1902.01.31
2,582 rows · 19,614 words · 220 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 12
τῆς 31 Ἰανουαρίου 1902.
(Πέμπτη).
(Γενομένης ἀπαρτίας ὥρᾳ 5 μ. μ. ἀναγινώσκονται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀντίρρησις ἐπὶ τῶν πρακτικῶν.
§2Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸν λόγον ἐπὶ τῶν πρακτικῶν. Ἐν τῇ τρίτῃ παραγράφῳ τῶν ἀναγνωσθέντων πρακτικῶν ἐξετέθησαν τὰ ἀναγόμενα εἰς τὴν γενομένην χθὲς ἐν τῇ Βουλῇ ἀνάγνωσιν τοῦ ἐγγράφου, τοῦ ἐκ Κρήτης προσκομισθέντος εἰς τὴν Βουλήν. Τὰ πρακτικὰ γράφουσιν (ἀναγινώσκει): «Τὸ τηλεγράφημα τοῦτο, ὅπερ ἀποφάσει τῆς Βουλῆς ἀνεγνώσθη ὑπὸ τοῦ Γραμματέως, ἔδωκεν ἀφορμὴν εἰς σχετικὴν συζήτησιν, τῆς ὁποίας μετέσχον οἱ βουλευταὶ κ. κ. Ν. Λεβίδης, Σ. Δραγούμης, Θ. Βελλιανίτης, Α. Ῥικάκης, Α. Παπαγιαννακόπουλος, Γ. Ἀναστασόπουλος, Σ. Στάης, Μ. Στελλάκης, Γ. Καπετανάκης, Λ. Δεληγεώργης, Θ. Π. Δηλιγιάννης, Γ. Ν. Θεοτόκης καὶ Θ. Λιμπρίτης.» Ἀλλ’ ἡ παράστασις αὕτη δὲν εἶναι ἀκριβής, οὐδὲ πλήρης. Ἀληθῶς ἠγόρευσαν οἱ ἐν τῇ ἀνωτέρῳ παραγράφῳ ὀνομαζόμενοι Βουλευταὶ, ἀλλ’ ἠγόρευσαν κατὰ διαφόρους ἐννοίας· ἔπρεπε δὲ κυρίως νὰ ἀναγραφῶσιν οἱ ἀγορεύσαντες ὑπὲρ ταύτης, οἱ ἀγορεύσαντες ὑπὲρ ἐκείνης τῆς ἐννοίας. Κατὰ τὸν Κανονισμὸν, τὰ πρακτικὰ περιέχουσι σύντομον περίληψιν τῶν ἀγορεύσεων· ἀλλ’ ἐν τοῖς ἀναγνωσθεῖσι πρακτικοῖς, ἐνῷ οὐδεμία περίληψις τῶν ἀγορεύσεων γίνεται, δὲν ζητοῦμεν τέλος πάντων περίληψιν, ἀλλὰ ζητοῦμεν νὰ διακριθῶσι, ποῖοι ἠγόρευσαν κατὰ τοῦ ἐγγράφου καὶ ποῖοι ὑπὲρ αὐτοῦ.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ διορθωθῶσι.
§4Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Λοιπὸν προτείνω τὴν ἑξῆς διόρθωσιν (ἀναγινώσκει): «Κατὰ τῶν ἐν τῷ εἰρημένῳ τηλεγραφήματι ἠγόρευσαν οἱ κ. κ. Ν. Λεβίδης, Στ. Δραγούμης, Θ. Βελλιανίτης, Ἀνδρ. Παπαγιαννακόπουλος, Γ. Ἀναστασόπουλος, Λεων. Δεληγεώργης, Θεόδ. Π. Δηλιγιάννης καὶ Θεόδ. Λιμπρίτης· κατὰ τῶν ἰσχυρισμῶν δὲ αὐτῶν ἀντεῖπον οἱ κ.κ. Ἀντ. Ρικάκης, Σπ. Στάης, Μ. Στελλάκης, Γ. Καπετανάκης καὶ Γ. Ν. Θεοτόκης.» Νομίζω, ὅτι εἶναι πιστοτέρα ἡ παράστασις αὕτη.
§5ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§6Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἀλλὰ πλὴν τούτου, κύριε Πρόεδρε, ἐπὶ τῶν λεχθέντων διὰ τὴν θέσιν τῆς οἰκοδομῆς τοῦ ἀρτοποιείου ἐν Βελεστίνῳ τὰ πρακτικὰ γράφουσιν (ἀναγινώσκει): «Ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου παρατηρήσεις ἔφεραν οἱ βουλευταὶ κ. κ. Θ. Π. Δηλιγιάννης, Ν. Τσαμαδὸς καὶ Λ. Δεληγεώργης, πρὸς οὓς ἀπήντησεν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν.» Ἀλλ’ ἡ φράσις αὕτη, «πρὸς οὓς ἀπήντησεν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν», σημαίνει, ὅτι ἀνεσκεύασε τὰ λεχθέντα ὑπὸ τῶν Βουλευτῶν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν. Δὲν ἀνεσκεύασεν ὅμως ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν.
§7Γ. ΚΟΡΠΑΣ. Ἔδωκα πληροφορίας.
§8Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μάλιστα, ἔδωκε πληροφορίας.
§9ΑΡ. ΑΝΑΓΝΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἐγὼ τὸν λόγον ἐπὶ τῶν πρακτικῶν.
§10Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Προσέτι ἐπὶ τῶν λεχθέντων συνεπείᾳ τῆς ἐπερωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ ἐκ Φθιώτιδος κυρίου Κρίτσα (ἀναγινώσκει): «Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἀπήντησεν, ὅτι θὰ εἰσῆγε τούτους, ἂν ἤρχοντο εἰς τὴν σειρὰν τῆς βαθμολογίας μετὰ τὸν τελευταῖον ἐπιτυχόντα. «Ἡ ὑπόθεσις αὕτη ἐγένετο ἀντικείμενον συζητήσεως μεταξὺ τῶν βουλευτῶν κ. κ. Α. Ἀναστασοπούλου, Δ. Κρίτσα, Θ. Π. Δηλιγιάννη καὶ Ν. Τσαμαδοῦ, ὧν οἱ δύο τελευταῖοι ᾐτήσαντο, ὅπως προσκομισθῇ ὁ σχετικὸς φάκελος εἰς τὴν Βουλήν.» Ἡ ὑπόθεσις αὕτη δὲν ἐγένετο ἀντικείμενον συζητήσεως, ἀλλ’ ἐγένετο ἀντικείμενον συζητήσεως ἄλλο θέμα, ἡ διαταχθεῖσα ἀκύρωσις τῶν ἀποτελεσμάτων τοῦ διαγωνισμοῦ. Λοιπὸν ἀντὶ τῆς φράσεως «ἡ ὑπόθεσις αὕτη» πρέπει νὰ γραφῇ «ἡ διαταχθεῖσα ἀκύρωσις τοῦ πρώτου διαγωνισμοῦ ἐγένετο ἀντικείμενον συζητήσεως μεταξὺ τῶν Βουλευτῶν.»
§11ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα.
§12ΑΡ. ΑΝΑΓΝΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔλαβον, κύριε Πρόεδρε, ἐγὼ τὸν λόγον μετὰ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐν σχέσει πρὸς τὴν ὑπόθεσιν τῶν ὑπαξιωματικῶν αὐτῶν, καὶ ὄχι ὁ κ. Ἀναστασόπουλος, ὡς ἐσφαλμένως ἐσημειώθη εἰς τὰ πρακτικά· ἐγὼ δὲ εἶπον καὶ ἐπαναλαμβάνω, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν νὰ ἐπισπεύσῃ τὴν θεραπείαν τῶν παραπόνων.
§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ διορθωθῇ, διότι εἶναι τυπογραφικὸν λάθος· ἀντὶ νὰ γραφῇ Ἀναγνωστόπουλος, ἐγράφη Ἀναστασόπουλος.
§14ΑΡ. ΑΝΑΓΝΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ δέ, κ. Πρόεδρε, δὲν ἐζήτησα τὴν κατάθεσιν τοῦ σχετικοῦ φακέλου. Ἐγὼ ἐζήτησα τὴν ἄμεσον θεραπείαν τῶν παραπόνων τῶν ἀδικηθέντων ὑπαξιωματικῶν, ὁ δὲ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ὡμολόγησε τὴν ἀλήθειαν, ὅτι τῷ ὄντι ἠδικήθησαν. Θὰ παρακαλέσω, ὅ,τι ἔχει νὰ διαταχθῇ διοικητικῶς, νὰ τὸ διατάξῃ ὁ κ. Ὑπουργός.
§15Δ. ΚΡΙΤΣΑΣ. Τέλος πάντων νὰ προσέχωσι περισσότερον ἄλλοτε εἰς τὴν σύνταξιν τῶν πρακτικῶν, κύριε Πρόεδρε.
§16Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τὴν σύνταξιν τῶν πρακτικῶν ἐπιτηροῦσιν ὁ Πρόεδρος καὶ οἱ γραμματεῖς. Βεβαίως θέλει κατορθωθῆ νὰ ἀπαλλαγῶμεν τῆς ἀνάγκης, εἰς ἣν περιήχθημεν, ἂν ἡ ἐπιστήρησις αὕτη ᾖναι αὐστηρά. Ἐπίσης ἀξιοῦμεν, ἵνα ὁ κ. γραμματεὺς ἀναγινώσκῃ εὐκρινῶς, ὅπως ἀκούωμεν, διότι ὁ τρόπος, καθ’ ὃν ἀναγινώσκει, ματαιοῖ τὴν περὶ ἀναγνώσεως τῶν πρακτικῶν διάταξιν τοῦ Κανονισμοῦ, καὶ μεταποιεῖ εἰς ἁπλοῦν τύπον, καθιστῶντα εἰς ἡμᾶς ἀδύνατον νὰ μανθάνωμεν περὶ τίνος πρόκειται.
§17Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Εἶναι ἀληθὲς, κύριε Πρόεδρε, ὅτι ἡ ἀκουστικὴ τῆς Βουλῆς εἶναι τοιαύτη, ὥστε εἶναι πολὺ δεδικαιολογημένος ὁ ἀξιότιμος πρακτικογράφος, γράφων ἄλλα ἀντ’ ἄλλων. Ἐνῷ ἐπανειλημμένως, κύριε Πρόεδρε, ἐζήτησα, ἵνα ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸς ἀνέλθῃ εἰς τὸ βῆμα καὶ διαλευκάνῃ τὸ σκανδαλῶδες ἐκεῖνο ζήτημα τῆς διακηρύξεως τῆς δεξαμενῆς, εἰς τὰ πρακτικὰ γράφεται, ὅτι ἐγὼ ἐζήτησα ἀπὸ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ ὑποβάλῃ νέον νομοσχέδιον! Αὐτὰ εἶναι ἀστεῖα, Κύριοι! Παρακαλῶ λοιπὸν νὰ ἐπιστήσητε τὴν προσοχὴν τοῦ κ. πρακτικογράφου, κύριε Πρόεδρε. Ἐκτὸς τούτου, ἐνῷ ἀναφέρεται εἰς τὰ πρακτικὰ, ὅτι ἀπεφασίσθη ἡ τύπωσις καὶ ἡ διανομὴ τῆς διακηρύξεως περὶ τῆς σκανδαλώδους ὑποθέσεως τῆς δεξαμενῆς Σύρου, σήμερον δὲν διενεμήθη ἡ διακήρυξις αὕτη.
§18ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἐπρόφθασαν νὰ τὴν τυπώσουν, Κύριε.
§19Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Ὥστε ἐννοεῖτε νὰ παραταθῇ ἐπ’ ἄπειρον αὐτὴ ἡ κατάστασις;
§20ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὄχι.
§21Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Καὶ δὲν νομίζετε, ὅτι τὸ ἠθικὸν τοῦ ὑπαλληλίσκου ἐκείνου κλονίζεται καὶ ἐπιδρᾷ οὐχ ὀλίγον ἐπὶ τῶν προαυλίων τῆς Βουλῆς;
§22ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὔριον ἢ μεθαύριον θὰ ἦναι ἑτοίμη. Ὡς γνωρίζετε, εἶναι πολυσέλιδος· ἐκτὸς δὲ τούτου, ἔπρεπε νὰ προηγηθῶσι τὰ νομοσχέδια εἰς τὸ Τυπογραφεῖον. Ἀμέσως μετὰ τὰ νομοσχέδια θὰ ἔλθῃ καὶ ἡ ἰδική σας διακήρυξις.
§23Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Καὶ ὅμως διὰ τὸ Τυπογραφεῖον αὐτὸ δαπανῶνται ἐκ τῶν ἱδρώτων τοῦ λαοῦ ἑκατοντάδες χιλιάδων δραχμῶν, καὶ ἔπρεπε νὰ ἦτο δυνατὸν νὰ γίνηται ταχυτέρα ἡ ἐν αὐτῷ ἐκτύπωσις.
§24Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Καὶ εἰς τὴν ἀναγραφὴν τῶν κατὰ τὴν ἡμερησίαν διάταξιν παρεισέφρησαν λάθη ἐν τοῖς πρακτικοῖς. Ἐνῷ ἀναφέρεται κατὰ τὴν συζήτησιν τῶν ἄρθρων, ὅτι ὁ κύριος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν προέτεινε καὶ ἡ Βουλὴ παρεδέχθη, ὅπως γείνῃ δεκτὴ ἡ ἐπὶ τοῦ τρίτου ἄρθρου τροπολογία τοῦ βουλευτοῦ Λ. Δεληγεώργη, καὶ ἐγένετο δεκτὴ, ὡς ἀντελήφθη ἡ Βουλὴ, ἐν τούτοις ἐκ τοῦ συνόλου παραλείπεται, καὶ ἐπειδὴ τὸ σύνολον θ’ ἀποτελέσῃ τὸν νόμον, θὰ ἔχωμεν νόμον ἄνευ τῆς τροπολογίας. Εἶναι παράλειψις οὐσιώδης, καὶ παρακαλῶ νὰ διορθωθῇ.
§25ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα. Θὰ διορθωθῇ καὶ αὐτό. (Τὰ πρακτικὰ, διορθωθέντα συμφώνως πρὸς τὰς γενομένας παρατηρήσεις, ἐπικυροῦνται).
§26ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναγγέλλω εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς παρέστη σήμερον ἐνώπιον τῆς Α. Μεγαλειότητος τοῦ Βασιλέως καὶ ἀνήγγειλε τὸν καταρτισμὸν τοῦ Σώματος. Ὁ Πρόεδρος προσεφώνησε τὴν Α. Μεγαλειότητα ὡς ἑξῆς: «Μεγαλειότατε. Τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς τῶν Ἑλλήνων, ἅμα καταρτισθὲν, λαμβάνει τὴν τιμὴν, ἵνα ἐμφανισθῇ ἐνώπιον τῆς Ὑμετέρας Μεγαλειότητος, ὅπως ἀναγγείλῃ τὴν συγκρότησιν τοῦ Σώματος καὶ ὑποβάλῃ τὸ βαθύτατον αὐτοῦ σέβας. Χαῖρον μετὰ τοῦ ἔθνους ἐπὶ τῇ ἐν ὑγείᾳ ἐπανόδῳ ἐκ τῆς ἀλλοδαπῆς τῆς Ὑμετέρας Μεγαλειότητος καὶ τῆς σεπτῆς ἡμῶν Ἀνάσσης, δέεται πρὸς τὸν Ὕψιστον, ὅπως διαφυλάττῃ ὑπὸ τὴν σκέπην του τὴν Πατρίδα, τὸν Βασιλέα, τὴν Βασίλισσαν, τὸν Διάδοχον καὶ ἅπαντα τὸν Βασιλικὸν οἶκον.» Ἡ Α. Μεγαλειότης ὁ Βασιλεὺς ἀντεφώνησε: «Χαίρω βλέπων ἐνώπιόν Μου τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς, συγχαίρων δ’ ὑμῖν, Κύριοι, ἐπὶ τῇ πρὸς ὑμᾶς ἐμπιστοσύνῃ αὐτῆς, σᾶς εὐχαριστῶ διὰ τὰς ὑπὲρ Ἐμοῦ καὶ τῆς Βασιλικῆς Οἰκογενείας εὐχάς σας. Εὔχομαι, ἵνα ὁ Ὕψιστος σκέπῃ ἐσαεὶ τὴν ἀγαπητὴν ἡμῶν Πατρίδα.» Ὁ λαὸς τῆς ἐπαρχίας Τρικκάλων διὰ ψηφίσματός του παρακαλεῖ τὴν Βουλὴν νὰ ψηφίσῃ τὴν ἀναστολὴν τῆς εἰσπράξεως τοῦ φόρου τῶν ἀμπέλων. Ὁ Εὐγένιος Οἰκονομόπουλος ἐκ Μεσσήνης δι’ ἀναφορᾶς του ζητεῖ νὰ τῷ χορηγηθῇ μηνιαῖον βοήθημα.
§27Δ. ΛΥΜΠΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τὴν ἀναφορὰν ταύτην παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ συστήσῃ πρὸς τὴν Κυβέρνησιν.
§28ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Ἐμπορικὸς Σύλλογος Πατρῶν «Ἑρμῆς» διὰ τηλεγραφήματός του παρακαλεῖ τὴν Βουλὴν νὰ ψηφίσῃ τὴν κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον ὑποβληθεῖσαν σύμβασιν μετὰ τῆς ἀτμοπλοϊκῆς Ἑταιρείας Λούδ.
§29Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Αὐταὶ αἱ συμβάσεις μὲ τὴν ἑταιρείαν Λούδ παρακαλῶ, κ. Πρόεδρε, νὰ μὴ παρουσιάζωνται πλέον εἰς τὴν Βουλήν. Ἀρκετὰ ἐλέχθησαν περὶ αὐτῶν· ἂς μὴ θέλωμεν νὰ γείνῃ αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον ἀφορμὴ σκηνῶν ταραχωδῶν, διότι μέγας ἀριθμὸς πολιτῶν τῆς Σύρου, τοῦ Πειραιῶς καὶ τῶν Ἀθηνῶν θὰ ἐξεγερθῇ κατ’ αὐτοῦ.
§30Ι. Γ. ΡΟΥΦΟΣ. Καὶ πρὸς ἐμὲ καὶ τοὺς λοιποὺς ἐκ Πατρῶν συναδέλφους ἀπεστάλη ὅμοιον ἔγγραφον τοῦ Ἐμπορικοῦ Συλλόγου «Ἑρμοῦ», καὶ εἶχον ζητήσει τὸν λόγον, — ἀγνοῶν, ὅτι καὶ πρὸς ὑμᾶς, κύριε Πρόεδρε, ἀπεστάλη, — ἵνα παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ μεριμνήσῃ, ὅπως ὑποβληθῇ ἐκ νέου ἡ σύμβασις μετὰ τοῦ Λούδ. Ἐλπίζω δὲ, ὅτι ὁ ἐξ ἐπαγγέλματος πατριωτισμός τινων θὰ παύσῃ φέρων προσκόμματα μετὰ τὴν ἐξιδιασμένην κρίσιν τοῦ Ἐμπορικοῦ Συλλόγου Πατρῶν.
§31Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Διὰ νὰ ὁμιλήσῃ ὁ κατὰ παραγγελίαν πατριωτισμός.
§32ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καπνοπαραγωγοὶ, καπνέμποροι καὶ καπνοπῶλαι τῶν ἐπαρχιῶν Τρικκάλων καὶ Καλαμπάκας διὰ τηλεγραφήματός των ζητοῦσι νὰ μὴ ἐπιψηφισθῇ τὸ περὶ καπνεμπορικῆς συμβάσεως νομοσχέδιον. Οἱ πρόεδροι τῶν ἐν Πύργῳ συλλόγων, σωματείων καὶ συντεχνιῶν διὰ τηλεγραφήματός των παρακαλοῦσι τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὴν Βουλὴν νὰ ἐνεργήσωσι παρὰ τῇ Ἑταιρείᾳ τῶν Σιδηροδρόμων Πελοποννήσου, ὅπως προβῇ εἰς τὴν κατασκευὴν τῆς σιδηροδρομικῆς γραμμῆς Κυπαρισσίας–Πύργου– Κατακώλου. Ὁ Δ. Π. Τζάνες διὰ τηλεγραφήματός του ἐκ Καλαμῶν παρακαλεῖ τὴν Βουλὴν ἐξ ὀνόματος τοῦ λαοῦ Καλαμῶν, ὅπως ἐπὶ τοῦ μετακομιζομένου διὰ τοῦ σιδηροδρόμου σταφιδοκάρπου τεθῇ φόρος τεσσάρων δραχμῶν κατὰ χιλιόλιτρον. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως ἔχει τὸν λόγον.
§33Α. ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Ὁ σεβαστὸς ἐκ Γόρτυνος βουλευτὴς κ. Δηλιγιάννης δι’ ἐπερωτήσεως ἐζήτησε νὰ κατατεθῶσιν εἰς τὴν Βουλὴν τὰ περὶ ἱδρύσεως τῶν Ἐμπορικῶν Σχολῶν Διατάγματα καὶ αἱ αἰτιολογικαὶ αὐτῶν ἐκθέσεις, νὰ πληροφορήσω δὲ τὴν Βουλὴν περὶ τοῦ ποσοῦ τῆς ἐτησίας δαπάνης, ἣν ἐπάγεται ἡ ἵδρυσις, ἐγκατάστασις καὶ συντήρησις ἑκάστης τῶν συσταθεισῶν τούτων Σχολῶν, καὶ τρίτον ἐκ τίνος πιστώσεως κατεβλήθησαν μέχρι τοῦδε αἱ ἀναγκαῖαι δαπάναι. Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ καταθέσω τὰ σχετικὰ Διατάγματα πάντα. Ὡς πρὸς τὴν δαπάνην, πληροφορῶ τὴν Βουλὴν, ὅτι δι’ ἔξοδα ἀμφοτέρων τῶν Σχολῶν ὑπελογίσθησαν 35,000 δραχμαί. Ἐκθέσεις αἰτιολογικὰς δὲν εὗρον εἰς τὰ ἀρχεῖα τοῦ Ὑπουργείου, ἑπομένως δὲν προσάγω τοιαύτας. Ὡς πρὸς τὰ πληρωθέντα δὲ ἔξοδα διὰ τὴν συντήρησιν τῶν Σχολῶν τούτων, γνωρίζω εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι κατὰ τὸ 1901 ἐπληρώθησαν ἐκ τῶν εἰσοδημάτων τοῦ κληροδοτήματος Δωρίδου διὰ τὴν Ἐμπορικὴν Σχολὴν Ἀθηνῶν, ἐπιτραπείσης τῆς ἐκ τούτου πληρωμῆς διὰ Βασιλικοῦ Διατάγματος, τὸ ὁποῖον καὶ προσάγω, δραχμαὶ 2,231 δι’ ἔξοδα ἐγκαταστάσεως καὶ λοιπὰ, καὶ δραχμαὶ 2,938 δι’ ἀποζημίωσιν προσωπικοῦ τῆς Σχολῆς. Διὰ τὴν ἐν Πάτραις ἱδρυθεῖσαν Σχολὴν οὐδὲν κατεβλήθη οὔτε ἐκ τοῦ δημοσίου ταμείου, οὔτε ἐκ κληροδοτήματός τινος.
§34ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἀνελήφθησαν ὑποχρεώσεις.
§35Α. ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. Βεβαίως. Αἱ Ἐμπορικαὶ Σχολαὶ ἐξακολουθοῦσι νὰ ἐργάζωνται. Προσθέτω, ὅτι, ἀφ’ ἧς ἀνέλαβον τὴν διεύθυνσιν τοῦ Ὑπουργείου τῆς Παιδείας ἐγὼ, δὲν κατέβαλόν τι οὔτε εἰς τὴν μίαν Σχολὴν, οὔτε εἰς τὴν ἄλλην, οὔτε ὑπέγραψα ἐντάλματα πληρωμῆς δι’ αὐτάς. Ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον ὑπέβαλον, περὶ νομιμοποιήσεως τῶν Σχολῶν τούτων, ὑποβάλλω προσθήκην ἄρθρου 15, δι’ οὗ χορηγεῖται πίστωσις δραχμῶν 10,000, διότι πρόκειται περὶ τῆς λειτουργίας τῶν Σχολῶν αὐτῶν καὶ ἄλλων δαπανῶν διὰ τὸ 1901.
§36ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 25).
§37Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὅτε παρεκάλεσα τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν καὶ τὰς αἰτιολογικὰς ἐκθέσεις, μεθ’ ὧν ὑπεβλήθησαν εἰς τὸν Βασιλέα τὰ σχέδια τῶν Βασιλικῶν Διαταγμάτων, ὑπελάμβανον, ὅτι ὑπῆρχον τοιαῦται ἐκθέσεις, διότι δὲν ἐπρόκειτο περὶ ὑπογραφῆς Διαταγμάτων νομοθετικῶν· νομίζω, δὲ, ὅτι ἡ γνώμη μου αὕτη εἶναι ὀρθὴ καὶ δεδικαιολογημένη. Ἐξεδόθησαν τέσσαρα Διατάγματα περὶ τῶν Ἐμπορικῶν Σχολῶν· τὸ ἓν Διάταγμα φέρει ἡμερομηνίαν τῆς 23 Αὐγούστου, τρία δὲ ἄλλα Διατάγματα φέρουσιν ἡμερομηνίαν τὸ ἓν τῆς 8 Ἰουνίου, τὸ ἕτερον τῆς 20 Ἰουνίου, καὶ τὸ τελευταῖον τῆς 27 Ἰουλίου. Τὸ πρωτεῦον Διάταγμα ὅμως εἶναι τὸ τῆς 8 Ἰουνίου, διότι τοῦτο εἶναι νομοθετικὸν καὶ οὐχὶ νομοτελεστικὸν, οἷά εἰσι τὰ τῆς 20 Ἰουνίου καὶ 27 Ἰουλίου· ἔχουσι δὲ καὶ ταῦτα ποιάν τινα νομοθετικὴν ὕλην, ἀλλ’ εἶναι κυρίως νομοτελεστικά. Ἐφρόνουν, ὅτι, ὅτε ὁ Ὑπουργὸς ὑπέβαλε τὸ νομοθετικὸν Διάταγμα εἰς τὸ Στέμμα, ὁ Ὑπουργὸς δὲν ἐξετέλει καθῆκον, τὸ ὁποῖον εἶχε, διότι τὸ καθῆκον τῶν Ὑπουργῶν εἶναι νὰ μὴ νομοθετῶσιν, ἀλλὰ νὰ ἐκτελῶσι τοὺς νόμους· ἐπειδὴ δὲ διὰ τοῦ Διατάγματος τούτου ἐζήτει τὴν συνδρομὴν τοῦ Στέμματος πρὸς διάπραξιν πράξεως νομοθετικῆς, ὑπελάμβανον, ὅτι βεβαίως ἤθελεν ἀναφέρει εἰς τὸν Βασιλέα τοὺς λόγους, οἱ ὁποῖοι ἠνάγκαζον αὐτὸν νὰ ἐγκρίνῃ τὸ Στέμμα, ἵνα ἐπεκτείνῃ τὴν ἁρμοδιότητά του εἰς δικαιώματα ξένα. Ἐὰν ἦτο δυνατὸν ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὁ ὁποῖος ὑπέβαλε τὰ Διατάγματα ταῦτα εἰς τὸν Βασιλέα, νὰ δώσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὴν ζητουμένην πληροφορίαν, ἰδίως διὰ τὸ Διάταγμα τῆς 8 Ἰουνίου, ἂν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐξηγήσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τοὺς λόγους, διὰ τοὺς ὁποίους ἠναγκάσθη νὰ ἐπικαλεσθῇ τὴν ἔγκρισιν τοῦ Στέμματος διὰ πράξεις νομοθετικὰς, τὰς ὁποίας δὲν εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ διαπράξῃ, ἃς ἦναι βέβαιος, ὅτι θὰ παρεῖχεν ἡμῖν τὰ ἀναγκαιοῦντα φῶτα.
§38ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει εἶναι ἀναγεγραμμένον δεύτερον τὸ νομοσχέδιον περὶ τῶν ἐν Ἀθήναις καὶ Πάτραις Ἐμπορικῶν Σχολῶν, καὶ νομίζω, ὅτι τακτικώτερον εἶναι, ἡ συζήτησις αὕτη νὰ γείνῃ κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου. Διὰ τοῦτο καὶ ἔχω ζητήσει πρῶτος τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου.
§39Φ. ΝΕΓΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Καταθέτω ἀπάντησιν εἰς ἐπερώτησιν τοῦ βουλευτοῦ κ. Δούνη περὶ τῆς γενομένης ὑλοτομίας ἐν τῷ δάσει Ζυγοῦ ἢ Χύθη. Ἐπίσης καταθέτω νομοσχέδιον «περὶ ἀκυρώσεως πιστώσεων καὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῶν τοιούτων ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1901.» Αἱ ἀκυρούμεναι πιστώσεις ἀνέρχονται εἰς δραχμὰς 1,234,680, αἱ δὲ ζητούμεναι εἰς δρ. 759,113. Ἐπίσης νομοσχέδιον «περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῶν πιστώσεων ἐπὶ διαφόρων κεφαλαίων καὶ ἄρθρων τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1901 ἐκ δραχ. 198,960.» Κατὰ τὴν αἰτιολογικὴν ἔκθεσιν τοῦ κ. ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν Ὑπουργοῦ, «καίτοι παρίσταται ἀνάγκη νὰ χορηγηθῶσιν αἱ ζητούμεναι ἀναπληρωματικαὶ πιστώσεις ἐπὶ τῶν ἐμφαινομένων ἐν τῷ συνημμένῳ πίνακι κεφαλαίων καὶ ἄρθρων τοῦ προϋπολογισμοῦ τῆς χρήσεως τοῦ 1901, ἐν ἄλλοις ὅμως κεφαλαίοις καὶ ἄρθροις θέλουσι παρουσιασθῇ μέχρι τέλους τῆς χρήσεως ταύτης πλεονάσματα, ὧν τὸ σύνολον ὑπολογίζεται, ὅτι θέλει ἀνέλθει εἰς τὸ ποσὸν περίπου τῶν δραχμῶν 264,000. Ἑπομένως καὶ μετὰ τὴν χορηγίαν τῶν ζητουμένων πιστώσεων θέλουσι μείνει ἀδιάθετοι πιστώσεις ἐκ τῶν χορηγηθεισῶν διὰ τὴν χρῆσιν τοῦ 1901 περὶ τὰς 65,000 δραχμῶν.» Λαμβάνω ἐπίσης τὴν τιμὴν νὰ καταθέσω νομοσχέδιον, ἀφορῶν εἰς τὴν συμπλήρωσιν τοῦ νόμου περὶ Ταμείου μεταλλευτῶν, ὃν ἡ Βουλὴ εὐηρεστήθη νὰ ψηφίσῃ κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος. Ἀπεδείχθη ἐν τῇ ἐφαρμογῇ τοῦ νόμου ͵ΒΩΜΑʹ, ὃν ἐψηφίσαμεν, περὶ περιθάλψεως τῶν παθόντων ἐν μεταλλείοις καὶ μεταλλουργείοις, ὅτι ὁ νόμος ἐκεῖνος ἀπέκλεισέ τινων τῶν εὐεργετικῶν αὐτοῦ διατάξεων τοὺς Ἕλληνας ἀλλοδαποὺς, δηλαδὴ τοὺς μὴ ὑπηκόους Ἕλληνας. Οὕτω μεταξὺ ἄλλων ὁ νόμος διὰ τοὺς ἀλλοδαποὺς δὲν λαμβάνει ὑπ’ ὄψιν τοὺς συγγενεῖς αὐτῶν, τοὺς μὴ κατοικοῦντας ἐν Ἑλλάδι. Ἡ διάταξις αὕτη τοῦ νόμου ἐλήφθη ἐκ τῶν διατάξεων νόμων τῶν ξένων Κρατῶν, καὶ δὲν ἦτο ὀρθὸν νὰ παραλειφθῇ παρ’ ἡμῖν, ἐν ὅσῳ δὲν ὑπάρχει ἀμοιβαιότης μεταξὺ ἡμῶν καὶ τῶν ξένων Κρατῶν. Ἀλλὰ προκειμένου περὶ Ἑλλήνων ἀλλοδαπῶν, νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ γείνῃ ἐξαίρεσις, καὶ ἀκριβῶς περὶ τούτου προνοεῖ τὸ ὑποβαλλόμενον νομοσχέδιον. Δι’ αὐτοῦ οἱ ἀλλοδαποί, οἵτινες ἀνήκουσιν εἰς τὰς νήσους Κρήτην, Σάμον, Κύπρον εἰς τὴν Ὀθωμανικὴν Αὐτοκρατορίαν καὶ τὴν Αἴγυπτον, ἀπολαμβάνουσιν ὅλων τῶν εὐεργετημάτων, ἅτινα ἔχουσι καὶ οἱ ἡμεδαποί. Αὐτὸς εἶναι ὁ σκοπὸς τοῦ νομοσχεδίου, καὶ παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ ψηφίσῃ αὐτό.
§40ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ὑποβληθέντα νομοσχέδια θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 26–28).
§41Κ. ΔΟΥΝΗΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν συνέστησε νὰ προστεθῇ ἐν τῷ νόμῳ περὶ περιθάλψεως τῶν παθόντων ἐν μεταλλείοις κλπ. διάταξις περιλαμβάνουσα καὶ τοὺς ἀλλοδαποὺς Ἕλληνας ἐργάτας· ἀλλὰ νομίζω, ὅτι καὶ ἄλλη ἔλλειψις τοῦ νόμου παρετηρήθη ἐν τῇ ἐφαρμογῇ, ἡ ἔλλειψις τῆς ἐν αὐτῷ συμπεριλήψεως τῶν ἐργατῶν τῶν παθόντων ἐν τῷ Θριασίῳ πεδίῳ καὶ εἰς ἄλλας ὁμοειδεῖς ἐργασίας. Εἶναι δίκαιον νὰ ληφθῇ καὶ δι’ αὐτοὺς πρόνοια, καὶ παρακαλῶ τὸν κύριον Ὑπουργὸν, ἀφοῦ ἔλαβε τὸν κόπον νὰ ὑποβάλῃ τροποποίησιν τοῦ νόμου, νὰ λάβῃ καὶ τοῦτο ὑπ’ ὄψιν. Ἀλλὰ πρὸς τούτοις παρακαλῶ τὸν κύριον Ὑπουργὸν νὰ φέρῃ ἀκριβῆ σημείωσιν εἰς τὴν Βουλὴν, πόσαι αἰτήσεις ὑπεβλήθησαν ὑπὸ παθόντων, δυνάμει τοῦ νόμου αὐτοῦ, πότε ὑπεβλήθησαν, πότε ἐξεδικάσθησαν, καὶ πόσαι συντάξεις ἀπενεμήθησαν. Παρακαλῶ τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ φέρῃ τὰς πληροφορίας ταύτας, αἵτινες θὰ ἦναι ἐνδεικτικαὶ ἄλλων ἐλλείψεων, ἃς ὁ νόμος ἔχει, καὶ δι’ ἃς δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι θὰ δείξῃ τὴν αὐτὴν προθυμίαν ὁ κύριος Ὑπουργὸς, ὅπως διορθώσῃ ταύτας, οἵαν ἔδειξε διὰ τοὺς ἀλλοδαποὺς τοὺς ἐργαζομένους εἰς μεταλλευτικὰς ἐργασίας.
