1902.02.01
3.381 στίχοι · 26.346 λέξεις · 258 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 13
τῆς 1 Φεβρουαρίου 1902.
(Παρασκευή).
(Γενομένης ἀπαρτίας ὥρᾳ 5 μ. μ. ἀναγινώσκονται καὶ ἐγκριθέντα ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους ἐπιτροπὴ ὑπέβαλε τὰς ἐκθέσεις της ἐπὶ τῶν ἑξῆς νομοσχεδίων: 1) Περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως ἐκ δραχ. 1,521,000 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργείου τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1901. 2) Περὶ χορηγίας εἰδικῆς πιστώσεως ἐκ δραχ. 3,409.59 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1901. 3) Περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῶν πιστώσεων ἐκ δραχ. 988,356.23 ἐπὶ διαφόρων κεφαλαίων καὶ ἄρθρων τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1901. 4) Περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1901 καὶ ἀκυρώσεως ὑπολοίπου πιστώσεως τοῦ 1900 μήπω διατεθείσης. 5) Περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 26 Σεπτεμβρίου 1901 Β. Διατάγματος, δι’ οὗ ἐχορηγήθη ἀναπληρωματικὴ πίστωσις ἐκ δραχ. 60,000 ἐπὶ τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1901. 6) Περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως ἐκ δραχ. 25,000 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1901. 7) Περὶ χορηγίας ἐκτάκτου πιστώσεως ἐκ δραχ. 29,125 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1901. 8) Περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως ἐκ δραχ. 129,906.63 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ ποϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1901. 9) Περὶ χορηγίας ἐκτάκτου πιστώσεως ἐκ δρ.18,701.75 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τῆς ὑπηρεσίας τοῦ δημοσίου χρέους τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1901. 10) Περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 30 Μαΐου 1901 Β. Διατάγματος, δι’ οὗ ἐχορηγήθη ἔκτακτος πίστωσις ἐπὶ τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1901 ἐκ φρ. χρ. 11,400. Θέλουσι τυποθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 33–42). Ἐπιτροπὴ τοῦ λαοῦ Φιλιατρῶν διὰ τηλεγραφήματός της παρακαλεῖ τὴν Βουλὴν νὰ συστήσῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὴν προέκτασιν τοῦ σιδηροδρόμου Κυπαρισσίας διὰ Φιλιατρῶν μέχρι Γαργαλιάνων.
§2ΑΛΕΞ. ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπικαίρως, κύριε Πρόεδρε, ἦλθε τὸ ψήφισμα τοῦτο ἐκ τοῦ δήμου Ἐράνης, ἐκδηλοῦντος τοὺς δικαίους καὶ διακαεῖς αὐτοῦ πόθους καὶ συνεισφέροντος ἀρκετὰ εἰς τὸ Δημόσιο. Ἡ γραμμὴ αὕτη ἔχει μελετηθῆ ἤδη πρὸ πολλοῦ, καὶ ἡ κατασκευὴ αὐτῆς ἐστὶν εὐχερὴς, ὡς καὶ ἐν προηγουμέναις συνεδρίαις εἶπον. Παρακαλῶ δὲ, ὅπως ἡ Βουλὴ εὐαρεστηθῇ νὰ ἐγκρίνῃ τὴν παραπομπὴν τῆς ἀναφορᾶς ταύτης εἰς τὸ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργεῖον, ἵνα ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν.
§3Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§4ΑΛΕΞ. ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως καὶ ἡ γραμμὴ Λεονταρίου–Σπάρτης ἔχει μελετηθῆ, ἀλλὰ, καθ’ ἃς πληροφορίας ἐλάβομεν ὁμοῦ μετὰ τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Λακεδαίμονος συναδέλφου παρὰ προσώπου δυναμένου νὰ γινώσκῃ κάλλιστα τὰ τῆς ὑποθέσεως ταύτης, τρεῖς μελέται ὑπάρχουσιν· ἡ μὲν εἶναι τῆς Γαλλικῆς Ἀποστολῆς, ἡ ὁποία, κατὰ τὴν γνώμην τῆς Ἑταιρείας, εἶναι ἀσύμφορος αὐτῇ, καὶ δὲν δύναται νὰ στηρίξῃ ἐπ’ αὐτῆς τὴν ἐκτέλεσιν τόσον σοβαροῦ ἔργου, ἑτέρα ἡ παρὰ τὰς ὑπωρείας τοῦ Ταϋγέτου, καὶ ἑτέρα ἡ ἐν τῇ πεδιάδι. Ἀμφότεραι αἱ τελευταῖαι μελέται ἐκλήθησαν προμελέται ὑπὸ τῆς Ἑταιρείας, καὶ δὲν δύνανται νὰ χρησιμεύσωσιν ὡς βάσις προϋπολογισμοῦ δαπάνης ἢ ἐκτελέσεως τῶν ἔργων, ἐν ᾧ ἡ μελέτη, περὶ τῆς ὁποίας ὡμίλησε πρὸ ὀλίγου ὁ κύριος ἐξ Ὀλυμπίας συνάδελφος, εἶναι περατωμένη. Ἡμεῖς δὲν ἐζητήσαμεν νὰ προταχθῇ ἡ ἐκτέλεσις τῆς γραμμῆς Τριφυλίας ἐκείνης τῆς Σπάρτης–Λεονταρίου ἐκ ζηλοτυπίας ἁπλῆς, ἀλλ’ ἐννοοῦμεν νὰ προταχθῇ, διότι ἡ πρώτη εἶναι ὥριμος, ἡ δὲ ἄλλη ἔχει ἀκόμη ἀνάγκην μελέτης καὶ δεῖται χρόνου, εἶναι δὲ ἄδικον νὰ ἐξαρτηθῇ ἡ ἐκτέλεσις τῆς Τριφυλιακῆς προεκτάσεως ἀπὸ τῆς τύχης τῆς γραμμῆς Λεονταρίου–Σπάρτης.
§5ΒΡΑΣΙΔΑΣ ΛΕΩΠΟΥΛΟΣ. Τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, τὸ ὁποῖον ἐζήτησεν ἀπὸ τὴν Ἑταιρείαν τὴν ὑποβολὴν προτάσεων διὰ τὴν κατασκευὴν τοῦ σιδηροδρόμου Λεονταρίου–Σπάρτης, ἔχει ὑπ’ ὄψιν τὰς μελέτας, τὰς ὁποίας ἀνέφερεν ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας, μίαν τῆς Γαλλικῆς Ἀποστολῆς καὶ ἑτέραν τῆς Ἑταιρείας τῶν Μεσημβρινῶν Σιδηροδρόμων τελειοτάτην. Ἐὰν ἡ Ἑταιρεία εἶχεν ἐνδοιασμόν τινα ὅσον ἀφορᾷ τὴν βασιμότητα τῶν μελετῶν ἐκείνων, ἠδύνατο ν’ ἀποστείλῃ μηχανικόν τινα, καὶ ἐντὸς ὀλίγων ἑβδομάδων νὰ ἔχῃ τὴν γνώμην καὶ τὴν μελέτην καὶ τούτου. Ἐγὼ φρονῶ, ὅτι ἄλλοι λόγοι εἶναι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι παρεκίνησαν τὴν Ἑταιρείαν νὰ ἐπιμείνῃ εἰς τὴν κατασκευὴν τῆς γραμμῆς τῆς πρώτης. Ἡμεῖς δὲν ἀντιτιθέμεθα εἰς τὴν κατασκευὴν ἐκείνης τῆς γραμμῆς, ἀλλ’ ἐὰν δὲν ἐξαρκοῦσι τὰ μέσα τοῦ Δημοσίου δι’ ἀμφοτέρας, παρακαλοῦμεν νὰ μελετήσῃ τὸ ζήτημα τὸ Ὑπουργεῖον, καὶ ν’ ἀποφανθῇ τοῦτο, ποία δέον νὰ προτιμηθῇ.
§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπιτροπὴ ἀμπελοκτημόνων Πατρῶν διὰ τηλεγραφήματός της παρακαλεῖ τὴν Βουλὴν νὰ μὴ μεταβάλῃ, ἀλλὰ νὰ βελτιώσῃ τὸ σύστημα τῆς στρεμματικῆς φορολογίας τῶν ἀμπέλων.
§7ΒΡ. ΛΕΩΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι μόνον πρέπει ἡ Κυβέρνησις τὴν στρεμματικὴν φορολογίαν νὰ μεταβάλῃ, ὄχι μόνον νὰ εὕρῃ ἕτερον μέσον φορολογίας τῶν ἀμπέλων, ἀλλὰ πρέπει καὶ νὰ ἀπαλλάξῃ τοὺς φορολογουμένους τῶν καθυστερουμένων ἐκ τούτου τοῦ φόρου, ὁ ὁποῖος εἶναι βαρύτατος. Δὲν πρέπει ἡ Κυβέρνησις νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὰς διαμαρτυρίας μερικῶν οἰνοπωλῶν, οἱ ὁποῖοι φωνασκοῦσιν ἕνεκα λόγων κερδοσκοπίας.
§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὅταν εἰσαχθῇ τὸ νομοσχέδιον, θὰ λάβητε τὸν λόγον.
§9Κ. Ν. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι, κύριε Πρόεδρε· πρέπει νὰ ὁμιλήσῃ ὁ κ. Βουλευτὴς, ἀκριβῶς διὰ νὰ συντελέσῃ εἰς τὸ νὰ εἰσαχθῇ τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον εἶναι καιρὸς πλέον ν’ ἀπαλλάξῃ τοὺς ἀμπελοκτήμονας τοῦ ἀδίκου καὶ ἀνίσου τούτου φόρου. Ὑπάρχει ἐν Ἐπιδαύρῳ Λιμηρᾷ εἷς ὀρεινὸς δῆμος, ὁ ὀρεινότατος δῆμος τῆς Ἑλλάδος, ἐν τῷ ὁποίῳ σπανιώτατα εἶναι τὰ μέρη τὰ χωματώδη, εἰς ταῦτα δὲ τὰ πτωχὰ καὶ πενιχρὰ, ὅσον καὶ σπάνια χωμάτια ἐφύτευσαν ἀμπέλους. Ἐννοεῖται, ὅτι αἱ ἄμπελοι ἐκεῖναι εἶναι πτωχαί, ἄγονοι, μέχρις ἀκαρπίας. Πληρώνουσιν ὅμως φόρον ἑπτὰ δραχμῶν κατὰ στρέμμα. Ὑπάρχουσιν εὐτυχῶς εἰς ἄλλους δήμους τῆς Ἐπιδαύρου Λιμηρᾶς γονιμώταται ἄμπελοι, αἱ ὁποῖαι πληρώνουσι μίαν δραχμὴν καὶ 95 λεπτά, εἴτε 2 δραχμάς. Οἱ πληρώνοντες τὰς 7 δραχμὰς κατὰ στρέμμα μένουσι κατάπληκτοι δι’ αὐτὴν τὴν διαφοράν· τὸ πολὺ τῆς παραγωγῆς φορολογεῖται δι’ ἐλαχίστου φόρου, καὶ τὸ ἐλάχιστον διὰ βαρυτάτου φόρου. Δὲν ἐπιθυμῶ ν’ ἀπασχολήσω τὴν Βουλὴν ἐπὶ μακρότερον περὶ τούτου ἐν ὥρᾳ ἀκαταλλήλῳ, ἀφοῦ δὲν ἔχομεν ἀκόμη νομοσχέδιον πρὸ ἡμῶν· Ἀλλὰ θὰ λάβω τὴν εὐχαρίστησιν νὰ ἴδω ἰδιαιτέρως τὸν κύριον Ὑπουργὸν ἐν τῷ γραφείῳ αὐτοῦ, καὶ νὰ ὁμιλήσω ἐκτενέστερον περὶ τοῦ θέματος, πεποιθώς, ὅτι τοῦτο θὰ ἦναι ἓν λιθάριον, τὸ ὁποῖον θὰ βαρύνῃ κατά τι πρὸς σχηματισμὸν τῆς γνώμης αὐτοῦ ἐπὶ τοῦ προκειμένου σπουδαίου θέματος.
§10Φ. ΝΕΓΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Εὐχαρίστως ἀναμένω τὰς ἀνακοινώσεις ὑμῶν, ὅταν ἐπιθυμῆτε.
§11Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἀνεξαρτήτως τῶν ὅσα εἶπον οἱ προλαλήσαντες, γενικῶς δύναταί τις εἰπεῖν, ὅτι ὡς βάσις φορολογικὴ τὸ στρεμματικὸν σύστημα δὲν δύναται νὰ χρησιμεύσῃ, χωρὶς νὰ φέρῃ ἀδικίας, ἐκτὸς ἐὰν ἀποφασίσωμεν νὰ ἐλαττώσωμεν εἰς τοιοῦτον βαθμὸν τὸν φόρον, ὥστε νὰ ἦναι ἀπαρατήρητος ὑπὸ τῶν φορολογουμένων ἡ ζημία, τὴν ὁποίαν ἐκ τοῦ συστήματος αὐτοῦ ὑφίστανται. Ἄλλως ὅμως ζητοῦντες, ὅπως ὡρισμένον ποσὸν φόρου ἐπιβάλωμεν διὰ τῆς στρεμματικῆς φορολογίας ἐπὶ τῶν οἰνοπαραγωγῶν, εἶναι ἀδύνατον νὰ μὴ φθάσωμεν εἰς ἀδικίας, αἱ ὁποῖαι θὰ φέρωσιν ἐξεγέρσεις, ἀναγκαζούσας ἡμᾶς νὰ μεταβάλωμεν τὸ σύστημα. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν πρέπει νὰ σκεφθῇ περὶ ἀντικαταστάσεως τοῦ φόρου αὐτοῦ δι’ ἄλλου συστήματος, ἢ περὶ ἐλαττώσεως τοῦ φόρου εἰς τοιοῦτον βαθμόν, ὥστε νὰ μὴ προκαλῇ παράπονα καὶ ὅταν ἀδικῇ. Διότι διαπράττομεν διὰ τοῦ νόμου ἀδικίαν, ἣν διέπραττον οἱ διάφοροι ἐνοικιασταὶ ἄλλοτε. Εἶναι ἀδύνατον νὰ παραδεχθῆτε, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ εὕρητε δίκαιον καὶ ἀνάλογον φόρον καὶ νὰ ἐπιβάλητε αὐτὸν κατὰ στρέμμα, διότι καὶ κατ’ ἔτος ἡ παραγωγὴ τῆς αὐτῆς ἀμπέλου εἶναι διάφορος, καὶ κατὰ τοποθεσίας εἶναι διάφορος καὶ λόγῳ τοῦ τρόπου καὶ τῶν μέσων τῆς καλλιεργείας, καὶ λόγῳ τῆς ποιότητος τοῦ παραγομένου οἴνου, καὶ λόγῳ τῆς ἀποστάσεως ἀπὸ τοῦ τόπου τῆς καταναλώσεως. Πῶς εἶναι δυνατὸν λοιπὸν νόμος νὰ προΐδῃ ὅλα ταῦτα καὶ νὰ προλάβῃ τὰς ἀδικίας, αἱ ὁποῖαι πολλαχοῦ προκύπτουσι, καὶ καθιστῶσι τὸν φόρον ἄδικον; Πρέπει συνεπῶς νὰ γείνῃ σκέψις περὶ ἀντικαταστάσεως τοῦ φόρου αὐτοῦ, ἢ περὶ μεγάλης ἐλαττώσεως αὐτοῦ.
§12Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§13Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Πρέπει νὰ ἐπισπευσθῇ ἡ ψήφισις τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ, διότι ἐκ πληροφοριῶν, ἃς μοὶ ἔδωκεν ὑπάλληλός τις ἐκ Σύρου, τὰ ¾ τῶν ἀμπέλων τῆς Μυκόνου τὰ ἐξερρίζωσαν, ἐπίσης τὸ ½ τῶν ἀμπέλων τῆς Σύρου. Διὰ τοῦτο θὰ παρακαλέσω νὰ ληφθῇ ταχίστη μέριμνα.
§14ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολλοὶ κάτοικοι Θηβῶν δι’ ἀναφορᾶς των παρακαλοῦσι τὴν Βουλὴν νὰ μὴ καταργήσῃ τὸ ἤδη ὑπάρχον σύστημα τῆς στρεμματικῆς φορολογίας τῶν ἀμπέλων. Πολλοὶ κάτοικοι τοῦ Δήμου Παρευηνίων διὰ τηλεγραφήματός των παρακαλοῦσι τὴν Βουλὴν, ὅπως ὁ δῆμος αὑτῶν διοικητικῶς καὶ δικαστικῶς ὑπαχθῇ εἰς τὴν ἐπαρχίαν Τριχωνίας. Καπνέμποροι καὶ καπνοπῶλαι Λαρίσης διὰ τηλεγραφήματός των παρακαλοῦσι τὴν Βουλὴν νὰ μὴ ψηφίσῃ τὴν σύμβασιν περὶ σιγαροποιΐας. Ὁ Πρόεδρος τῆς ἐν Πύργῳ Φιλαρμονικῆς Ἑταιρείας «ὁ Ὀρφεὺς» δι’ ἀναφορᾶς του παρακαλεῖ τὴν Βουλὴν ν’ ἀναγράφῃ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ Κράτους ἀνάλογον χρηματικὸν ποσὸν ὑπὲρ τῆς Ἑταιρείας ταύτης. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ἔχει τὸν λόγον.
§15Φ. ΝΕΓΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Καταθέτω ἀπάντησιν εἰς ἐπερώτησιν τοῦ βουλευτοῦ Ἠλείας κυρίου Σπηλιώτου περὶ τοῦ ἐν ταῖς ἀποθήκαις τοῦ Δημοσίου ἀποταμιευθέντος καὶ ἐκποιηθέντος σταφιδοκάρπου. Ἐπίσης ἀπάντησιν εἰς ἐπερώτησιν τοῦ βουλευτοῦ Μαντινείας κυρίου Μπακοπούλου περὶ τῆς ἐπελθούσης ἐπὶ τῶν ἀμπέλων Μαντινείας βλάβης ἐκ τοῦ περονοσπόρου. Ὑποβάλλω νομοσχέδιον περὶ χορηγίας ἐκτάκτου πιστώσεως ἐκ φρ. χρυσῶν 71,158.31 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν τῆς χρήσεως τοῦ 1901, πρὸς ἀποπληρωμὴν τοῦ διὰ τὴν ἀνέγερσιν τοῦ ἐν Βουκουρεστίῳ πρεσβευτικοῦ μεγάρου ἀπαιτηθέντος χρηματικοῦ ποσοῦ.
§16ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ.43).
§17Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Κύριοι, ἐν τῇ ἀγορεύσει μου ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ εἶχον ἐκφράσει τὴν γνώμην μου, ὡς πρὸς τὸν τρόπον τῆς ἐγγραφῆς τοῦ 1,000,000, τὸ ὁποῖον ὀφείλεται εἰς τὴν Ἑταιρείαν τῶν Σιδηροδρόμων Πειραιῶς–Ἀθηνῶν– Πελοποννήσου. Ἐξέφρασα τοὺς λόγους, οἱ ὁποῖοι μὲ ἔπειθον, ὅτι ἔπρεπε νὰ ἀναγραφῇ ἡ ὀφειλὴ αὕτη εἰς τοὺς χρηματιστικοὺς λογαριασμούς...
§18Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἔχομεν συζήτησιν ἐπ’ αὐτοῦ;
§19ΝΕΓΡΗΣ. Ἀναμείνατε, παρακαλῶ... Ἀλλ’ εἶδον, ὅτι καὶ ἐντεῦθεν καὶ ἐκεῖθεν ἡ γνώμη τῆς Βουλῆς ἦτο ἐναντία πρὸς τὴν ἐμήν. Ἐπειδὴ δὲ πρόκειται περὶ τύπων, καὶ οὐδεμίαν ἔχει οὐσιαστικὴν σημασίαν τὸ πῶς θὰ ἐγγραφῶσι τὰ χορηγηθησόμενα ποσά, ἐνόμισα, ὅτι δὲν μοὶ ἐπετρέπετο νὰ διαφωνήσω πρὸς τὴν γνώμην τῆς Βουλῆς εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο. Δι’ ὃ καταθέτω δήλωσιν, δι’ ἧς μετὰ τοῦ συναδέλφου μου Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν μεταφέρω τὸ ποσὸν τοῦ 1,000,000 ἐκ νέου εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1902 εἰς κεφάλαιον ἰδιαίτερον.
§20Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὥστε τὸ περίσσευμα μετεβλήθη;
§21ΝΕΓΡΗΣ. Ἔχετε ὑπομονήν. Ἀλλ’ ἐπειδὴ ἐξεφράσθη ἀμφιβολία χθές, ὅτι οὐδεμίαν ἔχω πεποίθησιν εἰς τὰ πλεονάσματα, ἅτινα θὰ ἄφινον τὰ εἰσοδήματα, ἅπερ ἀνέγραψα εἰς τὸν Προϋπολογισμόν, ἐνόμισα, ὅτι εἶχον καθῆκον ν’ ἀποδείξω τὴν πεποίθησιν, ἣν ἔχω περὶ τούτου, ποιῶν δήλωσιν σήμερον πρὸς αὔξησιν τινῶν ἐκ τῶν κονδυλίων τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Καὶ πρῶτον κάμνω εὐχαρίστως γνωστὸν πρὸς τὴν Βουλήν, ὅτι αἱ εἰσπράξεις τῶν τελωνείων κατὰ Ἰανουάριον τοῦ 1902 ὑπερέβησαν κατὰ 265,000 δραχμὰς τὰς εἰσπράξεις τοῦ Ἰανουαρίου τοῦ 1901, ὅτε ἀνῆλθον εἰς 33,930,000 καὶ πλέον. Ἤδη, ἐπειδὴ ὁ Ἰανουάριος παρουσιάζει 265,000 δραχμὰς περιπλέον ἀφ’ ὅ,τι παρουσίασε κατὰ τὸ 1901, νομίζω, ὅτι μοὶ ἐπιβάλλεται νὰ ἀναβιβάσω τὸ ἔσοδον τοῦ τελωνιακοῦ δασμοῦ ἐκ 32,800,000 εἰς 33,500,000, βέβαιος ὤν, ὅτι καὶ μὲ τὸ ποσὸν αὐτὸ θὰ ἔχωμεν ἀκόμη πλεόνασμα ἴσως ἡμίσεος καὶ πλέον ἑκατομμυρίου. Συγχρόνως πᾶσαι αἱ πληροφορίαι, ἃς ἔχομεν ἐξ Ἑπτανήσου, ὑποδεικνύουσιν, ὅτι τὸ ἔσοδον ἐξ ἐλαίου θὰ ᾖναι κατὰ 1,000,000 ἀνώτερον ἐκείνου, τὸ ὁποῖον ἀναγράφει ὁ Προϋπολογισμὸς, ὃν κατέθεσα. Ἐνόμισα λοιπόν, ὅτι ἠδυνάμην νὰ προσθέσω καὶ ἐκεῖθεν 500,000 δραχμάς. Ἀλλ’ ἀναγγέλλω ἐπίσης εὐχαρίστως, ὅτι ἔχομεν καὶ ἄλλο εἰσόδημα, ὄχι τόσον σπουδαῖον, ἀλλὰ μᾶλλον ἀπροσδόκητον. Ἀπεδείχθη, ὅτι ὁ σιδηρόδρομος Μύλων–Καλαμῶν ἀφῆκεν εἰσπράξεις λίαν ἱκανοποιητικάς. Εἰσεπράχθησαν δραχ. 1,155,000, ἐδαπανήθησαν περὶ τὰς 738,000, καὶ ἀπέμειναν 417,000 πρὸς διανομὴν κατὰ τὸ ἥμισυ μεταξὺ τοῦ Δημοσίου καὶ τῆς Ἑταιρείας. Ἐνόμισα λοιπόν, ὅτι, ἀφοῦ ὁ σιδηρόδρομος οὗτος εἰσῆλθεν εἰς πορείαν ἱκανοποιητικήν, ἠδυνάμην ν’ ἀναβιβάσω καὶ τὸ κονδύλιον ἐξ ἐσόδων μερισμάτων σιδηροδρόμων ἀπὸ 60,000 εἰς 200,000 δραχμάς. Ἐπίσης προσθέτω τὸ χρεωλύσιον τοῦ δανείου τῆς Ἑταιρείας τῶν Σιδηροδρόμων Πελοποννήσου, διότι, ἀφοῦ προσθέτω τὸ 1,000,000 εἰς τὰς δαπάνας, ἐννοεῖται ὅτι τὸ χρεωλύσιον τοῦ δανείου τούτου ὀφείλει νὰ ἐγγραφῇ ἐπίσης εἰς τὰ ἔσοδα, εἶναι δὲ τοῦτο δρ. 10,000. Τέλος καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἀνανέωσιν τῶν παλαιῶν χρεῶν, ἐπίσης ἀναγγέλλω εὐχαρίστως, ὅτι τὰ ἀποτελέσματα τῶν τελευταίων ἡμερῶν τοῦ ἔτους 1901 ἔδωκαν σπουδαίας εἰσπράξεις ὡς πρὸς τὸ ἔσοδον τοῦτο. Ἐπειδὴ δὲ ἡ Βουλὴ παρεδέχθη τὴν γνώμην μου, νὰ παρατείνωμεν τὴν προθεσμίαν τῆς ἀνανεώσεως, ἐνόμισα, ὅτι ἠδυνάμην καὶ τὸ κονδύλιον τοῦτο ν’ αὐξήσω εἰς ἥμισυ ἑκατομμύριον. Αὐξάνω οὕτω τὰ ἔσοδα κατὰ 1,650,000 δραχμάς. Τὴν δήλωσιν ταύτην κάμνω, διότι, ὡς εἶπον, εἶχον τὴν ὑποχρέωσιν ν’ ἀποδείξω, ὅτι εἶχον πεποίθησιν, ὅτι θὰ ἔχωμεν τὰ πλεονάσματα ταῦτα. Δὲν ἦτο δὲ ἀναγκαῖον ν’ αὐξήσω τὰ ἔσοδα, ὅπως καλύψω τὸ 1,000,000, τὸ ὁποῖον προσέθεσα εἰς τὰ ἔξοδα, διότι ἠδύνατο τὸ ποσὸν τοῦτο νὰ καλυφθῇ ἀπὸ τὰ 2,000,000, τὰ εἰσαχθέντα ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ἐκ τῶν ἐπ’ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ δανείων, ἂν καὶ ἐλέχθη χθές, ὅτι τὰ 2,000,000 ταῦτα εἶναι καθαρὸς ἀήρ. Καὶ εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ δώσω ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου ἐξηγήσεις τινὰς εἰς τὴν Βουλήν. Μὴ λησμονῶμεν, ὅτι ἡ Διεθνὴς Ἐπιτροπὴ τοῦ Ἐλέγχου, ἡ καταρτίσασα τὸν νόμον περὶ ἐλέγχου, ἀναγράφει μεταξὺ τῶν ἐσόδων, τὰ ὁποῖα ὤφειλον νὰ καλύψωσι τὰ ἐλλείμματα τοῦ πολέμου, αʹ) 9,060,000 δρ. ἔντοκα γραμμάτια, τὰ ὁποῖα ἐξέδωκε τὸ Δημόσιον κατὰ τὸν πόλεμον, βʹ) δρ. 15,080,000 ἐκ τοῦ δανείου ἐπ’ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ, τὰ ὁποῖα εἰσέπραξε τὸ Δημόσιον κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, καὶ γʹ) δρ. 6,000,000 ἐκ κερμάτων μιᾶς καὶ δύο δραχμῶν· τὸ ὅλον 30,140,000. Ἡ τότε Ἐπιτροπὴ τοῦ Ἐλέγχου ὁμολογουμένως εἶχε κάμει λογιστικὴν ἐργασίαν ἀκριβεστάτην, ὅτε ὑπελόγιζε ποῖαι ἔμελλον νὰ ἦναι αἱ ἀνάγκαι ἡμῶν, καὶ ὥρισε τὸ δάνειον, τὸ ἀναγκαῖον πρὸς κάλυψιν αὐτῶν, εἰς 150,000,000 φρ. χρυσᾶ. Ἡ μόνη ἀνακρίβεια, τὴν ὁποίαν δὲν ἠδύνατο ἡ Ἐπιτροπὴ νὰ ἀποφύγῃ ὡς ἐκ τῶν περιστάσεων, εἶναι, ὅτι εἶχε προϋπολογίσει τὰ ἔσοδα τοῦ 1898 εἰς 85,556,000, ἐνῷ τὰ ἔσοδα ταῦτα ἀνῆλθον εἰς 104,935,904. Ἐπειδὴ δὲ δὲν ἀνεγράφησαν ἐν τῇ χρήσει τοῦ 1898 τὰ 1,273,122, τὰ προερχόμενα ἐκ τῶν τεσσάρων δραχμῶν, τῶν ἀνακτωμένων ἐκ τοῦ παρακρατήματος, κατὰ χιλιάδα ἑνετικῶν λιτρῶν, ἐὰν καὶ ταῦτα, τὰ ὁποῖα μετηνέχθησαν εἰς τὴν χρῆσιν τοῦ 1900, προσθέσωμεν εἰς τὰς εἰσπράξεις τῆς χρήσεως τοῦ 1898, εἰς ἣν ἀνῆκον, ἀποδεικνύεται ὅτι τὸ ἔτος τοῦτο ἄφησεν εἰσοδήματα 106,209,000, μ’ ὅλην τὴν καθυστέρησιν τῶν εἰσπράξεων τῆς Θεσσαλίας, ἀνελθοῦσαν εἰς 6,000,000 δρ. Οὕτως ἡ ἐπιτροπὴ αὕτη εἶχε σφάλει κατὰ 20,000,000 καὶ περιπλέον ὡς πρὸς τὰς εἰσπράξεις τοῦ 1898. Οὕτως ἐξηγεῖται, πῶς μετὰ τὴν ἐκκαθάρισιν τοῦ δανείου τῶν 150,000,000 φρ. χρ. εἴχομεν ἀποθέματα. Ἀλλ’ αὐτὰ ταῦτα δὲν θὰ εἴχομεν, ἂν δὲ εἴχομεν εἰσπράξει κατὰ τὸ 1897 τὰ 15,080,000 ἐκ τῶν δανείων ἐπ’ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ, ὡς προεῖπον. Καὶ ἐνταῦθα ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, ὅτι τὰ ἑκατομμύρια ταῦτα προήρχοντο ἐκ τῶν περισσευμάτων τῶν Προϋπολογισμῶν τῶν πρὸ τοῦ πολέμου, ἰδίως τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1896 τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐκ Γόρτυνος, ἅτινα εἶχον ἐπιτρέψει νὰ ἐλαττωθῶσι τὰ ἐπ’ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ δάνεια μέχρι τοῦ ποσοῦ τῶν 72,700,000 δρ. Καὶ οὕτως ἠδυνήθη ὁ ἴδιος νὰ εἰσπράξῃ ἐκ νέου τὰ ἐπιστραφέντα ποσὰ, εὐθὺς ὡς ἐπέστη ἡ ἀνάγκη. Οὕτω προέρχονται τὰ ἀποθέματα, τὰ ὁποῖα εὑρίσκονται σήμερον εἰς τὰ ταμεῖα ἡμῶν, καὶ τὰ ὁποῖα δὲν ἀνεγράφησαν ἐν τοῖς Προϋπολογισμοῖς. Ἀλλ’ ἂν ταῦτα ἤδη ὑπάρχωσι καὶ ἐὰν ταῦτα προσθέσωμεν εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν, ὅπως προστίθενται ἅπαντα τὰ δάνεια, δὲν προσθέτομεν ἀέρα, ἀλλὰ χρῆμα, καὶ χρῆμα βέβαιον.
§22Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε.
§23Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Ἀλλὰ ὀφείλω, πρὶν κατέλθω τοῦ βήματος, νὰ δώσω ἐξηγήσεις, διατὶ μέχρι τοῦδε τὰ ἐπὶ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ δάνεια ἀνεγράφοντο ἐν τοῖς χρηματιστικοῖς λογαριασμοῖς, διατὶ δὲ προτείνω σήμερον νὰ ἐγγράφωνται ἐν τοῖς Προϋπολογισμοῖς. Βεβαίως λίαν καλῶς ἐνεγράφοντο μέχρι τοῦδε ἐν τοῖς χρηματιστικοῖς λογαριασμοῖς, διότι τὰ ἐπὶ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ δάνεια ἐδίδοντο ἐπὶ ἀνοικτῷ λογαριασμῷ, καὶ τοῦτο ἐπέτρεψεν εἰς τὸ Δημόσιον νὰ ἐπιστρέψῃ τὰ 15 ἑκατομμύρια εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, καὶ νὰ ἀναλάβῃ πάλιν ταῦτα, ὅτε ἐπῆλθεν ἡ ἀνάγκη. Διὰ τοῦτο δὲν ἀνεγράφοντο ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, ἀλλ’ ὤφειλον νὰ μείνωσιν ἐκκρεμῆ ἐν τοῖς χρηματιστικοῖς λογαριασμοῖς. Ἀλλ’ ἐὰν τοῦτο ἐγένετο, ὅτε τὰ δάνεια ταῦτα ἀνῆκον εἰς λογαριασμὸν ἀνοικτὸν μετὰ τῶν Τραπεζῶν, τοῦτο βεβαίως δὲν ἐπιτρέπεται πλέον, ὅταν ὁ νόμος περὶ ἐλέγχου ὥρισε τὴν διάθεσιν αὐτῶν. Ὁ νόμος ἤδη ὥρισεν, ὅτι τὰ δάνεια ταῦτα ἀποσβέννυνται κατὰ κανόνας σταθεροὺς, καὶ ὅτι ἡ ἀπόσβεσις γίνεται διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Λοιπὸν ἦλθεν ἡ ὥρα, καθ’ ἣν ὀφείλομεν τὰ δάνεια ταῦτα νὰ ἐγγράψωμεν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι τὰ πάντα εἶναι ἐν τάξει, καὶ ἐλπίζω, ὅτι ἡ Βουλὴ θέλει ἀποδεχθῆ τὰς σκέψεις μου. Προσθέτω δὲ, ὅτι, ἐν ὅσῳ δὲν γίνεται ἡ μεταφορὰ ἐκ τῶν χρηματιστικῶν λογαριασμῶν εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν, συμβαίνει τὸ ἑξῆς ἄτοπον· ὅτι ἐξακολουθεῖ ν’ ἀναγράφηται ὁλόκληρον τὸ ποσὸν τῶν δανείων ὡς ὀφειλόμενον, ἐνῷ μέρος αὐτοῦ ἤδη ἀπεσβέσθη, καὶ οὕτω φαίνεται τὸ Δημόσιον ὡς ὀφεῖλον ποσὰ, ἅτινα δὲν ὀφείλει.
§24ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αἱ κατατεθεῖσαι δηλώσεις τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 44 καὶ 45).
§25Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Θὰ ζητήσω τὴν ἄδειαν ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ τῷ ὑποβάλω μίαν εἰδικὴν συμβουλήν. Ὅπως πολὺ ὀρθῶς ἀνέγραψεν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τὴν δαπάνην τοῦ ἑνὸς ἑκατομμυρίου, τὸ ὁποῖον τὸ Δημόσιον θὰ δώσῃ ἐν εἴδει δανείου εἰς τὴν Ἑταιρείαν τῶν Σιδηροδρόμων Πειραιῶς–Ἀθηνῶν–Πελοποννήσου, οὕτω θὰ πράξῃ ὀρθῶς, διαγράφων ἐκ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τὸ ἔσοδον τῶν δύο ἑκατομμυρίων, τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι μήτε οὐσία, μήτε ἀέρας, ὡς τὸ ἐχαρακτήρισε χθὲς ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ποιεῖται βεβαίως σύγχυσιν μεταξὺ τοῦ ἀποθέματος, τὸ ὁποῖον εἶχε τὸ Δημόσιον εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν ἐκ περισσευμάτων τοῦ Προϋπολογισμοῦ, καὶ τοῦ λογαριασμοῦ τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Ὁ λογαριασμὸς τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας προήρχετο ἐκ δανείου, τὸ ὁποῖον συνωμολόγησε τὸ Δημόσιον καὶ διέθετε δι’ ἀνοικτοῦ λογαριασμοῦ. Ὁ νόμος δὲ περὶ Ἐλέγχου ἐκανόνισε τοῦτο ὁριστικῶς εἰς 74,000,000 δραχ. καὶ τὸ μετέβαλεν εἰς δάνειον πάγιον, τὸ ὁποῖον μήτε νὰ αὐξήσῃ δύναται, μήτε νὰ ἐλαττωθῇ· ὥρισε δὲ ὄχι ὡς ἔκτακτον δαπάνην, ἀλλ’ ὡς τακτικὴν δαπάνην, καταβληθησομένην ἐκ τῶν ἐσόδων τοῦ Κράτους, τὰ δύο ἑκατομμύρια κατ’ ἔτος, ὅπως χρησιμεύσωσιν εἰς ἀπόσβεσιν τοῦ παγιωθέντος δανείου. Δὲν ἔχει ἑπομένως σχέσιν τὸ δάνειον τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας μὲ τὸν τρεχούμενον λογαριασμόν, τὸν ὁποῖον ἔχει τὸ Δημόσιον μὲ τὴν Τράπεζαν, καὶ ὁ ὁποῖος τρεχούμενος λογαριασμὸς προῆλθεν ἐκ τῆς πιστώσεως αὐτοῦ ἐκ δρ. 16,000,000 περίπου, αἱ ὁποῖαι ἐπερίσσευσαν ἐκ τῶν χρήσεων τῶν πρὸ τοῦ 1897, τὰς ὁποίας διεχειρίσθη ὁ ἐκ Γόρτυνος ἀξιότιμος Βουλευτής, καὶ τοῦ ὁποίου τὸ εἰς πίστιν ποσὸν δυστυχῶς, μεθ’ ὅλα τὰ ἀναγγελλόμενα περισσεύματα, ἠλαττώθη σήμερον εἰς 10,000,000. Τὰ 16,000,000 ταῦτα τοῦ τρεχομένου λογαριασμοῦ τοῦ Δημοσίου δὲν ἔχουν σχέσιν μὲ τὸν πρώην ἀνοικτὸν λογαριασμὸν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ὅστις μετεβλήθη εἰς πάγιον δάνειον. Ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἤθελε νὰ φέρῃ ἄλλην λογιστικὴν τακτοποίησιν τοῦ λογαριασμοῦ τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ἔπρεπε νὰ ἀναγράψῃ ὁλόκληρα τὰ 74,000,000, τὰ ὀφειλόμενα ὑπὸ τοῦ Δημοσίου, πιστώνων τὸν Προϋπολογισμόν, καὶ χρεώνων συνάμα αὐτόν. Ἀλλὰ καὶ τοῦτο δὲν ἤθελεν εἶσθαι κανονικόν, γιγνόμενον παρακαίρως σήμερον, καὶ προτιμότερον εἶναι νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ πιστοχρέωσις τοῦ ἰδιαιτέρου λογαριασμοῦ τῆς γενικῆς δοσοληψίας τοῦ Κράτους, ἀφοῦ ἐν αὐτῇ ἀρχικῶς ἀνεγράφη ἡ δοσοληψία τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Νομίζω, ὅτι δὲν πρέπει νὰ γίνηται σύγχυσις μήτε τοῦ τρεχουμένου λογαριασμοῦ τοῦ Δημοσίου, μήτε τῆς δαπάνης τῆς τακτικῆς τῶν 2,000,000, ἡ ὁποία ἐπεβλήθη εἰς τὸ Δημόσιον παρὰ τοῦ Διεθνοῦς Ἐλέγχου. Εἶναι καλὸν βεβαίως νὰ ἔχωμεν περισσεύματα. Τοῦτο ἤθελεν εἶσθαι εὐχάριστον· ἀλλὰ πότε εἶναι τοῦτο ὠφέλιμον εἰς τὸ Κράτος; Ὅταν τὰ περισσεύματα ταῦτα ἦναι πραγματικὰ καὶ χρησιμεύωσιν εἰς δαπάνας χάριν τῶν ἐπιβεβλημένων ἀναγκῶν τοῦ Κράτους. Ὅταν ὅμως ταῦτα ἦναι ἰδανικά, τότε καὶ ἡ ἰδέα, ὅτι ἔχομεν περισσεύματα, χρησιμεύουσα εἰς σπατάλην, εἶναι κακίστη ἕξις, ἡ ὁποία προώρισται νὰ καταλήξῃ εἰς ἐπιβλαβῆ καὶ δυσθεράπευτα ἀποτελέσματα. Γνωρίζομεν πάντες, ὅτι τὰ ἔξοδα τοῦ Δημοσίου, τὰ ὁποῖα παρὰ τῆς Ἐπιτροπῆς ὄχι τοῦ Ἐλέγχου, ἀλλὰ τῶν ἀντιπροσώπων τῶν Δυνάμεων, οἱ ὁποῖοι ἦλθον καὶ ἐμελέτησαν τὰ οἰκονομικὰ ἡμῶν, καὶ τὰ ἐμελέτησαν καὶ ὥρισαν καλῶς, τὰ ἔξοδα, λέγω, τοῦ Δημοσίου ἀπὸ δραχ. 85,000,000 ἀνῆλθον εἰς 112,000,000. Ἐξ αὐτῶν δὲ 16,000,000 ἐσκορπίσθησαν εἰς τὰ διάφορα κεφάλαια καὶ ἄρθρα τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἡμῶν, εἰς δαπάνας, ἐκ τῶν ὁποίων πολλαὶ εἶναι ἴσως χρήσιμοι, ἀλλ’ αἱ ὁποῖαι δὲν χρησιμεύουσιν εἰς τὴν θεραπείαν ἐπιβλητικῶν ἀναγκῶν. Δὲν ἐλήφθη φροντίς, ὅπως ἡ εὐτυχὴς αὔξησις τῶν ἐσόδων, ἡ ἐπελθοῦσα ἕνεκα διαφόρων περιστάσεων, χρησιμεύσῃ εἰς τὴν θεραπείαν ἐπιβεβλημένων ἀναγκῶν, εἰς τὴν θεραπείαν τῶν ὑπηρεσιῶν ἐκείνων, αἱ ὁποῖαι βεβαίως δύνανται ν’ αὐξήσωσι τὴν παραγωγὴν τῆς χώρας, εἰς τὴν θεραπείαν τῶν στρατιωτικῶν ἡμῶν ἀναγκῶν, τῶν ὁποίων πάντες αἰσθανόμεθα τὴν ἐπιβολήν, χωρὶς νὰ φροντίσωμεν περὶ τῆς θεραπείας αὐτῶν, ἀφαιροῦντες τὰς δαπάνας τὰς μὴ ἐπιβεβλημένας ἐκ τῶν διαφόρων κεφαλαίων καὶ ἄρθρων τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Δὲν θέλω νὰ ἐκτείνω τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ γενικοῦ οἰκονομικοῦ ζητήματος, διότι ἴσως συζητηθῇ τοῦτο κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἀλλὰ περιορίζομαι εἰς τὸ εἰδικὸν θέμα, τὸ ὁποῖον ἔφερε τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν ἐπὶ τὸ βῆμα, καὶ ἐπιδοκιμάζων αὐτὸν, διότι ἀνέγραψε τὴν δαπάνην τοῦ 1,000,000, συνιστῶ εἰς αὐτὸν νὰ διαγράψῃ τὸ ἔσοδον τῶν 2,000,000, τὸ ὁποῖον εἶναι ἀνύπαρκτον, καὶ τοῦ ὁποίου ἡ ἀναγραφὴ ἐνέχει τι τὸ ὅλως ἔκρυθμον. Ἀναγράφομεν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, ὅτι εἰσπράττομεν 2,000,000· πόθεν; ἐκ τῶν γενικῶν λογαριασμῶν. Ἀλλ’ εἰσέρχονται οὐχὶ 2,000,000, ἀλλὰ δύο κἄν δραχμαὶ εἰς τὸ Δημόσιον; Διατὶ λοιπὸν ν’ ἀναγράφωνται; Διὰ τὴν ὄρεξιν νὰ δεικνύωμεν περισσεύματα εἰκονικά; Δὲν ἐπίστευον, ὅτι ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν κατέχεται ἀπὸ τὴν ὄρεξιν ταύτην τῆς ἐπιδείξεως περισσευμάτων. Συνιστῶ δ’ εἰς αὐτὸν, ἵνα παραδεχθῇ, ὅτι ἡ ὑγιεστέρα πολιτικὴ οἰκονομικὴ εἶναι ἐκείνη, ἡ ὁποία στηρίζεται ἐπὶ τῆς εἰλικρινείας, ἐκείνη, ἡ ὁποία ἀποκρούει πᾶν εἰκονικὸν, ἐκείνη, ἡ ὁποία ζητεῖ νὰ διαγράψῃ τὰς ἀγόνους καὶ περιττὰς δαπάνας, ὅπως ἐξυπηρετήσῃ τὰς γονίμους καὶ ἐπιβαλλομένας. Πιστεύω, ὅτι, ὅταν μελετήσῃ περισσότερον τὸ ζήτημα ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὅπως ἐμελέτησε καὶ τὸ ζήτημα τοῦ πρὸς τὴν Ἑταιρείαν τῶν Σιδηροδρόμων Πειραιῶς–Ἀθηνῶν–Πελοποννήσου δανείου τῶν 3,000,000, θὰ διαγράψῃ τὸ ἔσοδον τοῦτο, καὶ δὲν θὰ δώσῃ ἀφορμήν, ἵνα ἐγερθῇ ἐκ νέου ἡ συζήτησις αὕτη.
