
2310μοδιότητος τῆς Γραμματείας τῆς Δικαιοσύνης λέγει, ὅτι
2311ὑπάγεται εἰς τὴν ἁρμοδιότητα τοῦ Ὑπουργείου ὁ ὀργανι-
2312σμὸς τῶν Δικαστηρίων. Ἀλλὰ βεβαίως τίς δύναται ἐκ τῆς
2313διατάξεως ταύτης νὰ ἐξαγάγῃ, ὅτι δύναται ὁ Ὑπουργὸς τῆς
2314Δικαιοσύνης μετὰ τὴν εἰσαγωγὴν παρ’ ἡμῖν τοῦ Συντάγμα-
2315τος νὰ ὀργανώσῃ τὰ Δικαστήρια διὰ Διατάγματος; Τὰ Δια-
2316τάγματα ἐκεῖνα προδήλως φαίνεται, ὅτι ἐκανόνιζον ἁπλῶς
2317τὴν ἁρμοδιότητα ἑκάστου τῶν Ὑπουργείων. Ἐγὼ νομίζω,
2318ὅτι καὶ τὰ ἄλλα παρ’ ἡμῖν ἐκδοθέντα Διατάγματα, δι’ ὧν
2319καταρτίζονται οἱαδήποτε Γυμνάσια ἢ Σχολεῖα ἐν τῇ δεῖνα
2320ἢ δεῖνα ἐπαρχίᾳ, δὲν εἶναι συνταγματικά. Βεβαίως δύναται
2321δι’ ἑνὸς Διατάγματος νὰ συσταθῇ Γυμνάσιον καὶ Σχολεῖον,
2322ἂν ἐν τῷ νόμῳ ὁρίζηται ὁ ἀριθμὸς τῶν Γυμνασίων ἢ Σχο-
2323λείων, καὶ ἔρχεται τὸ Διάταγμα εἰς σύστασιν Σχολείων ἢ
2324Γυμνασίων μὴ ὑπεραρίθμων. Μὴ ὑπαρχούσης ὅμως τοιαύ-
2325της διατάξεως, ἡ σύστασις εἶναι ἀντισυνταγματική.
2326Εἶναι ἀληθές, ὅτι δυστυχῶς παρ’ ἡμῖν κατ’ ἐξακολούθη-
2327σιν βαίνουσι τὰ πράγματα ἀντικανονικῶς, καὶ τοῦτο οὐχὶ
2328μόνον διότι δὲν λειτουργεῖ ὁ περὶ εὐθύνης τῶν Ὑπουργῶν
2329νόμος, ὅστις οὐδαμοῦ ἐλειτούργησε μετ’ ἀποτελεσμάτων,
2330ἀλλὰ κυρίως διότι λείπει ἡ προσήκουσα πολιτικὴ ἀνατροφὴ,
2331ἕνεκα πολλῶν λόγων, καὶ πρὸ πάντων ἕνεκα τῆς ὑπάρξεως
2332νομοθεσίας ἐξαχρειούσης τοὺς χαρακτῆρας καὶ μεταποιού-
2333σης τὸν οἶκον τῆς Πολιτείας εἰς οἶκον ἐμπορίου· διὰ τοῦτο
2334δὲ συμβαίνουσι τὰ παρατράγῳδα διαρκῶς, ὅπερ εἶναι ὄντως
2335ἀξιολύπητον, εὐκταῖον δὲ εἶναι νὰ θέσωμεν ἓν τέρμα, διότι
2336δυστυχῶς διαρκῶς εὑρισκόμεθα ἐκτὸς τῆς συνταγματικῆς
2337τροχιᾶς. Τὸ Διάταγμα τοῦ 1833 εἶναι βεβαίως νόμος, ἀλλὰ
2338νόμος, ἐξ οὗ οὐδὲν ἀπορρέει δικαίωμα πρὸς σύστασιν Ἐμπο-
2339ρικῶν Σχολῶν. Ἐλέχθη, ὅτι διακριτικὸν γνώρισμα τῶν Δια-
2340ταγμάτων ἀπὸ τῶν νόμων, ἀφ’ ἧς συνεστάθη Συμβούλιον
2341Ἐπικρατείας, εἶναι, ὅτι οἱ νόμοι ἐξεδίδοντο μετὰ γνωμο-
2342δότησιν τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας, μνημονευομένην
2343ἐν αὐτοῖς, κατ’ ἀντίθεσιν πρὸς τὰ ἁπλᾶ Διατάγματα. Ἀλλὰ
2344κατ’ οὐσίαν γνώρισμα τῶν νόμων καὶ τῶν Διαταγμάτων
2345εἶναι αὐταὶ αἱ διατάξεις αἱ φερόμεναι ἐν αὐτοῖς, αἵτινες προ-
2346δήλως χαρακτηρίζουσιν αὐτά.
2347Διάταγμα, ἐκτὸς τῶν προσωπικῶν Διαταγμάτων, περὶ
2348διορισμοῦ δηλονότι, μεταθέσεως καὶ παύσεως προσώπων κτλ.
2349εἶναι καὶ αὐτὸ τὸ κανονιστικὸν ἢ ἐκτελεστικὸν λεγόμενον
2350Διάταγμα, δι’ οὗ θεσπίζονται ἐκεῖναι αἱ διατάξεις, αἵτινες
2351συντελοῦσιν εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ νόμου, κατὰ τόπον, χρό-
2352νον ἢ τρόπον· ἑπομένως ἐν τῷ Διατάγματι περιλαμβάνονται
2353διατάξεις ἁπλῆς ἐκτελέσεως. Τοὐναντίον δὲν εἶναι Διάταγ-
2354μα, ἂν περιλαμβάνῃ νομοθετικὰς διατάξεις, ἤτοι διατάξεις
2355ἀναγομένας εἰς νομοθετικὰ ἀντικείμενα, τοιούτου δὲ εἴδους
2356ἀντικείμενα εἶναι πᾶσαι αἱ νόμιμοι σχέσεις πρὸς τὴν πολι-
2357τείαν τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων. Ἐπίσης αἱ διατάξεις, αἱ
2358καθορίζουσαι τὰ δικαιώματα καὶ τὰς ὑποχρεώσεις τῶν δη-
2359μοσίων ὑπαλλήλων, τὰς ἀντιστοιχούσας εἰς ἕτερα δικαιώ-
2360ματα. Καὶ ἐν τούτῳ δύναταί τις νὰ εἴπῃ, ὅτι τὰ δικαιώ-
2361ματα ταυτίζονται πρὸς τὰ καθήκοντα. Δὲν δύναται δ’ ἓν
2362Διάταγμα ν’ ἀποδώσῃ καθήκοντα, ἅτινα πρέπει νὰ ἐπιβα-
2363ρύνωσι καὶ τοὺς ἄλλους, εἰς ἃ δηλονότι πρόκειται νὰ κύψωσι
2364καὶ οἱ πολῖται· ἐπίσης κατὰ μείζονα λόγον δὲν εἶναι δυνα-
2365τὸν νὰ ὁρίσῃ μισθὸν ἢ δημοσίας δαπάνας. Παρατρέχω τὰ
2366περὶ ποινῆς, διότι, κατὰ ῥητὴν διάταξιν τοῦ Συντάγματος,
2367ἄνευ νόμου ποινὴ δὲν ἐπιβάλλεται.