§42Κ. ΤΟΠΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον περὶ τροποποιήσεως τῶν νόμων ΒΥΚΒʹ «περὶ Ἐφηβείου Ἀβέρωφ» καὶ ΒΨΟΓʹ «περὶ κεντρικῶν γυναικείων φυλακῶν». Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο εἶναι καθαρῶς ὑπηρεσιακόν· ἀλλ’ ἐπειδὴ θίγει κατά τι καὶ τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους, ἐλήφθη πρόνοια, ὅπως ἐγκαίρως ἀναγραφῇ ἡ περὶ τούτου δαπάνη ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ Κράτους. Ἐπειδὴ ὁ ἀριθμὸς τῶν εἰσαχθέντων καὶ ἐκείνων, οἵτινες δέον νὰ εἰσαχθῶσιν εἰς τὸ Ἀβερώφειον καταδίκων ἐφήβων, ὑπερβαίνει τὴν χωρητικότητα τοῦ Ἐφηβείου, ἀνηγέρθη πτέρυξ ἐν αὐτῷ, καὶ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο μεριμνᾷ περὶ τοῦ προσωπικοῦ, ὅπερ εἶναι ἀπαραίτητον διὰ τὴν λειτουργίαν τοῦ παραρτήματος τούτου. Συγχρόνως μετὰ τοῦ προσωπικοῦ μεριμνᾷ καὶ περὶ ἄλλων σχετικῶν ἐλλείψεων τοῦ τε Ἐφηβείου Ἀβέρωφ καὶ τῶν κεντρικῶν γυναικείων φυλακῶν, ἐλλείψεων, αἱ ὁποῖαι δὲν εἶναι ἄξιαι πολλοῦ λόγου καὶ ἃς θὰ ἴδῃ ἡ Βουλὴ, ὅταν τὸ νομοσχέδιον τυπωθῇ καὶ διανεμηθῇ. Πλὴν τούτου ὑποβάλλω ἕτερον νομοσχέδιον «περὶ ἀνεγέρσεως φυλακῶν». Τοῦτο δὲν θίγει τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους, διότι ἡ ἀνέγερσις τῶν φυλακῶν τούτων θὰ γείνῃ διὰ τοῦ κληροδοτήματος τοῦ ἀειμνήστου ἐθνικοῦ εὐεργέτου Συγγροῦ, ὅστις κατέλιπε πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον 1,500,000 δραχμὰς εἰς τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος πρὸς βελτίωσιν τῶν φυλακῶν ἡμῶν. Δὲν θ’ ἀπασχολήσω τὴν Βουλὴν ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, διότι δὲν εἶναι ἐπίκαιρος σήμερον ἡ ἀνάπτυξις διὰ μακρῶν τοῦ θέματος τούτου. Πάντες γνωρίζομεν τὴν κατάστασιν τῶν φυλακῶν ἡμῶν, ὥστε θὰ ἦναι μάταιον νὰ μακρηγορήσω ἐπ’ αὐτῆς. Εἶναι ἱδρύματα σήμερον, ἐν οἷς δυστυχῶς, ἀντὶ νὰ ἐπιτυγχάνηται μία τῶν δικαιολογητικῶν βάσεων τῆς ποινῆς,—ἡ σπουδαιοτάτη κατ’ ἐμέ,—ἡ βελτίωσις τοῦ καταδίκου, τοὐναντίον συμπληροῦται ἐν αὐτοῖς ἡ ἠθικὴ ἐξαχρείωσις αὐτοῦ, καὶ οὐ μόνον τοῦτο, ἀλλ’ ἐπέρχεται καὶ ἡ σωματικὴ καταστροφὴ τῶν καταδίκων, ἕνεκα τῶν φοβερῶν ἐλλείψεων τῶν ἡμετέρων φυλακῶν, ὧν βεβαίως πάντες εἶσθε ἐν γνώσει. Ἐλπίζω, Κύριοι, ὅτι, ἀφοῦ παρουσιάζεται ἡ εὐκολία σήμερον, δυνάμει τῆς τελευταίας θελήσεως τοῦ ἀειμνήστου ἀνδρὸς, ὅπως βελτιώσωμεν τὴν τύχην ἑκατοντάδων φυλακισμένων, σώζοντες αὐτοὺς ἀπὸ τῆς ὀλεθρίας ἐπιδράσεως τῶν σημερινῶν φυλακῶν μας, θὰ σπεύσωμεν νὰ καταστήσωμεν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο νόμον τοῦ Κράτους, ἐκπληροῦντες καθῆκον καὶ πρὸς τὴν φιλανθρωπίαν, ὡς ἄνθρωποι, καὶ πρὸς τὴν Πολιτείαν, ὡς ἀντιπρόσωποι αὐτῆς.
§43ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης ὑποβληθέντα νομοσχέδια θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 29–30).
§44Γ. ΚΑΠΕΤΑΝΑΚΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§45Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Μετ’ ἀπορίας μου βλέπω, κύριοι Βουλευταὶ, ὅτι πολὺ ταχέως μεταβάλλει ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως τὰς ἀποφάσεις του· ἐνῷ πρὸ τριετίας ἦτο ἐν τῇ ἀρχῇ καὶ εἶχεν ἀποστείλει συγγενῆ τοῦ ἄλλοτε Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ἵνα μελετήσῃ τὰς φυλακὰς ἐν Σύρῳ, ἵνα μελετήσῃ, ἂν ἦτο δυνατὸν τὸ παλαιὸν καὶ λιθόκτιστον ἐκεῖνο κτίριον, τὸ ἐπὶ τῆς ἐποχῆς τῶν Βαυαρῶν κτισθέν, νὰ μεταβληθῇ εἰς φυλακάς, καὶ ἐνῷ τόσαι δαπάναι ἐγένοντο, ἐνῷ πλουσιοπαρόχως ὁ ἀνεψιὸς τοῦ ἀλησμονήτου ἐκείνου Ὑπουργοῦ ἐπληρώθη, ἐνῷ πάντα ταῦτα ἐγένοντο, ἐνῷ ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἐδήλωσεν, ὅτι θὰ κατασκευάσῃ τὰς φυλακὰς ἐκείνας (ἐν ταῖς παραμοναῖς τῶν ἐκλογῶν), ἐνῷ πάντα ταῦτα ἐγένοντο, αἴφνης σήμερον μεταβάλλει γνώμην, διότι τὸ ἀξιότιμον ἐκεῖνο μέλος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἐξέλιπε, καὶ δίδει τὸ δικαίωμα καὶ εἰς ἐμὲ καὶ εἰς πάντα ἄλλον νὰ ὑποθέτῃ, ὅτι τὸ σήμερον ὑποβληθὲν νομοσχέδιον διευκολύνει τὴν εἰς τὰς προσεχεῖς ἐκλογὰς ὑποψηφιότητα τοῦ ἀξιοτίμου ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργοῦ...
§46Κ. ΤΟΠΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Δὲν εἴδατε τὸ νομοσχέδιον, κύριε συνάδελφε.
§47Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Πρόκειται περὶ κατασκευῆς φυλακῶν ἐν Ἀθήναις.
§48Κ. ΤΟΠΑΛΗΣ. Δὲν ὁρίζει τὸν τόπον. Ἐὰν θέλητε νὰ ὁμιλήσητε γενικώτερον, δύνασθε νὰ ὁμιλήσητε· ἀλλὰ προκειμένου περὶ εἰδικῶν διατάξεων τοῦ νομοσχεδίου, εἶναι καλλίτερον νὰ ἀναβάλητε μέχρις ὅτου ἀναγνώσητε τὸ νομοσχέδιον.
§49Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς τῆς Ἐκπαιδεύσεως, τὸν ὁποῖον προσωπικῶς ἐκτιμῶ, εἰσάγων τὸ νομοσχέδιον περὶ ἱδρύσεως Ἐμπορικῶν Σχολῶν ἐν Πάτραις καὶ ἐν Ἀθήναις, ἐλησμόνησεν, ὅτι μήτηρ τοῦ ἐμπορίου εἶναι ἡ Σῦρος, καὶ ἑπομένως κατὰ πρῶτον λόγον ἔπρεπε νὰ γείνῃ λόγος περὶ αὐτῆς.
§50Α. ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Ἔχουσιν ἤδη ἱδρυθῆ αἱ δύο αὗται Σχολαί· εἶναι εἰδικὸν νομοσχέδιον μόνον διὰ τὰς Σχολὰς τὰς λειτουργούσας.
§51Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον τῆς Βουλῆς ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν διάφορα νομοσχέδια ναυτικά. Τὰ νομοσχέδια ταῦτα δὲν κατωρθώθη νὰ ψηφισθῶσι, διότι ἐπῆλθεν ἡ λῆξις τῶν ἐργασιῶν τῆς Συνόδου ἐκείνης. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν νὰ λάβῃ τὴν καλωσύνην νὰ ζητήσῃ τὰ νομοσχέδια αὐτὰ ἀπὸ τὸ γραφεῖον τῆς Βουλῆς, νὰ τὰ ἐπεξεργασθῇ, καὶ εἶμαι βέβαιος ὅτι θὰ πεισθῇ, ὅτι εἶναι τῆς ἀπολύτου ἀνάγκης νὰ ὑποβληθῶσι τὰ νομοσχέδια ταῦτα ὑπὸ τὴν βάσανον τῆς Βουλῆς. Εἶναι νομοσχέδια ἐντελῶς ὑπηρεσιακά, ἀλλ’ ἀναγκαιότατα· εἶναι τὸ νομοσχέδιον περὶ κατατάξεως διπλωματούχων μηχανικῶν τῆς ἐν Ἀθήναις Σχολῆς τῶν μηχανουργῶν τοῦ Μετσοβείου Πολυτεχνείου εἰς τὸ πολεμικὸν ναυτικόν. Κύριοι, ἂν δὲν ληφθῇ πρόνοια, τὸ πολεμικὸν ναυτικὸν μετ’ ὀλίγα ἔτη θὰ μείνῃ ἄνευ μηχανικῶν. Οἱ μηχανικοὶ ἡμέρᾳ τῇ ἡμέρᾳ λαμβάνουσι τὴν σύνταξίν των καὶ ἀπέρχονται, καὶ θὰ ἔλθῃ στιγμή, ἂν δὲν λάβωμεν πρόνοιαν, ὅτε θ’ ἀναγκασθῶμεν νὰ ζητήσωμεν ξένους μηχανικούς.
§52Γ. ΚΑΠΕΤΑΝΑΚΗΣ. Αὐτὸ εἶναι ἀληθές.
§53Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. .. Πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον νομίζω ὅτι δὲν συμφέρει καὶ λόγῳ δαπάνης καὶ δι’ ἄλλους λόγους· νὰ εἰσέλθωσι δηλαδὴ εἰς τὸ πολεμικὸν ἡμῶν ναυτικὸν ξένοι μηχανικοί. Εἶναι ἐπίσης τὸ νομοσχέδιον περὶ συστάσεως Σχολῆς ὑπαξιωματικῶν τοῦ πολεμικοῦ ναυτικοῦ ἐν Πόρῳ. Εἶναι ἀπόλυτος ἀνάγκη νὰ συστηθῇ ἡ Σχολὴ αὕτη, διὰ νὰ μορφωθῶσιν ὑπαξιωματικοί. Ὡσαύτως τὸ νομοσχέδιον περὶ συστάσεως ἐμπορικῆς Ναυτικῆς Σχολῆς, τὸ ὁποῖον εἶναι τῆς ἀπολύτου ἀνάγκης. Εἶναι τὸ νομοσχέδιον περὶ συντάξεως τῶν κατωτέρων ἀξιωματικῶν καὶ ἀρχικελευστῶν τοῦ μηχανικοῦ σώματος τοῦ πολεμικοῦ ναυτικοῦ καὶ περὶ τῶν ἐργοστασιαρχῶν τοῦ συνεργείου τοῦ Ναυστάθμου. Εἰς τὸν Ναύσταθμον, Κύριοι, εἶναι τρεῖς ἐργοστασιάρχαι, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχουσι καμμίαν προαγωγὴν καὶ κανὲν δικαίωμα συντάξεως, ἐὰν δὲ οἱ ἐργοστασιάρχαι αὐτοὶ θελήσωσι νὰ φύγωσιν ἀπὸ τὴν ὑπηρεσίαν τῶν ἐργοστασίων τοῦ Ναυστάθμου, σᾶς βεβαιῶ, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὴ ἡ ἀντικατάστασίς των, καὶ ἡ ζημία τοῦ Ναυστάθμου θὰ ἦναι μεγίστη. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν νὰ λάβῃ τὴν καλωσύνην νὰ ζητήσῃ τὰ νομοσχέδια αὐτά, νὰ τὰ ἐπεξεργασθῇ, καὶ εἶμαι βέβαιος ὅτι θὰ πεισθῇ, ὅτι εἶναι νομοσχέδια ὑπηρεσιακὰ καὶ τῆς ἀπολύτου ἀνάγκης.
§54Γ. ΚΟΡΠΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Ἀπὸ ἡμερῶν, κύριε Πρόεδρε, ἀκριβῶς ἐπὶ τῶν μνημονευθέντων νομοσχεδίων καὶ ἄλλων τινῶν, τὰ ὁποῖα εἶναι ἀπολύτως ἀναγκαῖα, γίνεται μελέτη, καὶ ἐλπίζω ἐντὸς ὀλιγίστου χρόνου νὰ ὑποβάλω τὸ ἀποτέλεσμα τῆς μελέτης ταύτης.
§55ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Βελλιανίτης ἔχει τὸν λόγον.
§56Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν ἐπιθυμῶ σήμερον νὰ ἐπαναφέρω τὸ ζήτημα τοῦ χθὲς ἀναγνωσθέντος τηλεγραφήματος τῶν κυρίων Συμβούλων τῆς Α. Β. Ὑψηλότητος τοῦ Ὑπάτου Ἁρμοστοῦ τῆς Κρήτης, οὐδ’ ἐπιθυμῶ νὰ προκαλέσω συζήτησιν, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι ἤθελον παραλείψει καθῆκον σπουδαιότατον, ἐὰν παρ’ ὅσα εἶπον χθὲς δὲν προσέθετον ἱστορικά τινα γεγονότα, διὰ τῶν ὁποίων θὰ ἐξαχθῇ ἀσφαλεστέρα ἡ κρίσις τῆς Βουλῆς ἐπὶ τῶν χθὲς λεχθέντων.
§57Α. ΖΑΪΜΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐγὼ οὐδὲν δικαίωμα ἔχω νὰ σᾶς εἴπω νὰ μὴ ὁμιλήσητε καὶ νὰ μὴ ἀνακινήσητε τὸ ζήτημα· ἀλλὰ ποιοῦμαι ἔκκλησιν εἰς τὸν πατριωτισμόν σας ἐκ τῆς θέσεως ταύτης τῆς ἐπισήμου, τὴν ὁποίαν κατέχω, καὶ σᾶς ἱκετεύω νὰ ἀφήσητε πᾶσαν ἐξήγησιν καὶ πᾶσαν ἀνάλυσιν τοιούτου θέματος. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς δεξιᾶς).
§58Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Δὲν ἐπρόκειτο, Κύριοι, νὰ θίξω ζητήματα, τὰ ὁποῖα θὰ ἔβλαπτον τὰ συμφέροντα τῆς Κρήτης, ἢ θὰ ἔθετον εἰς κίνδυνον τὰς διεθνεῖς ἡμῶν σχέσεις, ἀλλ’ ἐπεθύμουν νὰ ἀναγνώσω ἐπίσημά τινα κείμενα, διὰ νὰ κριθῇ ἡ διαγωγὴ καὶ ἡ πολιτεία ἑνὸς τῶν Συμβούλων τοῦ Ὑπάτου Ἁρμοστοῦ, ὑπογεγραμμένου εἰς τὸ χθὲς ἀναγνωσθὲν τηλεγράφημα. Μετὰ τὴν δήλωσιν ὅμως τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὅστις φρονεῖ, ὅτι δὲν πρέπει νὰ φέρω ἐκ νέου τὴν συζήτησιν, σιγῶ. Ἀλλ’ ἐλεύσεται ἡμέρα, καθ’ ἣν θὰ κριθῶσι πάντα ταῦτα.
§59Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε, δύο λέξεις. Εἶναι ἀξιέπαινος ἀληθῶς ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως δι’ αὐτὰ, τὰ ὁποῖα πρὸ ὀλίγου εἶπεν. Ἀλλὰ παρατηρῶ, ὅτι, ἐὰν ἐγκαίρως ἔπραττε τοῦτο ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ἡ χθεσινὴ συζήτησις δὲν θὰ ἐλάμβανε χώραν καὶ ἡ ἀπόπειρα, ἡ ὁποία ἐγένετο σήμερον, δὲν θὰ ἐγίνετο.
§60Γ. ΚΟΡΠΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν καὶ τῶν Ναυτικῶν). Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ καταθέσω εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον περὶ δυνάμεως τοῦ κατὰ γῆν στρατοῦ διὰ τὸ ἔτος 1902. Ἐπίσης νομοσχέδιον περὶ δυνάμεως τοῦ κατὰ θάλασσαν στρατοῦ διὰ τὸ 1902.
§61ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 31–32). Ὁ κ. Κ. Κουμουνδοῦρος ἔχει τὸν λόγον.
§62Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐνθυμεῖται ἡ Βουλὴ, Κύριοι, ὅτι εἶχε καταρτισθῆ ἐπιτροπή, ἵνα ἐξελέγξῃ τὰς περὶ ἀνδραγαθησάντων ἐν τῷ πολέμῳ ὑπαξιωματικῶν ἐκθέσεις. Ἡ ἐπιτροπὴ αὕτη ἐπεράτωσε τὰς ἐργασίας της, καὶ ὑπέβαλε τὸ πόρισμα αὐτῶν εἰς τὴν Γενικὴν Διοίκησιν, ἥτις, ὡς μανθάνω, ὑπέβαλε τοῦτο εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν. Ἐπεθύμουν νὰ μάθω, καὶ πιστεύω ὅτι καὶ ἡ Βουλὴ θὰ ἤθελε νὰ μάθῃ, τί σκέπτεται τὸ Ὑπουργεῖον ἐπὶ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ. Τόσοι προβιβασμοὶ ἀξιωματικῶν ἐγένοντο ἔκτοτε. Τινὲς ἐκ τῶν ἀνδραγαθησάντων ἱκανοποιήθησαν, ἀλλὰ διὰ τοὺς ὑπαξιωματικοὺς αὐτοὺς οὐδὲ λόγος κἂν ἐγένετο.
§63Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Δι’ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἐπροτάθησαν τελευταῖον ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς;
§64Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Μάλιστα. Ἕως αὐτὴν τὴν στιγμὴν ἐδικαιολογεῖτο τὸ πρᾶγμα, διότι δὲν εἶχον ἐξελεγχθῆ αἱ ἐκθέσεις, ἀλλὰ σήμερον, ὅτε τὸ πόρισμα εἶναι εἰς χεῖρας τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ἐπεθύμουν νὰ μάθω ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργόν, τί σκέπτεται νὰ πράξῃ ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης.
§65Γ. ΚΟΡΠΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Ἀληθῶς, Κύριοι, πρὸ πολλοῦ χρόνου εἶχε συστηθῆ ἐπιτροπὴ πρὸς μελέτην πασῶν τῶν ἐκθέσεων, τὰς ὁποίας μετὰ τὸν πόλεμον ὑπέβαλον αἱ διάφοροι στρατιωτικαὶ ἀρχαὶ καὶ διὰ τῶν ὁποίων προτείνεται πρὸς προαγωγὴν μέγας ἀριθμὸς ὑπαξιωματικῶν. Ἡ ἐπιτροπὴ αὕτη, καίπερ ἐργασθεῖσα ἐπὶ μακρὸν χρόνον, δὲν εἶχεν ἀπολήξει εἰς κανὲν ἀποτέλεσμα. Πρὸ ὀλίγου ὑπεβλήθη τὸ ἀποτέλεσμα ἀπ’ εὐθείας εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, καὶ οὐχὶ διὰ τῆς Γενικῆς Διοικήσεως, διότι καθ’ ὃν χρόνον ἡ ἐπιτροπὴ συνεστήθη δὲν ὑπῆρχεν ἡ Γενικὴ Διοίκησις, καὶ κατὰ συνέπειαν ὁ πρόεδρος τῆς ἐπιτροπῆς ἐθεώρησεν, ὅτι ἐπεβάλλετο εἰς αὐτὸν νὰ ὑποβάλῃ τὸ ἀποτέλεσμα ἀπ’ εὐθείας πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον. Πρέπει νὰ γνωρίζῃ ἡ Βουλὴ, ὅτι πλείονες τῶν 2,000 ὑπαξιωματικῶν εἶναι οἱ ἀξιοῦντες προβιβασμὸν ἐπὶ ἀνδραγαθίᾳ (γέλωτες). Ἐννοεῖται ἐκ τούτου πόσον εἶναι δύσκολον εἰς πάντα Ὑπουργὸν νὰ ἐκδώσῃ ἀπόφασιν καὶ ν’ ἀποδώσῃ δικαιοσύνην εἰς τόσον ἀριθμὸν ὑπαξιωματικῶν. Ἕνεκα δὲ τούτου ἐνόμισα, ὅτι, ἐπειδὴ τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ἐπιτροπῆς δὲν εἶναι πλῆρες, εἶχον καθῆκον νὰ μελετήσω τὴν ὑπόθεσιν ταύτην· ἐζήτησα δὲ ὅλην τὴν δικογραφίαν, καὶ ἀσχολοῦμαι ἤδη εἰς τὴν μελέτην πασῶν τῶν ἐκθέσεων, ὅπως κρίνω, ἐὰν τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ἐπιτροπῆς εἶναι ἀνάλογον πρὸς τὰς ἀπαιτήσεις· διότι, πραγματοποιουμένης τῆς προτάσεως τῆς ἐπιτροπῆς, ἤθελον γεννηθῆ παράπονα ἑκατονταπλάσια ἐκείνων, τὰ ὁποῖα σήμερον διαβιβάζονται πρὸς ὑμᾶς.
§66Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ ἐπιτροπὴ δὲν ἀπέληξεν εἰς ἑπτὰ ὡρισμένα ὀνόματα ἐκ τῶν χιλιάδων, τὰς ὁποίας ἀνεφέρατε; Νομίζω, ὅτι ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ὁ ἐπερωτήσας ἠρώτησε συγκεκριμένως, ἐὰν ἐσχηματίσατε γνώμην περὶ τῆς τελευταίας ἐκθέσεως.
§67Γ. ΚΟΡΠΑΣ. Αὐτὸ ἀκριβῶς εἶπον, κύριε συνάδελφε, ὅτι δὲν ἐσχημάτισα τὴν γνώμην, ὅτι πρέπει αὐτοὶ μόνον οἱ 7 νὰ ἱκανοποιηθῶσι.
§68Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸ εἶναι εὐχάριστον.
§69Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν ἀξιότιμον κ. ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργὸν, ἵνα εὐαρεστούμενος δώσῃ τὰς ἑξῆς πληροφορίας εἰς τὴν Βουλήν. Ὁ ἀριθμὸς τῶν ἀξιωματικῶν δὲν διαφέρει πολὺ ἀπὸ τὸν ἀριθμὸν τῶν ὑπαξιωματικῶν. Ποῖος Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν κατώρθωσεν, ὥστε νὰ ἱκανοποιηθῶσι καὶ παρασημοφορηθῶσιν οἱ ἀξιωματικοὶ καὶ οἱ μὴ ἀνδραγαθήσαντες; Πῶς δὲν ἀναθέτει εἰς τὸν αὐτὸν Ὑπουργὸν νὰ ἀνεύρῃ καὶ ποῖοι ὑπαξιωματικοὶ πρέπει νὰ προβιβασθῶσι, ποῖοι νὰ παρασημοφορηθῶσι, καὶ ποῖοι δὲν ἐξετέλεσαν τὸ καθῆκόν των, ἵνα καταδικασθῶσιν; Αὐτὸ παρακαλοῦμεν, κ. Ὑπουργέ, νὰ πληροφορήσητε τὴν Βουλήν.
§70Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἡ ἀπάντησις τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν παραπέμπει εἰς τὰς Ἑλληνικὰς καλένδας τὴν ὑπόθεσιν.
§71Γ. ΚΟΡΠΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Ὄχι.
§72Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἂν ἡ ἐπιτροπή, ἔχουσα ὑπ’ ὄψιν ὅλην τὴν ἔκθεσιν, ἐχρειάσθη δύο ἔτη, ἵνα ἐξελέγξῃ ταύτην, πόσον θὰ χρειασθῇ εἷς ἄνθρωπος δι’ αὐτήν;
§73Γ. ΚΟΡΠΑΣ. Δὲν εἰργάσθη συνεχῶς. Εἶχε διακοπὰς ἐπὶ πλέον τοῦ ἔτους.
§74Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Τέλος πάντων ἐχρειάσθη ἓν ἔτος, ἵνα φθάσῃ εἰς πέρας· ἀλλὰ μίαν ἐπιτροπήν, ἡ ὁποία ἀνέλαβε τὴν εὐθύνην, ἵνα ἐξελέγξῃ ὅλην τὴν ἔκθεσιν, νομίζω, ὅτι δὲν ἦτο ἐπιτετραμμένον εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ κατηγορήσῃ ἐκ τῆς θέσεως ταύτης ὡς μὴ ἐκπληρώσασαν τὸ ἑαυτῆς καθῆκον.
§75Γ. ΚΟΡΠΑΣ. Δὲν κατηγόρησα.
§76Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὅταν βεβαιῶτε, ὅτι θὰ ἐξελέγξητε μίαν ἐπιτροπήν, ἡ ὁποία ὑπέβαλεν ἓν πόρισμα, τί ἄλλο σημαίνει ἢ ὅτι εἶναι πλημμελὴς ἡ ἐξέτασις αὐτῆς; Εἶναι ἀναγκαῖον νὰ τὸ εἴπω δι’ ἄλλων λέξεων;
§77Γ. ΚΟΡΠΑΣ. Οἱ προταθέντες δικαιοῦνται, ἀλλὰ δυνατὸν νὰ ὑπάρχωσι καὶ ἄλλοι, οἱ ὁποῖοι ἔχουσι δικαίωμα.
§78Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Εἰς τὸ αὐτὸ συμπέρασμα φθάνομεν, ἂν ᾖναι καὶ ἄλλοι. Κατὰ συνέπειαν ἡ ἐπιτροπὴ δὲν ἐξήλεγξε τὰς ἐκθέσεις καὶ δὲν ἐξεπλήρωσε τὸ καθῆκόν της. Τὴν ἐπιτροπὴν δὲν ἐσύστησα ἐγώ, τὴν εὗρον καὶ δὲν τὴν μετέβαλον. Ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἐσύστησε τὴν ἐπιτροπήν, εἶχε μεγάλην ἱκανότητα νὰ ἀντιληφθῇ, ὥστε νὰ ἐκλέξῃ ἀξιωματικούς, δυναμένους νὰ ἐκπληρώσωσι τὸ καθῆκόν των. Ἀλλὰ φρονῶ, ὅτι εἶναι ἀπόφασις νὰ μὴ ἀποδοθῇ δικαιοσύνη εἰς τοὺς ὑπαξιωματικούς· διατί; τὸ διατὶ δὲν δύναμαι νὰ τὸ ἐξετάσω, ἀλλ’ αὐτὸ εἶναι τὸ συμπέρασμα τῶν ἀγορευσάντων. Διαμαρτύρομαι διὰ τὴν τοιαύτην παρέλκυσιν τοῦ ζητήματος τούτου ἐντόνως, καὶ θὰ λυπηθῶ πολύ, ἂν αἱ διαμαρτυρίαι μου ἔχωσιν ἀποτέλεσμα τὰς σκέψεις, τὰς ὁποίας ἔχω ταύτην τὴν στιγμὴν εἰς τὸν νοῦν μου, ὅτι θὰ πραγματοποιηθῶσι.
§79Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Βεβαίως εἶναι δύσκολον νὰ παραδεχθῶμεν, μετὰ τὰ ἀποτελέσματα τοῦ πολέμου, ὅτι ὑπάρχουσι δύο χιλιάδες καὶ πλέον ὑπαξιωματικοὶ καὶ ἀξιωματικοὶ ἀνδραγαθήσαντες, ἀλλ’ εἶναι ἀναμφισβήτητον, ὅτι ὑπάρχει μικρὸς ἀριθμὸς τοιούτων, καὶ ἔχουσιν οὗτοι, ἐκτὸς τῶν ἐκθέσεων τῶν ἁρμοδίων ἀρχῶν, καὶ ἑτέρας ἐνδείξεις ἐκ πληγῶν, τὰς ὁποίας ἔλαβον, καὶ ἄλλων παθημάτων. Νομίζω, ὅτι προσγίγνεται ἀδικία εἰς τοὺς ὑπαξιωματικοὺς καὶ ἀξιωματικοὺς αὐτούς, μὴ ἀποδιδομένης εἰς αὐτοὺς ἠθικῆς ἀμοιβῆς, καὶ μὴ ἀναζωπυρουμένου τοῦ στρατιωτικοῦ αἰσθήματος, ἂν δὲν ἐξευρεθῇ τρόπος, ὅπως μεταξὺ τῶν 2,000 εὑρεθῶσιν οἱ ἀληθῶς ἀνδραγαθήσαντες καὶ ἀμειφθῶσιν, ὅπως ἤθελε θεωρήσει ἀναγκαῖον ἡ Κυβέρνησις. Διὰ τοῦτο καὶ ἐγὼ θὰ συστήσω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, ὅπως, δι’ οὗ τρόπου νομίσῃ κατάλληλον, φροντίσῃ νὰ ἐκλείψῃ ἡ ἔλλειψις αὕτη, τοῦ νὰ παρίστανται πλέον τῶν 2,000 ἀνδραγαθήσαντες — τὸ ὁποῖον δὲν πιστεύω — καὶ νὰ μένωσι παρηγκωνισμένοι καὶ παραπονούμενοι οἱ πράγματι ἀνδραγαθήσαντες· διότι νομίζω, ὅτι, ἂν δὲν δύναται νὰ καθορισθῇ τόσον ἁπλοῦν γεγονός, δὲν πρέπει νὰ ἐλπίσωμεν πλέον περὶ τῆς ὀργανώσεως τοῦ στρατοῦ ἡμῶν. Εἶναι γεγονὸς ἀναμφισβήτητον, καὶ δύναται διὰ καταλλήλου ἐνεργείας νὰ ἐξευρεθῇ τρόπος, ὅπως ἐπέλθῃ διόρθωσίς τις.