§26ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐλπίζω, ὅτι ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν κατὰ τὴν νύκτα ἐσκέφθη ἐπὶ τῶν πραγμάτων καὶ ἦλθεν εἰς ἀποφάσεις ὀρθοτέρας, καὶ ὅτι θέλει συναινέσει ἐπὶ τέλους νὰ διαγραφῶσι τὰ δύο ἑκατομμύρια. Καὶ ἂν ἐξετάσῃ τις τὸ ζήτημα ὑπὸ τὴν ἁπλουστέραν ὄψιν, βλέπει ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν δὲν ἠδυνήθη νὰ ἀποδείξῃ, ὅτι ἡ δοθεῖσα ἐντολὴ περὶ ἀποδόσεως δύο ἑκατομμυρίων κατ’ ἔτος εἰς τὴν Τράπεζαν ἀπέναντι τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας μετέβαλε κατὰ τὸ παραμικρὸν τὸν χαρακτῆρα τοῦ δανείου. Τὸ δάνειον τοῦτο ἦτο δάνειον ἐπὶ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ, τὸ δάνειον τοῦτο ἐξακολουθεῖ νὰ ἦναι δάνειον ἐπὶ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ, μετὰ τῆς διαφορᾶς, ὅτι ἐν τῷ ἀλληλοχρέῳ λογαριασμῷ, περὶ οὗ ὡμίλησε πρότερον, ἐξ ἐπιταγῆς τῶν ξένων ἐγγυητῶν ἡ πίστωσις ἡμῶν ἠλαττώθη κατὰ δύο ἑκατομμύρια ἐτησίως. Τὸ πρῶτον ἔτος δύο, τὸ δεύτερον τέσσαρα, τὸ τρίτον ἕξ ἑκατομμύρια, μέχρι τοῦ 1926, νομίζω, ὅτε περιορίζεται ἡ πίστωσις ἡμῶν εἰς τὸ ποσὸν μόνον 40 ἑκατομμυρίων, τὸ ἔξω τῶν ἕως τότε ἀποδοθησομένων. Μένει λοιπὸν ἡ αὐτὴ δοσοληψία μεταξὺ Δημοσίου καὶ Τραπεζῶν, καὶ τὰ ποσὰ, ἅτινα ἐπιστρέφονται, ἀπαλλάττουσι τὸ Δημόσιον τοῦ πρὸς 1% τόκου. Οὐδεὶς ἄρα λόγος μεταβολῆς τῶν πραγμάτων ὑπηγόρευε τὴν μεταβολὴν τῶν ἤδη παραδεδεγμένων ἀπὸ τοῦ 1885.
§27Φ. ΝΕΓΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ὑπάρχει λόγος σπουδαιότατος, ὅτι, ἐν ὅσῳ δὲν γίνεται ἡ μεταφορὰ τῶν ἀποσβεννυμένων ποσοτήτων ἐκ τῶν χρηματιστικῶν λογαριασμῶν εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους, σημειοῦνται τὰ δάνεια ἐπὶ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ ἐν τοῖς πρώτοις ὁλόκληρα, καὶ οὕτω φαινόμεθα, ὅτι χρεωστοῦμεν ποσὰ, τὰ ὁποῖα δὲν χρεωστοῦμεν.
§28ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὅστις τοσαύτην δεικνύει ἐπιθυμίαν ἀκριβείας περὶ τὴν ἐγγραφὴν τῶν εἰσαγομένων ἐκ δανείων εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον, καὶ αὐτῶν τῶν ἀπὸ μακρῶν ἐτῶν εἰσαγομένων καὶ λησμονημένων ἐσόδων, ἔπρεπε πρὸ παντὸς νὰ σκεφθῇ, ὅτι ἔχομεν ἄλλο δάνειον, ὅπερ οὐδαμοῦ φαίνεται, οὔτε ἐν τοῖς Προϋπολογισμοῖς, οὔτε ἐν τοῖς μηνιαίοις πίναξιν, οὔτε ἐν τοῖς ἰσολογισμοῖς τῆς γενικῆς ληψοδοσίας τοῦ Κράτους, τὸ δάνειον τοῦ σιδηροδρόμου Πύργου–Κυπαρισσίας Μελιγαλᾶ. Οὐδαμοῦ δύνασθε νὰ εὕρητε, τί συμβαίνει ἐπὶ τοῦ δανείου τούτου. Ἔχομεν σήμερον δεδημοσιευμένους τοὺς πίνακας τῆς γενικῆς ληψοδοσίας τοῦ Κράτους μέχρις Ἰουνίου 1901· μέχρις ἐκείνου τοῦ χρόνου οὐδὲ δραχμὴ μνημονεύεται περὶ τοῦ δανείου τούτου ἐν τοῖς πίναξι τούτοις. Ἐν τοῖς προϋπολογισμοῖς οὔτε ὡς ἔκτακτον ἔσοδον ἐκ δανείου ἀναφέρεται, οὔτε ἐν τοῖς προσωρινοῖς ἀπολογισμοῖς, ἀλλ’ οὔτε εἰς τὰ ἔξοδα ἀναφέρονται οἱ τόκοι, τοὺς ὁποίους καταβάλλομεν ...
§29Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι φυσικὸν νὰ μὴ ὑπάρχῃ οὐδαμοῦ ἐγγραφή, διότι ἡ λειτουργία τοῦ δανείου αὐτοῦ ἄρχεται ἀπὸ τοῦ 1903.
§30ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἄρχεται τότε ἡ χρεωλυτικὴ λειτουργία τοῦ δανείου, καὶ τὸν Ἰανουάριον τοῦ 1903 γίνεται ἡ ἐμφάνισις αὐτοῦ, μάλιστα· ἀλλ’ ὅστις ἐξετάσῃ τὸν νόμον καὶ τὸ Διάταγμα τὸ κανονίσαν τὰ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου, βλέπει, ὅτι καθ’ ἑξαμηνίαν ἐπὶ δύο ἔτη εἶναι ὑπόχρεως νὰ καταθέσῃ ἡ Τράπεζα 2,463,000 ἀπέναντι 10,000,000 δραχμῶν, ὅσαι ἀποτελοῦσι τὸ πραγματικῶς δανεισθὲν ποσόν· ἐκ τοῦ ποσοῦ δὲ, λέγει ῥητῶς ὁ νόμος (τὸ Διάταγμα ὁρίζει καὶ τὰ ποσὰ) ἐκ τοῦ ποσοῦ τοῦ καθ’ ἑξαμηνίαν καταβαλλομένου ἐκρατοῦντο οἱ τόκοι πρὸς 5½%, καταβαλλομένης τῆς διαφορᾶς... Οὕτω δὲν ἔχει, κ. Ὑπουργέ;
§31ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Κρατεῖται ἐν τῇ Τραπέζῃ, μεταβιβάζεται δὲ εἰς τὸ Δημόσιον ἀπὸ τοῦ Ἰανουαρίου τοῦ 1903.
§32ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἄν ἐξετάσωμεν τὸ πρᾶγμα καλῶς, ἐπληρώσαμεν πραγματικῶς ἐπὶ ἑκάστης δόσεως τόκους· πῶς ἐπληρώσαμεν αὐτούς; διὰ συμψηφισμοῦ τοῦ ποσοῦ τῶν τόκων πρὸς τὸ ποσὸν τῆς δόσεως, δηλαδὴ ἐκ τοῦ ποσοῦ τῆς δόσεως ἀφῃρέθη τὸ ἀνάλογον μέρος τῶν τόκων.
§33ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Κατὰ τὴν σύμβασιν, ὑπὸ τῆς Τραπέζης μεταβιβάζεται εἰς τὸ Δημόσιον κατὰ τὸ 1903.
§34ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Κατὰ τὴν ἰδέαν ταύτην, ὅλη ἡ δαπάνη τῶν τεσσάρων ἑξαμηνιῶν θέλει βαρύνει τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1903.
§35ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀκριβῶς τοῦτο λέγει ἡ σύμβασις, ἡ ἐπικυρωθεῖσα διὰ νόμου.
§36ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐν τούτοις ἐγὼ, ἀπορῶν περὶ τῆς τοιαύτης σιωπῆς, ἐνόμισα ὅτι ἔχω καθῆκον νὰ παρακαλέσω τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ καταθέσῃ τὸν λογαριασμὸν τοῦ δανείου τούτου, διότι διὰ τῆς τετάρτης δόσεως τῆς πληρωμῆς τῆς γενομένης τὸ 1901, κατὰ Νοέμβριον, πάντα τὰ πληρωτέα κατεβλήθησαν, πάντες οἱ τόκοι, οἱ ἀφαιρούμενοι δι’ ἑκάστην καταβολὴν ποσοῦ, ἀφῃρέθησαν, καὶ σήμερον ἂν δὲν μετεβίβασε μέχρι τοῦδε τὸ ποσὸν ἡ Τράπεζα, εἶναι ὅμως καθωρισμένον, μετὰ μόνης τῆς διαφορᾶς, ὅτι ὑπάρχει ποσόν τι, ὅπερ θ’ ἀποδοθῇ ὑπὸ τῆς Τραπέζης εἰς τὴν Ἑταιρείαν, ἐν ᾗ περιπτώσει τὸ ἔργον τελεσθῇ πρὸ τοῦ Σεπτεμβρίου τοῦ 1902. Τοῦτο εἶναι μόνον ἀκριβῶς ἐκκρεμὲς, τὰ δὲ ἄλλα εἶναι περατωμένα, καὶ μένει μόνον ἡ μεταβίβασις τῶν λογαριασμῶν ἀπὸ τῆς Τραπέζης εἰς τὸ Δημόσιον. Λοιπὸν παρακαλῶ τὸν κύριον Ὑπουργὸν νὰ ὑποβάλῃ ἀκριβῆ λογαριασμὸν τῶν ἐκ τοῦ δανείου τοῦ σιδηροδρόμου Πύργου – Κυπαρισσίας–Μελιγαλᾶ εἰσπραχθέντων καὶ τῶν ἕνεκα τοῦ δανείου τούτου μέχρι σήμερον καταβληθέντων τόκων, μετ’ ἀκριβοῦς διακρίσεως τοῦ χρόνου καὶ τοῦ ποσοῦ ἑκάστης εἰσπραχθείσης δόσεως καὶ τοῦ χρόνου, τοῦ τρόπου καὶ τοῦ ποσοῦ ἑκάστης καταβολῆς τόκου, νὰ πληροφορήσῃ δὲ τὴν Βουλὴν, ποῦ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἢ τοῦ ἀπολογισμοῦ τοῦ Κράτους καὶ τίνων ἐτῶν κατεχωρίσθησαν τά τε εἰσπραχθέντα ἐξ αὐτοῦ καὶ τὰ εἰς τὴν ὑπηρεσίαν αὐτοῦ δαπανηθέντα. Ταύτας τὰς πληροφορίας θέλω παρακαλέσει τὸν κύριον Ὑπουργὸν νὰ προσκομίσῃ εἰς τὴν Βουλὴν, δηλαδὴ τὴν πληροφορίαν περὶ τοῦ λογαριασμοῦ τοῦ δανείου.
§37Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἐγὼ, κύριοι Βουλευταὶ, δὲν θέλω ἀναμιχθῆ εἰς λογαριασμοὺς, διότι δὲν θέλω νὰ ἐκτεθῶ εἰς τὰς διακοπὰς, εἰς τὰς ὁποίας ἐξετέθη ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτής.
§38ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Οὐχὶ ἐπὶ ζημίᾳ.
§39Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. .. Ἀλλὰ προεκλήθην ἐκ παρατηρήσεως τοῦ κυρίου Βουλευτοῦ ἐξ Ἄρτης, ὅπως λάβω τὸν λόγον καὶ δώσω πληροφορίας τινὰς εἰς τὴν Βουλὴν. Ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης, ἐξ ἀφορμῆς ἐγγραφῆς τοῦ ποσοῦ ἑνὸς ἑκατομμυρίου διὰ δάνειον εἰς τὴν Ἑταιρείαν τῶν Σιδηροδρόμων Πελοποννήσου ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1902, ἐγγραφῆς, ἡ ὁποία κατ’ ἐμὲ ὀρθότατα ἐγένετο, καὶ διὰ τὴν ὁποίαν συγχαίρω τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργόν, ὁ ὁποῖος προέβη εἰς τὴν δήλωσιν, τὴν ὁποίαν ἠκούσαμεν, ἐξ ἀφορμῆς, λέγω, τῆς ἐγγραφῆς ταύτης ὡμίλησε περὶ περισσευμάτων καὶ περὶ σπατάλης τῶν περισσευμάτων ἐκείνων· καὶ ἐπειδὴ ἐγένετο λόγος περὶ σπατάλης, ἐνεθυμήθην τὴν μακρὰν συζήτησιν, ἡ ὁποία ἔλαβε χώραν πέρυσιν, ὅτε ὑπέβαλον τὴν σύμβασιν, δι’ ἧς τὸ Δημόσιον ἀνέλαβε τὴν ὑποχρέωσιν νὰ δώσῃ δάνειον εἰς τὴν Ἑταιρείαν τῶν Σιδηροδρόμων Πελοποννήσου ἐκ τριῶν ἑκατομμυρίων. Τί ἤκουσα κατὰ τὴν ἡμέραν ἐκείνην! τί ἐλέχθη ἐν τῇ Βουλῇ! πόσα ἐγράφησαν! ὅλοι τὰ ἐνθυμεῖσθε, Κύριοι. Μὲ κατηγόρησαν ἐπὶ σπατάλῃ· ἔλεγον ὅτι τὰ χρήματα τοῦ Δημοσίου ἔδιδον εἰς τὴν Ἑταιρείαν, ὅπως φανῶ εὐχάριστος εἰς φίλους μου...
§40Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Καὶ ἐγώ;
§41Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Δὲν ἠξεύρω, ἂν καὶ ὑμεῖς ἦσθε μεταξὺ τῶν ταῦτα λεγόντων, ἀλλ’ ἐνθυμεῖσθε, ὁποῖαι κραυγαὶ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἐξηνέχθησαν... Τότε ὑπεστήριξα τὰς ἰδέας μου, ἀνέπτυξα τὰς βάσεις, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἐστηρίζετο ἡ σύμβασις, καὶ περιέμενον ἡσύχως, ὅπως τὸ μέλλον δικαιώσῃ τὰς προβλέψεις μου. Εὐτυχῶς, Κύριοι, τὰ πράγματα ἀπέδειξαν, ὅτι ἡ σύμβασις ἐκείνη ἦτο ὠφέλιμος εἰς τὸν σιδηρόδρομον, διότι ἔσωσεν αὐτὸν ἐκ βεβαίας καταστροφῆς, ἀλλ’ ἦτο κυρίως ὠφέλιμος εἰς τὸ Δημόσιον. Ἴσως δύναταί τις νὰ εἴπῃ, ὅτι ἡ παρατήρησις, ἡ τότε γενομένη, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ Κραναίας, τοῦ νῦν Ὑπουργοῦ τῆς Ἐκπαιδεύσεως, ὁ ὁποῖος μὲ συνεβούλευε νὰ ἔχω καρδίαν σκληροτέραν πρὸς τὰς ἑταιρείας, ἀπεδείχθη ἐκ τῶν γεγονότων, ὅτι ἔπρεπεν ἄλλως νὰ διατυπωθῇ· ἔπρεπεν ἴσως ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας νὰ εἴπῃ τότε, ὅτι διὰ τῆς συμβάσεως ἔδειξα παρὰ πολὺ σκληρὰν καρδίαν πρὸς τὴν Ἑταιρείαν. Καὶ τώρα ἔρχομαι εἰς τὴν ἐξέτασιν τῶν ἀποτελεσμάτων τῆς συμβάσεως ἐκείνης. Ὁποῖα ὑπῆρξαν τὰ ἀποτελέσματα τῆς ἐκμεταλλεύσεως τοῦ σιδηροδρόμου Πελοποννήσου κατὰ τὸ ἔτος 1901, δύναμαι διὰ τῶν ἑξῆς ἀριθμῶν νὰ ἀποδείξω. Ὁ σιδηρόδρομος Πειραιῶς–Ἀθηνῶν–Πατρῶν, ἐνῷ ἔδωσε κατὰ τὸ 1900 δρ. 3,797,735, κατὰ τὸ 1891 ἔδωσε 4,349,159. Ὁ σιδηρόδρομος Διακοφτοῦ–Καλαβρύτων, ἐνῷ ἔδωσε κατὰ τὸ 1900 δρ. 64,201, κατὰ τὸ 1901 ἔδωσε 71,789. Ὁ σιδηρόδρομος Μύλων–Καλαμῶν, ἐνῷ ἔδωσε κατὰ τὸ 1900 δραχ. 1,003,753, κατὰ τὸ 1901 ἔδωσεν 1,200,103. Ἑπομένως τὸ σύνολον τῶν εἰσπράξεων τοῦ ἔτους 1901 ἀνέρχεται εἰς 5,621,053, ἀπέναντι συνόλου εἰσπράξεων τοῦ 1900, ἀνερχομένου εἰς 4,865,691. Ἄρα ἔχομεν διαφορὰν ἐπὶ πλέον εἰς τὰς εἰσπράξεις τοῦ 1901 καθαρὰν 755,362. Ταῦτα κυρίως ὀφείλονται εἰς τὴν σύμβασιν, διότι οὐδεὶς ὑπάρχει ὁ μὴ ἀναγνωρίζων, ὅτι ἄνευ τῆς συμβάσεως ἦτο ἀδύνατον νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ λειτουργία τοῦ σιδηροδρόμου. Ἀλλ’ ἐξετάσωμεν τώρα, ὁποῖα ὑπῆρξαν τὰ χρηματικὰ ἀποτελέσματα τῆς συμβάσεως ὡς πρὸς τὸ Δημόσιον. Μὲ τὰ ἀποτελέσματα τὰ ἐπιτευχθέντα, καὶ ἐπὶ τῇ ὑποθέσει, ὅτι θὰ ἦτο δυνατὴ ἡ ἐξακολούθησις τῆς λειτουργίας τοῦ σιδηροδρόμου ἄνευ τῆς συμβάσεως, — καὶ ταῦτα λέγω, ὅπως μὴ ἀντιταχθῶ εἰς τὴν γνώμην τοῦ ἐξ Ἄρτης κ. Βουλευτοῦ, — καὶ ἐπὶ τῇ ὑποθέσει, λέγω, ὅτι θὰ ἦτο δυνατὴ ἡ ἐξακολούθησις τῆς λειτουργίας τοῦ σιδηροδρόμου ἄνευ τῆς συμβάσεως, καὶ ἐπὶ τῇ ἑτέρᾳ ὑποθέσει, ὅτι ἤθελον ἐπιτευχθῆ ἐκ τῆς ἐκμεταλλεύσεως τοῦ σιδηροδρόμου τὰ ἀποτελέσματα τὰ ἐπιτευχθέντα, ἂς ἴδωμεν, ἄνευ τῆς συμβάσεως ποία θὰ ἦτο ἡ θέσις τοῦ Δημοσίου. Πρὸς τοῦτο ἐξετάζω κυρίως τὸν σιδηρόδρομον Μύλων–Καλαμῶν. Ἂν δὲν ὑπῆρχεν ἡ σύμβασις, τὰ εἰσπραχθέντα ἐκ τοῦ σιδηροδρόμου Μύλων–Καλαμῶν, τὰ ὁποῖα, ὡς εἶπον, ἀνῆλθον εἰς 1,200,103 δραχμάς...
§42Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τοῦ 1901;
§43Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Τὰ ἀποτελέσματα, λέγω, τοῦ 1901, τῇ ἀφαιρέσει τῶν δαπανῶν ἐκμεταλλεύσεως συμφώνως τῷ barême, ἀνερχομένῳ εἰς 782,547, θὰ ἄφιναν ὑπόλοιπον καθαρὸν 417,556. Ἐκ τοῦ ποσοῦ τούτου, ἐπὶ τῇ βάσει τῆς συμβάσεως, τὸ Δημόσιον θὰ λάβῃ τὸ ἥμισυ, δηλαδὴ δραχμὰς 208,778. Ἐὰν δὲν εἶχε γείνῃ ἡ σύμβασις, τί ἤθελε λάβει τὸ Δημόσιον;
§44Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τὸ ἴδιον.
§45Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Τὸ ἴδιον, λέγει ὁ κύριος Βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης! Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης ἔχει τὴν κακὴν συνήθειαν νὰ ὁμιλῇ πρὶν ἢ σκεφθῇ. Καὶ ἐνῷ πιθανὸν εἶναι νὰ ἦσθε ἐν τῇ ἀληθείᾳ, ὅταν σκέπτησθε πρὶν ἢ ὁμιλῆτε, βεβαίως ὁσάκις ὁμιλῆτε πρὶν ἢ σκεφθῆτε, φθάνετε εἰς ἄτοπα· καὶ τώρα, ὅτε λέγετε «τὸ ἴδιον», λέγετε μὴ ἀκριβῆ. Καὶ τὴν ἀκρίβειαν ἀποδεικνύω ἀμέσως. — Καὶ μοὶ κάμνει ἐντύπωσιν, πῶς ἀπατᾶσθε εἰς λογιστικὰ, τὰ ὁποῖα ἀναντιρρήτως εἶναι τῆς ἁρμοδιότητός σας. — Δυνάμει συμβάσεως προϋπαρχούσης καὶ δυνάμει νόμου κυρώσαντος τὴν σύμβασιν ταύτην, γνωρίζετε, ὅτι ἡ Ἑταιρεία ἦτο ὑποχρεωμένη εἰς τὴν καταβολὴν τῶν 4/10 τοῦ εἰς αὐτὴν ἀνήκοντος μεριδίου τοῦ καθαροῦ κέρδους πρὸς κάλυψιν τῶν τόκων καὶ τοῦ χρεωλυσίου τοῦ δανείου τῶν 2,600,000 δραχμῶν, ὅτι δυνάμει δευτέρας διατάξεως τῆς αὐτῆς συμβάσεως, ἐν ᾗ περιπτώσει ἐκ τῶν ἑτέρων 6/10 ἤθελε μείνει ὑπόλοιπόν τι μετὰ τὴν πληρωμὴν 3,600 λιρῶν ὀφειλομένων διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δανείου τῶν λιρῶν 120,000, τὸ ὑπόλοιπον τοῦτο ἤθελε καταλογισθῆ εἰς τὴν πληρωμὴν τοῦ τόκου τοῦ δανείου τῶν 2,600,000 δραχμῶν· ἀλλὰ τὸ Δημόσιον θὰ ὑπεχρεοῦτο, ἐν ᾗ περιπτώσει τὰ 4/10 ταῦτα καὶ τὸ ὑπόλοιπον τῶν 6/10 δὲν ἐπήρκουν πρὸς κάλυψιν τοῦ τόκου καὶ τοῦ χρεωλυσίου τοῦ δανείου τῶν 2,600,000 δραχμῶν, νὰ καταβάλῃ τὸ ὑπόλοιπον. Ἂς ἐξετάσωμεν τώρα, τί ἤθελε συμβῆ. Τὸ χρεωλύσιον τοῦ δανείου τῶν 2,600,000 δραχμῶν ἀνέρχεται εἰς 137,000 ἐτησίως. Τὸ μερίδιον τῆς Ἑταιρείας διὰ τὸ ἔτος 1901, ὡς ἀνεφέραμεν ἤδη εἰς τὴν Βουλὴν, εἶναι 208,000. Ἐξ αὐτῶν λοιπὸν ὑποχρεοῦται ἡ Ἑταιρεία, κατὰ τὴν παλαιὰν σύμβασιν, ὡς εἶπον, νὰ διαθέτῃ τὰ 4/10. Τὰ 4/10 τῶν 208,000 εἶναι 83,200 δραχμαί. — Ἔχει οὕτω τὸ πρᾶγμα ἢ ὄχι, κύριε Βουλευτὰ ἐξ Ἄρτης; — Ἐπειδὴ ὅμως ἡ ὑπηρεσία τοῦ δανείου ἀπαιτεῖ δραχ. 137,000, τὸ ὑπόλοιπον, ἤτοι 137,000 μεῖον 83,200, θὰ ἦτο εἰς βάρος τοῦ Δημοσίου, διότι ἐκ τῶν 6/10 δὲν δύναται οὐδὲ νὰ καλυφθῇ τὸ ποσὸν τὸ ὀφειλόμενον διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δανείου τῶν λιρῶν στερλινῶν 120,000, τὸ ἀνερχόμενον εἰς δραχμὰς 144,000· ἄρα οὐδὲν ὑπόλοιπον μένει ἐκ τῶν 6/10. Λοιπόν, κύριε Βουλευτὰ ἐξ Ἄρτης, δὲν εἶναι «τὸ ἴδιον». Δυνάμει τῆς παλαιᾶς συμβάσεως, τὸ Δημόσιον θὰ κατέβαλλεν 53,800 δραχμὰς ἐκ τοῦ εἰς αὐτὸ ἀνήκοντος μεριδίου τοῦ κέρδους πρὸς κάλυψιν τοῦ τοκοχρεωλυσίου τοῦ δανείου τῶν 2,600,000· ἑπομένως ἔχει κέρδος, δυνάμει τῆς πέρυσι ψηφισθείσης συμβάσεως, 53,800 δραχμάς. Ἐκτὸς δὲ τούτου τί ἔχει; ἔχει καὶ τὸν τόκον 6% ἐπὶ τοῦ δανεισθέντος ποσοῦ τοῦ ἑνὸς ἑκατομμυρίου, διότι τὰ κέρδη τῆς Ἑταιρείας ἐπιτρέπουσιν εἰς αὐτὴν νὰ πληρώσῃ τὸν τόκον τοῦ ποσοῦ τούτου. Ἑπομένως τὸ 1,000,000, τὸ ὁποῖον προκαταβάλλομεν, δίδει εἰς τὸ Δημόσιον ἀφ’ ἑνὸς 6%, ἀφ’ ἑτέρου δραχ. 53,800, τὰς ὁποίας δὲν ἤθελε λάβει, διότι τὸ ποσὸν τῶν 208,000, τὸ ὁποῖον ἀνήκει εἰς τὸ Δημόσιον, ἤθελεν, ἐὰν δὲν εἶχε ψηφισθῆ ἡ σύμβασις, ἐλαττωθῆ κατὰ 53,800 δραχμάς. Πείθεσθε, ὅτι δὲν εἶναι τὸ ἴδιον;
§46Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Θὰ σᾶς εἴπω.
§47Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Θὰ ἤμην πολὺ εὐχαριστημένος νὰ μοὶ εἴπητε.
§48Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τὸ ἀποτέλεσμα αὐτὸ προῆλθεν ἐκ τοῦ ὅτι ηὔξησαν αἱ εἰσπράξεις τοῦ σιδηροδρόμου Μύλων– Καλαμῶν.
§49Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Καταντᾷ ἀληθῶς ἀπελπιστικὸν αὐτὸ, τὸ ὁποῖον λέγετε. Ὁμολογῶ, ὅτι ἡ ἀπάντησίς σας εἶναι ἀπελπιστικὴ διὰ τὴν λογιστικήν σας ἱκανότητα. Καὶ θὰ σᾶς τὸ ἀποδείξω.
§50Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐὰν δὲν ἐπήρχετο ἡ αὔξησις τῶν εἰσπράξεων τοῦ σιδηροδρόμου Μύλων–Καλαμῶν, βεβαίως δὲν θὰ ἦτο τὸ ἀποτέλεσμα αὐτό. Ἀποδώσατε ἑπομένως τὰ ἀποτελέσματα εἰς τὴν αὔξησιν τῶν ἐσόδων, καὶ οὐχὶ εἰς τοὺς ὅρους τῆς συμβάσεως.
§51Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἀπελπιστικὴ ἡ ἀπάντησίς σας!
§52Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δύνασθε ν’ ἀπελπίζησθε ὅσον θέλετε.
§53Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἀπελπίζομαι διὰ λογαριασμόν σας, καὶ ἀποδεικνύω ἀμέσως, ὅτι εἶναι δεδικαιολογημένη ἡ ἀπελπισία μου. Ἐγὼ ἔλαβον ὑπ’ ὄψιν τὴν αὔξησιν τὴν πραγματοποιηθεῖσαν εἰς τὰ ἔσοδα, καὶ σᾶς εἶπον, ἂν δὲν ὑπῆρχεν ἡ σύμβασις, τί θ’ ἀπελάμβανε τὸ Δημόσιον ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἐσόδων ἐκείνων· καὶ σᾶς εἶπον, τί θ’ ἀπολαύσῃ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν αὐτῶν ἐσόδων δυνάμει τῆς νέας συμβάσεως, καὶ ἀπέδειξα, ὅτι ἐπὶ τῇ βάσει τῶν αὐτῶν ἐσόδων θέλει ἀπολαύσει δραχμὰς 53,800 περισσοτέρας ἐκείνων, ἃς θὰ ἐλάμβανεν, ἐὰν δὲν εἶχε γείνῃ ἡ σύμβασις. Λοιπὸν ἡ διαφορὰ τῶν ἐσόδων οὐδεμίαν ἔχει σχέσιν πρὸς τὸ ζήτημα.
§54ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Βεβαίως ἔχει.
§55Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Σᾶς παρακαλῶ νὰ μοὶ τὸ ἀποδείξητε. Περιμένω.
§56Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Διότι, ἂν δὲν ἐπήρχετο ἡ αὔξησις τῶν ἐσόδων, δὲν θὰ εἴχετε τὰ ἀποτελέσματα.
§57Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Παρακαλῶ. Δὲν πρόκειται, ἂν θὰ εἴχομεν ἢ δὲν θὰ εἴχομεν τὰ ἀποτελέσματα, ἀλλὰ πρόκειται νὰ μοῦ ἀπαντήσητε εἰς τοῦτο· δεδομένης τῆς αὐξήσεως, ἔχομεν δυνάμει τῆς νέας συμβάσεως περισσότερα ἢ ὄχι; Δὲν ἀπαντᾶτε λοιπὸν εἰς τὴν ἐρώτησίν μου, καὶ ἑπομένως σᾶς λέγω, ὅτι λογιστικῶς ἀπατᾶσθε, δὲν ἐπιτρέπεται δ’ εἰς ὑμᾶς ἀπάτη περὶ τὰ λογιστικά. Ἀφοῦ ἀπέδειξα ὁπόσον ἡ ψηφισθεῖσα σύμβασις ἀπέβη ὠφέλιμος εἰς τὸ Δημόσιον, δικαιοῦμαι νὰ εἴπω, χωρὶς νὰ θέλω νὰ ἐπιμείνω περισσότερον, ὅτι καλὸν εἶναι νὰ ἤμεθα κἄπως μέτριοι εἰς τὰς κρίσεις μας, καὶ ὅταν πρόκηται περὶ καλοῦ, τὸ ὁποῖον ἐπιδιώκεται διά τινος συμβάσεως, νὰ μὴ προβαίνωμεν εἰς αὐστηρὰς κρίσεις, ἀλλὰ νὰ περιμένωμεν, ὅπως τὰ πράγματα ἐπιτρέψωσιν εἰς ἡμᾶς, ἵνα τοιαύτας αὐστηρὰς κρίσεις διατυπώσωμεν.
§58Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὁ κύριος Βουλευτὴς ἐκ Κερκύρας, ἰσχυρίσθη, ὅτι εἶναι καὶ λογιστικός. Νομίζω ὅτι ἠδύνατο νὰ περιορισθῇ εἰς τὴν βεβαίωσιν τὴν ἀληθῆ, τὴν θετικὴν, τῶν ἀποτελεσμάτων τῆς συμβάσεως. Τὸ θετικὸν ἀποτέλεσμα τῆς συμβάσεως εἶναι, ὅτι ἔσωσε τὴν Ἑταιρείαν τῶν Σιδηροδρόμων Ἀθηνῶν–Πειραιῶς–Πελοποννήσου ἀπὸ τὴν πτώχευσιν, ἥτις ἐπέκειτο, καὶ ἡ ὁποία ἠδύνατο νὰ ἐπέλθῃ ἄνευ τῆς συμβάσεως ἐκείνης. Ὅτι ἡ σωτηρία τῆς Ἑταιρείας, ἡ διατήρησις μιᾶς ἐντοπίου ἑταιρείας, πρὸς τὴν ὁποίαν ὀφείλομεν πᾶσαν δυνατὴν ὑποστήριξιν, εἶναί τι καλὸν, εἶναι ἀναμφισβήτητον. Καὶ ὅτε ὑπεβλήθη ἡ σύμβασις ἐκείνη, πλανᾶται ὁ κύριος Βουλευτὴς ἐκ Κερκύρας, ὑποθέτων, ὅτι εἶχον ἀντίθετον γνώμην.
§59Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ὁ κύριος Δούνης τὴν ἐπολέμησε.
§60Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τὸ βέβαιον εἶναι, ὅτι ἡ σωτηρία τῆς Ἑταιρείας ἐπέφερε κανονικωτέραν καὶ ὁμαλωτέραν τὴν λειτουργίαν αὐτῆς καὶ ἐκμετάλλευσιν. Ἡ κανονικωτέρα δὲ αὐτῆς ἐκμετάλλευσις ἐπέφερε τ’ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα ὁ κύριος Βουλευτὴς ἐκ Κερκύρας εἶπεν, ὅτι ὀφείλονται εἰς τὴν τροποποίησιν τῶν ἀρχικῶν ὅρων τῆς συμβάσεως.
§61Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Λοιπὸν τί εἶναι;
§62Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Κατελήφθητε ὑπὸ ἀπελπισίας, κακῶς ποιοῦντες· καὶ μοὶ ἐπιτρέπεται νὰ σᾶς κάμω τὴν παρατήρησιν, ὅτι οὐδὲ ἐπὶ μικρῶν, οὐδὲ ἐπὶ μεγάλων ζητημάτων δὲν πρέπει νὰ καταλαμβάνησθε ὑπὸ ἀπελπισίας· πρέπει νὰ ἔχητε πάντοτε τὸ θάρρος καὶ ἐπὶ τῶν μικρῶν καὶ ἐπὶ τῶν μεγάλων ζητημάτων, καὶ νὰ μὴ ἀπελπίζησθε. Λοιπὸν, ἐὰν δὲν ἀπηλπίζεσθε, θὰ ἠκούετε πλήρη τὴν γνώμην μου, ὅτι ἡ διάσωσις τῆς Ἑταιρείας κυρίως καὶ ἡ ἐξ αὐτῆς βελτίωσις τῶν οἰκοδομημάτων, συνδυαζομένη μὲ τὴν τροποποίησιν τῶν ὅρων τῆς συμβάσεως, ἐπέφερε τ’ ἀποτελέσματά της.
§63Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἐὰν ἐλέγετε προτήτερα «ἡ τροποποίησις τῶν ὅρων», δὲν ἤθελον κάμει καμμίαν παρατήρησιν.
§64Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἀλλὰ σᾶς εἶδον ἀπηλπισμένον. Ἐὰν ὅμως ἐξετάσητε τὸ σύνολον τῆς συμβάσεως καὶ τῶν ἀποτελεσμάτων ἐπὶ τοῦ συνόλου τῆς ἐκμεταλλεύσεως τῆς Ἑταιρείας, θέλετε πεισθῆ περὶ ὅσων εἶπον. Ἠθέλομεν ἐξετάσει αὐτὸ ἴσως, ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ συζητήσωμεν τὸ δάνειον τῶν 3,000,000, καὶ ἂν ὑμεῖς εἴχετε τὴν πεποίθησιν, ὅτι τὸ σύνολον τῶν ἀποτελεσμάτων τῆς συμβάσεως εἶναι ἡ ἐξασφάλισις πασῶν τῶν ὑποχρεώσεων τῶν ἐκ τοῦ νόμου. Ἐὰν ἦσθε πεπεισμένος περὶ τοῦ ἐναντίου, ἠθέλετε ὑποστηρίξει τὴν διαγραφὴν ἐκ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν τῆς πιστώσεως τοῦ 1,000,000, καὶ ἠθέλετε ἀποδοκιμάσει τὴν δήλωσιν τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν· διότι, ἐὰν τὰ ἀποτελέσματα τῆς συμβάσεως καθιστῶσιν ἀσφαλεῖς πάσας τὰς ὑποχρεώσεις τῆς Ἑταιρείας, τὸ δάνειον ἐκεῖνο εἶναι δάνειον ἀσφαλέστατον, καὶ ἑπομένως δὲν πρόκειται νὰ χαρακτηρισθῇ ὡς δαπάνη· ἀλλ’ ὑμεῖς, αἰσθανόμενοι μάλιστα τώρα, ὅτε ἀπεδείχθητε ἀσχολούμενοι καὶ περὶ τὰ λογιστικὰ, αἰσθανόμενοι, ὅτι δὲν θὰ ἦσαν τὰ ἀποτελέσματα πλήρη, τοιαῦτα, οἷα τὰ προβλέπει ἡ σύμβασις, παρεδέχθητε, πολὺ ὀρθῶς ποιοῦντες, ὡς καὶ ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ἡμεῖς πάντες, ὅτι πρέπει ἡ πληρωμὴ αὐτοῦ τοῦ 1,000,000 νὰ χαρακτηρισθῇ ὡς δαπάνη.
§65Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Λόγῳ τάξεως, οὐχὶ λόγῳ ἀπελπισίας.
§66Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἡ τάξις εἰς τὴν καταβολὴν τῶν χρημάτων ἔρχεται δευτερεύουσα.
§67ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Ἐπιτροπὴ τοῦ Λογιστικοῦ τῆς Βουλῆς καταθέτει τὴν ἔκθεσίν της καὶ τὸν προϋπολογισμὸν τῶν ἐξόδων τῆς Βουλῆς τῆς ἐνεστώσης Συνόδου. Θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα ἀριθ. 46–47).
§68Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐναντίον πρὸς ὅσα φρονεῖ ὁ ἔντιμος προλαλήσας, νομίζω, ὅτι ὁ ἔντιμος πρώην Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἠδύνατο νὰ καυχηθῇ σήμερον ἐπὶ τόλμῃ, ὡς ἐπίσης ἠδύνατο νὰ εἴπῃ, ὡς καὶ εἶπε, πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, ὅτι ἡ τρυφερότης τῆς καρδίας δὲν ἀπέβη αὐτῷ ἄνευ κέρδους κατὰ τὴν συζήτησιν τῆς συμβάσεως τοῦ δανείου τῶν 3,000,000. Ἀληθῶς ἠδύνατο ν’ ἀξιώσῃ σήμερον ἔπαινον ἐπὶ τῇ τόλμῃ, τὴν ὁποίαν ἐπεδείξατο τότε, διότι τ’ ἀποτελέσματα ἀπέβησαν πράγματι ὑπὲρ αὐτοῦ. Ποῦ ὅμως θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ φθάσῃ, ἂν τ’ ἀποτελέσματα ἦσαν διαφορετικά; Καὶ δὲν ἦτο δύσκολον νὰ ἦσαν διαφορετικά, ἐὰν ἐπήρχοντο αἱ δυσάρεστοι περιστάσεις, αἱ ὁποῖαι εἶχον ἐπέλθει καὶ ἄλλοτε εἰς τὸν σιδηρόδρομον. Καὶ σεῖς τότε, ὅτε ὡμιλεῖτε καὶ ὑπερησπίζεσθε τὴν σύμβασιν, ἀπεφύγετε ἐντελῶς νὰ βεβαιώσητε, ὅτι εἴχετε πεποίθησιν, ὅτι τὰ τῆς Ἑταιρείας ἤθελον προβῆ ὁμαλῶς, καὶ ὅτι ἑπομένως τὸ δάνειον ἤθελεν ἄνευ φόβου ζημίας δοθῆ εἰς τὴν Ἑταιρείαν. Εἴχετε ἐλπίδα, ἀλλ’ οὐδεμίαν βεβαιότητα, καὶ διὰ τοῦτο, ὁσάκις ὡμιλήσατε, ὡμιλήσατε μετὰ μεγίστης ἐπιφυλακτικότητος. Ἡμεῖς τότε ἐπεκρίναμεν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις, διαχειριζομένη τὰ δημόσια χρήματα, ἐχορήγει αὐτὰ διὰ δανείου εἰς ἑταιρείαν,—ἔστω δικαιουμένην νὰ ἀξιώσῃ παρὰ τοῦ Κράτους ὑποστήριξιν,—ἐκ τοῦ φόβου, ὅτι τὸ δάνειον αὐτὸ ἠδύνατο νὰ μὴ σώσῃ τὴν Ἑταιρείαν καὶ νὰ περιπλέξῃ τὴν Κυβέρνησιν εἰς ζημίας. Βεβαίως τὰ πράγματα ἀπέβησαν ὑπὲρ ὑμῶν, καὶ πολὺ δικαίως ἀνήλθετε ἐπὶ τὸ βῆμα καὶ ἠξιώσατε τὴν ἐπιδοκιμασίαν δι’ ὅσα ἐπράξατε. Ἀλλὰ δὲν νομίζω, ὅτι ἱκανοποιοῦν καὶ ἡσυχάζουν τὸν τόπον τοιαῦται ἐπιτυχίαι. Μένει πάντοτε τὸ ζήτημα, ἂν πρέπει ἡ Κυβέρνησις νὰ τολμᾷ εἰς τοιαύτας περιστάσεις νὰ χορηγῇ τοιαῦτα δάνεια. Ἐπανερχόμενος ὅμως εἰς τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον κυρίως ἀπασχολεῖ τὴν Βουλήν, τὸ τῆς ἀναγραφῆς τῶν 2,000,000, τὰ ὁποῖα ἀποσβέννυνται, παρατηρῶ, ὅτι ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐξ ἀγαθῆς βεβαίως προαιρέσεως ἐπεθύμει νὰ εἰσαγάγῃ εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τὴν ἀκρίβειαν καὶ τοὺς τύπους τοὺς λογιστικοὺς τῶν ἐμπορικῶν ἑταιρειῶν. Διὰ τοῦτο ἀπορῶ, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ ἀναγράφηται ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ἓν δάνειον τοῦ Κράτους. Εἶπον, ὅτι πρέπει νὰ ἀρχίσωμεν νὰ ἀναγράφωμεν αὐτὰ, καὶ νὰ ἀναγράφωμεν τόσα, ὅσα κατ’ ἔτος ἀποσβέννυνται· ἐν τῇ διαχειρίσει δὲ τῶν ἑταιρειῶν εἶναι ἀδύνατον νὰ μὴ ὑπάρχῃ μερὶς περὶ τούτων, ἂν καὶ ἐν τοῖς Προϋπολογισμοῖς ἀναγράφονται κατ’ ἄλλον τρόπον. Οἱ Προϋπολογισμοὶ ἀναγράφουσιν ἔσοδα καὶ ἔξοδα· ἔσοδα ἐννοοῦνται ὅλα, ὅσα ἐντὸς τῆς χρήσεως πρόκειται νὰ εἰσπραχθῶσιν, ἔξοδα δὲ ὅσα ἐντὸς τῆς χρήσεως πρόκειται νὰ δαπανηθῶσιν. Ἂν ἕν δάνειον ἐλήφθη παρὰ τοῦ Κράτους, δὲν ἔχει θέσιν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τῶν ἐσόδων, ἅμα ὡς ἔπαυσεν ὂν ἔσοδον, καὶ δὲν πρέπει νὰ ἀναγραφῇ. Ἅπαξ ἐλήφθη καὶ ἐδαπανήθη, δὲν ἔχει θέσιν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ. Δὲν ἀναγράφεται ἄλλο τι ἢ ἡ ὑπηρεσία μόνον τοῦ δανείου εἰς τόκους καὶ χρεωλύσια. Τί ἐγένετο ἄλλοτε, δὲν ἐνθυμοῦμαι. Νῦν δὲν ἔχομεν νὰ ἀναγράψωμεν ἄλλο τι ἢ τὴν ἀπόσβεσιν, ἡ ὁποία λαμβάνεται ἐκ τῶν εἰσοδημάτων τοῦ Κράτους. Διὰ τὸ δάνειον ὡς ἔσοδον ἔκλεισαν τὰ βιβλία, καὶ δι’ αὐτὸ ἄλλη καὶ ἄλλως πρέπει νὰ γείνῃ ἐγγραφὴ καὶ διόρθωσις πρὸς ἐξίσωσιν. Ἑπομένως νομίζω, ὅτι εἶναι ἄτακτος καὶ ἀδικαιολόγητος ἡ ἀναγραφὴ τῶν δύο αὐτῶν ποσῶν νῦν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ. Δὲν λέγω, ὅτι δὲν δύνανται νὰ ὑπάρξωσι λογιστικαὶ σκέψεις, αἱ ὁποῖαι νὰ δικαιολογῶσι τοιαύτην ἐγγραφὴν, ἀλλὰ θὰ περιπλέξῃ προδήλως τὰς ἐγγραφὰς τῶν λογιστικῶν βιβλίων, ὥστε νὰ καταντήσῃ μίαν ἡμέραν δυσνόητος καὶ ἀκατάληπτος ὁ Προϋπολογισμός.
§69Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§70Α. ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Κατὰ τὴν γνώμην, ἡ ὁποία ἐξετέθη, αἱ ἀποφάσεις τῶν Ἐποπτικῶν Συμβουλίων εἶναι ὑποχρεωτικαὶ διὰ τὸν Ὑπουργόν. Ἐγὼ ἔχω ἀντίθετον ἰδέαν. Μ’ ὅλα ταῦτα, ἐπειδὴ πολαί εἰσιν αἱ ἀξιώσεις περὶ συστάσεως γραμματοσχολείων, ὡς γνωρίζει ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ὀλυμπίας, — διότι καὶ ἰδιαιτέρως μετ’ αὐτοῦ συνεζήτησα τὸ ζήτημα, — ἀνάγκη μετὰ περισκέψεως καὶ βαθμηδὸν καὶ ἀναλόγως τῶν ὑπαρχόντων μέσων νὰ προβῶ.
§71Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐλπίζω, ὅτι τὸ μέτρον, τὸ ὁποῖον ἐλάβετε, ἕνεκα ἐλλείψεως προσωπικοῦ, ἢ ἕνεκα ἐλλείψεως πιστώσεως, δὲν θέλετε ἐπεκτείνει ἐπὶ τῶν προτάσεων τῶν Ἐποπτικῶν Συμβουλίων, τῶν ἀφορωσῶν μεταβολὰς προσωπικοῦ, τὰς ὁποίας τὸ Ὑπουργεῖον ὀφείλει νὰ ἐκτελέσῃ ὑποχρεωτικῶς.
§72Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Συμφωνῶ μὲ τὴν γνώμην τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ, προκειμένου περὶ τῶν δήμων, ὧν οἱ πόροι εἶναι ἀνεπαρκεῖς. Ὅταν ὅμως οἱ δῆμοι εὐπορῶσιν, ὁ κ. Ὑπουργὸς ἔχει ὑποχρέωσιν νὰ προβῇ.
§73Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Ἐκπαιδεύσεως νὰ ἐκφράσῃ εἰς μίαν τῶν προσεχῶν συνεδριάσεων τῆς Βουλῆς τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ἔχει ἐπὶ τῆς καταργήσεως τῶν γραμματοσχολείων· ἂν δηλ. νομίζει, ὅτι δύνανται νὰ καταργηθῶσιν, ὡς ἔχει ἡ νομοθεσία ἡμῶν, μετὰ τὴν κατάργησιν δηλονότι τῶν Ἐπαρχιακῶν Συμβουλίων καὶ τὴν ἀντικατάστασιν αὐτῶν διὰ Νομαρχιακῶν, μὴ τεθέντων εἰς ἐνέργειαν.