2368Ἀλλὰ δυστυχῶς κατὰ τοῦτο παρεβάθη παρ’ ἡμῖν τὸ Σύν-
2369ταγμα ἀπὸ τῆς πρώτης συνταγματικῆς περιόδου τῆς Ἑλ-
2370λάδος, καὶ βλέπομεν, ὅτι ἐπὶ τῇ βάσει διατάξεων νόμων,
2371αἵτινες ἐπιτρέπουσι, παρὰ τὸ δικαίωμα, ὃ ἔχει ἡ νομοθετικὴ
2372ἐξουσία, εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν νὰ ἐκδίδῃ Διατάγ-
2373ματα περὶ ἀντικειμένων νομοθετικῶν, ἐξεδόθησαν ἀλλεπαλ-
2374λήλως πλεῖστα ὅσα Διατάγματα, ἔχοντα καθαρῶς νομοθε-
2375τικὰς διατάξεις. Καὶ ἐν πρώτοις κατὰ τὸ 1845 ἐξεδόθη ὁ
2376νόμος ΚΕʹ τῆς 25 Δεκεμβρίου (ἐλπίζω, ὅτι δὲν μὲ πλανᾷ ἡ
2377μνήμη ὡς πρὸς τὴν ἡμερομηνίαν), κανονίζων τὰ τῶν διοικη-
2378τικῶν ἀρχῶν, ἤτοι τὰ τῶν νομαρχῶν καὶ ἐπάρχων, ὅστις
2379παραπέμπει εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν νὰ ὁρίσῃ τὰ κα-
2380θήκοντα τῶν ἀρχῶν τούτων, τῶν νομαρχῶν καὶ ἐπάρχων.
2381Καὶ ἐξεδόθη ὑπὸ τὴν αὐτὴν ἡμερομηνίαν τὸ περὶ τούτου Διά-
2382ταγμα, ὅπερ θεωρεῖται ἰσχυρόν· ἀλλὰ κατ’ ἐμὲ δὲν εἶναι
2383τοιοῦτο ἢ καθ’ ὅσον τὰ ἐν αὐτῷ ὁριζόμενα καθήκοντα τῶν νο-
2384μαρχῶν καὶ ἐπάρχων (τανῦν τῶν νομαρχῶν μόνον, ὡς καταρ-
2385γηθέντων τῶν ἐπαρχείων) στηρίζονται εἰς ἄλλους νόμους, ἢ
2386ἐκπηγάζουσιν ἐξ αὐτῆς τῆς φύσεως τῆς νομαρχιακῆς λει-
2387τουργίας, κατὰ τὰ παραδεδεγμένα ὑπὸ τῆς ἐπιστήμης τοῦ
2388διοικητικοῦ δικαίου. Ἀληθὲς δὲ εἶναι, ὅτι κατὰ τὸ πλεῖστον
2389ἐν τῷ Διατάγματι, περὶ οὗ πρόκειται, περιλαμβάνονται τὰ
2390ἀληθῆ τῶν νομαρχῶν καθήκοντα, τὰ διαλαμβανόμενα ἐν τοῖς
2391ἄλλοις νόμοις καὶ ἐκπηγάζοντα ἐκ τῆς οὐσίας τῆς νομαρ-
2392χίας. Ἀλλ’ αἱ διατάξεις αὐτοῦ εἶναι καθ’ ἑαυτὰς ἄκυροι,
2393διότι δὲν δύναται Διάταγμα νὰ κανονίσῃ τὰ δικαιώματα
2394καὶ καθήκοντα τῶν νομαρχῶν καὶ ἐπάρχων.
2395Δυστυχῶς τὸ αὐτὸ συμβαίνει ἔκτοτε διαρκῶς, καὶ δὲν
2396ὑπάρχει νόμος σπουδαῖος, ὅστις δὲν παραπέμπει εἰς Διά-
2397ταγμα πρὸς ὁρισμὸν καθαρῶς νομοθετικῶν διατάξεων. Ἐπὶ
2398παραδείγματι ὁ νόμος περὶ καταστάσεως τῶν ἀξιωματικῶν,
2399ἢ ὁ νόμος περὶ στρατιωτικῶν προβιβασμῶν καὶ οἱ λοιποὶ
2400στρατιωτικοὶ νόμοι, παραπέμπουσι καὶ οὗτοι πάντες εἰς Διά-
2401ταγμα, ἐν ᾧ περιλαμβάνονται διατάξεις νομοθετικαὶ, κατ’
2402ἐμὲ ἄκυροι. Ἐν τούτοις εὑρέθησαν ἐνίοτε τὰ Δικαστήρια
2403εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ παραδεχθῶσι τὸ ἔγκυρον αὐτῶν, διότι,
2404ἂν ἐθεωροῦντο ἄκυρα, ἤθελον ἐπέλθει μεγάλα κενὰ εἰς τὴν
2405ἡμετέραν νομοθεσίαν καὶ πολλαὶ περιπλοκαὶ εἴς τε τὰς ἰδιω-
2406τικὰς σχέσεις καὶ εἰς τὴν δημοσίαν διοίκησιν. Τὸ σύστη-
2407μα δὲ τοῦτο τῆς ἀναθέσεως εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν
2408τῆς ἐκδόσεως νομοθετικῶν Διαταγμάτων διετηρήθη δυστυ-
2409χῶς καὶ κατὰ τὴν παροῦσαν συνταγματικὴν περίοδον ἀκέ-
2410ραιον κατὰ πάντα.
2411Λέγω ταῦτα, διότι ἐπιθυμῶ καὶ ἐγὼ νὰ συντελέσω τὸ
2412κατὰ δύναμιν εἰς τὸ νὰ παύσωμεν βλέποντες αὐτὴν τὴν καθ’
2413ἑκάστην παρατηρουμένην καταπάτησιν τοῦ Συντάγματος.
2414Εἶναι ἀληθές, ὅτι ἐν Γαλλίᾳ ἐπεκράτησεν ἄλλοτε τοιαύτη
2415τακτική, ἣν ὅμως ἐκάκισαν πολλοὶ τῶν συγγραφέων, ἀλλὰ
2416σήμερον ἐξέλιπε, καὶ δὲν βλέπει τις εἰς τοὺς Γαλλικοὺς νό-
2417μους τοιούτου εἴδους παραπομπὰς εἰς Διατάγματα. Ἐν Ἀγ-
2418γλίᾳ οὐδὲν τούτων συμβαίνει, διότι οἱ νόμοι καταρτίζονται
2419οὕτως, ὥστε οὐδέποτε παρίσταται ἀνάγκη Διατάγματος
2420πρὸς ἐκτέλεσιν. Ἐκεῖ οὐδὲ κανονιστικὴν διάταξιν δύναται
2421νὰ περιλάβῃ τὸ Διάταγμα.
2422Δὲν ὁμιλῶ περὶ Γερμανικῶν Συνταγμάτων, διότι τὰ πλεῖ-
2423στα τούτων ἀναγνωρίζουσι ῥητῶς εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξου-
2424σίαν τὸ δικαίωμα νὰ ἐκδίδῃ νομοθετικὰ Διατάγματα, κυ-
2425ρούμενα ὑπὸ τῆς Βουλῆς.
2426Κατ’ ἐμέ, καὶ ἐκεῖνο τὸ Διάταγμα περὶ συστάσεως τῶν
2427Σχολῶν ἐξεδόθη κατὰ μίμησιν τῆς Γαλλικῆς τακτικῆς, ἀλλὰ
2428καὶ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο περιέχει τινὰς διατάξεις, αἵτινες
2429νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ μεταβληθῶσιν ἐπὶ τὸ συνταγματικώ-
2430τερον, καὶ δύνανται νὰ μεταβληθῶσιν ἄνευ δυσχερείας. Τὸ
2431ἄρθρον 6 ὁρίζει: «Ὁ μισθὸς τῶν ἐν ταῖς Ἐμπορικαῖς Σχο-
2432λαῖς διδασκόντων ὀλιγώτερον τῶν δέκα ὡρῶν τὴν ἑβδομάδα
2433ὁρισθήσεται διὰ Διατάγματος». Ἐγὼ ἐννοῶ ἄριστα, τί ὑπη-
2434γόρευσεν ἀκριβῶς εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Ἐκπαιδεύσεως
2435νὰ ἐπιφυλαχθῇ τὸν ὁρισμὸν τοῦ μισθοῦ. Βεβαίως τὰ τῶν
2436Ἐμπορικῶν Σχολῶν δὲν εἶναι σήμερον κεκανονισμένα παρ’
2437ἡμῖν, δὲν εἶναι γνωστὰ καὶ τὰ κατὰ τὰ πρόσωπα, ἅτινα
2438πρόκειται ν’ ἀναλάβωσι τὰς θέσεις ταύτας, καὶ ἐπεφυλάχθη
2439ἐκ προνοίας τὸν ὁρισμὸν τοῦτον. Ἀλλ’ ἐν τούτοις ἠδύνατο νὰ
2440γείνῃ τοῦτο – ὅπερ καὶ μόνον δύναται νὰ καταστήσῃ συνταγ-
2441ματικὸν τὸν νόμον – ἄλλως, νὰ ὁρισθῇ δηλαδή, ὅτι ὁ μισθὸς
2442ὁρίζεται ἑκάστοτε διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Βεβαίως ἤθελον
2443θεωρήσει καὶ ἐγώ, ὅτι συμβάλλει πολὺ πλέον εἰς τὴν τελειο-
2444ποίησιν τοῦ νομοσχεδίου, ἐὰν δι’ αὐτοῦ ὡρίζετο καὶ ἡ κατα-
2445νομὴ τῶν μαθημάτων κατὰ τάξεις, ἥτις διὰ τοῦ νομοσχεδίου
2446ὁρίζεται, ὅτι γενήσεται διὰ Διατάγματος. Τοῦτο θὰ καθί-
2447στα τὸ νομοσχέδιον τέλειον. Ἀλλὰ δυστυχῶς φαίνεται, ὅτι
2448ἐθεώρει καὶ ὁ νῦν κ. Ὑπουργὸς τῆς Ἐκπαιδεύσεως ἀναγκαῖον
2449νὰ εἰσαχθῇ ὅσῳ τὸ δυνατὸν ταχύτερον, καὶ ἠκολούθησε τὴν
2450τακτικήν, ἥτις ἐπεκράτησε παρ’ ἡμῖν, προκειμένου περὶ
2451κατανομῆς εἰς τὰς διαφόρους τάξεις τῶν μαθημάτων. Ἐὰν
2452ἐξαιρέσῃ τις τὸ ἀληθῶς σοφὸν Διάταγμα τῆς 31 Δεκεμβρίου
24531836 περὶ κανονισμοῦ τῶν Ἑλληνικῶν Σχολείων καὶ Γυμνα-
2454σίων, ὅπερ διὰ τὴν ἐποχήν, καθ’ ἣν συνετάχθη, ἐπαναλαμ-
2455βάνω ὅτι θεωρῶ ἀριστούργημα, παραβάλλων αὐτὸ πρὸς τοὺς
2456μεταγενεστέρους νόμους τῆς Πολιτείας περὶ διαφόρων ἐκ-
2457παιδευτηρίων, ἐὰν ἐξαιρέσῃ τις αὐτό, ὅλοι οἱ νόμοι, ὅσοι ἐξε-
2458δόθησαν περὶ οἱωνδήποτε ἄλλων Σχολείων κατόπιν, ὅλοι
2459παρέπεμψαν εἰς Διατάγματα τὴν κατανομὴν τῶν μαθημά-
2460των, καὶ ἐκ τούτου τὰ Διατάγματα περὶ Διδασκαλείων καὶ τὸ
2461Διάταγμα περὶ τῆς Στρατιωτικῆς Σχολῆς τῶν Εὐελπίδων,
2462καὶ τὸ περὶ τῆς Σχολῆς τῶν ὑπαξιωματικῶν, καὶ τὸ περὶ
2463τῆς Ναυτικῆς Σχολῆς. Ἑπομένως, ἐὰν κατὰ θεωρίαν τρόπον
2464τινὰ θεωρῶ οἱονεὶ κακιστέον, ὑπὸ θεωρητικὴν ἔποψιν, τὸν
2465ἀξιότιμον κ. Ὑπουργὸν τῆς Ἐκπαιδεύσεως, ὅτι δὲν ἠκολού-
2466θησε τὸ σύστημα τῆς καταρτίσεως πλήρους καὶ τελείου νο-
2467μοσχεδίου καὶ κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ἕνεκα τῆς ἐπιθυμίας,
2468τὴν ὁποίαν εἶχε, νὰ εἰσαγάγῃ αὐτὸ ταχέως, δὲν δύναμαι
2469ὅμως νὰ μεμφθῶ αὐτόν, κυρίως εἰπεῖν, πρακτικῶς, διότι ἠκο-
2470λούθησε τὴν ὁδόν, ἥτις δυστυχῶς ἠκολουθήθη μέχρι τοῦδε.