§80Δ. ΚΡΙΤΣΑΣ. Τὸ ζήτημα αὐτὸ τῆς διὰ προαγωγῆς ἀμοιβῆς τῶν ἀνδραγαθησάντων κατὰ τὸν πόλεμον ὑπαξιωματικῶν ἀπησχόλησε πολλάκις μέχρι τοῦδε τὴν Βουλήν. Ἐγὼ δὲ, ὁ ὁποῖος εἶχον τὸ εὐτύχημα ἢ τὸ δυστύχημα νὰ ὑπηρετήσω παρὰ τινι σώματι κατὰ τὸν πόλεμον ἐκεῖνον, βεβαιῶ, ὅτι οὐδεὶς ἐκ τῶν τότε διοικητῶν τῶν στρατιωτικῶν σωμάτων ἦτο εἰς θέσιν νὰ βεβαιώσῃ, τίς τῶν ὑπ’ αὐτὸν ἰδίως ὑπαξιωματικῶν ἠνδραγάθησεν ἢ ἁπλῶς ἐξεπλήρωσε τὸ καθῆκόν του. Καὶ τοῦτο, ὄχι διότι οὐδεὶς ὑπῆρξεν ὁ ἀνδραγαθήσας, ἀλλὰ διότι, ὡς ἐκ τῆς συγχύσεως, τῆς ἐπικρατησάσης τότε, δὲν ἐτηρήθησαν οἱ κανονισμοί, οἱ διαγράφοντες τὸν τρόπον, διὰ τοῦ ὁποίου πιστοποιοῦνται αἱ πράξεις ἀτόμου τινός, αἱ ἐπαγόμεναι εἰδικὴν ὑπὲρ τοῦ ἀτόμου τούτου ἀμοιβήν. Οἱ κανονισμοὶ λοιπὸν οὗτοι δὲν ἐτηρήθησαν, καὶ ἐνῷ οὗτοι δὲν ἐτηρήθησαν, καὶ ἐνῷ παρῆλθον ἡμέραι ἢ καὶ μῆνες ἴσως μετὰ τὸν πόλεμον, καὶ ὁ στρατὸς μετὰ τὴν ἀνακωχὴν εὑρίσκετο ἐντεῦθεν τῆς παλαιᾶς ὁροθετικῆς γραμμῆς, οὐδένα ἐκ τοῦ ἀντιπάλου διατρέχων κίνδυνον, διετυμπανίσθη, ὅτι οἱ διοικηταὶ θὰ ὑπέβαλλον προτάσεις, καὶ τότε περιεστοίχισαν αὐτοὺς οἱ ἐνδιαφερόμενοι, ἢ οἱ εὐνοοῦντες αὐτοὺς, καὶ ἔλεγον πρὸς τοὺς διοικητὰς, μιμούμενοι τοὺς μικροὺς παῖδας, ζητοῦντας ἐν ταῖς ἐκκλησίαις τὰ κόλλυβα: «δόσε καὶ εἰς ἐμένα μπάρμπα μίαν σύστασιν»· καὶ οἱ διοικηταὶ, ἐκ φιλανθρωπικῶν αἰσθημάτων κινούμενοι, καὶ οὐχὶ ἐκ τῆς γνώσεως τῶν πραγμάτων, τὰ ὁποῖα εἶχον πλέον λησμονήσει, συνέταξαν κατάλογον, περιλαμβάνοντα τὰ ὀνόματα ἁπάντων σχεδὸν τῶν ὑπαξιωματικῶν των, φέροντα δὲ τὸν τίτλον «Κατάλογος τῶν διαπρεψάντων», καὶ διὰ τῶν καταλόγων τούτων ἀνεκήρυξαν διαπρέψαντας, ἀντὶ ὀλίγων, οἱ ὁποῖοι ἴσως ὑπῆρξαν τοιοῦτοι, ἅπαντας τοὺς ὑπ’ αὐτοὺς, ὧν ὁ ἀριθμὸς, ὡς σᾶς εἶπεν ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ἀνῆλθεν εἰς δισχιλίους περίπου, ἀριθμὸς, ὁ ὁποῖος ἐπιβάλλει τὸν συλλογισμὸν καὶ τὸ ἐρώτημα: πῶς, ἐνῷ τόσον διεπρέψαμεν πάντες, κατωρθώσαμεν ἐν ἀποσυνθέσει νὰ εὑρεθῶμεν ἕνα μῆνα μετὰ τὴν ἔναρξιν τῶν ἐχθροπραξιῶν εἰς τὰς κλιτύας τῆς Οἴτης καὶ τοῦ Καλλιδρόμου; Οἱ κανονισμοί μας ἔλεγον, ὅτι καθ’ ἑκάστην πᾶς ἀξιωματικός, διοικῶν τμῆμά τι στρατοῦ, ὑποβάλλει τὴν ἡμερησίαν λεγομένην ἀναφοράν, ἐν ᾗ ἐκτίθησι πᾶν τὸ κατὰ τὴν προτεραίαν πραχθὲν ὑπὸ τοῦ τμήματός του, καὶ ὅτι, ἐν περιπτώσει καθ’ ἣν ἐξόχως τις ἐκ τῶν ὑπ’ αὐτὸν εἰργάσθη, περὶ τούτου ὑποβάλλει ἰδίαν ἔκθεσιν, καὶ ὅτι πρὸς πιστοποίησιν τούτων περίληψιν τῶν τοιούτων ἐκθέσεων καταχωρίζει ὁ διοικητὴς εἰς τὴν ἡμερησίαν αὑτοῦ διαταγήν. Ποῦ αἱ τοιαῦται ἐκθέσεις; Εἰς ποίαν ἡμερησίαν διαταγὴν αὗται κατεχωρίσθησαν; Πῶς τέλος πάντων αἱ συστάσεις αὗται ἐξηλέγχθησαν καὶ κατωρθώθη ἡ ἐπιλογὴ μόνον τῶν ἑπτὰ ὑπαξιωματικῶν ἐκ τῶν δισχιλίων; Ταῦτα πάντα ἐγὼ, Κύριοι, ὑπελόγιζον, καὶ διὰ τοῦτο ἀμέσως μετὰ τὸν πόλεμον, λόγου γενομένου ἐνταῦθα, ἐσύστησα νὰ ἐπιστήσωσιν οἱ ἁρμόδιοι τὴν προσοχήν των ἐπὶ τοῦ σπουδαίου τούτου ζητήματος, καὶ ἀντὶ προαγωγῆς, τὴν ὁποίαν ἠδύναντο νὰ προσφέρωσι μόνον πρὸς ἔνδειξιν τιμῆς εἰς τοὺς ἀρχαιοτέρους ὑπαξιωματικοὺς, ὧν ὁ ἀριθμὸς ἦτο ἐλάχιστος, εἰς τοὺς νεωτέρους ἐκ τῶν συνιστωμένων νὰ δώσωσι τὸ δικαίωμα τῆς εἰσαγωγῆς αὐτῶν, καίπερ ὁπωσδήποτε ὑπερηλίκων κατὰ τὸν νόμον, εἰς τὸ Σχολεῖον ὑπαξιωματικῶν, ὅπου, ἐπὶ τριετίαν διδασκόμενοι, θὰ κατηρτίζοντο καὶ θεωρητικῶς· ἀλλὰ ποῖος ν’ ἀκούσῃ τοὺς λόγους μου; Κατήρτισαν ἐπιτροπήν, καὶ ἡ ἐπιτροπὴ εἶπεν «ἑπτὰ ἠνδραγάθησαν μόνον», καὶ οἱ ἑπτὰ οὗτοι ὑπαξιωματικοὶ, νομίζοντες ὅτι ἀπέκτησαν δικαιώματα, ζητοῦσι τὴν προαγωγήν των. Ἐγὼ δὲν γνωρίζω, τί ἀκριβῶς ἔπραξαν οἱ ἑπτὰ οὗτοι· ἔχω ὅμως λόγους νὰ πιστεύω, ὅτι ὑπάρχουσι καὶ ἄλλοι, ἴσα τουλάχιστον ἔχοντες δικαιώματα· πιστεύω δὲ τοῦτο, διότι καλῶς ἐνθυμοῦμαι τὸν λόγον, δι’ ὃν ἀξιωματικὸς τοῦ τάγματός μου ὑπέβαλεν ἔκθεσιν περὶ ἑνὸς, τότε μὲν λοχίου, νῦν δ’ ἐπιλοχίου, καὶ ἐνῷ ἡ πρᾶξις τοῦ ὑπαξιωματικοῦ ἐκείνου ἦτο ἀληθῶς ἔξοχος, δὲν βλέπω τὸ ὄνομα αὐτοῦ μεταξὺ τῶν ἑπτὰ τούτων, οὓς καὶ μόνους ἡ ἐπιτροπὴ ἀναγορεύει διαπρέψαντας. Τί συμβαίνει; Κακὴ ἐκτίμησις; παράβλεψις; ἐπιπολαιότης; ἀπώλεια τῆς ἐκθέσεως ἐκείνης, περὶ ἧς ὁμιλῶ; Δὲν γνωρίζω, καὶ διὰ τοῦτο δὲν ἐκφέρω καὶ γνώμην. Δὲν θέλω, Κύριοι, νὰ εἴπω, ὅτι δὲν ὑπῆρξαν ἄνδρες ἐκτελέσαντες τὸ καθῆκόν των. Δὲν θέλω νὰ στερήσω τὸν τόπον μου τῆς τιμῆς, ὅτι ἔχει τέκνα, γνωρίζοντα νὰ θυσιάζωσιν ἑαυτὰ ὑπὲρ τῆς πατρίδος. Εἶμαι ὅμως βέβαιος, ὅτι, ὡς ἐγένοντο τὰ πράγματα, ἡ ἐπιτροπὴ, ἀποφαινομένη, ὡς λέγεται, μόνον ὑπὲρ ἑπτὰ ὑπαξιωματικῶν, σφάλλεται κατὰ πολὺ, διότι οἱ ἐκπληρώσαντες τὸ καθῆκόν των εἰσὶ πολὺ πλείονες. Εἰς δισχιλίους, εἶπε πρότερον ὁ κ. Ὑπουργὸς, ἀνέρχονται οἱ συνιστώμενοι ὑπὸ τῶν διοικητῶν, καὶ εἰς ἑπτὰ μόνον περιορίζει ἡ ἐπιτροπὴ τοὺς ἀξίους προαγωγῆς. Ἄς ἴδωμεν τὴν αἰτιολογικὴν τῆς ἐπιτροπῆς ἔκθεσιν, καὶ τότε θέλομεν κρίνει, ἂν οἱ ἑπτὰ οὗτοι ἠνδραγάθησαν πράγματι, ἢ μόνον ἐξεπλήρωσαν τὸ καθῆκόν των, ὅτε καὶ οὐδεὶς πρέπει νὰ γένηται περὶ αὐτῶν ὡς προβιβαστέων λόγος. Εἶμαι ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι πλειστάκις ἐντεῦθεν ὕψωσαν τὴν φωνήν των ὑπὲρ τῶν ἀληθῶς ἀναξιοπαθούντων ὑπαξιωματικῶν τοῦ στρατοῦ. Εἶμαι ὁ πρῶτος εἰσηγητὴς τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον ἐξησφάλισεν ὁπωσδήποτε εἰς αὐτοὺς τὸν ἄρτον κατὰ τὸ γῆράς των. Εἶμαι ὁ Βουλευτὴς, ὁ ὁποῖος οὐδέποτε ἔπαυσεν ὑπερασπιζόμενος τοὺς ὑπαξιωματικοὺς, καὶ ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος ἀδιαλείπτως μεριμνᾷ ὑπὲρ αὐτῶν καὶ ἐπιθυμεῖ τὴν ἐν γένει βελτίωσιν τῆς καταστάσεώς των. Προκειμένου ὅμως περὶ τοῦ ζητήματος τῶν ἀμοιβῶν τούτων, καὶ ἀναλογιζόμενος τὰς συνεπείας, ἃς θέλει ἔχει ἡ προαγωγὴ τῶν ἑπτὰ αὐτῶν ὑπαξιωματικῶν, ἡ ὁποία θὰ μαράνῃ καὶ θ’ ἀπογοητεύσῃ πλείστους ὅσους ἄλλους, ἔχω τὸ θάρρος νὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ μὴ σπεύσῃ, ἀλλὰ νὰ συστήσῃ νέαν ἐπιτροπὴν, μὲ τὴν ἐντολὴν, ὅπως αὕτη ἐπισταμένως μελετήσῃ τὸ ζήτημα καὶ ὁρίσῃ ἠτιολογημένως ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι πρέπει νὰ ἀμειφθῶσι, μεθ’ ὃ τὸ Ὑπουργεῖον νὰ προβῇ εἰς τὴν ἀπονομὴν τῶν ἀμοιβῶν, διατελοῦν ἐν τῇ βεβαιότητι, ὅτι ἐπὶ τῇ ἀπονομῇ ἐκείνῃ οὐδὲν δίκαιον παράπονον θέλει διατυπωθῆ ἐκ μέρους τῶν στηριζομένων εἰς μόνα τὰ ψυχοχάρτια τῶν διοικητῶν των.
§81Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου ἀρκεῖ βεβαίως μία ἐπιτροπὴ, ἥτις νὰ ἐξετάσῃ καὶ ἀνεύρῃ τοὺς ἀνδραγαθήσαντας· ἂν δὲ μεταξὺ τῶν 2,000 ὑπάρχωσιν 20 ἢ 40 ἀνδραγαθήσαντες, αὐτοὶ πρέπει νὰ ἀμειφθῶσιν. Ἀλλ’ εἶμαι γνώμης, ὅτι ἐκτὸς τῆς ἐπιτροπῆς ταύτης πρέπει νὰ σχηματίσωμεν καὶ ἄλλην, ἡ ὁποία νὰ ἐξετάσῃ τὸ ἀκόλουθον ζήτημα. Ὑπάρχουσι βάσιμοι πληροφορίαι, ὅτι πολλοὶ ἐκ τῶν ἀξιωματικῶν τῶν προτεινάντων εἰς προβιβασμὸν τοὺς ὑπαξιωματικοὺς αὐτοὺς, δὲν ἦσαν κἄν εἰς τὴν μάχην, εἰς τὴν ὁποίαν ἠνδραγάθησαν οἱ ὑπαξιωματικοί, τῶν ὁποίων προτείνουσι τὸν προβιβασμόν. Συνεπῶς νομίζω, ὅτι τὸ ζήτημα εἶναι σοβαρώτατον, καὶ πρέπει νὰ διορισθῇ ἄλλη ἐπιτροπὴ, ἡ ὁποία νὰ ἐξετάσῃ καὶ ἀνεύρῃ τοὺς κυρίους αὐτοὺς, οἱ ὁποῖοι, χωρὶς νὰ ἦναι εἰς τὴν μάχην, θέλουσι νὰ κάμωσι ῥουσφέτια εἰς τοὺς εὐνοουμένους των, καὶ ζητοῦσι νὰ ἐξαπατήσωσι τὴν Κυβέρνησιν. Πρέπει συνεπῶς ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν νὰ ἐνεργήσῃ ἐναντίον ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι θέλουσι νὰ ἐξαπατήσωσιν αὐτόν.
§82Ν. ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Νομίζω, κύριοι Βουλευταί, ὅτι καθῆκον ἔχω νὰ παράσχω εἰς τὴν Βουλὴν τὰς δεούσας πληροφορίας ἐπὶ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν θέματος. Ἐνθυμεῖσθε πάντες, ὅτι κατὰ συνεδρίασίν τινα τῆς παρελθούσης Συνόδου ἡ Βουλὴ ἐξέφρασεν εὐχὴν, ὅπως ὡς τάχιστα ἡ Κυβέρνησις φέρῃ εἰς πέρας τὴν ἐκκρεμῆ ὑπόθεσιν τῆς ἀμοιβῆς τῶν ἀνδραγαθησάντων ὑπαξιωματικῶν κατὰ τὸν πόλεμον τοῦ 1897. Κατ’ ἐκείνην τὴν ἐποχὴν διετέλουν Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ὑπεσχέθην δὲ εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι πάσῃ δυνάμει θὰ προσπαθήσω νὰ φέρω εἰς πέρας τὸ ἀκανθῶδες αὐτὸ ζήτημα. Δὲν μοὶ ἦτο ἐπιτετραμμένον νὰ μεταβάλω τὰ μέλη τῆς ἐπιτροπῆς, ἥτις ἀπετελεῖτο ἀπὸ ἀξιωματικοὺς ἐκλεκτοὺς τοῦ Ἑλληνικοῦ στρατεύματος, πρόεδρος τῆς ὁποίας ἦτο ὁ στρατηγὸς Βάσσος. Πρῶτόν μου δὲ μέλημα ὑπῆρξε νὰ ἔλθω εἰς συνεννόησιν πρὸς τὸν πρόεδρον τῆς ἐπιτροπῆς, ὅπως διακανονίσωμεν τὰ τῆς διεκπεραιώσεως τοῦ ζητήματος. Ὁ στρατηγὸς κύριος Βάσσος, κληθεὶς εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, ἔδειξε μεγίστην προθυμίαν, ὅπως ὡς τάχιστα ἐπιληφθῇ τῆς διεκπεραιώσεως τῆς ὑποθέσεως ταύτης καὶ τῆς συντάξεως τοῦ ὁριστικοῦ πίνακος τῶν ἐχόντων δικαίωμα προαγωγῆς καὶ ἀμοιβῆς τινος. Οὗτος μοὶ ὡμολόγησεν, ὅτι ὄντως αἱ προτάσεις αἱ ὑποβληθεῖσαι ὑπὸ τῶν διαφόρων σωματαρχῶν εἶναι ἄπειροι, ἀλλ’ ὅτι θὰ προσπαθήσῃ νὰ φέρῃ εἰς πέρας τὸ ἔργον συμφώνως πρὸς τὸ συμφέρον τοῦ ἔθνους καὶ τοῦ στρατοῦ. Μετὰ πάροδον μηνῶν τινων ἡ ἐπιτροπὴ ἐπέρανε τὸ ἔργον της, τὸ ἀποτέλεσμα δὲ ὑπεβλήθη εἰς τὸ Ὑπουργεῖον μετὰ πίνακος τῶν ἀξίων ἀμοιβῆς. Καθ’ ὅσον ἐνθυμοῦμαι, ἑπτὰ μόνον ὑπαξιωματικοὶ προετείνοντο διὰ τὸν προβιβασμὸν εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ ἀξιωματικοῦ, περὶ τοὺς 23 δὲ προετείνοντο δι’ ἄλλας ἀμοιβὰς, οἷον ἀπονομὴν παρασήμων, ἐπαίνων κλπ. Ἐπειδὴ ἐγὼ τυπικῶς εὗρον ἐλλείψεις τινὰς, παρεκάλεσα τὸν στρατηγὸν ν’ ἀναθεωρήσῃ τὸν πίνακα καὶ ὑποβάλῃ αὐτὸν ἐκ νέου, ὅπως οὕτω καταστῇ ὁριστικὸς καὶ ὑποχρεωτικὸς διὰ τὴν Κυβέρνησιν. Ἀλλ’ ἐν τῷ μεταξὺ ἡ Κυβέρνησις παρῃτήθη, καὶ τὸ ζήτημα ἔμεινεν εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο. Δὲν νομίζω λοιπὸν, ὅτι εἶναι πρέπον νὰ ζητῶμεν τώρα ἀνασύστασιν ἐπιτροπῶν καὶ συζήτησιν ἐκ νέου περὶ προσόντων πρὸς καταρτισμὸν νέου πίνακος τῶν ἀνδραγαθησάντων καὶ ἀμοιβὴν αὐτῶν εἴτε δι’ ἀπονομῆς βαθμοῦ ἀνωτέρου, εἴτε δι’ ἀπονομῆς παρασήμων ἢ ἄλλων ἀμοιβῶν, Φρονῶ, ὅτι εἶναι ἐνδεδειγμένον νὰ γένηται ἀποδεκτὸς ὁ πίναξ αὐτὸς, καὶ νὰ θεωρηθῇ περατωμένη ἡ ὑπόθεσις αὕτη τῶν ἀνδραγαθησάντων ὑπαξιωματικῶν, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξευρεθῇ ἄλλη τις λύσις.
§83Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§84Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Ἐγὼ ἐπαναλαμβάνω νὰ συστήσω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ μὴ ἀφήσῃ τὴν πρότασίν μου διὰ τὰς Ἑλληνικὰς καλένδας, ἀλλὰ νὰ συστήσῃ ἐπιτροπήν.
§85Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Τὸ καλλίτερον μέσον εἶναι νὰ ἐδημοσιεύετο ὁ πίναξ καὶ τῶν προτεινομένων καὶ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι προτείνουν τοὺς ἀνδραγαθήσαντας. Νὰ ἦσθε βέβαιοι, ὅτι, ἂν μάθουν, ὅτι αὔριον θὰ γείνουν γνωστὰ τὰ ὀνόματα αὐτῶν, θέλουσι σπεύσει νὰ παρακαλέσουν νὰ μὴ δημοσιευθοῦν, καὶ πολλοὶ θὰ δηλώσουν, ὅτι παραιτοῦνται πάσης ἀμοιβῆς.
§86Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Νὰ δημοσιευθῇ ὁ πίναξ καὶ νὰ διανεμηθῇ εἰς τοὺς κυρίους Βουλευτάς.
§87Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Εἰς τὴν Νότιον Ἀφρικὴν ὁ ἀγγλικὸς στρατὸς ἔπαθε πολλὰς ζημίας, καὶ δὲν εὑρέθη ἀγγλικὴ ἐφημερὶς νὰ ἐλέγξῃ τὸν στρατὸν ἐκεῖνον, οὕτω μαχόμενον. Εἰς δὲ τὸ μικρὸν αὐτὸ ἔθνος, ὅπου ἔπρεπε νὰ καλύψωμεν τὰ αἴσχη, τὰ ὁποῖα κατηγγέλθησαν ὑπὸ στρατιωτικῶν καὶ πολιτικῶν, εὑρέθησαν Βουλευταὶ νὰ ἐξευτελίσουν ἀξιωματικοὺς καὶ ὑπαξιωματικοὺς, καὶ νὰ διασαλεύσουν ἐκ βάθρων τὴν μόνην δύναμιν, τὴν ὁποίαν ἔχει ἡ Ἑλλὰς νὰ ἀντιτάξῃ πρὸς πᾶσαν ἀδικίαν, ἡ ὁποία πρόκειται νὰ λάβῃ χώραν κατὰ τῆς πατρίδος ἡμῶν. Ἀπόψε συνετρίψατε τὴν δύναμιν αὐτήν!
§88Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Οἱ λέγοντες τὴν ἀλήθειαν παρρησίᾳ ἐποικοδομοῦσι τὸ ἔργον, τὸ ὁποῖον σεῖς ἠρχίσατε εἰς τὰ Πέντε Πηγάδια, καὶ τὸ ὁποῖον δὲν ἦλθεν εἰς πέρας, διότι σᾶς ἄφησαν μόνον.
§89Κ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὁ κ. Ἀναστασόπουλος, ὁ ὁποῖος βεβαίως θὰ ἐμελέτησε καὶ τὴν πολεμικὴν ἱστορίαν τῶν διαφόρων ἐθνῶν, θὰ εἶδεν εἰς αὐτὴν, ὅτι καὶ εἰς μεγάλα στρατεύματα μεγάλων ἐθνῶν, κατηρτισμένα τελείως, ὑπῆρξαν ῥιψάσπιδες. Ἀλλ’ ἐκεῖ ἐνόμισαν, ὅτι θὰ ἔκαμνον προδοσίαν πρὸς τὴν πατρίδα, ἐὰν διεπόμπευον τὸν στρατὸν ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος ἡττήθη. Δὲν ἠξεύρω, ἐὰν παρ’ ἡμῖν ὑπῆρξαν ἀξιωματικοὶ, οἱ ὁποῖοι δὲν παρευρέθησαν εἰς μάχας, καὶ ὅμως ἐσύστησαν ὑπαξιωματικοὺς, ἀλλὰ γνωρίζω εἰς τοὺς τοιαῦτα λέγοντας, ὅτι ὁ σωματάρχης δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ παρευρίσκηται ἐφ’ ὅλης τῆς γραμμῆς τῆς παρατάξεως ἑνὸς συντάγματος καὶ ν’ ἀντιλαμβάνηται ὅλων τῶν λεπτομερειῶν τῶν διαφόρων τμημάτων, ἀλλ’ οἱ ἁρμόδιοι ἀξιωματικοὶ δίδουσι πληροφορίας περὶ τῆς στάσεως ἑνὸς ἑκάστου αὐτῶν, καὶ εἶναι δυνατὸν ὁ σωματάρχης νὰ μὴ ἦναι ἐπὶ τῆς γραμμῆς τοῦ πυρὸς, καὶ ὅμως νὰ γνωρίζῃ ποῖοι ἐκ τῶν ἀξιωματικῶν καὶ ὑπαξιωματικῶν ἐξεπλήρωσαν τὸ ἑαυτῶν καθῆκον, καὶ ποῖοι ἐξεπλήρωσαν τοῦτο κατὰ τρόπον ἐξαιρετικὸν ἀπὸ τοὺς ἄλλους. Διὰ τοῦτο εἰς τὴν ἔκθεσίν μου θὰ ἴδητε τὴν διάκρισιν, τὴν ὁποίαν ἔκαμα, καὶ ποίους ἐσύστησα ἐγὼ, καὶ δυνάμει τίνος συστάσεως· δυνάμει συστάσεως ἐκείνου, περὶ τοῦ ὁποίου δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ δευτέρα γνώμη, τοῦ Ἀντωνίου Καμάρα, ἀξιωματικοῦ, ὁ ὁποῖος διεκρίθη εἰς δύο μάχας, καὶ ἐν τῇ τελευταίᾳ μάλιστα, τῇ ἐν Γριμπόβῳ, ἐξετόπισε τοὺς ἐχθρούς. Τοιοῦτος ἦτο ὁ ἀξιωματικὸς, ὁ ὁποῖος μοὶ ἔδωκε τὴν γνώμην περὶ ὑπαξιωματικοῦ, ὁ ὁποῖος διετάχθη νὰ μείνῃ ἐκεῖ, ὁπόθεν ἦτο δυνατὸν νὰ μὴ ἐπιστρέψῃ, νὰ μείνῃ διὰ νὰ φυλάξῃ τὰ πλευρά μου καὶ τὰ νῶτα. Ὁ ὑπαξιωματικὸς ἐκεῖνος ἔλαβε τρεῖς πληγὰς, ἦτο δὲ ἀδύνατον νὰ τὸν σύρουν οἱ ὑπ’ αὐτὸν στρατιῶται· ὅτε δ’ ἔφθασεν ὁ Καμάρας καὶ ἤθελε νὰ τὸν σύρῃ, ὁ ὑπαξιωματικὸς ἐκεῖνος τῷ εἶπεν: «ἀξιωματικέ μου, φύγε· εἶμαι ἀνίκανος νὰ συρθῶ». Καὶ ὁ ἀξιωματικὸς ἔφυγε. Τοιοῦτον ὑπαξιωματικὸν ἐσύστησα μεταξὺ ὅλων, οἱ ὁποῖοι ἀπέμειναν ἐκ τοῦ τάγματος ἐκείνου μὲ τὰ αἱματοβαφῆ πρόσωπά των. Δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον λοιπὸν, χωρὶς νὰ γνωρίζῃ ἐν λεπτομερείᾳ τὰ πράγματα ἡ Βουλὴ, νὰ ἀποφαίνηται κατὰ τοιοῦτον τρόπον περὶ τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ στρατοῦ, οὐδὲ εἶναι ἐπιτετραμμένον ἐνταῦθα νὰ διαπομπεύωμεν αὐτοὺς, μὴ δυναμένους νὰ ὑπερασπίσωσιν ἑαυτοὺς, καὶ ἐν τῇ ῥύμῃ τοῦ λόγου μας νὰ διασύρωμεν πάντας, καὶ ἐν τῇ κατηγορίᾳ μεταξὺ τῶν ὀλίγων, οἱ ὁποῖοι θὰ εὑρεθῶσι μὴ ἐκπληρώσαντες τὸ ἑαυτῶν καθῆκον, νὰ συμπεριλαμβάνωνται καὶ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι δὲν ἐσυλλογίσθησαν τὴν σάρκα αὑτῶν διὰ νὰ ὑπερασπίσωσι τὴν τιμὴν τῶν ὅπλων καὶ τὴν σημαίαν. Διαμαρτύρομαι ἐντόνως κατὰ τῶν λεχθέντων ἐν τῷ περιβόλῳ τούτῳ, καὶ θὰ παρακαλέσω τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ μὴ ἐκτελέσῃ τὴν παράκλησιν τοῦ ἐκ Χαλκίδος ἀξιοτίμου συναδέλφου, τοῦ νὰ προσαγάγῃ εἰς τὴν Βουλὴν ἐκθέσεις, οὔτε εἶναι ἔργον τῆς Βουλῆς νὰ ἐξετάσῃ τὰ τοιαῦτα περιστατικὰ καὶ ζητήματα ὑπηρεσιακά. Οὔτε εἶναι συμφέρον διὰ τὴν Πολιτείαν ἡμῶν τοιαῦτα ζητήματα τοσοῦτον ἐπιπολαίως νὰ ῥίπτωνται ἐν τῷ μέσῳ ἡμῶν καὶ νὰ διϋλίζωνται κατὰ τοιοῦτον τρόπον. Ἡ Ἑλλὰς εἶναι μικρὰ, καὶ ἔχει ἀπέναντι αὑτῆς ἐχθρὸν μὲ δύναμιν τετραπλασίως ἀνωτέραν τῆς ἰδικῆς της· ἡ Ἑλλὰς ἔχει τὴν ὑποχρέωσιν νὰ δεικνύῃ, ὅτι εἰς τὰ σπλάγχνα της ὑπάρχουσι τὰ πάντα πλήρη, νὰ ἀγωνίζηται δὲ νὰ τὰ καταστήσῃ τοιαῦτα, οὐχὶ δὲ νὰ ἀνοίγῃ τὰς πληγάς της καὶ νὰ δεικνύῃ ταύτας πρὸς τὸν ἐχθρόν, καὶ νὰ τῷ δίδῃ τὸ ἔδαφος, ἐπὶ τοῦ ὁποίου θὰ δράσῃ ἐπιτυχῶς, ὅπως ἐδώσαμεν εἰς τὸν στρατηγὸν Σεϊφουλάχ, καὶ ἠδύνατο ἐν γνώσει τοῦ πεδίου νὰ δράσῃ, ὅπως καὶ ἔδρασεν ἐκεῖ. Ἐὰν ὁ στρατὸς ἡμῶν ἡττήθη, ἐὰν ὁ στρατὸς ἡμῶν ὑπεχώρησε, δὲν εἶναι αἰτία τὰ ἄτομα. Διαμαρτύρομαι ἐντόνως. Καὶ ὅταν ἔλθῃ ἡ συζήτησις, θέλω τὸ ἀποδείξει τρανῶς, καὶ θέλω ἀποδείξει μετὰ στοιχείων ἀναμφισβητήτων, ποῖα ἦσαν τὰ αἴτια τῆς ἀποτυχίας. Ἐπ’ οὐδενὶ δὲ λόγῳ θὰ ἐπιτρέψω εἰς κανένα νὰ ὑβρίσῃ τὸν στρατιώτην ἢ τὸν ἀξιωματικόν, διότι ἐνώπιον τοῦ ἐχθροῦ τὸν εἶδον ποίαν ἀξίαν εἶχεν, ὅτε διῳκεῖτο καλῶς (Ἐπιδοκιμασίαι). Ἐὰν ἔχω παράπονον, ἔχω ἕν, τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι τῆς στιγμῆς ταύτης νὰ τὸ εἴπω, κατὰ κυβερνήτου τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, ὁ ὁποῖος δὲν ἐνεπιστεύθη εἰς ἑαυτὸν τὴν διοίκησιν τοῦ στρατοῦ τῆς πατρίδος. Κύριε Ὑπουργέ, σᾶς παρέδωκεν ἡ ἐπιτροπὴ τὴν ἔκθεσιν αὐτῆς περὶ τῶν ἀνδραγαθησάντων ὑπαξιωματικῶν. Ὑποχρέωσιν ἔχετε νὰ ἱκανοποιήσητε αὐτούς· καὶ ἂν τυχὸν δὲ ἀδικηθῇ τις, δύνασθε κατόπιν νὰ ἐξελέγξητε τὴν παράλειψιν, καὶ νὰ ἱκανοποιήσητε καὶ αὐτόν. Ἄλλως τε, προκειμένου νὰ ἱκανοποιηθῶσιν οἱ ὑπαξιωματικοὶ διὰ τὰς μελλούσας δεινὰς περιστάσεις τῆς πατρίδος ἡμῶν, νομίζω, ὅτι καὶ ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος θὰ ἀδικηθῇ ἐκ τῆς περιστάσεως ταύτης, θὰ σφίγξῃ τὴν καρδιά του καὶ θὰ εἴπῃ: ἂς ἱκανοποιηθῶσιν οἱ ἄλλοι, διὰ νὰ ἱκανοποιηθῇ μίαν ἡμέραν ἡ πατρὶς ἡμῶν.
§90ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Πετροπουλάκης ἔχει τὸν λόγον.
§91Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Παραιτοῦμαι.
§92ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἀναστασόπουλος.