§74Δ. ΚΡΙΤΣΑΣ. Κατὰ τὴν πρώτην Σύνοδον τῆς παρούσης Περιόδου ἐψηφίσθη ὁ νόμος περὶ διοικητικῆς διαιρέσεως τοῦ Κράτους. Κατ’ αὐτὸν, ὁ νομὸς, εἰς τὸν ὁποῖον ὑπηγόμεθα ἡμεῖς, διῃρέθη εἰς δύο, καὶ ἔμεινεν ὁ νομὸς Φθιώτιδος ἀποτελούμενος ἐκ τῶν ἐπαρχιῶν Φθιώτιδος καὶ Λοκρίδος, προστεθείσης εἰς τοῦτον καὶ τῆς ἐπαρχίας Δομοκοῦ. Κατὰ τὸν νόμον ἐκεῖνον, ἕκαστος νομὸς ἔπρεπε νὰ ἔχῃ καὶ ἓν Πρωτοδικεῖον, καὶ διὰ τοῦτο συνεστήθησαν τέσσαρα νέα τοιαῦτα· ὑπέσχετο δὲ ὁ νόμος, ὅτι δι’ εἰδικοῦ Διατάγματος ἤθελον κανονισθῆ αἱ περιφέρειαι τῶν παλαιῶν Πρωτοδικείων. Ἡ νέα διοικητικὴ διαίρεσις ἐφηρμόσθη πρὸ πολλοῦ, τὰ νέα δὲ Πρωτοδικεῖα συνεστήθησαν πρὸ 5 ἢ 6 μηνῶν. Εἰς τὸν νομὸν ὅμως Φθιώτιδος παρατηρεῖται τὸ ἑξῆς, τὸ ὁποῖον δὲν δύνανται νὰ ὑποφέρουν οἱ κάτοικοι, καὶ διὰ τοῦτο μὲ παρακαλοῦσι δι’ ἐπιστολῶν των νὰ ἀπευθύνω παράκλησιν πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, ὅπως οὗτος εὐαρεστηθῇ καὶ ἐκδώσῃ τὸ Διάταγμα, δι’ οὗ θὰ ὑπαχθῇ ἡ ταλαίπωρος ἐπαρχία Δομοκοῦ εἰς τὴν Φθιώτιδα. Προκειμένου περὶ τῆς ἐπαρχίας ταύτης, βεβαιῶ τὴν Βουλὴν, ὅτι ἡ κατάστασις, ἡ ὁποία διέπει αὐτὴν, εἶναι ἀφόρητος, διότι συμφώνως πρὸς τὴν κοινὴν ἐπιθυμίαν ὑπήχθη διοικητικῶς καὶ ἐκκλησιαστικῶς εἰς τὴν Φθιώτιδα, ἀλλ’ ἐξαρτᾶται ἐν τούτοις ἀπὸ πλείστας ἄλλας ἐπαρχίας, διότι οἰκονομικῶς ὑπάγεται εἰς τὴν ἐπαρχίαν Φαρσάλων, δικαστικῶς εἰς τὸ Πρωτοδικεῖον Λαρίσης, δασονομικῶς εἰς τὸ Δασαρχεῖον Ἁλμυροῦ, ὥστε καὶ αὐτοὶ οἱ κάτοικοι δὲν γνωρίζουσι ποῦ εὑρίσκονται, διότι, προκειμένου περὶ ἐκκλησιαστικῶν καὶ διοικητικῶν ὑποθέσεων, εἶναι ἠναγκασμένοι νὰ μεταβῶσιν εἰς Λαμίαν, προκειμένου δὲ περὶ δασονομικῶν ὑποθέσεων, νὰ μεταβῶσιν εἰς Ἁλμυρόν. Ἐπειδὴ λοιπὸν ἡ παράτασις τῆς τοιαύτης καταστάσεως ὄχι μόνον δὲν συμφέρει εἰς τοὺς κατοίκους Δομοκοῦ, ἀλλὰ καὶ γελωτοποιεῖ τὴν διοίκησιν τῆς Ἑλλάδος, παρακαλῶ ἐν ὀνόματι τῶν κατοίκων νὰ λάβῃ ἡ Κυβέρνησις ἓν μέτρον, πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦ νὰ παύσῃ ἡ κατάστασις αὕτη, ἐξ ἧς ὑφίστανται ἀπερίγραπτα δεινὰ οἱ κάτοικοι τῆς ἐπαρχίας Δομοκοῦ.
§75Κ. ΤΟΠΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ὡς πρὸς τὴν δικαστικὴν δικαιοδοσίαν τῆς ἐπαρχίας Δομοκοῦ, ὀφείλω νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις. Μοὶ ἐγένοντο πολλαὶ σχετικαὶ παραστάσεις καὶ παρ’ ἄλλων Βουλευτῶν τοῦ νομοῦ Φθιώτιδος, ἀλλ’ εἶναι ζήτημα, ἄν δύναμαι ἄνευ νόμου νὰ ὑπαγάγω τὴν ἐπαρχίαν Δομοκοῦ εἰς τὸ Πρωτοδικεῖον Λαμίας, ἂν δηλ. ἐπαρκεῖ ὁ ψηφισθεὶς νόμος περὶ διοικητικῆς διαιρέσεως, ὥστε διὰ Β. Διατάγματος νὰ πράξω τοῦτο. Τὸ ζήτημα ἔχω ὑπ’ ὄψιν μου πρὸς μελέτην· εὐθὺς δ’ ὡς ἐξευρεθῇ ἡ κατάλληλος λύσις, θ’ ἀνακοινώσω ταύτην εἰς τὴν Βουλήν.
§76Θ. ΜΑΡΚΕΤΟΣ. Ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ νόμου περὶ διοικητικῆς διαιρέσεως δὲν δύνασθε.
§77ΤΗΛ. ΔΕΝΔΡΙΝΟΣ. Εἶναι καὶ ἡ ἐπαρχία Ἰθάκης εἰς τὴν αὐτὴν περίπτωσιν, εἰς ἣν καὶ ἄλλαι ἐπαρχίαι. Ὥστε πρέπει τὸ ταχύτερον νὰ ἐπέλθῃ διόρθωσις.
§78Δ. ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶμαι ὑποχρεωμένος, κύριοι Βουλευταί, νὰ δώσω πληροφορίας τινὰς εἰς τὴν Βουλὴν περὶ τοῦ θέματος τῆς διακηρύξεως τῆς δεξαμενῆς Σύρου. (Δυσφορία ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Ἀληθῶς δὲν καλεῖται ἡ Βουλὴ ν’ ἀποφασίσῃ περὶ τοῦ πράγματος, ἀλλὰ παρεστάθη ἀπὸ τοῦ βήματος, ὅτι ἡ διακήρυξις τῆς κατασκευῆς ἀπετέλεσε σκάνδαλον, καὶ διεσύρθη ἡ δημοσία ὑπηρεσία εἰς βαθμὸν σοβαρὸν, διότι αὕτη παρεστάθη ὡς ἔνοχος, ἢ μᾶλλον συνένοχος ἀθεμίτου ὠφελείας τοῦ ἐργολάβου...
§79Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Κάθε ἄλλο, κύριε συνάδελφε.
§80Δ. ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Χαίρω δι’ αὐτό... Οἱασδήποτε ἔστω ὠφελείας ὑπερόγκου, τὴν ὁποίαν θ’ ἀπελάμβανεν ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος θ’ ἀνελάμβανε τὴν κατασκευὴν τῆς δεξαμενῆς. Διὰ τοῦτο εἶναι ἀνάγκη νὰ δώσω τὰς πληροφορίας ταύτας εἰς τὴν Βουλήν.
§81Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Νὰ μοὶ ἐπιτρέψητε μίαν διακοπήν.
§82Δ. ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι. Ἔπειτα.
§83ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε.
§84Δ. ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τὰ πράγματα ἔχουσιν ὡς ἑξῆς. Κατὰ τὸ ἄρθρον 12 τοῦ νόμου περὶ δεξαμενῆς (ἀναγινώσκει) «ἐντὸς τριμήνου προθεσμίας ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως τοῦ παρόντος νόμου ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ὀφείλει νὰ προκαλέσῃ διὰ προκηρύξεως, δημοσιευομένης διὰ τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως, μειοδοτικὴν δι’ ἐνσφραγίστων προσφορῶν δημοπρασίαν διά τε τὴν ἀξίαν τῆς κατασκευαστέας δεξαμενῆς καὶ τὸ ποσοστὸν τοῦ τόκου, δι’ ὃν ἡ δοθησομένη ἐγγύησις, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν κατ’ ἐντολὴν τῆς δημοτικῆς ἀρχῆς Ἑρμουπόλεως γενομένων μελετῶν... περὶ ὧν ἡ ἀπὸ 15 Ἰανουαρίου 1897 ἔκθεσις τοῦ μηχανικοῦ Ριβαμπέλλα». Ἡ ἔκθεσις αὕτη, συζητουμένου τοῦ νομοσχεδίου, προσήχθη, κατὰ σύστασιν τοῦ ἐξ Ἀττικῆς βουλευτοῦ κ. Λεβίδου, ἴσως καὶ ἄλλου τινὸς τῶν κ. Βουλευτῶν· θὰ ἐνθυμεῖται δὲ ἡ Βουλή, ὅτι ἡ μελέτη αὕτη εἶναι συντεταγμένη, ὅπως ἡ δεξαμενὴ γείνῃ εἰς δύο μήκη, μέχρις 123 μέτρων καὶ μέχρις 156 μέτρων.
§85Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἔκθεσις ὑπῆρχεν, ἀλλὰ σχέδιον ὑπῆρχε μόνον ἓν λευκὸν φύλλον χάρτου, τὸ ὁποῖον ἦτο ὅλο–ὅλο τρεῖς γραμμαί.
§86Δ. ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Σᾶς εἶπον τότε, κύριε Βουλευτά, ὅτι τὰ σχέδια ἦσαν κατατεθειμένα εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, διότι εἶναι πολλά· εἶναι τὸ ὅλον ἔργον εἰς πολλὰ τεμάχια.
§87Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Κατὰ τύπους ἔπρεπε νὰ κατατεθοῦν.
§88Δ. ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἐζητήθησαν.
§89Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἐζητήθησαν.
§90Δ. ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐζητήθησαν, ἔστω, ἀλλ’ ἦσαν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον. Ἡ δεξαμενὴ Σύρου λοιπὸν δὲν εἶναι ὅπως αἱ τοῦ Πειραιῶς δεξαμεναὶ, δύο δεξαμεναὶ παράπλευροι, ἀλλὰ μία βραχυτέρα, δυναμένη νὰ γείνῃ καὶ μικροτέρα, κατὰ τὴν θέλησιν τῆς δημοτικῆς ἀρχῆς Ἑρμουπόλεως καὶ τῆς Λιμενικῆς Ἐπιτροπῆς, νὰ μείνῃ δηλ. εἴτε εἰς 123 κατὰ τὸ μῆκος, εἴτε εἰς 156 μέτρα. Εἰς ἐκτέλεσιν δὲ τοῦ νόμου, τοῦ ὁποίου τὸ ἄρθρον 12 ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ἀναγνώσω, ἦτο ὑποχρεωμένον τὸ Ὑπουργεῖον νὰ ἐκδώσῃ τὴν προκήρυξιν ἐπὶ τῇ βάσει τῶν δύο αὐτῶν διαστάσεων κατὰ μῆκος – 123 καὶ 156 —καὶ διὰ τοῦτο ἡ προκήρυξις ἔχει ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Δυνάμει τοῦ νόμου τὸ Ὑπουργεῖον δέχεται προσφοράς... Αἱ προσφοραὶ ἐγχειρίζονται εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ἢ ἀποστέλλονται πρὸς αὐτὸν διὰ τοῦ ταχυδρομείου ἐντὸς ἐσφραγισμένου φακέλου μέχρι τῆς 25 Μαΐου τὸ βραδύτερον. Πᾶσα προσφορὰ δέον νὰ περιέχῃ τὸ ποσὸν, ἀντὶ τοῦ ὁποίου ὁ μειοδοτῶν ἀναλαμβάνει: αʹ) τὴν κατασκευὴν δεξαμενῆς μήκους 156 (τὸ μεγαλείτερον), καὶ βʹ) τὴν κατασκευὴν αὐτῆς μήκους 123, μεθ’ ὅλων τῶν συναφῶν ἔργων, κατὰ τὰ σχέδια τοῦ μηχανικοῦ Ριβαμπέλλα. Ὁ ἀνώτατος ὅρος τοῦ ποσοῦ τούτου ὁρίζεται εἰς δραχμὰς 2½ ἑκατομμύρια». Δὲν ἐτέθη δὲ, οὔτε ἦτο δυνατὸν νὰ τεθῇ ὅρος, μέχρι τοῦ ὁποίου κατ’ ἀνώτατον ὅρον θὰ ἦσαν δεκταὶ αἱ προσφοραὶ πρὸς κατασκευὴν τῆς δεξαμενῆς μέτρων 123, διότι ὁ ὅρος τῶν 2½ ἑκατομμυρίων ἦτο ἀπαραίτητος νὰ τεθῇ ὡς ὁ ἀνώτατος ἐπὶ τοῦ ποσοῦ, τοῦ ὁποίου εἶχεν ἐγγυηθῆ τὸν τόκον ἡ Λιμενικὴ Ἐπιτροπὴ Σύρου καὶ ὁ δῆμος Ἑρμουπόλεως. Κατ’ αὐτὸν τὸν τύπον ἔπρεπε νὰ γείνῃ. Ὁ ἐργολάβος δὲ, ὢν ὑποχρεωμένος νὰ κάμῃ ἰδίας μελέτας, ἐν συγκρίσει μὲ τοὺς ὑπολογισμοὺς τοῦ Ριβαμπέλα, θὰ ἔβλεπεν, ἂν τὰ 2½ ἑκατομμύρια ἀρκοῦσι διὰ τὰ 156 μέτρα, καὶ ἐν ἐναντίᾳ περιπτώσει ἠδύνατο νὰ προσφέρῃ διὰ τὴν κατασκευὴν τῆς βραχυτέρας δεξαμενῆς, τῶν 123 μέτρων.
§91Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Γίνεται αὐτὴ ἡ διάκρισις εἰς τὴν διακήρυξιν; Διὰ τῆς διακηρύξεως ὑποχρεοῦνται οἱ ἐργολάβοι νὰ προσφέρωσι δύο προσφοράς;
§92Δ. ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως, ῥητῶς. Αὐτὸ σᾶς ἀνέγνωσα πρίν. Πρῶτον, λέγει, πᾶσα προσφορὰ δέον νὰ περιέχῃ τὴν τιμὴν διά τε τὸ πρῶτον μῆκος καὶ διὰ τὸ δεύτερον. Εἰς τὴν προκήρυξιν ἐπίσης ἐλήφθη πρόνοια, συμφώνως μὲ τὰς μελέτας τοῦ Ριβαμπέλλα καὶ συμφώνως μὲ τὴν ἐκδηλωθεῖσαν θέλησιν τῆς δημοτικῆς ἀρχῆς Ἑρμουπόλεως καὶ τῆς Λιμενικῆς Ἐπιτροπῆς, ὅπως τὸ ἔργον ἀναληφθῇ ἄνευ οὐδεμιᾶς ἀπολύτως εὐθύνης τοῦ δήμου Ἑρμουπόλεως καὶ τῆς Λιμενικῆς Ἐπιτροπῆς. Καὶ διὰ τοῦτο εἰς τὸ ἄρθρον 3 μεταξὺ τῶν ἄλλων ὅρων ὑπάρχει καὶ ὁ ἑξῆς: «Ὁ ἀνάδοχος ἀναλαμβάνει τὴν ὑποχρέωσιν νὰ κατασκευάσῃ τὴν δεξαμενὴν καὶ νὰ ἐκτελέσῃ καὶ περατώσῃ ἐντελῶς πάντα τὰ συναφῆ ἔργα, τὰ ἐν τοῖς σχεδίοις, τῷ προϋπολογισμῷ καὶ τῇ συγγραφῇ τῶν ὑποχρεώσεων ὁριζόμενα, ἤτοι τὴν ἀνέγερσιν μηχανοστασίου, τὴν προμήθειαν καὶ ἐγκατάστασιν τῶν ἀτμομηχανῶν καὶ ἀντλιῶν, τὴν προμήθειαν τῆς πλωτῆς θύρας, τὴν ἀνόρυξιν τῆς αὔλακος προσπελάσεως, τὴν κατασκευὴν προβόλου κυματοθραύστου... ὡς καὶ παντὸς ἄλλου ἔργου, ἀναγκαίου διὰ τὴν πλήρη καὶ τελείαν λειτουργίαν τῆς δεξαμενῆς· πρὸς δὲ νὰ καταβάλῃ καὶ τὰς νομίμους ἀποζημιώσεις... τὰ πάντα κατ’ ἀποκοπὴν, ἰδίῳ αὐτοῦ κινδύνῳ καὶ εὐθύνῃ, ἀντὶ τοῦ ποσοῦ τῆς προσφορᾶς.» Ἑπομένως ὁ ἐργολάβος οὐδεμίαν εἶχεν ἐλπίδα, ὅ,τιδήποτε ἐναντίον τῆς μελέτης καὶ ἂν προήρχετο κατὰ τὴν κατασκευὴν τοῦ ἔργου, ν’ ἀποζημιωθῇ ἀφ’ ὁπουδήποτε. Θ’ ἀνελάμβανε τὸ ἔργον κατ’ ἀποκοπὴν, καὶ πᾶσα ζημία, ἡ ὁποία θὰ προσεγίνετο αὐτῷ ἐκ τῆς ἴσως ἐσφαλμένης μελέτης, ἢ ἐξ ἄλλων ἀπροβλέπτων αἰτίων, καθιστώντων ἀνακριβῆ τὴν μελέτην τοῦ Ριβαμπέλλα, θὰ ἐβάρυνεν αὐτόν. Ἡ προκήρυξις ἐγέννησε τὴν ἀπορίαν εἰς τὸν κ. Βουλευτήν, ὁ ὁποῖος ἔφερεν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς τὸ ζήτημα, πῶς εἰς δεξαμενὴν 123 μέτρων ἐτίθετο ὁ αὐτὸς ὅρος μὲ τὴν δεξαμενὴν μήκους 156. Ἀλλ’ εἶπον πρότερον, ὅτι οὕτως ἐγένετο, διότι μόνον μέχρι τοῦ ποσοῦ ἐκείνου εἶναι ἠγγυημένος ὁ τόκος. Συνέφερε δὲ εἰς ἐκτέλεσιν τοῦ νόμου καὶ τοῦ ἔργου, καὶ κατ’ ἀκολουθίαν εἰς τὴν Λιμενικὴν Ἐπιτροπὴν καὶ εἰς τὸν δῆμον Ἑρμουπόλεως, ἐν ᾗ περιπτώσει ἡ μειοδοσία ἀπεδείκνυεν, ὅτι τὰ 2½ ἑκατομμύρια δὲν εἶναι ἐπαρκῆ, διὰ νὰ γείνῃ δεξαμενὴ μήκους 156 μέτρων, νὰ γείνῃ ἡ δεξαμενὴ τῶν 123 μέτρων. Τοῦτο βεβαίως ἤθελε γείνῃ τῇ συναινέσει καὶ τῆς Λιμενικῆς Ἐπιτροπῆς καὶ τοῦ δήμου Ἑρμουπόλεως.
§93Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Μέχρι τῶν 2½ ἑκατομμυρίων ὤφειλεν ὁ δῆμος καὶ τὸ λιμενικὸν ταμεῖον ν’ ἀποζημιώσωσι οἱανδήποτε ζημίαν;
§94Δ. ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Οὐδεμίαν ἀποζημίωσιν. Μόνον τόκον ἐπὶ ποσοῦ 2½ ἑκατομμυρίων πρὸς 5%.
§95Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Κατ’ ἀνώτατον ὅρον.
§96Δ. ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κατ’ ἀνώτατον ὅρον.
§97Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐὰν ἡ μειοδοσία ἐγίνετο διὰ δύο ἑκατομμύρια, καὶ ἔμενον 500 χιλιάδες, δὲν θὰ ἐχρησίμευον αὐταὶ ὡς ἀποζημίωσις;
§98Δ. ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι. Ἡ ἐγγύησις θὰ ἐγίνετο μέχρι τοῦ ποσοῦ τῆς προσφορᾶς, δι’ ὃ θὰ ἐγίνετο ἡ κατακύρωσις· ἡ κατακύρωσις δὲ θὰ ἐγίνετο ὑπὸ εἰδικῆς τριμελοῦς ἐπιτροπῆς, τῆς ὁποίας πρόεδρος, εἶναι κατὰ τὸν νόμον, ὁ διευθυντὴς τῶν δημοσίων ἔργων, τὰ δύο δὲ ἕτερα μέλη αὐτῆς θὰ ἐξελέγοντο — ἂν ἐγίνετο ἡ δημοπρασία — ὑπὸ τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἐκ τῶν εἰδικῶν. Ἑπομένως ὅλοι οἱ ὅροι, οἱ ὁποῖοι ἦτο δυνατὸν νὰ ληφθῶσιν ὑπὸ τῆς ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν εἰς ἐκτέλεσιν τοῦ νόμου πρὸς τὸ συμφέρον τοῦ ἔργου καὶ πρὸς τὸ συμφέρον τοῦ δήμου Ἑρμουπόλεως καὶ τῆς Λιμενικῆς Ἐπιτροπῆς, ὅλοι ἀναντιρρήτως ἐλήφθησαν, καὶ οὔτε ἦτο δυνατὸν νὰ εἰσχωρήσῃ ἡ παραμικρὰ κατάχρησις, εἴτε κατὰ τὴν δημοπρασίαν, εἴτε καὶ κατὰ τὴν κατασκευὴν τοῦ ἔργου, εἰς βλάβην τοῦ δήμου καὶ τῆς Λιμενικῆς Ἐπιτροπῆς Σύρου. Ἡ προκήρυξις δέ, ἡ ὁποία παρουσιάσθη ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου μὲ ἀξιώσεις ἀποκαλυπτικάς, ἐδημοσιεύθη τὴν 13 Μαρτίου εἰς τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως (δεικνύει τὸ φύλλον τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως). Ἡ προκήρυξις αὕτη, ἡ ὁποία ἐζητήθη ἐπανειλημμένως ἀπὸ τὸ Προεδρεῖον νὰ σταλῇ εἰς δημοσίευσιν, ὅπως δῆθεν γείνῃ γνωστή, εἶναι τὸ πρῶτον σχέδιον τοῦ Τμήματος, τὸ ὁποῖον ὁ ἁρμόδιος ὑπάλληλος ἐνόμισεν, ὅτι ἠδύνατο νὰ δώσῃ εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν, ζητήσαντα αὐτὸ ἀπὸ τὴν ὑπηρεσίαν, διὰ νὰ μὴ δώσῃ εἰς αὐτὸν τὸ πρωτότυπον τῆς διακηρύξεως, τὸ ὁποῖον εἶναι ὑπογεγραμμένον ἀπὸ τὸν τότε κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ ἡμέτερον ἡγέτην. Ἡ δημοσίευσις λοιπὸν ἐγένετο διὰ τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως. Ἡ Λιμενικὴ μάλιστα Ἐπιτροπὴ, θεωροῦσα ὅτι δὲν εἶναι ἐπαρκὴς διὰ τὸν σκοπὸν τοῦ ἔργου ἡ δημοσίευσις αὐτῆς εἰς τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως, προέβη εἰς δημοσιεύσεις πρωτοφανεῖς, διότι ἀντίγραφα τοῦ νόμου καὶ ἀντίγραφα τῆς διακηρύξεως ἐστάλησαν εἰς τὰ Προξενεῖα Σμύρνης, Κωνσταντινουπόλεως, Τεργέστης, Μασσαλίας, Παρισίων καὶ Λονδίνου· περίληψις δὲ τῆς διακηρύξεως καὶ εἰδοποίησις περὶ τοῦ ἔργου, εἰς τὰς Εὐρωπαϊκὰς γλώσσας ἑκάστου τόπου, ἐδημοσιεύθη εἰς τὰς ἐφημερίδας τῶν πόλεων, τὰς ὁποίας πρὸ μικροῦ ἐμνημόνευσα, καὶ δι’ αὐτῆς εἰδοποιοῦντο οἱ ἔχοντες ἐπιθυμίαν νὰ ἀναλάβωσι τὸ ἔργον, ἵνα προσέλθωσι παρὰ τῷ ἐκεῖ Ἑλληνικῷ Προξενείῳ καὶ λάβωσι γνῶσιν τοῦ τε νόμου καὶ τῆς διακηρύξεως. Βλέπετε λοιπὸν, ὅτι οὔτε ἐν τῇ διακηρύξει οὔτε ἐν τῇ δημοσιεύσει τῆς διακηρύξεως ἐγένετό τι παράνομον, καὶ ὄχι μόνον τοῦτο, ἀλλ’ ἐγένετο καί τι πλεοναστικὸν, ὠφέλιμον ὅμως διὰ τὸ ἔργον. Ἐπῆλθεν ὅμως ἡ ἡμέρα τῆς δημοπρασίας, καὶ οὐδεὶς προσῆλθεν, ἀπολύτως οὐδείς. Τοῦτο δὲ μόνον τὸ γεγονὸς — δυστυχῶς γεγονὸς — ἀρκεῖ ν’ ἀποδείξῃ, ὅτι ἥ τε διακήρυξις καὶ ἡ ἐνέργεια περὶ αὐτῆς, καθὼς καὶ ὁ νόμος, δὲν δίδουσι λαβὴν εἰς σκέψεις ὠφελείας ἀθεμίτου, εἴτε παραλόγου, ἢ ἀδίκου, πρὸς βλάβην τοῦ δήμου Ἑρμουπόλεως καὶ τῆς Λιμενικῆς Ἐπιτροπῆς Σύρου. Ἀλλ’ ἐπειδὴ πρόκειται περὶ τῆς δεξαμενῆς, καί τινες τῶν κυρίων συναδέλφων μὲ ἠρώτησαν, διατὶ δὲν ἐγένετο καὶ διατὶ ἀπέτυχεν ἡ δημοπρασία, θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ εἴπω δύο λέξεις περὶ τούτου. Ἡ δημοπρασία, φαίνεται, ἀπέτυχε διὰ δύο λόγους. Πρῶτον ἡ ἐγγύησις τοῦ τόκου ἐφάνη, ὡς ἔχει ἀφορμὴν ἡ Λιμενικὴ Ἐπιτροπὴ νὰ πιστεύῃ, μικρά. 5% καὶ πλέον ἴσως εὑρίσκει τις ἀσφαλέστερον εἰς χρεώγραφα, ἑπομένως δὲν εἶναι διατεθειμένος νὰ δαπανήσῃ ποσὸν ἀρκετὰ σημαντικὸν δι’ ἀπολαυὴν τόκου μόνον 5%. Ὅπως δὲ καὶ εἶχον τὴν τιμὴν νὰ εἴπω, συζητουμένου τοῦ νομοσχεδίου, ἡ δεξαμενὴ δὲν εἶναι ἔργον αὐτὸ καθ’ ἑαυτὸ ἐπικερδές. Θὰ ἦναι ἐπικερδὲς, ἐὰν συνδυασθῇ μετὰ μηχανουργείου μεγάλου, παρ’ αὐτῇ συνιστωμένου. Τὸ μηχανουργεῖον, καὶ ἂν ἤθελε συστηθῆ, θὰ εἶχε χωριστὸν λογαριασμὸν, ὡς ῥητῶς προβλέπεται τοῦτο ἐν τῷ νόμῳ, ἀλλὰ θὰ ἠδύνατο νὰ συντρέξῃ τὸν ἀνάδοχον τῆς δεξαμενῆς, ὅπως ἀναλάβῃ τὸ ἔργον μὲ μόνον 5%. Δεύτερος λόγος, φαίνεται, εἶναι ὁ δισταγμὸς, ὁ ὁποῖος ἐγεννήθη περὶ τῆς ἀκριβείας τῆς μελέτης τοῦ Ριβαμπέλλα. Ἡ δεξαμενὴ εἶναι κτιστὴ, θὰ γείνῃ δὲ ἐν τῇ ξηρᾷ· ἀλλὰ διὰ τὴν εἴσοδον τῶν ἀτμοπλοίων εἰς αὐτὴν εἶναι ἀνάγκη νὰ κατασκευασθῇ αὖλαξ. Ἡ αὖλαξ αὕτη ἐντὸς τῆς θαλάσσης εἶναι ἀρκετῶν μέτρων, ἀρχομένη ἀπὸ ὡρισμένου σημείου τοῦ λιμένος μέχρι τῆς ἀκτῆς. Ἐγένετο βυθομέτρησις πρὸς τοῦτο ὑπὸ τοῦ Ριβαμπέλλα, καὶ ἀπεδείχθη ὅτι δύναται νὰ γείνῃ ἡ αὖλαξ ἄνευ μεγάλης δαπάνης. Ἐπειδὴ ὅμως περὶ τούτου ἐξεφράσθησαν ἀμφιβολίαι, διότι ἐὰν εἰς τὸ μέρος, ὅπου πρόκειται νὰ γείνῃ ἡ αὖλαξ, ὑπάρχωσι βράχοι, ἢ μπάγκοι, ὅπως λέγουσιν οἱ ναυτικοὶ, ἡ δαπάνη πρὸς καταστροφὴν αὐτῶν εἶναι πολλῷ μεγαλειτέρα ἢ ὅσον προϋπελογίσθη, ἐσκέφθη ἡ Λιμενικὴ Ἐπιτροπὴ, πρὶν τὸ Ὑπουργεῖον προβῇ εἰς δευτέραν ἔκδοσιν τῆς διακηρύξεως, κατὰ τὸ ῥητὸν ἄρθρον 12 τοῦ νόμου, νὰ προκαλέσῃ τὴν ἐξακρίβωσιν τῆς μελέτης τοῦ Ριβαμπέλλα ὑπὸ τοῦ Τμήματος τῶν δημοσίων ἔργων, ὥστε ὑπὸ τὸ κῦρος τοῦ Τμήματος νὰ μὴ διστάζῃ ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος πρόκειται ν’ ἀναλάβῃ τὴν κατασκευὴν τῆς δεξαμενῆς, περὶ τῆς ἀκριβείας τῶν ὑπολογισμῶν τοῦ Ριβαμπέλλα. Εἰς τοῦτο τὸ στάδιον εὑρίσκεται τὸ ζήτημα, καὶ ἐλπίζω ὅτι λίαν προσεχῶς, μετακληθέντος εἰς Σῦρον τοῦ μηχανικοῦ κ. Τζουρᾶ, θὰ δοθῇ πέρας εἰς τὴν ἐξακρίβωσιν ταύτην, καὶ θὰ προκληθῇ ἡ ἐκ νέου δημοσίευσις τῆς διακηρύξεως περὶ τῆς κατασκευῆς τῆς δεξαμενῆς διὰ μειοδοτικῆς δημοπρασίας.
§99Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Δὲν περιέμενον ἀληθῶς, κύριοι Βουλευταὶ, οὐδέποτε ν’ ἀκούσω ἀπὸ τὸν συνάδελφον κ. Βοκοτόπουλον, ὅτι ἐγὼ ἔρριψα ὑπαινιγμοὺς κατ’ αὐτοῦ διὰ τὴν κατάχρησιν τῶν 700,000 δρ. ἐπὶ τῆς διακηρύξεως τῆς δεξαμενῆς, τοσούτῳ μᾶλλον, καθόσον ἐγὼ ἐξεδήλωσα, ποῦ στρέφονται αἱ ὑπόνοιαί μου, καὶ σᾶς εἶπον κατηγορηματικῶς, ὅτι ἡ Ἑταιρεία τῶν Ἐργοληψιῶν ἠπάτησε τὸν ὑπαλληλίσκον ἐκεῖνον, εἰς τὸν ὁποῖον ἀνετέθη παρὰ τοῦ τμηματάρχου τῶν δημοσίων ἔργων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν ἡ ἐξακρίβωσις τοῦ ἔργου, δηλαδὴ ἡ πολυθρύλητος διακήρυξις τῆς δεξαμενῆς. Δὲν ἐπετρέπετο δὲ εἰς τὸν κ. συνάδελφον νὰ μὲ ἀδικήσῃ ἐπὶ τοσοῦτον, διότι γνωρίζει τὰ αἰσθήματα, τὰ ὁποῖα ἔτρεφον δι’ αὐτόν. Ἀπέδειξα δὲ τὰ αἰσθήματά μου ταῦτα, ὅτε πρὸ τριετίας συνεννοούμεθα μετὰ τῶν ἐπιφανῶν τοῦ Τρικουπικοῦ κόμματος περὶ τοῦ καταρτισμοῦ καθαρῶς Τρικουπικοῦ συνδυασμοῦ, ἐνῷ δὲ σχεδὸν εἶχεν ἐπέλθει συνεννόησις, αἴφνης ἡ ἀπομάκρυνσις τοῦ κ. Τόμαν ἐκ τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης ἐγένετο ἀφορμὴ νὰ ἀπομακρυνθῶ καὶ ἐγὼ τοῦ κόμματος τούτου, διότι ὁ κύριος Τόμαν εἶχε δηλώσει εἰς τὸ κόμμα τοῦτο φιλίαν, λέγων, ὅτι φέρει βαρέως τὴν ἀπομάκρυνσίν του ἐκ τοῦ Ὑπουργείου τοῦ κ. Ζαΐμη, καὶ ὅτι μετὰ τὰς ἐκλογὰς θὰ παύσῃ νὰ ἦναι φίλος του· ἀπεμακρύνθην λοιπὸν ἐγώ, διὰ νὰ διευκολύνω τοὺς παρόντας ἐπιφανεῖς τοῦ Τρικουπικοῦ κόμματος καὶ τὸν ἀπόντα καὶ μέγαν εὐεργέτην τῆς Ἑλλάδος Συγγρὸν, νὰ τοὺς διευκολύνω, λέγω, μὲ τὸν νέον φίλον των, ἵνα μὴ ἐπέλθῃ ψυχρότης μεταξύ των. Ἦτο ἡ στιγμὴ κρίσιμος, ἐπρόκειτο νὰ διορισθῇ διευθυντὴς τοῦ κόμματος, δὲν ἤθελα δὲ νὰ γείνω ἐγὼ ἀφορμὴ, ὥστε νὰ συντελέσω, ὅπως ἐπέλθῃ διάστασις μεταξὺ τῶν ἐπιφανῶν. Τότε ἐγὼ μὲν εἰς τὸν Ζαϊμικὸν συνδυασμὸν ἐν Σύρῳ, τὸν ἀποτελούμενον ἐκ τῶν τριῶν ἑκατομμυριούχων, δὲν ἐδέχθην νὰ συνεργασθῶ, καίτοι μὲ ἐζήτησαν, ἵνα δὲ διευκολύνω τὸν κ. Βοκοτόπουλον ὡς Τρικουπικόν, ὑπέδειξα αὐτὸν εἰς τὸν Ζαϊμικὸν συνδυασμόν. Ὥστε βλέπετε, κύριοι Βουλευταί, πόσον ἐφάνην πρὸς αὐτὸν εὐγενὴς, καίτοι οὐδεμίαν ὑποχρέωσιν εἶχον. Ὥστε δὲν ἐπιτρέπεται, νομίζω, εἰς αὐτὸν νὰ ἔχῃ ἐναντίον μου παράπονα· ἄλλως τε καὶ ἐν τῇ Βουλῇ, βλέπετε, ἐπὶ τρία ἔτη, ὄχι μόνον ἀπέφυγα νὰ θίξω αὐτὸν, ἀλλὰ καὶ πολλάκις κατὰ τὰς μακρὰς ἀγορεύσεις μου τὸν διηυκόλυνα διὰ ζητήματα τοπικά. Κατόπιν τῆς τοιαύτης πρὸς αὐτὸν συμπεριφορᾶς μου δὲν ἀνέμενον ποτὲ νὰ ὑποπτευθῇ, ὅτι ἐγὼ ἠθέλησα νὰ ὑπαινιχθῶ καὶ αὐτὸν διὰ τὴν κατάχρησιν, ἥτις γίνεται διὰ τῆς κατασκευῆς τῆς δεξαμενῆς, ἢ μᾶλλον διὰ τοῦ τρόπου τῆς συντάξεως τῆς διακηρύξεως τῆς δημοπρασίας, τῆς στηριζομένης καὶ ἐπὶ τοῦ νόμου ΒΨΠΑʹ, ὃν ἀτυχῶς ἐψηφίσατε, κύριοι Βουλευταὶ, ἐν προκεχωρημένῃ ὥρᾳ τῆς νυκτὸς, καὶ διὰ τοῦτο ἐψηφίσθη, ὅπως ἐψηφίσθη, καὶ ἐπηκολούθησαν ὅσα θὰ σᾶς ἐκθέσω κατωτέρω. Τὸ ζήτημα τῆς διακηρύξεως εἶναι πολὺ σοβαρὸν διὰ τὴν ἐπαρχίαν μου, ἀτυχῶς ὅμως οἱ ἁρμόδιοι δὲν ἔθεσαν αὐτὸ εἰς τὴν θέσιν του. Λέγω δὲ τοῦτο διὰ τὸν Πρωθυπουργὸν κύριον Ζαΐμην, ὅστις εἶναι καὶ ὁ ἠθικὸς αὐτουργὸς αὐτῆς τῆς καταστάσεως, διότι, ὅτε ἦτο πρὸ τεσσάρων ἐτῶν ἐν τῇ ἀρχῇ, ὁ δὲ λαὸς τῆς Σύρου, ἀπελπισθεὶς καὶ ὀργισθεὶς κατὰ τοῦ τότε Ὑπουργοῦ κ. Τόμαν, ἀνέθεσεν εἰς τὸ τότε Δημοτικὸν Συμβούλιον Ἑρμουπόλεως, ἵνα προβῇ εἰς ἐνέργειάν τινα πρὸς κατασκευὴν τῆς ἱστορικῆς δεξαμενῆς ἐν Σύρῳ, ὄντως τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον ἀμέσως υἱοθέτησε τὸ ζήτημα, καὶ προέβη εἰς τὴν σχετικὴν ἐργασίαν, τὴν πρωτοβουλίαν λαβόντος τοῦ ἀληθῶς παντὸς ἐπαίνου ἀξίου κ. Κοσκορόζη ἰατροῦ, προέδρου, νομίζω, τότε τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου. Ἡ ἐπιτροπὴ αὕτη, ἐλθοῦσα ἐνταῦθα, παρουσιάσθη εἰς τὸν τότε ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸν κ. Κόρπαν, ὅστις ἀληθῶς μέγα ἐνδιαφέρον ἔδειξε καὶ τότε διὰ τὸ ζήτημα τοῦτο, καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν εἰσηγήσεων τούτων κατήρτισε πανθομολογουμένως τέλειον νομοσχέδιον, διὰ νὰ τὸ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλήν· ὁ κ. Τόμαν ὅμως ἀτυχῶς ἔπεισε τὸν λαὸν τῆς Ἑρμουπόλεως καὶ Σύρου, καὶ μετέβαλε τὸ νομοσχέδιον, διὰ νὰ εὐχαριστήσῃ καὶ τοὺς τότε δῆθεν ἀντιθέτους του. Ὁ τότε καὶ νῦν κ. Πρωθυπουργὸς δὲν ἄφησε νὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον, ὅπως τὸ εἶχεν ὑποβάλει ὁ τότε Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν κ. Κόρπας, δὲν ἤκουσε δὲ οὔτε τὴν γνώμην καὶ τὰς τροπολογίας τοῦ ἀρχηγοῦ μου κ. Δηλιγιάννη, τοῦ κ. Δεληγεώργη κλπ., ὡς ἐπίσης δὲν ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν οὔτε τὰς ἐνεργείας τὰς ἰδικάς μου, τὰς ὁποίας ἔκαμα διὰ τῶν δύο γνωστῶν τοῦ Ὑπουργῶν, ἀναμιχθεὶς τότε καὶ ἐκ καθήκοντος καὶ διότι εἶχε παρακαλέσει καὶ ἐμέ, τὸν τότε ἀνθυπολοχαγόν, ὁ κ. Κοσκορόζης, ἀλλ’ ἐπέτρεψε ν’ ἀναμιχθῇ ὁ τότε Ὑπουργὸς κ. Τόμαν, ὅστις ἀφ’ ἑνὸς μὲν διὰ νὰ φανῇ εἰς τὴν ἐπαρχίαν, ὅτι θέλει νὰ γείνῃ ἡ δεξαμενή, κατώρθωσε καὶ ἐπεψηφίσθη τὸ νομοσχέδιον ὅπως τὸ ἤθελεν, ἀφ’ ἑτέρου ὅμως εἶχε παρεμβάλει εἰς τὸν νόμον τοῦτον ὅρους τοιούτους, ὥστε ἦτο ἀδύνατος ἡ πραγματοποίησις τῆς κατασκευῆς αὐτῆς, διότι ἤθελε συγχρόνως νὰ εὐχαριστήσῃ καὶ τὰ δύο κόμματα, δηλαδὴ καὶ τοὺς θέλοντας τὴν δεξαμενὴν καὶ τοὺς ἔχοντας τὸ συμφέρον, ἕνεκεν τοῦ ἐργοστασίου, νὰ μὴ γείνῃ ἡ δεξαμενή, ὅπερ καὶ ἐπέτυχε. Τέλος ἐγενόμην πρὸ τριῶν ἐτῶν Βουλευτὴς, καὶ σᾶς ἐξηνάγκασα καὶ ἐψηφίσαμεν ἄλλον νόμον, ἀλλὰ καὶ τότε ἀτυχῶς δὲν ἐδέχθητε τὰς τροπολογίας μου κατὰ τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νόμου· μὲ ἠμποδίσατε μάλιστα ν’ ἀγορεύσω κατὰ τὴν τρίτην συζήτησιν, ἀπειλοῦντές με, ὅτι, ἂν ἐξακολουθήσω τὴν ἀγόρευσίν μου, θ’ ἀνεβάλλετε τὴν ἐπιψήφισιν· ἐνέδωκα τότε, καίτοι ἔβλεπον, ὅτι τὴν κατάχρησιν ὁλοκλήρων ἑκατομμυρίων θὰ πληρώσῃ ὁ λαὸς τῆς Ἑρμουπόλεως καὶ Σύρου. Θ’ ἀποδείξω σήμερον τοῦτο, ἀφοῦ ἔχω εἰς χεῖρας τὴν διακήρυξίν σας· καὶ θὰ τὸ ἀποδείξω διὰ συγγραμμάτων Γερμανικῶν, καὶ Γαλλικῶν, καὶ Ἀγγλικῶν, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὁποίων ἔγειναν αἱ δεξαμεναὶ Μασσαλίας: 1) Papport officiel sur la marine et les traveaux Maritimes à exposition Universelle de Vienne par Al. Friedmant, 2) ἐκθέσεις τῶν Μηχανικῶν τῶν μεγαλειτέρων τῆς Γαλλίας Pascal, Bergis, Montriché, Andre, Bernard καὶ Denamiel, 3) Ἔκθεσις τοῦ Ἀγγλικοῦ Ναυαρχείου. Τὰ συγγράμματα ταῦτα ἐβραβεύθησαν εἰς τὴν ἔκθεσιν τῆς Βιέννης, ἐπὶ τῇ βάσει δ’ αὐτῶν ἔγειναν καὶ αἱ δύο Δεξαμεναὶ Πειραιῶς μόνον μὲ 2,100,000 δραχμὰς χαρτίνας, — εἶναι δὲ ἡ μία 135 μέτρων, ἡ δὲ ἄλλη 90 μέτρων, — ἐνῷ ὁ ἐκ Σύρου συνάδελφος κ. Βοκοτόπουλος ἐπιμένει νὰ ἰσχυρίζηται, ὅτι, ὅπως ἔχει ἡ διακήρυξις, καλῶς ἔχει, νὰ γείνῃ δηλαδὴ μία δεξαμενὴ ἐν Σύρῳ 123 μέτρων μὲ 2,500,000 δραχμὰς, καὶ διατείνεται πρὸς τούτοις, ὅτι καὶ μ’ αὐτὸ τὸ μεγάλον ποσὸν δὲν παρουσιάσθη μειοδότης. Ἐνῷ ἔχομεν τὰ συγγράμματα, ἅτινα σᾶς ἀνέφερα, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὁποίων ὡρισμένως μᾶς κατασκευάζουσι δεξαμενὴν 123 μέτρων μὲ 1,125,000 δραχμὰς χαρτίνας, καὶ ἐνῷ μάλιστα τοιαύτη διαφορὰ ὑπάρχει μεταξὺ τῶν δεξαμενῶν τῶν κατασκευαζομένων, περὶ ὧν ὁμιλοῦσι τὰ συγγράμματα, καὶ ἐκείνης, τὴν ὁποίαν ἔχετε σκοπὸν νὰ κατασκευάσητε ὑμεῖς, δὲν νομίζετε, ὅτι λίαν δικαίως ἀνεκοίνωσα εἰς τὴν Βουλὴν τὰς ἐγερθείσας ὑπονοίας μου κατὰ τοῦ ὑπαλληλίσκου ἐκείνου τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ λοιπῶν; Ἐνθυμοῦμαι δὲ, κύριοι Βουλευταί, τὸν Γάλλον Βουλευτὴν κ. Lainè τῆς ἐπαρχίας Gironde, ὅστις, κατὰ τὴν προπαρελθοῦσαν Σύνοδον τῆς Γαλλικῆς Βουλῆς, ἐλέγχων τὴν Κυβέρνησίν του διὰ καταχρήσεις, ἔλεγε: «Les hommes d’ esprit volent et les imbéciles controlent» (δηλαδὴ «οἱ ἔξυπνοι ἄνθρωποι κλέπτουσι, καὶ οἱ βλάκες ἐλέγχουσιν»). Ἐγὼ λοιπὸν κοντρολάρω (δηλ. ἐλέγχω) τὴν στιγμὴν ταύτην τὸν ὑπαλληλίσκον ἐκεῖνον καὶ συντροφίαν, καὶ ἔχω πληρεστάτην πεποίθησιν, μ’ ὅλην τὴν πολιτικὴν μυωπίαν μου, ὅτι διὰ λογαριασμὸν τῆς καταχρήσεως ταύτης, τῆς ἐκ τῆς κατασκευῆς τῆς δεξαμενῆς, ἔχουσι δοθῆ προκαταβολικῶς καὶ διάφορα ποσὰ χρηματικά. Εἶναι ἀληθές, κύριοι Βουλευταί, ὅτι διὰ τοῦ ἀγῶνος, ὃν ἀνέλαβον 1) ὅπως γείνῃ δεξαμενὴ ἐν Σύρῳ καὶ 2) ὅπως μὴ ἐπιτρέψω ἕνεκεν τῆς κατασκευῆς αὐτῆς νὰ γείνῃ κατάχρησις τοὐλάχιστον τῶν 750,000 δραχμῶν, ἐκ τοῦ ἱδρῶτος τοῦ πτωχοῦ λαοῦ συναζομένων καὶ προερχομένων, ἐκήρυξα τὸν πόλεμον κατὰ πάντων. Τὸ ἔργον, ὅπερ ἀνέλαβον, εἶναι εὐγενὲς καὶ πατριωτικόν· διὰ τῆς κατασκευῆς τῆς δεξαμενῆς ἐν Σύρῳ θὰ μονιμοποιηθῇ ὁ πληθυσμὸς, θ’ ἀναζωογονηθῇ ἡ Σῦρος, θ’ ἀναπνεύσωσιν ὅλαι αἱ νῆσοι τῶν Κυκλάδων, διὰ τὰς ὁποίας ἐξ ἴσου ἐνδιαφέρομαι, ὅπως καὶ διὰ τὴν Σῦρον, καὶ θὰ ὠφεληθῇ σπουδαίως τὸ ἔθνος ὁλόκληρον. Παρουσιάζονται ἐν Σύρῳ ἐπὶ 30 ἔτη εἰς τὰς παραμονὰς τῶν ἐκλογῶν ὑποψήφιοι, προσποιούμενοι, ὅτι θέλουσι νὰ κατασκευάσωσι τὴν δεξαμενὴν, καὶ ἀπατῶσι τὸν λαὸν, ἐνῷ ἔχουσι τὸ συμφέρον νὰ μὴ γείνῃ ἡ δεξαμενὴ, διότι ἔχουσι τὸ ἐργοστάσιον, εἰς τὸ ὁποῖον καθαρίζονται καὶ ἐπισκευάζονται τὰ ἀτμόπλοια, παρουσιάζονται εἰς τὰς παραμονὰς τῶν ἐκλογῶν δημοκοποῦντες, καὶ λέγουσιν: «ἡ ἕνωσις τῶν κομμάτων καὶ ἡ κατασκευὴ τῆς δεξαμενῆς!» ἐνῷ οἱ γονεῖς μας ἔκαμνον οἰκογενειακὰ συμβούλια καὶ ἐπώλουν τὰς περιουσίας τῶν ἀνηλίκων τέκνων των, ὅπως ἀντεπεξέλθωσιν εἰς τὸν ἐκλογικὸν ἀγῶνα κατὰ τῶν δημαγωγῶν τούτων. Ἐνθυμοῦμαι, ὅτε ἐπολιτεύετο ἐν Σύρῳ ὁ κ. Σκουλούδης, εἶχε συνάξει 10 ἑκατομμύρια δραχ., ὅπως ἑνώσῃ ὅλας τὰς ἀτμοπλοϊκὰς ἑταιρείας τῆς Ἑλλάδος καὶ κατασκευάσῃ τὴν δεξαμενήν· ἀλλ’ ὄχι μόνον τὸν ἐπολέμησαν, ἀλλ’ ἠδίκησαν καὶ τὸ ἔθνος, διότι θὰ εἴχομεν σήμερον παγκόσμιον Ἑλληνικὴν Ἀτμοπλοϊκὴν Ἑταιρείαν, ἀντὶ δὲ μιᾶς δεξαμενῆς, θὰ εἴχομεν περισσοτέρας. Τούτου ἕνεκα, βλέπων ὁ πολιτευτὴς ἐκεῖνος, ὅτι κατεστρέφετο ἐντελῶς ἡ Σῦρος, ὡς ἐκ τῆς καταστάσεως ταύτης, καὶ ἀπογοητευθείς, ἐγκατέλειψε τὴν εὐγενῆ ἰδέαν τοῦ νὰ πολιτεύηται εἰς Σῦρον. Καὶ ἰδοὺ σήμερον εἰς ποῖον σημεῖον περιῆλθεν ἡ Σῦρος! Ὁμιλῶ, Κύριοι, ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου τῆς Βουλῆς ἀπὸ ἡμερῶν καὶ ζητῶ νὰ τυπωθῇ ἡ διακήρυξις τῆς κατασκευῆς τῆς δεξαμενῆς, διὰ νὰ ἔλθῃ εἰς φῶς ἡ κατάχρησις τῶν 750,000 δραχμῶν, ἃς θὰ πληρώσῃ ὁ λαὸς τῆς Σύρου. Δὲν νομίζετε, προκειμένου περὶ τόσον σοβαροῦ ζητήματος, ὅτι δὲν πρέπει νὰ μένωσι κεκαλυμμένοι οἱ καταχρασταί; Δὲν νομίζετε, ἀφοῦ ταῦτα πάντα ἀπεκάλυψα, ἀφοῦ ἐξ ἀγνοίας σας καὶ κακῆς εἰσηγήσεως ἐγένετο τοῦτο, ὅτι πρέπει ν’ ἀναγνώσωσι πάντες τὴν διακήρυξιν τῆς κατασκευῆς τῆς δεξαμενῆς, καὶ καθ’ ὡρισμένην ἡμέραν ὑπὸ τῆς Βουλῆς νὰ συζητήσωμεν τοῦτο, καὶ νὰ σᾶς ἀναπτύξω καὶ ἐπιστημονικῶς τὰ τῆς κατασκευῆς τῆς δεξαμενῆς, καὶ τὴν κατάχρησιν τῶν 750,000 δραχμῶν, καὶ τέλος πάντων μετὰ τὴν συζήτησιν νὰ ψηφίσωμεν νέον νόμον, ὅπως πραγματικῶς κατασκευασθῇ ἡ δεξαμενὴ καὶ ἄνευ καταχρήσεως, νὰ γείνῃ δὲ ὁ νόμος ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ Γερμανικοῦ συγγράμματος (τοῦ Friedmant, συγγράμματος ἐπικεκυρωμένου καὶ ὑπὸ τῆς παγκοσμίου ἐκθέσεως τῆς Βιέννης; Ὡς πρὸς τὴν ἀξίαν τοῦ ἔργου τῆς δεξαμενῆς, ὄχι, ὅπως γράφετε, τῆς μικρᾶς, τῶν 123 μέτρων, ἀλλὰ τῆς μεγάλης, τῶν 156 μέτρων, ἡ δαπάνη 2,500,000, δραχμῶν εἶναι πλέον ἢ ἐπαρκής· καὶ ὄχι μόνον ἐπαρκὴς ἐκρίθη ἡ δαπάνη αὕτη καὶ ὑπὸ τοῦ φίλου μηχανικοῦ κ. Ριβαμπέλλα, ἀλλὰ καὶ ὑπερβολική· διότι, ὡς ἀναφέρει ὁ ἴδιος ἐν τῇ ἐκθέσει του, ἣν μετὰ μεγάλης προσοχῆς ἀνέγνωσα, ἐγκλείει κέρδος 25% διὰ τὴν μέλλουσαν ν’ ἀναλάβῃ τὸ ἔργον ἑταιρείαν. Ἐν ἑνὶ λόγῳ ὁ ἠθικὸς οὗτος μηχανικὸς σᾶς εἶπε: μὲ 2,500,000 δραχμὰς δύνασθε νὰ κάμητε δεξαμενὴν 156 μέτρων, καὶ νὰ ἔχῃ κέρδος 25% ἐκεῖνος, ὅστις θὰ τὴν κατασκευάσῃ. Πῶς λοιπὸν, ἀφοῦ τοιαῦτα γράφει ὁ ἔντιμος οὗτος μηχανικός, σεῖς ἐγράψατε εἰς τὴν διακήρυξιν μὲ τὸ αὐτὸ ποσὸν τῶν 2,500,000 δραχ. δεξαμενὴν μόνον 123 μέτρων; Ἀπόδειξις δὲ τῆς καταχρήσεως τῶν 750,000 δρ. εἶναι τὰ δαπανηθέντα ποσὰ διὰ τὴν κατασκευὴν ὁμοίων δεξαμενῶν ἐν Μασσαλίᾳ, ὡς ἀναφέρεται ἐν τῷ περισπουδάστῳ συγγράμματι «Les Marines et les travaux Maritimes», ἐν σελίδι 173. (Ἀναγινώσκει τὸ σχετικὸν μέρος). Ἡ μεγαλειτέρα λοιπὸν δεξαμενὴ τῆς Μασσαλίας, ἔχουσα μῆκος 160 μέτρων, πλάτος 30, βάθος 9, ἐστοίχισε φράγκα 1,080,000, δηλαδὴ δραχ. 1,782,000, μὲ ἀξίαν τὸ φράγκον 1.65, ἐνῷ οἱ Κύριοι ἐν Σύρῳ ζητοῦσι νὰ δαπανήσωσι δραχμὰς 2,500,000 διὰ δεξαμενὴν 123 μέτρων. Τὰ ποσὰ, εἰς ἃ κατεκυρώθησαν αἱ δεξαμεναὶ Πειραιῶς πρὸς τοὺς ἐργολάβους, ἀποδεικνύουσιν, ὅτι πράγματι ἡ ἀξία τῆς κατασκευῆς μιᾶς δεξαμενῆς Σύρου εἶναι πολὺ ὑπερτέρα τῆς πραγματικῆς, καὶ ἀδίκως οἱ δῆμοι Ἑρμουπόλεως καὶ Σύρου ὑπεβλήθησαν εἰς τοὺς γνωστούς σας ἐπαχθεῖς φόρους. Τοῦ Πειραιῶς οἱ προϋπολογισμοὶ μὲ τὰ δαπανηθέντα ἐν Μασσαλίᾳ συμφωνοῦν πληρέστατα, ἀφοῦ δύο δεξαμεναὶ, 135 μέτρων ἡ μία, καὶ ἡ ἄλλη 90 μέτρων, θὰ στοιχίσουν 2,100,000 δραχμάς. Ὁ προϋπολογισμός των εἶχε γείνῃ διὰ 2,622,876, ὁ τελευταῖος ὅμως μειοδότης τὰς ἀνέλαβεν, ὡς προεῖπον, μόνον μὲ 2,100,000 δραχμὰς ἑλληνικάς. Ἐὰν λοιπὸν ὑπολογίσωμεν προχείρως τὸ μῆκος ὁλόκληρον καὶ τῶν δύο δεξαμενῶν τοῦ Πειραιῶς εἰς μέτρα 225, καὶ διαιρέσωμεν τὸ ποσὸν τῶν 2,100,000, θὰ ἔχωμεν ἀξίαν ἑνὸς μέτρου δραχ. 9,333. Ἐκ τοῦ λογαριασμοῦ τούτου καταφαίνεται πόσον θὰ στοιχίσωσιν αἱ δεξαμεναὶ Πειραιῶς. Τώρα ἂς ἴδωμεν, τί θὰ ζημιωθῇ ἡ Σῦρος, ἐὰν ἡ δεξαμενή της γείνῃ 156 μέτρα, ἢ 123. Μέτρα 156X9,333=1,455,948. Δηλαδὴ ἡ δεξαμενὴ τῶν 156 μέτρων πρέπει νὰ κοστίσῃ δραχ. 1,456,000, ἡ δὲ διακήρυξις ἡ πολυθρύλητος λέγει, ὅτι μέχρι 2,500,000 πρέπει νὰ ᾖναι ἡ προσφορά. Δηλαδὴ αἱ μελέται καὶ ὁ προϋπολογισμὸς τῆς δαπάνης τοῦ δημοσίου τούτου ἔργου ὑπελογίσθη κατὰ ἓν ἑκατομμύριον καὶ τέσσαρας χιλιάδας δραχμὰς ἐπὶ πλέον τῆς πραγματικῆς δαπάνης! Διὰ τὸν λόγον τοῦτον σᾶς λέγω: παύσατε τὴν διακήρυξιν. Διὰ τὸν λόγον τοῦτον διαμαρτύρομαι, ἵνα μὴ πληρώσῃ ὁ πτωχὸς λαὸς τραμποῦκο ἓν ἑκατομμύριον δραχμῶν. Διὰ τοῦτο πολὺ συχνὰ σᾶς φωνάζω ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης, ὅτι θὰ ὀλισθήσωσιν εἰς καταβόθραν πλέον τοῦ 1 ἑκατομμυρίου δραχμῶν ἐκ τῆς κατασκευασθησομένης δεξαμενῆς, τῆς δεξαμενῆς δηλ. ἐκείνης, τὴν ὁποίαν σᾶς ἐξηνάγκασα καὶ ἐγὼ νὰ ψηφίσητε, καὶ τὴν ὁποίαν θέλουσιν νὰ ἐκμεταλλευθῶσι πολλαχῶς καὶ πολυτρόπως ἐκεῖνοι, οἵτινες σᾶς ἠμπόδιζον τότε νὰ τὴν ψηφίσητε. Ἀπαιτεῖται νέος νόμος, ὅπως τέλος πάντων γείνῃ ἡ δεξαμενὴ καὶ παύσῃ νὰ ἐμπαίζηται ὁ λαὸς τῆς Σύρου, τῶν Κυκλάδων καὶ ἁπάσης τῆς Ἑλλάδος, διότι τὸ ζήτημα ἔχει καὶ ἐθνικὴν σημασίαν. Καὶ ταῦτα μὲν περὶ τῆς διακηρύξεως τῆς δεξαμενῆς. Ὅσον δ’ ἀφορᾷ τὰ τῆς κατασκευῆς καὶ τοῦ τρόπου τῶν ἐργασιῶν, θέλω πραγματευθῆ λεπτομερέστερον εἰς προσεχῆ ἀγόρευσίν μου, τὴν ἡμέραν δηλ. κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ Βουλὴ θ’ ἀποφασίσῃ νὰ συζητήσωμεν τὸ σπουδαῖον τοῦτο ζήτημα καὶ ψηφίσωμεν τὸν νέον σωτήριον νόμον. Ἀλγῶ, κύριοι Βουλευταί, διότι, ὡς ἀντιπρόσωπος τῆς Σύρου, βλέπω μετὰ λύπης μου, ὅτι τὸ ζήτημα τῆς δεξαμενῆς ἀπασχολεῖ καὶ αὐτὴν καὶ ὑμᾶς ἐπὶ 20 καὶ πλέον ἔτη. Δὲν δύναμαι δὲ παρὰ μετὰ συντετριμμένης καρδίας νὰ εἴπω, ὅτι ἐν Πειραιεῖ μόλις ἐσκέφθησαν οἱ πολιτευόμενοι Μουτσόπουλος, Ζυγομαλᾶς, Ρετσίνας, Σκυλίτσης τὴν κατασκευὴν τοιούτου ἔργου, εἰλικρινῶς τὸ ἀπεφάσισαν, καὶ ἤρξατο ἡ ἐκτέλεσις, καὶ εὑρίσκεται ἐν τῷ τελειοῦσθαι. Ἐζήτησα ξένα συγγράμματα, σχετικὰ ἀπὸ τὸν τέως Ὑπουργὸν κ. Βουδούρην, ἀλλ’ ἀτυχῶς, μ’ ὅλην τὴν προθυμίαν, ἣν ἐπέδειξε, δὲν εὑρέθησαν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον· ἀπορῶ δὲ ἐπὶ τῇ βάσει τίνων τύπων κλπ. ὁ ἄλλοτε Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν Μπούμπουλης ἠγόρασε τὴν πλωτὴν δεξαμενὴν Ναυστάθμου. Ἐζήτησα τὰ συγγράμματα ταῦτα ἀπὸ τὴν Βιβλιοθήκην τῆς Βουλῆς, ἀλλ’ οὔτε ἐκεῖ ὑπάρχουσιν ἀτυχῶς. Δὲν τὰ θέλω διὰ τὸν ἑαυτόν μου, διότι τὰ ἔχω ἅπαντα, καὶ ὅτε μετέβην εἰς Εὐρώπην διὰ τὴν στρατιωτικὴν μόρφωσίν μου, καὶ τὰ τῶν δεξαμενῶν τῆς Αὐστρίας ἐξήτασα καὶ τὰ τῆς Γαλλίας ἐπιτοπίως. Αὐτοὶ εἶναι οἱ λόγοι, ἕνεκα τῶν ὁποίων δὲν δύνασθε σήμερον ἐν τῇ Βουλῇ νὰ δικαιολογήσητε τὰς πράξεις σας. Οἱ δὲ Εὐρωπαῖοι, βλέποντες τὰς καταχρήσεις ταύτας, μᾶς οἰκτείρουσι. Διὰ νὰ σᾶς ἀποδείξω εἰς ποῖον βαθμὸν, ἐπιτρέψατέ μοι νὰ σᾶς ἀναγνώσω τὸ πρῶτον ἄρθρον τῆς διακηρύξεως, καὶ τοῦτο, διότι, ἐὰν θέλητε, δύνασθε νὰ τὸ τροπολογήσητε καταλλήλως, καὶ νὰ παρουσιασθῇ μειοδότης μετὰ τὴν ἀπόφασιν τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου Ἑρμουπόλεως. (Ἀναγινώσκει τὸ ἄρθρον 1). Τὸ ἄρθρον τοῦτο, ὡς βλέπετε, λέγει, ὅτι μὲ 2,500,000 θὰ γείνῃ μία δεξαμενὴ 156 μέτρων ἢ 123· δηλ. ὁ ἐργολάβος, ἀφοῦ κάλλιστα δύναται μὲ τὸ ποσὸν τῶν 2,500,000 νὰ κατασκευάσῃ τὴν μικρὰν δεξαμενὴν, διὰ ποῖον λόγον νὰ κατασκευάσῃ τὴν μεγάλην; Ἡ διαφορὰ δὲ τῆς μεγάλης ἀπὸ τῆς μικρᾶς δεξαμενῆς εἶναι 750,000 τουλάχιστον δραχμῶν. Ἑπομένως φρονῶ, ὅτι πρέπει νὰ ὁρισθῇ ποσὸν ἰδιαίτερον διὰ τὴν δεξαμενὴν τῶν 123 μέτρων. Αὐτολεξεὶ ἰδοὺ πῶς πρέπει νὰ γείνῃ ἡ τροποποίησις τοῦ πρώτου ἄρθρου, ἐν ἐδαφίῳ αʹ: «Πᾶσα προσφορὰ δέον νὰ περιέχῃ τὸ ποσὸν, ἀντὶ τοῦ ὁποίου ὁ μειοδότης ἀναλαμβάνει τὴν κατασκευὴν δεξαμενῆς μήκους μέτρων 156.60, διὰ τὴν ὁποίαν ἀνώτατος ὅρος τοῦ ποσοῦ ὁρίζεται ἔστω εἰς δρ. 2,500,000, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἐπισυνημμένων σχεδίων καὶ συναφῶν ἔργων, κατὰ τὰ σχέδια τοῦ μηχανικοῦ Ριβαμπέλλα, τὰ κατατεθειμένα εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν.» Τὸ δεύτερον ἐδάφιον νὰ διατυπωθῇ οὕτω: «Ἐπίσης ποσὸν κατώτερον, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ὁ μειοδότης θὰ μειοδοτήσῃ διὰ τὴν ἀνάληψιν τῆς κατασκευῆς δεξαμενῆς μήκους 123 μέτρων, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν αὐτῶν σχεδίων τοῦ μηχανικοῦ Ριβαμπέλλα, ὁρίζεται τὸ ποσὸν 2,000,000 δρ.» Πρὸς Θεοῦ, κύριοι Βουλευταὶ, ἀπαιτήσατε νὰ τροποποιηθῇ οὕτω τὸ ἄρθρον 1 τῆς ἱστορικῆς διακηρύξεως, ἵνα παύσῃ αὐτὴ ἡ ἐλαστικότης· διότι, ἐὰν ὁ μειοδότης ᾖναι ξένος, δὲν δύναται, ὡς ἐκ τοῦ τρόπου τῆς συντάξεως τῆς διακηρύξεως, νὰ ἀναλάβῃ τὸ ἔργον, διότι ἀμέσως θὰ ἔχῃ δικαστικὸν ἀγῶνα· ἐὰν δὲ ὁ τελευταῖος μειοδότης τύχῃ νὰ ᾖναι ἡ Ἑταιρεία τῶν Ἐργοληψιῶν καὶ Σα, τὸ ἀναλαμβάνει θαρρούντως, διότι μετ’ αὐτῆς ὑπῆρχε συνεννόησις, θὰ ἐγίνοντο ὅλα καλὰ καὶ μέλι–γάλα· μὲ τὰ 2,000,000 δραχ. θὰ ἐγίνετο ἡ μικρὰ δεξαμενὴ τῶν 123 μέτρων κλπ. Δὲν προέλαβε δὲ νὰ τὸ πάρῃ ἡ Ἑταιρεία τῶν Ἐργοληψιῶν, διότι ἐξέθεσα ἐγὼ διὰ τοῦ τύπου τοῦ εὐρωπαϊκοῦ καὶ ἑλληνικοῦ, καὶ ἰδίως διὰ τῆς «Ἀκροπόλεως»,—καὶ ἀληθῶς ὀφείλω διὰ τοῦτο εὐγνωμοσύνην εἰς τὴν «Ἀκρόπολιν»—τὰ καθέκαστα, ὅπως σώσω τὸν λαὸν τῆς Ἑρμουπόλεως καὶ Σύρου, ὅπως σώσω τοὺς κτηματίας τῶν δύο τούτων πόλεων ἐκ τῆς προσθέτου φορολογίας, ὅπως προλάβω τὸν μικρὸν κλονισμόν, τὸν ὁποῖον θὰ ὑφίστατο τὸ ἐμπόριον τῆς Σύρου ἕνεκα τῆς προσθέτου φορολογίας ἀφ’ ἑνός, καὶ ἀφ’ ἑτέρου ἕνεκα τοῦ συναγωνισμοῦ. Τί νὰ σᾶς εἴπω, Κύριοι! Ὁ νόμος, ὁ ψηφισθεὶς, ἦτο πυροτέχνημα, ὅπως τὸ νομοσχέδιον τῆς μεταφορᾶς τῶν ὑδάτων τῆς Στυμφαλίας...
§100ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Διατὶ ἐγένετο οὕτω;
§101Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Ἀγνοῶ, καὶ διὰ τοῦτο κατηγορῶ τὸν Πρωθυπουργὸν κ. Ζαΐμην, καὶ τοῦ λέγω νὰ μὴ ἐμπιστεύηται εἰς οὐδένα τὴν σύνταξιν νόμων, ὅταν πρόκηται μάλιστα περὶ μεγάλων δημοσίων ἔργων, διότι σέβομαι καὶ ἐκτιμῶ τὸν ἠθικόν του χαρακτῆρα, ἀλλὰ δὲν δύναμαι ν’ ἀρνηθῶ τὴν πολιτικήν του μυωπίαν· διὰ τοῦτο πολὺ καλὰ κάμνει νὰ ὁπλίζῃ τοὺς ὀφθαλμούς του μὲ διόπτρας. Καὶ ταῦτα περὶ τοῦ συντάξαντος τὸν νόμον περὶ κατασκευῆς τῆς δεξαμενῆς πρὸ 5 ἐτῶν, ὅτε ἦτο ἐν τῇ ἀρχῇ πάλιν, τὸ πρῶτον, ὁ ἐκ Καλαβρύτων ἐπιφανὴς Βουλευτής. Ὅσον δ’ ἀφορᾷ τὴν ἐπὶ τοῦ τάπητος διακήρυξιν, δὲν προχωρῶ εἰς τὴν ἐξέτασιν αὐτῆς μέχρις ὅτου τυπωθῇ καὶ διανεμηθῇ εἰς τοὺς Βουλευτάς, ἵνα τὴν ἀναγνώσητε καὶ φρίξητε, προτοῦ σᾶς τὰ ἐκθέσω ἐγὼ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου λεπτομερῶς Ἐλπίζω, ὅτι αὔριον θὰ ἔχῃ τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ, πολὺ μᾶλλον, καθόσον σήμερον ἀνέγνωσα εἰς τὸν «Ἀπόλλωνα» τῆς Σύρου, ὄργανον κυβερνητικόν, παράπονα φοβερά, διατὶ δὲν κατασκευάζεται ἡ δεξαμενή.
§102Γ. ΑΝΔΡΙΤΣΟΣ. Ὑποβάλλετε τροποποίησιν;
§103Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Βεβαίως. Ἂν θέλῃ ἡ Κυβέρνησις νὰ τροποποιήσῃ τὴν διακήρυξιν, ἔχει καλῶς, ἂν θέλῃ νὰ τροποποιήσῃ τὸν νόμον, ἀκόμη καλλίτερα. Ἐγὼ τὴν δεξαμενὴν θέλω νὰ κάμωσιν ἐν Σύρῳ, εἰ δυνατόν, ἄνευ καταχρήσεως 1,000,000 δραχμῶν, καὶ μοὶ εἶναι ἀδιάφορον, πῶς θὰ γείνῃ. Ἐὰν θέλῃ ὁ Πρωθυπουργὸς κ. Ζαΐμης νὰ γείνῃ ἡ δεξαμενὴ ἐν Σύρῳ, ἂς πράξῃ ὅσα ὑπέδειξα, ἢ δύναται νὰ μὲ καλέσῃ ἰδιαιτέρως καὶ νὰ τοῦ ὑποδείξω ἐγὼ νομοσχέδιον, ὅπερ ἔχω, καὶ διὰ τοῦ ὁποίου οἱ ἑτοιμαζόμενοι διὰ τὴν γνωστὴν κατάχρησιν οὐδὲν θὰ κερδίσωσι, καὶ ἡ δεξαμενὴ θὰ λάβῃ τὸ ὄνομα τοῦ ὄντως ἐντίμου πολιτευτοῦ κ. Ζαΐμη.
§104Γ. ΑΝΔΡΙΤΣΟΣ. Λέγετε, ὅτι τὸ ποσὸν τῶν 2,500,000 εἶναι ὑπερβολικόν, καὶ ὅτι ὑπάρχουν ἐκθέσεις ἄλλων σπουδαίων μηχανικῶν, οὓς δὲν γνωρίζω, οἵτινες προτείνουσιν, ὅτι μὲ ποσὸν ὀλιγώτερον κατασκευάζεται δεξαμενή. Καὶ ἐν τούτοις ἐγένετο δημοπρασία, προεκηρύχθη, ἐγένετο γνωστὸν τὸ πρᾶγμα διὰ τῶν Προξενείων εἰς ξένα μέρη, καὶ οὐδεὶς παρουσιάσθη ἐργολάβος, ἀναδεχόμενος τὸ ἔργον. Πῶς εἶναι δυνατὸν λοιπὸν νὰ κατασκευασθῇ μὲ ὀλιγώτερον ποσόν;
§105Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Σᾶς συγχαίρω διὰ τὸ ἐνδιαφέρον, ὅπερ ἔχετε· ἀφοῦ ὅμως ἔχετε ἐνδιαφέρον, σᾶς παρακαλῶ νὰ ἔχητε τὴν ὑπομονὴν ν’ ἀκούσητε τὰ ἐπιχειρήματά μου· ἐὰν δὲν ἔχητε τὴν ὑπομονήν, σᾶς παρακαλῶ ἐπιτρέψατέ μοι νὰ ἐξακολουθήσω, ὑμᾶς δὲ παραπέμπω εἰς τὴν δαπάνην, ἥτις ἐγένετο διὰ τὴν κατασκευὴν δύο δεξαμενῶν ἐν Πειραιεῖ.
§106ΑΛΕΞ. Μ. ΚΑΝΑΡΗΣ. Τοῦ Γερμανοῦ τὰς παρατηρήσεις θέλομεν.
§107ΒΙΤΑΛΗΣ. Βεβαίως. Ὁ Γερμανὸς μάλιστα, προκειμένου περὶ τῶν λογαριασμῶν, λέγει «Wir sind verpflichtet das zu machen.» Μάλιστα ἐνθυμοῦμαι τὴν φράσιν τοῦ ἀειμνήστου ναυάρχου, τοῦ πατρός σας: «γενικὴ σαπίλα». Ἀτυχῶς αὐτὴ ἡ σαπίλα προὐχώρησε καὶ εἰς τοὺς ἐργαζομένους δῆθεν ὑπὲρ τῆς κατασκευῆς δεξαμενῆς ἐν Σύρῳ, καὶ θέλουσιν, ἀφοῦ ἔγεινα ἀφορμὴ ἐγὼ νὰ γείνῃ δεξαμενή, νὰ γείνω καὶ γέφυρα διὰ νὰ ὠφεληθῶσιν ἄλλοι πλέον τοῦ ἑνὸς ἑκατομμυρίου δραχμῶν ἐκ τοῦ ἱδρῶτος τοῦ πτωχοῦ λαοῦ. Πρέπει νὰ γνωρίζητε, κύριε Κανάρη, ὅτι στρατιωτικοὶ καὶ ναυτικοὶ μορφώσεως καὶ περιωπῆς, ὡς ὁ πατήρ σας, γνωρίζονται, κατὰ τὴν ταπεινήν μου γνώμην, ἀπὸ τὸν χαρακτηρισμόν, ὃν θὰ δώσωσιν εἰς τοὺς ὑπ’ αὐτοὺς ἀξιωματικούς. Ὁ ἀείμνηστος πατήρ σας, ἐπειδὴ ἦτο καὶ πολιτευόμενος, ἔδωσε τὸν γενικὸν χαρακτηρισμὸν «γενικὴ σαπίλα»· ἐγὼ δὲ προσθέτω: ἥτις ἀπειλεῖ τὸ προαύλιον τῆς Βουλῆς! Νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ προχωρήσω, διότι ταῦτα σᾶς εἶπον διὰ νὰ σᾶς δώσω νύξιν καὶ μελετήσητε τὴν διακήρυξιν. Ἐπειδὴ ὅμως τινὲς ἠρώτησαν, ἂν παρουσιάσθη μειοδότης, καίτοι ἐδίδοντο 2,500,000 δραχμαὶ δι’ 123 μέτρων δεξαμενὴν, διὰ τοῦτο, περαίνων τὴν ἀγόρευσίν μου ταύτην, τὴν προεισαγωγικὴν, σᾶς λέγω τὸν λόγον τῆς ἀποχῆς. Ὅτε τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον Ἑρμουπόλεως, μετὰ τὴν δημοσίευσιν τῆς διακηρύξεως καὶ τῶν δημοσιευθέντων ἐν ταῖς ἐφημερίσι παρ’ ἐμοῦ περὶ αὐτῆς, συνῆλθεν, ὅπως συνεδριάσῃ, εἶπεν, ὅτι δὲν ἐννοεῖ νὰ γείνῃ ἡ δεξαμενὴ μικροτέρα τῶν 156 μέτρων. Βεβαίως οὐδεὶς ἐκ τῶν ἐργολάβων ἠδύνατο νὰ προσέλθῃ ὡς μειοδότης, διότι τότε τὸ μῆκος τῆς δεξαμενῆς δὲν εἶχεν ὁρισθῆ, καὶ θὰ εὑρίσκετο εἰς πολὺ δυσάρεστον σημεῖον ὁ ἐργολάβος, ἀφοῦ θὰ ἔδιδεν ἐγγύησιν 150,000 δραχμῶν, καὶ τὰ ἐργαλεῖά του καὶ ἡ ὅλη ἐγκατάστασις θὰ περιήρχοντο, ἐν περιπτώσει δυσχερειῶν, εἰς τὴν κυριότητα τοῦ δήμου Ἑρμουπόλεως, κατὰ τὸ πνεῦμα τῆς διακηρύξεως. Τὸ τοιοῦτον πλέον ἦτο γνωστὸν εἰς ὅλους, καὶ μόνον ὁ Πρόεδρος τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου Ἑρμουπόλεως ἐπίστευεν εἰς τὴν κατασκευὴν τοῦ ἔργου. Λοιπὸν ὄχι μόνον δὲν ἐπετρέπετο εἰς ἐργολάβους νὰ παρουσιασθῶσιν ὡς μειοδόται, ἀλλὰ καὶ ἐπεβάλλετο εἰς ὅλους ἡ ἀπομάκρυνσις ἀπὸ ἔργου, τὸ ὁποῖον ἐν τῇ γεννήσει του ἀκόμη ἔδιδεν ἀφορμὰς πρὸς δικαστικὰς περιπλοκὰς καὶ κατασχέσεις τῆς περιουσίας τοῦ ἐργολάβου, ἤτοι τῶν ἐργαλείων καὶ τῆς ἐγγυήσεως.
§108ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ἀναγκάζομαι, κύριε Πρόεδρε, νὰ ἐπανέλθω εἰς θέμα, τὸ ὁποῖον ἔφερα πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ ἀναγκάζομαι, διότι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἀπέφυγεν ἄχρι τοῦδε νὰ μᾶς δώσῃ πληροφορίαν τινὰ ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως διὰ τὴν ὁποίαν ἐπηρώτησα αὐτόν. Ἀναγκάζομαι δὲ σήμερον νὰ ἐπαναφέρω τὴν αὐτὴν ὑπόθεσιν, διότι ἔλαβον τηλεγράφημα ἐκ Τριπόλεως, διὰ τοῦ ὁποίου μοὶ ἀνακοινοῦται, ὅτι ὁ Εἰσαγγελεὺς ἐκεῖνος, τὸν ὁποῖον ὀλίγον ἐσκιαγράφησα, ὅτε περὶ αὐτοῦ ὡμίλησα, ἕνεκα πάθους, διότι κατηγγέλθη, προέβη κατ’ ἐκείνου, ὁ ὁποῖος ὑπέβαλε τὴν κατ’ αὐτοῦ μήνυσιν, καὶ ὁ ὁποῖος εἶναι δικηγόρος καὶ πρώην συνάδελφος, εἰς πράξεις τοιαύτας, αἵτινες μόνον λόγον εἶχον, ὅπως ἐκθέσωσι τὴν ὑπόληψιν αὐτοῦ εἰς τὴν κοινωνίαν τῆς Τριπόλεως. Τὸ τηλεγράφημα τοῦτο ἐγχειρίζω εἰς τὸν κύριον Πρόεδρον τῆς Βουλῆς, ἵνα λάβῃ γνῶσιν αὐτοῦ ὁ βουλόμενος, διότι νομίζω, ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται δημοσίᾳ νὰ λεχθῶσι τὰ διὰ τοῦ τηλεγραφήματος ἀνακοινούμενα. Ἐπιθυμῶ δὲ νὰ μάθω ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ἐὰν σκοπεῖ νὰ ἀνακοινώσῃ πληροφορίαν τινὰ σχετικῶς πρὸς τὸν Εἰσαγγελέα αὐτόν.
§109Κ. ΤΟΠΑΛΗΣ. (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Μοὶ ζητεῖται λόγος, Κύριοι, διότι ἠργοπόρησα νὰ καταθέσω τὰ ζητηθέντα ἔγγραφα εἰς τὴν Βουλήν. Ἀλλὰ πλὴν τῶν αἰτηθέντων ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐκ Γόρτυνος κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς 29 Ἰανουαρίου 1902 ἐγγράφων περὶ τῆς ὑποθέσεως τοῦ Εἰσαγγελέως Τριπόλεως, ἐζητήθησαν ἐπίσης παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Μαντινείας βουλευτοῦ κ. Μπακοπούλου καὶ ἕτερα ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα δὲν ἦσαν ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῆς Δικαιοσύνης, ἀλλ’ ἐν Τριπόλει, ἐν τῷ ἐκεῖ Πρωτοδικείῳ, καὶ ἐζήτησα ταῦτα, ἔχων σκοπὸν νὰ καταθέσω ἅπαντα τὸν σχετικὸν φάκελον συγχρόνως. Ἐπειδὴ ὅμως ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς ἐπιμένει εἰς τὴν κατάθεσιν τῶν αἰτηθέντων ὑπ’ αὐτοῦ ἐγγράφων, εὐχαρίστως πράττω τοῦτο σήμερον, ἐπιφυλαττόμενος νὰ καταθέσω ὡς συμπλήρωμα τὰ ἄλλα, τὰ ὁποῖα ὁ ἐκ Μαντινείας ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐζήτησε. Καταθέτω, Κύριοι, τρία ἔγγραφα. Τὸ πρῶτον περιέχει τὴν μήνυσιν τοῦ δικηγόρου κ. Καλούτση κατὰ τοῦ Εἰσαγγελέως Τριπόλεως Θ. Θεοδώρου. Μετὰ τῆς μηνύσεως ταύτης καταθέτω τὴν ἔκθεσιν τοῦ Εἰσαγγελέως τῶν Ἐφετῶν, παραγγελθέντος νὰ ἐνεργήσῃ ἀνάκρισιν συνεπείᾳ τῆς μηνύσεως ταύτης τοῦ ῥηθέντος δικηγόρου. Ἐπίσης καταθέτω ἔκθεσιν, ὑπογεγραμμένην κοινῶς παρὰ τοῦ Εἰσαγγελέως τῶν Πρωτοδικῶν Τριπόλεως, παρὰ τοῦ Νομάρχου Ἀρκαδίας καὶ τοῦ Μοιράρχου, περί τινων γεγονότων, ἐχόντων σχέσιν πρὸς τὴν ὑπόθεσιν ταύτην, διότι πρόσωπα, ἅτινα μαρτυροῦσι κατὰ τοῦ Εἰσαγγελέως τούτου ἐν τῇ ἐκθέσει τοῦ Εἰσαγγελέως τῶν Ἐφετῶν, ἀναφέρονται ἐν τῇ ἐκθέσει ἐκείνῃ, ἥτις δύναταί τις εἰπεῖν, δύναται νὰ χρησιμεύσῃ ὡς πρόλογος τῆς ἐκθέσεως τοῦ Εἰσαγγελέως τῶν Ἐφετῶν ἐπὶ τῆς μηνύσεως τοῦ δικηγόρου Καλούτση κατὰ τοῦ Εἰσαγγελέως κ. Θεοδώρου. Ἐπίσης, ὡς συμπλήρωμα, νομίζω, ὅτι ὀφείλω νὰ καταθέσω τὴν ἔκθεσιν τοῦ Εἰσαγγελέως Τριπόλεως περὶ τοῦ αὐτόθι ἀντεισαγγελέως Κασιμάτη, διότι καὶ οὗτος ἀναφέρεται ἐν τῇ ἐκθέσει τοῦ Εἰσαγγελέως τῶν Ἐφετῶν. Ἡ ἔκθεσις αὕτη τοῦ Εἰσαγγελέως τῶν Ἐφετῶν ἀναφέρει, Κύριοι, ὅτι πολλοὶ μάρτυρες ἐξετασθέντες μαρτυροῦσιν ὑπὲρ τοῦ Εἰσαγγελέως Τριπόλεως, κατὰ τοῦ ὁποίου ἐπεδόθη μήνυσις ἐκ μέρους τοῦ δικηγόρου κ. Καλούτση διὰ πράξεις, αἵτινες θίγουσι τὸν κοινωνικὸν τοῦ κ. Θεοδώρου βίον καὶ ὄχι τὸν δικαστικόν. Ἀναφέρει ὅμως ἐπίσης ἡ ἔκθεσις, ὅτι πρόσωπα τῆς ἐκεῖ κοινωνίας μαρτυροῦσι κατὰ τοῦ Εἰσαγγελέως, ἀναφέρει δὲ ὡς τοιαῦτα πλὴν τοῦ γραφέως Εὐμορφούλη καὶ τοῦ μηνύοντος καὶ τοὺς δικηγόρους ἐπίσης κ. κ. Περ. Ἀλεξάκην καὶ Ἰωάννην Μπακόπουλον, οἵτινες ἐπιβεβαιοῦσι κατὰ τὸ μᾶλλον ἢ ἧττον τὰ ἐν τῇ καταγγελίᾳ ἐκτιθέμενα. Ἐπιτρέψατέ μοι, Κύριοι, ἐπειδὴ πρόκειται περὶ τῆς διαγωγῆς ἀνωτέρου δικαστικοῦ ὑπαλλήλου, νὰ ἀναγνώσω τὸ σχετικὸν μέρος τῆς ἐκθέσεως τοῦ κ. Εἰσαγγελέως τῶν Ἐφετῶν (ἀναγινώσκει): «Ἅπαντα τὰ ἐν τῇ καταγγελίᾳ ἀναφερόμενα πρόσωπα, ἐξετασθέντα παρ’ ἐμοῦ, ἐβεβαίωσαν, ὅτι οὐδὲν σχετικὸν γνωρίζουν μὲ τὰ ἐν τῇ καταγγελίᾳ ἐκτιθέμενα. Τὰ πλεῖστα δὲ τούτων ἀπεκάλεσαν τὴν ἐν λόγῳ καταγγελίαν κακοήθη συκοφαντίαν»...
§110Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ Εἰσαγγελεὺς τῶν Ἐφετῶν τὰ λέγει αὐτά;
§111Κ. ΤΟΠΑΛΗΣ. Μάλιστα.
§112Γ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. Ποῖος εἶναι ὁ Εἰσαγγελεὺς τῶν Ἐφετῶν;
§113Κ. ΤΟΠΑΛΗΣ. Ὁ κ. Σαπουντζάκης. Ὁ κ. Εἰσαγγελεὺς τῶν Ἐφετῶν ἐξακολουθεῖ ἐν τῇ ἐκθέσει του περὶ τοῦ Εἰσαγγελέως κ. Θεοδώρου ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ὡς τοιαύτην συκοφαντίαν ἐχαρακτήρισαν τὴν ἐν λόγῳ καταγγελίαν καὶ ὀγδοήκοντα ἕτερα πρόσωπα, ἅτινα ἐξητάσθησαν παρ’ ἐμοῦ, ἤτοι ὁ Πρόεδρος καὶ ἅπαντες οἱ παρόντες δικασταὶ τοῦ ἐν Τριπόλει Πρωτοδικείου, ὁ Νομάρχης Ἀρκαδίας καὶ ὁ γραμματεὺς αὐτοῦ, ὁ Φρούραρχος καὶ οἱ ἐξετασθέντες ἀξιωματικοὶ τῆς φρουρᾶς, ὁ Μοίραρχος καὶ οἱ ἐκεῖ ἀξιωματικοὶ τῆς χωροφυλακῆς, δύο Δήμαρχοι, ἐξ ὧν ὁ εἷς ὁ τῆς Τριπόλεως, ὁ ἐκεῖ ἀστυνόμος, ὁ ἐπιθεωρητὴς τῶν δημοτικῶν σχολείων, καθηγηταὶ καὶ διδάσκαλοί τινες, ὁ οἰκονομικὸς ἔφορος μετὰ τοῦ γραμματέως του, ὁ ταμίας, οἱ δύο εἰρηνοδίκαι, πλεῖστοι δικηγόροι, ἐν οἷς ἅπαντες οἱ διαπρεπεῖς, ἀσχέτως τῶν διαφόρων πολιτικῶν ἀποχρώσεων, εἰς ἃς ἀνήκουσι, καὶ πλεῖστοι ἐπιστήμονες, ἔμποροι, ἐργοστασιάρχαι, βιομήχανοι, ὧν τινες ἐν σώματι προσῆλθον καὶ ἐβεβαίωσαν πρὸς ἐμέ, ὅτι εἴτε ἕνεκεν ὑποθέσεων, ἃς εἶχον, εἴτε ὡς ἐκ τῆς ἐκπληρώσεως τῶν τοῦ ἐνόρκου ἢ συνηγόρου καθηκόντων γνωρίσαντες τῶν Εἰσαγγελέα τῶν Πρωτοδικῶν κ. Θεοδώρου, βεβαιοῦσιν, ὅτι οὗτος εἶναι ἔντιμος, ἱκανὸς, νοήμων, φιλόπονος, δραστήριος, καὶ κέκτηται χαρακτῆρα ἀξιοπρεπέστατον καὶ εὐθύτατον· ηὐχήθησαν δὲ, ὅπως, πρὸς τὸ συμφέρον τῆς κοινωνίας, τῆς Δικαιοσύνης καὶ τῆς ὑπηρεσίας, διατελῇ ἐκεῖ οὗτος, διότι τοιοῦτον Εἰσαγγελέα σπανιώτατα ἀπέκτησεν ἡ Τρίπολις.» Ταῦτα καὶ ἄλλα, ἅτινα παραλείπω καὶ ὧν δύνασθε νὰ λάβητε γνῶσιν, ἀναγινώσκοντες τὴν σχετικὴν ἔκθεσιν, ἐξάγονται ἐκ τῶν ἐγγράφων, Κύριοι, τὰ ὁποῖα ἔχω ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῆς Δικαιοσύνης. Ἐννοεῖτε δὲ νῦν, Κύριοι, ὅτι οἱαιδήποτε φῆμαι καὶ παραστάσεις καὶ ἂν ἤρχοντο μέχρις ἐμοῦ, δὲν ἠδυνάμην νὰ προβῶ εἰς μέτρον τι κατὰ τοῦ Εἰσαγγελέως τούτου, ἀφοῦ εἶχον τὰ ἔγγραφα ταῦτα εἰς χεῖράς μου, τὰ ὁποῖα σήμερον καταθέτω εἰς τὴν Βουλήν, ἥτις βεβαίως ἐκ τῆς ἀναγνώσεως αὐτῶν θέλει πεισθῆ, ὅτι ἡ ἀργοπορία τῆς καταθέσεως αὐτῶν δὲν ἦτο ὑπὲρ τοῦ Εἰσαγγελέως κ. Θεοδώρου, ἀλλὰ μᾶλλον ὑπὲρ τοῦ ἐπερωτήσαντος κ. Βουλευτοῦ.