2471Καὶ εὔχομαι μὲν ἀπὸ καρδίας νὰ παύσῃ τέλος πάντων ἡ μί-
2472μησις τῶν μέχρι τοῦδε ἠκολουθημένων καὶ πεπραγμένων,
2473διότι, ἂν θελήσωμεν ν’ ἀκολουθήσωμεν τὰ μέχρι τοῦδε ὑπό
2474τε τὴν ἔποψιν τῆς καταρτίσεως τῶν νόμων καὶ Διαταγμά-
2475των, καὶ ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς πολιτικῆς ἐν γένει πορείας τῶν
2476κατὰ καιροὺς Κυβερνήσεων καὶ Ἀντιπολιτεύσεων, βεβαίως
2477θέλομεν εὑρεθῆ—καὶ ἴσως οὐχὶ πολὺ βραδέως—εἰς ἐλεεινό-
2478τατον σημεῖον, ἠθικῶς καὶ ὑλικῶς, διότι τῷ ὄντι ἀπὸ ἡμέρας
2479εἰς ἡμέραν τὰ πράγματα βαδίζουσιν ἐπὶ τὰ χείρω. Εὔχομαι
2480ὅμως, ὅπως τέλος πάντων κατορθωθῇ νὰ εἰσέλθωμεν εἰς ὁδὸν
2481κανονικωτέραν ὑπὸ πᾶσαν ἔποψιν.
2482Ὅ,τι εἶπεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Παξῶν, κατακρίνων τὸ ἄρ-
2483θρον 2 τοῦ νομοσχεδίου, ὀφείλω νὰ δηλώσω, ὅτι δὲν συμμερί-
2484ζομαι ποσῶς. Εἶπεν ἐρωτηματικῶς: «καὶ δύνανται μαθηταὶ
2485ἀποφοιτήσαντες τοῦ Ἑλληνικοῦ Σχολείου», — ἀλλὰ δὲν πρό-
2486κειται κἄν περὶ μαθητῶν ἀποφοιτησάντων τοῦ Ἑλληνικοῦ
2487Σχολείου’ κατὰ τὸ νομοσχέδιον, πρόκειται περὶ μαθητῶν,
2488οἵτινες ἀπεφοίτησαν τῆς πρώτης τάξεως τοῦ Γυμνασίου,
2489«δύνανται μαθηταὶ τοιοῦτοι νὰ ἐννοήσωσι τὰ τῆς Ἐμπορι-
2490κῆς Σχολῆς μαθήματα;» Τὰ μαθήματα τίνα εἶναι; αἱ
2491ξέναι γλῶσσαι. Τὰς ξένας γλώσσας διδάσκονται καὶ σήμερον
2492ἐν τοῖς Γυμνασίοις οἱ μαθηταί, οἱ ἀπὸ τῆς κατωτέρας τάξεως
2493μεταβαίνοντες εἰς τὰς ἀνωτέρας τάξεις. Τὰ μαθηματικά. Καὶ
2494τί ἄλλο γίνεται σήμερον; Δὲν διδάσκονται ἐν τοῖς Γυμνα-
2495σίοις μαθηματικά; Ἡ Γεωγραφία. Ἡ Γεωγραφία μάλιστα
2496σήμερον διδάσκεται παρ’ ἡμῖν μόνον ἐν τοῖς Ἑλληνικοῖς
2497σχολείοις, οὐδέποτε δ’ ἐν τοῖς Γυμνασίοις. Ἡ Ἑλληνικὴ
2498Ἱστορία. Ἴσως μάλιστα θὰ ἦτο περιττὸν νὰ διδάσκηται καὶ
2499πάλιν ἡ Ἑλληνικὴ Ἱστορία ἐν ταῖς Ἐμπορικαῖς Σχολαῖς.
2500Διατὶ τάχα κατ’ ἐξαίρεσιν πρέπει ἐν ταῖς Ἐμπορικαῖς Σχο-
2501λαῖς νὰ διδάσκηται ἡ Ἑλληνικὴ Ἱστορία κατ’ ἐπανάληψιν;
2502Ἀλλὰ τέλος πάντων ἡ Ἑλληνικὴ Ἱστορία εἶναι μάθημα
2503τοσοῦτον δυσνόητον; Δὲν διδάσκεται σήμερον ἐν τοῖς δημο-
2504τικοῖς καὶ ἔπειτα ἐν τοῖς Ἑλληνικοῖς σχολείοις;
2505Τὰ μόνα μαθήματα, ἅπερ πρέπει ὁπωσδήποτε νὰ διδα-
2506χθῶσι, ξένα κυρίως ὄντα πρὸς τὰς γνώσεις αὐτῶν τὰς μέχρι
2507τότε, καὶ πρὸς τὰς ἐν τοῖς Γυμνασίοις διδασκομένας, εἶναι ἡ
2508ἐμποριολογία καὶ ἡ ἐμπορευματολογία, ἀλλὰ βεβαίως δὲν
2509μοὶ φαίνεται, ὅτι εἶναι δύσκολον πρᾶγμα νὰ κατανοήσωσι
2510τοιούτου εἴδους γνώσεις μαθηταὶ ἀποφοιτήσαντες ἐκ τῆς
2511πρώτης γυμνασιακῆς τάξεως.