§93Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§94Δ. ΚΡΙΤΣΑΣ. Δὲν ἐσκόπουν νὰ ἐπανέλθω εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο. Τὰ λεχθέντα ὅμως—εἰς ἀπάντησιν βεβαίως καὶ τῶν ὑπ’ ἐμοῦ λεχθέντων—ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Οἰτύλου συναδέλφου μὲ ἔπεισαν, ὅτι καθῆκον εἶχον νὰ λάβω καὶ πάλιν τὸν λόγον. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Οἰτύλου, ἀρχόμενος τοῦ λόγου του, ἔκρινε καλὸν νὰ ἐκφράσῃ τὴν λύπην του ἐπὶ τῷ ὅτι εὑρέθησαν Βουλευταί, στρατιωτικοὶ καὶ μὴ, ν’ ἀποκαλύψωσιν ἐνταῦθα τὴν κατάστασιν τοῦ στρατοῦ μας. Ἐπειδὴ εἶπον καὶ ἐγώ τινα, δικαιοῦμαι, νομίζω, νὰ πιστεύω, ὅτι καὶ πρὸς ἐμὲ ἀπηυθύνοντο αἱ παρατηρήσεις του, καὶ διὰ τοῦτο ἀπαντῶ εἰς ἕκαστον τῶν θεμάτων, τὰ ὁποῖα ἐπραγματεύθη. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Οἰτύλου εἶπεν, ὅτι κακῶς ἐλέχθη ἐνταῦθα, ὅτι ἐσφαλμένως πλεῖστοι τῶν διοικητῶν τῶν ταγμάτων καὶ συνταγμάτων ὑπέβαλον συστάσεις ὑπὲρ τῶν ὑπ’ αὐτοὺς ὑπαξιωματικῶν. Ἵνα δὲ δικαιολογήσῃ τοῦτο, καίτοι κατ’ ἀρχὴν τὸ ἀπέκρουσεν, εἶπεν, ὅτι ὁ διοικητὴς ἑνὸς στρατεύματος δὲν δύναται νὰ ἦναι παρὼν πανταχοῦ τῆς παρατάξεως τοῦ ὑπ’ αὐτὸν σώματος, ἀλλὰ εἰς ἓν σημεῖον μόνον μένων καὶ τὴν γενικὴν τῆς μάχης διεύθυνσιν ἔχων, πρέπει νὰ βλέπῃ τί συμβαίνει ἐν τῇ δικαιοδοσίᾳ του γενικῶς, χωρὶς νὰ δύναται ν’ ἀντιλαμβάνηται καὶ τὰς λεπτομερείας ἑκάστου σημείου. Τοῦτο εἶναι ἀκριβές· ἀλλ’ ὅτε ἐγὼ εἶπον, ὅτι κατὰ τὰς μάχας καὶ ἐν γένει κατὰ τὸν πόλεμον τοῦ 1897 δὲν ἐτηρήθησαν ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα περιλαμβάνουσιν οἱ κανονισμοί μας, δὲν ἐνόουν βεβαίως, ὅτι ταῦτα δὲν ἐτηρήθησαν ἐκ μέρους μόνον τῶν διοικητῶν μεγάλων μονάδων στρατοῦ, ἤτοι μεραρχιῶν, ταξιαρχιῶν ἢ καὶ συνταγμάτων, οἱ ὁποῖοι καὶ ὡς ἐκ τῆς πληθύος τοῦ ὑπ’ αὐτοὺς στρατοῦ δὲν δύνανται, κατὰ τὸν κ. συνάδελφον, νὰ δώσωσι προσοχὴν εἰς τὰς λεπτομερείας, ἀλλ’ ἐνόουν, ὅτι οἱ κανονισμοὶ δὲν ἐτηρήθησαν ἐκ μέρους καὶ τῶν διοικητῶν τῶν ταγμάτων καὶ τῶν λόχων, εἰς τοὺς ὁποίους ἀναμφισβητήτως ἀνατίθενται κατὰ τὰς μάχας ὑπηρεσίαι καὶ πράξεις ἀποτελοῦσαι λεπτομερείας καὶ οὐχὶ γενικότητας. Δὲν λέγουσιν οἱ κανονισμοί, ὅτι οἱ διοικηταὶ τῶν ταξιαρχιῶν καὶ μεραρχιῶν μόνον ὀφείλουσι νὰ ὑποβάλλωσι τὰς ἡμερησίας ἀναφορὰς καὶ συντάσσωσιν ἰδίας ἐκθέσεις περὶ ἐκείνων ἐκ τῶν ὑπ’ αὐτούς, οἵτινες κατὰ τὴν γνώμην των ἐξόχως εἰργάσθησαν. Οἱ κανονισμοὶ λέγουσιν, ὅτι πᾶς διοικῶν τμῆμα στρατοῦ—καὶ τὸ τμῆμα τοῦτο δύναται νὰ ἦναι καὶ μία διμοιρία—καθ’ ἑκάστην ὑποβάλλει ἀναφορὰν περὶ τῶν κατὰ τὴν προτεραίαν συμβάντων ἐν τῷ τμήματί του, ἔκθεσιν δὲ ἰδίαν περί τινος, οὗ ἡ πρᾶξις χαρακτηρίζεται ὑπὸ τοῦ διοικητοῦ τοῦ τμήματος ἀξία εἰδικῆς μνείας, καὶ ὅτι ὁ πρὸς ὃν ἡ ἀναφορὰ αὕτη ὑποβάλλεται, ἂν καὶ ὑπ’ αὐτοῦ ἡ ἔκθεσις θεωρηθῇ καλῶς ὑποβληθεῖσα, καταχωρίζει αὐτὴν εἰς τὴν ἡμερησίαν διαταγήν του, ὅπως διὰ ταύτης καταστῇ γνωστὴ ἡ πρᾶξις εἰς ἅπαν τὸ σῶμα καὶ ὅπως ἐν καιρῷ τῷ δέοντι ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ἡ σύστασις αὕτη. Ἂν λοιπὸν ἐγὼ εἶπον τοῦτο, τὸ εἶπον οὐχὶ ἵνα ποιήσωμαι ὑπαινιγμὸν κατὰ τῶν διοικητῶν μεγάλων μονάδων, ἀλλ’ ἵνα δείξω, ὅτι πάντες ἡμεῖς οἱ ἀξιωματικοί, ἐκτὸς ἴσως ὀλίγων ἐξαιρέσεων, κατὰ τὸν πόλεμον ἐκεῖνον οὐδεμίαν κατεβάλομεν προσπάθειαν, ὅπως συμμορφωθῶμεν πρὸς τοὺς κανονισμούς μας, τοὺς ὁποίους, ἀντὶ νὰ φέρωμεν ἐν τοῖς κόλποις ἡμῶν, ἐπετάξαμεν, νομίσαντες ὅτι οὗτοι οὐδόλως μᾶς ἐχρησίμευον. Ἀλλ’ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Οἰτύλου ἔκρινε καλὸν ν’ ἀναφέρῃ καί τινα ἐξ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἐξετυλίχθησαν πρὸ τῶν ὀφθαλμῶν του ἐν τῷ Ἠπειρωτικῷ ἐδάφει. Δύναται ὅμως νὰ γνωρίζῃ ὁ κ. Βουλευτὴς πάνθ’ ὅσα ἐξετυλίχθησαν πρὸ τῶν ὀφθαλμῶν πάντων τῶν ἄλλων ἀξιωματικῶν; Ταῦτα καλὸν ἦτο νὰ παρελείποντο· διότι, ἂν ἐπιχειρήσῃ ἕκαστος ἐξ ἡμῶν νὰ εἴπῃ ἐνταῦθα ὅσα εἶδε, δὲν θέλει ἀρκέσει πρὸς τοῦτο καὶ ἑνὸς ἔτους χρονικὸν διάστημα. Ἐγὼ οὐδέποτε ἐφαντάσθην νὰ εἴπω, ὅτι ἡ Ἑλλὰς στερεῖται ἀνδρῶν, δυναμένων ἐν δεδομένῃ στιγμῇ ν’ ἀποθάνωσιν ὑπὲρ αὐτῆς· ἀλλ’ ἐνῷ λέγω τοῦτο, πείθομαι ἐκ τῶν λεγομένων ἐνταῦθα, ὅτι πρόκειται οὐχὶ περὶ ἐξόχως ἀνδραγαθησάντων, ἀλλὰ περὶ ἀνθρώπων, περὶ στρατιωτικῶν ἐκπληρωσάντων τὸ ἑαυτῶν καθῆκον. Καὶ ἂν πράγματι περὶ τοιούτων πρόκηται, ἐγὼ τοὐλάχιστον συνιστῶ νὰ παύσῃ ἡ συζήτησις, διότι, κατὰ τὴν γνώμην, ἣν ἔχω καὶ ἣν πλειστάκις ἐνταῦθα ἐξέφρασα, ἡ ἐκπλήρωσις τοῦ καθήκοντος εἶναί τι ἄξιον βεβαίως ἐπαίνου καὶ ἐκτιμήσεως, οὐχὶ ὅμως καὶ ἄξιον ἰδιαιτέρας ἀμοιβῆς. Οἱ ἐκπληροῦντες τὸ καθῆκόν των στρατιωτικοὶ δὲν πρέπει ν’ ἀμείβωνται· πρέπει μόνον νὰ τιμωρῶνται οἱ μὴ ἐκπληροῦντες αὐτό, καὶ τοῦτο εἶναι ἡ μεγίστη ἱκανοποίησις διὰ τοὺς πρώτους. Μόνον δι’ αὐτὴν τὴν ἐκπλήρωσιν τοῦ καθήκοντος τρέφει τὸν στρατὸν ἡ Πολιτεία, καὶ διὰ τοῦτο, προκειμένου περὶ τούτου καὶ μόνου, οὐδεμία ἀμοιβὴ ὀφείλεται, καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει πᾶσα συζήτησις πρέπει νὰ παύσῃ. Ἂν ὅμως πρόκηται περὶ πραγματικῆς ἀνδραγαθίας, τότε καὶ ἐγὼ συντάσσομαι τῇ γνώμῃ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι συνιστῶσι τὴν ἀπονομὴν ἀμοιβῶν, ὑπὸ τὸν ὅρον ὅμως νὰ ἐξετασθῶσι τὰ πράγματα καλῶς καὶ οὕτως, ὥστε ἠτιολογημένως νὰ προταθῶσιν ἀπονομαὶ τοιούτων ἀμοιβῶν εἰς ὑπαξιωματικούς, ἔστω καὶ πολὺ πλείονας τῶν ἑπτά, οὓς καὶ μόνους ἡ ἐπιτροπὴ ὅλως ἀναιτιολογήτως συνιστᾷ. Ὁ κύριος ὅμως Βουλευτὴς ἐξ Οἰτύλου εἶπε καὶ ἄλλο τι, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ὀφείλω ν’ ἀπαντήσω, διὰ τὸν λόγον, ὅτι ἐπὶ τούτου ἔχω ὅλως ἀντίθετον γνώμην. Εἶπεν ὁ κύριος συνάδελφος, ὅτι ἡ Ἑλλὰς ἔχει νὰ διεκδικήσῃ πλεῖστα ὅσα ἐθνικὰ δικαιώματα, καὶ ὅτι ταῦτα θὰ τὰ διεκδικήσῃ ἐρχομένη εἰς χεῖρας πρὸς Κράτος τετραπλασίαν ἔχον τὴν δύναμιν, καὶ ὅτι ἕνεκα τούτου δὲν ἐπιτρέπεται εἰς ἡμᾶς, τοὺς στρατιωτικοὺς καὶ μὴ, Βουλευτὰς ν’ ἀποκαλύπτωμεν τὰ ἕλκη ἡμῶν, ἐπιδεικνύοντες εἰς τὸν ἐχθρὸν τὸ σκωληκόβρωτον ἡμῶν σῶμα. Τὴν γνώμην ταύτην, ἡ ὁποία, ὡς γνώμη, πρέπει νὰ ᾖ σεβαστή, ἔχουσι πολλοὶ, μεταξὺ τῶν ὁποίων καὶ ὁ κύριος Βουλευτὴς ἐξ Οἰτύλου. Ἐγὼ ὅμως ἔχω ὅλως διάφορον γνώμην, καὶ τὴν γνώμην ταύτην, δοθείσης μοι εὐκαιρίας, οὐδένα ἔχω δισταγμὸν ν’ ἀνακοινώσω ὑμῖν, κύριοι συνάδελφοι. Παραβαλλόμενον τὸ Κράτος ἡμῶν πρὸς τὸ τῆς Τουρκίας, μετὰ τοῦ ὁποίου θὰ συμπλακῶμεν, ὁπόταν ἐπιστῇ ἡ ὥρα νὰ διεκδικήσωμεν τὰ δικαιώματα ἡμῶν τὰ ἐθνικὰ, ὡς εἶπε πρὸ ὀλίγου ὁ κ. συνάδελφος, ἀναμφισβητήτως εἶναι πολὺ μικρότερον κατὰ τὸν πληθυσμόν, συνεπῶς δὲ καὶ κατὰ τὰς στρατιωτικὰς δυνάμεις· ἐγὼ μάλιστα πλειοδοτῶν λέγω, ὅτι ἡ Τουρκία ἔχει οὐχὶ μόνον τετραπλασίαν, ἀλλ’ ἑξαπλασίαν τῆς ἰδικῆς μας δύναμιν. Ἀλλ’ ἐνῷ κατ’ ἀριθμὸν ἡ Ἑλλὰς εἶναι μικροτέρα τῆς Τουρκίας, ἵνα ἀντιμετωπίσῃ τὴν δύναμιν ταύτην, φρονεῖ ὁ κύριος συνάδελφος, ὅτι πρέπει καὶ κατὰ τὸ ποιὸν νὰ ἦναι κατωτέρα τῆς δυνάμεως ἐκείνης; Ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ, Κύριοι, νὰ πιστεύω τὸ ἐναντίον· νὰ πιστεύω δηλαδή, ὅτι, ἐνῷ κατ’ ἀριθμὸν μειονεκτοῦμεν κατὰ πολὺ, ὀφείλομεν πάσῃ δυνάμει νὰ ἐπιδιώξωμεν, ὅπως καταστῶμεν ἄξιοι λόγου, βελτιοῦντες τὸ ποιὸν ἡμῶν. Ἀλλ’ ἵνα βελτιώσωμεν τὸ ποιόν μας, δὲν πρέπει νὰ κρύπτωμεν τὰ ἕλκη μας, τὰ ὁποῖα πάντες ἴσως κάλλιον ἡμῶν γινώσκουσιν, ἀλλὰ νὰ ἐπιδεικνύωμεν ταῦτα εἰς τοὺς ἰατροὺς ὅσον τὸ ταχύτερον, ἐπικαλούμενοι τὴν ταχεῖαν ἐγχείρισιν, ἄνευ τῆς ὁποίας εἶναι ἀδύνατον ν’ ἀποφύγωμεν τὴν γάγγραιναν, συνέπεια τῆς ὁποίας πάντοτε ὑπῆρξεν ὁ θάνατος. Ἂν λοιπὸν ὡς Κράτος θέλωμεν νὰ μὴ ἀποθάνωμεν, καθῆκον ἔχομεν νὰ ἀναγνωρίσωμεν καὶ ν’ ἀνομολογήσωμεν τὰς ἐλλείψεις μας, οὐχὶ νὰ περικαλύπτωμεν αὐτὰς—πρᾶγμα τὸ ὁποῖον οὐδόλως διαφέρει τῆς αὐτοκτονίας.
§95ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Βιτάλης.
§96Κ. Ν. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ ἐζήτησα πρότερον τὸν λόγον.
§97ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Βιτάλης προηγεῖται.
§98Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§99Κ. Ν. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ δὲν θὰ εἰσέλθω εἰς τὰς λεπτομερείας τοῦ ζητήματος, ὅπερ ἀνεκίνησεν ὁ κ. Βουλευτὴς Οἰτύλου, νὰ ληφθῇ τουτέστι πρόνοια περὶ τῶν λεγομένων «ἀνδραγαθησάντων». Ἐγὼ δὲν ἀναγνωρίζω τοιούτους, ὅπως καὶ ἄλλοτε εἶπον, περὶ τὰ τέλη τῆς παρελθούσης Βουλευτικῆς Περιόδου, ὅτε καὶ ἔλαβεν ἄδικον ἀφορμὴν νὰ χολωθῇ ὁ ἐνταῦθα παρακαθήμενος τότε στρατηγὸς Σμολένσκης, ὡς Ὑπουργός, ἐπειδὴ εἶπον, ὅτι δὲν ἀναγνωρίζω ἀνδραγαθήσαντας. Ἐπὶ 30 ἢ 25 ἢ 20 ἢ 15 ἔτη τρέφει τοὺς ἀξιωματικοὺς ἡ πατρίς, στολίζει αὐτοὺς δι’ ἰδιαιτέρων δειγμάτων, αὐτοὺς μόνον ἐξ ὅλων τῶν ἀξιωματούχων τῆς Πολιτείας, διὰ χρυσῶν ταινιῶν ἐπὶ τῶν ὤμων, ἐπὶ τῶν χειρίδων, ἐπὶ τοῦ τραχήλου, ἐπὶ τῆς κεφαλῆς, καὶ καθιστᾷ αὐτοὺς περιβλέπτους, καὶ παρέχει αὐτοῖς τόσας παροχὰς καὶ ἀσφαλείας, μόνον διὰ τὴν ὥραν ἐκείνην τοῦ πολέμου. Ἐφονεύθησαν; Ἁπλούστατον τὸ πρᾶγμα: ἐφονεύθησαν ἐν τῇ ἐκτελέσει τοῦ καθήκοντός των πρὸς τὴν πατρίδα, τοῦ καθήκοντος, δι’ ὃ προωρίζοντο. Ἐκλήθησαν διὰ νὰ πολεμήσωσι καὶ αὐτοὶ ὑπὲρ πατρίδος, ὅπως καλοῦνται οἱ ὑπαξιωματικοὶ καὶ οἱ ἁπλοῖ στρατιῶται. Τοῦτο δὲν ἔχει τι τὸ ἰδιάζον. Μίαν ἄλλην ὅμως τροπὴν ἔλαβε τὸ ζήτημα, ἡ ὁποία εἶναι δυσάρεστος, καὶ θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν δι’ ὀλιγίστων νὰ μὲ ἀκούσῃ. «Φυγάδες», «ῥιψάσπιδες», «ἐγκαταλείψαντες τὰς θέσεις των», «προδόται», «δειλοί»! Οἱ χαρακτηρισμοὶ οὗτοι κατ’ ἀξιωματικῶν ἐπανελήφθησαν καὶ σήμερον ἐνταῦθα κατὰ κόρον. Παραλείπω δὲ τὰς συνεδριάσεις πέντε ὅλων ἐτῶν, ἐν αἷς ἐγίνετο λόγος περὶ τούτου, καὶ ὅσα ἐλέχθησαν ἀλλοῦ καὶ ἐγράφησαν ἐν τῷ Τύπῳ.
§100Δ. ΚΡΙΤΣΑΣ. Δὲν προεκάλεσα ἐγὼ τὴν ἐπανάληψιν.
§101Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἤρκει νὰ λέγωνται.
§102Κ. Ν. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Αἱ λέξεις αὗται, αἱ σήμερον ἐπαναληφθεῖσαι ἐδῶ, δύνανται νὰ πληρώσωσιν ἀπογοητεύσεως καὶ ἀπελπισμοῦ τὰς ψυχὰς οἱουδήποτε πολίτου Ἕλληνος, εἴτε ἐντὸς τῶν συνόρων εὑρισκομένου, εἴτε ἐκτὸς αὐτῶν. Ὁ κόσμος, καὶ πρὸ παντὸς ὁ εὑρισκόμενος ἐκτὸς τῶν συνόρων, φρονεῖ, ὅτι ἐνικήθημεν εἰς τὸν πόλεμον αὐτὸν οὐχὶ βεβαίως ἐκ δειλίας, ἢ τῶν ἄλλων αἰτίων, ὅσα συνήθως ἀναφέρονται. Ἐὰν ἐνικήθη ἡ Ἑλλάς, μαχομένη πρὸς Δύναμιν πεντηκονταπλασίαν κατὰ τὴν ἔκτασιν, πολλαπλασίαν κατὰ τὸν πληθυσμόν, ἰσχυροτέραν κατὰ τὴν στρατιωτικὴν σύνταξιν, ἐμπειροτέραν κατὰ τὴν στρατιωτικὴν τέχνην, διότι ἀδιακόπως διεξάγει πολέμους, οὐδὲν τὸ ἄπορον. Ὁ κόσμος νομίζει, ὅτι, ἐὰν ἡττήθημεν, βεβαίως ἔπρεπε νὰ ἡττηθῶμεν πολεμοῦντες πρὸς μεγάλην Δύναμιν.
§103Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Ὄχι «ἔπρεπε».
§104Κ. Ν. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχετε δίκαιον, ὡς πρὸς τὴν λέξιν. Ἔπρεπε νὰ εἴπω, ὅτι «ἦτο ἑπόμενον» νὰ ἡττηθῶμεν... Ἀλλὰ τοῦτο, τὸ ὁποῖον πράττομεν ἐδῶ, σᾶς βεβαιῶ, ὅτι ἀνατρέπει ὁλόκληρον τὴν ἄλλην ἐργασίαν, εἰς ἣν ἡμεῖς εἴμεθα κεκλημένοι ἐνταῦθα πρὸς διευθέτησιν τῶν τοῦ ἔθνους. Θὰ παρακαλέσω τοὺς κυρίους συναδέλφους, ὄχι ἕνεκα τῆς ἀναμίξεως προσωπικῶν ζητημάτων, θὰ παρακαλέσω τοὺς κυρίους συναδέλφους, — καίτοι δύναμαι νὰ συμβουλεύσω, διότι τινῶν εἶμαι πρεσβύτερος τὴν ἡλικίαν, — ἐπειδὴ εἶμαι ἐμπεφορημένος ἀπὸ ἄλλας εἰσηγήσεις καὶ παρατηρήσεις, καὶ ἐναύλους ἔχω εἰς τὰς ἀκοάς μου διαφόρους λόγους, περὶ ὧν δὲν πρέπει νὰ ὁμιλήσω σαφέστερον, θὰ παρακαλέσω, λέγω, νὰ μὴ ἐπαναληφθῇ ἐνταῦθα τὸ γενόμενον.
§105Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Σεῖς τὸ ἐπαναλαμβάνετε.
§106Κ. Ν. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ προσπαθῶ νὰ ἦναι τελευταία ἡ σημερινὴ ἐπανάληψις, διότι ἡ ἐκ τῆς τοιαύτης συζητήσεως βλάβη δὲν δύνασθε νὰ φαντασθῆτε πόσον εἶναι μεγάλη.
§107Γ. ΚΟΡΠΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Νομίζω, Κύριοι, ὅτι τὸ ζήτημα ἐξετράπη τῆς ὁδοῦ, εἰς ἣν ἔπρεπε νὰ εἰσαχθῇ, καὶ εἰς τὴν ὁποίαν εἰσήγαγεν αὐτὸ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Οἰτύλου. Οὗτος ἐπηρώτησε τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, τί σκέπτεται νὰ πράξῃ περὶ τῶν ὑπαξιωματικῶν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐθεωρήθησαν ὡς ἀνδραγαθήσαντες, καὶ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἀπήντησε πρὸς αὐτὸν — καὶ ἐλπίζω, ὅτι θὰ δυνηθῇ βραδύτερον νὰ δώσῃ καὶ πρὸς τὸν κ. Βουλευτὴν καὶ πρὸς τὴν Βουλὴν ὁριστικωτέραν περὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου γνώμην. — Ἀλλ’ ἐπῆλθε τὸ δεύτερον γεγονός, καὶ ὠνομάσθησαν ὀνόματα ἀξιωματικῶν μὴ ἐκπληρωσάντων τὸ καθῆκόν των. Τὸ δεύτερον τοῦτο γεγονὸς μοὶ ἐνθυμίζει ὁμιλίαν, ἡ ὁποία ἐγένετο ἐν τῇ Γαλλικῇ Συνελεύσει, τῇ ἀμέσως μετὰ τὸν Γαλλογερμανικὸν πόλεμον. Ἐγίνετο λόγος περὶ φυγάδων, ῥιψασπίδων, περὶ τοῦ πολέμου καὶ τῆς ἥττης τοῦ γαλλικοῦ στρατοῦ. Τότε Βουλευτὴς φιλόπατρις, ἐγερθεὶς ἀπὸ τῆς θέσεως αὑτοῦ, εἶπε: «Σταματήσατε ἕως ἐδῶ. Ἂς λειτουργήσωσιν οἱ νόμοι δι’ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι δὲν ἐξετέλεσαν τὸ καθῆκόν των, ἡμεῖς δὲ ἂς φροντίζωμεν νὰ διορθώσωμεν τὰς ἐλλείψεις ἡμῶν, ὅπως ἄλλην φορὰν κατορθώσωμεν νὰ ἀντιταχθῶμεν καὶ ἐξέλθωμεν ἐκ τοῦ πολέμου νικηταί.»
§108Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Ἐγὼ οὐδένα ἐκ τῶν ἀγορευσάντων ἤκουσα ν’ ἀποκαλέσῃ ὀνομαστὶ ἀξιωματικοὺς φυγάδας ἢ ῥιψάσπιδας. Ἐγώ, Κύριοι, οὐδενὸς ἀξιωματικοῦ ὄνομα ἀνέφερα· ἐγὼ δὲν ἀπεκάλεσα φυγάδας καὶ ῥιψάσπιδας τοὺς ἀξιωματικούς. Ἐγώ, προκειμένου νὰ ἐξετάσῃ ἡ ἐπιτροπὴ τὰς δύο χιλιάδας ἐκθέσεις, διὰ τῶν ὁποίων συνιστῶνται δύο χιλιάδες ὑπαξιωματικοὶ ὡς ἀνδραγαθήσαντες, εἶπον, ὅτι νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ διορισθῇ δευτέρα ἐπιτροπή, ἡ ὁποία νὰ ἐξελέγξῃ τὰς ἐκθέσεις τῶν κυρίων ἀξιωματικῶν, οἵτινες ἐπρότειναν ὑπαξιωματικοὺς νὰ προβιβασθῶσιν ὡς ἀνδραγαθήσαντες, διότι ὑπάρχει ἡ πληροφορία, ὅτι πολλοὶ ἐκ τῶν κυρίων αὐτῶν ἀξιωματικῶν – ποῖοι εἶναι, δὲν γνωρίζω, καὶ οὐδένα ἀνέφερα, — ἐπρότειναν τὴν προαγωγὴν ὑπαξιωματικῶν ὡς ἀνδραγαθησάντων εἰς τὴν μίαν ἢ τὴν ἄλλην μάχην, εἰς τὰς ὁποίας οἱ προτείναντες δὲν παρευρέθησαν. Λοιπὸν αὐτὸ ἐζήτησα, καὶ οὐδένα προσέβαλον.
§109ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κηρύσσεται περατωμένη ἡ συζήτησις. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ χορηγίας πιστώσεως ἴσης πρὸς τὰ δύο δωδεκατημόρια τῶν διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1902 ζητουμένων πιστώσεων καὶ περὶ προσωρινοῦ κανονισμοῦ τῆς εἰσπράξεως τῶν ἐσόδων τοῦ Κράτους τῆς ἰδίας χρήσεως».
§110Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐν σχέσει πρὸς τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου, ὀφείλω νὰ ἀνακοινώσω, ὅτι ἔχομεν ἀνάγκην πληροφοριῶν τινων, τὰς ὁποίας πρέπει νὰ ζητήσωμεν παρὰ τῶν κυρίων Ὑπουργῶν. Δὲν σκοπῶ νὰ ἀξιώσω, ἵνα δώσωσι τὰς πληροφορίας ταύτας τὴν ἑσπέραν ταύτην, καθ’ ἣν συζητεῖται τὸ νομοσχέδιον εἰς δευτέραν ἀνάγνωσιν, παρακαλῶ ὅμως νὰ μᾶς δώσωσιν αὐτὰς κατὰ τὴν προσεχῆ συνεδρίασιν, καθ’ ἣν θέλει συζητηθῆ εἰς τρίτην ἀνάγνωσιν. Αἱ πληροφορίαι, ὧν ἔχομεν ἀνάγκην, εἶναι: τίνες λόγοι διοικήσεως, ποῖα συμφέροντα γενικὰ τοῦ Κράτους, ποῖαι σχέσεις διεθνοῦς φύσεως ἠνάγκασαν τὴν Κυβέρνησιν νὰ συγκαλέσῃ τὴν Βουλὴν μόνον κατὰ τὴν 31 Ὀκτωβρίου, ἤτοι τὴν τελευταίαν ἡμέραν τῆς προθεσμίας, τὴν ὁποίαν τὸ Σύνταγμα ἀνέγραψε· διότι, ἐνῷ κατὰ τὸ Σύνταγμα οἱ Ὑπουργοὶ ἔχουσι καθῆκον ἐντὸς δύο μηνῶν ἀπὸ τῆς ἐνάρξεως τῆς Συνόδου νὰ εἰσάγωσι τὸν Προϋπολογισμόν, ἡ τοσοῦτον βραδεῖα σύγκλησις τῆς Βουλῆς ἐπέφερε τὸ ἄτοπον νὰ μὴ δυνηθῶσιν οἱ Ὑπουργοὶ πρὸ τῆς πρώτης τοῦ ἐνιαυτοῦ νὰ εἰσαγάγωσιν εἰς τὴν Βουλὴν τὸν Προϋπολογισμόν. Ἑπομένως τὸ ἄτοπον τοῦτο παρήγαγε τὸ ἄλλο μεῖζον ἄτοπον, νὰ διέλθῃ ὅλος ὁ Ἰανουάριος, καὶ νὰ δαπανῶμεν τὰ ἔξοδα τοῦ Κράτους, καὶ νὰ εἰσπράττωμεν τὰ ἔσοδα αὐτοῦ ἄνευ νόμου, ἄνευ ἐντολῆς τῆς Βουλῆς. Τὸ ἄτοπον δὲ τοῦτο ἐμεγεθύνθη περισσότερον, διότι τὸ ἐνεστὼς Ὑπουργεῖον ἔκρινεν, ὅτι ἦτο ἀνάγκη, εὐθὺς ὡς συνεκλήθη ἡ Βουλή, νὰ ζητήσῃ παρὰ τοῦ Βασιλέως τὴν διακοπὴν τῶν ἐργασιῶν αὐτῆς. Ἑπομένως ἡ βραδύτης περὶ τὴν εἰσαγωγὴν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἡ ἔλλειψις ἀδείας νομοθετικῆς πρὸς δαπάνας καὶ εἰσπράξεις ἐπετάθη ἔτι μᾶλλον, διότι τεσσαράκοντα ἡμέρας μᾶς ἠνάγκασαν νὰ διακόψωμεν τὰ ἔργα ἡμῶν, δὲν ἐγένετο δὲ δυνατὸν καὶ μετὰ τὰς τεσσαράκοντα ἡμέρας τὸ Ὑπουργεῖον νὰ εἰσαγάγῃ τὸν Προϋπολογισμὸν, διότι ἐπήρχετο, ὡς ἦτο γνωστὸν καὶ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, μετὰ τὰς τεσσαράκοντα ἡμέρας ἄλλη διακοπὴ ἀναγκαία, ἕνεκα τῶν ἑορτῶν, αἵτινες ἐπήρχοντο. Τὰς πληροφορίας ταύτας παρακαλῶ τοὺς κυρίους Ὑπουργοὺς νὰ ἀνακοινώσωσιν εἰς τὴν Βουλὴν κατὰ τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν τοῦ νομοσχεδίου.
§111ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 1 (ἀναγινώσκεται).
§112Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν νομίζετε, ὅτι ἐν τῷ ἄρθρῳ τούτῳ πρέπει νὰ προστεθῇ, ὅτι αἱ χορηγούμεναι δαπάναι θὰ διατεθῶσι συμφώνως πρὸς τοὺς ἰσχύοντας νόμους; Διότι, ἂν δὲν στηρίζωνται ἐπὶ ἰσχυόντων νόμων καὶ ὑπάρχουν τοιαῦται δαπάναι, δὲν πρέπει νὰ ἐκτελεσθῶσι.
§113Φ. ΝΕΓΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἐννοεῖται.
§114Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν ἐννοεῖται.
§115ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὀρθὴ εἶναι ἡ παρατήρησις τοῦ κ. Βουλευτοῦ Ἄρτης, καὶ δὲν βλέπω διατὶ νὰ μὴ ἀναγραφῇ, ἀφοῦ αὐτὸν τοῦτον τὸν περιορισμὸν ἔχετε εἰς τὸ ἄρθρον 4, προκειμένου περὶ ἐσόδων.
§116ΑΛ. Θ. ΖΑΙΜΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν ἔχομεν ἀντίρρησιν, ἀλλ’ εἶναι περιττόν.
§117Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ποτὲ δὲν ἀνεγράφη αὐτό. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 1, ὡς ἔχει. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 2).
§118ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 3 (ἀναγινώσκεται).
§119Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τούτου νομίζω, ὅτι εἶναι ἀναγκαία ἡ προσθήκη, τὴν ὁποίαν ἐζήτησε πρὶν ὁ κ. συνάδελφος, διότι λέγει, ὅτι «ἐπιτρέπεται ὑπέρβασις τῶν διὰ τοῦ παρόντος χορηγουμένων πιστώσεων διὰ τὰς δαπάνας, ὧν ἡ πληρωμὴ τυγχάνει ὑποχρεωτικὴ δυνάμει νόμων ἢ ἰδιαιτέρων συμβάσεων ἢ συμφωνιῶν.» Ἀλλὰ ποίων; στηριζομένων ἐπὶ νόμων· διότι ἄλλως εἶναι εὔκολον νὰ συνομολογῇ ἡ Κυβέρνησις μίαν σύμβασιν, ἀλλὰ νὰ μὴ τὴν ὑποβάλλῃ εἰς τὴν κύρωσιν τῆς Βουλῆς. Αὐτὴ ἡ σύμβασις δὲν στηρίζεται εἰς τὸν νόμον.
§120Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Δὲν εἶναι σύμβασις τότε· δὲν συνεπάγεται ὑποχρεώσεις.
§121Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὅταν ἀναφέρηται εἰς δαπάνας, αἱ ὁποῖαι στηρίζονται ἐπὶ νόμου ἢ ἰδιαιτέρων συμβάσεων ἢ συμφωνιῶν. Τί σημαίνει τὸ «ἰδιαιτέρων συμβάσεων ἢ συμφωνιῶν;» Νομίζω, ὅτι αὐταὶ πρέπει νὰ στηρίζωνται ἐπὶ νόμου, ἢ νὰ ἐκυρώθησαν διὰ νόμου, ἂν δὲν προϋπάρχῃ τοιοῦτος ἐπιτρέπων...(Διάλογοι).
§122ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 3, ὡς ἔχει, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 4.
§123Φ. ΝΕΓΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Τὸ ἄρθρον 4 παρακαλῶ νὰ τροποποιηθῇ ὡς ἑξῆς: «Ἐπιτρέπεται, ὅπως κατὰ τοὺς μῆνας Ἰανουάριον καὶ Φεβρουάριον τοῦ 1902 βεβαιῶνται καὶ εἰσπράττωνται τὰ ἔσοδα τοῦ Κράτους καὶ τὰ ἔσοδα τοῦ Ταμείου τῶν Φάρων καὶ Φανῶν καὶ τοῦ Ταμείου τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου, ὡς ἀναγράφονται ἐν τῷ ὑποβληθέντι ἤδη εἰς τὴν Βουλὴν Προϋπολογισμῷ τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1902, συμφώνως μὲ τοὺς ἰσχύοντας νόμους τοῦ Κράτους.»
§124ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 4, ὡς ἐτροποποιήθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀναγινώσκεται εἶτα καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 5, ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου, εἰς δευτέραν συζήτησιν).
§125ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ συστάσεως Ἐμπορικῶν Σχολῶν ἐν Ἀθήναις καὶ ἐν Πάτραις δαπάναις τοῦ Κράτους.» Ὁ κύριος Στάης ἔχει τὸν λόγον.