§114ΠΕΡ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ὁ κύριος Ὑπουργὸς εἶπε πρὸς τὴν Βουλὴν, ὅτι ἐβράδυνε νὰ καταθέσῃ τὰ ἔγγραφα, διότι ἡ κατάθεσις καὶ ἡ γνῶσις αὐτῶν ἦτο ὄχι ὑπὲρ ἐκείνου, ὁ ὁποῖος κατήγγειλε τὸν Εἰσαγγελέα, ἀλλ’ ὑπὲρ τοῦ Εἰσαγγελέως. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐβράδυνε νὰ καταθέσῃ τὰ ἔγγραφα, οὐχὶ διότι ἐφείδετο τῶν μηνυτῶν, ἀλλ’ ἵνα δημιουργήσῃ τὴν ὑπεράσπισιν τοῦ Εἰσαγγελέως. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἔλαβε γνῶσιν, ὅτι ὁ Εἰσαγγελεὺς Θ. Θεοδώρου διαπράττει πράξεις τοιαύτας, αἱ ὁποῖαι καταισχύνουσι τὸν ἄνθρωπον; Ἔλαβε γνῶσιν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν πράξεων τοῦ Εἰσαγγελέως, μόλις ηὐτύχησε νὰ ἀνέλθῃ εἰς τὸ ὑψηλὸν ἀξίωμα τοῦ Ὑπουργοῦ, ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς οὐδεμίαν προσοχὴν ἔδιδεν εἰς τὰς παραστάσεις αὐτάς, καίτοι αἱ παραστάσεις προήρχοντο παρ’ ἀνθρώπων, τοὺς ὁποίους ὤφειλε νὰ σέβηται καὶ ὤφειλε νὰ πιστεύῃ, διότι αἱ παραστάσεις αὗται προήρχοντο ἐκ τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου, τοῦ Βουλευτοῦ Κυνουρίας, μεθ’ οὗ συνδέεται ὁ κ. Ὑπουργὸς καὶ ἡ Κυβέρνησις. Συκοφάντην ἀπεκάλεσε τὸν ἐγχειρίσαντα τὴν μήνυσιν κατὰ τοῦ Εἰσαγγελέως ἡ ἔκθεσις τοῦ Εἰσαγγελέως τῶν Ἐφετῶν, συκοφάντην ἀποκαλεῖ τὸν βουλευτὴν Κυνουρίας κύριον Βοζικὴν, ὁ ὁποῖος τοιαύτας περὶ τοῦ Εἰσαγγελέως Τριπόλεως ἔδιδε πληροφορίας πρὸς τὸν κύριον Ὑπουργὸν, ἡ αὐτὴ ἔκθεσις. Ἀλλὰ, κύριοι Βουλευταὶ, ἠκούσατε, ὅτι ἐδόθη καταγγελία, ἠκούσατε, ὅτι ὁ Εἰσαγγελεὺς τῶν Ἐφετῶν ἐνήργησεν ἀνάκρισιν, καὶ ἴσως ἐπιστεύσατε, ὅτι ταῦτα ἐγένοντο, ὅτι δηλ. ἐνηργήθη ἀνάκρισις. Κύριοι Βουλευταὶ, ἐνεχειρίσθη μήνυσις εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν, ἐνεχειρίσθη μήνυσις καὶ εἰς τὸν Εἰσαγγελέα τῶν Ἐφετῶν, ὑπογεγραμμένη παρὰ δικηγόρου καὶ πρώην βουλευτοῦ, ὀνομαζομένου Ἰωάννου Καλούτση, διὰ τῆς ὁποίας μηνύσεως ἀπεδίδοντο εἰς τὸν Εἰσαγγελέα πράξεις ἀνήθικοι καὶ ἐγκληματικαί· ὅτι δηλ. ὁ Εἰσαγγελεὺς αὐτὸς μεθύσκεται καὶ κυλίεται εἰς τοὺς δρόμους μεθυσμένος· ἐβεβαίου ἡ μήνυσις, ὅτι ἀστυφύλακες τὸ πρωΐ εὗρον αὐτὸν εἰς τοὺς δρόμους καὶ τὸν μετέφεραν ἐπὶ τῶν χειρῶν εἰς τὸ Εἰσαγγελικὸν κατάστημα· κατήγγελλεν, ὅτι εἶναι παιδεραστής. Ὁ δὲ κ. Ὑπουργὸς, κατόπιν τοιούτων κατηγοριῶν, διατάσσει τὸν Εἰσαγγελέα τῶν Ἐφετῶν νὰ μὴ ἐνεργήσῃ ἀνάκρισιν τακτικὴν, ἀλλὰ παραγγέλλει νὰ ἐνεργηθῇ ἀνάκρισις προφορική. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἐνέργεια, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ὁ κ. Ὑπουργὸς, καὶ εἶχε τὸ θάρρος σήμερον ἀπὸ τοῦ βήματος νὰ ὑπαινιχθῇ μὲ ποιάν τινα εὐχαρίστησιν, ὅτι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι κατήγγειλαν καὶ κατεμαρτύρησαν τοῦ Εἰσαγγελέως, εἶναι, τίποτε ὀλιγώτερον, τίποτε περισσότερον, συκοφάνται! Κύριοι Βουλευταὶ, ἐπὶ πολλὰς περιόδους ἔχω τὴν τιμὴν νὰ παρακάθημαι ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, καὶ οὐδέποτε ἔλαβον τὸν λόγον, ἵνα καταγγείλω πρόσωπα. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης πολλάκις τὸ ἔπραξεν, ἐγὼ οὐδέποτε· ἀλλ’ ἐν τῇ προκειμένῃ περιπτώσει εἶχον τὴν ὑποχρέωσιν ἀπέναντι τοῦ τόπου, ἔνθα διαμένω, καὶ τὸν ὁποῖον πονῶ, νὰ μὴ ἀνεχθῶ ἐπὶ πλέον κατάστασιν τοιαύτην, προσβάλλουσαν τὴν δημοσίαν αἰδῶ ἐκ μέρους ὀργάνου τῆς Δικαιοσύνης, ὀργάνου μάλιστα, τὸ ὁποῖον ἀκριβῶς εἶναι ὑπόχρεον ἐκ τοῦ νόμου νὰ καταδιώκῃ τὰς πράξεις, τὰς ὁποίας αὐτὸ τοῦτο διαπράττει καὶ αἵτινες προσβάλλουσι τὴν δημοσίαν ἠθικήν. Ὅτε ἐπηρώτων τὸν κ. Ὑπουργὸν, εἶχον τὴν ἐλπίδα, ὅτι ἤθελε πράξει τὸ καθῆκόν του, ἤθελε δείξει εἰς τὸν λειτουργὸν ἐκεῖνον τῆς Θέμιδος, ὅτι οὐχὶ ἀτιμωρητὶ διαπράττονται ὅσα διέπραττε. Διέπραττε δὲ τοιαῦτα, κατὰ τὴν φράσιν πρώην Διευθυντοῦ τοῦ Διδασκαλείου Τριπόλεως, τὰ ὁποῖα προσβάλλουν τὴν ἀνθρωπίνην φύσιν. Ὁ πρώην Διευθυντὴς τοῦ Διδασκαλείου εἶχε καταγγείλει αὐτὸν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐκκλησιαστικῶν,—καὶ θὰ γνωρίζῃ ὁ κ. πρώην ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν Ὑπουργὸς τὸ ἔγγραφον, τὸ ὁποῖον εἶχε διαβιβάσει εἰς τὸν ἴδιον Εἰσαγγελέα.—Ἀλλ’ ὁ Εἰσαγγελεὺς ἐκεῖνος κατώρθωσε, διότι ἐτόλμησε πολίτης Ἕλλην, ὑπάλληλος, νὰ τὸν καταγγείλῃ, κατώρθωσε, λέγω, Κύριοι, νὰ τὸν ἐκπατρίσῃ εἰς τὴν Λέσβον ἢ Μιτυλήνην. Ἐκεῖ κατέφυγε, καταδιωκόμενος παρὰ τοῦ Εἰσαγγελέως. Δὲν γνωρίζω, ἂν δὲν ἐζήτησε πληροφορίας ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἀπὸ τὸν συνάδελφόν του κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, καὶ δὲν δύναμαι νὰ πεισθῶ, ὅτι ὁ συνάδελφός του Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅστις θὰ ἐνδιαφέρεται διὰ τὸν τόπον του, δὲν ἐβεβαίωσε τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ἂν μή τι ἄλλο, τοὐλάχιστον ὅτι ὁ Εἰσαγγελεὺς ἐκεῖνος εἶναι μέθυσος καὶ κυλίεται εἰς τοὺς δρόμους. Πρὸ ὀλίγων μηνῶν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν εὑρίσκετο ἐν Τριπόλει· ἐκεῖ καὶ εἰς ὡρισμένον μέρος, εἰς τὴν Λέσχην τὴν δικηγορικὴν Τριπόλεως, ἤκουσε—παρὼν δὲ ἤμην καὶ ἐγὼ—τὰ τῆς διαγωγῆς τοῦ Εἰσαγγελέως, ἀλλὰ φαίνεται, ὅτι τὸ ἀξίωμα τοῦ Ὑπουργοῦ κάμνει, ὥστε νὰ λησμονῇ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἀντιλαμβάνεται, ὅταν ἦναί τις ἐν τῇ Ἀντιπολιτεύσει, καὶ δὲν γνωρίζω, ἂν αὐτὸς ὁ λόγος ἀναγκάζῃ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ μὴ δίδῃ τὰς προσηκούσας πληροφορίας εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ἢ εἶναι ὁ λόγος, ὅτι φίλος τις τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν νεαρὸς συνδέεται στενώτατα μὲ τὸν Εἰσαγγελέα Τριπόλεως καὶ διανυκτερεύει μετ’ αὐτοῦ ἐπὶ τὸ αὐτό. Τοιοῦτος εἶναι, κύριοι Βουλευταί, ὁ Εἰσαγγελεὺς Τριπόλεως, ὁ ὁποῖος συναναστρέφεται δύο τάξεις ἀνθρώπων διαρκῶς καὶ ἄνευ διακοπῆς ἡμέραν καὶ νύκτα, ἢ ἀνήβους ἢ μέχρι τῆς ἡλικίας τοῦ ἐφήβου, καὶ μετ’ αὐτῶν εἰσέρχεται εἰς παντὸς εἴδους καταγώγια καὶ ἰδίᾳ εἰς ὑπόγεια, τὰ ὁποῖα ἔχουν μεταβληθῆ ἐν Τριπόλει εἰς οἰνοπωλεῖα, ἐκεῖ δὲ διανυκτερεύει, καὶ ἐκεῖθεν τὴν πρωΐαν τὸν μεταφέρουν εἰς τὴν Εἰσαγγελίαν. Ἀλλὰ ποῖα εἶναι τὰ ἀποτελέσματα τοιαύτης συμπεριφορᾶς, κύριοι Βουλευταί; Ἢ θὰ κοιμᾶται τὴν ἐπιοῦσαν, ἢ, ὅταν καταβῇ εἰς τὸ γραφεῖόν του περὶ τὴν 10ην ὥραν, νομίζετε ὅτι δύναται νὰ τὸν ἴδῃ πολίτης; Νομίζετε ὅτι δύναται νὰ τὸν ἴδῃ φορολογούμενος, ὁ ὁποῖος θέλει νὰ τῷ ἐγχειρίσῃ μήνυσιν ἢ αἴτησίν τινα; Ὁ πρῶτος, ὁ ὁποῖος θὰ παρουσιασθῇ, θὰ ἀκούσῃ παρ’ αὐτοῦ ὅλα τὰ κοσμητικὰ ἐπίθετα, τὰ ὁποῖα ἔχει τὸ Λεξικόν, καὶ ἀκόμη ὅσα δὲν ἔχει. Θ’ ἀναγκασθῇ νὰ παραμείνῃ μίαν ἢ δύο ἡμέρας, ἵνα ἐγχειρίσῃ μίαν ἁπλῆν μήνυσιν. Τοιαύτη εἶναι ἡ κατάστασις! Ἀλλ’ ἀφοῦ τοιοῦτον ἐγκληματικὸν χαρακτῆρα φέρουσιν αἱ κατὰ τοῦ Εἰσαγγελέως αὐτοῦ κατηγορίαι, μοὶ γεννᾶται ἀπορία, πῶς δὲν ἐνεργήθη τακτικὴ ἀνάκρισις κατ’ αὐτοῦ, πῶς ὁ κύριος Ὑπουργὸς παρήγγειλε νὰ ἐνεργηθῇ προφορικὴ ἀνάκρισις. Πῶς δυνάμεθα νὰ βεβαιωθῶμεν, τούτου γενομένου, ὅτι ἡ ἔκθεσις τοῦ Εἰσαγγελέως τῶν Ἐφετῶν εἶναι τὸ ἀπαύγασμα τῆς ἀληθείας; Καὶ, κύριοι Βουλευταί, ἡ ἐν γένει ἐνέργεια τοῦ Εἰσαγγελέως τῶν Ἐφετῶν καὶ τοῦ Ὑπουργοῦ, κατὰ τὴν γνώμην μου, δὲν εἶναι ἐπαινετή. Ἐγχειρίζεται ἡ μήνυσις, καὶ ἀμέσως ὁ μηνυόμενος Εἰσαγγελεὺς Θεοδώρου ἔχει γνῶσιν τοῦ περιεχομένου τῆς μηνύσεως καὶ τῶν προτεινομένων μαρτύρων, τίθεται δὲ εἰς ἐνέργειαν ἡ δύναμις ἡ Εἰσαγγελικὴ, οἱ συνδεόμενοι καὶ ἔχοντες ἀνάγκην ἀπὸ τὴν Εἰσαγγελίαν, καὶ πρὶν ἢ ἀκόμη παρουσιασθῇ ἀνακριτὴς, —ἔστω καὶ ὁ Εἰσαγγελεὺς τῶν Ἐφετῶν, ὁ ὁποῖος προφορικὴν ἐνήργησεν ἀνάκρισιν, — οἱ ἄνθρωποι εἶχον πάθει ἐνοχλήσεις φοβεράς. Καὶ ἂν δὲν ἐπιτρέπῃ ἡ Ποινικὴ Δικονομία ὁ πολίτης νὰ λαμβάνῃ γνῶσιν ἐκ τῆς ἀνακρίσεως πρὶν ἢ ἀκόμη ἐκδοθῇ βούλευμα ὁριστικόν, ἐρωτῶ: εἶναι ἐξαίρεσις διὰ τοὺς δικαστικοὺς ὑπαλλήλους, ὅταν οὗτοι κατηγορῶνται, νὰ λαμβάνωσι γνῶσιν, ἅμα τῇ ἐγχειρίσει τῆς μηνύσεως, καὶ τοῦ περιεχομένου καὶ τῶν μαρτύρων; Γνωρίζετε ποία εἶναι ἡ δύναμις τοῦ Εἰσαγγελέως, γνωρίζετε πῶς δύναται νὰ ἐπιβληθῇ, γνωρίζετε πόσοι εἶναι οἱ ἔχοντες ἀνάγκην αὐτοῦ, εἴτε διότι εἶναι κατηγορούμενοι αὐτοὶ, εἴτε διότι καταδιώκονται συγγενεῖς των, καὶ πόσον ἐπικίνδυνον εἶναι, ὅταν γίνηται συναλλαγὴ μεταξὺ Εἰσαγγελέως, δηλ. τῆς Ἀρχῆς, ἡ ὁποία εἶναι προωρισμένη νὰ καταδιώκῃ τὰ ἐγκλήματα, καὶ πολιτῶν, οἱ ὁποῖοι, μεριμνῶντες περὶ τοῦ ἑαυτοῦ των, ἀνταλλάσσουν τὴν μαρτυρίαν των μὲ μίαν παρανομίαν τῆς Εἰσαγγελίας. Ἤκουσα ἐκ τῆς ἀναγνώσεως, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ὁ κύριος Ὑπουργὸς, τῆς ἐκθέσεως τοῦ Εἰσαγγελέως τῶν Ἐφετῶν, ὅτι μόνον ἐμαρτύρησαν εἷς δικηγόρος Ἀλεξάκης καὶ ὁ Μπακόπουλος. Τὸ τοιοῦτον εἶναι μὴ ἀληθὲς, διότι πλεῖστοι ἐβεβαίωσαν τὰ ἐν τῇ μηνύσει...
§115Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ δὲν κατηγόρησα τὸν Εἰσαγγελέα· ψεύδεται ὁ Εἰσαγγελεὺς τῶν Ἐφετῶν! Ὁ Εἰσαγγελεὺς τῶν Ἐφετῶν μὲ ἐκάλεσεν ὡς φίλον καὶ μοὶ ἀπηύθυνε τὴν ἑξῆς ἐρώτησιν: «εἰς τὸν Εἰσαγγελέα Τριπόλεως ἀπευθύνονται αὐτὰ τὰ δύο ἐλαττώματα· τὰ γνωρίζετε;» Τῷ ἀπήντησα: «Σεῖς τὰ γνωρίζετε;» Ἐγελάσαμεν καὶ οἱ δύο, καὶ ἀπεχωρίσθημεν.
§116ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Λοιπόν, ἔπειτα ἀπὸ τὴν κατάστασιν αὐτήν, ἔπειτα ἀπὸ ἀποκαλύψεις τοιαύτας, νομίζετε, ὅτι ἠμπορεῖ νὰ ἦναι αὐτὸς Εἰσαγγελεύς; ὅτι ἠμπορεῖ ἀκόμη νὰ ὑπηρετῇ ἐν Τριπόλει, τόπῳ κατ’ ἐξοχὴν αὐστηρῶν ἠθῶν; Ποῖοι διευθύνουν τὴν Εἰσαγγελίαν Τριπόλεως; Οἱ νεκροὶ φίλοι τοῦ Εἰσαγγελέως! Μὴ ἀπορεῖτε, Κύριοι, μὴ θαυμάζετε. Ἀλλὰ θὰ προσέθετον καὶ ἄλλο, τὸ ὁποῖον παραλείπω. Ἀλλ’ ἔχει ἀνάγκην ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης νὰ ζητῇ ἐκθέσεις καὶ πληροφορίας ἐκ Τριπόλεως περὶ τοῦ ἐν λόγῳ Εἰσαγγελέως; Δὲν ζητεῖ πληροφορίας ἀπὸ τοὺς Βουλευτάς, εἰς τὰς πατρίδας τῶν ὁποίων ὁ Εἰσαγγελεὺς αὐτὸς ὑπηρέτησεν; Ὁ κύριος Τσᾶτσος, ὁ βουλευτὴς Εὐρυτανίας, μὲ ἐβεβαίου τὴν ἡμέραν, καθ’ ἣν ἐπηρώτησα τὸν κύριον Ὑπουργόν, ὅτι ὁ Εἰσαγγελεὺς αὐτὸς ἐν Καρπενησίῳ ἔπραξε πρᾶξιν τοιαύτην, ὑπὸ τὰς ὄψεις ὅλης τῆς ἐκλεκτῆς κοινωνίας, πρᾶξιν, ἡ ὁποία ἐξήγειρε τὴν ἀγανάκτησιν τῶν ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι μικροῦ ἐδέησε νὰ τὸν λιθοβολήσωσιν. Ἐκεῖ εἶχε μεταβῆ πρὸς ἐπιθεώρησιν τοῦ Πρωτοδικείου. Περισσοτέρας πληροφορίας θὰ σᾶς δώσῃ ὁ κύριος Τσᾶτσος. Ἀλλὰ μήπως δὲν μοὶ εἶπε πλείονα ὁ συνάδελφος κύριος Χατζόπουλος περὶ τῆς συμπεριφορᾶς του καὶ περὶ τῆς ἠθικῆς του, ὡς Εἰσαγγελέως ἐν Μεσολογγίῳ; Ἀλλὰ μήπως ὁ κύριος Τσιτσάρας, ὁ ὁποῖος κατὰ τυχαίαν σύμπτωσιν παρέστη αὐτὴν τὴν στιγμήν, δὲν γνωρίζει κατὰ βάθος καὶ πλάτος τὸν Εἰσαγγελέα αὐτόν; Ἀλλὰ μήπως ὁ κύριος Χοϊδᾶς δὲν μὲ διεβεβαίωσεν, ὅτι εἶναι καταισχύνη, ὄχι νὰ ἦναι Εἰσαγγελεύς, ἀλλὰ νὰ λογίζηται κἂν ἄνθρωπος;
§117ΑΧ. ΧΟΙΔΑΣ. Ἐρωτήσατε, παρακαλῶ, ἂν ἀπελύθη ἄλλοτε ἀπὸ τὸν κύριον Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, Ὑπουργὸν τότε ὄντα τῆς Δικαιοσύνης, καὶ ζητήσατε τὴν ἔκθεσιν, διὰ τῆς ὁποίας ἐζήτησε τότε τὴν ἀπόλυσίν του.
§118ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ἡ συμπεριφορὰ αὕτη καὶ ἡ πρόνοια, τὴν ὁποίαν δεικνύει ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ὄχι ν’ ἀποκαλύψῃ τὴν κατάστασιν αὐτήν, ἀλλὰ νὰ συγκαλύψῃ ἕλκη τοιαῦτα, εἶναι μὴ προσήκουσα.
§119Κ. ΤΟΠΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ποῦ εὑρίσκετε αὐτήν;
§120ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Διότι πρὸ δύο μηνῶν ἐλάβετε γνῶσιν τῶν διατρεχόντων, καὶ δὲν ἐνεργήσατε τίποτε.
§121Κ. ΤΟΠΑΛΗΣ. Πῶς δὲν ἐνήργησα; Διεβίβασα τὴν μήνυσιν εἰς τὸν Εἰσαγγελέα τῶν Ἐφετῶν, ἵνα ἐνεργήσῃ ὅ,τι νόμιμον κρίνει. Δὲν διαγράφεται ἐκ τοῦ Ὑπουργείου ἡ τακτική, τὴν ὁποίαν θ’ ἀκολουθήσῃ ἡ Εἰσαγγελία τῶν Ἐφετῶν· ἡ Εἰσαγγελία ἀκολουθεῖ ἐκείνην, τὴν ὁποίαν κρίνει σύμφωνον πρὸς τὰς περιστάσεις, χωρὶς νὰ ἀναμείνῃ ἐκ τοῦ Ὑπουργείου οὐδεμίαν ὁδηγίαν.
§122ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Καὶ ἐπιστεύσατε σεῖς, ὅτι εἶναι νόμιμος ἡ ἐνέργεια τοῦ Εἰσαγγελέως τῶν Ἐφετῶν; Καὶ τί ἐπράξατε, ὅταν ἐπληροφορήθητε, ὅτι ὁ Εἰσαγγελεὺς τῶν Ἐφετῶν δὲν ἐνήργησε νομίμως; Ταῦτα πάντα μὲ ἄγουσιν εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι σχέσεις ἄλλαι συνδέουσι τὸν Ὑπουργὸν μὲ τὸν Εἰσαγγελέα αὐτόν, καὶ ἕνεκα τούτου δὲν προβαίνει εἰς τὴν τιμωρίαν αὐτοῦ. (Γέλως).
§123ΧΑΡ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Τὴν εὐχαρίστησιν, Κύριοι, μετὰ τῆς ὁποίας ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἐδήλωσεν, ὅτι καταθέτει τὰ ἔγγραφα τὰ αἰτηθέντα, ὡς καὶ τὴν περισσοτέραν εὐχαρίστησιν, τὴν ὁποίαν ἠσθάνετο, ὅτε ἀνεγίνωσκε τὸ μέρος τῆς ἐκθέσεως, τὸ ἀποτελοῦν τὸν ἔπαινον τοῦ Εἰσαγγελέως, ἐγὼ τὴν θεωρῶ λίαν δεδικαιολογημένην. Εἶναι ἡ εὐχαρίστησις, τὴν ὁποίαν αἰσθάνεται οὐχὶ μόνον πᾶς Ὑπουργὸς, ἀλλὰ πᾶς πολίτης, ὅταν πείθηται, ὅτι ἡ ὑπόληψις ἑνὸς δικαστικοῦ λειτουργοῦ ἐξέρχεται ἄσπιλος ἀπὸ μιᾶς κατηγορίας. Ἀλλὰ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ν’ ἀκολουθήσῃ τὴν ὅλην ἀνάπτυξιν τῆς ὑποθέσεως, καὶ θὰ πεισθῇ, ὅτι ἀντὶ ἑνὸς ἀθώου, τὸν ὁποῖον ἐνόμισεν, ὅτι ἀνεκάλυψεν, ὑπάρχουσι δύο ἔνοχοι, θὰ ἀνεύρῃ δὲ ἀκόμη, ὅτι ἡ ἔκθεσις τοῦ Εἰσαγγελέως τῶν Ἐφετῶν, ἡ πρὸ ὀλίγου ἀναγνωσθεῖσα, ἀποτελεῖ μίαν ἔτι ἀπόδειξιν, ὅτι ἡ Δικαιοσύνη ἐν Ἑλλάδι δὲν δύναται τόσον εὐκόλως, ὅσον κοινῶς νομίζεται, νὰ αὐτοδιοικῆται.
§124Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ποῖος εἶναι ὁ Εἰσαγγελεὺς τῶν Ἐφετῶν;
§125ΒΟΖΙΚΗΣ. Ὁ κ. Σαπουντζάκης. Ἀλλ’ ἐγὼ ἀκόμη καὶ εἰς ἄλλο σημεῖον εὑρίσκω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης δεδικαιολογημένον. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ἐγὼ, ἐλθὼν εἰς Ἀθήνας, ἀνεκοίνωσα εἰς τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης τὰ κατὰ τὸν Εἰσαγγελέα τῆς Τριπόλεως, δὲν ἐνόμιζον ὅμως, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἦτο ὑποχρεωμένος ἢ ἐδικαιοῦτο ἐπὶ ταῖς ἀνακοινώσεσι ταῖς ἰδικαῖς μου ταύταις νὰ διατάξῃ ἀνάκρισιν, ἀφοῦ μάλιστα ἔκθεσις μηνύσεως δὲν συνετάχθη, οὐδὲ ἠδύνατο νὰ συνταχθῇ, εὐθὺς δὲ ὡς ἔλειπεν ἡ μήνυσις, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης δὲν εἶχεν ἢ νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὰ παρ’ ἐμοῦ λεχθέντα ὡς ἀνακοινώσεις προφορικὰς, νὰ ἐνεργήσῃ δὲ ἐπὶ τῇ βάσει αὐτῶν ὅ,τι διέταξε νὰ ἐνεργηθῇ. Ἐκάλεσε δηλ. τὸν Γεν. Γραμματέα του καὶ τὸν παρήγγειλε νὰ κάμῃ ἡμιεπίσημον παραγγελίαν εἰς τὸν Εἰσαγγελέα τῶν Ἐφετῶν περὶ τῶν παραστάσεων τούτων, καὶ τὸν παραγγείλῃ νὰ ἐξετάσῃ, ἐὰν συντρέχει περίπτωσις προανακρίσεως. Ἀλλ’ ἐννοεῖται, ὅτι ἡ παραγγελία αὕτη δὲν ἐπρόφθασε νὰ ἐκτελεσθῇ, διότι ἐπηκολούθησεν ἡ ἔγγραφος μήνυσις ἐκ Τριπόλεως. Ἐν τῷ μεταξὺ ὅμως, διὰ ν’ ἀποδειχθῇ ἅπαξ ἔτι, ὅτι εἰς τὴν Δικαιοσύνην ἐπικρατεῖ πνεῦμα συναδελφότητος, παρεμποδίζον τὴν ἐφαρμογὴν καὶ αὐτῶν ἀκόμη τῶν ποινικῶν διατάξεων, ὁσάκις τὴν λειτουργίαν αὐτῶν προκαλοῦσι πολῖται ἢ δικηγόροι, καὶ ἀκόμη, ὅτι ἐπικρατεῖ ἐπάλληλος προστασία μεταξὺ τῶν ἁρμοδίων εἰς τὴν ἐφαρμογὴν καὶ τῶν ποινικῶν καὶ τῶν πειθαρχικῶν διατάξεων, καὶ προστασία, ἡ ὁποία εἶναι τόσον μεγαλειτέρα, ὅσον περισσότερον ἀνάξιος ταύτης εἶναι ὁ προστατευόμενος, ἀπεκαλύφθη, ὅτι πρὶν ἢ ἐγχειρισθῇ ἡ ἔγγραφος μήνυσις, εἰς διάστημα δύο ἢ τριῶν ἡμερῶν, εἶχε γείνῃ γνωστὸν εἰς τὸν Εἰσαγγελέα ἐν Τριπόλει ὅ,τι ἐγὼ ἀνεκοίνωσα εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν,—ὄχι βεβαίως ἀπὸ τὸν κύριον Ὑπουργόν...
§126Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ποῖος ἦτο παρών;
§127ΒΟΖΙΚΗΣ. Εἶπον. Ὁ κ. Ὑπουργὸς, λαβὼν τὴν μήνυσιν, ἔκαμε καὶ πάλιν ὅ,τι ἐκ τοῦ νόμου ὑπεχρεοῦτο νὰ κάμῃ· διέταξε τὸν Εἰσαγγελέα τῶν Ἐφετῶν—δὲν ἔχω πρόχειρον τὴν διαταγὴν νὰ τὴν ἀναγνώσω, ἵνα τὴν ἀκούσητε αὐτολεξεὶ—διέταξε τὸν Εἰσαγγελέα τῶν Ἐφετῶν νὰ ἐνεργήσῃ προανάκρισιν, ἐὰν καλῶς ἐνθυμοῦμαι...
§128Κ. ΤΟΠΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ἀναγνώσατε τὴν διαταγήν.
§129ΒΟΖΙΚΗΣ. Δὲν τὴν εὑρίσκω εἰς τὰ ἔγγραφα.
§130Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλοῦμεν νὰ τὴν ἀναγνώσητε, διὰ νὰ ἴδωμεν τί διέταξεν ὁ κ. Ὑπουργός.
§131ΒΟΖΙΚΗΣ. Ἰδοὺ αὐτή. (Ἀναγινώσκει τὴν διαταγήν).
§132ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὀρθότατα.
§133ΒΟΖΙΚΗΣ. Συμφωνοῦμεν, ὅτι καὶ ἐδῶ ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἐνήργησε νομίμως, ἀλλὰ πρέπει νὰ μάθῃ ἡ Βουλὴ, ὅτι ἡ ἰδιότης τοῦ συκοφάντου, ἣν τόσον εὐκόλως ὁ κ. Εἰσαγγελεὺς τῶν Ἐφετῶν ἀπέδωκεν εἰς τὸν μηνυτὴν καὶ εἰς τοὺς μάρτυρας, μὴ ἀρκεσθεὶς νὰ καλύψῃ μόνον, ὡς ἐπεχείρησε, τὸν κατηγορούμενον, δὲν ἥρμοζε νὰ προέλθῃ ἀπὸ τῆς γραφίδος του ἐν ἐπισήμῳ ἐκθέσει, καὶ δικαίως ἐξήγειρε τοῦτο τὴν ἀγανάκτησιν ἡμῶν. Πρέπει πρὸς τούτοις νὰ μάθῃ ἡ Βουλή, ὅτι δὲν εἶναι ἡ πρώτη φορά, κατὰ τὴν ὁποίαν τοιαῦται κατηγορίαι ἀπεδόθησαν εἰς τὸν Εἰσαγγελέα Θεοδώρου. Καὶ δὲν ἐγνώριζον μέν, ἤκουσα δ’ εὐχαρίστως πρὸ ὀλίγου, ὅτι καὶ ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἀρχηγός μου, ὡς Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης κατὰ τὸ 1890, τὸν ἀπέλυσε διὰ τοιοῦτόν τινα λόγον.
§134ΑΛΕΞ. Θ. ΖΑΙΜΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐνθυμοῦμαι, ὅτι ἐν ἔτει 1890 ἢ 1891 ἀπέλυσα ἕνα ἀντεισαγγελέα, φέροντα τὸ ὄνομα Θεοδώρου, — δὲν γνωρίζω ἂν ἦναι αὐτὸς, — ἀλλὰ δὲν δύναμαι νὰ βεβαιώσω, ὅτι ἀπελύθη διὰ τοιοῦτόν τι ἔγκλημα, διὰ τὸ ὁποῖον κατηγορεῖται.
§135Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Διὰ χειρότερον ἀπελύθη.
§136ΒΟΖΙΚΗΣ. Ἀλλὰ κατὰ τὸ 1895, ἐπὶ τῆς Κυβερνήσεως τοῦ σεβαστοῦ ἐκ Γόρτυνος συναδέλφου, μετὰ τὸν νόμον, διὰ τοῦ ὁποίου ἀπελύθησαν πάντες οἱ Εἰσαγγελεῖς, προκειμένου ν’ ἀναδιορισθῶσιν, ἔχω πληροφορίας, ὅτι ὁ ἐκ Γόρτυνος ἀξιότιμος συνάδελφος ἠσθάνετο δυσκολίαν ν’ ἀναδιορίσῃ αὐτὸν εἰς τὴν θέσιν τοῦ Εἰσαγγελέως, ἕνεκα τοιούτων τινῶν πληροφοριῶν, καὶ ὅτι ἔσπευσαν δικαστικὰ πρόσωπα νὰ παραστήσωσιν εἰς τὸν ἀξιότιμον ἐκ Γόρτυνος συνάδελφον, ὅτι δὲν εἶναι ἀληθῆ τὰ διαδιδόμενα, καὶ ὅτι εἶναι ἱκανὸς ὁ Εἰσαγγελεὺς, καὶ προσέθετον τὴν γνώμην, ὅτι πρέπει νὰ διορισθῇ.
§137Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μοὶ δίδετε τὴν ἄδειαν;
§138ΒΟΖΙΚΗΣ. Παρακαλῶ.
§139Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁ τότε συνάδελφός μου πρώην Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης κύριος Βουλευτὴς ἐκ Μαντινείας μοὶ εἶχεν ἀνακοινώσει, ὅτι ἐσκόπει νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Α. Μεγαλειότητα σχέδιον Β. Διατάγματος, ὅπως διορισθῇ Εἰσαγγελεὺς ὁ κύριος Θεοδώρου. Τὸν κύριον Θεοδώρου δὲν ἐγνώριζον παντάπασιν, ἑπομένως δὲν εἶχον καμμίαν ἀφορμὴν νὰ ἀντιλέξω πρὸς τὴν πεποίθησιν ἢ πρὸς τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν εἶχεν ὁ κ. Βάρβογλης, ὅστις ἦτο Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης...
§140Φ. ΒΑΡΒΟΓΛΗΣ. Ἐγὼ δὲν εἶχον καμμίαν πληροφορίαν.
§141Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν ἀντιλέγω... Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ὑπέβαλε τὸ Διάταγμα εἰς τὸν Βασιλέα, ὑπεγράφη δὲ τοῦτο, καὶ ὁ Εἰσαγγελεὺς διωρίσθη. Ἀλλὰ τότε ἔλαβον 14 ἀνωνύμους ἐπιστολάς, τὴν μίαν μετὰ τὴν ἄλλην, διὰ τῶν ὁποίων ἀπεδίδοντο εἰς τὸν διορισθέντα τὰ ἐλαττώματα, ὧν ἐποιήσατο μνείαν ὁ ἀγαπητός μοι συνάδελφος βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος κ. Ἀλεξάκης. Παρεκάλεσα τότε τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ ἀναβάλῃ τὴν κοινοποίησιν τοῦ διορισμοῦ, καὶ ἀπετάθην πρὸς τὸν Πρόεδρον τοῦ Ἀρείου Πάγου, τὸν κ. Σημαντήραν, τὸν ὁποῖον παρεκάλεσα νὰ ἔλθῃ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, ἠρώτησα δὲ αὐτὸν, ὅτε ἦλθε, νὰ μὲ πληροφορήσῃ, ἐὰν ἐγνώριζε τὸν ἄνθρωπον, καὶ ἂν τυχὸν ἤκουσε διαδιδόμενα περὶ αὐτοῦ ὅσα μοὶ κατηγγέλλοντο· ἀλλ’ ὁ κύριος Πρόεδρος τοῦ Ἀρείου Πάγου μοὶ εἶπεν, ὅτι δὲν ἐγνώριζέ τι περὶ τούτου. Παρεκάλεσα τότε τὸν Εἰσαγγελέα τοῦ Ἀρείου Πάγου, τὸν κ. Τζιβανόπουλον, νὰ ἔλθῃ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, καὶ ἀπηύθυνα καὶ πρὸς αὐτὸν τὴν αὐτὴν ἐρώτησιν, ἀλλὰ καὶ οὗτος μοὶ εἶπεν, ὅτι δὲν ἔχει γνῶσίν τινα περὶ τοῦ ἀνθρώπου. Παρεκάλεσα τότε καὶ ἄλλον ἀνώτερον λειτουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ἵνα μὲ πληροφορήσῃ, ἐὰν ἐγνώριζέ τι περὶ τούτου, ἀλλὰ καὶ οὗτος μοὶ εἶπεν, ὅτι οὐδὲν γνωρίζει. Ἑπομένως οὐδεμία πλέον ἀφορμὴ ὑπῆρχεν, ἵνα κλονίσῃ τὴν πεποίθησίν μου, ἀφοῦ δὲν ἐγνώριζον καὶ τίνες οἱ γράφοντες, διὰ νὰ ζητήσω πληροφορίας. Διὰ τοῦτο ἐνέμεινα εἰς τὸν διορισμόν.
§142ΒΟΖΙΚΗΣ. Ἤκουσα πολλαχόθεν ψιθυρισμοὺς κατὰ τῶν ἀνωνύμων ἐπιστολῶν· ἀλλὰ νομίζω, ὅτι, ὅσον καὶ ἂν ἦναι εἴς τινας περιστάσεις κατακριτέος ὁ γράφων ἀνωνύμους ἐπιστολὰς, εἰς ἄλλας ὅμως περιστάσεις, ἢ εἰς πάσας, εἶναι ἐξεταστέον, ἂν τὰ καταγγελλόμενα εἶναι ἀληθῆ. Ἰδίως ὅμως...
§143Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐγὼ δὲν ὑπετίμησα τὴν ἀξίαν τῶν ἀνωνύμων ἐπιστολῶν, ἂν καὶ ἐλάμβανον πολλὰς ἀνωνύμους ἐπιστολὰς, ἀλλ’ αἱ πράξεις, αἱ ὁποῖαι ἀπεδίδοντο εἰς τὸν περὶ οὗ ὁ λόγος Εἰσαγγελέα, ἦσαν τοιαῦται, ὥστε δυσκόλως βεβαίως ἠδύνατό τις νὰ λάβῃ τὴν τόλμην νὰ γράψῃ τὴν ὑπογραφήν του εἰς ἐπιστολὴν καταγγέλλουσαν αὐτάς.
§144ΒΟΖΙΚΗΣ. Εἰς τοῦτο ἀκριβῶς θέλω νὰ καταλήξω. Ὀλιγώτερον μάλιστα τολμᾷ νὰ ὑπογράψῃ τις, ὅταν πρόκηται περὶ δικαστικοῦ προσώπου, τοῦ καὶ δικάσοντος κατόπιν ἐπὶ συκοφαντίᾳ τὸν γράφοντα. Καὶ εἰς τὰ Δικαστήρια συμβαίνει τι χειρότερον ἀφ’ ὅ,τι ἀνέφερε προχθὲς ὁ ἐκ Μεγαρίδος συνάδελφος, ὅτι συμβαίνει εἰς τὰ Στρατοδικεῖα, διότι εἰς τὰ Στρατοδικεῖα εἶναι συνάδελφος τῶν δικαζόντων ὁ κατηγορούμενος, καὶ τὸ πνεῦμα τῆς συναδελφότητος εἶναι καὶ ὑπὲρ αὐτοῦ, τὸ ὁποῖον δὲν συμβαίνει εἰς τὰ πολιτικὰ δικαστήρια. Ἀλλ’ ὅπως καὶ ἂν χαρακτηρίσητε τὰς ἀνωνύμους ἐπιστολὰς, θὰ ἔχητε δεδομένον εἰς τὴν προκειμένην συζήτησιν τοῦτο, ὅτι τὰ καταγγελλόμενα δὲν ἠκούσθησαν τὸ πρῶτον ἐν Τριπόλει, ἀλλ’ ἐλέχθησαν ἀπὸ πολλῶν ἐτῶν, καὶ δὲν εἶναι συκοφαντίαι· ἐὰν δὲ δὲν ἀπεδείχθησαν, ἀλλαχοῦ ὀφείλεται τοῦτο. Θὰ σᾶς εἴπω κατόπιν. Καὶ δὲν εἶναι μόνον αἱ ἐπιστολαὶ ἐκεῖναι. Ἀνέφερεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος συνάδελφος κ. Ἀλεξάκης τὴν ἱστορίαν τοῦ Διευθυντοῦ τοῦ Διδασκαλείου, ὁ ὁποῖος εἶχε τὴν τόλμην νὰ καταγγείλῃ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Παιδείας ἐπὶ πράξεσιν ὁμοίαις πρὸς τὰς ἐν τῇ μηνύσει τῇ προκειμένῃ ἀναφερομένας τὸν Εἰσαγγελέα τῆς Τριπόλεως· ἀλλ’ εἰσήχθη κατηγορία κατ’ αὐτοῦ ὄχι μόνον ἐπὶ ἐξυβρίσει τοῦ Εἰσαγγελέως δι’ αὐτὴν τὴν πρᾶξιν, καὶ ἐπὶ ἐξυβρίσει κατὰ τῆς Τριπόλεως διὰ τὰ ἐν τῇ ἐκθέσει του ἐκτιθέμενα, ἀλλὰ προεκλήθησαν καὶ οἱ ἔχοντες ἀφορμὴν κατὰ τοῦ Διευθυντοῦ ἢ ὑποχρέωσιν πρὸς τὸν Εἰσαγγελέα καὶ ὑπέβαλον μηνύσεις διαφόρους κατ’ αὐτοῦ ἐπὶ ἐξυβρίσει διὰ τῆς ἐκθέσεως.
§145Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μὲ συγχωρεῖτε νὰ εἴπω δύο λέξεις; Τὸν Διευθυντὴν τοῦ Διδασκαλείου κατήγγειλα ἐγὼ, καὶ ἐπὶ τῇ καταγγελίᾳ μου κατεδικάσθη εἰς δύο ἐτῶν φυλάκισιν· τὸν κατήγγειλα οὐχὶ ἀπὸ ὑποχρεώσεως, τὴν ὁποίαν εἶχον πρὸς τὸν Εἰσαγγελέα, ἀλλ’ ἀπὸ ὑποχρεώσεως, τὴν ὁποίαν εἶχον πρὸς τὴν κοινωνίαν Τριπόλεως, διότι διὰ τοῦ ἐγγράφου ἐκείνου ὁ Διευθυντὴς τοῦ Διδασκαλείου τότε, καταγγείλας τὸν Εἰσαγγελέα ἐπὶ ταῖς πράξεσιν αὐταῖς, καθύβριζεν ὁλόκληρον τὴν κοινωνίαν Τριπόλεως. Ἐγὼ, ἐπειδὴ ἐτύγχανε νὰ ἦμαι τότε Βουλευτὴς Τριπόλεως, ἐνόμισα, ὅτι εἶχον ὑποχρέωσιν νὰ καταγγείλω τὸν αὐθάδη ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος ἐσυκοφάντει μίαν κοινωνίαν, ἡ ὁποία τὸν ἐφιλοξένει. Οὗτος ἦτο ὁ λόγος, ὁ ὁποῖος μὲ ἠνάγκασε νὰ καταγγείλω τὸν Διευθυντὴν τοῦ Διδασκαλείου, καὶ οὐχὶ ὑποχρέωσις πρὸς τὸν Εἰσαγγελέα, μετὰ τοῦ ὁποίου δὲν εἶχον καμμίαν σχέσιν.
§146ΒΟΖΙΚΗΣ. Δὲν σᾶς ἔψεξα δι’ αὐτό· διέστειλα μάλιστα τὴν ἐξύβρισιν τοῦ Εἰσαγγελέως καὶ τῆς πόλεως ἀπὸ τὰς ἄλλας. Κατηγορήθη, ὡς ἐνθυμεῖσθε, ὁ Διευθυντὴς τοῦ Διδασκαλείου ἐπὶ ἐξυβρίσει κατὰ τοῦ Εἰσαγγελέως ἀπὸ τὸν Εἰσαγγελέα, κατηγορήθη ἐπὶ ἐξυβρίσει κατὰ τῆς πόλεως ἀπὸ ὑμᾶς, ἀλλὰ κατηγορήθη καὶ ἀπὸ διαφόρους ἀπολυθέντας δημοδιδασκάλους ἐπὶ ἐξυβρίσει κατ’ αὐτῶν, ὁ δὲ κ. Εἰσαγγελεὺς τὰς μηνύσεις ἁπάσας κατὰ τοῦ Διευθυντοῦ τοῦ Διδασκαλείου τὰς εἰσήγαγε δι’ ἀπ’ εὐθείας κλήσεως· ἐπηκολούθησεν ἡ ἐρήμην καταδίκη, καὶ ὁ Μωραΐτης ἀκόμη φεύγει! Ἰδοὺ ἡ τύχη τοῦ ὑπογράφοντος μήνυσιν κατὰ δικαστικοῦ προσώπου! Καὶ ἐὰν ἡ σημερινὴ κατηγορία ἦναι συκοφαντία, ἀλλ’ ἡ κατηγορία ἐκείνη πόθεν ἐπήγαζε, καὶ διατὶ πάντες οἱ κατηγοροῦντες τὸν Εἰσαγγελέα ἀναφέρονται εἰς τὰ αὐτὰ πραγματικὰ περιστατικά; Δέν νομίζετε, ὅτι συμβαίνει τι, τὸ ὁποῖον δὲν δύναται ν’ ἀποκαλυφθῇ, διότι ὁ τρόπος, κατὰ τὸν ὁποῖον ζητεῖται ἡ ἀποκάλυψις, δὲν εἶναι ὁ κατάλληλος;
§147ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ποῖα εἶναι αὐτὰ τὰ πραγματικὰ περιστατικά;
§148ΒΟΖΙΚΗΣ. Τὰς πράξεις, διὰ τὰς ὁποίας κατηγγέλθη ὁ Εἰσαγγελεύς, δὲν νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ ἐπαναλάβω, ἀναγινώσκων τὰ σχετικὰ μέρη τῆς μηνύσεως. Εἶναι ἐδῶ αἱ μηνύσεις.
§149Α. ΚΑΣΣΑΒΕΤΗΣ. Διὰ νὰ κρίνωμεν τὴν ἐνέργειαν τοῦ Εἰσαγγελέως τῶν Ἐφετῶν.
§150ΒΟΖΙΚΗΣ. Μὲ φέρετε εἰς δύσκολον θέσιν.
§151Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι ὡρισμέναι πράξεις, ἀναγόμεναι εἰς ὡρισμένον τόπον καὶ χρόνον, ἢ ἀόριστοι; Εἶναι δηλαδὴ ἐκ τῶν πράξεων τῶν ὑπαγομένων εἰς τὴν ποινικὴν ἀνάκρισιν;
§152Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Δὲν εἶναι· διότι δὲν ἀναφέρεται τίποτε· οὐδὲ ὄνομα, οὐδὲ χρόνος.
§153ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Γνωρίζομεν, κύριε Μπουφίδη, τὸ μέγα ἐνδιαφέρον σας, διὰ τὸ ὁποῖον καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν τολμᾷ νὰ πράξῃ τὸ καθῆκόν του.