2512Νομίζω ἑπομένως, ὅτι τὸ νομοσχέδιον ἔχει ἀνάγκην βε-
2513βαίως τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως, ἀλλὰ δὲν εἶναι
2514τοιοῦτον, ὥστε νὰ μὴ ἦναι δυνατὸν νὰ ψιφισθῇ—ἐκτὸς ἂν
2515θελήσωμεν νὰ καταρτισθῇ τέλειόν τι νομοσχέδιον, μὴ ἀκο-
2516λουθοῦντες τὴν μέχρι τοῦδε τακτικήν, ὁπότε ὅμως θὰ ὑπάρξῃ
2517ἀνάγκη πολλοῦ καιροῦ, οὐχὶ δὲ εἰδικῆς ἐπιτροπῆς, ἀπορ-
2518ρεούσης ἀπὸ τῆς Βουλῆς, ἀλλ’ ἄλλης ἐπιτροπῆς, περιλαμ-
2519βανούσης ἐπιστήμονας ἐμπόρους, ἐκ τῶν ὁποίων ἴσως δὲν
2520δυνάμεθα καὶ νὰ εὕρωμεν ἐντὸς τῶν Ἀθηνῶν πολλούς,
2521διότι ἀπαιτεῖται οὐχὶ μόνον ἐμπορικὴ μάθησις καὶ ἐμπορικὴ
2522πεῖρα, ἀλλὰ καὶ διδασκαλικὴ περὶ τὰ ἐμπορικὰ πεῖρα.
2523Μίαν τελευταίαν παρατήρησιν πρόκειται νὰ ἐπιφέρω. Εἶ-
2524πεν ἤδη, νομίζω, ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῆς Ἐκπαιδεύσεως, ὅτι
2525θεωρεῖ, ὅτι πρέπει νὰ ἐκλείψῃ τὸ «ἡ καθαρεύουσα νέα Ἑλλη-
2526νικὴ γλῶσσα», καὶ νὰ μείνῃ μόνον «ἡ Ἑλληνικὴ γλῶσσα».
2527Ἀκριβῶς ἀσπάζομαι καὶ ἐγὼ τοῦτο τὸ φρόνημα. Ἐὰν δὲ
2528ἐπιμένω νὰ δηλώσω, ὅτι ἀσπάζομαι τοῦτο τὸ φρόνημα,
2529τοῦτο προέρχεται ἐκ τοῦ ὅτι παρατηρῶ μετὰ μεγάλης μου
2530λύπης, ὅτι δὲν ἐνόησαμεν πολλοὶ — δὲν λέγω βεβαίως περὶ
2531ὅλων τῶν Ἑλλήνων — ποίαν σημασίαν ἐξασκεῖ εἰς τὸ ἐθνικὸν
2532ἡμῶν μέλλον ἡ ἀποσκυβάλισις τοῦ χυδαϊσμοῦ καὶ ἡ πρὸς
2533τὸν ἀρχαϊσμὸν ὅσῳ τὸ δυνατὸν ταχύτερον βάδισις ἡμῶν.
2534(Ἐπιδοκιμασίαι καὶ φωναί: Πολὺ ὡραῖα! Βεβαιότατα!).
2535Ἐξητάσθη πάντοτε τὸ ζήτημα τοῦτο, τὸ τῆς γλώσσης,
2536παρ’ ἡμῖν φιλολογικῶς...
2537§155Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Μᾶλλον ἱστορικῶς παρὰ φιλολογι-
2538κῶς.
2539§156Θ. ΦΛΟΓΑΙΤΗΣ... Ἐθεωρήθη, ὅτι εἶναι ἀναγκαῖον νὰ
2540καταρτίσωμεν οἱονεὶ γλῶσσαν καθαρεύουσαν, φεύγοντες ἐξ
2541ἑνὸς τὸν ἀηδῆ χυδαϊσμόν, διὰ τοῦ ὁποίου ἄλλως δὲν εἶναι δυ-
2542νατὸν νὰ ὑπηρετηθῶσιν αἱ ἐπιστημονικαὶ ἀνάγκαι, προστρέ-
2543χοντες δὲ βαθμηδὸν καὶ κατ’ ὀλίγον εἰς τὴν ἀρχαίαν ἡμῶν
2544γλῶσσαν, διότι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ κατορθωθῇ, κατὰ τὴν
2545γνώμην τῶν ἐξόχων φιλολόγων καὶ διδασκάλων τοῦ Γένους,
2546οἵτινες ἔθεντο ὀπωσδήποτε τὰ ὅρια, νὰ ἐξυπηρετηθῶσιν αἱ
2547ἐπιστημονικαὶ χρεῖαι ἡμῶν διὰ τῆς χυδαϊκῆς γλώσσης, καὶ
2548ὑπῆρχεν ἀνάγκη τῆς γλώσσης τῆς ἀρχαίας, τῆς Ἑλληνικῆς.
2549Ἐθεωρήθη δηλονότι, εἶναι ὅτι ἀναγκαῖον νὰ διαπλασθῇ κοινή
2550τις τοῦ Γένους γλῶσσα, μὴ ἀπομακρυνομένη τῆς χυδαϊκῆς ἐπὶ
2551τοσοῦτον, ὥστε νὰ ἀποβαίνῃ εἰς τοὺς ἁπλουστέρους ἀκατάλη-
2552πτος, διορθουμένη δὲ καὶ ῥυθμιζομένη κατὰ τὸν τύπον τῆς
2553ἀρχαίας, καὶ ἐκ τοῦ θησαυροῦ ἐκείνης πλουτιζομένη, βαδί-
2554ζουσα ὁσημέραι εἰς στενωτέραν πρὸς τὴν ἀρχαίαν προσέγγι-
2555σιν. Ἐπίσης ἐθεωρήθη, ὅτι ἦτο τοῦτο ἀναγκαῖον καὶ διότι
2556ἕνεκα τῆς ἐκβαρβαρώσεως, ἣν ὑπέστη ἡ ἐθνικὴ τοῦ γένους
2557γλῶσσα κατὰ τοὺς χρόνους τῆς δουλείας, ἐπῆλθον κατὰ
2558τόπους τοσαῦται καὶ τηλικαῦται μεταβολαὶ εἰς τὰς κατα-
2559λήξεις καὶ εἰς τὰς κλίσεις ἐν γένει, ἀλλὰ καὶ εἰς τὴν χρῆ-
2560σιν τῶν λέξεων, ὥστε διαφέρει ἡ μία τῆς ἄλλης διαλέκτου
2561ἐν πολλοῖς.