§126ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Κύριοι Βουλευταί, οὐδὲ τὸ Διάταγμα τῆς 8 Ἰουνίου 1901, οὐδὲ τὸ Διάταγμα τῆς 10 Αὐγούστου τοῦ αὐτοῦ ἔτους εἶναι παράνομα, ἀλλ’ ἀμφότερα εἶναι ἐκδεδομένα ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ Διατάγματος τῆς 3)15 Ἀπριλίου 1833 περὶ τοῦ σχηματισμοῦ καὶ τῆς ἁρμοδιότητος τῆς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως Γραμματείας τῆς Ἐπικρατείας. Ἐν μὲν τῷ αʹ ἐδαφίῳ τοῦ δευτέρου ἄρθρου τοῦ μνησθέντος νομοθετικοῦ Διατάγματος ὁρίζεται, ὅτι εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως ἀνατίθεται «ἡ ἐπιτήρησις καὶ ἡ διεύθυνσις τῶν ὅσων ἀφορῶσι τὰ σχολεῖα καὶ τὴν ἐκπαίδευσιν καθ’ ὅλην τὴν ἔκτασιν», ἐν δὲ τῷ ζʹ ἐδαφίῳ «ἡ σύστασις τεχνοδιδακτικῶν Σχολῶν» καὶ ἐν τῷ θʹ ἐδαφίῳ τοῦ αὐτοῦ ἄρθρου «αἱ προτάσεις περὶ τοῦ προσωπικοῦ δι’ ὅλας τὰς διδασκαλικὰς θέσεις». Δυνάμει τῶν τριῶν τούτων διατάξεων ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης μέχρι τῆς στιγμῆς ταύτης οἱ ἑκάστοτε Ὑπουργοὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως ἱδρύουσι διὰ Β. Διαταγμάτων δημόσια Ἑλληνικὰ σχολεῖα καὶ Γυμνάσια. Τοιούτων Β. Διαταγμάτων δύναμαι νὰ σᾶς ἀναφέρω σωρείαν. Τὸ Β. Διάταγμα τῆς 13 Ἰουλίου 1882 ἵδρυσε τὸ δημόσιον Γυμνάσιον Καλαβρύτων, τὸ Διάταγμα τῆς 21 Δεκεμβρίου τοῦ αὐτοῦ ἔτους ἵδρυσε τὸ Γυμνάσιον Ἀνδριτσαίνης, τὸ Β. Διάταγμα τῆς 24 Δεκεμβρίου 1882 ἵδρυσε τὸ Γυμνάσιον Κυπαρισσίας, τὸ Β. Διάταγμα τῆς 4 Σεπτεμβρίου τοῦ αὐτοῦ ἔτους ἵδρυσε τὸ Γυμνάσιον Δημητσάνης, τὸ Β. Διάταγμα τῆς 28 Αὐγούστου τοῦ 1882 ἵδρυσε τὸ τέταρτον Γυμνάσιον Ἀθηνῶν. Κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον, Κύριοι, ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἱδρύῃ καὶ Σχολὰς τεχνοδιδακτικὰς, ἐν αἷς καταλέγονται καὶ αἱ Ἐμπορικαὶ, αἱ ἱδρυθεῖσαι ἐν Ἀθήναις καὶ ἐν Πάτραις διὰ τῶν Β. Διαταγμάτων τῆς 8 Ἰουνίου καὶ τῆς 10 Αὐγούστου 1901. Τὸ ζήτημα ἑπομένως τῆς διὰ Β. Διαταγμάτων ἱδρύσεως Ἐμπορικῶν Σχολῶν εἶναι, κατὰ τὴν γνώμην μου, λελυμένον. Ἕτερον ὅμως γεννᾶται ζήτημα, τὸ τῆς ἐξευρέσεως τῶν δαπανῶν πρὸς λειτουργίαν τῶν Σχολῶν. Δυστυχῶς, κατὰ τὴν ἀρχὴν τοῦ λήξαντος σχολικοῦ ἔτους δὲν ὑπῆρξε δυνατὸν νὰ ἀναγραφῇ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως πίστωσις, καίτοι ἐπεδίωξα τοῦτο, πρὸς συντήρησιν ἔστω καὶ μιᾶς δημοσίας Ἐμπορικῆς Σχολῆς. Διὰ νομοσχεδίου ὅμως, εἰσαχθέντος εἰς τὴν Βουλὴν, ἀλλὰ μὴ συζητηθέντος, ἐπρότεινα τὴν ἵδρυσιν τοιαύτης Σχολῆς, συντηρηθησομένης ἐκ τῶν τόκων τοῦ κληροδοτήματος τοῦ ἀειμνήστου Δωρίδου. Ἐζήτησα δὲ τότε, καίτοι δὲν εἶχον ὑποχρέωσιν, τὴν διὰ νόμου ἵδρυσιν τῆς Ἐμπορικῆς Σχολῆς, διότι ἐπεθύμουν νὰ μὴ ἦναι δυνατὸν διὰ κυβερνητικῆς πράξεως νὰ καταργηθῇ τοιοῦτον εὐεργετικὸν κατ’ ἐμὲ ἵδρυμα. Ἀλλ’ ἀφοῦ καὶ διὰ τῆς Βουλῆς δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐκπληρωθῇ ὁ πόθος μου οὗτος, ὃν ἀνέπτυξα ἐν τῇ Βουλῇ κατὰ τὴν συνεδρίαν τῆς 12 Ἰανουαρίου 1893, ἐκφράσας ταυτοχρόνως καὶ τὴν ἐμὴν γνώμην περὶ τῆς κακῆς καταστάσεως τῆς μέσης παρ’ ἡμῖν ἐκπαιδεύσεως, ὡς καὶ τὰς σκέψεις μου πρὸς ἀνακοπὴν τοῦ ῥεύματος τοῦ κακῶς ἐννοουμένου κλασικισμοῦ, καὶ τὴν πρὸς τὰ πρακτικὰ ἐπαγγέλματα ἐπίδοσιν τῆς σπουδαζούσης νεολαίας, ἀφοῦ, λέγω, δὲν κατωρθώθη ἡ διὰ νόμου ἵδρυσις ἐν Ἀθήναις Ἐμπορικῆς Σχολῆς, ὑπεχρεώθην νὰ ἱδρύσω τοιαύτην διὰ Βασιλικοῦ Διατάγματος, ἵνα θέσω ἐπὶ τέλους τὸν πρῶτον θεμέλιον λίθον τῆς ἐπαγγελματικῆς ἐκπαιδεύσεως. Τῶν τόκων τοῦ Δωριδείου κληροδοτήματος εἶχε γείνῃ πολλάκις χρῆσις ὑπὲρ τῶν δημοσίων ἐν Ἀθήναις καθιδρυμάτων. Οὕτως ὁ ἀξιότιμος ἐξ Αἰγίου συνάδελφος κ. Παναγιωτόπουλος, ὡς Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, διέθεσεν—εὐχαρίστως δὲ ἀναφέρω τοῦτο—130,000 δραχμὰς ὑπὲρ τοῦ ἐν Ἀθήναις Ἀστεροσκοπείου ἐκ τῶν τόκων τοῦ Δωριδείου κληροδοτήματος. Ἐπίσης ὁ ἐκ Λοκρίδος συνάδελφος, ὡς Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, κατὰ τὸ 1900 διέθεσε πλέον τῶν δύο χιλιάδων δραχμῶν ὑπὲρ τῆς Δημοσίας Πινακοθήκης διὰ μισθοὺς τοῦ ἐν αὐτῇ προσωπικοῦ. Ἔχω πρόχειρα τὰ Διατάγματα, δι’ ὧν ἐχορηγήθησαν τὰ ποσὰ ταῦτα ἐκ τοῦ Δωριδείου κληροδοτήματος, ἀλλὰ νομίζω περιττὸν ν’ ἀναγνώσω αὐτά. Ἐν τούτοις θεωρῶ ἀναγκαῖον νὰ ἀναγνώσω τὴν σχετικὴν περίοδον τῆς διαθήκης τοῦ ἀειμνήστου δωρητοῦ, ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ὁποίας διέθετον οἱ ἑκάστοτε Ὑπουργοὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως τοὺς τόκους τοῦ κληροδοτήματος τούτου. Ἡ περίοδος, περὶ ἧς πρόκειται, ἔχει ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Οἱ τόκοι τοῦ ἀνωτέρω ποσοῦ νὰ χρησιμεύουν ἐτησίως εἰς ἀγαθοεργίας εἰς τὰ ἐν Ἀθήναις καθιδρύματα δημόσια ἐξ ἴσου, συμπεριλαμβανομένης καὶ τῆς βιβλιοθήκης τοῦ Ἐθνικοῦ Πανεπιστημίου». Οἱ τόκοι ἑπομένως τοῦ κληροδοτήματος τούτου εἶναι προωρισμένοι διὰ τὰ ἐν Ἀθήναις δημόσια καθιδρύματα· τοιαῦτα δὲ δὲν εἶναι τὰ ἀγαθοεργὰ καταστήματα, καὶ κατ’ ἀκολουθίαν δὲν πρόκειται περὶ ἀγαθοεργιῶν. Καλῶς ἑπομένως οἱ ἑκάστοτε Ὑπουργοὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν διέθετον τοὺς ἐτησίους τόκους τοῦ Δωριδείου κληροδοτήματος κατὰ τὴν ἑαυτῶν βούλησιν, εἴτε ἐν ὅλῳ, εἴτε ἐν μέρει, ὑπὲρ οἱουδήποτε δημοσίου ἐν Ἀθήναις καθιδρύματος. Ἐγώ, Κύριοι, ἐθεώρησα σκοπιμώτερον νὰ διαθέσω τοὺς τόκους τοῦ Δωριδείου κληροδοτήματος, κατὰ τὸ ἔτος τοῦτο, εἰς συντήρησιν τῆς δημοσίας ἐν Ἀθήναις Ἐμπορικῆς Σχολῆς, μέχρις οὗ ἀναγραφῇ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ Κράτους ἡ ἀπαιτουμένη πρὸς συντήρησιν αὐτῆς πίστωσις. Τὸ κληροδότημα τοῦ ἀειμνήστου Δωρίδου ἔχει περίπου ἐτήσια εἰσοδήματα 26,000 δραχμάς, εἶχε δὲ μείνει ἐκ τῶν τόκων αὐτοῦ μέχρι τῆς στιγμῆς, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐγὼ ἀπεχώρησα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, διαθέσιμον ποσὸν δραχ. 73,649. Ἅπαν τὸ ποσὸν τοῦτο εἶχον ἀπόφασιν νὰ διαθέσω ὑπὲρ τῶν Ἐμπορικῶν Σχολῶν, διότι αἱ δαπάναι, αἱ ἀπαιτούμεναι πρὸς σύστασιν καὶ λειτουργίαν αὐτῶν, δὲν εἶναι μόνον αἱ τοῦ προσωπικοῦ καὶ τῶν καταστημάτων, ἀλλὰ καὶ ἄλλαι ποικίλαι δαπάναι, πρὸς προμήθειαν ὀργάνων, συλλογῶν, ὑλικῶν καὶ ἄλλων ἀπαραιτήτως ἀναγκαίων διὰ τὴν ἐπιτυχῆ διδασκαλίαν ἐν αὐταῖς. Ἐξεδόθη ἑπομένως τὸ Β. Διάταγμα τῆς 8 Ἰουνίου, διὰ τοῦ ὁποίου ἱδρύθη ἡ ἐν Ἀθήναις Ἐμπορικὴ Σχολή, ἡ ὁποία καὶ λειτουργεῖ κανονικῶς ἀπὸ τῆς 1 Σεπτεμβρίου.
§127ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Μετὰ πόσων καθηγητῶν καὶ ποίων κατὰ μάθημα;
§128ΣΤΑΗΣ. Καίτοι δὲν εἶναι τοῦ παρόντος, ἀλλ’ ἐπειδὴ διάκειμαι εὐμενῶς πρὸς τὸν κύριον συνάδελφον...
§129ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Εὐχαριστῶ.
§130ΣΤΑΗΣ. .. θεωρῶ καθῆκον ν’ ἀπαντήσω. Τὸ προσωπικὸν τῆς ἐν Ἀθήναις Ἐμπορικῆς Σχολῆς εἶναι τὸ ἑξῆς: Κυπάρισσος Στέφανος, καθηγητὴς τοῦ Ἐθνικοῦ Πανεπιστημίου. Εἰς τὸν κ. Κυπάρισσον Στέφανον ἀνετέθη μόνον ἡ διεύθυνσις τῆς Σχολῆς, καὶ ἐδόθη αὐτῷ ἐπιμίσθιον 100 δρ. κατὰ μῆνα...
§131Κ. Ν. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀξίως ἀνετέθη.
§132ΣΤΑΗΣ. Εὐχαριστῶ... Εἰς τὸν κ. Γεώργιον Μπουκουβάλαν, τέως καθηγητήν, τέως ἐπιθεωρητὴν τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, τέως διευθυντὴν τοῦ ἐν Θεσσαλονίκῃ Γυμνασίου, ἀνετέθη ἡ ὑποδιεύθυνσις καὶ ἡ διδασκαλία τῶν Ἑλληνικῶν καὶ τῆς Ἱστορίας, δι’ ὃ καὶ ἐδόθη αὐτῷ μισθὸς καθηγητοῦ 250 δραχμῶν κατὰ μῆνα. Εἰς τὸν κ. Ρηγόπουλον, καθηγητὴν τῶν μαθηματικῶν, ἀνετέθη ἡ διδασκαλία τῶν μαθηματικῶν, ἤτοι τῆς πρακτικῆς καὶ ἐμπορικῆς ἀριθμητικῆς, ἐπὶ ἐπιμισθίῳ 150 δραχμῶν. Εἰς τὸν κ. Ζεγγελὴν, καθηγητὴν ἐν τῷ Πολυτεχνείῳ, ἀνετέθη ἡ διδασκαλία τῆς Φυσικῆς καὶ τῆς Χημείας. Εἰς εἰδικοὺς δὲ καθηγητὰς ἀνετέθη ἡ διδασκαλία τῶν ξένων γλωσσῶν, εἰς τὸν κύριον A. Gochet, Γάλλον, πτυχιλοῦχον διακεκριμένον τῆς Ecole Polytéchnique τῶν Παρισίων, ἀνέθηκα τὴν διδασκαλίαν τῆς Γαλλικῆς.
§133ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Διωρίσθη διὰ Διατάγματος, κύριε πρώην Ὑπουργέ;
§134ΣΤΑΗΣ. Δύνασθε νὰ πληροφορηθῆτε ἀπὸ τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως κατὰ τίνα τρόπον διωρίσθη. Ἐπὶ τοῦ θέματος αὐτοῦ δὲν εἶναι τοῦ παρόντος νὰ συζητήσωμεν.
§135ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐγὼ ἠρώτησα, ἂν διωρίσθη διὰ Διατάγματος.
§136Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Διὰ Διατάγματος τῆς 23 Αὐγούστου 1901.
§137ΣΤΑΗΣ. Εἰς τὸν κ. Κίτσον, διακεκριμένον παιδαγωγὸν, ἐκπαιδευθέντα ἐν Γερμανίᾳ, καὶ τελευταῖον διαμείναντα ἐπὶ ἑπτὰ ἔτη ἐν Παρισίοις, ἀνέθηκα τὴν διδασκαλίαν τῆς Γερμανικῆς. Εἰς τὸν εἰδικὸν καὶ διακεκριμένον διδάσκαλον τῆς Ἀγγλικῆς κ. Ι. Μόρμορην ἀνετέθη ἡ διδασκαλία αὐτῆς ἐπὶ ἐπιμισθίῳ 150 δραχμῶν κατὰ μῆνα. Εἰς τὸν διευθυντὴν τοῦ Γυμναστηρίου κ. Πέππαν ἀνετέθη ἡ διδασκαλία τῆς γυμναστικῆς, καὶ οὕτω καθεξῆς.
§138Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Αὐτὰ μόνον τὰ μαθήματα διδάσκονται;
§139ΣΤΑΗΣ. Δύνασθε νὰ λάβητε γνῶσιν καὶ τῶν λοιπῶν μαθημάτων ἐκ τοῦ προγράμματος τοῦ δημοσιευθέντος ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως. Ἀλλὰ τὰ μαθήματα τὰ διδασκόμενα τὸ πρῶτον ἔτος εἶναι κυρίως γενικά, ἐν οἷς πρωτεύουσαν θέσιν κατέχει ἡ διδασκαλία τῶν ξένων γλωσσῶν. Οὕτως ἡ μηνιαία δαπάνη τοῦ προσωπικοῦ ἀνέρχεται εἰς 1299 δραχμάς, ἣν κατέβαλε τὸ Ὑπουργεῖον κατὰ τοὺς μῆνας Σεπτέμβριον καὶ Ὀκτώβριον ἐκ τοῦ Δωριδείου κληροδοτήματος. Ἀλλ’ ὁ διάδοχός μου ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως δὲν ἠθέλησε νὰ ἐγκρίνῃ τὰς μισθοδοτικὰς καταστάσεις τῶν μηνῶν Νοεμβρίου καὶ Δεκεμβρίου, ἐπὶ τῷ λόγῳ, ὅτι ἡ ἵδρυσις τῶν Ἐμπορικῶν Σχολῶν δὲν εἶναι νόμιμος. Ἵνα δὲ μὴ ἡ ἐν Ἀθήναις Ἐμπορικὴ Σχολὴ διαλυθῇ, διότι ἡ ἐν Πάτραις ἤρξατο λειτουργοῦσα κατὰ τὰ τέλη Νοεμβρίου, παρεκάλεσα τὸν διακεκριμένον διευθυντὴν τῆς Τραπέζης Ἀθηνῶν κύριον Ἰω. Πεσμαζόγλου, οὗ γνωστὸς ὁ ζῆλος ὑπὲρ τῆς ἐμπορικῆς ἀναπτύξεως τοῦ τόπου, νὰ καταβάλῃ τοὺς μισθοὺς τοῦ μηνὸς Νοεμβρίου τοῦ προσωπικοῦ τῆς ἐν Ἀθήναις Ἐμπορικῆς Σχολῆς, ἐπὶ τῇ πεποιθήσει, ὅτι ἡ Βουλὴ θέλει ἐγκρίνει καὶ τὴν καταβολὴν τῶν μισθῶν καὶ τὴν ἵδρυσιν τῶν Ἐμπορικῶν Σχολῶν, ὡς ἐνέκρινεν αὐτὰς ἡ δημοσία γνώμη.
§140ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Εἴθε νὰ πολλαπλασιασθῶσι.
§141ΣΤΑΗΣ. Τοῦτο δὲν εἶναι δυνατὸν ἐπὶ τοῦ παρόντος, διότι ἐλλείπει τὸ ἀναγκαῖον διδακτικὸν προσωπικόν. Ὅτε κατεγινόμην κατὰ τὸ προπαρελθὸν ἔτος εἰς ἐκκαθάρισιν τῶν κληροδοτημάτων, κατώρθωσα μετὰ πολλοῦ κόπου νὰ λάβω τὸ ὑπ’ ἀριθ. 8777 τῆς 19 Αὐγούστου 1900 ἔγγραφον τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν (Γενικοῦ Λογιστηρίου), δι’ οὗ ἐγνωρίζετό μοι, ὅτι ὑπῆρχε ποσὸν ἐκ δραχμῶν 519,173 καὶ 84 λεπτῶν εἰς πίστωσιν τῶν γενικῶν κληροδοτημάτων. Ἀλλὰ τὸ περίσσευμα τοῦτο δὲν προήρχετο μόνον ἐξ ἀδιαθέτων τόκων, ἀλλὰ καὶ ἐκ κεφαλαίων, ἐκ μετοχῶν κληρωθεισῶν καὶ μὴ ἀποδοθεισῶν εἰς τὰ ἀρχικὰ κεφάλαια. Μετὰ τὴν ἀπόδοσιν τῶν τελευταίων τούτων εἰς τὰς οἰκείας μερίδας, ἀπέμεινε καθαρὸν ἐκ τόκων περίσσευμα δραχμῶν 233,052, ὅπερ διέθεσα πρὸς ἀποστολὴν ἐπὶ τριετίαν εἰς Σχολὰς τῆς Ἑσπερίας δώδεκα ὑποτρόφων, ἐξ ὧν τρεῖς ἀριστοῦχοι διδάκτορες τοῦ φυσικοῦ τμήματος τῆς Φιλοσοφικῆς Σχολῆς τοῦ Ἐθνικοῦ Πανεπιστημίου σπουδάζουσιν ἐμπορικὰ μαθήματα· ὁ μὲν Γ. Ραζῆς ἐν Ἑλβετίᾳ, ὁ δὲ Ε. Παπαστρᾶτος ἐν Λειψίᾳ καὶ ὁ Α. Παπακώστας ἐν Βενετίᾳ. Μετὰ παρέλευσιν διετίας, ὅτε θὰ ἐπανέλθωσιν οἱ ὑπότροφοι οὗτοι, θὰ ἔχωμεν τρεῖς εἰδικοὺς διευθυντὰς Ἐμπορικῶν Σχολῶν, δυναμένους νὰ διδάξωσι καὶ τὰ ἐμπορικὰ μαθήματα, τὰ ὁποῖα σήμερον δυσκόλως εὑρίσκεται ἱκανὸν προσωπικὸν νὰ διδάξῃ. Διὰ τὴν ἐν Πάτραις Ἐμπορικὴν Σχολὴν εὑρέθη, κατ’ εὐτυχῆ σύμπτωσιν, ἄριστος διευθυντής, πτυχιοῦχος τῆς ἐν Παρισίοις Ἐμπορικῆς Σχολῆς, κεκτημένος καὶ πεῖραν ἐμπορικήν, ὁ κ. Ἠσαΐας. Ἐπὶ τοῦ παρόντος πρέπει νὰ μὴ ἤμεθα πολὺ ἀπαιτητικοί, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχωμεν ἤδη νέον καὶ τέλειον διδακτικὸν προσωπικόν. Εὐχαρίστως δὲ γνωρίζω εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι εἰς τὴν ἐν Πάτραις Ἐμπορικὴν Σχολὴν προσῆλθον πρὸς κατάταξιν περὶ τοὺς ἑκατόν, ἐξ ὧν 45 ἐγένοντο δεκτοὶ ὡς μαθηταί, μετ’ αὐστηρὰν εἰσιτήριον δοκιμασίαν. Ἐπίσης δὲ καὶ εἰς τὴν ἐν Ἀθήναις. Ἐπαναλαμβάνω, ὅτι, κατὰ τὴν γνώμην μου, δὲν ὑπάρχει ἀνάγκη νόμου πρὸς ἵδρυσιν Ἐμπορικῶν Σχολῶν, ὑπάρχει ὅμως ἀνάγκη πιστώσεως, ἀναγεγραμμένης ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ Κράτους, καὶ τοιαύτην εἴχομεν ἀναγράψει ἐν τῷ ὑφ’ ἡμῶν συνταχθέντι Προϋπολογισμῷ. Ἀνεγράφετο πίστωσις δραχ. 35,000, ἐὰν δὲν μὲ ἀπατᾷ ἡ μνήμη, πρὸς συντήρησιν τῶν λειτουργουσῶν πρώτων τάξεων τῶν δύο Ἐμπορικῶν Σχολῶν διὰ τὸ τρέχον σχολικὸν ἔτος. Εἴχομεν δὲ ἀναγράψει καὶ πίστωσιν 100,000 διὰ τὴν προσθήκην δύο νέων τάξεων κατὰ τὸ ἐπιὸν ἔτος, καὶ διὰ τὴν ἵδρυσιν, ἐὰν ἤθελεν εὑρεθῆ κατάλληλον διδακτικὸν προσωπικόν, Ἐμπορικῶν Σχολῶν ἐν Σύρῳ, Βόλῳ καὶ ἀλλαχοῦ. Δυστυχῶς, ὡς εἶδον ἐν τῷ διανεμηθέντι τεύχει τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ὁ ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας ἐκπαιδεύσεως κ. Ὑπουργὸς διέγραψε τὴν ὑπὲρ τῶν Ἐμπορικῶν Σχολῶν πίστωσιν τῶν 100,000 δραχμῶν, καὶ κατένειμεν αὐτὴν εἰς ἕτερα κεφάλαια καὶ ἄρθρα τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, οὕτω δὲ ἐναπομένει μόνη ἡ πίστωσις τῶν 35,000 δραχμῶν διὰ τὰς Ἐμπορικὰς Σχολάς. Ἔλεγον πρὸ μικροῦ, ὅτι κατ’ ἐμὲ εἶναι περιττὴ ἡ ἐπιψήφισις τοῦ νομοσχεδίου πρὸς κύρωσιν τῶν Β. Διαταγμάτων τῆς 8 Ἰουνίου καὶ 10 Αὐγούστου 1901. Θεωρῶ ὅμως, ὅτι δὲν θὰ ἦτο ἄσκοπος ἡ ἐπιψήφισις νόμου, ὅπως χορηγηθῶσι προνόμια εἰς τοὺς ἀποφοίτους τῶν Ἐμπορικῶν Σχολῶν. Κατὰ τὸ 23 ἄρθρον τοῦ Γαλλικοῦ νόμου περὶ στρατολογίας, οἱ ἀπόφοιτοι τῶν ἀνεγνωρισμένων Ἐμπορικῶν Σχολῶν τῆς Γαλλίας ἀπαλλάσσονται διετοῦς στρατιωτικῆς ὑποχρεώσεως, ὑποχρεούμενοι νὰ ὑπηρετήσωσιν ἓν μόνον ἔτος. Τὴν προνομίαν ταύτην καὶ ἐγὼ προτείνω ὑπὲρ τῶν διπλωματούχων τῶν δημοσίων Ἐμπορικῶν Σχολῶν, ὅπως προτρέψωμεν τὴν νεολαίαν εἰς τοιαύτας σπουδάς. Ἐννοεῖται, ὅτι ἀπὸ τὰς τοιαύτας προνομίας δὲν ἐξαιρῶ τοὺς ἐκ τῆς Πετριτσείου Ἐμπορικῆς Σχολῆς ἀποφοίτους. Νομίζω μάλιστα, ὅτι, ἐὰν ψηφισθῇ τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον, πρέπει νὰ περιληφθῇ καὶ τὸ Β. Διάταγμα περὶ ἱδρύσεως Ἐμπορικῆς Σχολῆς ἐν Ληξουρίῳ. Καταλήγων τὸν λόγον, ἐρωτῶ τὴν Βουλήν, ἐὰν εἶχε τὴν ὑποχρέωσιν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως ν’ ἀνακαλέσῃ τὰ Β. Διατάγματα, δι’ ὧν ἱδρύθησαν αἱ Ἐμπορικαὶ Σχολαί, ἀφοῦ εἶχε τὴν γνώμην, ὅτι παρανόμως ἐξεδόθησαν, καὶ ἂν ἠδύνατο ν’ ἀναστείλῃ τὴν ἐκτέλεσιν αὐτῶν σιωπηρῶς. Ἐπὶ τῶν θεμάτων τούτων ἐπιθυμῶ ν’ ἀκούσω τὴν γνώμην τῆς Βουλῆς, πρὶν ἢ ἐπιληφθῶ τῆς συζητήσεως τῶν καθ’ ἕκαστον τοῦ περὶ οὗ πρόκειται νομοσχεδίου.
§142Α. ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Προεκλήθην, Κύριοι, καὶ ὀφείλω νὰ δώσω λόγον, διὰ νὰ μὴ φανῶ, ὅτι ἀντιστρατεύομαι πρὸς λαμπρὰν τῷ ὄντι ἰδέαν τοῦ προκατόχου μου, ὅστις ἠθέλησε νὰ ἱδρύσῃ Ἐμπορικὰς Σχολὰς ἐν Ἀθήναις καὶ Πάτραις. Καὶ ὅτε εἰσήγαγον τὸ νομοσχέδιον, ἐπῄνεσα τὸ ἔργον· ἀλλ’ ὅσον ἀφορᾷ τὰς λεπτομερείας τῆς ἱδρύσεως καὶ τὰ τῆς μισθοδοσίας τῶν καθηγητῶν, τοῦ προσωπικοῦ τῶν Ἐμπορικῶν τούτων Σχολῶν, εἶχον δισταγμούς τινας, τοὺς ὁποίους βεβαίως ἔχω ἀνάγκην νὰ ὑποδείξω εἰς τὴν Βουλήν. Ἐγὼ, ὅτε ἔσχον τὴν τιμὴν νὰ ἀναλάβω τὴν διεύθυνσιν τοῦ Ὑπουργείου τῆς Παιδείας, εὗρον τὰς δύο Σχολὰς, αἵτινες εἶχον ἱδρυθῇ διὰ Β. Διαταγμάτων. Ἐδίστασα νὰ ὑπογράψω ἐντάλματα πρὸς πληρωμὴν τοῦ προσωπικοῦ, διότι, κατὰ τὸ ἄρθρον 34 τοῦ Συντάγματος, ἵνα καταβληθῇ μισθός, ἀπαιτεῖται νὰ ὑπάρχῃ ἡ θέσις ἀνεγνωρισμένη διὰ νόμου. Ἐζήτησα νὰ μάθω, ἐπὶ τῇ βάσει τίνος νόμου ἐξεδόθησαν τὰ Διατάγματα, ἐπὶ τῇ βάσει τίνος νόμου ἐγένετο ἡ ἵδρυσις καὶ ἡ συντήρησις τῶν Ἐμπορικῶν τούτων Σχολῶν. Τὸ ζήτημα, ἂν διὰ νόμου γενικοῦ ἔπρεπε νὰ εἰσαχθῇ ἡ σπουδὴ τῶν ἐμπορικῶν μαθημάτων ἐν Ἑλλάδι, ἢ δι’ εἰδικῶν νόμων, ἑκάστοτε ἀναγνωριζόντων τὴν ἵδρυσιν Σχολῶν εἰς τὰ διάφορα μέρη, ἐν τοῖς ἐμπορικοῖς κέντροις, εἶναι ζήτημα δευτερεῦον. Ἴσως ἠδύνατό τις νὰ ὑποστηρίξῃ, μιμούμενος ἄλλας νομοθεσίας, παραδείγματος χάριν τὴν Ἰταλικήν, ὅτι εἰς τὸν γενικὸν νόμον περὶ δημοσίας ἐκπαιδεύσεως, ἐν τῷ τμήματι περὶ τῶν λεγομένων τεχνικῶν καθιδρυμάτων, istituti tecnici, ἔπρεπε νὰ συμπεριληφθῇ καὶ ἡ σπουδὴ τῶν ἐμπορικῶν γνώσεων, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι καὶ δι’ εἰδικοῦ νόμου ὀρθῶς ἔπραξεν ὁ ἀξιότιμος προκάτοχός μου ζητήσας νὰ νομιμοποιήσῃ τὰς ἱδρυθείσας Σχολὰς τῶν Ἀθηνῶν καὶ τῶν Πατρῶν, διότι, ἂν ἤθελεν εἰσαχθῇ τὸ σύστημα γενικοῦ νόμου περὶ ἱδρύσεως Ἐμπορικῶν Σχολῶν, τότε ἠθέλομεν πιθανὸν παρασυρθῇ εἰς τὸ ἄλλο ἄκρον, νὰ ἐγκαταλείψωμεν δηλαδὴ τὰς κλασικὰς σπουδάς, τὰς ὁποίας εὑρίσκομεν ἐλλιπεῖς καὶ ἀνεπαρκεῖς εἰς τὸν πρακτικὸν βίον, καὶ νὰ τραπῶμεν ἀποκλειστικῶς εἰς τὴν σπουδὴν δῆθεν τῶν πρακτικῶν σπουδῶν. Τὸ πρῶτον ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἔθιξεν ὁ προκάτοχός μου ἐκ Κυθήρων, εἶναι, ἂν δύναται δυνάμει Β. Διατάγματος νὰ ἱδρυθῇ Ἐμπορικὴ δημοσία Σχολή. Ἐμελέτησα τὸ ζήτημα, παρετήρησα δὲ, ὅτι ὑπάρχει γνώμη, ὅτι ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ Β. Διατάγματος τῆς 3)15 Ἀπριλίου 1833 ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως δύναται νὰ ἐκδώσῃ Β. Διάταγμα καὶ νὰ ἱδρύσῃ Ἐμπορικὰς Σχολάς...
§143Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μοὶ δίδετε τὴν ἄδειαν νὰ σᾶς ἐρωτήσω;
§144Α. ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. Εὐχαρίστως.
§145Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Εἴπετε, ὅτι ὑπάρχει γνώμη, ὅτι δύναται, δυνάμει τῆς διατάξεως τοῦ Β. Διατάγματος περὶ Γραμματείας τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, νὰ συστηθῇ διὰ Διατάγματος Σχολή.
§146Α. ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. Γνώμη, τὴν ὁποίαν ἀντελήφθην ὑπάρχουσαν καὶ ὑποστηριζομένην παρά τινων.
§147Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν ἀναφέρετε εἰς ἡμᾶς τοὺς κυρίους, οἱ ὁποῖοι ἔχουσιν αὐτὴν τὴν γνώμην;
§148Α. ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. Ὄχι. Δὲν ἔχω ἀνάγκην. Λέγω, ὅτι ὑπάρχει γνώμη, ἑρμηνεύουσα οὕτω τὸ Διάταγμα τοῦ 1833.
§149Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δηλαδὴ εἶναι ἡ γνώμη τοῦ κυρίου Στάη.
§150Α. ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. Καὶ ἡ γνώμη τοῦ κυρίου Στάη εἶναι ἐπίσημος.
§151Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἄλλην ἔχετε;
§152Α. ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. Ἀλλ’ ἡ γνώμη, τὴν ὁποίαν ἐγὼ δέχομαι, εἶναι, ὅτι, ὅταν τὸ Διάταγμα τοῦ 1833 παραχωρῇ τὸ δικαίωμα εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως νὰ ἱδρύσῃ Ἐμπορικὰς Σχολάς, ἐννοεῖ νόμον, διότι εὑρισκόμεθα πρὸ τοῦ χρόνου τῆς εἰσαγωγῆς τοῦ Συντάγματος, καὶ ὅταν εὑρισκώμεθα πρὸ τοῦ χρόνου τούτου, ἡ γνώμη, ἣν ἀσπάζομαι ὡς ὀρθοτέραν, εἶναι, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως ὀφείλει νὰ ζητήσῃ τὴν σύμπραξιν τοῦ νομοθετικοῦ Σώματος πρὸς ἵδρυσιν Ἐμπορικῆς Σχολῆς. Ἀκολουθῶν λοιπὸν τοιαύτην θεωρίαν, ἐδίστασα νὰ προβῶ εἰς τὴν ὑπογραφὴν τῶν ἐνταλμάτων καὶ τὴν ἐκ τοῦ δημοσίου ταμείου χορηγίαν χρηματικοῦ ποσοῦ πρὸς πληρωμὴν τοῦ προσωπικοῦ τῆς ἐν Πάτραις Ἐμπορικῆς Σχολῆς. Δι’ αὐτὸν δὲ τὸν λόγον ὑποθέτω, ὅτι καὶ ὁ ἀξιότιμος προκάτοχός μου ἠθέλησε διὰ νόμου νὰ νομιμοποιήσῃ τὴν σύστασιν τῶν Ἐμπορικῶν Σχολῶν, διότι, ἂν τὸ περὶ ἱδρύσεως τῶν Σχολῶν Διάταγμα ἐκεῖνο ἦτο ἁπλῶς νομοτελεστικόν, οὐδεμία ὑπῆρχεν ἀνάγκη προσφυγῆς εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν πρὸς νομιμοποίησιν τῆς ἐνεργείας αὐτοῦ.
§153ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Ἐπειδὴ ὁμιλεῖτε περὶ τῆς γνώμης μου, μοὶ ἐπιτρέπετε μίαν διασάφησιν; Συγχέετε τὰ πράγματα. Δὲν ἐζήτησα ἐγὼ παρὰ τῆς Βουλῆς τὴν διὰ νόμου ἵδρυσιν Ἐμπορικῶν Σχολῶν...
§154Α. ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. Εὗρον τὸ νομοσχέδιον ἕτοιμον, τὸ ὁποῖον ἐγὼ εἰσήγαγον.
§155ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Ἀφήσατέ με νὰ τελειώσω... Διὰ Β. Διατάγματος ἱδρύθη ἐν Ἀθήναις Ἐμπορικὴ Σχολὴ δαπάναις τοῦ κληροδοτήματος τοῦ ἀειμνήστου Δωρίδου. Τοῦ Βασιλικοῦ τούτου Διατάγματος ἐζητήθη ἡ κύρωσις διὰ νομοσχεδίου, παρ’ ἐμοῦ εἰς τὴν Βουλὴν κατὰ τὸ λῆξαν ἔτος εἰσαχθέντος.
§156Α. ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. Τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἐγὼ εὗρον, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, ἀφεώρα καὶ τὴν Ἐμπορικὴν Σχολὴν Πατρῶν.
§157ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Δὲν γνωρίζω, τί εὕρετε.
§158Α. ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. Ἡ γνώμη περὶ ἱδρύσεως Ἐμπορικῆς Σχολῆς διὰ νόμου εἶναι γνώμη νομικὴ ἰδική μου, τὴν ὁποίαν ἀναφέρω, ἵνα δικαιολογήσω τὴν ἔλλειψιν, ἣν ὑπεδείξατε, ὅτι δὲν ἐφρόντισα δηλ. νὰ προστατεύσω τὸ προσωπικόν, ὅτι δὲν ἠθέλησα νὰ καταβάλω τοὺς μισθοὺς αὐτοῦ ἐκ τοῦ δημοσίου ταμείου.
§159Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μοὶ ἐπιτρέπετε μίαν ἐρώτησιν πρὸς τὸν κύριον ἐκ Κυθήρων Βουλευτήν;
§160Α. ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. Εὐχαρίστως.
§161Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Λοιπὸν ἐφρονεῖτε, ὅτι δὲν ἦτο ἐπιτετραμμένη ἡ διάθεσις τῶν τόκων τοῦ κληροδοτήματος Δωρίδου, ἂν νόμος δὲν ἐπέτρεπε τὴν διάθεσιν.
§162ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Δὲν ἐφρόνουν αὐτὸ, ἀξιότιμε Βουλευτά.
§163Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Διατὶ ὑπεβάλετε νομοσχέδιον;
§164ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Ὑπέβαλον νομοσχέδιον, ὡς εἶπον καὶ πρὸ μικροῦ, ἵνα ἐμποδίσω τὴν κατάργησιν τῶν ἱδρυθεισῶν διὰ Β. Διατάγματος Ἐμπορικῶν Σχολῶν ὑπὸ διαδόχου τινὸς Ὑπουργοῦ. Ἐγὼ ἔχω τὴν γνώμην, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως δύναται νὰ διαθέσῃ τοὺς τόκους τοῦ Δωριδείου κληροδοτήματος διὰ τὰ ἐν Ἀθήναις δημόσια καθιδρύματα, ὡς ἐγένετο καὶ ἐπὶ προκατόχων Ὑπουργῶν.