§154Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Δὲν γνωρίζω τὸν ἄνθρωπον.
§155ΒΟΖΙΚΗΣ. Καὶ πέραν τοῦ κεφαλαίου τῆς μηνύσεως, τοῦ ἀφορῶντος τὴν διαγωγήν, ἔχομεν ἄλλας πράξεις, ἀποτελούσας παραβάσεις τοῦ Ποινικοῦ Νόμου· καὶ δὴ ἔχομεν τὴν κατηγορίαν, ὅτι τοὺς προσερχομένους νὰ ἐγχειρίσωσι τῷ Εἰσαγγελεῖ αὐτῷ μήνυσίν τινα οὗτος ἀποπέμπει, ἐξυβρίζων καὶ τὸν Σταυρὸν καὶ τὸν Θεόν! Καὶ ἡ πρᾶξις αὕτη δὲν εἶναι μόνον πρᾶξις ἐξυβρίσεως, ἀλλ’ εἶναι καὶ παράβασις τοῦ ἄρθρου 468 τοῦ Ποινικοῦ Νόμου, κατὰ τὸ ὁποῖον τιμωρεῖται μὲ τὴν ἐν αὐτῷ ἀναγραφομένην ποινὴν ὁ παραλείπων τὴν ἐπιβεβλημένην εἰς αὐτὸν ἀνάκρισιν κλπ., ὡς θὰ ἴδωμεν κατόπιν.
§156ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Δὲν ἀναφέρει ἡ μήνυσις πρόσωπα, καὶ δὲν ἀποτελεῖ ἀδίκημα πρᾶξις οὕτω πῶς χαρακτηριζομένη.
§157ΒΟΖΙΚΗΣ. Δὲν περιέμενον ν’ ἀκούσω ἀπὸ ὑμᾶς τοιαῦτα. Συγχίζετε τὰ περὶ ἀοριστίας τοῦ κατηγορητηρίου πρὸς τὴν ἀοριστίαν τῆς μηνύσεως. Ὁ Εἰσαγγελεὺς μάλιστα τῶν Ἐφετῶν δὲν λέγει, ὅτι παρέλειψε τὴν ἔγγραφον προανάκρισιν δι’ ἀοριστίαν, ἀλλὰ διότι ἐπείσθη, ὅτι ἡ κατηγορία δὲν εἶναι ἀληθής.
§158ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Πῶς ἐπὶ τῇ βάσει τοιούτων ἐγγράφων ζητεῖτε νὰ γείνῃ ἡ καταδίωξις; Ἐγὼ δὲν γνωρίζω τὸν ἄνθρωπον.
§159ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ἐγὼ γνωρίζω, ὅτι τὸν γνωρίζετε.
§160ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Γνωρίζω μόνον, ὅτι ἀπὸ 20 ἐτῶν εἶναι Εἰσαγγελεύς, καὶ ὅτι εἶναι καλὸς Εἰσαγγελεύς.
§161ΒΟΖΙΚΗΣ. Αἱ πράξεις, ἃς τῷ ἀποδίδουσιν, ἀποτελοῦσιν ἐγκλήματα, καταδιωκόμενα ὑπὸ τοῦ Ποινικοῦ Νόμου, καὶ εἶναι πράξεις, περὶ ὧν ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἔχει διπλῆν ὑποχρέωσιν νὰ ἐνεργήσῃ ἔγγραφον ἐξέτασιν, διότι ἔχει, ἐκτὸς τῆς ποινικῆς καταδιώξεως, καὶ τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ἐπιβλέπῃ τὴν διαγωγὴν τῶν ὑπαλλήλων καὶ ζητῇ τὴν ἀπόλυσιν ἐκείνων, ὧν ἡ διαγωγὴ εἶναι ἀσυμβίβαστος πρὸς τὰ καθήκοντά των. Ἀλλὰ μόνον ἐπὶ ἐγγράφων στηριζόμενος δύναται νὰ ζητήσῃ τὴν ἀπόλυσιν, διότι μόνον ἐπὶ ἐγγράφων στηριζόμενον δύναται νὰ τὴν ἐγκρίνῃ ἀσφαλῶς τὸ ἁρμόδιον Συμβούλιον. Καὶ πῶς θέλετε, ἂν ἐπρόκειτο μόνον περὶ μέθης καὶ μόνον περὶ ἐξετάσεως τῆς περὶ ταύτην διαγωγῆς, νὰ ὁρισθῇ ἡ μέθη πληρέστερον; Ἡ ἀντίρρησίς σας ὑπερβαίνει πᾶσαν ὑπεράσπισιν. Ἀλλὰ δύο λόγοι, ἐπαναλαμβάνω, συνέτρεχον, ὁ τοῦ Ποινικοῦ Νόμου καὶ τοῦ ὀργανιστικοῦ, ὅπως διαταχθῇ ἔγγραφος ἀνάκρισις ἐπὶ τοῦ προκειμένου. Ἀλλ’ ὑπῆρχον λόγοι, ἵνα μὴ διεξαχθῇ τοιαύτη. Ὁ κ. Σαπουντζάκης ἔλαβε τὴν διαταγὴν τοῦ Ὑπουργοῦ, καὶ καθ’ ἣν στιγμὴν πάντες οἱ ἄλλοι, ὅσοι ἤκουσαν ὅτι κατηγγέλθη ὁ Εἰσαγγελεὺς Τριπόλεως, εἶχον πεισθῆ, ὅτι εἶναι ἀδύνατον νὰ διατηρηθῇ ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ, διότι πᾶσα ἡ Πελοπόννησος ἐγνώριζε τὴν διαγωγήν του καὶ τὰς πράξεις του, καὶ δὲν ἐχρειάζετο ἢ μόνον ἡ ἐπίσημος βεβαίωσις, ὁ Εἰσαγγελεὺς τῶν Ἐφετῶν ἐσκέπτετο μόνον, πῶς νὰ τὸν σώσῃ, καὶ διὰ τοῦτο, μόλις ἔλαβε τὴν μήνυσιν, εἰδοποίησεν αὐτὸν νὰ μεταβῇ εἰς Ναύπλιον, καὶ ἔδωσεν εἰς αὐτὸν ἀντίγραφον τῆς μηνύσεως, ἵνα ἐργασθῇ, ὡς καὶ εἰργάσθη, πλησίον τῶν μαρτύρων, ἵνα μὴ καταθέσωσι κατ’ αὐτοῦ. Καὶ μέχρις ἐμοῦ, Κύριοι, ἔφθασαν αἱ παρακλήσεις καὶ δικαστικῶν προσώπων, ὅπως μὴ κατηγορηθῇ εἷς παλαιὸς ὑπάλληλος, διότι καὶ ἡ παλαιότης του ἐχρησίμευεν ὡς ἐπιχείρημα ὑπὲρ αὐτοῦ. Καὶ διὰ νὰ σωθῇ ὁ Θεοδώρου, ἔπρεπε νὰ μὴ ὑπάρχῃ ἔγγραφος ἡ προανάκρισις, διὰ νὰ μὴ δύναται νὰ ἐξελεγχθῇ ἡ εὐνοϊκὴ ὑπὲρ αὐτοῦ ἔκθεσις τοῦ Εἰσαγγελέως τῶν Ἐφετῶν, καὶ ἐγένετο ἡ ἐξέτασις προφορική. Καὶ δύναται ἤδη, χαίρων διὰ τὸ κατόρθωμά του ὁ κ. Σαπουντζάκης, ἀνεξέλεγκτος νὰ σᾶς λέγῃ μὲ ὅλον τὸν ὄγκον τὸν Εἰσαγγελικὸν, ὅτι οὐδεὶς κατέθεσε κατὰ Θεοδώρου, πλὴν τῶν ἀναξιοπίστων καὶ τῶν συκοφαντῶν. Ἀλλ’ ἐφ’ ὅσον ὁ Εἰσαγγελεὺς τῶν Ἐφετῶν ἐν γνώσει καὶ ἐπίτηδες δὲν ἐνήργησεν ἔγγραφον τὴν προανάκρισιν, περιέπεσεν οὐ μόνον εἰς τὸ διαγραφόμενον ὑπὸ τῶν ἄρθρων 72 καὶ 74 τῆς Ποινικῆς Δικονομίας πειθαρχικὸν παράπτωμα, κατὰ τὸ ὁποῖον τιμωρεῖται μὲ πρόστιμον μέχρι δραχμῶν 200 ὁ μὴ συντάσσων ἔγγραφον ἔκθεσιν περὶ πάσης προανακρίσεως, ἀλλὰ καὶ εἰς πλημμέλημα, δι’ ὃ πρέπει νὰ ζητηθῇ λόγος (ἀναγινώσκει): «Δημόσιοι ὑπάλληλοι, οἵτινες, ἐναντίον τῶν καθηκόντων τῆς ὑπηρεσίας των, παραλείπουσιν ἀνάκρισίν τινα, ἀνήκουσαν εἰς αὐτοὺς, ἢ αὐτογνωμόνως, ἄνευ ἀποφάσεως, ἀπολύουσι τῆς ἀνακρίσεως τοὺς κατηγορηθέντας, ἂν φέρωνται οὕτως ἐξ ἰδιοτελοῦς σκοποῦ, ἢ κατὰ συνεννόησιν μὲ τὸν εἰς ἀνάκρισιν ὑποβλητέον... τιμωροῦνται... 2) μὲ φυλάκισιν τριῶν μηνῶν μέχρι δύο ἐτῶν, ἐὰν τὸ ἀντικείμενον ἦναι πλημμέλημα». Αὐτὰ λέγει τὸ ἄρθρον 468 τοῦ Ποινικοῦ Νόμου, καὶ ταῦτα ἔπραξεν ὁ κ. Σαπουντζάκης, ἵνα ἀπαλλάξῃ τὸν Εἰσαγγελέα Θεοδώρου. Ἰδοὺ διατὶ ἔλεγον ἐν ἀρχῇ, ὅτι θὰ εὕρῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς δύο ἐνόχους. Ἀλλ’ ἡ ὑπόθεσις, λέγουσιν, ἀφορᾷ τὸν ἰδιωτικὸν βίον τοῦ ἀνθρώπου. Δὲν ἐνθυμοῦμαι, ἂν εἰς τὴν ἔκθεσίν του γράφει τοῦτο καὶ ὁ κύριος Σαπουντζάκης, ἀλλ’ ὑποθέτω ὄχι, διότι προβαίνει εἰς οὐσιαστικὰς περὶ τῶν καταγγελλομένων κρίσεις, καὶ ἐὰν θέλῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης νὰ ἀναγνώσῃ οὐχὶ τὰ ξηρὰ γράμματα τῆς ἐκθέσεως, ἀλλὰ διὰ μέσου τῶν γραμμῶν, θέλει ἴδει, ὅτι ὁ κ. Εἰσαγγελεὺς τῶν Ἐφετῶν, μὴ προσκολλώμενος εἰς τὴν διάκρισιν μεταξὺ δημοσίου καὶ ἰδιωτικοῦ βίου, ἀλλ’ εὑρίσκων ἐξεταστέον καὶ τὸν ἰδιωτικὸν, εἰς μερικὰ σημεῖα, ὡς τὸ τῆς μέθης π. χ., μὴ δυνάμενος ν’ ἀποκρύψῃ ὅλην τὴν ἀλήθειαν, φροντίζει διὰ φράσεων καταλλήλων νὰ τὴν μετριάσε. «Ὁ Εἰσαγγελεὺς τῶν ἐν Τριπόλει Πρωτοδικῶν», λέγει ὁ κ. Σαπουντζάκης, «ἐξερχόμενος ἵνα γευματίσῃ, εἴτε πρὸ εἴτε μετὰ τὸ δεῖπνον μεταβαίνει εἰς ποτοπωλεῖον, ὅπου συχνάζουσι πολλοὶ καὶ λαμβάνουσιν ἀναψυκτικά»· ἀλλὰ παραλείπει νὰ μᾶς εἴπῃ, μέχρι τίνος ὥρας πίνει αὐτὰ τὰ ἀναψυκτικά, καὶ ποίου εἴδους εἶναι ταῦτα. Αἱ πληροφορίαι, τὰς ὁποίας ὁ κύριος Ἀλεξάκης μᾶς ἔδωσε πρὸ ὀλίγου, — καὶ τὸ ὁποῖον γνωρίζουν οἱ Τριπολῖται — εἶναι ὅτι τὰ ἀναψυκτικὰ λαμβάνονται καθ’ ὅλην τὴν νύκτα, καὶ ὅτι πάντοτε τὴν πρωΐαν μεταβαίνει εἰς τὴν οἰκίαν του, κρίνατε δὲ ὑμεῖς, εἰς ποίαν κατάστασιν. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου καὶ τὸ ἕτερον σημεῖον, τὸ ἀφορῶν τὴν συμπεριφορὰν τοῦ Εἰσαγγελέως πρὸς τοὺς προσερχομένους, δὲν δύναται νὰ τὸ καλύψῃ· καὶ ἰδοὺ πῶς τὸ κολάζει: «ὡς ἐκ τοῦ χαρακτῆρός του, δὲν διακρίνεται ἐπὶ εὐπροσηγορίᾳ.» Αὐτὸ τὸ δυσπροσήγορον μέχρι ποίου βαθμοῦ φθάνει; Δὲν βλέπετε, ὅτι ὑπὸ τὴν ἠπίαν αὐτὴν φράσιν κρύπτεται ἡ ἀπόδειξις τῆς κατηγορίας ἐπὶ ἐξυβρίσει τῶν Θείων;
§162ΑΛΕΞ. ΚΑΝΑΡΗΣ. Ἀλλὰ τὸν εἴδατέ ποτε μεθυσμένον;
§163ΒΟΖΙΚΗΣ. Ἐγὼ; Χιλιάκις· σᾶς διαβεβαιῶ. Ἀλλὰ ταῦτα πάντα ἀποδεικνύονται μέν, ἀλλ’ ἀφορῶσι, λέγουσι, τὸν ἰδιωτικὸν βίον. Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης δι’ ἐγκυκλίου του, μετὰ τὴν μήνυσιν ἐκδοθείσης, διὰ τῆς ἰδίας του δὲ χειρὸς, ὡς καλῶς γνωρίζω, γραφείσης, «παρ’ οὐδεμιᾷ ἄλλῃ δημοσίᾳ λειτουργίᾳ, λέγει, ὅσον παρὰ τῇ ἐντεταλμένῃ τὴν ἀπονομὴν τῆς δικαιοσύνης, ἥτις αὐτόχρημα καὶ κατ’ ἀλήθειαν ἀποτελεῖ ἱερωσύνην, ὁ δημόσιος καὶ ὁ ἰδιωτικὸς βίος συγχέονται τόσον, καὶ παρ’ οὐδεμιᾷ ἄλλῃ τὸ ἐλάχιστον παράπτωμα ἐν τῷ ἰδιωτικῷ βίῳ, εἴτε κατὰ τὰς σχέσεις καὶ τὴν κοινωνικὴν ἀναστροφὴν, εἴτε κατὰ τὰς ἕξεις τοῦ βίου, ἐπιδρᾷ οὕτως ἀμέσως ἐπὶ τοῦ δημοσίου χαρακτῆρος καὶ διασείει τὸν πρὸς αὐτὸν σεβασμόν.» Ταῦτα λέγει ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, αὐτὸς ἀπαντῶν εἰς τοὺς συγχωροῦντας τῷ Εἰσαγγελεῖ τὰ κατηγορούμενα ἐλαττώματα, λόγῳ τοῦ καλοῦ του, ὡς λέγουσι, χαρακτῆρος. Ἀλλὰ καὶ περὶ τῆς συμπεριφορᾶς τοῦ Εἰσαγγελέως ἔλαβε πρόνοιαν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, καὶ διὰ τῆς αὐτῆς ἐγκυκλίου «συνιστᾷ αὐστηρῶς ἄκραν κοσμιότητα καὶ εὐπρέπειαν, οἷαι ὄντως ἐμπρέπουσιν εἰς ἀληθεῖς μυσταγωγοὺς τῆς Δικαιοσύνης, καὶ καθόλου καὶ ἰδιαιτέρως πρὸς τοὺς προσερχομένους εἰς συνάφειαν πρὸς τὰς δικαστικὰς ἀρχὰς δικηγόρους ἢ διαδίκους, κατηγορουμένους ἢ μάρτυρας.» Καὶ αὐτὴν τὴν ἐγκύκλιον ἀφίνει ὁ κ. Ὑπουργὸς ἀπὸ τῆς πρώτης ἡμέρας τῆς ἐκδόσεώς της νὰ τὴν παραβῶσι! Καὶ εἶναι μὲν δικαίωμα τοῦ κ. Ὑπουργοῦ νὰ μὴ ζητήσῃ τὴν ἐφαρμογὴν τῆς ἐγκυκλίου του, ἀλλ’ ἔχει ὑποχρέωσιν νὰ ἐπιζητήσῃ τὴν ἐφαρμογὴν τῶν νόμων. Καὶ αὐτὸς μὲν πρέπει νὰ σπεύσῃ νὰ προκαλέσῃ τὴν ἐνέργειαν τοῦ Εἰσαγγελέως τοῦ Ἀρείου Πάγου, καὶ ὡς προϊσταμένου τοῦ ἱεραρχικοῦ ὅλου, καὶ κατὰ τοῦ Θεοδώρου, ἀλλὰ καὶ κατὰ τοῦ Εἰσαγγελέως τῶν Ἐφετῶν, δι’ ὅσας ὑπέδειξα παραβάσεις, διότι οὕτω καὶ μόνον θὰ δύνηται νὰ εἴπῃ, ὅτι ἐπὶ τῶν ἡμερῶν του ἐλειτούργησεν ἡ δικαιοσύνη. Ἐγὼ δὲ, ὡς Βουλευτὴς καὶ ὡς φίλος, πρὶν ἢ ἀφήσω τὸ βῆμα, αἰσθάνομαι τὴν ὑποχρέωσιν νὰ τῷ συστήσω νὰ εἴπῃ πρὸς τοὺς ζητοῦντας τὴν διατήρησιν τοῦ Θεοδώρου, νὰ τὸ πιστεύσῃ δὲ καὶ αὐτὸς, ὡς τὸ πιστεύω καὶ ἐγὼ, ὅτι τοιοῦτοι ἄνθρωποι εἶναι ἐντροπὴ νὰ διατηρῶνται εἰς τὴν ὑπηρεσίαν!
§164Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ἐκ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος ἐποιήσατο τὴν ἐπίθεσιν κατὰ τοῦ Εἰσαγγελέως, προεκλήθη ἡ περιέργειά μου καὶ ἀνέγνωσα τὰ σχετικὰ ἔγγραφκ. Νομίζω δὲ, ὅτι πρέπει νὰ εἴπω δύο λέξεις, διότι ἀπὸ δικαστικοὺς ἔχω ἀκούσει περὶ αὐτοῦ τοῦ Εἰσαγγελέως, ὅτι εἶναι ἐκ τῶν ἀρίστων...
§165ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Γνωρίζω, ὅτι εἶναι ὑπὸ τὴν προστασίαν σας.
§166ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Σᾶς διαβεβαιῶ, ὅτι οὐδέποτε ἐζήτησε προστασίαν παρ’ ἐμοῦ. Ἕν μόνον γνωρίζω περὶ αὐτοῦ, ὅτι κατὰ τὸ 1894, ὅτε εἶχον τὴν τιμὴν νὰ διευθύνω τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, ἐγένετο ἡ σύλληψις ἐν Λαμίᾳ, ἡ γνωστή, τοῦ Εἰσαγγελέως καὶ ὁ φόνος ὑπὸ λῃστῶν. Μετὰ τὸν φόνον τῶν λῃστῶν ἐκείνων ἐγένετο ἀνάγκη νὰ μετατεθῇ εἰς τῶν Εἰσαγγελέων ἐκεῖ· ἀπετάθην εἰς τὸν κύριον Στεφάνου, Ὑπουργὸν τότε τῆς Δικαιοσύνης, ὅστις ἐζήτησε παρὰ τῆς ὑπηρεσίας, τίνα νὰ στείλῃ Εἰσαγγελέα, ἵνα διεξαγάγῃ τὸ βαρὺ ἐκεῖνο ἔργον, καὶ τότε ἐστάλη ὁ κύριος Θεοδώρου. Ταῦτα τὰ προηγούμενα ἔχων ὑπ’ ὄψιν, ἐζήτησε νὰ ἴδω τὰ ἔγγραφα, διότι ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος ἔλεγε, διατὶ δὲν ἐνηργήθησαν ἀνακρίσεις παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Εἰς πάντα δικαστικὸν θὰ ἐγεννᾶτο ἡ περιέργεια, διατὶ δὲν ἐνηργήθησαν ἀνακρίσεις· καὶ εἶδον τὸ ἔγγραφον, τὸ ὁποῖον ἐπεκαλέσθησαν ὡς μήνυσιν· ἀλλὰ δὲν εἶναι μήνυσις, εἶναι ἀναφορὰ πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, δι’ ἧς ὁ ἀναφερόμενος κ. Καλούτσης ἀποδίδει ἰδιότητας εἰς τὸν Εἰσαγγελέα, αἱ ὁποῖαι, ἂν ἦναι ἀληθεῖς, ἐπιβάλλουσιν εἰς πᾶσαν Κυβέρνησιν ν’ ἀποβάλῃ ἐκ τοῦ σώματος τοῦ δικαστικοῦ ἕνα τοιοῦτον ὑπάλληλον. Ὁ κ. Ὑπουργὸς, λαβὼν τὴν ἀναφορὰν καὶ μὴ ἔχων δικαίωμα νὰ παραγγείλῃ ἀνάκρισιν, ἀλλ’ ἔχων καθῆκον νὰ ἐρευνήσῃ διοικητικῶς πρὸς ἐξακρίβωσιν τῶν ἀποδιδομένων αἰτιάσεων, διότι οὔτε δίκαιον οὔτε ὀρθὸν ἦτο νὰ πιστεύσῃ ταύτας ὁ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῇ ἁπλῇ ἀναφορᾷ, διηύθυνε τὴν ἀναφορὰν πρὸς τὸν Εἰσαγγελέα τῶν Ἐφετῶν, ἵνα διοικητικῶς ἐξετάσῃ τὰ κατ’ αὐτήν. Ἐπειδὴ δὲ ἐν τῇ διατυπώσει τῶν αἰτιάσεων κατὰ τοῦ Εἰσαγγελέως δὲν ἀνεφέροντο ὡρισμέναι πράξεις, ἢ ὡρισμένα πρόσωπα ὡς παθόντα, ἀλλ’ ἀορίστως ἀπεδίδοντο αὐτῷ αἰτιάσεις, ἀφορῶσαι τὸν ἰδιωτικὸν βίον αὐτοῦ, ὁ κ. Εἰσαγγελεὺς τῶν Ἐφετῶν οὐδὲν δικαίωμα εἶχε νὰ ἐνεργήσῃ δικαστικὴν ἀνάκρισιν, ἀλλ’ ὤφειλε νὰ ἐρευνήσῃ διοικητικῶς τὰ περὶ τῶν ἀποδιδομένων αἰτιάσεων. Τοῦτο λοιπὸν ἔπραξεν ὁ κύριος Εἰσαγγελεύς, ἀφοῦ δὲν εἶχε στοιχεῖα ἀξιοποίνου πράξεως. Ἐὰν ὑπῆρχον στοιχεῖα ἀξιοποίνου πράξεως...
§167ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Κατετέθησαν τοιαῦτα εἰς τὸν Εἰσαγγελέα.
§168Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. .. τότε ὤφειλε νὰ ἐνεργήσῃ... Ὁμιλῶ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν στοιχείων, τὰ ὁποῖα ἔχομεν, κύριε συνάδελφε.
§169ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ἐπιτρέπετε δύο λέξεις;
§170Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Νομίζετε, ὅτι ἐγὼ ἐνταῦθα πρόκειται ν’ ἀναλάβω τὴν ὑπεράσπισιν τοῦ Εἰσαγγελέως;
§171ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Κύριε συνάδελφε, ὅταν ὑπάλληλός τις τῆς Εἰσαγγελίας κατέθεσεν ἐνώπιον τοῦ Εἰσαγγελέως τῶν Ἐφετῶν ὡρισμένα γεγονότα, συμβάντα ὡρισμένην νύκτα, ἠξεύρετε τί παρατήρησιν ἔκαμεν εἰς τὸν μάρτυρα ἐκεῖνον ὁ Εἰσαγγελεὺς τῶν Ἐφετῶν;...
§172Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Αὐτὰ δὲν τὰ γνωρίζω ἐγώ.
§173ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Σᾶς λέγω ἐγὼ ὅμως.
§174Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Δὲν ἔχω λόγους ν’ ἀμφιβάλλω δι’ ὅσα λέγετε. Ἀλλὰ δὲν κρίνω περὶ αὐτῶν. Ἐγὼ κρίνω περὶ τῶν στοιχείων, τὰ ὁποῖα προσήγαγεν ὁ Ὑπουργός.
§175ΑΛΕΞΑΚΗΣ. .. Εἶπε πρὸς τὸν μάρτυρα ὁ Εἰσαγγελεύς: «Παραβιάζετε τὴν ἐχεμύθειαν τοῦ προϊσταμένου!» Τότε ὁ μάρτυς ἀπήντησε πρὸς τὸν Εἰσαγγελέα: «Ἐνόμιζον, ὅτι εἶχον ὑποχρέωσιν νὰ σᾶς εἴπω τὴν ἀλήθειαν. Θέλετε ψεύματα νὰ σᾶς εἴπω; Ἀνακαλῶ!» Ὁ κύριος Εἰσαγγελεὺς ἐξεπλάγη. — Αὐτὴ εἶναι ἡ κατάθεσις.
§176Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Βλέπετε, δὲν συνεννοούμεθα. Αὐτὰ εἶναι ἄλλα στοιχεῖα, τὰ ὁποῖα δὲν ἔχομεν. Ἐγὼ ὁμιλῶ περὶ τῶν στοιχείων, τὰ ὁποῖα ἔχομεν ὑπ’ ὄψιν ἡμῶν. Λέγω λοιπόν, ὅτι αὐτὸ τὸ ἔγγραφον, τὸ ὁποῖον χαρακτηρίζετε ὡς μήνυσιν, δὲν εἶναι μήνυσις, κατὰ τὰς ἀξιώσεις τοῦ νόμου· εἶναι ἀναφορά, ἀποδίδουσα αἰτιάσεις βαρυτάτας, ἐπαναλαμβάνω, αἱ ὁποῖαι, ἐὰν ἦσαν ἀληθεῖς, ἐπιβάλλουσιν εἰς τὸν Ὑπουργὸν νὰ ἐνεργήσῃ ὅ,τι ἐκ τῶν καθηκόντων του ὑποχρεοῦται, ὅπως ἀποβληθῇ ἐκ τοῦ δικαστικοῦ Σώματος τοιοῦτος ὑπάλληλος. Ὤφειλεν ὅμως νὰ ἐξετάσῃ. Καὶ διέταξε τὴν ἐξέτασιν. Ὁ Εἰσαγγελεὺς τῶν Ἐφετῶν ἐνήργησε τὴν ἐξέτασιν. Μοὶ ἔκαμεν ἐντύπωσιν, ὅτι ἐν τῇ ἐκθέσει του ὁ Εἰσαγγελεὺς τῶν Ἐφετῶν βεβαιοῖ, ὅτι πληθὺς ἀνθρώπων, οἱ διαπρεπέστεροι τῶν δικηγόρων, πλὴν τῶν κατὰ τοῦ Εἰσαγγελέως ἐπίσης διαπρεπῶν τριῶν, τοὺς ὁποίους ὀνομαστὶ ἀναφέρει...
§177ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ψεύματα.
§178Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. .. πάντες οἱ λοιποὶ διαπρεπεῖς δικηγόροι ἐν τῷ Πρωτοδικείῳ Τριπόλεως, ὁ Δήμαρχος Τριπόλεως καὶ πλῆθος ἐμπόρων, βιομηχάνων, ἐργαστασιαρχῶν κλπ. βεβαιοῦσιν οὐχὶ τὸ ἀνύπαρκτον μόνον τῶν ἀποδιδομένων αἰτιάσεων, ἀλλὰ καὶ ὅτι αὗται ἀποτελοῦσι κακοήθη συκοφαντίαν. (Διαψεύσεις ἀριστερόθεν). Παρακαλῶ. Ὁ Εἰσαγγελεὺς τῶν Ἐφετῶν μεταξὺ τῶν ἄλλων ἀναφέρει ἐν τῇ ἐκθέσει του...
§179ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Εἶναι ἀληθὴς αὐτή;
§180Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Δὲν γνωρίζω.
§181ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Λοιπόν;
§182Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ἐγὼ γνωρίζω τί λέγει ἡ ἔκθεσις, κύριε Ἀλεξάκη. Ἐγὼ λέγω, ὅτι εἶναι ἡ ἔκθεσις τοῦ Εἰσαγγελέως τῶν Ἐφετῶν.
§183ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Λέγω καὶ ἐγὼ, ὅτι αὐτὴ εἶναι ψευδὴς, καὶ δὲν θὰ σώσῃ τὸν Εἰσαγγελέα αὐτὸν ἡ προστασία σας.
§184Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Αὐτὸ εἶναι ζήτημα, τὸ ὁποῖον θὰ ἐξετάσῃ ὁ Ὑπουργός. Ἐγὼ λέγω, ποῖα στοιχεῖα ἔχομεν ἡμεῖς ἐδῶ. Ἡμεῖς ἐνταῦθα ἔχομεν τὴν ἔκθεσιν τοῦ Εἰσαγγελέως τῶν Ἐφετῶν, ὁ ὁποῖος, ἐκτὸς ἐκείνων, τὰ ὁποῖα εἶπον ὅτι ἀναφέρει, ἀναφέρει προσέτι καί τι, τὸ ὁποῖον εἶναι ἄξιον παρατηρήσεως. Λέγει δηλαδή, ὅτι ἐκ τῆς στατιστικῆς τοῦ γραφείου — τῆς ἐπισήμου στατιστικῆς — προκύπτει, ὅτι ὁ Εἰσαγγελεὺς αὐτὸς ἔκαμε καταπληκτικὴν ἐργασίαν, καθ’ ὅσον χρόνον διετέλεσεν Εἰσαγγελεὺς κατὰ τὴν περιφέρειαν αὐτοῦ, τοῦθ’ ὅπερ ἀποκλείει τὴν ἀποδιδομένην ἐν τῇ ἀναφορᾷ αἰτίασιν, ὅτι αὐτὸς ἀνὰ πᾶσαν ἡμέραν καὶ νύκτα σύρεται ἐν μέθῃ καὶ ἀπουσιάζει ἀπὸ τὸ γραφεῖόν του.
§185ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Τίς εἰργάσθη ἐπὶ τῶν προτάσεων; ἠξεύρετε;
§186Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Παρακαλῶ. Δὲν ἐξετάζω ἐγὼ αὐτὰς τὰς λεπτομερείας. Αὐτὰ θὰ τὰ εἴπητε σεῖς, κύριε. Ἐγὼ ἐξετάζω τί λέγει ἡ ἔκθεσις.
§187ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Νὰ σᾶς διευκολύνω.
§188Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Σᾶς εἶπον, ὅτι ἠμπορεῖ σεῖς νὰ γνωρίζητε ἄλλο, τὸ ὁποῖον ἐγὼ δὲν γνωρίζω. Ἐγὼ σᾶς εἶπον τί λέγει ἡ ἔκθεσις. Ἡ ἔκθεσις λοιπὸν λέγει αὐτὸ, ἡ ἔκθεσις βεβαιοῖ αὐτό.
§189ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Βέβαια! Ὅτι ἔκαμε μεγάλην ἐργασίαν!
§190Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ἐφ’ ὅσον λοιπόν, Κύριοι, ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης δὲν εἶχε μήνυσιν, κατὰ τὰς ἀξιώσεις τοῦ νόμου...
§191ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Κατὰ τὴν γνώμην σας!
§192Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ἐπαναλαμβάνω, δὲν ἔχει μήνυσιν.
§193ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Κατὰ τὴν γνώμην τῆς ὑπερασπίσεως!
§194Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Μὴ θέλετε, παρακαλῶ, νὰ μεταβάλωμεν καὶ τοὺς ὅρους τοῦ Ποινικοῦ Νόμου καὶ τῆς Ποινικῆς Δικονομίας, διότι τὸ ἔγγραφον, τὸ ὁποῖον ἔχει ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, δὲν εἶναι μήνυσις. Δὲν ἀποδίδει ὡρισμένην πρᾶξιν οὔτε κατὰ πρόσωπον, οὔτε κατὰ τόπον, οὔτε κατὰ χρόνον. Ἀποδίδει αἰτιάσεις βαρυτάτας, ἀλλὰ ἐγκληματικὴν πρᾶξιν δὲν ἀποδίδει. Ὁ κύριος Βουλευτὴς ἐκ Κυνουρίας εἶπε μεταξὺ τῶν ἄλλων, ὅτι ἡ ἔκθεσις ἀποδίδει εἰς τὸν Εἰσαγγελέα, ὅτι φέρεται ἀπρεπῶς καὶ σκαιῶς. Γνωρίζει ὁ κύριος Βουλευτὴς Κυνουρίας, ὅτι αὐτὸ θὰ ἦτο καταδιώξιμον ἀδίκημα, ἂν κατήγγελλον ἐκεῖνοι, καθ’ ὧν προσηνέχθη σκαιῶς καὶ ὑβριστικῶς ὁ Εἰσαγγελεύς.
§195ΧΑΡ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ἡ παράβασις τοῦ ἄρθρου 468 τοῦ Ποινικοῦ Νόμου...
§196Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Μὴ διακόπτετε.
§197ΒΟΖΙΚΗΣ. Μὲ διεκόψατε κατ’ ἐπανάληψιν... Ἡ παράβασις τοῦ ἄρθρου 468 τοῦ Ποινικοῦ Νόμου, ἡ ὁποία καταγγέλλεται ἐκεῖ, εἶναι ἔγκλημα ἐξεταζόμενον ἐξ ἐπαγγέλματος.
§198Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ἐγὼ δὲν σᾶς διέκοψα.
§199ΒΟΖΙΚΗΣ. Κατ’ ἐπανάληψιν.
§200Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Καὶ εἶναι περίεργον! Ἐγὼ ὁμιλῶ περὶ τοῦ θέματος ἄνευ οὐδενὸς ἐνδιαφέροντος, καὶ ὑμεῖς ἐξεγείρεσθε, ὡσὰν νὰ ἔχητε ἐνδιαφέρον προσωπικόν! Εἶναι γνωστόν, ὅτι ὁ Εἰσαγγελεὺς αὐτὸς εἶναι Εἰσαγγελεὺς ἐπὶ εἰκοσιπενταετίαν, ὅτι διωρίσθη ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως τοῦ κ. ἐκ Γόρτυνος Βουλευτοῦ...
§201ΒΟΖΙΚΗΣ. Ἀπόγεινε τώρα, Κύριε!
§202Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Διωρίσθη Εἰσαγγελεὺς Πρωτοδικῶν.
§203Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ἐπαναδιωρίσθη. Μετὰ τὴν ἀπόλυσιν ὅλων τῶν Εἰσαγγελέων διωρίσθη κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην πάλιν. Λοιπὸν δὲν ἔχω κανένα, σᾶς βεβαιῶ, λόγον νὰ ἔχω συμπαθείας πρὸς τὸν ἄνθρωπον αὐτὸν, τὸν ὁποῖον δὲν γνωρίζω κἄν, ἢ πιθανὸν νὰ εἶδον μακρόθεν ἐδῶ, εἰς τὰς Ἀθήνας, ἀλλὰ γνωρίζω ἐκ τῆς ὑπηρεσίας τῆς δικαστικῆς, ὅτι αὐτὸς ἐθεωρεῖτο εἷς ἐκ τῶν ἀρίστων Εἰσαγγελέων. Διὰ τοῦτο εἶπον, ὅτι ἐξεπλάγην, ὅτε ἤκουσα τοιαύτας αἰτιάσεις, καὶ δὲν ἦτο ἀπίθανον μετὰ παρέλευσιν πολλοῦ χρόνου νὰ ὑπέπιπτεν εἰς ἐλαττώματα τοιαῦτα· καὶ ἐπεθύμουν νὰ ἐξετάσω, ἂν ἦναι δυνατὸν νὰ πεισθῇ τις, ὅτι ἀληθῶς ὑπέπεσεν εἰς ἐλαττώματα. Ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, ὅτι ἐκ τῶν στοιχείων, τὰ ὁποῖα ἔχομεν ἐδῶ, δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ ὁ Εἰσαγγελεὺς νὰ ἐξέλθῃ ἐντεῦθεν ἐντελῶς ἀπηλλαγμένος πάσης μομφῆς. Ἐὰν ὑπάρχωσιν ἄλλα στοιχεῖα, δὲν γνωρίζω. Τὰ προσκομισθέντα ὅμως ἐνταῦθα στοιχεῖα βεβαίως δὲν εἶναι ἐπαρκῆ, ἵνα στηριχθῇ κατ’ αὐτοῦ οὐχὶ κατηγορία, ἀλλ’ οὔτε μομφή.
§204Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐφρόνουν καὶ ἐξακολουθῶ νὰ φρονῶ, ὅτι τὸ ζήτημα αὐτὸ δὲν ἦτο κατάλληλον καὶ ἐπιτετραμμένον νὰ ἔλθῃ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς... (Φωναὶ ἐκ δεξιῶν: αὐτὸ εἶναι τὸ ὀρθόν). Σᾶς βεβαιῶ, ὅτι οὐδεμίαν προσωπικὴν ἀφορμὴν ἔχω κατὰ τοῦ Εἰσαγγελέως. Ἤμην καὶ εἶμαι καταγοητευμένος διὰ τὸν Εἰσαγγελέα αὐτὸν ὡς ἐκ τῆς ὑπηρεσίας του. Ἐὰν ἀνεμίχθην εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο, ἀνεμίχθην ἕνεκα τῆς προκλήσεως τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης κατὰ τὴν ἡμέραν, κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ κύριος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς ἐζήτησε τὰ ἔγγραφα αὐτὰ, καὶ ἂν ἀναμιγνύωμαι κατὰ τὴν στιγμὴν ταύτην, ἀναμιγνύομαι ἕνεκα τῆς ἀνακριβοῦς ἐκθέσεως τοῦ Εἰσαγγελέως τῶν Ἐφετῶν, ὅστις διὰ ταύτης ὑποδηλοῖ, ὅτι ἐσυκοφαντήθη ὁ Εἰσαγγελεὺς καὶ μεταξὺ τῶν συκοφαντῶν καταλέγομαι καὶ ἐγώ. Τὸ ζήτημα εἶναι προσωπικόν, ἀφορᾷ καὶ ἐμέ, ὡς βλέπετε, καὶ παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ μοῦ χαρίσῃ ὀλίγας στιγμάς. Ὅτε ὁ κ. ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς ἐζήτησε νὰ προσαχθῇ ἡ καταγγελία τοῦ συναδέλφου μου δικηγόρου καὶ πρώην βουλευτοῦ κ. Ι. Καλούτση, ὡς καὶ ἡ ἔκθεσις τοῦ Εἰσαγγελέως τῶν Ἐφετῶν, δὲν γνωρίζω διατὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἐσχέτισε τὴν ὑπόθεσιν αὐτὴν μὲ ἄλλο ἔγγραφον, τὸ ὁποῖον θὰ ἀναγνώσω εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ θέλω τὸ συγκρίνει πρὸς ἄλλο ἔγγραφον, ὅπως ἀποδειχθῇ ἡ σαπρία ἡ διοικητικὴ, ἡ ὁποία διέπει τὴν Ἑλλάδα. Ἐξ αὐτῶν τῶν ἐγγράφων θέλει ἀποδειχθῆ, ὅτι ἐν Τριπόλει εἴχομεν μίαν ὁμάδα ὑπαλλήλων, οἱ ὁποῖοι ἐσυκοφάντουν ἔντιμα πρόσωπα τῆς Τριπόλεως, ὅπως φανῶσιν ἀρεστοὶ εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἐκείνην. Ἐνόμιζον, ὅτι δι’ αὐτῆς τῆς τακτικῆς παρεῖχον ἐκδούλευσιν εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἐκείνην, ἐνῷ τοὐναντίον κατεδίκαζον τὴν πολιτικὴν αὐτῆς. Ὁ κ. ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς ἐζήτησε τὴν καταγγελίαν τοῦ κυρίου Καλούτση καὶ τὴν ἔκθεσιν τοῦ Εἰσαγγελέως τῶν Ἐφετῶν. Ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἀπαντᾷ: «Ἔχω καὶ ἄλλο ἔγγραφον, συντεταγμένον ἀπὸ κοινοῦ ὑπὸ τοῦ Εἰσαγγελέως, τοῦ Νομάρχου Ἀρκαδίας καὶ τοῦ Μοιράρχου.» Τίνα σχέσιν ἔχει αὐτὸ τὸ ἔγγραφον, κ. Ὑπουργέ; Ἠθελήσατε νὰ καταστήσητε προσωπικὸν τὸ ζήτημα, διότι ἀναφέρει τὸ ὄνομά μου; Θὰ τὸ ἀναγνώσω.
§205Κ. ΤΟΠΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Τὸ ὄνομα τοῦ κ. Καλούτση, τοῦ μηνυομένου.
§206Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε, Κύριοι, ν’ ἀρχίσω ἀπὸ τοῦ προλόγου τῆς ὑποθέσεως ταύτης, διότι πρόλογον ἐνόμισε τὴν ἔκθεσιν ταύτην ὁ κύριος Ὑπουργός. Κύριοι, ἐν Τριπόλει διαμένων, δὲν συνηθίζω νὰ ἐξέρχωμαι τῆς οἰκίας μου, ἂν δὲν ἔχω ἐργασίαν. Τὴν 17 Ὀκτωβρίου παρελθόντος ἔτους εἶχεν ἀποβιώσει ὁ Γραμματεὺς τῆς Εἰσαγγελίας. Κατὰ καθῆκον, ἐνόμιζον, ὅτι ἔπρεπε νὰ παρευρεθῶ εἰς τὴν κηδείαν του, καὶ κατὰ τὴν 10½ ἢ 11 π. μ. ἐξῆλθον τῆς οἰκίας μου καὶ ἐπορευόμην πρὸς τὸν οἶκον τοῦ ἀποβιώσαντος. Διὰ νὰ μεταβῶ ὅμως ἐκεῖ, ἔπρεπε νὰ διέλθω ἔξωθεν τοῦ Πταισματοδικείου. Ὅτε ἔφθασα εἰς τὸ Πταισματοδικεῖον, εὑρίσκω πλῆθος ἀνθρώπων τεταραγμένων, οἵτινες ἤρξαντο νὰ διηγῶνται, ὅτι εἰς τὴν αἴθουσαν τοῦ Πταισματοδικείου ὁ ἀστυνόμος Δαλλιάνης μετὰ τῶν ἀστυφυλάκων ἐπετέθησαν κατὰ τοῦ δικηγόρου Καλούτση. Νομίζω, ὅτι, οἱοσδήποτε ἐξ ὑμῶν ἂν ἦτο, ἤθελε λάβει τὴν περιέργειαν νὰ τρέξῃ ἐπάνω, ἵνα μάθῃ τί συμβαίνει. Ἀνῆλθον καὶ ἐγὼ εἰς τὴν αἴθουσαν τοῦ Πταισματοδικείου. Εὗρον τὸν ἀντεισαγγελέα συντάσσοντα ἔκθεσιν, τὴν ὁποίαν ἐζήτησα παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ἀλλὰ δὲν μοὶ τὴν προσήγαγε, διότι δὲν εἶχε καιρὸν, τὴν ἔχω ὅμως ἐγὼ, καὶ θὰ τὴν ἀναγνώσω. Μανθάνω ἐκεῖ, ὅτι εἰς μίαν ὑπόθεσιν, οὐχὶ Κυνουριέως, ὅπως γράφει τὸ ἐπίσημον ἔγγραφον τῶν ἐπισήμων ἀρχῶν τῆς Τριπόλεως, ἀλλὰ συμπολίτου μου ἐξ Ἁγιωργητίκων, κύριε Ὑπουργὲ τῶν Ἐσωτερικῶν...
§207Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Δὲν τὸν γνωρίζω.
§208Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ Γεώργιος Κοῦκος ἐξ Ἁγιωργητίκων, ὁ ὁποῖος εἶναι ὁ φοβερώτερος ὑβριστής μου.
§209Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Πιθανόν. Δὲν τὸν γνωρίζω.