2562Ἀλλ’ ἐγὼ νομίζω, ὅτι τὸ ζήτημα τὸ γλωσσικὸν εἶναι διὰ
2563τὴν Ἑλλάδα τὸ σπουδαιότερον ἐθνικὸν ζήτημα. Καὶ ἰδοὺ
2564διατί. Ὅσον καὶ ἂν θέλωμεν οἱ Ἕλληνες νὰ κολακευώμεθα,
2565ὅτι ὀφείλομεν εἰς ἡμᾶς αὐτοὺς ὅ,τι τέλος πάντων ἔχομεν,
2566ὅσον καὶ ἂν νομίζωμεν, ὅτι ἡ πολιτικὴ ἡμῶν ὕπαρξις ὀφεί-
2567λεται εἰς τοὺς ἐθνικοὺς ἡμῶν ἀγῶνας, πρέπει ν’ ἀνομολογή-
2568σωμεν, ὅτι κυρίως καὶ πρὸ πάντων οἱ Ἕλληνες ὀφείλομεν
2569ὅ,τι ἔχομεν εἰς τὴν ἔνδοξον ἡμῶν καταγωγὴν ἀπὸ τῶν ἀρ-
2570χαίων Ἑλλήνων, οἵτινες ὑπῆρξαν οἱ ἀναπτύξαντες καὶ ἐκ-
2571θρέψαντες τὰς τέχνας καὶ τὰς ἐπιστήμας, καὶ δημιουργήσαν-
2572τες τὸν πολιτισμόν, ἐνώπιον τοῦ ὁποίου ἔκυπτε καὶ κύπτει
2573ὁλόκληρος ἡ Εὐρώπη. (Εὖγε! εὖγε!). Ἐπιτραπείτω μοι δὲ
2574νὰ πιστεύω, ὅτι μόνον ἡ ἱστορία δὲν ἀρκεῖ ἴσως νὰ δώσῃ καὶ
2575ἐν τῷ μέλλοντι εἰς ἡμᾶς ὅλην τὴν ἀναγκαίαν ἠθικὴν καὶ
2576ὑλικὴν συνδρομήν, ἥτις ἀπορρέει ἀπὸ τῆς ἠθικῆς δυνάμεως
2577τοῦ ἀρχαίου Ἑλληνισμοῦ.
2578Ὁ Ἰούλιος Καῖσαρ ἔλεγεν ἄλλοτε, πρὸ δύο χιλιάδων καὶ
2579ἐπέκεινα ἐτῶν: «Ἑλλάς! Ἑλλάς! ἕως πότε θὰ σὲ σώζῃ ἡ
2580δόξα τῶν προγόνων;» Καὶ ἐθεώρει ἀκριβῶς, ὅτι ἡ δόξα τῶν
2581προγόνων, ἡ δόξα ἐπὶ τῇ ἀνακαλύψει τῶν ἐπιστημῶν καὶ
2582τῶν τεχνῶν, ἐπὶ τῇ δημιουργίᾳ τοῦ πολιτισμοῦ, ἐπὶ τῇ
2583κατατροπώσει τῶν βαρβάρων, οἵτινες ἠθέλησαν τότε νὰ εἰσ-
2584ελάσωσιν εἰς τὴν Ἑλλάδα καὶ καταστρέψωσι τὸν πολιτι-
2585σμόν, ἦτο περγαμηνὴ σωτηρίας καὶ μεγαλείου τοῦ Ἑλλη-
2586νισμοῦ εἰς ὅλους τοὺς αἰῶνας. (Ἐπιδοκιμασίαι).
2587Ἀλλ’ ἡ ἱστορία μόνη δὲν δύναται νὰ συνδέσῃ ἡμᾶς σφιγ-
2588κτῶς πρὸς τὴν Εὐρώπην. Πρὸς τὴν Εὐρώπην δύναται νὰ
2589συνδέσῃ ἡμᾶς μετὰ τῶν ἄλλων ζωντανῶν μνημείων τοῦ ἀρ-
2590χαίου Ἑλληνισμοῦ, τοῦ Παρθενῶνος καὶ τῆς Ἀκροπόλεως,
2591μόνη ἡ βαθεῖα γνῶσις τῆς Ἑλληνικῆς γλώσσης. Εὐτυχῶς
2592ἐπὶ τοσοῦτον εἶχε προοδεύσει μέχρις ἐσχάτων ἡ γλῶσσα
2593ἡμῶν, ὥστε ἀλλογενεῖς Ἑλληνισταὶ κατενόουν ἄνευ δυσ-
2594χερείας τοὐλάχιστόν τινα τῶν συγγραμμάτων, τῶν γραφο-
2595μένων ἐν τῇ καθωμιλημένῃ γλώσσῃ, καὶ ἐφημερίδας τοὐλά-
2596χιστόν τινας, ὡσεὶ ἐγίνωσκον τὴν νέαν Ἑλληνικὴν γλῶσσαν,
2597τὴν ὁποίαν ὅμως δὲν εἶχον διδαχθῆ ποσῶς. Δὲν θέλω νὰ
2598ἀπασχολήσω τὴν Βουλήν, ἀναφέρων οὐκ ὀλίγα παραδείγ-
2599ματα σοφῶν Ἑλληνιστῶν, οἵτινες κατενόουν ἄριστα τὰ πο-
2600νήματα τῶν νέων Ἑλλήνων συγγραφέων, ἐνῷ ἐν ταὐτῷ
2601ἐθαύμαζον τὴν ταχεῖαν ἐπίδοσιν τῶν νεωτέρων Ἑλλήνων
2602εἰς τὸν καθαρισμὸν τῆς γλώσσης ἀπὸ τῶν ἐνσκηψάντων εἰς
2603αὐτὴν κατὰ τὸν χρόνον τῆς δουλείας ξενισμῶν καὶ βαρβα-
2604ρισμῶν. Ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ ὅμως νὰ μνημονεύσω κατ’ ἐξαί-
2605ρεσιν, ὅτι ἔξοχος Γάλλος φιλόσοφος, ὁ Ταὶν, ἔγραφε δι’ ἐπι-
2606στολῆς αὑτοῦ, ἐγκωμιαζούσης τὴν εὐφυΐαν τῶν Ἑλλήνων καὶ
2607τὴν δύναμιν τῆς Ἑλληνικῆς γλώσσης, ἥτις ἐπιστολὴ καὶ ἐτυ-
2608πώθη καὶ ἧς ἐμνημόνευσα καὶ ἐν ἄλλαις μου πραγματείαις,
2609ὅτι, εἰ καὶ ἐδιδάχθη μόνον τὴν ἀρχαίαν Ἑλληνικήν, οὐχ ἧτ-
2610τον κατενόησεν ἄριστα τὸ σύγγραμμα αὑτοῦ «περὶ φιλο-
2611σοφίας τῆς τέχνης», ἐξελληνισθὲν ὑπὸ τοῦ μακαρίτου Ἀχιλ-
2612λέως Ἀγαθονίκου, τοῦ κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη τοῦ βίου
2613τοῦ Εἰσαγγελέως παρὰ τῷ Ἀρείῳ Πάγῳ, διότι ἡ γλῶσσα
2614τοῦ βιβλίου ἦτο αὐτὴ ἡ γλῶσσα ἡ Ἑλληνικὴ, ἣν ἐγίνω-
2615σκε, κατὰ τοῦτο μόνον τροποποιημένη, ὅτι περιελάμβανε
2616τρία ἄγνωστα τοῖς ἀρχαίοις μόρια, τὸ νὰ, τὸ θὰ καὶ τὸ δὲν,
2617τῶν ὁποίων ὅμως ἀκριβῶς κατώρθωσε νὰ ἐννοήσῃ τὴν ση-
2618μασίαν ἐκ τῆς ὅλης ὑφῆς.