§165Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἀλλὰ διὰ τοῦ νομοσχεδίου τί διετάξατε;
§166ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Ἐγὼ νομοσχέδιον δὲν εἰσήγαγον εἰς τὴν Βουλὴν περὶ νομιμοποιήσεως Σχολῶν, ἀλλ’ ἐζήτουν τὴν ἄδειαν νὰ ἱδρύσω Δωρίδειον Σχολὴν, ἡ ὁποία νὰ συντηρῆται ἐσαεὶ διὰ τῶν τόκων τοῦ Δωριδείου κληροδοτήματος, ὅπερ εἶναι σύμφωνον μὲ τὴν διαθήκην τοῦ ἀειμνήστου Δωρίδου. Εἶναι ὅλως διακεκριμένα τὰ ζητήματα. Οὐδεμία σχέσις μεταξύ των. Ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῆς Ἐκπαιδεύσεως συνέδεσε τὰ δύο ταῦτα ζητήματα, τὰ ὅλως ἄσχετα.
§167Α. ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. Δὲν εἶναι ἄσχετα. Ἐγὼ δικαιολογῶ τὴν ἐνέργειαν τὴν ἰδικήν μου, διὰ ποῖον λόγον δὲν κατέβαλον. Εὗρον νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον υἱοθέτησα, ἐπῄνεσα τὴν ἵδρυσιν τῶν Σχολῶν, καὶ εἰσήγαγον αὐτὸ μετ’ ὀλίγων τροποποιήσεων. Ἡ ἔκθεσις δὲ, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλον, εἶναι ἡ ἔκθεσις, τὴν ὁποίαν ἀντέγραψα σχεδὸν ἐκ τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον εὗρον.
§168Α. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι τὸ ἴδιον μὲ τὸ προηγούμενον;
§169Α. ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. Τροποποιημένον.
§170Α. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὰ οὐσιαστικά;
§171Α. ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. Καὶ εἰς τὰ οὐσιαστικὰ καὶ ὅσον ἀφορᾷ τὰ προσόντα τῶν ὑπαλλήλων.
§172Α. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ὑπάρχει συμφωνία.
§173Α. ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. Τὸ δεύτερον ζήτημα, ὡς πρὸς τὸ ὁποῖον ὀφείλω νὰ δώσω ἐπίσης τινὰς ἐξηγήσεις, εἶναι τοῦτο: Ἐκ τῆς περιουσίας τοῦ κληροδοτήματος Δωρίδου ἠδύνατο νὰ καταβληθῇ ποσόν τι πρὸς συντήρησιν τῶν Ἐμπορικῶν Σχολῶν; Καὶ περὶ τούτου ἐγὼ εὗρον δυσκολίας, διὰ τὸν λόγον, ὅτι, εἴτε εὐρέως εἴτε στενῶς ἑρμηνευθῇ ἡ διαθήκη Δωρίδου, δὲν εἶναι εὔκολον νὰ παραδεχθῇ τις, ὅτι δύναται διὰ τοῦ κληροδοτήματος αὐτοῦ νὰ προβῇ εἰς ἵδρυσιν Ἐμπορικῶν Σχολῶν.
§174ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Δὲν ἐπρόκειτο περὶ ἱδρύσεως.
§175Α. ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. (ἀναγινώσκει ἐκ τῆς διαθήκης). «Οἱ τόκοι τοῦ ἀνωτέρω ποσοῦ (λέγει ὁ δωρήσας) νὰ χρησιμεύουν ἐτησίως εἰς ἀγαθοεργίας εἰς τὰ ἐν Ἀθήναις καθιδρύματα δημόσια ἐξ ἴσου, συμπεριλαμβανομένης καὶ τῆς Βιβλιοθήκης τοῦ Ἐθνικοῦ Πανεπιστημίου.» Δύο ἑρμηνεῖαι ἐπιτρέπονται ἐνταῦθα· ἢ θὰ περιορισθῶμεν εἰς τὴν φράσιν «εἰς ἀγαθοεργίας», καὶ θὰ εἴπωμεν, ὅτι τὸ ποσόν, τὸ ὁποῖον προέρχεται ἐκ τοῦ κληροδοτήματος, εἶναι προωρισμένον μόνον διὰ σκοποὺς φιλανθρωπίας, δι’ οἴκους εὐαγεῖς (pias causas), δηλαδὴ πτωχοκομεῖα, νοσοκομεῖα καὶ τὰ τοιαῦτα καθιδρύματα, ἢ θὰ δεχθῶμεν εὐρυτέραν ἔννοιαν ἐν τῇ φράσει «ἐν Ἀθήναις καθιδρύματα δημόσια», καὶ θὰ παράσχωμεν συνδρομὴν εἰς τὰ ὑφιστάμενα ἤδη ἱδρύματα. Ἐὰν ἐδεχόμην τὴν δευτέραν ἑρμηνείαν, τότε, ἐν ᾗ περιπτώσει εἶχον ἱδρυθῆ αἱ Ἐμπορικαὶ Σχολαί, ἠδύνατο νὰ δικαιολογηθῇ ἡ γνώμη τοῦ ἀξιοτίμου προκατόχου· ἐπειδὴ ὅμως ἐγὼ καὶ πάλιν ἐδίστασα νὰ προβῶ εἰς τὴν παραδοχὴν τοιαύτης θεωρίας, καὶ ἐπειδὴ νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ τηρηθῇ πρῶτον ἀπαρεγκλίτως ἡ τελευταία βούλησις τῶν διαθετῶν, ἔκρινα, ὅτι τὸ Δωρίδειον κληροδότημα ἦτο προωρισμένον νὰ ἐξυπηρετήσῃ μόνον εὐαγεῖς οἴκους· ἐὰν δὲ ὑπάρχῃ ἐξαίρεσίς τις, ἡ ἐξαίρεσις ἀφορᾷ μόνον εἰς τὴν Βιβλιοθήκην τοῦ Πανεπιστημίου, τὴν ὁποίαν ῥητῶς ὁ διαθέτης ὁρίζει. Ἐπειδὴ ἐδίστασα νὰ δεχθῶ τὴν εὐρυτέραν ἑρμηνείαν, δὲν ἠθέλησα νὰ ὑπογράψω τὰ ἐντάλματα τῆς πληρωμῆς τοῦ προσωπικοῦ ἐκ τῆς κληρονομίας τοῦ Δωρίδου. Ἔθιξε καὶ ἄλλο ζήτημα ὁ ἀξιότιμος προκάτοχός μου. Εἶπεν, ὅτι ἔπρεπε νὰ δοθῶσι προνόμια εἰς τοὺς μαθητὰς τῆς Ἐμπορικῆς Σχολῆς. Ἐγὼ ἠθέλησα, τροποποιῶν τὸ νομοσχέδιον περὶ τῶν Ἐμπορικῶν Σχολῶν, νὰ ἐξισώσω τοὺς μαθητὰς αὐτῶν πρὸς τοὺς μαθητὰς τῶν Γυμνασίων, διότι ἔχω τὴν ἰδέαν, ὅτι αἱ Ἐμπορικαὶ Σχολαὶ ἀνήκουσιν εἰς τὴν μέσην ἐκπαίδευσιν, δὲν ἠδύναντο δὲ νὰ ἔχωσιν οὔτε ὀλιγώτερα οὔτε περισσότερα προσόντα οἱ μαθηταὶ τῶν Ἐμπορικῶν Σχολῶν τῶν ὅσα ἔχουσιν οἱ μαθηταὶ τῶν Γυμνασίων. Ἐγένετο λόγος καὶ περὶ τῆς πιστώσεως, τὴν ὁποίαν ὁ ἀξιότιμος προκάτοχός μου ἀνέγραψεν, ἐγὼ δὲ ἀπέκοψα ἐκ τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Καὶ ἐγὼ εἶχον παραδεχθῇ τὸ ποσὸν τῶν 100 χιλιάδων, οὐχὶ μόνον πρὸς συντήρησιν τῶν Σχολῶν τῶν Πατρῶν καὶ τῶν Ἀθηνῶν, αἱ ὁποῖαι ὑπάρχουσι σήμερον καὶ λειτουργοῦσιν, ἀλλὰ καὶ πρὸς συντήρησιν Σχολῶν καὶ ἀλλαχοῦ, ὡς εἶπον, ὅτε εἰσῆγον τὸ νομοσχέδιον εἰς τὴν Βουλήν, ἤτοι ἐν Σύρῳ, Καλάμαις, Βόλῳ καὶ ἀλλαχοῦ· ἀλλ’ ἐπειδὴ δὲν ἠδυνάμην νὰ περιλάβω εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν ποσὸν τοσοῦτον, ἕνεκα λόγων οἰκονομικῶν, διὰ τοῦτο περιωρίσθην μόνον εἰς τὸ ποσὸν τῶν 35 χιλιάδων πρὸς λειτουργίαν καὶ ὑποστήριξιν τῶν συσταθεισῶν ἤδη Σχολῶν. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν ὑπὸ τοῦ προκατόχου μου ἔγκρισιν τῆς Ναυτικῆς Σχολῆς Ληξουρίου, δὲν εἶδον, πῶς διετυπώθη τὸ Διάταγμα περὶ μεταβολῆς τοῦ Γυμνασίου εἰς Ναυτικὴν Σχολήν· νομίζω ὅμως, ὅτι ἡ Πετρίτσειος Σχολὴ συντηρεῖται διὰ κληροδοτήματος εἰδικοῦ, καὶ δύναται διὰ Β. Διατάγματος τοιαύτη μεταβολὴ νὰ ἐφαρμοσθῇ. Περισσοτέρας ἐξηγήσεις δὲν ἔχω νὰ δώσω ἤδη. Ὅταν ἀκούσω τὰς ἀντιρρήσεις τῶν μελλόντων νὰ λάβωσι τὸν λόγον, δύναμαι πάλιν νὰ ἐπανέλθω.
§176Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Παρακαλῶ, κύριε Ὑπουργέ· εἶσθε εἰς θέσιν νὰ μᾶς πληροφορήσητε, ποίαν γνώμην εἶχεν ὁ κ. Εὐταξίας περὶ τῆς διατάξεως;
§177Α. ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. Δὲν γνωρίζω.
§178ΣΤΕΦ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐγὼ, κύριοι Βουλευταὶ, ὅτε ἐζήτησα παρὰ τοῦ κ. Προέδρου τὸν λόγον, ὅπως ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου ὁμιλήσω, δὲν ἐφανταζόμην τῇ ἀληθείᾳ, ὅτι ἐπὶ τοῦ ἐδάφους τῆς συζητήσεως τῆς ἀρχῆς οὐδὲν ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου ἤθελε λεχθῆ, ἀλλ’ ὅτι ἠθέλομεν μόνον παραστῆ μάρτυρες διαξιφισμῶν μεταξὺ τῶν Ὑπουργῶν τῶν ὁμοφρονούντων, κατὰ τὴν γενομένην δήλωσιν, διαξιφισμῶν πρὸς ἀλλήλους, οὐχὶ περὶ θεμάτων τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου, ἀλλὰ περὶ πράξεων συντελεσθεισῶν ὑπὸ τοῦ πρώην Ὑπουργοῦ τῆς Παιδείας καὶ ἀρνήσεως τοῦ νῦν Ὑπουργοῦ νὰ ἐξακολουθήσῃ ἐπ’ αὐτῶν τὴν πορείαν τοῦ προκατόχου. Παραδόξως τῇ ἀληθείᾳ, συζητουμένης τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου, τί ἠκούσαμεν λεγόμενον περὶ τῆς ἀρχῆς ἐνταῦθα; Οὐδέν. Καὶ ὁμολογῶ, ὅτι κατὰ τοῦτο ὁ νῦν Ὑπουργὸς ἔχει δικαιολογίαν τινὰ, διότι προκληθεισῶν ἐξηγήσεων, ἐπειδὴ ὤφειλε νὰ ἀναβῇ τὸ βῆμα, ἵνα δώσῃ ταύτας, ὑπεσχέθη, ὅτι ἔπειτα θέλει συζητήσει περὶ τῆς ἀρχῆς καὶ τῶν λεπτομερειῶν, ἐὰν δοθῇ ἀφορμὴ ἐκ τῶν ἀγορεύσεων τῶν Βουλευτῶν. Ἀλλ’ ὁ πρώην Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας πρὸς τί ἀνῆλθε τὸ βῆμα; Τίς κατηγόρησεν αὐτοῦ; Ἐλέχθη τι ὑπό τινος, τὸ καλοῦν αὐτὸν νὰ ἀναβῇ, ὅπως ἀπολογηθῇ; Ἆρά γε τί ἠσθάνθη ἐν ἑαυτῷ, ὅπως αὐτόκλητος ἔλθῃ καὶ ἀπολογηθῇ; Λησμονεῖ τὸ Γαλλικὸν ῥητὸν, ὅτι ὁ ἀπολογούμενος γίνεται ἑαυτοῦ κατήγορος;
§179ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Λυποῦμαι, διότι δὲν παρευρέθητε ἐνταῦθα ἀπὸ τῆς ἀρχῆς τῆς συνεδριάσεως, ἵνα ἀκούσητε τὴν ἀφορμὴν, ἡ ὁποία μὲ ἐκάλεσεν εἰς τὸ βῆμα.
§180ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Νομίζω, ὅτι, ἂν ἐδόθη ἀφορμὴ κατὰ τὴν ἀρχὴν τῆς συνεδριάσεως, βεβαίως δὲν ἔπρεπεν ἐξ αὐτῆς νὰ ἐκλέξητε ταύτην τὴν στιγμὴν, ὅπως ὁμιλήσητε περὶ τούτων· ἔπρεπε νὰ περικλεισθῆτε ἐντὸς τῶν ὁρίων τῆς συζητήσεως τοῦ ἐλέγχου, τῆς πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως, ὅπως δώσητε καὶ εἰς ἡμᾶς τὴν ἀφορμὴν νὰ ἀσχοληθῶμεν εἰς τὸ θέμα τοῦτο καὶ ἐξενέγκωμεν γνώμην ἐν ὥρᾳ καταλλήλῳ, —διότι βεβαίως αἱ γνῶμαι περὶ τῶν πράξεων ὑμῶν ἐνταῦθα, ταύτην τὴν ὥραν λεγόμεναι, καὶ αἱ ἀπαντήσεις εἰς τὰς παρατηρήσεις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Παιδείας εἶναι ἔξω τῆς ὥρας.— Πῶς θέλετε νὰ συζητήσωμεν τὸ νομοσχέδιον, ἀσχολούμενοι εἰς τὰς πράξεις τὰς παρανόμους, αἵτινες ἐπράχθησαν, δι’ ὃ καὶ ὀρθότατα ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Παιδείας ἐδίστασε νὰ θέσῃ τὴν ὑπογραφὴν αὑτοῦ πρὸς ἐξακολούθησιν τῶν πραχθέντων; Βεβαίως ἐν τούτῳ ἀπέδειξεν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως, ὅτι ἀσφαλέστερον εἶναι νὰ ἔχωμεν Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Παιδείας νομικὸν ἢ Ὑπουργὸν καθηγητήν· τοῦτο ἐν τῷ εἰδικῷ ζητήματι πρέπει νὰ ὁμολογήσητε. Καὶ ἀπορῶ, πῶς δὲν κατελήφθητε ὑπὸ ταραχῆς, ἐνῷ ὑμεῖς αὐτὸς εἴπετε πρὸ ὀλίγου, ὅτι ἠναγκάσθητε νὰ προσφύγητε εἰς ἄνδρα εὔπορον, ὅστις εἶχε τὴν ἀγαθότητα νὰ δώσῃ τὰ χρήματα, ὑμῶν μενόντων μόνον πολιτικῶς ὑπευθύνων.
§181ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Καυχῶμαι διὰ τοῦτο.
§182ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐπράξατε πρᾶξιν εὐγενεστάτην.
§183ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Ὠφελιμωτάτην.
§184ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Δὲν πρόκειται περὶ τῆς Ἐμπορικῆς Σχολῆς· πρόκειται περὶ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν ἱδρύσατε αὐτὴν, καὶ ὁ τρόπος οὗτος αὐτὸς ἀποδεικνύει, ὅτι δὲν ἐμελετήσατε τὸ θέμα πρὶν ἢ νομοθετήσητε· διότι ἐνομοθετήσατε διὰ Βασιλικοῦ Διατάγματος. Εἶπε πρὸς ὑμᾶς ἤδη ὁ κύριος Ὑπουργὸς ἐν ὀλίγοις σαφέστατα: «ποῦ εὕρετε τὸ δικαίωμα νὰ ἱδρύσητε Σχολὴν, ἧς ἡ ἵδρυσις συνεπάγεται διορισμὸν καθηγητῶν καὶ μισθοδοσίαν καθηγητῶν;» Τὸ ἄρθρον 34 τοῦ Συντάγματος εἶναι ῥητὸν, τὸ ἄρθρον 61 τοῦ Συντάγματος εἶναι ῥητόν· πῶς προβαίνετε εἰς διορισμὸν καθηγητῶν; κατὰ τίνα νόμον; ποῦ εἶναι ὁ νόμος οὗτος; Λέγει τὸ περὶ μέσης ἐκπαιδεύσεως Β. Διάταγμα τοῦ 1833, ὅτι εἰς τὴν ἁρμοδιότητα τοῦ Ὑπουργοῦ ὑπάγεται ἡ ἵδρυσις παντὸς εἴδους Σχολῶν, καὶ Βιομηχανικῶν καὶ Ἐμπορικῶν. Ἀλλὰ τοῦτο μόνον ἀρκεῖ; Ἂν ἐξηκολουθοῦμεν βιοῦντες ὑπὸ τοὺς ὅρους τοῦ πολιτεύματος, ὑφ’ οὓς ἐξεδόθη τὸ Διάταγμα ἐκεῖνο, βεβαίως ἠθέλετε ὑποβάλει εἰς τὸν Βασιλέα Ὄθωνα τότε πρὸς ὑπογραφὴν τὸ ὑμέτερον Διάταγμα, ὅπερ, κατὰ τοὺς τότε ὡρισμένους τύπους ὑπογραφόμενον ὑπ’ αὐτοῦ, ἤθελεν ἔχει νομοθετικὸν χαρακτῆρα, καὶ ἐπειδὴ δὲν ὑπῆρχε Βουλή, δὲν ἠθέλετε ἔχει ἀνάγκην ν’ ἀναμείνητε τὴν γνώμην ἀνυπάρκτου Βουλῆς. Ἀλλ’ ἐν ἔτει 1901, ὑπαρχούσης Βουλῆς ἀπὸ τοῦ 1844, ἔρχεσθε ὑμεῖς καὶ ἱδρύετε Σχολήν, καὶ γεννᾶτε ὑποχρεώσεις τοῦ Κράτους, καὶ διορίζετε καθηγητάς, ὁρίζοντες ὑμεῖς προσόντα, ὁρίζοντες θέσεις, ὁρίζοντες μισθοὺς καὶ ἐπιμίσθια! Ἐν τίνι δικαιώματι; ...
§185Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Καὶ τὰ μαθήματα.
§186ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἄς ἀφήσωμεν τὰ μαθήματα. Ἐγὼ θέλω νὰ περιορισθῶ εἰς ταῦτα μόνον, περὶ ὧν δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ ἀμφιβολία, ὅτι παρανόμως ἐγένοντο... Παρανομία ἐκ προθέσεως βεβαίως δὲν ἐγένετο, ἀλλ’ ἐγένετο παρανομία ἐκ σπουδῆς τοῦ τότε Ὑπουργοῦ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως παρανομία, διότι ἐνομίσθη ἐνταῦθα, ὅτι, εὐθὺς ὡς ἀρχίσῃ ὁ Τύπος νὰ βοᾷ: «τοῦτο ἐλλείπει, ἐκεῖνο ἐλλείπει», «τοῦτο γίνεται εἰς τὴν Γερμανίαν, τοῦτο εἰς τὴν Γαλλίαν», εἴμεθα ὑπόχρεοι εὐθὺς ἀμέσως νὰ ἱδρύσωμεν καὶ ἡμεῖς ὅλα ταῦτα, καὶ δὲν ἐξετάζομεν, τί ἡμεῖς ἔχομεν, καὶ πῶς ἐκεῖνο, ὅπερ ἔχομεν, μετὰ φειδοῦς καὶ προσοχῆς καὶ διὰ τῆς Βουλῆς πάντοτε θέλομεν δυνηθῆ νὰ χρησιμοποιήσωμεν. Ἐφθάσατε εἰς ὀλίσθημα, οὗτινος ὅμοιον, ὡς ἐγὼ ἐνθυμοῦμαι, δὲν ὑπάρχει ἀναγεγραμμένον εἰς τὰ πολιτικὰ χρονικὰ τῆς Ἑλλάδος· ἐγὼ μέχρι τοῦδε δὲν εἶδον Ὑπουργὸν νὰ ὑποπέσῃ εἰς τοιοῦτον ὀλίσθημα, ἱδρύων Σχολὰς ἄνευ οὐδενὸς νόμου. Ποῦ εἶναι ὁ νόμος, ὅστις ὁρίζει τὰ περὶ Ἐμπορικῶν Σχολῶν; Οὐδαμοῦ. Εἷς γενικὸς ὁρισμὸς ἁρμοδιότητος, ὃν μετὰ πολλῆς προσοχῆς ἐὰν ἀνατάμητε, μόλις δύνασθε νὰ εὕρητε ἐκεῖ σπέρμα τι ἀδείας διδομένης εἰς τὸν Ὑπουργὸν νὰ ἐνεργήσῃ τι· ἀλλὰ τί; Ποῦ ὁ νόμος ὁ παραπλήσιος πρὸς τοὺς νόμους, δι’ ὧν ἱδρύθησαν τὸ Πανεπιστήμιον, τὰ Γυμνάσια καὶ τὰ Ἑλληνικὰ Σχολεῖα; Ποῦ εἶναι ὁ νόμος ὁ ὀργανικός, ὁ περὶ Ἐμπορικῶν Σχολῶν; Οὐδαμοῦ ὑπάρχει τοιοῦτος νόμος. Καὶ λοιπὸν ἐπετρέπετο, μὴ ἔχοντες ἔδαφος νόμιμον, δηλαδὴ εἰδικὸν ὀργανικὸν νόμον, νὰ προσδιορίσητε προσόντα, μισθοὺς, ἐπιμίσθια καὶ μαθήματα, περὶ ὧν γενήσεται ἄλλοτε λόγος; Προφανῶς ἄρα ὠλισθήσατε, καὶ διὰ τοῦτο ἔπρεπε νὰ χρεωστῆτε χάριν εἰς τὸν διάδοχον ὑμῶν, ὅτι ἔρχεται καὶ προτείνει εἰς τὴν Βουλὴν νὰ ψηφίσῃ πίστωσιν, ὅπως καλυφθῇ τὸ ἁμάρτημα ὑμῶν. Ἐνομίσατε, ὅτε πρὸ ὀλίγου ἠρώτων ὑμᾶς περὶ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν καθηγητῶν, περὶ τοῦ μισθοῦ αὐτῶν, καὶ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν διωρίσθησαν, ὅτι ἐγὼ ἀπέβλεπον εἰς τὰ πρόσωπα. Περὶ τῶν προσώπων οὐδὲν γνωρίζω ἢ ὅσα ἀμυδρῶς ἐνθυμοῦμαι ἐκ τῶν περιαδομένων εἰς τὴν πόλιν. Ἐξ αὐτῶν γνωρίζω, ὅτι καὶ ὁ Διευθυντὴς εἶναι ἄριστος καὶ ὁ ὑποδιευθυντὴς καὶ ἅπαντες οἱ ἄλλοι, ὧν τὰ ὀνόματα ἤκουσα, εἶναι καλοί, καὶ ἐκ τούτων εἰκάζω, ὅτι καὶ οἱ ἄλλοι εἶναι καλοί. Ἀλλὰ δὲν πρόκειται περὶ τούτου· πρόκειται νὰ ἐννοηθῇ, ὅτι πᾶν ὅ,τι δὲν ἔχουσι τὸ δικαίωμα νὰ πράξωσιν ἄνευ τῆς Βουλῆς, δὲν ἐπιτρέπεται οἱ Ὑπουργοὶ νὰ πράξωσι· μόνον ἡ Βουλὴ καὶ ὁ Βασιλεὺς, ὁ κυρῶν τοὺς νόμους, εἶναι διαχειρισταὶ τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας. Καὶ παρακαλῶ, — ἂς ἀφήσωμεν τὸ νομικὸν μέρος, τὴν συνταγματικὴν ἔποψιν τῆς πράξεως, — ἐξετάσατε, Κύριοι, τὸ ζήτημα τοῦτο ὑπὸ ἄλλην σπουδαιοτάτην ἔποψιν. Εἶναι δυνατὸν εἷς Ὑπουργὸς, ἢ ὁλόκληρον τὸ Ὑπουργεῖον, ν’ ἀναλαμβάνῃ αὐτὸ ν’ ἀποφασίζῃ περὶ ζητημάτων ἀναγομένων εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους; Τὸν Προϋπολογισμὸν ποῖος ψηφίζει; Ψηφίζει αὐτὸν ἡ Βουλὴ κατὰ τρόπον, ὑποχρεοῦντα τοὺς Ὑπουργοὺς, τοὺς ὑποβαλόντας αὐτὸν, νὰ ὑπομείνωσιν, ὅπως τὸ ἔργον αὐτῶν, διερχόμενον διὰ τῆς διαδικασίας τῆς ἐπιτροπῆς, ὑποστῇ τὴν βάσανον τῆς μόνης ζωντανῆς ἐπιτροπῆς ἐν τῇ ἡμετέρᾳ Βουλῇ· νὰ δώσωσιν εἰς τὴν ἐπιτροπὴν πάσας τὰς ζητουμένας ὑπ’ αὐτῆς πληροφορίας καὶ ἐξηγήσεις, νὰ ὑποστῶσι πάσας τὰς γνωστὰς ἐπιθέσεις καὶ ἐπιτιμήσεις διὰ τὸν τρόπον, καθ’ ὃν χειρίζονται τὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, καὶ ἂν δώσῃ ἡ Βουλὴ ἄδειαν ἄλλης πιστώσεως, τότε μόνον νὰ συνάψωσι καὶ ταύτην εἰς τὰς λοιπὰς πιστώσεις. Καὶ δὲν γνωρίζετε, ὅτι δὲν ὑπῆρχε Προϋπολογισμὸς, ὅστις ἔδιδεν εἰς ὑμᾶς τοιαῦτα δικαιώματα; Ποῖος ἔδωκεν εἰς ὑμᾶς τὸ δικαίωμα τοῦτο; Εἴπετε πρὸ ὀλίγου, ὅτι ἐκ τοῦ Δωριδείου δὲν ὑπάρχει κώλυμα νὰ δαπανήσητε, διότι τὸ Δωρίδειον εἶναι κληροδότημα· ἀλλ’ ἐὰν δὲν ὑπάρχῃ κώλυμα ἐκ τοῦ Δωρίδου, πρᾶγμα, ὅπερ δὲν εἶναι ἀκριβὲς, ἐκ τοῦ δημοσίου Προϋπολογισμοῦ πῶς ἐδαπανήσατε; Ἐγὼ λυποῦμαι τῳόντι, ὅτι, δι’ ἄλλον λόγον ἀναβὰς ἐπὶ τὸ βῆμα, ἠναγκάσθην νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχήν μου καὶ προκαλέσω τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς ἐπὶ ὅσων πρὸ ὀλίγου ἐνταῦθα ἐτελέσθησαν, καὶ ἐπαναλαμβάνω νὰ συμβουλεύσω πάντας, καὶ πρῶτον ἐμὲ, ὅπως μετὰ πολλῆς προσοχῆς προβαίνωμεν εἰς τοιαῦτα ἔργα, διότι, ἐκτὸς τῆς εὐθύνης, ἣν ἄλλως πράττοντες ἐπάγομεν ἐπὶ τῶν κεφαλῶν ἡμῶν, συντελοῦμεν, μὴ προσέχοντες, εἰς τὴν καταστροφὴν τῆς ἑνότητος τῆς λειτουργίας τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ἠθέλησα νὰ λάβω τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου πρὶν ἢ συμπληρώσω τὰς ἐπ’ αὐτοῦ μελέτας μου, ἵνα παρακαλέσω τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἐπιστήσῃ τὴν προσοχὴν αὐτῆς ἐπὶ τῆς παραδόξου ἀτελείας, μεθ’ ἧς εἶναι συντεταγμένον τὸ νομοσχέδιον τοῦτο. Ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας, ὁ νῦν, ὡς Ὑπουργὸς νομικὸς, πρὸ ὀλίγου ὑπῆρξεν ἐπιτυχέστερος τοῦ πρώην — καὶ ἐδήλωσα διὰ τοῦτο ὑπὲρ αὐτοῦ προτίμησιν, κατ’ ἀντιπαράθεσιν πρὸς τὸν Βουλευτὴν Κυθήρων, — νομίζω ὅτι, ὡς Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Παιδείας, ἴσως διότι δὲν τῷ ἐδόθη καιρὸς, δὲν ὑπῆρξεν εὐτυχέστερος. Τί ἔπραξε; Παρέλαβε τὸ νομοσχέδιον τοῦ συναδέλφου καὶ προκατόχου αὐτοῦ, ἐμελέτησεν αὐτὸ καὶ εὗρεν, ὅτι ἦτο κατὰ πάντα, ἐκτὸς ἐλαχίστων, ἄριστον. Εὗρεν, ὅτι αἱ αἰτιολογίαι τοῦ συναδέλφου αὐτοῦ ἦσαν λαμπραὶ, παρέλαβε τὰς τρεῖς ἐκ τῶν τεσσάρων, ἀνέγραψεν αὐτὰς εἰς τὴν αἰτιολογικὴν αὐτοῦ ἔκθεσιν, προσέθηκεν ἔπειτα μίαν ἔτι παράγραφον ἰδίαν, μὴ περιλαμβανομένην πρότερον, καὶ ὑπέγραψεν. Ἀλλὰ μοὶ φαίνεται ἄξιον ἐρωτήματος: εἰργάσθη ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Ἐκπαιδεύσεως ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου; εἰργάσθη ὁ νομομαθὴς, ὁ ἐρευνητὴς ὁ ἐπιμελέστατος, ὁ ἀναδιφητὴς τῶν νόμων, ὁ ἐκδότης τῶν Νεκρῶν, ὁ σύμβουλος ὁ περιζήτητος, ὁσάκις πρόκεινται ζητήματα σπουδαῖα, εἰργάσθη καθ’ ὅμοιον ἐνταῦθα τρόπον; Βεβαίως δὲν πρέπει ν’ ἀδικήσωμεν τὴν ἀξίαν αὐτοῦ. Ἔχω πεποίθησιν, ὅτι δὲν εἰργάσθη, διότι νομοσχέδιον μᾶλλον ἀσύγκλωστον, ἀχώνευτον, μᾶλλον ἀκατάρτιστον τοῦ προκειμένου, καὶ ἐνταῦθα πρέπει νὰ προσθέσω μᾶλλον ἀντινομικὸν, δὲν ὑπάρχει.
§187Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Παρεβάλετε τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον μὲ τὸ κείμενον τοῦ ἀπὸ 8 Ἰουνίου Βασιλικοῦ Διατάγματος;
§188ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Μάλιστα. Ἔχω ἐδῶ τὸ κείμενον τοῦ νομοσχεδίου, ὅπερ εἰσήγαγεν ὁ κύριος Βουλευτὴς Κυθήρων.
§189Α. ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Ἐπρόκειτο νὰ νομιμοποιήσω καὶ σώσω οὕτω τὰς Ἐμπορικὰς Σχολάς. Πρὸς τοῦτο δὲ εἰργάσθην ὡς νομικός. Παρακαλέσατε τὸν κ. προκάτοχόν μου, ὅστις δύναται νὰ σᾶς ἀπαντήσῃ περὶ αὐτῶν.
§190ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐπιτρέψατέ μοι νὰ σᾶς δώσω μίαν συμβουλήν. Ὀλισθαίνοντα μὴ ἀκολουθῆτε, διότι θὰ ὀλισθήσητε καὶ ὑμεῖς.
§191Α. ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. Δὲν εἶναι ὀλίσθημα ἡ ἵδρυσις Σχολῶν.
§192ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἡ ἵδρυσις γίνεται διὰ τῆς φράσεως «ἱδρύομεν Σχολάς»; Παρακαλῶ, πῶς αἱ Σχολαὶ θέλουσι λειτουργήσει; Τὸ ἔργον, ὅπερ παρουσιάζετε, πρέπει νὰ δείξητε, διὰ τίνος δυνάμεως θὰ λειτουργήσῃ.
§193Α. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δύνασθε, κύριε Ὑπουργέ, νὰ δώσητε πληροφορίαν εἰς τὴν Βουλήν, πόσους καθηγητὰς ἔχομεν Ἕλληνας, ἔχοντας πτυχίον Σχολῶν ἐξωτερικῶν;
§194Α. ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. Θὰ μελετήσω πρὸς τοῦτο τὴν στατιστικὴν τοῦ συναδέλφου μου.
§195Α. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Πόσοι διωρισμένοι καθηγηταὶ εἶναι εἰδικοί, καὶ πόσοι μετετέθησαν ἐξ ἄλλων σχολείων;
§196Α. ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. Δὲν τοὺς διώρισα ἐγώ. Δύναται ὁ κ. συνάδελφος νὰ ἀπαντήσῃ.
§197Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ὁ κ. νῦν Ὑπουργὸς ἔχει καθῆκον νὰ δώσῃ ἀπάντησιν.
§198Α. ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ. Ἐκ τοῦ προχείρου;
§199ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ θέσω ἐρώτησίν τινα. Ἀγαθὸς οἰκογενειάρχης κρίνει καλὸν νὰ ἱδρύσῃ ὡρισμένον ἵδρυμα, χρήσιμον εἰς ἑαυτόν. Τί πρῶτον θέλει ἐξετάσει; Ἡ ἰδέα εἶναι λαμπρά. Καὶ ἡ ἰδέα ἡ ὑμετέρα καὶ τοῦ συναδέλφου ὑμῶν εἶναι λαμπρά. Ἀλλ’ ἐξεταστέον πρῶτον, ἔχομεν χρήματα; καὶ πόσα χρήματα ἀπαιτοῦνται; Ἐὰν δὲν ἔχωμεν χρήματα, πόθεν θέλομεν πορισθῇ αὐτά; Ἔχομεν ἀποθήκην, ἐξ ἧς δυνάμεθα νὰ πορισθῶμεν αὐτά; καὶ ἐὰν ἡ ἀποθήκη αὕτη δὲν πορίζῃ τὸ ὅλον, τί πρέπει νὰ πράξωμεν ὅπως τὸ ποσὸν συμπληρωθῇ;...