§210ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Τίνα σχέσιν ἔχει;
§211Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχει σχέσιν. Λέγω τοῦτο, διὰ νὰ μάθητε, ὅτι οὐδὲν ἐνδιαφέρον εἶχον εἰς τὴν ὑπόθεσιν ἐκείνην. Εὗρον τὸν ἀντεισαγγελέα συντάσσοντα τὴν ἔκθεσιν—τὴν ὁποίαν ἀμέσως θὰ σᾶς ἀναγνώσω—μετὰ τοῦ Πταισματοδίκου, τοῦ γραμματέως τοῦ Πταισματοδικείου, ἐκ Σύρου καταγομένου,—λέγω ἐκ Σύρου, διότι ἐκ Σύρου εἶναι καὶ ὁ Εἰσαγγελεὺς—εὗρον τοὺς πάντας τεταραγμένους, καὶ ἠρώτησα: «τί συμβαίνει ἐδῶ»;... Μετ’ ὀλίγον ἔρχεται ὁ Μοίραρχος, καὶ ἀκούω τὸν ἀντεισαγγελέα νὰ δίδῃ τὴν ἑξῆς διαταγήν: «Νὰ ἀφοπλίσητε τοὺς ἀστυφύλακας, καὶ νὰ ἀναλάβητε τὴν φρούρησιν τῆς πόλεως ὑπ’ εὐθύνην σας». Ἀνεχώρησα. Μὲ ἠκολούθησε τὸ πλῆθος. Τοὺς ἡσύχασα, καὶ προὐχώρησα διὰ νὰ μεταβῶ εἰς τὴν κηδείαν. Διὰ νὰ μεταβῶ ὅμως ἐκεῖ, ἔπρεπε νὰ διέλθω ἐκ τῆς πλατείας. Ἐκεῖ ἀντιλαμβάνομαι, κύριοι Βουλευταί, μίαν ὁμάδα ἀστυφυλάκων, τινὲς τῶν ὁποίων ἐκράτουν πολύκροτα ἀνὰ χεῖρας, προτεταμένα πρὸς τὸ βόρειον μέρος τῆς πλατείας, πρὸς τὸ κατάστημα τοῦ κ. Πατρινέλη. Τρέχω καὶ τίθεμαι ἀπέναντι τῶν ἀστυφυλάκων, ἀπέναντι τῶν ὁποίων ἵστατο ὁμὰς ἐντίμων ἐμπόρων. Ἐρωτῶ τούτους: «τί τρέχει;» καὶ εἰς ἀπάντησιν ἀκούω, ὅτι ἐπετέθησαν καὶ ἐδῶ κατὰ τοῦ Καλούτση, τοῦ δικηγόρου, τὸν ὁποῖον εἶχον κλείσει εἴς τι κατάστημα. Τὴν στιγμὴν ἐκείνην ἔφθασεν ὁ Εἰσαγγελεύς. Κατὰ τοῦ Εἰσαγγελέως ἐκείνου τὸ μόνον παράπονον, τὸ ὁποῖον ἔχω καὶ τὸ ὁποῖον ἀνεκοίνωσα καὶ εἰς τὸν ἴδιον, ἦτο ἡ ἀτιμωρησία τῶν ἀστυνομικῶν ὀργάνων. Ὅτε διήρχετο ἐκεῖθεν ὁ Εἰσαγγελεὺς καὶ μετέβαινεν εἰς τὸ Πταισματοδικεῖον, τῷ παρέστησα, ὅτι τὰ συμβάντα εἰσὶν ἀποτέλεσμα τῆς ἀτιμωρησίας τῶν ἀστυνομικῶν ὀργάνων. Ἐγὼ, Κύριοι, ἤθελον νὰ μένῃ εἰς τὴν Τρίπολιν ὁ Εἰσαγγελεὺς, καθόσον ἐκπληροῖ τὰ καθήκοντά του, ἔχει ὅμως ἐλαττώματα, ἅτινα πρέπει νὰ ἀφήσῃ· ἀλλ’ οὔτε ἐσκέφθη νὰ τὰ ἀφήσῃ, οὔτε τὰ ἀφῆκεν. Ἡ χυδαιότης καὶ αἱ ἐπιθέσεις, τὰς ὁποίας ἐνεργεῖ κατὰ παντὸς μηνυτοῦ, προσερχομένου εἰς τὴν Εἰσαγγελίαν ἵνα ἐγχειρίσῃ μήνυσιν, εἶναι πανθομολογούμενα. Τὸ μεγαλείτερον φιλοφρόνημα, τὸ ὁποῖον νομίζει, ὅτι πρέπει νὰ σᾶς δώσῃ, οἱοσδήποτε καὶ ἂν ἦσθε, εἶναι νὰ ἀκούσητε: «τὸν Σταυρόν σου, τὸν Θεόν σου! ἔξω, κερατᾶ!» (αἴσθησις). Τοῦτο εἶναι τὸ στερεότυπον τῆς ὑποδοχῆς τοῦ Εἰσαγγελέως. Ἡμέραν τινὰ τὸν ἔκραξα ἰδιαιτέρως καὶ τῷ εἶπα τὰ ἑξῆς: «Κύριε Εἰσαγγελεῦ, μοῦ ἀρέσετε νὰ μένητε ἐδῶ, διότι εἶσθε τίμιος ἄνθρωπος, καθόσον ἔχω ἰδεῖ πολλοὺς φαυλοβίους, καὶ μὲ φαυλοβίους δὲν δύναμαι νὰ συνεργασθῶ. Κόψατε τὰ ἐλαττώματα».—«Εὐχαριστῶ, διότι μὲ ἀγαπᾷς. Νὰ τὰ κόψω», μοὶ ἀπαντᾷ. Καὶ ταῦτα περὶ τοῦ Εἰσαγγελέως. Καθ’ ἣν στιγμὴν λοιπὸν εἶδον τοὺς ἀστυφύλακας, Κύριοι, ἔχοντας προτεταμένα τὰ πολύκροτα κατὰ τοῦ κυρίου Καλούτση, ἤρχετο ὁ Εἰσαγγελεὺς, καὶ λέγω πρὸς αὐτόν: «Κύριε Εἰσαγγελεῦ! ἰδοὺ ἡ ἀτιμωρησία τῶν ἀστυνομικῶν ὑπαλλήλων ποῦ τοὺς ἔφερε!» — Διότι, Κύριοι, πολλὰς μηνύσεις εἶχον ἐγχειρίσει ἐγὼ κατὰ διαφόρων ἀστυνομικῶν ὀργάνων πρὸς τὸν Εἰσαγγελέα, καὶ οὐδεμία ἐνηργήθη.—Ἐκεῖνος μοὶ ἀπήντησεν ὡς ἑξῆς: «Κύριε Μπακόπουλε, μὴ φωνάζετε. Τί τρέχει;»—«Εἰς τὸ Πταισματοδικεῖον, ἀπήντησα, ἔδειραν τὸν δικηγόρον Καλούτσην, καὶ ἀπεπειράθησαν νὰ τὸν φονεύσωσιν· ὁ ἀντεισαγγελεὺς διέταξε τὸν ἀφοπλισμὸν τῶν ἀστυφυλάκων.» Ὁ Εἰσαγγελεὺς μὲ διεβεβαίωσεν, ὅτι θὰ ἐκτελεσθῇ ἡ διαταγὴ τοῦ ἀντεισαγγελέως. Ἐκεῖθεν μετέβην εἰς τὸν Νομάρχην κύριον Θεοχάρην· εὗρον αὐτὸν εἰς τὸ γραφεῖόν του· ἀπέναντί του ἐκάθητο ὁ γραμματεύς του κ. Παρασκευᾶς, καὶ πρὸς τὰ δεξιά του ἡ σύζυγός του, καὶ εἶπον αὐτῷ τὰ ἑξῆς: «Κύριε Νομάρχα, ἔξω ὁ λαὸς εἶναι ἐν ἐπαναστάσει»—καὶ ἦτο ἐν ἐπαναστάσει, διότι διεδόθη ἐν τῇ πόλει ἀπὸ ἄκρου εἰς ἄκρον, ὅτι τὰ ἀστυνομικὰ ὄργανα ἐφόνευσαν τὸν Καλούτσην.—Ἐκεῖνος μοὶ ἀπήντησε: «Τὰ γνωρίζω, κύριε Μπακόπουλε, ὅλα. Πλῆθος ἐκθέσεων ἔχω ἀποστείλει εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις δὲν μὲ ἀκούει. Εἶναι ἀνάγκη νὰ γείνῃ ἐκ μέρους τῆς πόλεως ἓν τηλεγράφημα πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον.» Ἔμεινα ἔκπληκτος, ἀκούων τὸν κ. Νομάρχην, ζητοῦντα ἐν μέσῳ τοιούτων στιγμῶν, καθ’ ἃς τὰ πνεύματα ἦσαν ἐξηρεθισμένα, νὰ γείνῃ συλλαλητήριον καὶ νὰ ζητηθῇ ὑπὸ τῆς πόλεως ἡ ἐκτόπισις τοῦ ἀστυνόμου. Καὶ τοῦτο, ὡς ἔμαθον, ἐζήτει ὁ Νομάρχης, ἵνα φέρῃ ἐκεῖ τὸν υἱόν του ἀστυνόμον, διότι ὁ Δαλιάνης οὐδεμίαν ἀφορμὴν εἶχε δώσει μέχρι τῆς στιγμῆς ἐκείνης...
§212Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Τὸ ἔπραξα ἐγώ;
§213Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι... Ἐγὼ ἔκπληκτος ἠρώτησα καὶ πάλιν τὸν κ. Νομάρχην: «Νομίζετε λοιπὸν, ὅτι πρέπει νὰ προσκληθῇ ἡ πόλις καὶ ἀναφερθῇ εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργόν;» — «Μάλιστα, μάλιστα», εἶπεν ὁ Νομάρχης, «καὶ θὰ τηλεγραφήσω καὶ ἐγώ». Ἐξῆλθον καὶ εὗρον ἐν τῇ πλατείᾳ τοὺς συναδέλφους μου κ. κ. Διγενόπουλον, Χρηστόπουλον καὶ ἄλλους φίλους δικηγόρους, εἴς τινας τῶν ὁποίων ἀνεκοίνωσα, τί ἐζήτησε παρ’ ἐμοῦ ὁ Νομάρχης, καὶ ἐκεῖνοι συνεφώνησαν μετ’ ἐμοῦ, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἀναμιχθῶμεν ἐν τοιαύτῃ στιγμῇ εἰς πρόσκλησιν τοῦ λαοῦ, ὅπως ἀποφανθῇ κατὰ τοῦ ἀστυνόμου. Τότε στρατιωτικὴ δύναμις εἶχε μεταβῆ εἰς τὴν πλατεῖαν καὶ εἶχεν ἐκδιώξει ἐκεῖθεν τοὺς ἀστυφύλακας, εἶχον δὲ μεταβῆ ὡσαύτως καὶ δύο ἀνακριταί· ἡμεῖς συνωμιλοῦμεν περὶ ἄλλων ἀντικειμένων, ὅτε ἀκούομεν αἴφνης τὸν κώδωνα τῆς ἐκκλησίας. Εἰς ἐρώτησίν μου περὶ τοῦ τίς ἐκτύπα τὸν κώδωνα, μοὶ ὠνόμασαν ἕνα ἄνθρωπον, τὸν ὁποῖον ὁ κ. Τριανταφυλλάκος εἶχε διορίσει κλητῆρα εἰς τὸ Ὑπουργεῖόν του, καὶ ὅτε ἀνέλαβε τὴν Κυβέρνησιν ὁ κ. Θεοτόκης, ἐδήλωσεν αὐτὸς, ὅτι δὲν δύναται νὰ συνεργασθῇ μὲ τὸν κ. Θεοτόκην, καὶ παρῃτήθη! (ἱλαρότης). Ἀπροσέκτως ὅλως ἥρπασαν τὸν ἄνθρωπον ἐκεῖνον οἱ χωροφύλακες, καὶ ἐντεῦθεν ἄρχεται ἡ ἐπανάστασις, διότι τὸ πλῆθος, νομίσαν ὅτι οἱ χωροφύλακες δέρουσιν αὐτὸν, ἐπροχώρησε κατὰ τῶν χωροφυλάκων· ὅτε δ’ ἐγὼ εἶδον, ὅτι ἠπειλεῖτο σύρραξις μεταξὺ χωροφυλάκων καὶ πολιτῶν, ἀφῆκα τοὺς συναδέλφους μου καὶ ἔτρεξα πρὸς τὸ μέρος ἐκεῖνο, ἔνθα εἶδον τὸν ἀνακριτὴν, ὁ ὁποῖος μοῦ φωνάζει: «Κύριε Μπακόπουλε, συντρέξατέ με· μὲ καθιστοῦν ὑπεύθυνον.» Ἐγὼ τοῦ ἀπαντῶ: «μὴ φοβεῖσθε· δὲν εἶναι τίποτε.» Καὶ παραλαβὼν τὸν ἄνθρωπον ἐκεῖνον ἀπὸ τῶν χειρῶν τῶν χωροφυλάκων, τὸν παρέδωκα εἰς τὸν ἀνακριτὴν κ. Κοντόπουλον. — Ἤδη εἶναι ἀνάγκη νὰ σᾶς δώσω καὶ τὴν πληροφορίαν, ὅτι ἔκτοτε ὁ ἄνθρωπος εἶναι εἰς τὰς φυλακὰς, διότι δὲν δύναται ἡ ἀνάκρισις ν’ ἀνακρίνῃ ἐμὲ, ἐὰν δὲν δώσῃ τὴν ἄδειαν ἡ Βουλή. — Ὅτε τὸ πλῆθος ὥρμησε ν’ ἁρπάσῃ τὸν συλληφθέντα ἀπὸ τῶν χειρῶν τῶν χωροφυλάκων, ὁ διοικῶν αὐτοὺς ἀνθυπομοίραρχος κ. Ζωγράφος ἐξιφούλκησε καὶ διέταξε τοὺς χωροφύλακας νὰ γεμίσωσι τὰ ὅπλα των. Δοκιμάζω τότε νὰ ὁμιλήσω πρὸς τὸ πλῆθος, ἵνα τοὺς πείσω νὰ διαλυθῶσι, διότι οἱ πλείονες τούτων ἠγνόουν τί συμβαίνει, ἀλλ’ ὁ ἀνακριτὴς μὲ ἀπειλεῖ, ὅτι θὰ μὲ συλλάβῃ, ἐὰν ὁμιλήσω, καὶ ἐγώ, ἐπικαλεσθεὶς τὸ Σύνταγμα, καθ’ ὃ εἶχον δικαίωμα νὰ ὁμιλήσω, ἀνῆλθον εἰς μίαν τράπεζαν καὶ εἶπον εἰς τοὺς συμπολίτας μου: «Ἀφοῦ ἀνέλαβεν ἡ δικαστικὴ ἐξουσία τὴν ἱκανοποίησιν τῆς γενομένης προσβολῆς κατὰ τοῦ δικηγόρου, ἡσυχάσατε, καὶ πηγαίνετε εἰς τὰς οἰκίας σας.» Οἱ πολῖται εἶχον τὴν καλωσύνην νὰ μὲ ἀκούσωσι, καὶ ἀπεσύρθησαν. Τότε ἀνεφάνη ὁ κ. Ἀλεξάκης, ὁ ὁποῖος, ἀνακριβῶς ἀκούσας, καὶ ὡς εἶχον ἐξογκωθῆ, τὰ γενόμενα, μὲ ἠρώτησε: «τὸν ἐφόνευσαν;» — «Ὄχι», τῷ ἀπαντῶ, «δὲν ἐφόνευσαν κανένα· μόνον ἐκτύπησαν τὸν Καλούτσην τὰ ἀστυνομικὰ ὄργανα.» Αὐτὰ εἶναι τὰ συμβάντα τὴν 17 Ὀκτωβρίου παρελθόντος ἔτους, ἅτινα ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπέσεισεν ἀπειλητικῶς ἐναντίον μας. Τὴν ἑπομένην ἡμέραν ἀνεγνώσαμεν εἰς τὰς ἐφημερίδας τὰς Ἀθηναϊκὰς, ὅτι ὁ Ἀλεξάκης καὶ ὁ Μπακόπουλος ἐξήγειραν τὸν λαὸν ἐν Τριπόλει κατὰ τῶν καθεστώτων! Ἀλλὰ κατὰ τίνος; Ἡμεῖς ἐξηγείραμεν τὸν λαὸν, ἀφοῦ συνεπράττομεν μετὰ τῶν ἀρχῶν κατὰ τῆς ἀστυνομίας; Παρεκάλεσα τὸν κ. Διγενόπουλον νὰ μεταβῇ καὶ ἐρωτήσῃ τὸν Νομάρχην, ἐὰν αὐτὸς μετέδωκε τοιαύτας εἰδήσεις εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Ὁ κ. Νομάρχης ἀπήντησε: «Δὲν ἐτηλεγράφησα ἐγὼ τοιαῦτα πράγματα μὲ τὰς ἄλλας ἀρχάς». Τὴν ἑπομένην ἡμέραν βλέπομεν εἰς τὸ «Σκρὶπ» ν’ ἀναφέρηται, ὅτι «θρασεῖς στασιασταὶ (καὶ ἄλλα) Ἀλεξάκης καὶ Μπακόπουλος ἐστασίασαν! Ὑπογεγραμμένος Ἀρ. Μανωλόπουλος.» Αὐτὸς διεμαρτύρετο, ὅτι δὲν ἀπέστειλε τοιοῦτον τηλεγράφημα, ὅπερ κατήγγειλε καὶ ὡς πλαστόν, καὶ ἀπεφασίσαμεν νὰ τὸ καταγγείλωμεν καὶ ἡμεῖς.
§214Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ἴσως δὲν γνωρίζετε, ὅτι πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν ἀπηλλάγη οὗτος.
§215Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ Δικαιοσύνη, φαίνεται, εὗρεν ὅτι δὲν ὑπῆρχε συκοφαντία, οὐδὲ πλαστογραφία εἰς αὐτὸ τὸ τηλεγράφημα. Τὴν τετάρτην ἡμέραν ἐξηρχόμην τῆς οἰκίας μου, ὅτε μὲ συναντᾷ εἷς διανομεὺς τοῦ ταχυδρομείου καὶ μοῦ παρουσιάζει μίαν ἐπιστολὴν ἀτελῆ, ἀπευθυνομένην πρός με, διὰ τὴν ὁποίαν μοῦ ζητεῖ νὰ καταβάλω διὰ τὸ τέλος λεπτὰ 30. Πρώτην φορὰν εἰς τὸν βίον μου ἐλάμβανον ἐπιστολὴν ἀτελῆ, καὶ ἐδίσταζον νὰ τὴν παραλάβω, φοβούμενος ἐμπαιγμόν τινα, ἀλλ’ ὁ ἀδελφός μου μὲ ἔπεισε νὰ δώσω τὰ 30 λεπτά. Τὰ ἔδωσα· ἤνοιξα τὴν ἐπιστολὴν, καὶ εὑρίσκω μίαν ἐφημερίδα καὶ μίαν ἐπιστολὴν, τῆς ὁποίας τὸ γράψιμον ἀμέσως ἀνεγνώρισεν ὁ ἀδελφός μου, ὅτι ἦτο τοῦ Νομάρχου. Ἀκούσατε τὴν ἐπιστολήν: «Τρίπολις 19 Ὀκτωβρίου» (δύο ἡμέρας ἀπὸ τῆς ἐπαναστάσεως!). «Φίλτατε κ. Μπαλᾶνε» (ἀπηυθύνετο πρὸς τὸν κύριον Μπαλᾶνον τμηματάρχην τοῦ Ὑπουργείου, ἰδιαίτερον γραμματέα τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ). «Φίλτατε κ. Μπαλᾶνε. Τὰ προχθεσινὰ συμβάντα ἐνταῦθα...» (Ἀναγινώσκει ὁλόκληρον τὴν ἐπιστολήν).
§216Ι. Γ. ΛΑΠΠΑΣ. Ἠθικὸς αὐτουργός!
§217Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι ἠθικὸς αὐτουργὸς, ἀλλὰ ἀρχηγὸς στάσεως, ἐνόπλου μάλιστα, τιμωρουμένης μὲ θάνατον. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἐπιστολὴ τοῦ κ. Νομάρχου πρὸς τὸν ἀξιότιμον κ. Μπαλᾶνον.
§218ΛΑΠΠΑΣ. Πῶς ἀπεστάλη εἰς σᾶς;
§219Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Σᾶς εἶπον, ὅτι μοὶ ἀπεστάλη ἐξ Ἀθηνῶν δι’ ἐπιστολῆς ἀτελοῦς, καὶ ἐπλήρωσα δι’ αὐτὴν 30 λεπτά.
§220Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Πῶς ἐστάλη εἰς σᾶς;
§221Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. Μπαλᾶνος τὴν ἔλαβεν, ὅπως μοὶ εἶπε· πῶς ἀφῃρέθη παρ’ αὐτοῦ, ἀγνοῶ, καὶ ὑπὸ τίνος ἀπεστάλη πρός με, δὲν γνωρίζω. Ἔχω τὸ ὄνομα τοῦ ἀποστείλαντος, ὃν δὲν γνωρίζω, ἀλλὰ μὲ παρεκάλει νὰ μὴ καταστήσω τοῦτο γνωστόν.
§222Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Κύριε Βουλευτὰ, νομίζω, ὅτι δὲν εἶσθε ὑποχρεωμένος εἰς ἐξηγήσεις τοιαύτας.
§223Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Διὰ νὰ μάθῃ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν.
§224ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ποῖος Πρωθυπουργός;
§225Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Συνήθισα τὸν κύριον Θεοτόκην νὰ τὸν λέγω Πρωθυπουργόν, καὶ εὔχομαι νὰ τὸν λέγω. Διὰ νὰ μάθωσι λοιπὸν εἰς ποίας χεῖρας ἔχει ἀνατεθῆ ἡ διοίκησις ἐν Τριπόλει, ἀκούσατε τὸ φοβερὸν ἔγγραφον, εἰς τὸ ὁποῖον ἐπέστησε τὴν προσοχὴν ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης καὶ εἶπεν, ὅτι ἔχει καὶ ἄλλα ἔγγραφα ἐπὶ τῆς αὐτῆς ὑποθέσεως. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς τὸ ἀναγνώσω ὁλόκληρον, διότι τὸ ἔγγραφον τοῦτο ἐπισήμως διαψεύδει τὴν ἐπιστολὴν τοῦ Νομάρχου πρὸς τὸν κ. Μπαλᾶνον. Ἔχει καὶ μερικὰς ἀνακριβείας τὸ ἔγγραφον αὐτὸ, τὰς ὁποίας ἐν τῇ ἀναγνώσει θέλω διορθώνει. Οἱ συντάκται τοῦ ἐγγράφου τούτου ἦσαν εἰς τὸ Νομαρχικὸν κατάστημα, ὅτε συνέβαινον τὰ γεγονότα ταῦτα ἐν Τριπόλει· ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἀντελήφθησαν τί ἐγένετο ἐν τῇ πλατείᾳ, ἦσαν οἱ δύο ἀνακριταί. Ἀκούσατε τὸ ἔγγραφον αὐτὸ, ἀπευθυνόμενον πρὸς τοὺς κ. Ὑπουργοὺς τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ τῆς Δικαιοσύνης. Μὲ συγχωρεῖτε δὲ, ἂν σᾶς κουράζω. (Ἀναγινώσκει τὸ ἔγγραφον). Τὸ ἔγγραφον τοῦτο, κύριοι Βουλευταὶ, φέρει χρονολογίαν 20 Ὀκτωβρίου, ἐνῷ ἡ ἐπανάστασις ἐγένετο ἐν τῇ πόλει εἰς τὰς 17, ἤτοι ἐγένετο πρὸ τριῶν ἡμερῶν· καὶ ὅμως τίποτε δὲν ἀναφέρει ἐξ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἀναφέρει ἐν τῇ ἐπιστολῇ του ὁ Νομάρχης πρὸς τὸν κ. Πρωθυπουργόν. Αὐτὸ εἶναι τὸ ἔγγραφον, τὸ ὁποῖον ἐπέσεισεν ὡς ἀπειλὴν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης.
§226Κ. ΤΟΠΑΛΗΣ. Ὄχι ὡς ἀπειλήν.
§227Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅτε ὁ κ. Ἀλεξάκης σᾶς ἐζήτησε τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα ἀφορῶσιν εἰς τὴν καταγγελίαν κατὰ τοῦ κ. Εἰσαγγελέως καὶ τὰς ἀνακρίσεις, σεῖς εἴπετε, ὅτι εὕρετε ἔγγραφον, συνταγὲν ἀπὸ κοινοῦ ὑπὸ τοῦ Εἰσαγγελέως, Νομάρχου καὶ Δημάρχου, καὶ εἴδετε, ὅτι ὁ Εἰσαγγελεὺς ἐξετέλεσε τὸ καθῆκόν του, καὶ δὲν ἔχετε λόγον νὰ τὸν μεταθέσητε, ἐνῷ ἐκ τῶν ἐφημερίδων ἐγνωρίζετε, ὅτι εἶναι στασιαστής. Πολλάκις δὲ, καὶ πρὸ τῆς ἐνάρξεως τῆς Βουλῆς καὶ μετὰ τὴν διακοπὴν, προσεφέρθημεν ν’ ἀνακριθῶμεν, ἀλλὰ δὲν ἐγενόμεθα δεκτοὶ, διὰ τὸ ἀστεῖον τοῦ πράγματος· καὶ δι’ ἀναφορᾶς μου ἐζήτησα νὰ ἐξετασθῶ μετὰ τὴν διακοπὴν τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς, παραιτούμενος τοῦ δικαιώματος τῆς ἀσυλίας, ἀλλὰ τὸ Συμβούλιον τῶν ἐν Τριπόλει Πλημμελειοδικῶν διὰ βουλεύματος ἀρκούντως δεδικαιολογημένου εἶπεν, ὅτι δὲν δύναται νὰ μ’ ἐξετάσῃ, καίτοι αἱ ἐργασίαι τῆς Βουλῆς εἶχον διακοπῆ, κατ’ ἀντίθετον δηλαδὴ τρόπον, καθ’ ὃν ἐλύθη ἐδῶ τὸ δικαίωμα τῆς βουλευτικῆς ἀσυλίας ἐπὶ τῆς κατὰ τοῦ ἀντιθέτου τοῦ κ. Ὑπουργοῦ κατηγορίας. Καὶ ἐζήτησα, Κύριοι, τὴν ἔκθεσιν τοῦ ἀντεισαγγελέως, ὁ ὁποῖος ἐξέθηκεν ἐπακριβῶς τί ἐγένετο, διότι μετὰ δύο ἡμέρας ἀπὸ τῶν συμβάντων μανθάνω, ὅτι τὰ πρακτικὰ τοῦ Πταισματοδικείου ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως ἐκείνης πλαστογραφοῦνται, καὶ ὅτι ὁ ἀντεισαγγελεὺς Κασιμάτης, μαθὼν τὴν πλαστογραφίαν, μετέβη ἐπὶ τόπου, καὶ ἐξήτασε, πῶς, ἐνῷ οἱ συντάκται τῶν πρακτικῶν μετ’ αὐτοῦ εἶχον ὑπογράψει ἀπὸ κοινοῦ τὴν ἔκθεσιν, ταῦτά εἰσιν ὅλως διάφορα ἐκείνης· καὶ ἀναφέρω τοῦτο, διότι, ὡς ἔμαθον, ὁ γραμματεὺς τοῦ Πταισματοδικείου ἀνέγραφεν, ὅτι ἐγὼ ἔκαμα στάσιν. Ἀλλ’ ὁ Εἰσαγγελεὺς Θεοδώρου, καθ’ ἣν στιγμὴν διετάχθη ἡ σύλληψις τοῦ γραμματέως τοῦ Πταισματοδικείου, ὡς πλαστογραφήσαντος τὸ ἔγγραφον τῶν πρακτικῶν, διέταξε τὴν ἀπόλυσίν του, καὶ ὁ γραμματεὺς ἀφέθη ἐλεύθερος. Αὐτὸς εἶναι, Κύριοι, ὁ πρόλογος τῆς ὑποθέσεως, ὡς τὸν ἐχαρακτήρισεν ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, καὶ τὸν ἐχαρακτήρισεν ὡς πρόλογον, ἵνα πείσῃ τὴν Βουλὴν, ὅτι ἡ καταγγελία τοῦ κ. Καλούτση κατὰ τοῦ Εἰσαγγελέως ἐγένετο ἕνεκα τοῦ ἐγγράφου τούτου, — τὸ ὁποῖον, ὡς ἠκούσατε, ἐπαίνους γράφει δι’ ἐμέ, διὰ τὸν Καλούτσην δ’ ἐκθέτει πιστῶς τὰ πράγματα, — καὶ τοῦτο μὲ ἠνάγκασε ν’ ἀναμιχθῶ εἰς τὴν ὑπόθεσιν ταύτην. Ἐκεῖνο ὅμως, τὸ ὁποῖον μὲ ἠνάγκασε νὰ λάβω τὸν λόγον σήμερον καὶ ἀπασχολήσω τὴν Βουλήν, εἶναι ἡ ἀνακριβὴς ἀφήγησις τοῦ Εἰσαγγελέως τῶν Ἐφετῶν, ὅσον ἀφορᾷ ἐμέ, τὸν ὁποῖον ὑβρίζει ὡς συκοφάντην, διότι πάντα τὰ ἐν τῇ μηνύσει χαρακτηρίζονται ὡς συκοφαντία. Πρὶν ἢ σᾶς ἀφηγηθῶ, τί συνέβη μεταξὺ ἐμοῦ καὶ τοῦ Εἰσαγγελέως τῶν Ἐφετῶν, θὰ σᾶς εἴπω, τί ἡ πεῖρα μὲ ἐδίδαξεν. Ἡ πεῖρα μὲ ἐδίδαξεν, ὅτι οὐδέποτε καταγγελία κατὰ δικαστικοῦ προσώπου ἐτελεσφόρησε, καὶ ὅτι πᾶς, ὁ ὁποῖος ἐγένετο μηνυτὴς κατὰ δικαστικοῦ προσώπου, κατεδιώχθη ὡς κατηγορούμενος, καὶ κατεδικάσθη, εἴτε ἐπὶ συκοφαντίᾳ, εἴτε ἐπὶ ἐξυβρίσει. Τούτου δ’ ἕνεκεν ἀπέτρεψα πάσῃ δυνάμει νὰ μηνυθῇ ὁ Εἰσαγγελεὺς Τριπόλεως, ἀλλὰ δὲν εἰσηκούσθην. Λοιπὸν οὐδεμία ἀναφορὰ κατὰ δικαστικοῦ προσώπου ἐτελεσφόρησε ποτὲ, διότι ὁ ἀνακριτὴς εἶναι πρόσωπον δικαστικὸν καὶ αὐτὸ, καὶ ὡς ἐκ τοῦ πνεύματος τῆς συναδελφότητος νομίζει, ὅτι ὀφείλει νὰ ὑπερασπίσῃ πάντα τὰ δικαστικὰ πρόσωπα. Ὅτε ἦλθεν ὁ Εἰσαγγελεὺς τῶν Ἐφετῶν ἐν Τριπόλει καὶ προέβη εἰς διαλογικὰς ἐξετάσεις, ἐκάλεσε καὶ ἐμέ· μετὰ δὲ τὰς συνήθεις φιλοφρονήσεις μὲ ἠρώτησε, ποίαν ἰδέαν ἔχω περὶ τοῦ Εἰσαγγελέως. Ἀπήντησα: «Λαμπρὸς ἄνθρωπος, ἱκανὸς δικαστικὸς ὑπάλληλος. Εἶμαι εὐχαριστημένος, διότι τὸν εὑρίσκω ἀμερόληπτον.» — «Ἀλλὰ, κύριε Μπακόπουλε, διὰ μηνύσεως τῷ ἀποδίδονται αὐτὰ τὰ δύο φοβερὰ ἐλαττώματα. Τί λέγετε;» Ἐγὼ ἀνέστρεψα τὴν ἐρώτησιν, καὶ ἠρώτησα ἐκεῖνον: «Τί λέγετε σεῖς;» — «Ἐγὼ σᾶς ἐρωτῶ.» — «Ἀλλὰ καὶ ἐγὼ σᾶς ἐρωτῶ. Γνωρίζετε ὅτι ἔχει τὰ ἐλαττώματα αὐτὰ ἢ ὄχι;» (Γελᾷ ὁ Εἰσαγγελεὺς, γελῶ καὶ ἐγώ.) «Λοιπόν, ἀφοῦ τὰ γνωρίζετε, τί μὲ ἐρωτᾶτε; Ἐγὼ δὲν ἔχω κανένα προσωπικὸν λόγον νὰ καταθέσω κατὰ τοῦ Εἰσαγγελέως. Σᾶς λέγω τί περὶ αὐτοῦ λέγεται.» Αὐταὶ εἶναι αἱ λέξεις μου πρὸς τὸν Εἰσαγγελέα τῶν Ἐφετῶν, ὁ ὁποῖος μὲ ὀνομάζει συκοφάντην. Ὁ κ. Εἰσαγγελεὺς μὲ ἠρώτησεν, ἂν γνωρίζω τί συγκεκριμένον, καὶ ἀπήντησα: «δὲν ἔχω λόγους νὰ γνωρίζω τι συγκεκριμένον.» Ἀλλ’ ἔχετε ἀνάγκην, κύριε Ὑπουργέ, νὰ πληροφορηθῆτε ταῦτα ἀπὸ τὸν Εἰσαγγελέα τῶν Ἐφετῶν; Ἐρωτήσατε τὸν φίλον σας κ. Βοζίκην, τὸν κ. Χατζόπουλον, τὸν κ. Κουμουνδοῦρον, καὶ ὅλους τοὺς Βουλευτὰς, ἐν ταῖς ἐπαρχίαις τῶν ὁποίων ὑπηρέτησεν ὁ Εἰσαγγελεὺς τῶν ἐν Τριπόλει Πρωτοδικῶν, καὶ θὰ μάθητε, ὅτι ἀληθῶς ἔχει τὰ δύο αὐτὰ ἐλαττώματα. Ἱκανώτατος καὶ τιμιώτατος ἀληθῶς ὡς Εἰσαγγελεύς, ἀλλὰ ὡς ἄνθρωπος εἰς τὰ ἐλαττώματά του δὲν ἔχει ὅρια. Ἐὰν λοιπὸν νομίζητε, ὅτι τοιαύτη ἐλαττωματικότης ἔχει δικαίωμα νὰ φέρῃ τὴν δικαστικὴν τήβεννον, ἀφήσατέ τον ἐν Τριπόλει. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου αὐτὸς εἶναι καὶ συστηματικὸς διώκτης τῶν μηνυτῶν. Πρὸς πάντας, οἱ ὁποῖοι προσέρχονται ἐνώπιον αὐτοῦ, οἱασδήποτε κοινωνικῆς περιωπῆς καὶ ἂν ἦναι, ἀποτείνεται μὲ τὴν προσφώνησιν: «τὸν Σταυρόν σου! τὸν Θεόν σου!» Καὶ αὐτὸ δὲ διατί; Διότι διανυκτερεύει εἰς τὰ διάφορα οἰνοπωλεῖα τῆς Τριπόλεως, περὶ τὸ λυκαυγὲς πηγαίνει νὰ κοιμηθῇ, εἰς τὰς ἐννέα πηγαίνει εἰς τὸ γραφεῖόν του, καὶ ἐκεῖ ὑπαγορεύει εἰς τοὺς ὑπαλλήλους τὴν ἐνέργειαν τῆς ὑπηρεσίας του· καὶ ἀλλοίμονον εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι θὰ παρουσιασθοῦν ἐνώπιόν του! Ταῦτα, Κύριοι, εἶχον νὰ εἴπω, καὶ ἐὰν θέλητε, λάβετε μέτρα πρὸς διάσωσιν τῆς ἀξιοπρεπείας τῆς Δικαιοσύνης, ἐὰν δὲν θέλητε, κάμετε ὅπως σᾶς ἀρέσει.
§228Ξ. ΚΥΡΙΑΖΗΣ. Ὀλίγα τινὰ ἔχω νὰ εἴπω καὶ ἐγὼ περὶ τῆς αὐτῆς ὑποθέσεως. Ὅτε πρὸ ἑνὸς ἔτους ἀνέβην εἰς τὸ βῆμα τοῦτο, ὅπως καταγγείλω ὡρισμένας πράξεις ἑνὸς ἀνακριτοῦ, ὅστις ἀπέστειλεν εἰς τὰς φυλακὰς Δημάρχους, γραμματεῖς Δημαρχίας καὶ εἰσπράκτορας, ὁ ἐκ Γόρτυνος βουλευτὴς κ. Ἀλεξάκης, ὁ κ. Ἀναστασόπουλος, ὁ κ. Μπακόπουλος, οἵτινες σήμερον αἰτιῶνται τὴν δικαστικὴν ἐξουσίαν, ἐπέπεσαν κατ’ ἐμοῦ λάβρως καὶ μὲ κατεβίβασαν τοῦ βήματος.
§229ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Δὲν ἤμην ἐγὼ ἐδῶ τότε.
§230Ξ. ΚΥΡΙΑΖΗΣ. Ἦσθε ἐδῶ.
§231ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Δὲν λέγετε ἀλήθειαν· ἀλλ’ ἐὰν ἤμην ἐδῶ, βεβαίως θὰ σᾶς ἔκαμνα παρατήρησιν, διότι δὲν εἶναι ὁμοίας φύσεως ὑπόθεσις.
§232Ξ. ΚΥΡΙΑΖΗΣ. Παρακαλῶ νὰ μὴ μὲ διακόπτητε, ὅπως καὶ ἐγὼ δὲν σᾶς διέκοψα. Ἐγὼ ἠθέλησα τότε νὰ ὁμιλήσω περὶ δικαστικοῦ προσώπου, τὸ ὁποῖον εἶχε τιμωρηθῆ δι’ ἀξιοποίνους πράξεις ἀπὸ τὸν Ἄρειον Πάγον, ἀπὸ τὴν Εἰσαγγελίαν τῶν Ἐφετῶν καὶ ἀπὸ τὸ Δικαστήριον, καὶ ἐν τούτοις δὲν μὲ ἀφήσατε, διότι ἐλέγετε, ὅτι ὡμίλουν περὶ προσώπου ἀνεγνωρισμένης τιμιότητος. Σήμερον ὁ κύριος Ἀλεξάκης, ἐπειδὴ ἐδέχθη πυροβολισμοὺς μὲ σκάγια, μαίνεται ἐναντίον τῆς Δικαιοσύνης, ἐνῷ, ὅτε ἐγὼ ἐπυροβολούμην μὲ ὀβούζια ἀπὸ τὴν δικαστικὴν ἐξουσίαν, καὶ ἠθέλησα νὰ διαμαρτυρηθῶ ἀπὸ τοῦ βήματος, ἐξανέστη ἐναντίον μου, καίτοι τότε ἀδίκως ὅλως ὁ μὲν Δήμαρχος Λεβαδείας ἠναγκάζετο νὰ φυγοδικῇ, ὁ δὲ εἰσπράκτωρ, ὁ ὁποῖος εἶχε φυλακισθῆ τὸν Φεβρουάριον τοῦ 1900, πρὸ τριῶν ἡμερῶν ἀπεφυλακίσθη. Αὐτὴ εἶναι ἡ κατάστασις τῆς Δικαιοσύνης, καὶ διὰ τοῦτο, παρακαλῶ, ὅταν ἄλλοι Βουλευταὶ ἔρχωνται καὶ καταγγέλλωσι παρεκτροπὰς τῶν δικαστικῶν ὀργάνων, νὰ τοὺς πιστεύητε, καὶ νὰ τοὺς ὑποστηρίζητε, καὶ ὄχι μόνον ὅταν σεῖς πάσχητε νὰ λέγητε ὅσα λέγετε.
§233ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Νομίζω, ὅτι ὁ προαγορεύσας παραβάλλει δύο περιστάσεις ὅλως διαφερούσας μεταξύ των. Σήμερον πρόκειται περὶ δικαστικοῦ προσώπου, τὸ ὁποῖον καταγγέλλεται ὄχι ἐπὶ παραβάσει καθήκοντος ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ του, νομίζω δὲ, ὅτι δὲν ἔχομεν καὶ δικαίωμα ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης νὰ ἐγκαλῶμεν τὴν δικαστικὴν ἐξουσίαν διὰ τὴν ἐνέργειαν αὐτῆς ἐν τῇ ἐνασκήσει τῶν καθηκόντων της, ἀλλὰ σήμερον πρόκειται περὶ ἄλλου γεγονότος, πρόκειται περὶ τῆς ἠθικῆς τοῦ δικαστικοῦ προσώπου, περὶ τῶν ἀξιοποίνων πράξεων, τὰς ὁποίας τὸ δικαστικὸν τοῦτο πρόσωπον, ὡς ἄτομον, ἐνεργεῖ. Δὲν βλέπω λοιπὸν, ποῦ εὗρε τὴν συνάφειαν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, διὰ νὰ παραβάλῃ τὰς δύο περιστάσεις. Ἄλλως ἔχει καὶ ἄδικον, διότι φαίνεται, ὅτι ἡ μνήμη δὲν τὸν βοηθεῖ· διότι βεβαίως δὲν εἶναι ἀκριβές, ὅτι ἐγὼ τῷ ἀπηύθυνα παρατηρήσεις ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης, ὅτε ὡμίλει τότε ἀπὸ τοῦ βήματος. Ἀληθῶς τῷ ἔκαμα παρατήρησιν, ἀλλ’ ἐν τῇ πλατείᾳ τοῦ Συντάγματος, ὅτε, ἐρχόμενος ἐκ συνεντεύξεως ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῆς Δικαιοσύνης μετὰ τοῦ τότε Ὑπουργοῦ κ. Καραπαύλου, καὶ προσελθὼν εἰς ὅμιλον, ἐν τῷ ὁποίῳ εὑρισκόμην καὶ ἐγὼ, ὕβριζεν Ὑπουργοὺς καὶ δικαστάς· τότε τῷ εἶπον, ὅτι δὲν δύναται νὰ ἐλέγχῃ τὴν ἐνέργειαν τῆς δικαστικῆς ἀρχῆς κατὰ τὴν ἀνάκρισιν. Ἀλλ’ ὅτε ὡμίλει ἐδῶ περὶ τῆς ὑποθέσεως ἐκείνης, ἐγὼ ἤμην ἐν Τριπόλει· ἐὰν ὅμως ἤμην ἐδῶ, βεβαίως θὰ τῷ ἀπηύθυνα παρατηρήσεις.
§234Δ. ΚΑΙΡΗΣ. Λυποῦμαι δι’ ὅσα ἐλέχθησαν τὴν ἑσπέραν ταύτην κατὰ τοῦ Εἰσαγγελέως Τριπόλεως κ. Θεοδώρου. Τὸν Θεοδώρου ἐγνώρισα εἰς Σῦρον νεαρὸν, ἐγνώρισα καὶ τὸν πατέρα του, ὅστις ἦτο ἄνθρωπος χρηστὸς καὶ ἐντιμότατος. Ὁ Θεοδώρου, ὁ νῦν Εἰσαγγελεὺς, διέμεινεν εἰς Σῦρον ἐπὶ ἔτη ὡς δικηγόρος, καὶ τὸν ἐγνώρισα ἄριστα, οὐδέποτε δ’ ἔδωκεν ἀφορμὴν νὰ θεωρηθῇ ὡς μέθυσος ἢ ὡς ἔχων τὰ ἐλαττώματα, ἅτινα τὴν ἑσπέραν ταύτην τῷ ἀπεδόθησαν. Λυποῦμαι ἀκούων, ὅτι ἀπέκτησε σήμερον, εἰς ὥριμον ἡλικίαν, ἐλαττώματα, ἅτινα νέος δὲν εἶχε. Δὲν γνωρίζω, ἂν ἔχῃ τοιαῦτα ἐλαττώματα· ἀλλὰ, καὶ ἂν εἶχε τοιαῦτα, εἰς τὴν αἴθουσαν τῆς Βουλῆς δὲν ἦτο πρέπον ν’ ἀνακοινωθῶσι ταῦτα. Ἠδύναντο οἱ κύριοι Βουλευταὶ νὰ καταγγείλωσι τὸ ἀσυμβίβαστον τῆς διαγωγῆς τοῦ κ. Εἰσαγγελέως ὅπου δεῖ, ἂν ὑπῆρχεν ἀφορμὴ πρὸς τοῦτο· καὶ τὸ ἔπραξαν· ἀλλ’ ὁ Εἰσαγγελεὺς τῶν Ἐφετῶν, ὡς ἠκούσαμεν τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης ἀναγνόντος τὴν ἔκθεσίν του, ἐκ τῶν ἐνεργηθεισῶν διοικητικῶν ἀνακρίσεων ἔχει γνώμην, ὅτι αἱ μομφαὶ εἶναι ἀνυπόστατοι καὶ ψευδεῖς. Λυποῦμαι, ἐπαναλέγω, διὰ τὰ λεχθέντα ἐντὸς τῆς αἰθούσης ταύτης καὶ κατὰ προσώπου ἀπόντος, ἱκανωτάτου ἄλλως, ὡς ὡμολογήθη καὶ παρ’ αὐτῶν τῶν κατηγόρων.
§235Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ ἐπαγγελθεὶς τὸν τιμητὴν καὶ ἐπιτιμήσας ἡμᾶς νομίζω, ὅτι δὲν ἦτο παρὼν κατὰ τὴν πολύωρον αὐτὴν συζήτησιν.
§236ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι· ἦτο παρών.
§237ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τότε φαίνεται, ὅτι, ὡς ἐκ τῆς ἡλικίας του, δὲν διατηρεῖ ζωηρὰν τὴν ἀντίληψιν, διότι ἄλλως θὰ ἤκουεν, ὅτι τὰ παράπονα ἡμῶν στρέφονται κατὰ τῶν ἀρχῶν ἐκείνων, αἱ ὁποῖαι ἐνήργησαν, ὡς ἐνήργησαν, εἰς τὴν κατὰ τοῦ Εἰσαγγελέως ἐκείνου καταγγελίαν, ὁ ὑπεύθυνος δὲ τῆς καταγγελίας ἐκείνης εἶναι πρώην συνάδελφός σας, Βουλευτὴς καὶ διακεκριμένος δικηγόρος τῆς Τριπόλεως, ἀνῆκε δ’ εἰς τὸ κόμμα ἐκεῖνο, εἰς τὸ ὁποῖον ἀνήκετε καὶ σεῖς ἀπὸ τῆς 17ης Νοεμβρίου παρελθόντος ἔτους. Λοιπὸν τὰς ἐπιτιμήσεις σας νὰ τὰς φυλάξητε διὰ τὸν ἑαυτόν σας, ἢ νὰ προσέχητε ἐπὶ τῶν θεμάτων, περὶ τῶν ὁποίων ὁμιλοῦμεν. Βεβαίως αἱ πράξεις αὗται δὲν ἔπρεπε ν’ ἀναφερθῶσιν εἰς τὸ Κοινοβούλιον, διότι προσβάλλουν τὴν σεμνότητα αὐτοῦ· ἀλλ’ ὅταν ὁ συνάδελφος τοῦ καταγγελλομένου Εἰσαγγελέως, ὁ Εἰσαγγελεὺς τῶν Ἐφετῶν κ. Σαπουντζάκης, — τὸν ὁποῖον ἄλλοτε ὁ Θεοδώρου εἶχεν ἀντεισαγγελέα, — ἀντὶ νὰ χρησιμεύσῃ ὡς κατήγορος καὶ βεβαιωτὴς τῶν πράξεων τοῦ καταμηνυθέντος, ἐχρησίμευσεν ὡς σκεπαστὴς τῶν ῥυπαρῶν ἐκείνων πράξεων, τί ἠθέλατε νὰ πράξωμεν ἡμεῖς; Ἔπρεπε ν’ ἀφήσωμεν τὸν Σαπουντζάκην, τὸν συντάξαντα μίαν ἀνακριβῆ, εἰ μὴ τι ἄλλο, ἔκθεσιν, ἄνευ ἐλέγχου; Τότε πρὸς τί τὸ βῆμα τῆς Βουλῆς, παρακαλῶ; Περὶ ἐκείνην λοιπὸν τὴν ἔκθεσιν τοῦ Σαπουντζάκη καὶ περὶ τὴν ἐνέργειαν τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης περιεστράφη ἡ συζήτησις, καὶ μετὰ λύπης μας ἠναγκάσθημεν ν’ ἀποκαλύψωμεν αὐτὰς τὰς ῥυπαρότητας τοῦ Εἰσαγγελέως συμπολίτου σας.