2619Διὰ τὴν Ἑλλάδα θὰ ἦτο τῷ ὄντι ὑπηρετικώτατον τὸ
2620νὰ κατορθώσωμεν, ὥστε νὰ γράφωμεν κατὰ τοιοῦτον τρόπον
2621πάντες οἱ Ἕλληνες, ὥστε νὰ ἐννοώμεθα ὑπὸ τῶν ἀλλογενῶν
2622Ἑλληνιστῶν. Τοῦτο θὰ συνδέσῃ ἡμᾶς πρὸς αὐτοὺς πολὺ
2623στενώτερον καὶ πολὺ σφιγκτότερον, καὶ θὰ ἔχωμεν ἐκ τού-
2624του πολὺ θερμοτέραν τὴν ὑποστήριξιν τῶν ἀλλογενῶν Ἑλλη-
2625νιστῶν καὶ ἐν γένει τῆς εὐρωπαϊκῆς κοινῆς γνώμης, εἰς ἣν
2626κυρίως ὀφείλομεν τὴν σωτηρίαν ἡμῶν ἀπὸ τῆς καταστροφῆς
2627κατά τε τοὺς ἀρχαιοτέρους καὶ τοὺς νεωτέρους χρόνους. Ἂς
2628λάβωμεν δ’ ὑπ’ ὄψιν, ὅτι, ἐὰν δὲν κατορθωθῇ νὰ βαδίσωμεν
2629πρὸς τὴν ἀρχαίαν γλῶσσαν, εἰς τρόπον ὥστε νὰ καταστῇ
2630νοητὴ παρὰ πᾶσι τοῖς Εὐρωπαίοις ἡ γλῶσσα ἡμῶν, καὶ θε-
2631λήσωμεν μάλιστα ν’ ἀκολουθήσωμεν ἄλλην ὁδὸν, θὰ συμβῇ
2632μετά τινα ἔτη νὰ ἐπικρατήσῃ καὶ ἐκεῖ ἡ ἀρχὴ, ὅτι πρέπει
2633νὰ διαγραφῇ ἡ Ἑλληνικὴ γλῶσσα ἐκ τῶν διδασκομένων
2634γλωσσῶν, ὡς γλῶσσα νεκρὰ, ὅπερ δι’ ἡμᾶς ἔσεται ἐξολο-
2635θρευτικόν.
2636Κατ’ ἐμὲ, ἡ Ἑλληνικὴ γλῶσσα ἦτο, εἶναι καὶ ἔσεται ζῶσα,
2637οὐδέποτε δὲ ὑπῆρξε νεκρὰ, ὡς κακῶς ἐξέλαβόν τινες. Ἀπὸ
2638τῆς φρονήσεως δὲ, φιλοπατρίας καὶ δραστηριότητος ἡμῶν ἤρ-
2639τηται νὰ δώσωμεν ἔτι μείζονα ζωὴν εἰς αὐτὴν, συντείνοντες
2640διὰ τῆς μείζονος προσεγγίσεως ἡμῶν ἐν τῷ λαλεῖν καὶ ἐν τῷ
2641γράφειν αὐτὴν νὰ ἑδραιωθῇ καὶ γενικευθῇ ἐν πάσῃ τῇ Εὐρώ-
2642πῃ. Ἡ Λατινικὴ γλῶσσα βεβαίως ἀπέθανεν· ἔδωσε μὲν ζωὴν
2643εἰς καλλιμόρφους θυγατέρας, ἀλλὰ δὲν ζῇ. Ἡ Ἑλληνικὴ
2644ὅμως ἔζη, ζῇ καὶ ζήσεται εἰς τοὺς αἰῶνας. (Ἐπιδοκιμασίαι
2645καὶ μεγίστη ἔντασις τῆς προσοχῆς τῶν Βουλευτῶν).
2646Βεβαίως πᾶσα γλῶσσα βαθμηδὸν ὑφίσταται τροποποιήσεις
2647τινὰς, ἀλλὰ διότι ὑφίσταται τροποποιήσεις τινὰς διὰ τοῦ
2648χρόνου, δὲν ἕπεται, ὅτι ἐξαλείφεται, ὅτι ἐκλείπει, ὅτι παρά-
2649γεται νέα γλῶσσα. Ἐνέμεινα ἐπίτηδες εἰς τοῦτο, εἰ καὶ ὁ
2650ἀξιότιμος ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως Ὑπουργὸς εἶπεν, ὅτι δέ-
2651χεται νὰ διαγραφῶσιν αἱ λέξεις «καθαρεύουσα νέα» καὶ τεθῇ
2652μόνον «Ἑλληνικὴ γλῶσσα.» Βεβαίως δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ
2653διδάσκηται ὁ μαθητὴς τὸν Ὅμηρον καὶ τὸν Πίνδαρον· τοῦτο
2654μάλιστα δύνασθε νὰ τὸ καθορίσητε.