§200Ν. ΓΟΥΝΑΡΑΚΗΣ. Τοιαῦτα μαθήματα θὰ γίνωνται ἐδῶ;
§201ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Κατ’ ἀνάγκην... Ἐρωτῶ ὑμᾶς, γνωρίζετε τί θέλετε δαπανήσει; γνωρίζετε πόσους καθηγητὰς θὰ διορίσητε; ὄχι· ποίους μισθοὺς θὰ δώσητε; ὄχι. Καὶ δὲν γνωρίζομεν περὶ τούτων οὔτε ἡμεῖς· καὶ ἀξιοῦτε νὰ ἀρκεσθῶμεν νὰ μὴ γινώσκωμεν ὄχι σήμερον μόνον, ἀλλὰ καὶ ἐν τῷ μέλλοντι! Ῥητῶς ὁ νόμος οὗτος, ἐὰν τὸ νομοσχέδιον μεταβληθῇ εἰς νόμον, οὐδὲν γνωρίζει ἡμῖν περὶ τῆς δαπάνης, διότι δὲν ἔλαβον τὸν κόπον οἱ συντάκται οἱ δίδυμοι τοῦ νομοσχεδίου, ὁ παλαιὸς καὶ ὁ νέος, νὰ ὁρίσωσι, ποῖα τὰ μαθήματα κεχωρισμένως, καὶ ποῖοι οἱ καθηγηταὶ τῶν μαθημάτων, καὶ πόσοι, ἀλλὰ δὲν ἔλαβον τὸν κόπον νὰ ὁρίσωσιν ἡμῖν οὔτε τὰ προσόντα τῶν καθηγητῶν, οὔτε τοὺς μισθοὺς καὶ τὴν θέσιν αὐτῶν, οὔτε ποῖα τὰ ἐπιμίσθια αὐτῶν. Ἐθεώρησαν, φαίνεται, ἀνιαρὸν ν’ ἀσχοληθῶσιν ἐπ’ αὐτῶν οἱ Βουλευταὶ, καὶ εἶπον πρὸς ἡμᾶς: «πάντα ταῦτα κανονίζονται διὰ Β. Διατάγματος». Ἀντισυνταγματικὸν καὶ τοῦτο, ἐνταῦθα δὲ μάλιστα ἡ ἀντισυνταγματικότης εἶναι εἰς βάρος τοῦ εἰσηγητοῦ τοῦ νομοσχεδίου. Οὕτως, ὅταν ἐγὼ αὔριον, ἐρχόμενος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως, εὕρω ὅτι ὁ κ. Χοϊδᾶς, ὅστις ἔχει τὰ προσόντα τὰ παραπεμπόμενα εἰς Διάταγμα ὑπὸ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, δὲν πρέπει νὰ ἦναι καθηγητὴς, δι’ ἑνὸς ἄλλου Βασιλικοῦ Διατάγματος τροποποιῶ τὰ προσόντα, καὶ ἔξω ὁ κ. Χοϊδᾶς! Περίεργον δὲ, ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο εἶναι οὕτω συντεταγμένον, ἐνῷ οἱ Ὑπουργοὶ τοῦ 1902 ἢ 1903 ἔχουσιν ὄπισθεν αὐτῶν σωρείαν νομοθετημάτων, ἀνιδρυσάντων εἰδικὰς Σχολὰς, συντεταγμένων κατὰ τρόπον, ὅστις ἀπὸ ἐτῶν δὲν ἔδωκεν ἀφορμὴν εἰς δυσχερείας ἢ σκάνδαλα. Ἔχομεν τὴν Σχολὴν τῶν Βιομηχάνων Τεχνῶν ὠργανωμένην δι’ εἰδικοῦ νόμου, τὴν Ναυτικὴν Σχολὴν ὠργανωμένην δι’ εἰδικοῦ νόμου, τὴν Τηλεγραφικὴν Σχολὴν ἐπίσης, τὴν Γεωργικὴν Σχολὴν ἐπίσης. Καὶ τὰ παραδείγματα ταῦτα ἔφερα προχείρως, διότι ὑπάρχουσι καὶ ἄλλαι Σχολαί. Δὲν ἦτο ἄξιον τοῦ κόπου νὰ ἀνοίξωσι τοὺς τόμους τῶν βιβλίων, τῶν περιεχόντων τοὺς νόμους αὐτοὺς, καὶ ἐξετάσωσιν ἐπὶ τίνων βάσεων ὠργανώθησαν ἐκεῖναι αἱ Σχολαὶ ἐπιτυχῶς, καὶ ν’ ἀκολουθήσωσι τὸ παράδειγμα τῶν προκατόχων; — Διότι πᾶσαι αἱ προγενέστεραι Κυβερνήσεις εἰσήγαγον τοιαῦτα νομοθετήματα καὶ κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε κατέστη δυνατὴ ἡ ψήφισις αὐτῶν. — Τί ἔπραξαν ἐκεῖνοι, οἵτινες ἦσαν ἀληθῶς ἄριστοι οἰκογενειάρχαι; Ἐξήτασαν τὸν Προϋπολογισμόν. Ἀπόλυτος ἀνάγκη, πολὺ μείζων τῆς σημερινῆς ταύτης ἀνάγκη διά τε τὸ Κράτος καὶ τὴν χώραν. Ἡ Σχολὴ τῶν Βιομηχάνων Τεχνῶν εἶναι ἵδρυμα πολυτελέστατον, δι’ ὃ, ἂν οἱ τότε Ὑπουργοὶ κατείχοντο ὑπὸ τῶν εὐκόλων διαθέσεων τῶν κυρίων πρώην καὶ νῦν Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως, θὰ ἐδαπανῶμεν κολοσσιαῖα ποσά. Ἀλλ’ οἱ τότε κυβερνῆται ἐξήτασαν, τί ἠδύναντο νὰ δαπανήσωσι, καὶ ἐδαπάνησαν κατὰ τρόπον, ὅστις ἐπέτρεπε νὰ ἱδρυθῇ τὸ ἵδρυμα αὐτό. Ὥρισαν διακεκριμένως τὰ μαθήματα, ὥστε νὰ μὴ ὑπάρχῃ σύγχυσις, καὶ εἶπον, ὅτι εἰς ἕκαστον τῶν μαθημάτων ἀντιστοιχεῖ εἷς καθηγητὴς, ἀλλὰ καὶ ἐκ τῶν καθηγητῶν τῶν 20, δὲν ἐνθυμοῦμαι πόσων ἀκριβῶς, μόνον 4 ἢ 5 θὰ ἦναι εἰδικοὶ καθηγηταὶ ἐπὶ πλήρει μισθῷ, οἱ δὲ ἄλλοι θὰ λαμβάνωνται ἐξ ἄλλων ἱδρυμάτων ἐπὶ ἐπιμισθίῳ, καὶ οὕτω προέκοψεν ἡ Σχολὴ αὕτη, μὴ ἐπιβαρυνθέντος ἀφορήτως τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ἀλλ’ ἐρωτῶ, κύριε Ὑπουργὲ τῆς Ἐκπαιδεύσεως, ὄχι ὑμᾶς, ἀλλὰ ἐμὲ, διότι πιθανὸν ὑμεῖς νὰ μὴ περιπέσητε εἰς τοιαῦτα ἀτοπήματα. Ἐγὼ θέλω νὰ διορίσω ἕνα φίλον μου· τί μὲ ἐμποδίζει νὰ ὑποδιαιρέσω τὰ μαθήματα καὶ νὰ διορίσω τὸν φίλον μου αὐτὸν, ἢ καὶ δύο ἢ τρεῖς; Ἐνταῦθα ἔχω τὸ ἄρθρον, τὸ ὁρίζον τὰς τάξεις τῶν Σχολῶν καὶ τὰ διδασκόμενα μαθήματα. Δὲν ἐφρόντισαν οὐδὲ κἄν τὰ μαθήματα νὰ κατατάξωσι κατὰ σειρὰν λογικὴν, κατὰ τὸν εἱρμὸν τῶν ἰδεῶν, διότι ὁ εἱρμὸς τῶν ἰδεῶν φέρει τὸ ἓν μάθημα τὸ συγγενὲς πλησίον τοῦ ἄλλου, ἢ τὸ ἀποτελοῦν ὑποδιαίρεσιν πλησίον πάλιν τοῦ κυρίου, τοῦ ἄλλου. Ἀκούσατε ἀκαταστασίαν: «Αἱ Ἐμπορικαὶ αὗται Σχολαὶ σύγκεινται ἐκ τριῶν τάξεων, ἐν ἑκάστῃ τῶν ὁποίων ἡ διδασκαλία τῶν μαθημάτων εἶναι ἐνιαύσιος. Διδάσκονται δὲ ἐν αὐταῖς ὑποχρεωτικῶς τὰ ἑξῆς μαθήματα: ἡ καθαρεύουσα νέα Ἑλληνικὴ γλῶσσα...» Κρατήσατε αὐτὸ τὸ «ὑποχρεωτικῶς», ἐπίσης καὶ τὸ «ἡ καθαρεύουσα νέα Ἑλληνικὴ γλῶσσα», διότι θὰ μᾶς χρειασθῶσι κατωτέρω. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κυθήρων ἠρκέσθη εἰς τὴν Ἑλληνικὴν γλῶσσαν, ὁ σήμερον Ὑπουργὸς προσέθηκε τὸ «καθαρεύουσα», διότι ἴσως ἐμεσολάβησαν τὰ τοῦ Εὐαγγελίου. «Ἐκ τῶν ξένων δὲ γλωσσῶν ἡ Γαλλικὴ, ἡ Ἀγγλικὴ, ἡ Ἰταλικὴ καὶ ἡ Γερμανικὴ», — λοιπὸν ἔχομεν 5 καθηγητὰς, — «τὰ φυσικὰ καὶ τὰ μαθηματικὰ, ἡ γεωγραφία, ἡ Ἑλληνικὴ ἱστορία καὶ ἡ ἐμποριολογία, τὰ στοιχεῖα τοῦ ἐμπορικοῦ δικαίου καὶ τὰ τῆς πολιτικῆς ἢ δημοσίας οἰκονομίας, ἡ ἐμπορευματολογία, ἡ ἐμπορικὴ ἀλληλογραφία, ἡ διπλογραφία καὶ καταστιχογραφία, ἡ καλλιγραφία, ἡ ἰχνογραφία καὶ ἡ γυμναστική.» — Ἀκούσατε καὶ τὰ περαιτέρω: «δυναμένων νὰ ὁρισθῶσι διὰ Β. Διατάγματος καὶ ἄλλων μαθημάτων, ὑποδεικνυομένων ὡς ἀναγκαίων ὑπὸ τῶν Ἐμπορικῶν Σχολῶν εἰς τὸ ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως Ὑπουργεῖον.» Ἐγὼ λέγω, Κύριοι, ὅτι τοιοῦτο νομοσχέδιον δὲν ἔπρεπε σπουδαία Κυβέρνησις νὰ φέρῃ ἐνταῦθα. Μόνον τοῦτο τὸ ἄρθρον, ὡς εἶναι συντεταγμένον, δὲν ἐπέτρεπε τὴν εἰσαγωγὴν τοῦ νομοσχεδίου τούτου. Λέγω δὲ, ὅτι βεβαίως, ἐὰν ὁ Ὑπουργὸς εὑρεθῇ πρὸ στενοχωρίας, καὶ ἡ συνείδησις αὐτοῦ δὲν ἦναι καὶ πολὺ ἀλύγιστος, ἦναι ὀλίγον ἐλαστική, δύναται νὰ διορίσῃ τόσους καθηγητάς.
§202Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ὅσοι μαθηταί!
§203ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. .. ὅσα μαθήματα ἀπαγγέλλονται ἐνταῦθα, καὶ νὰ δώσῃ πρὸς ὅλους, ἕνεκα τῆς ἐλλείψεως τῶν προσόντων, ἣν ἔχετε, μισθὸν δραχμῶν 470 κατὰ μῆνα. Καὶ παρακαλῶ νὰ μοὶ εἴπητε, ποῦ ὁ Προϋπολογισμὸς καὶ ἡ πίστωσις, ἣν ζητεῖτε; — Θὰ ἐπανέλθω πάλιν εἰς τὰ μαθήματα. — Ἀλλ’ ὡρισμένον ποσὸν, κατὰ τὰς ἰδέας τῆς Κυβερνήσεως, — ἂς ὑποθέσωμεν, ὅτι ἔχει ἰδέας, — ὡρίσθη διὰ τὴν δαπάνην. Πόθεν θέλει ληφθῆ τὸ ποσὸν τοῦτο; Ἡμεῖς γνωρίζομεν ἐκ τῶν σιωπωμένων καὶ τῶν δεδηλωμένων ὑπολογισμῶν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι περίσσευμα δὲν ὑπάρχει. Δεδηλωμένως ἔχομεν περίσσευμα 139,000 δραχμῶν, νομίζω, ἀλλὰ σιωπωμένως ἐδήλωσεν ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὅτι δὲν θὰ ἔχωμεν...
§204Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Δὲν ἐδήλωσα τοιοῦτόν τι.
§205ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐὰν προσκόψω εἰς τίποτε, νὰ μὲ διορθώσητε.
§206ΝΕΓΡΗΣ. Προσεκόψατε ἤδη. Ἐδήλωσα, ὅτι ὁ τελωνιακὸς δασμὸς θ’ ἀφήσῃ περίσσευμα 1,000,000 περίπου, τὰ δὲ ἔλαια τῆς Ἑπτανήσου ἄλλο 1,000,000 περίπου.
§207ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὁ Προϋπολογισμὸς ὑμῶν λήγει εἰς περίσσευμα 139,000 δραχμῶν. Τί ἄλλο δύναται νὰ συμβῇ, ὁ Θεὸς γινώσκει, διότι γνωρίζετε πολὺ καλὰ, ὅτι συχνὰ ἔρχονται περιστάσεις, αἵτινες καταβιβάζουσι τοὺς τοιούτους ὑπολογισμοὺς, ὅπως κατεβίβασεν ἡ ἀσθένεια τῶν ἀμπέλων τοὺς ὑπολογισμοὺς τοῦ ἐκ Παρνασσίδος Βουλευτοῦ... Ἀλλὰ παρατηρήσατε, πῶς ἔρχεται τὸ περίσσευμα. Διότι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἀνεκάλυψε καὶ ἐταράχθη πολὺ, διότι εἶδεν, ὅτι μέχρι τοῦδε ἐλησμονήθη νὰ ἀναγραφῇ εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τὸ δάνειον τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας· διὰ τοῦτο προσθήκη ἐφέτος 2 ἑκατομμυρίων δραχ. Εἶπε λοιπόν: «προσθέτω 2 ἑκατομμύρια εἰς τὰ ἔσοδα, ἀποδίδω δύο ἑκατομμύρια εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τῶν ἐξόδων· τὰ δύο κονδύλια συμψηφίζονται, ἄρα μένει πλεόνασμα 139,000 δραχμῶν»...
§208Φ. ΝΕΓΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Τὰ δύο αὐτὰ ἑκατομμύρια εἶναι πλεόνασμα, ἐκτὸς τῶν 139,000, περὶ τῶν ὁποίων ὡμιλήσαμεν.
§209ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Λοιπὸν 2,139,000, μετὰ τῆς διαφορᾶς, ὅτι τὰ δύο ἑκατομμύρια εἶναι καθαρὸς ἀὴρ, καθαρώτατος. Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὅστις ἤλεγχε τὸν προκάτοχον αὑτοῦ ἐπὶ ἐπιτηδειότητι, ἀποκαλύπτεται ἐπιτηδειότερος ἐκείνου. Ὁ κύριος Ὑπουργὸς εἶναι πεπεισμένος περὶ τοῦ ἐλλείμματος, διότι τόσην εὐλάβειαν πρὸς τὰς ἀρχὰς αὑτοῦ ἔχομεν, τόσην πεποίθησιν ἔχομεν, ὅτι ἐμμένει εἰς τὰς ἀρχὰς αὑτοῦ ὁ κ. Βουλευτὴς Ἀττικῆς, ὥστε δὲν δυνάμεθα νὰ παραδεχθῶμεν, ὅτι, ἐπειδὴ ἔλαβε τὸ χαρτοφυλάκιον, ἐγκατέλιπεν αὐτάς. Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐσκέφθη ἄλλο τι εὐφυέστερον· ἐσκέφθη, ὅτι πρέπει νὰ εἰσαγάγῃ εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1902 τὸν ἀπολογισμὸν τοῦ 1901, τὸν ἀπολογισμὸν τοῦ Σιδηροδρόμου Πελοποννήσου, νὰ εἰσαγάγῃ ἓν ἑκατομμύριον δραχμῶν. Ἀλλὰ τὸ ἓν τοῦτο ἑκατομμύριον καθιστᾷ ἀνισοσκελῆ τὸν Προϋπολογισμὸν καὶ μετ’ ἐλλείμματος 900,000 περίπου, καὶ λέγει: «καλὸν εἶναι, τοῦτο νὰ μεταφέρωμεν εἰς τοὺς χρηματιστικοὺς λογαριασμοὺς, διότι τοῦτο εἶναι τὸ τακτικόν.» Καὶ ἐλησμόνησεν, ὅτι πέρυσιν αὐτὸς ἤλεγχε τὸν Βουλευτὴν Παρνασσίδος, ὅτι τὰς προκαταβολὰς τῶν δήμων κρατεῖ εἰς τοὺς λογαριασμοὺς τῆς γενικῆς διαχειρίσεως τοῦ Κράτους. Προκαταβολὴ εἰς τὴν Ἑταιρείαν καὶ προκαταβολὴ ἐπὶ τόκῳ, προκαταβολὴ εἰς τοὺς δήμους καὶ προκαταβολὴ ἄνευ τόκου. Πιθανωτέρα ἴσως εἶναι ἡ ἀπόδοσις τοῦ δανείου ἢ αἱ προκαταβολαὶ δήμων, πιθανωτέρα, ἀλλὰ δὲν βλέπω διὰ τίνα λόγον μετερρυθμίσατε τὰ πράγματα, ἵνα εἴπητε πρὸς τὴν Βουλὴν, ὅτι ἔχετε μικρὸν περίσσευμα. Εἶναι προφανές, ὅτι, ἂν ἔχωμεν 139,000 δρ. περίσσευμα, πληρουμένων κατὰ κεραίαν τῶν προρρήσεων τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ, τὸ περίσσευμα τοῦτο εἶναι τόσῳ συνεσταλμένον, ὥστε, ἐὰν λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν καὶ τὰς ἐκτάκτους καὶ ἀναπληρωματικὰς πιστώσεις, τὸ περίσσευμα τοῦτο ὁλόκληρον θέλει ἀπορροφηθῆ. Διὰ τίνος χρήματος θέλετε νὰ ὑπηρετηθῶσιν αἱ Σχολαὶ αὗται; Ἐκ τοῦ μηδενός· ἐκτὸς ἐὰν προσφύγωμεν εἰς πόρους ἐκτάκτους καὶ αὐξήσωμεν τὰ χρέη ἡμῶν. Εἶναι ἀνάγκη νὰ ἱδρυθῇ καὶ ἡ μία καὶ ἡ ἄλλη Σχολή; Λογικόν μοὶ φαίνεται, ἂν ἀποδειχθῇ ἡ ἀνάγκη τόσῳ μεγάλη, ὥστε νὰ κατισχύσῃ, νὰ εἴπωμεν, ὅτι ἱδρύομεν Σχολὴν Ἐμπορικὴν ἐν Ἀθήναις καὶ Πάτραις διὰ τῶν πόρων τοῦ Κράτους· ἀλλ’ ἐν Ἀθήναις καὶ Πάτραις ὑπάρχουσι Γυμνάσια πλείονα τοῦ ἑνός, ἤτοι σχολεῖα, ἅτινα παραλαμβάνουσι τοὺς μαθητὰς ἀπὸ τῆς πρώτης τοῦ Γυμνασίου· λοιπὸν, ἵνα κατασταθῇ δυνατὸν νὰ λειτουργήσωσιν αὗται αἱ ἀναγκαῖαι Σχολαί, ἃς περικόψωμεν ἐξ ἑνὸς Γυμνασίου Ἀθηνῶν καὶ ἐξ ἑνὸς τῶν Πατρῶν τὰς τρεῖς ἀνωτέρας τάξεις, καὶ τὰ δαπανώμενα ἐκεῖ ἂς δαπανήσωμεν πρὸς συντήρησιν τῶν Ἐμπορικῶν Σχολῶν. Τὰ δύο τρίτα τῆς δαπάνης οὕτω θέλουσιν οἰκονομηθῆ· τὸ ἄλλο τρίτον ἴσως θὰ ἠδύνατο νὰ καλύψῃ τὸ περίσσευμα τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. Ἀλλ’ οὐδὲν τούτων· θέλομεν καὶ τὰς Ἐμπορικὰς Σχολὰς καὶ τὰ Γυμνάσια. Ἀλλ’ ἐρωτῶ, Κύριοι, ποῖον Κράτος, καὶ ἐκ τῶν μεγάλων Κρατῶν τῶν ἐν Εὐρώπῃ, πολιτεύεται οὕτω, προκειμένου περὶ τοιούτων ἱδρυμάτων; Ποῖον ἔχει τὴν ἀξίωσιν, ὅτι πρέπει καὶ ταῦτα νὰ κρατῇ καὶ ἐκεῖνα νὰ ἔχῃ; Εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχητε τὰ πάντα; Καὶ ἡ Ἑλλὰς, ἥτις εὑρίσκεται διηνεκῶς ἐν στενοχωρίᾳ μεγάλῃ, πρέπει αὐτὴ ἰδίως νὰ προσέχῃ, ἵνα μὴ παραπατήσῃ, διότι εὔκολον νὰ συναντήσῃ τὸ χάος. Ἀλλ’ ἡ Ἑλλὰς πρέπει οὕτως ἐλευθερίως, γενναιότατα τὰ πάντα νὰ δαπανᾷ, διότι, ἂν δαπανήσῃ, ὁ Ὑπουργὸς θὰ ἔχῃ συναυλίαν ἐπαίνων: «Εὑρέθη τέλος Ὑπουργὸς, ὅστις κατώρθωσε νὰ εἰσαγάγῃ τὴν ἐμπορικὴν ἐκπαίδευσιν ἐν Ἑλλάδι!» Ἔρχομαι, Κύριοι, νὰ θέσω τὸν δάκτυλον ἐπὶ τὸν τύπον τῶν ἥλων. Εἶπον πρὸ ὀλίγου, ὅτι, προκειμένου περὶ καθηγητῶν, οὐδεὶς ὑπάρχει περιορισμός. Ἀκούσατε λοιπόν. Εἰς τοὺς καθηγητὰς ἀνάγονται τὰ ἄρθρα 4, 5, 6, 8, 9 καὶ 10 τοῦ νομοσχεδίου. Ἄρθρον 4. «Οἱ ἐν ταῖς Ἐμπορικαῖς Σχολαῖς διδάσκοντες διορίζονται καὶ ἀπολύονται διὰ Β. Διατάγματος, προτάσει τοῦ ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως Ὑπουργοῦ· βαθμὸς δὲ καὶ μισθὸς αὐτῶν ὁρίζονται κατὰ τὰ ἐν τοῖς Γυμνασίοις καὶ Ἑλληνικοῖς Σχολείοις νενομισμένα.» Ἄρθρον 5. «Εἰς πάσας τὰς θέσεις ἐν ταῖς Ἐμπορικαῖς Σχολαῖς δύνανται νὰ διορισθῶσι καὶ ἀλλοδαποὶ, κεκτημένοι τὰ ἀπαιτούμενα προσόντα, ὅπως ἀνατεθῇ αὐτοῖς ἡ διδασκαλία εἰδικῶν μαθημάτων.» Ποῖα προσόντα; Ἐρχόμεθα κατωτέρω καὶ βλέπομεν, ποῖα εἶναι τὰ ἀπαιτούμενα, ἢ μᾶλλον δὲν βλέπομεν (ἀναγινώσκει): «Ἄρθρον 10. Τὰ προσόντα τῶν διδασκόντων ἐν ταῖς Ἐμπορικαῖς Σχολαῖς, τὰ τοῦ προγράμματος τῶν ἐν αὐταῖς μαθημάτων καὶ τὰ τῆς λειτουργίας τῶν Ἐμπορικῶν Σχολῶν καθόλου κανονίζονται διὰ Βασιλικῶν Διαταγμάτων.» Ἐκεῖνο δηλαδὴ, ὅπερ τὸ Σύνταγμα λέγει, ὅτι δὲν δύναται ἄνευ νόμου νὰ κανονισθῇ, οἱ Κύριοι ἐνόμισαν, — καὶ ἐνόμισαν τοῦτο κοινοβουλευτικοὶ Ὑπουργοὶ, — ὅτι ἔχει τὸ δικαίωμα ἡ Βουλὴ νὰ δώσῃ εἰς αὐτοὺς τὴν ἄδειαν νὰ κανονίσωσι διὰ Β. Διαταγμάτων. Καὶ ποῖος ἔδωκεν εἰς τὴν Βουλὴν τὸ δικαίωμα, τὴν ἐξουσίαν, νὰ δώσῃ εἰς ὑμᾶς τοιαύτην ἄδειαν; Καὶ ποῖος νόμος ἐκανόνισε τὰ τῶν μισθοδοσιῶν καὶ τὰ τῶν προσόντων, ὥστε νὰ δύνασθε ὑμεῖς διὰ Β. Διαταγμάτων, ἐκδιδομένων καὶ τροποποιουμένων, νὰ ὁρίζητε προσόντα καὶ νὰ προσδιορίζητε ἐπιμίσθια καὶ μισθούς; Μαθηταί. Περὶ τῶν μαθητῶν τὸ νομοσχέδιον ὁμιλεῖ ἰδίως ἐν ἄρθροις 3 καὶ 11. Ἄρθρον 3. «Ἐν τῇ πρώτῃ καὶ κατωτάτῃ τάξει τῶν Ἐμπορικῶν Σχολῶν κατατάσσονται μετὰ εὐδόκιμον εἰσιτήριον δοκιμασίαν οἱ φέροντες ἐνδεικτικὸν τῆς πρώτης Γυμνασιακῆς τάξεως, ἢ τῆς τετάρτης τάξεως τοῦ Βαρβακείου Λυκείου.» Ἐνταῦθα τὸ νομοσχέδιον τοῦ προκατόχου Ὑπουργοῦ εἶχεν ἄλλως: «Ἐν τῇ πρώτῃ καὶ κατωτάτῃ τάξει τῆς Ἐμπορικῆς Σχολῆς ἐγγράφονται μαθηταὶ ἔχοντες ἐνδεικτικὸν τῆς δευτέρας τάξεως τοῦ Γυμνασίου, ἢ τῆς πέμπτης τοῦ Βαρβακείου Λυκείου, μετὰ εὐδόκιμον εἰσιτήριον ἐν αὐτῇ δοκιμασίαν.» Προκειμένου νὰ ἐκλέξῃ τις μεταξὺ τῶν δύο, εἶναι προφανές, ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦ Βουλευτοῦ Κυθήρων εἶναι ἀρτιώτερον. Παραλαμβάνετε μαθητὴν τελειώσαντα τὴν τετάρτην τάξιν τοῦ Βαρβακείου Λυκείου, ἢ τὴν πρώτην τοῦ Γυμνασίου, ὅστις μόλις διέβη τὸ κατώφλιον τοῦ Σχολαρχείου· εἶναι οὗτος ἀρκούντως ἐστοιχειωμένος, ἵνα ἀκούσῃ ἐμπορικὰ μαθήματα, ἢ εἶναι προτιμότερον νὰ ἔχητε κάλλιον ἐστοιχειωμένον τὸν μαθητὴν ἀπὸ τῆς δευτέρας τάξεως τοῦ Γυμνασίου, ἢ ἀπὸ τῆς πέμπτης τοῦ Βαρβακείου; Ἀλλ’ ἔχομεν μετὰ τὸ Διάταγμα τῆς 8 Ἰουνίου τὸ ἄρθρον 3 τοῦ νομοσχεδίου, λέγον καὶ τοῦτο: «Τῆς διατάξεως ταύτης ἀπαλλάσσονται οἱ κατὰ τὸ σχολικὸν ἔτος 1901–1902 καταταχθέντες εἰς τὰς ἐν Ἀθήναις καὶ ἐν Πάτραις Ἐμπορικὰς Σχολὰς δυνάμει τῶν ἀπὸ 8 Ἰουνίου καὶ 10 Αὐγούστου 1901 Β. Διαταγμάτων.» Καὶ ἀναδραμὼν εἰς τὰ Διατάγματα ταῦτα, ἀνεῦρον, ὅτι τὸν κανόνα, ὃν ἔθηκεν ἔν τε τῷ νομοσχεδίῳ αὐτοῦ ὁ Βουλευτὴς Κυθήρων καὶ ἐν τῷ Διατάγματι, ἀνέτρεψε τὸ νομοσχέδιον τὸ νῦν συζητούμενον. Διατί μετεβάλομεν τόσῳ ταχέως γνώμην; Τὸ Διάταγμα ὁρίζει τὰ πράγματα οὕτω ἐν ἄρθρῳ 3: «Εἰς τὴν πρώτην καὶ κατωτάτην τάξιν τῆς Ἐμπορικῆς Σχολῆς ἐγγράφονται μαθηταὶ φέροντες ἀπολυτήριον Ἑλληνικοῦ σχολείου, ὑποστάντες δὲ εὐδόκιμον ἐν αὐτῇ εἰσιτήριον δοκιμασίαν. Τῆς δοκιμασίας ταύτης ἀπαλλάσσονται οἱ φέροντες ἐνδεικτικὸν Γυμνασίου ἢ ἰσοτίμου Λυκείου.» Ἢ ὑπάρχει τι κεκρυμμένον ὑπὸ τὰς διατάξεις ταύτας, τὰς ἐν ἀντιθέσει, ἢ ὑπάρχει μεγάλη ἀπροσεξία περὶ τὴν ἐργασίαν, δι’ ἣν μετὰ πολλῆς μετριοφροσύνης ἐπιδιώκονται οἱ ἔπαινοι τοῦ Ἑλληνικοῦ. Ἀλλ’ ἐνῷ τὸ νομοσχέδιον, διάφορον κατὰ τοῦτο ἐπὶ τὰ χείρω τοῦ νομοσχεδίου τοῦ Βουλευτοῦ Κυθήρων, ἐνταῦθα ὁρίζει οὕτω τὰ τῶν μαθητῶν, ἐν ἄρθρῳ 11 ἔχει τὴν ἑπομένην διάταξιν: «Οἱ μαθηταὶ ἄλλων Ἐμπορικῶν Σχολῶν, δημοσίων ἢ ἰδιωτικῶν, ἐγγράφονται μετὰ δοκιμασίαν εἰς ἣν τάξιν τῶν Ἐμπορικῶν ἐν Ἀθήναις ἢ ἐν Πάτραις Σχολῶν κριθῶσιν ἄξιοι.» Ἐρωτῶ, ποῖαι εἶναι ἐν Ἑλλάδι αἱ ἄλλαι Ἐμπορικαὶ Σχολαί, αἱ δημόσιαι ἢ αἱ ἰδιωτικαί; Πρὸ ὀλίγου ἔλεγον ὑμῖν, ὅτι εἶναι μόνον αὗται, αἱ νῦν ἱδρυόμεναι, καὶ ἡ Πετρίτσειος. Καὶ πῶς ἐκεῖ, ὅπου ζητεῖτε προσόντα διὰ τοῦ ἄρθρου 3, ἐπιτρέπετε κατόπιν δι’ ἁπλῆς δοκιμασίας νὰ εἰσαχθῶσιν εἰς τὴν Σχολὴν ἄλλοι, μὴ ἔχοντες αὐτὰ τὰ προσόντα; Ποῖον παιδαγωγικὸν σύστημα συνεβουλεύθητε, ἵνα συζεύξητε τοὺς ἄλλας προελεύσεις ἔχοντας πρὸς τοὺς προερχομένους ἐκ τῆς μέσης Ἑλληνικῆς ἐκπαιδεύσεως; Ἐκεῖ ὅμως, ὅπου ἔρχονται οἱ ὑποβαλόντες τὸ νομοσχέδιον καὶ αὐτοὶ ἑαυτοὺς καταγγέλλουσι, τὸ σημεῖον ἐκεῖνο, ἐφ’ οὗ καταγγέλλονται οὕτω, εἶναι τὸ ἄρθρον 13. Τί ἐπηγγέλθησαν εἰς ἡμᾶς ἀμφότεροι οἱ εἰσηγηταὶ τοῦ νομοσχεδίου; ἐπηγγέλθησαν ἐμπορικὴν διδασκαλίαν, ἥτις τὴν Ἑλλάδα θέλει θέσει παράπλευρον τῶν ἄλλων Εὐρωπαϊκῶν ἐθνῶν. Καὶ ποῖον τὸ πόρισμα; ὅτι πλάττομεν σχολεῖον παραγωγῆς δημοσίων ὑπαλλήλων, καὶ πλάττομεν τοιοῦτο σχολεῖον ὑποβιβάζοντες τὴν ποιότητα τῶν ὑπαλλήλων, διότι ἐκεῖνο, ὅπερ κατὰ τοὺς νόμους τοὺς κειμένους ἔχουσι δικαίωμα ἐν τῇ δημοσίᾳ ὑπηρεσίᾳ νὰ ἀποκτήσωσιν οἱ ἔχοντες ἀπολυτήριον Γυμνασίου, ἢ οἱ συμπληρώσαντες τὰς σπουδὰς τὰς ἀνθρωπιστικὰς, ὅπως ὀνομάζονται ἀλλαχοῦ, ἐκεῖνο τὸ παραχωροῦμεν εἰς τοὺς μαθητὰς τῆς Σχολῆς, τοὺς ἀπὸ διαφόρου προελεύσεως, εὐθὺς ὡς κατορθώσωσι νὰ λάβωσι τὸ πτυχίον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐνομίζομεν μέχρι τοῦδε ὅτι ἔμελλον νὰ λάβωσιν, ἵνα μετέλθωσιν ἐπιτυχῶς τὰ τοῦ ἐμπορικοῦ σταδίου· διότι, βλέπετε, εἰς τὸ ἐμπορικὸν στάδιον συνετρίβησαν οἱ Ἕλληνες! Τοῦτο πιστοποιεῖ ὁ κύριος Βουλευτὴς Κυθήρων, τοῦτο πιστοποιεῖ ὁ υἱοθετήσας τὴν αἰτιολογικὴν αὐτοῦ ἔκθεσιν σημερινὸς Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως. Ἀκούσατε, παρακαλῶ, τοῦτο, ὅπερ ἐμὲ κατέπληξεν, ἐνόμισα δὲ πρὸς στιγμὴν, ὅτι μέχρι τῆς στιγμῆς, καθ’ ἣν ἀνεγίνωσκον τοῦτο, εὑρισκόμην τυφλὸς ἀπέναντι τῶν πραγμάτων καὶ οὐδὲν ἐγίνωσκον (ἀναγινώσκει): «Οὐδεὶς σήμερον ἀγνοεῖ (ἐγὼ ὁμολογῶ, ὅτι ἠγνόουν) ἢ ἀρνεῖται (ἐγὼ τοῦτο ἀρνοῦμαι), ὅτι ἡ παρακμὴ τοῦ Ἑλληνικοῦ ἐμπορίου ἐν ξέναις χώραις, ὅπου τοῦτο ἄλλοτε ἔθαλλε καὶ προέκοπτεν, ὀφείλεται πρὸ πάντων εἰς τοῦτο, ὅτι ὑπελείφθημεν καὶ ὑστερήσαμεν ἐν τῷ πρὸς τοὺς ἡμετέρους ἀντιπάλους ἀγῶνι, μάλιστα ἐν τῇ Ἀνατολῇ, ἕνεκα τῆς ἐλλιποῦς ἡμῶν παρασκευῆς εἰς τὴν πρακτικὴν μάθησιν καὶ δεξιότητα, ἣν ἀπαιτεῖ ἐν τῷ παρόντι χρόνῳ τὸ κατὰ ξηρὰν καὶ θάλασσαν ἐμπόριον.» Ἀληθὴς βλασφημία. Ἂν ἔλεγεν εἷς Ὑπουργὸς, ὅτι οἱ Ἕλληνες οἱ ἐμπορευόμενοι συμφέρει, δι’ Ἐμπορικῶν Σχολῶν διερχόμενοι, νὰ καταρτισθῶσιν ἐπὶ τὸ τελειότερον, διότι ἡ δύναμις αὐτῶν, ἡ ἰδιοφυΐα αὐτῶν ἡ ἐμπορικὴ, βοηθουμένη ὑπὸ τῶν σπουδῶν, ἤθελε καταστήσει αὐτοὺς ἔτι ὑπερτέρους ἢ ὅ,τι εἶναι, τὸ λεγόμενον ἤθελεν εἶναι ὀρθόν· ἀλλ’ ὁ λέγων, ὅτι κατεστράφη τὸ Ἑλληνικὸν ἐμπόριον ἁπανταχοῦ τοῦ κόσμου, δι’ οὓς λόγους ἡ αἰτιολογικὴ ἔκθεσις λέγει, διότι οἱ Ἕλληνες ἔμποροι εὑρίσκονται κατώτεροι κατὰ τὴν ἀνάπτυξιν τῶν ἀνηκόντων εἰς ἄλλας ἐθνικότητας, ἀποδεικνύει, ὅτι δὲν ἔχει ἀντίληψιν τῶν συμβάντων κατὰ τὴν τελευταίαν πεντηκονταετίαν ἐν τῷ κόσμῳ ὁλοκλήρῳ. Τὸ πᾶν μετεβλήθη ἐν τῷ κόσμῳ· αἱ ἐμπορικαὶ ὁδοὶ μετεβλήθησαν, πόλεις ἀνθηραὶ κατέπεσαν, ἄλλαι ἀνυψώθησαν, οἱ σιδηρόδρομοι μετέβαλον πάσας τὰς συνθήκας, τὰ ἀτμόπλοια, οἱ τηλέγραφοι μετέβαλον ἄλλο μέγα μέρος τῶν συνθηκῶν, ὑφ’ ἃς τὸ ἐμπόριον ἐτελεῖτο, καὶ βλέπετε τὸν οἶκον Ράλλη, τὸν διαθέτοντα 4,000 ὑπαλλήλους ἐν Ἀγγλίᾳ, τὸν πρῶτον οἶκον τῆς Ἀγγλίας...