§238ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ χορηγίας πιστώσεως ἴσης πρὸς τὰ δύο δωδεκατημόρια τῶν διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1902 ζητουμένων πιστώσεων καὶ περὶ προσωρινοῦ κανονισμοῦ τῆς εἰσπράξεως τῶν ἐσόδων τοῦ Κράτους τῆς ἰδίας χρήσεως.»
§239ΑΛΕΞ. Θ. ΖΑΙΜΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος κατὰ τὴν χθεσινὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ δωδεκατημορίων ἀπέτεινε τρεῖς ἐρωτήσεις πρὸς τὴν Κυβέρνησιν· εἰς ταύτας δὲ νομίζω, ὅτι ἔχω καθῆκον νὰ ἀπαντήσω. Ἡ πρώτη τῶν ἐρωτήσεων τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Γόρτυνος εἶναι ἀληθὲς, ὅτι δὲν ἀφορᾷ τὴν παροῦσαν Κυβέρνησιν, διότι, προκειμένου περὶ τῆς ἡμέρας τῆς συγκλήσεως τῆς Βουλῆς, ἥτις ἐγένετο πρὸ τοῦ σχηματισμοῦ τοῦ νῦν Ὑπουργείου, ἁρμοδιώτεροι ἴσως θὰ ἦσαν ν’ ἀπαντήσωσιν οἱ πρώην Ὑπουργοί. Ἐπειδὴ ὅμως ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος ἐφάνη φρονῶν, ὅτι ἡ βραδύτης αὕτη τῆς συγκλήσεως δὲν ἦτο συνήθης, ἐνόμισα, ὅτι ἔπρεπε νὰ ἐξετάσω τὰ γενόμενα κατὰ τὰ παρελθόντα ἔτη, καὶ ἰδίως κατὰ τὴν ἐποχὴν, τὴν ὁποίαν ἐπ’ ἐσχάτων ἀνεκάλυψαν καὶ περὶ ἧς εἶπον, ὅτι εἶναι ἡ κυρίως κοινοβουλευτικὴ, ἤτοι ἡ τῆς καθαρᾶς ἐφαρμογῆς τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος, τὴν ἐποχὴν τὴν ἀπὸ τοῦ 1875. Παρετήρησα λοιπὸν, ὅτι ἡ σύγκλησις τῆς Βουλῆς κατὰ τὸ ἔτος τοῦτο περὶ τὸ τέλος Ὀκτωβρίου οὐδὲν ἔχει τὸ ἀσύνηθες, ἀπ’ ἐναντίας παρετήρησα, ὅτι καὶ κατὰ ἄλλα ἔτη ἡ σύγκλησις τῆς Βουλῆς ἐγένετο κατὰ τὴν αὐτὴν περίπου ἐποχήν. Οὕτω κατὰ τὸ 1883 συνεκλήθη τὴν 27 Ὀκτωβρίου, τὸ 1884 συνεκλήθη τὴν 25 Ὀκτωβρίου, τὸ 1887 συνεκλήθη τὴν 24 Ὀκτωβρίου, τὸ 1890 τὴν 29 Ὀκτωβρίου, τὸ 1892 τὴν 29 Ὀκτωβρίου, τὸ 1894 τὴν 27 Ὀκτωβρίου, καὶ τὸ 1896 τὴν 24 Ὀκτωβρίου. Ἀλλ’ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος ἐζήτησε προσέτι νὰ πληροφορήσῃ αὐτὸν ἡ Κυβέρνησις, διατὶ διέκοψε τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς ἐπὶ τεσσαράκοντα ἡμέρας. Διατὶ ἡ Κυβέρνησις διέκοψε τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς ἐπὶ τεσσαράκοντα ἡμέρας, ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ἐκθέσω, ὅτε ἠγόρευον κατὰ τὴν πολιτικὴν συζήτησιν. Εἶπον τότε, ὅτι ἅμα σχηματισθείσης τῆς Κυβερνήσεως διεκόψαμεν τὴν Βουλήν, διότι, ἀπαράσκευοι ὄντες, εἴχομεν ἀνάγκην χρόνου τινὸς, ἵνα προετοιμάσωμεν χρήσιμά τινα νομοθετήματα. Μεταξὺ δὲ τῶν νομοθετημάτων τούτων πρῶτον καὶ κυριώτατον ἦτο ὁ Προϋπολογισμός. Ἡ διακοπὴ τῆς Βουλῆς ἐτερματίσθη τὴν 22 Δεκεμβρίου· τότε ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς συνεκάλεσε τοὺς κ. Βουλευτὰς εἰς συνεδρίασιν, ἀπουσιαζόντων ὅμως τῶν πλείστων εἰς τὰς ἐπαρχίας, ἡ συνεδρία δὲν κατέστη δυνατή, συνῆλθε δὲ ἡ Βουλή, ὅπως εἴθισται παρ’ ἡμῖν, ἀμέσως μετὰ τὰς ἑορτάς. Ἅμα ἡ Βουλὴ κατηρτίσθη διὰ τῆς ἐκλογῆς τῶν ἐπιτροπῶν, ἡ Κυβέρνησις ἔσπευσε νὰ ὑποβάλῃ τὸν Προϋπολογισμόν. Ἀνέφερα τὸ γεγονὸς τοῦτο, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ὑπέβαλε τὸν Προϋπολογισμὸν ἅμα καταρτισθείσης τῆς Βουλῆς, διότι ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος ἐφάνη διϊσχυριζόμενος, ὅτι δὲν κατετέθη ἐγκαίρως ὁ Προϋπολογισμός. Ἐγὼ δὲ διϊσχυρίζομαι, ὅτι ἡ διακοπὴ δὲν ἦτο αἰτία τῆς μὴ ἐγκαίρου ὑποβολῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους, καὶ ἂν ἔτι ὑποτεθῇ, ὅτι ὠφείλομεν μέχρι τῆς 31 Δεκεμβρίου νὰ τὸν ὑποβάλωμεν, διότι, ὡς πρὸ μικροῦ σᾶς εἶπον, ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς προσεκάλεσε τοὺς Βουλευτὰς εἰς συνεδρίαν κατὰ τὴν 22 Δεκεμβρίου, ἀλλ’ ἕνεκα τῆς μὴ παρουσίας τῶν Βουλευτῶν ἐν Ἀθήναις δὲν ἐγένετο δυνατὸν νὰ συνεδριάσῃ ἡ Βουλὴ καὶ ὑποβληθῇ ὁ Προϋπολογισμός.
§240Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Εἶναι δευτέρα φορὰ, κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου προσφεύγει εἰς τὸν αὐτὸν τρόπον τῆς δικαιολογήσεως τῶν πράξεων αὐτοῦ. Πρό τινων ἡμερῶν, ἤτοι τὴν πρώτην φορὰν, ἀνήγαγεν ἡμᾶς εἰς τὴν ἀνάμνησιν τῆς ἐποχῆς τῶν πρώτων χρόνων τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ πολιτεύματος, σήμερον δ’ ἐπίσης ἐπικαλεῖται τὴν πρακτικὴν, ἡ ὁποία κατὰ τὰ παρελθόντα ἔτη ἐγένετο. Δέν μοὶ φαίνεται, ὅτι ὁ τρόπος οὗτος εἶναι ἄψογος, οὐδὲ δύναται νὰ ἀγάγῃ εἰς συμπεράσματα ὀρθὰ, διότι ἦτο δυνατὸν τότε, κατὰ τὰ ἔτη ἐκεῖνα, νὰ ὑπῆρχον λόγοι καθ’ ἑκάστην τῶν περιπτώσεων, τῶν ὁποίων ἐμνήσθη ὁ κ. Πρωθυπουργός, οἵτινες καθίστων ἀναγκαῖον καὶ ἀνυπέρβλητον νὰ μὴ ἦναι δυνατὸν νὰ εἰσαχθῇ ὁ Προϋπολογισμὸς ἐντὸς τοῦ χρόνου, τοῦ ὑπὸ τοῦ Συντάγματος ὁριζομένου. Δὲν συνδέομαι δι’ οὐδενὸς δεσμοῦ μετὰ τῶν πλείστων τῶν κυβερνησάντων κατὰ τὰ ἔτη ἐκεῖνα· ὑπάρχει μάλιστα γνωστὸν, ὅτι ἡ θέσις μου σχεδὸν πάντοτε ὑπῆρχεν ἐπὶ τῆς ἀριστερᾶς πτέρυγος· ἀλλ’ ἀναμιμνήσκομαι, ὅτι, ἂν εἰσήχθη κατὰ τὸ 1890 ὑπὸ τοῦ ἀποθανόντος Βουλευτοῦ Μεσολογγίου ὁ Προϋπολογισμὸς βραδέως, ἐγένετο τοῦτο, διότι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ εἰσαχθῇ ὁ Προϋπολογισμὸς πρότερον· ἐρωτῶ δὲ, μήπως γεγονότα παραπλήσια δὲν ὑπῆρξαν ἡ αἰτία τῆς μὴ ἐγκαίρου εἰσαγωγῆς καὶ τῶν Προϋπολογισμῶν τῶν ἄλλων ἐτῶν, ὧν ἐγένετο ὑπὸ τοῦ Προέδρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου μνεία; Ἀλλὰ κατὰ τὸ ἐνεστὼς ἔτος, ποῖοι λόγοι διοικήσεως, ποῖα συμφέροντα κυβερνητικὰ, ποῖαι σκέψεις πρὸς αἰσίαν ῥύθμισιν τῶν ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ συμφερόντων ἡμῶν ἠνάγκασαν τὴν Κυβέρνησιν νὰ συγκαλέσῃ τὴν Βουλὴν μόνον τὴν 31 Ὀκτωβρίου; Τὸ θέμα δὲν εἶναι ἁπλοῦν, διότι, ἂν καὶ ἐγὼ ἀναχθῶ εἰς τὴν παρελθοῦσαν περίοδον, θέλω ἐνθυμηθῆ, ὅτι κατὰ τὸ 1874 ἐν συσκέψει, γενομένῃ ἐν τῇ οἰκίᾳ τοῦ κ. Σωτηροπούλου, ἐνεκρίθη ὑπὸ τοῦ Θρασυβούλου Ζαΐμη, τοῦ πατρὸς τοῦ νῦν Πρωθυπουργοῦ, ὑπὸ τοῦ Κουμουνδούρου καὶ ὑπὸ τῶν φίλων τοῦ Βούλγαρη, καὶ συνεζητήθη, τί τὸ πρακτέον κατὰ ἀτόπου τοιούτου, καὶ τότε λαβόντος χώραν, ἀπεφασίσθη δὲ τότε ὑπ’ αὐτῶν νὰ προταθῇ κατηγορητήριον κατὰ τοῦ τότε Ὑπουργείου, διότι τοῦτο δὲν συνεκάλεσεν ἐγκαίρως τὴν Βουλὴν, ἕνεκα τούτου δὲ δὲν ὑπῆρχε Προϋπολογισμὸς κατὰ τὴν ἀρχὴν τοῦ ἔτους, εἰσεπράττοντο δὲ καὶ τότε οἱ φόροι καὶ ἐγίγνοντο τὰ ἔξοδα ἄνευ Προϋπολογισμοῦ. Καὶ ἐγὼ, ἂν δὲν ἔσπευσα νὰ εἰσαγάγω τὸ κατηγορητήριον κατὰ τὴν γνώμην ἐκείνην, ἠναγκάσθην ὅμως νὰ ὑποβάλω πρότασιν περὶ συστάσεως ἐξεταστικῆς ἐπιτροπῆς, ὅπως ἐξετάσῃ, ἂν παρεβάθησαν διατάξεις τοῦ Συντάγματος ἢ τῶν νόμων, τίνες καὶ κατὰ τί. Διότι ἀναιροῦνται αἱ διατάξεις τοῦ Συντάγματος, ὅταν δὲν εἰσάγηται ὁ Προϋπολογισμὸς ἐντὸς τῶν δύο πρώτων μηνῶν ἀπὸ τῆς ἐνάρξεως τῆς Συνόδου· καὶ ἐνῷ ἡ Σύνοδος ἄρχεται τὸ βραδύτερον τὴν 1 Νοεμβρίου, συμπληροῦνται δὲ οἱ δύο μῆνες τὴν 31 Δεκεμβρίου, ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1902 εἰσήχθη πρὸ δύο ἡμερῶν, ἐνῷ, ἂν ἡ Βουλὴ συνεκαλεῖτο κατὰ τὰ τέλη Σεπτεμβρίου, ἤθελε κατασταθῆ δυνατὸν ἡ εἰσαγωγὴ τοῦ Προϋπολογισμοῦ νὰ γένηται ἐνωρίτερον, καὶ νὰ μὴ εὑρεθῶσιν εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ εἰσπράττωσι τοὺς φόρους καὶ τὰ δικαιώματα τοῦ Δημοσίου ἄνευ νόμου, καὶ νὰ δαπανῶσιν ἐπίσης ἄνευ νόμου. Δὲν πρέπει νὰ ἐπαναλάβω τὴν ἐπίκρισιν, τὴν ὁποίαν ἐποιησάμην πρό τινων ἡμερῶν διὰ τὴν διακοπὴν τῆς τακτικῆς Συνόδου. Ἡ δημοσία τάξις βεβαίως δὲν ἔδιδεν ἀφορμὴν εἰς τὸ συσταθὲν Ὑπουργεῖον, ἵνα διακόψῃ τὴν Σύνοδον τῆς Βουλῆς. Ἂν οἱ Ὑπουργοὶ ἦσαν ἀνέτοιμοι, ἵνα εἰσαγάγωσι τὸν Προϋπολογισμὸν ἐντὸς τῶν δύο πρώτων μηνῶν τῆς Συνόδου, ἠδύναντο ν’ ἀνακοινώσωσιν εἰς τὴν Βουλὴν τὸ ἀνέφικτον, καὶ ἑπομένως νὰ μὴ διακόψωσι τὴν Σύνοδον, καὶ νὰ περιέλθωσιν εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ παραβῶσι τὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος. Τόσῳ μᾶλλον, καθόσον ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1902 δὲν ἐπρόκειτο νὰ εἰσαγάγῃ καινοτομίας ἐν παραβολῇ πρὸς τοὺς Προϋπολογισμοὺς τοῦ 1900 καὶ 1901, ἀλλ’ ἔμελλε νὰ στηριχθῇ ἐπὶ τῶν αὐτῶν βάσεων, ἀφοῦ οἱ νόμοι οἱ φορολογικοὶ, οἱ νόμοι οἱ κανονίζοντες τὰ τῆς διοικήσεως, οἱ νόμοι οἱ κανονίζοντες τὰ τῆς δημοσίας οἰκονομίας, ἔμελλον πάντως νὰ διατηρηθῶσιν οἱ αὐτοὶ, καὶ τὰ ἔξοδα, τὰ κατὰ τοὺς νόμους τούτους γενόμενα, δὲν ἐπρόκειτο νὰ μεταβληθῶσι. Ποία ἑπομένως δυσκολία ἠδύνατο νὰ ὑπάρξῃ εἰς τὴν σύνταξιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ; Μήπως ἐπρόκειτο οἱ νέοι Ὑπουργοὶ νὰ προτείνωσι μεταβολὴν τοῦ φορολογικοῦ συστήματος, καὶ νὰ μὴ ἔχωμεν τὰ αὐτὰ ἔσοδα εἴτε κατὰ ποσὸν, εἴτε κατ’ εἶδος; Ἐὰν μεταβολαὶ ὑπουργικαὶ ἤθελον ἑκάστοτε λαμβάνει χώραν κατὰ τὰς ἀρχὰς τοῦ ἔτους, ἕκαστον δ’ Ὑπουργεῖον, διὰ νὰ ἑτοιμασθῇ νὰ διοικήσῃ, ζητῇ νὰ διακόπτῃ τὴν Βουλὴν ἐπὶ τεσσαράκοντα ἡμέρας, ἀναστέλλον τὴν κίνησιν καὶ τὴν λειτουργίαν τοῦ Κοινοβουλίου, νομίζω, ὅτι κακῶς θέλει ἐφαρμόζεσθαι τὸ πολίτευμα. Δὲν ἀξιῶ μὲν, ὅτι οἱ πολιτευόμενοι, οἱ ὁποῖοι ἔχουσι τὴν ἀξίωσιν νὰ τίθενται ἐπὶ κεφαλῆς τῆς διοικήσεως τῶν δημοσίων πραγμάτων, ὀφείλουσι νὰ ἔχωσιν ἐν τῷ νῷ, ἐν τοῖς ἀρχείοις αὑτῶν, ἐν τοῖς γραφείοις των, ἕτοιμον σύστημα Προϋπολογισμοῦ, ἰδίως δὲ σύστημα διοικήσεως, διότι ἴσως τοῦτο ἤθελον εἶσθαι ἀξίωσις ὑπερβολικὴ κατὰ τὴν παροῦσαν κατάστασιν τῶν πραγμάτων· κρίνω ὅμως, ὅτι ἠδύναντο ν’ ἀνακοινώσωσιν εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι δὲν δύνανται νὰ εἰσαγάγωσι τὸν Προϋπολογισμὸν, διότι ἐκλήθησαν βραδέως εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἐβράδυνε δὲ ἡ ἔναρξις τῶν ἐργασιῶν τοῦ Κοινοβουλίου, νὰ ζητήσωσι δὲ βραχυήμερον προθεσμίαν, καὶ μετ’ αὐτὴν νὰ ὑποβάλωσι τὸν Προϋπολογισμόν. Συμπέρασμα δὲ βέβαιον εἶναι, Κύριοι, ὅτι αἱ διατάξεις τοῦ Συντάγματος δὲν ἐκτελοῦνται, ἀφοῦ τὸ Ὑπουργεῖον δὲν εἰσήγαγεν ἐντὸς τῶν δύο πρώτων μηνῶν ἀπὸ τῆς ἐνάρξεως τῆς Συνόδου τὸν Προϋπολογισμόν· δὲν ἐκτελοῦνται δὲ ἀναντιρρήτως, ἀφοῦ οὐδεμία, κατὰ τὸ Σύνταγμα, ἐπιτρέπεται δαπάνη, ἂν προηγουμένως δὲν ἀναγραφῇ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, Προϋπολογισμὸς δὲ δὲν ὑπάρχει, καὶ ὅμως δαπανῶσι τὰ χρήματα τοῦ Δημοσίου· δὲν ἐκτελοῦνται αἱ διατάξεις τοῦ Συντάγματος, διότι, ἐνῷ ἀπαγορεύεται ἀπὸ τὸ Σύνταγμα νὰ εἰσπράττωνται ἔσοδα ἄνευ νόμου, τὰ ἔσοδα εἰσπράττονται ἄνευ νόμου. Τοῦτο εἶχον σκοπὸν ν’ ἀναμνήσω εἰς τοὺς κυρίους Βουλευτὰς, διὰ νὰ διακηρύξω καὶ πάλιν, ὅτι φρονῶ, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἐπαναλαμβάνωνται τοιαῦται ἀταξίαι.
§241Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, δύο λέξεις εἶμαι διατεθειμένος νὰ εἴπω, διότι φαίνεται, ὅτι διέπραξα ἀδίκημα, τὸ ὁποῖον ἠδύνατο νὰ μὲ φέρῃ καὶ ἐνώπιον εἰδικοῦ Δικαστηρίου. Ἐὰν διέπραξα τὸ ἀδίκημα τοῦτο, οὐδὲν ἕτερον ἔπραξα ἢ νὰ ἀκολουθήσω τὸ παράδειγμα, τὸ ὁποῖον πολλοὶ ἄλλοι πρὸ ἐμοῦ ἠκολούθησαν, καὶ τὸ ὁποῖον καὶ ἐγὼ αὐτὸς ἠκολούθησα εἰς ἄλλας Συνόδους, χωρὶς νὰ ἐγερθῇ ποτε παράπονον ἐκ μέρους οὐδενός. Δὲν νομίζω, ὅτι ὑπάρχει καμμία συνταγματικὴ διάταξις, ἡ ὁποία νὰ ὑποχρεοῖ τὴν Κυβέρνησιν νὰ προβῇ εἰς σύγκλησιν τῆς Βουλῆς πρὸ τῆς πρώτης Νοεμβρίου. Βεβαίως ἐπιθυμητὸν εἶναι, ἵνα ὁ Προϋπολογισμὸς ψηφίζηται πρὸ τῆς πρώτης Ἰανουαρίου, ἀλλὰ δὲν λησμονῶ, ὅτι πέρυσι, καίτοι ἡ Βουλὴ συνεκλήθη τὴν αὐτὴν ἐποχήν, κατὰ τὴν ὁποίαν συνεκλήθη ἐφέτος, κατωρθώθη ἡ ψήφισις τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἐντὸς τῶν δύο μηνῶν, κατέστη δυνατὸν, ὅπως ὁ Προϋπολογισμὸς ψηφισθῇ πρὸ τῆς πρώτης Ἰανουαρίου. Τότε ἐγὼ ἐπάλαιον ἀκριβῶς ὑπὲρ τῆς ψηφίσεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ, λέγων, ὅτι τακτικὸν εἶναι, ὅπως ψηφισθῇ ὁ Προϋπολογισμὸς πρὸ τῆς πρώτης Ἰανουαρίου, ὁμολογῶ δὲ, ὅτι ἐπάλαιον ἴσως καὶ κατ’ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι σήμερον εὑρίσκουσιν, ὅτι εἶναι ἐπάναγκες, ὅπως ὁ Προϋπολογισμὸς ψηφισθῇ πρὸ τῆς πρώτης Ἰανουαρίου.
§242Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸν λόγον.
§243Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Νομίζω, ὅτι ἡ Βουλή, ὅταν ἔχῃ εἰς τὴν διάθεσιν αὐτῆς δύο μῆνας, ὅμως ψηφίσῃ τὸν Προϋπολογισμόν, δύναται, ἐὰν ἐπιθυμῇ νὰ ἀσχοληθῇ ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, νὰ ψηφίσῃ αὐτόν. Ἑπομένως πιστεύω, ὅτι, ἀκολουθήσας τὸ παράδειγμα ὅλων σχεδὸν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι κατὰ τὸ παρελθὸν εὑρέθησαν ἐν ᾗ θέσει ἐγὼ εὑρέθην, καλέσας τὴν Βουλὴν τὴν 30 Ὀκτωβρίου, ἐκάλεσα αὐτὴν ἐν χρόνῳ, ὅστις ἐπέτρεπε πληρέστατα, ἵνα ἡ Βουλὴ ψηφίσῃ τὸν Προϋπολογισμὸν πρὸ τῆς πρώτης Ἰανουαρίου. Περὶ τῶν μετὰ ταῦτα γενομένων οὐδεμίαν ἔχω ἁρμοδιότητα, ὅπως ἀσχοληθῶ. Νομίζω δὲ, ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἀπήντησεν ὡς πρὸς τὸ μέρος τοῦτο τῆς ἐρωτήσεως τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Γόρτυνος.
§244Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κερκύρας νομίζω, ὅτι οὐδὲν εἶχε δικαίωμα νὰ ἐκτοξεύσῃ ὑπαινιγμοὺς καθ’ ἡμῶν, ἵνα ὑποληφθῇ ὑπό τινος, ὅτι ἡμεῖς παρεκωλύσαμεν αὐτὸν ἀπὸ τῆς ψηφίσεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ πρὸ τῆς ἐνάρξεως τοῦ ἔτους 1901. Ἐνθυμοῦμαι, ὅτι συνεβούλευον τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Κερκύρας, Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου τυγχάνοντα τότε, νὰ μὴ σπεύσῃ εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ πρὸ τῶν ἑορτῶν, διότι ὑπώπτευον, ὅτι ἤθελεν εὑρεθῆ εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ μὴ ἔχῃ τὴν συνδρομὴν τῆς Βουλῆς μετὰ τὰς ἑορτάς, ἐὰν οἱ φίλοι αὐτοῦ ἀπήρχοντο μετὰ τὴν ψήφισιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ εἰς τὰς πατρίδας των· ἐπειδὴ δὲ ἦτο πιθανὸν, ὅτι θὰ εἶχεν ἀνάγκην τῆς συνδρομῆς αὐτῶν, ἐφρόνουν, ὅτι συμφερώτερον ἦτο δι’ αὐτόν, ὅπως διεξαγάγῃ τὰ ἄλλα νομοθετικὰ ἔργα τῆς Βουλῆς, τὰ ὁποῖα εἶχεν εἰσαγάγει εἰς τὴν Βουλὴν καὶ τὰ ὁποῖα ἀνεγράφοντο εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Τὴν συμβουλὴν ταύτην ἔδιδον εἰς αὐτόν· ἀλλ’ ὅτε αὐτὸς ἐπέμενεν, ὅτι ἔπρεπε νὰ ψηφισθῇ ὁ Προϋπολογισμὸς πρὸ τῆς πρώτης τοῦ ἔτους κατὰ τὰς ἑορτὰς, ἡμεῖς οὐδὲν παρενεβάλομεν εἰς αὐτὸν πρόσκομμα. (Ἀντιρρήσεις ἐκ τῆς δεξιᾶς). Οὐδὲν πρόσκομμα παρενεβάλομεν· συνεζητήσαμεν μόνον, οὐδὲ ἦτο δυνατὸν νὰ ψηφίσωμεν ἀσυζήτητον τὸν Προϋπολογισμόν. Ὅτε ὅμως ἦλθεν ἡ ἡμέρα, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐπραγματοποιοῦντο ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα προελέγομεν εἰς αὐτόν, ὅτι μετὰ τὰς ἑορτὰς δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἔχῃ τὴν συνδρομὴν τῆς Βουλῆς, διότι ἤθελον ἀπέλθει εἰς τὰς πατρίδας των οἱ φίλοι του, ὁ τέως Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἐνθυμεῖται, ὅτι περιῆλθεν ἐν ἀνικανότητι νὰ ἐπιτύχῃ τὴν ψήφισιν τῶν νομοθετημάτων αὐτοῦ, ἠναγκάσθη δὲ νὰ ζητήσῃ τὴν συνδρομὴν ἡμῶν, καὶ ὅτι ἡμεῖς μετὰ μεγάλης εὐγενείας, ἀφορῶντες εἰς τὰ γενικὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους, ἐλησμονήσαμεν, ὅτι εἴμεθα ἀντίθετοι αὐτοῦ, καὶ παρέσχομεν αὐτῷ τὴν συνδρομὴν ἡμῶν, διὰ ταύτης δὲ κατωρθώθη νὰ ψηφισθῶσί τινα τῶν νομοσχεδίων αὐτοῦ...
§245ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου...
§246Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Πολὺ βιάζεσθε, κύριε Πρόεδρε. Σᾶς ἀπευθύνω τὴν παρατήρησιν, ὅτι, πρὶν ἢ κηρύξητε τὴν λῆξιν τῆς συζητήσεως, ἔπρεπε νὰ ἐρωτήσητε τοὺς Βουλευτὰς, ἂν ἔχει τις τὸν λόγον. Ἀλλ’ ἐνῷ ἐγὼ ἠγόρευον ἔτι, δὲν ἐπετρέπετο νὰ ἐρωτήσητε τὴν Βουλὴν ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου. Παρακαλῶ νὰ γνωρίζητε τὰ καθήκοντα ταῦτα τῆς προεδρίας.
§247ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σᾶς παρακαλῶ.
§248Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐὰν ἡ ἔναρξις τῆς Βουλῆς ἐκηρύσσετο πρὸ τῆς 31 Ὀκτωβρίου, βεβαίως ἤθελεν ὑπάρχει χρόνος ἐπαρκής, ἵνα εἰσαχθῇ εἰς τὴν Βουλὴν ὁ Προϋπολογισμὸς καὶ ψηφισθῇ πρὸ τῶν ἑορτῶν, διότι ἄλλως, ἐὰν ἀνέβαλλε τοσοῦτον τὴν ἔναρξιν τῆς Βουλῆς, ἤθελε πάντως καταντήσει εἰς τὰς ἑορτὰς τῶν Χριστουγέννων, τότε δὲ ἀπέβαινε δύσκολον νὰ ψηφισθῇ ἐγκαίρως ὁ Προϋπολογισμός. Τοῦτο εἶδεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κερκύρας κατὰ τὸ 1900, ὅτε ἐπρόκειτο νὰ συζητηθῇ ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1901. Ἐφθάσαμεν εἰς τὰς παραμονὰς τῶν ἑορτῶν, καὶ ἠναγκαζόμεθα πάντες νὰ ἐρχώμεθα κατὰ τὰς παραμονὰς τῶν ἑορτῶν, ὅπως ψηφισθῇ ὁ Προϋπολογισμός. Ἐὰν καὶ κατὰ τὸ 1900 προεκάλει τὴν ἔναρξιν τῆς Βουλῆς πρὸ τῆς 30 Ὀκτωβρίου, κατὰ τὰς ἀρχὰς Ὀκτωβρίου, ἢ κατὰ τὰ τέλη Σεπτεμβρίου, βεβαίως δὲν ἤθελεν εὑρεθῇ ἡ Κυβέρνησις ἐν στενοχωρίᾳ ν’ ἀναγκάζῃ τοὺς Βουλευτὰς νὰ ἐργάζωνται κατὰ τὰς παραμονὰς τῶν Χριστουγέννων καὶ τῆς πρώτης τοῦ ἔτους. Εἶπον, ὅτι οὐδὲν ἄλλο πρακτικὸν ὄφελος προσδοκῶ νὰ πορισθῶ ἐκ τῶν λόγων, τοὺς ὁποίους εἶπον, ἢ μόνον νὰ καταστήσω γνωστὸν, ὅτι ἡμεῖς ἐκτιμῶμεν κατὰ τοιοῦτον τρόπον τὴν τοιαύτην κυβερνητικὴν ἐνέργειαν, καὶ ὅτι, ἀφοῦ ἔχομεν τοιαύτην πεποίθησιν περὶ αὐτῆς, χρεωστοῦμεν νὰ καταδικάσωμεν τὸν τρόπον τοῦτον τῆς ἐνεργείας, ὅπως κατασταθῇ γνωστὸν, ὅτι αἱ διατάξεις τοῦ Συντάγματος δὲν ἐκτελοῦνται πιστῶς.
§249Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δύο λέξεις, κύριε Πρόεδρε. Ὄχι μόνον συνταγματικῶς δὲν εἶναι δεδικαιολογημένη ἡ μακρὰ ἀναβολὴ τῆς ἐνάρξεως τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς καὶ ἡ καθυστέρησις εἰς τὴν ὑποβολὴν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι καὶ ἐκ τῶν ὑστέρων δὲν ἐδικαιολογήθη ἡ ἀναβολὴ αὕτη. Ἐννοῶ Κυβέρνησιν, ἐρχομένην ὑφ’ οἵας περιστάσεις ἐκλήθη ἡ παροῦσα, προσπαθοῦσαν δι’ ἀναβολῆς, ὅπως εἴτε ἐν τῇ διοικήσει φέρῃ τὰς μεταβολὰς, ἃς θεωρεῖ ἀναγκαίας, εἴτε προπαρασκευάσῃ τὸ νομοθετικὸν αὐτῆς ἔργον. Κυβέρνησις ἐρχομένη μετ’ ἄλλην, τῆς ὁποίας ἡ διοίκησις δὲν ἐγκρίνεται παρ’ αὐτῆς, φυσικὸν εἶναι νὰ ἐπιθυμῇ νὰ μὴ περιορίζηται ὑπὸ τῆς Βουλῆς, καὶ ν’ ἀφοσιωθῇ ἀνέτως εἰς τὴν βελτίωσιν τῶν τῆς διοικήσεως. Ἀλλ’ ἡ ἐνεστῶσα Κυβέρνησις, γνωστὸν εἶναι, ὅτι ἀπ’ ἀρχῆς, ἀπὸ τῆς πρώτης ἡμέρας, ἦλθε μὲ τὴν ἀπόφασιν, ὅπως μηδὲν μεταβάλῃ ἐκ τῆς διοικήσεως τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως. Δὲν ἦτο λοιπὸν λόγος βελτιώσεως τῆς διοικήσεως, ἢ ἐνισχύσεως αὐτῆς, ὁ ὁποῖος ἐδικαιολόγησε τὴν ἀναβολὴν, τὴν ὁποίαν προεκάλεσε, τῶν δύο μηνῶν. Ἀλλ’ οὐδὲ τὸ ἔργον τὸ νομοθετικὸν τῆς Κυβερνήσεως εἴτε ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, εἴτε ἐν ἄλλοις νομοσχεδίοις, κατεδείχθη, μέχρι σήμερον τοὐλάχιστον, τοιοῦτον, ὥστε νὰ δικαιολογῇ τὴν ἀναβολὴν αὐτήν. Τὰ νομοσχέδια, ἅτινα ὑπεβλήθησαν, βεβαίως δὲν εἶναι ἐξ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἀπαιτοῦσι μακρὰν μελέτην καὶ μακρὰν ἐργασίαν. Ὁ Προϋπολογισμὸς κατ’ οὐδὲν σχεδὸν διαφέρει τοῦ Προϋπολογισμοῦ, τὸν ὁποῖον εἶχε παρασκευάσει ἡ πρώην Κυβέρνησις. Τὸ μόνον δὲ, τὸ ὁποῖον παρατηρεῖ τις, εἶναι αὔξησις δαπανῶν ἐν τοῖς ἑπτὰ Ὑπουργείοις κατὰ 800,000 δραχμὰς, διότι αἱ ἐλαττώσεις, αἵτινες ἐγένοντο ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῆς Δικαιοσύνης, ἡ μὲν ἀφορᾷ τὴν μὴ ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου τοῦ ἀστυνομικοῦ, ἡ δὲ περιορίζει τὰ ἔξοδα τῆς ποινικῆς Δικαιοσύνης. Οὐδ’ ἐν τῷ ἔργῳ λοιπὸν τοῦ Προϋπολογισμοῦ παρουσίασεν ἡ Κυβέρνησις τοιαύτας μεταρρυθμίσεις, ὥστε νὰ δικαιολογῆται ἡ ἀναβολὴ, τὴν ὁποίαν ἐζήτησε, καὶ ἡ ὁποία μᾶς ἔφερεν εἰς αὐτὴν τὴν ἀνάγκην, ὥστε νὰ διοικῆται σήμερον τὸ Κράτος ἄνευ Προϋπολογισμοῦ, νὰ εἰσπράττωνται φόροι καὶ νὰ γίνωνται δαπάναι ἄνευ νόμων. Διὰ τοῦτο συμμερίζομαι τὴν ἐπίκρισιν, ἡ ὁποία ἐγένετο ἐπὶ τῆς πολιτείας τῆς Κυβερνήσεως, καὶ διὰ τοὺς λόγους τοὺς συνταγματικοὺς καὶ διὰ λόγους οὐσιαστικούς.
§250ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, εἶμαι διατεθειμένος νὰ ψηφίσω κατὰ τοῦ νομοσχεδίου, καὶ πρὸς τοῦτο ἔχω καθῆκον νὰ δηλώσω καὶ ἐγὼ τοὺς λόγους, δι’ οὓς ἔχω τοιαύτην πρόθεσιν. Ἴσως εἶναι δυνατὸν νὰ παραλείψῃ τις τὴν μνείαν τῶν πρὸ τῆς ἐλεύσεως τῆς παρούσης Κυβερνήσεως γενομένων διὰ τὸν λόγον, ὅτι ὁπωσδήποτε ἡ Βουλὴ προσεκλήθη καθ’ ὃν χρόνον συνήθως ἀπὸ μακρῶν ἐτῶν προσκαλεῖται. Δὲν λέγω, ὅτι πᾶσαι αἱ Κυβερνήσεις, αἵτινες ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ μετὰ τὰ μέσα Ὀκτωβρίου προσεκάλεσαν τὴν Βουλήν, δὲν εἶχον αὐτὴν τοὐλάχιστον τὴν συναίσθησιν, ὅτι βραδέως πως ἐκάλουν τὴν Βουλήν· ἀλλὰ καὶ ὅτε ἔτι ἡ βραδύτης ἔφθασε μέχρι τῶν τελευταίων ἡμερῶν τοῦ Ὀκτωβρίου, νομίζω, ὅτι ὀφείλω νὰ ἀναγνωρίσω, ὅτι δὲν ὑπῆρξε πάντοτε εὔκολον εἰς τὰς Κυβερνήσεις νὰ προκαλέσωσι τὴν σύγκλησιν τῆς Βουλῆς ἡμέρας τινὰς πρότερον. Περὶ τὰ τέλη Σεπτεμβρίου εἶναι δύσκολον νὰ συνέλθῃ ἡ Βουλή, ὡς ἐκ τῶν συνθηκῶν, ὑφ’ ἃς βιοῖ ὁ Ἑλληνικὸς λαός, καὶ βεβαίως ἐν τούτῳ πταίει τὸ σύστημα, ὅπερ ἔχομεν, ὅπως πολλάκις παρετηρήθη. Μετὰ τὰς ἀρχὰς τοῦ Ὀκτωβρίου ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ συγκαλῆται ἡ Βουλή· ἀλλὰ δὲν κατωρθώθη, διὰ λόγους, οἵτινες μετρίαν τινὰ εὐθύνην καταλείπουσιν εἰς τὰς Κυβερνήσεις, δὲν κατωρθώθη πρὸ τῆς 15 Ὀκτωβρίου συνήθως νὰ καλῆται ἡ Βουλή. Εἶναι δὲ περιττὸν ἐνταῦθα νὰ ἀναπτύξω τοὺς λόγους ἐκείνους. Δι’ ὃ νομίζω, ὅτι δικαιότερον δυνάμεθα νὰ προκαλέσωμεν τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς ἐπὶ τῶν τελουμένων σήμερον. Τί εἶναι τὸ γενόμενον ἀφ’ ἧς ἡ παροῦσα Κυβέρνησις ἀνέλαβε τὴν ἐξουσίαν; Ἡ παροῦσα Κυβέρνησις ἀνέλαβε τὴν ἐξουσίαν κατὰ ἀνώμαλον διαδοχὴν, ἀνέλαβε δὲ τὴν ἐξουσίαν μετὰ δηλώσεων, αἵτινες ἐγένοντο μεταγενεστέρως, ὧν ὅμως ἡ ἀξία ἀνατρέχει βεβαίως μέχρι τῆς ἡμέρας, καθ’ ἣν ἀνῆλθεν εἰς αὐτήν. Διότι ἐδήλωσαν πρὸς ἡμᾶς, ὅτι κατ’ ἐκείνην τὴν ἡμέραν κληθέντες ἀνεγνώρισαν, ὅτι οὐδεὶς ὑπῆρχε λόγος νὰ μὴ ἀναδεχθῶσι τὴν ἐξουσίαν τῇ συμπράξει τῶν προκατόχων αὐτῶν, μεθ’ ὧν ἐν τοῖς καιρίοις ὑπῆρχεν ὁμοφωνία. Νομίζω δέ, ὅτι μεταξὺ τῶν καιρίων πρέπει νὰ ἀναγνωρισθῇ, ὅτι λογίζεται ὁ Προϋπολογισμός· καὶ ἂν τυχὸν δὲν κρίνῃ τις οὕτως ἐκ τῆς γνώμης, ἣν ἔχει περὶ καιρίων καὶ μὴ καιρίων, αὐτὰ τὰ πράγματα, ἐλθόντα μετὰ τὴν κατάθεσιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, φωνὴν ἀφιᾶσιν, ὅτι ὑπάρχει πλήρης ὁμοφωνία ἐπὶ τοῦ ζητήματος τοῦ Προϋπολογισμοῦ· διότι, ὡς παρετήρησεν ὁ ἔντιμος προαγορεύσας, ἐκτὸς τῆς διαγραφῆς τῶν πιστώσεων τῆς ἀστυνομίας, ἥτις εἶναι τυπική, διότι ἡ ἀστυνομία κατὰ τὸν νέον νόμον ἀνεγράφετο ἤδη ἐπὶ τρία κατὰ σειρὰν ἔτη ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, ἵνα μὴ ἐκτελεσθῇ ὁ νόμος, οὐδεμία ἄλλη οὐσιώδης μεταβολὴ ἐγένετο, ὡς δύναταί τις νὰ κατανοήσῃ, ἀντιπαραβάλλων τοὺς δύο Προϋπολογισμούς, καθὼς καὶ τοῦτον πρὸς τοὺς προηγουμένους ἀπὸ τοῦ 1900. Διότι εἶναι γνωστὸν ἐξ ὅσων ἀνεκοινώθησαν, ὅτι παραπλήσιον Προϋπολογισμὸν εἶχε παρεσκευασμένον ὁ κ. ἐκ Παρνασσίδος Βουλευτής, ὡς Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν. Ἐν τούτοις οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ ἐκαυχήθησαν, ὅτι εἶχον παρεσκευασμένα τὰ ἔργα αὑτῶν ἀπὸ τοῦ 1898, καὶ ὅτι ἀνεκήρυξαν τοῦτο ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως ἐν ὑπομνήματι πρὸς τὸν Βασιλέα, καὶ κατωνόμασαν τὰ νομοσχέδια, ἅτινα εἶχον ἕτοιμα νὰ εἰσαγάγωσιν, ἐγκαθιδρύοντες ἀνώτατον Συμβούλιον ἐπιθεωρητῶν, ὅπερ ἔμελλε νὰ συζητῇ ἐν δημοσίᾳ συνεδριάσει τὰ περὶ μεταθέσεως καὶ παύσεως τῶν ὑπαλλήλων καὶ τὰ τοιαῦτα. Καὶ οὕτως ἕτοιμοι, πόσην ἐργασίαν παρεσκεύασαν ἐπὶ 2 μῆνας καὶ προσέτι ἐπὶ 70 ἡμέρας; Οὐδεμίαν. Ἐνῷ ἡ ἐργασία ἡ ἀπαραίτητος, ἣν εἶχον νὰ παρασκευάσωσι, θ’ ἀπῄτει τὸ πολὺ δύο ἑβδομάδας. Καὶ θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ἡ Βουλὴ νὰ ἀναδράμω εἰς τὸ παρελθόν, ἵνα ἀρυσθῶ ἐκεῖθεν παραδείγματα. Ὑπῆρξεν ἄλλη Κυβέρνησις, ἥτις ἦλθεν αἰφνιδίως εἰς τὰ πράγματα, τὸ κόμμα τοῦ ἀειμνήστου Τρικούπη, καὶ ἦλθεν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ἧς ἡ πλειονοψηφία ὑπερτέρει τοὺς ἀντιθέτους κατὰ μίαν ψῆφον, καὶ ἐζήτησε πενθήμερον διακοπὴν τῶν ἐργασιῶν, ὡς εἶχε δικαίωμα, καὶ μετὰ τὴν παρέλευσιν τῆς προθεσμίας ἐνεφανίσθη μετὰ πλήρους ἐργασίας, λίαν διαφόρου τῆς σημερινῆς, ὡς θὰ ἐνθυμοῦνται βεβαίως οἱ τότε Βουλευταί· καὶ ἡ Βουλὴ ἐψήφισε τότε τοὺς νόμους περὶ ἀροτριώντων κτηνῶν καὶ ἄλλων μεταβολῶν...
§251Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Καὶ ὁ Προϋπολογισμὸς τότε ἀνετράπη ἄρδην.
§252ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Βεβαίως... Καὶ ἐνθυμοῦμαι, ὅτι ὁ κύριος Βουλευτὴς ἐκ Παρνασσίδος ἐπὶ πέντε ἡμερονύκτια δὲν ἐκοιμήθη· διότι ἦτο εἷς τῶν συνεργατῶν εἰς τὰ οἰκονομικὰ ἔργα τοῦ μακαρίτου Τρικούπη, καὶ εἰς πολλὰ τούτων ἀναγνωρίζεται ἡ χείρ του.
§253Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Κατὰ τὸ 1895 τὴν 31 Μαΐου ἐδώκαμεν ὅρκον, καὶ τὴν 2 Ἰουνίου εἰσηγάγομεν τὸν Προϋπολογισμὸν εἰς τὴν Βουλήν.
§254ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Λέγοντες ταῦτα, εἶναι ὡς ἂν ἀνετρέχομεν εἰς χρόνους μυθικούς· τοσοῦτον τὰ σήμερον ἐμφανιζόμενα δὲν συμφωνοῦσι πρὸς τὰ τότε γενόμενα. Βεβαίως ἡ δίμηνος διακοπὴ εἶχεν ἄλλους λόγους ἢ ἐκείνους, οὓς προέταξεν ὁ κ. Πρωθυπουργός. Καὶ βεβαίως ἤθελον ἀναγνωρίσει εἰς αὐτὸν τὴν ἀνάγκην διακοπῆς τινος, καὶ δὲν ἤθελε κἄν γείνῃ μνεία εὐθύνης, ἂν τὴν διακοπὴν ἐζήτει παρὰ τῆς Βουλῆς· ἀλλὰ τὴν διακοπὴν ἐπέβαλεν εἰς τὴν Βουλὴν διὰ τῆς χρήσεως τῆς προνομίας, ἐπέβαλε τὴν ἀργίαν τοῦ Σώματος ἐπὶ 70 ἡμέρας, καὶ ἔρχεται νῦν ζητῶν τὰ δύο δωδεκατημόρια. Καὶ ταῦτα μὲν θὰ λάβῃ, ἅτε ἔχων τὴν ὑποστήριξιν τῆς πλειονοψηφίας, ἀλλ’ εἰς ἡμᾶς δὲν ἐπετρέπετο νὰ μὴ ὑψώσωμεν φωνὴν διαμαρτυρίας, λέγοντες ὅτι ἡ μειονοψηφία δι’ ὅσων εἶπον ἀρνεῖται τὴν ψήφισιν τῶν δωδεκατημορίων.
§255ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 1 (ἀναγινώσκεται).
§256Φ. ΝΕΓΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Παρακαλῶ, ὅπως εἰς τὸ τέλος τοῦ ἄρθρου προστεθῶσιν αἱ λέξεις: «ὡς ἐτροποποιήθη, κατὰ τὰς δηλώσεις τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, τὰς ὑποβληθείσας τὴν 1 Φεβρουαρίου τοῦ αὐτοῦ ἔτους.»
§257ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 1, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀναγινώσκονται εἶτα καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ λοιπὰ ἄρθρα, ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς τρίτην συζήτησιν).
§258ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις (Ὥρᾳ 10 μ. μ.)