2655§157Α. ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστι-
2656κῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Διὰ τοῦτο εἴπομεν
2657«καθαρεύουσα.»
2658§158Θ. ΦΛΟΓΑΙΤΗΣ. Ἐγὼ ἐρωτῶ ἄλλο· ποία εἶναι ἡ ἀρ-
2659χαία καὶ ποία ἡ καθαρεύουσα; Ὑπάρχει διαφορά τις μεταξὺ
2660τῆς ἀρχαίας καὶ τῆς καθαρευούσης; Ἂν ὑπῆρχε διαφορά τις
2661ἐν τῇ Γραμματικῇ, ἠδύνασθε νὰ μεταχειρισθῆτε τὴν λέξιν
2662«καθαρεύουσα»· ἀλλ’ οὐδεμία διαφορὰ ὑπάρχει. Ἤκουσα
2663ἄλλοτε, ὅτι ἡ δοτικὴ δὲν εἶναι τῆς καθαρευούσης γλώσσης,
2664ἀλλὰ τοῦτο εἶναι προφανὴς πλάνη· ἡ δοτικὴ οὐ μόνον εἶναι
2665καὶ τῆς καθαρευούσης, ἀλλ’ εἶναι καὶ αὐτῆς τῆς χυδαίας
2666λαλιᾶς. Τίς δὲν λέγει «χάριτι θείᾳ», «δόξα τῷ Θεῷ»; Λέ-
2667γουσί τινες, ὅτι ἡ καθαρεύουσα δὲν ἔχει τοὺς παρακειμέ-
2668νους· ἀλλὰ τότε τί γίνεται τὸ πεπαιδευμένος; τίς δὲν λέγει
2669καὶ ἐξ αὐτῶν τῶν χυδαϊζόντων ἀνὴρ πεπαιδευμένος;
2670§159ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Καὶ ἡ δεδηλωμένη. (Ἱλαρότης).
2671§160Θ. ΦΛΟΓΑΙΤΗΣ. Ἔρχεται τὸ ἀπαρέμφατον. Βεβαίως
2672ὀλίγοι ποιοῦνται χρῆσιν τοῦ εἰδικοῦ ἀπαρεμφάτου, ἀλλὰ τοῦ
2673τελικοῦ ποιοῦνται βεβαίως χρῆσιν πολλοὶ, ἔτι δὲ μᾶλλον
2674τοῦ ὀνοματικοῦ. Τίς δὲν λέγει τὸ γράφειν, τὸ ἀγορεύειν κτλ.;
2675Ἔπειτα τί γίνεται τὸ οὕτως εἰπεῖν; Ἔχω λοιπὸν τὴν πεποί-
2676θησιν, ὅτι ἡ Γραμματικὴ τῆς λεγομένης νέας Ἑλληνικῆς
2677γλώσσης εἶναι ἡ Γραμματικὴ αὐτῆς τῆς ἀρχαίας· ἄλλη Γραμ-
2678ματικὴ οὔτε ὑπάρχει, οὔτε θὰ ὑπάρξῃ· δυνατὸν μὲν νὰ
2679ἐξακολουθήσωσιν ὁ εἷς καὶ ὁ ἄλλος ν’ ἀγωνίζωνται εἰς τὴν
2680διάπλασιν νέας γλώσσης, ἐξ οὗ δύναται βεβαίως νὰ προέλθῃ
2681εἷς κυκεὼν φωνῶν ἀηδὴς, φύρμα ἀνουσίων καὶ ἀνομοίων τύ-
2682πων, πολυμιγής τις λέξεων κέντρων· ἀλλ’ οὔτε νέα Γραμμα-
2683τικὴ δύναταί ποτε νὰ καταρτισθῇ, οὔτε νέα γλῶσσα, κυρίως
2684εἰπεῖν, νὰ παραχθῇ. Δύναται μόνον νὰ παραβλαφθῇ τὸ ἔθνος
2685ἐκ τῆς ἐν τῇ Εὐρωπαϊκῇ συνειδήσει καταπτώσεως τῶν πρὸς
2686τὸν Ἑλληνισμὸν συμπαθειῶν, ἂν δὲν συντελέσωμεν πάσῃ
2687δυνάμει εἰς τὴν οἱονεὶ συνταύτισιν τῆς γλώσσης ἡμῶν πρὸς
2688τὴν θαυμαζομένην καὶ λατρευομένην ὑπὸ τῶν Εὐρωπαίων
2689Ἑλληνικὴν γλῶσσαν τῶν ἡμετέρων προγόνων.
2690§161ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Στάης ἔχει τὸν λόγον.
2691§162ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Αὔριον, κύριε Πρόεδρε· εἶναι ἐνάτη
2692ἡ ὥρα.
2693§163ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Ἐγὼ, κύριε Πρόεδρε, ἐπιφυλάττομαι
2694νὰ ὁμιλήσω εἰς τὴν δευτέραν ἀνάγνωσιν.
2695§164Α. ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησια-
2696στικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Ἂς ψηφισθῇ ἤδη
2697τὸ νομοσχέδιον εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν, διότι ἐπείγει, καὶ εἰς
2698τὴν δευτέραν ἀνάγνωσιν ἀκούομεν τὸν κύριον Στάην καὶ τοὺς
2699ἄλλους κυρίους συναδέλφους, οἵτινες θὰ λάβωσι τὸν λόγον.
2700§165Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Κατὰ τὴν πρώτην ἀνάγνωσιν
2701τὰ πρακτικὰ πρέπει νὰ περιλαμβάνωσι τοὺς λόγους ὅλων
2702τῶν ἀγορευσάντων. Ἐπειδὴ δὲ ὁ κ. ἐκ Κυθήρων Βουλευτὴς
2703προτίθεται νὰ ὁμιλήσῃ ἐπὶ ὅλων τῶν λεχθέντων ἐπὶ τοῦ νο-
2704μοσχεδίου, πρέπει ὁ ἀναγινώσκων τὰ πρακτικὰ νὰ εὕρῃ ἐν
2705αὐτοῖς τὰς ἀγορεύσεις καὶ τῶν ὑπὲρ καὶ τῶν κατὰ τοῦ νο-
2706μοσχεδίου ἀγορευσάντων. Ἔχει δὲ ζητήσει τὸν λόγον καὶ ὁ
2707κ. Βουλευτὴς ἐκ Πατρῶν.
2708§166ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρᾳ 9 μ. μ.)