§210Κ. Ν. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸν μεγαλείτερον ἐμπορικὸν οἶκον τοῦ κόσμου.
§211ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. .. ὅστις ἐξακολουθεῖ νὰ πρυτανεύῃ, καίτοι δὲν ἐσπούδασεν ὁ Στέφανος Ράλλης εἰς τὰς Σχολὰς τῶν κυρίων Ὑπουργῶν, βλέπετε αὐτὸν, ὅτι προετοιμάζεται εἰς ἔκλειψιν. Διατί; Διότι τὸ ἐμπόριον, ὅπερ διεξάγει, διεξήγετο ἄλλως μέχρι σήμερον· διότι ὁλόκληροι κόσμοι, γνωστοὶ μὲν, ἀλλ’ ἀνεκμετάλλευτοι, εἶναι σήμερον ὑπὸ ἐκμετάλλευσιν, καὶ οἱ τρόποι τοῦ ἐμπορίου οἱ παλαιοὶ δὲν ὑπάρχουσι. Βλέπετε τὴν Αἴγυπτον· ἐκεῖ πληθυσμὸς ἀκμαῖος Ἑλληνικὸς διεκρίθη ἐν τῷ ἐμπορίῳ, ὑπερβὰς πάντας τοὺς ἄλλους, καὶ Γάλλους καὶ Ἄγγλους καὶ Ἰταλούς· ποίαν ἐργασίαν ἐμπορικὴν ἔχει σήμερον; Ἠναγκάσθη νὰ ἀλλάξῃ τρόπον τοῦ ἐργάζεσθαι· ἀπὸ ἐμπόρου ἐγένετο κτηματίας· οἱ μεγάλοι κεφαλαιοῦχοι σήμερον ἔχουσι κτήματα ἐν τῷ ἐσωτερικῷ τῆς Αἰγύπτου καὶ καλλιεργοῦσι βάμβακα, καὶ τὸ ἐμπόριον αὐτῶν περιορίζεται εἰς τὸν βάμβακα. Διατὶ μετεβλήθη τὸ πρᾶγμα; Διότι μετεβλήθησαν οἱ ὅροι, ὑφ’ οὓς συμφέρει νὰ ἐργάζηταί τις ἐν Αἰγύπτῳ, ὅταν ἔχῃ κεφάλαια καὶ ἱκανότητα, ὅπως ἐργάζηται ἐκεῖ. Βλέπετε τὴν Μικρὰν Ἀσίαν. Ἡ Μικρὰ Ἀσία κατεκλύσθη ὑπὸ παραγγελιοδόχων Γερμανῶν, οἵτινες ἐξώθησαν ἐκεῖθεν καὶ Ἕλληνας καὶ Γάλλους καὶ Ἄγγλους, τοὺς τυχὸν ἐνεργοῦντας τοιαύτην ἐργασίαν· ἀλλὰ πρὸ παντὸς ἐξώθησαν τοὺς Ἕλληνας. Λόγῳ ὅτι οἱ Ἕλληνες δὲν ἦσαν ἱκανοί; Ὄχι· ἀλλὰ διότι τὸ κατάστημα τὸ Γερμανικὸν ἔχει συμφέρον νὰ ἔχῃ Γερμανὸν ἐπὶ τόπου, καὶ ὁ Ἕλλην ἦτο πλέον εἰς αὐτὸ ἄχρηστος. Καὶ διὰ τοῦτο τὸ ἐμπόριον τῆς Μικρᾶς Ἀσίας ἔπαθε. Τοιοῦτοι εἶναι οἱ λόγοι, δι’ οὓς ὑπεχώρησε τὸ ἐμπόριον τὸ Ἑλληνικόν, ὅπως ὑποχωρεῖ καὶ τὸ τῶν ἄλλων ἐθνῶν, ἐξαιρέσει τῶν λίαν ἰσχυρῶν, τῶν ἀγωνιζομένων δι’ ἄλλων πόρων καὶ τρόπων, καὶ οἱ ἔμποροι οἱ κατηρτισμένοι εἰς τὴν ἐμπορίαν, καίτοι δὲν διῆλθον ἐκ τοιούτων Σχολῶν, τρέπονται ἤδη πρὸς ἄλλας ἐργασίας, μεταβάλλουσι τρόπον ἐργασίας, καὶ οὔτε ἀπόλλυνται, οὔτε θ’ ἀπολεσθῶσι. Δὲν ἀπωλέσθησαν οἱ τῆς Αἰγύπτου, δὲν ἀπόλλυνται οἱ τῆς Μικρᾶς Ἀσίας, δὲν θὰ ἀπολεσθῶσιν οἱ ἄλλοι, οἱ ἁπανταχοῦ ἐμπορευόμενοι Ἕλληνες. Αἱ ἀποικίαι μεταβάλλονται, οἱ πληθυσμοὶ τῶν ἀποικιῶν τῶν Ἑλληνικῶν περιορίζονται, ἀλλὰ τὰ ἔργα τὰ Ἑλληνικὰ θὰ ἐξακολουθήσωσιν. Οὐδ’ ἠμποδίσθη ὁ μακαρίτης Βαλλιᾶνος ἐντὸς ὀλίγων ἐτῶν, ἐντὸς 40 ἐτῶν, καίτοι ἁπλοῦς ἀγρότης ἀγράμματος τῶν Κεραμιῶν ἐν Κεφαλληνίᾳ, δὲν ἠμποδίσθη, τεσσαρακοντούτης μεταβὰς εἰς τὸ Λονδῖνον, νὰ ἀποθάνῃ ὀγδοηκοντούτης, ἔχων περιουσίαν 150,000,000. Ἐπλάσθη λοιπὸν ἐδῶ νέα μηχανὴ παραγωγῆς ὑπαλλήλων, καὶ ἐνῷ ὑπόσχονται πρὸς ἡμᾶς, ὅτι δι’ αὐτῆς τῆς Σχολῆς εὑρίσκομεν διέξοδον ἔξω τῆς δημοσίας ὑπηρεσίας ὑπὲρ σωτηρίας τῶν νέων Ἑλλήνων, τῶν ἐνταῦθα σηπομένων ἄνευ ἐργασίας, εἶναι βέβαιον, ὅτι ἡ Σχολή, ἣν παρεσκευάσατε εἰς ἡμᾶς, κύριε Ὑπουργέ, εἶναι μηχανὴ κατασκευῆς νέων ὑποψηφίων γραφέων Ἐφοριῶν καὶ γραφέων Ὑπουργείων. Δὲν ἔχω σκοπὸν νὰ λάβω μέρος εἰς τὴν συζήτησιν τῶν λεπτομερειῶν, διότι θέλετε ἀκούσει ποίαν πρότασιν θὰ ὑποβάλω. Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἠθέλησεν ὅλα νὰ τροποποιήσῃ, ὅσα ἦλθον εἰς τὸν νοῦν αὐτοῦ, καὶ ἠθέλησεν οὕτω νὰ μεταβάλῃ καὶ τὰ τοῦ νόμου περὶ χαρτοσήμου. Ἱδρύει Σχολὰς ἐχούσας χαρακτῆρα ἰσότιμον πρὸς τὰ Γυμνάσια, ἀλλά, δὲν ἠξεύρω διὰ ποῖον λόγον, θέλων νὰ εὐνοήσῃ τοὺς ἀποφοίτους τῶν Σχολῶν τούτων, ὥρισεν, ὅτι φόρον χαρτοσήμου θὰ καταβάλλωσιν ἐλάσσονα ἐκείνου, ὃν καταβάλλουσιν οἱ τῶν Γυμνασίων ἀπόφοιτοι, καὶ ἐκεῖ, ὅπου ὁ νόμος περὶ χαρτοσήμου ἀπαιτεῖ 25 δραχμάς, ὁ κύριος Ὑπουργὸς ὁρίζει 10 δραχμὰς διὰ τοὺς ἀποφοίτους τῶν Σχολῶν τούτων. Δὲν ἠξεύρω, κατὰ πόσον τοῦτο ἦτο λογικόν, καὶ ἂν ἦτο ὀρθὸν νὰ περιλάβῃ τὴν διάταξιν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, γνωστοῦ ὄντος ὑπὸ ποίους ὅρους τελοῦσιν αἱ εἰσπράξεις τοῦ χαρτοσήμου παρ’ ἡμῖν. Ἀλλ’ εἶπον, ὅτι θὰ ἐπανέλθω εἰς τὰ μαθήματα. Ὑποχρεωτικῶς ἅπαντα τὰ ἐνταῦθα ἀναφερόμενα μαθήματα ὀφείλει νὰ διδαχθῇ ὁ εἰσελθὼν εἰς τὴν Ἐμπορικὴν Σχολήν· εἰσέρχεται δ’ εἰς τὴν Ἐμπορικὴν Σχολὴν ὁ ἐξελθὼν ἐκ τῆς πρώτης Γυμνασιακῆς τάξεως. Γνωρίζομεν, ποῖοι εἶναι οἱ ἐξερχόμενοι, οἱ πλεῖστοι τῶν ἐξερχομένων ἐκ τῶν Γυμνασίων· γνωρίζομεν δέ, ἔχοντες τὸ δίδαγμα ἄλλοθεν, ποῖοι εἶναι οἱ ἀποχωροῦντες ἀπὸ τῶν ἀνθρωπιστικῶν Σχολῶν καὶ εἰσερχόμενοι εἰς τὰς τοιαύτας εἰδικὰς Σχολάς. Ἁπανταχοῦ παρετηρήθη, ὅτι εἰσέρχονται οἱ ἔχοντες, ὡς ἐκ τῶν πόρων τῶν οἰκογενειακῶν, ὡς ἐκ τῆς καταγωγῆς, ἥττονα εὐκολίαν ἀνατροφῆς οἰκιακῆς, οἱ ἧττον παρεσκευσμένοι εἰς τὸν ἐξανθρωπισμόν. Δυσχεροῦς οὔσης τῆς ἐξανθρωπίσεως διὰ τῆς ἀνωτέρας μορφώσεως, ἣν παρέχουσιν αἱ ἐξανθρωπιστικαὶ σπουδαί, οὗτοι τρέπονται πρὸς τὰ τοιαῦτα σχολεῖα, — καὶ εἶναι τοῦτο ἀγαθόν, — ἐκεῖ δ’ εὑρίσκονται πρὸ δυσχερειῶν μεγίστων. Εἰσέρχονται λοιπὸν εἰς τὴν Σχολὴν τὰ τέκνα τοῦ ἀγρότου, τοῦ κτηματίου, τοῦ ἐντιμοτάτου μέν, ἀλλ’ ἔχοντος μικρὰν περιουσίαν, τοῦ ἐν ταῖς ἐπαρχίαις ἢ τοῖς χωρίοις τῶν Ἀθηνῶν καὶ ἐν αὐταῖς ταῖς Ἀθήναις εὑρισκομένου, καὶ ἀπαιτεῖτε παρὰ τῶν νέων τούτων, οἵτινες εἰς τὸ Γυμνάσιον βεβαίως σχεδὸν οὐδὲν ἔμαθον, διότι γνωρίζομεν τί μανθάνουσιν ἐκ ξένων γλωσσῶν οἱ μαθηταὶ εἰς τὸ Γυμνάσιον, ἀπαιτεῖτε παρ’ αὐτῶν νὰ μάθωσι τέσσαρας ξένας γλώσσας. Παρακαλῶ νὰ μοὶ ἐπιτραπῇ ἐνταῦθα νὰ εἴπω, ὅτι εἶμαι ὑπὲρ πάντα ἄλλον ἴσως ἐν τῇ Βουλῇ πεπειραμένος τοῦ τοιούτου θέματος, διότι ἔχω τέκνα, ἀνέθρεψα δέκα τέκνα, καὶ ἐξακολουθῶ νὰ ἀνατρέφω. Μόνον ἐκεῖνο τὸ παιδίον, ὅπερ, καθ’ ἣν στιγμὴν ἄρχεται νὰ ὁμιλῇ, καθ’ ἣν στιγμὴν ἀποφασίζει νὰ προφέρῃ τὴν πρώτην λέξιν, κατ’ ἐκείνην τὴν στιγμὴν ἔχει ἠσκημένην τὴν ἀκοὴν καὶ εἰς ξένην γλῶσσαν ἐκτὸς τῆς μητρικῆς, μόνον ἐκεῖνο δύναται νὰ μάθῃ ἀμέσως δύο γλώσσας, τὴν μητρικὴν καὶ τὴν τῆς παιδαγωγοῦ αὐτοῦ τῆς ξένης· κατὰ τὸ τέταρτον, πέμπτον ἢ ἕκτον ἔτος δύναται νὰ διδάσκηται καὶ στοιχεῖα ἄλλης γλώσσης, διὰ τὴν εὐκολίαν, ἣν ἔχει ἡ μικρὰ ἡλικία, τὰ πάντα ἀκόπως νὰ παραλαμβάνῃ καὶ ἀπομνημονεύῃ. Μόνον δὲ τὸ παιδίον ἐκεῖνο, ὅπερ οὕτως ἀπὸ τῆς πρώτης ἡμέρας ἤκουσε καὶ ἔμαθε δύο γλώσσας, καὶ μετὰ τὸ πέμπτον ἢ ἕκτον ἔτος ἤρχισε νὰ ἐργάζηται εἰς τρίτην γλῶσσαν, μόνον ἐκεῖνο, ὅταν φθάσῃ εἰς ἡλικίαν 14, 15, 16 ἐτῶν, δύναται νὰ ἐπιχειρήσῃ μελέτην καὶ τετάρτης γλώσσης, περιλαμβανομένης τῆς μητρικῆς. Ἀλλ’ ὁ κύριος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως εἶναι φίλος πολὺ τῶν Ἰταλῶν καὶ τῆς Ἰταλίας· πάντοτε ἐκεῖ παραπέμπει ἡμᾶς, πάντοτε, κατὰ προτίμησιν, κατ’ εὔλογον προτίμησιν, μνημονεύει τῆς Ἰταλίας. Εὗρε τὸ νομοσχέδιον τοῦ κυρίου Βουλευτοῦ ἐκ Κυθήρων ἀπαιτοῦν μετριώτερα, ἀρκούμενον εἰς τρεῖς γλώσσας ξένας, Γαλλικὴν, Ἀγγλικὴν καὶ Γερμανικὴν πρὸς τῇ Ἑλληνικῇ, καὶ προσέθηκε καὶ τὴν Ἰταλικὴν ὑποχρεωτικῶς. Λοιπὸν, κύριε Ὑπουργὲ ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως, διαβεβαιῶ ὑμᾶς, ἐκτὸς ἐὰν τύχῃ τις τῶν εἰσελευσομένων εἰς τὴν Σχολὴν εἴτε νὰ κατάγηται ἐκ γονέων ξένων καὶ νὰ γνωρίζῃ μίαν ξένην γλῶσσαν, εἴτε ἐκ συμπτώσεως νὰ μάθῃ παιδιόθεν μίαν ξένην γλῶσσαν, ὁ μαθητὴς θὰ ἐξέλθῃ τῆς Σχολῆς ὑμῶν μὴ γνωρίζων μήτε γαλλικά, μήτε ἀγγλικά, μήτε γερμανικά· ἀλλά, προσθέτω, μήτε ἑλληνικά.
§212Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ὅσα Γαλλικὰ γνωρίζουσι καὶ οἱ ἐξερχόμενοι τοῦ Γυμνασίου.
§213ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Καὶ τώρα θέλω ἀποδείξει, τί πράττει ὁ κύριος Ὑπουργὸς, μιμούμενος τὸ παράδειγμα τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Κυθήρων, εἰς οὗ τὸ σχέδιον μόνον μίαν λέξιν προσέθηκε: «καθαρευούσης Ἑλληνικῆς.» Παραλαμβάνετε μαθητὰς τῆς πρώτης ἢ τῆς δευτέρας τάξεως τοῦ Γυμνασίου, ἵνα διδάξητε αὐτοὺς ἐμπορικὰ μαθήματα, καὶ θεωρεῖτε ἀναγκαῖον νὰ διδαχθῶσι τὴν γλῶσσαν τὴν Ἑλληνικὴν, καὶ θεωρεῖτε ἀναγκαῖον νὰ διορίσητε καθηγητὰς ἰσοτίμους πρὸς τοὺς καθηγητὰς τῶν Γυμνασίων διὰ τὴν γλῶσσαν τὴν Ἑλληνικὴν, καὶ λέγετε ὑμεῖς, ὁ Ἑλληνομαθὴς Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας, ὅτι θὰ διδαχθῇ ὑπὸ τοῦ καθηγητοῦ αὐτοῦ ἡ «καθαρεύουσα νέα Ἑλληνικὴ γλῶσσα.» Ποία εἶναι ἡ καθαρεύουσα νέα Ἑλληνικὴ γλῶσσα; Ποία εἶναι ἡ νέα Ἑλληνικὴ γλῶσσα; Παραλαμβάνετε εἰς τὴν Στρατιωτικὴν Σχολὴν τῶν Εὐελπίδων ἢ εἰς τὴν Ναυτικὴν Σχολὴν τῶν δοκίμων μαθητὰς ἀπὸ τῆς δευτέρας τάξεως τοῦ Γυμνασίου, ἢ ἀποφοίτους τοῦ Γυμνασίου, καὶ διδάσκετε αὐτοὺς ἐκεῖ τὴν νέαν Ἑλληνικὴν γλῶσσαν, ἢ ἐξακολουθεῖτε νὰ ἔχητε καθηγητὰς διδάσκοντας τὴν Ἑλληνικὴν γλῶσσαν; Καὶ παρακαλῶ, εἴπετέ μοι, ἐκτὸς ἐὰν πρόκειται περὶ ἐκθέσεως ἰδεῶν, ἥτις συμβαδίζει μετὰ τῆς διδασκαλίας τῆς ἀρχαίας Ἑλληνικῆς γλώσσης, εἴπετέ μοι, παρακαλῶ, τί θὰ διδάξῃ ὁ κύριος Μπουκουβάλας; Ὁ κύριος Μπουκαβάλας εἶναι διακεκριμένος καθηγητής· ἀλλὰ τί θὰ διδάξῃ, παρακαλῶ; Εἶναι δυνατὸν νὰ διδάξῃ εἰς τὸν ἀπόφοιτον τῆς πρώτης Γυμνασιακῆς τάξεως τὴν νέαν Ἑλληνικὴν γλῶσσαν; Ποῖα εἶναι τὰ συγγράμματα; ποία εἶναι ἡ Γραμματική; ποία εἶναι ἡ γλῶσσα ἡ διδασκομένη ἐν τοῖς Ἑλληνικοῖς διδακτηρίοις; Ταύτην ἐδιδάχθησαν ἤδη οἱ θέλοντες νὰ εἰσέλθωσιν εἰς τὰς Ἐμπορικὰς Σχολάς· καὶ ὑμεῖς ἔρχεσθε καὶ λέγετε: διακόψατε ἐδῶ τὴν ἐκμάθησιν τῆς Ἑλληνικῆς, καὶ ἐπιστρέψατε εἰς ὅσα ἐδιδάσκεσθε ἐν τῷ Δημοτικῷ, εἰς τὰς Χρηστομαθείας, καὶ εἰς τὰ ἀποσπάσματα τῶν συγγραφέων, εἰς τὴν ἱστορίαν τοῦ Τρικούπη, καὶ δὲν ἐνθυμοῦμαι τίνων ἄλλων, τοῦ Ραγκαβῆ, — περιέχουσι καὶ ἀποσπάσματα ἔργων τοῦ μακαρίτου πατρός μου. — Εἶναι ταῦτα, πρὸς Θεοῦ, σπουδαῖα; — Καὶ ἂν δὲν εἴχομεν τὰς σκηνὰς τοῦ Εὐαγγελίου, θὰ ἐδιδάσκοντο καὶ τὰ ἱερὰ ἐκ τῶν περικοπῶν τῶν οἰκτρῶν μεταφράσεων, ὡς ἐγένετο ἀπόπειρα νὰ διδάσκωνται μέχρι τινὸς εἰς τὰ παρθεναγωγεῖα. Ταῦτα δὲν εἶναι σπουδαῖα, ἐνῷ ὑμεῖς εἶσθε σπουδαῖοι. Ἀλλ’ οὐδὲν ἐμελετήσατε ἐκ τῶν ἐνταῦθα προσκομιζομένων. Πρόθυμοι νὰ υἱοθετήσητε τὰ ἔργα, ἅτινα εὕρετε ἕτοιμα, ἵνα πιστοποιήσητε, ὅτι ὑπάρχει συνέχεια ἐργασίας ἀπὸ τῆς παρελθούσης Κυβερνήσεως, προσεκομίσατε νομοσχέδιον, ὅπερ δὲν ἔπρεπε νὰ ἐξέλθῃ τῶν χειρῶν τοῦ ὑπομνηματιστοῦ τῶν Νεαρῶν. Ταῦτα μὲ φέρουσιν εἰς τὸ ἑξῆς συμπέρασμα. Νομίζω, ὅτι τοιοῦτο νομοσχέδιον δὲν θέλει εἶναι εἰς ἔπαινον τῆς Βουλῆς, ἂν ψηφίσῃ αὐτό, προκειμένου νὰ ἱδρύσωμεν Σχολάς, οἷαι ὀφείλονται αἱ Ἐμπορικαί. Εἰς τοῦτο πρέπει νὰ προσέξωμεν σπουδαίως. Ἡ Βουλὴ εἶναι πρόθυμος νὰ ἐργασθῇ, ἀλλὰ προτείνω νὰ διορισθῇ εἰδικὴ ἐπιτροπή, εἰς ἣν νὰ παραπεμφθῇ τὸ νομοσχέδιον, ἥτις νὰ ἐπεξεργασθῇ αὐτό, καὶ τότε, ἐρχόμενον ἐκ νέου εἰς τὴν Βουλήν, νὰ ψηφίσωμεν αὐτὸ παμψηφεί.
§214Α. ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Ὅτε ἤκουσα τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου, ἐνόμισα, ὅτι διέπραξα μέγα νομικὸν ἔγκλημα, εἰσαγαγὼν εἰς τὴν Βουλὴν τὸ νομοσχέδιον περὶ Ἐμπορικῶν Σχολῶν. Βεβαίως τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, περιέχον θεσμὸν, ὃν κατὰ πρῶτον εἰσάγομεν, δὲν ἠδύνατο νὰ ἦναι ἀναμάρτητον. Ὅτε δὲ ἤρχισεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς νὰ ἐξαίρῃ τὰ ἐλαττώματα τοῦ ἄρθρου 2 τοῦ νομοσχεδίου, ἐνόμισα, ὅτι ἤμην ἄξιος μομφῆς, καὶ ὅτι ἐλησμόνησα καὶ αὐτοὺς τοὺς κανόνας τῆς λογικῆς. Ὁ κύριος Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς, ὁσάκις, λαμβάνων ἀφορμὴν, ἑρμηνεύῃ νομοσχέδια, ὁπλίζει τοὺς ὀφθαλμοὺς διὰ τῶν διόπτρων του καὶ εἰσέρχεται μέχρι τῶν ἐσχάτων λεπτομερειῶν. Τοῦτο εἶναι πλεονέκτημα, ἀλλ’ εἶναι καὶ ἐλάττωμα, ὅπερ φέρει εἰς ἄτοπα. Ποῖον εἶναι τὸ ἐλάττωμα τοῦ ἄρθρου 2, τὸ ὁποῖον τόσον ἐτάραξε τὰ νεῦρα τοῦ κυρίου Βουλευτοῦ; Εἶναι, ὅτι περιέλαβον τὴν καθαρεύουσαν νέαν Ἑλληνικὴν, τὴν Γαλλικὴν, τὴν Ἰταλικὴν, τὴν ἐμπορευματολογίαν, τὴν Φυσικὴν κλπ. Πῶς εἶναι δυνατὸν, λέγει ὁ κύριος Βουλευτής, νέος μὲ πτυχίον Σχολαρχείου νὰ διδαχθῇ τοιαῦτα μαθήματα, εἷς ἄνθρωπος ἀγρότης; Τὸ πρᾶγμα εἶναι ἁπλούστατον. Ἐγώ, ὅτε ἐπρόκειτο νὰ εἰσαγάγω τὸν θεσμὸν τοῦτον, ὅστις ἀπὸ πολλοῦ ἔπρεπε παρ’ ἡμῖν νὰ λειτουργῇ, περιέλαβον τρεῖς τάξεις, διότι τὸ Διάταγμα τὸ ὑπ’ ὄψιν μου εἶχε μόνον μίαν, ἔπρεπε δὲ, εἰσάγων τὸ νομοσχέδιον, νὰ περιλάβω ὅλα τὰ μαθήματα, τὰ ὁποῖα ἐπὶ τρία ἔτη ἦτο ἀνάγκη νὰ διδαχθῶσι. Τὸ ἄρθρον 2 συνδυάζεται πρὸς τὸ ἄρθρον 10, καθ’ ὃ «τὰ προσόντα τῶν διδασκόντων ἐν ταῖς Ἐμπορικαῖς Σχολαῖς, τὰ τοῦ προγράμματος τῶν ἐν αὐταῖς μαθημάτων καὶ τὰ τῆς λειτουργίας τῶν Ἐμπορικῶν Σχολῶν καθόλου κανονισθήσονται διὰ Β. Διατάγματος.» Αὐτὴ εἶναι ἡ λύσις τῶν ἀποριῶν τοῦ κυρίου Βουλευτοῦ· οὐδὲ ἤμην τόσον ἀδαὴς, ὥστε νὰ ὑπογράψω νομοσχέδιον περιέχον τὰ ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξαρθέντα λάθη. Βεβαίως τὰ μαθήματα ἐτάχθησαν εἰς πρόγραμμα διὰ μίαν τριετίαν, καὶ εἰς τὴν αʹ τάξιν θὰ ἦναι ταῦτα, εἰς τὴν βʹ ἐκεῖνα, καὶ οὕτω καθεξῆς. Ἀλλὰ σᾶς ἐπείραξε τὸ Β. Διάταγμα, καὶ ἐνομίσατε, ὅτι ἀνεκαλύψατε τὴν πτέρναν τοῦ Ἀχιλλέως. Εἰς τὴν Ἰταλίαν ἐδημοσιεύθη νόμος, ὅστις περιέχει ἐκτελεστικὸν Διάταγμα ἐξ 850 ἄρθρων. Ἐνταῦθα ἐθέσαμεν γενικοὺς κανόνας ἐν τῷ νομοσχεδίῳ· τὰς λεπτομερείας θὰ κανονίσωμεν βεβαίως διὰ Β. Διατάγματος, καὶ ἀπορῶ, πῶς ὑποστηρίζετε ἀλλοίας θεωρίας, ὅταν ἡ Βουλὴ δύναται par délégation νὰ ἀναθέσῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὸν κανονισμὸν τῶν λεπτομερειῶν διὰ Β. Διατάγματος. Ἀλλὰ διατὶ, λέγει, προσεθέσατε τὴν Ἰταλικὴν γλῶσσαν; Τὴν προσεθέσαμεν, διότι εἰς τὰ προγράμματα τῆς Γαλλίας ὑπάρχουσι πᾶσαι αἱ γλῶσσαι, καὶ ἡμεῖς, οἱ ὁποῖοι ἔχομεν μεγάλας συναλλαγὰς μετὰ τῆς Ἰταλίας, πρέπει νὰ περιφρονήσωμεν τὴν γλῶσσαν ταύτην; Ὅταν τὸ ἄρθρον 10 λέγῃ, ὅτι διὰ Β. Διατάγματος θὰ προσδιορισθῶσι τὰ μαθήματα, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποθέσῃ τις, ὅτι ἦτο τόσον μωρὸς ὁ συντάκτης τοῦ νομοσχεδίου, ὥστε νὰ ἀξιώσῃ, ἵνα εἷς χωρικὸς (διότι τοῦτο τὸ παράδειγμα ἐφέρατε) διδαχθῇ πάσας τὰς εὐρωπαϊκὰς γλώσσας. Τὸ νομοσχέδιον εἶναι ἀνάγκη νὰ ψηφισθῇ, ἵνα ἱδρύσωμεν τὸν θεσμὸν τῶν Ἐμπορικῶν Σχολῶν. Τετρακόσια σχολεῖα ἐμπορικὰ λειτουργοῦσιν ἐν Ἰταλίᾳ· ἐν Ἀμερικῇ, διὰ τῆς ἰδιωτικῆς πρωτοβουλίας, ὑπάρχει ἀπειρία Ἐμπορικῶν Σχολῶν. Τὸ ζήτημα τῶν Ἐμπορικῶν Σχολῶν εἶναι σπουδαιότατον. Ἀνέγνωσα τὸ σύγγραμμα διασήμου Γερμανοῦ, εἰδικῶς περὶ τούτου γράψαντος. Εἶναι βεβαίως ζήτημα σπουδαιότατον, πῶς πρέπει νὰ κανονισθῶσι τὰ τῶν Ἐμπορικῶν Σχολῶν, εἴτε ὡς παράρτημα τῆς μέσης ἐκπαιδεύσεως, εἴτε ὡς ἀνεξάρτητος κλάδος. Χρειάζονται Ἐμπορικαὶ Σχολαὶ μέσης καὶ ἀνωτάτης ἐκπαιδεύσεως. Παρουσιάζομεν σήμερον νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἔχει βεβαίως ἐλαττώματα, ἀλλὰ σὺν τῷ χρόνῳ ταῦτα δύνανται νὰ διορθωθῶσιν. Ἀλλ’ ὑμεῖς δὲν θέλετε τὴν ἵδρυσιν τῶν Σχολῶν. Εἶναι δὲ ὕβρις εἰς τὴν Ἑλληνικὴν ἐμπορικὴν κοινωνίαν ὅσα ἐξεστομίσατε, παραγνωρίσαντες τὴν ἐμπορικὴν ἰδιοφυΐαν τοῦ Ἕλληνος. Καὶ εἶναι μὲν βέβαιον, ὅτι πλεῖστοι τῶν Ἑλλήνων μεγαλεμπόρων δὲν ἐσπούδασαν εἰς Ἐμπορικὰς Σχολάς, τιμῶσιν ὅμως τὸ Ἑλληνικὸν ὄνομα, ἀλλ’ ὅταν βλέπωμεν ἐν τοῖς ἐμπορικοῖς σχολείοις τῆς Ἑσπερίας τὴν ἐπιστημονικὴν πρόοδον τοῦ ἐμπορίου, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ μένωμεν ἀδρανεῖς, νὰ μὴ ἀπαιτήσωμεν, ὥστε καὶ οἱ ἔμποροι ἡμῶν νὰ ἔχωσιν οὐ μόνον ἐμπειρικάς, ἀλλὰ καὶ θεωρητικὰς γνώσεις, καὶ, κάτοχοι ξένων γλωσσῶν, νὰ δύνανται νὰ παρακολουθῶσι τὰς προόδους τῆς παγκοσμίου κινήσεως τοῦ ἐμπορίου;
§215ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου...
§216ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐξ ἀριστερῶν). Ὄχι, ὄχι. Τὸν λόγον.
§217Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Αὔριον. Ἤλθομεν εἰς τὰς 4. Ἐξακολουθοῦμεν ἐργαζόμενοι 5½ ὥρας. Θὰ ὑπάγωμεν νὰ δειπνήσωμεν.
§218ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τί ἀποφασίζει ἡ Βουλή;
§219ΠΟΛΛΟΙ (ἑκατέρωθεν). Αὔριον, αὔριον.
§220ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρᾳ 9 καὶ 30′ μ.μ.)